agnolotti	=	ανιολότο
also	=	προκύπτει
antique	=	προηγουμένη
aτσίγγανος	=	αθίγγανος
bit	=	μπιτ
clickaway	noun	άλλη μορφή του click away
compounds	=	εγείρω
corpora	=	corpus
corpus	noun	αντιπροσωπευτικό και αναγνωρισμένο σώμα γλωσσικού (ή άλλου) υλικού μιας περιόδου ή ενός δημιουργού
cùo	=	ακούω
declinable	=	συμπαθώ
elma	=	ελμα
elta	=	ελτα
feminazi	noun	φεμιναζί
form	=	του
forms	=	τους
hostess	=	δεσποινίδα
indeclinale	=	εννιακόσια
indefinite	=	δείνα
katharevousa	=	γουδί
kinal	=	κιναλ
konitsiotis	=	κονιτσιώτης
korinthios	=	κορίνθιος
kritas	=	κρήτας
lady	=	δεσποινίδα
language	=	άντρας
lieder	=	λιντ
lixouriotis	=	ληξουριώτης
lεύγα	=	λεύγα
lεύγας	=	λεύγα
lεύγες	=	λεύγα
mangrove	=	μανγκρόβιο
mantra	=	μάντρα
mhz	=	μεγάκυκλος
miss	=	δεσποινίδα
mistress	=	δεσποινίδα
mlk	=	μαλάκα
mykoniatis	=	μυκονιάτης
neutrite	=	νιουτρόνιο
neutrium	=	νιουτρόνιο
ngn	=	νάιρα
nhrf	abbrev	National Hellenic Research Foundation: ΕΙΕ (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών)
nonstandard	=	προηγουμένως
omle	=	ομλε
paedobaptist	noun	ο παιδοβαπτιστής, ο βαπτιστής ανηλίκων
pagename	=	μικρορρύθμιση
pallada	=	παλλάδα
pedobaptist	noun	ο σχετικός με τον νηπιοβαπτισμό
polytonic	=	αντιβουίζω
porta	=	πόρτα
pædobaptist	noun	ο παιδοβαπτιστής, ο βαπτιστής ανηλίκων
s	=	μάντρα
scacco	noun	πιόνι σκακιού
scalps	=	σκαλπ
soma	=	σώμα
synonyms	=	γάιδαρος
syrios	=	σύριος
thc	=	τετραϋδροκανναβινόλη
thumb	=	ζωνοπερατός
trinitrotoluene	=	τρινιτροτολουόλιο
urticaria	=	κνίδωση
xa	=	χα
yperthetikά	=	υπερθετικό
ά	=	άλλως
άβαθα	=	άβαθος
άβαθε	=	άβαθος
άβαθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (άβαθη) του άβαθος
άβαθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαθος
άβαθης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβαθος
άβαθο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άβαθος	noun	συνώνυμο του αβαθές
άβαθοι	=	άβαθος
άβαθος	adj	ρηχός
άβαθου	=	άβαθος
άβαθους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άβαθος
άβαθων	=	άβαθος
άβακα	=	άβακας
άβακας	noun	τετράγωνη επίπεδη πλάκα από σχιστόλιθο ή ξύλο για χάραξη γεωμετρικών σχημάτων
άβακες	=	άβακας
άβαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβαλτο
άβαλτε	adj	κλητική ενικού του άβαλτος
άβαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβαλτος
άβαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαλτος
άβαλτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβαλτος
άβαλτο	adj	αιτιατική ενικού του άβαλτος
άβαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβαλτος
άβαλτος	adj	ο μη τοποθετημένος στη σωστή θέση, στη θέση για την οποία προορίζεται, «άβαλτα πλακάκια»
άβαλτου	adj	γενική ενικού του άβαλτος
άβαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβαλτος
άβαλτων	adj	γενική πληθυντικού του άβαλτος
άβαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβαρο
άβαρε	adj	κλητική ενικού του άβαρος
άβαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβαρη
άβαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαρος
άβαρης	adj	γενική ενικού του άβαρη
άβαρο	adj	αιτιατική ενικού του άβαρος
άβαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβαρος
άβαρος	adj	άλλη μορφή του αβαρής
άβαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άβαρος
άβαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβαρος
άβαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άβαρος
άβατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβατο
άβαταρ	noun	εικόνα ή σχέδιο που χρησιμοποιείται από χρήστες διαδικτύου σαν ταυτότητα, εκτός από το όνομα ή ψευδώνυμο που έχουν
άβατε	adj	κλητική ενικού του άβατος
άβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβατος
άβατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβατος
άβατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβατος
άβατο	noun|figurative	σημείο ή χώρος στο οποίο δεν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άβατος
άβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβατος
άβατον	noun	που δεν μπορούμε να τον διαβούμε.
άβατος	adj	που δεν μπορεί να προσπελαστεί, που δεν μπορεί κάποιος να τον διαβεί
άβατου	adj	γενική ενικού του άβατος
άβατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβατος
άβατων	adj	γενική πληθυντικού του άβατος
άβαφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβαφο
άβαφε	adj	κλητική ενικού του άβαφος
άβαφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβαφος
άβαφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαφος
άβαφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβαφος
άβαφο	adj	αιτιατική ενικού του άβαφος
άβαφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβαφος
άβαφος	adj	που δε βάφτηκε, ο μη βαμμένος
άβαφου	adj	γενική ενικού του άβαφος
άβαφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβαφος
άβαφτα	=	άβαφτος
άβαφτε	=	άβαφτος
άβαφτες	=	άβαφτος
άβαφτη	=	άβαφτος
άβαφτης	=	άβαφτος
άβαφτο	=	άβαφτος
άβαφτοι	=	άβαφτος
άβαφτος	adj	άλλη μορφή του άβαφος
άβαφτου	=	άβαφτος
άβαφτους	=	άβαφτος
άβαφτων	=	άβαφτος
άβαφων	adj	γενική πληθυντικού του άβαφος
άβγαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβγαλτο
άβγαλτε	adj	κλητική ενικού του άβγαλτος
άβγαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβγαλτος
άβγαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβγαλτος
άβγαλτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβγαλτος
άβγαλτο	adj	αιτιατική ενικού του άβγαλτος
άβγαλτοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του άβγαλτος
άβγαλτος	adj|figurative	που δεν έχει βγει καθόλου έξω, δεν έχει κοινωνική ή ερωτική εμπειρία
άβγαλτου	adj	γενική ενικού του άβγαλτος
άβγαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβγαλτος
άβγαλτων	adj	γενική πληθυντικού του άβγαλτος
άβια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβιος
άβιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβιος
άβιε	=	άβιος
άβιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβιος
άβιο	adj	αιτιατική ενικού του άβιος
άβιοι	=	άβιος
άβιος	adj	αυτός που δεν έχει ζωή
άβιου	=	άβιος
άβιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβιος
άβιων	=	άβιος
άβλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άβλαβος	adv	χωρίς πρόκληση βλάβης, ζημιάς, «το χαλάζι έπεσε άβλαβα στα σπαρτά»
άβλαβε	adj	κλητική ενικού του άβλαβος
άβλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβλαβος
άβλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβλαβος
άβλαβης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβλαβος
άβλαβο	adj	αιτιατική ενικού του άβλαβος
άβλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβλαβος
άβλαβος	adj|literary	άλλη μορφή του αβλαβής
άβλαβου	adj	γενική ενικού του άβλαβος
άβλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβλαβος
άβλαβων	adj	γενική πληθυντικού του άβλαβος
άβλαπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβλαπτο
άβλαπτε	adj	κλητική ενικού του άβλαπτος
άβλαπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβλαπτη
άβλαπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβλαπτος
άβλαπτης	adj	γενική ενικού του άβλαπτη
άβλαπτο	adj	αιτιατική ενικού του άβλαπτος
άβλαπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβλαπτος
άβλαπτος	adj	άλλη μορφή του άβλαβος
άβλαπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άβλαπτος
άβλαπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβλαπτος
άβλαπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άβλαπτος
άβλαφτα	=	άβλαφτος
άβλαφτε	=	άβλαφτος
άβλαφτες	=	άβλαφτος
άβλαφτη	=	άβλαφτος
άβλαφτης	=	άβλαφτος
άβλαφτο	=	άβλαφτος
άβλαφτοι	=	άβλαφτος
άβλαφτος	adj	άλλη μορφή του άβλαβος
άβλαφτου	=	άβλαφτος
άβλαφτους	=	άβλαφτος
άβλαφτων	=	άβλαφτος
άβλεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβλεπτο
άβλεπτε	adj	κλητική ενικού του άβλεπτος
άβλεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβλεπτη
άβλεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβλεπτος
άβλεπτης	adj	γενική ενικού του άβλεπτη
άβλεπτο	adj	αιτιατική ενικού του άβλεπτος
άβλεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβλεπτος
άβλεπτος	adj	αόρατος, ακοίταχτος, αθέατος, άνοπτος
άβλεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άβλεπτος
άβλεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβλεπτος
άβλεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άβλεπτος
άβολα	adv	όχι αναπαυτικά
άβολε	adj	κλητική ενικού του άβολος
άβολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβολος
άβολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβολος
άβολης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβολος
άβολο	adj	αιτιατική ενικού του άβολος
άβολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβολος
άβολος	adj	που δεν είναι βολικός
άβολου	adj	γενική ενικού του άβολος
άβολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβολος
άβολων	adj	γενική πληθυντικού του άβολος
άβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άβουλος	adv	χωρίς προσωπική βούληση
άβουλε	adj	κλητική ενικού του άβουλος
άβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβουλος
άβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβουλος
άβουλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβουλος
άβουλο	adj	αιτιατική ενικού του άβουλος
άβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβουλος
άβουλος	adj	που δεν έχει δική του βούληση, αλλά συνεχώς ακολουθεί τους άλλους κάνοντας ό,τι του υπαγορεύουν
άβουλου	adj	γενική ενικού του άβουλος
άβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβουλος
άβουλων	adj	γενική πληθυντικού του άβουλος
άβραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβραστο
άβραστε	adj	κλητική ενικού του άβραστος
άβραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβραστος
άβραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβραστος
άβραστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβραστος
άβραστο	adj	αιτιατική ενικού του άβραστος
άβραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβραστος
άβραστος	adj	που δεν έχει βράσει καλά
άβραστου	adj	γενική ενικού του άβραστος
άβραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβραστος
άβραστων	adj	γενική πληθυντικού του άβραστος
άβρεχα	=	άβρεχος
άβρεχε	=	άβρεχος
άβρεχες	=	άβρεχος
άβρεχη	=	άβρεχος
άβρεχης	=	άβρεχος
άβρεχο	=	άβρεχος
άβρεχοι	=	άβρεχος
άβρεχος	adj|rare	άλλη μορφή του άβρεχτος
άβρεχου	=	άβρεχος
άβρεχους	=	άβρεχος
άβρεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβρεχτο
άβρεχτε	adj	κλητική ενικού του άβρεχτος
άβρεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβρεχτος
άβρεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβρεχτος
άβρεχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβρεχτος
άβρεχτο	adj	αιτιατική ενικού του άβρεχτος
άβρεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβρεχτος
άβρεχτος	adj	που δεν έχει βραχεί
άβρεχτου	adj	γενική ενικού του άβρεχτος
άβρεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβρεχτος
άβρεχτων	adj	γενική πληθυντικού του άβρεχτος
άβρεχων	=	άβρεχος
άβροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβροχο
άβροχε	adj	κλητική ενικού του άβροχος
άβροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άβροχος
άβροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβροχος
άβροχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άβροχος
άβροχο	adj	αιτιατική ενικού του άβροχος
άβροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβροχος
άβροχος	adj	που δεν έχει δεχτεί βροχή
άβροχου	adj	γενική ενικού του άβροχος
άβροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβροχος
άβροχων	adj	γενική πληθυντικού του άβροχος
άβυθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβυθο
άβυθε	adj	κλητική ενικού του άβυθος
άβυθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άβυθη
άβυθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβυθος
άβυθης	adj	γενική ενικού του άβυθη
άβυθο	adj	αιτιατική ενικού του άβυθος
άβυθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άβυθος
άβυθος	adj|formal	που το βάθος του είναι μεγάλο
άβυθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άβυθος
άβυθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άβυθος
άβυθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άβυθος
άβυσσε	=	άβυσσος
άβυσσο	noun	αιτιατική ενικού του άβυσσος
άβυσσοι	=	άβυσσος
άβυσσος	noun	το μεγάλο ωκεάνιο βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φως
άγαλμα	noun	τρισδιάστατο γλυπτό έργο τέχνης, που αναπαριστά συνήθως άνθρωπο ή ζώο
άγαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγαμο
άγαμε	adj	κλητική ενικού του άγαμος
άγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγαμος
άγαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγαμος
άγαμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγαμος
άγαμο	adj	αιτιατική ενικού του άγαμος
άγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγαμος
άγαμος	adj	που δεν είναι παντρεμένος
άγαμου	adj	γενική ενικού του άγαμος
άγαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγαμος
άγαμων	adj	γενική πληθυντικού του άγαμος
άγαν	adv|archaic	πολύ, πάρα πολύ, υπερβολικά
άγανα	=	άγανο
άγανο	noun	το άκρο του σταχυού (οι βελονοειδείς του απολήξεις)
άγανου	=	άγανο
άγανων	=	άγανο
άγαρ	noun	άλλη μορφή του αγάρ
άγαρμπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άγαρμπος	adv	με άγαρμπο, αδέξιο τρόπο
άγαρμπε	adj	κλητική ενικού του άγαρμπος
άγαρμπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγαρμπος
άγαρμπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγαρμπος
άγαρμπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγαρμπος
άγαρμπο	adj	αιτιατική ενικού του άγαρμπος
άγαρμποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγαρμπος
άγαρμπος	adj	άκομψος, κακοφτιαγμένος
άγαρμπου	adj	γενική ενικού του άγαρμπος
άγαρμπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγαρμπος
άγαρμπων	adj	γενική πληθυντικού του άγαρμπος
άγγειλε	=	αγγέλλω
άγγελε	noun	κλητική ενικού του άγγελος
άγγελλε	=	αγγέλλω
άγγελμα	noun|formal	είδηση, αναγγελία, κάτι που αναγγέλλεται σχετικά επίσημα
άγγελο	noun	αιτιατική ενικού του άγγελος
άγγελοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγγελος
άγγελος	noun	ουράνιο ον, αγγελιαφόρος του θεού
άγγελου	=	άγγελος
άγγελους	=	άγγελος
άγγελων	=	άγγελος
άγγιαγμα	=	άγγιγμα
άγγιαχτος	=	άγγιχτος
άγγιγμα	noun	η ενέργεια του αγγίζω
άγγιζα	=	αγγίζω
άγγιζαν	=	αγγίζω
άγγιζε	=	αγγίζω
άγγιζες	=	αγγίζω
άγγιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
άγγιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
άγγιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
άγγιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
άγγισα	=	αγγίζω
άγγισαν	=	αγγίζω
άγγισε	=	αγγίζω
άγγισες	=	αγγίζω
άγγισμα	=	άγγιγμα
άγγιχτα	adv	χωρίς να έχει αγγίξει κανείς κάτι
άγγιχτε	adj	κλητική ενικού του άγγιχτος
άγγιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγγιχτος
άγγιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγγιχτος
άγγιχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγγιχτος
άγγιχτο	adj	αιτιατική ενικού του άγγιχτος
άγγιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγγιχτος
άγγιχτος	adj	συνώνυμο του ανέγγιχτος
άγγιχτου	adj	γενική ενικού του άγγιχτος
άγγιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγγιχτος
άγγιχτων	adj	γενική πληθυντικού του άγγιχτος
άγδαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγδαρτο
άγδαρτε	adj	κλητική ενικού του άγδαρτος
άγδαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγδαρτος
άγδαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγδαρτος
άγδαρτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγδαρτος
άγδαρτο	adj	αιτιατική ενικού του άγδαρτος
άγδαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγδαρτος
άγδαρτος	adj	που δεν έχει γδαρθεί, έχει ακόμα το δέρμα του
άγδαρτου	adj	γενική ενικού του άγδαρτος
άγδαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγδαρτος
άγδαρτων	adj	γενική πληθυντικού του άγδαρτος
άγδυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγδυτο
άγδυτε	adj	κλητική ενικού του άγδυτος
άγδυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγδυτος
άγδυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγδυτος
άγδυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγδυτος
άγδυτο	adj	αιτιατική ενικού του άγδυτος
άγδυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγδυτος
άγδυτος	adj	που δεν έχει γδυθεί, ντυμένος
άγδυτου	adj	γενική ενικού του άγδυτος
άγδυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγδυτος
άγδυτων	adj	γενική πληθυντικού του άγδυτος
άγε	=	άγω
άγει	=	άγω
άγεις	=	άγω
άγενα	=	άγενος
άγενε	=	άγενος
άγενο	=	άγενος
άγενοι	=	άγενος
άγενος	adj	άλλη μορφή του αγένειος
άγενου	=	άγενος
άγενους	=	άγενος
άγενων	=	άγενος
άγεσαι	=	άγω
άγεσθε	=	άγω
άγεστε	=	άγω
άγεται	=	άγω
άγετε	=	άγω
άγευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άγευστος	adv|figurative	βαρετά, ανιαρά
άγευστε	adj	κλητική ενικού του άγευστος
άγευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγευστος
άγευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγευστος
άγευστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγευστος
άγευστο	adj	αιτιατική ενικού του άγευστος
άγευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγευστος
άγευστος	adj	που δεν έχει γεύση, δεν προκαλεί καμιά αντίδραση στο αισθητήριο της γεύσης
άγευστου	adj	γενική ενικού του άγευστος
άγευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγευστος
άγευστων	adj	γενική πληθυντικού του άγευστος
άγη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγος
άγημα	noun	το στρατιωτικό τμήμα στο οποίο ανατίθεται (εν καιρώ πολέμου ή ειρήνης) ειδική υπηρεσία όπως παρέλαση, απόδοση τιμών
άγια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγιος (και αγία)	adv	με άγιο, ιερό τρόπο
άγιαζα	=	αγιάζω
άγιαζαν	=	αγιάζω
άγιαζε	=	αγιάζω
άγιαζες	=	αγιάζω
άγιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγιος
άγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
άγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
άγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
άγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
άγιασμα	noun	η ενέργεια του αγιάζω
άγιε	=	άγιος
άγιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγιος
άγιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άγιος	noun	οτιδήποτε θεωρείται αγνό και ιερό, και αποτελεί ουσία της ύπαρξης
άγιοι	=	άγιος
άγιος	adj	που έχει σχέση με το Θεό
άγιου	=	άγιος
άγιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγιος
άγιων	=	άγιος
άγκιστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγκιστρο
άγκιστρο	noun	ο γάντζος
άγκιστρου	noun	γενική ενικού του άγκιστρο
άγκιστρων	noun	γενική πληθυντικού του άγκιστρο
άγκλισμα	noun	άντληση, λήψη υγρού
άγκυρα	noun	εξάρτημα πλοίου κατασκευασμένο από μέταλλο, που χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση της θέσης του όταν δεν κινείται
άγκυρας	noun	γενική ενικού του άγκυρα
άγκυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγκυρα
άγλυκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγλυκο
άγλυκε	adj	κλητική ενικού του άγλυκος
άγλυκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγλυκος
άγλυκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγλυκος
άγλυκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγλυκος
άγλυκο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άγλυκος
άγλυκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγλυκος
άγλυκος	adj	καθόλου γλυκός
άγλυκου	adj	γενική ενικού του άγλυκος
άγλυκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγλυκος
άγλυκων	adj	γενική πληθυντικού του άγλυκος
άγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγλωσσο
άγλωσσε	adj	κλητική ενικού του άγλωσσος
άγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγλωσσος
άγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγλωσσος
άγλωσσης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγλωσσος
άγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του άγλωσσος
άγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγλωσσος
άγλωσσος	adj	που δεν χρησιμοποιεί με ευχέρεια τη γλώσσα του, είτε από μη επαρκείς γνώσεις της είτε αφού δεν διαθέτει σε κανονικό βαθμό τη δεξιότητα της προφορικής ή γραπτής έκφρασης
άγλωσσου	adj	γενική ενικού του άγλωσσος
άγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγλωσσος
άγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού του άγλωσσος
άγμα	noun	ρινικός φθόγγος (ρινικό σύμφωνο) σαν το αγγλικό ⟨ng⟩ που σχηματίζεται στο πίσω μέρος του ουρανίσκου (μαλακή υπερώα) ενώ το φατνιακό [n] σχηματίζεται στο μπροστινό μέρος του στόματος και όχι στον ουρανίσκο
άγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγμα
άγματος	noun	γενική ενικού του άγμα
άγναθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγναθο
άγναθε	adj	κλητική ενικού του άγναθος
άγναθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγναθη
άγναθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγναθος
άγναθης	adj	γενική ενικού του άγναθη
άγναθο	adj	αιτιατική ενικού του άγναθος
άγναθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγναθος
άγναθος	adj	που δεν έχει γνάθο
άγναθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άγναθος
άγναθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγναθος
άγναθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άγναθος
άγναντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγναντο
άγναντας	=	άγναντα
άγναντε	adj	κλητική ενικού του άγναντος
άγναντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγναντος
άγναντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγναντος
άγναντης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγναντος
άγναντο	adj	αιτιατική ενικού του άγναντος
άγναντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγναντος
άγναντος	adj|vulgar	αντικρινός
άγναντου	adj	γενική ενικού του άγναντος
άγναντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγναντος
άγναντων	adj	γενική πληθυντικού του άγναντος
άγνεθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγνεθο
άγνεθε	adj	κλητική ενικού του άγνεθος
άγνεθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγνεθη
άγνεθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνεθος
άγνεθης	adj	γενική ενικού του άγνεθη
άγνεθο	adj	αιτιατική ενικού του άγνεθος
άγνεθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγνεθος
άγνεθος	adj	που δεν τον έχουν γνέσει
άγνεθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άγνεθος
άγνεθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγνεθος
άγνεθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άγνεθος
άγνεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγνεστο
άγνεστε	adj	κλητική ενικού του άγνεστος
άγνεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγνεστος
άγνεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνεστος
άγνεστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγνεστος
άγνεστο	adj	αιτιατική ενικού του άγνεστος
άγνεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγνεστος
άγνεστος	adj	που δεν τον έχουν γνέσει
άγνεστου	adj	γενική ενικού του άγνεστος
άγνεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγνεστος
άγνεστων	adj	γενική πληθυντικού του άγνεστος
άγνιζα	=	αγνίζω
άγνιζαν	=	αγνίζω
άγνιζε	=	αγνίζω
άγνιζες	=	αγνίζω
άγνισα	=	αγνίζω
άγνισαν	=	αγνίζω
άγνισε	=	αγνίζω
άγνισες	=	αγνίζω
άγνοια	noun	η έλλειψη γνώσης
άγνοιας	noun	γενική ενικού του άγνοια
άγνοιες	=	άγνοια
άγνωμα	adv	χωρίς γνώμη
άγνωμε	adj	κλητική ενικού του άγνωμος
άγνωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγνωμος
άγνωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωμος
άγνωμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωμος
άγνωμο	adj	αιτιατική ενικού του άγνωμος
άγνωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγνωμος
άγνωμος	adj	που δεν έχει γνώμη
άγνωμου	adj	γενική ενικού του άγνωμος
άγνωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγνωμος
άγνωμων	adj	γενική πληθυντικού του άγνωμος
άγνωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγνωρο
άγνωρε	adj	κλητική ενικού του άγνωρος
άγνωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγνωρος
άγνωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωρος
άγνωρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωρος
άγνωρο	adj	αιτιατική ενικού του άγνωρος
άγνωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγνωρος
άγνωρος	adj	αγνώριστος
άγνωρου	adj	γενική ενικού του άγνωρος
άγνωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγνωρος
άγνωρων	adj	γενική πληθυντικού του άγνωρος
άγνωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγνωστο
άγνωστε	adj	κλητική ενικού του άγνωστος
άγνωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγνωστος
άγνωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωστος
άγνωστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγνωστος
άγνωστο	adj	αιτιατική ενικού του άγνωστος
άγνωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγνωστος
άγνωστος	adj	που δεν είναι γνωστός	noun	κάποιος άνθρωπος που δεν τον γνωρίζουμε· ένας ξένος
άγνωστου	adj	γενική ενικού του άγνωστος
άγνωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγνωστος
άγνωστων	adj	γενική πληθυντικού του άγνωστος
άγομαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος άγω: οδηγούμαι, στην έκφραση
άγομε	=	άγω
άγονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγονο
άγονε	adj	κλητική ενικού του άγονος
άγονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγονος
άγονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγονος
άγονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγονος
άγονο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άγονος
άγονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγονος
άγονος	adj	μη γόνιμος
άγονου	adj	γενική ενικού του άγονος
άγονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγονος
άγονται	=	άγω
άγονταν	=	άγω
άγοντας	=	άγω
άγονων	adj	γενική πληθυντικού του άγονος
άγος	noun|archaic	ανοσιούργημα, μίασμα, κατάρα, οργή Θεού, αμαρτία
άγουμε	=	άγω
άγουν	=	άγω
άγουνε	=	άγω
άγουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγουρο
άγουρε	adj	κλητική ενικού του άγουρος
άγουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγουρος
άγουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγουρος
άγουρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγουρος
άγουρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άγουρος
άγουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγουρος
άγουρος	adj	που δεν έχει ακόμη ωριμάσει	noun	το αγόρι, ο νέος, το παλικάρι
άγουρου	adj	γενική ενικού του άγουρος
άγουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγουρος
άγουρων	adj	γενική πληθυντικού του άγουρος
άγους	noun	γενική ενικού του άγος
άγουσα	noun|formal	δρόμος που οδηγεί προς τα κάπου, που σε άγει κάπου
άγουσας	noun	γενική ενικού του άγουσα
άγουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγουσα
άγουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγουστο
άγουστε	adj	κλητική ενικού του άγουστος
άγουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγουστος
άγουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγουστος
άγουστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγουστος
άγουστο	adj	αιτιατική ενικού του άγουστος
άγουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγουστος
άγουστος	adj	που δεν έχει καλό γούστο
άγουστου	adj	γενική ενικού του άγουστος
άγουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγουστος
άγουστων	adj	γενική πληθυντικού του άγουστος
άγρα	noun	η θήρα, το κυνήγι
άγραπτος	adj|formal	άλλη μορφή του άγραφος
άγρας	noun	γενική ενικού του άγρα
άγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγραφο
άγραφε	adj	κλητική ενικού του άγραφος
άγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγραφος
άγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγραφος
άγραφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγραφος
άγραφο	adj	αιτιατική ενικού του άγραφος
άγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγραφος
άγραφος	adj	που δεν έχει γραφτεί
άγραφου	adj	γενική ενικού του άγραφος
άγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγραφος
άγραφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγραφτο
άγραφτε	adj	κλητική ενικού του άγραφτος
άγραφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγραφτος
άγραφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγραφτος
άγραφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγραφτος
άγραφτο	adj	αιτιατική ενικού του άγραφτος
άγραφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγραφτος
άγραφτος	adj	που δεν έχει γραφτεί
άγραφτου	adj	γενική ενικού του άγραφτος
άγραφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγραφτος
άγραφτων	adj	γενική πληθυντικού του άγραφτος
άγραφων	adj	γενική πληθυντικού του άγραφος
άγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγρα
άγρευα	=	αγρεύω
άγρευαν	=	αγρεύω
άγρευε	=	αγρεύω
άγρευες	=	αγρεύω
άγρευμα	noun	θήραμα
άγρευσα	=	αγρεύω
άγρευσαν	=	αγρεύω
άγρευσε	=	αγρεύω
άγρευσες	=	αγρεύω
άγρευση	noun|figurative	το κυνήγι, η επιδίωξη
άγρευσης	noun	γενική ενικού του άγρευση
άγρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγριος	adv	με άγριο τρόπο
άγριας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγριος
άγριε	adj	κλητική ενικού του άγριος
άγριες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγριος
άγριο	adj	αιτιατική ενικού του άγριος
άγριοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγριος
άγριος	adj	που ζει ελεύθερος στη φύση, δεν έχει εξημερωθεί από τον άνθρωπο
άγριου	adj	γενική ενικού του άγριος
άγριους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγριος
άγριων	adj	γενική πληθυντικού του άγριος
άγρυπνα	adv	με αδιάκοπη προσοχή, επαγρυπνώντας
άγρυπνε	adj	κλητική ενικού του άγρυπνος
άγρυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγρυπνος
άγρυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγρυπνος
άγρυπνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άγρυπνος
άγρυπνο	adj	αιτιατική ενικού του άγρυπνος
άγρυπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άγρυπνος
άγρυπνος	adj	που δεν κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας είτε επειδή έχει αϋπνίες είτε από υποχρέωση να προσέχει κάτι
άγρυπνου	adj	γενική ενικού του άγρυπνος
άγρυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγρυπνος
άγρυπνων	adj	γενική πληθυντικού του άγρυπνος
άγρωστες	=	άγρωστη
άγρωστη	noun	αυτοφυές ποώδες φυτό των αγρών
άγρωστης	=	άγρωστη
άγχεσαι	=	άγχομαι
άγχεστε	=	άγχομαι
άγχεται	=	άγχομαι
άγχη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγχος
άγχομαι	verb|formal	καταλαμβάνομαι από άγχος, αγχώνομαι
άγχονται	=	άγχομαι
άγχος	noun	ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση
άγχους	noun	γενική ενικού του άγχος
άγχωνα	=	αγχώνω
άγχωναν	=	αγχώνω
άγχωνε	=	αγχώνω
άγχωνες	=	αγχώνω
άγχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
άγχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
άγχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
άγχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
άγχωση	noun	η συνθήκη που προκαλεί άγχος
άγχωσης	=	άγχωση
άγω	verb|formal	οδηγώ
άδαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδαρτο
άδαρτε	adj	κλητική ενικού του άδαρτος
άδαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδαρτη
άδαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδαρτος
άδαρτης	adj	γενική ενικού του άδαρτη
άδαρτο	adj	αιτιατική ενικού του άδαρτος
άδαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδαρτος
άδαρτος	adj	που δεν τον έχουν δείρει ή δεν τον έχουν χτυπήσει
άδαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άδαρτος
άδαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδαρτος
άδαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άδαρτος
άδεια	noun	η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδειος
άδειαζα	=	αδειάζω
άδειαζαν	=	αδειάζω
άδειαζε	=	αδειάζω
άδειαζες	=	αδειάζω
άδειας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδειος
άδειασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
άδειασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
άδειασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
άδειασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
άδειασμα	noun	η διαδικασία του αδειάζω
άδειε	=	άδειος
άδειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδειος
άδειο	adj	αιτιατική ενικού του άδειος
άδειοι	=	άδειος
άδειος	adj	χωρίς περιεχόμενο
άδειου	=	άδειος
άδειους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδειος
άδειπνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδειπνο
άδειπνε	adj	κλητική ενικού του άδειπνος
άδειπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδειπνος
άδειπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδειπνος
άδειπνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδειπνος
άδειπνο	adj	αιτιατική ενικού του άδειπνος
άδειπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδειπνος
άδειπνος	adj	χωρίς να δειπνήσει (κανείς)
άδειπνου	adj	γενική ενικού του άδειπνος
άδειπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδειπνος
άδειπνων	adj	γενική πληθυντικού του άδειπνος
άδειων	=	άδειος
άδενδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδενδρο
άδενδρε	adj	κλητική ενικού του άδενδρος
άδενδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδενδρος
άδενδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδενδρος
άδενδρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδενδρος
άδενδρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άδενδρος
άδενδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδενδρος
άδενδρος	adj	που δεν έχει δέντρα
άδενδρου	adj	γενική ενικού του άδενδρος
άδενδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδενδρος
άδενδρων	adj	γενική πληθυντικού του άδενδρος
άδεντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδεντρο
άδεντρε	adj	κλητική ενικού του άδεντρος
άδεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδεντρος
άδεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδεντρος
άδεντρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδεντρος
άδεντρο	adj	αιτιατική ενικού του άδεντρος
άδεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδεντρος
άδεντρος	adj	χωρίς δέντρα
άδεντρου	adj	γενική ενικού του άδεντρος
άδεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδεντρος
άδεντρων	adj	γενική πληθυντικού του άδεντρος
άδετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδετο
άδετε	adj	κλητική ενικού του άδετος
άδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδετος
άδετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδετος
άδετης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδετος
άδετο	adj	αιτιατική ενικού του άδετος
άδετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδετος
άδετος	adj	που δεν έχει δεθεί, λυτός
άδετου	adj	γενική ενικού του άδετος
άδετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδετος
άδετων	adj	γενική πληθυντικού του άδετος
άδηκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδηκτο
άδηκτε	adj	κλητική ενικού του άδηκτος
άδηκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδηκτος
άδηκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδηκτος
άδηκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδηκτος
άδηκτο	adj	αιτιατική ενικού του άδηκτος
άδηκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδηκτος
άδηκτος	adj	που δεν μπορεί να δαγκωθεί
άδηκτου	adj	γενική ενικού του άδηκτος
άδηκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδηκτος
άδηκτων	adj	γενική πληθυντικού του άδηκτος
άδηλα	adv	με άδηλο τρόπο
άδηλε	adj	κλητική ενικού του άδηλος
άδηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδηλος
άδηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδηλος
άδηλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδηλος
άδηλο	adj	αιτιατική ενικού του άδηλος
άδηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδηλος
άδηλος	adj|formal	που δεν έχει επιβεβαιωθεί, που είναι αβέβαιο
άδηλου	adj	γενική ενικού του άδηλος
άδηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδηλος
άδηλων	adj	γενική πληθυντικού του άδηλος
άδικα	adv	με άδικο τρόπο
άδικε	adj	κλητική ενικού του άδικος
άδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδικος
άδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδικος
άδικης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδικος
άδικο	noun	άδικη πράξη, αδικία	adj	αιτιατική ενικού του άδικος
άδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδικος
άδικος	adj	που διαπράττει αδικίες, που με τις ενέργειές του παραβιάζει τον γραπτό ή άγραφο νόμο
άδικου	adj	άδικος, στη γενική του ενικού	noun	άδικο, στη γενική του ενικού
άδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδικος
άδικων	noun	γενική πληθυντικού του άδικο	adj	γενική πληθυντικού του άδικος
άδιωχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδιωχτο
άδιωχτε	adj	κλητική ενικού του άδιωχτος
άδιωχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδιωχτος
άδιωχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδιωχτος
άδιωχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδιωχτος
άδιωχτο	adj	αιτιατική ενικού του άδιωχτος
άδιωχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδιωχτος
άδιωχτος	adj	που δεν έχει διώχνω, που δεν τον έχουν διώξει από κάπου
άδιωχτου	adj	γενική ενικού του άδιωχτος
άδιωχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδιωχτος
άδιωχτων	adj	γενική πληθυντικού του άδιωχτος
άδολα	adv	αγνά, χωρίς κακή ή εγωιστική πρόθεση
άδολε	=	άδολος
άδολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδολος
άδολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδολος
άδολης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδολος
άδολο	adj	αιτιατική ενικού του άδολος
άδολοι	=	άδολος
άδολος	adj	που δεν κρύβει δόλο ή προσωπικό συμφέρον, αθώος, αγνός και ειλικρινής
άδολου	=	άδολος
άδολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδολος
άδολων	=	άδολος
άδοξα	adv	χωρίς δόξα, χωρίς να έχει επιτευχθεί κάτι σπουδαίο
άδοξε	adj	κλητική ενικού του άδοξος
άδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδοξος
άδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδοξος
άδοξης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδοξος
άδοξο	adj	αιτιατική ενικού του άδοξος
άδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδοξος
άδοξος	adj	που δεν προσπορίζει δόξα
άδοξου	adj	γενική ενικού του άδοξος
άδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδοξος
άδοξων	adj	γενική πληθυντικού του άδοξος
άδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδοτο
άδοτε	adj	κλητική ενικού του άδοτος
άδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδοτος
άδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδοτος
άδοτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδοτος
άδοτο	adj	αιτιατική ενικού του άδοτος
άδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδοτος
άδοτος	adj|formal	που δεν έχει δοθεί
άδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άδοτος
άδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδοτος
άδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άδοτος
άδουλα	=	άδουλος
άδουλε	=	άδουλος
άδουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδουλος
άδουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδουλος
άδουλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδουλος
άδουλο	adj	αιτιατική ενικού του άδουλος
άδουλοι	=	άδουλος
άδουλος	adj	που δεν εργάζεται, που δεν απασχολείται με κάτι, ο άνεργος ή άεργος
άδουλου	=	άδουλος
άδουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδουλος
άδουλων	=	άδουλος
άδραγμα	noun	το σφιχτό πιάσιμο, η λαβή, το γράπωμα
άδραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
άδραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
άδραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
άδραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
άδραχνα	=	αδράχνω
άδραχναν	=	αδράχνω
άδραχνε	=	αδράχνω
άδραχνες	=	αδράχνω
άδροσα	=	άδροσος
άδροσε	=	άδροσος
άδροσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδροσος
άδροση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδροσος
άδροσης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδροσος
άδροσο	adj	αιτιατική ενικού του άδροσος
άδροσοι	=	άδροσος
άδροσος	adj	αυτός που στερείται δροσιάς
άδροσου	=	άδροσος
άδροσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδροσος
άδροσων	=	άδροσος
άδυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδυτο
άδυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδυτος
άδυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδυτος
άδυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδυτος
άδυτο	noun	το μέρος του ναού στο οποίο μπορούν να εισέλθουν μόνο οι ιερείς	adj	αιτιατική ενικού του άδυτος
άδυτου	=	άδυτο
άδυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδυτος
άδυτων	=	άδυτο
άδω	verb	μονοτονική γραφή του ᾄδω (αρχαία ελληνική και καθαρεύουσα), συνηρημένος αττικός τύπος του ἀείδω
άδωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδωρο
άδωρε	adj	κλητική ενικού του άδωρος
άδωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άδωρος
άδωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άδωρος
άδωρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άδωρος
άδωρο	adj	αιτιατική ενικού του άδωρος
άδωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άδωρος
άδωρος	adj	που δεν δέχεται ή δεν προσφέρει δώρα
άδωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άδωρος
άδωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άδωρος
άδωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άδωρος
άε	intj	άι
άεθνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άεθνο
άεθνε	adj	κλητική ενικού του άεθνος
άεθνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άεθνη
άεθνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άεθνος
άεθνης	adj	γενική ενικού του άεθνη
άεθνο	adj	αιτιατική ενικού του άεθνος
άεθνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άεθνος
άεθνος	adj	o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη
άεθνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άεθνος
άεθνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άεθνος
άεθνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άεθνος
άει	particle	άλλη μορφή του άι
άεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άεργο
άεργε	adj	κλητική ενικού του άεργος
άεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άεργος
άεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άεργος
άεργης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άεργος
άεργο	adj	αιτιατική ενικού του άεργος
άεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άεργος
άεργος	adj	που παραμένει (συχνά από επιλογή) χωρίς εργασία, χωρίς να απασχολείται με κάτι
άεργου	adj	γενική ενικού του άεργος
άεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άεργος
άεργων	adj	γενική πληθυντικού του άεργος
άζευκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άζευκτο
άζευκτε	adj	κλητική ενικού του άζευκτος
άζευκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άζευκτος
άζευκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άζευκτος
άζευκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άζευκτος
άζευκτο	adj	αιτιατική ενικού του άζευκτος
άζευκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άζευκτος
άζευκτος	adj	που δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί
άζευκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άζευκτος
άζευκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άζευκτος
άζευκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άζευκτος
άζευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άζευτο
άζευτε	adj	κλητική ενικού του άζευτος
άζευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άζευτος
άζευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άζευτος
άζευτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άζευτος
άζευτο	adj	αιτιατική ενικού του άζευτος
άζευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άζευτος
άζευτος	adj	που δεν έχει ζευτεί
άζευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άζευτος
άζευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άζευτος
άζευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άζευτος
άζουμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άζουμο
άζουμε	adj	κλητική ενικού του άζουμος
άζουμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άζουμος
άζουμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άζουμος
άζουμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άζουμος
άζουμο	adj	αιτιατική ενικού του άζουμος
άζουμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άζουμος
άζουμος	adj	που δεν έχει ζουμί
άζουμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άζουμος
άζουμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άζουμος
άζουμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άζουμος
άζυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άζυμο
άζυμε	adj	κλητική ενικού του άζυμος
άζυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άζυμος
άζυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άζυμος
άζυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άζυμος
άζυμο	adj	αιτιατική ενικού του άζυμος
άζυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άζυμος
άζυμος	adj	που γίνεται χωρίς ζύμη (προζύμι ή μαγιά)
άζυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άζυμος
άζυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άζυμος
άζυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άζυμος
άζωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άζωστο
άζωστε	adj	κλητική ενικού του άζωστος
άζωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άζωστος
άζωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άζωστος
άζωστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άζωστος
άζωστο	adj	αιτιατική ενικού του άζωστος
άζωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άζωστος
άζωστος	adj	χωρίς ζώνη
άζωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άζωστος
άζωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άζωστος
άζωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άζωστος
άζωτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άζωτο
άζωτο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 7 και χημικό σύμβολο το N
άζωτου	=	άζωτο
άζωτων	=	άζωτο
άηθες	=	αήθης
άηχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άηχο
άηχε	adj	κλητική ενικού του άηχος
άηχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άηχος
άηχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άηχος
άηχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άηχος
άηχο	adj	αιτιατική ενικού του άηχος
άηχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άηχος
άηχος	adj	χωρίς ήχο· που δεν βγάζει ήχο
άηχου	adj	γενική ενικού του άηχος
άηχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άηχος
άηχων	adj	γενική πληθυντικού του άηχος
άθαφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθαφτο
άθαφτε	adj	κλητική ενικού του άθαφτος
άθαφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθαφτος
άθαφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθαφτος
άθαφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθαφτος
άθαφτο	adj	αιτιατική ενικού του άθαφτος
άθαφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθαφτος
άθαφτος	adj	που δεν έχει ταφεί
άθαφτου	adj	γενική ενικού του άθαφτος
άθαφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθαφτος
άθαφτων	adj	γενική πληθυντικού του άθαφτος
άθεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθεο
άθεε	adj	κλητική ενικού του άθεος
άθεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθεη
άθεη	noun	γυναίκα που δεν πιστεύει ή αρνείται την ύπαρξη θεού, που υποστηρίζει αθεϊστικές θεωρίες, η αθεΐστρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθεος
άθεης	adj	γενική ενικού του άθεη
άθελα	adv	χωρίς να το θέλω, ακούσια, αθέλητα
άθελε	adj	κλητική ενικού του άθελος
άθελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθελος
άθελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθελος
άθελης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθελος
άθελο	adj	αιτιατική ενικού του άθελος
άθελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθελος
άθελος	adj	ακούσιος, για κάτι που γίνεται κατά λάθος ή τυχαία και όχι επίτηδες
άθελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άθελος
άθελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθελος
άθελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άθελος
άθεο	adj	αιτιατική ενικού του άθεος
άθεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθεος
άθεος	adj	που δεν πιστεύει ή αρνείται την ύπαρξη θεού	noun	αυτός που δεν πιστεύει ή αρνείται την ύπαρξη θεού, που υποστηρίζει αθεϊστικές θεωρίες
άθεου	adj	γενική ενικού του άθεος
άθεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθεος
άθερμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθερμο
άθερμε	adj	κλητική ενικού του άθερμος
άθερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθερμη
άθερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθερμος
άθερμης	adj	γενική ενικού του άθερμη
άθερμο	adj	αιτιατική ενικού του άθερμος
άθερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθερμος
άθερμος	adj	που δεν έχει θερμανθεί, που δεν είναι θερμός
άθερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άθερμος
άθερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθερμος
άθερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άθερμος
άθεων	adj	γενική πληθυντικού του άθεος
άθηλυς	adj	αρρενωπός, αρρενόφρων, ανδρείος (συνήθως για άνδρα)
άθικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθικτο
άθικτε	adj	κλητική ενικού του άθικτος
άθικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθικτος
άθικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθικτος
άθικτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθικτος
άθικτο	adj	αιτιατική ενικού του άθικτος
άθικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθικτος
άθικτος	adj	που δεν τον έχει αγγίξει ανθρώπινο χέρι
άθικτου	adj	γενική ενικού του άθικτος
άθικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθικτος
άθικτων	adj	γενική πληθυντικού του άθικτος
άθιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθιχτο
άθιχτε	=	άθιχτος
άθιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθιχτος
άθιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθιχτος
άθιχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθιχτος
άθιχτο	adj	αιτιατική ενικού του άθιχτος
άθιχτοι	=	άθιχτος
άθιχτος	adj	άλλη γραφή του άθικτος
άθιχτου	=	άθιχτος
άθιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθιχτος
άθιχτων	=	άθιχτος
άθλα	=	άθλο
άθλε	noun	κλητική ενικού του άθλος
άθλημα	noun	η ατομική ή ομαδική δραστηριότητα που αποσκοπεί στη γύμναση του σώματος και περιλαμβάνει συχνά τον ανταγωνισμό για την επίτευξη καλύτερων επιδόσεων
άθλησα	=	αθλώ
άθλησαν	=	αθλώ
άθλησε	=	αθλώ
άθλησες	=	αθλώ
άθληση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αθλούμαι
άθλησης	noun	γενική ενικού του άθληση
άθλησις	noun	μονοτονική γραφή του ἄθλησις
άθλια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθλιος	adv	κατά τρόπο άθλιο, αισχρά
άθλιας	adj	γενική ενικού του άθλια
άθλιε	adj	κλητική ενικού του άθλιος
άθλιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθλια
άθλιο	adj	αιτιατική ενικού του άθλιος
άθλιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθλιος
άθλιος	adj	που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα (όπως απόρριψη, αποστροφή, απέχθεια), πολύ κακός
άθλιου	adj	γενική ενικού του άθλιος
άθλιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθλιος
άθλιων	adj	γενική πληθυντικού του άθλιος
άθλο	noun	αιτιατική ενικού του άθλος
άθλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθλος
άθλος	noun	πολύ δύσκολη ή σπουδαία πράξη, κατόρθωμα, ή επίτευγμα
άθλου	noun	γενική ενικού του άθλος
άθλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άθλος
άθλων	noun	γενική πληθυντικού του άθλος
άθολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθολο
άθολε	adj	κλητική ενικού του άθολος
άθολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθολος
άθολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθολος
άθολης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθολος
άθολο	adj	αιτιατική ενικού του άθολος
άθολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθολος
άθολος	adj	που δεν έχει θολώσει
άθολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άθολος
άθολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθολος
άθολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άθολος
άθος	noun	η στάχτη, η τέφρα	intj	στο κρυφτό, λέξη που φωνάζει αυτός που τα φυλάει, για να πάνε τα άλλα παιδιά να κρυφτούν
άθραυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθραυστο
άθραυστε	=	άθραυστος
άθραυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθραυστος
άθραυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθραυστος
άθραυστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθραυστος
άθραυστο	adj	αιτιατική ενικού του άθραυστος
άθραυστοι	=	άθραυστος
άθραυστος	adj	που δεν σπάει
άθραυστου	=	άθραυστος
άθραυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθραυστος
άθραυστων	=	άθραυστος
άθρεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθρεπτο
άθρεπτε	adj	κλητική ενικού του άθρεπτος
άθρεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθρεπτος
άθρεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθρεπτος
άθρεπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθρεπτος
άθρεπτο	adj	αιτιατική ενικού του άθρεπτος
άθρεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθρεπτος
άθρεπτος	adj	που δεν έχει τραφεί
άθρεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άθρεπτος
άθρεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθρεπτος
άθρεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άθρεπτος
άθρεφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθρεφτο
άθρεφτε	adj	κλητική ενικού του άθρεφτος
άθρεφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθρεφτος
άθρεφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθρεφτος
άθρεφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθρεφτος
άθρεφτο	adj	αιτιατική ενικού του άθρεφτος
άθρεφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθρεφτος
άθρεφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άθρεφτος
άθρεφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθρεφτος
άθρεφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άθρεφτος
άθρησκα	=	άθρησκος
άθρησκε	=	άθρησκος
άθρησκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθρησκος
άθρησκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθρησκος
άθρησκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθρησκος
άθρησκο	adj	αιτιατική ενικού του άθρησκος
άθρησκοι	=	άθρησκος
άθρησκος	adj	που δεν ακολουθεί κάποια θρησκεία
άθρησκου	=	άθρησκος
άθρησκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθρησκος
άθρησκων	=	άθρησκος
άθροιζα	=	αθροίζω
άθροιζαν	=	αθροίζω
άθροιζε	=	αθροίζω
άθροιζες	=	αθροίζω
άθροισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
άθροισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
άθροισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
άθροισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
άθροιση	noun	η αριθμητική πράξη της πρόσθεσης δύο ή περισσότερων αριθμών.
άθροισης	=	άθροιση
άθροισμα	noun	το αποτέλεσμα της μαθηματικής πράξης, κατά την οποία προστίθενται δύο ή περισσότεροι αριθμοί, μεγέθη, ποσότητες, διανύσματα κλπ
άθρωπε	=	άθρωπος
άθρωπο	=	άθρωπος
άθρωποι	=	άθρωπος
άθρωπος	noun|vulgar	άλλη προφορά του άνθρωπος
άθρωπου	=	άθρωπος
άθρωπους	=	άθρωπος
άθρωπων	=	άθρωπος
άθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθυμο
άθυμε	adj	κλητική ενικού του άθυμος
άθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άθυμος
άθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθυμος
άθυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άθυμος
άθυμο	adj	αιτιατική ενικού του άθυμος
άθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθυμος
άθυμος	adj	που δεν έχει καλή διάθεση, που στενοχωριέται
άθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άθυμος
άθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άθυμος
άθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άθυμος
άθυρμα	noun	το παιχνίδι στα αρχαία ελληνικά: ἄθυρμα
άι	particle	ισοδύναμο με την προστακτική: πήγαινε!, τράβα!	intj	εκφράζει πόνο (συνήθως με επανάληψη, δύο ή τρεις φορές άι άι!)
άι-κιου	noun	ο δείκτης νοημοσύνης
άι-παντ	noun	άλλη μορφή του άιπαντ
άιβαρ	noun	ορεκτικό / σαλάτα της νότιας κυρίως, σερβικής κουζίνας φτιαγμένο από βρασμένες και ξεφλουδισμένες γλυκές κόκκινες πιπεριές που έχουν πολτοποιηθεί και διατηρηθεί σε γυάλινα δοχεία (ή σπανιότερα από μελιτζάνες)
άιζο	noun	Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης
άιντε	intj	άλλη μορφή του άντε
άιπαντ	noun	σειρά φορητών συσκευών τύπου ταμπλέτας της Apple, με οθόνη αφής και λειτουργικό σύστημα iPadOS, σχεδιασμένη για περιήγηση στο διαδίκτυο, ψυχαγωγία και παραγωγικότητα
άιποντ	noun|dated	φορητή συσκευή τής Apple για αναπαραγωγή ψηφιακής μουσικής, που συνέβαλε στην αλλαγή του τρόπου ακρόασης και διανομής μουσικής / τραγουδιών
άισμπεργκ	noun	είδος μαρουλιού
άιφον	noun	έξυπνο κινητό τηλέφωνο της Apple, γνωστό για τον καινοτόμο σχεδιασμό, το οικοσύστημα εφαρμογών και την εστίαση στην ασφάλεια και την ευχρηστία
άκαιρα	adv	σε κακή χρονική στιγμή, όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν
άκαιρε	adj	κλητική ενικού του άκαιρος
άκαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκαιρος
άκαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαιρος
άκαιρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκαιρος
άκαιρο	adj	αιτιατική ενικού του άκαιρος
άκαιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκαιρος
άκαιρος	adj	που γίνεται στη λάθος στιγμή, που δεν ταιριάζει στις επικρατούσες συνθήκες
άκαιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκαιρος
άκαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαιρος
άκαιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκαιρος
άκακα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκακο	adv	χωρίς κακή πρόθεση
άκακε	adj	κλητική ενικού του άκακος
άκακες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκακος
άκακη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκακος
άκακης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκακος
άκακο	adj	αιτιατική ενικού του άκακος
άκακοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκακος
άκακος	adj	που δεν έχει μέσα του κακία
άκακου	adj	γενική ενικού του άκακος
άκακους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκακος
άκακων	adj	γενική πληθυντικού του άκακος
άκαμπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άκαμπτος	adv	χωρίς υποχώρηση, με ανυποχώρητο τρόπο
άκαμπτε	=	άκαμπτος
άκαμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκαμπτος
άκαμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαμπτος
άκαμπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκαμπτος
άκαμπτο	adj	αιτιατική ενικού του άκαμπτος
άκαμπτοι	=	άκαμπτος
άκαμπτος	adj	που δεν λυγίζει εύκολα
άκαμπτου	=	άκαμπτος
άκαμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαμπτος
άκαμπτων	=	άκαμπτος
άκανθα	noun|formal	αγκάθι
άκανθας	noun	γενική ενικού του άκανθα
άκανθε	=	άκανθος
άκανθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκανθα
άκανθο	=	άκανθος
άκανθοι	=	άκανθος
άκανθος	noun	το αγκάθι
άκαπνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκαπνο
άκαπνε	adj	κλητική ενικού του άκαπνος
άκαπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκαπνος
άκαπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαπνος
άκαπνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκαπνος
άκαπνο	adj	αιτιατική ενικού του άκαπνος
άκαπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκαπνος
άκαπνος	adj	που δεν παράγει καπνό όταν καίγεται
άκαπνου	adj	γενική ενικού του άκαπνος
άκαπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαπνος
άκαπνων	adj	γενική πληθυντικού του άκαπνος
άκαρδα	adv	χωρίς οίκτο, συμπόνια
άκαρδε	adj	κλητική ενικού του άκαρδος
άκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκαρδος
άκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαρδος
άκαρδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκαρδος
άκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του άκαρδος
άκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκαρδος
άκαρδος	adj	που δεν έχει συναισθήματα, δε νιώθει αγάπη, οίκτο ή συμπόνια
άκαρδου	adj	γενική ενικού του άκαρδος
άκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαρδος
άκαρδων	adj	γενική πληθυντικού του άκαρδος
άκαρι	noun|formal	μικροσκοπικό ζωύφιο, μέλος της υφομοταξίας των ακάρεων, της ομοταξίας των Αραχνιδίων, του φύλου τών Αρθρόποδων, που ζει παρασιτικά σε ζώα και φυτά
άκαρπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκαρπο	adv	χωρίς αποτέλεσμα
άκαρπε	adj	κλητική ενικού του άκαρπος
άκαρπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκαρπος
άκαρπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαρπος
άκαρπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκαρπος
άκαρπο	adj	αιτιατική ενικού του άκαρπος
άκαρποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκαρπος
άκαρπος	adj	που δεν παράγει καρπούς
άκαρπου	adj	γενική ενικού του άκαρπος
άκαρπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαρπος
άκαρπων	adj	γενική πληθυντικού του άκαρπος
άκατε	=	άκατος
άκατο	=	άκατος
άκατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκατος
άκατος	noun	μικρό σκάφος, ελαφρό πλοίο
άκαυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκαυλο
άκαυλε	adj	κλητική ενικού του άκαυλος
άκαυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκαυλη
άκαυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαυλος
άκαυλης	adj	γενική ενικού του άκαυλη
άκαυλο	adj	αιτιατική ενικού του άκαυλος
άκαυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκαυλος
άκαυλος	adj	χωρίς μίσχο / στέλεχος
άκαυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκαυλος
άκαυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαυλος
άκαυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκαυλος
άκαυστα	=	άκαυστος
άκαυστε	=	άκαυστος
άκαυστες	=	άκαυστος
άκαυστη	=	άκαυστος
άκαυστης	=	άκαυστος
άκαυστο	=	άκαυστος
άκαυστοι	=	άκαυστος
άκαυστος	adj	που δεν μπορεί να καεί
άκαυστου	=	άκαυστος
άκαυστους	=	άκαυστος
άκαυστων	=	άκαυστος
άκαυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκαυτο
άκαυτε	adj	κλητική ενικού του άκαυτος
άκαυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκαυτος
άκαυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκαυτος
άκαυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκαυτος
άκαυτο	adj	αιτιατική ενικού του άκαυτος
άκαυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκαυτος
άκαυτος	adj	που δεν έχει καεί
άκαυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκαυτος
άκαυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκαυτος
άκαυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκαυτος
άκεντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκεντρο
άκεντρε	adj	κλητική ενικού του άκεντρος
άκεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκεντρη
άκεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκεντρος
άκεντρης	adj	γενική ενικού του άκεντρη
άκεντρο	adj	αιτιατική ενικού του άκεντρος
άκεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκεντρος
άκεντρος	adj	το έντομο που δεν έχει κεντρί
άκεντρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκεντρος
άκεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκεντρος
άκεντρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκεντρος
άκερκα	=	άκερκος
άκερκε	=	άκερκος
άκερκες	=	άκερκος
άκερκη	=	άκερκος
άκερκης	=	άκερκος
άκερκο	=	άκερκος
άκερκοι	=	άκερκος
άκερκος	adj	που δεν έχει ουρά
άκερκου	=	άκερκος
άκερκους	=	άκερκος
άκερκων	=	άκερκος
άκερος	adj|rare	που δεν έχει κέρατα
άκεφα	adv	χωρίς κέφι
άκεφε	=	άκεφος
άκεφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκεφος
άκεφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκεφος
άκεφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκεφος
άκεφο	adj	αιτιατική ενικού του άκεφος
άκεφοι	=	άκεφος
άκεφος	adj	που δεν έχει καλή ψυχική διάθεση, που δεν έχει όρεξη
άκεφου	=	άκεφος
άκεφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκεφος
άκεφων	=	άκεφος
άκκισμα	noun	άλλη μορφή του ακκισμός
άκλαδα	=	άκλαδος
άκλαδε	=	άκλαδος
άκλαδες	=	άκλαδος
άκλαδη	=	άκλαδος
άκλαδης	=	άκλαδος
άκλαδο	=	άκλαδος
άκλαδοι	=	άκλαδος
άκλαδος	adj	που δεν έχει κλαδιά
άκλαδου	=	άκλαδος
άκλαδους	=	άκλαδος
άκλαδων	=	άκλαδος
άκλαυτα	=	άκλαυτος
άκλαυτε	=	άκλαυτος
άκλαυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκλαυτος
άκλαυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκλαυτος
άκλαυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκλαυτος
άκλαυτο	adj	αιτιατική ενικού του άκλαυτος
άκλαυτοι	=	άκλαυτος
άκλαυτος	adj	που δεν τον έχουν κλάψει στο θάνατό του, δεν τον έχουν μοιρολογήσει
άκλαυτου	=	άκλαυτος
άκλαυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκλαυτος
άκλαυτων	=	άκλαυτος
άκληρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκληρο
άκληρε	adj	κλητική ενικού του άκληρος
άκληρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκληρος
άκληρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκληρος
άκληρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκληρος
άκληρο	adj	αιτιατική ενικού του άκληρος
άκληροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκληρος
άκληρος	adj	που δεν έχει περιουσία
άκληρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκληρος
άκληρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκληρος
άκληρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκληρος
άκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκλητο
άκλητε	adj	κλητική ενικού του άκλητος
άκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκλητος
άκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκλητος
άκλητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκλητος
άκλητο	adj	αιτιατική ενικού του άκλητος
άκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκλητος
άκλητος	adj	που δεν τον έχουν καλέσει
άκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκλητος
άκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκλητος
άκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκλητος
άκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκλιτο
άκλιτε	=	άκλιτος
άκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκλιτος
άκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκλιτος
άκλιτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκλιτος
άκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του άκλιτος
άκλιτοι	=	άκλιτος
άκλιτος	adj	που δεν κλίνεται
άκλιτου	=	άκλιτος
άκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκλιτος
άκλιτων	=	άκλιτος
άκλωθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκλωθο
άκλωθε	adj	κλητική ενικού του άκλωθος
άκλωθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκλωθη
άκλωθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκλωθος
άκλωθης	adj	γενική ενικού του άκλωθη
άκλωθο	adj	αιτιατική ενικού του άκλωθος
άκλωθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκλωθος
άκλωθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκλωθος
άκλωθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκλωθος
άκλωθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκλωθος
άκλωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκλωστο
άκλωστε	adj	κλητική ενικού του άκλωστος
άκλωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκλωστος
άκλωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκλωστος
άκλωστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκλωστος
άκλωστο	adj	αιτιατική ενικού του άκλωστος
άκλωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκλωστος
άκλωστος	adj	που δεν έχει κλωστεί
άκλωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκλωστος
άκλωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκλωστος
άκλωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκλωστος
άκμαζα	=	ακμάζω
άκμαζαν	=	ακμάζω
άκμαζε	=	ακμάζω
άκμαζες	=	ακμάζω
άκμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
άκμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
άκμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
άκμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
άκμονα	=	άκμονας
άκμονας	noun|formal	το αμόνι
άκμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκμονας
άκμονος	noun	γενική ενικού του άκμων
άκμων	=	άκμονας
άκομψα	adv	με άκομψο τρόπο
άκομψε	adj	κλητική ενικού του άκομψος
άκομψες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκομψος
άκομψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκομψος
άκομψης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκομψος
άκομψο	adj	αιτιατική ενικού του άκομψος
άκομψοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκομψος
άκομψος	adj	ακαλλώπιστος, ακαλαίσθητος στην εμφάνιση, κακοντυμένος
άκομψου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκομψος
άκομψους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκομψος
άκομψων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκομψος
άκον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άκων
άκοντα	=	άκων
άκοντες	=	άκων
άκοντος	=	άκων
άκοπα	adv	χωρίς κόπο
άκοπε	adj	κλητική ενικού του άκοπος
άκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκοπος
άκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκοπος
άκοπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκοπος
άκοπο	adj	αιτιατική ενικού του άκοπος
άκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκοπος
άκοπος	adj	που δεν έχει κοπεί
άκοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκοπος
άκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκοπος
άκοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκοπος
άκοσμα	adv	χωρίς κοσμιότητα, δίχως ευγένεια
άκοσμε	adj	κλητική ενικού του άκοσμος
άκοσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκοσμος
άκοσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκοσμος
άκοσμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκοσμος
άκοσμο	adj	αιτιατική ενικού του άκοσμος
άκοσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκοσμος
άκοσμος	adj	που δεν έχει τάξη ή δεν είναι σε τάξη
άκοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκοσμος
άκοσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκοσμος
άκοσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκοσμος
άκου	verb	β' ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ακούω
άκουα	=	ακούω
άκουαν	=	ακούω
άκουγα	=	ακούω
άκουγαν	=	ακούω
άκουγε	=	ακούω
άκουγες	=	ακούω
άκουε	=	ακούω
άκουες	=	ακούω
άκουρα	=	άκουρος
άκουρε	=	άκουρος
άκουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκουρος
άκουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκουρος
άκουρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκουρος
άκουρο	adj	αιτιατική ενικού του άκουρος
άκουροι	=	άκουρος
άκουρος	adj|formal	ακούρευτος
άκουρου	=	άκουρος
άκουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκουρος
άκουρων	=	άκουρος
άκουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω
άκουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω
άκουσας	=	άκων
άκουσε	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω
άκουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω
άκουσμα	noun	αυτό που ακούει κάποιος ή το πληροφορείται
άκουσον	intj	για δήλωση έκπληξης ή αγανάκτησης
άκοφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκοφτο
άκοφτε	adj	κλητική ενικού του άκοφτος
άκοφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκοφτος
άκοφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκοφτος
άκοφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκοφτος
άκοφτο	adj	αιτιατική ενικού του άκοφτος
άκοφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκοφτος
άκοφτος	adj	που δεν έχει κοπεί
άκοφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκοφτος
άκοφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκοφτος
άκοφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκοφτος
άκρα	=	άκρο
άκρας	=	άκρος
άκρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκρατο
άκρατε	adj	κλητική ενικού του άκρατος
άκρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκρατος
άκρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκρατος
άκρατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκρατος
άκρατο	adj	αιτιατική ενικού του άκρατος
άκρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκρατος
άκρατος	adj	ο ασυγκράτητος, ο ανόθευτος, ο καθαρός, ο ατόφιος
άκρατου	adj	γενική ενικού του άκρατος
άκρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκρατος
άκρατων	adj	γενική πληθυντικού του άκρατος
άκρε	=	άκρος
άκρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκρη
άκρη	noun	το αρχικό ή το τελευταίο σημείο ή όριο
άκρης	=	άκρη
άκρια	noun	η άκρη
άκριας	noun	γενική ενικού του άκρια
άκριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκρια
άκριτα	adv	χωρίς κρίση, χωρίς προηγούμενη σκέψη
άκριτε	=	άκριτος
άκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκριτος
άκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκριτος
άκριτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκριτος
άκριτο	adj	αιτιατική ενικού του άκριτος
άκριτοι	=	άκριτος
άκριτος	adj	που δεν έχει κρίση, που δεν μπορεί να κρίνει
άκριτου	=	άκριτος
άκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκριτος
άκριτων	=	άκριτος
άκρο	noun	το τελευταίο σημείο, το έσχατο σημείο
άκροι	=	άκρος
άκρος	adj|formal	που βρίσκεται στην άκρη, στο τελευταίο τοπικά τμήμα ενός συνόλου
άκρου	noun	γενική ενικού του άκρο
άκρους	=	άκρος
άκρουστα	=	άκρουστος
άκρουστε	=	άκρουστος
άκρουστες	=	άκρουστος
άκρουστη	=	άκρουστος
άκρουστης	=	άκρουστος
άκρουστο	=	άκρουστος
άκρουστοι	=	άκρουστος
άκρουστος	adj	που δεν χτυπήθηκε
άκρουστου	=	άκρουστος
άκρουστους	=	άκρουστος
άκρουστων	=	άκρουστος
άκρων	noun	γενική πληθυντικού του άκρο
άκρως	adv	ακραία, πάρα πολύ
άκτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκτιστο
άκτιστε	adj	κλητική ενικού του άκτιστος
άκτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκτιστη
άκτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκτιστος
άκτιστης	adj	γενική ενικού του άκτιστη
άκτιστο	adj	αιτιατική ενικού του άκτιστος
άκτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκτιστος
άκτιστος	adj	άλλη μορφή του άχτιστος
άκτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άκτιστος
άκτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκτιστος
άκτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκτιστος
άκυκλα	=	άκυκλος
άκυκλε	=	άκυκλος
άκυκλες	=	άκυκλος
άκυκλη	=	άκυκλος
άκυκλης	=	άκυκλος
άκυκλο	=	άκυκλος
άκυκλοι	=	άκυκλος
άκυκλος	adj	που δεν σχηματίζει κύκλο
άκυκλου	=	άκυκλος
άκυκλους	=	άκυκλος
άκυκλων	=	άκυκλος
άκυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άκυρος	adv	με τρόπο άκυρο, όχι έγκυρα
άκυρε	adj	κλητική ενικού του άκυρος
άκυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άκυρος
άκυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκυρος
άκυρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άκυρος
άκυρο	adj	αιτιατική ενικού του άκυρος	noun	άκυρη ψήφος
άκυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άκυρος
άκυρος	adj	που έγινε κατά παράβαση κάποιων κανόνων ή χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και γι' αυτό το λόγο θεωρείται ως μη γενόμενος
άκυρου	adj	γενική ενικού του άκυρος
άκυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άκυρος
άκυρων	adj	γενική πληθυντικού του άκυρος
άκωλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άκωλο) του άκωλος
άκωλε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του άκωλος
άκωλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (άκωλη) του άκωλος
άκωλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άκωλος
άκωλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (άκωλη) του άκωλος
άκωλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άκωλος
άκωλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκωλος
άκωλος	adj	σημασία «πάτος»
άκωλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του άκωλος
άκωλους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άκωλος
άκωλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του άκωλος
άκων	adj|formal	που κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, ακούσια, άθελά του
άλα	intj|vulgar	επιφώνημα μεγάλου κεφιού
άλαδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλαδο
άλαδε	adj	κλητική ενικού του άλαδος
άλαδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλαδη
άλαδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλαδος
άλαδης	adj	γενική ενικού του άλαδη
άλαδο	adj	αιτιατική ενικού του άλαδος
άλαδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλαδος
άλαδος	adj	ο ανάλαδος, ο αλάδωτος
άλαδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλαδος
άλαδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλαδος
άλαδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλαδος
άλαλα	adv	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άλαλος
άλαλε	adj	κλητική ενικού του άλαλος
άλαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλαλος
άλαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλαλος
άλαλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλαλος
άλαλο	adj	αιτιατική ενικού του άλαλος
άλαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλαλος
άλαλος	adj	χωρίς λαλιά, βουβός
άλαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλαλος
άλαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλαλος
άλαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλαλος
άλας	noun	το αλάτι
άλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλας
άλατος	noun	γενική ενικού του άλας
άλβατρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλβατρο
άλβατρο	noun|dated	άλμπατρος
άλβατρου	noun	γενική ενικού του άλβατρο
άλβατρων	noun	γενική πληθυντικού του άλβατρο
άλβεδο	noun	η λευκαύγεια
άλγεβρα	noun	ο κλάδος που ασχολείται με τις ιδιότητες των αριθμών και των πράξεων
άλγεβρας	=	άλγεβρα
άλγεβρες	=	άλγεβρα
άλγες	=	άλγη
άλγη	noun	φύκια ή άλλα φυτά που αναπτύσσονται σε αποικίες σε υδάτινο περιβάλλον
άλγης	=	άλγη
άλγος	noun	o πόνος
άλγους	noun	γενική ενικού του άλγος
άλεθα	=	αλέθω
άλεθαν	=	αλέθω
άλεθε	=	αλέθω
άλεθες	=	αλέθω
άλειβα	=	αλείβω
άλειβαν	=	αλείβω
άλειβε	=	αλείβω
άλειβες	=	αλείβω
άλειμα	=	άλειμμα
άλειμμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αλείφω
άλειφα	=	αλείφω
άλειφαν	=	αλείφω
άλειφε	=	αλείφω
άλειφες	=	αλείφω
άλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείφω
άλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείφω
άλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείφω
άλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείφω
άλειψη	noun	άλειμμα
άλειψης	noun	γενική ενικού του άλειψη
άλειωτος	=	άλιωτος
άλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλέθω
άλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλέθω
άλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλέθω
άλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλέθω
άλεση	noun	διαδικασία σύνθλιψης των σπόρων διάφορων δημητριακών για την παρασκευή αλευριού ή πίτουρων.
άλεσης	=	άλεση
άλεσμα	noun	το αποτέλεσμα του αλέθω
άλεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλεστο
άλεστε	adj	κλητική ενικού του άλεστος
άλεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλεστη
άλεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλεστος
άλεστης	adj	γενική ενικού του άλεστη
άλεστο	adj	αιτιατική ενικού του άλεστος
άλεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλεστος
άλεστος	adj	άλλη μορφή του ανάλεστος
άλεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλεστος
άλεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλεστος
άλεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλεστος
άλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλευρο
άλευρο	=	αλεύρι
άλευρου	=	άμυλο
άληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άληκτο
άληκτε	adj	κλητική ενικού του άληκτος
άληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άληκτος
άληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άληκτος
άληκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άληκτος
άληκτο	adj	αιτιατική ενικού του άληκτος
άληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άληκτος
άληκτος	adj	που δεν έχει λήξει
άληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άληκτος
άληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άληκτος
άληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άληκτος
άληστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άληστος
άληστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άληστος
άληστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άληστος
άληστο	adj	αιτιατική ενικού του άληστος
άληστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άληστος
άλιαστα	adj	χωρίς να έχει λιαστεί
άλιαστε	adj	κλητική ενικού του άλιαστος
άλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλιαστη
άλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλιαστος
άλιαστης	adj	γενική ενικού του άλιαστη
άλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του άλιαστος
άλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλιαστος
άλιαστος	adj	που δεν έχει λιαστεί
άλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλιαστος
άλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλιαστος
άλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλιαστος
άλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλικο
άλικε	adj	κλητική ενικού του άλικος
άλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλικος
άλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλικος
άλικης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλικος
άλικο	adj	αιτιατική ενικού του άλικος	noun	το άλικο χρώμα
άλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλικος
άλικος	adj	που έχει έντονα κόκκινο χρώμα
άλικου	adj	γενική ενικού του άλικος
άλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλικος
άλικων	adj	γενική πληθυντικού του άλικος
άλιπος	adj	το μη λιπαρό, που δεν έχει καθόλου λίπος ή έχει ελάχιστο (π.χ. σε σύγκριση με άλλα τμήματα κρέατος από διάφορες περιοχές του σώματος των ζώων)
άλιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άλιωτος	adv	χωρίς να έχει λιώσει
άλιωτε	adj	κλητική ενικού του άλιωτος
άλιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλιωτος
άλιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλιωτος
άλιωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλιωτος
άλιωτο	adj	αιτιατική ενικού του άλιωτος
άλιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλιωτος
άλιωτος	adj	που δεν έχει λιώσει
άλιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλιωτος
άλιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλιωτος
άλιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλιωτος
άλκα	noun	μικρό πουλί του βορείου ημισφαιρίου που μοιάζει κάπως με τον πιγκουίνο
άλκαλι	noun	Αλκάλια γενικά καλούνται τα μέταλλα της Ια ομάδας του περιοδικού συστήματος: λίθιο, νάτριο, κάλιο, καίσιο, ρουβίδιο και, κατ' επέκταση, τα υδροξείδιά τους.
άλκαλια	=	άλκαλι
άλκες	=	άλκη
άλκη	noun	θηλαστικό, μηρυκαστικό ζώο, το πιο μεγαλόσωμο της οικογένειας των ελαφιδών, που ζει στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες και στον Καναδά
άλκης	=	άλκη
άλκιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλκιμο
άλκιμε	adj	κλητική ενικού του άλκιμος
άλκιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλκιμος
άλκιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλκιμος
άλκιμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλκιμος
άλκιμο	adj	αιτιατική ενικού του άλκιμος
άλκιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλκιμος
άλκιμος	adj	που έχει δύναμη και σφρίγος
άλκιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλκιμος
άλκιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλκιμος
άλκιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλκιμος
άλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άλλος
άλλαγη	=	ανάλλαγος
άλλαγμα	noun	η ενέργεια του αλλάζω
άλλαγο	=	ανάλλαγος
άλλαζα	=	αλλάζω
άλλαζαν	=	αλλάζω
άλλαζε	=	αλλάζω
άλλαζες	=	αλλάζω
άλλαντα	noun	τα αλλαντικά
άλλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
άλλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
άλλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
άλλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
άλλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλλαχτο
άλλαχτε	adj	κλητική ενικού του άλλαχτος
άλλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλλαχτος
άλλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλλαχτος
άλλαχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλλαχτος
άλλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του άλλαχτος
άλλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλλαχτος
άλλαχτος	adj	που δεν έχει μεταβληθεί, δεν έχει αλλάξει
άλλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλλαχτος
άλλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλλαχτος
άλλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλλαχτος
άλλε	=	άλλος
άλλεν	noun	εξάγωνο κλειδί
άλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλλος
άλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλλος
άλλην	adj	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του άλλος
άλλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλλος
άλλιο	noun	το άλλιο το κινεζικό, γνωστό επίσης και ως κινέζικο κρεμμύδι και κρεμμύδι της ανατολής, είναι βρώσιμο φυτό της οικογένειας των λειριοειδών το οποίο είναι ιθαγενές στην Ασία.
άλλο	adv	περισσότερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άλλος
άλλοθεν	adv	από αλλού, από άλλο μέρος
άλλοθι	noun	η οποιαδήποτε βεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος ποινικής δίκης βρισκόταν σε διαφορετικό τόπο κατά τον χρόνο τέλεσης του αποδιδόμενου σ΄ αυτόν αδικήματος
άλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλλος
άλλον	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άλλος
άλλος	pron	όχι αυτός για τον οποίο έγινε ή θα γίνει λόγος
άλλοτε	adv	κάποτε, παλιότερα, σε άλλη εποχή
άλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του άλλος
άλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλλος
άλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του άλλος
άλλως	adv	αλλιώς, αλλιώτικα, αλλοτρόπως, με διαφορετικό τρόπο
άλλωστε	adv	εξάλλου
άλμα	noun	η κίνηση ανθρώπου ή ζώου που με μιας βρίσκεται στον αέρα και περνάει πάνω από κάποιο εμπόδιο ή φτάνει σε θέση ψηλότερη από την αρχική ή διανύει μεγάλη σχετικά απόσταση
άλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλμα
άλματος	noun	γενική ενικού του άλμα
άλμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλμη
άλμη	noun	διάλυμα αλατιού και νερού
άλμης	=	άλμη
άλμπατρος	noun	μεγάλο θαλάσσιο πουλί της οικογένειας Diomedeidae
άλμπουμ	noun	βιβλίο μέσα στο οποίο βάζουμε φωτογραφίες, γραμματόσημα, κλπ.
άλμπουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλμπουρο
άλμπουρο	noun	το κατάρτι
άλμπουρου	noun	γενική ενικού του άλμπουρο
άλμπουρων	noun	γενική πληθυντικού του άλμπουρο
άλνε	=	άλνος
άλνο	=	άλνος
άλνοι	=	άλνος
άλνος	noun	φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος της οικογένειας των Σημυδοειδών, που φύεται κυρίως σε υγρά εδάφη και ξεχωρίζει για τον ρόλο του στον εμπλουτισμό του εδάφους με άζωτο μέσω συμβίωσης με μικροοργανισμούς
άλνου	=	άλνος
άλνους	=	άλνος
άλνων	=	άλνος
άλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άλογο) του άλογος
άλογε	adj	κλητική ενικού του άλογος
άλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλογος
άλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλογος
άλογης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλογος
άλογο	noun	(Equus caballus) τετράποδο χορτοφάγο θηλαστικό με δυνατές οπλές, πλούσια χαίτη και μακριά ουρά, που διαθέτει μεγάλη ταχύτητα στο τρέξιμο.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άλογος
άλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλογος
άλογος	adj	που δεν έχει λογική
άλογου	adj	γενική ενικού του άλογος, αρσενικό	noun	σπανιότερη μορφή του αλόγου, γενική ενικού του άλογο
άλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλογος
άλογων	adj	γενική πληθυντικού του άλογος
άλουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλουστο
άλουστε	adj	κλητική ενικού του άλουστος
άλουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλουστος
άλουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλουστος
άλουστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλουστος
άλουστο	adj	αιτιατική ενικού του άλουστος
άλουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλουστος
άλουστος	adj	που δεν έχει λουστεί
άλουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλουστος
άλουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλουστος
άλουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλουστος
άλπεια	=	άλπειος
άλπειας	=	άλπειος
άλπειε	=	άλπειος
άλπειες	=	άλπειος
άλπειο	=	άλπειος
άλπειοι	=	άλπειος
άλπειος	adj	των Άλπεων
άλπειου	=	άλπειος
άλπειους	=	άλπειος
άλπειων	=	άλπειος
άλση	=	άλσος
άλσος	noun	μικρό δάσος, αυτοφυές, που βρίσκεται μέσα στα όρια κατοικημένης περιοχής
άλσους	=	άλσος
άλτες	=	άλτης
άλτη	=	άλτης
άλτης	noun	ο αθλητής που αγωνίζεται στους διάφορους τύπους αλμάτων
άλτο	noun	η δεύτερη ψηλότερη φωνή από τις τέσσσερις (σοπράνο - άλτο - τενόρος - μπάσος SATB)	adj	η πιο χαμηλή από τις γυναικείες φωνές μιας χορωδίας
άλτρια	=	άλτης
άλτριας	noun	γενική ενικού του άλτρια
άλτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλτρια
άλυπα	adv	χωρίς λύπη
άλυπε	adj	κλητική ενικού του άλυπος
άλυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλυπος
άλυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλυπος
άλυπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλυπος
άλυπο	adj	αιτιατική ενικού του άλυπος
άλυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλυπος
άλυπος	adj	που δεν λυπάται ή δεν έχει ζήσει λύπες
άλυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλυπος
άλυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλυπος
άλυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλυπος
άλυσε	=	άλυσος
άλυσο	=	άλυσος
άλυσοι	=	άλυσος
άλυσος	noun|formal	η αλυσίδα
άλυσου	=	άλυσος
άλυσους	=	άλυσος
άλυσων	=	άλυσος
άλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άλυτος
άλυτε	adj	κλητική ενικού του άλυτος
άλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άλυτος
άλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άλυτος
άλυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άλυτος
άλυτο	adj	αιτιατική ενικού του άλυτος
άλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άλυτος
άλυτος	adj	που δεν έχει λυθεί ή που δεν επιδέχεται λύση
άλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άλυτος
άλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άλυτος
άλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άλυτος
άλυωτος	=	άλιωτος
άλφα	noun	το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α, κεφαλαίο: Α)	adj	κάποιος
άλφιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλφιτο
άλφιτο	noun	κριθάλευρο
άλφιτου	=	άλφιτο
άλω	=	άλως
άλωες	=	άλως
άλωνα	=	αλώνω
άλωναν	=	αλώνω
άλωνε	=	αλώνω
άλωνες	=	αλώνω
άλως	noun	ο φωτεινός περίγυρος της σελήνης και του ήλιου
άλωσα	=	αλώνω
άλωσαν	=	αλώνω
άλωσε	=	αλώνω
άλωσες	=	αλώνω
άλωση	noun	η εκπόρθηση, η κυρίευση
άλωσης	noun	γενική ενικού του άλωση
άμα	conj	όταν
άμαζος	adj|rare	που δεν είναι μαζικός
άμαθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμαθο
άμαθε	adj	κλητική ενικού του άμαθος
άμαθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμαθος
άμαθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμαθος
άμαθης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμαθος
άμαθο	adj	αιτιατική ενικού του άμαθος
άμαθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμαθος
άμαθος	adj	άπειρος
άμαθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμαθος
άμαθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμαθος
άμαθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμαθος
άμαλλα	=	άμαλλος
άμαλλε	=	άμαλλος
άμαλλες	=	άμαλλος
άμαλλη	=	άμαλλος
άμαλλης	=	άμαλλος
άμαλλο	=	άμαλλος
άμαλλοι	=	άμαλλος
άμαλλος	adj	που δεν έχει (πολύ) μαλλί
άμαλλου	=	άμαλλος
άμαλλους	=	άμαλλος
άμαλλων	=	άμαλλος
άμαξα	noun	όχημα με τροχούς που έλκεται συνήθως από άλογο
άμαξας	noun	γενική ενικού του άμαξα
άμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμαξα
άμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμαχο
άμαχε	adj	κλητική ενικού του άμαχος
άμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμαχος
άμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμαχος
άμαχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμαχος
άμαχο	adj	αιτιατική ενικού του άμαχος
άμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμαχος
άμαχος	noun	αυτός που ανήκει στον άμαχο πληθυσμό	adj	που δεν πολεμά σε έναν πόλεμο καθώς που δεν ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις μιας χώρας
άμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμαχος
άμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμαχος
άμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμαχος
άμβικα	=	άμβικας
άμβικας	noun	δοχείο απόσταξης
άμβικες	=	άμβικας
άμβλυνα	=	αμβλύνω
άμβλυναν	=	αμβλύνω
άμβλυνε	=	αμβλύνω
άμβλυνες	=	αμβλύνω
άμβλυνση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αμβλύνω
άμβλυνσης	=	άμβλυνση
άμβλωμα	noun|figurative	άλλη μορφή του εξάμβλωμα
άμβλωνα	=	αμβλώνω
άμβλωναν	=	αμβλώνω
άμβλωνε	=	αμβλώνω
άμβλωνες	=	αμβλώνω
άμβλωσα	=	αμβλώνω
άμβλωσαν	=	αμβλώνω
άμβλωσε	=	αμβλώνω
άμβλωσες	=	αμβλώνω
άμβλωση	noun	η διακοπή της κύησης με τεχνητά μέσα
άμβλωσης	noun	γενική ενικού του άμβλωση
άμβρα	noun	Στέρεη, κηρώδης και εύφλεκτη ουσία, η οποία παράγεται στο έντερο της σπερματοφάλαινας, με χρώμα μαύρο ή γκρι.
άμβρας	=	άμβρα
άμβρες	=	άμβρα
άμβυκα	=	άμβυκας
άμβυκας	noun	άλλη γραφή του άμβικας
άμβυκες	=	άμβυκας
άμβωνα	=	άμβωνας
άμβωνας	noun	υπερυψωμένο βήμα ιεροκήρυκα ή ιερέα σε ναό, όπου ανεβαίνει ο ιεροκήρυκας για το κήρυγμά του ή ο διάκονος για την ανάγνωση του ευαγγελίου
άμβωνες	=	άμβωνας
άμε	intj|vulgar	ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε
άμειβα	=	αμείβω
άμειβαν	=	αμείβω
άμειβε	=	αμείβω
άμειβες	=	αμείβω
άμειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβω
άμειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβω
άμειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβω
άμειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβω
άμελγμα	noun|formal	άρμεγμα
άμεμπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμεμπτος	adv	με άμεμπτο τρόπο
άμεμπτε	adj	κλητική ενικού του άμεμπτος
άμεμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμεμπτος
άμεμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεμπτος
άμεμπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμεμπτος
άμεμπτο	adj	αιτιατική ενικού του άμεμπτος
άμεμπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμεμπτος
άμεμπτος	adj	που κανείς δεν μπορεί να τον μεμφθεί για κάτι, που δεν επιδέχεται κατηγορία
άμεμπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμεμπτος
άμεμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμεμπτος
άμεμπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμεμπτος
άμεσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμεσος	adv	χωρίς να μεσολαβεί, να παρεμβάλλεται κάτι άλλο
άμεσε	adj	κλητική ενικού του άμεσος
άμεσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμεσος
άμεση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος
άμεσης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος
άμεσο	adj	αιτιατική ενικού του άμεσος
άμεσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμεσος
άμεσος	adj	που γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση άλλου
άμεσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμεσος
άμεσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμεσος
άμεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμεστο
άμεστε	adj	κλητική ενικού του άμεστος
άμεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμεστος
άμεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεστος
άμεστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμεστος
άμεστο	adj	αιτιατική ενικού του άμεστος
άμεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμεστος
άμεστος	adj	που δεν έχει μεστώσει
άμεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμεστος
άμεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμεστος
άμεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμεστος
άμεσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμεσος
άμετε	intj	εκφράζει προτροπή ή παρακίνηση: πηγαίνετε
άμετρα	adv	απεριόριστα, απείρως
άμετρε	=	άμετρος
άμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμετρος
άμετρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμετρος
άμετρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμετρος
άμετρο	adj	αιτιατική ενικού του άμετρος
άμετροι	=	άμετρος
άμετρος	adj	που δεν έχει μέτρο, που δεν έχει όριο, που φτάνει στην υπερβολή
άμετρου	=	άμετρος
άμετρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμετρος
άμετρων	=	άμετρος
άμια	noun	θεία
άμιας	=	άμια
άμιες	=	άμια
άμιλλα	noun	συναγωνισμός για τα πρωτεία
άμιλλας	noun	γενική ενικού του άμιλλα
άμιλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμιλλα
άμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμισθος
άμισθε	adj	κλητική ενικού του άμισθος
άμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμισθος
άμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμισθος
άμισθης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμισθος
άμισθο	adj	αιτιατική ενικού του άμισθος
άμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμισθος
άμισθος	adj	που δεν πληρώνεται με μισθό
άμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμισθος
άμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμισθος
άμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμισθος
άμισχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμισχο
άμισχε	adj	κλητική ενικού του άμισχος
άμισχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμισχος
άμισχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμισχος
άμισχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμισχος
άμισχο	adj	αιτιατική ενικού του άμισχος
άμισχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμισχος
άμισχος	adj	που δεν έχει μίσχο
άμισχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμισχος
άμισχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμισχος
άμισχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμισχος
άμμα	noun	δεσμός, ότι είναι δεμένο
άμμε	=	άμμος
άμμο	=	άμμος
άμμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμμος
άμμος	noun	πέτρωμα που έχει τριφτεί σε πολύ μικρούς κόκκους και καλύπτει συνήθως παραλίες, όχθες λιμνών και ποταμών, το βυθό της θάλασσας καθώς και ερήμους
άμμου	noun	γενική ενικού του άμμος
άμμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άμμος
άμμων	noun	γενική πληθυντικού του άμμος
άμνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμνιο
άμνιο	noun	ο πολύ λεπτός και διαφανής εσωτερικός υμένας που περιβάλλει το έμβρυο
άμνιου	=	άμνιο
άμοιαστα	adv	ανόμοια, αταίριαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμοιαστος
άμοιαστε	adj	κλητική ενικού του άμοιαστος
άμοιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμοιαστος
άμοιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμοιαστος
άμοιαστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμοιαστος
άμοιαστο	adj	αιτιατική ενικού του άμοιαστος
άμοιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμοιαστος
άμοιαστος	adj|vulgar	που δεν μοιάζει με κάποιον άλλον ή με κάτι άλλο
άμοιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμοιαστος
άμοιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμοιαστος
άμοιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμοιαστος
άμοιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμοιρο
άμοιρε	adj	κλητική ενικού του άμοιρος
άμοιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμοιρος
άμοιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμοιρος
άμοιρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμοιρος
άμοιρο	adj	αιτιατική ενικού του άμοιρος
άμοιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμοιρος
άμοιρος	adj	που δεν έχει καλή μοίρα
άμοιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμοιρος
άμοιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμοιρος
άμοιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμοιρος
άμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άμορφος	adv	χωρίς (συγκεκριμένη) μορφή
άμορφε	adj	κλητική ενικού του άμορφος
άμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμορφη
άμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμορφος
άμορφης	adj	γενική ενικού του άμορφη
άμορφο	adj	αιτιατική ενικού του άμορφος
άμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμορφος
άμορφος	adj	χωρίς μορφή, χωρίς σαφές σχήμα
άμορφου	adj	γενική ενικού του άμορφος
άμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμορφος
άμορφων	adj	γενική πληθυντικού του άμορφος
άμουσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμουσο
άμουσε	adj	κλητική ενικού του άμουσος
άμουσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμουσος
άμουση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμουσος
άμουσης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμουσος
άμουσο	adj	αιτιατική ενικού του άμουσος
άμουσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμουσος
άμουσος	adj	που δεν έχει μουσική καλλιέργεια και παιδεία ή δεν αγαπάει τη μουσική
άμουσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμουσος
άμουσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμουσος
άμουσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμουσος
άμπακα	=	άμπακας
άμπακας	noun	μεγάλη ποσότητα, μέχρι σκασμού.
άμπακες	=	άμπακας
άμπακος	=	άμπακας
άμπακων	=	άμπακας
άμπαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμπαλο
άμπαλε	adj	κλητική ενικού του άμπαλος
άμπαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμπαλη
άμπαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμπαλος
άμπαλης	adj	γενική ενικού του άμπαλη
άμπαλο	adj	αιτιατική ενικού του άμπαλος
άμπαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμπαλος
άμπαλος	adj	που είναι άσχετος με τη μπάλα, με το ποδόσφαιρο, που δεν ξέρει να παίζει μπάλα
άμπαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμπαλος
άμπαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμπαλος
άμπαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμπαλος
άμπαρι	noun	κηρώδης ουσία με έντονη οσμή που βρίσκεται στο έντερο ορισμένων φαλαινών φυσητήρα, ιδιαίτερα ακριβή πρώτη ύλη για τη βιομηχανία αρωμάτων
άμπελε	=	άμπελος
άμπελο	=	άμπελος
άμπελοι	=	άμπελος
άμπελος	noun	το αμπέλι (το φυτό)
άμπιεντ	noun	μουσικό ιδίωμα ηλεκτρονικής κυρίως φύσεως, που χαρακτηρίζεται από ατμοσφαιρικούς ήχους και επαναληπτικές δομές, με σκοπό τη δημιουργία συναισθήματος γαλήνης ή στοχασμού
άμπικα	=	άμπικας
άμπικας	noun	άλλη γραφή του άμβικας
άμπικες	=	άμπικας
άμποτε	intj	μακάρι, είθε
άμποτες	intj	άλλη μορφή του άμποτε
άμπουλα	noun|dated	άλλη μορφή του αμπούλα
άμπουλας	=	άμπουλα
άμπουλες	=	άμπουλα
άμπωξα	=	αμπώχνω
άμπωξαν	=	αμπώχνω
άμπωξε	=	αμπώχνω
άμπωξες	=	αμπώχνω
άμπωτες	=	άμπωτη
άμπωτη	noun	η πτώση της στάθμης της θάλασσας λόγω παλιρροϊκών φαινομένων
άμπωτης	=	άμπωτη
άμπωτων	=	άμπωτη
άμπωχνα	=	αμπώχνω
άμπωχναν	=	αμπώχνω
άμπωχνε	=	αμπώχνω
άμπωχνες	=	αμπώχνω
άμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμυαλο
άμυαλε	adj	κλητική ενικού του άμυαλος
άμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμυαλος
άμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμυαλος
άμυαλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμυαλος
άμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του άμυαλος
άμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμυαλος
άμυαλος	adj	που δεν έχει μυαλό, δεν σκέφτεται σωστά
άμυαλου	adj	γενική ενικού του άμυαλος
άμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμυαλος
άμυαλων	adj	γενική πληθυντικού του άμυαλος
άμυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμυλο
άμυλο	noun	ένας από τους υδατάνθρακες· μια λευκή, άοσμη φυτική ουσία που βρίσκεται στους σπόρους των δημητριακών και της πατάτας
άμυλου	=	άμυλο
άμυλων	=	άμυλο
άμυνα	noun	η απόκρουση επιθετικής ενέργειας
άμυνας	noun	γενική ενικού του άμυνα
άμυνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμυνα
άμφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμφιο
άμφιο	noun	η επίσημη στολή κληρικών
άμφιου	=	άμφιο
άμωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμωμο
άμωμε	adj	κλητική ενικού του άμωμος
άμωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άμωμος
άμωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμωμος
άμωμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άμωμος
άμωμο	adj	αιτιατική ενικού του άμωμος
άμωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άμωμος
άμωμος	adj	άψογος, άμεμπτος
άμωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άμωμος
άμωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άμωμος
άμωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άμωμος
άναβα	=	ανάβω
άναβαν	=	ανάβω
άναβε	=	ανάβω
άναβες	=	ανάβω
άνακτα	=	άναξ
άνακτας	=	άναξ
άνακτες	=	άναξ
άνακτος	=	άναξ
άναλα	=	άναλος
άναλε	=	άναλος
άναλες	=	άναλος
άναλη	=	άναλος
άναλης	=	άναλος
άναλο	=	άναλος
άναλοι	=	άναλος
άναλος	adj|archaic	άλλη μορφή του ανάλατος
άναλου	=	άναλος
άναλους	=	άναλος
άναλων	=	άναλος
άναμμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανάβω
άνανδρα	adv	με άνανδρο τρόπο, φέρσιμο
άνανδρε	=	άνανδρος
άνανδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνανδρος
άνανδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνανδρος
άνανδρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνανδρος
άνανδρο	adj	αιτιατική ενικού του άνανδρος
άνανδροι	=	άνανδρος
άνανδρος	adj	που είναι δειλός, θρασύδειλος (που δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα ενός άντρα)
άνανδρου	=	άνανδρος
άνανδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνανδρος
άνανδρων	=	άνανδρος
άνανθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνανθο
άνανθε	adj	κλητική ενικού του άνανθος
άνανθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνανθος
άνανθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνανθος
άνανθης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνανθος
άνανθο	adj	αιτιατική ενικού του άνανθος
άνανθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνανθος
άνανθος	adj	άλλη μορφή του ανανθής
άνανθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνανθος
άνανθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνανθος
άνανθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνανθος
άναντες	=	ανάντης
άναντρα	=	άνανδρα
άναντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άναντρος
άναντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άναντρος
άναντρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άναντρος
άναντρο	adj	αιτιατική ενικού του άναντρος
άναντρος	=	άνανδρος
άναντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άναντρος
άναξ	noun|archaic	ο βασιλιάς
άναρθρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άναρθρο	adv	για να χαρακτηρίσει εκφορά λόγου χωρίς άρθρο
άναρθρε	adj	κλητική ενικού του άναρθρος
άναρθρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άναρθρος
άναρθρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άναρθρος
άναρθρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άναρθρος
άναρθρο	adj	αιτιατική ενικού του άναρθρος
άναρθροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άναρθρος
άναρθρος	adj	που δεν συνοδεύεται από άρθρο
άναρθρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άναρθρος
άναρθρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άναρθρος
άναρθρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άναρθρος
άναρχα	adv	με άναρχο τρόπο, χωρίς σχέδιο και οργάνωση, άτακτα
άναρχε	adj	κλητική ενικού του άναρχος
άναρχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άναρχος
άναρχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άναρχος
άναρχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άναρχος
άναρχο	adj	αιτιατική ενικού του άναρχος
άναρχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άναρχος
άναρχος	adj	χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς συγκεκριμένη προέλευση
άναρχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άναρχος
άναρχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άναρχος
άναρχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άναρχος
άνασσα	noun	η βασίλισσα
άνασσας	noun	γενική ενικού του άνασσα
άνασσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνασσα
άναστρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άναστρο
άναστρε	adj	κλητική ενικού του άναστρος
άναστρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άναστρος
άναστρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άναστρος
άναστρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άναστρος
άναστρο	adj	αιτιατική ενικού του άναστρος
άναστροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άναστρος
άναστρος	adj	ουρανός (νυχτερινός) χωρίς αστέρια
άναστρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άναστρος
άναστρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άναστρος
άναστρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άναστρος
άναυδα	=	άναυδος
άναυδε	=	άναυδος
άναυδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άναυδος
άναυδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άναυδος
άναυδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άναυδος
άναυδο	adj	αιτιατική ενικού του άναυδος
άναυδοι	=	άναυδος
άναυδος	adj	άφωνος από κατάπληξη, κατάπληκτος
άναυδου	=	άναυδος
άναυδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άναυδος
άναυδων	=	άναυδος
άναυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άναυλο	adv	απότομα, με το ζόρι, άρον-άρον, με αγωνία, με βία, με πολύ άγχος (συνήθως για κάποιον που μετακινείται από ή προς κάπου χωρίς να πληρώσει ναύλο για ευνόητους λόγους)
άναυλε	adj	κλητική ενικού του άναυλος
άναυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άναυλος
άναυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άναυλος
άναυλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άναυλος
άναυλο	adj	αιτιατική ενικού του άναυλος
άναυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άναυλος
άναυλος	adj	που δεν πληρώνει ναύλο
άναυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άναυλος
άναυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άναυλος
άναυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άναυλος
άναψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάβω
άναψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάβω
άναψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάβω
άναψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάβω
άνδηρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνδηρο
άνδηρο	noun	ανάχωμα, πρόχωμα
άνδηρου	=	άνδηρο
άνδηρων	=	άνδηρο
άνδρα	noun	γενική ενικού του άνδρας
άνδρας	noun	ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου που ηλικιακά έχει ξεπεράσει την εφηβεία, κατ᾿ αντιδιαστολή προς την γυναίκα ή το παιδί
άνδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνδρας
άνδρωνα	=	ανδρώνω
άνδρωναν	=	ανδρώνω
άνδρωνε	=	ανδρώνω
άνδρωνες	=	ανδρώνω
άνδρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
άνδρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
άνδρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
άνδρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
άνδρωση	noun	η σωματική, πνευματική, συναισθηματική κ.λπ. ωρίμανση κάποιου
άνδρωσης	=	άνδρωση
άνελθε	=	ανέρχομαι
άνεμε	noun	κλητική ενικού του άνεμος
άνεμο	noun	αιτιατική ενικού του άνεμος
άνεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνεμος
άνεμος	noun	κίνηση του ατμοσφαιρικού αέρα.
άνεμου	=	άνεμος
άνεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνεργο
άνεργε	adj	κλητική ενικού του άνεργος
άνεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνεργος
άνεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνεργος
άνεργης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνεργος
άνεργο	adj	αιτιατική ενικού του άνεργος
άνεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνεργος
άνεργος	adj	που (προσωρινά) δεν απασχολείται επαγγελματικά, που δε βρίσκει δουλειά, ενώ ψάχνει να βρει
άνεργου	adj	γενική ενικού του άνεργος
άνεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνεργος
άνεργων	adj	γενική πληθυντικού του άνεργος
άνεση	noun	ο μεγάλη έκταση σε χώρους ή σε χρόνο, η ελευθερία στην κίνηση στο χώρο ή στο χρονικό όριο, η έλλειψη περιορισμών
άνεσης	noun	γενική ενικού του άνεση
άνετα	adv	με άνεση, αναπαυτικά, βολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άνετος
άνετε	adj	κλητική ενικού του άνετος
άνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνετος
άνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνετος
άνετης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνετος
άνετο	adj	αιτιατική ενικού του άνετος
άνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνετος
άνετος	adj	που συναναστρέφεται με ευκολία και άνεση με τους γύρω του, που δεν είναι τυπικός
άνετου	adj	γενική ενικού του άνετος
άνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνετος
άνετων	adj	γενική πληθυντικού του άνετος
άνευ	prep|formal	χωρίς, δίχως
άνευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνευρο
άνευρε	adj	κλητική ενικού του άνευρος
άνευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνευρος
άνευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνευρος
άνευρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνευρος
άνευρο	adj	αιτιατική ενικού του άνευρος
άνευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνευρος
άνευρος	adj	που δεν έχει ζωηράδα, σπιρτάδα, που είναι πλαδαρός
άνευρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνευρος
άνευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνευρος
άνευρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνευρος
άνηβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνηβο
άνηβε	adj	κλητική ενικού του άνηβος
άνηβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνηβος
άνηβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνηβος
άνηβης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνηβος
άνηβο	adj	αιτιατική ενικού του άνηβος
άνηβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνηβος
άνηβος	adj	που δεν έχει φτάσει ακόμα στην εφηβική ηλικία
άνηβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνηβος
άνηβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνηβος
άνηβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνηβος
άνηθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνηθο
άνηθε	=	άνηθος
άνηθο	noun	άλλη μορφή του άνηθος
άνηθοι	=	άνηθος
άνηθος	noun	αρωματικό μονοετές φυτό του είδους Anethum graveolens - Άνηθον το βαρύοσμον της οικογένειας των Σελινοειδών (Apiaceae)
άνηθου	noun	γενική ενικού του άνηθο
άνηθους	=	άνηθος
άνηθων	noun	γενική πληθυντικού του άνηθο
άνηκα	verb	μορφή του ανήκα, α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκα
άνηκαν	verb	μορφή του ανήκαν, α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω
άνηκε	=	ανήκω
άνηκες	=	ανήκω
άνθη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθος
άνθημα	noun	ανάθημα, αφιέρωμα
άνθησα	=	ανθώ
άνθησαν	=	ανθώ
άνθησε	=	ανθώ
άνθησες	=	ανθώ
άνθηση	noun	το άνοιγμα των οφθαλμών των φυτών
άνθησης	noun	γενική ενικού του άνθηση
άνθι	noun	λουλούδι
άνθια	=	άνθι
άνθιζα	=	ανθίζω
άνθιζαν	=	ανθίζω
άνθιζε	=	ανθίζω
άνθιζες	=	ανθίζω
άνθιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθιμο
άνθιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθιμη
άνθιμης	adj	γενική ενικού του άνθιμη
άνθινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθινο
άνθινε	adj	κλητική ενικού του άνθινος
άνθινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνθινος
άνθινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνθινος
άνθινης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνθινος
άνθινο	adj	αιτιατική ενικού του άνθινος
άνθινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνθινος
άνθινος	adj	αυτός που αποτελείται ή φέρει άνθη, λουλούδια
άνθινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνθινος
άνθινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνθινος
άνθινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνθινος
άνθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
άνθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
άνθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
άνθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
άνθιση	noun	άλλη γραφή του άνθηση
άνθισης	noun	γενική ενικού του άνθιση
άνθισμα	noun|figurative	η άνθηση
άνθος	noun	το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση
άνθους	noun	γενική ενικού του άνθος
άνθρακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άνθρακας
άνθρακας	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 6 και χημικό σύμβολο το C, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο των οργανικών ενώσεων
άνθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθρακας
άνθραξ	=	άνθρακας
άνθρωπας	noun|rare	ο άνθρωπος στα μάγκικα
άνθρωπε	noun	κλητική ενικού του άνθρωπος
άνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του άνθρωπος
άνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνθρωπος
άνθρωπος	noun	αυτός και αυτή που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή
άνθυγρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθυγρο
άνθυγρε	adj	κλητική ενικού του άνθυγρος
άνθυγρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθυγρη
άνθυγρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνθυγρος
άνθυγρης	adj	γενική ενικού του άνθυγρη
άνθυγρο	adj	αιτιατική ενικού του άνθυγρος
άνθυγροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνθυγρος
άνθυγρος	adj	ανθεκτικός στο νερό ή την υγρασία
άνθυγρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνθυγρος
άνθυγρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνθυγρος
άνθυγρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνθυγρος
άνιμε	noun	ιαπωνικό κινούμενο σχέδιο ή κινούμενο σχέδιο που χρησιμοποιεί ιαπωνικές συμβάσεις (οπτικό στιλ κ.λπ.)
άνιπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνιπτο
άνιπτε	adj	κλητική ενικού του άνιπτος
άνιπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνιπτος
άνιπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνιπτος
άνιπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνιπτος
άνιπτο	adj	αιτιατική ενικού του άνιπτος
άνιπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνιπτος
άνιπτος	adj	άλλη μορφή του άνιφτος
άνιπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνιπτος
άνιπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνιπτος
άνιπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνιπτος
άνισα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άνισος	adv	με άνισο τρόπο
άνισε	adj	κλητική ενικού του άνισος
άνισες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνισος
άνιση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνισος
άνισης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνισος
άνισο	adj	αιτιατική ενικού του άνισος
άνισοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνισος
άνισος	adj	όχι ίσος
άνισου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνισος
άνισους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνισος
άνισων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνισος
άνιφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνιφτο
άνιφτε	adj	κλητική ενικού του άνιφτος
άνιφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνιφτος
άνιφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνιφτος
άνιφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνιφτος
άνιφτο	adj	αιτιατική ενικού του άνιφτος
άνιφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνιφτος
άνιφτος	adj	που δεν έχει νιφθεί, δεν έχει πλύνει το πρόσωπό του
άνιφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνιφτος
άνιφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνιφτος
άνιφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνιφτος
άνιωθα	=	άνιωθος
άνιωθε	=	άνιωθος
άνιωθες	=	άνιωθος
άνιωθη	=	άνιωθος
άνιωθης	=	άνιωθος
άνιωθο	=	άνιωθος
άνιωθοι	=	άνιωθος
άνιωθος	adj	άλλη γραφή του άνοιωθος (από το νοιώθω)
άνιωθου	=	άνιωθος
άνιωθους	=	άνιωθος
άνιωθων	=	άνιωθος
άνοα	=	άνους
άνοδε	=	άνοδος
άνοδο	noun	αιτιατική ενικού του άνοδος
άνοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνοδος
άνοδος	noun	ανέβασμα, ανύψωση, πορεία προς τα πάνω
άνοες	=	άνους
άνοια	noun	κουταμάρα, μωρία, έκπτωση πνευματικής ικανότητας
άνοιας	noun	γενική ενικού του άνοια
άνοιγα	=	ανοίγω
άνοιγαν	=	ανοίγω
άνοιγε	=	ανοίγω
άνοιγες	=	ανοίγω
άνοιγμα	noun	η ενέργεια του ανοίγω
άνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνοια
άνοιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
άνοιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
άνοιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
άνοιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω	noun|literary	άλλη μορφή του ανοίξεις - ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνοιξη
άνοιξη	noun	μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι
άνοιξης	noun	γενική ενικού του άνοιξη
άνοιωθα	=	άνοιωθος
άνοιωθε	=	άνοιωθος
άνοιωθες	=	άνοιωθος
άνοιωθη	=	άνοιωθος
άνοιωθης	=	άνοιωθος
άνοιωθο	=	άνοιωθος
άνοιωθοι	=	άνοιωθος
άνοιωθος	adj	που δεν τον αντιλαμβάνεσαι, που δεν τον νοιώθεις
άνοιωθου	=	άνοιωθος
άνοιωθους	=	άνοιωθος
άνοιωθων	=	άνοιωθος
άνοιωστα	=	άνοιωστος
άνοιωστε	=	άνοιωστος
άνοιωστες	=	άνοιωστος
άνοιωστη	=	άνοιωστος
άνοιωστης	=	άνοιωστος
άνοιωστο	=	άνοιωστος
άνοιωστοι	=	άνοιωστος
άνοιωστος	adj	μη αντιληπτός
άνοιωστου	=	άνοιωστος
άνοιωστους	=	άνοιωστος
άνοιωστων	=	άνοιωστος
άνομα	adv	με τρόπο που παραβαίνει τον νόμο
άνομβρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνομβρο
άνομβρε	adj	κλητική ενικού του άνομβρος
άνομβρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνομβρος
άνομβρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνομβρος
άνομβρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνομβρος
άνομβρο	adj	αιτιατική ενικού του άνομβρος
άνομβροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνομβρος
άνομβρος	adj|formal	που δεν δέχεται ή δεν εμφανίζει βροχή
άνομβρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνομβρος
άνομβρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνομβρος
άνομβρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνομβρος
άνομε	adj	κλητική ενικού του άνομος
άνομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνομος
άνομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνομος
άνομης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνομος
άνομο	adj	αιτιατική ενικού του άνομος
άνομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνομος
άνομος	adj	που είναι αντίθετος με τον νόμο
άνομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνομος
άνομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνομος
άνομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνομος
άνοπτα	=	άνοπτος
άνοπτε	=	άνοπτος
άνοπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνοπτος
άνοπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνοπτος
άνοπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνοπτος
άνοπτο	adj	αιτιατική ενικού του άνοπτος
άνοπτοι	=	άνοπτος
άνοπτος	adj|formal	άψητος
άνοπτου	=	άνοπτος
άνοπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνοπτος
άνοπτων	=	άνοπτος
άνορακ	noun	μπουφάν, βαρύ αντιανεμικό και αδιάβροχο πανωφόρι με κουκούλα και ζεστή γούνινη ή πουπουλένια επένδυση
άνοσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνοσο
άνοσε	adj	κλητική ενικού του άνοσος
άνοσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνοσος
άνοση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνοσος
άνοσης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνοσος
άνοσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άνοσμος	adv	άλλη μορφή του άοσμα
άνοσμε	adj	κλητική ενικού του άνοσμος
άνοσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνοσμη
άνοσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνοσμος
άνοσμης	adj	γενική ενικού του άνοσμη
άνοσμο	adj	αιτιατική ενικού του άνοσμος
άνοσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνοσμος
άνοσμος	adj|rare	άλλη μορφή του άοσμος
άνοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνοσμος
άνοσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνοσμος
άνοσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνοσμος
άνοσο	adj	αιτιατική ενικού του άνοσος
άνοσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνοσος
άνοσος	adj	που δεν νοσεί, που έχει ανοσία
άνοσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνοσος
άνοσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνοσος
άνοστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άνοστος	adv	χωρίς νοστιμιά
άνοστε	adj	κλητική ενικού του άνοστος
άνοστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνοστος
άνοστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνοστος
άνοστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνοστος
άνοστο	adj	αιτιατική ενικού του άνοστος
άνοστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνοστος
άνοστος	adj	που δεν είναι νόστιμος, δεν έχει καλή γεύση
άνοστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άνοστος
άνοστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνοστος
άνοστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνοστος
άνοσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άνοσος
άνου	=	άνους
άνουν	=	άνους
άνουρα	noun	ζωολογική τάξη αμφιβίων που χαρακτηρίζονται από την απουσία ουράς, τα ισχυρά πίσω άκρα και την προσαρμογή στο άλμα ή το κολύμπι
άνουρων	=	άνουρα
άνους	adj|formal	άμυαλος, ανόητος
άντα	noun	ανεπίσημη αναφορά στις δεκαετίες ζωής από τα τριάντα έως τα σαράντα εννέα, συχνά με χιουμοριστικό ή αυτοσαρκαστικό τόνο για τις αλλαγές της μέσης ηλικίας
άντε	intj	ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε!
άντειπε	=	αντιλέγω
άντεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντέχω
άντεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντέχω
άντεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντέχω
άντεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντέχω
άντερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντερο
άντερο	noun|vulgar	άλλη μορφή του έντερο
άντερου	noun	γενική ενικού του άντερο
άντερων	noun	γενική πληθυντικού του άντερο
άντες	intj|vulgar	άλλη μορφή του άντε
άντεσα	=	ανταίνω
άντεστε	intj|vulgar	άλλη μορφή του αντέστε (συνήθως παρακινούνται πολλοί)
άντεχα	=	αντέχω
άντεχαν	=	αντέχω
άντεχε	=	αντέχω
άντεχες	=	αντέχω
άντζα	noun|dated	κνήμη
άντζας	noun	γενική ενικού του άντζα
άντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντζα
άντικρυς	adv	αντίκρυ
άντλει	=	αντλώ
άντλημα	noun	ο κουβάς, ο κάδος ή το δοχείο με το οποίο αντλούμε νερό από ένα πηγάδι
άντλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντλώ
άντλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντλώ
άντλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντλώ
άντλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντλώ
άντληση	noun	η λήψη υγρού με τη μέθοδο της αναρρόφησης με αντλία
άντλησης	=	άντληση
άντρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άντρας
άντρακλα	=	άντρακλας
άντρακλας	noun	γεροδεμένος και μεγαλόσωμος άντρας
άντρακλες	=	άντρακλας
άντραρος	noun|rare	άλλη γραφή του άντρακλας
άντρας	noun	ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
άντρες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άντρας
άντρο	noun	σπηλιά, σπήλαιο, κοιλότητα σε βράχο
άντρου	noun	γενική ενικού του άντρο
άντρων	noun	γενική πληθυντικού του άντρο
άντυγα	noun	πλαίσιο, συνήθως στην περίμετρο
άντυγας	=	άντυγα
άντυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντυγα
άντυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντυτο
άντυτε	adj	κλητική ενικού του άντυτος
άντυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άντυτος
άντυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άντυτος
άντυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άντυτος
άντυτο	adj	αιτιατική ενικού του άντυτος
άντυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άντυτος
άντυτος	adj	που δεν έχει ντυθεί
άντυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άντυτος
άντυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άντυτος
άντυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άντυτος
άντωση	noun	άνωση, πλευστότητα
άντωσης	noun	γενική ενικού του άντωση
άνυδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνυδρο
άνυδρε	adj	κλητική ενικού του άνυδρος
άνυδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άνυδρος
άνυδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άνυδρος
άνυδρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άνυδρος
άνυδρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άνυδρος
άνυδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνυδρος
άνυδρος	adj	χωρίς νερό, στεγνός, ξερός
άνυδρου	adj	γενική ενικού του άνυδρος
άνυδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άνυδρος
άνυδρων	adj	γενική πληθυντικού του άνυδρος
άνυσμα	noun	συνώνυμο του διάνυσμα
άνχες	=	ανχης
άνχη	=	ανχης
άνχης	=	ανχης
άνω	adv|formal	επάνω
άνωθεν	adv	από πάνω, από ψηλά, εκ των άνω	noun	οι ανώτεροι στην ιεραρχία
άνωση	noun	φυσική δύναμη που προκαλείται εξαιτίας της διαφοράς πίεσης σε διαφορετικά ύψη
άνωσης	=	άνωση
άξαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άξαντος	adv	χωρίς να τα έχουν ξάνει, να τα έχουν λαναρίσει
άξαντε	adj	κλητική ενικού του άξαντος
άξαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άξαντη
άξαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άξαντος
άξαντης	adj	γενική ενικού του άξαντη
άξαντο	adj	αιτιατική ενικού του άξαντος
άξαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άξαντος
άξαντος	adj	που δεν τον έχουν ξάνει, δεν τον έχουν λαναρίσει
άξαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άξαντος
άξαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξαντος
άξαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άξαντος
άξαφνα	adv	άλλη γραφή του έξαφνα: ξαφνικά
άξαφνε	adj	κλητική ενικού του άξαφνος
άξαφνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άξαφνος
άξαφνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άξαφνος
άξαφνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άξαφνος
άξαφνο	adj	αιτιατική ενικού του άξαφνος
άξαφνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άξαφνος
άξαφνος	adj|vulgar	άλλη μορφή του έξαφνος
άξαφνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άξαφνος
άξαφνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξαφνος
άξαφνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άξαφνος
άξενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άξενο
άξενε	adj	κλητική ενικού του άξενος
άξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άξενος
άξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άξενος
άξενης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άξενος
άξενο	adj	αιτιατική ενικού του άξενος
άξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άξενος
άξενος	adj	αφιλόξενος
άξενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άξενος
άξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξενος
άξενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άξενος
άξεστα	adv	με άξεστο τρόπο
άξεστε	adj	κλητική ενικού του άξεστος
άξεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άξεστος
άξεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άξεστος
άξεστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άξεστος
άξεστο	adj	αιτιατική ενικού του άξεστος
άξεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άξεστος
άξεστος	adj	χωρίς καλούς τρόπους, ακαλλιέργητος, αγενής και χυδαίος
άξεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άξεστος
άξεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξεστος
άξεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άξεστος
άξια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άξιος	adv	με άξιο τρόπο
άξιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άξιος
άξιε	=	άξιος
άξιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άξιος
άξιζα	=	αξίζω
άξιζαν	=	αξίζω
άξιζε	=	αξίζω
άξιζες	=	αξίζω
άξιο	adj	αιτιατική ενικού του άξιος
άξιοι	=	άξιος
άξιος	adj	ικανός, κατάλληλος
άξιου	=	άξιος
άξιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξιος
άξιων	=	άξιος
άξονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άξονας
άξονας	noun	νοητή ευθεία γραμμή γύρω από την οποία κινείται ή βρίσκεται συμμετρικά κάποιο αντικείμενο
άξονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άξονας
άξυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άξυλο
άξυλε	adj	κλητική ενικού του άξυλος
άξυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άξυλος
άξυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άξυλος
άξυλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άξυλος
άξυλο	adj	αιτιατική ενικού του άξυλος
άξυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άξυλος
άξυλος	adj	που δεν έχει ξύλα, δεν έχει δέντρα ή δάση
άξυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άξυλος
άξυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξυλος
άξυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άξυλος
άξυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άξυστο
άξυστε	adj	κλητική ενικού του άξυστος
άξυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άξυστος
άξυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άξυστος
άξυστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άξυστος
άξυστο	adj	αιτιατική ενικού του άξυστος
άξυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άξυστος
άξυστος	adj	που δεν έχει ξυστεί
άξυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άξυστος
άξυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άξυστος
άξυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άξυστος
άξων	noun|dated	ο ἄξων, ο άξονας
άοκνα	adv	χωρίς τεμπελιά, ακαταπόνητα, ακούραστα
άοκνε	=	άοκνος
άοκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άοκνος
άοκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άοκνος
άοκνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άοκνος
άοκνο	adj	αιτιατική ενικού του άοκνος
άοκνοι	=	άοκνος
άοκνος	adj	δραστήριος, ακούραστος
άοκνου	=	άοκνος
άοκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άοκνος
άοκνων	=	άοκνος
άοπλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άοπλος	adv	χωρίς όπλα
άοπλε	=	άοπλος
άοπλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άοπλος
άοπλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άοπλος
άοπλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άοπλος
άοπλο	adj	αιτιατική ενικού του άοπλος
άοπλοι	=	άοπλος
άοπλος	adj	που δεν φέρει όπλο, που δεν είναι οπλισμένος
άοπλου	=	άοπλος
άοπλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άοπλος
άοπλων	=	άοπλος
άορνα	=	άορνος
άορνε	=	άορνος
άορνες	=	άορνος
άορνη	=	άορνος
άορνης	=	άορνος
άορνο	=	άορνος
άορνοι	=	άορνος
άορνος	adj	μέρος ή τόπος χωρίς πουλιά
άορνου	=	άορνος
άορνους	=	άορνος
άορνων	=	άορνος
άοσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άοσμος	adv	χωρίς οσμή
άοσμε	adj	κλητική ενικού του άοσμος
άοσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άοσμος
άοσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άοσμος
άοσμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άοσμος
άοσμο	adj	αιτιατική ενικού του άοσμος
άοσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άοσμος
άοσμος	adj	που δεν αναδίδει μυρωδιά
άοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άοσμος
άοσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άοσμος
άοσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άοσμος
άου	intj	αυθόρμητη κραυγή που εκφράζει αιφνίδιο σωματικό ή ψυχικό πόνο, συχνά σε στιγμές έκπληξης ή ενόχλησης
άουλα	noun|formal	μεγάλη και επίσημη αίθουσα που προορίζεται για τελετές, ομιλίες ή συγκεντρώσεις, συνήθως σε εκπαιδευτικά ή δημόσια ιδρύματα
άουμ	=	ωμ
άουτ	noun	το αποτέλεσμα μιας βολής που έστειλε την μπάλα εκτός ορίων	adv	έξω: δηλώνει πως η μπάλα βγήκε εκτός ορίων και πρέπει να αλλάξει η κατοχή της μπάλας από την ομάδα που έκανε το "out" στην άλλη
άουτς	intj	επιφώνημα που εκφράζει αυθόρμητα πόνο, δυσφορία ή ενόχληση, σωματική ή ψυχική, συνήθως στιγμιαία και έντονη
άπαγε	adv	μακριά από δω
άπαι	=	άπαις
άπαικτα	=	άπαικτος
άπαικτε	=	άπαικτος
άπαικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπαικτος
άπαικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαικτος
άπαικτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπαικτος
άπαικτο	adj	αιτιατική ενικού του άπαικτος
άπαικτοι	=	άπαικτος
άπαικτος	adj	άλλη μορφή του άπαιχτος
άπαικτου	=	άπαικτος
άπαικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαικτος
άπαικτων	=	άπαικτος
άπαις	noun|archaic	που δεν έχει παιδιά
άπαιχτα	=	άπαιχτος
άπαιχτε	=	άπαιχτος
άπαιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπαιχτος
άπαιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαιχτος
άπαιχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπαιχτος
άπαιχτο	adj	αιτιατική ενικού του άπαιχτος
άπαιχτοι	=	άπαιχτος
άπαιχτος	adj	που δεν έχει παιχτεί ή δεν μπορεί να παιχτεί
άπαιχτου	=	άπαιχτος
άπαιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαιχτος
άπαιχτων	=	άπαιχτος
άπαν	noun	το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα
άπαντα	noun	το σύνολο των έργων συγγραφέα
άπαντες	=	άπας
άπαντος	=	άπαν
άπαξ	adv|formal	μία φορά μόνο	conj	εφόσον, αφού
άπαπα	intj	για κατηγορηματική άρνηση
άπαρση	noun	το κοινώς λεγόμενο σαλπάρισμα, που κυριολεκτικά σημαίνει ανέλκυση άγκυρας για πλού
άπαρσης	noun	γενική ενικού του άπαρση
άπαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαρτο
άπαρτε	adj	κλητική ενικού του άπαρτος
άπαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπαρτος
άπαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαρτος
άπαρτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπαρτος
άπαρτο	adj	αιτιατική ενικού του άπαρτος
άπαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπαρτος
άπαρτος	adj	που δεν τον έχουν πάρει
άπαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπαρτος
άπαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαρτος
άπαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπαρτος
άπας	adj	όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως
άπασα	=	άπας
άπασες	=	άπας
άπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαστο
άπαστε	adj	κλητική ενικού του άπαστος
άπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαστη
άπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαστος
άπαστης	adj	γενική ενικού του άπαστη
άπαστο	adj	αιτιατική ενικού του άπαστος
άπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπαστος
άπαστος	adj	που δεν είναι αλατισμένος
άπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπαστος
άπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαστος
άπαστρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαστρο
άπαστρε	adj	κλητική ενικού του άπαστρος
άπαστρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαστρη
άπαστρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαστρος
άπαστρης	adj	γενική ενικού του άπαστρη
άπαστρο	adj	αιτιατική ενικού του άπαστρος
άπαστροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπαστρος
άπαστρος	adj|figurative	βρόμικος, ακάθαρτος
άπαστρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπαστρος
άπαστρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαστρος
άπαστρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπαστρος
άπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπαστος
άπατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπατος	adv|vulgar	πάρα πολύ βαθιά
άπατε	adj	κλητική ενικού του άπατος
άπατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπατος
άπατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπατος
άπατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (άπατη) του άπατος
άπατο	adj	αιτιατική ενικού του άπατος
άπατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπατος
άπατος	adj	που είναι πολύ βαθύς, δεν φτάνουν τα πόδια σου να τον πατήσεις, αλλά και ακόμα βαθύτερος
άπατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπατος
άπατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπατος
άπατρι	=	άπατρις
άπατριν	=	άπατρις
άπατρις	adj	που δεν έχει πατρίδα	noun	όπως στο : που είναι άπατρις
άπατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπατος
άπαυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαυστο
άπαυστε	adj	κλητική ενικού του άπαυστος
άπαυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπαυστος
άπαυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαυστος
άπαυστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπαυστος
άπαυστο	adj	αιτιατική ενικού του άπαυστος
άπαυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπαυστος
άπαυστος	adj	άλλη μορφή του άπαυτος
άπαυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπαυστος
άπαυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαυστος
άπαυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπαυστος
άπαυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαυτο
άπαυτε	adj	κλητική ενικού του άπαυτος
άπαυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπαυτος
άπαυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαυτος
άπαυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπαυτος
άπαυτο	adj	αιτιατική ενικού του άπαυτος
άπαυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπαυτος
άπαυτος	adj	που δεν παύει, δεν σταματά
άπαυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπαυτος
άπαυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαυτος
άπαυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπαυτος
άπαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαχο
άπαχε	adj	κλητική ενικού του άπαχος
άπαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπαχος
άπαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπαχος
άπαχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπαχος
άπαχο	adj	αιτιατική ενικού του άπαχος
άπαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπαχος
άπαχος	adj	που δεν έχει λίπος
άπαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπαχος
άπαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπαχος
άπαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπαχος
άπειρα	adv	σε άπειρη ποσότητα
άπειρε	adj	κλητική ενικού του άπειρος
άπειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπειρος
άπειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπειρος
άπειρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπειρος
άπειρο	noun	το διάστημα, το σύμπαν	adj	αιτιατική ενικού του άπειρος
άπειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπειρος
άπειρος	adj	που δεν έχει τέλος, όρια
άπειρου	adj	γενική ενικού του άπειρος
άπειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπειρος
άπειρων	adj	γενική πληθυντικού του άπειρος
άπελθε	=	απέρχομαι
άπελπι	=	άπελπις
άπελπις	adj|formal	απελπισμένος
άπεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπεπτο
άπεπτε	adj	κλητική ενικού του άπεπτος
άπεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπεπτος
άπεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπεπτος
άπεπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπεπτος
άπεπτο	adj	αιτιατική ενικού του άπεπτος
άπεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπεπτος
άπεπτος	adj	που δεν έχει περάσει από το πεπτικό σύστημα
άπεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπεπτος
άπεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπεπτος
άπεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπεπτος
άπερκατ	noun	είδος πυγμαχικού χτυπήματος με ανοδική κίνηση του βραχίονα και στόχο κυρίως το σαγόνι του αντιπάλου, που εκτελείται από κοντινή απόσταση με τον αγκώνα λυγισμένο
άπεφθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπεφθο
άπεφθε	adj	κλητική ενικού του άπεφθος
άπεφθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπεφθος
άπεφθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπεφθος
άπεφθης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπεφθος
άπεφθο	adj	αιτιατική ενικού του άπεφθος
άπεφθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπεφθος
άπεφθος	adj|formal	γνήσιος, αγνός
άπεφθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπεφθος
άπεφθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπεφθος
άπεφθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπεφθος
άπεχε	=	απέχω
άπηκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπηκτο
άπηκτε	adj	κλητική ενικού του άπηκτος
άπηκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπηκτη
άπηκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπηκτος
άπηκτης	adj	γενική ενικού του άπηκτη
άπηκτο	adj	αιτιατική ενικού του άπηκτος
άπηκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπηκτος
άπηκτος	adj|formal	άλλη μορφή του άπηχτος
άπηκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπηκτος
άπηκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπηκτος
άπηκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπηκτος
άπηξ	noun	φανταστικό ουράνιο σημείο προς το οποίο κατευθύνεται ο Ήλιος συμπαρασύροντας το ηλιακό μας σύστημα, μέσα στο Γαλαξία μας
άπηχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπηχτο
άπηχτε	adj	κλητική ενικού του άπηχτος
άπηχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπηχτος
άπηχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπηχτος
άπηχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπηχτος
άπηχτο	adj	αιτιατική ενικού του άπηχτος
άπηχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπηχτος
άπηχτος	adj	που δεν έχει πήξει
άπηχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπηχτος
άπηχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπηχτος
άπηχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπηχτος
άπιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπιαστο
άπιαστε	adj	κλητική ενικού του άπιαστος
άπιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπιαστος
άπιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπιαστος
άπιαστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπιαστος
άπιαστο	adj	αιτιατική ενικού του άπιαστος
άπιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπιαστος
άπιαστος	adj	άφθαστος, που δεν μπορεις να τον πλησιάσεις για να τον πιάσεις ή να τον συλλάβεις, δεν μπορείς να το προσεγγίσεις, να τον κατανοήσεις, να τον έχεις, φευγαλέος, μακρινός
άπιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπιαστος
άπιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπιαστος
άπιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπιαστος
άπικρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπικρο
άπικρε	adj	κλητική ενικού του άπικρος
άπικρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπικρος
άπικρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπικρος
άπικρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπικρος
άπικρο	adj	αιτιατική ενικού του άπικρος
άπικροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπικρος
άπικρος	adj	που δεν είναι πικρός
άπικρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπικρος
άπικρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπικρος
άπικρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπικρος
άπιον	noun	Ο καρπός της απιδιάς, αλλιώς απίδι, αχλάδι
άπιοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπιοτο
άπιοτε	adj	κλητική ενικού του άπιοτος
άπιοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπιοτος
άπιοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπιοτος
άπιοτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπιοτος
άπιοτο	adj	αιτιατική ενικού του άπιοτος
άπιοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπιοτος
άπιοτος	adj	που δεν τον ήπιαν
άπιοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπιοτος
άπιοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπιοτος
άπιοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπιοτος
άπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπιστος	adv	με άπιστο τρόπο, χωρίς εμπιστοσύνη
άπιστε	adj	κλητική ενικού του άπιστος
άπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπιστος
άπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπιστος
άπιστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπιστος
άπιστο	adj	αιτιατική ενικού του άπιστος
άπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπιστος
άπιστος	adj	που δεν πιστεύει, δεν έχει θρησκευτική πίστη
άπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπιστος
άπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπιστος
άπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπιστος
άπιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπιωτο
άπιωτε	adj	κλητική ενικού του άπιωτος
άπιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπιωτη
άπιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπιωτος
άπιωτης	adj	γενική ενικού του άπιωτη
άπιωτο	adj	αιτιατική ενικού του άπιωτος
άπιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπιωτος
άπιωτος	adj	που δεν έχει πιει
άπιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπιωτος
άπιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπιωτος
άπιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπιωτος
άπλα	noun	η ύπαρξη αρκετού χώρου γύρω από κάποιον ή κάτι
άπλανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλανο
άπλανε	adj	κλητική ενικού του άπλανος
άπλανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλανη
άπλανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλανος
άπλανης	adj	γενική ενικού του άπλανη
άπλανο	adj	αιτιατική ενικού του άπλανος
άπλανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλανος
άπλανος	adj	άλλη μορφή του απλανής
άπλανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλανος
άπλανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλανος
άπλανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλανος
άπλας	noun	γενική ενικού του άπλα
άπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπλαστος	adv	χωρίς να έχει πλαστεί
άπλαστε	adj	κλητική ενικού του άπλαστος
άπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπλαστος
άπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλαστος
άπλαστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπλαστος
άπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του άπλαστος
άπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλαστος
άπλαστος	adj	που δεν έχει πλαστεί ή δεν μπορεί να πλαστεί
άπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλαστος
άπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλαστος
άπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλαστος
άπλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλεκτο
άπλεκτε	adj	κλητική ενικού του άπλεκτος
άπλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλεκτη
άπλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλεκτος
άπλεκτης	adj	γενική ενικού του άπλεκτη
άπλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του άπλεκτος
άπλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλεκτος
άπλεκτος	adj	άλλη μορφή του άπλεχτος
άπλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλεκτος
άπλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλεκτος
άπλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλεκτος
άπλερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλερο
άπλερε	adj	κλητική ενικού του άπλερος
άπλερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπλερος
άπλερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλερος
άπλερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπλερος
άπλερο	adj	αιτιατική ενικού του άπλερος
άπλεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλερος
άπλερος	adj	που δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει σχηματιστεί πλήρως
άπλερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλερος
άπλερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλερος
άπλερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλερος
άπλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλα
άπλετα	adv	απεριόριστα, απέραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλετο, ουδέτερο του άπλετος
άπλετε	adj	κλητική ενικού του άπλετος
άπλετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπλετος
άπλετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλετος
άπλετης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπλετος
άπλετο	adj	αιτιατική ενικού του άπλετος
άπλετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλετος
άπλετος	adj	άφθονος, πολύς
άπλετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλετος
άπλετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλετος
άπλετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλετος
άπλεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλεχτο
άπλεχτε	adj	κλητική ενικού του άπλεχτος
άπλεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπλεχτος
άπλεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλεχτος
άπλεχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπλεχτος
άπλεχτο	adj	αιτιατική ενικού του άπλεχτος
άπλεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλεχτος
άπλεχτος	adj	που δεν έχει πλεχτεί, δεν είναι πλεγμένος
άπλεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλεχτος
άπλεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλεχτος
άπλεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλεχτος
άπληστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπληστος	adv	με άπληστο τρόπο, με απληστία
άπληστε	adj	κλητική ενικού του άπληστος
άπληστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπληστος
άπληστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπληστος
άπληστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπληστος
άπληστο	adj	αιτιατική ενικού του άπληστος
άπληστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπληστος
άπληστος	adj	που χαρακτηρίζεται από τη διαρκή επιθυμία να αποκτά όλο και περισσότερα αγαθά χωρίς να ικανοποιείται ποτέ, πλεονέκτης
άπληστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπληστος
άπληστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπληστος
άπληστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπληστος
άπλοια	noun|formal	η αδυναμία να πλεύσει ένα σκάφος λόγω κακοκαιρίας, οπότε παραμένει αναγκαστικά σε λιμάνι
άπλοιας	noun	γενική ενικού του άπλοια
άπλοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλοια
άπλυτα	noun	τα άπλυτα ρούχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άπλυτο) του άπλυτος
άπλυτε	adj	κλητική ενικού του άπλυτος
άπλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπλυτος
άπλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπλυτος
άπλυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπλυτος
άπλυτο	adj	αιτιατική ενικού του άπλυτος
άπλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπλυτος
άπλυτος	adj	που δεν έχει πλυθεί
άπλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπλυτος
άπλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπλυτος
άπλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπλυτος
άπλωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απλώνω
άπλωνα	=	απλώνω
άπλωναν	=	απλώνω
άπλωνε	=	απλώνω
άπλωνες	=	απλώνω
άπλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνω
άπλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνω
άπλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνω
άπλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνω
άπνοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπνοο
άπνοε	adj	κλητική ενικού του άπνοος
άπνοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπνοη
άπνοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπνοος
άπνοης	adj	γενική ενικού του άπνοη
άπνοια	noun	η μη ύπαρξη ανέμου, συνήθως όταν αναφερόμαστε στην αρνητική της πλευρά
άπνοιας	=	άπνοια
άπνοιες	=	άπνοια
άπνοο	adj	αιτιατική ενικού του άπνοος
άπνοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπνοος
άπνοος	adj|formal	άλλη μορφή του άπνους
άπνοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπνοος
άπνοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπνοος
άπνου	=	άπνους
άπνουν	=	άπνους
άπνους	adj|archaic	χωρίς να αναπνέει
άπνοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπνοος
άποδα	noun	ζώα που δεν διαθέτουν εξωτερικά άκρα ή άλλα προεξέχοντα κινητικά εξαρτήματα, όπως πόδια, πτερύγια ή κεραίες, περιλαμβάνοντας αδιάφορα είδη (ψάρια, ερπετά, αμφίβια ή ασπόνδυλα), τα οποία έχουν εξελιχθεί με εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης
άποδες	=	άπους
άποδη	=	άπους
άποδο	=	άπους
άποδος	=	άπους
άποδων	=	άποδα
άποια	=	άποιος
άποιας	=	άποιος
άποιε	=	άποιος
άποιες	=	άποιος
άποικε	noun	κλητική ενικού του άποικος
άποικο	noun	αιτιατική ενικού του άποικος
άποικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άποικος
άποικος	noun	ο κάτοικος μιας αποικίας
άποικου	=	άποικος
άποικους	=	άποικος
άποιο	=	άποιος
άποιοι	=	άποιος
άποιος	adj	που δεν έχει ποιότητα ή του λείπει κάποια ιδιότητα ή γεύση
άποιου	=	άποιος
άποιους	=	άποιος
άποιων	=	άποιος
άπολι	=	άπολις
άπολις	adj|formal	που δεν έχει ιθαγένεια, δεν είναι υπήκοος καμιάς πολιτείας
άπονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπονος	adv	με άπονο τρόπο
άπονε	adj	κλητική ενικού του άπονος
άπονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπονος
άπονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπονος
άπονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπονος
άπονο	adj	αιτιατική ενικού του άπονος
άπονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπονος
άπονος	adj	που δεν λυπάται, δεν συμπονά
άπονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπονος
άπονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπονος
άποντα	=	άποντος
άποντε	=	άποντος
άποντες	=	άποντος
άποντη	=	άποντος
άποντης	=	άποντος
άποντο	=	άποντος
άποντοι	=	άποντος
άποντος	adj|slang	που δεν πέτυχε κανέναν πόντο σε αγώνα, ιδίως στο πλαίσιο του μπάσκετ ή άλλων αθλοπαιδιών με σύστημα πόντων / βαθμολόγησης
άποντου	=	άποντος
άποντους	=	άποντος
άποντων	=	άποντος
άπονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπονος
άπορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπορο
άπορε	adj	κλητική ενικού του άπορος
άπορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπορος
άπορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπορος
άπορης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπορος
άπορο	adj	αιτιατική ενικού του άπορος
άποροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπορος
άπορος	adj	που δεν έχει οικονομικούς πόρους για να ζήσει, ο ενδεής, ο πολύ φτωχός
άπορου	adj	γενική ενικού του άπορος
άπορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπορος
άπορων	adj	γενική πληθυντικού του άπορος
άποσχε	=	απέχω
άπουν	=	άπους
άπους	adj|archaic	που δεν έχει πόδι ή πόδια
άποψη	noun	η εικόνα ενός τοπίου όπως φαίνεται από ένα συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κάπου ψηλά
άποψης	noun	γενική ενικού του άποψη
άππαρος	=	άλογο
άπραγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπραγο
άπραγε	adj	κλητική ενικού του άπραγος
άπραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπραγος
άπραγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπραγος
άπραγης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπραγος
άπραγο	adj	αιτιατική ενικού του άπραγος
άπραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπραγος
άπραγος	adj	άλλη μορφή του απράγμων
άπραγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπραγος
άπραγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπραγος
άπραγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπραγος
άπρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπρακτος	adv	με άπρακτο τρόπο
άπρακτε	adj	κλητική ενικού του άπρακτος
άπρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπρακτος
άπρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπρακτος
άπρακτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπρακτος
άπρακτο	adj	αιτιατική ενικού του άπρακτος
άπρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπρακτος
άπρακτος	adj	που προσπάθησε ή επιδίωξε να πετύχει κάτι, αλλά δεν τα κατάφερε
άπρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπρακτος
άπρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπρακτος
άπρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπρακτος
άπραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άπραχτος	adv	άλλη μορφή του άπρακτα
άπραχτε	adj	κλητική ενικού του άπραχτος
άπραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπραχτος
άπραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπραχτος
άπραχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπραχτος
άπραχτο	adj	αιτιατική ενικού του άπραχτος
άπραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπραχτος
άπραχτος	adj	άλλη μορφή του άπρακτος
άπραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπραχτος
άπραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπραχτος
άπραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπραχτος
άπρεπα	adv	χωρίς ευπρέπεια, χωρίς κοσμιότητα
άπρεπε	adj	κλητική ενικού του άπρεπος
άπρεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπρεπος
άπρεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπρεπος
άπρεπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπρεπος
άπρεπο	adj	αιτιατική ενικού του άπρεπος
άπρεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπρεπος
άπρεπος	adj	άλλη μορφή του απρεπής
άπρεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπρεπος
άπρεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπρεπος
άπρεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπρεπος
άπροικα	adv	χωρίς προίκα
άπροικε	adj	κλητική ενικού του άπροικος
άπροικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπροικος
άπροικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπροικος
άπροικης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπροικος
άπροικο	adj	αιτιατική ενικού του άπροικος
άπροικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπροικος
άπροικος	adj	ο χωρίς προίκα
άπροικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπροικος
άπροικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπροικος
άπροικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπροικος
άπταιστα	adv	αλάνθαστα
άπταιστε	adj	κλητική ενικού του άπταιστος
άπταιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπταιστος
άπταιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπταιστος
άπταιστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπταιστος
άπταιστο	adj	αιτιατική ενικού του άπταιστος
άπταιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άπταιστος
άπταιστος	adj	ο χωρίς γλωσσικά σφάλματα, τέλειος, άψογος ως προς τη γλώσσα
άπταιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άπταιστος
άπταιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπταιστος
άπταιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άπταιστος
άπτερα	=	άπτερος
άπτερε	=	άπτερος
άπτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπτερος
άπτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπτερος
άπτερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπτερος
άπτερο	adj	αιτιατική ενικού του άπτερος
άπτεροι	=	άπτερος
άπτερος	adj	που δεν έχει φτερά
άπτερου	=	άπτερος
άπτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπτερος
άπτερων	=	άπτερος
άπτεσαι	=	άπτομαι
άπτεσθε	=	άπτομαι
άπτεστε	=	άπτομαι
άπτεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του άπτομαι
άπτομαι	verb|figurative	αγγίζω, αναφέρομαι σε, σχετίζομαι με
άπτονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού ενεστώτα του άπτομαι
άπτονταν	=	άπτομαι
άπτου	=	άπτομαι
άπτυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπτυχος
άπτυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπτυχος
άπτυχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπτυχος
άπτυχο	adj	αιτιατική ενικού του άπτυχος
άπτυχος	adj	αυτός που δεν έχει πτυχές
άπτυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπτυχος
άπτωτα	=	άπτωτος
άπτωτε	=	άπτωτος
άπτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπτωτος
άπτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπτωτος
άπτωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπτωτος
άπτωτο	adj	αιτιατική ενικού του άπτωτος
άπτωτοι	=	άπτωτος
άπτωτος	adj	αυτός που δεν πέφτει
άπτωτου	=	άπτωτος
άπτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπτωτος
άπτωτων	=	άπτωτος
άπυρα	=	άπυρος
άπυρε	=	άπυρος
άπυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άπυρος
άπυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άπυρος
άπυρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άπυρος
άπυρο	adj	αιτιατική ενικού του άπυρος
άπυροι	=	άπυρος
άπυρος	adj	αυτό που δεν έχει τεθεί στη φωτιά, άψητο, άβραστο, κυρίως για αγγεία που δεν ψήθηκαν στη φωτιά, χρυσός άπυρος, άπυρο μέλι
άπυρου	=	άπυρος
άπυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άπυρος
άπυρων	=	άπυρος
άπω	adv	μακριά, μόνο στον όρο Άπω Ανατολή
άπωση	noun	η (αμοιβαία) δύναμη απώθησης δύο σωμάτων μεταξύ τους
άπωσης	noun	γενική ενικού του άπωση
άπωσον	verb	προστακτική αορίστου ρήματος απωθώ
άρα	noun|dated	αρά, κατάρα	conj	επομένως, συνεπώς, όθεν, ως-με αποτέλεσμα (να)
άραγε	particle	ερωτηματικό μόριο που χρησιμοποιείται για απλή ερώτηση η οποία περιέχει κάποια εικασία, συνήθως αόριστη, και συχνά σε ρητορικές ερωτήσεις
άραγες	particle	μορφή του: άραγε
άραγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αράζω
άραζα	=	αράζω
άραζαν	=	αράζω
άραζε	=	αράζω
άραζες	=	αράζω
άραμε	=	αίρω
άραν	=	αίρω
άρανε	=	αίρω
άραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
άραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
άραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
άραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
άρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρατο
άρατε	adj	κλητική ενικού του άρατος
άρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άρατος
άρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρατος
άρατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άρατος
άρατο	adj	αιτιατική ενικού του άρατος
άρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρατος
άρατος	adj	άφαντος, εξαφανισμένος
άρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άρατος
άρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άρατος
άρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άρατος
άραφτα	=	άραφτος
άραφτε	=	άραφτος
άραφτες	=	άραφτος
άραφτη	=	άραφτος
άραφτης	=	άραφτος
άραφτο	=	άραφτος
άραφτοι	=	άραφτος
άραφτος	adj	που δεν έχει ραφτεί
άραφτου	=	άραφτος
άραφτους	=	άραφτος
άραφτων	=	άραφτος
άραχλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άραχλο
άραχλε	adj	κλητική ενικού του άραχλος
άραχλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άραχλος
άραχλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άραχλος
άραχλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άραχλος
άραχλο	adj	αιτιατική ενικού του άραχλος
άραχλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άραχλος
άραχλος	adj	δυστυχισμένος
άραχλου	adj	γενική ενικού του άραχλος
άραχλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άραχλος
άραχλων	adj	γενική πληθυντικού του άραχλος
άραχνα	=	άραχνος
άραχνε	=	άραχνος
άραχνες	=	άραχνος
άραχνη	=	άραχνος
άραχνης	=	άραχνος
άραχνο	=	άραχνος
άραχνοι	=	άραχνος
άραχνος	adj	που βρίσκεται σε αξιοθρήνητη κατάσταση, σημαδεμένος από συμφορές ή την εγκατάλειψη, δίνοντας την εντύπωση ατυχίας και παρακμής
άραχνου	=	άραχνος
άραχνους	=	άραχνος
άραχνων	=	άραχνος
άρβυκα	=	άρβυκας
άρβυκας	noun	το φυτό ασφόδελος
άρβυκες	=	άρβυκας
άρβυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρβυλο
άρβυλο	noun	άλλη μορφή του αρβύλα
άρβυλου	noun	γενική ενικού του άρβυλο
άρβυλων	noun	γενική πληθυντικού του άρβυλο
άργασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργάζω
άργασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργάζω
άργασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργάζω
άργασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργάζω
άργασμα	noun	η κατεργασία δερμάτων
άργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ
άργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ
άργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ
άργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ
άργητα	noun|vulgar	αργοπορία, καθυστέρηση
άργητας	noun	γενική ενικού του άργητα
άργητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άργητα
άργιε	=	άργιος
άργιλε	noun	κλητική ενικού του άργιλος
άργιλο	noun	αιτιατική ενικού του άργιλος
άργιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άργιλος
άργιλος	noun	γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένυδρα αργιλιούχα φυλλοπυριτικά πετρώματα που περιέχουν διάφορες ποσότητες μετάλλων, μεταλλικών οξειδίων και οργανικών ενώσεων, πηλός
άργιο	=	άργιος
άργιοι	=	άργιος
άργιος	noun	άλλη γραφή του άριος, άλλη μορφή του αριά
άργιου	=	άργιος
άργιους	=	άργιος
άργιων	=	άργιος
άργυρε	noun	κλητική ενικού του άργυρος
άργυρο	noun	αιτιατική ενικού του άργυρος
άργυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άργυρος
άργυρος	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 47 και χημικό σύμβολο το Ag
άργυρου	=	άργυρος
άρδευα	=	αρδεύω
άρδευαν	=	αρδεύω
άρδευε	=	αρδεύω
άρδευες	=	αρδεύω
άρδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
άρδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
άρδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
άρδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
άρδευση	noun	σύστημα ποτίσματος αγρών
άρδευσης	noun	γενική ενικού του άρδευση
άρδην	adv|formal	ολοκληρωτικά, ριζικά, εντελώς
άρε	=	αίρω
άρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αίρω
άρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αίρω
άρες	noun	συντετμημένη μορφή του κουταμάρες στη φράση άρες μάρες κουκουνάρες
άρεσα	=	αρέσω
άρεσαν	=	αρέσω
άρεσε	=	αρέσω
άρεσες	=	αρέσω
άρεσκα	=	αρέσκω
άρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αίρω
άρθηκα	=	αίρω
άρθηκαν	=	αίρω
άρθηκε	=	αίρω
άρθηκες	=	αίρω
άρθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρθρο
άρθρο	noun	μέρος ενός συνόλου, το οποίο προσαρτάται, συνάπτεται σε κάτι μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωρίς όμως να αποτελεί απλό εξάρτημα αλλά βασικό τμήμα του
άρθρου	noun	γενική ενικού του άρθρο
άρθρωμα	noun	αυτοτελές τμήμα λογισμικού που οι λειτουργίες του μπορούν να χρησιμοποιηθούν από άλλο λογισμικό
άρθρων	noun	γενική πληθυντικού του άρθρο
άρθρωνα	=	αρθρώνω
άρθρωναν	=	αρθρώνω
άρθρωνε	=	αρθρώνω
άρθρωνες	=	αρθρώνω
άρθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
άρθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
άρθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
άρθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
άρθρωση	noun	η σύνδεση μελών του σώματος
άρθρωσης	noun	γενική ενικού του άρθρωση
άριoi	=	άριος
άρια	noun	μουσική σύνθεση, συνήθως για μία φωνή (σόλο) και ορχήστρα, που συναντάται κυρίως σε οπερετικά έργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άριος
άριας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άριος
άριε	=	άριος
άριες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άριος
άριο	adj	αιτιατική ενικού του άριος
άριοι	=	άριος
άριος	noun	άλλη μορφή του αριά	adj	που αναφέρεται στους Άριους, της Λευκής Φυλής· ο όρος χρησιμοποιήθηκε κυρίως από οπαδούς ρατσιστικών αντιλήψεων και το ναζισμό
άριου	=	άριο
άριους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άριος
άριστα	adv	ο ανώτατος βαθμός επίδοσης
άριστε	adj	κλητική ενικού του άριστος
άριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άριστος
άριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άριστος
άριστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άριστος
άριστο	adj	αιτιατική ενικού του άριστος
άριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άριστος
άριστον	noun|archaic	μεσημεριανό γεύμα
άριστος	adj	υπερθετικός βαθμός του ἀγαθός
άριστου	adj	γενική ενικού του άριστος
άριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άριστος
άριστων	adj	γενική πληθυντικού του άριστος
άριων	=	άριο
άρκαλος	noun	ασβός
άρκει	=	αρκώ
άρκεσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του αρκώ
άρκεσαν	=	αρκώ
άρκεσε	=	αρκώ
άρκεσες	=	αρκώ
άρκευθε	=	άρκευθος
άρκευθο	=	άρκευθος
άρκευθοι	=	άρκευθος
άρκευθος	noun	κωνοφόρο γυμνόσπερμο δέντρο του γένους Juniperus που ανήκει στην τάξη των Πευκωδών (Pinales) και στην οικογένεια των Κυπαρισσοειδών (Cupressaceae)
άρκλα	noun|dated	ντουλάπι, ερμάριο
άρκλας	noun	γενική ενικού του άρκλα
άρκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρκλα
άρκτε	=	άρκτος
άρκτο	=	άρκτος
άρκτοι	=	άρκτος
άρκτος	noun|formal	η αρκούδα
άρκτου	=	άρκτος
άρκτους	=	άρκτος
άρκτων	=	άρκτος
άρμα	noun	δίτροχο όχημα που το σέρναν άλογα και χρησιμοποιόταν σε πολέμους, αγώνες ή παρελάσεις
άρμας	noun	γενική ενικού του άρμα
άρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρμα
άρματος	noun	γενική ενικού του άρμα
άρμεγα	=	αρμέγω
άρμεγαν	=	αρμέγω
άρμεγε	=	αρμέγω
άρμεγες	=	αρμέγω
άρμεγμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αρμέγω
άρμενα	noun	τα όργανα και τα εξαρτήματα που έχει ένα πλεούμενο
άρμενο	noun	το πανί, το ιστίο ενός ιστιοφόρου
άρμενου	noun	γενική ενικού του άρμενο
άρμενων	noun	γενική πληθυντικού του άρμενο
άρμεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
άρμεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
άρμεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
άρμεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
άρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρμα
άρμη	=	άλμη
άρμοζα	=	αρμόζω
άρμοζαν	=	αρμόζω
άρμοζε	=	αρμόζω
άρμοζες	=	αρμόζω
άρμοσα	=	αρμόζω
άρμοσαν	=	αρμόζω
άρμοσε	=	αρμόζω
άρμοσες	=	αρμόζω
άρμοση	noun	συνώνυμο του αρμογή
άρμοσης	=	άρμοση
άρμπουρα	=	άρμπουρο
άρμπουρο	noun	ιστός, κατάρτι
άρμπουρου	=	άρμπουρο
άρμπουρων	=	άρμπουρο
άρνηση	noun	η απόρριψη, η μη αποδοχή
άρνησης	=	άρνηση
άρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος άρχω
άρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άρχω
άρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άρχω
άρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άρχω
άρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άρχω
άρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άρχω
άρον	verb|archaic	σήκωσε
άροση	noun	το όργωμα
άροσης	=	άροση
άροτρα	=	άροτρο
άροτρο	noun	γεωργικό εργαλείο για το όργωμα
άροτρου	=	άροτρο
άροτρων	=	άροτρο
άρουλα	noun|dated	μικρή φορητή εστία που χρησιμεύει στο μαγείρεμα με σχάρα
άρουλας	noun	γενική ενικού του άρουλα
άρουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρουλα
άρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αίρω
άρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αίρω
άρουνε	=	αίρω
άρουρα	noun|formal	η καλλιεργήσιμη γη, ο αγρός
άρουρας	noun	γενική ενικού του άρουρα
άρουρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρουρα
άρπα	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος αρπάζω	noun	έγχορδο μουσικό όργανο, παίζεται με τη χρήση όλων των δακτύλων
άρπαγα	=	άρπαγας
άρπαγας	noun	αυτός που αρπάζει
άρπαγες	=	άρπαγας
άρπαγμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αρπάζω
άρπαζα	=	αρπάζω
άρπαζαν	=	αρπάζω
άρπαζε	=	αρπάζω
άρπαζες	=	αρπάζω
άρπαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
άρπαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
άρπαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
άρπαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
άρπας	noun	γενική ενικού του άρπα
άρπασμα	noun	άλλη μορφή του άρπαγμα
άρπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρπα
άρπισμα	noun	η εκτέλεση μιας συγχορδίας με γρήγορο διαδοχικό παίξιμο καθεμιάς νότας
άρπυια	noun	ημερόβιο αρπακτικό πτηνό της οικογενείας των Αετιδών, που απαντά αποκλειστικά στη Νότιο Αμερική
άρπυιας	noun	γενική ενικού του άρπυια
άρπυιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρπυια
άρρεν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άρρην
άρρενα	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του άρρην	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άρρενας
άρρενας	noun	άλλη μορφή του άρρην
άρρενες	=	άρρενας
άρρενος	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του άρρην	noun|formal	γενική ενικού του άρρενας
άρρηκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άρρηκτος	adv	με άρρηκτο τρόπο
άρρηκτε	=	άρρηκτος
άρρηκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άρρηκτος
άρρηκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρρηκτος
άρρηκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άρρηκτος
άρρηκτο	adj	αιτιατική ενικού του άρρηκτος
άρρηκτοι	=	άρρηκτος
άρρηκτος	adj|figurative	που δεν σπάει, που είναι γερός, σταθερός, στέρεος, ακατάλυτος
άρρηκτου	=	άρρηκτος
άρρηκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άρρηκτος
άρρηκτων	=	άρρηκτος
άρρην	adj|formal	αρσενικός
άρρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρρητο
άρρητε	adj	κλητική ενικού του άρρητος
άρρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άρρητος
άρρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρρητος
άρρητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άρρητος
άρρητο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άρρητος
άρρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρρητος
άρρητος	adj	που δεν μπορεί να λεχθεί ή να ειπωθεί, που δεν είναι δυνατόν να τον εκφράσει ή να τον περιγράψει κανείς
άρρητου	adj	γενική ενικού του άρρητος
άρρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άρρητος
άρρητων	adj	γενική πληθυντικού του άρρητος
άρριζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρριζο
άρριζε	adj	κλητική ενικού του άρριζος
άρριζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άρριζος
άρριζη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρριζος
άρριζης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άρριζος
άρριζο	adj	αιτιατική ενικού του άρριζος
άρριζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρριζος
άρριζος	adj	που δεν έχει ρίζες
άρριζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άρριζος
άρριζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άρριζος
άρριζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άρριζος
άρρυθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άρρυθμος	adv	με άρρυθμο τρόπο
άρρυθμε	adj	κλητική ενικού του άρρυθμος
άρρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άρρυθμος
άρρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρρυθμος
άρρυθμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άρρυθμος
άρρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του άρρυθμος
άρρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρρυθμος
άρρυθμος	adj	ο χωρίς ρυθμό
άρρυθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άρρυθμος
άρρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άρρυθμος
άρρυθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άρρυθμος
άρρωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρρωστο
άρρωστε	adj	κλητική ενικού του άρρωστος
άρρωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άρρωστος
άρρωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άρρωστος
άρρωστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άρρωστος
άρρωστο	adj	αιτιατική ενικού του άρρωστος
άρρωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρρωστος
άρρωστος	adj	που δεν είναι καλά στην υγεία του
άρρωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άρρωστος
άρρωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άρρωστος
άρρωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άρρωστος
άρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρση
άρσεων	noun	γενική πληθυντικού του άρση
άρσεως	noun|formal	γενική ενικού του άρση
άρση	noun|formal	το σήκωμα, η ανύψωση
άρσης	noun	γενική ενικού του άρση
άρταινα	=	αρταίνω
άρταιναν	=	αρταίνω
άρταινε	=	αρταίνω
άρταινες	=	αρταίνω
άρτε	noun	κλητική ενικού του άρτος
άρτι	adv|formal	πριν από λίγο, πρόσφατα
άρτια	adv	με άρτιο τρόπο
άρτιας	=	άρτιος
άρτιε	=	άρτιος
άρτιες	=	άρτιος
άρτιη	=	άρτιος
άρτιο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άρτιος
άρτιοι	=	άρτιος
άρτιος	adj	ακέραιος, ολοκληρωμένος, τέλειος, χωρίς ελλείψεις
άρτιου	=	άρτιος
άρτιους	=	άρτιος
άρτιων	=	άρτιος
άρτο	noun	αιτιατική ενικού του άρτος
άρτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άρτος
άρτος	noun	το ψωμί
άρτου	noun	γενική ενικού του άρτος
άρτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άρτος
άρτυμα	noun	οτιδήποτε προσθέτουμε στο φαγητό για νοστιμιά
άρτυσα	=	αρταίνω
άρτυσαν	=	αρταίνω
άρτυσε	=	αρταίνω
άρτυσες	=	αρταίνω
άρτων	noun	γενική πληθυντικού του άρτος
άρχε	=	άρχω
άρχει	=	άρχω
άρχεις	=	άρχω
άρχεσαι	=	άρχω
άρχεσθε	=	άρχω
άρχεστε	=	άρχω
άρχεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του άρχομαι
άρχετε	=	άρχω
άρχιζα	=	αρχίζω
άρχιζαν	=	αρχίζω
άρχιζε	=	αρχίζω
άρχιζες	=	αρχίζω
άρχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
άρχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
άρχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
άρχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
άρχομαι	verb	κυβερνιέμαι, κυριαρχούμαι από κάποιον
άρχομε	=	άρχω
άρχον	=	άρχων
άρχοντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του άρχοντας
άρχονται	=	άρχω
άρχοντας	noun	πλούσιος άνδρας με θέση κύρους που φέρεται γενναιόδωρα και μεταφορικά όποιος φέρεται με παρόμοιο τρόπο χωρίς απαραιτήτως να είναι εύπορος
άρχοντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρχοντας
άρχοντος	=	άρχων
άρχος	noun	ο άρχοντας
άρχουμε	=	άρχω
άρχουν	=	άρχω
άρχουσα	=	άρχων
άρχουσας	=	άρχων
άρχουσες	=	άρχων
άρχω	verb	κυβερνώ, ασκώ εξουσία έχοντας ανώτατο αξίωμα, αρχή
άρχων	noun|archaic	άρχοντας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος άρχω
άρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αίρω
άρωμα	noun	η ευχάριστη μυρωδιά
άς	=	αριός
άσανα	noun	άλλη μορφή του ασάνα
άσανας	=	άσανα
άσανες	=	άσανα
άσανων	=	άσανα
άσαρκα	=	άσαρκος
άσαρκε	=	άσαρκος
άσαρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσαρκος
άσαρκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσαρκος
άσαρκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσαρκος
άσαρκο	=	άσαρκος
άσαρκοι	=	άσαρκος
άσαρκος	adj	αυτός που δεν έχει αρκετή σάρκα, ο κοκαλιάρης, ο λιπόσαρκος
άσαρκου	=	άσαρκος
άσαρκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσαρκος
άσαρκων	=	άσαρκος
άσασος	=	άσιαχτος
άσαχτος	=	άσιαχτος
άσβεστα	=	άσβεστος
άσβεστε	=	άσβεστος
άσβεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσβεστος
άσβεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσβεστος
άσβεστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσβεστος
άσβεστο	=	άσβεστος
άσβεστοι	=	άσβεστος
άσβεστος	noun|formal	ο ασβέστης	adj	που δε σβήνει ποτέ
άσβεστου	=	άσβεστος
άσβεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσβεστος
άσβεστων	=	άσβεστος
άσβηστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσβηστος	adv	χωρίς να σβήνει
άσβηστε	=	άσβηστος
άσβηστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσβηστος
άσβηστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσβηστος
άσβηστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσβηστος
άσβηστο	=	άσβηστος
άσβηστοι	=	άσβηστος
άσβηστος	adj	που δε σβήστηκε ή που δεν μπορεί να σβηστεί
άσβηστου	=	άσβηστος
άσβηστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσβηστος
άσβηστων	=	άσβηστος
άσε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του αφήνω	noun	κλητική ενικού του άσος
άσεβα	adv	με ασέβεια
άσεβε	adj	κλητική ενικού του άσεβος
άσεβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσεβος
άσεβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσεβος
άσεβης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσεβος
άσεβο	adj	αιτιατική ενικού του άσεβος
άσεβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσεβος
άσεβος	adj|rare	άλλη μορφή του ασεβής
άσεβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσεβος
άσεβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσεβος
άσεβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσεβος
άσειστα	=	άσειστος
άσειστε	=	άσειστος
άσειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσειστος
άσειστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσειστος
άσειστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσειστος
άσειστο	=	άσειστος
άσειστοι	=	άσειστος
άσειστος	adj	ασάλευτος, που δε σείεται
άσειστου	=	άσειστος
άσειστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσειστος
άσειστων	=	άσειστος
άσελγα	=	άσελγος
άσελγε	adj	κλητική ενικού του άσελγος
άσελγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσελγη
άσελγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσελγος
άσελγης	adj	γενική ενικού του άσελγη
άσελγο	adj	αιτιατική ενικού του άσελγος
άσελγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσελγος
άσελγος	adj	άλλη μορφή του ασελγής
άσελγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσελγος
άσελγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσελγος
άσελγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσελγος
άσεμνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσεμνος	adv	με άσεμνο τρόπο
άσεμνε	=	άσεμνος
άσεμνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσεμνος
άσεμνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσεμνος
άσεμνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσεμνος
άσεμνο	=	άσεμνος
άσεμνοι	=	άσεμνος
άσεμνος	adj	όχι σεμνός, απρεπής, αισχρός
άσεμνου	=	άσεμνος
άσεμνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσεμνος
άσεμνων	=	άσεμνος
άσημo	=	άσημος
άσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσημο
άσημε	adj	κλητική ενικού του άσημος
άσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσημος
άσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσημος
άσημης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσημος
άσημο	adj	αιτιατική ενικού του άσημος
άσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσημος
άσημος	adj	αφανής, άγνωστος στο ευρύ κοινό
άσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσημος
άσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσημος
άσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσημος
άσηπτα	=	άσηπτος
άσηπτε	=	άσηπτος
άσηπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσηπτος
άσηπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσηπτος
άσηπτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσηπτος
άσηπτο	=	άσηπτος
άσηπτοι	=	άσηπτος
άσηπτος	adj	που δεν σήπεται, που δεν σαπίζει, που δεν υπόκειται σε σήψη ή δεν κινδυνεύει από αυτήν
άσηπτου	=	άσηπτος
άσηπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσηπτος
άσηπτων	=	άσηπτος
άσθμα	noun	αναπνευστική διαταραχή - πάθηση που χαρακτηρίζεται από επεισόδια έντονης δύσπνοιας και επίμονου βήχα, που συχνά προκαλείται από αλλεργιογόνα, όπως σκόνη, γύρη, ατμοσφαιρική ρύπανση από διοξείδιο του θείου, όζον κ.λπ. που επιδεινώνουν την κατάσταση.
άσθμαινα	=	ασθμαίνω
άσθμαιναν	=	ασθμαίνω
άσθμαινε	=	ασθμαίνω
άσθμαινες	=	ασθμαίνω
άσθματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσθμα
άσθματος	noun	γενική ενικού του άσθμα
άσιασος	=	άσιαχτος
άσιαχτα	=	άσιαχτος
άσιαχτε	=	άσιαχτος
άσιαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσιαχτος
άσιαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσιαχτος
άσιαχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσιαχτος
άσιαχτο	=	άσιαχτος
άσιαχτοι	=	άσιαχτος
άσιαχτος	adj	ατακτοποίητος, απεριποίητος
άσιαχτου	=	άσιαχτος
άσιαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσιαχτος
άσιαχτων	=	άσιαχτος
άσιγμα	=	άσιγμος
άσιγμε	=	άσιγμος
άσιγμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσιγμος
άσιγμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσιγμος
άσιγμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσιγμος
άσιγμο	=	άσιγμος
άσιγμοι	=	άσιγμος
άσιγμος	adj	που δεν περιέχει το γράμμα σίγμα
άσιγμου	=	άσιγμος
άσιγμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσιγμος
άσιγμων	=	άσιγμος
άσιτα	=	άσιτος
άσιτε	=	άσιτος
άσιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσιτος
άσιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσιτος
άσιτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσιτος
άσιτο	=	άσιτος
άσιτοι	=	άσιτος
άσιτος	adj	που στερείται τελείως την τροφή
άσιτου	=	άσιτος
άσιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσιτος
άσιτων	=	άσιτος
άσκαυλε	noun	κλητική ενικού του άσκαυλος
άσκαυλο	noun	αιτιατική ενικού του άσκαυλος
άσκαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσκαυλος
άσκαυλος	noun|formal	πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από έναν ασκό και δύο αυλούς
άσκαυλου	=	άσκαυλος
άσκαυλους	=	άσκαυλος
άσκαυλων	=	άσκαυλος
άσκαφα	=	άσκαφος
άσκαφε	=	άσκαφος
άσκαφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσκαφος
άσκαφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσκαφος
άσκαφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκαφος
άσκαφο	=	άσκαφος
άσκαφοι	=	άσκαφος
άσκαφος	adj	που δε σκάφτηκε
άσκαφου	=	άσκαφος
άσκαφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσκαφος
άσκαφτα	=	άσκαφτος
άσκαφτε	=	άσκαφτος
άσκαφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσκαφτος
άσκαφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσκαφτος
άσκαφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκαφτος
άσκαφτο	=	άσκαφτος
άσκαφτοι	=	άσκαφτος
άσκαφτος	adj	που δεν τον έχουν σκάψει
άσκαφτου	=	άσκαφτος
άσκαφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσκαφτος
άσκαφτων	=	άσκαφτος
άσκαφων	=	άσκαφος
άσκει	=	ασκώ
άσκεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσκεπος	adv	χωρίς σκέπη ή σκέπασμα
άσκεπε	=	άσκεπος
άσκεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσκεπος
άσκεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσκεπος
άσκεπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκεπος
άσκεπο	=	άσκεπος
άσκεποι	=	άσκεπος
άσκεπος	adj	ασκέπαστος, ακάλυπτος, ασκεπής
άσκεπου	=	άσκεπος
άσκεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσκεπος
άσκεπων	=	άσκεπος
άσκεφτα	=	άσκεφτος
άσκεφτε	=	άσκεφτος
άσκεφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσκεφτος
άσκεφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσκεφτος
άσκεφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκεφτος
άσκεφτο	=	άσκεφτος
άσκεφτοι	=	άσκεφτος
άσκεφτος	adj	απερίσκεπτος, ασυλλόγιστος, αστόχαστος
άσκεφτου	=	άσκεφτος
άσκεφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσκεφτος
άσκεφτων	=	άσκεφτος
άσκημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άσκημο) του άσκημος	adv|vulgar	άλλη μορφή του άσχημα
άσκημε	=	άσκημος
άσκημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσκημος
άσκημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσκημος
άσκημης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκημος
άσκημο	=	άσκημος
άσκημοι	=	άσκημος
άσκημος	adj	άλλη μορφή του άσχημος
άσκημου	=	άσκημος
άσκημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσκημος
άσκημων	=	άσκημος
άσκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκώ
άσκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκώ
άσκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκώ
άσκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκώ
άσκηση	noun	η ενέργεια του ρήματος ασκώ
άσκησης	noun	γενική ενικού του άσκηση
άσκοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσκοπος	adv	με άσκοπο τρόπο
άσκοπε	=	άσκοπος
άσκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσκοπος
άσκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσκοπος
άσκοπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσκοπος
άσκοπο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άσκοπος
άσκοποι	=	άσκοπος
άσκοπος	adj	που δεν έχει σκοπό, χωρίς νόημα ή αποτελεσματικότητα, ή χωρίς καθαρό προορισμό
άσκοπου	=	άσκοπος
άσκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσκοπος
άσκοπων	=	άσκοπος
άσμα	noun	το τραγούδι
άσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσμα
άσματος	noun	γενική ενικού του άσμα
άσμιγος	=	άσμιχτος
άσμιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσμιχτος	adv|rare	χωρίς να σμίξουν
άσμιχτε	adj	κλητική ενικού του άσμιχτος
άσμιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσμιχτος
άσμιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσμιχτος
άσμιχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσμιχτος
άσμιχτο	adj	αιτιατική ενικού του άσμιχτος
άσμιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσμιχτος
άσμιχτος	adj	που δεν έχει σμίξει με άλλους, δεν έχει αναμιχθεί ή δεν επιδέχεται ανάμιξη
άσμιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσμιχτος
άσμιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσμιχτος
άσμιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσμιχτος
άσο	noun	αιτιατική ενικού του άσος
άσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσος
άσος	noun	ο αριθμός ένα / 1
άσου	noun	γενική ενικού του άσος
άσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άσος
άσοφα	=	άσοφος
άσοφε	=	άσοφος
άσοφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσοφος
άσοφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσοφος
άσοφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσοφος
άσοφο	=	άσοφος
άσοφοι	=	άσοφος
άσοφος	adj	αμαθής, απαίδευτος
άσοφου	=	άσοφος
άσοφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσοφος
άσοφων	=	άσοφος
άσπαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπαρτο
άσπαρτε	adj	κλητική ενικού του άσπαρτος
άσπαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπαρτος
άσπαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπαρτος
άσπαρτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπαρτος
άσπαρτο	adj	αιτιατική ενικού του άσπαρτος
άσπαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσπαρτος
άσπαρτος	adj	που δε σπάρθηκε
άσπαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσπαρτος
άσπαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπαρτος
άσπαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσπαρτος
άσπαρτό	=	σπαρτός
άσπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπαστος	adv	χωρίς να έχουν σπάσει
άσπαστε	=	άσπαστος
άσπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπαστος
άσπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπαστος
άσπαστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπαστος
άσπαστο	=	άσπαστος
άσπαστοι	=	άσπαστος
άσπαστος	adj	άθραυστος, που δεν μπορεί να σπάσει
άσπαστου	=	άσπαστος
άσπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπαστος
άσπαστων	=	άσπαστος
άσπερμα	=	άσπερμος
άσπερμε	=	άσπερμος
άσπερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπερμος
άσπερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπερμος
άσπερμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπερμος
άσπερμο	=	άσπερμος
άσπερμοι	=	άσπερμος
άσπερμος	adj	ο χωρίς σπέρμα, άσπορος
άσπερμου	=	άσπερμος
άσπερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπερμος
άσπερμων	=	άσπερμος
άσπιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπιλος	adv|formal	με άσπιλο τρόπο
άσπιλε	adj	κλητική ενικού του άσπιλος
άσπιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπιλος
άσπιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπιλος
άσπιλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπιλος
άσπιλο	adj	αιτιατική ενικού του άσπιλος
άσπιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσπιλος
άσπιλος	adj|figurative	που δε βαρύνεται από καμιά ηθική κηλίδα, άμεμπτος
άσπιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσπιλος
άσπιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπιλος
άσπιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσπιλος
άσπιτα	=	άσπιτος
άσπιτε	=	άσπιτος
άσπιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπιτος
άσπιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπιτος
άσπιτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπιτος
άσπιτο	=	άσπιτος
άσπιτοι	=	άσπιτος
άσπιτος	adj	που δεν έχει σπίτι
άσπιτου	=	άσπιτος
άσπιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπιτος
άσπιτων	=	άσπιτος
άσπλαγχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπλαγχνος	adv	άλλη μορφή του άσπλαχνα
άσπλαγχνε	adj	κλητική ενικού του άσπλαγχνος
άσπλαγχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπλαγχνη
άσπλαγχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπλαγχνος
άσπλαγχνης	adj	γενική ενικού του άσπλαγχνη
άσπλαγχνο	adj	αιτιατική ενικού του άσπλαγχνος
άσπλαγχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσπλαγχνος
άσπλαγχνον	=	άσπλαγχνος
άσπλαγχνος	adj	άλλη μορφή του άσπλαχνος
άσπλαγχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσπλαγχνος
άσπλαγχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπλαγχνος
άσπλαγχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσπλαγχνος
άσπλαχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπλαχνος	adv	χωρίς έλεος
άσπλαχνε	adj	κλητική ενικού του άσπλαχνος
άσπλαχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπλαχνος
άσπλαχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπλαχνος
άσπλαχνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπλαχνος
άσπλαχνο	adj	αιτιατική ενικού του άσπλαχνος
άσπλαχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσπλαχνος
άσπλαχνον	=	άσπλαχνος
άσπλαχνος	adj	που δεν ευσπλαχνίζεται, δεν συμπονεί
άσπλαχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσπλαχνος
άσπλαχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπλαχνος
άσπλαχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσπλαχνος
άσπονδα	=	άσπονδος
άσπονδε	=	άσπονδος
άσπονδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπονδος
άσπονδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπονδος
άσπονδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπονδος
άσπονδο	=	άσπονδος
άσπονδοι	=	άσπονδος
άσπονδος	adj	με τον οποίο δεν είναι δυνατόν να συμφιλιωθεί κανείς
άσπονδου	=	άσπονδος
άσπονδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπονδος
άσπονδων	=	άσπονδος
άσπορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπορος	adv	χωρίς σπόρο
άσπορε	=	άσπορος
άσπορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπορος
άσπορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπορος
άσπορης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπορος
άσπορο	=	άσπορος
άσποροι	=	άσπορος
άσπορος	adj	που δε σπάρθηκε
άσπορου	=	άσπορος
άσπορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπορος
άσπορων	=	άσπορος
άσπρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπρος
άσπρε	adj	κλητική ενικού του άσπρος
άσπρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσπρος
άσπρη	noun|slang	η ηρωίνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπρος
άσπρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσπρος
άσπριζα	=	ασπρίζω
άσπριζαν	=	ασπρίζω
άσπριζε	=	ασπρίζω
άσπριζες	=	ασπρίζω
άσπρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
άσπρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
άσπρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
άσπρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
άσπρισμα	noun	το να κάνω κάτι άσπρο ή το να γίνω άσπρος, η λεύκανση
άσπρο	noun	ασημένιο νόμισμα της Βυζαντινής περιόδου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσπρος
άσπροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσπρος
άσπρος	adj	που έχει το χρώμα όταν αντανακλώνται όλες οι ακτίνες φωτός πάνω σε ένα σώμα
άσπρου	adj	γενική ενικού του άσπρος
άσπρουγας	noun	Άγονο χώμα άσπρου χρώματος.
άσπρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπρος
άσπρων	adj	γενική πληθυντικού του άσπρος
άσπρωχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρωχτο
άσπρωχτε	adj	κλητική ενικού του άσπρωχτος
άσπρωχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρωχτη
άσπρωχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσπρωχτος
άσπρωχτης	adj	γενική ενικού του άσπρωχτη
άσπρωχτο	adj	αιτιατική ενικού του άσπρωχτος
άσπρωχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσπρωχτος
άσπρωχτος	adj	που δεν σπρώχνεται ή δεν μπορεί να σπρωχτεί
άσπρωχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσπρωχτος
άσπρωχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσπρωχτος
άσπρωχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσπρωχτος
άσσε	=	άσσος
άσσο	=	άσσος
άσσοι	=	άσσος
άσσος	noun	άλλη γραφή του άσος
άσσου	=	άσσος
άσσους	=	άσσος
άσσων	=	άσσος
άστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστατο
άστατε	adj	κλητική ενικού του άστατος
άστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστατος
άστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστατος
άστατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστατος
άστατο	noun	αμέταλλο, ραδιενεργό χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 85, ατομικό βάρος 210 και χημικό σύμβολο το At	adj	αιτιατική ενικού του άστατος
άστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστατος
άστατος	adj	ασταθής, ευμετάβολος
άστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστατος
άστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστατος
άστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστατος
άστε	verb	άλλη μορφή του αφήστε: β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής αορίστου του αφήνω
άστεα	=	άστυ
άστεγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστεγο
άστεγε	adj	κλητική ενικού του άστεγος
άστεγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστεγος
άστεγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστεγος
άστεγης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστεγος
άστεγο	adj	αιτιατική ενικού του άστεγος
άστεγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστεγος
άστεγος	adj	που δεν έχει σπίτι, στέγη
άστεγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστεγος
άστεγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστεγος
άστεγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστεγος
άστειφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστειφτο
άστειφτε	adj	κλητική ενικού του άστειφτος
άστειφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστειφτη
άστειφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστειφτος
άστειφτης	adj	γενική ενικού του άστειφτη
άστειφτο	adj	αιτιατική ενικού του άστειφτος
άστειφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστειφτος
άστειφτος	adj	που δεν έχει στειφτεί
άστειφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστειφτος
άστειφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστειφτος
άστειφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστειφτος
άστερας	noun	μεγάλο άστρο, ιδιαίτερα ο αυγερινός
άστεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστεργο
άστεργε	adj	κλητική ενικού του άστεργος
άστεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστεργη
άστεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστεργος
άστεργης	adj	γενική ενικού του άστεργη
άστεργο	adj	αιτιατική ενικού του άστεργος
άστεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστεργος
άστεργος	adj	που δεν ανέχεται, δεν συναινεί, δεν αποδέχεται, δεν συμφωνεί
άστεργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστεργος
άστεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστεργος
άστεργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστεργος
άστεων	=	άστυ
άστεως	noun	γενική ενικού του άστυ
άστη	=	άστυ
άστικτα	=	άστικτος
άστικτε	=	άστικτος
άστικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστικτος
άστικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστικτος
άστικτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστικτος
άστικτο	=	άστικτος
άστικτοι	=	άστικτος
άστικτος	adj	ο χωρίς στίγματα
άστικτου	=	άστικτος
άστικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστικτος
άστικτων	=	άστικτος
άστιφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστιφτο
άστιφτε	adj	κλητική ενικού του άστιφτος
άστιφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστιφτη
άστιφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστιφτος
άστιφτης	adj	γενική ενικού του άστιφτη
άστιφτο	adj	αιτιατική ενικού του άστιφτος
άστιφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστιφτος
άστιφτος	adj	άλλη γραφή του άστυφτος
άστιφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστιφτος
άστιφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστιφτος
άστιφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστιφτος
άστολα	=	άστολος
άστολε	=	άστολος
άστολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστολος
άστολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστολος
άστολης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστολος
άστολο	=	άστολος
άστολοι	=	άστολος
άστολος	adj	ο χωρίς στολή
άστολου	=	άστολος
άστολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστολος
άστολων	=	άστολος
άστοργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άστοργος	adv	με άστοργο τρόπο
άστοργε	adj	κλητική ενικού του άστοργος
άστοργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστοργος
άστοργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστοργος
άστοργης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστοργος
άστοργο	adj	αιτιατική ενικού του άστοργος
άστοργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστοργος
άστοργος	adj	που δεν δείχνει ή δεν αισθάνεται στοργή
άστοργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστοργος
άστοργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστοργος
άστοργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστοργος
άστοχα	adv	με άστοχο τρόπο, με αστοχία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άστοχος
άστοχε	adj	κλητική ενικού του άστοχος
άστοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστοχος
άστοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστοχος
άστοχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστοχος
άστοχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άστοχος
άστοχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστοχος
άστοχος	adj	που δεν βρίσκει τον στόχο του
άστοχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστοχος
άστοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστοχος
άστοχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστοχος
άστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστρο
άστραμμα	noun	ξαφνική και ζωηρή λάμψη
άστραφτα	=	αστράφτω
άστραφταν	=	αστράφτω
άστραφτε	=	αστράφτω
άστραφτες	=	αστράφτω
άστραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
άστραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
άστραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
άστραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
άστρι	noun|literary	άλλη μορφή του άστρο / αστέρι
άστρια	=	άστρι
άστριε	noun	κλητική ενικού του άστριοι
άστρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστρινο
άστρινε	adj	κλητική ενικού του άστρινος
άστρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστρινος
άστρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστρινος
άστρινης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστρινος
άστρινο	adj	αιτιατική ενικού του άστρινος
άστρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστρινος
άστρινος	adj	που φτιάχνεται ή σχηματίζεται από αστέρια
άστρινου	adj	γενική ενικού του άστρινος
άστρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστρινος
άστρινων	adj	γενική πληθυντικού του άστρινος
άστριο	noun	αιτιατική ενικού του άστριοι
άστριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστριος
άστριος	noun	ομάδα διαφόρων τηκτοπυριτικών ορυκτών με διάφορη σύσταση (πυρίτιο, άργιλος κ.λπ.), που διακρίνεται σε δύο υποομάδες: Τους αλκαλιούχους αστρίους και τα πλαγιόκλαστα
άστριου	=	άστριος
άστριους	=	άστριος
άστριφτα	=	άστριφτος
άστριφτε	=	άστριφτος
άστριφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστριφτος
άστριφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστριφτος
άστριφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστριφτος
άστριφτο	=	άστριφτος
άστριφτοι	=	άστριφτος
άστριφτος	adj	που δε έχει στριφτεί
άστριφτου	=	άστριφτος
άστριφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστριφτος
άστριφτων	=	άστριφτος
άστριων	=	άστριος
άστρο	noun	φωτεινό ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
άστρου	noun	γενική ενικού του άστρο
άστρων	noun	γενική πληθυντικού του άστρο
άστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άστρωτος	adv	χωρίς να έχει στρωθεί
άστρωτε	=	άστρωτος
άστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστρωτος
άστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστρωτος
άστρωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστρωτος
άστρωτο	=	άστρωτος
άστρωτοι	=	άστρωτος
άστρωτος	adj	που δεν έχει στρωθεί, που δεν το έχουν στρώσει
άστρωτου	=	άστρωτος
άστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστρωτος
άστρωτων	=	άστρωτος
άστυ	noun|formal	το κύριο μέρος της πόλης, χωρίς τα προάστια
άστυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστυλο
άστυλε	adj	κλητική ενικού του άστυλος
άστυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστυλη
άστυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστυλος
άστυλης	adj	γενική ενικού του άστυλη
άστυλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άστυλος
άστυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστυλος
άστυλος	adj	που δεν έχει στύλους, δεν έχει κολόνες
άστυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστυλος
άστυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστυλος
άστυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστυλος
άστυφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άστυφτο
άστυφτε	adj	κλητική ενικού του άστυφτος
άστυφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άστυφτος
άστυφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άστυφτος
άστυφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άστυφτος
άστυφτο	adj	αιτιατική ενικού του άστυφτος
άστυφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άστυφτος
άστυφτος	adj	που δεν τον έχουν στύψει
άστυφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άστυφτος
άστυφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άστυφτος
άστυφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άστυφτος
άσυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσυλο
άσυλο	noun	χώρος ιερός που δεν μπορεί να παραβιαστεί
άσυλου	=	άσυλο
άσφαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσφαγο
άσφαγε	adj	κλητική ενικού του άσφαγος
άσφαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσφαγη
άσφαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσφαγος
άσφαγης	adj	γενική ενικού του άσφαγη
άσφαγο	adj	αιτιατική ενικού του άσφαγος
άσφαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσφαγος
άσφαγος	adj|vulgar	άλλη μορφή του άσφαχτος
άσφαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσφαγος
άσφαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσφαγος
άσφαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσφαγος
άσφαιρα	=	άσφαιρος
άσφαιρε	=	άσφαιρος
άσφαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσφαιρος
άσφαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσφαιρος
άσφαιρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσφαιρος
άσφαιρο	=	άσφαιρος
άσφαιροι	=	άσφαιρος
άσφαιρος	adj	χωρίς σφαίρες, χωρίς βόλια
άσφαιρου	=	άσφαιρος
άσφαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσφαιρος
άσφαιρων	=	άσφαιρος
άσφακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσφακτο
άσφακτε	adj	κλητική ενικού του άσφακτος
άσφακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσφακτη
άσφακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσφακτος
άσφακτης	adj	γενική ενικού του άσφακτη
άσφακτο	adj	αιτιατική ενικού του άσφακτος
άσφακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσφακτος
άσφακτος	adj|formal	άλλη μορφή του άσφαχτος
άσφακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσφακτος
άσφακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσφακτος
άσφακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσφακτος
άσφαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσφαλτος	adv	χωρίς σφάλμα
άσφαλτε	adj	κλητική ενικού του άσφαλτος
άσφαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσφαλτη
άσφαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσφαλτος
άσφαλτης	adj	γενική ενικού του άσφαλτη
άσφαλτο	adj	αιτιατική ενικού του άσφαλτος
άσφαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσφαλτος
άσφαλτος	noun	ημίρρευστο υλικό που αποτελεί υπόλειμμα από την απόσταξη πετρελαίου και με το οποίο επιστρώνονται οι επιφάνειες δρόμων	adj	που δεν σφάλλει
άσφαλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσφαλτος
άσφαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσφαλτος
άσφαλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσφαλτος
άσφαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσφαχτο
άσφαχτε	adj	κλητική ενικού του άσφαχτος
άσφαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσφαχτος
άσφαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσφαχτος
άσφαχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσφαχτος
άσφαχτο	adj	αιτιατική ενικού του άσφαχτος
άσφαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσφαχτος
άσφαχτος	adj	που δεν τον έχουν σφάξει
άσφαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσφαχτος
άσφαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσφαχτος
άσφαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσφαχτος
άσφιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσφιχτος	adv	χωρίς να έχουν σφιχτεί
άσφιχτε	=	άσφιχτος
άσφιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσφιχτος
άσφιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσφιχτος
άσφιχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσφιχτος
άσφιχτο	=	άσφιχτος
άσφιχτοι	=	άσφιχτος
άσφιχτος	adj	όχι σφιγμένος, χαλαρός, ξέσφιχτος
άσφιχτου	=	άσφιχτος
άσφιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσφιχτος
άσφιχτων	=	άσφιχτος
άσχετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσχετο	adv	ανεξάρτητα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας
άσχετε	=	άσχετος
άσχετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσχετος
άσχετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσχετος
άσχετης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσχετος
άσχετο	=	άσχετος
άσχετοι	=	άσχετος
άσχετος	adj	που δεν έχει σχέση, δεν συνδέεται, δεν σχετίζεται με το θέμα
άσχετου	=	άσχετος
άσχετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσχετος
άσχετων	=	άσχετος
άσχημα	adv	με άσχημο τρόπο, κακά, ανάρμοστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (άσχημο) του άσχημος
άσχημε	adj	κλητική ενικού του άσχημος
άσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσχημος
άσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσχημος
άσχημης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσχημος
άσχημο	adj	αιτιατική ενικού του άσχημος
άσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσχημος
άσχημος	adj	που έχει δυσάρεστη όψη
άσχημου	adj	γενική ενικού του άσχημος
άσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσχημος
άσχημων	adj	γενική πληθυντικού του άσχημος
άσχιστα	=	άσχιστος
άσχιστε	=	άσχιστος
άσχιστες	=	άσχιστος
άσχιστη	=	άσχιστος
άσχιστης	=	άσχιστος
άσχιστο	=	άσχιστος
άσχιστοι	=	άσχιστος
άσχιστος	adj	που δεν έχει σχιστεί, που δεν εμφανίζει σημάδια σχισίματος
άσχιστου	=	άσχιστος
άσχιστους	=	άσχιστος
άσχιστων	=	άσχιστος
άσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσωμο
άσωμε	adj	κλητική ενικού του άσωμος
άσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσωμη
άσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσωμος
άσωμης	adj	γενική ενικού του άσωμη
άσωμο	adj	αιτιατική ενικού του άσωμος
άσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσωμος
άσωμος	adj	χωρίς σώμα
άσωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσωμος
άσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσωμος
άσωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσωμος
άσων	noun	γενική πληθυντικού του άσος
άσωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσωστος	adv	χωρίς να τελειώνει, χωρίς να εξαντλείται
άσωστε	=	άσωστος
άσωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσωστος
άσωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσωστος
άσωστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσωστος
άσωστο	=	άσωστος
άσωστοι	=	άσωστος
άσωστος	adj	που δε σώθηκε ή δε σώνεται, δεν ξοδεύεται, που δεν έχει τέλος
άσωστου	=	άσωστος
άσωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσωστος
άσωστων	=	άσωστος
άσωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άσωτος	adv	με άσωτο τρόπο, κάνοντας ασωτίες
άσωτε	adj	κλητική ενικού του άσωτος
άσωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άσωτος
άσωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άσωτος
άσωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άσωτος
άσωτο	adj	αιτιατική ενικού του άσωτος
άσωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άσωτος
άσωτος	adj	που δεν τελειώνει, δεν εξαντλείται
άσωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άσωτος
άσωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άσωτος
άσωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άσωτος
άτα	noun	βόλτα
άτακτα	adv	χωρίς τάξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτακτο, ουδέτερο του άτακτος
άτακτε	adj	κλητική ενικού του άτακτος
άτακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτακτος
άτακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτακτος
άτακτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτακτος
άτακτο	adj	αιτιατική ενικού του άτακτος
άτακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτακτος
άτακτος	adj	που δεν είναι σε τάξη
άτακτου	adj	γενική ενικού του άτακτος
άτακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτακτος
άτακτων	adj	γενική πληθυντικού του άτακτος
άταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άταστο
άταστε	adj	κλητική ενικού του άταστος
άταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άταστη
άταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άταστος
άταστης	adj	γενική ενικού του άταστη
άταστο	adj	αιτιατική ενικού του άταστος
άταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άταστος
άταστος	adj	έγχορδο όργανο χωρίς τάστα, που δεν έχει τάστα
άταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άταστος
άταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άταστος
άταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άταστος
άταφα	=	άταφος
άταφε	=	άταφος
άταφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άταφος
άταφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άταφος
άταφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άταφος
άταφο	=	άταφος
άταφοι	=	άταφος
άταφος	adj	που δεν έχει ενταφιαστεί
άταφου	=	άταφος
άταφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άταφος
άταφων	=	άταφος
άταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άταχτος	adv	άλλη μορφή του άτακτα
άταχτε	=	άταχτος
άταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άταχτος
άταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άταχτος
άταχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άταχτος
άταχτο	=	άταχτος
άταχτοι	=	άταχτος
άταχτος	adj	που δε βρίσκεται σε τάξη ή δε γίνεται με τάξη, άτακτος
άταχτου	=	άταχτος
άταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άταχτος
άταχτων	=	άταχτος
άτεγκτα	adv	με σκληρότητα, με αλύγιστο τρόπο
άτεγκτε	=	άτεγκτος
άτεγκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτεγκτος
άτεγκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτεγκτος
άτεγκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτεγκτος
άτεγκτο	=	άτεγκτος
άτεγκτοι	=	άτεγκτος
άτεγκτος	adj	σκληρός, αδυσώπητος, απηνής, αμείλικτος
άτεγκτου	=	άτεγκτος
άτεγκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτεγκτος
άτεγκτων	=	άτεγκτος
άτεκνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτεκνο
άτεκνε	adj	κλητική ενικού του άτεκνος
άτεκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτεκνος
άτεκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτεκνος
άτεκνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτεκνος
άτεκνο	adj	αιτιατική ενικού του άτεκνος
άτεκνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτεκνος
άτεκνος	adj	που δεν έχει αποκτήσει τέκνα (παιδιά) ή δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει
άτεκνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτεκνος
άτεκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτεκνος
άτεκνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτεκνος
άτερμον	=	ατέρμονας
άτεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άτεχνος	adv	με άτεχνο τρόπο
άτεχνε	adj	κλητική ενικού του άτεχνος
άτεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτεχνος
άτεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτεχνος
άτεχνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτεχνος
άτεχνο	adj	αιτιατική ενικού του άτεχνος
άτεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτεχνος
άτεχνος	adj	αυτός που δημιουργήθηκε χωρίς τέχνη
άτεχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτεχνος
άτεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτεχνος
άτεχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτεχνος
άτη	noun	η θεόσταλτη τύφλωση του νου που παρασύρει τον ήρωα σε καταστροφικές πράξεις, ως συνέπεια της ύβρεως και προοίμιο της τιμωρίας του
άτηκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτηκτο
άτηκτε	adj	κλητική ενικού του άτηκτος
άτηκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτηκτος
άτηκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτηκτος
άτηκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτηκτος
άτηκτο	adj	αιτιατική ενικού του άτηκτος
άτηκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτηκτος
άτηκτος	adj	που δεν τήκεται, δεν λιώνει
άτηκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτηκτος
άτηκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτηκτος
άτηκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτηκτος
άτης	=	άτη
άτι	noun|literary	βαρβάτο άλογο ιππασίας
άτια	=	άτι
άτιμα	adv	με άτιμο τρόπο
άτιμε	adj	κλητική ενικού του άτιμος
άτιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτιμος
άτιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτιμος
άτιμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτιμος
άτιμο	adj	αιτιατική ενικού του άτιμος
άτιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτιμος
άτιμος	adj	που δε φέρεται με εντιμότητα, δε δείχνει ή δε φανερώνει εντιμότητα, κι έτσι δεν τον εμπιστεύονται ή δεν τον εκτιμούν
άτιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτιμος
άτιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτιμος
άτιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτιμος
άτιτλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτιτλο
άτιτλε	adj	κλητική ενικού του άτιτλος
άτιτλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτιτλος
άτιτλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτιτλος
άτιτλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτιτλος
άτιτλο	adj	αιτιατική ενικού του άτιτλος
άτιτλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτιτλος
άτιτλος	adj	που δεν έχει τίτλο
άτιτλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτιτλος
άτιτλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτιτλος
άτιτλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτιτλος
άτλαντα	=	άτλαντας
άτλαντας	noun	βιβλίο με χάρτες (από μια συλλογή χαρτών του 16ου αιώνα που απεικόνιζε στην προμετωπίδα τον μυθικό Άτλαντα)
άτλαντες	=	άτλαντας
άτμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτμητο
άτμητε	adj	κλητική ενικού του άτμητος
άτμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτμητος
άτμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτμητος
άτμητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτμητος
άτμητο	adj	αιτιατική ενικού του άτμητος
άτμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτμητος
άτμητος	adj|formal	που δεν έχει τμηθεί ή δεν μπορεί να τμηθεί
άτμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτμητος
άτμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτμητος
άτμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτμητος
άτμιζα	=	ατμίζω
άτμιζαν	=	ατμίζω
άτμιζε	=	ατμίζω
άτμιζες	=	ατμίζω
άτμισα	=	ατμίζω
άτμισαν	=	ατμίζω
άτμισε	=	ατμίζω
άτμισες	=	ατμίζω
άτμιση	noun	η παραγωγή ατμών και η διοχέτευσή τους σε ένα αντικείμενο
άτμισης	noun	γενική ενικού του άτμιση
άτμισμα	noun	το «κάπνισμα» ηλεκτρονικού τσιγάρου
άτοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτοκο
άτοκε	adj	κλητική ενικού του άτοκος
άτοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτοκος
άτοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτοκος
άτοκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτοκος
άτοκο	adj	αιτιατική ενικού του άτοκος
άτοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτοκος
άτοκος	adj	που γίνεται χωρίς την επιβολή τόκων· που δεν πληρώνονται ή καταβάλλονται τόκοι για αυτόν
άτοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτοκος
άτοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτοκος
άτοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτοκος
άτολμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άτολμος	adv	χωρίς τόλμη, με ατολμία
άτολμε	adj	κλητική ενικού του άτολμος
άτολμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτολμος
άτολμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτολμος
άτολμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτολμος
άτολμο	adj	αιτιατική ενικού του άτολμος
άτολμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτολμος
άτολμος	adj	που δεν έχει τόλμη, που δειλιάζει, που διστάζει
άτολμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτολμος
άτολμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτολμος
άτολμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτολμος
άτομα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτομο
άτομο	noun	ένας μεμονωμένος άνθρωπος, ένα πρόσωπο
άτονα	adv	με άτονο τρόπο
άτονε	adj	κλητική ενικού του άτονος
άτονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτονος
άτονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτονος
άτονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτονος
άτονο	adj	αιτιατική ενικού του άτονος
άτονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτονος
άτονος	adj	που δεν έχει τόνο
άτονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτονος
άτονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτονος
άτονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτονος
άτοπα	=	άτοπος
άτοπε	=	άτοπος
άτοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτοπος
άτοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτοπος
άτοπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτοπος
άτοπο	noun	αυτό που δεν έχει θέση, δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ και πουθενά ή που είναι αδύνατον να υπάρχει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, το παράλογο, που δεν εσταθεί, δεν στέκει, που αντιφάσκει πλήρως με τον εαυτό του ή αντιβαίνει σε βασικές αρχές, το απαράδεκτο
άτοποι	=	άτοπος
άτοπος	adj	που είναι σε αντίθεση με τη λογική
άτοπου	=	άτοπος
άτοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτοπος
άτοπων	=	άτοπος
άτρακτε	noun	κλητική ενικού του άτρακτος
άτρακτο	noun	αιτιατική ενικού του άτρακτος
άτρακτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρακτος
άτρακτος	noun|formal	το αδράχτι
άτρεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρεμο
άτρεμε	adj	κλητική ενικού του άτρεμος
άτρεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτρεμος
άτρεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρεμος
άτρεμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτρεμος
άτρεμο	adj	αιτιατική ενικού του άτρεμος
άτρεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρεμος
άτρεμος	adj	που δεν τρέμει
άτρεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτρεμος
άτρεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρεμος
άτρεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτρεμος
άτρεπτα	=	άτρεπτος
άτρεπτε	=	άτρεπτος
άτρεπτες	=	άτρεπτος
άτρεπτη	=	άτρεπτος
άτρεπτης	=	άτρεπτος
άτρεπτο	=	άτρεπτος
άτρεπτοι	=	άτρεπτος
άτρεπτος	adj|archaic	αμετάβλητος, αναλλοίωτος
άτρεπτου	=	άτρεπτος
άτρεπτους	=	άτρεπτος
άτρεπτων	=	άτρεπτος
άτρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρητο
άτρητε	adj	κλητική ενικού του άτρητος
άτρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτρητος
άτρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρητος
άτρητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτρητος
άτρητο	adj	αιτιατική ενικού του άτρητος
άτρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρητος
άτρητος	adj|archaic	που δεν έχει τρυπηθεί
άτρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτρητος
άτρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρητος
άτρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτρητος
άτρια	=	άτριο
άτριο	noun	ορθογώνιος κεντρικός χώρος ρωμαϊκής οικίας, συχνά ακάλυπτος στο μέσο για φωτισμό και αερισμό, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται τα κύρια δωμάτια
άτριου	=	άτριο
άτριουμ	noun	άλλη μορφή του άτριο
άτριφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτριφτο
άτριφτε	adj	κλητική ενικού του άτριφτος
άτριφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτριφτος
άτριφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτριφτος
άτριφτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτριφτος
άτριφτο	adj	αιτιατική ενικού του άτριφτος
άτριφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτριφτος
άτριφτος	adj	που δεν τον έχουν τρίψει
άτριφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτριφτος
άτριφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτριφτος
άτριφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτριφτος
άτριχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτριχο
άτριχε	adj	κλητική ενικού του άτριχος
άτριχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτριχος
άτριχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτριχος
άτριχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτριχος
άτριχο	adj	αιτιατική ενικού του άτριχος
άτριχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτριχος
άτριχος	adj	που δεν έχει τρίχες
άτριχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτριχος
άτριχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτριχος
άτριχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτριχος
άτριων	=	άτριο
άτρομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρομο
άτρομε	adj	κλητική ενικού του άτρομος
άτρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρομη
άτρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρομος
άτρομης	adj	γενική ενικού του άτρομη
άτρομο	adj	αιτιατική ενικού του άτρομος
άτρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρομος
άτρομος	adj	άλλη μορφή του ατρόμητος
άτρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτρομος
άτρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρομος
άτρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτρομος
άτροπα	=	άτροπος
άτροπε	=	άτροπος
άτροπες	=	άτροπος
άτροπη	=	άτροπος
άτροπης	=	άτροπος
άτροπο	=	άτροπος
άτροποι	=	άτροπος
άτροπος	noun	μπελαντόνα	adj|archaic	αμετάβλητος, αναλλοίωτος, αμετάκλητος, αμετάτρεπτος
άτροπου	=	άτροπος
άτροπους	=	άτροπος
άτροπων	=	άτροπος
άτρυγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρυγο
άτρυγε	adj	κλητική ενικού του άτρυγος
άτρυγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρυγη
άτρυγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρυγος
άτρυγης	adj	γενική ενικού του άτρυγη
άτρυγο	adj	αιτιατική ενικού του άτρυγος
άτρυγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρυγος
άτρυγος	adj	που δεν έχει τρυγηθεί
άτρυγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτρυγος
άτρυγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρυγος
άτρυγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτρυγος
άτρυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρυπο
άτρυπε	adj	κλητική ενικού του άτρυπος
άτρυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρυπη
άτρυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρυπος
άτρυπης	adj	γενική ενικού του άτρυπη
άτρυπο	adj	αιτιατική ενικού του άτρυπος
άτρυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρυπος
άτρυπος	adj	που δεν έχει τρύπα
άτρυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτρυπος
άτρυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρυπος
άτρυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτρυπος
άτρυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτρυτο
άτρυτε	adj	κλητική ενικού του άτρυτος
άτρυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτρυτος
άτρυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρυτος
άτρυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτρυτος
άτρυτο	adj	αιτιατική ενικού του άτρυτος
άτρυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρυτος
άτρυτος	adj|archaic	ασταμάτητος, αδιάκοπος, συνεχής
άτρυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτρυτος
άτρυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρυτος
άτρυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτρυτος
άτρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άτρωτος	adv	χωρίς να (μπορούν να) τον πλήξουν, να τον χτυπήσουν
άτρωτε	adj	κλητική ενικού του άτρωτος
άτρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτρωτος
άτρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτρωτος
άτρωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτρωτος
άτρωτο	adj	αιτιατική ενικού του άτρωτος
άτρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτρωτος
άτρωτος	adj	που δεν μπορεί να τρωθεί, να νικηθεί
άτρωτου	adj	γενική ενικού του άτρωτος
άτρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτρωτος
άτρωτων	adj	γενική πληθυντικού του άτρωτος
άτσαλα	=	άτσαλος
άτσαλε	adj	κλητική ενικού του άτσαλος
άτσαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτσαλος
άτσαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτσαλος
άτσαλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτσαλος
άτσαλο	adj	αιτιατική ενικού του άτσαλος
άτσαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτσαλος
άτσαλος	adj	που γίνεται ή που ενεργεί με αδεξιότητα, χωρίς οργάνωση, τάξη ή προσοχή
άτσαλου	adj	γενική ενικού του άτσαλος
άτσαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτσαλος
άτσαλων	adj	γενική πληθυντικού του άτσαλος
άτσεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτσεπο
άτσεπε	adj	κλητική ενικού του άτσεπος
άτσεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτσεπη
άτσεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτσεπος
άτσεπης	adj	γενική ενικού του άτσεπη
άτσεπο	adj	αιτιατική ενικού του άτσεπος
άτσεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτσεπος
άτσεπος	adj|informal	ο χωρίς τσέπη
άτσεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτσεπος
άτσεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτσεπος
άτσεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτσεπος
άτυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άτυπος	adv	ανεπίσημα, δίχως να τηρείται ο τύπος, το τυπικό σκέλος
άτυπε	adj	κλητική ενικού του άτυπος
άτυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτυπος
άτυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτυπος
άτυπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτυπος
άτυπο	adj	αιτιατική ενικού του άτυπος
άτυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτυπος
άτυπος	adj	που δεν γίνεται σύμφωνα με κάποιους τύπους ή κανόνες ή δεν εμφανίζει κάποια τυπικά χαρακτηριστικά
άτυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτυπος
άτυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτυπος
άτυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτυπος
άτυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτυχο
άτυχε	adj	κλητική ενικού του άτυχος
άτυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άτυχος
άτυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτυχος
άτυχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άτυχος
άτυχο	adj	αιτιατική ενικού του άτυχος
άτυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άτυχος
άτυχος	adj	που δεν γνώρισε την εύνοια της τύχης
άτυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άτυχος
άτυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άτυχος
άτυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άτυχος
άυλα	=	άυλος
άυλε	=	άυλος
άυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άυλος
άυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άυλος
άυλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άυλος
άυλο	=	άυλος
άυλοι	=	άυλος
άυλος	adj	που δεν αποτελείται από ύλη
άυλου	=	άυλος
άυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άυλος
άυλων	adj	γενική πληθυντικού του άυλος
άυπνα	=	άυπνος
άυπνε	=	άυπνος
άυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άυπνος
άυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άυπνος
άυπνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άυπνος
άυπνο	=	άυπνος
άυπνοι	=	άυπνος
άυπνος	adj	που έχει μείνει χωρίς ύπνο, χωρίς να κοιμηθεί
άυπνου	=	άυπνος
άυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άυπνος
άυπνων	=	άυπνος
άφαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφαγο
άφαγε	adj	κλητική ενικού του άφαγος
άφαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφαγος
άφαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφαγος
άφαγης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφαγος
άφαγο	adj	αιτιατική ενικού του άφαγος
άφαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφαγος
άφαγος	adj	που δεν έχει φάει ή δεν τρώει αρκετά
άφαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφαγος
άφαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφαγος
άφαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφαγος
άφαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφαντο
άφαντε	adj	κλητική ενικού του άφαντος
άφαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφαντος
άφαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφαντος
άφαντης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφαντος
άφαντο	adj	αιτιατική ενικού του άφαντος
άφαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφαντος
άφαντος	adj	που δε φαίνεται, που χάθηκε ή εξαφανίστηκε
άφαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφαντος
άφαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφαντος
άφαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφαντος
άφατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφατο
άφατε	adj	κλητική ενικού του άφατος
άφατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφατος
άφατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφατος
άφατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφατος
άφατο	adj	αιτιατική ενικού του άφατος
άφατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφατος
άφατος	adj	που δεν μπορεί να ειπωθεί, να εκφραστεί με λόγια
άφατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφατος
άφατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφατος
άφατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφατος
άφεγγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφεγγο
άφεγγε	adj	κλητική ενικού του άφεγγος
άφεγγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφεγγος
άφεγγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφεγγος
άφεγγης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφεγγος
άφεγγο	adj	αιτιατική ενικού του άφεγγος
άφεγγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφεγγος
άφεγγος	adj	που δεν φεγγίζει, δεν έχει λάμψη, δεν εκπέμπει φως
άφεγγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφεγγος
άφεγγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφεγγος
άφεγγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφεγγος
άφεριμ	intj|dated	μπράβο, εύγε
άφεση	noun	η απαλλαγή
άφεσης	=	άφεση
άφευκτα	adv|formal	με άφευκτο τρόπο, χωρίς να μπορεί να τον αποφύγει κάποιος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άφευκτος
άφευκτε	adj	κλητική ενικού του άφευκτος
άφευκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφευκτος
άφευκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφευκτος
άφευκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφευκτος
άφευκτο	=	άφευκτος
άφευκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφευκτος
άφευκτος	adj|formal	που δεν μπορεί κάποιος να τον αποφύγει
άφευκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφευκτος
άφευκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφευκτος
άφευκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφευκτος
άφευχτος	=	άφευκτος
άφηκα	=	αφήνω
άφηκαν	=	αφήνω
άφηκε	=	αφήνω
άφηκες	=	αφήνω
άφημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφήνω
άφηνα	=	αφήνω
άφηναν	=	αφήνω
άφηνε	=	αφήνω
άφηνες	=	αφήνω
άφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
άφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
άφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
άφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
άφθα	noun	έλκος του στόματος, ζυμομυκητίαση του βλεννογόνου που επενδύει το στόμα και τη γλώσσα
άφθαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφθαρτο
άφθαρτε	adj	κλητική ενικού του άφθαρτος
άφθαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφθαρτος
άφθαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφθαρτος
άφθαρτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφθαρτος
άφθαρτο	adj	αιτιατική ενικού του άφθαρτος
άφθαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφθαρτος
άφθαρτος	adj	που δεν μπορεί να υποστεί υλική ή ηθική φθορά
άφθαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφθαρτος
άφθαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφθαρτος
άφθαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφθαρτος
άφθας	noun	γενική ενικού του άφθα
άφθαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άφθαστος	adv	με άφθαστο τόπο
άφθαστε	adj	κλητική ενικού του άφθαστος
άφθαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφθαστος
άφθαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφθαστος
άφθαστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφθαστος
άφθαστο	adj	αιτιατική ενικού του άφθαστος
άφθαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφθαστος
άφθαστος	adj	που δεν μπορεί κάποιος να τον φτάσει
άφθαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφθαστος
άφθαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφθαστος
άφθαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφθαστος
άφθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφθα
άφθηκα	=	άπτομαι
άφθηκαν	=	άπτομαι
άφθηκε	=	άπτομαι
άφθηκες	=	άπτομαι
άφθιτα	=	άφθιτος
άφθιτε	=	άφθιτος
άφθιτες	=	άφθιτος
άφθιτη	=	άφθιτος
άφθιτης	=	άφθιτος
άφθιτο	=	άφθιτος
άφθιτοι	=	άφθιτος
άφθιτος	adj|formal	άφθαρτος, που δε φθίνει, δε φθείρεται
άφθιτου	=	άφθιτος
άφθιτους	=	άφθιτος
άφθιτων	=	άφθιτος
άφθονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άφθονος	adv	σε άφθονη ποσότητα
άφθονε	adj	κλητική ενικού του άφθονος
άφθονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφθονος
άφθονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφθονος
άφθονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφθονος
άφθονο	adj	αιτιατική ενικού του άφθονος
άφθονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφθονος
άφθονος	adj	που βρίσκεται ή παρέχεται σε μεγάλη ποσότητα, σε αφθονία
άφθονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφθονος
άφθονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφθονος
άφθονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφθονος
άφθορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφθορο
άφθορε	adj	κλητική ενικού του άφθορος
άφθορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφθορος
άφθορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφθορος
άφθορης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφθορος
άφθορο	adj	αιτιατική ενικού του άφθορος
άφθοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφθορος
άφθορος	adj|formal	που δεν έχει φθαρεί ή διαφθαρεί
άφθορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφθορος
άφθορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφθορος
άφθορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφθορος
άφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφιλο
άφιλε	adj	κλητική ενικού του άφιλος
άφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφιλος
άφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφιλος
άφιλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφιλος
άφιλο	adj	αιτιατική ενικού του άφιλος
άφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφιλος
άφιλος	adj	που δεν έχει φίλους
άφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφιλος
άφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφιλος
άφιλτρα	=	άφιλτρο
άφιλτρο	noun	τσιγάρο ή άλλο καπνικό είδος που δεν έχει φίλτρο
άφιλτρος	adj|rare	που δεν έχει ή που λειτουργεί χωρίς φίλτρο
άφιλτρου	=	άφιλτρο
άφιλτρων	=	άφιλτρο
άφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφιλος
άφιξη	noun	το αποτέλεσμα του αφικνούμαι, το να φτάνει κάποιος σ'έναν τόπο ερχόμενος από αλλού· λέγεται για ανθρώπους, εμπορεύματα και συγκοινωνιακά μέσα
άφιξης	noun	γενική ενικού του άφιξη
άφκιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφκιαστο
άφκιαστε	adj	κλητική ενικού του άφκιαστος
άφκιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφκιαστη
άφκιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφκιαστος
άφκιαστης	adj	γενική ενικού του άφκιαστη
άφκιαστο	adj	αιτιατική ενικού του άφκιαστος
άφκιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφκιαστος
άφκιαστος	adj	άλλη μορφή του άφτιαχτος (του απεριποίητου, του αφρόντιστου)
άφκιαστου	adj	γενική ενικού του άφκιαστος
άφκιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφκιαστος
άφκιαστων	adj	γενική πληθυντικού του άφκιαστος
άφκιαχτα	=	άφκιαχτος
άφκιαχτε	=	άφκιαχτος
άφκιαχτες	=	άφκιαχτος
άφκιαχτη	=	άφκιαχτος
άφκιαχτης	=	άφκιαχτος
άφκιαχτο	=	άφκιαχτος
άφκιαχτοι	=	άφκιαχτος
άφκιαχτος	adj	άφτιαχτος
άφκιαχτου	=	άφκιαχτος
άφκιαχτους	=	άφκιαχτος
άφκιαχτων	=	άφκιαχτος
άφλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφλεκτο
άφλεκτε	adj	κλητική ενικού του άφλεκτος
άφλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφλεκτος
άφλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφλεκτος
άφλεκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφλεκτος
άφλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του άφλεκτος
άφλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφλεκτος
άφλεκτος	adj	που δεν φλέγεται ή δεν είναι δυνατόν να πιάσει φωτιά
άφλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφλεκτος
άφλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφλεκτος
άφλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφλεκτος
άφνιο	noun	αργυρόχροο, μεταλλικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 72 και χημικό σύμβολο το Hf
άφνου	adv	ξαφνικά
άφοβα	adv	χωρίς φόβο
άφοβε	adj	κλητική ενικού του άφοβος
άφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφοβος
άφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφοβος
άφοβης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφοβος
άφοβο	adj	αιτιατική ενικού του άφοβος
άφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφοβος
άφοβος	adj	που δεν φοβάται
άφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφοβος
άφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφοβος
άφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφοβος
άφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφορο
άφορε	adj	κλητική ενικού του άφορος
άφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφορος
άφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφορος
άφορης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφορος
άφορο	adj	αιτιατική ενικού του άφορος
άφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφορος
άφορος	adj	που δεν είναι εύφορος
άφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφορος
άφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφορος
άφορτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφορτο
άφορτε	adj	κλητική ενικού του άφορτος
άφορτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφορτη
άφορτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφορτος
άφορτης	adj	γενική ενικού του άφορτη
άφορτο	adj	αιτιατική ενικού του άφορτος
άφορτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφορτος
άφορτος	adj	που δεν έχει φορτωθεί
άφορτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφορτος
άφορτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφορτος
άφορτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφορτος
άφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφορος
άφραγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφραγο
άφραγε	adj	κλητική ενικού του άφραγος
άφραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφραγος
άφραγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφραγος
άφραγης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφραγος
άφραγκα	=	άφραγκος
άφραγκε	=	άφραγκος
άφραγκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφραγκος
άφραγκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφραγκος
άφραγκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφραγκος
άφραγκο	=	άφραγκος
άφραγκοι	=	άφραγκος
άφραγκος	adj	που δεν έχει φράγκο (λεφτά)
άφραγκου	=	άφραγκος
άφραγκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφραγκος
άφραγκων	=	άφραγκος
άφραγο	adj	αιτιατική ενικού του άφραγος
άφραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφραγος
άφραγος	adj	άλλη μορφή του άφρακτος
άφραγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφραγος
άφραγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφραγος
άφραγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφραγος
άφρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφρακτο
άφρακτε	adj	κλητική ενικού του άφρακτος
άφρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφρακτη
άφρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφρακτος
άφρακτης	adj	γενική ενικού του άφρακτη
άφρακτο	adj	αιτιατική ενικού του άφρακτος
άφρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφρακτος
άφρακτος	adj	που δεν είναι φραγμένος
άφρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφρακτος
άφρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφρακτος
άφρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφρακτος
άφραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφραντο
άφραντε	adj	κλητική ενικού του άφραντος
άφραντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφραντη
άφραντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφραντος
άφραντης	adj	γενική ενικού του άφραντη
άφραντο	adj	αιτιατική ενικού του άφραντος
άφραντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφραντος
άφραντος	adj	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))άλλη μορφή του ανεύφραντος
άφραντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφραντος
άφραντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφραντος
άφραντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφραντος
άφραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφραστο
άφραστε	adj	κλητική ενικού του άφραστος
άφραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφραστος
άφραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφραστος
άφραστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφραστος
άφραστο	adj	αιτιατική ενικού του άφραστος
άφραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφραστος
άφραστος	adj|formal	που δεν μπορούν να τον εκφράσουν
άφραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφραστος
άφραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφραστος
άφραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφραστος
άφραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφραχτο
άφραχτε	adj	κλητική ενικού του άφραχτος
άφραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφραχτος
άφραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφραχτος
άφραχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφραχτος
άφραχτο	adj	αιτιατική ενικού του άφραχτος
άφραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφραχτος
άφραχτος	adj	άλλη μορφή του άφρακτος
άφραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφραχτος
άφραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφραχτος
άφραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφραχτος
άφρη	noun	διαλεκτικός τύπος του αφρός, η άφρα
άφριζα	=	αφρίζω
άφριζαν	=	αφρίζω
άφριζε	=	αφρίζω
άφριζες	=	αφρίζω
άφρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
άφρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
άφρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
άφρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
άφρισμα	noun	το αποτέλεσμα του αφρίζω
άφρο	adj	για μαλλιά πυκνά, σγουρά και φουντωτά σε σφαιρικό, στρογγυλεμένο σχήμα	noun	το άφρο· σγουρά, πυκνά και φουντωτά μαλλιά, συνήθως μαύρα, σε σχήμα σφαίρας, χαρακτηριστικά των Αφροαμερικανών
άφρον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άφρων
άφρονα	=	άφρονας
άφρονας	adj	μορφή του άφρων με νεότερες καταλήξεις
άφρονες	=	άφρονας
άφρονον	=	άφρονας
άφρονος	=	άφρονας
άφροντι	=	άφροντις
άφροντις	adj|archaic	αμέριμνος
άφρονων	=	άφρονας
άφρυδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφρυδο
άφρυδε	adj	κλητική ενικού του άφρυδος
άφρυδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφρυδη
άφρυδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφρυδος
άφρυδης	adj	γενική ενικού του άφρυδη
άφρυδο	adj	αιτιατική ενικού του άφρυδος
άφρυδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφρυδος
άφρυδος	adj	που δεν έχει φρύδια
άφρυδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφρυδος
άφρυδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφρυδος
άφρυδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφρυδος
άφρυκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφρυκτο
άφρυκτε	adj	κλητική ενικού του άφρυκτος
άφρυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφρυκτος
άφρυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφρυκτος
άφρυκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφρυκτος
άφρυκτο	adj	αιτιατική ενικού του άφρυκτος
άφρυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφρυκτος
άφρυκτος	adj|archaic	ακαβούρντιστος
άφρυκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφρυκτος
άφρυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφρυκτος
άφρυκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφρυκτος
άφρων	=	άφρονας
άφταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άφταστος	adv	με άφταστο τόπο
άφταστε	adj	κλητική ενικού του άφταστος
άφταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφταστος
άφταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφταστος
άφταστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφταστος
άφταστο	adj	αιτιατική ενικού του άφταστος
άφταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφταστος
άφταστος	adj	άλλη μορφή του άφθαστος
άφταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφταστος
άφταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφταστος
άφταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφταστος
άφτερ	noun	χώρος διασκέδασης που συνεχίζει τη λειτουργία του μετά το κλείσιμο των συνηθισμένων μαγαζιών
άφτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφτερο
άφτερε	adj	κλητική ενικού του άφτερος
άφτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφτερος
άφτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφτερος
άφτερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφτερος
άφτερο	adj	αιτιατική ενικού του άφτερος
άφτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφτερος
άφτερος	adj	άλλη μορφή του άπτερος: που δεν έχει φτερά
άφτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφτερος
άφτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφτερος
άφτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφτερος
άφτιαστα	=	άφτιαστος
άφτιαστε	=	άφτιαστος
άφτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφτιαστος
άφτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφτιαστος
άφτιαστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφτιαστος
άφτιαστο	=	άφτιαστος
άφτιαστοι	=	άφτιαστος
άφτιαστος	adj	άλλη μορφή του άφτιαχτος
άφτιαστου	=	άφτιαστος
άφτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφτιαστος
άφτιαστων	=	άφτιαστος
άφτιαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφτιαχτο
άφτιαχτε	adj	κλητική ενικού του άφτιαχτος
άφτιαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφτιαχτος
άφτιαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφτιαχτος
άφτιαχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφτιαχτος
άφτιαχτο	adj	αιτιατική ενικού του άφτιαχτος
άφτιαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφτιαχτος
άφτιαχτος	adj	που δεν έχει φτιαχτεί
άφτιαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφτιαχτος
άφτιαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφτιαχτος
άφτιαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφτιαχτος
άφτρα	noun	προσάναμμα
άφτρας	noun	γενική ενικού του άφτρα
άφτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφτρα
άφτυστα	=	άφτυστος
άφτυστε	=	άφτυστος
άφτυστες	=	άφτυστος
άφτυστη	=	άφτυστος
άφτυστης	=	άφτυστος
άφτυστο	=	άφτυστος
άφτυστοι	=	άφτυστος
άφτυστος	adj	αυτός που δεν τον έφτυσαν
άφτυστου	=	άφτυστος
άφτυστους	=	άφτυστος
άφτυστων	=	άφτυστος
άφτω	verb	ανάβω
άφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφυλο
άφυλε	adj	κλητική ενικού του άφυλος
άφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφυλη
άφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφυλος
άφυλης	adj	γενική ενικού του άφυλη
άφυλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφυλλο
άφυλλε	adj	κλητική ενικού του άφυλλος
άφυλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφυλλος
άφυλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφυλλος
άφυλλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφυλλος
άφυλλο	adj	αιτιατική ενικού του άφυλλος
άφυλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφυλλος
άφυλλος	adj	που δεν έχει φύλλα
άφυλλοςα	=	άφυλλος
άφυλλοςε	=	άφυλλος
άφυλλοςες	=	άφυλλος
άφυλλοςη	=	άφυλλος
άφυλλοςης	=	άφυλλος
άφυλλοςο	=	άφυλλος
άφυλλοςοι	=	άφυλλος
άφυλλοςος	=	άφυλλος
άφυλλοςου	=	άφυλλος
άφυλλοςους	=	άφυλλος
άφυλλοςων	=	άφυλλος
άφυλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφυλλος
άφυλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφυλλος
άφυλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφυλλος
άφυλο	adj	αιτιατική ενικού του άφυλος
άφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφυλος
άφυλος	adj	που δεν έχει φύλο ή δεν έχει αναπαραγωγικά όργανα ή που το είδος του εμφανίζει (και άρα αναπαράγεται από) ένα φύλο
άφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφυλος
άφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφυλος
άφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφυλος
άφωνα	adv	χωρίς φωνή
άφωνε	adj	κλητική ενικού του άφωνος
άφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφωνος
άφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφωνος
άφωνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφωνος
άφωνο	adj	αιτιατική ενικού του άφωνος
άφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφωνος
άφωνος	adj	που δεν έχει φωνή, που δεν προφέρεται
άφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφωνος
άφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφωνος
άφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφωνος
άφωτα	adv	πριν ξημερώσει
άφωτε	adj	κλητική ενικού του άφωτος
άφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άφωτος
άφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφωτος
άφωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άφωτος
άφωτο	adj	αιτιατική ενικού του άφωτος
άφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άφωτος
άφωτος	adj	αφώτιστος
άφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άφωτος
άφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άφωτος
άφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άφωτος
άχαρα	adv	με άχαρο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άχαρος
άχαρε	adj	κλητική ενικού του άχαρος
άχαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχαρος
άχαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχαρος
άχαρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχαρος
άχαρι	=	άχαρις
άχαρις	adj|archaic	αχάριστος
άχαρο	adj	αιτιατική ενικού του άχαρος
άχαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχαρος
άχαρος	adj	που δε γεύεται χαρά, δύστυχος
άχαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχαρος
άχαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχαρος
άχαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχαρος
άχαστα	=	άχαστος
άχαστε	=	άχαστος
άχαστες	=	άχαστος
άχαστη	=	άχαστος
άχαστης	=	άχαστος
άχαστο	=	άχαστος
άχαστοι	=	άχαστος
άχαστος	adj	που δεν χάνει ή δεν είναι δυνατόν να χάσει
άχαστου	=	άχαστος
άχαστους	=	άχαστος
άχαστων	=	άχαστος
άχερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχερο
άχερο	noun|vulgar	άλλη μορφή του άχυρο
άχερου	noun	γενική ενικού του άχερο
άχερων	noun	γενική πληθυντικού του άχερο
άχεστα	=	άχεστος
άχεστε	=	άχεστος
άχεστες	=	άχεστος
άχεστη	=	άχεστος
άχεστης	=	άχεστος
άχεστο	=	άχεστος
άχεστοι	=	άχεστος
άχεστος	adj	που δεν είναι χεσμένος, που δεν έχει χέσει ή χεστεί, δεν είναι λερωμένος από χέσιμο
άχεστου	=	άχεστος
άχεστους	=	άχεστος
άχεστων	=	άχεστος
άχθη	=	άχθος
άχθηκα	=	άγω
άχθηκαν	=	άγω
άχθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του άγομαι
άχθηκες	=	άγω
άχθος	noun	το βάρος, το φορτίο
άχθους	=	άχθος
άχλα	=	άχνα
άχλας	=	άχνα
άχλωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχλωρο
άχλωρε	adj	κλητική ενικού του άχλωρος
άχλωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχλωρος
άχλωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχλωρος
άχλωρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχλωρος
άχλωρο	adj	αιτιατική ενικού του άχλωρος
άχλωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχλωρος
άχλωρος	adj	που δεν είναι χλωρός
άχλωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχλωρος
άχλωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχλωρος
άχλωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχλωρος
άχνα	noun	ο ατμός, ο αχνός	intj	τσιμουδιά!, μη μιλάς
άχνας	noun	γενική ενικού του άχνα
άχνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχνα
άχνη	noun|dated	άχνα
άχνης	=	άχνη
άχνιζα	=	αχνίζω
άχνιζαν	=	αχνίζω
άχνιζε	=	αχνίζω
άχνιζες	=	αχνίζω
άχνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
άχνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
άχνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
άχνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
άχνισμα	noun	το αποτέλεσμα του αχνίζω
άχνουδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχνουδο
άχνουδε	adj	κλητική ενικού του άχνουδος
άχνουδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχνουδος
άχνουδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχνουδος
άχνουδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχνουδος
άχνουδο	adj	αιτιατική ενικού του άχνουδος
άχνουδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχνουδος
άχνουδος	adj	που δεν έχει χνούδι
άχνουδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχνουδος
άχνουδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχνουδος
άχνουδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχνουδος
άχολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άχολος	adv|literary	με άχολο τρόπο, χωρίς νεύρα, ήρεμα
άχολε	adj	κλητική ενικού του άχολος
άχολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχολος
άχολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχολος
άχολης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχολος
άχολο	adj	αιτιατική ενικού του άχολος
άχολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχολος
άχολος	adj|literary	που δεν νευριάζει εύκολα, που είναι ήρεμος και φέρεται αναλόγως
άχολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχολος
άχολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχολος
άχολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχολος
άχορδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχορδο
άχορδε	adj	κλητική ενικού του άχορδος
άχορδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχορδος
άχορδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχορδος
άχορδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχορδος
άχορδο	adj	αιτιατική ενικού του άχορδος
άχορδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχορδος
άχορδος	adj	αυτός που δεν έχει χορδές
άχορδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχορδος
άχορδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχορδος
άχορδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχορδος
άχου	intj	επιφώνημα με το οποίο εκφράζεται…
άχραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχραντο
άχραντε	=	άχραντος
άχραντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχραντος
άχραντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχραντος
άχραντης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχραντος
άχραντο	adj	αιτιατική ενικού του άχραντος
άχραντοι	=	άχραντος
άχραντος	adj	αμίαντος, αμόλυντος
άχραντου	=	άχραντος
άχραντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχραντος
άχραντων	=	άχραντος
άχρεια	noun|rare	η αχρειολογία, η αισχρολογία
άχρηστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άχρηστος	adv	με άχρηστο τρόπο
άχρηστε	adj	κλητική ενικού του άχρηστος
άχρηστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχρηστος
άχρηστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχρηστος
άχρηστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχρηστος
άχρηστο	adj	αιτιατική ενικού του άχρηστος
άχρηστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχρηστος
άχρηστος	adj	που δε χρησιμεύει σε κάτι
άχρηστου	adj	γενική ενικού του άχρηστος
άχρηστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχρηστος
άχρηστων	adj	γενική πληθυντικού του άχρηστος
άχρι	prep|archaic	μέχρι, έως, έως ότου, μέχρις ότου, ώσπου
άχρις	prep|archaic	άλλη μορφή του άχρι
άχροα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άχροος	adv	αχρωμάτιστα
άχροε	adj	κλητική ενικού του άχροος
άχροες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχροος
άχροη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχροος
άχροης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχροος
άχρονα	adv	έξω από χρονικά όρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άχρονος
άχρονε	=	άχρονος
άχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχρονος
άχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχρονος
άχρονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχρονος
άχρονο	=	άχρονος
άχρονοι	=	άχρονος
άχρονος	adj	αιώνιος, μεγάλης διάρκειας/ηλικίας
άχρονου	=	άχρονος
άχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχρονος
άχρονων	=	άχρονος
άχροο	adj	αιτιατική ενικού του άχροος
άχροοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχροος
άχροος	adj|formal	άχρωμος, αχρωμάτιστος
άχροου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχροος
άχροους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχροος
άχροων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχροος
άχρωμα	adv	χωρίς χρώμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχρωμο
άχρωμε	adj	κλητική ενικού του άχρωμος
άχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχρωμος
άχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχρωμος
άχρωμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχρωμος
άχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του άχρωμος
άχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχρωμος
άχρωμος	adj	που δεν έχει (έντονο) χρώμα
άχρωμου	adj	γενική ενικού του άχρωμος
άχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχρωμος
άχρωμων	adj	γενική πληθυντικού του άχρωμος
άχτι	noun	το μίσος, η έντονη επιθυμία για εκδίκηση
άχτια	=	άχτι
άχτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχτιστο
άχτιστε	adj	κλητική ενικού του άχτιστος
άχτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχτιστος
άχτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχτιστος
άχτιστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχτιστος
άχτιστο	adj	αιτιατική ενικού του άχτιστος
άχτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχτιστος
άχτιστος	adj	που δεν έχει χτιστεί
άχτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχτιστος
άχτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχτιστος
άχτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχτιστος
άχυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχυμο
άχυμε	adj	κλητική ενικού του άχυμος
άχυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχυμος
άχυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχυμος
άχυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχυμος
άχυμο	adj	αιτιατική ενικού του άχυμος
άχυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχυμος
άχυμος	adj	που δεν έχει χυμό (μέσα του)
άχυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχυμος
άχυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχυμος
άχυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχυμος
άχυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχυρο
άχυρο	noun	το αποξηραμένο στέλεχος των σιτηρών μετά το αλώνισμα
άχυρου	noun	γενική ενικού του άχυρο
άχυρων	noun	γενική πληθυντικού του άχυρο
άχωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχωστο
άχωστε	adj	κλητική ενικού του άχωστος
άχωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άχωστος
άχωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άχωστος
άχωστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άχωστος
άχωστο	adj	αιτιατική ενικού του άχωστος
άχωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άχωστος
άχωστος	adj	που δεν έχει χωθεί
άχωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άχωστος
άχωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άχωστος
άχωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άχωστος
άψα	noun	άλλη μορφή του άψη
άψαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψαλτο	adv	δίχως να ακολουθηθεί η λειτουργία της κηδείας, χωρίς ψαλμούς
άψαλτε	adj	κλητική ενικού του άψαλτος
άψαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψαλτος
άψαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψαλτος
άψαλτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψαλτος
άψαλτο	adj	αιτιατική ενικού του άψαλτος
άψαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψαλτος
άψαλτος	adj	που δεν έχει ψαλθεί, συνήθως για νεκρό που τάφηκε χωρίς να τελεστεί κανονική κηδεία (π.χ. αν αυτοκτόνησε, αν δεν κηδεύτηκε, αν δεν βρέθηκε το πτώμα του κ.λπ.)
άψαλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψαλτος
άψαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψαλτος
άψαλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψαλτος
άψας	noun	γενική ενικού του άψα
άψαυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψαυστο
άψαυστε	adj	κλητική ενικού του άψαυστος
άψαυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψαυστη
άψαυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψαυστος
άψαυστης	adj	γενική ενικού του άψαυστη
άψαυστο	adj	αιτιατική ενικού του άψαυστος
άψαυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψαυστος
άψαυστος	adj	που δεν έχει αγγιχτεί, ο άθικτος
άψαυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψαυστος
άψαυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψαυστος
άψαυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψαυστος
άψαχτα	adv	χωρίς να έχει ψαχτεί, χωρίς να έχουν ψάξει
άψαχτε	adj	κλητική ενικού του άψαχτος
άψαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψαχτος
άψαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψαχτος
άψαχτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψαχτος
άψαχτο	adj	αιτιατική ενικού του άψαχτος
άψαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψαχτος
άψαχτος	adj	που δεν έχει ψαχτεί, δεν τον έχουν ψάξει
άψαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψαχτος
άψαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψαχτος
άψαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψαχτος
άψες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψα
άψη	noun	καύσωνας
άψης	=	άψη
άψητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άψητος	adv	χωρίς να έχει ψηθεί
άψητε	=	άψητος
άψητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψητος
άψητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψητος
άψητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψητος
άψητο	=	άψητος
άψητοι	=	άψητος
άψητος	adj	που δεν έχει ψηθεί ή καλοψηθεί
άψητου	=	άψητος
άψητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψητος
άψητων	=	άψητος
άψηφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψηφο
άψηφε	adj	κλητική ενικού του άψηφος
άψηφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψηφη
άψηφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψηφος
άψηφης	adj	γενική ενικού του άψηφη
άψηφο	adj	αιτιατική ενικού του άψηφος
άψηφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψηφος
άψηφος	adj	εκείνος που δεν έχει ψήφο
άψηφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψηφος
άψηφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψηφος
άψηφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψηφος
άψιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψιλο
άψιλε	adj	κλητική ενικού του άψιλος
άψιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψιλος
άψιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψιλος
άψιλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψιλος
άψιλο	adj	αιτιατική ενικού του άψιλος
άψιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψιλος
άψιλος	adj	αδέκαρος
άψιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψιλος
άψιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψιλος
άψιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψιλος
άψινθε	=	άψινθος
άψινθο	=	άψινθος
άψινθοι	=	άψινθος
άψινθος	noun	ποώδες αρωματικό φυτό (Artemisia absinthium) που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως εκτρωτικό ή εμμηναγωγό και στην ποτοποιία
άψογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψογο
άψογε	adj	κλητική ενικού του άψογος
άψογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψογος
άψογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψογος
άψογης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψογος
άψογο	adj	αιτιατική ενικού του άψογος
άψογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψογος
άψογος	adj	που δεν έχει κανένα ψεγάδι, κανένα ελάττωμα, που είναι τέλειος
άψογου	adj	γενική ενικού του άψογος
άψογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψογος
άψογων	adj	γενική πληθυντικού του άψογος
άψυκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψυκτο
άψυκτε	adj	κλητική ενικού του άψυκτος
άψυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψυκτος
άψυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψυκτος
άψυκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψυκτος
άψυκτο	adj	αιτιατική ενικού του άψυκτος
άψυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψυκτος
άψυκτος	adj	που δεν έχει ψυχθεί, δεν τον έχουν ψύξει
άψυκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψυκτος
άψυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψυκτος
άψυκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψυκτος
άψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άψυχο	adv	με τρόπο που δείχνει να μην υπάρχει σθένος και θέληση και δύναμη, ξεψυχισμένα, άτονα, χλιαρά, τυπικά, χωρίς καμία ζέση
άψυχε	adj	κλητική ενικού του άψυχος
άψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άψυχος
άψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψυχος
άψυχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άψυχος
άψυχο	adj	αιτιατική ενικού του άψυχος
άψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άψυχος
άψυχος	adj	που δε διαθέτει ψυχή, όπως η νεκρά φύση, τα αντικείμενα
άψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άψυχος
άψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άψυχος
άψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άψυχος
άωρα	=	άωρος
άωρε	=	άωρος
άωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άωρος
άωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άωρος
άωρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άωρος
άωρο	=	άωρος
άωροι	=	άωρος
άωρος	adj	που δεν έχει ωριμάσει, άγουρος, ανώριμος
άωρου	=	άωρος
άωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άωρος
άωρων	=	άωρος
άωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άωτο
άωτε	adj	κλητική ενικού του άωτος
άωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άωτος
άωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άωτος
άωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του άωτος
άωτο	adj	αιτιατική ενικού του άωτος
άωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άωτος
άωτον	noun|obsolete	χρησιμοποιείται μόνο στη φράση άκρον άωτον
άωτος	adj	που δεν έχει αφτιά
άωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του άωτος
άωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άωτος
άωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του άωτος
άϋλος	=	άυλος
έ	=	επιδιωκόμενος
έαρ	noun|formal	η άνοιξη
έαρος	=	έαρ
έβαζα	=	βάζω
έβαζαν	=	βάζω
έβαζε	=	βάζω
έβαζες	=	βάζω
έβαινα	=	βαίνω
έβαιναν	=	βαίνω
έβαινε	=	βαίνω
έβαινες	=	βαίνω
έβαλα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
έβαλαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
έβαλε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
έβαλες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
έβαλλα	=	βάλλω
έβαλλαν	=	βάλλω
έβαλλε	=	βάλλω
έβαλλες	=	βάλλω
έβαφα	=	βάφω
έβαφαν	=	βάφω
έβαφε	=	βάφω
έβαφες	=	βάφω
έβαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφω
έβαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφω
έβαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφω
έβαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφω
έβγα	=	βγαίνω
έβγαζα	=	βγάζω
έβγαζαν	=	βγάζω
έβγαζε	=	βγάζω
έβγαζες	=	βγάζω
έβγαινα	=	βγαίνω
έβγαιναν	=	βγαίνω
έβγαινε	=	βγαίνω
έβγαινες	=	βγαίνω
έβγαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω
έβγαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω
έβγαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω
έβγαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω
έβδομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έβδομο
έβδομε	adj	κλητική ενικού του έβδομος
έβδομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έβδομη
έβδομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έβδομος
έβδομης	adj	γενική ενικού του έβδομη
έβδομο	noun	κάθε ένα από τα εφτά ίσα μέρη ενός συνόλου
έβδομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έβδομος
έβδομος	num	που ακολουθεί τον έκτο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν εφτά (7)
έβδομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έβδομος
έβδομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έβδομος
έβδομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έβδομος
έβενε	noun	κλητική ενικού του έβενος
έβενο	noun	αιτιατική ενικού του έβενος
έβενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έβενος
έβενος	noun	σκληρό και βαρύ ξύλο με βαθύ σκούρο χρώμα, από διάφορα υποτροπικά και τροπικά δέντρα, κυρίως του γένους Diospyros
έβενου	noun	γενική ενικού του έβενος
έβενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έβενος
έβενων	noun	γενική πληθυντικού του έβενος
έβηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
έβηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
έβηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
έβηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
έβηχα	=	βήχω
έβηχαν	=	βήχω
έβηχε	=	βήχω
έβηχες	=	βήχω
έβιαζα	=	βιάζω
έβιαζαν	=	βιάζω
έβιαζε	=	βιάζω
έβιαζες	=	βιάζω
έβιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
έβιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
έβιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
έβιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
έβλαπτα	=	βλάπτω
έβλαπταν	=	βλάπτω
έβλαπτε	=	βλάπτω
έβλαπτες	=	βλάπτω
έβλαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
έβλαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
έβλαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
έβλαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
έβλεπα	=	βλέπω
έβλεπαν	=	βλέπω
έβλεπε	=	βλέπω
έβλεπες	=	βλέπω
έβοσκα	=	βόσκω
έβοσκαν	=	βόσκω
έβοσκε	=	βόσκω
έβοσκες	=	βόσκω
έβραζα	=	βράζω
έβραζαν	=	βράζω
έβραζε	=	βράζω
έβραζες	=	βράζω
έβρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βράζω
έβρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βράζω
έβρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βράζω
έβρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βράζω
έβρει	=	βρει
έβρεις	=	βρεις
έβρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρέχω
έβρεξαν	=	βρέχω
έβρεξε	=	βρέχει
έβρεξες	=	βρέχω
έβρετε	=	βρείτε
έβρεχα	=	βρέχω
έβρεχαν	=	βρέχω
έβρεχε	=	βρέχει
έβρεχες	=	βρέχω
έβριζα	=	βρίζω
έβριζαν	=	βρίζω
έβριζε	=	βρίζω
έβριζες	=	βρίζω
έβρισα	=	βρίζω
έβρισαν	=	βρίζω
έβρισε	=	βρίζω
έβρισες	=	βρίζω
έβρισκα	=	βρίσκω
έβρισκαν	=	βρίσκω
έβρισκε	=	βρίσκω
έβρισκες	=	βρίσκω
έβρομε	=	βρούμε
έβρουμε	=	βρούμε
έβρω	=	βρω
έβόσκησα	=	βόσκω
έβόσκησαν	=	βόσκω
έβόσκησε	=	βόσκω
έβόσκησες	=	βόσκω
έγγαλα	=	έγγαλο
έγγαλο	noun	το ζώο που είναι σε γαλακτοκομική περίοδο, το ζώο που βγάζει γάλα
έγγαλου	=	έγγαλο
έγγαλων	=	έγγαλο
έγγαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγγαμο
έγγαμε	adj	κλητική ενικού του έγγαμος
έγγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγγαμος
έγγαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγγαμος
έγγαμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγγαμος
έγγαμο	adj	αιτιατική ενικού του έγγαμος
έγγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έγγαμος
έγγαμος	adj	παντρεμένος, νυμφευμένος
έγγαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έγγαμος
έγγαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγγαμος
έγγαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έγγαμος
έγγεια	=	έγγειος
έγγειας	=	έγγειος
έγγειε	=	έγγειος
έγγειες	=	έγγειος
έγγειο	=	έγγειος
έγγειοι	=	έγγειος
έγγειος	adj	που αναφέρεται στη γη
έγγειου	=	έγγειος
έγγειους	=	έγγειος
έγγειων	=	έγγειος
έγγιζε	=	εγγίζω
έγγισε	=	εγγίζω
έγγιστα	adv	πάρα πολύ κοντά
έγγλυμμα	noun|archaic	γλυφή, κοσμητικό χάραγμα
έγγλυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγγλυφο
έγγλυφε	adj	κλητική ενικού του έγγλυφος
έγγλυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγγλυφη
έγγλυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγγλυφος
έγγλυφης	adj	γενική ενικού του έγγλυφη
έγγλυφο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έγγλυφος
έγγλυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έγγλυφος
έγγλυφος	adj|formal	χαραγμένος
έγγλυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έγγλυφος
έγγλυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγγλυφος
έγγλυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έγγλυφος
έγγραμμα	noun	φυσική ή βιοχημική αλλαγή στον νευρικό εγκεφαλικό ιστό, που λειτουργεί ως το φυσικό αποτύπωμα μιας μνήμης, το υπόβαθρο μιας μνήμης
έγγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγγραφο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έγγραφος
έγγραφε	=	έγγραφος
έγγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγγραφος
έγγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγγραφος
έγγραφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγγραφος
έγγραφο	noun	το κείμενο που έχει συνταχθεί με επίσημο τρόπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη (ατόμου ή φορέα), στοιχεία του αποδέκτη ή των αποδεκτών, ημερομηνία, υπογραφή και συχνά σφραγίδα
έγγραφοι	=	έγγραφος
έγγραφος	adj	γραπτός, γραμμένος
έγγραφου	=	έγγραφος
έγγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγγραφος
έγγραφων	=	έγγραφος
έγγραψε	=	εγγράφω
έγδαρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
έγδαραν	=	γδέρνω
έγδαρε	=	γδέρνω
έγδαρες	=	γδέρνω
έγδερνα	=	γδέρνω
έγδερναν	=	γδέρνω
έγδερνε	=	γδέρνω
έγδερνες	=	γδέρνω
έγδυνα	=	γδύνω
έγδυναν	=	γδύνω
έγδυνε	=	γδύνω
έγδυνες	=	γδύνω
έγδυσα	=	γδύνω
έγδυσαν	=	γδύνω
έγδυσε	=	γδύνω
έγδυσες	=	γδύνω
έγειρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γέρνω
έγειραν	=	γέρνω
έγειρε	=	γέρνω
έγειρες	=	γέρνω
έγερνα	=	γέρνω
έγερναν	=	γέρνω
έγερνε	=	γέρνω
έγερνες	=	γέρνω
έγερση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγείρω
έγερσης	noun	γενική ενικού του έγερση
έγιαινα	=	γιαίνω
έγιαιναν	=	γιαίνω
έγιαινε	=	γιαίνω
έγιαινες	=	γιαίνω
έγιανα	=	γιαίνω
έγιαναν	=	γιαίνω
έγιανε	=	γιαίνω
έγιανες	=	γιαίνω
έγινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
έγιναν	=	γίνομαι
έγινε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γίνομαι
έγινες	=	γίνομαι
έγιωνα	=	γιώνω
έγιωναν	=	γιώνω
έγιωνε	=	γιώνω
έγιωνες	=	γιώνω
έγιωσα	=	γιώνω
έγιωσαν	=	γιώνω
έγιωσε	=	γιώνω
έγιωσες	=	γιώνω
έγκαιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (έγκαιρο) του έγκαιρος	adv	άλλη μορφή του εγκαίρως
έγκαιρε	adj	κλητική ενικού του έγκαιρος
έγκαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγκαιρος
έγκαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγκαιρος
έγκαιρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγκαιρος
έγκαιρο	adj	αιτιατική ενικού του έγκαιρος
έγκαιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έγκαιρος
έγκαιρος	adj	που εκδηλώνεται στον κατάλληλο καιρό, στην ώρα του, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά
έγκαιρου	adj	γενική ενικού του έγκαιρος
έγκαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγκαιρος
έγκαιρων	adj	γενική πληθυντικού του έγκαιρος
έγκατα	noun	τα πολύ σκοτεινά μέρη που βρίσκονται στο εσωτερικό ενός χώρου και σε πολύ μεγάλο βάθος
έγκαυμα	noun	η βλάβη στο δέρμα και τους ιστούς που προκαλείται από τη φλόγα της φωτιάς ή και από την έκθεση σε θερμότητα ή στη δράση άλλων φυσικών παραγόντων (π.χ. του ηλεκτρισμού) ή χημικών ουσιών (π.χ. οξύ)
έγκαψη	noun	επιθυμία, διακαής πόθος
έγκειται	verb	(λόγιο, (αμετάβατο), + σε) συνίσταται, βρίσκεται, εντοπίζεται σε ορισμένο σημείο
έγκειτο	=	έγκειται
έγκλειε	=	εγκλείω
έγκλεισε	=	εγκλείω
έγκλειση	noun	άλλη μορφή του εγκλεισμός
έγκλεισης	noun	γενική ενικού του έγκλειση
έγκλεισμα	noun	ξένο μικροσκοπικό σώμα σε διάφορες μορφές (στερεή, υγρή, αέρια) που έχει εγκλειστεί / εγκλωβιστεί σε κρυστάλλους ορυκτών
έγκλειστα	=	έγκλειστος
έγκλειστε	=	έγκλειστος
έγκλειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγκλειστος
έγκλειστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγκλειστος
έγκλειστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγκλειστος
έγκλειστο	=	έγκλειστος
έγκλειστοι	=	έγκλειστος
έγκλειστος	adj	που παραμένει απομονωμένος σε ένα κλειστό χώρο, με τη θέλησή του ή με τη βία
έγκλειστου	=	έγκλειστος
έγκλειστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγκλειστος
έγκλειστρα	=	έγκλειστρο
έγκλειστρο	noun|formal	άλλη μορφή του εγκλείστρα
έγκλειστρου	=	έγκλειστρο
έγκλειστρων	=	έγκλειστρο
έγκλειστων	=	έγκλειστος
έγκλημα	noun	κάθε άδικη πράξη, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από το νόμο με ποινή
έγκληση	noun	η επίσημη κατηγορία εκ μέρους ενός προσώπου εναντίον άλλου για βλάβη που υπέστη και η αίτηση προς τις δικαστικές αρχές για την τιμωρία του (κοινώς μήνυση)
έγκλησης	=	έγκληση
έγκλιση	noun	η απώλεια του τόνου μιας λέξης (εγκλιτικού) ή η μετάθεσή του στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης, καθώς οι δύο λέξεις συμπροφέρονται
έγκλισης	=	έγκλιση
έγκοιλα	=	έγκοιλο
έγκοιλο	noun	φυσική ή τεχνητή εσωτερική κοιλότητα στο έδαφος ή στο πέτρωμα, συνήθως υπόγεια, που μπορεί να έχει τη μορφή σπηλαίου, βάραθρου ή άλλου κενού χώρου στο γεωλογικό υπόστρωμα
έγκοιλου	=	έγκοιλο
έγκοιλων	=	έγκοιλο
έγκρινε	=	εγκρίνω
έγκριση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου (ατόμου, υπηρεσίας, αρχής) για τις μελλοντικές ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του
έγκρισης	noun	γενική ενικού του έγκριση
έγκριτα	=	έγκριτος
έγκριτε	=	έγκριτος
έγκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγκριτος
έγκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγκριτος
έγκριτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγκριτος
έγκριτο	=	έγκριτος
έγκριτοι	=	έγκριτος
έγκριτος	adj	που έχει κερδίσει την αποδοχή και την αναγνώριση όλων για την αξία του σε έναν τομέα
έγκριτου	=	έγκριτος
έγκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγκριτος
έγκριτων	=	έγκριτος
έγκτηση	noun|formal	το να έχει κάποιος έγγεια ιδιοκτησία
έγκτησης	=	έγκτηση
έγκυα	=	έγκυος
έγκυας	=	έγκυος
έγκυε	=	έγκυος
έγκυες	=	έγκυος
έγκυο	=	έγκυος
έγκυοι	=	έγκυος
έγκυος	noun	γυναίκα σε κατάσταση εγκυμοσύνης	adj	που βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, που κυοφορεί
έγκυου	=	έγκυος
έγκυους	=	έγκυος
έγκυπτε	=	εγκύπτω
έγκυρα	adv	με κύρος
έγκυρε	adj	κλητική ενικού του έγκυρος
έγκυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγκυρος
έγκυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγκυρος
έγκυρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγκυρος
έγκυρο	adj	αιτιατική ενικού του έγκυρος
έγκυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έγκυρος
έγκυρος	adj	που ισχύει και πληροί όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι αποδεκτός από νομική άποψη
έγκυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έγκυρος
έγκυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγκυρος
έγκυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έγκυρος
έγκυψε	=	εγκύπτω
έγκυων	=	έγκυος
έγκωνα	=	γκώνω
έγκωναν	=	γκώνω
έγκωνε	=	γκώνω
έγκωνες	=	γκώνω
έγκωσα	=	γκώνω
έγκωσαν	=	γκώνω
έγκωσε	=	γκώνω
έγκωσες	=	γκώνω
έγλειφα	=	γλείφω
έγλειφαν	=	γλείφω
έγλειφε	=	γλείφω
έγλειφες	=	γλείφω
έγλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλείφω
έγλειψαν	=	γλείφω
έγλειψε	=	γλείφω
έγλειψες	=	γλείφω
έγλυφα	=	γλύφω
έγλυφαν	=	γλύφω
έγλυφε	=	γλύφω
έγλυφες	=	γλύφω
έγλυψα	=	γλύφω
έγλυψαν	=	γλύφω
έγλυψε	=	γλύφω
έγλυψες	=	γλύφω
έγνεθα	=	γνέθω
έγνεθαν	=	γνέθω
έγνεθε	=	γνέθω
έγνεθες	=	γνέθω
έγνεσα	verb	α’ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνέθω
έγνεσαν	=	γνέθω
έγνεσε	=	γνέθω
έγνεσες	=	γνέθω
έγνεφα	=	γνέφω
έγνεφαν	=	γνέφω
έγνεφε	=	γνέφω
έγνεφες	=	γνέφω
έγνεψα	=	γνέφω
έγνεψαν	=	γνέφω
έγνεψε	=	γνέφω
έγνεψες	=	γνέφω
έγνοια	noun	κάτι το οποίο απασχολεί το μυαλό ενός ανθρώπου, το οποίο θέλει να φροντίσει, για το οποίο νοιάζεται
έγνοιαζαν	=	γνοιασμένος
έγνοιαζε	=	γνοιασμένος
έγνοιαξαν	=	γνοιασμένος
έγνοιαξε	=	γνοιασμένος
έγνοιας	noun	γενική ενικού του έγνοια
έγνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγνοια
έγραφα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του γράφω
έγραφαν	=	γράφω
έγραφε	=	γράφω
έγραφες	=	γράφω
έγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γράφω
έγραψαν	=	γράφω
έγραψε	=	γράφω
έγραψες	=	γράφω
έγχαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έγχαρτος
έγχαρτε	=	έγχαρτος
έγχαρτες	=	έγχαρτος
έγχαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγχαρτος
έγχαρτης	=	έγχαρτος
έγχαρτο	=	έγχαρτος
έγχαρτοι	=	έγχαρτος
έγχαρτος	adj	που εγγράφεται / καταγράφεται σε χαρτί
έγχαρτου	=	έγχαρτος
έγχαρτους	=	έγχαρτος
έγχαρτων	=	έγχαρτος
έγχεε	=	εγχέω
έγχορδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έγχορδος
έγχορδε	=	έγχορδος
έγχορδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγχορδος
έγχορδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγχορδος
έγχορδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγχορδος
έγχορδο	noun	μουσικό όργανο με χορδές
έγχορδοι	=	έγχορδος
έγχορδος	adj	που έχει χορδές
έγχορδου	=	έγχορδος
έγχορδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγχορδος
έγχορδων	=	έγχορδος
έγχρονα	=	έγχρονος
έγχρονε	=	έγχρονος
έγχρονες	=	έγχρονος
έγχρονη	=	έγχρονος
έγχρονης	=	έγχρονος
έγχρονο	=	έγχρονος
έγχρονοι	=	έγχρονος
έγχρονος	adj|formal	που υπάρχει ή ορίζεται μέσα σε χρονικά όρια και υπόκειται στη ροή του χρόνου
έγχρονου	=	έγχρονος
έγχρονους	=	έγχρονος
έγχρονων	=	έγχρονος
έγχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έγχρωμος
έγχρωμε	adj	κλητική ενικού του έγχρωμος
έγχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έγχρωμος
έγχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έγχρωμος
έγχρωμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έγχρωμος
έγχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του έγχρωμος
έγχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έγχρωμος
έγχρωμος	noun	όποιος δεν ανήκει στη λευκή φυλή	adj	που περιέχει ή απεικονίζει πολλά χρώματα και όχι μόνο το μαύρο, το άσπρο και αποχρώσεις του γκρίζου
έγχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έγχρωμος
έγχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έγχρωμος
έγχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έγχρωμος
έγχυμα	noun	το αποτέλεσμα του εγχέω
έγχυμε	=	έγχυμος
έγχυμες	=	έγχυμος
έγχυμη	=	έγχυμος
έγχυμης	=	έγχυμος
έγχυμο	=	έγχυμος
έγχυμοι	=	έγχυμος
έγχυμος	adj|archaic	χυμώδης
έγχυμου	=	έγχυμος
έγχυμους	=	έγχυμος
έγχυμων	=	έγχυμος
έγχυνα	=	εγχύνω
έγχυναν	=	εγχύνω
έγχυνε	=	εγχύνω
έγχυνες	=	εγχύνω
έγχυσα	=	εγχύνω
έγχυσαν	=	εγχύνω
έγχυσε	=	εγχέω
έγχυσες	=	εγχύνω
έγχυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχέω
έγχυσης	=	έγχυση
έδαφος	noun	οποιοδήποτε τμήμα του εξωτερικού μέρους του στερεού φλοιού της Γης (ή άλλου ουράνιου σώματος)
έδει	=	δέω
έδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω
έδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω
έδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω
έδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω
έδειρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνω
έδειραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνω
έδειρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνω
έδειρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνω
έδειχνα	=	δείχνω
έδειχναν	=	δείχνω
έδειχνε	=	δείχνω
έδειχνες	=	δείχνω
έδενα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος δένω
έδεναν	=	δένω
έδενε	verb	γ' ενικό οριστικής παρατατικού (έδενα) του ρήματος δένω
έδενες	=	δένω
έδερνα	=	δέρνω
έδερναν	=	δέρνω
έδερνε	=	δέρνω
έδερνες	=	δέρνω
έδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
έδεσαν	verb	γ΄πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
έδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
έδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
έδεσμα	noun	φαγητό (συνήθως χρησιμοποιείται με την έννοια του απολαυστικού/πάρα πολύ νόστιμου φαγητού)
έδιδα	=	δοθείς
έδιδαν	=	δοθείς
έδιδε	=	δοθείς
έδιδες	=	δοθείς
έδικτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έδικτο
έδικτο	noun|dated	πολιτικό ή στρατιωτικό διάταγμα, που αφορούσε κυρίως τις δικαιοδοσίες ενός άρχοντα
έδικτον	noun|formal	έδικτο
έδικτου	=	έδικτο
έδινα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του δίνω
έδιναν	=	δίνω
έδινε	=	δίνω
έδινες	=	δίνω
έδιωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω
έδιωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω
έδιωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω
έδιωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω
έδιωχνα	=	διώχνω
έδιωχναν	=	διώχνω
έδιωχνε	=	διώχνω
έδιωχνες	=	διώχνω
έδρα	noun	το κάθισμα, η θέση, η βάση
έδραμα	=	τρέχω
έδρανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έδρανο
έδρανο	noun	το κάθισμα με πάγκο από πάνω για να ακουμπά αυτός που κάθεται
έδρανου	=	έδρανο
έδραξα	=	αδράχνω
έδρας	noun	γενική ενικού του έδρα
έδρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρω
έδρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρω
έδρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρω
έδρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρω
έδραση	noun	θεμελίωση, στήριξη
έδρασης	noun	γενική ενικού του έδραση
έδρεπα	=	δρέπω
έδρεπαν	=	δρέπω
έδρεπε	=	δρέπω
έδρεπες	=	δρέπω
έδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έδρα
έδρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρέπω
έδρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρέπω
έδρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρέπω
έδρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρέπω
έδυα	=	δύω
έδυαν	=	δύω
έδυε	=	δύω
έδυες	=	δύω
έδυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύω
έδυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύω
έδυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύω
έδυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύω
έδωκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
έδωσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
έδωσαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
έδωσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
έδωσες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
έζεξα	=	ζέχνω
έζεχνα	=	ζέχνω
έζεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεύω
έζεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεύω
έζεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεύω
έζεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεύω
έζησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω
έζησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω
έζησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω
έζησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω
έζωνα	=	ζώνω
έζωναν	=	ζώνω
έζωνε	=	ζώνω
έζωνες	=	ζώνω
έζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζώνω
έζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζώνω
έζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζώνω
έζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζώνω
έθαβα	=	θάβω
έθαβαν	=	θάβω
έθαβε	=	θάβω
έθαβες	=	θάβω
έθαλα	=	θάλλω
έθαλαν	=	θάλλω
έθαλε	=	θάλλω
έθαλες	=	θάλλω
έθαλλα	=	θάλλω
έθαλλαν	=	θάλλω
έθαλλε	=	θάλλω
έθαλλες	=	θάλλω
έθαλπα	=	θάλπω
έθαλπε	=	θάλπω
έθαλπες	=	θάλπω
έθαλψα	=	θάλπω
έθαλψαν	=	θάλπω
έθαλψε	=	θάλπω
έθαλψες	=	θάλπω
έθαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβω
έθαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβω
έθαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβω
έθαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβω
έθελγα	=	θέλγω
έθελγαν	=	θέλγω
έθελγε	=	θέλγω
έθελγες	=	θέλγω
έθελξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλγω
έθελξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλγω
έθελξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλγω
έθελξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλγω
έθερνετ	noun	τεχνολογία τοπικών δικτύων υπολογιστών που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο συσκευές συνδέονται και ανταλλάσσουν δεδομένα σε κοινό μέσο επικοινωνίας
έθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
έθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
έθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
έθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
έθετα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του θέτω
έθεταν	=	θέτω
έθετε	=	θέτω
έθετες	=	θέτω
έθη	=	έθος
έθιγα	=	θίγω
έθιγαν	=	θίγω
έθιγε	=	θίγω
έθιγες	=	θίγω
έθιζα	=	εθίζω
έθιζαν	=	εθίζω
έθιζε	=	εθίζω
έθιζες	=	εθίζω
έθιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έθιμο
έθιμο	noun	ενέργεια που επαναλαμβάνεται σε καθορισμένες περιστάσεις, όπως έχει καθιερωθεί από την παράδοση ενός λαού ή τόπου
έθιμου	=	έθιμο
έθιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
έθιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
έθιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
έθιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
έθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθίζω
έθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθίζω
έθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθίζω
έθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθίζω
έθλιβα	=	θλίβω
έθλιβαν	=	θλίβω
έθλιβε	=	θλίβω
έθλιβες	=	θλίβω
έθλιψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θλίβω
έθλιψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θλίβω
έθλιψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θλίβω
έθλιψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θλίβω
έθνη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έθνος
έθνικ	adj	που σχετίζεται με τα ιδιαίτερα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός εθνικού ή εθνοτικού συνόλου	noun	αισθητικό ή καλλιτεχνικό ύφος που αντλεί στοιχεία από παραδοσιακές ή τοπικές πολιτισμικές εκφράσεις
έθνος	noun	σύνολο ατόμων που έχουν αντίληψη κοινής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτισμικής κτλ. παράδοσης, έχουν ή διεκδικούν αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και κατοικούν σε καθορισμένη εδαφική έκταση
έθνους	noun	γενική ενικού του έθνος
έθος	noun|formal	συνήθεια, συμπεριφορά που παρατηρείται συχνά, επαναληπτικά
έθους	=	έθος
έθραυα	=	θραύω
έθραυαν	=	θραύω
έθραυε	=	θραύω
έθραυες	=	θραύω
έθραυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θραύω
έθραυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θραύω
έθραυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θραύω
έθραυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θραύω
έθρεφα	=	θρέφω
έθρεφαν	=	θρέφω
έθρεφε	=	θρέφω
έθρεφες	=	θρέφω
έθρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
έθρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
έθρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
έθρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
έθρυβα	=	θρύβω
έθρυβαν	=	θρύβω
έθρυβε	=	θρύβω
έθρυβες	=	θρύβω
έθρυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρύβω
έθρυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρύβω
έθρυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρύβω
έθρυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρύβω
έθυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θύω
έθυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θύω
έθυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θύω
έθυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θύω
έι	intj	επιφώνημα που τραβά την προσοχή
έιτζ	noun	λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από τον ιό HIV και επιφέρει τη βαθμιαία κατάρρευση του ανοσοποιητικού συστήματος
έιτις	noun|slang	η δεκαετία τού 1980, ιδίως με αναφορά στο ύφος, τη μόδα και τον πολιτισμό της εποχής
έκαια	=	καίω
έκαιαν	=	καίω
έκαιγα	=	καίω
έκαιγαν	=	καίω
έκαιγε	=	καίω
έκαιγες	=	καίω
έκαιε	=	καίω
έκαιες	=	καίω
έκακογραφα	=	κακογράφω
έκακογραφαν	=	κακογράφω
έκακογραφε	=	κακογράφω
έκακογραφες	=	κακογράφω
έκακογραψα	=	κακογράφω
έκακογραψαν	=	κακογράφω
έκακογραψε	=	κακογράφω
έκακογραψες	=	κακογράφω
έκαμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμνω
έκαμαν	=	κάνω
έκαμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμνω
έκαμες	=	κάνω
έκαμνα	=	κάνω
έκαμναν	=	κάμνω
έκαμνε	=	κάμνω
έκαμνες	=	κάμνω
έκαμπτα	=	κάμπτω
έκαμπταν	=	κάμπτω
έκαμπτε	=	κάμπτω
έκαμπτες	=	κάμπτω
έκαμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
έκαμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
έκαμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
έκαμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
έκανα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος κάνω
έκαναν	=	κάνω
έκανε	=	κάνω
έκανες	=	κάνω
έκαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκαστο
έκαστε	adj	κλητική ενικού του έκαστος
έκαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκαστη
έκαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκαστος
έκαστης	adj	γενική ενικού του έκαστη
έκαστο	adj	αιτιατική ενικού του έκαστος
έκαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκαστος
έκαστος	pron|formal	ο κάθε
έκαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκαστος
έκαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκαστος
έκαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκαστος
έκατσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
έκατσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
έκατσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
έκατσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
έκαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω
έκαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω
έκαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω
έκαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω
έκβαση	noun	Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ολοκληρώνεται ή καταλήγει μια υπόθεση, διαδικασία, προσπάθεια, αγώνας κ.λπ.
έκβασης	=	έκβαση
έκβλητα	=	έκβλητος
έκβλητε	=	έκβλητος
έκβλητες	=	έκβλητος
έκβλητη	=	έκβλητος
έκβλητης	=	έκβλητος
έκβλητο	=	έκβλητος
έκβλητοι	=	έκβλητος
έκβλητος	adj|formal	αυτός που πετιέται, ο απόβλητος
έκβλητου	=	έκβλητος
έκβλητους	=	έκβλητος
έκβλητων	=	έκβλητος
έκβραζε	=	εκβράζω
έκβρασε	=	εκβράζω
έκβρασμα	noun	αυτό που βγαίνει μετά το βρασμό
έκδηλα	adv	με έκδηλο τρόπο
έκδηλε	=	έκδηλος
έκδηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκδηλος
έκδηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκδηλος
έκδηλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκδηλος
έκδηλο	=	έκδηλος
έκδηλοι	=	έκδηλος
έκδηλος	adj	ολοφάνερος, πασίδηλος, καταφανής, πασιφανής
έκδηλου	=	έκδηλος
έκδηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκδηλος
έκδηλων	=	έκδηλος
έκδιδε	=	εκδίδω
έκδοση	noun	το σύνολο των ενεργειών που απαιτούνται για την εκτύπωση και τη διάθεση στη κυκλοφορία ενός εντύπου, βιβλίου, περιοδικού ή εφημερίδας.
έκδοσης	=	έκδοση
έκδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκδοτο
έκδοτε	adj	κλητική ενικού του έκδοτος
έκδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκδοτος
έκδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκδοτος
έκδοτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκδοτος
έκδοτο	adj	αιτιατική ενικού του έκδοτος
έκδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκδοτος
έκδοτος	adj	παραδομένος (στις ηδονές), ακόλαστος, έκλυτος
έκδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκδοτος
έκδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκδοτος
έκδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκδοτος
έκδοχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκδοχο
έκδοχο	noun	συνδετική ουδέτερη (μη ενεργή) ουσία που προστίθεται στην παρασκευή ενός φαρμάκου ώστε να είναι κατάλληλο για λήψη
έκδοχου	=	έκδοχο
έκδυση	noun	αποβολή της ενδυμασίας
έκδυσης	=	έκδυση
έκδωσε	=	εκδίδω
έκζεμα	noun	μη μεταδοτική πάθηση του δέρματος που μοιάζει με κάψιμο, και εμφανίζει, τοπικά ή διάσπαρτα, κοκκινίλες, έντονη φαγούρα και φλύκταινες
έκθαμβα	=	έκθαμβος
έκθαμβε	=	έκθαμβος
έκθαμβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκθαμβος
έκθαμβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκθαμβος
έκθαμβης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκθαμβος
έκθαμβο	=	έκθαμβος
έκθαμβοι	=	έκθαμβος
έκθαμβος	adj	έκπληκτος, εκστατικός, από θάμβος κατειλημμένος
έκθαμβου	=	έκθαμβος
έκθαμβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκθαμβος
έκθαμβων	=	έκθαμβος
έκθεμα	noun	καθένα από τα αντικείμενα που συμπεριλαμβάνονται σε έκθεση, που παρουσιάζονται για παρατήρηση ή/και μελέτη σε χώρο προσβάσιμο από το κοινό
έκθεσε	=	εκθέτω
έκθεση	noun	η δημόσια παρουσίαση προϊόντων ή έργων τέχνης σε ειδικό χώρο
έκθεσης	noun	γενική ενικού του έκθεση
έκθεσις	noun	άλλη μορφή του έκθεση
έκθετα	=	έκθετος
έκθετε	=	έκθετος
έκθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκθετος
έκθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκθετος
έκθετης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκθετος
έκθετο	=	έκθετος
έκθετοι	=	έκθετος
έκθετος	adj	αυτός που μένει χωρίς προστασία, απροστάτευτος
έκθετου	=	έκθετος
έκθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκθετος
έκθετων	=	έκθετος
έκθλιψη	noun	η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης
έκθλιψης	noun	γενική ενικού του έκθλιψη
έκθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκθυμο
έκθυμε	adj	κλητική ενικού του έκθυμος
έκθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκθυμος
έκθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκθυμος
έκθυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκθυμος
έκθυμο	adj	αιτιατική ενικού του έκθυμος
έκθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκθυμος
έκθυμος	adj|archaic	ολοπρόθυμος, εγκάρδιος
έκθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκθυμος
έκθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκθυμος
έκθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκθυμος
έκιοσε	verb	πέθανε σελ.368.
έκκαμψη	noun	η ελαφριά κάμψη των δοντιών ενός πριονιού προς την μία ή την άλλη πλευρά
έκκαμψης	noun	γενική ενικού του έκκαμψη
έκκαυμα	noun	ξύλο για προσάναμμα
έκκεντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκκεντρο
έκκεντρε	adj	κλητική ενικού του έκκεντρος
έκκεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκκεντρος
έκκεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκκεντρος
έκκεντρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκκεντρος
έκκεντρο	adj	αιτιατική ενικού του έκκεντρος	noun	τμήμα μηχανής που περιστρέφεται παλινδρομικά γύρω από άξονα που δεν περνάει ακριβώς από το κέντρο του
έκκεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκκεντρος
έκκεντρος	adj	αυτός που είναι τοποθετημένος εκτός του κέντρου του κύκλου
έκκεντρου	adj	γενική ενικού του έκκεντρος
έκκεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκκεντρος
έκκεντρων	adj	γενική πληθυντικού του έκκεντρος
έκκληση	noun	η επίκληση, η παράκληση
έκκλησης	noun	γενική ενικού του έκκληση
έκκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκκλητο
έκκλητε	adj	κλητική ενικού του έκκλητος
έκκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκκλητος
έκκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκκλητος
έκκλητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκκλητος
έκκλητο	adj	αιτιατική ενικού του έκκλητος
έκκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκκλητος
έκκλητος	adj	εναντίον της οποίας μπορεί να ασκήσει κάποιος έφεση
έκκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκκλητος
έκκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκκλητος
έκκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκκλητος
έκκριμα	noun	κάθε ουσία που παράγουν διάφορα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού
έκκριση	noun	η ενέργεια του εκκρίνω
έκκρισης	noun	γενική ενικού του έκκριση
έκκρουση	noun	φωνολογικό φαινόμενο κατά το οποίο, στη συνένωση δύο λέξεων, αποβάλλεται / σιγείται το ένα από δύο συνεχόμενα φωνήεντα, για να διευκολυνθεί η εκφορά και η μετρική ροή
έκκρουσης	=	έκκρουση
έκλαιγα	=	κλαίω
έκλαιγαν	=	κλαίω
έκλαιγε	=	κλαίω
έκλαιγες	=	κλαίω
έκλαμψη	noun	αναλαμπή, λάμψη
έκλαμψης	noun	γενική ενικού του έκλαμψη
έκλανα	=	κλάνω
έκλαναν	=	κλάνω
έκλανε	=	κλάνω
έκλανες	=	κλάνω
έκλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλάνω
έκλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλάνω
έκλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλάνω
έκλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλάνω
έκλαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
έκλαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
έκλαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
έκλαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
έκλεβα	=	κλέβω
έκλεβαν	=	κλέβω
έκλεβε	=	κλέβω
έκλεβες	=	κλέβω
έκλεγε	=	εκλέγω
έκλεινα	=	κλείνω
έκλειναν	=	κλείνω
έκλεινε	=	κλείνω
έκλεινες	=	κλείνω
έκλειπε	=	εκλείπω
έκλεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω
έκλεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω
έκλεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω
έκλεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω
έκλειψε	=	εκλείπω
έκλειψη	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο ένα ουράνιο σώμα εισέρχεται στη σκιά ενός άλλου ουράνιου σώματος, με αποτέλεσμα να χάνει μέρος της φωτεινότητάς του ή να μην μπορεί να παρατηρηθεί ολόκληρο ή μέρος του
έκλειψης	noun	γενική ενικού του έκλειψη
έκλεξε	=	εκλέγω
έκλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω
έκλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω
έκλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω
έκλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω
έκλινα	=	κλίνω
έκλιναν	=	κλίνω
έκλινε	=	κλίνω
έκλινες	=	κλίνω
έκλουση	noun	η διαδικασία αφαίρεσης υλικών με έκπλυση με διαλύτη
έκλουσης	noun	γενική ενικού του έκλουση
έκλυε	=	εκλύω
έκλυσε	=	εκλύω
έκλυση	noun	απελευθέρωση ύλης ή ενέργειας στο περιβάλλον
έκλυσης	noun	γενική ενικού του έκλυση
έκλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκλυτο
έκλυτε	adj	κλητική ενικού του έκλυτος
έκλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκλυτος
έκλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκλυτος
έκλυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκλυτος
έκλυτο	adj	αιτιατική ενικού του έκλυτος
έκλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκλυτος
έκλυτος	adj|formal	που δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες και δεν χαλιναγωγεί τα πάθη του
έκλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκλυτος
έκλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκλυτος
έκλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκλυτος
έκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλώθω
έκλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλώθω
έκλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλώθω
έκλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλώθω
έκνομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έκνομος	adv	με έκνομο τρόπο
έκνομε	adj	κλητική ενικού του έκνομος
έκνομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκνομος
έκνομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκνομος
έκνομης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκνομος
έκνομο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του έκνομος
έκνομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκνομος
έκνομος	adj	που βρίσκεται εκτός νόμου
έκνομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκνομος
έκνομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκνομος
έκνομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκνομος
έκοβα	=	κόβω
έκοβαν	=	κόβω
έκοβε	=	κόβω
έκοβες	=	κόβω
έκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
έκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
έκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
έκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
έκπαγλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπαγλο
έκπαγλε	adj	κλητική ενικού του έκπαγλος
έκπαγλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκπαγλος
έκπαγλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκπαγλος
έκπαγλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκπαγλος
έκπαγλο	adj	αιτιατική ενικού του έκπαγλος
έκπαγλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκπαγλος
έκπαγλος	adj	ωραιότατος, εκθαμβωτικός, θαυμάσιος
έκπαγλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκπαγλος
έκπαγλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκπαγλος
έκπαγλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκπαγλος
έκπαλαι	adv|archaic	από παλιά, εδώ και πολύ καιρό
έκπεμπε	=	εκπέμπω
έκπεμψε	=	εκπέμπω
έκπεσε	=	εκπίπτω
έκπιπτε	=	εκπίπτω
έκπλεε	=	εκπλέω
έκπλευσε	=	εκπλέω
έκπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπληκτο
έκπληκτε	adj	κλητική ενικού του έκπληκτος
έκπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκπληκτος
έκπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκπληκτος
έκπληκτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκπληκτος
έκπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του έκπληκτος
έκπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκπληκτος
έκπληκτος	adj	που ξαφνιάζεται, που νιώθει έκπληξη
έκπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκπληκτος
έκπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκπληκτος
έκπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκπληκτος
έκπληξη	noun	το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο
έκπληξης	=	έκπληξη
έκπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκπλους
έκπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του έκπλους
έκπλουν	=	έκπλους
έκπλους	noun|formal	εξερχόμενος πλους από κάποια προασπισμένη περιοχή, π.χ. όρμος, λιμάνι, δίαυλος κ.λπ.
έκπλυμα	noun	το αποτέλεσμα του εκπλύνω
έκπλυση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπλύνω
έκπλυσης	noun	γενική ενικού του έκπλυση
έκπλων	noun	γενική πληθυντικού του έκπλους
έκπνεε	=	εκπνέω
έκπνευσε	=	εκπνέω
έκπτυξη	noun	έκταση, άνοιγμα, άπλωμα, διόγκωση
έκπτυξης	=	έκπτυξη
έκπτωση	noun	το να εκπίπτει ένα πρόσωπο από υψηλή θέση
έκπτωσης	=	έκπτωση
έκπτωτα	=	έκπτωτος
έκπτωτε	=	έκπτωτος
έκπτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκπτωτος
έκπτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκπτωτος
έκπτωτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκπτωτος
έκπτωτο	=	έκπτωτος
έκπτωτοι	=	έκπτωτος
έκπτωτος	adj	που έχασε τα δικαιώματά του, τη θέση του
έκπτωτου	=	έκπτωτος
έκπτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκπτωτος
έκπτωτων	=	έκπτωτος
έκραζα	=	κράζω
έκραζαν	=	κράζω
έκραζε	=	κράζω
έκραζες	=	κράζω
έκραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κράζω
έκραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κράζω
έκραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κράζω
έκραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κράζω
έκρεε	=	εκρέω
έκρευσε	=	εκρέω
έκρηξη	noun	η απότομη μεταβολή σε αέρια
έκρηξης	noun	γενική ενικού του έκρηξη
έκρινα	=	κρίνω
έκριναν	=	κρίνω
έκρινε	=	κρίνω
έκρινες	=	κρίνω
έκρουα	=	κρούω
έκρουαν	=	κρούω
έκρουε	=	κρούω
έκρουες	=	κρούω
έκρουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρούω
έκρουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρούω
έκρουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρούω
έκρουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρούω
έκρυβα	=	κρύβω
έκρυβαν	=	κρύβω
έκρυβε	=	κρύβω
έκρυβες	=	κρύβω
έκρυθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκρυθμο
έκρυθμε	adj	κλητική ενικού του έκρυθμος
έκρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκρυθμος
έκρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκρυθμος
έκρυθμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκρυθμος
έκρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του έκρυθμος
έκρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκρυθμος
έκρυθμος	adj	έξω από τον κανονικό ρυθμό
έκρυθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκρυθμος
έκρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκρυθμος
έκρυθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκρυθμος
έκρυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω
έκρυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω
έκρυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω
έκρυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω
έκρωζα	=	κρώζω
έκρωζαν	=	κρώζω
έκρωζε	=	κρώζω
έκρωζες	=	κρώζω
έκρωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρώζω
έκρωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρώζω
έκρωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρώζω
έκρωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρώζω
έκσταση	noun	κατάσταση του ανθρώπου που βιώνει έκπληξη, ενθουσιασμό, ευθυμία κ.λπ. ή κυριαρχείται από μια σκέψη
έκστασης	noun	γενική ενικού του έκσταση
έκστασι	noun	συνθετική ψυχοδραστική ουσία της κατηγορίας των αμφεταμινών, η οποία δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα προκαλώντας ευφορία, αυξημένη ενεργητικότητα και μεταβολές στην αντίληψη και στη διάθεση
έκτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτο
έκτακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έκτακτος	adv	εξαίρετα, θαυμάσια, πολύ καλά, ωραία
έκτακτε	adj	κλητική ενικού του έκτακτος
έκτακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκτακτος
έκτακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκτακτος
έκτακτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκτακτος
έκτακτο	adj	αιτιατική ενικού του έκτακτος
έκτακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκτακτος
έκτακτος	adj	κατ' εξαίρεση, που γίνεται εκτός του συνηθισμένου, προγραμματισμένου πλαισίου, εκτός τάξης
έκτακτου	adj	γενική ενικού του έκτακτος
έκτακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκτακτος
έκτακτων	adj	γενική πληθυντικού του έκτακτος
έκταξη	noun	έγγραφο με το οποίο εξουσιοδοτείται κάποιος να εισπράξει χρήματα από άλλον
έκταξης	noun	γενική ενικού του έκταξη
έκταση	noun	άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
έκτασης	noun	γενική ενικού του έκταση
έκτασις	=	έκταση
έκτε	adj	κλητική ενικού του έκτος
έκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτη
έκτη	noun	η (τελευταία) τάξη του Δημοτικού Σχολείου
έκτης	adj	γενική ενικού του έκτη
έκτιζα	=	κτίζω
έκτιζαν	=	κτίζω
έκτιζε	=	κτίζω
έκτιζες	=	κτίζω
έκτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτίζω
έκτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτίζω
έκτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτίζω
έκτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτίζω
έκτιση	noun	η εξόφληση, η εκπλήρωση
έκτισης	=	έκτιση
έκτο	noun	κάθε ένα από τα έξι ίσα μέρη ενός συνόλου
έκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκτος
έκτοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτοπο
έκτοπε	adj	κλητική ενικού του έκτοπος
έκτοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκτοπος
έκτοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκτοπος
έκτοπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκτοπος
έκτοπο	adj	αιτιατική ενικού του έκτοπος
έκτοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκτοπος
έκτοπος	adj	που εμφανίζει εκτοπία
έκτοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκτοπος
έκτοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκτοπος
έκτοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκτοπος
έκτος	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό 6
έκτοτε	adv	από τότε, από ένα χρονικό σημείο στο παρελθόν και μετά
έκτου	noun	γενική ενικού του έκτο
έκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκτος
έκτρεπε	=	εκτρέπω
έκτρεψε	=	εκτρέπω
έκτριψη	noun|formal	η ενέργεια του τριψίματος με σκοπό είτε την απομάκρυνση ρύπων είτε τη φθορά της επιφάνειας μέσω τριβής
έκτροπα	noun	βίαια επεισόδια, ταραχές, εκτεταμένες συγκρούσεις και καταστροφές
έκτροπο	noun	σπάνιος ενικός της λέξης έκτροπα
έκτροπου	=	έκτροπο
έκτροπων	=	έκτροπο
έκτρωμα	noun	το εξάμβλωμα
έκτρωση	noun	η εκούσια διακοπή της εγκυμοσύνης
έκτρωσης	noun	γενική ενικού του έκτρωση
έκτυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτυπο
έκτυπε	adj	κλητική ενικού του έκτυπος
έκτυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έκτυπος
έκτυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκτυπος
έκτυπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έκτυπος
έκτυπο	adj	αιτιατική ενικού του έκτυπος
έκτυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκτυπος
έκτυπος	adj	ανάγλυφος, με τη μορφή της παράστασης να εξέχει ιδαίτερα
έκτυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκτυπος
έκτυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκτυπος
έκτυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκτυπος
έκτων	noun	γενική πληθυντικού του έκτο
έκυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κύπτω
έκυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κύπτω
έκυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κύπτω
έκυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κύπτω
έκφανση	noun|formal	το φανέρωμα
έκφανσης	noun	γενική ενικού του έκφανση
έκφερε	=	εκφέρω
έκφευγε	=	εκφεύγω
έκφραζα	=	εκφράζω
έκφραζαν	=	εκφράζω
έκφραζε	=	εκφράζω
έκφραζες	=	εκφράζω
έκφρασα	=	εκφράζω
έκφρασαν	=	εκφράζω
έκφρασε	=	εκφράζω
έκφρασες	=	εκφράζω
έκφραση	noun	καθιερωμένη, στερεότυπη περίφραση, σύνολο λέξεων ή λέξη με ειδική σημασία
έκφρασης	noun	γενική ενικού του έκφραση
έκφρον	=	έκφρων
έκφρονα	=	έκφρων
έκφρονες	=	έκφρων
έκφρονος	=	έκφρων
έκφρων	adj|formal	που είναι εκτός ελέγχου, που έχει «χάσει» τα μυαλά του
έκφυγε	=	εκφεύγω
έκφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκφυλο
έκφυλε	adj	κλητική ενικού του έκφυλος
έκφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκφυλη
έκφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έκφυλος
έκφυλης	adj	γενική ενικού του έκφυλη
έκφυλο	adj	αιτιατική ενικού του έκφυλος
έκφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έκφυλος
έκφυλος	adj	ακόλαστος, διεφθαρμένος
έκφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έκφυλος
έκφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έκφυλος
έκφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έκφυλος
έκφυση	noun	το να εκφύεται κάτι
έκφυσης	noun	γενική ενικού του έκφυση
έκχεε	=	εκχέω
έκχυμα	noun|rare	εκχύλισμα
έκχυνα	=	εκχύνω
έκχυναν	=	εκχύνω
έκχυνε	=	εκχύνω
έκχυνες	=	εκχύνω
έκχυσα	=	εκχύνω
έκχυσαν	=	εκχύνω
έκχυσε	=	εκχέω
έκχυσες	=	εκχύνω
έκχυση	noun	το χύσιμο προς τα έξω υγρού μετά από ρήξη αγγείου ή σπλάχνου
έκχυσης	noun	γενική ενικού του έκχυση
έλα	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
έλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
έλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
έλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
έλαθε	verb|rare	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του λανθάνω
έλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλαιο
έλαιο	noun	το ελαιόλαδο
έλαμνα	=	λάμνω
έλαμναν	=	λάμνω
έλαμνε	=	λάμνω
έλαμνες	=	λάμνω
έλαμπα	=	λάμπω
έλαμπαν	=	λάμπω
έλαμπε	=	λάμπω
έλαμπες	=	λάμπω
έλαμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λάμπω
έλαμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λάμπω
έλαμψε	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος λάμπω
έλαμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λάμπω
έλαση	noun	η μετατροπή μάζας μετάλλου σε φύλλα, σύρματα κ.λ.π., με μηχανική κατεργασία
έλασης	noun	γενική ενικού του έλαση
έλασμα	noun	τμήμα μετάλλου με πεπλατυσμένη μορφή
έλασσον	=	ελάσσονας
έλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλατο
έλατε	=	έλατος
έλατο	noun	Abies αιωνόβιο, αειθαλές, κωνοφόρο δέντρο με ίσιο και λείο κορμό που αποκτά μεγάλο ύψος και κλαδιά που διακλαδίζονται οριζόντια σε σχήμα πυραμίδας και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους
έλατοι	=	έλατος
έλατος	noun	άλλη μορφή του έλατο
έλατου	=	έλατος
έλατους	=	έλατος
έλατων	=	έλατος
έλαφε	=	έλαφος
έλαφο	=	έλαφος
έλαφοι	=	έλαφος
έλαφος	noun|formal	ελάφι
έλαχα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
έλαχαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
έλαχε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
έλαχες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
έλεγα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λέω
έλεγαν	=	λέω
έλεγε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λέω
έλεγες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λέω
έλεγξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
έλεγξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
έλεγξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
έλεγξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
έλεγχα	=	ελέγχω
έλεγχαν	=	ελέγχω
έλεγχε	noun	κλητική ενικού του έλεγχος
έλεγχες	=	ελέγχω
έλεγχο	noun	αιτιατική ενικού του έλεγχος
έλεγχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έλεγχος
έλεγχος	noun	η ενέργεια του ελέγχω
έλεγχου	=	έλεγχος
έλειπα	=	λείπω
έλειπαν	=	λείπω
έλειπε	=	λείπω
έλειπες	=	λείπω
έλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω
έλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω
έλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω
έλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω
έλειωνα	=	λειώνω
έλειωναν	=	λειώνω
έλειωνε	=	λειώνω
έλειωνες	=	λειώνω
έλειωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειώνω
έλειωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειώνω
έλειωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειώνω
έλειωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειώνω
έλεος	noun	η λύπηση, η συμπόνια για κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή κατάσταση	intj	χρησιμοποιείται με την έννοια του "ζητώ/δώστε μου/δείξτε έλεος", όταν κάποιος θέλει να εκφράσει την αγανάκτηση του με κάτι ή ότι δεν αντέχει την κατάσταση της συγκεκριμένης στιγμής ζητώντας μια μικρή αλλαγή προς το καλό
έλευση	noun	ερχομός, άφιξη
έλευσης	noun	γενική ενικού του έλευση
έλη	=	έλος
έληγα	=	λήγω
έληγαν	=	λήγω
έληγε	=	λήγω
έληγες	=	λήγω
έληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
έληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
έληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
έληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
έλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλθομε	=	έρχομαι
έλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλθουνε	=	έρχομαι
έλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έλιαζα	=	λιάζω
έλιαζαν	=	λιάζω
έλιαζε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του λιάζω
έλιαζες	=	λιάζω
έλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζω
έλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζω
έλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζω
έλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζω
έλικα	noun	η γραμμή που γράφεται πάνω σε κύλινδρο που γυρίζει και (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε μοιάζει μ' αυτή
έλικας	noun	όργανο αεροπλάνου ή πλεούμενου, με ειδικά πτερύγια, που συμβάλλει στην προώθηση του μέσου
έλικες	=	έλικας
έλιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελίσσομαι
έλιξης	=	έλιξη
έλιωνα	=	λιώνω
έλιωναν	=	λιώνω
έλιωνε	=	λιώνω
έλιωνες	=	λιώνω
έλιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιώνω
έλιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιώνω
έλιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιώνω
έλιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιώνω
έλκαμε	=	έλκω
έλκαν	=	έλκω
έλκανε	=	έλκω
έλκατε	=	έλκω
έλκε	=	έλκω
έλκει	=	έλκω
έλκεις	=	έλκω
έλκεσαι	=	έλκω
έλκεστε	=	έλκω
έλκεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του έλκομαι
έλκετε	=	έλκω
έλκη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλκος
έλκηθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλκηθρο
έλκηθρο	noun	όχημα φτιαγμένο έτσι ώστε να γλιστράει στο χιόνι ή στον πάγο, χάρη στους ολισθητήρες που διαθέτει
έλκηθρου	=	έλκηθρο
έλκομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος έλκω
έλκομε	=	έλκω
έλκονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του έλκομαι
έλκονταν	=	έλκω
έλκοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έλκω
έλκος	noun	η πληγή στα τοιχώματα του στομάχου ή του δωδεκαδακτύλου
έλκουμε	=	έλκω
έλκουν	=	έλκω
έλκουνε	=	έλκω
έλκους	=	έλκος
έλκυε	=	ελκύω
έλκυσε	=	ελκύω
έλκυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελκύω
έλκυσης	noun	γενική ενικού του έλκυση
έλκω	verb	τραβώ προς το μέρος μου ένα σώμα (όντας ακίνητος), το σύρω, το σέρνω με άμεση ή έμμεση επαφή
έλκωμα	noun	πληγή ή τραύμα που δημιουργείται από έλκος
έλκωση	noun	η δημιουργία έλκους
έλκωσης	noun	γενική ενικού του έλκωση
έλλαμψη	noun|formal	λάμψη, φωτισμός
έλλαμψης	=	έλλαμψη
έλλειμμα	noun	χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.)
έλλειψη	noun	η ύπαρξη μειωμένης ποσότητας ενός αγαθού
έλλειψης	noun	γενική ενικού του έλλειψη
έλλην	=	έλληνας
έλληνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του έλληνας
έλληνας	noun	ο Έλληνας
έλληνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλληνας
έλλογα	=	έλλογος
έλλογε	=	έλλογος
έλλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έλλογος
έλλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έλλογος
έλλογης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έλλογος
έλλογο	=	έλλογος
έλλογοι	=	έλλογος
έλλογος	adj|formal	που μπορεί να εκφέρει λόγο
έλλογου	=	έλλογος
έλλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έλλογος
έλλογων	=	έλλογος
έλμινθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλμινθα
έλξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έλκω
έλξαν	=	έλκω
έλξανε	=	έλκω
έλξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έλκω
έλξε	=	έλκω
έλξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος έλκω
έλξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έλκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλξη
έλξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έλκω
έλξεων	noun	γενική πληθυντικού του έλξη
έλξεως	noun|formal	γενική ενικού του έλξη
έλξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω
έλξης	noun	γενική ενικού του έλξη
έλξομε	=	έλκω
έλξου	=	έλκω
έλξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έλκω
έλξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έλκω
έλξουνε	=	έλκω
έλξτε	=	έλκω
έλξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έλκω
έλος	noun	ο βάλτος, το τέλμα, έκταση με ρηχά νερά που λιμνάζουν
έλουζα	=	λούζω
έλουζαν	=	λούζω
έλουζε	=	λούζω
έλουζες	=	λούζω
έλους	noun	γενική ενικού του έλος
έλουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζω
έλουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζω
έλουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζω
έλουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζω
έλπιζα	=	ελπίζω
έλπιζαν	=	ελπίζω
έλπιζε	=	ελπίζω
έλπιζες	=	ελπίζω
έλπισα	=	ελπίζω
έλπισαν	=	ελπίζω
έλπισε	=	ελπίζω
έλπισες	=	ελπίζω
έλπιση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελπίζω
έλπισης	noun	γενική ενικού του έλπιση
έλυα	=	λύω
έλυνα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λύνω
έλυναν	=	λύνω
έλυνε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λύνω
έλυνες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λύνω
έλυσα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος λύνω
έλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνω
έλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνω
έλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνω
έλυτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλυτρο
έλυτρο	noun	εξωτερικό σκληρό περίβλημα φτερούγας εντόμων, το οποίο καλύπτει το κύριο μέρος της
έλυτρου	=	έλυτρο
έμαθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
έμαθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
έμαθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
έμαθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
έμασα	=	μαζεύω
έμβαμμα	noun	ζωμός ή σάλτσα από κρέας με καρυκεύματα
έμβασμα	noun	η αποστολή ενός χρηματικού ποσού από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε έναν άλλο και σε διαφορετικές τράπεζες, συνήθως ως τρόπος πληρωμής μέσω τραπέζης.
έμβια	=	έμβιος
έμβιας	=	έμβιος
έμβιε	=	έμβιος
έμβιες	=	έμβιος
έμβιο	=	έμβιος
έμβιοι	=	έμβιος
έμβιος	adj	που έχει ζωή, που ζει, που υπάρχει
έμβιου	=	έμβιος
έμβιους	=	έμβιος
έμβιων	=	έμβιος
έμβλημα	noun	συμβολικό διακριτικό σχήμα
έμβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμβολο
έμβολο	noun	οτιδήποτε που εμβάλλεται - εισάγεται μέσα σε κάποιο σώμα.
έμβολου	=	έμβολο
έμβρυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμβρυο
έμβρυο	noun	κάθε έμβιος οργανισμός στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του
έμβρυου	=	έμβρυο
έμβυσμα	noun	η τσιμούχα
έμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω
έμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω
έμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω
έμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω
έμελε	=	μέλει
έμελπα	=	μέλπω
έμελψα	=	μέλπω
έμενα	=	μένω
έμεναν	=	μένω
έμενε	=	μένω
έμενες	=	μένω
έμενταλ	noun	είδος ελβετικού τυριού
έμεση	noun	ο εμετός (η ενέργεια)
έμεσης	noun	γενική ενικού του έμεση
έμεσμα	noun	ό,τι βγαίνει ως εμετός
έμετε	=	έμετος
έμετο	=	έμετος
έμετοι	=	έμετος
έμετος	noun	άλλη μορφή του εμετός
έμετου	=	έμετος
έμετους	=	έμετος
έμετων	=	έμετος
έμιζα	=	εμίζω
έμιζαν	=	εμίζω
έμιζε	=	εμίζω
έμιζες	=	εμίζω
έμισα	=	εμίζω
έμισαν	=	εμίζω
έμισε	=	εμίζω
έμισες	=	εμίζω
έμμεσα	adv	με έμμεσο τρόπο, όχι απευθείας
έμμεσε	adj	κλητική ενικού του έμμεσος
έμμεσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμμεσος
έμμεση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμμεσος
έμμεσης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμμεσος
έμμεσο	adj	αιτιατική ενικού του έμμεσος
έμμεσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμμεσος
έμμεσος	adj	που γίνεται με τη μεσολάβηση άλλου
έμμεσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμμεσος
έμμεσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμμεσος
έμμεσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμμεσος
έμμετρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έμμετρος	adv	με έμμετρο τρόπο
έμμετρε	adj	κλητική ενικού του έμμετρος
έμμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμμετρος
έμμετρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμμετρος
έμμετρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμμετρος
έμμετρο	adj	αιτιατική ενικού του έμμετρος
έμμετροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμμετρος
έμμετρος	adj	που έχει (ποιητικό) μέτρο, που δεν είναι πεζός
έμμετρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμμετρος
έμμετρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμμετρος
έμμετρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμμετρος
έμμηνα	=	έμμηνος
έμμηνε	=	έμμηνος
έμμηνες	=	έμμηνος
έμμηνη	=	έμμηνος
έμμηνης	=	έμμηνος
έμμηνο	=	έμμηνος
έμμηνοι	=	έμμηνος
έμμηνος	adj	αυτός που συμβαίνει κάθε μήνα, που επαναλαμβάνεται σε 30 ημέρες, αναφέρεται περισσότερο στην εμμηνόρροια
έμμηνου	=	έμμηνος
έμμηνους	=	έμμηνος
έμμηνων	=	έμμηνος
έμμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμμισθο
έμμισθε	adj	κλητική ενικού του έμμισθος
έμμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμμισθος
έμμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμμισθος
έμμισθης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμμισθος
έμμισθο	adj	αιτιατική ενικού του έμμισθος
έμμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμμισθος
έμμισθος	adj	που αμείβεται με μισθό
έμμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμμισθος
έμμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμμισθος
έμμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμμισθος
έμμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμμονο
έμμονε	adj	κλητική ενικού του έμμονος
έμμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμμονος
έμμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμμονος
έμμονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμμονος
έμμονο	adj	αιτιατική ενικού του έμμονος
έμμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμμονος
έμμονος	adj|formal	που εμμένει
έμμονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμμονος
έμμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμμονος
έμμονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμμονος
έμμορφα	=	έμμορφος
έμμορφε	=	έμμορφος
έμμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμμορφος
έμμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμμορφος
έμμορφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμμορφος
έμμορφο	=	έμμορφος
έμμορφοι	=	έμμορφος
έμμορφος	adj	αυτός που έχει μορφοποιηθεί, που έχει σχήμα
έμμορφου	=	έμμορφος
έμμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμμορφος
έμμορφων	=	έμμορφος
έμνοστα	=	έμνοστος
έμνοστε	=	έμνοστος
έμνοστες	=	έμνοστος
έμνοστη	=	έμνοστος
έμνοστης	=	έμνοστος
έμνοστο	=	έμνοστος
έμνοστοι	=	έμνοστος
έμνοστος	adj	νόστιμος, ηδύς, τερπνός
έμνοστου	=	έμνοστος
έμνοστους	=	έμνοστος
έμνοστων	=	έμνοστος
έμο	noun	παρακλάδι της πανκ–ροκ που δίνει έμφαση στη συναισθηματική έκφραση, συχνά με προσωπικούς ή εσωστρεφείς στίχους και πιο «ευαίσθητο» ύφος σε σχέση με το κλασικό πανκ	adj	που εκφράζει υπερτονισμένα ή εμφανώς συναισθηματικό περιεχόμενο, ιδίως με διάθεση εσωστρέφειας ή δραματικότητας
έμοιαζα	=	μοιάζω
έμοιαζαν	=	μοιάζω
έμοιαζε	=	μοιάζω
έμοιαζες	=	μοιάζω
έμοιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
έμοιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
έμοιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
έμοιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
έμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμορφο
έμορφε	adj	κλητική ενικού του έμορφος
έμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμορφος
έμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμορφος
έμορφης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμορφος
έμορφο	adj	αιτιατική ενικού του έμορφος
έμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμορφος
έμορφος	adj	άλλη μορφή του όμορφος
έμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμορφος
έμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμορφος
έμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμορφος
έμπα	noun	το σημείο του χώρου από το οποίο μπορεί κάποιος να μπει κάπου μέσα	verb	β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω, μπες
έμπαζα	=	μπάζω
έμπαζαν	=	μπάζω
έμπαζε	=	μπάζω
έμπαζες	=	μπάζω
έμπαινα	=	μπαίνω
έμπαιναν	=	μπαίνω
έμπαινε	=	μπαίνω
έμπαινες	=	μπαίνω
έμπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπάζω
έμπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπάζω
έμπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπάζω
έμπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπάζω
έμπεδή	=	έμπεδος
έμπεδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμπεδο
έμπεδε	adj	κλητική ενικού του έμπεδος
έμπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμπεδη
έμπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμπεδος
έμπεδης	adj	γενική ενικού του έμπεδη
έμπεδο	noun	τάγμα ή άλλο στρατιωτικό τμήμα, που παραμένει στη βάση του, την έδρα του, εκπαιδεύοντας νεοσυλλέκτους και προσφέροντας άλλες υπηρεσίες στα μετόπισθεν
έμπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπεδος
έμπεδος	adj	που παραμένει στη βάση του, την έδρα του, εκπαιδεύοντας νεοσυλλέκτους και προσφέροντας άλλες υπηρεσίες στα μετόπισθεν
έμπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμπεδος
έμπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμπεδος
έμπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμπεδος
έμπειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμπειρο, ουδέτερο του έμπειρος
έμπειρε	adj	κλητική ενικού του έμπειρος
έμπειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμπειρη
έμπειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμπειρος
έμπειρης	adj	γενική ενικού του έμπειρη
έμπειρο	adj	αιτιατική ενικού του έμπειρος
έμπειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπειρος
έμπειρος	adj	που έχει εμπειρία
έμπειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμπειρος
έμπειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμπειρος
έμπειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμπειρος
έμπηγα	=	μπήγω
έμπηγαν	=	μπήγω
έμπηγε	=	μπήγω
έμπηγες	=	μπήγω
έμπηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγω
έμπηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγω
έμπηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγω
έμπηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγω
έμπηξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμπήγω
έμπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμπιστο
έμπιστε	adj	κλητική ενικού του έμπιστος
έμπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμπιστος
έμπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμπιστος
έμπιστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμπιστος
έμπιστο	adj	αιτιατική ενικού του έμπιστος
έμπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπιστος
έμπιστος	adj	που τον εμπιστευόμαστε
έμπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμπιστος
έμπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμπιστος
έμπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμπιστος
έμπλαστρα	=	έμπλαστρο
έμπλαστρο	noun	δερματικό επίθεμα εμποτισμένο με φάρμακο· φαρμακομορφή για τοπική και διαδερμική χορήγηση φαρμάκων
έμπλαστρου	=	έμπλαστρο
έμπλαστρων	=	έμπλαστρο
έμπλεα	=	έμπλεος
έμπλεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμπλεος
έμπλεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμπλεος
έμπλεης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμπλεος
έμπλεκα	=	μπλέκω
έμπλεκαν	=	μπλέκω
έμπλεκε	=	μπλέκω
έμπλεκες	=	μπλέκω
έμπλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
έμπλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
έμπλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
έμπλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
έμπλεος	adj	γεμάτος, πλήρης
έμπλεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμπλεος
έμπνεε	=	εμπνέω
έμπνευσε	=	εμπνέω
έμπνευση	noun	το αποτέλεσμα του εμπνέω: ξαφνική, ασυνείδητη ιδέα, για την πραγματοποίηση κάποιου στόχου ή τη δημιουργία έργου τέχνης
έμπνευσης	noun	γενική ενικού του έμπνευση
έμπορα	=	έμπορος
έμπορας	=	έμπορος
έμπορε	noun	κλητική ενικού του έμπορος
έμπορες	=	έμπορος
έμπορο	noun	αιτιατική ενικού του έμπορος
έμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπορος
έμπορος	noun	που αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί
έμπορου	=	έμπορος
έμπορους	=	έμπορος
έμπορων	=	έμπορος
έμπρακτα	adv	με έμπρακτο τρόπο
έμπρακτε	adj	κλητική ενικού του έμπρακτος
έμπρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμπρακτος
έμπρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμπρακτος
έμπρακτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμπρακτος
έμπρακτο	adj	αιτιατική ενικού του έμπρακτος
έμπρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπρακτος
έμπρακτος	adj	που εκτελείται, βεβαιώνεται ή γίνεται με πράξεις, με έργα
έμπρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμπρακτος
έμπρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμπρακτος
έμπρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμπρακτος
έμπροσθεν	adv|formal	μπροστά, μπροστά από
έμπυα	=	έμπυος
έμπυας	=	έμπυος
έμπυε	=	έμπυος
έμπυες	=	έμπυος
έμπυο	=	έμπυος
έμπυοι	=	έμπυος
έμπυος	adj	που περιέχει πύον
έμπυου	=	έμπυος
έμπυους	=	έμπυος
έμπυρή	=	έμπυρος
έμπυρα	noun	τα ζώα που θυσιάζονται σε έμπυρη θυσία και οι μαντείες που προκύπτουν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έμπυρος
έμπυρε	adj	κλητική ενικού του έμπυρος
έμπυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμπυρος
έμπυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμπυρος
έμπυρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμπυρος
έμπυρο	adj	αιτιατική ενικού του έμπυρος
έμπυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμπυρος
έμπυρος	adj|formal	που γίνεται με φωτιά ή πάνω στη φωτιά
έμπυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμπυρος
έμπυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμπυρος
έμπυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμπυρος
έμπυων	=	έμπυος
έμφαση	noun	η ιδιαίτερη προσοχή ή βαρύτητα που αποδίδει κάποιος σε κάτι και γενικά η ιδιαίτερη σημασία που δίνει σε αυτό
έμφασης	noun	γενική ενικού του έμφαση
έμφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφοβο
έμφοβε	adj	κλητική ενικού του έμφοβος
έμφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμφοβος
έμφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμφοβος
έμφοβης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμφοβος
έμφοβο	adj	αιτιατική ενικού του έμφοβος
έμφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμφοβος
έμφοβος	adj|formal	ο πολύ φοβισμένος
έμφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμφοβος
έμφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμφοβος
έμφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμφοβος
έμφορτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφορτο
έμφορτε	adj	κλητική ενικού του έμφορτος
έμφορτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφορτη
έμφορτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμφορτος
έμφορτης	adj	γενική ενικού του έμφορτη
έμφορτο	adj	αιτιατική ενικού του έμφορτος
έμφορτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμφορτος
έμφορτος	adj|formal	ο φορτωμένος (αλλά όχι απαραίτητα γεμάτος)
έμφορτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμφορτος
έμφορτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμφορτος
έμφορτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμφορτος
έμφραγμα	noun	νέκρωση ιστού εξαιτίας απόφραξης αρτηρίας από θρόμβωση ή εμβολή
έμφραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμφράσσω
έμφραξης	noun	γενική ενικού του έμφραξη
έμφρον	=	έμφρων
έμφρονα	=	έμφρων
έμφρονες	=	έμφρων
έμφρονος	=	έμφρων
έμφρων	adj	που έχει φρόνηση
έμφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφυλο
έμφυλε	adj	κλητική ενικού του έμφυλος
έμφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφυλη
έμφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμφυλος
έμφυλης	adj	γενική ενικού του έμφυλη
έμφυλο	adj	αιτιατική ενικού του έμφυλος
έμφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμφυλος
έμφυλος	adj	που έχει σχέση με το φύλο ή αναφέρεται σ’ αυτό
έμφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμφυλος
έμφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμφυλος
έμφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμφυλος
έμφυτα	adv	με έμφυτο τρόπο
έμφυτε	adj	κλητική ενικού του έμφυτος
έμφυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμφυτος
έμφυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμφυτος
έμφυτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμφυτος
έμφυτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έμφυτος
έμφυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμφυτος
έμφυτος	adj	που υπάρχει στη φύση κάποιου από τη γέννησή του και δεν έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ή μετά από αγωγή και μάθηση
έμφυτου	adj	γενική ενικού του έμφυτος
έμφυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμφυτος
έμφυτων	adj	γενική πληθυντικού του έμφυτος
έμψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμψυχο
έμψυχε	adj	κλητική ενικού του έμψυχος
έμψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έμψυχος
έμψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έμψυχος
έμψυχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έμψυχος
έμψυχο	adj	αιτιατική ενικού του έμψυχος
έμψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έμψυχος
έμψυχος	adj|figurative	που έχει ψυχή
έμψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έμψυχος
έμψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έμψυχος
έμψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έμψυχος
έν	=	διακοπείς
ένα	pron	ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ένας	article	ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ένας
ένα-προς-πολλά	noun	αντώνυμο και συμμετρικό ως προς την έννοια με το πολλά-προς-ένα
έναι	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του είμαι
έναν	pron	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας	article	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας
έναντι	adv|dated	απέναντι
έναρθρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έναρθρο	adv	χρησιμοποιώντας το άρθρο
έναρθρε	adj	κλητική ενικού του έναρθρος
έναρθρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έναρθρος
έναρθρη	adj	στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική στη γενική του ενικού
έναρθρης	adj	έναρθρη, στη γενική του ενικού
έναρθρο	adj	αιτιατική ενικού του έναρθρος
έναρθροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έναρθρος
έναρθρος	adj	που παράγεται με την άρθρωση, καθαρή σύναψη και εκφώνηση φθόγγων· που τον αποτελούν συλλαβές και λέξεις με σημασία και νόημα
έναρθρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έναρθρος
έναρθρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έναρθρος
έναρθρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έναρθρος
έναρξη	noun	η αρχή, το ξεκίνημα, το πρώτο χρονικό σημείο
έναρξης	noun	γενική ενικού του έναρξη
ένας	num	αριθμητικό που δηλώνει τη μονάδα ενός είδους (ποσότητα, χρόνο κ.λπ.)	pron	αντί ουσιαστικού, κάποιος, αλλά αγενές, συχνά -όχι πάντα- με υποτιμητική χροιά, δηλώνοντας ενίοτε κάποιο ιδιαίτερα ασήμαντο ή και πιθανόν τιποτένιο άτομο
έναστρα	=	έναστρος
έναστρε	=	έναστρος
έναστρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έναστρος
έναστρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έναστρος
έναστρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έναστρος
έναστρο	=	έναστρος
έναστροι	=	έναστρος
έναστρος	adj	αυτός που έχει άστρα
έναστρου	=	έναστρος
έναστρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έναστρος
έναστρων	=	έναστρος
ένατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένατο
ένατε	adj	κλητική ενικού του ένατος
ένατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένατη
ένατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένατος
ένατης	adj	γενική ενικού του ένατη
ένατο	adj	αιτιατική ενικού του ένατος
ένατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένατος
ένατος	num	που ακολουθεί τον όγδοο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν εννιά (9)
ένατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένατος
ένατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένατος
ένατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένατος
έναυση	noun|formal	η πρόκληση έναρξης μιας διαδικασίας, ιδίως ανάφλεξης, καύσης ή έκρηξης
έναυσμα	noun	η αιτία, η αφορμή που εξεγείρει και παροξύνει τα πάθη
ένδακρυς	adj	δακρυσμένος, με δάκρυα στα μάτια
ένδεια	noun|formal	η απόλυτη φτώχια, η στέρηση κάθε οικονομικού πόρου, η απορία
ένδειας	noun	γενική ενικού του ένδεια
ένδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδεια
ένδειξη	noun	οτιδήποτε δείχνει κάτι
ένδειξης	=	ένδειξη
ένδεκα	=	έντεκα
ένδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδικο
ένδικε	adj	κλητική ενικού του ένδικος
ένδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένδικος
ένδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένδικος
ένδικης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένδικος
ένδικο	adj	αιτιατική ενικού του ένδικος
ένδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένδικος
ένδικος	adj	που προβλέπεται από τη δικονομία ή σχετίζεται μ’ αυτήν
ένδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένδικος
ένδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένδικος
ένδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένδικος
ένδοθεν	adv	από μέσα
ένδον	adv|archaic	μέσα, στο εσωτερικό
ένδοξα	adv	με ένδοξο τρόπο
ένδοξε	adj	κλητική ενικού του ένδοξος
ένδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένδοξος
ένδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένδοξος
ένδοξης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένδοξος
ένδοξο	adj	αιτιατική ενικού του ένδοξος
ένδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένδοξος
ένδοξος	adj	που έχει δοξαστεί
ένδοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένδοξος
ένδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένδοξος
ένδοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένδοξος
ένδυμα	noun	το ρούχο
ένδυση	noun|formal	το ντύσιμο
ένδυσης	noun	γενική ενικού του ένδυση
ένειμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νέμω
ένειμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νέμω
ένειμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νέμω
ένειμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νέμω
ένεκα	prep	για, εξαιτίας, λόγω
ένεκεν	prep	άλλη μορφή του ένεκα: διότι, για το λόγο στη φράση τιμής ένεκεν
ένεμα	noun	κλύσμα, υποκλυσμός
ένεση	noun	η μέθοδος εισαγωγής ενός φαρμάκου στο σώμα χάρη σε μια σύριγγα
ένεσης	noun	γενική ενικού του ένεση
ένεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεύω
ένεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεύω
ένεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεύω
ένεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεύω
ένζυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένζυμο
ένζυμε	adj	κλητική ενικού του ένζυμος
ένζυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένζυμος
ένζυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένζυμος
ένζυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένζυμος
ένζυμο	noun	οργανική χημική ένωση που δρα ως καταλύτης σε βιοχημικές αντιδράσεις
ένζυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένζυμος
ένζυμος	adj	που παρασκευάστηκε με προζύμι
ένζυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένζυμος
ένζυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένζυμος
ένζυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένζυμος
ένθα	adv	όπου
ένθεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένθεο
ένθεε	adj	κλητική ενικού του ένθεος
ένθεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένθεος
ένθεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένθεος
ένθεης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένθεος
ένθεμα	noun	κάτι που μπαίνει ή βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο
ένθεο	adj	αιτιατική ενικού του ένθεος
ένθεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένθεος
ένθεος	adj	που παρουσιάζεται σα να έχει μέσα του τον θεό
ένθεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένθεος
ένθεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένθεος
ένθερμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ένθερμο) του ένθερμος	adv	με ένθερμο τρόπο
ένθερμε	adj	κλητική ενικού του ένθερμος
ένθερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένθερμος
ένθερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένθερμος
ένθερμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένθερμος
ένθερμο	adj	αιτιατική ενικού του ένθερμος
ένθερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένθερμος
ένθερμος	adj	που πραγματώνεται με έντονο, εγκάρδιο και επιδοκιμαστικό τρόπο (για πράγματα)
ένθερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένθερμος
ένθερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένθερμος
ένθερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένθερμος
ένθεση	noun	η τοποθέτηση μέσα ή επάνω σε κάτι
ένθεσης	noun	γενική ενικού του ένθεση
ένθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένθετο
ένθετε	adj	κλητική ενικού του ένθετος
ένθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένθετος
ένθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένθετος
ένθετης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένθετος
ένθετο	adj	αιτιατική ενικού του ένθετος	noun	συνοδευτικό έντυπο το οποίο δίνεται μαζί με κάποιο άλλο έντυπο και μπορεί να βρίσκεται ενσωματωμένο στο κύριο έντυπο, έτσι ώστε να μπορεί να αποσπαστεί εύκολα, ή βρίσκεται, τουλάχιστον, στην ίδια συσκευασία με αυτό
ένθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένθετος
ένθετος	adj	που έχει προστεθεί ή προσαρμοσθεί με ένθεση
ένθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένθετος
ένθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένθετος
ένθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένθετος
ένθεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένθεος
ένθημα	noun	πρόσφυμα το οποίο προστίθεται στο εσωτερικό της ρίζας μιας λέξης για την παραγωγή μιας νέας λέξης
ένθους	adj|archaic	άλλη μορφή του ένθεος
ένθρονα	=	ένθρονος
ένθρονε	=	ένθρονος
ένθρονες	=	ένθρονος
ένθρονη	=	ένθρονος
ένθρονης	=	ένθρονος
ένθρονο	=	ένθρονος
ένθρονοι	=	ένθρονος
ένθρονος	adj	που κάθεται σε θρόνο
ένθρονου	=	ένθρονος
ένθρονους	=	ένθρονος
ένθρονων	=	ένθρονος
ένιβα	=	νίβω
ένιβαν	=	νίβω
ένιβε	=	νίβω
ένιβες	=	νίβω
ένιψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νίβω
ένιψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νίβω
ένιψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νίβω
ένιψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νίβω
ένιωθα	=	νιώθω
ένιωθαν	=	νιώθω
ένιωθε	=	νιώθω
ένιωθες	=	νιώθω
ένιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
ένιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
ένιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
ένιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
έννοα	=	έννους
έννοες	=	έννους
έννοια	noun	αφηρημένη ιδέα, νοητό κατασκεύασμα ή σύνθεση, μονάδα γνώσης που αντιπροσωπεύει στον νου ένα αντικείμενο ή ένα σύνολο αντικειμένων που έχουν κοινές ιδιότητες
έννοιας	noun	γενική ενικού του έννοια
έννοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έννοια
έννομα	adv	με έννομο τρόπο
έννομε	adj	κλητική ενικού του έννομος
έννομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έννομος
έννομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έννομος
έννομης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έννομος
έννομο	adj	αιτιατική ενικού του έννομος
έννομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έννομος
έννομος	adj	αυτός που γίνεται σύμφωνα με το νόμο
έννομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έννομος
έννομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έννομος
έννομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έννομος
έννου	=	έννους
έννουν	=	έννους
έννους	adj|archaic	νοήμων, νουνεχής, συνετός
ένοιαζαν	=	νοιάζομαι
ένοιαζε	=	νοιάζομαι
ένοιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζει
ένοιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζει
ένοικε	noun	κλητική ενικού του ένοικος
ένοικο	noun	αιτιατική ενικού του ένοικος
ένοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένοικος
ένοικος	noun	αυτός που ζει μέσα σε ένα σπίτι, που κατοικεί σε αυτό, είτε το ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία του είτε όχι
ένοικου	=	ένοικος
ένοικους	=	ένοικος
ένοικων	=	ένοικος
ένοιωσα	=	νιώθω
ένοπλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένοπλο
ένοπλε	adj	κλητική ενικού του ένοπλος
ένοπλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένοπλος
ένοπλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένοπλος
ένοπλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένοπλος
ένοπλο	adj	αιτιατική ενικού του ένοπλος
ένοπλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένοπλος
ένοπλος	adj	που φέρει όπλο	noun	που είναι οπλοφόρος, που φέρει όπλο
ένοπλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένοπλος
ένοπλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένοπλος
ένοπλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένοπλος
ένορκα	=	ένορκος
ένορκε	noun	κλητική ενικού του ένορκος
ένορκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένορκος
ένορκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένορκος
ένορκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένορκος
ένορκο	noun	αιτιατική ενικού του ένορκος
ένορκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένορκος
ένορκος	noun	ο πολίτης που αποτελεί μέλος ενός σώματος που καλείται να δικάσει μια ποινική υπόθεση	adj	ο επικυρωμένος με όρκο
ένορκου	=	ένορκος
ένορκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένορκος
ένορκων	=	ένορκος
ένος	=	εκτρέπομαι
ένοχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένοχο
ένοχε	adj	κλητική ενικού του ένοχος
ένοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένοχος
ένοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένοχος
ένοχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένοχος
ένοχο	noun	αιτιατική ενικού του ένοχος
ένοχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένοχος
ένοχος	adj	που καταδικάζεται ως ο δράστης παράνομης πράξης, που θεωρείται ότι ενέχεται σε παράνομη ενέργεια	noun	που κρίθηκε ένοχος
ένοχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένοχος
ένοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένοχος
ένοχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένοχος
ένρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένρινο
ένρινε	adj	κλητική ενικού του ένρινος
ένρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένρινος
ένρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένρινος
ένρινης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένρινος
ένρινο	adj	αιτιατική ενικού του ένρινος
ένρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένρινος
ένρινος	adj	άλλη μορφή του έρρινος
ένρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένρινος
ένρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένρινος
ένρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένρινος
ένσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένσημο
ένσημο	noun	ειδικό κομμάτι χαρτιού, σαν γραμματόσημο, που δίνονταν παλιότερα από το κράτος ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό σαν αποδεικτικό ότι έχουν πληρωθεί ασφαλιστικές εισφορές
ένσημου	=	ένσημο
ένσκηπτε	=	ενσκήπτω
ένσκηψε	=	ενσκήπτω
ένσπειρε	=	ενσπείρω
ένσπερμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένσπερμο
ένσπερμε	adj	κλητική ενικού του ένσπερμος
ένσπερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένσπερμος
ένσπερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένσπερμος
ένσπερμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένσπερμος
ένσπερμο	adj	αιτιατική ενικού του ένσπερμος
ένσπερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένσπερμος
ένσπερμος	adj	που (περι)έχει σπέρματα
ένσπερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένσπερμος
ένσπερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένσπερμος
ένσπερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένσπερμος
ένσπερνε	=	ενσπείρω
ένσταση	noun	η αντίρρηση, η αντίθεση με κάτι
ένστασης	noun	γενική ενικού του ένσταση
ένστασις	=	ένσταση
ένστικτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένστικτο
ένστικτε	adj	κλητική ενικού του ένστικτος
ένστικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένστικτος
ένστικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένστικτος
ένστικτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένστικτος
ένστικτο	noun	η έμφυτη εσωτερική παρόρμηση στον άνθρωπο και στα ζώα που οδηγεί σε πράξεις που εξυπηρετούν τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του είδους
ένστικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένστικτος
ένστικτος	adj	ενστικτώδης
ένστικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένστικτος
ένστικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένστικτος
ένστικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένστικτος
ένστιχτα	=	ένστιχτο
ένστιχτο	noun	άλλη γραφή του ένστικτο
ένστιχτου	=	ένστιχτο
ένστολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένστολο
ένστολε	adj	κλητική ενικού του ένστολος
ένστολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένστολος
ένστολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένστολος
ένστολης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένστολος
ένστολο	adj	αιτιατική ενικού του ένστολος
ένστολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένστολος
ένστολος	noun	που υπηρετεί στο στρατό ή τα σώματα ασφαλείας	adj	που φοράει στολή, επίσημη ομοιόμορφη ενδυμασία που φοριέται από τα μέλη μιας ομάδας κατά τις ώρες εργασίας τους
ένστολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένστολος
ένστολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένστολος
ένστολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένστολος
ένστρωση	noun	λεπτότερο απ’ τα γειτονικά στρώμα πετρώματος που εναλλάσσεται με άλλα μεγαλύτερου πάχους και διαφορετικής γεωλογικής σύστασης
ένστρωσης	noun	γενική ενικού του ένστρωση
ένσφαιρα	=	ένσφαιρος
ένσφαιρε	=	ένσφαιρος
ένσφαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένσφαιρος
ένσφαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένσφαιρος
ένσφαιρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένσφαιρος
ένσφαιρο	=	ένσφαιρος
ένσφαιροι	=	ένσφαιρος
ένσφαιρος	adj	που έχει ή γίνεται με σφαίρες, με βόλια
ένσφαιρου	=	ένσφαιρος
ένσφαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένσφαιρος
ένσφαιρων	=	ένσφαιρος
ένταλμα	noun	επίσημη εντολή, με την οποία διατάζεται η εκτέλεση κάποιας πράξης
ένταμ	noun	ολλανδικό κίτρινο ημίσκληρο τυρί από αγελαδινό γάλα
ένταξα	=	εντάσσω
ένταξε	=	εντάσσω
ένταξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντάσσω
ένταξης	noun	γενική ενικού του ένταξη
ένταση	noun	το να εκδηλώνεται κάτι με δύναμη
έντασης	noun	γενική ενικού του ένταση
έντασσε	=	εντάσσω
έντεκα	num	το απόλυτο αριθμητικό (11) που ακολουθεί το δέκα και προηγείται του δώδεκα
έντερ	noun	πλήκτρο του πληκτρολογίου που χρησιμοποιείται κυρίως για την επιβεβαίωση ή εκτέλεση εντολής και για τη μεταφορά του δρομέα σε νέα γραμμή κειμένου
έντερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έντερο
έντερο	noun	το τμήμα του πεπτικού σωλήνα από το στομάχι ως τον πρωκτό
έντερου	=	έντερο
έντεσα	=	ανταίνω
έντεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έντεχνος	adv	με έντεχνο τρόπο
έντεχνε	adj	κλητική ενικού του έντεχνος
έντεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έντεχνος
έντεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντεχνος
έντεχνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έντεχνος
έντεχνο	adj	αιτιατική ενικού του έντεχνος
έντεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έντεχνος
έντεχνος	adj	που γίνεται με τέχνη ή με καλλιτεχνία
έντεχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έντεχνος
έντεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έντεχνος
έντεχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έντεχνος
έντηνε	intj	ιδιωματικό (κεφαλονίτικο ιδίωμα) νάτη (Χρειάζεται έλεγχος, τεκμηρίωση, αν είναι ιδιωματικό και άλλων νησιών)
έντιμα	adv	με ευσυνειδησία, ειλικρίνεια, τιμιότητα, ηθικότητα
έντιμε	adj	κλητική ενικού του έντιμος
έντιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έντιμος
έντιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντιμος
έντιμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έντιμος
έντιμο	adj	αιτιατική ενικού του έντιμος
έντιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έντιμος
έντιμος	adj	που διαθέτει και χαρακτηρίζεται από ευσυνειδησία, ειλικρίνεια, τιμιότητα, ηθικότητα
έντιμου	adj	γενική ενικού του έντιμος
έντιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έντιμος
έντιμων	adj	γενική πληθυντικού του έντιμος
έντοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έντοκος	adv	με τόκο
έντοκε	=	έντοκος
έντοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έντοκος
έντοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντοκος
έντοκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έντοκος
έντοκο	=	έντοκος
έντοκοι	=	έντοκος
έντοκος	adj	που απαιτεί ή γίνεται με την πληρωμή τόκων
έντοκου	=	έντοκος
έντοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έντοκος
έντοκων	=	έντοκος
έντομα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έντομο
έντομο	noun	μικρόσωμο αρθρωτό ζώο που ανήκει στην ομοταξία Έντομα (Insecta)· έχει έξι πόδια και το σώμα του χωρίζεται με τομές σε τρία μέρη: κεφάλι, θώρακα και κοιλιά
έντομου	=	έντομο
έντονα	adv	δυνατά, με έντονο τρόπο
έντονε	adj	κλητική ενικού του έντονος
έντονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έντονος
έντονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντονος
έντονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έντονος
έντονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έντονος
έντονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έντονος
έντονος	adj	που έχει ένταση και δύναμη
έντονου	adj	γενική ενικού του έντονος
έντονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έντονος
έντονων	adj	γενική πληθυντικού του έντονος
έντοσις	intj	ιδιωματικό (κεφαλονίτικο ιδίωμα) νάτος! (Χρειάζεται έλεγχος, τεκμηρίωση, αν είναι ιδιωματικό και άλλων νησιών)
έντρομή	=	έντρομος
έντρομα	adv	με έντρομο τρόπο
έντρομε	adj	κλητική ενικού του έντρομος
έντρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έντρομος
έντρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντρομος
έντρομης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έντρομος
έντρομο	adj	αιτιατική ενικού του έντρομος
έντρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έντρομος
έντρομος	adj	που είναι (και φαίνεται) πολύ τρομαγμένος
έντρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έντρομος
έντρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έντρομος
έντρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έντρομος
έντυνα	=	ντύνω
έντυναν	=	ντύνω
έντυνε	=	ντύνω
έντυνες	=	ντύνω
έντυπα	=	έντυπος
έντυπε	=	έντυπος
έντυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έντυπος
έντυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έντυπος
έντυπης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έντυπος
έντυπο	noun	οτιδήποτε παράγεται με εκτύπωση σε χαρτί, φυλλάδιο, έγγραφο, εφημερίδα, περιοδικό κ.α.
έντυποι	=	έντυπος
έντυπος	adj	κάποιος που είναι τυπωμένος στο χαρτί
έντυπου	=	έντυπος
έντυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έντυπος
έντυπων	=	έντυπος
έντυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνω
έντυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνω
έντυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνω
έντυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνω
έντωνα	=	ντώνω
έντωναν	=	ντώνω
έντωνε	=	ντώνω
έντωνες	=	ντώνω
έντωσα	=	ντώνω
έντωσαν	=	ντώνω
έντωσε	=	ντώνω
έντωσες	=	ντώνω
ένυδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένυδρο
ένυδρε	adj	κλητική ενικού του ένυδρος
ένυδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ένυδρος
ένυδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ένυδρος
ένυδρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένυδρος
ένυδρο	adj	αιτιατική ενικού του ένυδρος
ένυδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ένυδρος
ένυδρος	adj	που περιέχει νερό
ένυδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ένυδρος
ένυδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ένυδρος
ένυδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ένυδρος
ένυλα	=	ένυλος
ένυλε	=	ένυλος
ένυλες	=	ένυλος
ένυλη	=	ένυλος
ένυλης	=	ένυλος
ένυλο	=	ένυλος
ένυλοι	=	ένυλος
ένυλος	adj|formal	που αποτελείται από ύλη ή έχει υλική υπόσταση
ένυλου	=	ένυλος
ένυλους	=	ένυλος
ένυλων	=	ένυλος
ένωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενώνω
ένωνα	=	ενώνω
ένωναν	=	ενώνω
ένωνε	=	ενώνω
ένωνες	=	ενώνω
ένωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ένωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ένωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ένωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ένωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενώνω
ένωσης	noun	γενική ενικού του ένωση
έξαινα	=	ξαίνω
έξαιναν	=	ξαίνω
έξαινε	=	ξαίνω
έξαινες	=	ξαίνω
έξαλα	noun	τα μέρη ενός πλοίου που βρίσκονται πάνω από τα ίσαλα, πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας
έξαλλα	adv	με έξαλλο τρόπο
έξαλλε	adj	κλητική ενικού του έξαλλος
έξαλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έξαλλος
έξαλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξαλλος
έξαλλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έξαλλος
έξαλλο	adj	αιτιατική ενικού του έξαλλος
έξαλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξαλλος
έξαλλος	adj	που έχει παρασυρθεί από εντονότατα συναισθήματα, ο εκτός εαυτού.
έξαλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έξαλλος
έξαλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έξαλλος
έξαλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έξαλλος
έξανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαίνω
έξαναν	=	ξαίνω
έξανε	=	ξαίνω
έξανες	=	ξαίνω
έξαρμα	noun	επιφανειακή προεξοχή
έξαρση	noun	σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του
έξαρσης	noun	γενική ενικού του έξαρση
έξαρχε	noun	κλητική ενικού του έξαρχος
έξαρχο	noun	αιτιατική ενικού του έξαρχος
έξαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξαρχος
έξαρχος	noun	αξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που έχει οριστεί ως διοικητής ενός εξαρχάτου
έξαρχου	=	έξαρχος
έξαρχους	=	έξαρχος
έξαρχων	=	έξαρχος
έξαφνα	adv	ξαφνικά
έξαφνε	adj	κλητική ενικού του έξαφνος
έξαφνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξαφνη
έξαφνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξαφνος
έξαφνης	adj	γενική ενικού του έξαφνη
έξαφνο	adj	αιτιατική ενικού του έξαφνος
έξαφνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξαφνος
έξαφνος	adj|vulgar	ξαφνικός
έξαφνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έξαφνος
έξαφνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έξαφνος
έξαφνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έξαφνος
έξαψη	noun	το αποτέλεσμα του εξάπτω
έξαψης	noun	γενική ενικού του έξαψη
έξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξη
έξεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξεργο
έξεργε	adj	κλητική ενικού του έξεργος
έξεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξεργη
έξεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξεργος
έξεργης	adj	γενική ενικού του έξεργη
έξεργο	noun	καλλιτέχνημα που προεξέχει (αρκετά) από την υπόλοιπη επιφάνεια
έξεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξεργος
έξεργος	adj	που προεξέχει (αρκετά) από την υπόλοιπη επιφάνεια
έξεργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έξεργος
έξεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έξεργος
έξεργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έξεργος
έξεων	noun	γενική πληθυντικού του έξη
έξεως	noun|formal	γενική ενικού του έξη
έξη	noun	συνήθεια που αποκτήθηκε με την επανάληψη μιας πράξης ή με τη συνεχή επίδραση του ίδιου παράγοντα
έξης	noun	γενική ενικού του έξη
έξηχα	=	έξηχος
έξηχε	=	έξηχος
έξηχες	=	έξηχος
έξηχη	=	έξηχος
έξηχης	=	έξηχος
έξηχο	=	έξηχος
έξηχοι	=	έξηχος
έξηχος	adj	κακόηχος, παράφωνος
έξηχου	=	έξηχος
έξηχους	=	έξηχος
έξηχων	=	έξηχος
έξι	noun	το ψηφίο 6	num	το απόλυτο αριθμητικό (6) που ακολουθεί το πέντε και προηγείται του εφτά
έξινος	intj	μειωτική απάντηση σε κάποιον που χρησιμοποιεί το ε
έξις	noun	η έξη, το επίκτητο, η συνήθεια σε αντιδιαστολή προς το κληρονομούμενο, τo φυσικό, εκ γενετής χαρακτηριστικό
έξοδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξοδο
έξοδε	noun	κλητική ενικού του έξοδος
έξοδο	noun	χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες του
έξοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξοδος
έξοδος	noun	το σημείο από όπου κάποιος εξέρχεται, βγαίνει από ένα χώρο
έξοδου	=	έξοδο
έξοχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έξοχος	adv	με έξοχο τρόπο ή σε έξοχο βαθμό
έξοχε	=	έξοχος
έξοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έξοχος
έξοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξοχος
έξοχης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έξοχος
έξοχο	=	έξοχος
έξοχοι	=	έξοχος
έξοχος	adj	πάρα πολύ καλός
έξοχου	=	έξοχος
έξοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έξοχος
έξοχων	=	έξοχος
έξτρα	noun	τα επιπλέον	adj	επιπλέον
έξυνα	=	ξύνω
έξυναν	=	ξύνω
έξυνε	=	ξύνω
έξυνες	=	ξύνω
έξυπνα	adv	με έξυπνο τρόπο, με εξυπνάδα
έξυπνε	adj	κλητική ενικού του έξυπνος
έξυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξυπνη
έξυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξυπνος
έξυπνης	adj	γενική ενικού του έξυπνη
έξυπνο	adj	αιτιατική ενικού του έξυπνος
έξυπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξυπνος
έξυπνος	adj	που χαρακτηρίζεται από εξυπνάδα, υψηλή αντίληψη, κατανοεί και έχει επινοητικότητα ανάλογα με τις καταστάσεις που επικρατούν
έξυπνου	adj	γενική ενικού του έξυπνος
έξυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έξυπνος
έξυπνων	adj	γενική πληθυντικού του έξυπνος
έξυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξύνω
έξυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξύνω
έξυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξύνω
έξυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξύνω
έξω	prep	εκτός (από ένα σύνολο, ομάδα, οντότητα, αντικείμενο, οργάνωση κλπ.)	noun	ο εξωτερικός χώρος γενικά (δηλαδή έξω από το σπίτι)
έξωθεν	adv	από έξω προς τα μέσα, από το εξωτερικό
έξωθι	adv	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) άλλη μορφή του έξω
έξωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξωμο
έξωμε	adj	κλητική ενικού του έξωμος
έξωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έξωμος
έξωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έξωμος
έξωμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έξωμος
έξωμο	adj	αιτιατική ενικού του έξωμος
έξωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έξωμος
έξωμος	adj	που αφήνει τους ώμους έξω, που δεν τους καλύπτει
έξωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έξωμος
έξωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έξωμος
έξωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έξωμος
έξωση	noun	το διώξιμο ενός ενοικιαστή από το ακίνητο που νοικιάζει
έξωσης	noun	γενική ενικού του έξωση
έουε	noun	Νιγηροκονγκολέζικη γλώσσα που μιλιέται στην νοτιοανατολική Γκάνα και το Τόγκο
έπαθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
έπαθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
έπαθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
έπαθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
έπαθλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπαθλο
έπαθλο	noun	οτιδήποτε δίνεται ως ανταμοιβή ή τιμητική διάκριση σε κάποιον που κερδίζει σε αθλητικό αγώνισμα ή άλλο συναγωνισμό
έπαθλου	=	έπαθλο
έπαιζα	=	παίζω
έπαιζαν	=	παίζω
έπαιζε	=	παίζω
έπαιζες	=	παίζω
έπαινε	noun	κλητική ενικού του έπαινος
έπαινο	noun	αιτιατική ενικού του έπαινος
έπαινοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έπαινος
έπαινος	noun	η επιδοκιμασία, η έκφραση καλών λόγων
έπαινου	=	έπαινος
έπαινους	=	έπαινος
έπαιξα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος παίζω
έπαιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω
έπαιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω
έπαιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω
έπαιρνα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του παίρνω
έπαιρναν	=	παίρνω
έπαιρνε	=	παίρνω
έπαιρνες	=	παίρνω
έπακρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπακρο
έπακρο	noun	το ακρότατο σημείο
έπακρον	noun|formal	έπακρο
έπακρου	=	έπακρο
έπαλξη	noun	καθεμιά από τις προεξοχές στο πάνω μέρος ενός τείχους, φρουρίου ή πύργου
έπαλξης	noun	γενική ενικού του έπαλξη
έπαρμα	noun	καθετί που προεξέχει, ύψωμα
έπαρση	noun	η ανύψωση
έπαρσης	noun	γενική ενικού του έπαρση
έπαρχε	noun	κλητική ενικού του έπαρχος
έπαρχο	noun	αιτιατική ενικού του έπαρχος
έπαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έπαρχος
έπαρχος	noun	διοικητής επαρχίας
έπαρχου	=	έπαρχος
έπαρχους	=	έπαρχος
έπασχα	=	πάσχω
έπασχαν	=	πάσχω
έπασχε	=	πάσχω
έπασχες	=	πάσχω
έπαυα	=	παύω
έπαυαν	=	παύω
έπαυε	=	παύω
έπαυες	=	παύω
έπαυλη	noun	πολυτελής μεγάλη κατοικία με κήπο
έπαυλης	noun	γενική ενικού του έπαυλη
έπαυσα	=	παύω
έπαυσαν	=	παύω
έπαυσε	=	παύω
έπαυσες	=	παύω
έπαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω
έπαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω
έπαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω
έπαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω
έπειθα	=	πείθω
έπειθαν	=	πείθω
έπειθε	=	πείθω
έπειθες	=	πείθω
έπειξη	noun	αίσθημα έντονης ανάγκης για ούρηση, αφόδευση ή άλλη σωματική λειτουργία, που δεν μπορεί εύκολα να αναβληθεί
έπειξης	=	έπειξη
έπεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
έπεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
έπεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
έπεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
έπειτα	adv	ύστερα από κάποια πράξη ή μετά από κάποιο χρονικό διάστημα
έπεμπα	=	πέμπω
έπεμπαν	=	πέμπω
έπεμπε	=	πέμπω
έπεμπες	=	πέμπω
έπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπω
έπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπω
έπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπω
έπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπω
έπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω
έπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω
έπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω
έπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω
έπεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του έπομαι
έπεφτα	=	πέφτω
έπεφταν	=	πέφτω
έπεφτε	=	πέφτω
έπεφτες	=	πέφτω
έπη	=	έπος
έπηλυ	=	έπηλυς
έπηλυς	adj|archaic	αλλοδαπός, ξένος, ξενοφερμένος, ξενόφερτος
έπηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πήζω
έπηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πήζω
έπηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πήζω
έπηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πήζω
έπιανα	=	πιάνω
έπιαναν	=	πιάνω
έπιανε	=	πιάνω
έπιανες	=	πιάνω
έπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω
έπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω
έπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω
έπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω
έπινα	=	πίνω
έπιναν	=	πίνω
έπινε	=	πίνω
έπινες	=	πίνω
έπιπλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπιπλο
έπιπλο	noun	ονομασία χρηστικών αντικειμένων (συνήθως κινητών) που χρησιμοποιούνται κυρίως σε κλειστούς χώρους, σπίτια, γραφεία, καταστήματα
έπιπλου	=	έπιπλο
έπλαθα	=	πλάθω
έπλαθαν	=	πλάθω
έπλαθε	=	πλάθω
έπλαθες	=	πλάθω
έπλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθω
έπλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθω
έπλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθω
έπλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθω
έπλεα	=	πλέω
έπλεαν	=	πλέω
έπλεε	=	πλέω
έπλεες	=	πλέω
έπλεκα	=	πλέκω
έπλεκαν	=	πλέκω
έπλεκε	=	πλέκω
έπλεκες	=	πλέκω
έπλενα	=	πλένω
έπλεναν	=	πλένω
έπλενε	=	πλένω
έπλενες	=	πλένω
έπλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκω
έπλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκω
έπλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκω
έπλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκω
έπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέω
έπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέω
έπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέω
έπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέω
έπληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττω
έπληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττω
έπληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττω
έπληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττω
έπληττα	=	πλήττω
έπλητταν	=	πλήττω
έπληττε	=	πλήττω
έπληττες	=	πλήττω
έπλυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω
έπλυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω
έπλυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω
έπλυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω
έπνεα	=	πνέω
έπνεαν	=	πνέω
έπνεε	=	πνέω
έπνεες	=	πνέω
έπνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνέω
έπνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνέω
έπνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνέω
έπνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνέω
έπνιγα	=	πνίγω
έπνιγαν	=	πνίγω
έπνιγε	=	πνίγω
έπνιγες	=	πνίγω
έπνιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγω
έπνιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγω
έπνιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγω
έπνιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγω
έποικε	noun	κλητική ενικού του έποικος
έποικο	noun	αιτιατική ενικού του έποικος
έποικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έποικος
έποικος	noun	που συμμετέχει σε εποικισμό, που έχει έρθει και εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από τη δική του, ιδιαίτερα σε μια προσπάθεια που οργανώνεται από ένα κράτος και αποσκοπεί στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μιας περιοχής
έποικου	=	έποικος
έποικους	=	έποικος
έπομαι	verb|formal	ακολουθώ, έρχομαι μετά από κάποιον ή κάτι
έποπα	=	έποπας
έποπας	noun	ο τσαλαπετεινός
έποπες	=	έποπας
έπος	noun	ποίημα μεγάλης έκτασης όπου εξυμνούνται κι εγκωμιάζονται τα κατορθώματα ηρώων, θεών, αρχόντων κ.λπ.
έπους	=	έπος
έποχα	=	έποχο
έποχο	noun	το λουρί που συγκρατεί τη σέλα ή το σαμάρι
έποχου	=	έποχο
έποχων	=	έποχο
έποψη	noun	η θέαση του συνόλου μιας περιοχής από απόσταση
έποψης	noun	γενική ενικού του έποψη
έποψις	noun	ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται κάτι
έπραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πράττω
έπραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πράττω
έπραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πράττω
έπραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πράττω
έπραττα	=	πράττω
έπρατταν	=	πράττω
έπραττε	=	πράττω
έπραττες	=	πράττω
έπρεπαν	=	πρέπει
έπρεπε	=	πρέπει
έπρηζα	=	πρήζω
έπρηζαν	=	πρήζω
έπρηζε	=	πρήζω
έπρηζες	=	πρήζω
έπρηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζω
έπρηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζω
έπρηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζω
έπρηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζω
έπταθλα	=	έπταθλο
έπταθλο	noun	σύνθετο αγώνισμα του στίβου που αποτελείται από επτά επιμέρους αγωνίσματα, στα οποία η τελική κατάταξη προκύπτει από τη συνολική βαθμολογία των αθλητών ή αθλητριών
έπταθλου	=	έπταθλο
έπταθλων	=	έπταθλο
έπταισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πταίω
έπταισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πταίω
έπταισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πταίω
έπταισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πταίω
έπτυα	=	πτύω
έπτυαν	=	πτύω
έπτυε	=	πτύω
έπτυες	=	πτύω
έπτυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτύω
έπτυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτύω
έπτυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτύω
έπτυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτύω
έραβα	=	ράβω
έραβαν	=	ράβω
έραβε	=	ράβω
έραβες	=	ράβω
έρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραίνω
έραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραίνω
έρανε	noun	κλητική ενικού του έρανος
έρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραίνω
έρανο	noun	αιτιατική ενικού του έρανος
έρανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έρανος
έρανος	noun	οργανωμένη κινητοποίηση για τη συγκέντρωση χρημάτων ή άλλων εισφορών για κοινωφελείς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς
έρανου	=	έρανος
έραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ράβω
έραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ράβω
έραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ράβω
έραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ράβω
έρβιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 68 και χημικό σύμβολο το Er
έργα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έργο
έργατο	noun|literary	έργο
έργο	noun	αυτό που παράγει ένας άνθρωπος με την εργασία του, χειρωνακτική ή διανοητική, επιστημονική ή καλλιτεχνική
έργου	noun	γενική ενικού του έργο
έργω	adv	με έργα (και όχι μόνο με λόγια)
έργων	=	έργο
έρεβος	noun|formal	βαθύ σκοτάδι
έρεισμα	noun	το στήριγμα
έρευνα	noun	η εξέταση στοιχείων με σκοπό την επιβεβαίωσή τους ή η αναζήτηση νέων δεδομένων
έρευνας	noun	γενική ενικού του έρευνα
έρευνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρευνα
έρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέω
έρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέω
έρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέω
έρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέω
έρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέβω
έρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέβω
έρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέβω
έρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέβω
έρημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρημο, ουδέτερο του έρημος
έρημε	adj	κλητική ενικού του έρημος
έρημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έρημος
έρημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έρημος
έρημης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έρημος
έρημο	adj	αιτιατική ενικού του έρημος	noun	αιτιατική ενικού του έρημος
έρημοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έρημος	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έρημος
έρημος	noun	περιοχή στην οποία υπάρχει ξηρασία και σχεδόν καθόλου βλάστηση, λόγω των σπανιότατων βροχοπτώσεων που σημειώνονται εκεί	adj	που είναι απομακρυσμένος από τους άλλους
έρημου	adj	γενική ενικού του έρημος
έρημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έρημος
έρημων	adj	γενική πληθυντικού του έρημος
έρθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος έρχομαι
έρθεις	verb	να έρθεις: β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έρθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έρθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έρθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έρθουνε	=	έρχομαι
έρθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
έρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έριο
έριδα	noun	η βίαιη και διαρκής διαφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων που τα σπρώχνει στην έχθρα και στο μίσος
έριδας	noun	γενική ενικού του έριδα
έριδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έριδα
έριδων	noun	γενική πληθυντικού του έριδα
έριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
έριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
έριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
έριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
έριο	noun|formal	το τρίχωμα (το μαλλί) των εριφίων και των αμνών που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ινών προς ύφανση
έριου	=	έριο
έριχνα	=	ρίχνω
έριχναν	=	ρίχνω
έριχνε	=	ρίχνω
έριχνες	=	ρίχνω
έρκερ	noun	κλειστή προεξοχή της όψης ενός κτηρίου, συνήθως με παράθυρα, που προεκτείνει τον εσωτερικό χώρο πέρα από την εξωτερική γραμμή του κτίσματος
έρκος	noun	εμπόδιο, φράγμα
έρμα	noun	το βάρος που προστίθεται στο κύτος ενός πλοίου ή σκάφους για να αυξάνεται η ευστάθεια και η ισορροπία, ή στη λέμβο (το «καλάθι») αεροστάτου, για να ρυθμίζεται η ανύψωση· η σαβούρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έρμος
έρμαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρμαιο
έρμαιο	noun	κάθε τι του οποίου κάποιος ή κάτι άλλο καθορίζει τη μοίρα του
έρμαιου	noun	γενική ενικού του έρμαιο
έρμαιων	noun	γενική πληθυντικού του έρμαιο
έρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρμα
έρματος	noun	γενική ενικού του έρμα
έρμε	=	έρμος
έρμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έρμος
έρμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έρμος
έρμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έρμος
έρμο	=	έρμος
έρμοι	=	έρμος
έρμος	adj	αυτός που έχει μείνει στην ερημιά, ο δυστυχισμένος
έρμου	=	έρμος
έρμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έρμος
έρμπολ	noun	άλλη μορφή του αίρμπολ
έρμων	=	έρμος
έρπει	=	έρπω
έρπεις	=	έρπω
έρπετε	=	έρπω
έρπη	=	έρπης
έρπης	noun	ασθένεια του δέρματος που εκδηλώνεται με εμφάνιση εξανθημάτων και ερυθρότητα του δέρματος
έρπητα	=	έρπητας
έρπητας	noun|informal	άλλη μορφή του έρπης με καταλήξεις της δημοτικής
έρπητες	=	έρπητας
έρπητος	=	έρπης
έρπομε	=	έρπω
έρπον	=	έρπων
έρποντα	=	έρπων
έρποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έρπω
έρποντες	=	έρπων
έρποντος	=	έρπων
έρπουμε	=	έρπω
έρπουν	=	έρπω
έρπουνε	=	έρπω
έρπουσα	=	έρπων
έρπουσας	=	έρπων
έρπουσες	=	έρπων
έρπω	verb	κινούμαι έχοντας, εκούσια, όλο το σώμα μου σε επαφή με το έδαφος
έρπων	adj|formal	που έρπει
έρρεα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρέω
έρρεαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού (έρρεα) του ρέω
έρρεε	=	ρέω
έρρεες	=	ρέω
έρρεπα	=	ρέπω
έρρεπαν	=	ρέπω
έρρεπε	=	ρέπω
έρρεπες	=	ρέπω
έρρευσα	=	ρέω
έρρευσαν	=	ρέω
έρρευσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρέω
έρρευσες	=	ρέω
έρριζα	=	έρριζος
έρριζε	adj	κλητική ενικού του έρριζος
έρριζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρριζη
έρριζη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έρριζος
έρριζης	adj	γενική ενικού του έρριζη
έρριζο	adj	αιτιατική ενικού του έρριζος
έρριζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έρριζος
έρριζος	adj	που έχει ρίζες
έρριζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έρριζος
έρριζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έρριζος
έρριζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έρριζος
έρρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έρρινος	adv	με έρρινο τρόπο
έρρινε	adj	κλητική ενικού του έρρινος
έρρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έρρινος
έρρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έρρινος
έρρινης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έρρινος
έρρινο	adj	αιτιατική ενικού του έρρινος
έρρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έρρινος
έρρινος	adj	που δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει
έρρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έρρινος
έρρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έρρινος
έρρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έρρινος
έρρυθμα	adv	με έρρυθμο τρόπο
έρρυθμε	adj	κλητική ενικού του έρρυθμος
έρρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έρρυθμος
έρρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έρρυθμος
έρρυθμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έρρυθμος
έρρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του έρρυθμος
έρρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έρρυθμος
έρρυθμος	adj|formal	άλλη μορφή του ρυθμικός
έρρυθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έρρυθμος
έρρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έρρυθμος
έρρυθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έρρυθμος
έρυξ	noun	το ερημόφιδο
έρχεσαι	verb	β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος έρχομαι
έρχεστε	=	έρχομαι
έρχεται	=	έρχομαι
έρχομαι	verb	μετακινούμαι από έναν τόπο μακρινότερο σε κάποιον κοντινότερο
έρχονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του έρχομαι
έρχονταν	=	έρχομαι
έρω	=	έρως
έρως	noun	έρωτας / ἔρως
έρωτα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του έρωτας
έρωτας	noun	σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση
έρωτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρωτας
έρωτος	=	έρως
ές	=	μουσικομανής
έσαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω
έσαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω
έσαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω
έσαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω
έσβηνα	=	σβήνω
έσβηναν	=	σβήνω
έσβηνε	=	σβήνω
έσβηνες	=	σβήνω
έσβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνω
έσβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνω
έσβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνω
έσβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνω
έσεια	=	σείω
έσειαν	=	σείω
έσειε	=	σείω
έσειες	=	σείω
έσεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σείω
έσεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σείω
έσεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σείω
έσεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σείω
έσερνα	=	σέρνω
έσερναν	=	σέρνω
έσερνε	=	σέρνω
έσερνες	=	σέρνω
έσιαζα	verb	α' ενικό πρόσωπο παρατατικού του ρήματος σιάζω
έσιαζαν	=	σιάζω
έσιαζε	=	σιάζω
έσιαζες	=	σιάζω
έσιαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιάζω
έσιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
έσιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
έσιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
έσιαχνα	verb	α' ενικό πρόσωπο παρατατικού του ρήματος σιάχνω
έσιαχναν	=	σιάχνω
έσιαχνε	=	σιάχνω
έσιαχνες	=	σιάχνω
έσκαβα	=	σκάβω
έσκαβαν	=	σκάβω
έσκαβε	=	σκάβω
έσκαβες	=	σκάβω
έσκαγα	=	σκάω
έσκαγαν	=	σκάω
έσκαγε	=	σκάω
έσκαγες	=	σκάω
έσκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω
έσκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω
έσκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω
έσκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω
έσκαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάβω
έσκαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάβω
έσκαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάβω
έσκαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάβω
έσκιαζα	=	σκιάζω
έσκιαζαν	=	σκιάζω
έσκιαζε	=	σκιάζω
έσκιαζες	=	σκιάζω
έσκιαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
έσκιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
έσκιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
έσκιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
έσκιζα	=	σκίζω
έσκιζαν	=	σκίζω
έσκιζε	=	σκίζω
έσκιζες	=	σκίζω
έσκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζω
έσκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζω
έσκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζω
έσκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζω
έσκουξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκούζω
έσκουξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκούζω
έσκουξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκούζω
έσκουξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκούζω
έσκυβα	=	σκύβω
έσκυβαν	=	σκύβω
έσκυβε	=	σκύβω
έσκυβες	=	σκύβω
έσκυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
έσκυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
έσκυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
έσκυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
έσμιγα	=	σμίγω
έσμιγαν	=	σμίγω
έσμιγε	=	σμίγω
έσμιγες	=	σμίγω
έσμιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμίγω
έσμιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμίγω
έσμιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμίγω
έσμιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμίγω
έσο	verb|formal	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του είμαι· να είσαι
έσοδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έσοδο
έσοδο	noun	τα χρήματα (ή άλλες πρόσοδοι) που λαμβάνει κάποιος
έσοδου	=	έσοδο
έσουρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σούρνω
έσουραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σούρνω
έσουρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σούρνω
έσουρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σούρνω
έσουρνα	=	σούρνω
έσουρναν	=	σούρνω
έσουρνε	=	σούρνω
έσουρνες	=	σούρνω
έσπαγα	=	σπάω
έσπαγαν	=	σπάω
έσπαγε	=	σπάω
έσπαγες	=	σπάω
έσπαζα	=	σπάζω
έσπαζαν	=	σπάζω
έσπαζε	=	σπάζω
έσπαζες	=	σπάζω
έσπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω
έσπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω
έσπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω
έσπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω
έσπειρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
έσπειραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
έσπειρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
έσπειρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
έσπερε	=	έσπερος
έσπερνα	=	σπέρνω
έσπερναν	=	σπέρνω
έσπερνε	=	σπέρνω
έσπερνες	=	σπέρνω
έσπερο	=	έσπερος
έσπεροι	=	έσπερος
έσπερος	noun	ο αποσπερίτης
έσπερου	=	έσπερος
έσπερους	=	έσπερος
έσπερων	=	έσπερος
έσπευδα	=	σπεύδω
έσπευδαν	=	σπεύδω
έσπευδε	=	σπεύδω
έσπευδες	=	σπεύδω
έσπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
έσπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
έσπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
έσπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
έσπρωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
έσπρωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
έσπρωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
έσπρωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
έσπρωχνα	=	σπρώχνω
έσπρωχναν	=	σπρώχνω
έσπρωχνε	=	σπρώχνω
έσπρωχνες	=	σπρώχνω
έσσω	noun	το σπιτικό
έσταζα	=	στάζω
έσταζαν	=	στάζω
έσταζε	=	στάζω
έσταζες	=	στάζω
έσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στάζω
έσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στάζω
έσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στάζω
έσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στάζω
έστε	=	είμαι
έστειβα	=	στείβω
έστειβαν	=	στείβω
έστειβε	=	στείβω
έστειβες	=	στείβω
έστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω
έστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω
έστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω
έστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω
έστειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στείβω
έστειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στείβω
έστειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στείβω
έστειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στείβω
έστεκα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος στέκω
έστεκαν	=	στέκω
έστεκε	=	στέκω
έστεκες	=	στέκω
έστελνα	=	στέλνω
έστελναν	=	στέλνω
έστελνε	=	στέλνω
έστελνες	=	στέλνω
έστεργα	=	στέργω
έστεργαν	=	στέργω
έστεργε	=	στέργω
έστεργες	=	στέργω
έστερξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέργω
έστερξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέργω
έστερξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέργω
έστερξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέργω
έστεφα	=	στέφω
έστεφαν	=	στέφω
έστεφε	=	στέφω
έστεφες	=	στέφω
έστεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέφω
έστεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέφω
έστεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέφω
έστεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέφω
έστηνα	=	στήνω
έστηναν	=	στήνω
έστηνε	=	στήνω
έστηνες	=	στήνω
έστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω
έστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω
έστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω
έστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω
έστιβα	=	στίβω
έστιβαν	=	στίβω
έστιβε	=	στίβω
έστιβες	=	στίβω
έστιζα	=	στίζω
έστιζαν	=	στίζω
έστιζε	=	στίζω
έστιζες	=	στίζω
έστιν	verb	μονοτονική γραφή του ἔστιν
έστιξα	=	στίζω
έστιξαν	=	στίζω
έστιξε	=	στίζω
έστιξες	=	στίζω
έστιψα	=	στίβω
έστιψαν	=	στίβω
έστιψε	=	στίβω
έστιψες	=	στίβω
έστρεγα	=	στρέγω
έστρεξα	=	στρέγω
έστρεφα	=	στρέφω
έστρεφαν	=	στρέφω
έστρεφε	=	στρέφω
έστρεφες	=	στρέφω
έστρεχα	=	στρέχω
έστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρέφω
έστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρέφω
έστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρέφω
έστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρέφω
έστριβα	=	στρίβω
έστριβαν	=	στρίβω
έστριβε	=	στρίβω
έστριβες	=	στρίβω
έστριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρίβω
έστριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρίβω
έστριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρίβω
έστριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρίβω
έστρωνα	=	στρώνω
έστρωναν	=	στρώνω
έστρωνε	=	στρώνω
έστρωνες	=	στρώνω
έστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρώνω
έστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρώνω
έστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρώνω
έστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρώνω
έστυβα	=	στύβω
έστυβαν	=	στύβω
έστυβε	=	στύβω
έστυβες	=	στύβω
έστυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στύβω
έστυψαν	=	στύβω
έστυψε	=	στύβω
έστυψες	=	στύβω
έστω	adv	για δήλωση παραχώρησης ή συγκατάθεσης	conj	ο παραχωρητικός σύνδεσμος, που εισάγει δευτερεύουσα παραχωρητική πρόταση
έσυρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνω
έσυραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνω
έσυρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνω
έσυρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνω
έσφαζα	=	σφάζω
έσφαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
έσφαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
έσφαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
έσφαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
έσφαλλα	=	σφάλλω
έσφαλλαν	=	σφάλλω
έσφαλλε	=	σφάλλω
έσφαλλες	=	σφάλλω
έσφαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω
έσφαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω
έσφαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω
έσφαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω
έσφιγγα	=	σφίγγω
έσφιγγαν	=	σφίγγω
έσφιγγε	=	σφίγγω
έσφιγγες	=	σφίγγω
έσφιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
έσφιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
έσφιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
έσφιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
έσφυζα	=	σφύζω
έσφυζαν	=	σφύζω
έσφυζε	=	σφύζω
έσφυζες	=	σφύζω
έσχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχάζω
έσχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχάζω
έσχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχάζω
έσχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχάζω
έσχατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έσχατο
έσχατε	adj	κλητική ενικού του έσχατος
έσχατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (έσχατη) του έσχατος
έσχατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έσχατος
έσχατης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έσχατος
έσχατο	adj	αιτιατική ενικού του έσχατος
έσχατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έσχατος
έσχατος	adj	τελευταίος
έσχατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του έσχατος
έσχατους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έσχατος
έσχατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του έσχατος
έσχιζα	=	σχίζω
έσχιζαν	=	σχίζω
έσχιζε	=	σχίζω
έσχιζες	=	σχίζω
έσχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχίζω
έσχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχίζω
έσχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχίζω
έσχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχίζω
έσω	adv|formal	μέσα
έσωζα	=	σώζω
έσωζαν	=	σώζω
έσωζε	=	σώζω
έσωζες	=	σώζω
έσωθεν	adv	από μέσα προς τα έξω, από το εσωτερικό
έσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω
έσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω
έσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω
έσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω
έταζα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος τάζω
έταζαν	=	τάζω
έταζε	=	τάζω
έταζες	=	τάζω
έταμα	=	τέμνω
έταξα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τάζω
έταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζω
έταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζω
έταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζω
έτασσα	=	τάσσω
έτασσαν	=	τάσσω
έτασσε	=	τάσσω
έτασσες	=	τάσσω
έτεινα	=	τείνω
έτειναν	=	τείνω
έτεινε	=	τείνω
έτεινες	=	τείνω
έτεκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του τίκτω
έτερα	=	έτερος
έτερε	=	έτερος
έτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έτερος
έτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτερος
έτερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έτερος
έτερο	=	έτερος
έτεροι	=	έτερος
έτερον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έτερος
έτερος	adj|archaic	άλλος (σε λόγιες τυποποιημένες εκφράσεις)
έτερου	=	έτερος
έτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έτερος
έτερπα	=	τέρπω
έτερπαν	=	τέρπω
έτερπε	=	τέρπω
έτερπες	=	τέρπω
έτερψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τέρπω
έτερψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τέρπω
έτερψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τέρπω
έτερψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τέρπω
έτερων	=	έτερος
έτζαζα	=	τζάζω
έτζαζαν	=	τζάζω
έτζαζε	=	τζάζω
έτζαζες	=	τζάζω
έτζασα	verb	α’ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος τζάζω
έτζασαν	=	τζάζω
έτζασε	verb	γ’ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος τζάζω
έτζασες	verb	β’ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος τζάζω
έτη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έτος
έτηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τήκω
έτηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τήκω
έτηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τήκω
έτηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τήκω
έτι	adv|archaic	ακόμη
έτμησα	=	τέμνω
έτμησε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του τέμνω
έτοιμα	noun	τα χρήματα που έχει κάποιος αποταμιευμένα σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή σε κάποιο άλλο μέρος και τα οποία ξοδεύει, αντί να ξοδέψει όσα βγάζει την περίοδο εκείνη από τη δουλειά του ή άλλους τρόπους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έτοιμος
έτοιμε	adj	κλητική ενικού του έτοιμος
έτοιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έτοιμος
έτοιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτοιμος
έτοιμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έτοιμος
έτοιμο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του έτοιμος
έτοιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έτοιμος
έτοιμος	adj	που έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες για να προχωρήσει σε μια πράξη ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση
έτοιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έτοιμος
έτοιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έτοιμος
έτοιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έτοιμος
έτος	noun	χρονική περίοδος κατά την οποία η γη συμπληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο
έτους	noun	γενική ενικού του έτος
έτρεμα	=	τρέμω
έτρεμαν	=	τρέμω
έτρεμε	=	τρέμω
έτρεμες	=	τρέμω
έτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω
έτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω
έτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω
έτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω
έτρεπα	=	τρέπω
έτρεπαν	=	τρέπω
έτρεπε	=	τρέπω
έτρεπες	=	τρέπω
έτρεφα	=	τρέφω
έτρεφαν	=	τρέφω
έτρεφε	=	τρέφω
έτρεφες	=	τρέφω
έτρεχα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του τρέχω
έτρεχαν	=	τρέχω
έτρεχε	=	τρέχω
έτρεχες	=	τρέχω
έτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπω
έτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπω
έτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπω
έτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπω
έτριβα	=	τρίβω
έτριβαν	=	τρίβω
έτριβε	=	τρίβω
έτριβες	=	τρίβω
έτριζα	=	τρίζω
έτριζαν	=	τρίζω
έτριζε	=	τρίζω
έτριζες	=	τρίζω
έτριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίζω
έτριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίζω
έτριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίζω
έτριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίζω
έτριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβω
έτριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβω
έτριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβω
έτριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβω
έτρωγα	=	τρώω
έτρωγαν	=	τρώω
έτρωγε	=	τρώω
έτρωγες	=	τρώω
έτσι	adv	με αυτόν τον τρόπο	conj	ανακεφαλαιώνει τα προηγούμενα
έτσουζα	=	τσούζω
έτσουζαν	=	τσούζω
έτσουζε	=	τσούζω
έτσουζες	=	τσούζω
έτσουξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσούζω
έτσουξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσούζω
έτσουξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσούζω
έτσουξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσούζω
έτυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έτυμο
έτυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έτυμος
έτυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτυμος
έτυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έτυμος
έτυμο	noun	η λέξη από την οποία προέρχονται άλλες, η αρχική ρίζα άλλων λέξεων
έτυμον	noun|obsolete	μονοτονική γραφή του ἔτυμον, παλιότερη μορφή του έτυμο
έτυμου	=	έτυμο
έτυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έτυμος
έτυχα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του τυχαίνω
έτυχαν	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του τυχαίνω
έτυχε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
έτυχες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
έφαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
έφαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
έφαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
έφαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
έφαψη	noun|archaic	επαφή, χάιδεμα
έφαψης	noun	γενική ενικού του έφαψη
έφεγγα	=	φέγγω
έφεγγαν	=	φέγγω
έφεγγε	=	φέγγω
έφεγγες	=	φέγγω
έφεδρα	=	έφεδρος
έφεδρε	noun	κλητική ενικού του έφεδρος
έφεδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έφεδρος
έφεδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έφεδρος
έφεδρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έφεδρος
έφεδρο	noun	αιτιατική ενικού του έφεδρος
έφεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έφεδρος
έφεδρος	noun	ο στρατιώτης ή βαθμοφόρος που δεν ανήκει στο στρατό σε καιρό ειρήνης, αλλά καλείται στα όπλα σε περίπτωση ανάγκης
έφεδρου	=	έφεδρος
έφεδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έφεδρος
έφεδρων	=	έφεδρος
έφεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέγγω
έφεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέγγω
έφεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέγγω
έφεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέγγω
έφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνω
έφεραν	=	φέρνω
έφερε	=	φέρνω
έφερες	=	φέρνω
έφερνα	=	φέρνω
έφερναν	=	φέρνω
έφερνε	=	φέρνω
έφερνες	=	φέρνω
έφεση	noun	η κλίση που έχει κάποιος για την καλλιέργειά του σε ένα ορισμένο τομέα ή μια συγκεκριμένη δεξιότητα
έφεσης	noun	γενική ενικού του έφεση
έφευγα	=	φεύγω
έφευγαν	=	φεύγω
έφευγε	=	φεύγω
έφευγες	=	φεύγω
έφη	verb|archaic	είπε
έφηβε	noun	κλητική ενικού του έφηβος
έφηβες	=	έφηβη
έφηβη	noun	θηλυκό του έφηβος
έφηβης	=	έφηβη
έφηβο	noun	αιτιατική ενικού του έφηβος
έφηβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έφηβος
έφηβος	noun	άτομο που διανύει την περίοδο της εφηβείας
έφηβου	=	έφηβος
έφηβους	=	έφηβος
έφηβων	=	έφηβος
έφθανα	=	φθάνω
έφθαναν	=	φθάνω
έφθανε	=	φθάνω
έφθανες	=	φθάνω
έφθασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθάνω
έφθασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθάνω
έφθασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθάνω
έφθασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθάνω
έφθειρα	=	φθείρω
έφιππα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έφιππο
έφιππε	adj	κλητική ενικού του έφιππος
έφιππες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έφιππος
έφιππη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έφιππος
έφιππης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έφιππος
έφιππο	adj	αιτιατική ενικού του έφιππος
έφιπποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έφιππος
έφιππος	adj	που είναι πάνω σε άλογο, που ιππεύει
έφιππου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έφιππος
έφιππους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έφιππος
έφιππων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έφιππος
έφκιαξα	=	φκιάχνω
έφκιαξαν	=	φκιάχνω
έφκιαξε	=	φκιάχνω
έφκιαξες	=	φκιάχνω
έφκιαχνα	=	φκιάχνω
έφκιαχναν	=	φκιάχνω
έφκιαχνε	=	φκιάχνω
έφκιαχνες	=	φκιάχνω
έφλεγα	=	φλέγω
έφλεγαν	=	φλέγω
έφλεγε	=	φλέγω
έφλεγες	=	φλέγω
έφλεξα	=	φλέγω
έφλεξαν	=	φλέγω
έφλεξε	=	φλέγω
έφλεξες	=	φλέγω
έφοδε	=	έφοδος
έφοδο	=	έφοδος
έφοδοι	=	έφοδος
έφοδος	noun	η γρήγορη επίθεση
έφορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του έφορος
έφορε	noun	κλητική ενικού του έφορος
έφορο	noun	αιτιατική ενικού του έφορος
έφοροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έφορος
έφορος	noun	που δουλεύει σε μια εφορία ή (κυρίως) είναι προϊστάμενός της
έφορου	=	έφορος
έφραζα	=	φράζω
έφραζαν	=	φράζω
έφραζε	=	φράζω
έφραζες	=	φράζω
έφραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φράζω
έφραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φράζω
έφραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φράζω
έφραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φράζω
έφρασσα	=	φράσσω
έφρασσαν	=	φράσσω
έφρασσε	=	φράσσω
έφρασσες	=	φράσσω
έφριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρίττω
έφριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρίττω
έφριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρίττω
έφριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρίττω
έφριττα	=	φρίττω
έφριτταν	=	φρίττω
έφριττε	=	φρίττω
έφριττες	=	φρίττω
έφρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρύγω
έφρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρύγω
έφρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρύγω
έφρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρύγω
έφταιγα	=	φταίω
έφταιγαν	=	φταίω
έφταιγε	=	φταίω
έφταιγες	=	φταίω
έφταιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταίω
έφταιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταίω
έφταιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταίω
έφταιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταίω
έφτανα	=	φτάνω
έφταναν	=	φτάνω
έφτανε	=	φτάνω
έφτανες	=	φτάνω
έφτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω
έφτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω
έφτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω
έφτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω
έφτειαξα	=	φτειάχνω
έφτειαξαν	=	φτειάχνω
έφτειαξε	=	φτειάχνω
έφτειαξες	=	φτειάχνω
έφτειαχνα	=	φτειάχνω
έφτειαχναν	=	φτειάχνω
έφτειαχνε	=	φτειάχνω
έφτειαχνες	=	φτειάχνω
έφτιαξα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος φτιάχνω
έφτιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
έφτιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
έφτιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
έφτιαχνα	=	φτιάχνω
έφτιαχναν	=	φτιάχνω
έφτιαχνε	=	φτιάχνω
έφτιαχνες	=	φτιάχνω
έφτυνα	=	φτύνω
έφτυναν	=	φτύνω
έφτυνε	=	φτύνω
έφτυνες	=	φτύνω
έφτυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω
έφτυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω
έφτυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω
έφτυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω
έφυγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω
έφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω
έφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω
έφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω
έχαβα	=	χάβω
έχαβαν	=	χάβω
έχαβε	=	χάβω
έχαβες	=	χάβω
έχαιρα	=	χαίρω
έχαιραν	=	χαίρω
έχαιρε	=	χαίρω
έχαιρες	=	χαίρω
έχανα	=	χάνω
έχαναν	=	χάνω
έχανε	=	χάνω
έχανες	=	χάνω
έχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω
έχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω
έχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω
έχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω
έχασκα	=	χάσκω
έχαφτα	=	χάφτω
έχαφταν	=	χάφτω
έχαφτε	=	χάφτω
έχαφτες	=	χάφτω
έχαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
έχαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
έχαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
έχαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
έχε	=	έχω
έχεζα	=	χέζω
έχεζαν	=	χέζω
έχεζε	=	χέζω
έχεζες	=	χέζω
έχει	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος έχω
έχεις	=	έχω
έχεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζω
έχεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζω
έχεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζω
έχεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζω
έχετε	=	σβήνω
έχθαιρα	=	εχθαίρω
έχθηρα	=	εχθαίρω
έχθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έχθιστο
έχθιστε	adj	κλητική ενικού του έχθιστος
έχθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έχθιστος
έχθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έχθιστος
έχθιστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έχθιστος
έχθιστο	adj	αιτιατική ενικού του έχθιστος
έχθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έχθιστος
έχθιστος	adj|formal	ο πιο εχθρικός, ο μεγαλύτερος εχθρός
έχθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έχθιστος
έχθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έχθιστος
έχθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έχθιστος
έχθρα	noun	η κατάσταση κατά την οποία δύο πρόσωπα ή σύνολα είναι εχθροί μεταξύ τους καθώς και τα εχθρικά συναισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον
έχθρας	noun	γενική ενικού του έχθρα
έχθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έχθρα
έχθρητα	noun|literary	μορφή του έχτρητα, όχτρητα: η έχθρα, η εχθρότητα
έχθρητας	noun	γενική ενικού του έχθρητα
έχθρητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έχθρητα
έχιδνα	noun	είδος δηλητηριώδους φιδιού
έχιδνας	noun	γενική ενικού του έχιδνα
έχιδνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έχιδνα
έχμα	noun|formal	σχοινί ή μεταλλικό τεμάχιο το οποίο χρησιμοποιείται στα πλοία για πρόσδεση λεμβών, στερέωση φορτίων και αντικειμένων
έχμαση	noun|formal	ασφαλές δέσιμο (με έχμα) λέμβου σε πλοίο, της άγκυρας ή των φορτίων ενός πλοίου κ.λ.π.
έχομε	verb|formal	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του έχω
έχον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του έχων
έχοντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έχων
έχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έχω
έχοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έχων
έχοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του έχων
έχουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του έχω
έχουν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ή υποτακτική ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος έχω
έχουνε	=	έχω
έχουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έχων
έχουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έχων
έχουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έχων
έχριζα	=	χρίζω
έχριζαν	=	χρίζω
έχριζε	=	χρίζω
έχριζες	=	χρίζω
έχρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίω
έχρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
έχρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
έχρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
έχτιζα	=	χτίζω
έχτιζαν	=	χτίζω
έχτιζε	=	χτίζω
έχτιζες	=	χτίζω
έχτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω
έχτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω
έχτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω
έχτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω
έχτρα	noun|vulgar	η έχθρα
έχτρας	noun	γενική ενικού του έχτρα
έχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έχτρα
έχτρητα	noun|vulgar	η έχθρα
έχτρητας	=	έχτρητα
έχτρητες	=	έχτρητα
έχυνα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του χύνω
έχυναν	=	χύνω
έχυνε	=	χύνω
έχυνες	=	χύνω
έχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω
έχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω
έχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω
έχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω
έχω	verb	κρατώ μαζί μου ή πάνω μου
έχων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος έχω, που έχει
έχωνα	=	χώνω
έχωναν	=	χώνω
έχωνε	=	χώνω
έχωνες	=	χώνω
έχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνω
έχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνω
έχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνω
έχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνω
έψαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
έψαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
έψαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
έψαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
έψαλλα	=	ψάλλω
έψαλλαν	=	ψάλλω
έψαλλε	=	ψάλλω
έψαλλες	=	ψάλλω
έψαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
έψαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
έψαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
έψαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
έψαυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαύω
έψαυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαύω
έψαυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαύω
έψαυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαύω
έψαχνα	=	ψάχνω
έψαχναν	=	ψάχνω
έψαχνε	=	ψάχνω
έψαχνες	=	ψάχνω
έψεγα	=	ψέγω
έψεγαν	=	ψέγω
έψεγε	=	ψέγω
έψεγες	=	ψέγω
έψελνα	=	ψέλνω
έψελναν	=	ψέλνω
έψελνε	=	ψέλνω
έψελνες	=	ψέλνω
έψεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
έψεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
έψεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
έψεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
έψημα	noun|formal	οτιδήποτε έχει βράσει, έχει παρασκευαστεί με βράσιμο
έψηνα	=	ψήνω
έψηναν	=	ψήνω
έψηνε	=	ψήνω
έψηνες	=	ψήνω
έψησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνω
έψησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνω
έψησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνω
έψησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνω
έψηση	noun|archaic	το ψήσιμο
έψησης	noun	γενική ενικού του έψηση
έψιλον	noun	το πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ε, κεφαλαίο: Ε)
έψυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχω
έψυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχω
έψυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχω
έψυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχω
έψυχα	=	ψύχω
έψυχαν	=	ψύχω
έψυχε	=	ψύχω
έψυχες	=	ψύχω
έωλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έωλο
έωλε	adj	κλητική ενικού του έωλος
έωλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έωλος
έωλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έωλος
έωλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του έωλος
έωλο	adj	αιτιατική ενικού του έωλος
έωλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του έωλος
έωλος	adj|archaic	μπαγιάτικος, που ξέμεινε από χθες, μουχλιασμένος, κλούβιος
έωλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του έωλος
έωλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του έωλος
έωλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του έωλος
έως	prep	μέχρι ένα ορισμένο σημείο
ή	conj	συνδέει κατά παράταξη όμοιους όρους και προτάσεις: χρησιμοποιείται για την παρουσίαση μιας λίστας εναλλακτικών πιθανοτήτων
ήβαλα	verb	άλλη μορφή του έβαλα (βάζω)
ήβες	=	ήβη
ήβη	noun	η εφηβεία
ήβης	=	ήβη
ήβρα	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του βρίσκω
ήβραμε	=	βρήκαμε
ήβρατε	=	βρήκατε
ήγαγα	=	άγω
ήγγειλα	=	αγγέλλω
ήγγειλαν	=	αγγέλλω
ήγγειλε	=	αγγέλλω
ήγγειλες	=	αγγέλλω
ήγγελλα	=	αγγέλλω
ήγγελλαν	=	αγγέλλω
ήγγελλε	=	αγγέλλω
ήγγελλες	=	αγγέλλω
ήγγιζα	=	εγγίζω
ήγγιζαν	=	εγγίζω
ήγγιζε	=	εγγίζω
ήγγιζες	=	εγγίζω
ήγγικεν	verb	ήρθε, έφτασε
ήγγισα	=	εγγίζω
ήγγισαν	=	εγγίζω
ήγγισε	=	εγγίζω
ήγγισες	=	εγγίζω
ήγειρα	=	εγείρω
ήγειραν	=	εγείρω
ήγειρε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του εγείρω
ήγειρες	=	εγείρω
ήγουν	conj|archaic	δηλαδή
ήδη	adv	λέγεται για επιβεβαίωση πως κάτι έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, χωρίς αμφιβολία
ήδικτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήδικτο
ήδικτο	=	έδικτο
ήδιστα	=	ήδιστος
ήδιστε	=	ήδιστος
ήδιστες	=	ήδιστος
ήδιστη	=	ήδιστος
ήδιστης	=	ήδιστος
ήδιστο	=	ήδιστος
ήδιστοι	=	ήδιστος
ήδιστος	adj	ο πιο ευχάριστος, ο πιο γλυκός
ήδιστου	=	ήδιστος
ήδιστους	=	ήδιστος
ήδιστων	=	ήδιστος
ήη	=	αρνησίθεος
ήθελα	verb	α' ενικό παρατατικού του ρήματος θέλω
ήθελαν	=	θέλω
ήθελε	verb	θα μπορούσε να (μόνο σε σταθερές εκφράσεις όπως ό,τι ήθελε προκύψει και ό,τι ήθελε συμβεί)
ήθελες	=	θέλω
ήθη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήθος
ήθος	noun	η προσωπική ηθική ιδιοσυγκρασία
ήθους	=	ήθος
ήκαμε	=	σαλπάρω
ήκαν	=	σαλπάρω
ήκανε	=	σαλπάρω
ήκατε	=	σαλπάρω
ήκιστα	adv|archaic	ελάχιστα, σχεδόν ανεπαίσθητα
ήκμασα	=	ακμάζω
ήλε	noun	κλητική ενικού του ήλος
ήλεγξα	verb|archaic	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ελέγχω
ήλεγξαν	=	ελέγχω
ήλεγξε	=	ελέγχω
ήλεγξες	=	ελέγχω
ήλεγχα	=	ελέγχω
ήλεγχαν	=	ελέγχω
ήλεγχε	=	ελέγχω
ήλεγχες	=	ελέγχω
ήλεκτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήλεκτρο
ήλεκτρο	noun	το κεχριμπάρι
ήλεκτρον	noun|formal	άλλη μορφή του ήλεκτρο όπως το αρχαίο ἤλεκτρον
ήλεκτρου	noun	γενική ενικού του ήλεκτρο
ήλεκτρων	noun	γενική πληθυντικού του ήλεκτρο
ήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήλθανε	=	έρχομαι
ήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήλθε	verb	λογιότερη μορφή του ήρθε, γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήλια	=	ήλιο
ήλιασμα	noun	άλλη μορφή του ηλιασμός
ήλιε	noun	κλητική ενικού του ήλιος
ήλιο	noun	χημικό στοιχείο, που ανήκει στα ευγενή αέρια, με ατομικό αριθμό 2 και χημικό σύμβολο το He
ήλιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήλιος
ήλιον	noun|formal	λογιότερη μορφή του ήλιο
ήλιος	noun	ο μέσος αστέρας που συνιστά το κέντρο του Ηλιακού Συστήματος και είναι το πλησιέστερο άστρο στην Γη, στην οποία παρέχει φως και θερμότητα
ήλιου	noun	γενική ενικού του ήλιος
ήλιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ήλιος
ήλιων	noun	γενική πληθυντικού του ήλιος
ήλο	noun	αιτιατική ενικού του ήλος
ήλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήλος
ήλος	noun|formal	το καρφί
ήλου	noun	γενική ενικού του ήλος
ήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ήλος
ήλπιζα	=	ελπίζω
ήλπιζαν	=	ελπίζω
ήλπιζε	=	ελπίζω
ήλπιζες	=	ελπίζω
ήλπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ήλπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ήλπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ήλπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ήλων	noun	γενική πληθυντικού του ήλος
ήλωση	noun	ορθοπεδική - χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης σπασμένου οστού με εισαγωγή ήλου (ειδικό μεταλλικό καρφί)
ήλωσης	=	ήλωση
ήμαρτον	intj	χρησιμοποιείται για να δηλώσει την παραδοχή ενός λάθους ή για να ζητήσουμε συγνώμη
ήμασταν	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι
ήμαστε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι
ήμεθα	=	είμαι
ήμερo	=	ήμερος
ήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ήμερο) του ήμερος	adv	με ήμερο τρόπο, με πραότητα και ηπιότητα
ήμερε	adj	κλητική ενικού του ήμερος
ήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήμερη
ήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήμερος
ήμερης	adj	γενική ενικού του ήμερη
ήμερο	adj	αιτιατική ενικού του ήμερος
ήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήμερος
ήμερος	adj	που δεν είναι άγριος, που έχει εξημερωθεί· εξημερωμένος
ήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ήμερος
ήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ήμερος
ήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ήμερος
ήμισεις	=	ήμισυς
ήμισυ	noun|formal	το μισό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ήμισυς
ήμισυς	adj|formal	μισός
ήμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του είμαι
ήμουνα	=	είμαι
ήντα	pron	άλλη γραφή του ίντα
ήνυστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήνυστρο
ήνυστρο	noun|formal	το τελευταίο από τα τέσσερα στομάχια στα μηρυκαστικά
ήνυστρου	=	ήνυστρο
ήξερα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρήματος ξέρω
ήξεραν	=	ξέρω
ήξερε	=	ξέρω
ήξερες	=	ξέρω
ήξευρα	=	ηξεύρω
ήπαρ	noun|formal	το συκώτι
ήπατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήπαρ
ήπατος	=	ήπαρ
ήπειρε	noun	κλητική ενικού του ήπειρος
ήπειρο	noun	αιτιατική ενικού του ήπειρος
ήπειροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήπειρος
ήπειρος	noun	μεγάλη επιφάνεια ξηράς σε αντιπαραβολή με νησιωτική ή παραθαλάσσια περιοχή
ήπια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήπιος	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω
ήπιαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω
ήπιαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω
ήπιανε	=	πίνω
ήπιας	=	ήπιος
ήπιατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω
ήπιε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω	adj	κλητική ενικού του ήπιος
ήπιες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πίνω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ήπιος
ήπιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ήπιος
ήπιοι	=	ήπιος
ήπιος	adj	που δεν χαρακτηρίζεται από ή δεν προκαλεί πολύ έντονες ή ακραίες αντιδράσεις
ήπιου	=	ήπιος
ήπιους	=	ήπιος
ήπιων	=	ήπιος
ήρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αίρω	noun	το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά
ήραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αίρω
ήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αίρω
ήρας	=	ήρα
ήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αίρω
ήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αίρω
ήρεμα	adv	με ηρεμία, ήσυχα
ήρεμε	adj	κλητική ενικού του ήρεμος
ήρεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήρεμη
ήρεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήρεμος
ήρεμης	adj	γενική ενικού του ήρεμη
ήρεμο	adj	αιτιατική ενικού του ήρεμος
ήρεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήρεμος
ήρεμος	adj	χωρίς ταραχή και αναστάτωση
ήρεμου	adj	γενική ενικού του ήρεμος
ήρεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ήρεμος
ήρεμων	adj	γενική πληθυντικού του ήρεμος
ήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αίρω
ήρετο	=	αίρω
ήρθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήρθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήρθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήρθανε	=	έρχομαι
ήρθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήρθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήρθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος έρχομαι
ήρθη	verb|archaic	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του αίρω
ήρθην	=	αίρω
ήρθης	=	αίρω
ήρθησαν	=	αίρω
ήρκεσα	=	αρκώ
ήρκεσαν	=	αρκεί
ήρκεσε	=	αρκεί
ήρμοσα	=	αρμόζω
ήρξα	=	άρχω
ήρξατο	verb|archaic	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του άρχομαι
ήροντο	=	αίρω
ήρπα	=	έρπω
ήρπαμε	=	έρπω
ήρπαν	=	έρπω
ήρπατε	=	έρπω
ήρπε	=	έρπω
ήρπες	=	έρπω
ήρωα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ήρωας
ήρωας	noun	μυθολογικό πρόσωπο που δεν είναι θεός και, συνήθως, ξεχωρίζει για την ανδρεία του
ήρωες	=	ήρωας
ήρων	=	ήρα
ής	=	φωτογενής
ήσαν	=	είμαι
ήσανε	=	είμαι
ήσασταν	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι
ήσαστε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι
ήσκιε	=	ήσκιος
ήσκιο	=	ήσκιος
ήσκιοι	=	ήσκιος
ήσκιος	noun	άλλη γραφή του ίσκιος
ήσκιου	=	ήσκιος
ήσκιους	=	ήσκιος
ήσκιωμα	noun	η σκιά, κυρίως δέντρων και φυτών
ήσκιων	=	ήσκιος
ήσουν	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του είμαι
ήσουνα	=	είμαι
ήσσων	adj	μικρότερος, λιγότερο σημαντικός, υποδεέστερος
ήσυχα	adv	με ησυχία, χωρίς θόρυβο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήσυχο
ήσυχε	adj	κλητική ενικού του ήσυχος
ήσυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήσυχη
ήσυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ήσυχος
ήσυχης	adj	γενική ενικού του ήσυχη
ήσυχο	adj	αιτιατική ενικού του ήσυχος
ήσυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήσυχος
ήσυχος	adj	αυτός που δεν κάνει φασαρία ή θόρυβο
ήσυχου	adj	γενική ενικού του ήσυχος
ήσυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ήσυχος
ήσυχων	adj	γενική πληθυντικού του ήσυχος
ήτα	noun	Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η).
ήταν	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του είμαι
ήτανε	verb	άλλη μορφή του ήταν
ήταυρε	=	ήταυρος
ήταυρο	=	ήταυρος
ήταυροι	=	ήταυρος
ήταυρος	noun	είδος πουλιού
ήταυρου	=	ήταυρος
ήταυρους	=	ήταυρος
ήταυρων	=	ήταυρος
ήτο	=	είμαι
ήτοι	particle	δηλαδή, που σημαίνει, που ισοδυναμεί
ήττα	noun	το να χάνεις από τον αντίπαλό σου σε έναν πόλεμο, αθλητική συνάντηση ή οποιονδήποτε αγώνα, το να αναδεικνύεται ο αντίπαλός σου νικητής
ήττας	noun	γενική ενικού του ήττα
ήττες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ήττα
ήττων	=	ήσσων
ήχε	noun	κλητική ενικού του ήχος
ήχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ήχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ήχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ήχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ήχηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηχώ
ήχησης	noun	γενική ενικού του ήχηση
ήχθαιρα	=	εχθαίρω
ήχθη	=	άγω
ήχθηρα	=	εχθαίρω
ήχθησαν	=	άγω
ήχο	noun	αιτιατική ενικού του ήχος
ήχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ήχος
ήχος	noun	ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής
ήχου	noun	γενική ενικού του ήχος
ήχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ήχος
ήχων	noun	γενική πληθυντικού του ήχος
ία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίο
ίαμα	noun	γιατρικό, φάρμακο, μέσο θεραπείας
ίαμβε	noun	κλητική ενικού του ίαμβος
ίαμβο	noun	αιτιατική ενικού του ίαμβος
ίαμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίαμβος
ίαμβος	noun	δισύλλαβος μετρικός πόδας της νεοελληνικής μετρικής με εναλλαγή άτονης και τονισμένης συλλαβής (‿—)
ίαμβου	=	ίαμβος
ίαμβους	=	ίαμβος
ίανθε	=	ίανθος
ίανθο	=	ίανθος
ίανθοι	=	ίανθος
ίανθος	noun	είδος φυτού (ίο το εύοσμο)
ίανθου	=	ίανθος
ίανθους	=	ίανθος
ίανθων	=	ίανθος
ίαση	noun|formal	η θεραπεία, το αποτέλεσμα του θεραπεύω
ίασης	noun	γενική ενικού του ίαση
ίασμε	=	ίασμος
ίασμο	=	ίασμος
ίασμοι	=	ίασμος
ίασμος	noun|formal	γιασεμί
ίασμου	=	ίασμος
ίασμους	=	ίασμος
ίασμων	=	ίασμος
ίασπις	noun	ημιπολύτιμος λίθος, που αποτελεί αδιαφανή μορφή χαλαζία
ίβαλα	intj|dated	κυριολεκτικά: «έι, μα το θεό», έκφραση που επιζεί σε στίχους τραγουδιών
ίβηρας	noun	ο κάτοικος της Ιβηρικής χερσονήσου
ίβις	noun	υδρόβιο πτηνό της οικογένειας των Threskiornithidae που μοιάζει με τον πελαργό
ίγγλα	noun	άλλη μορφή του ίγκλα
ίγγλας	=	ίγγλα
ίγγλες	=	ίγγλα
ίγκλα	noun	λουρί που συγκρατεί το σαμάρι ή τη σέλα
ίγκλας	noun	γενική ενικού του ίγκλα
ίγκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίγκλα
ίγκμπο	noun	που μιλιέται στη Νιγηρία
ίδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ίδιος	adv	με τον ίδιο τρόπο, όμοια
ίδιας	=	ίδιος
ίδιε	=	ίδιος
ίδιες	=	ίδιος
ίδιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ίδιος
ίδιοι	=	ίδιος
ίδιον	adj	δικό μου, προσωπικό, ατομικό · ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ίδιος	noun	χαρακτηριστική ιδιότητα ή γνώρισμα
ίδιος	pron	→ λείπει η κλίση	adj	όμοιος με κάτι/κάποιον άλλο
ίδιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ίδιος
ίδιους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ίδιος	pron	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ίδιος
ίδιων	=	ίδιος
ίδρε	=	ίδρος
ίδρο	=	ίδρος
ίδροι	=	ίδρος
ίδρος	noun|vulgar	ο ιδρώτας
ίδρου	=	ίδρος
ίδρους	=	ίδρος
ίδρυα	=	ιδρύω
ίδρυαν	=	ιδρύω
ίδρυε	=	ιδρύω
ίδρυες	=	ιδρύω
ίδρυμα	noun	ο οργανισμός υπηρεσιών που συγκροτείται για κοινωφελείς σκοπούς
ίδρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ίδρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ίδρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ίδρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ίδρυση	noun	η ενέργεια, η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ιδρύω
ίδρυσης	noun	γενική ενικού του ίδρυση
ίδρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιδρώνω
ίδρων	=	ίδρος
ίδρωνα	=	ιδρώνω
ίδρωναν	=	ιδρώνω
ίδρωνε	=	ιδρώνω
ίδρωνες	=	ιδρώνω
ίδρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ίδρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ίδρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ίδρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ίδρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιδρώνω
ίδρωσης	=	ίδρωση
ίδρωτα	=	ίδρωτας
ίδρωτας	noun|vulgar	ο ιδρώτας
ίδρωτες	=	ίδρωτας
ίζημα	noun	στερεή ουσία που προκύπτει στον πάτο ενός δοχείου που περιέχει κορεσμένο διάλυμα
ίζικο	=	γκαμσίζης
ίζμπα	noun|dated	άλλη μορφή του ίσμπα
ίζμπας	noun	γενική ενικού του ίζμπα
ίζμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίζμπα
ίκαρε	noun	κλητική ενικού του Ίκαρος
ίκαρο	noun	αιτιατική ενικού του Ίκαρος
ίκαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Ίκαρος
ίκαρος	noun	ο μαθητής της σχολής Ικάρων, αυτός που σπουδάζει για να γίνει αξιωματικός της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας
ίκαρου	=	ίκαρος
ίκαρους	=	ίκαρος
ίκτερε	noun	κλητική ενικού του ίκτερος
ίκτερο	noun	αιτιατική ενικού του ίκτερος
ίκτεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίκτερος
ίκτερος	noun	σύμπτωμα ηπατικής πάθησης που εκδηλώνεται με το χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα που παίρνει το δέρμα λόγω της παρουσίας ουσιών της χολής στο αίμα
ίκτερου	noun	γενική ενικού του ίκτερος
ίκτερους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίκτερος
ίκτερων	noun	γενική πληθυντικού του ίκτερος
ίλαρχε	noun	κλητική ενικού του ίλαρχος
ίλαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ίλαρχος
ίλαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίλαρχος
ίλαρχος	noun	αξιωματικός του ιππικού
ίλαρχου	noun	γενική ενικού του ίλαρχος
ίλαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίλαρχος
ίλαρχων	noun	γενική πληθυντικού του ίλαρχος
ίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίλη
ίλη	noun	λόχος από τεθωρακισμένα
ίλης	noun	γενική ενικού του ίλη
ίλιγγε	noun	κλητική ενικού του ίλιγγος
ίλιγγο	noun	αιτιατική ενικού του ίλιγγος
ίλιγγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίλιγγος
ίλιγγος	noun	η απώλεια αίσθησης ισορροπίας, χαρακτηριστικό αίσθημα ζάλης κατά το οποίο ο ασθενής νιώθει ότι ο ίδιος ή τα πράγματα γύρω του περιστρέφονται ή κινούνται με άλλο τρόπο
ίλιγγου	noun	γενική ενικού του ίλιγγος
ίλιγγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίλιγγος
ίλιγγων	=	ίλιγγος
ίμερε	=	ίμερος
ίμερο	=	ίμερος
ίμεροι	=	ίμερος
ίμερος	noun|archaic	η επιθυμία, ο πόθος (κυρίως ερωτικός)
ίμερου	=	ίμερος
ίμερους	=	ίμερος
ίμερων	=	ίμερος
ίνα	noun	η κλωστή	conj|formal	για να
ίνας	noun	γενική ενικού του ίνα
ίνδαλμα	noun	το είδωλο, πρόσωπο που λειτουργεί ως πρότυπο, που φαντάζει ως ιδανικό
ίνδια	=	ίνδιο
ίνδικτε	=	ίνδικτος
ίνδικτο	=	ίνδικτος
ίνδικτοι	=	ίνδικτος
ίνδικτος	noun	η ινδικτιώνα, ινδικτιών
ίνδιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 49 και χημικό σύμβολο το In
ίνδιου	=	ίνδιο
ίνδιων	=	ίνδιο
ίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίνα
ίνσταγκραμ	noun	διαδικτυακή εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης που επιτρέπει τη λήψη, επεξεργασία και κοινοποίηση φωτογραφιών και σύντομων βίντεο με δυνατότητα άμεσης διάδοσης σε δίκτυο χρηστών
ίντα	pron	τι
ίντεξ	noun	κατάλογος στο τέλος ενός βιλίου όπου παρατίθενται με αλφαβητική σειρά όροι ή ονόματα του κειμένου του βιβλίου
ίντερνετ	noun	το διαδίκτυο
ίντερσεξ	noun	άτομα τα οποία γεννιούνται με παραλλαγές στα φυλετικά χαρακτηριστικά τους (χρωμοσώματα, γονάδες ή γεννητικά όργανα) οι οποίες δεν παραπέμπουν στον κλασικό ορισμό των αρσενικών και των θηλυκών σωμάτων
ίντο	noun	τεχνητή γλώσσα που δημιουργήθηκε στις αρχές του 1900, απόγονος της εσπεράντο.
ίντρανετ	noun	εσωτερικό δίκτυο, ενδοδίκτυο
ίντριγκα	noun	η κατάσταση που σχεδιάζεται κρυφά και εις βάρος κάποιου με σκοπό την εξαπάτηση ή την παραπλάνησή του
ίντριγκας	noun	γενική ενικού του ίντριγκα
ίντριγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίντριγκα
ίντσα	noun	αγγλική μονάδα μήκους, ίση με το 1/12 του ποδιού και 2,54 εκατοστά του μέτρου
ίντσας	noun	γενική ενικού του ίντσα
ίντσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίντσα
ίνωμα	noun	είδος καλοήθους όγκου (νεοπλάσματος από συνδετικό ιστό)
ίνωση	noun	η υπερπλασία ενός ινώδους ιστού
ίνωσης	noun	γενική ενικού του ίνωση
ίο	noun|archaic	η βιολέτα, ο μενεξές
ίον	noun|dated	στην κοινή νεοελληνική
ίου	intj	επιφώνημα αηδίας
ίουλε	noun	κλητική ενικού του ίουλος
ίουλο	noun	αιτιατική ενικού του ίουλος
ίουλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίουλος
ίουλος	noun|formal	το πρώτο χνούδι, οι πρώτες τρίχες στα νεανικά μάγουλα
ίουλου	noun	γενική ενικού του ίουλος
ίουλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίουλος
ίουλων	noun	γενική πληθυντικού του ίουλος
ίππαρχε	=	ίππαρχος
ίππαρχο	=	ίππαρχος
ίππαρχοι	=	ίππαρχος
ίππαρχος	noun	ἵππαρχος
ίππαρχου	=	ίππαρχος
ίππαρχους	=	ίππαρχος
ίππαρχων	=	ίππαρχος
ίππε	noun	κλητική ενικού του ίππος
ίππευα	=	ιππεύω
ίππευαν	=	ιππεύω
ίππευε	=	ιππεύω
ίππευες	=	ιππεύω
ίππευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ίππευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ίππευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ίππευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ίππευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιππεύω
ίππευσης	noun	γενική ενικού του ίππευση
ίππο	noun	αιτιατική ενικού του ίππος
ίπποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίππος
ίππος	noun|formal	το άλογο
ίππου	noun	γενική ενικού του ίππος
ίππους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίππος
ίππων	noun	γενική πληθυντικού του ίππος
ίπταμαι	verb	πετώ, υψώνομαι στον αέρα
ίπτανται	=	ίπταμαι
ίπτασαι	=	ίπταμαι
ίπτασθε	=	ίπταμαι
ίπταται	=	ίπταμαι
ίρι	=	ίρις
ίριδα	noun	το ουράνιο τόξο
ίριδας	=	ίριδα
ίριδες	=	ίριδα
ίριδος	=	ίρις
ίριδων	=	ίρις
ίρις	noun|archaic	παρωχημένη μορφή του ίριδα
ίσα	adv	άλλη μορφή του ίσια, ευθεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσα
ίσαζα	=	ισάζω
ίσαζαν	=	ισάζω
ίσαζε	=	ισάζω
ίσαζες	=	ισάζω
ίσαλα	noun	η νοητική γραμμή των πλευρών ενός πλοίου που σχηματίζεται από την τομή αυτών με την επιφάνεια της θάλασσας, ή λίμνης, ή ποταμού που βρίσκεται σε ηρεμία.
ίσαλε	adj	κλητική ενικού του ίσαλος
ίσαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσαλη
ίσαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ίσαλος
ίσαλης	adj	γενική ενικού του ίσαλη
ίσαλο	adj	αιτιατική ενικού του ίσαλος
ίσαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίσαλος
ίσαλος	adj	που βρίσκεται σε ίσο ύψος με τη θάλασσα αναφέρεται στη γραμμή που σχηματίζεται στις πλευρές ενός σκάφους, εκεί όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας
ίσαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ίσαλος
ίσαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ίσαλος
ίσαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ίσαλος
ίσαμε	prep	τόπο
ίσασα	=	ισάζω
ίσασαν	=	ισάζω
ίσασε	=	ισάζω
ίσασες	=	ισάζω
ίσε	adj	κλητική ενικού του ίσος
ίσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίση
ίση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ίσος
ίσης	adj	γενική ενικού του ίση
ίσθμια	adj	αγώνες που λάμβαναν μέρος στον Ισθμό της Κορίνθου στην αρχαιότητα, από το 582 π.Χ. μέχρι, πιθανότατα, τον 4ο αιώνα μ.Χ.
ίσθμιας	=	ίσθμιος
ίσθμιε	=	ίσθμιος
ίσθμιες	=	ίσθμιος
ίσθμιο	=	ίσθμιος
ίσθμιοι	=	ίσθμιος
ίσθμιος	adj	που αναφέρεται στον ισθμό της Κορίνθου
ίσθμιου	=	ίσθμιος
ίσθμιους	=	ίσθμιος
ίσθμιων	=	ίσθμιος
ίσια	adv	ευθεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσιο, ουδέτερο του ίσιος
ίσιαζα	=	ισιάζω
ίσιαζαν	=	ισιάζω
ίσιαζε	=	ισιάζω
ίσιαζες	=	ισιάζω
ίσιαξα	=	ισιάζω
ίσιαξαν	=	ισιάζω
ίσιαξε	=	ισιάζω
ίσιαξες	=	ισιάζω
ίσιας	=	ίσιος
ίσιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ίσιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ίσιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ίσιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ίσιε	=	ίσιος
ίσιες	=	ίσιος
ίσιο	=	ίσιος
ίσιοι	=	ίσιος
ίσιος	adj	ευθύς (για γραμμές ή για αντικείμενα)
ίσιου	=	ίσιος
ίσιους	=	ίσιος
ίσιωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισιώνω
ίσιων	=	ίσιος
ίσιωνα	=	ισιώνω
ίσιωναν	=	ισιώνω
ίσιωνε	=	ισιώνω
ίσιωνες	=	ισιώνω
ίσιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ίσιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ίσιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ίσιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ίσκα	noun	εύφλευκτο υλικό φυτικής προέλευσης που το χρησιμοποιούσαν, παλαιότερα, ως φιτίλι για τσακμάκι, πιθανώς ξερασμένος μύκητας
ίσκας	noun	γενική ενικού του ίσκα
ίσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσκα
ίσκιε	noun	κλητική ενικού του ίσκιος
ίσκιο	noun	αιτιατική ενικού του ίσκιος
ίσκιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίσκιος
ίσκιος	noun	η σκιά
ίσκιου	noun	γενική ενικού του ίσκιος
ίσκιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίσκιος
ίσκιωμα	noun	σκιερό μέρος
ίσκιων	noun	γενική πληθυντικού του ίσκιος
ίσκιωνα	=	ισκιώνω
ίσκιωναν	=	ισκιώνω
ίσκιωνε	=	ισκιώνω
ίσκιωνες	=	ισκιώνω
ίσκιωσα	=	ισκιώνω
ίσκιωσαν	=	ισκιώνω
ίσκιωσε	=	ισκιώνω
ίσκιωσες	=	ισκιώνω
ίσμπα	noun|dated	ρωσικό ξύλινο αγροτόσπιτο
ίσμπας	noun	γενική ενικού του ίσμπα
ίσμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσμπα
ίσο	adj	αιτιατική ενικού του ίσος	noun	ένας βασικός, συνεχής τόνος που συνοδεύει την κύρια μελωδία στη βυζαντινή μουσική
ίσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ίσος
ίσον	noun	το γραπτό σημείο (=) το οποίο δηλώνει ότι αυτό που προηγείται του σημείου ισούται με αυτό που ακολουθεί
ίσος	adj	που έχει τις ίδιες διαστάσεις ή το ίδιο μέγεθος
ίσου	adj	γενική ενικού του ίσος
ίσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ίσος
ίσταμαι	verb	ανθίσταμαι
ίστρια	=	πακεταριστής
ίσχαζα	=	ισχάζω
ίσχαζαν	=	ισχάζω
ίσχαζε	=	ισχάζω
ίσχαζες	=	ισχάζω
ίσχαιμα	=	ίσχαιμος
ίσχαιμε	=	ίσχαιμος
ίσχαιμες	=	ίσχαιμος
ίσχαιμη	=	ίσχαιμος
ίσχαιμης	=	ίσχαιμος
ίσχαιμο	=	ίσχαιμος
ίσχαιμοι	=	ίσχαιμος
ίσχαιμος	adj|formal	που περιορίζει τη ροή του αίματος (λ.χ. σε περιπτώσεις αιμορραγίας από τραυματισμό)
ίσχαιμου	=	ίσχαιμος
ίσχαιμους	=	ίσχαιμος
ίσχαιμων	=	ίσχαιμος
ίσχασα	=	ισχάζω
ίσχασαν	=	ισχάζω
ίσχασε	=	ισχάζω
ίσχασες	=	ισχάζω
ίσχαση	noun	η πόντιση της μεγάλης άγκυρας με τη βοήθεια της ισχάδας
ίσχασης	noun	γενική ενικού του ίσχαση
ίσχναινα	=	ισχναίνω
ίσχναιναν	=	ισχναίνω
ίσχναινε	=	ισχναίνω
ίσχναινες	=	ισχναίνω
ίσχνανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ίσχναναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ίσχνανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ίσχνανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ίσχνανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισχναίνω
ίσχνανσης	noun	γενική ενικού του ίσχνανση
ίσχυα	=	ισχύω
ίσχυαν	=	ισχύω
ίσχυε	=	ισχύω
ίσχυες	=	ισχύω
ίσχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ίσχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ίσχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ίσχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ίσωμα	noun	το να ισιώνει κάποιος κάτι, λιγότερο συνηθισμένη μορφή του ίσιωμα
ίσων	adj	γενική πληθυντικού του ίσος
ίσωνα	=	ισώνω
ίσωναν	=	ισώνω
ίσωνε	=	ισώνω
ίσωνες	=	ισώνω
ίσως	adv	εκφράζει
ίσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ίσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ίσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ίσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ίταμε	=	ίταμος
ίταμο	=	ίταμος
ίταμοι	=	ίταμος
ίταμος	noun	το αειθαλές δέντρο Taxus baccata, γνωστό και σαν ήμερο έλατο ή καρκαριά ή δέντρο του θανάτου
ίτουπας	noun	άγριος κόκορας
ίχνη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίχνος
ίχνος	noun	το αποτύπωμα που αφήνει στο έδαφος οτιδήποτε κινείται (άνθρωπος, ζώο, όχημα)
ίχνους	=	ίχνος
ίων	=	ίο
ίωση	noun	ασθένεια που οφείλεται σε προσβολή του οργανισμού από ιό
ίωσης	noun	γενική ενικού του ίωση
α	conj|literary	άλλη μορφή του αν	intj	επιφώνημα που δηλώνει έντονο συναίσθημα: θαυμασμό, απορία, έκπληξη, χαρά, αγανάκτηση κτλ.
αvαγορευθήκαμε	=	αναγορεύω
αvαγορευθήκαν	=	αναγορεύω
αvαγορευθήκανε	=	αναγορεύω
αvαγορευθήκατε	=	αναγορεύω
αvαγορευθεί	=	αναγορεύω
αvαγορευθείς	=	αναγορεύω
αvαγορευθείτε	=	αναγορεύω
αvαγορευθούμε	=	αναγορεύω
αvαγορευθούν	=	αναγορεύω
αvαγορευθούνε	=	αναγορεύω
αvαγορευθώ	=	αναγορεύω
αvαγορευμένος	=	αναγορεύω
αvαγορευτήκαμε	=	αναγορεύω
αvαγορευτήκαν	=	αναγορεύω
αvαγορευτήκανε	=	αναγορεύω
αvαγορευτήκατε	=	αναγορεύω
αvαγορευτεί	=	αναγορεύω
αvαγορευτείς	=	αναγορεύω
αvαγορευτείτε	=	αναγορεύω
αvαγορευτούμε	=	αναγορεύω
αvαγορευτούν	=	αναγορεύω
αvαγορευτούνε	=	αναγορεύω
αvαγορευτώ	=	αναγορεύω
αvαγορευόμασταν	=	αναγορεύω
αvαγορευόμαστε	=	αναγορεύω
αvαγορευόμουν	=	αναγορεύω
αvαγορευόμουνα	=	αναγορεύω
αvαγορευόντουσαν	=	αναγορεύω
αvαγορευόσασταν	=	αναγορεύω
αvαγορευόσαστε	=	αναγορεύω
αvαγορευόσουν	=	αναγορεύω
αvαγορευόσουνα	=	αναγορεύω
αvαγορευόταν	=	αναγορεύω
αvαγορευότανε	=	αναγορεύω
αvαγορεύαμε	=	αναγορεύω
αvαγορεύαν	=	αναγορεύω
αvαγορεύανε	=	αναγορεύω
αvαγορεύατε	=	αναγορεύω
αvαγορεύει	=	αναγορεύω
αvαγορεύεις	=	αναγορεύω
αvαγορεύεσαι	=	αναγορεύω
αvαγορεύεστε	=	αναγορεύω
αvαγορεύεται	=	αναγορεύω
αvαγορεύετε	=	αναγορεύω
αvαγορεύθηκα	=	αναγορεύω
αvαγορεύθηκαν	=	αναγορεύω
αvαγορεύθηκε	=	αναγορεύω
αvαγορεύθηκες	=	αναγορεύω
αvαγορεύομαι	=	αναγορεύω
αvαγορεύομε	=	αναγορεύω
αvαγορεύονται	=	αναγορεύω
αvαγορεύονταν	=	αναγορεύω
αvαγορεύοντας	=	αναγορεύω
αvαγορεύουμε	=	αναγορεύω
αvαγορεύουν	=	αναγορεύω
αvαγορεύουνε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσαμε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσαν	=	αναγορεύω
αvαγορεύσανε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσατε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσει	=	αναγορεύω
αvαγορεύσεις	=	αναγορεύω
αvαγορεύσετε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσομε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσου	=	αναγορεύω
αvαγορεύσουμε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσουν	=	αναγορεύω
αvαγορεύσουνε	=	αναγορεύω
αvαγορεύστε	=	αναγορεύω
αvαγορεύσω	=	αναγορεύω
αvαγορεύτηκα	=	αναγορεύω
αvαγορεύτηκαν	=	αναγορεύω
αvαγορεύτηκε	=	αναγορεύω
αvαγορεύτηκες	=	αναγορεύω
αvαγορεύω	=	αναγορεύω
αvαγόρευα	=	αναγορεύω
αvαγόρευαν	=	αναγορεύω
αvαγόρευε	=	αναγορεύω
αvαγόρευες	=	αναγορεύω
αvαγόρευσα	=	αναγορεύω
αvαγόρευσαν	=	αναγορεύω
αvαγόρευσε	=	αναγορεύω
αvαγόρευσες	=	αναγορεύω
αΐδια	=	αΐδιος
αΐδιας	=	αΐδιος
αΐδιε	=	αΐδιος
αΐδιες	=	αΐδιος
αΐδιο	=	αΐδιος
αΐδιοι	=	αΐδιος
αΐδιος	adj|formal	διαιώνιος, αδιάλειπτος, παντοτινός
αΐδιου	=	αΐδιος
αΐδιους	=	αΐδιος
αΐδιων	=	αΐδιος
αΐλανθε	=	αΐλανθος
αΐλανθο	=	αΐλανθος
αΐλανθοι	=	αΐλανθος
αΐλανθος	noun	υψηλό φυλλοβόλο δέντρο της οικογένειας των Σιμαρουβοειδών (Simaroubaceae)
αΐλανθου	=	αΐλανθος
αΐλανθους	=	αΐλανθος
αΐλανθων	=	αΐλανθος
αέναα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αέναος	adv	συνεχώς, ασταμάτητα, αιώνια
αέναε	=	αέναος
αέναες	=	αέναος
αέναη	=	αέναος
αέναης	=	αέναος
αέναο	=	αέναος
αέναοι	=	αέναος
αέναος	adj	που δεν παύει ποτέ να ρέει, να τρέχει
αέναου	=	αέναος
αέναους	=	αέναος
αέναων	=	αέναος
αέρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αέρας
αέρας	noun	το σύνολο των άοσμων, άχρωμων και άγευστων αερίων που μας περιβάλλει στην ατμόσφαιρα και που το αναπνέουν όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί
αέρες	=	αέρας
αέρηδες	noun	πληθυντικός αριθμός του αέρας: τα φυσικά φαινόμενα, οι άνεμοι
αέρηδων	=	αέρας
αέρι	noun|literary	ήπιος αέρας, αεράκι
αέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέριο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αέριος
αέριας	=	αέριος
αέριε	=	αέριος
αέριες	=	αέριος
αέριζα	=	αερίζω
αέριζαν	=	αερίζω
αέριζε	=	αερίζω
αέριζες	=	αερίζω
αέρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέρινο, ουδέτερο του αέρινος	adv	κατά αέρινο τρόπο, απαλά, ανάλαφρα, ανεπαίσθητα, σαν το πέρασμα του αέρα, κομψά
αέρινε	adj	κλητική ενικού του αέρινος
αέρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέρινη
αέρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αέρινος
αέρινης	adj	γενική ενικού του αέρινη
αέρινο	adj	αιτιατική ενικού του αέρινος
αέρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αέρινος
αέρινος	adj	που μοιάζει με τον αέρα, που έχει κάποια από τις ιδιότητές του, σχεδόν άυλος, διαφανής, ελαφρός, λεπτός
αέρινου	adj	γενική ενικού του αέρινος
αέρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αέρινος
αέρινων	adj	γενική πληθυντικού του αέρινος
αέριο	noun	φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση	adj	αιτιατική ενικού του αέριος
αέριοι	=	αέριος
αέριος	adj	που βρίσκεται στην τρίτη από τις καταστάσεις της ύλης, που δεν είναι ούτε στερεός ούτε υγρός.
αέριου	=	αέριο
αέριους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αέριος
αέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αέρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αερίζω
αέριων	=	αέριος
αέρος	noun	γενική ενικού του αέρας
αέρων	=	αέρας
αέτωμα	noun	ο τριγωνικός χώρος που σχηματίζεται πάνω από το επιστύλιο και κάτω από τη στέγη, στην εμπρόθια και οπίσθια όψη των κλασικών κτηρίων και διακοσμείται με γλυπτές συνθέσεις
αήθεις	=	αήθης
αήθη	=	αήθης
αήθης	adj	χωρίς ήθος.
αήθους	=	αήθης
αήθων	=	αήθης
αήθως	adv	κατά τρόπο αήθη
αήρ	noun	ο αέρας
αήττητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αήττητος	adv	κατά αήττητο τρόπο, ανίκητα, νικηφόρα
αήττητε	adj	κλητική ενικού του αήττητος
αήττητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αήττητη
αήττητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αήττητος
αήττητης	adj	γενική ενικού του αήττητη
αήττητο	adj	αιτιατική ενικού του αήττητος
αήττητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αήττητος
αήττητος	adj	που δεν έχει ηττηθεί ή δεν μπορεί να ηττηθεί
αήττητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αήττητος
αήττητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αήττητος
αήττητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αήττητος
αίγα	noun|formal	η κατσίκα
αίγαγρε	noun	κλητική ενικού του αίγαγρος
αίγαγρο	noun	αιτιατική ενικού του αίγαγρος
αίγαγροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αίγαγρος
αίγαγρος	noun	η άγρια γίδα
αίγαγρου	=	αίγαγρος
αίγαγρους	=	αίγαγρος
αίγαγρων	=	αίγαγρος
αίγας	noun	γενική ενικού του αίγα
αίγεια	=	αίγειος
αίγειας	=	αίγειος
αίγειε	=	αίγειος
αίγειες	=	αίγειος
αίγειο	=	αίγειος
αίγειοι	=	αίγειος
αίγειος	adj|formal	κατσικίσιος
αίγειου	=	αίγειος
αίγειους	=	αίγειος
αίγειων	=	αίγειος
αίγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίγα
αίγλη	noun|formal	ακτινοβολία, λάμψη, χλιδή
αίγλης	=	αίγλη
αίδεση	noun	όρος του αρχαίου Αττικού Δικαίου.
αίδεσης	=	αίδεση
αίθουσα	noun	μεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση
αίθουσας	noun	γενική ενικού του αίθουσα
αίθουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίθουσα
αίθρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίθριο
αίθριας	=	αίθριος
αίθριε	=	αίθριος
αίθριες	=	αίθριος
αίθριο	noun	ανοιχτός ή στεγασμένος με διαφανή υλικά κεντρικός χώρος σε σύγχρονα δημόσια ή εμπορικά κτήρια
αίθριοι	=	αίθριος
αίθριος	adj	ο καιρός που δεν έχει σύννεφα αλλά λιακάδα
αίθριου	=	αίθριος
αίθριους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αίθριος
αίθριων	=	αίθριος
αίλουρε	=	αίλουρος
αίλουρο	=	αίλουρος
αίλουροι	=	αίλουρος
αίλουρος	noun|formal	ο αγριόγατος
αίλουρου	=	αίλουρος
αίλουρους	=	αίλουρος
αίλουρων	=	αίλουρος
αίμα	noun	το υγρό με κόκκινο χρώμα που κυκλοφορεί μέσα στο σώμα του ανθρώπου κι άλλων ζώων (στα έντομα είναι κίτρινο) μέσω της καρδιάς, των αρτηριών και των φλεβών κι εξυπηρετεί πλήθος ζωτικών λειτουργιών, κυρίως την οξυγόνωση του εγκεφάλου και τη μεταφορά ουσιών
αίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίμα
αίματος	noun	γενική ενικού του αίμα
αίνε	noun	κλητική ενικού του αίνος
αίνει	=	αινώ
αίνεσα	=	αινώ
αίνεσαν	=	αινώ
αίνεσε	=	αινώ
αίνεσες	=	αινώ
αίνιγμα	noun	κάθε ερώτηση που διατυπώνεται συνήθως σε έμμετρο λόγο, μεταφορικά ή με παρομοιώσεις, με στόχο να διασκεδάσει και να ασκήσει τη σκέψη και τη φαντασία κατά την αποκρυπτογράφηση του κρυμμένου νοήματος.
αίνο	noun	αιτιατική ενικού του αίνος
αίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αίνος
αίνος	noun	ύμνος, έπαινος
αίνου	noun	γενική ενικού του αίνος
αίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αίνος
αίνων	noun	γενική πληθυντικού του αίνος
αίολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίολο
αίολε	adj	κλητική ενικού του αίολος
αίολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίολη
αίολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αίολος
αίολης	adj	γενική ενικού του αίολη
αίολο	adj	αιτιατική ενικού του αίολος
αίολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αίολος
αίολος	adj	άλλη γραφή του έωλος: ξεπερασμένος, αβάσιμος, αστήρικτος, αθεμελίωτος
αίολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αίολος
αίολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αίολος
αίολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αίολος
αίραμε	=	αίρω
αίραν	=	αίρω
αίρανε	=	αίρω
αίρατε	=	αίρω
αίρε	=	αίρω
αίρει	=	αίρω
αίρεις	=	αίρω
αίρεσαι	=	αίρω
αίρεση	noun	η απόσχιση-διαφοροποίηση από πρωτογενές-πρωταρχικό-μητρικό δόγμα
αίρεσης	noun	γενική ενικού του αίρεση
αίρεσθε	=	αίρω
αίρεστε	=	αίρω
αίρεται	=	αίρω
αίρετε	=	αίρω
αίρμπολ	noun	σουτ που αστοχεί πλήρως, χωρίς να αγγίξει ούτε το στεφάνι ούτε το ταμπλό
αίρομαι	verb|figurative	υψώνομαι, φθάνω
αίρονται	=	αίρω
αίρονταν	=	αίρω
αίροντας	=	αίρω
αίρουμε	=	αίρω
αίρουν	=	αίρω
αίρουνε	=	αίρω
αίρω	verb	απομακρύνω κάτι αρνητικό
αίσθημα	noun	η εντύπωση που έχουμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα όπως τα λαμβάνουμε από τις αισθήσεις μας
αίσθηση	noun	λειτουργία του οργανισμού με την οποία προσλαμβάνονται τα ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος (όραση, ακοή, αφή, γεύση, όσφρηση)
αίσθησης	noun	γενική ενικού του αίσθηση
αίσια	adv	με αίσιο τρόπο, θετικά, κατ' ευχήν, αισίως
αίσιας	=	αίσιος
αίσιε	=	αίσιος
αίσιες	=	αίσιος
αίσιο	=	αίσιος
αίσιοι	=	αίσιος
αίσιος	adj	επιτυχής, θετικός, ευτυχής
αίσιου	=	αίσιος
αίσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αίσιος
αίσιων	adj	γενική πληθυντικού του αίσιος
αίσχη	=	αίσχος
αίσχιστα	noun	πολύ μεγάλα αίσχη
αίσχιστε	=	αίσχιστος
αίσχιστες	=	αίσχιστος
αίσχιστη	=	αίσχιστος
αίσχιστης	=	αίσχιστος
αίσχιστο	=	αίσχιστος
αίσχιστοι	=	αίσχιστος
αίσχιστος	adj|formal	υπερθετικός βαθμός του αισχρός
αίσχιστου	=	αίσχιστος
αίσχιστους	=	αίσχιστος
αίσχιστων	=	αίσχιστος
αίσχος	noun	ο χαρακτηρισμός για κάτι που προκαλεί ντροπή
αίσχους	=	αίσχος
αίτει	=	αιτώ
αίτημα	noun	κάτι το οποίο ζητά ή απαιτεί επίσημα κάποιος να γίνει ή να πραγματοποιηθεί
αίτησα	=	αιτώ
αίτησαν	=	αιτώ
αίτησε	=	αιτώ
αίτησες	=	αιτώ
αίτηση	noun	το να ζητά κανείς κάτι, επιδίωξη, απαίτηση, παράκληση
αίτησης	noun	γενική ενικού του αίτηση
αίτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίτιο
αίτιας	=	αίτιος
αίτιε	noun	κλητική ενικού του αίτιος
αίτιες	=	αίτιος
αίτιο	noun	ο βαθύτερος λόγος στον οποίο οφείλεται η πρόκληση ενός αποτελέσματος
αίτιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αίτιος
αίτιος	noun	αυτός που προκάλεσε ένα γεγονός, αυτός που θεωρείται υπεύθυνος για κάτι κακό (ή καλό) που συνέβη
αίτιου	=	αίτιο
αίτιους	=	αίτιος
αίτιων	=	αίτιος
αίφνης	adv|formal	ξαφνικά
αα	abbrev	ο αύξων αριθμός
ααδε	abbrev	ελληνική αρχή υπεύθυνη για τη συλλογή των δημοσίων εσόδων
ααε	abbrev	η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία
αας	abbrev	το Ανώτατο Αεροπορικό Συμβούλιο της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας
ααυε	abbrev	ανώτατο όργανο υγειονομικών εξετάσεων της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας
αβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αβάς
αβάγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάγιστο
αβάγιστε	adj	κλητική ενικού του αβάγιστος
αβάγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάγιστη
αβάγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάγιστος
αβάγιστης	adj	γενική ενικού του αβάγιστη
αβάγιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβάγιστος
αβάγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάγιστος
αβάγιστος	adj	που δεν λυγίζει
αβάγιστου	adj	γενική ενικού του αβάγιστος
αβάγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάγιστος
αβάγιστων	adj	γενική πληθυντικού του αβάγιστος
αβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάς
αβάδιστα	adv	χωρίς να (μπορεί να) περπατήσει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβάδιστος
αβάδιστε	adj	κλητική ενικού του αβάδιστος
αβάδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάδιστη
αβάδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάδιστος
αβάδιστης	adj	γενική ενικού του αβάδιστη
αβάδιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβάδιστος
αβάδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάδιστος
αβάδιστος	adj	που δεν έχει περπατήσει
αβάδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβάδιστος
αβάδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάδιστος
αβάδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβάδιστος
αβάδων	noun	γενική πληθυντικού του αβάς
αβάζε	=	αβάζος
αβάζι	noun	δυνατή φωνή
αβάζια	=	αβάζι
αβάζο	=	αβάζος
αβάζοι	=	αβάζος
αβάζος	adj	αυτός που έχει δυνατή φωνή ή που φωνάζει πολύ
αβάζου	=	αβάζος
αβάζους	=	αβάζος
αβάζων	=	αβάζος
αβάθεια	noun	έλλειψη βάθους
αβάθειας	noun	γενική ενικού του αβάθεια
αβάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάθεια
αβάκα	noun	κοινή κατάθεση χρησμάτων σε οικονομική συμφωνία	adv	από κοινού, συνεταιρικά
αβάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάκιο
αβάκιο	noun|dated	μικρός άβακας, μαθητική πλάκα για γραφή, γενικά μικρή πλάκα
αβάκιου	=	αβάκιο
αβάκων	=	άβακας
αβάλες	=	αβάλη
αβάλη	noun	μικρό υπήνεμο λιμάνι
αβάλης	=	αβάλη
αβάνη	=	αβάνης
αβάνηδες	=	αβάνης
αβάνηδων	=	αβάνης
αβάνης	noun	συκοφάντης, κακολόγος, διαβολέας
αβάνιαζα	=	αβανιάζω
αβάνιαζαν	=	αβανιάζω
αβάνιαζε	=	αβανιάζω
αβάνιαζες	=	αβανιάζω
αβάνιασα	=	αβανιάζω
αβάνιασαν	=	αβανιάζω
αβάνιασε	=	αβανιάζω
αβάνιασες	=	αβανιάζω
αβάνς	noun	η προπορεία
αβάντα	noun	πλεονέκτημα, όφελος
αβάντας	noun	γενική ενικού του αβάντα
αβάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάντα
αβάντζα	noun	προκαταβολή μισθού, προπληρωμή έναντι οφειλής μισθού, χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης εν γένει
αβάντζας	noun	γενική ενικού του αβάντζα
αβάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάντζα
αβάντζο	noun	αύξηση πόντων σε τυχερά παιχνίδια, στη φράση
αβάντζου	noun	γενική ενικού του αβάντζο
αβάντζων	noun	γενική πληθυντικού του αβάντζο
αβάντι	adv	ας αρχίσουμε, και ειρωνικό
αβάντσα	noun	άλλη μορφή του αβάντζα
αβάντσας	=	αβάντσα
αβάντσες	=	αβάντσα
αβάντσο	noun	άλλη μορφή του αβάντζο
αβάντσου	=	αβάντσο
αβάντσων	=	αβάντσο
αβάπτιστα	=	αβάπτιστος
αβάπτιστε	=	αβάπτιστος
αβάπτιστες	=	αβάπτιστος
αβάπτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάπτιστος
αβάπτιστης	=	αβάπτιστος
αβάπτιστο	=	αβάπτιστος
αβάπτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάπτιστος
αβάπτιστος	adj	άλλη μορφή του αβάφτιστος
αβάπτιστου	=	αβάπτιστος
αβάπτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάπτιστος
αβάπτιστων	=	αβάπτιστος
αβάρα	noun	κίνηση προς τα πίσω για αποφυγή εμποδίου ή κινδύνου στις φράσεις	intj	παράγγελμα με σημασία: απομάκρυνε! φύγε! στρίβε!
αβάραρα	=	αβαράρω
αβάραραν	=	αβαράρω
αβάραρε	=	αβάρα
αβάραρες	=	αβαράρω
αβάρετα	=	αβάρετος
αβάρετε	=	αβάρετος
αβάρετες	=	αβάρετος
αβάρετη	=	αβάρετος
αβάρετης	=	αβάρετος
αβάρετο	=	αβάρετος
αβάρετοι	=	αβάρετος
αβάρετος	adj	ακούραστος, που δεν βαριέται
αβάρετου	=	αβάρετος
αβάρετους	=	αβάρετος
αβάρετων	=	αβάρετος
αβάρσαμα	=	αβάρσαμο
αβάρσαμο	noun	δυόσμος
αβάρσαμου	=	αβάρσαμο
αβάρσαμων	=	αβάρσαμο
αβάς	noun	καθολικός ιερέας, πνευματικός πατέρας, ηγούμενος, ανώτερος μοναχός σε αβαείο
αβάσιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάσιμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβάσιμος
αβάσιμε	adj	κλητική ενικού του αβάσιμος
αβάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάσιμη
αβάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάσιμος
αβάσιμης	adj	γενική ενικού του αβάσιμη
αβάσιμο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αβάσιμος	noun|formal	άλλη μορφή του αβασιμότητα
αβάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάσιμος
αβάσιμος	adj|formal	που δε στηρίζεται σε εξακριβωμένα στοιχεία, που δεν έχει έρεισμα
αβάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβάσιμος
αβάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάσιμος
αβάσιμων	adj	γενική πληθυντικού του αβάσιμος
αβάσκαινα	=	αβασκαίνω
αβάσκαιναν	=	αβασκαίνω
αβάσκαινε	=	αβασκαίνω
αβάσκαινες	=	αβασκαίνω
αβάσκαμα	noun	το μάτιασμα
αβάσκανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβάσκαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβάσκανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβάσκανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβάσκαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάσκαντο
αβάσκαντε	adj	κλητική ενικού του αβάσκαντος
αβάσκαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβάσκαντη
αβάσκαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάσκαντος
αβάσκαντης	adj	γενική ενικού του αβάσκαντη
αβάσκαντο	adj	αιτιατική ενικού του αβάσκαντος	noun|vulgar	το φυλαχτό
αβάσκαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάσκαντος
αβάσκαντος	adj|vulgar	που δεν τον πιάνει η βασκανία, το μάτιασμα
αβάσκαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβάσκαντος
αβάσκαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάσκαντος
αβάσκαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβάσκαντος
αβάσταγα	=	αβάσταγος
αβάσταγε	=	αβάσταγος
αβάσταγες	=	αβάσταγος
αβάσταγη	=	αβάσταγος
αβάσταγης	=	αβάσταγος
αβάσταγο	=	αβάσταγος
αβάσταγοι	=	αβάσταγος
αβάσταγος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αβάσταχτος
αβάσταγου	=	αβάσταγος
αβάσταγους	=	αβάσταγος
αβάσταγων	=	αβάσταγος
αβάστακτα	=	αβάστακτος
αβάστακτε	=	αβάστακτος
αβάστακτες	=	αβάστακτος
αβάστακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάστακτος
αβάστακτης	=	αβάστακτος
αβάστακτο	=	αβάστακτος
αβάστακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάστακτος
αβάστακτος	adj	άλλη μορφή του αβάσταχτος
αβάστακτου	=	αβάστακτος
αβάστακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάστακτος
αβάστακτων	=	αβάστακτος
αβάσταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβάσταχτος	adv	με τρόπο που δεν μπορεί να γίνει ανεκτός
αβάσταχτε	=	αβάσταχτος
αβάσταχτες	=	αβάσταχτος
αβάσταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάσταχτος
αβάσταχτης	=	αβάσταχτος
αβάσταχτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβάσταχτος
αβάσταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάσταχτος
αβάσταχτος	adj	που δεν αντέχεται
αβάσταχτου	=	αβάσταχτος
αβάσταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάσταχτος
αβάσταχτων	adj	γενική πληθυντικού του αβάσταχτος
αβάτευτα	=	αβάτευτος
αβάτευτε	=	αβάτευτος
αβάτευτες	=	αβάτευτος
αβάτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάτευτος
αβάτευτης	=	αβάτευτος
αβάτευτο	=	αβάτευτος
αβάτευτοι	=	αβάτευτος
αβάτευτος	adj	που δεν τον έχουν βατέψει, που δεν έχει ζευγαρώσει
αβάτευτου	=	αβάτευτος
αβάτευτους	=	αβάτευτος
αβάτευτων	=	αβάτευτος
αβάφτιστα	=	αβάφτιστος
αβάφτιστε	=	αβάφτιστος
αβάφτιστες	=	αβάφτιστος
αβάφτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβάφτιστος
αβάφτιστης	=	αβάφτιστος
αβάφτιστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβάφτιστος
αβάφτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβάφτιστος
αβάφτιστος	adj	που δεν έχει βαφτιστεί
αβάφτιστου	=	αβάφτιστος
αβάφτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβάφτιστος
αβάφτιστων	adj	γενική πληθυντικού του αβάφτιστος
αβέβαια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβέβαιος	adv	χωρίς βεβαιότητα, χωρίς σιγουριά
αβέβαιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβέβαια) του αβέβαιος
αβέβαιε	=	αβέβαιος
αβέβαιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβέβαιη
αβέβαιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβέβαιος
αβέβαιης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβέβαιη) του αβέβαιος
αβέβαιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αβέβαιος	noun|formal	η αδυναμία προσδιορισμού ή πρόβλεψης με βεβαιότητα
αβέβαιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβέβαιος
αβέβαιος	adj	ο μη βέβαιος, που η έκβασή του είναι άγνωστη
αβέβαιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αβέβαιος
αβέβαιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβέβαιος
αβέβαιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αβέβαιος
αβέβηλα	=	αβέβηλος
αβέβηλε	=	αβέβηλος
αβέβηλες	=	αβέβηλος
αβέβηλη	=	αβέβηλος
αβέβηλης	=	αβέβηλος
αβέβηλο	=	αβέβηλος
αβέβηλοι	=	αβέβηλος
αβέβηλος	adj	που δεν έχει βεβηλωθεί, αβεβήλωτος, ο μη βεβηλωμένος, ο άγιος, ο απαραβίαστος, ο αγνός
αβέβηλου	=	αβέβηλος
αβέβηλους	=	αβέβηλος
αβέβηλων	=	αβέβηλος
αβέλτερα	=	αβέλτερος
αβέλτερε	=	αβέλτερος
αβέλτερες	=	αβέλτερος
αβέλτερη	=	αβέλτερος
αβέλτερης	=	αβέλτερος
αβέλτερο	=	αβέλτερος
αβέλτεροι	=	αβέλτερος
αβέλτερος	adj	ανόητος, μωρός
αβέλτερου	=	αβέλτερος
αβέλτερους	=	αβέλτερος
αβέλτερων	=	αβέλτερος
αβέρτα	=	αβέρτος
αβέρτε	=	αβέρτος
αβέρτες	=	αβέρτος
αβέρτη	=	αβέρτος
αβέρτης	=	αβέρτος
αβέρτο	=	αβέρτος
αβέρτοι	=	αβέρτος
αβέρτος	adj	ανοιχτός, ακάλυπτος, αφύλακτος
αβέρτου	=	αβέρτος
αβέρτους	=	αβέρτος
αβέρτων	=	αβέρτος
αβίαστα	adv	χωρίς πίεση, καταναγκασμό ή βιασύνη, ελεύθερα, ήρεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβίαστος
αβίαστε	adj	κλητική ενικού του αβίαστος
αβίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβίαστη
αβίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβίαστος
αβίαστης	adj	γενική ενικού του αβίαστη
αβίαστο	adj	αιτιατική ενικού του αβίαστος
αβίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβίαστος
αβίαστος	adj	αυθόρμητος και ελεύθερος, που γίνεται χωρίς πιέσεις ή αναγκασμούς
αβίαστου	adj	γενική ενικού του αβίαστος
αβίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβίαστος
αβίαστων	adj	γενική πληθυντικού του αβίαστος
αβίωτα	=	αβίωτος
αβίωτε	=	αβίωτος
αβίωτες	=	αβίωτος
αβίωτη	=	αβίωτος
αβίωτης	=	αβίωτος
αβίωτο	=	αβίωτος
αβίωτοι	=	αβίωτος
αβίωτος	adj	αφόρητος, αυτός που δεν υποφέρεται για να τον ζει κάποιος
αβίωτου	=	αβίωτος
αβίωτους	=	αβίωτος
αβίωτων	=	αβίωτος
αβαβ	abbrev	παλαιότερη ονομασία στρατιωτικής βιομηχανικής μονάδας που παρήγαγε οξυγόνο, ασετυλίνη ή άλλα αέρια για τις ανάγκες του στρατού (τώρα έχει το όνομα "Βιομηχανικά Εργοστάσια Βάσεως" - Β.Ε.Β.)
αβαγιανέ	noun	κλητική ενικού του αβαγιανός
αβαγιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαγιανός
αβαγιανού	noun	γενική ενικού του αβαγιανός
αβαγιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αβαγιανός
αβαγιανό	noun	αιτιατική ενικού του αβαγιανός
αβαγιανός	noun|literary	η λεβάντα, η αγριολεβάντα
αβαγιανών	noun	γενική πληθυντικού του αβαγιανός
αβαεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαείο
αβαείο	noun	το ιερό οικοδόμημα, ακριβέστερα μοναστήρι (λέγεται για τα καθολικά μοναστήρια), που διοικείται από έναν αβά (= πνευματικό πατέρα της κοινότητας)
αβαείου	noun	γενική ενικού του αβαείο
αβαείων	noun	γενική πληθυντικού του αβαείο
αβαζιού	=	αβάζι
αβαζιών	=	αβάζι
αβαθές	noun|formal	η έλλειψη βάθους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβαθής
αβαθή	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αβαθής	noun	σημείο σε υδάτινη επιφάνεια στο οποίο είναι ρηχά
αβαθής	adj	που δεν έχει βάθος, ρηχός
αβαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαθής
αβαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αβάθεια
αβαθμίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαθμίδωτο
αβαθμίδωτε	adj	κλητική ενικού του αβαθμίδωτος
αβαθμίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαθμίδωτη
αβαθμίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαθμίδωτος
αβαθμίδωτης	adj	γενική ενικού του αβαθμίδωτη
αβαθμίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αβαθμίδωτος
αβαθμίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαθμίδωτος
αβαθμίδωτος	adj	του οποίου η δομή δεν έχει βαθμίδες
αβαθμίδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβαθμίδωτος
αβαθμίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβαθμίδωτος
αβαθμίδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβαθμίδωτος
αβαθμολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαθμολόγητο, ουδέτερο του αβαθμολόγητος	adv	χωρίς βαθμολογία, με αβαθμολόγητο τρόπο
αβαθμολόγητε	=	αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητες	=	αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητης	=	αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητος	adj	ο μη βαθμολογημένος, που δεν έχει βαθμολογηθεί
αβαθμολόγητου	=	αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβαθμολόγητος
αβαθμολόγητων	=	αβαθμολόγητος
αβαθούλωτα	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτε	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτες	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτη	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτης	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτο	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτοι	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτος	adj	που δεν είναι ή που δεν έγινε βαθουλός, που δεν έχει βαθουλωθεί
αβαθούλωτου	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτους	=	αβαθούλωτος
αβαθούλωτων	=	αβαθούλωτος
αβαθούς	adj	γενική ενικού του αβαθής
αβαθύρριζος	adj|rare	που δεν έχει βαθιές ρίζες, του οποίου οι ρίζες απλώνονται κοντά στην επιφάνεια του εδάφους
αβαθών	adj	γενική πληθυντικού του αβαθής
αβαθώς	adv	σε αβαθές σημείο
αβακίου	noun	γενική ενικού του αβάκιο
αβακίων	noun	γενική πληθυντικού του αβάκιο
αβακοειδές	=	αβακοειδής
αβακοειδή	=	αβακοειδής
αβακοειδής	adj	που έχει σχήμα άβακα
αβακοειδείς	=	αβακοειδής
αβακοειδούς	=	αβακοειδής
αβακοειδών	=	αβακοειδής
αβακωτά	=	αβακωτός
αβακωτέ	=	αβακωτός
αβακωτές	=	αβακωτός
αβακωτή	=	αβακωτός
αβακωτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβακωτή) του αβακωτός
αβακωτοί	=	αβακωτός
αβακωτού	=	αβακωτός
αβακωτούς	=	αβακωτός
αβακωτό	=	αβακωτός
αβακωτός	adj	ο αβακοειδής
αβακωτών	=	αβακωτός
αβαλσάμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβαλσάμωτος	adv	με αβαλσάμωτο τρόπο, χωρίς βαλσάμωμα
αβαλσάμωτε	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτες	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτης	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτο	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτοι	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτος	adj	που δεν έχει βαλσαμωθεί, που δεν έχει ταριχευτεί
αβαλσάμωτου	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτους	=	αβαλσάμωτος
αβαλσάμωτων	=	αβαλσάμωτος
αβανία	noun	η συκοφαντία
αβανγκάρντ	noun|dated	η εμπροσθοφυλακή	adj	πρωτοποριακός
αβανγκαρντίστρια	=	αβανγκαρντιστής
αβανγκαρντισμέ	noun	κλητική ενικού του αβανγκαρντισμός
αβανγκαρντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβανγκαρντισμός
αβανγκαρντισμού	noun	γενική ενικού του αβανγκαρντισμός
αβανγκαρντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αβανγκαρντισμός
αβανγκαρντισμό	noun	αιτιατική ενικού του αβανγκαρντισμός
αβανγκαρντισμός	=	βανγκαρντισμός
αβανγκαρντισμών	noun	γενική πληθυντικού του αβανγκαρντισμός
αβανγκαρντιστές	=	αβανγκαρντιστής
αβανγκαρντιστή	=	αβανγκαρντιστής
αβανγκαρντιστής	noun	ο οπαδός του αβανγκαρτισμού ως κίνημα αμφισβήτησης παγιωμένων αρχών - ιδεών
αβανγκαρντιστών	=	αβανγκαρντιστής
αβανιά	noun|literary	η συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία
αβανιάζαμε	=	αβανιάζω
αβανιάζαν	=	αβανιάζω
αβανιάζανε	=	αβανιάζω
αβανιάζατε	=	αβανιάζω
αβανιάζει	=	αβανιάζω
αβανιάζεις	=	αβανιάζω
αβανιάζετε	=	αβανιάζω
αβανιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αβανιάζω
αβανιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αβανιάζω
αβανιάζουμε	=	αβανιάζω
αβανιάζουν	=	αβανιάζω
αβανιάζουνε	=	αβανιάζω
αβανιάζω	verb|vulgar	κακολογώ, δυσφημώ
αβανιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβανιάρης
αβανιάρας	adj	γενική ενικού του αβανιάρα
αβανιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανιάρα
αβανιάρη	adj	γενική ενικού του αβανιάρης
αβανιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανιάρης
αβανιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του αβανιάρης
αβανιάρης	adj|vulgar	συκοφάντης, κακολόγος
αβανιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανιάρικο
αβανιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του αβανιάρης
αβανιάρικου	adj	γενική ενικού του αβανιάρικο
αβανιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του αβανιάρικο
αβανιάς	noun	γενική ενικού του αβανιά
αβανιάσαμε	=	αβανιάζω
αβανιάσαν	=	αβανιάζω
αβανιάσανε	=	αβανιάζω
αβανιάσατε	=	αβανιάζω
αβανιάσει	=	αβανιάζω
αβανιάστε	=	αβανιάζω
αβανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανιά
αβανιασμένος	=	αβανιάζω
αβανιοκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανιοκαμένο
αβανιοκαμένε	verb	κλητική ενικού του αβανιοκαμένος
αβανιοκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανιοκαμένη
αβανιοκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβανιοκαμένος
αβανιοκαμένης	verb	γενική ενικού του αβανιοκαμένη
αβανιοκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του αβανιοκαμένος
αβανιοκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβανιοκαμένος
αβανιοκαμένος	verb	αυτός που έχει υποστεί δεινά από αβανιά, ο κατασυκοφαντημένος
αβανιοκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβανιοκαμένος
αβανιοκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αβανιοκαμένος
αβανιοκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβανιοκαμένος
αβανιών	=	αβανιά
αβαντάζ	noun	πλεονέκτημα
αβαντάρεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αβαντάρω
αβαντάρισα	=	αβαντάρω
αβαντάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αβαντάρω
αβαντάρω	verb	ευνοώ, υποστηρίζω, βοηθώ
αβανταδόρε	noun	κλητική ενικού του αβανταδόρος
αβανταδόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβανταδόρικος	adv	με τρόπο που ταιριάζει σε αβανταδόρο
αβανταδόρικε	adj	κλητική ενικού του αβανταδόρικος
αβανταδόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανταδόρικη
αβανταδόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβανταδόρικος
αβανταδόρικης	adj	γενική ενικού του αβανταδόρικη
αβανταδόρικο	adj	αιτιατική ενικού του αβανταδόρικος
αβανταδόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβανταδόρικος
αβανταδόρικος	adj	αυτός που ταιριάζει σε αβανταδόρο ή είναι προς όφελος κάποιου
αβανταδόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβανταδόρικος
αβανταδόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβανταδόρικος
αβανταδόρικων	adj	γενική πληθυντικού του αβανταδόρικος
αβανταδόρισσα	noun	θηλυκό του αβανταδόρος
αβανταδόρισσας	noun	γενική ενικού του αβανταδόρισσα
αβανταδόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανταδόρισσα
αβανταδόρο	noun	αιτιατική ενικού του αβανταδόρος
αβανταδόροι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβανταδόρος
αβανταδόρος	noun	αυτός που βοηθάει, κυρίως σε ανέντιμες δουλειές
αβανταδόρου	noun	γενική ενικού του αβανταδόρος
αβανταδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αβανταδόρος
αβανταδόρων	noun	γενική πληθυντικού του αβανταδόρος
αβανταρίστηκα	=	αβαντάρω
αβανταρισμένος	=	αβαντάρω
αβαντζάραμε	=	αβαντζάρω
αβαντζάραν	=	αβαντζάρω
αβαντζάρανε	=	αβαντζάρω
αβαντζάρατε	=	αβαντζάρω
αβαντζάρει	=	αβαντζάρω
αβαντζάρεις	=	αβαντζάρω
αβαντζάρετε	=	αβαντζάρω
αβαντζάριζα	=	αβαντζάρω
αβαντζάριζαν	=	αβαντζάρω
αβαντζάριζε	=	αβαντζάρω
αβαντζάριζες	=	αβαντζάρω
αβαντζάρισα	=	αβαντζάρω
αβαντζάρισαν	=	αβαντζάρω
αβαντζάρισε	=	αβαντζάρω
αβαντζάρισες	=	αβαντζάρω
αβαντζάρομε	=	αβαντζάρω
αβαντζάροντας	=	αβαντζάρω
αβαντζάρουμε	=	αβαντζάρω
αβαντζάρουν	=	αβαντζάρω
αβαντζάρουνε	=	αβαντζάρω
αβαντζάρω	verb|vulgar	προκαταβάλλω
αβαντζέρνω	=	αβαντζάρω
αβαντσάραμε	=	αβαντσάρω
αβαντσάραν	=	αβαντσάρω
αβαντσάρανε	=	αβαντσάρω
αβαντσάρατε	=	αβαντσάρω
αβαντσάρει	=	αβαντσάρω
αβαντσάρεις	=	αβαντσάρω
αβαντσάρετε	=	αβαντσάρω
αβαντσάριζα	=	αβαντσάρω
αβαντσάριζαν	=	αβαντσάρω
αβαντσάριζε	=	αβαντσάρω
αβαντσάριζες	=	αβαντσάρω
αβαντσάρισα	=	αβαντσάρω
αβαντσάρισαν	=	αβαντσάρω
αβαντσάρισε	=	αβαντσάρω
αβαντσάρισες	=	αβαντσάρω
αβαντσάρομε	=	αβαντσάρω
αβαντσάροντας	=	αβαντσάρω
αβαντσάρουμε	=	αβαντσάρω
αβαντσάρουν	=	αβαντσάρω
αβαντσάρουνε	=	αβαντσάρω
αβαντσάρω	verb	άλλη μορφή του αβαντζάρω
αβαντσέρνω	=	αβαντζάρω
αβαράραμε	=	αβαράρω
αβαράραν	=	αβαράρω
αβαράρανε	=	αβαράρω
αβαράρατε	=	αβαράρω
αβαράρει	=	αβαράρω
αβαράρεις	=	αβαράρω
αβαράρετε	=	αβαράρω
αβαράριζα	=	αβαράρω
αβαράριζαν	=	αβαράρω
αβαράριζε	=	αβάρα
αβαράριζες	=	αβαράρω
αβαράρισα	=	αβαράρω
αβαράρισαν	=	αβαράρω
αβαράρισε	=	αβάρα
αβαράρισες	=	αβαράρω
αβαράρομε	=	αβαράρω
αβαράροντας	=	αβαράρω
αβαράρουμε	=	αβαράρω
αβαράρουν	=	αβαράρω
αβαράρουνε	=	αβαράρω
αβαράρω	verb	απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο, ή από επικίνδυνο σημείο
αβαρέλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαρέλιαστο
αβαρέλιαστε	adj	κλητική ενικού του αβαρέλιαστος
αβαρέλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαρέλιαστη
αβαρέλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαρέλιαστος
αβαρέλιαστης	adj	γενική ενικού του αβαρέλιαστη
αβαρέλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αβαρέλιαστος
αβαρέλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαρέλιαστος
αβαρέλιαστος	adj|vulgar	που δεν έχει μπει σε βαρέλι
αβαρέλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβαρέλιαστος
αβαρέλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβαρέλιαστος
αβαρέλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβαρέλιαστος
αβαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβαρής
αβαρή	=	αβαρής
αβαρής	adj	χωρίς βάρος
αβαρία	noun	οποιαδήποτε οικονομική ζημιά ή βλάβη, ιδίως σε επιχείρηση, που επέρχεται κατά τη μεταφορά πραγμάτων
αβαρίας	noun	γενική ενικού του αβαρία
αβαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαρία
αβαρείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαρής
αβαρεσιά	noun|vulgar	προθυμία για εργασία
αβαρεσιάς	=	αβαρεσιά
αβαρεσιές	=	αβαρεσιά
αβαρεσιών	=	αβαρεσιά
αβαριάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαριάτο
αβαριάτε	adj	κλητική ενικού του αβαριάτος
αβαριάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαριάτη
αβαριάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαριάτος
αβαριάτης	adj	γενική ενικού του αβαριάτη
αβαριάτο	adj	αιτιατική ενικού του αβαριάτος
αβαριάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαριάτος
αβαριάτος	adj	εμπόρευμα προερχόμενο από ζημία (αβαρία)
αβαριάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβαριάτος
αβαριάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβαριάτος
αβαριάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβαριάτος
αβαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαρικό
αβαρικέ	adj	κλητική ενικού του αβαρικός
αβαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαρική
αβαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαρικός
αβαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβαρική) του αβαρικός
αβαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαρικός
αβαρικού	adj	γενική ενικού του αβαρικός
αβαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβαρικός
αβαρικό	adj	αιτιατική ενικού του αβαρικός
αβαρικός	adj	που έχει σχέση με τους Αβάρους ή αναφέρεται σ' αυτούς
αβαρικών	adj	γενική πληθυντικού του αβαρικός
αβαριών	noun	γενική πληθυντικού του αβαρία
αβαροσλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαροσλαβικό
αβαροσλαβικέ	adj	κλητική ενικού του αβαροσλαβικός
αβαροσλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβαροσλαβική
αβαροσλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβαροσλαβικός
αβαροσλαβικής	adj	γενική ενικού του αβαροσλαβική
αβαροσλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβαροσλαβικός
αβαροσλαβικού	adj	γενική ενικού του αβαροσλαβικός
αβαροσλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβαροσλαβικός
αβαροσλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του αβαροσλαβικός
αβαροσλαβικός	adj	που έχει σχέση με τους Αβαροσλάβους ή αναφέρεται σ' αυτούς
αβαροσλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του αβαροσλαβικός
αβαρούς	adj	γενική ενικού του αβαρής
αβαρών	adj	γενική πληθυντικού του αβαρής
αβαρώς	adv|dated	ελαφρώς
αβασάνιστα	adv	χωρίς ταλαιπωρίες και βάσανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβασάνιστος
αβασάνιστε	=	αβασάνιστος
αβασάνιστες	=	αβασάνιστος
αβασάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβασάνιστος
αβασάνιστης	=	αβασάνιστος
αβασάνιστο	=	αβασάνιστος
αβασάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβασάνιστος
αβασάνιστος	adj|figurative	που γίνεται χωρίς προσοχή ή πρόγραμμα
αβασάνιστου	=	αβασάνιστος
αβασάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβασάνιστος
αβασάνιστων	adj	γενική πληθυντικού του αβασάνιστος
αβασίλευτα	=	αβασίλευτος
αβασίλευτε	=	αβασίλευτος
αβασίλευτες	=	αβασίλευτος
αβασίλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβασίλευτος
αβασίλευτης	=	αβασίλευτος
αβασίλευτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβασίλευτος
αβασίλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβασίλευτος
αβασίλευτος	adj	για πολίτευμα όπου ο αρχηγός του κράτους δεν είναι βασιλιάς
αβασίλευτου	=	αβασίλευτος
αβασίλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβασίλευτος
αβασίλευτων	adj	γενική πληθυντικού του αβασίλευτος
αβασιμοτήτων	=	αβασιμότητα
αβασιμότητα	noun|formal	το να είναι κάτι αβάσιμο, η ιδιότητα του αβάσιμου
αβασιμότητας	=	αβασιμότητα
αβασιμότητες	=	αβασιμότητα
αβασκάθηκα	=	αβασκαίνω
αβασκάθηκαν	=	αβασκαίνω
αβασκάθηκε	=	αβασκαίνω
αβασκάθηκες	=	αβασκαίνω
αβασκάματα	=	αβάσκαμα
αβασκάματος	=	αβάσκαμα
αβασκάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάναν	=	αβασκαίνω
αβασκάνανε	=	αβασκαίνω
αβασκάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω
αβασκάσου	=	αβασκαίνω
αβασκαίναμε	=	αβασκαίνω
αβασκαίναν	=	αβασκαίνω
αβασκαίνανε	=	αβασκαίνω
αβασκαίνατε	=	αβασκαίνω
αβασκαίνει	=	αβασκαίνω
αβασκαίνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αβασκαίνω
αβασκαίνεσαι	=	αβασκαίνω
αβασκαίνεστε	=	αβασκαίνω
αβασκαίνεται	=	αβασκαίνω
αβασκαίνετε	=	αβασκαίνω
αβασκαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αβασκαίνω, άλλη μορφή του βασκαίνομαι
αβασκαίνονται	=	αβασκαίνω
αβασκαίνονταν	=	αβασκαίνω
αβασκαίνοντας	=	αβασκαίνω
αβασκαίνουμε	=	αβασκαίνω
αβασκαίνουν	=	αβασκαίνω
αβασκαίνουνε	=	αβασκαίνω
αβασκαίνω	verb	άλλη μορφή του βασκαίνω: ματιάζω
αβασκαθήκαμε	=	αβασκαίνω
αβασκαθήκαν	=	αβασκαίνω
αβασκαθήκανε	=	αβασκαίνω
αβασκαθήκατε	=	αβασκαίνω
αβασκαθεί	=	αβασκαίνω
αβασκαθείτε	=	αβασκαίνω
αβασκαινόμασταν	=	αβασκαίνω
αβασκαινόμαστε	=	αβασκαίνω
αβασκαινόμουν	=	αβασκαίνω
αβασκαινόμουνα	=	αβασκαίνω
αβασκαινόντουσαν	=	αβασκαίνω
αβασκαινόσασταν	=	αβασκαίνω
αβασκαινόσαστε	=	αβασκαίνω
αβασκαινόσουν	=	αβασκαίνω
αβασκαινόσουνα	=	αβασκαίνω
αβασκαινόταν	=	αβασκαίνω
αβασκαινότανε	=	αβασκαίνω
αβασκαμάτων	=	αβάσκαμα
αβασκαμένος	=	αβασκαίνω
αβασκανία	noun|vulgar	άλλη μορφή του βασκανία
αβασκανίας	noun	γενική ενικού του αβασκανία
αβασκανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβασκανία
αβασκανιών	noun	γενική πληθυντικού του αβασκανία
αβασκαντήρα	noun	ένα φυλακτό που αποτρέπει το μάτιασμα
αβασκαντήρας	=	αβασκαντήρα
αβασκαντήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβασκαντήρα
αβασκαντήρων	=	αβασκαντήρα
αβασταγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβασταγό
αβασταγές	=	αβασταγή
αβασταγή	noun|vulgar	άλλη μορφή του βασταγή
αβασταγής	=	αβασταγή
αβασταγού	noun	γενική ενικού του αβασταγό
αβασταγό	noun	το υποζύγιο
αβασταγών	noun	γενική πληθυντικού του αβασταγό
αβατσνιά	noun	άλλη μορφή του βατσινιά
αβατσνιάς	=	αβατσνιά
αβατσνιές	=	αβατσνιά
αβατσνιών	=	αβατσνιά
αββά	=	αββάς
αββάδες	=	αββάς
αββάδων	=	αββάς
αββάς	noun	ετυμολογική γραφή του αβάς
αββαεία	=	αββαείο
αββαείο	noun	λέξη του μεσαίωνα, αβαείο
αββαείου	=	αββαείο
αββαείων	=	αββαείο
αβγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγό
αβγάταινα	=	αβγαταίνω
αβγάτιζα	=	αβγατίζω
αβγάτιζαν	=	αβγατίζω
αβγάτιζε	=	αβγατίζω
αβγάτιζες	=	αβγατίζω
αβγάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγάτισμα	noun|vulgar	η αύξηση, ο πολλαπλασιασμός
αβγάτυνα	=	αβγαταίνω
αβγίλα	noun	αβγουλίλα
αβγίλας	noun	γενική ενικού του αβγίλα
αβγίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγίλα
αβγαριά	noun	δέντρο του είδους Όα η ήμερος (Sorbus domestica) που μοιάζει με τη μηλιά, του γένους Malus, οικογένεια Rosaceae
αβγαριάς	=	αβγαριά
αβγαριές	=	αβγαριά
αβγαριών	=	αβγαριά
αβγατίζαμε	=	αβγατίζω
αβγατίζαν	=	αβγατίζω
αβγατίζανε	=	αβγατίζω
αβγατίζατε	=	αβγατίζω
αβγατίζει	=	αβγατίζω
αβγατίζεις	=	αβγατίζω
αβγατίζεσαι	=	αβγατίζω
αβγατίζεστε	=	αβγατίζω
αβγατίζεται	=	αβγατίζω
αβγατίζετε	=	αβγατίζω
αβγατίζομαι	=	αβγατίζω
αβγατίζομε	=	αβγατίζω
αβγατίζονται	=	αβγατίζω
αβγατίζονταν	=	αβγατίζω
αβγατίζοντας	=	αβγατίζω
αβγατίζουμε	=	αβγατίζω
αβγατίζουν	=	αβγατίζω
αβγατίζουνε	=	αβγατίζω
αβγατίζω	verb|vulgar	πληθαίνω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω
αβγατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσαν	=	αβγατίζω
αβγατίσανε	=	αβγατίζω
αβγατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγάτισμα
αβγατίσματος	noun	γενική ενικού του αβγάτισμα
αβγατίσομε	=	αβγατίζω
αβγατίσου	=	αβγατίζω
αβγατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίσουνε	=	αβγατίζω
αβγατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγατίστηκα	=	αβγατίζω
αβγατίστηκαν	=	αβγατίζω
αβγατίστηκε	=	αβγατίζω
αβγατίστηκες	=	αβγατίζω
αβγατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω
αβγαταίνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αβγαταίνω
αβγαταίνω	verb|vulgar	αβγατίζω, γίνομαι μεγαλύτερος
αβγατιζόμασταν	=	αβγατίζω
αβγατιζόμαστε	=	αβγατίζω
αβγατιζόμουν	=	αβγατίζω
αβγατιζόμουνα	=	αβγατίζω
αβγατιζόντουσαν	=	αβγατίζω
αβγατιζόσασταν	=	αβγατίζω
αβγατιζόσαστε	=	αβγατίζω
αβγατιζόσουν	=	αβγατίζω
αβγατιζόσουνα	=	αβγατίζω
αβγατιζόταν	=	αβγατίζω
αβγατιζότανε	=	αβγατίζω
αβγατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αβγάτισμα
αβγατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγατισμένο
αβγατισμένε	verb	κλητική ενικού του αβγατισμένος
αβγατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγατισμένη
αβγατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβγατισμένος
αβγατισμένης	verb	γενική ενικού του αβγατισμένη
αβγατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αβγατισμένος
αβγατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβγατισμένος
αβγατισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αβγατίζω: που έχει αυξηθεί, πολλαπλασιαστεί
αβγατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβγατισμένος
αβγατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αβγατισμένος
αβγατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβγατισμένος
αβγατιστήκαμε	=	αβγατίζω
αβγατιστήκαν	=	αβγατίζω
αβγατιστήκανε	=	αβγατίζω
αβγατιστήκατε	=	αβγατίζω
αβγατιστεί	=	αβγατίζω
αβγατιστείς	=	αβγατίζω
αβγατιστείτε	=	αβγατίζω
αβγατιστούμε	=	αβγατίζω
αβγατιστούν	=	αβγατίζω
αβγατιστούνε	=	αβγατίζω
αβγατιστώ	=	αβγατίζω
αβγοδάρτες	=	αβγοδάρτης
αβγοδάρτη	=	αβγοδάρτης
αβγοδάρτης	noun	εργαλείο κουζίνας με το οποίο χτυπάμε αβγά ή τα ανακατεύουμε με κάτι άλλο
αβγοδαρτών	=	αβγοδάρτης
αβγοειδές	=	αβγοειδής
αβγοειδή	=	αβγοειδής
αβγοειδής	adj	που έχει σχήμα αβγού
αβγοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοειδής
αβγοειδούς	=	αβγοειδής
αβγοειδών	adj	γενική πληθυντικού του αβγοειδής
αβγοζύγη	=	αβγοζύγης
αβγοζύγηδες	=	αβγοζύγης
αβγοζύγηδων	=	αβγοζύγης
αβγοζύγης	noun	ο τσιγκούνης
αβγοθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοθήκη
αβγοθήκη	noun	σκεύος ή συσκευασία ειδικά διαμορφωμένη για την τοποθέτηση αβγών
αβγοθήκης	noun	γενική ενικού του αβγοθήκη
αβγοθηκών	noun	γενική πληθυντικού του αβγοθήκη
αβγοκάσα	noun	ένα κουτί κατάλληλο για μεταφορά αβγών
αβγοκάσας	noun	γενική ενικού του αβγοκάσα
αβγοκάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοκάσα
αβγοκοβόμασταν	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόμαστε	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόμουν	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόμουνα	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόντουσαν	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόσασταν	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόσαστε	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόσουν	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόσουνα	=	αβγοκόβω
αβγοκοβόταν	=	αβγοκόβω
αβγοκοβότανε	=	αβγοκόβω
αβγοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοκομμένο
αβγοκομμένε	verb	κλητική ενικού του αβγοκομμένος
αβγοκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοκομμένη
αβγοκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβγοκομμένος
αβγοκομμένης	verb	γενική ενικού του αβγοκομμένη
αβγοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του αβγοκομμένος
αβγοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβγοκομμένος
αβγοκομμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβγοκομμένος
αβγοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αβγοκομμένος
αβγοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβγοκομμένος
αβγοκοπήκαμε	=	αβγοκόβω
αβγοκοπήκαν	=	αβγοκόβω
αβγοκοπήκανε	=	αβγοκόβω
αβγοκοπήκατε	=	αβγοκόβω
αβγοκοπεί	=	αβγοκόβω
αβγοκοπείς	=	αβγοκόβω
αβγοκοπείτε	=	αβγοκόβω
αβγοκοπούμε	=	αβγοκόβω
αβγοκοπούν	=	αβγοκόβω
αβγοκοπούνε	=	αβγοκόβω
αβγοκοπώ	=	αβγοκόβω
αβγοκουλουρών	=	αβγοκουλούρα
αβγοκουλούρα	noun	κουλούρα με (πασχαλινά) αβγά
αβγοκουλούρας	=	αβγοκουλούρα
αβγοκουλούρες	=	αβγοκουλούρα
αβγοκοψίματα	=	αβγοκόψιμο
αβγοκοψίματος	=	αβγοκόψιμο
αβγοκοψιμάτων	=	αβγοκόψιμο
αβγοκούλουρα	noun	κουλούρια με (πασχαλινά) αβγά
αβγοκούλουρων	=	αβγοκούλουρα
αβγοκόβαμε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβαν	=	αβγοκόβω
αβγοκόβανε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβατε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβει	=	αβγοκόβω
αβγοκόβεις	=	αβγοκόβω
αβγοκόβεσαι	=	αβγοκόβω
αβγοκόβεστε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβεται	=	αβγοκόβω
αβγοκόβετε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόβομε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβονται	=	αβγοκόβω
αβγοκόβονταν	=	αβγοκόβω
αβγοκόβοντας	=	αβγοκόβω
αβγοκόβουμε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβουν	=	αβγοκόβω
αβγοκόβουνε	=	αβγοκόβω
αβγοκόβω	verb	προσθέτω σε ένα φαγητό αβγολέμονο
αβγοκόπηκα	=	αβγοκόβω
αβγοκόπηκαν	=	αβγοκόβω
αβγοκόπηκε	=	αβγοκόβω
αβγοκόπηκες	=	αβγοκόβω
αβγοκόφτε	=	αβγοκόβω
αβγοκόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψαν	=	αβγοκόβω
αβγοκόψανε	=	αβγοκόβω
αβγοκόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψιμο	noun	η ενέργεια του αβγοκόβω
αβγοκόψομε	=	αβγοκόβω
αβγοκόψου	=	αβγοκόβω
αβγοκόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψουνε	=	αβγοκόβω
αβγοκόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγοκόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγολέμονα	=	αβγολέμονο
αβγολέμονο	noun	μείγμα από αβγό και λεμόνι το οποίο προστίθεται ανακατεμένο σε διάφορα φαγητά
αβγολέμονου	noun	γενική ενικού του αβγολέμονο
αβγολέμονων	=	αβγολέμονο
αβγοπαραγωγές	=	αβγοπαραγωγή
αβγοπαραγωγή	noun	η παραγωγή αβγών σε πτηνοτροφική μονάδα
αβγοπαραγωγής	=	αβγοπαραγωγή
αβγοπαραγωγών	=	αβγοπαραγωγή
αβγοπόλεμε	=	αβγοπόλεμος
αβγοπόλεμο	=	αβγοπόλεμος
αβγοπόλεμοι	=	αβγοπόλεμος
αβγοπόλεμος	noun	πόλεμος που επιχειρείται με αβγά
αβγοπόλεμου	=	αβγοπόλεμος
αβγοπόλεμους	=	αβγοπόλεμος
αβγοπόλεμων	=	αβγοπόλεμος
αβγοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστά αβγά
αβγοσαλάτας	=	αβγοσαλάτα
αβγοσαλάτες	=	αβγοσαλάτα
αβγοσαλατών	=	αβγοσαλάτα
αβγοτάραχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοτάραχο
αβγοτάραχο	noun	εδώδιμα διατηρημένα αβγά του ψαριού κέφαλος ή μπάφα (ιδιαίτερο προϊόν των λιμνοθαλασσών Μεσολογγίου-Αιτωλικού)
αβγοτάραχου	noun	γενική ενικού του αβγοτάραχο
αβγοτάραχων	noun	γενική πληθυντικού του αβγοτάραχο
αβγοτέμπερα	noun	χρώμα για τη ζωγραφική (τέμπερα) που έχει ως βασικό συστατικό μαζί με το νερό και το αβγό
αβγοτέμπερας	noun	γενική ενικού του αβγοτέμπερα
αβγοτέμπερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοτέμπερα
αβγοτροφές	=	αβγοτροφή
αβγοτροφή	noun	τροφή που περιέχει κυρίως αβγά και δίνεται κυρίως σε πτηνά ως μέτρο προστασίας από μολύνσεις
αβγοτροφής	=	αβγοτροφή
αβγοτροφών	=	αβγοτροφή
αβγουλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αβγουλάς
αβγουλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγουλάς
αβγουλάδων	noun	γενική πληθυντικού του αβγουλάς
αβγουλάκι	noun	υποκοριστικό του αβγό
αβγουλάκια	=	αβγουλάκι
αβγουλάς	noun|vulgar	ο πωλητής αβγών
αβγουλάτα	=	αβγουλάτος
αβγουλάτε	=	αβγουλάτος
αβγουλάτες	=	αβγουλάτος
αβγουλάτη	=	αβγουλάτος
αβγουλάτης	=	αβγουλάτος
αβγουλάτο	noun	ποικιλία σταφυλιών η όποια έχει μεγάλες ρώγες κίτρινου χρώματος
αβγουλάτοι	=	αβγουλάτος
αβγουλάτος	adj	ωοειδής
αβγουλάτου	=	αβγουλάτος
αβγουλάτους	=	αβγουλάτος
αβγουλάτων	=	αβγουλάτος
αβγουλίλα	noun	η ενοχλητική μυρωδιά του αβγού
αβγουλίλας	noun	γενική ενικού του αβγουλίλα
αβγουλίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγουλίλα
αβγουλιέρα	noun	σκεύος με υποδοχή κατάλληλη ώστε να τοποθετηθεί ένα βραστό αβγό, αβγοθήκη
αβγουλιέρας	noun	γενική ενικού του αβγουλιέρα
αβγουλιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγουλιέρα
αβγουλιού	=	αβγούλι
αβγουλιών	=	αβγούλι
αβγουλομάτα	=	αβγουλομάτης
αβγουλομάτας	=	αβγουλομάτης
αβγουλομάτες	=	αβγουλομάτης
αβγουλομάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αβγουλομάτης
αβγουλομάτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγουλομάτης
αβγουλομάτηδων	noun	γενική πληθυντικού του αβγουλομάτης
αβγουλομάτης	noun	αυτός που έχει μάτια που μοιάζουν με αβγά ή έχει μεγάλα (και όμορφα) μάτια	adj	που έχει μάτια που μοιάζουν με αβγά ή έχει μεγάλα (και όμορφα) μάτια
αβγουλομάτικα	=	αβγουλομάτης
αβγουλομάτικο	=	αβγουλομάτης
αβγουλομάτικου	=	αβγουλομάτης
αβγουλομάτικων	=	αβγουλομάτης
αβγουλού	=	αβγουλάς
αβγουλούδες	=	αβγουλάς
αβγουλούδων	=	αβγουλάς
αβγουλούς	noun	γενική ενικού του αβγουλού
αβγουλωτά	=	αβγουλωτός
αβγουλωτέ	=	αβγουλωτός
αβγουλωτές	=	αβγουλωτός
αβγουλωτή	=	αβγουλωτός
αβγουλωτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβγουλωτή) του αβγουλωτός
αβγουλωτοί	=	αβγουλωτός
αβγουλωτού	=	αβγουλωτός
αβγουλωτούς	=	αβγουλωτός
αβγουλωτό	=	αβγουλωτός
αβγουλωτός	adj	που περιέχει αβγά ή γίνεται με αβγό, που έχει πολλά αβγά ή που έχει μορφή αβγού (όχι ιδιαίτερα δόκιμη λέξη σε καμία από τις έννοιες)
αβγουλωτών	=	αβγουλωτός
αβγοφέτα	noun	άλλη μορφή του αβγόφετα
αβγοφέτας	=	αβγοφέτα
αβγοφέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγοφέτα
αβγοφαγία	noun	η κατανάλωση αβγών
αβγοφαγίας	=	αβγοφαγία
αβγοφαγίες	=	αβγοφαγία
αβγοφαγιών	=	αβγοφαγία
αβγοφυλλίδα	noun	τσόφλι αυγού
αβγοφυλλίδας	=	αβγοφυλλίδα
αβγοφυλλίδες	=	αβγοφυλλίδα
αβγοφυλλίδων	=	αβγοφυλλίδα
αβγοψώμου	=	αβγόψωμο
αβγοψώμων	=	αβγόψωμο
αβγού	noun	γενική ενικού του αβγό
αβγούλι	noun	υποκοριστικό του αβγό
αβγούλια	=	αβγούλι
αβγωμένα	=	αβγωμένος
αβγωμένε	=	αβγωμένος
αβγωμένες	=	αβγωμένος
αβγωμένη	=	αβγωμένος
αβγωμένης	=	αβγωμένος
αβγωμένο	=	αβγωμένος
αβγωμένοι	=	αβγωμένος
αβγωμένος	verb	που έχει αβγά (λέγεται κυρίως για ψάρια)
αβγωμένου	=	αβγωμένος
αβγωμένους	=	αβγωμένος
αβγωμένων	=	αβγωμένος
αβγό	noun	το γονιμοποιημένο ωάριο, το γέννημα θηλυκών ζώων (πτηνών, ερπετών και ψαριών), που έχει σφαιρικό σχήμα και αποτελείται από το κέλυφος (αλλιώς τσόφλι), τις υποκελύφιες μεμβράνες, το λεύκωμα (αλλιώς, ασπράδι) και τη λέκιθο (αλλιώς κρόκο)
αβγόκοβα	=	αβγοκόβω
αβγόκοβαν	=	αβγοκόβω
αβγόκοβε	=	αβγοκόβω
αβγόκοβες	=	αβγοκόβω
αβγόκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγόκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγόκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγόκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγοκόβω
αβγόκοψου	=	αβγοκόβω
αβγόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τα αβγά
αβγόσουπας	=	αβγόσουπα
αβγόσουπες	=	αβγόσουπα
αβγόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγόσχημο
αβγόσχημε	adj	κλητική ενικού του αβγόσχημος
αβγόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγόσχημη
αβγόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβγόσχημος
αβγόσχημης	adj	γενική ενικού του αβγόσχημη
αβγόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του αβγόσχημος
αβγόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβγόσχημος
αβγόσχημος	adj	ωοειδής, που έχει σχήμα αβγού
αβγόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβγόσχημος
αβγόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβγόσχημος
αβγόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβγόσχημος
αβγότσουφλα	=	αβγότσουφλο
αβγότσουφλο	noun	το τσόφλι ενός αβγού, το κέλυφός του
αβγότσουφλου	=	αβγότσουφλο
αβγότσουφλων	=	αβγότσουφλο
αβγόφετα	noun	φέτα ψωμιού που την έχουν βουτήξει σε χτυπημένο αβγό (και άλλα υλικά (τυρί, γάλα κ.λπ.) και την έχουν τηγανίσει
αβγόφετας	=	αβγόφετα
αβγόφετες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβγόφετα
αβγόφετων	=	αβγόφετα
αβγόψωμα	=	αβγόψωμο
αβγόψωμο	noun	ψωμί εμποτισμένο με χτυπημένο αβγό το οποίο τηγανίζεται στη συνέχεια
αβγόψωμου	=	αβγόψωμο
αβγών	noun	γενική πληθυντικού του αβγό
αβδέλλα	noun|vulgar	βδέλλα
αβδέλλας	noun	γενική ενικού του αβδέλλα
αβδέλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβδέλλα
αβδέλλης	noun	γενική ενικού του Αβδέλλα στην καθαρεύουσα
αβδέλλιαζα	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιαζαν	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιαζε	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιαζες	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιασα	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιασαν	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιασε	=	αβδελλιάζω
αβδέλλιασες	=	αβδελλιάζω
αβδέλλωνα	=	αβδελλώνω
αβδέλλωναν	=	αβδελλώνω
αβδέλλωνε	=	αβδελλώνω
αβδέλλωνες	=	αβδελλώνω
αβδέλλωσα	=	αβδελλώνω
αβδέλλωσαν	=	αβδελλώνω
αβδέλλωσε	=	αβδελλώνω
αβδέλλωσες	=	αβδελλώνω
αβδέλυκτα	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτε	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτες	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτη	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτης	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτο	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτοι	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτος	adj	που δεν είναι βδελυρός, που δεν είναι αηδιαστικός, μολυσμένος, που είναι αμύσακτος
αβδέλυκτου	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτους	=	αβδέλυκτος
αβδέλυκτων	=	αβδέλυκτος
αβδελλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αβδελλάς
αβδελλάδες	=	αβδελλάς
αβδελλάδων	=	αβδελλάς
αβδελλάς	noun|dated	ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης
αβδελλίαζα	=	αβδελλιάζω
αβδελλίαζαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλίαζε	=	αβδελλιάζω
αβδελλίαζες	=	αβδελλιάζω
αβδελλίασα	=	αβδελλιάζω
αβδελλίασαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλίασε	=	αβδελλιάζω
αβδελλίασες	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζαμε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζανε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζατε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζει	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζεις	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζεσαι	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζεστε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζεται	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζετε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αβδελλιάζω
αβδελλιάζομε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζονται	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζονταν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζοντας	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζουμε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζουν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζουνε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάζω	verb	άλλη μορφή του βδελλιάζω
αβδελλιάσαμε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσανε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσατε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσει	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσεις	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσετε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσομε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσου	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσουμε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσουν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσουνε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάστε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάστηκα	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάστηκαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάστηκε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάστηκες	=	αβδελλιάζω
αβδελλιάσω	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόμασταν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόμαστε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόμουν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόμουνα	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόντουσαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόσασταν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόσαστε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόσουν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόσουνα	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζόταν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαζότανε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστήκαμε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστήκαν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστήκανε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστήκατε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστεί	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστείς	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστείτε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστούμε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστούν	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστούνε	=	αβδελλιάζω
αβδελλιαστώ	=	αβδελλιάζω
αβδελλωθήκαμε	=	αβδελλώνω
αβδελλωθήκαν	=	αβδελλώνω
αβδελλωθήκανε	=	αβδελλώνω
αβδελλωθήκατε	=	αβδελλώνω
αβδελλωθεί	=	αβδελλώνω
αβδελλωθείς	=	αβδελλώνω
αβδελλωθείτε	=	αβδελλώνω
αβδελλωθούμε	=	αβδελλώνω
αβδελλωθούν	=	αβδελλώνω
αβδελλωθούνε	=	αβδελλώνω
αβδελλωθώ	=	αβδελλώνω
αβδελλωμένος	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόμασταν	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόμαστε	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόμουν	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόμουνα	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόντουσαν	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόσασταν	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόσαστε	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόσουν	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόσουνα	=	αβδελλώνω
αβδελλωνόταν	=	αβδελλώνω
αβδελλωνότανε	=	αβδελλώνω
αβδελλώθηκα	=	αβδελλώνω
αβδελλώθηκαν	=	αβδελλώνω
αβδελλώθηκε	=	αβδελλώνω
αβδελλώθηκες	=	αβδελλώνω
αβδελλών	noun	γενική πληθυντικού του αβδέλλα
αβδελλώναμε	=	αβδελλώνω
αβδελλώναν	=	αβδελλώνω
αβδελλώνανε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνατε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνει	=	αβδελλώνω
αβδελλώνεις	=	αβδελλώνω
αβδελλώνεσαι	=	αβδελλώνω
αβδελλώνεστε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνεται	=	αβδελλώνω
αβδελλώνετε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνομαι	=	αβδελλώνω
αβδελλώνομε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνονται	=	αβδελλώνω
αβδελλώνονταν	=	αβδελλώνω
αβδελλώνοντας	=	αβδελλώνω
αβδελλώνουμε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνουν	=	αβδελλώνω
αβδελλώνουνε	=	αβδελλώνω
αβδελλώνω	verb|rare	άλλη μορφή του αβδελλιάζω (στη σημασία «συγκολλώ»)
αβδελλώσαμε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσαν	=	αβδελλώνω
αβδελλώσανε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσατε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσει	=	αβδελλώνω
αβδελλώσεις	=	αβδελλώνω
αβδελλώσετε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσομε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσου	=	αβδελλώνω
αβδελλώσουμε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσουν	=	αβδελλώνω
αβδελλώσουνε	=	αβδελλώνω
αβδελλώστε	=	αβδελλώνω
αβδελλώσω	=	αβδελλώνω
αβδηρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβδηρίτης
αβδηρίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αβδηρίτης
αβδηρίτης	noun	ο ανόητος
αβδηρίτισσα	noun	η ανόητη
αβδηρίτισσας	noun	γενική ενικού του αβδηρίτισσα
αβδηρίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβδηρίτισσα
αβδηριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβδηριτικό
αβδηριτικέ	adj	κλητική ενικού του αβδηριτικός
αβδηριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβδηριτική
αβδηριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβδηριτικός
αβδηριτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβδηριτική) του αβδηριτικός
αβδηριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβδηριτικός
αβδηριτικού	adj	γενική ενικού του αβδηριτικός
αβδηριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβδηριτικός
αβδηριτικό	adj	αιτιατική ενικού του αβδηριτικός
αβδηριτικός	adj	ανόητος, μωρός, ματαιόδοξος, κούφος
αβδηριτικών	adj	γενική πληθυντικού του αβδηριτικός
αβδηριτικώς	adv|dated	αβδηριτικά, ανόητα, ματαιόδοξα
αβδηριτισμέ	noun	κλητική ενικού του αβδηριτισμός
αβδηριτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβδηριτισμός
αβδηριτισμού	noun	γενική ενικού του αβδηριτισμός
αβδηριτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αβδηριτισμός
αβδηριτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αβδηριτισμός
αβδηριτισμός	noun|formal	η ανοησία, μωρία, ματαιοδοξία, μικροπρέπεια
αβδηριτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αβδηριτισμός
αβδηριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αβδηρίτισσα
αβδηριτών	=	αβδηρίτης
αβεβήλου	=	αβέβηλος
αβεβήλους	=	αβέβηλος
αβεβήλων	=	αβέβηλος
αβεβήλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβεβήλωτο
αβεβήλωτε	adj	κλητική ενικού του αβεβήλωτος
αβεβήλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβεβήλωτη
αβεβήλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβεβήλωτος
αβεβήλωτης	adj	γενική ενικού του αβεβήλωτη
αβεβήλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αβεβήλωτος
αβεβήλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβεβήλωτος
αβεβήλωτος	adj	που δεν έχει βεβηλωθεί
αβεβήλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβεβήλωτος
αβεβήλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβεβήλωτος
αβεβήλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβεβήλωτος
αβεβαίωτα	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτε	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτες	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτη	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτης	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτο	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτοι	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτος	adj	που δεν έχει βεβαιωθεί, ελεγχθεί
αβεβαίωτου	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτους	=	αβεβαίωτος
αβεβαίωτων	=	αβεβαίωτος
αβεβαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αβεβαιότητα (όχι ιδιαίτερο δόκιμη η γενική πληθυντικού, αλλά και ο πληθυντικός γενικά, στα αφηρημένα ουσιαστικά)
αβεβαιότητα	noun	κατάσταση αμφισβήτησης και αμφιβολίας, έλλειψη βεβαιότητας ή σιγουριάς
αβεβαιότητας	noun	γενική ενικού του αβεβαιότητα
αβεβαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβεβαιότητα
αβεε	abbrev	μορφή βιομηχανικής εταιρείας
αβελτίωτα	=	αβελτίωτος
αβελτίωτε	=	αβελτίωτος
αβελτίωτες	=	αβελτίωτος
αβελτίωτη	=	αβελτίωτος
αβελτίωτης	=	αβελτίωτος
αβελτίωτο	=	αβελτίωτος
αβελτίωτοι	=	αβελτίωτος
αβελτίωτος	adj	που δεν έχει βελτιωθεί ή δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί
αβελτίωτου	=	αβελτίωτος
αβελτίωτους	=	αβελτίωτος
αβελτίωτων	=	αβελτίωτος
αβελτερία	noun	ανοησία, μωρία
αβελτερίας	=	αβελτερία
αβελτερίες	=	αβελτερία
αβελτεριών	=	αβελτερία
αβελτηρία	noun|formal	η αμυαλιά, η ανοησία, η μωρία, η οκνηρία σκέψεως, η απειροκαλία, η ατασθαλία
αβελτηρίας	=	αβελτηρία
αβελτηρίες	=	αβελτηρία
αβελτηριών	=	αβελτηρία
αβελόνιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβελόνιαστο
αβελόνιαστε	adj	κλητική ενικού του αβελόνιαστος
αβελόνιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβελόνιαστη
αβελόνιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβελόνιαστος
αβελόνιαστης	adj	γενική ενικού του αβελόνιαστη
αβελόνιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αβελόνιαστος
αβελόνιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβελόνιαστος
αβελόνιαστος	adj	που δεν τον έχουν βελονιάσει
αβελόνιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβελόνιαστος
αβελόνιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβελόνιαστος
αβελόνιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβελόνιαστος
αβερνίκωτα	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτε	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτες	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτη	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτης	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτο	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτοι	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτος	adj	που δεν έχει περαστεί με βερνίκι
αβερνίκωτου	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτους	=	αβερνίκωτος
αβερνίκωτων	=	αβερνίκωτος
αβερτοσυνών	=	αβερτοσύνη
αβερτοσύνες	=	αβερτοσύνη
αβερτοσύνη	noun	η απλοχεριά, η γενναιοδωρία
αβερτοσύνης	=	αβερτοσύνη
αβεστικά	noun	εξαφανισμένη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα του ζωροαστρισμού	adj	πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβεστικός
αβεστικών	=	αβεστικά
αβιάστως	adv|formal	άλλη μορφή του αβίαστα
αβιβλιογράφητα	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητε	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητες	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητη	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητης	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητο	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητοι	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητος	adj	που δεν τον έχουν βιβλιογραφήσει, δεν τον έχουν καταχωρίσει σε βιβλιογραφική βάση
αβιβλιογράφητου	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητους	=	αβιβλιογράφητος
αβιβλιογράφητων	=	αβιβλιογράφητος
αβικέννια	noun	φυτό που ανήκει στο γένος Avicennia, κυρίως των τροπικών περιοχών, αείφυλλοι θάμνοι ή μικρά δέντρα της οικογένειας των Βερβενιδών
αβικέννιας	noun	γενική ενικού του αβικέννια
αβικέννιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβικέννια
αβικεννιών	noun	γενική πληθυντικού του αβικέννια
αβιογένεση	noun	η δημιουργία ενός έμψυχου πλάσματος από κάτι άψυχο
αβιογένεσης	=	αβιογένεση
αβιογενέσεις	=	αβιογένεση
αβιογενέσεων	=	αβιογένεση
αβιογενέσεως	=	αβιογένεση
αβιογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιογενετικό
αβιογενετικέ	adj	κλητική ενικού του αβιογενετικός
αβιογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιογενετική
αβιογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβιογενετικός
αβιογενετικής	adj	γενική ενικού του αβιογενετική
αβιογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβιογενετικός
αβιογενετικού	adj	γενική ενικού του αβιογενετικός
αβιογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβιογενετικός
αβιογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του αβιογενετικός
αβιογενετικός	adj	που έχει σχέση με την αβιογένεση ή αναφέρεται σ' αυτή
αβιογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του αβιογενετικός
αβιομηχάνητα	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητε	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητες	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητη	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητης	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητο	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητοι	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητος	adj	που δεν του έγινε βιομηχανική κατεργασία, ο μη βιομηχανικά κατεργασμένος
αβιομηχάνητου	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητους	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνητων	=	αβιομηχάνητος
αβιομηχάνιστα	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστε	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστες	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστη	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστης	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστο	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστοι	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστος	adj	άλλη μορφή του αβιομηχάνητος
αβιομηχάνιστου	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστους	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχάνιστων	=	αβιομηχάνιστος
αβιομηχανοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιομηχανοποίητο
αβιομηχανοποίητε	adj	κλητική ενικού του αβιομηχανοποίητος
αβιομηχανοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιομηχανοποίητη
αβιομηχανοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβιομηχανοποίητος
αβιομηχανοποίητης	adj	γενική ενικού του αβιομηχανοποίητη
αβιομηχανοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αβιομηχανοποίητος
αβιομηχανοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβιομηχανοποίητος
αβιομηχανοποίητος	adj	που δεν έχει υποστεί βιομηχανική επεξεργασία
αβιομηχανοποίητου	adj	γενική ενικού του αβιομηχανοποίητος
αβιομηχανοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβιομηχανοποίητος
αβιομηχανοποίητων	adj	γενική πληθυντικού του αβιομηχανοποίητος
αβιοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιοτικό
αβιοτικέ	adj	κλητική ενικού του αβιοτικός
αβιοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιοτική
αβιοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβιοτικός
αβιοτικής	adj	γενική ενικού του αβιοτική
αβιοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβιοτικός
αβιοτικού	adj	γενική ενικού του αβιοτικός
αβιοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβιοτικός
αβιοτικό	adj	αιτιατική ενικού του αβιοτικός
αβιοτικός	adj	αναφορά σε περιβάλλον που δε στηρίζει την ύπαρξη ζωής
αβιοτικών	adj	γενική πληθυντικού του αβιοτικός
αβιταμίνωση	noun	η έλλειψη απαραίτητων βιταμινών από τον οργανισμό· η -κακή- κατάσταση της υγείας, ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας απαραίτητων βιταμινών από τον οργανισμό
αβιταμίνωσης	=	αβιταμίνωση
αβιταμινώσεις	=	αβιταμίνωση
αβιταμινώσεων	=	αβιταμίνωση
αβιταμινώσεως	=	αβιταμίνωση
αβιωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιωματικό
αβιωματικέ	adj	κλητική ενικού του αβιωματικός
αβιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβιωματική
αβιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβιωματικός
αβιωματικής	adj	γενική ενικού του αβιωματική
αβιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβιωματικός
αβιωματικού	adj	γενική ενικού του αβιωματικός
αβιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβιωματικός
αβιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του αβιωματικός
αβιωματικός	adj	μη βιωματικός· που δεν σχετίζεται και δεν προκαλεί εμπειρίες και βιώματα
αβιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του αβιωματικός
αβλάβεια	noun	η ιδιότητα της μη πρόκλησης βλάβης από πρόσωπο, αντικείμενο, κ.λπ.
αβλάβειας	=	αβλάβεια
αβλάβειες	=	αβλάβεια
αβλάστητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβλάστητο
αβλάστητε	adj	κλητική ενικού του αβλάστητος
αβλάστητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβλάστητη
αβλάστητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβλάστητος
αβλάστητης	adj	γενική ενικού του αβλάστητη
αβλάστητο	adj	αιτιατική ενικού του αβλάστητος
αβλάστητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβλάστητος
αβλάστητος	adj|figurative	που δεν έχει βλαστήσει, δεν έχει φυτρώσει
αβλάστητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβλάστητος
αβλάστητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβλάστητος
αβλάστητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβλάστητος
αβλέμονα	=	αβλέμονας
αβλέμονας	noun	ρηχάδα, κατάλληλος βυθός για αγκυροβολία, αγκυροβόλιο καταφυγής
αβλέμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβλέμονας
αβλέπτημα	noun	λάθος οφειλόμενο σε απροσεξία, εκ παραδρομής, όταν κάτι «μας ξεφεύγει»
αβλαβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβλαβής
αβλαβέστατα	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατε	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατες	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατη	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατης	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατο	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατοι	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του αβλαβής, που δεν προξενεί απολύτως καμία βλάβη
αβλαβέστατου	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατους	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστατων	=	αβλαβέστατος
αβλαβέστερα	=	αβλαβής
αβλαβέστερε	=	αβλαβής
αβλαβέστερες	=	αβλαβής
αβλαβέστερη	=	αβλαβής
αβλαβέστερης	=	αβλαβής
αβλαβέστερο	=	αβλαβής
αβλαβέστεροι	=	αβλαβής
αβλαβέστερος	=	αβλαβής
αβλαβέστερου	=	αβλαβής
αβλαβέστερους	=	αβλαβής
αβλαβέστερων	=	αβλαβής
αβλαβή	adj	αιτιατική ενικού του αβλαβής
αβλαβής	adj	που δεν έχει υποστεί βλάβη, ακέραιος, αλώβητος, άθικτος
αβλαβείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβλαβής
αβλαβειών	=	αβλάβεια
αβλαβούς	adj	γενική ενικού του αβλαβής
αβλαβών	adj	γενική πληθυντικού του αβλαβής
αβλαβώς	adv|formal	άβλαβα, χωρίς να προκληθεί βλάβη, ζημιά σε κανέναν
αβλεμόνων	=	αβλέμονας
αβλεπής	adj	μηδαμινός, τιποτένιος, ανάξιος ακόμα και να τον κοιτάξεις
αβλεπίς	adv	άλλη μορφή του αβλεπτί
αβλεπτήματα	=	αβλέπτημα
αβλεπτήματος	=	αβλέπτημα
αβλεπτί	adv|rare	χωρίς να δει κάποιος κάτι, χωρίς να το εξετάσει ή να το καλοσκεφτεί
αβλεπτημάτων	=	αβλέπτημα
αβλεψία	noun	το μικρό σφάλμα που γίνεται από αμέλεια, χωρίς να υπάρχει πρόθεση
αβλεψίας	noun	γενική ενικού του αβλεψία
αβλεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβλεψία
αβλεψιών	noun	γενική πληθυντικού του αβλεψία
αβληχρής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβληχρή) του αβληχρός
αβληχρός	adj|archaic	αδύναμος, ισχνός, ασθενής, ήπιος
αβλόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβλόγητος
αβλόγητε	adj	κλητική ενικού του αβλόγητος
αβλόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβλόγητη
αβλόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβλόγητος
αβλόγητης	adj	γενική ενικού του αβλόγητη
αβλόγητο	adj	ουδέτερο του αβλόγητος
αβλόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβλόγητος
αβλόγητος	adj	άλλη μορφή του ανευλόγητος
αβλόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβλόγητος
αβλόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβλόγητος
αβλόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβλόγητος
αβοήθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβοήθητος	adv	χωρίς βοήθεια, χωρίς υποστήριξη
αβοήθητε	adj	κλητική ενικού του αβοήθητος
αβοήθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβοήθητη
αβοήθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβοήθητος
αβοήθητης	adj	γενική ενικού του αβοήθητη
αβοήθητο	adj	αιτιατική ενικού του αβοήθητος
αβοήθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβοήθητος
αβοήθητος	adj	που δεν έχει βοήθεια ή υποστήριξη
αβοήθητου	adj	γενική ενικού του αβοήθητος
αβοήθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβοήθητος
αβοήθητων	adj	γενική πληθυντικού του αβοήθητος
αβοκάντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβοκάντο
αβοκάντο	noun	αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Persea americana) που ευδοκιμεί στην Κεντρική Αμερική, με ωοειδή ή ελλειψοειδή φύλλα και εδώδιμους καρπούς
αβοκάντου	noun	γενική ενικού του αβοκάντο
αβοκάντων	noun	γενική πληθυντικού του αβοκάντο
αβοκάτε	=	αβοκάτος
αβοκάτο	=	αβοκάτος
αβοκάτοι	=	αβοκάτος
αβοκάτος	noun	ο δικηγόρος
αβοκάτου	=	αβοκάτος
αβοκάτους	=	αβοκάτος
αβοκάτων	=	αβοκάτος
αβοκέτα	noun	παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Ανωραμφιδών το οποίο έχει μακριά πόδια, φτέρωμα ασπρόμαυρου χρώματος και κυρτό ράμφος
αβοκέτας	=	αβοκέτα
αβοκέτες	=	αβοκέτα
αβοκαντέλαια	=	αβοκαντέλαιο
αβοκαντέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από αβοκάντο
αβοκαντέλαιου	=	αβοκαντέλαιο
αβοκαντέλαιων	=	αβοκαντέλαιο
αβοκαντελαίου	=	αβοκαντέλαιο
αβοκαντελαίων	=	αβοκαντέλαιο
αβοκετών	=	αβοκέτα
αβολιδοσκόπητα	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητε	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητες	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητη	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητης	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητο	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητοι	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητος	adj	ο βυθός που δεν έχει βολιδοσκοπηθεί, δηλαδή βυθομετρηθεί με ρίψη βολίδας, ο αβολίδωτος
αβολιδοσκόπητου	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητους	=	αβολιδοσκόπητος
αβολιδοσκόπητων	=	αβολιδοσκόπητος
αβομβάρδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβομβάρδιστο
αβομβάρδιστε	adj	κλητική ενικού του αβομβάρδιστος
αβομβάρδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβομβάρδιστη
αβομβάρδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβομβάρδιστος
αβομβάρδιστης	adj	γενική ενικού του αβομβάρδιστη
αβομβάρδιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβομβάρδιστος
αβομβάρδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβομβάρδιστος
αβομβάρδιστος	adj	που δεν έχει βομβαρδιστεί
αβομβάρδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβομβάρδιστος
αβομβάρδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβομβάρδιστος
αβομβάρδιστων	adj	γενική πληθυντικού του αβομβάρδιστος
αβοτάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβοτάνιστο
αβοτάνιστε	adj	κλητική ενικού του αβοτάνιστος
αβοτάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβοτάνιστη
αβοτάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβοτάνιστος
αβοτάνιστης	adj	γενική ενικού του αβοτάνιστη
αβοτάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβοτάνιστος
αβοτάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβοτάνιστος
αβοτάνιστος	adj	που δεν έχει βοτανιστεί, από τον οποίο δεν αφαιρέθηκαν τα άγρια χόρτα, τα ζιζάνια
αβοτάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβοτάνιστος
αβοτάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβοτάνιστος
αβοτάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβοτάνιστος
αβουλήτως	adv	που γίνεται με τρόπο που μαρτυρεί έλλειψη βούλησης
αβουλία	noun	αδυναμία του χαρακτήρα να επιβάλει στον εαυτό του, τη θέλησή του, έλλειψη ισχυρής βούλησης, αδυναμία να πάρει κανείς αποφάσεις και πρωτοβουλίες.
αβουλίας	noun	γενική ενικού του αβουλία
αβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβουλία
αβουλησία	noun|rare	η αβουλία
αβουλησίας	noun	γενική ενικού του αβουλησία
αβουλησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβουλησία
αβουλησιών	noun	γενική πληθυντικού του αβουλησία
αβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του αβουλία
αβουλκάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβουλκάνιστο
αβουλκάνιστε	adj	κλητική ενικού του αβουλκάνιστος
αβουλκάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβουλκάνιστη
αβουλκάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβουλκάνιστος
αβουλκάνιστης	adj	γενική ενικού του αβουλκάνιστη
αβουλκάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβουλκάνιστος
αβουλκάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβουλκάνιστος
αβουλκάνιστος	adj	που δεν έχει βουλκανιστεί ή δεν μπορεί να βουλκανιστεί, δεν έχει υποστεί την επεξεργασία του βουλκανισμού
αβουλκάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβουλκάνιστος
αβουλκάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβουλκάνιστος
αβουλκάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβουλκάνιστος
αβουτύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβουτύρωτο
αβουτύρωτε	adj	κλητική ενικού του αβουτύρωτος
αβουτύρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβουτύρωτη
αβουτύρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβουτύρωτος
αβουτύρωτης	adj	γενική ενικού του αβουτύρωτη
αβουτύρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αβουτύρωτος
αβουτύρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβουτύρωτος
αβουτύρωτος	adj	που δεν περιέχει ή δεν έχει αλειφτεί με βούτυρο
αβουτύρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβουτύρωτος
αβουτύρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβουτύρωτος
αβουτύρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβουτύρωτος
αβούλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούλευτο
αβούλευτε	adj	κλητική ενικού του αβούλευτος
αβούλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούλευτη
αβούλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβούλευτος
αβούλευτης	adj	γενική ενικού του αβούλευτη
αβούλευτο	adj	αιτιατική ενικού του αβούλευτος
αβούλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβούλευτος
αβούλευτος	adj|dated	ασυμβούλευτος
αβούλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβούλευτος
αβούλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβούλευτος
αβούλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβούλευτος
αβούλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούλητο
αβούλητε	adj	κλητική ενικού του αβούλητος
αβούλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούλητη
αβούλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβούλητος
αβούλητης	adj	γενική ενικού του αβούλητη
αβούλητο	adj	αιτιατική ενικού του αβούλητος
αβούλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβούλητος
αβούλητος	adj	ακούσιος
αβούλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβούλητος
αβούλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβούλητος
αβούλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβούλητος
αβούλως	adv|formal	άλλη μορφή του άβουλα
αβούλωτα	=	αβούλωτος
αβούλωτε	=	αβούλωτος
αβούλωτες	=	αβούλωτος
αβούλωτη	=	αβούλωτος
αβούλωτης	=	αβούλωτος
αβούλωτο	=	αβούλωτος
αβούλωτοι	=	αβούλωτος
αβούλωτος	adj	που δεν έχει βούλωμα, πώμα
αβούλωτου	=	αβούλωτος
αβούλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβούλωτος
αβούλωτων	=	αβούλωτος
αβούρκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούρκωτο
αβούρκωτε	adj	κλητική ενικού του αβούρκωτος
αβούρκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούρκωτη
αβούρκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβούρκωτος
αβούρκωτης	adj	γενική ενικού του αβούρκωτη
αβούρκωτο	adj	αιτιατική ενικού του αβούρκωτος
αβούρκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβούρκωτος
αβούρκωτος	adj	που δεν έχει βουρκώσει
αβούρκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβούρκωτος
αβούρκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβούρκωτος
αβούρκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβούρκωτος
αβούρτσιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούρτσιστο
αβούρτσιστε	adj	κλητική ενικού του αβούρτσιστος
αβούρτσιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούρτσιστη
αβούρτσιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβούρτσιστος
αβούρτσιστης	adj	γενική ενικού του αβούρτσιστη
αβούρτσιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβούρτσιστος
αβούρτσιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβούρτσιστος
αβούρτσιστος	adj	που δεν έχει βουρτιστεί
αβούρτσιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβούρτσιστος
αβούρτσιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβούρτσιστος
αβούρτσιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβούρτσιστος
αβούτηχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούτηχτο
αβούτηχτε	adj	κλητική ενικού του αβούτηχτος
αβούτηχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβούτηχτη
αβούτηχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβούτηχτος
αβούτηχτης	adj	γενική ενικού του αβούτηχτη
αβούτηχτο	adj	αιτιατική ενικού του αβούτηχτος
αβούτηχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβούτηχτος
αβούτηχτος	adj	που δεν τον έχουν βουτήξει σε υγρό, δεν τον έχουν βυθίσει
αβούτηχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβούτηχτος
αβούτηχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβούτηχτος
αβούτηχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβούτηχτος
αβούτιλα	=	αβούτιλο
αβούτιλο	noun	είδος φυτών της οικογένειας της μολόχας (μαλαχοειδή)
αβούτιλου	=	αβούτιλο
αβούτιλων	=	αβούτιλο
αβρoφρόνων	=	αβρόφρων
αβρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβρός	adv	λεπτά, τρυφερά
αβράβευτα	=	αβράβευτος
αβράβευτε	=	αβράβευτος
αβράβευτες	=	αβράβευτος
αβράβευτη	=	αβράβευτος
αβράβευτης	=	αβράβευτος
αβράβευτο	=	αβράβευτος
αβράβευτοι	=	αβράβευτος
αβράβευτος	adj	αυτός που δεν έχει βραβευτεί, ο μη βραβευμένος, που ενώ ίσως του άξιζε, δεν πήρε καμία διάκριση
αβράβευτου	=	αβράβευτος
αβράβευτους	=	αβράβευτος
αβράβευτων	=	αβράβευτος
αβράδιαστα	adv	χωρίς να βραδιάζει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβράδιαστος
αβράδιαστε	adj	κλητική ενικού του αβράδιαστος
αβράδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβράδιαστη
αβράδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβράδιαστος
αβράδιαστης	adj	γενική ενικού του αβράδιαστη
αβράδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αβράδιαστος
αβράδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβράδιαστος
αβράδιαστος	adj	που δεν φτάνει μέχρι το βράδυ
αβράδιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβράδιαστος
αβράδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβράδιαστος
αβράδιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβράδιαστος
αβράκωτα	=	αβράκωτος
αβράκωτε	=	αβράκωτος
αβράκωτες	=	αβράκωτος
αβράκωτη	=	αβράκωτος
αβράκωτης	=	αβράκωτος
αβράκωτο	=	αβράκωτος
αβράκωτοι	=	αβράκωτος
αβράκωτος	adj	ονομασία που αναφέρεται σε ριζοσπαστικά τμήματα λαϊκών στρωμάτων κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης λόγω των απλών παντελονιών που φορούσαν τα μέλη τους, σε αντίθεση με τους αριστοκράτες και τους αστούς οι οποίοι φορούσαν κιλότες (culotte)
αβράκωτου	=	αβράκωτος
αβράκωτους	=	αβράκωτος
αβράκωτων	=	αβράκωτος
αβράχυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβράχυντο
αβράχυντε	adj	κλητική ενικού του αβράχυντος
αβράχυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβράχυντη
αβράχυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβράχυντος
αβράχυντης	adj	γενική ενικού του αβράχυντη
αβράχυντο	adj	αιτιατική ενικού του αβράχυντος
αβράχυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβράχυντος
αβράχυντος	adj	που δεν έχει βραχυνθεί ή δεν μπορεί να βραχυνθεί
αβράχυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβράχυντος
αβράχυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβράχυντος
αβράχυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβράχυντος
αβρέ	adj	κλητική ενικού του αβρός
αβρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβρή
αβρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβρός
αβρής	adj	γενική ενικού του αβρή
αβρααμικά	=	αβρααμικός
αβρααμικέ	=	αβρααμικός
αβρααμικές	=	αβρααμικός
αβρααμική	=	αβρααμικός
αβρααμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αβρααμική) του αβρααμικός
αβρααμικοί	=	αβρααμικός
αβρααμικού	=	αβρααμικός
αβρααμικούς	=	αβρααμικός
αβρααμικό	=	αβρααμικός
αβρααμικός	adj	για θρησκείες που εξελίχθηκαν απ' τον Ιουδαϊσμό συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου
αβρααμικών	=	αβρααμικός
αβρακαδάβρα	intj	άλλη μορφή του άμπρα κατάμπρα
αβραμιαία	=	αβραμιαίος
αβραμιαίας	=	αβραμιαίος
αβραμιαίε	=	αβραμιαίος
αβραμιαίες	=	αβραμιαίος
αβραμιαίο	=	αβραμιαίος
αβραμιαίοι	=	αβραμιαίος
αβραμιαίος	adj	εκείνος που διατηρεί τα ήθη του Αβραάμ της Παλαιάς Διαθήκης
αβραμιαίου	=	αβραμιαίος
αβραμιαίους	=	αβραμιαίος
αβραμιαίων	=	αβραμιαίος
αβροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβρός
αβροβόστρυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβροβόστρυχο
αβροβόστρυχε	adj	κλητική ενικού του αβροβόστρυχος
αβροβόστρυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβροβόστρυχη
αβροβόστρυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβροβόστρυχος
αβροβόστρυχης	adj	γενική ενικού του αβροβόστρυχη
αβροβόστρυχο	adj	αιτιατική ενικού του αβροβόστρυχος
αβροβόστρυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβροβόστρυχος
αβροβόστρυχος	adj|poetic	που έχει αβρούς βοστρύχους
αβροβόστρυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβροβόστρυχος
αβροβόστρυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβροβόστρυχος
αβροβόστρυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβροβόστρυχος
αβροδίαιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβροδίαιτος	adv	με όλες τις ανέσεις
αβροδίαιτε	adj	κλητική ενικού του αβροδίαιτος
αβροδίαιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβροδίαιτη
αβροδίαιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβροδίαιτος
αβροδίαιτης	adj	γενική ενικού του αβροδίαιτη
αβροδίαιτο	adj	αιτιατική ενικού του αβροδίαιτος
αβροδίαιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβροδίαιτος
αβροδίαιτος	adj	καλομαθημένος, μαλθακός
αβροδίαιτου	adj	γενική ενικού του αβροδίαιτος
αβροδίαιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβροδίαιτος
αβροδίαιτων	adj	γενική πληθυντικού του αβροδίαιτος
αβροσέξουαλ	noun	που έχει μεταβαλλόμενο ή ρευστό σεξουαλικό προσανατολισμό, που αλλάζει με την πάροδο του χρόνου
αβροσεξουαλικά	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικέ	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικές	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλική	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικής	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικοί	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικοτήτων	=	αβροσεξουαλικότητα
αβροσεξουαλικού	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικούς	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικό	=	αβροσεξουαλικός
αβροσεξουαλικός	noun	άλλη μορφή του αβροσέξουαλ	adj	που έχει σχέση με τον αβροσέξουαλ ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αβροσεξουαλικότητα	noun	η ιδιότητα του αβροσεξουαλικού
αβροσεξουαλικότητας	=	αβροσεξουαλικότητα
αβροσεξουαλικότητες	=	αβροσεξουαλικότητα
αβροσεξουαλικών	=	αβροσεξουαλικός
αβροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αβρότητα
αβροφροσυνών	=	αβροφροσύνη
αβροφροσύνες	=	αβροφροσύνη
αβροφροσύνη	noun	ευγένεια στη συμπεριφορά και στην ομιλία, λεπτότητα, προσήνεια
αβροφροσύνης	=	αβροφροσύνη
αβροφρόνων	=	αβρόφρων
αβροχιά	noun|rare	ανυδρία, ανομβρία
αβροχιάς	=	αβροχιά
αβρού	adj	γενική ενικού του αβρός
αβρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβρός
αβρό	adj	αιτιατική ενικού του αβρός
αβρόμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβρόμιστος	adv	χωρίς βρομιές
αβρόμιστε	adj	κλητική ενικού του αβρόμιστος
αβρόμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβρόμιστη
αβρόμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβρόμιστος
αβρόμιστης	adj	γενική ενικού του αβρόμιστη
αβρόμιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβρόμιστος
αβρόμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβρόμιστος
αβρόμιστος	adj	που δεν έχει βρομίσει, δεν έχει λερωθεί
αβρόμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβρόμιστος
αβρόμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβρόμιστος
αβρόμιστων	adj	γενική πληθυντικού του αβρόμιστος
αβρός	adj	απαλός, μαλακός
αβρότητα	noun	η λεπτότητα και η διακριτικότητα που συνδυάζονται με ευγένεια στη συμπεριφορά και την ομιλία
αβρότητας	noun	γενική ενικού του αβρότητα
αβρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβρότητα
αβρόφρον	=	αβρόφρων
αβρόφρονα	=	αβρόφρων
αβρόφρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβρόφρων
αβρόφρονος	=	αβρόφρων
αβρόφρων	adj|formal	που έχει αβρούς, λεπτούς τρόπους, ο ευγενικός, ο διακριτικά κολακευτικός
αβρών	adj	γενική πληθυντικού του αβρός
αβσθ	abbrev|dated	παλιά πανεπιστημιακή σχολή που μετεξελίχθηκε μετά το 1990 στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
αβσπ	abbrev|dated	πρώην πανεπιστημιακή σχολή με έδρα τον Πειραιά, το σημερινό Πανεπιστήμιο Πειραιώς
αβτζή	=	αβτζής
αβτζήδες	=	αβτζής
αβτζήδων	=	αβτζής
αβτζής	noun|dated	ο κυνηγός
αβυ	abbrev	προσφώνηση πριγκίπων βασιλικών οικογενειών
αβυθομέτρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβυθομέτρητο
αβυθομέτρητε	adj	κλητική ενικού του αβυθομέτρητος
αβυθομέτρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβυθομέτρητη
αβυθομέτρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβυθομέτρητος
αβυθομέτρητης	adj	γενική ενικού του αβυθομέτρητη
αβυθομέτρητο	adj	αιτιατική ενικού του αβυθομέτρητος
αβυθομέτρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβυθομέτρητος
αβυθομέτρητος	adj	που δεν έχει βυθομετρηθεί ή δεν μπορεί να βυθομετρηθεί
αβυθομέτρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβυθομέτρητος
αβυθομέτρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβυθομέτρητος
αβυθομέτρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αβυθομέτρητος
αβυπ	abbrev	μονάδα του Σώματος Υλικού Πολέμου (ΣΥΠ), του Στρατού Ξηράς στην Ελλάδα
αβυσσαλέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβυσσαλέος	adv	σε μεγάλο βάθος
αβυσσαλέας	=	αβυσσαλέος
αβυσσαλέε	=	αβυσσαλέος
αβυσσαλέες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβυσσαλέα
αβυσσαλέο	=	αβυσσαλέος
αβυσσαλέοι	=	αβυσσαλέος
αβυσσαλέος	adj	που έχει μεγάλο βάθος, κρημνώδης, βαραθρώδης
αβυσσαλέου	=	αβυσσαλέος
αβυσσαλέους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβυσσαλέος
αβυσσαλέων	adj	γενική πληθυντικού του αβυσσαλέος
αβυσσαλεότητα	noun|rare	η ιδιότητα του αβυσσαλέου
αβυσσοβενθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβυσσοβενθικό
αβυσσοβενθικέ	adj	κλητική ενικού του αβυσσοβενθικός
αβυσσοβενθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβυσσοβενθική
αβυσσοβενθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβυσσοβενθικός
αβυσσοβενθικής	adj	γενική ενικού του αβυσσοβενθική
αβυσσοβενθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβυσσοβενθικός
αβυσσοβενθικού	adj	γενική ενικού του αβυσσοβενθικός
αβυσσοβενθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβυσσοβενθικός
αβυσσοβενθικό	adj	αιτιατική ενικού του αβυσσοβενθικός
αβυσσοβενθικός	adj	ο σχετιζόμενος με το βένθος της αβύσσου, στο βυθό των ωκεανών
αβυσσοβενθικών	adj	γενική πληθυντικού του αβυσσοβενθικός
αβυσσοπελαγικα	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικας	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικε	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικες	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικο	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικοι	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικος	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικου	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικους	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικων	=	αβυσσοπελαγικός
αβυσσοπελαγικός	adj	σχετικός με τη θαλάσσια ζώνη που βρίσκεται σε βάθος μεταξύ των 3.800 μέτρων και των 6.000 μέτρων
αβυσσωδών	=	αβυσσώδης
αβυσσώδεις	=	αβυσσώδης
αβυσσώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αβυσσώδης
αβυσσώδη	=	αβυσσώδης
αβυσσώδης	adj	συνώνυμο του αβυσσαλέος
αβυσσώδους	=	αβυσσώδης
αβόλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβόλευτος
αβόλευτε	=	αβόλευτος
αβόλευτες	=	αβόλευτος
αβόλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβόλευτος
αβόλευτης	=	αβόλευτος
αβόλευτο	=	αβόλευτος
αβόλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβόλευτος
αβόλευτος	adj	που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
αβόλευτου	=	αβόλευτος
αβόλευτους	=	αβόλευτος
αβόλευτων	adj	γενική πληθυντικού του αβόλευτος
αβόσκητα	=	αβόσκητος
αβόσκητε	=	αβόσκητος
αβόσκητες	=	αβόσκητος
αβόσκητη	=	αβόσκητος
αβόσκητης	=	αβόσκητος
αβόσκητο	=	αβόσκητος
αβόσκητοι	=	αβόσκητος
αβόσκητος	adj	που δεν έχουν βοσκήσει, που δεν έχουν φάει
αβόσκητου	=	αβόσκητος
αβόσκητους	=	αβόσκητος
αβόσκητων	=	αβόσκητος
αβύζαχτα	=	αβύζαχτος
αβύζαχτε	=	αβύζαχτος
αβύζαχτες	=	αβύζαχτος
αβύζαχτη	=	αβύζαχτος
αβύζαχτης	=	αβύζαχτος
αβύζαχτο	=	αβύζαχτος
αβύζαχτοι	=	αβύζαχτος
αβύζαχτος	adj	που δεν τον έχουν βυζάξει, θηλάσει
αβύζαχτου	=	αβύζαχτος
αβύζαχτους	=	αβύζαχτος
αβύζαχτων	=	αβύζαχτος
αβύθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβύθιστο
αβύθιστε	adj	κλητική ενικού του αβύθιστος
αβύθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αβύθιστη
αβύθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αβύθιστος
αβύθιστης	adj	γενική ενικού του αβύθιστη
αβύθιστο	adj	αιτιατική ενικού του αβύθιστος
αβύθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αβύθιστος
αβύθιστος	adj	που δεν έχει βυθιστεί
αβύθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αβύθιστος
αβύθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αβύθιστος
αβύθιστων	adj	γενική πληθυντικού του αβύθιστος
αβύσσου	noun	γενική ενικού του άβυσσος
αβύσσους	=	άβυσσος
αβύσσων	=	άβυσσος
αγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγάς
αγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάς
αγάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάδικο
αγάδικε	adj	κλητική ενικού του αγάδικος
αγάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάδικη
αγάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγάδικος
αγάδικης	adj	γενική ενικού του αγάδικη
αγάδικο	adj	αιτιατική ενικού του αγάδικος
αγάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγάδικος
αγάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγάδικος
αγάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγάδικος
αγάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγάδικος
αγάδων	noun	γενική ενικού του αγάς
αγάθα	=	αγάθας
αγάθας	adj	{δημώδες): ο αγαθός
αγάθευα	=	αγαθεύω
αγάθευαν	=	αγαθεύω
αγάθευε	=	αγαθεύω
αγάθευες	=	αγαθεύω
αγάθεψα	=	αγαθεύω
αγάθεψαν	=	αγαθεύω
αγάθεψε	=	αγαθεύω
αγάθεψες	=	αγαθεύω
αγάθοσμου	noun	γενική ενικού του αγάθοσμο
αγάθοσμων	noun	γενική πληθυντικού του αγάθοσμο
αγάλακτα	=	αγάλακτος
αγάλακτε	=	αγάλακτος
αγάλακτες	=	αγάλακτος
αγάλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγάλακτος
αγάλακτης	=	αγάλακτος
αγάλακτο	=	αγάλακτος
αγάλακτοι	=	αγάλακτος
αγάλακτος	adj	που δεν παράγει αρκετό γάλα, που έχει προσβληθεί από αγαλακτία
αγάλακτου	=	αγάλακτος
αγάλακτους	=	αγάλακτος
αγάλακτων	=	αγάλακτος
αγάλι	adv|literary	αργά, σιγά
αγάλια	adv|literary	άλλη μορφή του αγάλι
αγάλλιασα	=	αγαλλιάζω
αγάλλομαι	verb	νιώθω πολύ μεγάλη χαρά, χαίρομαι, ευφραίνομαι όπως στον στίχο στα Κάλαντα Χριστουγέννων
αγάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγαλμα
αγάλματος	noun	γενική ενικού του άγαλμα
αγάμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάμητο
αγάμητε	adj	κλητική ενικού του αγάμητος
αγάμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάμητη
αγάμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγάμητος
αγάμητης	adj	γενική ενικού του αγάμητη
αγάμητο	adj	αιτιατική ενικού του αγάμητος
αγάμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγάμητος
αγάμητος	adj|vulgar	που δεν έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή, που δεν έχει γαμηθεί
αγάμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγάμητος
αγάμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγάμητος
αγάμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγάμητος
αγάμου	=	άγαμος
αγάμους	=	άγαμος
αγάμων	adj	γενική πληθυντικού του άγαμος
αγάνου	=	άγανο
αγάντα	intj	ναυτικό παράγγελμα για ακινητοποίηση ολόκληρου του σκάφους (από ρυμουλκά), ή και διακινουμένων φορτίων με ανάλογους χειρισμούς των μέσων φορτοεκφορτώσεων (γερανών), ή και με σωματική προσπάθεια για αντιστήριξη αντικειμένου	noun	το σημείο ακινητοποίησης πλοίων στα λιμάνια, η δέστρα
αγάνταρα	=	αγαντάρω
αγάνταραν	=	αγαντάρω
αγάνταρε	=	αγαντάρω
αγάνταρες	=	αγαντάρω
αγάντας	noun	γενική ενικού του αγάντα
αγάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάντα
αγάνων	=	άγανο
αγάνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάνωτο
αγάνωτε	adj	κλητική ενικού του αγάνωτος
αγάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάνωτη
αγάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγάνωτος
αγάνωτης	adj	γενική ενικού του αγάνωτη
αγάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του αγάνωτος
αγάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγάνωτος
αγάνωτος	adj	που δεν έχει γανωθεί
αγάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγάνωτος
αγάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγάνωτος
αγάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγάνωτος
αγάπα	=	αγαπάω
αγάπαγα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αγαπάω
αγάπαγαν	=	αγαπάω
αγάπαγε	=	αγαπάω
αγάπαγες	=	αγαπάω
αγάπανθε	=	αγάπανθος
αγάπανθο	noun	αιτιατική ενικού του αγάπανθος
αγάπανθοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάπανθος
αγάπανθος	noun	είδος καλλωπιστικού φυτού, κονδυλώδους, με λευκά και μωβ ή γαλάζια άνθη
αγάπανθου	noun	γενική ενικού του αγάπανθος
αγάπανθους	=	αγάπανθος
αγάπανθων	=	αγάπανθος
αγάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγάπη
αγάπη	noun	συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις
αγάπης	noun	γενική ενικού του αγάπη
αγάπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγάπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγάπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγάπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγάπιζα	=	αγαπίζω
αγάπιζαν	=	αγαπίζω
αγάπιζε	=	αγαπίζω
αγάπιζες	=	αγαπίζω
αγάπισα	=	αγαπίζω
αγάπισαν	=	αγαπίζω
αγάπισε	=	αγαπίζω
αγάπισες	=	αγαπίζω
αγάρ	noun	σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός / πηκτικός παράγοντας (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17^ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία
αγάς	noun	τίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
αγέλαστα	adv	χωρίς γέλιο
αγέλαστε	=	αγέλαστος
αγέλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέλαστη
αγέλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγέλαστος
αγέλαστης	=	αγέλαστος
αγέλαστο	=	αγέλαστος
αγέλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγέλαστος
αγέλαστος	adj	αυτός που δε γελάει, ο ανέκφραστος
αγέλαστου	=	αγέλαστος
αγέλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγέλαστος
αγέλαστων	=	αγέλαστος
αγέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέλη
αγέλη	noun	πλήθος ζώων που ζουν μαζί
αγέλης	noun	γενική ενικού του αγέλη
αγέμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέμιστο
αγέμιστε	adj	κλητική ενικού του αγέμιστος
αγέμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέμιστη
αγέμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγέμιστος
αγέμιστης	adj	γενική ενικού του αγέμιστη
αγέμιστο	adj	αιτιατική ενικού του αγέμιστος
αγέμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγέμιστος
αγέμιστος	adj	που δεν τον έχουν γεμίσει
αγέμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγέμιστος
αγέμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγέμιστος
αγέμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγέμιστος
αγένεια	noun	η ιδιότητα του αγενούς, η έλλειψη ευγένειας και καλών τρόπων
αγένειας	noun	γενική ενικού του αγένεια
αγένειε	=	αγένειος
αγένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγένεια
αγένειο	=	αγένειος
αγένειοι	=	αγένειος
αγένειος	adj	που δεν έχει γένια
αγένειου	=	αγένειος
αγένειους	=	αγένειος
αγένειων	=	αγένειος
αγέννητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέννητο
αγέννητε	adj	κλητική ενικού του αγέννητος
αγέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέννητη
αγέννητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγέννητος
αγέννητης	adj	γενική ενικού του αγέννητη
αγέννητο	adj	αιτιατική ενικού του αγέννητος
αγέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγέννητος
αγέννητος	adj	που δεν έχει γεννηθεί
αγέννητου	adj	γενική ενικού του αγέννητος
αγέννητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγέννητος
αγέννητων	adj	γενική πληθυντικού του αγέννητος
αγένωτα	=	αγένωτος
αγένωτε	=	αγένωτος
αγένωτες	=	αγένωτος
αγένωτη	=	αγένωτος
αγένωτης	=	αγένωτος
αγένωτο	=	αγένωτος
αγένωτοι	=	αγένωτος
αγένωτος	adj	που δεν έχει ωριμάσει, άγουρος
αγένωτου	=	αγένωτος
αγένωτους	=	αγένωτος
αγένωτων	=	αγένωτος
αγέρα	=	αέρας
αγέρανε	=	αγέρανος
αγέρανο	=	αγέρανος
αγέρανοι	=	αγέρανος
αγέρανος	noun	μικτός χορός των Κυκλάδων
αγέρανου	=	αγέρανος
αγέρανους	=	αγέρανος
αγέρανων	=	αγέρανος
αγέρας	=	αέρας
αγέραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέραστο
αγέραστε	adj	κλητική ενικού του αγέραστος
αγέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέραστη
αγέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγέραστος
αγέραστης	adj	γενική ενικού του αγέραστη
αγέραστο	adj	αιτιατική ενικού του αγέραστος
αγέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγέραστος
αγέραστος	adj	που δεν γερνάει, που μένει πάντα νέος
αγέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγέραστος
αγέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγέραστος
αγέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγέραστος
αγέρες	=	αέρας
αγέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέρας
αγέρηδων	=	αέρας
αγέρι	noun|literary	άλλη μορφή του αέρι
αγέρια	=	αγέρι
αγέρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέρινο
αγέρινε	adj	κλητική ενικού του αγέρινος
αγέρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέρινη
αγέρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγέρινος
αγέρινης	adj	γενική ενικού του αγέρινη
αγέρινο	adj	αιτιατική ενικού του αγέρινος
αγέρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγέρινος
αγέρινος	adj	βλέπε αέρινος
αγέρινου	adj	γενική ενικού του αγέρινος
αγέρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγέρινος
αγέρινων	adj	γενική πληθυντικού του αγέρινος
αγέρων	=	αέρας
αγέρωχα	adv	περήφανα, επιβλητικά, μεγαλόπρεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγέρωχος
αγέρωχε	adj	κλητική ενικού του αγέρωχος
αγέρωχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγέρωχη
αγέρωχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγέρωχος
αγέρωχης	adj	γενική ενικού του αγέρωχη
αγέρωχο	adj	αιτιατική ενικού του αγέρωχος
αγέρωχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγέρωχος
αγέρωχος	adj	υπερήφανος, που δεν σκύβει, δεν πτοείται, αρχοντικός, στητός
αγέρωχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγέρωχος
αγέρωχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγέρωχος
αγέρωχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγέρωχος
αγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγημα
αγήματος	noun	γενική ενικού του άγημα
αγήρατα	=	αγήρατο
αγήρατο	noun	ποώδες φυτό της οικογένειας των Αστεροειδών (Asteraceae), που ξεχωρίζει για τα μικρά, πυκνά χνουδωτά άνθη του (σε αποχρώσεις του μπλε, μοβ, λευκού ή ροζ), το οποίο φυτεύεται συχνά σε παρτέρια, λόγω της αντοχής και των ζωηρών του χρωμάτων
αγήρατου	=	αγήρατο
αγήρατων	=	αγήρατο
αγία	noun	θηλυκό του άγιος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγιος
αγίαζα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού ενεργητικού παρατατικού του αγιάζω
αγίαζαν	=	αγιάζω
αγίαζε	=	αγιάζω
αγίαζες	=	αγιάζω
αγίας	=	άγιος
αγίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγίασμα	noun	το αγιασμένο νερό, ο αγιασμός
αγίες	adj	άλλη μορφή του άγιες, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του άγιος, ιδίως όταν ακολουθείται από ονόματα αγίων
αγίνωτα	=	αγίνωτος
αγίνωτε	=	αγίνωτος
αγίνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγίνωτη
αγίνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγίνωτος
αγίνωτης	=	αγίνωτος
αγίνωτο	=	αγίνωτος
αγίνωτοι	=	αγίνωτος
αγίνωτος	adj	που δεν έχει ακόμη ωριμάσει, ανώριμος
αγίνωτου	=	αγίνωτος
αγίνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγίνωτος
αγίνωτων	=	αγίνωτος
αγίου	=	άγιος
αγίους	adj	αιτιατική πληθυντικού του άγιος
αγίων	adj	γενική πληθυντικού του άγιος	noun	γενική πληθυντικού του άγιος
αγαθά	noun	αντικείμενα και περιουσία που αποκτά ή επιζητεί να αποκτήσει κάποιος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγαθός
αγαθάγγελε	=	αγαθάγγελος
αγαθάγγελο	=	αγαθάγγελος
αγαθάγγελοι	=	αγαθάγγελος
αγαθάγγελος	noun|archaic	αυτός που μεταφέρει καλές ειδήσεις
αγαθάρχες	=	αγαθάρχης
αγαθάρχη	=	αγαθάρχης
αγαθάρχης	adj	προσηγορία του Θεού ως πηγή αγαθών
αγαθέ	adj	κλητική ενικού του αγαθός
αγαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθή
αγαθέψαμε	=	αγαθεύω
αγαθέψαν	=	αγαθεύω
αγαθέψανε	=	αγαθεύω
αγαθέψατε	=	αγαθεύω
αγαθέψει	=	αγαθεύω
αγαθέψεις	=	αγαθεύω
αγαθέψετε	=	αγαθεύω
αγαθέψομε	=	αγαθεύω
αγαθέψουμε	=	αγαθεύω
αγαθέψουν	=	αγαθεύω
αγαθέψουνε	=	αγαθεύω
αγαθέψτε	=	αγαθεύω
αγαθέψω	=	αγαθεύω
αγαθή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθός
αγαθήμερα	=	αγαθήμερος
αγαθήμερε	=	αγαθήμερος
αγαθήμερες	=	αγαθήμερος
αγαθήμερη	=	αγαθήμερος
αγαθήμερης	=	αγαθήμερος
αγαθήμερο	=	αγαθήμερος
αγαθήμεροι	=	αγαθήμερος
αγαθήμερος	adj	αυτός που διάγει ή προσπαθεί να διάγει καλές ημέρες
αγαθήμερου	=	αγαθήμερος
αγαθήμερους	=	αγαθήμερος
αγαθήμερων	=	αγαθήμερος
αγαθής	adj	γενική ενικού του αγαθή
αγαθαγγέλου	=	αγαθάγγελος
αγαθαγγέλους	=	αγαθάγγελος
αγαθαγγέλων	=	αγαθάγγελος
αγαθαγγελισμέ	=	αγαθαγγελισμός
αγαθαγγελισμοί	=	αγαθαγγελισμός
αγαθαγγελισμού	=	αγαθαγγελισμός
αγαθαγγελισμούς	=	αγαθαγγελισμός
αγαθαγγελισμό	=	αγαθαγγελισμός
αγαθαγγελισμός	noun	η πίστη στο χειρόγραφο Αγαθάγγελος και στις προφητείες αυτού.
αγαθαγγελισμών	=	αγαθαγγελισμός
αγαθαγγελιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθαγγελιστής
αγαθαγγελιστής	noun	ο οπαδός και πιστός στις προφητείες που αναφέρονται στο κείμενο "Αγαθάγγελος"
αγαθαρχία	noun	ιδιότητα του Θεού ως πηγή αγαθών
αγαθαρχίας	=	αγαθαρχία
αγαθαρχίες	=	αγαθαρχία
αγαθαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθαρχικό
αγαθαρχικέ	adj	κλητική ενικού του αγαθαρχικός
αγαθαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθαρχική
αγαθαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθαρχικός
αγαθαρχικής	adj	γενική ενικού του αγαθαρχική
αγαθαρχικη	=	αγαθαρχικός
αγαθαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαθαρχικός
αγαθαρχικον	=	αγαθαρχικός
αγαθαρχικού	adj	γενική ενικού του αγαθαρχικός
αγαθαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαθαρχικός
αγαθαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αγαθαρχικός
αγαθαρχικός	adj	αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αγαθαρχία του Θεού
αγαθαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αγαθαρχικός
αγαθαρχιών	=	αγαθαρχία
αγαθαρχών	=	αγαθάρχης
αγαθεύαμε	=	αγαθεύω
αγαθεύαν	=	αγαθεύω
αγαθεύανε	=	αγαθεύω
αγαθεύατε	=	αγαθεύω
αγαθεύει	=	αγαθεύω
αγαθεύεις	=	αγαθεύω
αγαθεύετε	=	αγαθεύω
αγαθεύομε	=	αγαθεύω
αγαθεύοντας	=	αγαθεύω
αγαθεύουμε	=	αγαθεύω
αγαθεύουν	=	αγαθεύω
αγαθεύουνε	=	αγαθεύω
αγαθεύτε	=	αγαθεύω
αγαθεύω	verb	γίνομαι αφελής, βλάκας, μωραίνομαι
αγαθιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθιάρης
αγαθιάρας	adj	γενική ενικού του αγαθιάρα
αγαθιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθιάρα
αγαθιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγαθιάρης
αγαθιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθιάρης
αγαθιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του αγαθιάρης
αγαθιάρης	adj	ο μέχρι ανοησίας καλός, υπερβολικά εύπιστος, απονήρευτος, αφελής
αγαθιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγαθιάρικος	adv	με αφελή, αγαθό τρόπο
αγαθιάρικε	=	αγαθιάρικος
αγαθιάρικες	=	αγαθιάρικος
αγαθιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθιάρικος
αγαθιάρικης	=	αγαθιάρικος
αγαθιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγαθιάρης
αγαθιάρικοι	=	αγαθιάρικος
αγαθιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον αγαθιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αγαθιάρικου	adj	γενική ενικού του αγαθιάρικο
αγαθιάρικους	=	αγαθιάρικος
αγαθιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του αγαθιάρικο
αγαθο	=	αγαθός
αγαθοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαθός
αγαθοβιόλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλας	=	αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλη	=	αγαθοβιόλης
αγαθοβιόληδες	adj	αρσενικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοβιόλης
αγαθοβιόληδων	=	αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλης	adj	αφελής
αγαθοβιόλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλικου	=	αγαθοβιόλης
αγαθοβιόλικων	=	αγαθοβιόλης
αγαθοδοξία	noun	η έμφυτη αισιοδοξία, η ελπίδα
αγαθοδοξίας	noun	γενική ενικού του αγαθοδοξία
αγαθοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοδοξία
αγαθοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθοδοξία
αγαθοδοτών	=	αγαθοδότης
αγαθοδωρία	noun	η παροχή αγαθών
αγαθοδωρίας	noun	γενική ενικού του αγαθοδωρία
αγαθοδωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοδωρία
αγαθοδωριών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθοδωρία
αγαθοδότες	=	αγαθοδότης
αγαθοδότη	=	αγαθοδότης
αγαθοδότης	adj	αυτός που παρέχει αγαθά
αγαθοδότις	=	αγαθοδότης
αγαθοεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοεργό	adv	κατά τρόπο αγαθοεργό
αγαθοεργέ	adj	κλητική ενικού του αγαθοεργός
αγαθοεργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοεργή
αγαθοεργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθοεργός
αγαθοεργής	adj	γενική ενικού του αγαθοεργή
αγαθοεργία	noun	ανιδιοτελής ενέργεια που ωφελεί το σύνολο
αγαθοεργίας	noun	γενική ενικού του αγαθοεργία
αγαθοεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοεργία
αγαθοεργιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθοεργία
αγαθοεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαθοεργός
αγαθοεργού	adj	γενική ενικού του αγαθοεργός
αγαθοεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαθοεργός
αγαθοεργό	adj	αιτιατική ενικού του αγαθοεργός
αγαθοεργός	adj|formal	που κάνει καλές πράξεις, ο φιλάνθρωπος
αγαθοεργών	adj	γενική πληθυντικού του αγαθοεργός
αγαθοθυμία	noun	η αγαθή διάθεση του ανθρώπου για ευεργεσία
αγαθοθυμίας	noun	γενική ενικού του αγαθοθυμία
αγαθοθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοθυμία
αγαθοθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθοθυμία
αγαθομάρα	noun	αφέλεια, ανοησία	adj	αγαθοβιόλα
αγαθομάρας	noun	γενική ενικού του αγαθομάρα
αγαθομάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθομάρα
αγαθομαρία	noun	η αφελής
αγαθομαρίας	=	αγαθομαρία
αγαθομαρίες	=	αγαθομαρία
αγαθομαριών	=	αγαθομαρία
αγαθομαρουσών	=	αγαθομαρούσα
αγαθομαρούσα	noun	χαρακτηρισμός (βλέπε αγαθομαρία)
αγαθομαρούσας	=	αγαθομαρούσα
αγαθομαρούσες	=	αγαθομαρούσα
αγαθομούνα	=	αγαθομούνης
αγαθομούνη	=	αγαθομούνης
αγαθομούνηδες	=	αγαθομούνης
αγαθομούνηδων	=	αγαθομούνης
αγαθομούνης	noun|vulgar	υπερβολικά αγαθιάρης στα ερωτικά θέματα
αγαθονησίτες	=	αγαθονησίτης
αγαθονησίτη	=	αγαθονησίτης
αγαθονησίτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Αγαθονήσι.
αγαθονησίτισσα	=	αγαθονησίτης
αγαθονησιτών	=	αγαθονησίτης
αγαθοπάροχο	=	αγαθοπάροχος
αγαθοπάροχος	adj	αυτός που παρέχει αγαθά, ο ευεργετικός
αγαθοπιστία	noun	η καλοπροαίρετη και αβασάνιστη αποδοχή των λεγομένων, η ευπιστία
αγαθοπιστίας	noun	γενική ενικού του αγαθοπιστία
αγαθοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοπιστία
αγαθοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθοπιστία
αγαθοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοποιό	adv	κατά τρόπο αγαθοποιό
αγαθοποιάς	=	αγαθοποιός
αγαθοποιέ	adj	κλητική ενικού του αγαθοποιός
αγαθοποιές	adj	το θηλυκό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοποιός (το αρσενικό αντίστοιχα στην ονομαστική πληθυντικού: αγαθοποιοί)
αγαθοποιία	noun|literary	η αγαθοεργία
αγαθοποιίας	noun	γενική ενικού του αγαθοποιία
αγαθοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθοποιία
αγαθοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθοποιία
αγαθοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαθοποιός
αγαθοποιού	adj	γενική ενικού του αγαθοποιός
αγαθοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαθοποιός
αγαθοποιό	adj	αιτιατική ενικού του αγαθοποιός
αγαθοποιός	adj|formal	που είναι ευεργετικός και έχει καλό αποτέλεσμα, ο αγαθοεργός
αγαθοποιών	adj	γενική πληθυντικού του αγαθοποιός
αγαθοπρεπής	adj	αυτός που αρμόζει σε αγαθό	adv	με αγαθοπρέπεια, αγαθοπρεπώς
αγαθοπρεπες	=	αγαθοπρεπής
αγαθοπρεπης	=	αγαθοπρεπής
αγαθοπροαίρετα	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετε	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετες	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετη	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετης	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετο	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετοι	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετος	adj	αυτός που έχει αγαθή προαίρεση για κάτι
αγαθοπροαίρετου	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετους	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπροαίρετων	=	αγαθοπροαίρετος
αγαθοπόνηρα	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρε	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρες	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρη	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρης	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρο	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηροι	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρος	adj	αυτός που συμπεριφέρεται με καλοσύνη εκ του πονηρού
αγαθοπόνηρου	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρους	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοπόνηρων	=	αγαθοπόνηρος
αγαθοσυμβούλου	=	αγαθοσύμβουλος
αγαθοσυμβούλους	=	αγαθοσύμβουλος
αγαθοσυμβούλων	=	αγαθοσύμβουλος
αγαθοσυνών	=	αγαθοσύνη
αγαθοσύμβουλε	=	αγαθοσύμβουλος
αγαθοσύμβουλο	=	αγαθοσύμβουλος
αγαθοσύμβουλοι	=	αγαθοσύμβουλος
αγαθοσύμβουλος	adj	αυτός που δίνει καλές συμβουλές
αγαθοσύνες	=	αγαθοσύνη
αγαθοσύνη	noun|formal	χρηστότητα, καλοσύνη
αγαθοσύνης	=	αγαθοσύνη
αγαθοτήτων	=	αγαθότητα
αγαθουργία	noun	ευεργεσία, (βλέπε αγαθοεργία)
αγαθουργίας	noun	γενική ενικού του αγαθουργία
αγαθουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθουργία
αγαθουργιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαθουργία
αγαθοφέρναμε	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρναν	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνανε	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνατε	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνει	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνεις	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνετε	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνοντας	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνουμε	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνουν	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνουνε	=	αγαθοφέρνω
αγαθοφέρνω	verb	συμπεριφέρομαι ως αγαθιάρης
αγαθοφανές	=	αγαθοφανής
αγαθοφανή	=	αγαθοφανής
αγαθοφανής	adj	ο φαινομενικά, ή υποκριτικά αγαθός
αγαθοφανείς	=	αγαθοφανής
αγαθοφανες	=	αγαθοφανής
αγαθοφανης	=	αγαθοφανής
αγαθοφανούς	=	αγαθοφανής
αγαθοφανών	=	αγαθοφανής
αγαθοψώλης	noun|rare	ο αγαθοβιόλης
αγαθού	adj	γενική ενικού του αγαθός
αγαθούλα	=	αγαθούλης
αγαθούλας	=	αγαθούλης
αγαθούλες	=	αγαθούλης
αγαθούλη	=	αγαθούλης
αγαθούληδες	=	αγαθούλης
αγαθούληδων	=	αγαθούλης
αγαθούλης	adj	ανυποψίαστος, χαζούλης
αγαθούλικα	=	αγαθούλης
αγαθούλικο	=	αγαθούλης
αγαθούλικου	=	αγαθούλης
αγαθούλικων	=	αγαθούλης
αγαθούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαθός
αγαθούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθούτσικο
αγαθούτσικε	adj	κλητική ενικού του αγαθούτσικος
αγαθούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθούτσικη
αγαθούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθούτσικος
αγαθούτσικης	adj	γενική ενικού του αγαθούτσικη
αγαθούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του αγαθούτσικος
αγαθούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαθούτσικος
αγαθούτσικος	adj|rare	καλόπιστος, αφελής
αγαθούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγαθούτσικος
αγαθούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαθούτσικος
αγαθούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγαθούτσικος
αγαθωνυμία	noun	το καλό όνομα, η καλή φήμη, η υπόληψη
αγαθωνυμίας	=	αγαθωνυμία
αγαθωνυμίες	=	αγαθωνυμία
αγαθωνυμιών	=	αγαθωνυμία
αγαθό	noun	αξία αλλά και ουσία ή αντικείμενο ή είδος απαραίτητο ή πάντως ιδιαίτερα χρήσιμο στην κοινωνία ή στο άτομο, οπότε συνδέεται στενά με την έννοια του "δικαιώματος σε.."	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αγαθός
αγαθόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθόβουλο
αγαθόβουλε	adj	κλητική ενικού του αγαθόβουλος
αγαθόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθόβουλη
αγαθόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθόβουλος
αγαθόβουλης	adj	γενική ενικού του αγαθόβουλη
αγαθόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του αγαθόβουλος
αγαθόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαθόβουλος
αγαθόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγαθόβουλος
αγαθόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαθόβουλος
αγαθόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγαθόβουλος
αγαθόγνωμα	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμε	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμες	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμη	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμης	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμο	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμοι	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμος	adj	καλόγνωμος
αγαθόγνωμου	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμους	=	αγαθόγνωμος
αγαθόγνωμων	=	αγαθόγνωμος
αγαθόδωρα	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρε	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρες	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρη	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρης	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρο	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωροι	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρον	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρος	adj	αυτός που δωρίζει αγαθά
αγαθόδωρου	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρους	=	αγαθόδωρος
αγαθόδωρων	=	αγαθόδωρος
αγαθόκλας	adj	αγαθοβιόλης
αγαθόπαιδα	=	αγαθόπαιδο
αγαθόπαιδο	noun	ανόητο παιδί
αγαθόπαιδου	=	αγαθόπαιδο
αγαθόπαιδων	=	αγαθόπαιδο
αγαθόπιστα	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστε	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστες	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθόπιστος
αγαθόπιστης	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστο	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστοι	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστος	adj	αυτός που πιστεύει τα λόγια άλλων, καλοπροαίρετα, πλην όμως αβασάνιστα, χωρίς μια στοιχειώδη κρίση ή έρευνα
αγαθόπιστου	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστους	=	αγαθόπιστος
αγαθόπιστων	=	αγαθόπιστος
αγαθόπουλος	adj	χαζός, ανόητος
αγαθός	adj	που ενεργεί με καλές και αγνές προθέσεις, και που δε συνυπολογίζει τις αρνητικές παραμέτρους είτε από αφέλεια είτε από συνειδητή επιλογή
αγαθότατα	=	αγαθός
αγαθότατε	=	αγαθός
αγαθότατες	=	αγαθός
αγαθότατη	=	αγαθός
αγαθότατης	=	αγαθός
αγαθότατο	=	αγαθός
αγαθότατοι	=	αγαθός
αγαθότατος	=	αγαθός
αγαθότατου	=	αγαθός
αγαθότατους	=	αγαθός
αγαθότατων	=	αγαθός
αγαθότερα	=	αγαθός
αγαθότερε	=	αγαθός
αγαθότερες	=	αγαθός
αγαθότερη	=	αγαθός
αγαθότερης	=	αγαθός
αγαθότερο	=	αγαθός
αγαθότεροι	=	αγαθός
αγαθότερος	=	αγαθός
αγαθότερου	=	αγαθός
αγαθότερους	=	αγαθός
αγαθότερων	=	αγαθός
αγαθότητα	noun|formal	η καλή πρόθεση, η καλοσύνη, η ιδιότητα του αγαθού
αγαθότητας	noun	γενική ενικού του αγαθότητα
αγαθότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθότητα
αγαθότροπα	=	αγαθότροπος
αγαθότροπε	=	αγαθότροπος
αγαθότροπες	=	αγαθότροπος
αγαθότροπη	=	αγαθότροπος
αγαθότροπης	=	αγαθότροπος
αγαθότροπο	=	αγαθότροπος
αγαθότροποι	=	αγαθότροπος
αγαθότροπος	adj	κατά αγαθό (καλό) τρόπο, ο καλότροπος
αγαθότροπου	=	αγαθότροπος
αγαθότροπους	=	αγαθότροπος
αγαθότροπων	=	αγαθότροπος
αγαθότυπος	adj|rare	που αποτελεί υπόδειγμα, ή πρότυπο αγαθού
αγαθόφερνα	=	αγαθοφέρνω
αγαθόφερναν	=	αγαθοφέρνω
αγαθόφερνε	=	αγαθοφέρνω
αγαθόφερνες	=	αγαθοφέρνω
αγαθόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαθόχορτο
αγαθόχορτο	noun	ποώδες φυτό, βότανο, της ελληνικής υπαίθρου, της τάξης των σκιαδαφόρων, γνωστό και ως "αγριοσπανάκι", απ΄ αυτό έλαβε το όνομά το Αγαθονήσι
αγαθόχορτου	noun	γενική ενικού του αγαθόχορτο
αγαθόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του αγαθόχορτο
αγαθόψυχα	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχε	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχες	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαθόψυχος
αγαθόψυχης	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχο	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχοι	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχος	adj	καλόψυχος, καλόκαρδος
αγαθόψυχου	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχους	=	αγαθόψυχος
αγαθόψυχων	=	αγαθόψυχος
αγαθών	adj	γενική πληθυντικού του αγαθός
αγαθώνυμα	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμε	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμες	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμη	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμης	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμο	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμοι	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμος	adj	αυτός που φέρει καλό όνομα, καλή φήμη.
αγαθώνυμου	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμους	=	αγαθώνυμος
αγαθώνυμων	=	αγαθώνυμος
αγαλήνευτα	=	αγαλήνευτος
αγαλήνευτε	=	αγαλήνευτος
αγαλήνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλήνευτη
αγαλήνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαλήνευτος
αγαλήνευτης	=	αγαλήνευτος
αγαλήνευτο	=	αγαλήνευτος
αγαλήνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαλήνευτος
αγαλήνευτος	adj	που δεν έχει γαληνεύσει, που δεν έχει βρει τη γαλήνη, ανήσυχος
αγαλήνευτου	=	αγαλήνευτος
αγαλήνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαλήνευτος
αγαλήνευτων	adj	γενική πληθυντικού του αγαλήνευτος
αγαλακτία	noun	η έλλειψη γάλακτος κατά τον χρόνο έναρξης της γαλουχίας, τόσο στον άνθρωπο όσο και στα θηλαστικά των κτηνοτροφικών μονάδων
αγαλακτίας	noun	γενική ενικού του αγαλακτία
αγαλακτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλακτία
αγαλακτιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαλακτία
αγαλαξία	noun	άλλη μορφή του αγαλακτία
αγαλαξίας	=	αγαλαξία
αγαλαξίες	=	αγαλαξία
αγαλαξιών	=	αγαλαξία
αγαλβάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλβάνιστο
αγαλβάνιστε	adj	κλητική ενικού του αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλβάνιστη
αγαλβάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστης	adj	γενική ενικού του αγαλβάνιστη
αγαλβάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστος	adj	που δεν έχει ή δεν μπορεί να γαλβανιστεί
αγαλβάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγαλβάνιστος
αγαλλίαζα	=	αγαλλιάζω
αγαλλίαζαν	=	αγαλλιάζω
αγαλλίαζε	=	αγαλλιάζω
αγαλλίαζες	=	αγαλλιάζω
αγαλλίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλίαση	noun	συναίσθημα μεγάλης χαράς και ευφροσύνης
αγαλλίασης	noun	γενική ενικού του αγαλλίαση
αγαλλιάζαμε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζαν	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζανε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζατε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζει	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζεις	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζετε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζομε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζοντας	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζουμε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζουν	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζουνε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάζω	verb	χαίρομαι πάρα πολύ, ευφραίνομαι
αγαλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσαν	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάσανε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγαλλίαση
αγαλλιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγαλλίαση
αγαλλιάσομε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσουνε	=	αγαλλιάζω
αγαλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαλλιάζω
αγαλλιασμένος	=	αγαλλιάζω
αγαλλιούσα	=	αγαλλιώ
αγαλλιώ	verb|formal	αγαλλιάζω
αγαλλιώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγαλλιώ
αγαλμάτια	=	αγαλμάτιο
αγαλμάτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλμάτινο
αγαλμάτινε	adj	κλητική ενικού του αγαλμάτινος
αγαλμάτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλμάτινη
αγαλμάτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαλμάτινος
αγαλμάτινης	adj	γενική ενικού του αγαλμάτινη
αγαλμάτινο	adj	αιτιατική ενικού του αγαλμάτινος
αγαλμάτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαλμάτινος
αγαλμάτινος	adj	που αναφέρεται σε άγαλμα
αγαλμάτινου	adj	γενική ενικού του αγαλμάτινος
αγαλμάτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαλμάτινος
αγαλμάτινων	adj	γενική πληθυντικού του αγαλμάτινος
αγαλμάτιο	noun	μικρό άγαλμα, ειδώλιο
αγαλμάτιου	=	αγαλμάτιο
αγαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άγαλμα
αγαλματάκι	noun	μικρό άγαλμα
αγαλματάκια	=	αγαλματάκι
αγαλματένια	=	αγαλματένιος
αγαλματένιας	=	αγαλματένιος
αγαλματένιε	=	αγαλματένιος
αγαλματένιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλματένια
αγαλματένιια	=	αγαλματένιος
αγαλματένιιας	=	αγαλματένιος
αγαλματένιο	=	αγαλματένιος
αγαλματένιοι	=	αγαλματένιος
αγαλματένιος	adj	που μοιάζει με άγαλμα
αγαλματένιου	=	αγαλματένιος
αγαλματένιους	=	αγαλματένιος
αγαλματένιων	=	αγαλματένιος
αγαλματίας	noun|rare	τέλειος και όμορφος σαν άγαλμα
αγαλματίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλματίδιο
αγαλματίδιο	noun	μικρού μεγέθους άγαλμα, ειδώλιο
αγαλματίδιου	noun	γενική ενικού του αγαλματίδιο
αγαλματίου	=	αγαλμάτιο
αγαλματίτες	=	αγαλματίτης
αγαλματίτη	=	αγαλματίτης
αγαλματίτης	noun	είδος κόλλας που χρησιμοποιούσαν παλιότερα και που πιθανόν ταυτίζεται με την λιθόκολλα.
αγαλματίων	=	αγαλμάτιο
αγαλματιδίου	=	αγαλματίδιο
αγαλματιδίων	=	αγαλματίδιο
αγαλματιτών	=	αγαλματίτης
αγαλματοποιέ	noun	κλητική ενικού του αγαλματοποιός
αγαλματοποιία	noun	η τέχνη του αγαλματοποιού, η κατασκευή αγαλμάτων
αγαλματοποιίας	noun	γενική ενικού του αγαλματοποιία
αγαλματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλματοποιία
αγαλματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαλματοποιία
αγαλματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαλματοποιός
αγαλματοποιού	noun	γενική ενικού του αγαλματοποιός
αγαλματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγαλματοποιός
αγαλματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του αγαλματοποιός
αγαλματοποιός	noun	που κατασκευάζει αγάλματα, γλύπτης
αγαλματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαλματοποιός
αγαλματωδών	=	αγαλματώδης
αγαλματώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαλματώδης
αγαλματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγαλματώδης
αγαλματώδη	=	αγαλματώδης
αγαλματώδης	adj|formal	που έχει μορφή αγάλματος
αγαλματώδους	=	αγαλματώδης
αγαλούχητα	=	αγαλούχητος
αγαλούχητε	=	αγαλούχητος
αγαλούχητες	=	αγαλούχητος
αγαλούχητη	=	αγαλούχητος
αγαλούχητης	=	αγαλούχητος
αγαλούχητο	=	αγαλούχητος
αγαλούχητοι	=	αγαλούχητος
αγαλούχητος	adj	που δεν έχει γαλουχηθεί
αγαλούχητου	=	αγαλούχητος
αγαλούχητους	=	αγαλούχητος
αγαλούχητων	=	αγαλούχητος
αγαμία	noun	η αποχή από το γάμο
αγαμίας	noun	γενική ενικού του αγαμία
αγαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαμία
αγαμιών	noun	γενική πληθυντικού του αγαμία
αγαμογένεση	noun	αναπαραγωγή χωρίς συνένωση αρρένων και θηλέων γαμετών.
αγαμογένεσης	=	αγαμογένεση
αγαμογενέσεις	=	αγαμογένεση
αγαμογενέσεων	=	αγαμογένεση
αγαμοσπερμία	noun	αναπαραγωγή χωρίς γονιμοποίηση ή μείωση.
αγαμοσπερμίας	=	αγαμοσπερμία
αγαμοσπερμίες	=	αγαμοσπερμία
αγαμοσπερμιών	=	αγαμοσπερμία
αγανά	adv	αραιά (ως προς την ύφανση)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγανό
αγανάκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανάκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανάκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανάκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανάκτηση	noun	μεγάλη δυσαρέσκεια, οργή, παραφορά, και ειδικά το συναίσθημα που νιώθει κάποιος που πιστεύει ότι έχει αδικηθεί με κάποιον τρόπο
αγανάκτησης	noun	γενική ενικού του αγανάκτηση
αγανάχτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγανάχτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγανάχτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγανάχτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγανάχτηση	noun	άλλη μορφή του αγανάκτηση
αγανάχτησης	=	αγανάχτηση
αγανέ	adj	κλητική ενικού του αγανός
αγανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγανή
αγανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγανός
αγανής	adj	γενική ενικού του αγανή
αγανακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσαν	=	αγανακτώ
αγανακτήσανε	=	αγανακτώ
αγανακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγανάκτηση
αγανακτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγανάκτηση
αγανακτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσουνε	=	αγανακτώ
αγανακτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγανακτώ
αγανακτεί	=	αγανακτώ
αγανακτείς	=	αγανακτώ
αγανακτείτε	=	αγανακτώ
αγανακτισμέ	noun	κλητική ενικού του αγανακτισμός
αγανακτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγανακτισμένος	adv	με τρόπο που δείχνει αγανάκτηση ή θυμό
αγανακτισμένε	verb	κλητική ενικού του αγανακτισμένος
αγανακτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγανακτισμένη
αγανακτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγανακτισμένος
αγανακτισμένης	verb	γενική ενικού του αγανακτισμένη
αγανακτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγανακτισμένος
αγανακτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγανακτισμένος
αγανακτισμένος	verb	που έχει αγανακτήσει, που διακατέχεται από αγανάκτηση
αγανακτισμένου	verb	γενική ενικού του αγανακτισμένος
αγανακτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγανακτισμένος
αγανακτισμένων	verb	γενική πληθυντικού του αγανακτισμένος
αγανακτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγανακτισμός
αγανακτισμού	noun	γενική ενικού του αγανακτισμός
αγανακτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγανακτισμός
αγανακτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αγανακτισμός
αγανακτισμός	noun|rare	η αγανάκτηση ή η εκδήλωσή της
αγανακτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αγανακτισμός
αγανακτούμε	=	αγανακτώ
αγανακτούν	=	αγανακτώ
αγανακτούνε	=	αγανακτώ
αγανακτούσα	=	αγανακτώ
αγανακτούσαμε	=	αγανακτώ
αγανακτούσαν	=	αγανακτώ
αγανακτούσανε	=	αγανακτώ
αγανακτούσατε	=	αγανακτώ
αγανακτούσε	=	αγανακτώ
αγανακτούσες	=	αγανακτώ
αγανακτώ	verb	θυμώνω πολύ, καταλαμβάνομαι από αγανάκτηση, δικαιολογημένο θυμό επειδή αδικούμαι ή ταλαιπωρούμαι αδικαιολόγητα
αγανακτώντας	=	αγανακτώ
αγαναχτάω	=	αγαναχτώ
αγαναχτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσαν	=	αγαναχτώ
αγαναχτήσανε	=	αγαναχτώ
αγαναχτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσεων	=	αγανάχτηση
αγαναχτήσεως	=	αγανάχτηση
αγαναχτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαναχτώ
αγαναχτεί	=	αγαναχτώ
αγαναχτείς	=	αγαναχτώ
αγαναχτείτε	=	αγαναχτώ
αγαναχτισμένα	adv	άλλη μορφή του αγανακτισμένα
αγαναχτισμένε	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένες	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένη	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένης	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένο	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένοι	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένος	verb	άλλη γραφή του αγανακτισμένος
αγαναχτισμένου	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένους	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτισμένων	=	αγαναχτισμένος
αγαναχτούμε	=	αγαναχτώ
αγαναχτούν	=	αγαναχτώ
αγαναχτούνε	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσα	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσαμε	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσαν	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσανε	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσατε	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσε	=	αγαναχτώ
αγαναχτούσες	=	αγαναχτώ
αγαναχτώ	verb	άλλη μορφή του αγανακτώ
αγαναχτώντας	=	αγαναχτώ
αγανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγανός
αγανοΰφαινα	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφαιναν	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφαινε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφαινες	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφανα	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφαναν	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφανε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοΰφανες	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφάναμε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφάναν	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφάνανε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφάνατε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφάνει	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφάνετε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίναμε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίναν	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνανε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνατε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνει	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνεις	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνετε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνοντας	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνουμε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνουν	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνουνε	=	αγανοϋφαίνω
αγανοϋφαίνω	verb	υφαίνω αραιά
αγανοϋφασμένος	=	αγανοϋφαίνω
αγανού	adj	γενική ενικού του αγανός
αγανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγανός
αγαντάραμε	=	αγαντάρω
αγαντάραν	=	αγαντάρω
αγαντάρανε	=	αγαντάρω
αγαντάρατε	=	αγαντάρω
αγαντάρει	=	αγαντάρω
αγαντάρεις	=	αγαντάρω
αγαντάρετε	=	αγαντάρω
αγαντάριζα	=	αγαντάρω
αγαντάριζαν	=	αγαντάρω
αγαντάριζε	=	αγαντάρω
αγαντάριζες	=	αγαντάρω
αγαντάρισα	=	αγαντάρω
αγαντάρισαν	=	αγαντάρω
αγαντάρισε	=	αγαντάρω
αγαντάρισες	=	αγαντάρω
αγαντάρισμα	noun	η ενέργεια του αγαντάρω
αγαντάρομε	=	αγαντάρω
αγαντάροντας	=	αγαντάρω
αγαντάρουμε	=	αγαντάρω
αγαντάρουν	=	αγαντάρω
αγαντάρουνε	=	αγαντάρω
αγαντάρω	verb	πιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο
αγανταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαντάρισμα
αγανταρίσματος	noun	γενική ενικού του αγαντάρισμα
αγανταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγαντάρισμα
αγανταρισμένος	=	αγαντάρω
αγανό	adj	αιτιατική ενικού του αγανός
αγανός	adj	αραιός, χαλαρός
αγανών	adj	γενική πληθυντικού του αγανός
αγαπά	=	αγαπάω
αγαπάγαμε	=	αγαπάω
αγαπάγανε	=	αγαπάω
αγαπάγατε	=	αγαπάω
αγαπάει	=	αγαπάω
αγαπάκι	noun	υποκοριστικό του αγάπη, κυρίως ως προσφώνηση η όποια δείχνει τρυφερότητα
αγαπάκια	=	αγαπάκι
αγαπάμε	=	αγαπάω
αγαπάν	=	αγαπάω
αγαπάνε	=	αγαπάω
αγαπάς	=	αγαπάω
αγαπάτε	=	αγαπάω
αγαπάω	verb	έχω αισθήματα συμπάθειας ή φιλίας ή έρωτα
αγαπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσαν	=	αγαπάω
αγαπήσανε	=	αγαπάω
αγαπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσομε	=	αγαπάω
αγαπήσου	=	αγαπάω
αγαπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσουνε	=	αγαπάω
αγαπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπώ
αγαπίζαμε	=	αγαπίζω
αγαπίζαν	=	αγαπίζω
αγαπίζανε	=	αγαπίζω
αγαπίζατε	=	αγαπίζω
αγαπίζει	=	αγαπίζω
αγαπίζεις	=	αγαπίζω
αγαπίζετε	=	αγαπίζω
αγαπίζομε	=	αγαπίζω
αγαπίζοντας	=	αγαπίζω
αγαπίζουμε	=	αγαπίζω
αγαπίζουν	=	αγαπίζω
αγαπίζουνε	=	αγαπίζω
αγαπίζω	verb	συμφιλιώνομαι
αγαπίσαμε	=	αγαπίζω
αγαπίσαν	=	αγαπίζω
αγαπίσανε	=	αγαπίζω
αγαπίσατε	=	αγαπίζω
αγαπίσει	=	αγαπίζω
αγαπίσεις	=	αγαπίζω
αγαπίσετε	=	αγαπίζω
αγαπίσομε	=	αγαπίζω
αγαπίσουμε	=	αγαπίζω
αγαπίσουν	=	αγαπίζω
αγαπίσουνε	=	αγαπίζω
αγαπίστε	=	αγαπίζω
αγαπίσω	=	αγαπίζω
αγαπίτσα	noun|rare	υποκοριστικό του αγάπη, προσφώνηση για αγαπημένο πρόσωπο
αγαπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθήκαν	=	αγαπάω
αγαπηθήκανε	=	αγαπάω
αγαπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπηθούνε	=	αγαπάω
αγαπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγαπιέμαι
αγαπημέ	noun	κλητική ενικού του αγαπημός
αγαπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγαπημένος	noun	οι σελιδοδείκτες στο διαδίκτυο, οι ιστοσελιδες που κάποιος σημειώνει για να επισκέπτεται συχνά χωρις να χρειάζεται να τις αναζητεί
αγαπημένε	verb	κλητική ενικού του αγαπημένος
αγαπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπημένη
αγαπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπημένος
αγαπημένης	verb	γενική ενικού του αγαπημένη
αγαπημένο	verb	αιτιατική ενικού του αγαπημένος
αγαπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαπημένος
αγαπημένος	verb	που τον αγαπά ένα πρόσωπο	noun	αυτός που τον αγαπάει ένα πρόσωπο ερωτικά, ο εραστής
αγαπημένου	verb	γενική ενικού του αγαπημένος
αγαπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγαπημένος
αγαπημένων	verb	γενική πληθυντικού του αγαπημένος
αγαπημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαπημός
αγαπημού	noun	γενική ενικού του αγαπημός
αγαπημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγαπημός
αγαπημό	noun	αιτιατική ενικού του αγαπημός
αγαπημός	noun|vulgar	η επαναφορά και αποκατάσταση των φιλικών και αγαπητικών σχέσεων
αγαπημών	noun	γενική πληθυντικού του αγαπημός
αγαπησιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπησιάρης
αγαπησιάρας	adj	γενική ενικού του αγαπησιάρα
αγαπησιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπησιάρα
αγαπησιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγαπησιάρης
αγαπησιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπησιάρης
αγαπησιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του αγαπησιάρης
αγαπησιάρης	adj	ο επιρρεπής στον έρωτα, αισθηματίας, ερωτύλος, ερωτιάρης
αγαπησιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπησιάρικο
αγαπησιάρικε	=	αγαπησιάρικος
αγαπησιάρικες	=	αγαπησιάρικος
αγαπησιάρικη	=	αγαπησιάρικος
αγαπησιάρικης	=	αγαπησιάρικος
αγαπησιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγαπησιάρης
αγαπησιάρικοι	=	αγαπησιάρικος
αγαπησιάρικος	adj	που έχει σχέση με αγαπησιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που προκαλεί αισθήματα αγάπης
αγαπησιάρικου	adj	γενική ενικού του αγαπησιάρικο
αγαπησιάρικους	=	αγαπησιάρικος
αγαπησιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του αγαπησιάρικο
αγαπητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπητό
αγαπητέ	adj	κλητική ενικού του αγαπητός
αγαπητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπητή
αγαπητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπητός
αγαπητής	adj	γενική ενικού του αγαπητή
αγαπητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπητικό
αγαπητικέ	adj	κλητική ενικού του αγαπητικός
αγαπητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπητική
αγαπητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαπητικός
αγαπητικής	adj	γενική ενικού του αγαπητική
αγαπητικιά	noun	θηλυκό του αγαπητικός, η ερωμένη
αγαπητικιάς	noun	γενική ενικού του αγαπητικιά
αγαπητικιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπητικιά
αγαπητικιών	=	αγαπητικιά
αγαπητικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαπητικός
αγαπητικοτήτων	=	αγαπητικότητα
αγαπητικού	noun	γενική ενικού του αγαπητικός
αγαπητικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγαπητικός
αγαπητικό	noun	αιτιατική ενικού του αγαπητικός
αγαπητικός	noun	ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση	adj	που εμπεριέχει την αγάπη
αγαπητικότητα	noun	η καθημερινή βίωση αγάπης
αγαπητικότητας	=	αγαπητικότητα
αγαπητικότητες	=	αγαπητικότητα
αγαπητικών	adj	γενική πληθυντικού του αγαπητικός
αγαπητιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπητιλίκι
αγαπητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαπητός
αγαπητού	adj	γενική ενικού του αγαπητός
αγαπητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαπητός
αγαπητό	adj	αιτιατική ενικού του αγαπητός
αγαπητός	adj	που τον αγαπούν οι άλλοι, που τον συμπαθούν
αγαπητών	adj	γενική πληθυντικού του αγαπητός
αγαπιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγαπάω/αγαπώ
αγαπιέσαι	=	αγαπάω
αγαπιέστε	=	αγαπάω
αγαπιέται	=	αγαπάω
αγαπιούνται	=	αγαπάω
αγαπιούνταν	=	αγαπάω
αγαπιόμασταν	=	αγαπάω
αγαπιόμαστε	=	αγαπάω
αγαπιόμουν	=	αγαπάω
αγαπιόμουνα	=	αγαπάω
αγαπιόνται	=	αγαπάω
αγαπιόνταν	=	αγαπάω
αγαπιόντανε	=	αγαπάω
αγαπιόντουσαν	=	αγαπάω
αγαπιόσασταν	=	αγαπάω
αγαπιόσαστε	=	αγαπάω
αγαπιόσουν	=	αγαπάω
αγαπιόσουνα	=	αγαπάω
αγαπιόταν	=	αγαπάω
αγαπιότανε	=	αγαπάω
αγαποβότανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαποβότανο
αγαποβότανο	noun	ποώδες βότανο με μικρά ροζ ή άσπρα άνθη, (λατινικό όνομα Τeucrium polium), και παραδοσιακά χρησιμοποιείται και θεραπευτικά και ως φίλτρο που προκαλεί ή δυναμώνει τον έρωτα
αγαποβότανου	noun	γενική ενικού του αγαποβότανο
αγαποβότανων	noun	γενική πληθυντικού του αγαποβότανο
αγαπουλίνι	noun	προσφώνηση που εκφράζει γλυκιά αγάπη, τρυφερότητα κ.λπ.
αγαπουλίνια	=	αγαπουλίνι
αγαπουλίτσα	noun|rare	υποκοριστικό του αγαπούλα
αγαπουλινάκι	noun	υποκοριστικό του αγαπουλίνι
αγαπουλινάκια	=	αγαπουλινάκι
αγαπούλα	noun	υποκοριστικό του αγάπη
αγαπούλας	=	αγαπούλα
αγαπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαπούλα
αγαπούλη	=	αγαπούλης
αγαπούληδες	=	αγαπούλης
αγαπούληδων	=	αγαπούλης
αγαπούλης	noun	υποκοριστικό του αγάπη, προσφώνηση ή χαρακτηρισμός για τρυφερό και στοργικό άτομο
αγαπούλων	=	αγαπούλα
αγαπούμε	=	αγαπάω
αγαπούν	=	αγαπάω
αγαπούνε	=	αγαπάω
αγαπούσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αγαπάω
αγαπούσαμε	=	αγαπάω
αγαπούσαν	=	αγαπάω
αγαπούσανε	=	αγαπάω
αγαπούσατε	=	αγαπάω
αγαπούσε	=	αγαπάω
αγαπούσες	=	αγαπάω
αγαπώ	verb	άλλη μορφή του αγαπάω
αγαπών	=	αγάπη
αγαπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγαπάω / αγαπώ
αγαρδίτες	=	αγαρδίτης
αγαρδίτη	=	αγαρδίτης
αγαρδίτης	noun	ένυδρο ορυκτό που αποτελείται από χαλκό και σπάνιες γαίες, κυρίως δημήτριο και ύττριο
αγαρδιτών	=	αγαρδίτης
αγαρηνά	=	αγαρηνός
αγαρηνέ	=	αγαρηνός
αγαρηνές	=	αγαρηνός
αγαρηνή	=	αγαρηνός
αγαρηνής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγαρηνή) του αγαρηνός
αγαρηνοί	=	αγαρηνός
αγαρηνού	=	αγαρηνός
αγαρηνούς	=	αγαρηνός
αγαρηνό	=	αγαρηνός
αγαρηνός	adj	μουσουλμανικός, αραβικός
αγαρηνών	=	αγαρηνός
αγαρικά	=	αγαρικό
αγαρικού	=	αγαρικό
αγαρικό	noun	μύκητας της οικογένειας των Αγαριδοειδών που περιλαμβάνει το κοινό μανιτάρι
αγαρικών	=	αγαρικό
αγαρμπιά	noun	η αγαρμποσύνη
αγαρμπιάς	noun	γενική ενικού του αγαρμπιά
αγαρμπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαρμπιά
αγαρμπιών	=	αγαρμπιά
αγαρμποσυνών	=	αγαρμποσύνη
αγαρμποσύνες	=	αγαρμποσύνη
αγαρμποσύνη	noun	η ιδιότητα του άγαρμπου, η αδεξιότητα
αγαρμποσύνης	noun	γενική ενικού του αγαρμποσύνη
αγαρνίριστα	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστε	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστες	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαρνίριστος
αγαρνίριστης	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστο	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστοι	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστος	adj	που δεν έχει γαρνιριστεί
αγαρνίριστου	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστους	=	αγαρνίριστος
αγαρνίριστων	=	αγαρνίριστος
αγαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαστό
αγαστέ	adj	κλητική ενικού του αγαστός
αγαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγαστή
αγαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγαστός
αγαστής	adj	γενική ενικού του αγαστή
αγαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγαστός
αγαστού	adj	γενική ενικού του αγαστός
αγαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγαστός
αγαστό	adj	αιτιατική ενικού του αγαστός
αγαστός	adj|formal	άξιος θαυμασμού, αξιοθαύμαστος, άριστος
αγαστών	adj	γενική πληθυντικού του αγαστός
αγαυών	=	αγαύη
αγαύες	=	αγαύη
αγαύη	noun	γένος μονοκοτυλήδονων φυτών, γνωστά και ως αθάνατοι
αγαύης	=	αγαύη
αγγάρεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αγγαρεύω, το να βάζεις κάποιον να κάνει μια αγγαρεία
αγγάρευα	=	αγγαρεύω
αγγάρευαν	=	αγγαρεύω
αγγάρευε	=	αγγαρεύω
αγγάρευες	=	αγγαρεύω
αγγάρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγάρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγάρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγάρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγέλθηκα	=	αγγέλλω
αγγέλθηκαν	=	αγγέλλω
αγγέλθηκε	=	αγγέλλω
αγγέλθηκες	=	αγγέλλω
αγγέλιασμα	noun|literary	το να βλέπω τον άγγελο του επικείμενου θανάτου μου
αγγέλλαμε	=	αγγέλλω
αγγέλλαν	=	αγγέλλω
αγγέλλανε	=	αγγέλλω
αγγέλλατε	=	αγγέλλω
αγγέλλει	=	αγγέλλω
αγγέλλεις	=	αγγέλλω
αγγέλλεσαι	=	αγγέλλω
αγγέλλεσθε	=	αγγέλλω
αγγέλλεστε	=	αγγέλλω
αγγέλλεται	=	αγγέλλω
αγγέλλετε	=	αγγέλλω
αγγέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγγέλλω
αγγέλλομε	=	αγγέλλω
αγγέλλονται	=	αγγέλλω
αγγέλλονταν	=	αγγέλλω
αγγέλλοντας	=	αγγέλλω
αγγέλλουμε	=	αγγέλλω
αγγέλλουν	=	αγγέλλω
αγγέλλουνε	=	αγγέλλω
αγγέλλω	verb|formal	φέρνω μία είδηση, αναγγέλλω, ανακοινώνω
αγγέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγγελμα
αγγέλματος	noun	γενική ενικού του άγγελμα
αγγέλου	noun	γενική ενικού του άγγελος
αγγέλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άγγελος
αγγέλω	=	αγγέλλω
αγγέλων	noun	γενική πληθυντικού του άγγελος
αγγίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγγιγμα
αγγίγματος	noun	γενική ενικού του άγγιγμα
αγγίζαμε	=	αγγίζω
αγγίζαν	=	αγγίζω
αγγίζανε	=	αγγίζω
αγγίζατε	=	αγγίζω
αγγίζει	=	αγγίζω
αγγίζεις	=	αγγίζω
αγγίζεσαι	=	αγγίζω
αγγίζεστε	=	αγγίζω
αγγίζεται	=	αγγίζω
αγγίζετε	=	αγγίζω
αγγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγγίζω
αγγίζομε	=	αγγίζω
αγγίζονται	=	αγγίζω
αγγίζονταν	=	αγγίζω
αγγίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγγίζω
αγγίζου	=	αγγίζω
αγγίζουμε	=	αγγίζω
αγγίζουν	=	αγγίζω
αγγίζουνε	=	αγγίζω
αγγίζω	verb	ακουμπώ κάτι με την άκρη των δαχτύλων μου, πολύ απαλά
αγγίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξαν	=	αγγίζω
αγγίξανε	=	αγγίζω
αγγίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξομε	=	αγγίζω
αγγίξου	=	αγγίζω
αγγίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξουνε	=	αγγίζω
αγγίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγίζω
αγγίσαμε	=	αγγίζω
αγγίσατε	=	αγγίζω
αγγίσει	=	αγγίζω
αγγίσεις	=	αγγίζω
αγγίσετε	=	αγγίζω
αγγίσομε	=	αγγίζω
αγγίσου	=	αγγίζω
αγγίσουμε	=	αγγίζω
αγγίσουν	=	αγγίζω
αγγίσουνε	=	αγγίζω
αγγίστηκα	=	αγγίζω
αγγίστηκαν	=	αγγίζω
αγγίστηκε	=	αγγίζω
αγγίστηκες	=	αγγίζω
αγγίσω	=	αγγίζω
αγγίχτε	=	αγγίζω
αγγίχτηκα	=	αγγίζω
αγγίχτηκαν	=	αγγίζω
αγγίχτηκε	=	αγγίζω
αγγίχτηκες	=	αγγίζω
αγγαρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγάρεμα
αγγαρέματος	noun	γενική ενικού του αγγάρεμα
αγγαρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψαν	=	αγγαρεύω
αγγαρέψανε	=	αγγαρεύω
αγγαρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψομε	=	αγγαρεύω
αγγαρέψου	=	αγγαρεύω
αγγαρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψουνε	=	αγγαρεύω
αγγαρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρεία	noun	καταναγκαστική εργασία
αγγαρείας	noun	γενική ενικού του αγγαρεία
αγγαρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγαρεία
αγγαρειομάχε	=	αγγαρειομάχος
αγγαρειομάχο	=	αγγαρειομάχος
αγγαρειομάχοι	=	αγγαρειομάχος
αγγαρειομάχος	noun|slang	στρατιώτης που του ανατίθενται συχνά αγγαρείες
αγγαρειομάχου	=	αγγαρειομάχος
αγγαρειομάχους	=	αγγαρειομάχος
αγγαρειομάχων	=	αγγαρειομάχος
αγγαρειών	noun	γενική πληθυντικού του αγγαρεία
αγγαρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγάρεμα
αγγαρεμένος	=	αγγαρεύω
αγγαρευτήκαμε	=	αγγαρεύω
αγγαρευτήκαν	=	αγγαρεύω
αγγαρευτήκανε	=	αγγαρεύω
αγγαρευτήκατε	=	αγγαρεύω
αγγαρευτεί	=	αγγαρεύω
αγγαρευτείς	=	αγγαρεύω
αγγαρευτείτε	=	αγγαρεύω
αγγαρευτούμε	=	αγγαρεύω
αγγαρευτούν	=	αγγαρεύω
αγγαρευτούνε	=	αγγαρεύω
αγγαρευτώ	=	αγγαρεύω
αγγαρευόμασταν	=	αγγαρεύω
αγγαρευόμαστε	=	αγγαρεύω
αγγαρευόμουν	=	αγγαρεύω
αγγαρευόμουνα	=	αγγαρεύω
αγγαρευόντουσαν	=	αγγαρεύω
αγγαρευόσασταν	=	αγγαρεύω
αγγαρευόσαστε	=	αγγαρεύω
αγγαρευόσουν	=	αγγαρεύω
αγγαρευόσουνα	=	αγγαρεύω
αγγαρευόταν	=	αγγαρεύω
αγγαρευότανε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύαμε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύαν	=	αγγαρεύω
αγγαρεύανε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύατε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύει	=	αγγαρεύω
αγγαρεύεις	=	αγγαρεύω
αγγαρεύεσαι	=	αγγαρεύω
αγγαρεύεστε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύεται	=	αγγαρεύω
αγγαρεύετε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγγαρεύω
αγγαρεύομε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύονται	=	αγγαρεύω
αγγαρεύονταν	=	αγγαρεύω
αγγαρεύοντας	=	αγγαρεύω
αγγαρεύου	=	αγγαρεύω
αγγαρεύουμε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύουν	=	αγγαρεύω
αγγαρεύουνε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύτε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύτηκα	=	αγγαρεύω
αγγαρεύτηκαν	=	αγγαρεύω
αγγαρεύτηκε	=	αγγαρεύω
αγγαρεύτηκες	=	αγγαρεύω
αγγαρεύω	verb	ζητώ από κάποιον ή τον αναγκάζω να κάνει χωρίς αμοιβή μια συγκεκριμένη εργασία, πιθανόν δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη, μια αγγαρεία
αγγαροδουλειά	noun	μια εργασία που πρέπει να οφείλει να κάνει κάποιος υποχρεωτικά, για την οποία όμως του λείπει η προθυμία
αγγαροδουλειάς	=	αγγαροδουλειά
αγγαροδουλειές	=	αγγαροδουλειά
αγγαροδουλειών	=	αγγαροδουλειά
αγγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγείο
αγγείλαμε	=	αγγέλλω
αγγείλαν	=	αγγέλλω
αγγείλανε	=	αγγέλλω
αγγείλατε	=	αγγέλλω
αγγείλει	=	αγγέλλω
αγγείλεις	=	αγγέλλω
αγγείλετε	=	αγγέλλω
αγγείλομε	=	αγγέλλω
αγγείλουμε	=	αγγέλλω
αγγείλουν	=	αγγέλλω
αγγείλουνε	=	αγγέλλω
αγγείλτε	=	αγγέλλω
αγγείλω	=	αγγέλλω
αγγείο	noun	πήλινο σκεύος που περιέχει υγρό
αγγείου	noun	γενική ενικού του αγγείο
αγγείωμα	noun	καλόηθες νεοπλασματικό μόρφωμα από τριχοειδή αγγεία που πολλαπλασιάζονται τοπικά και σχηματίζουν ένα πυκνό πλέγμα, αυξάνοντας έτσι και τη ροή του αίματος σε εκείνο το σημείο
αγγείων	noun	γενική πληθυντικού του αγγείο
αγγείωση	noun	ο σχηματισμός των αγγείων στο ανθρώπινο σώμα
αγγείωσης	noun	γενική ενικού του αγγείωση
αγγειά	=	αγγειό
αγγειίτιδα	noun	φλεγμονή των αιμοφόρων και λεμφικών αγγείων
αγγειίτιδας	noun	γενική ενικού του αγγειίτιδα
αγγειίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειίτιδα
αγγειίτιδων	=	αγγειίτιδα
αγγειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειακό	adv	όσον αφορά τα αγγεία
αγγειακέ	adj	κλητική ενικού του αγγειακός
αγγειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειακή
αγγειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειακός
αγγειακής	adj	γενική ενικού του αγγειακή
αγγειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειακός
αγγειακού	adj	γενική ενικού του αγγειακός
αγγειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειακός
αγγειακό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειακός
αγγειακός	adj	που αναφέρεται στα αγγεία του ανθρώπινου σώματος
αγγειακών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειακός
αγγειεκτασία	noun	η μη φυσιολογική διάταση, διαστολή ή επιμήκυνση, ενός αγγείου
αγγειεκτασίας	noun	γενική ενικού του αγγειεκτασία
αγγειεκτασίες	=	αγγειεκτασία
αγγειεκτασιών	=	αγγειεκτασία
αγγειεκτομές	=	αγγειεκτομή
αγγειεκτομή	noun	χειρουργική επέμβαση που χρησιμοποιείται ως μέθοδος στείρωσης/αντισύλληψης για τους άνδρες και τα αρσενικά θηλαστικά και που περιλαμβάνει την εκτομή σπερματικών πόρων ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκροή του σπέρματος κατά τη συνουσία
αγγειεκτομής	=	αγγειεκτομή
αγγειεκτομών	=	αγγειεκτομή
αγγειοανοσοβλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοανοσοβλαστικό
αγγειοανοσοβλαστικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοανοσοβλαστική
αγγειοανοσοβλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικής	adj	γενική ενικού του αγγειοανοσοβλαστική
αγγειοανοσοβλαστικη	=	αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικο	=	αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικού	adj	γενική ενικού του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοανοσοβλαστικός	adj	που έχει σχέση με τα αιμοφόρα αγγεία που σχετίζονται με τα βλαστικά κύτταρα λεμφοειδούς ιστού
αγγειοανοσοβλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοανοσοβλαστικός
αγγειοαποφρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοαποφρακτικό
αγγειοαποφρακτικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοαποφρακτική
αγγειοαποφρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικής	adj	γενική ενικού του αγγειοαποφρακτική
αγγειοαποφρακτικη	=	αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικο	=	αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικού	adj	γενική ενικού του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοαποφρακτικός	adj	που έχει σχέση με την απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου, προκύπτει ή προκαλείται απ’ αυτή
αγγειοαποφρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοαποφρακτικός
αγγειοβλάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοβλάστη
αγγειοβλάστη	noun	κύτταρο που συμβάλλει στη γένεση ενός αγγείου
αγγειοβλάστης	noun	γενική ενικού του αγγειοβλάστη
αγγειοβλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοβλαστικό
αγγειοβλαστικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοβλαστική
αγγειοβλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικής	adj	γενική ενικού του αγγειοβλαστική
αγγειοβλαστικη	=	αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικο	=	αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικού	adj	γενική ενικού του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστικός	adj	που έχει σχέση με την αγγειοβλάστη ή αναφέρεται σ’ αυτή
αγγειοβλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοβλαστικός
αγγειοβλαστών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοβλάστη
αγγειοβρίθεια	noun	η ύπαρξη πυκνού και πλούσιου αγγειακού δικτύου
αγγειοβρίθειας	noun	γενική ενικού του αγγειοβρίθεια
αγγειοβρίθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοβρίθεια
αγγειοβριθές	=	αγγειοβριθής
αγγειοβριθή	=	αγγειοβριθής
αγγειοβριθής	adj	που έχει αγγειοβρίθεια
αγγειοβριθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοβριθής
αγγειοβριθειών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοβρίθεια
αγγειοβριθούς	=	αγγειοβριθής
αγγειοβριθών	=	αγγειοβριθής
αγγειογένεση	noun	η διαδικασία σχηματισμού και ανάπτυξης νέων αιμοφόρων αγγείων
αγγειογένεσης	noun	γενική ενικού του αγγειογένεση
αγγειογενές	=	αγγειογενής
αγγειογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογένεση
αγγειογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειογένεση
αγγειογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγγειογένεση
αγγειογενή	=	αγγειογενής
αγγειογενής	adj	που προκαλείται ή προέρχεται από τα αιμοφόρα αγγεία
αγγειογενείς	=	αγγειογενής
αγγειογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογενετικό
αγγειογενετικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειογενετικός
αγγειογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογενετική
αγγειογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειογενετικός
αγγειογενετικής	adj	γενική ενικού του αγγειογενετική
αγγειογενετικη	=	αγγειογενετικός
αγγειογενετικο	=	αγγειογενετικός
αγγειογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειογενετικός
αγγειογενετικού	adj	γενική ενικού του αγγειογενετικός
αγγειογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειογενετικός
αγγειογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειογενετικός
αγγειογενετικός	adj	που έχει σχέση με την αγγειογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αγγειογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειογενετικός
αγγειογενούς	=	αγγειογενής
αγγειογενών	=	αγγειογενής
αγγειογράφε	noun	κλητική ενικού του αγγειογράφος
αγγειογράφημα	noun	εξέταση κατά την οποία γίνεται απεικόνιση των αιμοφόρων αγγείων του ανθρώπινου σώματος
αγγειογράφο	noun	αιτιατική ενικού του αγγειογράφος
αγγειογράφοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογράφος
αγγειογράφος	noun	ζωγράφος που διακοσμεί την επιφάνεια ενός αγγείου με παραστάσεις ανθρώπων ή ζώων ή αφηρημένα σχήματα
αγγειογράφου	noun	γενική ενικού του αγγειογράφος
αγγειογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγειογράφος
αγγειογράφων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειογράφος
αγγειογραφήματα	=	αγγειογράφημα
αγγειογραφήματος	=	αγγειογράφημα
αγγειογραφία	noun	η ζωγραφική πάνω στην επιφάνεια κεραμικών αγγείων
αγγειογραφίας	noun	γενική ενικού του αγγειογραφία
αγγειογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογραφία
αγγειογραφημάτων	=	αγγειογράφημα
αγγειογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογραφικό
αγγειογραφικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειογραφικός
αγγειογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειογραφική
αγγειογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειογραφικός
αγγειογραφικής	adj	γενική ενικού του αγγειογραφική
αγγειογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειογραφικός
αγγειογραφικού	adj	γενική ενικού του αγγειογραφικός
αγγειογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειογραφικός
αγγειογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειογραφικός
αγγειογραφικός	adj	ο σχετικός με την αγγειογραφία
αγγειογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειογραφικός
αγγειογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειογραφία
αγγειοδερματίτιδα	noun	φλεγμονή των μικρών αιμοφόρων αγγείων του δέρματος
αγγειοδερματίτιδας	=	αγγειοδερματίτιδα
αγγειοδερματίτιδες	=	αγγειοδερματίτιδα
αγγειοδερματίτιδων	=	αγγειοδερματίτιδα
αγγειοδιασταλτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδιασταλτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδιασταλτικό, ουδέτερο του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιασταλτικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιασταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδιασταλτική
αγγειοδιασταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιασταλτικής	adj	γενική ενικού του αγγειοδιασταλτική
αγγειοδιασταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιασταλτικού	adj	γενική ενικού του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιασταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιασταλτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αγγειοδιασταλτικός	noun	φάρμακο που επιφέρει αγγειοδιαστολή και ελάττωση της αρτηριακής πίεσης
αγγειοδιασταλτικός	adj	που προκαλεί διαστολή των αιμοφόρων αγγείων
αγγειοδιασταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοδιασταλτικός
αγγειοδιαστολές	=	αγγειοδιαστολή
αγγειοδιαστολή	noun	η διαστολή των αιμοφόρων αγγείων
αγγειοδιαστολής	noun	γενική ενικού του αγγειοδιαστολή
αγγειοδιαστολών	=	αγγειοδιαστολή
αγγειοδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδραστικό
αγγειοδραστικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδραστική
αγγειοδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικής	adj	γενική ενικού του αγγειοδραστική
αγγειοδραστικη	=	αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικο	=	αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικού	adj	γενική ενικού του αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοδραστικός
αγγειοδραστικός	adj	που προκαλεί στένωση ή διεύρυνση αιμοφόρων αγγείων
αγγειοδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοδραστικός
αγγειοδυσπλασία	noun	αγγειακή δυσπλασία ή γενικότερα βλάβη του γαστρεντερικού συστήματος, που ευθύνεται για απώλεια αίματος ή για αναιμία
αγγειοδυσπλασίας	noun	γενική ενικού του αγγειοδυσπλασία
αγγειοδυσπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοδυσπλασία
αγγειοδυσπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοδυσπλασία
αγγειοκαρδιογράφημα	noun	ακτινογραφική εξέταση καρδιακών αγγείων ή γενικότερα τμημάτων της καρδιάς με έκχυση ειδικού υγρού στο αίμα, ώστε να απεικονίζεται στις ακτινογραφίες
αγγειοκαρδιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοκαρδιογράφημα
αγγειοκαρδιογραφήματος	noun	γενική ενικού του αγγειοκαρδιογράφημα
αγγειοκαρδιογραφία	noun	η ακτινοσκοπική απεικόνιση της καρδιάς και των αγγείων της
αγγειοκαρδιογραφίας	noun	γενική ενικού του αγγειοκαρδιογραφία
αγγειοκαρδιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοκαρδιογραφία
αγγειοκαρδιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοκαρδιογράφημα
αγγειοκαρδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοκαρδιογραφία
αγγειοκεράτωμα	noun	καλοήθης δερματική ασθένεια, κατά την οποία έχουμε ευρυαγγεία αιμοφόρων αγγείων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σημαδάκια στο δέρμα στην κοιλιά, στους μηρούς, στα γεννητικά όργανα κ.α.
αγγειοκερατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοκεράτωμα
αγγειοκερατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοκεράτωμα
αγγειοκερατώματος	noun	γενική ενικού του αγγειοκεράτωμα
αγγειοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοκινητικό
αγγειοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοκινητικός
αγγειοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοκινητική
αγγειοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοκινητικός
αγγειοκινητικής	adj	γενική ενικού του αγγειοκινητική
αγγειοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοκινητικός
αγγειοκινητικού	adj	γενική ενικού του αγγειοκινητικός
αγγειοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοκινητικός
αγγειοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοκινητικός
αγγειοκινητικός	adj	που προκαλεί ή αναφέρεται στην κίνηση των αιμοφόρων αγγείων
αγγειοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοκινητικός
αγγειολίπωμα	noun	υποδόριο λίπωμα αγγειακής δομής
αγγειολαβίδα	noun	ειδική λαβίδα που ενδείκνυται για τη χειρούργηση αγγείων
αγγειολαβίδας	noun	γενική ενικού του αγγειολαβίδα
αγγειολαβίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειολαβίδα
αγγειολαβίδων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειολαβίδα
αγγειολιπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειολίπωμα
αγγειολιπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειολίπωμα
αγγειολιπώματος	noun	γενική ενικού του αγγειολίπωμα
αγγειολογία	noun	κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των αγγείων
αγγειολογίας	noun	γενική ενικού του αγγειολογία
αγγειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειολογία
αγγειολογικά	adv	σχετικά με την αγγειολογία
αγγειολογικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειολογικός
αγγειολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειολογική
αγγειολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειολογικός
αγγειολογικής	adj	γενική ενικού του αγγειολογική
αγγειολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειολογικός
αγγειολογικού	adj	γενική ενικού του αγγειολογικός
αγγειολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειολογικός
αγγειολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειολογικός
αγγειολογικός	adj	σχετικός με την αγγειολογία
αγγειολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειολογικός
αγγειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειολογία
αγγειολόγε	noun	κλητική ενικού του αγγειολόγος
αγγειολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αγγειολόγος
αγγειολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειολόγος
αγγειολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην αγγειολογία
αγγειολόγου	noun	γενική ενικού του αγγειολόγος
αγγειολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγειολόγος
αγγειολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειολόγος
αγγειομυολίπωμα	noun	καλοήθης νεφρικός όγκος με αγγειακά, μυϊκά και λιπώδη στοιχεία στη δομή του
αγγειομυολιπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειομυολίπωμα
αγγειομυολιπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειομυολίπωμα
αγγειομυολιπώματος	noun	γενική ενικού του αγγειομυολίπωμα
αγγειονευρωτικά	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικέ	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικές	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτική	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικής	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικοί	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικού	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικούς	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικό	=	αγγειονευρωτικός
αγγειονευρωτικός	adj	που αναφέρεται στα αγγεία και στα νεύρα
αγγειονευρωτικών	=	αγγειονευρωτικός
αγγειοοίδημα	noun	το αγγειονευρωτικό οίδημα
αγγειοοιδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοοίδημα
αγγειοοιδήματος	noun	γενική ενικού του αγγειοοίδημα
αγγειοοιδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοοίδημα
αγγειοπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης των αγγείων
αγγειοπάθειας	noun	γενική ενικού του αγγειοπάθεια
αγγειοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπάθεια
αγγειοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοπάθεια
αγγειοπιεσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπιεσίνη
αγγειοπιεσίνη	noun	ορμόνη που παράγεται στον υποθάλαμο και αποθηκεύεται στη νευροϋπόφυση, ρυθμίζοντας την κατακράτηση νερού από τους νεφρούς και συμβάλλοντας στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης μέσω αγγειοσύσπασης
αγγειοπιεσίνης	noun	γενική ενικού του αγγειοπιεσίνη
αγγειοπιεσινών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοπιεσίνη
αγγειοπλάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπλάστης
αγγειοπλάστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγγειοπλάστης
αγγειοπλάστης	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει αγγεία και κεραμικά
αγγειοπλάστρια	noun	θηλυκό του αγγειοπλάστης
αγγειοπλάστριας	noun	γενική ενικού του αγγειοπλάστρια
αγγειοπλάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπλάστρια
αγγειοπλαστεία	=	αγγειοπλαστείο
αγγειοπλαστείο	noun	χώρος, εργαστήριο, όπου κατασκευάζονται αγγεία
αγγειοπλαστείου	=	αγγειοπλαστείο
αγγειοπλαστείων	=	αγγειοπλαστείο
αγγειοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπλαστικό
αγγειοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπλαστική
αγγειοπλαστική	noun	η τεχνική της κατασκευής αγγείων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστικής	noun	γενική ενικού του αγγειοπλαστική
αγγειοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστικού	adj	γενική ενικού του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστικός	adj	που χρησιμοποιείται για την κατασκευή αγγείων, που αφορά τους αγγειοπλάστες
αγγειοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοπλαστικός
αγγειοπλαστριών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοπλάστρια
αγγειοπλαστών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοπλάστης
αγγειορραγία	noun	αιμορραγία από σπάσιμο αγγείου του σώματος
αγγειορραγίας	noun	γενική ενικού του αγγειορραγία
αγγειορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειορραγία
αγγειορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειορραγία
αγγειοσάρκωμα	noun	κακοήθης όγκος στους ιστούς των αγγείων
αγγειοσαρκωμάτων	=	αγγειοσάρκωμα
αγγειοσαρκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσάρκωμα
αγγειοσαρκώματος	noun	γενική ενικού του αγγειοσάρκωμα
αγγειοσκοπήσεις	=	αγγειοσκόπηση
αγγειοσκοπήσεων	=	αγγειοσκόπηση
αγγειοσκοπίου	=	αγγειοσκόπιο
αγγειοσκοπίων	=	αγγειοσκόπιο
αγγειοσκόπηση	noun	ιατρική εξέταση του εσωτερικού τμήματος των αγγείων του ανθρώπινου σώματος
αγγειοσκόπησης	=	αγγειοσκόπηση
αγγειοσκόπια	=	αγγειοσκόπιο
αγγειοσκόπιο	noun	ειδική συσκευή - μικροσκόπιο με το οποίο επιχειρείται η αγγειοσκόπηση
αγγειοσκόπιου	=	αγγειοσκόπιο
αγγειοσπασμέ	=	αγγειοσπασμός
αγγειοσπασμοί	=	αγγειοσπασμός
αγγειοσπασμού	=	αγγειοσπασμός
αγγειοσπασμούς	=	αγγειοσπασμός
αγγειοσπασμό	=	αγγειοσπασμός
αγγειοσπασμός	noun	άλλη μορφή του αγγειόσπασμος
αγγειοσπασμών	=	αγγειοσπασμός
αγγειοσπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσπαστικό
αγγειοσπαστικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοσπαστικός
αγγειοσπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσπαστική
αγγειοσπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοσπαστικός
αγγειοσπαστικής	adj	γενική ενικού του αγγειοσπαστική
αγγειοσπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσπαστικός
αγγειοσπαστικού	adj	γενική ενικού του αγγειοσπαστικός
αγγειοσπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοσπαστικός
αγγειοσπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοσπαστικός
αγγειοσπαστικός	adj	που έχει σχέση με τον αγγειόσπασμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αγγειοσπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοσπαστικός
αγγειοσυσπάσεις	=	αγγειοσύσπαση
αγγειοσυσπάσεων	=	αγγειοσύσπαση
αγγειοσυσπαστικά	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικέ	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικές	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστική	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικής	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικοί	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικού	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικούς	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσπαστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αγγειοσυσπαστικός	noun	φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται για την αύξηση της αρτηριακής πίεσης
αγγειοσυσπαστικός	adj	ο σχετικός με την αγγειοσύσπαση, ο ο αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσπαστικών	=	αγγειοσυσπαστικός
αγγειοσυσταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσυσταλτικό	adv	προκαλώντας συστολή των αγγείων
αγγειοσυσταλτικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσυσταλτική
αγγειοσυσταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσταλτικής	adj	γενική ενικού του αγγειοσυσταλτική
αγγειοσυσταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσταλτικού	adj	γενική ενικού του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυσταλτικός	adj	που προκαλεί συστολή των αιμοφόρων αγγείων
αγγειοσυσταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοσυσταλτικός
αγγειοσυστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοσυστολή
αγγειοσυστολή	noun	η συστολή των αιμοφόρων αγγείων
αγγειοσυστολής	noun	γενική ενικού του αγγειοσυστολή
αγγειοσυστολών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοσυστολή
αγγειοσύσπαση	noun	σύσπαση η οποία προκαλείται σε αγγείο του ανθρώπινου σώματος με αποτέλεσμα τη μείωση της διαμέτρου, η αγγειοσυστολή
αγγειοσύσπασης	=	αγγειοσύσπαση
αγγειοτασίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοτασίνη
αγγειοτασίνη	noun	άλλη μορφή του αγγειοτενσίνη
αγγειοτασίνης	noun	γενική ενικού του αγγειοτασίνη
αγγειοτασινών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοτασίνη
αγγειοτενσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοτενσίνη
αγγειοτενσίνη	noun	πρωτεΐνη που βρίσκεται στο πλάσμα του αίματος που προκαλεί αύξηση της πίεσης όταν υπερβαίνει ένα όριο
αγγειοτενσίνης	noun	γενική ενικού του αγγειοτενσίνη
αγγειοτενσινογόνο	noun	πρωτεΐνη που συντίθεται στο ήπαρ και εκκρίνεται στο αίμα μετατρεπόμενη σε αγγειοτενσίνη
αγγειοτενσινών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοτενσίνη
αγγειοχειρουργέ	noun	κλητική ενικού του αγγειοχειρουργός
αγγειοχειρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοχειρουργικό	adv	από την άποψη της αγγειοχειρουργικής
αγγειοχειρουργικέ	adj	κλητική ενικού του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειοχειρουργική
αγγειοχειρουργική	noun	ο τομέας της χειρουργικής που περιλαμβάνει τη διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων των αγγείων (αρτηρίες, φλέβες, λεμφαγγεία)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργικής	noun	γενική ενικού του αγγειοχειρουργική	adj	γενική ενικού του αγγειοχειρουργική
αγγειοχειρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργικού	adj	γενική ενικού του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργικός	adj	που αναφέρεται στη χειρουργική των αγγείων ή στους ιατρούς που την εξασκούν
αγγειοχειρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγειοχειρουργικός
αγγειοχειρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειοχειρουργός
αγγειοχειρουργού	noun	γενική ενικού του αγγειοχειρουργός
αγγειοχειρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγειοχειρουργός
αγγειοχειρουργό	noun	αιτιατική ενικού του αγγειοχειρουργός
αγγειοχειρουργός	noun	ο χειρουργός που ειδικεύεται στην αποκατάσταση βλαβών στα αιμοφόρα αγγεία
αγγειοχειρουργών	noun	γενική πληθυντικού του αγγειοχειρουργός
αγγειοχειρούργε	=	αγγειοχειρούργος
αγγειοχειρούργο	=	αγγειοχειρούργος
αγγειοχειρούργοι	=	αγγειοχειρούργος
αγγειοχειρούργος	noun	άλλη μορφή του αγγειοχειρουργός (με μετακίνηση τόνου)
αγγειοχειρούργου	=	αγγειοχειρούργος
αγγειοχειρούργους	=	αγγειοχειρούργος
αγγειοχειρούργων	=	αγγειοχειρούργος
αγγειού	=	αγγειό
αγγειωδών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αγγειώδης
αγγειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγείωμα
αγγειωμάτωση	noun	σπάνια καλοήθης (μη νεοπλασματική) κατάσταση που εκδηλώνεται με την εμφάνιση αγγειωμάτων σε διάφορα όργανα
αγγειωμάτωσης	noun	γενική ενικού του αγγειωμάτωση
αγγειωματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειωμάτωση
αγγειωματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγγειωμάτωση
αγγειωματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγγειωμάτωση
αγγειό	noun	δοχείο, οικιακό σκεύος
αγγειόσπασμε	=	αγγειόσπασμος
αγγειόσπασμο	=	αγγειόσπασμος
αγγειόσπασμοι	=	αγγειόσπασμος
αγγειόσπασμος	noun	σπαστική συστολή του μυικού χιτώνα του αγγείου, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα μια απότομη τοπική αγγειοσυστολή
αγγειόσπασμου	=	αγγειόσπασμος
αγγειόσπασμους	=	αγγειόσπασμος
αγγειόσπασμων	=	αγγειόσπασμος
αγγειόσπερμα	=	αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμε	adj	κλητική ενικού του αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγειόσπερμη
αγγειόσπερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμης	adj	γενική ενικού του αγγειόσπερμη
αγγειόσπερμο	adj	αιτιατική ενικού του αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμος	adj	που τα σπέρματά του βρίσκονται σε αγγεία, σε κάλυκα, και δεν είναι γυμνά
αγγειόσπερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγειόσπερμος
αγγειόσπερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγειόσπερμος
αγγειώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του αγγειώδης
αγγειώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγγειώδης
αγγειώδη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του αγγειώδης
αγγειώδης	adj	που αφορά στα αγγεία των ανθρώπων ή των φυτών
αγγειώδους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αγγειώδης
αγγειώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγείωμα
αγγειώματος	noun	γενική ενικού του αγγείωμα
αγγειών	=	αγγειό
αγγειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγείωση
αγγειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγγείωση
αγγειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγγείωση
αγγελάκι	noun	το αγγελούδι
αγγελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελάκι
αγγελία	noun	διατύπωση και μεταβίβαση μιας είδησης, μηνύματος, πληροφορίας· αναγγελία
αγγελίας	noun	γενική ενικού του αγγελία
αγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελία
αγγελθήκαμε	=	αγγέλλω
αγγελθήκαν	=	αγγέλλω
αγγελθήκανε	=	αγγέλλω
αγγελθήκατε	=	αγγέλλω
αγγελθεί	=	αγγέλλω
αγγελθείς	=	αγγέλλω
αγγελθείτε	=	αγγέλλω
αγγελθούμε	=	αγγέλλω
αγγελθούν	=	αγγέλλω
αγγελθούνε	=	αγγέλλω
αγγελθώ	=	αγγέλλω
αγγελιάζεσαι	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάζεστε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάζεται	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάζομαι	verb|literary	βλέπω τον άγγελο του επικείμενου θανάτου μου
αγγελιάζονται	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάζονταν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγέλιασμα
αγγελιάσματος	noun	γενική ενικού του αγγέλιασμα
αγγελιάσου	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάστηκα	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάστηκαν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάστηκε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιάστηκες	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόμασταν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόμαστε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόμουν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόμουνα	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόντουσαν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόσασταν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόσαστε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόσουν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόσουνα	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζόταν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαζότανε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγέλιασμα
αγγελιασμένος	=	αγγελιάζομαι
αγγελιασμενος	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαστήκαμε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαστήκαν	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαστήκανε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαστήκατε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαστεί	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαστείτε	=	αγγελιάζομαι
αγγελιαφόρε	=	αγγελιαφόρος
αγγελιαφόρο	noun	αιτιατική ενικού του αγγελιαφόρος
αγγελιαφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελιαφόρος
αγγελιαφόρος	noun	αρχική μορφή του αγγελιοφόρος
αγγελιαφόρου	noun	γενική ενικού του αγγελιαφόρος
αγγελιαφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγελιαφόρος
αγγελιαφόρων	noun	γενική πληθυντικού του αγγελιαφόρος
αγγελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγγελικός	adv	σαν άγγελος, όπως κάνουν οι άγγελοι, με ομορφιά και χωρίς ίχνος κακίας
αγγελικέ	adj	κλητική ενικού του αγγελικός
αγγελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελική
αγγελική	noun	το κοινό όνομα του φυτού Πιττόσπορον το τομπίρα (Pittosporum tobira)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελικός
αγγελικής	adj	γενική ενικού του αγγελική
αγγελικη	=	αγγελικός
αγγελικο	=	αγγελικός
αγγελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελικός
αγγελικοτήτων	=	αγγελικότητα
αγγελικού	adj	γενική ενικού του αγγελικός
αγγελικούλα	noun	το κοινό όνομα του φυτού Πιττόσπορον το τομπίρα (Pittosporum tobira)
αγγελικούλας	noun	γενική ενικού του αγγελικούλα
αγγελικούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελικούλα
αγγελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγελικός
αγγελικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγελικός
αγγελικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον άγγελο, τον αγγελιαφόρο ή το ουράνιο πλάσμα
αγγελικότατα	=	αγγελικός
αγγελικότατε	=	αγγελικός
αγγελικότατες	=	αγγελικός
αγγελικότατη	=	αγγελικός
αγγελικότατης	=	αγγελικός
αγγελικότατο	=	αγγελικός
αγγελικότατοι	=	αγγελικός
αγγελικότατος	=	αγγελικός
αγγελικότατου	=	αγγελικός
αγγελικότατους	=	αγγελικός
αγγελικότατων	=	αγγελικός
αγγελικότερα	=	αγγελικός
αγγελικότερε	=	αγγελικός
αγγελικότερες	=	αγγελικός
αγγελικότερη	=	αγγελικός
αγγελικότερης	=	αγγελικός
αγγελικότερο	=	αγγελικός
αγγελικότεροι	=	αγγελικός
αγγελικότερος	=	αγγελικός
αγγελικότερου	=	αγγελικός
αγγελικότερους	=	αγγελικός
αγγελικότερων	=	αγγελικός
αγγελικότητα	noun|figurative	η ιδιότητα που καθιστά κάποιον ή κάτι αγγελικό
αγγελικότητας	=	αγγελικότητα
αγγελικότητες	=	αγγελικότητα
αγγελικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγελικός
αγγελιοσήμου	=	αγγελιόσημο
αγγελιοσήμων	=	αγγελιόσημο
αγγελιοφόρε	noun	κλητική ενικού του αγγελιοφόρος
αγγελιοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του αγγελιοφόρος
αγγελιοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελιοφόρος
αγγελιοφόρος	noun	που μεταφέρει ένα μήνυμα ή μια είδηση	adj	που μεταφέρει πληροφορίες ή μηνύματα
αγγελιοφόρου	noun	γενική ενικού του αγγελιοφόρος
αγγελιοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγελιοφόρος
αγγελιοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του αγγελιοφόρος
αγγελιόσημα	=	αγγελιόσημο
αγγελιόσημο	noun	ειδικό τέλος που πληρώνεται για κάθε διαφημιστική καταχώριση ή αγγελία στον τύπο
αγγελιόσημου	=	αγγελιόσημο
αγγελιόσημων	=	αγγελιόσημο
αγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του αγγελία
αγγελλόμασταν	=	αγγέλλω
αγγελλόμαστε	=	αγγέλλω
αγγελλόμενος	=	αγγέλλω
αγγελλόμουν	=	αγγέλλω
αγγελλόμουνα	=	αγγέλλω
αγγελλόντουσαν	=	αγγέλλω
αγγελλόσασταν	=	αγγέλλω
αγγελλόσαστε	=	αγγέλλω
αγγελλόσουν	=	αγγέλλω
αγγελλόσουνα	=	αγγέλλω
αγγελλόταν	=	αγγέλλω
αγγελλότανε	=	αγγέλλω
αγγελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άγγελμα
αγγελμένος	=	αγγέλλω
αγγελοβάρεμα	noun	ο ξαφνικός, ο αιφνίδιος θάνατος
αγγελοβαρέματα	=	αγγελοβάρεμα
αγγελοβαρέματος	=	αγγελοβάρεμα
αγγελοβαρεμάτων	=	αγγελοβάρεμα
αγγελοβλέπω	verb	βλέπω τον άγγελο του θανάτου, πεθαίνω, ψυχορραγώ.
αγγελοβλεπούσα	noun	αυτή που έχει αγγελικό βλέμμα
αγγελοβλεπούσας	=	αγγελοβλεπούσα
αγγελοβλεπούσες	=	αγγελοβλεπούσα
αγγελοειδές	=	αγγελοειδής
αγγελοειδή	=	αγγελοειδής
αγγελοειδής	adj	Αυτός που ομοιάζει με άγγελο.
αγγελοειδείς	=	αγγελοειδής
αγγελοειδούς	=	αγγελοειδής
αγγελοειδών	=	αγγελοειδής
αγγελοειδώς	adv|rare	όμοια με τους αγγέλους
αγγελοθεσία	noun	θέση αγγέλου
αγγελοθεσίας	=	αγγελοθεσία
αγγελοθεσίες	=	αγγελοθεσία
αγγελοθεσιών	=	αγγελοθεσία
αγγελοθωρήσαμε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσαν	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσανε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσατε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσει	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσεις	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσετε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσουμε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσουν	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσουνε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήστε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρήσω	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρεί	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρείς	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρείτε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούμε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούν	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούνε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσα	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσαμε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσαν	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσανε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσατε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρούσες	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθωρώ	verb|vulgar	βλέπω τον άγγελο που θα πάρει την ψυχή μου, τον άγγελο του θανάτου μου
αγγελοθωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγγελοθωρώ
αγγελοθώρησα	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθώρησαν	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθώρησε	=	αγγελοθωρώ
αγγελοθώρησες	=	αγγελοθωρώ
αγγελοκάμωτα	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτε	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτες	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτη	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτης	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτο	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτοι	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτος	adj	πολύ όμορφος, με αγγελική ομορφιά
αγγελοκάμωτου	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτους	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκάμωτων	=	αγγελοκάμωτος
αγγελοκαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοκαμωμένο
αγγελοκαμωμένε	verb	κλητική ενικού του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοκαμωμένη
αγγελοκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκαμωμένης	verb	γενική ενικού του αγγελοκαμωμένη
αγγελοκαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκαμωμένος	verb	που έχει μορφή αγγέλου, πολύ όμορφος
αγγελοκαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγελοκαμωμένος
αγγελοκρουσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγγελόκρουσμα
αγγελοκρουσμένος	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστήκαμε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστήκαν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστήκανε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστήκατε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστεί	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστείς	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστείτε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστούμε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστούν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστούνε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουστώ	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόμασταν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόμαστε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόμουν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόμουνα	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόντουσαν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόσασταν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόσαστε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόσουν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόσουνα	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουόταν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρουότανε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούαμε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούαν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούανε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούατε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούει	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούεις	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούεσαι	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούεστε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούεται	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούετε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγγελοκρούω
αγγελοκρούομε	verb	λόγια μορφή του αγγελοκρούουμε, πρώτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του ρήματος αγγελοκρούω
αγγελοκρούονται	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούονταν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούοντας	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούουμε	verb	πρώτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του ρήματος αγγελοκρούω
αγγελοκρούουν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούουνε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσαμε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσαν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσανε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσατε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσει	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσεις	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσετε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελόκρουσμα
αγγελοκρούσματος	noun	γενική ενικού του αγγελόκρουσμα
αγγελοκρούσομε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσου	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσουμε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσουν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσουνε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούστε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούστηκα	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούστηκαν	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούστηκε	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούστηκες	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούσω	=	αγγελοκρούω
αγγελοκρούω	verb	βλέπω τον άγγελο του θανάτου καθώς αφήνω την τελευταία μου πνοή, καθώς ψυχορραγώ
αγγελοκόμιστα	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστε	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστες	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστη	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστης	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστο	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστοι	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστος	adj	αυτός που έχει έλθει από άγγελο (πρόσωπο, είδηση, κ.ο.κ.)
αγγελοκόμιστου	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστους	=	αγγελοκόμιστος
αγγελοκόμιστων	=	αγγελοκόμιστος
αγγελολατρεία	noun	λατρεία των αγγέλων
αγγελολατρείας	=	αγγελολατρεία
αγγελολατρείες	=	αγγελολατρεία
αγγελολατρειών	=	αγγελολατρεία
αγγελολογία	noun	κλάδος της θεολογίας που μελετά το ιεραρχικό σύστημα των αγγέλων
αγγελολογίας	noun	γενική ενικού του αγγελολογία
αγγελολογίες	=	αγγελολογία
αγγελολογιών	=	αγγελολογία
αγγελομίμητα	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητε	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητες	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητη	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητης	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητο	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητοι	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητος	adj	αυτός που μιμείται άγγελο
αγγελομίμητου	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητους	=	αγγελομίμητος
αγγελομίμητων	=	αγγελομίμητος
αγγελοπρέπεια	noun	η αγγελική ομορφιά, αγγελική αρμονία
αγγελοπρέπειας	=	αγγελοπρέπεια
αγγελοπρέπειες	=	αγγελοπρέπεια
αγγελοπρεπειών	=	αγγελοπρέπεια
αγγελοπρόσωπα	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπε	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοπρόσωπη
αγγελοπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπης	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπο	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωποι	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπος	adj	που έχει αγγελικό πρόσωπο, αγγελική όψη
αγγελοπρόσωπου	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπους	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοπρόσωπων	=	αγγελοπρόσωπος
αγγελοσκιάζομαι	verb	(λαϊκότροπο, λογοτεχνικό βλέπω τον άγγελο του επικείμενου θανάτου μου
αγγελοσκιάζω	=	αγγελοσκιάζομαι
αγγελοσκιάχτηκα	=	αγγελοσκιάζομαι
αγγελουδάκι	noun	μικρό αγγελούδι
αγγελουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελουδάκι
αγγελουδιού	=	αγγελούδι
αγγελουδιών	=	αγγελούδι
αγγελοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοφτιαγμένο
αγγελοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοφτιαγμένη
αγγελοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του αγγελοφτιαγμένη
αγγελοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιαγμένος	verb	που έχει μορφή αγγέλου, πολύ όμορφος
αγγελοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγελοφτιαγμένος
αγγελοφτιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοφτιασμένο
αγγελοφτιασμένε	verb	κλητική ενικού του αγγελοφτιασμένος
αγγελοφτιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελοφτιασμένη
αγγελοφτιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελοφτιασμένος
αγγελοφτιασμένης	verb	γενική ενικού του αγγελοφτιασμένη
αγγελοφτιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγγελοφτιασμένος
αγγελοφτιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελοφτιασμένος
αγγελοφτιασμένος	verb	που έχει μορφή αγγέλου, πολύ όμορφος
αγγελοφτιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγελοφτιασμένος
αγγελοφτιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγγελοφτιασμένος
αγγελοφτιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγελοφτιασμένος
αγγελούδι	noun	μικρός άγγελος
αγγελούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελούδι
αγγελτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελτήριο
αγγελτήριο	noun	κείμενο τυπωμένο σε εφημερίδα ή σε ξεχωριστό φύλλο χαρτιού που περιέχει μια αγγελία, μια γνωστοποίηση τελετής
αγγελτήριου	=	αγγελτήριο
αγγελτήριων	=	αγγελτήριο
αγγελτηρίου	noun	γενική ενικού του αγγελτήριο
αγγελτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αγγελτήριο
αγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελτικό
αγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του αγγελτικός
αγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελτική
αγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελτικός
αγγελτικής	adj	γενική ενικού του αγγελτική
αγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγελτικός
αγγελτικού	adj	γενική ενικού του αγγελτικός
αγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγελτικός
αγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγελτικός
αγγελτικός	adj	που (αν)αγγέλλει
αγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγελτικός
αγγελόκρουα	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουαν	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουε	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουες	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουσα	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουσαν	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουσε	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουσες	=	αγγελοκρούω
αγγελόκρουσμα	noun	η μάχη που δίνει κανείς με το θάνατο τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ο επιθανάτιος ρόγχος
αγγελόμορφα	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφε	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφες	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελόμορφος
αγγελόμορφης	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφο	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφοι	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφος	adj	που έχει αγγελική μορφή
αγγελόμορφου	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφους	=	αγγελόμορφος
αγγελόμορφων	=	αγγελόμορφος
αγγελόπλοκη	=	αγγελόπλοκος
αγγελόπλοκο	=	αγγελόπλοκος
αγγελόπλοκος	adj	αυτός που έχει πλεχτεί από άγγελο, «αγγελόπλοκο στεφάνι»
αγγελόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγελόπουλο
αγγελόσκιαξα	=	αγγελοσκιάζομαι
αγγελόσκονες	=	αγγελόσκονη
αγγελόσκονη	noun|slang	η φαινκυκλιδίνη, είδος παραισθησιογόνου ναρκωτικού
αγγελόσκονης	=	αγγελόσκονη
αγγελόψαρα	=	αγγελόψαρο
αγγελόψαρο	noun	η ρίνα
αγγελόψαρου	=	αγγελόψαρο
αγγελόψαρων	=	αγγελόψαρο
αγγελόψυχα	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχε	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχες	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγελόψυχος
αγγελόψυχης	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχο	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχοι	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχος	adj	που έχει καλή και αγνή ψυχή, ο καλόκαρδος
αγγελόψυχου	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχους	=	αγγελόψυχος
αγγελόψυχων	=	αγγελόψυχος
αγγελώνυμα	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμε	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμες	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμη	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμης	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμο	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμοι	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμος	adj	αυτός που φέρει, ή φέρεται με όνομα άγγελος
αγγελώνυμου	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμους	=	αγγελώνυμος
αγγελώνυμων	=	αγγελώνυμος
αγγιά	=	αγγιό
αγγιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άγγιγμα
αγγιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγιγμένο
αγγιγμένε	verb	κλητική ενικού του αγγιγμένος
αγγιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγιγμένη
αγγιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγιγμένος
αγγιγμένης	verb	γενική ενικού του αγγιγμένη
αγγιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγγιγμένος
αγγιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγιγμένος
αγγιγμένος	verb	που τον έχουν αγγίξει
αγγιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγιγμένος
αγγιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγγιγμένος
αγγιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγιγμένος
αγγιδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγιδιώτικο
αγγιδιώτικε	adj	κλητική ενικού του αγγιδιώτικος
αγγιδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγιδιώτικη
αγγιδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγιδιώτικος
αγγιδιώτικης	adj	γενική ενικού του αγγιδιώτικη
αγγιδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του αγγιδιώτικος
αγγιδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγιδιώτικος
αγγιδιώτικος	adj	ο σχετικός με το χωριό Αγγίδια
αγγιδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγιδιώτικος
αγγιδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγιδιώτικος
αγγιδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγιδιώτικος
αγγιζόμασταν	=	αγγίζω
αγγιζόμαστε	=	αγγίζω
αγγιζόμουν	=	αγγίζω
αγγιζόμουνα	=	αγγίζω
αγγιζόντουσαν	=	αγγίζω
αγγιζόσασταν	=	αγγίζω
αγγιζόσαστε	=	αγγίζω
αγγιζόσουν	=	αγγίζω
αγγιζόσουνα	=	αγγίζω
αγγιζόταν	=	αγγίζω
αγγιζότανε	=	αγγίζω
αγγινάρα	noun|rare	άλλη γραφή του αγκινάρα
αγγινάρας	=	αγγινάρα
αγγινάρες	=	αγγινάρα
αγγιναρών	=	αγγινάρα
αγγιού	=	αγγιό
αγγισμένα	=	αγγιγμένα
αγγισμένε	=	αγγιγμένε
αγγισμένες	=	αγγιγμένες
αγγισμένη	=	αγγιγμένη
αγγισμένης	=	αγγιγμένης
αγγισμένο	=	αγγιγμένο
αγγισμένοι	=	αγγιγμένοι
αγγισμένος	=	αγγίζω
αγγισμένου	=	αγγιγμένου
αγγισμένους	=	αγγιγμένους
αγγισμένων	=	αγγιγμένων
αγγιστήκαμε	=	αγγίζω
αγγιστήκαν	=	αγγίζω
αγγιστήκανε	=	αγγίζω
αγγιστήκατε	=	αγγίζω
αγγιστεί	=	αγγίζω
αγγιστείς	=	αγγίζω
αγγιστείτε	=	αγγίζω
αγγιστούμε	=	αγγίζω
αγγιστούν	=	αγγίζω
αγγιστούνε	=	αγγίζω
αγγιστώ	=	αγγίζω
αγγιχτά	=	αγγιχτός
αγγιχτέ	=	αγγιχτός
αγγιχτές	=	αγγιχτός
αγγιχτή	=	αγγιχτός
αγγιχτήκαμε	=	αγγίζω
αγγιχτήκαν	=	αγγίζω
αγγιχτήκανε	=	αγγίζω
αγγιχτήκατε	=	αγγίζω
αγγιχτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγγιχτή) του αγγιχτός
αγγιχτεί	=	αγγίζω
αγγιχτείς	=	αγγίζω
αγγιχτείτε	=	αγγίζω
αγγιχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγιχτικό
αγγιχτικέ	adj	κλητική ενικού του αγγιχτικός
αγγιχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγιχτική
αγγιχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγιχτικός
αγγιχτικής	adj	γενική ενικού του αγγιχτική
αγγιχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγιχτικός
αγγιχτικού	adj	γενική ενικού του αγγιχτικός
αγγιχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγιχτικός
αγγιχτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγιχτικός
αγγιχτικός	adj	πειραχτικός, ενοχλητικός
αγγιχτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγιχτικός
αγγιχτοί	=	αγγιχτός
αγγιχτού	=	αγγιχτός
αγγιχτούμε	=	αγγίζω
αγγιχτούν	=	αγγίζω
αγγιχτούνε	=	αγγίζω
αγγιχτούς	=	αγγιχτός
αγγιχτό	=	αγγιχτός
αγγιχτός	adj	που τον αγγίζουν
αγγιχτώ	=	αγγίζω
αγγιχτών	=	αγγιχτός
αγγιό	noun	αγγείο, δοχείο
αγγιών	=	αγγιό
αγγλάκι	noun	Άγγλος
αγγλάκια	=	αγγλάκι
αγγλέ	adj	αγγλικός
αγγλίζω	verb	συνώνυμο του αγγλοφέρνω ή εγγλεζοφέρνω
αγγλιδούλα	noun	η Αγγλίδα
αγγλιδούλας	=	αγγλιδούλα
αγγλιδούλες	=	αγγλιδούλα
αγγλικά	adv	αγγλόγλωσσα, αγγλόφωνα, χρησιμοποιώντας την αγγλική γλώσσα	noun	η αγγλική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών
αγγλικέ	adj	κλητική ενικού του αγγλικός
αγγλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλική
αγγλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγλικός
αγγλικής	adj	γενική ενικού του αγγλική
αγγλικανά	=	αγγλικανός
αγγλικανέ	=	αγγλικανός
αγγλικανές	=	αγγλικανός
αγγλικανή	noun	η πιστή που ακολουθεί το αγγλικανικό δόγμα
αγγλικανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγγλικανή) του αγγλικανός
αγγλικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλικανικό
αγγλικανικέ	adj	κλητική ενικού του αγγλικανικός
αγγλικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλικανική
αγγλικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγλικανικός
αγγλικανικής	adj	γενική ενικού του αγγλικανική
αγγλικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλικανικός
αγγλικανικού	adj	γενική ενικού του αγγλικανικός
αγγλικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγλικανικός
αγγλικανικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγλικανικός
αγγλικανικός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με την εκκλησία της Αγγλίας ή κάποια από τις άλλες εκκλησίες ανά τον κόσμο που ακολουθούν το ίδιο δόγμα με αυτήν
αγγλικανικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγλικανικός
αγγλικανισμέ	noun	κλητική ενικού του αγγλικανισμός
αγγλικανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλικανισμός
αγγλικανισμού	noun	γενική ενικού του αγγλικανισμός
αγγλικανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγλικανισμός
αγγλικανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αγγλικανισμός
αγγλικανισμός	noun	οι θεσμοί και το δόγμα που ακολουθούνται από την Αγγλικανική Εκκλησία
αγγλικανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αγγλικανισμός
αγγλικανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλικανός
αγγλικανού	noun	γενική ενικού του αγγλικανός
αγγλικανούς	=	αγγλικανός
αγγλικανό	=	αγγλικανός
αγγλικανός	adj	που πιστεύει, που είναι μέλος της Αγγλικανικής Εκκλησίας
αγγλικανών	noun	γενική πληθυντικού του αγγλικανός
αγγλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλικός
αγγλικού	adj	γενική ενικού του αγγλικός
αγγλικούρα	noun	αγγλικός όρος ή αγγλισμός που παρεμβάλλεται αχρείαστα στον λόγο, συνήθως προς εκνευρισμό των άλλων π.χ. σόρι αντί για συγγνώμη ή ίντερνετ αντί για διαδίκτυο
αγγλικούρας	noun	γενική ενικού του αγγλικούρα
αγγλικούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλικούρα
αγγλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγλικός
αγγλικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγλικός
αγγλικός	adj	που έχει σχέση με την Αγγλία ή τους Άγγλους
αγγλικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγλικός	noun	γενική πληθυντικού του αγγλικά
αγγλισμέ	noun	κλητική ενικού του αγγλισμός
αγγλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλισμός
αγγλισμού	noun	γενική ενικού του αγγλισμός
αγγλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγγλισμός
αγγλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αγγλισμός
αγγλισμός	noun	η μεταφορά ενός ιδιωματισμού από τα αγγλικά σε άλλη γλώσσα
αγγλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αγγλισμός
αγγλιστί	=	αγγλικά
αγγλοαμερικανικά	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικέ	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικές	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανική	noun	η αγγλική γλώσσα όπως ομιλείται στην Αμερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγγλοαμερικανική) του αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικοί	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικού	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικούς	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικό	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοαμερικανικός	adj	που σχετίζεται με Άγγλους και Αμερικανούς
αγγλοαμερικανικών	=	αγγλοαμερικανικός
αγγλοθρεμμένα	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένε	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένες	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένη	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένης	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένο	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένοι	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένος	adj	άλλη μορφή του αγγλοτραφής
αγγλοθρεμμένου	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένους	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοθρεμμένων	=	αγγλοθρεμμένος
αγγλοκρατήθηκα	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατήθηκαν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατήθηκε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατήθηκες	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατήσου	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατία	noun	η περίοδος αγγλικής κυριαρχίας σε ξένη χώρα καθώς και η ίδια η αγγλική κυριαρχία
αγγλοκρατίας	=	αγγλοκρατία
αγγλοκρατίες	=	αγγλοκρατία
αγγλοκρατείσαι	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατείστε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατείται	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατηθήκαμε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατηθήκαν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατηθήκανε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατηθήκατε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατηθεί	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατηθείτε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατημένος	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατιών	=	αγγλοκρατία
αγγλοκρατούμαι	verb	έχω καταληφθεί από Άγγλους, υφίσταμαι την αγγλοκρατία
αγγλοκρατούμασταν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούμαστε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούμενα	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενε	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενες	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενη	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενης	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενο	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενοι	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούμενου	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενους	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμενων	=	αγγλοκρατούμενος
αγγλοκρατούμουν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούνται	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούνταν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούσασταν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούσαστε	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλοκρατούσουν	=	αγγλοκρατούμαι
αγγλομαθές	=	αγγλομαθής
αγγλομαθή	=	αγγλομαθής
αγγλομαθής	adj	αυτός που γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και γενικότερα έχει γαλουχηθεί με την αγγλική κουλτούρα
αγγλομαθείς	=	αγγλομαθής
αγγλομαθούς	=	αγγλομαθής
αγγλομαθών	=	αγγλομαθής
αγγλομανία	noun	ο υπερβολικός θαυμασμός προς τον αγγλική κουλτούρα
αγγλομανίας	=	αγγλομανία
αγγλομανίες	=	αγγλομανία
αγγλομανιών	=	αγγλομανία
αγγλονορμανδικά	noun	η ρομανική γλώσσα που μιλιόταν στην Αγγλία από τις άρχουσες τάξεις μετά την κατάκτησή της, το 1066, από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή, δούκα της Νορμανδίας
αγγλονορμανδικών	=	αγγλονορμανδικά
αγγλοποίησα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποίησαν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποίησε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποίησες	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήθηκα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήθηκαν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήθηκε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήθηκες	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσαμε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσαν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσανε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσατε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσει	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσεις	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσετε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσου	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσουμε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσουν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσουνε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήστε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιήσω	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιεί	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιείς	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιείσαι	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιείστε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιείται	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιείτε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιείτο	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθήκαμε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθήκαν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθήκανε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθήκατε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθεί	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθείς	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθείτε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθούμε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθούν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθούνε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιηθώ	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιημένος	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγγλοποιώ
αγγλοποιούμασταν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούμαστε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούμε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούμενος	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούμουν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούμουνα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούνε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούνται	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούνταν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούντο	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσαμε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσαν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσανε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσατε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσες	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσουν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιούσουνα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόμασταν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόμαστε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόμουν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόμουνα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόνταν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόντανε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόντουσαν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόσασταν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόσαστε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόσουν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόσουνα	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιόταν	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιότανε	=	αγγλοποιώ
αγγλοποιώ	verb|rare	κάνω κάτι να αποκτήσει αγγλικό χαρακτηριστικό
αγγλοποιώντας	=	αγγλοποιώ
αγγλοπρεπές	=	αγγλοπρεπής
αγγλοπρεπή	=	αγγλοπρεπής
αγγλοπρεπής	adj	που φέρεται σύμφωνα με τους τρόπους, τα έθιμα και τις παραδόσεις των Άγγλων
αγγλοπρεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλοπρεπής
αγγλοπρεπούς	=	αγγλοπρεπής
αγγλοπρεπών	=	αγγλοπρεπής
αγγλοσαξονικά	adv	χρησιμοποιώντας την αγγλοσαξωνική γλώσσα	noun	τα παλαιά αγγλικά, η αρχαία αγγλική γλώσσα.
αγγλοσαξονικέ	adj	κλητική ενικού του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλοσαξονική
αγγλοσαξονική	noun	άλλη μορφή του αγγλοσαξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονικής	adj	γενική ενικού του αγγλοσαξονική
αγγλοσαξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονικού	adj	γενική ενικού του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονικό	adj	αιτιατική ενικού του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονικός	adj	σχετικός με τους Αγγλοσάξονες
αγγλοσαξονικών	adj	γενική πληθυντικού του αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξονισμέ	=	αγγλοσαξονισμός
αγγλοσαξονισμοί	=	αγγλοσαξονισμός
αγγλοσαξονισμού	=	αγγλοσαξονισμός
αγγλοσαξονισμούς	=	αγγλοσαξονισμός
αγγλοσαξονισμό	=	αγγλοσαξονισμός
αγγλοσαξονισμός	noun	η φυλετική και εθνική ταυτότητα, που δημιουργήθηκε αρχικά μεταξύ των πρώτων λαών της γεωγραφικής περιοχής την οποία αποκαλούμε σήμερα Αγγλία και σήμερα αφορά το σύγχρονο αγγλοσαξονικό κόσμο
αγγλοσαξονισμών	=	αγγλοσαξονισμός
αγγλοσαξωνικά	noun	άλλη γραφή του αγγλοσαξονικά	adv	άλλη γραφή του αγγλοσαξονικά
αγγλοσαξωνικός	=	αγγλοσαξονικός
αγγλοσαξωνικών	=	αγγλοσαξωνικά
αγγλοτραφές	=	αγγλοτραφής
αγγλοτραφή	=	αγγλοτραφής
αγγλοτραφής	adj	που έχει γαλουχηθεί με την αγγλική κουλτούρα
αγγλοτραφείς	=	αγγλοτραφής
αγγλοτραφούς	=	αγγλοτραφής
αγγλοτραφών	=	αγγλοτραφής
αγγλοφέρνω	verb	άλλη μορφή του εγγλεζοφέρνω
αγγλοφρόνων	=	αγγλόφρων
αγγλόγλωσσα	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσε	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσες	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσση	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσης	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσο	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσοι	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσος	adj	που χρησιμοποιεί, μιλά ή είναι γραμμένος στα αγγλικά
αγγλόγλωσσου	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσους	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόγλωσσων	=	αγγλόγλωσσος
αγγλόφερα	=	αγγλοφέρνω
αγγλόφερνα	=	αγγλοφέρνω
αγγλόφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφερτο
αγγλόφερτε	adj	κλητική ενικού του αγγλόφερτος
αγγλόφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφερτη
αγγλόφερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγλόφερτος
αγγλόφερτης	adj	γενική ενικού του αγγλόφερτη
αγγλόφερτο	adj	αιτιατική ενικού του αγγλόφερτος
αγγλόφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφερτος
αγγλόφερτος	adj	που μεταφέρθηκε άκριτα ή επιβλήθηκε από την Αγγλία (και το Ηνωμένο Βασιλείο, γενικότερα)
αγγλόφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγλόφερτος
αγγλόφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγλόφερτος
αγγλόφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγλόφερτος
αγγλόφιλα	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλε	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλες	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλη	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλης	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλο	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφιλος
αγγλόφιλος	adj	που είναι φίλος της Αγγλίας, που υποστηρίζει πολιτικά τις αγγλικές θέσεις ή έχει μεγάλη εκτίμηση για οτιδήποτε αγγλικό
αγγλόφιλου	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλους	=	αγγλόφιλος
αγγλόφιλων	=	αγγλόφιλος
αγγλόφρον	=	αγγλόφρων
αγγλόφρονα	=	αγγλόφρων
αγγλόφρονας	=	αγγλόφρων
αγγλόφρονες	=	αγγλόφρων
αγγλόφρονος	=	αγγλόφρων
αγγλόφρων	adj	αυτός που πολιτικά επιδιώκει πρωτίστως την αγγλική συμμαχία και θεωρεί πρωτεύουσα την συστράτευση με την Μεγάλη Βρετανία
αγγλόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφωνο
αγγλόφωνε	adj	κλητική ενικού του αγγλόφωνος
αγγλόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφωνη
αγγλόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγγλόφωνος
αγγλόφωνης	adj	γενική ενικού του αγγλόφωνη
αγγλόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του αγγλόφωνος
αγγλόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγγλόφωνος
αγγλόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αγγλικά
αγγλόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγγλόφωνος
αγγλόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγγλόφωνος
αγγλόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγγλόφωνος
αγγονιού	=	αγγόνι
αγγονιών	=	αγγόνι
αγγονών	noun	γενική πληθυντικού του αγγόνα
αγγουράκι	noun	μικρό αγγούρι
αγγουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγουράκι
αγγουρέλαια	=	αγγουρέλαιο
αγγουρέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από αγγούρια
αγγουρέλαιου	=	αγγουρέλαιο
αγγουρέλαιων	=	αγγουρέλαιο
αγγουρελαίου	=	αγγουρέλαιο
αγγουρελαίων	=	αγγουρέλαιο
αγγουριά	noun	μονοετές φυτό (Cucumis sativus), έρπον και αναρριχητικό, με κίτρινα άνθη, του οποίου ο καρπός είναι το αγγούρι
αγγουριάς	noun	γενική ενικού του αγγουριά
αγγουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγουριά
αγγουριού	noun	γενική ενικού του αγγούρι
αγγουριών	noun	γενική πληθυντικού του αγγούρι
αγγουροντομάτα	noun	άλλη μορφή του αγγουροντοματοσαλάτα
αγγουροντομάτας	noun	γενική ενικού του αγγουροντομάτα
αγγουροντομάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγουροντομάτα
αγγουροντοματοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύρια υλικά την ντομάτα και το αγγούρι
αγγουροντοματοσαλάτας	noun	γενική ενικού του αγγουροντοματοσαλάτα
αγγουροντοματοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγουροντοματοσαλάτα
αγγουροσαλάτα	noun	σαλάτα από αγγούρι κομμένο σε λεπτές φέτες με λάδι και ξίδι
αγγουροσαλάτας	noun	γενική ενικού του αγγουροσαλάτα
αγγουροσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγουροσαλάτα
αγγουρόνερα	=	αγγουρόνερο
αγγουρόνερο	noun	χυμός αγγουριού, που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό προσώπου με τονωτικές, λευκαντικές και συσφικτικές ιδιότητες
αγγουρόνερου	noun	γενική ενικού του αγγουρόνερο
αγγουρόνερων	=	αγγουρόνερο
αγγουρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα αγγούρια
αγγουρόσουπας	noun	γενική ενικού του αγγουρόσουπα
αγγουρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγουρόσουπα
αγγούρι	noun	ο κυλινδρικός κι επιμήκης καρπός της αγγουριάς, με άσπρη και τραγανή σάρκα που τρώγεται ωμός σε σαλάτες ή σε τουρσί
αγγούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγούρι
αγγρίφι	noun	γάντζος
αγγρίφια	=	αγγρίφι
αγγρίφιζα	=	αγγριφίζω
αγγρίφιζαν	=	αγγριφίζω
αγγρίφιζε	=	αγγριφίζω
αγγρίφιζες	=	αγγριφίζω
αγγρίφισα	=	αγγριφίζω
αγγρίφισαν	=	αγγριφίζω
αγγρίφισε	=	αγγριφίζω
αγγρίφισες	=	αγγριφίζω
αγγριφίζαμε	=	αγγριφίζω
αγγριφίζαν	=	αγγριφίζω
αγγριφίζανε	=	αγγριφίζω
αγγριφίζατε	=	αγγριφίζω
αγγριφίζει	=	αγγριφίζω
αγγριφίζεις	=	αγγριφίζω
αγγριφίζετε	=	αγγριφίζω
αγγριφίζοντας	=	αγγριφίζω
αγγριφίζουμε	=	αγγριφίζω
αγγριφίζουν	=	αγγριφίζω
αγγριφίζουνε	=	αγγριφίζω
αγγριφίζω	verb	πιάνω με αγγρίφι, με γάντζο
αγγριφίσαμε	=	αγγριφίζω
αγγριφίσαν	=	αγγριφίζω
αγγριφίσανε	=	αγγριφίζω
αγγριφίσατε	=	αγγριφίζω
αγγριφίσει	=	αγγριφίζω
αγγριφίστε	=	αγγριφίζω
αγγόνα	noun|vulgar	η εγγόνα / εγγονή
αγγόνας	noun	γενική ενικού του αγγόνα
αγγόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγόνα
αγγόνι	noun|vulgar	άλλη μορφή του εγγόνι
αγγόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγγόνι
αγδίκητος	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτα	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτε	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτες	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτη	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτης	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτο	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτοι	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτος	adj|vulgar	που πήρε εκδίκηση
αγδίκιωτου	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτους	=	αγδίκιωτος
αγδίκιωτων	=	αγδίκιωτος
αγε	abbrev	αθλητικός σύλλογος με θέμα τη γυμναστική
αγειτόνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγειτόνευτο
αγειτόνευτε	adj	κλητική ενικού του αγειτόνευτος
αγειτόνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγειτόνευτη
αγειτόνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγειτόνευτος
αγειτόνευτης	adj	γενική ενικού του αγειτόνευτη
αγειτόνευτο	adj	αιτιατική ενικού του αγειτόνευτος
αγειτόνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγειτόνευτος
αγειτόνευτος	adj	που δεν έχει γείτονες
αγειτόνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγειτόνευτος
αγειτόνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγειτόνευτος
αγειτόνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγειτόνευτος
αγελάδα	noun	μεγαλόσωμο μηρυκαστικό, θηλαστικό, το οποίο που εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το γάλα του, το θηλυκό του βοδιού
αγελάδας	noun	γενική ενικού του αγελάδα
αγελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελάδα
αγελάδι	noun	άλλη μορφή του γελάδι
αγελάδια	=	αγελάδι
αγελάδων	noun	γενική πληθυντικού του αγελάδα
αγελαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγελαίος
αγελαίας	adj	γενική ενικού του αγελαία
αγελαίε	adj	αγελαίος, στην κλητική του ενικού
αγελαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαία
αγελαίο	adj	αγελαίος, στην αιτιατική του ενικού
αγελαίοι	adj	αγελαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αγελαίος	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην αγέλη
αγελαίου	adj	γενική ενικού του αγελαίος
αγελαίους	adj	αγελαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αγελαίων	=	αγελαίος
αγελαδάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγελαδάρης
αγελαδάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαδάρης
αγελαδάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του αγελαδάρης
αγελαδάρης	noun	βοσκός αγελάδων
αγελαδάρισσα	noun	θηλυκό του αγελαδάρης
αγελαδάρισσας	noun	γενική ενικού του αγελαδάρισσα
αγελαδάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαδάρισσα
αγελαδίσια	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιας	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιε	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιες	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιο	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιοι	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιος	adj	άλλη μορφή του αγελαδινός
αγελαδίσιου	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιους	=	αγελαδίσιος
αγελαδίσιων	=	αγελαδίσιος
αγελαδίτσα	noun	υποκοριστικό του αγελάδα
αγελαδίτσας	=	αγελαδίτσα
αγελαδίτσες	=	αγελαδίτσα
αγελαδαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του αγελαδάρισσα
αγελαδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαδινό	adv	σαν αγελάδα
αγελαδινέ	adj	κλητική ενικού του αγελαδινός
αγελαδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαδινή
αγελαδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγελαδινός
αγελαδινής	adj	γενική ενικού του αγελαδινή
αγελαδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγελαδινός
αγελαδινού	adj	γενική ενικού του αγελαδινός
αγελαδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγελαδινός
αγελαδινό	adj	αιτιατική ενικού του αγελαδινός
αγελαδινός	adj	που προέρχεται από αγελάδα ή σχετίζεται με αυτή
αγελαδινών	adj	γενική πληθυντικού του αγελαδινός
αγελαδιού	=	αγελάδι
αγελαδιών	=	αγελάδι
αγελαδοτροφία	noun	η εκτροφή αγελάδων οι οποίες χρησιμοποιούνται για εκμετάλλευση
αγελαδοτροφίας	noun	γενική ενικού του αγελαδοτροφία
αγελαδοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαδοτροφία
αγελαδοτροφικά	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικέ	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικές	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφική	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικής	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικοί	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικού	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικούς	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικό	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφικός	adj	που έχει σχέση με την αγελαδοτροφία ή τον αγελαδοτρόφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
αγελαδοτροφικών	=	αγελαδοτροφικός
αγελαδοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του αγελαδοτροφία
αγελαδοτρόφε	noun	κλητική ενικού του αγελαδοτρόφος
αγελαδοτρόφο	noun	αιτιατική ενικού του αγελαδοτρόφος
αγελαδοτρόφοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγελαδοτρόφος
αγελαδοτρόφος	noun	που εκτρέφει αγελάδες
αγελαδοτρόφου	noun	γενική ενικού του αγελαδοτρόφος
αγελαδοτρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγελαδοτρόφος
αγελαδοτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του αγελαδοτρόφος
αγεληδόν	adv|formal	σαν αγέλη, σαν μπουλούκι, για αγελαίες συμπεριφορές
αγελοποίηση	noun|rare	η συγκρότηση πλήθους ομοειδών ζώων σε αγέλη
αγελοποίησης	=	αγελοποίηση
αγελοποιήσεις	=	αγελοποίηση
αγελοποιήσεων	=	αγελοποίηση
αγελών	=	αγέλη
αγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγενής
αγενέστατα	=	αγενέστατος
αγενέστατε	=	αγενέστατος
αγενέστατες	=	αγενέστατος
αγενέστατη	=	αγενέστατος
αγενέστατης	=	αγενέστατος
αγενέστατο	=	αγενέστατος
αγενέστατοι	=	αγενέστατος
αγενέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του αγενής
αγενέστατου	=	αγενέστατος
αγενέστατους	=	αγενέστατος
αγενέστατων	=	αγενέστατος
αγενέστερα	=	αγενής
αγενέστερε	=	αγενής
αγενέστερες	=	αγενής
αγενέστερη	=	αγενής
αγενέστερης	=	αγενής
αγενέστερο	=	αγενής
αγενέστεροι	=	αγενής
αγενέστερος	=	αγενής
αγενέστερου	=	αγενής
αγενέστερους	=	αγενής
αγενέστερων	=	αγενής
αγενή	adj	αιτιατική ενικού του αγενής
αγενής	adj	που δεν φέρεται με ευγένεια, με καλούς τρόπους, αλλά είναι επιθετικός, απότομος ή προσβλητικός ή ακόμα και χυδαίος
αγενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγενής
αγενειών	noun	γενική πληθυντικού του αγένεια
αγενεσία	noun	ιατρική ανωμαλία κατά την οποία ένα όργανο, ιστός ή μέλος του σώματος δεν αναπτύσσεται πλήρως ή απουσιάζει εκ γενετής
αγενεσίας	=	αγενεσία
αγενεσίες	=	αγενεσία
αγενεσιών	=	αγενεσία
αγεννησία	noun	η αιώνια ύπαρξη του θεού, χωρίς να (χρειάζεται να) έχει γεννηθεί σε κάποια χρονική στιγμή
αγεννησίας	=	αγεννησία
αγεννησίες	=	αγεννησία
αγεννησιών	=	αγεννησία
αγενούς	adj	γενική ενικού του αγενής
αγενών	adj	γενική πληθυντικού του αγενής
αγενώς	adv	με τρόπο αγενή, χωρίς καλούς τρόπους
αγεράκι	noun|literary	υποκοριστικό του αγέρας, άλλη μορφή του αεράκι
αγεράκια	=	αγεράκι
αγερασιά	noun	το να μη γερνάει κάποιος, να παραμένει νέος
αγερασιάς	noun	γενική ενικού του αγερασιά
αγερασιές	=	αγερασιά
αγερασιών	=	αγερασιά
αγερικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγερικό
αγερικέ	adj	κλητική ενικού του αγερικός
αγερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγερική
αγερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγερικός
αγερικής	adj	γενική ενικού του αγερική
αγερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγερικός
αγερικού	noun	γενική ενικού του αγερικό
αγερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγερικός
αγερικό	noun	άλλη μορφή του αερικό
αγερικός	=	αερικός
αγερικών	noun	γενική πληθυντικού του αγερικό
αγεριού	=	αγέρι
αγεριών	=	αγέρι
αγερμέ	noun	κλητική ενικού του αγερμός
αγερμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγερμός
αγερμού	noun	γενική ενικού του αγερμός
αγερμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγερμός
αγερμό	noun	αιτιατική ενικού του αγερμός
αγερμός	noun	έθιμο επίσκεψης σε σπίτια σε ημέρες εορτών για να τραγουδηθούν κάλαντα και να δοθούν ευχές
αγερμών	noun	γενική πληθυντικού του αγερμός
αγεροχτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγεροχτυπημένο
αγεροχτυπημένε	verb	κλητική ενικού του αγεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγεροχτυπημένη
αγεροχτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένης	verb	γενική ενικού του αγεροχτυπημένη
αγεροχτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του αγεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένος	verb|figurative	άλλη μορφή του αεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγεροχτυπημένος
αγεροχτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγεροχτυπημένος
αγερσανιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγερσανιώτικο
αγερσανιώτικε	adj	κλητική ενικού του αγερσανιώτικος
αγερσανιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγερσανιώτικη
αγερσανιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγερσανιώτικος
αγερσανιώτικης	adj	γενική ενικού του αγερσανιώτικη
αγερσανιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του αγερσανιώτικος
αγερσανιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγερσανιώτικος
αγερσανιώτικος	adj	ο σχετικός με το χωριό Αγερσανί
αγερσανιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγερσανιώτικος
αγερσανιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγερσανιώτικος
αγερσανιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγερσανιώτικος
αγερωχία	noun|rare	η ιδιότητα του αγέρωχου
αγερωχίας	=	αγερωχία
αγερωχίες	=	αγερωχία
αγερωχιών	=	αγερωχία
αγευσία	noun	η απώλεια γεύσης
αγευσίας	=	αγευσία
αγευσίες	=	αγευσία
αγευσιών	=	αγευσία
αγεφύρωτα	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτε	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτες	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτη	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτης	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτο	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτοι	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτος	adj	που δεν έχει ή δεν μπορεί να συνδέσει δύο άκρα με γέφυρα
αγεφύρωτου	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτους	=	αγεφύρωτος
αγεφύρωτων	=	αγεφύρωτος
αγεωγράφητα	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητε	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγεωγράφητη
αγεωγράφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγεωγράφητος
αγεωγράφητης	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητο	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητοι	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητος	adj	που δεν έχει γνώσεις γεωγραφίας
αγεωγράφητου	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητους	=	αγεωγράφητος
αγεωγράφητων	=	αγεωγράφητος
αγεωμέτρητα	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητε	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητες	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητη	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητης	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητο	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητοι	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητος	adj	που δεν έχει γνώσεις γεωμετρίας
αγεωμέτρητου	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητους	=	αγεωμέτρητος
αγεωμέτρητων	=	αγεωμέτρητος
αγεώργητα	=	αγεώργητος
αγεώργητε	=	αγεώργητος
αγεώργητες	=	αγεώργητος
αγεώργητη	=	αγεώργητος
αγεώργητης	=	αγεώργητος
αγεώργητο	=	αγεώργητος
αγεώργητοι	=	αγεώργητος
αγεώργητος	adj	που δεν έχει καλλεργηθεί
αγεώργητου	=	αγεώργητος
αγεώργητους	=	αγεώργητος
αγεώργητων	=	αγεώργητος
αγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του άγημα
αγηματάρχες	=	αγηματάρχης
αγηματάρχη	=	αγηματάρχης
αγηματάρχης	noun	ο διοικητής αγήματος, αξιωματικός ή υπαξιωματικός οποιουδήποτε όπλου ή σώματος ασφαλείας εκ του οποίου συγκροτείται το άγημα
αγηματαρχών	=	αγηματάρχης
αγιάγκαθα	=	αγιάγκαθο
αγιάγκαθο	noun	κοινή ονομασία του φυτού, του είδους Cnicus benedictus
αγιάγκαθου	=	αγιάγκαθο
αγιάγκαθων	=	αγιάγκαθο
αγιάζαμε	=	αγιάζω
αγιάζαν	=	αγιάζω
αγιάζανε	=	αγιάζω
αγιάζατε	=	αγιάζω
αγιάζει	=	αγιάζω
αγιάζεις	=	αγιάζω
αγιάζεσαι	=	αγιάζω
αγιάζεσθε	=	αγιάζω
αγιάζεστε	=	αγιάζω
αγιάζεται	=	αγιάζω
αγιάζετε	=	αγιάζω
αγιάζι	noun	διαπεραστικός κρύος αέρας και υγρασία
αγιάζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιάζι
αγιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγιάζω
αγιάζομε	=	αγιάζω
αγιάζονται	=	αγιάζω
αγιάζονταν	=	αγιάζω
αγιάζοντας	=	αγιάζω
αγιάζουμε	=	αγιάζω
αγιάζουν	=	αγιάζω
αγιάζουνε	=	αγιάζω
αγιάζω	verb	ευλογώ
αγιάνη	=	αγιάνης
αγιάνηδες	=	αγιάνης
αγιάνηδων	=	αγιάνης
αγιάνης	noun	πρόκριτος, προεστός, προύχοντας
αγιάρι	noun	ρύθμιση
αγιάρια	=	αγιάρι
αγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσαν	=	αγιάζω
αγιάσανε	=	αγιάζω
αγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσθηκα	=	αγιάζω
αγιάσθηκαν	=	αγιάζω
αγιάσθηκε	=	αγιάζω
αγιάσθηκες	=	αγιάζω
αγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγίασμα
αγιάσματος	noun	γενική ενικού του αγίασμα
αγιάσομε	=	αγιάζω
αγιάσου	=	αγιάζω
αγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάσουνε	=	αγιάζω
αγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού παθητικού αορίστου του αγιάζω
αγιάστηκαν	=	αγιάζω
αγιάστηκε	=	αγιάζω
αγιάστηκες	=	αγιάζω
αγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιάζω
αγιάτρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγιάτρευτος	adv	αθεράπευτα
αγιάτρευτε	=	αγιάτρευτος
αγιάτρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιάτρευτη
αγιάτρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιάτρευτος
αγιάτρευτης	=	αγιάτρευτος
αγιάτρευτο	=	αγιάτρευτος
αγιάτρευτοι	=	αγιάτρευτος
αγιάτρευτος	adj	ο αθεράπευτος
αγιάτρευτου	=	αγιάτρευτος
αγιάτρευτους	=	αγιάτρευτος
αγιάτρευτων	=	αγιάτρευτος
αγιαζιού	noun	γενική ενικού του αγιάζι
αγιαζόμασταν	=	αγιάζω
αγιαζόμαστε	=	αγιάζω
αγιαζόμουν	=	αγιάζω
αγιαζόμουνα	=	αγιάζω
αγιαζόντουσαν	=	αγιάζω
αγιαζόσασταν	=	αγιάζω
αγιαζόσαστε	=	αγιάζω
αγιαζόσουν	=	αγιάζω
αγιαζόσουνα	=	αγιάζω
αγιαζόταν	=	αγιάζω
αγιαζότανε	=	αγιάζω
αγιαριού	=	αγιάρι
αγιαριών	=	αγιάρι
αγιασθήκαμε	=	αγιάζω
αγιασθήκαν	=	αγιάζω
αγιασθήκανε	=	αγιάζω
αγιασθήκατε	=	αγιάζω
αγιασθεί	=	αγιάζω
αγιασθείς	=	αγιάζω
αγιασθείτε	=	αγιάζω
αγιασθούμε	=	αγιάζω
αγιασθούν	=	αγιάζω
αγιασθούνε	=	αγιάζω
αγιασθώ	=	αγιάζω
αγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγίασμα
αγιασμέ	noun	κλητική ενικού του αγιασμός
αγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιασμένο
αγιασμένε	verb	κλητική ενικού του αγιασμένος
αγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιασμένη
αγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιασμένος
αγιασμένης	verb	γενική ενικού του αγιασμένη
αγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγιασμένος
αγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιασμένος
αγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγιάζω
αγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγιασμένος
αγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγιασμένος
αγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιασμένος
αγιασματάρι	noun|vulgar	σκεύος για το νερό του αγιασμού
αγιασματάρια	=	αγιασματάριο
αγιασματάριο	noun	σκεύος στο οποίο το τοποθετείται ο αγιασμός, το αγιασμένο ύδωρ
αγιασματάριου	=	αγιασματάριο
αγιασματάριων	=	αγιασματάριο
αγιασματαρίου	=	αγιασματάριο
αγιασματαρίων	=	αγιασματάριο
αγιασματαριού	=	αγιασματάρι
αγιασματαριών	=	αγιασματάρι
αγιασμοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιασμός
αγιασμού	noun	γενική ενικού του αγιασμός
αγιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγιασμός
αγιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αγιασμός
αγιασμός	noun	η τελετή κατά την οποία αγιάζεται το νερό την ημέρα των Θεοφανίων ή κατά την έναρξη μιας περιόδου (σχολική χρονιά, κοινοβουλευτική περίοδος) ή στα εγκαίνια μιας οικοδομής, καταστήματος κλπ
αγιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αγιασμός
αγιαστήκαμε	=	αγιάζω
αγιαστήκαν	=	αγιάζω
αγιαστήκανε	=	αγιάζω
αγιαστήκατε	=	αγιάζω
αγιαστήρα	noun	άλλη μορφή του αγιαστούρα
αγιαστήρας	=	αγιαστήρα
αγιαστήρες	=	αγιαστήρα
αγιαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιαστήριο
αγιαστήριο	noun	το ιερό ενός ναού
αγιαστήριου	=	αγιαστήριο
αγιαστήριων	=	αγιαστήριο
αγιαστεί	=	αγιάζω
αγιαστείς	=	αγιάζω
αγιαστείτε	=	αγιάζω
αγιαστηρίου	=	αγιαστήριο
αγιαστηρίων	=	αγιαστήριο
αγιαστικά	=	αγιαστικός
αγιαστικέ	=	αγιαστικός
αγιαστικές	=	αγιαστικός
αγιαστική	=	αγιαστικός
αγιαστικής	=	αγιαστικός
αγιαστικοί	=	αγιαστικός
αγιαστικού	=	αγιαστικός
αγιαστικούς	=	αγιαστικός
αγιαστικό	=	αγιαστικός
αγιαστικός	adj	που έχει σχέση με το αγιασμό / αγίαση / αγιοσύνη ή αναφέρεται σʼ αυτά, που αγιάζει ή καθαγιάζει
αγιαστικών	=	αγιαστικός
αγιαστούμε	=	αγιάζω
αγιαστούν	=	αγιάζω
αγιαστούνε	=	αγιάζω
αγιαστούρα	noun	μάτσο βασιλικού που χρησιμοποιείται από τον ιερέα για να ραντίσει με αγιασμό
αγιαστούρας	noun	γενική ενικού του αγιαστούρα
αγιαστούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιαστούρα
αγιαστώ	=	αγιάζω
αγιατολάχ	noun	ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης ή αρχιερέας των σιιτών μουσουλμάνων
αγιατολλάχ	=	αγιατολάχ
αγιοβασιλιάτικα	noun|dated	χρήματα ή δώρα που δίνονται την Πρωτοχρονιά για το καλό του χρόνου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικε	adj	κλητική ενικού του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοβασιλιάτικη
αγιοβασιλιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικης	adj	γενική ενικού του αγιοβασιλιάτικη
αγιοβασιλιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικος	adj	σχετικός με τη γιορτή του Αγίου Βασίλείου και την πρωτοχρονιά
αγιοβασιλιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιοβασιλιάτικος
αγιοβασιλοπιτών	=	αγιοβασιλόπιτα
αγιοβασιλόπιτα	noun	η βασιλόπιτα
αγιοβασιλόπιτας	=	αγιοβασιλόπιτα
αγιοβασιλόπιτες	=	αγιοβασιλόπιτα
αγιοβιογράφος	noun|rare	ο βιογράφος ενός αγίου
αγιογδυτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αγιογδύτισσα
αγιογδυτών	=	αγιογδύτης
αγιογδύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιογδύτης
αγιογδύτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγιογδύτης
αγιογδύτης	noun	αυτός που κλέβει ιερά αντικείμενα μιας εκκλησίας
αγιογδύτισσα	=	αγιογδύτης
αγιογδύτισσας	noun	γενική ενικού του αγιογδύτισσα
αγιογδύτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιογδύτισσα
αγιογράφε	noun	κλητική ενικού του αγιογράφος
αγιογράφει	=	αγιογραφώ
αγιογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογράφηση	noun	η διακόσμηση ενός ναού με αγιογραφίες
αγιογράφησης	noun	γενική ενικού του αγιογράφηση
αγιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του αγιογράφος
αγιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιογράφος
αγιογράφος	noun	ζωγράφος που εικονογραφεί το εσωτερικό ναών με θρησκευτικά θέματα ή ζωγραφίζει θρησκευτικές φορητές εικόνες
αγιογράφου	noun	γενική ενικού του αγιογράφος
αγιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγιογράφος
αγιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του αγιογράφος
αγιογραφήθηκα	=	αγιογραφώ
αγιογραφήθηκαν	=	αγιογραφώ
αγιογραφήθηκε	=	αγιογραφώ
αγιογραφήθηκες	=	αγιογραφώ
αγιογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήσαν	=	αγιογραφώ
αγιογραφήσανε	=	αγιογραφώ
αγιογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιογράφηση
αγιογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήσεων	=	αγιογράφηση
αγιογραφήσεως	=	αγιογράφηση
αγιογραφήσου	=	αγιογραφώ
αγιογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφία	noun	η τέχνη του να ζωγραφίζεις μορφές αγίων και θρησκευτικές παραστάσεις
αγιογραφίας	noun	γενική ενικού του αγιογραφία
αγιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιογραφία
αγιογραφεί	=	αγιογραφώ
αγιογραφείς	=	αγιογραφώ
αγιογραφείσαι	=	αγιογραφώ
αγιογραφείστε	=	αγιογραφώ
αγιογραφείται	=	αγιογραφώ
αγιογραφείτε	=	αγιογραφώ
αγιογραφηθήκαμε	=	αγιογραφώ
αγιογραφηθήκαν	=	αγιογραφώ
αγιογραφηθήκανε	=	αγιογραφώ
αγιογραφηθήκατε	=	αγιογραφώ
αγιογραφηθεί	=	αγιογραφώ
αγιογραφηθείτε	=	αγιογραφώ
αγιογραφημένος	=	αγιογραφώ
αγιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγιογραφικός	adv	με αγιογραφικό τρόπο
αγιογραφικέ	=	αγιογραφικός
αγιογραφικές	=	αγιογραφικός
αγιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιογραφικός
αγιογραφικής	=	αγιογραφικός
αγιογραφικοί	=	αγιογραφικός
αγιογραφικού	=	αγιογραφικός
αγιογραφικούς	=	αγιογραφικός
αγιογραφικό	=	αγιογραφικός
αγιογραφικός	adj	που έχει σχέση με την αγιογραφία ή τον αγιογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
αγιογραφικών	=	αγιογραφικός
αγιογραφικώς	adv|archaic	άλλη μορφή του αγιογραφικά
αγιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αγιογραφία
αγιογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγιογραφώ
αγιογραφούμασταν	=	αγιογραφώ
αγιογραφούμαστε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούμε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούμουν	=	αγιογραφώ
αγιογραφούν	=	αγιογραφώ
αγιογραφούνε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούνται	=	αγιογραφώ
αγιογραφούνταν	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσα	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσαμε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσαν	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσανε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσασταν	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσαστε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσατε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσε	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσες	=	αγιογραφώ
αγιογραφούσουν	=	αγιογραφώ
αγιογραφώ	verb	ζωγραφίζω μορφές αγίων και γενικότερα θρησκευτικές σκηνές στο εσωτερικό ενός ναού
αγιογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγιογραφώ
αγιοδημητριάτη	=	αγιοδημητριάτης
αγιοδημητριάτηδες	=	αγιοδημητριάτης
αγιοδημητριάτηδων	=	αγιοδημητριάτης
αγιοδημητριάτης	noun	Οκτώβριος
αγιοδημητριάτικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοδημητριάτικο	adv	κατά την εορτή του αγίου Δημητρίου
αγιοδημητριάτικε	adj	κλητική ενικού του αγιοδημητριάτικος
αγιοδημητριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοδημητριάτικη
αγιοδημητριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιοδημητριάτικος
αγιοδημητριάτικης	adj	γενική ενικού του αγιοδημητριάτικη
αγιοδημητριάτικο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αγιοδημητριάτικος	noun	το χρυσάνθεμο
αγιοδημητριάτικοα	=	αγιοδημητριάτικο
αγιοδημητριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιοδημητριάτικος
αγιοδημητριάτικος	adj	που έχει σχέση με τον άγιο Δημήτριο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αγιοδημητριάτικου	noun	γενική ενικού του αγιοδημητριάτικο
αγιοδημητριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγιοδημητριάτικος
αγιοδημητριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιοδημητριάτικος
αγιοκέρι	noun	το κερί που χρησιμοποιείται στην εκκλησία
αγιοκέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοκέρι
αγιοκήματα	=	αγιόκλημα
αγιοκήματος	=	αγιόκλημα
αγιοκατάταξε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατάταξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αγιοκατατάσσω
αγιοκατάταξης	=	αγιοκατάταξη
αγιοκατάτασσε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέταξα	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέταξαν	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέταξε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέταξες	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέτασσα	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέτασσαν	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέτασσε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατέτασσες	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάξαμε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάξαν	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάξανε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάξατε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάξει	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάξεις	=	αγιοκατάταξη
αγιοκατατάξεων	=	αγιοκατάταξη
αγιοκατατάξτε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσαμε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσαν	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσανε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσατε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσει	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσεις	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσετε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσοντας	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσουμε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσουν	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσουνε	=	αγιοκατατάσσω
αγιοκατατάσσω	verb	κατατάσσω κάποιον ή κάποια στις τάξεις των αγίων
αγιοκαταταγμένα	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένε	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένες	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένη	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένης	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένο	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένοι	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένος	verb	που έχει αγιοκαταταχθεί
αγιοκαταταγμένου	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένους	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταγμένων	=	αγιοκαταταγμένος
αγιοκαταταχθείς	adj	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος αγιοκατατάσσω: που έχει αγιοκαταταχθεί
αγιοκεριού	=	αγιοκέρι
αγιοκεριών	=	αγιοκέρι
αγιοκλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιόκλημα
αγιοκλήματος	noun	γενική ενικού του αγιόκλημα
αγιοκλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγιόκλημα
αγιοκωνσταντινάτο	noun|rare	άλλη μορφή του κωνσταντινάτο
αγιολί	noun	είδος σως η οποία παρασκευάζεται από σκόρδο και ελαιόλαδο, συχνά με αβγό και χυμό λεμονιού που μοιάζει με τη μαγιονέζα
αγιολείψανα	=	αγιολείψανο
αγιολείψανο	noun	άλλη μορφή του άγιο λείψανο
αγιολείψανου	=	αγιολείψανο
αγιολείψανων	=	αγιολείψανο
αγιολογία	noun	κλάδος της θεολογίας που μελετά τη ζωή, το έργο και την τιμή των αγίων μέσα από την εκκλησιαστική γραμματεία και παράδοση
αγιολογίας	=	αγιολογία
αγιολογίες	=	αγιολογία
αγιολογίου	noun	γενική ενικού του αγιολόγιο
αγιολογίων	noun	γενική πληθυντικού του αγιολόγιο
αγιολογικά	=	αγιολογικός
αγιολογικέ	=	αγιολογικός
αγιολογικές	=	αγιολογικός
αγιολογική	=	αγιολογικός
αγιολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγιολογική) του αγιολογικός
αγιολογικοί	=	αγιολογικός
αγιολογικού	=	αγιολογικός
αγιολογικούς	=	αγιολογικός
αγιολογικό	=	αγιολογικός
αγιολογικός	adj	σχετικός με την αγιολογία ή το αγιολόγιο
αγιολογικών	=	αγιολογικός
αγιολογιών	=	αγιολογία
αγιολούλουδα	=	αγιολούλουδο
αγιολούλουδο	noun	αγιασμένο λουλούδι από τον επιτάφιο ή από εικόνα αγίου, που συνήθως το καίνε και καπνίζουν τον άρρωστο πιστεύοντας ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες
αγιολούλουδου	=	αγιολούλουδο
αγιολούλουδων	=	αγιολούλουδο
αγιολόγε	=	αγιολόγος
αγιολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιολόγιο
αγιολόγιο	noun	οι άγιοι μιας εκκλησίας και ο κατάλογος τους
αγιολόγιου	=	αγιολόγιο
αγιολόγιων	=	αγιολόγιο
αγιολόγο	=	αγιολόγος
αγιολόγοι	=	αγιολόγος
αγιολόγος	noun	εκκλησιαστικός συγγραφέας ο οποίος ασχολείται με βίους αγίων
αγιολόγου	=	αγιολόγος
αγιολόγους	=	αγιολόγος
αγιολόγων	=	αγιολόγος
αγιονορείτες	=	αγιονορείτης
αγιονορείτη	=	αγιονορείτης
αγιονορείτης	noun	ο μόνιμος κάτοικος ή αυτός που μονάζει ή ασκητεύει επί μακρό διάστημα στο Άγιο Όρος
αγιονορείτικα	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικε	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικες	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικη	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικης	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικο	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικοι	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικος	adj	άλλη μορφή του αγιορείτικος
αγιονορείτικου	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικους	=	αγιονορείτικος
αγιονορείτικων	=	αγιονορείτικος
αγιονορειτών	=	αγιονορείτης
αγιοποίει	=	αγιοποιώ
αγιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποίηση	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγιοποιώ
αγιοποίησης	noun	γενική ενικού του αγιοποίηση
αγιοποιήθηκα	=	αγιοποιώ
αγιοποιήθηκαν	=	αγιοποιώ
αγιοποιήθηκε	=	αγιοποιώ
αγιοποιήθηκες	=	αγιοποιώ
αγιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσαν	=	αγιοποιώ
αγιοποιήσανε	=	αγιοποιώ
αγιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοποίηση
αγιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγιοποίηση
αγιοποιήσεως	=	αγιοποίηση
αγιοποιήσου	=	αγιοποιώ
αγιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσουνε	=	αγιοποιώ
αγιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιεί	=	αγιοποιώ
αγιοποιείς	=	αγιοποιώ
αγιοποιείσαι	=	αγιοποιώ
αγιοποιείστε	=	αγιοποιώ
αγιοποιείται	=	αγιοποιώ
αγιοποιείτε	=	αγιοποιώ
αγιοποιείτο	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθήκαμε	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθήκαν	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθήκανε	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθήκατε	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθεί	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθείς	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθείτε	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθούμε	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθούν	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθούνε	=	αγιοποιώ
αγιοποιηθώ	=	αγιοποιώ
αγιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοποιημένο
αγιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αγιοποιημένος
αγιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιοποιημένη
αγιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιοποιημένος
αγιοποιημένης	verb	γενική ενικού του αγιοποιημένη
αγιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αγιοποιημένος
αγιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιοποιημένος
αγιοποιημένος	verb	που έχει αγιοποιηθεί
αγιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγιοποιημένος
αγιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγιοποιημένος
αγιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιοποιημένος
αγιοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιοποιητικός
αγιοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγιοποιώ
αγιοποιούμασταν	=	αγιοποιώ
αγιοποιούμαστε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούμε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούμενος	=	αγιοποιώ
αγιοποιούμουν	=	αγιοποιώ
αγιοποιούμουνα	=	αγιοποιώ
αγιοποιούν	=	αγιοποιώ
αγιοποιούνε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούνται	=	αγιοποιώ
αγιοποιούνταν	=	αγιοποιώ
αγιοποιούντο	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσα	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσαμε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσαν	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσανε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσατε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσε	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσες	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσουν	=	αγιοποιώ
αγιοποιούσουνα	=	αγιοποιώ
αγιοποιόμασταν	=	αγιοποιώ
αγιοποιόμαστε	=	αγιοποιώ
αγιοποιόμουν	=	αγιοποιώ
αγιοποιόμουνα	=	αγιοποιώ
αγιοποιόνταν	=	αγιοποιώ
αγιοποιόντανε	=	αγιοποιώ
αγιοποιόντουσαν	=	αγιοποιώ
αγιοποιόσασταν	=	αγιοποιώ
αγιοποιόσαστε	=	αγιοποιώ
αγιοποιόσουν	=	αγιοποιώ
αγιοποιόσουνα	=	αγιοποιώ
αγιοποιόταν	=	αγιοποιώ
αγιοποιότανε	=	αγιοποιώ
αγιοποιώ	verb	ανακηρύσσω κάποιον άγιο
αγιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγιοποιώ
αγιοπρέπεια	noun|archaic	η ιδιότητα του αγιοπρεπούς
αγιοπρέπειας	=	αγιοπρέπεια
αγιοπρέπειες	=	αγιοπρέπεια
αγιοπρεπές	=	αγιοπρεπής
αγιοπρεπή	=	αγιοπρεπής
αγιοπρεπής	adj|archaic	που ταιριάζει / αρμόζει σε αγίους
αγιοπρεπείς	=	αγιοπρεπής
αγιοπρεπειών	=	αγιοπρέπεια
αγιοπρεπούς	=	αγιοπρεπής
αγιοπρεπών	=	αγιοπρεπής
αγιοπρεπώς	adv|archaic	με αγιοπρεπή τρόπο
αγιορείτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιορείτης
αγιορείτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγιορείτης
αγιορείτης	noun	ο μοναχός του Αγίου Όρους
αγιορείτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιορείτικο
αγιορείτικε	adj	κλητική ενικού του αγιορείτικος
αγιορείτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιορείτικη
αγιορείτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιορείτικος
αγιορείτικης	adj	γενική ενικού του αγιορείτικη
αγιορείτικο	adj	αιτιατική ενικού του αγιορείτικος
αγιορείτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιορείτικος
αγιορείτικος	adj	που προέρχεται από ή ανήκει ή αναφέρεται στο Άγιο Όρος
αγιορείτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγιορείτικος
αγιορείτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγιορείτικος
αγιορείτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιορείτικος
αγιορειτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιορειτικό
αγιορειτικέ	adj	κλητική ενικού του αγιορειτικός
αγιορειτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιορειτική
αγιορειτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιορειτικός
αγιορειτικής	adj	γενική ενικού του αγιορειτική
αγιορειτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιορειτικός
αγιορειτικού	adj	γενική ενικού του αγιορειτικός
αγιορειτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγιορειτικός
αγιορειτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγιορειτικός
αγιορειτικός	adj|formal	λόγια μορφή του αγιορείτικος
αγιορειτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγιορειτικός
αγιορειτών	noun	γενική πληθυντικού του αγιορείτης
αγιοστέφανα	=	αγιοστέφανο
αγιοστέφανο	noun	το φωτοστέφανο
αγιοστέφανου	=	αγιοστέφανο
αγιοστέφανων	=	αγιοστέφανο
αγιοσυνών	=	αγιοσύνη
αγιοσύνες	=	αγιοσύνη
αγιοσύνη	noun	η ιδιότητα του αγίου, η αγιότητα
αγιοσύνης	noun	γενική ενικού του αγιοσύνη
αγιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αγιότητα
αγιοταφίτες	=	αγιοταφίτης
αγιοταφίτη	=	αγιοταφίτης
αγιοταφίτης	noun	μοναχός ή προσκυνητής του Παναγίου Τάφου
αγιοταφίτικα	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικε	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικες	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικη	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικης	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικο	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικοι	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικος	adj	που ανήκει, ή σχετίζεται ή προέρχεται με τον Άγιο Τάφο ή με αγιοταφίτη
αγιοταφίτικου	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικους	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτικων	=	αγιοταφίτικος
αγιοταφίτισσα	noun	θηλυκό του αγιοταφίτης
αγιοταφίτισσας	=	αγιοταφίτισσα
αγιοταφίτισσες	=	αγιοταφίτισσα
αγιοταφικά	=	αγιοταφικός
αγιοταφικέ	=	αγιοταφικός
αγιοταφικές	=	αγιοταφικός
αγιοταφική	=	αγιοταφικός
αγιοταφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγιοταφική) του αγιοταφικός
αγιοταφικοί	=	αγιοταφικός
αγιοταφικού	=	αγιοταφικός
αγιοταφικούς	=	αγιοταφικός
αγιοταφικό	=	αγιοταφικός
αγιοταφικός	adj	συνώνυμο του αγιοταφίτικος
αγιοταφικών	=	αγιοταφικός
αγιοταφιτικά	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικέ	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικές	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτική	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγιοταφιτική) του αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικοί	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικού	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικούς	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικό	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτικός	adj	άλλη μορφή του αγιοταφίτικος
αγιοταφιτικών	=	αγιοταφιτικός
αγιοταφιτισσών	=	αγιοταφίτισσα
αγιοταφιτών	=	αγιοταφίτης
αγιοτόκα	=	αγιοτόκος
αγιοτόκας	=	αγιοτόκος
αγιοτόκε	=	αγιοτόκος
αγιοτόκες	=	αγιοτόκος
αγιοτόκο	=	αγιοτόκος
αγιοτόκοι	=	αγιοτόκος
αγιοτόκος	adj|formal	που γεννά αγίους
αγιοτόκου	=	αγιοτόκος
αγιοτόκους	=	αγιοτόκος
αγιοτόκων	=	αγιοτόκος
αγιουβέρδα	noun	άλλη μορφή του αγιουρβέδα
αγιουβέρδας	=	αγιουβέρδα
αγιουβέρδες	=	αγιουβέρδα
αγιουβέρδων	=	αγιουβέρδα
αγιουπών	=	αγιούπας
αγιουρβέδα	noun	παραδοσιακό ινδικό σύστημα ιατρικής που συνδυάζει φυσικές θεραπείες, μασάζ, διατροφή και διαλογισμό για τη διατήρηση της υγείας και της ισορροπίας του σώματος και του νου
αγιουρβέδας	=	αγιουρβέδα
αγιουρβέδες	=	αγιουρβέδα
αγιουρβέδων	=	αγιουρβέδα
αγιουρβέντα	=	αγιουρβέδα
αγιούπα	=	αγιούπας
αγιούπας	noun	ο γύπας
αγιούπες	=	αγιούπας
αγιούτο	noun|dated	είδος ομαδικού παιχνιδιού, παρόμοιου με το κυνηγητό
αγιωνυμία	noun	η απόδοση του χαρακτηρισμού «άγιος» σε πρόσωπο ή τόπο
αγιωνυμίας	=	αγιωνυμία
αγιωνυμίες	=	αγιωνυμία
αγιωνυμίου	=	αγιωνύμιο
αγιωνυμίων	=	αγιωνύμιο
αγιωνυμιών	=	αγιωνυμία
αγιωνύμια	=	αγιωνύμιο
αγιωνύμιο	noun	ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από όνομα αγίου (όπως κάποια εκκλησία, ξωκλήσι κ.λπ.)
αγιωνύμιου	=	αγιωνύμιο
αγιωνύμιων	=	αγιωνύμιο
αγιωνύμου	=	αγιώνυμο
αγιωνύμων	=	αγιώνυμο
αγιωργίτικα	=	αγιωργίτικο
αγιωργίτικε	=	αγιωργίτικος
αγιωργίτικες	=	αγιωργίτικος
αγιωργίτικη	=	αγιωργίτικος
αγιωργίτικης	=	αγιωργίτικος
αγιωργίτικο	noun	ερυθρή ποικιλία σταφυλιών
αγιωργίτικοι	=	αγιωργίτικος
αγιωργίτικος	adj	που έχει σχέση με τον αϊ-Γιώργη και την εορτή του ή αναφέρεται σʼ αυτά
αγιωργίτικου	=	αγιωργίτικο
αγιωργίτικους	=	αγιωργίτικος
αγιωργίτικων	=	αγιωργίτικο
αγιωτικά	noun	θεραπευτικά μέσα διαφόρων ασθενειών με τη χρησιμοποίηση θεραπευτικών τελετών, όπως οι παρακλήσεις, οι αγιασμοί, οι εξορκισμοί, ή αντικειμένων, όπως το κάπνισμα με αγιασμένα φύλλα ελιάς ή με άνθη του επιταφίου (αγιολούλουδα)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αγιωτικό) του αγιωτικός
αγιωτικέ	adj	κλητική ενικού του αγιωτικός
αγιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιωτική
αγιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιωτικός
αγιωτικής	adj	γενική ενικού του αγιωτική
αγιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιωτικός
αγιωτικού	adj	γενική ενικού του αγιωτικός
αγιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγιωτικός
αγιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγιωτικός	noun	σκεύος σχετικό με τη λατρεία
αγιωτικός	adj|vulgar	αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους αγίους και γενικότερα στη θρησκεία
αγιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγιωτικός
αγιόκλημα	noun	αναρριχητικό φυτό του γένους Lonicera με ευωδιαστά άνθη
αγιότατα	=	άγιος
αγιότατε	=	άγιος
αγιότατες	=	άγιος
αγιότατη	=	άγιος
αγιότατης	=	άγιος
αγιότατο	=	άγιος
αγιότατοι	=	άγιος
αγιότατος	=	άγιος
αγιότατου	=	άγιος
αγιότατους	=	άγιος
αγιότατων	=	άγιος
αγιότερα	=	άγιος
αγιότερε	=	άγιος
αγιότερες	=	άγιος
αγιότερη	=	άγιος
αγιότερης	=	άγιος
αγιότερο	=	άγιος
αγιότεροι	=	άγιος
αγιότερος	=	άγιος
αγιότερου	=	άγιος
αγιότερους	=	άγιος
αγιότερων	=	άγιος
αγιότης	=	αγιότητα
αγιότητα	noun	η ιδιότητα του αγίου
αγιότητας	noun	γενική ενικού του αγιότητα
αγιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιότητα
αγιότητος	=	αγιότητα
αγιότοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιότοκο
αγιότοκε	adj	κλητική ενικού του αγιότοκος
αγιότοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιότοκη
αγιότοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγιότοκος
αγιότοκης	adj	γενική ενικού του αγιότοκη
αγιότοκο	adj	αιτιατική ενικού του αγιότοκος
αγιότοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγιότοκος
αγιότοκος	adj|formal	που γεννά αγίους
αγιότοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγιότοκος
αγιότοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγιότοκος
αγιότοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγιότοκος
αγιόφιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγιόφιδο
αγιόφιδο	noun	δηλητηριώδες είδος φιδιού (που ζει και στην Ελλάδα)
αγιόφιδου	noun	γενική ενικού του αγιόφιδο
αγιόφιδων	noun	γενική πληθυντικού του αγιόφιδο
αγιώνυμα	=	αγιώνυμος
αγιώνυμε	=	αγιώνυμος
αγιώνυμες	=	αγιώνυμος
αγιώνυμη	=	αγιώνυμος
αγιώνυμης	=	αγιώνυμος
αγιώνυμο	noun	άλλη μορφή του αγιωνύμιο
αγιώνυμοι	=	αγιώνυμος
αγιώνυμος	adj	που ονομάζεται ή προσαγορεύεται «άγιος»
αγιώνυμου	=	αγιώνυμος
αγιώνυμους	=	αγιώνυμος
αγιώνυμων	=	αγιώνυμος
αγκάβανε	=	αγκάβανος
αγκάβανο	=	αγκάβανος
αγκάβανοι	=	αγκάβανος
αγκάβανος	noun	γαϊδουράγκαθο
αγκάβανου	=	αγκάβανος
αγκάβανους	=	αγκάβανος
αγκάβανων	=	αγκάβανος
αγκάθα	noun	μεγάλο αγκάθι
αγκάθας	noun	γενική ενικού του αγκάθα
αγκάθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκάθα
αγκάθι	noun	αιχμηρό και σκληρό όργανο των φυτών, που τα προστατεύει από τους εχθρούς τους
αγκάθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκάθι
αγκάθινα	=	αγκάθινος
αγκάθινε	=	αγκάθινος
αγκάθινες	=	αγκάθινος
αγκάθινη	=	αγκάθινος
αγκάθινης	=	αγκάθινος
αγκάθινο	=	αγκάθινος
αγκάθινοι	=	αγκάθινος
αγκάθινος	adj	που είναι φτιαγμένος από αγκάθια
αγκάθινου	=	αγκάθινος
αγκάθινους	=	αγκάθινος
αγκάθινων	=	αγκάθινος
αγκάθωσα	=	αγκαθώνω
αγκάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκάλη
αγκάλη	noun	αγκαλιά
αγκάλης	noun	γενική ενικού του αγκάλη
αγκάλιαζα	=	αγκαλιάζω
αγκάλιαζαν	=	αγκαλιάζω
αγκάλιαζε	=	αγκαλιάζω
αγκάλιαζες	=	αγκαλιάζω
αγκάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκάλιασμα	noun	η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου
αγκήσι	noun|dated	κιγκλιδωτή στενόμακρη βάση η όποια τοποθετείται στις δύο πλευρές μιας άμαξας για τη μεταφορά αγαθών
αγκήσια	=	αγκήσι
αγκίδα	noun	ακίδα φυτικής προέλευσης (κομμάτι ξύλου ή αγκαθιού)
αγκίδας	noun	γενική ενικού του αγκίδα
αγκίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκίδα
αγκίδων	=	αγκίδα
αγκίθα	noun	αγκίδα
αγκίθας	noun	γενική ενικού του αγκίθα
αγκίθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκίθα
αγκίθων	=	αγκίθα
αγκίστρι	noun	μικρό μεταλλικό σύρμα, σε σχήμα γάντζου, με μια ανάποδη προεξοχή στην άκρη του, που χρησιμοποιείται στο ψάρεμα
αγκίστρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκίστρι
αγκίστρου	noun	γενική ενικού του άγκιστρο
αγκίστρωμα	noun	το αποτέλεσμα ή η πράξη του αγκιστρώνω
αγκίστρων	noun	γενική πληθυντικού του άγκιστρο
αγκίστρωνα	=	αγκιστρώνω
αγκίστρωναν	=	αγκιστρώνω
αγκίστρωνε	=	αγκιστρώνω
αγκίστρωνες	=	αγκιστρώνω
αγκίστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκίστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκίστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκίστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκίστρωση	noun	η ενέργεια του αγκιστρώνω ή του αγκιστρώνομαι
αγκίστρωσης	noun	γενική ενικού του αγκίστρωση
αγκαίνιαστα	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστε	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστες	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστη	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστης	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστο	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστοι	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστος	adj	αυτός που δεν εγκαινιάστηκε, ανεγκαινίαστος
αγκαίνιαστου	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστους	=	αγκαίνιαστος
αγκαίνιαστων	=	αγκαίνιαστος
αγκαζάραμε	=	αγκαζάρω
αγκαζάραν	=	αγκαζάρω
αγκαζάρανε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρατε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρει	=	αγκαζάρω
αγκαζάρεις	=	αγκαζάρω
αγκαζάρεσαι	=	αγκαζάρω
αγκαζάρεστε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρεται	=	αγκαζάρω
αγκαζάρετε	=	αγκαζάρω
αγκαζάριζα	=	αγκαζάρω
αγκαζάριζαν	=	αγκαζάρω
αγκαζάριζε	=	αγκαζάρω
αγκαζάριζες	=	αγκαζάρω
αγκαζάρισα	=	αγκαζάρω
αγκαζάρισαν	=	αγκαζάρω
αγκαζάρισε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρισες	=	αγκαζάρω
αγκαζάρισμα	noun	η πράξη του αγκαζάρω
αγκαζάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγκαζάρω
αγκαζάρομε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρονται	=	αγκαζάρω
αγκαζάρονταν	=	αγκαζάρω
αγκαζάροντας	=	αγκαζάρω
αγκαζάρουμε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρουν	=	αγκαζάρω
αγκαζάρουνε	=	αγκαζάρω
αγκαζάρω	verb|vulgar	δεσμεύω κάποιον με πρόσκληση, την οποία αποδέχτηκε, ή αποσπώντας εκ των προτέρων την υπόσχεσή του
αγκαζέ	adj	κρατημένος, για τον οποίο έχει γίνει κράτηση	adv	λέγεται όταν δύο άνθρωποι περπατούν με τον αγκώνα του ενός περασμένο στον αγκώνα του άλλου, αλαμπρατσέτα
αγκαζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαζάρισμα
αγκαζαρίσματος	noun	γενική ενικού του αγκαζάρισμα
αγκαζαρίσου	=	αγκαζάρω
αγκαζαρίστηκα	=	αγκαζάρω
αγκαζαρίστηκαν	=	αγκαζάρω
αγκαζαρίστηκε	=	αγκαζάρω
αγκαζαρίστηκες	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόμασταν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόμαστε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόμουν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόμουνα	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόντουσαν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόσασταν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόσαστε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόσουν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόσουνα	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζόταν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριζότανε	=	αγκαζάρω
αγκαζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκαζάρισμα
αγκαζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαζαρισμένο
αγκαζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του αγκαζαρισμένος
αγκαζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαζαρισμένη
αγκαζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκαζαρισμένος
αγκαζαρισμένης	verb	γενική ενικού του αγκαζαρισμένη
αγκαζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγκαζαρισμένος
αγκαζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκαζαρισμένος
αγκαζαρισμένος	=	αγκαζάρω
αγκαζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγκαζαρισμένος
αγκαζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγκαζαρισμένος
αγκαζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγκαζαρισμένος
αγκαζαριστήκαμε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστήκαν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστήκανε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστήκατε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστεί	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστείς	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστείτε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστούμε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστούν	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστούνε	=	αγκαζάρω
αγκαζαριστώ	=	αγκαζάρω
αγκαθάκι	noun	υποκοριστικό του αγκάθι
αγκαθάκια	=	αγκαθάκι
αγκαθένια	=	αγκαθένιος
αγκαθένιας	=	αγκαθένιος
αγκαθένιε	=	αγκαθένιος
αγκαθένιες	=	αγκαθένιος
αγκαθένιο	=	αγκαθένιος
αγκαθένιοι	=	αγκαθένιος
αγκαθένιος	adj	άλλη μορφή του αγκάθινος
αγκαθένιου	=	αγκαθένιος
αγκαθένιους	=	αγκαθένιος
αγκαθένιων	=	αγκαθένιος
αγκαθερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαθερό
αγκαθερέ	adj	κλητική ενικού του αγκαθερός
αγκαθερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαθερή
αγκαθερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκαθερός
αγκαθερής	adj	γενική ενικού του αγκαθερή
αγκαθεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκαθερός
αγκαθερού	adj	γενική ενικού του αγκαθερός
αγκαθερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγκαθερός
αγκαθερό	adj	αιτιατική ενικού του αγκαθερός
αγκαθερός	adj	άλλη μορφή του αγκαθωτός
αγκαθερών	adj	γενική πληθυντικού του αγκαθερός
αγκαθιά	noun	θάμνος με αγκάθια
αγκαθιάς	=	αγκαθιά
αγκαθιές	=	αγκαθιά
αγκαθιού	noun	γενική ενικού του αγκάθι
αγκαθιών	noun	γενική πληθυντικού του αγκάθι
αγκαθοκόπε	=	αγκαθοκόπος
αγκαθοκόπο	=	αγκαθοκόπος
αγκαθοκόποι	=	αγκαθοκόπος
αγκαθοκόπος	noun	δρεπάνι χρήσιμο για την κοπή αγκαθιών
αγκαθοκόπου	=	αγκαθοκόπος
αγκαθοκόπους	=	αγκαθοκόπος
αγκαθοκόπων	=	αγκαθοκόπος
αγκαθοφόρα	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρας	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρε	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρες	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρο	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόροι	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρος	adj	αυτός που φέρει, ή παράγει αγκάθια
αγκαθοφόρου	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρους	=	αγκαθοφόρος
αγκαθοφόρων	=	αγκαθοφόρος
αγκαθούλα	noun	το μικρό αγκάθι
αγκαθούλας	=	αγκαθούλα
αγκαθούλες	=	αγκαθούλα
αγκαθωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαθωτό
αγκαθωτέ	adj	κλητική ενικού του αγκαθωτός
αγκαθωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαθωτή
αγκαθωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκαθωτός
αγκαθωτής	adj	γενική ενικού του αγκαθωτή
αγκαθωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκαθωτός
αγκαθωτού	adj	γενική ενικού του αγκαθωτός
αγκαθωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγκαθωτός
αγκαθωτό	adj	αιτιατική ενικού του αγκαθωτός
αγκαθωτός	adj	που έχει αγκάθια ή πολλές αιχμηρές προεξοχές που μοιάζουν με αγκάθια
αγκαθωτών	adj	γενική πληθυντικού του αγκαθωτός
αγκαθότοπε	=	αγκαθότοπος
αγκαθότοπο	=	αγκαθότοπος
αγκαθότοποι	=	αγκαθότοπος
αγκαθότοπος	noun	τόπος γεμάτος αγκάθια, σκεπασμένος από αγκάθια
αγκαθότοπου	=	αγκαθότοπος
αγκαθότοπους	=	αγκαθότοπος
αγκαθότοπων	=	αγκαθότοπος
αγκαθών	noun	γενική πληθυντικού του αγκάθα
αγκαθώνω	verb	αγκυλώνω με αγκάθι
αγκαλά	conj|dated	αν και
αγκαλίτσα	noun	υποκοριστικό του αγκαλιά	adv	μαζί, αγκαλιασμένοι
αγκαλίτσας	noun	που του ή της αρέσουν οι αγκαλιές, χαδιάρης/χαδιάρα
αγκαλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαλίτσα
αγκαλιά	noun	ο χώρος που σχηματίζεται - περικλείεται από τον κορμό ενός ανθρώπου και τα λυγισμένα μπροστά, σε ημικύκλιο, μπράτσα του	adv	αγκαλιαστά
αγκαλιάζαμε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζαν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζανε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζατε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζει	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζεις	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζεσαι	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζεστε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζεται	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζετε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάζομε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζονται	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζονταν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζοντας	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζουμε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζουν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζουνε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάζω	verb	βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον/κάτι
αγκαλιάς	noun	γενική ενικού του αγκαλιά
αγκαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσαν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάσανε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκάλιασμα
αγκαλιάσματος	noun	γενική ενικού του αγκάλιασμα
αγκαλιάσομε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάσου	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάσουνε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζω
αγκαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαλιά
αγκαλιαζόμασταν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόμαστε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόμουν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόμουνα	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόντουσαν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόσασταν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόσαστε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόσουν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόσουνα	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζόταν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαζότανε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκάλιασμα
αγκαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαλιασμένο
αγκαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του αγκαλιασμένος
αγκαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκαλιασμένη
αγκαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκαλιασμένος
αγκαλιασμένης	verb	γενική ενικού του αγκαλιασμένη
αγκαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγκαλιασμένος
αγκαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκαλιασμένος
αγκαλιασμένος	verb	που έχει αγκαλιαστεί με κάποιον άλλον
αγκαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγκαλιασμένος
αγκαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγκαλιασμένος
αγκαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγκαλιασμένος
αγκαλιαστά	adv	όντας αγκαλιασμένοι
αγκαλιαστέ	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστές	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστή	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστήκαν	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαστήκανε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγκαλιαστή) του αγκαλιαστός
αγκαλιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστοί	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστού	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστούνε	=	αγκαλιάζω
αγκαλιαστούς	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστό	=	αγκαλιαστός
αγκαλιαστός	adj	αγκαλιασμένος
αγκαλιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκαλιάζομαι
αγκαλιαστών	=	αγκαλιαστός
αγκαλιών	=	αγκαλιά
αγκειάζω	verb	αγκειάζει, αναφορά σε τόπο προφυλαγμένο από τις καιρικές συνθήκες (αέρας / βροχή)
αγκησιού	=	αγκήσι
αγκησιών	=	αγκήσι
αγκιά	=	αγκιό
αγκιδωτός	=	ακιδωτός
αγκινάρα	noun	πολυετές φυτό (Cynara scolymus) ή (Cynara cardunculus) οικογένειας των Αστεροειδών (Asteraceae) με φαγώσιμο καρπό που περιβάλλεται από πολλά αγκαθωτά φύλλα
αγκινάρας	noun	γενική ενικού του αγκινάρα
αγκινάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκινάρα
αγκινάρων	=	αγκινάρα
αγκιναριά	noun|rare	το φυτό της αγκινάρας
αγκιναροκούκια	noun	φαγητό με κύρια υλικά αγκινάρες με κουκιά
αγκιναροφαγία	noun	η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας από αγκινάρες για φαγητό
αγκιναροφαγίας	noun	γενική ενικού του αγκιναροφαγία
αγκιναροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιναροφαγία
αγκιναροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αγκιναροφαγία
αγκιναρόκηπε	=	αγκιναρόκηπος
αγκιναρόκηπο	=	αγκιναρόκηπος
αγκιναρόκηποι	=	αγκιναρόκηπος
αγκιναρόκηπος	noun	κήπος με αγκινάρες
αγκιναρόκηπου	=	αγκιναρόκηπος
αγκιναρόκηπους	=	αγκιναρόκηπος
αγκιναρόκηπων	=	αγκιναρόκηπος
αγκιναρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τις αγκινάρες
αγκιναρόσουπας	noun	γενική ενικού του αγκιναρόσουπα
αγκιναρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιναρόσουπα
αγκιναρότοπε	=	αγκιναρότοπος
αγκιναρότοπο	=	αγκιναρότοπος
αγκιναρότοποι	=	αγκιναρότοπος
αγκιναρότοπος	noun	τόπος όπου ευδοκιμούν οι αγκινάρες
αγκιναρότοπου	=	αγκιναρότοπος
αγκιναρότοπους	=	αγκιναρότοπος
αγκιναρότοπων	=	αγκιναρότοπος
αγκιναρόφυλλα	=	αγκιναρόφυλλο
αγκιναρόφυλλο	noun	φύλλο αγκινάρας
αγκιναρόφυλλου	=	αγκιναρόφυλλο
αγκιναρόφυλλων	=	αγκιναρόφυλλο
αγκιναρόχορτα	=	αγκιναρόχορτο
αγκιναρόχορτο	noun	η αγριοπαπαρούνα
αγκιναρόχορτου	=	αγκιναρόχορτο
αγκιναρόχορτων	=	αγκιναρόχορτο
αγκιναρών	noun	γενική πληθυντικού του αγκινάρα
αγκιού	=	αγκιό
αγκιστράκι	noun	υποκοριστικό του αγκίστρι
αγκιστράκια	=	αγκιστράκι
αγκιστριά	noun	το ρίξιμο της πετονιάς με τα αγκίστρια στη θάλασσα
αγκιστριάς	=	αγκιστριά
αγκιστριές	=	αγκιστριά
αγκιστριού	noun	γενική ενικού του αγκίστρι
αγκιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αγκίστρι
αγκιστριώτικα	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικε	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικες	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικη	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικης	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικο	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικοι	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικος	adj	ο σχετικός με το Αγκίστρι ή τους κατοίκους του
αγκιστριώτικου	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικους	=	αγκιστριώτικος
αγκιστριώτικων	=	αγκιστριώτικος
αγκιστροειδές	=	αγκιστροειδής
αγκιστροειδή	=	αγκιστροειδής
αγκιστροειδής	adj	ο αγκιστρωτός, που έχει τη μορφή άγκιστρου
αγκιστροειδείς	=	αγκιστροειδής
αγκιστροειδούς	=	αγκιστροειδής
αγκιστροειδών	=	αγκιστροειδής
αγκιστρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθήκαν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωθήκανε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωθούνε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκίστρωμα
αγκιστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιστρωμένο
αγκιστρωμένε	verb	κλητική ενικού του αγκιστρωμένος
αγκιστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιστρωμένη
αγκιστρωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκιστρωμένος
αγκιστρωμένης	verb	γενική ενικού του αγκιστρωμένη
αγκιστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγκιστρωμένος
αγκιστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκιστρωμένος
αγκιστρωμένος	verb	που έχει πιαστεί με αγκίστρι
αγκιστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγκιστρωμένος
αγκιστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγκιστρωμένος
αγκιστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγκιστρωμένος
αγκιστρωνόμασταν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόμαστε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόμουν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόμουνα	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόντουσαν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόσασταν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόσαστε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόσουν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόσουνα	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνόταν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωνότανε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιστρωτό
αγκιστρωτέ	adj	κλητική ενικού του αγκιστρωτός
αγκιστρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιστρωτή
αγκιστρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκιστρωτός
αγκιστρωτής	adj	γενική ενικού του αγκιστρωτή
αγκιστρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκιστρωτός
αγκιστρωτού	adj	γενική ενικού του αγκιστρωτός
αγκιστρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγκιστρωτός
αγκιστρωτό	adj	αιτιατική ενικού του αγκιστρωτός
αγκιστρωτός	adj	που μοιάζει με άγκιστρο
αγκιστρωτών	adj	γενική πληθυντικού του αγκιστρωτός
αγκιστρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνομαι
αγκιστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκίστρωμα
αγκιστρώματος	noun	γενική ενικού του αγκίστρωμα
αγκιστρώναμε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώναν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνανε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνατε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνει	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνεις	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνεσαι	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνεστε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνεται	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνετε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώνομε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνονται	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνονταν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνοντας	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνουμε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνουν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνουνε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώνω	verb	πιάνω ένα ψάρι χρησιμοποιώντας αγκίστρι
αγκιστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσαν	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώσανε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκίστρωση
αγκιστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγκίστρωση
αγκιστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγκίστρωση
αγκιστρώσομε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώσου	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσουνε	=	αγκιστρώνω
αγκιστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκιστρώνω
αγκιτάτορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγκιτάτορας
αγκιτάτορας	noun	αυτός που με λόγους, συνθήματα, καταγγελίες κλπ, ξεσηκώνει και κινητοποιεί τις μάζες να αναλάβουν δράση για τη διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
αγκιτάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιτάτορας
αγκιτάτσια	noun	προπαγάνδα που αποσκοπεί στην παρακίνηση των μαζών σε κινητοποίηση (με λόγους, καταγγελίες, συνθήματα, συλλαλητήρια, πορείες κ.λπ.) για διεκδίκηση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων
αγκιτάτσιας	noun	γενική ενικού του αγκιτάτσια
αγκιτάτσιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκιτάτσια
αγκιτατόρων	noun	γενική πληθυντικού του αγκιτάτορας
αγκιό	noun	το αγγείο, το σκεύος
αγκιών	=	αγκιό
αγκλέορα	=	αγκλέορας
αγκλέορας	noun	άλλη μορφή του αγλέουρας
αγκλέορες	=	αγκλέορας
αγκλέουρα	=	αγκλέουρας
αγκλέουρας	noun	άλλη μορφή του αγλέουρας
αγκλέουρες	=	αγκλέουρας
αγκλίσματα	=	άγκλισμα
αγκλίσματος	=	άγκλισμα
αγκλίτσα	noun	άλλη μορφή του γκλίτσα
αγκλίτσας	noun	γενική ενικού του αγκλίτσα
αγκλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκλίτσα
αγκλισμάτων	=	άγκλισμα
αγκοίλια	noun	τα πλάγια ξύλα του σκελετού ιστιοφόρου πλοίου
αγκολέζα	=	αγκολέζος
αγκολέζε	=	αγκολέζος
αγκολέζικα	=	αγκολέζικος
αγκολέζικε	=	αγκολέζικος
αγκολέζικες	=	αγκολέζικος
αγκολέζικη	=	αγκολέζικος
αγκολέζικης	=	αγκολέζικος
αγκολέζικο	=	αγκολέζικος
αγκολέζικοι	=	αγκολέζικος
αγκολέζικος	adj	άλλη μορφή του ανγκολέζικος
αγκολέζικου	=	αγκολέζικος
αγκολέζικους	=	αγκολέζικος
αγκολέζικων	=	αγκολέζικος
αγκολέζο	=	αγκολέζος
αγκολέζοι	=	αγκολέζος
αγκολέζος	noun	άλλη μορφή του Ανγκολέζος
αγκολέζου	=	αγκολέζος
αγκολέζους	=	αγκολέζος
αγκολέζων	=	αγκολέζος
αγκομάχα	=	αγκομαχάω
αγκομάχαγα	=	αγκομαχάω
αγκομάχαγαν	=	αγκομαχάω
αγκομάχαγε	=	αγκομαχάω
αγκομάχαγες	=	αγκομαχάω
αγκομάχημα	noun|rare	άλλη μορφή του αγκομαχητό
αγκομάχησα	=	αγκομαχάω
αγκομάχησαν	=	αγκομαχάω
αγκομάχησε	=	αγκομαχάω
αγκομάχησες	=	αγκομαχάω
αγκομαχά	=	αγκομαχάω
αγκομαχάγαμε	=	αγκομαχάω
αγκομαχάγανε	=	αγκομαχάω
αγκομαχάγατε	=	αγκομαχάω
αγκομαχάει	=	αγκομαχάω
αγκομαχάμε	=	αγκομαχάω
αγκομαχάν	=	αγκομαχάω
αγκομαχάνε	=	αγκομαχάω
αγκομαχάς	=	αγκομαχάω
αγκομαχάτε	=	αγκομαχάω
αγκομαχάω	verb	λαχανιάζω, ασθμαίνω, η ανάσα μου βγαίνει βαριά (πχ καθώς πασχίζω με κόπο να κάνω κάτι)
αγκομαχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκομάχημα
αγκομαχήματος	noun	γενική ενικού του αγκομάχημα
αγκομαχήσαμε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσαν	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσανε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσατε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσει	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσεις	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσετε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσουμε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσουν	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσουνε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήστε	=	αγκομαχάω
αγκομαχήσω	=	αγκομαχάω
αγκομαχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκομάχημα
αγκομαχητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκομαχητό
αγκομαχητού	noun	γενική ενικού του αγκομαχητό
αγκομαχητό	noun	δυσκολία κατά την αναπνοή
αγκομαχητών	noun	γενική πληθυντικού του αγκομαχητό
αγκομαχούμε	=	αγκομαχάω
αγκομαχούν	=	αγκομαχάω
αγκομαχούνε	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσα	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσαμε	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσαν	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσανε	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσατε	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσε	=	αγκομαχάω
αγκομαχούσες	=	αγκομαχάω
αγκομαχώ	verb	άλλη μορφή του αγκομαχάω
αγκομαχώντας	=	αγκομαχάω
αγκορτσιά	noun	άλλη μορφή του γκορτσιά
αγκορτσιάς	=	αγκορτσιά
αγκορτσιές	=	αγκορτσιά
αγκορτσιών	=	αγκορτσιά
αγκοστούρα	noun	αρωματική, πικρή ουσία από τον φλοιό νοτιοαμερικανικών δέντρων (Galipea officinalis, Cusparia trifoliata), χρησιμοποιούμενη ως βελτιωτικό γεύσης σε ποτά και ως φαρμακευτικό τονωτικό
αγκοστούρας	=	αγκοστούρα
αγκοστούρες	=	αγκοστούρα
αγκοστούρων	=	αγκοστούρα
αγκουρέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκουρέτο
αγκουρέτο	noun	μικρή άγκυρα
αγκουρέτου	noun	γενική ενικού του αγκουρέτο
αγκουρέτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκουρέτο
αγκουσέψαμε	=	αγκουσεύω
αγκουσέψαν	=	αγκουσεύω
αγκουσέψανε	=	αγκουσεύω
αγκουσέψατε	=	αγκουσεύω
αγκουσέψει	=	αγκουσεύω
αγκουσέψου	=	αγκουσεύω
αγκουσέψτε	=	αγκουσεύω
αγκουσεμένος	=	αγκουσεύω
αγκουσευτήκαμε	=	αγκουσεύω
αγκουσευτήκαν	=	αγκουσεύω
αγκουσευτήκανε	=	αγκουσεύω
αγκουσευτήκατε	=	αγκουσεύω
αγκουσευτεί	=	αγκουσεύω
αγκουσευτείτε	=	αγκουσεύω
αγκουσευόμασταν	=	αγκουσεύω
αγκουσευόμαστε	=	αγκουσεύω
αγκουσευόμουν	=	αγκουσεύω
αγκουσευόμουνα	=	αγκουσεύω
αγκουσευόντουσαν	=	αγκουσεύω
αγκουσευόσασταν	=	αγκουσεύω
αγκουσευόσαστε	=	αγκουσεύω
αγκουσευόσουν	=	αγκουσεύω
αγκουσευόσουνα	=	αγκουσεύω
αγκουσευόταν	=	αγκουσεύω
αγκουσευότανε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύαμε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύαν	=	αγκουσεύω
αγκουσεύανε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύατε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύει	=	αγκουσεύω
αγκουσεύεις	=	αγκουσεύω
αγκουσεύεσαι	=	αγκουσεύω
αγκουσεύεστε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύεται	=	αγκουσεύω
αγκουσεύετε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγκουσεύω
αγκουσεύονται	=	αγκουσεύω
αγκουσεύονταν	=	αγκουσεύω
αγκουσεύοντας	=	αγκουσεύω
αγκουσεύουμε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύουν	=	αγκουσεύω
αγκουσεύουνε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύτηκα	=	αγκουσεύω
αγκουσεύτηκαν	=	αγκουσεύω
αγκουσεύτηκε	=	αγκουσεύω
αγκουσεύτηκες	=	αγκουσεύω
αγκουσεύω	verb|literary	κάνω κάποιον να στενοχωρηθεί
αγκουτσών	=	αγκούτσα
αγκούγκλιστα	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστε	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστες	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστη	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστης	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστο	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστοι	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστος	adj|informal	που δεν έχει γκουγκλιστεί ή/και δεν μπορεί να γκουγκλιστεί
αγκούγκλιστου	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστους	=	αγκούγκλιστος
αγκούγκλιστων	=	αγκούγκλιστος
αγκούλα	noun	γκλίτσα
αγκούλας	=	αγκούλα
αγκούλες	=	αγκούλα
αγκούσα	noun	η δυσκολία αναπνοής , η δυσφορία λόγω ανεπάρκειας αέρα κατά την αναπνοή
αγκούσας	noun	γενική ενικού του αγκούσα
αγκούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκούσα
αγκούσευα	=	αγκουσεύω
αγκούσευαν	=	αγκουσεύω
αγκούσευε	=	αγκουσεύω
αγκούσευες	=	αγκουσεύω
αγκούσεψα	=	αγκουσεύω
αγκούσεψαν	=	αγκουσεύω
αγκούσεψε	=	αγκουσεύω
αγκούσεψες	=	αγκουσεύω
αγκούτσα	noun	γκλίτσα
αγκούτσας	=	αγκούτσα
αγκούτσες	=	αγκούτσα
αγκράφα	noun	το μεταλλικό εξάρτημα που συνδέει τις δύο άκρες μιας ζώνης για τη μέση ή σε ένα λουράκι για ρολόι, παπούτσι κτλ.
αγκράφας	noun	γενική ενικού του αγκράφα
αγκράφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκράφα
αγκραφών	noun	γενική πληθυντικού του αγκράφα
αγκριστρωμένα	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένε	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένες	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένη	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένης	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένο	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένοι	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένος	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένου	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένους	=	αγκιστρωμένος
αγκριστρωμένων	=	αγκιστρωμένος
αγκτήρα	=	αγκτήρας
αγκτήρας	noun	χειρουργική λαβίδα που συγκρατεί τα χείλη ενός τραύματος ενώ συρράπτεται
αγκτήρες	=	αγκτήρας
αγκτήρων	=	αγκτήρας
αγκτηριασμέ	=	αγκτηριασμός
αγκτηριασμοί	=	αγκτηριασμός
αγκτηριασμού	=	αγκτηριασμός
αγκτηριασμούς	=	αγκτηριασμός
αγκτηριασμό	=	αγκτηριασμός
αγκτηριασμός	noun	ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων που εφαρμόζεται παραδοσιακά σε κάποιες μουσουλμανικές χώρες
αγκτηριασμών	=	αγκτηριασμός
αγκυλίου	=	αγκύλιο
αγκυλίων	=	αγκύλιο
αγκυλιού	=	αγκύλι
αγκυλιών	=	αγκύλι
αγκυλοποιητικά	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικέ	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικές	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητική	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικής	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικοί	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικού	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικούς	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικό	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοποιητικός	adj	που έχει σχέση με αγκύλωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή την προκαλεί
αγκυλοποιητικών	=	αγκυλοποιητικός
αγκυλοστομίαση	noun	βαριά μολυσματική πάθηση του επιθηλίου του λεπτού εντέρου του ανθρώπου που προκαλείται από τον νηματοσκώληκα Αγκυλόστομα, προκαλώντας λήθαργο και αναιμία
αγκυλοστομίασης	=	αγκυλοστομίαση
αγκυλοστομιάσεις	=	αγκυλοστομίαση
αγκυλοστομιάσεων	=	αγκυλοστομίαση
αγκυλωθήκαμε	=	αγκυλώνω
αγκυλωθήκαν	=	αγκυλώνω
αγκυλωθήκανε	=	αγκυλώνω
αγκυλωθήκατε	=	αγκυλώνω
αγκυλωθεί	=	αγκυλώνω
αγκυλωθείς	=	αγκυλώνω
αγκυλωθείτε	=	αγκυλώνω
αγκυλωθούμε	=	αγκυλώνω
αγκυλωθούν	=	αγκυλώνω
αγκυλωθούνε	=	αγκυλώνω
αγκυλωθώ	=	αγκυλώνω
αγκυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκύλωμα
αγκυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυλωμένο
αγκυλωμένε	verb	κλητική ενικού του αγκυλωμένος
αγκυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυλωμένη
αγκυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκυλωμένος
αγκυλωμένης	verb	γενική ενικού του αγκυλωμένη
αγκυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγκυλωμένος
αγκυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκυλωμένος
αγκυλωμένος	verb	που πάσχει από αγκύλωση
αγκυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγκυλωμένος
αγκυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγκυλωμένος
αγκυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγκυλωμένος
αγκυλωνόμασταν	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόμαστε	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόμουν	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόμουνα	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόντουσαν	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόσασταν	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόσαστε	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόσουν	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόσουνα	=	αγκυλώνω
αγκυλωνόταν	=	αγκυλώνω
αγκυλωνότανε	=	αγκυλώνω
αγκυλωτó	=	αγκυλωτός
αγκυλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυλωτό
αγκυλωτέ	adj	κλητική ενικού του αγκυλωτός
αγκυλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυλωτή
αγκυλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκυλωτός
αγκυλωτής	adj	γενική ενικού του αγκυλωτή
αγκυλωτικά	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικέ	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικές	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτική	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικής	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικοί	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικού	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικούς	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικό	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτικός	adj	που έχει σχέση με αγκύλωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αγκυλωτικών	=	αγκυλωτικός
αγκυλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκυλωτός
αγκυλωτού	adj	γενική ενικού του αγκυλωτός
αγκυλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγκυλωτός
αγκυλωτό	adj	αιτιατική ενικού του αγκυλωτός
αγκυλωτός	adj	που το σχήμα του μοιάζει με την αγκύλη
αγκυλωτών	adj	γενική πληθυντικού του αγκυλωτός
αγκυλώθηκα	=	αγκυλώνω
αγκυλώθηκαν	=	αγκυλώνω
αγκυλώθηκε	=	αγκυλώνω
αγκυλώθηκες	=	αγκυλώνω
αγκυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκύλωμα
αγκυλώματος	noun	γενική ενικού του αγκύλωμα
αγκυλών	=	αγκύλη
αγκυλώναμε	=	αγκυλώνω
αγκυλώναν	=	αγκυλώνω
αγκυλώνανε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνατε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνει	=	αγκυλώνω
αγκυλώνεις	=	αγκυλώνω
αγκυλώνεσαι	=	αγκυλώνω
αγκυλώνεστε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνεται	=	αγκυλώνω
αγκυλώνετε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώνομε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνονται	=	αγκυλώνω
αγκυλώνονταν	=	αγκυλώνω
αγκυλώνοντας	=	αγκυλώνω
αγκυλώνουμε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνουν	=	αγκυλώνω
αγκυλώνουνε	=	αγκυλώνω
αγκυλώνω	verb	τσιμπώ και προξενώ ελαφρό πόνο ή απλώς ενοχλώ
αγκυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσαν	=	αγκυλώνω
αγκυλώσανε	=	αγκυλώνω
αγκυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκύλωση
αγκυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγκύλωση
αγκυλώσεως	noun	γενική ενικού του αγκύλωση
αγκυλώσομε	=	αγκυλώνω
αγκυλώσου	=	αγκυλώνω
αγκυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσουνε	=	αγκυλώνω
αγκυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκυρίου	=	αγκύριο
αγκυρίων	=	αγκύριο
αγκυροβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβόλημα
αγκυροβολήματος	noun	γενική ενικού του αγκυροβόλημα
αγκυροβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήσαν	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολήσανε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβόληση
αγκυροβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήσεων	=	αγκυροβόληση
αγκυροβολήσεως	=	αγκυροβόληση
αγκυροβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβολία	noun|formal	η διαδικασία πόντισης άγκυρας
αγκυροβολίας	noun	γενική ενικού του αγκυροβολία
αγκυροβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβολία
αγκυροβολίου	noun	γενική ενικού του αγκυροβόλιο
αγκυροβολίων	noun	γενική πληθυντικού του αγκυροβόλιο
αγκυροβολεί	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολείς	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολείτε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγκυροβόλημα
αγκυροβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβολημένο
αγκυροβολημένε	verb	κλητική ενικού του αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβολημένη
αγκυροβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένης	verb	γενική ενικού του αγκυροβολημένη
αγκυροβολημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένοη	=	αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένοο	=	αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένος	verb	(για πλοία) που έχει αγκυροβολήσει, έχει ρίξει άγκυρα κάπου
αγκυροβολημένου	verb	γενική ενικού του αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγκυροβολημένος
αγκυροβολημένων	verb	γενική πληθυντικού του αγκυροβολημένος
αγκυροβολιού	=	αγκυροβόλι
αγκυροβολιών	noun	γενική πληθυντικού του αγκυροβολία
αγκυροβολούμε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούν	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούνε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσα	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσαμε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσαν	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσανε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσατε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσε	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολούσες	=	αγκυροβολώ
αγκυροβολώ	verb	ρίχνω την άγκυρα
αγκυροβολώντας	=	αγκυροβολώ
αγκυροβόλα	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλας	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλε	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλες	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλημα	noun	η ενέργεια του αγκυροβολώ
αγκυροβόληματα	=	αγκυροβόλημα
αγκυροβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυροβολώ
αγκυροβόληση	noun	η αγκυροβολία
αγκυροβόλησης	=	αγκυροβόληση
αγκυροβόλι	noun	όρμος κατάλληλος για να ρίξει άγκυρα ένα πλεούμενο
αγκυροβόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυροβόλι
αγκυροβόλιο	noun	άλλη μορφή του αγκυροβόλι
αγκυροβόλιου	=	αγκυροβόλιο
αγκυροβόλο	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλοι	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλος	adj	που συμβάλλει στην αγκυροβόληση ή στο χειρισμό της άγκυρας
αγκυροβόλου	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλους	=	αγκυροβόλος
αγκυροβόλων	=	αγκυροβόλος
αγκυροδέτες	=	αγκυροδέτης
αγκυροδέτη	=	αγκυροδέτης
αγκυροδέτης	noun	η αλυσίδα ή το σκοινί, στα οποία προσδένεται η άγκυρα στο πλοίο
αγκυροδετών	=	αγκυροδέτης
αγκυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυρωτικό
αγκυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αγκυρωτικός
αγκυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκυρωτική
αγκυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγκυρωτικός
αγκυρωτικής	adj	γενική ενικού του αγκυρωτική
αγκυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγκυρωτικός
αγκυρωτικού	adj	γενική ενικού του αγκυρωτικός
αγκυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγκυρωτικός
αγκυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγκυρωτικός
αγκυρωτικός	adj	που αγκυρώνει / σταθεροποιεί
αγκυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγκυρωτικός
αγκυρών	noun	γενική πληθυντικού του άγκυρα
αγκυρώναμε	=	αγκυρώνω
αγκυρώναν	=	αγκυρώνω
αγκυρώνανε	=	αγκυρώνω
αγκυρώνατε	=	αγκυρώνω
αγκυρώνει	=	αγκυρώνω
αγκυρώνεις	=	αγκυρώνω
αγκυρώνετε	=	αγκυρώνω
αγκυρώνοντας	=	αγκυρώνω
αγκυρώνουμε	=	αγκυρώνω
αγκυρώνουν	=	αγκυρώνω
αγκυρώνουνε	=	αγκυρώνω
αγκυρώνω	verb	άλλη μορφή του αγκυροβολώ
αγκυρώσαμε	=	αγκυρώνω
αγκυρώσαν	=	αγκυρώνω
αγκυρώσανε	=	αγκυρώνω
αγκυρώσατε	=	αγκυρώνω
αγκυρώσει	=	αγκυρώνω
αγκυρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκύρωση
αγκυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγκύρωση
αγκυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγκύρωση
αγκυρώστε	=	αγκυρώνω
αγκωνάγρα	noun	πόνος στον αγκώνα
αγκωνάγρας	noun	γενική ενικού του αγκωνάγρα
αγκωνάγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκωνάγρα
αγκωνάρι	noun	ο ακρογωνιαίος λίθος
αγκωνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκωνάρι
αγκωνές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκωνή
αγκωνή	noun|vulgar	γωνία
αγκωνής	noun	γενική ενικού του αγκωνή
αγκωναριού	noun	γενική ενικού του αγκωνάρι
αγκωναριών	noun	γενική πληθυντικού του αγκωνάρι
αγκωναψία	noun	ο χαιρετισμός δύο ή περισσοτέρων προσώπων, που γίνεται με άγγιγμα των αγκώνων
αγκωναψίας	=	αγκωναψία
αγκωναψίες	=	αγκωναψία
αγκωναψιών	=	αγκωναψία
αγκωνιά	noun	δυνατό χτύπημα με τον αγκώνα
αγκωνιάζαμε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζαν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζανε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζατε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζει	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζεις	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζεσαι	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζεστε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζεται	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζετε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγκωνιάζω
αγκωνιάζονται	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζονταν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζοντας	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζουμε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζουν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζουνε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάζω	verb	βάζω κάτι στη γωνία
αγκωνιάς	=	αγκωνιά
αγκωνιάσαμε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσαν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσανε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσατε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσει	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσεις	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσετε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσου	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσουμε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσουν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσουνε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάστε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάστηκα	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάστηκαν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάστηκε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάστηκες	=	αγκωνιάζω
αγκωνιάσω	=	αγκωνιάζω
αγκωνιές	=	αγκωνιά
αγκωνιαζόμασταν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόμαστε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόμουν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόμουνα	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόντουσαν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόσασταν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόσαστε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόσουν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόσουνα	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζόταν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαζότανε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιασμένος	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστήκαμε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστήκαν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστήκανε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστήκατε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστεί	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστείς	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστείτε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστούμε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστούν	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστούνε	=	αγκωνιάζω
αγκωνιαστώ	=	αγκωνιάζω
αγκωνιών	=	αγκωνιά
αγκωνών	=	αγκωνή
αγκύλα	=	αγκύλος
αγκύλε	=	αγκύλος
αγκύλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκύλη
αγκύλη	noun	το σύμβολο [ ή και το σύμβολο ] ως ζεύγος συμβόλων που περικλείουν κάποια στοιχεία
αγκύλης	noun	γενική ενικού του αγκύλη
αγκύλι	noun|literary	η αγκίδα, το κεντρί
αγκύλια	=	αγκύλι
αγκύλιο	noun	μεταλλικό εξάρτημα σχήματος U, χρησιμοποιούμενο για τη σύνδεση αλυσίδων ή την πρόσδεση φορτίων
αγκύλιου	=	αγκύλιο
αγκύλιων	=	αγκύλιο
αγκύλο	=	αγκύλος
αγκύλοι	=	αγκύλος
αγκύλος	adj|formal	που έχει σχήμα αγκύλης, ο αγκυλωτός
αγκύλου	=	αγκύλος
αγκύλους	=	αγκύλος
αγκύλωμα	noun	τρύπημα με αιχμηρό αντικείμενο, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αγκυλώνω
αγκύλων	=	αγκύλος
αγκύλωνα	=	αγκυλώνω
αγκύλωναν	=	αγκυλώνω
αγκύλωνε	=	αγκυλώνω
αγκύλωνες	=	αγκυλώνω
αγκύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγκυλώνω
αγκύλωση	noun	πιάσιμο σε μύες που οφείλεται σε παρατεταμένο τέντωμά τους σε σταθερή θέση, δυσκολία κάμψης των μελών του σώματος
αγκύλωσης	noun	γενική ενικού του αγκύλωση
αγκύρα	noun	δοτική ενικού του άγκυρα (λόγιο)
αγκύρας	noun	γάτα, κατσίκα ή κουνέλι μακρύτριχης ράτσας
αγκύρια	=	αγκύριο
αγκύριο	noun	εξάρτημα το οποίο τοποθετείται εντός δομικών υλικών για τη στερέωση και την ενίσχυση τους
αγκύριου	=	αγκύριο
αγκύρωνα	=	αγκυρώνω
αγκύρωναν	=	αγκυρώνω
αγκύρωνε	=	αγκυρώνω
αγκύρωνες	=	αγκυρώνω
αγκύρωσα	=	αγκυρώνω
αγκύρωσαν	=	αγκυρώνω
αγκύρωσε	=	αγκυρώνω
αγκύρωσες	=	αγκυρώνω
αγκύρωση	noun	η σύνδεση δύο υλικών στερεής κατάστασης με μεταλλικό (συνήθως) συνδετικό υλικό
αγκύρωσης	noun	γενική ενικού του αγκύρωση
αγκώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγκώνας
αγκώνας	noun	η εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη
αγκώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγκώνας
αγκώνιαζα	=	αγκωνιάζω
αγκώνιαζαν	=	αγκωνιάζω
αγκώνιαζε	=	αγκωνιάζω
αγκώνιαζες	=	αγκωνιάζω
αγκώνιασα	=	αγκωνιάζω
αγκώνιασαν	=	αγκωνιάζω
αγκώνιασε	=	αγκωνιάζω
αγκώνιασες	=	αγκωνιάζω
αγκώνων	noun	γενική πληθυντικού του αγκώνας
αγλάιζα	=	αγλαΐζω
αγλάιζαν	=	αγλαΐζω
αγλάιζε	=	αγλαΐζω
αγλάιζες	=	αγλαΐζω
αγλάισα	=	αγλαΐζω
αγλάισαν	=	αγλαΐζω
αγλάισε	=	αγλαΐζω
αγλάισες	=	αγλαΐζω
αγλάισμα	noun	αυτό που στολίζει και τιμά, το στολίδι, η τιμή
αγλάκησα	=	αγλακώ
αγλάκι	noun	το τρέξιμο
αγλάκια	=	αγλάκι
αγλέορα	=	αγλέορας
αγλέορας	noun	άλλη μορφή του αγλέουρας
αγλέορες	=	αγλέορας
αγλέουρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγλέουρας
αγλέουρας	noun	ποώδες δηλητηριώδες φυτό (επιστημονικό όνομα Helleborus cyclophyllus) με οδοντωτά φύλλα και κιτρινοπράσινα άνθη
αγλέουρες	=	αγλέουρας
αγλέωρας	=	αγκλέορας
αγλαΐζαμε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζαν	=	αγλαΐζω
αγλαΐζανε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζατε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζει	=	αγλαΐζω
αγλαΐζεις	=	αγλαΐζω
αγλαΐζεσαι	=	αγλαΐζω
αγλαΐζεστε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζεται	=	αγλαΐζω
αγλαΐζετε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγλαΐζω
αγλαΐζομε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζονται	=	αγλαΐζω
αγλαΐζονταν	=	αγλαΐζω
αγλαΐζοντας	=	αγλαΐζω
αγλαΐζουμε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζουν	=	αγλαΐζω
αγλαΐζουνε	=	αγλαΐζω
αγλαΐζω	verb	λαμπρύνω, κοσμώ, εξωραΐζω
αγλαΐσαμε	=	αγλαΐζω
αγλαΐσαν	=	αγλαΐζω
αγλαΐσανε	=	αγλαΐζω
αγλαΐσατε	=	αγλαΐζω
αγλαΐσει	=	αγλαΐζω
αγλαΐσεις	=	αγλαΐζω
αγλαΐσετε	=	αγλαΐζω
αγλαΐσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλάισμα
αγλαΐσματος	noun	γενική ενικού του αγλάισμα
αγλαΐσομε	=	αγλαΐζω
αγλαΐσου	=	αγλαΐζω
αγλαΐσουμε	=	αγλαΐζω
αγλαΐσουν	=	αγλαΐζω
αγλαΐσουνε	=	αγλαΐζω
αγλαΐστε	=	αγλαΐζω
αγλαΐστηκα	=	αγλαΐζω
αγλαΐστηκαν	=	αγλαΐζω
αγλαΐστηκε	=	αγλαΐζω
αγλαΐστηκες	=	αγλαΐζω
αγλαΐσω	=	αγλαΐζω
αγλαά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλαό
αγλαέ	adj	κλητική ενικού του αγλαός
αγλαές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλαή
αγλαή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλαός
αγλαής	adj	γενική ενικού του αγλαή
αγλακηχτής	noun	μορφή του γλακηχτής
αγλακώ	verb	μορφή του γλακώ τρέχω, προχωρώ γρήγορα
αγλακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγλακώ
αγλαοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγλαός
αγλαού	adj	γενική ενικού του αγλαός
αγλαούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγλαός
αγλαϊζόμασταν	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόμαστε	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόμουν	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόμουνα	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόντουσαν	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόσασταν	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόσαστε	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόσουν	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόσουνα	=	αγλαΐζω
αγλαϊζόταν	=	αγλαΐζω
αγλαϊζότανε	=	αγλαΐζω
αγλαϊσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγλάισμα
αγλαϊσμένος	=	αγλαΐζω
αγλαϊστήκαμε	=	αγλαΐζω
αγλαϊστήκαν	=	αγλαΐζω
αγλαϊστήκανε	=	αγλαΐζω
αγλαϊστήκατε	=	αγλαΐζω
αγλαϊστεί	=	αγλαΐζω
αγλαϊστείς	=	αγλαΐζω
αγλαϊστείτε	=	αγλαΐζω
αγλαϊστούμε	=	αγλαΐζω
αγλαϊστούν	=	αγλαΐζω
αγλαϊστούνε	=	αγλαΐζω
αγλαϊστώ	=	αγλαΐζω
αγλαό	adj	αιτιατική ενικού του αγλαός
αγλαόκαρπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλαόκαρπο
αγλαόκαρπε	adj	κλητική ενικού του αγλαόκαρπος
αγλαόκαρπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλαόκαρπη
αγλαόκαρπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλαόκαρπος
αγλαόκαρπης	adj	γενική ενικού του αγλαόκαρπη
αγλαόκαρπο	adj	αιτιατική ενικού του αγλαόκαρπος
αγλαόκαρποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγλαόκαρπος
αγλαόκαρπος	adj|figurative	που παράγει καλούς ή πολλούς καρπούς
αγλαόκαρπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγλαόκαρπος
αγλαόκαρπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγλαόκαρπος
αγλαόκαρπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγλαόκαρπος
αγλαός	adj|archaic	φωτεινός, λαμπρός, ακτινοβόλος
αγλαών	adj	γενική πληθυντικού του αγλαός
αγλειμάρα	noun	ατονία λόγω άδειου στομαχιού
αγλωσσία	noun	η ανεπάρκεια στη χρήση της γλώσσας, η αδυναμία να εκφραστεί κανείς γλωσσικά με ολοκληρωμένο και καλλιεργημένο τρόπο
αγλωσσίας	noun	γενική ενικού του αγλωσσία
αγλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλωσσία
αγλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του αγλωσσία
αγλωσσοφάγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλωσσοφάγωτο
αγλωσσοφάγωτε	adj	κλητική ενικού του αγλωσσοφάγωτος
αγλωσσοφάγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγλωσσοφάγωτη
αγλωσσοφάγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλωσσοφάγωτος
αγλωσσοφάγωτης	adj	γενική ενικού του αγλωσσοφάγωτη
αγλωσσοφάγωτο	adj	αιτιατική ενικού του αγλωσσοφάγωτος
αγλωσσοφάγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγλωσσοφάγωτος
αγλωσσοφάγωτος	adj	που δεν τον έχουν γλωσσοφάει
αγλωσσοφάγωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγλωσσοφάγωτος
αγλωσσοφάγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγλωσσοφάγωτος
αγλωσσοφάγωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγλωσσοφάγωτος
αγλύκαντα	=	αγλύκαντος
αγλύκαντε	=	αγλύκαντος
αγλύκαντες	=	αγλύκαντος
αγλύκαντη	=	αγλύκαντος
αγλύκαντης	=	αγλύκαντος
αγλύκαντο	=	αγλύκαντος
αγλύκαντοι	=	αγλύκαντος
αγλύκαντος	adj	που δεν έχει γλυκαθεί, δεν έχει γνωρίσει τη γλύκα, τη χαρά
αγλύκαντου	=	αγλύκαντος
αγλύκαντους	=	αγλύκαντος
αγλύκαντων	=	αγλύκαντος
αγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άγμα
αγνά	noun	στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο: τα θαλασσινά (μύδια καβούρια, χταπόδια κ.λπ.}	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνό
αγνάντεμα	noun	η ενέργεια του αγναντεύω
αγνάντευα	=	αγναντεύω
αγνάντευαν	=	αγναντεύω
αγνάντευε	=	αγναντεύω
αγνάντευες	=	αγναντεύω
αγνάντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγνάντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγνάντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγνάντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγνάντι	adv	άλλη μορφή του αγνάντια
αγνάντια	=	αγνάντιο
αγνάντιο	noun	τόπος ή σημείο συνηθέστερα υπερυψωμένο από το οποίο μπορεί κανείς να δει την τριγύρω περιοχή
αγνάντιου	=	αγνάντιο
αγνάντιων	=	αγνάντιο
αγνέ	adj	κλητική ενικού του αγνός
αγνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνή
αγνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγνός
αγνής	adj	γενική ενικού του αγνή
αγνίζαμε	=	αγνίζω
αγνίζαν	=	αγνίζω
αγνίζανε	=	αγνίζω
αγνίζατε	=	αγνίζω
αγνίζει	=	αγνίζω
αγνίζεις	=	αγνίζω
αγνίζεσαι	=	αγνίζω
αγνίζεστε	=	αγνίζω
αγνίζεται	=	αγνίζω
αγνίζετε	=	αγνίζω
αγνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγνίζω
αγνίζονται	=	αγνίζω
αγνίζονταν	=	αγνίζω
αγνίζοντας	=	αγνίζω
αγνίζουμε	=	αγνίζω
αγνίζουν	=	αγνίζω
αγνίζουνε	=	αγνίζω
αγνίζω	verb	κάνω κάτι αγνό, εξαγνίζω, αποκαθαίρω
αγνίσαμε	=	αγνίζω
αγνίσαν	=	αγνίζω
αγνίσανε	=	αγνίζω
αγνίσατε	=	αγνίζω
αγνίσει	=	αγνίζω
αγνίσου	=	αγνίζω
αγνίστε	=	αγνίζω
αγνίστηκα	=	αγνίζω
αγνίστηκαν	=	αγνίζω
αγνίστηκε	=	αγνίζω
αγνίστηκες	=	αγνίζω
αγναντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνάντεμα
αγναντέματος	noun	γενική ενικού του αγνάντεμα
αγναντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψαν	=	αγναντεύω
αγναντέψανε	=	αγναντεύω
αγναντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψομε	=	αγναντεύω
αγναντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψουνε	=	αγναντεύω
αγναντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγναντεύω
αγναντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγνάντεμα
αγναντεύαμε	=	αγναντεύω
αγναντεύαν	=	αγναντεύω
αγναντεύανε	=	αγναντεύω
αγναντεύατε	=	αγναντεύω
αγναντεύει	=	αγναντεύω
αγναντεύεις	=	αγναντεύω
αγναντεύετε	=	αγναντεύω
αγναντεύομε	=	αγναντεύω
αγναντεύοντας	=	αγναντεύω
αγναντεύουμε	=	αγναντεύω
αγναντεύουν	=	αγναντεύω
αγναντεύουνε	=	αγναντεύω
αγναντεύτε	=	αγναντεύω
αγναντεύω	verb	βλέπω από μακριά, ή παρατηρώ από ψηλά, από ύψωμα
αγναντιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγναντιαστό
αγναντιαστέ	adj	κλητική ενικού του αγναντιαστός
αγναντιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγναντιαστή
αγναντιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγναντιαστός
αγναντιαστής	adj	γενική ενικού του αγναντιαστή
αγναντιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγναντιαστός
αγναντιαστού	adj	γενική ενικού του αγναντιαστός
αγναντιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγναντιαστός
αγναντιαστό	adj	αιτιατική ενικού του αγναντιαστός
αγναντιαστός	adj	που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγματα που βρίσκονται απέναντι το ένα στο άλλο
αγναντιαστών	adj	γενική πληθυντικού του αγναντιαστός
αγνεία	noun	αγνότητα, καθαρότητα, παρθενία
αγνείας	noun	γενική ενικού του αγνεία
αγνείες	=	αγνεία
αγνειών	=	αγνεία
αγνιζόμασταν	=	αγνίζω
αγνιζόμαστε	=	αγνίζω
αγνιζόμουν	=	αγνίζω
αγνιζόμουνα	=	αγνίζω
αγνιζόντουσαν	=	αγνίζω
αγνιζόσασταν	=	αγνίζω
αγνιζόσαστε	=	αγνίζω
αγνιζόσουν	=	αγνίζω
αγνιζόσουνα	=	αγνίζω
αγνιζόταν	=	αγνίζω
αγνιζότανε	=	αγνίζω
αγνισμέ	noun	κλητική ενικού του αγνισμός
αγνισμένος	=	αγνίζω
αγνισμοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνισμός
αγνισμού	noun	γενική ενικού του αγνισμός
αγνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγνισμός
αγνισμό	noun	αιτιατική ενικού του αγνισμός
αγνισμός	noun	εξαγνισμός, καθαρμός
αγνισμών	noun	γενική πληθυντικού του αγνισμός
αγνιστήκαμε	=	αγνίζω
αγνιστήκαν	=	αγνίζω
αγνιστήκανε	=	αγνίζω
αγνιστήκατε	=	αγνίζω
αγνιστεί	=	αγνίζω
αγνιστείτε	=	αγνίζω
αγνοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσαν	=	αγνοώ
αγνοήσανε	=	αγνοώ
αγνοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσεων	=	αγνόηση
αγνοήσου	=	αγνοώ
αγνοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσουνε	=	αγνοώ
αγνοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνός
αγνοίας	=	άγνοιας
αγνοεί	=	αγνοώ
αγνοείς	=	αγνοώ
αγνοείσαι	=	αγνοώ
αγνοείστε	=	αγνοώ
αγνοείται	=	αγνοώ
αγνοείτε	=	αγνοώ
αγνοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθήκαν	=	αγνοώ
αγνοηθήκανε	=	αγνοώ
αγνοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοηθούνε	=	αγνοώ
αγνοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγνοούμαι
αγνοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνοημένο
αγνοημένε	verb	κλητική ενικού του αγνοημένος
αγνοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνοημένη
αγνοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγνοημένος
αγνοημένης	verb	γενική ενικού του αγνοημένη
αγνοημένο	verb	αιτιατική ενικού του αγνοημένος
αγνοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνοημένος
αγνοημένος	verb	που τον έχουν αγνοήσει, δεν του έχουν δώσει την πρέπουσα προσοχή, παραγνωρισμένος
αγνοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγνοημένος
αγνοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγνοημένος
αγνοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγνοημένος
αγνοιών	=	άγνοια
αγνοουμένη	=	αγνοούμενος
αγνοουμένου	=	αγνοούμενος
αγνοουμένους	=	αγνοούμενος
αγνοουμένων	=	αγνοούμενος
αγνοούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγνοώ
αγνοούμασταν	=	αγνοώ
αγνοούμαστε	=	αγνοώ
αγνοούμε	=	αγνοώ
αγνοούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνοούμενο
αγνοούμενε	=	αγνοούμενος
αγνοούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνοούμενη
αγνοούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγνοούμενος	noun	θηλυκό του αγνοούμενος
αγνοούμενης	=	αγνοούμενος
αγνοούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αγνοούμενος
αγνοούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνοούμενος
αγνοούμενος	verb	που αγνοείται η τύχη του	noun	αυτός του οποίου αγνοείται η τύχη, έχει χαθεί ή δεν είναι γνωστό αν σώθηκε ή σκοτώθηκε σε κάποιο ατύχημα, πόλεμο ή φυσική καταστροφή
αγνοούμενου	verb	γενική ενικού του αγνοούμενος	noun	γενική ενικού του αγνοούμενος
αγνοούμενους	=	αγνοούμενος
αγνοούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αγνοούμενος
αγνοούμουν	=	αγνοώ
αγνοούμουνα	=	αγνοώ
αγνοούν	=	αγνοώ
αγνοούνε	=	αγνοώ
αγνοούνται	=	αγνοώ
αγνοούνταν	=	αγνοώ
αγνοούντο	=	αγνοώ
αγνοούσα	=	αγνοώ
αγνοούσαμε	=	αγνοώ
αγνοούσαν	=	αγνοώ
αγνοούσανε	=	αγνοώ
αγνοούσασταν	=	αγνοώ
αγνοούσαστε	=	αγνοώ
αγνοούσατε	=	αγνοώ
αγνοούσε	=	αγνοώ
αγνοούσες	=	αγνοώ
αγνοούσουν	=	αγνοώ
αγνοούσουνα	=	αγνοώ
αγνοτήτων	=	αγνότητα
αγνού	adj	γενική ενικού του αγνός
αγνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγνός
αγνοώ	verb	δεν γνωρίζω ένα θέμα
αγνοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγνοώ
αγνωμονώ	verb|formal	είμαι αγνώμων
αγνωμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγνωμονώ
αγνωμοσυνών	=	αγνωμοσύνη
αγνωμοσύνες	=	αγνωμοσύνη
αγνωμοσύνη	noun	η έλλειψη ευγνωμοσύνης
αγνωμοσύνης	noun	γενική ενικού του αγνωμοσύνη
αγνωμωνούσα	=	αγνωμονώ
αγνωμόνων	=	αγνώμων
αγνωμόνως	adv	αχάριστα, με αχαριστία
αγνωσία	noun	η άγνοια
αγνωσίας	noun	γενική ενικού του αγνωσία
αγνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωσία
αγνωσιαρχίας	noun	γενική ενικού του αγνωσιαρχία
αγνωσιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωσιαρχία
αγνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του αγνωσία
αγνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικό
αγνωστικέ	adj	κλητική ενικού του αγνωστικός
αγνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωστική
αγνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγνωστικός
αγνωστικής	adj	γενική ενικού του αγνωστική
αγνωστικίστρια	=	αγνωστικιστής
αγνωστικισμέ	noun	κλητική ενικού του αγνωστικισμός
αγνωστικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικισμός
αγνωστικισμού	noun	γενική ενικού του αγνωστικισμός
αγνωστικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγνωστικισμός
αγνωστικισμό	noun	αιτιατική ενικού του αγνωστικισμός
αγνωστικισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που δεν δέχεται ότι μπορεί κάποιος να γνωρίζει για την ύπαρξη θεού ή άλλης ανώτερης δύναμης
αγνωστικισμών	noun	γενική πληθυντικού του αγνωστικισμός
αγνωστικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικιστής
αγνωστικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγνωστικιστής
αγνωστικιστής	noun	που ακολουθεί τη φιλοσοφική θεωρία του αγνωστικισμού, που πρεσβεύει ότι η έσχατη γνώση των όντων δεν είναι δυνατή
αγνωστικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικιστικό
αγνωστικιστικέ	adj	κλητική ενικού του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικιστική
αγνωστικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστικής	adj	γενική ενικού του αγνωστικιστική
αγνωστικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστικού	adj	γενική ενικού του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστικός	adj	που αναφέρεται στον αγνωστικιστή και στον αγνωστικισμό
αγνωστικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγνωστικιστικός
αγνωστικιστών	noun	γενική πληθυντικού του αγνωστικιστής
αγνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνωστικός
αγνωστικού	adj	γενική ενικού του αγνωστικός
αγνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγνωστικός
αγνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγνωστικός
αγνωστικός	adj	άλλη μορφή του αγνωστικιστής
αγνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγνωστικός
αγνωστισμέ	noun	κλητική ενικού του αγνωστισμός
αγνωστισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγνωστισμός
αγνωστισμού	noun	γενική ενικού του αγνωστισμός
αγνωστισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγνωστισμός
αγνωστισμό	noun	αιτιατική ενικού του αγνωστισμός
αγνωστισμών	noun	γενική πληθυντικού του αγνωστισμός
αγνωστοκρατία	noun	άλλη μορφή του αγνωστικισμός
αγνωστοκρατίας	noun	γενική ενικού του αγνωστοκρατία
αγνωστοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνωστοκρατία
αγνωστοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αγνωστοκρατία
αγνωστοποίητα	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητε	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητες	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητη	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητης	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητο	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητοι	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητος	adj	που δεν έχει γνωστοποιηθεί
αγνωστοποίητου	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητους	=	αγνωστοποίητος
αγνωστοποίητων	=	αγνωστοποίητος
αγνό	adj	αιτιατική ενικού του αγνός
αγνόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγνοώ
αγνόηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αγνοώ
αγνόησης	=	αγνόηση
αγνός	adj	που δεν έχει μέσα του κακία, υστεροβουλία ή άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό
αγνότατα	=	αγνός
αγνότατε	=	αγνός
αγνότατες	=	αγνός
αγνότατη	=	αγνός
αγνότατης	=	αγνός
αγνότατο	=	αγνός
αγνότατοι	=	αγνός
αγνότατος	=	αγνός
αγνότατου	=	αγνός
αγνότατους	=	αγνός
αγνότατων	=	αγνός
αγνότερα	=	αγνός
αγνότερε	=	αγνός
αγνότερες	=	αγνός
αγνότερη	=	αγνός
αγνότερης	=	αγνός
αγνότερο	=	αγνός
αγνότεροι	=	αγνός
αγνότερος	=	αγνός
αγνότερου	=	αγνός
αγνότερους	=	αγνός
αγνότερων	=	αγνός
αγνότητα	noun	η ιδιότητα του αγνού
αγνότητας	noun	γενική ενικού του αγνότητα
αγνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνότητα
αγνότητος	noun	γενική ενικού του αγνότης
αγνύθα	noun	στην αρχαιότητα πήλινο βαράκι, εξάρτημα των αργαλειών
αγνώμον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγνώμων
αγνώμονα	=	αγνώμων
αγνώμονας	noun	μορφή του αγνώμων: αυτός που δεν δείχνει την οφειλόμενη ευγνωμοσύνη για ευεργεσία που δέχτηκε, αχάριστος
αγνώμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγνώμονας
αγνώμονη	=	αγνώμονας
αγνώμονος	=	αγνώμων
αγνώμων	adj|formal	που δεν αποδίδει την οφειλόμενη ευγνωμοσύνη για την ευεργεσία που δέχτηκε
αγνών	adj	γενική πληθυντικού του αγνός
αγνώριστα	=	αγνώριστος
αγνώριστε	=	αγνώριστος
αγνώριστες	=	αγνώριστος
αγνώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγνώριστος
αγνώριστης	=	αγνώριστος
αγνώριστο	=	αγνώριστος
αγνώριστοι	=	αγνώριστος
αγνώριστος	adj	που δεν μπορείς να τον αναγνωρίσεις επειδή έχει αλλάξει πολύ
αγνώριστου	=	αγνώριστος
αγνώριστους	=	αγνώριστος
αγνώριστων	=	αγνώριστος
αγνώστου	noun	γενική ενικού του άγνωστος
αγνώστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άγνωστος
αγνώστων	noun	γενική πληθυντικού του άγνωστος
αγοήτευτα	=	αγοήτευτος
αγοήτευτε	=	αγοήτευτος
αγοήτευτες	=	αγοήτευτος
αγοήτευτη	=	αγοήτευτος
αγοήτευτης	=	αγοήτευτος
αγοήτευτο	=	αγοήτευτος
αγοήτευτοι	=	αγοήτευτος
αγοήτευτος	adj	που δεν έχει γοητευτεί
αγοήτευτου	=	αγοήτευτος
αγοήτευτους	=	αγοήτευτος
αγοήτευτων	=	αγοήτευτος
αγονάτιστα	=	αγονάτιστος
αγονάτιστε	=	αγονάτιστος
αγονάτιστες	=	αγονάτιστος
αγονάτιστη	=	αγονάτιστος
αγονάτιστης	=	αγονάτιστος
αγονάτιστο	=	αγονάτιστος
αγονάτιστοι	=	αγονάτιστος
αγονάτιστος	adj	που δεν έχει γονατίσει· που δεν καταδέχεται να γονατίσει
αγονάτιστου	=	αγονάτιστος
αγονάτιστους	=	αγονάτιστος
αγονάτιστων	=	αγονάτιστος
αγονία	noun	η έλλειψη γονιμότητας
αγονίας	noun	γενική ενικού του αγονία
αγονίες	=	αγονία
αγονιμοποίητα	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητε	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητες	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητη	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητης	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητο	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητοι	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητος	adj|formal	που δεν έχει γονιμοποιηθεί
αγονιμοποίητου	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητους	=	αγονιμοποίητος
αγονιμοποίητων	=	αγονιμοποίητος
αγονιών	=	αγονία
αγορά	noun	ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο
αγοράζαμε	=	αγοράζω
αγοράζαν	=	αγοράζω
αγοράζανε	=	αγοράζω
αγοράζατε	=	αγοράζω
αγοράζει	=	αγοράζω
αγοράζεις	verb	β΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αγοράζω
αγοράζεσαι	=	αγοράζω
αγοράζεστε	=	αγοράζω
αγοράζεται	=	αγοράζω
αγοράζετε	=	αγοράζω
αγοράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγοράζω
αγοράζομε	=	αγοράζω
αγοράζονται	=	αγοράζω
αγοράζονταν	=	αγοράζω
αγοράζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγοράζω
αγοράζουμε	=	αγοράζω
αγοράζουν	=	αγοράζω
αγοράζουνε	=	αγοράζω
αγοράζω	verb	αποκτώ κάτι πληρώνοντας χρήματα
αγοράκι	noun	μικρό αγόρι
αγοράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοράκι
αγοράρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοράρα
αγοράς	noun	γενική ενικού του αγορά
αγοράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσαν	=	αγοράζω
αγοράσανε	=	αγοράζω
αγοράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγόρασμα
αγοράσματος	noun	γενική ενικού του αγόρασμα
αγοράσομε	=	αγοράζω
αγοράσου	=	αγοράζω
αγοράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράσουνε	=	αγοράζω
αγοράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγοράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοράστρια	noun	αυτή που αγοράζει κάτι που προσφέρεται για πώληση
αγοράστριας	noun	γενική ενικού του αγοράστρια
αγοράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοράστρια
αγοράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγορέ	adv|vulgar	άλλη μορφή του αγορίστικα
αγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορά
αγορήσια	=	αγορήσιος
αγορήσιας	=	αγορήσιος
αγορήσιε	=	αγορήσιος
αγορήσιες	=	αγορήσιος
αγορήσιη	=	αγορήσιος
αγορήσιο	=	αγορήσιος
αγορήσιοι	=	αγορήσιος
αγορήσιος	adj	άλλη μορφή του αγορίστικος
αγορήσιου	=	αγορήσιος
αγορήσιους	=	αγορήσιος
αγορήσιων	=	αγορήσιος
αγορήτρια	noun	αυτή που αγορεύει, που εκφωνεί μια ομιλία, συνήθως σε μια συνεδρίαση πολιτικού σώματος
αγορήτριας	noun	γενική ενικού του αγορήτρια
αγορήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορήτρια
αγορίνα	noun	το αγόρι
αγορίνας	noun	γενική ενικού του αγορίνα
αγορίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορίνα
αγορίνων	=	αγορίνα
αγορίσια	=	αγορίσιος
αγορίσιας	=	αγορίσιος
αγορίσιε	=	αγορίσιος
αγορίσιες	=	αγορίσιος
αγορίσιη	=	αγορίσιος
αγορίσιο	=	αγορίσιος
αγορίσιοι	=	αγορίσιος
αγορίσιος	adj	άλλη μορφή του αγορίστικος
αγορίσιου	=	αγορίσιος
αγορίσιους	=	αγορίσιος
αγορίσιων	=	αγορίσιος
αγορίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγορίστικος	adv	με αγορίστικο τρόπο
αγορίστικε	adj	κλητική ενικού του αγορίστικος
αγορίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορίστικη
αγορίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγορίστικος
αγορίστικης	adj	γενική ενικού του αγορίστικη
αγορίστικο	adj	αιτιατική ενικού του αγορίστικος
αγορίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγορίστικος
αγορίστικος	adj	που ταιριάζει σε ένα αγόρι (και όχι σε ένα κορίτσι)
αγορίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγορίστικος
αγορίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγορίστικος
αγορίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγορίστικος
αγορίτσι	noun|slang	νεαρός άνδρας ή γυναίκα που η συμπεριφορά ή η ενδυματολογία τους έχουν στοιχεία που συσχετίζονται με το αντίθετο φύλο
αγορίτσια	=	αγορίτσι
αγοραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγοραίος	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραίο
αγοραίας	adj	γενική ενικού του αγοραία
αγοραίε	adj	αγοραίος, στην κλητική του ενικού
αγοραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραία
αγοραίο	adj	αγοραίος, στην αιτιατική του ενικού	noun	αυτοκίνητο που μισθωνόταν από έναν πελάτη για να τον μεταφέρει και το τίμημα καθοριζόταν με συμφωνία ανάμεσα στον επιβάτη και τον οδηγό
αγοραίοι	adj	αγοραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αγοραίος	adj	που έχει σχέση με την αγορά, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
αγοραίου	adj	γενική ενικού του αγοραίος	noun	γενική ενικού του αγοραίο
αγοραίους	adj	αγοραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αγοραίων	=	αγοραίος
αγοραζόμασταν	=	αγοράζω
αγοραζόμαστε	=	αγοράζω
αγοραζόμενος	=	αγοράζω
αγοραζόμουν	=	αγοράζω
αγοραζόμουνα	=	αγοράζω
αγοραζόντουσαν	=	αγοράζω
αγοραζόσασταν	=	αγοράζω
αγοραζόσαστε	=	αγοράζω
αγοραζόσουν	=	αγοράζω
αγοραζόσουνα	=	αγοράζω
αγοραζόταν	=	αγοράζω
αγοραζότανε	=	αγοράζω
αγοραιοποίηση	noun	η διαδικασία μετατροπής για κάποιον ή κάτι σε αγοραίο
αγοραιοποίησης	=	αγοραιοποίηση
αγοραιοποιήσεις	=	αγοραιοποίηση
αγοραιοποιήσεων	=	αγοραιοποίηση
αγοραλογία	noun	το μάρκετινγκ
αγοραλογίας	noun	γενική ενικού του αγοραλογία
αγοραλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραλογία
αγοραλογιών	noun	γενική πληθυντικού του αγοραλογία
αγορανομία	noun	αστυνομική υπηρεσία που ελέγχει την αγορά, τις τιμές και την ποιότητα των προϊόντων
αγορανομίας	noun	γενική ενικού του αγορανομία
αγορανομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορανομία
αγορανομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορανομικό	adv	σχετικά με την αγορανομία ή τους αγορανόμους
αγορανομικέ	adj	κλητική ενικού του αγορανομικός
αγορανομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορανομική
αγορανομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγορανομικός
αγορανομικής	adj	γενική ενικού του αγορανομική
αγορανομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγορανομικός
αγορανομικού	adj	γενική ενικού του αγορανομικός
αγορανομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγορανομικός
αγορανομικό	adj	αιτιατική ενικού του αγορανομικός
αγορανομικός	adj	σχετικός με την αγορανομία
αγορανομικών	adj	γενική πληθυντικού του αγορανομικός
αγορανομιών	noun	γενική πληθυντικού του αγορανομία
αγορανόμε	=	αγορανόμος
αγορανόμο	=	αγορανόμος
αγορανόμοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορανόμος
αγορανόμος	noun	αστυνομικός που υπηρετεί στην αγορανομία
αγορανόμου	noun	γενική ενικού του αγορανόμος
αγορανόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγορανόμος
αγορανόμων	noun	γενική πληθυντικού του αγορανόμος
αγοραπωλησία	noun	η πράξη της πώλησης ενός αντικειμένου από κάποιον και της αγοράς του από κάποιον άλλον
αγοραπωλησίας	noun	γενική ενικού του αγοραπωλησία
αγοραπωλησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραπωλησία
αγοραπωλησιών	noun	γενική πληθυντικού του αγοραπωλησία
αγορασιμοτήτων	=	αγορασιμότητα
αγορασιμοτητών	noun	γενική πληθυντικού του αγορασιμότητα
αγορασιμότητα	noun	το να μπορεί κάτι να αγοραστεί, η δυνατότητα αγοράς πράγματος
αγορασιμότητας	noun	γενική ενικού του αγορασιμότητα
αγορασιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορασιμότητα
αγορασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγόρασμα
αγορασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορασμένο
αγορασμένε	verb	κλητική ενικού του αγορασμένος
αγορασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορασμένη
αγορασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγορασμένος
αγορασμένης	verb	γενική ενικού του αγορασμένη
αγορασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγορασμένος
αγορασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγορασμένος
αγορασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγοράζω
αγορασμένου	verb	γενική ενικού του αγορασμένος
αγορασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγορασμένος
αγορασμένων	verb	γενική πληθυντικού του αγορασμένος
αγοραστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραστό
αγοραστέ	adj	κλητική ενικού του αγοραστός
αγοραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραστής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραστή
αγοραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγοραστής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγοραστός
αγοραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστήκαν	=	αγοράζω
αγοραστήκανε	=	αγοράζω
αγοραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστής	noun	αυτός που αγοράζει κάτι που προσφέρεται για πώληση	adj	γενική ενικού του αγοραστή
αγοραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστείτε	=	αγοράζω
αγοραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραστικό
αγοραστικέ	adj	κλητική ενικού του αγοραστικός
αγοραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραστική
αγοραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγοραστικός
αγοραστικής	adj	γενική ενικού του αγοραστική
αγοραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγοραστικός
αγοραστικού	adj	γενική ενικού του αγοραστικός
αγοραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγοραστικός
αγοραστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγοραστικός
αγοραστικός	adj	που αναφέρεται στην ενέργεια του αγοράζω
αγοραστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγοραστικός
αγοραστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγοραστός
αγοραστού	adj	γενική ενικού του αγοραστός
αγοραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστούνε	=	αγοράζω
αγοραστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγοραστός
αγοραστριών	noun	γενική πληθυντικού του αγοράστρια
αγοραστό	adj	αιτιατική ενικού του αγοραστός
αγοραστός	adj	που αγοράστηκε, αγορασμένος
αγοραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγοράζομαι
αγοραστών	adj	γενική πληθυντικού του αγοραστός	noun	γενική πληθυντικού του αγοραστής
αγοραφοβία	noun	η παθολογική τάση να νιώθει κανείς φόβο, όταν βρίσκεται με πολύ κόσμο
αγοραφοβίας	noun	γενική ενικού του αγοραφοβία
αγοραφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραφοβία
αγοραφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραφοβικό
αγοραφοβικέ	adj	κλητική ενικού του αγοραφοβικός
αγοραφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοραφοβική
αγοραφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγοραφοβικός
αγοραφοβικής	adj	γενική ενικού του αγοραφοβική
αγοραφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγοραφοβικός
αγοραφοβικού	adj	γενική ενικού του αγοραφοβικός
αγοραφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγοραφοβικός
αγοραφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του αγοραφοβικός
αγοραφοβικός	adj	που έχει σχέση με την αγοραφοβία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αγοραφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του αγοραφοβικός
αγορεύαμε	=	αγορεύω
αγορεύαν	=	αγορεύω
αγορεύανε	=	αγορεύω
αγορεύατε	=	αγορεύω
αγορεύει	=	αγορεύω
αγορεύεις	=	αγορεύω
αγορεύετε	=	αγορεύω
αγορεύομε	=	αγορεύω
αγορεύοντας	=	αγορεύω
αγορεύουμε	=	αγορεύω
αγορεύουν	=	αγορεύω
αγορεύουνε	=	αγορεύω
αγορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύσαν	=	αγορεύω
αγορεύσανε	=	αγορεύω
αγορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγόρευση
αγορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγόρευση
αγορεύσεως	noun	γενική ενικού του αγόρευση
αγορεύσομε	=	αγορεύω
αγορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύσουνε	=	αγορεύω
αγορεύστε	=	αγορεύω
αγορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγορεύω	verb	διατυπώνω άποψη δημοσίως επι μακρόν, εκθέτω αναλυτικά τις θέσεις μου συνήθως σε κοινό, διακηρύσσω, δημηγορώ
αγορητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορητής
αγορητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγορητής
αγορητής	noun	αυτός που αγορεύει, ο ομιλητής, συνήθως σε μια συνεδρίαση πολιτικού σώματος
αγορητριών	noun	γενική πληθυντικού του αγορήτρια
αγορητών	noun	γενική πληθυντικού του αγορητής
αγοριού	noun	γενική ενικού του αγόρι
αγοριτσιού	=	αγορίτσι
αγοριτσιών	=	αγορίτσι
αγοριών	noun	γενική πληθυντικού του αγόρι
αγοροκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγοροκόριτσο
αγοροκόριτσο	noun	κορίτσι που παίζει αγορίστικα παιχνίδια / που φέρεται σαν αγόρι
αγοροκόριτσου	noun	γενική ενικού του αγοροκόριτσο
αγοροκόριτσων	noun	γενική πληθυντικού του αγοροκόριτσο
αγορολογία	noun	μάρκετινγκ
αγορολογίας	noun	γενική ενικού του αγορολογία
αγορολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγορολογία
αγορολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αγορολογία
αγοροπωλησία	noun	αγοραπωλησία
αγοροπωλησίας	=	αγοροπωλησία
αγοροπωλησίες	=	αγοροπωλησία
αγοροπωλησιών	=	αγοροπωλησία
αγοροφέρναμε	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρναν	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνανε	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνατε	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνει	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνεις	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνετε	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνοντας	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνουμε	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνουν	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνουνε	=	αγοροφέρνω
αγοροφέρνω	verb	συμπεριφέρομαι σαν αγόρι, ενώ είναι κορίτσι, ή έχω παρόμοια εμφάνιση
αγορόφερνα	=	αγοροφέρνω
αγορόφερναν	=	αγοροφέρνω
αγορόφερνε	=	αγοροφέρνω
αγορόφερνες	=	αγοροφέρνω
αγορών	noun	γενική πληθυντικού του αγορά
αγουράδα	noun	η γεύση που έχει κάτι το άγουρο
αγουράδας	noun	γενική ενικού του αγουράδα
αγουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουράδα
αγουρέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουρέλαιο
αγουρέλαιο	noun	από άγουρες, πράσινες ελιές
αγουρέλαιου	noun	γενική ενικού του αγουρέλαιο
αγουρέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του αγουρέλαιο
αγουρίδα	noun	άγουρο σταφύλι
αγουρίδας	noun	γενική ενικού του αγουρίδα
αγουρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουρίδα
αγουρίδων	=	αγουρίδα
αγουρίλα	noun	η γεύση που έχει κάτι το άγουρο
αγουρίλας	noun	γενική ενικού του αγουρίλα
αγουρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουρίλα
αγουρελαίου	=	αγουρέλαιο
αγουρελαίων	=	αγουρέλαιο
αγουρογερασμένα	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένε	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένες	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένη	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένης	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένο	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένοι	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένος	verb|literary	που έχει γεράσει πρόωρα
αγουρογερασμένου	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένους	=	αγουρογερασμένος
αγουρογερασμένων	=	αγουρογερασμένος
αγουροθέριζα	=	αγουροθερίζω
αγουροθέριζαν	=	αγουροθερίζω
αγουροθέριζε	=	αγουροθερίζω
αγουροθέριζες	=	αγουροθερίζω
αγουροθέρισα	=	αγουροθερίζω
αγουροθέρισαν	=	αγουροθερίζω
αγουροθέρισε	=	αγουροθερίζω
αγουροθέρισες	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζαμε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζαν	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζανε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζατε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζει	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζεις	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζετε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζομαι	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζοντας	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζουμε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζουν	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζουνε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίζω	verb|figurative	θερίζω κάτι πρώιμα
αγουροθερίσαμε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίσαν	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίσανε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίσατε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίσει	=	αγουροθερίζω
αγουροθερίστε	=	αγουροθερίζω
αγουροθερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροθερισμένο
αγουροθερισμένε	verb	κλητική ενικού του αγουροθερισμένος
αγουροθερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροθερισμένη
αγουροθερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγουροθερισμένος
αγουροθερισμένης	verb	γενική ενικού του αγουροθερισμένη
αγουροθερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγουροθερισμένος
αγουροθερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγουροθερισμένος
αγουροθερισμένος	verb	που έχει αγουροθεριστεί
αγουροθερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγουροθερισμένος
αγουροθερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγουροθερισμένος
αγουροθερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγουροθερισμένος
αγουρομαραζάρη	=	αγουρομαραζάρης
αγουρομαραζάρηδες	=	αγουρομαραζάρης
αγουρομαραζάρηδων	=	αγουρομαραζάρης
αγουρομαραζάρης	noun|literary	που μαράζωσε πρόωρα, που γέρασε πρόωρα από τις αντιξοότητες της ζωής
αγουρομελιγγάτα	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτε	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτες	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτη	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτης	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτο	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτοι	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτος	adj|figurative	που έχει μαύρα μαλλιά στους κροτάφους, ο νεαρός άντρας
αγουρομελιγγάτου	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτους	=	αγουρομελιγγάτος
αγουρομελιγγάτων	=	αγουρομελιγγάτος
αγουροξυπνά	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάει	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάμε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάν	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάνε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάς	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάτε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνάω	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροξύπνημα
αγουροξυπνήματος	noun	γενική ενικού του αγουροξύπνημα
αγουροξυπνήσαμε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνήσαν	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνήσανε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνήσατε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνήσει	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνήστε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγουροξύπνημα
αγουροξυπνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροξυπνημένο
αγουροξυπνημένε	verb	κλητική ενικού του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροξυπνημένη
αγουροξυπνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνημένης	verb	γενική ενικού του αγουροξυπνημένη
αγουροξυπνημένο	verb	αιτιατική ενικού του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνημένος	verb	που ξύπνησε ή τον ξύπνησαν πολύ νωρίς
αγουροξυπνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγουροξυπνημένος
αγουροξυπνούμε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούν	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούνε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσα	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσαμε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσαν	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσανε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσατε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνούσες	=	αγουροξυπνώ
αγουροξυπνώ	verb	ξυπνώ πρόωρα
αγουροξυπνώντας	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπνα	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπναγε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπνημα	noun	πρόωρο ξύπνημα
αγουροξύπνησα	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπνησαν	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπνησε	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπνησες	=	αγουροξυπνώ
αγουροξύπνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροξύπνητο
αγουροξύπνητε	adj	κλητική ενικού του αγουροξύπνητος
αγουροξύπνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουροξύπνητη
αγουροξύπνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγουροξύπνητος
αγουροξύπνητης	adj	γενική ενικού του αγουροξύπνητη
αγουροξύπνητο	adj	αιτιατική ενικού του αγουροξύπνητος
αγουροξύπνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγουροξύπνητος
αγουροξύπνητος	adj	αγουροξυπνημένος
αγουροξύπνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγουροξύπνητος
αγουροξύπνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγουροξύπνητος
αγουροξύπνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγουροξύπνητος
αγουροτσακισμένα	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένε	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένες	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένη	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένης	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένο	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένοι	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένος	verb|figurative	που έχει γεράσει πρόωρα
αγουροτσακισμένου	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένους	=	αγουροτσακισμένος
αγουροτσακισμένων	=	αγουροτσακισμένος
αγουρωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουρωπό
αγουρωπέ	adj	κλητική ενικού του αγουρωπός
αγουρωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουρωπή
αγουρωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγουρωπός
αγουρωπής	adj	γενική ενικού του αγουρωπή
αγουρωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγουρωπός
αγουρωπού	adj	γενική ενικού του αγουρωπός
αγουρωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγουρωπός
αγουρωπό	adj	αιτιατική ενικού του αγουρωπός
αγουρωπός	adj	που είναι ακόμα κάπως άγουρος
αγουρωπών	adj	γενική πληθυντικού του αγουρωπός
αγουρόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουρόλαδο
αγουρόλαδο	noun|vulgar	το αγουρέλαιο
αγουρόλαδου	noun	γενική ενικού του αγουρόλαδο
αγουρόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του αγουρόλαδο
αγουστιά	noun	η έλλειψη γούστου
αγουστιάς	noun	γενική ενικού του αγουστιά
αγουστιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγουστιά
αγουστιών	=	αγουστιά
αγουσών	noun	γενική πληθυντικού του άγουσα
αγούπας	=	αγιούπας
αγράβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγράβατος
αγράμματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγράμματο
αγράμματε	adj	κλητική ενικού του αγράμματος
αγράμματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγράμματη
αγράμματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγράμματος
αγράμματης	adj	γενική ενικού του αγράμματη
αγράμματο	adj	αιτιατική ενικού του αγράμματος
αγράμματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγράμματος
αγράμματος	adj	που δεν έχει διδαχτεί επαρκώς την ανάγνωση και τη γραφή
αγράμματου	adj	γενική ενικού του αγράμματος
αγράμματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγράμματος
αγράμματων	adj	γενική πληθυντικού του αγράμματος
αγράμπελες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγράμπελη
αγράμπελη	noun	είδος διακοσμητικού αναρριχητικού φυτού
αγράμπελης	noun	γενική ενικού του αγράμπελη
αγράμπελων	=	αγράμπελη
αγρέ	noun	κλητική ενικού του αγρός
αγρέλι	noun	αγριελιά
αγρέλια	=	αγρέλι
αγρέπαυλη	noun	μεγάλη και πολυτελής αγροτική κατοικία / έπαυλη, συχνά με εκτάσεις για γεωργικές ή κτηνοτροφικές δραστηριότητες
αγρέπαυλης	=	αγρέπαυλη
αγρία	=	άγριος
αγρίας	=	άγριος
αγρίεμα	noun	το να γίνεσαι άγριος απέναντι σε κάποιον, να προσπαθείς να τον φοβίσεις
αγρίευα	=	αγριεύω
αγρίευαν	=	αγριεύω
αγρίευε	=	αγριεύω
αγρίευες	=	αγριεύω
αγρίεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγρίεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγρίεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγρίεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγρίκα	=	αγρικώ
αγρίκαγε	=	αγρικώ
αγρίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρίλι	noun	αγριελιά
αγρίλια	=	αγρίλι
αγρίμι	noun	το άγριο ζώο
αγρίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρίμι
αγρίου	=	άγριος
αγρίους	=	άγριος
αγρίωμα	noun	δύσβατος τόπος, κατσάβραχα, ανώμαλο έδαφος
αγρίων	=	άγριος
αγρίωνα	=	αγριώνω
αγρίωναν	=	αγριώνω
αγρίωνε	=	αγριώνω
αγρίωνες	=	αγριώνω
αγρίως	adv|formal	άγρια
αγρίωσα	=	αγριώνω
αγρίωσαν	=	αγριώνω
αγρίωσε	=	αγριώνω
αγρίωσες	=	αγριώνω
αγραβάτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγραβάτωτο
αγραβάτωτε	adj	κλητική ενικού του αγραβάτωτος
αγραβάτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγραβάτωτη
αγραβάτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγραβάτωτος
αγραβάτωτης	adj	γενική ενικού του αγραβάτωτη
αγραβάτωτο	adj	αιτιατική ενικού του αγραβάτωτος
αγραβάτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγραβάτωτος
αγραβάτωτος	adj	που δεν φοράει γραβάτα
αγραβάτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγραβάτωτος
αγραβάτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγραβάτωτος
αγραβάτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγραβάτωτος
αγραμματισμέ	=	αγραμματισμός
αγραμματισμοί	=	αγραμματισμός
αγραμματισμού	=	αγραμματισμός
αγραμματισμούς	=	αγραμματισμός
αγραμματισμό	=	αγραμματισμός
αγραμματισμός	noun	νευρολογική διαταραχή του λόγου, όπου ο ασθενής δυσκολεύεται να σχηματίσει γραμματικά σωστές προτάσεις, παραλείποντας ή αλλοιώνοντας μορφολογικά στοιχεία
αγραμματισμών	=	αγραμματισμός
αγραμματοσυνών	=	αγραμματοσύνη
αγραμματοσύνες	=	αγραμματοσύνη
αγραμματοσύνη	noun	η ιδιότητα του αγράμματου, το να είναι κανείς αγράμματος, η έλλειψη παιδείας, μόρφωσης
αγραμματοσύνης	noun	γενική ενικού του αγραμματοσύνη
αγρανάπαυση	noun	η διακοπή της καλλιέργειας ενός αγρού για κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως ενός έτους, που γίνεται για να μπορέσει το έδαφος να ανακτήσει τα θρεπτικά συστατικά του
αγρανάπαυσης	noun	γενική ενικού του αγρανάπαυση
αγραναπαύσεις	=	αγρανάπαυση
αγραναπαύσεων	=	αγρανάπαυση
αγραναπαύσεως	=	αγρανάπαυση
αγραπιδιά	noun	άλλη μορφή του αγριαπιδιά
αγραπιδιάς	=	αγραπιδιά
αγραπιδιές	=	αγραπιδιά
αγραπιδιών	=	αγραπιδιά
αγρατζούνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρατζούνιστο
αγρατζούνιστε	adj	κλητική ενικού του αγρατζούνιστος
αγρατζούνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρατζούνιστη
αγρατζούνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγρατζούνιστος
αγρατζούνιστης	adj	γενική ενικού του αγρατζούνιστη
αγρατζούνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αγρατζούνιστος
αγρατζούνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρατζούνιστος
αγρατζούνιστος	adj	άλλη μορφή του αγρατσούνιστος
αγρατζούνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγρατζούνιστος
αγρατζούνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγρατζούνιστος
αγρατζούνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγρατζούνιστος
αγρατσούνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρατσούνιστο
αγρατσούνιστε	adj	κλητική ενικού του αγρατσούνιστος
αγρατσούνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρατσούνιστη
αγρατσούνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγρατσούνιστος
αγρατσούνιστης	adj	γενική ενικού του αγρατσούνιστη
αγρατσούνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αγρατσούνιστος
αγρατσούνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρατσούνιστος
αγρατσούνιστος	adj	που δεν έχει γρατσουνιστεί
αγρατσούνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγρατσούνιστος
αγρατσούνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγρατσούνιστος
αγρατσούνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγρατσούνιστος
αγραφία	noun	νευρολογική διαταραχή που προκαλεί απώλεια ή σοβαρή δυσκολία στη γραφή λόγω εγκεφαλικής βλάβης ή νευρολογικής δυσλειτουργίας
αγραφιώτικα	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικε	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικες	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικη	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικης	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικο	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικοι	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Άγραφα ή τους κατοίκους τους
αγραφιώτικου	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικους	=	αγραφιώτικος
αγραφιώτικων	=	αγραφιώτικος
αγρελιά	noun|rare	άλλη μορφή του αγριελιά
αγρελιού	=	αγρέλι
αγρελιών	=	αγρέλι
αγρεξ	abbrev	νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με αποστολή το συντονισμό και την ενίσχυση των αγροτικών εξαγωγών
αγρεπαύλεις	=	αγρέπαυλη
αγρεπαύλεων	=	αγρέπαυλη
αγρεργάτες	=	αγρεργάτης
αγρεργάτη	=	αγρεργάτης
αγρεργάτης	noun|formal	ο καλλιεργητής, αυτός που κάνει αγροτικές εργασίες (ενίοτε ως μισθωτός ή ημερομίσθιος εργάτης)
αγρεργάτισσα	=	αγρεργάτης
αγρεργάτρια	=	αγρεργάτης
αγρεργατών	=	αγρεργάτης
αγρευθήκαμε	=	αγρεύω
αγρευθήκαν	=	αγρεύω
αγρευθήκανε	=	αγρεύω
αγρευθήκατε	=	αγρεύω
αγρευθεί	=	αγρεύω
αγρευθείτε	=	αγρεύω
αγρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άγρευμα
αγρευμένος	=	αγρεύω
αγρευόμασταν	=	αγρεύω
αγρευόμαστε	=	αγρεύω
αγρευόμουν	=	αγρεύω
αγρευόμουνα	=	αγρεύω
αγρευόντουσαν	=	αγρεύω
αγρευόσασταν	=	αγρεύω
αγρευόσαστε	=	αγρεύω
αγρευόσουν	=	αγρεύω
αγρευόσουνα	=	αγρεύω
αγρευόταν	=	αγρεύω
αγρευότανε	=	αγρεύω
αγρεύαμε	=	αγρεύω
αγρεύαν	=	αγρεύω
αγρεύανε	=	αγρεύω
αγρεύατε	=	αγρεύω
αγρεύει	=	αγρεύω
αγρεύεις	=	αγρεύω
αγρεύεσαι	=	αγρεύω
αγρεύεστε	=	αγρεύω
αγρεύεται	=	αγρεύω
αγρεύετε	=	αγρεύω
αγρεύθηκα	=	αγρεύω
αγρεύθηκαν	=	αγρεύω
αγρεύθηκε	=	αγρεύω
αγρεύθηκες	=	αγρεύω
αγρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άγρευμα
αγρεύματος	noun	γενική ενικού του άγρευμα
αγρεύομαι	=	αγρεύω
αγρεύονται	=	αγρεύω
αγρεύονταν	=	αγρεύω
αγρεύοντας	=	αγρεύω
αγρεύουμε	=	αγρεύω
αγρεύουν	=	αγρεύω
αγρεύουνε	=	αγρεύω
αγρεύσαμε	=	αγρεύω
αγρεύσαν	=	αγρεύω
αγρεύσανε	=	αγρεύω
αγρεύσατε	=	αγρεύω
αγρεύσει	=	αγρεύω
αγρεύσεις	=	άγρευση
αγρεύσεστε	=	αγρεύω
αγρεύσεων	=	άγρευση
αγρεύσιμα	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμε	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμες	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμη	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμης	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμο	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμοι	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμος	adj	ο δυνάμενος να αγρευθεί
αγρεύσιμου	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμους	=	αγρεύσιμος
αγρεύσιμων	=	αγρεύσιμος
αγρεύσου	=	αγρεύω
αγρεύστε	=	αγρεύω
αγρεύψου	=	αγρεύω
αγρεύω	verb	κυνηγώ
αγριάγγουρά	=	αγριάγγουρο
αγριάγγουράς	=	αγριάγγουρο
αγριάγγουρές	=	αγριάγγουρο
αγριάγγουρο	noun	πικράγγουρο
αγριάγγουρών	=	αγριάγγουρο
αγριάδα	noun	η ιδιότητα του άγριου ως προς τη συμπεριφορά (για άνθρωπο) και την εμφάνιση (για άνθρωπο, τοπία), η αγριότητα
αγριάδας	noun	γενική ενικού του αγριάδα
αγριάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριάδα
αγριάδων	=	αγριάδα
αγριάμπελη	=	αγράμπελη
αγριάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του αγριάνθρωπος
αγριάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του αγριάνθρωπος
αγριάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριάνθρωπος
αγριάνθρωπος	noun	άνθρωπος απεριποίητος που μοιάζει στην όψη με άγριο
αγριάνθρωπου	noun	γενική ενικού του αγριάνθρωπος
αγριάνθρωπους	noun	αιτιατική ενικού του αγριάνθρωπος
αγριάνθρωπων	noun	γενική ενικού του αγριάνθρωπος
αγριάπιδα	=	αγριάπιδο
αγριάπιδο	noun	άλλη μορφή του αγριαπίδι
αγριάπιδου	=	αγριάπιδο
αγριάπιδων	=	αγριάπιδο
αγριέβλεπα	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεπαν	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεπε	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεπες	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεψα	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεψαν	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεψε	=	αγριοβλέπω
αγριέβλεψες	=	αγριοβλέπω
αγριέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρίεμα
αγριέματος	noun	γενική ενικού του αγρίεμα
αγριέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψαν	=	αγριεύω
αγριέψανε	=	αγριεύω
αγριέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψομε	=	αγριεύω
αγριέψου	=	αγριεύω
αγριέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψουνε	=	αγριεύω
αγριέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύω
αγριαγγουριά	noun	η πικραγγουριά
αγριαγγουριάς	=	αγριαγγουριά
αγριαγγουριές	=	αγριαγγουριά
αγριαγγουριών	=	αγριαγγουριά
αγριαγκινάρα	noun	είδος άγριας αγκινάρας
αγριαγκινάρας	=	αγριαγκινάρα
αγριαγκινάρες	=	αγριαγκινάρα
αγριανθρώπου	noun	γενική ενικού του αγριάνθρωπος
αγριανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγριάνθρωπος
αγριανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του αγριάνθρωπος
αγριαπίδι	noun	ο καρπός της αγριαπιδιάς
αγριαπίδια	=	αγριαπίδι
αγριαπιδιά	noun	η αγριαχλαδιά
αγριαπιδιάς	=	αγριαπιδιά
αγριαπιδιές	=	αγριαπιδιά
αγριαπιδιού	=	αγριαπίδι
αγριαπιδιών	=	αγριαπιδιά
αγριαχλαδιά	noun	είδος άγριας αχλαδιάς (Pyrus amygdaliformis)
αγριαχλαδιάς	=	αγριαχλαδιά
αγριαχλαδιές	=	αγριαχλαδιά
αγριαχλαδιών	=	αγριαχλαδιά
αγριαψιθιά	noun	το φυτό Achillea millefolium, ποώδες, πολυετές, ανθοφόρο, χαμηλής σε ύψος ανάπτυξης
αγριαψιθιάς	=	αγριαψιθιά
αγριαψιθιές	=	αγριαψιθιά
αγριαψιθιών	=	αγριαψιθιά
αγριελιά	noun	η άγρια ελιά
αγριελιάς	noun	γενική ενικού του αγριελιά
αγριελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριελιά
αγριελιών	=	αγριελιά
αγριεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγρίεμα
αγριεμέ	=	αγριεμός
αγριεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριεμένο
αγριεμένε	verb	κλητική ενικού του αγριεμένος
αγριεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριεμένη
αγριεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγριεμένος
αγριεμένης	verb	γενική ενικού του αγριεμένη
αγριεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγριεμένος
αγριεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριεμένος
αγριεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου (αγριεύομαι) του ρήματος αγριεύω, που έχει αγριέψει (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
αγριεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγριεμένος
αγριεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγριεμένος
αγριεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγριεμένος
αγριεμοί	=	αγριεμός
αγριεμού	=	αγριεμός
αγριεμούς	=	αγριεμός
αγριεμό	=	αγριεμός
αγριεμός	noun	η ενέργεια του αγριεύω
αγριεμών	=	αγριεμός
αγριευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτήκαν	=	αγριεύω
αγριευτήκανε	=	αγριεύω
αγριευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευτούνε	=	αγριεύω
αγριευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριευόμασταν	=	αγριεύω
αγριευόμαστε	=	αγριεύω
αγριευόμουν	=	αγριεύω
αγριευόμουνα	=	αγριεύω
αγριευόντουσαν	=	αγριεύω
αγριευόσασταν	=	αγριεύω
αγριευόσαστε	=	αγριεύω
αγριευόσουν	=	αγριεύω
αγριευόσουνα	=	αγριεύω
αγριευόταν	=	αγριεύω
αγριευότανε	=	αγριεύω
αγριεύαμε	=	αγριεύω
αγριεύαν	=	αγριεύω
αγριεύανε	=	αγριεύω
αγριεύατε	=	αγριεύω
αγριεύει	=	αγριεύω
αγριεύεις	=	αγριεύω
αγριεύεσαι	=	αγριεύω
αγριεύεστε	=	αγριεύω
αγριεύεται	=	αγριεύω
αγριεύετε	=	αγριεύω
αγριεύομαι	verb	νιώθω έναν ακαθόριστο φόβο, δέος
αγριεύομε	=	αγριεύω
αγριεύονται	=	αγριεύω
αγριεύονταν	=	αγριεύω
αγριεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγριεύω
αγριεύου	=	αγριεύω
αγριεύουμε	=	αγριεύω
αγριεύουν	=	αγριεύω
αγριεύουνε	=	αγριεύω
αγριεύτε	=	αγριεύω
αγριεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριεύομαι
αγριεύω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι άγριο
αγρικά	=	αγρικώ
αγρικάει	=	αγρικώ
αγρικάμε	=	αγρικώ
αγρικάν	=	αγρικώ
αγρικάνε	=	αγρικώ
αγρικάς	=	αγρικώ
αγρικάτε	=	αγρικώ
αγρικάω	=	αγρικώ
αγρικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσαν	=	αγρικώ
αγρικήσανε	=	αγρικώ
αγρικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρικώ
αγρικούμε	=	αγρικώ
αγρικούν	=	αγρικώ
αγρικούνε	=	αγρικώ
αγρικούσα	=	αγρικώ
αγρικούσαμε	=	αγρικώ
αγρικούσαν	=	αγρικώ
αγρικούσανε	=	αγρικώ
αγρικούσατε	=	αγρικώ
αγρικούσε	=	αγρικώ
αγρικούσες	=	αγρικώ
αγρικώ	verb	άλλη μορφή του γρικώ
αγρικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγρικάω / αγρικώ
αγριλίδα	noun	αγριελιά
αγριλίδας	=	αγριλίδα
αγριλίδες	=	αγριλίδα
αγριλίδι	noun	υποκοριστικό του αγριελιά, μικρή αγριελιά (και ιδιωματικό, Θάσος, Πελοπόννησος)
αγριλίδια	noun	οι παραφυάδες της αγριελιάς
αγριλίδων	=	αγριλίδα
αγριλίσια	=	αγριλίσιος
αγριλίσιας	=	αγριλίσιος
αγριλίσιε	=	αγριλίσιος
αγριλίσιες	=	αγριλίσιος
αγριλίσιια	=	αγριλίσιος
αγριλίσιιο	=	αγριλίσιος
αγριλίσιο	=	αγριλίσιος
αγριλίσιοι	=	αγριλίσιος
αγριλίσιος	adj	φτιαγμένος από ξύλο αγριελιάς
αγριλίσιου	=	αγριλίσιος
αγριλίσιους	=	αγριλίσιος
αγριλίσιων	=	αγριλίσιος
αγριλιά	noun	η αγριελιά
αγριλιάς	noun	γενική ενικού του αγριλιά
αγριλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριλιά
αγριλιδιού	=	αγριλίδι
αγριλιδιών	=	αγριλίδια
αγριλιού	=	αγρίλι
αγριλιών	=	αγριλιά
αγριμιού	noun	γενική ενικού του αγρίμι
αγριμιών	noun	γενική πληθυντικού του αγρίμι
αγριμοκυνηγέ	noun	κλητική ενικού του αγριμοκυνηγός
αγριμοκυνηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριμοκυνηγός
αγριμοκυνηγού	noun	γενική ενικού του αγριμοκυνηγός
αγριμοκυνηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγριμοκυνηγός
αγριμοκυνηγό	noun	αιτιατική ενικού του αγριμοκυνηγός
αγριμοκυνηγός	noun	ο κυνηγός των αγριμιών
αγριμοκυνηγών	noun	γενική πληθυντικού του αγριμοκυνηγός
αγριμολόγε	noun	κλητική ενικού του αγριμολόγος
αγριμολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αγριμολόγος
αγριμολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριμολόγος
αγριμολόγος	noun	ο κυνηγός των αγριμιών, ο αγριμοκυνηγός
αγριμολόγου	noun	γενική ενικού του αγριμολόγος
αγριμολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγριμολόγος
αγριμολόγων	=	αγριμολόγος
αγριμονιών	=	αγριμόνια
αγριμόνια	noun	πολυετές φαρμακευτικό βότανο με χαρακτηριστικές κίτρινες ταξιανθίες, το οποίο διακρίνεται διαχρονικά για τις στυπτικές και επουλωτικές του ιδιότητες, προσφέροντας φυσική ανακούφιση κυρίως σε παθήσεις του φάρυγγα και δερματικές φλεγμονές
αγριμόνιας	=	αγριμόνια
αγριμόνιες	=	αγριμόνια
αγριμόνιο	noun	άλλη μορφή του αγριμόνια
αγριμόνιου	=	αγριμόνιο
αγριμόνιων	=	αγριμόνιο
αγρινά	=	αγρινό
αγρινιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρινιώτικο
αγρινιώτικε	adj	κλητική ενικού του αγρινιώτικος
αγρινιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρινιώτικη
αγρινιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγρινιώτικος
αγρινιώτικης	adj	γενική ενικού του αγρινιώτικη
αγρινιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του αγρινιώτικος
αγρινιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρινιώτικος
αγρινιώτικος	adj	ο σχετικός με το Αγρίνιο
αγρινιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγρινιώτικος
αγρινιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγρινιώτικος
αγρινιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγρινιώτικος
αγρινού	=	αγρινό
αγρινό	noun	αίγαγρος, αγριοκάτσικο
αγρινών	=	αγρινό
αγριοβλέπαμε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπαν	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπανε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπατε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπει	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπεις	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπετε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέποντας	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπουμε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπουν	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπουνε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέπω	verb	αγριοκοιτάζω
αγριοβλέψαμε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέψαν	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέψανε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέψατε	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέψει	=	αγριοβλέπω
αγριοβλέψτε	=	αγριοβλέπω
αγριοβοτάνι	noun	άλλη μορφή του αγριοβότανο
αγριοβοτάνια	=	αγριοβοτάνι
αγριοβοτάνου	=	αγριοβότανο
αγριοβοτάνων	=	αγριοβότανο
αγριοβοτανιού	=	αγριοβοτάνι
αγριοβοτανιών	=	αγριοβοτάνι
αγριοβούβαλα	=	αγριοβούβαλο
αγριοβούβαλε	=	αγριοβούβαλος
αγριοβούβαλο	noun	μεγάλο φυτοφάγο θηλαστικό των υγροτόπων, συγγενικό με το ήμερο βουβάλι, γνωστό για τη δύναμη και την αντοχή του
αγριοβούβαλοι	=	αγριοβούβαλος
αγριοβούβαλος	noun	άλλη μορφή του αγριοβούβαλο
αγριοβούβαλου	=	αγριοβούβαλο
αγριοβούβαλους	=	αγριοβούβαλος
αγριοβούβαλων	=	αγριοβούβαλο
αγριοβόρι	noun|literary	κρύος βοριάς που πνέει με μεγάλη ένταση
αγριοβόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριοβόρι
αγριοβότανα	=	αγριοβότανο
αγριοβότανο	noun	είδος άγριου βοτάνου το οποίο έχει συνήθως θεραπευτικές ιδιότητες
αγριοβότανου	=	αγριοβότανο
αγριοβότανων	=	αγριοβότανο
αγριογαρίφαλα	=	αγριογαρίφαλο
αγριογαρίφαλο	noun	είδος γαρίφαλου
αγριογαρίφαλου	=	αγριογαρίφαλο
αγριογαρίφαλων	=	αγριογαρίφαλο
αγριογκορτσιά	noun	είδος άγριας γκορτσιάς
αγριογκορτσιάς	=	αγριογκορτσιά
αγριογκορτσιές	=	αγριογκορτσιά
αγριογκορτσιών	=	αγριογκορτσιά
αγριογούρουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριογούρουνο
αγριογούρουνο	noun	θηλαστικό που ζει στα δάση, τρέφεται με καρπούς και είναι ξάδελφος του γουρουνιού
αγριογούρουνου	noun	γενική ενικού του αγριογούρουνο
αγριογούρουνων	noun	γενική πληθυντικού του αγριογούρουνο
αγριοθύμαρα	=	αγριοθύμαρο
αγριοθύμαρο	noun	είδος άγριου θυμαριού
αγριοθύμαρου	=	αγριοθύμαρο
αγριοθύμαρων	=	αγριοθύμαρο
αγριοκάστανα	=	αγριοκάστανο
αγριοκάστανο	noun	ο καρπός της αγριοκαστανιάς
αγριοκάστανου	=	αγριοκάστανο
αγριοκάστανων	=	αγριοκάστανο
αγριοκάτσικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριοκάτσικο
αγριοκάτσικο	noun	ο αίγαγρος, το άγριο κατσίκι
αγριοκάτσικου	noun	γενική ενικού του αγριοκάτσικο
αγριοκάτσικων	noun	γενική πληθυντικού του αγριοκάτσικο
αγριοκέρασα	=	αγριοκέρασο
αγριοκέρασο	noun	είδος κερασιού
αγριοκέρασου	=	αγριοκέρασο
αγριοκέρασων	=	αγριοκέρασο
αγριοκαστανιά	noun	είδος άγριας καστανιάς
αγριοκαστανιάς	=	αγριοκαστανιά
αγριοκαστανιές	=	αγριοκαστανιά
αγριοκαστανιών	=	αγριοκαστανιά
αγριοκατσίκα	noun|figurative	άλλη μορφή του αγριοκάτσικο
αγριοκατσίκας	=	αγριοκατσίκα
αγριοκατσίκες	=	αγριοκατσίκα
αγριοκερασιά	noun	είδος άγριας κερασιάς (Prunus avium, Prunus serotina)
αγριοκερασιάς	=	αγριοκερασιά
αγριοκερασιές	=	αγριοκερασιά
αγριοκερασιών	=	αγριοκερασιά
αγριοκοίτα	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοίταγε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοίταγμα	noun	ένα άγριο κοίταγμα, μια άγρια ματιά που δηλώνει θυμό ή εχθρότητα
αγριοκοίταζα	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταζαν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταζε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταζες	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοίταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτά	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριοκοίταγμα
αγριοκοιτάγματος	noun	γενική ενικού του αγριοκοίταγμα
αγριοκοιτάει	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάζαμε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζαν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζανε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζατε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζει	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζεις	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζεσαι	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζεστε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζεται	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζετε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζομαι	verb	αγριοκοιτάζω κάποιον που με αγριοκοιτάζει κι αυτός
αγριοκοιτάζομε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζονται	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζονταν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζοντας	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζουμε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζουν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζουνε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάζω	verb	κοιτάζω κάποιον με άγριο τρόπο, με θυμό
αγριοκοιτάμε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάν	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάνε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξαν	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάξανε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξομε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξου	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξουνε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάς	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάτε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτάχτε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιτάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιτάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιτάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιτάω	verb	άλλη μορφή του αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγριοκοίταγμα
αγριοκοιταγμένος	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόμασταν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόμαστε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόμουν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόμουνα	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόντουσαν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόσασταν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόσαστε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόσουν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόσουνα	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζόταν	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταζότανε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτήκαν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιταχτήκανε	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιταχτούνε	=	αγριοκοιτάζω
αγριοκοιταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιτιέμαι	verb	άλλη μορφή του αγριοκοιτάζομαι
αγριοκοιτιέσαι	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιέστε	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιέται	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιούνται	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιούνταν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόμασταν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόμαστε	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόμουν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόμουνα	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόνταν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόντανε	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόντουσαν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόσασταν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόσαστε	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόσουν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόσουνα	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιόταν	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτιότανε	=	αγριοκοιτιέμαι
αγριοκοιτούμε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούν	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούνε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσα	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσαμε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσαν	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσανε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσατε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσε	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτούσες	=	αγριοκοιτάω
αγριοκοιτώ	verb	άλλη μορφή του αγριοκοιτάζω
αγριοκοιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αγριοκοιτάω / αγριοκοιτώ
αγριοκοκοριού	=	αγριοκοκόρι
αγριοκοκοριών	=	αγριοκοκόρι
αγριοκοκόρι	noun	η αρσενική αγριόκοτα
αγριοκοκόρια	=	αγριοκοκόρι
αγριοκοκόρων	=	αγριοκόκορας
αγριοκοτών	=	αγριόκοτα
αγριοκουμαριά	noun	είδος άγριας κουμαριάς
αγριοκουμαριάς	=	αγριοκουμαριά
αγριοκουμαριές	=	αγριοκουμαριά
αγριοκουμαριών	=	αγριοκουμαριά
αγριοκούναβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριοκούναβο
αγριοκούναβο	noun	το άγριο κουνάβι
αγριοκούναβου	noun	γενική ενικού του αγριοκούναβο
αγριοκούναβων	noun	γενική πληθυντικού του αγριοκούναβο
αγριοκούνελα	=	αγριοκούνελο
αγριοκούνελο	noun	άγριο κουνέλι
αγριοκούνελου	=	αγριοκούνελο
αγριοκούνελων	=	αγριοκούνελο
αγριοκυδωνιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο της οικογένειας των Ροδοειδών οι καρποί του οποίου χρησιμοποιούνται ως βότανο, το σόρβον
αγριοκυδωνιάς	=	αγριοκυδωνιά
αγριοκυδωνιές	=	αγριοκυδωνιά
αγριοκυδωνιών	=	αγριοκυδωνιά
αγριοκυπάρισσα	=	αγριοκυπάρισσο
αγριοκυπάρισσο	noun	η άρκευθος
αγριοκυπάρισσου	=	αγριοκυπάρισσο
αγριοκυπάρισσων	=	αγριοκυπάρισσο
αγριοκυπαρίσσι	noun	η άρκευθος
αγριοκυπαρίσσια	=	αγριοκυπαρίσσι
αγριοκυπαρισσιού	=	αγριοκυπαρίσσι
αγριοκυπαρισσιών	=	αγριοκυπαρίσσι
αγριοκόκορα	=	αγριοκόκορας
αγριοκόκορας	noun	η αρσενική αγριόκοτα
αγριοκόκορες	=	αγριοκόκορας
αγριοκύμινα	=	αγριοκύμινο
αγριοκύμινο	noun	διετές φυτό της οικογένειας των Απιίδων
αγριοκύμινου	=	αγριοκύμινο
αγριοκύμινων	=	αγριοκύμινο
αγριολάπαθα	=	αγριολάπαθο
αγριολάπαθο	noun	είδος άγριου λάπαθου
αγριολάπαθου	=	αγριολάπαθο
αγριολάπαθων	=	αγριολάπαθο
αγριολάχανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριολάχανο
αγριολάχανο	noun	είδος βρώσιμου άγριου χόρτου ή λαχανικού
αγριολάχανου	=	αγριολάχανο
αγριολάχανων	=	αγριολάχανο
αγριολίναρα	=	αγριολίναρο
αγριολίναρο	noun	είδος άγριου λιναριού
αγριολίναρου	=	αγριολίναρο
αγριολίναρων	=	αγριολίναρο
αγριολαχανίδα	=	αγριολάχανο
αγριολαχανικό	=	αγριολάχανο
αγριολεβάντα	noun	η άγρια λεβάντα (Lavandula stoechas)
αγριολεβάντας	noun	γενική ενικού του αγριολεβάντα
αγριολεβάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριολεβάντα
αγριολεβαντών	noun	γενική πληθυντικού του αγριολεβάντα
αγριολινάρι	noun	είδος άγριου λιναριού
αγριολινάρια	=	αγριολινάρι
αγριολιναριού	=	αγριολινάρι
αγριολιναριών	=	αγριολινάρι
αγριολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριολούλουδο
αγριολούλουδο	noun	λουλούδι που φυτρώνει μόνο του στη φύση, δεν το έχει καλλιεργήσει κάποιος άνθρωπος
αγριολούλουδου	noun	γενική ενικού του αγριολούλουδο
αγριολούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του αγριολούλουδο
αγριομέλισσα	noun	είδος άγριας μέλισσας
αγριομέλισσας	=	αγριομέλισσα
αγριομέλισσες	=	αγριομέλισσα
αγριομίλα	=	αγριομιλώ
αγριομίλαγε	=	αγριομιλώ
αγριομίλησα	=	αγριομιλώ
αγριομίλησαν	=	αγριομιλώ
αγριομίλησε	=	αγριομιλώ
αγριομίλησες	=	αγριομιλώ
αγριομελισσών	=	αγριομέλισσα
αγριομηλιά	noun	η αυτοφυής μηλιά, η μη καλλιεργούμενη
αγριομηλιάς	=	αγριομηλιά
αγριομηλιές	=	αγριομηλιά
αγριομηλιών	=	αγριομηλιά
αγριομιλά	=	αγριομιλώ
αγριομιλάει	=	αγριομιλώ
αγριομιλάμε	=	αγριομιλώ
αγριομιλάν	=	αγριομιλώ
αγριομιλάνε	=	αγριομιλώ
αγριομιλάς	=	αγριομιλώ
αγριομιλάτε	=	αγριομιλώ
αγριομιλάω	verb	μιλώ άγρια
αγριομιλήσαμε	=	αγριομιλώ
αγριομιλήσαν	=	αγριομιλώ
αγριομιλήσανε	=	αγριομιλώ
αγριομιλήσατε	=	αγριομιλώ
αγριομιλήσει	=	αγριομιλώ
αγριομιλήστε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούμε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούν	=	αγριομιλώ
αγριομιλούνε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσα	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσαμε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσαν	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσανε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσατε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσε	=	αγριομιλώ
αγριομιλούσες	=	αγριομιλώ
αγριομιλώ	verb	μιλώ άγρια
αγριομιλώντας	=	αγριομιλώ
αγριομούλαρα	=	αγριομούλαρο
αγριομούλαρο	noun	άγριο μουλάρι
αγριομούλαρου	=	αγριομούλαρο
αγριομούλαρων	=	αγριομούλαρο
αγριονεραντζιά	noun	είδος άγριας νεραντζιάς
αγριονεραντζιάς	=	αγριονεραντζιά
αγριονεραντζιές	=	αγριονεραντζιά
αγριονεραντζιών	=	αγριονεραντζιά
αγριοπαπαρούνα	noun	είδος άγριας παπαρούνας
αγριοπαπαρούνας	=	αγριοπαπαρούνα
αγριοπαπαρούνες	=	αγριοπαπαρούνα
αγριοπαπαρούνων	=	αγριοπαπαρούνα
αγριοπασχαλιά	noun	το φυτό Melia azedarch, της οικογένειας των μελιιδών
αγριοπασχαλιάς	=	αγριοπασχαλιά
αγριοπασχαλιές	=	αγριοπασχαλιά
αγριοπασχαλιών	=	αγριοπασχαλιά
αγριοπερίστερα	=	αγριοπερίστερο
αγριοπερίστερο	noun	άγριο περιστέρι, όπως η κοινή ονομασία του είδους Columba livia
αγριοπερίστερου	=	αγριοπερίστερο
αγριοπερίστερων	=	αγριοπερίστερο
αγριοπερίστρα	=	αγριοπερίστερο
αγριοπουλιού	=	αγριοπούλι
αγριοπουλιών	=	αγριοπούλι
αγριοπούλαρα	=	αγριοπούλαρο
αγριοπούλαρο	noun	είδος άγριου πουλαριού
αγριοπούλαρου	=	αγριοπούλαρο
αγριοπούλαρων	=	αγριοπούλαρο
αγριοπούλι	noun	πουλί που διαβιοί σε άγρια κατάσταση
αγριοπούλια	=	αγριοπούλι
αγριοράδικα	=	αγριοράδικο
αγριοράδικο	noun	η πικραλίδα
αγριοράδικου	=	αγριοράδικο
αγριοράδικων	=	αγριοράδικο
αγριορίγανες	=	αγριορίγανη
αγριορίγανη	noun	άγρια ρίγανη
αγριορίγανης	=	αγριορίγανη
αγριορίγανων	=	αγριορίγανη
αγριοραδίκι	noun	η πικραλίδα
αγριοραδίκια	=	αγριοραδίκι
αγριοραδικιού	=	αγριοραδίκι
αγριοραδικιών	=	αγριοραδίκι
αγριοροδιά	noun	η αγριοτριανταφυλλιά
αγριοροδιάς	=	αγριοροδιά
αγριοροδιές	=	αγριοροδιά
αγριοροδιών	=	αγριοροδιά
αγριοσινάπι	noun	είδος σιναπιού, η λαψάνα
αγριοσινάπια	=	αγριοσινάπι
αγριοσιναπιού	=	αγριοσινάπι
αγριοσιναπιών	=	αγριοσινάπι
αγριοσυκιά	noun	η άγρια συκιά
αγριοσυκιάς	=	αγριοσυκιά
αγριοσυκιές	=	αγριοσυκιά
αγριοσυκιών	=	αγριοσυκιά
αγριοσφακιά	noun|dated	η φασκομηλιά
αγριοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αγριότητα
αγριοτριανταφυλλιά	noun	είδος άγριας τριανταφυλλιάς, αγκαθωτός θάμνος με ροζ ή λευκά άνθη
αγριοτριανταφυλλιάς	=	αγριοτριανταφυλλιά
αγριοτριανταφυλλιές	=	αγριοτριανταφυλλιά
αγριοτριανταφυλλιών	=	αγριοτριανταφυλλιά
αγριοτσουκνίδα	noun	είδος άγριας τσουκνίδας (Urtica urens)
αγριοτσουκνίδας	=	αγριοτσουκνίδα
αγριοτσουκνίδες	=	αγριοτσουκνίδα
αγριοτσουκνίδων	=	αγριοτσουκνίδα
αγριοφλισκουνιού	=	αγριοφλισκούνι
αγριοφλισκουνιών	=	αγριοφλισκούνι
αγριοφλισκούνι	noun	είδος βότανου (Origanum dictamnus)
αγριοφλισκούνια	=	αγριοφλισκούνι
αγριοφράουλα	noun	το είδος Fragaria vesca
αγριοφράουλας	=	αγριοφράουλα
αγριοφράουλες	=	αγριοφράουλα
αγριοφραουλών	=	αγριοφράουλα
αγριοφωνάρα	noun	άγρια δυνατή φωνή, συνήθως κάποιου που είναι πολύ θυμωμένος και επιπλήττει κάποιους άλλους
αγριοφωνάρας	noun	γενική ενικού του αγριοφωνάρα
αγριοφωνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριοφωνάρα
αγριοχήνων	=	αγριόχηνα
αγριοχοίρου	noun	γενική ενικού του αγριόχοιρος
αγριοχοίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγριόχοιρος
αγριοχοίρων	noun	γενική πληθυντικού του αγριόχοιρος
αγριωμάτων	=	αγρίωμα
αγριωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριωπό	adv	με αγριάδα, άγρια, επιθετικά
αγριωπέ	adj	κλητική ενικού του αγριωπός
αγριωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριωπή
αγριωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγριωπός
αγριωπής	adj	γενική ενικού του αγριωπή
αγριωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριωπός
αγριωπού	adj	γενική ενικού του αγριωπός
αγριωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγριωπός
αγριωπό	adj	αιτιατική ενικού του αγριωπός
αγριωπός	adj	που φαίνεται άγριος στην όψη
αγριωπών	adj	γενική πληθυντικού του αγριωπός
αγριόβλεπε	=	αγριοβλέπω
αγριόβλεψε	=	αγριοβλέπω
αγριόγαλε	=	αγριόγαλος
αγριόγαλλος	=	αγριόγαλος
αγριόγαλο	=	αγριόγαλος
αγριόγαλοι	=	αγριόγαλος
αγριόγαλος	noun	μεγάλο πουλί που τείνει να εξαφανιστεί ενώ ήταν ιδιαίτερα κοινό (στις πεδιάδες Μακεδονίας και Θεσσαλίας)
αγριόγαλου	=	αγριόγαλος
αγριόγαλους	=	αγριόγαλος
αγριόγαλων	=	αγριόγαλος
αγριόγατα	noun	άγριο αιλουροειδές
αγριόγατας	noun	γενική ενικού του αγριόγατα
αγριόγατε	noun	κλητική ενικού του αγριόγατος
αγριόγατες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόγατα
αγριόγατο	noun	αιτιατική ενικού του αγριόγατος
αγριόγατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριόγατος
αγριόγατος	noun	αρσενική αγριόγατα
αγριόγατου	noun	γενική ενικού του αγριόγατος
αγριόγατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγριόγατος
αγριόγατων	noun	γενική πληθυντικού του αγριόγατος
αγριόγιδα	noun	άλλη μορφή του αγριόγιδο
αγριόγιδας	=	αγριόγιδα
αγριόγιδες	=	αγριόγιδα
αγριόγιδο	noun	ένα γίδι που ζει μόνο του στη φύση και δεν εκτρέφεται από κάποιον άνθρωπο
αγριόγιδου	=	αγριόγιδο
αγριόγιδων	=	αγριόγιδο
αγριόθωρα	=	αγριόθωρος
αγριόθωρε	=	αγριόθωρος
αγριόθωρες	=	αγριόθωρος
αγριόθωρη	=	αγριόθωρος
αγριόθωρης	=	αγριόθωρος
αγριόθωρο	=	αγριόθωρος
αγριόθωροι	=	αγριόθωρος
αγριόθωρος	adj|literary	που έχει άγρια όψη
αγριόθωρου	=	αγριόθωρος
αγριόθωρους	=	αγριόθωρος
αγριόθωρων	=	αγριόθωρος
αγριόκοτα	noun	κότα (ή παρόμοιο πτηνό) που διαβιώνει αδέσποτη, σε άγρια κατάσταση
αγριόκοτας	=	αγριόκοτα
αγριόκοτες	=	αγριόκοτα
αγριόκοττα	=	αγριόκοτα
αγριόκρινα	=	αγριόκρινο
αγριόκρινε	=	αγριόκρινος
αγριόκρινο	noun	άλλη μορφή του αγριόκρινος
αγριόκρινοι	=	αγριόκρινος
αγριόκρινος	noun	είδος άγριου κρίνου
αγριόκρινου	=	αγριόκρινο
αγριόκρινους	=	αγριόκρινος
αγριόκρινων	=	αγριόκρινο
αγριόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόμηλο
αγριόπαπια	noun	η άγρια πάπια (από την οποία προέρχεται το οικόσιτο ζώο)
αγριόπαπιας	noun	γενική ενικού του αγριόπαπια
αγριόπαπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόπαπια
αγριόπαπιων	=	αγριόπαπια
αγριόπευκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόπευκο
αγριόπευκο	noun	είδος πεύκου
αγριόπευκου	noun	γενική ενικού του αγριόπευκο
αγριόπευκων	noun	γενική πληθυντικού του αγριόπευκο
αγριόπουλα	=	αγριόπουλο
αγριόπουλο	noun	άλλη μορφή του αγριοπούλι
αγριόπουλου	=	αγριόπουλο
αγριόπουλων	=	αγριόπουλο
αγριόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόσκυλο
αγριόσκυλο	noun	σκυλί που ζει σε άγρια κατάσταση ή έχει επιθετική και άγρια συμπεριφορά
αγριόσκυλου	=	αγριόσκυλο
αγριόσκυλων	=	αγριόσκυλο
αγριόσυκα	=	αγριόσυκο
αγριόσυκο	noun	ο καρπός της αγριοσυκιάς
αγριόσυκου	=	αγριόσυκο
αγριόσυκων	=	αγριόσυκο
αγριότατα	=	άγριος
αγριότατε	=	άγριος
αγριότατες	=	άγριος
αγριότατη	=	άγριος
αγριότατης	=	άγριος
αγριότατο	=	άγριος
αγριότατοι	=	άγριος
αγριότατος	=	άγριος
αγριότατου	=	άγριος
αγριότατους	=	άγριος
αγριότατων	=	άγριος
αγριότερα	=	άγριος
αγριότερε	=	άγριος
αγριότερες	=	άγριος
αγριότερη	=	άγριος
αγριότερης	=	άγριος
αγριότερο	=	άγριος
αγριότεροι	=	άγριος
αγριότερος	=	άγριος
αγριότερου	=	άγριος
αγριότερους	=	άγριος
αγριότερων	=	άγριος
αγριότητα	noun	η ιδιότητα του άγριου, του σκληρού
αγριότητας	noun	γενική ενικού του αγριότητα
αγριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριότητα
αγριότητος	noun	γενική ενικού του αγριότης
αγριότοπε	=	αγριότοπος
αγριότοπο	=	αγριότοπος
αγριότοποι	=	αγριότοπος
αγριότοπος	noun	τόπος άγριος, δύσβατος και άγονος
αγριότοπου	=	αγριότοπος
αγριότοπους	=	αγριότοπος
αγριότοπων	=	αγριότοπος
αγριόφατσα	noun	που έχει άγρια χαρακτηριστικά προσώπου ή έκφραση προσώπου
αγριόφατσας	=	αγριόφατσα
αγριόφατσες	=	αγριόφατσα
αγριόφατσων	=	αγριόφατσα
αγριόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόφωνο
αγριόφωνε	adj	κλητική ενικού του αγριόφωνος
αγριόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόφωνη
αγριόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγριόφωνος
αγριόφωνης	adj	γενική ενικού του αγριόφωνη
αγριόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του αγριόφωνος
αγριόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριόφωνος
αγριόφωνος	adj	που έχει δυνατή και άγρια φωνή
αγριόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγριόφωνος
αγριόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγριόφωνος
αγριόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγριόφωνος
αγριόχηνα	noun	η άγρια χήνα, που δεν εκτρέφεται σε χηνοτροφείο
αγριόχηνας	=	αγριόχηνα
αγριόχηνες	=	αγριόχηνα
αγριόχηνων	=	αγριόχηνα
αγριόχοιρε	noun	κλητική ενικού του αγριόχοιρος
αγριόχοιρο	noun	αιτιατική ενικού του αγριόχοιρος
αγριόχοιροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγριόχοιρος
αγριόχοιρος	noun	το αγριογούρουνο, άγριο γουρούνι που ζει στα δάση και γύρω από βάλτους
αγριόχοιρου	noun	γενική ενικού του αγριόχοιρος
αγριόχοιρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγριόχοιρος
αγριόχοιρων	noun	γενική πληθυντικού του αγριόχοιρος
αγριόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγριόχορτο
αγριόχορτο	noun	άγριο χόρτο που φυτρώνει μόνο του στη φύση, χωρίς να το έχει καλλιεργήσει ο άνθρωπος
αγριόχορτου	noun	γενική ενικού του αγριόχορτο
αγριόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του αγριόχορτο
αγριώματα	=	αγρίωμα
αγριώματος	=	αγρίωμα
αγριώναμε	=	αγριώνω
αγριώναν	=	αγριώνω
αγριώνανε	=	αγριώνω
αγριώνατε	=	αγριώνω
αγριώνει	=	αγριώνω
αγριώνεις	=	αγριώνω
αγριώνετε	=	αγριώνω
αγριώνομαι	verb	αγριεύω
αγριώνοντας	=	αγριώνω
αγριώνουμε	=	αγριώνω
αγριώνουν	=	αγριώνω
αγριώνουνε	=	αγριώνω
αγριώνω	verb|dated	αγριεύω
αγριώσαμε	=	αγριώνω
αγριώσαν	=	αγριώνω
αγριώσανε	=	αγριώνω
αγριώσατε	=	αγριώνω
αγριώσει	=	αγριώνω
αγριώστε	=	αγριώνω
αγροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρός
αγροίκα	=	αγροίκος
αγροίκαγε	=	αγροικώ
αγροίκας	=	αγροίκος
αγροίκε	=	αγροίκος
αγροίκες	=	αγροίκος
αγροίκη	=	αγροίκος
αγροίκης	=	αγροίκος
αγροίκησα	=	αγροικώ
αγροίκησαν	=	αγροικώ
αγροίκησε	=	αγροικώ
αγροίκησες	=	αγροικώ
αγροίκιος	=	αγροίκος
αγροίκο	=	αγροίκος
αγροίκοι	=	αγροίκος
αγροίκος	adj	χωρίς καλούς τρόπους
αγροίκου	=	αγροίκος
αγροίκους	=	αγροίκος
αγροίκων	=	αγροίκος
αγροβακτήρια	=	αγροβακτήριο
αγροβακτήριο	noun	εδαφικό βακτήριο, του γένους Agrobacterium, που μολύνει φυτικά κύτταρα, μεταφέροντας γενετικό υλικό και σχηματίζοντας όγκους στους μίσχους, ενώ χρησιμοποιείται ευρέως ως εργαλείο γενετικής τροποποίησης στη βιοτεχνολογία
αγροβακτήριου	=	αγροβακτήριο
αγροβακτήριων	=	αγροβακτήριο
αγροβακτηρίου	=	αγροβακτήριο
αγροβακτηρίων	=	αγροβακτήριο
αγροβιολογία	noun	η μελέτη της εφαρμογής των βιολογικών ερευνών στη γεωργία
αγροβιολογίας	=	αγροβιολογία
αγροβιολογίες	=	αγροβιολογία
αγροβιολογιών	=	αγροβιολογία
αγροβιομηχανία	noun	άλλη μορφή του αγροτοβιομηχανία
αγροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του αγροβιομηχανία
αγροβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροβιομηχανία
αγροβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροβιομηχανικό
αγροβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροβιομηχανική
αγροβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του αγροβιομηχανική
αγροβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανικός	adj	άλλη μορφή του αγροτοβιομηχανικός
αγροβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροβιομηχανικός
αγροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροβιομηχανία
αγροβιοτεχνία	noun	μικρής κλίμακας επιχείρηση που μεταποιεί ή κατεργάζεται αγροτικά προϊόντα, προκειμένου να αυξηθεί το αγροτικό εισόδημα και να υπάρξει ανάπτυξη
αγροβιοτεχνίας	=	αγροβιοτεχνία
αγροβιοτεχνίες	=	αγροβιοτεχνία
αγροβιοτεχνικά	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικέ	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικές	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνική	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικής	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικοί	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικού	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικούς	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικό	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την αγροβιοτεχνία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αγροβιοτεχνικών	=	αγροβιοτεχνικός
αγροβιοτεχνιών	=	αγροβιοτεχνία
αγροβιοτεχνολογία	noun	η αξιοποίηση βιοτεχνολογικών μεθόδων για τη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής, της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών και της διαχείρισης των φυσικών πόρων
αγροβιοτεχνολογίας	=	αγροβιοτεχνολογία
αγροβιοτεχνολογίες	=	αγροβιοτεχνολογία
αγροβιοτεχνολογιών	=	αγροβιοτεχνολογία
αγρογλυφικά	=	αγρογλυφικό
αγρογλυφικού	=	αγρογλυφικό
αγρογλυφικό	noun	μεγάλο και συχνά περίτεχνο γεωμετρικό σχήμα που εμφανίζεται μυστηριωδώς σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, συνήθως πατώντας ή λυγίζοντας τα φυτά
αγρογλυφικών	=	αγρογλυφικό
αγροδίαιτα	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτε	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτες	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτη	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτης	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτο	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτοι	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτος	adj	που ζει στους αγρούς
αγροδίαιτου	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτους	=	αγροδίαιτος
αγροδίαιτων	=	αγροδίαιτος
αγροδιατροφές	=	αγροδιατροφή
αγροδιατροφή	noun	η διατροφή με αγροτικά προϊόντα
αγροδιατροφής	=	αγροδιατροφή
αγροδιατροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροδιατροφικό
αγροδιατροφικέ	adj	κλητική ενικού του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροδιατροφική
αγροδιατροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφικής	adj	γενική ενικού του αγροδιατροφική
αγροδιατροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφικού	adj	γενική ενικού του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφικός	adj	σχετικός ταυτόχρονα με την γεωργία και την παραγωγή τροφίμων
αγροδιατροφικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροδιατροφικός
αγροδιατροφών	=	αγροδιατροφή
αγροεπιχείρηση	noun	επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην παραγωγή, επεξεργασία ή διανομή αγροτικών προϊόντων
αγροεπιχείρησης	=	αγροεπιχείρηση
αγροεπιχειρήσεις	=	αγροεπιχείρηση
αγροεπιχειρήσεων	=	αγροεπιχείρηση
αγροεφοδίου	=	αγροεφόδιο
αγροεφοδίων	=	αγροεφόδιο
αγροεφόδια	=	αγροεφόδιο
αγροεφόδιο	noun	το σύνολο των απαραίτητων υλικών και εργαλείων για τη γεωργική παραγωγή
αγροεφόδιου	=	αγροεφόδιο
αγροζημία	noun	αδίκημα που συνίσταται σε φθορά ξένης αγροτικής καλλιέργειας
αγροζημίας	noun	γενική ενικού του αγροζημία
αγροζημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροζημία
αγροζημιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροζημία
αγροικά	=	αγροικώ
αγροικάει	=	αγροικώ
αγροικάμε	=	αγροικώ
αγροικάν	=	αγροικώ
αγροικάνε	=	αγροικώ
αγροικάς	=	αγροικώ
αγροικάτε	=	αγροικώ
αγροικάω	=	αγροικώ
αγροικήσαμε	=	αγροικώ
αγροικήσαν	=	αγροικώ
αγροικήσανε	=	αγροικώ
αγροικήσατε	=	αγροικώ
αγροικήσει	=	αγροικώ
αγροικήστε	=	αγροικώ
αγροικία	noun	μικρό απομονωμένο σπίτι σε αγροτική έκταση
αγροικίας	noun	γενική ενικού του αγροικία
αγροικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροικία
αγροικεί	=	αγροικώ
αγροικείς	=	αγροικώ
αγροικείτε	=	αγροικώ
αγροικιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροικία
αγροικούμε	=	αγροικώ
αγροικούν	=	αγροικώ
αγροικούνε	=	αγροικώ
αγροικούσα	=	αγροικώ
αγροικούσαμε	=	αγροικώ
αγροικούσαν	=	αγροικώ
αγροικούσατε	=	αγροικώ
αγροικούσε	=	αγροικώ
αγροικούσες	=	αγροικώ
αγροικώ	verb	άλλη μορφή του γρικώ
αγροικώντας	=	αγροικώ
αγροκήπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροκήπιο
αγροκήπιο	noun	πρότυπο αγρόκτημα όπου εφαρμόζονται νέες, πειραματικές μέθοδοι ή/και αποτελεί μέρος των εγκαταστάσεων μιας σχολής
αγροκήπιου	=	αγροκήπιο
αγροκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια των αγρών, των χωραφιών
αγροκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του αγροκαλλιέργεια
αγροκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροκαλλιέργεια
αγροκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αγροκαλλιέργεια
αγροκαλλιεργητές	=	αγροκαλλιεργητής
αγροκαλλιεργητή	=	αγροκαλλιεργητής
αγροκαλλιεργητής	noun|formal	επαγγελματίας που καλλιεργεί τη γη με σκοπό την παραγωγή αγροτικών προϊόντων
αγροκαλλιεργητών	=	αγροκαλλιεργητής
αγροκαυσίμου	=	αγροκαύσιμο
αγροκαυσίμων	=	αγροκαύσιμο
αγροκαύσιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροκαύσιμο
αγροκαύσιμο	noun	καύσιμο που προέρχεται από φυτικές ή ζωικές πρώτες ύλες γεωργικής παραγωγής
αγροκαύσιμου	=	αγροκαύσιμο
αγροκαύσιμων	=	αγροκαύσιμο
αγροκηπίου	noun	γενική ενικού του αγροκήπιο
αγροκηπίων	noun	γενική πληθυντικού του αγροκήπιο
αγροκτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρόκτημα
αγροκτήματος	noun	γενική ενικού του αγρόκτημα
αγροκτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγρόκτημα
αγροκτηνοτρόφε	=	αγροκτηνοτρόφος
αγροκτηνοτρόφο	=	αγροκτηνοτρόφος
αγροκτηνοτρόφοι	=	αγροκτηνοτρόφος
αγροκτηνοτρόφος	noun	άλλη μορφή του αγροτοκτηνοτρόφος
αγροκτηνοτρόφου	=	αγροκτηνοτρόφος
αγροκτηνοτρόφους	=	αγροκτηνοτρόφος
αγροκτηνοτρόφων	=	αγροκτηνοτρόφος
αγρολήπτες	=	αγρολήπτης
αγρολήπτη	=	αγρολήπτης
αγρολήπτης	noun	ο αγρότης που ενοικιάζει γη προς καλλιέργεια έναντι ενός ποσοστού επί της παραγωγής
αγρολήπτρια	noun	θηλυκό του αγρολήπτης
αγρολήπτριας	noun	γενική ενικού του αγρολήπτρια
αγρολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρολήπτρια
αγροληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροληπτικό
αγροληπτικέ	adj	κλητική ενικού του αγροληπτικός
αγροληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροληπτική
αγροληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροληπτικός
αγροληπτικής	adj	γενική ενικού του αγροληπτική
αγροληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροληπτικός
αγροληπτικού	adj	γενική ενικού του αγροληπτικός
αγροληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροληπτικός
αγροληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροληπτικός
αγροληπτικός	adj	που έχει σχέση με τον αγρολήπτη ή αναφέρεται σ' αυτόν
αγροληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροληπτικός
αγροληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του αγρολήπτρια
αγροληπτών	=	αγρολήπτης
αγροληψία	noun	η λήψη ξένου αγρού για εκμετάλλευση κατόπιν συμφωνίας
αγροληψίας	noun	γενική ενικού του αγροληψία
αγροληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροληψία
αγροληψιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροληψία
αγρολογία	noun	κλάδος της γεωπονίας που μελετά τις ιδιότητες και τη γονιμότητα των εδαφών σε σχέση με τη γεωργική παραγωγή
αγρολογίας	=	αγρολογία
αγρολογίες	=	αγρολογία
αγρολογιών	=	αγρολογία
αγρομίσθωση	noun	η μίσθωση ενός αγρού
αγρομίσθωσης	noun	γενική ενικού του αγρομίσθωση
αγρομισθώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρομίσθωση
αγρομισθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αγρομίσθωση
αγρομισθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αγρομίσθωση
αγρονομία	noun	δημόσια υπηρεσία για την εποπτεία και φύλαξη των αγρών
αγρονομίας	noun	γενική ενικού του αγρονομία
αγρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρονομία
αγρονομεία	=	αγρονομείο
αγρονομείο	noun|dated	υπηρεσία της αγροφυλακής που επιβλέπει την τήρηση των αγροτικών κανονισμών κι έχει ως επικεφαλής αγρονόμο
αγρονομείου	=	αγρονομείο
αγρονομείων	=	αγρονομείο
αγρονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρονομικό	adv	από αγρονομική άποψη
αγρονομικέ	adj	κλητική ενικού του αγρονομικός
αγρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρονομική
αγρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγρονομικός
αγρονομικής	adj	γενική ενικού του αγρονομική
αγρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρονομικός
αγρονομικού	adj	γενική ενικού του αγρονομικός
αγρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγρονομικός
αγρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του αγρονομικός
αγρονομικός	adj	σχετικός με την αγρονομία και τους αγρονόμους
αγρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του αγρονομικός
αγρονομισματικά	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικέ	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικές	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματική	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικής	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικοί	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικού	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικούς	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικό	=	αγρονομισματικός
αγρονομισματικός	adj	που αφορά τις ρυθμίσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών για τα αγροτικά προϊόντα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο πολιτικών αντιστάθμισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση
αγρονομισματικών	=	αγρονομισματικός
αγρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του αγρονομία
αγρονόμε	noun	κλητική ενικού του αγρονόμος
αγρονόμο	noun	αιτιατική ενικού του αγρονόμος
αγρονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρονόμος
αγρονόμος	noun	επιστήμονας της αγροτικής παραγωγής, με ειδίκευση στην αγρονομία
αγρονόμου	noun	γενική ενικού του αγρονόμος
αγρονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγρονόμος
αγρονόμων	noun	γενική πληθυντικού του αγρονόμος
αγροοικολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τις οικολογικές αρχές και τις εφαρμόζει στη γεωργία, προωθώντας βιώσιμα αγροτικά συστήματα
αγροοικολογίας	=	αγροοικολογία
αγροοικολογίες	=	αγροοικολογία
αγροοικολογικά	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικέ	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικές	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογική	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγροοικολογική) του αγροοικολογικός
αγροοικολογικοί	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικού	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικούς	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικό	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογικός	adj	σχετικός με την αγροοικολογία
αγροοικολογικών	=	αγροοικολογικός
αγροοικολογιών	=	αγροοικολογία
αγροοικολόγε	=	αγροοικολόγος
αγροοικολόγο	=	αγροοικολόγος
αγροοικολόγοι	=	αγροοικολόγος
αγροοικολόγος	noun	ειδικός στην αγροοικολογία, που μελετά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ γεωργίας και οικοσυστήματος, προωθώντας βιώσιμες καλλιεργητικές πρακτικές
αγροοικολόγου	=	αγροοικολόγος
αγροοικολόγους	=	αγροοικολόγος
αγροοικολόγων	=	αγροοικολόγος
αγροοικοσυστήματα	=	αγροοικοσύστημα
αγροοικοσυστήματος	=	αγροοικοσύστημα
αγροοικοσυστημάτων	=	αγροοικοσύστημα
αγροοικοσύστημα	noun	τεχνητό οικοσύστημα που προκύπτει από τη γεωργική δραστηριότητα, με αλληλεπίδραση μεταξύ καλλιεργειών, εδαφικών πόρων, κλίματος και ανθρώπινης διαχείρισης, στοχεύοντας στην παραγωγή τροφής και άλλων αγαθών
αγροπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρόπολη
αγροπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του αγρόπολη
αγροπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του αγρόπολη
αγροπόντικα	=	αγροπόντικας
αγροπόντικας	noun	το ταξινομικό είδος αρουραίου Mίκρωτος ο πεδινός (Microtus arvalis)
αγροπόντικες	=	αγροπόντικας
αγροπόντικων	=	αγροπόντικας
αγροταγορά	noun	αγορά όπου οι αγρότες και οι παραγωγοί πωλούν τα προϊόντα τους απευθείας στους καταναλωτές
αγροταγοράς	=	αγροταγορά
αγροταγορές	=	αγροταγορά
αγροταγορών	=	αγροταγορά
αγροτεμάχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτεμάχιο
αγροτεμάχιο	noun	τμήμα αγρού, χωράφι, που αποτελεί ξεχωριστή ιδιοκτησία και έχει ξεχωριστούς τίτλους
αγροτεμάχιου	=	αγροτεμάχιο
αγροτεμαχίου	noun	γενική ενικού του αγροτεμάχιο
αγροτεμαχίων	noun	γενική πληθυντικού του αγροτεμάχιο
αγροτεχνικά	=	αγροτεχνικός
αγροτεχνικέ	=	αγροτεχνικός
αγροτεχνικές	=	αγροτεχνική
αγροτεχνική	noun	η εφαρμογή επιστημονικών και τεχνικών μεθόδων στη γεωργία για τη βελτίωση της παραγωγής, της αποδοτικότητας και της διαχείρισης των καλλιεργειών
αγροτεχνικής	=	αγροτεχνική
αγροτεχνικοί	=	αγροτεχνικός
αγροτεχνικού	=	αγροτεχνικός
αγροτεχνικούς	=	αγροτεχνικός
αγροτεχνικό	=	αγροτεχνικός
αγροτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την αγροτεχνική ή αναφέρεται σʼ αυτή, που είναι δηλαδή σχετικός με τις τεχνικές και τις μεθόδους βελτίωσης της γεωργικής παραγωγής, περιλαμβάνοντας εξοπλισμό, πρακτικές καλλιέργειας και αγροτική διαχείριση
αγροτεχνικών	=	αγροτεχνική
αγροτεχνολογία	noun	οι σύγχρονες μέθοδοι και η χρήση τεχνολογικών επιτευγμάτων στην αγροτική οικονομία για τη βελτιστοποίηση της παραγωγής
αγροτεχνολογίας	noun	γενική ενικού του αγροτεχνολογία
αγροτεχνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτεχνολογία
αγροτεχνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροτεχνολογία
αγροτιά	noun	οι αγρότες στο σύνολό τους
αγροτιάς	noun	γενική ενικού του αγροτιά
αγροτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτιά
αγροτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτικό
αγροτικέ	adj	κλητική ενικού του αγροτικός
αγροτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτική
αγροτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροτικός
αγροτικής	adj	γενική ενικού του αγροτική
αγροτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροτικός
αγροτικοτήτων	=	αγροτικότητα
αγροτικού	adj	γενική ενικού του αγροτικός
αγροτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροτικός
αγροτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροτικός	noun	η υποχρεωτική θητεία ενός νέου γιατρού στην ύπαιθρο
αγροτικός	adj	που αναφέρεται, χαρακτηρίζει ή ανήκει στους αγρότες και τη γεωργία
αγροτικότητα	noun	η ιδιότητα του αγροτικού
αγροτικότητας	=	αγροτικότητα
αγροτικότητες	=	αγροτικότητα
αγροτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροτικός
αγροτισμέ	=	αγροτισμός
αγροτισμοί	=	αγροτισμός
αγροτισμού	=	αγροτισμός
αγροτισμούς	=	αγροτισμός
αγροτισμό	=	αγροτισμός
αγροτισμός	noun	το σύνολο των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών αρχών που προάγουν την αγροτική ζωή, την παραγωγή και τη σημασία της υπαίθρου στην ανάπτυξη μιας κοινωνίας
αγροτισμών	=	αγροτισμός
αγροτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αγρότισσα
αγροτιών	=	αγροτιά
αγροτοβιομηχανία	noun	βιομηχανία που επεξεργάζεται ή κατεργάζεται αγροτικά προϊόντα
αγροτοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του αγροτοβιομηχανία
αγροτοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανία
αγροτοβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανικό
αγροτοβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανική
αγροτοβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του αγροτοβιομηχανική
αγροτοβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανικός	adj	που αναφέρεται ταυτοχρόνως και στον αγροτικό και στο βιομηχανικό τομέα
αγροτοβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανικός
αγροτοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροτοβιομηχανία
αγροτοβιοτεχνία	noun	άλλη μορφή του αγροβιοτεχνία
αγροτοβιοτεχνίας	=	αγροτοβιοτεχνία
αγροτοβιοτεχνίες	=	αγροτοβιοτεχνία
αγροτοβιοτεχνικά	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικέ	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικές	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνική	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικής	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικοί	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικού	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικούς	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικό	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την αγροτοβιοτεχνία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αγροτοβιοτεχνικών	=	αγροτοβιοτεχνικός
αγροτοβιοτεχνιών	=	αγροτοβιοτεχνία
αγροτοβιοτεχνολογία	noun	άλλη μορφή του αγροβιοτεχνολογία
αγροτοβιοτεχνολογίας	=	αγροτοβιοτεχνολογία
αγροτοβιοτεχνολογίες	=	αγροτοβιοτεχνολογία
αγροτοβιοτεχνολογιών	=	αγροτοβιοτεχνολογία
αγροτοδασικά	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικέ	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικές	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασική	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγροτοδασική) του αγροτοδασικός
αγροτοδασικοί	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικού	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικούς	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικό	=	αγροτοδασικός
αγροτοδασικός	adj	που είναι αγροτικός και δασικός
αγροτοδασικών	=	αγροτοδασικός
αγροτοδιατροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοδιατροφικό
αγροτοδιατροφικέ	adj	κλητική ενικού του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδιατροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοδιατροφική
αγροτοδιατροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδιατροφικής	adj	γενική ενικού του αγροτοδιατροφική
αγροτοδιατροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδιατροφικού	adj	γενική ενικού του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδιατροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδιατροφικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδιατροφικός	adj	σχετικός ταυτόχρονα με την γεωργία και την παραγωγή τροφίμων
αγροτοδιατροφικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροτοδιατροφικός
αγροτοδικεία	=	αγροτοδικείο
αγροτοδικείο	noun	μαζικές δίκες αγροτών που παραπέμπονται στη δικαιοσύνη μετά από κινητοποιήσεις, μπλόκα ή καταλήψεις οδών
αγροτοδικείου	=	αγροτοδικείο
αγροτοδικείων	=	αγροτοδικείο
αγροτοεργάτες	=	αγροτοεργάτης
αγροτοεργάτη	=	αγροτοεργάτης
αγροτοεργάτης	noun	άλλη μορφή του αγρεργάτης
αγροτοεργατών	=	αγροτοεργάτης
αγροτοκαλλιέργεια	noun|formal	άλλη μορφή του αγροκαλλιέργεια
αγροτοκτηνοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοκτηνοτροφικό
αγροτοκτηνοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοκτηνοτροφική
αγροτοκτηνοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτροφικής	adj	γενική ενικού του αγροτοκτηνοτροφική
αγροτοκτηνοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτροφικού	adj	γενική ενικού του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτροφικός	adj	που σχετίζεται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτές
αγροτοκτηνοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροτοκτηνοτροφικός
αγροτοκτηνοτρόφε	=	αγροτοκτηνοτρόφος
αγροτοκτηνοτρόφο	=	αγροτοκτηνοτρόφος
αγροτοκτηνοτρόφοι	=	αγροτοκτηνοτρόφος
αγροτοκτηνοτρόφος	noun	ο αγρότης και/ή κτηνοτρόφος
αγροτοκτηνοτρόφου	=	αγροτοκτηνοτρόφος
αγροτοκτηνοτρόφους	=	αγροτοκτηνοτρόφος
αγροτοκτηνοτρόφων	=	αγροτοκτηνοτρόφος
αγροτονεάνιδα	noun	νεαρό κορίτσι αγροτικής οικογένειας
αγροτονεάνιδας	=	αγροτονεάνιδα
αγροτονεάνιδες	=	αγροτονεάνιδα
αγροτονεανίδων	=	αγροτονεάνιδα
αγροτοοικονομολόγε	=	αγροτοοικονομολόγος
αγροτοοικονομολόγο	=	αγροτοοικονομολόγος
αγροτοοικονομολόγοι	=	αγροτοοικονομολόγος
αγροτοοικονομολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τις οικονομικές και κοινωνικές πτυχές της γεωργίας, αναλύοντας την παραγωγή, τις αγορές και τις αγροτικές πολιτικές για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της βιωσιμότητας του αγροτικού τομέα
αγροτοοικονομολόγου	=	αγροτοοικονομολόγος
αγροτοοικονομολόγους	=	αγροτοοικονομολόγος
αγροτοοικονομολόγων	=	αγροτοοικονομολόγος
αγροτοπαιδόπολη	noun|rare	ειδική μορφή παιδούπολης, στην οποία υπήρχε αγρόκτημα και λειτουργούσε αγροτική σχολή με διδασκαλία συναφών μαθημάτων
αγροτοπατέρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγροτοπατέρας
αγροτοπατέρας	noun	μειωτικός χαρακτηρισμός για πολιτικούς ηγέτες ή συνδικαλιστές του αγροτικού χώρου που αποσκοπούν στο να ελέγξουν ή να εκμεταλλευτούν το αγροτικό κίνημα
αγροτοπατέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροτοπατέρας
αγροτοπατέρων	noun	γενική πληθυντικού του αγροτοπατέρας
αγροτοπατεράδες	=	αγροτοπατέρας
αγροτοπατεράδων	=	αγροτοπατέρας
αγροτοπατερισμέ	=	αγροτοπατερισμός
αγροτοπατερισμοί	=	αγροτοπατερισμός
αγροτοπατερισμού	=	αγροτοπατερισμός
αγροτοπατερισμούς	=	αγροτοπατερισμός
αγροτοπατερισμό	=	αγροτοπατερισμός
αγροτοπατερισμός	noun	η ιδιότητα ή η πολιτική του αγροτοπατέρα
αγροτοπατερισμών	=	αγροτοπατερισμός
αγροτοποιμενικά	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικέ	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικές	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενική	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγροτοποιμενική) του αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικοί	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικού	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικούς	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικό	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοποιμενικός	adj	που έχει σχέση με τους αγρότες και τους ποιμένες ή αναφέρεται σ’ αυτούς
αγροτοποιμενικών	=	αγροτοποιμενικός
αγροτοσυνδικαλιστές	=	αγροτοσυνδικαλιστής
αγροτοσυνδικαλιστή	=	αγροτοσυνδικαλιστής
αγροτοσυνδικαλιστής	noun	συνδικαλιστής του αγροτικού κινήματος
αγροτοσυνδικαλιστικά	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικέ	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικές	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστική	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αγροτοσυνδικαλιστική) του αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικοί	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικού	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικούς	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικό	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστικός	adj	ο σχετικός με τον αγροτοσυνδικαλιστή
αγροτοσυνδικαλιστικών	=	αγροτοσυνδικαλιστικός
αγροτοσυνδικαλιστών	=	αγροτοσυνδικαλιστής
αγροτουρισμέ	=	αγροτουρισμός
αγροτουρισμοί	=	αγροτουρισμός
αγροτουρισμού	=	αγροτουρισμός
αγροτουρισμούς	=	αγροτουρισμός
αγροτουρισμό	=	αγροτουρισμός
αγροτουρισμός	noun	μορφή ήπιου τουρισμού κατά την οποία οι επισκέπτες μένουν σε αγρόκτημα και συμμετέχουν σε αγροτικές εργασίες
αγροτουρισμών	=	αγροτουρισμός
αγροτόπαιδα	=	αγροτόπαιδο
αγροτόπαιδο	noun	το παιδί μιας αγροτικής οικογένειας
αγροτόπαιδου	=	αγροτόπαιδο
αγροτόπαιδων	=	αγροτόπαιδο
αγροτόσπιτα	=	αγροτόσπιτο
αγροτόσπιτο	noun	σπίτι κατάλληλα διαμορφωμένο για να μείνει μια οικογένεια αγροτών
αγροτόσπιτου	=	αγροτόσπιτο
αγροτόσπιτων	=	αγροτόσπιτο
αγροτών	noun	γενική πληθυντικού του αγρότης
αγροφιλία	noun	η τάση εγκατάλειψης των αστικών κέντρων και (μόνιμης) εγκατάστασης σε αγροτικές περιοχές
αγροφιλίας	noun	γενική ενικού του αγροφιλία
αγροφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροφιλία
αγροφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αγροφιλία
αγροφυλάκων	noun	γενική πληθυντικού του αγροφύλακας
αγροφυλακές	=	αγροφυλακή
αγροφυλακή	noun	δημόσια υπηρεσία που έχει ως αποστολή της τη φύλαξη των καλλιεργούμενων εκτάσεων στην ύπαιθρο
αγροφυλακής	=	αγροφυλακή
αγροφυλακών	=	αγροφυλακή
αγροφύλακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγροφύλακας
αγροφύλακας	noun	φύλακας των αγρών, μέλος της αγροφυλακής
αγροφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροφύλακας
αγροφύλακος	=	αγροφύλακας
αγροχημεία	noun	ο κλάδος της χημείας που ασχολείται με την αγροτική παραγωγή
αγροχημείας	noun	γενική ενικού του αγροχημεία
αγροχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροχημεία
αγροχημειών	noun	γενική πληθυντικού του αγροχημεία
αγροχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροχημικό
αγροχημικέ	adj	κλητική ενικού του αγροχημικός
αγροχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγροχημική
αγροχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγροχημικός
αγροχημικής	adj	γενική ενικού του αγροχημική
αγροχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγροχημικός
αγροχημικού	adj	γενική ενικού του αγροχημικός
αγροχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγροχημικός
αγροχημικό	adj	αιτιατική ενικού του αγροχημικός
αγροχημικός	adj	που έχει σχέση με την αγροχημεία ή αναφέρεται σ' αυτή
αγροχημικών	adj	γενική πληθυντικού του αγροχημικός
αγρού	noun	γενική ενικού του αγρός
αγρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγρός
αγρυπνά	=	αγρυπνώ
αγρυπνάγαμε	=	αγρυπνώ
αγρυπνάγανε	=	αγρυπνώ
αγρυπνάγατε	=	αγρυπνώ
αγρυπνάει	=	αγρυπνώ
αγρυπνάμε	=	αγρυπνώ
αγρυπνάν	=	αγρυπνώ
αγρυπνάνε	=	αγρυπνώ
αγρυπνάς	=	αγρυπνώ
αγρυπνάτε	=	αγρυπνώ
αγρυπνάω	=	αγρυπνώ
αγρυπνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσαν	=	αγρυπνώ
αγρυπνήσανε	=	αγρυπνώ
αγρυπνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσουνε	=	αγρυπνώ
αγρυπνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρυπνία	=	αγρύπνια
αγρυπνίας	noun	γενική ενικού του αγρυπνία
αγρυπνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρυπνία
αγρυπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρυπνισμένο
αγρυπνισμένε	verb	κλητική ενικού του αγρυπνισμένος
αγρυπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρυπνισμένη
αγρυπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγρυπνισμένος
αγρυπνισμένης	verb	γενική ενικού του αγρυπνισμένη
αγρυπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγρυπνισμένος
αγρυπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρυπνισμένος
αγρυπνισμένος	=	αγρυπνώ
αγρυπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγρυπνισμένος
αγρυπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγρυπνισμένος
αγρυπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγρυπνισμένος
αγρυπνιών	noun	γενική πληθυντικού του αγρυπνία
αγρυπνούμε	=	αγρυπνώ
αγρυπνούν	=	αγρυπνώ
αγρυπνούνε	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσα	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσαμε	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσαν	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσανε	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσατε	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσε	=	αγρυπνώ
αγρυπνούσες	=	αγρυπνώ
αγρυπνώ	verb	μένω ξύπνιος την ώρα που κανονικά θα έπρεπε να κοιμάμαι
αγρυπνώντας	=	αγρυπνώ
αγρωνυμίου	=	αγρωνύμιο
αγρωνυμίων	=	αγρωνύμιο
αγρωνύμια	=	αγρωνύμιο
αγρωνύμιο	noun	τοπωνύμιο ενός αγρού ή, γενικότερα, μιας αγροτικής τοποθεσίας
αγρωνύμιου	=	αγρωνύμιο
αγρωνύμιων	=	αγρωνύμιο
αγρωστίδων	=	άγρωστη
αγρωστοειδή	noun	άλλη μορφή του αγρωστώδη
αγρωστοειδών	=	αγρωστοειδή
αγρωστωδών	noun	γενική πληθυντικού του αγρωστώδη
αγρό	noun	αιτιατική ενικού του αγρός
αγρόκηπε	=	αγρόκηπος
αγρόκηπο	=	αγρόκηπος
αγρόκηποι	=	αγρόκηπος
αγρόκηπος	noun|formal	αγρόκτημα καλλιέργειας κηπευτικών
αγρόκηπου	=	αγρόκηπος
αγρόκηπους	=	αγρόκηπος
αγρόκηπων	=	αγρόκηπος
αγρόκτημα	noun	ιδιόκτητη καλλιεργήσιμη έκταση, οργανωμένη και εξοπλισμένη κατάλληλα
αγρόν	noun	μονοτονική γραφή του ἀγρόν
αγρόπολη	noun	αυτάρκης οικιστική μονάδα, με αυξημένους χώρους πρασίνου, καθορισμένους τομείς διαβίωσης και παραγωγικής δραστηριότητας, που περιβάλλεται από αγροτική ζώνη
αγρόπολης	noun	γενική ενικού του αγρόπολη
αγρός	noun	έκταση γης που καλλιεργείται
αγρότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρότης
αγρότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγρότης
αγρότης	noun	ο καλλιεργητής της γης, ο γεωργός, ο παραγωγός
αγρότισσα	noun	θηλυκό του αγρότης
αγρότισσας	noun	γενική ενικού του αγρότισσα
αγρότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρότισσα
αγρύπνα	=	αγρυπνώ
αγρύπναγα	=	αγρυπνώ
αγρύπναγαν	=	αγρυπνώ
αγρύπναγε	=	αγρυπνώ
αγρύπναγες	=	αγρυπνώ
αγρύπνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρύπνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρύπνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρύπνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγρυπνώ
αγρύπνια	noun|vulgar	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας
αγρύπνιας	noun	γενική ενικού του αγρύπνια
αγρύπνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγρύπνια
αγρών	noun	γενική πληθυντικού του αγρός
αγρώστιδος	=	άγρωστη
αγς	abbrev	τμήμα της ονομασίας αθλητικών γυμναστικών συλλόγων
αγυάλιστα	=	αγυάλιστος
αγυάλιστε	=	αγυάλιστος
αγυάλιστες	=	αγυάλιστος
αγυάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγυάλιστος
αγυάλιστης	=	αγυάλιστος
αγυάλιστο	=	αγυάλιστος
αγυάλιστοι	=	αγυάλιστος
αγυάλιστος	adj	που δεν τον έχουν γυαλίσει
αγυάλιστου	=	αγυάλιστος
αγυάλιστους	=	αγυάλιστος
αγυάλιστων	=	αγυάλιστος
αγυιοπαίδου	=	αγυιόπαιδος
αγυιόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγυιόπαιδο
αγυιόπαιδο	noun	παιδί του δρόμου
αγυιόπαιδος	noun	γενική ενικού του αγυιόπαις
αγυιόπαιδου	noun	γενική ενικού του αγυιόπαιδο
αγυιόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του αγυιόπαιδο
αγυμνασία	noun	η έλλειψη σωματικής άσκησης
αγυμνασίας	=	αγυμνασία
αγυμνασίες	=	αγυμνασία
αγυμνασιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του αγυμνασία
αγυμνασιάς	=	αγυμνασιά
αγυμνασιές	=	αγυμνασιά
αγυμνασιών	=	αγυμνασία
αγυρντίζαμε	=	αγυρντίζω
αγυρντίζαν	=	αγυρντίζω
αγυρντίζανε	=	αγυρντίζω
αγυρντίζατε	=	αγυρντίζω
αγυρντίζει	=	αγυρντίζω
αγυρντίζεις	=	αγυρντίζω
αγυρντίζετε	=	αγυρντίζω
αγυρντίζοντας	=	αγυρντίζω
αγυρντίζουμε	=	αγυρντίζω
αγυρντίζουν	=	αγυρντίζω
αγυρντίζουνε	=	αγυρντίζω
αγυρντίζω	verb	στραμπουλάω
αγυρντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίσαν	=	αγυρντίζω
αγυρντίσανε	=	αγυρντίζω
αγυρντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρντίστε	=	αγυρντίζω
αγυρντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγυρτέψαμε	=	αγυρτεύω
αγυρτέψαν	=	αγυρτεύω
αγυρτέψανε	=	αγυρτεύω
αγυρτέψατε	=	αγυρτεύω
αγυρτέψει	=	αγυρτεύω
αγυρτέψτε	=	αγυρτεύω
αγυρτία	=	αγυρτεία
αγυρτεία	noun	υποτιμητικός όρος που αναφέρεται σε ιατρικό τσαρλατανισμό, κομπογιαννιτισμός, κάτι το ψεύτικο.
αγυρτείας	noun	γενική ενικού του αγυρτεία
αγυρτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγυρτεία
αγυρτειών	noun	γενική πληθυντικού του αγυρτεία
αγυρτεύαμε	=	αγυρτεύω
αγυρτεύαν	=	αγυρτεύω
αγυρτεύανε	=	αγυρτεύω
αγυρτεύατε	=	αγυρτεύω
αγυρτεύει	=	αγυρτεύω
αγυρτεύεις	=	αγυρτεύω
αγυρτεύετε	=	αγυρτεύω
αγυρτεύοντας	=	αγυρτεύω
αγυρτεύουμε	=	αγυρτεύω
αγυρτεύουν	=	αγυρτεύω
αγυρτεύουνε	=	αγυρτεύω
αγυρτεύω	verb	ζω σαν αγύρτης, ζητιανεύω
αγυρτικά	adv|formal	με αγυρτικό τρόπο
αγυρτικός	adj|formal	άλλη μορφή του αγύρτικος
αγυρτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αγύρτισσα
αγυρτών	noun	γενική πληθυντικού του αγύρτης
αγχέμαχα	=	αγχέμαχος
αγχέμαχε	=	αγχέμαχος
αγχέμαχες	=	αγχέμαχος
αγχέμαχη	=	αγχέμαχος
αγχέμαχης	=	αγχέμαχος
αγχέμαχο	=	αγχέμαχος
αγχέμαχοι	=	αγχέμαχος
αγχέμαχον	=	αγχέμαχος
αγχέμαχος	adj	για όπλο που χρησιμοποιείται σε μάχη από κοντά, σώμα με σώμα, κατάλληλο για μάχες εκ του συστάδην
αγχέμαχου	=	αγχέμαχος
αγχέμαχους	=	αγχέμαχος
αγχέμαχων	=	αγχέμαχος
αγχίνοα	=	αγχίνους
αγχίνοες	=	αγχίνους
αγχίνοια	noun|formal	οξύνοια, ή οξύτητα του νου, η εξυπνάδα
αγχίνοιας	noun	γενική ενικού του αγχίνοια
αγχίνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχίνοια
αγχίνου	=	αγχίνους
αγχίνουν	=	αγχίνους
αγχίνους	adj|formal	που σκέφτεται γρήγορα, ο οξύνους, ο εύστροφος
αγχινοιών	noun	γενική πληθυντικού του αγχίνοια
αγχινόων	=	αγχίνους
αγχιστεία	noun	η συγγενική σχέση που αποκτάται μέσω γάμου με τα μέλη της οικογένειας του/της συζύγου
αγχιστείας	noun	γενική ενικού του αγχιστεία
αγχιστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχιστεία
αγχιστειών	noun	γενική πληθυντικού του αγχιστεία
αγχογόνα	=	αγχογόνος
αγχογόνας	=	αγχογόνος
αγχογόνε	=	αγχογόνος
αγχογόνες	=	αγχογόνος
αγχογόνο	=	αγχογόνος
αγχογόνοι	=	αγχογόνος
αγχογόνος	adj	που προκαλεί ή δημιουργεί άγχος
αγχογόνου	=	αγχογόνος
αγχογόνους	=	αγχογόνος
αγχογόνων	=	αγχογόνος
αγχολυτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχολυτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχολυτικό, ουδέτερο του αγχολυτικός
αγχολυτικέ	adj	κλητική ενικού του αγχολυτικός
αγχολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχολυτική
αγχολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγχολυτικός
αγχολυτικής	adj	γενική ενικού του αγχολυτική
αγχολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγχολυτικός
αγχολυτικού	adj	γενική ενικού του αγχολυτικός
αγχολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγχολυτικός
αγχολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγχολυτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που δρα κατά του άγχους και της αϋπνίας
αγχολυτικός	adj	που απελευθερώνει από το άγχος ή το μειώνει
αγχολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγχολυτικός
αγχολύσεις	=	αγχόλυση
αγχολύσεων	=	αγχόλυση
αγχονών	=	αγχόνη
αγχωδών	=	αγχώδης
αγχωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθήκαν	=	αγχώνω
αγχωθήκανε	=	αγχώνω
αγχωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωθούνε	=	αγχώνω
αγχωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχωμένα	adv	για ενέργεια που γίνεται από κάποιον που νιώθει ο ίδιος άγχος
αγχωμένε	verb	κλητική ενικού του αγχωμένος
αγχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχωμένη
αγχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγχωμένος
αγχωμένης	verb	γενική ενικού του αγχωμένη
αγχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αγχωμένος
αγχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγχωμένος
αγχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγχώνω, που έχει καταληφθεί από άγχος
αγχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγχωμένος
αγχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αγχωμένος
αγχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγχωμένος
αγχωνόμασταν	=	αγχώνω
αγχωνόμαστε	=	αγχώνω
αγχωνόμουν	=	αγχώνω
αγχωνόμουνα	=	αγχώνω
αγχωνόντουσαν	=	αγχώνω
αγχωνόσασταν	=	αγχώνω
αγχωνόσαστε	=	αγχώνω
αγχωνόσουν	=	αγχώνω
αγχωνόσουνα	=	αγχώνω
αγχωνόταν	=	αγχώνω
αγχωνότανε	=	αγχώνω
αγχωτικά	adv	κατά τρόπο αγχωτικό, που συνοδεύεται από άγχος ή το προκαλεί
αγχωτικέ	adj	κλητική ενικού του αγχωτικός
αγχωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχωτική
αγχωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγχωτικός
αγχωτικής	adj	γενική ενικού του αγχωτική
αγχωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγχωτικός
αγχωτικού	adj	γενική ενικού του αγχωτικός
αγχωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγχωτικός
αγχωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αγχωτικός
αγχωτικός	adj	που καταλαμβάνεται εύκολα από άγχος, αγχώδης
αγχωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αγχωτικός
αγχόλυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της μείωσης, καταστολής και ανακούφισης από το παθολογικό άγχος, την εσωτερική ένταση και τον φόβο
αγχόλυσης	=	αγχόλυση
αγχόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγχόνη
αγχόνη	noun	ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρεμόταν σκοινί με θηλιά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό
αγχόνης	noun	γενική ενικού του αγχόνη
αγχώδεις	=	αγχώδης
αγχώδες	=	αγχώδης
αγχώδη	=	αγχώδης
αγχώδης	adj	που καταλαμβάνεται εύκολα από άγχος
αγχώδους	adj	γενική ενικού του αγχώδης
αγχώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνομαι
αγχών	=	άγχος
αγχώναμε	=	αγχώνω
αγχώναν	=	αγχώνω
αγχώνανε	=	αγχώνω
αγχώνατε	=	αγχώνω
αγχώνει	=	αγχώνω
αγχώνεις	=	αγχώνω
αγχώνεσαι	=	αγχώνω
αγχώνεστε	=	αγχώνω
αγχώνεται	=	αγχώνω
αγχώνετε	=	αγχώνω
αγχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αγχώνω, με πιάνει άγχος, καταλαμβάνομαι από άγχος
αγχώνομε	=	αγχώνω
αγχώνονται	=	αγχώνω
αγχώνονταν	=	αγχώνω
αγχώνοντας	=	αγχώνω
αγχώνουμε	=	αγχώνω
αγχώνουν	=	αγχώνω
αγχώνουνε	=	αγχώνω
αγχώνω	verb	προξενώ σε κάποιον άγχος
αγχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσαν	=	αγχώνω
αγχώσανε	=	αγχώνω
αγχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσεων	=	άγχωση
αγχώσομε	=	αγχώνω
αγχώσου	=	αγχώνω
αγχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσουνε	=	αγχώνω
αγχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγχώνω
αγωγέ	noun	κλητική ενικού του αγωγός
αγωγέα	=	αγωγέας
αγωγέας	noun|dated	οδηγός, αγωγιάτης, καραγωγέας
αγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωγή
αγωγέων	=	αγωγέας
αγωγέως	=	αγωγέας
αγωγή	noun	διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς, μετάδοσης αξιών, ιδανικών κ.λπ., που έχει ως στόχο τη διαμόρφωση του χαρακτήρα
αγωγής	noun	γενική ενικού του αγωγή
αγωγείς	=	αγωγέας
αγωγιάζω	verb	νοικιάζω ζώο, μισθώνω υποζύγιο, αγώι
αγωγιάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωγιάτης
αγωγιάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγωγιάτης
αγωγιάτης	noun	αυτός που μεταφέρει ανθρώπους ή φορτία σε υποζύγιό του έναντι κομίστρου
αγωγιάτικα	noun	(εμπορικός όρος): το κόμιστρο, η αμοιβή που λαμβάνει ο αγωγιάτης παρέχοντας το υποζύγιό του για μεταφορές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγωγιάτικος
αγωγιάτικε	adj	κλητική ενικού του αγωγιάτικος
αγωγιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωγιάτικη
αγωγιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγωγιάτικος
αγωγιάτικης	adj	γενική ενικού του αγωγιάτικη
αγωγιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του αγωγιάτικος
αγωγιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγωγιάτικος
αγωγιάτικος	adj	που αναφέρεται στον αγωγιάτη
αγωγιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγωγιάτικος
αγωγιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγωγιάτικος
αγωγιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγωγιάτικος
αγωγιάτισσα	noun	η γυναίκα του αγωγιάτη
αγωγιάτισσας	noun	γενική ενικού του αγωγιάτισσα
αγωγιάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωγιάτισσα
αγωγιαστές	=	αγωγιαστής
αγωγιαστή	=	αγωγιαστής
αγωγιαστήρια	=	αγωγιαστήριο
αγωγιαστήριο	noun	(εμπορικός όρος): έγγραφο που συντάσσεται μεταξύ αγωγιάτη και αποστολέα για μεταφορά εμπορευμάτων, υπό μορφή φορτωτικής.
αγωγιαστήριου	=	αγωγιαστήριο
αγωγιαστής	noun	ενοικιαστής ζώου
αγωγιαστηρίου	=	αγωγιαστήριο
αγωγιαστηρίων	=	αγωγιαστήριο
αγωγιαστών	=	αγωγιαστής
αγωγιατισσών	noun	γενική πληθυντικού του αγωγιάτισσα
αγωγιατών	noun	γενική πληθυντικού του αγωγιάτης
αγωγιμομετρία	noun	επιστημονικός κλάδος χημείας που μετρά την ηλεκτρική αγωγιμότητα διαλυμάτων
αγωγιμομετρίας	noun	γενική ενικού του αγωγιμομετρία
αγωγιμομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωγιμομετρία
αγωγιμομετρικά	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικέ	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικές	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρική	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικής	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικοί	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικού	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικούς	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικό	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετρικός	adj	που σχετίζεται με την αγωγιμομετρία, δηλαδή με τη μέτρηση της ηλεκτρικής αγωγιμότητας ενός υλικού, ειδικά σε διαλύματα ηλεκτρολυτών
αγωγιμομετρικών	=	αγωγιμομετρικός
αγωγιμομετριών	noun	γενική πληθυντικού του αγωγιμομετρία
αγωγιμοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αγωγιμότητα
αγωγιμόμετρα	=	αγωγιμόμετρο
αγωγιμόμετρο	noun	όργανο που μετρά την (ηλεκτρική) αγωγιμότητα του εδάφους, δηλαδή την ποσότητα της ύπαρξης αλάτων και θρεπτικών συστατικών στο έδαφος
αγωγιμόμετρου	=	αγωγιμόμετρο
αγωγιμόμετρων	=	αγωγιμόμετρο
αγωγιμότητα	noun	ιδιότητα της ύλης να επιτρέπει τη διέλευση ενέργειας (ηλεκτρική/θερμική)
αγωγιμότητας	noun	γενική ενικού του αγωγιμότητα
αγωγιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωγιμότητα
αγωγιού	=	αγώγι
αγωγιών	=	αγώγι
αγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγωγός
αγωγοσήμου	=	αγωγόσημο
αγωγοσήμων	=	αγωγόσημο
αγωγού	noun	γενική ενικού του αγωγός
αγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αγωγός
αγωγό	noun	αιτιατική ενικού του αγωγός
αγωγός	noun	ο σωλήνας για τη μεταφορά υγρών ή αερίων
αγωγόσημα	=	αγωγόσημο
αγωγόσημο	noun	ειδικό τέλος επί του αντικειμένου της δίκης, υπαγόμενο στην κατηγορία των δικαστικών εξόδων, που καταλογίζεται σε βάρος του ηττημένου διαδίκου
αγωγόσημου	=	αγωγόσημο
αγωγόσημων	=	αγωγόσημο
αγωγών	noun	γενική πληθυντικού του αγωγός
αγωνία	noun	συναίσθημα μεταξύ του φόβου και της αναμονής
αγωνίας	noun	γενική ενικού του αγωνία
αγωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνία
αγωνίζεσαι	=	αγωνίζομαι
αγωνίζεστε	=	αγωνίζομαι
αγωνίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αγωνίζομαι
αγωνίζομαι	verb	ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο
αγωνίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του αγωνίζομαι
αγωνίζονταν	=	αγωνίζομαι
αγωνίζου	=	αγωνίζομαι
αγωνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγώνισμα
αγωνίσματος	noun	γενική ενικού του αγώνισμα
αγωνίσου	=	αγωνίζομαι
αγωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνίστρια	=	αγωνιστής
αγωνίστριας	noun	γενική ενικού του αγωνίστρια
αγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνίστρια
αγωνιά	=	αγωνιώ
αγωνιάς	=	αγωνιώ
αγωνιάτε	=	αγωνιώ
αγωνιεί	=	αγωνιώ
αγωνιείς	=	αγωνιώ
αγωνιείτε	=	αγωνιώ
αγωνιζομένη	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμασταν	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόμαστε	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόμενα	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενε	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενες	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενη	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενης	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενο	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενοι	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιζόμενου	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενους	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμενων	=	αγωνιζόμενος
αγωνιζόμουν	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόμουνα	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόντουσαν	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόσασταν	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόσαστε	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόσουν	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόσουνα	=	αγωνίζομαι
αγωνιζόταν	=	αγωνίζομαι
αγωνιζότανε	=	αγωνίζομαι
αγωνιούμε	=	αγωνιώ
αγωνιούν	=	αγωνιώ
αγωνιούνε	=	αγωνιώ
αγωνιούσα	=	αγωνιώ
αγωνιούσαμε	=	αγωνιώ
αγωνιούσαν	=	αγωνιώ
αγωνιούσανε	=	αγωνιώ
αγωνιούσατε	=	αγωνιώ
αγωνιούσε	=	αγωνιώ
αγωνιούσες	=	αγωνιώ
αγωνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αγώνισμα
αγωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνιστής
αγωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγωνιστής
αγωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστήκαν	=	αγωνίζομαι
αγωνιστήκανε	=	αγωνίζομαι
αγωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστής	noun	αυτός που αγωνίζεται για την εκπλήρωση ενός στόχου, μιας ιδεολογίας
αγωνισταρά	=	αγωνισταράς
αγωνισταράδες	=	αγωνισταράς
αγωνισταράδων	=	αγωνισταράς
αγωνισταράς	noun	σπουδαίος αγωνιστής
αγωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνιστικό	adv	με αγωνιστικό τρόπο, με αγώνες
αγωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αγωνιστικός
αγωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνιστική
αγωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγωνιστικός
αγωνιστικής	adj	γενική ενικού του αγωνιστική
αγωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγωνιστικός
αγωνιστικοτήτων	=	αγωνιστικότητα
αγωνιστικού	adj	γενική ενικού του αγωνιστικός
αγωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγωνιστικός
αγωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αγωνιστικός
αγωνιστικός	adj	που χρησιμοποιείται σε αγώνες
αγωνιστικότατα	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατε	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατες	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατη	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατης	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατο	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατοι	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατος	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατου	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατους	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότατων	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερα	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερε	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερες	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερη	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερης	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερο	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότεροι	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερος	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερου	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερους	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότερων	=	αγωνιστικός
αγωνιστικότητα	noun	το αγωνιστικό πνεύμα, η διάθεση να αγωνιστείς για ένα σκοπό, το σθένος με το οποίο δίνει κάποιος έναν αγώνα
αγωνιστικότητας	noun	γενική ενικού του αγωνιστικότητα
αγωνιστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνιστικότητα
αγωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αγωνιστικός
αγωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστούνε	=	αγωνίζομαι
αγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αγωνίστρια
αγωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αγωνίζομαι
αγωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του αγωνιστής
αγωνιωδών	adj	γενική πληθυντικού του αγωνιώδης
αγωνιώ	verb	κατέχομαι από αγωνία, φοβάμαι ή ανυπομονώ
αγωνιώδεις	=	αγωνιώδης
αγωνιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγωνιώδης
αγωνιώδη	=	αγωνιώδης
αγωνιώδης	adj	που έχει πολλή αγωνία ή που προκαλεί πολλή αγωνία, αγχωτικός
αγωνιώδους	=	αγωνιώδης
αγωνιών	noun	γενική πληθυντικού του αγωνία
αγωνιώντας	=	αγωνιώ
αγωνοδίκες	=	αγωνοδίκης
αγωνοδίκη	=	αγωνοδίκης
αγωνοδίκης	noun	το μέλος μιας επιτροπής που έχει τη γενική εποπτεία ενός αγώνα
αγωνοδικών	=	αγωνοδίκης
αγωνοθέτες	=	αγωνοθέτης
αγωνοθέτη	=	αγωνοθέτης
αγωνοθέτης	noun	εκείνος που προκηρύσσει δημόσιο διαγωνισμό που αφορά τέχνες ή γράμματα
αγωνοθέτρια	=	αγωνοθέτης
αγωνοθεσία	noun	η καθιέρωση και ευθύνη της διοργάνωσης ενός αθλητικού αγώνα
αγωνοθεσίας	noun	γενική ενικού του αγωνοθεσία
αγωνοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγωνοθεσία
αγωνοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του αγωνοθεσία
αγωνοθετών	=	αγωνοθέτης
αγωροφέρνω	=	αγοροφέρνω
αγόγγυστα	adv	χωρίς γογγυσμούς, παράπονα και διαμαρτυρίες, χωρίς κριτική αμφισβήτηση, υπομονετικά (για κάτι που συνήθως όταν πρέπει να γίνει αναμένονται αντιδράσεις επειδή είναι π.χ. κουραστικό)
αγόγγυστε	=	αγόγγυστος
αγόγγυστες	=	αγόγγυστος
αγόγγυστη	=	αγόγγυστος
αγόγγυστης	=	αγόγγυστος
αγόγγυστο	=	αγόγγυστος
αγόγγυστοι	=	αγόγγυστος
αγόγγυστος	adj	που υποφέρει και δεν συνοδεύεται από γογγυσμούς, παράπονα ή διαμαρτυρίες
αγόγγυστου	=	αγόγγυστος
αγόγγυστους	=	αγόγγυστος
αγόγγυστων	=	αγόγγυστος
αγόμασταν	=	άγω
αγόμαστε	=	άγω
αγόμεθα	=	άγω
αγόμουν	=	άγω
αγόραζα	=	αγοράζω
αγόραζαν	=	αγοράζω
αγόραζε	=	αγοράζω
αγόραζες	=	αγοράζω
αγόρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγόρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγόρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγόρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγοράζω
αγόρασμα	noun	το να αγοράζει κάποιος κάτι
αγόρευα	=	αγορεύω
αγόρευαν	=	αγορεύω
αγόρευε	=	αγορεύω
αγόρευες	=	αγορεύω
αγόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγορεύω
αγόρευση	noun	η δημόσια εκφώνηση ενός ρητορικού λόγου, μιας ομιλίας
αγόρευσης	noun	γενική ενικού του αγόρευση
αγόρι	noun	το παιδί αρσενικού γένους
αγόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγόρι
αγόσασταν	=	άγω
αγόσουν	=	άγω
αγόταν	=	άγω
αγύμναστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγύμναστο
αγύμναστε	adj	κλητική ενικού του αγύμναστος
αγύμναστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγύμναστη
αγύμναστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγύμναστος
αγύμναστης	adj	γενική ενικού του αγύμναστη
αγύμναστο	adj	αιτιατική ενικού του αγύμναστος
αγύμναστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγύμναστος
αγύμναστος	adj	που δεν έχει γυμναστεί αρκετά, που δεν είναι γυμνασμένος
αγύμναστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αγύμναστος
αγύμναστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγύμναστος
αγύμναστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αγύμναστος
αγύρευτα	=	αγύρευτος
αγύρευτε	=	αγύρευτος
αγύρευτες	=	αγύρευτος
αγύρευτη	=	αγύρευτος
αγύρευτης	=	αγύρευτος
αγύρευτο	=	αγύρευτος
αγύρευτοι	=	αγύρευτος
αγύρευτος	adj	που δεν τον έχουν γυρέψει, δεν τον έχουν ζητήσει ή αναζητήσει
αγύρευτου	=	αγύρευτος
αγύρευτους	=	αγύρευτος
αγύρευτων	=	αγύρευτος
αγύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγύριστο
αγύριστε	adj	κλητική ενικού του αγύριστος
αγύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγύριστη
αγύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγύριστος
αγύριστης	adj	γενική ενικού του αγύριστη
αγύριστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αγύριστος
αγύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγύριστος
αγύριστος	adj	που δεν αλλάζει γνώμη	noun	ο τόπος από όπου κανείς δεν επιστρέφει
αγύριστου	adj	γενική ενικού του αγύριστος
αγύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αγύριστος
αγύριστων	adj	γενική πληθυντικού του αγύριστος
αγύρντιζα	=	αγυρντίζω
αγύρντιζαν	=	αγυρντίζω
αγύρντιζε	=	αγυρντίζω
αγύρντιζες	=	αγυρντίζω
αγύρντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγύρντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγύρντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγύρντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγυρντίζω
αγύρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγύρτης
αγύρτευα	=	αγυρτεύω
αγύρτευαν	=	αγυρτεύω
αγύρτευε	=	αγυρτεύω
αγύρτευες	=	αγυρτεύω
αγύρτεψα	=	αγυρτεύω
αγύρτεψαν	=	αγυρτεύω
αγύρτεψε	=	αγυρτεύω
αγύρτεψες	=	αγυρτεύω
αγύρτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγύρτης
αγύρτης	noun	πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους
αγύρτικα	=	αγύρτικος
αγύρτικε	=	αγύρτικος
αγύρτικες	=	αγύρτικος
αγύρτικη	=	αγύρτικος
αγύρτικης	=	αγύρτικος
αγύρτικο	=	αγύρτικος
αγύρτικοι	=	αγύρτικος
αγύρτικος	adj|formal	που έχει σχέση με αγυρτεία ή αγύρτη ή αναφέρεται σʼ αυτά
αγύρτικου	=	αγύρτικος
αγύρτικους	=	αγύρτικος
αγύρτικων	=	αγύρτικος
αγύρτισσα	noun	αγύρτης
αγύρτισσας	noun	γενική ενικού του αγύρτισσα
αγύρτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγύρτισσα
αγώγι	noun	άλλη μορφή του αγώι
αγώγια	=	αγώγι
αγώγιμα	=	αγώγιμος
αγώγιμε	=	αγώγιμος
αγώγιμες	=	αγώγιμος
αγώγιμη	=	αγώγιμος
αγώγιμης	=	αγώγιμος
αγώγιμο	=	αγώγιμος
αγώγιμοι	=	αγώγιμος
αγώγιμος	adj	αυτός που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικής ή/και θερμικής ενέργειας
αγώγιμου	=	αγώγιμος
αγώγιμους	=	αγώγιμος
αγώγιμων	=	αγώγιμος
αγώι	noun	η διαδρομή με το φορτίο που κάνει ο αγωγιάτης
αγώια	=	αγώι
αγών	=	άγος
αγώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αγώνας
αγώνας	noun	η προσπάθεια
αγώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγώνας
αγώνισμα	noun	ατομικό άθλημα
αγώνων	noun	γενική πληθυντικού του αγώνας
αγώρι	noun|rare	ετυμολογική γραφή του αγόρι, με βάση τους όψιμους ελληνιστικούς τύπους ἄωρος / ἄγωρος, όπως λ.χ. στο Λεξικό Μπαμπινιώτη
αδ	abbrev	Αστικό Δίκαιο
αδάγκαστα	=	αδάγκαστος
αδάγκαστε	=	αδάγκαστος
αδάγκαστες	=	αδάγκαστος
αδάγκαστη	=	αδάγκαστος
αδάγκαστης	=	αδάγκαστος
αδάγκαστο	=	αδάγκαστος
αδάγκαστοι	=	αδάγκαστος
αδάγκαστος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αδάγκωτος
αδάγκαστου	=	αδάγκαστος
αδάγκαστους	=	αδάγκαστος
αδάγκαστων	=	αδάγκαστος
αδάγκωτα	=	αδάγκωτος
αδάγκωτε	=	αδάγκωτος
αδάγκωτες	=	αδάγκωτος
αδάγκωτη	=	αδάγκωτος
αδάγκωτης	=	αδάγκωτος
αδάγκωτο	=	αδάγκωτος
αδάγκωτοι	=	αδάγκωτος
αδάγκωτος	adj	που δεν έχει δαγκωθεί, που δεν τον έχουν δαγκώσει
αδάγκωτου	=	αδάγκωτος
αδάγκωτους	=	αδάγκωτος
αδάγκωτων	=	αδάγκωτος
αδάκρυτα	adv	χωρίς να δακρύσει (κανείς)
αδάκρυτε	=	αδάκρυτος
αδάκρυτες	=	αδάκρυτος
αδάκρυτη	=	αδάκρυτος
αδάκρυτης	=	αδάκρυτος
αδάκρυτο	=	αδάκρυτος
αδάκρυτοι	=	αδάκρυτος
αδάκρυτος	adj	που δεν δακρύζει
αδάκρυτου	=	αδάκρυτος
αδάκρυτους	=	αδάκρυτος
αδάκρυτων	=	αδάκρυτος
αδάμαντα	=	αδάμας
αδάμαντας	noun|formal	άλλη μορφή του διαμάντι
αδάμαντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάμαντας
αδάμαντος	=	αδάμας
αδάμας	noun|formal	αδάμαντας, άλλη μορφή του διαμάντι
αδάμαστα	adv	χωρίς να μπορεί κάποιος να δαμάσει τη φύση ή τις ενέργειες του προσώπου ή της δύναμης για την οποία γίνεται λόγος
αδάμαστε	=	αδάμαστος
αδάμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάμαστη
αδάμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδάμαστος
αδάμαστης	=	αδάμαστος
αδάμαστο	=	αδάμαστος
αδάμαστοι	=	αδάμαστος
αδάμαστος	adj	που δεν μπορείς να τον δαμάσεις
αδάμαστου	=	αδάμαστος
αδάμαστους	=	αδάμαστος
αδάμαστων	=	αδάμαστος
αδάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάμης
αδάμης	=	αντάμης
αδάνειστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάνειστο
αδάνειστε	adj	κλητική ενικού του αδάνειστος
αδάνειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάνειστη
αδάνειστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδάνειστος
αδάνειστης	adj	γενική ενικού του αδάνειστη
αδάνειστο	adj	αιτιατική ενικού του αδάνειστος
αδάνειστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδάνειστος
αδάνειστος	adj	που δεν έχει δανειστεί
αδάνειστου	adj	γενική ενικού του αδάνειστος
αδάνειστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδάνειστος
αδάνειστων	adj	γενική πληθυντικού του αδάνειστος
αδάπανα	adv	χωρίς δαπάνη
αδάπανε	adj	κλητική ενικού του αδάπανος
αδάπανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάπανη
αδάπανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδάπανος
αδάπανης	adj	γενική ενικού του αδάπανη
αδάπανο	adj	αιτιατική ενικού του αδάπανος
αδάπανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδάπανος
αδάπανος	adj	που γίνεται χωρίς δαπάνη
αδάπανου	adj	γενική ενικού του αδάπανος
αδάπανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδάπανος
αδάπανων	adj	γενική πληθυντικού του αδάπανος
αδάσυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάσυντο
αδάσυντε	adj	κλητική ενικού του αδάσυντος
αδάσυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάσυντη
αδάσυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδάσυντος
αδάσυντης	adj	γενική ενικού του αδάσυντη
αδάσυντο	adj	αιτιατική ενικού του αδάσυντος
αδάσυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδάσυντος
αδάσυντος	adj	που δεν έχει δασυνθεί ή δεν μπορεί να δασυνθεί
αδάσυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδάσυντος
αδάσυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδάσυντος
αδάσυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδάσυντος
αδάσωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάσωτο
αδάσωτε	adj	κλητική ενικού του αδάσωτος
αδάσωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδάσωτη
αδάσωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδάσωτος
αδάσωτης	adj	γενική ενικού του αδάσωτη
αδάσωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδάσωτος
αδάσωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδάσωτος
αδάσωτος	adj	που δεν είναι καλυμμένος με δάσος
αδάσωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδάσωτος
αδάσωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδάσωτος
αδάσωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδάσωτος
αδέκαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέκαρο
αδέκαρε	adj	κλητική ενικού του αδέκαρος
αδέκαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέκαρη
αδέκαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδέκαρος
αδέκαρης	adj	γενική ενικού του αδέκαρη
αδέκαρο	adj	αιτιατική ενικού του αδέκαρος
αδέκαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδέκαρος
αδέκαρος	adj	που δεν έχει καθόλου χρήματα, ούτε δεκάρα
αδέκαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδέκαρος
αδέκαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδέκαρος
αδέκαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδέκαρος
αδέκαστα	adv	με τρόπο αδέκαστο
αδέκαστε	adj	κλητική ενικού του αδέκαστος
αδέκαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέκαστη
αδέκαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδέκαστος
αδέκαστης	adj	γενική ενικού του αδέκαστη
αδέκαστο	adj	αιτιατική ενικού του αδέκαστος
αδέκαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδέκαστος
αδέκαστος	adj|formal	που δεν δεκάζεται, δεν εξαγοράζεται, δεν δωροδοκείται
αδέκαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδέκαστος
αδέκαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδέκαστος
αδέκαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδέκαστος
αδέλφι	noun	αδελφός ή αδελφή· που έχει τους ίδιους γονείς με άλλον, αδιακρίτως φύλου
αδέλφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέλφι
αδέλφωμα	noun	συμφιλίωση, φίλιωμα
αδέλφωνα	=	αδελφώνω
αδέλφωναν	=	αδελφώνω
αδέλφωνε	=	αδελφώνω
αδέλφωνες	=	αδελφώνω
αδέλφωσα	=	αδελφώνω
αδέλφωσαν	=	αδελφώνω
αδέλφωσε	=	αδελφώνω
αδέλφωσες	=	αδελφώνω
αδένα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αδένας
αδένας	noun	το επιθηλιακό όργανο των ζώων που παράγει εκκρίμματα (π.χ. ένζυμα, βλέννες, ορμόνες, γάλα στα θηλαστικά, δηλητήριο, μετάξι κ.λπ.)
αδένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδένας
αδένωμα	noun	καλοήθης όγκος ενός αδένα
αδένων	noun	γενική πληθυντικού του αδένας
αδέξια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδέξιος	adv	με αδέξιο τρόπο, χωρίς επιδεξιότητα
αδέξιας	adj	γενική ενικού του αδέξια
αδέξιε	adj	κλητική ενικού του αδέξιος
αδέξιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέξια
αδέξιο	adj	αιτιατική ενικού του αδέξιος
αδέξιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδέξιος
αδέξιος	adj	που του λείπει η ικανότητα να κινείται με άνεση, να χρησιμοποιεί επιτυχώς το σώμα του και να εκτελεί χειρισμούς
αδέξιου	adj	γενική ενικού του αδέξιος
αδέξιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδέξιος
αδέξιων	adj	γενική πληθυντικού του αδέξιος
αδέρφι	noun	άλλη μορφή του αδέλφι
αδέρφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέρφι
αδέρφωμα	noun	το αποτέλεσμα του αδερφώνω, η συναδέλφωση
αδέρφωνα	=	αδερφώνω
αδέρφωναν	=	αδερφώνω
αδέρφωνε	=	αδερφώνω
αδέρφωνες	=	αδερφώνω
αδέρφωσα	=	αδερφώνω
αδέρφωσαν	=	αδερφώνω
αδέρφωσε	=	αδερφώνω
αδέρφωσες	=	αδερφώνω
αδέσμευτα	adv	χωρίς ύπαρξη δεσμεύσεων και εξαρτήσεων
αδέσμευτε	adj	κλητική ενικού του αδέσμευτος
αδέσμευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέσμευτη
αδέσμευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδέσμευτος
αδέσμευτης	adj	γενική ενικού του αδέσμευτη
αδέσμευτο	adj	αιτιατική ενικού του αδέσμευτος
αδέσμευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδέσμευτος
αδέσμευτος	adj	που δεν έχει καμία δέσμευση, που δεν είναι δεσμευμένος
αδέσμευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδέσμευτος
αδέσμευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδέσμευτος
αδέσμευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδέσμευτος
αδέσποτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέσποτο
αδέσποτε	adj	κλητική ενικού του αδέσποτος
αδέσποτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέσποτη
αδέσποτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδέσποτος
αδέσποτης	adj	γενική ενικού του αδέσποτη
αδέσποτο	adj	αιτιατική ενικού του αδέσποτος
αδέσποτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδέσποτος
αδέσποτος	adj	που δεν έχει αφεντικό και δεν ελέγχει κανείς τις κινήσεις του
αδέσποτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδέσποτος
αδέσποτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδέσποτος
αδέσποτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδέσποτος
αδέψητα	=	αδέψητος
αδέψητε	=	αδέψητος
αδέψητες	=	αδέψητος
αδέψητη	=	αδέψητος
αδέψητης	=	αδέψητος
αδέψητο	=	αδέψητος
αδέψητοι	=	αδέψητος
αδέψητος	adj	ακατέργαστος
αδέψητου	=	αδέψητος
αδέψητους	=	αδέψητος
αδέψητων	=	αδέψητος
αδήλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδήλωτο
αδήλωτε	adj	κλητική ενικού του αδήλωτος
αδήλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδήλωτη
αδήλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδήλωτος
αδήλωτης	adj	γενική ενικού του αδήλωτη
αδήλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδήλωτος
αδήλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδήλωτος
αδήλωτος	adj	που δεν έχει δηλωθεί όπως ορίζουν οι νόμοι
αδήλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδήλωτος
αδήλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδήλωτος
αδήλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδήλωτος
αδήμευτα	=	αδήμευτος
αδήμευτε	=	αδήμευτος
αδήμευτες	=	αδήμευτος
αδήμευτη	=	αδήμευτος
αδήμευτης	=	αδήμευτος
αδήμευτο	=	αδήμευτος
αδήμευτοι	=	αδήμευτος
αδήμευτος	adj	που δεν έχει δημευτεί
αδήμευτου	=	αδήμευτος
αδήμευτους	=	αδήμευτος
αδήμευτων	=	αδήμευτος
αδήριτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδήριτο
αδήριτε	adj	κλητική ενικού του αδήριτος
αδήριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδήριτη
αδήριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδήριτος
αδήριτης	adj	γενική ενικού του αδήριτη
αδήριτο	adj	αιτιατική ενικού του αδήριτος
αδήριτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδήριτος
αδήριτος	adj	ακατανίκητος, ακαταμάχητος, επιτακτικός
αδήριτου	adj	γενική ενικού του αδήριτος
αδήριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδήριτος
αδήριτων	adj	γενική πληθυντικού του αδήριτος
αδήωτα	=	αδήωτος
αδήωτε	=	αδήωτος
αδήωτες	=	αδήωτος
αδήωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδήωτος
αδήωτης	=	αδήωτος
αδήωτο	=	αδήωτος
αδήωτοι	=	αδήωτος
αδήωτος	adj	που δεν έχει λεηλατηθεί
αδήωτου	=	αδήωτος
αδήωτους	=	αδήωτος
αδήωτων	=	αδήωτος
αδίαντα	=	αδίαντο
αδίαντο	noun	φυτό (είδος φτέρης) της οικογένειας Πτεριδοειδή (Pteridaceae)
αδίαντου	=	αδίαντο
αδίαντων	=	αδίαντο
αδίδακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίδακτο
αδίδακτε	adj	κλητική ενικού του αδίδακτος
αδίδακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίδακτη
αδίδακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδίδακτος
αδίδακτης	adj	γενική ενικού του αδίδακτη
αδίδακτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδίδακτος
αδίδακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδίδακτος
αδίδακτος	adj	που δεν έχει διδαχτεί
αδίδακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδίδακτος
αδίδακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδίδακτος
αδίδακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδίδακτος
αδίδαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίδαχτο
αδίδαχτε	adj	κλητική ενικού του αδίδαχτος
αδίδαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίδαχτη
αδίδαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδίδαχτος
αδίδαχτης	adj	γενική ενικού του αδίδαχτη
αδίδαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αδίδαχτος
αδίδαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδίδαχτος
αδίδαχτος	adj	αδίδακτος
αδίδαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδίδαχτος
αδίδαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδίδαχτος
αδίδαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδίδαχτος
αδίκαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίκαστο
αδίκαστε	=	αδίκαστος
αδίκαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίκαστη
αδίκαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδίκαστος
αδίκαστης	=	αδίκαστος
αδίκαστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδίκαστος
αδίκαστοι	=	αδίκαστος
αδίκαστος	adj	που δεν έχει ακόμα δικαστεί
αδίκαστου	=	αδίκαστος
αδίκαστους	=	αδίκαστος
αδίκαστων	=	αδίκαστος
αδίκει	=	αδικώ
αδίκημα	noun	η πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο
αδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδίκου	=	άδικο
αδίκων	noun	γενική πληθυντικού του άδικος
αδίκως	adv|formal	άδικα, χωρίς αποτέλεσμα
αδίπλωτα	=	αδίπλωτος
αδίπλωτε	=	αδίπλωτος
αδίπλωτες	=	αδίπλωτος
αδίπλωτη	=	αδίπλωτος
αδίπλωτης	=	αδίπλωτος
αδίπλωτο	=	αδίπλωτος
αδίπλωτοι	=	αδίπλωτος
αδίπλωτος	adj	που δεν έχει διπλωθεί
αδίπλωτου	=	αδίπλωτος
αδίπλωτους	=	αδίπλωτος
αδίπλωτων	=	αδίπλωτος
αδίστακτα	adv	χωρίς δισταγμό, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς
αδίστακτε	adj	κλητική ενικού του αδίστακτος
αδίστακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίστακτη
αδίστακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδίστακτος
αδίστακτης	adj	γενική ενικού του αδίστακτη
αδίστακτο	adj	αιτιατική ενικού του αδίστακτος
αδίστακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδίστακτος
αδίστακτος	adj	που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό
αδίστακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδίστακτος
αδίστακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδίστακτος
αδίστακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδίστακτος
αδίσταχτα	adv	χωρίς δισταγμό, χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς
αδίσταχτε	=	αδίσταχτος
αδίσταχτες	=	αδίσταχτος
αδίσταχτη	=	αδίσταχτος
αδίσταχτης	=	αδίσταχτος
αδίσταχτο	=	αδίσταχτος
αδίσταχτοι	=	αδίσταχτος
αδίσταχτος	adj	μορφή του αδίστακτος
αδίσταχτου	=	αδίσταχτος
αδίσταχτους	=	αδίσταχτος
αδίσταχτων	=	αδίσταχτος
αδίχαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίχαστο
αδίχαστε	adj	κλητική ενικού του αδίχαστος
αδίχαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίχαστη
αδίχαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδίχαστος
αδίχαστης	adj	γενική ενικού του αδίχαστη
αδίχαστο	adj	αιτιατική ενικού του αδίχαστος
αδίχαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδίχαστος
αδίχαστος	adj	που δεν έχει διχαστεί
αδίχαστου	adj	γενική ενικού του αδίχαστος
αδίχαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδίχαστος
αδίχαστων	adj	γενική πληθυντικού του αδίχαστος
αδίωκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίωκτο
αδίωκτε	adj	κλητική ενικού του αδίωκτος
αδίωκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίωκτη
αδίωκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδίωκτος
αδίωκτης	adj	γενική ενικού του αδίωκτη
αδίωκτο	adj	αιτιατική ενικού του αδίωκτος
αδίωκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδίωκτος
αδίωκτος	adj	που δεν υφίσταται ποινική δίωξη
αδίωκτου	adj	γενική ενικού του αδίωκτος
αδίωκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδίωκτος
αδίωκτων	adj	γενική πληθυντικού του αδίωκτος
αδα	abbrev	κωδικός αριθμός ο οποίος υπάρχει σε κάθε έγγραφο απόφασης δημόσιας υπηρεσίας το οποίο δημοσιεύεται στο Πρόγραμμα Διαύγεια
αδαές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδαής
αδαή	adj	αιτιατική ενικού του αδαής
αδαής	adj	που δε γνωρίζει το αντικείμενο, έχει άγνοια πάνω σε αυτό λόγω ανεπαρκών γνώσεων και ελλιπούς πείρας
αδαε	abbrev	δημόσια αρχή στην Ελλάδα η οποία διασφαλίζει το απόρρητο των επικοινωνιών με σύμφωνα με το σύνταγμα
αδαείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαής
αδαημοσυνών	=	αδαημοσύνη
αδαημοσύνες	=	αδαημοσύνη
αδαημοσύνη	noun|formal	το να είναι κάποιος αδαής, να μην γνωρίζει κάτι ή να μην έχει πείρα
αδαημοσύνης	=	αδαημοσύνη
αδαμάντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμάντινο
αδαμάντινε	adj	κλητική ενικού του αδαμάντινος
αδαμάντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμάντινη
αδαμάντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμάντινος
αδαμάντινης	adj	γενική ενικού του αδαμάντινη
αδαμάντινο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμάντινος
αδαμάντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμάντινος
αδαμάντινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από διαμάντια ή είναι στολισμένος με διαμάντια
αδαμάντινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμάντινος
αδαμάντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμάντινος
αδαμάντινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμάντινος
αδαμάντων	=	αδάμας
αδαμαντίνες	=	αδαμαντίνη
αδαμαντίνη	noun	το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το περίβλημα των δοντιών
αδαμαντίνης	=	αδαμαντίνη
αδαμαντινών	=	αδαμαντίνη
αδαμαντοκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοκόλλητο
αδαμαντοκόλλητε	adj	κλητική ενικού του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοκόλλητη
αδαμαντοκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόλλητης	adj	γενική ενικού του αδαμαντοκόλλητη
αδαμαντοκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόλλητος	adj	που έχει διακοσμηθεί με διαμάντια
αδαμαντοκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόσμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοκόσμητο
αδαμαντοκόσμητε	adj	κλητική ενικού του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοκόσμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοκόσμητη
αδαμαντοκόσμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοκόσμητης	adj	γενική ενικού του αδαμαντοκόσμητη
αδαμαντοκόσμητο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοκόσμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοκόσμητος	adj	ο αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοκόσμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοκόσμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοκόσμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοκόσμητος
αδαμαντοποίκιλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοποίκιλτο
αδαμαντοποίκιλτε	adj	κλητική ενικού του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοποίκιλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοποίκιλτη
αδαμαντοποίκιλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοποίκιλτης	adj	γενική ενικού του αδαμαντοποίκιλτη
αδαμαντοποίκιλτο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοποίκιλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοποίκιλτος	adj	ο αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοποίκιλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοποίκιλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοποίκιλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοποίκιλτος
αδαμαντοπωλεία	=	αδαμαντοπωλείο
αδαμαντοπωλείο	noun	κατάστημα όπου πωλούνται διαμάντια
αδαμαντοπωλείου	=	αδαμαντοπωλείο
αδαμαντοπωλείων	=	αδαμαντοπωλείο
αδαμαντοπωλών	=	αδαμαντοπώλης
αδαμαντοπώλες	=	αδαμαντοπώλης
αδαμαντοπώλη	=	αδαμαντοπώλης
αδαμαντοπώλης	noun	πωλητής διαμαντιών ή πολύτιμων λίθων σε αδαμαντοπωλείο
αδαμαντοστόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοστόλιστο
αδαμαντοστόλιστε	adj	κλητική ενικού του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντοστόλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοστόλιστη
αδαμαντοστόλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντοστόλιστης	adj	γενική ενικού του αδαμαντοστόλιστη
αδαμαντοστόλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντοστόλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντοστόλιστος	adj	ο αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντοστόλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντοστόλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντοστόλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμαντοστόλιστος
αδαμαντουργέ	adj	κλητική ενικού του αδαμαντουργός
αδαμαντουργία	noun	η τέχνη του αδαμαντουργού
αδαμαντουργίας	noun	γενική ενικού του αδαμαντουργία
αδαμαντουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντουργία
αδαμαντουργιών	noun	γενική πληθυντικού του αδαμαντουργία
αδαμαντουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντουργός
αδαμαντουργού	adj	γενική ενικού του αδαμαντουργός
αδαμαντουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντουργός
αδαμαντουργό	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντουργός
αδαμαντουργός	noun	τεχνίτης που κατεργάζεται διαμάντια
αδαμαντουργών	adj	γενική πληθυντικού του αδαμαντουργός
αδαμαντοφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντοφόρος
αδαμαντοφόρας	adj	γενική ενικού του αδαμαντοφόρα
αδαμαντοφόρε	=	αδαμαντοφόρος
αδαμαντοφόρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοφόρα
αδαμαντοφόρο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντοφόρος
αδαμαντοφόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντοφόρος
αδαμαντοφόρος	adj	αυτός που φέρει διαμάντι ή διαμάντια
αδαμαντοφόρου	adj	γενική ενικού του αδαμαντοφόρος
αδαμαντοφόρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντοφόρος
αδαμαντοφόρων	adj	γενική πληθυντικού του αδαμαντοφόρος
αδαμαντωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντωρυχείο
αδαμαντωρυχείο	noun	ορυχείο διαμαντιών
αδαμαντωρυχείου	noun	γενική ενικού του αδαμαντωρυχείο
αδαμαντωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του αδαμαντωρυχείο
αδαμαντωρύχε	=	αδαμαντωρύχος
αδαμαντωρύχο	=	αδαμαντωρύχος
αδαμαντωρύχοι	=	αδαμαντωρύχος
αδαμαντωρύχος	noun	που δουλεύει σε αδαμαντωρυχείο
αδαμαντωρύχου	=	αδαμαντωρύχος
αδαμαντωρύχους	=	αδαμαντωρύχος
αδαμαντωρύχων	=	αδαμαντωρύχος
αδαμαντόδετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντόδετο
αδαμαντόδετε	adj	κλητική ενικού του αδαμαντόδετος
αδαμαντόδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντόδετη
αδαμαντόδετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντόδετος
αδαμαντόδετης	adj	γενική ενικού του αδαμαντόδετη
αδαμαντόδετο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντόδετος
αδαμαντόδετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντόδετος
αδαμαντόδετος	adj	ο αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντόδετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμαντόδετος
αδαμαντόδετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντόδετος
αδαμαντόδετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμαντόδετος
αδαμαντόστικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντόστικτο
αδαμαντόστικτε	adj	κλητική ενικού του αδαμαντόστικτος
αδαμαντόστικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντόστικτη
αδαμαντόστικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμαντόστικτος
αδαμαντόστικτης	adj	γενική ενικού του αδαμαντόστικτη
αδαμαντόστικτο	adj	αιτιατική ενικού του αδαμαντόστικτος
αδαμαντόστικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδαμαντόστικτος
αδαμαντόστικτος	adj	ο αδαμαντοκόλλητος
αδαμαντόστικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδαμαντόστικτος
αδαμαντόστικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδαμαντόστικτος
αδαμαντόστικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδαμαντόστικτος
αδαμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδαμιαίος
αδαμιαίας	adj	γενική ενικού του αδαμιαία
αδαμιαίε	adj	αδαμιαίος, στην κλητική του ενικού
αδαμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαμιαία
αδαμιαίο	adj	αδαμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
αδαμιαίοι	adj	αδαμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αδαμιαίος	adj	που αναφέρεται ή μοιάζει στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο, και κυρίως στη γύμνια του
αδαμιαίου	adj	γενική ενικού του αδαμιαίος
αδαμιαίους	adj	αδαμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αδαμιαίων	=	αδαμιαίος
αδαμιαίως	adv	με αδαμιαία περιβολή, χωρίς ρούχα
αδαούς	adj	γενική ενικού του αδαής
αδαπάνητα	=	αδαπάνητος
αδαπάνητε	=	αδαπάνητος
αδαπάνητες	=	αδαπάνητος
αδαπάνητη	=	αδαπάνητος
αδαπάνητης	=	αδαπάνητος
αδαπάνητο	=	αδαπάνητος
αδαπάνητοι	=	αδαπάνητος
αδαπάνητος	adj	που δεν έχει δαπανηθεί
αδαπάνητου	=	αδαπάνητος
αδαπάνητους	=	αδαπάνητος
αδαπάνητων	=	αδαπάνητος
αδαπανησία	noun|rare	το να μην δαπανά κάποιος, η έλλειψη δαπάνης
αδαπανησίας	noun	γενική ενικού του αδαπανησία
αδαπανησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδαπανησία
αδαπανησιών	noun	γενική πληθυντικού του αδαπανησία
αδασκάλευτα	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτε	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτες	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτη	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτης	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτο	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτοι	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτος	adj	που δεν τον έχουν δασκαλέψει
αδασκάλευτου	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτους	=	αδασκάλευτος
αδασκάλευτων	=	αδασκάλευτος
αδασμολογήτως	adv|dated	αδασμολόγητα
αδασμολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αδασμολόγητο) του αδασμολόγητος	adv	με αδασμολόγητο τρόπο, χωρίς δασμούς
αδασμολόγητε	adj	κλητική ενικού του αδασμολόγητος
αδασμολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδασμολόγητη
αδασμολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδασμολόγητος
αδασμολόγητης	adj	γενική ενικού του αδασμολόγητη
αδασμολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αδασμολόγητος
αδασμολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδασμολόγητος
αδασμολόγητος	adj	που δεν έχει δασμολογηθεί, που δεν υπόκειται σε δασμούς
αδασμολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδασμολόγητος
αδασμολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδασμολόγητος
αδασμολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδασμολόγητος
αδαών	adj	γενική πληθυντικού του αδαής
αδαώς	adv	με τρόπο που δείχνει άγνοια, ότι κάποιος είναι αδαής
αδείας	=	άδεια
αδείλιαστα	adv	χωρίς να δειλιάσει κάποιος
αδείλιαστε	=	αδείλιαστος
αδείλιαστες	=	αδείλιαστος
αδείλιαστη	=	αδείλιαστος
αδείλιαστης	=	αδείλιαστος
αδείλιαστο	=	αδείλιαστος
αδείλιαστοι	=	αδείλιαστος
αδείλιαστος	adj	που δεν δειλιάζει
αδείλιαστου	=	αδείλιαστος
αδείλιαστους	=	αδείλιαστος
αδείλιαστων	=	αδείλιαστος
αδείπνητα	adv	χωρίς να δειπνήσει (κανείς)
αδείπνητε	=	αδείπνητος
αδείπνητες	=	αδείπνητος
αδείπνητη	=	αδείπνητος
αδείπνητης	=	αδείπνητος
αδείπνητο	=	αδείπνητος
αδείπνητοι	=	αδείπνητος
αδείπνητος	adj	άδειπνος
αδείπνητου	=	αδείπνητος
αδείπνητους	=	αδείπνητος
αδείπνητων	=	αδείπνητος
αδεδυ	abbrev	τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των δημοσίων υπαλλήλων της Ελλάδας
αδειάζαμε	=	αδειάζω
αδειάζαν	=	αδειάζω
αδειάζανε	=	αδειάζω
αδειάζατε	=	αδειάζω
αδειάζει	=	αδειάζω
αδειάζεις	=	αδειάζω
αδειάζεσαι	=	αδειάζω
αδειάζεστε	=	αδειάζω
αδειάζεται	=	αδειάζω
αδειάζετε	=	αδειάζω
αδειάζομαι	=	αδειάζω
αδειάζομε	=	αδειάζω
αδειάζονται	=	αδειάζω
αδειάζονταν	=	αδειάζω
αδειάζοντας	=	αδειάζω
αδειάζουμε	=	αδειάζω
αδειάζουν	=	αδειάζω
αδειάζουνε	=	αδειάζω
αδειάζω	verb	αφαιρώ από κάτι το περιεχόμενό του, το αφήνω άδειο
αδειάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσαν	=	αδειάζω
αδειάσανε	=	αδειάζω
αδειάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άδειασμα
αδειάσματος	noun	γενική ενικού του άδειασμα
αδειάσομε	=	αδειάζω
αδειάσου	=	αδειάζω
αδειάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάσουνε	=	αδειάζω
αδειάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειάστηκα	=	αδειάζω
αδειάστηκαν	=	αδειάζω
αδειάστηκε	=	αδειάζω
αδειάστηκες	=	αδειάζω
αδειάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδειάζω
αδειαζόμασταν	=	αδειάζω
αδειαζόμαστε	=	αδειάζω
αδειαζόμουν	=	αδειάζω
αδειαζόμουνα	=	αδειάζω
αδειαζόντουσαν	=	αδειάζω
αδειαζόσασταν	=	αδειάζω
αδειαζόσαστε	=	αδειάζω
αδειαζόσουν	=	αδειάζω
αδειαζόσουνα	=	αδειάζω
αδειαζόταν	=	αδειάζω
αδειαζότανε	=	αδειάζω
αδειανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδειανό
αδειανέ	adj	κλητική ενικού του αδειανός
αδειανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδειανή
αδειανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδειανός
αδειανής	adj	γενική ενικού του αδειανή
αδειανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδειανός
αδειανού	adj	γενική ενικού του αδειανός
αδειανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδειανός
αδειανό	adj	αιτιατική ενικού του αδειανός
αδειανός	adj	άδειος, κενός
αδειανών	adj	γενική πληθυντικού του αδειανός
αδειασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άδειασμα
αδειασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδειασμένο
αδειασμένε	verb	κλητική ενικού του αδειασμένος
αδειασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδειασμένη
αδειασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδειασμένος
αδειασμένης	verb	γενική ενικού του αδειασμένη
αδειασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αδειασμένος
αδειασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδειασμένος
αδειασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αδειάζω
αδειασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδειασμένος
αδειασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδειασμένος
αδειασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδειασμένος
αδειαστήκαμε	=	αδειάζω
αδειαστήκαν	=	αδειάζω
αδειαστήκανε	=	αδειάζω
αδειαστήκατε	=	αδειάζω
αδειαστεί	=	αδειάζω
αδειαστείς	=	αδειάζω
αδειαστείτε	=	αδειάζω
αδειαστούμε	=	αδειάζω
αδειαστούν	=	αδειάζω
αδειαστούνε	=	αδειάζω
αδειαστώ	=	αδειάζω
αδειοδοτήθηκα	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτήθηκαν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτήθηκε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτήθηκες	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτήσαμε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτήσαν	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτήσανε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτήσατε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτήσει	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτήσεις	=	αδειοδότηση
αδειοδοτήσεων	=	αδειοδότηση
αδειοδοτήσου	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτήστε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτεί	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτείς	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτείσαι	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτείστε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτείται	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτείτε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτηθήκαμε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτηθήκαν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτηθήκανε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτηθήκατε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτηθεί	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτηθείτε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτημένα	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένε	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένες	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένη	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένης	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένο	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένοι	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αδειοδοτώ
αδειοδοτημένου	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένους	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτημένων	=	αδειοδοτημένος
αδειοδοτικά	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικέ	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικές	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτική	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αδειοδοτική) του αδειοδοτικός
αδειοδοτικοί	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικού	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικούς	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικό	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτικός	adj	ο σχετικός με την αδειοδότηση
αδειοδοτικών	=	αδειοδοτικός
αδειοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αδειοδοτώ
αδειοδοτούμασταν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούμαστε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούμε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούμενα	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενε	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενες	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενη	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενης	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενο	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενοι	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αδειοδοτώ
αδειοδοτούμενου	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενους	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμενων	=	αδειοδοτούμενος
αδειοδοτούμουν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούν	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούνε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούνται	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούνταν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούσα	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσαμε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσαν	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσανε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσασταν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούσαστε	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτούσατε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσε	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσες	=	αδειοδοτώ
αδειοδοτούσουν	=	αδειοδοτούμαι
αδειοδοτώ	verb	παρέχω επισήμως άδεια
αδειοδοτώντας	=	αδειοδοτώ
αδειοδότει	=	αδειοδοτώ
αδειοδότησα	=	αδειοδοτώ
αδειοδότησαν	=	αδειοδοτώ
αδειοδότησε	=	αδειοδοτώ
αδειοδότησες	=	αδειοδοτώ
αδειοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδειοδοτώ, η αναγνώριση δικαιώματος για συγκεκριμένη δράση
αδειοδότησης	=	αδειοδότηση
αδειούμπα	noun|slang	η άδεια του έφεδρου στρατιώτη
αδειούμπας	=	αδειούμπα
αδειούμπες	=	αδειούμπα
αδειούχα	=	αδειούχος
αδειούχας	=	αδειούχος
αδειούχε	=	αδειούχος
αδειούχες	=	αδειούχος
αδειούχο	=	αδειούχος
αδειούχοι	=	αδειούχος
αδειούχος	adj	που απουσιάζει από την εργασία του έχοντας πάρει άδεια	noun	που είναι αδειούχος
αδειούχου	=	αδειούχος
αδειούχους	=	αδειούχος
αδειούχων	=	αδειούχος
αδειών	noun	γενική πληθυντικού του άδεια
αδεκαρία	noun	το να είναι κανείς αδέκαρος, να μην έχει ούτε δεκάρα, η έλλειψη χρημάτων
αδεκαρίας	noun	γενική ενικού του αδεκαρία
αδεκαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδεκαρία
αδεκαριών	noun	γενική πληθυντικού του αδεκαρία
αδελέαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδελέαστος
αδελέαστε	adj	κλητική ενικού του αδελέαστος
αδελέαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελέαστη
αδελέαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδελέαστος
αδελέαστης	adj	γενική ενικού του αδελέαστη
αδελέαστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδελέαστος
αδελέαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελέαστος
αδελέαστος	adj	που δεν δελεάζεται
αδελέαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδελέαστος
αδελέαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδελέαστος
αδελέαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδελέαστος
αδελφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αδελφό) του αδελφός
αδελφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφή (κατά το αδερφάδες) αντί του λογιότερου αδελφές
αδελφάδων	=	αδελφή
αδελφάκι	=	αδελφή
αδελφάρα	noun	άλλη μορφή του αδελφάρα
αδελφάρας	=	αδελφάρα
αδελφάρες	=	αδελφάρα
αδελφάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφάτο
αδελφάτο	noun	διοικητικό συμβούλιο που επιβλέπει την λειτουργία ενός ιδρύματος
αδελφάτου	noun	γενική ενικού του αδελφάτο
αδελφάτων	noun	γενική πληθυντικού του αδελφάτο
αδελφέ	noun	κλητική ενικού του αδελφός	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αδελφός
αδελφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αδελφή) του αδελφός
αδελφή	noun	αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδελφός
αδελφής	noun	γενική ενικού του αδελφή	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αδελφή) του αδελφός
αδελφίστικα	=	αδελφίστικος
αδελφίστικε	=	αδελφίστικος
αδελφίστικες	=	αδελφίστικος
αδελφίστικη	=	αδελφίστικος
αδελφίστικης	=	αδελφίστικος
αδελφίστικο	=	αδελφίστικος
αδελφίστικοι	=	αδελφίστικος
αδελφίστικος	adj	άλλη μορφή του αδερφίστικος
αδελφίστικου	=	αδελφίστικος
αδελφίστικους	=	αδελφίστικος
αδελφίστικων	=	αδελφίστικος
αδελφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφικό	adv	με αδελφικό τρόπο
αδελφικάτα	adv	αδελφικά, άλλη μορφή του αδερφικάτα
αδελφικέ	adj	κλητική ενικού του αδελφικός
αδελφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφική
αδελφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδελφικός
αδελφικής	adj	γενική ενικού του αδελφική
αδελφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελφικός
αδελφικοτήτων	=	αδελφικότητα
αδελφικού	adj	γενική ενικού του αδελφικός
αδελφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδελφικός
αδελφικό	adj	αιτιατική ενικού του αδελφικός
αδελφικός	adj	που αναφέρεται στον αδελφό ή την αδελφή
αδελφικότατα	=	αδελφικός
αδελφικότατε	=	αδελφικός
αδελφικότατες	=	αδελφικός
αδελφικότατη	=	αδελφικός
αδελφικότατης	=	αδελφικός
αδελφικότατο	=	αδελφικός
αδελφικότατοι	=	αδελφικός
αδελφικότατος	=	αδελφικός
αδελφικότατου	=	αδελφικός
αδελφικότατους	=	αδελφικός
αδελφικότατων	=	αδελφικός
αδελφικότερα	=	αδελφικός
αδελφικότερε	=	αδελφικός
αδελφικότερες	=	αδελφικός
αδελφικότερη	=	αδελφικός
αδελφικότερης	=	αδελφικός
αδελφικότερο	=	αδελφικός
αδελφικότεροι	=	αδελφικός
αδελφικότερος	=	αδελφικός
αδελφικότερου	=	αδελφικός
αδελφικότερους	=	αδελφικός
αδελφικότερων	=	αδελφικός
αδελφικότητα	noun	αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ αδερφιών
αδελφικότητας	noun	γενική ενικού του αδελφικότητα
αδελφικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφικότητα
αδελφικών	adj	γενική πληθυντικού του αδελφικός
αδελφιού	=	αδέλφι
αδελφιών	=	αδέλφι
αδελφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελφός	adj	ονομαστική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αδελφός
αδελφογαμία	noun	μορφή αιμομιξίας μεταξύ αδελφών
αδελφογαμίας	=	αδελφογαμία
αδελφογαμίες	=	αδελφογαμία
αδελφογαμιών	=	αδελφογαμία
αδελφοκτονία	noun	ο φόνος του αδελφού ή της αδελφής
αδελφοκτονίας	noun	γενική ενικού του αδελφοκτονία
αδελφοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφοκτονία
αδελφοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του αδελφοκτονία
αδελφοκτόνα	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνας	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνε	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνες	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνη	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνης	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνο	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνοι	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνος	adj	που οδηγεί στο φόνο αδελφού ή αδελφής	noun	που σκότωσε αδελφό ή αδελφή
αδελφοκτόνου	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνους	=	αδελφοκτόνος
αδελφοκτόνων	=	αδελφοκτόνος
αδελφοποίηση	noun	εθιμική διαδικασία, που λαμβάνει χώρα σαν ιεροτελεστία, κατά την οποία δύο άτομα (ή ομάδες ατόμων), χωρίς εξ αίματος συγγένεια, δηλώνουν ότι αποκτούν αδελφικούς δεσμούς
αδελφοποίησης	noun	γενική ενικού του αδελφοποίηση
αδελφοποιήθηκα	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιήθηκαν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιήθηκε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιήθηκες	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφοποίηση
αδελφοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αδελφοποίηση
αδελφοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αδελφοποίηση
αδελφοποιήσου	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιία	noun	εθιμική διαδικασία, που λαμβάνει χώρα σαν ιεροτελεστία, κατά την οποία δύο άτομα (ή ομάδες ατόμων), χωρίς εξ αίματος συγγένεια, δηλώνουν ότι αποκτούν αδελφικούς δεσμούς
αδελφοποιίας	noun	γενική ενικού του αδελφοποιία
αδελφοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφοποιία
αδελφοποιείσαι	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιείστε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιείται	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιηθήκαμε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιηθήκαν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιηθήκανε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιηθήκατε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιηθεί	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιηθείτε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιημένος	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιητέ	=	αδελφοποιητός
αδελφοποιητές	=	αδελφοποιητή
αδελφοποιητή	noun|dated	θηλυκό του αδελφοποιητός
αδελφοποιητής	=	αδελφοποιητή
αδελφοποιητοί	=	αδελφοποιητός
αδελφοποιητού	=	αδελφοποιητός
αδελφοποιητούς	=	αδελφοποιητός
αδελφοποιητό	=	αδελφοποιητός
αδελφοποιητός	noun|dated	άλλη μορφή του αδελφοποιτός
αδελφοποιητών	=	αδελφοποιητή
αδελφοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αδελφοποιία
αδελφοποιούμαι	verb	γίνομαι αδελφοποιτός, συνδέομαι με κάποιον μέσω της διαδικασίας αδελφοποίησης
αδελφοποιούμασταν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούμαστε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούμουν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούνται	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούνταν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούσασταν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούσαστε	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιούσουν	=	αδελφοποιούμαι
αδελφοποιτέ	=	αδελφοποιτός
αδελφοποιτές	=	αδελφοποιτή
αδελφοποιτή	noun|dated	θηλυκό του αδελφοποιτός
αδελφοποιτής	=	αδελφοποιτή
αδελφοποιτοί	=	αδελφοποιτός
αδελφοποιτού	=	αδελφοποιτός
αδελφοποιτούς	=	αδελφοποιτός
αδελφοποιτό	=	αδελφοποιτός
αδελφοποιτός	noun	αυτός που έχει συνδεθεί με κάποιον άλλον με αδελφικούς δεσμούς (και έχει αναμίξει μαζί του συμβολικά το αίμα του)
αδελφοποιτών	=	αδελφοποιτός
αδελφοποιώ	verb	κάνω κάποιον αδελφό
αδελφοσκοτωμέ	=	αδελφοσκοτωμός
αδελφοσκοτωμοί	=	αδελφοσκοτωμός
αδελφοσκοτωμού	=	αδελφοσκοτωμός
αδελφοσκοτωμούς	=	αδελφοσκοτωμός
αδελφοσκοτωμό	=	αδελφοσκοτωμός
αδελφοσκοτωμός	noun	άλλη μορφή του αδερφοσκοτωμός
αδελφοσκοτωμών	=	αδελφοσκοτωμός
αδελφοσυνών	=	αδελφοσύνη
αδελφοσύνες	=	αδελφοσύνη
αδελφοσύνη	noun	η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μεταξύ τους σα να είναι αδέρφια
αδελφοσύνης	=	αδελφοσύνη
αδελφοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αδελφότητα
αδελφού	noun	γενική ενικού του αδελφός	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αδελφός
αδελφούλα	noun	άλλη μορφή του αδερφούλα
αδελφούλας	=	αδελφούλα
αδελφούλες	=	αδελφούλα
αδελφούλη	=	αδελφούλης
αδελφούληδες	=	αδελφούλης
αδελφούληδων	=	αδελφούλης
αδελφούλης	noun	μικρός αδελφός
αδελφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αδελφός
αδελφωθήκαμε	=	αδελφώνω
αδελφωθήκαν	=	αδελφώνω
αδελφωθήκανε	=	αδελφώνω
αδελφωθήκατε	=	αδελφώνω
αδελφωθεί	=	αδελφώνω
αδελφωθείς	=	αδελφώνω
αδελφωθείτε	=	αδελφώνω
αδελφωθούμε	=	αδελφώνω
αδελφωθούν	=	αδελφώνω
αδελφωθούνε	=	αδελφώνω
αδελφωθώ	=	αδελφώνω
αδελφωμάτων	=	αδέλφωμα
αδελφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφωμένο
αδελφωμένε	verb	κλητική ενικού του αδελφωμένος
αδελφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφωμένη
αδελφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδελφωμένος
αδελφωμένης	verb	γενική ενικού του αδελφωμένη
αδελφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αδελφωμένος
αδελφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελφωμένος
αδελφωμένος	verb	που έχει συνάψει πολύ φιλικές σχέσεις με κάποιον, που έχει αδελφωθεί με κάποιον
αδελφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδελφωμένος
αδελφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδελφωμένος
αδελφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδελφωμένος
αδελφωνόμασταν	=	αδελφώνω
αδελφωνόμαστε	=	αδελφώνω
αδελφωνόμουν	=	αδελφώνω
αδελφωνόμουνα	=	αδελφώνω
αδελφωνόντουσαν	=	αδελφώνω
αδελφωνόσασταν	=	αδελφώνω
αδελφωνόσαστε	=	αδελφώνω
αδελφωνόσουν	=	αδελφώνω
αδελφωνόσουνα	=	αδελφώνω
αδελφωνόταν	=	αδελφώνω
αδελφωνότανε	=	αδελφώνω
αδελφό	adj	αιτιατική ενικού του αδελφός	noun	αιτιατική ενικού του αδελφός
αδελφόθεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελφόθεος
αδελφός	noun	το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα	adj	που έχουν κοινή καταγωγή, προέλευση ή κοινή ιδεολογία
αδελφότεκνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφότεκνο
αδελφότεκνε	adj	κλητική ενικού του αδελφότεκνος
αδελφότεκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφότεκνη
αδελφότεκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδελφότεκνος
αδελφότεκνης	adj	γενική ενικού του αδελφότεκνη
αδελφότεκνο	adj	αιτιατική ενικού του αδελφότεκνος
αδελφότεκνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδελφότεκνος
αδελφότεκνος	noun	ο ανηψιός
αδελφότεκνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδελφότεκνος
αδελφότεκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδελφότεκνος
αδελφότεκνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδελφότεκνος
αδελφότης	=	αδελφότητα
αδελφότητα	noun	οργάνωση με μυστικά έθιμα και διαδικασίες
αδελφότητας	noun	γενική ενικού του αδελφότητα
αδελφότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδελφότητα
αδελφώθηκα	=	αδελφώνω
αδελφώθηκαν	=	αδελφώνω
αδελφώθηκε	=	αδελφώνω
αδελφώθηκες	=	αδελφώνω
αδελφώματα	=	αδέλφωμα
αδελφώματος	=	αδέλφωμα
αδελφών	noun	γενική πληθυντικού του αδελφός	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αδελφός
αδελφώναμε	=	αδελφώνω
αδελφώναν	=	αδελφώνω
αδελφώνανε	=	αδελφώνω
αδελφώνατε	=	αδελφώνω
αδελφώνει	=	αδελφώνω
αδελφώνεις	=	αδελφώνω
αδελφώνεσαι	=	αδελφώνω
αδελφώνεστε	=	αδελφώνω
αδελφώνεται	=	αδελφώνω
αδελφώνετε	=	αδελφώνω
αδελφώνομαι	=	αδελφώνω
αδελφώνομε	=	αδελφώνω
αδελφώνονται	=	αδελφώνω
αδελφώνονταν	=	αδελφώνω
αδελφώνοντας	=	αδελφώνω
αδελφώνουμε	=	αδελφώνω
αδελφώνουν	=	αδελφώνω
αδελφώνουνε	=	αδελφώνω
αδελφώνω	verb	κάνω δυο ανθρώπους (ή δυο λαούς) να νιώθουν μεταξύ τους σαν να είναι αδέρφια
αδελφώσαμε	=	αδελφώνω
αδελφώσαν	=	αδελφώνω
αδελφώσανε	=	αδελφώνω
αδελφώσατε	=	αδελφώνω
αδελφώσει	=	αδελφώνω
αδελφώσεις	=	αδελφώνω
αδελφώσετε	=	αδελφώνω
αδελφώσομε	=	αδελφώνω
αδελφώσου	=	αδελφώνω
αδελφώσουμε	=	αδελφώνω
αδελφώσουν	=	αδελφώνω
αδελφώσουνε	=	αδελφώνω
αδελφώστε	=	αδελφώνω
αδελφώσω	=	αδελφώνω
αδεμάτιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδεμάτιαστο
αδεμάτιαστε	adj	κλητική ενικού του αδεμάτιαστος
αδεμάτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδεμάτιαστη
αδεμάτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδεμάτιαστος
αδεμάτιαστης	adj	γενική ενικού του αδεμάτιαστη
αδεμάτιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αδεμάτιαστος
αδεμάτιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδεμάτιαστος
αδεμάτιαστος	adj	που δεν έχει δεματιαστεί, δεν έχει τακτοποιηθεί σε δεμάτια
αδεμάτιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδεμάτιαστος
αδεμάτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδεμάτιαστος
αδεμάτιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδεμάτιαστος
αδενίνες	=	αδενίνη
αδενίνη	noun	οργανική βάση (C₅H₅N₅) που ταιριάζει με τη θυμίνη στο DNA και με την ουρακίλη στο RNA
αδενίνης	=	αδενίνη
αδενίτιδα	noun	η φλεγμονή που εμφανίζεται σε κάποιον αδένα
αδενίτιδας	=	αδενίτιδα
αδενίτιδες	=	αδενίτιδα
αδενεκτομές	=	αδενεκτομή
αδενεκτομή	noun	χειρουργική απομάκρυνση ενός αδένα για θεραπευτικούς λόγους, όπως η αντιμετώπιση όγκων ή παθήσεων που επηρεάζουν τη λειτουργία του
αδενεκτομής	=	αδενεκτομή
αδενεκτομία	noun	άλλη μορφή του αδενεκτομή
αδενεκτομίας	=	αδενεκτομία
αδενεκτομίες	=	αδενεκτομία
αδενεκτομιών	=	αδενεκτομία
αδενεκτομών	=	αδενεκτομή
αδενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδενικό
αδενικέ	adj	κλητική ενικού του αδενικός
αδενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδενική
αδενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδενικός
αδενικής	adj	γενική ενικού του αδενική
αδενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδενικός
αδενικού	adj	γενική ενικού του αδενικός
αδενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδενικός
αδενικό	adj	αιτιατική ενικού του αδενικός
αδενικός	adj	που σχετίζεται με κάποιον αδένα
αδενικών	adj	γενική πληθυντικού του αδενικός
αδενινών	=	αδενίνη
αδενιτίδων	=	αδενίτιδα
αδενοειδές	=	αδενοειδής
αδενοειδή	=	αδενοειδής
αδενοειδής	adj	που μοιάζει με αδένα
αδενοειδίτιδα	noun	φλεγμονώδης κατάσταση των αδενοειδών εκβλαστήσεων, συνήθως λόγω λοίμωξης, που προκαλεί ρινική απόφραξη, δυσκολία στην αναπνοή και συχνές λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού
αδενοειδίτιδας	=	αδενοειδίτιδα
αδενοειδίτιδες	=	αδενοειδίτιδα
αδενοειδίτιδων	=	αδενοειδίτιδα
αδενοειδείς	=	αδενοειδής
αδενοειδεκτομές	=	αδενοειδεκτομή
αδενοειδεκτομή	noun	χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των αδενοειδών εκβλαστήσεων (κρεατάκια), συνήθως για τη βελτίωση της αναπνοής ή την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων
αδενοειδεκτομής	=	αδενοειδεκτομή
αδενοειδεκτομών	=	αδενοειδεκτομή
αδενοειδούς	=	αδενοειδής
αδενοειδών	=	αδενοειδής
αδενοκαρκίνωμα	noun	καρκίνος του επιθηλίου διαφόρων οργάνων, που ξεκινά από αδενοειδή κύτταρα
αδενοκαρκινωμάτων	=	αδενοκαρκίνωμα
αδενοκαρκινώματα	=	αδενοκαρκίνωμα
αδενοκαρκινώματος	=	αδενοκαρκίνωμα
αδενολογία	noun	ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τους αδένες
αδενολογίας	=	αδενολογία
αδενολογίες	=	αδενολογία
αδενολογιών	=	αδενολογία
αδενοπάθεια	noun	πάθηση των λεμφαδένων που προκαλεί τη διόγκωσή τους
αδενοπάθειας	noun	γενική ενικού του αδενοπάθεια
αδενοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδενοπάθεια
αδενοπαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδενοπαθής
αδενοπαθή	adj	αιτιατική ενικού του αδενοπαθής
αδενοπαθής	adj	που πάσχει από αδενοπάθεια
αδενοπαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδενοπαθής
αδενοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αδενοπάθεια
αδενοπαθούς	adj	γενική ενικού του αδενοπαθής
αδενοπαθών	adj	γενική πληθυντικού του αδενοπαθής
αδενοσίνες	=	αδενοσίνη
αδενοσίνη	noun	βιοχημική ένωση που περιέχει άζωτο και αποτελείται από μια βάση αδενίνης που έχει προσκολληθεί σε ένα μόριο ριβόζης.
αδενοσίνης	noun	γενική ενικού του αδενοσίνη
αδενοσινών	=	αδενοσίνη
αδενοϊέ	=	αδενοϊός
αδενοϊοί	=	αδενοϊός
αδενοϊού	=	αδενοϊός
αδενοϊούς	=	αδενοϊός
αδενοϊό	=	αδενοϊός
αδενοϊός	noun	ιός που ευθύνεται για πολλές οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος και βρίσκεται συχνότερα στους αδενοειδείς ιστούς
αδενοϊών	=	αδενοϊός
αδενοϋποφύσεις	=	αδενοϋπόφυση
αδενοϋποφύσεων	=	αδενοϋπόφυση
αδενοϋπόφυση	noun	ο πρόσθιος λοβός του ενδοκρινούς αδένα της υπόφυσης
αδενοϋπόφυσης	=	αδενοϋπόφυση
αδενωδών	=	αδενώδης
αδενωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αδένωμα
αδενωματωδών	=	αδενωματώδης
αδενωματώδεις	=	αδενωματώδης
αδενωματώδες	=	αδενωματώδης
αδενωματώδη	=	αδενωματώδης
αδενωματώδης	adj	χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ιστούς ή σχηματισμούς που σχετίζονται με αδενώματα ή υπερπλαστικές αλλοιώσεις αδενικής προέλευσης
αδενωματώδους	=	αδενωματώδης
αδενωματώδων	=	αδενωματώδης
αδενώδεις	=	αδενώδης
αδενώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδενώδης
αδενώδη	=	αδενώδης
αδενώδης	adj	που έχει μορφή αδένα
αδενώδους	=	αδενώδης
αδενώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδένωμα
αδενώματος	noun	γενική ενικού του αδένωμα
αδεξιοσυνών	=	αδεξιοσύνη
αδεξιοσύνες	=	αδεξιοσύνη
αδεξιοσύνη	noun|formal	η ιδιότητα του αδέξιου
αδεξιοσύνης	=	αδεξιοσύνη
αδεξιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αδεξιότητα
αδεξιότητα	noun	η έλλειψη επιδεξιότητας
αδεξιότητας	noun	γενική ενικού του αδεξιότητα
αδεξιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδεξιότητα
αδερφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αδερφό) του αδερφός
αδερφάδες	=	αδερφή
αδερφάδων	=	αδερφή
αδερφάρα	noun	ομοφυλόφιλος
αδερφάρας	=	αδερφάρα
αδερφάρες	=	αδερφάρα
αδερφάτα	=	αδερφάτο
αδερφάτο	noun	άλλη μορφή του αδελφάτο
αδερφάτου	=	αδερφάτο
αδερφάτων	=	αδερφάτο
αδερφέ	noun	κλητική ενικού του αδερφός	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αδερφός
αδερφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αδερφή) του αδερφός
αδερφή	noun	άλλη μορφή του αδελφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδερφός
αδερφής	noun	γενική ενικού του αδερφή	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αδερφή) του αδερφός
αδερφίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφίστικο
αδερφίστικε	adj	κλητική ενικού του αδερφίστικος
αδερφίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφίστικη
αδερφίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδερφίστικος
αδερφίστικης	adj	γενική ενικού του αδερφίστικη
αδερφίστικο	adj	αιτιατική ενικού του αδερφίστικος
αδερφίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδερφίστικος
αδερφίστικος	adj	που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει στις αδελφές (τους ομοφυλόφιλους)
αδερφίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδερφίστικος
αδερφίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδερφίστικος
αδερφίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδερφίστικος
αδερφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφικό	adv	με αδερφικό τρόπο
αδερφικάτα	adv	αδερφικά
αδερφικέ	adj	κλητική ενικού του αδερφικός
αδερφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδερφική
αδερφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδερφικός
αδερφικής	adj	γενική ενικού του αδερφική
αδερφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδερφικός
αδερφικοτήτων	=	αδερφικότητα
αδερφικού	adj	γενική ενικού του αδερφικός
αδερφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδερφικός
αδερφικό	adj	αιτιατική ενικού του αδερφικός
αδερφικός	=	αδελφικός
αδερφικότητα	noun	αδελφικότητα
αδερφικότητας	=	αδερφικότητα
αδερφικότητες	=	αδερφικότητα
αδερφικών	adj	γενική πληθυντικού του αδερφικός
αδερφιού	=	αδέρφι
αδερφιών	=	αδέρφι
αδερφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδερφός	adj	ονομαστική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αδερφός
αδερφοδιωχτών	=	αδερφοδιώχτης
αδερφοδιώχτες	=	αδερφοδιώχτης
αδερφοδιώχτη	=	αδερφοδιώχτης
αδερφοδιώχτης	noun	αυτός που καταδιώκει τα ίδια τα αδέρφια του (ή τους συμπατριώτες του, συνταυτιζόμενος με τον εχθρό)
αδερφομεράδι	=	αδερφομοιράδι
αδερφομοιράδι	noun|vulgar	το μερίδιο από την περιουσία της οικογένειας ή την κληρονομιά που παίρνει ο κάθε αδελφός
αδερφομοιράδια	=	αδερφομοιράδι
αδερφομοιραδιού	=	αδερφομοιράδι
αδερφομοιραδιών	=	αδερφομοιράδι
αδερφοποίηση	=	αδελφοποίηση
αδερφοποιτέ	=	αδερφοποιτός
αδερφοποιτές	=	αδερφοποιτή
αδερφοποιτή	noun|dated	θηλυκό του αδερφοποιτός
αδερφοποιτής	=	αδερφοποιτή
αδερφοποιτοί	=	αδερφοποιτός
αδερφοποιτού	=	αδερφοποιτός
αδερφοποιτούς	=	αδερφοποιτός
αδερφοποιτό	=	αδερφοποιτός
αδερφοποιτός	noun	μορφή του αδελφοποιτός, με τροπή του lf (λφ) σε rf (ρφ)
αδερφοποιτών	=	αδερφοποιτός
αδερφοσκοτωμέ	noun	κλητική ενικού του αδερφοσκοτωμός
αδερφοσκοτωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδερφοσκοτωμός
αδερφοσκοτωμού	noun	γενική ενικού του αδερφοσκοτωμός
αδερφοσκοτωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αδερφοσκοτωμός
αδερφοσκοτωμό	noun	αιτιατική ενικού του αδερφοσκοτωμός
αδερφοσκοτωμός	noun	φονική διαμάχη μεταξύ αδελφών
αδερφοσκοτωμών	noun	γενική πληθυντικού του αδερφοσκοτωμός
αδερφοσυνών	=	αδερφοσύνη
αδερφοσύνες	=	αδερφοσύνη
αδερφοσύνη	noun	άλλη μορφή του αδελφοσύνη
αδερφοσύνης	=	αδερφοσύνη
αδερφού	noun	γενική ενικού του αδερφός	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αδερφός
αδερφούλα	noun	μικρή αδερφή
αδερφούλας	=	αδερφούλα
αδερφούλες	=	αδερφούλα
αδερφούλη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αδερφούλης
αδερφούληδες	=	αδερφούλης
αδερφούληδων	=	αδερφούλης
αδερφούλης	noun	άλλη μορφή του αδελφούλης
αδερφούλι	noun	το αδερφάκι
αδερφούλια	=	αδερφούλι
αδερφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αδερφός
αδερφωθήκαμε	=	αδερφώνω
αδερφωθήκαν	=	αδερφώνω
αδερφωθήκανε	=	αδερφώνω
αδερφωθήκατε	=	αδερφώνω
αδερφωθεί	=	αδερφώνω
αδερφωθείς	=	αδερφώνω
αδερφωθείτε	=	αδερφώνω
αδερφωθούμε	=	αδερφώνω
αδερφωθούν	=	αδερφώνω
αδερφωθούνε	=	αδερφώνω
αδερφωθώ	=	αδερφώνω
αδερφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αδέρφωμα
αδερφωμένος	=	αδερφώνω
αδερφωνόμασταν	=	αδερφώνω
αδερφωνόμαστε	=	αδερφώνω
αδερφωνόμουν	=	αδερφώνω
αδερφωνόμουνα	=	αδερφώνω
αδερφωνόντουσαν	=	αδερφώνω
αδερφωνόσασταν	=	αδερφώνω
αδερφωνόσαστε	=	αδερφώνω
αδερφωνόσουν	=	αδερφώνω
αδερφωνόσουνα	=	αδερφώνω
αδερφωνόταν	=	αδερφώνω
αδερφωνότανε	=	αδερφώνω
αδερφό	adj	αιτιατική ενικού του αδερφός	noun	αιτιατική ενικού του αδερφός
αδερφός	noun	λιγότερο λόγια μορφή του αδελφός	adj	άλλη μορφή του αδελφός
αδερφώθηκα	=	αδερφώνω
αδερφώθηκαν	=	αδερφώνω
αδερφώθηκε	=	αδερφώνω
αδερφώθηκες	=	αδερφώνω
αδερφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδέρφωμα
αδερφώματος	noun	γενική ενικού του αδέρφωμα
αδερφών	noun	γενική πληθυντικού του αδερφός	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αδερφός
αδερφώναμε	=	αδερφώνω
αδερφώναν	=	αδερφώνω
αδερφώνανε	=	αδερφώνω
αδερφώνατε	=	αδερφώνω
αδερφώνει	=	αδερφώνω
αδερφώνεις	=	αδερφώνω
αδερφώνεσαι	=	αδερφώνω
αδερφώνεστε	=	αδερφώνω
αδερφώνεται	=	αδερφώνω
αδερφώνετε	=	αδερφώνω
αδερφώνομαι	=	αδερφώνω
αδερφώνομε	=	αδερφώνω
αδερφώνονται	=	αδερφώνω
αδερφώνονταν	=	αδερφώνω
αδερφώνοντας	=	αδερφώνω
αδερφώνουμε	=	αδερφώνω
αδερφώνουν	=	αδερφώνω
αδερφώνουνε	=	αδερφώνω
αδερφώνω	verb	αδελφώνω
αδερφώσαμε	=	αδερφώνω
αδερφώσαν	=	αδερφώνω
αδερφώσανε	=	αδερφώνω
αδερφώσατε	=	αδερφώνω
αδερφώσει	=	αδερφώνω
αδερφώσεις	=	αδερφώνω
αδερφώσετε	=	αδερφώνω
αδερφώσομε	=	αδερφώνω
αδερφώσου	=	αδερφώνω
αδερφώσουμε	=	αδερφώνω
αδερφώσουν	=	αδερφώνω
αδερφώσουνε	=	αδερφώνω
αδερφώστε	=	αδερφώνω
αδερφώσω	=	αδερφώνω
αδεσπότου	=	αδέσποτο
αδεσπότων	=	αδέσποτο
αδευτέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδευτέρωτος	adv	ανεπανάληπτα
αδευτέρωτε	adj	κλητική ενικού του αδευτέρωτος
αδευτέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδευτέρωτη
αδευτέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδευτέρωτος
αδευτέρωτης	adj	γενική ενικού του αδευτέρωτη
αδευτέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδευτέρωτος
αδευτέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδευτέρωτος
αδευτέρωτος	adj|literary	ανεπανάληπτος
αδευτέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδευτέρωτος
αδευτέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδευτέρωτος
αδευτέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδευτέρωτος
αδηλητηρίαστα	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστε	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστες	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστη	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστης	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστο	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστοι	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστος	adj	που δεν έχει δηλητηριαστεί, που δεν περιέχει δηλητήριο
αδηλητηρίαστου	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστους	=	αδηλητηρίαστος
αδηλητηρίαστων	=	αδηλητηρίαστος
αδημιούργητα	=	αδημιούργητος
αδημιούργητε	=	αδημιούργητος
αδημιούργητες	=	αδημιούργητος
αδημιούργητη	=	αδημιούργητος
αδημιούργητης	=	αδημιούργητος
αδημιούργητο	=	αδημιούργητος
αδημιούργητοι	=	αδημιούργητος
αδημιούργητος	adj	που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί
αδημιούργητου	=	αδημιούργητος
αδημιούργητους	=	αδημιούργητος
αδημιούργητων	=	αδημιούργητος
αδημονά	=	αδημονώ
αδημονάς	=	αδημονώ
αδημονάτε	=	αδημονώ
αδημονία	noun	η ανυπομονησία ή η ανησυχία που προκαλείται από αναμονή
αδημονίας	noun	γενική ενικού του αδημονία
αδημονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδημονία
αδημονεί	=	αδημονώ
αδημονείς	=	αδημονώ
αδημονείτε	=	αδημονώ
αδημονιών	noun	γενική πληθυντικού του αδημονία
αδημονούμε	=	αδημονώ
αδημονούν	=	αδημονώ
αδημονούνε	=	αδημονώ
αδημονούσα	=	αδημονώ
αδημονούσαμε	=	αδημονώ
αδημονούσαν	=	αδημονώ
αδημονούσανε	=	αδημονώ
αδημονούσατε	=	αδημονώ
αδημονούσε	=	αδημονώ
αδημονούσες	=	αδημονώ
αδημονώ	verb|formal	ανυπομονώ, περιμένω με αγωνία
αδημονώντας	=	αδημονώ
αδημοσίευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδημοσίευτο
αδημοσίευτε	adj	κλητική ενικού του αδημοσίευτος
αδημοσίευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδημοσίευτη
αδημοσίευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδημοσίευτος
αδημοσίευτης	adj	γενική ενικού του αδημοσίευτη
αδημοσίευτο	adj	αιτιατική ενικού του αδημοσίευτος
αδημοσίευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδημοσίευτος
αδημοσίευτος	adj	που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη
αδημοσίευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδημοσίευτος
αδημοσίευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδημοσίευτος
αδημοσίευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδημοσίευτος
αδημοσιοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδημοσιοποίητο
αδημοσιοποίητε	adj	κλητική ενικού του αδημοσιοποίητος
αδημοσιοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδημοσιοποίητη
αδημοσιοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδημοσιοποίητος
αδημοσιοποίητης	adj	γενική ενικού του αδημοσιοποίητη
αδημοσιοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αδημοσιοποίητος
αδημοσιοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδημοσιοποίητος
αδημοσιοποίητος	verb	που δεν έχει δημοσιοποιηθεί
αδημοσιοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδημοσιοποίητος
αδημοσιοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδημοσιοποίητος
αδημοσιοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδημοσιοποίητος
αδην	abbrev	η οργάνωση νεολαίας της ΔΗΑΝΑ
αδησκ	abbrev	παλαιότερη συνδικαλιστική παράταξη, προσκείμενη στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας
αδηφάγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδηφάγος	adv	με αδηφάγο τρόπο, με αδηφαγία
αδηφάγας	=	αδηφάγος
αδηφάγε	=	αδηφάγος
αδηφάγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδηφάγα
αδηφάγο	=	αδηφάγος
αδηφάγοι	=	αδηφάγος
αδηφάγος	adj	που καταβροχθίζει μεγάλη ποσότητα φαγητού
αδηφάγου	=	αδηφάγος
αδηφάγους	=	αδηφάγος
αδηφάγων	=	αδηφάγος
αδηφαγία	noun	η ιδιότητα του αδηφάγου
αδηφαγίας	noun	γενική ενικού του αδηφαγία
αδηφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδηφαγία
αδηφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αδηφαγία
αδιάβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάβαστο
αδιάβαστε	adj	κλητική ενικού του αδιάβαστος
αδιάβαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάβαστη
αδιάβαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάβαστος
αδιάβαστης	adj	γενική ενικού του αδιάβαστη
αδιάβαστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάβαστος
αδιάβαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάβαστος
αδιάβαστος	adj	που δεν έχει διαβάσει, δεν έχει μελετήσει κάτι
αδιάβαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάβαστος
αδιάβαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάβαστος
αδιάβαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάβαστος
αδιάβατα	=	αδιάβατος
αδιάβατε	=	αδιάβατος
αδιάβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάβατη
αδιάβατη	=	αδιάβατος
αδιάβατης	=	αδιάβατος
αδιάβατο	=	αδιάβατος
αδιάβατοι	=	αδιάβατος
αδιάβατος	adj	που είναι αδύνατον να τον διαβεί κανείς
αδιάβατου	=	αδιάβατος
αδιάβατους	=	αδιάβατος
αδιάβατων	=	αδιάβατος
αδιάβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάβλητο
αδιάβλητε	adj	κλητική ενικού του αδιάβλητος
αδιάβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάβλητη
αδιάβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάβλητος
αδιάβλητης	adj	γενική ενικού του αδιάβλητη
αδιάβλητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάβλητος
αδιάβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάβλητος
αδιάβλητος	adj	που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για καμιά παραβίαση της νόμιμης διαδικασίας
αδιάβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάβλητος
αδιάβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάβλητος
αδιάβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάβλητος
αδιάβροχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάβροχο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αδιάβροχο) του αδιάβροχος
αδιάβροχε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάβροχος
αδιάβροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αδιάβροχη) του αδιάβροχος
αδιάβροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάβροχος
αδιάβροχης	adj	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αδιάβροχη) του αδιάβροχος
αδιάβροχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάβροχος	noun	το ρούχο, το πανωφόρι το οποίο είναι αδιάβροχο, δεν το διαπερνά η βροχή
αδιάβροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάβροχος
αδιάβροχος	adj	που δεν τον διαπερνάει η βροχή, το νερό
αδιάβροχου	noun	γενική ενικού του αδιάβροχο
αδιάβροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάβροχος
αδιάβροχων	noun	γενική πληθυντικού του αδιάβροχο	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αδιάβροχος
αδιάβρωτα	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτε	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτες	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτη	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτης	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτο	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτοι	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτος	adj	που δεν έχει διαβρωθεί
αδιάβρωτου	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτους	=	αδιάβρωτος
αδιάβρωτων	=	αδιάβρωτος
αδιάγνωστα	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστε	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστες	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστη	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστης	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστο	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστοι	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστος	adj	που δεν έχει ή δεν μπορεί να διαγνωστεί
αδιάγνωστου	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστους	=	αδιάγνωστος
αδιάγνωστων	=	αδιάγνωστος
αδιάγραπτα	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτε	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτες	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτη	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτης	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτο	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτοι	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτος	adj|formal	που δεν έχει, ή δεν είναι δυνατό να, διαγραφεί
αδιάγραπτου	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτους	=	αδιάγραπτος
αδιάγραπτων	=	αδιάγραπτος
αδιάγραφτα	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτε	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτες	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτη	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτης	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτο	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτοι	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αδιάγραπτος
αδιάγραφτου	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτους	=	αδιάγραφτος
αδιάγραφτων	=	αδιάγραφτος
αδιάδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάδοτο
αδιάδοτε	adj	κλητική ενικού του αδιάδοτος
αδιάδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάδοτη
αδιάδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάδοτος
αδιάδοτης	adj	γενική ενικού του αδιάδοτη
αδιάδοτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάδοτος
αδιάδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάδοτος
αδιάδοτος	adj	που δεν έχει διαδοθεί ή δεν μπορεί να διαδοθεί
αδιάδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάδοτος
αδιάδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάδοτος
αδιάδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάδοτος
αδιάζευκτα	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτε	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτες	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτη	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτης	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτο	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτοι	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτος	adj	εκείνος για τον οποίο δεν έχει εκδοθεί διαζύγιο
αδιάζευκτου	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτους	=	αδιάζευκτος
αδιάζευκτων	=	αδιάζευκτος
αδιάθετα	=	αδιάθετος
αδιάθετε	=	αδιάθετος
αδιάθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάθετη
αδιάθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάθετος
αδιάθετης	=	αδιάθετος
αδιάθετο	=	αδιάθετος
αδιάθετοι	=	αδιάθετος
αδιάθετος	adj	που δεν έχει διατεθεί
αδιάθετου	=	αδιάθετος
αδιάθετους	=	αδιάθετος
αδιάθετων	=	αδιάθετος
αδιάκοπα	adv	χωρίς διακοπή, συνεχώς, διαρκώς
αδιάκοπε	adj	κλητική ενικού του αδιάκοπος
αδιάκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάκοπη
αδιάκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάκοπος
αδιάκοπης	adj	γενική ενικού του αδιάκοπη
αδιάκοπο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάκοπος
αδιάκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάκοπος
αδιάκοπος	adj	συνεχής, χωρίς διακοπή
αδιάκοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάκοπος
αδιάκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάκοπος
αδιάκοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάκοπος
αδιάκριτα	adv	με αδιάκριτο τρόπο
αδιάκριτε	=	αδιάκριτος
αδιάκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάκριτη
αδιάκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάκριτος
αδιάκριτης	=	αδιάκριτος
αδιάκριτο	=	αδιάκριτος
αδιάκριτοι	=	αδιάκριτος
αδιάκριτος	adj	που δεν διακρίνεται, δεν φαίνεται καλά
αδιάκριτου	=	αδιάκριτος
αδιάκριτους	=	αδιάκριτος
αδιάκριτων	=	αδιάκριτος
αδιάλειπτα	adv	συνεχώς, διαρκώς, αδιάκοπα, χωρίς διακοπή
αδιάλειπτε	adj	κλητική ενικού του αδιάλειπτος
αδιάλειπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάλλειπτη
αδιάλειπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάλειπτος
αδιάλειπτης	adj	γενική ενικού του αδιάλειπτη
αδιάλειπτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάλειπτος
αδιάλειπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάλειπτος
αδιάλειπτος	adj	χωρίς διάλειμμα, χωρίς διακοπή, συνεχής, αδιάκοπος
αδιάλειπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάλειπτος
αδιάλειπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάλειπτος
αδιάλειπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάλειπτος
αδιάλεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάλεχτο
αδιάλεχτε	adj	κλητική ενικού του αδιάλεχτος
αδιάλεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάλεχτη
αδιάλεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάλεχτος
αδιάλεχτης	adj	γενική ενικού του αδιάλεχτη
αδιάλεχτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάλεχτος
αδιάλεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάλεχτος
αδιάλεχτος	adj	που δεν τον έχουν διαλέξει
αδιάλεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάλεχτος
αδιάλεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάλεχτος
αδιάλεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάλεχτος
αδιάλλακτα	adv	χωρίς καμία πρόθεση υποχώρησης ή συμβιβασμού
αδιάλλακτε	adj	κλητική ενικού του αδιάλλακτος
αδιάλλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάλλακτη
αδιάλλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάλλακτος
αδιάλλακτης	adj	γενική ενικού του αδιάλλακτη
αδιάλλακτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάλλακτος
αδιάλλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάλλακτος
αδιάλλακτος	adj	που εμμένει στις θέσεις του, δεν κάνει καμιά υποχώρηση και δεν δέχεται κανένα συμβιβασμό
αδιάλλακτου	adj	γενική ενικού του αδιάλλακτος
αδιάλλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάλλακτος
αδιάλλακτων	adj	γενική πληθυντικού του αδιάλλακτος
αδιάλλαχτος	=	αδιάλλακτος
αδιάλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιάλυτος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να διαλυθεί (/διαλυθούν)
αδιάλυτε	=	αδιάλυτος
αδιάλυτες	=	αδιάλυτος
αδιάλυτη	=	αδιάλυτος
αδιάλυτης	=	αδιάλυτος
αδιάλυτο	=	αδιάλυτος
αδιάλυτοι	=	αδιάλυτος
αδιάλυτος	adj	που δεν μπορεί να διαλυθεί μέσα σε ένα άλλο, κυρίως υγρό, σώμα
αδιάλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αδιάλυτος
αδιάλυτους	=	αδιάλυτος
αδιάλυτων	=	αδιάλυτος
αδιάνθισα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάνθιστ
αδιάνθισε	adj	κλητική ενικού του αδιάνθιστα
αδιάνθισες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάνθιση
αδιάνθιση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάνθιστα
αδιάνθισης	adj	γενική ενικού του αδιάνθιση
αδιάνθισοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάνθιστα
αδιάνθισου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάνθιστα
αδιάνθισους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάνθιστα
αδιάνθιστ	adj	αιτιατική ενικού του αδιάνθιστα
αδιάνθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιάνθιστος	adv	χωρίς να έχει διανθιστεί
αδιάνθιστε	adj	κλητική ενικού του αδιάνθιστος
αδιάνθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάνθιστη
αδιάνθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάνθιστος
αδιάνθιστης	adj	γενική ενικού του αδιάνθιστη
αδιάνθιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάνθιστος
αδιάνθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάνθιστος
αδιάνθιστος	adj	που δεν έχει διανθιστεί
αδιάνθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάνθιστος
αδιάνθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάνθιστος
αδιάνθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάνθιστος
αδιάνθισων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάνθιστα
αδιάντροπα	=	αδιάντροπος
αδιάντροπε	=	αδιάντροπος
αδιάντροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάντροπη
αδιάντροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάντροπος
αδιάντροπης	=	αδιάντροπος
αδιάντροπο	=	αδιάντροπος
αδιάντροποι	=	αδιάντροπος
αδιάντροπος	adj	άτομο ή πράξη χωρίς ντροπή
αδιάντροπου	=	αδιάντροπος
αδιάντροπους	=	αδιάντροπος
αδιάντροπων	=	αδιάντροπος
αδιάνυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάνυτο
αδιάνυτε	adj	κλητική ενικού του αδιάνυτος
αδιάνυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάνυτη
αδιάνυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάνυτος
αδιάνυτης	adj	γενική ενικού του αδιάνυτη
αδιάνυτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάνυτος
αδιάνυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάνυτος
αδιάνυτος	adj	που δεν έχει διανυθεί
αδιάνυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάνυτος
αδιάνυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάνυτος
αδιάνυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάνυτος
αδιάπαυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάπαυστο
αδιάπαυστε	adj	κλητική ενικού του αδιάπαυστος
αδιάπαυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάπαυστη
αδιάπαυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάπαυστος
αδιάπαυστης	adj	γενική ενικού του αδιάπαυστη
αδιάπαυστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάπαυστος
αδιάπαυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάπαυστος
αδιάπαυστος	adj	που δεν παύει, που δεν σταματά
αδιάπαυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάπαυστος
αδιάπαυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάπαυστος
αδιάπαυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάπαυστος
αδιάπλαστα	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστε	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάπλαστη
αδιάπλαστη	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστης	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστο	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστοι	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστος	adj	που δεν έχει ακόμη διαπλασθεί, αδιαμόρφωτος
αδιάπλαστου	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστους	=	αδιάπλαστος
αδιάπλαστων	=	αδιάπλαστος
αδιάπλευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάπλευστο
αδιάπλευστε	adj	κλητική ενικού του αδιάπλευστος
αδιάπλευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάπλευστη
αδιάπλευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάπλευστος
αδιάπλευστης	adj	γενική ενικού του αδιάπλευστη
αδιάπλευστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάπλευστος
αδιάπλευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάπλευστος
αδιάπλευστος	adj	που δεν είναι δυνατόν να τον διαπλεύσουν
αδιάπλευστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάπλευστος
αδιάπλευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάπλευστος
αδιάπλευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάπλευστος
αδιάπτωτα	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτε	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτες	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτη	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτης	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτο	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτοι	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτος	adj	που δεν παρουσιάζει διακυμάνσεις ή διαπτώσεις στην έντασή του ή διακοπές
αδιάπτωτου	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτους	=	αδιάπτωτος
αδιάπτωτων	=	αδιάπτωτος
αδιάρθρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάρθρωτο
αδιάρθρωτε	adj	κλητική ενικού του αδιάρθρωτος
αδιάρθρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάρθρωτη
αδιάρθρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάρθρωτος
αδιάρθρωτης	adj	γενική ενικού του αδιάρθρωτη
αδιάρθρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάρθρωτος
αδιάρθρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάρθρωτος
αδιάρθρωτος	adj	που δεν έχει διαρθρωθεί
αδιάρθρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάρθρωτος
αδιάρθρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάρθρωτος
αδιάρθρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάρθρωτος
αδιάρμιστα	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστε	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστες	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστη	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστης	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστο	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστοι	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστος	adj	ακατάστατος, ατακτοποίητος
αδιάρμιστου	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστους	=	αδιάρμιστος
αδιάρμιστων	=	αδιάρμιστος
αδιάρρηκτα	adv	κατά τρόπο αδιάρρηκτο
αδιάρρηκτε	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτες	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτη	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτης	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτο	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτοι	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον διαρρήξει
αδιάρρηκτου	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτους	=	αδιάρρηκτος
αδιάρρηκτων	=	αδιάρρηκτος
αδιάσειστα	adv	με τρόπο ακλόνητο, ατράνταχτο, ακράδαντο, αναμφισβήτητο
αδιάσειστε	=	αδιάσειστος
αδιάσειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάσειστη
αδιάσειστη	=	αδιάσειστος
αδιάσειστης	=	αδιάσειστος
αδιάσειστο	=	αδιάσειστος
αδιάσειστοι	=	αδιάσειστος
αδιάσειστος	adj	που κανείς δεν μπορεί να τον κλονίσει, να τον αμφισβητήσει
αδιάσειστου	=	αδιάσειστος
αδιάσειστους	=	αδιάσειστος
αδιάσειστων	=	αδιάσειστος
αδιάσπαστα	adv	με αδιάσπαστο τρόπο
αδιάσπαστε	=	αδιάσπαστος
αδιάσπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάσπαστη
αδιάσπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάσπαστος
αδιάσπαστης	=	αδιάσπαστος
αδιάσπαστο	=	αδιάσπαστος
αδιάσπαστοι	=	αδιάσπαστος
αδιάσπαστος	adj	αυτός που δεν μπορεί να διασπασθεί ή διαιρεθεί
αδιάσπαστου	=	αδιάσπαστος
αδιάσπαστους	=	αδιάσπαστος
αδιάσπαστων	=	αδιάσπαστος
αδιάσταλτα	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτε	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτες	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτη	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτης	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτο	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτοι	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτος	adj	που δεν έχει διασταλεί ή που δεν μπορεί να διασταλεί
αδιάσταλτου	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτους	=	αδιάσταλτος
αδιάσταλτων	=	αδιάσταλτος
αδιάστατα	=	αδιάστατος
αδιάστατε	=	αδιάστατος
αδιάστατες	=	αδιάστατος
αδιάστατη	=	αδιάστατος
αδιάστατης	=	αδιάστατος
αδιάστατο	=	αδιάστατος
αδιάστατοι	=	αδιάστατος
αδιάστατος	adj	που δεν έχει διαστάσεις, που δεν τον χαρακτηρίζουν διαστάσεις
αδιάστατου	=	αδιάστατος
αδιάστατους	=	αδιάστατος
αδιάστατων	=	αδιάστατος
αδιάστικτα	=	αδιάστικτος
αδιάστικτε	=	αδιάστικτος
αδιάστικτες	=	αδιάστικτος
αδιάστικτη	=	αδιάστικτος
αδιάστικτης	=	αδιάστικτος
αδιάστικτο	=	αδιάστικτος
αδιάστικτοι	=	αδιάστικτος
αδιάστικτος	adj|archaic	που δεν έχει ή δεν εμφανίζει στίγματα
αδιάστικτου	=	αδιάστικτος
αδιάστικτους	=	αδιάστικτος
αδιάστικτων	=	αδιάστικτος
αδιάτρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάτρητο
αδιάτρητε	adj	κλητική ενικού του αδιάτρητος
αδιάτρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάτρητη
αδιάτρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάτρητος
αδιάτρητης	adj	γενική ενικού του αδιάτρητη
αδιάτρητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάτρητος
αδιάτρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάτρητος
αδιάτρητος	adj	που δεν είναι δυνατόν να τον τρυπήσει κάτι, να τον διαπεράσει
αδιάτρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάτρητος
αδιάτρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάτρητος
αδιάτρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάτρητος
αδιάφευκτo	=	αδιάφευκτος
αδιάφευκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάφευκτο
αδιάφευκτε	adj	κλητική ενικού του αδιάφευκτος
αδιάφευκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάφευκτη
αδιάφευκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάφευκτος
αδιάφευκτης	adj	γενική ενικού του αδιάφευκτη
αδιάφευκτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάφευκτος
αδιάφευκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάφευκτος
αδιάφευκτος	adj	συνώνυμο του αναπόφευκτος, που δεν έχει διαφυγή
αδιάφευκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάφευκτος
αδιάφευκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάφευκτος
αδιάφευκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάφευκτος
αδιάφθορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάφθορο	adv	κατά τρόπο αδιάφθορο
αδιάφθορε	adj	κλητική ενικού του αδιάφθορος
αδιάφθορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάφθορη
αδιάφθορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάφθορος
αδιάφθορης	adj	γενική ενικού του αδιάφθορη
αδιάφθορο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάφθορος
αδιάφθοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάφθορος
αδιάφθορος	noun	προσωνυμία του Ροβεσπιέρου	adj	που δεν έχει διαφθαρεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διαφθείρει ηθικά
αδιάφθορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιάφθορος
αδιάφθορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάφθορος
αδιάφθορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιάφθορος
αδιάφορα	adv	χωρίς την εκδήλωση ενδιαφέροντος
αδιάφορε	adj	κλητική ενικού του αδιάφορος
αδιάφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάφορη
αδιάφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάφορος
αδιάφορης	adj	γενική ενικού του αδιάφορη
αδιάφορο	adj	αιτιατική ενικού του αδιάφορος
αδιάφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιάφορος
αδιάφορος	adj	που δε δείχνει ενδιαφέρον για κάτι
αδιάφορου	adj	γενική ενικού του αδιάφορος
αδιάφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιάφορος
αδιάφορων	adj	γενική πληθυντικού του αδιάφορος
αδιάψευστα	adv	χωρίς κανείς να μπορεί να το διαψεύσει
αδιάψευστε	=	αδιάψευστος
αδιάψευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιάψευστη
αδιάψευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιάψευστος
αδιάψευστης	=	αδιάψευστος
αδιάψευστο	=	αδιάψευστος
αδιάψευστοι	=	αδιάψευστος
αδιάψευστος	adj	που λέει αποδεδειγμένα την αλήθεια και δεν μπορεί κανείς να τον διαψεύσει
αδιάψευστου	=	αδιάψευστος
αδιάψευστους	=	αδιάψευστος
αδιάψευστων	=	αδιάψευστος
αδιέγερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιέγερτο
αδιέγερτε	adj	κλητική ενικού του αδιέγερτος
αδιέγερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιέγερτη
αδιέγερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιέγερτος
αδιέγερτης	adj	γενική ενικού του αδιέγερτη
αδιέγερτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιέγερτος
αδιέγερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιέγερτος
αδιέγερτος	adj	που δεν διεγείρεται ή δεν μπορεί να διεγερθεί
αδιέγερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιέγερτος
αδιέγερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιέγερτος
αδιέγερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιέγερτος
αδιέξοδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιέξοδο
αδιέξοδε	=	αδιέξοδος
αδιέξοδες	=	αδιέξοδος
αδιέξοδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιέξοδος
αδιέξοδης	=	αδιέξοδος
αδιέξοδο	noun	τυφλός δρόμος που δεν έχει διέξοδο προς κάποιον άλλον
αδιέξοδοι	=	αδιέξοδος
αδιέξοδος	adj	που δεν έχει διέξοδο, που δεν οδηγεί πουθενά
αδιέξοδου	=	αδιέξοδος
αδιέξοδους	=	αδιέξοδος
αδιέξοδων	=	αδιέξοδος
αδιήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιήγητο
αδιήγητε	adj	κλητική ενικού του αδιήγητος
αδιήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιήγητη
αδιήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιήγητος
αδιήγητης	adj	γενική ενικού του αδιήγητη
αδιήγητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιήγητος
αδιήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιήγητος
αδιήγητος	adj	που δεν τον έχουν διηγηθεί
αδιήγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιήγητος
αδιήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιήγητος
αδιήγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιήγητος
αδιήθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιήθητο
αδιήθητε	adj	κλητική ενικού του αδιήθητος
αδιήθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιήθητη
αδιήθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιήθητος
αδιήθητης	adj	γενική ενικού του αδιήθητη
αδιήθητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιήθητος
αδιήθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιήθητος
αδιήθητος	adj	που δεν έχει υποστεί διήθηση
αδιήθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιήθητος
αδιήθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιήθητος
αδιήθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιήθητος
αδιαίρετα	adv	κατά τρόπο αδιαίρετο
αδιαίρετε	=	αδιαίρετος
αδιαίρετες	=	αδιαίρετος
αδιαίρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαίρετος
αδιαίρετης	=	αδιαίρετος
αδιαίρετο	=	αδιαίρετος
αδιαίρετοι	=	αδιαίρετος
αδιαίρετος	adj	που δεν έχει διαιρεθεί ή δεν μπορεί να διαιρεθεί
αδιαίρετου	=	αδιαίρετος
αδιαίρετους	=	αδιαίρετος
αδιαίρετων	=	αδιαίρετος
αδιαβάθμητα	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητε	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητες	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητη	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητης	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητο	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητοι	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητος	adj	που δεν είναι διαβαθμισμένος, που δεν είναι χαρακτηρισμένος σαν απόρρητος ή εμπιστευτικός και άρα μπορεί να κοινοποιηθεί
αδιαβάθμητου	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητους	=	αδιαβάθμητος
αδιαβάθμητων	=	αδιαβάθμητος
αδιαβίβαστα	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστε	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστες	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστη	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστης	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστο	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστοι	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστος	adj	που δεν έχει διαβιβαστεί
αδιαβίβαστου	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστους	=	αδιαβίβαστος
αδιαβίβαστων	=	αδιαβίβαστος
αδιαβατικά	adv	με αδιαβατικό τρόπο
αδιαβατικέ	adj	κλητική ενικού του αδιαβατικός
αδιαβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαβατική
αδιαβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαβατικός
αδιαβατικής	adj	γενική ενικού του αδιαβατική
αδιαβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαβατικός
αδιαβατικού	adj	γενική ενικού του αδιαβατικός
αδιαβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαβατικός
αδιαβατικό	adj	αιτιατική ενικού του αδιαβατικός
αδιαβατικός	adj	λέγεται για μεταβολές αερίων (συμπίεση, εκτόνωση) που συμβαίνουν χωρίς ανταλλαγή θερμότητας με το περιβάλλον
αδιαβατικών	adj	γενική πληθυντικού του αδιαβατικός
αδιαβλήτου	=	αδιάβλητο
αδιαβροχία	noun|formal	το να είναι κάτι αδιάβροχο, η ιδιότητα του αδιάβροχου
αδιαβροχίας	=	αδιαβροχία
αδιαβροχίες	=	αδιαβροχία
αδιαβροχιών	=	αδιαβροχία
αδιαβροχοποίησα	=	αδιαβροχοποιώ
αδιαβροχοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδιαβροχοποιώ
αδιαβροχοποίησης	noun	γενική ενικού του αδιαβροχοποίηση
αδιαβροχοποιήθηκα	=	αδιαβροχοποιώ
αδιαβροχοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαβροχοποίηση
αδιαβροχοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αδιαβροχοποίηση
αδιαβροχοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αδιαβροχοποίηση
αδιαβροχοποιημένος	=	αδιαβροχοποιώ
αδιαβροχοποιούμαι	=	αδιαβροχοποιώ
αδιαβροχοποιώ	verb	κάνω κάτι αδιαπέραστο από το νερό (αδιάβροχο)
αδιαγούμητα	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητε	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητες	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητη	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητης	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητο	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητοι	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητος	adj	άλλη μορφή του αδιαγούμιστος του διαγουμίζω
αδιαγούμητου	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητους	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμητων	=	αδιαγούμητος
αδιαγούμιστα	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστε	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστες	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστη	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστης	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστο	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστοι	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστος	adj	που δεν τον έχει διαγουμίσει, λεηλατήσει κανένας
αδιαγούμιστου	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστους	=	αδιαγούμιστος
αδιαγούμιστων	=	αδιαγούμιστος
αδιαθέτει	=	αδιαθετώ
αδιαθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθεσία	noun	ελαφριά ασθένεια μικρής διάρκειας
αδιαθεσίας	noun	γενική ενικού του αδιαθεσία
αδιαθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαθεσία
αδιαθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του αδιαθεσία
αδιαθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσαν	=	αδιαθετώ
αδιαθετήσανε	=	αδιαθετώ
αδιαθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαθετώ
αδιαθετεί	=	αδιαθετώ
αδιαθετείς	=	αδιαθετώ
αδιαθετείτε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούμε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούν	=	αδιαθετώ
αδιαθετούνε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσα	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσαμε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσαν	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσανε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσατε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσε	=	αδιαθετώ
αδιαθετούσες	=	αδιαθετώ
αδιαθετώ	verb	αρρωσταίνω ελαφρά
αδιαθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αδιαθετώ
αδιαιρέτου	=	αδιαίρετος
αδιαιρέτων	=	αδιαίρετος
αδιακήρυκτα	adv	με αδιακήρυκτο τρόπο, χωρίς διακήρυξη
αδιακήρυκτε	adj	κλητική ενικού του αδιακήρυκτος
αδιακήρυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακήρυκτη
αδιακήρυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιακήρυκτος
αδιακήρυκτης	adj	γενική ενικού του αδιακήρυκτη
αδιακήρυκτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιακήρυκτος
αδιακήρυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιακήρυκτος
αδιακήρυκτος	adj	που δεν έχει διακηρυχτεί
αδιακήρυκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιακήρυκτος
αδιακήρυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιακήρυκτος
αδιακήρυκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιακήρυκτος
αδιακίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακίνητο
αδιακίνητε	adj	κλητική ενικού του αδιακίνητος
αδιακίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακίνητη
αδιακίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιακίνητος
αδιακίνητης	adj	γενική ενικού του αδιακίνητη
αδιακίνητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιακίνητος
αδιακίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιακίνητος
αδιακίνητος	adj	που δεν έχει διακινηθεί ή δεν μπορεί να διακινηθεί
αδιακίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιακίνητος
αδιακίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιακίνητος
αδιακίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιακίνητος
αδιακανόνιστα	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστε	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστες	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστη	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστης	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστο	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστοι	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστος	adj	που δεν έχει ακόμα διακανονιστεί
αδιακανόνιστου	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστους	=	αδιακανόνιστος
αδιακανόνιστων	=	αδιακανόνιστος
αδιακλάδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακλάδωτο
αδιακλάδωτε	adj	κλητική ενικού του αδιακλάδωτος
αδιακλάδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακλάδωτη
αδιακλάδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιακλάδωτος
αδιακλάδωτης	adj	γενική ενικού του αδιακλάδωτη
αδιακλάδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιακλάδωτος
αδιακλάδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιακλάδωτος
αδιακλάδωτος	adj	που δεν έχει διακλαδώσεις ή δεν έχει διακλαδωθεί
αδιακλάδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιακλάδωτος
αδιακλάδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιακλάδωτος
αδιακλάδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιακλάδωτος
αδιακρίβωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιακρίβωτος	adv	με αδιακρίβωτο τρόπο
αδιακρίβωτε	adj	κλητική ενικού του αδιακρίβωτος
αδιακρίβωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακρίβωτη
αδιακρίβωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιακρίβωτος
αδιακρίβωτης	adj	γενική ενικού του αδιακρίβωτη
αδιακρίβωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιακρίβωτος
αδιακρίβωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιακρίβωτος
αδιακρίβωτος	adj	που δεν έχει διακριβωθεί
αδιακρίβωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιακρίβωτος
αδιακρίβωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιακρίβωτος
αδιακρίβωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιακρίβωτος
αδιακρίτως	adv	χωρίς διάκριση, χωρίς να γίνεται επιλογή
αδιακρισία	noun	η ιδιότητα του αδιάκριτου, η έλλειψη διακριτικότητας
αδιακρισίας	noun	γενική ενικού του αδιακρισία
αδιακρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακρισία
αδιακρισιών	noun	γενική πληθυντικού του αδιακρισία
αδιακυβέρνητα	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητε	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητες	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητη	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητης	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητο	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητοι	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητος	adj|formal	που δεν είναι δυνατόν να διακυβερνηθεί
αδιακυβέρνητου	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητους	=	αδιακυβέρνητος
αδιακυβέρνητων	=	αδιακυβέρνητος
αδιακόρευτα	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτε	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτες	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτη	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτης	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτο	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτοι	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτος	adj	που δεν έχει διακορευτεί
αδιακόρευτου	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτους	=	αδιακόρευτος
αδιακόρευτων	=	αδιακόρευτος
αδιακόσμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακόσμητο
αδιακόσμητε	adj	κλητική ενικού του αδιακόσμητος
αδιακόσμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακόσμητη
αδιακόσμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιακόσμητος
αδιακόσμητης	adj	γενική ενικού του αδιακόσμητη
αδιακόσμητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιακόσμητος
αδιακόσμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιακόσμητος
αδιακόσμητος	adj	που δεν έχει διακοσμηθεί, που δεν έχει διακόσμηση
αδιακόσμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιακόσμητος
αδιακόσμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιακόσμητος
αδιακόσμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιακόσμητος
αδιακώλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακώλυτο
αδιακώλυτε	adj	κλητική ενικού του αδιακώλυτος
αδιακώλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιακώλυτη
αδιακώλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιακώλυτος
αδιακώλυτης	adj	γενική ενικού του αδιακώλυτη
αδιακώλυτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιακώλυτος
αδιακώλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιακώλυτος
αδιακώλυτος	adj|archaic	απαρεμπόδιστος
αδιακώλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιακώλυτος
αδιακώλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιακώλυτος
αδιακώλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιακώλυτος
αδιαλείπτως	adv|formal	αδιάλειπτα
αδιαλεύκαντα	adv	χωρίς να μπορούμε να το ξεδιαλύνουμε, να το διαλευκάνουμε
αδιαλεύκαντε	adj	κλητική ενικού του αδιαλεύκαντος
αδιαλεύκαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαλεύκαντη
αδιαλεύκαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαλεύκαντος
αδιαλεύκαντης	adj	γενική ενικού του αδιαλεύκαντη
αδιαλεύκαντο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαλεύκαντος
αδιαλεύκαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαλεύκαντος
αδιαλεύκαντος	adj	που δεν τον έχουν διαλευκάνει
αδιαλεύκαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαλεύκαντος
αδιαλεύκαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαλεύκαντος
αδιαλεύκαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαλεύκαντος
αδιαλλαξία	noun	η στάση του αδιάλλακτου, η εμμονή κάποιου στις θέσεις του, η άρνηση για οποιοδήποτε συμβιβασμό
αδιαλλαξίας	noun	γενική ενικού του αδιαλλαξία
αδιαλλαξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαλλαξία
αδιαλλαξιών	noun	γενική πληθυντικού του αδιαλλαξία
αδιαλυτοτήτων	=	αδιαλυτότητα
αδιαλυτότητα	noun	το να είναι κάτι αδιάλυτο, η ιδιότητα του αδιάλυτου
αδιαλυτότητας	=	αδιαλυτότητα
αδιαλυτότητες	=	αδιαλυτότητα
αδιαλόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαλόγητο
αδιαλόγητε	adj	κλητική ενικού του αδιαλόγητος
αδιαλόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαλόγητη
αδιαλόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαλόγητος
αδιαλόγητης	adj	γενική ενικού του αδιαλόγητη
αδιαλόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαλόγητος
αδιαλόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαλόγητος
αδιαλόγητος	adj	που δεν έχει περάσει από τη διαδικασία της διαλογής
αδιαλόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαλόγητος
αδιαλόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαλόγητος
αδιαλόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαλόγητος
αδιαλόγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαλόγιστο
αδιαλόγιστε	adj	κλητική ενικού του αδιαλόγιστος
αδιαλόγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαλόγιστη
αδιαλόγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαλόγιστος
αδιαλόγιστης	adj	γενική ενικού του αδιαλόγιστη
αδιαλόγιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαλόγιστος
αδιαλόγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαλόγιστος
αδιαλόγιστος	adj	ασυλλόγιστος, απερίσκεπτος
αδιαλόγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαλόγιστος
αδιαλόγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαλόγιστος
αδιαλόγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαλόγιστος
αδιαμέλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαμέλιστο
αδιαμέλιστε	adj	κλητική ενικού του αδιαμέλιστος
αδιαμέλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαμέλιστη
αδιαμέλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαμέλιστος
αδιαμέλιστης	adj	γενική ενικού του αδιαμέλιστη
αδιαμέλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαμέλιστος
αδιαμέλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαμέλιστος
αδιαμέλιστος	adj	που δεν τον έχουν διαμελίσει
αδιαμέλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαμέλιστος
αδιαμέλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαμέλιστος
αδιαμέλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαμέλιστος
αδιαμέριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαμέριστο
αδιαμέριστε	adj	κλητική ενικού του αδιαμέριστος
αδιαμέριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαμέριστη
αδιαμέριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαμέριστος
αδιαμέριστης	adj	γενική ενικού του αδιαμέριστη
αδιαμέριστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαμέριστος
αδιαμέριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαμέριστος
αδιαμέριστος	adj	που δεν έχει διαμεριστεί
αδιαμέριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαμέριστος
αδιαμέριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαμέριστος
αδιαμέριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαμέριστος
αδιαμαρτύρητα	adv	με αδιαμαρτύρητο τρόπο, χωρίς διαμαρτυρίες
αδιαμαρτύρητε	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητες	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητης	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητο	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητοι	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητος	adj	αυτός που δεν διατυπώνει ή δεν εκφράζει διαμαρτυρία ή παράπονο
αδιαμαρτύρητου	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητους	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμαρτύρητων	=	αδιαμαρτύρητος
αδιαμεσολάβητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιαμεσολάβητος	adv	με αδιαμεσολάβητο τρόπο
αδιαμεσολάβητε	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητες	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητη	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητης	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητο	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητοι	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητος	adj	που γίνεται χωρίς διαμεσολάβηση
αδιαμεσολάβητου	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητους	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμεσολάβητων	=	αδιαμεσολάβητος
αδιαμοίραστα	adv	χωρίς να έχει γίνει μοιρασιά
αδιαμοίραστε	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστες	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστη	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστης	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστο	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστοι	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστος	adj	που δεν έχει διαμοιραστεί
αδιαμοίραστου	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστους	=	αδιαμοίραστος
αδιαμοίραστων	=	αδιαμοίραστος
αδιαμφισβήτητα	adv	χωρίς αμφισβήτηση, με τρόπο αδιαμφισβήτητο, αναμφίβολα, αναμφισβήτητα
αδιαμφισβήτητε	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητες	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητης	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητο	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητοι	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητος	adj	που δεν αμφισβητείται, που δεν είναι δυνατόν να διαμφισβητηθεί, που είναι αποδεκτός από όλους
αδιαμφισβήτητου	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητους	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμφισβήτητων	=	αδιαμφισβήτητος
αδιαμόρφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιαμόρφωτος	adv	με αδιαμόρφωτο τρόπο
αδιαμόρφωτε	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτες	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτη	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτης	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτο	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτοι	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτος	adj	που δεν έχει διαμορφωθεί, που δεν έχει λάβει ακόμα ένα σχήμα ή μια ορισμένη μορφή
αδιαμόρφωτου	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτους	=	αδιαμόρφωτος
αδιαμόρφωτων	=	αδιαμόρφωτος
αδιανέμητα	=	αδιανέμητος
αδιανέμητε	=	αδιανέμητος
αδιανέμητες	=	αδιανέμητος
αδιανέμητη	=	αδιανέμητος
αδιανέμητης	=	αδιανέμητος
αδιανέμητο	=	αδιανέμητος
αδιανέμητοι	=	αδιανέμητος
αδιανέμητος	adj	που δεν έχει διανεμηθεί
αδιανέμητου	=	αδιανέμητος
αδιανέμητους	=	αδιανέμητος
αδιανέμητων	=	αδιανέμητος
αδιανέμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιανέμιστο
αδιανέμιστε	adj	κλητική ενικού του αδιανέμιστος
αδιανέμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιανέμιστη
αδιανέμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιανέμιστος
αδιανέμιστης	adj	γενική ενικού του αδιανέμιστη
αδιανέμιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιανέμιστος
αδιανέμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιανέμιστος
αδιανέμιστος	adj|dated	που δεν τον έχουν διανεμίσει
αδιανέμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιανέμιστος
αδιανέμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιανέμιστος
αδιανέμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιανέμιστος
αδιαντροπιά	noun	η ιδιότητα του αδιάντροπου
αδιαντροπιάς	noun	γενική ενικού του αδιαντροπιά
αδιαντροπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαντροπιά
αδιαντροπιών	=	αδιαντροπιά
αδιανόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιανόητο
αδιανόητε	adj	κλητική ενικού του αδιανόητος
αδιανόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιανόητη
αδιανόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιανόητος
αδιανόητης	adj	γενική ενικού του αδιανόητη
αδιανόητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιανόητος
αδιανόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιανόητος
αδιανόητος	adj	που είναι τόσο παράλογος, εξωφρενικός και απαράδεκτος ώστε δεν μπορούμε καν να το σκεφτούμε, δεν τον χωράει το μυαλό μας
αδιανόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιανόητος
αδιανόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιανόητος
αδιανόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιανόητος
αδιαπέραστα	adv	χωρίς να μπορεί να διαπεραστεί
αδιαπέραστε	adj	κλητική ενικού του αδιαπέραστος
αδιαπέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπέραστη
αδιαπέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαπέραστος
αδιαπέραστης	adj	γενική ενικού του αδιαπέραστη
αδιαπέραστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαπέραστος
αδιαπέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαπέραστος
αδιαπέραστος	adj	που δεν μπορείς να τον διασχίσεις ή να τον διατρήσεις
αδιαπέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαπέραστος
αδιαπέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαπέραστος
αδιαπέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαπέραστος
αδιαπέρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπέρατο
αδιαπέρατε	adj	κλητική ενικού του αδιαπέρατος
αδιαπέρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπέρατη
αδιαπέρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαπέρατος
αδιαπέρατης	adj	γενική ενικού του αδιαπέρατη
αδιαπέρατο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαπέρατος
αδιαπέρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαπέρατος
αδιαπέρατος	adj	άλλη μορφή του αδιαπέραστος
αδιαπέρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαπέρατος
αδιαπέρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαπέρατος
αδιαπέρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαπέρατος
αδιαπίστωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπίστωτο
αδιαπίστωτε	adj	κλητική ενικού του αδιαπίστωτος
αδιαπίστωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπίστωτη
αδιαπίστωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαπίστωτος
αδιαπίστωτης	adj	γενική ενικού του αδιαπίστωτη
αδιαπίστωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαπίστωτος
αδιαπίστωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαπίστωτος
αδιαπίστωτος	adj	που δεν έχει διαπιστωθεί
αδιαπίστωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαπίστωτος
αδιαπίστωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαπίστωτος
αδιαπίστωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαπίστωτος
αδιαπαιδαγώγητα	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητε	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητες	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητη	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητης	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητο	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητοι	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητος	adj	που δεν έχει διαπαιδαγωγηθεί σωστά
αδιαπαιδαγώγητου	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητους	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαιδαγώγητων	=	αδιαπαιδαγώγητος
αδιαπαύστως	adv|archaic	με αδιάπαυστο τρόπο
αδιαπραγμάτευτα	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτε	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτες	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτη	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτης	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτο	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτοι	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτος	adj	που δεν αναλύθηκε ή δεν έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης
αδιαπραγμάτευτου	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτους	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπραγμάτευτων	=	αδιαπραγμάτευτος
αδιαπότιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπότιστο
αδιαπότιστε	adj	κλητική ενικού του αδιαπότιστος
αδιαπότιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαπότιστη
αδιαπότιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαπότιστος
αδιαπότιστης	adj	γενική ενικού του αδιαπότιστη
αδιαπότιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαπότιστος
αδιαπότιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαπότιστος
αδιαπότιστος	adj	που δεν έχει διαποτιστεί
αδιαπότιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαπότιστος
αδιαπότιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαπότιστος
αδιαπότιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαπότιστος
αδιαρρήκτως	adv	αδιάρρηκτα
αδιαρρύθμιστα	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστε	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστες	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστη	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστης	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστο	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστοι	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστος	adj	που δεν έχει διαρρυθμιστεί
αδιαρρύθμιστου	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστους	=	αδιαρρύθμιστος
αδιαρρύθμιστων	=	αδιαρρύθμιστος
αδιασάλευτα	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτε	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτες	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασάλευτος
αδιασάλευτης	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτο	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτοι	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτος	adj	που δεν έχει διασαλευτεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διασαλεύσει, να τον ταρακουνήσει ή να τον μεταβάλλει
αδιασάλευτου	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτους	=	αδιασάλευτος
αδιασάλευτων	=	αδιασάλευτος
αδιασάφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιασάφητος	adv	με αδιασάφητο τρόπο
αδιασάφητε	adj	κλητική ενικού του αδιασάφητος
αδιασάφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασάφητη
αδιασάφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασάφητος
αδιασάφητης	adj	γενική ενικού του αδιασάφητη
αδιασάφητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιασάφητος
αδιασάφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιασάφητος
αδιασάφητος	adj	άλλη μορφή του αδιασαφήνιστος
αδιασάφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιασάφητος
αδιασάφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιασάφητος
αδιασάφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιασάφητος
αδιασαφήνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιασαφήνιστος	adv	με αδιασαφήνιστο τρόπο, χωρίς διασαφήνιση
αδιασαφήνιστε	adj	κλητική ενικού του αδιασαφήνιστος
αδιασαφήνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασαφήνιστη
αδιασαφήνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασαφήνιστος
αδιασαφήνιστης	adj	γενική ενικού του αδιασαφήνιστη
αδιασαφήνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιασαφήνιστος
αδιασαφήνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιασαφήνιστος
αδιασαφήνιστος	adj	που δεν έχει διασαφηνιστεί
αδιασαφήνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιασαφήνιστος
αδιασαφήνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιασαφήνιστος
αδιασαφήνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιασαφήνιστος
αδιασκέδαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασκέδαστο
αδιασκέδαστε	adj	κλητική ενικού του αδιασκέδαστος
αδιασκέδαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασκέδαστη
αδιασκέδαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασκέδαστος
αδιασκέδαστης	adj	γενική ενικού του αδιασκέδαστη
αδιασκέδαστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιασκέδαστος
αδιασκέδαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιασκέδαστος
αδιασκέδαστος	adj	που ζει ή ζούσε χωρίς διασκεδάσεις
αδιασκέδαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιασκέδαστος
αδιασκέδαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιασκέδαστος
αδιασκέδαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιασκέδαστος
αδιασκεύαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασκεύαστο
αδιασκεύαστε	adj	κλητική ενικού του αδιασκεύαστος
αδιασκεύαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασκεύαστη
αδιασκεύαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασκεύαστος
αδιασκεύαστης	adj	γενική ενικού του αδιασκεύαστη
αδιασκεύαστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιασκεύαστος
αδιασκεύαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιασκεύαστος
αδιασκεύαστος	adj	που δεν έχει διασκευαστεί ή δεν μπορεί να διασκευαστεί
αδιασκεύαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιασκεύαστος
αδιασκεύαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιασκεύαστος
αδιασκεύαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιασκεύαστος
αδιασκόρπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασκόρπιστο
αδιασκόρπιστε	adj	κλητική ενικού του αδιασκόρπιστος
αδιασκόρπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασκόρπιστη
αδιασκόρπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασκόρπιστος
αδιασκόρπιστης	adj	γενική ενικού του αδιασκόρπιστη
αδιασκόρπιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιασκόρπιστος
αδιασκόρπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιασκόρπιστος
αδιασκόρπιστος	adj	που δεν έχει διασκορπιστεί
αδιασκόρπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιασκόρπιστος
αδιασκόρπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιασκόρπιστος
αδιασκόρπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιασκόρπιστος
αδιασπάθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασπάθιστο
αδιασπάθιστε	adj	κλητική ενικού του αδιασπάθιστος
αδιασπάθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιασπάθιστη
αδιασπάθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιασπάθιστος
αδιασπάθιστης	adj	γενική ενικού του αδιασπάθιστη
αδιασπάθιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιασπάθιστος
αδιασπάθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιασπάθιστος
αδιασπάθιστος	adj	που δεν έχει διασπαθιστεί
αδιασπάθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιασπάθιστος
αδιασπάθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιασπάθιστος
αδιασπάθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιασπάθιστος
αδιασταύρωτα	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτε	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτες	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτη	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτης	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτο	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτοι	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτος	adj	που δε διασταυρώνεται
αδιασταύρωτου	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτους	=	αδιασταύρωτος
αδιασταύρωτων	=	αδιασταύρωτος
αδιαστρέβλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαστρέβλωτο
αδιαστρέβλωτε	adj	κλητική ενικού του αδιαστρέβλωτος
αδιαστρέβλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαστρέβλωτη
αδιαστρέβλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαστρέβλωτος
αδιαστρέβλωτης	adj	γενική ενικού του αδιαστρέβλωτη
αδιαστρέβλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαστρέβλωτος
αδιαστρέβλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαστρέβλωτος
αδιαστρέβλωτος	adj	που δεν έχει διαστρεβλωθεί ή δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί
αδιαστρέβλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαστρέβλωτος
αδιαστρέβλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαστρέβλωτος
αδιαστρέβλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαστρέβλωτος
αδιατάρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατάρακτο	adv	χωρίς κανείς να ταράξει κάτι, χωρίς διακοπές
αδιατάρακτε	adj	κλητική ενικού του αδιατάρακτος
αδιατάρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατάρακτη
αδιατάρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιατάρακτος
αδιατάρακτης	adj	γενική ενικού του αδιατάρακτη
αδιατάρακτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδιατάρακτος
αδιατάρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιατάρακτος
αδιατάρακτος	adj	που δεν διαταράσσεται
αδιατάρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιατάρακτος
αδιατάρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιατάρακτος
αδιατάρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιατάρακτος
αδιατάραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιατάραχτος	adv	άλλη μορφή του αδιατάρακτα, χωρίς καμία διατάραξη
αδιατάραχτε	adj	κλητική ενικού του αδιατάραχτος
αδιατάραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατάραχτη
αδιατάραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιατάραχτος
αδιατάραχτης	adj	γενική ενικού του αδιατάραχτη
αδιατάραχτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιατάραχτος
αδιατάραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιατάραχτος
αδιατάραχτος	adj	άλλη μορφή του αδιατάρακτος
αδιατάραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιατάραχτος
αδιατάραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιατάραχτος
αδιατάραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιατάραχτος
αδιατήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατήρητο
αδιατήρητε	adj	κλητική ενικού του αδιατήρητος
αδιατήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατήρητη
αδιατήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιατήρητος
αδιατήρητης	adj	γενική ενικού του αδιατήρητη
αδιατήρητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιατήρητος
αδιατήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιατήρητος
αδιατήρητος	adj	που δεν μπορεί να διατηρηθεί
αδιατήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιατήρητος
αδιατήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιατήρητος
αδιατήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιατήρητος
αδιατίμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατίμητο
αδιατίμητε	adj	κλητική ενικού του αδιατίμητος
αδιατίμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατίμητη
αδιατίμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιατίμητος
αδιατίμητης	adj	γενική ενικού του αδιατίμητη
αδιατίμητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιατίμητος
αδιατίμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιατίμητος
αδιατίμητος	adj	που δεν έχει διατιμηθεί σε χρήμα από την αγορανομία (βλ. λ. διατίμηση) ή που υφίσταται αδυναμία να διατιμηθεί
αδιατίμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιατίμητος
αδιατίμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιατίμητος
αδιατίμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιατίμητος
αδιατυμπάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατυμπάνιστο
αδιατυμπάνιστε	adj	κλητική ενικού του αδιατυμπάνιστος
αδιατυμπάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατυμπάνιστη
αδιατυμπάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιατυμπάνιστος
αδιατυμπάνιστης	adj	γενική ενικού του αδιατυμπάνιστη
αδιατυμπάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιατυμπάνιστος
αδιατυμπάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιατυμπάνιστος
αδιατυμπάνιστος	adj	που δεν έχει διατυμπανιστεί
αδιατυμπάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιατυμπάνιστος
αδιατυμπάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιατυμπάνιστος
αδιατυμπάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιατυμπάνιστος
αδιατύπωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατύπωτο
αδιατύπωτε	adj	κλητική ενικού του αδιατύπωτος
αδιατύπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιατύπωτη
αδιατύπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιατύπωτος
αδιατύπωτης	adj	γενική ενικού του αδιατύπωτη
αδιατύπωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιατύπωτος
αδιατύπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιατύπωτος
αδιατύπωτος	adj	που δεν έχει διατυπωθεί
αδιατύπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιατύπωτος
αδιατύπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιατύπωτος
αδιατύπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιατύπωτος
αδιαφάνεια	noun	η ιδιότητα του αδιαφανούς, η έλλειψη διαφάνειας
αδιαφάνειας	noun	γενική ενικού του αδιαφάνεια
αδιαφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφάνεια
αδιαφέντευτα	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτε	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτες	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτη	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτης	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτο	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτοι	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτος	adj	που δεν τον διαφεντεύει (εξουσιάζει, κατευθύνει, ορίζει) κανένας
αδιαφέντευτου	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτους	=	αδιαφέντευτος
αδιαφέντευτων	=	αδιαφέντευτος
αδιαφήμιστα	adv	χωρίς διαφήμιση
αδιαφήμιστε	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστες	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστη	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστης	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστο	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστοι	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστος	adj	που δεν έχει διαφημιστεί
αδιαφήμιστου	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστους	=	αδιαφήμιστος
αδιαφήμιστων	=	αδιαφήμιστος
αδιαφανές	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατα	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατε	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατες	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατη	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατης	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατο	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατοι	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατος	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατου	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατους	=	αδιαφανής
αδιαφανέστατων	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερα	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερε	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερες	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερη	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερης	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερο	=	αδιαφανής
αδιαφανέστεροι	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερος	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερου	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερους	=	αδιαφανής
αδιαφανέστερων	=	αδιαφανής
αδιαφανή	=	αδιαφανής
αδιαφανής	adj	που δεν επιτρέπει να τον διαπεράσει το φως
αδιαφανείς	=	αδιαφανής
αδιαφανειών	noun	γενική πληθυντικού του αδιαφάνεια
αδιαφανούς	=	αδιαφανής
αδιαφανών	=	αδιαφανής
αδιαφανώς	adv	κατά τρόπο αδιαφανή, χωρίς διαφάνεια
αδιαφθόρου	=	αδιάφθορος
αδιαφθόρους	=	αδιάφθορος
αδιαφθόρων	=	αδιάφθορος
αδιαφιλονίκητα	adv	κατά τρόπο αδιαφιλονίκητο, χωρίς να υπάρχει καμιά αντίρρηση
αδιαφιλονίκητε	adj	κλητική ενικού του αδιαφιλονίκητος
αδιαφιλονίκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφιλονίκητη
αδιαφιλονίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαφιλονίκητος
αδιαφιλονίκητης	adj	γενική ενικού του αδιαφιλονίκητη
αδιαφιλονίκητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαφιλονίκητος
αδιαφιλονίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαφιλονίκητος
αδιαφιλονίκητος	adj	για κάτι ή κάποιον επί του οποίου (συνήθως: για την υπεροχή του οποίου) δεν υπάρχει καμιά διαφωνία ή αμφισβήτηση
αδιαφιλονίκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαφιλονίκητος
αδιαφιλονίκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαφιλονίκητος
αδιαφιλονίκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαφιλονίκητος
αδιαφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσαν	=	αδιαφορώ
αδιαφορήσανε	=	αδιαφορώ
αδιαφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσουνε	=	αδιαφορώ
αδιαφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφορία	noun	η έλλειψη ενδιαφέροντος για κάτι
αδιαφορίας	noun	γενική ενικού του αδιαφορία
αδιαφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφορία
αδιαφορεί	=	αδιαφορώ
αδιαφορείς	=	αδιαφορώ
αδιαφορείτε	=	αδιαφορώ
αδιαφοριών	noun	γενική πληθυντικού του αδιαφορία
αδιαφοροποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφοροποίητο
αδιαφοροποίητε	adj	κλητική ενικού του αδιαφοροποίητος
αδιαφοροποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφοροποίητη
αδιαφοροποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαφοροποίητος
αδιαφοροποίητης	adj	γενική ενικού του αδιαφοροποίητη
αδιαφοροποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαφοροποίητος
αδιαφοροποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαφοροποίητος
αδιαφοροποίητος	adj	που δεν έχει διαφοροποιηθεί ή δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιηθεί
αδιαφοροποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαφοροποίητος
αδιαφοροποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαφοροποίητος
αδιαφοροποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαφοροποίητος
αδιαφορούμε	=	αδιαφορώ
αδιαφορούν	=	αδιαφορώ
αδιαφορούνε	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσα	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσαμε	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσαν	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσανε	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσατε	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσε	=	αδιαφορώ
αδιαφορούσες	=	αδιαφορώ
αδιαφορώ	verb	δεν ενδιαφέρομαι για κάτι, δεν με νοιάζει
αδιαφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφόρει	=	αδιαφορώ
αδιαφόρετα	adv	που γίνεται χωρίς όφελος για κάποιον
αδιαφόρετε	adj	κλητική ενικού του αδιαφόρετος
αδιαφόρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφόρετη
αδιαφόρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαφόρετος
αδιαφόρετης	adj	γενική ενικού του αδιαφόρετη
αδιαφόρετο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαφόρετος
αδιαφόρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαφόρετος
αδιαφόρετος	adj	που δεν αποφέρει κάτι σε κάποιον, που γίνεται χωρίς όφελος
αδιαφόρετου	adj	γενική ενικού του αδιαφόρετος
αδιαφόρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαφόρετος
αδιαφόρετων	adj	γενική πληθυντικού του αδιαφόρετος
αδιαφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδιαφορώ
αδιαφόρως	adv|archaic	ανεξαρτήτως, ασχέτως, αδιακρίτως
αδιαφύλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφύλακτο
αδιαφύλακτε	adj	κλητική ενικού του αδιαφύλακτος
αδιαφύλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφύλακτη
αδιαφύλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαφύλακτος
αδιαφύλακτης	adj	γενική ενικού του αδιαφύλακτη
αδιαφύλακτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαφύλακτος
αδιαφύλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαφύλακτος
αδιαφύλακτος	adj	που δεν έχει διαφυλαχτεί
αδιαφύλακτου	adj	γενική ενικού του αδιαφύλακτος
αδιαφύλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαφύλακτος
αδιαφύλακτων	adj	γενική πληθυντικού του αδιαφύλακτος
αδιαφύλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφύλαχτο
αδιαφύλαχτε	adj	κλητική ενικού του αδιαφύλαχτος
αδιαφύλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφύλαχτη
αδιαφύλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαφύλαχτος
αδιαφύλαχτης	adj	γενική ενικού του αδιαφύλαχτη
αδιαφύλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαφύλαχτος
αδιαφύλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαφύλαχτος
αδιαφύλαχτος	adj	αδιαφύλακτος
αδιαφύλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαφύλαχτος
αδιαφύλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαφύλαχτος
αδιαφύλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαφύλαχτος
αδιαφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφώτιστο
αδιαφώτιστε	adj	κλητική ενικού του αδιαφώτιστος
αδιαφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαφώτιστη
αδιαφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαφώτιστος
αδιαφώτιστης	adj	γενική ενικού του αδιαφώτιστη
αδιαφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαφώτιστος
αδιαφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαφώτιστος
αδιαφώτιστος	adj	που δεν έχει διαφωτιστεί, που δεν έχει δεχτεί διαφώτιση ή ενημέρωση
αδιαφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαφώτιστος
αδιαφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαφώτιστος
αδιαφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαφώτιστος
αδιαχείριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαχείριστο
αδιαχείριστε	adj	κλητική ενικού του αδιαχείριστος
αδιαχείριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαχείριστη
αδιαχείριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαχείριστος
αδιαχείριστης	adj	γενική ενικού του αδιαχείριστη
αδιαχείριστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαχείριστος
αδιαχείριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαχείριστος
αδιαχείριστος	adj	που δεν το διαχειρίζεται κάποιος
αδιαχείριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαχείριστος
αδιαχείριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαχείριστος
αδιαχείριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαχείριστος
αδιαχωρήτου	=	αδιαχώρητο
αδιαχώρητα	=	αδιαχώρητος
αδιαχώρητε	adj	κλητική ενικού του αδιαχώρητος
αδιαχώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαχώρητη
αδιαχώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαχώρητος
αδιαχώρητης	adj	γενική ενικού του αδιαχώρητη
αδιαχώρητο	adj	ο πολύ μεγάλος συνωστισμός
αδιαχώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαχώρητος
αδιαχώρητος	adj	που δεν μπορεί να βρεθεί ταυτόχρονα με κάποιον άλλο στον ίδιο χώρο
αδιαχώρητου	adj	γενική ενικού του αδιαχώρητος
αδιαχώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαχώρητος
αδιαχώρητων	adj	γενική πληθυντικού του αδιαχώρητος
αδιαχώριστα	adv	χωρίς να υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού, αδιαίρετα, αλληλένδετα
αδιαχώριστε	adj	κλητική ενικού του αδιαχώριστος
αδιαχώριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιαχώριστη
αδιαχώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιαχώριστος
αδιαχώριστης	adj	γενική ενικού του αδιαχώριστη
αδιαχώριστο	adj	αιτιατική ενικού του αδιαχώριστος
αδιαχώριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιαχώριστος
αδιαχώριστος	adj	που δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από κάποιον ή κάτι άλλο
αδιαχώριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιαχώριστος
αδιαχώριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιαχώριστος
αδιαχώριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιαχώριστος
αδιείσδυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιείσδυτο
αδιείσδυτε	adj	κλητική ενικού του αδιείσδυτος
αδιείσδυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιείσδυτη
αδιείσδυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιείσδυτος
αδιείσδυτης	adj	γενική ενικού του αδιείσδυτη
αδιείσδυτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιείσδυτος
αδιείσδυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιείσδυτος
αδιείσδυτος	adj	που δεν μπορεί κάποιος να διεισδύσει σ’ αυτόν
αδιείσδυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιείσδυτος
αδιείσδυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιείσδυτος
αδιείσδυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιείσδυτος
αδιεκδίκητα	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητε	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητες	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητη	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητης	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητο	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητοι	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητος	adj	που δεν τον έχει διεκδικήσει κανείς
αδιεκδίκητου	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητους	=	αδιεκδίκητος
αδιεκδίκητων	=	αδιεκδίκητος
αδιεκπεραίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιεκπεραίωτος	adv	χωρίς διεκπεραίωση
αδιεκπεραίωτε	adj	κλητική ενικού του αδιεκπεραίωτος
αδιεκπεραίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιεκπεραίωτη
αδιεκπεραίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιεκπεραίωτος
αδιεκπεραίωτης	adj	γενική ενικού του αδιεκπεραίωτη
αδιεκπεραίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιεκπεραίωτος
αδιεκπεραίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιεκπεραίωτος
αδιεκπεραίωτος	adj	που δεν έχει διεκπεραιωθεί ή δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί
αδιεκπεραίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιεκπεραίωτος
αδιεκπεραίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιεκπεραίωτος
αδιεκπεραίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιεκπεραίωτος
αδιενέργητα	=	αδιενέργητος
αδιενέργητε	=	αδιενέργητος
αδιενέργητες	=	αδιενέργητος
αδιενέργητη	=	αδιενέργητος
αδιενέργητης	=	αδιενέργητος
αδιενέργητο	=	αδιενέργητος
αδιενέργητοι	=	αδιενέργητος
αδιενέργητος	adj	που δεν έχει ακόμα διενεργηθεί
αδιενέργητου	=	αδιενέργητος
αδιενέργητους	=	αδιενέργητος
αδιενέργητων	=	αδιενέργητος
αδιεξόδου	=	αδιέξοδο
αδιεξόδων	=	αδιέξοδο
αδιερεύνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιερεύνητο
αδιερεύνητε	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητες	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητη	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητης	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητο	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητοι	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητος	adj	που δεν έχει διερευνηθεί
αδιερεύνητου	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητους	=	αδιερεύνητος
αδιερεύνητων	=	αδιερεύνητος
αδιευθέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιευθέτητο
αδιευθέτητε	adj	κλητική ενικού του αδιευθέτητος
αδιευθέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιευθέτητη
αδιευθέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιευθέτητος
αδιευθέτητης	adj	γενική ενικού του αδιευθέτητη
αδιευθέτητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιευθέτητος
αδιευθέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιευθέτητος
αδιευθέτητος	adj	που δεν έχει ακόμα διευθετηθεί
αδιευθέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιευθέτητος
αδιευθέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιευθέτητος
αδιευθέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιευθέτητος
αδιευκρίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιευκρίνητο
αδιευκρίνητε	adj	κλητική ενικού του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιευκρίνητη
αδιευκρίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνητης	adj	γενική ενικού του αδιευκρίνητη
αδιευκρίνητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνητος	adj|rare	άλλη μορφή του αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιευκρίνητος
αδιευκρίνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδιευκρίνιστος	adv	με αδιευκρίνιστο τρόπο, χωρίς διευκρίνιση
αδιευκρίνιστε	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστες	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστη	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστης	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστο	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστοι	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστος	adj	που δεν έχει διευκρινιστεί
αδιευκρίνιστου	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστους	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρίνιστων	=	αδιευκρίνιστος
αδιευκρινίστως	adv|formal	άλλη μορφή του αδιευκρίνιστα
αδιευκόλυντα	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντε	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντες	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντη	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντης	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντο	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντοι	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντος	adj	που δεν έχει διευκολυνθεί ή δεν μπορεί να διευκολυνθεί
αδιευκόλυντου	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντους	=	αδιευκόλυντος
αδιευκόλυντων	=	αδιευκόλυντος
αδικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδίκημα
αδικήματος	noun	γενική ενικού του αδίκημα
αδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσαν	=	αδικώ
αδικήσανε	=	αδικώ
αδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσου	=	αδικώ
αδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσουνε	=	αδικώ
αδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικώ
αδικήτρα	noun	αυτή που αδικεί κάποιον άλλον
αδικήτρας	=	αδικήτρα
αδικήτρες	=	αδικήτρα
αδικήτρια	=	αδικητής
αδικήτριας	noun	γενική ενικού του αδικήτρια
αδικήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικήτρια
αδικία	noun	πράξη που αντιβαίνει στην αίσθηση που έχει ο ομιλητής περί δικαίου
αδικίας	noun	γενική ενικού του αδικία
αδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικία
αδικαίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδικαίωτος	adv	με αδικαίωτο τρόπο, χωρίς δικαίωση
αδικαίωτε	adj	κλητική ενικού του αδικαίωτος
αδικαίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικαίωτη
αδικαίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδικαίωτος
αδικαίωτης	adj	γενική ενικού του αδικαίωτη
αδικαίωτο	noun|formal	η έλλειψη δικαίωσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδικαίωτος
αδικαίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδικαίωτος
αδικαίωτος	adj	που δεν έχει δικαιωθεί, που δεν έχει αναγνωριστεί το δίκιο του
αδικαίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδικαίωτος
αδικαίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδικαίωτος
αδικαίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδικαίωτος
αδικαιολογήτως	=	αδικαιολόγητα
αδικαιολόγητα	adv	χωρίς δικαιολογία
αδικαιολόγητε	adj	κλητική ενικού του αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικαιολόγητη
αδικαιολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητης	adj	γενική ενικού του αδικαιολόγητη
αδικαιολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητος	adj	που δεν έχει δικαιολογία και άρα δε συγχωρείται
αδικαιολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδικαιολόγητος
αδικεί	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος αδικώ	adv	τοπική διάλεκτος: ακριβώς εκεί, επιτόπου
αδικείς	=	αδικώ
αδικείσαι	=	αδικώ
αδικείστε	=	αδικώ
αδικείται	=	αδικώ
αδικείτε	=	αδικώ
αδικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθήκαν	=	αδικώ
αδικηθήκανε	=	αδικώ
αδικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικηθούνε	=	αδικώ
αδικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικούμαι
αδικημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αδίκημα
αδικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικημένο
αδικημένε	verb	κλητική ενικού του αδικημένος
αδικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικημένη
αδικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδικημένος
αδικημένης	verb	γενική ενικού του αδικημένη
αδικημένο	verb	αιτιατική ενικού του αδικημένος
αδικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδικημένος
αδικημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αδικώ
αδικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδικημένος
αδικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδικημένος
αδικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδικημένος
αδικητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικητής
αδικητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αδικητής
αδικητής	noun	αυτός που αδικεί κάποιον άλλον
αδικητριών	noun	γενική πληθυντικού του αδικήτρια
αδικητών	noun	γενική πληθυντικού του αδικητής
αδικιέμαι	=	αδικώ
αδικιωρισμένη	=	αδικιωρισμένος
αδικιωρισμένο	=	αδικιωρισμένος
αδικιωρισμένος	adj	που ευχόμαστε / καταριόμαστε να τον βρει «άδικη ώρα», καταραμένος, γρουσούζης
αδικιόνται	=	αδικώ
αδικιόντουσαν	=	αδικώ
αδικιόσαστε	=	αδικώ
αδικιών	noun	γενική πληθυντικού του αδικία
αδικομοιρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικομοιρασμένο
αδικομοιρασμένε	verb	κλητική ενικού του αδικομοιρασμένος
αδικομοιρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικομοιρασμένη
αδικομοιρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδικομοιρασμένος
αδικομοιρασμένης	verb	γενική ενικού του αδικομοιρασμένη
αδικομοιρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αδικομοιρασμένος
αδικομοιρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδικομοιρασμένος
αδικομοιρασμένος	verb	που έχει μοιραστεί άδικα
αδικομοιρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδικομοιρασμένος
αδικομοιρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδικομοιρασμένος
αδικομοιρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδικομοιρασμένος
αδικοπονεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικοπονεμένο
αδικοπονεμένε	verb	κλητική ενικού του αδικοπονεμένος
αδικοπονεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικοπονεμένη
αδικοπονεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδικοπονεμένος
αδικοπονεμένης	verb	γενική ενικού του αδικοπονεμένη
αδικοπονεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αδικοπονεμένος
αδικοπονεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδικοπονεμένος
αδικοπονεμένος	verb	ο αναξιοπαθής, που υποφέρει άδικα, που δεν έπρεπε να υποφέρει, να πονάει
αδικοπονεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδικοπονεμένος
αδικοπονεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδικοπονεμένος
αδικοπονεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδικοπονεμένος
αδικοπράγει	=	αδικοπραγώ
αδικοπράγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπράγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπράγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπράγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσαν	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγήσανε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπραγία	noun	συνώνυμο του αδικοπραξία
αδικοπραγίας	noun	γενική ενικού του αδικοπραγία
αδικοπραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικοπραγία
αδικοπραγεί	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγείς	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγείτε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγιών	noun	γενική πληθυντικού του αδικοπραγία
αδικοπραγούμε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούν	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούνε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσα	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσαμε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσαν	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσανε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσατε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσε	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγούσες	=	αδικοπραγώ
αδικοπραγώ	verb	διαπράττω αδίκημα, κάνω άδικες πράξεις
αδικοπραγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αδικοπραγώ
αδικοπρακτικά	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικέ	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικές	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτική	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικής	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικοί	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικού	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικούς	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικό	=	αδικοπρακτικός
αδικοπρακτικός	adj|formal	που έχει σχέση με αδικοπραξία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αδικοπρακτικών	=	αδικοπρακτικός
αδικοπραξία	noun	η παράνομη και υπαίτια ενέργεια, που προσβάλλει ξένα συμφέροντα δημιουργώντας υποχρέωση αυτού που ζημίωσε προς αποζημίωση
αδικοπραξίας	=	αδικοπραξία
αδικοπραξίες	=	αδικοπραξία
αδικοπραξιών	=	αδικοπραξία
αδικοσκοτωμένα	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένε	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένες	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένη	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένης	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένο	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένοι	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένος	adj	που σκοτώθηκε άδικα
αδικοσκοτωμένου	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένους	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσκοτωμένων	=	αδικοσκοτωμένος
αδικοσταυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικοσταυρωμένο
αδικοσταυρωμένε	verb	κλητική ενικού του αδικοσταυρωμένος
αδικοσταυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδικοσταυρωμένη
αδικοσταυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδικοσταυρωμένος
αδικοσταυρωμένης	verb	γενική ενικού του αδικοσταυρωμένη
αδικοσταυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αδικοσταυρωμένος
αδικοσταυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδικοσταυρωμένος
αδικοσταυρωμένος	verb	που σταυρώθηκε άδικα (για τον Χριστό), που βασανίστηκε άδικα
αδικοσταυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδικοσταυρωμένος
αδικοσταυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδικοσταυρωμένος
αδικοσταυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδικοσταυρωμένος
αδικουμένη	=	αδικούμενος
αδικουμένης	=	αδικούμενος
αδικουμένου	=	αδικούμενος
αδικουμένους	=	αδικούμενος
αδικουμένων	=	αδικούμενος
αδικοχαμένα	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένε	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένες	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένη	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένης	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένο	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένοι	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένος	verb	που χάθηκε άδικα, που πέθανε πρόωρα
αδικοχαμένου	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένους	=	αδικοχαμένος
αδικοχαμένων	=	αδικοχαμένος
αδικούμαι	verb	με αδικούν, κάποιοι διαπράττουν αδικία εις βάρος μου
αδικούμασταν	=	αδικώ
αδικούμαστε	=	αδικώ
αδικούμε	=	αδικώ
αδικούμενα	=	αδικούμενος
αδικούμενε	=	αδικούμενος
αδικούμενες	=	αδικούμενος
αδικούμενη	=	αδικούμενος
αδικούμενης	=	αδικούμενος
αδικούμενο	=	αδικούμενος
αδικούμενοι	=	αδικούμενος
αδικούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αδικώ
αδικούμενου	=	αδικούμενος
αδικούμενους	=	αδικούμενος
αδικούμενων	=	αδικούμενος
αδικούμουν	=	αδικώ
αδικούν	=	αδικώ
αδικούνε	=	αδικώ
αδικούνται	=	αδικώ
αδικούνταν	=	αδικώ
αδικούσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αδικώ
αδικούσαμε	=	αδικώ
αδικούσαν	=	αδικώ
αδικούσανε	=	αδικώ
αδικούσασταν	=	αδικώ
αδικούσαστε	=	αδικώ
αδικούσατε	=	αδικώ
αδικούσε	=	αδικώ
αδικούσες	=	αδικώ
αδικούσουν	=	αδικώ
αδικώ	verb	πράττω αδικία, κάνω μια άδικη πράξη
αδικώντας	=	αδικώ
αδιοίκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιοίκητο
αδιοίκητε	=	αδιοίκητος
αδιοίκητες	=	αδιοίκητος
αδιοίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιοίκητος
αδιοίκητης	=	αδιοίκητος
αδιοίκητο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδιοίκητος
αδιοίκητοι	=	αδιοίκητος
αδιοίκητος	adj	που έχει μείνει χωρίς διοίκηση
αδιοίκητου	=	αδιοίκητος
αδιοίκητους	=	αδιοίκητος
αδιοίκητων	=	αδιοίκητος
αδιοργάνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιοργάνωτο
αδιοργάνωτε	adj	κλητική ενικού του αδιοργάνωτος
αδιοργάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιοργάνωτη
αδιοργάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιοργάνωτος
αδιοργάνωτης	adj	γενική ενικού του αδιοργάνωτη
αδιοργάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιοργάνωτος
αδιοργάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιοργάνωτος
αδιοργάνωτος	adj	που δεν έχει διοργανωθεί ή δεν μπορεί να διοργανωθεί
αδιοργάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιοργάνωτος
αδιοργάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιοργάνωτος
αδιοργάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιοργάνωτος
αδιορθωσιά	noun|rare	η έλλειψη διόρθωσης, το να μην διορθώνεται κάποιος
αδιοριστία	noun	η κατάσταση του αδιόριστου
αδιοριστίας	noun	γενική ενικού του αδιοριστία
αδιοριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιοριστία
αδιοριστιών	noun	γενική πληθυντικού του αδιοριστία
αδιπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιπικό
αδιπικέ	adj	κλητική ενικού του αδιπικός
αδιπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιπική
αδιπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιπικός
αδιπικής	adj	γενική ενικού του αδιπική
αδιπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιπικός
αδιπικού	adj	γενική ενικού του αδιπικός
αδιπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιπικός
αδιπικό	adj	αιτιατική ενικού του αδιπικός
αδιπικός	adj|rare	λιπώδης
αδιπικών	adj	γενική πληθυντικού του αδιπικός
αδιπλάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιπλάρωτο
αδιπλάρωτε	adj	κλητική ενικού του αδιπλάρωτος
αδιπλάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιπλάρωτη
αδιπλάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιπλάρωτος
αδιπλάρωτης	adj	γενική ενικού του αδιπλάρωτη
αδιπλάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιπλάρωτος
αδιπλάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιπλάρωτος
αδιπλάρωτος	adj	που δεν τον έχουν διπλαρώσει
αδιπλάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιπλάρωτος
αδιπλάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιπλάρωτος
αδιπλάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιπλάρωτος
αδιπλασίαστα	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστε	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστες	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστη	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστης	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστο	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστοι	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστος	adj	που δεν έχει διπλασιαστεί
αδιπλασίαστου	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστους	=	αδιπλασίαστος
αδιπλασίαστων	=	αδιπλασίαστος
αδιπόκηρος	noun	λίπος που εκρίνεται από πτώματα
αδισπο	abbrev	στρατιωτική σχολή της Ελλάδας
αδιχοτόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιχοτόμητο
αδιχοτόμητε	adj	κλητική ενικού του αδιχοτόμητος
αδιχοτόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιχοτόμητη
αδιχοτόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιχοτόμητος
αδιχοτόμητης	adj	γενική ενικού του αδιχοτόμητη
αδιχοτόμητο	adj	αιτιατική ενικού του αδιχοτόμητος
αδιχοτόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιχοτόμητος
αδιχοτόμητος	adj	που δεν έχει διχοτομηθεί
αδιχοτόμητου	adj	γενική ενικού του αδιχοτόμητος
αδιχοτόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιχοτόμητος
αδιχοτόμητων	adj	γενική πληθυντικού του αδιχοτόμητος
αδιόγκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιόγκωτο
αδιόγκωτε	adj	κλητική ενικού του αδιόγκωτος
αδιόγκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιόγκωτη
αδιόγκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιόγκωτος
αδιόγκωτης	adj	γενική ενικού του αδιόγκωτη
αδιόγκωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδιόγκωτος
αδιόγκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδιόγκωτος
αδιόγκωτος	adj	που δεν έχεi διογκωθεί
αδιόγκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδιόγκωτος
αδιόγκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδιόγκωτος
αδιόγκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδιόγκωτος
αδιόρατα	adv	με αδιόρατο τρόπο, ανεπαίσθητα, ελάχιστα
αδιόρατε	=	αδιόρατος
αδιόρατες	=	αδιόρατος
αδιόρατη	=	αδιόρατος
αδιόρατης	=	αδιόρατος
αδιόρατο	=	αδιόρατος
αδιόρατοι	=	αδιόρατος
αδιόρατος	adj	που διακρίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία, που ίσα ίσα φαίνεται
αδιόρατου	=	αδιόρατος
αδιόρατους	=	αδιόρατος
αδιόρατων	=	αδιόρατος
αδιόρθωτα	adv	χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ή προοπτική διόρθωσης ή αλλαγής
αδιόρθωτε	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτες	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιόρθωτος
αδιόρθωτης	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτο	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτοι	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτος	adj	που δεν έχει ακόμα διορθωθεί
αδιόρθωτου	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτους	=	αδιόρθωτος
αδιόρθωτων	=	αδιόρθωτος
αδιόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδιόριστο
αδιόριστε	=	αδιόριστος
αδιόριστες	=	αδιόριστος
αδιόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδιόριστος
αδιόριστης	=	αδιόριστος
αδιόριστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδιόριστος
αδιόριστοι	=	αδιόριστος
αδιόριστος	adj	που διαθέτει τα τυπικά προσόντα για να διοριστεί σε κάποια θέση του δημοσίου αλλά δεν έχει διοριστεί ακόμη
αδιόριστου	=	αδιόριστος
αδιόριστους	=	αδιόριστος
αδιόριστων	=	αδιόριστος
αδιύλιστα	=	αδιύλιστος
αδιύλιστε	=	αδιύλιστος
αδιύλιστες	=	αδιύλιστος
αδιύλιστη	=	αδιύλιστος
αδιύλιστης	=	αδιύλιστος
αδιύλιστο	=	αδιύλιστος
αδιύλιστοι	=	αδιύλιστος
αδιύλιστος	adj	που δεν έχει διυλιστεί
αδιύλιστου	=	αδιύλιστος
αδιύλιστους	=	αδιύλιστος
αδιύλιστων	=	αδιύλιστος
αδμηε	abbrev	εταιρεία που έχει σκοπό την οργάνωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα
αδογμάτιστα	adv	χωρίς δογματισμό
αδογμάτιστε	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστες	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστη	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστης	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστο	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστοι	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστος	adj	που δεν ακολουθεί πιστά ένα θρησκευτικό, πολιτικό, φιλοσοφικό κλπ δόγμα
αδογμάτιστου	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστους	=	αδογμάτιστος
αδογμάτιστων	=	αδογμάτιστος
αδοκίμαστα	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδοκίμαστο
αδοκίμαστε	adj	κλητική ενικού του αδοκίμαστος
αδοκίμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδοκίμαστη
αδοκίμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδοκίμαστος
αδοκίμαστης	adj	γενική ενικού του αδοκίμαστη
αδοκίμαστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδοκίμαστος
αδοκίμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδοκίμαστος
αδοκίμαστος	adj	που δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί, δεν έχει υποστεί δοκιμή
αδοκίμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδοκίμαστος
αδοκίμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδοκίμαστος
αδοκίμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδοκίμαστος
αδοκίμου	=	αδόκιμος
αδοκίμους	=	αδόκιμος
αδοκίμων	=	αδόκιμος
αδολέσχες	=	αδολέσχης
αδολέσχη	=	αδολέσχης
αδολέσχημα	noun	η αδολεσχία
αδολέσχης	noun|archaic	που μιλάει πολύ
αδολίευτα	adv	κατά τρόπο αδολίευτο, χωρίς δολίευση
αδολίευτε	adj	κλητική ενικού του αδολίευτος
αδολίευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδολίευτη
αδολίευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδολίευτος
αδολίευτης	adj	γενική ενικού του αδολίευτη
αδολίευτο	adj	αιτιατική ενικού του αδολίευτος
αδολίευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδολίευτος
αδολίευτος	adj	που δεν έχει δόλο
αδολίευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδολίευτος
αδολίευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδολίευτος
αδολίευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδολίευτος
αδολεσχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδολέσχημα
αδολεσχήματος	noun	γενική ενικού του αδολέσχημα
αδολεσχία	noun|formal	το να μιλάει κάποιος ακατάσχετα
αδολεσχίας	noun	γενική ενικού του αδολεσχία
αδολεσχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδολεσχία
αδολεσχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αδολέσχημα
αδολεσχιών	noun	γενική πληθυντικού του αδολεσχία
αδολεσχώ	verb	μιλώ ακατάπαυστα
αδολεσχών	=	αδολέσχης
αδος	abbrev	Αποστολή Διεθνούς Οικονομικής Συνεργασίας
αδουλαίος	noun	ορυκτό της ομάδας των αλκαλιούχων αστρίων, παραλλαγή του ορθοκλάστου
αδούλευτα	=	αδούλευτος
αδούλευτε	=	αδούλευτος
αδούλευτες	=	αδούλευτος
αδούλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδούλευτος
αδούλευτης	=	αδούλευτος
αδούλευτο	=	αδούλευτος
αδούλευτοι	=	αδούλευτος
αδούλευτος	adj	που δεν έχει ασκηθεί αρκετά, είτε σωματικά είτε διανοητικά
αδούλευτου	=	αδούλευτος
αδούλευτους	=	αδούλευτος
αδούλευτων	=	αδούλευτος
αδούλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδούλωτος	adv	χωρίς να έχει υποδουλωθεί
αδούλωτε	=	αδούλωτος
αδούλωτες	=	αδούλωτος
αδούλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδούλωτος
αδούλωτης	=	αδούλωτος
αδούλωτο	=	αδούλωτος
αδούλωτοι	=	αδούλωτος
αδούλωτος	adj	που δεν έχει υποδουλωθεί ποτέ σε εχθρό
αδούλωτου	=	αδούλωτος
αδούλωτους	=	αδούλωτος
αδούλωτων	=	αδούλωτος
αδρά	adv	με αδρό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρό
αδράγματα	=	άδραγμα
αδράγματος	=	άδραγμα
αδράζω	=	αδράχνω
αδράνει	=	αδρανώ
αδράνεια	noun	το να έχει παραμείνει κάποιος (ή κάτι) αδρανής επί ένα ορισμένο διάστημα
αδράνειας	noun	γενική ενικού του αδράνεια
αδράνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδράνεια
αδράνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδράνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδράνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδράνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξαν	=	αδράχνω
αδράξανε	=	αδράχνω
αδράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδράχνω
αδράπανα	=	αδράπανος
αδράπανε	=	αδράπανος
αδράπανες	=	αδράπανος
αδράπανη	=	αδράπανος
αδράπανης	=	αδράπανος
αδράπανο	=	αδράπανος
αδράπανοι	=	αδράπανος
αδράπανος	adj	αθέριστος
αδράπανου	=	αδράπανος
αδράπανους	=	αδράπανος
αδράπανων	=	αδράπανος
αδράς	=	αδρός
αδράχναμε	=	αδράχνω
αδράχναν	=	αδράχνω
αδράχνανε	=	αδράχνω
αδράχνατε	=	αδράχνω
αδράχνει	=	αδράχνω
αδράχνεις	=	αδράχνω
αδράχνετε	=	αδράχνω
αδράχνοντας	=	αδράχνω
αδράχνουμε	=	αδράχνω
αδράχνουν	=	αδράχνω
αδράχνουνε	=	αδράχνω
αδράχνω	verb|vulgar	αρπάζω, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι
αδράχτι	noun	ξύλινο ή μεταλλικό κυλινδρικό εργαλείο με το οποίο γνέθουν το μαλλί
αδράχτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδράχτι
αδρέ	adj	κλητική ενικού του αδρός
αδρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρή
αδρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδρός
αδρής	adj	γενική ενικού του αδρή
αδραγμάτων	=	άδραγμα
αδραγμένος	=	αδράχνω
αδρανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αδρανής
αδρανή	=	αδρανής
αδρανής	adj	που δεν παρουσιάζει καμία δράση, στερείται δραστηριότητας κάθε μορφής
αδρανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσαν	=	αδρανώ
αδρανήσανε	=	αδρανώ
αδρανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανώ
αδρανεί	=	αδρανώ
αδρανείς	=	αδρανώ
αδρανείτε	=	αδρανώ
αδρανειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρανειακό
αδρανειακέ	adj	κλητική ενικού του αδρανειακός
αδρανειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρανειακή
αδρανειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδρανειακός
αδρανειακής	adj	γενική ενικού του αδρανειακή
αδρανειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδρανειακός
αδρανειακού	adj	γενική ενικού του αδρανειακός
αδρανειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδρανειακός
αδρανειακό	adj	αιτιατική ενικού του αδρανειακός
αδρανειακός	adj	που έχει σχέση με την αδράνεια ή αναφέρεται σ’ αυτή
αδρανειακών	adj	γενική πληθυντικού του αδρανειακός
αδρανειών	noun	γενική πληθυντικού του αδράνεια
αδρανοποίει	=	αδρανοποιώ
αδρανοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποίησεις	=	αδρανοποίηση
αδρανοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποίησεων	=	αδρανοποίηση
αδρανοποίησεως	=	αδρανοποίηση
αδρανοποίηση	noun	(χημεία), (βιολογία): η δημιουργία κατάστασης μηδενικής αντίδρασης
αδρανοποίησης	=	αδρανοποίηση
αδρανοποιήθηκα	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήθηκαν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήθηκε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήθηκες	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσαν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήσανε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρανοποίηση
αδρανοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσεων	=	αδρανοποίηση
αδρανοποιήσου	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσουνε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδρανοποιώ
αδρανοποιεί	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιείς	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιείσαι	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιείστε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιείται	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιείτε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιείτο	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθήκαμε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθήκαν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθήκανε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθήκατε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθεί	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθείς	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθείτε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθούμε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθούν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθούνε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιηθώ	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρανοποιημένο
αδρανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρανοποιημένη
αδρανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένος	verb	που έχει εξουδετερωθεί από κάποιο αίτιο ή από δική του πρωτοβουλία μένει αδρανής, παθητικός, δεν μπορεί να παρέμβη
αδρανοποιημένου	verb	γενική ενικού του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδρανοποιημένος
αδρανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού του αδρανοποιημένος
αδρανοποιούμαι	verb	με καθιστούν αδρανή ή γίνομαι εγώ αδρανής επειδή αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να είμαι δραστήριος ή και για άλλους λόγους, με εξουδετερώνουν, εξουδετερώνομαι
αδρανοποιούμασταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούμαστε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούμε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούμουν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούμουνα	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούνε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούνται	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούνταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούντο	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσα	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσαμε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσαν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσανε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσασταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσαστε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσατε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσες	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσουν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιούσουνα	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόμασταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόμαστε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόμουν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόμουνα	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόνταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόντανε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόντουσαν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόσασταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόσαστε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόσουν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόσουνα	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιόταν	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιότανε	=	αδρανοποιώ
αδρανοποιώ	verb	θέτω κάτι σε αδράνεια
αδρανοποιώντας	=	αδρανοποιώ
αδρανούμε	=	αδρανώ
αδρανούν	=	αδρανώ
αδρανούνε	=	αδρανώ
αδρανούς	adj	γενική ενικού του αδρανής
αδρανούσα	=	αδρανώ
αδρανούσαμε	=	αδρανώ
αδρανούσαν	=	αδρανώ
αδρανούσανε	=	αδρανώ
αδρανούσατε	=	αδρανώ
αδρανούσε	=	αδρανώ
αδρανούσες	=	αδρανώ
αδρανώ	verb	παραμένω αδρανής, δεν δρω, δεν ενεργώ, δεν αντιδρώ σε προκλήσεις στο περιβάλλον μου, αντιμετωπίζω τα πράγματα παθητικά
αδρανών	=	αδρανής
αδρανώντας	=	αδρανώ
αδρανώς	adv	αδρανώντας
αδραξιά	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδράχνω
αδραξιάς	=	αδραξιά
αδραξιές	=	αδραξιά
αδραξιών	=	αδραξιά
αδρασκέλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρασκέλιστο
αδρασκέλιστε	adj	κλητική ενικού του αδρασκέλιστος
αδρασκέλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρασκέλιστη
αδρασκέλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδρασκέλιστος
αδρασκέλιστης	adj	γενική ενικού του αδρασκέλιστη
αδρασκέλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδρασκέλιστος
αδρασκέλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδρασκέλιστος
αδρασκέλιστος	adj	που δεν έχει δρασκελιστεί ή δεν μπορεί να δρασκελιστεί
αδρασκέλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδρασκέλιστος
αδρασκέλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδρασκέλιστος
αδρασκέλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδρασκέλιστος
αδρασκελιά	noun	άλλη μορφή του δρασκελιά
αδρασκελιάς	=	αδρασκελιά
αδρασκελιές	=	αδρασκελιά
αδρασκελιών	=	αδρασκελιά
αδραχτιά	noun	η ποσότητα μαλλιού που μπορεί να τυλιχτεί πάνω σε ένα αδράχτι
αδραχτιάς	=	αδραχτιά
αδραχτιές	=	αδραχτιά
αδραχτιού	=	αδράχτι
αδραχτιών	=	αδράχτι
αδρεναλίνες	=	αδρεναλίνη
αδρεναλίνη	noun	ορμόνη των επινεφρίδιων αδένων
αδρεναλίνης	=	αδρεναλίνη
αδρεναλινών	=	αδρεναλίνη
αδρενεργικά	=	αδρενεργικός
αδρενεργικέ	=	αδρενεργικός
αδρενεργικές	=	αδρενεργικός
αδρενεργική	=	αδρενεργικός
αδρενεργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αδρενεργική) του αδρενεργικός
αδρενεργικοί	=	αδρενεργικός
αδρενεργικού	=	αδρενεργικός
αδρενεργικούς	=	αδρενεργικός
αδρενεργικό	=	αδρενεργικός
αδρενεργικός	adj	ιδιότητα φαρμακευτικού σκευάσματος που έχει τη λειτουργία της αδρεναλίνης
αδρενεργικών	=	αδρενεργικός
αδρενολυτικά	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικέ	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικές	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτική	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικής	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικοί	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικού	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικούς	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικό	=	αδρενολυτικός
αδρενολυτικός	adj	που αφορά φάρμακο ή ουσία που αναστέλλει τη δράση της αδρεναλίνης ή των αδρενεργικών υποδοχέων, μειώνοντας τις επιδράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος
αδρενολυτικών	=	αδρενολυτικός
αδριατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδριατικό
αδριατικέ	adj	κλητική ενικού του αδριατικός
αδριατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδριατική
αδριατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδριατικός
αδριατικής	adj	γενική ενικού του αδριατική
αδριατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδριατικός
αδριατικού	adj	γενική ενικού του αδριατικός
αδριατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδριατικός
αδριατικό	adj	αιτιατική ενικού του αδριατικός
αδριατικός	adj	που έχει σχέση με την Αδριατική, βρίσκεται σ’ αυτή ή αναφέρεται σ' αυτή
αδριατικών	adj	γενική πληθυντικού του αδριατικός
αδροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδρός
αδροδάκτυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδροδάκτυλο
αδροδάκτυλε	adj	κλητική ενικού του αδροδάκτυλος
αδροδάκτυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδροδάκτυλη
αδροδάκτυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδροδάκτυλος
αδροδάκτυλης	adj	γενική ενικού του αδροδάκτυλη
αδροδάκτυλο	adj	αιτιατική ενικού του αδροδάκτυλος
αδροδάκτυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδροδάκτυλος
αδροδάκτυλος	adj	χοντροδάκτυλος, χονδροδάκτυλος, χοντροδάχτυλος, χονδροδάχτυλος, αυτός που έχει χοντρά δάχτυλα
αδροδάκτυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδροδάκτυλος
αδροδάκτυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδροδάκτυλος
αδροδάκτυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδροδάκτυλος
αδρομάλλα	=	αδρομάλλης
αδρομάλλας	=	αδρομάλλης
αδρομάλλες	=	αδρομάλλης
αδρομάλλη	=	αδρομάλλης
αδρομάλληδες	=	αδρομάλλης
αδρομάλληδων	=	αδρομάλλης
αδρομάλλης	adj	που έχει αδρό και πυκνό τρίχωμα
αδρομάλλικα	=	αδρομάλλης
αδρομάλλικο	=	αδρομάλλης
αδρομάλλικου	=	αδρομάλλης
αδρομάλλικων	=	αδρομάλλης
αδρομάλλούσα	=	αδρομάλλης
αδρομέρεια	noun	η προσέγγιση ή η ανάπτυξη ενός θέματος σε αδρές, σε γενικές γραμμές, χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες
αδρομέρειας	noun	γενική ενικού του αδρομέρεια
αδρομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρομέρεια
αδρομαλλούσα	=	αδρομάλλης
αδρομαλλούσας	=	αδρομάλλης
αδρομαλλούσες	=	αδρομάλλης
αδρομερές	=	αδρομερής
αδρομερή	=	αδρομερής
αδρομερής	adj	που περιγράφεται αδρά, που δίνεται σε γενικές γραμμές, χωρίς πολλές λεπτομέρειες
αδρομερείς	=	αδρομερής
αδρομερειών	noun	γενική πληθυντικού του αδρομέρεια
αδρομερούς	=	αδρομερής
αδρομερών	=	αδρομερής
αδρομερώς	adv|formal	κατά τρόπο αδρομερή, σε χοντρές / γενικές) γραμμές
αδρομισθία	noun	μεγάλος μισθός
αδρομισθίας	noun	γενική ενικού του αδρομισθία
αδρομισθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρομισθία
αδρομισθιών	noun	γενική πληθυντικού του αδρομισθία
αδρονίου	=	αδρόνιο
αδρονίων	=	αδρόνιο
αδρονικά	=	αδρονικός
αδρονικέ	=	αδρονικός
αδρονικές	=	αδρονικός
αδρονική	=	αδρονικός
αδρονικής	=	αδρονικός
αδρονικοί	=	αδρονικός
αδρονικού	=	αδρονικός
αδρονικούς	=	αδρονικός
αδρονικό	=	αδρονικός
αδρονικός	adj	που έχει σχέση με τα αδρόνια ή αναφέρεται σʼ αυτά
αδρονικών	=	αδρονικός
αδροπλήρωνα	=	αδροπληρώνω
αδροπλήρωναν	=	αδροπληρώνω
αδροπλήρωνε	=	αδροπληρώνω
αδροπλήρωνες	=	αδροπληρώνω
αδροπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρωθήκαμε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθήκαν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθήκανε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθήκατε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθεί	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθείς	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθείτε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθούμε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθούν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθούνε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωθώ	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωμένος	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόμασταν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόμαστε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόμουν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόμουνα	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόντουσαν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόσασταν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόσαστε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόσουν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόσουνα	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνόταν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρωνότανε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώθηκα	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώθηκαν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώθηκε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώθηκες	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώναμε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώναν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνανε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνατε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνει	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνεις	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνεσαι	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνεστε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνεται	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνετε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνομαι	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνομε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνονται	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνονταν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνοντας	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνουμε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνουν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνουνε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώνω	verb	πληρώνω αδρά
αδροπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσαν	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώσανε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσομε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώσου	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσουνε	=	αδροπληρώνω
αδροπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδροπληρώνω
αδροσύντυχα	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχε	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχες	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχη	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχης	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχο	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχοι	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχος	adj|literary	που μιλάει δυνατά, απότομα, αυστηρά ή με οργισμένο ύφος, τραχύς, απότομος
αδροσύντυχου	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχους	=	αδροσύντυχος
αδροσύντυχων	=	αδροσύντυχος
αδροτήτων	=	αδρότητα
αδρού	adj	γενική ενικού του αδρός
αδρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδρός
αδρό	adj	αιτιατική ενικού του αδρός
αδρόμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρόμισθο
αδρόμισθε	adj	κλητική ενικού του αδρόμισθος
αδρόμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρόμισθη
αδρόμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδρόμισθος
αδρόμισθης	adj	γενική ενικού του αδρόμισθη
αδρόμισθο	adj	αιτιατική ενικού του αδρόμισθος
αδρόμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδρόμισθος
αδρόμισθος	adj	που αμείβεται αδρά, με μεγάλο μισθό, με γενναία αμοιβή
αδρόμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδρόμισθος
αδρόμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδρόμισθος
αδρόμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδρόμισθος
αδρόνια	=	αδρόνιο
αδρόνιο	noun	σύνθετη υποατομική οντότητα που αποτελείται από κουάρκς συνδεδεμένα με την ισχυρή πυρηνική δύναμη, διακρίνεται σε βαρυόνια (όπως πρωτόνια και νετρόνια) και μεσόνια, και συμμετέχει στις ισχυρές αλληλεπιδράσεις της φυσικής στοιχειωδών σωματιδίων
αδρόνιου	=	αδρόνιο
αδρόνιων	=	αδρόνιο
αδρός	adj	μεγάλος σε μέγεθος, με έντονη διάπλαση
αδρόσιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρόσιστο
αδρόσιστε	adj	κλητική ενικού του αδρόσιστος
αδρόσιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδρόσιστη
αδρόσιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδρόσιστος
αδρόσιστης	adj	γενική ενικού του αδρόσιστη
αδρόσιστο	adj	αιτιατική ενικού του αδρόσιστος
αδρόσιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδρόσιστος
αδρόσιστος	adj	που δεν έχει δροσιστεί
αδρόσιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδρόσιστος
αδρόσιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδρόσιστος
αδρόσιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδρόσιστος
αδρότατα	=	αδρός
αδρότατε	=	αδρός
αδρότατες	=	αδρός
αδρότατη	=	αδρός
αδρότατης	=	αδρός
αδρότατο	=	αδρός
αδρότατοι	=	αδρός
αδρότατος	=	αδρός
αδρότατου	=	αδρός
αδρότατους	=	αδρός
αδρότατων	=	αδρός
αδρότερα	=	αδρός
αδρότερε	=	αδρός
αδρότερες	=	αδρός
αδρότερη	=	αδρός
αδρότερης	=	αδρός
αδρότερο	=	αδρός
αδρότεροι	=	αδρός
αδρότερος	=	αδρός
αδρότερου	=	αδρός
αδρότερους	=	αδρός
αδρότερων	=	αδρός
αδρότητα	noun	δύναμη
αδρότητας	=	αδρότητα
αδρότητες	=	αδρότητα
αδρών	adj	γενική πληθυντικού του αδρός
αδς	abbrev	Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο
αδσεν	abbrev	παλαιότερη ονομασία δημοσίων σχολών για πλοιάρχους και μηχανικούς του εμπορικού ναυτικού σε διάφορες πόλεις και νησιά της Ελλάδας (: Ακαδημία Εμπορικού Νουτικού)
αδτ	abbrev	αποτελεί μόνο συντομογραφή, προφέρεται πλήρως "αριθμός δελτίου ταυτότητας"
αδτε	abbrev	το ισοδύναμο της μεραρχίας στα νησιά που έχουν τάγματα εθνοφυλακής
αδυνάστευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνάστευτο
αδυνάστευτε	adj	κλητική ενικού του αδυνάστευτος
αδυνάστευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνάστευτη
αδυνάστευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδυνάστευτος
αδυνάστευτης	adj	γενική ενικού του αδυνάστευτη
αδυνάστευτο	adj	αιτιατική ενικού του αδυνάστευτος
αδυνάστευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδυνάστευτος
αδυνάστευτος	adj	που δεν δέχεται ή δεν ανέχεται δυνάστη
αδυνάστευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδυνάστευτος
αδυνάστευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδυνάστευτος
αδυνάστευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδυνάστευτος
αδυνάτιζα	=	αδυνατίζω
αδυνάτιζαν	=	αδυνατίζω
αδυνάτιζε	=	αδυνατίζω
αδυνάτιζες	=	αδυνατίζω
αδυνάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνάτισμα	noun	το να γίνεται κανείς πιο αδύνατος, πιο λεπτός, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδυνατίζω
αδυναμία	noun	έλλειψη δύναμης, δυνατότητας ή δεξιότητας
αδυναμίας	noun	γενική ενικού του αδυναμία
αδυναμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυναμία
αδυναμιών	noun	γενική πληθυντικού του αδυναμία
αδυνατίζαμε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζαν	=	αδυνατίζω
αδυνατίζανε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζατε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζει	=	αδυνατίζω
αδυνατίζεις	=	αδυνατίζω
αδυνατίζετε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζομε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίζουμε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζουν	=	αδυνατίζω
αδυνατίζουνε	=	αδυνατίζω
αδυνατίζω	verb	χάνω βάρος και γίνομαι πιο αδύνατος
αδυνατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσαν	=	αδυνατίζω
αδυνατίσανε	=	αδυνατίζω
αδυνατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνάτισμα
αδυνατίσματος	noun	γενική ενικού του αδυνάτισμα
αδυνατίσομε	=	αδυνατίζω
αδυνατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσουνε	=	αδυνατίζω
αδυνατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αδυνατίζω
αδυνατεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αδυνατώ
αδυνατείς	=	αδυνατώ
αδυνατείτε	=	αδυνατώ
αδυνατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αδυνάτισμα
αδυνατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνατισμένο
αδυνατισμένε	verb	κλητική ενικού του αδυνατισμένος
αδυνατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνατισμένη
αδυνατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδυνατισμένος
αδυνατισμένης	verb	γενική ενικού του αδυνατισμένη
αδυνατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αδυνατισμένος
αδυνατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδυνατισμένος
αδυνατισμένος	verb	που έχει αδυνατίσει, έχει χάσει σωματικό βάρος
αδυνατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδυνατισμένος
αδυνατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αδυνατισμένος
αδυνατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδυνατισμένος
αδυνατιστικά	=	αδυνατιστικός
αδυνατιστικέ	adj	κλητική ενικού του αδυνατιστικός
αδυνατιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνατιστική
αδυνατιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδυνατιστικός
αδυνατιστικής	adj	γενική ενικού του αδυνατιστική
αδυνατιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδυνατιστικός
αδυνατιστικού	adj	γενική ενικού του αδυνατιστικός
αδυνατιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδυνατιστικός
αδυνατιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αδυνατιστικός
αδυνατιστικός	adj	που συμβάλλει στο αδυνάτισμα
αδυνατιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αδυνατιστικός
αδυνατοτήτων	=	αδυνατότητα
αδυνατούμε	=	αδυνατώ
αδυνατούν	=	αδυνατώ
αδυνατούνε	=	αδυνατώ
αδυνατούσα	=	αδυνατώ
αδυνατούσαμε	=	αδυνατώ
αδυνατούσαν	=	αδυνατώ
αδυνατούσανε	=	αδυνατώ
αδυνατούσατε	=	αδυνατώ
αδυνατούσε	=	αδυνατώ
αδυνατούσες	=	αδυνατώ
αδυνατούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνατούτσικο
αδυνατούτσικε	adj	κλητική ενικού του αδυνατούτσικος
αδυνατούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυνατούτσικη
αδυνατούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδυνατούτσικος
αδυνατούτσικης	adj	γενική ενικού του αδυνατούτσικη
αδυνατούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του αδυνατούτσικος
αδυνατούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδυνατούτσικος
αδυνατούτσικος	adj	αρκετά αδύνατος
αδυνατούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδυνατούτσικος
αδυνατούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδυνατούτσικος
αδυνατούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδυνατούτσικος
αδυνατότατα	=	αδύνατος
αδυνατότατε	=	αδύνατος
αδυνατότατες	=	αδύνατος
αδυνατότατη	=	αδύνατος
αδυνατότατης	=	αδύνατος
αδυνατότατο	=	αδύνατος
αδυνατότατοι	=	αδύνατος
αδυνατότατος	=	αδύνατος
αδυνατότατου	=	αδύνατος
αδυνατότατους	=	αδύνατος
αδυνατότατων	=	αδύνατος
αδυνατότερα	=	αδύνατος
αδυνατότερε	=	αδύνατος
αδυνατότερες	=	αδύνατος
αδυνατότερη	=	αδύνατος
αδυνατότερης	=	αδύνατος
αδυνατότερο	=	αδύνατος
αδυνατότεροι	=	αδύνατος
αδυνατότερος	=	αδύνατος
αδυνατότερου	=	αδύνατος
αδυνατότερους	=	αδύνατος
αδυνατότερων	=	αδύνατος
αδυνατότητα	noun	η έλλειψη δυνατότητας
αδυνατότητας	=	αδυνατότητα
αδυνατότητες	=	αδυνατότητα
αδυνατώ	verb	δεν μπορώ, δεν έχω τη δύναμη ή τη δυνατότητα να κάνω κάτι
αδυνατώντας	=	αδυνατώ
αδυσώπητα	=	αδυσώπητος
αδυσώπητε	adj	κλητική ενικού του αδυσώπητος
αδυσώπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδυσώπητη
αδυσώπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδυσώπητος
αδυσώπητης	adj	γενική ενικού του αδυσώπητη
αδυσώπητο	adj	αιτιατική ενικού του αδυσώπητος
αδυσώπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδυσώπητος
αδυσώπητος	adj	που δεν δείχνει έλεος, λύπηση
αδυσώπητου	adj	γενική ενικού του αδυσώπητος
αδυσώπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδυσώπητος
αδυσώπητων	adj	γενική πληθυντικού του αδυσώπητος
αδωροδόκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδωροδόκητο
αδωροδόκητε	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητες	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητη	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητης	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητο	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητοι	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητος	adj	που δεν έχει δωροδοκηθεί ή που δεν μπορεί να τον δωροδοκήσει κανείς
αδωροδόκητου	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητους	=	αδωροδόκητος
αδωροδόκητων	=	αδωροδόκητος
αδόκητα	adv	χωρίς να το περιμένει κανείς, απρόσμενα, απροσδόκητα
αδόκητε	adj	κλητική ενικού του αδόκητος
αδόκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόκητη
αδόκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδόκητος
αδόκητης	adj	γενική ενικού του αδόκητη
αδόκητο	adj	αιτιατική ενικού του αδόκητος
αδόκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδόκητος
αδόκητος	adj	μη αναμενόμενος, απροσδόκητος
αδόκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδόκητος
αδόκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδόκητος
αδόκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδόκητος
αδόκιμα	=	αδόκιμος
αδόκιμε	=	αδόκιμος
αδόκιμες	=	αδόκιμος
αδόκιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδόκιμος
αδόκιμης	=	αδόκιμος
αδόκιμο	=	αδόκιμος
αδόκιμοι	=	αδόκιμος
αδόκιμος	adj	μη δόκιμος
αδόκιμου	=	αδόκιμος
αδόκιμους	=	αδόκιμος
αδόκιμων	=	αδόκιμος
αδόλεσχα	=	αδόλεσχος
αδόλεσχε	=	αδόλεσχος
αδόλεσχη	=	αδόλεσχος
αδόλεσχο	=	αδόλεσχος
αδόλεσχοι	=	αδόλεσχος
αδόλεσχος	adj	φλύαρος
αδόλεσχου	=	αδόλεσχος
αδόλεσχους	=	αδόλεσχος
αδόλεσχων	=	αδόλεσχος
αδόλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόλωτο
αδόλωτε	adj	κλητική ενικού του αδόλωτος
αδόλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόλωτη
αδόλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδόλωτος
αδόλωτης	adj	γενική ενικού του αδόλωτη
αδόλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αδόλωτος
αδόλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδόλωτος
αδόλωτος	adj	που δεν έχει δόλωμα
αδόλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδόλωτος
αδόλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδόλωτος
αδόλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδόλωτος
αδόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόμητο
αδόμητε	adj	κλητική ενικού του αδόμητος
αδόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόμητη
αδόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδόμητος
αδόμητης	adj	γενική ενικού του αδόμητη
αδόμητο	adj	αιτιατική ενικού του αδόμητος
αδόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδόμητος
αδόμητος	adj	που δεν έχει δομηθεί
αδόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδόμητος
αδόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδόμητος
αδόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδόμητος
αδόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόνητο
αδόνητε	adj	κλητική ενικού του αδόνητος
αδόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδόνητη
αδόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδόνητος
αδόνητης	adj	γενική ενικού του αδόνητη
αδόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αδόνητος
αδόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδόνητος
αδόνητος	adj	που δεν δονείται
αδόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδόνητος
αδόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδόνητος
αδόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδόνητος
αδόξαστα	=	αδόξαστος
αδόξαστε	=	αδόξαστος
αδόξαστες	=	αδόξαστος
αδόξαστη	=	αδόξαστος
αδόξαστης	=	αδόξαστος
αδόξαστο	=	αδόξαστος
αδόξαστοι	=	αδόξαστος
αδόξαστος	adj	που δεν έχει δοξολογηθεί· συνήθως μόνο στη φράση: αλλάζω τον αδόξαστο κάποιου
αδόξαστου	=	αδόξαστος
αδόξαστους	=	αδόξαστος
αδόξαστων	=	αδόξαστος
αδύναμα	adv	χωρίς δύναμη
αδύναμε	adj	κλητική ενικού του αδύναμος
αδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδύναμη
αδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδύναμος
αδύναμης	adj	γενική ενικού του αδύναμη
αδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του αδύναμος
αδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδύναμος
αδύναμος	adj	που δεν έχει δυνάμεις
αδύναμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αδύναμος
αδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδύναμος
αδύναμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αδύναμος
αδύνατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδύνατο
αδύνατε	adj	κλητική ενικού του αδύνατος
αδύνατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αδύνατη
αδύνατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδύνατος
αδύνατης	adj	γενική ενικού του αδύνατη
αδύνατο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αδύνατος
αδύνατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αδύνατος
αδύνατος	adj	που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί
αδύνατου	adj	γενική ενικού του αδύνατος
αδύνατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αδύνατος
αδύνατων	adj	γενική πληθυντικού του αδύνατος
αδύτου	noun	γενική ενικού του άδυτο
αδύτων	noun	γενική πληθυντικού του άδυτο
αδώρητα	=	αδώρητος
αδώρητε	=	αδώρητος
αδώρητες	=	αδώρητος
αδώρητη	=	αδώρητος
αδώρητης	=	αδώρητος
αδώρητο	=	αδώρητος
αδώρητοι	=	αδώρητος
αδώρητος	adj|rare	αυτός που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να δωρηθεί
αδώρητου	=	αδώρητος
αδώρητους	=	αδώρητος
αδώρητων	=	αδώρητος
αε	abbrev	Αυτού Εξοχότης θηλυκό
αεί	adv|formal	πάντοτε, πάντα (μόνο σε λόγιες εκφράσεις)
αείζωος	adj	μονοτονική γραφή του ἀείζωος
αείλανθε	=	αείλανθος
αείλανθο	=	αείλανθος
αείλανθοι	=	αείλανθος
αείλανθος	noun	άλλη γραφή του αΐλανθος
αείλανθου	=	αείλανθος
αείλανθους	=	αείλανθος
αείλανθων	=	αείλανθος
αείμνηστα	=	αείμνηστος
αείμνηστε	=	αείμνηστος
αείμνηστες	=	αείμνηστος
αείμνηστη	=	αείμνηστος
αείμνηστης	=	αείμνηστος
αείμνηστο	=	αείμνηστος
αείμνηστοι	=	αείμνηστος
αείμνηστος	adj	που θα τον θυμόμαστε πάντα, αναφέρεται για κάποιον που απεβίωσε
αείμνηστου	=	αείμνηστος
αείμνηστους	=	αείμνηστος
αείμνηστων	=	αείμνηστος
αείποτε	adv	πάντοτε, πάντα
αείροα	=	αείροος
αείροε	=	αείροος
αείροες	=	αείροος
αείροη	=	αείροος
αείροης	=	αείροος
αείροο	=	αείροος
αείροοι	=	αείροος
αείροος	adj|formal	που ρέει συνεχώς
αείροου	=	αείροος
αείροους	=	αείροος
αείροων	=	αείροος
αείφυλλα	=	αείφυλλος
αείφυλλε	=	αείφυλλος
αείφυλλες	=	αείφυλλος
αείφυλλη	=	αείφυλλος
αείφυλλης	=	αείφυλλος
αείφυλλο	=	αείφυλλος
αείφυλλοι	=	αείφυλλος
αείφυλλος	adj	συνώνυμο του αειθαλής
αείφυλλου	=	αείφυλλος
αείφυλλους	=	αείφυλλος
αείφυλλων	=	αείφυλλος
αεα	abbrev	Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία
αεβε	abbrev	ακρωνύμιο που συνοδεύει τον τίτλο ανωνύμων εταιρειών που έχουν δηλώσει στην Εφορία ότι έχουν εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες
αεδ	abbrev	Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
αεδακ	abbrev	Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων
αεεχ	abbrev	Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου
αει	abbrev	ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα
αειθαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αειθαλής
αειθαλή	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αειθαλές
αειθαλής	adj	που δεν ρίχνει τα φύλλα του το χειμώνα
αειθαλείς	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αειθαλής
αειθαλούς	=	αειθαλής
αειθαλών	adj	γενική πληθυντικού του αειθαλής
αεικίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αεικίνητος	adv	χωρίς να σταματάει κάτι να κουνιέται
αεικίνητε	adj	κλητική ενικού του αεικίνητος
αεικίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεικίνητη
αεικίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεικίνητος
αεικίνητης	adj	γενική ενικού του αεικίνητη
αεικίνητο	adj	αιτιατική ενικού του αεικίνητος
αεικίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεικίνητος
αεικίνητον	=	αεικίνητο
αεικίνητος	adj	που κινείται διαρκώς
αεικίνητου	adj	γενική ενικού του αεικίνητος
αεικίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεικίνητος
αεικίνητων	adj	γενική πληθυντικού του αεικίνητος
αεικινησία	noun	το να κινείται κάποιος συνεχώς, το να μην κάθεται ήρεμος
αεικινησίας	noun	γενική ενικού του αεικινησία
αεικινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεικινησία
αεικινησιών	noun	γενική πληθυντικού του αεικινησία
αειμακάριστα	=	αειμακάριστος
αειμακάριστε	=	αειμακάριστος
αειμακάριστες	=	αειμακάριστος
αειμακάριστη	=	αειμακάριστος
αειμακάριστης	=	αειμακάριστος
αειμακάριστο	=	αειμακάριστος
αειμακάριστοι	=	αειμακάριστος
αειμακάριστος	adj	που αξίζει να τον μακαρίζει κανείς για πάντα
αειμακάριστου	=	αειμακάριστος
αειμακάριστους	=	αειμακάριστος
αειμακάριστων	=	αειμακάριστος
αειπάρθενος	adj	προσωνυμία της Παναγίας
αειρόου	=	αείροος
αειρόους	=	αείροος
αειρόων	=	αείροος
αειφαγία	noun	το να τρώει κάποιος συνέχεια
αειφαγίας	noun	γενική ενικού του αειφαγία
αειφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αειφαγία
αειφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αειφαγία
αειφανές	=	αειφανής
αειφανή	=	αειφανής
αειφανής	adj	αυτός που είναι πάντοτε ορατός
αειφανείς	=	αειφανής
αειφανούς	=	αειφανής
αειφανών	=	αειφανής
αειφορία	noun	διαχείριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων ώστε να διασφαλίζεται η συνέχισή τους στο μέλλον
αειφορίας	=	αειφορία
αειφορικά	=	αειφορικός
αειφορικέ	=	αειφορικός
αειφορικές	=	αειφορικός
αειφορική	=	αειφορικός
αειφορικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αειφορική) του αειφορικός
αειφορικοί	=	αειφορικός
αειφορικοτήτων	=	αειφορικότητα
αειφορικού	=	αειφορικός
αειφορικούς	=	αειφορικός
αειφορικό	=	αειφορικός
αειφορικός	adj	άλλη μορφή του αειφόρος
αειφορικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αειφορικού
αειφορικότητας	=	αειφορικότητα
αειφορικότητες	=	αειφορικότητα
αειφορικών	=	αειφορικός
αειφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αειφόρος
αειφόρας	adj	γενική ενικού του αειφόρα
αειφόρε	=	αειφόρος
αειφόρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αειφόρα
αειφόρο	adj	αιτιατική ενικού του αειφόρος
αειφόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αειφόρος
αειφόρος	adj	αυτός που εγγυάται την αειφορία, που εξασφαλίζει την παραγωγή αγαθών χωρίς την μείωση της παραγωγικής δυνατότητας
αειφόρου	adj	γενική ενικού του αειφόρος
αειφόρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αειφόρος
αειφόρων	adj	γενική πληθυντικού του αειφόρος
αειφύλλου	=	αείφυλλος
αειφύλλους	=	αείφυλλος
αειφύλλων	=	αείφυλλος
αεκ	abbrev	ομάδα ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης κ.α. η οποία ιδρύθηκε το 1924 με βασικό πυρήνα πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία.
αεμ	abbrev	ελληνική αντιστασιακή οργάνωση την περίοδο της δικτατορίας του 1967
αεν	abbrev	ελληνικές δημόσιες σχολές εμπορικού ναυτικού (πρώην ΑΔΣΕΝ), σε διάφορα μέρη της Ελλάδας (λ.χ.
αενάως	adv|formal	αέναα
αεναότητα	noun|rare	η κατάσταση της αδιάκοπης διάρκειας
αεπ	abbrev	ουδέτερο άκλιτο ακρωνύμιο, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν
αεππ	abbrev	Ανάπτυξη Εφαρμογών σε Προγραμματιστικό Περιβάλλον
αεράγημα	noun	στρατιωτικός όρος, αεροπορικός όρος άγημα που μεταφέρεται με αεροπορικό μέσο {αεροπλάνο ή ελικόπτερο)
αεράδικα	=	αεράδικο
αεράδικο	noun|informal	συνώνυμο του υγραεριοφόρο, το υγραεριοφόρο πλοίο
αεράδικου	=	αεράδικο
αεράδικων	=	αεράδικο
αεράθλημα	noun	άθλημα όπου πιλότοι με τα ιπτάμενά τους οχήματα συναγωνίζονται
αεράκατε	=	αεράκατος
αεράκατο	=	αεράκατος
αεράκατοι	=	αεράκατος
αεράκατος	noun	μικρό ταχύπλοο σκάφος, που φέρει στη πρύμη (εξωτερικά) πηδάλιο αεροπλάνου
αεράκατου	=	αεράκατος
αεράκατους	=	αεράκατος
αεράκατων	=	αεράκατος
αεράκι	noun	ελαφρύ ρεύμα αέρα
αεράκια	=	αεράκι
αεράμυνα	noun	η άμυνα από αεροπορικές επιδρομές
αεράμυνας	noun	γενική ενικού του αεράμυνα
αεράμυνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεράμυνα
αεράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεράτο
αεράτε	adj	κλητική ενικού του αεράτος
αεράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεράτη
αεράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεράτος
αεράτης	adj	γενική ενικού του αεράτη
αεράτο	adj	αιτιατική ενικού του αεράτος
αεράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεράτος
αεράτος	adj	που χαρακτηρίζεται από χάρη και ζωηρότητα
αεράτου	adj	γενική ενικού του αεράτος
αεράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεράτος
αεράτων	adj	γενική πληθυντικού του αεράτος
αερέγχυμα	noun	ιστός κυρίως των υδρόβιων φυτών που απαντάται σ΄ όλα τα όργανά τους (ρίζες, βλαστός, φύλλα) και που μοιάζει με φελλό με μεγάλες κοιλότητες γεμάτες αέρα μεταξύ των κυττάρων (μεσοκυττάριοι χώροι).
αερέλκυθρα	=	αερέλκυθρο
αερέλκυθρο	noun	πεδιλοφόρο όχημα που κινείται στο χιόνι η στον πάγο, με τη βοήθεια ελικοφόρου κινητήρα, ιδιαίτερα διαδεδομένο στις βόρειες χώρες
αερέλκυθρου	=	αερέλκυθρο
αερέλκυθρων	=	αερέλκυθρο
αερίζαμε	=	αερίζω
αερίζαν	=	αερίζω
αερίζανε	=	αερίζω
αερίζατε	=	αερίζω
αερίζει	=	αερίζω
αερίζεις	=	αερίζω
αερίζεσαι	=	αερίζω
αερίζεστε	=	αερίζω
αερίζεται	=	αερίζω
αερίζετε	=	αερίζω
αερίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αερίζω
αερίζομε	=	αερίζω
αερίζονται	=	αερίζω
αερίζονταν	=	αερίζω
αερίζοντας	=	αερίζω
αερίζουμε	=	αερίζω
αερίζουν	=	αερίζω
αερίζουνε	=	αερίζω
αερίζω	verb	εκθέτω ένα χώρο ή κάποιο υλικό στον αέρα του περιβάλλοντος
αερίου	noun	γενική ενικού του αέριο
αερίους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αέριος
αερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσαν	=	αερίζω
αερίσανε	=	αερίζω
αερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέρισμα
αερίσματος	noun	γενική ενικού του αέρισμα
αερίσομε	=	αερίζω
αερίσου	=	αερίζω
αερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίσουνε	=	αερίζω
αερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζω
αερίων	noun	γενική πληθυντικού του αέριο
αεραγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεράγημα
αεραγήματος	noun	γενική ενικού του αεράγημα
αεραγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αεράγημα
αεραγηματάρχες	=	αεραγηματάρχης
αεραγηματάρχη	=	αεραγηματάρχης
αεραγηματάρχης	noun	ο διοικητής αεραγήματος
αεραγηματαρχών	=	αεραγηματάρχης
αεραγηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραγηματικό
αεραγηματικέ	adj	κλητική ενικού του αεραγηματικός
αεραγηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραγηματική
αεραγηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεραγηματικός
αεραγηματικής	adj	γενική ενικού του αεραγηματική
αεραγηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεραγηματικός
αεραγηματικού	adj	γενική ενικού του αεραγηματικός
αεραγηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεραγηματικός
αεραγηματικό	adj	αιτιατική ενικού του αεραγηματικός
αεραγηματικός	adj	σχετικός με αεράγημα
αεραγηματικών	adj	γενική πληθυντικού του αεραγηματικός
αεραγωγέ	noun	κλητική ενικού του αεραγωγός
αεραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεραγωγός
αεραγωγού	noun	γενική ενικού του αεραγωγός
αεραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεραγωγός
αεραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του αεραγωγός
αεραγωγός	noun	αγωγός αέρα, σωλήνας ή μεγαλύτερο σύστημα που επιτρέπει την κυκλοφορία και την ανανέωση του ατμοσφαιρικού αέρα
αεραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του αεραγωγός
αεραθλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεράθλημα
αεραθλήματος	noun	γενική ενικού του αεράθλημα
αεραθλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αεράθλημα
αεραθλητές	=	αεραθλητής
αεραθλητή	=	αεραθλητής
αεραθλητής	noun	αθλητής που επιδίδεται σε αεράθλημα
αεραθλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραθλητικό
αεραθλητικέ	adj	κλητική ενικού του αεραθλητικός
αεραθλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραθλητική
αεραθλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεραθλητικός
αεραθλητικής	adj	γενική ενικού του αεραθλητική
αεραθλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεραθλητικός
αεραθλητικού	adj	γενική ενικού του αεραθλητικός
αεραθλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεραθλητικός
αεραθλητικό	adj	αιτιατική ενικού του αεραθλητικός
αεραθλητικός	adj	σχετικός με τον αεραθλητισμό
αεραθλητικών	adj	γενική πληθυντικού του αεραθλητικός
αεραθλητισμέ	noun	κλητική ενικού του αεραθλητισμός
αεραθλητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεραθλητισμός
αεραθλητισμού	noun	γενική ενικού του αεραθλητισμός
αεραθλητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεραθλητισμός
αεραθλητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αεραθλητισμός
αεραθλητισμός	noun	αθλητισμός που επιδίδεται με αεραθλήματα
αεραθλητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αεραθλητισμός
αεραθλητών	=	αεραθλητής
αερακάτου	=	αεράκατος
αερακάτους	=	αεράκατος
αερακάτων	=	αεράκατος
αερακιού	noun|rare	γενική ενικού του αεράκι
αεραμυνών	noun	γενική πληθυντικού του αεράμυνα
αερανάρτηση	noun	ανάρτηση που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα
αερανάρτησης	noun	γενική ενικού του αερανάρτηση
αεραναρτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερανάρτηση
αεραναρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αερανάρτηση
αεραναρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αερανάρτηση
αεραντίών	=	αεραντλία
αεραντλία	noun	αντλία αέρα
αεραντλίας	noun	γενική ενικού του αεραντλία
αεραντλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραντλία
αεραντλιών	noun	γενική πληθυντικού του αεραντλία
αεραποβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραπόβαση
αεραποβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αεραπόβαση
αεραποβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αεραπόβαση
αεραποβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραποβατικό
αεραποβατικέ	adj	κλητική ενικού του αεραποβατικός
αεραποβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεραποβατική
αεραποβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεραποβατικός
αεραποβατικής	adj	γενική ενικού του αεραποβατική
αεραποβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεραποβατικός
αεραποβατικού	adj	γενική ενικού του αεραποβατικός
αεραποβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεραποβατικός
αεραποβατικό	adj	αιτιατική ενικού του αεραποβατικός
αεραποβατικός	adj	(στρατιωτικός όρος, αεροπορικός όρος ο σχετικός με αεραπόβαση
αεραποβατικών	adj	γενική πληθυντικού του αεραποβατικός
αεραποθήκες	=	αεραποθήκη
αεραποθήκη	noun	(αεροπορικός όρος), (ναυτικός όρος): χώρος ή δεξαμενή φύλαξης αέρα για μελλοντική παροχή
αεραποθήκης	=	αεραποθήκη
αεραποθηκών	=	αεραποθήκη
αεραπόβαση	noun	απόβαση που επιχειρείται με αεροπλάνα και ελικόπτερα
αεραπόβασης	noun	γενική ενικού του αεραπόβαση
αερασθένεια	noun	(ιατρική): παλαιότερη ονομασία της αεροναυτίας
αερασθένειας	noun	γενική ενικού του αερασθένεια
αερασθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερασθένεια
αερασθενειών	noun	γενική πληθυντικού του αερασθένεια
αεργία	noun	η κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτός που δεν επιθυμεί να εργαστεί, ο άεργος
αεργίας	noun	γενική ενικού του αεργία
αεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεργία
αεργιών	noun	γενική πληθυντικού του αεργία
αερεγχυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αερέγχυμα
αερεγχύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερέγχυμα
αερεγχύματος	noun	γενική ενικού του αερέγχυμα
αερεπίγεια	=	αερεπίγειος
αερεπίγειας	=	αερεπίγειος
αερεπίγειε	=	αερεπίγειος
αερεπίγειες	=	αερεπίγειος
αερεπίγειο	=	αερεπίγειος
αερεπίγειοι	=	αερεπίγειος
αερεπίγειος	adj	που αφορά τον αέρα και τη γη, που γίνεται μεταξύ αέρα και γης
αερεπίγειου	=	αερεπίγειος
αερεπίγειους	=	αερεπίγειος
αερεπίγειων	=	αερεπίγειος
αεριαγωγέ	noun	κλητική ενικού του αεριαγωγός
αεριαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεριαγωγός
αεριαγωγού	noun	γενική ενικού του αεριαγωγός
αεριαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεριαγωγός
αεριαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του αεριαγωγός
αεριαγωγός	noun	αγωγός αερίων
αεριαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του αεριαγωγός
αεριζόμασταν	=	αερίζω
αεριζόμαστε	=	αερίζω
αεριζόμενος	=	αερίζω
αεριζόμουν	=	αερίζω
αεριζόμουνα	=	αερίζω
αεριζόντουσαν	=	αερίζω
αεριζόσασταν	=	αερίζω
αεριζόσαστε	=	αερίζω
αεριζόσουν	=	αερίζω
αεριζόσουνα	=	αερίζω
αεριζόταν	=	αερίζω
αεριζότανε	=	αερίζω
αερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερικό
αερικέ	adj	κλητική ενικού του αερικός
αερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερική
αερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερικός
αερικής	adj	γενική ενικού του αερική
αερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερικός
αερικού	adj	γενική ενικού του αερικός
αερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αερικός
αερικό	noun	μεταφυσικό ον	adj	αιτιατική ενικού του αερικός
αερικός	adj|vulgar	που έχει σχέση με τον αέρα, που αναφέρεται στον αέρα
αερικών	adj	γενική πληθυντικού του αερικός
αεριογεννήτρια	noun	συσκευή που μετατρέπει στερεά ή υγρά καύσιμα σε καύσιμο αέριο μέσω χημικών διεργασιών
αεριογεννήτριας	=	αεριογεννήτρια
αεριογεννήτριες	=	αεριογεννήτρια
αεριογεννητριών	=	αεριογεννήτρια
αεριοκίνηση	noun	άλλη μορφή του υγραεριοκίνηση
αεριοκίνησης	=	αεριοκίνηση
αεριοκινήσεις	=	αεριοκίνηση
αεριοκινήσεων	=	αεριοκίνηση
αεριομέτρου	=	αεριόμετρο
αεριομέτρων	=	αεριόμετρο
αεριοποίησα	=	αεριοποιώ
αεριοποίησαν	=	αεριοποιώ
αεριοποίησε	=	αεριοποιώ
αεριοποίησες	=	αεριοποιώ
αεριοποίηση	noun	η προσπάθεια ή η διαδικασία μετατροπής ενός στερεού ή υγρού σε αέριο
αεριοποίησης	noun	γενική ενικού του αεριοποίηση
αεριοποιήθηκα	=	αεριοποιώ
αεριοποιήσαμε	=	αεριοποιώ
αεριοποιήσαν	=	αεριοποιώ
αεριοποιήσανε	=	αεριοποιώ
αεριοποιήσατε	=	αεριοποιώ
αεριοποιήσει	=	αεριοποιώ
αεριοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεριοποίηση
αεριοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αεριοποίηση
αεριοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αεριοποίηση
αεριοποιήστε	=	αεριοποιώ
αεριοποιεί	=	αεριοποιώ
αεριοποιείς	=	αεριοποιώ
αεριοποιείτε	=	αεριοποιώ
αεριοποιημένος	=	αεριοποιώ
αεριοποιητές	=	αεριοποιητής
αεριοποιητή	=	αεριοποιητής
αεριοποιητής	noun	συσκευή ή μηχάνημα που συμβάλλει στη μετατροπή ενός στερεού ή υγρού σε αέριο
αεριοποιητών	=	αεριοποιητής
αεριοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αεριοποιώ
αεριοποιούμε	=	αεριοποιώ
αεριοποιούν	=	αεριοποιώ
αεριοποιούνε	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσα	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσαμε	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσαν	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσανε	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσατε	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσε	=	αεριοποιώ
αεριοποιούσες	=	αεριοποιώ
αεριοποιώ	verb	μετατρέπω κάποιο στερεό ή υγρό σε αέριο
αεριοποιώντας	=	αεριοποιώ
αεριοπροωθήσεις	=	αεριοπροώθηση
αεριοπροωθήσεων	=	αεριοπροώθηση
αεριοπροωθούμενα	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενε	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενες	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενη	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενης	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενο	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενοι	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενος	adj	ο αεριωθούμενος
αεριοπροωθούμενου	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενους	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροωθούμενων	=	αεριοπροωθούμενος
αεριοπροώθηση	noun	ταυτόσημο με αεριώθηση
αεριοπροώθησης	=	αεριοπροώθηση
αεριοσκοπίου	=	αεριοσκόπιο
αεριοσκοπίων	=	αεριοσκόπιο
αεριοσκόπια	=	αεριοσκόπιο
αεριοσκόπιο	noun	συσκευή που εξετάζει ύπαρξη αερίων σ΄ ένα σώμα, ή χώρο
αεριοσκόπιου	=	αεριοσκόπιο
αεριοστροβίλου	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστροβίλους	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστροβίλων	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστροβιλωθητήρα	=	αεριοστροβιλωθητήρας
αεριοστροβιλωθητήρας	noun	είδος κινητήρα που επιτυγχάνει την ώθηση με την εισαγωγή αέρα από μπροστά, που χρησιμοποιείται για την καύση κάποιου καυσίμου, και κατόπιν την εξαγωγή των θερμών προϊόντων καύσης από ένα προωστικό ακροφύσιο στο πίσω μέρος
αεριοστροβιλωθητήρες	=	αεριοστροβιλωθητήρας
αεριοστροβιλωθητήρων	=	αεριοστροβιλωθητήρας
αεριοστρόβιλε	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστρόβιλο	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστρόβιλοι	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστρόβιλος	noun	άλλη μορφή του αεροστρόβιλος
αεριοστρόβιλου	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστρόβιλους	=	αεριοστρόβιλος
αεριοστρόβιλων	=	αεριοστρόβιλος
αεριοταμιευτήρα	=	αεριοταμιευτήρας
αεριοταμιευτήρας	noun	ταμιευτήρας / δεξαμενή αερίου
αεριοταμιευτήρες	=	αεριοταμιευτήρας
αεριοταμιευτήρων	=	αεριοταμιευτήρας
αεριοφυλάκια	=	αεριοφυλάκιο
αεριοφυλάκιο	noun	δοχείο στο οποίο αποθηκεύονται καύσιμα αέρια σε συνθήκες σταθερής πίεσης, ώστε μετά να γίνει μεταφορά τους για κατανάλωση
αεριοφυλάκιου	=	αεριοφυλάκιο
αεριοφυλακίου	=	αεριοφυλάκιο
αεριοφυλακίων	=	αεριοφυλάκιο
αεριοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεριοφόρο
αεριοφόρας	=	αεριοφόρος
αεριοφόρε	=	αεριοφόρος
αεριοφόρες	=	αεριοφόρος
αεριοφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αεριοφόρος	noun	ειδικός τύπος δεξαμενόπλοιου μεταφοράς αερίων σε υγρή μορφή
αεριοφόροι	=	αεριοφόρος
αεριοφόρος	adj	αυτός που φέρει, ή μεταφέρει αέριο ή αέρια
αεριοφόρου	noun	γενική ενικού του αεριοφόρο
αεριοφόρους	=	αεριοφόρος
αεριοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του αεριοφόρο
αεριοφώτων	=	αεριόφως
αεριού	=	αέρι
αεριούχα	=	αεριούχος
αεριούχας	=	αεριούχος
αεριούχε	=	αεριούχος
αεριούχες	=	αεριούχος
αεριούχο	=	αεριούχος
αεριούχοι	=	αεριούχος
αεριούχος	adj	που έχει ανθρακικό
αεριούχου	=	αεριούχος
αεριούχους	=	αεριούχος
αεριούχων	=	αεριούχος
αερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αέρισμα
αερισμέ	noun	κλητική ενικού του αερισμός
αερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερισμένο
αερισμένε	verb	κλητική ενικού του αερισμένος
αερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερισμένη
αερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερισμένος
αερισμένης	verb	γενική ενικού του αερισμένη
αερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αερισμένος
αερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερισμένος
αερισμένος	=	αερίζω
αερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αερισμένος
αερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αερισμένος
αερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αερισμένος
αερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερισμός
αερισμού	noun	γενική ενικού του αερισμός
αερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αερισμός
αερισμό	noun	αιτιατική ενικού του αερισμός
αερισμός	noun	η ενέργεια του αερίζω
αερισμών	noun	γενική πληθυντικού του αερισμός
αεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστήκαν	=	αερίζω
αεριστήκανε	=	αερίζω
αεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστήρα	=	αεριστήρας
αεριστήρας	noun	εξάρτημα ή μηχάνημα που διευκολύνει τον αερισμό, τη διέλευση του αέρα· που συμβάλλει στην ανάμειξη του αέρα με μια ουσία, όπως το χώμα ή κάποιο υγρό.
αεριστήρες	=	αεριστήρας
αεριστήρων	=	αεριστήρας
αεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριστούνε	=	αερίζω
αεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αερίζομαι
αεριτζή	=	αεριτζής
αεριτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεριτζής
αεριτζήδων	=	αεριτζής
αεριτζής	noun	που προσπαθεί να αποκομίσει κέρδος ή άλλο όφελος είτε με ύποπτες δουλειές είτε δίνοντας κενές υποσχέσεις ή ψευδή εικόνα των δυνατοτήτων του, χωρίς όμως ποτέ να διακινδυνεύει δικά του κεφάλαια, (μεταφορικά) υπόσχεται αέρα
αεριτζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεριτζίδικο
αεριτζίδικε	adj	κλητική ενικού του αεριτζίδικος
αεριτζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεριτζίδικη
αεριτζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεριτζίδικος
αεριτζίδικης	adj	γενική ενικού του αεριτζίδικη
αεριτζίδικια	=	αεριτζίδικος
αεριτζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του αεριτζίδικος
αεριτζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεριτζίδικος
αεριτζίδικος	adj	που χαρακτηρίζει τον αεριτζή και τις μεθόδους του για να αποκτήσει εισοδήματα
αεριτζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αεριτζίδικος
αεριτζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεριτζίδικος
αεριτζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αεριτζίδικος
αεριτζού	=	αεριτζής
αεριωδών	adj	γενική πληθυντικού του αεριώδης
αεριωθήσεις	=	αεριώθηση
αεριωθήσεων	=	αεριώθηση
αεριωθουμένου	=	αεριωθούμενο
αεριωθουμένων	=	αεριωθούμενο
αεριωθούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεριωθούμενο
αεριωθούμενε	=	αεριωθούμενος
αεριωθούμενες	=	αεριωθούμενος
αεριωθούμενη	=	αεριωθούμενος
αεριωθούμενης	=	αεριωθούμενος
αεριωθούμενο	noun	σύγχρονο αεροσκάφος το οποίο κινείται από την ώση που παράγουν, αντί ελίκων, αεριοστρόβιλοι που εκτοξεύουν αέρια	adj	αυτό που ωθείται από αεριοστρόβιλο
αεριωθούμενοι	=	αεριωθούμενος
αεριωθούμενος	adj	που κινείται με αεριώθηση
αεριωθούμενου	noun	γενική ενικού του αεριωθούμενο
αεριωθούμενους	=	αεριωθούμενος
αεριωθούμενων	noun	γενική πληθυντικού του αεριωθούμενο
αεριόμετρα	=	αεριόμετρο
αεριόμετρο	noun	όργανο ή συσκευή με τα οποία μετράμε τη μάζα ή την πυκνότητα ενός αερίου
αεριόμετρου	=	αεριόμετρο
αεριόμετρων	=	αεριόμετρο
αεριόφως	noun	φως που παράγεται από το φωταέριο
αεριόφωτα	=	αεριόφως
αεριόφωτο	noun	μορφή του αεριόφως με κατάληξη της δημοτικής
αεριόφωτος	=	αεριόφως
αεριόφωτου	=	αεριόφωτο
αεριόφωτων	=	αεριόφωτο
αεριώδεις	=	αεριώδης
αεριώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αεριώδης
αεριώδη	=	αεριώδης
αεριώδης	adj	που έχει μορφή αερίου
αεριώδους	=	αεριώδες
αεριώθηση	noun	προώθηση αεροπλάνου με δημιουργία και εκτόξευση καυσαερίων με πάρα πολύ μεγάλη ταχύτητα προς την αντίθετη κατεύθυνση
αεριώθησης	=	αεριώθηση
αεριών	=	αέρι
αεροΰφαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροΰφαντο
αεροΰφαντε	adj	κλητική ενικού του αεροΰφαντος
αεροΰφαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροΰφαντη
αεροΰφαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροΰφαντος
αεροΰφαντης	adj	γενική ενικού του αεροΰφαντη
αεροΰφαντο	adj	αιτιατική ενικού του αεροΰφαντος
αεροΰφαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροΰφαντος
αεροΰφαντος	adj|poetic	υφασμένος με λεπτή καλοδουλεμένη ύφανση
αεροΰφαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αεροΰφαντος
αεροΰφαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροΰφαντος
αεροΰφαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αεροΰφαντος
αεροβάμον	=	αεροβάμων
αεροβάμονα	=	αεροβάμων
αεροβάμονας	=	αεροβάμων
αεροβάμονες	=	αεροβάμων
αεροβάμονος	=	αεροβάμων
αεροβάμων	adj	αυτός που αεροβατεί, που πετάει στα σύννεφα, πουβρίσκεται εκτός πραγματικότητας
αεροβάπτισμα	noun	εξαιρετική διαδικασία βάπτισης («κατ' οικονομίαν») όταν κινδυνεύει η ζωή αβάπτιστου νηπίου, που κατά την Ορθόδοξη εκκλησία μπορεί να τελεστεί από οποιονδήποτε Χριστιανό ή Χριστιανή, χωρίς την τριπλή καταβύθιση και ανάδυση του μωρού στο αγιασμένο νερό της κολυμπήθρας (δηλ. τέλεση της βάπτισης «στον αέρα»)
αεροβάτες	=	αεροβάτης
αεροβάτη	=	αεροβάτης
αεροβάτης	noun	αυτός που βαδίζει στον αέρα
αεροβίωση	noun	η διαβίωση σε περιβάλλον με οξυγόνο
αεροβίωσης	noun	γενική ενικού του αεροβίωση
αεροβαμόνων	=	αεροβάμων
αεροβαπτίσματα	=	αεροβάπτισμα
αεροβαπτίσματος	=	αεροβάπτισμα
αεροβαπτισμάτων	=	αεροβάπτισμα
αεροβαπτισμέ	=	αεροβαπτισμός
αεροβαπτισμοί	=	αεροβαπτισμός
αεροβαπτισμού	=	αεροβαπτισμός
αεροβαπτισμούς	=	αεροβαπτισμός
αεροβαπτισμό	=	αεροβαπτισμός
αεροβαπτισμός	noun	το αεροβάπτισμα
αεροβαπτισμών	=	αεροβαπτισμός
αεροβασία	noun	το βάδισμα στον αέρα
αεροβασίας	noun	γενική ενικού του αεροβασία
αεροβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροβασία
αεροβασιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροβασία
αεροβατούσα	=	αεροβατώ
αεροβατώ	verb	βαδίζω, περπατώ στον αέρα
αεροβατών	=	αεροβάτης
αεροβικά	=	αεροβικός
αεροβικέ	=	αεροβικός
αεροβικές	=	αεροβικός
αεροβική	noun	μορφή γυμναστικής με ρυθμικές κινήσεις που ενισχύει την αντοχή και τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος
αεροβικής	=	αεροβικός
αεροβικοί	=	αεροβικός
αεροβικού	=	αεροβικός
αεροβικούς	=	αεροβικός
αεροβικό	=	αεροβικός
αεροβικός	adj	που απαιτεί ή αξιοποιεί το οξυγόνο για την παραγωγή ενέργειας, συχνά σε σχέση με τη φυσική άσκηση ή τις βιολογικές διεργασίες
αεροβικών	=	αεροβικός
αεροβιολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που μελετά τα βιολογικά σωματίδια της ατμόσφαιρας, όπως γύρη, σπόρια και μικροοργανισμούς
αεροβιολογίας	=	αεροβιολογία
αεροβιολογίες	=	αεροβιολογία
αεροβιολογικά	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικέ	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικές	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογική	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αεροβιολογική) του αεροβιολογικός
αεροβιολογικοί	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικού	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικούς	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικό	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογικός	adj	σχετικός με την αεροβιολογία
αεροβιολογικών	=	αεροβιολογικός
αεροβιολογιών	=	αεροβιολογία
αεροβιομηχανία	noun	αεροπορική βιομηχανία, βιομηχανία κατασκευής αεροπλάνων ή εξαρτημάτων αυτών
αεροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του αεροβιομηχανία
αεροβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροβιομηχανία
αεροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροβιομηχανία
αεροβιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροβίωση
αεροβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αεροβίωση
αεροβιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αεροβίωση
αεροβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροβόλο
αεροβόλο	noun	όπλο που εκτοξεύει βολίδα με χρήση πεπιεσμένου αέρα
αεροβόλος	adj	που αφορά όπλο ή μηχανισμό που χρησιμοποιεί πεπιεσμένο αέρα για την εκτόξευση βλημάτων ή άλλων αντικειμένων
αεροβόλου	noun	γενική ενικού του αεροβόλο
αεροβόλων	noun	γενική πληθυντικού του αεροβόλο
αερογάμη	=	αερογάμης
αερογάμηδες	=	αερογάμης
αερογάμηδων	=	αερογάμης
αερογάμης	noun	αυτός που καυχιέται για φανταστικές ερωτικές σχέσεις
αερογέλες	=	αερογέλη
αερογέλη	noun	υπερελαφρύ στερεό με εξαιρετική πορώδη υφή, στο οποίο το υγρό ενός πηκτώματος έχει αντικατασταθεί από αέριο, διατηρώντας μια ανθεκτική αλλά διάφανη δομή
αερογέλης	=	αερογέλη
αερογέφυρα	noun	συντονισμένη προσπάθεια μεταφοράς ανθρώπων, υλικών, βοήθειας κ.λπ. με πολλαπλές πτήσεις αεροπλάνων
αερογέφυρας	noun	γενική ενικού του αερογέφυρα
αερογέφυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερογέφυρα
αερογελών	=	αερογέλη
αερογενές	=	αερογενής
αερογενή	=	αερογενής
αερογενής	adj	που μεταδίδεται ή διασπείρεται μέσω του αέρα
αερογενείς	=	αερογενής
αερογενούς	=	αερογενής
αερογενών	=	αερογενής
αερογενώς	adv	με αερογενή τρόπο
αερογεφυρών	noun	γενική πληθυντικού του αερογέφυρα
αερογράφε	=	αερογράφος
αερογράφο	=	αερογράφος
αερογράφοι	=	αερογράφος
αερογράφος	noun	εργαλείο ψεκασμού που χρησιμοποιεί πεπιεσμένο αέρα για την ακριβή και ομοιόμορφη εφαρμογή χρώματος ή μελανιού σε επιφάνειες
αερογράφου	=	αερογράφος
αερογράφους	=	αερογράφος
αερογράφων	=	αερογράφος
αερογραμμές	=	αερογραμμή
αερογραμμή	noun	γραμμή αεροπορικής εταιρείας που συνδέει σε σταθερή βάση δύο πόλεις
αερογραμμής	=	αερογραμμή
αερογραμμών	=	αερογραμμή
αερογραφία	noun	τεχνική ζωγραφικής που χρησιμοποιεί αερογράφο για τη δημιουργία λεπτομερών και ομοιόμορφων χρωματικών επιφανειών
αερογραφίας	=	αερογραφία
αερογραφίες	=	αερογραφία
αερογραφικά	=	αερογραφικός
αερογραφικέ	=	αερογραφικός
αερογραφικές	=	αερογραφικός
αερογραφική	=	αερογραφικός
αερογραφικής	=	αερογραφικός
αερογραφικοί	=	αερογραφικός
αερογραφικού	=	αερογραφικός
αερογραφικούς	=	αερογραφικός
αερογραφικό	=	αερογραφικός
αερογραφικός	adj	που έχει σχέση με την αερογραφία ή τον αερογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
αερογραφικών	=	αερογραφικός
αερογραφιών	=	αερογραφία
αεροδίκες	=	αεροδίκης
αεροδίκη	=	αεροδίκης
αεροδίκης	noun	στρατιωτικός δικαστής, μέλος αεροδικείου
αεροδίνες	=	αεροδίνη
αεροδίνη	noun	δίνη αέρα, που δημιουργείται όταν συγκρούονται δύο αντίθετα αέρια ρεύματα, η οποία μετακινείται περιστρεφόμενη
αεροδίνης	=	αεροδίνη
αεροδίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδίνητο
αεροδίνητε	adj	κλητική ενικού του αεροδίνητος
αεροδίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδίνητη
αεροδίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροδίνητος
αεροδίνητης	adj	γενική ενικού του αεροδίνητη
αεροδίνητο	adj	αιτιατική ενικού του αεροδίνητος
αεροδίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροδίνητος
αεροδίνητος	adj	που στροβιλίζεται στον αέρα
αεροδίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αεροδίνητος
αεροδίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροδίνητος
αεροδίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αεροδίνητος
αεροδεξαμενοσκάφη	=	αεροδεξαμενοσκάφος
αεροδεξαμενοσκάφος	noun	ειδικό αεροσκάφος με δεξαμενή καυσίμων που προορίζεται στον εφοδιασμό των αεροσκαφών κατά την πτήση με καύσιμα.
αεροδεξαμενοσκάφους	=	αεροδεξαμενοσκάφος
αεροδεξαμενοσκαφών	=	αεροδεξαμενοσκάφος
αεροδιάδρομε	noun	κλητική ενικού του αεροδιάδρομος
αεροδιάδρομο	noun	αιτιατική ενικού του αεροδιάδρομος
αεροδιάδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροδιάδρομος
αεροδιάδρομος	noun	ο ειδικά οριοθετημένος διάδρομος στην ατμόσφαιρα μέσα στον οποίο υποχρεούνται να κινούνται τα αεροσκάφη, υποκείμενα στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας
αεροδιάστημα	noun	όρος που αναφέρεται στην ατμόσφαιρα της Γης και το διάστημα πέρα από αυτήν, ειδικά σε σχέση με την αεροναυτική και την αστροναυτική, καθώς και στη σχετική επιστήμη, τεχνολογία και βιομηχανία
αεροδιαδρόμου	noun	γενική ενικού του αεροδιάδρομος
αεροδιαδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροδιάδρομος
αεροδιαδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του αεροδιάδρομος
αεροδιακομιδές	=	αεροδιακομιδή
αεροδιακομιδή	noun	η διακομιδή που γίνεται από αέρος, με εναέρια μέσα
αεροδιακομιδής	=	αεροδιακομιδή
αεροδιακομιδών	=	αεροδιακομιδή
αεροδιαπερατά	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατέ	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατές	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατή	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατής	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατοί	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατοτήτων	=	αεροδιαπερατότητα
αεροδιαπερατού	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατούς	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατό	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαπερατός	adj	που διαπερνιέται από τον αέρα (χωρίς να χάνει τη συνοχή του)
αεροδιαπερατότητα	noun	το να είναι κάτι αεροδιαπερατό, η ιδιότητα του αεροδιαπερατού
αεροδιαπερατότητας	=	αεροδιαπερατότητα
αεροδιαπερατότητες	=	αεροδιαπερατότητα
αεροδιαπερατών	=	αεροδιαπερατός
αεροδιαστήματα	=	αεροδιάστημα
αεροδιαστήματος	=	αεροδιάστημα
αεροδιαστημάτων	=	αεροδιάστημα
αεροδιαστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδιαστημικό
αεροδιαστημικέ	adj	κλητική ενικού του αεροδιαστημικός
αεροδιαστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδιαστημική
αεροδιαστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροδιαστημικός
αεροδιαστημικής	adj	γενική ενικού του αεροδιαστημική
αεροδιαστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροδιαστημικός
αεροδιαστημικού	adj	γενική ενικού του αεροδιαστημικός
αεροδιαστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροδιαστημικός
αεροδιαστημικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροδιαστημικός
αεροδιαστημικός	adj	σχετικός με την ατμόσφαιρα και το κοσμικό διάστημα
αεροδιαστημικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροδιαστημικός
αεροδιαφήμιση	noun	η προβολή διαφημιστικών ή άλλων μηνυμάτων ή εικόνων από αεροσκάφος, συνήθως μέσω πανό ή φωτεινών επιγραφών
αεροδιαφήμισης	=	αεροδιαφήμιση
αεροδιαφημίσεις	=	αεροδιαφήμιση
αεροδιαφημίσεων	=	αεροδιαφήμιση
αεροδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδικείο
αεροδικείο	noun	(αεροπορικός όρος, νομικός όρος στρατιωτικό δικαστήριο για τους οπλίτες και αξιωματικούς της πολεμικής αεροπορίας
αεροδικείου	noun	γενική ενικού του αεροδικείο
αεροδικείων	noun	γενική πληθυντικού του αεροδικείο
αεροδικών	=	αεροδίκης
αεροδινών	=	αεροδίνη
αεροδρομίου	noun	γενική ενικού του αεροδρόμιο
αεροδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του αεροδρόμιο
αεροδρομιακός	adj|formal	που έχει σχέση με αεροδρόμιο, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
αεροδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδρομικό
αεροδρομικέ	adj	κλητική ενικού του αεροδρομικός
αεροδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδρομική
αεροδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροδρομικός
αεροδρομικής	adj	γενική ενικού του αεροδρομική
αεροδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροδρομικός
αεροδρομικού	adj	γενική ενικού του αεροδρομικός
αεροδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροδρομικός
αεροδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροδρομικός
αεροδρομικός	adj|formal	που έχει σχέση με αεροδρόμιο, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
αεροδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροδρομικός
αεροδρομικώς	adv|rare	σχετικά με ένα αεροδρόμιο
αεροδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδρόμιο
αεροδρόμιο	noun	επίπεδη περιοχή στην ξηρά ή στο νερό με εγκαταστάσεις κι εξοπλισμό που εξυπηρετούν την προσγείωση, την απογείωση, τη φύλαξη και τον ανεφοδιασμό αεροσκαφών, καθώς και τη διακίνηση εμπορευμάτων κι επιβατών
αεροδρόμιον	=	αεροδρόμιο
αεροδρόμιου	noun	γενική ενικού του αεροδρόμιο
αεροδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδυναμικό
αεροδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του αεροδυναμικός
αεροδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροδυναμική
αεροδυναμική	noun	κλάδος που μελετά τη ροή του αέρα γύρω σώματα και την κίνηση των σωμάτων μέσα στον αέρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροδυναμικός
αεροδυναμικής	adj	γενική ενικού του αεροδυναμική
αεροδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροδυναμικός
αεροδυναμικοτήτων	=	αεροδυναμικότητα
αεροδυναμικού	adj	γενική ενικού του αεροδυναμικός
αεροδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροδυναμικός
αεροδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροδυναμικός
αεροδυναμικός	adj	που διαθέτει σχήμα και κατασκευή τέτοια που ελαττώνουν την αντίστασή του στον αέρα, ιδιαίτερα σε μεγάλες ταχύτητες
αεροδυναμικότητα	noun	η ιδιότητα του αεροδυναμικού
αεροδυναμικότητας	=	αεροδυναμικότητα
αεροδυναμικότητες	=	αεροδυναμικότητα
αεροδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροδυναμικός
αεροελέγκτρια	noun	θηλυκό του αεροελεγκτής
αεροελέγκτριας	=	αεροελέγκτρια
αεροελέγκτριες	=	αεροελέγκτρια
αεροελαστικά	=	αεροελαστικός
αεροελαστικέ	=	αεροελαστικός
αεροελαστικές	=	αεροελαστικός
αεροελαστική	=	αεροελαστικός
αεροελαστικής	=	αεροελαστικός
αεροελαστικοί	=	αεροελαστικός
αεροελαστικοτήτων	=	αεροελαστικότητα
αεροελαστικού	=	αεροελαστικός
αεροελαστικούς	=	αεροελαστικός
αεροελαστικό	=	αεροελαστικός
αεροελαστικός	adj	που έχει σχέση με το αεροελαστικότητα ή αναφέρεται σʼ αυτή
αεροελαστικότητα	adj	κλάδος της μηχανικής που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ αεροδυναμικών φορτίων και ελαστικών δομών, εξετάζοντας πώς οι ροές αέρα προκαλούν παραμορφώσεις σε κατασκευές όπως τα πτερύγια και η άτρακτος αεροσκαφών
αεροελαστικότητας	=	αεροελαστικότητα
αεροελαστικότητες	=	αεροελαστικότητα
αεροελαστικών	=	αεροελαστικός
αεροελεγκτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροελεγκτής
αεροελεγκτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αεροελεγκτής
αεροελεγκτής	noun	ο ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
αεροελεγκτριών	=	αεροελέγκτρια
αεροελεγκτών	=	αεροελεγκτής
αεροεπιβάτες	=	αεροεπιβάτης
αεροεπιβάτη	=	αεροεπιβάτης
αεροεπιβάτης	noun	αυτός που ταξιδεύει με αεροπλάνο, ο επιβάτης αεροσκάφους
αεροεπιβατών	=	αεροεπιβάτης
αεροζόλ	noun	γενικά το αερόλυμα
αεροθάλαμε	noun	κλητική ενικού του αεροθάλαμος
αεροθάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του αεροθάλαμος
αεροθάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροθάλαμος
αεροθάλαμος	noun	σφαιρικό ή κυλινδρικό αντικείμενο με περίβλημα από καουτσούκ που μπορεί να γεμίσει με αέρα· τοποθετείται στο εσωτερικό μιας μπάλας ή ενός τροχού και όταν είναι σωστά φουσκωμένος προσδίδει σ' αυτά τα αντικείμενα το τελικό τους σχήμα και τα καθιστά λειτουργικά
αεροθάλαμου	=	αεροθάλαμος
αεροθάλαμους	=	αεροθάλαμος
αεροθαλάμου	noun	γενική ενικού του αεροθάλαμος
αεροθαλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροθάλαμος
αεροθαλάμων	noun	γενική πληθυντικού του αεροθάλαμος
αεροθεραπεία	noun	η χρησιμοποίηση του καθαρού αέρα της υπαίθρου για θεραπευτικούς λόγους
αεροθεραπείας	noun	γενική ενικού του αεροθεραπεία
αεροθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροθεραπεία
αεροθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του αεροθεραπεία
αεροθεραπευτικά	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικέ	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικές	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτική	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικής	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικοί	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικού	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικούς	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικό	=	αεροθεραπευτικός
αεροθεραπευτικός	adj	που έχει σχέση με την αεροθεραπεία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αεροθεραπευτικών	=	αεροθεραπευτικός
αεροθερμαντήρα	=	αεροθερμαντήρας
αεροθερμαντήρας	noun	θερμαντική συσκευή που θερμαίνει τον αέρα και τον εκτοξεύει στον περιβάλλοντα χώρο
αεροθερμαντήρες	=	αεροθερμαντήρας
αεροθερμαντήρων	=	αεροθερμαντήρας
αεροθερμομέτρου	=	αεροθερμόμετρο
αεροθερμομέτρων	=	αεροθερμόμετρο
αεροθερμόμετρα	=	αεροθερμόμετρο
αεροθερμόμετρο	noun	θερμόμετρο που μετρά τη θερμοκρασία του αέρα
αεροθερμόμετρου	=	αεροθερμόμετρο
αεροθερμόμετρων	=	αεροθερμόμετρο
αεροκίνητα	=	αεροκίνητος
αεροκίνητε	=	αεροκίνητος
αεροκίνητες	=	αεροκίνητος
αεροκίνητη	=	αεροκίνητος
αεροκίνητης	=	αεροκίνητος
αεροκίνητο	=	αεροκίνητος
αεροκίνητοι	=	αεροκίνητος
αεροκίνητος	adj	που κινείται χάρη στην πίεση του αέρα
αεροκίνητου	=	αεροκίνητος
αεροκίνητους	=	αεροκίνητος
αεροκίνητων	=	αεροκίνητος
αεροκαθαριστήρα	=	αεροκαθαριστήρας
αεροκαθαριστήρας	noun	συσκευή ή μηχάνημα που φιλτράρει και καθαρίζει τον αέρα
αεροκαθαριστήρες	=	αεροκαθαριστήρας
αεροκαθαριστήρων	=	αεροκαθαριστήρας
αεροκαθαριστηρών	=	αεροκαθαριστήρας
αεροκουβέντα	noun	αερολογία, αερολόγημα
αεροκουβέντας	noun	γενική ενικού του αεροκουβέντα
αεροκουβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροκουβέντα
αεροκουρτίνα	noun	τύπος αιρκοντίσιον που τοποθετείται σε εισόδους και στέλνει τον αέρα κάθετα και δημιουργεί ένα φράγμα για τον αέρα που βρίσκεται έξω ώστε να μην επηρεάζεται άμεσα η θερμοκρασία του εσωτερικού χώρου
αεροκουρτίνας	=	αεροκουρτίνα
αεροκουρτίνες	=	αεροκουρτίνα
αεροκουρτίνων	=	αεροκουρτίνα
αερολέσχες	=	αερολέσχη
αερολέσχη	noun	σωματείο (λέσχη) για ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον αεραθλητισμό
αερολέσχης	=	αερολέσχη
αερολίθου	=	αερόλιθος
αερολίθους	=	αερόλιθος
αερολίθων	=	αερόλιθος
αερολεσχών	=	αερολέσχη
αερολεωφορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολεωφορείο
αερολεωφορείο	noun|formal	αεροπλάνο πολύ μεγάλης χωρητικότητας
αερολεωφορείου	noun	γενική ενικού του αερολεωφορείο
αερολεωφορείων	noun	γενική πληθυντικού του αερολεωφορείο
αερολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολιθικό
αερολιθικέ	adj	κλητική ενικού του αερολιθικός
αερολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολιθική
αερολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερολιθικός
αερολιθικής	adj	γενική ενικού του αερολιθική
αερολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερολιθικός
αερολιθικού	adj	γενική ενικού του αερολιθικός
αερολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αερολιθικός
αερολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του αερολιθικός
αερολιθικός	adj	ο σχετικός με αερόλιθο
αερολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του αερολιθικός
αερολιμένα	=	αερολιμένας
αερολιμένας	noun	το αεροδρόμιο (επίσημο)
αερολιμένες	=	αερολιμένας
αερολιμένων	=	αερολιμένας
αερολιμενάρχα	=	αερολιμενάρχης
αερολιμενάρχες	=	αερολιμενάρχης
αερολιμενάρχη	=	αερολιμενάρχης
αερολιμενάρχης	noun	ο επικεφαλής των υπηρεσιών ενός αεροδρομίου
αερολιμενάρχου	=	αερολιμενάρχης
αερολιμεναρχών	=	αερολιμενάρχης
αερολιμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολιμενικό
αερολιμενικέ	adj	κλητική ενικού του αερολιμενικός
αερολιμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολιμενική
αερολιμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερολιμενικός
αερολιμενικής	adj	γενική ενικού του αερολιμενική
αερολιμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερολιμενικός
αερολιμενικού	adj	γενική ενικού του αερολιμενικός
αερολιμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αερολιμενικός
αερολιμενικό	adj	αιτιατική ενικού του αερολιμενικός
αερολιμενικός	noun	δημόσιος υπάλληλος που είναι επιφορτισμένος με την επίβλεψη και έλεγχο των αεροπορικών εταιριών και άλλων χρηστών που χρησιμοποιούν το αεροδρόμιο όπως επίσης και με την εκπροσώπιση του κράτους σε αυτό	adj	σχετικός με τον αερολιμένα
αερολιμενικών	adj	γενική πληθυντικού του αερολιμενικός
αερολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολόγημα
αερολογήματος	noun	γενική ενικού του αερολόγημα
αερολογήσαμε	=	αερολογώ
αερολογήσαν	=	αερολογώ
αερολογήσανε	=	αερολογώ
αερολογήσατε	=	αερολογώ
αερολογήσει	=	αερολογώ
αερολογήστε	=	αερολογώ
αερολογία	noun	λόγος χωρίς βάση, άσκοπος
αερολογίας	noun	γενική ενικού του αερολογία
αερολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερολογία
αερολογεί	=	αερολογώ
αερολογείς	=	αερολογώ
αερολογείτε	=	αερολογώ
αερολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αερολόγημα
αερολογικά	=	αερολογικός
αερολογικέ	=	αερολογικός
αερολογικές	=	αερολογικός
αερολογική	=	αερολογικός
αερολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αερολογική) του αερολογικός
αερολογικοί	=	αερολογικός
αερολογικού	=	αερολογικός
αερολογικούς	=	αερολογικός
αερολογικό	=	αερολογικός
αερολογικός	adj	σχετικός με την αερολογία
αερολογικών	=	αερολογικός
αερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αερολογία
αερολογούμε	=	αερολογώ
αερολογούν	=	αερολογώ
αερολογούνε	=	αερολογώ
αερολογούσα	=	αερολογώ
αερολογούσαμε	=	αερολογώ
αερολογούσαν	=	αερολογώ
αερολογούσανε	=	αερολογώ
αερολογούσατε	=	αερολογώ
αερολογούσε	=	αερολογώ
αερολογούσες	=	αερολογώ
αερολογώ	verb	λέω λόγια του αέρα, άσκοπα και χωρίς νόημα
αερολογώντας	=	αερολογώ
αερολυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αερόλυμα
αερολόγε	=	αερολόγος
αερολόγημα	noun	αερολογία, αεροκουβέντα
αερολόγησα	=	αερολογώ
αερολόγησαν	=	αερολογώ
αερολόγησε	=	αερολογώ
αερολόγησες	=	αερολογώ
αερολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αερολόγος
αερολόγοι	=	αερολόγος
αερολόγος	noun	εκείνος που εκφέρει αερολογίες, που λέει εκφράσεις κενές περιεχομένου, χωρίς ουσία, ανοησίες
αερολόγου	=	αερολόγος
αερολόγους	=	αερολόγος
αερολόγων	=	αερολόγος
αερολύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόλυμα
αερολύματος	noun	γενική ενικού του αερόλυμα
αερολύσεις	=	αερόλυση
αερολύσεων	=	αερόλυση
αεροματσάκονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροματσάκονο
αεροματσάκονο	noun	επαναληπτικό κρουστικό εργαλείο η άκρη του οποίου καταλήγει σε ματσακόνι που λειτουργεί με παροχή αέρα από αεροσυμπιεστή (κομπρεσέρ)
αεροματσάκονου	=	αεροματσάκονο
αεροματσάκονων	=	αεροματσάκονο
αερομαχία	noun	η εμπλοκή σε μάχη δυο ή περισσότερων εχθρικών μαχητικών στον αέρα σε κοντινή απόσταση με ή χωρίς εξαπόλυση πυρών μεταξύ τους
αερομαχίας	noun	γενική ενικού του αερομαχία
αερομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερομαχία
αερομαχητικά	=	αερομαχητικός
αερομαχητικέ	=	αερομαχητικός
αερομαχητικές	=	αερομαχητικός
αερομαχητική	=	αερομαχητικός
αερομαχητικής	=	αερομαχητικός
αερομαχητικοί	=	αερομαχητικός
αερομαχητικού	=	αερομαχητικός
αερομαχητικούς	=	αερομαχητικός
αερομαχητικό	noun	αεροσκάφος που έχει σχέση με αερομαχίες, αναφέρεται σʼ αυτές ή παίρνει μέρος σʼ αυτές
αερομαχητικός	adj	που έχει σχέση με αερομαχίες, αναφέρεται σʼ αυτές ή παίρνει μέρος σʼ αυτές
αερομαχητικών	=	αερομαχητικός
αερομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του αερομαχία
αερομεταφερόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερομεταφερόμενο
αερομεταφερόμενε	verb	κλητική ενικού του αερομεταφερόμενος
αερομεταφερόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερομεταφερόμενη
αερομεταφερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερομεταφερόμενος
αερομεταφερόμενης	verb	γενική ενικού του αερομεταφερόμενη
αερομεταφερόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αερομεταφερόμενος
αερομεταφερόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερομεταφερόμενος
αερομεταφερόμενος	verb	που μεταφέρεται με εναέριο μεταφορικό μέσο (όπως με αεροπλάνο, ελικόπτερο)
αερομεταφερόμενου	verb	γενική ενικού του αερομεταφερόμενος
αερομεταφερόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αερομεταφερόμενος
αερομεταφερόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αερομεταφερόμενος
αερομεταφορά	noun	μεταφορά με ιπτάμενο μέσο (αεροπλάνο, ελικόπτερο, αερόστατο...)
αερομεταφοράς	noun	γενική ενικού του αερομεταφορά
αερομεταφορέα	=	αερομεταφορέας
αερομεταφορέας	noun	εταιρεία που εκτελεί αερομεταφορές
αερομεταφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερομεταφορά
αερομεταφορέων	=	αερομεταφορέας
αερομεταφορείς	=	αερομεταφορέας
αερομεταφορών	=	αερομεταφορά
αερομηχανική	noun	τομέας της φυσικής που ασχολείται με τις δυνάμεις και τις κινήσεις των αερίων, καθώς και με την αλληλεπίδρασή τους με στερεά σώματα
αερομηχανικής	=	αερομηχανική
αερομιχλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αερομιχλώδης
αερομοντέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερομοντέλο
αερομοντέλο	noun	ομοίωμα πραγματικής πτητικής συσκευής, κατασκευασμένο για ψυχαγωγικούς λόγους
αερομοντέλου	noun	γενική ενικού του αερομοντέλο
αερομοντέλων	noun	γενική πληθυντικού του αερομοντέλο
αερομοντελίστρια	=	αερομοντελιστής
αερομοντελισμέ	noun	κλητική ενικού του αερομοντελισμός
αερομοντελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερομοντελισμός
αερομοντελισμού	noun	γενική ενικού του αερομοντελισμός
αερομοντελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αερομοντελισμός
αερομοντελισμό	noun	αιτιατική ενικού του αερομοντελισμός
αερομοντελισμός	noun	αεράθλημα, τεχνική κατασκευής και πτήσης ομοιωμάτων πραγματικών ιπτάμενων συσκευών, για ψυχαγωγικούς και επιδεικτικούς λόγους (αγώνες)
αερομοντελισμών	noun	γενική πληθυντικού του αερομοντελισμός
αερομοντελιστές	=	αερομοντελιστής
αερομοντελιστή	=	αερομοντελιστής
αερομοντελιστής	noun	αυτός που ασχολείται με τον αερομοντελισμό
αερομοντελιστικά	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικέ	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικές	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστική	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικής	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικοί	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικού	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικούς	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικό	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αερομοντελισμό ή τον αερομοντελιστή ή αναφέρεται σʼ αυτά
αερομοντελιστικών	=	αερομοντελιστικός
αερομοντελιστών	=	αερομοντελιστής
αεροναυαγοσωστικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυαγοσωστικό
αεροναυαγοσωστικέ	=	αεροναυαγοσωστικός
αεροναυαγοσωστικές	=	αεροναυαγοσωστικός
αεροναυαγοσωστική	=	αεροναυαγοσωστικός
αεροναυαγοσωστικής	=	αεροναυαγοσωστικός
αεροναυαγοσωστικοί	=	αεροναυαγοσωστικός
αεροναυαγοσωστικού	=	αεροναυαγοσωστικό
αεροναυαγοσωστικούς	=	αεροναυαγοσωστικός
αεροναυαγοσωστικό	noun	εξειδικευμένος τύπος πολεμικού αεροσκάφους ή ελικοπτέρου για έρευνα και διάσωση στη θάλασσα
αεροναυαγοσωστικός	adj	που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού με αεροσκάφος ή αναφέρεται σʼ αυτά
αεροναυαγοσωστικών	=	αεροναυαγοσωστικό
αεροναυμαχία	noun	ναυμαχία με εμπλοκή πολεμικών αεροσκαφών
αεροναυμαχίας	noun	γενική ενικού του αεροναυμαχία
αεροναυμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυμαχία
αεροναυμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροναυμαχία
αεροναυπηγέ	noun	κλητική ενικού του αεροναυπηγός
αεροναυπηγία	noun	η αεροναυπηγική
αεροναυπηγίας	=	αεροναυπηγία
αεροναυπηγίες	=	αεροναυπηγία
αεροναυπηγικά	=	αεροναυπηγικός
αεροναυπηγικέ	=	αεροναυπηγικός
αεροναυπηγικές	=	αεροναυπηγική
αεροναυπηγική	noun	η τέχνη της κατασκευής ιπτάμενων συσκευών
αεροναυπηγικής	=	αεροναυπηγική
αεροναυπηγικοί	=	αεροναυπηγικός
αεροναυπηγικού	=	αεροναυπηγικός
αεροναυπηγικούς	=	αεροναυπηγικός
αεροναυπηγικό	=	αεροναυπηγικός
αεροναυπηγικός	adj	που σχετίζεται με την αεροναυπηγική
αεροναυπηγικών	=	αεροναυπηγική
αεροναυπηγιών	=	αεροναυπηγία
αεροναυπηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροναυπηγός
αεροναυπηγού	noun	γενική ενικού του αεροναυπηγός
αεροναυπηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροναυπηγός
αεροναυπηγό	noun	αιτιατική ενικού του αεροναυπηγός
αεροναυπηγός	noun	ο κατασκευαστής ιπτάμενων συσκευών
αεροναυπηγών	noun	γενική πληθυντικού του αεροναυπηγός
αεροναυσιπλοΐα	noun	τομέας που αφορά τη μετακίνηση και τη ναυσιπλοΐα τόσο στον αέρα όσο και στη θάλασσα
αεροναυσιπλοΐας	=	αεροναυσιπλοΐα
αεροναυσιπλοΐες	=	αεροναυσιπλοΐα
αεροναυσιπλοϊών	=	αεροναυσιπλοΐα
αεροναυτία	noun	(ιατρική): ναυτία που απαντάται σε πτητικό μέσον
αεροναυτίας	noun	γενική ενικού του αεροναυτία
αεροναυτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτία
αεροναυτίλε	=	αεροναυτίλος
αεροναυτίλο	=	αεροναυτίλος
αεροναυτίλοι	=	αεροναυτίλος
αεροναυτίλος	noun	ο αεροπλοηγός
αεροναυτίλου	=	αεροναυτίλος
αεροναυτίλους	=	αεροναυτίλος
αεροναυτίλων	=	αεροναυτίλος
αεροναυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτικό
αεροναυτικέ	adj	κλητική ενικού του αεροναυτικός
αεροναυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτική
αεροναυτική	noun	η επιστήμη που μελετά την πτήση των αεροσκαφών	adj	* ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροναυτικός
αεροναυτικής	adj	γενική ενικού του αεροναυτική
αεροναυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτικός
αεροναυτικού	adj	γενική ενικού του αεροναυτικός
αεροναυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροναυτικός
αεροναυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροναυτικός
αεροναυτικός	adj	σχετικός με την αεροναυτική
αεροναυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροναυτικός
αεροναυτιλία	noun	οι γνώσεις και η τεχνική πλοήγησης και ελέγχου αεροσκαφών
αεροναυτιλίας	noun	γενική ενικού του αεροναυτιλία
αεροναυτιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτιλία
αεροναυτιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτιλιακό
αεροναυτιλιακέ	adj	κλητική ενικού του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτιλιακή
αεροναυτιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιακής	adj	γενική ενικού του αεροναυτιλιακή
αεροναυτιλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιακού	adj	γενική ενικού του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιακός	adj	που έχει σχέση με την αεροναυτιλία ή τον αεροναυτίλο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αεροναυτιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του αεροναυτιλιακός
αεροναυτιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροναυτιλία
αεροναυτιλλομένου	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλομένους	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλομένων	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλόμενε	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλόμενο	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλόμενοι	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλόμενος	noun	που κινείται με κάποιο ιπτάμενο μέσο στον αέρα
αεροναυτιλλόμενου	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλόμενους	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιλλόμενων	=	αεροναυτιλλόμενος
αεροναυτιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροναυτία
αεροναυτών	=	αεροναύτης
αεροναύτες	=	αεροναύτης
αεροναύτη	=	αεροναύτης
αεροναύτης	noun	μέλος πληρώματος ενός αερόστατου
αερονομία	noun	η αστυνομία της πολεμικής αεροπορίας
αερονομίας	=	αερονομία
αερονομίες	=	αερονομία
αερονομιών	=	αερονομία
αεροπ	=	αεροπορία
αεροπέδηση	noun	μέθοδος επιβράδυνσης διαστημικού σκάφους που εκμεταλλεύεται την αντίσταση της ατμόσφαιρας ενός πλανήτη, μειώνοντας έτσι την ταχύτητα και την κατανάλωση καυσίμων
αεροπέδησης	=	αεροπέδηση
αεροπανό	noun	διαφημιστικό πανό το οποίο τοποθετείται μεταξύ δύο στύλων ή σέρνεται από αεροπλάνο
αεροπεδήσεις	=	αεροπέδηση
αεροπεδήσεων	=	αεροπέδηση
αεροπειρατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπειρατής
αεροπειρατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αεροπειρατής
αεροπειρατής	noun	αυτός που επιβιβάζεται ως επιβάτης σε ένα αεροπλάνο και προσπαθεί με βίαια μέσα να αποκτήσει τον έλεγχο του σκάφους, πειρατής που δρα στον αέρα
αεροπειρατία	noun	η κατάληψη με τη βία αεροσκάφους εν πτήσει από κάποιον από τους επιβαίνοντες
αεροπειρατίας	=	αεροπειρατία
αεροπειρατίες	=	αεροπειρατία
αεροπειρατίνα	noun	αυτή που προσπαθεί να αποκτήσει βίαια τον έλεγχο αεροσκάφους
αεροπειρατίνας	=	αεροπειρατίνα
αεροπειρατίνες	=	αεροπειρατίνα
αεροπειρατίνων	=	αεροπειρατίνα
αεροπειρατεία	noun	κατάληψη ενός αεροσκάφους με τη χρήση βίας
αεροπειρατείας	noun	γενική ενικού του αεροπειρατεία
αεροπειρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπειρατεία
αεροπειρατειών	noun	γενική πληθυντικού του αεροπειρατεία
αεροπειρατιών	=	αεροπειρατία
αεροπειρατών	noun	γενική πληθυντικού του αεροπειρατής
αεροπερατοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αεροπερατότητα
αεροπερατότητα	noun	άλλη μορφή του αεροδιαπερατότητα
αεροπερατότητας	noun	γενική ενικού του αεροπερατότητα
αεροπερατότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπερατότητα
αεροπερπατητές	=	αεροπερπατητής
αεροπερπατητή	=	αεροπερπατητής
αεροπερπατητής	noun	όργανο γυμναστικής που προσομοιάζει την κίνηση του βαδίσματος στον αέρα, επιτρέποντας την άσκηση χωρίς κραδασμούς και ενδυναμώνοντας ταυτόχρονα τον άνω και κάτω κορμό
αεροπερπατητών	=	αεροπερπατητής
αεροπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλάνο
αεροπλάνο	noun	πτητική συσκευή, βαρύτερη από τον αέρα, που πετά χάρη στην εμφάνιση δυναμικής άνωσης στις επιφάνειες των φτερών του
αεροπλάνου	noun	γενική ενικού του αεροπλάνο
αεροπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του αεροπλάνο
αεροπλαγκτόν	noun	πλαγκτόν που μεταφέρεται από ρεύματα του αέρα πάνω από το έδαφος.
αεροπλανάκι	noun	υποκοριστικό του αεροπλάνο
αεροπλανάκια	=	αεροπλανάκι
αεροπλανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλανικό
αεροπλανικέ	adj	κλητική ενικού του αεροπλανικός
αεροπλανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλανική
αεροπλανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροπλανικός
αεροπλανικής	adj	γενική ενικού του αεροπλανική
αεροπλανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροπλανικός
αεροπλανικού	adj	γενική ενικού του αεροπλανικός
αεροπλανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροπλανικός
αεροπλανικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροπλανικός	noun	παλαιστικό κόλπο ή τέχνασμα, κατά το οποίο ο παλαιστής σηκώνει τον αντίπαλο και τον πετάει μακριά
αεροπλανικός	adj	που έχει σχέση με τα αεροπλάνα, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
αεροπλανικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροπλανικός
αεροπλανοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλανοφόρο
αεροπλανοφόρο	noun	ειδικό πολεμικό πλοίο που μεταφέρει αεροπλάνα και διαθέτει κατάλληλο κατάστρωμα για προσνήωση και απονήωση αεροσκαφών
αεροπλανοφόρον	=	αεροπλανοφόρο
αεροπλανοφόρου	noun	γενική ενικού του αεροπλανοφόρο
αεροπλανοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του αεροπλανοφόρο
αεροπλοΐα	noun	η μετακίνηση στον αέρα με πτητικές συσκευές
αεροπλοΐας	noun	γενική ενικού του αεροπλοΐα
αεροπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπλοΐα
αεροπλοήγηση	noun	η αεροναυτιλία
αεροπλοήγησης	=	αεροπλοήγηση
αεροπλοηγέ	noun	κλητική ενικού του αεροπλοηγός
αεροπλοηγήσεις	=	αεροπλοήγηση
αεροπλοηγήσεων	=	αεροπλοήγηση
αεροπλοηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροπλοηγός
αεροπλοηγού	noun	γενική ενικού του αεροπλοηγός
αεροπλοηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροπλοηγός
αεροπλοηγό	noun	αιτιατική ενικού του αεροπλοηγός
αεροπλοηγός	noun	που πλοηγεί αεροπλάνο
αεροπλοηγών	noun	γενική πληθυντικού του αεροπλοηγός
αεροπλοϊκά	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκέ	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκές	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκή	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκής	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκοί	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκού	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκούς	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκό	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊκός	adj	που σχετίζεται με την αεροπλοΐα
αεροπλοϊκών	=	αεροπλοϊκός
αεροπλοϊμοτήτων	=	αεροπλοϊμότητα
αεροπλοϊμότητα	noun	η (πιστοποιημένη) ικανότητα κάποιου πτητικού μέσου να πετά
αεροπλοϊμότητας	=	αεροπλοϊμότητα
αεροπλοϊμότητες	=	αεροπλοϊμότητα
αεροπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του αεροπλοΐα
αεροπονία	noun	καλλιεργητική μέθοδος κατά την οποία τα φυτά δεν αναπτύσσονται σε χώμα ή νερό αλλά σε ειδικό μείγμα αερίων
αεροπονίας	noun	γενική ενικού του αεροπονία
αεροπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπονία
αεροπονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπονικό
αεροπονικέ	adj	κλητική ενικού του αεροπονικός
αεροπονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπονική
αεροπονική	noun	η αεροπονία
αεροπονικής	adj	γενική ενικού του αεροπονική
αεροπονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροπονικός
αεροπονικού	adj	γενική ενικού του αεροπονικός
αεροπονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροπονικός
αεροπονικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροπονικός
αεροπονικός	adj	που έχει σχέση με την αεροπονία ή αναφέρεται σ' αυτήν
αεροπονικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροπονικός
αεροπονιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροπονία
αεροπορία	noun	το σύνολο των ανθρώπων, τεχνικών μέσων και δομών που αφορούν στη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων στον αέρα
αεροπορίας	noun	γενική ενικού του αεροπορία
αεροπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπορία
αεροπορίνα	noun	αυτή που υπηρετεί στην πολιτική ή πολεμική αεροπορία
αεροπορίνας	=	αεροπορίνα
αεροπορίνες	=	αεροπορίνα
αεροπορίνων	=	αεροπορίνα
αεροπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπορικό	adv	αεροπορικώς
αεροπορικέ	adj	κλητική ενικού του αεροπορικός
αεροπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπορική
αεροπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροπορικός
αεροπορικής	adj	γενική ενικού του αεροπορική
αεροπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροπορικός
αεροπορικού	adj	γενική ενικού του αεροπορικός
αεροπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροπορικός
αεροπορικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροπορικός
αεροπορικός	adj	σχετικός με την αεροπορία
αεροπορικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροπορικός
αεροπορικώς	adv	κάτι ή κάποιος που ήρθε με αεροπλάνο
αεροποριών	noun	γενική πληθυντικού του αεροπορία
αεροπροσκόπου	=	αεροπρόσκοπος
αεροπροσκόπους	=	αεροπρόσκοπος
αεροπροσκόπων	=	αεροπρόσκοπος
αεροπρόσκοπε	=	αεροπρόσκοπος
αεροπρόσκοπο	=	αεροπρόσκοπος
αεροπρόσκοποι	=	αεροπρόσκοπος
αεροπρόσκοπος	noun	μέλος του προσκοπισμού με εξειδίκευση σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τις πτήσεις, όπως η αεροπλοΐα, ο αερομοντελισμός και η ανεμοπορία
αεροπρόσκοπου	=	αεροπρόσκοπος
αεροπρόσκοπους	=	αεροπρόσκοπος
αεροπρόσκοπων	=	αεροπρόσκοπος
αεροπυροσβέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροπυρόσβεση
αεροπυροσβέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αεροπυρόσβεση
αεροπυροσβέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αεροπυρόσβεση
αεροπυροσβεστικά	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικέ	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικές	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστική	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικής	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικοί	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικού	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικούς	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικό	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυροσβεστικός	adj	που έχει σχέση με το αεροπυρόσβεση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αεροπυροσβεστικών	=	αεροπυροσβεστικός
αεροπυρόσβεση	noun	πυρόσβεση που επιχειρείται από αέρος
αεροπυρόσβεσης	noun	γενική ενικού του αεροπυρόσβεση
αεροπόνε	=	αεροπόνος
αεροπόνο	=	αεροπόνος
αεροπόνοι	=	αεροπόνος
αεροπόνος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την αεροπονία
αεροπόνου	=	αεροπόνος
αεροπόνους	=	αεροπόνος
αεροπόνων	=	αεροπόνος
αεροπόρε	noun	κλητική ενικού του αεροπόρος
αεροπόρο	noun	αιτιατική ενικού του αεροπόρος
αεροπόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροπόρος
αεροπόρος	noun	αυτός που πετάει με αεροπλανα (ο πιλότος)
αεροπόρου	noun	γενική ενικού του αεροπόρος
αεροπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροπόρος
αεροπόρων	noun	γενική πληθυντικού του αεροπόρος
αερορυπάνσεις	=	αερορύπανση
αερορυπάνσεων	=	αερορύπανση
αερορύπανση	noun	η υποβάθμιση της ποιότητας του αέρα λόγω βλαβερών αερίων και σωματιδίων που εκπέμπονται από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η βιομηχανία και τα μεταφορικά μέσα
αερορύπανσης	=	αερορύπανση
αεροσήραγγα	noun	σήραγγα στην οποία διοχετεύεται με δύναμη αέρας για διάφορες δοκιμές (αεροδυναμικής, οπισθέλκουσας κ.λπ.)
αεροσήραγγας	=	αεροσήραγγα
αεροσήραγγες	=	αεροσήραγγα
αεροσηράγγων	=	αεροσήραγγα
αεροσκάφη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροσκάφος
αεροσκάφος	noun	σκάφος του αέρα, όχημα που μπορεί να πετάει
αεροσκάφους	noun	γενική ενικού του αεροσκάφος
αεροσκαφών	noun	γενική πληθυντικού του αεροσκάφος
αεροσκοπίου	=	αεροσκόπιο
αεροσκοπίων	=	αεροσκόπιο
αεροσκόπια	=	αεροσκόπιο
αεροσκόπιο	noun	συσκευή που εξετάζει τη ρύπανση του αέρα
αεροσκόπιου	=	αεροσκόπιο
αεροσούστα	noun	η αερανάρτηση
αεροσούστας	noun	γενική ενικού του αεροσούστα
αεροσούστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροσούστα
αεροστάθμες	=	αεροστάθμη
αεροστάθμη	noun	όργανο με το οποίο ελέγχεται η οριζοντίωση ενός επιπέδου, καθώς και η ακριβής κάθετη διάταξή του
αεροστάθμης	=	αεροστάθμη
αεροστάτου	=	αερόστατου
αεροστάτων	=	αερόστατο
αεροσταθμέ	=	αεροσταθμός
αεροσταθμοί	=	αεροσταθμός
αεροσταθμού	=	αεροσταθμός
αεροσταθμούς	=	αεροσταθμός
αεροσταθμό	=	αεροσταθμός
αεροσταθμός	noun	εγκατάσταση σε αεροδρόμιο όπου γίνεται η φόρτωση και εκφόρτωση επιβατών ή εμπορευμάτων σε αεροσκάφη
αεροσταθμών	=	αεροσταθμός
αεροστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροστατικό
αεροστατικέ	adj	κλητική ενικού του αεροστατικός
αεροστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροστατική
αεροστατική	noun	ο κλάδος της φυσικής που μελετά τις ιδιότητες του αέρα και των αερίων όταν βρίσκονται σε ισορροπία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροστατικός
αεροστατικής	adj	γενική ενικού του αεροστατική
αεροστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροστατικός
αεροστατικού	adj	γενική ενικού του αεροστατικός
αεροστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αεροστατικός
αεροστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αεροστατικός
αεροστατικός	adj	σχετικός με την αεροστατική
αεροστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αεροστατικός
αεροστεγάνωση	noun	η στεγανοποίηση μιας επιφάνειας ώστε να μην περνά αέρας μέσω αυτής
αεροστεγάνωσης	=	αεροστεγάνωση
αεροστεγές	=	αεροστεγής
αεροστεγή	=	αεροστεγής
αεροστεγής	adj	που δεν επιτρέπει στον εξωτερικό αέρα να μπει στο εσωτερικό, ούτε το αντίστροφο
αεροστεγανοτήταων	=	αεροστεγανότητα
αεροστεγανοτήτων	=	αεροστεγανότητα
αεροστεγανότητα	noun	η ικανότητα υλικού ή κατασκευής να αποτρέπει τη διείσδυση ή διαφυγή αέρα, διασφαλίζοντας στεγανότητα και ενεργειακή απόδοση
αεροστεγανότητας	=	αεροστεγανότητα
αεροστεγανότητες	=	αεροστεγανότητα
αεροστεγανώσεις	=	αεροστεγάνωση
αεροστεγανώσεων	=	αεροστεγάνωση
αεροστεγείς	=	αεροστεγής
αεροστεγούς	=	αεροστεγής
αεροστεγών	=	αεροστεγής
αεροστεγώς	adv	με αεροστεγή τρόπο
αεροστροβίλου	=	αεροστρόβιλος
αεροστροβίλους	=	αεροστρόβιλος
αεροστροβίλων	=	αεροστρόβιλος
αεροστρωμάτων	=	αερόστρωμα
αεροστρόβιλε	=	αεροστρόβιλος
αεροστρόβιλο	=	αεροστρόβιλος
αεροστρόβιλοι	=	αεροστρόβιλος
αεροστρόβιλος	noun	θερμική μηχανή στην οποία ένας στρόβιλος τίθεται σε κίνηση από ρεύμα αέρα
αεροστρόβιλου	=	αεροστρόβιλος
αεροστρόβιλους	=	αεροστρόβιλος
αεροστρόβιλων	=	αεροστρόβιλος
αεροστρώματα	=	αερόστρωμα
αεροστρώματος	=	αερόστρωμα
αεροσυγκοινωνία	noun	συγκοινωνία μέσω του αέρα, πολιτική αεροπορία
αεροσυγκοινωνίας	=	αεροσυγκοινωνία
αεροσυγκοινωνίες	noun	μεταφορές επιβατών και αγαθών με αεροσκάφη μέσω οργανωμένων δικτύων πτήσεων
αεροσυγκοινωνιών	=	αεροσυγκοινωνία
αεροσυμπιεστές	=	αεροσυμπιεστής
αεροσυμπιεστή	=	αεροσυμπιεστής
αεροσυμπιεστής	noun	μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την συμπίεση αερίων
αεροσυμπιεστών	=	αεροσυμπιεστής
αεροσυνοδέ	noun	κλητική ενικού του αεροσυνοδός
αεροσυνοδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροσυνοδός
αεροσυνοδού	noun	γενική ενικού του αεροσυνοδός
αεροσυνοδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροσυνοδός
αεροσυνοδό	noun	αιτιατική ενικού του αεροσυνοδός
αεροσυνοδός	noun	συνοδός στον αέρα, άτομο που για την εξυπηρέτηση και την ασφάλεια των επιβατών ενός αεροπλάνου
αεροσυνοδών	noun	γενική πληθυντικού του αεροσυνοδός
αεροσφαίριση	noun	αγωνιστικό παιχνίδι προσομοίωσης μάχης, όπου οι παίκτες χρησιμοποιούν αεροβόλα όπλα με σφαιρίδια, ακολουθώντας στρατιωτικές τακτικές
αεροσφαίρισης	=	αεροσφαίριση
αεροσφαιρίσεις	=	αεροσφαίριση
αεροσφαιρίσεων	=	αεροσφαίριση
αεροσφυρών	=	αερόσφυρα
αεροταξί	noun	μικρό αεροσκάφος που εκτελεί σύντομες μισθωμένες πτήσεις, συνήθως προς προορισμούς χωρίς τακτική αεροπορική σύνδεση
αεροταξιά	=	αεροταξί
αεροταξιού	=	αεροταξί
αεροταξιών	=	αεροταξί
αεροτεχνική	noun	τεχνολογία που αποσκοπεί στην εφαρμογή των νόμων της αεροδυναμικής στην κατασκευή ιπτάμενων συσκευών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροτεχνικός
αεροτεχνικής	=	αεροτεχνική
αεροτζέλ	noun	άλλη μορφή του αερογέλη
αεροτομές	=	αεροτομή
αεροτομή	noun	Σχήμα δομής σχεδιασμένη να παράγει άντωση όταν κινείται μέσα σε ένα ρευστό
αεροτομής	=	αεροτομή
αεροτομών	=	αεροτομή
αεροτοπογράφε	=	αεροτοπογράφος
αεροτοπογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αεροτοπογραφώ
αεροτοπογράφησης	=	αεροτοπογράφηση
αεροτοπογράφο	=	αεροτοπογράφος
αεροτοπογράφοι	=	αεροτοπογράφος
αεροτοπογράφος	noun	τοπογράφος που ασχολείται με την αεροτοπογραφία
αεροτοπογράφου	=	αεροτοπογράφος
αεροτοπογράφους	=	αεροτοπογράφος
αεροτοπογράφων	=	αεροτοπογράφος
αεροτοπογραφήσεις	=	αεροτοπογράφηση
αεροτοπογραφήσεων	=	αεροτοπογράφηση
αεροτοπογραφία	noun	τοπογραφική απεικόνιση με τη χρήση ιπτάμενων μέσων ή άλλων παρόμοιων εξ αποστάσεως τρόπων
αεροτοπογραφίας	noun	γενική ενικού του αεροτοπογραφία
αεροτοπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροτοπογραφία
αεροτοπογραφικά	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικέ	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικές	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφική	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αεροτοπογραφική) του αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικοί	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικού	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικούς	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικό	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφικός	adj	που έχει σχέση με την αεροτοπογραφία ή τον αεροτοπογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αεροτοπογραφικών	=	αεροτοπογραφικός
αεροτοπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροτοπογραφία
αεροτορπίλες	=	αεροτορπίλη
αεροτορπίλη	noun	τορπίλη που εκτοξεύεται από αεροσκάφος ή ελικόπτερο στον αέρα και στη συνέχεια βρίσκει τον στόχο της υποβρυχίως
αεροτορπίλης	=	αεροτορπίλη
αεροτορπιλών	=	αεροτορπίλη
αεροτροχοδρομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροτροχοδρόμηση
αεροτροχοδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αεροτροχοδρόμηση
αεροτροχοδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αεροτροχοδρόμηση
αεροτροχοδρόμηση	noun	η τροχοδρόμηση στον αέρα, λίγο πριν την προσγείωση
αεροτροχοδρόμησης	noun	γενική ενικού του αεροτροχοδρόμηση
αεροτροχοδρόμου	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχοδρόμους	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχοδρόμων	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχόδρομε	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχόδρομο	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχόδρομοι	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχόδρομος	noun	τροχόδρομος στον αέρα
αεροτροχόδρομου	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχόδρομους	=	αεροτροχόδρομος
αεροτροχόδρομων	=	αεροτροχόδρομος
αεροτρύπανα	=	αεροτρύπανο
αεροτρύπανο	noun	είδος τρυπανιού που λειτουργεί με την δύναμη του πεπιεσμένου αέρα και χρησιμοποιείται για να τρυπήσουμε / σπάσουμε κάτι σκληρό
αεροτρύπανου	=	αεροτρύπανο
αεροτρύπανων	=	αεροτρύπανο
αεροφάρε	=	αεροφάρος
αεροφάρο	=	αεροφάρος
αεροφάροι	=	αεροφάρος
αεροφάρος	noun	φάρος που εξυπηρετεί την αεροπλοΐα
αεροφάρου	=	αεροφάρος
αεροφάρους	=	αεροφάρος
αεροφάρων	=	αεροφάρος
αεροφαγία	noun	η χρόνια κατάποση αέρα κατά τη διάρκεια του φαγητού, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια
αεροφαγίας	noun	γενική ενικού του αεροφαγία
αεροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροφαγία
αεροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροφαγία
αεροφοβία	noun	ο παθολογικός φόβος μήπως πέσει το αεροπλάνο που μας μεταφέρει και σκοτωθούμε
αεροφοβίας	=	αεροφοβία
αεροφοβίες	=	αεροφοβία
αεροφοβιών	=	αεροφοβία
αεροφράκτες	=	αεροφράκτης
αεροφράκτη	=	αεροφράκτης
αεροφράκτης	noun	κατασκευή που περιορίζει τις αρνητικές συνέπειες του ανέμου
αεροφρακτών	=	αεροφράκτης
αεροφωτογράφηση	noun	άλλη μορφή του αεροφωτογράφιση
αεροφωτογράφησης	=	αεροφωτογράφηση
αεροφωτογράφιση	noun	διαδικασία δημιουργίας αεροφωτογραφιών
αεροφωτογράφισης	=	αεροφωτογράφιση
αεροφωτογραφήσεις	=	αεροφωτογράφηση
αεροφωτογραφήσεων	=	αεροφωτογράφηση
αεροφωτογραφήσεως	=	αεροφωτογράφηση
αεροφωτογραφία	noun	φωτογραφία που παίρνεται από ένα αεροπλάνο· (γενικότερα) οποιαδήποτε φωτογραφία που είναι τραβηγμένη στον αέρα
αεροφωτογραφίας	noun	γενική ενικού του αεροφωτογραφία
αεροφωτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροφωτογραφία
αεροφωτογραφίσεις	=	αεροφωτογράφιση
αεροφωτογραφίσεων	=	αεροφωτογράφιση
αεροφωτογραφίσεως	=	αεροφωτογράφιση
αεροφωτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αεροφωτογραφία
αεροφόρα	=	αεροφόρος
αεροφόρας	=	αεροφόρος
αεροφόρε	=	αεροφόρος
αεροφόρες	=	αεροφόρος
αεροφόρο	=	αεροφόρος
αεροφόροι	=	αεροφόρος
αεροφόρος	adj	που έχει αέρα
αεροφόρου	=	αεροφόρος
αεροφόρους	=	αεροφόρος
αεροφόρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αεροφόρος
αεροχαρτογράφηση	noun	χαρτογράφηση που πραγματοποιείται μέσω της λήψης εικόνων από αεροσκάφος
αεροχαρτογράφησης	=	αεροχαρτογράφηση
αεροχαρτογραφήσεις	=	αεροχαρτογράφηση
αεροχαρτογραφήσεων	=	αεροχαρτογράφηση
αεροχείμαρρε	=	αεροχείμαρρος
αεροχείμαρρο	=	αεροχείμαρρος
αεροχείμαρροι	=	αεροχείμαρρος
αεροχείμαρρος	noun	ρεύμα δυνατού ανέμου σε μεγάλο υψόμετρο
αεροχείμαρρου	=	αεροχείμαρρος
αεροχείμαρρους	=	αεροχείμαρρος
αεροχείμαρρων	=	αεροχείμαρρος
αεροχειμάρρου	=	αεροχείμαρρος
αεροχειμάρρους	=	αεροχείμαρρος
αεροχειμάρρων	=	αεροχείμαρρος
αεροχτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροχτυπημένο
αεροχτυπημένε	verb	κλητική ενικού του αεροχτυπημένος
αεροχτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αεροχτυπημένη
αεροχτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αεροχτυπημένος
αεροχτυπημένης	verb	γενική ενικού του αεροχτυπημένη
αεροχτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του αεροχτυπημένος
αεροχτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροχτυπημένος
αεροχτυπημένος	verb	που τον έχει χτυπήσει ο αέρας
αεροχτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αεροχτυπημένος
αεροχτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αεροχτυπημένος
αεροχτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αεροχτυπημένος
αεροψεκασμέ	noun	κλητική ενικού του αεροψεκασμός
αεροψεκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αεροψεκασμός
αεροψεκασμού	noun	γενική ενικού του αεροψεκασμός
αεροψεκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αεροψεκασμός
αεροψεκασμό	noun	αιτιατική ενικού του αεροψεκασμός
αεροψεκασμός	noun	ο ψεκασμός από ιπτάμενο μέσο
αεροψεκασμών	noun	γενική πληθυντικού του αεροψεκασμός
αεροψυκτών	=	αεροψύκτης
αεροψύκτες	=	αεροψύκτης
αεροψύκτη	=	αεροψύκτης
αεροψύκτης	noun	συσκευή ή κατασκευή που ψύχει χρησιμοποιώντας αέρα
αεροψύξεις	=	αερόψυξη
αεροψύξεων	=	αερόψυξη
αεροϊατρική	noun	ιατρική που αφορά τις αεροπορικές ή αεροδιαστημικές μεταφορές
αεροϊατρικής	=	αεροϊατρική
αεροϋγειονομεία	=	αεροϋγειονομείο
αεροϋγειονομείο	noun	υγειονομείο που βρίσκεται σε χώρο αεροδρομίου
αεροϋγειονομείου	=	αεροϋγειονομείο
αεροϋγειονομείων	=	αεροϋγειονομείο
αερωδών	=	αερώδης
αερόβια	=	αερόβιος
αερόβιας	=	αερόβιος
αερόβιε	=	αερόβιος
αερόβιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αερόβιος
αερόβιο	=	αερόβιος
αερόβιοι	=	αερόβιος
αερόβιος	adj	που ζει μόνο σε περιβάλλον με παρουσία οξυγόνου
αερόβιου	=	αερόβιος
αερόβιους	=	αερόβιος
αερόβιων	=	αερόβιος
αερόγαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόγαμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αερόγαμος
αερόγαμε	adj	κλητική ενικού του αερόγαμος
αερόγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόγαμη
αερόγαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερόγαμος
αερόγαμης	adj	γενική ενικού του αερόγαμη
αερόγαμο	adj	αιτιατική ενικού του αερόγαμος
αερόγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερόγαμος
αερόγαμος	adj	του οποίου ο πολλαπλασιασμός γίνεται χάρη στον άνεμο ο οποίος μεταφέρει την γύρη
αερόγαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αερόγαμος
αερόγαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αερόγαμος
αερόγαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αερόγαμος
αερόθερμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόθερμο
αερόθερμε	=	αερόθερμος
αερόθερμες	=	αερόθερμος
αερόθερμη	=	αερόθερμος
αερόθερμης	=	αερόθερμος
αερόθερμο	noun	συσκευή θέρμανσης που λειτουργεί προκαλώντας την κυκλοφορία ζεστού αέρα
αερόθερμοι	=	αερόθερμος
αερόθερμος	adj	που λειτουργεί με θερμενόμενο αέρα
αερόθερμου	noun	γενική ενικού του αερόθερμο
αερόθερμους	=	αερόθερμος
αερόθερμων	noun	γενική πληθυντικού του αερόθερμο
αερόκλειδα	=	αερόκλειδο
αερόκλειδο	noun	μηχανικό εργαλείο που χρησιμοποιεί πεπιεσμένο αέρα για τη σύσφιξη ή την αποσύνδεση βιδών και παξιμαδιών με ταχύτητα και ισχύ
αερόκλειδου	=	αερόκλειδο
αερόκλειδων	=	αερόκλειδο
αερόλιθε	=	αερόλιθος
αερόλιθο	=	αερόλιθος
αερόλιθοι	=	αερόλιθος
αερόλιθος	noun	μετεωρίτης που περιέχει κυρίως πυριτικά άλατα
αερόλιθου	=	αερόλιθος
αερόλιθους	=	αερόλιθος
αερόλιθων	=	αερόλιθος
αερόλογα	noun	λόγια του αέρα
αερόλογων	=	αερόλογα
αερόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόλουτρο
αερόλουτρο	noun	το λουτρό που γίνεται με το να χτυπάει ο αέρας το γυμνό σώμα, για θεραπευτικούς λόγους ή για λόγους υγείας
αερόλουτρου	noun	γενική ενικού του αερόλουτρο
αερόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του αερόλουτρο
αερόλυμα	noun	διάλυμα αερίων, αεροζόλ
αερόλυση	noun	η δημιουργία ενός λεπτού στρώματος αιωρούμενων σωματιδίων ποικίλης σύνθεσης (μπορεί να περιέχουν και ιούς κ.λπ.)
αερόλυσης	=	αερόλυση
αερόμπικ	noun	αεροβική γυμναστική
αερόμπικς	=	αερόμπικ
αερόπλανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόπλανο
αερόπλανο	noun	αεροπλάνο
αερόπλανου	noun	γενική ενικού του αερόπλανο
αερόπλανων	noun	γενική πληθυντικού του αερόπλανο
αερόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόπλοιο
αερόπλοιο	noun	αερόστατο που μπορεί να κινείται με μικρούς κινητήρες και με πηδάλιο
αερόπλοιου	noun	γενική ενικού του αερόπλοιο
αερόπλοιων	noun	γενική πληθυντικού του αερόπλοιο
αερόσακε	=	αερόσακος
αερόσακο	=	αερόσακος
αερόσακοι	=	αερόσακος
αερόσακος	noun	σύστημα παθητικής ασφάλειας που αποτελείται από σάκος ο οποίος φουσκώνει σε χιλιοστά του δευτερολέπτου όταν συμβεί σύγκρουση, προστατεύοντας τους επιβαίνοντες
αερόσακου	=	αερόσακος
αερόσακους	=	αερόσακος
αερόσακων	=	αερόσακος
αερόσολα	noun	σόλα παπουτσιού με πεπιεσμένο αέρα για καλύτερη ελαστικότητα και μείωση των κραδασμών
αερόσολας	noun	γενική ενικού του αερόσολα
αερόσολες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόσολα
αερόσουστα	noun	η αερανάρτηση
αερόσουστας	noun	γενική ενικού του αερόσουστα
αερόσουστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόσουστα
αερόσουστων	=	αερόσουστα
αερόστατα	=	αερόστατο
αερόστατο	noun	πτητική συσκευή που μπορεί να αιωρείται στον αέρα.
αερόστατου	noun	γενική ενικού του αερόστατο
αερόστατων	=	αερόστατο
αερόστρωμα	noun	κάθε στρώμα που έχει ως μοναδικό του περιεχόμενο τον αέρα και φουσκώνει είτε με το στόμα είτε με αντλία.
αερόστρωμνα	=	αερόστρωμνο
αερόστρωμνο	noun|formal	το χόβερκραφτ
αερόστρωμνου	=	αερόστρωμνο
αερόστρωμνων	=	αερόστρωμνο
αερόσφυρα	noun	σφυρί ή τρυπάνι που η λειτουργία του βασίζεται στον πεπιεσμένο αέρα και χρησιμοποιείται κυρίως σε διάτρηση και εκσκαφή
αερόσφυρας	=	αερόσφυρα
αερόσφυρες	=	αερόσφυρα
αερόσφυρο	noun	άλλη μορφή του αερόσφυρα
αερόσφυρου	=	αερόσφυρο
αερόσφυρων	=	αερόσφυρο
αερότρενα	=	αερότρενο
αερότρενο	noun|dated	πειραματικό σιδηροδρομικό όχημα (τρένο) που κινούνταν με αεροδυναμική ανύψωση πάνω σε μονή τροχιά από σκυρόδεμα, χρησιμοποιώντας στρώμα αέρα για ελαχιστοποίηση της τριβής και κινητήρες αεριοπροώθησης ή ελικοφόρους
αερότρενου	=	αερότρενο
αερότρενων	=	αερότρενο
αερόφερτα	=	αερόφερτος
αερόφερτε	=	αερόφερτος
αερόφερτες	=	αερόφερτος
αερόφερτη	=	αερόφερτος
αερόφερτης	=	αερόφερτος
αερόφερτο	=	αερόφερτος
αερόφερτοι	=	αερόφερτος
αερόφερτος	adj	που μεταφέρεται με τον αέρα ή μεταδίδεται μέσω αυτού
αερόφερτου	=	αερόφερτος
αερόφερτους	=	αερόφερτος
αερόφερτων	=	αερόφερτος
αερόφρενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόφρενο
αερόφρενο	noun	Το σύστημα πέδησης με πεπιεσμένο αέρα που χρησιμοποιείται σε όλα τα οχήματα , αυτοκίνητα, αεροπλάνα κτλ για να φρενάρουν.
αερόφρενου	noun	γενική ενικού του αερόφρενο
αερόφρενων	noun	γενική πληθυντικού του αερόφρενο
αερόφυτα	=	αερόφυτο
αερόφυτο	noun	κοινή ονομασία φυτών όπως η Tillandsia φasciculata
αερόφυτου	=	αερόφυτο
αερόφυτων	=	αερόφυτο
αερόφωνα	=	αερόφωνο
αερόφωνο	noun	το πνευστό μουσικό όργανο
αερόφωνου	=	αερόφωνο
αερόφωνων	=	αερόφωνο
αερόχρονε	=	αερόχρονος
αερόχρονο	=	αερόχρονος
αερόχρονοι	=	αερόχρονος
αερόχρονος	noun	ο διαθέσιμος ή χρεώσιμος χρόνος ομιλίας σε κινητό τηλέφωνο, συνήθως μετρημένος σε λεπτά ή μονάδες χρήσης
αερόχρονου	=	αερόχρονος
αερόχρονους	=	αερόχρονος
αερόχρονων	=	αερόχρονος
αερόψυκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόψυκτο
αερόψυκτε	adj	κλητική ενικού του αερόψυκτος
αερόψυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αερόψυκτη
αερόψυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αερόψυκτος
αερόψυκτης	adj	γενική ενικού του αερόψυκτη
αερόψυκτο	adj	αιτιατική ενικού του αερόψυκτος
αερόψυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αερόψυκτος
αερόψυκτος	adj	που ψύχεται χάρη στον αέρα
αερόψυκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αερόψυκτος
αερόψυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αερόψυκτος
αερόψυκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αερόψυκτος
αερόψυξη	noun	η ελάττωση της θερμοκρασίας μιας συσκευής χάρη στην επαφή της με τον αέρα
αερόψυξης	=	αερόψυξη
αερώδεις	=	αερώδης
αερώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αερώδης
αερώδη	=	αερώδης
αερώδης	adj	που μοιάζει με αέρα
αερώδους	=	αερώδης
αετέ	noun	κλητική ενικού του αετός
αετίνα	noun	ο θηλυκός αετός
αετίνας	=	αετίνα
αετίνες	=	αετίνα
αετίνων	=	αετίνα
αετίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αετίσιος
αετίσιας	=	αετίσιος
αετίσιε	=	αετίσιος
αετίσιες	=	αετίσιος
αετίσιια	=	αετίσιος
αετίσιιο	=	αετίσιος
αετίσιο	=	αετίσιος
αετίσιοι	=	αετίσιος
αετίσιος	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στον αετό
αετίσιου	=	αετίσιος
αετίσιους	=	αετίσιος
αετίσιων	=	αετίσιος
αετα	abbrev	υπηρεσία που εκδίδει αποφάσεις σε δεύτερο βαθμό για τελωνειακά θέματα
αετε	abbrev	πρώην ελληνική εταιρεία παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών
αετιδέα	=	αετιδέας
αετιδέας	noun	το μικρό του αετού, το αετόπουλο
αετιδέων	=	αετιδέας
αετιδέως	=	αετιδέας
αετιδείς	=	αετιδέας
αετιδεύς	noun|dated	ο αετιδέας, το αετόπουλο, το μικρό του αετού
αετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αετός
αετογεράκι	=	αετογερακίνα
αετογερακίνα	noun	είδος πουλιού
αετογερακίνας	=	αετογερακίνα
αετογερακίνες	=	αετογερακίνα
αετογερακίνων	=	αετογερακίνα
αετομάτα	=	αετομάτης
αετομάτας	=	αετομάτης
αετομάτες	=	αετομάτης
αετομάτη	=	αετομάτης
αετομάτηδες	=	αετομάτης
αετομάτηδων	=	αετομάτης
αετομάτης	adj	που έχει εξαιρετική όραση
αετομάτικα	=	αετομάτης
αετομάτικο	=	αετομάτης
αετομάτικου	=	αετομάτης
αετομάτικων	=	αετομάτης
αετομάτισσα	=	αετομάτης
αετονύχη	=	αετονύχης
αετονύχηδες	=	αετονύχης
αετονύχηδων	=	αετονύχης
αετονύχης	noun	πανέξυπνος και πονηρός απατεώνας, αυτός που αρπάζει ευκαιρίες απατεωνιάς (όπως ο αετός αρπάζει με τα νύχια του το θήραμά του)
αετονύχισσα	noun	θηλυκό του αετονύχης
αετονύχισσας	noun	γενική ενικού του αετονύχισσα
αετονύχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αετονύχισσα
αετοράχες	=	αετοράχη
αετοράχη	noun	απόκρημνη πλαγιά βουνού
αετοράχης	=	αετοράχη
αετοραχών	=	αετοράχη
αετοφωλιά	noun	η φωλιά του αετού
αετοφωλιάς	noun	γενική ενικού του αετοφωλιά
αετοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αετοφωλιά
αετοφωλιών	=	αετοφωλιά
αετού	noun	γενική ενικού του αετός
αετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αετός
αετωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αέτωμα
αετό	noun	αιτιατική ενικού του αετός
αετόμορφα	=	αετόμορφος
αετόμορφε	=	αετόμορφος
αετόμορφες	=	αετόμορφος
αετόμορφη	=	αετόμορφος
αετόμορφης	=	αετόμορφος
αετόμορφο	=	αετόμορφος
αετόμορφοι	=	αετόμορφος
αετόμορφος	adj	που έχει μορφή αετού
αετόμορφου	=	αετόμορφος
αετόμορφους	=	αετόμορφος
αετόμορφων	=	αετόμορφος
αετόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αετόπουλο
αετόπουλο	noun	ο νεοσσός του αετού
αετόπουλου	noun	γενική ενικού του αετόπουλο
αετόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του αετόπουλο
αετός	noun	αρπακτικό πουλί
αετώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέτωμα
αετώματος	noun	γενική ενικού του αέτωμα
αετών	noun	γενική πληθυντικού του αετός
αζάρωτα	=	αζάρωτος
αζάρωτε	=	αζάρωτος
αζάρωτες	=	αζάρωτος
αζάρωτη	=	αζάρωτος
αζάρωτης	=	αζάρωτος
αζάρωτο	=	αζάρωτος
αζάρωτοι	=	αζάρωτος
αζάρωτος	adj	αυτός που δεν είναι ζαρωμένος
αζάρωτου	=	αζάρωτος
αζάρωτους	=	αζάρωτος
αζάρωτων	=	αζάρωτος
αζέρικα	noun	συνώνυμο του αζεριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζέρικο
αζέρικε	adj	κλητική ενικού του αζέρικος
αζέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζέρικη
αζέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζέρικος
αζέρικης	adj	γενική ενικού του αζέρικη
αζέρικο	adj	αιτιατική ενικού του αζέρικος
αζέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζέρικος
αζέρικος	adj	άλλη μορφή του αζερικός
αζέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζέρικος
αζέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζέρικος
αζέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζέρικος
αζέσταγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζέσταγο
αζέσταγε	adj	κλητική ενικού του αζέσταγος
αζέσταγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζέσταγη
αζέσταγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζέσταγος
αζέσταγης	adj	γενική ενικού του αζέσταγη
αζέσταγο	adj	αιτιατική ενικού του αζέσταγος
αζέσταγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζέσταγος
αζέσταγος	adj	άλλη μορφή του αζέστατος
αζέσταγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζέσταγος
αζέσταγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζέσταγος
αζέσταγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζέσταγος
αζέστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζέστατο
αζέστατε	adj	κλητική ενικού του αζέστατος
αζέστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζέστατη
αζέστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζέστατος
αζέστατης	adj	γενική ενικού του αζέστατη
αζέστατο	adj	αιτιατική ενικού του αζέστατος
αζέστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζέστατος
αζέστατος	adj	που δεν έχει ζεσταθεί ή δύσκολα μπορεί να ζεσταθεί
αζέστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζέστατος
αζέστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζέστατος
αζέστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζέστατος
αζήλευτα	=	αζήλευτος
αζήλευτε	=	αζήλευτος
αζήλευτες	=	αζήλευτος
αζήλευτη	=	αζήλευτος
αζήλευτης	=	αζήλευτος
αζήλευτο	=	αζήλευτος
αζήλευτοι	=	αζήλευτος
αζήλευτος	adj	αυτός που δεν είναι ζηλευτός, που δεν τον ζηλεύει κανείς
αζήλευτου	=	αζήλευτος
αζήλευτους	=	αζήλευτος
αζήλευτων	=	αζήλευτος
αζήμια	=	αζήμιος
αζήμιας	=	αζήμιος
αζήμιε	=	αζήμιος
αζήμιες	=	αζήμιος
αζήμιο	=	αζήμιος
αζήμιοι	=	αζήμιος
αζήμιος	adj	αυτός που δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη
αζήμιου	=	αζήμιος
αζήμιους	=	αζήμιος
αζήμιων	=	αζήμιος
αζήτητα	noun	αυτά που κανείς δεν τα ζήτησε, δεν τα χρειάστηκε, δεν τα επιθύμησε
αζήτητε	=	αζήτητος
αζήτητες	=	αζήτητος
αζήτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζήτητος
αζήτητης	=	αζήτητος
αζήτητο	=	αζήτητος
αζήτητοι	=	αζήτητος
αζήτητος	adj	που δεν τον έχει ζητήσει κανείς
αζήτητου	=	αζήτητος
αζήτητους	=	αζήτητος
αζήτητων	=	αζήτητος
αζίνα	noun	ο σπινθήρας
αζαλέα	noun	καλλωπιστικό θαμνώδες φυτό που ανήκει στο γένος Rhododendron
αζαλέας	noun	γενική ενικού του αζαλέα
αζαλέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζαλέα
αζαλεών	noun	γενική πληθυντικού του αζαλέα
αζαχάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζαχάρωτο
αζαχάρωτε	adj	κλητική ενικού του αζαχάρωτος
αζαχάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζαχάρωτη
αζαχάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζαχάρωτος
αζαχάρωτης	adj	γενική ενικού του αζαχάρωτη
αζαχάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αζαχάρωτος
αζαχάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζαχάρωτος
αζαχάρωτος	adj	που δεν (περι)έχει ζάχαρη
αζαχάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζαχάρωτος
αζαχάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζαχάρωτος
αζαχάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζαχάρωτος
αζεμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζεμάτιστο
αζεμάτιστε	adj	κλητική ενικού του αζεμάτιστος
αζεμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζεμάτιστη
αζεμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζεμάτιστος
αζεμάτιστης	adj	γενική ενικού του αζεμάτιστη
αζεμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αζεμάτιστος
αζεμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζεμάτιστος
αζεμάτιστος	adj	που δεν έχει ζεματιστεί
αζεμάτιστου	adj	γενική ενικού του αζεμάτιστος
αζεμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζεμάτιστος
αζεμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού του αζεμάτιστος
αζεοτροπικά	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικέ	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικές	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπική	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικής	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικοί	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικού	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικούς	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικό	=	αζεοτροπικός
αζεοτροπικός	adj	χημικός όρος που χαρακτηρίζει μείγμα δύο ή περισσότερων υγρών, το οποίο βράζει σε σταθερή θερμοκρασία χωρίς μεταβολή της σύστασής του στον ατμό που παράγεται
αζεοτροπικών	=	αζεοτροπικός
αζεριανά	noun	γλώσσα που μιλιέται στον Καύκασο, κυρίως στο Αζερμπαϊτζάν και στο Ιράν, αζερική γλώσσα, γλώσσα αζερί που ανήκει στις τουρκικές γλώσσες
αζεριανέ	=	αζεριανός
αζεριανές	=	αζεριανός
αζεριανή	=	αζεριανός
αζεριανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αζεριανή) του αζεριανός
αζεριανοί	=	αζεριανός
αζεριανού	=	αζεριανός
αζεριανούς	=	αζεριανός
αζεριανό	=	αζεριανός
αζεριανός	adj	άλλη μορφή του αζερικός
αζεριανών	=	αζεριανά
αζερικά	noun	συνώνυμο του αζεριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζερικό
αζερικέ	adj	κλητική ενικού του αζερικός
αζερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζερική
αζερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζερικός
αζερικής	adj	γενική ενικού του αζερική
αζερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζερικός
αζερικού	adj	γενική ενικού του αζερικός
αζερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζερικός
αζερικό	adj	αιτιατική ενικού του αζερικός
αζερικός	adj	ο σχετικός με το έθνος των Αζέρων, με το Αζερμπαϊτζάν ή τη γλώσσα τους
αζερικών	adj	γενική πληθυντικού του αζερικός
αζερμπαϊτζανέ	=	αζερμπαϊτζανός
αζερμπαϊτζανή	=	αζερμπαϊτζανός
αζερμπαϊτζανικά	noun	συνώνυμο του αζεριανά
αζερμπαϊτζανικέ	adj	κλητική ενικού του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζερμπαϊτζανική
αζερμπαϊτζανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανικής	adj	γενική ενικού του αζερμπαϊτζανική
αζερμπαϊτζανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανικού	adj	γενική ενικού του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανικό	adj	αιτιατική ενικού του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανικός	adj	συνώνυμο του αζερικός
αζερμπαϊτζανικών	adj	γενική πληθυντικού του αζερμπαϊτζανικός
αζερμπαϊτζανοί	=	αζερμπαϊτζανός
αζερμπαϊτζανού	=	αζερμπαϊτζανός
αζερμπαϊτζανούς	=	αζερμπαϊτζανός
αζερμπαϊτζανό	=	αζερμπαϊτζανός
αζερμπαϊτζανός	noun	συνώνυμο του Αζέρος
αζερμπαϊτζανών	=	αζερμπαϊτζανός
αζευγάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζευγάριστο
αζευγάριστε	adj	κλητική ενικού του αζευγάριστος
αζευγάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζευγάριστη
αζευγάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζευγάριστος
αζευγάριστης	adj	γενική ενικού του αζευγάριστη
αζευγάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αζευγάριστος
αζευγάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζευγάριστος
αζευγάριστος	adj	που δεν αποτελεί ζευγάρι, που δεν έχει ταίρι
αζευγάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζευγάριστος
αζευγάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζευγάριστος
αζευγάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζευγάριστος
αζευγάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζευγάρωτο
αζευγάρωτε	adj	κλητική ενικού του αζευγάρωτος
αζευγάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζευγάρωτη
αζευγάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζευγάρωτος
αζευγάρωτης	adj	γενική ενικού του αζευγάρωτη
αζευγάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αζευγάρωτος
αζευγάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζευγάρωτος
αζευγάρωτος	adj|vulgar	που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ζευγαρώσει
αζευγάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζευγάρωτος
αζευγάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζευγάρωτος
αζευγάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζευγάρωτος
αζημίου	=	αζήμιος
αζημίους	=	αζήμιος
αζημίων	=	αζήμιος
αζημίως	adv	με αζήμιο τρόπο, χωρίς ζημία
αζημίωτα	adv	χωρίς ζημία
αζημίωτε	=	αζημίωτος
αζημίωτες	=	αζημίωτος
αζημίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζημίωτος
αζημίωτης	=	αζημίωτος
αζημίωτο	=	αζημίωτος
αζημίωτοι	=	αζημίωτος
αζημίωτος	adj	που δεν ζημιώθηκε, που δεν έπαθε ζημιά
αζημίωτου	=	αζημίωτος
αζημίωτους	=	αζημίωτος
αζημίωτων	=	αζημίωτος
αζητήτων	=	αζήτητα
αζιμουθίου	=	αζιμούθιο
αζιμουθίων	=	αζιμούθιο
αζιμουθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζιμουθιακό
αζιμουθιακέ	adj	κλητική ενικού του αζιμουθιακός
αζιμουθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζιμουθιακή
αζιμουθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζιμουθιακός
αζιμουθιακής	adj	γενική ενικού του αζιμουθιακή
αζιμουθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζιμουθιακός
αζιμουθιακού	adj	γενική ενικού του αζιμουθιακός
αζιμουθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζιμουθιακός
αζιμουθιακό	adj	αιτιατική ενικού του αζιμουθιακός
αζιμουθιακός	adj	που έχει σχέση με το αζιμούθιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
αζιμουθιακών	adj	γενική πληθυντικού του αζιμουθιακός
αζιμουθικά	=	αζιμουθικός
αζιμουθικέ	=	αζιμουθικός
αζιμουθικές	=	αζιμουθικός
αζιμουθική	=	αζιμουθικός
αζιμουθικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αζιμουθική) του αζιμουθικός
αζιμουθικοί	=	αζιμουθικός
αζιμουθικού	=	αζιμουθικός
αζιμουθικούς	=	αζιμουθικός
αζιμουθικό	=	αζιμουθικός
αζιμουθικός	adj	άλλη μορφή του αζιμουθιακός
αζιμουθικών	=	αζιμουθικός
αζιμούθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζιμούθιο
αζιμούθιας	=	αζιμούθιος
αζιμούθιε	=	αζιμούθιος
αζιμούθιες	=	αζιμούθιος
αζιμούθιο	noun	η γωνία σε μοίρες που σχηματίζεται από την κατεύθυνση του Βορρά και της διεύθυνσης κατά την φορά των δεικτών του ρολογιού
αζιμούθιοι	=	αζιμούθιος
αζιμούθιος	adj	άλλη μορφή του αζιμουθιακός
αζιμούθιου	=	αζιμούθιο
αζιμούθιους	=	αζιμούθιος
αζιμούθιων	=	αζιμούθιο
αζουλένια	=	αζουλένιο
αζουλένιο	noun	αρωματική οργανική χημική ένωση (αρωματικός υδρογονάνθρακας) με μοριακό τύπο C₁₀H₈
αζουλένιου	=	αζουλένιο
αζουλένιων	=	αζουλένιο
αζουλέχο	noun	καρό από φαγιάντσα, διακοσμημένο συνήθως με γαλανά σχέδια, για την κάλυψη πατώματος ή τοίχου
αζουρίτες	=	αζουρίτης
αζουρίτη	=	αζουρίτης
αζουρίτης	noun	μαλακό ορυκτό του χαλκού με μπλε κρυστάλλους
αζουριτών	=	αζουρίτης
αζούρ	noun	είδος διάτρητου διακοσμητικού κεντήματος
αζυγοστάθμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζυγοστάθμιστο
αζυγοστάθμιστε	adj	κλητική ενικού του αζυγοστάθμιστος
αζυγοστάθμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζυγοστάθμιστη
αζυγοστάθμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζυγοστάθμιστος
αζυγοστάθμιστης	adj	γενική ενικού του αζυγοστάθμιστη
αζυγοστάθμιστο	adj	αιτιατική ενικού του αζυγοστάθμιστος
αζυγοστάθμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζυγοστάθμιστος
αζυγοστάθμιστος	adj	που δεν του έχει γίνει ζυγοστάθμιση
αζυγοστάθμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζυγοστάθμιστος
αζυγοστάθμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζυγοστάθμιστος
αζυγοστάθμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζυγοστάθμιστος
αζυμοφαγία	noun	η κατανάλωση άζυμου άρτου
αζυμοφαγίας	noun	γενική ενικού του αζυμοφαγία
αζυμοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζυμοφαγία
αζυμοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αζυμοφαγία
αζωγράφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωγράφητο
αζωγράφητε	adj	κλητική ενικού του αζωγράφητος
αζωγράφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωγράφητη
αζωγράφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζωγράφητος
αζωγράφητης	adj	γενική ενικού του αζωγράφητη
αζωγράφητο	adj	αιτιατική ενικού του αζωγράφητος
αζωγράφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζωγράφητος
αζωγράφητος	adj	αζωγράφιστος
αζωγράφητου	adj	γενική ενικού του αζωγράφητος
αζωγράφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζωγράφητος
αζωγράφητων	adj	γενική πληθυντικού του αζωγράφητος
αζωγράφιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωγράφιστο
αζωγράφιστε	adj	κλητική ενικού του αζωγράφιστος
αζωγράφιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωγράφιστη
αζωγράφιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζωγράφιστος
αζωγράφιστης	adj	γενική ενικού του αζωγράφιστη
αζωγράφιστο	adj	αιτιατική ενικού του αζωγράφιστος
αζωγράφιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζωγράφιστος
αζωγράφιστος	adj	που δεν τον έχουν ζωγραφίσει (για επιφάνεια ή θέμα)
αζωγράφιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζωγράφιστος
αζωγράφιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζωγράφιστος
αζωγράφιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζωγράφιστος
αζωθαιμία	noun	η συσσώρευση στο αίμα αζωτούχων αποβλήτων (όπως η ουρία)
αζωθαιμίας	=	αζωθαιμία
αζωθαιμίες	=	αζωθαιμία
αζωθαιμιών	=	αζωθαιμία
αζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωικό
αζωικέ	adj	κλητική ενικού του αζωικός
αζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωική
αζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζωικός
αζωικής	adj	γενική ενικού του αζωική
αζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζωικός
αζωικού	adj	γενική ενικού του αζωικός
αζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζωικός
αζωικό	adj	αιτιατική ενικού του αζωικός
αζωικός	adj	που δεν εμφανίζει ίχνη ζωής
αζωικών	adj	γενική πληθυντικού του αζωικός
αζωοσπερμία	noun	παντελής έλλειψη σπερματοζωαρίων σε δείγμα σπέρματος και μετά τη φυγοκέντριση
αζωοσπερμίας	noun	γενική ενικού του αζωοσπερμία
αζωοσπερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωοσπερμία
αζωοσπερμιών	noun	γενική πληθυντικού του αζωοσπερμία
αζωτοδέσμευση	noun	η δέσμευση του ατμοσφαιρικού αζώτου από μικροοργανισμούς στο έδαφος
αζωτοδέσμευσης	=	αζωτοδέσμευση
αζωτοδεσμευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωτοδεσμευτικό
αζωτοδεσμευτικέ	adj	κλητική ενικού του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζωτοδεσμευτική
αζωτοδεσμευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμευτικής	adj	γενική ενικού του αζωτοδεσμευτική
αζωτοδεσμευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμευτικού	adj	γενική ενικού του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμευτικός	adj	που έχει σχέση με την αζωτοδέσμευση ή αναφέρεται σ’ αυτό
αζωτοδεσμευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αζωτοδεσμευτικός
αζωτοδεσμεύσεις	=	αζωτοδέσμευση
αζωτοδεσμεύσεων	=	αζωτοδέσμευση
αζωτοποίηση	noun	νιτροποίηση
αζωτοποίησης	=	αζωτοποίηση
αζωτοποιήσεις	=	αζωτοποίηση
αζωτοποιήσεων	=	αζωτοποίηση
αζωτούζο	=	αζωτούχος
αζωτούζος	=	αζωτούχος
αζωτούχα	=	αζωτούχος
αζωτούχας	=	αζωτούχος
αζωτούχε	=	αζωτούχος
αζωτούχες	=	αζωτούχος
αζωτούχο	=	αζωτούχος
αζωτούχοι	=	αζωτούχος
αζωτούχος	adj	που περιέχει άζωτο
αζωτούχου	=	αζωτούχος
αζωτούχους	=	αζωτούχος
αζωτούχων	=	αζωτούχος
αζωχρωμάτων	=	αζωχρώματα
αζωχρώματα	noun	χημικές χρωστικές ενώσεις που περιέχουν άζωτο και χρησιμοποιούνται σε βαφές υφασμάτων, μελανιών και τροφίμων
αζωϊκός	=	αζωικός
αζύγιαστα	=	αζύγιαστος
αζύγιαστε	=	αζύγιαστος
αζύγιαστες	=	αζύγιαστος
αζύγιαστη	=	αζύγιαστος
αζύγιαστης	=	αζύγιαστος
αζύγιαστο	=	αζύγιαστος
αζύγιαστοι	=	αζύγιαστος
αζύγιαστος	adj	που δεν τον έχουν ζυγιάσει σωστά
αζύγιαστου	=	αζύγιαστος
αζύγιαστους	=	αζύγιαστος
αζύγιαστων	=	αζύγιαστος
αζύγιστα	=	αζύγιστος
αζύγιστε	=	αζύγιστος
αζύγιστες	=	αζύγιστος
αζύγιστη	=	αζύγιστος
αζύγιστης	=	αζύγιστος
αζύγιστο	=	αζύγιστος
αζύγιστοι	=	αζύγιστος
αζύγιστος	adj	που δεν τον έχουν ζυγίσει για να βρουν το βάρος του
αζύγιστου	=	αζύγιστος
αζύγιστους	=	αζύγιστος
αζύγιστων	=	αζύγιστος
αζύγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζύγωτο
αζύγωτε	adj	κλητική ενικού του αζύγωτος
αζύγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζύγωτη
αζύγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζύγωτος
αζύγωτης	adj	γενική ενικού του αζύγωτη
αζύγωτο	adj	αιτιατική ενικού του αζύγωτος
αζύγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζύγωτος
αζύγωτος	adj|figurative	απρόσιτος
αζύγωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αζύγωτος
αζύγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζύγωτος
αζύγωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αζύγωτος
αζύμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζύμωτο
αζύμωτε	adj	κλητική ενικού του αζύμωτος
αζύμωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αζύμωτη
αζύμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αζύμωτος
αζύμωτης	adj	γενική ενικού του αζύμωτη
αζύμωτο	adj	αιτιατική ενικού του αζύμωτος
αζύμωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αζύμωτος
αζύμωτος	adj	που δεν έχει ζυμωθεί ακόμη
αζύμωτου	adj	γενική ενικού του αζύμωτος
αζύμωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αζύμωτος
αζύμωτων	adj	γενική πληθυντικού του αζύμωτος
αζώηρε	=	αζώηρος
αζώηρο	=	αζώηρος
αζώηροι	=	αζώηρος
αζώηρος	noun	πεταλούδα η οποία ελκύεται από αναμμένες λάμπες
αζώηρου	=	αζώηρος
αζώηρους	=	αζώηρος
αζώηρων	=	αζώηρος
αζώτου	noun	γενική ενικού του άζωτο
αζώτων	noun	γενική πληθυντικού του άζωτο
αηδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αηδής
αηδή	=	αηδής
αηδής	adj|formal	που δημιουργεί μια αίσθηση αηδίας, ο αηδιαστικός
αηδία	noun	αίσθημα αποστροφής για κάτι
αηδίαζα	=	αηδιάζω
αηδίαζαν	=	αηδιάζω
αηδίαζε	=	αηδιάζω
αηδίαζες	=	αηδιάζω
αηδίας	noun	γενική ενικού του αηδία
αηδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδία
αηδείς	=	αηδής
αηδιάζαμε	=	αηδιάζω
αηδιάζαν	=	αηδιάζω
αηδιάζανε	=	αηδιάζω
αηδιάζατε	=	αηδιάζω
αηδιάζει	=	αηδιάζω
αηδιάζεις	=	αηδιάζω
αηδιάζετε	=	αηδιάζω
αηδιάζομε	=	αηδιάζω
αηδιάζοντας	=	αηδιάζω
αηδιάζουμε	=	αηδιάζω
αηδιάζουν	=	αηδιάζω
αηδιάζουνε	=	αηδιάζω
αηδιάζω	verb	νιώθω αηδία
αηδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσαν	=	αηδιάζω
αηδιάσανε	=	αηδιάζω
αηδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσομε	=	αηδιάζω
αηδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσουνε	=	αηδιάζω
αηδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αηδιάζω
αηδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδιασμένο
αηδιασμένε	verb	κλητική ενικού του αηδιασμένος
αηδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδιασμένη
αηδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αηδιασμένος
αηδιασμένης	verb	γενική ενικού του αηδιασμένη
αηδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αηδιασμένος
αηδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αηδιασμένος
αηδιασμένος	verb	που αισθάνεται αηδία, φυσική η συναισθηματική αποστροφή, που έχει αηδιάσει στο παρελθόν αλλά εξακολουθεί να επηρεάζεται από αυτό το αίσθημα και στην παρούσα φάση
αηδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αηδιασμένος
αηδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αηδιασμένος
αηδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αηδιασμένος
αηδιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδιαστικό	adv	με αηδιαστικό τρόπο
αηδιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αηδιαστικός
αηδιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδιαστική
αηδιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αηδιαστικός
αηδιαστικής	adj	γενική ενικού του αηδιαστική
αηδιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αηδιαστικός
αηδιαστικού	adj	γενική ενικού του αηδιαστικός
αηδιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αηδιαστικός
αηδιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αηδιαστικός
αηδιαστικός	adj	που προκαλεί αηδία
αηδιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αηδιαστικός
αηδιών	noun	γενική πληθυντικού του αηδία
αηδονάκι	noun	μικρό ή νεαρό αηδόνι
αηδονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονάκι
αηδονίσια	=	αηδονίσιος
αηδονίσιας	=	αηδονίσιος
αηδονίσιε	=	αηδονίσιος
αηδονίσιες	=	αηδονίσιος
αηδονίσιο	=	αηδονίσιος
αηδονίσιοι	=	αηδονίσιος
αηδονίσιος	adj	που έχει σχέση με αηδόνι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
αηδονίσιου	=	αηδονίσιος
αηδονίσιους	=	αηδονίσιος
αηδονίσιων	=	αηδονίσιος
αηδονίσματα	=	αηδόνισμα
αηδονίσματος	=	αηδόνισμα
αηδονιού	=	αηδόνι
αηδονισμάτων	=	αηδόνισμα
αηδονιών	=	αηδόνι
αηδονολάλει	=	αηδονολαλώ
αηδονολάλησα	=	αηδονολαλώ
αηδονολάλησαν	=	αηδονολαλώ
αηδονολάλησε	=	αηδονολαλώ
αηδονολάλησες	=	αηδονολαλώ
αηδονολάλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονολάλητο
αηδονολάλητε	adj	κλητική ενικού του αηδονολάλητος
αηδονολάλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονολάλητη
αηδονολάλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αηδονολάλητος
αηδονολάλητης	adj	γενική ενικού του αηδονολάλητη
αηδονολάλητο	adj	αιτιατική ενικού του αηδονολάλητος
αηδονολάλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αηδονολάλητος
αηδονολάλητος	adj	που έχει φωνή γλυκιά σαν του αηδονιού
αηδονολάλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αηδονολάλητος
αηδονολάλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αηδονολάλητος
αηδονολάλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αηδονολάλητος
αηδονολαλήσαμε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλήσαν	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλήσανε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλήσατε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλήσει	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλήστε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλεί	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλείς	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλείτε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλιά	noun	η λαλιά (το κελάηδημα) του αηδονιού
αηδονολαλιάς	noun	γενική ενικού του αηδονολαλιά
αηδονολαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονολαλιά
αηδονολαλιών	=	αηδονολαλιά
αηδονολαλούμε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούν	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούνε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσα	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσαμε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσαν	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσανε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσατε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσε	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλούσες	=	αηδονολαλώ
αηδονολαλώ	verb	κελαηδώ σαν αηδόνι
αηδονολαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αηδονολαλώ
αηδονοφωλιά	noun	η φωλιά που κατασκευάστηκε και κατοικείται από ένα ή πολλά αηδόνια
αηδονοφωλιάς	noun	γενική ενικού του αηδονοφωλιά
αηδονοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονοφωλιά
αηδονοφωλιών	=	αηδονοφωλιά
αηδονόλαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονόλαλο
αηδονόλαλε	adj	κλητική ενικού του αηδονόλαλος
αηδονόλαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονόλαλη
αηδονόλαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αηδονόλαλος
αηδονόλαλης	adj	γενική ενικού του αηδονόλαλη
αηδονόλαλο	adj	αιτιατική ενικού του αηδονόλαλος
αηδονόλαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αηδονόλαλος
αηδονόλαλος	adj	που έχει φωνή γλυκιά σαν του αηδονιού
αηδονόλαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αηδονόλαλος
αηδονόλαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αηδονόλαλος
αηδονόλαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αηδονόλαλος
αηδονόστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονόστομο
αηδονόστομε	adj	κλητική ενικού του αηδονόστομος
αηδονόστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονόστομη
αηδονόστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αηδονόστομος
αηδονόστομης	adj	γενική ενικού του αηδονόστομη
αηδονόστομο	adj	αιτιατική ενικού του αηδονόστομος
αηδονόστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αηδονόστομος
αηδονόστομος	adj	που έχει φωνή γλυκιά σαν του αηδονιού
αηδονόστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αηδονόστομος
αηδονόστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αηδονόστομος
αηδονόστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αηδονόστομος
αηδονόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονόφωνο
αηδονόφωνε	adj	κλητική ενικού του αηδονόφωνος
αηδονόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδονόφωνη
αηδονόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αηδονόφωνος
αηδονόφωνης	adj	γενική ενικού του αηδονόφωνη
αηδονόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του αηδονόφωνος
αηδονόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αηδονόφωνος
αηδονόφωνος	adj	που έχει φωνή γλυκιά σαν του αηδονιού
αηδονόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αηδονόφωνος
αηδονόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αηδονόφωνος
αηδονόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αηδονόφωνος
αηδούς	adj	γενική ενικού του αηδής
αηδόνα	noun	το θηλυκό αηδόνι
αηδόνας	noun	γενική ενικού του αηδόνα
αηδόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αηδόνα
αηδόνι	noun	πουλί, φημισμένο για το ωραίο τραγούδι του
αηδόνια	=	αηδόνι
αηδόνισμα	noun	το κελάηδημα του αηδονιού
αηδών	adj	γενική πληθυντικού του αηδής, αρσενικό
αηδώς	adv	κατά αηδιαστικό τρόπο
αηθικισμέ	=	αηθικισμός
αηθικισμοί	=	αηθικισμός
αηθικισμού	=	αηθικισμός
αηθικισμούς	=	αηθικισμός
αηθικισμό	=	αηθικισμός
αηθικισμός	noun	θεωρία που υποστηρίζει την απόρριψη βασικών ηθικών αρχών
αηθικισμών	=	αηθικισμός
αηκ	abbrev	η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτρισμού στην Κύπρο (αντίστοιχη της ελληνικής ΔΕΗ)
αης	abbrev	εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιεί ατμό για την κίνηση των γεννητριών
αητέ	=	αητός
αητοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αητός
αητού	=	αητός
αητούς	=	αητός
αητό	=	αητός
αητός	noun|dated	άλλη γραφή του αετός / αϊτός
αητών	=	αητός
αθάλες	=	αθάλη
αθάλη	noun	άλλη μορφή του αιθάλη
αθάλης	=	αθάλη
αθάμβωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθάμβωτο
αθάμβωτε	adj	κλητική ενικού του αθάμβωτος
αθάμβωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθάμβωτη
αθάμβωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθάμβωτος
αθάμβωτης	adj	γενική ενικού του αθάμβωτη
αθάμβωτο	adj	αιτιατική ενικού του αθάμβωτος
αθάμβωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθάμβωτος
αθάμβωτος	adj|figurative	άλλη μορφή του αθάμπωτος
αθάμβωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθάμβωτος
αθάμβωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθάμβωτος
αθάμβωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθάμβωτος
αθάμπωτα	=	αθάμπωτος
αθάμπωτε	=	αθάμπωτος
αθάμπωτες	=	αθάμπωτος
αθάμπωτη	=	αθάμπωτος
αθάμπωτης	=	αθάμπωτος
αθάμπωτο	=	αθάμπωτος
αθάμπωτοι	=	αθάμπωτος
αθάμπωτος	adj	που δεν έχει θαμπωθεί
αθάμπωτου	=	αθάμπωτος
αθάμπωτους	=	αθάμπωτος
αθάμπωτων	=	αθάμπωτος
αθάνατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθάνατο
αθάνατε	adj	κλητική ενικού του αθάνατος
αθάνατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθάνατη
αθάνατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθάνατος
αθάνατης	adj	γενική ενικού του αθάνατη
αθάνατο	adj	αιτιατική ενικού του αθάνατος
αθάνατοι	noun	οι θεοί στο σύνολό τους, ιδίως οι Ολύμπιοι θεοί
αθάνατος	adj	που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου	noun	οι θεοί
αθάνατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθάνατος
αθάνατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθάνατος
αθάνατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθάνατος
αθάρρετος	=	αθάρρευτος
αθάρρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθάρρευτο
αθάρρευτε	adj	κλητική ενικού του αθάρρευτος
αθάρρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθάρρευτη
αθάρρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθάρρευτος
αθάρρευτης	adj	γενική ενικού του αθάρρευτη
αθάρρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αθάρρευτος
αθάρρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθάρρευτος
αθάρρευτος	adj	που δεν έχει θάρρος
αθάρρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθάρρευτος
αθάρρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθάρρευτος
αθάρρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθάρρευτος
αθάσι	noun	το αμύγδαλο
αθέ	=	αθός
αθέατα	=	αθέατος
αθέατε	=	αθέατος
αθέατες	=	αθέατος
αθέατη	=	αθέατος
αθέατης	=	αθέατος
αθέατο	=	αθέατος
αθέατοι	=	αθέατος
αθέατος	adj	που δεν μπορούμε να τον δούμε λόγω της θέσης του
αθέατου	=	αθέατος
αθέατους	=	αθέατος
αθέατων	=	αθέατος
αθέιζα	=	αθεΐζω
αθέιζαν	=	αθεΐζω
αθέιζε	=	αθεΐζω
αθέιζες	=	αθεΐζω
αθέλητα	adv	άθελα, ακούσια
αθέλητε	=	αθέλητος
αθέλητες	=	αθέλητος
αθέλητη	=	αθέλητος
αθέλητης	=	αθέλητος
αθέλητο	=	αθέλητος
αθέλητοι	=	αθέλητος
αθέλητος	adj	που έγινε από κάποιον χωρίς να το θέλει
αθέλητου	=	αθέλητος
αθέλητους	=	αθέλητος
αθέλητων	=	αθέλητος
αθέματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθέματος
αθέματε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αθέματος
αθέματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αθέματος
αθέματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθέματος
αθέματης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αθέματος
αθέματο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αθέματος
αθέματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθέματος
αθέματος	adj	που δεν σχηματίζεται με θεματικό φωνήεν
αθέματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αθέματος
αθέματους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθέματος
αθέματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αθέματος
αθέμιτα	adv	κατά τρόπο αθέμιτο
αθέμιτε	adj	κλητική ενικού του αθέμιτος
αθέμιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέμιτη
αθέμιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθέμιτος
αθέμιτης	adj	γενική ενικού του αθέμιτη
αθέμιτο	adj	αιτιατική ενικού του αθέμιτος
αθέμιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθέμιτος
αθέμιτος	adj	αντίθετος με την ηθική και (πολλές φορές και) με το γραπτό νόμο
αθέμιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθέμιτος
αθέμιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθέμιτος
αθέμιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθέμιτος
αθέρα	=	αθέρας
αθέρας	noun	ο αθήρ
αθέρες	=	αθέρας
αθέριγα	adv	άλλη μορφή του αθέριστα
αθέριγε	adj	κλητική ενικού του αθέριγος
αθέριγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέριγη
αθέριγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθέριγος
αθέριγης	adj	γενική ενικού του αθέριγη
αθέριγο	adj	αιτιατική ενικού του αθέριγος
αθέριγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθέριγος
αθέριγος	adj	άλλη μορφή του αθέριστος
αθέριγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθέριγος
αθέριγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθέριγος
αθέριγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθέριγος
αθέριστα	adv	χωρίς να έχει θεριστεί
αθέριστε	adj	κλητική ενικού του αθέριστος
αθέριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέριστη
αθέριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθέριστος
αθέριστης	adj	γενική ενικού του αθέριστη
αθέριστο	adj	αιτιατική ενικού του αθέριστος
αθέριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθέριστος
αθέριστος	adj	που δεν έχει θεριστεί
αθέριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθέριστος
αθέριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθέριστος
αθέριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθέριστος
αθέρμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέρμαντο
αθέρμαντε	adj	κλητική ενικού του αθέρμαντος
αθέρμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέρμαντη
αθέρμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθέρμαντος
αθέρμαντης	adj	γενική ενικού του αθέρμαντη
αθέρμαντο	adj	αιτιατική ενικού του αθέρμαντος
αθέρμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθέρμαντος
αθέρμαντος	adj	που δεν θερμαίνεται
αθέρμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθέρμαντος
αθέρμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθέρμαντος
αθέρμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθέρμαντος
αθέρων	=	αθέρας
αθέσπιστα	=	αθέσπιστος
αθέσπιστε	=	αθέσπιστος
αθέσπιστες	=	αθέσπιστος
αθέσπιστη	=	αθέσπιστος
αθέσπιστης	=	αθέσπιστος
αθέσπιστο	=	αθέσπιστος
αθέσπιστοι	=	αθέσπιστος
αθέσπιστος	adj	που δεν έχει θεσπιστεί
αθέσπιστου	=	αθέσπιστος
αθέσπιστους	=	αθέσπιστος
αθέσπιστων	=	αθέσπιστος
αθέτει	=	αθετώ
αθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθέτηση	noun	η ενέργεια του αθετώ, η μη τήρηση (υπόσχεσης, συμφωνίας, υποχρέωσης, όρου κλπ)
αθέτησης	noun	γενική ενικού του αθέτηση
αθέτωση	noun	νευρολογική πάθηση κατά την οποία παρατηρούνται αργές, ακανόνιστες, ελικοειδείς κινήσεις των άνω άκρων, ειδικά της άκρας χείρας και των δακτύλων
αθέτωσης	noun	γενική ενικού του αθέτωση
αθήλαστα	=	αθήλαστος
αθήλαστε	=	αθήλαστος
αθήλαστες	=	αθήλαστος
αθήλαστη	=	αθήλαστος
αθήλαστης	=	αθήλαστος
αθήλαστο	=	αθήλαστος
αθήλαστοι	=	αθήλαστος
αθήλαστος	adj	που δεν τον έχουν θηλάσει
αθήλαστου	=	αθήλαστος
αθήλαστους	=	αθήλαστος
αθήλαστων	=	αθήλαστος
αθήλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθήλιαστο
αθήλιαστε	adj	κλητική ενικού του αθήλιαστος
αθήλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθήλιαστη
αθήλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθήλιαστος
αθήλιαστης	adj	γενική ενικού του αθήλιαστη
αθήλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αθήλιαστος
αθήλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθήλιαστος
αθήλιαστος	adj	που δεν έχει θηλιαστεί ή δεν μπορεί να θηλιαστεί
αθήλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθήλιαστος
αθήλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθήλιαστος
αθήλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθήλιαστος
αθήνησι	adv|archaic	στην Αθήνα
αθήρι	noun	ποικιλία σταφυλιού της Θήρας ή της ευρύτερης περιοχής
αθήρια	=	αθήρι
αθήρωμα	noun	η λιπώδης πλάκα που σχηματίζεται στα τοιχώματα των αγγείων (αρτηριών) του κυκλοφορικού συστήματος, εξαιτίας της εναπόθεσης χοληστερίνης, με συνέπεια τον εκφυλισμό του επιθηλίου τους
αθίγγανε	=	αθίγγανος
αθίγγανες	=	αθίγγανη
αθίγγανη	noun|formal	τσιγγάνα
αθίγγανης	=	αθίγγανη
αθίγγανο	=	αθίγγανος
αθίγγανοι	=	αθίγγανος
αθίγγανος	noun|formal	άλλη μορφή του τσιγγάνος
αθίγγανου	=	αθίγγανος
αθίγγανους	=	αθίγγανος
αθίγγανων	=	αθίγγανος
αθαλών	=	αθάλη
αθαμβές	=	αθαμβής
αθαμβή	=	αθαμβής
αθαμβής	adj|formal	που δεν θαμβώνεται
αθαμβείς	=	αθαμβής
αθαμβούς	=	αθαμβής
αθαμβών	=	αθαμβής
αθανάτιζα	=	αθανατίζω
αθανάτιζαν	=	αθανατίζω
αθανάτιζε	=	αθανατίζω
αθανάτιζες	=	αθανατίζω
αθανάτισα	=	αθανατίζω
αθανάτισαν	=	αθανατίζω
αθανάτισε	=	αθανατίζω
αθανάτισες	=	αθανατίζω
αθανάτου	=	αθάνατος
αθανάτους	=	αθάνατος
αθανάτων	=	αθάνατος
αθανασία	noun	η ιδιότητα του να είναι κανείς αθάνατος
αθανασίας	noun	γενική ενικού του αθανασία
αθανασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθανασία
αθανασιών	noun	γενική πληθυντικού του αθανασία
αθανατίζαμε	=	αθανατίζω
αθανατίζαν	=	αθανατίζω
αθανατίζανε	=	αθανατίζω
αθανατίζατε	=	αθανατίζω
αθανατίζει	=	αθανατίζω
αθανατίζεις	=	αθανατίζω
αθανατίζεσαι	=	αθανατίζομαι
αθανατίζεστε	=	αθανατίζομαι
αθανατίζεται	=	αθανατίζομαι
αθανατίζετε	=	αθανατίζω
αθανατίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αθανατίζω
αθανατίζονται	=	αθανατίζομαι
αθανατίζονταν	=	αθανατίζομαι
αθανατίζοντας	=	αθανατίζω
αθανατίζου	=	αθανατίζομαι
αθανατίζουμε	=	αθανατίζω
αθανατίζουν	=	αθανατίζω
αθανατίζουνε	=	αθανατίζω
αθανατίζω	verb	άλλη μορφή του απαθανατίζω
αθανατίσαμε	=	αθανατίζω
αθανατίσαν	=	αθανατίζω
αθανατίσανε	=	αθανατίζω
αθανατίσατε	=	αθανατίζω
αθανατίσει	=	αθανατίζω
αθανατίσου	=	αθανατίζομαι
αθανατίστε	=	αθανατίζω
αθανατίστηκα	=	αθανατίζομαι
αθανατίστηκαν	=	αθανατίζομαι
αθανατίστηκε	=	αθανατίζομαι
αθανατίστηκες	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόμασταν	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόμαστε	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόμουν	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόμουνα	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόντουσαν	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόσασταν	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόσαστε	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόσουν	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόσουνα	=	αθανατίζομαι
αθανατιζόταν	=	αθανατίζομαι
αθανατιζότανε	=	αθανατίζομαι
αθανατισμένος	=	αθανατίζομαι
αθανατιστήκαμε	=	αθανατίζομαι
αθανατιστήκαν	=	αθανατίζομαι
αθανατιστήκανε	=	αθανατίζομαι
αθανατιστήκατε	=	αθανατίζομαι
αθανατιστεί	=	αθανατίζομαι
αθανατιστείτε	=	αθανατίζομαι
αθε	abbrev	ο αυτοκινητόδρομος που συνδέει την Αθήνα με τους Ευζώνους μέσω Θεσσαλονίκης
αθεΐα	noun	η έλλειψη πίστης στην ύπαρξη του θεού
αθεΐας	noun	γενική ενικού του αθεΐα
αθεΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεΐα
αθεΐζαμε	=	αθεΐζω
αθεΐζαν	=	αθεΐζω
αθεΐζανε	=	αθεΐζω
αθεΐζατε	=	αθεΐζω
αθεΐζε	=	αθεΐζω
αθεΐζει	=	αθεΐζω
αθεΐζεις	=	αθεΐζω
αθεΐζετε	=	αθεΐζω
αθεΐζοντας	=	αθεΐζω
αθεΐζουμε	=	αθεΐζω
αθεΐζουν	=	αθεΐζω
αθεΐζουνε	=	αθεΐζω
αθεΐζω	verb	κλίνω προς την αθεΐα
αθεΐστρια	noun	αυτή που δεν πιστεύει στην ύπαρξη του θεού, η οπαδός του αθεϊσμού
αθεΐστριας	noun	γενική ενικού του αθεΐστρια
αθεΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεΐστρια
αθεάτριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεάτριστο
αθεάτριστε	adj	κλητική ενικού του αθεάτριστος
αθεάτριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεάτριστη
αθεάτριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεάτριστος
αθεάτριστης	adj	γενική ενικού του αθεάτριστη
αθεάτριστο	adj	αιτιατική ενικού του αθεάτριστος
αθεάτριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθεάτριστος
αθεάτριστος	adj	που δεν πηγαίνει (συχνά) στο θέατρο
αθεάτριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθεάτριστος
αθεάτριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθεάτριστος
αθεάτριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθεάτριστος
αθειάφιστα	=	αθειάφιστος
αθειάφιστε	=	αθειάφιστος
αθειάφιστες	=	αθειάφιστος
αθειάφιστη	=	αθειάφιστος
αθειάφιστης	=	αθειάφιστος
αθειάφιστο	=	αθειάφιστος
αθειάφιστοι	=	αθειάφιστος
αθειάφιστος	adj	που δεν τον έχουν ραντίσει με θειάφι
αθειάφιστου	=	αθειάφιστος
αθειάφιστους	=	αθειάφιστος
αθειάφιστων	=	αθειάφιστος
αθεμέλιωτα	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτε	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτες	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτη	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτης	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτο	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτοι	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτος	adj	αθεμελίωτος
αθεμέλιωτου	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτους	=	αθεμέλιωτος
αθεμέλιωτων	=	αθεμέλιωτος
αθεμελίωτα	adv	χωρίς (θεωρητική) θεμελίωση
αθεμελίωτε	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτες	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτη	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτης	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτο	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτοι	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτος	adj	που δεν έχει θεμελιωθεί
αθεμελίωτου	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτους	=	αθεμελίωτος
αθεμελίωτων	=	αθεμελίωτος
αθεολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεολόγητο
αθεολόγητε	adj	κλητική ενικού του αθεολόγητος
αθεολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεολόγητη
αθεολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεολόγητος
αθεολόγητης	adj	γενική ενικού του αθεολόγητη
αθεολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αθεολόγητος
αθεολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθεολόγητος
αθεολόγητος	adj|formal	που δεν θεολογεί σωστά ή δεν διδάχθηκε σωστά τη θεολογία
αθεολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθεολόγητος
αθεολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθεολόγητος
αθεολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθεολόγητος
αθεοσύνη	noun|rare	αθεΐα, αθεϊσμός
αθεοτήτων	=	αθεότητα
αθεράπευτα	adv	κατά τρόπο αθεράπευτο, χωρίς πιθανότητα αλλαγής, σταθερά
αθεράπευτε	=	αθεράπευτος
αθεράπευτες	=	αθεράπευτος
αθεράπευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεράπευτος
αθεράπευτης	=	αθεράπευτος
αθεράπευτο	=	αθεράπευτος
αθεράπευτοι	=	αθεράπευτος
αθεράπευτος	adj	που δεν έχει θεραπευτεί
αθεράπευτου	=	αθεράπευτος
αθεράπευτους	=	αθεράπευτος
αθεράπευτων	=	αθεράπευτος
αθερίνα	noun	είδος ψαριού με μήκος 10-18 εκατοστά και συναντάται και σε παραλίες (Atherina hepsetus)
αθερίνας	noun	γενική ενικού του αθερίνα
αθερίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθερίνα
αθερινών	noun	γενική πληθυντικού του αθερίνα
αθερμικά	=	αθερμικός
αθερμικέ	=	αθερμικός
αθερμικές	=	αθερμικός
αθερμική	=	αθερμικός
αθερμικής	=	αθερμικός
αθερμικοί	=	αθερμικός
αθερμικού	=	αθερμικός
αθερμικούς	=	αθερμικός
αθερμικό	=	αθερμικός
αθερμικός	adj	που δεν επιτρέπει τη διέλευση θερμότητας ή θερμικής ακτινοβολίας
αθερμικών	=	αθερμικός
αθερμομέτρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθερμομέτρητο
αθερμομέτρητε	adj	κλητική ενικού του αθερμομέτρητος
αθερμομέτρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθερμομέτρητη
αθερμομέτρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθερμομέτρητος
αθερμομέτρητης	adj	γενική ενικού του αθερμομέτρητη
αθερμομέτρητο	adj	αιτιατική ενικού του αθερμομέτρητος
αθερμομέτρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθερμομέτρητος
αθερμομέτρητος	adj	που δεν τον έχουν θερμομετρήσει
αθερμομέτρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθερμομέτρητος
αθερμομέτρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθερμομέτρητος
αθερμομέτρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθερμομέτρητος
αθεσμοθέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεσμοθέτητο
αθεσμοθέτητε	adj	κλητική ενικού του αθεσμοθέτητος
αθεσμοθέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεσμοθέτητη
αθεσμοθέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεσμοθέτητος
αθεσμοθέτητης	adj	γενική ενικού του αθεσμοθέτητη
αθεσμοθέτητο	adj	αιτιατική ενικού του αθεσμοθέτητος
αθεσμοθέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθεσμοθέτητος
αθεσμοθέτητος	adj	που δεν έχει θεσμοθετηθεί, δεν έχει γίνει θεσμός
αθεσμοθέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθεσμοθέτητος
αθεσμοθέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθεσμοθέτητος
αθεσμοθέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθεσμοθέτητος
αθετήθηκα	=	αθετώ
αθετήθηκαν	=	αθετώ
αθετήθηκε	=	αθετώ
αθετήθηκες	=	αθετώ
αθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσαν	=	αθετώ
αθετήσανε	=	αθετώ
αθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέτηση
αθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αθέτηση
αθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αθέτηση
αθετήσου	=	αθετώ
αθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσουνε	=	αθετώ
αθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθετώ
αθετεί	=	αθετώ
αθετείς	=	αθετώ
αθετείσαι	=	αθετώ
αθετείστε	=	αθετώ
αθετείται	=	αθετώ
αθετείτε	=	αθετώ
αθετείτο	=	αθετώ
αθετηθήκαμε	=	αθετώ
αθετηθήκαν	=	αθετώ
αθετηθήκανε	=	αθετώ
αθετηθήκατε	=	αθετώ
αθετηθεί	=	αθετώ
αθετηθείς	=	αθετώ
αθετηθείτε	=	αθετώ
αθετηθούμε	=	αθετώ
αθετηθούν	=	αθετώ
αθετηθούνε	=	αθετώ
αθετηθώ	=	αθετώ
αθετημένος	=	αθετώ
αθετούμαι	=	αθετώ
αθετούμασταν	=	αθετώ
αθετούμαστε	=	αθετώ
αθετούμε	=	αθετώ
αθετούμενος	=	αθετώ
αθετούμουν	=	αθετώ
αθετούμουνα	=	αθετώ
αθετούν	=	αθετώ
αθετούνε	=	αθετώ
αθετούνται	=	αθετώ
αθετούνταν	=	αθετώ
αθετούντο	=	αθετώ
αθετούσα	=	αθετώ
αθετούσαμε	=	αθετώ
αθετούσαν	=	αθετώ
αθετούσανε	=	αθετώ
αθετούσασταν	=	αθετώ
αθετούσαστε	=	αθετώ
αθετούσατε	=	αθετώ
αθετούσε	=	αθετώ
αθετούσες	=	αθετώ
αθετούσουν	=	αθετώ
αθετούσουνα	=	αθετώ
αθετώ	verb	δεν τηρώ (υπόσχεση, συμφωνία, όρο), παραβαίνω
αθετώντας	=	αθετώ
αθετώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθέτωση
αθετώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αθέτωση
αθετώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αθέτωση
αθεωρήτως	adv	χωρίς θεώρηση
αθεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του αθεϊσμός
αθεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθεϊσμός
αθεϊσμού	noun	γενική ενικού του αθεϊσμός
αθεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθεϊσμός
αθεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του αθεϊσμός
αθεϊσμός	noun	η άρνηση της ύπαρξης του θεού
αθεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του αθεϊσμός
αθεϊστές	=	αθεϊστής
αθεϊστή	=	αθεϊστής
αθεϊστής	noun	αυτός που δεν πιστεύει στην ύπαρξη του θεού, ο οπαδός του αθεϊσμού
αθεϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεϊστικό	adv	σύμφωνα με τη θεωρία του αθεϊσμού
αθεϊστικέ	adj	κλητική ενικού του αθεϊστικός
αθεϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεϊστική
αθεϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεϊστικός
αθεϊστικής	adj	γενική ενικού του αθεϊστική
αθεϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθεϊστικός
αθεϊστικού	adj	γενική ενικού του αθεϊστικός
αθεϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθεϊστικός
αθεϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του αθεϊστικός
αθεϊστικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στον αθεϊσμό ή που χαρακτηρίζει τον αθεϊστή, τον άθεο
αθεϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του αθεϊστικός
αθεϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του αθεΐστρια
αθεϊστών	=	αθεϊστής
αθεϊών	noun	γενική πληθυντικού του αθεΐα
αθεότητα	noun	η ιδιότητα της αθεΐας, η αθεοσύνη
αθεότητας	=	αθεότητα
αθεότητες	=	αθεότητα
αθεόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεόφοβο
αθεόφοβε	adj	κλητική ενικού του αθεόφοβος
αθεόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεόφοβη
αθεόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεόφοβος
αθεόφοβης	adj	γενική ενικού του αθεόφοβη
αθεόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του αθεόφοβος
αθεόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθεόφοβος
αθεόφοβος	adj	χαρακτηρισμός για κάποιον που ξεπερνάει τα αποδεκτά όρια· μπορεί να εκφράζει είτε αποδοκιμασία είτε θαυμασμό
αθεόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθεόφοβος
αθεόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθεόφοβος
αθεόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθεόφοβος
αθεώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθεώρητος	adv	χωρίς θεώρηση
αθεώρητε	=	αθεώρητος
αθεώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθεώρητη
αθεώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθεώρητος
αθεώρητης	=	αθεώρητος
αθεώρητο	=	αθεώρητος
αθεώρητοι	=	αθεώρητος
αθεώρητος	adj	που δεν έχει ελεγχθεί από επίσημη αρχή για να γνωστοποιηθεί ή να εγκριθεί
αθεώρητου	=	αθεώρητος
αθεώρητους	=	αθεώρητος
αθεώρητων	=	αθεώρητος
αθηλύκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθηλύκωτος	adv	χωρίς κούμπωμα
αθηλύκωτε	adj	κλητική ενικού του αθηλύκωτος
αθηλύκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθηλύκωτη
αθηλύκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθηλύκωτος
αθηλύκωτης	adj	γενική ενικού του αθηλύκωτη
αθηλύκωτο	adj	αιτιατική ενικού του αθηλύκωτος
αθηλύκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθηλύκωτος
αθηλύκωτος	adj	που δεν έχει θηλύκια, κουμπιά
αθηλύκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθηλύκωτος
αθηλύκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθηλύκωτος
αθηλύκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθηλύκωτος
αθημωνιά	noun|literary	θημωνιά
αθημωνιάς	=	αθημωνιά
αθημωνιές	=	αθημωνιά
αθημωνιών	=	αθημωνιά
αθημώνιαστα	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστε	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστες	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστη	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστης	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστο	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστοι	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστος	adj	που δεν έχει σωρευτεί σε θημωνιές
αθημώνιαστου	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστους	=	αθημώνιαστος
αθημώνιαστων	=	αθημώνιαστος
αθηναία	=	αθηναίος
αθηναίε	=	αθηναίος
αθηναίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθηναίικο
αθηναίικε	adj	κλητική ενικού του αθηναίικος
αθηναίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθηναίικη
αθηναίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθηναίικος
αθηναίικης	adj	γενική ενικού του αθηναίικη
αθηναίικο	adj	αιτιατική ενικού του αθηναίικος
αθηναίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθηναίικος
αθηναίικος	adj|vulgar	αθηναϊκός
αθηναίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθηναίικος
αθηναίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθηναίικος
αθηναίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθηναίικος
αθηναίκος	=	αθηναϊκός
αθηναίο	=	αθηναίος
αθηναίοι	=	αθηναίος
αθηναίος	noun	ο Αθηναίος
αθηναίου	=	αθηναίος
αθηναίους	=	αθηναίος
αθηναίων	=	αθηναίος
αθηναιοβυζαντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθηναιοβυζαντινό
αθηναιοβυζαντινέ	adj	κλητική ενικού του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοβυζαντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθηναιοβυζαντινή
αθηναιοβυζαντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοβυζαντινής	adj	γενική ενικού του αθηναιοβυζαντινή
αθηναιοβυζαντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοβυζαντινού	adj	γενική ενικού του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοβυζαντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοβυζαντινό	adj	αιτιατική ενικού του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοβυζαντινός	adj|dated	που έχει σχεση με την Αθήνα και το Βυζάντιο
αθηναιοβυζαντινών	adj	γενική πληθυντικού του αθηναιοβυζαντινός
αθηναιοδίφης	noun|formal	αυτός που ψάχνει, που ερευνά επισταμένως ό,τι αφορά στην Αθήνα, την ιστορία της κ.λπ.
αθηναιοκεντρικά	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικέ	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικές	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρική	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αθηναιοκεντρική) του αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικοί	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικού	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικούς	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικό	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναιοκεντρικός	adj	άλλη μορφή του αθηνοκεντρικός
αθηναιοκεντρικών	=	αθηναιοκεντρικός
αθηναϊκά	=	αθηναϊκός
αθηναϊκέ	=	αθηναϊκός
αθηναϊκές	=	αθηναϊκός
αθηναϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθηναϊκός
αθηναϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αθηναϊκός
αθηναϊκοί	=	αθηναϊκός
αθηναϊκού	=	αθηναϊκός
αθηναϊκούς	=	αθηναϊκός
αθηναϊκό	=	αθηναϊκός
αθηναϊκός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην Αθήνα
αθηναϊκών	=	αθηναϊκός
αθηνιώτης	=	αθηναίος
αθηνιώτισσα	=	αθηναίος
αθηνοκεντρικά	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικέ	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικές	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρική	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αθηνοκεντρική) του αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικοί	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικού	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικούς	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικό	=	αθηνοκεντρικός
αθηνοκεντρικός	adj	που θεωρεί ως κέντρο του την πρωτεύουσα Αθήνα, παραγνωρίζοντας άλλες πόλεις και περιοχές
αθηνοκεντρικών	=	αθηνοκεντρικός
αθηρεκτομές	=	αθηρεκτομή
αθηρεκτομή	noun	η χειρουργική αφαίρεση του αθηρώματος, της αθηρωματικής πλάκας
αθηρεκτομής	=	αθηρεκτομή
αθηρεκτομών	=	αθηρεκτομή
αθηριού	=	αθήρι
αθηριών	=	αθήρι
αθηρογόνα	=	αθηρογόνος
αθηρογόνε	=	αθηρογόνος
αθηρογόνο	=	αθηρογόνος
αθηρογόνοι	=	αθηρογόνος
αθηρογόνος	adj	που περιγράφει ουσία ή παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία αθηρωματικών πλακών στις αρτηρίες, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων
αθηρογόνου	=	αθηρογόνος
αθηρογόνους	=	αθηρογόνος
αθηρογόνων	=	αθηρογόνος
αθηροσκλήρωση	noun	πάθηση του κυκλοφορικού και, συγκεκριμένα, η αθηρωμάτωση των αρτηριών, δηλαδή η εναπόθεση στο εσωτερικό τοίχωμά τους ουσιών που προκαλούν στένωση και μείωση της ελαστικότητάς τους, με συνέπεια ένα είδος σκλήρυνσης
αθηροσκλήρωσης	noun	γενική ενικού του αθηροσκλήρωση
αθηροσκληρωτικά	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικέ	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικές	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτική	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικής	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικοί	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικού	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικούς	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικό	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρωτικός	adj	που σχετίζεται με την αθηροσκλήρωση
αθηροσκληρωτικών	=	αθηροσκληρωτικός
αθηροσκληρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθηροσκλήρωση
αθηροσκληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αθηροσκλήρωση
αθηροσκληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αθηροσκλήρωση
αθηρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αθήρωμα
αθηρωμάτωση	noun	η εναπόθεση αθηρώματος στο εσωτερικό τοίχωμα των αρτηριών
αθηρωμάτωσης	=	αθηρωμάτωση
αθηρωματικά	=	αθηρωματικός
αθηρωματικέ	=	αθηρωματικός
αθηρωματικές	=	αθηρωματικός
αθηρωματική	=	αθηρωματικός
αθηρωματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αθηρωματική) του αθηρωματικός
αθηρωματικοί	=	αθηρωματικός
αθηρωματικού	=	αθηρωματικός
αθηρωματικούς	=	αθηρωματικός
αθηρωματικό	=	αθηρωματικός
αθηρωματικός	adj	καθετί που προκαλεί ή εμφανίζει αθηρωμάτωση
αθηρωματικών	=	αθηρωματικός
αθηρωματώσεις	=	αθηρωμάτωση
αθηρωματώσεων	=	αθηρωμάτωση
αθηρωματώσεως	=	αθηρωμάτωση
αθηρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθήρωμα
αθηρώματος	noun	γενική ενικού του αθήρωμα
αθησαύριστα	=	αθησαύριστος
αθησαύριστε	=	αθησαύριστος
αθησαύριστες	=	αθησαύριστος
αθησαύριστη	=	αθησαύριστος
αθησαύριστης	=	αθησαύριστος
αθησαύριστο	=	αθησαύριστος
αθησαύριστοι	=	αθησαύριστος
αθησαύριστος	adj	που δεν έχει θησαυριστεί, δεν έχει συλλεχθεί και μελετηθεί
αθησαύριστου	=	αθησαύριστος
αθησαύριστους	=	αθησαύριστος
αθησαύριστων	=	αθησαύριστος
αθιβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθιβολή
αθιβολή	noun|dated	αμφιβολία
αθιβολής	=	αθιβολή
αθιβολιού	=	αθιβόλι
αθιβολιών	=	αθιβόλι
αθιβολών	=	αθιβολή
αθιβόλι	noun	το ανθιβόλιο
αθιβόλια	=	αθιβόλι
αθιγγάνου	=	αθίγγανος
αθιγγάνους	=	αθίγγανος
αθιγγάνων	=	αθίγγανος
αθιγγανίδα	noun|formal	τσιγγάνα
αθιγγανίδας	=	αθιγγανίδα
αθιγγανίδες	=	αθιγγανίδα
αθιγγανίδων	=	αθιγγανίδα
αθιγγανικά	=	αθιγγανικός
αθιγγανικέ	=	αθιγγανικός
αθιγγανικές	=	αθιγγανικός
αθιγγανική	=	αθιγγανικός
αθιγγανικής	=	αθιγγανικός
αθιγγανικοί	=	αθιγγανικός
αθιγγανικού	=	αθιγγανικός
αθιγγανικούς	=	αθιγγανικός
αθιγγανικό	=	αθιγγανικός
αθιγγανικός	adj|formal	άλλη μορφή του τσιγγάνικος
αθιγγανικών	=	αθιγγανικός
αθιγγανοφοβία	noun	η φοβία απέναντι στους αθίγγανους
αθιγγανοφοβίας	=	αθιγγανοφοβία
αθιγγανοφοβίες	=	αθιγγανοφοβία
αθιγγανοφοβιών	=	αθιγγανοφοβία
αθκιασερός	noun	ο εύκαιρος
αθλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθλημα
αθλήματος	noun	γενική ενικού του άθλημα
αθλήσαμε	=	αθλώ
αθλήσαν	=	αθλώ
αθλήσανε	=	αθλώ
αθλήσατε	=	αθλώ
αθλήσει	=	αθλώ
αθλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθληση
αθλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του άθληση
αθλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του άθληση
αθλήσου	=	αθλώ
αθλήστε	=	αθλώ
αθλήτρια	noun	αυτή που ασχολείται με ένα άθλημα
αθλήτριας	noun	γενική ενικού του αθλήτρια
αθλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλήτρια
αθλίατρε	noun	κλητική ενικού του αθλίατρος
αθλίατρο	noun	αιτιατική ενικού του αθλίατρος
αθλίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλίατρος
αθλίατρου	noun	γενική ενικού του αθλίατρος
αθλίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθλίατρος
αθλίατρων	noun	γενική πληθυντικού του αθλίατρος
αθλεί	=	αθλώ
αθλείς	=	αθλώ
αθλείσαι	=	αθλώ
αθλείσθε	=	αθλούμαι
αθλείστε	=	αθλώ
αθλείται	=	αθλώ
αθλείτε	=	αθλώ
αθλείτο	=	αθλούμαι
αθληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθήκαν	=	αθλώ
αθληθήκανε	=	αθλώ
αθληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθληθούνε	=	αθλούμαι
αθληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλούμαι
αθλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του άθλημα
αθλημένος	=	αθλούμαι
αθλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλητής
αθλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αθλητής
αθλητής	noun	αυτός που ασχολείται με ένα άθλημα (είτε επαγγελματικά, είτε ερασιτεχνικά)
αθλητίατρε	noun	κλητική ενικού του αθλητίατρος
αθλητίατρο	noun	αιτιατική ενικού του αθλητίατρος
αθλητίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλητίατρος
αθλητίατρος	noun	ο γιατρός που έχει ειδικότητα στις κακώσεις που προκαλούνται σε αθλητές
αθλητίατρου	noun	γενική ενικού του αθλητίατρος
αθλητίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθλητίατρος
αθλητίατρων	noun	γενική πληθυντικού του αθλητίατρος
αθλητιάτρου	noun	γενική ενικού του αθλητίατρος
αθλητιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθλητίατρος
αθλητιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αθλητίατρος
αθλητιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλητιατρικό
αθλητιατρικέ	adj	κλητική ενικού του αθλητιατρικός
αθλητιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλητιατρική
αθλητιατρική	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τα προβλήματα υγείας των αθλητών, π.χ. τους τραυματισμούς, τις κακώσεις λόγω έντονης άσκησης κ.λπ.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθλητιατρικός
αθλητιατρικής	adj	γενική ενικού του αθλητιατρική
αθλητιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλητιατρικός
αθλητιατρικού	adj	γενική ενικού του αθλητιατρικός
αθλητιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθλητιατρικός
αθλητιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του αθλητιατρικός
αθλητιατρικός	adj	σχετικός με την αθλητιατρική
αθλητιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του αθλητιατρικός
αθλητικά	noun	ειδήσεις σχετικά με τον αθλητισμό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλητικό
αθλητικέ	adj	κλητική ενικού του αθλητικός
αθλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλητική
αθλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθλητικός
αθλητικής	adj	γενική ενικού του αθλητική
αθλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλητικός
αθλητικογράφε	noun	κλητική ενικού του αθλητικογράφος
αθλητικογράφο	noun	αιτιατική ενικού του αθλητικογράφος
αθλητικογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλητικογράφος
αθλητικογράφος	noun	δημοσιογράφος του αθλητικού ρεπορτάζ
αθλητικογράφου	noun	γενική ενικού του αθλητικογράφος
αθλητικογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθλητικογράφος
αθλητικογράφων	noun	γενική πληθυντικού του αθλητικογράφος
αθλητικογραφία	noun	κλάδος της δημοσιογραφίας που ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ
αθλητικογραφίας	=	αθλητικογραφία
αθλητικογραφίες	=	αθλητικογραφία
αθλητικογραφιών	=	αθλητικογραφία
αθλητικοτήτων	=	αθλητικότητα
αθλητικού	adj	γενική ενικού του αθλητικός
αθλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθλητικός
αθλητικό	adj	αιτιατική ενικού του αθλητικός
αθλητικός	adj	σχετικός με τον αθλητισμό
αθλητικότατα	=	αθλητικός
αθλητικότατε	=	αθλητικός
αθλητικότατες	=	αθλητικός
αθλητικότατη	=	αθλητικός
αθλητικότατης	=	αθλητικός
αθλητικότατο	=	αθλητικός
αθλητικότατοι	=	αθλητικός
αθλητικότατος	=	αθλητικός
αθλητικότατου	=	αθλητικός
αθλητικότατους	=	αθλητικός
αθλητικότατων	=	αθλητικός
αθλητικότερα	=	αθλητικός
αθλητικότερε	=	αθλητικός
αθλητικότερες	=	αθλητικός
αθλητικότερη	=	αθλητικός
αθλητικότερης	=	αθλητικός
αθλητικότερο	=	αθλητικός
αθλητικότεροι	=	αθλητικός
αθλητικότερος	=	αθλητικός
αθλητικότερου	=	αθλητικός
αθλητικότερους	=	αθλητικός
αθλητικότερων	=	αθλητικός
αθλητικότητα	noun|formal	η σωματική ικανότητα και ευκινησία που χαρακτηρίζει έναν αθλητή ή η προσήλωση στις αρχές του ευ αγωνίζεσθαι
αθλητικότητας	=	αθλητικότητα
αθλητικότητες	=	αθλητικότητα
αθλητικών	adj	γενική πληθυντικού του αθλητικός
αθλητισμέ	noun	κλητική ενικού του αθλητισμός
αθλητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλητισμός
αθλητισμού	noun	γενική ενικού του αθλητισμός
αθλητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθλητισμός
αθλητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αθλητισμός
αθλητισμός	noun	το σύνολο των ατομικών και ομαδικών δραστηριοτήτων (αθλημάτων) που αποσκοπούν στη γύμναση του σώματος
αθλητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αθλητισμός
αθλητοπρέπεια	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αθλητοπρεπούς
αθλητοπρέπειας	=	αθλητοπρέπεια
αθλητοπρέπειες	=	αθλητοπρέπεια
αθλητοπρεπές	=	αθλητοπρεπής
αθλητοπρεπή	=	αθλητοπρεπής
αθλητοπρεπής	adj|formal	που αρμόζει σε αθλητή με ήθος και αξιοπρέπεια
αθλητοπρεπείς	=	αθλητοπρεπής
αθλητοπρεπειών	=	αθλητοπρέπεια
αθλητοπρεπούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αθλητοπρεπής
αθλητοπρεπών	=	αθλητοπρεπής
αθλητριών	noun	γενική πληθυντικού του αθλήτρια
αθλητών	noun	γενική πληθυντικού του αθλητής
αθλιάτρου	noun	γενική ενικού του αθλίατρος
αθλιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθλίατρος
αθλιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αθλίατρος
αθλιατρικά	=	αθλιατρικός
αθλιατρικέ	=	αθλιατρικός
αθλιατρικές	=	αθλιατρική
αθλιατρική	noun	άλλη μορφή του αθλητιατρική
αθλιατρικής	=	αθλιατρική
αθλιατρικοί	=	αθλιατρικός
αθλιατρικού	=	αθλιατρικός
αθλιατρικούς	=	αθλιατρικός
αθλιατρικό	=	αθλιατρικός
αθλιατρικός	adj	άλλη μορφή του αθλητιατρικός
αθλιατρικών	=	αθλιατρική
αθλιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αθλιότητα
αθλιότατα	=	άθλιος
αθλιότατε	=	άθλιος
αθλιότατες	=	άθλιος
αθλιότατη	=	άθλιος
αθλιότατης	=	άθλιος
αθλιότατο	=	άθλιος
αθλιότατοι	=	άθλιος
αθλιότατος	=	άθλιος
αθλιότατου	=	άθλιος
αθλιότατους	=	άθλιος
αθλιότατων	=	άθλιος
αθλιότερα	=	άθλιος
αθλιότερε	=	άθλιος
αθλιότερες	=	άθλιος
αθλιότερη	=	άθλιος
αθλιότερης	=	άθλιος
αθλιότερο	=	άθλιος
αθλιότεροι	=	άθλιος
αθλιότερος	=	άθλιος
αθλιότερου	=	άθλιος
αθλιότερους	=	άθλιος
αθλιότερων	=	άθλιος
αθλιότητα	noun	η ιδιότητα του άθλιου
αθλιότητας	noun	γενική ενικού του αθλιότητα
αθλιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλιότητα
αθλοθέτει	=	αθλοθετώ
αθλοθέτες	=	αθλοθέτης
αθλοθέτη	=	αθλοθέτης
αθλοθέτης	noun	αυτός που προκηρύσσει και προσφέρει το έπαθλο σε αγώνα αθλητικό, καλλιτεχνικό κλπ
αθλοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθέτηση	noun	ο καθορισμός επάθλου για τον νικητή αθλητικού αγώνα ή διαγωνισμού
αθλοθέτησης	noun	γενική ενικού του αθλοθέτηση
αθλοθέτρια	=	αθλοθέτης
αθλοθεσία	noun	ο καθορισμός επάθλου για τον νικητή αθλητικού αγώνα ή διαγωνισμού
αθλοθεσίας	noun	γενική ενικού του αθλοθεσία
αθλοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλοθεσία
αθλοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του αθλοθεσία
αθλοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήσαν	=	αθλοθετώ
αθλοθετήσανε	=	αθλοθετώ
αθλοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλοθέτηση
αθλοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αθλοθέτηση
αθλοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αθλοθέτηση
αθλοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθλοθετώ
αθλοθετεί	=	αθλοθετώ
αθλοθετείς	=	αθλοθετώ
αθλοθετείτε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούμαι	=	αθλοθετώ
αθλοθετούμε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούν	=	αθλοθετώ
αθλοθετούνε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσα	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσαμε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσαν	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσανε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσατε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσε	=	αθλοθετώ
αθλοθετούσες	=	αθλοθετώ
αθλοθετώ	verb	καθιερώνω κάτι ως βραβείο αγώνων
αθλοθετών	=	αθλοθέτης
αθλοθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αθλοθετώ
αθλομανές	=	αθλομανής
αθλομανή	=	αθλομανής
αθλομανής	adj	που είναι φανατικός λάτρης του αθλητισμού
αθλομανία	noun	η ιδιότητα του αθλομανούς, το να είναι κάποιος αθλομανής
αθλομανίας	noun	γενική ενικού του αθλομανία
αθλομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλομανία
αθλομανείς	=	αθλομανής
αθλομανιών	noun	γενική πληθυντικού του αθλομανία
αθλομανούς	=	αθλομανής
αθλομανών	=	αθλομανής
αθλοπαιδιά	noun	άθλημα ή παιχνίδι, συνήθως ομαδικό, που έχει στόχο την άσκηση και την ψυχαγωγία
αθλοπαιδιάς	noun	γενική ενικού του αθλοπαιδιά
αθλοπαιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλοπαιδιά
αθλοπαιδιών	=	αθλοπαιδιά
αθλοφόρα	=	αθλοφόρος
αθλοφόρας	=	αθλοφόρος
αθλοφόρε	=	αθλοφόρος
αθλοφόρες	=	αθλοφόρος
αθλοφόρο	=	αθλοφόρος
αθλοφόροι	=	αθλοφόρος
αθλοφόρος	adj	που κέρδισε ένα έπαθλο ή τρόπαιο
αθλοφόρου	=	αθλοφόρος
αθλοφόρους	=	αθλοφόρος
αθλοφόρων	=	αθλοφόρος
αθλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αθλώ
αθλούμασταν	=	αθλώ
αθλούμαστε	=	αθλώ
αθλούμε	=	αθλώ
αθλούμεθα	=	αθλούμαι
αθλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλούμενο
αθλούμενε	verb	κλητική ενικού του αθλούμενος
αθλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθλούμενη
αθλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθλούμενος
αθλούμενης	verb	γενική ενικού του αθλούμενη
αθλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αθλούμενος
αθλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθλούμενος
αθλούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αθλούμαι που αθλείται, καθώς αθλείται
αθλούμενου	verb	γενική ενικού του αθλούμενος
αθλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αθλούμενος
αθλούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αθλούμενος
αθλούμουν	=	αθλώ
αθλούμουνα	=	αθλούμαι
αθλούν	=	αθλώ
αθλούνε	=	αθλώ
αθλούνται	=	αθλώ
αθλούνταν	=	αθλώ
αθλούντο	=	αθλούμαι
αθλούσα	=	αθλώ
αθλούσαμε	=	αθλώ
αθλούσαν	=	αθλώ
αθλούσανε	=	αθλώ
αθλούσασταν	=	αθλώ
αθλούσαστε	=	αθλώ
αθλούσατε	=	αθλώ
αθλούσε	=	αθλώ
αθλούσες	=	αθλώ
αθλούσουν	=	αθλώ
αθλούσουνα	=	αθλούμαι
αθλώ	verb	ασκώ (το σώμα)
αθλώντας	=	αθλώ
αθοί	=	αθός
αθογάλατα	=	αθόγαλα
αθογάλατος	=	αθόγαλα
αθογαλάτων	=	αθόγαλα
αθομελών	=	αθόμελη
αθορύβητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθορύβητος
αθορύβητε	=	αθορύβητος
αθορύβητες	=	αθορύβητος
αθορύβητη	=	αθορύβητος
αθορύβητης	=	αθορύβητος
αθορύβητο	=	αθορύβητος
αθορύβητοι	=	αθορύβητος
αθορύβητος	adj	που δεν έχει θορυβηθεί
αθορύβητου	=	αθορύβητος
αθορύβητους	=	αθορύβητος
αθορύβητων	=	αθορύβητος
αθού	=	αθός
αθούς	=	αθός
αθρήνητα	=	αθρήνητος
αθρήνητε	=	αθρήνητος
αθρήνητες	=	αθρήνητος
αθρήνητη	=	αθρήνητος
αθρήνητης	=	αθρήνητος
αθρήνητο	=	αθρήνητος
αθρήνητοι	=	αθρήνητος
αθρήνητος	adj	που κανείς δεν τον έχει θρηνήσει
αθρήνητου	=	αθρήνητος
αθρήνητους	=	αθρήνητος
αθρήνητων	=	αθρήνητος
αθρακιά	noun	ζεστά ακόμα κάρβουνα χωρίς φλόγα ως μέσο ψησίματος φαγητού
αθρακιάς	=	αθρακιά
αθρακιές	=	αθρακιά
αθρακιών	=	αθρακιά
αθραύστως	adv	άθραυστα, (καθαρεύουσα) ἀθραύστως
αθρεψία	noun	περιορισμένη λήψη τροφής
αθρεψίας	noun	γενική ενικού του αθρεψία
αθρεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθρεψία
αθρεψιών	noun	γενική πληθυντικού του αθρεψία
αθρησκία	noun	μη πίστη σε κάποια θρησκεία
αθρησκίας	=	αθρησκία
αθρησκίες	=	αθρησκία
αθρησκεία	=	αθρησκία
αθρησκευτικοτήτων	=	αθρησκευτικότητα
αθρησκευτικότητα	noun	αδιαφορία ή απόρριψη της θρησκείας μα όχι αναγκαστικά αθεϊσμός
αθρησκευτικότητας	=	αθρησκευτικότητα
αθρησκευτικότητες	=	αθρησκευτικότητα
αθρησκιών	=	αθρησκία
αθροίζαμε	=	αθροίζω
αθροίζαν	=	αθροίζω
αθροίζανε	=	αθροίζω
αθροίζατε	=	αθροίζω
αθροίζει	=	αθροίζω
αθροίζεις	=	αθροίζω
αθροίζεσαι	=	αθροίζω
αθροίζεστε	=	αθροίζω
αθροίζεται	=	αθροίζω
αθροίζετε	=	αθροίζω
αθροίζομαι	=	αθροίζω
αθροίζομε	=	αθροίζω
αθροίζονται	=	αθροίζω
αθροίζονταν	=	αθροίζω
αθροίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αθροίζω
αθροίζουμε	=	αθροίζω
αθροίζουν	=	αθροίζω
αθροίζουνε	=	αθροίζω
αθροίζω	verb	εκτελώ τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης και υπολογίζω το άθροισμα δύο ή περισσότερων ποσών
αθροίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίσαν	=	αθροίζω
αθροίσανε	=	αθροίζω
αθροίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθροίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθροιση
αθροίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίσεων	=	άθροιση
αθροίσεως	=	άθροιση
αθροίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθροίσιμο
αθροίσιμε	adj	κλητική ενικού του αθροίσιμος
αθροίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθροίσιμη
αθροίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθροίσιμος
αθροίσιμης	adj	γενική ενικού του αθροίσιμη
αθροίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αθροίσιμος
αθροίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθροίσιμος
αθροίσιμος	adj	που μπορεί να προστεθεί, να αθροιστεί
αθροίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθροίσιμος
αθροίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθροίσιμος
αθροίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθροίσιμος
αθροίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθροισμα
αθροίσματος	noun	γενική ενικού του άθροισμα
αθροίσομε	=	αθροίζω
αθροίσου	=	αθροίζω
αθροίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίσουνε	=	αθροίζω
αθροίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροίστηκα	=	αθροίζω
αθροίστηκαν	=	αθροίζω
αθροίστηκε	=	αθροίζω
αθροίστηκες	=	αθροίζω
αθροίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθροίζω
αθροιζόμασταν	=	αθροίζω
αθροιζόμαστε	=	αθροίζω
αθροιζόμενος	=	αθροίζω
αθροιζόμουν	=	αθροίζω
αθροιζόμουνα	=	αθροίζω
αθροιζόντουσαν	=	αθροίζω
αθροιζόσασταν	=	αθροίζω
αθροιζόσαστε	=	αθροίζω
αθροιζόσουν	=	αθροίζω
αθροιζόσουνα	=	αθροίζω
αθροιζόταν	=	αθροίζω
αθροιζότανε	=	αθροίζω
αθροισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άθροισμα
αθροισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθροισμένο
αθροισμένε	verb	κλητική ενικού του αθροισμένος
αθροισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθροισμένη
αθροισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθροισμένος
αθροισμένης	verb	γενική ενικού του αθροισμένη
αθροισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αθροισμένος
αθροισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθροισμένος
αθροισμένος	=	αθροίζω
αθροισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθροισμένος
αθροισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αθροισμένος
αθροισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθροισμένος
αθροιστήκαμε	=	αθροίζω
αθροιστήκαν	=	αθροίζω
αθροιστήκανε	=	αθροίζω
αθροιστήκατε	=	αθροίζω
αθροιστεί	=	αθροίζω
αθροιστείς	=	αθροίζω
αθροιστείτε	=	αθροίζω
αθροιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθροιστικό	adv	σχετικά με την άθροιση
αθροιστικέ	adj	κλητική ενικού του αθροιστικός
αθροιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθροιστική
αθροιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθροιστικός
αθροιστικής	adj	γενική ενικού του αθροιστική
αθροιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθροιστικός
αθροιστικού	adj	γενική ενικού του αθροιστικός
αθροιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθροιστικός
αθροιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αθροιστικός
αθροιστικός	adj	σχετικός με την άθροιση
αθροιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αθροιστικός
αθροιστούμε	=	αθροίζω
αθροιστούν	=	αθροίζω
αθροιστούνε	=	αθροίζω
αθροιστώ	=	αθροίζω
αθρυμμάτιστα	adv	με αθρυμμάτιστο τρόπο
αθρυμμάτιστε	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστες	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστη	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστης	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστο	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστοι	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστος	adj	που δεν τον έχουν θρυμματίσει
αθρυμμάτιστου	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστους	=	αθρυμμάτιστος
αθρυμμάτιστων	=	αθρυμμάτιστος
αθρωπάκι	noun|vulgar	άλλη μορφή του ανθρωπάκι
αθρωπάκια	=	αθρωπάκι
αθρωπιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ανθρωπιά
αθρωπιάς	=	αθρωπιά
αθρωπιές	=	αθρωπιά
αθρωπιών	=	αθρωπιά
αθρόα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθρόος	adv	σε μεγάλες ποσότητες
αθρόας	=	αθρόος
αθρόε	=	αθρόος
αθρόες	=	αθρόος
αθρόο	=	αθρόος
αθρόοι	=	αθρόος
αθρόος	adj	άφθονος, πολύς, πολυπληθής, κατά σωρούς
αθρόου	=	αθρόος
αθρόους	=	αθρόος
αθρόων	=	αθρόος
αθρώποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άθρωπος διαλεκτική μορφή του άνθρωποι (ονομαστική και κλητική πληθυντικού του άνθρωπος)
αθρώπου	=	άθρωπος
αθρώπους	=	άθρωπος
αθρώπων	=	άθρωπος
αθυμήσαμε	=	αθυμώ
αθυμήσατε	=	αθυμώ
αθυμήσει	=	αθυμώ
αθυμήστε	=	αθυμώ
αθυμία	noun	ακεφιά, λύπη
αθυμίας	noun	γενική ενικού του αθυμία
αθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυμία
αθυμεί	=	αθυμώ
αθυμείς	=	αθυμώ
αθυμείτε	=	αθυμώ
αθυμιάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αθυμιάτιστος	adv|figurative	χωρίς θυμιάτισμα
αθυμιάτιστε	adj	κλητική ενικού του αθυμιάτιστος
αθυμιάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυμιάτιστη
αθυμιάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθυμιάτιστος
αθυμιάτιστης	adj	γενική ενικού του αθυμιάτιστη
αθυμιάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αθυμιάτιστος
αθυμιάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθυμιάτιστος
αθυμιάτιστος	adj|figurative	που δεν τον έχουν θυμιατίσει
αθυμιάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθυμιάτιστος
αθυμιάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθυμιάτιστος
αθυμιάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθυμιάτιστος
αθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του αθυμία
αθυμούμε	=	αθυμώ
αθυμούν	=	αθυμώ
αθυμούσα	=	αθυμώ
αθυμούσαμε	=	αθυμώ
αθυμούσαν	=	αθυμώ
αθυμούσατε	=	αθυμώ
αθυμούσε	=	αθυμώ
αθυμούσες	=	αθυμώ
αθυμότατα	=	άθυμος
αθυμότατε	=	άθυμος
αθυμότατες	=	άθυμος
αθυμότατη	=	άθυμος
αθυμότατης	=	άθυμος
αθυμότατο	=	άθυμος
αθυμότατοι	=	άθυμος
αθυμότατος	=	άθυμος
αθυμότατου	=	άθυμος
αθυμότατους	=	άθυμος
αθυμότατων	=	άθυμος
αθυμότερα	=	άθυμος
αθυμότερε	=	άθυμος
αθυμότερες	=	άθυμος
αθυμότερη	=	άθυμος
αθυμότερης	=	άθυμος
αθυμότερο	=	άθυμος
αθυμότεροι	=	άθυμος
αθυμότερος	=	άθυμος
αθυμότερου	=	άθυμος
αθυμότερους	=	άθυμος
αθυμότερων	=	άθυμος
αθυμώ	verb	είμαι άθυμος
αθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αθυμώ
αθυρμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυρμάτιο
αθυρμάτιου	noun	γενική ενικού του αθυρμάτιο
αθυρμάτιων	noun	γενική πληθυντικού του αθυρμάτιο
αθυρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άθυρμα
αθυρματοποιέ	noun	κλητική ενικού του αθυρματοποιός
αθυρματοποιία	noun	η τέχνη της κατασκευής αθυρμάτων
αθυρματοποιίας	noun	γενική ενικού του αθυρματοποιία
αθυρματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυρματοποιία
αθυρματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αθυρματοποιία
αθυρματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθυρματοποιός
αθυρματοποιού	noun	γενική ενικού του αθυρματοποιός
αθυρματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αθυρματοποιός
αθυρματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του αθυρματοποιός
αθυρματοποιός	noun	που κατασκευάζει αθύρματα (παιχνίδια)
αθυρματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του αθυρματοποιός
αθυρογλωσσία	noun	η αθυροστομία
αθυρογλωσσίας	noun	γενική ενικού του αθυρογλωσσία
αθυρογλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυρογλωσσία
αθυρογλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του αθυρογλωσσία
αθυροστομία	noun	η ιδιότητα του αθυρόστομου
αθυροστομίας	noun	γενική ενικού του αθυροστομία
αθυροστομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυροστομία
αθυροστομιών	noun	γενική πληθυντικού του αθυροστομία
αθυρόστομα	adv	με αθυροστομία
αθυρόστομε	adj	κλητική ενικού του αθυρόστομος
αθυρόστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθυρόστομη
αθυρόστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθυρόστομος
αθυρόστομης	adj	γενική ενικού του αθυρόστομη
αθυρόστομο	adj	αιτιατική ενικού του αθυρόστομος
αθυρόστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθυρόστομος
αθυρόστομος	adj	που στον λόγο του χρησιμοποιεί λέξεις ή εκφράσεις άσεμνες, προσβλητικές, μη πρέπουσες καθώς και βωμολοχίες
αθυρόστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθυρόστομος
αθυρόστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθυρόστομος
αθυρόστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθυρόστομος
αθωνίτες	=	αθωνίτης
αθωνίτη	=	αθωνίτης
αθωνίτης	noun	ο Αθωνίτης
αθωνίτιδα	noun	θηλυκό του αθωνίτης (και ως επίθετο)
αθωνίτιδας	=	αθωνίτιδα
αθωνίτιδες	=	αθωνίτιδα
αθωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωνικό
αθωνικέ	adj	κλητική ενικού του αθωνικός
αθωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωνική
αθωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθωνικός
αθωνικής	adj	γενική ενικού του αθωνική
αθωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθωνικός
αθωνικού	adj	γενική ενικού του αθωνικός
αθωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθωνικός
αθωνικό	adj	αιτιατική ενικού του αθωνικός
αθωνικός	adj	ο αγιορείτικος
αθωνικών	adj	γενική πληθυντικού του αθωνικός
αθωνιτίδων	=	αθωνίτιδα
αθωνιτών	=	αθωνίτης
αθωοτήτων	=	αθωότητα
αθωράκιστα	=	αθωράκιστος
αθωράκιστε	=	αθωράκιστος
αθωράκιστες	=	αθωράκιστος
αθωράκιστη	=	αθωράκιστος
αθωράκιστης	=	αθωράκιστος
αθωράκιστο	=	αθωράκιστος
αθωράκιστοι	=	αθωράκιστος
αθωράκιστος	adj	που δεν έχει θωράκιση, ισχυρή και αποτελεσματική προστασία απέναντι σε εχθρό ή πρόβλημα
αθωράκιστου	=	αθωράκιστος
αθωράκιστους	=	αθωράκιστος
αθωράκιστων	=	αθωράκιστος
αθωωθήκαμε	=	αθωώνω
αθωωθήκαν	=	αθωώνω
αθωωθήκανε	=	αθωώνω
αθωωθήκατε	=	αθωώνω
αθωωθεί	=	αθωώνω
αθωωθείς	=	αθωώνω
αθωωθείτε	=	αθωώνω
αθωωθούμε	=	αθωώνω
αθωωθούν	=	αθωώνω
αθωωθούνε	=	αθωώνω
αθωωθώ	=	αθωώνω
αθωωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωωμένο
αθωωμένε	verb	κλητική ενικού του αθωωμένος
αθωωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωωμένη
αθωωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθωωμένος
αθωωμένης	verb	γενική ενικού του αθωωμένη
αθωωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αθωωμένος
αθωωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθωωμένος
αθωωμένος	verb	που έχει αθωωθεί, που δεν θεωρείται πια ένοχος
αθωωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθωωμένος
αθωωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αθωωμένος
αθωωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθωωμένος
αθωωνόμασταν	=	αθωώνω
αθωωνόμαστε	=	αθωώνω
αθωωνόμουν	=	αθωώνω
αθωωνόμουνα	=	αθωώνω
αθωωνόντουσαν	=	αθωώνω
αθωωνόσασταν	=	αθωώνω
αθωωνόσαστε	=	αθωώνω
αθωωνόσουν	=	αθωώνω
αθωωνόσουνα	=	αθωώνω
αθωωνόταν	=	αθωώνω
αθωωνότανε	=	αθωώνω
αθωωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωωτικό
αθωωτικέ	adj	κλητική ενικού του αθωωτικός
αθωωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωωτική
αθωωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθωωτικός
αθωωτικής	adj	γενική ενικού του αθωωτική
αθωωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθωωτικός
αθωωτικού	adj	γενική ενικού του αθωωτικός
αθωωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθωωτικός
αθωωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αθωωτικός
αθωωτικός	adj	που αθωώνει
αθωωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αθωωτικός
αθωότερα	=	αθώος
αθωότερε	=	αθώος
αθωότερες	=	αθώος
αθωότερη	=	αθώος
αθωότερης	=	αθώος
αθωότερο	=	αθώος
αθωότεροι	=	αθώος
αθωότερος	=	αθώος
αθωότερου	=	αθώος
αθωότερους	=	αθώος
αθωότερων	=	αθώος
αθωότητα	noun	η ιδιότητα του αθώου
αθωότητας	noun	γενική ενικού του αθωότητα
αθωότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθωότητα
αθωώθηκα	=	αθωώνω
αθωώθηκαν	=	αθωώνω
αθωώθηκε	=	αθωώνω
αθωώθηκες	=	αθωώνω
αθωώναμε	=	αθωώνω
αθωώναν	=	αθωώνω
αθωώνανε	=	αθωώνω
αθωώνατε	=	αθωώνω
αθωώνει	=	αθωώνω
αθωώνεις	=	αθωώνω
αθωώνεσαι	=	αθωώνω
αθωώνεστε	=	αθωώνω
αθωώνεται	=	αθωώνω
αθωώνετε	=	αθωώνω
αθωώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αθωώνω
αθωώνομε	=	αθωώνω
αθωώνονται	=	αθωώνω
αθωώνονταν	=	αθωώνω
αθωώνοντας	=	αθωώνω
αθωώνου	=	αθωώνω
αθωώνουμε	=	αθωώνω
αθωώνουν	=	αθωώνω
αθωώνουνε	=	αθωώνω
αθωώνω	verb	κρίνω κάποιον αθώο σε δικαστήριο και τον απαλλάσσω από τις κατηγορίες που τον βαραίνουν
αθωώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσαν	=	αθωώνω
αθωώσανε	=	αθωώνω
αθωώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθωώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθώωση
αθωώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αθώωση
αθωώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αθώωση
αθωώσομε	=	αθωώνω
αθωώσου	=	αθωώνω
αθωώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσουνε	=	αθωώνω
αθωώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθωώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθό	=	αθός
αθόγαλα	noun	άλλη μορφή του ανθόγαλο
αθόγαλο	noun	ανθόγαλο (στα νησιά)
αθόγαλου	noun	γενική ενικού του αθόγαλο
αθόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του αθόγαλο
αθόλωτα	=	αθόλωτος
αθόλωτε	=	αθόλωτος
αθόλωτες	=	αθόλωτος
αθόλωτη	=	αθόλωτος
αθόλωτης	=	αθόλωτος
αθόλωτο	=	αθόλωτος
αθόλωτοι	=	αθόλωτος
αθόλωτος	adj	που δεν έχει θολώσει
αθόλωτου	=	αθόλωτος
αθόλωτους	=	αθόλωτος
αθόλωτων	=	αθόλωτος
αθόμελες	=	αθόμελη
αθόμελη	noun	ανθόμελο
αθόμελης	=	αθόμελη
αθόρυβα	adv	χωρίς να ακούγεται κανένας ήχος
αθόρυβε	adj	κλητική ενικού του αθόρυβος
αθόρυβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθόρυβη
αθόρυβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθόρυβος
αθόρυβης	adj	γενική ενικού του αθόρυβη
αθόρυβο	adj	αιτιατική ενικού του αθόρυβος
αθόρυβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθόρυβος
αθόρυβος	adj	που δεν κάνει κανένα θόρυβο
αθόρυβου	adj	γενική ενικού του αθόρυβος
αθόρυβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθόρυβος
αθόρυβων	adj	γενική πληθυντικού του αθόρυβος
αθός	noun|vulgar	άλλη μορφή του ανθός
αθότυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθότυρο
αθότυρε	=	αθότυρος
αθότυρο	=	αθότυρος
αθότυροι	=	αθότυρος
αθότυρος	noun	άλλη μορφή του ανθότυρο
αθότυρου	noun	γενική ενικού του αθότυρο
αθότυρους	=	αθότυρος
αθότυρων	noun	γενική πληθυντικού του αθότυρο
αθύμει	=	αθυμώ
αθύμησα	=	αθυμώ
αθύμησαν	=	αθυμώ
αθύμησε	=	αθυμώ
αθύμησες	=	αθυμώ
αθύμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθύμωτο
αθύμωτε	adj	κλητική ενικού του αθύμωτος
αθύμωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθύμωτη
αθύμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθύμωτος
αθύμωτης	adj	γενική ενικού του αθύμωτη
αθύμωτο	adj	αιτιατική ενικού του αθύμωτος
αθύμωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθύμωτος
αθύμωτος	adj|literary	που δεν θυμώνει
αθύμωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθύμωτος
αθύμωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθύμωτος
αθύμωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθύμωτος
αθύρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άθυρμα
αθύρματος	noun	γενική ενικού του άθυρμα
αθώα	adv	με αθωότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθώος
αθώας	=	αθώος
αθώε	=	αθώος
αθώες	=	αθώος
αθών	=	αθός
αθώο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αθώος
αθώοι	=	αθώος
αθώος	adj	που δεν είναι υπεύθυνος για πράξη κακή, ανάρμοστη ή εγκληματική
αθώου	=	αθώος
αθώους	=	αθώος
αθώπευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθώπευτο
αθώπευτε	adj	κλητική ενικού του αθώπευτος
αθώπευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθώπευτη
αθώπευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθώπευτος
αθώπευτης	adj	γενική ενικού του αθώπευτη
αθώπευτο	adj	αιτιατική ενικού του αθώπευτος
αθώπευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθώπευτος
αθώπευτος	adj	που δεν τον έχουν θωπεύσει
αθώπευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθώπευτος
αθώπευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθώπευτος
αθώπευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθώπευτος
αθώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθώρητο
αθώρητε	adj	κλητική ενικού του αθώρητος
αθώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αθώρητη
αθώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αθώρητος
αθώρητης	adj	γενική ενικού του αθώρητη
αθώρητο	adj	αιτιατική ενικού του αθώρητος
αθώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αθώρητος
αθώρητος	adj	ο αθέατος, εκείνος που δεν είναι ορατός, που δεν τον θωρεί κανείς
αθώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αθώρητος
αθώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αθώρητος
αθώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αθώρητος
αθώων	=	αθώος
αθώωνα	=	αθωώνω
αθώωναν	=	αθωώνω
αθώωνε	=	αθωώνω
αθώωνες	=	αθωώνω
αθώωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθώωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθώωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθώωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αθωώνω
αθώωση	noun	δικαστική απόφαση στην οποία αποφασίζεται ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος
αθώωσης	noun	γενική ενικού του αθώωση
αιγάγρου	noun	γενική ενικού του αίγαγρος
αιγάγρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αίγαγρος
αιγάγρων	noun	γενική πληθυντικού του αίγαγρος
αιγίδα	noun	ασπίδα επικαλυμμένη με αιγόδερμα
αιγίδας	noun	γενική ενικού του αιγίδα
αιγίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγίδα
αιγίδων	noun	γενική πληθυντικού του αιγίδα
αιγίθαλε	=	αιγίθαλος
αιγίθαλο	=	αιγίθαλος
αιγίθαλοι	=	αιγίθαλος
αιγίθαλος	noun	μικρό στρουθιόμορφο πτηνό (Aegithalos caudatus), που απαντά σε δασικές περιοχές της Ευρασίας, και έχει μακριά ουρά, χαρακτηριστικό λευκό κεφάλι και κοινωνική συμπεριφορά
αιγίθαλου	=	αιγίθαλος
αιγίθαλους	=	αιγίθαλος
αιγίθαλων	=	αιγίθαλος
αιγαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγαίος
αιγαίας	adj	γενική ενικού του αιγαία
αιγαίε	adj	αιγαίος, στην κλητική του ενικού
αιγαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαία
αιγαίο	=	αιγαίος
αιγαίοι	adj	αιγαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αιγαίος	adj	αιγιακός
αιγαίου	adj	γενική ενικού του αιγαίος
αιγαίους	adj	αιγαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αιγαίων	=	αιγαίος
αιγαγροπίλημα	noun|dated	σβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου (αίγαγρου) και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά
αιγαγροπιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαγροπίλημα
αιγαγροπιλήματος	noun	γενική ενικού του αιγαγροπίλημα
αιγαγροπιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιγαγροπίλημα
αιγαιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαιακό
αιγαιακέ	adj	κλητική ενικού του αιγαιακός
αιγαιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαιακή
αιγαιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγαιακός
αιγαιακής	adj	γενική ενικού του αιγαιακή
αιγαιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγαιακός
αιγαιακού	adj	γενική ενικού του αιγαιακός
αιγαιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιγαιακός
αιγαιακό	adj	αιτιατική ενικού του αιγαιακός
αιγαιακός	adj	που έχει σχέση με το Αιγαίο πέλαγος, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
αιγαιακών	adj	γενική πληθυντικού του αιγαιακός
αιγαιογλάρου	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιογλάρους	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιογλάρων	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιοπελαγίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαιοπελαγίτικο
αιγαιοπελαγίτικε	adj	κλητική ενικού του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιοπελαγίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαιοπελαγίτικη
αιγαιοπελαγίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιοπελαγίτικης	adj	γενική ενικού του αιγαιοπελαγίτικη
αιγαιοπελαγίτικο	adj	αιτιατική ενικού του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιοπελαγίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιοπελαγίτικος	adj	που αναφέρεται στο Αιγαίο Πέλαγος, τα νησιά του και τους κατοίκους τους
αιγαιοπελαγίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιοπελαγίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιοπελαγίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιγαιοπελαγίτικος
αιγαιόγλαρε	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιόγλαρο	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιόγλαροι	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιόγλαρος	noun	θαλάσσιο πτηνό της οικογένειας των Λαριδών (Ichthyaetus audouinii), ενδημικό της Μεσογείου, που απαντά κυρίως στο Αιγαίο και αναγνωρίζεται από το έντονα κόκκινο ράμφος με μαύρη άκρη και τα σκουρόχρωμα πόδια του, ενώ φωλιάζει σε απόμερες νησίδες και τρέφεται κυρίως με ψάρια
αιγαιόγλαρου	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιόγλαρους	=	αιγαιόγλαρος
αιγαιόγλαρων	=	αιγαιόγλαρος
αιγαλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαλιώτικο
αιγαλιώτικε	adj	κλητική ενικού του αιγαλιώτικος
αιγαλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγαλιώτικη
αιγαλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγαλιώτικος
αιγαλιώτικης	adj	γενική ενικού του αιγαλιώτικη
αιγαλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του αιγαλιώτικος
αιγαλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγαλιώτικος
αιγαλιώτικος	adj	που έχει σχέση με το Αιγάλεω και τους Αιγαλιώτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
αιγαλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιγαλιώτικος
αιγαλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιγαλιώτικος
αιγαλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιγαλιώτικος
αιγιακά	=	αιγιακός
αιγιακέ	=	αιγιακός
αιγιακές	=	αιγιακός
αιγιακή	=	αιγιακός
αιγιακής	=	αιγιακός
αιγιακοί	=	αιγιακός
αιγιακού	=	αιγιακός
αιγιακούς	=	αιγιακός
αιγιακό	=	αιγιακός
αιγιακός	adj	σχετικός με το Αιγαίο Πέλαγος
αιγιακών	=	αιγιακός
αιγιαλέ	noun	κλητική ενικού του αιγιαλός
αιγιαλίτες	=	αιγιαλίτης
αιγιαλίτη	=	αιγιαλίτης
αιγιαλίτης	adj	που ανήκει στον αιγιαλό· μόνο στη λόγια έκφραση αιγιαλίτιδα ζώνη
αιγιαλίτιδα	adj	που ανήκει στον αιγιαλό, συνήθως στην έκφραση αιγιαλίτιδα ζώνη
αιγιαλίτιδες	=	αιγιαλίτιδα
αιγιαλίτις	=	αιγιαλίτιδα
αιγιαλιτών	=	αιγιαλίτης
αιγιαλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγιαλός
αιγιαλού	noun	γενική ενικού του αιγιαλός
αιγιαλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιγιαλός
αιγιαλό	noun	αιτιατική ενικού του αιγιαλός
αιγιαλός	noun	η παραλιακή θαλάσσια ζώνη
αιγιαλών	noun	γενική πληθυντικού του αιγιαλός
αιγιθάλου	=	αιγίθαλος
αιγιθάλους	=	αιγίθαλος
αιγιθάλων	=	αιγίθαλος
αιγινήτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Αίγινα
αιγινήτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγινήτικο
αιγινήτικε	adj	κλητική ενικού του αιγινήτικος
αιγινήτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγινήτικη
αιγινήτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγινήτικος
αιγινήτικης	adj	γενική ενικού του αιγινήτικη
αιγινήτικο	adj	αιτιατική ενικού του αιγινήτικος
αιγινήτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγινήτικος
αιγινήτικος	adj	ο σχετικός με την Αίγινα και τους κατοίκους της
αιγινήτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιγινήτικος
αιγινήτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιγινήτικος
αιγινήτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιγινήτικος
αιγινήτισσα	=	αιγινήτης
αιγιοπελαγίτικος	=	αιγαιοπελαγίτικος
αιγκρέτα	noun	μη απλοποιημένη, παρωχημένη γραφή του εγκρέτα
αιγκρέτας	noun	γενική ενικού του αιγκρέτα
αιγκρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγκρέτα
αιγοβοσκέ	noun	κλητική ενικού του αιγοβοσκός
αιγοβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγοβοσκός
αιγοβοσκού	noun	γενική ενικού του αιγοβοσκός
αιγοβοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιγοβοσκός
αιγοβοσκό	noun	αιτιατική ενικού του αιγοβοσκός
αιγοβοσκός	noun	ο βοσκός που έχει γίδες, κατσίκες
αιγοβοσκών	noun	γενική πληθυντικού του αιγοβοσκός
αιγοδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγόδερμα
αιγοδέρματος	noun	γενική ενικού του αιγόδερμα
αιγοδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιγόδερμα
αιγοδερμαμάτων	=	αιγόδερμα
αιγοειδή	noun	ομάδα μηρυκαστικών θηλαστικών με χαρακτηριστικά παρόμοια με της κατσίκας, όπως το αγριοκάτσικο, ο αίγαγρος κ.λπ.
αιγοειδών	=	αιγοειδή
αιγοκάμηλε	=	αιγοκάμηλος
αιγοκάμηλο	=	αιγοκάμηλος
αιγοκάμηλοι	=	αιγοκάμηλος
αιγοκάμηλος	noun	το λάμα
αιγοκάμηλου	=	αιγοκάμηλος
αιγοκάμηλους	=	αιγοκάμηλος
αιγοκάμηλων	=	αιγοκάμηλος
αιγοκαμήλου	=	αιγοκάμηλος
αιγοκαμήλους	=	αιγοκάμηλος
αιγοκαμήλων	=	αιγοκάμηλος
αιγοκλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγόκλημα
αιγοκλήματος	noun	γενική ενικού του αιγόκλημα
αιγοκλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιγόκλημα
αιγοπροβάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιγοπρόβατα
αιγοπροβατοτροφία	noun	η συστηματική εκτροφή αιγών και προβάτων για γαλακτοκομικά, κρέας ή μαλλί
αιγοπροβατοτροφίας	=	αιγοπροβατοτροφία
αιγοπροβατοτροφίες	=	αιγοπροβατοτροφία
αιγοπροβατοτροφιών	=	αιγοπροβατοτροφία
αιγοπροβατοτρόφε	=	αιγοπροβατοτρόφος
αιγοπροβατοτρόφο	=	αιγοπροβατοτρόφος
αιγοπροβατοτρόφοι	=	αιγοπροβατοτρόφος
αιγοπροβατοτρόφος	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με την αιγοπροβατοτροφία
αιγοπροβατοτρόφου	=	αιγοπροβατοτρόφος
αιγοπροβατοτρόφους	=	αιγοπροβατοτρόφος
αιγοπροβατοτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του αιγοπροβατοτρόφος
αιγοπρόβατα	noun	γενικό όνομα για τις κατσίκες και τα πρόβατα
αιγοπρόβεια	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειας	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειε	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειες	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειο	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειοι	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειος	adj	που προέρχεται από κατσίκια και πρόβατα
αιγοπρόβειου	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειους	=	αιγοπρόβειος
αιγοπρόβειων	=	αιγοπρόβειος
αιγοτροφία	noun	η εκτροφή αιγών κατά τρόπο συστηματικό και επαγγελματικό
αιγοτροφίας	=	αιγοτροφία
αιγοτροφίες	=	αιγοτροφία
αιγοτροφιών	=	αιγοτροφία
αιγοτρόφε	=	αιγοτρόφος
αιγοτρόφο	=	αιγοτρόφος
αιγοτρόφοι	=	αιγοτρόφος
αιγοτρόφος	noun	που εκτρέφει αίγες (κατσίκες)
αιγοτρόφου	=	αιγοτρόφος
αιγοτρόφους	=	αιγοτρόφος
αιγοτρόφων	=	αιγοτρόφος
αιγυπτία	=	αιγύπτιος
αιγυπτίου	=	αιγύπτιος
αιγυπτίους	=	αιγύπτιος
αιγυπτίων	=	αιγύπτιος
αιγυπτιακά	noun	η αραβική γλώσσα όπως μιλιέται στην Αίγυπτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιακό
αιγυπτιακέ	adj	κλητική ενικού του αιγυπτιακός
αιγυπτιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιακή
αιγυπτιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγυπτιακός
αιγυπτιακής	adj	γενική ενικού του αιγυπτιακή
αιγυπτιακη	=	αιγυπτιακός
αιγυπτιακο	=	αιγυπτιακός
αιγυπτιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιακός
αιγυπτιακού	adj	γενική ενικού του αιγυπτιακός
αιγυπτιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιγυπτιακός
αιγυπτιακό	adj	αιτιατική ενικού του αιγυπτιακός
αιγυπτιακός	adj	που έχει σχέση με την Αίγυπτο
αιγυπτιακών	adj	γενική πληθυντικού του αιγυπτιακός
αιγυπτιολογία	noun	ο κλάδος της επιστήμης που έχει ως αντικείμενο μελέτης του τον αιγυπτιακό πολιτισμό
αιγυπτιολογίας	noun	γενική ενικού του αιγυπτιολογία
αιγυπτιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιολογία
αιγυπτιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιολογικό
αιγυπτιολογικέ	adj	κλητική ενικού του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιολογική
αιγυπτιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογικής	adj	γενική ενικού του αιγυπτιολογική
αιγυπτιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογικού	adj	γενική ενικού του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογικός	adj	σχετικός με την αιγυπτιολογία
αιγυπτιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αιγυπτιολογικός
αιγυπτιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αιγυπτιολογία
αιγυπτιολόγε	noun	κλητική ενικού του αιγυπτιολόγος
αιγυπτιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αιγυπτιολόγος
αιγυπτιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγυπτιολόγος
αιγυπτιολόγος	noun	επιστήμονας της αιγυπτιολογίας
αιγυπτιολόγου	noun	γενική ενικού του αιγυπτιολόγος
αιγυπτιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιγυπτιολόγος
αιγυπτιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αιγυπτιολόγος
αιγυπτιώτικα	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικε	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικες	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικη	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικης	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικο	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικοι	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικος	adj	που έχει σχέση με τους Aιγυπτιώτες ή αναφέρεται σʼ αυτούς
αιγυπτιώτικου	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικους	=	αιγυπτιώτικος
αιγυπτιώτικων	=	αιγυπτιώτικος
αιγωλιέ	noun	κλητική ενικού του αιγωλιός
αιγωλιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιγωλιός
αιγωλιού	noun	γενική ενικού του αιγωλιός
αιγωλιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιγωλιός
αιγωλιό	noun	αιτιατική ενικού του αιγωλιός
αιγωλιών	noun	γενική πληθυντικού του αιγωλιός
αιγόδερμα	noun	το δέρμα της αίγας
αιγόκερε	=	αιγόκερος
αιγόκερο	=	αιγόκερος
αιγόκεροι	=	αιγόκερος
αιγόκερος	noun	άλλη γραφή του Αιγόκερως
αιγόκερου	=	αιγόκερος
αιγόκερους	=	αιγόκερος
αιγόκερων	=	αιγόκερος
αιγόκλημα	noun|formal	άλλη μορφή του αγιόκλημα
αιγύπτια	=	αιγύπτιος
αιγύπτιε	=	αιγύπτιος
αιγύπτιο	=	αιγύπτιος
αιγύπτιοι	=	αιγύπτιος
αιγύπτιος	noun	ο Αιγύπτιος
αιγύπτιου	=	αιγύπτιος
αιγύπτιους	=	αιγύπτιος
αιγύπτιων	=	αιγύπτιος
αιγών	noun	γενική πληθυντικού του αίγα
αιδέσεις	=	αίδεση
αιδέσεων	=	αίδεση
αιδέσιμα	=	αιδέσιμος
αιδέσιμε	=	αιδέσιμος
αιδέσιμες	=	αιδέσιμος
αιδέσιμη	=	αιδέσιμος
αιδέσιμης	=	αιδέσιμος
αιδέσιμο	=	αιδέσιμος
αιδέσιμοι	=	αιδέσιμος
αιδέσιμος	adj|archaic	σεβάσμιος, αξιοσέβαστος
αιδέσιμου	=	αιδέσιμος
αιδέσιμους	=	αιδέσιμος
αιδέσιμων	=	αιδέσιμος
αιδήμον	=	αιδήμων
αιδήμονα	=	αιδήμων
αιδήμονες	=	αιδήμων
αιδήμονος	=	αιδήμων
αιδήμων	adj|archaic	που διακρίνεται από αισχύνη και σεμνότητα
αιδεσίμου	=	αιδέσιμος
αιδεσίμους	=	αιδέσιμος
αιδεσίμων	=	αιδέσιμος
αιδεσιμολογιοτάτου	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιοτάτους	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιοτάτων	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιωτάτου	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιωτάτους	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιωτάτων	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιότατε	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιότατο	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιότατοι	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιότατος	noun	τιμητικός τίτλος για ιερέα που έχει ανώτερη θεολογική μόρφωση
αιδεσιμολογιότατου	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιότατους	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιότατων	=	αιδεσιμολογιότατος
αιδεσιμολογιώτατε	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιώτατο	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιώτατοι	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιώτατος	noun	τίτλος για λόγιο έγγαμο ιερέα, π.χ. για κάποιον με πτυχίο πανεπιστημίου
αιδεσιμολογιώτατου	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιώτατους	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμολογιώτατων	=	αιδεσιμολογιώτατος
αιδεσιμοτάτου	noun	γενική ενικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμοτάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμοτάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμοτήτων	=	αιδεσιμότητα
αιδεσιμότατε	noun	κλητική ενικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμότατο	noun	αιτιατική ενικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμότατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμότατος	noun	τίτλος προσαγόρευσης για χριστιανό έγγαμο ιερέα
αιδεσιμότατου	noun	γενική ενικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμότατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμότατων	noun	γενική πληθυντικού του αιδεσιμότατος
αιδεσιμότης	noun|archaic	άλλη μορφή του αιδεσιμότητα
αιδεσιμότητα	noun|archaic	η ιδιότητα του αιδέσιμου
αιδεσιμότητας	=	αιδεσιμότητα
αιδεσιμότητες	=	αιδεσιμότητα
αιδημοσυνών	=	αιδημοσύνη
αιδημοσύνες	=	αιδημοσύνη
αιδημοσύνη	noun|formal	αιδώς, ντροπαλότητα, σεμνότητα, συστολή
αιδημοσύνης	=	αιδημοσύνη
αιδημόνων	=	αιδήμων
αιδημόνως	adv|archaic	με σεμνότητα, με συστολή
αιδηψιώτικα	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικε	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικες	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικη	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικης	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικο	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικοι	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικος	adj	ο σχετικός με την Αιδηψό ή τους κατοίκους της
αιδηψιώτικου	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικους	=	αιδηψιώτικος
αιδηψιώτικων	=	αιδηψιώτικος
αιδοία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιδοίο
αιδοίο	noun	τα εξωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας
αιδοίου	noun	γενική ενικού του αιδοίο
αιδοίων	noun	γενική πληθυντικού του αιδοίο
αιδοιοκολπίτιδα	noun	φλεγμονώδης κατάσταση που επηρεάζει το αιδοίο και τον κόλπο, συχνά προκαλούμενη από λοίμωξη ή ερεθισμό
αιδοιοκολπίτιδας	=	αιδοιοκολπίτιδα
αιδοιοκολπίτιδες	=	αιδοιοκολπίτιδα
αιδοιοκολπίτιδων	=	αιδοιοκολπίτιδα
αιδοιολείκτες	=	αιδοιολείκτης
αιδοιολείκτη	=	αιδοιολείκτης
αιδοιολείκτης	noun	αυτός που ασκεί την αιδοιολειχία
αιδοιολεικτών	=	αιδοιολείκτης
αιδοιολειξία	noun	η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του αιδοίου με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή της γυναίκας
αιδοιολειξίας	=	αιδοιολειξία
αιδοιολειξίες	=	αιδοιολειξία
αιδοιολειξιών	=	αιδοιολειξία
αιδοιολειχία	noun	η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του αιδοίου με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή της γυναίκας
αιδοιολειχίας	noun	γενική ενικού του αιδοιολειχία
αιδοιολειχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιδοιολειχία
αιδοιολειχιών	noun	γενική πληθυντικού του αιδοιολειχία
αιδούς	noun	γενική ενικού του αιδώς
αιδώ	noun	αιτιατική και κλητική ενικού του αιδώς
αιδώς	noun	η ντροπή
αιθάλες	=	αιθάλη
αιθάλη	noun	άνθρακας διαλυμένος στον αέρα, καπνιά
αιθάλης	=	αιθάλη
αιθάνια	=	αιθάνιο
αιθάνιο	noun	οργανική χημική ένωση, παράγωγη του πετρελαίου σε αέρια κατάσταση
αιθάνιου	=	αιθάνιο
αιθένια	=	αιθένιο
αιθένιο	noun	συστηματικό όνομα του άχρωμου, άγευστου και άοσμου αερίου με χημικό τύπο C₂H₄
αιθένιου	=	αιθένιο
αιθέρα	=	αιθέρας
αιθέραρχε	=	αιθέραρχος
αιθέραρχο	=	αιθέραρχος
αιθέραρχοι	=	αιθέραρχος
αιθέραρχος	noun|dated	ανώτατος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας
αιθέραρχου	=	αιθέραρχος
αιθέραρχους	=	αιθέραρχος
αιθέραρχων	=	αιθέραρχος
αιθέρας	noun	ο ουρανός, τα ύψη
αιθέρες	=	αιθέρας
αιθέρια	=	αιθέριος
αιθέριας	=	αιθέριος
αιθέριε	=	αιθέριος
αιθέριες	=	αιθέριος
αιθέριο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αιθέριος
αιθέριοι	=	αιθέριος
αιθέριος	adj|literary	που βρίσκεται ψηλά, που αναφέρεται στον αιθέρα
αιθέριου	=	αιθέριος
αιθέριους	=	αιθέριος
αιθέριων	=	αιθέριος
αιθέρων	=	αιθέρας
αιθίνια	=	αιθίνιο
αιθίνιο	noun	το ακετυλένιο, η ασετιλίνη
αιθίνιου	=	αιθίνιο
αιθίνιων	=	αιθίνιο
αιθίοπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Αιθίοπας
αιθαλομίχλες	=	αιθαλομίχλη
αιθαλομίχλη	noun	επιβλαβές νέφος από σωματίδια και αέρια· φαινόμενο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που παρατηρείται στις μεγαλουπόλεις, το οποίο προκαλείται από την καύση ξύλου ή κάρβουνου
αιθαλομίχλης	=	αιθαλομίχλη
αιθαλομιχλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιθαλομιχλώδης
αιθαλομιχλών	=	αιθαλομίχλη
αιθαλοπαγίδα	noun	φίλτρο σωματιδίων αιθάλης
αιθαλοπαγίδας	=	αιθαλοπαγίδα
αιθαλοπαγίδες	=	αιθαλοπαγίδα
αιθαλοπαγίδων	=	αιθαλοπαγίδα
αιθαλωδών	=	αιθαλώδης
αιθαλώδεις	=	αιθαλώδης
αιθαλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιθαλώδης
αιθαλώδη	=	αιθαλώδης
αιθαλώδης	adj	που έχει μορφή αιθάλης
αιθαλώδους	=	αιθαλώδης
αιθαλών	=	αιθάλη
αιθανάλες	=	αιθανάλη
αιθανάλη	noun	οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, οξυγόνο και υδρογόνο (C2H4O)
αιθανάλης	=	αιθανάλη
αιθανίου	noun	γενική ενικού του αιθάνιο
αιθανίων	=	αιθάνιο
αιθαναλών	=	αιθανάλη
αιθανοδιολών	=	αιθανοδιόλη
αιθανοδιόλες	=	αιθανοδιόλη
αιθανοδιόλη	noun	οργανική ένωση, άκυκλη, κορεσμένη, δισθενής αλκοόλη
αιθανοδιόλης	=	αιθανοδιόλη
αιθανολαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθανολαμίνη
αιθανολών	=	αιθανόλη
αιθανόλες	=	αιθανόλη
αιθανόλη	noun	οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο (C₂H₆O)
αιθανόλης	=	αιθανόλη
αιθενίου	=	αιθένιο
αιθενίων	=	αιθένιο
αιθεράρχες	=	αιθεράρχης
αιθεράρχη	=	αιθεράρχης
αιθεράρχης	noun|rare	στρατάρχης (αρχιπτέραρχος) ή επικεφαλής της πολεμικής αεροπορίας, ή ανώτατος αξιωματικός σε επιτελική θέση
αιθεράρχου	=	αιθέραρχος
αιθεράρχους	=	αιθέραρχος
αιθεράρχων	=	αιθέραρχος
αιθεραρχών	=	αιθεράρχης
αιθερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθερικό
αιθερικέ	adj	κλητική ενικού του αιθερικός
αιθερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθερική
αιθερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιθερικός
αιθερικής	adj	γενική ενικού του αιθερική
αιθερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιθερικός
αιθερικού	adj	γενική ενικού του αιθερικός
αιθερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιθερικός
αιθερικό	adj	αιτιατική ενικού του αιθερικός
αιθερικός	adj	που έχει σχέση με τον αιθέρα ή αναφέρεται σ' αυτόν
αιθερικών	adj	γενική πληθυντικού του αιθερικός
αιθεριωδών	=	αιθεριώδης
αιθεριώδεις	=	αιθεριώδης
αιθεριώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιθεριώδης
αιθεριώδη	=	αιθεριώδης
αιθεριώδης	adj	που μοιάζει με αιθέρα
αιθεριώδους	=	αιθεριώδης
αιθεροβάμον	=	αιθεροβάμων
αιθεροβάμονα	=	αιθεροβάμων
αιθεροβάμονας	=	αιθεροβάμων
αιθεροβάμονες	=	αιθεροβάμων
αιθεροβάμονος	=	αιθεροβάμων
αιθεροβάμων	adj|formal	που δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα και κάνει απραγματοποίητα σχέδια
αιθεροβάτει	=	αιθεροβατώ
αιθεροβάτες	=	αιθεροβάτης
αιθεροβάτη	=	αιθεροβάτης
αιθεροβάτης	noun	αυτός που αιθεροβατεί, που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα
αιθεροβάτησα	=	αιθεροβατώ
αιθεροβάτησαν	=	αιθεροβατώ
αιθεροβάτησε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβάτησες	=	αιθεροβατώ
αιθεροβαμόνων	=	αιθεροβάμων
αιθεροβατήσαμε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατήσαν	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατήσανε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατήσατε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατήσει	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατήστε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατεί	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατείς	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατείτε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούμε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούν	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούνε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσα	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσαμε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσαν	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσανε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσατε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσε	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατούσες	=	αιθεροβατώ
αιθεροβατώ	verb	περπατάω στον αιθέρα
αιθεροβατών	=	αιθεροβάτης
αιθεροβατώντας	=	αιθεροβατώ
αιθερολογία	noun	το να λέγονται άσκοπες και ανούσιες κουβέντες
αιθερολογίας	noun	γενική ενικού του αιθερολογία
αιθερολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθερολογία
αιθερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αιθερολογία
αιθερολόγε	=	αιθερολόγος
αιθερολόγο	=	αιθερολόγος
αιθερολόγοι	=	αιθερολόγος
αιθερολόγος	noun|formal	αερολόγος, που λέει άσκοπες και ανούσιες κουβέντες
αιθερολόγου	=	αιθερολόγος
αιθερολόγους	=	αιθερολόγος
αιθερολόγων	=	αιθερολόγος
αιθινίου	=	αιθίνιο
αιθιοπικά	=	αιθιοπικός
αιθιοπικέ	=	αιθιοπικός
αιθιοπικές	=	αιθιοπικός
αιθιοπική	=	αιθιοπικός
αιθιοπικής	=	αιθιοπικός
αιθιοπικοί	=	αιθιοπικός
αιθιοπικού	=	αιθιοπικός
αιθιοπικούς	=	αιθιοπικός
αιθιοπικό	=	αιθιοπικός
αιθιοπικός	adj	που έχει σχέση με την Αιθιοπία ή τους Αιθίοπες αναφέρεται σʼ αυτά
αιθιοπικών	=	αιθιοπικός
αιθουσάρχες	=	αιθουσάρχης
αιθουσάρχη	=	αιθουσάρχης
αιθουσάρχης	noun	ο ιδιοκτήτης μιας θεατρικής αίθουσας , ενός θεάτρου
αιθουσαία	=	αιθουσαίος
αιθουσαίας	=	αιθουσαίος
αιθουσαίε	=	αιθουσαίος
αιθουσαίες	=	αιθουσαίος
αιθουσαίο	=	αιθουσαίος
αιθουσαίοι	=	αιθουσαίος
αιθουσαίος	adj	που έχει σχέση με την αίθουσα του έσω ωτός ή αναφέρεται σʼ αυτή
αιθουσαίου	=	αιθουσαίος
αιθουσαίους	=	αιθουσαίος
αιθουσαίων	=	αιθουσαίος
αιθουσαρχών	=	αιθουσάρχης
αιθουσονωτιαία	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίας	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίε	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίες	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίο	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίοι	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίος	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στα αιθουσαία και νωτιαία νεύρα
αιθουσονωτιαίου	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίους	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσονωτιαίων	=	αιθουσονωτιαίος
αιθουσών	noun	γενική πληθυντικού του αίθουσα
αιθρία	noun	λέξη η οποία κατά την αρχαιότητα σήμαινε τον αίθριο καιρό και την καθαρή ή και ψυχρή ατμόσφαιρα, αλλά που σήμερα επιβιώνει στη δοτική πτώση της, στη φράση κεραυνός εν αιθρία (για κάποιο αναπάντεχο γεγονός)
αιθρίαζα	=	αιθριάζω
αιθρίαζαν	=	αιθριάζω
αιθρίαζε	=	αιθριάζω
αιθρίαζες	=	αιθριάζω
αιθρίας	=	αιθρία
αιθρίασα	=	αιθριάζω
αιθρίασαν	=	αιθριάζω
αιθρίασε	=	αιθριάζω
αιθρίασες	=	αιθριάζω
αιθρίασμα	noun	η βελτίωση των καιρικών συνθηκών
αιθρίες	=	αιθρία
αιθρίου	noun	γενική ενικού του αίθριο
αιθρίων	noun	γενική πληθυντικού του αίθριο
αιθριάζαμε	=	αιθριάζω
αιθριάζαν	=	αιθριάζω
αιθριάζανε	=	αιθριάζω
αιθριάζατε	=	αιθριάζω
αιθριάζει	=	αιθριάζω
αιθριάζεις	=	αιθριάζω
αιθριάζετε	=	αιθριάζω
αιθριάζοντας	=	αιθριάζω
αιθριάζουμε	=	αιθριάζω
αιθριάζουν	=	αιθριάζω
αιθριάζουνε	=	αιθριάζω
αιθριάζω	verb	είμαι ή γίνομαι αίθριος
αιθριάσαμε	=	αιθριάζω
αιθριάσαν	=	αιθριάζω
αιθριάσανε	=	αιθριάζω
αιθριάσατε	=	αιθριάζω
αιθριάσει	=	αιθριάζω
αιθριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθρίασμα
αιθριάσματος	noun	γενική ενικού του αιθρίασμα
αιθριάστε	=	αιθριάζω
αιθριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιθρίασμα
αιθριών	=	αιθρία
αιθυλένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθυλένιο
αιθυλένιο	noun	κοινά χρησιμοποιούμενη ονομασία του αιθένιου
αιθυλένιου	=	αιθυλένιο
αιθυλίου	noun	γενική ενικού του αιθύλιο
αιθυλίων	noun	γενική πληθυντικού του αιθύλιο
αιθυλενίου	noun	γενική ενικού του αιθυλένιο
αιθυλενίων	noun	γενική πληθυντικού του αιθυλένιο
αιθυλενογλυκολών	=	αιθυλενογλυκόλη
αιθυλενογλυκόλες	=	αιθυλενογλυκόλη
αιθυλενογλυκόλη	noun	οργανική ένωση που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία: η απλούστερη σταθερή αλκανοδιόλη, (άκυκλη, κορεσμένη, δισθενής αλκοόλη)
αιθυλενογλυκόλης	=	αιθυλενογλυκόλη
αιθυλεστέρα	=	αιθυλεστέρας
αιθυλεστέρας	noun	εστέρας που περιέχει τη ρίζα αιθύλιο (C₂H₅-)
αιθυλεστέρες	=	αιθυλεστέρας
αιθυλεστέρων	=	αιθυλεστέρας
αιθυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθυλικό
αιθυλικέ	adj	κλητική ενικού του αιθυλικός
αιθυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθυλική
αιθυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιθυλικός
αιθυλικής	adj	γενική ενικού του αιθυλική
αιθυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιθυλικός
αιθυλικού	adj	γενική ενικού του αιθυλικός
αιθυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιθυλικός
αιθυλικό	adj	αιτιατική ενικού του αιθυλικός
αιθυλικός	adj	σχετικός με το αιθύλιο (π.χ. αιθυλική αλκοόλη)
αιθυλικών	adj	γενική πληθυντικού του αιθυλικός
αιθυλιούχα	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχας	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχε	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχες	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχο	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχοι	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει μόριο αιθυλίου
αιθυλιούχου	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχους	=	αιθυλιούχος
αιθυλιούχων	=	αιθυλιούχος
αιθυλοβενζολίου	=	αιθυλοβενζόλιο
αιθυλοβενζολίων	=	αιθυλοβενζόλιο
αιθυλοβενζόλια	=	αιθυλοβενζόλιο
αιθυλοβενζόλιο	noun	οργανική χημική ένωση που παράγεται κυρίως με αιθυλίωση του βενζολίου
αιθυλοβενζόλιου	=	αιθυλοβενζόλιο
αιθύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιθύλιο
αιθύλιο	noun	ένα αλκύλιο που έχει 2 άτομα άνθρακα και 5 υδρογόνου (C₂H₅), ένας υδρογονάνθρακας, μία μονοσθενής οργανική ρίζα
αιθύλιου	=	αιθύλιο
αιλουροειδές	noun	κάθε θηλαστικό σαρκοφάγο ζώο που ανήκει στην ομάδα των αιλουροειδών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιλουροειδής
αιλουροειδή	noun	γενική ονομασία για ζώα που ανήκουν στην υποτάξη Αιλουρόμορφα (Feliformia, όπως η γάτα, η τίγρη, η λεοπάρδαλη) της οικογένειας σαρκοβόρων θηλαστικών Αιλουρίδες (Felidae)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αιλουροειδές) του αιλουροειδής
αιλουροειδής	adj|figurative	που μοιάζει με αίλουρο
αιλουροειδείς	=	αιλουροειδής
αιλουροειδούς	noun	γενική ενικού του αιλουροειδές
αιλουροειδών	=	αιλουροειδή
αιλουροφοβία	noun	φοβία για τα αιλουροειδή, όπως οι γάτες
αιλουροφοβίας	=	αιλουροφοβία
αιλουροφοβίες	=	αιλουροφοβία
αιλουροφοβιών	=	αιλουροφοβία
αιλούρων	=	αίλουρος
αιμάτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμάτινο
αιμάτινε	adj	κλητική ενικού του αιμάτινος
αιμάτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμάτινη
αιμάτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμάτινος
αιμάτινης	adj	γενική ενικού του αιμάτινη
αιμάτινο	adj	αιτιατική ενικού του αιμάτινος
αιμάτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμάτινος
αιμάτινος	adj	από αίμα, π.χ. σταγόνα, κηλίδα
αιμάτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιμάτινος
αιμάτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμάτινος
αιμάτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιμάτινος
αιμάτωμα	noun	συλλογή αίματος που προέρχεται από εσωτερική αιμορραγία και είναι πολλές φορές ορατό σαν σημάδι κάτω από το δέρμα
αιμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αίμα
αιμάτωνα	=	αιματώνω
αιμάτωναν	=	αιματώνω
αιμάτωνε	=	αιματώνω
αιμάτωνες	=	αιματώνω
αιμάτωσα	=	αιματώνω
αιμάτωσαν	=	αιματώνω
αιμάτωσε	=	αιματώνω
αιμάτωσες	=	αιματώνω
αιμάτωση	noun	η τροφοδοσία με αίμα ενός ιστού
αιμάτωσης	=	αιμάτωση
αιμαγγείωμα	noun	αγγείωμα, συνήθως ορατό στο δέρμα
αιμαγγειοβλάστες	=	αιμαγγειοβλάστη
αιμαγγειοβλάστη	noun	η αγγειοβλάστη
αιμαγγειοβλάστης	=	αιμαγγειοβλάστη
αιμαγγειοβλαστών	=	αιμαγγειοβλάστη
αιμαγγειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιμαγγείωμα
αιμαγγειώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμαγγείωμα
αιμαγγειώματος	noun	γενική ενικού του αιμαγγείωμα
αιμασιά	noun	φράχτης από μικρές πλατιές πέτρες χωρίς αρμό, η ξερολιθιά
αιμασιάς	=	αιμασιά
αιμασιές	=	αιμασιά
αιμασιών	=	αιμασιά
αιματάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματάλευρο
αιματάλευρο	noun	άλευρο που παράγεται από αίμα ζώων και χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή
αιματάλευρου	noun	γενική ενικού του αιματάλευρο
αιματάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του αιματάλευρο
αιματέμεση	noun	η έμεση αίματος
αιματέμεσης	noun	γενική ενικού του αιματέμεση
αιματίνες	=	αιματίνη
αιματίνη	noun	συστατικό της αιμοσφαιρίνης, το οποίο περιέχει σίδηρο και δίνει στο αίμα το χαρακτηριστικό του χρώμα
αιματίνης	=	αιματίνη
αιματίτες	=	αιματίτης
αιματίτη	=	αιματίτης
αιματίτης	noun	φυσικό οξείδιο του σιδήρου, χρώματος κοκκινωπού ή καφετί
αιματεμέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματέμεση
αιματεμέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιματέμεση
αιματεμέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιματέμεση
αιματηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματηρό	adv	με αιματηρό τρόπο, βιαίως και με αιματοχυσία
αιματηρέ	adj	κλητική ενικού του αιματηρός
αιματηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματηρή
αιματηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματηρός
αιματηρής	adj	γενική ενικού του αιματηρή
αιματηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματηρός
αιματηρού	adj	γενική ενικού του αιματηρός
αιματηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιματηρός
αιματηρό	adj	αιτιατική ενικού του αιματηρός
αιματηρός	adj	που συνοδεύεται ή χαρακτηρίζεται από μεγάλη αιματοχυσία
αιματηρότατα	=	αιματηρός
αιματηρότατε	=	αιματηρός
αιματηρότατες	=	αιματηρός
αιματηρότατη	=	αιματηρός
αιματηρότατης	=	αιματηρός
αιματηρότατο	=	αιματηρός
αιματηρότατοι	=	αιματηρός
αιματηρότατος	=	αιματηρός
αιματηρότατου	=	αιματηρός
αιματηρότατους	=	αιματηρός
αιματηρότατων	=	αιματηρός
αιματηρότερα	=	αιματηρός
αιματηρότερε	=	αιματηρός
αιματηρότερες	=	αιματηρός
αιματηρότερη	=	αιματηρός
αιματηρότερης	=	αιματηρός
αιματηρότερο	=	αιματηρός
αιματηρότεροι	=	αιματηρός
αιματηρότερος	=	αιματηρός
αιματηρότερου	=	αιματηρός
αιματηρότερους	=	αιματηρός
αιματηρότερων	=	αιματηρός
αιματηρών	adj	γενική πληθυντικού του αιματηρός
αιματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματικό
αιματικέ	adj	κλητική ενικού του αιματικός
αιματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματική
αιματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματικός
αιματικής	adj	γενική ενικού του αιματική
αιματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματικός
αιματικού	adj	γενική ενικού του αιματικός
αιματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιματικός
αιματικό	adj	αιτιατική ενικού του αιματικός
αιματικός	adj	που αναφέρεται στο αίμα ή έχει σχέση μ' αυτό
αιματικών	adj	γενική πληθυντικού του αιματικός
αιματινών	=	αιματίνη
αιματιτών	=	αιματίτης
αιματοβάφαμε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφαν	=	αιματοβάφω
αιματοβάφανε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφατε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφει	=	αιματοβάφω
αιματοβάφεις	=	αιματοβάφω
αιματοβάφεσαι	=	αιματοβάφω
αιματοβάφεστε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφεται	=	αιματοβάφω
αιματοβάφετε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφηκα	=	αιματοβάφομαι
αιματοβάφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αιματοβάφω
αιματοβάφονται	=	αιματοβάφω
αιματοβάφονταν	=	αιματοβάφω
αιματοβάφοντας	=	αιματοβάφω
αιματοβάφουμε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφουν	=	αιματοβάφω
αιματοβάφουνε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφτηκα	=	αιματοβάφομαι
αιματοβάφτηκαν	=	αιματοβάφω
αιματοβάφτηκε	=	αιματοβάφω
αιματοβάφτηκες	=	αιματοβάφω
αιματοβάφω	verb	βάφω με αίμα
αιματοβάψαμε	=	αιματοβάφω
αιματοβάψαν	=	αιματοβάφω
αιματοβάψανε	=	αιματοβάφω
αιματοβάψατε	=	αιματοβάφω
αιματοβάψει	=	αιματοβάφω
αιματοβάψου	=	αιματοβάφω
αιματοβάψτε	=	αιματοβάφω
αιματοβαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοβαμμένο
αιματοβαμμένε	verb	κλητική ενικού του αιματοβαμμένος
αιματοβαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοβαμμένη
αιματοβαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματοβαμμένος
αιματοβαμμένης	verb	γενική ενικού του αιματοβαμμένη
αιματοβαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αιματοβαμμένος
αιματοβαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματοβαμμένος
αιματοβαμμένος	verb	που έχει βαφτεί ή περιλουστεί με αίμα
αιματοβαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιματοβαμμένος
αιματοβαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιματοβαμμένος
αιματοβαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιματοβαμμένος
αιματοβαφτήκαμε	=	αιματοβάφω
αιματοβαφτήκαν	=	αιματοβάφω
αιματοβαφτήκανε	=	αιματοβάφω
αιματοβαφτήκατε	=	αιματοβάφω
αιματοβαφτεί	=	αιματοβάφω
αιματοβαφτείτε	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόμασταν	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόμαστε	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόμουν	=	αιματοβάφομαι
αιματοβαφόμουνα	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόντουσαν	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόσασταν	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόσαστε	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόσουν	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόσουνα	=	αιματοβάφω
αιματοβαφόταν	=	αιματοβάφω
αιματοβαφότανε	=	αιματοβάφω
αιματοβούτηχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοβούτηχτο
αιματοβούτηχτε	adj	κλητική ενικού του αιματοβούτηχτος
αιματοβούτηχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοβούτηχτη
αιματοβούτηχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματοβούτηχτος
αιματοβούτηχτης	adj	γενική ενικού του αιματοβούτηχτη
αιματοβούτηχτο	adj	αιτιατική ενικού του αιματοβούτηχτος
αιματοβούτηχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματοβούτηχτος
αιματοβούτηχτος	adj|poetic	που έχει βουτηχτεί στο αίμα
αιματοβούτηχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιματοβούτηχτος
αιματοβούτηχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιματοβούτηχτος
αιματοβούτηχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιματοβούτηχτος
αιματοβρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοβρεγμένο
αιματοβρεγμένε	verb	κλητική ενικού του αιματοβρεγμένος
αιματοβρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοβρεγμένη
αιματοβρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματοβρεγμένος
αιματοβρεγμένης	verb	γενική ενικού του αιματοβρεγμένη
αιματοβρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αιματοβρεγμένος
αιματοβρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματοβρεγμένος
αιματοβρεγμένος	verb	ο αιματόβρεχτος, γεμάτος αίμα
αιματοβρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιματοβρεγμένος
αιματοβρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιματοβρεγμένος
αιματοβρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιματοβρεγμένος
αιματοεγκεφαλικά	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικέ	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικές	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλική	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικής	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικοί	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικού	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικούς	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικό	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοεγκεφαλικός	adj	που σχετίζεται με την αλληλεπίδραση μεταξύ του αίματος και του εγκεφάλου, ιδίως σε σχέση με τον φραγμό που ρυθμίζει τη μεταφορά ουσιών μεταξύ τους
αιματοεγκεφαλικών	=	αιματοεγκεφαλικός
αιματοειδές	=	αιματοειδής
αιματοειδή	=	αιματοειδής
αιματοειδής	adj	του οποίου η ουσία και το χρώμα θυμίζουν το αίμα
αιματοειδείς	=	αιματοειδής
αιματοειδούς	=	αιματοειδής
αιματοειδών	=	αιματοειδής
αιματοκρίτες	=	αιματοκρίτης
αιματοκρίτη	=	αιματοκρίτης
αιματοκρίτης	noun	το ποσοστό του όγκου του αίματος το οποίο καταλαμβάνουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια
αιματοκριτών	=	αιματοκρίτης
αιματοκυλά	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάει	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάμε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάν	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάνε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάς	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάτε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλάω	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλήσαμε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλήσαν	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλήσανε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλήσατε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλήσει	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλήστε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλίζω	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοκύλισμα
αιματοκυλίσματος	noun	γενική ενικού του αιματοκύλισμα
αιματοκυλιέμαι	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιματοκύλισμα
αιματοκυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοκυλισμένο
αιματοκυλισμένε	verb	κλητική ενικού του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοκυλισμένη
αιματοκυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλισμένης	verb	γενική ενικού του αιματοκυλισμένη
αιματοκυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αιματοκυλίζω
αιματοκυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιματοκυλισμένος
αιματοκυλούμε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούν	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούνε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσα	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσαμε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσαν	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσανε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσατε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσε	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλούσες	=	αιματοκυλώ
αιματοκυλώ	verb	κυλάω κάποιους στο αίμα, προξενώ πολλούς θανάτους, μεγάλη αιματοχυσία
αιματοκυλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αιματοκυλώντας
αιματοκύλα	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλαγε	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλησα	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλησαν	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλησε	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλησες	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλισα	=	αιματοκυλώ
αιματοκύλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αιματοκυλίζω
αιματολογία	noun	κλάδος της ιατρικής ο οποίος ασχολείται με την μελέτη, την διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του αίματος.
αιματολογίας	noun	γενική ενικού του αιματολογία
αιματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματολογία
αιματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματολογικό	adv	όσον αφορά στις αιματολογικές εξετάσεις
αιματολογικέ	adj	κλητική ενικού του αιματολογικός
αιματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματολογική
αιματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματολογικός
αιματολογικής	adj	γενική ενικού του αιματολογική
αιματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματολογικός
αιματολογικού	adj	γενική ενικού του αιματολογικός
αιματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιματολογικός
αιματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αιματολογικός
αιματολογικός	adj	ο σχετικός με την αιματολογία και τις εργαστηριακές αναλύσεις του αίματος
αιματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αιματολογικός
αιματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αιματολογία
αιματολόγε	noun	κλητική ενικού του αιματολόγος
αιματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αιματολόγος
αιματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματολόγος
αιματολόγος	noun	ο γιατρός που είναι εξειδικευμένος στις παθήσεις του αίματος
αιματολόγου	noun	γενική ενικού του αιματολόγος
αιματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιματολόγος
αιματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αιματολόγος
αιματοποιητικά	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικέ	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικές	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητική	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικής	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικοί	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικού	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικούς	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικό	=	αιματοποιητικός
αιματοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την αιμοποίηση αναφέρεται ή συντελεί σʼ αυτή
αιματοποιητικών	=	αιματοποιητικός
αιματοποσία	noun	η αιμοποσία
αιματοποσίας	=	αιματοποσία
αιματοποσίες	=	αιματοποσία
αιματοποσιών	=	αιματοποσία
αιματοποτών	=	αιματοπότης
αιματοπυορροιών	=	αιματοπυόρροια
αιματοπυόρροια	noun	εκροή πύου και αίματος
αιματοπυόρροιας	=	αιματοπυόρροια
αιματοπυόρροιες	=	αιματοπυόρροια
αιματοπότες	=	αιματοπότης
αιματοπότη	=	αιματοπότης
αιματοπότης	noun	ο αιμοπότης
αιματοπότιστα	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστε	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστες	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστη	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστης	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστο	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστοι	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστος	adj	που έχει ποτιστεί με αίμα
αιματοπότιστου	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστους	=	αιματοπότιστος
αιματοπότιστων	=	αιματοπότιστος
αιματορροιών	noun	γενική πληθυντικού του αιματόρροια
αιματοσκοπία	noun	αιματολογική εξέταση
αιματοσκοπίας	noun	γενική ενικού του αιματοσκοπία
αιματοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοσκοπία
αιματοσκοπίου	=	αιματοσκόπιο
αιματοσκοπίων	=	αιματοσκόπιο
αιματοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του αιματοσκοπία
αιματοσκόπια	=	αιματοσκόπιο
αιματοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο μετράμε την αιμοσφαιρίνη που περιέρχεται στο αίμα
αιματοσκόπιου	=	αιματοσκόπιο
αιματοσκόπιων	=	αιματοσκόπιο
αιματουρία	noun	η παρουσία αίματος στα ούρα
αιματουρίας	noun	γενική ενικού του αιματουρία
αιματουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματουρία
αιματουρικά	=	αιματουρικός
αιματουρικέ	=	αιματουρικός
αιματουρικές	=	αιματουρικός
αιματουρική	=	αιματουρικός
αιματουρικής	=	αιματουρικός
αιματουρικοί	=	αιματουρικός
αιματουρικού	=	αιματουρικός
αιματουρικούς	=	αιματουρικός
αιματουρικό	=	αιματουρικός
αιματουρικός	adj	ο σχετικός με την αιματουρία
αιματουρικών	=	αιματουρικός
αιματουριών	noun	γενική πληθυντικού του αιματουρία
αιματοχρόων	=	αιματόχρους
αιματοχυσία	noun	η φόνευση ανθρώπων σε μεγάλη κλίμακα, η σφαγή
αιματοχυσίας	noun	γενική ενικού του αιματοχυσία
αιματοχυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματοχυσία
αιματοχυσιών	noun	γενική πληθυντικού του αιματοχυσία
αιματωδών	=	αιματώδης
αιματωθήκαμε	=	αιματώνω
αιματωθήκαν	=	αιματώνω
αιματωθήκανε	=	αιματώνω
αιματωθήκατε	=	αιματώνω
αιματωθεί	=	αιματώνω
αιματωθείς	=	αιματώνω
αιματωθείτε	=	αιματώνω
αιματωθούμε	=	αιματώνω
αιματωθούν	=	αιματώνω
αιματωθούνε	=	αιματώνω
αιματωθώ	=	αιματώνω
αιματωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιμάτωμα
αιματωμένος	=	αιματώνω
αιματωνόμασταν	=	αιματώνω
αιματωνόμαστε	=	αιματώνω
αιματωνόμουν	=	αιματώνω
αιματωνόμουνα	=	αιματώνω
αιματωνόντουσαν	=	αιματώνω
αιματωνόσασταν	=	αιματώνω
αιματωνόσαστε	=	αιματώνω
αιματωνόσουν	=	αιματώνω
αιματωνόσουνα	=	αιματώνω
αιματωνόταν	=	αιματώνω
αιματωνότανε	=	αιματώνω
αιματόβαφα	=	αιματοβάφω
αιματόβαφαν	=	αιματοβάφω
αιματόβαφε	=	αιματοβάφω
αιματόβαφες	=	αιματοβάφω
αιματόβαψα	=	αιματοβάφω
αιματόβαψαν	=	αιματοβάφω
αιματόβαψε	=	αιματοβάφω
αιματόβαψες	=	αιματοβάφω
αιματόβρεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματόβρεκτο
αιματόβρεκτε	adj	κλητική ενικού του αιματόβρεκτος
αιματόβρεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματόβρεκτη
αιματόβρεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματόβρεκτος
αιματόβρεκτης	adj	γενική ενικού του αιματόβρεκτη
αιματόβρεκτο	adj	αιτιατική ενικού του αιματόβρεκτος
αιματόβρεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματόβρεκτος
αιματόβρεκτος	adj	άλλη μορφή του αιματόβρεχτος
αιματόβρεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιματόβρεκτος
αιματόβρεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιματόβρεκτος
αιματόβρεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιματόβρεκτος
αιματόβρεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματόβρεχτο
αιματόβρεχτε	adj	κλητική ενικού του αιματόβρεχτος
αιματόβρεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματόβρεχτη
αιματόβρεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιματόβρεχτος
αιματόβρεχτης	adj	γενική ενικού του αιματόβρεχτη
αιματόβρεχτο	adj	αιτιατική ενικού του αιματόβρεχτος
αιματόβρεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιματόβρεχτος
αιματόβρεχτος	adj	που έχει βραχεί από αίμα
αιματόβρεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιματόβρεχτος
αιματόβρεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιματόβρεχτος
αιματόβρεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιματόβρεχτος
αιματόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματόμετρο
αιματόμετρο	noun	συσκευή για τη μέτρηση του αιματοκρίτη
αιματόμετρου	noun	γενική ενικού του αιματόμετρο
αιματόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του αιματόμετρο
αιματόξυλα	=	αιματόξυλο
αιματόξυλο	noun	ξύλο από δέντρο το οποίο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία του κόκκινου χρώματος
αιματόξυλου	=	αιματόξυλο
αιματόξυλων	=	αιματόξυλο
αιματόρροιας	noun	γενική ενικού του αιματόρροια
αιματόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιματόρροια
αιματόχροα	=	αιματόχρους
αιματόχροες	=	αιματόχρους
αιματόχρου	=	αιματόχρους
αιματόχρουν	=	αιματόχρους
αιματόχρους	adj|archaic	που έχει το χρώμα τoυ αίματος, που είναι κόκκινο
αιματώδεις	=	αιματώδης
αιματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιματώδης
αιματώδη	=	αιματώδης
αιματώδης	adj	που μοιάζει με αίμα, που έχει τη σύσταση ή το χρώμα του αίματος
αιματώδους	=	αιματώδης
αιματώθηκα	=	αιματώνω
αιματώθηκαν	=	αιματώνω
αιματώθηκε	=	αιματώνω
αιματώθηκες	=	αιματώνω
αιματώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμάτωμα
αιματώματος	noun	γενική ενικού του αιμάτωμα
αιματώναμε	=	αιματώνω
αιματώναν	=	αιματώνω
αιματώνανε	=	αιματώνω
αιματώνατε	=	αιματώνω
αιματώνει	=	αιματώνω
αιματώνεις	=	αιματώνω
αιματώνεσαι	=	αιματώνω
αιματώνεστε	=	αιματώνω
αιματώνεται	=	αιματώνω
αιματώνετε	=	αιματώνω
αιματώνομαι	=	αιματώνω
αιματώνομε	=	αιματώνω
αιματώνονται	=	αιματώνω
αιματώνονταν	=	αιματώνω
αιματώνοντας	=	αιματώνω
αιματώνου	=	αιματώνω
αιματώνουμε	=	αιματώνω
αιματώνουν	=	αιματώνω
αιματώνουνε	=	αιματώνω
αιματώνω	verb	προκαλώ αιμάτωση
αιματώσαμε	=	αιματώνω
αιματώσαν	=	αιματώνω
αιματώσανε	=	αιματώνω
αιματώσατε	=	αιματώνω
αιματώσει	=	αιματώνω
αιματώσεις	=	αιμάτωση
αιματώσετε	=	αιματώνω
αιματώσεων	=	αιμάτωση
αιματώσομε	=	αιματώνω
αιματώσου	=	αιματώνω
αιματώσουμε	=	αιματώνω
αιματώσουν	=	αιματώνω
αιματώσουνε	=	αιματώνω
αιματώστε	=	αιματώνω
αιματώσω	=	αιματώνω
αιμοβορία	noun	η κατανάλωση (από ανθρώπους ή ζώα) ωμού κρέατος ή αίματος
αιμοβορίας	noun	γενική ενικού του αιμοβορία
αιμοβορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοβορία
αιμοβοριών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοβορία
αιμοβόρα	=	αιμοβόρος
αιμοβόρας	=	αιμοβόρος
αιμοβόρε	=	αιμοβόρος
αιμοβόρες	=	αιμοβόρος
αιμοβόρη	=	αιμοβόρικος
αιμοβόρικα	adv	με αιμοβόρικο τρόπο
αιμοβόρικε	adj	κλητική ενικού του αιμοβόρικος
αιμοβόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοβόρικη
αιμοβόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμοβόρικος
αιμοβόρικης	adj	γενική ενικού του αιμοβόρικη
αιμοβόρικο	adj	αιτιατική ενικού του αιμοβόρικος
αιμοβόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμοβόρικος
αιμοβόρικος	adj|vulgar	αιμοβόρος
αιμοβόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιμοβόρικος
αιμοβόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμοβόρικος
αιμοβόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιμοβόρικος
αιμοβόρο	=	αιμοβόρος
αιμοβόροι	=	αιμοβόρος
αιμοβόρος	adj	που τρέφεται με αίμα
αιμοβόρου	=	αιμοβόρος
αιμοβόρους	=	αιμοβόρος
αιμοβόρων	=	αιμοβόρος
αιμογλοβίνες	=	αιμογλοβίνη
αιμογλοβίνη	noun	η αιμοσφαιρίνη
αιμογλοβίνης	=	αιμογλοβίνη
αιμογλοβινών	=	αιμογλοβίνη
αιμοδιάγραμμα	noun	άλλος όρος για τη γενική εξέταση αίματος
αιμοδιάλυση	noun	μορφή αιμοκάθαρσης
αιμοδιάλυσης	noun	γενική ενικού του αιμοδιάλυση
αιμοδιήθηση	noun	ο καθαρισμός του αίματος από τοξίνες ή φάρμακα με χρήση φίλτρου άνθρακα
αιμοδιήθησης	=	αιμοδιήθηση
αιμοδιαγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδιάγραμμα
αιμοδιαγράμματος	noun	γενική ενικού του αιμοδιάγραμμα
αιμοδιαγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιμοδιάγραμμα
αιμοδιαδιήθηση	noun	αιμοκάθαρση που συνδυάζει τη διάχυση και τη διήθηση
αιμοδιαδιήθησης	noun	γενική ενικού του αιμοδιαδιήθηση
αιμοδιαδιηθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδιαδιήθηση
αιμοδιαδιηθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμοδιαδιήθηση
αιμοδιαδιηθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμοδιαδιήθηση
αιμοδιαλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδιάλυση
αιμοδιαλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμοδιάλυση
αιμοδιαλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμοδιάλυση
αιμοδιηθήσεις	=	αιμοδιήθηση
αιμοδιηθήσεων	=	αιμοδιήθηση
αιμοδιψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιμοδιψής
αιμοδιψή	=	αιμοδιψής
αιμοδιψής	adj	που διψάει για αίμα
αιμοδιψία	noun|figurative	δίψα για αίμα
αιμοδιψίας	noun	γενική ενικού του αιμοδιψία
αιμοδιψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδιψία
αιμοδιψείς	=	αιμοδιψής
αιμοδιψιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοδιψία
αιμοδιψούς	=	αιμοδιψής
αιμοδιψών	adj	γενική πληθυντικού του αιμοδιψής
αιμοδοσία	noun	το να προσφέρει κάποιος το αίμα του για την εξυπηρέτηση των νοσοκομειακών αναγκών (π.χ. μετάγγιση, αιμοκάθαρση, τράπεζα αίματος, εγχείρηση κ.λπ.)
αιμοδοσίας	noun	γενική ενικού του αιμοδοσία
αιμοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδοσία
αιμοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοδοσία
αιμοδοτήσεις	=	αιμοδότηση
αιμοδοτήσεων	=	αιμοδότηση
αιμοδοτικά	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικέ	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικές	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτική	noun	άδεια που λαμβάνει κάποιος προκειμένου να γίνει αιμοδότης
αιμοδοτικής	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικοί	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικού	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικούς	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικό	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτικός	adj	που έχει σχέση με αιμοδότη ή αιμοδοσία ή αναφέρεται σʼ αυτά
αιμοδοτικών	=	αιμοδοτικός
αιμοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοδότρια
αιμοδοτών	=	αιμοδότης
αιμοδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδυναμικό
αιμοδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του αιμοδυναμικός
αιμοδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδυναμική
αιμοδυναμική	noun	η μελέτη του συστήματος κυκλοφορίας του αίματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμοδυναμικός
αιμοδυναμικής	adj	γενική ενικού του αιμοδυναμική
αιμοδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμοδυναμικός
αιμοδυναμικού	adj	γενική ενικού του αιμοδυναμικός
αιμοδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμοδυναμικός
αιμοδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμοδυναμικός
αιμοδυναμικός	adj	που έχει σχέση με την αιμοδυναμική ή αναφέρεται σ' αυτήν
αιμοδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμοδυναμικός
αιμοδότες	=	αιμοδότης
αιμοδότη	=	αιμοδότης
αιμοδότης	noun	αυτός που προσφέρει αίμα για τις ανάγκες των ασθενών που το χρειάζονται
αιμοδότηση	noun	συγκεκριμένη συνεδρία (παροχή αίματος, όχι διάλεξη) αιμοδοσίας
αιμοδότησης	=	αιμοδότηση
αιμοδότρια	noun	αιμοδότης
αιμοδότριας	noun	γενική ενικού του αιμοδότρια
αιμοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοδότρια
αιμοεπαγρυπνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοεπαγρύπνηση
αιμοεπαγρυπνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμοεπαγρύπνηση
αιμοεπαγρυπνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμοεπαγρύπνηση
αιμοεπαγρύπνηση	noun	η διαδικασία ελέγχου της επάρκειας και της ποιότητας του αίματος για μεταγγίσεις όπου χρειάζεται
αιμοεπαγρύπνησης	noun	γενική ενικού του αιμοεπαγρύπνηση
αιμοθωράκων	=	αιμοθώρακας
αιμοθώρακα	=	αιμοθώρακας
αιμοθώρακας	noun	τραυματισμός και συγκέντρωση αίματος ή αιμορραγικού υγρού στην περιοχή του θώρακα και των πνευμόνων
αιμοθώρακες	=	αιμοθώρακας
αιμοκάθαρση	noun	μέθοδος για την τεχνητή αποβολή των τοξικών ουσιών από το αίμα· εφαρμόζεται σε ασθενείς που πάσχουν κυρίως από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αδυνατούν πλέον να αποβάλουν τοξικές για τον οργανισμό ουσίες από το αίμα τους
αιμοκάθαρσης	=	αιμοκάθαρση
αιμοκαθάρσεις	=	αιμοκάθαρση
αιμοκαθάρσεων	=	αιμοκάθαρση
αιμοκαθάρσεως	=	αιμοκάθαρση
αιμοκαλλιέργεια	noun	εξέταση για την ανίχνευση μικροβίων στο αίμα με τεχνητό πολλαπλασιασμό στο εργαστήριο
αιμοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του αιμοκαλλιέργεια
αιμοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοκαλλιέργεια
αιμοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοκαλλιέργεια
αιμοκυανίνες	=	αιμοκυανίνη
αιμοκυανίνη	noun	πρωτεΐνη που βρίσκεται σε ορισμένα αιμοσφαίρια αρθρόποδων ή ασπόνδυλων και λειτουργεί παρόμοια με την αιμοσφαιρίνη στους ανθρώπους
αιμοκυανίνης	=	αιμοκυανίνη
αιμοκυανινών	=	αιμοκυανίνη
αιμολακρία	noun|rare	σπάνια ιατρική κατάσταση κατά την οποία τα δάκρυα ενός ατόμου περιέχουν αίμα
αιμολακρίας	=	αιμολακρία
αιμολακρίες	=	αιμολακρία
αιμολακριών	=	αιμολακρία
αιμοληψία	noun	λήψη αίματος για μετάγγιση ή για ιατρική εξέταση
αιμοληψίας	noun	γενική ενικού του αιμοληψία
αιμοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοληψία
αιμοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοληψία
αιμολυσίας	noun	γενική ενικού του αιμολυσία
αιμολυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμολυσία
αιμολυσιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμολυσία
αιμολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμολυτικό
αιμολυτικέ	adj	κλητική ενικού του αιμολυτικός
αιμολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμολυτική
αιμολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμολυτικός
αιμολυτικής	adj	γενική ενικού του αιμολυτική
αιμολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμολυτικός
αιμολυτικού	adj	γενική ενικού του αιμολυτικός
αιμολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμολυτικός
αιμολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμολυτικός
αιμολυτικός	adj	που προκαλεί αιμόλυση
αιμολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμολυτικός
αιμολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμόλυση
αιμολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμόλυση
αιμολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμόλυση
αιμολύω	verb	προκαλώ αιμόλυση
αιμομίκτες	=	αιμομίκτης
αιμομίκτη	=	αιμομίκτης
αιμομίκτης	noun	αυτός που διαπράττει αιμομιξία
αιμομίκτρια	noun	θηλυκό του αιμομίκτης
αιμομίκτριας	noun	γενική ενικού του αιμομίκτρια
αιμομίκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομίκτρια
αιμομίχτες	=	αιμομίχτης
αιμομίχτη	=	αιμομίχτης
αιμομίχτης	noun	άλλη μορφή του αιμομίκτης
αιμομίχτρια	noun	άλλη μορφή του αιμομίκτρια
αιμομίχτριας	noun	γενική ενικού του αιμομίχτρια
αιμομίχτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομίχτρια
αιμομεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομεικτικό
αιμομεικτικέ	adj	κλητική ενικού του αιμομεικτικός
αιμομεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομεικτική
αιμομεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμομεικτικός
αιμομεικτικής	adj	γενική ενικού του αιμομεικτική
αιμομεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμομεικτικός
αιμομεικτικού	adj	γενική ενικού του αιμομεικτικός
αιμομεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμομεικτικός
αιμομεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμομεικτικός
αιμομεικτικός	adj	άλλη γραφή του αιμομικτικός
αιμομεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμομεικτικός
αιμομειξία	noun	άλλη γραφή του αιμομιξία
αιμομειξίας	noun	γενική ενικού του αιμομειξία
αιμομειξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομειξία
αιμομειξιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμομειξία
αιμομετάγγιση	noun|rare	η μετάγγιση αίματος
αιμομετάγγισης	noun	γενική ενικού του αιμομετάγγιση
αιμομεταγγίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομετάγγιση
αιμομεταγγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμομετάγγιση
αιμομεταγγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμομετάγγιση
αιμομικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομικτικό
αιμομικτικέ	adj	κλητική ενικού του αιμομικτικός
αιμομικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομικτική
αιμομικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμομικτικός
αιμομικτικής	adj	γενική ενικού του αιμομικτική
αιμομικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμομικτικός
αιμομικτικού	adj	γενική ενικού του αιμομικτικός
αιμομικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμομικτικός
αιμομικτικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμομικτικός
αιμομικτικός	adj	που έχει το χαρακτήρα της αιμομιξίας
αιμομικτικόςά	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςέ	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςές	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςή	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςής	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςοί	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςού	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςούς	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςό	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςός	=	αιμομικτικός
αιμομικτικόςών	=	αιμομικτικός
αιμομικτικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμομικτικός
αιμομικτριών	noun	γενική πληθυντικού του αιμομίκτρια
αιμομικτών	=	αιμομίκτης
αιμομιξία	noun	σεξουαλική επαφή ανάμεσα σε άτομα που έχουν στενή σχέση που απαγορεύει το γάμο
αιμομιξίας	noun	γενική ενικού του αιμομιξία
αιμομιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμομιξία
αιμομιξιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμομιξία
αιμομιχτριών	noun	γενική πληθυντικού του αιμομίχτρια
αιμομιχτών	=	αιμομίχτης
αιμοπετάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοπετάλιο
αιμοπετάλιο	noun	κύτταρο του αίματος που συντελεί στη λειτουργία της πήξης όταν προκληθεί αιμορραγία
αιμοπετάλιου	=	αιμοπετάλιο
αιμοπεταλίου	noun	γενική ενικού του αιμοπετάλιο
αιμοπεταλίων	noun	γενική πληθυντικού του αιμοπετάλιο
αιμοπεταλιακά	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακέ	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακές	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακή	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακής	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακοί	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακού	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακούς	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακό	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιακός	adj	που έχει σχέση με τα αιμοπετάλια ή αναφέρεται σʼ αυτά
αιμοπεταλιακών	=	αιμοπεταλιακός
αιμοπεταλιοκρίτες	=	αιμοπεταλιοκρίτης
αιμοπεταλιοκρίτη	=	αιμοπεταλιοκρίτης
αιμοπεταλιοκρίτης	noun	δείκτης που απεικονίζει την αναλογία των αιμοπεταλίων στο ολικό αίμα και μεταβάλλεται ανάλογα με τις μεταβολές του αριθμού των αιμοπεταλίων και του μέσου όγκου των αιμοπεταλίων
αιμοπεταλιοκριτών	=	αιμοπεταλιοκρίτης
αιμοπνευμοθωράκων	=	αιμοπνευμοθώρακας
αιμοπνευμοθώρακα	=	αιμοπνευμοθώρακας
αιμοπνευμοθώρακας	noun	πνευμοθώρακας που συνοδεύεται από αιμορραγία
αιμοπνευμοθώρακες	=	αιμοπνευμοθώρακας
αιμοποίηση	noun	η δημιουργία αίματος από τον οργανισμό, κυρίως αιμοσφαιρίων
αιμοποίησης	=	αιμοποίηση
αιμοποιήσεις	=	αιμοποίηση
αιμοποιήσεων	=	αιμοποίηση
αιμοποιητικά	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικέ	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικές	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητική	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικής	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικοί	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικού	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικούς	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικό	=	αιμοποιητικός
αιμοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την αιμοποίηση αναφέρεται ή συντελεί σʼ αυτή
αιμοποιητικών	=	αιμοποιητικός
αιμοποσία	noun	η πόση αίματος
αιμοποσίας	=	αιμοποσία
αιμοποσίες	=	αιμοποσία
αιμοποσιών	=	αιμοποσία
αιμοποτών	=	αιμοπότης
αιμοπτύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμόπτυση
αιμοπτύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμόπτυση
αιμοπτύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμόπτυση
αιμοπότες	=	αιμοπότης
αιμοπότη	=	αιμοπότης
αιμοπότης	noun	αυτός που πίνει αίμα
αιμορράγει	=	αιμορραγώ
αιμορράγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορράγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορράγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορράγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσαν	=	αιμορραγώ
αιμορραγήσανε	=	αιμορραγώ
αιμορραγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσουνε	=	αιμορραγώ
αιμορραγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
αιμορραγία	noun	η απώλεια αίματος, εξωτερικά ή εσωτερικά του σώματος, λόγω ρήξης των αιμοφόρων αγγείων, η οποία προκαλείται από τραυματισμό ή άλλες αιτίες
αιμορραγίας	noun	γενική ενικού του αιμορραγία
αιμορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορραγία
αιμορραγεί	=	αιμορραγώ
αιμορραγείς	=	αιμορραγώ
αιμορραγείτε	=	αιμορραγώ
αιμορραγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορραγικό
αιμορραγικέ	adj	κλητική ενικού του αιμορραγικός
αιμορραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορραγική
αιμορραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμορραγικός
αιμορραγικής	adj	γενική ενικού του αιμορραγική
αιμορραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμορραγικός
αιμορραγικού	adj	γενική ενικού του αιμορραγικός
αιμορραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμορραγικός
αιμορραγικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμορραγικός
αιμορραγικός	adj	σχετικός με την αιμορραγία
αιμορραγικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμορραγικός
αιμορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμορραγία
αιμορραγούμε	=	αιμορραγώ
αιμορραγούν	=	αιμορραγώ
αιμορραγούνε	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσα	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσαμε	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσαν	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσανε	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσατε	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσε	=	αιμορραγώ
αιμορραγούσες	=	αιμορραγώ
αιμορραγώ	verb	χάνω αίμα, παρουσιάζω αιμορραγία
αιμορραγώντας	=	αιμορραγώ
αιμορροΐδα	noun	εξόγκωμα στην περιοχή του δακτυλίου του πρωκτού που σχηματίζεται από διόγκωση των φλεβών της περιοχής, προκαλεί κνησμό και άλλες ενοχλήσεις και συχνά παρουσιάζει αιμορραγία
αιμορροΐδας	=	αιμορροΐδα
αιμορροΐδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροΐδα
αιμορροΐδων	=	αιμορροΐδα
αιμορροήσαμε	=	αιμορροώ
αιμορροήσαν	=	αιμορροώ
αιμορροήσανε	=	αιμορροώ
αιμορροήσατε	=	αιμορροώ
αιμορροήσει	=	αιμορροώ
αιμορροήστε	=	αιμορροώ
αιμορροεί	=	αιμορροώ
αιμορροείς	=	αιμορροώ
αιμορροείτε	=	αιμορροώ
αιμορροιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμόρροια
αιμορροούμε	=	αιμορροώ
αιμορροούν	=	αιμορροώ
αιμορροούνε	=	αιμορροώ
αιμορροούσα	=	αιμορροώ
αιμορροούσαμε	=	αιμορροώ
αιμορροούσαν	=	αιμορροώ
αιμορροούσανε	=	αιμορροώ
αιμορροούσατε	=	αιμορροώ
αιμορροούσε	=	αιμορροώ
αιμορροούσες	=	αιμορροώ
αιμορροφιλία	=	αιμοφιλία
αιμορροφιλίας	noun	γενική ενικού του αιμορροφιλία
αιμορροφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροφιλία
αιμορροφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροφιλικό
αιμορροφιλικέ	adj	κλητική ενικού του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροφιλική
αιμορροφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλικής	adj	γενική ενικού του αιμορροφιλική
αιμορροφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλικού	adj	γενική ενικού του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλικός	=	αιμοφιλικός
αιμορροφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμορροφιλικός
αιμορροφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμορροφιλία
αιμορροϊδεκτομές	=	αιμορροϊδεκτομή
αιμορροϊδεκτομή	noun	η χειρουργική εκτομή των αιμορροΐδων
αιμορροϊδεκτομής	=	αιμορροϊδεκτομή
αιμορροϊδεκτομών	=	αιμορροϊδεκτομή
αιμορροϊδοπάθεια	noun	πάθηση ή νόσος κατά την οποία παρουσιάζεται διόγκωση, χαλάρωση ή πρόπτωση των αιμορροΐδων και συχνά αιμορραγία
αιμορροϊδοπάθειας	noun	γενική ενικού του αιμορροϊδοπάθεια
αιμορροϊδοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροϊδοπάθεια
αιμορροϊδοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αιμορροϊδοπάθεια
αιμορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροϊκό
αιμορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του αιμορροϊκός
αιμορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμορροϊκή
αιμορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμορροϊκός
αιμορροϊκής	adj	γενική ενικού του αιμορροϊκή
αιμορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμορροϊκός
αιμορροϊκού	adj	γενική ενικού του αιμορροϊκός
αιμορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμορροϊκός
αιμορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αιμορροϊκός
αιμορροϊκός	adj	που έχει σχέση με την αιμόρροια, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
αιμορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αιμορροϊκός
αιμορροώ	verb	χάνω αίμα, αιμορραγώ
αιμορροώντας	=	αιμορροώ
αιμορρόει	=	αιμορροώ
αιμορρόησα	=	αιμορροώ
αιμορρόησαν	=	αιμορροώ
αιμορρόησε	=	αιμορροώ
αιμορρόησες	=	αιμορροώ
αιμοσιδήρωση	noun	η υπερβολική παρουσία ιχνοστοιχείων σιδήρου στο αίμα και μεταφορά τους στα διάφορα όργανα
αιμοσιδήρωσης	=	αιμοσιδήρωση
αιμοσιδηρώσεις	=	αιμοσιδήρωση
αιμοσιδηρώσεων	=	αιμοσιδήρωση
αιμοσκοπία	noun	άλλη μορφή του αιματοσκοπία
αιμοσκοπίας	noun	γενική ενικού του αιμοσκοπία
αιμοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοσκοπία
αιμοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοσκοπία
αιμοστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμόσταση
αιμοστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμόσταση
αιμοστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμόσταση
αιμοσταγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιμοσταγής
αιμοσταγή	adj	αιτιατική ενικού του αιμοσταγής
αιμοσταγής	adj	που στάζει αίμα
αιμοσταγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοσταγής
αιμοσταγούς	adj	γενική ενικού του αιμοσταγής
αιμοσταγών	adj	γενική πληθυντικού του αιμοσταγής
αιμοστασίας	noun	γενική ενικού του αιμοστασία
αιμοστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοστασία
αιμοστασιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοστασία
αιμοστατικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοστατικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοστατικό, ουδέτερο του αιμοστατικός
αιμοστατικέ	adj	κλητική ενικού του αιμοστατικός
αιμοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοστατική
αιμοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμοστατικός
αιμοστατικής	adj	γενική ενικού του αιμοστατική
αιμοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμοστατικός
αιμοστατικού	adj	γενική ενικού του αιμοστατικός
αιμοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμοστατικός
αιμοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμοστατικός	noun	συνώνυμο του αντιαιμορραγικό
αιμοστατικός	adj	σχετικός με την αιμόσταση· που χρησιμεύει στη διακοπή της αιμορραγίας
αιμοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμοστατικός
αιμοσυγκολλητίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοσυγκολλητίνη
αιμοσυγκολλητίνη	noun	γλυκοπρωτεΐνη που προκαλεί συγκόλληση των ερυθρών αιμοσφαιρίων
αιμοσυγκολλητίνης	=	αιμοσυγκολλητίνη
αιμοσυγκολλητινών	=	αιμοσυγκολλητίνη
αιμοσφαίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοσφαίριο
αιμοσφαίριο	noun	το κύτταρο του αίματος, είτε λευκό είτε ερυθρό
αιμοσφαίριου	=	αιμοσφαίριο
αιμοσφαιρίνες	=	αιμοσφαιρίνη
αιμοσφαιρίνη	noun	πρωτεΐνη που βρίσκεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια και μεταφέρει οξυγόνο στους ιστούς
αιμοσφαιρίνης	=	αιμοσφαιρίνη
αιμοσφαιρίου	noun	γενική ενικού του αιμοσφαίριο
αιμοσφαιρίων	noun	γενική πληθυντικού του αιμοσφαίριο
αιμοσφαιρινοπάθειες	noun	ομάδα κληρονομικών διαταραχών που επηρεάζουν τη δομή ή την παραγωγή της αιμοσφαιρίνης, προκαλώντας ανωμαλίες στη λειτουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων
αιμοσφαιρινοπαθειών	=	αιμοσφαιρινοπάθειες
αιμοσφαιρινουρία	noun	η παρουσία αιμοσφαιρίνης στα ούρα
αιμοσφαιρινουρίας	noun	γενική ενικού του αιμοσφαιρινουρία
αιμοσφαιρινουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοσφαιρινουρία
αιμοσφαιρινουριών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοσφαιρινουρία
αιμοσφαιρινών	=	αιμοσφαιρίνη
αιμοφιλία	noun	κληρονομική πάθηση κυρίως των ανδρών που χαρακτηρίζεται από συχνές αιμορραγίες (εξαιτίας ακόμη και μικροτραυματισμών), οι οποίες οφείλονται σε διαταραχές της πήξης του αίματος
αιμοφιλίας	noun	γενική ενικού του αιμοφιλία
αιμοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοφιλία
αιμοφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοφιλικό
αιμοφιλικέ	adj	κλητική ενικού του αιμοφιλικός
αιμοφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοφιλική
αιμοφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμοφιλικός
αιμοφιλικής	adj	γενική ενικού του αιμοφιλική
αιμοφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμοφιλικός
αιμοφιλικού	adj	γενική ενικού του αιμοφιλικός
αιμοφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμοφιλικός
αιμοφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμοφιλικός
αιμοφιλικός	adj	Ασθενής που πάσχει από αιμοφιλία
αιμοφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμοφιλικός
αιμοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμοφιλία
αιμοφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αιμοφόρος
αιμοφόρας	=	αιμοφόρος
αιμοφόρε	=	αιμοφόρος
αιμοφόρες	=	αιμοφόρος
αιμοφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αιμοφόρος
αιμοφόροι	=	αιμοφόρος
αιμοφόρος	adj	που μεταφέρει ή επιτρέπει την μετακίνηση του αίματος
αιμοφόρου	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αιμοφόρος
αιμοφόρους	=	αιμοφόρος
αιμοφόρων	noun	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αιμοφόρος
αιμοχαρές	=	αιμοχαρής
αιμοχαρή	=	αιμοχαρής
αιμοχαρής	adj	που χαίρεται βλέποντας αίμα
αιμοχαρείς	=	αιμοχαρής
αιμοχαρούς	=	αιμοχαρής
αιμοχαρών	=	αιμοχαρής
αιμοχρωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοχρωστικό
αιμοχρωστικέ	adj	κλητική ενικού του αιμοχρωστικός
αιμοχρωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμοχρωστική
αιμοχρωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμοχρωστικός
αιμοχρωστικής	adj	γενική ενικού του αιμοχρωστική
αιμοχρωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμοχρωστικός
αιμοχρωστικού	adj	γενική ενικού του αιμοχρωστικός
αιμοχρωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμοχρωστικός
αιμοχρωστικό	adj	αιτιατική ενικού του αιμοχρωστικός
αιμοχρωστικός	adj	που αποδίδει στο αίμα το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα του
αιμοχρωστικών	adj	γενική πληθυντικού του αιμοχρωστικός
αιμωδία	noun	διαταραχή της απτικής αίσθησης που οφείλεται σε περιορισμό ή διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος στο σημείο εμφάνισης της παραισθησίας
αιμωδίας	noun	γενική ενικού του αιμωδία
αιμωδίαση	noun	άλλη μορφή του αιμωδία
αιμωδίασης	noun	γενική ενικού του αιμωδίαση
αιμωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμωδία
αιμωδιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμωδίαση
αιμωδιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αιμωδίαση
αιμωδιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αιμωδίαση
αιμωδιών	noun	γενική πληθυντικού του αιμωδία
αιμόλυση	noun	αρρώστια του αίματος κατά την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια δεν έχουν αιμοσφαιρίνη
αιμόλυσης	noun	γενική ενικού του αιμόλυση
αιμόμικτος	adj|rare	που σχετίζεται ή είναι αποτέλεσμα αιμομιξίας
αιμόπτυση	noun	η αποβολή από το στόμα αίματος που προέρχεται από το αναπνευστικό σύστημα
αιμόπτυσης	noun	γενική ενικού του αιμόπτυση
αιμόρροιας	noun	γενική ενικού του αιμόρροια
αιμόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμόρροια
αιμόσταση	noun	η διακοπή της αιμορραγίας
αιμόστασης	noun	γενική ενικού του αιμόσταση
αιμόφιλα	=	αιμόφιλος
αιμόφιλε	=	αιμόφιλος
αιμόφιλες	=	αιμόφιλος
αιμόφιλη	=	αιμόφιλος
αιμόφιλης	=	αιμόφιλος
αιμόφιλο	=	αιμόφιλος
αιμόφιλοι	=	αιμόφιλος
αιμόφιλος	adj	Κατηγορία βακτηριδίων
αιμόφιλου	=	αιμόφιλος
αιμόφιλους	=	αιμόφιλος
αιμόφιλων	=	αιμόφιλος
αιμόφυρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμόφυρτο
αιμόφυρτε	adj	κλητική ενικού του αιμόφυρτος
αιμόφυρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιμόφυρτη
αιμόφυρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιμόφυρτος
αιμόφυρτης	adj	γενική ενικού του αιμόφυρτη
αιμόφυρτο	adj	αιτιατική ενικού του αιμόφυρτος
αιμόφυρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιμόφυρτος
αιμόφυρτος	adj	γεμάτος αίματα από τις πληγές του
αιμόφυρτου	adj	γενική ενικού του αιμόφυρτος
αιμόφυρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιμόφυρτος
αιμόφυρτων	adj	γενική πληθυντικού του αιμόφυρτος
αινέθηκα	=	αινώ
αινέθηκαν	=	αινώ
αινέθηκε	=	αινώ
αινέθηκες	=	αινώ
αινέσαμε	=	αινώ
αινέσαν	=	αινώ
αινέσανε	=	αινώ
αινέσατε	=	αινώ
αινέσει	=	αινώ
αινέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινέσιμο
αινέσιμε	adj	κλητική ενικού του αινέσιμος
αινέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινέσιμη
αινέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αινέσιμος
αινέσιμης	adj	γενική ενικού του αινέσιμη
αινέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αινέσιμος
αινέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αινέσιμος
αινέσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να επαινεθεί
αινέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αινέσιμος
αινέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αινέσιμος
αινέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αινέσιμος
αινέσου	=	αινώ
αινέστε	=	αινώ
αινίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίνιγμα
αινίγματος	noun	γενική ενικού του αίνιγμα
αινεί	=	αινώ
αινείς	=	αινώ
αινείσαι	=	αινώ
αινείστε	=	αινώ
αινείται	=	αινώ
αινείτε	=	αινώ
αινεθήκαμε	=	αινώ
αινεθήκαν	=	αινώ
αινεθήκανε	=	αινώ
αινεθήκατε	=	αινώ
αινεθεί	=	αινώ
αινεθείτε	=	αινώ
αινετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινετό	adv	με αινετό τρόπο
αινετέ	adj	κλητική ενικού του αινετός
αινετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινετή
αινετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αινετός
αινετής	adj	γενική ενικού του αινετή
αινετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αινετός
αινετού	adj	γενική ενικού του αινετός
αινετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αινετός
αινετό	adj	αιτιατική ενικού του αινετός
αινετός	adj	που μπορεί ή αξίζει να (επ)αινεθεί
αινετών	adj	γενική πληθυντικού του αινετός
αινιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αίνιγμα
αινιγματία	=	αινιγματίας
αινιγματίας	noun	αυτός που είναι συστηματικά ασαφής, αινιγματώδης, δηλαδή που εκφράζεται συχνά με αινίγματα ή αινιγματικές φράσεις είτε για να αποφεύγει να λέει κυριολεκτικά και άμεσα αυτό που εννοεί, είτε για να προκαλεί σκόπιμα στους άλλους αμηχανία είτε και για να τους διασκεδάζει
αινιγματίες	=	αινιγματίας
αινιγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινιγματικό	adv	με αινιγματικό τρόπο
αινιγματικέ	adj	κλητική ενικού του αινιγματικός
αινιγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινιγματική
αινιγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αινιγματικός
αινιγματικής	adj	γενική ενικού του αινιγματική
αινιγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αινιγματικός
αινιγματικοτήτων	=	αινιγματικότητα
αινιγματικού	adj	γενική ενικού του αινιγματικός
αινιγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αινιγματικός
αινιγματικό	adj	αιτιατική ενικού του αινιγματικός
αινιγματικός	adj	σχετικός με ένα αίνιγμα
αινιγματικότατα	=	αινιγματικός
αινιγματικότατε	=	αινιγματικός
αινιγματικότατες	=	αινιγματικός
αινιγματικότατη	=	αινιγματικός
αινιγματικότατης	=	αινιγματικός
αινιγματικότατο	=	αινιγματικός
αινιγματικότατοι	=	αινιγματικός
αινιγματικότατος	=	αινιγματικός
αινιγματικότατου	=	αινιγματικός
αινιγματικότατους	=	αινιγματικός
αινιγματικότατων	=	αινιγματικός
αινιγματικότερα	=	αινιγματικός
αινιγματικότερε	=	αινιγματικός
αινιγματικότερες	=	αινιγματικός
αινιγματικότερη	=	αινιγματικός
αινιγματικότερης	=	αινιγματικός
αινιγματικότερο	=	αινιγματικός
αινιγματικότεροι	=	αινιγματικός
αινιγματικότερος	=	αινιγματικός
αινιγματικότερου	=	αινιγματικός
αινιγματικότερους	=	αινιγματικός
αινιγματικότερων	=	αινιγματικός
αινιγματικότητα	noun	η ιδιότητα του αινιγματικού
αινιγματικότητας	noun	γενική ενικού του αινιγματικότητα
αινιγματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινιγματικότητα
αινιγματικών	adj	γενική πληθυντικού του αινιγματικός
αινιγματιών	=	αινιγματίας
αινιγματολογία	noun	η γριφολογία, ο αινιγματικός-αινιγματώδης-γριφώδης λόγος, ομιλία γεμάτη γρίφους
αινιγματολογίας	noun	γενική ενικού του αινιγματολογία
αινιγματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αινιγματολογία
αινιγματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αινιγματολογία
αινιγματωδών	=	αινιγματώδης
αινιγματώδεις	=	αινιγματώδης
αινιγματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αινιγματώδης
αινιγματώδη	=	αινιγματώδης
αινιγματώδης	adj	που μοιάζει με αίνιγμα
αινιγματώδους	=	αινιγματώδης
αινούμαι	=	αινώ
αινούμασταν	=	αινώ
αινούμαστε	=	αινώ
αινούμε	=	αινώ
αινούμενος	=	αινώ
αινούμουν	=	αινώ
αινούν	=	αινώ
αινούνε	=	αινώ
αινούνται	=	αινώ
αινούνταν	=	αινώ
αινούσα	=	αινώ
αινούσαμε	=	αινώ
αινούσαν	=	αινώ
αινούσανε	=	αινώ
αινούσασταν	=	αινώ
αινούσαστε	=	αινώ
αινούσατε	=	αινώ
αινούσε	=	αινώ
αινούσες	=	αινώ
αινούσουν	=	αινώ
αινώ	verb|archaic	δοξάζω, επαινώ
αινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αινώ
αιξ	=	αίγα
αιολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιολικό	adv	με τη δύναμη του ανέμου
αιολικέ	adj	κλητική ενικού του αιολικός
αιολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιολική
αιολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιολικός
αιολικής	adj	γενική ενικού του αιολική
αιολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιολικός
αιολικού	adj	γενική ενικού του αιολικός
αιολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιολικός
αιολικό	adj	αιτιατική ενικού του αιολικός
αιολικός	adj	που συσχετίζεται με τους ανέμους
αιολικών	adj	γενική πληθυντικού του αιολικός
αιολοδωρικά	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικέ	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικές	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρική	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικής	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικοί	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικού	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικούς	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικό	=	αιολοδωρικός
αιολοδωρικός	adj	που έχει σχέση με τους Αιολείς και Δωριείς ή αναφέρεται σʼ αυτούς
αιολοδωρικών	=	αιολοδωρικός
αιπόλε	=	αιπόλος
αιπόλο	=	αιπόλος
αιπόλοι	=	αιπόλος
αιπόλος	noun|dated	γιδοβοσκός
αιπόλου	=	αιπόλος
αιπόλους	=	αιπόλος
αιπόλων	=	αιπόλος
αιρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίρεση
αιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αίρεση
αιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αίρεση
αιρεσιάρχες	=	αιρεσιάρχης
αιρεσιάρχη	=	αιρεσιάρχης
αιρεσιάρχης	noun	ο αρχηγός μιας θρησκευτικής αίρεσης
αιρεσιαρχών	=	αιρεσιάρχης
αιρεσιμοτήτων	=	αιρεσιμότητα
αιρεσιμότητα	noun|formal	χορήγηση που δίνεται υπό προϋποθέσεις και όρους
αιρεσιμότητας	=	αιρεσιμότητα
αιρεσιμότητες	=	αιρεσιμότητα
αιρετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιρετό
αιρετέ	adj	κλητική ενικού του αιρετός
αιρετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιρετή
αιρετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιρετός
αιρετής	adj	γενική ενικού του αιρετή
αιρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιρετικό	adv	με τρόπο που διαφέρει από την επίσημα αποδεκτή άποψη
αιρετικέ	adj	κλητική ενικού του αιρετικός
αιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιρετική
αιρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιρετικός
αιρετικής	adj	γενική ενικού του αιρετική
αιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιρετικός
αιρετικοτήτων	=	αιρετικότητα
αιρετικού	adj	γενική ενικού του αιρετικός
αιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιρετικός
αιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του αιρετικός
αιρετικός	adj	που έχει σχέση με αίρεση ή την υποστηρίζει
αιρετικότερα	=	αιρετικός
αιρετικότερε	=	αιρετικός
αιρετικότερες	=	αιρετικός
αιρετικότερη	=	αιρετικός
αιρετικότερης	=	αιρετικός
αιρετικότερο	=	αιρετικός
αιρετικότεροι	=	αιρετικός
αιρετικότερος	=	αιρετικός
αιρετικότερου	=	αιρετικός
αιρετικότερους	=	αιρετικός
αιρετικότερων	=	αιρετικός
αιρετικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι αιρετικό(ς), η ιδιότητα του αιρετικού
αιρετικότητας	=	αιρετικότητα
αιρετικότητες	=	αιρετικότητα
αιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του αιρετικός
αιρετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιρετός
αιρετού	adj	γενική ενικού του αιρετός
αιρετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιρετός
αιρετό	adj	αιτιατική ενικού του αιρετός
αιρετός	adj	που ανέλαβε ή μπορεί να αναλάβει μια θέση μόνον μετά από εκλογές ή ψηφοφορία -δεν μπορεί να την αναλάβει με διορισμό
αιρετότητα	noun|rare	η δυνατότητα εκλογής, το να έχει κάποιος το δικαίωμα να εκλεγεί
αιρετών	adj	γενική πληθυντικού του αιρετός
αιρκοντίσιον	noun	το κλιματιστικό
αιρμπάς	noun	τύπος επιβατικού αεροσκάφους σχεδιασμένου για υποηχητικές πτήσεις, κατασκευασμένος από την ομώνυμη ευρωπαϊκή εταιρεία
αιρόμαστε	=	αίρω
αιρόμεθα	=	αίρω
αιρόμενος	=	αίρω
αισίους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αίσιος
αισίων	adj	γενική πληθυντικού του αίσιος
αισίως	adv|formal	αίσια
αισθάνεσαι	=	αισθάνομαι
αισθάνεστε	=	αισθάνομαι
αισθάνεται	=	αισθάνομαι
αισθάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθάνομαι	verb	αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης
αισθάνονται	=	αισθάνομαι
αισθάνονταν	=	αισθάνομαι
αισθάνου	=	αισθάνομαι
αισθάνσου	=	αισθάνομαι
αισθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίσθημα
αισθήματος	noun	γενική ενικού του αίσθημα
αισθήσεις	=	αίσθηση
αισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αίσθηση
αισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αίσθηση
αισθανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθήκαν	=	αισθάνομαι
αισθανθήκανε	=	αισθάνομαι
αισθανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθανθούνε	=	αισθάνομαι
αισθανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθάνομαι
αισθαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθαντικό	adv	με αισθαντικό τρόπο
αισθαντικέ	adj	κλητική ενικού του αισθαντικός
αισθαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθαντική
αισθαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθαντικός
αισθαντικής	adj	γενική ενικού του αισθαντική
αισθαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθαντικός
αισθαντικοτήτων	=	αισθαντικότητα
αισθαντικού	adj	γενική ενικού του αισθαντικός
αισθαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθαντικός
αισθαντικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθαντικός
αισθαντικός	adj	που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία στη σκέψη και την έκφραση
αισθαντικότατα	=	αισθαντικός
αισθαντικότατε	=	αισθαντικός
αισθαντικότατες	=	αισθαντικός
αισθαντικότατη	=	αισθαντικός
αισθαντικότατης	=	αισθαντικός
αισθαντικότατο	=	αισθαντικός
αισθαντικότατοι	=	αισθαντικός
αισθαντικότατος	=	αισθαντικός
αισθαντικότατου	=	αισθαντικός
αισθαντικότατους	=	αισθαντικός
αισθαντικότατων	=	αισθαντικός
αισθαντικότερα	=	αισθαντικός
αισθαντικότερε	=	αισθαντικός
αισθαντικότερες	=	αισθαντικός
αισθαντικότερη	=	αισθαντικός
αισθαντικότερης	=	αισθαντικός
αισθαντικότερο	=	αισθαντικός
αισθαντικότεροι	=	αισθαντικός
αισθαντικότερος	=	αισθαντικός
αισθαντικότερου	=	αισθαντικός
αισθαντικότερους	=	αισθαντικός
αισθαντικότερων	=	αισθαντικός
αισθαντικότητα	noun	η ευαισθησία και ο πλούτος στη συναισθηματική και καλλιτεχνική έκφραση
αισθαντικότητας	noun	γενική ενικού του αισθαντικότητα
αισθαντικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθαντικότητα
αισθαντικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθαντικός
αισθανόμασταν	=	αισθάνομαι
αισθανόμαστε	=	αισθάνομαι
αισθανόμενα	=	αισθανόμενος
αισθανόμενε	=	αισθανόμενος
αισθανόμενες	=	αισθανόμενος
αισθανόμενη	=	αισθανόμενος
αισθανόμενης	=	αισθανόμενος
αισθανόμενο	=	αισθανόμενος
αισθανόμενοι	=	αισθανόμενος
αισθανόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αισθάνομαι
αισθανόμενου	=	αισθανόμενος
αισθανόμενους	=	αισθανόμενος
αισθανόμενων	=	αισθανόμενος
αισθανόμουν	=	αισθάνομαι
αισθανόμουνα	=	αισθάνομαι
αισθανόντουσαν	=	αισθάνομαι
αισθανόσασταν	=	αισθάνομαι
αισθανόσαστε	=	αισθάνομαι
αισθανόσουν	=	αισθάνομαι
αισθανόσουνα	=	αισθάνομαι
αισθανόταν	=	αισθάνομαι
αισθανότανε	=	αισθάνομαι
αισθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αίσθημα
αισθηματία	=	αισθηματίας
αισθηματίας	noun	άνθρωπος που κατευθύνεται κυρίως από τα συναισθήματά του
αισθηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθηματίας
αισθηματικά	noun	τα πράγματα τα σχετικά με την ερωτική ζωή κάποιου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αισθηματικός
αισθηματικέ	adj	κλητική ενικού του αισθηματικός
αισθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθηματική
αισθηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθηματικός
αισθηματικής	adj	γενική ενικού του αισθηματική
αισθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθηματικός
αισθηματικοτήτων	=	αισθηματικότητα
αισθηματικού	adj	γενική ενικού του αισθηματικός
αισθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθηματικός
αισθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθηματικός
αισθηματικός	adj	που έχει σχέση με τα αισθήματα-συναισθήματα, ιδιαίτερα με τον έρωτα
αισθηματικότητα	noun	το να είναι κάποιος αισθηματικός
αισθηματικότητας	noun	γενική ενικού του αισθηματικότητα
αισθηματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθηματικότητα
αισθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθηματικός
αισθηματικώς	adv|dated	αισθηματικά, (καθαρεύουσα) αἰσθηματικῶς
αισθηματισμέ	noun	κλητική ενικού του αισθηματισμός
αισθηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθηματισμός
αισθηματισμού	noun	γενική ενικού του αισθηματισμός
αισθηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αισθηματισμός
αισθηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αισθηματισμός
αισθηματισμός	noun	υπερβολικά συναισθηματική έκφραση ή συμπεριφορά
αισθηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αισθηματισμός
αισθηματιών	=	αισθηματίας
αισθηματολογήσαμε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογήσαν	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογήσανε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογήσατε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογήσει	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογήστε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογία	noun	λόγος συναισθηματικός· συχνά έχει αρνητική χροιά καθώς δηλώνει έλλειψη πρακτικού πνεύματος
αισθηματολογίας	noun	γενική ενικού του αισθηματολογία
αισθηματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθηματολογία
αισθηματολογεί	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογείς	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογείτε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αισθηματολογία
αισθηματολογούμε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούν	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούνε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσα	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσαμε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσαν	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσανε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσατε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογούσες	=	αισθηματολογώ
αισθηματολογώ	verb	φέρομαι ή μιλώ (συν)αισθηματικά (χωρίς λογική)
αισθηματολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αισθηματολογώ
αισθηματολόγει	=	αισθηματολογώ
αισθηματολόγησα	=	αισθηματολογώ
αισθηματολόγησαν	=	αισθηματολογώ
αισθηματολόγησε	=	αισθηματολογώ
αισθηματολόγησες	=	αισθηματολογώ
αισθησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιακό	adv	με αισθησιακό τρόπο
αισθησιακέ	adj	κλητική ενικού του αισθησιακός
αισθησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιακή
αισθησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθησιακός
αισθησιακής	adj	γενική ενικού του αισθησιακή
αισθησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθησιακός
αισθησιακού	adj	γενική ενικού του αισθησιακός
αισθησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθησιακός
αισθησιακό	adj	αιτιατική ενικού του αισθησιακός
αισθησιακός	adj	σχετικός με τις αισθήσεις
αισθησιακών	adj	γενική πληθυντικού του αισθησιακός
αισθησιαρχία	noun	φιλοσοφικό ρεύμα που δεχόταν ως πραγματικό μόνον ότι γινόταν αντιληπτό από τις αισθήσεις
αισθησιαρχίας	noun	γενική ενικού του αισθησιαρχία
αισθησιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιαρχία
αισθησιαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιαρχικό	adv	με αισθησιαρχικό τρόπο
αισθησιαρχικέ	adj	κλητική ενικού του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιαρχική
αισθησιαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχικής	adj	γενική ενικού του αισθησιαρχική
αισθησιαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχικού	adj	γενική ενικού του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχικός	adj	που πιστεύει ότι όλες οι γνώσεις του ανθρώπου προέρχονται μόνο από τις αισθήσεις
αισθησιαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθησιαρχικός
αισθησιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αισθησιαρχία
αισθησιασμέ	noun	κλητική ενικού του αισθησιασμός
αισθησιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθησιασμός
αισθησιασμού	noun	γενική ενικού του αισθησιασμός
αισθησιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αισθησιασμός
αισθησιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αισθησιασμός
αισθησιασμός	noun	η ικανότητα ενός προσώπου, έργου τέχνης ή κατάστασης να διεγείρει τις αισθήσεις και την ερωτική διάθεση
αισθησιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αισθησιασμός
αισθησιοκινητικά	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικέ	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικές	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητική	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικής	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικοί	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικού	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικούς	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικό	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκινητικός	adj	που σχετίζεται με τη σύνδεση αισθήσεων και κίνησης, επηρεάζοντας τον συντονισμό και την αντίληψη του σώματος
αισθησιοκινητικών	=	αισθησιοκινητικός
αισθησιοκρατία	noun	φιλοσοφικό ρεύμα που δέχεται ότι είναι πραγματικό μόνον ό,τι υποπίπτει στις αισθήσεις και ότι ο νους μπορεί να επεξεργαστεί μόνον ό,τι έχει γίνει κάποια στιγμή στο παρελθόν αντικείμενο κάποιας από τις αισθήσεις
αισθησιοκρατίας	noun	γενική ενικού του αισθησιοκρατία
αισθησιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιοκρατία
αισθησιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιοκρατικό	adv	με αισθησιοκρατικό τρόπο
αισθησιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθησιοκρατική
αισθησιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατικής	adj	γενική ενικού του αισθησιοκρατική
αισθησιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατικού	adj	γενική ενικού του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατικός	adj	ο σχετικός με την αισθησιοκρατία ή αισθησιαρχία
αισθησιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθησιοκρατικός
αισθησιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αισθησιοκρατία
αισθησιολογία	noun	η μελέτη της ευαισθησίας του σώματος και των μηχανισμών της
αισθησιολογίας	=	αισθησιολογία
αισθησιολογίες	=	αισθησιολογία
αισθησιολογιών	=	αισθησιολογία
αισθητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητό	adv	τόσο πολύ ώστε να το παρατηρεί κανείς
αισθητέ	adj	κλητική ενικού του αισθητός
αισθητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητή
αισθητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αισθητής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθητός
αισθητήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αισθητήρας
αισθητήρας	noun	εξάρτημα που αντιλαμβάνεται αλλαγές του περιβάλλοντος
αισθητήρες	=	αισθητήρας
αισθητήρια	=	αισθητήριος
αισθητήριας	=	αισθητήριος
αισθητήριε	=	αισθητήριος
αισθητήριες	=	αισθητήριος
αισθητήριο	noun	το όργανο μιας από τις αισθήσεις	adj	αιτιατική ενικού του αισθητήριος
αισθητήριοι	=	αισθητήριος
αισθητήριος	adj	ο σχετικός με τις αισθήσεις
αισθητήριου	=	αισθητήριος
αισθητήριους	=	αισθητήριος
αισθητήριων	=	αισθητήριος
αισθητήρων	=	αισθητήρας
αισθητής	noun	πρόσωπο που θεωρεί το ωραίο θεμελιώδη αξία και υπέρτατο αγαθό και γι' αυτό αφοσιώνεται με πάθος στην υπηρεσία της τέχνης, την οποία και συλλαμβάνει μόνο ως επιδίωξη της ομορφιάς, πέρα από κάθε ηθική, κοινωνική ή παιδευτική διάσταση (που πιστεύει δηλαδή στο δόγμα "η τέχνη για την τέχνη")	adj	γενική ενικού του αισθητή
αισθητη	=	αισθητός
αισθητηρίου	=	αισθητήριο
αισθητηρίων	=	αισθητήριο
αισθητηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητηριακό	adv	με αισθητηριακό τρόπο, που έχει σχέση με τα αισθητήρια όργανα
αισθητηριακέ	adj	κλητική ενικού του αισθητηριακός
αισθητηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητηριακή
αισθητηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθητηριακός
αισθητηριακής	adj	γενική ενικού του αισθητηριακή
αισθητηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθητηριακός
αισθητηριακού	adj	γενική ενικού του αισθητηριακός
αισθητηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθητηριακός
αισθητηριακό	adj	αιτιατική ενικού του αισθητηριακός
αισθητηριακός	adj	που έχει σχέση με τα αισθητήρια όργανα
αισθητηριακών	adj	γενική πληθυντικού του αισθητηριακός
αισθητικά	adv	σχετικά με τις αισθήσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητικό
αισθητικέ	adj	κλητική ενικού του αισθητικός
αισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητική
αισθητική	noun	ο κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τα ερωτήματα τα σχετικά με τη φύση του ωραίου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθητικός
αισθητικής	adj	γενική ενικού του αισθητική
αισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθητικός
αισθητικοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητικοκινητικό
αισθητικοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του αισθητικοκινητικός
αισθητικοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητικοκινητική
αισθητικοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθητικοκινητικός
αισθητικοκινητικής	adj	γενική ενικού του αισθητικοκινητική
αισθητικοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθητικοκινητικός
αισθητικοκινητικού	adj	γενική ενικού του αισθητικοκινητικός
αισθητικοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθητικοκινητικός
αισθητικοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθητικοκινητικός
αισθητικοκινητικός	adj	άλλη μορφή του αισθησιοκινητικός
αισθητικοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθητικοκινητικός
αισθητικοτήτων	=	αισθητικότητα
αισθητικού	adj	γενική ενικού του αισθητικός
αισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθητικός
αισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθητικός
αισθητικός	noun	που ασχολείται με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας	adj	που αναφέρεται στην ομορφιά και την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας
αισθητικότητα	noun	η ευαισθησία στην αντίληψη, πρόσληψη και φανέρωση του κάλλους, του ωραίου
αισθητικότητας	noun	γενική ενικού του αισθητικότητα
αισθητικότητες	=	αισθητικότητα
αισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθητικός
αισθητικώς	adv|dated	αισθητικά καθαρεύουσα, αρχαία ελληνική αἰσθητικῶς
αισθητισμέ	noun	κλητική ενικού του αισθητισμός
αισθητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθητισμός
αισθητισμού	noun	γενική ενικού του αισθητισμός
αισθητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αισθητισμός
αισθητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αισθητισμός
αισθητισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα του 19ου αιώνα που θεωρούσε την προσήλωση στην ομορφιά και το ωραίο σημαντικότερη από την ενασχόληση με άλλες φιλοσοφικές, ηθικές ή καλλιτεχνικές ιδέες ή αξίες
αισθητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αισθητισμός
αισθητιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητιστικό
αισθητιστικέ	adj	κλητική ενικού του αισθητιστικός
αισθητιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισθητιστική
αισθητιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισθητιστικός
αισθητιστικής	adj	γενική ενικού του αισθητιστική
αισθητιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισθητιστικός
αισθητιστικού	adj	γενική ενικού του αισθητιστικός
αισθητιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθητιστικός
αισθητιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αισθητιστικός
αισθητιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αισθητισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αισθητιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αισθητιστικός
αισθητο	=	αισθητός
αισθητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αισθητός
αισθητοποίει	=	αισθητοποιώ
αισθητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποίηση	noun	η ενέργεια να παραστήσω κάτι ή με κάποιον τρόπο να το περιγράψω, ώστε να γίνει αισθητό
αισθητοποίησης	noun	γενική ενικού του αισθητοποίηση
αισθητοποιήθηκα	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήθηκαν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήθηκε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήθηκες	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσαν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήσανε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αισθητοποίηση
αισθητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αισθητοποίηση
αισθητοποιήσου	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοποιεί	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιείς	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιείσαι	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιείστε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιείται	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιείτε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιηθήκαμε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιηθήκαν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιηθήκανε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιηθήκατε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιηθεί	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιηθείτε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιημένος	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούμαι	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούμασταν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούμαστε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούμε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούμουν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούνε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούνται	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούνταν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσα	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσαμε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσαν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσανε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσασταν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσαστε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσατε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσε	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσες	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιούσουν	=	αισθητοποιώ
αισθητοποιώ	verb	παρουσιάζω κάτι ή το περιγράφω, ώστε να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις
αισθητοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αισθητοποιώ
αισθητοτήτων	=	αισθητότητα
αισθητού	adj	γενική ενικού του αισθητός
αισθητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισθητός
αισθητό	adj	αιτιατική ενικού του αισθητός
αισθητός	adj	που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις
αισθητότητα	noun	το να είναι κάποιος αισθητός
αισθητότητας	=	αισθητότητα
αισθητότητες	=	αισθητότητα
αισθητών	noun	γενική πληθυντικού του αισθητής	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αισθητός
αισιοδοξήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσαν	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξήσανε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδοξία	noun	θετικό αίσθημα που δίνει την εντύπωση ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα έχουν καλό (αίσιο) τέλος
αισιοδοξίας	noun	γενική ενικού του αισιοδοξία
αισιοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισιοδοξία
αισιοδοξεί	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξείς	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξείτε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του αισιοδοξία
αισιοδοξούμε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούν	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούνε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσα	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσαμε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσαν	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσανε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσατε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσε	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξούσες	=	αισιοδοξώ
αισιοδοξώ	verb	είμαι αισιόδοξος για μία συγκεκριμένη υπόθεση, πιστεύω ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν κατά τρόπο θετικό
αισιοδοξώντας	=	αισιοδοξώ
αισιοδόξει	=	αισιοδοξώ
αισιοδόξησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδόξησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδόξησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιοδόξησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισιοδοξώ
αισιόδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αισιόδοξος	adv	με αισιοδοξία
αισιόδοξε	adj	κλητική ενικού του αισιόδοξος
αισιόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισιόδοξη
αισιόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισιόδοξος
αισιόδοξης	adj	γενική ενικού του αισιόδοξη
αισιόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του αισιόδοξος
αισιόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισιόδοξος
αισιόδοξος	adj	που τρέφει ελπίδες για το μέλλον, που πιστεύει ότι κάποια εξέλιξη θα έχει αίσιο τέλος
αισιόδοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αισιόδοξος
αισιόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισιόδοξος
αισιόδοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αισιόδοξος
αισυμνήτες	=	αισυμνήτης
αισυμνήτη	=	αισυμνήτης
αισυμνήτης	noun	άρχοντας με απόλυτες εξουσίες, τον οποίο εξέλεγε ο λαός, στην Ελλάδα της αρχαϊκής εποχής
αισυμνητών	=	αισυμνήτης
αισχίστων	=	αίσχιστα
αισχρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αισχρός	adv	με αισχρό τρόπο, με αισχρότητα
αισχρέ	adj	κλητική ενικού του αισχρός
αισχρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρή
αισχρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισχρός
αισχρής	adj	γενική ενικού του αισχρή
αισχροέπεια	noun	η αισχρολογία
αισχροέπειας	=	αισχροέπεια
αισχροέπειες	=	αισχροέπεια
αισχροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισχρός
αισχρογράφε	=	αισχρογράφος
αισχρογράφημα	noun	κείμενο γεμάτο αισχρότητες
αισχρογράφο	=	αισχρογράφος
αισχρογράφοι	=	αισχρογράφος
αισχρογράφος	noun	αυτός που γράφει αισχρότητες
αισχρογράφου	=	αισχρογράφος
αισχρογράφους	=	αισχρογράφος
αισχρογράφων	=	αισχρογράφος
αισχρογραφήματα	=	αισχρογράφημα
αισχρογραφήματος	=	αισχρογράφημα
αισχρογραφημάτων	=	αισχρογράφημα
αισχροεπειών	=	αισχροέπεια
αισχροκέρδει	=	αισχροκερδώ
αισχροκέρδεια	noun	η επιδίωξη ή επίτευξη αισχρού (παράνομου) κέρδους
αισχροκέρδειας	noun	γενική ενικού του αισχροκέρδεια
αισχροκέρδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχροκέρδεια
αισχροκέρδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκέρδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκέρδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκέρδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αισχροκερδής
αισχροκερδή	=	αισχροκερδής
αισχροκερδής	adj	που προσπαθεί να αποκτήσει κέρδος με παράνομο/ανήθικο τρόπο
αισχροκερδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσαν	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδήσανε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
αισχροκερδεί	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδείς	=	αισχροκερδής
αισχροκερδείτε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδειών	noun	γενική πληθυντικού του αισχροκέρδεια
αισχροκερδούμε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούν	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούνε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούς	=	αισχροκερδής
αισχροκερδούσα	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούσαμε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούσαν	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούσανε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούσατε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούσε	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδούσες	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδώ	verb	επιδιώκω να αποκτήσω οικονομικό όφελος από εμπορικές συναλλαγές με τρόπο ανέντιμο, π.χ. τιμολογώντας υπερβολικά υψηλά τα προϊόντα που πουλάω
αισχροκερδών	adj	γενική πληθυντικού του αισχροκερδής
αισχροκερδώντας	=	αισχροκερδώ
αισχροκερδώς	adv	με αισχροκέρδεια
αισχρολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρολόγημα
αισχρολογήματος	noun	γενική ενικού του αισχρολόγημα
αισχρολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσαν	=	αισχρολογώ
αισχρολογήσανε	=	αισχρολογώ
αισχρολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολογία	noun	λέξεις, φράσεις, τοποθετήσεις οι οποίες προσβάλλουν τον ομιλητή ή γενικά το σύνολο της κοινωνίας· η χρήση λέξεων οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ως αισχρές.
αισχρολογίας	noun	γενική ενικού του αισχρολογία
αισχρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρολογία
αισχρολογεί	=	αισχρολογώ
αισχρολογείς	=	αισχρολογώ
αισχρολογείτε	=	αισχρολογώ
αισχρολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αισχρολόγημα
αισχρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρολογικό	adv	με αισχρολογικό τρόπο
αισχρολογικέ	adj	κλητική ενικού του αισχρολογικός
αισχρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρολογική
αισχρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισχρολογικός
αισχρολογικής	adj	γενική ενικού του αισχρολογική
αισχρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισχρολογικός
αισχρολογικού	adj	γενική ενικού του αισχρολογικός
αισχρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισχρολογικός
αισχρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αισχρολογικός
αισχρολογικός	adj	ο σχετικός με αισχρολογία
αισχρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αισχρολογικός
αισχρολογικώς	adv	με αισχρές, όχι κόσμιες εκφράσεις
αισχρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αισχρολογία
αισχρολογούμε	=	αισχρολογώ
αισχρολογούν	=	αισχρολογώ
αισχρολογούνε	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσα	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσαμε	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσαν	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσανε	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσατε	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσε	=	αισχρολογώ
αισχρολογούσες	=	αισχρολογώ
αισχρολογώ	verb	χρησιμοποιώ προσβλητικές ή πρόστυχες λέξεις
αισχρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολόγα	=	αισχρολόγος
αισχρολόγας	=	αισχρολόγος
αισχρολόγε	=	αισχρολόγος
αισχρολόγει	=	αισχρολογώ
αισχρολόγες	=	αισχρολόγος
αισχρολόγη	=	αισχρολόγος
αισχρολόγημα	noun	η αισχρολογία
αισχρολόγης	=	αισχρολόγος
αισχρολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχρολογώ
αισχρολόγο	=	αισχρολόγος
αισχρολόγοι	=	αισχρολόγος
αισχρολόγος	adj|formal	που μιλά με αισχρή, άκοσμη και χυδαία γλώσσα
αισχρολόγου	=	αισχρολόγος
αισχρολόγους	=	αισχρολόγος
αισχρολόγων	=	αισχρολόγος
αισχροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αισχρότητα
αισχροτητων	=	αισχρότητα
αισχρού	adj	γενική ενικού του αισχρός
αισχρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισχρός
αισχρό	adj	αιτιατική ενικού του αισχρός
αισχρόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρόλογο
αισχρόλογο	noun	χυδαία λέξη ή φράση, αισχρολογία
αισχρόλογου	noun	γενική ενικού του αισχρόλογο
αισχρόλογων	noun	γενική πληθυντικού του αισχρόλογο
αισχρός	adj	που είναι κατάφωρα αντίθετος με τους ηθικούς κανόνες και προκαλεί ντροπή
αισχρότατα	=	αισχρότατος
αισχρότατε	=	αισχρότατος
αισχρότατες	=	αισχρότατος
αισχρότατη	=	αισχρότατος
αισχρότατης	=	αισχρότατος
αισχρότατο	=	αισχρότατος
αισχρότατοι	=	αισχρότατος
αισχρότατος	adj|formal	υπερθετικός βαθμός του αισχρός
αισχρότατου	=	αισχρότατος
αισχρότατους	=	αισχρότατος
αισχρότατων	=	αισχρότατος
αισχρότερα	=	αισχρός
αισχρότερε	=	αισχρός
αισχρότερες	=	αισχρός
αισχρότερη	=	αισχρός
αισχρότερης	=	αισχρός
αισχρότερο	=	αισχρός
αισχρότεροι	=	αισχρός
αισχρότερος	=	αισχρός
αισχρότερου	=	αισχρός
αισχρότερους	=	αισχρός
αισχρότερων	=	αισχρός
αισχρότητα	noun	συμπεριφορά, φέρσιμο που αποτελεί πρόκληση προς την ηθική, η συμπεριφορά του αισχρού
αισχρότητας	noun	γενική ενικού του αισχρότητα
αισχρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχρότητα
αισχρών	adj	γενική πληθυντικού του αισχρός
αισχυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχυλικό
αισχυλικέ	adj	κλητική ενικού του αισχυλικός
αισχυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχυλική
αισχυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισχυλικός
αισχυλικής	adj	γενική ενικού του αισχυλική
αισχυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισχυλικός
αισχυλικού	adj	γενική ενικού του αισχυλικός
αισχυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισχυλικός
αισχυλικό	adj	αιτιατική ενικού του αισχυλικός
αισχυλικός	adj	ο αισχύλειος
αισχυλικών	adj	γενική πληθυντικού του αισχυλικός
αισχυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθήκαν	=	αισχύνομαι
αισχυνθήκανε	=	αισχύνομαι
αισχυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχυντηλά	adv	με ντροπαλό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχυντηλό
αισχυντηλέ	adj	κλητική ενικού του αισχυντηλός
αισχυντηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχυντηλή
αισχυντηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισχυντηλός
αισχυντηλής	adj	γενική ενικού του αισχυντηλή
αισχυντηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισχυντηλός
αισχυντηλού	adj	γενική ενικού του αισχυντηλός
αισχυντηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισχυντηλός
αισχυντηλό	adj	αιτιατική ενικού του αισχυντηλός
αισχυντηλός	adj	ντροπαλός
αισχυντηλών	adj	γενική πληθυντικού του αισχυντηλός
αισχυνόμασταν	=	αισχύνομαι
αισχυνόμαστε	=	αισχύνομαι
αισχυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχυνόμενο
αισχυνόμενε	verb	κλητική ενικού του αισχυνόμενος
αισχυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισχυνόμενη
αισχυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισχυνόμενος
αισχυνόμενης	verb	γενική ενικού του αισχυνόμενη
αισχυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αισχυνόμενος
αισχυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισχυνόμενος
αισχυνόμενος	=	αισχύνομαι
αισχυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αισχυνόμενος
αισχυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αισχυνόμενος
αισχυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αισχυνόμενος
αισχυνόμουν	=	αισχύνομαι
αισχυνόμουνα	=	αισχύνομαι
αισχυνόντουσαν	=	αισχύνομαι
αισχυνόσασταν	=	αισχύνομαι
αισχυνόσαστε	=	αισχύνομαι
αισχυνόσουν	=	αισχύνομαι
αισχυνόσουνα	=	αισχύνομαι
αισχυνόταν	=	αισχύνομαι
αισχυνότανε	=	αισχύνομαι
αισχυνών	=	αισχύνη
αισχύλεια	=	αισχύλειος
αισχύλειας	=	αισχύλειος
αισχύλειε	=	αισχύλειος
αισχύλειες	=	αισχύλειος
αισχύλειο	=	αισχύλειος
αισχύλειοι	=	αισχύλειος
αισχύλειος	adj	σχετικός με τον Αισχύλο
αισχύλειου	=	αισχύλειος
αισχύλειους	=	αισχύλειος
αισχύλειων	=	αισχύλειος
αισχύνες	=	αισχύνη
αισχύνεσαι	=	αισχύνομαι
αισχύνεστε	=	αισχύνομαι
αισχύνεται	=	αισχύνομαι
αισχύνη	noun|formal	μεγάλη ντροπή
αισχύνης	=	αισχύνη
αισχύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχύνομαι
αισχύνομαι	verb	ντρέπομαι
αισχύνονται	=	αισχύνομαι
αισχύνονταν	=	αισχύνομαι
αισχύνου	=	αισχύνομαι
αισχύνσου	=	αισχύνομαι
αισχών	=	αίσχος
αισωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισωπικό
αισωπικέ	adj	κλητική ενικού του αισωπικός
αισωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αισωπική
αισωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αισωπικός
αισωπικής	adj	γενική ενικού του αισωπική
αισωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αισωπικός
αισωπικού	adj	γενική ενικού του αισωπικός
αισωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αισωπικός
αισωπικό	adj	αιτιατική ενικού του αισωπικός
αισωπικός	adj	άλλη μορφή του αισώπειος
αισωπικών	adj	γενική πληθυντικού του αισωπικός
αισωπικἠ	=	αισωπικός
αισώπεια	=	αισώπειος
αισώπειας	=	αισώπειος
αισώπειε	=	αισώπειος
αισώπειες	=	αισώπειος
αισώπειο	=	αισώπειος
αισώπειοι	=	αισώπειος
αισώπειος	adj	που έχει σχέση με τον Αίσωπο ή αναφέρεται σ' αυτόν
αισώπειου	=	αισώπειος
αισώπειους	=	αισώπειος
αισώπειων	=	αισώπειος
αιτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίτημα
αιτήματος	noun	γενική ενικού του αίτημα
αιτήσαμε	=	αιτώ
αιτήσαν	=	αιτώ
αιτήσανε	=	αιτώ
αιτήσατε	=	αιτώ
αιτήσει	=	αιτώ
αιτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αίτηση
αιτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αίτηση
αιτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αίτηση
αιτήσου	=	αιτούμαι
αιτήστε	=	αιτώ
αιτήσω	=	αιτώ
αιτήτρια	noun|rare	θηλυκό του αιτητής
αιτία	noun	το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα
αιτίας	noun	γενική ενικού του αιτία
αιτίαση	noun|formal	στοχευμένη κατηγορία, κατηγορία στρεφόμενη έναντι κάποιου
αιτίασης	=	αιτίαση
αιτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτία
αιτίου	noun	γενική ενικού του αίτιος
αιτίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αίτιος
αιτίων	noun	γενική πληθυντικού του αίτιος
αιτεί	=	αιτώ
αιτείς	=	αιτώ
αιτείσαι	=	αιτούμαι
αιτείστε	=	αιτούμαι
αιτείται	=	αιτούμαι
αιτείτε	=	αιτώ
αιτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθήκαν	=	αιτούμαι
αιτηθήκανε	=	αιτούμαι
αιτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτούμαι
αιτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αίτημα
αιτητής	noun|rare	κάποιος που αιτείται κάτι (επισήμως)
αιτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτητικό
αιτητικέ	adj	κλητική ενικού του αιτητικός
αιτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτητική
αιτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτητικός
αιτητικής	adj	γενική ενικού του αιτητική
αιτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτητικός
αιτητικού	adj	γενική ενικού του αιτητικός
αιτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτητικός
αιτητικό	adj	αιτιατική ενικού του αιτητικός
αιτητικός	adj	ο σχετικός με το αίτημα ή την απαίτηση διαδίκων
αιτητικών	adj	γενική πληθυντικού του αιτητικός
αιτιάζομαι	verb	έχω ως αιτία
αιτιάσεις	=	αιτίαση
αιτιάσεων	=	αιτίαση
αιτιάσεως	=	αιτίαση
αιτιακά	adv	υπάρχοντας σχέση αιτίου και αποτελέσματος
αιτιακός	adj|formal	άλλη μορφή του αιτιώδης
αιτιαρχία	noun	η αιτιοκρατία, η άποψη ότι κάθε τι καθορίζεται αυστηρά και άκαμπτα από ένα ή περισσότερα αίτια, ο ντετερμινισμός, η μερική απόρριψη της ελεύθερης βούλησης ως καθοριστικού παράγοντα
αιτιαρχίας	noun	γενική ενικού του αιτιαρχία
αιτιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιαρχία
αιτιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αιτιαρχία
αιτιατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιατό
αιτιατέ	adj	κλητική ενικού του αιτιατός
αιτιατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιατή
αιτιατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτιατός
αιτιατής	adj	γενική ενικού του αιτιατή
αιτιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αιτιατικός
αιτιατικέ	adj	κλητική ενικού του αιτιατικός
αιτιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιατική
αιτιατική	=	φαντασιακά
αιτιατικής	adj	γενική ενικού του αιτιατική
αιτιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτιατικός
αιτιατικού	adj	γενική ενικού του αιτιατικός
αιτιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτιατικός
αιτιατικό	adj	αιτιατική ενικού του αιτιατικός
αιτιατικός	adj	για γλώσσα που κάνει διάκριση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου όπως με τις πτώσεις ονομαστική και αιτιατική αντίστοιχα
αιτιατικών	adj	γενική πληθυντικού του αιτιατικός
αιτιατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτιατός
αιτιατού	adj	γενική ενικού του αιτιατός
αιτιατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτιατός
αιτιατό	noun	το αποτέλεσμα που συνδέεται με μια αιτία	adj	αιτιατική ενικού του αιτιατός
αιτιατόν	noun|formal	άλλη μορφή του αιτιατό
αιτιατός	adj	που παράγεται από κάποια αιτία, το αποτέλεσμα κάποιας αιτίας
αιτιατών	adj	γενική πληθυντικού του αιτιατός
αιτιοκράτες	=	αιτιοκράτης
αιτιοκράτη	=	αιτιοκράτης
αιτιοκράτης	noun|formal	ο ντετερμινιστής
αιτιοκρατήθηκα	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατήθηκαν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατήθηκε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατήθηκες	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατήσου	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατία	noun	η θεωρία ότι το κάθε τι είναι καθορισμένο εντελώς από προηγούμενες αιτίες και δεν υπάρχουν τυχαία γεγονότα
αιτιοκρατίας	noun	γενική ενικού του αιτιοκρατία
αιτιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιοκρατία
αιτιοκρατείσαι	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατείστε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατείται	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατηθήκαμε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατηθήκαν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατηθήκανε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατηθήκατε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατηθεί	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατηθείτε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιοκρατικό	adv	με αιτιοκρατικό τρόπο
αιτιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιοκρατική
αιτιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικής	adj	γενική ενικού του αιτιοκρατική
αιτιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικού	adj	γενική ενικού του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικός	adj	σχετικός ή σύμφωνος με τη φιλοσοφική αντίληψη της αιτιοκρατίας
αιτιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αιτιοκρατικός
αιτιοκρατικώς	adv|formal	άλλη μορφή του αιτιοκρατικά
αιτιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αιτιοκρατία
αιτιοκρατούμαι	verb	με καθορίζουν αιτιακές σχέσεις
αιτιοκρατούμασταν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούμαστε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούμενα	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενε	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενες	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενη	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενης	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενο	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενοι	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούμενου	verb	γενική ενικού του αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενους	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμενων	=	αιτιοκρατούμενος
αιτιοκρατούμουν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούνται	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούνταν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούσασταν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούσαστε	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατούσουν	=	αιτιοκρατούμαι
αιτιοκρατών	=	αιτιοκράτης
αιτιολογήθηκα	=	αιτιολογώ
αιτιολογήθηκαν	=	αιτιολογώ
αιτιολογήθηκε	=	αιτιολογώ
αιτιολογήθηκες	=	αιτιολογώ
αιτιολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσαν	=	αιτιολογώ
αιτιολογήσανε	=	αιτιολογώ
αιτιολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιολόγηση
αιτιολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσεων	=	αιτιολόγηση
αιτιολογήσεως	=	αιτιολόγηση
αιτιολογήσου	=	αιτιολογώ
αιτιολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσουνε	=	αιτιολογώ
αιτιολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολογία	noun	ο λόγος για τον οποίο έγινε κάτι, αυτό που προβάλλεται ως η αιτία μιας πράξης
αιτιολογίας	noun	γενική ενικού του αιτιολογία
αιτιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογία
αιτιολογεί	=	αιτιολογώ
αιτιολογείς	=	αιτιολογώ
αιτιολογείσαι	=	αιτιολογώ
αιτιολογείστε	=	αιτιολογώ
αιτιολογείται	=	αιτιολογώ
αιτιολογείτε	=	αιτιολογώ
αιτιολογείτο	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθήκαμε	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθήκαν	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθήκανε	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθήκατε	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθεί	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθείς	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθείτε	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθούμε	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθούν	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθούνε	=	αιτιολογώ
αιτιολογηθώ	=	αιτιολογώ
αιτιολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογημένο
αιτιολογημένε	verb	κλητική ενικού του αιτιολογημένος
αιτιολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογημένη
αιτιολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτιολογημένος
αιτιολογημένης	verb	γενική ενικού του αιτιολογημένη
αιτιολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του αιτιολογημένος
αιτιολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογημένος
αιτιολογημένος	=	αιτιολογώ
αιτιολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιτιολογημένος
αιτιολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιτιολογημένος
αιτιολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιτιολογημένος
αιτιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογικό	adv	με αιτιολογικό τρόπο
αιτιολογικέ	adj	κλητική ενικού του αιτιολογικός
αιτιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογική
αιτιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτιολογικός
αιτιολογικής	adj	γενική ενικού του αιτιολογική
αιτιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτιολογικός
αιτιολογικού	adj	γενική ενικού του αιτιολογικός
αιτιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτιολογικός
αιτιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αιτιολογικός
αιτιολογικός	adj	που αιτιολογεί, που αναφέρει την αιτία ενός γεγονότος, πράξης
αιτιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αιτιολογικός
αιτιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αιτιολογία
αιτιολογούμαι	=	αιτιολογώ
αιτιολογούμασταν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούμαστε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούμε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούμενος	=	αιτιολογώ
αιτιολογούμουν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούμουνα	=	αιτιολογώ
αιτιολογούν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούνε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούνται	=	αιτιολογώ
αιτιολογούνταν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούντο	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσα	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσαμε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσαν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσανε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσασταν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσαστε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσατε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσε	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσες	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσουν	=	αιτιολογώ
αιτιολογούσουνα	=	αιτιολογώ
αιτιολογώ	verb	προσπαθώ με τη λογική να βρω την αιτία ενός γεγονότος, αποδίδω ένα ή περισσότερα αίτια σε ένα αποτέλεσμα
αιτιολογώντας	=	αιτιολογώ
αιτιολόγει	=	αιτιολογώ
αιτιολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιτιολογώ
αιτιολόγηση	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του αιτιολογώ
αιτιολόγησης	=	αιτιολόγηση
αιτιοπαθογένεια	noun	η μελέτη των αιτίων και των μηχανισμών που προκαλούν μια παθολογική κατάσταση
αιτιοπαθογένειας	=	αιτιοπαθογένεια
αιτιοπαθογένειες	=	αιτιοπαθογένεια
αιτιοπαθογένεση	noun	η μελέτη των αιτίων και των μηχανισμών που προκαλούν μια παθολογική κατάσταση
αιτιοπαθογένεσης	=	αιτιοπαθογένεση
αιτιοπαθογενέσεις	=	αιτιοπαθογένεση
αιτιοπαθογενέσεων	=	αιτιοπαθογένεση
αιτιοπαθογενειών	=	αιτιοπαθογένεια
αιτιοπαθογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιοπαθογενετικό
αιτιοπαθογενετικέ	adj	κλητική ενικού του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοπαθογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιοπαθογενετική
αιτιοπαθογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοπαθογενετικής	adj	γενική ενικού του αιτιοπαθογενετική
αιτιοπαθογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοπαθογενετικού	adj	γενική ενικού του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοπαθογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοπαθογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοπαθογενετικός	adj	που προκαλεί την γένεση μιας νοσηρής κατάστασης, μιας αρρώστιας
αιτιοπαθογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του αιτιοπαθογενετικός
αιτιοτήτων	=	αιτιότητα
αιτιοτητων	=	αιτιότητα
αιτιωδών	=	αιτιώδης
αιτιωδώς	adv	σύμφωνα με τους κανόνες της αιτιότητας
αιτιότατα	=	αίτιος
αιτιότατε	=	αίτιος
αιτιότατες	=	αίτιος
αιτιότατη	=	αίτιος
αιτιότατης	=	αίτιος
αιτιότατο	=	αίτιος
αιτιότατοι	=	αίτιος
αιτιότατος	=	αίτιος
αιτιότατου	=	αίτιος
αιτιότατους	=	αίτιος
αιτιότατων	=	αίτιος
αιτιότερα	=	αίτιος
αιτιότερε	=	αίτιος
αιτιότερες	=	αίτιος
αιτιότερη	=	αίτιος
αιτιότερης	=	αίτιος
αιτιότερο	=	αίτιος
αιτιότεροι	=	αίτιος
αιτιότερος	=	αίτιος
αιτιότερου	=	αίτιος
αιτιότερους	=	αίτιος
αιτιότερων	=	αίτιος
αιτιότητα	noun	η σχέση που συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα
αιτιότητας	noun	γενική ενικού του αιτιότητα
αιτιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτιότητα
αιτιώδεις	=	αιτιώδης
αιτιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αιτιώδης
αιτιώδη	=	αιτιώδης
αιτιώδης	adj	που αποδίδει σε κάποιον ή κάτι την ευθύνη ή την υπαιτιότητα για ένα αποτέλεσμα, εκείνος που συνδέει το αιτιατό με την αιτία, ο αιτιακός
αιτιώδους	=	αιτιώδης
αιτιώμαι	verb|formal	κατηγορώ ως υπεύθυνο, καταλογίζω ευθύνη
αιτιών	noun	γενική πληθυντικού του αιτία
αιτουσών	=	αιτούσα
αιτούμαι	verb|formal	κάνω αίτηση, ζητώ κάτι (για τον εαυτό μου)
αιτούμασταν	=	αιτούμαι
αιτούμαστε	=	αιτούμαι
αιτούμε	=	αιτώ
αιτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτούμενο
αιτούμενε	verb	κλητική ενικού του αιτούμενος
αιτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτούμενη
αιτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτούμενος
αιτούμενης	verb	γενική ενικού του αιτούμενη
αιτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αιτούμενος
αιτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτούμενος
αιτούμενος	verb	που ζητείται από κάπου με αίτηση, με επίσημο τρόπο
αιτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιτούμενος
αιτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιτούμενος
αιτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιτούμενος
αιτούμουν	=	αιτούμαι
αιτούν	=	αιτώ
αιτούνε	=	αιτώ
αιτούνται	=	αιτούμαι
αιτούνταν	=	αιτούμαι
αιτούσα	noun	αυτή που αιτείται, που ζητάει κάτι, που υποβάλλει και υπογράφει την γραπτή αίτηση
αιτούσαμε	=	αιτώ
αιτούσαν	=	αιτώ
αιτούσανε	=	αιτώ
αιτούσας	=	αιτούσα
αιτούσασταν	=	αιτούμαι
αιτούσαστε	=	αιτούμαι
αιτούσατε	=	αιτώ
αιτούσε	=	αιτώ
αιτούσες	=	αιτώ
αιτούσουν	=	αιτούμαι
αιτωλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτωλικό
αιτωλικέ	adj	κλητική ενικού του αιτωλικός
αιτωλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιτωλική
αιτωλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιτωλικός
αιτωλικής	adj	γενική ενικού του αιτωλική
αιτωλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιτωλικός
αιτωλικού	adj	γενική ενικού του αιτωλικός
αιτωλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιτωλικός
αιτωλικό	adj	αιτιατική ενικού του αιτωλικός
αιτωλικός	adj	ο σχετικός με την Αιτωλία ή τους Αιτωλούς
αιτωλικών	adj	γενική πληθυντικού του αιτωλικός
αιτώ	verb|formal	αξιώνω, ζητώ
αιτών	noun	αυτός που αιτείται, που ζητάει κάτι, που υποβάλλει και υπογράφει την γραπτή αίτηση
αιτώνα	=	αιτών
αιτώνες	=	αιτών
αιτώνος	=	αιτών
αιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αιτώ
αιτώνων	=	αιτών
αιφνίδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιφνίδιος	adv	ξαφνικά, κατά απρόοπτο τρόπο
αιφνίδιας	=	αιφνίδιος
αιφνίδιε	=	αιφνίδιος
αιφνίδιες	=	αιφνίδιος
αιφνίδιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αιφνίδιος
αιφνίδιοι	=	αιφνίδιος
αιφνίδιος	adj	που γίνεται ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει κανείς
αιφνίδιου	=	αιφνίδιος
αιφνίδιους	=	αιφνίδιος
αιφνίδιων	=	αιφνίδιος
αιφνιδίαζα	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδίαζαν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδίαζε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδίαζες	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδίως	adv|formal	αιφνίδια
αιφνιδιάζαμε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζαν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζανε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζατε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζει	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζεις	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζεσαι	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζεστε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζεται	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζετε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζομαι	verb	εκπλήσσομαι δυσάρεστα επειδή συνέβη κάτι αιφνίδιο, βρίσκομαι απροετοίμαστος
αιφνιδιάζομε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζονται	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζονταν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζοντας	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζου	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζουμε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζουν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζουνε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάζω	verb	κάνω κάτι χωρίς να το περιμένει κανείς, ξαφνιάζω κάποιον
αιφνιδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσαν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσανε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσομε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσου	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάσουνε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόμασταν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόμαστε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόμουν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόμουνα	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόντουσαν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόσασταν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόσαστε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόσουν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόσουνα	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζόταν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαζότανε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιασμέ	noun	κλητική ενικού του αιφνιδιασμός
αιφνιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιασμένο
αιφνιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιασμένη
αιφνιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμένης	verb	γενική ενικού του αιφνιδιασμένη
αιφνιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμένος	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιφνιδιασμένος
αιφνιδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιασμός
αιφνιδιασμού	noun	γενική ενικού του αιφνιδιασμός
αιφνιδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιφνιδιασμός
αιφνιδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αιφνιδιασμός
αιφνιδιασμός	noun	η έκπληξη που προκαλείται από απρόοπτη, απρόσμενη πράξη κάποιου
αιφνιδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αιφνιδιασμός
αιφνιδιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστήκαν	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαστήκανε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιαστικό	adv	κατά αιφνιδιαστικό τρόπο
αιφνιδιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιαστική
αιφνιδιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικής	adj	γενική ενικού του αιφνιδιαστική
αιφνιδιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικού	adj	γενική ενικού του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικός	adj	που αφορά τον αιφνιδιασμό
αιφνιδιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιφνιδιαστούνε	=	αιφνιδιάζω
αιφνιδιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιφνιδιάζομαι
αιχμάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμάλωτο
αιχμάλωτε	adj	κλητική ενικού του αιχμάλωτος
αιχμάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμάλωτη
αιχμάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιχμάλωτος
αιχμάλωτης	adj	γενική ενικού του αιχμάλωτη
αιχμάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αιχμάλωτος
αιχμάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιχμάλωτος
αιχμάλωτος	adj	που έχει απαχθεί και κρατείται με τη βία	noun	το άτομο που έχει πιαστεί αιχμάλωτο, που συλλαμβάνεται και κρατείται από τον εχθρό σε καιρό πολέμου
αιχμάλωτου	adj	γενική ενικού του αιχμάλωτος
αιχμάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιχμάλωτος
αιχμάλωτων	adj	γενική πληθυντικού του αιχμάλωτος
αιχμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμή
αιχμή	noun	η μυτερή άκρη ενός αντικειμένου, κυρίως όπλου
αιχμής	noun	γενική ενικού του αιχμή
αιχμαλωσία	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος στερείται της ελευθερίας του, συνήθως κατά τη διάρκεια πολέμου
αιχμαλωσίας	noun	γενική ενικού του αιχμαλωσία
αιχμαλωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμαλωσία
αιχμαλωσιών	noun	γενική πληθυντικού του αιχμαλωσία
αιχμαλωτίζαμε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζαν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζανε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζατε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζει	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζεις	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζεσαι	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζεστε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζεται	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζετε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζομαι	verb	πέφτω θύμα αιχμαλωσίας σε πόλεμο
αιχμαλωτίζομε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζονται	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζονταν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζοντας	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζου	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζουμε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζουν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζουνε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίζω	verb	πιάνω κάποιον αιχμάλωτο
αιχμαλωτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσαν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσανε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμαλώτιση
αιχμαλωτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσεων	=	αιχμαλώτιση
αιχμαλωτίσομε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσου	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσουνε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίστηκα	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίστηκαν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίστηκε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίστηκες	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόμασταν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόμαστε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόμουν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόμουνα	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόντουσαν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόσασταν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόσαστε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόσουν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόσουνα	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζόταν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιζότανε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμαλωτισμένο
αιχμαλωτισμένε	verb	κλητική ενικού του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμαλωτισμένη
αιχμαλωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτισμένης	verb	γενική ενικού του αιχμαλωτισμένη
αιχμαλωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτισμένος	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιχμαλωτισμένος
αιχμαλωτιστήκαμε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστήκαν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστήκανε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστήκατε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστεί	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστείς	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστείτε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστούμε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστούν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστούνε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλωτιστώ	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτιζα	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτιζαν	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτιζε	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτιζες	=	αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτιση	noun	ο αιχμαλωτισμός, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αιχμαλωτίζω
αιχμαλώτισης	=	αιχμαλώτιση
αιχμαλώτου	=	αιχμάλωτος
αιχμαλώτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιχμάλωτος
αιχμαλώτων	=	αιχμάλωτος
αιχμηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμηρό	adv	με αιχμηρό τρόπο
αιχμηρέ	adj	κλητική ενικού του αιχμηρός
αιχμηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμηρή
αιχμηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιχμηρός
αιχμηρής	adj	γενική ενικού του αιχμηρή
αιχμηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιχμηρός
αιχμηροτήτων	=	αιχμηρότητα
αιχμηροτητών	=	αιχμηρότητα
αιχμηρού	adj	γενική ενικού του αιχμηρός
αιχμηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αιχμηρός
αιχμηρό	adj	αιτιατική ενικού του αιχμηρός
αιχμηρός	adj	που είναι μυτερός
αιχμηρότατα	=	αιχμηρός
αιχμηρότατε	=	αιχμηρός
αιχμηρότατες	=	αιχμηρός
αιχμηρότατη	=	αιχμηρός
αιχμηρότατης	=	αιχμηρός
αιχμηρότατο	=	αιχμηρός
αιχμηρότατοι	=	αιχμηρός
αιχμηρότατος	=	αιχμηρός
αιχμηρότατου	=	αιχμηρός
αιχμηρότατους	=	αιχμηρός
αιχμηρότατων	=	αιχμηρός
αιχμηρότερα	=	αιχμηρός
αιχμηρότερε	=	αιχμηρός
αιχμηρότερες	=	αιχμηρός
αιχμηρότερη	=	αιχμηρός
αιχμηρότερης	=	αιχμηρός
αιχμηρότερο	=	αιχμηρός
αιχμηρότεροι	=	αιχμηρός
αιχμηρότερος	=	αιχμηρός
αιχμηρότερου	=	αιχμηρός
αιχμηρότερους	=	αιχμηρός
αιχμηρότερων	=	αιχμηρός
αιχμηρότητα	noun	η ιδιότητα αντικειμένου να μπορεί να κόψει κάτι εύκολα
αιχμηρότητας	noun	γενική ενικού του αιχμηρότητα
αιχμηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιχμηρότητα
αιχμηρών	adj	γενική πληθυντικού του αιχμηρός
αιχμών	noun	γενική πληθυντικού του αιχμή
αιωνία	=	αιώνιος
αιωνίας	=	αιώνιος
αιωνίου	=	αιώνιος
αιωνίους	=	αιώνιος
αιωνίων	=	αιώνιος
αιωνίως	adv|formal	αιώνια
αιωνιοτήτων	=	αιωνιότητα
αιωνιότητα	noun	η μεγάλη χρονική διάρκεια μιας κατάστασης
αιωνιότητας	noun	γενική ενικού του αιωνιότητα
αιωνιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιωνιότητα
αιωνόβια	=	αιωνόβιος
αιωνόβιας	=	αιωνόβιος
αιωνόβιε	=	αιωνόβιος
αιωνόβιες	=	αιωνόβιος
αιωνόβιο	=	αιωνόβιος
αιωνόβιοι	=	αιωνόβιος
αιωνόβιος	adj	που ζει για πολλά έτη
αιωνόβιου	=	αιωνόβιος
αιωνόβιους	=	αιωνόβιος
αιωνόβιων	=	αιωνόβιος
αιωρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιώρημα
αιωρήματος	noun	γενική ενικού του αιώρημα
αιωρήσεις	=	αιώρηση
αιωρήσεων	=	αιώρηση
αιωρήσεως	=	αιώρηση
αιωρήσου	=	αιωρούμαι
αιωρίζω	verb|rare	άλλη μορφή του αιωρώ
αιωρείσαι	=	αιωρούμαι
αιωρείστε	=	αιωρούμαι
αιωρείται	=	αιωρούμαι
αιωρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθήκαν	=	αιωρούμαι
αιωρηθήκανε	=	αιωρούμαι
αιωρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιωρούμαι
αιωρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αιώρημα
αιωροπτέρου	noun	γενική ενικού του αιωρόπτερο
αιωροπτέρων	noun	γενική πληθυντικού του αιωρόπτερο
αιωροπτερίστρια	noun	θηλυκό του αιωροπτεριστής
αιωροπτερίστριας	noun	γενική ενικού του αιωροπτερίστρια
αιωροπτερίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιωροπτερίστρια
αιωροπτερισμέ	noun	κλητική ενικού του αιωροπτερισμός
αιωροπτερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιωροπτερισμός
αιωροπτερισμού	noun	γενική ενικού του αιωροπτερισμός
αιωροπτερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αιωροπτερισμός
αιωροπτερισμό	noun	αιτιατική ενικού του αιωροπτερισμός
αιωροπτερισμός	noun	το πέταγμα / πιλοτάρισμα αιωρόπτερου και γενικότερα η σχετική ασχολία ή απασχόληση
αιωροπτερισμών	noun	γενική πληθυντικού του αιωροπτερισμός
αιωροπτεριστές	=	αιωροπτεριστής
αιωροπτεριστή	=	αιωροπτεριστής
αιωροπτεριστής	noun	αυτός που ασχολείται με τον αιωροπτερισμό, που πετά αιωρόπτερο
αιωροπτεριστριών	noun	γενική πληθυντικού του αιωροπτερίστρια
αιωροπτεριστών	=	αιωροπτεριστής
αιωρούμαι	verb	ταλαντεύομαι, είμαι κρεμασμένος από ένα σταθερό σημείο και κουνιέμαι μπρος πίσω
αιωρούμασταν	=	αιωρούμαι
αιωρούμαστε	=	αιωρούμαι
αιωρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιωρούμενο
αιωρούμενε	verb	κλητική ενικού του αιωρούμενος
αιωρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιωρούμενη
αιωρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αιωρούμενος
αιωρούμενης	verb	γενική ενικού του αιωρούμενη
αιωρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αιωρούμενος
αιωρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αιωρούμενος
αιωρούμενος	=	αιωρούμαι
αιωρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αιωρούμενος
αιωρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αιωρούμενος
αιωρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αιωρούμενος
αιωρούμουν	=	αιωρούμαι
αιωρούνται	=	αιωρούμαι
αιωρούνταν	=	αιωρούμαι
αιωρούσασταν	=	αιωρούμαι
αιωρούσαστε	=	αιωρούμαι
αιωρούσουν	=	αιωρούμαι
αιωρόπτερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιωρόπτερο
αιωρόπτερο	noun	πτητική συσκευή σε σχήμα Δ που εκμεταλλεύεται τα ανοδικά ρεύματα του αέρα
αιωρόπτερου	noun	γενική ενικού του αιωρόπτερο
αιωρόπτερων	noun	γενική πληθυντικού του αιωρόπτερο
αιωρώ	verb|figurative	κινώ (κάτι) (ψηλά) στον αέρα
αιωρών	noun	γενική πληθυντικού του αιώρα
αιόλου	=	αίολος
αιώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αιώνας
αιώνας	noun	χρονική περίοδος εκατό (100) ετών (με σύστημα χρονολόγησης που χρησιμοποιεί την περίοδο 100 ετών)
αιώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιώνας
αιώνια	adv	παντοτινά, για πάντα
αιώνιας	=	αιώνιος
αιώνιε	=	αιώνιος
αιώνιες	=	αιώνιος
αιώνιο	adj	αιτιατική ενικού του αιώνιος	noun	γένος φυτών ενδημικών στις Κανάριες νήσους
αιώνιοι	=	αιώνιος
αιώνιος	adj	που διαρκεί για πάντα, παντοτινός, αθάνατος
αιώνιου	=	αιώνιος
αιώνιους	=	αιώνιος
αιώνιων	=	αιώνιος
αιώνων	=	αιώνας
αιώρα	noun	πανί ή δίχτυ που χρησιμεύει ως αιωρούμενο κρεβάτι, καθώς δένεται σε δύο σταθερά σημεία έτσι ώστε να μπορεί να κουνιέται ανάμεσα σ' αυτά
αιώρας	noun	γενική ενικού του αιώρα
αιώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αιώρα
αιώρημα	noun	ανομοιογενές μίγμα στερεών σωματιδίων εντός υγρού (ή αερίου) που σε κατάσταση μακράς ακινησίας σε υγρά παρουσιάζει ίζημα.
αιώρησα	=	αιωρώ
αιώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αιωρούμαι, όταν κάτι βρίσκεται στον αέρα
αιώρησης	=	αιώρηση
ακ	abbrev	Αστικός Κώδικας
ακάθαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακάθαρτος
ακάθαρτε	adj	κλητική ενικού του ακάθαρτος
ακάθαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάθαρτη
ακάθαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάθαρτος
ακάθαρτης	adj	γενική ενικού του ακάθαρτη
ακάθαρτο	adj	αιτιατική ενικού του ακάθαρτος
ακάθαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακάθαρτος
ακάθαρτος	adj	που δεν έχει καθαριστεί
ακάθαρτου	adj	γενική ενικού του ακάθαρτος
ακάθαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάθαρτος
ακάθαρτων	adj	γενική πληθυντικού του ακάθαρτος
ακάθεκτα	adv	με μεγάλη ορμητικότητα, χωρίς να μπορεί κάποιος να ανασχέσει τη συγκεκριμένη πορεία
ακάθεκτε	adj	κλητική ενικού του ακάθεκτος
ακάθεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάθεκτη
ακάθεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάθεκτος
ακάθεκτης	adj	γενική ενικού του ακάθεκτη
ακάθεκτο	adj	αιτιατική ενικού του ακάθεκτος
ακάθεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακάθεκτος
ακάθεκτος	adj	ορμητικός και ασυγκράτητος
ακάθεκτου	adj	γενική ενικού του ακάθεκτος
ακάθεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάθεκτος
ακάθεκτων	adj	γενική πληθυντικού του ακάθεκτος
ακάθιστα	=	ακάθιστος
ακάθιστε	=	ακάθιστος
ακάθιστες	=	ακάθιστος
ακάθιστη	=	ακάθιστος
ακάθιστης	=	ακάθιστος
ακάθιστο	=	ακάθιστος
ακάθιστοι	=	ακάθιστος
ακάθιστος	adj	που δε γίνεται να κάθεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, που είναι αεικίνητο
ακάθιστου	=	ακάθιστος
ακάθιστους	=	ακάθιστος
ακάθιστων	=	ακάθιστος
ακάλεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακάλεστος
ακάλεστε	=	ακάλεστος
ακάλεστες	=	ακάλεστος
ακάλεστη	=	ακάλεστος
ακάλεστης	=	ακάλεστος
ακάλεστο	=	ακάλεστος
ακάλεστοι	=	ακάλεστος
ακάλεστος	adj	που δεν τον έχουμε καλέσει
ακάλεστου	=	ακάλεστος
ακάλεστους	=	ακάλεστος
ακάλεστων	=	ακάλεστος
ακάλτσωτα	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτε	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτες	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτη	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτης	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτο	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτοι	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτος	adj	που δε φοράει κάλτσες
ακάλτσωτου	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτους	=	ακάλτσωτος
ακάλτσωτων	=	ακάλτσωτος
ακάλυπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάλυπτο
ακάλυπτε	=	ακάλυπτος
ακάλυπτες	=	ακάλυπτος
ακάλυπτη	=	ακάλυπτος
ακάλυπτης	=	ακάλυπτος
ακάλυπτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ακάλυπτος
ακάλυπτοι	=	ακάλυπτος
ακάλυπτος	adj	που δεν έχει καλυφθεί με κάποιο σκέπασμα, στέγη ή ρούχο
ακάλυπτου	=	ακάλυπτος
ακάλυπτους	=	ακάλυπτος
ακάλυπτων	=	ακάλυπτος
ακάματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ακάματο) του ακάματος	adv	χωρίς να κουραστεί ή να σταματήσει, ακούραστα
ακάματε	adj	κλητική ενικού του ακάματος
ακάματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (ακάματη) του ακάματος
ακάματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάματος
ακάματης	adj	γενική ενικού του ακάματη
ακάματο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ακάματος
ακάματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακάματος
ακάματος	adj	ακούραστος, ακαταπόνητος
ακάματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακάματος
ακάματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάματος
ακάματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακάματος
ακάμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάμωτο
ακάμωτε	adj	κλητική ενικού του ακάμωτος
ακάμωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάμωτη
ακάμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάμωτος
ακάμωτης	adj	γενική ενικού του ακάμωτη
ακάμωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακάμωτος
ακάμωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακάμωτος
ακάμωτος	adj	που δεν τον έχουν κάμει ακόμη, άφτιαχτος, ακατασκεύαστος
ακάμωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακάμωτος
ακάμωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάμωτος
ακάμωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακάμωτος
ακάνθινα	=	ακάνθινος
ακάνθινε	=	ακάνθινος
ακάνθινες	=	ακάνθινος
ακάνθινη	=	ακάνθινος
ακάνθινης	=	ακάνθινος
ακάνθινο	=	ακάνθινος
ακάνθινοι	=	ακάνθινος
ακάνθινος	adj|formal	που είναι φτιαγμένος από αγκάθια, ο αγκάθινος
ακάνθινου	=	ακάνθινος
ακάνθινους	=	ακάνθινος
ακάνθινων	=	ακάνθινος
ακάνθου	=	άκανθος
ακάνθους	=	άκανθος
ακάνθων	=	άκανθος
ακάπνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάπνιστο
ακάπνιστε	adj	κλητική ενικού του ακάπνιστος
ακάπνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάπνιστη
ακάπνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάπνιστος
ακάπνιστης	adj	γενική ενικού του ακάπνιστη
ακάπνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακάπνιστος
ακάπνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακάπνιστος
ακάπνιστος	adj	που δεν έχει βρομιστεί από καπνό
ακάπνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακάπνιστος
ακάπνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάπνιστος
ακάπνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακάπνιστος
ακάρεα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκαρι
ακάρεων	=	ακάρεα
ακάρεως	noun	γενική ενικού του άκαρι
ακάρπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακάρπιστος
ακάρπιστε	adj	κλητική ενικού του ακάρπιστος
ακάρπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάρπιστη
ακάρπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάρπιστος
ακάρπιστης	adj	γενική ενικού του ακάρπιστη
ακάρπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακάρπιστος
ακάρπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακάρπιστος
ακάρπιστος	adj	που δεν έχει καρπίσει, δεν παράγει ακόμη καρπούς
ακάρπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακάρπιστος
ακάρπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάρπιστος
ακάρπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακάρπιστος
ακάρφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάρφωτο
ακάρφωτε	adj	κλητική ενικού του ακάρφωτος
ακάρφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακάρφωτη
ακάρφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακάρφωτος
ακάρφωτης	adj	γενική ενικού του ακάρφωτη
ακάρφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακάρφωτος
ακάρφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακάρφωτος
ακάρφωτος	adj	που δεν έχει καρφωθεί
ακάρφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακάρφωτος
ακάρφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακάρφωτος
ακάρφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακάρφωτος
ακάτεχα	=	ακάτεχος
ακάτεχε	=	ακάτεχος
ακάτεχες	=	ακάτεχος
ακάτεχη	=	ακάτεχος
ακάτεχης	=	ακάτεχος
ακάτεχο	=	ακάτεχος
ακάτεχοι	=	ακάτεχος
ακάτεχος	adj|literary	που είναι άμαθος
ακάτεχου	=	ακάτεχος
ακάτεχους	=	ακάτεχος
ακάτεχων	=	ακάτεχος
ακάτια	=	ακάτιος
ακάτιας	=	ακάτιος
ακάτιε	=	ακάτιος
ακάτιες	=	ακάτιος
ακάτιο	=	ακάτιος
ακάτιοι	=	ακάτιος
ακάτιος	noun	το αμέσως μετά τον πρόβολο πρώτο κατάρτι των ιστιοφόρων πλοίων	adj	σχετικός με την άκατο
ακάτιου	=	ακάτιος
ακάτιους	=	ακάτιος
ακάτιων	=	ακάτιος
ακάτου	=	άκατος
ακάτους	=	άκατος
ακάτων	=	άκατος
ακέντητ	=	ακέντητος
ακέντητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέντητο
ακέντητε	adj	κλητική ενικού του ακέντητος
ακέντητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέντητη
ακέντητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακέντητος
ακέντητης	adj	γενική ενικού του ακέντητη
ακέντητο	adj	αιτιατική ενικού του ακέντητος
ακέντητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακέντητος
ακέντητος	adj	που δεν τον έχουν κεντήσει
ακέντητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακέντητος
ακέντητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακέντητος
ακέντητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακέντητος
ακέντριστ	=	ακέντριστος
ακέντριστα	=	ακέντριστος
ακέντριστε	=	ακέντριστος
ακέντριστες	=	ακέντριστος
ακέντριστη	=	ακέντριστος
ακέντριστης	=	ακέντριστος
ακέντριστο	=	ακέντριστος
ακέντριστοι	=	ακέντριστος
ακέντριστος	adj	που δεν τον έχουν κεντρίσει
ακέντριστου	=	ακέντριστος
ακέντριστους	=	ακέντριστος
ακέντριστων	=	ακέντριστος
ακένωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακένωτο
ακένωτε	adj	κλητική ενικού του ακένωτος
ακένωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακένωτη
ακένωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακένωτος
ακένωτης	adj	γενική ενικού του ακένωτη
ακένωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακένωτος
ακένωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακένωτος
ακένωτος	adj	που δεν αδειάζει ποτέ
ακένωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακένωτος
ακένωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακένωτος
ακένωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακένωτος
ακέραια	adv	με ακέραιο τρόπο
ακέραιε	adj	κλητική ενικού του ακέραιος
ακέραιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέραιη
ακέραιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακέραιος
ακέραιης	adj	γενική ενικού του ακέραιη
ακέραιο	adj	αιτιατική ενικού του ακέραιος
ακέραιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακέραιος
ακέραιος	adj	που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι
ακέραιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακέραιος
ακέραιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακέραιος
ακέραιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακέραιος
ακέραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέραστο
ακέραστε	adj	κλητική ενικού του ακέραστος
ακέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέραστη
ακέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακέραστος
ακέραστης	adj	γενική ενικού του ακέραστη
ακέραστο	adj	αιτιατική ενικού του ακέραστος
ακέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακέραστος
ακέραστος	adj	που δεν του προσφέρθηκε κέρασμα
ακέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακέραστος
ακέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακέραστος
ακέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακέραστος
ακέρατος	adj|rare	που δεν έχει κέρατα
ακέρια	=	ακέριος
ακέριας	=	ακέριος
ακέριε	=	ακέριος
ακέριες	=	ακέριος
ακέριο	=	ακέριος
ακέριοι	=	ακέριος
ακέριος	adj|vulgar	ακέραιος, ολόκληρος
ακέριου	=	ακέριος
ακέριους	=	ακέριος
ακέριων	=	ακέριος
ακέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέρωτο
ακέρωτε	adj	κλητική ενικού του ακέρωτος
ακέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακέρωτη
ακέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακέρωτος
ακέρωτης	adj	γενική ενικού του ακέρωτη
ακέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακέρωτος
ακέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακέρωτος
ακέρωτος	adj	ο μη αλειμμένος με κερί
ακέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακέρωτος
ακέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακέρωτος
ακέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακέρωτος
ακέφαλα	=	ακέφαλος
ακέφαλε	=	ακέφαλος
ακέφαλες	=	ακέφαλος
ακέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακέφαλος
ακέφαλης	=	ακέφαλος
ακέφαλο	=	ακέφαλος
ακέφαλοι	=	ακέφαλος
ακέφαλος	adj	που δεν έχει κεφάλι
ακέφαλου	=	ακέφαλος
ακέφαλους	=	ακέφαλος
ακέφαλων	=	ακέφαλος
ακήδευτα	=	ακήδευτος
ακήδευτε	=	ακήδευτος
ακήδευτες	=	ακήδευτος
ακήδευτη	=	ακήδευτος
ακήδευτης	=	ακήδευτος
ακήδευτο	=	ακήδευτος
ακήδευτοι	=	ακήδευτος
ακήδευτος	adj	που δεν κηδεύτηκε, θάφτηκε
ακήδευτου	=	ακήδευτος
ακήδευτους	=	ακήδευτος
ακήδευτων	=	ακήδευτος
ακήπευτα	=	ακήπευτος
ακήπευτε	=	ακήπευτος
ακήπευτες	=	ακήπευτος
ακήπευτη	=	ακήπευτος
ακήπευτης	=	ακήπευτος
ακήπευτο	=	ακήπευτος
ακήπευτοι	=	ακήπευτος
ακήπευτος	adj	που δεν έχει κηπευτεί
ακήπευτου	=	ακήπευτος
ακήπευτους	=	ακήπευτος
ακήπευτων	=	ακήπευτος
ακήρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακήρατο
ακήρατε	adj	κλητική ενικού του ακήρατος
ακήρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακήρατη
ακήρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακήρατος
ακήρατης	adj	γενική ενικού του ακήρατη
ακήρατο	adj	αιτιατική ενικού του ακήρατος
ακήρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακήρατος
ακήρατος	adj|archaic	καθαρός, αμόλυντος, ανέγγιχτος
ακήρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακήρατος
ακήρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακήρατος
ακήρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακήρατος
ακήρυκτα	=	ακήρυκτος
ακήρυκτε	=	ακήρυκτος
ακήρυκτες	=	ακήρυκτος
ακήρυκτη	=	ακήρυκτος
ακήρυκτης	=	ακήρυκτος
ακήρυκτο	=	ακήρυκτος
ακήρυκτοι	=	ακήρυκτος
ακήρυκτος	adj	που δεν έχει κηρυχθεί επισήμως -συνήθως για πόλεμο ή διαμάχες
ακήρυκτου	=	ακήρυκτος
ακήρυκτους	=	ακήρυκτος
ακήρυκτων	=	ακήρυκτος
ακήρυχτα	adv	χωρίς να έχει προηγηθεί επίσημη κήρυξη (π.χ. πολέμου)
ακήρυχτε	=	ακήρυχτος
ακήρυχτες	=	ακήρυχτος
ακήρυχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακήρυχτος
ακήρυχτης	=	ακήρυχτος
ακήρυχτο	=	ακήρυχτος
ακήρυχτοι	=	ακήρυχτος
ακήρυχτος	adj	που γίνεται χωρίς να έχει κηρυχθεί
ακήρυχτου	=	ακήρυχτος
ακήρυχτους	=	ακήρυχτος
ακήρυχτων	=	ακήρυχτος
ακίβδηλα	=	ακίβδηλος
ακίβδηλε	=	ακίβδηλος
ακίβδηλες	=	ακίβδηλος
ακίβδηλη	=	ακίβδηλος
ακίβδηλης	=	ακίβδηλος
ακίβδηλο	=	ακίβδηλος
ακίβδηλοι	=	ακίβδηλος
ακίβδηλος	adj	γνήσιος, όχι κίβδηλος
ακίβδηλου	=	ακίβδηλος
ακίβδηλους	=	ακίβδηλος
ακίβδηλων	=	ακίβδηλος
ακίδα	noun	αιχμηρή άκρη μεταλλικών συνήθως αντικειμένων, μύτη
ακίδας	=	ακίδα
ακίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακίδα
ακίδων	=	ακίδα
ακίνδυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακίνδυνο	adv	χωρίς κίνδυνο
ακίνδυνε	adj	κλητική ενικού του ακίνδυνος
ακίνδυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακίνδυνη
ακίνδυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακίνδυνος
ακίνδυνης	adj	γενική ενικού του ακίνδυνη
ακίνδυνο	adj	αιτιατική ενικού του ακίνδυνος
ακίνδυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακίνδυνος
ακίνδυνος	adj	που δεν είναι επικίνδυνος
ακίνδυνου	adj	γενική ενικού του ακίνδυνος
ακίνδυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακίνδυνος
ακίνδυνων	adj	γενική πληθυντικού του ακίνδυνος
ακίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακίνητο
ακίνητε	adj	κλητική ενικού του ακίνητος
ακίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακίνητη
ακίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακίνητος
ακίνητης	adj	γενική ενικού του ακίνητη
ακίνητο	noun	το έδαφος και τα συστατικά του μέρη, δηλαδή τα οικοδομήματα, ό,τι αποφέρουν αυτά, καθώς και ό,τι υπάρχει στο υπέδαφος
ακίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακίνητος
ακίνητος	adj	που δεν κινείται
ακίνητου	adj	γενική ενικού του ακίνητος
ακίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακίνητος
ακίνητων	adj	γενική πληθυντικού του ακίνητος
ακαές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακαής
ακαή	adj	αιτιατική ενικού του ακαής
ακαής	adj	αυτός που δεν έχει καεί, άκαυτος
ακαίρως	adv|formal	άκαιρα
ακαβάλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαβάλητο
ακαβάλητε	adj	κλητική ενικού του ακαβάλητος
ακαβάλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαβάλητη
ακαβάλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαβάλητος
ακαβάλητης	adj	γενική ενικού του ακαβάλητη
ακαβάλητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαβάλητος
ακαβάλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαβάλητος
ακαβάλητος	adj	που δεν έχει καβαλήσει ή δεν μπορεί να καβαλήσει κάποιο υποζύγιο (όπως άλογο)
ακαβάλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαβάλητος
ακαβάλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαβάλητος
ακαβάλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαβάλητος
ακαβούρδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαβούρδιστο
ακαβούρδιστε	adj	κλητική ενικού του ακαβούρδιστος
ακαβούρδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαβούρδιστη
ακαβούρδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαβούρδιστος
ακαβούρδιστης	adj	γενική ενικού του ακαβούρδιστη
ακαβούρδιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαβούρδιστος
ακαβούρδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαβούρδιστος
ακαβούρδιστος	adj	που δεν έχει καβουρδιστεί
ακαβούρδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαβούρδιστος
ακαβούρδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαβούρδιστος
ακαβούρδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαβούρδιστος
ακαβούρντιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαβούρντιστο
ακαβούρντιστε	adj	κλητική ενικού του ακαβούρντιστος
ακαβούρντιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαβούρντιστη
ακαβούρντιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαβούρντιστος
ακαβούρντιστης	adj	γενική ενικού του ακαβούρντιστη
ακαβούρντιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαβούρντιστος
ακαβούρντιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαβούρντιστος
ακαβούρντιστος	adj	που δεν έχει καβουρντιστεί
ακαβούρντιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαβούρντιστος
ακαβούρντιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαβούρντιστος
ακαβούρντιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαβούρντιστος
ακαγε	abbrev	Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών
ακαγιού	noun	άλλη γραφή του ακαζού
ακαδημία	noun	συγκέντρωση επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών με σκοπό την προώθηση και την καλή λειτουργία των τομέων τους
ακαδημίας	noun	γενική ενικού του ακαδημία
ακαδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαδημία
ακαδημαϊκά	adv	από ακαδημαϊκή άποψη
ακαδημαϊκέ	adj	κλητική ενικού του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαδημαϊκή
ακαδημαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκής	adj	γενική ενικού του ακαδημαϊκή
ακαδημαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκοτήτων	=	ακαδημαϊκότητα
ακαδημαϊκού	adj	γενική ενικού του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκός	adj	μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας, δηλαδή πανεπιστημιακός ερευνητής ή καθηγητής	noun	μέλος της Ακαδημίας κάποιας χώρας, πχ. της Ακαδημίας Αθηνών
ακαδημαϊκότατα	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατε	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατες	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατη	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατης	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατο	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατοι	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατος	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατου	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατους	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότατων	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερα	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερε	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερες	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερη	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερης	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερο	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότεροι	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερος	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερου	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερους	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότερων	=	ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκότητα	noun	η ιδιότητα του ακαδημαϊκού, του γενικού και θεωρητικού
ακαδημαϊκότητας	=	ακαδημαϊκότητα
ακαδημαϊκότητες	=	ακαδημαϊκότητα
ακαδημαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ακαδημαϊκός
ακαδημαϊκώς	adv|formal	ακαδημαϊκά (καθαρεύουσα) ἀκαδημαϊκῶς
ακαδημαϊσμέ	=	ακαδημαϊσμός
ακαδημαϊσμοί	=	ακαδημαϊσμός
ακαδημαϊσμού	=	ακαδημαϊσμός
ακαδημαϊσμούς	=	ακαδημαϊσμός
ακαδημαϊσμό	=	ακαδημαϊσμός
ακαδημαϊσμός	noun	η προσήλωση σε πρότυπα στην τέχνη (όπως ζωγραφική και γλυπτική), σύμφωνα με όσα διδάσκονταν στις (Ευρωπαϊκές) Ακαδημίες Τέχνης
ακαδημαϊσμών	=	ακαδημαϊσμός
ακαδημιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαδημία
ακαείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαής
ακαζάντιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαζάντιστο
ακαζάντιστε	adj	κλητική ενικού του ακαζάντιστος
ακαζάντιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαζάντιστη
ακαζάντιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαζάντιστος
ακαζάντιστης	adj	γενική ενικού του ακαζάντιστη
ακαζάντιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαζάντιστος
ακαζάντιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαζάντιστος
ακαζάντιστος	adj|vulgar	που δεν έχει καζαντίσει ή δεν μπορεί να καζαντίσει
ακαζάντιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαζάντιστος
ακαζάντιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαζάντιστος
ακαζάντιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαζάντιστος
ακαζιού	noun	άλλη γραφή του ακαζού
ακαζού	noun	το ξύλο του δέντρου μαόνι, που έχει μια κάπως κοκκινωπή απόχρωση
ακαθάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθάριστο
ακαθάριστε	adj	κλητική ενικού του ακαθάριστος
ακαθάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθάριστη
ακαθάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαθάριστος
ακαθάριστης	adj	γενική ενικού του ακαθάριστη
ακαθάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαθάριστος
ακαθάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαθάριστος
ακαθάριστος	adj	που δεν έχει καθαριστεί
ακαθάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαθάριστος
ακαθάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαθάριστος
ακαθάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαθάριστος
ακαθέλκυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθέλκυστο
ακαθέλκυστε	adj	κλητική ενικού του ακαθέλκυστος
ακαθέλκυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθέλκυστη
ακαθέλκυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαθέλκυστος
ακαθέλκυστης	adj	γενική ενικού του ακαθέλκυστη
ακαθέλκυστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαθέλκυστος
ακαθέλκυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαθέλκυστος
ακαθέλκυστος	adj	που δεν έχει καθελκυστεί ή δεν μπορεί να καθελκυστεί
ακαθέλκυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαθέλκυστος
ακαθέλκυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαθέλκυστος
ακαθέλκυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαθέλκυστος
ακαθήλωτα	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτε	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτες	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτη	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτης	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτο	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτοι	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτος	adj|figurative	που δεν τον έχουν καθηλώσει
ακαθήλωτου	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτους	=	ακαθήλωτος
ακαθήλωτων	=	ακαθήλωτος
ακαθίδρυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθίδρυτο
ακαθίδρυτε	adj	κλητική ενικού του ακαθίδρυτος
ακαθίδρυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθίδρυτη
ακαθίδρυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαθίδρυτος
ακαθίδρυτης	adj	γενική ενικού του ακαθίδρυτη
ακαθίδρυτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαθίδρυτος
ακαθίδρυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαθίδρυτος
ακαθίδρυτος	adj	που δεν έχει εγκαθιδρυθεί
ακαθίδρυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαθίδρυτος
ακαθίδρυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαθίδρυτος
ακαθίδρυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαθίδρυτος
ακαθίστου	=	ακάθιστος
ακαθίστους	=	ακάθιστος
ακαθίστων	=	ακάθιστος
ακαθαρσία	noun	κάτι που βρομίζει
ακαθαρσίας	noun	γενική ενικού του ακαθαρσία
ακαθαρσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθαρσία
ακαθαρσιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαθαρσία
ακαθιέρωτα	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτε	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτες	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτη	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτης	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτο	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτοι	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτος	adj	που δεν έχει καθιερωθεί
ακαθιέρωτου	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτους	=	ακαθιέρωτος
ακαθιέρωτων	=	ακαθιέρωτος
ακαθισιά	noun|vulgar	το να μην κάθεται κάποιος ήρεμα, το να κινείται συνεχώς
ακαθισιάς	=	ακαθισιά
ακαθισιές	=	ακαθισιά
ακαθισιών	=	ακαθισιά
ακαθοδήγητα	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητε	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητες	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητη	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητης	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητο	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητοι	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητος	adj	που έχει μείνει χωρίς καθοδήγηση, που δεν τον δείχνει κανείς κατεύθυνση η διαδρομή
ακαθοδήγητου	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητους	=	ακαθοδήγητος
ακαθοδήγητων	=	ακαθοδήγητος
ακαθορίστου	=	ακαθόριστο
ακαθορίστων	=	ακαθόριστο
ακαθοριστία	noun	το να είναι κάποιος ακαθόριστος, η ιδιότητα του ακαθόριστου
ακαθοριστίας	noun	γενική ενικού του ακαθοριστία
ακαθοριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθοριστία
ακαθοριστιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαθοριστία
ακαθόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακαθόριστος	adv	κατά τρόπο ακαθόριστο
ακαθόριστε	adj	κλητική ενικού του ακαθόριστος
ακαθόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαθόριστη
ακαθόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαθόριστος
ακαθόριστης	adj	γενική ενικού του ακαθόριστη
ακαθόριστο	noun|formal	άλλη μορφή του ακαθοριστία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακαθόριστος
ακαθόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαθόριστος
ακαθόριστος	adj	που δεν έχει καθοριστεί με ακρίβεια ή δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί
ακαθόριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαθόριστος
ακαθόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαθόριστος
ακαθόριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαθόριστος
ακαινοτόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαινοτόμητο
ακαινοτόμητε	adj	κλητική ενικού του ακαινοτόμητος
ακαινοτόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαινοτόμητη
ακαινοτόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαινοτόμητος
ακαινοτόμητης	adj	γενική ενικού του ακαινοτόμητη
ακαινοτόμητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαινοτόμητος
ακαινοτόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαινοτόμητος
ακαινοτόμητος	adj	που δεν έχει κάνει ή δεν έχει υποστεί καινοτομίες, αλλαγές ή νεωτερισμούς
ακαινοτόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαινοτόμητος
ακαινοτόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαινοτόμητος
ακαινοτόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαινοτόμητος
ακακία	noun	δέντρο ή θάμνος του γένους Acacia, με σύνθετα φύλλα και άσπρα ή κίτρινα άνθη· μερικά είδη έχουν μικρά σκληρά αγκάθια
ακακίας	noun	γενική ενικού του ακακία
ακακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακακία
ακακιών	noun	γενική πληθυντικού του ακακία
ακακολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακακολόγητος	adv	με ακακολόγητο τρόπο
ακακολόγητε	adj	κλητική ενικού του ακακολόγητος
ακακολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακακολόγητη
ακακολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακακολόγητος
ακακολόγητης	adj	γενική ενικού του ακακολόγητη
ακακολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ακακολόγητος
ακακολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακακολόγητος
ακακολόγητος	adj	που δεν έχει κακολογηθεί
ακακολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακακολόγητος
ακακολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακακολόγητος
ακακολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακακολόγητος
ακακοπάθητα	adv	χωρίς να έχει κακοπάθει, χωρίς κακοπάθηση
ακακοπάθητε	adj	κλητική ενικού του ακακοπάθητος
ακακοπάθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακακοπάθητη
ακακοπάθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακακοπάθητος
ακακοπάθητης	adj	γενική ενικού του ακακοπάθητη
ακακοπάθητο	adj	αιτιατική ενικού του ακακοπάθητος
ακακοπάθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακακοπάθητος
ακακοπάθητος	adj	που δεν έχει κακοπάθει
ακακοπάθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακακοπάθητος
ακακοπάθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακακοπάθητος
ακακοπάθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακακοπάθητος
ακακοποίητα	adv	με ακακοποίητο τρόπο, χωρίς κακοποίηση
ακακοποίητε	adj	κλητική ενικού του ακακοποίητος
ακακοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακακοποίητη
ακακοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακακοποίητος
ακακοποίητης	adj	γενική ενικού του ακακοποίητη
ακακοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ακακοποίητος
ακακοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακακοποίητος
ακακοποίητος	adj	που δεν έχει κακοποιηθεί
ακακοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακακοποίητος
ακακοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακακοποίητος
ακακοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακακοποίητος
ακαλίγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλίγωτο
ακαλίγωτε	adj	κλητική ενικού του ακαλίγωτος
ακαλίγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλίγωτη
ακαλίγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλίγωτος
ακαλίγωτης	adj	γενική ενικού του ακαλίγωτη
ακαλίγωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαλίγωτος
ακαλίγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαλίγωτος
ακαλίγωτος	adj|dated	που δεν τον έχουν καλιγώσει ακόμη
ακαλίγωτου	adj	γενική ενικού του ακαλίγωτος
ακαλίγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαλίγωτος
ακαλίγωτων	adj	γενική πληθυντικού του ακαλίγωτος
ακαλαίσθητα	adv	χωρίς καλαισθησία, χωρίς γούστο
ακαλαίσθητε	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητες	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητη	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητης	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητο	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητοι	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητος	adj	που δεν έχει αίσθηση του ωραίου, που δεν έχει καλό γούστο
ακαλαίσθητου	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητους	=	ακαλαίσθητος
ακαλαίσθητων	=	ακαλαίσθητος
ακαλαισθησία	noun	η έλλειψη καλαισθησίας
ακαλαισθησίας	noun	γενική ενικού του ακαλαισθησία
ακαλαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλαισθησία
ακαλαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαλαισθησία
ακαλαφάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλαφάτιστο
ακαλαφάτιστε	adj	κλητική ενικού του ακαλαφάτιστος
ακαλαφάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλαφάτιστη
ακαλαφάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλαφάτιστος
ακαλαφάτιστης	adj	γενική ενικού του ακαλαφάτιστη
ακαλαφάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαλαφάτιστος
ακαλαφάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαλαφάτιστος
ακαλαφάτιστος	adj	που δεν έχει καλαφατιστεί
ακαλαφάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαλαφάτιστος
ακαλαφάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαλαφάτιστος
ακαλαφάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαλαφάτιστος
ακαλλιέργητα	adv	με ακαλλιέργητο τρόπο, χωρίς καλλιέργεια
ακαλλιέργητε	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητες	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητης	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητο	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητοι	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητος	adj	που δεν έχει καλλιεργηθεί (κυριολεκτικά για το έδαφος, μεταφορικά για το πνεύμα, τις ικανότητες κλπ)
ακαλλιέργητου	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητους	=	ακαλλιέργητος
ακαλλιέργητων	=	ακαλλιέργητος
ακαλλώπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακαλλώπιστος	adv|formal	χωρίς καλλωπισμό
ακαλλώπιστε	adj	κλητική ενικού του ακαλλώπιστος
ακαλλώπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλλώπιστη
ακαλλώπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλλώπιστος
ακαλλώπιστης	adj	γενική ενικού του ακαλλώπιστη
ακαλλώπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαλλώπιστος
ακαλλώπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαλλώπιστος
ακαλλώπιστος	adj	που δεν έχει καλλωπιστεί
ακαλλώπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαλλώπιστος
ακαλλώπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαλλώπιστος
ακαλλώπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαλλώπιστος
ακαλμάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλμάριστο
ακαλμάριστε	adj	κλητική ενικού του ακαλμάριστος
ακαλμάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλμάριστη
ακαλμάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλμάριστος
ακαλμάριστης	adj	γενική ενικού του ακαλμάριστη
ακαλμάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαλμάριστος
ακαλμάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαλμάριστος
ακαλμάριστος	adj	που δεν έχει καλμάρει ή δεν μπορεί να καλμάρει
ακαλμάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαλμάριστος
ακαλμάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαλμάριστος
ακαλμάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαλμάριστος
ακαλοκάρδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλοκάρδιστο
ακαλοκάρδιστε	adj	κλητική ενικού του ακαλοκάρδιστος
ακαλοκάρδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλοκάρδιστη
ακαλοκάρδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλοκάρδιστος
ακαλοκάρδιστης	adj	γενική ενικού του ακαλοκάρδιστη
ακαλοκάρδιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαλοκάρδιστος
ακαλοκάρδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαλοκάρδιστος
ακαλοκάρδιστος	adj	που δεν είναι καλοκαρδισμένος
ακαλοκάρδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαλοκάρδιστος
ακαλοκάρδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαλοκάρδιστος
ακαλοκάρδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαλοκάρδιστος
ακαλοπλήρωτα	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτε	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτες	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτη	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτης	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτο	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτοι	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτος	adj	που δεν έχει καλοπληρωθεί
ακαλοπλήρωτου	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτους	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοπλήρωτων	=	ακαλοπλήρωτος
ακαλοσύνευτα	adv	με ακαλοσύνευτο τρόπο
ακαλοσύνευτε	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτες	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτη	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτης	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτο	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτοι	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτος	adj	που δεν έχει καλοσυνέψει
ακαλοσύνευτου	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτους	=	ακαλοσύνευτος
ακαλοσύνευτων	=	ακαλοσύνευτος
ακαλπονόθευτα	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτε	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτες	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτη	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτης	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτο	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτοι	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτος	adj	που δεν τον έχουν καλπονοθεύσει
ακαλπονόθευτου	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτους	=	ακαλπονόθευτος
ακαλπονόθευτων	=	ακαλπονόθευτος
ακαλυτέρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλυτέρευτο
ακαλυτέρευτε	adj	κλητική ενικού του ακαλυτέρευτος
ακαλυτέρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαλυτέρευτη
ακαλυτέρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαλυτέρευτος
ακαλυτέρευτης	adj	γενική ενικού του ακαλυτέρευτη
ακαλυτέρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαλυτέρευτος
ακαλυτέρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαλυτέρευτος
ακαλυτέρευτος	adj	που δεν έχει καλυτερεύσει
ακαλυτέρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαλυτέρευτος
ακαλυτέρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαλυτέρευτος
ακαλυτέρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαλυτέρευτος
ακαλωδίωτα	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτε	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτες	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτη	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτης	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτο	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτοι	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτος	adj	που δεν έχει καλωδιωθεί
ακαλωδίωτου	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτους	=	ακαλωδίωτος
ακαλωδίωτων	=	ακαλωδίωτος
ακαμάκιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκιαστο
ακαμάκιαστε	adj	κλητική ενικού του ακαμάκιαστος
ακαμάκιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκιαστη
ακαμάκιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμάκιαστος
ακαμάκιαστης	adj	γενική ενικού του ακαμάκιαστη
ακαμάκιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαμάκιαστος
ακαμάκιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκιαστος
ακαμάκιαστος	adj	άλλη μορφή του ακαμάκωτος
ακαμάκιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαμάκιαστος
ακαμάκιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαμάκιαστος
ακαμάκιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαμάκιαστος
ακαμάκιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκιστο
ακαμάκιστε	adj	κλητική ενικού του ακαμάκιστος
ακαμάκιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκιστη
ακαμάκιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμάκιστος
ακαμάκιστης	adj	γενική ενικού του ακαμάκιστη
ακαμάκιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαμάκιστος
ακαμάκιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκιστος
ακαμάκιστος	adj	άλλη μορφή του ακαμάκωτος
ακαμάκιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαμάκιστος
ακαμάκιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαμάκιστος
ακαμάκιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαμάκιστος
ακαμάκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκωτο
ακαμάκωτε	adj	κλητική ενικού του ακαμάκωτος
ακαμάκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκωτη
ακαμάκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμάκωτος
ακαμάκωτης	adj	γενική ενικού του ακαμάκωτη
ακαμάκωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαμάκωτος
ακαμάκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαμάκωτος
ακαμάκωτος	adj	που δεν έχει καμακωθεί ή δεν μπορεί να καμακωθεί
ακαμάκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαμάκωτος
ακαμάκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαμάκωτος
ακαμάκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαμάκωτος
ακαμάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάρωτο
ακαμάρωτε	adj	κλητική ενικού του ακαμάρωτος
ακαμάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάρωτη
ακαμάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμάρωτος
ακαμάρωτης	adj	γενική ενικού του ακαμάρωτη
ακαμάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαμάρωτος
ακαμάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαμάρωτος
ακαμάρωτος	adj	που δεν καμαρώνει, που δεν περηφανεύεται
ακαμάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαμάρωτος
ακαμάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαμάρωτος
ακαμάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαμάρωτος
ακαμάτευα	=	ακαματεύω
ακαμάτευαν	=	ακαματεύω
ακαμάτευε	=	ακαματεύω
ακαμάτευες	=	ακαματεύω
ακαμάτεψα	=	ακαματεύω
ακαμάτεψαν	=	ακαματεύω
ακαμάτεψε	=	ακαματεύω
ακαμάτεψες	=	ακαματεύω
ακαμάτη	=	ακαμάτης
ακαμάτηδες	=	ακαμάτης
ακαμάτηδων	=	ακαμάτης
ακαμάτης	noun	ο τεμπέλης	adj	τεμπέλης, αυτός που αποφεύγει τον κάματο
ακαμάτικο	adj	ουδέτερο του ακαμάτης
ακαμάτισσα	noun	θηλυκό του ακαμάτης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμάτης
ακαμάτισσας	noun	γενική ενικού του ακαμάτισσα
ακαμάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάτισσα
ακαμάτρα	noun	η τεμπέλα, που αποφεύγει τον κάματο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμάτης
ακαμάτρας	noun	γενική ενικού του ακαμάτρα
ακαμάτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμάτρα
ακαμίνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμίνευτο
ακαμίνευτε	adj	κλητική ενικού του ακαμίνευτος
ακαμίνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμίνευτη
ακαμίνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμίνευτος
ακαμίνευτης	adj	γενική ενικού του ακαμίνευτη
ακαμίνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαμίνευτος
ακαμίνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαμίνευτος
ακαμίνευτος	adj	που δεν έχει ψηθεί σε καμίνι
ακαμίνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαμίνευτος
ακαμίνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαμίνευτος
ακαμίνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαμίνευτος
ακαμίνιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμίνιαστο
ακαμίνιαστε	adj	κλητική ενικού του ακαμίνιαστος
ακαμίνιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμίνιαστη
ακαμίνιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαμίνιαστος
ακαμίνιαστης	adj	γενική ενικού του ακαμίνιαστη
ακαμίνιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαμίνιαστος
ακαμίνιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαμίνιαστος
ακαμίνιαστος	adj	που δεν έχει ψηθεί σε καμίνι
ακαμίνιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαμίνιαστος
ακαμίνιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαμίνιαστος
ακαμίνιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαμίνιαστος
ακαματέψαμε	=	ακαματεύω
ακαματέψαν	=	ακαματεύω
ακαματέψανε	=	ακαματεύω
ακαματέψατε	=	ακαματεύω
ακαματέψει	=	ακαματεύω
ακαματέψτε	=	ακαματεύω
ακαματεύαμε	=	ακαματεύω
ακαματεύαν	=	ακαματεύω
ακαματεύανε	=	ακαματεύω
ακαματεύατε	=	ακαματεύω
ακαματεύει	=	ακαματεύω
ακαματεύεις	=	ακαματεύω
ακαματεύετε	=	ακαματεύω
ακαματεύοντας	=	ακαματεύω
ακαματεύουμε	=	ακαματεύω
ακαματεύουν	=	ακαματεύω
ακαματεύουνε	=	ακαματεύω
ακαματεύω	verb|vulgar	τεμπελιάζω, φέρομαι σαν ακαμάτης, είμαι οκνηρός
ακαματοσύνες	=	ακαματοσύνη
ακαματοσύνη	noun	η τεμπελιά, η οκνηρία
ακαματοσύνης	=	ακαματοσύνη
ακαμπύλωτα	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτε	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτες	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτη	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτης	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτο	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτοι	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτος	adj	που δεν έχει καμπυλωθεί
ακαμπύλωτου	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτους	=	ακαμπύλωτος
ακαμπύλωτων	=	ακαμπύλωτος
ακαμψία	noun	η ιδιότητα αυτού που διατηρεί το σχήμα του υπό εξωτερικές δυνάμεις, που δεν μπορεί κάποιος να τον λυγίσει ή να τον παραμορφώσει
ακαμψίας	noun	γενική ενικού του ακαμψία
ακαμψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαμψία
ακαμψιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαμψία
ακανάκευτα	=	ακανάκευτος
ακανάκευτε	=	ακανάκευτος
ακανάκευτες	=	ακανάκευτος
ακανάκευτη	=	ακανάκευτος
ακανάκευτης	=	ακανάκευτος
ακανάκευτο	=	ακανάκευτος
ακανάκευτοι	=	ακανάκευτος
ακανάκευτος	adj	που δεν τον έχουν κανακέψει
ακανάκευτου	=	ακανάκευτος
ακανάκευτους	=	ακανάκευτος
ακανάκευτων	=	ακανάκευτος
ακανέ	=	ακανές
ακανέδες	=	ακανές
ακανέδων	=	ακανές
ακανές	noun	παραδοσιακό σερραϊκό γλύκισμα, που μοιάζει με λουκούμι, και φτιάχνεται με βούτυρο, νισεστέ, ζάχαρη, νερό και αμύγδαλα
ακανθοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακανθοκυτταρικό
ακανθοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του ακανθοκυτταρικός
ακανθοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακανθοκυτταρική
ακανθοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακανθοκυτταρικός
ακανθοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του ακανθοκυτταρική
ακανθοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακανθοκυτταρικός
ακανθοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του ακανθοκυτταρικός
ακανθοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακανθοκυτταρικός
ακανθοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του ακανθοκυτταρικός
ακανθοκυτταρικός	adj	που το κύτταρό του μοιάζει με άκανθα, με φολίδα
ακανθοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του ακανθοκυτταρικός
ακανθοστεφές	=	ακανθοστεφής
ακανθοστεφή	=	ακανθοστεφής
ακανθοστεφής	adj|dated	που του έβαλαν στέμμα από αγκάθια
ακανθοστεφείς	=	ακανθοστεφής
ακανθοστεφούς	=	ακανθοστεφής
ακανθοστεφών	=	ακανθοστεφής
ακανθοχοίρου	noun	γενική ενικού του ακανθόχοιρος
ακανθοχοίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακανθόχοιρος
ακανθοχοίρων	noun	γενική πληθυντικού του ακανθόχοιρος
ακανθωδών	=	ακανθώδης
ακανθόχοιρε	noun	κλητική ενικού του ακανθόχοιρος
ακανθόχοιρο	noun	αιτιατική ενικού του ακανθόχοιρος
ακανθόχοιροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακανθόχοιρος
ακανθόχοιρος	noun	ο ύστριχας (ζώο που μοιάζει με σκαντζόχοιρο αλλά ανήκει σε διαφορετική τάξη).
ακανθόχοιρου	noun	γενική ενικού του ακανθόχοιρος
ακανθόχοιρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακανθόχοιρος
ακανθόχοιρων	noun	γενική πληθυντικού του ακανθόχοιρος
ακανθώδεις	=	ακανθώδης
ακανθώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακανθώδης
ακανθώδη	=	ακανθώδης
ακανθώδης	adj|formal	που έχει αγκάθια
ακανθώδους	adj	γενική ενικού του ακανθώδης
ακανθών	noun	γενική πληθυντικού του άκανθα
ακανθώνα	=	ακανθώνας
ακανθώνας	noun|formal	τόπος γεμάτος αγκαθωτά φυτά
ακανθώνες	=	ακανθώνας
ακανθώνων	=	ακανθώνας
ακανόνιστα	adv	με ακανόνιστο τρόπο
ακανόνιστε	=	ακανόνιστος
ακανόνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ακανόνιστος
ακανόνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακανόνιστος
ακανόνιστης	=	ακανόνιστος
ακανόνιστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ακανόνιστος
ακανόνιστοι	=	ακανόνιστος
ακανόνιστος	adj	ο ασύμμετρος, χωρίς τις αναμενόμενες αναλογίες σε χρόνους, μορφή, ρυθμό
ακανόνιστου	=	ακανόνιστος
ακανόνιστους	=	ακανόνιστος
ακανόνιστων	=	ακανόνιστος
ακαούς	adj	γενική ενικού του ακαής
ακαπάκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπάκωτο
ακαπάκωτε	adj	κλητική ενικού του ακαπάκωτος
ακαπάκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπάκωτη
ακαπάκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαπάκωτος
ακαπάκωτης	adj	γενική ενικού του ακαπάκωτη
ακαπάκωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαπάκωτος
ακαπάκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαπάκωτος
ακαπάκωτος	adj	που δεν έχει καπακωθεί
ακαπάκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαπάκωτος
ακαπάκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαπάκωτος
ακαπάκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαπάκωτος
ακαπάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακαπάρωτος
ακαπάρωτε	adj	κλητική ενικού του ακαπάρωτος
ακαπάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπάρωτη
ακαπάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαπάρωτος
ακαπάρωτης	adj	γενική ενικού του ακαπάρωτη
ακαπάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαπάρωτος
ακαπάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαπάρωτος
ακαπάρωτος	adj	που δεν τον έχουν καπαρώσει δίνοντας καπάρο ή έναντι ή κι απλή παραγγελία χωρίς οικονομική προκαταβολή
ακαπάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαπάρωτος
ακαπάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαπάρωτος
ακαπάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαπάρωτος
ακαπέλλα	adv	σπάνια γραφή του α καπέλα
ακαπέλωτα	adv	ανεξάρτητα, χωρίς κομματικές επιταγές, δίχως καπέλωμα κομματικό
ακαπέλωτε	adj	κλητική ενικού του ακαπέλωτος
ακαπέλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπέλωτη
ακαπέλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαπέλωτος
ακαπέλωτης	adj	γενική ενικού του ακαπέλωτη
ακαπέλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαπέλωτος
ακαπέλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαπέλωτος
ακαπέλωτος	adj|figurative	που δεν τον έχουν καπελώσει, που τον έχουν αφήσει ανεξάρτητο και όχι δέσμιο κομματικών γραμμών
ακαπέλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαπέλωτος
ακαπέλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαπέλωτος
ακαπέλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαπέλωτος
ακαπήλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπήλευτο
ακαπήλευτε	adj	κλητική ενικού του ακαπήλευτος
ακαπήλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπήλευτη
ακαπήλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαπήλευτος
ακαπήλευτης	adj	γενική ενικού του ακαπήλευτη
ακαπήλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαπήλευτος
ακαπήλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαπήλευτος
ακαπήλευτος	adj	που δεν τον έχουν καπηλευτεί, ιδιοποιηθεί
ακαπήλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαπήλευτος
ακαπήλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαπήλευτος
ακαπήλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαπήλευτος
ακαπίστρωτα	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτε	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτες	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτη	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτης	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτο	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτοι	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτος	adj	που δεν του έχουν φορέσει καπίστρι, δεν το έχουν δαμάσει
ακαπίστρωτου	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτους	=	ακαπίστρωτος
ακαπίστρωτων	=	ακαπίστρωτος
ακαπλάντιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπλάντιστο
ακαπλάντιστε	adj	κλητική ενικού του ακαπλάντιστος
ακαπλάντιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαπλάντιστη
ακαπλάντιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαπλάντιστος
ακαπλάντιστης	adj	γενική ενικού του ακαπλάντιστη
ακαπλάντιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαπλάντιστος
ακαπλάντιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαπλάντιστος
ακαπλάντιστος	adj	που δεν τον έχουν καπλαντίσει, που δεν φέρει καπλαμά
ακαπλάντιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαπλάντιστος
ακαπλάντιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαπλάντιστος
ακαπλάντιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαπλάντιστος
ακαρίαση	noun	δερματοπάθεια που προκαλείται από άκαρι
ακαρίασης	noun	γενική ενικού του ακαρίαση
ακαρίκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρίκωτο
ακαρίκωτε	adj	κλητική ενικού του ακαρίκωτος
ακαρίκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρίκωτη
ακαρίκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαρίκωτος
ακαρίκωτης	adj	γενική ενικού του ακαρίκωτη
ακαρίκωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαρίκωτος
ακαρίκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαρίκωτος
ακαρίκωτος	adj	που δεν έχει καρικωθεί
ακαρίκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαρίκωτος
ακαρίκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαρίκωτος
ακαρίκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαρίκωτος
ακαρατόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρατόμητο
ακαρατόμητε	adj	κλητική ενικού του ακαρατόμητος
ακαρατόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρατόμητη
ακαρατόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαρατόμητος
ακαρατόμητης	adj	γενική ενικού του ακαρατόμητη
ακαρατόμητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαρατόμητος
ακαρατόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαρατόμητος
ακαρατόμητος	adj	που δεν έχει καρατομηθεί
ακαρατόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαρατόμητος
ακαρατόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαρατόμητος
ακαρατόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαρατόμητος
ακαρδία	noun	η έλλειψη καρδιάς σε νεογνό
ακαρδίας	noun	γενική ενικού του ακαρδία
ακαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρδία
ακαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαρδία
ακαρεοκτόνα	=	ακαρεοκτόνο
ακαρεοκτόνο	noun	σκεύασμα που σκοτώνει τα ακάρεα
ακαρεοκτόνος	adj|formal	που αναφέρεται σε ουσίες ή παράγοντες που εξοντώνουν ή εξουδετερώνουν τα ακάρεα
ακαρεοκτόνου	=	ακαρεοκτόνο
ακαρεοκτόνων	=	ακαρεοκτόνο
ακαρεοφοβία	noun	η φοβία για τα ακάρεα
ακαρεοφοβίας	=	ακαρεοφοβία
ακαρεοφοβίες	=	ακαρεοφοβία
ακαρεοφοβιών	=	ακαρεοφοβία
ακαριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρίαση
ακαριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ακαρίαση
ακαριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ακαρίαση
ακαριαία	adv	ευθύς αμέσως, χωρίς να μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα
ακαριαίας	adj	γενική ενικού του ακαριαία
ακαριαίε	adj	ακαριαίος, στην κλητική του ενικού
ακαριαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαριαία
ακαριαίο	adj	ακαριαίος, στην αιτιατική του ενικού
ακαριαίοι	adj	ακαριαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ακαριαίος	adj	που συμβαίνει σε μια στιγμή, σε ελάχιστο, σχεδόν μηδενικό, χρονικό διάστημα
ακαριαίου	adj	γενική ενικού του ακαριαίος
ακαριαίους	adj	ακαριαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ακαριαίων	=	ακαριαίος
ακαριαίως	adv|formal	ακαριαία
ακαρνανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρνανικό
ακαρνανικέ	adj	κλητική ενικού του ακαρνανικός
ακαρνανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρνανική
ακαρνανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαρνανικός
ακαρνανικής	adj	γενική ενικού του ακαρνανική
ακαρνανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαρνανικός
ακαρνανικού	adj	γενική ενικού του ακαρνανικός
ακαρνανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαρνανικός
ακαρνανικό	adj	αιτιατική ενικού του ακαρνανικός
ακαρνανικός	adj	ο σχετικός με την Ακαρνανία
ακαρνανικών	adj	γενική πληθυντικού του ακαρνανικός
ακαρπία	noun	η μη παραγωγή καρπών
ακαρπίας	noun	γενική ενικού του ακαρπία
ακαρπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρπία
ακαρπιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαρπία
ακαρποφόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρποφόρητο
ακαρποφόρητε	adj	κλητική ενικού του ακαρποφόρητος
ακαρποφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρποφόρητη
ακαρποφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαρποφόρητος
ακαρποφόρητης	adj	γενική ενικού του ακαρποφόρητη
ακαρποφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαρποφόρητος
ακαρποφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαρποφόρητος
ακαρποφόρητος	adj	που δεν έχει καρποφορήσει
ακαρποφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαρποφόρητος
ακαρποφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαρποφόρητος
ακαρποφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαρποφόρητος
ακαρτέρει	=	ακαρτερώ
ακαρτέρησα	=	ακαρτερώ
ακαρτέρησαν	=	ακαρτερώ
ακαρτέρησε	=	ακαρτερώ
ακαρτέρησες	=	ακαρτερώ
ακαρτερήσαμε	=	ακαρτερώ
ακαρτερήσαν	=	ακαρτερώ
ακαρτερήσανε	=	ακαρτερώ
ακαρτερήσατε	=	ακαρτερώ
ακαρτερήσει	=	ακαρτερώ
ακαρτερήστε	=	ακαρτερώ
ακαρτερεί	=	ακαρτερώ
ακαρτερείς	=	ακαρτερώ
ακαρτερείτε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούμε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούν	=	ακαρτερώ
ακαρτερούνε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσα	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσαμε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσαν	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσανε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσατε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσε	=	ακαρτερώ
ακαρτερούσες	=	ακαρτερώ
ακαρτερώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του καρτερώ
ακαρτερώντας	=	ακαρτερώ
ακαρωνιού	=	ακαρώνι
ακαρωνιών	=	ακαρώνι
ακαρύκευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρύκευτο
ακαρύκευτε	adj	κλητική ενικού του ακαρύκευτος
ακαρύκευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαρύκευτη
ακαρύκευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαρύκευτος
ακαρύκευτης	adj	γενική ενικού του ακαρύκευτη
ακαρύκευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακαρύκευτος
ακαρύκευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαρύκευτος
ακαρύκευτος	adj	που δεν περιέχει καρυκεύματα
ακαρύκευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαρύκευτος
ακαρύκευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαρύκευτος
ακαρύκευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαρύκευτος
ακαρώνι	noun	το φυτό ασφόδελος
ακαρώνια	=	ακαρώνι
ακασσιτέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακασσιτέρωτο
ακασσιτέρωτε	adj	κλητική ενικού του ακασσιτέρωτος
ακασσιτέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακασσιτέρωτη
ακασσιτέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακασσιτέρωτος
ακασσιτέρωτης	adj	γενική ενικού του ακασσιτέρωτη
ακασσιτέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακασσιτέρωτος
ακασσιτέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακασσιτέρωτος
ακασσιτέρωτος	adj	που δεν περιέχει ή δεν είναι στρωμένος με κασσίτερο
ακασσιτέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακασσιτέρωτος
ακασσιτέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακασσιτέρωτος
ακασσιτέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακασσιτέρωτος
ακατάβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετάβλητος	adv	ακούραστα, χωρίς διακοπή για ξεκούραση, δίχως καταβολή από την κόπωση ή τις αντιξοότητες
ακατάβλητε	=	ακατάβλητος
ακατάβλητες	=	ακατάβλητος
ακατάβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάβλητος
ακατάβλητης	=	ακατάβλητος
ακατάβλητο	=	ακατάβλητος
ακατάβλητοι	=	ακατάβλητος
ακατάβλητος	adj	που δεν καταβάλλεται από αντίπαλο, αντιξοότητες ή την κούραση
ακατάβλητου	=	ακατάβλητος
ακατάβλητους	=	ακατάβλητος
ακατάβλητων	=	ακατάβλητος
ακατάβρεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακατάβρεκτος	adv	χωρίς να τον έχουν καταβρέξει
ακατάβρεκτε	adj	κλητική ενικού του ακατάβρεκτος
ακατάβρεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάβρεκτη
ακατάβρεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάβρεκτος
ακατάβρεκτης	adj	γενική ενικού του ακατάβρεκτη
ακατάβρεκτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάβρεκτος
ακατάβρεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάβρεκτος
ακατάβρεκτος	adj	που δεν τον έχουν καταβρέξει
ακατάβρεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάβρεκτος
ακατάβρεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάβρεκτος
ακατάβρεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάβρεκτος
ακατάβρεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακατάβρεχτος	adv	χωρίς κατάβρεγμα
ακατάβρεχτε	adj	κλητική ενικού του ακατάβρεχτος
ακατάβρεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάβρεχτη
ακατάβρεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάβρεχτος
ακατάβρεχτης	adj	γενική ενικού του ακατάβρεχτη
ακατάβρεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάβρεχτος
ακατάβρεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάβρεχτος
ακατάβρεχτος	adj	που δεν τον έχουν καταβρέξει
ακατάβρεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάβρεχτος
ακατάβρεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάβρεχτος
ακατάβρεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάβρεχτος
ακατάγγελτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάγγελτο
ακατάγγελτε	adj	κλητική ενικού του ακατάγγελτος
ακατάγγελτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάγγελτη
ακατάγγελτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάγγελτος
ακατάγγελτης	adj	γενική ενικού του ακατάγγελτη
ακατάγγελτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάγγελτος
ακατάγγελτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάγγελτος
ακατάγγελτος	adj	που δεν τον έχουν καταγγείλει
ακατάγγελτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάγγελτος
ακατάγγελτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάγγελτος
ακατάγγελτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάγγελτος
ακατάγραφα	adv	χωρίς να έχει καταγραφεί
ακατάγραφε	adj	κλητική ενικού του ακατάγραφος
ακατάγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάγραφη
ακατάγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάγραφος
ακατάγραφης	adj	γενική ενικού του ακατάγραφη
ακατάγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάγραφος
ακατάγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάγραφος
ακατάγραφος	adj	που δεν έχει καταγραφεί ή δεν μπορεί να καταγραφεί
ακατάγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάγραφος
ακατάγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάγραφος
ακατάγραφτα	adv	χωρίς να έχει καταγραφεί
ακατάγραφτε	adj	κλητική ενικού του ακατάγραφτος
ακατάγραφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάγραφτη
ακατάγραφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάγραφτος
ακατάγραφτης	adj	γενική ενικού του ακατάγραφτη
ακατάγραφτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάγραφτος
ακατάγραφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάγραφτος
ακατάγραφτος	adj	που δεν έχει καταγραφεί ή δεν μπορεί να καταγραφεί
ακατάγραφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάγραφτος
ακατάγραφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάγραφτος
ακατάγραφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάγραφτος
ακατάγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάγραφος
ακατάδεκτα	adv	χωρίς καταδεχτικότητα
ακατάδεκτε	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτες	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάδεκτος
ακατάδεκτης	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτο	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτοι	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτος	adj	λογιότερη μορφή του ακατάδεχτος
ακατάδεκτου	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτους	=	ακατάδεκτος
ακατάδεκτων	=	ακατάδεκτος
ακατάδεχτα	adv	χωρίς καταδεχτικότητα, με υπεροψία
ακατάδεχτε	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτες	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτη	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτης	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτο	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτοι	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτος	adj	που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης
ακατάδεχτου	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτους	=	ακατάδεχτος
ακατάδεχτων	=	ακατάδεχτος
ακατάθλιπτα	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτε	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτες	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτη	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτης	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτο	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτοι	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτος	adj	που δεν έχει καταθλιβεί
ακατάθλιπτου	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτους	=	ακατάθλιπτος
ακατάθλιπτων	=	ακατάθλιπτος
ακατάκριτα	=	ακατάκριτος
ακατάκριτε	=	ακατάκριτος
ακατάκριτες	=	ακατάκριτος
ακατάκριτη	=	ακατάκριτος
ακατάκριτης	=	ακατάκριτος
ακατάκριτο	=	ακατάκριτος
ακατάκριτοι	=	ακατάκριτος
ακατάκριτος	adj	που δεν τον έχουν κατακρίνει ή δεν είναι δυνατόν να τον κατακρίνουν
ακατάκριτου	=	ακατάκριτος
ακατάκριτους	=	ακατάκριτος
ακατάκριτων	=	ακατάκριτος
ακατάκτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάκτητο
ακατάκτητε	adj	κλητική ενικού του ακατάκτητος
ακατάκτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάκτητη
ακατάκτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάκτητος
ακατάκτητης	adj	γενική ενικού του ακατάκτητη
ακατάκτητο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάκτητος
ακατάκτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάκτητος
ακατάκτητος	adj	που δεν έχει κατακτηθεί (συνήθως με την έννοια της κατοχής από ξένη δύναμη), που δεν έχει χάσει την κυριαρχία του
ακατάκτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάκτητος
ακατάκτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάκτητος
ακατάκτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάκτητος
ακατάληκτα	=	ακατάληκτος
ακατάληκτε	=	ακατάληκτος
ακατάληκτες	=	ακατάληκτος
ακατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάληκτος
ακατάληκτης	=	ακατάληκτος
ακατάληκτο	=	ακατάληκτος
ακατάληκτοι	=	ακατάληκτος
ακατάληκτος	adj	χωρίς κατάληξη
ακατάληκτου	=	ακατάληκτος
ακατάληκτους	=	ακατάληκτος
ακατάληκτων	=	ακατάληκτος
ακατάληπτα	adv	κατά τρόπο ακατάληπτο, ακατανόητο
ακατάληπτε	adj	κλητική ενικού του ακατάληπτος
ακατάληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάληπτη
ακατάληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάληπτος
ακατάληπτης	adj	γενική ενικού του ακατάληπτη
ακατάληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάληπτος
ακατάληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάληπτος
ακατάληπτος	adj	που δεν είναι δυνατόν να τον καταλάβεις
ακατάληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάληπτος
ακατάληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάληπτος
ακατάληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάληπτος
ακατάλληλα	adv	με ακατάλληλο τρόπο, που δεν ταιριάζει στις συγκεκριμένες συνθήκες
ακατάλληλε	adj	κλητική ενικού του ακατάλληλος
ακατάλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάλληλη
ακατάλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάλληλος
ακατάλληλης	adj	γενική ενικού του ακατάλληλη
ακατάλληλο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάλληλος
ακατάλληλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάλληλος
ακατάλληλος	adj	που δεν ταιριάζει ή δεν ενδείκνυται για μια ορισμένη περίσταση ή χρήση
ακατάλληλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάλληλος
ακατάλληλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάλληλος
ακατάλληλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάλληλος
ακατάλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακατάλυτος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να καταλυθεί (/καταλυθούν)
ακατάλυτε	adj	κλητική ενικού του ακατάλυτος
ακατάλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάλυτη
ακατάλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάλυτος
ακατάλυτης	adj	γενική ενικού του ακατάλυτη
ακατάλυτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάλυτος
ακατάλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάλυτος
ακατάλυτος	adj	που δεν μπορεί να καταλυθεί, να καταστραφεί
ακατάλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάλυτος
ακατάλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάλυτος
ακατάλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάλυτος
ακατάνυκτος	adj|formal	που δείχνει έλλειψη κατάνυξης ή συγκίνησης απέναντι σε θρησκευτικό ή άλλο βίωμα
ακατάπαυστα	adv	χωρίς διακοπή
ακατάπαυστε	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστες	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάπαυστος
ακατάπαυστης	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστο	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστοι	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστος	adj	που εξακολουθεί χωρίς παύση
ακατάπαυστου	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστους	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυστων	=	ακατάπαυστος
ακατάπαυτα	adv	χωρίς σταματημό, ασταμάτητα
ακατάπαυτε	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτες	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτη	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτης	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτο	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτοι	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτος	adj	ακατάπαυστος
ακατάπαυτου	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτους	=	ακατάπαυτος
ακατάπαυτων	=	ακατάπαυτος
ακατάργητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάργητο
ακατάργητε	adj	κλητική ενικού του ακατάργητος
ακατάργητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάργητη
ακατάργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάργητος
ακατάργητης	adj	γενική ενικού του ακατάργητη
ακατάργητο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάργητος
ακατάργητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάργητος
ακατάργητος	adj	που δεν έχει καταργηθεί ή δεν μπορεί να καταργηθεί
ακατάργητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάργητος
ακατάργητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάργητος
ακατάργητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάργητος
ακατάρριπτα	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτε	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτες	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτη	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτης	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτο	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτοι	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτος	adj	που δεν έχει καταρριφθεί ή δεν μπορεί να καταρριφθεί
ακατάρριπτου	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτους	=	ακατάρριπτος
ακατάρριπτων	=	ακατάρριπτος
ακατάρτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάρτιστος	adv	χωρίς να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο ειδικών γνώσεων, με άγνοια
ακατάρτιστε	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστες	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάρτιστος
ακατάρτιστης	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστο	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστοι	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστος	adj	που δεν έχει κατάρτιση (γνώση) σχετικά με έναν τομέα
ακατάρτιστου	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστους	=	ακατάρτιστος
ακατάρτιστων	=	ακατάρτιστος
ακατάσβεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάσβεστο
ακατάσβεστε	adj	κλητική ενικού του ακατάσβεστος
ακατάσβεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάσβεστη
ακατάσβεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάσβεστος
ακατάσβεστης	adj	γενική ενικού του ακατάσβεστη
ακατάσβεστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάσβεστος
ακατάσβεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάσβεστος
ακατάσβεστος	adj	που δεν έχει κατασβεστεί ακόμη ή που μοιάζει αδύνατο να κατασβεστεί
ακατάσβεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάσβεστος
ακατάσβεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάσβεστος
ακατάσβεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάσβεστος
ακατάσβηστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάσβηστο
ακατάσβηστε	adj	κλητική ενικού του ακατάσβηστος
ακατάσβηστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάσβηστη
ακατάσβηστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάσβηστος
ακατάσβηστης	adj	γενική ενικού του ακατάσβηστη
ακατάσβηστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάσβηστος
ακατάσβηστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάσβηστος
ακατάσβηστος	adj	που δεν έχει σβήσει τελείως
ακατάσβηστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάσβηστος
ακατάσβηστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάσβηστος
ακατάσβηστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάσβηστος
ακατάστατα	adv	χωρίς τάξη
ακατάστατε	adj	κλητική ενικού του ακατάστατος
ακατάστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάστατη
ακατάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάστατος
ακατάστατης	adj	γενική ενικού του ακατάστατη
ακατάστατο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάστατος
ακατάστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάστατος
ακατάστατος	adj	που δε βρίσκεται σε τάξη, ο ατακτοποίητος
ακατάστατου	adj	γενική ενικού του ακατάστατος
ακατάστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάστατος
ακατάστατων	adj	γενική πληθυντικού του ακατάστατος
ακατάστρωτα	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτε	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτες	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτη	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτης	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτο	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτοι	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτος	adj	που δεν έχει καταστρωθεί, που δεν τον έχουν καταστρώσει
ακατάστρωτου	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτους	=	ακατάστρωτος
ακατάστρωτων	=	ακατάστρωτος
ακατάσχετα	adv	χωρίς ανάπαυλα, χωρίς σταματημό
ακατάσχετε	adj	κλητική ενικού του ακατάσχετος
ακατάσχετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάσχετη
ακατάσχετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάσχετος
ακατάσχετης	adj	γενική ενικού του ακατάσχετη
ακατάσχετο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάσχετος
ακατάσχετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάσχετος
ακατάσχετος	adj	που δεν μπορεί να συγκρατηθεί, να σταματήσει
ακατάσχετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάσχετος
ακατάσχετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάσχετος
ακατάσχετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάσχετος
ακατάτακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάτακτο
ακατάτακτε	adj	κλητική ενικού του ακατάτακτος
ακατάτακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάτακτη
ακατάτακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάτακτος
ακατάτακτης	adj	γενική ενικού του ακατάτακτη
ακατάτακτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάτακτος
ακατάτακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάτακτος
ακατάτακτος	adj	που δεν έχει καταταχθεί ή δεν μπορεί να καταταχθεί
ακατάτακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάτακτος
ακατάτακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάτακτος
ακατάτακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάτακτος
ακατάταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάταχτο
ακατάταχτε	adj	κλητική ενικού του ακατάταχτος
ακατάταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάταχτη
ακατάταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάταχτος
ακατάταχτης	adj	γενική ενικού του ακατάταχτη
ακατάταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάταχτος
ακατάταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάταχτος
ακατάταχτος	adj	άλλη μορφή του ακατάτακτος
ακατάταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάταχτος
ακατάταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάταχτος
ακατάταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάταχτος
ακατάτρεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάτρεχτο
ακατάτρεχτε	adj	κλητική ενικού του ακατάτρεχτος
ακατάτρεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάτρεχτη
ακατάτρεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάτρεχτος
ακατάτρεχτης	adj	γενική ενικού του ακατάτρεχτη
ακατάτρεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάτρεχτος
ακατάτρεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάτρεχτος
ακατάτρεχτος	adj	που δεν τον έχουν κατατρέξει
ακατάτρεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάτρεχτος
ακατάτρεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάτρεχτος
ακατάτρεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάτρεχτος
ακατάφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάφερτο
ακατάφερτε	adj	κλητική ενικού του ακατάφερτος
ακατάφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατάφερτη
ακατάφερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατάφερτος
ακατάφερτης	adj	γενική ενικού του ακατάφερτη
ακατάφερτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατάφερτος
ακατάφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατάφερτος
ακατάφερτος	adj|rare	ακατόρθωτος
ακατάφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατάφερτος
ακατάφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατάφερτος
ακατάφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατάφερτος
ακατάψυκτα	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτε	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτες	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτη	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτης	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτο	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτοι	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτος	adj	που δεν έχει καταψυχθεί, που δεν είναι καταψυγμένος
ακατάψυκτου	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτους	=	ακατάψυκτος
ακατάψυκτων	=	ακατάψυκτος
ακατέβατα	adv	χωρίς να υπάρχει περίπτωση μείωσης ή έκπτωσης
ακατέβατε	adj	κλητική ενικού του ακατέβατος
ακατέβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατέβατη
ακατέβατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατέβατος
ακατέβατης	adj	γενική ενικού του ακατέβατη
ακατέβατο	adj	αιτιατική ενικού του ακατέβατος
ακατέβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατέβατος
ακατέβατος	adj	που δεν κατεβαίνει ή δεν είναι διαπραγματεύσιμη η τιμή του
ακατέβατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατέβατος
ακατέβατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατέβατος
ακατέβατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατέβατος
ακατέργαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακατέργαστος	adv	χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια κατεργασία
ακατέργαστε	adj	κλητική ενικού του ακατέργαστος
ακατέργαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατέργαστη
ακατέργαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατέργαστος
ακατέργαστης	adj	γενική ενικού του ακατέργαστη
ακατέργαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατέργαστος
ακατέργαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατέργαστος
ακατέργαστος	adj	που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία
ακατέργαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατέργαστος
ακατέργαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατέργαστος
ακατέργαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατέργαστος
ακατήχητα	adv	χωρίς κατήχηση
ακατήχητε	=	ακατήχητος
ακατήχητες	=	ακατήχητος
ακατήχητη	=	ακατήχητος
ακατήχητης	=	ακατήχητος
ακατήχητο	=	ακατήχητος
ακατήχητοι	=	ακατήχητος
ακατήχητος	adj	που δεν κατηχήθηκε, που δεν μυήθηκε
ακατήχητου	=	ακατήχητος
ακατήχητους	=	ακατήχητος
ακατήχητων	=	ακατήχητος
ακαταίσχυντα	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντε	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντες	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντη	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντης	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντο	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντοι	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντος	adj	που δεν έχει εξευτελιστεί, που δεν έχει την ιδιότητα του επονείδιστου
ακαταίσχυντου	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντους	=	ακαταίσχυντος
ακαταίσχυντων	=	ακαταίσχυντος
ακαταβύθιστα	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστε	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστες	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστη	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστης	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστο	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστοι	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστος	adj	που δεν έχει καταβυθιστεί
ακαταβύθιστου	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστους	=	ακαταβύθιστος
ακαταβύθιστων	=	ακαταβύθιστος
ακαταγέλαστα	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστε	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστες	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστη	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστης	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστο	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστοι	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστος	adj|formal	που δεν τον έχουν καταγελάσει
ακαταγέλαστου	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστους	=	ακαταγέλαστος
ακαταγέλαστων	=	ακαταγέλαστος
ακαταγωνίστως	adv	όντας ακαταγώνιστος, χωρίς να μπορεί κάποιος να νικηθεί, να καταβληθεί
ακαταγώνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταγώνιστο
ακαταγώνιστε	adj	κλητική ενικού του ακαταγώνιστος
ακαταγώνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταγώνιστη
ακαταγώνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταγώνιστος
ακαταγώνιστης	adj	γενική ενικού του ακαταγώνιστη
ακαταγώνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταγώνιστος
ακαταγώνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταγώνιστος
ακαταγώνιστος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον συναγωνιστεί, μοναδικός
ακαταγώνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταγώνιστος
ακαταγώνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταγώνιστος
ακαταγώνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταγώνιστος
ακαταδίωκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταδίωκτο
ακαταδίωκτε	adj	κλητική ενικού του ακαταδίωκτος
ακαταδίωκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταδίωκτη
ακαταδίωκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταδίωκτος
ακαταδίωκτης	adj	γενική ενικού του ακαταδίωκτη
ακαταδίωκτο	noun	το να μην καταδιώκεται κάποιος, η ιδιότητα του ακαταδίωκτου
ακαταδίωκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταδίωκτος
ακαταδίωκτος	adj	που δεν έχει καταδιωχτεί ή δεν μπορεί να καταδιωχτεί
ακαταδίωκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταδίωκτος
ακαταδίωκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταδίωκτος
ακαταδίωκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταδίωκτος
ακαταδίωχτος	=	ακαταδίωκτος
ακαταδεξία	=	ακαταδεξιά
ακαταδεξίας	noun	γενική ενικού του ακαταδεξία
ακαταδεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταδεξία
ακαταδεξιά	noun	η ιδιότητα του ακατάδεχτου, το να μη δέχεται κάποιος κάτι που του προσφέρουν
ακαταδεξιάς	=	ακαταδεξιά
ακαταδεξιές	=	ακαταδεξιά
ακαταδεξιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαταδεξία
ακαταδυνάστευτα	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτε	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτες	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτη	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτης	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτο	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτοι	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτος	adj	που δεν έχει δυνάστη, δεν ανέχεται ή δεν μπορεί να καταδυναστευθεί
ακαταδυνάστευτου	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτους	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταδυνάστευτων	=	ακαταδυνάστευτος
ακαταζήτητα	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητε	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητες	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητη	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητης	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητο	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητοι	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητος	adj	που δεν καταζητείται
ακαταζήτητου	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητους	=	ακαταζήτητος
ακαταζήτητων	=	ακαταζήτητος
ακατακράτητα	=	ακατακράτητος
ακατακράτητε	=	ακατακράτητος
ακατακράτητες	=	ακατακράτητος
ακατακράτητη	=	ακατακράτητος
ακατακράτητης	=	ακατακράτητος
ακατακράτητο	=	ακατακράτητος
ακατακράτητοι	=	ακατακράτητος
ακατακράτητος	adj	που δεν κατακρατείται
ακατακράτητου	=	ακατακράτητος
ακατακράτητους	=	ακατακράτητος
ακατακράτητων	=	ακατακράτητος
ακατακρήμνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατακρήμνιστο
ακατακρήμνιστε	adj	κλητική ενικού του ακατακρήμνιστος
ακατακρήμνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατακρήμνιστη
ακατακρήμνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατακρήμνιστος
ακατακρήμνιστης	adj	γενική ενικού του ακατακρήμνιστη
ακατακρήμνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατακρήμνιστος
ακατακρήμνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατακρήμνιστος
ακατακρήμνιστος	adj	που δεν έχει κατακρημνιστεί ή δεν μπορεί να κατακρημνιστεί
ακατακρήμνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατακρήμνιστος
ακατακρήμνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατακρήμνιστος
ακατακρήμνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατακρήμνιστος
ακατακρεούργητα	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητε	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητες	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητη	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητης	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητο	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητοι	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητος	adj	που δεν τον έχουν κατακρεουργήσει
ακατακρεούργητου	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητους	=	ακατακρεούργητος
ακατακρεούργητων	=	ακατακρεούργητος
ακατακύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατακύρωτο
ακατακύρωτε	adj	κλητική ενικού του ακατακύρωτος
ακατακύρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατακύρωτη
ακατακύρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατακύρωτος
ακατακύρωτης	adj	γενική ενικού του ακατακύρωτη
ακατακύρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατακύρωτος
ακατακύρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατακύρωτος
ακατακύρωτος	adj	που δεν έχει κατακυρωθεί
ακατακύρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατακύρωτος
ακατακύρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατακύρωτος
ακατακύρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατακύρωτος
ακαταλήπτων	=	ακατάληπτα
ακαταλαβίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταλαβίστικο	adv	χωρίς να μπορεί κανείς να καταλάβει τι ειπώθηκε
ακαταλαβίστικε	adj	κλητική ενικού του ακαταλαβίστικος
ακαταλαβίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταλαβίστικη
ακαταλαβίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταλαβίστικος
ακαταλαβίστικης	adj	γενική ενικού του ακαταλαβίστικη
ακαταλαβίστικο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταλαβίστικος
ακαταλαβίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταλαβίστικος
ακαταλαβίστικος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον καταλάβει
ακαταλαβίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταλαβίστικος
ακαταλαβίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταλαβίστικος
ακαταλαβίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταλαβίστικος
ακαταληψία	noun	η ιδιότητα του ακατάληπτου
ακαταληψίας	=	ακαταληψία
ακαταληψίες	=	ακαταληψία
ακαταληψιών	=	ακαταληψία
ακαταλληλοτήτων	=	ακαταλληλότητα
ακαταλληλότητα	noun	η ιδιότητα του ακατάλληλου, του να μην έχει τα απαραίτητα προσόντα ή τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά
ακαταλληλότητας	noun	γενική ενικού του ακαταλληλότητα
ακαταλληλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταλληλότητα
ακαταλόγιαστα	adv|vulgar	ακαταλόγιστα
ακαταλόγιαστος	adj|rare	άλλη μορφή του ακαταλόγιστος
ακαταλόγιστα	adv	κατά τρόπο ακαταλόγιστο
ακαταλόγιστε	adj	κλητική ενικού του ακαταλόγιστος
ακαταλόγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταλόγιστη
ακαταλόγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταλόγιστος
ακαταλόγιστης	adj	γενική ενικού του ακαταλόγιστη
ακαταλόγιστο	noun	η μειωμένη ευθύνη λόγω πνευματικής ανωριμότητας, η ανικανότητα για καταλογισμό
ακαταλόγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταλόγιστος
ακαταλόγιστος	adj	που δεν μπορεί να του καταλογιστεί ευθύνη, επειδή ενεργεί παράλογα, είτε επειδή πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα είτε για άλλους λόγους
ακαταλόγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταλόγιστος
ακαταλόγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταλόγιστος
ακαταλόγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταλόγιστος
ακαταμάκητος	=	ακαταμάχητος
ακαταμάχητα	adv	κατά τρόπο ακαταμάχητο
ακαταμάχητε	adj	κλητική ενικού του ακαταμάχητος
ακαταμάχητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταμάχητη
ακαταμάχητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταμάχητος
ακαταμάχητης	adj	γενική ενικού του ακαταμάχητη
ακαταμάχητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταμάχητος
ακαταμάχητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταμάχητος
ακαταμάχητος	adj	ο ακατανίκητος, που είναι αδύνατον να του αντισταθείς, που είναι πολύ ισχυρότερος
ακαταμάχητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταμάχητος
ακαταμάχητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταμάχητος
ακαταμάχητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταμάχητος
ακαταμέριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταμέριστο
ακαταμέριστε	adj	κλητική ενικού του ακαταμέριστος
ακαταμέριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταμέριστη
ακαταμέριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταμέριστος
ακαταμέριστης	adj	γενική ενικού του ακαταμέριστη
ακαταμέριστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταμέριστος
ακαταμέριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταμέριστος
ακαταμέριστος	adj	που δεν έχει καταμεριστεί ή δεν είναι δυνατόν να καταμεριστεί
ακαταμέριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταμέριστος
ακαταμέριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταμέριστος
ακαταμέριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταμέριστος
ακαταμέτρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταμέτρητο	adv	με ακαταμέτρητο τρόπο
ακαταμέτρητε	adj	κλητική ενικού του ακαταμέτρητος
ακαταμέτρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταμέτρητη
ακαταμέτρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταμέτρητος
ακαταμέτρητης	adj	γενική ενικού του ακαταμέτρητη
ακαταμέτρητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταμέτρητος
ακαταμέτρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταμέτρητος
ακαταμέτρητος	adj	που δεν έχει μετρηθεί ακόμα, αλλά μπορεί να μετρηθεί
ακαταμέτρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταμέτρητος
ακαταμέτρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταμέτρητος
ακαταμέτρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταμέτρητος
ακατανάγκαστα	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστε	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστες	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστη	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστης	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστο	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστοι	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστος	adj	που δεν τον έχουν καταναγκάσει
ακατανάγκαστου	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστους	=	ακατανάγκαστος
ακατανάγκαστων	=	ακατανάγκαστος
ακατανάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατανάλωτο
ακατανάλωτε	adj	κλητική ενικού του ακατανάλωτος
ακατανάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατανάλωτη
ακατανάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατανάλωτος
ακατανάλωτης	adj	γενική ενικού του ακατανάλωτη
ακατανάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατανάλωτος
ακατανάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατανάλωτος
ακατανάλωτος	adj	που δεν έχει καταναλωθεί
ακατανάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατανάλωτος
ακατανάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατανάλωτος
ακατανάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατανάλωτος
ακατανέμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατανέμητο
ακατανέμητε	adj	κλητική ενικού του ακατανέμητος
ακατανέμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατανέμητη
ακατανέμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατανέμητος
ακατανέμητης	adj	γενική ενικού του ακατανέμητη
ακατανέμητο	adj	αιτιατική ενικού του ακατανέμητος
ακατανέμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατανέμητος
ακατανέμητος	adj	που δεν τον έχουν κατανείμει
ακατανέμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατανέμητος
ακατανέμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατανέμητος
ακατανέμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατανέμητος
ακατανίκητα	adv	{κατά τρόπο ακατανίκητο
ακατανίκητε	=	ακατανίκητος
ακατανίκητες	=	ακατανίκητος
ακατανίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατανίκητος
ακατανίκητης	=	ακατανίκητος
ακατανίκητο	=	ακατανίκητος
ακατανίκητοι	=	ακατανίκητος
ακατανίκητος	adj	που κανείς δεν μπορεί να τον νικήσει
ακατανίκητου	=	ακατανίκητος
ακατανίκητους	=	ακατανίκητος
ακατανίκητων	=	ακατανίκητος
ακατανοησία	noun	ενέργεια ή φράση που είναι ακατανόητη, το ακατάληπτο
ακατανοησίας	noun	γενική ενικού του ακατανοησία
ακατανοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατανοησία
ακατανοησιών	noun	γενική πληθυντικού του ακατανοησία
ακατανόητα	adv	κατά τρόπο ακατανόητο, χωρίς να καταλαβαίνει ο άλλος
ακατανόητε	adj	κλητική ενικού του ακατανόητος
ακατανόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατανόητη
ακατανόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατανόητος
ακατανόητης	adj	γενική ενικού του ακατανόητη
ακατανόητο	adj	αιτιατική ενικού του ακατανόητος
ακατανόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατανόητος
ακατανόητος	adj	που δεν μπορεί να κατανοηθεί, που δεν το(ν) καταλαβαίνουμε
ακατανόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατανόητος
ακατανόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατανόητος
ακατανόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατανόητος
ακατανόμαστα	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστε	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστες	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστη	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστης	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστο	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστοι	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστος	adj|vulgar	άλλη μορφή του ακατονόμαστος
ακατανόμαστου	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστους	=	ακατανόμαστος
ακατανόμαστων	=	ακατανόμαστος
ακαταπάτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπάτητο
ακαταπάτητε	adj	κλητική ενικού του ακαταπάτητος
ακαταπάτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπάτητη
ακαταπάτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταπάτητος
ακαταπάτητης	adj	γενική ενικού του ακαταπάτητη
ακαταπάτητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταπάτητος
ακαταπάτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταπάτητος
ακαταπάτητος	adj	που δεν έχει καταπατηθεί ή δεν μπορεί να καταπατηθεί
ακαταπάτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταπάτητος
ακαταπάτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταπάτητος
ακαταπάτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταπάτητος
ακαταπίεστα	adv	με ακαταπίεστο τρόπο, χωρίς καταπίεση
ακαταπίεστε	adj	κλητική ενικού του ακαταπίεστος
ακαταπίεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπίεστη
ακαταπίεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταπίεστος
ακαταπίεστης	adj	γενική ενικού του ακαταπίεστη
ακαταπίεστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταπίεστος
ακαταπίεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταπίεστος
ακαταπίεστος	adj	που δεν έχει καταπιεστεί ή δεν μπορεί να καταπιεστεί
ακαταπίεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταπίεστος
ακαταπίεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταπίεστος
ακαταπίεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταπίεστος
ακαταπολέμητα	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητε	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητες	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητη	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητης	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητο	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητοι	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητος	adj	που δεν μπορεί να νικηθεί, να καταπολεμηθεί, ο ανίκητος
ακαταπολέμητου	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητους	=	ακαταπολέμητος
ακαταπολέμητων	=	ακαταπολέμητος
ακαταπράυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπράυντο
ακαταπράυντε	adj	κλητική ενικού του ακαταπράυντος
ακαταπράυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπράυντη
ακαταπράυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταπράυντος
ακαταπράυντης	adj	γενική ενικού του ακαταπράυντη
ακαταπράυντο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταπράυντος
ακαταπράυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταπράυντος
ακαταπράυντος	adj	που δεν έχει καταπραϋνθεί
ακαταπράυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταπράυντος
ακαταπράυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταπράυντος
ακαταπράυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταπράυντος
ακαταπτόητα	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητε	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητες	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητη	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητης	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητο	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητοι	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητος	adj	που δεν έχει καταπτοηθεί
ακαταπτόητου	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητους	=	ακαταπτόητος
ακαταπτόητων	=	ακαταπτόητος
ακαταπόνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπόνετο
ακαταπόνετε	adj	κλητική ενικού του ακαταπόνετος
ακαταπόνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπόνετη
ακαταπόνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταπόνετος
ακαταπόνετης	adj	γενική ενικού του ακαταπόνετη
ακαταπόνετο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταπόνετος
ακαταπόνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταπόνετος
ακαταπόνετος	adj|dated	άλλη μορφή του ακαταπόνητος
ακαταπόνετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταπόνετος
ακαταπόνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταπόνετος
ακαταπόνετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταπόνετος
ακαταπόνητα	adv	χωρίς καταπόνηση
ακαταπόνητε	adj	κλητική ενικού του ακαταπόνητος
ακαταπόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταπόνητη
ακαταπόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταπόνητος
ακαταπόνητης	adj	γενική ενικού του ακαταπόνητη
ακαταπόνητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταπόνητος
ακαταπόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταπόνητος
ακαταπόνητος	adj	για άνθρωπο που δεν καταπονείται όσο όγκο δουλειάς κι αν αντιμετωπίσει
ακαταπόνητου	adj	γενική ενικού του ακαταπόνητος
ακαταπόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταπόνητος
ακαταπόνητων	adj	γενική πληθυντικού του ακαταπόνητος
ακαταρτισία	noun	η έλλειψη κατάρτισης, γνώσεων σε έναν ειδικό τομέα
ακαταρτισίας	noun	γενική ενικού του ακαταρτισία
ακαταρτισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταρτισία
ακαταρτισιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαταρτισία
ακατασίγαστα	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστε	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστες	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστη	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστης	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστο	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστοι	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον κατασιγάσει, να τον σβήσει ή να ελαττώσει την ορμή του
ακατασίγαστου	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστους	=	ακατασίγαστος
ακατασίγαστων	=	ακατασίγαστος
ακατασκευάστως	adv	χωρίς να έχει κατασκευαστεί κάτι, χωρίς να έχει τελειώσει η κατασκευή του
ακατασκεύαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατασκεύαστο
ακατασκεύαστε	adj	κλητική ενικού του ακατασκεύαστος
ακατασκεύαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατασκεύαστη
ακατασκεύαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατασκεύαστος
ακατασκεύαστης	adj	γενική ενικού του ακατασκεύαστη
ακατασκεύαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατασκεύαστος
ακατασκεύαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατασκεύαστος
ακατασκεύαστος	adj	που δεν έχει κατασκευαστεί ακόμα
ακατασκεύαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατασκεύαστος
ακατασκεύαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατασκεύαστος
ακατασκεύαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατασκεύαστος
ακατασκόπευτα	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτε	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτες	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτη	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτης	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτο	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτοι	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτος	adj	που δεν τον έχουν κατασκοπεύσει
ακατασκόπευτου	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτους	=	ακατασκόπευτος
ακατασκόπευτων	=	ακατασκόπευτος
ακατασπίλωτα	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτε	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτες	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτη	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτης	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτο	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτοι	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτος	adj	που δεν έχει κατασπιλωθεί
ακατασπίλωτου	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτους	=	ακατασπίλωτος
ακατασπίλωτων	=	ακατασπίλωτος
ακαταστάλακτα	adv	βλέπε ακαταστάλαχτα
ακαταστάλακτε	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτες	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτης	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτο	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτοι	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτος	adj	βλέπε ακαταστάλαχτος
ακαταστάλακτου	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτους	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλακτων	=	ακαταστάλακτος
ακαταστάλαχτα	adv	χωρίς να έχουν κατασταλάξει
ακαταστάλαχτε	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτες	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτη	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτης	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτο	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτοι	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτος	adj	αυτός που δεν έχει κατασταλάξει, που δεν είναι κατασταλαγμένος
ακαταστάλαχτου	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτους	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστάλαχτων	=	ακαταστάλαχτος
ακαταστασία	noun	η έλλειψη τάξης, ακανόνιστες ενέργειες, η έλλειψη ρυθμού
ακαταστασίας	noun	γενική ενικού του ακαταστασία
ακαταστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταστασία
ακαταστασικά	=	ακαταστασικός
ακαταστασικέ	=	ακαταστασικός
ακαταστασικές	=	ακαταστασικός
ακαταστασική	=	ακαταστασικός
ακαταστασικής	=	ακαταστασικός
ακαταστασικοί	=	ακαταστασικός
ακαταστασικού	=	ακαταστασικός
ακαταστασικούς	=	ακαταστασικός
ακαταστασικό	=	ακαταστασικός
ακαταστασικός	adj	για σύστημα, υπηρεσία ή πρωτόκολλο στο οποίο η παρούσα κατάσταση δεν έχει σχέση ή επίγνωση (είναι ανεξάρτητη) της προηγούμενης
ακαταστασικών	=	ακαταστασικός
ακαταστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ακαταστασία
ακατατόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακατατόπιστος	adv	με τρόπο που δείχνει έλλειψη γνώσης, ενημέρωσης, κατάλληλων πληροφοριών
ακατατόπιστε	adj	κλητική ενικού του ακατατόπιστος
ακατατόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατατόπιστη
ακατατόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατατόπιστος
ακατατόπιστης	adj	γενική ενικού του ακατατόπιστη
ακατατόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατατόπιστος
ακατατόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατατόπιστος
ακατατόπιστος	adj	που δεν τον έχει κατατοπίσει κανένας
ακατατόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατατόπιστος
ακατατόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατατόπιστος
ακατατόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατατόπιστος
ακαταφρόνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταφρόνετο
ακαταφρόνετε	adj	κλητική ενικού του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταφρόνετη
ακαταφρόνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνετης	adj	γενική ενικού του ακαταφρόνετη
ακαταφρόνετο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνετος	adj	άλλη μορφή του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταφρόνετος
ακαταφρόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητε	adj	κλητική ενικού του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταφρόνητη
ακαταφρόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητης	adj	γενική ενικού του ακαταφρόνητη
ακαταφρόνητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητος	adj	που δεν έχει καταφρονεθεί, που δεν (μπορεί να ή δεν πρέπει να) είναι καταφρονημένος ή περιφρονημένος
ακαταφρόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταφρόνητος
ακαταφρόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταφρόνητος
ακαταχώνιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώνιαστο
ακαταχώνιαστε	adj	κλητική ενικού του ακαταχώνιαστος
ακαταχώνιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώνιαστη
ακαταχώνιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταχώνιαστος
ακαταχώνιαστης	adj	γενική ενικού του ακαταχώνιαστη
ακαταχώνιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταχώνιαστος
ακαταχώνιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώνιαστος
ακαταχώνιαστος	adj	που δεν έχει καταχωνιαστεί
ακαταχώνιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταχώνιαστος
ακαταχώνιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταχώνιαστος
ακαταχώνιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταχώνιαστος
ακαταχώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώρητο
ακαταχώρητε	adj	κλητική ενικού του ακαταχώρητος
ακαταχώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώρητη
ακαταχώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταχώρητος
ακαταχώρητης	adj	γενική ενικού του ακαταχώρητη
ακαταχώρητο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταχώρητος
ακαταχώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώρητος
ακαταχώρητος	adj	άλλη μορφή του ακαταχώριστος
ακαταχώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταχώρητος
ακαταχώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταχώρητος
ακαταχώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταχώρητος
ακαταχώριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώριστο
ακαταχώριστε	adj	κλητική ενικού του ακαταχώριστος
ακαταχώριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώριστη
ακαταχώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαταχώριστος
ακαταχώριστης	adj	γενική ενικού του ακαταχώριστη
ακαταχώριστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαταχώριστος
ακαταχώριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαταχώριστος
ακαταχώριστος	adj	που δεν έχει καταχωριστεί
ακαταχώριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαταχώριστος
ακαταχώριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαταχώριστος
ακαταχώριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαταχώριστος
ακατεδάφιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατεδάφιστο
ακατεδάφιστε	adj	κλητική ενικού του ακατεδάφιστος
ακατεδάφιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατεδάφιστη
ακατεδάφιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατεδάφιστος
ακατεδάφιστης	adj	γενική ενικού του ακατεδάφιστη
ακατεδάφιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατεδάφιστος
ακατεδάφιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατεδάφιστος
ακατεδάφιστος	adj	που δεν έχει κατεδαφιστεί
ακατεδάφιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατεδάφιστος
ακατεδάφιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατεδάφιστος
ακατεδάφιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατεδάφιστος
ακατευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατευθυντικό
ακατευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του ακατευθυντικός
ακατευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατευθυντική
ακατευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατευθυντικός
ακατευθυντικής	adj	γενική ενικού του ακατευθυντική
ακατευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατευθυντικός
ακατευθυντικού	adj	γενική ενικού του ακατευθυντικός
ακατευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατευθυντικός
ακατευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του ακατευθυντικός
ακατευθυντικός	adj	που ανακατευθύνει
ακατευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του ακατευθυντικός
ακατεύθυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατεύθυντο
ακατεύθυντε	adj	κλητική ενικού του ακατεύθυντος
ακατεύθυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατεύθυντη
ακατεύθυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατεύθυντος
ακατεύθυντης	adj	γενική ενικού του ακατεύθυντη
ακατεύθυντο	adj	αιτιατική ενικού του ακατεύθυντος
ακατεύθυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατεύθυντος
ακατεύθυντος	adj	που δεν κατευθύνεται ή δεν μπορεί να κατευθυνθεί
ακατεύθυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατεύθυντος
ακατεύθυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατεύθυντος
ακατεύθυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατεύθυντος
ακατεύναστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατεύναστο
ακατεύναστε	adj	κλητική ενικού του ακατεύναστος
ακατεύναστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατεύναστη
ακατεύναστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατεύναστος
ακατεύναστης	adj	γενική ενικού του ακατεύναστη
ακατεύναστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατεύναστος
ακατεύναστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατεύναστος
ακατεύναστος	adj	που δεν έχει κατευναστεί ή δεν μπορεί να κατευναστεί
ακατεύναστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατεύναστος
ακατεύναστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατεύναστος
ακατεύναστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατεύναστος
ακατηγόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακατηγόρητος
ακατηγόρητε	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητες	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητη	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητης	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητο	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητοι	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητος	adj	που δεν έχει κατηγορηθεί για κάποιο σφάλμα ή παράπτωμα
ακατηγόρητου	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητους	=	ακατηγόρητος
ακατηγόρητων	=	ακατηγόρητος
ακατοίκητα	=	ακατοίκητος
ακατοίκητε	=	ακατοίκητος
ακατοίκητες	=	ακατοίκητος
ακατοίκητη	=	ακατοίκητος
ακατοίκητης	=	ακατοίκητος
ακατοίκητο	=	ακατοίκητος
ακατοίκητοι	=	ακατοίκητος
ακατοίκητος	adj	που δεν κατοικείται, που δεν έχει κατοίκους
ακατοίκητου	=	ακατοίκητος
ακατοίκητους	=	ακατοίκητος
ακατοίκητων	=	ακατοίκητος
ακατονόμαστα	adv	χωρίς να μπορεί κάποιος ούτε καν να προφέρει το όνομα μιας φοβερής πράξης ή προσώπου
ακατονόμαστε	adj	κλητική ενικού του ακατονόμαστος
ακατονόμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατονόμαστη
ακατονόμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατονόμαστος
ακατονόμαστης	adj	γενική ενικού του ακατονόμαστη
ακατονόμαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακατονόμαστος
ακατονόμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατονόμαστος
ακατονόμαστος	adj	που κανείς δε θέλει να τον ονομάσει (από ντροπή, αηδία κλπ.)
ακατονόμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατονόμαστος
ακατονόμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατονόμαστος
ακατονόμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατονόμαστος
ακατοχύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατοχύρωτο
ακατοχύρωτε	adj	κλητική ενικού του ακατοχύρωτος
ακατοχύρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατοχύρωτη
ακατοχύρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατοχύρωτος
ακατοχύρωτης	adj	γενική ενικού του ακατοχύρωτη
ακατοχύρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατοχύρωτος
ακατοχύρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατοχύρωτος
ακατοχύρωτος	adj	που δεν έχει κατοχυρωθεί
ακατοχύρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατοχύρωτος
ακατοχύρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατοχύρωτος
ακατοχύρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατοχύρωτος
ακατράμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατράμωτο
ακατράμωτε	adj	κλητική ενικού του ακατράμωτος
ακατράμωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακατράμωτη
ακατράμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακατράμωτος
ακατράμωτης	adj	γενική ενικού του ακατράμωτη
ακατράμωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακατράμωτος
ακατράμωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακατράμωτος
ακατράμωτος	adj	που δεν έχει κατραμωθεί
ακατράμωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακατράμωτος
ακατράμωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακατράμωτος
ακατράμωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακατράμωτος
ακατσάρωτα	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτε	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτες	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτη	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτης	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτο	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτοι	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτος	adj	που δεν είναι κατσαρωμένος
ακατσάρωτου	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτους	=	ακατσάρωτος
ακατσάρωτων	=	ακατσάρωτος
ακατόρθωτα	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτε	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτες	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτη	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτης	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτο	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτοι	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον καταφέρει, να τον πραγματοποιήσει, λόγω της εξαιρετικά μεγάλης δυσκολίας του
ακατόρθωτου	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτους	=	ακατόρθωτος
ακατόρθωτων	=	ακατόρθωτος
ακαυστηρίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαυστηρίαστος
ακαυστοτήτων	=	ακαυστότητα
ακαυστότητα	noun|formal	η ιδιότητα του άκαυστου
ακαυστότητας	=	ακαυστότητα
ακαυστότητες	=	ακαυστότητα
ακαυτηρίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακαυτηρίαστος	adv	χωρίς να έχει γίνει καυτηριασμός
ακαυτηρίαστε	adj	κλητική ενικού του ακαυτηρίαστος
ακαυτηρίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαυτηρίαστη
ακαυτηρίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαυτηρίαστος
ακαυτηρίαστης	adj	γενική ενικού του ακαυτηρίαστη
ακαυτηρίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαυτηρίαστος
ακαυτηρίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαυτηρίαστος
ακαυτηρίαστος	adj	που δεν έχει καυτηριαστεί
ακαυτηρίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαυτηρίαστος
ακαυτηρίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαυτηρίαστος
ακαυτηρίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαυτηρίαστος
ακαυτηριάστως	adv|formal	άλλη μορφή του ακαυτηρίαστα
ακαφάσωτα	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτε	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτες	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτη	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτης	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτο	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτοι	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτος	adj	που δεν έχει μπροστά του καφάσι (δικτυωτό πλέγμα)
ακαφάσωτου	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτους	=	ακαφάσωτος
ακαφάσωτων	=	ακαφάσωτος
ακαψάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαψάλιστο
ακαψάλιστε	adj	κλητική ενικού του ακαψάλιστος
ακαψάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακαψάλιστη
ακαψάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακαψάλιστος
ακαψάλιστης	adj	γενική ενικού του ακαψάλιστη
ακαψάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακαψάλιστος
ακαψάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακαψάλιστος
ακαψάλιστος	adj	που δεν έχει καψαλιστεί
ακαψάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακαψάλιστος
ακαψάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακαψάλιστος
ακαψάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακαψάλιστος
ακαών	adj	γενική πληθυντικού του ακαής
ακεκλιδίνες	=	ακεκλιδίνη
ακεκλιδίνη	noun	συνθετική ουσία που χρησιμοποιείται ως τοπικό οφθαλμικό φάρμακο για τη θεραπεία του γλαυκώματος καθώς και για τη βελτίωση της όρασης σε περιπτώσεις πρεσβυωπίας
ακεκλιδίνης	=	ακεκλιδίνη
ακεκλιδινών	=	ακεκλιδίνη
ακελ	abbrev	κυπριακό πολιτικό κόμμα
ακεπ	abbrev	προσωνυμία του επίσημου τίτλου του πολιτικού κόμματος Αυτοδύναμο Κίνημα Επαναστατικής Πολιτικής
ακεραίωνα	=	ακεραιώνω
ακεραίωναν	=	ακεραιώνω
ακεραίωνε	=	ακεραιώνω
ακεραίωνες	=	ακεραιώνω
ακεραίωσα	=	ακεραιώνω
ακεραίωσαν	=	ακεραιώνω
ακεραίωσε	=	ακεραιώνω
ακεραίωσες	=	ακεραιώνω
ακεραιοτήτων	=	ακεραιότητα
ακεραιότητα	noun	η απόλυτη εντιμότητα μιας προσωπικότητας
ακεραιότητας	noun	γενική ενικού του ακεραιότητα
ακεραιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακεραιότητα
ακεραιώναμε	=	ακεραιώνω
ακεραιώναν	=	ακεραιώνω
ακεραιώνανε	=	ακεραιώνω
ακεραιώνατε	=	ακεραιώνω
ακεραιώνει	=	ακεραιώνω
ακεραιώνεις	=	ακεραιώνω
ακεραιώνετε	=	ακεραιώνω
ακεραιώνομαι	=	ακεραιώνω
ακεραιώνοντας	=	ακεραιώνω
ακεραιώνουμε	=	ακεραιώνω
ακεραιώνουν	=	ακεραιώνω
ακεραιώνουνε	=	ακεραιώνω
ακεραιώνω	verb	ολοκληρώνω κάτι, το κάνω να είναι πλήρες
ακεραιώσαμε	=	ακεραιώνω
ακεραιώσαν	=	ακεραιώνω
ακεραιώσανε	=	ακεραιώνω
ακεραιώσατε	=	ακεραιώνω
ακεραιώσει	=	ακεραιώνω
ακεραιώστε	=	ακεραιώνω
ακερδές	=	ακερδής
ακερδή	=	ακερδής
ακερδής	adj	που δεν φέρνει κέρδη
ακερδείς	=	ακερδής
ακερδούς	=	ακερδής
ακερδών	=	ακερδής
ακερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακερικό
ακερικέ	adj	κλητική ενικού του ακερικός
ακερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακερική
ακερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακερικός
ακερικής	adj	γενική ενικού του ακερική
ακερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακερικός
ακερικού	adj	γενική ενικού του ακερικός
ακερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακερικός
ακερικό	adj	αιτιατική ενικού του ακερικός
ακερικός	adj	που έχει σχέση με το σφεντάμι ή προέρχεται απ’ αυτό
ακερικών	adj	γενική πληθυντικού του ακερικός
ακερμάτιστα	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστε	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστες	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστη	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστης	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστο	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστοι	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστος	adj	που δεν έχει τεμαχιστεί σε κομμάτια
ακερμάτιστου	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστους	=	ακερμάτιστος
ακερμάτιστων	=	ακερμάτιστος
ακεταλδεΰδες	=	ακεταλδεΰδη
ακεταλδεΰδη	noun	άχρωμη οργανική ένωση (CH₃CHO) πτητική αλδεΰδη με χαρακτηριστική οσμή, που σχηματίζεται κατά την οξείδωση της αιθανόλης και συμμετέχει σε βιολογικές και χημικές διεργασίες
ακεταλδεΰδης	=	ακεταλδεΰδη
ακεταλδεϋδών	=	ακεταλδεΰδη
ακετονικά	=	ακετονικός
ακετονικέ	=	ακετονικός
ακετονικές	=	ακετονικός
ακετονική	=	ακετονικός
ακετονικής	=	ακετονικός
ακετονικοί	=	ακετονικός
ακετονικού	=	ακετονικός
ακετονικούς	=	ακετονικός
ακετονικό	=	ακετονικός
ακετονικός	adj	που έχει σχέση με την ακετόνη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την περιέχει
ακετονικών	=	ακετονικός
ακετονουρία	noun	η παρουσία ακετόνης στα ούρα
ακετονουρίας	=	ακετονουρία
ακετονουρίες	=	ακετονουρία
ακετονουριών	=	ακετονουρία
ακετονών	=	ακετόνη
ακετυλένια	=	ακετυλένιο
ακετυλένιο	noun	άλλη μορφή του ασετυλίνη
ακετυλένιου	=	ακετυλένιο
ακετυλίου	=	ακετύλιο
ακετυλίων	=	ακετύλιο
ακετυλενίου	=	ακετυλένιο
ακετυλενίων	=	ακετυλένιο
ακετυλενικά	=	ακετυλενικός
ακετυλενικέ	=	ακετυλενικός
ακετυλενικές	=	ακετυλενικός
ακετυλενική	=	ακετυλενικός
ακετυλενικής	=	ακετυλενικός
ακετυλενικοί	=	ακετυλενικός
ακετυλενικού	=	ακετυλενικός
ακετυλενικούς	=	ακετυλενικός
ακετυλενικό	=	ακετυλενικός
ακετυλενικός	adj	που έχει σχέση με το ακετυλένιο ή τα παράγωγά του ή αναφέρεται σʼ αυτά
ακετυλενικών	=	ακετυλενικός
ακετυλοκυστεΐνες	=	ακετυλοκυστεΐνη
ακετυλοκυστεΐνη	noun	φαρμακευτικό σκεύασμα το οποίο πωλείται και ως συμπλήρωμα διατροφής που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπερδοσολογίας παρακεταμόλης και για τη χαλάρωση της παχιάς βλέννας
ακετυλοκυστεΐνης	=	ακετυλοκυστεΐνη
ακετυλοκυστεϊνών	=	ακετυλοκυστεΐνη
ακετυλοσαλικυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακετυλοσαλικυλικό
ακετυλοσαλικυλικέ	adj	κλητική ενικού του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοσαλικυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακετυλοσαλικυλική
ακετυλοσαλικυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοσαλικυλικής	adj	γενική ενικού του ακετυλοσαλικυλική
ακετυλοσαλικυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοσαλικυλικού	adj	γενική ενικού του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοσαλικυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοσαλικυλικό	adj	αιτιατική ενικού του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοσαλικυλικός	adj|rare	που έχει σχέση με το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, αναφέρεται σ’ αυτό ή το περιέχει
ακετυλοσαλικυλικών	adj	γενική πληθυντικού του ακετυλοσαλικυλικός
ακετυλοχολίνες	=	ακετυλοχολίνη
ακετυλοχολίνη	noun	νευροδιαβιβαστής (CH₃COOCH₂CH₂N⁺(CH₃)₃) που ρυθμίζει τη μετάδοση σημάτων στο κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα, επηρεάζοντας τη μνήμη, την κίνηση και τις αυτόνομες λειτουργίες του οργανισμού
ακετυλοχολίνης	=	ακετυλοχολίνη
ακετυλοχολινών	=	ακετυλοχολίνη
ακετυλχολίνες	=	ακετυλχολίνη
ακετυλχολίνη	noun	ουσία του νευρικού ιστού που λειτουργεί ως μεταφορέας νευρικού παλμού
ακετυλχολίνης	=	ακετυλχολίνη
ακετυλχολινεστεράση	noun	ένζυμο που καταστρέφει την ακετυλχολίνη
ακετυλχολινών	=	ακετυλχολίνη
ακετόνες	=	ακετόνη
ακετόνη	noun	η πιο απλή ένωση της ομάδας των κετονών· άχρωμο, εύφλεκτο υγρό, με χημικό τύπο CH₃COCH₃
ακετόνης	=	ακετόνη
ακετύλια	=	ακετύλιο
ακετύλιο	noun	χημική ρίζα με δομή –COCH₃, που προέρχεται από το οξικό οξύ και συμμετέχει σε οργανικές αντιδράσεις
ακετύλιου	=	ακετύλιο
ακετύλιων	=	ακετύλιο
ακεφάλου	=	ακέφαλος
ακεφάλους	=	ακέφαλος
ακεφάλων	=	ακέφαλος
ακεφιά	noun	έλλειψη διάθεσης
ακεφιάς	noun	γενική ενικού του ακεφιά
ακεφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακεφιά
ακεφιών	=	ακεφιά
ακηδές	=	ακηδής
ακηδή	=	ακηδής
ακηδής	adj	αμέριμνος, ξέγνοιαστος
ακηδία	noun|formal	αθυμία και ανορεξία που κάνει έναν άνθρωπο απρόθυμο, αμελή ή αδιάφορο
ακηδίας	noun	γενική ενικού του ακηδία
ακηδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακηδία
ακηδείς	=	ακηδής
ακηδεμόνευτα	adv	χωρίς κηδεμονία
ακηδεμόνευτε	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτες	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτης	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτο	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτοι	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτος	adj	που δεν κηδεμονεύεται, που δεν βρίσκεται υπό κηδεμονία
ακηδεμόνευτου	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτους	=	ακηδεμόνευτος
ακηδεμόνευτων	=	ακηδεμόνευτος
ακηδιών	noun	γενική πληθυντικού του ακηδία
ακηδούς	=	ακηδής
ακηδών	=	ακηδής
ακηδώς	adv	αμέριμνα, ξέγνοιαστα
ακηλίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακηλίδωτο
ακηλίδωτε	adj	κλητική ενικού του ακηλίδωτος
ακηλίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακηλίδωτη
ακηλίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακηλίδωτος
ακηλίδωτης	adj	γενική ενικού του ακηλίδωτη
ακηλίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακηλίδωτος
ακηλίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακηλίδωτος
ακηλίδωτος	adj	που δεν έχει ούτε μία ηθική κηλίδα, καθαρός, άμεμπτος
ακηλίδωτου	adj	γενική ενικού του ακηλίδωτος
ακηλίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακηλίδωτος
ακηλίδωτων	adj	γενική πληθυντικού του ακηλίδωτος
ακιβδήλως	adv	γνήσια
ακιδογράφημα	noun	επιγραφή, συνήθως πρόχειρη και ανεπίσημη, χαραγμένη με αιχμηρό εργαλείο πάνω σε κίονες, τοίχους ή άλλα μνημεία
ακιδογραφήματα	=	ακιδογράφημα
ακιδογραφήματος	=	ακιδογράφημα
ακιδογραφημάτων	=	ακιδογράφημα
ακιδογραφικά	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικέ	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικές	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφική	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικής	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικοί	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικού	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικούς	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικό	=	ακιδογραφικός
ακιδογραφικός	adj	που έχει σχέση με ακιδογράφημα ή αναφέρεται σʼ αυτό
ακιδογραφικών	=	ακιδογραφικός
ακιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακιδωτό	adv	με ακίδες
ακιδωτέ	adj	κλητική ενικού του ακιδωτός
ακιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακιδωτή
ακιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακιδωτός
ακιδωτής	adj	γενική ενικού του ακιδωτή
ακιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακιδωτός
ακιδωτού	adj	γενική ενικού του ακιδωτός
ακιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακιδωτός
ακιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του ακιδωτός
ακιδωτός	adj	που στην άκρη του έχει ακίδα ή γενικά κάτι το μυτερό
ακιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του ακιδωτός
ακινάκης	noun	είδος αρχαίου περσικού ξίφους• κοντό ίσιο ξίφος
ακινήτει	=	ακινητώ
ακινήτησα	=	ακινητώ
ακινήτησαν	=	ακινητώ
ακινήτησε	=	ακινητώ
ακινήτησες	=	ακινητώ
ακινήτου	noun	γενική ενικού του ακίνητο
ακινήτων	noun	γενική πληθυντικού του ακίνητο
ακινδυνοτήτων	=	ακινδυνότητα
ακινδυνότητα	noun|archaic	το να είναι κάτι ή κάποιος ακίνδυνο(ς), η ιδιότητα του ακίνδυνου
ακινδυνότητας	=	ακινδυνότητα
ακινδυνότητες	=	ακινδυνότητα
ακινησία	noun	η απώλεια κίνησης
ακινησίας	noun	γενική ενικού του ακινησία
ακινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακινησία
ακινησιών	noun	γενική πληθυντικού του ακινησία
ακινητήσαμε	=	ακινητώ
ακινητήσαν	=	ακινητώ
ακινητήσανε	=	ακινητώ
ακινητήσατε	=	ακινητώ
ακινητήσει	=	ακινητώ
ακινητήστε	=	ακινητώ
ακινητεί	=	ακινητώ
ακινητείς	=	ακινητώ
ακινητείτε	=	ακινητώ
ακινητοποίει	=	ακινητοποιώ
ακινητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποίηση	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος ακινητοποιεί ένα σώμα που κινείται, το σταματά, ή το εμποδίζει από το να κινηθεί, το κρατά ακίνητο
ακινητοποίησης	=	ακινητοποίηση
ακινητοποιήθηκα	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήθηκαν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήθηκε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήθηκες	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσαν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήσανε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακινητοποίηση
ακινητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσεων	=	ακινητοποίηση
ακινητοποιήσεως	=	ακινητοποίηση
ακινητοποιήσου	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσουνε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακινητοποιώ
ακινητοποιεί	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιείς	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιείσαι	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιείστε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιείται	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιείτε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιείτο	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθήκαμε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθήκαν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθήκανε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθήκατε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθεί	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθείς	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθείτε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθούμε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθούν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθούνε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιηθώ	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακινητοποιημένο
ακινητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ακινητοποιημένος
ακινητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακινητοποιημένη
ακινητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακινητοποιημένος
ακινητοποιημένης	verb	γενική ενικού του ακινητοποιημένη
ακινητοποιημένο	adj	αιτιατική ενικού του ακινητοποιημένος
ακινητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακινητοποιημένος
ακινητοποιημένος	verb	που έχει ακινητοποιηθεί, που είναι εξαναγκασμένος να παραμένει σε ακινησία
ακινητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακινητοποιημένος
ακινητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακινητοποιημένος
ακινητοποιημένων	adj	γενική πληθυντικού του ακινητοποιημένος
ακινητοποιούμαι	verb	με ακινητοποιούν
ακινητοποιούμασταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούμαστε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούμε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούμενος	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούμουν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούμουνα	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούνε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούνται	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούνταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούντο	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσα	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσαμε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσαν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσανε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσασταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσαστε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσατε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσες	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσουν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιούσουνα	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόμασταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόμαστε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόμουν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόμουνα	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόνταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόντανε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόντουσαν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόσασταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόσαστε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόσουν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόσουνα	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιόταν	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιότανε	=	ακινητοποιώ
ακινητοποιώ	verb	καθιστώ ακίνητο
ακινητοποιώντας	=	ακινητοποιώ
ακινητούμε	=	ακινητώ
ακινητούν	=	ακινητώ
ακινητούνε	=	ακινητώ
ακινητούσα	=	ακινητώ
ακινητούσαμε	=	ακινητώ
ακινητούσαν	=	ακινητώ
ακινητούσανε	=	ακινητώ
ακινητούσατε	=	ακινητώ
ακινητούσε	=	ακινητώ
ακινητούσες	=	ακινητώ
ακινητώ	verb	βρίσκομαι σε κατάσταση ακινησίας
ακινητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακινητώ
ακιντέ	=	ακιντές
ακιντέδες	=	ακιντές
ακιντέδων	=	ακιντές
ακιντές	noun	η καραμέλα
ακιτρίνιστα	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστε	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστες	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστη	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστης	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστο	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστοι	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστος	adj	που δεν έχει κιτρινίσει
ακιτρίνιστου	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστους	=	ακιτρίνιστος
ακιτρίνιστων	=	ακιτρίνιστος
ακκίζομαι	verb|formal	η συμπεριφορά μου χαρακτηρίζεται από ακκισμούς· κάνω νάζια ή φέρομαι με φιλαρέσκεια
ακκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκκισμα
ακκίσματος	noun	γενική ενικού του άκκισμα
ακκίστηκα	=	ακκίζομαι
ακκαδικά	noun	σημιτική γλώσσα που ομιλούταν στην αρχαία Μεσοποταμία από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. έως και τον 8ο αιώνα π.Χ.
ακκαδικέ	adj	κλητική ενικού του ακκαδικός
ακκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακκαδική
ακκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακκαδικός
ακκαδικής	adj	γενική ενικού του ακκαδική
ακκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακκαδικός
ακκαδικού	adj	γενική ενικού του ακκαδικός
ακκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακκαδικός
ακκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του ακκαδικός
ακκαδικός	adj	που σχετίζεται με τους Ακκάδιους ή την Ακκαδική Αυτοκρατορία
ακκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του ακκαδικός
ακκελ	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
ακκιζόμουν	=	ακκίζομαι
ακκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άκκισμα
ακκισμέ	noun	κλητική ενικού του ακκισμός
ακκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακκισμός
ακκισμού	noun	γενική ενικού του ακκισμός
ακκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακκισμός
ακκισμό	noun	αιτιατική ενικού του ακκισμός
ακκισμός	noun	επιτηδευμένη συμπεριφορά με ερωτικές προθέσεις
ακκισμών	noun	γενική πληθυντικού του ακκισμός
ακκομπανιάρω	verb	μη απλοποιημένη γραφή του ακομπανιάρω
ακκορντεόν	noun	μη απλοποιημένη γραφή του ακορντεόν
ακλάδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλάδευτο
ακλάδευτε	adj	κλητική ενικού του ακλάδευτος
ακλάδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλάδευτη
ακλάδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακλάδευτος
ακλάδευτης	adj	γενική ενικού του ακλάδευτη
ακλάδευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακλάδευτος
ακλάδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακλάδευτος
ακλάδευτος	adj	που δεν τον έχουν κλαδέψει
ακλάδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακλάδευτος
ακλάδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακλάδευτος
ακλάδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακλάδευτος
ακλήρως	adv	χωρίς κληρονομιά, χωρίς κληρονόμους
ακλήρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλήρωτο
ακλήρωτε	adj	κλητική ενικού του ακλήρωτος
ακλήρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλήρωτη
ακλήρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακλήρωτος
ακλήρωτης	adj	γενική ενικού του ακλήρωτη
ακλήρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακλήρωτος
ακλήρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακλήρωτος
ακλήρωτος	adj	που δεν έχει κληρωθεί σε κλήρωση
ακλήρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακλήρωτος
ακλήρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακλήρωτος
ακλήρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακλήρωτος
ακλήτευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλήτευτο
ακλήτευτε	adj	κλητική ενικού του ακλήτευτος
ακλήτευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλήτευτη
ακλήτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακλήτευτος
ακλήτευτης	adj	γενική ενικού του ακλήτευτη
ακλήτευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακλήτευτος
ακλήτευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακλήτευτος
ακλήτευτος	adj	που δεν έχει κλητευθεί (συνήθως για μάρτυρα σε δίκη)
ακλήτευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακλήτευτος
ακλήτευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακλήτευτος
ακλήτευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακλήτευτος
ακλήτως	adv	χωρίς κάλεσμα, χωρίς πρόσκληση
ακλεές	=	ακλεής
ακλεή	=	ακλεής
ακλεής	adj	που δεν έχει κλέος ή δόξα
ακλείδωτα	adv	χωρίς να κλειδωθεί (κάτι), χωρίς κλειδαριά
ακλείδωτε	=	ακλείδωτος
ακλείδωτες	=	ακλείδωτος
ακλείδωτη	=	ακλείδωτος
ακλείδωτης	=	ακλείδωτος
ακλείδωτο	=	ακλείδωτος
ακλείδωτοι	=	ακλείδωτος
ακλείδωτος	adj	που δεν έχει κλειδωθεί
ακλείδωτου	=	ακλείδωτος
ακλείδωτους	=	ακλείδωτος
ακλείδωτων	=	ακλείδωτος
ακλεείς	=	ακλεής
ακλεούς	=	ακλεής
ακλερίτης	noun	άτεκνος
ακλερίτισσα	=	ακλερίτης
ακλεών	=	ακλεής
ακλεώς	adv	χωρίς κλέος
ακληρία	noun	η έλλειψη της δυνατότητας απόκτησης απογόνων
ακληρίας	noun	γενική ενικού του ακληρία
ακληρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακληρία
ακληριών	noun	γενική πληθυντικού του ακληρία
ακληροδότητα	=	ακληροδότητος
ακληροδότητε	=	ακληροδότητος
ακληροδότητες	=	ακληροδότητος
ακληροδότητη	=	ακληροδότητος
ακληροδότητης	=	ακληροδότητος
ακληροδότητο	=	ακληροδότητος
ακληροδότητοι	=	ακληροδότητος
ακληροδότητος	adj	που δεν έχει κληροδοτηθεί
ακληροδότητου	=	ακληροδότητος
ακληροδότητους	=	ακληροδότητος
ακληροδότητων	=	ακληροδότητος
ακληρονόμητα	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητε	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητες	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητη	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητης	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητο	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητοι	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητος	adj	που δεν τον έχει κληρονομήσει κανένας
ακληρονόμητου	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητους	=	ακληρονόμητος
ακληρονόμητων	=	ακληρονόμητος
ακλουθώ	=	ακολουθώ
ακλυδώνιστα	adv	χωρίς κλυδωνισμούς
ακλυδώνιστε	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστες	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστη	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστης	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστο	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστοι	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστος	adj	που μένει ανεπηράστος από κλυδωνισμούς
ακλυδώνιστου	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστους	=	ακλυδώνιστος
ακλυδώνιστων	=	ακλυδώνιστος
ακλόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλόνητο	adv	αποφασιστικά, χωρίς σημεία κάμψης, χωρίς ενδείξεις υποχώρησης ή υπαναχωρήσεων, σταθερά παρά τις αντιξοότητες ή τις αντιδράσεις
ακλόνητε	adj	κλητική ενικού του ακλόνητος
ακλόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακλόνητη
ακλόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακλόνητος
ακλόνητης	adj	γενική ενικού του ακλόνητη
ακλόνητο	adj	αιτιατική ενικού του ακλόνητος
ακλόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακλόνητος
ακλόνητος	adj	που δεν κλονίζεται
ακλόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακλόνητος
ακλόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακλόνητος
ακλόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακλόνητος
ακλώσητα	=	ακλώσητος
ακλώσητε	=	ακλώσητος
ακλώσητες	=	ακλώσητος
ακλώσητη	=	ακλώσητος
ακλώσητης	=	ακλώσητος
ακλώσητο	=	ακλώσητος
ακλώσητοι	=	ακλώσητος
ακλώσητος	adj	που δεν τον έχουν σκλωσήσει (για αβγό κότας ή άλλου πτηνού)
ακλώσητου	=	ακλώσητος
ακλώσητους	=	ακλώσητος
ακλώσητων	=	ακλώσητος
ακλώσσητα	=	ακλώσσητος
ακλώσσητε	=	ακλώσσητος
ακλώσσητες	=	ακλώσσητος
ακλώσσητη	=	ακλώσσητος
ακλώσσητης	=	ακλώσσητος
ακλώσσητο	=	ακλώσσητος
ακλώσσητοι	=	ακλώσσητος
ακλώσσητος	adj	άλλη γραφή του ακλώσητος
ακλώσσητου	=	ακλώσσητος
ακλώσσητους	=	ακλώσσητος
ακλώσσητων	=	ακλώσσητος
ακμάζαμε	=	ακμάζω
ακμάζαν	=	ακμάζω
ακμάζανε	=	ακμάζω
ακμάζατε	=	ακμάζω
ακμάζει	=	ακμάζω
ακμάζεις	=	ακμάζω
ακμάζετε	=	ακμάζω
ακμάζον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακμάζων
ακμάζοντα	=	ακμάζων
ακμάζοντας	=	ακμάζω
ακμάζοντες	=	ακμάζων
ακμάζοντος	=	ακμάζων
ακμάζουμε	=	ακμάζω
ακμάζουν	=	ακμάζω
ακμάζουνε	=	ακμάζω
ακμάζουσα	=	ακμάζων
ακμάζουσας	=	ακμάζων
ακμάζουσες	=	ακμάζων
ακμάζω	verb	φτάνω στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής μου, βρίσκομαι στην ακμή μου (για πολιτισμούς, χώρες, οικονομίες κλπ)
ακμάζων	verb	που ακμάζει
ακμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσαν	=	ακμάζω
ακμάσανε	=	ακμάζω
ακμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακμάζω
ακμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακμή
ακμή	noun	η περίοδος κατά την οποία ακμάζει (φτάνει στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής του) ένας πολιτισμός, ένας τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας ή ένα άτομο
ακμής	noun	γενική ενικού του ακμή
ακμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακμαίος	adv	με ακμαίο τρόπο, ακμάζοντας
ακμαίας	adj	γενική ενικού του ακμαία
ακμαίε	adj	ακμαίος, στην κλητική του ενικού
ακμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακμαία
ακμαίο	adj	ακμαίος, στην αιτιατική του ενικού
ακμαίοι	adj	ακμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ακμαίος	adj	που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει
ακμαίου	adj	γενική ενικού του ακμαίος
ακμαίους	adj	ακμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ακμαίων	=	ακμαίος
ακμαίως	adv|formal	ακμαία
ακμαζουσών	=	ακμάζων
ακμαζούσης	=	ακμάζων
ακμαζόντων	verb	γενική πληθυντικού του ακμάζων
ακμαιοτήτων	=	ακμαιότητα
ακμαιότατα	=	ακμαίος
ακμαιότατε	=	ακμαίος
ακμαιότατες	=	ακμαίος
ακμαιότατη	=	ακμαίος
ακμαιότατης	=	ακμαίος
ακμαιότατο	=	ακμαίος
ακμαιότατοι	=	ακμαίος
ακμαιότατος	=	ακμαίος
ακμαιότατου	=	ακμαίος
ακμαιότατους	=	ακμαίος
ακμαιότατων	=	ακμαίος
ακμαιότερα	=	ακμαίος
ακμαιότερε	=	ακμαίος
ακμαιότερες	=	ακμαίος
ακμαιότερη	=	ακμαίος
ακμαιότερης	=	ακμαίος
ακμαιότερο	=	ακμαίος
ακμαιότεροι	=	ακμαίος
ακμαιότερος	=	ακμαίος
ακμαιότερου	=	ακμαίος
ακμαιότερους	=	ακμαίος
ακμαιότερων	=	ακμαίος
ακμαιότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ακμαίο(ς), η ιδιότητα του ακμαίου
ακμαιότητας	=	ακμαιότητα
ακμαιότητες	=	ακμαιότητα
ακμιμική	noun	η αρχαιότερη κοπτική διάλεκτος την οποία μιλούσαν στην αιγυπτιακή πόλη Αχμίμ
ακμόνων	=	άκμονας
ακμών	noun	γενική πληθυντικού του ακμή
ακο	abbrev	χρησιμοποιείται σε επίσημα έντυπα αντί του κύριου (μικρού) ονόματος παιδιού σε περίπτωση που δεν έχει γίνει ακόμα η ονοματοδοσία του
ακοές	=	ακοή
ακοή	noun	η αίσθηση που επιτρέπει την αντίληψη των ήχων
ακοής	noun	γενική ενικού του ακοή
ακοίμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοίμητο
ακοίμητε	adj	κλητική ενικού του ακοίμητος
ακοίμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοίμητη
ακοίμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοίμητος
ακοίμητης	adj	γενική ενικού του ακοίμητη
ακοίμητο	adj	αιτιατική ενικού του ακοίμητος
ακοίμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοίμητος
ακοίμητος	adj	που δεν κοιμάται, ο άγρυπνος
ακοίμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακοίμητος
ακοίμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοίμητος
ακοίμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακοίμητος
ακοίταχτα	adv	χωρίς φροντίδα, χωρίς προσοχή
ακοίταχτε	adj	κλητική ενικού του ακοίταχτος
ακοίταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοίταχτη
ακοίταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοίταχτος
ακοίταχτης	adj	γενική ενικού του ακοίταχτη
ακοίταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ακοίταχτος
ακοίταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοίταχτος
ακοίταχτος	adj	αφρόντιστος, που δεν έχει πάει σε ειδικό (συνήθως εννοούμενο τον γιατρό) να τον κοιτάξει για να διαπιστώσει τι του συμβαίνει
ακοίταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακοίταχτος
ακοίταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοίταχτος
ακοίταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακοίταχτος
ακοιλωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακοιλωματικός
ακοιλωματικέ	adj	κλητική ενικού του ακοιλωματικός
ακοιλωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοιλωματική
ακοιλωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοιλωματικός
ακοιλωματικής	adj	γενική ενικού του ακοιλωματική
ακοιλωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοιλωματικός
ακοιλωματικού	adj	γενική ενικού του ακοιλωματικός
ακοιλωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοιλωματικός
ακοιλωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ακοιλωματικός
ακοιλωματικός	adj	ασπόνδυλος οργανισμός που στερείται σωματικής κοιλότητας, όπως τα κοιλεντερωτά, οι πλατυέλμινθες (<ἕλμινς), τα νηματώδη
ακοιλωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ακοιλωματικός
ακοινολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοινολόγητο
ακοινολόγητε	adj	κλητική ενικού του ακοινολόγητος
ακοινολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοινολόγητη
ακοινολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοινολόγητος
ακοινολόγητης	adj	γενική ενικού του ακοινολόγητη
ακοινολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ακοινολόγητος
ακοινολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοινολόγητος
ακοινολόγητος	adj|formal	που δεν έχει κοινολογηθεί
ακοινολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακοινολόγητος
ακοινολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοινολόγητος
ακοινολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακοινολόγητος
ακοινοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοινοποίητο
ακοινοποίητε	adj	κλητική ενικού του ακοινοποίητος
ακοινοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοινοποίητη
ακοινοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοινοποίητος
ακοινοποίητης	adj	γενική ενικού του ακοινοποίητη
ακοινοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ακοινοποίητος
ακοινοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοινοποίητος
ακοινοποίητος	adj	που δεν έχει κοινοποιηθεί, δεν έχει γίνει γνωστό, δεν έχει κοινολογηθεί
ακοινοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακοινοποίητος
ακοινοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοινοποίητος
ακοινοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακοινοποίητος
ακοινωνησία	noun	η συμπεριφορά ή η το χαρακτηριστικό του ακοινώνητου, η απουσία συναναστροφών με άλλα άτομα
ακοινωνησίας	=	ακοινωνησία
ακοινωνησίες	=	ακοινωνησία
ακοινωνησίων	=	ακοινωνησία
ακοινωνησιά	=	ακοινωνησία
ακοινωνησιών	=	ακοινωνησία
ακοινώνητα	adv	με τρόπο που δεν διακρίνεται για τακτ, με έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήων, αντικοινωνικά, αλλά όχι με την έννοια ότι στρέφεται κατά της κοινωνίας ενεργά, απλά μη μετέχοντας σε αυτήν και κυρίως μη τηρώντας τους άγραφους νόμους της κοινωνικής συμπεριφοράς
ακοινώνητε	adj	κλητική ενικού του ακοινώνητος
ακοινώνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοινώνητη
ακοινώνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοινώνητος
ακοινώνητης	adj	γενική ενικού του ακοινώνητη
ακοινώνητο	adj	αιτιατική ενικού του ακοινώνητος
ακοινώνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοινώνητος
ακοινώνητος	adj	που δεν του αρέσει η επαφή με τον κόσμο και δεν ξέρει να φέρεται σωστά σε κοινωνικές συναναστροφές
ακοινώνητου	adj	γενική ενικού του ακοινώνητος
ακοινώνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοινώνητος
ακοινώνητων	adj	γενική πληθυντικού του ακοινώνητος
ακοκκίνιστα	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστε	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστες	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστη	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστης	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστο	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστοι	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστος	adj	που δεν τον έχουν κοκκινίσει
ακοκκίνιστου	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστους	=	ακοκκίνιστος
ακοκκίνιστων	=	ακοκκίνιστος
ακοκκιοκυτταραιμία	noun	παντελής έλλειψη ουδετερόφιλων κοκκιοκυττάρων στο αίμα
ακοκκιοκυτταραιμίας	=	ακοκκιοκυτταραιμία
ακοκκιοκυτταραιμίες	=	ακοκκιοκυτταραιμία
ακοκκιοκυτταραιμιών	=	ακοκκιοκυτταραιμία
ακολάστησα	=	ακολασταίνω
ακολάτσιστα	adv|rare	χωρίς να έχει κολατσίσει
ακολάτσιστος	adj|rare	που δεν έχει κολατσίσει
ακολασία	noun	η τέλεση ακόλαστων πράξεων
ακολασίας	noun	γενική ενικού του ακολασία
ακολασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολασία
ακολασιών	noun	γενική πληθυντικού του ακολασία
ακολασταίνω	verb	είμαι ακόλαστος, ζω ακόλαστα, διάγω έκλυτο βίο
ακολλάριστα	=	ακολλάριστος
ακολλάριστε	=	ακολλάριστος
ακολλάριστες	=	ακολλάριστος
ακολλάριστη	=	ακολλάριστος
ακολλάριστης	=	ακολλάριστος
ακολλάριστο	=	ακολλάριστος
ακολλάριστοι	=	ακολλάριστος
ακολλάριστος	adj	που δεν έχει κολλαριστεί καθόλου ή που δεν έχει κολλαριστεί καλά
ακολλάριστου	=	ακολλάριστος
ακολλάριστους	=	ακολλάριστος
ακολλάριστων	=	ακολλάριστος
ακολουθά	=	ακολουθώ
ακολουθάγαμε	=	ακολουθώ
ακολουθάγανε	=	ακολουθώ
ακολουθάγατε	=	ακολουθώ
ακολουθάει	=	ακολουθώ
ακολουθάμε	=	ακολουθώ
ακολουθάν	=	ακολουθώ
ακολουθάνε	=	ακολουθώ
ακολουθάς	=	ακολουθώ
ακολουθάτε	=	ακολουθώ
ακολουθάω	verb	άλλη μορφή του ακολουθώ
ακολουθήθηκα	=	ακολουθώ
ακολουθήθηκαν	=	ακολουθώ
ακολουθήθηκε	=	ακολουθώ
ακολουθήθηκες	=	ακολουθώ
ακολουθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολούθημα
ακολουθήματος	noun	γενική ενικού του ακολούθημα
ακολουθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσαν	=	ακολουθώ
ακολουθήσανε	=	ακολουθώ
ακολουθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ακολούθηση
ακολουθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ακολούθηση
ακολουθήσου	=	ακολουθώ
ακολουθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσουνε	=	ακολουθώ
ακολουθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολουθία	noun	η λογική σειρά σκέψης, λόγου και πράξης, η συνεχής και συνεκτική διαδοχή τους
ακολουθίας	noun	γενική ενικού του ακολουθία
ακολουθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολουθία
ακολουθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ακολουθώ
ακολουθείς	=	ακολουθώ
ακολουθείσαι	=	ακολουθώ
ακολουθείστε	=	ακολουθώ
ακολουθείται	=	ακολουθώ
ακολουθείτε	=	ακολουθώ
ακολουθηθήκαμε	=	ακολουθώ
ακολουθηθήκαν	=	ακολουθώ
ακολουθηθήκανε	=	ακολουθώ
ακολουθηθήκατε	=	ακολουθώ
ακολουθηθεί	=	ακολουθώ
ακολουθηθείς	=	ακολουθώ
ακολουθηθείτε	=	ακολουθώ
ακολουθηθούμε	=	ακολουθώ
ακολουθηθούν	=	ακολουθώ
ακολουθηθούνε	=	ακολουθώ
ακολουθηθώ	=	ακολουθώ
ακολουθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ακολούθημα
ακολουθημένος	=	ακολουθώ
ακολουθιέμαι	=	ακολουθώ
ακολουθιακά	=	ακολουθιακός
ακολουθιακέ	=	ακολουθιακός
ακολουθιακές	=	ακολουθιακός
ακολουθιακή	=	ακολουθιακός
ακολουθιακής	=	ακολουθιακός
ακολουθιακοί	=	ακολουθιακός
ακολουθιακοποίηση	noun	το να καθιστάς σειριακό, ακολουθιακό
ακολουθιακοποίησης	noun	γενική ενικού του ακολουθιακοποίηση
ακολουθιακοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολουθιακοποίηση
ακολουθιακοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ακολουθιακοποίηση
ακολουθιακοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ακολουθιακοποίηση
ακολουθιακού	=	ακολουθιακός
ακολουθιακούς	=	ακολουθιακός
ακολουθιακό	=	ακολουθιακός
ακολουθιακός	adj	σχετιζόμενος με ή αναφερόμενος στην ακολουθία
ακολουθιακών	=	ακολουθιακός
ακολουθιούνταν	=	ακολουθώ
ακολουθιόντουσαν	=	ακολουθώ
ακολουθιών	noun	γενική πληθυντικού του ακολουθία
ακολουθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ακολουθώ
ακολουθούμασταν	=	ακολουθώ
ακολουθούμαστε	=	ακολουθώ
ακολουθούμε	=	ακολουθώ
ακολουθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολουθούμενο
ακολουθούμενε	verb	κλητική ενικού του ακολουθούμενος
ακολουθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολουθούμενη
ακολουθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακολουθούμενος
ακολουθούμενης	verb	γενική ενικού του ακολουθούμενη
ακολουθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ακολουθούμενος
ακολουθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακολουθούμενος
ακολουθούμενος	verb	που τον ακολουθούν (για πρόσωπα)
ακολουθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακολουθούμενος
ακολουθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακολουθούμενος
ακολουθούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακολουθούμενος
ακολουθούμουν	=	ακολουθώ
ακολουθούν	=	ακολουθώ
ακολουθούνε	=	ακολουθώ
ακολουθούνται	=	ακολουθώ
ακολουθούνταν	=	ακολουθώ
ακολουθούσα	=	ακολουθώ
ακολουθούσαμε	=	ακολουθώ
ακολουθούσαν	=	ακολουθώ
ακολουθούσανε	=	ακολουθώ
ακολουθούσασταν	=	ακολουθώ
ακολουθούσαστε	=	ακολουθώ
ακολουθούσατε	=	ακολουθώ
ακολουθούσε	=	ακολουθώ
ακολουθούσες	=	ακολουθώ
ακολουθούσουν	=	ακολουθώ
ακολουθώ	verb	πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
ακολουθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακολουθώ
ακολούθα	=	ακολουθώ
ακολούθαγα	=	ακολουθώ
ακολούθαγαν	=	ακολουθώ
ακολούθαγε	=	ακολουθώ
ακολούθαγες	=	ακολουθώ
ακολούθημα	noun|dated	αυτό που ακολουθεί
ακολούθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολούθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολούθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολούθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακολουθώ
ακολούθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ακολουθώ
ακολούθησης	noun	γενική ενικού του ακολούθηση
ακολούθου	=	ακόλουθος
ακολούθους	=	ακόλουθος
ακολούθων	=	ακόλουθος
ακολούθως	adv	στη συνέχεια
ακολόβωτα	adv	με ακολόβωτο τρόπο
ακολόβωτε	=	ακολόβωτος
ακολόβωτες	=	ακολόβωτος
ακολόβωτη	=	ακολόβωτος
ακολόβωτης	=	ακολόβωτος
ακολόβωτο	=	ακολόβωτος
ακολόβωτοι	=	ακολόβωτος
ακολόβωτος	adj	που δεν τον έχουν κολοβώσει
ακολόβωτου	=	ακολόβωτος
ακολόβωτους	=	ακολόβωτος
ακολόβωτων	=	ακολόβωτος
ακολύμπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολύμπητο
ακολύμπητε	adj	κλητική ενικού του ακολύμπητος
ακολύμπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακολύμπητη
ακολύμπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακολύμπητος
ακολύμπητης	adj	γενική ενικού του ακολύμπητη
ακολύμπητο	adj	αιτιατική ενικού του ακολύμπητος
ακολύμπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακολύμπητος
ακολύμπητος	adj	που δεν έχει κολυμπήσει
ακολύμπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακολύμπητος
ακολύμπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακολύμπητος
ακολύμπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακολύμπητος
ακομμάτιαστα	adv	χωρίς να κομματιαστεί (κάτι), εξ ολοκλήρου, σε ένα κομμάτι
ακομμάτιαστε	adj	κλητική ενικού του ακομμάτιαστος
ακομμάτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακομμάτιαστη
ακομμάτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακομμάτιαστος
ακομμάτιαστης	adj	γενική ενικού του ακομμάτιαστη
ακομμάτιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ακομμάτιαστος
ακομμάτιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακομμάτιαστος
ακομμάτιαστος	adj	που δεν έχει κομματιαστεί
ακομμάτιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακομμάτιαστος
ακομμάτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακομμάτιαστος
ακομμάτιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακομμάτιαστος
ακομμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακομμάτιστο
ακομμάτιστε	adj	κλητική ενικού του ακομμάτιστος
ακομμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακομμάτιστη
ακομμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακομμάτιστος
ακομμάτιστης	adj	γενική ενικού του ακομμάτιστη
ακομμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακομμάτιστος
ακομμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακομμάτιστος
ακομμάτιστος	adj	που δεν ανήκει σε κόμμα ή που η συμπεριφορά του πάντως δεν επηρεάζεται διόλου από τις τυχόν δικές του κομματικές πεποιθήσεις, που οι ενέργειές του δεν υπαγορεύονται από τις προσωπικές του πολιτικές απόψεις
ακομμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακομμάτιστος
ακομμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακομμάτιστος
ακομμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακομμάτιστος
ακομοδέσια	=	ακομοδέσιο
ακομοδέσιο	noun	ο στεγασμένος χώρος, υπερκατασκευή του πλοίου που προορίζεται για τη διαμονή πληρώματος και επιβατών, π.χ. καμπίνες, τραπεζαρίες κλπ., (που βρίσκονται πάνω από το κύριο κατάστρωμα).
ακομοδέσιου	=	ακομοδέσιο
ακομοδέσιων	=	ακομοδέσιο
ακομπανιάραμε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάραν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρανε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρατε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρει	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρεις	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρεσαι	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρεστε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρεται	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρετε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάριζα	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάριζαν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάριζε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάριζες	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρισα	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρισαν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρισε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρισες	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρισμα	noun	ακομπανιαμέντο, μουσική συνοδεία σε τραγούδι ή σε μουσικό κομμάτι, εκτέλεση συγχορδίας από ένα ή περισσότερα άτομα
ακομπανιάριστα	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστε	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστες	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστη	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστης	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστο	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστοι	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστος	adj	που δεν τον ακομπανιάρουν
ακομπανιάριστου	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστους	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάριστων	=	ακομπανιάριστος
ακομπανιάρομαι	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρομε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρονται	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρονταν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάροντας	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρουμε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρουν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρουνε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιάρω	verb	συνοδεύω μια μελωδία παίζοντας ακομπανιαμέντα (συγχοργίες)
ακομπανιαμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακομπανιαμέντο
ακομπανιαμέντο	noun	συγχορδία που συνοδεύει ρυθμικά μια μελωδία
ακομπανιαμέντου	noun	γενική ενικού του ακομπανιαμέντο
ακομπανιαμέντων	noun	γενική πληθυντικού του ακομπανιαμέντο
ακομπανιαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακομπανιάρισμα
ακομπανιαρίσματος	noun	γενική ενικού του ακομπανιάρισμα
ακομπανιαρίσου	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαρίστηκα	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαρίστηκαν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαρίστηκε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαρίστηκες	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόμασταν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόμαστε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόμουν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόμουνα	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόντουσαν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόσασταν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόσαστε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόσουν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόσουνα	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζόταν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριζότανε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ακομπανιάρισμα
ακομπανιαρισμένος	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστήκαμε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστήκαν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστήκανε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστήκατε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστεί	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστείς	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστείτε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστούμε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστούν	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστούνε	=	ακομπανιάρω
ακομπανιαριστώ	=	ακομπανιάρω
ακομπανιατέρ	noun	αυτός που ακομπανιάρει κάποιον στη μουσική
ακομπλάριστα	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστε	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστες	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστη	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστης	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστο	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστοι	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστος	adj	που δεν κομπλάρει
ακομπλάριστου	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστους	=	ακομπλάριστος
ακομπλάριστων	=	ακομπλάριστος
ακομπλεξάριστα	adv	με ακομπλεξάροστο τρόπο
ακομπλεξάριστε	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστες	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστη	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστης	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστο	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστοι	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστος	adj	που δεν έχει κόμπλεξ
ακομπλεξάριστου	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστους	=	ακομπλεξάριστος
ακομπλεξάριστων	=	ακομπλεξάριστος
ακονάκι	noun	άποδο ερπετό (Anguis fragilis, Anguis graeca) που μοιάζει με φίδι, αλλά είναι σαύρα, ζει στα Βαλκάνια και συχνά απαντάται σε υγροτοπικά ή δασώδη περιβάλλοντα
ακονάκια	=	ακονάκι
ακονίζαμε	=	ακονίζω
ακονίζαν	=	ακονίζω
ακονίζανε	=	ακονίζω
ακονίζατε	=	ακονίζω
ακονίζει	=	ακονίζω
ακονίζεις	=	ακονίζω
ακονίζεσαι	=	ακονίζω
ακονίζεστε	=	ακονίζω
ακονίζεται	=	ακονίζω
ακονίζετε	=	ακονίζω
ακονίζομαι	verb	με ακονίζουν (για αντικείμενα και αφηρημένα ουσιαστικά)
ακονίζομε	=	ακονίζω
ακονίζονται	=	ακονίζω
ακονίζονταν	=	ακονίζω
ακονίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακονίζω
ακονίζου	=	ακονίζω
ακονίζουμε	=	ακονίζω
ακονίζουν	=	ακονίζω
ακονίζουνε	=	ακονίζω
ακονίζω	verb	οξύνω την κόψη μαχαιριού ή εργαλείου, το κάνω πιο μυτερό
ακονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσαν	=	ακονίζω
ακονίσανε	=	ακονίζω
ακονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόνισμα
ακονίσματος	noun	γενική ενικού του ακόνισμα
ακονίσομε	=	ακονίζω
ακονίσου	=	ακονίζω
ακονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίσουνε	=	ακονίζω
ακονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακονητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονητής
ακονητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ακονητής
ακονητής	noun	ο ακονιστής, ο τροχιστής
ακονητών	noun	γενική πληθυντικού του ακονητής
ακονιζόμασταν	=	ακονίζω
ακονιζόμαστε	=	ακονίζω
ακονιζόμουν	=	ακονίζω
ακονιζόμουνα	=	ακονίζω
ακονιζόντουσαν	=	ακονίζω
ακονιζόσασταν	=	ακονίζω
ακονιζόσαστε	=	ακονίζω
ακονιζόσουν	=	ακονίζω
ακονιζόσουνα	=	ακονίζω
ακονιζόταν	=	ακονίζω
ακονιζότανε	=	ακονίζω
ακονιού	=	ακόνι
ακονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ακόνισμα
ακονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονισμένο
ακονισμένε	verb	κλητική ενικού του ακονισμένος
ακονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονισμένη
ακονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακονισμένος
ακονισμένης	verb	γενική ενικού του ακονισμένη
ακονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακονισμένος
ακονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακονισμένος
ακονισμένος	=	ακονίζω
ακονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακονισμένος
ακονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακονισμένος
ακονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακονισμένος
ακονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονιστής
ακονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ακονιστής
ακονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστήκαν	=	ακονίζω
ακονιστήκανε	=	ακονίζω
ακονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστήρι	noun	το όργανο που χρησιμοποιείται για ακόνισμα
ακονιστήρια	=	ακονιστήρι
ακονιστής	noun	αυτός που ακονίζει διάφορα κοπτικά εργαλεία
ακονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστηριού	=	ακονιστήρι
ακονιστηριών	=	ακονιστήρι
ακονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονιστικό
ακονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ακονιστικός
ακονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονιστική
ακονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακονιστικός
ακονιστικής	adj	γενική ενικού του ακονιστική
ακονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακονιστικός
ακονιστικού	adj	γενική ενικού του ακονιστικός
ακονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακονιστικός
ακονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ακονιστικός
ακονιστικός	adj	κατάλληλος για ακόνισμα ή που έχει σχέση μ’ αυτό
ακονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ακονιστικός
ακονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστούνε	=	ακονίζω
ακονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακονίζομαι
ακονιστών	noun	γενική πληθυντικού του ακονιστής
ακονιών	=	ακόνι
ακονοπετρών	noun	γενική πληθυντικού του ακονόπετρα
ακοντίζαμε	=	ακοντίζω
ακοντίζαν	=	ακοντίζω
ακοντίζανε	=	ακοντίζω
ακοντίζατε	=	ακοντίζω
ακοντίζει	=	ακοντίζω
ακοντίζεις	=	ακοντίζω
ακοντίζεσαι	=	ακοντίζω
ακοντίζεστε	=	ακοντίζω
ακοντίζεται	=	ακοντίζω
ακοντίζετε	=	ακοντίζω
ακοντίζομαι	=	ακοντίζω
ακοντίζομε	=	ακοντίζω
ακοντίζονται	=	ακοντίζω
ακοντίζονταν	=	ακοντίζω
ακοντίζοντας	=	ακοντίζω
ακοντίζουμε	=	ακοντίζω
ακοντίζουν	=	ακοντίζω
ακοντίζουνε	=	ακοντίζω
ακοντίζω	verb	τραυματίζω κάποιον με ακόντιο
ακοντίου	noun	γενική ενικού του ακόντιο
ακοντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσαν	=	ακοντίζω
ακοντίσανε	=	ακοντίζω
ακοντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσεων	=	ακόντιση
ακοντίσθηκα	=	ακοντίζω
ακοντίσθηκαν	=	ακοντίζω
ακοντίσθηκε	=	ακοντίζω
ακοντίσθηκες	=	ακοντίζω
ακοντίσομε	=	ακοντίζω
ακοντίσου	=	ακοντίζω
ακοντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίσουνε	=	ακοντίζω
ακοντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίστηκα	=	ακοντίζω
ακοντίστηκαν	=	ακοντίζω
ακοντίστηκε	=	ακοντίζω
ακοντίστηκες	=	ακοντίζω
ακοντίστρια	noun	ακοντιστής
ακοντίστριας	noun	γενική ενικού του ακοντίστρια
ακοντίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοντίστρια
ακοντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακοντίζω
ακοντίων	=	ακόντιο
ακοντιζόμασταν	=	ακοντίζω
ακοντιζόμαστε	=	ακοντίζω
ακοντιζόμουν	=	ακοντίζω
ακοντιζόμουνα	=	ακοντίζω
ακοντιζόντουσαν	=	ακοντίζω
ακοντιζόσασταν	=	ακοντίζω
ακοντιζόσαστε	=	ακοντίζω
ακοντιζόσουν	=	ακοντίζω
ακοντιζόσουνα	=	ακοντίζω
ακοντιζόταν	=	ακοντίζω
ακοντιζότανε	=	ακοντίζω
ακοντισθήκαμε	=	ακοντίζω
ακοντισθήκαν	=	ακοντίζω
ακοντισθήκανε	=	ακοντίζω
ακοντισθήκατε	=	ακοντίζω
ακοντισθεί	=	ακοντίζω
ακοντισθείς	=	ακοντίζω
ακοντισθείτε	=	ακοντίζω
ακοντισθούμε	=	ακοντίζω
ακοντισθούν	=	ακοντίζω
ακοντισθούνε	=	ακοντίζω
ακοντισθώ	=	ακοντίζω
ακοντισμέ	noun	κλητική ενικού του ακοντισμός
ακοντισμένος	=	ακοντίζω
ακοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοντισμός
ακοντισμού	noun	γενική ενικού του ακοντισμός
ακοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακοντισμός
ακοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ακοντισμός
ακοντισμός	noun	αγώνισμα κατά το οποίο ο ακοντιστής προσπαθεί να ρίξει ένα ακόντιο και να σφηνώσει στο χώμα με στόχο το ακόντιο να έχει διανύσει μια μακρινή απόσταση
ακοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ακοντισμός
ακοντιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοντιστής
ακοντιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ακοντιστής
ακοντιστήκαμε	=	ακοντίζω
ακοντιστήκαν	=	ακοντίζω
ακοντιστήκανε	=	ακοντίζω
ακοντιστήκατε	=	ακοντίζω
ακοντιστής	noun	αθλητής που ασχολείται με το άθλημα του ακοντισμού (θηλυκό ακοντίστρια)
ακοντιστεί	=	ακοντίζω
ακοντιστείς	=	ακοντίζω
ακοντιστείτε	=	ακοντίζω
ακοντιστούμε	=	ακοντίζω
ακοντιστούν	=	ακοντίζω
ακοντιστούνε	=	ακοντίζω
ακοντιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ακοντίστρια
ακοντιστώ	=	ακοντίζω
ακοντιστών	noun	γενική πληθυντικού του ακοντιστής
ακονόπετρα	noun	πέτρα που χρησιμοποιείται στο τρόχισμα, στο ακόνισμα ορισμένων εργαλείων
ακονόπετρας	noun	γενική ενικού του ακονόπετρα
ακονόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακονόπετρα
ακονών	=	ακόνη
ακοογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοόγραμμα
ακοογράμματος	noun	γενική ενικού του ακοόγραμμα
ακοογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ακοόγραμμα
ακοολογία	noun	άλλη μορφή του ακουολογία
ακοολογίας	noun	γενική ενικού του ακοολογία
ακοολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοολογία
ακοολογικά	=	ακοολογικός
ακοολογικέ	=	ακοολογικός
ακοολογικές	=	ακοολογικός
ακοολογική	=	ακοολογικός
ακοολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ακοολογική) του ακοολογικός
ακοολογικοί	=	ακοολογικός
ακοολογικού	=	ακοολογικός
ακοολογικούς	=	ακοολογικός
ακοολογικό	=	ακοολογικός
ακοολογικός	adj	σχετικός με την ακοολογία
ακοολογικών	=	ακοολογικός
ακοολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ακοολογία
ακοομέτρες	=	ακοομέτρης
ακοομέτρη	=	ακοομέτρης
ακοομέτρης	noun	πρόσωπο που διεξάγει ακοομετρήσεις
ακοομέτρηση	noun	μέτρηση της ακουστικής οξύτητας του ανθρώπινου αυτιού
ακοομέτρησης	=	ακοομέτρηση
ακοομέτρου	noun	γενική ενικού του ακοόμετρο
ακοομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του ακοόμετρο
ακοομετρήσεις	=	ακοομέτρηση
ακοομετρήσεων	=	ακοομέτρηση
ακοομετρήσεως	=	ακοομέτρηση
ακοομετρία	noun	πεδίο της ακουστικής που ασχολείται με τη μέτρηση ακουστικών μεγεθών που αφορούν την ανθρώπινη ακοή
ακοομετρίας	noun	γενική ενικού του ακοομετρία
ακοομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοομετρία
ακοομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοομετρικό
ακοομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ακοομετρικός
ακοομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοομετρική
ακοομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοομετρικός
ακοομετρικής	adj	γενική ενικού του ακοομετρική
ακοομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοομετρικός
ακοομετρικού	adj	γενική ενικού του ακοομετρικός
ακοομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοομετρικός
ακοομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ακοομετρικός
ακοομετρικός	adj	που αφορά ακοομετρία, ακοομέτρηση ή ακοόμετρο
ακοομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ακοομετρικός
ακοομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ακοομετρία
ακοομετρών	=	ακοομέτρης
ακοπάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοπάνιστο
ακοπάνιστε	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστες	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστη	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστης	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστο	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστοι	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστος	adj	που δεν το έχουν κοπανίσει, ώστε να κατακερματιστεί ή να τριφτεί
ακοπάνιστου	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστους	=	ακοπάνιστος
ακοπάνιστων	=	ακοπάνιστος
ακοπότατα	=	άκοπος
ακοπότατε	=	άκοπος
ακοπότατες	=	άκοπος
ακοπότατη	=	άκοπος
ακοπότατης	=	άκοπος
ακοπότατο	=	άκοπος
ακοπότατοι	=	άκοπος
ακοπότατος	=	άκοπος
ακοπότατου	=	άκοπος
ακοπότατους	=	άκοπος
ακοπότατων	=	άκοπος
ακοπότερα	=	άκοπος
ακοπότερε	=	άκοπος
ακοπότερες	=	άκοπος
ακοπότερη	=	άκοπος
ακοπότερης	=	άκοπος
ακοπότερο	=	άκοπος
ακοπότεροι	=	άκοπος
ακοπότερος	=	άκοπος
ακοπότερου	=	άκοπος
ακοπότερους	=	άκοπος
ακοπότερων	=	άκοπος
ακορδέλιαστα	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστε	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστες	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστη	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστης	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστο	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστοι	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστος	adj	που δεν τον έχουν κορδελιάσει
ακορδέλιαστου	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστους	=	ακορδέλιαστος
ακορδέλιαστων	=	ακορδέλιαστος
ακορνίζωτα	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτε	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτες	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτη	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτης	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτο	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτοι	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτος	adj	που δεν έχει μπει σε κορνίζα
ακορνίζωτου	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτους	=	ακορνίζωτος
ακορνίζωτων	=	ακορνίζωτος
ακορνιζάριστα	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστε	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστες	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστη	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστης	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστο	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστοι	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστος	adj	που δεν έχει μπει σε κορνίζα
ακορνιζάριστου	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστους	=	ακορνιζάριστος
ακορνιζάριστων	=	ακορνιζάριστος
ακορντεονίστα	=	ακορντεονίστας
ακορντεονίστας	noun	μουσικός που παίζει ακορντεόν
ακορντεονίστες	=	ακορντεονίστας
ακορντεονίστρια	noun	η μουσικός που παίζει ακορντεόν
ακορντεονίστριας	noun	γενική ενικού του ακορντεονίστρια
ακορντεονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακορντεονίστρια
ακορντεονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ακορντεονίστρια
ακορντεονιστών	=	ακορντεονίστας
ακορντεόν	noun	μουσικό όργανο με πλήκτρα και φυσούνα· ο οργανοπαίκτης με το δεξί χέρι του παίζει τη μελωδία και με το αριστερό χέρι τη συνοδεία καθώς ανοιγοκλείνει τη φυσούνα· το ρεύμα του αέρα που δημιουργεί το ανοιγοκλείσιμο της φυσούνας δονεί τα μεταλλικά ελάσματα που αντιστοιχούν στους ήχους κάθε νότας
ακοροΐδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοροΐδευτο
ακοροΐδευτε	adj	κλητική ενικού του ακοροΐδευτος
ακοροΐδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοροΐδευτη
ακοροΐδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοροΐδευτος
ακοροΐδευτης	adj	γενική ενικού του ακοροΐδευτη
ακοροΐδευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακοροΐδευτος
ακοροΐδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοροΐδευτος
ακοροΐδευτος	adj	άλλη μορφή του ακορόιδευτος
ακοροΐδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακοροΐδευτος
ακοροΐδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοροΐδευτος
ακοροΐδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακοροΐδευτος
ακορφολόγητα	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητε	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητες	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακορφολόγητος
ακορφολόγητης	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητο	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητοι	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητος	adj|figurative	που δεν τον έχουν κορφολογήσει
ακορφολόγητου	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητους	=	ακορφολόγητος
ακορφολόγητων	=	ακορφολόγητος
ακορόιδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακορόιδευτος	adv	χωρίς κοροϊδία
ακορόιδευτε	adj	κλητική ενικού του ακορόιδευτος
ακορόιδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακορόιδευτη
ακορόιδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακορόιδευτος
ακορόιδευτης	adj	γενική ενικού του ακορόιδευτη
ακορόιδευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακορόιδευτος
ακορόιδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακορόιδευτος
ακορόιδευτος	adj	που δεν (μπορούν να) τον κοροϊδεύουν
ακορόιδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακορόιδευτος
ακορόιδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακορόιδευτος
ακορόιδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακορόιδευτος
ακορύφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακορύφωτο
ακορύφωτε	adj	κλητική ενικού του ακορύφωτος
ακορύφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακορύφωτη
ακορύφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακορύφωτος
ακορύφωτης	adj	γενική ενικού του ακορύφωτη
ακορύφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακορύφωτος
ακορύφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακορύφωτος
ακορύφωτος	adj	που δεν έχει κορυφωθεί, δεν έχει φτάσει στην κορύφωση, για καλλιτεχνικές ερμηνείες αλλά και για την ερωτική πράξη (χρησιμοποιείται συχνότερα η περίφραση "χωρίς κορύφωση" ή "δεν κορυφώθηκε" ή "δεν έφτασε στην κορύφωση" )
ακορύφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακορύφωτος
ακορύφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακορύφωτος
ακορύφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακορύφωτος
ακοσκίνιστα	adv	χωρίς κοσκίνισμα
ακοσκίνιστε	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστες	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστη	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστης	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστο	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστοι	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστος	adj	που δεν έχει κοσκινιστεί
ακοσκίνιστου	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστους	=	ακοσκίνιστος
ακοσκίνιστων	=	ακοσκίνιστος
ακοσμία	noun	η έλλειψη τάξης και οργάνωσης, η απρέπεια, η ασχημία
ακοσμίας	noun	γενική ενικού του ακοσμία
ακοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοσμία
ακοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του ακοσμία
ακοστάρισα	=	ακοστάρω
ακοστάρισμα	noun	το πλεύρισμα (στην ακτή ή σε άλλο πλεούμενο)
ακοστάρω	verb	πλευρίζω (στην ακτή ή σε άλλο πλεούμενο)
ακοσταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοστάρισμα
ακοσταρίσματος	noun	γενική ενικού του ακοστάρισμα
ακοσταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ακοστάρισμα
ακοστολόγητα	adv	με τρόπο που προϋποθέτει να μην υπολογίσουμε το κόστος
ακοστολόγητε	adj	κλητική ενικού του ακοστολόγητος
ακοστολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοστολόγητη
ακοστολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακοστολόγητος
ακοστολόγητης	adj	γενική ενικού του ακοστολόγητη
ακοστολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ακοστολόγητος
ακοστολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακοστολόγητος
ακοστολόγητος	adj	που δεν έχει κοστολογηθεί
ακοστολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακοστολόγητος
ακοστολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακοστολόγητος
ακοστολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακοστολόγητος
ακουάριο	noun|rare	το ενυδρείο
ακουάριουμ	noun|rare	ενυδρείο
ακουαμαρίνα	noun	παραλλαγή του πυριτικού ορυκτού βήρυλλος με γαλάζια ή γαλαζοπράσινη απόχρωση που χρησιμοποίειται στην κοσμηματοποιία
ακουαμαρίνας	=	ακουαμαρίνα
ακουαμαρίνες	=	ακουαμαρίνα
ακουαμαρίνων	=	ακουαμαρίνα
ακουαρέλα	noun	η υδατογραφία
ακουαρέλας	noun	γενική ενικού του ακουαρέλα
ακουαρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουαρέλα
ακουαρέλων	=	ακουαρέλα
ακουαρελίστα	=	ακουαρελίστας
ακουαρελίστας	noun	ο υδατογράφος
ακουαρελίστες	=	ακουαρελίστας
ακουαρελιστών	=	ακουαρελίστας
ακουαρελών	noun	γενική πληθυντικού του ακουαρέλα
ακουαφόρτε	noun	χημική ουσία γνωστή ως νιτρικό οξύ
ακουβάλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακουβάλητος	adv	χωρίς να τον έχουν κουβαλήσει
ακουβάλητε	adj	κλητική ενικού του ακουβάλητος
ακουβάλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουβάλητη
ακουβάλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουβάλητος
ακουβάλητης	adj	γενική ενικού του ακουβάλητη
ακουβάλητο	adj	αιτιατική ενικού του ακουβάλητος
ακουβάλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακουβάλητος
ακουβάλητος	adj	που δεν τον έχουν κουβαλήσει, δεν τον έχουν μεταφέρει
ακουβάλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακουβάλητος
ακουβάλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακουβάλητος
ακουβάλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακουβάλητος
ακουβάριαστα	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστε	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστες	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστη	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστης	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστο	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστοι	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστος	adj	που δεν έχει κουβαριαστεί
ακουβάριαστου	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστους	=	ακουβάριαστος
ακουβάριαστων	=	ακουβάριαστος
ακουβέντιαστα	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστε	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστες	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστη	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστης	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστο	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστοι	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστος	adj	που δεν τον κουβεντιάζουν
ακουβέντιαστου	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστους	=	ακουβέντιαστος
ακουβέντιαστων	=	ακουβέντιαστος
ακουγόμασταν	=	ακούγομαι
ακουγόμαστε	=	ακούγομαι
ακουγόμουν	=	ακούγομαι
ακουγόμουνα	=	ακούγομαι
ακουγόντουσαν	=	ακούγομαι
ακουγόσασταν	=	ακούγομαι
ακουγόσαστε	=	ακούγομαι
ακουγόσουν	=	ακούγομαι
ακουγόσουνα	=	ακούγομαι
ακουγόταν	=	ακούγομαι
ακουγότανε	=	ακούγομαι
ακουιτανικά	noun	η γλώσσα της αρχαίας Ακουιτανίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακουιτανικός
ακουιτανικέ	=	ακουιτανικός
ακουιτανικές	=	ακουιτανικός
ακουιτανική	noun	η γλώσσα της αρχαίας Ακουιτανίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουιτανικός
ακουιτανικής	=	ακουιτανικός
ακουιτανικοί	=	ακουιτανικός
ακουιτανικού	=	ακουιτανικός
ακουιτανικούς	=	ακουιτανικός
ακουιτανικό	=	ακουιτανικός
ακουιτανικός	adj	αυτός που σχετίζεται με την Ακουιτανία
ακουιτανικών	=	ακουιτανικός
ακουκούλωτα	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτε	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτες	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτη	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτης	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτο	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτοι	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτος	adj	που δεν τον έχουν κουκουλώσει
ακουκούλωτου	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτους	=	ακουκούλωτος
ακουκούλωτων	=	ακουκούλωτος
ακουλούριαστα	adv	με ακουλούριαστο τρόπο
ακουλούριαστε	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστες	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστη	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστης	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστο	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστοι	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστος	adj	που δεν έχει κουλουριαστεί
ακουλούριαστου	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστους	=	ακουλούριαστος
ακουλούριαστων	=	ακουλούριαστος
ακουμπά	=	ακουμπάω
ακουμπάγαμε	=	ακουμπάω
ακουμπάγανε	=	ακουμπάω
ακουμπάγατε	=	ακουμπάω
ακουμπάει	=	ακουμπάω
ακουμπάμε	=	ακουμπάω
ακουμπάν	=	ακουμπάω
ακουμπάνε	=	ακουμπάω
ακουμπάς	=	ακουμπάω
ακουμπάτε	=	ακουμπάω
ακουμπάω	verb	αγγίζω κάτι ή κάποιον με το σώμα μου
ακουμπήθηκα	=	ακουμπάω
ακουμπήθηκαν	=	ακουμπάω
ακουμπήθηκε	=	ακουμπάω
ακουμπήθηκες	=	ακουμπάω
ακουμπήματα	=	ακούμπημα
ακουμπήματος	=	ακούμπημα
ακουμπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσαν	=	ακουμπάω
ακουμπήσανε	=	ακουμπάω
ακουμπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσομε	=	ακουμπάω
ακουμπήσου	=	ακουμπάω
ακουμπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσουνε	=	ακουμπάω
ακουμπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακουμπίζω	verb|rare	άλλη μορφή του ακουμπώ
ακουμπίσματα	=	ακούμπισμα
ακουμπίσματος	=	ακούμπισμα
ακουμπίστηκα	=	ακουμπάω
ακουμπηθήκαμε	=	ακουμπάω
ακουμπηθήκαν	=	ακουμπάω
ακουμπηθήκανε	=	ακουμπάω
ακουμπηθήκατε	=	ακουμπάω
ακουμπηθεί	=	ακουμπάω
ακουμπηθείς	=	ακουμπάω
ακουμπηθείτε	=	ακουμπάω
ακουμπηθούμε	=	ακουμπάω
ακουμπηθούν	=	ακουμπάω
ακουμπηθούνε	=	ακουμπάω
ακουμπηθώ	=	ακουμπάω
ακουμπημάτων	=	ακούμπημα
ακουμπημένος	=	ακουμπάω
ακουμπητός	adj|rare	άλλη μορφή του ακουμπισμένος
ακουμπιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ακουμπάω / ακουμπώ
ακουμπιέσαι	=	ακουμπάω
ακουμπιέστε	=	ακουμπάω
ακουμπιέται	=	ακουμπάω
ακουμπιούνται	=	ακουμπάω
ακουμπιούνταν	=	ακουμπάω
ακουμπισμάτων	=	ακούμπισμα
ακουμπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουμπισμένο
ακουμπισμένε	verb	κλητική ενικού του ακουμπισμένος
ακουμπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουμπισμένη
ακουμπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουμπισμένος
ακουμπισμένης	verb	γενική ενικού του ακουμπισμένη
ακουμπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακουμπισμένος
ακουμπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακουμπισμένος
ακουμπισμένος	=	ακουμπάω
ακουμπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακουμπισμένος
ακουμπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακουμπισμένος
ακουμπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακουμπισμένος
ακουμπιστήρι	noun	γενική ονομασία για αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε για να ακουμπάμε
ακουμπιστήρια	=	ακουμπιστήρι
ακουμπιστηριού	=	ακουμπιστήρι
ακουμπιστηριών	=	ακουμπιστήρι
ακουμπιστός	adj|rare	άλλη μορφή του ακουμπισμένος
ακουμπιόμασταν	=	ακουμπάω
ακουμπιόμαστε	=	ακουμπάω
ακουμπιόμουν	=	ακουμπάω
ακουμπιόμουνα	=	ακουμπάω
ακουμπιόνται	=	ακουμπάω
ακουμπιόνταν	=	ακουμπάω
ακουμπιόντανε	=	ακουμπάω
ακουμπιόντουσαν	=	ακουμπάω
ακουμπιόσασταν	=	ακουμπάω
ακουμπιόσαστε	=	ακουμπάω
ακουμπιόσουν	=	ακουμπάω
ακουμπιόσουνα	=	ακουμπάω
ακουμπιόταν	=	ακουμπάω
ακουμπιότανε	=	ακουμπάω
ακουμπούμε	=	ακουμπάω
ακουμπούν	=	ακουμπάω
ακουμπούνε	=	ακουμπάω
ακουμπούσα	=	ακουμπάω
ακουμπούσαμε	=	ακουμπάω
ακουμπούσαν	=	ακουμπάω
ακουμπούσανε	=	ακουμπάω
ακουμπούσατε	=	ακουμπάω
ακουμπούσε	=	ακουμπάω
ακουμπούσες	=	ακουμπάω
ακουμπώ	verb	άλλη μορφή του ακουμπάω
ακουμπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακουμπάω / ακουμπώ
ακουογράμματα	=	ακουόγραμμα
ακουογράμματος	=	ακουόγραμμα
ακουογραμμάτων	=	ακουόγραμμα
ακουολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που εξετάζει τη φυσιολογία και παθολογία της ακοής, καθώς και τις συνέπειες των ακουστικών διαταραχών (κώφωση , βαρηκοΐα) στην επικοινωνία και την ποιότητα ζωής
ακουολογίας	=	ακουολογία
ακουολογίες	=	ακουολογία
ακουολογικά	=	ακουολογικός
ακουολογικέ	=	ακουολογικός
ακουολογικές	=	ακουολογικός
ακουολογική	=	ακουολογικός
ακουολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ακουολογική) του ακουολογικός
ακουολογικοί	=	ακουολογικός
ακουολογικού	=	ακουολογικός
ακουολογικούς	=	ακουολογικός
ακουολογικό	=	ακουολογικός
ακουολογικός	adj	σχετικός με την ακουολογία / ακοολογία
ακουολογικών	=	ακουολογικός
ακουολογιών	=	ακουολογία
ακουολόγε	=	ακουολόγος
ακουολόγο	=	ακουολόγος
ακουολόγοι	=	ακουολόγος
ακουολόγος	noun	ιατρός ειδικός στην ακοολογία
ακουολόγου	=	ακουολόγος
ακουολόγους	=	ακουολόγος
ακουολόγων	=	ακουολόγος
ακουομέτρης	=	ακοομέτρης
ακουομέτρηση	noun	εσφαλμένη μορφή του ακοομέτρηση
ακουομέτρησης	=	ακουομέτρηση
ακουομέτρου	=	ακουόμετρο
ακουομέτρων	=	ακουόμετρο
ακουομετρήσεις	=	ακουομέτρηση
ακουομετρήσεων	=	ακουομέτρηση
ακουομετρία	=	ακοομετρία
ακουομετρίας	=	ακοομετρίας
ακουομετρικά	=	ακουομετρικός
ακουομετρικέ	=	ακουομετρικός
ακουομετρικές	=	ακουομετρικός
ακουομετρική	=	ακουομετρικός
ακουομετρικής	=	ακουομετρικός
ακουομετρικοί	=	ακουομετρικός
ακουομετρικού	=	ακουομετρικός
ακουομετρικούς	=	ακουομετρικός
ακουομετρικό	=	ακουομετρικός
ακουομετρικός	adj	που έχει σχέση με την ακουομετρία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ακουομετρικών	=	ακουομετρικός
ακουσίως	adv|formal	ακούσια
ακουσθώ	=	ακούω
ακουσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άκουσμα
ακουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουσμένο
ακουσμένε	verb	κλητική ενικού του ακουσμένος
ακουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουσμένη
ακουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουσμένος
ακουσμένης	verb	γενική ενικού του ακουσμένη
ακουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακουσμένος
ακουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακουσμένος
ακουσμένος	=	ακούω
ακουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακουσμένος
ακουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακουσμένος
ακουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακουσμένος
ακουστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουστό	adv	για κάτι που το έχουμε ακούσει, που το γνωρίζουμε εξ ακοής
ακουστέ	adj	κλητική ενικού του ακουστός
ακουστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουστή
ακουστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουστός
ακουστήκαμε	=	ακούγομαι
ακουστήκαν	=	ακούγομαι
ακουστήκανε	=	ακούγομαι
ακουστήκατε	=	ακούγομαι
ακουστής	adj	γενική ενικού του ακουστή
ακουστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακούγομαι
ακουστείς	=	ακούω
ακουστείτε	=	ακούγομαι
ακουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουστικό
ακουστικέ	adj	κλητική ενικού του ακουστικός
ακουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουστική
ακουστική	noun	κλάδος της επιστήμης της φυσικής που μελετά τον ήχο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουστικός
ακουστικής	adj	γενική ενικού του ακουστική
ακουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακουστικός
ακουστικοτήτων	=	ακουστικότητα
ακουστικού	adj	γενική ενικού του ακουστικός
ακουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακουστικός
ακουστικό	noun	η συσκευή ή το τμήμα συσκευής που βάζουμε στο αφτί μας για να ακούσουμε	adj	αιτιατική ενικού του ακουστικός
ακουστικός	adj	που αφορά την ακοή
ακουστικότητα	noun	η ιδιότητα του ακουστικού
ακουστικότητας	=	ακουστικότητα
ακουστικότητες	=	ακουστικότητα
ακουστικών	adj	γενική πληθυντικού του ακουστικός
ακουστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακουστός
ακουστοτήτων	=	ακουστότητα
ακουστού	adj	γενική ενικού του ακουστός
ακουστούμε	=	ακούω
ακουστούν	=	ακούω
ακουστούνε	=	ακούω
ακουστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακουστός
ακουστό	adj	αιτιατική ενικού του ακουστός
ακουστός	adj	που μπορούν οι άλλοι να τον ακούσουν
ακουστότητα	noun	η υποκειμενική αντίληψη που έχει κάποιος για έναν ήχο σε σχέση με την συχνότητα ή την έντασή του
ακουστότητας	=	ακουστότητα
ακουστότητες	=	ακουστότητα
ακουστώ	=	ακούγομαι
ακουστών	adj	γενική πληθυντικού του ακουστός
ακουσών	=	άκων
ακουτσομπόλευτα	adv	με ακουτσομπόλευτο τρόπο
ακουτσομπόλευτε	adj	κλητική ενικού του ακουτσομπόλευτος
ακουτσομπόλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακουτσομπόλευτη
ακουτσομπόλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουτσομπόλευτος
ακουτσομπόλευτης	adj	γενική ενικού του ακουτσομπόλευτη
ακουτσομπόλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακουτσομπόλευτος
ακουτσομπόλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακουτσομπόλευτος
ακουτσομπόλευτος	adj	που δεν τον κουτσομπολεύουν
ακουτσομπόλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακουτσομπόλευτος
ακουτσομπόλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακουτσομπόλευτος
ακουτσομπόλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακουτσομπόλευτος
ακουτσούλητα	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητε	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητες	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητη	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητης	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητο	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητοι	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητος	adj	που δεν τον έχουν κουτσουλίσει
ακουτσούλητου	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητους	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλητων	=	ακουτσούλητος
ακουτσούλιστα	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστε	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστες	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστη	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστης	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστο	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστοι	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστος	adj	που δεν τον έχουν κουτσουλίσει
ακουτσούλιστου	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστους	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούλιστων	=	ακουτσούλιστος
ακουτσούρευτα	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτε	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτες	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτη	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτης	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτο	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτοι	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτος	adj	που δεν τον έχουν κουτσουρεύσει
ακουτσούρευτου	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτους	=	ακουτσούρευτος
ακουτσούρευτων	=	ακουτσούρευτος
ακουόγραμμα	noun	εσφαλμένη μορφή του ακοόγραμμα
ακουόμασταν	=	ακούω
ακουόμαστε	=	ακούω
ακουόμεθα	=	ακούω
ακουόμετρα	=	ακουόμετρο
ακουόμετρο	noun	εσφαλμένη μορφή του ακοόμετρο
ακουόμετρου	=	ακουόμετρο
ακουόμετρων	=	ακουόμετρο
ακουόμουν	=	ακούω
ακουόσασταν	=	ακούω
ακουόσουν	=	ακούω
ακουόταν	=	ακούω
ακοόγραμμα	noun	γραφική παράσταση η οποία παράγεται από ένα ακοόμετρο μετά τη διεξαγωγή μιας ακοομέτρησης, που δείχνει την οξύτητα της ακοής
ακοόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακοόμετρο
ακοόμετρο	noun	ηλεκτροακουστική συσκευή με την οποία διεξάγεται ακοομέτρηση
ακοόμετρου	=	ακοόμετρο
ακούαμε	=	ακούω
ακούατε	=	ακούω
ακούγαμε	=	ακούω
ακούγαν	=	ακούω
ακούγανε	=	ακούω
ακούγατε	=	ακούω
ακούγεσαι	=	ακούγομαι
ακούγεστε	=	ακούγομαι
ακούγεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του ακούω
ακούγομαι	verb	με ακούν, παράγω ήχο και η παρουσία μου γίνεται αντιληπτή χάρη στον ήχο που παράγω
ακούγονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ακούγομαι
ακούγονταν	=	ακούγομαι
ακούγοντας	=	ακούω
ακούγου	=	ακούγομαι
ακούγω	=	ακούω
ακούει	=	ακούω
ακούεις	verb|rare	ασυναίρετη μορφή του ακούς: β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ακούω
ακούεσαι	=	ακούω
ακούεσθε	=	ακούω
ακούεστε	=	ακούω
ακούεται	=	ακούω
ακούετε	=	ακούω
ακούμε	=	ακούω
ακούμπα	=	ακουμπάω
ακούμπαγα	=	ακουμπάω
ακούμπαγαν	=	ακουμπάω
ακούμπαγε	=	ακουμπάω
ακούμπαγες	=	ακουμπάω
ακούμπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ακουμπώ
ακούμπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακούμπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακούμπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακούμπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακουμπώ
ακούμπισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ακουμπίζω
ακούμπιστα	=	ακούμπιστος
ακούμπιστε	=	ακούμπιστος
ακούμπιστες	=	ακούμπιστος
ακούμπιστη	=	ακούμπιστος
ακούμπιστης	=	ακούμπιστος
ακούμπιστο	=	ακούμπιστος
ακούμπιστοι	=	ακούμπιστος
ακούμπιστος	adj	που δεν τον έχουν ακουμπήσει / ακουμπίσει
ακούμπιστου	=	ακούμπιστος
ακούμπιστους	=	ακούμπιστος
ακούμπιστων	=	ακούμπιστος
ακούμπωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούμπωτο
ακούμπωτε	adj	κλητική ενικού του ακούμπωτος
ακούμπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούμπωτη
ακούμπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακούμπωτος
ακούμπωτης	adj	γενική ενικού του ακούμπωτη
ακούμπωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακούμπωτος
ακούμπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακούμπωτος
ακούμπωτος	adj	που δεν είναι κουμπωμένος
ακούμπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακούμπωτος
ακούμπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακούμπωτος
ακούμπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακούμπωτος
ακούν	=	ακούω
ακούνε	=	ακούω
ακούνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακούνητος
ακούνητε	adj	κλητική ενικού του ακούνητος
ακούνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούνητη
ακούνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακούνητος
ακούνητης	adj	γενική ενικού του ακούνητη
ακούνητο	adj	αιτιατική ενικού του ακούνητος
ακούνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακούνητος
ακούνητος	adj	ακίνητος αλλά συνήθως προϋποθέτει ότι κάποιος προσπαθεί να τον κουνήσει (και δεν είναι γενικά και αόριστα ακίνητος, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να τον πιέζουν)
ακούνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακούνητος
ακούνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακούνητος
ακούνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακούνητος
ακούομαι	=	ακούω
ακούομε	=	ακούω
ακούονται	=	ακούω
ακούονταν	=	ακούω
ακούοντας	=	ακούω
ακούουν	=	ακούω
ακούραστα	adv	χωρίς να κουραστείς, χωρίς να βαρεθείς
ακούραστε	adj	κλητική ενικού του ακούραστος
ακούραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούραστη
ακούραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακούραστος
ακούραστης	adj	γενική ενικού του ακούραστη
ακούραστο	adj	αιτιατική ενικού του ακούραστος
ακούραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακούραστος
ακούραστος	adj	που εργάζεται παραγωγικά σε έναν τομέα για μεγάλες περιόδους χωρίς να δείχνει σημάδια κούρασης
ακούραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακούραστος
ακούραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακούραστος
ακούραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακούραστος
ακούρδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούρδιστο
ακούρδιστε	adj	κλητική ενικού του ακούρδιστος
ακούρδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούρδιστη
ακούρδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακούρδιστος
ακούρδιστης	adj	γενική ενικού του ακούρδιστη
ακούρδιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακούρδιστος
ακούρδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακούρδιστος
ακούρδιστος	adj	για όργανο που δεν κουρδίστηκε, που δεν ρυθμίστηκε ώστε να παράγει τους κατάλληλους τόνους
ακούρδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακούρδιστος
ακούρδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακούρδιστος
ακούρδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακούρδιστος
ακούρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούρευτο
ακούρευτε	adj	κλητική ενικού του ακούρευτος
ακούρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούρευτη
ακούρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακούρευτος
ακούρευτης	adj	γενική ενικού του ακούρευτη
ακούρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακούρευτος
ακούρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακούρευτος
ακούρευτος	adj	που δεν έχει κουρευτεί
ακούρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακούρευτος
ακούρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακούρευτος
ακούρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακούρευτος
ακούρνιαστα	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστε	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστες	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστη	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστης	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστο	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστοι	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστος	adj	που δεν έχει κουρνιάσει
ακούρνιαστου	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστους	=	ακούρνιαστος
ακούρνιαστων	=	ακούρνιαστος
ακούρντιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούρντιστο
ακούρντιστε	adj	κλητική ενικού του ακούρντιστος
ακούρντιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακούρντιστη
ακούρντιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακούρντιστος
ακούρντιστης	adj	γενική ενικού του ακούρντιστη
ακούρντιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακούρντιστος
ακούρντιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακούρντιστος
ακούρντιστος	adj	άλλη μορφή του ακούρδιστος
ακούρντιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακούρντιστος
ακούρντιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακούρντιστος
ακούρντιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακούρντιστος
ακούρσευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακούρσευτος
ακούρσευτε	=	ακούρσευτος
ακούρσευτες	=	ακούρσευτος
ακούρσευτη	=	ακούρσευτος
ακούρσευτης	=	ακούρσευτος
ακούρσευτο	=	ακούρσευτος
ακούρσευτοι	=	ακούρσευτος
ακούρσευτος	adj	που δεν έχει κουρσευτεί, αλεηλάτητος
ακούρσευτου	=	ακούρσευτος
ακούρσευτους	=	ακούρσευτος
ακούρσευτων	=	ακούρσευτος
ακούς	verb	β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ακούω
ακούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσαν	=	ακούω
ακούσανε	=	ακούω
ακούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσης	=	άκων
ακούσθηκα	=	ακούω
ακούσια	adv	άθελα, χωρίς τη θέληση κάποιου, πχ. κατά λάθος ή τυχαία
ακούσιας	=	ακούσιος
ακούσιε	=	ακούσιος
ακούσιες	=	ακούσιος
ακούσιο	=	ακούσιος
ακούσιοι	=	ακούσιος
ακούσιος	adj	που γίνεται χωρίς τη θέληση κάποιου
ακούσιου	=	ακούσιος
ακούσιους	=	ακούσιος
ακούσιων	=	ακούσιος
ακούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άκουσμα
ακούσματος	noun	γενική ενικού του άκουσμα
ακούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούσουνε	=	ακούω
ακούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούστηκα	=	ακούγομαι
ακούστηκαν	=	ακούγομαι
ακούστηκε	=	ακούγομαι
ακούστηκες	=	ακούγομαι
ακούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακούω
ακούτε	=	ακούω
ακούω	verb	έχω την αίσθηση της ακοής
ακούων	verb	που ακούει, που διαθέτει την σχετική αίσθηση της ακοής
ακοών	=	ακοή
ακρ	noun	το βρετανικό acre: περίπου 4 στρέμματα, ακριβώς 4.064,856 τετραγωνικά μέτρα
ακράδαντα	adv	με ακράδαντο τρόπο, σταθερά, χωρίς αμφιβολία, χωρίς κανείς να μπορεί να (με) κλονίσει
ακράδαντε	=	ακράδαντος
ακράδαντες	=	ακράδαντος
ακράδαντη	=	ακράδαντος
ακράδαντης	=	ακράδαντος
ακράδαντο	=	ακράδαντος
ακράδαντοι	=	ακράδαντος
ακράδαντος	adj|figurative	σταθερός, ακλόνητος
ακράδαντου	=	ακράδαντος
ακράδαντους	=	ακράδαντος
ακράδαντων	=	ακράδαντος
ακράκι	noun	η δευτεροτρόπιδα των ξύλινων σκαφών, ή λέμβων
ακράκια	=	ακράκι
ακράτεια	noun|formal	η ιδιότητα αυτού που δεν μπορεί να ελέγξει τα πάθη του
ακράτειας	noun	γενική ενικού του ακράτεια
ακράτειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακράτεια
ακράτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακράτητος	adv	χωρίς να μπορεί να κρατηθεί
ακράτητε	adj	κλητική ενικού του ακράτητος
ακράτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακράτητη
ακράτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακράτητος
ακράτητης	adj	γενική ενικού του ακράτητη
ακράτητο	adj	αιτιατική ενικού του ακράτητος
ακράτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακράτητος
ακράτητος	adj	ο αχαλιναγώγητος, ο ασυγκράτητος, που δεν μπορεί να κρατηθεί, άνθρωπος ή ορμή, τάση ή και ανάγκη
ακράτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακράτητος
ακράτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακράτητος
ακράτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακράτητος
ακράτως	adv	ανόθευτα, καθαρά, ατόφια
ακρήμνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρήμνιστο
ακρήμνιστε	adj	κλητική ενικού του ακρήμνιστος
ακρήμνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρήμνιστη
ακρήμνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρήμνιστος
ακρήμνιστης	adj	γενική ενικού του ακρήμνιστη
ακρήμνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακρήμνιστος
ακρήμνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρήμνιστος
ακρήμνιστος	adj	που δεν έχει κρημνιστεί ή δεν μπορεί να κρημνιστεί
ακρήμνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακρήμνιστος
ακρήμνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακρήμνιστος
ακρήμνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακρήμνιστος
ακρίβαινα	=	ακριβαίνω
ακρίβαιναν	=	ακριβαίνω
ακρίβαινε	=	ακριβαίνω
ακρίβαινες	=	ακριβαίνω
ακρίβεια	noun	η ιδιότητα του «ακριβής»
ακρίβειας	noun	γενική ενικού του ακρίβεια
ακρίβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρίβεια
ακρίβυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακρίβυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακρίβυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακρίβυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακρίδα	noun	είδος κίτρινου ή πράσινου χορτοφάγου εντόμου με μεγάλα πίσω πόδια που του επιτρέπουν να πηδάει σε μεγάλη απόσταση
ακρίδας	=	ακρίδα
ακρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρίδα
ακρίδων	=	ακρίδα
ακρίτα	=	ακρίτας
ακρίτας	noun	στα βυζαντινά χρόνια, ήταν άνδρες στους οποίους δινόταν γη στις "άκρες" όπως λεγόταν τότε η μεθόριος και σε αντάλλαγμα υπηρετούσαν στο στρατό και υπερασπίζονταν τα σύνορα της αυτοκρατορίας
ακρίτες	=	ακρίτης
ακρίτη	=	ακρίτης
ακρίτης	noun	φύλακας των συνόρων του Βυζαντίου
ακρίτσα	noun	υποκοριστικό του: άκρη
ακρίτσας	noun	γενική ενικού του ακρίτσα
ακρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρίτσα
ακραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακραίος	adv	που βρίσκεται στην άκρη ή στα άκρα
ακραίας	adj	γενική ενικού του ακραία
ακραίε	adj	ακραίος, στην κλητική του ενικού
ακραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακραία
ακραίο	adj	ακραίος, στην αιτιατική του ενικού
ακραίοι	adj	ακραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ακραίος	adj	ο ακριανός, αυτός που βρίσκεται στην άκρη, στα άκρα, στα όρια ενός σχεδίου ή ενός οικοδομικού τετραγώνου
ακραίου	adj	γενική ενικού του ακραίος
ακραίους	adj	ακραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ακραίων	=	ακραίος
ακραδάντως	adv|archaic	άλλη μορφή του ακράδαντα
ακραιφνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακραιφνής
ακραιφνή	=	ακραιφνής
ακραιφνής	adj	ανόθευτος, καθαρός
ακραιφνείς	=	ακραιφνής
ακραιφνούς	=	ακραιφνής
ακραιφνών	adj	γενική πληθυντικού του ακραιφνής
ακραιφνώς	adv	καθαρά, ανόθευτα
ακραιόφιλα	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλε	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλες	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλη	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλης	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ακραιόφιλος
ακραιόφιλοι	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλος	adj	οργανισμός που ζει σε συνθήκες ακραίες που κανονικά είναι επιβλαβείς ή θανατηφόρες για άλλους οργανισμούς
ακραιόφιλου	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλους	=	ακραιόφιλος
ακραιόφιλων	=	ακραιόφιλος
ακραξονίου	=	ακραξόνιο
ακραξονίων	=	ακραξόνιο
ακραξόνια	=	ακραξόνιο
ακραξόνιο	noun	το απολήγον τμήμα του άξονα οχήματος που συνδέεται με τον τροχό, επιτρέποντας την περιστροφή του και τη στήριξή του στο σύστημα κύλισης ή διεύθυνσης
ακραξόνιου	=	ακραξόνιο
ακραξόνιων	=	ακραξόνιο
ακρασία	noun|archaic	η αδυναμία ελέγχου και περιορισμού των παθών, η έλλειψη εγκράτειας
ακρασίας	=	ακρασία
ακρασίες	=	ακρασία
ακρασιών	=	ακρασία
ακρατές	=	ακρατής
ακρατή	=	ακρατής
ακρατής	adj	που δεν είναι συγκρατημένος, δεν συγκρατιέται
ακρατείς	=	ακρατής
ακρατειών	noun	γενική πληθυντικού του ακράτεια
ακρατούς	=	ακρατής
ακρατών	=	ακρατής
ακρατώς	adv	ασυγκράτητα
ακρεβάτωτα	adv	χωρίς να μένει κάποιος κρεβατωμένος από ασθένεια
ακρεβάτωτε	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτες	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτη	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτης	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτο	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτοι	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτος	adj	που δεν παραμένει κρεβατωμένος από ασθένεια
ακρεβάτωτου	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτους	=	ακρεβάτωτος
ακρεβάτωτων	=	ακρεβάτωτος
ακρεμόνα	=	ακρεμόνας
ακρεμόνας	noun	μικρή γραμμή ως απόληξη γραμματοσειρών
ακρεμόνες	=	ακρεμόνας
ακρεμόνων	=	ακρεμόνας
ακρεμών	noun|formal	άλλη μορφή του ακρεμόνας
ακρεοφαγία	noun	αποχή από την κρεοφαγία, η αναίμακτη διατροφή
ακρεοφαγίας	=	ακρεοφαγία
ακρεοφαγίες	=	ακρεοφαγία
ακρεοφαγιών	=	ακρεοφαγία
ακρεωφαγία	=	ακρεοφαγία
ακρηπίδωτα	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτε	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτες	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτη	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτης	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτο	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτοι	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτος	adj	που δεν τον έχουν κρηπιδώσει
ακρηπίδωτου	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτους	=	ακρηπίδωτος
ακρηπίδωτων	=	ακρηπίδωτος
ακρησάριστα	=	ακρησάριστος
ακρησάριστε	=	ακρησάριστος
ακρησάριστες	=	ακρησάριστος
ακρησάριστη	=	ακρησάριστος
ακρησάριστης	=	ακρησάριστος
ακρησάριστο	=	ακρησάριστος
ακρησάριστοι	=	ακρησάριστος
ακρησάριστος	adj	ακοσκίνιστος
ακρησάριστου	=	ακρησάριστος
ακρησάριστους	=	ακρησάριστος
ακρησάριστων	=	ακρησάριστος
ακριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριανό
ακριανέ	adj	κλητική ενικού του ακριανός
ακριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριανή
ακριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριανός
ακριανής	adj	γενική ενικού του ακριανή
ακριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριανός
ακριανού	adj	γενική ενικού του ακριανός
ακριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριανός
ακριανό	adj	αιτιατική ενικού του ακριανός
ακριανός	adj	που βρίσκεται στην άκρη, ο τελευταίος προς την εξωτερική πλευρά ή προς το τέλος μιας σειράς, αυτός που βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού, ή του οικοδομικού τετραγώνου, στο τέλος του ή στη γωνία
ακριανών	adj	γενική πληθυντικού του ακριανός
ακριβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβό	adv	Που κοστίζει πολύ, πολλά χρήματα.
ακριβέ	adj	κλητική ενικού του ακριβός
ακριβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ακριβός
ακριβέστατα	=	ακριβής
ακριβέστατε	=	ακριβής
ακριβέστατες	=	ακριβής
ακριβέστατη	=	ακριβής
ακριβέστατης	=	ακριβής
ακριβέστατο	=	ακριβής
ακριβέστατοι	=	ακριβής
ακριβέστατος	=	ακριβής
ακριβέστατου	=	ακριβής
ακριβέστατους	=	ακριβής
ακριβέστατων	=	ακριβής
ακριβέστερα	=	ακριβέστερος
ακριβέστερε	=	ακριβέστερος
ακριβέστερες	=	ακριβέστερος
ακριβέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβέστερος
ακριβέστερης	=	ακριβέστερος
ακριβέστερο	=	ακριβέστερος
ακριβέστεροι	=	ακριβέστερος
ακριβέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ακριβής
ακριβέστερου	=	ακριβέστερος
ακριβέστερους	=	ακριβέστερος
ακριβέστερων	=	ακριβέστερος
ακριβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβός
ακριβής	adj	που υπολογίζεται με τρόπο απόλυτο και όχι κατά προσέγγιση
ακριβαίναμε	=	ακριβαίνω
ακριβαίναν	=	ακριβαίνω
ακριβαίνανε	=	ακριβαίνω
ακριβαίνατε	=	ακριβαίνω
ακριβαίνει	=	ακριβαίνω
ακριβαίνεις	=	ακριβαίνω
ακριβαίνετε	=	ακριβαίνω
ακριβαίνοντας	=	ακριβαίνω
ακριβαίνουμε	=	ακριβαίνω
ακριβαίνουν	=	ακριβαίνω
ακριβαίνουνε	=	ακριβαίνω
ακριβαίνω	verb	κάνω κάτι πιο ακριβό, του ανεβάζω την τιμή
ακριβείας	=	ακρίβεια
ακριβείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβής
ακριβειών	=	ακρίβεια
ακριβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριβός
ακριβογιέ	=	ακριβογιός
ακριβογιοί	=	ακριβογιός
ακριβογιού	=	ακριβογιός
ακριβογιούς	=	ακριβογιός
ακριβογιό	=	ακριβογιός
ακριβογιός	noun	γιος που τον πολυαγαπούν
ακριβογιών	=	ακριβογιός
ακριβοδίκαια	adv	με ιδιαίτερα δίκαιο τρόπο που να μην αδικεί κανένα
ακριβοδίκαιε	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιες	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιη	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιης	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιο	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιοι	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιος	adj	που είναι απολύτως δίκαιος στην κρίση, στη μοιρασιά, στην αξιολόγηση, στην κατανομή, αμερόληπτος
ακριβοδίκαιου	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιους	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοδίκαιων	=	ακριβοδίκαιος
ακριβοεξέτασα	=	ακριβοεξετάζω
ακριβοεξετάζω	verb|rare	εξετάζω προσεκτικά
ακριβοζυγισμένα	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένε	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένες	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένη	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένης	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένο	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένοι	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένος	adj	ζυγισμένος με ακρίβεια
ακριβοζυγισμένου	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένους	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοζυγισμένων	=	ακριβοζυγισμένος
ακριβοθυγατέρα	noun|literary	πολυαγαπημένη θυγατέρα
ακριβοθυγατέρας	=	ακριβοθυγατέρα
ακριβοθυγατέρες	=	ακριβοθυγατέρα
ακριβοθυγατέρων	=	ακριβοθυγατέρα
ακριβοθώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβοθώρητο
ακριβοθώρητε	adj	κλητική ενικού του ακριβοθώρητος
ακριβοθώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβοθώρητη
ακριβοθώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβοθώρητος
ακριβοθώρητης	adj	γενική ενικού του ακριβοθώρητη
ακριβοθώρητο	adj	αιτιατική ενικού του ακριβοθώρητος
ακριβοθώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριβοθώρητος
ακριβοθώρητος	adj	που τον βλέπουμε σε αραιά χρονικά διαστήματα
ακριβοθώρητου	adj	γενική ενικού του ακριβοθώρητος
ακριβοθώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριβοθώρητος
ακριβοθώρητων	adj	γενική πληθυντικού του ακριβοθώρητος
ακριβοκορών	=	ακριβοκόρη
ακριβοκόρες	=	ακριβοκόρη
ακριβοκόρη	noun	κόρη που τον πολυαγαπούν
ακριβοκόρης	=	ακριβοκόρη
ακριβολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσαν	=	ακριβολογώ
ακριβολογήσανε	=	ακριβολογώ
ακριβολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολογία	noun	η ακριβής διατύπωση που δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνειών
ακριβολογίας	noun	γενική ενικού του ακριβολογία
ακριβολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβολογία
ακριβολογεί	=	ακριβολογώ
ακριβολογείς	=	ακριβολογώ
ακριβολογείτε	=	ακριβολογώ
ακριβολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ακριβολογία
ακριβολογούμε	=	ακριβολογώ
ακριβολογούν	=	ακριβολογώ
ακριβολογούνε	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσα	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσαμε	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσαν	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσανε	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσατε	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσε	=	ακριβολογώ
ακριβολογούσες	=	ακριβολογώ
ακριβολογώ	verb	μιλώ με σαφήνεια, αναλυτικά, δεν αφήνω περιθώριο να παρερμηνευθούν τα λεγόμενά μου με αοριστολογίες, κυριολεκτώ
ακριβολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολόγα	=	ακριβολόγος
ακριβολόγας	=	ακριβολόγος
ακριβολόγε	=	ακριβολόγος
ακριβολόγει	=	ακριβολογώ
ακριβολόγες	=	ακριβολόγος
ακριβολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβολογώ
ακριβολόγο	=	ακριβολόγος
ακριβολόγοι	=	ακριβολόγος
ακριβολόγος	adj	αυτός που αρέσκεται να μιλά με απόλυτη σαφήνεια, να ξεκαθαρίζει το νόημα που θέλει να μεταδώσει, να μην αφήνει κενά που θα οδηγούσαν σε παρερμηνείες
ακριβολόγου	=	ακριβολόγος
ακριβολόγους	=	ακριβολόγος
ακριβολόγων	=	ακριβολόγος
ακριβομίλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβομίλητο
ακριβομίλητε	adj	κλητική ενικού του ακριβομίλητος
ακριβομίλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβομίλητη
ακριβομίλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβομίλητος
ακριβομίλητης	adj	γενική ενικού του ακριβομίλητη
ακριβομίλητο	adj	αιτιατική ενικού του ακριβομίλητος
ακριβομίλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριβομίλητος
ακριβομίλητος	adj	που λέει λίγα λόγια
ακριβομίλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριβομίλητος
ακριβομίλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριβομίλητος
ακριβομίλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριβομίλητος
ακριβοπλήρωνα	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωναν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωνε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωνες	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθήκαμε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθήκαν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθήκανε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθήκατε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθεί	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθείς	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθείτε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθούμε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθούν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθούνε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωθώ	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβοπληρωμένο
ακριβοπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβοπληρωμένη
ακριβοπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωμένης	verb	γενική ενικού του ακριβοπληρωμένη
ακριβοπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωμένος	verb	που πληρώνεται ακριβά για κάποια δουλειά
ακριβοπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριβοπληρωμένος
ακριβοπληρωνόμασταν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόμαστε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόμουν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόμουνα	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόντουσαν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόσασταν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόσαστε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόσουν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόσουνα	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνόταν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρωνότανε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώθηκα	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώθηκαν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώθηκε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώθηκες	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώναμε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώναν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνανε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνατε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνει	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνεις	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνεσαι	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνεστε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνεται	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνετε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνομαι	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνομε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνονται	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνονταν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνοντας	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνου	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνουμε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνουν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνουνε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώνω	verb	πληρώνω περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε
ακριβοπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσαν	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσανε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσομε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσου	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσουνε	=	ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπληρώνω
ακριβοπουλά	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάει	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάμε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάνε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάς	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάτε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλάω	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήθηκα	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήθηκαν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήθηκε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήθηκες	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσαν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσανε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσου	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπουληθήκαμε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουληθήκαν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουληθήκανε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουληθήκατε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουληθεί	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουληθείτε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβοπουλημένο
ακριβοπουλημένε	verb	κλητική ενικού του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβοπουλημένη
ακριβοπουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένης	verb	γενική ενικού του ακριβοπουλημένη
ακριβοπουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένος	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριβοπουλημένος
ακριβοπουλιέμαι	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιέσαι	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιέστε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιέται	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιούνται	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιούνταν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόμασταν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόμαστε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόμουν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόμουνα	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόνταν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόντανε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόντουσαν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόσασταν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόσαστε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόσουν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόσουνα	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιόταν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλιότανε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούμε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούνε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσα	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσαμε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσαν	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσανε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσατε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλούσες	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπουλώ	verb	πουλάω κάτι σε υψηλή τιμή
ακριβοπουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακριβοπουλάω / ακριβοπουλώ
ακριβοπούλα	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπούλαγε	=	ακριβοπουλώ
ακριβοπούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβοπούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβοπουλώ
ακριβού	adj	γενική ενικού του ακριβός
ακριβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριβός
ακριβούτσικ	=	ακριβούτσικος
ακριβούτσικα	adv	αρκετά ακριβά
ακριβούτσικε	adj	κλητική ενικού του ακριβούτσικος
ακριβούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβούτσικη
ακριβούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριβούτσικος
ακριβούτσικης	adj	γενική ενικού του ακριβούτσικη
ακριβούτσικια	=	ακριβούτσικος
ακριβούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ακριβούτσικος
ακριβούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριβούτσικος
ακριβούτσικος	adj	αρκετά ακριβός
ακριβούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριβούτσικος
ακριβούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριβούτσικος
ακριβούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριβούτσικος
ακριβό	adj	αιτιατική ενικού του ακριβός
ακριβόλογος	=	ακριβολόγος
ακριβός	adj	που στοιχίζει πολλά χρήματα για να τον αποκτήσεις, πολύτιμος
ακριβότατα	=	ακριβός
ακριβότατε	=	ακριβός
ακριβότατες	=	ακριβός
ακριβότατη	=	ακριβός
ακριβότατης	=	ακριβός
ακριβότατο	=	ακριβός
ακριβότατοι	=	ακριβός
ακριβότατος	=	ακριβός
ακριβότατου	=	ακριβός
ακριβότατους	=	ακριβός
ακριβότατων	=	ακριβός
ακριβότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριβότερο	adv	σε πιο υψηλή τιμή
ακριβότερε	=	ακριβός
ακριβότερες	=	ακριβός
ακριβότερη	=	ακριβός
ακριβότερης	=	ακριβός
ακριβότερο	=	ακριβός
ακριβότεροι	=	ακριβός
ακριβότερος	=	ακριβός
ακριβότερου	=	ακριβός
ακριβότερους	=	ακριβός
ακριβότερων	=	ακριβός
ακριβύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύναν	=	ακριβαίνω
ακριβύνανε	=	ακριβαίνω
ακριβύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακριβαίνω
ακριβών	adj	γενική πληθυντικού του ακριβός
ακριβώς	adv	έτσι όπως το λέει κάποιος, χωρίς αποκλίσεις, αλλαγές η διαφορές
ακριδάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριδάτο
ακριδάτε	adj	κλητική ενικού του ακριδάτος
ακριδάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριδάτη
ακριδάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριδάτος
ακριδάτης	adj	γενική ενικού του ακριδάτη
ακριδάτο	adj	αιτιατική ενικού του ακριδάτος
ακριδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριδάτος
ακριδάτος	adj	αυτός που φέρεται με ακρίδες
ακριδάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριδάτος
ακριδάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριδάτος
ακριδάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριδάτος
ακριδοκτόνα	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνας	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνε	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνες	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνο	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνοι	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνος	adj	που σκοτώνει τις ακρίδες
ακριδοκτόνου	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνους	=	ακριδοκτόνος
ακριδοκτόνων	=	ακριδοκτόνος
ακριδοφαγία	noun	το να τρώει κανείς ακρίδες
ακριδοφαγίας	noun	γενική ενικού του ακριδοφαγία
ακριδοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριδοφαγία
ακριδοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ακριδοφαγία
ακριλικά	=	ακριλικός
ακριλικέ	=	ακριλικός
ακριλικές	=	ακριλικός
ακριλική	=	ακριλικός
ακριλικής	=	ακριλικός
ακριλικοί	=	ακριλικός
ακριλικού	=	ακριλικός
ακριλικούς	=	ακριλικός
ακριλικό	=	ακριλικός
ακριλικός	adj	άλλη γραφή του ακρυλικός
ακριλικών	=	ακριλικός
ακριμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακριμάτιστος	adv	με ακριμάτιστο τρόπο
ακριμάτιστε	adj	κλητική ενικού του ακριμάτιστος
ακριμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριμάτιστη
ακριμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριμάτιστος
ακριμάτιστης	adj	γενική ενικού του ακριμάτιστη
ακριμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακριμάτιστος
ακριμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριμάτιστος
ακριμάτιστος	adj|literary	που δεν έχει κάνει κρίματα, λάθη ή αμαρτίες ή δεν είναι δυνατόν να του καταλογιστούν
ακριμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριμάτιστος
ακριμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριμάτιστος
ακριμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριμάτιστος
ακρινά	adv	στην άκρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρινό
ακρινέ	adj	κλητική ενικού του ακρινός
ακρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρινή
ακρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρινός
ακρινής	adj	γενική ενικού του ακρινή
ακρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρινός
ακρινού	adj	γενική ενικού του ακρινός
ακρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακρινός
ακρινό	adj	αιτιατική ενικού του ακρινός
ακρινός	=	ακριανός
ακρινών	adj	γενική πληθυντικού του ακρινός
ακρισία	noun|formal	η έλλειψη κρίσης, η επιπολαιότητα
ακρισίας	noun	γενική ενικού του ακρισία
ακρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρισία
ακρισιών	noun	γενική πληθυντικού του ακρισία
ακριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριτικό
ακριτικέ	adj	κλητική ενικού του ακριτικός
ακριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριτική
ακριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριτικός
ακριτικής	adj	γενική ενικού του ακριτική
ακριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριτικός
ακριτικού	adj	γενική ενικού του ακριτικός
ακριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριτικός
ακριτικό	adj	αιτιατική ενικού του ακριτικός
ακριτικός	adj	που σχετίζεται με την μεθόριο, ο μεθοριακός, ο σχετικός με τα άκρα της εθνικής επικράτειας, ο συνοριακός
ακριτικών	adj	γενική πληθυντικού του ακριτικός
ακριτοέπεια	noun	ο άκριτος λόγος, που χωρίς πολλή σκέψη και σύνεση φανερώνει κάποιο μυστικό
ακριτοέπειας	noun	γενική ενικού του ακριτοέπεια
ακριτοέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριτοέπεια
ακριτοεπειών	noun	γενική πληθυντικού του ακριτοέπεια
ακριτομυθία	noun	η ασυνάρτητη φλυαρία, ο άκριτος λόγος
ακριτομυθίας	noun	γενική ενικού του ακριτομυθία
ακριτομυθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριτομυθία
ακριτομυθιών	noun	γενική πληθυντικού του ακριτομυθία
ακριτομύθια	noun	άλλη μορφή του ακριτομυθία
ακριτομύθιας	=	ακριτομύθια
ακριτομύθιες	=	ακριτομύθια
ακριτόμυθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριτόμυθο
ακριτόμυθε	adj	κλητική ενικού του ακριτόμυθος
ακριτόμυθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακριτόμυθη
ακριτόμυθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακριτόμυθος
ακριτόμυθης	adj	γενική ενικού του ακριτόμυθη
ακριτόμυθο	adj	αιτιατική ενικού του ακριτόμυθος
ακριτόμυθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακριτόμυθος
ακριτόμυθος	adj|formal	που μιλά απερίσκεπτα και φανερώνει μυστικά ή λέει κουταμάρες
ακριτόμυθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακριτόμυθος
ακριτόμυθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακριτόμυθος
ακριτόμυθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακριτόμυθος
ακριτών	=	ακρίτης
ακριών	noun	γενική πληθυντικού του άκρια
ακροάζεσαι	=	ακροάζομαι
ακροάζεστε	=	ακροάζομαι
ακροάζεται	=	ακροάζομαι
ακροάζομαι	verb	ακούω πάρα πολύ προσεκτικά κάτι
ακροάζονται	=	ακροάζομαι
ακροάζονταν	=	ακροάζομαι
ακροάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρόαμα
ακροάματος	noun	γενική ενικού του ακρόαμα
ακροάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρόαση
ακροάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ακρόαση
ακροάσεως	noun	γενική ενικού του ακρόαση
ακροάσθηκα	=	ακροάζομαι
ακροάσθηκαν	=	ακροάζομαι
ακροάσθηκε	=	ακροάζομαι
ακροάσθηκες	=	ακροάζομαι
ακροάσου	=	ακροάζομαι
ακροάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροάτρια	noun	ακροατής
ακροάτριας	noun	γενική ενικού του ακροάτρια
ακροάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροάτρια
ακροαζόμασταν	=	ακροάζομαι
ακροαζόμαστε	=	ακροάζομαι
ακροαζόμουν	=	ακροάζομαι
ακροαζόμουνα	=	ακροάζομαι
ακροαζόντουσαν	=	ακροάζομαι
ακροαζόσασταν	=	ακροάζομαι
ακροαζόσαστε	=	ακροάζομαι
ακροαζόσουν	=	ακροάζομαι
ακροαζόσουνα	=	ακροάζομαι
ακροαζόταν	=	ακροάζομαι
ακροαζότανε	=	ακροάζομαι
ακροαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ακρόαμα
ακροαματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαματικό
ακροαματικέ	adj	κλητική ενικού του ακροαματικός
ακροαματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαματική
ακροαματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροαματικός
ακροαματικής	adj	γενική ενικού του ακροαματική
ακροαματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροαματικός
ακροαματικοτήτων	=	ακροαματικότητα
ακροαματικού	adj	γενική ενικού του ακροαματικός
ακροαματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακροαματικός
ακροαματικό	adj	αιτιατική ενικού του ακροαματικός
ακροαματικός	adj	που έχει σχέση με κάποιο ακρόαμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
ακροαματικότητα	noun	το μέγεθος των ακροατών που παρακολουθεί μια εκπομπή ραδιοφωνική ή τηλεοπτική
ακροαματικότητας	noun	γενική ενικού του ακροαματικότητα
ακροαματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαματικότητα
ακροαματικών	adj	γενική πληθυντικού του ακροαματικός
ακροαριστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαριστερό
ακροαριστερέ	adj	κλητική ενικού του ακροαριστερός
ακροαριστερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαριστερή
ακροαριστερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροαριστερός
ακροαριστερής	adj	γενική ενικού του ακροαριστερή
ακροαριστεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροαριστερός
ακροαριστερού	adj	γενική ενικού του ακροαριστερός
ακροαριστερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακροαριστερός
ακροαριστερό	adj	αιτιατική ενικού του ακροαριστερός
ακροαριστερός	adj	χαρακτηρισμός κάποιου που υποστηρίζει την Αριστερά και του οποίου οι πολιτικές πεποιθήσεις θεωρούνται ακραίες, εξτρεμιστικές
ακροαριστερών	adj	γενική πληθυντικού του ακροαριστερός
ακροασθήκαμε	=	ακροάζομαι
ακροασθήκαν	=	ακροάζομαι
ακροασθήκανε	=	ακροάζομαι
ακροασθήκατε	=	ακροάζομαι
ακροασθεί	=	ακροάζομαι
ακροασθείς	=	ακροάζομαι
ακροασθείτε	=	ακροάζομαι
ακροασθούμε	=	ακροάζομαι
ακροασθούν	=	ακροάζομαι
ακροασθούνε	=	ακροάζομαι
ακροασθώ	=	ακροάζομαι
ακροασμένος	=	ακροάζομαι
ακροαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστήκαν	=	ακροάζομαι
ακροαστήκανε	=	ακροάζομαι
ακροαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστικά	noun	ένδειξη πάθησης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαστικό
ακροαστικέ	adj	κλητική ενικού του ακροαστικός
ακροαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροαστική
ακροαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροαστικός
ακροαστικής	adj	γενική ενικού του ακροαστική
ακροαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροαστικός
ακροαστικού	adj	γενική ενικού του ακροαστικός
ακροαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακροαστικός
ακροαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ακροαστικός
ακροαστικός	adj	που μπορούν να τον ακροαστούν
ακροαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ακροαστικός
ακροαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροαστούνε	=	ακροάζομαι
ακροαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροάζομαι
ακροατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροατής
ακροατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ακροατής
ακροατήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροατήριο
ακροατήριο	noun	το κοινό που παρακολουθεί κάποιο δρώμενο
ακροατήριου	=	ακροατήριο
ακροατής	noun	αυτός που ακούει και βλέπει μια δημόσια παρουσίαση όπως για παράδειγμα μια εκπομπή στη τηλεόραση, μια συνομιλία, ο δέκτης
ακροατηρίου	noun	γενική ενικού του ακροατήριο
ακροατηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ακροατήριο
ακροατριών	noun	γενική πληθυντικού του ακροάτρια
ακροατών	noun	γενική πληθυντικού του ακροατής
ακροβάθρου	=	ακρόβαθρο
ακροβάθρων	=	ακρόβαθρο
ακροβάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβάτης
ακροβάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ακροβάτης
ακροβάτης	noun	αυτός που περπατάει στην άκρη του σχοινιού
ακροβάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβάτιδα	=	ακροβάτης
ακροβάτισσα	noun	θηλυκό του ακροβάτης
ακροβάτισσας	=	ακροβάτισσα
ακροβάτισσες	=	ακροβάτισσα
ακροβασία	noun	θεαματικό και πολλές φορές επικίνδυνο γύμνασμα
ακροβασίας	noun	γενική ενικού του ακροβασία
ακροβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβασία
ακροβασιών	noun	γενική πληθυντικού του ακροβασία
ακροβατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσαν	=	ακροβατώ
ακροβατήσανε	=	ακροβατώ
ακροβατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
ακροβατεί	=	ακροβατώ
ακροβατείς	=	ακροβατώ
ακροβατείτε	=	ακροβατώ
ακροβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβατικό
ακροβατικέ	adj	κλητική ενικού του ακροβατικός
ακροβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβατική
ακροβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροβατικός
ακροβατικής	adj	γενική ενικού του ακροβατική
ακροβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροβατικός
ακροβατικού	adj	γενική ενικού του ακροβατικός
ακροβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακροβατικός
ακροβατικό	adj	αιτιατική ενικού του ακροβατικός
ακροβατικός	adj	που έχει σχέση με τους ακροβάτες ή με τις ενέργειες που κάνουν
ακροβατικών	adj	γενική πληθυντικού του ακροβατικός
ακροβατισμέ	noun	κλητική ενικού του ακροβατισμός
ακροβατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροβατισμός
ακροβατισμού	noun	γενική ενικού του ακροβατισμός
ακροβατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακροβατισμός
ακροβατισμό	noun	αιτιατική ενικού του ακροβατισμός
ακροβατισμός	noun	η ακροβασία
ακροβατισμών	noun	γενική πληθυντικού του ακροβατισμός
ακροβατισσών	=	ακροβάτισσα
ακροβατούμε	=	ακροβατώ
ακροβατούν	=	ακροβατώ
ακροβατούνε	=	ακροβατώ
ακροβατούσα	=	ακροβατώ
ακροβατούσαμε	=	ακροβατώ
ακροβατούσαν	=	ακροβατώ
ακροβατούσανε	=	ακροβατώ
ακροβατούσατε	=	ακροβατώ
ακροβατούσε	=	ακροβατώ
ακροβατούσες	=	ακροβατώ
ακροβατώ	verb	βαδίζω πάνω σε τεντωμένο σχοινί ή κάνω παρόμοιες ασκήσεις ισορροπίας, πράττω ακροβασίες
ακροβατών	noun	γενική πληθυντικού του ακροβάτης
ακροβατώντας	=	ακροβατώ
ακροβολήσαμε	=	ακροβολώ
ακροβολήσαν	=	ακροβολώ
ακροβολήσανε	=	ακροβολώ
ακροβολήσατε	=	ακροβολώ
ακροβολήσει	=	ακροβολώ
ακροβολήστε	=	ακροβολώ
ακροβολίζαμε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζαν	=	ακροβολίζω
ακροβολίζανε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζατε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζει	=	ακροβολίζω
ακροβολίζεις	=	ακροβολίζω
ακροβολίζεσαι	=	ακροβολίζω
ακροβολίζεστε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζεται	=	ακροβολίζω
ακροβολίζετε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζομαι	=	ακροβολίζω
ακροβολίζονται	=	ακροβολίζω
ακροβολίζονταν	=	ακροβολίζω
ακροβολίζοντας	=	ακροβολίζω
ακροβολίζουμε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζουν	=	ακροβολίζω
ακροβολίζουνε	=	ακροβολίζω
ακροβολίζω	verb	παρατάσσω τους στρατιώτες σε τέτοιες θέσεις, ώστε να μπορούν να βλάψουν τον εχθρό από σχετικά μακριά και κρυμμένοι
ακροβολίου	=	ακροβόλι
ακροβολίσαμε	=	ακροβολίζω
ακροβολίσαν	=	ακροβολίζω
ακροβολίσανε	=	ακροβολίζω
ακροβολίσατε	=	ακροβολίζω
ακροβολίσει	=	ακροβολίζω
ακροβολίσματα	=	ακροβόλισμα
ακροβολίσματος	=	ακροβόλισμα
ακροβολίσου	=	ακροβολίζω
ακροβολίστε	=	ακροβολίζω
ακροβολίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολίων	=	ακροβόλι
ακροβολεί	=	ακροβολώ
ακροβολείς	=	ακροβολώ
ακροβολείτε	=	ακροβολώ
ακροβολιζόμασταν	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόμαστε	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόμουν	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόμουνα	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόντουσαν	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόσασταν	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόσαστε	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόσουν	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόσουνα	=	ακροβολίζω
ακροβολιζόταν	=	ακροβολίζω
ακροβολιζότανε	=	ακροβολίζω
ακροβολισμάτων	=	ακροβόλισμα
ακροβολισμέ	noun	κλητική ενικού του ακροβολισμός
ακροβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβολισμένο
ακροβολισμένε	verb	κλητική ενικού του ακροβολισμένος
ακροβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβολισμένη
ακροβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροβολισμένος
ακροβολισμένης	verb	γενική ενικού του ακροβολισμένη
ακροβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακροβολισμένος
ακροβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροβολισμένος
ακροβολισμένος	=	ακροβολίζω
ακροβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακροβολισμένος
ακροβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακροβολισμένος
ακροβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακροβολισμένος
ακροβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροβολισμός
ακροβολισμού	noun	γενική ενικού του ακροβολισμός
ακροβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακροβολισμός
ακροβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του ακροβολισμός
ακροβολισμός	noun	η τοποθέτηση στρατιωτών σε σκόρπιες τυχαίες θέσεις, η πράξη ή το αποτέλεσμα του ακροβολίζομαι
ακροβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του ακροβολισμός
ακροβολιστά	adv	άλλη μορφή του ακροβολιστί
ακροβολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβολιστής
ακροβολιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ακροβολιστής
ακροβολιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστήκαν	=	ακροβολίζω
ακροβολιστήκανε	=	ακροβολίζω
ακροβολιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστής	noun	στρατιώτης που πολεμά σε αραιή διάταξη, δηλαδή του οποίου η μονάδα έχει διασκορπιστεί σε ολόκληρο το πεδίο μάχης
ακροβολιστί	adv|formal	σε αραιή ή σκόρπια διάταξη, όχι συντεταγμένα
ακροβολιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστικά	adv	άλλη μορφή του ακροβολιστί
ακροβολιστικέ	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστικές	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστική	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ακροβολιστική) του ακροβολιστικός
ακροβολιστικοί	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστικού	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστικούς	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστικό	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστικός	adj	που έχει σχέση με ακροβολιστή ή ακροβολισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
ακροβολιστικών	=	ακροβολιστικός
ακροβολιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβολίζομαι
ακροβολιστών	noun	γενική πληθυντικού του ακροβολιστής
ακροβολούμε	=	ακροβολώ
ακροβολούν	=	ακροβολώ
ακροβολούνε	=	ακροβολώ
ακροβολούσα	=	ακροβολώ
ακροβολούσαμε	=	ακροβολώ
ακροβολούσαν	=	ακροβολώ
ακροβολούσανε	=	ακροβολώ
ακροβολούσατε	=	ακροβολώ
ακροβολούσε	=	ακροβολώ
ακροβολούσες	=	ακροβολώ
ακροβολώ	verb	άλλη μορφή του ακροβολίζω
ακροβολώντας	=	ακροβολώ
ακροβουνιού	=	ακροβούνι
ακροβουνιών	=	ακροβούνι
ακροβούνι	noun|literary	η κορυφή του βουνού
ακροβούνια	=	ακροβούνι
ακροβυστία	noun	το άκρο του δέρματος που καλύπτει τη βάλανο του πέους
ακροβυστίας	noun	γενική ενικού του ακροβυστία
ακροβυστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροβυστία
ακροβυστιών	noun	γενική πληθυντικού του ακροβυστία
ακροβόλει	=	ακροβολώ
ακροβόλησα	=	ακροβολώ
ακροβόλησαν	=	ακροβολώ
ακροβόλησε	=	ακροβολώ
ακροβόλησες	=	ακροβολώ
ακροβόλι	noun	το βαρίδι (για αλιευτικά σύνεργα)
ακροβόλια	=	ακροβόλι
ακροβόλιζα	=	ακροβολίζω
ακροβόλιζαν	=	ακροβολίζω
ακροβόλιζε	=	ακροβολίζω
ακροβόλιζες	=	ακροβολίζω
ακροβόλισα	=	ακροβολίζω
ακροβόλισαν	=	ακροβολίζω
ακροβόλισε	=	ακροβολίζω
ακροβόλισες	=	ακροβολίζω
ακροβόλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ακροβολίζομαι (/ ακροβολίζω)
ακρογιάλι	noun	άλλη μορφή του ακρογιαλιά
ακρογιάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρογιάλι
ακρογιαλήσια	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιας	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιε	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιες	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιο	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιοι	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιος	adj|literary	που είναι μέρος του ακρογιαλίου
ακρογιαλήσιου	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιους	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλήσιων	=	ακρογιαλήσιος
ακρογιαλίτες	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλίτη	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλίτης	noun|literary	που διαμένει στο ακρογιάλι
ακρογιαλίτικα	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικε	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικες	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικη	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικης	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικο	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικοι	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικος	adj|literary	που αφορά το ακρογιάλι
ακρογιαλίτικου	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικους	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτικων	=	ακρογιαλίτικος
ακρογιαλίτισσα	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλίτισσας	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλίτισσες	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλιά	noun	το μέρος όπου η ξηρά συναντιέται με τη θάλασσα· η ακτή, η παραλία, ο γιαλός
ακρογιαλιάς	noun	γενική ενικού του ακρογιαλιά
ακρογιαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρογιαλιά
ακρογιαλιού	=	ακρογιάλι
ακρογιαλιτισσών	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλιτών	=	ακρογιαλίτης
ακρογιαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ακρογιαλιά
ακρογωνιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρογωνιαίος
ακρογωνιαίας	adj	γενική ενικού του ακρογωνιαία
ακρογωνιαίε	adj	ακρογωνιαίος, στην κλητική του ενικού
ακρογωνιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρογωνιαία
ακρογωνιαίο	adj	ακρογωνιαίος, στην αιτιατική του ενικού
ακρογωνιαίοι	adj	ακρογωνιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ακρογωνιαίος	adj	που βρίσκεται στη βάση της εξωτερικής γωνίας δύο τοίχων
ακρογωνιαίου	adj	γενική ενικού του ακρογωνιαίος
ακρογωνιαίους	adj	ακρογωνιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ακρογωνιαίων	=	ακρογωνιαίος
ακροδάκτυλα	=	ακροδάκτυλο
ακροδάκτυλο	noun	άλλη μορφή του ακροδάχτυλο
ακροδάκτυλου	=	ακροδάκτυλο
ακροδάκτυλων	=	ακροδάκτυλο
ακροδάχτυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροδάχτυλο
ακροδάχτυλο	noun	η άκρη του δακτύλου των χεριών ή των ποδιών
ακροδάχτυλου	noun	γενική ενικού του ακροδάχτυλο
ακροδάχτυλων	noun	γενική πληθυντικού του ακροδάχτυλο
ακροδέκτες	=	ακροδέκτης
ακροδέκτη	=	ακροδέκτης
ακροδέκτης	noun	εξάρτημα ή η άκρη καλωδίου ηλεκτρικού κυκλώματος που προορίζεται για να συνδεθεί με άλλη, αντίστοιχη, άκρη ή εξάρτημα
ακροδακτύλου	=	ακροδάκτυλο
ακροδακτύλων	=	ακροδάκτυλο
ακροδεκτών	=	ακροδέκτης
ακροδεξιά	noun	πολιτικός χώρος που συγκεντρώνει κόμματα με συντηρητικές, ολοκληρωτικές και εθνικιστικές απόψεις
ακροδεξιάς	=	ακροδεξιός
ακροδεξιέ	=	ακροδεξιός
ακροδεξιές	=	ακροδεξιός
ακροδεξιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροδεξιός
ακροδεξιού	=	ακροδεξιός
ακροδεξιούς	=	ακροδεξιός
ακροδεξιό	=	ακροδεξιός
ακροδεξιός	adj	που ανήκει (πολιτικά) στην άκρα δεξιά ή την υποστηρίζει	noun	αυτός που ανήκει (πολιτικά) στην άκρα δεξιά
ακροδεξιών	=	ακροδεξιός
ακροθάλασσα	noun	η ακροθαλασσιά και αντιστροφως, το τέλος της θάλασσας προς τη στεριά, η άκρια της θάλασσας
ακροθάλασσας	noun	γενική ενικού του ακροθάλασσα
ακροθάλασσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροθάλασσα
ακροθάλασσο	noun	άλλη μορφή του ακροθαλασσιά
ακροθάλασσου	=	ακροθάλασσο
ακροθάλασσων	=	ακροθάλασσο
ακροθαλάσσι	noun|literary	άλλη μορφή του ακροθαλασσιά
ακροθαλάσσια	=	ακροθαλάσσι
ακροθαλάσσιας	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιε	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιες	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιο	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιοι	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιος	adj|literary	που βρίσκεται στην ακροθαλασσιά
ακροθαλάσσιου	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιους	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλάσσιων	=	ακροθαλάσσιος
ακροθαλασσίτες	=	ακροθαλασσίτης
ακροθαλασσίτη	=	ακροθαλασσίτης
ακροθαλασσίτης	noun|literary	που βρίσκεται ή διαμένει στην ακροθαλασσιά
ακροθαλασσιά	noun	το μέρος όπου η ξηρά αγγίζει τη θάλασσα, το ακρογιάλι
ακροθαλασσιάς	noun	γενική ενικού του ακροθαλασσιά
ακροθαλασσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροθαλασσιά
ακροθαλασσιού	=	ακροθαλάσσι
ακροθαλασσιτών	=	ακροθαλασσίτης
ακροθαλασσιών	=	ακροθαλασσιά
ακροθαλασσών	noun	γενική πληθυντικού του ακροθάλασσα
ακροθιγές	=	ακροθιγής
ακροθιγή	=	ακροθιγής
ακροθιγής	adj|archaic	που δεν εμβαθύνει, που δεν αναλύει, δε δίνει λεπτομέρειες, αλλά ασχολείται με κάτι γενικά, πρόχειρα ή επιπόλαια
ακροθιγείς	=	ακροθιγής
ακροθιγούς	=	ακροθιγής
ακροθιγών	=	ακροθιγής
ακροθιγώς	adv	χωρίς εμβάθυνση ή ακρίβεια, χωρίς ανάλυση ή λεπτομέρειες
ακροκέραμα	=	ακροκέραμο
ακροκέραμο	noun	πήλινο διακοσμητικό που τοποθετείται στις άκρες κεραμοσκεπής
ακροκέραμος	=	ακροκέραμο
ακροκέραμου	=	ακροκέραμο
ακροκέραμων	=	ακροκέραμο
ακροκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροκεντρικό
ακροκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του ακροκεντρικός
ακροκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροκεντρική
ακροκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροκεντρικός
ακροκεντρικής	adj	γενική ενικού του ακροκεντρική
ακροκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροκεντρικός
ακροκεντρικού	adj	γενική ενικού του ακροκεντρικός
ακροκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακροκεντρικός
ακροκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του ακροκεντρικός
ακροκεντρικός	adj	με το κεντρομερίδιο κοντά στην άκρη (Χρειάζεται επεξεργασία)
ακροκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του ακροκεντρικός
ακροκεράμου	=	ακροκέραμο
ακροκεράμων	=	ακροκέραμο
ακροκεφαλία	noun	δυσμορφία / παραμόρφωση του κρανίου στην οποία παίρνει αναπτύσσεται προς τα πάνω και παίρνει κωνικό σχήμα
ακροκεφαλίας	noun	γενική ενικού του ακροκεφαλία
ακροκεφαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροκεφαλία
ακροκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ακροκεφαλία
ακροκιβωτίου	=	ακροκιβώτιο
ακροκιβωτίων	=	ακροκιβώτιο
ακροκιβώτια	=	ακροκιβώτιο
ακροκιβώτιο	noun	κιβώτιο ή κατασκευή στα οποία καταλήγουν καλώδια (ρεύματος ή άλλα)
ακροκιβώτιου	=	ακροκιβώτιο
ακροκιβώτιων	=	ακροκιβώτιο
ακροκρηπίδα	noun	η άκρα / το ακριανό μέρος μιας κρηπίδας / ενός κρηπιδώματος
ακροκρηπίδας	=	ακροκρηπίδα
ακροκρηπίδες	=	ακροκρηπίδα
ακροκρηπίδων	=	ακροκρηπίδα
ακρολίθου	=	ακρόλιθος
ακρολίθους	=	ακρόλιθος
ακρολίθων	=	ακρόλιθος
ακρολίμανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρολίμανο
ακρολίμανο	noun	η άκρη ενός λιμανιού
ακρολίμανου	noun	γενική ενικού του ακρολίμανο
ακρολίμανων	noun	γενική πληθυντικού του ακρολίμανο
ακρολαΐνη	=	ακρολεΐνη
ακρολεΐνες	=	ακρολεΐνη
ακρολεΐνη	noun	χημική ουσία που χρησιμοποιείται στην παραγωγή ασφυξιογόνων αερίων, καθώς και δακρυγόνων
ακρολεΐνης	=	ακρολεΐνη
ακρολεϊνών	=	ακρολεΐνη
ακρολιμνιά	noun	η όχθη μιας λίμνης
ακρολιμνιάς	=	ακρολιμνιά
ακρολιμνιές	=	ακρολιμνιά
ακρολιμνιών	=	ακρολιμνιά
ακρολοφία	noun	προεξέχων σχηματισμός σε οστό, νεύρο κ.λπ.
ακρολοφίας	noun	γενική ενικού του ακρολοφία
ακρολοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρολοφία
ακρολοφιών	noun	γενική πληθυντικού του ακρολοφία
ακρομεγαλία	noun	παθολογική νόσος υπερτροφίας των άκρων
ακρομεγαλίας	noun	γενική ενικού του ακρομεγαλία
ακρομεγαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρομεγαλία
ακρομεγαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ακρομεγαλία
ακροπάθεια	noun	πάθηση των χεριών και κυρίως των ποδιών που προκαλεί έλκη και αναισθησία στον πόνο και στη θερμότητα
ακροπάθειας	=	ακροπάθεια
ακροπάθειες	=	ακροπάθεια
ακροπάτα	=	ακροπατώ
ακροπάταγε	=	ακροπατώ
ακροπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπαθειών	=	ακροπάθεια
ακροπατά	=	ακροπατώ
ακροπατάει	=	ακροπατώ
ακροπατάμε	=	ακροπατώ
ακροπατάν	=	ακροπατώ
ακροπατάνε	=	ακροπατώ
ακροπατάς	=	ακροπατώ
ακροπατάτε	=	ακροπατώ
ακροπατάω	=	ακροπατώ
ακροπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσαν	=	ακροπατώ
ακροπατήσανε	=	ακροπατώ
ακροπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροπατώ
ακροπατούμε	=	ακροπατώ
ακροπατούν	=	ακροπατώ
ακροπατούνε	=	ακροπατώ
ακροπατούσα	=	ακροπατώ
ακροπατούσαμε	=	ακροπατώ
ακροπατούσαν	=	ακροπατώ
ακροπατούσανε	=	ακροπατώ
ακροπατούσατε	=	ακροπατώ
ακροπατούσε	=	ακροπατώ
ακροπατούσες	=	ακροπατώ
ακροπατώ	verb	πατώ στις μύτες των ποδιών
ακροπατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακροπατάω / ακροπατώ
ακροποδητί	adv	στις μύτες των ποδιών, πολύ σιγά και προσεκτικά
ακροποσθία	noun	το άκρο της πόσθης που καλύπτει τη βάλανο του πέους
ακροποσθίας	noun	γενική ενικού του ακροποσθία
ακροποσθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροποσθία
ακροποσθιών	noun	γενική πληθυντικού του ακροποσθία
ακροποταμιά	noun	το έδαφος, το χώμα δίπλα σε ποτάμι, η όχθη του
ακροποταμιάς	noun	γενική ενικού του ακροποταμιά
ακροποταμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροποταμιά
ακροποταμιών	=	ακροποταμιά
ακροπτερυγίου	=	ακροπτερύγιο
ακροπτερυγίων	=	ακροπτερύγιο
ακροπτερύγια	=	ακροπτερύγιο
ακροπτερύγιο	noun	η άκρη ενός πτερυγίου (αεροπλάνου, πουλιού κ.λπ.)
ακροπτερύγιου	=	ακροπτερύγιο
ακροπτερύγιων	=	ακροπτερύγιο
ακροπυργίου	=	ακροπύργιο
ακροπυργίων	=	ακροπύργιο
ακροπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρόπολη
ακροπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του ακρόπολη
ακροπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του ακρόπολη
ακροπύργια	=	ακροπύργιο
ακροπύργιο	noun	ο ψηλότερος πυργίσκος σε φρούριο
ακροπύργιου	=	ακροπύργιο
ακρορίζια	noun	βλέπε: ακρορρίζια, από το ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρορρίζιο
ακρορίζιο	noun	άλλη γραφή του ακρορρίζιο
ακρορίζιου	=	ακρορίζιο
ακρορίζιων	=	ακρορίζιο
ακροριζίου	=	ακρορίζιο
ακροριζίων	=	ακρορίζιο
ακροριζεκτομές	=	ακροριζεκτομή
ακροριζεκτομή	noun	μικροχειρουργική επέμβαση που αφαιρεί το άκρο της ρίζας ενός δοντιού και σφραγίζει το ακρορριζικό τμήμα, για να αντιμετωπιστεί επίμονη φλεγμονή ή λοίμωξη που δεν θεραπεύεται με απλή ενδοδοντική θεραπεία
ακροριζεκτομής	=	ακροριζεκτομή
ακροριζεκτομών	=	ακροριζεκτομή
ακρορρίζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρορρίζιο
ακρορρίζιο	noun	το ακρότατο μέρος της ρίζας του δοντιού
ακρορρίζιου	=	ακρορρίζιο
ακρορρίζιων	=	ακρορρίζιο
ακρορριζίου	=	ακρορρίζιο
ακρορριζίων	=	ακρορρίζιο
ακρορριζεκτομές	=	ακρορριζεκτομή
ακρορριζεκτομή	noun	άλλη μορφή του ακροριζεκτομή
ακρορριζεκτομής	=	ακρορριζεκτομή
ακρορριζεκτομών	=	ακρορριζεκτομή
ακρορριζικά	=	ακρορριζικός
ακρορριζικέ	=	ακρορριζικός
ακρορριζικές	=	ακρορριζικός
ακρορριζική	=	ακρορριζικός
ακρορριζικής	=	ακρορριζικός
ακρορριζικοί	=	ακρορριζικός
ακρορριζικού	=	ακρορριζικός
ακρορριζικούς	=	ακρορριζικός
ακρορριζικό	=	ακρορριζικός
ακρορριζικός	adj	που σχετίζεται με την περιοχή γύρω από την άκρη της ρίζας ενός δοντιού, συνήθως σε σχέση με παθολογικές αλλοιώσεις ή διαγνωστικές / θεραπευτικές πράξεις
ακρορριζικών	=	ακρορριζικός
ακροσημεία	=	ακροσημείο
ακροσημείο	noun	endpoint: ο ξένιος υπολογιστής (host) στο άκρο ενός καναλιού (link)
ακροσημείου	=	ακροσημείο
ακροσημείων	=	ακροσημείο
ακροστασία	noun	είδος σωματικής άσκησης ή στάσης, κατά την οποία σηκώνουμε το σώμα αργά, καθώς στηριζόμαστε στα ακροδάχτυλα των ποδιών
ακροστασίας	noun	γενική ενικού του ακροστασία
ακροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροστασία
ακροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ακροστασία
ακροστιχίδα	noun	ποιητικό παιχνίδι κατά το οποίο τα αρχικά γράμματα κάθε στίχου αποτελούν μια λέξη όταν τα διαβάζουμε από πάνω προς τα κάτω
ακροστιχίδας	=	ακροστιχίδα
ακροστιχίδες	=	ακροστιχίδα
ακροστιχίδων	=	ακροστιχίδα
ακροστολίου	=	ακροστόλι
ακροστολίων	=	ακροστόλι
ακροστόλι	noun	το ακρόπρωρο
ακροστόλια	=	ακροστόλι
ακροστόμια	=	επιστόμιο
ακροσυνόρων	=	ακροσύνορα
ακροσφαλές	=	ακροσφαλής
ακροσφαλή	=	ακροσφαλής
ακροσφαλής	adj	ο επισφαλής, που εμπεριέχει κίνδυνο
ακροσφαλείς	=	ακροσφαλής
ακροσφαλούς	=	ακροσφαλής
ακροσφαλών	=	ακροσφαλής
ακροσωλήνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροσωλήνιο
ακροσωλήνιο	noun	η άκρη οποιουδήποτε σωλήνα, π.χ. αμμοβολής, υδροβολής, φλογοβόλου κ.λπ.
ακροσωλήνιου	=	ακροσωλήνιο
ακροσωληνίου	=	ακροσωλήνιο
ακροσωληνίων	=	ακροσωλήνιο
ακροσωμάτων	=	ακρόσωμα
ακροσύνορα	noun|poetic	τα σύνορα σε μια εσχατιά, πολύ μακριά
ακροσύνορων	=	ακροσύνορα
ακροσώματα	=	ακρόσωμα
ακροσώματος	=	ακρόσωμα
ακροτάτου	=	ακρότατο
ακροτάτων	=	ακρότατο
ακροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ακρότητα
ακροτελεύτια	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιας	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιε	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιες	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιο	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιοι	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιος	adj	που βρίσκεται στο άκρο, ο τελευταίος, ο τελικός
ακροτελεύτιου	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιους	=	ακροτελεύτιος
ακροτελεύτιων	=	ακροτελεύτιος
ακροτύπου	=	ακρότυπο
ακροτύπων	=	ακρότυπο
ακροφοβία	noun	η υψοφοβία
ακροφοβίας	=	ακροφοβία
ακροφοβίες	=	ακροφοβία
ακροφοβιών	=	ακροφοβία
ακροφυσίου	=	ακροφύσιο
ακροφυσίων	=	ακροφύσιο
ακροφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροφωνικό
ακροφωνικέ	adj	κλητική ενικού του ακροφωνικός
ακροφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακροφωνική
ακροφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακροφωνικός
ακροφωνικής	adj	γενική ενικού του ακροφωνική
ακροφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακροφωνικός
ακροφωνικού	adj	γενική ενικού του ακροφωνικός
ακροφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακροφωνικός
ακροφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ακροφωνικός
ακροφωνικός	adj	που αφορά το ακραίο γράμμα (φώνημα) μιας λέξης
ακροφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ακροφωνικός
ακροφύσια	=	ακροφύσιο
ακροφύσιο	noun	κωνικό (ή μη κωνικό) μεταλλικό άκρο σωλήνα για στόχευση και αύξηση της πίεσης του εκτοξευόμενου υλικού ή για ελάττωση της πίεσης σε κλίβανο-καζάνι-δοχείο
ακροφύσιου	=	ακροφύσιο
ακρούλα	noun	υποκοριστικό του: άκρη
ακρούλας	noun	γενική ενικού του ακρούλα
ακρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρούλα
ακροώμαι	verb	ακούω προσεκτικά
ακρυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρυλικό
ακρυλικέ	adj	κλητική ενικού του ακρυλικός
ακρυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρυλική
ακρυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρυλικός
ακρυλικής	adj	γενική ενικού του ακρυλική
ακρυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρυλικός
ακρυλικού	adj	γενική ενικού του ακρυλικός
ακρυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακρυλικός
ακρυλικό	adj	αιτιατική ενικού του ακρυλικός	noun	που παράγεται από ακρυλικό οξύ (χημική οργανική ένωση ακόρεστων οξέων)
ακρυλικός	adj	που έχει σχέση ή προέρχεται από το ακρυλικό οξύ, χημική οργανική ένωση ακόρεστων οξέων
ακρυλικών	adj	γενική πληθυντικού του ακρυλικός
ακρυλονιτρίλια	=	ακρυλονιτρίλιο
ακρυλονιτρίλιο	noun	οργανική χημική ένωση (CH₂CHCN), που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πλαστικών
ακρυλονιτρίλιου	=	ακρυλονιτρίλιο
ακρυλονιτρίλιων	=	ακρυλονιτρίλιο
ακρυλονιτριλίου	=	ακρυλονιτρίλιο
ακρυλονιτριλίων	=	ακρυλονιτρίλιο
ακρυστάλλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρυστάλλωτο
ακρυστάλλωτε	adj	κλητική ενικού του ακρυστάλλωτος
ακρυστάλλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρυστάλλωτη
ακρυστάλλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρυστάλλωτος
ακρυστάλλωτης	adj	γενική ενικού του ακρυστάλλωτη
ακρυστάλλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακρυστάλλωτος
ακρυστάλλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρυστάλλωτος
ακρυστάλλωτος	adj	που δεν έχει κρυσταλλωθεί ή αποκρυσταλλωθεί
ακρυστάλλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακρυστάλλωτος
ακρυστάλλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακρυστάλλωτος
ακρυστάλλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακρυστάλλωτος
ακρωδυνία	noun	το άλγος των άκρων, των χεριών και των ποδιών, είδος ρευματοπάθειας
ακρωδυνίας	=	ακρωδυνία
ακρωδυνίες	=	ακρωδυνία
ακρωδυνιών	=	ακρωδυνία
ακρωμίου	=	ακρώμιο
ακρωμίων	=	ακρώμιο
ακρωμιοκλειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρωμιοκλειδικό
ακρωμιοκλειδικέ	adj	κλητική ενικού του ακρωμιοκλειδικός
ακρωμιοκλειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρωμιοκλειδική
ακρωμιοκλειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρωμιοκλειδικός
ακρωμιοκλειδικής	adj	γενική ενικού του ακρωμιοκλειδική
ακρωμιοκλειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρωμιοκλειδικός
ακρωμιοκλειδικού	adj	γενική ενικού του ακρωμιοκλειδικός
ακρωμιοκλειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακρωμιοκλειδικός
ακρωμιοκλειδικό	adj	αιτιατική ενικού του ακρωμιοκλειδικός
ακρωμιοκλειδικός	adj	που σχετίζεται με το ακρώμιο και την κλείδα ή αναφέρεται σ’ αυτά
ακρωμιοκλειδικών	adj	γενική πληθυντικού του ακρωμιοκλειδικός
ακρωνυμίου	=	ακρωνύμιο
ακρωνυμίων	=	ακρωνύμιο
ακρωνύμια	=	ακρωνύμιο
ακρωνύμιο	noun	συντομευμένη μορφή (συντομομορφή) ενός πολυλεκτικού όρου ή ονόματος (π.χ. επωνυμίας) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται συλλαβικά σαν κανονική λέξη.
ακρωνύμιου	=	ακρωνύμιο
ακρωνύμιων	=	ακρωνύμιο
ακρωνύμου	noun	γενική ενικού του ακρώνυμο
ακρωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του ακρώνυμο
ακρωρειών	noun	γενική πληθυντικού του ακρώρεια
ακρωτήρι	noun	άλλη μορφή του ακρωτήριο με κατάληξη της δημοτικής
ακρωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρωτήριο
ακρωτήριο	noun	τμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα (και ακρωτήρι)
ακρωτήριου	noun	γενική ενικού του ακρωτήριο
ακρωτηρίαζα	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηρίαζαν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηρίαζε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηρίαζες	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηρίαση	noun	η ενέργεια του ακρωτηριάζω, ο ακρωτηριασμός
ακρωτηρίασης	=	ακρωτηρίαση
ακρωτηρίου	noun	γενική ενικού του ακρωτήριο
ακρωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ακρωτήριο
ακρωτηριάζαμε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζαν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζανε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζατε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζει	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζεις	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζεσαι	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζεστε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζεται	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζετε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζομαι	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζομε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζονται	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζονταν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζοντας	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζουμε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζουν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζουνε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάζω	verb	αποκόπτω ένα μέλος, χέρι ή πόδι
ακρωτηριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσαν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσανε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρωτηρίαση
ακρωτηριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσεων	=	ακρωτηρίαση
ακρωτηριάσεως	=	ακρωτηρίαση
ακρωτηριάσομε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσου	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσουνε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριάστηκα	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάστηκαν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάστηκε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάστηκες	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόμασταν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόμαστε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόμουν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόμουνα	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόντουσαν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόσασταν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόσαστε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόσουν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόσουνα	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζόταν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαζότανε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριασμέ	adj	κλητική ενικού του ακρωτηριασμός
ακρωτηριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρωτηριασμένο
ακρωτηριασμένε	verb	κλητική ενικού του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρωτηριασμένη
ακρωτηριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμένης	verb	γενική ενικού του ακρωτηριασμένη
ακρωτηριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμένος	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακρωτηριασμένος
ακρωτηριασμοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακρωτηριασμός
ακρωτηριασμού	adj	γενική ενικού του ακρωτηριασμός
ακρωτηριασμούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακρωτηριασμός
ακρωτηριασμό	adj	αιτιατική ενικού του ακρωτηριασμός
ακρωτηριασμός	noun	αποκοπή ενός μέλους ενός σώματος
ακρωτηριασμών	adj	γενική πληθυντικού του ακρωτηριασμός
ακρωτηριαστήκαμε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστήκαν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστήκανε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστήκατε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστεί	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστείς	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστείτε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστούμε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστούν	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστούνε	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριαστώ	=	ακρωτηριάζω
ακρωτηριού	noun	γενική ενικού του ακρωτήρι
ακρωτηριών	=	ακρωτήρι
ακρόαμα	noun	αυτό που ακούει κάποιος (ιδίως ως ακροατής: τραγούδι, απαγγελία κ.λπ.)
ακρόαση	noun	η προσεκτική παρακολούθηση ομιλίας, μουσικού έργου ή άλλης πηγής ήχου
ακρόασης	noun	γενική ενικού του ακρόαση
ακρόβαθρα	=	ακρόβαθρο
ακρόβαθρο	noun	το ακριανό βάθρο στήριξης μιας γέφυρας
ακρόβαθρου	=	ακρόβαθρο
ακρόβαθρων	=	ακρόβαθρο
ακρόβουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρόβουνο
ακρόβουνο	noun|literary	η κορυφή του βουνού
ακρόβουνου	noun	γενική ενικού του ακρόβουνο
ακρόβουνων	noun	γενική πληθυντικού του ακρόβουνο
ακρόλιθα	=	ακρόλιθο
ακρόλιθε	=	ακρόλιθος
ακρόλιθη	=	ακρόλιθος
ακρόλιθο	noun	άγαλμα από ξύλο, με άκρα και κεφαλή από πέτρα, μάρμαρο, ελεφαντόδοντο ή άλλο ακριβότερο υλικό
ακρόλιθοι	=	ακρόλιθος
ακρόλιθος	adj	χαρακτηρίζει αγάλματα ή ξόανα φτιαγμένα από ξύλο, με άκρα και κεφαλή από πέτρα, μάρμαρο, ελεφαντόδοντο ή άλλο ακριβότερο υλικό
ακρόλιθου	=	ακρόλιθος
ακρόλιθους	=	ακρόλιθος
ακρόλιθων	=	ακρόλιθος
ακρόλιμνα	=	ακρόλιμνο
ακρόλιμνο	noun	η όχθη μιας λίμνης
ακρόλιμνου	=	ακρόλιμνο
ακρόλιμνων	=	ακρόλιμνο
ακρόπλωρο	noun	άλλη ονομασία του ακρόπρωρου
ακρόπολη	noun	ύψωμα που παρείχε προστασία και γι' αυτό το λόγο γινόταν ο τόπος εγκατάστασης ενός οικισμού κατά τους προϊστορικούς χρόνους
ακρόπολης	noun	γενική ενικού του ακρόπολη
ακρόπρωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρόπρωρο
ακρόπρωρο	noun	ξύλινο σκαλιστό κόσμημα που έφεραν άλλοτε τα ιστιοφόρα στην πλώρη τους
ακρόπρωρου	noun	γενική ενικού του ακρόπρωρο
ακρόπρωρων	noun	γενική πληθυντικού του ακρόπρωρο
ακρόπυργος	=	ακροπύργιο
ακρόσωμα	noun	το ακριανό τμήμα σπερματοζωαρίου, που παίζει σημαντικό ρόλο στη γονιμοποίηση.
ακρότατα	=	ακρότατο
ακρότατε	=	ακρότατος
ακρότατες	=	ακρότατος
ακρότατη	=	ακρότατος
ακρότατης	=	ακρότατος
ακρότατο	adj	αιτιατική ενικού του ακρότατος	noun	η μεγαλύτερη ή η μικρότερη τιμή που μπορεί να πάρει μία συνάρτηση
ακρότατοι	=	ακρότατος
ακρότατος	adj	ο ακριανός, που βρίσκεται άκρη άκρη
ακρότατου	=	ακρότατο
ακρότατους	=	ακρότατος
ακρότατων	=	ακρότατο
ακρότητα	noun	το αποτέλεσμα της ακραίας συμπεριφοράς, που ξεπερνά το αποδεκτό όριο ακόμα και στην παρεκκλίνουσα συμπεριφορά
ακρότητας	noun	γενική ενικού του ακρότητα
ακρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρότητα
ακρότυπα	=	ακρότυπο
ακρότυπο	noun	ο ακρεμόνας
ακρότυπου	=	ακρότυπο
ακρότυπων	=	ακρότυπο
ακρόχορδε	=	ακρόχορδος
ακρόχορδο	=	ακρόχορδος
ακρόχορδοι	=	ακρόχορδος
ακρόχορδος	noun	είδος δηλητηριώδους φιδιού
ακρόχορδου	=	ακρόχορδος
ακρόχορδους	=	ακρόχορδος
ακρόχορδων	=	ακρόχορδος
ακρώμια	=	ακρώμιο
ακρώμιο	noun	η προέκταση της άκανθας της ωμοπλάτης
ακρώμιου	=	ακρώμιο
ακρών	=	άκρη
ακρώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρώνυμο
ακρώνυμο	noun	άλλη μορφή του ακρωνύμιο
ακρώνυμου	=	ακρώνυμο
ακρώρεια	noun|formal	η κορυφή του βουνού
ακρώρειας	noun	γενική ενικού του ακρώρεια
ακρώρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρώρεια
ακσς	abbrev	σχολείο του 20ού αιώνα στις Σπέτσες
ακτένιστος	=	αχτένιστος
ακτέριστα	=	ακτέριστος
ακτέριστε	=	ακτέριστος
ακτέριστες	=	ακτέριστος
ακτέριστη	=	ακτέριστος
ακτέριστης	=	ακτέριστος
ακτέριστο	=	ακτέριστος
ακτέριστοι	=	ακτέριστος
ακτέριστος	adj	που δεν περιέχεικτερίσματα
ακτέριστου	=	ακτέριστος
ακτέριστους	=	ακτέριστος
ακτέριστων	=	ακτέριστος
ακτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτή
ακτή	noun	το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, παραλία
ακτήμον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακτήμων
ακτήμονα	=	ακτήμονας
ακτήμονας	adj|formal	άλλη μορφή του ακτήμων με νεότερες καταλήξεις
ακτήμονες	=	ακτήμονας
ακτήμονον	=	ακτήμονας
ακτήμονος	=	ακτήμονας
ακτήμονων	=	ακτήμονας
ακτήμων	adj|formal	που δεν έχει κτηματική περιουσία
ακτής	noun	γενική ενικού του ακτή
ακτίδα	=	ακτίνα
ακτίνα	noun	γραμμή φωτός (ή παρόμοιας ακτινοβολίας)
ακτίνας	noun	γενική ενικού του ακτίνα
ακτίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτίνα
ακτίνη	noun	συσταλτή πρωτεΐνη που βρίσκεται στους μυς όλων των ζώων, από τα πρωτόζωα, τα σπονδυλωτά και στα μικρονήματα όλων των κυττάρων
ακτίνης	=	ακτίνη
ακτίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτίνιο
ακτίνιο	noun	μονάδα μέτρησης γωνιών, ίση με την επίκεντρη γωνία κύκλου που βαίνει σε τόξο μήκους ίσου με την ακτίνα του κύκλου (ή με άλλα λόγια ίση με 180/π μοίρες)
ακτίνιου	=	ακτίνιο
ακτίνων	noun	γενική πληθυντικού του ακτίνα
ακτίς	=	ακτίνα
ακτίτες	=	ακτίτης
ακτίτη	=	ακτίτης
ακτίτης	noun	είδος πουλιού
ακταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακταία
ακταιωρέ	=	ακταιωρός
ακταιωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακταιωρός
ακταιωρού	=	ακταιωρός
ακταιωρούς	=	ακταιωρός
ακταιωρό	=	ακταιωρός
ακταιωρός	noun	σκάφος του λιμενικού σώματος ή του πολεμικού ναυτικού που περιπολώντας επιβλέπει και φυλάσσει τις ακτές
ακταιωρών	=	ακταιωρός
ακταρμά	=	ακταρμάς
ακταρμάδες	=	ακταρμάς
ακταρμάδων	=	ακταρμάς
ακταρμάς	noun	άλλη μορφή του αχταρμάς
ακτημονικός	adj|rare	που στερείται ιδιοκτησίας (κτημάτων) ή περιουσιακών στοιχείων
ακτημοσυνών	=	ακτημοσύνη
ακτημοσύνες	=	ακτημοσύνη
ακτημοσύνη	noun	η κατάσταση του ακτήμονα, ο οποίος δεν έχει κανένα κτήμα, καμία ακίνητη περιουσία
ακτημοσύνης	=	ακτημοσύνη
ακτημόνων	adj	γενική πληθυντικού του ακτήμων
ακτιβίστρια	noun	ακτιβιστής
ακτιβίστριας	noun	γενική ενικού του ακτιβίστρια
ακτιβίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτιβίστρια
ακτιβισμέ	noun	κλητική ενικού του ακτιβισμός
ακτιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτιβισμός
ακτιβισμού	noun	γενική ενικού του ακτιβισμός
ακτιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακτιβισμός
ακτιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του ακτιβισμός
ακτιβισμός	noun	πολιτική αντίληψη και πρακτική που δίνει μεγάλη έμφαση σε μαζικές ατομικές δραστηριότητες, όπως οι διαδηλώσεις, οι υπογραφές αιτήσεων, οι καταλήψεις κλπ., για την επίτευξη ενός στόχου
ακτιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του ακτιβισμός
ακτιβιστές	=	ακτιβιστής
ακτιβιστή	=	ακτιβιστής
ακτιβιστής	noun	ο ενεργός πολίτης που δραστηριοποιείται για τα πολιτικά, πολιτιστικά ή οικονομικά ζητήματα που προβληματίζουν μια κοινωνία.
ακτιβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτιβιστικό
ακτιβιστικέ	adj	κλητική ενικού του ακτιβιστικός
ακτιβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτιβιστική
ακτιβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτιβιστικός
ακτιβιστικής	adj	γενική ενικού του ακτιβιστική
ακτιβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτιβιστικός
ακτιβιστικού	adj	γενική ενικού του ακτιβιστικός
ακτιβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτιβιστικός
ακτιβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ακτιβιστικός
ακτιβιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ακτιβιστή ή τον ακτιβισμό ή αναφέρεται σ' αυτούς
ακτιβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ακτιβιστικός
ακτιβιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ακτιβίστρια
ακτιβιστών	=	ακτιβιστής
ακτινίδες	noun	η ομάδα του ακτίνιου, σειρά 15 χημικών στοιχείων με ατομικούς αριθμούς από 89 έως 103
ακτινίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινίδιο
ακτινίδιο	noun	γένος φυτών και ο καρπός του, της οικογένειας Ακτινιδιίδες, που προέρχεται από την Ασία
ακτινίδιου	=	ακτινίδιο
ακτινίδιων	=	ακτινίδιο
ακτινίου	noun	γενική ενικού του ακτίνιο
ακτινίων	noun	γενική πληθυντικού του ακτίνιο
ακτινενέργεια	noun|dated	η ραδιενέργεια, η εκπομπή ακτίνων (πχ. σωματιδίων άλφα) από πυρήνες ορισμένων ατόμων
ακτινενέργειας	noun	γενική ενικού του ακτινενέργεια
ακτινενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινενέργεια
ακτινενεργά	=	ακτινενεργός
ακτινενεργέ	=	ακτινενεργός
ακτινενεργές	=	ακτινενεργός
ακτινενεργή	=	ακτινενεργός
ακτινενεργής	=	ακτινενεργός
ακτινενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινενέργεια
ακτινενεργοί	=	ακτινενεργός
ακτινενεργού	=	ακτινενεργός
ακτινενεργούς	=	ακτινενεργός
ακτινενεργό	=	ακτινενεργός
ακτινενεργός	adj|dated	ο ραδιενεργός
ακτινενεργών	=	ακτινενεργός
ακτινεργία	noun|dated	άλλη γραφή του ακτινενέργεια
ακτινεργίας	=	ακτινεργία
ακτινεργίες	=	ακτινεργία
ακτινεργιών	=	ακτινεργία
ακτινιδίνες	=	ακτινιδίνη
ακτινιδίνη	noun	ένζυμο που βρίσκεται στο ακτινίδιο και συμβάλλει στην διαδικασία της πέψης
ακτινιδίνης	=	ακτινιδίνη
ακτινιδίου	=	ακτινίδιο
ακτινιδίων	=	ακτινίδιο
ακτινιδινών	=	ακτινιδίνη
ακτινιδών	=	ακτινίδες
ακτινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακτινικός	adv	με ακτινικό τρόπο
ακτινικέ	=	ακτινικός
ακτινικές	=	ακτινικός
ακτινική	=	ακτινικός
ακτινικής	=	ακτινικός
ακτινικοί	=	ακτινικός
ακτινικού	=	ακτινικός
ακτινικούς	=	ακτινικός
ακτινικό	=	ακτινικός
ακτινικός	adj	που χαρακτηρίζεται από προσανατολισμό, κίνηση ή κατανομή κατά μήκος μιας ακτίνας —είτε γεωμετρικά από ή προς ένα κέντρο, είτε φυσικά κατά την κατεύθυνση της οπτικής γραμμής— και χρησιμοποιείται σε ποικίλα συμφραζόμενα όπως η φυσική, η αστρονομία, η μηχανική και γενικότερα
ακτινικών	=	ακτινικός
ακτινοβιολογία	noun	η ραδιοβιολογία
ακτινοβιολογίας	=	ακτινοβιολογία
ακτινοβιολογίες	=	ακτινοβιολογία
ακτινοβιολογιών	=	ακτινοβιολογία
ακτινοβολήθηκα	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήθηκαν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήθηκε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήθηκες	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσαν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήσανε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσου	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολία	noun	εκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων
ακτινοβολίας	noun	γενική ενικού του ακτινοβολία
ακτινοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοβολία
ακτινοβολεί	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολείς	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολείσαι	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολείστε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολείται	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολείτε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβοληθήκαμε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβοληθήκαν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβοληθήκανε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβοληθήκατε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβοληθεί	=	ακτινοβολώ
ακτινοβοληθείτε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολημένος	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολητές	=	ακτινοβολητής
ακτινοβολητή	=	ακτινοβολητής
ακτινοβολητής	noun	συσκευή ή φυσική πηγή που εκπέμπει ενέργεια υπό μορφή (ηλεκτρομαγνητικής) ακτινοβολίας, διαχέοντάς την στο περιβάλλον με συγκεκριμένο ή ευρύ φάσμα κατευθύνσεων
ακτινοβολητών	=	ακτινοβολητής
ακτινοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινοβολία
ακτινοβολούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβολούμασταν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούμαστε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούμε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούμενος	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούμουν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούνε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούνται	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούνταν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσα	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσαμε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσαν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσανε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσασταν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσαστε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσατε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσε	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσες	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολούσουν	=	ακτινοβολώ
ακτινοβολώ	verb	λάμπω και φωτίζω ως αντικείμενο, εκπέμπω ακτίνες φωτός
ακτινοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβόλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοβόλο
ακτινοβόλας	=	ακτινοβόλος
ακτινοβόλε	adj	κλητική ενικού του ακτινοβόλος
ακτινοβόλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοβόλη
ακτινοβόλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινοβόλος
ακτινοβόλης	adj	γενική ενικού του ακτινοβόλη
ακτινοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
ακτινοβόλο	adj	αιτιατική ενικού του ακτινοβόλος
ακτινοβόλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινοβόλος
ακτινοβόλος	adj	που λάμπει, ακτινοβολεί κυριολεκτικά
ακτινοβόλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακτινοβόλος
ακτινοβόλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινοβόλος
ακτινοβόλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακτινοβόλος
ακτινογράφει	=	ακτινογραφώ
ακτινογράφημα	noun	εικόνα ακτινογράφησης
ακτινογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογράφηση	noun	η ενέργεια του ακτινογραφώ, η εξέταση με ακτίνες Χ, η ακτινογραφία
ακτινογράφησης	=	ακτινογράφηση
ακτινογραφήθηκα	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήθηκαν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήθηκε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήθηκες	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήματα	=	ακτινογράφημα
ακτινογραφήματος	=	ακτινογράφημα
ακτινογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήσαν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήσανε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινογράφηση
ακτινογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήσεων	=	ακτινογράφηση
ακτινογραφήσεως	=	ακτινογράφηση
ακτινογραφήσου	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινογραφία	noun	η τεχνική φωτογραφίας του εσωτερικού ενός σώματος χάρη στις ακτίνες Χ και η επιφάνεια στην οποία αποτυπώνεται το αποτέλεσμα της
ακτινογραφίας	noun	γενική ενικού του ακτινογραφία
ακτινογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινογραφία
ακτινογραφεί	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφείς	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφείσαι	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφείστε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφείται	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφείτε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφηθήκαμε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφηθήκαν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφηθήκανε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφηθήκατε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφηθεί	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφηθείτε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφημάτων	=	ακτινογράφημα
ακτινογραφημένος	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινογραφικό
ακτινογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ακτινογραφικός
ακτινογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινογραφική
ακτινογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινογραφικός
ακτινογραφικής	adj	γενική ενικού του ακτινογραφική
ακτινογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινογραφικός
ακτινογραφικού	adj	γενική ενικού του ακτινογραφικός
ακτινογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινογραφικός
ακτινογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ακτινογραφικός
ακτινογραφικός	adj	που σχετίζεται με την ακτινογραφία
ακτινογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ακτινογραφικός
ακτινογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινογραφία
ακτινογραφούμαι	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούμασταν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούμαστε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούμε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούμουν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούνε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούνται	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούνταν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσα	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσαμε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσαν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσανε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσασταν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσαστε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσατε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσε	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσες	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφούσουν	=	ακτινογραφώ
ακτινογραφώ	verb	κάνω ακτινογραφία
ακτινογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακτινογραφώ
ακτινοδέσμες	=	ακτινοδέσμη
ακτινοδέσμη	noun	μονάδα δέσμης ακτίνων οποιουδήποτε τύπου
ακτινοδέσμης	=	ακτινοδέσμη
ακτινοδερματίτιδα	noun	δερματίτιδα που οφείλεται σε έκθεση ακτινοβολίας, που εκδηλώνεται ως ερύθημα, διάβρωση ή εξέλκωση, ή και αργότερα με υπέρχρωση ή και εξέλκωση ή άλλη αλλοίωση που χρόνια μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνο.
ακτινοδερματίτιδας	=	ακτινοδερματίτιδα
ακτινοδερματίτιδες	=	ακτινοδερματίτιδα
ακτινοδερματίτιδων	=	ακτινοδερματίτιδα
ακτινοδεσμών	=	ακτινοδέσμη
ακτινοδιάγνωση	noun	ιατρική μέθοδος ανίχνευσης παθήσεων μέσω της απεικόνισης εσωτερικών οργάνων με χρήση ακτίνων Χ ή ραδιενεργών ουσιών
ακτινοδιάγνωσης	=	ακτινοδιάγνωση
ακτινοδιαγνωστής	noun	άλλη μορφή του ακτινοδιαγνώστης
ακτινοδιαγνωστες	=	ακτινοδιαγνωστής
ακτινοδιαγνωστη	=	ακτινοδιαγνωστής
ακτινοδιαγνωστης	=	ακτινοδιαγνωστής
ακτινοδιαγνωστικές	=	ακτινοδιαγνωστική
ακτινοδιαγνωστική	noun	άλλη μορφή του ακτινοδιάγνωση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινοδιαγνωστικός
ακτινοδιαγνωστικής	=	ακτινοδιαγνωστική
ακτινοδιαγνωστικών	=	ακτινοδιαγνωστική
ακτινοδιαγνωστριών	=	ακτινοδιαγνώστρια
ακτινοδιαγνωστών	=	ακτινοδιαγνώστης
ακτινοδιαγνώσεις	=	ακτινοδιάγνωση
ακτινοδιαγνώσεων	=	ακτινοδιάγνωση
ακτινοδιαγνώστες	=	ακτινοδιαγνώστης
ακτινοδιαγνώστη	=	ακτινοδιαγνώστης
ακτινοδιαγνώστης	noun	ιατρός που έχει ειδικευτεί στην ακτινοδιάγνωση
ακτινοδιαγνώστρια	noun	θηλυκό του ακτινοδιαγνώστης
ακτινοδιαγνώστριας	=	ακτινοδιαγνώστρια
ακτινοδιαγνώστριες	=	ακτινοδιαγνώστρια
ακτινοδισκόφωνο	noun|rare	συσκευή για την αναπαραγωγή ήχου από ψηφιακούς δίσκους (CD) (συνήθως με το ψηφιακό μπροστά)
ακτινοειδές	=	ακτινοειδής
ακτινοειδή	=	ακτινοειδής
ακτινοειδής	adj	που έχει μορφή με ακτίνες
ακτινοειδείς	=	ακτινοειδής
ακτινοειδούς	=	ακτινοειδής
ακτινοειδών	=	ακτινοειδής
ακτινοθεραπεία	noun	θεραπεία με ακτινοβολίες, κυρίως ακτίνες Χ
ακτινοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ακτινοθεραπεία
ακτινοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοθεραπεία
ακτινοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινοθεραπεία
ακτινοθεραπευτές	=	ακτινοθεραπευτής
ακτινοθεραπευτή	=	ακτινοθεραπευτής
ακτινοθεραπευτής	noun	ο ειδικευμένος ιατρός στην ακτινοθεραπευτική
ακτινοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοθεραπευτικό
ακτινοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτική	noun	κλάδος της ιατρικής και ειδικότερα της ακτινολογίας, με ειδίκευση στη χρήση ιοντίζουσας ακτινοβολίας στη θεραπεία παθήσεων, κυρίως κακοήθων όγκων
ακτινοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του ακτινοθεραπευτική
ακτινοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτικός	adj	που σχετίζεται με την ακτινοθεραπευτική
ακτινοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ακτινοθεραπευτικός
ακτινοθεραπευτριών	=	ακτινοθεραπεύτρια
ακτινοθεραπευτών	=	ακτινοθεραπευτής
ακτινοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του ακτινοθεραπευτής
ακτινοθεραπεύτριας	=	ακτινοθεραπεύτρια
ακτινοθεραπεύτριες	=	ακτινοθεραπεύτρια
ακτινολογία	noun	η επιστήμη που διερευνά τις δυνατότητες και τις εφαρμογές των ακτίνων σε διάφορους τομείς, αλλά κυρίως της υγείας
ακτινολογίας	noun	γενική ενικού του ακτινολογία
ακτινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινολογία
ακτινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινολογικό
ακτινολογικέ	adj	κλητική ενικού του ακτινολογικός
ακτινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινολογική
ακτινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινολογικός
ακτινολογικής	adj	γενική ενικού του ακτινολογική
ακτινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινολογικός
ακτινολογικού	adj	γενική ενικού του ακτινολογικός
ακτινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινολογικός
ακτινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ακτινολογικός
ακτινολογικός	adj	ο σχετικός με την ακτινολογία
ακτινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ακτινολογικός
ακτινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινολογία
ακτινολόγε	noun	κλητική ενικού του ακτινολόγος
ακτινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ακτινολόγος
ακτινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινολόγος
ακτινολόγος	noun	επιστήμονας ή τεχνικός εξειδικευμένος στην ακτινολογία
ακτινολόγου	noun	γενική ενικού του ακτινολόγος
ακτινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακτινολόγος
ακτινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ακτινολόγος
ακτινομέτρου	=	ακτινόμετρο
ακτινομέτρων	=	ακτινόμετρο
ακτινομανομετρία	noun	ακτινολογική τεχνική επί των χοληφόρων οδών και της πυλαίας φλέβας
ακτινομανομετρίας	noun	γενική ενικού του ακτινομανομετρία
ακτινομανομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινομανομετρία
ακτινομανομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινομανομετρία
ακτινομετρία	noun	συνηθέστερα η μέτρηση της ηλιακής ακτινοβολίας
ακτινομετρίας	noun	γενική ενικού του ακτινομετρία
ακτινομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινομετρία
ακτινομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινομετρικό
ακτινομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ακτινομετρικός
ακτινομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινομετρική
ακτινομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινομετρικός
ακτινομετρικής	adj	γενική ενικού του ακτινομετρική
ακτινομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινομετρικός
ακτινομετρικού	adj	γενική ενικού του ακτινομετρικός
ακτινομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινομετρικός
ακτινομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ακτινομετρικός
ακτινομετρικός	adj	που έχει σχέση με το ακτινόμετρο ή την ακτινομετρία, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτά
ακτινομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ακτινομετρικός
ακτινομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινομετρία
ακτινομυκήτων	=	ακτινομύκητας
ακτινομυκίνες	=	ακτινομυκίνη
ακτινομυκίνη	noun	πεπτιδικό αντιβιοτικό που απομονώθηκε το 1940 και που το όνομά του φέρουν πολλά είδη ομοίων αντιβιοτικών με τη γενική ονομασία ακτινομυκίνες
ακτινομυκίνης	=	ακτινομυκίνη
ακτινομυκητίαση	noun	μακροχρόνια λοίμωξη που προέρχεται από ακτινομύκητες, που προσβάλλει τους μαλακούς ιστούς (λ.χ. το δέρμα και τους πνεύμονες), προκαλώντας πληγές (έλκη) και πυώδη αποστήματα
ακτινομυκητίασης	=	ακτινομυκητίαση
ακτινομυκητιάσεις	=	ακτινομυκητίαση
ακτινομυκητιάσεων	=	ακτινομυκητίαση
ακτινομυκινών	=	ακτινομυκίνη
ακτινομύκητα	=	ακτινομύκητας
ακτινομύκητας	noun	μονάδα ομώνυμης τάξης και οικογένειας βακτηρίων που μοιάζουν με μύκητες
ακτινομύκητες	=	ακτινομύκητας
ακτινοπνευμονίτιδα	noun	πρόκειται για πάθηση που προέρχεται μετά από έκθεση σε ακτινοβολία (ακτινοθεραπεία) και παρατηρείται μετά από 2 - 3 εβδομάδες με συλλογή οροϊνώδους εξιδρώματος και κυττάρων στον ενδιάμεσο ιστό των πνευμόνων, συνηθέστερα υποχωρεί τελείως μόνη της ή δημιουργεί ινώδη ιστό.
ακτινοπνευμονίτιδας	=	ακτινοπνευμονίτιδα
ακτινοπνευμονίτιδες	=	ακτινοπνευμονίτιδα
ακτινοπνευμονίτιδων	=	ακτινοπνευμονίτιδα
ακτινοπροστασία	noun	σύνολο μέτρων προστασίας από ακτινοβολίες
ακτινοπροστασίας	noun	γενική ενικού του ακτινοπροστασία
ακτινοπροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοπροστασία
ακτινοπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινοπροστασία
ακτινοσκοπήθηκα	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήθηκαν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήθηκε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήθηκες	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήσαμε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήσαν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήσανε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήσατε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήσει	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοσκόπηση
ακτινοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ακτινοσκόπηση
ακτινοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ακτινοσκόπηση
ακτινοσκοπήσου	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπήστε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπία	noun	άλλη γραφή του ακτινοσκόπηση
ακτινοσκοπίας	noun	γενική ενικού του ακτινοσκοπία
ακτινοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοσκοπία
ακτινοσκοπίου	=	ακτινοσκόπιο
ακτινοσκοπίων	=	ακτινοσκόπιο
ακτινοσκοπεί	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπείς	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπείσαι	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπείστε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπείται	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπείτε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπηθήκαμε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπηθήκαν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπηθήκανε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπηθήκατε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπηθεί	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπηθείτε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπημένος	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοσκοπικό
ακτινοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινοσκοπική
ακτινοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπικής	adj	γενική ενικού του ακτινοσκοπική
ακτινοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπικού	adj	γενική ενικού του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπικός	adj	κάθε τι που σχετίζεται με ακτινοσκόπηση
ακτινοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ακτινοσκοπικός
ακτινοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ακτινοσκοπία
ακτινοσκοπούμαι	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούμασταν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούμαστε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούμε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούμουν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούνε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούνται	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούνταν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσα	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσαμε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσαν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσανε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσασταν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσαστε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσατε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσες	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπούσουν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκοπώ	verb	διενεργώ εξέταση για πρόβλημα υγείας χρησιμοποιώντας ακτίνες Χ
ακτινοσκοπώντας	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκόπε	=	ακτινοσκόπος
ακτινοσκόπει	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκόπησα	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκόπησαν	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκόπησε	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκόπησες	=	ακτινοσκοπώ
ακτινοσκόπηση	noun	εξέταση των εσωτερικών οργάνων ενός οργανισμούς με ακτίνες ρέντγκεν
ακτινοσκόπησης	noun	γενική ενικού του ακτινοσκόπηση
ακτινοσκόπια	=	ακτινοσκόπιο
ακτινοσκόπιο	noun	συσκευή - μηχανή εκπομπής ραδιενεργών ακτίνων με την οποία επιχειρείται ακτινοσκόπηση
ακτινοσκόπιου	=	ακτινοσκόπιο
ακτινοσκόπο	=	ακτινοσκόπος
ακτινοσκόποι	=	ακτινοσκόπος
ακτινοσκόπος	noun	ειδικότητα ιατρού που επιχειρεί ακτινοσκοπήσεις
ακτινοσκόπου	=	ακτινοσκόπος
ακτινοσκόπους	=	ακτινοσκόπος
ακτινοσκόπων	=	ακτινοσκόπος
ακτινοστόλιστα	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστε	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστες	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστη	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστης	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστο	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστοι	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστος	adj	οτιδήποτε κοσμείται με ακτίνες
ακτινοστόλιστου	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστους	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοστόλιστων	=	ακτινοστόλιστος
ακτινοτεχνολογία	noun	κλάδος που συνδυάζει φυσικές αρχές και τεχνολογικά μέσα για τη χρήση ιοντιζουσών ακτινοβολιών στην ιατρική διάγνωση και θεραπεία, με έμφαση στην ακρίβεια, την ασφάλεια και τη βελτιστοποίηση της απεικόνισης ή της ακτινοθεραπείας
ακτινοτεχνολογίας	=	ακτινοτεχνολογία
ακτινοτεχνολογίες	=	ακτινοτεχνολογία
ακτινοτεχνολογιών	=	ακτινοτεχνολογία
ακτινοφυσικά	=	ακτινοφυσικός
ακτινοφυσικέ	=	ακτινοφυσικός
ακτινοφυσικές	=	ακτινοφυσική
ακτινοφυσική	noun	διεπιστημονικό πεδίο που μελετά τις φυσικές ιδιότητες της ακτινοβολίας, την αλληλεπίδρασή της με την ύλη και τις επιπτώσεις της σε βιολογικά ή τεχνολογικά συστήματα, με εφαρμογές στην ιατρική, την ενέργεια και την ασφάλεια
ακτινοφυσικής	=	ακτινοφυσική
ακτινοφυσικοί	=	ακτινοφυσικός
ακτινοφυσικού	=	ακτινοφυσικός
ακτινοφυσικούς	=	ακτινοφυσικός
ακτινοφυσικό	=	ακτινοφυσικός
ακτινοφυσικός	noun	ιατρός ειδικευμένος στην ακτινοφυσική	adj	που έχει σχέση με την ακτινοφυσική ή τους ακτινοφυσικούς ή αναφέρεται σʼ αυτά
ακτινοφυσικών	=	ακτινοφυσική
ακτινοφόρα	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρας	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρε	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρες	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρο	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόροι	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρος	noun	είδος θαλάσσιου οστρακόδερμου	adj	αυτός που φέρει ακτίνα ή ακτίνες, ή ακτινική διάταξη
ακτινοφόρου	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρους	=	ακτινοφόρος
ακτινοφόρων	=	ακτινοφόρος
ακτινοχειρουργικές	=	ακτινοχειρουργική
ακτινοχειρουργική	noun	ιατρική τεχνική κατά την οποία εστιασμένη ιονίζουσα ακτινοβολία χρησιμοποιείται για την ακριβή εξάλειψη παθολογικού ιστού, χωρίς τομές ή νυστέρι
ακτινοχειρουργικής	=	ακτινοχειρουργική
ακτινοχειρουργικών	=	ακτινοχειρουργική
ακτινοχημεία	noun	(ιατρική): ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος της πυρηνικής χημείας και Φυσικοχημείας με αντικείμενο μελέτης τις χημικές αντιδράσεις υπό την επίδραση ακτινοβολιών.
ακτινοχημείας	=	ακτινοχημεία
ακτινοχημείες	=	ακτινοχημεία
ακτινοχημειών	=	ακτινοχημεία
ακτινωδών	=	ακτινώδης
ακτινωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινωτό	adv	με τρόπο που να μοιάζει με εκπομπή ακτίνων ή με σχήμα ακτίνων
ακτινωτέ	adj	κλητική ενικού του ακτινωτός
ακτινωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτινωτή
ακτινωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτινωτός
ακτινωτής	adj	γενική ενικού του ακτινωτή
ακτινωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτινωτός
ακτινωτού	adj	γενική ενικού του ακτινωτός
ακτινωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτινωτός
ακτινωτό	adj	αιτιατική ενικού του ακτινωτός
ακτινωτός	adj	που έχει ακτίνες
ακτινωτών	adj	γενική πληθυντικού του ακτινωτός
ακτινόμετρα	=	ακτινόμετρο
ακτινόμετρο	noun	ειδικό όργανο που χρησιμοποιείται για να μετρήσει την ακτινοβολία του ηλίου
ακτινόμετρου	=	ακτινόμετρο
ακτινόσχημος	adj|rare	που έχει το σχήμα ακτίνας / ακτίνων
ακτινώδεις	=	ακτινώδης
ακτινώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ακτινώδης
ακτινώδη	=	ακτινώδης
ακτινώδης	adj	ο ακτινοειδής
ακτινώδους	=	ακτινώδης
ακτινών	=	ακτίνη
ακτιτών	=	ακτίτης
ακτογραμμές	=	ακτογραμμή
ακτογραμμή	noun	η γραμμή που χωρίζει την ξηρά από τη θάλασσα
ακτογραμμής	=	ακτογραμμή
ακτογραμμών	=	ακτογραμμή
ακτογραφία	noun	κλάδος της γεωγραφίας και ειδικότερα της τοπογραφίας που έχει ως αντικείμενο έρευνας και μελέτης αφενός την υφιστάμενη γεωφυσική διαμόρφωση του αναπτύγματος των ακτών μιας περιοχής και αφετέρου την ορθή περιγραφή της
ακτογραφίας	=	ακτογραφία
ακτογραφίες	=	ακτογραφία
ακτογραφικά	=	ακτογραφικός
ακτογραφικέ	=	ακτογραφικός
ακτογραφικές	=	ακτογραφικός
ακτογραφική	=	ακτογραφικός
ακτογραφικής	=	ακτογραφικός
ακτογραφικοί	=	ακτογραφικός
ακτογραφικού	=	ακτογραφικός
ακτογραφικούς	=	ακτογραφικός
ακτογραφικό	=	ακτογραφικός
ακτογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ακτογραφία ή αναφέρεται σʼ αυτή Π
ακτογραφικών	=	ακτογραφικός
ακτογραφιών	=	ακτογραφία
ακτοδρόμου	=	ακτόδρομος
ακτοδρόμους	=	ακτόδρομος
ακτοδρόμων	=	ακτόδρομος
ακτομυοσίνες	=	ακτομυοσίνη
ακτομυοσίνη	noun	πρωτεΐνη που δημιουργείται από αλληλεπίδραση ακτίνης και μυοσίνης.
ακτομυοσίνης	=	ακτομυοσίνη
ακτομυοσινών	=	ακτομυοσίνη
ακτοπλοΐα	noun	η ναυσιπλοΐα σε περιορισμένη απόσταση από τις ακτές
ακτοπλοΐας	noun	γενική ενικού του ακτοπλοΐα
ακτοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτοπλοΐα
ακτοπλοΐών	noun	γενική πληθυντικού του ακτοπλοΐα
ακτοπλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτοπλοϊκό
ακτοπλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτοπλοϊκή
ακτοπλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊκής	adj	γενική ενικού του ακτοπλοϊκή
ακτοπλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊκού	adj	γενική ενικού του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊκός	adj	που σχετίζεται με την ακτοπλοΐα
ακτοπλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ακτοπλοϊκός
ακτοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ακτοπλοΐα
ακτοπλόε	=	ακτοπλόος
ακτοπλόο	=	ακτοπλόος
ακτοπλόοι	=	ακτοπλόος
ακτοπλόος	noun	που είναι ιδιοκτήτης ή εκμεταλλεύεται οικονομικά πλοία ακτοπλοΐας
ακτοπλόου	=	ακτοπλόος
ακτοπλόους	=	ακτοπλόος
ακτοπλόων	=	ακτοπλόος
ακτουάριος	noun	αξίωμα στη βυζαντινή αυτοκρατορία από τον 7ο αιώνα, υπεύθυνων για τις οικονομικές υπηρεσίες
ακτουαλισμέ	noun	κλητική ενικού του ακτουαλισμός
ακτουαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτουαλισμός
ακτουαλισμού	noun	γενική ενικού του ακτουαλισμός
ακτουαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακτουαλισμός
ακτουαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ακτουαλισμός
ακτουαλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως κίνηση κι όχι ως κάτι στατικό
ακτουαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ακτουαλισμός
ακτοφρουρέ	noun	κλητική ενικού του ακτοφρουρός
ακτοφρουροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτοφρουρός
ακτοφρουρού	noun	γενική ενικού του ακτοφρουρός
ακτοφρουρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ακτοφρουρός
ακτοφρουρό	noun	αιτιατική ενικού του ακτοφρουρός
ακτοφρουρός	noun	ο ακτοφύλακας
ακτοφρουρών	noun	γενική πληθυντικού του ακτοφρουρός
ακτοφυλάκων	=	ακτοφύλακας
ακτοφυλακές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτοφυλακή
ακτοφυλακή	noun	η φύλαξη λιμένων και ακτών από το Λιμενικό Σώμα -ο όρος ακτοφυλακή χρησιμοποιείται παρότι δεν υπάρχει σώμα ακτοφυλάκων πλέον και τα καθήκοντα αυτά ασκούνται από λιμενοφύλακες.
ακτοφυλακής	=	ακτοφυλακή
ακτοφυλακίδα	noun	σκάφος που εποπτεύει τις ακτές
ακτοφυλακίδας	=	ακτοφυλακίδα
ακτοφυλακίδες	=	ακτοφυλακίδα
ακτοφυλακίδων	=	ακτοφυλακίδα
ακτοφύλακα	=	ακτοφύλακας
ακτοφύλακας	noun	που υπηρετεί στην ακτοφυλακή, δηλαδή στην υπηρεσία φρουρήσεως των ακτών
ακτοφύλακες	=	ακτοφύλακας
ακτσέ	=	ακτσές
ακτσέδες	=	ακτσές
ακτσέδων	=	ακτσές
ακτσές	noun|dated	το τουρκικό νόμισμα άσπρο
ακτωνυμίου	=	ακτωνύμιο
ακτωνυμίων	=	ακτωνύμιο
ακτωνύμια	=	ακτωνύμιο
ακτωνύμιο	noun	ονομασία ακτής
ακτωνύμιου	=	ακτωνύμιο
ακτωνύμιων	=	ακτωνύμιο
ακτόδρομε	=	ακτόδρομος
ακτόδρομο	=	ακτόδρομος
ακτόδρομοι	=	ακτόδρομος
ακτόδρομος	noun	δρόμος που διανοίγεται κάθετα στην ακτογραμμή από στρατιωτικές μονάδες (μηχανικού) για την εξυπηρέτηση αποβατικών δυνάμεων, ο ο ποίος και επιστρώνεται με εύκαμπτες λωρίδες και πλέγματα συρματόσχοινων.
ακτόδρομου	=	ακτόδρομος
ακτύπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτύπητο
ακτύπητε	adj	κλητική ενικού του ακτύπητος
ακτύπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακτύπητη
ακτύπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακτύπητος
ακτύπητης	adj	γενική ενικού του ακτύπητη
ακτύπητο	adj	αιτιατική ενικού του ακτύπητος
ακτύπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακτύπητος
ακτύπητος	adj	άλλη μορφή του αχτύπητος
ακτύπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακτύπητος
ακτύπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακτύπητος
ακτύπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακτύπητος
ακτών	noun	γενική πληθυντικού του ακτή
ακυβέρνητα	adv	χωρίς κυβέρνηση
ακυβέρνητε	adj	κλητική ενικού του ακυβέρνητος
ακυβέρνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυβέρνητη
ακυβέρνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυβέρνητος
ακυβέρνητης	adj	γενική ενικού του ακυβέρνητη
ακυβέρνητο	adj	αιτιατική ενικού του ακυβέρνητος
ακυβέρνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυβέρνητος
ακυβέρνητος	adj	χωρίς κυβερνήτη ή κυβέρνηση
ακυβέρνητου	adj	γενική ενικού του ακυβέρνητος
ακυβέρνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυβέρνητος
ακυβέρνητων	adj	γενική πληθυντικού του ακυβέρνητος
ακυβερνησία	noun	η έλλειψη ουσιαστικού κυβερνητικού έργου και κυβερνητικών παρεμβάσεων
ακυβερνησίας	noun	γενική ενικού του ακυβερνησία
ακυβερνησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυβερνησία
ακυβερνησιών	noun	γενική πληθυντικού του ακυβερνησία
ακυκλοφόρητα	adv	με ακυκλοφόρητο τρόπο, χωρίς κυκλοφορία
ακυκλοφόρητε	adj	κλητική ενικού του ακυκλοφόρητος
ακυκλοφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυκλοφόρητη
ακυκλοφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυκλοφόρητος
ακυκλοφόρητης	adj	γενική ενικού του ακυκλοφόρητη
ακυκλοφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ακυκλοφόρητος
ακυκλοφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυκλοφόρητος
ακυκλοφόρητος	adj	που δεν έχει κυκλοφορήσει
ακυκλοφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακυκλοφόρητος
ακυκλοφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυκλοφόρητος
ακυκλοφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακυκλοφόρητος
ακυμάτιστα	adv	χωρίς (να έχει) κύμα
ακυμάτιστε	adj	κλητική ενικού του ακυμάτιστος
ακυμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυμάτιστη
ακυμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυμάτιστος
ακυμάτιστης	adj	γενική ενικού του ακυμάτιστη
ακυμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακυμάτιστος
ακυμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυμάτιστος
ακυμάτιστος	adj|figurative	άλλη μορφή του ακύμαντος
ακυμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακυμάτιστος
ακυμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυμάτιστος
ακυμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακυμάτιστος
ακυοφόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυοφόρητο
ακυοφόρητε	adj	κλητική ενικού του ακυοφόρητος
ακυοφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυοφόρητη
ακυοφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυοφόρητος
ακυοφόρητης	adj	γενική ενικού του ακυοφόρητη
ακυοφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ακυοφόρητος
ακυοφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυοφόρητος
ακυοφόρητος	adj	που δεν έχει κυοφορηθεί (συχνά, για ωάρια, έμβρυα)
ακυοφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακυοφόρητος
ακυοφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυοφόρητος
ακυοφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακυοφόρητος
ακυρίευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακυρίευτος
ακυρίευτε	adj	κλητική ενικού του ακυρίευτος
ακυρίευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρίευτη
ακυρίευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυρίευτος
ακυρίευτης	adj	γενική ενικού του ακυρίευτη
ακυρίευτο	adj	αιτιατική ενικού του ακυρίευτος
ακυρίευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυρίευτος
ακυρίευτος	adj	που δεν έχει κυριευθεί
ακυρίευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακυρίευτος
ακυρίευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυρίευτος
ακυρίευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακυρίευτος
ακυριολέκτει	=	ακυριολεκτώ
ακυριολέκτησα	=	ακυριολεκτώ
ακυριολέκτησαν	=	ακυριολεκτώ
ακυριολέκτησε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολέκτησες	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτήσαμε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτήσατε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτήσει	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτήστε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτεί	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτείς	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτείτε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούμε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούν	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούσα	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούσαμε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούσαν	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούσατε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούσε	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτούσες	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεκτώ	verb	δεν κυριολεκτώ
ακυριολεκτώντας	=	ακυριολεκτώ
ακυριολεξία	noun	η χρήση μιας λέξης ή φράσης κατά τρόπο που δεν συμφωνεί με την πραγματική ή συνήθη σημασία της
ακυριολεξίας	noun	γενική ενικού του ακυριολεξία
ακυριολεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυριολεξία
ακυριολεξιών	noun	γενική πληθυντικού του ακυριολεξία
ακυρολέκτει	=	ακυρολεκτώ
ακυρολέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσαν	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσανε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεκτεί	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτείς	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτείτε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούμε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούν	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούνε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσα	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσαμε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσαν	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσανε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσατε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσε	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτούσες	=	ακυρολεκτώ
ακυρολεκτώ	verb	δεν κυριολεκτώ
ακυρολεκτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ακυρολεκτώ
ακυρολεξία	noun	η ακυριολεξία
ακυρολεξίας	=	ακυρολεξία
ακυρολεξίες	=	ακυρολεξία
ακυρολεξιών	=	ακυρολεξία
ακυροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ακυρότητα
ακυρωθέν	=	ακυρωθείς
ακυρωθέντα	=	ακυρωθείς
ακυρωθέντας	=	ακυρωθείς
ακυρωθέντες	=	ακυρωθείς
ακυρωθέντος	=	ακυρωθείς
ακυρωθέντων	=	ακυρωθείς
ακυρωθήκαμε	=	ακυρώνω
ακυρωθήκαν	=	ακυρώνω
ακυρωθήκανε	=	ακυρώνω
ακυρωθήκατε	=	ακυρώνω
ακυρωθεί	=	ακυρώνω
ακυρωθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου (ακυρώθηκα) του ρήματος ακυρώνω: που ακυρώθηκε (ακυρωμένος, που έχει ακυρωθεί
ακυρωθείσα	=	ακυρωθείς
ακυρωθείσας	=	ακυρωθείς
ακυρωθείσες	=	ακυρωθείς
ακυρωθείσης	=	ακυρωθείς
ακυρωθείτε	=	ακυρώνω
ακυρωθεισών	=	ακυρωθείς
ακυρωθούμε	=	ακυρώνω
ακυρωθούν	=	ακυρώνω
ακυρωθούνε	=	ακυρώνω
ακυρωθώ	=	ακυρώνω
ακυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρωμένο
ακυρωμένε	verb	κλητική ενικού του ακυρωμένος
ακυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρωμένη
ακυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυρωμένος
ακυρωμένης	verb	γενική ενικού του ακυρωμένη
ακυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ακυρωμένος
ακυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυρωμένος
ακυρωμένος	verb	που έχει ακυρωθεί, έχει χάσει το κύρος του
ακυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακυρωμένος
ακυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ακυρωμένος
ακυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακυρωμένος
ακυρωνόμασταν	=	ακυρώνω
ακυρωνόμαστε	=	ακυρώνω
ακυρωνόμουν	=	ακυρώνω
ακυρωνόμουνα	=	ακυρώνω
ακυρωνόντουσαν	=	ακυρώνω
ακυρωνόσασταν	=	ακυρώνω
ακυρωνόσαστε	=	ακυρώνω
ακυρωνόσουν	=	ακυρώνω
ακυρωνόσουνα	=	ακυρώνω
ακυρωνόταν	=	ακυρώνω
ακυρωνότανε	=	ακυρώνω
ακυρωσία	noun	η ακύρωση μιας νομικά κατοχυρωμένης πράξης λόγω κάποιου νομικού κωλύματος ή ελαττώματός της
ακυρωσίας	noun	γενική ενικού του ακυρωσία
ακυρωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρωσία
ακυρωσιμοτήτων	=	ακυρωσιμότητα
ακυρωσιμότητα	noun	νομική ιδιότητα μιας έγκυρης δικαιοπραξίας που επιτρέπει την ακύρωσή της, αν διαπιστωθεί ουσιώδες ελάττωμα στη βούληση ή στη νομιμότητά της
ακυρωσιμότητας	=	ακυρωσιμότητα
ακυρωσιμότητες	=	ακυρωσιμότητα
ακυρωσιών	noun	γενική πληθυντικού του ακυρωσία
ακυρωτέα	=	ακυρωτέος
ακυρωτέας	=	ακυρωτέος
ακυρωτέε	=	ακυρωτέος
ακυρωτέες	=	ακυρωτέος
ακυρωτέο	=	ακυρωτέος
ακυρωτέοι	=	ακυρωτέος
ακυρωτέος	adj	που πρέπει να ακυρωθεί
ακυρωτέου	=	ακυρωτέος
ακυρωτέους	=	ακυρωτέος
ακυρωτέων	=	ακυρωτέος
ακυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρωτικό
ακυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ακυρωτικός
ακυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρωτική
ακυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυρωτικός
ακυρωτικής	adj	γενική ενικού του ακυρωτική
ακυρωτικη	=	ακυρωτικός
ακυρωτικο	=	ακυρωτικός
ακυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυρωτικός
ακυρωτικού	adj	γενική ενικού του ακυρωτικός
ακυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυρωτικός
ακυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ακυρωτικός
ακυρωτικός	adj	που ακυρώνει ενέργεια, προθέσεις, διαδικασίες, που τις καθιστά άκυρες
ακυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ακυρωτικός
ακυρότερα	=	άκυρος
ακυρότερε	=	άκυρος
ακυρότερες	=	άκυρος
ακυρότερη	=	άκυρος
ακυρότερης	=	άκυρος
ακυρότερο	=	άκυρος
ακυρότεροι	=	άκυρος
ακυρότερος	=	άκυρος
ακυρότερου	=	άκυρος
ακυρότερους	=	άκυρος
ακυρότερων	=	άκυρος
ακυρότητα	noun	η έλλειψη εγκυρότητας, η απουσία κύρους σε μια διαδικασία, το άκυρο στοιχείο σε κάτι
ακυρότητας	noun	γενική ενικού του ακυρότητα
ακυρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυρότητα
ακυρώθηκα	=	ακυρώνω
ακυρώθηκαν	=	ακυρώνω
ακυρώθηκε	=	ακυρώνω
ακυρώθηκες	=	ακυρώνω
ακυρώναμε	=	ακυρώνω
ακυρώναν	=	ακυρώνω
ακυρώνανε	=	ακυρώνω
ακυρώνατε	=	ακυρώνω
ακυρώνει	=	ακυρώνω
ακυρώνεις	=	ακυρώνω
ακυρώνεσαι	=	ακυρώνω
ακυρώνεστε	=	ακυρώνω
ακυρώνεται	=	ακυρώνω
ακυρώνετε	=	ακυρώνω
ακυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ακυρώνω
ακυρώνομε	=	ακυρώνω
ακυρώνονται	=	ακυρώνω
ακυρώνονταν	=	ακυρώνω
ακυρώνοντας	=	ακυρώνω
ακυρώνουμε	=	ακυρώνω
ακυρώνουν	=	ακυρώνω
ακυρώνουνε	=	ακυρώνω
ακυρώνω	verb	κάνω κάτι άκυρο, ώστε να μην ισχύει πια
ακυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσαν	=	ακυρώνω
ακυρώσανε	=	ακυρώνω
ακυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακύρωση
ακυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ακύρωση
ακυρώσεως	noun	γενική ενικού του ακύρωση
ακυρώσιμα	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμε	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμες	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμη	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμης	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμο	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμοι	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμος	adj	που μπορεί να ακυρωθεί
ακυρώσιμου	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμους	=	ακυρώσιμος
ακυρώσιμων	=	ακυρώσιμος
ακυρώσομε	=	ακυρώνω
ακυρώσου	=	ακυρώνω
ακυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσουνε	=	ακυρώνω
ακυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυτταρικό
ακυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του ακυτταρικός
ακυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακυτταρική
ακυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακυτταρικός
ακυτταρικής	adj	γενική ενικού του ακυτταρική
ακυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακυτταρικός
ακυτταρικού	adj	γενική ενικού του ακυτταρικός
ακυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακυτταρικός
ακυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του ακυτταρικός
ακυτταρικός	adj	οποιοσδήποτε έμβιος οργανισμός που το σώμα του δεν αποτελείται από κύτταρα.
ακυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του ακυτταρικός
ακωδικοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακωδικοποίητο
ακωδικοποίητε	adj	κλητική ενικού του ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακωδικοποίητη
ακωδικοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητης	adj	γενική ενικού του ακωδικοποίητη
ακωδικοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητος	adj	που δεν έχει κωδικοποιηθεί, που δεν ακολούθησε μια συγκεκριμένη μεθοδολογία
ακωδικοποίητοςα	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςε	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςες	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςη	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςης	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςο	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςοι	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςος	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςου	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςους	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητοςων	=	ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακωδικοποίητος
ακωδικοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακωδικοποίητος
ακωμώδητα	=	ακωμώδητος
ακωμώδητε	=	ακωμώδητος
ακωμώδητες	=	ακωμώδητος
ακωμώδητη	=	ακωμώδητος
ακωμώδητης	=	ακωμώδητος
ακωμώδητο	=	ακωμώδητος
ακωμώδητοι	=	ακωμώδητος
ακωμώδητος	adj	που δεν έχει διακωμωδηθεί
ακωμώδητου	=	ακωμώδητος
ακωμώδητους	=	ακωμώδητος
ακωμώδητων	=	ακωμώδητος
ακωρειών	=	ακρώρεια
ακόλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόλαστο	adv	λάγνα, με τρόπο που σε κολάζει, με πάθος, χωρίς ηθικους φραγμούς
ακόλαστε	=	ακόλαστος
ακόλαστες	=	ακόλαστος
ακόλαστη	=	ακόλαστος
ακόλαστης	=	ακόλαστος
ακόλαστο	=	ακόλαστος
ακόλαστοι	=	ακόλαστος
ακόλαστος	adj	που ζει μια ζωή γεμάτη ακολασίες, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικού φραγμού και παράδοση στις ηδονές, ιδιαίτερα τις γενετήσιες
ακόλαστου	=	ακόλαστος
ακόλαστους	=	ακόλαστος
ακόλαστων	=	ακόλαστος
ακόλλητα	=	ακόλλητος
ακόλλητε	=	ακόλλητος
ακόλλητες	=	ακόλλητος
ακόλλητη	=	ακόλλητος
ακόλλητης	=	ακόλλητος
ακόλλητο	=	ακόλλητος
ακόλλητοι	=	ακόλλητος
ακόλλητος	adj	που δεν έχει κολληθεί σε κάτι άλλο
ακόλλητου	=	ακόλλητος
ακόλλητους	=	ακόλλητος
ακόλλητων	=	ακόλλητος
ακόλουθα	adv	ακολουθώντας, στη συνέχεια, αμέσως μετά
ακόλουθε	=	ακόλουθος
ακόλουθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόλουθη
ακόλουθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακόλουθος
ακόλουθης	adj	γενική ενικού του ακόλουθη
ακόλουθο	=	ακόλουθος
ακόλουθοι	=	ακόλουθος
ακόλουθος	noun	αυτός που συνοδεύει κάποιον	adj	αυτός που έπεται χρονικά, που είναι μετά
ακόλουθου	=	ακόλουθος
ακόλουθους	=	ακόλουθος
ακόλουθων	=	ακόλουθος
ακόμα	adv	άλλη μορφή του ακόμη
ακόμη	adv	εκφράζει τη συνέχεια κάποιου πράγματος, κάτι που συνεχίζει κάποιος να κάνει, που δεν το έχει σταματήσει ή δεν το έχει ολοκληρώσει
ακόμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόμιστο
ακόμιστε	adj	κλητική ενικού του ακόμιστος
ακόμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόμιστη
ακόμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακόμιστος
ακόμιστης	adj	γενική ενικού του ακόμιστη
ακόμιστο	adj	αιτιατική ενικού του ακόμιστος
ακόμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακόμιστος
ακόμιστος	adj	που δεν τον έχουν μεταφέρει και παραδώσει, που δεν έχει κομιστεί (συνήθως για επιστολές)
ακόμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακόμιστος
ακόμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακόμιστος
ακόμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακόμιστος
ακόμπαστα	=	ακόμπαστος
ακόμπαστε	=	ακόμπαστος
ακόμπαστες	=	ακόμπαστος
ακόμπαστη	=	ακόμπαστος
ακόμπαστης	=	ακόμπαστος
ακόμπαστο	=	ακόμπαστος
ακόμπαστοι	=	ακόμπαστος
ακόμπαστος	adj	που δεν κομπάζει ή δεν έχει κομπάσει
ακόμπαστου	=	ακόμπαστος
ακόμπαστους	=	ακόμπαστος
ακόμπαστων	=	ακόμπαστος
ακόνες	=	ακόνη
ακόνη	noun	το ακόνι, η ειδική πέτρα για το ακόνισμα, παλιότερα και θηγάνη ή θήγανον, "Ναξία λίθος" και ακονόπετρα
ακόνης	=	ακόνη
ακόνι	noun	κάθε σκληρή πέτρα στην οποία τρίβουν την κόψη μαχαιριού ή άλλου μεταλλικού εργαλείου για να γίνει πιο κοφτερή
ακόνια	=	ακόνι
ακόνιζα	=	ακονίζω
ακόνιζαν	=	ακονίζω
ακόνιζε	=	ακονίζω
ακόνιζες	=	ακονίζω
ακόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακονίζω
ακόνισμα	noun	η πράξη με την οποία η αιχμή ενός αντικειμένου γίνεται πολύ κοφτερή
ακόνιστα	=	ακόνιστος
ακόνιστε	=	ακόνιστος
ακόνιστες	=	ακόνιστος
ακόνιστη	=	ακόνιστος
ακόνιστης	=	ακόνιστος
ακόνιστο	=	ακόνιστος
ακόνιστοι	=	ακόνιστος
ακόνιστος	adj	που δεν έχει ακονιστεί
ακόνιστου	=	ακόνιστος
ακόνιστους	=	ακόνιστος
ακόνιστων	=	ακόνιστος
ακόντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόντιο
ακόντιζα	=	ακοντίζω
ακόντιζαν	=	ακοντίζω
ακόντιζε	=	ακοντίζω
ακόντιζες	=	ακοντίζω
ακόντιο	noun	όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
ακόντιου	=	ακόντιο
ακόντισα	=	ακοντίζω
ακόντισαν	=	ακοντίζω
ακόντισε	=	ακοντίζω
ακόντισες	=	ακοντίζω
ακόντιση	noun	η ενέργεια του ακοντίζω, η ρίψη, η βολή, το πέταγμα του ακοντίου
ακόντισης	=	ακόντιση
ακόντιων	=	ακόντιο
ακόντων	adj	γενική πληθυντικού του άκων
ακόρδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακόρδωτος	adv	χωρίς κόρδωμα
ακόρδωτε	adj	κλητική ενικού του ακόρδωτος
ακόρδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόρδωτη
ακόρδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακόρδωτος
ακόρδωτης	adj	γενική ενικού του ακόρδωτη
ακόρδωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακόρδωτος
ακόρδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακόρδωτος
ακόρδωτος	adj	που δεν κορδώνεται
ακόρδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακόρδωτος
ακόρδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακόρδωτος
ακόρδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακόρδωτος
ακόρεστα	adv	αχόρταγα, με άπλυστο τρόπο
ακόρεστε	adj	κλητική ενικού του ακόρεστος
ακόρεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόρεστη
ακόρεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακόρεστος
ακόρεστης	adj	γενική ενικού του ακόρεστη
ακόρεστο	adj	αιτιατική ενικού του ακόρεστος
ακόρεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακόρεστος
ακόρεστος	adj	αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
ακόρεστου	adj	γενική ενικού του ακόρεστος
ακόρεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακόρεστος
ακόρεστων	adj	γενική πληθυντικού του ακόρεστος
ακόρντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόρντο
ακόρντο	noun	η συγχορδία
ακόρντου	noun	γενική ενικού του ακόρντο
ακόρντων	noun	γενική πληθυντικού του ακόρντο
ακόρυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόρυφο
ακόρυφε	adj	κλητική ενικού του ακόρυφος
ακόρυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόρυφη
ακόρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακόρυφος
ακόρυφης	adj	γενική ενικού του ακόρυφη
ακόρυφο	adj	αιτιατική ενικού του ακόρυφος
ακόρυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακόρυφος
ακόρυφος	adj	που δεν έχει κορυφή
ακόρυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακόρυφος
ακόρυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακόρυφος
ακόρυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακόρυφος
ακόσμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακόσμητος
ακόσμητε	adj	κλητική ενικού του ακόσμητος
ακόσμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακόσμητη
ακόσμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακόσμητος
ακόσμητης	adj	γενική ενικού του ακόσμητη
ακόσμητο	adj	αιτιατική ενικού του ακόσμητος
ακόσμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακόσμητος
ακόσμητος	adj	που δε στολίστηκε, ο αστόλιστος
ακόσμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακόσμητος
ακόσμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακόσμητος
ακόσμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακόσμητος
ακύκλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακύκλωτος	adv	με ακύκλωτο τρόπο, χωρίς κύκλωση
ακύκλωτε	=	ακύκλωτος
ακύκλωτες	=	ακύκλωτος
ακύκλωτη	=	ακύκλωτος
ακύκλωτης	=	ακύκλωτος
ακύκλωτο	=	ακύκλωτος
ακύκλωτοι	=	ακύκλωτος
ακύκλωτος	adj	που δεν έχει κυκλωθεί ή δεν μπορεί να κυκλωθεί
ακύκλωτου	=	ακύκλωτος
ακύκλωτους	=	ακύκλωτος
ακύκλωτων	=	ακύκλωτος
ακύμαντα	adv	χωρίς (να έχει) κύμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ακύμαντος
ακύμαντε	adj	κλητική ενικού του ακύμαντος
ακύμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακύμαντη
ακύμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακύμαντος
ακύμαντης	adj	γενική ενικού του ακύμαντη
ακύμαντο	adj	αιτιατική ενικού του ακύμαντος
ακύμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακύμαντος
ακύμαντος	adj	που δεν εμφανίζει κύματα
ακύμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακύμαντος
ακύμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακύμαντος
ακύμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακύμαντος
ακύματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακύματο
ακύματε	adj	κλητική ενικού του ακύματος
ακύματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακύματη
ακύματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακύματος
ακύματης	adj	γενική ενικού του ακύματη
ακύματο	adj	αιτιατική ενικού του ακύματος
ακύματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακύματος
ακύματος	adj|figurative	άλλη μορφή του ακύμαντος
ακύματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακύματος
ακύματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακύματος
ακύματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακύματος
ακύρτωτα	=	ακύρτωτος
ακύρτωτε	=	ακύρτωτος
ακύρτωτες	=	ακύρτωτος
ακύρτωτη	=	ακύρτωτος
ακύρτωτης	=	ακύρτωτος
ακύρτωτο	=	ακύρτωτος
ακύρτωτοι	=	ακύρτωτος
ακύρτωτος	adj	που δεν έχει κυρτώσει
ακύρτωτου	=	ακύρτωτος
ακύρτωτους	=	ακύρτωτος
ακύρτωτων	=	ακύρτωτος
ακύρωνα	=	ακυρώνω
ακύρωναν	=	ακυρώνω
ακύρωνε	=	ακυρώνω
ακύρωνες	=	ακυρώνω
ακύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ακυρώνω
ακύρωση	noun	η ματαίωση μιας προγραμματισμένης ενέργειας
ακύρωσης	noun	γενική ενικού του ακύρωση
ακύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακύρωτο
ακύρωτε	adj	κλητική ενικού του ακύρωτος
ακύρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακύρωτη
ακύρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακύρωτος
ακύρωτης	adj	γενική ενικού του ακύρωτη
ακύρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ακύρωτος
ακύρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ακύρωτος
ακύρωτος	adj	ο ανεπικύρωτος, που δεν έχει κυρωθεί ή επικυρωθεί
ακύρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ακύρωτος
ακύρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ακύρωτος
ακύρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ακύρωτος
ακώλυτα	=	ακώλυτος
ακώλυτε	=	ακώλυτος
ακώλυτες	=	ακώλυτος
ακώλυτη	=	ακώλυτος
ακώλυτης	=	ακώλυτος
ακώλυτο	=	ακώλυτος
ακώλυτοι	=	ακώλυτος
ακώλυτος	adj	που δεν κωλύεται, που δεν εμποδίζεται
ακώλυτου	=	ακώλυτος
ακώλυτους	=	ακώλυτος
ακώλυτων	=	ακώλυτος
αλά	adv	όπως, με τον τρόπο, σε απομίμηση
αλάβαστρα	=	αλάβαστρο
αλάβαστρε	noun	κλητική ενικού του αλάβαστρος
αλάβαστρο	noun	λίθος, παραλλαγή γύψου, κυρίως χρώματος χιονόλευκου ή ρόδινου με τον οποίο κατασκευάζονται κομψοτεχνήματα
αλάβαστροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάβαστρος
αλάβαστρος	noun	αλάβαστρο
αλάβαστρου	=	αλάβαστρο
αλάβαστρους	=	αλάβαστρος
αλάβαστρων	=	αλάβαστρο
αλάβωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάβωτο
αλάβωτε	adj	κλητική ενικού του αλάβωτος
αλάβωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάβωτη
αλάβωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλάβωτος
αλάβωτης	adj	γενική ενικού του αλάβωτη
αλάβωτο	adj	αιτιατική ενικού του αλάβωτος
αλάβωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάβωτος
αλάβωτος	adj	που δεν τραυματίστηκε σωματικά
αλάβωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλάβωτος
αλάβωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλάβωτος
αλάβωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλάβωτος
αλάδωτα	adv	χωρίς λάδωμα
αλάδωτε	adj	κλητική ενικού του αλάδωτος
αλάδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάδωτη
αλάδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλάδωτος
αλάδωτης	adj	γενική ενικού του αλάδωτη
αλάδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αλάδωτος
αλάδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάδωτος
αλάδωτος	adj	που δεν έχει λαδωθεί
αλάδωτου	adj	γενική ενικού του αλάδωτος
αλάδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλάδωτος
αλάδωτων	adj	γενική πληθυντικού του αλάδωτος
αλάθευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάθευτο
αλάθευτε	adj	κλητική ενικού του αλάθευτος
αλάθευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάθευτη
αλάθευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλάθευτος
αλάθευτης	adj	γενική ενικού του αλάθευτη
αλάθευτο	adj	αιτιατική ενικού του αλάθευτος
αλάθευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάθευτος
αλάθευτος	adj	που είναι ο αλάθητος, αλάνθαστος, χωρίς ψεγάδι, που δεν έχει λάθη
αλάθευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλάθευτος
αλάθευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλάθευτος
αλάθευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλάθευτος
αλάθητα	adv	χωρίς την ύπαρξη λάθους
αλάθητε	adj	κλητική ενικού του αλάθητος
αλάθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάθητη
αλάθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλάθητος
αλάθητης	adj	γενική ενικού του αλάθητη
αλάθητο	noun	η ιδιότητα που έχει κάποιος να μην κάνει λάθος
αλάθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάθητος
αλάθητος	adj	που δεν κάνει λάθη
αλάθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλάθητος
αλάθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλάθητος
αλάθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλάθητος
αλάκερος	=	ολόκληρος
αλάλαζα	=	αλαλάζω
αλάλαζαν	=	αλαλάζω
αλάλαζε	=	αλαλάζω
αλάλαζες	=	αλαλάζω
αλάλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλάλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλάλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλάλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλάλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάλητο	adv	χωρίς να μιλάμε, χωρίς να βγάλουμε λαλιά (χρησιμποιείται συχνότερα το βουβά)
αλάλητε	=	αλάλητος
αλάλητες	=	αλάλητος
αλάλητη	=	αλάλητος
αλάλητης	=	αλάλητος
αλάλητο	=	αλάλητος
αλάλητοι	=	αλάλητος
αλάλητος	adj	που δεν έχει λαλήσει, που δεν έχει πει τίποτα
αλάλητου	=	αλάλητος
αλάλητους	=	αλάλητος
αλάλητων	=	αλάλητος
αλάλιαζα	=	αλαλιάζω
αλάλιαζαν	=	αλαλιάζω
αλάλιαζε	=	αλαλιάζω
αλάλιαζες	=	αλαλιάζω
αλάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλάνα	noun	η υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί
αλάνας	noun	γενική ενικού του αλάνα
αλάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάνα
αλάνη	=	αλάνης
αλάνηδες	=	αλάνης
αλάνηδων	=	αλάνης
αλάνης	noun	αντισυμβατικός και αμέριμνος άνθρωπος που τριγυρίζει στους δρόμους
αλάνθαστα	adv	χωρίς κανένα λάθος
αλάνθαστε	=	αλάνθαστος
αλάνθαστες	=	αλάνθαστος
αλάνθαστη	=	αλάνθαστος
αλάνθαστης	=	αλάνθαστος
αλάνθαστο	=	αλάνθαστος
αλάνθαστοι	=	αλάνθαστος
αλάνθαστος	adj	που δεν έχει λάθη ή σφάλματα
αλάνθαστου	=	αλάνθαστος
αλάνθαστους	=	αλάνθαστος
αλάνθαστων	=	αλάνθαστος
αλάνι	noun|dated	ανοιχτός χώρος σε αστικό περιβάλλον
αλάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάνι
αλάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλάνικος	adv	με αλάνικο τρόπο
αλάνικε	adj	κλητική ενικού του αλάνικος
αλάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάνικη
αλάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλάνικος
αλάνικης	adj	γενική ενικού του αλάνικη
αλάνικο	adj	αιτιατική ενικού του αλάνικος
αλάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάνικος
αλάνικος	adj	που έχει σχέση, ταίριάζει ή αναφέρεται στον αλάνη ή στο αλάνι
αλάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλάνικος
αλάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλάνικος
αλάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλάνικος
αλάνισσα	noun	θηλυκό του αλάνης
αλάνισσας	noun	γενική ενικού του αλάνισσα
αλάνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάνισσα
αλάνταβα	=	αλάνταβος
αλάνταβε	=	αλάνταβος
αλάνταβες	=	αλάνταβος
αλάνταβη	=	αλάνταβος
αλάνταβης	=	αλάνταβος
αλάνταβο	=	αλάνταβος
αλάνταβοι	=	αλάνταβος
αλάνταβος	adj	βιαστικός,απρόσεχτος,ατσούμπαλος,χαχολός
αλάνταβου	=	αλάνταβος
αλάνταβους	=	αλάνταβος
αλάνταβων	=	αλάνταβος
αλάξευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάξευτο
αλάξευτε	adj	κλητική ενικού του αλάξευτος
αλάξευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάξευτη
αλάξευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλάξευτος
αλάξευτης	adj	γενική ενικού του αλάξευτη
αλάξευτο	adj	αιτιατική ενικού του αλάξευτος
αλάξευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλάξευτος
αλάξευτος	adj	που δεν έχει λαξευτεί, σμιλευτεί
αλάξευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλάξευτος
αλάξευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλάξευτος
αλάξευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλάξευτος
αλάργα	adv	σε μακρινή απόσταση από την ακτή
αλάργεμα	noun	η απομάκρυνση
αλάργευα	=	αλαργεύω
αλάργευαν	=	αλαργεύω
αλάργευε	=	αλαργεύω
αλάργευες	=	αλαργεύω
αλάργεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλάργεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλάργεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλάργεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλάργο	adv	μακριά
αλάργος	adj	που βρίσκεται σε μακρινή απόσταση, μακρινός, απόμακρος
αλάρμ	noun	τα τέσσερα (δυο εμπρός και δυο πίσω) πορτοκαλί χρώματος φώτα των οχημάτων που αναβοσβήνουν όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα (λ.χ. ακινητοποίηση στο οδόστρωμα), προκειμένου να προειδοποιηθούν οι άλλοι οδηγοί
αλάτη	noun	η φτερούγα
αλάτι	noun	κοινή ονομασία για το χλωριούχο νάτριο (NaCl), αλλιώς μαγειρικό αλάτι
αλάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάτι
αλάτιζα	=	αλατίζω
αλάτιζαν	=	αλατίζω
αλάτιζε	=	αλατίζω
αλάτιζες	=	αλατίζω
αλάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλάτισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αλατίζω
αλάτων	noun	γενική πληθυντικού του άλας
αλάτωση	noun	η φυσική ή ανθρωπογενής διαδικασία συσσώρευσης αλάτων σε έδαφος ή υδάτινο σώμα, η οποία αλλοιώνει τη χημική σύστασή τους και περιορίζει τη γεωργική ή οικολογική τους χρήση
αλάτωσης	=	αλάτωση
αλάφι	noun	άλλη μορφή του ελάφι
αλάφια	=	αλάφι
αλάφιαζα	=	αλαφιάζω
αλάφιαζαν	=	αλαφιάζω
αλάφιαζε	=	αλαφιάζω
αλάφιαζες	=	αλαφιάζω
αλάφιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλάφιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλάφιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλάφιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλάφραινα	=	αλαφραίνω
αλάφραιναν	=	αλαφραίνω
αλάφραινε	=	αλαφραίνω
αλάφραινες	=	αλαφραίνω
αλάφρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλάφρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλάφρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλάφρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλάφρωμα	noun	ελάφρωμα
αλάφρωνα	=	αλαφρώνω
αλάφρωναν	=	αλαφρώνω
αλάφρωνε	=	αλαφρώνω
αλάφρωνες	=	αλαφρώνω
αλάφρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλάφρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλάφρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλάφρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλέ	intj	για να φύγει κάποιος που δε θέλουμε από μπροστά μας
αλέα	noun	η δενδροστοιχία
αλέας	noun	γενική ενικού του αλέα
αλέγκρα	=	αλέγκρος
αλέγκρας	=	αλέγκρος
αλέγκρε	=	αλέγκρος
αλέγκρες	=	αλέγκρος
αλέγκρο	noun	κομμάτι με ζωντανό, χαρούμενο χαρακτήρα και άρα, γρήγορο tempo
αλέγκροι	=	αλέγκρος
αλέγκρος	adj	άλλη μορφή του αλέγρος
αλέγκρου	=	αλέγκρος
αλέγκρους	=	αλέγκρος
αλέγκρων	=	αλέγκρος
αλέγρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλέγρος
αλέγρας	=	αλέγρος
αλέγρε	=	αλέγρος
αλέγρες	=	αλέγρος
αλέγρο	=	αλέγρος
αλέγροι	=	αλέγρος
αλέγρος	adj	χαρούμενος, εύθυμος, ζωηρός
αλέγρου	=	αλέγρος
αλέγρους	=	αλέγρος
αλέγρων	=	αλέγρος
αλέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλέα
αλέθαμε	=	αλέθω
αλέθαν	=	αλέθω
αλέθανε	=	αλέθω
αλέθατε	=	αλέθω
αλέθει	=	αλέθω
αλέθεις	=	αλέθω
αλέθεσαι	=	αλέθω
αλέθεστε	=	αλέθω
αλέθεται	=	αλέθω
αλέθετε	=	αλέθω
αλέθομαι	verb	μέση-παθητική φωνή του ρήματος αλέθω
αλέθομε	=	αλέθω
αλέθονται	=	αλέθω
αλέθονταν	=	αλέθω
αλέθοντας	=	αλέθω
αλέθουμε	=	αλέθω
αλέθουν	=	αλέθω
αλέθουνε	=	αλέθω
αλέθω	verb	συνθλίβω και τρίβω δημητριακούς καρπούς ώστε να γίνουν αλεύρι
αλέκιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλέκιαστο
αλέκιαστε	adj	κλητική ενικού του αλέκιαστος
αλέκιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλέκιαστη
αλέκιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλέκιαστος
αλέκιαστης	adj	γενική ενικού του αλέκιαστη
αλέκιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αλέκιαστος
αλέκιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλέκιαστος
αλέκιαστος	adj	που δεν έχει λεκέδες
αλέκιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλέκιαστος
αλέκιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλέκιαστος
αλέκιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλέκιαστος
αλέκτορ	=	αλέκτωρ
αλέκτορα	=	αλέκτωρ
αλέκτορας	noun	ο κόκορας
αλέκτορες	=	αλέκτωρ
αλέκτορος	=	αλέκτωρ
αλέκτωρ	noun	ἀλέκτωρ, ο αλέκτορας: ο κόκορας, ο πετεινός
αλέρωτα	=	αλέρωτος
αλέρωτε	=	αλέρωτος
αλέρωτες	=	αλέρωτος
αλέρωτη	=	αλέρωτος
αλέρωτης	=	αλέρωτος
αλέρωτο	=	αλέρωτος
αλέρωτοι	=	αλέρωτος
αλέρωτος	adj	που δεν έχει λερωθεί
αλέρωτου	=	αλέρωτος
αλέρωτους	=	αλέρωτος
αλέρωτων	=	αλέρωτος
αλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσαν	=	αλέθω
αλέσανε	=	αλέθω
αλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσεων	=	άλεση
αλέσεως	=	άλεση
αλέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλεσμα
αλέσματος	noun	γενική ενικού του άλεσμα
αλέσομε	=	αλέθω
αλέσου	=	αλέθω
αλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέσουνε	=	αλέθω
αλέστα	adv	γρήγορα
αλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέστηκα	=	αλέθω
αλέστηκαν	=	αλέθω
αλέστηκε	=	αλέθω
αλέστηκες	=	αλέθω
αλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλέθω
αλέτρι	noun	γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για να οργώσουμε τη γη
αλέτρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλέτρι
αλέτριζα	=	αλετρίζω
αλέτριζαν	=	αλετρίζω
αλέτριζε	=	αλετρίζω
αλέτριζες	=	αλετρίζω
αλέτρισα	=	αλετρίζω
αλέτρισαν	=	αλετρίζω
αλέτρισε	=	αλετρίζω
αλέτρισες	=	αλετρίζω
αλέτρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αλετρίζω
αλήθεια	noun	καθετί που συμφωνεί με την πραγματικότητα, αυτό που όντως συνέβη ή συμβαίνει ή είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα συμβεί
αλήθειας	noun	γενική ενικού του αλήθεια
αλήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήθεια
αλήθευα	=	αληθεύω
αλήθευαν	=	αληθεύω
αλήθευε	=	αληθεύω
αλήθευες	=	αληθεύω
αλήθεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αλήθεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αλήθεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αλήθεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αλήστευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήστευτο
αλήστευτε	adj	κλητική ενικού του αλήστευτος
αλήστευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήστευτη
αλήστευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλήστευτος
αλήστευτης	adj	γενική ενικού του αλήστευτη
αλήστευτο	adj	αιτιατική ενικού του αλήστευτος
αλήστευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλήστευτος
αλήστευτος	adj|rare	που δεν έχει πέσει θύμα ληστείας
αλήστευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλήστευτος
αλήστευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλήστευτος
αλήστευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλήστευτος
αλήστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του *άληστος
αλήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήτης
αλήτευα	=	αλητεύω
αλήτευαν	=	αλητεύω
αλήτευε	=	αλητεύω
αλήτευες	=	αλητεύω
αλήτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλήτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλήτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλήτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλήτη	=	αλήτης
αλήτης	noun	κακός χαρακτήρας, που εκμεταλλεύεται άλλους ανθρώπους
αλήτικα	adv	με τρόπο πουπαραπέμπει σε αλητήρια συμπεριφορά, όχι με σωστό, καθωσπρέπει τρόπο
αλήτικε	adj	κλητική ενικού του αλήτικος
αλήτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήτικη
αλήτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλήτικος
αλήτικης	adj	γενική ενικού του αλήτικη
αλήτικο	adj	αιτιατική ενικού του αλήτικος
αλήτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλήτικος
αλήτικος	adj	σχετικός με τη συμπεριφορά ενός αλήτη (το αλητήριος κυρίως για πρόσωπα)
αλήτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλήτικος
αλήτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλήτικος
αλήτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλήτικος
αλήτισσα	noun	αλήτης
αλήτισσας	noun	γενική ενικού του αλήτισσα
αλήτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλήτισσα
αλί	intj	αλίμονο
αλίγδιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίγδιαστο
αλίγδιαστε	adj	κλητική ενικού του αλίγδιαστος
αλίγδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίγδιαστη
αλίγδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλίγδιαστος
αλίγδιαστης	adj	γενική ενικού του αλίγδιαστη
αλίγδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αλίγδιαστος
αλίγδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλίγδιαστος
αλίγδιαστος	adj	που δεν έχει λιγδιάσει, δεν έχει λίγδες
αλίγδιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλίγδιαστος
αλίγδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλίγδιαστος
αλίγδιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλίγδιαστος
αλίγδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίγδωτο
αλίγδωτε	adj	κλητική ενικού του αλίγδωτος
αλίγδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίγδωτη
αλίγδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλίγδωτος
αλίγδωτης	adj	γενική ενικού του αλίγδωτη
αλίγδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αλίγδωτος
αλίγδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλίγδωτος
αλίγδωτος	adj	άλλη μορφή του αλίγδιαστος (από το λιγδιάζω)
αλίγδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλίγδωτος
αλίγδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλίγδωτος
αλίγδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλίγδωτος
αλίευα	=	αλιεύω
αλίευαν	=	αλιεύω
αλίευε	=	αλιεύω
αλίευες	=	αλιεύω
αλίευμα	noun	το ψάρι που αλιεύεται
αλίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλίευση	noun	το πιάσιμο ψαριών, είτε για τροφή, είτε για άθλημα
αλίευσης	noun	γενική ενικού του αλίευση
αλίμαχτα	adv	με αλίμαχτο τρόπο, χωρίς λίμασμα
αλίμαχτε	=	αλίμαχτος
αλίμαχτες	=	αλίμαχτος
αλίμαχτη	=	αλίμαχτος
αλίμαχτης	=	αλίμαχτος
αλίμαχτο	=	αλίμαχτος
αλίμαχτοι	=	αλίμαχτος
αλίμαχτος	adj	που δεν λιμάζει
αλίμαχτου	=	αλίμαχτος
αλίμαχτους	=	αλίμαχτος
αλίμαχτων	=	αλίμαχτος
αλίμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίμενο, ουδέτερο του αλίμενος
αλίμενε	adj	κλητική ενικού του αλίμενος
αλίμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίμενη, θηλυκό του αλίμενος
αλίμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλίμενος
αλίμενης	adj	γενική ενικού του αλίμενη, θηλυκό του αλίμενος
αλίμενο	adj	αιτιατική ενικού του αλίμενος
αλίμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλίμενος
αλίμενος	adj	που δεν έχει λιμάνι
αλίμενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλίμενος
αλίμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλίμενος
αλίμενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλίμενος
αλίμονο	intj	επιφώνημα έκφρασης δυστυχίας, συμφοράς ή λύπης
αλίνδιση	noun	Αρχαίο ελληνικό άθλημα.
αλίνδισης	=	αλίνδιση
αλίπαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίπαντο
αλίπαντε	adj	κλητική ενικού του αλίπαντος
αλίπαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίπαντη
αλίπαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλίπαντος
αλίπαντης	adj	γενική ενικού του αλίπαντη
αλίπαντο	adj	αιτιατική ενικού του αλίπαντος
αλίπαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλίπαντος
αλίπαντος	adj	που δεν του έχουν βάλει λιπαντικές ουσίες
αλίπαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλίπαντος
αλίπαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλίπαντος
αλίπαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλίπαντος
αλίπαστα	noun	τρόφιμα που τα έχουν παστώσει, πασπαλισμένα με αλάτι, παστά ή διατηρημένα σε άρμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλίπαστος
αλίπαστε	adj	κλητική ενικού του αλίπαστος
αλίπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίπαστη
αλίπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλίπαστος
αλίπαστης	adj	γενική ενικού του αλίπαστη
αλίπαστο	adj	αιτιατική ενικού του αλίπαστος
αλίπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλίπαστος
αλίπαστος	adj	που διατηρείται σε άλμη
αλίπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλίπαστος
αλίπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλίπαστος
αλίπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλίπαστος
αλίπεδα	=	αλίπεδο
αλίπεδο	noun	αμμώδης περιοχή δίπλα σε θάλασσα
αλίπεδου	=	αλίπεδο
αλίχνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλίχνιστος	adv	χωρίς λίχνισμα
αλίχνιστε	adj	κλητική ενικού του αλίχνιστος
αλίχνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίχνιστη
αλίχνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλίχνιστος
αλίχνιστης	adj	γενική ενικού του αλίχνιστη
αλίχνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αλίχνιστος
αλίχνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλίχνιστος
αλίχνιστος	adj	που δεν έχει λιχνιστεί
αλίχνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλίχνιστος
αλίχνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλίχνιστος
αλίχνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλίχνιστος
αλαήμπεη	=	αλαήμπεης
αλαήμπεης	noun	αξιωματικός της οθωμανικής επαρχιακής διοίκησης, ο οποίος κατά την ειρηνική περίοδο είχε την ευθύνη για τη στρατιωτική ετοιμότητα και την επιθεώρηση των τιμαριωτών σπαχήδων ενός σαντζακίου, ενώ σε περιόδους πολέμου ηγούνταν των δυνάμεων αυτών υπό την ανώτατη διοίκηση του σαντζάκμπεη
αλαβάρδα	noun	είδος μεσαιωνικής λόγχης με αιχμηρή άκρη που είχε διάφορες μορφές (συχνά, παρόμοια με του τσεκουριού)
αλαβάρδας	noun	γενική ενικού του αλαβάρδα
αλαβάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαβάρδα
αλαβάστρινα	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινε	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινες	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινη	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινης	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινο	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινοι	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινος	adj	φτιαγμένος από αλάβαστρο
αλαβάστρινου	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινους	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρινων	=	αλαβάστρινος
αλαβάστρου	noun	γενική ενικού του αλάβαστρος
αλαβάστρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλάβαστρος
αλαβάστρων	noun	γενική πληθυντικού του αλάβαστρος
αλαβαρδών	noun	γενική πληθυντικού του αλαβάρδα
αλαγάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαγάριστο
αλαγάριστε	adj	κλητική ενικού του αλαγάριστος
αλαγάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαγάριστη
αλαγάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαγάριστος
αλαγάριστης	adj	γενική ενικού του αλαγάριστη
αλαγάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αλαγάριστος
αλαγάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαγάριστος
αλαγάριστος	adj	που δεν έχει λαγαρίσει, δεν είναι λαγαρός και διαυγής
αλαγάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαγάριστος
αλαγάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαγάριστος
αλαγάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαγάριστος
αλαγαλλικά	adv	κατά τον γαλλικό τρόπο
αλαγκαρσόν	adv|vulgar	άλλη μορφή του α λα γκαρσόν
αλαζονεία	noun	το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ανώτερο, να συμπεριφέρεται σαν αλαζόνας
αλαζονείας	noun	γενική ενικού του αλαζονεία
αλαζονείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαζονεία
αλαζονειών	noun	γενική πληθυντικού του αλαζονεία
αλαζονεμένος	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτήκαμε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτήκαν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτήκανε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτήκατε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτεί	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτείς	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτείτε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτούμε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτούν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτούνε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευτώ	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόμασταν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόμαστε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόμενος	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόμουν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόμουνα	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόντουσαν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόσασταν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόσαστε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόσουν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόσουνα	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευόταν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονευότανε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύεσαι	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύεστε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύεται	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύομαι	verb	συμπεριφέρομαι αλαζονικά, υπερφίαλα
αλαζονεύονται	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύονταν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύου	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύσου	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύτηκα	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύτηκαν	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύτηκε	=	αλαζονεύομαι
αλαζονεύτηκες	=	αλαζονεύομαι
αλαζονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαζονικό
αλαζονικέ	adj	κλητική ενικού του αλαζονικός
αλαζονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαζονική
αλαζονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαζονικός
αλαζονικής	adj	γενική ενικού του αλαζονική
αλαζονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαζονικός
αλαζονικοτήτων	=	αλαζονικότητα
αλαζονικού	adj	γενική ενικού του αλαζονικός
αλαζονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαζονικός
αλαζονικό	adj	αιτιατική ενικού του αλαζονικός
αλαζονικός	adj	που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει με τον αλαζόνα, αυτόν που αντιμετωπίζει τον κόσμο με υπερβολική περηφάνια για τον εαυτό του και περιφρόνηση για άλλους, που τους θεωρεί κατώτερους
αλαζονικότητα	noun	η αλαζονική συμπεριφορά
αλαζονικότητας	=	αλαζονικότητα
αλαζονικότητες	=	αλαζονικότητα
αλαζονικών	adj	γενική πληθυντικού του αλαζονικός
αλαζονών	=	αλαζόνας
αλαζόνα	=	αλαζόνας
αλαζόνας	noun	αυτός που έχει υπερβολική εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους
αλαζόνες	=	αλαζόνας
αλαζόνων	=	αλαζόνας
αλαημπέηδες	=	αλαήμπεης
αλαημπέηδων	=	αλαήμπεης
αλαθήτου	=	αλάθητο
αλακάπα	adv	που είναι ανάποδα, με το μέσα έξω
αλακαλακούμπα	noun	φανταστικός λατινοαμερικάνικος τόπος της ελληνικής επιθεώρησης, που έγινε πασίγνωστο τη δεκαετία του 1950 στην Ελλάδα από το ομώνυμο εύθυμο τραγούδι του Γιώργου Οικονομίδη
αλαλάζαμε	=	αλαλάζω
αλαλάζαν	=	αλαλάζω
αλαλάζανε	=	αλαλάζω
αλαλάζατε	=	αλαλάζω
αλαλάζει	=	αλαλάζω
αλαλάζεις	=	αλαλάζω
αλαλάζετε	=	αλαλάζω
αλαλάζομε	=	αλαλάζω
αλαλάζοντας	=	αλαλάζω
αλαλάζουμε	=	αλαλάζω
αλαλάζουν	=	αλαλάζω
αλαλάζουνε	=	αλαλάζω
αλαλάζω	verb	φωνάζω δυνατά βγάζοντας άγριες κραυγές από πολεμική ορμή ή ενθουσιασμό
αλαλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξαν	=	αλαλάζω
αλαλάξανε	=	αλαλάζω
αλαλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξομε	=	αλαλάζω
αλαλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξουνε	=	αλαλάζω
αλαλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλάζω
αλαλία	noun	αδυναμία ομιλίας
αλαλίας	noun	γενική ενικού του αλαλία
αλαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαλία
αλαλαγές	=	αλαλαγή
αλαλαγή	noun	πολεμική κραυγή
αλαλαγής	=	αλαλαγή
αλαλαγμέ	noun	κλητική ενικού του αλαλαγμός
αλαλαγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαλαγμός
αλαλαγμού	noun	γενική ενικού του αλαλαγμός
αλαλαγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλαλαγμός
αλαλαγμό	noun	αιτιατική ενικού του αλαλαγμός
αλαλαγμός	noun	αλαλαχή με επαναληπτική τεχνική της γλώσσας (σπανίως και με την βοήθεια των χεριών), κραυγή φέρουσα έντονου συναισθήματος, όπως πολεμικής ορμής, ενθουσιασμού, χαράς, πένθους κτλ.
αλαλαγμών	noun	γενική πληθυντικού του αλαλαγμός
αλαλαγών	=	αλαλαγή
αλαλαχή	=	αλαλαγή
αλαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαλητό
αλαλητέ	=	αλαλητός
αλαλητοί	=	αλαλητός
αλαλητού	noun	γενική ενικού του αλαλητό
αλαλητούς	=	αλαλητός
αλαλητό	noun	αλαλαγμός
αλαλητός	noun	αλαλαγμός
αλαλητών	noun	γενική πληθυντικού του αλαλητό
αλαλιά	noun	αλαλία
αλαλιάζαμε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζαν	=	αλαλιάζω
αλαλιάζανε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζατε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζει	=	αλαλιάζω
αλαλιάζεις	=	αλαλιάζω
αλαλιάζετε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζομαι	=	αλαλιάζω
αλαλιάζομε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζοντας	=	αλαλιάζω
αλαλιάζουμε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζουν	=	αλαλιάζω
αλαλιάζουνε	=	αλαλιάζω
αλαλιάζω	verb|vulgar	κάνω κάποιον άλλο να πάθει σύγχυση, να ζαλιστεί, να χάσει τα μυαλά του
αλαλιάς	=	αλαλιά
αλαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσαν	=	αλαλιάζω
αλαλιάσανε	=	αλαλιάζω
αλαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσομε	=	αλαλιάζω
αλαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσουνε	=	αλαλιάζω
αλαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαλιάζω
αλαλιές	=	αλαλιά
αλαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαλιασμένο	adv	όταν κάτι γίνεται με αγωνία, άγχος, ταραχή, με τρόπο που δειχνει ότι ο άλλος τα έχει χάσει
αλαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του αλαλιασμένος
αλαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαλιασμένη
αλαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαλιασμένος
αλαλιασμένης	verb	γενική ενικού του αλαλιασμένη
αλαλιασμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλαλιασμένος
αλαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαλιασμένος
αλαλιασμένος	verb	που έχει αλαλιάσει, έχει χάσει την ψυχραιμία του και σχεδόν τα λογικά του, ο πολύ ταραγμένος, ιδιαίτερα θορυβημένος
αλαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαλιασμένος
αλαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλαλιασμένος
αλαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαλιασμένος
αλαλιών	noun	γενική πληθυντικού του αλαλία
αλαλομάρα	noun	τρέλα, παλαβομάρα
αλαλομάρας	noun	γενική ενικού του αλαλομάρα
αλαλομάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαλομάρα
αλαλούμ	noun|vulgar	σύγχυση, ανακατωσούρα, αναστάτωση
αλαλόφωνα	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνε	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνες	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνη	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνης	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνο	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνοι	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνος	adj	ιδιωματικό των Κυκλάδων
αλαλόφωνου	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνους	=	αλαλόφωνος
αλαλόφωνων	=	αλαλόφωνος
αλαμπές	=	αλαμπής
αλαμπή	=	αλαμπής
αλαμπής	adj	που δεν λάμπει, σκοτεινός
αλαμπείς	=	αλαμπής
αλαμπουρνέζε	=	αλαμπουρνέζος
αλαμπουρνέζικα	noun	γλώσσα ακατανόητη, λόγια χωρίς νόημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικε	adj	κλητική ενικού του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαμπουρνέζικη
αλαμπουρνέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικης	adj	γενική ενικού του αλαμπουρνέζικη
αλαμπουρνέζικο	adj	αιτιατική ενικού του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικος	adj	ακαταλαβίστικος, ασυνάρτητος
αλαμπουρνέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαμπουρνέζικος
αλαμπουρνέζο	=	αλαμπουρνέζος
αλαμπουρνέζοι	=	αλαμπουρνέζος
αλαμπουρνέζος	noun|dated	παράξενος, αλλόκοτος
αλαμπουρνέζου	=	αλαμπουρνέζος
αλαμπουρνέζους	=	αλαμπουρνέζος
αλαμπουρνέζων	=	αλαμπουρνέζος
αλαμπούς	=	αλαμπής
αλαμπράτσα	=	αλαμπρατσέτα
αλαμπρατσέτα	adv	από το μπράτσο, αγκαζέ
αλαμπών	=	αλαμπής
αλανάκι	noun	υποκοριστικό του αλάνι, του αλάνης
αλανάκια	=	αλανάκι
αλανίνες	=	αλανίνη
αλανίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
αλανίνης	=	αλανίνη
αλαναρία	noun|vulgar	ένα σύνολο από αλάνηδες
αλαναρίας	noun	γενική ενικού του αλαναρία
αλαναρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαναρία
αλαναριών	noun	γενική πληθυντικού του αλαναρία
αλανιάρα	noun	θηλυκό του αλανιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλανιάρης
αλανιάρας	noun	γενική ενικού του αλανιάρα	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αλανιάρης
αλανιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλανιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αλανιάρης
αλανιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλανιάρης	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλανιάρης
αλανιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλανιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλανιάρης
αλανιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ζηλιάρης	adj	γενική πληθυντικού του ζηλιάρης
αλανιάρης	adj	που συχνάζει σε αλάνες	noun	το αλάνι
αλανιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλανιάρης
αλανιάρικε	adj	κλητική ενικού του αλανιάρικος
αλανιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλανιάρικη
αλανιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλανιάρικος
αλανιάρικης	adj	γενική ενικού του αλανιάρικη
αλανιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλανιάρης
αλανιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλανιάρικος
αλανιάρικος	adj	σχετικός με αλανιάρη ή χαρακτηριστικός αυτού
αλανιάρικου	adj	γενική ενικού, ουδέτερου γένους του αλανιάρης
αλανιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλανιάρικος
αλανιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλανιάρης
αλανιάρισσα	noun	θηλυκό του αλανιάρης
αλανιάρισσας	noun	γενική ενικού του αλανιάρισσα
αλανιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλανιάρισσα
αλανιαρισσών	=	αλανιάρισσα
αλανινών	=	αλανίνη
αλανιού	=	αλάνι
αλανισσών	noun	γενική πληθυντικού του αλάνισσα
αλανιών	=	αλάνι
αλανοπερίστερα	=	αλανοπερίστερο
αλανοπερίστερο	noun	το αγριοπερίστερο
αλανοπερίστερου	=	αλανοπερίστερο
αλανοπερίστερων	=	αλανοπερίστερο
αλανών	noun	γενική πληθυντικού του αλάνα
αλαργάρω	verb	βγαίνω στο πέλαγος, απομακρύνομαι
αλαργέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάργεμα
αλαργέματος	noun	γενική ενικού του αλάργεμα
αλαργέρνω	verb	απομακρύνομαι
αλαργέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψαν	=	αλαργεύω
αλαργέψανε	=	αλαργεύω
αλαργέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαργεύω
αλαργεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλάργεμα
αλαργεύαμε	=	αλαργεύω
αλαργεύαν	=	αλαργεύω
αλαργεύανε	=	αλαργεύω
αλαργεύατε	=	αλαργεύω
αλαργεύει	=	αλαργεύω
αλαργεύεις	=	αλαργεύω
αλαργεύετε	=	αλαργεύω
αλαργεύοντας	=	αλαργεύω
αλαργεύουμε	=	αλαργεύω
αλαργεύουν	=	αλαργεύω
αλαργεύουνε	=	αλαργεύω
αλαργεύω	verb	απομακρύνομαι
αλαργινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλαργινός	adv	μακριά
αλαργινέ	adj	κλητική ενικού του αλαργινός
αλαργινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαργινή
αλαργινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαργινός
αλαργινής	adj	γενική ενικού του αλαργινή
αλαργινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαργινός
αλαργινού	adj	γενική ενικού του αλαργινός
αλαργινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαργινός
αλαργινό	adj	αιτιατική ενικού του αλαργινός
αλαργινός	adj	ο μακρινός
αλαργινόςά	=	αλαργινός
αλαργινόςέ	=	αλαργινός
αλαργινόςές	=	αλαργινός
αλαργινόςή	=	αλαργινός
αλαργινόςής	=	αλαργινός
αλαργινόςοί	=	αλαργινός
αλαργινόςού	=	αλαργινός
αλαργινόςούς	=	αλαργινός
αλαργινόςό	=	αλαργινός
αλαργινόςός	=	αλαργινός
αλαργινόςών	=	αλαργινός
αλαργινών	adj	γενική πληθυντικού του αλαργινός
αλαργογείτονα	=	αλαργογείτονας
αλαργογείτονας	noun|dated	ο γείτονας που βρίσκεται αλάργα, ο μακρινός
αλαργογείτονες	=	αλαργογείτονας
αλαργογειτόνων	=	αλαργογείτονας
αλαργοξορισμένα	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένε	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένες	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένη	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένης	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένο	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένοι	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένος	adj|dated	που έχει εξοριστεί αλάργα
αλαργοξορισμένου	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένους	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοξορισμένων	=	αλαργοξορισμένος
αλαργοπέφτω	verb|dated	πέφτω μακριά, αλάργα
αλαργοσβήνω	verb|dated	σβήνω αλάργα, μακριά
αλαργοτάξιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαργοτάξιδο
αλαργοτάξιδε	adj	κλητική ενικού του αλαργοτάξιδος
αλαργοτάξιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαργοτάξιδη
αλαργοτάξιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαργοτάξιδος
αλαργοτάξιδης	adj	γενική ενικού του αλαργοτάξιδη
αλαργοτάξιδο	adj	αιτιατική ενικού του αλαργοτάξιδος
αλαργοτάξιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαργοτάξιδος
αλαργοτάξιδος	adj	που ταξιδεύει σε μακρινούς τόπους
αλαργοτάξιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαργοτάξιδος
αλαργοτάξιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαργοτάξιδος
αλαργοτάξιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαργοτάξιδος
αλατένια	=	αλατερός
αλατένιο	=	αλατερός
αλατίζαμε	=	αλατίζω
αλατίζαν	=	αλατίζω
αλατίζανε	=	αλατίζω
αλατίζατε	=	αλατίζω
αλατίζει	=	αλατίζω
αλατίζεις	=	αλατίζω
αλατίζεσαι	=	αλατίζω
αλατίζεστε	=	αλατίζω
αλατίζεται	=	αλατίζω
αλατίζετε	=	αλατίζω
αλατίζομαι	=	αλατίζω
αλατίζομε	=	αλατίζω
αλατίζονται	=	αλατίζω
αλατίζονταν	=	αλατίζω
αλατίζοντας	=	αλατίζω
αλατίζου	=	αλατίζω
αλατίζουμε	=	αλατίζω
αλατίζουν	=	αλατίζω
αλατίζουνε	=	αλατίζω
αλατίζω	verb	βάζω αλάτι σε φαγητό
αλατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσαν	=	αλατίζω
αλατίσανε	=	αλατίζω
αλατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάτισμα
αλατίσματος	noun	γενική ενικού του αλάτισμα
αλατίσομε	=	αλατίζω
αλατίσου	=	αλατίζω
αλατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίσουνε	=	αλατίζω
αλατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλατίστηκα	=	αλατίζω
αλατίστηκαν	=	αλατίζω
αλατίστηκε	=	αλατίζω
αλατίστηκες	=	αλατίζω
αλατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλατίζω
αλαταποθήκες	=	αλαταποθήκη
αλαταποθήκη	noun|dated	αποθήκη στην οποία συγκεντρώνεται αλάτι
αλαταποθήκης	=	αλαταποθήκη
αλαταποθηκάριε	=	αλαταποθηκάριος
αλαταποθηκάριο	=	αλαταποθηκάριος
αλαταποθηκάριοι	=	αλαταποθηκάριος
αλαταποθηκάριος	noun|dated	φύλακας ή διευθυντής σε αλαταποθήκη
αλαταποθηκάριου	=	αλαταποθηκάριος
αλαταποθηκάριους	=	αλαταποθηκάριος
αλαταποθηκάριων	=	αλαταποθηκάριος
αλαταποθηκών	=	αλαταποθήκη
αλατερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατερό
αλατεράς	=	αλατερός
αλατερέ	adj	κλητική ενικού του αλατερός
αλατερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατερή
αλατερή	noun	αλατιέρα
αλατερής	adj	γενική ενικού του αλατερή
αλατεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλατερός
αλατερού	adj	γενική ενικού του αλατερός
αλατερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλατερός
αλατερό	=	αλατερός
αλατερός	adj	που (περι)έχει πολύ αλάτι
αλατερών	adj	γενική πληθυντικού του αλατερός
αλατζά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλατζάς
αλατζάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατζάς
αλατζάδων	noun	γενική πληθυντικού του αλατζάς
αλατζάς	noun	ευτελές βαμβακερό ύφασμα για ρούχα των φτωχών
αλατιέρα	noun	μικρό δοχείο που περιέχει αλάτι και έχει πώμα με πολλές μικρές οπές, για να αλατίζουμε το σερβιρισμένο φαγητό
αλατιέρας	noun	γενική ενικού του αλατιέρα
αλατιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατιέρα
αλατιζόμασταν	=	αλατίζω
αλατιζόμαστε	=	αλατίζω
αλατιζόμουν	=	αλατίζω
αλατιζόμουνα	=	αλατίζω
αλατιζόντουσαν	=	αλατίζω
αλατιζόσασταν	=	αλατίζω
αλατιζόσαστε	=	αλατίζω
αλατιζόσουν	=	αλατίζω
αλατιζόσουνα	=	αλατίζω
αλατιζόταν	=	αλατίζω
αλατιζότανε	=	αλατίζω
αλατιού	noun	γενική ενικού του αλάτι
αλατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλάτισμα
αλατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατισμένο
αλατισμένε	verb	κλητική ενικού του αλατισμένος
αλατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατισμένη
αλατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλατισμένος
αλατισμένης	verb	γενική ενικού του αλατισμένη
αλατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλατισμένος
αλατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλατισμένος
αλατισμένος	verb	που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να γίνει νόστιμος
αλατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλατισμένος
αλατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλατισμένος
αλατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλατισμένος
αλατισμός	noun|rare	το αλάτισμα
αλατιστήκαμε	=	αλατίζω
αλατιστήκαν	=	αλατίζω
αλατιστήκανε	=	αλατίζω
αλατιστήκατε	=	αλατίζω
αλατιστεί	=	αλατίζω
αλατιστείς	=	αλατίζω
αλατιστείτε	=	αλατίζω
αλατιστούμε	=	αλατίζω
αλατιστούν	=	αλατίζω
αλατιστούνε	=	αλατίζω
αλατιστώ	=	αλατίζω
αλατιών	noun	γενική πληθυντικού του αλάτι
αλατοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατοβιομηχανία
αλατοδιανομέα	=	αλατοδιανομέας
αλατοδιανομέας	noun	που διανέμει αλάτι
αλατοδιανομέων	=	αλατοδιανομέας
αλατοδιανομείς	=	αλατοδιανομέας
αλατοδοχεία	=	αλατοδοχείο
αλατοδοχείο	noun	δοχείο για αλάτι
αλατοδοχείου	=	αλατοδοχείο
αλατοδοχείων	=	αλατοδοχείο
αλατοθήκες	=	αλατοθήκη
αλατοθήκη	noun	σκεύος για αλάτι
αλατοθήκης	=	αλατοθήκη
αλατοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατοθεραπεία
αλατοθηκών	=	αλατοθήκη
αλατοκορτικοειδή	noun	ορμόνες που εκκρίνονται από τον φλοιό των επινεφριδίων και ρυθμίζουν την κατακράτηση νατρίου και την αποβολή καλίου, συμβάλλοντας στην ισορροπία των υγρών και των ηλεκτρολυτών του σώματος
αλατοκορτικοειδών	=	αλατοκορτικοειδή
αλατολόγε	=	αλατολόγος
αλατολόγο	=	αλατολόγος
αλατολόγοι	=	αλατολόγος
αλατολόγος	noun	αλατιέρα
αλατολόγου	=	αλατολόγος
αλατολόγους	=	αλατολόγος
αλατολόγων	=	αλατολόγος
αλατονέφωση	noun	τυποποιημένη εργαστηριακή δοκιμή επιταχυνόμενης διάβρωσης κατά την οποία υλικά εκτίθενται σε συνεχή ψεκασμό αλατούχου διαλύματος εντός ειδικού θαλάμου για τον προσδιορισμό της ανθεκτικότητάς τους
αλατονέφωσης	=	αλατονέφωση
αλατονεφώσεις	=	αλατονέφωση
αλατονεφώσεων	=	αλατονέφωση
αλατοπίπερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατοπίπερο
αλατοπίπερο	noun	αλάτι και πιπέρι, ανάμικτα ή ξεχωριστά
αλατοπίπερου	noun	γενική ενικού του αλατοπίπερο
αλατοπίπερων	noun	γενική πληθυντικού του αλατοπίπερο
αλατοπιπέρωσα	=	αλατοπιπερώνω
αλατοπιπεριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατοπιπεριέρα
αλατοπιπερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατοπιπερωμένη
αλατοπιπερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλατοπιπερωμένος
αλατοπιπερώνω	verb	προσθέτω αλάτι και πιπέρι στο φαγητό
αλατοποιία	noun	εργαστήριο στο οποίο ενσακκίζεται αλάτι (το οποίο έχει παραχθεί σε αλυκή)
αλατοποιίας	noun	γενική ενικού του αλατοποιία
αλατοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατοποιία
αλατοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αλατοποιία
αλατοσυλλογές	=	αλατοσυλλογή
αλατοσυλλογή	noun	η συλλογή αλατιού
αλατοσυλλογής	=	αλατοσυλλογή
αλατοσυλλογών	=	αλατοσυλλογή
αλατοσωρέ	noun	κλητική ενικού του αλατοσωρός
αλατοσωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλατοσωρός
αλατοσωρού	noun	γενική ενικού του αλατοσωρός
αλατοσωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλατοσωρός
αλατοσωρό	noun	αιτιατική ενικού του αλατοσωρός
αλατοσωρός	noun	σωρός από αλάτι
αλατοσωρών	noun	γενική πληθυντικού του αλατοσωρός
αλατοτήτων	=	αλατότητα
αλατοφυλάκων	=	αλατοφύλακας
αλατοφόρα	=	αλατοφόρος
αλατοφόρας	=	αλατοφόρος
αλατοφόρε	=	αλατοφόρος
αλατοφόρες	=	αλατοφόρος
αλατοφόρο	=	αλατοφόρος
αλατοφόροι	=	αλατοφόρος
αλατοφόρος	adj	αυτός που φέρει ή παράγει αλάτι
αλατοφόρου	=	αλατοφόρος
αλατοφόρους	=	αλατοφόρος
αλατοφόρων	=	αλατοφόρος
αλατοφύλακα	=	αλατοφύλακας
αλατοφύλακας	noun|dated	φύλακας σε αλαταποθήκη ή αλυκή, ο αλαταποθηκάριος
αλατοφύλακες	=	αλατοφύλακας
αλατούσα	noun|rare	ακρίδα που, σε ευτράπελες λαϊκές αφηγήσεις, υποτίθεται ότι τρώει το αλάτι που σπέρνουν ορισμένοι ανόητοι, πιστεύοντας ότι θα φυτρώσει κι έτσι θα γίνουν πλούσιοι
αλατούχα	=	αλατούχος
αλατούχας	=	αλατούχος
αλατούχε	=	αλατούχος
αλατούχες	=	αλατούχος
αλατούχο	=	αλατούχος
αλατούχοι	=	αλατούχος
αλατούχος	adj	που περιέχει αλάτι
αλατούχου	=	αλατούχος
αλατούχους	=	αλατούχος
αλατούχων	=	αλατούχος
αλατωδών	=	αλατώδης
αλατωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατωρυχείο
αλατωρυχείο	noun	ο τόπος (ορυχείο) εξαγωγής ορυκτού άλατος
αλατωρυχείου	noun	γενική ενικού του αλατωρυχείο
αλατωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του αλατωρυχείο
αλατόλοφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλατόλοφος
αλατόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατόμητο
αλατόμητε	adj	κλητική ενικού του αλατόμητος
αλατόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατόμητη
αλατόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλατόμητος
αλατόμητης	adj	γενική ενικού του αλατόμητη
αλατόμητο	adj	αιτιατική ενικού του αλατόμητος
αλατόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλατόμητος
αλατόμητος	adj	που δεν έχει λατομηθεί
αλατόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλατόμητος
αλατόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλατόμητος
αλατόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλατόμητος
αλατόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλατόνερο
αλατόνερο	noun	διάλυμα που περιέχει αλάτι και νερό
αλατόνερου	noun	γενική ενικού του αλατόνερο
αλατόνερων	noun	γενική πληθυντικού του αλατόνερο
αλατότητα	noun	η ποσότητα των αλάτων στη θάλασσα ή το έδαφος
αλατότητας	=	αλατότητα
αλατότητες	=	αλατότητα
αλατότοπε	=	αλατότοπος
αλατότοπο	=	αλατότοπος
αλατότοποι	=	αλατότοπος
αλατότοπος	noun	o τόπος όπου παράγεται αλάτι
αλατότοπου	=	αλατότοπος
αλατότοπους	=	αλατότοπος
αλατότοπων	=	αλατότοπος
αλατώδεις	=	αλατώδης
αλατώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλατώδης
αλατώδη	=	αλατώδης
αλατώδης	adj	αλμυρός
αλατώδους	=	αλατώδης
αλατώσεις	=	αλάτωση
αλατώσεων	=	αλάτωση
αλαφιάζαμε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζαν	=	αλαφιάζω
αλαφιάζανε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζατε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζει	=	αλαφιάζω
αλαφιάζεις	=	αλαφιάζω
αλαφιάζεσαι	=	αλαφιάζω
αλαφιάζεστε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζεται	=	αλαφιάζω
αλαφιάζετε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάζονται	=	αλαφιάζω
αλαφιάζονταν	=	αλαφιάζω
αλαφιάζοντας	=	αλαφιάζω
αλαφιάζουμε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζουν	=	αλαφιάζω
αλαφιάζουνε	=	αλαφιάζω
αλαφιάζω	verb	τρομάζω κάποιον
αλαφιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάσαν	=	αλαφιάζω
αλαφιάσανε	=	αλαφιάζω
αλαφιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάσου	=	αλαφιάζω
αλαφιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζω
αλαφιαζόμασταν	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόμαστε	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόμουν	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόμουνα	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόντουσαν	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόσασταν	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόσαστε	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόσουν	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόσουνα	=	αλαφιάζω
αλαφιαζόταν	=	αλαφιάζω
αλαφιαζότανε	=	αλαφιάζω
αλαφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλαφιασμένος	adv|literary	δείχνοντας φόβο, τρόμο ή ανησυχία
αλαφιασμένε	verb	κλητική ενικού του αλαφιασμένος
αλαφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφιασμένη
αλαφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαφιασμένος
αλαφιασμένης	verb	γενική ενικού του αλαφιασμένη
αλαφιασμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλαφιασμένος
αλαφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαφιασμένος
αλαφιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλαφιάζω· που έχει τρομάξει, ταραχτεί από κάτι δυσάρεστο, που αντιμετωπίζει μια κρίση και πελαγώνει, τα χάνει, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει
αλαφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαφιασμένος
αλαφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλαφιασμένος
αλαφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαφιασμένος
αλαφιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστήκαν	=	αλαφιάζω
αλαφιαστήκανε	=	αλαφιάζω
αλαφιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφιάζομαι
αλαφιού	=	αλάφι
αλαφιών	=	αλάφι
αλαφρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφρό	adv	άλλη μορφή του ελαφρά
αλαφράδα	noun	ελαφρότητα
αλαφράδας	=	αλαφράδα
αλαφράδες	=	αλαφράδα
αλαφράδων	=	αλαφράδα
αλαφρέ	adj	κλητική ενικού του αλαφρός
αλαφρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφρή
αλαφρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαφρός
αλαφρής	adj	γενική ενικού του αλαφρή
αλαφραίναμε	=	αλαφραίνω
αλαφραίναν	=	αλαφραίνω
αλαφραίνανε	=	αλαφραίνω
αλαφραίνατε	=	αλαφραίνω
αλαφραίνει	=	αλαφραίνω
αλαφραίνεις	=	αλαφραίνω
αλαφραίνετε	=	αλαφραίνω
αλαφραίνοντας	=	αλαφραίνω
αλαφραίνουμε	=	αλαφραίνω
αλαφραίνουν	=	αλαφραίνω
αλαφραίνουνε	=	αλαφραίνω
αλαφραίνω	verb	ελαφραίνω
αλαφρείς	=	αλαφρύς
αλαφριά	=	αλαφρός
αλαφριάς	=	αλαφρός
αλαφριές	=	αλαφρύς
αλαφριοί	=	αλαφρύς
αλαφριού	=	αλαφρύς
αλαφριούς	=	αλαφρύς
αλαφριών	=	αλαφρύς
αλαφροΐσκιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφροΐσκιωτο
αλαφροΐσκιωτε	adj	κλητική ενικού του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροΐσκιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφροΐσκιωτη
αλαφροΐσκιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροΐσκιωτης	adj	γενική ενικού του αλαφροΐσκιωτη
αλαφροΐσκιωτο	adj	αιτιατική ενικού του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροΐσκιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροΐσκιωτος	adj	αυτός που μπορεί να βλέπει ξωτικά, νεράιδες, φαντάσματα
αλαφροΐσκιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροΐσκιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροΐσκιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαφροΐσκιωτος
αλαφροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαφρός
αλαφρομυαλιά	noun	επιπολαιότητα, επιφανειακή σκέψη
αλαφρομυαλιάς	noun	γενική ενικού του αλαφρομυαλιά
αλαφρομυαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφρομυαλιά
αλαφρομυαλιών	=	αλαφρομυαλιά
αλαφροπετρών	noun	γενική πληθυντικού του αλαφρόπετρα
αλαφροσκυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφροσκυμμένο
αλαφροσκυμμένε	verb	κλητική ενικού του αλαφροσκυμμένος
αλαφροσκυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφροσκυμμένη
αλαφροσκυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαφροσκυμμένος
αλαφροσκυμμένης	verb	γενική ενικού του αλαφροσκυμμένη
αλαφροσκυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλαφροσκυμμένος
αλαφροσκυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαφροσκυμμένος
αλαφροσκυμμένος	verb|poetic	ελαφρά σκυμμένος
αλαφροσκυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαφροσκυμμένος
αλαφροσκυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλαφροσκυμμένος
αλαφροσκυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαφροσκυμμένος
αλαφροχειμωνιά	noun	όταν το χειμώνα ο καιρός δεν είναι τόσο παγερός όσο αναμενόταν, όταν ο χειμώνας είναι ηπιότερος απ΄ό,τι συνήθως
αλαφροχειμωνιάς	=	αλαφροχειμωνιά
αλαφροχειμωνιές	=	αλαφροχειμωνιά
αλαφροχειμωνιών	=	αλαφροχειμωνιά
αλαφρού	adj	γενική ενικού του αλαφρός
αλαφρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαφρός
αλαφρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλάφρωμα
αλαφρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφρωμένο
αλαφρωμένε	verb	κλητική ενικού του αλαφρωμένος
αλαφρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφρωμένη
αλαφρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαφρωμένος
αλαφρωμένης	verb	γενική ενικού του αλαφρωμένη
αλαφρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλαφρωμένος
αλαφρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαφρωμένος
αλαφρωμένος	verb	του οποίου το βάρος έχει ελαττωθεί
αλαφρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαφρωμένος
αλαφρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλαφρωμένος
αλαφρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαφρωμένος
αλαφρό	adj	αιτιατική ενικού του αλαφρός
αλαφρόμυαλα	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλε	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλες	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλη	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλης	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλο	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλοι	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλος	adj	σχετικά ήπιος τρόπος χαρακτηρισμού του ανόητου, του επιπόλαιου, του μη σκεπτόμενου ατόμου ή και του μη ικανού να σκεφτεί
αλαφρόμυαλου	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλους	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόμυαλων	=	αλαφρόμυαλος
αλαφρόπετρα	noun	ελαφρόπετρα
αλαφρόπετρας	noun	γενική ενικού του αλαφρόπετρα
αλαφρόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφρόπετρα
αλαφρός	adj|vulgar	άλλη μορφή του ελαφρός
αλαφρύ	=	αλαφρός
αλαφρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύναν	=	αλαφραίνω
αλαφρύνανε	=	αλαφραίνω
αλαφρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφραίνω
αλαφρύς	adj	άλλη μορφή του ελαφρύς
αλαφρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλάφρωμα
αλαφρώματος	noun	γενική ενικού του αλάφρωμα
αλαφρών	adj	γενική πληθυντικού του αλαφρός
αλαφρώναμε	=	αλαφρώνω
αλαφρώναν	=	αλαφρώνω
αλαφρώνανε	=	αλαφρώνω
αλαφρώνατε	=	αλαφρώνω
αλαφρώνει	=	αλαφρώνω
αλαφρώνεις	=	αλαφρώνω
αλαφρώνετε	=	αλαφρώνω
αλαφρώνοντας	=	αλαφρώνω
αλαφρώνουμε	=	αλαφρώνω
αλαφρώνουν	=	αλαφρώνω
αλαφρώνουνε	=	αλαφρώνω
αλαφρώνω	verb	ελαφρώνω
αλαφρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσαν	=	αλαφρώνω
αλαφρώσανε	=	αλαφρώνω
αλαφρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλαφρώνω
αλαφυραγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφυραγώγητο
αλαφυραγώγητε	adj	κλητική ενικού του αλαφυραγώγητος
αλαφυραγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλαφυραγώγητη
αλαφυραγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλαφυραγώγητος
αλαφυραγώγητης	adj	γενική ενικού του αλαφυραγώγητη
αλαφυραγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του αλαφυραγώγητος
αλαφυραγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλαφυραγώγητος
αλαφυραγώγητος	adj	που δεν έχει λαφυραγωγηθεί
αλαφυραγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλαφυραγώγητος
αλαφυραγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλαφυραγώγητος
αλαφυραγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλαφυραγώγητος
αλβάνιζα	=	αλβανίζω
αλβάνιζαν	=	αλβανίζω
αλβάνιζε	=	αλβανίζω
αλβάνιζες	=	αλβανίζω
αλβάνισα	=	αλβανίζω
αλβάνισαν	=	αλβανίζω
αλβάνισε	=	αλβανίζω
αλβάνισες	=	αλβανίζω
αλβανάκι	noun	μικρής ηλικίας Αλβανός, ή Αλβανίδα
αλβανάκια	=	αλβανάκι
αλβανέ	=	αλβανός
αλβανέλληνα	=	αλβανέλληνας
αλβανέλληνας	noun	Αλβανός που μεγάλωσε ή ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα
αλβανέλληνες	=	αλβανέλληνας
αλβανή	=	αλβανός
αλβανίδα	=	αλβανός
αλβανίζαμε	=	αλβανίζω
αλβανίζαν	=	αλβανίζω
αλβανίζανε	=	αλβανίζω
αλβανίζατε	=	αλβανίζω
αλβανίζει	=	αλβανίζω
αλβανίζεις	=	αλβανίζω
αλβανίζετε	=	αλβανίζω
αλβανίζοντας	=	αλβανίζω
αλβανίζουμε	=	αλβανίζω
αλβανίζουν	=	αλβανίζω
αλβανίζουνε	=	αλβανίζω
αλβανίζω	verb	μιλώ αλβανικά
αλβανίσαμε	=	αλβανίζω
αλβανίσαν	=	αλβανίζω
αλβανίσανε	=	αλβανίζω
αλβανίσατε	=	αλβανίζω
αλβανίσει	=	αλβανίζω
αλβανίστε	=	αλβανίζω
αλβανίστρια	noun	θηλυκό του αλβανιστής
αλβανίστριας	=	αλβανίστρια
αλβανίστριες	=	αλβανίστρια
αλβανακιού	=	αλβανάκι
αλβανακιών	=	αλβανάκι
αλβανελλήνων	=	αλβανέλληνας
αλβανελληνίδα	=	αλβανέλληνας
αλβανικά	noun	η αλβανική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλβανικό
αλβανικέ	adj	κλητική ενικού του αλβανικός
αλβανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλβανική
αλβανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλβανικός
αλβανικής	adj	γενική ενικού του αλβανική
αλβανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλβανικός
αλβανικού	adj	γενική ενικού του αλβανικός
αλβανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλβανικός
αλβανικό	adj	αιτιατική ενικού του αλβανικός
αλβανικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην Αλβανία ή τους κατοίκους της
αλβανικών	adj	γενική πληθυντικού του αλβανικός
αλβανισμέ	=	αλβανισμός
αλβανισμοί	=	αλβανισμός
αλβανισμού	=	αλβανισμός
αλβανισμούς	=	αλβανισμός
αλβανισμό	=	αλβανισμός
αλβανισμός	noun	η ενέργεια του αλβανίζω, η συμπεριφορά με βάση τα αλβανικά ήθη
αλβανισμών	=	αλβανισμός
αλβανιστές	=	αλβανιστής
αλβανιστή	=	αλβανιστής
αλβανιστής	noun	ο αλβανολόγος
αλβανιστί	adv|formal	στα αλβανικά, στην αλβανική γλώσσα
αλβανιστριών	=	αλβανίστρια
αλβανιστών	=	αλβανιστής
αλβανοί	=	αλβανός
αλβανοβουλγαρικά	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικέ	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικές	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρική	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλβανοβουλγαρική) του αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικοί	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικού	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικούς	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικό	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοβουλγαρικός	adj	σχετικός με Αλβανούς και Βούλγαρους
αλβανοβουλγαρικών	=	αλβανοβουλγαρικός
αλβανοελληνικά	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικέ	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικές	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνική	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλβανοελληνική) του αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικοί	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικού	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικούς	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικό	=	αλβανοελληνικός
αλβανοελληνικός	adj	άλλη μορφή του ελληνοαλβανικός
αλβανοελληνικών	=	αλβανοελληνικός
αλβανοκεντρικά	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικέ	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικές	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρική	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλβανοκεντρική) του αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικοί	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικού	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικούς	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικό	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρικός	adj	που έχει ως κέντρο των ενδιαφερόντων του τον αλβανισμό και την Αλβανία
αλβανοκεντρικών	=	αλβανοκεντρικός
αλβανοκεντρισμέ	=	αλβανοκεντρισμός
αλβανοκεντρισμοί	=	αλβανοκεντρισμός
αλβανοκεντρισμού	=	αλβανοκεντρισμός
αλβανοκεντρισμούς	=	αλβανοκεντρισμός
αλβανοκεντρισμό	=	αλβανοκεντρισμός
αλβανοκεντρισμός	noun	ιδεολογία σύμφωνα με την οποία δίνεται προτεραιότητα σε Αλβανικά στοιχεία (την παράδοση, την εθνική ταυτότητα)
αλβανοκεντρισμών	=	αλβανοκεντρισμός
αλβανοκινεζικά	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικέ	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικές	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζική	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλβανοκινεζική) του αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικοί	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικού	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικούς	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικό	=	αλβανοκινεζικός
αλβανοκινεζικός	adj	σχετικός με Αλβανούς και Κινέζους
αλβανοκινεζικών	=	αλβανοκινεζικός
αλβανολογία	noun	επιστήμη η οποία μελετά τον πολιτισμό και την ιστορία των Αλβανών
αλβανολογίας	=	αλβανολογία
αλβανολογίες	=	αλβανολογία
αλβανολογικά	=	αλβανολογικός
αλβανολογικέ	=	αλβανολογικός
αλβανολογικές	=	αλβανολογικός
αλβανολογική	=	αλβανολογικός
αλβανολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλβανολογική) του αλβανολογικός
αλβανολογικοί	=	αλβανολογικός
αλβανολογικού	=	αλβανολογικός
αλβανολογικούς	=	αλβανολογικός
αλβανολογικό	=	αλβανολογικός
αλβανολογικός	adj	ο σχετικός με την αλβανολογία
αλβανολογικών	=	αλβανολογικός
αλβανολογιών	=	αλβανολογία
αλβανολόγε	=	αλβανολόγος
αλβανολόγο	=	αλβανολόγος
αλβανολόγοι	=	αλβανολόγος
αλβανολόγος	noun	ειδικός της επιστήμης της αλβανολογίας
αλβανολόγου	=	αλβανολόγος
αλβανολόγους	=	αλβανολόγος
αλβανολόγων	=	αλβανολόγος
αλβανομάθεια	noun	η γνώση της γλώσσας, της ιστορίας και των ηθών των Αλβανών
αλβανομάθειας	=	αλβανομάθεια
αλβανομάθειες	=	αλβανομάθεια
αλβανομαθές	=	αλβανομαθής
αλβανομαθή	=	αλβανομαθής
αλβανομαθής	noun	άτομο που γνωρίζει αλβανικά	adj	που γνωρίζει αλβανικά
αλβανομαθείς	=	αλβανομαθής
αλβανομαθειών	=	αλβανομάθεια
αλβανομαθούς	=	αλβανομαθής
αλβανομαθών	=	αλβανομαθής
αλβανοσοβιετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλβανοσοβιετικό
αλβανοσοβιετικέ	adj	κλητική ενικού του αλβανοσοβιετικός
αλβανοσοβιετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλβανοσοβιετική
αλβανοσοβιετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλβανοσοβιετικός
αλβανοσοβιετικής	adj	γενική ενικού του αλβανοσοβιετική
αλβανοσοβιετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλβανοσοβιετικός
αλβανοσοβιετικού	adj	γενική ενικού του αλβανοσοβιετικός
αλβανοσοβιετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλβανοσοβιετικός
αλβανοσοβιετικό	adj	αιτιατική ενικού του αλβανοσοβιετικός
αλβανοσοβιετικός	adj	που αφορά την Αλβανία και τη Σοβιετική Ένωση και τις μεταξύ τους σχέσεις
αλβανοσοβιετικών	adj	γενική πληθυντικού του αλβανοσοβιετικός
αλβανού	=	αλβανός
αλβανούς	=	αλβανός
αλβανό	=	αλβανός
αλβανόγλωσσα	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσε	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσες	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσση	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσης	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσο	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσοι	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσος	adj	που μιλά αλβανικά
αλβανόγλωσσου	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσους	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόγλωσσων	=	αλβανόγλωσσος
αλβανόπαις	noun|formal	το αλβανόπουλο
αλβανόπουλα	=	αλβανόπουλο
αλβανόπουλο	noun	παιδί αλβανικής καταγωγής
αλβανόπουλου	=	αλβανόπουλο
αλβανόπουλων	=	αλβανόπουλο
αλβανός	noun	ο Αλβανός
αλβανόφιλα	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλε	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλες	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλη	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλης	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλο	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλοι	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλος	adj	που είναι φιλικός προς τους Αλβανούς
αλβανόφιλου	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλους	=	αλβανόφιλος
αλβανόφιλων	=	αλβανόφιλος
αλβανόφωνα	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνε	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνες	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνη	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνης	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνο	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνοι	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αλβανικά
αλβανόφωνου	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνους	=	αλβανόφωνος
αλβανόφωνων	=	αλβανόφωνος
αλβανών	=	αλβανός
αλβιονικά	=	αλβιονικός
αλβιονικέ	=	αλβιονικός
αλβιονικές	=	αλβιονικός
αλβιονική	=	αλβιονικός
αλβιονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλβιονική) του αλβιονικός
αλβιονικοί	=	αλβιονικός
αλβιονικού	=	αλβιονικός
αλβιονικούς	=	αλβιονικός
αλβιονικό	=	αλβιονικός
αλβιονικός	adj	που σχετίζεται ή ανήκει στην Αλβιώνα
αλβιονικών	=	αλβιονικός
αλγεί	=	αλγώ
αλγείς	=	αλγώ
αλγείτε	=	αλγώ
αλγεβρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγεβρικό
αλγεβρικέ	adj	κλητική ενικού του αλγεβρικός
αλγεβρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγεβρική
αλγεβρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλγεβρικός
αλγεβρικής	adj	γενική ενικού του αλγεβρική
αλγεβρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλγεβρικός
αλγεβρικού	adj	γενική ενικού του αλγεβρικός
αλγεβρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλγεβρικός
αλγεβρικό	adj	αιτιατική ενικού του αλγεβρικός
αλγεβρικός	adj	αυτός που αφορά την άλγεβρα
αλγεβρικών	adj	γενική πληθυντικού του αλγεβρικός
αλγεβρών	=	άλγεβρα
αλγεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγεινό	adv	με αλγεινό τρόπο
αλγεινέ	adj	κλητική ενικού του αλγεινός
αλγεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγεινή
αλγεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλγεινός
αλγεινής	adj	γενική ενικού του αλγεινή
αλγεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλγεινός
αλγεινού	adj	γενική ενικού του αλγεινός
αλγεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλγεινός
αλγεινό	adj	αιτιατική ενικού του αλγεινός
αλγεινός	adj|formal	αυτός που προκαλεί άλγος, πόνο, κυρίως ψυχικό
αλγεινότατα	=	αλγεινός
αλγεινότατε	=	αλγεινός
αλγεινότατες	=	αλγεινός
αλγεινότατη	=	αλγεινός
αλγεινότατης	=	αλγεινός
αλγεινότατο	=	αλγεινός
αλγεινότατοι	=	αλγεινός
αλγεινότατος	=	αλγεινός
αλγεινότατου	=	αλγεινός
αλγεινότατους	=	αλγεινός
αλγεινότατων	=	αλγεινός
αλγεινότερα	=	αλγεινός
αλγεινότερε	=	αλγεινός
αλγεινότερες	=	αλγεινός
αλγεινότερη	=	αλγεινός
αλγεινότερης	=	αλγεινός
αλγεινότερο	=	αλγεινός
αλγεινότεροι	=	αλγεινός
αλγεινότερος	=	αλγεινός
αλγεινότερου	=	αλγεινός
αλγεινότερους	=	αλγεινός
αλγεινότερων	=	αλγεινός
αλγεινών	adj	γενική πληθυντικού του αλγεινός
αλγερίνικα	=	αλγερίνικος
αλγερίνικε	=	αλγερίνικος
αλγερίνικες	=	αλγερίνικος
αλγερίνικη	=	αλγερίνικος
αλγερίνικης	=	αλγερίνικος
αλγερίνικο	=	αλγερίνικος
αλγερίνικοι	=	αλγερίνικος
αλγερίνικος	adj	άλλη μορφή του αλγερινός
αλγερίνικου	=	αλγερίνικος
αλγερίνικους	=	αλγερίνικος
αλγερίνικων	=	αλγερίνικος
αλγερικά	=	αλγερικός
αλγερικέ	=	αλγερικός
αλγερικές	=	αλγερικός
αλγερική	=	αλγερικός
αλγερικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλγερική) του αλγερικός
αλγερικοί	=	αλγερικός
αλγερικού	=	αλγερικός
αλγερικούς	=	αλγερικός
αλγερικό	=	αλγερικός
αλγερικός	adj	άλλη γραφή του αλγερινός
αλγερικών	=	αλγερικός
αλγερινά	=	αλγερινός
αλγερινέ	=	αλγερινός
αλγερινές	=	αλγερινός
αλγερινή	=	αλγερινός
αλγερινής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλγερινή) του αλγερινός
αλγερινικά	=	αλγερινικός
αλγερινικέ	=	αλγερινικός
αλγερινικές	=	αλγερινικός
αλγερινική	=	αλγερινικός
αλγερινικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλγερινική) του αλγερινικός
αλγερινικοί	=	αλγερινικός
αλγερινικού	=	αλγερινικός
αλγερινικούς	=	αλγερινικός
αλγερινικό	=	αλγερινικός
αλγερινικός	adj|dated	άλλη γραφή του αλγερίνικος, άλλη μορφή του αλγερινός
αλγερινικών	=	αλγερινικός
αλγερινοί	=	αλγερινός
αλγερινού	=	αλγερινός
αλγερινούς	=	αλγερινός
αλγερινό	=	αλγερινός
αλγερινός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στην Αλγερία ή τους Αλγερινούς
αλγερινών	=	αλγερινός
αλγηδόνα	noun|obsolete	ο πόνος ενός μέρους του σώματος χωρίς εμφανή βλάβη ή αιτία
αλγηδόνας	=	αλγηδόνα
αλγηδόνες	=	αλγηδόνα
αλγηδόνων	=	αλγηδόνα
αλγηδών	=	αλγηδόνα
αλγκονκίν	noun	γλώσσα ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής (στον Καναδά, περιοχή Κεμπέκ)
αλγογόνα	=	αλγογόνος
αλγογόνας	=	αλγογόνος
αλγογόνε	=	αλγογόνος
αλγογόνες	=	αλγογόνος
αλγογόνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αλγογόνος
αλγογόνοι	=	αλγογόνος
αλγογόνος	adj	που προκαλεί άλγος, πόνο
αλγογόνου	=	αλγογόνος
αλγογόνους	=	αλγογόνος
αλγογόνων	=	αλγογόνος
αλγολαγνεία	noun	η ηδονή ή σεξουαλική διέγερση που προκαλείται με την αίσθηση ή πρόκληση πόνου
αλγολαγνείας	noun	γενική ενικού του αλγολαγνεία
αλγολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγολαγνεία
αλγολαγνειών	noun	γενική πληθυντικού του αλγολαγνεία
αλγολογία	noun	ιατρικός κλάδος που εστιάζει στη διάγνωση, κατανόηση και αντιμετώπιση του άλγους / πόνου, είτε ως σύμπτωμα είτε ως αυτόνομο κλινικό πρόβλημα
αλγολογίας	=	αλγολογία
αλγολογίες	=	αλγολογία
αλγολογιών	=	αλγολογία
αλγορίθμου	noun	γενική ενικού του αλγόριθμος
αλγορίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλγόριθμος
αλγορίθμων	noun	γενική πληθυντικού του αλγόριθμος
αλγοριθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγοριθμικό
αλγοριθμικέ	adj	κλητική ενικού του αλγοριθμικός
αλγοριθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλγοριθμική
αλγοριθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλγοριθμικός
αλγοριθμικής	adj	γενική ενικού του αλγοριθμική
αλγοριθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλγοριθμικός
αλγοριθμικού	adj	γενική ενικού του αλγοριθμικός
αλγοριθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλγοριθμικός
αλγοριθμικό	adj	αιτιατική ενικού του αλγοριθμικός
αλγοριθμικός	adj	που έχει σχέση με τον αλγόριθμο
αλγοριθμικών	adj	γενική πληθυντικού του αλγοριθμικός
αλγοϋποδοχέα	=	αλγοϋποδοχέας
αλγοϋποδοχέας	noun	νευρικός αισθητήρας με τον οποίο ένας οργανισμός αντιλαμβάνεται τον πόνο.
αλγοϋποδοχέων	=	αλγοϋποδοχέας
αλγοϋποδοχέως	=	αλγοϋποδοχέας
αλγοϋποδοχείς	=	αλγοϋποδοχέας
αλγούμε	=	αλγώ
αλγούν	=	αλγώ
αλγόριθμε	noun	κλητική ενικού του αλγόριθμος
αλγόριθμο	noun	αιτιατική ενικού του αλγόριθμος
αλγόριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλγόριθμος
αλγόριθμος	noun	μια πεπερασμένη σειρά από εντολές για την ολοκλήρωση ενός συγκεκριμένου έργου
αλγόριθμου	noun	γενική ενικού του αλγόριθμος
αλγόριθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλγόριθμος
αλγόριθμων	noun	γενική πληθυντικού του αλγόριθμος
αλγώ	verb	πονώ (ψυχικά), υποφέρω
αλγών	=	άλγος
αλδεΰδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλδεΰδη
αλδεΰδη	noun	οποιαδήποτε οργανική ένωση που φέρει στο μόριό της μία τουλάχιστον αλδεϋδομάδα, δηλαδή R-CHO, ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα έχοντας μία καρβονυλομάδα να συνδέεται με μία υδρογονανθρακική ρίζα και ένα άτομο υδρογόνου
αλδεΰδης	noun	γενική ενικού του αλδεΰδη
αλδεϋδών	=	αλδεΰδη
αλδιμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλδιμίνη
αλδιμίνη	noun	οποιαδήποτε ιμίνη που προέρχεται από αλδεΰδη
αλδιμίνης	noun	γενική ενικού του αλδιμίνη
αλδιμινών	=	αλδιμίνη
αλείαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλείαντο
αλείαντε	adj	κλητική ενικού του αλείαντος
αλείαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλείαντη
αλείαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλείαντος
αλείαντης	adj	γενική ενικού του αλείαντη
αλείαντο	adj	αιτιατική ενικού του αλείαντος
αλείαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλείαντος
αλείαντος	adj	που δεν έχει λειανθεί
αλείαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλείαντος
αλείαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλείαντος
αλείαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλείαντος
αλείβαμε	=	αλείβω
αλείβαν	=	αλείβω
αλείβανε	=	αλείβω
αλείβατε	=	αλείβω
αλείβει	=	αλείβω
αλείβεις	=	αλείβω
αλείβεσαι	=	αλείβομαι
αλείβεστε	=	αλείβομαι
αλείβεται	=	αλείβομαι
αλείβετε	=	αλείβω
αλείβομαι	verb	άλλη μορφή του αλείφομαι
αλείβομε	=	αλείβω
αλείβονται	=	αλείβομαι
αλείβονταν	=	αλείβομαι
αλείβοντας	=	αλείβω
αλείβου	=	αλείβομαι
αλείβουμε	=	αλείβω
αλείβουν	=	αλείβω
αλείβουνε	=	αλείβω
αλείβω	verb	άλλη μορφή του αλείφω
αλείμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλειμμα
αλείμματος	noun	γενική ενικού του άλειμμα
αλείφαμε	=	αλείφω
αλείφαν	=	αλείφω
αλείφανε	=	αλείφω
αλείφατε	=	αλείφω
αλείφει	=	αλείφω
αλείφεις	=	αλείφω
αλείφεσαι	=	αλείφω
αλείφεστε	=	αλείφω
αλείφεται	=	αλείφω
αλείφετε	=	αλείφω
αλείφομαι	verb	παθητικό του αλείφω
αλείφομε	=	αλείφω
αλείφονται	=	αλείφω
αλείφονταν	=	αλείφω
αλείφοντας	=	αλείφω
αλείφου	=	αλείφω
αλείφουμε	=	αλείφω
αλείφουν	=	αλείφω
αλείφουνε	=	αλείφω
αλείφτε	=	αλείφω
αλείφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλείφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλείφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλείφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλείφω	verb	επιχρίω με υγρή ή λιπαρή ουσία
αλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψαν	=	αλείβω
αλείψανε	=	αλείβω
αλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του άλειψη
αλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του άλειψη
αλείψομε	=	αλείφω
αλείψου	=	αλείβομαι
αλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψουνε	=	αλείφω
αλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείφω
αλεβιτισμέ	=	αλεβιτισμός
αλεβιτισμοί	=	αλεβιτισμός
αλεβιτισμού	=	αλεβιτισμός
αλεβιτισμούς	=	αλεβιτισμός
αλεβιτισμό	=	αλεβιτισμός
αλεβιτισμός	noun	ιδιαίτερο κοινωνικό και φιλοσοφικό ρεύμα, αλλά και θρησκεία, που πιστεύει στο Κοράνι
αλεβιτισμών	=	αλεβιτισμός
αλεγκρέτο	adv	έντονα, γρήγορα, ανάμεσα στο αντάντε και το αλέγκρο
αλεγράραμε	=	αλεγράρω
αλεγράραν	=	αλεγράρω
αλεγράρανε	=	αλεγράρω
αλεγράρατε	=	αλεγράρω
αλεγράρει	=	αλεγράρω
αλεγράρεις	=	αλεγράρω
αλεγράρετε	=	αλεγράρω
αλεγράριζα	=	αλεγράρω
αλεγράριζαν	=	αλεγράρω
αλεγράριζε	=	αλεγράρω
αλεγράριζες	=	αλεγράρω
αλεγράρισα	=	αλεγράρω
αλεγράρισαν	=	αλεγράρω
αλεγράρισε	=	αλεγράρω
αλεγράρισες	=	αλεγράρω
αλεγράρομε	=	αλεγράρω
αλεγράροντας	=	αλεγράρω
αλεγράρουμε	=	αλεγράρω
αλεγράρουν	=	αλεγράρω
αλεγράρουνε	=	αλεγράρω
αλεγράρω	verb	γίνομαι αλέγρος
αλεζουάρ	noun	εργαλείο που χρησιμοποιούμε για να διανοίξουμε τρύπες
αλεηλάτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεηλάτητο
αλεηλάτητε	adj	κλητική ενικού του αλεηλάτητος
αλεηλάτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεηλάτητη
αλεηλάτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεηλάτητος
αλεηλάτητης	adj	γενική ενικού του αλεηλάτητη
αλεηλάτητο	adj	αιτιατική ενικού του αλεηλάτητος
αλεηλάτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεηλάτητος
αλεηλάτητος	adj	που δεν έχει λεηλατηθεί
αλεηλάτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεηλάτητος
αλεηλάτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεηλάτητος
αλεηλάτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεηλάτητος
αλεθόμασταν	=	αλέθω
αλεθόμαστε	=	αλέθω
αλεθόμουν	=	αλέθω
αλεθόμουνα	=	αλέθω
αλεθόντουσαν	=	αλέθω
αλεθόσασταν	=	αλέθω
αλεθόσαστε	=	αλέθω
αλεθόσουν	=	αλέθω
αλεθόσουνα	=	αλέθω
αλεθόταν	=	αλέθω
αλεθότανε	=	αλέθω
αλειβόμασταν	=	αλείβομαι
αλειβόμαστε	=	αλείβομαι
αλειβόμουν	=	αλείβομαι
αλειβόμουνα	=	αλείβομαι
αλειβόντουσαν	=	αλείβομαι
αλειβόσασταν	=	αλείβομαι
αλειβόσαστε	=	αλείβομαι
αλειβόσουν	=	αλείβομαι
αλειβόσουνα	=	αλείβομαι
αλειβόταν	=	αλείβομαι
αλειβότανε	=	αλείβομαι
αλειμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άλειμμα
αλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλειμμένο
αλειμμένε	verb	κλητική ενικού του αλειμμένος
αλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλειμμένη
αλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλειμμένος
αλειμμένης	verb	γενική ενικού του αλειμμένη
αλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλειμμένος
αλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλειμμένος
αλειμμένος	=	αλείβομαι
αλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλειμμένος
αλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλειμμένος
αλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλειμμένος
αλειμματοκέρι	noun	κερί που έχει φτιαχτεί από λίπος
αλειμματοκέρια	=	αλειμματοκέρι
αλειμματοκεριού	=	αλειμματοκέρι
αλειμματοκεριών	=	αλειμματοκέρι
αλειτούργητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλειτούργητο
αλειτούργητε	adj	κλητική ενικού του αλειτούργητος
αλειτούργητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλειτούργητη
αλειτούργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλειτούργητος
αλειτούργητης	adj	γενική ενικού του αλειτούργητη
αλειτούργητο	adj	αιτιατική ενικού του αλειτούργητος
αλειτούργητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλειτούργητος
αλειτούργητος	adj	που δεν έχει πάει στη Θεία Λειτουργία
αλειτούργητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλειτούργητος
αλειτούργητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλειτούργητος
αλειτούργητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλειτούργητος
αλειφαδόρε	=	αλειφαδόρος
αλειφαδόρο	=	αλειφαδόρος
αλειφαδόροι	=	αλειφαδόρος
αλειφαδόρος	noun	άλλη μορφή του αλοιφαδόρος
αλειφαδόρου	=	αλειφαδόρος
αλειφαδόρους	=	αλειφαδόρος
αλειφαδόρων	=	αλειφαδόρος
αλειφατικά	=	αλειφατικός
αλειφατικέ	=	αλειφατικός
αλειφατικές	=	αλειφατικός
αλειφατική	=	αλειφατικός
αλειφατικής	=	αλειφατικός
αλειφατικοί	=	αλειφατικός
αλειφατικού	=	αλειφατικός
αλειφατικούς	=	αλειφατικός
αλειφατικό	=	αλειφατικός
αλειφατικός	adj	που αφορά οργανική ένωση, τα άτομα της οποίας συνδέονται μεταξύ τους έτσι ώστε να σχηματίζουν ανοιχτή αλυσίδα και όχι κλειστό δακτύλιο
αλειφατικών	=	αλειφατικός
αλειφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτήκαν	=	αλείβομαι
αλειφτήκανε	=	αλείβομαι
αλειφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφτούνε	=	αλείφω
αλειφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
αλειφόμασταν	=	αλείφω
αλειφόμαστε	=	αλείφω
αλειφόμουν	=	αλείφω
αλειφόμουνα	=	αλείφω
αλειφόντουσαν	=	αλείφω
αλειφόσασταν	=	αλείφω
αλειφόσαστε	=	αλείφω
αλειφόσουν	=	αλείφω
αλειφόσουνα	=	αλείφω
αλειφόταν	=	αλείφω
αλειφότανε	=	αλείφω
αλεκτόρων	=	αλέκτωρ
αλεμανικά	noun	ομάδα γερμανικών διαλέκτων που μιλιούνται από περίπου δέκα εκατομμύρια ομιλητές σε διάφορες γερμανόφωνες χώρες και στην Ιταλία
αλεμανικών	=	αλεμανικά
αλεξήλια	=	αλεξήλιο
αλεξήλιο	noun	η ομπρέλα ηλίου, η ομπρέλα που προφυλάσσει από τις ακτίνες του ηλίου, το παρασόλι
αλεξήλιου	=	αλεξήλιο
αλεξήλιων	=	αλεξήλιο
αλεξήνεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξήνεμο
αλεξήνεμε	adj	κλητική ενικού του αλεξήνεμος
αλεξήνεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξήνεμη
αλεξήνεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεξήνεμος
αλεξήνεμης	adj	γενική ενικού του αλεξήνεμη
αλεξήνεμο	=	αλεξήνεμος
αλεξήνεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξήνεμος
αλεξήνεμος	adj|formal	που προστατεύει από τον άνεμο
αλεξήνεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεξήνεμος
αλεξήνεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεξήνεμος
αλεξήνεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεξήνεμος
αλεξία	noun	νευρολογική διαταραχή κατά την οποία το άτομο, ενώ έχει διατηρήσει την όραση και τη νοητική του λειτουργία, αδυνατεί να διαβάσει ή να κατανοήσει γραπτό λόγο εξαιτίας εγκεφαλικής βλάβης ή αναπτυξιακής ανωμαλίας
αλεξίας	=	αλεξία
αλεξίες	=	αλεξία
αλεξίκακα	=	αλεξίκακος
αλεξίκακε	=	αλεξίκακος
αλεξίκακες	=	αλεξίκακος
αλεξίκακη	=	αλεξίκακος
αλεξίκακης	=	αλεξίκακος
αλεξίκακο	=	αλεξίκακος
αλεξίκακοι	=	αλεξίκακος
αλεξίκακος	adj|formal	αυτός που απομακρύνει το κακό ή τη βλάβη
αλεξίκακου	=	αλεξίκακος
αλεξίκακους	=	αλεξίκακος
αλεξίκακων	=	αλεξίκακος
αλεξίπτωτα	=	αλεξίπτωτο
αλεξίπτωτο	noun	συσκευή που, με το άνοιγμά της, αποβλέπει στο φρενάρισμα της πτώσης αντικειμένων, χάρη στην αντίσταση του αέρα
αλεξίπτωτου	=	αλεξίπτωτο
αλεξίπτωτων	=	αλεξίπτωτο
αλεξίπυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξίπυρο
αλεξίπυρε	adj	κλητική ενικού του αλεξίπυρος
αλεξίπυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξίπυρη
αλεξίπυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεξίπυρος
αλεξίπυρης	adj	γενική ενικού του αλεξίπυρη
αλεξίπυρο	adj	αιτιατική ενικού του αλεξίπυρος
αλεξίπυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξίπυρος
αλεξίπυρος	adj|formal	που είναι ανθεκτικός στη φωτιά ή μας προστατεύει απ’ αυτή
αλεξίπυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεξίπυρος
αλεξίπυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεξίπυρος
αλεξίπυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεξίπυρος
αλεξίσφαιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξίσφαιρο
αλεξίσφαιρε	adj	κλητική ενικού του αλεξίσφαιρος
αλεξίσφαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξίσφαιρη
αλεξίσφαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεξίσφαιρος
αλεξίσφαιρης	adj	γενική ενικού του αλεξίσφαιρη
αλεξίσφαιρο	adj	αιτιατική ενικού του αλεξίσφαιρος
αλεξίσφαιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξίσφαιρος
αλεξίσφαιρος	adj	που προστατεύει από τις σφαίρες
αλεξίσφαιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεξίσφαιρος
αλεξίσφαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεξίσφαιρος
αλεξίσφαιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεξίσφαιρος
αλεξίφλογα	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογε	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογες	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογη	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογης	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογο	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογοι	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογος	adj	συνώνυμο με το αλεξίπυρος
αλεξίφλογου	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογους	=	αλεξίφλογος
αλεξίφλογων	=	αλεξίφλογος
αλεξανδρίτες	=	αλεξανδρίτης
αλεξανδρίτη	=	αλεξανδρίτης
αλεξανδρίτης	noun	ημιπολύτιμος λίθος, είδος χρυσοβηρύλλου (BeAl₂O₄), που έχει την ιδιότητα να μεταβάλει το χρώμα του ανάλογα με το περιβάλλον φως
αλεξανδρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξανδρινό	adv	με τον τρόπο των αλεξανδρινών ή του Αλεξάνδρου
αλεξανδρινέ	adj	κλητική ενικού του αλεξανδρινός
αλεξανδρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξανδρινή
αλεξανδρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεξανδρινός
αλεξανδρινής	adj	γενική ενικού του αλεξανδρινή
αλεξανδρινισμέ	noun	κλητική ενικού του αλεξανδρινισμός
αλεξανδρινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξανδρινισμός
αλεξανδρινισμού	noun	γενική ενικού του αλεξανδρινισμός
αλεξανδρινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλεξανδρινισμός
αλεξανδρινισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλεξανδρινισμός
αλεξανδρινισμός	noun	η μίμηση του τρόπου γραφής ή ζωής αλεξανδρινών προτύπων
αλεξανδρινισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλεξανδρινισμός
αλεξανδρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξανδρινός
αλεξανδρινού	adj	γενική ενικού του αλεξανδρινός
αλεξανδρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεξανδρινός
αλεξανδρινό	adj	αιτιατική ενικού του αλεξανδρινός
αλεξανδρινός	adj	που ανάγεται στην ελληνιστική εποχή, στους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή τον πολιτισμό της περιόδου
αλεξανδρινών	adj	γενική πληθυντικού του αλεξανδρινός
αλεξανδριτών	=	αλεξανδρίτης
αλεξανδρουπολίτες	=	αλεξανδρουπολίτης
αλεξανδρουπολίτη	=	αλεξανδρουπολίτης
αλεξανδρουπολίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη
αλεξανδρουπολίτισσα	=	αλεξανδρουπολίτης
αλεξανδρουπολιτών	=	αλεξανδρουπολίτης
αλεξηλίου	=	αλεξήλιο
αλεξηλίων	=	αλεξήλιο
αλεξιβάσκανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιβάσκανο
αλεξιβάσκανο	noun|dated	που προφυλάσσει από τη βασκανία
αλεξιβάσκανου	noun	γενική ενικού του αλεξιβάσκανο
αλεξιβάσκανων	noun	γενική πληθυντικού του αλεξιβάσκανο
αλεξιβρόχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιβρόχιο
αλεξιβρόχιου	noun	γενική ενικού του αλεξιβρόχιο
αλεξιβρόχιων	noun	γενική πληθυντικού του αλεξιβρόχιο
αλεξιθυμία	noun	η δυσκολία κάποιων ανθρώπων στην κατανόηση και έκφραση των συναισθημάτων τους, η συναισθηματική απάθεια
αλεξιθυμίας	noun	γενική ενικού του αλεξιθυμία
αλεξιθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιθυμία
αλεξιθυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιθυμικό
αλεξιθυμικέ	adj	κλητική ενικού του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιθυμική
αλεξιθυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμικής	adj	γενική ενικού του αλεξιθυμική
αλεξιθυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμικού	adj	γενική ενικού του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμικό	adj	αιτιατική ενικού του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμικός	adj	που πάσχει από αλεξιθυμία
αλεξιθυμικών	adj	γενική πληθυντικού του αλεξιθυμικός
αλεξιθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του αλεξιθυμία
αλεξικέρατα	=	αλεξικέρατο
αλεξικέρατο	noun	η εξασφάλιση από τη συζυγική απιστία, η ανοσία στο κεράτωμα
αλεξικέρατου	=	αλεξικέρατο
αλεξικέρατων	=	αλεξικέρατο
αλεξικέραυνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξικέραυνο
αλεξικέραυνο	noun	συσκευή που τοποθετείται σε ψηλά σημεία για να προστατεύει τα κτίρια από τους κεραυνούς.
αλεξικέραυνου	noun	γενική ενικού του αλεξικέραυνο
αλεξικέραυνων	noun	γενική πληθυντικού του αλεξικέραυνο
αλεξικογράφητα	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητε	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητες	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητη	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητης	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητο	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητοι	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητος	adj	που δεν έχει λεξικογραφηθεί
αλεξικογράφητου	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητους	=	αλεξικογράφητος
αλεξικογράφητων	=	αλεξικογράφητος
αλεξιπτωτίστρια	noun	αλεξιπτωτιστής
αλεξιπτωτίστριας	noun	γενική ενικού του αλεξιπτωτίστρια
αλεξιπτωτίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιπτωτίστρια
αλεξιπτωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αλεξιπτωτισμός
αλεξιπτωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεξιπτωτισμός
αλεξιπτωτισμού	noun	γενική ενικού του αλεξιπτωτισμός
αλεξιπτωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλεξιπτωτισμός
αλεξιπτωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλεξιπτωτισμός
αλεξιπτωτισμός	noun	το σπορ της πτώσης με αλεξίπτωτο
αλεξιπτωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλεξιπτωτισμός
αλεξιπτωτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεξιπτωτιστής
αλεξιπτωτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλεξιπτωτιστής
αλεξιπτωτιστής	noun	αυτός που πηδάει από αεροπλάνο με αλεξίπτωτο.
αλεξιπτωτιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αλεξιπτωτίστρια
αλεξιπτωτιστών	noun	γενική πληθυντικού του αλεξιπτωτιστής
αλεξιπτώτου	=	αλεξίπτωτο
αλεξιπτώτων	=	αλεξίπτωτο
αλεξιών	=	αλεξία
αλεπονουρά	noun	η ουρά της αλεπούς
αλεπονουράς	=	αλεπονουρά
αλεπονουρές	=	αλεπονουρά
αλεπονουρών	=	αλεπονουρά
αλεποουρά	noun	η ουρά της αλεπούς
αλεποουράς	=	αλεποουρά
αλεποουρές	=	αλεποουρά
αλεποουρών	=	αλεποουρά
αλεποπορδές	=	αλεποπορδή
αλεποπορδή	noun	είδος φαγώσιμου μανιταριού
αλεποπορδής	=	αλεποπορδή
αλεποπορδών	=	αλεποπορδή
αλεποτρυπών	=	αλεπότρυπα
αλεποτόμαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεποτόμαρο
αλεποτόμαρο	noun|vulgar	δέρμα αλεπούς
αλεποτόμαρου	noun	γενική ενικού του αλεποτόμαρο
αλεποτόμαρων	noun	γενική πληθυντικού του αλεποτόμαρο
αλεπουδάκι	noun	το μικρό της αλεπούς
αλεπουδάκια	=	αλεπουδάκι
αλεπουδίσια	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιας	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιε	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιες	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιο	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιοι	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιος	adj	που ανήκει ή αναφερεται στην αλεπού
αλεπουδίσιου	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιους	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίσιων	=	αλεπουδίσιος
αλεπουδίτσα	noun|figurative	υποκοριστικό του αλεπού
αλεπουδίτσας	=	αλεπουδίτσα
αλεπουδίτσες	=	αλεπουδίτσα
αλεποφωλιά	noun	φωλιά στην οποία φωλιάζει μια αλεπού
αλεποφωλιάς	=	αλεποφωλιά
αλεποφωλιές	=	αλεποφωλιά
αλεποφωλιών	=	αλεποφωλιά
αλεπού	noun	μικρό θηλαστικό με κοκκινωπή γούνα, που ανήκει στην οικογένεια των Κυνοειδών
αλεπούδες	=	αλεπού
αλεπούδων	=	αλεπού
αλεπούς	=	αλεπού
αλεπτολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεπτολόγητο
αλεπτολόγητε	adj	κλητική ενικού του αλεπτολόγητος
αλεπτολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεπτολόγητη
αλεπτολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεπτολόγητος
αλεπτολόγητης	adj	γενική ενικού του αλεπτολόγητη
αλεπτολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αλεπτολόγητος
αλεπτολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεπτολόγητος
αλεπτολόγητος	adj	που δεν τον έχουν λεπτολογήσει, δεν τον έχουν εξετάσει λεπτομερώς
αλεπτολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεπτολόγητος
αλεπτολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεπτολόγητος
αλεπτολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεπτολόγητος
αλεπτούργητος	adj|formal	που δεν τον έχουν λεπτουργήσει
αλεπόπουλα	=	αλεπόπουλο
αλεπόπουλο	noun	υποκοριστικό του αλεπού
αλεπόπουλου	=	αλεπόπουλο
αλεπόπουλων	=	αλεπόπουλο
αλεπότρυπα	noun	τρύπα στην οποία κρύβεται ή φωλιάζει μια αλεπού
αλεπότρυπας	=	αλεπότρυπα
αλεπότρυπες	=	αλεπότρυπα
αλεπότρυπων	=	αλεπότρυπα
αλερετούρ	noun	άλλη μορφή του αλέ ρετούρ
αλεσιά	noun	η κάθε ποσότητα που μπορεί να αλεστεί κάθε φορά
αλεσιάς	noun	γενική ενικού του αλεσιά
αλεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεσιά
αλεσιών	=	αλεσιά
αλεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άλεσμα
αλεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεσμένο
αλεσμένε	verb	κλητική ενικού του αλεσμένος
αλεσμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεσμένη
αλεσμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεσμένος
αλεσμένης	verb	γενική ενικού του αλεσμένη
αλεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλεσμένος
αλεσμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεσμένος
αλεσμένος	verb	που έχει αλεστεί
αλεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεσμένος
αλεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλεσμένος
αλεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεσμένος
αλεστήκαμε	=	αλέθω
αλεστήκαν	=	αλέθω
αλεστήκανε	=	αλέθω
αλεστήκατε	=	αλέθω
αλεστεί	=	αλέθω
αλεστείς	=	αλέθω
αλεστείτε	=	αλέθω
αλεστικά	noun	αμοιβή που δίνεται για το άλεσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεστικό
αλεστικέ	adj	κλητική ενικού του αλεστικός
αλεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεστική
αλεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεστικός
αλεστικής	adj	γενική ενικού του αλεστική
αλεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεστικός
αλεστικού	adj	γενική ενικού του αλεστικός
αλεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεστικός
αλεστικό	adj	αιτιατική ενικού του αλεστικός
αλεστικός	adj	που σχετίζεται με τη διαδικασία της άλεσης
αλεστικών	adj	γενική πληθυντικού του αλεστικός
αλεστούμε	=	αλέθω
αλεστούν	=	αλέθω
αλεστούνε	=	αλέθω
αλεστώ	=	αλέθω
αλεσφακιά	noun	το φασκόμηλο σε ροδιακή διάλεκτο
αλεσφακιάς	=	αλεσφακιά
αλεσφακιές	=	αλεσφακιά
αλεσφακιών	=	αλεσφακιά
αλεσφακόλαδα	=	αλεσφακόλαδο
αλεσφακόλαδο	noun	αιθέριο έλαιο το οποίο παράγεται από απόσταξη φύλλων φασκόμηλου (αλεσφακιάς)
αλεσφακόλαδου	=	αλεσφακόλαδο
αλεσφακόλαδων	=	αλεσφακόλαδο
αλετρίζαμε	=	αλετρίζω
αλετρίζαν	=	αλετρίζω
αλετρίζανε	=	αλετρίζω
αλετρίζατε	=	αλετρίζω
αλετρίζει	=	αλετρίζω
αλετρίζεις	=	αλετρίζω
αλετρίζετε	=	αλετρίζω
αλετρίζοντας	=	αλετρίζω
αλετρίζουμε	=	αλετρίζω
αλετρίζουν	=	αλετρίζω
αλετρίζουνε	=	αλετρίζω
αλετρίζω	verb	οργώνω με το αλέτρι
αλετρίσαμε	=	αλετρίζω
αλετρίσαν	=	αλετρίζω
αλετρίσανε	=	αλετρίζω
αλετρίσατε	=	αλετρίζω
αλετρίσει	=	αλετρίζω
αλετρίσματα	=	αλέτρισμα
αλετρίσματος	=	αλέτρισμα
αλετρίστε	=	αλετρίζω
αλετριού	noun	γενική ενικού του αλέτρι
αλετρισμάτων	=	αλέτρισμα
αλετριών	noun	γενική πληθυντικού του αλέτρι
αλετροποδιού	=	αλετροπόδι
αλετροποδιών	=	αλετροπόδι
αλετροπόδι	noun	το « πόδι » του αλετριού, το κάτω μέρος του, κοντά στο υνίο
αλετροπόδια	=	αλετροπόδι
αλετρόδια	=	αλετροπόδι
αλευθέρωτα	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτε	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτες	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτη	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτης	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτο	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτοι	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτος	adj	άλλη μορφή του ανελευθέρωτος
αλευθέρωτου	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτους	=	αλευθέρωτος
αλευθέρωτων	=	αλευθέρωτος
αλευθρώθηκα	=	αλευρώνω
αλευρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλευράς
αλευράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευράς
αλευράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευράδικο
αλευράδικο	noun	κατάστημα πώλησης αλεύρων
αλευράδικου	noun	γενική ενικού του αλευράδικο
αλευράδικων	noun	γενική πληθυντικού του αλευράδικο
αλευράδων	noun	γενική πληθυντικού του αλευράς
αλευράπιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευράπιδο
αλευράπιδο	noun	είδος αχλαδιού, που διαλύεται στο στόμα σαν χυλός από αλεύρι, εξ ου και η ονομασία του.
αλευράπιδου	noun	γενική ενικού του αλευράπιδο
αλευράπιδων	noun	γενική πληθυντικού του αλευράπιδο
αλευράς	noun	έμπορος αλευριού
αλευρέα	noun	είδος παραδοσιακού νηστίσιμου φαγητού που παρασκευάζεται από χοντροαλεσμένο σιτάρι ή κριθάρι σε μορφή πηχτής σούπας, ιδιαίτερα διαδεδομένο σε μοναστήρια
αλευρέας	=	αλευρέα
αλευρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρέα
αλευρέμπορα	=	αλευρέμπορας
αλευρέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του αλευρέμπορος
αλευρέμπορε	=	αλευρέμπορος
αλευρέμπορες	=	αλευρέμπορας
αλευρέμπορο	=	αλευρέμπορος
αλευρέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρέμπορος
αλευρέμπορος	noun	έμπορος αλεύρων
αλευρέμπορου	=	αλευρέμπορος
αλευρέμπορους	=	αλευρέμπορος
αλευρέμπορων	=	αλευρέμπορος
αλευρένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευρένιος
αλευρένιας	=	αλευρένιος
αλευρένιε	=	αλευρένιος
αλευρένιες	=	αλευρένιος
αλευρένιο	=	αλευρένιος
αλευρένιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρένιος
αλευρένιος	adj	που έχει φτιαχτεί από αλεύρι
αλευρένιου	=	αλευρένιος
αλευρένιους	=	αλευρένιος
αλευρένιων	=	αλευρένιος
αλευρέων	=	αλευρέα
αλευρίλα	noun	η χαρακτηριστική οσμή των αλεύρων
αλευρίλας	noun	γενική ενικού του αλευρίλα
αλευρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρίλα
αλευρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρίτης
αλευρίτη	=	αλευρίτης
αλευρίτης	noun	η αλευριά των αρχαίων Ελλήνων ("αλευρίτης άρτος")
αλευρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρίτικο
αλευρίτικε	adj	κλητική ενικού του αλευρίτικος
αλευρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρίτικη
αλευρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευρίτικος
αλευρίτικης	adj	γενική ενικού του αλευρίτικη
αλευρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του αλευρίτικος
αλευρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρίτικος
αλευρίτικος	adj	αλευρένιος
αλευρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλευρίτικος
αλευρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλευρίτικος
αλευρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλευρίτικος
αλευραγορά	noun	γενικά: η διακίνηση και εμπορία αλεύρων, εγχώρια ή διεθνής
αλευραγοράς	=	αλευραγορά
αλευραγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευραγορά
αλευραγορών	=	αλευραγορά
αλευραποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευραποθήκη
αλευραποθήκη	noun	αποθήκη αλεύρων
αλευραποθήκης	=	αλευραποθήκη
αλευραποθηκών	noun	γενική πληθυντικού του αλευραποθήκη
αλευρεμπορίου	=	αλευρεμπόριο
αλευρεμπορίων	=	αλευρεμπόριο
αλευρεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρεμπόριο
αλευρεμπόριο	noun	το εμπόριο αλεύρων, εγχώριο και διεθνές
αλευρεμπόριου	=	αλευρεμπόριο
αλευρεμπόρου	=	αλευρέμπορος
αλευρεμπόρους	=	αλευρέμπορος
αλευρεμπόρων	=	αλευρέμπορος
αλευριά	noun	συνώνυμο του αλευρέα, χυλός με αλεύρι, νερό και άλλα συστατικά (π.χ. κρέας, πετιμέζι)
αλευριάς	noun	γενική ενικού του αλευριά
αλευριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευριά
αλευρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρικό
αλευρικού	noun	γενική ενικού του αλευρικό
αλευρικό	noun	δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό)
αλευρικών	=	αλευρικό
αλευριού	=	αλεύρι
αλευριτέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευριτέλαιο
αλευριτέλαιο	noun	το λάδι, χαρακτηριστικής οσμής, που λαμβάνεται από τους σπόρους του φυτού Αλευρίτης, που χρησιμοποιείται σε βερνίκια και χρώματα ως στεγανοποιητικό, σε επικάλυψη μουσαμάδων και παραγωγή λινέλαιου
αλευριτέλαιου	=	αλευριτέλαιο
αλευριτέλαιων	=	αλευριτέλαιο
αλευριτελαίου	=	αλευριτέλαιο
αλευριτελαίων	=	αλευριτέλαιο
αλευριτών	=	αλευρίτης
αλευριών	noun	γενική πληθυντικού του αλευριά
αλευροβιομήχανε	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομήχανο	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομήχανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιομήχανος
αλευροβιομήχανος	noun	ο ιδιοκτήτης αλευροβιομηχανίας
αλευροβιομήχανου	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομήχανους	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομήχανων	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομηχάνου	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομηχάνους	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομηχάνων	=	αλευροβιομήχανος
αλευροβιομηχανία	noun	η βιομηχανία που έχει ως αντικείμενο την παραγωγή αλεύρων
αλευροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του αλευροβιομηχανία
αλευροβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιομηχανία
αλευροβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιομηχανικό
αλευροβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιομηχανική
αλευροβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του αλευροβιομηχανική
αλευροβιομηχανικη	=	αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικο	=	αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανικός	adj	που αναφέρεται ειδικότερα στην αλευροβιομηχανία ή/και τους αλευροβιομήχανους
αλευροβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του αλευροβιομηχανικός
αλευροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροβιομηχανία
αλευροβιοτέχνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιοτέχνης
αλευροβιοτέχνη	=	αλευροβιοτέχνης
αλευροβιοτέχνης	noun	ο ιδιοκτήτης αλευροβιοτεχνίας
αλευροβιοτεχνία	noun	βιοτεχνία παραγωγής αλεύρων, ή συσκευασίας και διάθεσης αυτών
αλευροβιοτεχνίας	noun	γενική ενικού του αλευροβιοτεχνία
αλευροβιοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροβιοτεχνία
αλευροβιοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροβιοτεχνία
αλευροβιοτεχνών	=	αλευροβιοτέχνης
αλευρογαλιά	noun	(γαστρονομία): ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι (στη δωδεκανησιακή διάλεκτο)
αλευρογαλιάς	=	αλευρογαλιά
αλευρογαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρογαλιά
αλευρογαλιών	=	αλευρογαλιά
αλευρογυρίζαμε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζαν	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζανε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζατε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζει	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζεις	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζετε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζοντας	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζουμε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζουν	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζουνε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίζω	verb	περιστρέφω, συστρέφω κάτι μέσα σε αλεύρι
αλευρογυρίσαμε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίσαν	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίσανε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίσατε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίσει	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρογύρισμα
αλευρογυρίσματος	noun	γενική ενικού του αλευρογύρισμα
αλευρογυρίστε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλευρογύρισμα
αλευρογυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρογυρισμένο
αλευρογυρισμένε	verb	κλητική ενικού του αλευρογυρισμένος
αλευρογυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρογυρισμένη
αλευρογυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευρογυρισμένος
αλευρογυρισμένης	verb	γενική ενικού του αλευρογυρισμένη
αλευρογυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλευρογυρισμένος
αλευρογυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρογυρισμένος
αλευρογυρισμένος	verb	ο αλευρωμένος
αλευρογυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλευρογυρισμένος
αλευρογυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλευρογυρισμένος
αλευρογυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλευρογυρισμένος
αλευρογύριζα	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύριζαν	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύριζε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύριζες	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύρισα	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύρισαν	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύρισε	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύρισες	=	αλευρογυρίζω
αλευρογύρισμα	noun	η συνέπεια του αλευρογυρίζω
αλευροδένδρου	=	αλευρόδενδρο
αλευροδένδρων	=	αλευρόδενδρο
αλευροδοχών	=	αλευροδόχη
αλευροδόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροδόχη
αλευροδόχη	noun	η ξύλινη μεγάλη σκάφη των αλευρόμυλων όπου συγκεντρώνεται το παραγόμενο αλεύρι κατά την άλεση από τη μυλόπετρα.
αλευροδόχης	=	αλευροδόχη
αλευροειδές	=	αλευροειδής
αλευροειδή	=	αλευροειδής
αλευροειδής	adj	αυτός -ή, -ό που μοιάζει με αλεύρι
αλευροειδείς	=	αλευροειδής
αλευροειδούς	=	αλευροειδής
αλευροειδών	=	αλευροειδής
αλευροζουμιού	=	αλευροζούμι
αλευροζουμιών	=	αλευροζούμι
αλευροζούμι	noun	άλλη μορφή του αλευρόζουμο
αλευροζούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροζούμι
αλευροζυγέ	noun	κλητική ενικού του αλευροζυγός
αλευροζυγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροζυγός
αλευροζυγού	noun	γενική ενικού του αλευροζυγός
αλευροζυγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλευροζυγός
αλευροζυγό	noun	αιτιατική ενικού του αλευροζυγός
αλευροζυγός	noun	αυτόματη αλευρομηχανή, ζύγισης αλεύρων, για την ενσάκιση αυτών
αλευροζυγών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροζυγός
αλευροθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροθήκη
αλευροθήκη	noun	θήκη για αλεύρι]
αλευροθήκης	=	αλευροθήκη
αλευροθηκών	=	αλευροθήκη
αλευροκολλών	noun	γενική πληθυντικού του αλευρόκολλα
αλευροκοσκίνιζα	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνιζαν	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνιζε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνιζες	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνισα	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνισαν	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνισε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνισες	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκίνισμα	noun	κοσκίνισμα αλεύρων
αλευροκοσκινίζαμε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζαν	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζανε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζατε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζει	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζεις	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζετε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζοντας	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζουμε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζουν	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζουνε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίζω	verb	κοσκινίζω αλεύρι
αλευροκοσκινίσαμε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίσαν	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίσανε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίσατε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίσει	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροκοσκίνισμα
αλευροκοσκινίσματος	noun	γενική ενικού του αλευροκοσκίνισμα
αλευροκοσκινίστε	=	αλευροκοσκινίζω
αλευροκοσκινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλευροκοσκίνισμα
αλευροκυλίνδρου	=	αλευροκύλινδρος
αλευροκυλίνδρους	=	αλευροκύλινδρος
αλευροκυλίνδρων	=	αλευροκύλινδρος
αλευροκόσκινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροκόσκινο
αλευροκόσκινο	noun	ειδικό εργαλείο κουζίνας για κοσκίνισμα αλεύρων. παλαιότερα αποτελούταν από πλατιά ξύλινη στεφάνη. το ένα χείλος της οποίας καλυπτόταν με τούλι, ενώ το σύγχρονο αλευροκόσκινο είναι ανοξείδωτο άλλο σε σχήμα ποτηριού, στο χερούλι του οποίου φέρεται σκανδάλη που με κάθε πάτημά της περιστρέφεται πάνω από τον ψιλοδιάτρητο πάτο του τριπλή λεπίδα. και άλλο σε σχήμα κυλινδρικής ανοξείδωτης θήκης από το πώμα της οποίας περιστρέφεται παρόμοιος μηχανισμός, αποφεύγοντας έτσι κάθε παλαιότερη λάτρα.
αλευροκόσκινου	noun	γενική ενικού του αλευροκόσκινο
αλευροκόσκινων	noun	γενική πληθυντικού του αλευροκόσκινο
αλευροκύλινδρε	=	αλευροκύλινδρος
αλευροκύλινδρο	=	αλευροκύλινδρος
αλευροκύλινδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροκύλινδρος
αλευροκύλινδρος	noun	ο κύλινδρος άλεσης αλευροβιομηχανίας ή αλευροβιοτεχνίας
αλευροκύλινδρου	=	αλευροκύλινδρος
αλευροκύλινδρους	=	αλευροκύλινδρος
αλευρομέτρου	=	αλευρόμετρο
αλευρομέτρων	=	αλευρόμετρο
αλευρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση του αλευριού
αλευρομαντείας	=	αλευρομαντεία
αλευρομαντείες	=	αλευρομαντεία
αλευρομαντειών	=	αλευρομαντεία
αλευρομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρομαχία
αλευρομαχητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρομαχητής
αλευρομαχητής	noun|rare	αυτός που συμμετέχει στο έθιμο του αλευρομουτζουρώματος στο Γαλαξίδι την Καθαρά Δευτέρα
αλευρομείκτες	=	αλευρομείκτης
αλευρομείκτη	=	αλευρομείκτης
αλευρομείκτης	noun	αλευρομηχανή μίξης αλεύρων, οριζόντιας, ή κάθετης, ή κλιμακωτής διάταξης
αλευρομεικτών	=	αλευρομείκτης
αλευρομηχανές	=	αλευρομηχανή
αλευρομηχανή	noun	γενική ονομασία μηχανής που χρησιμοποιείται στην αλευροποιία
αλευρομηχανής	=	αλευρομηχανή
αλευρομηχανών	=	αλευρομηχανή
αλευρομουτζουρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλευρομουτζούρωμα
αλευρομουτζουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευρομουτζουρωμένος
αλευρομουτζουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρομουτζουρωμένος
αλευρομουτζουρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρομουτζούρωμα
αλευρομουτζουρώματος	noun	γενική ενικού του αλευρομουτζούρωμα
αλευρομουτζούρωμα	noun	πασάλειμμα από αλεύρι
αλευρομυλωνά	=	αλευρομυλωνάς
αλευρομυλωνάδες	=	αλευρομυλωνάς
αλευρομυλωνάδων	=	αλευρομυλωνάς
αλευρομυλωνάς	noun|dated	μυλωνάς
αλευρονάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρονάτο
αλευρονοθεία	noun	νοθεία αλεύρων με σκοπό την εξαπάτηση και τον παράνομο πλουτισμό
αλευρονοθείας	noun	γενική ενικού του αλευρονοθεία
αλευρονοθείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρονοθεία
αλευρονοθειών	noun	γενική πληθυντικού του αλευρονοθεία
αλευροπάζαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροπάζαρο
αλευροπάζαρο	noun|vulgar	χώρος που γίνεται εμπόριο αλεύρων, αλευραγορά
αλευροπάζαρου	=	αλευροπάζαρο
αλευροπαζάρου	=	αλευροπάζαρο
αλευροπαζάρων	=	αλευροπάζαρο
αλευροπαραγωγές	=	αλευροπαραγωγή
αλευροπαραγωγή	noun	παραγωγή αλεύρων κατά μονάδα παραγωγής, ημερήσια, εβδομαδιαία, μηνιαία, ετήσια, ή συνολικά κατά τόπο, διοικητική περιφέρεια, εγχώρια ή διεθνής.
αλευροπαραγωγής	=	αλευροπαραγωγή
αλευροπαραγωγών	=	αλευροπαραγωγή
αλευροπασάλειμμα	noun	πασάλειμμα από αλεύρι
αλευροπασαλείμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροπασάλειμμα
αλευροπασαλείμματος	noun	γενική ενικού του αλευροπασάλειμμα
αλευροπασαλειμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλευροπασάλειμμα
αλευροπασαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευροπασαλειμμένος
αλευροπασαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροπασαλειμμένος
αλευροπασπάλιζα	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλιζαν	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλιζε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλιζες	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλισα	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλισαν	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλισε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπάλισες	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζαμε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζαν	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζανε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζατε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζει	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζεις	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζετε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζοντας	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζουμε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζουν	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζουνε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίζω	verb	σκορπάω με το χέρι μου αλεύρι πάνω σε κάποια επιφάνεια π.χ. σε σκάφη, λεκάνη, ταψί κ.λπ.
αλευροπασπαλίσαμε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίσαν	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίσανε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίσατε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίσει	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλίστε	=	αλευροπασπαλίζω
αλευροπασπαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευροπασπαλισμένος
αλευροπασπαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροπασπαλισμένος
αλευροποίησα	=	αλευροποιώ
αλευροποίηση	noun	η μετατροπή σε αλεύρι
αλευροποίησης	=	αλευροποίηση
αλευροποιέ	noun	κλητική ενικού του αλευροποιός
αλευροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροποίηση
αλευροποιήσεων	=	αλευροποίηση
αλευροποιήσεως	=	αλευροποίηση
αλευροποιία	noun	η μεγάλη μονάδα παραγωγής αλεύρων
αλευροποιίας	noun	γενική ενικού του αλευροποιία
αλευροποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροποιία
αλευροποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροποιείο
αλευροποιείο	noun	εργοστάσιο παραγωγής αλεύρων
αλευροποιείου	noun	γενική ενικού του αλευροποιείο
αλευροποιείων	noun	γενική πληθυντικού του αλευροποιείο
αλευροποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροποιία
αλευροποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροποιός
αλευροποιού	noun	γενική ενικού του αλευροποιός
αλευροποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλευροποιός
αλευροποιό	noun	αιτιατική ενικού του αλευροποιός
αλευροποιός	noun	εκείνος που παράγει άλευρα με το μύλο του ή άλλο τρόπο
αλευροποιώ	verb	αλέθω δημητριακά και παράγω άλευρα
αλευροποιών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροποιός
αλευροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλευροποιώ
αλευροπολτέ	noun	κλητική ενικού του αλευροπολτός
αλευροπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροπολτός
αλευροπολτού	noun	γενική ενικού του αλευροπολτός
αλευροπολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλευροπολτός
αλευροπολτό	noun	αιτιατική ενικού του αλευροπολτός
αλευροπολτός	noun	πολτός που παράγεται με αλεύρι
αλευροπολτών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροπολτός
αλευροποστών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροπόστα
αλευροπρατήρια	=	αλευροπρατήριο
αλευροπρατήριο	noun	πρατήριο αλεύρων απ' όπου πραγματοποιείται η χονδρεμπορική διακίνηση - αλευροδιανομή, των προϊόντων των αλευροβιομηχανιών, προς επαγγελματίες καταναλωτές {π.χ. αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία, κ.λπ.} σε μεγάλη γεωγραφική περιφέρεια, ή πόλη.
αλευροπρατήριου	=	αλευροπρατήριο
αλευροπρατήριων	=	αλευροπρατήριο
αλευροπρατηρίου	=	αλευροπρατήριο
αλευροπρατηρίων	=	αλευροπρατήριο
αλευροπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροπωλείο
αλευροπωλείο	noun	ο χώρος, ή κατάστημα πώλησης αλεύρων
αλευροπωλείου	noun	γενική ενικού του αλευροπωλείο
αλευροπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του αλευροπωλείο
αλευροπωλών	=	αλευροπώλης
αλευροπόλεμε	=	αλευροπόλεμος
αλευροπόλεμο	=	αλευροπόλεμος
αλευροπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροπόλεμος
αλευροπόλεμος	noun	έθιμο, όπου άτομα ή ομάδες πολεμούν εκτοξεύοντας αλεύρι, αλευρόσκονη
αλευροπόλεμου	=	αλευροπόλεμος
αλευροπόλεμους	=	αλευροπόλεμος
αλευροπόλεμων	=	αλευροπόλεμος
αλευροπόστα	noun	ομάδα λιμενεργατών φορτοεκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης αλεύρων ενσακιασμένων
αλευροπόστας	noun	γενική ενικού του αλευροπόστα
αλευροπόστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροπόστα
αλευροπώλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροπώλης
αλευροπώλη	=	αλευροπώλης
αλευροπώλης	noun	ο πωλητής αλεύρων
αλευροσάκιαζα	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιαζαν	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιαζε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιαζες	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιασα	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιασαν	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιασε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσάκιασες	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσακί
αλευροσακιάζαμε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζαν	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζανε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζατε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζει	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζεις	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζετε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζοντας	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζουμε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζουν	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζουνε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάζω	verb	κάνω σάκιασμα αλεύρων, γεμίζω σακιά με αλεύρι
αλευροσακιάσαμε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάσαν	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάσανε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάσατε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάσει	=	αλευροσακιάζω
αλευροσακιάστε	=	αλευροσακιάζω
αλευροσημειωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσημειωτής
αλευροσητών	noun	γενική πληθυντικού του αλευρόσητα
αλευροσιλέ	noun	κλητική ενικού του αλευροσιλός
αλευροσιλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροσιλός
αλευροσιλού	noun	γενική ενικού του αλευροσιλός
αλευροσιλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλευροσιλός
αλευροσιλό	noun	αιτιατική ενικού του αλευροσιλός
αλευροσιλός	noun	κυλινδρική πυργωτή κατασκευή αποθήκευσης αλεύρων σε χύδην (χύμα) κατάσταση, (των μη συσκευασμένων)
αλευροσιλών	noun	γενική πληθυντικού του αλευροσιλός
αλευροσκάφες	=	αλευροσκάφη
αλευροσκάφη	noun	η ξύλινη μεγάλη σκάφη των αλευρόμυλων όπου συγκεντρώνεται το παραγόμενο αλεύρι κατά την άλεση.
αλευροσκάφης	=	αλευροσκάφη
αλευροσκαφών	=	αλευροσκάφη
αλευροσκονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευροσκονισμένος
αλευροσκοπίου	=	αλευροσκόπιο
αλευροσκοπίων	=	αλευροσκόπιο
αλευροσκορπούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσκορπού
αλευροσκουλήκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσκουλήκι
αλευροσκούληκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσκούληκο
αλευροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσκόπιο
αλευροσκόπιο	noun	όργανο εμπειρικού προσδιορισμού περιεκτικότητας γλουτένης σε άλευρα και της εξ αυτής εξαρτώμενης αρτοποιητικής ικανότητάς τους.
αλευροσκόπιου	=	αλευροσκόπιο
αλευροσκόρπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσκόρπης
αλευροσκόρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσκόρπι
αλευροστάφυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροστάφυλο
αλευροστάφυλο	noun	τοπική ονομασία ποικιλίας αμπελιού που καλλιεργείται στην Κεφαλονιά και φέρει φύλλα με αλευρώδη υφή, παράγει λευκό κρασί
αλευροστάφυλου	=	αλευροστάφυλο
αλευροστάφυλων	=	αλευροστάφυλο
αλευροσταυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλευροσταύρωμα
αλευροσταυρωμένος	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροσταύρωμα
αλευροσταυρώματος	noun	γενική ενικού του αλευροσταύρωμα
αλευροσταυρώναμε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώναν	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνανε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνατε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνει	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνεις	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνετε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνομαι	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνοντας	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνουμε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνουν	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνουνε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώνω	verb	με τον δείκτη του δεξιού χεριού κάνω το αλευροσταύρωμα πριν ξεκινήσω να ζυμώνω, σύμφωνα με χριστιανικό έθιμο.
αλευροσταυρώσαμε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώσαν	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώσανε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώσατε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώσει	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώστε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταυρώσω	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωμα	noun	σταύρωμα αλευριού
αλευροσταύρωνα	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωναν	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωνε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωνες	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωσα	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωσαν	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωσε	=	αλευροσταυρώνω
αλευροσταύρωσες	=	αλευροσταυρώνω
αλευροτσούβαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροτσούβαλο
αλευροφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευροφάγος
αλευροφύτου	=	αλευρόφυτο
αλευροφύτων	=	αλευρόφυτο
αλευροχαρμάνι	noun	χαρμάνι αλεύρων
αλευροχαρμάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροχαρμάνι
αλευροχαρμανιέρα	noun	μηχανή αλευροποιίας που παρασκευάζει αλευροχαρμάνι από διάφορους τύπους αλεύρων, κάθετης, οριζόντιας ή κλιμακωτής διάταξης
αλευροχαρμανιέρας	noun	γενική ενικού του αλευροχαρμανιέρα
αλευροχαρμανιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευροχαρμανιέρα
αλευροχαρμανιού	=	αλευροχαρμάνι
αλευροχαρμανιών	=	αλευροχαρμάνι
αλευρού	noun	θηλυκό του αλευράς
αλευρούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρού
αλευρούδων	=	αλευρού
αλευρούς	=	αλευρού
αλευρούχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρούχο
αλευρούχας	=	αλευρούχος
αλευρούχε	=	αλευρούχος
αλευρούχες	=	αλευρούχος
αλευρούχο	=	αλευρούχος
αλευρούχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρούχος
αλευρούχος	adj	αυτός -ή, -ό που περιέχει αλεύρι
αλευρούχου	=	αλευρούχος
αλευρούχους	=	αλευρούχος
αλευρούχων	=	αλευρούχος
αλευρωδών	=	αλευρώδης
αλευρωθήκαμε	=	αλευρώνω
αλευρωθήκαν	=	αλευρώνω
αλευρωθήκανε	=	αλευρώνω
αλευρωθήκατε	=	αλευρώνω
αλευρωθεί	=	αλευρώνω
αλευρωθείτε	=	αλευρώνω
αλευρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλεύρωμα
αλευρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρωμένο
αλευρωμένε	verb	κλητική ενικού του αλευρωμένος
αλευρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρωμένη
αλευρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευρωμένος
αλευρωμένης	verb	γενική ενικού του αλευρωμένη
αλευρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλευρωμένος
αλευρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρωμένος
αλευρωμένος	=	αλευρώνω
αλευρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλευρωμένος
αλευρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλευρωμένος
αλευρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλευρωμένος
αλευρωνόμασταν	=	αλευρώνω
αλευρωνόμαστε	=	αλευρώνω
αλευρωνόμουν	=	αλευρώνω
αλευρωνόμουνα	=	αλευρώνω
αλευρωνόντουσαν	=	αλευρώνω
αλευρωνόσασταν	=	αλευρώνω
αλευρωνόσαστε	=	αλευρώνω
αλευρωνόσουν	=	αλευρώνω
αλευρωνόσουνα	=	αλευρώνω
αλευρωνόταν	=	αλευρώνω
αλευρωνότανε	=	αλευρώνω
αλευρόγαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόγαλο
αλευρόγαλες	=	αλευρόγαλη
αλευρόγαλη	noun	ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι (στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο)
αλευρόγαλης	=	αλευρόγαλη
αλευρόγαλο	noun	ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι
αλευρόγαλου	noun	γενική ενικού του αλευρόγαλο
αλευρόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του αλευρόγαλο
αλευρόδενδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόδενδρο
αλευρόδενδρο	noun	δένδρο που φύεται στην Αμερική και φέρει επίσημη ονομασία "μηλοχία (mélochie).
αλευρόδενδρου	=	αλευρόδενδρο
αλευρόζουμα	=	αλευρόζουμο
αλευρόζουμο	noun	αραιός χυλός από αλεύρι και νερό
αλευρόζουμου	=	αλευρόζουμο
αλευρόζουμων	=	αλευρόζουμο
αλευρόκοκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρόκοκκος
αλευρόκολλα	noun	κόλλα που παρασκευάζεται με αλεύρι και νερό μετά από ζέσταμα (όχι βράσιμο) και συνεχή ανάδευση, σε αναλογία 1 προς 3 αντίστοιχα
αλευρόκολλας	noun	γενική ενικού του αλευρόκολλα
αλευρόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόκολλα
αλευρόκρεμα	noun	παιδική κρέμα που παρασκευάζεται από σιτάλευρο ή κριθάλευρο
αλευρόκρεμας	=	αλευρόκρεμα
αλευρόκρεμες	=	αλευρόκρεμα
αλευρόκρεμων	=	αλευρόκρεμα
αλευρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόμετρο
αλευρόμετρο	noun	όργανο που χρησιμοποιείται στον προσδιορισμό της αρτοποιητικής ικανότητας αλεύρων με σχετική δειγματοληψία
αλευρόμετρου	=	αλευρόμετρο
αλευρόμυλε	=	αλευρόμυλος
αλευρόμυλο	=	αλευρόμυλος
αλευρόμυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρόμυλος
αλευρόμυλος	noun	οποιοσδήποτε μύλος (ανεμόμυλος, νερόμυλος ή άλλος) που αλέθει δημητριακά και παράγει αλεύρι
αλευρόμυλου	=	αλευρόμυλος
αλευρόμυλους	=	αλευρόμυλος
αλευρόμυλων	noun	γενική πληθυντικού του αλευρόμυλος
αλευρόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόνη
αλευρόπιτα	noun	πίτα που παρασκευάζεται κυρίως από αλεύρι και αβγά
αλευρόπιτας	noun	γενική ενικού του αλευρόπιτα
αλευρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόπιτα
αλευρόσακε	=	αλευρόσακος
αλευρόσακο	=	αλευρόσακος
αλευρόσακοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρόσακος
αλευρόσακος	noun	ο σάκος συσκευασίας, μεταφοράς και αποθήκευσης αλεύρων
αλευρόσακου	=	αλευρόσακος
αλευρόσακους	=	αλευρόσακος
αλευρόσακων	=	αλευρόσακος
αλευρόσητα	noun	η σήτα που χρησιμοποιείται για αλευροκοσκίνισμα και φέρει λεπτό πλέγμα από μεταλλικές ή πλαστικές ίνες
αλευρόσητας	noun	γενική ενικού του αλευρόσητα
αλευρόσητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόσητα
αλευρόσκονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευρόσκονη
αλευρόσουπα	noun	σούπα με βασικό υλικό διάφορα είδη αλευριού
αλευρόσουπας	=	αλευρόσουπα
αλευρόσουπες	=	αλευρόσουπα
αλευρόστικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευρόστικτος
αλευρόστικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευρόστικτος
αλευρόφυτα	=	αλευρόφυτο
αλευρόφυτο	noun	γενική ονομασία οποιουδήποτε φυτού της τάξης των Αλευρωδών
αλευρόφυτου	=	αλευρόφυτο
αλευρώδεις	=	αλευρώδης
αλευρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλευρώδης
αλευρώδη	=	αλευρώδης
αλευρώδης	noun	νυχτοπεταλούδα της οικογένειας Pyralidae, της οποίας οι προνύμφες τρέφονται με αλεύρι και δημητριακά, προκαλώντας προσβολές σε αποθήκες και μύλους	adj	που μοιάζει, αλεύρι στην υφή, την όψη ή τη σύσταση
αλευρώδους	=	αλευρώδης
αλευρώθηκα	=	αλευρώνω
αλευρώθηκαν	=	αλευρώνω
αλευρώθηκε	=	αλευρώνω
αλευρώθηκες	=	αλευρώνω
αλευρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεύρωμα
αλευρώματος	noun	γενική ενικού του αλεύρωμα
αλευρώναμε	=	αλευρώνω
αλευρώναν	=	αλευρώνω
αλευρώνανε	=	αλευρώνω
αλευρώνατε	=	αλευρώνω
αλευρώνει	=	αλευρώνω
αλευρώνεις	=	αλευρώνω
αλευρώνεσαι	=	αλευρώνω
αλευρώνεστε	=	αλευρώνω
αλευρώνεται	=	αλευρώνω
αλευρώνετε	=	αλευρώνω
αλευρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αλευρώνω
αλευρώνονται	=	αλευρώνω
αλευρώνονταν	=	αλευρώνω
αλευρώνοντας	=	αλευρώνω
αλευρώνουμε	=	αλευρώνω
αλευρώνουν	=	αλευρώνω
αλευρώνουνε	=	αλευρώνω
αλευρώνω	verb	πασπαλίζω με αλεύρι
αλευρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσαν	=	αλευρώνω
αλευρώσανε	=	αλευρώνω
αλευρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσου	=	αλευρώνω
αλευρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλευτέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευτέρωτο
αλευτέρωτε	adj	κλητική ενικού του αλευτέρωτος
αλευτέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλευτέρωτη
αλευτέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλευτέρωτος
αλευτέρωτης	adj	γενική ενικού του αλευτέρωτη
αλευτέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αλευτέρωτος
αλευτέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλευτέρωτος
αλευτέρωτος	adj	άλλη μορφή του ανελευθέρωτος
αλευτέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλευτέρωτος
αλευτέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλευτέρωτος
αλευτέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλευτέρωτος
αλεύκαστα	=	αλεύκαστος
αλεύκαστε	=	αλεύκαστος
αλεύκαστες	=	αλεύκαστος
αλεύκαστη	=	αλεύκαστος
αλεύκαστης	=	αλεύκαστος
αλεύκαστο	=	αλεύκαστος
αλεύκαστοι	=	αλεύκαστος
αλεύκαστος	adj	που δεν έχει λευκαθεί
αλεύκαστου	=	αλεύκαστος
αλεύκαστους	=	αλεύκαστος
αλεύκαστων	=	αλεύκαστος
αλεύρι	noun	το προϊόν που λαμβάνεται από την άλεση των σπόρων - καρπών σχεδόν όλων των αγρωστωδών, ιδίως των δημητριακών και κυρίως του σίτου, καθώς και από σπόρους άλλων φυτών (π.χ. κάστανα, κουκιά, ρεβίθια, φασόλια κ.λπ.), που χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, στην παρασκευή του ψωμιού όπως και στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική
αλεύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεύρι
αλεύρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεύρινο
αλεύρινε	adj	κλητική ενικού του αλεύρινος
αλεύρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεύρινη
αλεύρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλεύρινος
αλεύρινης	adj	γενική ενικού του αλεύρινη
αλεύρινο	adj	αιτιατική ενικού του αλεύρινος
αλεύρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλεύρινος
αλεύρινος	adj	αλευρένιος
αλεύρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλεύρινος
αλεύρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλεύρινος
αλεύρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλεύρινος
αλεύρου	noun	γενική ενικού του άλευρο
αλεύρωμα	noun	η συνέπεια του αλευρώνω
αλεύρων	noun	γενική πληθυντικού του άλευρο
αλεύρωνα	=	αλευρώνω
αλεύρωναν	=	αλευρώνω
αλεύρωνε	=	αλευρώνω
αλεύρωνες	=	αλευρώνω
αλεύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλεύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλεύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλεύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλευρώνω
αλεών	noun	γενική πληθυντικού του αλέα
αληγές	=	αληγής
αληγή	=	αληγής
αληγής	adj	διαρκής
αληγείς	=	αληγής
αληγούς	=	αληγής
αληγών	=	αληγής
αληθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αληθής
αληθέστατα	=	αληθής
αληθέστατε	=	αληθής
αληθέστατες	=	αληθής
αληθέστατη	=	αληθής
αληθέστατης	=	αληθής
αληθέστατο	=	αληθής
αληθέστατοι	=	αληθής
αληθέστατος	=	αληθής
αληθέστατου	=	αληθής
αληθέστατους	=	αληθής
αληθέστατων	=	αληθής
αληθέστερα	=	αληθής
αληθέστερε	=	αληθής
αληθέστερες	=	αληθής
αληθέστερη	=	αληθής
αληθέστερης	=	αληθής
αληθέστερο	=	αληθής
αληθέστεροι	=	αληθής
αληθέστερος	=	αληθής
αληθέστερου	=	αληθής
αληθέστερους	=	αληθής
αληθέστερων	=	αληθής
αληθέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψαν	=	αληθεύω
αληθέψανε	=	αληθεύω
αληθέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψομε	=	αληθεύω
αληθέψου	=	αληθεύω
αληθέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψουνε	=	αληθεύω
αληθέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αληθεύω
αληθή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του αληθής
αληθής	adj|formal	αληθινός, που ισχύει
αληθείας	=	αλήθεια
αληθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του αληθής
αληθειών	noun	γενική πληθυντικού του αλήθεια
αληθεμένος	=	αληθεύω
αληθευμένος	=	αληθεύω
αληθευτήκαμε	=	αληθεύω
αληθευτήκαν	=	αληθεύω
αληθευτήκανε	=	αληθεύω
αληθευτήκατε	=	αληθεύω
αληθευτεί	=	αληθεύω
αληθευτείς	=	αληθεύω
αληθευτείτε	=	αληθεύω
αληθευτούμε	=	αληθεύω
αληθευτούν	=	αληθεύω
αληθευτούνε	=	αληθεύω
αληθευτώ	=	αληθεύω
αληθευόμασταν	=	αληθεύω
αληθευόμαστε	=	αληθεύω
αληθευόμουν	=	αληθεύω
αληθευόμουνα	=	αληθεύω
αληθευόντουσαν	=	αληθεύω
αληθευόσασταν	=	αληθεύω
αληθευόσαστε	=	αληθεύω
αληθευόσουν	=	αληθεύω
αληθευόσουνα	=	αληθεύω
αληθευόταν	=	αληθεύω
αληθευότανε	=	αληθεύω
αληθεύαμε	=	αληθεύω
αληθεύαν	=	αληθεύω
αληθεύανε	=	αληθεύω
αληθεύατε	=	αληθεύω
αληθεύει	verb	θεωρείται αληθές, είναι αλήθεια
αληθεύεις	=	αληθεύω
αληθεύεσαι	=	αληθεύω
αληθεύεστε	=	αληθεύω
αληθεύεται	=	αληθεύω
αληθεύετε	=	αληθεύω
αληθεύομαι	=	αληθεύω
αληθεύομε	=	αληθεύω
αληθεύονται	=	αληθεύω
αληθεύονταν	=	αληθεύω
αληθεύοντας	=	αληθεύω
αληθεύουμε	=	αληθεύω
αληθεύουν	=	αληθεύω
αληθεύουνε	=	αληθεύω
αληθεύτηκα	=	αληθεύω
αληθεύτηκαν	=	αληθεύω
αληθεύτηκε	=	αληθεύω
αληθεύτηκες	=	αληθεύω
αληθεύω	verb	ισχύω, συμπίπτω με την αλήθεια
αληθινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αληθινός	adv	στ' αλήθεια, πραγματικά, όντως, δεν είναι ψέματα,πράγματι
αληθινέ	adj	κλητική ενικού του αληθινός
αληθινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληθινή
αληθινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αληθινός
αληθινής	adj	γενική ενικού του αληθινή
αληθινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αληθινός
αληθινοτήτων	=	αληθινότητα
αληθινού	adj	γενική ενικού του αληθινός
αληθινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αληθινός
αληθινό	adj	αιτιατική ενικού του αληθινός
αληθινός	adj	που ανταποκρίνεται στην αλήθεια, που δεν περιέχει ψεύδη ή υποκρισία
αληθινότητα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του πραγματικού, του να είναι κάτι πραγματικό, αληθινό
αληθινότητας	=	αληθινότητα
αληθινότητες	=	αληθινότητα
αληθινών	adj	γενική πληθυντικού του αληθινός
αληθοτιμές	=	αληθοτιμή
αληθοτιμή	noun	χαρακτηριστικό που αποδίδεται σε λογικές προτάσεις, το οποίο στην κλασσική λογική μπορεί να έχει τιμή 'Αληθές' (true) είτε 'Ψευδές' (false)
αληθοτιμής	=	αληθοτιμή
αληθοτιμών	=	αληθοτιμή
αληθοφάνεια	noun	το να είναι κάποιος αληθοφανής ή κάτι αληθοφανές, η ιδιότητα του να δίνει την εντύπωση ότι είναι αληθινός
αληθοφάνειας	noun	γενική ενικού του αληθοφάνεια
αληθοφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληθοφάνεια
αληθοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αληθοφανής
αληθοφανέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληθοφανέστερο
αληθοφανέστερε	adj	κλητική ενικού του αληθοφανέστερος
αληθοφανέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληθοφανέστερη
αληθοφανέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αληθοφανέστερος
αληθοφανέστερης	adj	γενική ενικού του αληθοφανέστερη
αληθοφανέστερο	adj	αιτιατική ενικού του αληθοφανέστερος
αληθοφανέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αληθοφανέστερος
αληθοφανέστερος	adj	που είναι πιο πειστικός, που φαίνεται περισσότερο σαν αληθινός
αληθοφανέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αληθοφανέστερος
αληθοφανέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αληθοφανέστερος
αληθοφανέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αληθοφανέστερος
αληθοφανή	=	αληθοφανής
αληθοφανής	adj	που μοιάζει αληθινός χωρίς να είναι, που είναι πειστικός
αληθοφανείς	=	αληθοφανής
αληθοφανειών	noun	γενική πληθυντικού του αληθοφάνεια
αληθοφανούς	adj	γενική ενικού του αληθοφανής
αληθοφανών	adj	γενική πληθυντικού του αληθοφανής
αληθοφανώς	adv	μοιάζοντας αληθινός
αληθούς	=	αληθής
αληθών	adj	γενική πληθυντικού του αληθής
αληθώς	adv	αληθινά, όντως, πράγματι
αλημέριαστα	=	αλημέριαστος
αλημέριαστε	=	αλημέριαστος
αλημέριαστες	=	αλημέριαστος
αλημέριαστη	=	αλημέριαστος
αλημέριαστης	=	αλημέριαστος
αλημέριαστο	=	αλημέριαστος
αλημέριαστοι	=	αλημέριαστος
αλημέριαστος	adj	που δεν έχει λημέρι ή δεν βρίσκεται σ' αυτό
αλημέριαστου	=	αλημέριαστος
αλημέριαστους	=	αλημέριαστος
αλημέριαστων	=	αλημέριαστος
αλημματογράφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλημματογράφητο
αλημματογράφητε	adj	κλητική ενικού του αλημματογράφητος
αλημματογράφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλημματογράφητη
αλημματογράφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλημματογράφητος
αλημματογράφητης	adj	γενική ενικού του αλημματογράφητη
αλημματογράφητο	adj	αιτιατική ενικού του αλημματογράφητος
αλημματογράφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλημματογράφητος
αλημματογράφητος	adj	που δεν έχει λημματογραφηθεί
αλημματογράφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλημματογράφητος
αλημματογράφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλημματογράφητος
αλημματογράφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλημματογράφητος
αληπασάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληπασάδικο
αληπασάδικε	adj	κλητική ενικού του αληπασάδικος
αληπασάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληπασάδικη
αληπασάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αληπασάδικος
αληπασάδικης	adj	γενική ενικού του αληπασάδικη
αληπασάδικο	adj	αιτιατική ενικού του αληπασάδικος
αληπασάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αληπασάδικος
αληπασάδικος	adj	που έχει σχέση με τον Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αληπασάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αληπασάδικος
αληπασάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αληπασάδικος
αληπασάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αληπασάδικος
αληπασαλίδική	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικα	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικε	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικες	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικη	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικης	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικο	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικοι	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικος	adj|figurative	άλλη μορφή του αληπασάδικος
αληπασαλίδικου	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικους	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλίδικων	=	αληπασαλίδικος
αληπασαλικά	=	αληπασαλικός
αληπασαλικέ	=	αληπασαλικός
αληπασαλικές	=	αληπασαλικός
αληπασαλική	=	αληπασαλικός
αληπασαλικής	=	αληπασαλικός
αληπασαλικο	=	αληπασαλικός
αληπασαλικοί	=	αληπασαλικός
αληπασαλικού	=	αληπασαλικός
αληπασαλικούς	=	αληπασαλικός
αληπασαλικό	=	αληπασαλικός
αληπασαλικός	adj|figurative	άλλη μορφή του αληπασάδικος
αληπασαλικών	=	αληπασαλικός
αλησμονάω	=	αλησμονώ
αλησμονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσαν	=	αλησμονώ
αλησμονήσανε	=	αλησμονώ
αλησμονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμονεί	=	αλησμονώ
αλησμονείς	=	αλησμονώ
αλησμονείτε	=	αλησμονώ
αλησμονησιά	noun	άλλη μορφή του λησμονησιά
αλησμονησιάς	=	αλησμονησιά
αλησμονησιές	=	αλησμονησιά
αλησμονησιών	=	αλησμονησιά
αλησμονιά	noun	άλλη μορφή του λησμονιά
αλησμονιάς	noun	γενική ενικού του αλησμονιά
αλησμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλησμονιά
αλησμονιών	=	αλησμονιά
αλησμονούμε	=	αλησμονώ
αλησμονούν	=	αλησμονώ
αλησμονούνε	=	αλησμονώ
αλησμονούσα	=	αλησμονώ
αλησμονούσαμε	=	αλησμονώ
αλησμονούσαν	=	αλησμονώ
αλησμονούσανε	=	αλησμονώ
αλησμονούσατε	=	αλησμονώ
αλησμονούσε	=	αλησμονώ
αλησμονούσες	=	αλησμονώ
αλησμονώ	verb|vulgar	λησμονώ
αλησμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλησμονάω / αλησμονώ
αλησμόνει	=	αλησμονώ
αλησμόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλησμονώ
αλησμόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλησμόνητος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να λησμονηθεί
αλησμόνητε	adj	κλητική ενικού του αλησμόνητος
αλησμόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλησμόνητη
αλησμόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλησμόνητος
αλησμόνητης	adj	γενική ενικού του αλησμόνητη
αλησμόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αλησμόνητος
αλησμόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλησμόνητος
αλησμόνητος	adj	πρόσωπο ή κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, αγαπημένο, εξαιρετικό κ.λπ., που δεν μπορεί να ξεχαστεί
αλησμόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλησμόνητος
αλησμόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλησμόνητος
αλησμόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλησμόνητος
αλητάκι	noun	παιδί που αλητεύει
αλητάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλητάκι
αλητάκο	=	αλητάκος
αλητάκοι	=	αλητάκος
αλητάκος	noun	νεαρός αλήτης
αλητάκου	=	αλητάκος
αλητάκους	=	αλητάκος
αλητάκων	=	αλητάκος
αλητάμπουρα	=	αλητάμπουρας
αλητάμπουρας	noun|vulgar	αλήτης
αλητάμπουρες	=	αλητάμπουρας
αλητάμπουρων	=	αλητάμπουρας
αλητέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψαν	=	αλητεύω
αλητέψανε	=	αλητεύω
αλητέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψομε	=	αλητεύω
αλητέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψουνε	=	αλητεύω
αλητέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αλητέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλητεύω
αληταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αληταράς
αληταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληταράς
αληταράδων	noun	γενική πληθυντικού του αληταράς
αληταράς	noun	ο μεγάλος αλήτης, αυτός που έχει τις ιδιότητες του αλήτη σε μεγάλο βαθμό
αληταρία	noun	η ιδιότητα ατόμων (συνήθως περισσοτέρων του ενός) να συμπεριφέρονται ως αλήτες συχνά, να έχουν μόνιμη αυτή την ιδιότητα, ιδιότητα ενός είδους συντροφιάς και συμπεριφοράς
αληταρίας	noun	γενική ενικού του αληταρία
αληταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αληταρία
αληταριά	=	αληταριό
αληταριού	=	αληταριό
αληταριό	noun	ομάδα από αλήτες
αληταριών	=	αληταριό
αληταρού	=	αληταράς
αλητεία	noun	ο τρόπος ζωής του αλήτη, το να περιφέρεται κανείς στους δρόμους χωρίς να εργάζεται
αλητείας	noun	γενική ενικού του αλητεία
αλητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλητεία
αλητειών	noun	γενική πληθυντικού του αλητεία
αλητεύαμε	=	αλητεύω
αλητεύαν	=	αλητεύω
αλητεύανε	=	αλητεύω
αλητεύατε	=	αλητεύω
αλητεύει	=	αλητεύω
αλητεύεις	=	αλητεύω
αλητεύετε	=	αλητεύω
αλητεύομε	=	αλητεύω
αλητεύοντας	=	αλητεύω
αλητεύουμε	=	αλητεύω
αλητεύουν	=	αλητεύω
αλητεύουνε	=	αλητεύω
αλητεύω	verb	γυρίζω έξω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο ή φανερό σκοπό
αλητισσών	noun	γενική πληθυντικού του αλήτισσα
αλητοπαρέα	noun	κακή συντροφιά συνήθως ανδρών ή στην οποία μπορεί να συμμετέχουν και λίγες γυναίκες, παρέα με άσχημες συνήθειες
αλητοπαρέας	noun	γενική ενικού του αλητοπαρέα
αλητοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλητοπαρέα
αλητοπαρεών	noun	γενική πληθυντικού του αλητοπαρέα
αλητοτουρίστα	=	αλητοτουρίστας
αλητοτουρίστας	noun	τουρίστας που φαίνεται να μην έχει πολλά χρήματα, ταξίδευει με σακίδιο στην πλάτη, δείχνει κακοντυμένος και συνήθως διανυκτερεύει στην ύπαιθρο (ελεύθερο κάμπινγκ)
αλητοτουρίστες	=	αλητοτουρίστας
αλητοτουρίστρια	noun	αλητοτουρίστας
αλητοτουρίστριας	noun	γενική ενικού του αλητοτουρίστρια
αλητοτουρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλητοτουρίστρια
αλητοτουριστριών	noun	γενική πληθυντικού του αλητοτουρίστρια
αλητοτουριστών	=	αλητοτουρίστας
αλητόβια	=	αλητόβιος
αλητόβιας	=	αλητόβιος
αλητόβιε	=	αλητόβιος
αλητόβιες	=	αλητόβιος
αλητόβιο	=	αλητόβιος
αλητόβιοι	=	αλητόβιος
αλητόβιος	adj	που φέρεται ή ζει σαν αλήτης
αλητόβιου	=	αλητόβιος
αλητόβιους	=	αλητόβιος
αλητόβιων	=	αλητόβιος
αλητόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλητόπαιδο
αλητόπαιδο	noun	το παιδί με συμπεριφορά αλήτη, το αλητάκι
αλητόπαιδου	noun	γενική ενικού του αλητόπαιδο
αλητόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του αλητόπαιδο
αλητών	=	αλήτης
αλθαία	noun	είδος καλλωπιστικού φυτού
αλθαίας	noun	γενική ενικού του αλθαία
αλθαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλθαία
αλθαιών	noun	γενική πληθυντικού του αλθαία
αλιά	intj	αλί, αλίμονο
αλιάδα	noun	σκορδαλιά με κύρια συστατικά το σκόρδο και την πατάτα
αλιάδας	noun	γενική ενικού του αλιάδα
αλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιάδα
αλιάδων	=	αλιάδα
αλιάετε	=	αλιάετος
αλιάετο	=	αλιάετος
αλιάετοι	=	αλιάετος
αλιάετος	noun	άλλη μορφή του αλιαετός
αλιάετου	=	αλιάετος
αλιάετους	=	αλιάετος
αλιάετων	=	αλιάετος
αλιάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιάνιστο
αλιάνιστε	adj	κλητική ενικού του αλιάνιστος
αλιάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιάνιστη
αλιάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλιάνιστος
αλιάνιστης	adj	γενική ενικού του αλιάνιστη
αλιάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αλιάνιστος
αλιάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλιάνιστος
αλιάνιστος	adj|vulgar	που δεν έχει λιανιστεί
αλιάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλιάνιστος
αλιάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλιάνιστος
αλιάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλιάνιστος
αλιέα	=	αλιέας
αλιέας	noun|formal	ο ψαράς
αλιέων	=	αλιέας
αλιέως	=	αλιέας
αλιαετέ	=	αλιαετός
αλιαετοί	=	αλιαετός
αλιαετού	=	αλιαετός
αλιαετούς	=	αλιαετός
αλιαετό	=	αλιαετός
αλιαετός	noun	είδος θαλασσαετού
αλιαετών	=	αλιαετός
αλιακά	=	αλιακάς
αλιακάδες	=	αλιακάς
αλιακάδων	=	αλιακάς
αλιακάς	noun	τσιφλίκι ή τμήμα του που η κατοχή του είναι μοιρασμένη σε πολλούς
αλιβάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιβάνιστο
αλιβάνιστε	adj	κλητική ενικού του αλιβάνιστος
αλιβάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιβάνιστη
αλιβάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλιβάνιστος
αλιβάνιστης	adj	γενική ενικού του αλιβάνιστη
αλιβάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αλιβάνιστος
αλιβάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλιβάνιστος
αλιβάνιστος	adj	που δεν τον έχουν λιβανίσει με λιβάνι, που δεν τον έχουν θυμιάσει
αλιβάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλιβάνιστος
αλιβάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλιβάνιστος
αλιβάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλιβάνιστος
αλιβεριώτικα	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικε	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικες	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικη	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικης	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικο	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικοι	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικος	adj	ο σχετικός με το Αλιβέρι ή τους κατοίκους του
αλιβεριώτικου	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικους	=	αλιβεριώτικος
αλιβεριώτικων	=	αλιβεριώτικος
αλιγάτορα	noun	γενική ενικού του αλιγάτορας
αλιγάτορας	noun	τετράποδο ερπετό, συγγενές με τους κροκόδειλους, με μεγάλη ουρά και μακρύ ρύγχος
αλιγάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιγάτορας
αλιγάτορων	=	αλιγάτορας
αλιγατόρων	=	αλιγάτορας
αλιγούρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιγούρευτο
αλιγούρευτε	adj	κλητική ενικού του αλιγούρευτος
αλιγούρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιγούρευτη
αλιγούρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλιγούρευτος
αλιγούρευτης	adj	γενική ενικού του αλιγούρευτη
αλιγούρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αλιγούρευτος
αλιγούρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλιγούρευτος
αλιγούρευτος	adj	που δεν τον έχουν λιγουρευτεί
αλιγούρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλιγούρευτος
αλιγούρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλιγούρευτος
αλιγούρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλιγούρευτος
αλιεία	noun	το ψάρεμα
αλιείας	noun	γενική ενικού του αλιεία
αλιείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιεία
αλιείς	=	αλιέας
αλιειών	noun	γενική πληθυντικού του αλιεία
αλιεργάτες	=	αλιεργάτης
αλιεργάτη	=	αλιεργάτης
αλιεργάτης	noun	εργάτης σε αλιευτικό σκάφος
αλιεργάτρια	noun	θηλυκό του αλιεργάτης
αλιεργάτριας	=	αλιεργάτρια
αλιεργάτριες	=	αλιεργάτρια
αλιεργατριών	=	αλιεργάτρια
αλιεργατών	=	αλιεργάτης
αλιευθήκαμε	=	αλιεύω
αλιευθήκαν	=	αλιεύω
αλιευθήκανε	=	αλιεύω
αλιευθήκατε	=	αλιεύω
αλιευθεί	=	αλιεύω
αλιευθείς	=	αλιεύω
αλιευθείτε	=	αλιεύω
αλιευθούμε	=	αλιεύω
αλιευθούν	=	αλιεύω
αλιευθούνε	=	αλιεύω
αλιευθώ	=	αλιεύω
αλιευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλίευμα
αλιευμένος	=	αλιεύω
αλιευτήκαμε	=	αλιεύω
αλιευτήκαν	=	αλιεύω
αλιευτήκανε	=	αλιεύω
αλιευτήκατε	=	αλιεύω
αλιευτής	noun|formal	άλλη μορφή του αλιέας
αλιευτεί	=	αλιεύω
αλιευτείς	=	αλιεύω
αλιευτείτε	=	αλιεύω
αλιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιευτικό
αλιευτικέ	adj	κλητική ενικού του αλιευτικός
αλιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιευτική
αλιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλιευτικός
αλιευτικής	adj	γενική ενικού του αλιευτική
αλιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλιευτικός
αλιευτικού	adj	γενική ενικού του αλιευτικός
αλιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλιευτικός
αλιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αλιευτικός	noun	ειδικό σκάφος - πλοίο για αλιεία
αλιευτικός	adj	ο σχετικός με την αλιεία
αλιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αλιευτικός
αλιευτούμε	=	αλιεύω
αλιευτούν	=	αλιεύω
αλιευτούνε	=	αλιεύω
αλιευτώ	=	αλιεύω
αλιευόμασταν	=	αλιεύω
αλιευόμαστε	=	αλιεύω
αλιευόμενος	=	αλιεύω
αλιευόμουν	=	αλιεύω
αλιευόμουνα	=	αλιεύω
αλιευόντουσαν	=	αλιεύω
αλιευόσασταν	=	αλιεύω
αλιευόσαστε	=	αλιεύω
αλιευόσουν	=	αλιεύω
αλιευόσουνα	=	αλιεύω
αλιευόταν	=	αλιεύω
αλιευότανε	=	αλιεύω
αλιεύαμε	=	αλιεύω
αλιεύαν	=	αλιεύω
αλιεύανε	=	αλιεύω
αλιεύατε	=	αλιεύω
αλιεύει	=	αλιεύω
αλιεύεις	=	αλιεύω
αλιεύεσαι	=	αλιεύω
αλιεύεστε	=	αλιεύω
αλιεύεται	=	αλιεύω
αλιεύετε	=	αλιεύω
αλιεύθηκα	=	αλιεύω
αλιεύθηκαν	=	αλιεύω
αλιεύθηκε	=	αλιεύω
αλιεύθηκες	=	αλιεύω
αλιεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλίευμα
αλιεύματος	noun	γενική ενικού του αλίευμα
αλιεύομαι	=	αλιεύω
αλιεύομε	=	αλιεύω
αλιεύονται	=	αλιεύω
αλιεύονταν	=	αλιεύω
αλιεύοντας	=	αλιεύω
αλιεύουμε	=	αλιεύω
αλιεύουν	=	αλιεύω
αλιεύουνε	=	αλιεύω
αλιεύς	noun|archaic	ο αλιέας, ο ψαράς
αλιεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσαν	=	αλιεύω
αλιεύσανε	=	αλιεύω
αλιεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλίευση
αλιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλίευση
αλιεύσομε	=	αλιεύω
αλιεύσου	=	αλιεύω
αλιεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύσουνε	=	αλιεύω
αλιεύστε	=	αλιεύω
αλιεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλιεύω
αλιεύτηκα	=	αλιεύω
αλιεύτηκαν	=	αλιεύω
αλιεύτηκε	=	αλιεύω
αλιεύτηκες	=	αλιεύω
αλιεύω	verb|formal	ψαρεύω
αλιζάρι	noun	κόκκινη βαφή, όπως για το βάψιμο των κόκκινων αβγών του Πάσχα
αλιζάρια	=	αλιζάρι
αλιζαρίνες	=	αλιζαρίνη
αλιζαρίνη	noun	οργανική ένωση που πριν από τη βιομηχανική παραγωγή της ήταν η ερυθρά χρωστική ουσία που προέρχεται από τις ρίζες τού φυτού Ρουβία η χρωστική ή παλιότερα: Eρυθρόδανου του βαφικού (αλιζάρι ή ριζάρι)
αλιζαρίνης	=	αλιζαρίνη
αλιζαρινών	=	αλιζαρίνη
αλιζαριού	=	αλιζάρι
αλιζαριών	=	αλιζάρι
αλιθοβόλητα	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητε	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητες	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητη	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητης	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητο	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητοι	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητος	adj	που δεν τον έχουν λιθοβοληθεί
αλιθοβόλητου	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητους	=	αλιθοβόλητος
αλιθοβόλητων	=	αλιθοβόλητος
αλιθόστρωτα	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτε	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτες	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτη	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτης	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτο	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτοι	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτος	adj	που δεν τον έχουν λιθοστρώσει
αλιθόστρωτου	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτους	=	αλιθόστρωτος
αλιθόστρωτων	=	αλιθόστρωτος
αλικά	=	αλικός
αλικέ	=	αλικός
αλικές	=	αλικός
αλική	=	αλικός
αλικής	=	αλικός
αλικοί	=	αλικός
αλικού	=	αλικός
αλικούντια	=	αλικούντιο
αλικούντιο	noun	το εμπόδιο, η δυσκολία
αλικούντιου	=	αλικούντιο
αλικούντιων	=	αλικούντιο
αλικούς	=	αλικός
αλικό	=	αλικός
αλικός	adj|dated	που έχει σχέση με τον Αλή (π.χ.
αλικών	=	αλικός
αλιμάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιμάριστο
αλιμάριστε	adj	κλητική ενικού του αλιμάριστος
αλιμάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιμάριστη
αλιμάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλιμάριστος
αλιμάριστης	adj	γενική ενικού του αλιμάριστη
αλιμάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αλιμάριστος
αλιμάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλιμάριστος
αλιμάριστος	adj	που δεν έχει λιμαριστεί ή δεν μπορεί να λιμαριστεί
αλιμάριστοςα	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςε	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςες	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςη	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςης	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςο	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςοι	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςος	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςου	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςους	=	αλιμάριστος
αλιμάριστοςων	=	αλιμάριστος
αλιμάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλιμάριστος
αλιμάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλιμάριστος
αλιμάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλιμάριστος
αλιμιώτικα	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικε	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικες	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικη	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικης	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικο	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικοι	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Άλιμο ή τους κατοίκους του
αλιμιώτικου	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικους	=	αλιμιώτικος
αλιμιώτικων	=	αλιμιώτικος
αλινδίσεις	=	αλίνδιση
αλινδίσεων	=	αλίνδιση
αλιπάστων	=	αλίπαστα
αλιπέδου	=	αλίπεδο
αλιπέδων	=	αλίπεδο
αλιπηγές	=	αλιπηγή
αλιπηγή	noun	πηγή με ιαματικά νερά που περιέχουν άλατα
αλιπηγής	=	αλιπηγή
αλιπηγών	=	αλιπηγή
αλισάχνες	=	αλισάχνη
αλισάχνη	noun|formal	λεπτή κρούστα αλατιού που προκύπτει από εξάτμιση αλατόνερου
αλισάχνης	=	αλισάχνη
αλισίβα	noun	νερό στο οποίο έχει προστεθεί στάχτη και έχει ήδη βράσει μαζί.
αλισίβας	noun	γενική ενικού του αλισίβα
αλισίβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλισίβα
αλισαχνών	=	αλισάχνη
αλισβερίσι	noun	η δοσοληψία, η αγοραπωλησία
αλισβερίσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλισβερίσι
αλισβερισιού	=	αλισβερίσι
αλισβερισιών	=	αλισβερίσι
αλισιβερίσι	=	αλισβερίσι
αλισφακιά	=	αλεσφακιά
αλισφακιάς	noun	γενική ενικού του αλισφακιά
αλισφακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλισφακιά
αλισφακιών	=	αλεσφακιά
αλιτάνα	=	αλτάνα
αλιτήρια	=	αλιτήριος
αλιτήριας	=	αλιτήριος
αλιτήριε	=	αλιτήριος
αλιτήριες	=	αλιτήριος
αλιτήριο	=	αλιτήριος
αλιτήριοι	=	αλιτήριος
αλιτήριος	adj	που δεν έχει ηθικούς φραγμούς και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα
αλιτήριου	=	αλιτήριος
αλιτήριους	=	αλιτήριος
αλιτήριων	=	αλιτήριος
αλιτζερίνικα	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικε	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικες	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικη	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικης	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικο	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικοι	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικος	adj	άλλη μορφή του αλτζερίνικος
αλιτζερίνικου	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικους	=	αλιτζερίνικος
αλιτζερίνικων	=	αλιτζερίνικος
αλιφασκιά	noun|vulgar	το φυτό φασκομηλιά
αλιφασκιάς	=	αλιφασκιά
αλιφασκιές	=	αλιφασκιά
αλιφασκιών	=	αλιφασκιά
αλιχούδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιχούδευτο
αλιχούδευτε	adj	κλητική ενικού του αλιχούδευτος
αλιχούδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλιχούδευτη
αλιχούδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλιχούδευτος
αλιχούδευτης	adj	γενική ενικού του αλιχούδευτη
αλιχούδευτο	adj	αιτιατική ενικού του αλιχούδευτος
αλιχούδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλιχούδευτος
αλιχούδευτος	adj	που δεν είναι λιχούδης
αλιχούδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλιχούδευτος
αλιχούδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλιχούδευτος
αλιχούδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλιχούδευτος
αλκάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκάλιο
αλκάλιο	noun	καθένα από τα στοιχεία λίθιο (Li), νάτριο (Na), κάλιο (K), ρουβίδιο (Rb), καίσιο (Cs) και φράγκιο (Fr) που ανήκουν στην πρώτη ομάδα του περιοδικού πίνακα
αλκάλιου	=	αλκάλιο
αλκάλωση	noun	κατάσταση υπερβολικής σωματικής αλκαλικότητας
αλκάλωσης	=	αλκάλωση
αλκάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκάνιο
αλκάνιο	noun	κατηγορία χημικών ενώσεων (CₙH₂ₙ₊₂), κορεσμένος αλειφατικός υδρογονάνθρακας
αλκάνιου	=	αλκάνιο
αλκάνιων	=	αλκάνιο
αλκένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκένιο
αλκένιο	noun	ακόρεστος αλειφατικός (δηλαδή άκυκλος) υδρογονάνθρακας με έναν διπλό δεσμό άνθρακα
αλκένιου	=	αλκένιο
αλκές	=	αλκή
αλκή	noun	ευρωστία, δύναμη, ρώμη
αλκής	=	αλκή
αλκίμως	adv	με δύναμη, ρωμαλέα, με σφρίγος
αλκίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκίνιο
αλκίνιο	noun	ακόρεστη οργανική ένωση της σειράς των υδρογονανθράκων, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός τριπλού δεσμού μεταξύ δύο ανθράκων και ακολουθεί τον γενικό τύπο CnH2n−2
αλκίνιου	=	αλκίνιο
αλκίνιων	=	αλκίνιο
αλκαδιένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκαδιένιο
αλκαδιένιο	noun	οργανική ένωση της κατηγορίας των ακόρεστων αλειφατικών (μη κυκλικών) υδρογονανθράκων, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία δύο διπλών δεσμών σε ανθρακική αλυσίδα και χρησιμοποιείται ευρέως στη χημική βιομηχανία, ιδίως για την παραγωγή συνθετικών υλικών
αλκαδιένιου	=	αλκαδιένιο
αλκαδιένιων	=	αλκαδιένιο
αλκαδιενίου	=	αλκαδιένιο
αλκαδιενίων	=	αλκαδιένιο
αλκαλίου	noun	γενική ενικού του αλκάλιο
αλκαλίων	noun	γενική πληθυντικού του αλκάλιο
αλκαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκαλικό
αλκαλικέ	adj	κλητική ενικού του αλκαλικός
αλκαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκαλική
αλκαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλκαλικός
αλκαλικής	adj	γενική ενικού του αλκαλική
αλκαλικη	=	αλκαλικός
αλκαλικο	=	αλκαλικός
αλκαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλκαλικός
αλκαλικοτήτων	=	αλκαλικότητα
αλκαλικού	adj	γενική ενικού του αλκαλικός
αλκαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλκαλικός
αλκαλικό	adj	αιτιατική ενικού του αλκαλικός
αλκαλικός	adj	που έχει τις ιδιότητες αλκαλίου, ή που περιέχει αλκάλιο
αλκαλικότητα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του αλκαλικού
αλκαλικότητας	=	αλκαλικότητα
αλκαλικότητες	=	αλκαλικότητα
αλκαλικών	adj	γενική πληθυντικού του αλκαλικός
αλκαλιμετρία	noun	προσδιορισμός του βαθμού ενός αλκαλικού διαλύματος
αλκαλιμετρίας	=	αλκαλιμετρία
αλκαλιμετρίες	=	αλκαλιμετρία
αλκαλιμετριών	=	αλκαλιμετρία
αλκαλιούχα	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχας	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχε	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχες	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχο	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχοι	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχος	adj	που περιέχει αλκάλιο
αλκαλιούχου	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχους	=	αλκαλιούχος
αλκαλιούχων	=	αλκαλιούχος
αλκαλοειδές	noun	βασική οργανική ουσία φυτικής προέλευσης της οποίας το μόριο περιέχει τουλάχιστον ένα άτομο αζώτου
αλκαλοειδή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκαλοειδές
αλκαλοειδής	noun	που έχει σχέση με τα αλκαλοειδή ή αναφέρεται σʼ αυτά
αλκαλοειδείς	=	αλκαλοειδής
αλκαλοειδούς	=	αλκαλοειδές
αλκαλοειδών	=	αλκαλοειδές
αλκαλώσεις	=	αλκάλωση
αλκαλώσεων	=	αλκάλωση
αλκανίου	=	αλκάνιο
αλκανίων	=	αλκάνιο
αλκαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκαϊκό
αλκαϊκέ	adj	κλητική ενικού του αλκαϊκός
αλκαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκαϊκή
αλκαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλκαϊκός
αλκαϊκής	adj	γενική ενικού του αλκαϊκή
αλκαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλκαϊκός
αλκαϊκού	adj	γενική ενικού του αλκαϊκός
αλκαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλκαϊκός
αλκαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αλκαϊκός
αλκαϊκός	adj	σχετικός με το αλκαϊκό μέτρο, τον αλκαϊκό ενδεκασύλλαβο
αλκαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αλκαϊκός
αλκενίου	=	αλκένιο
αλκενίων	=	αλκένιο
αλκινίου	=	αλκίνιο
αλκινίων	=	αλκίνιο
αλκολίκι	noun|vulgar	άλλη μορφή του αλκοολίκι
αλκολίκια	=	αλκολίκι
αλκολικός	adj|rare	άλλη μορφή του αλκοολικός
αλκοολίκι	noun	άλλη μορφή του αλκοολισμός
αλκοολίκια	=	αλκοολίκι
αλκοολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκοολικό
αλκοολικέ	adj	κλητική ενικού του αλκοολικός
αλκοολικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκοολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκοολική
αλκοολική	noun	γυναίκα με πρόβλημα εξάρτησης από το αλκοόλ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλκοολικός
αλκοολικής	adj	γενική ενικού του αλκοολική
αλκοολικιά	=	αλκοολικός
αλκοολικιάς	=	αλκοολικός
αλκοολικιές	=	αλκοολικός
αλκοολικιού	=	αλκοολίκι
αλκοολικιών	=	αλκοολίκι
αλκοολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλκοολικός
αλκοολικοτήτων	=	αλκοολικότητα
αλκοολικού	adj	γενική ενικού του αλκοολικός
αλκοολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλκοολικός
αλκοολικό	adj	αιτιατική ενικού του αλκοολικός
αλκοολικός	noun	που είναι αλκοολικός	adj	ο αναφερόμενος στις αλκοόλες
αλκοολικότητα	noun	η περιεκτικότητα ενός υγρού σε αλκοόλ, σε οινόπνευμα
αλκοολικότητας	=	αλκοολικότητα
αλκοολικότητες	=	αλκοολικότητα
αλκοολικών	adj	γενική πληθυντικού του αλκοολικός
αλκοολισμέ	noun	κλητική ενικού του αλκοολισμός
αλκοολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλκοολισμός
αλκοολισμού	noun	γενική ενικού του αλκοολισμός
αλκοολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλκοολισμός
αλκοολισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλκοολισμός
αλκοολισμός	noun	η χρόνια νοσηρή εξάρτηση (πάθους) σε οινοπνευματώδη ή αλκοολούχα ποτά
αλκοολισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλκοολισμός
αλκοολομέτρηση	noun	η μέτρηση της περιεκτικότητας ενός υγρού (π.χ. ενός κρασιού) σε οινόπνευμα (αλκοόλ), η μέτρηση της αλκοολικότητάς του
αλκοολομέτρησης	=	αλκοολομέτρηση
αλκοολομέτρου	=	αλκοολόμετρο
αλκοολομέτρων	=	αλκοολόμετρο
αλκοολομετρήσεις	=	αλκοολομέτρηση
αλκοολομετρήσεων	=	αλκοολομέτρηση
αλκοολομετρία	noun	οινοπνευματομετρία
αλκοολομετρίας	=	αλκοολομετρία
αλκοολομετρίες	=	αλκοολομετρία
αλκοολομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκοολομετρικό
αλκοολομετρικέ	adj	κλητική ενικού του αλκοολομετρικός
αλκοολομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκοολομετρική
αλκοολομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλκοολομετρικός
αλκοολομετρικής	adj	γενική ενικού του αλκοολομετρική
αλκοολομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλκοολομετρικός
αλκοολομετρικού	adj	γενική ενικού του αλκοολομετρικός
αλκοολομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλκοολομετρικός
αλκοολομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αλκοολομετρικός
αλκοολομετρικός	adj	σχετικός με την αλκοολομέτρηση ή που χρησιμεύει σε αυτήν
αλκοολομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αλκοολομετρικός
αλκοολομετριών	=	αλκοολομετρία
αλκοολούχα	=	αλκοολούχος
αλκοολούχας	=	αλκοολούχος
αλκοολούχε	=	αλκοολούχος
αλκοολούχες	=	αλκοολούχος
αλκοολούχο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αλκοολούχος
αλκοολούχοι	=	αλκοολούχος
αλκοολούχος	adj	αυτός που περιέχει αλκοόλ
αλκοολούχου	=	αλκοολούχος
αλκοολούχους	=	αλκοολούχος
αλκοολούχων	=	αλκοολούχος
αλκοολόμετρα	=	αλκοολόμετρο
αλκοολόμετρο	noun	όργανο χημικών εργαστηρίων που χρησιμοποιείται στον προσδιορισμό περιεκτικότητας αλκοολούχων υγρών σε αλκοόλη
αλκοολόμετρου	=	αλκοολόμετρο
αλκοολόμετρων	=	αλκοολόμετρο
αλκοολών	noun	γενική πληθυντικού του αλκοόλη
αλκοτέστ	noun	εξέταση που δείχνει τα επίπεδα του οινοπνεύματος στον ανθρώπινο οργανισμό
αλκοόλ	noun	το οινόπνευμα που περιέχεται στα οινοπνευματώδη ποτά
αλκοόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκοόλη
αλκοόλη	noun	οποιαδήποτε οργανική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα υδροξύλια ή υδροξυομάδες (-OH), συνδεμένα με άτομο άνθρακα και εφόσον το υδροξύλιο είναι η κύρια χαρακτηριστική ομάδα της ένωσης
αλκοόλης	noun	γενική ενικού του αλκοόλη
αλκυλίου	=	αλκύλιο
αλκυλίων	=	αλκύλιο
αλκυλαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκυλαμίνη
αλκυλεστέρα	=	αλκυλεστέρας
αλκυλεστέρας	noun	εστέρας που περιέχει αλκύλιο (CₙH₂ₙ₊₁-)
αλκυλεστέρες	=	αλκυλεστέρας
αλκυλεστέρων	=	αλκυλεστέρας
αλκυλικά	=	αλκυλικός
αλκυλικέ	=	αλκυλικός
αλκυλικές	=	αλκυλικός
αλκυλική	=	αλκυλικός
αλκυλικής	=	αλκυλικός
αλκυλικοί	=	αλκυλικός
αλκυλικού	=	αλκυλικός
αλκυλικούς	=	αλκυλικός
αλκυλικό	=	αλκυλικός
αλκυλικός	adj	που έχει σχέση με το αλκύλιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
αλκυλικών	=	αλκυλικός
αλκυνίου	=	αλκύνιο
αλκυνίων	=	αλκύνιο
αλκυονίδα	noun	ημέρα του Ιανουαρίου (ή γενικότερα χειμωνιάτικη), κατά την οποία έχει καλοκαιρία
αλκυονίδας	=	αλκυονίδα
αλκυονίδες	noun	οι μέρες με καλοκαιρία που συνήθως παρατηρούνταν στα τέλη Ιανουαρίου και αρχές Φεβρουαρίου στον ελλαδικό χώρο (αρχικά επίθετο που προσδιόριζε τις λέξεις "ημέρες" και που με την εξαφάνιση του προσδιοριζόμενου ως ευκόλως εννοούμενου, απέμεινε το "αλκυονίδες" ως ουσιαστικό)
αλκυονίδων	=	αλκυονίδες
αλκυονών	=	αλκυόνη
αλκυόνα	noun	θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό της οικογένειας των Αλκυονιδών
αλκυόνας	noun	γενική ενικού του αλκυόνα
αλκυόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλκυόνα
αλκυόνη	noun	σπανιότερη μορφή του αλκυόνα
αλκυόνης	=	αλκυόνη
αλκυόνων	noun	γενική πληθυντικού του αλκυόνα
αλκυών	=	αλκυόνη
αλκύλια	=	αλκύλιο
αλκύλιο	noun	μονοσθενές κορεσμένο τμήμα υδρογονάνθρακα που προκύπτει από την απομάκρυνση ενός ατόμου υδρογόνου από έναν αλκάνιο και έχει γενικό τύπο CₙH₂ₙ₊₁−
αλκύλιου	=	αλκύλιο
αλκύνια	=	αλκύνιο
αλκύνιο	noun	άλλη μορφή του αλκίνιο
αλκύνιου	=	αλκύνιο
αλκύνιων	=	αλκύνιο
αλκών	=	άλκη
αλλά	conj	για να δηλώσει ότι ο όρος ή η πρόταση που ακολουθεί, υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που προαναφέρθηκε
αλλάγια	=	αλλάγιο
αλλάγιο	noun	στρατιωτική μονάδα (και τάγμα ιππικού) του βυζαντινού στρατού, η πρώτη με 50 έως 400 άνδρες
αλλάγιου	=	αλλάγιο
αλλάγιων	=	αλλάγιο
αλλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλλαγμα
αλλάγματος	noun	γενική ενικού του άλλαγμα
αλλάζαμε	=	αλλάζω
αλλάζαν	=	αλλάζω
αλλάζανε	=	αλλάζω
αλλάζατε	=	αλλάζω
αλλάζει	=	αλλάζω
αλλάζεις	=	αλλάζω
αλλάζεσαι	=	αλλάζω
αλλάζεστε	=	αλλάζω
αλλάζεται	=	αλλάζω
αλλάζετε	=	αλλάζω
αλλάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αλλάζω
αλλάζομε	=	αλλάζω
αλλάζονται	=	αλλάζω
αλλάζονταν	=	αλλάζω
αλλάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλλάζω
αλλάζουμε	=	αλλάζω
αλλάζουν	=	αλλάζω
αλλάζουνε	=	αλλάζω
αλλάζω	verb	προκαλώ μια αλλαγή σε κάποιον ή κάτι, τον κάνω να διαφέρει από την προηγούμενη κατάστασή του
αλλάντων	=	άλλαντα
αλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξαν	=	αλλάζω
αλλάξανε	=	αλλάζω
αλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξομε	=	αλλάζω
αλλάξου	=	αλλάζω
αλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξουνε	=	αλλάζω
αλλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλάζω
αλλάσσω	verb|archaic	άλλη μορφή του αλλάζω
αλλάχτε	=	αλλάζω
αλλάχτηκα	=	αλλάζω
αλλάχτηκαν	=	αλλάζω
αλλάχτηκε	=	αλλάζω
αλλάχτηκες	=	αλλάζω
αλλέγκρο	=	αλέγκρο
αλλέγρος	=	αλέγρος
αλλέως	adv	αλλιώς
αλλήθωρα	adv	με αλλήθωρο τρόπο
αλλήθωρε	adj	κλητική ενικού του αλλήθωρος
αλλήθωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλήθωρη
αλλήθωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλήθωρος
αλλήθωρης	adj	γενική ενικού του αλλήθωρη
αλλήθωρο	adj	αιτιατική ενικού του αλλήθωρος
αλλήθωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλήθωρος
αλλήθωρος	adj	που πάσχει από στραβισμό
αλλήθωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλήθωρος
αλλήθωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλήθωρος
αλλήθωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλήθωρος
αλλήλιο	noun	αλλίο, αλληλόμορφο, αλληλόμορφο γονίδιο
αλλήλων	pron	αμοιβαία, ο καθένας για τον άλλον, μεταξύ σας, μόνον στις πλάγιες πτώσεις του πληθυντικού
αλλία	=	αλλίο
αλλίο	noun	το αλλήλιο, το αλληλόμορφο γονίδιο
αλλίου	=	αλλίο
αλλίων	noun	βλέπε: το αλλίο
αλλαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαγή
αλλαγή	noun	η ενέργεια του αλλάζω
αλλαγής	=	αλλαγή
αλλαγίου	=	αλλάγιο
αλλαγίων	=	αλλάγιο
αλλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άλλαγμα
αλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαγμένο
αλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του αλλαγμένος
αλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαγμένη
αλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλαγμένος
αλλαγμένης	verb	γενική ενικού του αλλαγμένη
αλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλλαγμένος
αλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλαγμένος
αλλαγμένος	verb	που έχει αλλάξει, διαφοροποιηθεί
αλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλαγμένος
αλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλλαγμένος
αλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλαγμένος
αλλαγών	=	αλλαγή
αλλαζόμασταν	=	αλλάζω
αλλαζόμαστε	=	αλλάζω
αλλαζόμουν	=	αλλάζω
αλλαζόμουνα	=	αλλάζω
αλλαζόντουσαν	=	αλλάζω
αλλαζόσασταν	=	αλλάζω
αλλαζόσαστε	=	αλλάζω
αλλαζόσουν	=	αλλάζω
αλλαζόσουνα	=	αλλάζω
αλλαζόταν	=	αλλάζω
αλλαζότανε	=	αλλάζω
αλλαισθησία	noun	η δυσλειτουργική αντίληψη και πρόσληψη παραστάσεων μέσω των αισθήσεων, ιδίως της αφής, όταν κάποιος αντιλαμβάνεται κάτι σε άλλο σημείο απ' αυτό που έπρεπε
αλλαισθησίας	noun	γενική ενικού του αλλαισθησία
αλλαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαισθησία
αλλαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλαισθησία
αλλανίτες	=	αλλανίτης
αλλανίτη	=	αλλανίτης
αλλανίτης	noun	ορυκτό που συγκαταλέγεται στις σπάνιες γαίες
αλλανιτών	=	αλλανίτης
αλλαντίαση	noun	δηλητηρίαση από κατανάλωση αλλαντικών που δεν έχουν συντηρηθεί σωστά
αλλαντίασης	=	αλλαντίαση
αλλαντιάσεις	=	αλλαντίαση
αλλαντιάσεων	=	αλλαντίαση
αλλαντικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαντικό
αλλαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαντική
αλλαντικής	adj	γενική ενικού του αλλαντική
αλλαντικού	noun	γενική ενικού του αλλαντικό
αλλαντικό	noun	φαγώσιμο από κρέας ψιλοκομμένο και καρυκεύματα σε διάφορες μορφές (μέσα σε κύστη ή έντερο)
αλλαντικών	noun	γενική πληθυντικού του αλλαντικό
αλλαντοβιομηχανία	noun	η βιομηχανία αλλαντικών
αλλαντοβιομηχανίας	=	αλλαντοβιομηχανία
αλλαντοβιομηχανίες	=	αλλαντοβιομηχανία
αλλαντοβιομηχανιών	=	αλλαντοβιομηχανία
αλλαντοποιΐα	=	αλλαντοποιία
αλλαντοποιέ	noun	κλητική ενικού του αλλαντοποιός
αλλαντοποιία	noun	η παρασκευή αλλαντικών
αλλαντοποιίας	noun	γενική ενικού του αλλαντοποιία
αλλαντοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαντοποιία
αλλαντοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαντοποιείο
αλλαντοποιείο	noun	εργαστήριο παρασκευής αλλαντικών
αλλαντοποιείου	noun	γενική ενικού του αλλαντοποιείο
αλλαντοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του αλλαντοποιείο
αλλαντοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλαντοποιία
αλλαντοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλαντοποιός
αλλαντοποιού	noun	γενική ενικού του αλλαντοποιός
αλλαντοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλλαντοποιός
αλλαντοποιό	noun	αιτιατική ενικού του αλλαντοποιός
αλλαντοποιός	noun	εκείνος που παρασκευάζει αλλαντικά
αλλαντοποιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλαντοποιός
αλλαντοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαντοπωλείο
αλλαντοπωλείο	noun	το κατάστημα που πουλάει αλλαντικά
αλλαντοπωλείου	noun	γενική ενικού του αλλαντοπωλείο
αλλαντοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του αλλαντοπωλείο
αλλαντοπωλισσών	=	αλλαντοπώλισσα
αλλαντοπωλών	=	αλλαντοπώλης
αλλαντοπώλες	=	αλλαντοπώλης
αλλαντοπώλη	=	αλλαντοπώλης
αλλαντοπώληδες	=	αλλαντοπώλης
αλλαντοπώληδων	=	αλλαντοπώλης
αλλαντοπώλης	noun	ο πωλητής αλλαντικών
αλλαντοπώλισσα	noun	θηλυκό του αλλαντοπώλης
αλλαντοπώλισσας	=	αλλαντοπώλισσα
αλλαντοπώλισσες	=	αλλαντοπώλισσα
αλλαξιά	noun	το σύνολο από ρούχα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξει κάποιος αυτά που φοράει
αλλαξιάς	noun	γενική ενικού του αλλαξιά
αλλαξιέρα	noun	μικρό έπιπλο πάνω στο οποίο αλλάζουν τα ρούχα του μωρού και όπου βρίσκονται όλα τα προϊόντα για την καθαριότητά του
αλλαξιέρας	=	αλλαξιέρα
αλλαξιέρες	=	αλλαξιέρα
αλλαξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαξιά
αλλαξιών	=	αλλαξιά
αλλαξοδρομήσαμε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομήσαν	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομήσανε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομήσατε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομήσει	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομήστε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομίζω	verb|rare	άλλη μορφή του αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομεί	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομείς	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομείτε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούμε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούν	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούνε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσα	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσαμε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσαν	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσανε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσατε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομούσες	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρομώ	verb	αλλάζω δρόμο, συνήθως για να αποφύγω μια δυσάρεστη συνάντηση
αλλαξοδρομώντας	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμει	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμησα	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμησαν	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμησε	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμησες	=	αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αλλαξοδρομώ
αλλαξοδρόμισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αλλαξοδρομίζω
αλλαξοκαιριά	noun	η αλλαγή του καιρού
αλλαξοκαιριάς	noun	γενική ενικού του αλλαξοκαιριά
αλλαξοκαιριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαξοκαιριά
αλλαξοκαιριών	=	αλλαξοκαιριά
αλλαξοκωλιά	noun|vulgar	αμοιβαία σεξουαλική πράξη μεταξύ ανδρών με εναλλαγή ενεργητικού και παθητικού ρόλου
αλλαξοκωλιάς	=	αλλαξοκωλιά
αλλαξοκωλιές	=	αλλαξοκωλιά
αλλαξοκωλιών	=	αλλαξοκωλιά
αλλαξοπίστει	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπίστισα	=	αλλαξοπίστησα
αλλαξοπιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσαν	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσανε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστία	noun	η αλλαγή θρησκείας
αλλαξοπιστίας	noun	γενική ενικού του αλλαξοπιστία
αλλαξοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαξοπιστία
αλλαξοπιστίζω	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστεί	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστείς	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστείτε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλαξοπιστία
αλλαξοπιστούμε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούν	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούνε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσα	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσαμε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσαν	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσανε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσατε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσε	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστούσες	=	αλλαξοπιστώ
αλλαξοπιστώ	verb	αλλάζω πίστη, μεταβάλλω τις θρησκευτικές μου κυρίως πεποιθήσεις
αλλαξοπιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλλαξοπιστώ
αλλαξοφαγία	noun	η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών
αλλαξοφαγίας	noun	γενική ενικού του αλλαξοφαγία
αλλαξοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλαξοφαγία
αλλαξοφαγίζω	verb	αλλάζω διατροφικές συνήθειες
αλλαξοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλαξοφαγία
αλλαξόπιστα	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστε	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστες	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστη	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστης	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστο	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστοι	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστος	adj	που αλλάζει θρησκεία
αλλαξόπιστου	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστους	=	αλλαξόπιστος
αλλαξόπιστων	=	αλλαξόπιστος
αλλαχού	adv|archaic	αλλού, σε διαφορετικό σημείο
αλλαχτήκαμε	=	αλλάζω
αλλαχτήκαν	=	αλλάζω
αλλαχτήκανε	=	αλλάζω
αλλαχτήκατε	=	αλλάζω
αλλαχτεί	=	αλλάζω
αλλαχτείς	=	αλλάζω
αλλαχτείτε	=	αλλάζω
αλλαχτούμε	=	αλλάζω
αλλαχτούν	=	αλλάζω
αλλαχτούνε	=	αλλάζω
αλλαχτώ	=	αλλάζω
αλλεπάλληλα	adv	με μια συνεχή και κανονική ακολουθία, ροή στοιχείων που ακολουθούν το ένα το άλλο
αλλεπάλληλε	adj	κλητική ενικού του αλλεπάλληλος
αλλεπάλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεπάλληλη
αλλεπάλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλεπάλληλος
αλλεπάλληλης	adj	γενική ενικού του αλλεπάλληλη
αλλεπάλληλο	adj	αιτιατική ενικού του αλλεπάλληλος
αλλεπάλληλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλεπάλληλος
αλλεπάλληλος	adj	ο απανωτός, ο ένας μετά τον άλλο, ο επαναλαμβανόμενος αδιάκοπα, χωρίς διακοπή, συνήθως για κάτι δυσάρεστο ή που καταντά δυσάρεστο λόγω της επιμονής
αλλεπάλληλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλεπάλληλος
αλλεπάλληλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλεπάλληλος
αλλεπάλληλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλεπάλληλος
αλλεπαλληλία	noun|formal	η τοπική ή χρονική αλληλοδιαδοχή ή αλληλουχία
αλλεπαλληλίας	noun	γενική ενικού του αλλεπαλληλία
αλλεπαλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεπαλληλία
αλλεπαλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλεπαλληλία
αλλεργία	noun	ασυνήθιστη και υπερβολική αντίδραση του οργανισμού σε μια ξένη ερεθιστική ουσία
αλλεργίας	noun	γενική ενικού του αλλεργία
αλλεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεργία
αλλεργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεργικό
αλλεργικέ	adj	κλητική ενικού του αλλεργικός
αλλεργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεργική
αλλεργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλεργικός
αλλεργικής	adj	γενική ενικού του αλλεργική
αλλεργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλεργικός
αλλεργικού	adj	γενική ενικού του αλλεργικός
αλλεργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλεργικός
αλλεργικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλεργικός
αλλεργικός	noun	αυτός που πάσχει από αλλεργία	adj	που αναφέρεται στην αλλεργία, κάθε κατάσταση που έχει ως χαρακτηριστικό την έντονη αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε μια έξωθεν εισερχόμενη ουσία
αλλεργικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλεργικός
αλλεργιογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεργιογόνο
αλλεργιογόνας	=	αλλεργιογόνος
αλλεργιογόνε	=	αλλεργιογόνος
αλλεργιογόνες	=	αλλεργιογόνος
αλλεργιογόνο	noun	οποιοδήποτε αντίγονο που προκαλεί αλλεργική αντίδραση.
αλλεργιογόνοι	=	αλλεργιογόνος
αλλεργιογόνος	adj	που προκαλεί αλλεργία
αλλεργιογόνου	noun	γενική ενικού του αλλεργιογόνο
αλλεργιογόνους	=	αλλεργιογόνος
αλλεργιογόνων	noun	γενική πληθυντικού του αλλεργιογόνο
αλλεργιολογία	noun	ιατρική ειδικότητα για την καταπολέμηση των αλλεργιών ή/και τη θεραπεία του ασθενούς απʼ αυτές
αλλεργιολογίας	=	αλλεργιολογία
αλλεργιολογίες	=	αλλεργιολογία
αλλεργιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεργιολογικό
αλλεργιολογικέ	adj	κλητική ενικού του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλεργιολογική
αλλεργιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογικής	adj	γενική ενικού του αλλεργιολογική
αλλεργιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογικού	adj	γενική ενικού του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογικός	adj	που έχει σχέση με την αλλεργιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτήν
αλλεργιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλεργιολογικός
αλλεργιολογιών	=	αλλεργιολογία
αλλεργιολόγε	=	αλλεργιολόγος
αλλεργιολόγο	=	αλλεργιολόγος
αλλεργιολόγοι	=	αλλεργιολόγος
αλλεργιολόγος	noun	ιατρός με ειδικότητα την καταπολέμηση των αλλεργιών ή/και τη θεραπεία του ασθενούς απ’ αυτές
αλλεργιολόγου	=	αλλεργιολόγος
αλλεργιολόγους	=	αλλεργιολόγος
αλλεργιολόγων	=	αλλεργιολόγος
αλλεργιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλεργία
αλληγορήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληγόρημα
αλληγορήματος	noun	γενική ενικού του αλληγόρημα
αλληγορία	noun	έκφραση ή κείμενο ή έργο τέχνης που δεν σημαίνει κυριολεκτικά αυτό που λέγεται-φαίνεται, αλλά κρύβει άλλο νόημα, παραπέμπει σε άλλο μήνυμα
αλληγορίας	noun	γενική ενικού του αλληγορία
αλληγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληγορία
αλληγορημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλληγόρημα
αλληγορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλληγορικός	adv	με αλληγορικό τρόπο, εκφράζοντας μια αλληγορική έννοια
αλληγορικέ	adj	κλητική ενικού του αλληγορικός
αλληγορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληγορική
αλληγορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληγορικός
αλληγορικής	adj	γενική ενικού του αλληγορική
αλληγορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληγορικός
αλληγορικού	adj	γενική ενικού του αλληγορικός
αλληγορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληγορικός
αλληγορικό	adj	αιτιατική ενικού του αλληγορικός
αλληγορικός	adj	ο σχετικός με την αλληγορία ή ο αναφερόμενος σ’ αυτή
αλληγορικών	adj	γενική πληθυντικού του αλληγορικός
αλληγοριών	noun	γενική πληθυντικού του αλληγορία
αλληγορώ	verb	μιλάω αλληγορικά, με αλληγορίες
αλληγόρημα	noun	αλληγορική έκφραση
αλληγόρησα	=	αλληγορώ
αλληθωρίζαμε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζαν	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζανε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζατε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζει	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζεις	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζετε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζομε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίζουμε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζουν	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζουνε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίζω	verb	τα μάτια μου κοιτούν προς ελαφρά διαφορετικές κατευθύνσεις επειδή πάσχω από στραβισμό
αλληθωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσαν	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίσανε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληθώρισμα
αλληθωρίσματος	noun	γενική ενικού του αλληθώρισμα
αλληθωρίσομε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσουνε	=	αλληθωρίζω
αλληθωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθωρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλληθώρισμα
αλληθώριζα	=	αλληθωρίζω
αλληθώριζαν	=	αλληθωρίζω
αλληθώριζε	=	αλληθωρίζω
αλληθώριζες	=	αλληθωρίζω
αλληθώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληθωρίζω
αλληθώρισμα	noun	η ενέργεια του αλληθωρίζω
αλληλάδερφε	=	αλληλάδερφος
αλληλάδερφο	=	αλληλάδερφος
αλληλάδερφοι	=	αλληλάδερφος
αλληλάδερφος	noun|vulgar	ετεροθαλής αδερφός
αλληλάδερφου	=	αλληλάδερφος
αλληλάδερφους	=	αλληλάδερφος
αλληλάδερφων	=	αλληλάδερφος
αλληλέγγυα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλέγγυος	adv	με αλληλεγγύη
αλληλέγγυας	=	αλληλέγγυος
αλληλέγγυε	=	αλληλέγγυος
αλληλέγγυες	=	αλληλέγγυος
αλληλέγγυο	noun	βυζαντινός νόμος (10ος αι.) που όριζε ότι οι πλούσιοι ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν το φόρο των φτωχών γειτόνων τους, όσων δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθουν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, προστατεύοντάς τους από τις αυθαιρεσίες των Δυνατών
αλληλέγγυοι	=	αλληλέγγυος
αλληλέγγυος	adj	που συμπαραστέκεται σε κάποιον και δείχνει την αλληλεγγύη του
αλληλέγγυου	=	αλληλέγγυος
αλληλέγγυους	=	αλληλέγγυος
αλληλέγγυων	=	αλληλέγγυος
αλληλένδετα	adv	για πράγματα τα οποία είναι άμεσα συνδεδεμένα με κάποια σχέση και έχουν κοινό αντικείμενο αναφοράς
αλληλένδετε	adj	κλητική ενικού του αλληλένδετος
αλληλένδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλένδετη
αλληλένδετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλένδετος
αλληλένδετης	adj	γενική ενικού του αλληλένδετη
αλληλένδετο	adj	αιτιατική ενικού του αλληλένδετος
αλληλένδετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλένδετος
αλληλένδετος	adj	που συνδέεται με κάτι άλλο αμοιβαία
αλληλένδετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλένδετος
αλληλένδετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλένδετος
αλληλένδετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλένδετος
αλληλαδέρφι	noun|vulgar	ετεροθαλής αδερφός ή αδερφή
αλληλαδέρφια	=	αλληλαδέρφι
αλληλαδερφές	=	αλληλαδερφή
αλληλαδερφή	noun|vulgar	ετεροθαλής αδερφή
αλληλαδερφής	=	αλληλαδερφή
αλληλαδερφιού	=	αλληλαδέρφι
αλληλαδερφιών	=	αλληλαδέρφι
αλληλαδερφών	=	αλληλαδερφή
αλληλασφάλεια	noun	αμοιβαία ασφάλεια, κατά την οποία ο κάθε ασφαλιζόμενος είναι ταυτόχρονα και ασφαλιστής
αλληλασφάλειας	noun	γενική ενικού του αλληλασφάλεια
αλληλασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλασφάλεια
αλληλασφάλιση	noun	η διαδοχική ασφάλιση των μελών ενός συνόλου
αλληλασφάλισης	noun	γενική ενικού του αλληλασφάλιση
αλληλασφαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλασφάλιση
αλληλασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλασφάλιση
αλληλασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλασφάλιση
αλληλασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλασφάλεια
αλληλασφαλιστικά	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικέ	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικές	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστική	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικής	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικοί	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικού	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικούς	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικό	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλασφαλιστικός	adj	που έχει σχέση με την αλληλασφάλιση / αλληλασφάλεια ή αναφέρεται σʼ αυτή
αλληλασφαλιστικών	=	αλληλασφαλιστικός
αλληλεγγυών	=	αλληλεγγύη
αλληλεγγύες	=	αλληλεγγύη
αλληλεγγύη	noun	η αλληλοβοήθεια και το αίσθημα ενότητας μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα και στόχους.
αλληλεγγύης	=	αλληλεγγύη
αλληλεκτίμηση	noun	άλλη μορφή του αλληλοεκτίμηση
αλληλεκτίμησης	=	αλληλεκτίμηση
αλληλεκτιμήσεις	=	αλληλεκτίμηση
αλληλεκτιμήσεων	=	αλληλεκτίμηση
αλληλενέργεια	noun	η αλληλεπίδραση
αλληλενέργειας	noun	γενική ενικού του αλληλενέργεια
αλληλενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλενέργεια
αλληλενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλενέργεια
αλληλεξάρτηση	noun|formal	η αμοιβαία εξάρτηση, η δυναμική σχέση κατά την οποία δύο ή περισσότερες οντότητες επηρεάζουν και διαμορφώνουν η μία την πορεία της άλλης, καθώς καμία δεν μπορεί να λειτουργήσει πλήρως ανεξάρτητα από την άλλη
αλληλεξάρτησης	=	αλληλεξάρτηση
αλληλεξαρτήσεις	=	αλληλεξάρτηση
αλληλεξαρτήσεων	=	αλληλεξάρτηση
αλληλεξαρτήσεως	=	αλληλεξάρτηση
αλληλεξαρτώνται	verb	γʹ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής έγκλισης του ρήματος αλληλεξαρτώμαι
αλληλεπέδρασα	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπέδρασαν	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπέδρασε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπέδρασες	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδρα	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδραγε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπίδραση	noun	η αμοιβαία επίδραση μεταξύ δύο προσώπων ή συστημάτων
αλληλεπίδρασης	noun	γενική ενικού του αλληλεπίδραση
αλληλεπίθετα	=	αλληλεπίθετο
αλληλεπίθετο	noun	δίκαννο όπλο με κάννες τοποθετημένες κάθετα, η μία πάνω στην άλλη, που χρησιμοποιείται κυρίως στο κυνήγι ή τη σκοποβολή για τη βελτιωμένη στόχευση και εργονομία που προσφέρει αυτή η διάταξη
αλληλεπίθετου	=	αλληλεπίθετο
αλληλεπίθετων	=	αλληλεπίθετο
αλληλεπενέργεια	noun	η αλληλεπίδραση
αλληλεπενέργειας	noun	γενική ενικού του αλληλεπενέργεια
αλληλεπενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλεπενέργεια
αλληλεπενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλεπενέργεια
αλληλεπηρεάζονται	verb	για κάποιους που επηρεάζει αμοιβαία ο ένας τον άλλον
αλληλεπιδρά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράει	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράς	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσαν	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσανε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλεπίδραση
αλληλεπιδράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλεπίδραση
αλληλεπιδράσεως	noun	γενική ενικού του αλληλεπίδραση
αλληλεπιδράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσουνε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράτε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδράω	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλεπιδραστικό
αλληλεπιδραστικέ	adj	κλητική ενικού του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλεπιδραστική
αλληλεπιδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδραστικής	adj	γενική ενικού του αλληλεπιδραστική
αλληλεπιδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδραστικού	adj	γενική ενικού του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδραστικός	adj	που έχει σχέση με την αλληλεπίδραση ή αναφέρεται σ' αυτήν
αλληλεπιδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του αλληλεπιδραστικός
αλληλεπιδρούμε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούν	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούνε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσα	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσαμε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσαν	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσανε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσατε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσε	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρούσες	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιδρώ	verb	επιδρώ αμοιβαία
αλληλεπιδρώντας	=	αλληλεπιδρώ
αλληλεπιθέτου	=	αλληλεπίθετο
αλληλεπιθέτων	=	αλληλεπίθετο
αλληλεπικαλύπτομαι	verb	επικαλύπτομαι από κάποιον άλλο και τον επικαλύπτω κι εγώ με τη σειρά μου
αλληλεπικρίνομαι	verb|rare	για ανθρώπους που επικρίνουν ο ένας τον άλλο
αλληλοαναιρούνται	verb	αναιρεί ο ένας τον άλλον
αλληλοαποκλείονται	verb	αποκλείει ο ένας τον άλλον
αλληλοβοήθεια	noun	η αμοιβαία βοήθεια, η βοήθεια του καθενός προς τους άλλους
αλληλοβοήθειας	noun	γενική ενικού του αλληλοβοήθεια
αλληλοβοήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοήθεια
αλληλοβοηθήθηκα	=	αλληλοβοηθούμαι
αλληλοβοηθειών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοβοήθεια
αλληλοβοηθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοηθητικό
αλληλοβοηθητικέ	adj	κλητική ενικού του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοηθητική
αλληλοβοηθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθητικής	adj	γενική ενικού του αλληλοβοηθητική
αλληλοβοηθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθητικού	adj	γενική ενικού του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθητικός	adj	που βοηθά ο ένας τον άλλο
αλληλοβοηθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αλληλοβοηθητικός
αλληλοβοηθιέμαι	verb|rare	βοηθούμε ο ένας τον άλλο
αλληλοβοηθούμαι	verb	άλλη μορφή του αλληλοβοηθιέμαι
αλληλοβοηθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοηθούμενο
αλληλοβοηθούμενε	verb	κλητική ενικού του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοηθούμενη
αλληλοβοηθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούμενης	verb	γενική ενικού του αλληλοβοηθούμενη
αλληλοβοηθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλοβοηθούμαι
αλληλοβοηθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλοβοηθούμενος
αλληλοβοηθούνται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοβοηθούμαι
αλληλοβρίζω	verb	αλληλοχυδαιολογώ
αλληλογράφε	=	αλληλογράφος
αλληλογράφει	=	αλληλογραφώ
αλληλογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογράφο	=	αλληλογράφος
αλληλογράφοι	=	αλληλογράφος
αλληλογράφος	noun	που ανταλλάσσει επιστολές με κάποιον άλλο
αλληλογράφου	=	αλληλογράφος
αλληλογράφους	=	αλληλογράφος
αλληλογράφων	=	αλληλογράφος
αλληλογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσαν	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφήσανε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλογραφώ
αλληλογραφία	noun	η ανταλλαγή επιστολών
αλληλογραφίας	noun	γενική ενικού του αλληλογραφία
αλληλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλογραφία
αλληλογραφεί	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφείς	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφείτε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλογραφία
αλληλογραφούμε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούν	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούνε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσα	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσαμε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσαν	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσανε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσατε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσε	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφούσες	=	αλληλογραφώ
αλληλογραφώ	verb	γράφω γράμματα που στέλνω σε κάποιον και επίσης παίρνω γράμματα από αυτόν, ανταλλάζουμε επιστολές
αλληλογραφώντας	=	αλληλογραφώ
αλληλοδανείζομαι	verb|rare	δανείζω κάτι σε κάποιον και κάποια άλλη φορά δανείζομαι κάτι απ' αυτόν
αλληλοδιάδοχα	adv	με διαρκή διαδοχή
αλληλοδιάδοχε	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχες	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχη	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχης	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχο	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχοι	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχος	adj	που συμβαίνει με διαρκή διαδοχή
αλληλοδιάδοχου	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχους	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιάδοχων	=	αλληλοδιάδοχος
αλληλοδιαδοχές	=	αλληλοδιαδοχή
αλληλοδιαδοχή	noun	η διαρκής διαδοχή
αλληλοδιαδοχής	=	αλληλοδιαδοχή
αλληλοδιαδοχών	=	αλληλοδιαδοχή
αλληλοδιαδόχως	adv|formal	αλληλοδιάδοχα
αλληλοδιαπλέκεσαι	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέκεστε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέκεται	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέκομαι	verb	για κάποιους που διαπλέκεται ο ένας με τον άλλον
αλληλοδιαπλέκονται	verb	διαπλέκεται ο ένας με τον άλλον, αμοιβαία
αλληλοδιαπλέκονταν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέκου	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέξου	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέχτηκα	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέχτηκαν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέχτηκε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλέχτηκες	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεγμένος	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόμασταν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόμαστε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόμενος	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόμουν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόμουνα	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόντουσαν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόσασταν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόσαστε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόσουν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόσουνα	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκόταν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεκότανε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεχτήκαμε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεχτήκαν	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεχτήκανε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεχτήκατε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεχτεί	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαπλεχτείτε	=	αλληλοδιαπλέκομαι
αλληλοδιαψευδόμενα	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενε	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενες	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενη	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενης	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενο	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενοι	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλοδιαψεύδονται
αλληλοδιαψευδόμενου	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενους	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψευδόμενων	=	αλληλοδιαψευδόμενος
αλληλοδιαψεύδονται	verb	διαψεύδει ο ένας τον άλλον, αμοιβαία
αλληλοδιδακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοδιδακτικό
αλληλοδιδακτικέ	adj	κλητική ενικού του αλληλοδιδακτικός
αλληλοδιδακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοδιδακτική
αλληλοδιδακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοδιδακτικός
αλληλοδιδακτικής	adj	γενική ενικού του αλληλοδιδακτική
αλληλοδιδακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοδιδακτικός
αλληλοδιδακτικού	adj	γενική ενικού του αλληλοδιδακτικός
αλληλοδιδακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοδιδακτικός
αλληλοδιδακτικό	adj	αιτιατική ενικού του αλληλοδιδακτικός	noun|dated	σχολείο που ακολουθούσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας
αλληλοδιδακτικός	adj	που δηλώνει ότι ο διδασκόμενος γίνεται διδάσκων σε άλλους διδασκόμενους
αλληλοδιδακτικών	adj	γενική πληθυντικού του αλληλοδιδακτικός
αλληλοδιδασκαλία	noun	η αμοιβαία διδασκαλία, διδασκαλία του καθενός προς τους άλλους, κατάσταση κατά την οποία ο καθένας διδάσκει στους άλλους κάτι που γνωρίζει
αλληλοδιδασκαλίας	=	αλληλοδιδασκαλία
αλληλοδιδασκαλίες	=	αλληλοδιδασκαλία
αλληλοδιδασκαλιών	=	αλληλοδιδασκαλία
αλληλοδιείσδυση	noun	η διείσδυση του ενός σε άλλο και το αντίθετο
αλληλοδιείσδυσης	noun	γενική ενικού του αλληλοδιείσδυση
αλληλοδιεισδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοδιείσδυση
αλληλοδιεισδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοδιείσδυση
αλληλοδιεισδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοδιείσδυση
αλληλοεισχωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεισχώρηση
αλληλοεισχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοεισχώρηση
αλληλοεισχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοεισχώρηση
αλληλοεισχώρηση	noun	η αλληλοδιείσδυση
αλληλοεισχώρησης	noun	γενική ενικού του αλληλοεισχώρηση
αλληλοεκτίμηση	noun	αμοιβαία εκτίμηση
αλληλοεκτίμησης	=	αλληλοεκτίμηση
αλληλοεκτιμήσεις	=	αλληλοεκτίμηση
αλληλοεκτιμήσεων	=	αλληλοεκτίμηση
αλληλοενημέρωση	noun	η ενημέρωση που κάνουν δύο μέρη το ένα προς το άλλο, η αμοιβαία ενημέρωση
αλληλοενημέρωσης	noun	γενική ενικού του αλληλοενημέρωση
αλληλοενημερώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοενημέρωση
αλληλοενημερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοενημέρωση
αλληλοενημερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοενημέρωση
αλληλοενισχύονται	verb	ενισχύει ο ένας τον άλλον, αμοιβαία
αλληλοεξάρτηση	noun|formal	άλλη μορφή του αλληλεξάρτηση
αλληλοεξάρτησης	=	αλληλοεξάρτηση
αλληλοεξαρτήσεις	=	αλληλοεξάρτηση
αλληλοεξαρτήσεων	=	αλληλοεξάρτηση
αλληλοεξαρτήσεως	=	αλληλοεξάρτηση
αλληλοεξαρτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξαρτημένο
αλληλοεξαρτημένε	verb	κλητική ενικού του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξαρτημένη
αλληλοεξαρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένης	verb	γενική ενικού του αλληλοεξαρτημένη
αλληλοεξαρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένος	verb	ο αμοιβαία εξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλοεξαρτημένος
αλληλοεξαρτώ	verb|formal	εξαρτώ το(ν) ένα(ν) από το(ν) άλλο(ν)
αλληλοεξαρτώμαι	verb	βρίσκομαι σε αμοιβαία εξάρτηση
αλληλοεξαρτώνται	verb	γʹ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής έγκλισης του ρήματος αλληλοεξαρτώμαι
αλληλοεξεδουτερωμένοι	=	αλληλοεξουδετερώνονται
αλληλοεξοντωθήκαμε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωθήκαν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωθήκανε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωθήκατε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωθεί	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωθείτε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωμένος	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόμασταν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόμαστε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόμουν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόμουνα	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόντουσαν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόσασταν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόσαστε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόσουν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόσουνα	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνόταν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωνότανε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξοντωτικό
αλληλοεξοντωτικέ	adj	κλητική ενικού του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξοντωτική
αλληλοεξοντωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντωτικής	adj	γενική ενικού του αλληλοεξοντωτική
αλληλοεξοντωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντωτικού	adj	γενική ενικού του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντωτικός	adj	που αλληλοεξοντώνεται με κάποιον άλλο
αλληλοεξοντωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αλληλοεξοντωτικός
αλληλοεξοντώθηκα	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώθηκαν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώθηκε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώθηκες	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώνεσαι	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώνεστε	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώνεται	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώνομαι	verb	για κάποιους που εξοντώνουν ο ένας τον άλλο
αλληλοεξοντώνονται	verb	γʹ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής έγκλισης του ρήματος αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώνονταν	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώνου	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξοντώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεξόντωση
αλληλοεξοντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοεξόντωση
αλληλοεξοντώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοεξόντωση
αλληλοεξοντώσου	=	αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξουδετερώθηκαν	=	αλληλοεξουδετερώνονται
αλληλοεξουδετερώνονται	verb	εξουδετερώνουν ο ένας τον άλλο
αλληλοεξουδετερώνονταν	=	αλληλοεξουδετερώνονται
αλληλοεξυπηρέτηση	noun|formal	το να εξυπηρετεί αμοιβαία ο ένας τον άλλον
αλληλοεξυπηρέτησης	=	αλληλοεξυπηρέτηση
αλληλοεξυπηρετήσεις	=	αλληλοεξυπηρέτηση
αλληλοεξυπηρετήσεων	=	αλληλοεξυπηρέτηση
αλληλοεξυπηρετούμαι	verb	για κάποιους που εξυπηρετούν αμοιβαία ο ένας το άλλον
αλληλοεξυπηρετούνται	verb	γʹ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής έγκλισης του ρήματος αλληλοεξυπηρετούμαι
αλληλοεξόντωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αλληλοεξοντώνομαι
αλληλοεξόντωσης	noun	γενική ενικού του αλληλοεξόντωση
αλληλοεπίδραση	noun	άλλη γραφή του αλληλεπίδραση
αλληλοεπίδρασης	noun	γενική ενικού του αλληλοεπίδραση
αλληλοεπαινούνται	verb	επαινεί ο ένας τον άλλο
αλληλοεπηρεάζονται	verb	για κάποιους που επηρεάζει αμοιβαία ο ένας τον άλλον
αλληλοεπηρεαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπηρεαζόμενο
αλληλοεπηρεαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπηρεαζόμενη
αλληλοεπηρεαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενης	verb	γενική ενικού του αλληλοεπηρεαζόμενη
αλληλοεπηρεαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενος	verb	που επηρεάζει ο ένας τον άλλο
αλληλοεπηρεαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπιδράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπίδραση
αλληλοεπιδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοεπίδραση
αλληλοεπιδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοεπίδραση
αλληλοεπιδρώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπιδρώμενο
αλληλοεπιδρώμενε	verb	κλητική ενικού του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπιδρώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπιδρώμενη
αλληλοεπιδρώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπιδρώμενης	verb	γενική ενικού του αλληλοεπιδρώμενη
αλληλοεπιδρώμενο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπιδρώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπιδρώμενος	verb	που επιδρά ο ένας τον άλλο
αλληλοεπιδρώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπιδρώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπιδρώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλοεπιδρώμενος
αλληλοεπικάλυψη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσματου αλληλοεπικαλύπτομαι
αλληλοεπικάλυψης	noun	γενική ενικού του αλληλοεπικάλυψη
αλληλοεπικαλύψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοεπικάλυψη
αλληλοεπικαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοεπικάλυψη
αλληλοεπικαλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοεπικάλυψη
αλληλοκάλυψη	noun	αμοιβαία κάλυψη, αμοιβαίο σκέπασμα
αλληλοκάλυψης	=	αλληλοκάλυψη
αλληλοκάρφωμα	noun|rare	η επιζήμια τακτική ατόμων μέσα στην ίδια ομάδα να ρίχνουν ευθύνες ή μομφές ο ένας στον άλλο, συχνά με υπόγειο ή υπαινικτικό τρόπο, για προσωπικό ή μικροπολιτικό όφελος
αλληλοκαλύπτονται	verb	για αντικείμενα ή φαινόμενα που καλύπτουν το ένα το άλλο στον χώρο ή στον ήχο, προκαλώντας επικάλυψη ή σύγχυση
αλληλοκαλύψεις	=	αλληλοκάλυψη
αλληλοκαλύψεων	=	αλληλοκάλυψη
αλληλοκαρφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκάρφωμα
αλληλοκαταγγελία	noun|rare	η αμοιβαία καταγγελία του ενός προς κάποιον άλλο
αλληλοκαταγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκαταγγελία
αλληλοκατανοήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκατανόηση
αλληλοκατανοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοκατανόηση
αλληλοκατανοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοκατανόηση
αλληλοκατανόηση	noun	η κατανόηση που διέπεται από αμοιβαιότητα
αλληλοκατανόησης	noun	γενική ενικού του αλληλοκατανόηση
αλληλοκατηγορήθηκα	=	αλληλοκατηγορούμαι
αλληλοκατηγορία	noun	αμοιβαία κατηγορία, αντέγκληση
αλληλοκατηγορίας	noun	γενική ενικού του αλληλοκατηγορία
αλληλοκατηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκατηγορία
αλληλοκατηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοκατηγορία
αλληλοκατηγορούμαι	verb	για ανθρώπους που κατηγορούν ο ένας τον άλλο
αλληλοκατηγορούμενα	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενε	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενες	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενη	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενης	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενο	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενοι	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλοκατηγορούμαι
αλληλοκατηγορούμενου	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενους	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούμενων	=	αλληλοκατηγορούμενος
αλληλοκατηγορούνται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοκατηγορούμαι
αλληλοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκεντρικό
αλληλοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του αλληλοκεντρικός
αλληλοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκεντρική
αλληλοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοκεντρικός
αλληλοκεντρικής	adj	γενική ενικού του αλληλοκεντρική
αλληλοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοκεντρικός
αλληλοκεντρικού	adj	γενική ενικού του αλληλοκεντρικός
αλληλοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοκεντρικός
αλληλοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του αλληλοκεντρικός
αλληλοκεντρικός	adj	που τοποθετεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της προσοχής εξίσου και τα δύο σχετιζόμενα μέρη
αλληλοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του αλληλοκεντρικός
αλληλοκουρσεύομαι	verb|rare	κουρσεύει ο ένας τον άλλο
αλληλοκτόνα	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνας	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνε	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνες	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνο	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνοι	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνος	adj	που σκοτώνει ο ένας τον άλλο
αλληλοκτόνου	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνους	=	αλληλοκτόνος
αλληλοκτόνων	=	αλληλοκτόνος
αλληλομαχαίρωμα	noun	το αποτέλεσμα του αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωθήκαμε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωθήκαν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωθήκανε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωθήκατε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωθεί	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωθείτε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλομαχαίρωμα
αλληλομαχαιρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλομαχαιρωμένο
αλληλομαχαιρωμένε	verb	κλητική ενικού του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλομαχαιρωμένη
αλληλομαχαιρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωμένης	verb	γενική ενικού του αλληλομαχαιρωμένη
αλληλομαχαιρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλομαχαιρωμένος
αλληλομαχαιρωνόμασταν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόμαστε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόμουν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόμουνα	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόντουσαν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόσασταν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόσαστε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόσουν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόσουνα	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνόταν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρωνότανε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώθηκα	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώθηκαν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώθηκε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώθηκες	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλομαχαίρωμα
αλληλομαχαιρώματος	noun	γενική ενικού του αλληλομαχαίρωμα
αλληλομαχαιρώνεσαι	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώνεστε	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώνεται	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώνομαι	verb	μαχαιρώνω κάποιον και με μαχαιρώνει κι αυτός
αλληλομαχαιρώνονται	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώνονταν	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώνου	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομαχαιρώσου	=	αλληλομαχαιρώνομαι
αλληλομισιέμαι	verb	για ανθρώπους που μισούν ο ένας τον άλλον
αλληλομισούμαι	verb	για ανθρώπους που μισούν ο ένας τον άλλον
αλληλομισούμενα	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενε	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενες	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενη	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενης	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενο	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενοι	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλομισούμαι
αλληλομισούμενου	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενους	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούμενων	=	αλληλομισούμενος
αλληλομισούνται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλομισούμαι
αλληλομόρφου	=	αλληλόμορφο
αλληλομόρφων	=	αλληλόμορφο
αλληλοπάθεια	noun	κοινή / αμοιβαία ενέργεια ορισμένων υποκειμένων, που περνά / μεταβαίνει από το ένα στο άλλο και εκφράζεται με τα αλληλοπαθή ρήματα ή αντωνυμίες
αλληλοπάθειας	noun	γενική ενικού του αλληλοπάθεια
αλληλοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοπάθεια
αλληλοπαθές	=	αλληλοπαθής
αλληλοπαθή	=	αλληλοπαθής
αλληλοπαθής	adj	που εκφράζει αλληλοπάθεια
αλληλοπαθείς	=	αλληλοπαθής
αλληλοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοπάθεια
αλληλοπαθητικά	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικέ	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικές	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητική	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλληλοπαθητική) του αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικοί	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικού	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικούς	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικό	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθητικός	adj	που εκφράζει / δηλώνει αλληλοπάθεια
αλληλοπαθητικών	=	αλληλοπαθητικός
αλληλοπαθούς	=	αλληλοπαθής
αλληλοπαθών	=	αλληλοπαθής
αλληλοπαθώς	adv	με αλληλοπάθεια, εκφράζοντας αλληλοπάθεια
αλληλοπαρορμώμαι	verb|rare	παρορμώ κάποιον και παρορμώμαι απ' αυτόν
αλληλοπεριχωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοπεριχώρηση
αλληλοπεριχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοπεριχώρηση
αλληλοπεριχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοπεριχώρηση
αλληλοπεριχώρηση	noun|formal	το πλησίασμα ή η συνύπαρξη δύο ή περισσότερων κόσμων, οντοτήτων, απόψεων, κοσμοθεωριών κ.λπ. χωρίς να χάνουν τα χαρακτηριστικά και την ιδιαιτερότητά τους, χωρίς να αφομοιώνονται και με σεβασμό στα χαρακτηριστικά της άλλης πλευράς
αλληλοπεριχώρησης	noun	γενική ενικού του αλληλοπεριχώρηση
αλληλοσεβασμέ	noun	κλητική ενικού του αλληλοσεβασμός
αλληλοσεβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσεβασμός
αλληλοσεβασμού	noun	γενική ενικού του αλληλοσεβασμός
αλληλοσεβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοσεβασμός
αλληλοσεβασμό	noun	αιτιατική ενικού του αλληλοσεβασμός
αλληλοσεβασμός	noun	ο αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ ανθρώπων, η εκτίμηση που έχει ο καθένας για τον άλλον
αλληλοσεβασμών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοσεβασμός
αλληλοσκοτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθήκαν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθήκανε	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωμέ	noun	κλητική ενικού του αλληλοσκοτωμός
αλληλοσκοτωμένος	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσκοτωμός
αλληλοσκοτωμού	noun	γενική ενικού του αλληλοσκοτωμός
αλληλοσκοτωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοσκοτωμός
αλληλοσκοτωμό	noun	αιτιατική ενικού του αλληλοσκοτωμός
αλληλοσκοτωμός	noun	έντονη, βίαιη διαμάχη
αλληλοσκοτωμών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοσκοτωμός
αλληλοσκοτωνόμασταν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόμαστε	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόμουν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόμουνα	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόντουσαν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόσασταν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόσαστε	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόσουν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόσουνα	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνόταν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτωνότανε	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώνεσαι	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώνεστε	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώνεται	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώνομαι	verb	διαπληκτίζομαι έντονα με κάποιον άλλο
αλληλοσκοτώνονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώνονταν	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώνου	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσκοτώσου	=	αλληλοσκοτώνομαι
αλληλοσπαράσσομαι	verb	για κάποιους που αλληλοεξοντώνονται ή σπαράσσονται μεταξύ τους
αλληλοσπαράσσονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοσπαράσσομαι
αλληλοσπαραγμέ	noun	κλητική ενικού του αλληλοσπαραγμός
αλληλοσπαραγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσπαραγμός
αλληλοσπαραγμού	noun	γενική ενικού του αλληλοσπαραγμός
αλληλοσπαραγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοσπαραγμός
αλληλοσπαραγμό	noun	αιτιατική ενικού του αλληλοσπαραγμός
αλληλοσπαραγμός	noun	έντονη, βίαιη διαμάχη
αλληλοσπαραγμών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοσπαραγμός
αλληλοστηρίζονται	verb	στηρίζει ο ένας τον άλλο
αλληλοσυγκρουστήκαμε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστήκαν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστήκανε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστήκατε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστεί	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστείς	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστείτε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστούμε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστούν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστούνε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουστώ	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόμασταν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόμαστε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσυγκρουόμενο
αλληλοσυγκρουόμενε	verb	κλητική ενικού του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσυγκρουόμενη
αλληλοσυγκρουόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμενης	verb	γενική ενικού του αλληλοσυγκρουόμενη
αλληλοσυγκρουόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμενος	verb|figurative	που [[συγκρούομαι|συγκρούεται] με κάποιον άλλο, που συγκρούονται μεταξύ τους
αλληλοσυγκρουόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμενων	verb	γενική πληθυντικού του αλληλοσυγκρουόμενος
αλληλοσυγκρουόμουν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόμουνα	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόντουσαν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόσασταν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόσαστε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόσουν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόσουνα	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουόταν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρουότανε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούεσαι	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούεστε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούεται	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούομαι	verb	για κάποιους που έρχονται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, σε αντιλθεση, σε σύγκρουση
αλληλοσυγκρούονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούονταν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούστηκα	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούστηκαν	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούστηκε	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγκρούστηκες	=	αλληλοσυγκρούομαι
αλληλοσυγχαίρομαι	verb	λαμβάνω και δίνω συγχαρητήρια με κάποιον άλλο
αλληλοσυμβατά	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατέ	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατές	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατή	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλληλοσυμβατή) του αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατοί	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατοτήτων	=	αλληλοσυμβατότητα
αλληλοσυμβατού	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατούς	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατό	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμβατός	adj	που έχουν συμβατότητα ο ένας με τον άλλον
αλληλοσυμβατότητα	noun	το να είναι κάποιοι αλληλοσυμβατοί
αλληλοσυμβατότητας	=	αλληλοσυμβατότητα
αλληλοσυμβατότητες	=	αλληλοσυμβατότητα
αλληλοσυμβατών	=	αλληλοσυμβατός
αλληλοσυμπληρωθήκαμε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωθήκαν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωθήκανε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωθήκατε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωθεί	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωθείτε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωμένος	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόμασταν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόμαστε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόμουν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόμουνα	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόντουσαν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόσασταν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόσαστε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόσουν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόσουνα	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνόταν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρωνότανε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώθηκα	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώθηκαν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώθηκε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώθηκες	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώνεσαι	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώνεστε	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώνεται	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώνομαι	verb	για κάποιους ή κάποια πράγματα που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο
αλληλοσυμπληρώνονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώνονταν	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώνου	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυμπληρώσου	=	αλληλοσυμπληρώνομαι
αλληλοσυνδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσύνδεση
αλληλοσυνδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοσύνδεση
αλληλοσυνδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοσύνδεση
αλληλοσυσχέτιση	noun	κοινός δεσμός, άμεσος ή έμμεσος
αλληλοσυσχέτισης	noun	γενική ενικού του αλληλοσυσχέτιση
αλληλοσυσχετίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοσυσχέτιση
αλληλοσυσχετίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλληλοσυσχέτιση
αλληλοσυσχετίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλληλοσυσχέτιση
αλληλοσφάζομαι	verb|figurative	σφάζει ο ένας τον άλλο
αλληλοσφάζονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοσφάζομαι
αλληλοσφαγές	=	αλληλοσφαγή
αλληλοσφαγή	noun	αμοιβαία σφαγή
αλληλοσφαγής	=	αλληλοσφαγή
αλληλοσφαγών	=	αλληλοσφαγή
αλληλοσχέτιση	noun	αμοιβαία / αλληλένδετη σχέση δύο κατευθύνσεων, αλληλοσυσχέτιση
αλληλοσχέτισης	=	αλληλοσχέτιση
αλληλοσχετίσεις	=	αλληλοσχέτιση
αλληλοσχετίσεων	=	αλληλοσχέτιση
αλληλοσύνδεση	noun	η αμοιβαία σύνδεση
αλληλοσύνδεσης	noun	γενική ενικού του αλληλοσύνδεση
αλληλοτομές	=	αλληλοτομή
αλληλοτομή	noun	το σημείο ή το σύνολο σημείων που είναι κοινά σε δύο ή περισσότερα γεωμετρικά σχήματα καθώς και το σχηματιζόμενο γεωμετρικό σχήμα
αλληλοτομής	=	αλληλοτομή
αλληλοτομία	noun	το αποτέλεσμα που δημιουργείται όταν δύο ή περισσότερες κατασκευές τέμνουν η μία την άλλη
αλληλοτομίας	=	αλληλοτομία
αλληλοτομίες	=	αλληλοτομία
αλληλοτομιών	=	αλληλοτομία
αλληλοτομών	=	αλληλοτομή
αλληλοτραυματίζεσαι	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίζεστε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίζεται	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίζομαι	verb|formal	τραυματίζω κάποιον και τραυματίζομαι απ’ αυτόν
αλληλοτραυματίζονται	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίζονταν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίζου	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίσου	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίστηκα	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίστηκαν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίστηκε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματίστηκες	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόμασταν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόμαστε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόμουν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόμουνα	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόντουσαν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόσασταν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόσαστε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόσουν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόσουνα	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζόταν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιζότανε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματισμέ	=	αλληλοτραυματισμός
αλληλοτραυματισμένος	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματισμοί	=	αλληλοτραυματισμός
αλληλοτραυματισμού	=	αλληλοτραυματισμός
αλληλοτραυματισμούς	=	αλληλοτραυματισμός
αλληλοτραυματισμό	=	αλληλοτραυματισμός
αλληλοτραυματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματισμών	=	αλληλοτραυματισμός
αλληλοτραυματιστήκαμε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιστήκαν	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιστήκανε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιστήκατε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιστεί	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτραυματιστείτε	=	αλληλοτραυματίζομαι
αλληλοτροφοδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοτροφοδοτούμενο
αλληλοτροφοδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτροφοδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλοτροφοδοτούμενη
αλληλοτροφοδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτροφοδοτούμενης	verb	γενική ενικού του αλληλοτροφοδοτούμενη
αλληλοτροφοδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτροφοδοτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτροφοδοτούμενος	verb	που τροφοδοτεί ο ένας τον άλλο
αλληλοτροφοδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτροφοδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτροφοδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλοτροφοδοτούμενος
αλληλοτρωγομάιτα	=	αλληλοτρώγομαι
αλληλοτρωγομάιτος	=	αλληλοτρώγομαι
αλληλοτρωγομαίτων	=	αλληλοτρώγομαι
αλληλοτρώγομαι	noun|figurative	για κάποιους που μεταξύ τους υπάρχει αντιπαράθεση και διαμάχη
αλληλοτρώγονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοτρώγομαι
αλληλουΐζω	verb	μετανιώνω
αλληλουχήσεις	=	αλληλούχηση
αλληλουχήσεων	=	αλληλούχηση
αλληλουχία	noun|formal	η σειρά και ακολουθία όμοιων πραγμάτων, ο σύνδεσμος ανάμεσα σε ό,τι προηγείται με ό,τι έπεται
αλληλουχίας	noun	γενική ενικού του αλληλουχία
αλληλουχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλουχία
αλληλουχίσεις	=	αλληλούχιση
αλληλουχίσεων	=	αλληλούχιση
αλληλουχιών	noun	γενική πληθυντικού του αλληλουχία
αλληλουχώ	verb	καθορίζω / προσδιορίζω την αλληλουχία ή την σειρά των βάσεων του DNA / RNA ή την σειρά των αμινοξέων των πρωτεϊνών
αλληλοφάγωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αλληλοτρώγομαι
αλληλοφαγία	noun	έντονη διαμάχη μεταξύ δύο ατόμων
αλληλοφαγίας	=	αλληλοφαγία
αλληλοφαγίες	=	αλληλοφαγία
αλληλοφαγιών	=	αλληλοφαγία
αλληλοφαγωμάτων	=	αλληλοφάγωμα
αλληλοφαγώματα	=	αλληλοφάγωμα
αλληλοφαγώματος	=	αλληλοφάγωμα
αλληλοϋποβλέπομαι	verb|formal	υποβλέπουμε αμοιβαία ο ένας τον άλλο
αλληλοϋποβλεπόμενα	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενε	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενες	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενη	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενης	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενο	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενοι	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενος	verb|formal	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλοϋποβλέπομαι
αλληλοϋποβλεπόμενου	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενους	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋποβλεπόμενων	=	αλληλοϋποβλεπόμενος
αλληλοϋπονομευόμενα	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενε	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενες	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενη	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενης	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενο	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενοι	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αλληλοϋπονομεύομαι
αλληλοϋπονομευόμενου	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενους	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομευόμενων	=	αλληλοϋπονομευόμενος
αλληλοϋπονομεύομαι	verb|formal	για ανθρώπους ή ομάδες που υπονομεύει ο ένας τον άλλον
αλληλοϋπονομεύονται	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλληλοϋπονομεύομαι
αλληλοϋπονομεύσεις	=	αλληλοϋπονόμευση
αλληλοϋπονομεύσεων	=	αλληλοϋπονόμευση
αλληλοϋπονόμευση	noun	αμοιβαία υπονόμευση
αλληλοϋπονόμευσης	=	αλληλοϋπονόμευση
αλληλοϋποστήριξεις	=	αλληλοϋποστήριξη
αλληλοϋποστήριξεων	=	αλληλοϋποστήριξη
αλληλοϋποστήριξεως	=	αλληλοϋποστήριξη
αλληλοϋποστήριξη	noun	η αμοιβαία υποστήριξη
αλληλοϋποστήριξης	=	αλληλοϋποστήριξη
αλληλοϋποστηρίζονται	verb	υποστηρίζει ο ένας τον άλλο
αλληλοϋποστηρίξεις	=	αλληλοϋποστήριξη
αλληλοϋποστηρίξεων	=	αλληλοϋποστήριξη
αλληλούια	intj	επιφώνημα χαράς που λήγει ορισμένους ύμνους, κυρίως κατά το Πάσχα
αλληλούχηση	noun	η διαδικασία καθορισμού / προσδιορισμού της αλληλουχίας ή της σειράς των βάσεων του DNA / RNA ή της σειράς των αμινοξέων των πρωτεϊνών
αλληλούχησης	=	αλληλούχηση
αλληλούχιση	noun	άλλη γραφή του αλληλούχηση
αλληλούχισης	=	αλληλούχιση
αλληλόμορφα	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφε	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφες	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφη	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφης	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφο	noun	άλλη μορφή του αλληλόμορφο γονίδιο
αλληλόμορφοι	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφος	adj	χαρακτηρισμός κάθε γονιδίου που αποτελεί μία από τις εναλλακτικές εκδοχές για την ίδια γενετική θέση στα ομόλογα χρωμοσώματα, καθορίζοντας διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου γνωρίσματος
αλληλόμορφου	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφους	=	αλληλόμορφος
αλληλόμορφων	=	αλληλόμορφος
αλληλόχρεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλόχρεο
αλληλόχρεε	adj	κλητική ενικού του αλληλόχρεος
αλληλόχρεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλληλόχρεη
αλληλόχρεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλληλόχρεος
αλληλόχρεης	adj	γενική ενικού του αλληλόχρεη
αλληλόχρεο	adj	αιτιατική ενικού του αλληλόχρεος
αλληλόχρεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλληλόχρεος
αλληλόχρεος	adj	που αναφέρεται στον συμψηφισμό απαιτήσεων δύο συμβαλλομένων μερών
αλληλόχρεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλληλόχρεος
αλληλόχρεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλληλόχρεος
αλληλόχρεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλληλόχρεος
αλληνής	=	άλλος
αλλιγάτορας	=	αλιγάτορας
αλλιώς	adv	διαφορετικά, με διαφορετικό τρόπο
αλλιώτικα	adv	διαφορετικά, ειδάλλως
αλλιώτικε	adj	κλητική ενικού του αλλιώτικος
αλλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλιώτικη
αλλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλιώτικος
αλλιώτικης	adj	γενική ενικού του αλλιώτικη
αλλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του αλλιώτικος
αλλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλιώτικος
αλλιώτικος	adj	διαφορετικός
αλλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλιώτικος
αλλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλιώτικος
αλλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλιώτικος
αλλοίθωρος	=	αλλήθωρος
αλλοίμονο	intj	παρωχημένη γραφή της λέξης αλίμονο
αλλοίωνα	=	αλλοιώνω
αλλοίωναν	=	αλλοιώνω
αλλοίωνε	=	αλλοιώνω
αλλοίωνες	=	αλλοιώνω
αλλοίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοίωση	noun	η ενέργεια του αλλοιώνω, η μετατροπή ή μεταβολή, συνήθως προς το χειρότερο
αλλοίωσης	noun	γενική ενικού του αλλοίωση
αλλογαμία	noun	η γονιμοποίηση των ωαρίων ενός οργανισμού από τα σπερματοζωάρια ενός άλλου οργανισμού
αλλογαμίας	noun	γενική ενικού του αλλογαμία
αλλογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλογαμία
αλλογαμιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλογαμία
αλλογενές	=	αλλογενής
αλλογενή	=	αλλογενής
αλλογενής	adj	που ανήκει σε άλλο γένος, σε άλλο έθνος, σε άλλη φυλή
αλλογενείς	=	αλλογενής
αλλογενούς	=	αλλογενής
αλλογενών	=	αλλογενής
αλλοδαπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοδαπό
αλλοδαπέ	adj	κλητική ενικού του αλλοδαπός
αλλοδαπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοδαπή
αλλοδαπή	noun	η υπήκοος μιας ξένης χώρας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοδαπός
αλλοδαπής	adj	γενική ενικού του αλλοδαπή
αλλοδαποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοδαπός
αλλοδαπού	adj	γενική ενικού του αλλοδαπός
αλλοδαπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοδαπός
αλλοδαπό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοδαπός
αλλοδαπός	adj	που δεν είναι υπήκοος της χώρας στην οποία βρίσκεται	noun	ο υπήκοος μιας ξένης χώρας
αλλοδαπών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοδαπός
αλλοδοξία	noun	η πίστη σε διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα
αλλοδοξίας	noun	γενική ενικού του αλλοδοξία
αλλοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοδοξία
αλλοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλοδοξία
αλλοεθνές	=	αλλοεθνής
αλλοεθνή	=	αλλοεθνής
αλλοεθνής	adj	που ανήκει σε άλλο, διαφορετικό έθνος
αλλοεθνείς	=	αλλοεθνής
αλλοεθνούς	=	αλλοεθνής
αλλοεθνών	=	αλλοεθνής
αλλοθέσεις	=	αλλόθεση
αλλοθέσεων	=	αλλόθεση
αλλοιθωρίζω	=	αλληθωρίζω
αλλοιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθήκαν	=	αλλοιώνω
αλλοιωθήκανε	=	αλλοιώνω
αλλοιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωθούνε	=	αλλοιώνω
αλλοιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιωμένα	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένε	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένες	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένη	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένης	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένο	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένοι	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένος	verb	που έχει αλλοιωθεί
αλλοιωμένου	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένους	=	αλλοιωμένος
αλλοιωμένων	=	αλλοιωμένος
αλλοιωνόμασταν	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόμαστε	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόμουν	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόμουνα	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόντουσαν	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόσασταν	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόσαστε	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόσουν	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόσουνα	=	αλλοιώνω
αλλοιωνόταν	=	αλλοιώνω
αλλοιωνότανε	=	αλλοιώνω
αλλοιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοιωτικό
αλλοιωτικέ	adj	κλητική ενικού του αλλοιωτικός
αλλοιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοιωτική
αλλοιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοιωτικός
αλλοιωτικής	adj	γενική ενικού του αλλοιωτική
αλλοιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοιωτικός
αλλοιωτικού	adj	γενική ενικού του αλλοιωτικός
αλλοιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοιωτικός
αλλοιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοιωτικός
αλλοιωτικός	adj	που επιφέρει αλλοίωση
αλλοιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοιωτικός
αλλοιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
αλλοιώναμε	=	αλλοιώνω
αλλοιώναν	=	αλλοιώνω
αλλοιώνανε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνατε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνει	=	αλλοιώνω
αλλοιώνεις	=	αλλοιώνω
αλλοιώνεσαι	=	αλλοιώνω
αλλοιώνεστε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνεται	=	αλλοιώνω
αλλοιώνετε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνομαι	verb	μεταβάλλεται η ουσία μου
αλλοιώνομε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνονται	=	αλλοιώνω
αλλοιώνονταν	=	αλλοιώνω
αλλοιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώνου	=	αλλοιώνω
αλλοιώνουμε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνουν	=	αλλοιώνω
αλλοιώνουνε	=	αλλοιώνω
αλλοιώνω	verb	αλλάζω, μεταβάλλω, τροποποιώ, επεξεργάζομαι κάτι, προς το χειρότερο
αλλοιώς	adv	αλλιώς
αλλοιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσαν	=	αλλοιώνω
αλλοιώσανε	=	αλλοιώνω
αλλοιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοίωση
αλλοιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλλοίωση
αλλοιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλλοίωση
αλλοιώσιμα	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμε	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμες	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμη	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμης	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμο	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμοι	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμος	adj	που επιδέχεται αλλοίωση, που μπορεί να αλλοιωθεί
αλλοιώσιμου	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμους	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσιμων	=	αλλοιώσιμος
αλλοιώσομε	=	αλλοιώνω
αλλοιώσου	=	αλλοιώνω
αλλοιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσουνε	=	αλλοιώνω
αλλοιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνω
αλλοιώτικος	=	αλλιώτικος
αλλοκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του αλλοκεντρισμός
αλλοκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοκεντρισμός
αλλοκεντρισμού	noun	γενική ενικού του αλλοκεντρισμός
αλλοκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλλοκεντρισμός
αλλοκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλλοκεντρισμός
αλλοκεντρισμός	noun	η τάση θεώρησης του άλλου ως κέντρου του κόσμου
αλλοκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλλοκεντρισμός
αλλοκοτιά	noun	η αλλόκοτη ενέργεια ή εμφάνιση
αλλοκοτιάς	noun	γενική ενικού του αλλοκοτιά
αλλοκοτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοκοτιά
αλλοκοτιών	=	αλλοκοτιά
αλλομετρία	noun	η διάφορη και μη κανονική ανάπτυξη διαφορετικών τμημάτων ενός οργανισμού
αλλομετρίας	noun	γενική ενικού του αλλομετρία
αλλομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλομετρία
αλλομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλομετρικό
αλλομετρικέ	adj	κλητική ενικού του αλλομετρικός
αλλομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλομετρική
αλλομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλομετρικός
αλλομετρικής	adj	γενική ενικού του αλλομετρική
αλλομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλομετρικός
αλλομετρικού	adj	γενική ενικού του αλλομετρικός
αλλομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλομετρικός
αλλομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλομετρικός
αλλομετρικός	adj	που είναι σχετικός με την αλλομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αλλομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλομετρικός
αλλομετριών	noun	γενική πληθυντικού του αλλομετρία
αλλοπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλλοπαθητικός	adv	με τον τρόπο της αλλοπαθητικής ιατρικής
αλλοπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του αλλοπαθητικός
αλλοπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοπαθητική
αλλοπαθητική	noun	η συμβατική ιατρική (σε αντίθεση με την ομοιοπαθητική)
αλλοπαθητικής	adj	γενική ενικού του αλλοπαθητική
αλλοπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοπαθητικός
αλλοπαθητικού	adj	γενική ενικού του αλλοπαθητικός
αλλοπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοπαθητικός
αλλοπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοπαθητικός
αλλοπαθητικός	adj	σχετικός με την αλλοπαθητική ή αναφερόμενος σ’ αυτή
αλλοπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοπαθητικός
αλλοπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοπαρμένο
αλλοπαρμένε	verb	κλητική ενικού του αλλοπαρμένος
αλλοπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοπαρμένη
αλλοπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοπαρμένος
αλλοπαρμένης	verb	γενική ενικού του αλλοπαρμένη
αλλοπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλλοπαρμένος
αλλοπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοπαρμένος
αλλοπαρμένος	verb	που κάτι έχει πάρει το μυαλό του, που το μυαλό του έχει φύγει, είναι αλλού, σαν να μην επικοινωνεί, ιδιόρρυθμος, που ζει στον κόσμο του
αλλοπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλοπαρμένος
αλλοπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλλοπαρμένος
αλλοπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλοπαρμένος
αλλοπρόσαλλα	adv	με αλλοπρόσαλλο τρόπο
αλλοπρόσαλλε	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλες	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλη	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλης	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλο	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλοι	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλος	adj	ασταθής στις ιδέες του και τη συμπεριφορά του, σε σημείο που οι άλλοι να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και πώς να φερθούν μαζί του
αλλοπρόσαλλου	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλους	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοπρόσαλλων	=	αλλοπρόσαλλος
αλλοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοστατικό
αλλοστατικέ	adj	κλητική ενικού του αλλοστατικός
αλλοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοστατική
αλλοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοστατικός
αλλοστατικής	adj	γενική ενικού του αλλοστατική
αλλοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοστατικός
αλλοστατικού	adj	γενική ενικού του αλλοστατικός
αλλοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοστατικός
αλλοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοστατικός
αλλοστατικός	adj	που σχετίζεται με την αλλόσταση· συχνά στην φράση αλλοστατικό φορτίο
αλλοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοστατικός
αλλοστερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοστερικό
αλλοστερικέ	adj	κλητική ενικού του αλλοστερικός
αλλοστερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοστερική
αλλοστερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοστερικός
αλλοστερικής	adj	γενική ενικού του αλλοστερική
αλλοστερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοστερικός
αλλοστερικού	adj	γενική ενικού του αλλοστερικός
αλλοστερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοστερικός
αλλοστερικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοστερικός
αλλοστερικός	adj	που σχετίζεται με τη μεταβολή της δραστικότητας ενός ενζύμου μετά από επίδραση ενός μορίου σε μια πρωτεΐνη σε θέση διαφορετική από το ενεργό του κέντρο
αλλοστερικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοστερικός
αλλοτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτινό
αλλοτινέ	adj	κλητική ενικού του αλλοτινός
αλλοτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτινή
αλλοτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοτινός
αλλοτινής	adj	γενική ενικού του αλλοτινή
αλλοτινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοτινός
αλλοτινού	adj	γενική ενικού του αλλοτινός
αλλοτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοτινός
αλλοτινό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοτινός
αλλοτινός	adj	χαρακτηριστικός μιας άλλης, περασμένης εποχής ή προερχόμενος από μια περασμένη εποχή
αλλοτινών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοτινός
αλλοτρίωνα	=	αλλοτριώνω
αλλοτρίωναν	=	αλλοτριώνω
αλλοτρίωνε	=	αλλοτριώνω
αλλοτρίωνες	=	αλλοτριώνω
αλλοτρίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτρίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτρίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτρίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτρίωση	noun	η αποξένωση, η απώλεια, η εκποίηση, η μεταβίβαση κυριότητας κάποιου πράγματος σε άλλον
αλλοτρίωσης	noun	γενική ενικού του αλλοτρίωση
αλλοτριοτήτων	=	αλλοτριότητα
αλλοτριοφάγα	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγας	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγε	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγες	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγο	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγοι	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγος	adj	που τρώει κάτι που δεν του ανήκει
αλλοτριοφάγου	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγους	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφάγων	=	αλλοτριοφάγος
αλλοτριοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος κάτι που δεν του ανήκει
αλλοτριοφαγίας	noun	γενική ενικού του αλλοτριοφαγία
αλλοτριοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριοφαγία
αλλοτριοφαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριοφαγικό
αλλοτριοφαγικέ	adj	κλητική ενικού του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριοφαγική
αλλοτριοφαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγικής	adj	γενική ενικού του αλλοτριοφαγική
αλλοτριοφαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγικού	adj	γενική ενικού του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγικός	adj	που έχει σχέση με την αλλοτριοφαγία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αλλοτριοφαγικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοτριοφαγικός
αλλοτριοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλοτριοφαγία
αλλοτριωθήκαμε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωθήκαν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωθήκανε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωθήκατε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωθεί	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωθείτε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριωμένο
αλλοτριωμένε	verb	κλητική ενικού του αλλοτριωμένος
αλλοτριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριωμένη
αλλοτριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοτριωμένος
αλλοτριωμένης	verb	γενική ενικού του αλλοτριωμένη
αλλοτριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλλοτριωμένος
αλλοτριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοτριωμένος
αλλοτριωμένος	verb	που έχει υποστεί αλλοτρίωση
αλλοτριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλοτριωμένος
αλλοτριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλλοτριωμένος
αλλοτριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλοτριωμένος
αλλοτριωνόμασταν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόμαστε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόμουν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόμουνα	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόντουσαν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόσασταν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόσαστε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόσουν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόσουνα	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνόταν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωνότανε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριωτικά	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικέ	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικές	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτική	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικής	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικοί	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικού	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικούς	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικό	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριωτικός	adj	που έχει σχέση με την αλλοτρίωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή την προκαλεί
αλλοτριωτικών	=	αλλοτριωτικός
αλλοτριότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι αλλότριο(ς), η ιδιότητα του αλλότριου
αλλοτριότητας	=	αλλοτριότητα
αλλοτριότητες	=	αλλοτριότητα
αλλοτριώθηκα	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώθηκαν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώθηκε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώθηκες	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώναμε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώναν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνανε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνατε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνει	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνεις	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνεσαι	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνεστε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνεται	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνετε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνομαι	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνονται	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνονταν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνοντας	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνου	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνουμε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνουν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνουνε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώνω	verb	επιφέρω την αλλοτρίωση
αλλοτριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώσαν	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώσανε	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτρίωση
αλλοτριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλλοτρίωση
αλλοτριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλλοτρίωση
αλλοτριώσου	=	αλλοτριώνω
αλλοτριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοτριώνω
αλλοτροπία	noun	η ιδιότητα ορισμένων χημικών στοιχείων να υπάρχουν σε μορφές με διαφορετικές φυσικές ιδιότητες, όπως ο άνθρακας υπάρχει και σαν διαμάντι και σαν γραφίτης
αλλοτροπίας	noun	γενική ενικού του αλλοτροπία
αλλοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτροπία
αλλοτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτροπικό
αλλοτροπικέ	adj	κλητική ενικού του αλλοτροπικός
αλλοτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοτροπική
αλλοτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοτροπικός
αλλοτροπικής	adj	γενική ενικού του αλλοτροπική
αλλοτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοτροπικός
αλλοτροπικού	adj	γενική ενικού του αλλοτροπικός
αλλοτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοτροπικός
αλλοτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοτροπικός
αλλοτροπικός	adj	που έχει σχέση με το αλλοτροπισμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αλλοτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοτροπικός
αλλοτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του αλλοτροπισμός
αλλοτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοτροπισμός
αλλοτροπισμού	noun	γενική ενικού του αλλοτροπισμός
αλλοτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλλοτροπισμός
αλλοτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλλοτροπισμός
αλλοτροπισμός	noun	η εμφάνιση κάποιων χημικών στοιχείων ή ενώσεων με δύο ή περισσότερες μορφές διαφορετικής εμφάνισης ή σύστασης (π.χ. το σκληρό διαμάντι και ο μαλακός γραφίτης θεωρούνται αλλότροπα του άνθρακα)
αλλοτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλλοτροπισμός
αλλοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του αλλοτροπία
αλλοτρόπου	=	αλλότροπο
αλλοτρόπων	=	αλλότροπο
αλλοτρόπως	adv	αλλιώς, αλλιώτικα, με διαφορετικό τρόπο, διαφορετικά
αλλουβίου	=	αλλούβιο
αλλουβίους	=	αλλούβιος
αλλουβίων	=	αλλούβιο
αλλουβιακά	=	αλλουβιακός
αλλουβιακέ	=	αλλουβιακός
αλλουβιακές	=	αλλουβιακός
αλλουβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλουβιακός
αλλουβιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλλουβιακή) του αλλουβιακός
αλλουβιακοί	=	αλλουβιακός
αλλουβιακού	=	αλλουβιακός
αλλουβιακούς	=	αλλουβιακός
αλλουβιακό	=	αλλουβιακός
αλλουβιακός	adj	συνώνυμο του αλλούβιος, που σχετίζεται με το αλλούβιο
αλλουβιακών	=	αλλουβιακός
αλλουνού	=	άλλος
αλλουνούς	=	άλλος
αλλουνών	=	άλλος
αλλοφρονήσαμε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονήσαν	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονήσανε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονήσατε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονήσει	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονήστε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονεί	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονείς	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονείτε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούμε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούν	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούνε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσα	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσαμε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσαν	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσανε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσατε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονούσες	=	αλλοφρονώ
αλλοφρονώ	verb	είμαι ή γίνομαι αλλόφρων
αλλοφρονώντας	=	αλλοφρονώ
αλλοφροσυνών	=	αλλοφροσύνη
αλλοφροσύνες	=	αλλοφροσύνη
αλλοφροσύνη	noun	η κατάσταση εκείνου που έχει ταραγμένο το μυαλό, του αλλόφρονα
αλλοφροσύνης	=	αλλοφροσύνη
αλλοφρόνει	=	αλλοφρονώ
αλλοφρόνησα	=	αλλοφρονώ
αλλοφρόνησαν	=	αλλοφρονώ
αλλοφρόνησε	=	αλλοφρονώ
αλλοφρόνησες	=	αλλοφρονώ
αλλοφρόνων	=	αλλόφρονας
αλλοφώνου	=	αλλόφωνο
αλλοφώνων	=	αλλόφωνο
αλλοχειρία	noun	η αλλαισθησία
αλλοχειρίας	noun	γενική ενικού του αλλοχειρία
αλλοχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοχειρία
αλλοχειριών	noun	γενική πληθυντικού του αλλοχειρία
αλλοχωριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοχωριανό	adv	από άλλο χωριό
αλλοχωριανέ	adj	κλητική ενικού του αλλοχωριανός
αλλοχωριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλοχωριανή
αλλοχωριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλοχωριανός
αλλοχωριανής	adj	γενική ενικού του αλλοχωριανή
αλλοχωριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλοχωριανός
αλλοχωριανού	adj	γενική ενικού του αλλοχωριανός
αλλοχωριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλοχωριανός
αλλοχωριανό	adj	αιτιατική ενικού του αλλοχωριανός
αλλοχωριανός	adj	που είναι από άλλο χωριό
αλλοχωριανών	adj	γενική πληθυντικού του αλλοχωριανός
αλλού	adv	σε άλλο χώρο, σε άλλο σημείο
αλλούβιo	=	αλλούβιος
αλλούβια	noun	τα χαλαρά, συνήθως λεπτόκοκκα ιζήματα που αποτίθενται από ρεύματα νερού, κυρίως σε κοιλάδες, εκβολές ποταμών ή πυθμένες λιμνών και θαλασσών, σχηματίζοντας εύφορα εδάφη ή αλλουβιακές πεδιάδες
αλλούβιας	=	αλλούβιος
αλλούβιε	=	αλλούβιος
αλλούβιες	=	αλλούβιος
αλλούβιο	noun	υλικό (άμμος, πέτρωμα ή χώμα) προσχώσεων ή αποθέσεων φερτών υλικών από τη ροή του νερού στους ποταμούς
αλλούβιοι	=	αλλούβιος
αλλούβιος	adj	που σχετίζεται με το αλλούβιο
αλλούβιου	=	αλλούβιο
αλλούβιους	=	αλλούβιος
αλλούβιων	=	αλλούβιο
αλλυλίου	=	αλλύλιο
αλλυλίων	=	αλλύλιο
αλλυλικά	=	αλλυλικός
αλλυλικέ	=	αλλυλικός
αλλυλικές	=	αλλυλικός
αλλυλική	=	αλλυλικός
αλλυλικής	=	αλλυλικός
αλλυλικοί	=	αλλυλικός
αλλυλικού	=	αλλυλικός
αλλυλικούς	=	αλλυλικός
αλλυλικό	=	αλλυλικός
αλλυλικός	adj	που έχει σχέση με αλλύλιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
αλλυλικών	=	αλλυλικός
αλλωνών	adj|vulgar	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του άλλος
αλλόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόγλωσσο
αλλόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του αλλόγλωσσος
αλλόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόγλωσση
αλλόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλόγλωσσος
αλλόγλωσσης	adj	γενική ενικού του αλλόγλωσση
αλλόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του αλλόγλωσσος
αλλόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλόγλωσσος
αλλόγλωσσος	adj	που μιλάει άλλη, διαφορετική γλώσσα
αλλόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλόγλωσσος
αλλόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλόγλωσσος
αλλόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλόγλωσσος
αλλόδοξα	=	αλλόδοξος
αλλόδοξε	=	αλλόδοξος
αλλόδοξες	=	αλλόδοξος
αλλόδοξη	=	αλλόδοξος
αλλόδοξης	=	αλλόδοξος
αλλόδοξο	=	αλλόδοξος
αλλόδοξοι	=	αλλόδοξος
αλλόδοξος	adj	που ενώ πιστεύει στην ίδια θρησκεία ανήκει σε διαφορετικό δόγμα
αλλόδοξου	=	αλλόδοξος
αλλόδοξους	=	αλλόδοξος
αλλόδοξων	=	αλλόδοξος
αλλόθεση	noun	η μετακίνηση βακτηρίων ή τοξινών από τον εντερικό αυλό σε άλλο σημείο του σώματος ενός ανθρώπου
αλλόθεσης	=	αλλόθεση
αλλόθρησκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόθρησκο
αλλόθρησκε	adj	κλητική ενικού του αλλόθρησκος
αλλόθρησκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόθρησκη
αλλόθρησκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλόθρησκος
αλλόθρησκης	adj	γενική ενικού του αλλόθρησκη
αλλόθρησκο	adj	αιτιατική ενικού του αλλόθρησκος
αλλόθρησκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλόθρησκος
αλλόθρησκος	adj	που πρεσβεύει διαφορετικό θρήσκευμα σε σχέση με ένα άτομο ή με ένα σύνολο
αλλόθρησκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλόθρησκος
αλλόθρησκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλόθρησκος
αλλόθρησκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλόθρησκος
αλλόκοτα	adv	κατά τρόπο αλλόκοτο, παράξενο, περίεργο
αλλόκοτε	=	αλλόκοτος
αλλόκοτες	=	αλλόκοτος
αλλόκοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλόκοτος
αλλόκοτης	=	αλλόκοτος
αλλόκοτο	=	αλλόκοτος
αλλόκοτοι	=	αλλόκοτος
αλλόκοτος	adj	παράξενος στη μορφή ή στη συμπεριφορά
αλλόκοτου	=	αλλόκοτος
αλλόκοτους	=	αλλόκοτος
αλλόκοτων	=	αλλόκοτος
αλλόμορφα	=	αλλόμορφο
αλλόμορφο	noun	κάθε εναλλακτική φωνολογική ή μορφολογική εκδοχή ενός μορφήματος, η οποία εμφανίζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα χωρίς να μεταβάλλει τη σημασία του
αλλόμορφου	=	αλλόμορφο
αλλόμορφων	=	αλλόμορφο
αλλόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόπιστο
αλλόπιστε	adj	κλητική ενικού του αλλόπιστος
αλλόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόπιστη
αλλόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλόπιστος
αλλόπιστης	adj	γενική ενικού του αλλόπιστη
αλλόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του αλλόπιστος
αλλόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλόπιστος
αλλόπιστος	adj	που πιστεύει σε άλλη θρησκεία
αλλόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλόπιστος
αλλόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλόπιστος
αλλόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλόπιστος
αλλότρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλλότριος
αλλότριας	=	αλλότριος
αλλότριε	=	αλλότριος
αλλότριες	=	αλλότριος
αλλότριο	=	αλλότριος
αλλότριοι	=	αλλότριος
αλλότριος	adj|formal	που δεν μας αφορά ή δεν ανήκει σ’ εμάς αλλά σε άλλους
αλλότριου	=	αλλότριος
αλλότριους	=	αλλότριος
αλλότριων	=	αλλότριος
αλλότροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλότροπο
αλλότροπας	=	αλλότροπα
αλλότροπε	adj	κλητική ενικού του αλλότροπος
αλλότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλότροπη
αλλότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλότροπος
αλλότροπης	adj	γενική ενικού του αλλότροπη
αλλότροπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλλότροπος	noun	χημικό στοιχείο που εμφανίζεται σε πολλαπλές φυσικές μορφές
αλλότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλότροπος
αλλότροπος	adj	αλλότροπο χημικό στοιχείο, με διαφορετική ατομική διάταξη	noun	για αλλότροπο χημικό στοιχείο που είναι αρσενικό ουσιαστικό
αλλότροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλότροπος
αλλότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλότροπος
αλλότροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλότροπος
αλλόφρον	=	αλλόφρων
αλλόφρονα	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αλλόφρων	adv	με αλλόφρονα τρόπο, με αλλοφροσύνη
αλλόφρονας	noun	άλλη μορφή του αλλόφρων
αλλόφρονες	=	αλλόφρονας
αλλόφρονος	=	αλλόφρων
αλλόφρων	adj	που έχει χάσει την ψυχραιμία του και τον έλεγχο των πράξεών του, εκτός εαυτού, σε κατάσταση παραφοράς
αλλόφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόφυλο
αλλόφυλε	adj	κλητική ενικού του αλλόφυλος
αλλόφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλλόφυλη
αλλόφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλλόφυλος
αλλόφυλης	adj	γενική ενικού του αλλόφυλη
αλλόφυλο	adj	αιτιατική ενικού του αλλόφυλος
αλλόφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλλόφυλος
αλλόφυλος	adj	που ανήκει σε άλλη φυλή ή άλλη εθνότητα
αλλόφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλλόφυλος
αλλόφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλλόφυλος
αλλόφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλλόφυλος
αλλόφωνα	=	αλλόφωνο
αλλόφωνε	=	αλλόφωνος
αλλόφωνες	=	αλλόφωνος
αλλόφωνη	=	αλλόφωνος
αλλόφωνης	=	αλλόφωνος
αλλόφωνο	noun	φθόγγος που είναι παραλλαγή ή ποικιλία του ίδιου φωνήματος· το ποια παραλλαγή θα εμφανιστεί, εξαρτάται από το ηχητικό περιβάλλον και τους φωνολογικούς κανόνες κάθε γλώσσας
αλλόφωνοι	=	αλλόφωνος
αλλόφωνος	adj	για φθόγγο που προφέρεται διαφορετικά από άλλους αλλά μαζί με αυτούς ανήκει στο ίδιο φώνημα (π.χ. το γάμα στη λέξη γάτα προφέρεται ως υπερωικό ενώ στη λέξη γέρος ως ουρανικό)
αλλόφωνου	=	αλλόφωνο
αλλόφωνους	=	αλλόφωνος
αλλόφωνων	=	αλλόφωνο
αλλόχθον	=	αλλόχθων
αλλόχθων	adj|formal	που κατάγεται από άλλη χώρα ή προέρχεται απʼ αυτή
αλλύλια	=	αλλύλιο
αλλύλιο	noun	χημική ρίζα με τύπο C₃H₅, που περιλαμβάνει τρία άτομα άνθρακα και πέντε άτομα υδρογόνου, με δύο δεσμούς (έναν διπλό και έναν απλό) σε εναλλασσόμενες θέσεις, προσδίδει στα μόρια αυξημένη αντιδραστικότητα και συμμετέχει συχνά σε αντιδράσεις πολυμερισμού ή υποκατάστασης
αλλύλιου	=	αλλύλιο
αλλύλιων	=	αλλύλιο
αλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άλμα
αλμαγωγέ	noun	κλητική ενικού του αλμαγωγός
αλμαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλμαγωγός
αλμαγωγού	noun	γενική ενικού του αλμαγωγός
αλμαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλμαγωγός
αλμαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του αλμαγωγός
αλμαγωγός	noun	αγωγός μέσω του οποίου μεταφέρεται άλμη ή αλάτι
αλμαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του αλμαγωγός
αλμανάκ	noun	είδος ημερολογίου με ποικίλες πληροφορίες
αλμανάχ	noun	άλλη μορφή του αλμανάκ
αλματωδών	adj	γενική πληθυντικού του αλματώδης
αλματωδώς	adv	με άλματα
αλματώδεις	=	αλματώδης
αλματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλματώδης
αλματώδη	=	αλματώδης
αλματώδης	adj	που προχωράει ή εξελίσσεται με άλματα, με αλλαγές που είναι απότομες και γρήγορες
αλματώδους	=	αλματώδης
αλμπάνη	=	αλμπάνης
αλμπάνηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμπάνης
αλμπάνηδων	=	αλμπάνης
αλμπάνης	noun|dated	ο άπειρος και αδέξιος, αυτός που δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς ως επαγγελματία
αλμπάνικα	=	αλμπάνικος
αλμπάνικε	=	αλμπάνικος
αλμπάνικες	=	αλμπάνικος
αλμπάνικη	=	αλμπάνικος
αλμπάνικης	=	αλμπάνικος
αλμπάνικο	=	αλμπάνικος
αλμπάνικοι	=	αλμπάνικος
αλμπάνικος	adj|dated	που έχει σχέση με αλμπάνη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αλμπάνικου	=	αλμπάνικος
αλμπάνικους	=	αλμπάνικος
αλμπάνικων	=	αλμπάνικος
αλμπάνισσα	noun	θηλυκό του αλμπάνης
αλμπάνισσας	=	αλμπάνισσα
αλμπάνισσες	=	αλμπάνισσα
αλμπίνα	noun	γυναίκα που πάσχει από αλφισμό
αλμπίνας	=	αλμπίνα
αλμπίνε	noun	κλητική ενικού του αλμπίνος
αλμπίνες	=	αλμπίνα
αλμπίνο	noun	αιτιατική ενικού του αλμπίνος
αλμπίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλμπίνος
αλμπίνος	noun	άτομο ή ζώο που πάσχει από έλλειψη της χρωστικής στο δέρμα, στα μάτια και στο τρίχωμα
αλμπίνου	noun	γενική ενικού του αλμπίνος
αλμπίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλμπίνος
αλμπίνων	noun	γενική πληθυντικού του αλμπίνος
αλμπανισσαών	=	αλμπάνισσα
αλμπανισσών	=	αλμπάνισσα
αλμπαροριζών	=	αλμπαρόριζα
αλμπαρόριζα	noun	άλλη μορφή του αρμπαρόριζα
αλμπαρόριζας	=	αλμπαρόριζα
αλμπαρόριζες	=	αλμπαρόριζα
αλμπατρός	noun	άλλη γραφή του άλμπατρος
αλμπινισμέ	noun	κλητική ενικού του αλμπινισμός
αλμπινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλμπινισμός
αλμπινισμού	noun	γενική ενικού του αλμπινισμός
αλμπινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλμπινισμός
αλμπινισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλμπινισμός
αλμπινισμός	noun	αλφισμός
αλμπινισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλμπινισμός
αλμπινών	=	αλμπίνα
αλμπουράκι	noun	μικρό άλμπουρο, μικρό κατάρτι
αλμπουράκια	=	αλμπουράκι
αλμπουρακιού	=	αλμπουράκι
αλμπουρακιών	=	αλμπουράκι
αλμυρά	noun	φαγητά με αλμυρή γεύση, με πολύ αλάτι	adv	έχοντας αλμύρα
αλμυράδα	noun	η ιδιότητα του αλμυρού, η αλμυρή γεύση
αλμυράδας	=	αλμυράδα
αλμυράδες	=	αλμυράδα
αλμυράδων	=	αλμυράδα
αλμυρέ	adj	κλητική ενικού του αλμυρός
αλμυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμυρή
αλμυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλμυρός
αλμυρήθρα	noun	άλλη μορφή του αρμυρήθρα
αλμυρήθρας	=	αλμυρήθρα
αλμυρήθρες	=	αλμυρήθρα
αλμυρής	adj	γενική ενικού του αλμυρή
αλμυρίζαμε	=	αλμυρίζω
αλμυρίζαν	=	αλμυρίζω
αλμυρίζανε	=	αλμυρίζω
αλμυρίζατε	=	αλμυρίζω
αλμυρίζει	=	αλμυρίζω
αλμυρίζεις	=	αλμυρίζω
αλμυρίζετε	=	αλμυρίζω
αλμυρίζοντας	=	αλμυρίζω
αλμυρίζουμε	=	αλμυρίζω
αλμυρίζουν	=	αλμυρίζω
αλμυρίζουνε	=	αλμυρίζω
αλμυρίζω	verb	είμαι αλμυρός ή κάνω κάτι αλμυρό
αλμυρίκι	noun	δέντρο ή θάμνος (Ταμαρίς, Tamarix) αυτοφυές παραθαλάσσιων περιοχών, ανθεκτικό σε αλατούχα εδάφη
αλμυρίκια	=	αλμυρίκι
αλμυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσαν	=	αλμυρίζω
αλμυρίσανε	=	αλμυρίζω
αλμυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμυρικιού	=	αλμυρίκι
αλμυρικιών	=	αλμυρίκι
αλμυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλμυρός
αλμυροτήτων	=	αλμυρότητα
αλμυρού	adj	γενική ενικού του αλμυρός
αλμυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλμυρός
αλμυρούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμυρούτσικο
αλμυρούτσικε	adj	κλητική ενικού του αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμυρούτσικη
αλμυρούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικης	adj	γενική ενικού του αλμυρούτσικη
αλμυρούτσικια	=	αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικιας	=	αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικος	adj	όχι πολύ αλμυρός
αλμυρούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλμυρούτσικος
αλμυρούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλμυρούτσικος
αλμυρό	adj	αιτιατική ενικού του αλμυρός	noun	μια από τις πέντε βασικές γεύσεις
αλμυρόπικρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμυρόπικρο
αλμυρόπικρε	adj	κλητική ενικού του αλμυρόπικρος
αλμυρόπικρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμυρόπικρη
αλμυρόπικρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλμυρόπικρος
αλμυρόπικρης	adj	γενική ενικού του αλμυρόπικρη
αλμυρόπικρο	adj	αιτιατική ενικού του αλμυρόπικρος
αλμυρόπικροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλμυρόπικρος
αλμυρόπικρος	adj|figurative	που είναι ταυτόχρονα αλμυρός και πικρός
αλμυρόπικρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλμυρόπικρος
αλμυρόπικρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλμυρόπικρος
αλμυρόπικρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλμυρόπικρος
αλμυρός	adj	που περιέχει αλάτι
αλμυρότητα	noun	η ιδιότητα του αλμυρού
αλμυρότητας	noun	γενική ενικού του αλμυρότητα
αλμυρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμυρότητα
αλμυρών	adj	γενική πληθυντικού του αλμυρός
αλμόλοιπα	=	αλμόλοιπο
αλμόλοιπο	noun	το διάλυμα που απομένει μετά από την επεξεργασία του θαλασσινού νερού για εξαγωγή του αλατιού
αλμόλοιπου	=	αλμόλοιπο
αλμόλοιπων	=	αλμόλοιπο
αλμύρα	noun	η ιδιότητα του αλμυρού, γλυφάδα
αλμύρας	noun	γενική ενικού του αλμύρα
αλμύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλμύρα
αλμύριζα	=	αλμυρίζω
αλμύριζαν	=	αλμυρίζω
αλμύριζε	=	αλμυρίζω
αλμύριζες	=	αλμυρίζω
αλμύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
αλμύρων	=	αλμύρα
αλοΐνες	=	αλοΐνη
αλοΐνη	noun	πικρή, κίτρινη-καφέ ουσία προερχόμενη από την αλόη με καθαρτικά αποτελέσματα, απαγορευμένη από τον Μάϊο 2002 από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των Ηνωμένων Πολιτειών (U.S. Food and Drug Administration - FDA) ως επικίνδυνη
αλοΐνης	=	αλοΐνη
αλοίφωμα	noun	η ενέργεια του αλοιφώνω, το γάνωμα
αλογά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλογάς
αλογάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογάς
αλογάδων	noun	γενική πληθυντικού του αλογάς
αλογάκι	noun	μικρό άλογο
αλογάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογάκι
αλογάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογάρης
αλογάριαστα	adv	χωρίς να λογαριάζω
αλογάριαστε	adj	κλητική ενικού του αλογάριαστος
αλογάριαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογάριαστη
αλογάριαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλογάριαστος
αλογάριαστης	adj	γενική ενικού του αλογάριαστη
αλογάριαστο	adj	αιτιατική ενικού του αλογάριαστος
αλογάριαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλογάριαστος
αλογάριαστος	adj	που δεν έχει λογαριαστεί ή δεν μπορεί να λογαριαστεί, να υπολογιστεί
αλογάριαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλογάριαστος
αλογάριαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλογάριαστος
αλογάριαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλογάριαστος
αλογάς	noun	αυτός που εκτρέφει άλογα
αλογήσια	=	αλογήσιος
αλογήσιας	=	αλογήσιος
αλογήσιε	=	αλογήσιος
αλογήσιες	=	αλογήσιος
αλογήσιο	=	αλογήσιος
αλογήσιοι	=	αλογήσιος
αλογήσιος	adj	που ανήκει στο άλογο
αλογήσιου	=	αλογήσιος
αλογήσιους	=	αλογήσιος
αλογήσιων	=	αλογήσιος
αλογία	noun	σημαντική μείωση της εκφραστικής ικανότητας, που εκδηλώνεται με φτωχό λεξιλόγιο, απουσία αυθόρμητης ροής και αδυναμία διατύπωσης ουσιαστικού περιεχομένου
αλογίας	=	αλογία
αλογίες	=	αλογία
αλογίκευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλογίκευτος	adv	με αλογίκευτο τρόπο
αλογίκευτε	adj	κλητική ενικού του αλογίκευτος
αλογίκευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογίκευτη
αλογίκευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλογίκευτος
αλογίκευτης	adj	γενική ενικού του αλογίκευτη
αλογίκευτο	adj	αιτιατική ενικού του αλογίκευτος
αλογίκευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλογίκευτος
αλογίκευτος	adj	που δεν έχει λογικευτεί ή δεν μπορεί να λογικευτεί
αλογίκευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλογίκευτος
αλογίκευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλογίκευτος
αλογίκευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλογίκευτος
αλογίνα	noun|vulgar	το θηλυκό του αλόγου
αλογίνας	=	αλογίνα
αλογίνες	=	αλογίνα
αλογίνων	=	αλογίνα
αλογίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλογίσιος
αλογίσιας	=	αλογίσιος
αλογίσιε	=	αλογίσιος
αλογίσιες	=	αλογίσιος
αλογίσιο	=	αλογίσιος
αλογίσιοι	=	αλογίσιος
αλογίσιος	adj	που ταιριάζει με άλογο ή που προέρχεται από αυτό
αλογίσιου	=	αλογίσιος
αλογίσιους	=	αλογίσιος
αλογίσιων	=	αλογίσιος
αλογατάκι	noun	το αλογάκι
αλογατάκια	=	αλογατάκι
αλογιών	=	αλογία
αλογοδαμαστές	=	αλογοδαμαστής
αλογοδαμαστή	=	αλογοδαμαστής
αλογοδαμαστής	noun	αυτός που δαμάζει άγρια άλογα
αλογοδαμαστών	=	αλογοδαμαστής
αλογοδότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογοδότητο
αλογοδότητε	adj	κλητική ενικού του αλογοδότητος
αλογοδότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογοδότητη
αλογοδότητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλογοδότητος
αλογοδότητης	adj	γενική ενικού του αλογοδότητη
αλογοδότητο	adj	αιτιατική ενικού του αλογοδότητος
αλογοδότητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλογοδότητος
αλογοδότητος	adj	που δεν έχει λογοδοτήσει
αλογοδότητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλογοδότητος
αλογοδότητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλογοδότητος
αλογοδότητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλογοδότητος
αλογοκλέφτες	=	αλογοκλέφτης
αλογοκλέφτη	=	αλογοκλέφτης
αλογοκλέφτης	noun	ο κλέφτης αλόγων
αλογοκλεφτών	=	αλογοκλέφτης
αλογολάτες	=	αλογολάτης
αλογολάτη	=	αλογολάτης
αλογολάτης	noun	αυτός που οδηγεί το άλογο, ο ιππηλάτης
αλογολατών	=	αλογολάτης
αλογομούλαρα	noun	άλογα και μουλάρια ως μια ομάδα
αλογομούλαρων	=	αλογομούλαρα
αλογομούρα	=	αλογομούρης
αλογομούρας	noun	γενική ενικού του αλογομούρα
αλογομούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογομούρα
αλογομούρη	=	αλογομούρης
αλογομούρηδες	=	αλογομούρης
αλογομούρηδων	=	αλογομούρης
αλογομούρης	noun	αυτός που έχει πρόσωπο που μοιάζει του αλόγου
αλογομυγών	=	αλογόμυγα
αλογονίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογονίδιο
αλογονίδιο	noun	χημική ένωση που σχηματίζεται από την άμεση συνένωση ενός αλογόνου στοιχείου με ένα πιο ηλεκτροθετικό στοιχείο, συνήθως μέταλλο, και χαρακτηρίζεται από σημαντική ιοντική ή ομοιοπολική αλληλεπίδραση
αλογονίδιου	=	αλογονίδιο
αλογονίδιων	=	αλογονίδιο
αλογονιδίου	noun	γενική ενικού του αλογονίδιο
αλογονιδίων	=	αλογονίδιο
αλογονουρά	=	αλογοουρά
αλογονούχα	=	αλογονούχος
αλογονούχας	=	αλογονούχος
αλογονούχε	=	αλογονούχος
αλογονούχες	=	αλογονούχος
αλογονούχο	=	αλογονούχος
αλογονούχοι	=	αλογονούχος
αλογονούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο αλογόνου
αλογονούχου	=	αλογονούχος
αλογονούχους	=	αλογονούχος
αλογονούχων	=	αλογονούχος
αλογονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογονωμένο
αλογονωμένε	verb	κλητική ενικού του αλογονωμένος
αλογονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογονωμένη
αλογονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλογονωμένος
αλογονωμένης	verb	γενική ενικού του αλογονωμένη
αλογονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλογονωμένος
αλογονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλογονωμένος
αλογονωμένος	verb	που παράγεται από άλλη χημική ένωση με την αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ατόμων υδρογόνου με ένα αλογόνο
αλογονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλογονωμένος
αλογονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλογονωμένος
αλογονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλογονωμένος
αλογοουρά	noun	η ουρά του αλόγου
αλογοουράς	noun	γενική ενικού του αλογοουρά
αλογοουρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογοουρά
αλογοουρών	=	αλογοουρά
αλογοπάζαρα	=	αλογοπάζαρο
αλογοπάζαρο	noun	μέρος όπου πουλιούνται και αγοράζονται άλογα
αλογοπάζαρου	=	αλογοπάζαρο
αλογοπάζαρων	=	αλογοπάζαρο
αλογοσουρτών	=	αλογοσούρτης
αλογοσούρτες	=	αλογοσούρτης
αλογοσούρτη	=	αλογοσούρτης
αλογοσούρτης	noun	άλλη μορφή του αλογοσύρτης
αλογοσυρτών	=	αλογοσύρτης
αλογοσύρτες	=	αλογοσύρτης
αλογοσύρτη	=	αλογοσύρτης
αλογοσύρτης	noun	αυτός που κλέβει άλογα
αλογόβιτσα	noun	βίτσα με την οποία χτυπούν ένα άλογο
αλογόβιτσας	=	αλογόβιτσα
αλογόβιτσες	=	αλογόβιτσα
αλογόβιτσων	=	αλογόβιτσα
αλογόκριτα	adv	χωρίς λογοκρισία
αλογόκριτε	adj	κλητική ενικού του αλογόκριτος
αλογόκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογόκριτη
αλογόκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλογόκριτος
αλογόκριτης	adj	γενική ενικού του αλογόκριτη
αλογόκριτο	adj	αιτιατική ενικού του αλογόκριτος
αλογόκριτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλογόκριτος
αλογόκριτος	adj	που δεν έχει λογοκριθεί ή δεν μπορεί να λογοκριθεί
αλογόκριτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλογόκριτος
αλογόκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλογόκριτος
αλογόκριτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλογόκριτος
αλογόμυγα	noun	χοντρή μύγα της οποίας το θηλυκό τρέφεται από το αίμα των ζώων
αλογόμυγας	noun	γενική ενικού του αλογόμυγα
αλογόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλογόμυγα
αλογόμυγων	=	αλογόμυγα
αλογόνα	=	αλογόνο
αλογόνο	noun	ομάδα του περιοδικού πίνακα χημικών στοιχείων που αποτελείται από τα πέντε (5) συγγενικά χημικά στοιχεία φθόριο (F), χλώριο (Cl), βρώμιο (Br), ιώδιο (I) και αστάτιο (At) καθώς και το τεχνητό στοιχείο ουνουνσέπτιο (Uus)
αλογόνου	noun	γενική ενικού του αλογόνο
αλογόνων	=	αλογόνο
αλογότοπος	noun|rare	τόπος αλόγων (όπου μένουν ή κινούνται άλογα)
αλοθάνια	=	αλοθάνιο
αλοθάνιο	noun	πτητική εισπνεόμενη ουσία με ισχυρή αναισθητική δράση, που χρησιμοποιείται σε χειρουργικές επεμβάσεις για την πρόκληση γενικής αναισθησίας, επιδρώντας στο κεντρικό νευρικό σύστημα
αλοθάνιου	=	αλοθάνιο
αλοθάνιων	=	αλοθάνιο
αλοθανίου	=	αλοθάνιο
αλοθανίων	=	αλοθάνιο
αλοιφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλοιφή
αλοιφή	noun	η παχύρρευστη ουσία που απλώνεται σε μια επιφάνεια (συχνά για θεραπευτικούς ή καλλυντικούς σκοπούς)
αλοιφής	noun	γενική ενικού του αλοιφή
αλοιφαδόρε	=	αλοιφαδόρος
αλοιφαδόρο	=	αλοιφαδόρος
αλοιφαδόροι	=	αλοιφαδόρος
αλοιφαδόρος	noun	ηλεκτρικό περιστροφικό τριβείο με ειδική βούρτσα ή πανί για επάλειψη επιφανειών με αλοιφή, συνηθέστερα αμαξωμάτων
αλοιφαδόρου	=	αλοιφαδόρος
αλοιφαδόρους	=	αλοιφαδόρος
αλοιφαδόρων	=	αλοιφαδόρος
αλοιφωδών	=	αλοιφώδης
αλοιφωμάτων	=	αλοίφωμα
αλοιφώδεις	=	αλοιφώδης
αλοιφώδες	=	αλοιφώδης
αλοιφώδη	=	αλοιφώδης
αλοιφώδης	adj	που (στην υφή / σύσταση) μοιάζει με αλοιφή
αλοιφώδους	=	αλοιφώδης
αλοιφώματα	=	αλοίφωμα
αλοιφώματος	=	αλοίφωμα
αλοιφών	noun	γενική πληθυντικού του αλοιφή
αλοννησιωτών	=	αλοννησιώτης
αλοννησιώτες	=	αλοννησιώτης
αλοννησιώτη	=	αλοννησιώτης
αλοννησιώτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Αλόννησο
αλοννησιώτισσα	=	αλοννησιώτης
αλοπήγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλοπήγιο
αλοπήγιο	noun|rare	αλατούχος πεδιάδα ή λεκάνη
αλοπόχηνα	noun	είδος χήνας, η Alopochen aegyptiacus
αλοπόχηνας	=	αλοπόχηνα
αλοπόχηνες	=	αλοπόχηνα
αλοπόχηνων	=	αλοπόχηνα
αλοσάχνες	=	αλοσάχνη
αλοσάχνη	noun	άλλη μορφή του αλισάχνη
αλοσάχνης	=	αλοσάχνη
αλοσαχνών	=	αλοσάχνη
αλοτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του αλοτροπισμός
αλοτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλοτροπισμός
αλοτροπισμού	noun	γενική ενικού του αλοτροπισμός
αλοτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλοτροπισμός
αλοτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλοτροπισμός
αλοτροπισμός	noun	η τάση των υδρόβιων οργανισμών να στρέφονται προς το μέρος που υπάρχει νερό της επιθυμητής γι’ αυτά αλμυρότητας
αλοτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλοτροπισμός
αλουβίου	=	αλούβιο
αλουβίους	=	αλούβιος
αλουβίων	=	αλούβιο
αλουβιακά	=	αλουβιακός
αλουβιακέ	=	αλουβιακός
αλουβιακές	=	αλουβιακός
αλουβιακή	=	αλουβιακός
αλουβιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αλουβιακή) του αλουβιακός
αλουβιακοί	=	αλουβιακός
αλουβιακού	=	αλουβιακός
αλουβιακούς	=	αλουβιακός
αλουβιακό	=	αλουβιακός
αλουβιακός	adj	απλοποιημένη γραφή του αλλουβιακός
αλουβιακών	=	αλουβιακός
αλουλούδιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουλούδιαστο
αλουλούδιαστε	adj	κλητική ενικού του αλουλούδιαστος
αλουλούδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουλούδιαστη
αλουλούδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλουλούδιαστος
αλουλούδιαστης	adj	γενική ενικού του αλουλούδιαστη
αλουλούδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αλουλούδιαστος
αλουλούδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλουλούδιαστος
αλουλούδιαστος	adj|figurative	ο ανάνθιστος
αλουλούδιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλουλούδιαστος
αλουλούδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλουλούδιαστος
αλουλούδιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλουλούδιαστος
αλουλούδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουλούδιστο
αλουλούδιστε	adj	κλητική ενικού του αλουλούδιστος
αλουλούδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουλούδιστη
αλουλούδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλουλούδιστος
αλουλούδιστης	adj	γενική ενικού του αλουλούδιστη
αλουλούδιστο	adj	αιτιατική ενικού του αλουλούδιστος
αλουλούδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλουλούδιστος
αλουλούδιστος	adj|figurative	ο ανάνθιστος
αλουλούδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλουλούδιστος
αλουλούδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλουλούδιστος
αλουλούδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλουλούδιστος
αλουμίνα	noun	οξείδιο του αλουμινίου
αλουμίνας	noun	γενική ενικού του αλουμίνα
αλουμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουμίνα
αλουμίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουμίνιο
αλουμίνιο	noun	ελαφρύ και ανθεκτικό υλικό (μέταλλο) που προέρχεται από κράμα αργιλίου
αλουμίνιου	=	αλουμίνιο
αλουμινά	=	αλουμινάς
αλουμινάδες	=	αλουμινάς
αλουμινάδων	=	αλουμινάς
αλουμινάς	noun	ο έμπορος ή κατασκευαστής ειδών από αλουμίνιο
αλουμινένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλουμινένιος
αλουμινένιας	=	αλουμινένιος
αλουμινένιε	=	αλουμινένιος
αλουμινένιες	=	αλουμινένιος
αλουμινένιο	=	αλουμινένιος
αλουμινένιοι	=	αλουμινένιος
αλουμινένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από αλουμίνιο
αλουμινένιου	=	αλουμινένιος
αλουμινένιους	=	αλουμινένιος
αλουμινένιων	=	αλουμινένιος
αλουμινίου	noun	γενική ενικού του αλουμίνιο
αλουμινίτες	=	αλουμινίτης
αλουμινίτη	=	αλουμινίτης
αλουμινίτης	noun	μαλακό και εύθρυπτο ορυκτό (ένυδρο θειικό αργίλιο: Al₂SO₄(OH)₄·7(H₂O)) με βελονοειδείς απολήξεις
αλουμινίων	noun	γενική πληθυντικού του αλουμίνιο
αλουμινιτών	=	αλουμινίτης
αλουμινοκατασκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουμινοκατασκευή
αλουμινοκατασκευή	noun	αλουμινένια κατασκευή, κατασκευή από αλουμίνιο
αλουμινοκατασκευής	=	αλουμινοκατασκευή
αλουμινοκατασκευών	=	αλουμινοκατασκευή
αλουμινοπυριτικά	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικέ	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικές	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτική	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικής	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικοί	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικού	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικούς	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικό	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοπυριτικός	adj	που περιέχει ή βασίζεται σε ενώσεις αργιλίου και πυριτίου, ιδίως με τη μορφή οξειδίων, και απαντά σε ορυκτά, σκωρίες ή τεχνικά υλικά
αλουμινοπυριτικών	=	αλουμινοπυριτικός
αλουμινοταινία	noun	οποιαδήποτε ταινία με επίστρωση αλουμινίου
αλουμινοταινίας	noun	γενική ενικού του αλουμινοταινία
αλουμινοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουμινοταινία
αλουμινοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του αλουμινοταινία
αλουμινόβιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουμινόβιδα
αλουμινόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουμινόχαρτο
αλουμινόχαρτο	noun	λεπτό φύλλο από αλουμίνιο που χρησιμοποιείται ευρέως στο μαγείρεμα (π.χ. για το σκέπασμα φαγητού)
αλουμινόχαρτου	noun	γενική ενικού του αλουμινόχαρτο
αλουμινόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του αλουμινόχαρτο
αλουμινών	noun	γενική πληθυντικού του αλουμίνα
αλουποτόμαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουποτόμαρο
αλουποτόμαρο	noun|vulgar	δέρμα αλεπούς
αλουποτόμαρου	noun	γενική ενικού του αλουποτόμαρο
αλουποτόμαρων	noun	γενική πληθυντικού του αλουποτόμαρο
αλουπού	noun	η αλεπού
αλουπούδες	=	αλουπού
αλουπούδων	=	αλουπού
αλουπούς	=	αλουπού
αλουργίδα	noun	η βασιλική πορφύρα των βυζαντινών χρόνων
αλουργίδας	=	αλουργίδα
αλουργίδες	=	αλουργίδα
αλουργίδων	=	αλουργίδα
αλουσιά	noun	το να μην έχει λουστεί κάποιος, να μην έχει πλυθεί
αλουσιάς	noun	γενική ενικού του αλουσιά
αλουσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουσιά
αλουσιών	=	αλουσιά
αλουστράριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουστράριστο
αλουστράριστε	adj	κλητική ενικού του αλουστράριστος
αλουστράριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλουστράριστη
αλουστράριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλουστράριστος
αλουστράριστης	adj	γενική ενικού του αλουστράριστη
αλουστράριστο	adj	αιτιατική ενικού του αλουστράριστος
αλουστράριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλουστράριστος
αλουστράριστος	adj	που δεν έχει λουστραριστεί
αλουστράριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλουστράριστος
αλουστράριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλουστράριστος
αλουστράριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλουστράριστος
αλουχτούσα	=	αλυχτάω
αλοφύτου	=	αλόφυτο
αλοφύτων	=	αλόφυτο
αλοϊνών	=	αλοΐνη
αλούβιo	=	αλούβιος
αλούβια	=	αλούβιο
αλούβιας	=	αλούβιος
αλούβιε	=	αλούβιος
αλούβιες	=	αλούβιος
αλούβιο	noun	απλοποιημένη γραφή του αλλούβιο
αλούβιοι	=	αλούβιος
αλούβιος	adj	απλοποιημένη γραφή του αλλούβιος
αλούβιου	=	αλούβιο
αλούβιους	=	αλούβιος
αλούβιων	=	αλούβιο
αλούμινα	noun	άλλη μορφή του αλουμίνα
αλούμινας	noun	γενική ενικού του αλούμινα
αλούμινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλούμινα
αλούτερη	=	αλούτερος
αλούτερο	=	αλούτερος
αλούτερος	adj	ο λουθηρανός και υβριστικά ο αιρετικός
αλοών	=	αλόη
αλπάκα	noun	άλλη μορφή του αλπακά
αλπάκας	noun	γενική ενικού του αλπάκα
αλπάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπάκα
αλπακά	noun	λάμα
αλπακάδες	=	αλπακάς
αλπακάδων	=	αλπακάς
αλπακάς	noun	είδος υφάσματος από το δέρμα του ζώου αλπακά
αλπακές	=	αλπακά
αλπακαδένια	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιας	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιε	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιες	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιια	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιιο	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιο	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιοι	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από αλπακά
αλπακαδένιου	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιους	=	αλπακαδένιος
αλπακαδένιων	=	αλπακαδένιος
αλπακών	noun	γενική πληθυντικού του αλπάκα
αλπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπικό
αλπικέ	adj	κλητική ενικού του αλπικός
αλπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπική
αλπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλπικός
αλπικής	adj	γενική ενικού του αλπική
αλπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλπικός
αλπικού	adj	γενική ενικού του αλπικός
αλπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλπικός
αλπικό	adj	αιτιατική ενικού του αλπικός
αλπικός	adj	των Άλπεων
αλπικών	adj	γενική πληθυντικού του αλπικός
αλπινίστρια	noun	αλπινιστής
αλπινίστριας	noun	γενική ενικού του αλπινίστρια
αλπινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπινίστρια
αλπινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπινικό
αλπινικέ	adj	κλητική ενικού του αλπινικός
αλπινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπινική
αλπινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλπινικός
αλπινικής	adj	γενική ενικού του αλπινική
αλπινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλπινικός
αλπινικού	adj	γενική ενικού του αλπινικός
αλπινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλπινικός
αλπινικό	adj	αιτιατική ενικού του αλπινικός
αλπινικός	adj	άλλη μορφή του αλπικός
αλπινικών	adj	γενική πληθυντικού του αλπινικός
αλπινισμέ	noun	κλητική ενικού του αλπινισμός
αλπινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλπινισμός
αλπινισμού	noun	γενική ενικού του αλπινισμός
αλπινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλπινισμός
αλπινισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλπινισμός
αλπινισμός	noun	η αναρρίχηση σε βουνοκορφές
αλπινισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλπινισμός
αλπινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλπινιστής
αλπινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλπινιστής
αλπινιστής	noun	αυτός που καταγίνεται με τον αλπινισμό
αλπινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αλπινίστρια
αλπινιστών	noun	γενική πληθυντικού του αλπινιστής
αλσίβα	noun	άλλη μορφή του αλισίβα
αλσίβας	=	αλσίβα
αλσίβες	=	αλσίβα
αλσατικά	noun	σύνολο διαλέκτων της γερμανικής γλώσσας που μιλιούνται στην περιοχή της Αλσατίας, στη Γαλλία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλσατικός
αλσατικέ	adj	κλητική ενικού του αλσατικός
αλσατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλσατική
αλσατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλσατικός
αλσατικής	adj	γενική ενικού του αλσατική
αλσατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλσατικός
αλσατικού	adj	γενική ενικού του αλσατικός
αλσατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλσατικός
αλσατικό	adj	αιτιατική ενικού του αλσατικός
αλσατικός	adj	σχετικός με την Αλσατία ή τους Αλσατούς
αλσατικών	adj	γενική πληθυντικού του αλσατικός
αλσεουπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλσεούπολη
αλσεουπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του αλσεούπολη
αλσεουπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του αλσεούπολη
αλσεούπολη	noun	αυτάρκης οικιστική μονάδα, που συνδυάζει τον αστικό - βιομηχανικό χαρακτήρα με την αγροτική ζωή, με αυξημένους χώρους πρασίνου, περιβαλλόμενη από γεωργική ζώνη
αλσεούπολης	noun	γενική ενικού του αλσεούπολη
αλστρομέρια	noun	πολυετές, κονδυλώδες φυτό με καταγωγή από τη Νότια Αμερική, γνωστό για τα πολύχρωμα, ανθεκτικά άνθη του που θυμίζουν κρίνο και χρησιμοποιούνται συχνά στη διακόσμηση και στις ανθοσυνθέσεις
αλστρομέριας	=	αλστρομέρια
αλστρομέριες	=	αλστρομέρια
αλστρομεριών	=	αλστρομέρια
αλσυλλίου	=	αλσύλλιο
αλσυλλίων	=	αλσύλλιο
αλσωδών	=	αλσώδης
αλσύλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλσύλλιο
αλσύλλιο	noun	υποκοριστικό του άλσος
αλσύλλιου	noun	γενική ενικού του αλσύλλιο
αλσύλλιων	noun	γενική πληθυντικού του αλσύλλιο
αλσώδεις	=	αλσώδης
αλσώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αλσώδης
αλσώδη	=	αλσώδης
αλσώδης	adj	που μοιάζει με άλσος
αλσώδους	=	αλσώδης
αλσών	=	άλσος
αλτ	intj	διαταγή για σταμάτημα
αλτάνα	noun	ανθοφυτεμένο μέρος κήπου ή αυλής, παρτέρι
αλτάνας	noun	γενική ενικού του αλτάνα
αλτάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτάνα
αλτέρνατιβ	noun|slang	κάτι το εναλλακτικό, που διαφοροποιείται από το κυρίαρχο πολιτιστικό, κοινωνικό ή οικονομικό ρεύμα	adj|slang	εναλλακτικός, που διαφοροποιείται από το κυρίαρχο πολιτιστικό, κοινωνικό ή οικονομικό ρεύμα
αλτήρα	=	αλτήρας
αλτήρας	noun	όργανο εκγύμνασης αποτελούμενο από δύο βάρη που συνδέονται με μια μεταλλική ράβδο
αλτήρες	=	αλτήρας
αλτήρων	=	αλτήρας
αλταία	noun	άλλη μορφή του αλθαία
αλταίας	=	αλταία
αλταίες	=	αλταία
αλταζιμουθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλταζιμουθιακό
αλταζιμουθιακέ	adj	κλητική ενικού του αλταζιμουθιακός
αλταζιμουθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλταζιμουθιακή
αλταζιμουθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλταζιμουθιακός
αλταζιμουθιακής	adj	γενική ενικού του αλταζιμουθιακή
αλταζιμουθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλταζιμουθιακός
αλταζιμουθιακού	adj	γενική ενικού του αλταζιμουθιακός
αλταζιμουθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλταζιμουθιακός
αλταζιμουθιακό	adj	αιτιατική ενικού του αλταζιμουθιακός
αλταζιμουθιακός	adj	(στρατιωτικός όρος), (ναυτικός όρος): ο σχετικός με περιστροφή καθ' ύψος (πάνω - κάτω) και κατά πλευρά (δεξιά - αριστερά)
αλταζιμουθιακών	adj	γενική πληθυντικού του αλταζιμουθιακός
αλταιών	=	αλταία
αλτανών	noun	γενική πληθυντικού του αλτάνα
αλταϊκά	=	αλταϊκός
αλταϊκέ	=	αλταϊκός
αλταϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αλταϊκός
αλταϊκή	adj	ονομαστική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλταϊκός
αλταϊκής	=	αλταϊκός
αλταϊκοί	=	αλταϊκός
αλταϊκού	=	αλταϊκός
αλταϊκούς	=	αλταϊκός
αλταϊκό	=	αλταϊκός
αλταϊκός	adj	που σχετίζεται με ή αναφέρεται στα Αλτάια όρη της Κεντρικής Ασίας, τους λαούς που διαμένουν στην γύρω περιοχή ή τις αλταϊκές γλώσσες
αλταϊκών	adj	ονομαστική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλταϊκός
αλτερνατίβα	noun	εναλλακτική λύση
αλτερνατίβας	=	αλτερνατίβα
αλτερνατίβες	=	αλτερνατίβα
αλτζερίνικα	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικε	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικες	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικη	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικης	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικο	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικοι	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικος	adj	άλλη γραφή του αλγερίνικος, άλλη μορφή του αλγερινός
αλτζερίνικου	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικους	=	αλτζερίνικος
αλτζερίνικων	=	αλτζερίνικος
αλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτικό
αλτικέ	adj	κλητική ενικού του αλτικός
αλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτική
αλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλτικός
αλτικής	adj	γενική ενικού του αλτική
αλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλτικός
αλτικοτήτων	=	αλτικότητα
αλτικού	adj	γενική ενικού του αλτικός
αλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλτικός
αλτικό	adj	αιτιατική ενικού του αλτικός
αλτικόρνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτικόρνο
αλτικόρνο	noun	άλλη μορφή του άλτο κόρνο
αλτικόρνου	noun	γενική ενικού του αλτικόρνο
αλτικόρνων	noun	γενική πληθυντικού του αλτικόρνο
αλτικός	adj	ο πηδητικός, που αφορά ή σχετίζεται με άλμα/σάλτο
αλτικότητα	noun	η ιδιότητα του αλτικού, η ικανότητα πραγματοποίησης αλμάτων
αλτικότητας	=	αλτικότητα
αλτικότητες	=	αλτικότητα
αλτικών	adj	γενική πληθυντικού του αλτικός
αλτιμετρία	noun	η επιστήμη ή τεχνική προσδιορισμού του υψομέτρου σημείων πάνω από μια καθορισμένη επιφάνεια αναφοράς, κυρίως με χρήση αλτιμέτρου
αλτιμετρίας	=	αλτιμετρία
αλτιμετρίες	=	αλτιμετρία
αλτιμετρικά	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικέ	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικές	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρική	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικής	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικοί	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικού	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικούς	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικό	=	αλτιμετρικός
αλτιμετρικός	adj	που έχει σχέση με την αλτιμετρία ή το αλτίμετρο ή αναφέρεται σʼ αυτά
αλτιμετρικών	=	αλτιμετρικός
αλτιμετριών	=	αλτιμετρία
αλτριών	noun	γενική πληθυντικού του άλτρια
αλτρουΐστρια	=	αλτρουίστρια
αλτρουίστρια	noun	θηλυκό του αλτρουιστής
αλτρουίστριας	noun	γενική ενικού του αλτρουίστρια
αλτρουίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτρουίστρια
αλτρουισμέ	noun	κλητική ενικού του αλτρουισμός
αλτρουισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλτρουισμός
αλτρουισμού	noun	γενική ενικού του αλτρουισμός
αλτρουισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλτρουισμός
αλτρουισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλτρουισμός
αλτρουισμός	noun	πεδίο ενδιαφέροντος με κατεύθυνση από το εγώ προς το ευρύτερο σύνολο
αλτρουισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλτρουισμός
αλτρουιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτρουιστής
αλτρουιστή	noun	αλτρουιστής, στη γενική, αιτιατική και κλητική του ενικού
αλτρουιστής	noun	Που διαπνέεται από το πνεύμα του αλτρουισμού, που εφαρμόζει τις αρχές του αλτρουισμού.
αλτρουιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτρουιστικό, ουδέτερο του αλτρουιστικός	adv	με αλτρουιστικό τρόπο
αλτρουιστικέ	adj	κλητική ενικού του αλτρουιστικός
αλτρουιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλτρουιστική
αλτρουιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλτρουιστικός
αλτρουιστικής	adj	γενική ενικού του αλτρουιστική
αλτρουιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλτρουιστικός
αλτρουιστικού	adj	γενική ενικού του αλτρουιστικός
αλτρουιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλτρουιστικός
αλτρουιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αλτρουιστικός
αλτρουιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αλτρουισμό.
αλτρουιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αλτρουιστικός
αλτρουιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αλτρουίστρια
αλτρουιστών	noun	αλτρουιστής, στη γενική του πληθυντικού
αλτρουϊσμός	=	αλτρουισμός
αλτρουϊστής	=	αλτρουιστής
αλτρουϊστικός	=	αλτρουιστικός
αλτσάνα	noun	χοντρό σχοινί για ρυμούλκηση βάρκας
αλτσέκι	noun|dated	άλλη μορφή του λουτσέκι
αλτσέκια	=	αλτσέκι
αλτσεκιού	=	αλτσέκι
αλτσεκιών	=	αλτσέκι
αλτών	=	άλτης
αλυγαριά	noun|vulgar	άλλη μορφή του λυγαριά
αλυγαριάς	=	αλυγαριά
αλυγαριές	=	αλυγαριά
αλυγαριών	=	αλυγαριά
αλυγισία	noun	η ακαμψία
αλυγισίας	=	αλυγισία
αλυγισίες	=	αλυγισία
αλυγισιών	=	αλυγισία
αλυκάριε	=	αλυκάριος
αλυκάριο	=	αλυκάριος
αλυκάριοι	=	αλυκάριος
αλυκάριος	noun	ο εργαζόμενος σε αλυκή
αλυκάριου	=	αλυκάριος
αλυκάριους	=	αλυκάριος
αλυκάριων	=	αλυκάριος
αλυκές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυκή
αλυκή	noun	η έκταση κοντά στην ακροθαλασσιά, στην οποία παράγεται αλάτι
αλυκής	=	αλυκή
αλυκαρίου	=	αλυκάριος
αλυκαρίους	=	αλυκάριος
αλυκαρίων	=	αλυκάριος
αλυκών	=	αλυκή
αλυσέλικτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσέλικτρο
αλυσέλικτρο	noun	τύμπανο περιέλιξης αλυσίδας
αλυσέλικτρου	noun	γενική ενικού του αλυσέλικτρο
αλυσέλικτρων	noun	γενική πληθυντικού του αλυσέλικτρο
αλυσίβα	=	αλισίβα
αλυσίδα	noun	σειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους
αλυσίδας	noun	γενική ενικού του αλυσίδα
αλυσίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσίδα
αλυσίδων	noun	γενική πληθυντικού του αλυσίδα
αλυσιδωτά	adv	συνεχώς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσιδωτό
αλυσιδωτέ	adj	κλητική ενικού του αλυσιδωτός
αλυσιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσιδωτή
αλυσιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλυσιδωτός
αλυσιδωτής	adj	γενική ενικού του αλυσιδωτή
αλυσιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυσιδωτός
αλυσιδωτού	adj	γενική ενικού του αλυσιδωτός
αλυσιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλυσιδωτός
αλυσιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του αλυσιδωτός
αλυσιδωτός	adj	που αποτελείται από μέρη που είναι συνδεδεμένα μαζί όπως σε μια αλυσίδα
αλυσιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του αλυσιδωτός
αλυσιδώνω	verb|rare	αλυσοδένω
αλυσιτέλεια	noun	η μη δυνατότητα επιτυχούς υλοποίησης μιας συγκεκριμένης κατάστασης
αλυσιτέλειας	=	αλυσιτέλεια
αλυσιτέλειες	=	αλυσιτέλεια
αλυσιτελές	=	αλυσιτελής
αλυσιτελή	=	αλυσιτελής
αλυσιτελής	adj	που δεν μπορεί να επιφέρει ωφέλιμο αποτέλεσμα
αλυσιτελείς	=	αλυσιτελής
αλυσιτελειών	=	αλυσιτέλεια
αλυσιτελούς	=	αλυσιτελής
αλυσιτελών	=	αλυσιτελής
αλυσιτελώς	adv	χωρίς αποτέλεσμα, ανώφελα
αλυσμέ	noun	κλητική ενικού του αλυσμός
αλυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυσμός
αλυσμού	noun	γενική ενικού του αλυσμός
αλυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλυσμός
αλυσμό	noun	αιτιατική ενικού του αλυσμός
αλυσμός	noun	ανησυχία, αγωνία, στενοχώρια (ιδίως για κλινήρεις ασθενείς)
αλυσμών	noun	γενική πληθυντικού του αλυσμός
αλυσοδέθηκα	=	αλυσοδένω
αλυσοδέθηκαν	=	αλυσοδένω
αλυσοδέθηκε	=	αλυσοδένω
αλυσοδέθηκες	=	αλυσοδένω
αλυσοδέναμε	=	αλυσοδένω
αλυσοδέναν	=	αλυσοδένω
αλυσοδένανε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένατε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένει	=	αλυσοδένω
αλυσοδένεις	=	αλυσοδένω
αλυσοδένεσαι	=	αλυσοδένω
αλυσοδένεστε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένεται	=	αλυσοδένω
αλυσοδένετε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδένομε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένονται	=	αλυσοδένω
αλυσοδένονταν	=	αλυσοδένω
αλυσοδένοντας	=	αλυσοδένω
αλυσοδένουμε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένουν	=	αλυσοδένω
αλυσοδένουνε	=	αλυσοδένω
αλυσοδένω	verb	δένω με αλυσίδα
αλυσοδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσαν	=	αλυσοδένω
αλυσοδέσανε	=	αλυσοδένω
αλυσοδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσμια	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιας	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιε	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιες	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιο	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιοι	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιος	adj|figurative	δεμένος με αλυσίδα
αλυσοδέσμιου	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιους	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσμιων	=	αλυσοδέσμιος
αλυσοδέσομε	=	αλυσοδένω
αλυσοδέσου	=	αλυσοδένω
αλυσοδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσουνε	=	αλυσοδένω
αλυσοδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσοδεθήκαμε	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθήκαν	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθήκανε	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθήκατε	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθεί	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθείς	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθείτε	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθούμε	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθούν	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθούνε	=	αλυσοδένω
αλυσοδεθώ	=	αλυσοδένω
αλυσοδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσοδεμένο
αλυσοδεμένε	verb	κλητική ενικού του αλυσοδεμένος
αλυσοδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσοδεμένη
αλυσοδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλυσοδεμένος
αλυσοδεμένης	verb	γενική ενικού του αλυσοδεμένη
αλυσοδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλυσοδεμένος
αλυσοδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυσοδεμένος
αλυσοδεμένος	verb	δεμένος με αλυσίδες
αλυσοδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλυσοδεμένος
αλυσοδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλυσοδεμένος
αλυσοδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλυσοδεμένος
αλυσοδενόμασταν	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόμαστε	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόμουν	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόμουνα	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόντουσαν	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόσασταν	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόσαστε	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόσουν	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόσουνα	=	αλυσοδένω
αλυσοδενόταν	=	αλυσοδένω
αλυσοδενότανε	=	αλυσοδένω
αλυσοειδές	=	αλυσοειδής
αλυσοειδή	=	αλυσοειδής
αλυσοειδής	adj	που μοιάζει με αλυσίδα
αλυσοειδείς	=	αλυσοειδής
αλυσοειδούς	=	αλυσοειδής
αλυσοειδών	=	αλυσοειδής
αλυσοπρίονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσοπρίονο
αλυσοπρίονο	noun	μηχανικό πριόνι με δόντια φτιαγμένα σε αλυσίδα, που χρησιμοποιείται κυρίως για το κόψιμο δέντρων
αλυσοπρίονου	noun	γενική ενικού του αλυσοπρίονο
αλυσοπρίονων	noun	γενική πληθυντικού του αλυσοπρίονο
αλυσοτροχέ	=	αλυσοτροχός
αλυσοτροχοί	=	αλυσοτροχός
αλυσοτροχού	=	αλυσοτροχός
αλυσοτροχούς	=	αλυσοτροχός
αλυσοτροχό	=	αλυσοτροχός
αλυσοτροχός	noun	οδοντωτός τροχός μετάδοσης κίνησης με αλυσίδα
αλυσοτροχών	=	αλυσοτροχός
αλυσωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσωτό	adv	αλυσιδωτά
αλυσωτέ	adj	κλητική ενικού του αλυσωτός
αλυσωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσωτή
αλυσωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλυσωτός
αλυσωτής	adj	γενική ενικού του αλυσωτή
αλυσωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυσωτός
αλυσωτού	adj	γενική ενικού του αλυσωτός
αλυσωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλυσωτός
αλυσωτό	adj	αιτιατική ενικού του αλυσωτός
αλυσωτός	adj	αλυσιδωτός
αλυσωτών	adj	γενική πληθυντικού του αλυσωτός
αλυσόδενα	=	αλυσοδένω
αλυσόδεναν	=	αλυσοδένω
αλυσόδενε	=	αλυσοδένω
αλυσόδενες	=	αλυσοδένω
αλυσόδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσόδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσόδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσόδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
αλυσόδετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσόδετο
αλυσόδετε	adj	κλητική ενικού του αλυσόδετος
αλυσόδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυσόδετη
αλυσόδετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλυσόδετος
αλυσόδετης	adj	γενική ενικού του αλυσόδετη
αλυσόδετο	adj	αιτιατική ενικού του αλυσόδετος
αλυσόδετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυσόδετος
αλυσόδετος	adj	δεμένος με αλυσίδα
αλυσόδετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλυσόδετος
αλυσόδετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλυσόδετος
αλυσόδετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλυσόδετος
αλυσότρυπα	noun	η τρύπα απ’ την οποία περνά η αλυσίδα (της άγκυρας ενός πλοίου)
αλυσότρυπας	=	αλυσότρυπα
αλυσότρυπες	=	αλυσότρυπα
αλυσότρυπων	=	αλυσότρυπα
αλυσώνω	verb|literary	δένω με αλυσίδα
αλυσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλυτάρχα	=	αλυτάρχης
αλυτάρχες	=	αλυτάρχης
αλυτάρχη	=	αλυτάρχης
αλυτάρχης	noun|formal	ο επόπτης / υπεύθυνος της ομαλής διεξαγωγής αθλητικών αγώνων
αλυταρχών	=	αλυτάρχης
αλυτρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλυτρωτικός	adv	με αλυτρωτικό τρόπο
αλυτρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αλυτρωτικός
αλυτρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλυτρωτική
αλυτρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλυτρωτικός
αλυτρωτικής	adj	γενική ενικού του αλυτρωτική
αλυτρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυτρωτικός
αλυτρωτικού	adj	γενική ενικού του αλυτρωτικός
αλυτρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλυτρωτικός
αλυτρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αλυτρωτικός
αλυτρωτικός	adj	που έχει σχέση με τον αλυτρωτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αλυτρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αλυτρωτικός
αλυτρωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αλυτρωτισμός
αλυτρωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλυτρωτισμός
αλυτρωτισμού	noun	γενική ενικού του αλυτρωτισμός
αλυτρωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλυτρωτισμός
αλυτρωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλυτρωτισμός
αλυτρωτισμός	noun	εθνικιστική προσπάθεια απελευθέρωσης ομοεθνών που θεωρούνται υποδουλωμένοι
αλυτρωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλυτρωτισμός
αλυτρωτιστές	=	αλυτρωτιστής
αλυτρωτιστή	=	αλυτρωτιστής
αλυτρωτιστής	noun	αυτός που του αρέσει ο αλυτρωτισμός και ενεργεί ανάλογα
αλυτρωτιστών	=	αλυτρωτιστής
αλυχτά	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αλυχτώ
αλυχτάει	=	αλυχτάω
αλυχτάμε	=	αλυχτάω
αλυχτάν	=	αλυχτάω
αλυχτάνε	=	αλυχτάω
αλυχτάς	=	αλυχτάω
αλυχτάτε	=	αλυχτάω
αλυχτάω	verb|vulgar	γαβγίζω
αλυχτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλύχτημα
αλυχτήματος	noun	γενική ενικού του αλύχτημα
αλυχτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσαν	=	αλυχτάω
αλυχτήσανε	=	αλυχτάω
αλυχτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλυχτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλύχτισμα
αλυχτίσματος	noun	γενική ενικού του αλύχτισμα
αλυχτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλύχτημα
αλυχτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλύχτισμα
αλυχτούμε	=	αλυχτάω
αλυχτούν	=	αλυχτάω
αλυχτούνε	=	αλυχτάω
αλυχτούσα	=	αλυχτάω
αλυχτούσαμε	=	αλυχτάω
αλυχτούσαν	=	αλυχτάω
αλυχτούσανε	=	αλυχτάω
αλυχτούσατε	=	αλυχτάω
αλυχτούσε	=	αλυχτάω
αλυχτούσες	=	αλυχτάω
αλυχτώ	verb	άλλη μορφή του αλυχτάω
αλυχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλυχτάω / αλυχτώ
αλφά	=	αλφάς
αλφάβητα	=	αλφάβητο
αλφάβητε	=	αλφάβητος
αλφάβητο	noun	η διάταξη των γραμμάτων σε παραδοσιακή σειρά (ανάλογα με το σύστημα γραφής)
αλφάβητοι	=	αλφάβητος
αλφάβητον	=	αλφάβητο
αλφάβητος	noun|formal	το αλφάβητο
αλφάβητου	=	αλφάβητο
αλφάβητων	=	αλφάβητο
αλφάδες	=	αλφάς
αλφάδι	noun	παλαιότερο εργαλείο, σε σχήμα κεφαλαίου άλφα, το οποίο είχε κρεμασμένο από την κορφή ένα νήμα της στάθμης βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο να βρεθεί αν μία επιφάνεια είναι οριζόντια	adv|vulgar	αλφαδιασμένα
αλφάδια	=	αλφάδι
αλφάδιαζα	=	αλφαδιάζω
αλφάδιαζαν	=	αλφαδιάζω
αλφάδιαζε	=	αλφαδιάζω
αλφάδιαζες	=	αλφαδιάζω
αλφάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφάδιασμα	noun	ο έλεγχος μιας επιφάνειας με ένα αλφάδι, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι είναι αρκούντως επίπεδη (σε κάθετο ή οριζόντιο άξονα)
αλφάδων	=	αλφάς
αλφάς	noun	μαθητής στρατιωτικής σχολής που έχει βαθμό άλφα
αλφίτου	noun	γενική ενικού του άλφιτο
αλφίτων	noun	γενική πληθυντικού του άλφιτο
αλφαβήτα	noun	το αλφάβητο
αλφαβήτας	=	αλφαβήτα
αλφαβήτες	=	αλφαβήτα
αλφαβήτιζα	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτιζαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτιζε	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτιζες	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτισα	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτισαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτισε	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτισες	=	αλφαβητίζω
αλφαβήτιση	noun	η τοποθέτηση σε αλφαβητική σειρά
αλφαβήτισης	noun	γενική ενικού του αλφαβήτιση
αλφαβήτου	=	αλφάβητο
αλφαβήτους	=	αλφάβητος
αλφαβήτων	=	αλφάβητο
αλφαβητάρι	noun	άλλη μορφή του αλφαβητάριο
αλφαβητάρια	=	αλφαβητάριο
αλφαβητάριο	noun	το βιβλίο για μικρά παιδιά με το οποίο μαθαίνουν το αλφάβητο και την ανάγνωση
αλφαβητάριου	=	αλφαβητάριο
αλφαβητάριων	=	αλφαβητάριο
αλφαβητίζαμε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζανε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζατε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζει	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζεις	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζεσαι	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζεστε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζεται	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζετε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αλφαβητίζω
αλφαβητίζονται	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζονταν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλφαβητίζω
αλφαβητίζουμε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζουν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζουνε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίζω	verb	τοποθετώ σε αλφαβητική σειρά
αλφαβητίσαμε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίσαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίσανε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίσατε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίσει	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαβήτιση
αλφαβητίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλφαβήτιση
αλφαβητίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλφαβήτιση
αλφαβητίσου	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίστε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίστηκα	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίστηκαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίστηκε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητίστηκες	=	αλφαβητίζω
αλφαβηταρίου	=	αλφαβητάριο
αλφαβηταρίων	=	αλφαβητάριο
αλφαβητιζόμασταν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόμαστε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόμουν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόμουνα	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόντουσαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόσασταν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόσαστε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόσουν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόσουνα	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζόταν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιζότανε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαβητικό	adv	με αλφαβητική σειρά
αλφαβητικέ	adj	κλητική ενικού του αλφαβητικός
αλφαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαβητική
αλφαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλφαβητικός
αλφαβητικής	adj	γενική ενικού του αλφαβητική
αλφαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφαβητικός
αλφαβητικού	adj	γενική ενικού του αλφαβητικός
αλφαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλφαβητικός
αλφαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του αλφαβητικός
αλφαβητικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στο αλφάβητο
αλφαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του αλφαβητικός
αλφαβητισμέ	noun	κλητική ενικού του αλφαβητισμός
αλφαβητισμένα	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένε	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένες	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένη	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένης	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένο	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένοι	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλφαβητίζω
αλφαβητισμένου	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένους	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμένων	=	αλφαβητισμένος
αλφαβητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφαβητισμός
αλφαβητισμού	noun	γενική ενικού του αλφαβητισμός
αλφαβητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλφαβητισμός
αλφαβητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλφαβητισμός
αλφαβητισμός	noun	ικανότητα ανάγνωσης και γραφής
αλφαβητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλφαβητισμός
αλφαβητιστήκαμε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιστήκαν	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιστήκανε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιστήκατε	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιστεί	=	αλφαβητίζω
αλφαβητιστείτε	=	αλφαβητίζω
αλφαδάκι	noun	υποκοριστικό του αλφάδι
αλφαδάκια	=	αλφαδάκι
αλφαδίαζα	=	αλφαδιάζω
αλφαδίαζαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδίαζε	=	αλφαδιάζω
αλφαδίαζες	=	αλφαδιάζω
αλφαδίασα	=	αλφαδιάζω
αλφαδίασαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδίασε	=	αλφαδιάζω
αλφαδίασες	=	αλφαδιάζω
αλφαδιά	noun	η εφαρμογή του αλφαδιάσματος
αλφαδιάζαμε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζανε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζατε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζει	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζεις	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζεσαι	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζεστε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζεται	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζετε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζομαι	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζομε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζονται	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζονταν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζοντας	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζουμε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζουν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζουνε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάζω	verb	ελέγχω και ρυθμίζω την οριζόντια ή την κατακόρυφη θέση μιας επιφάνειας, ώστε να φέρω όλα τα μέρη της στην ίδια ευθεία, χρησιμοποιώντας αλφάδι
αλφαδιάς	=	αλφαδιά
αλφαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάσανε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφάδιασμα
αλφαδιάσματος	noun	γενική ενικού του αλφάδιασμα
αλφαδιάσομε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάσου	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάσουνε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιάστηκα	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάστηκαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάστηκε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάστηκες	=	αλφαδιάζω
αλφαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλφαδιάζω
αλφαδιές	=	αλφαδιά
αλφαδιαζόμασταν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόμαστε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόμουν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόμουνα	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόντουσαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόσασταν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόσαστε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόσουν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόσουνα	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζόταν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαζότανε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλφάδιασμα
αλφαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλφαδιασμένος	adv	έχοντας επιφέρει αλφάδιασμα με αλφάδι
αλφαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του αλφαδιασμένος
αλφαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαδιασμένη
αλφαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλφαδιασμένος
αλφαδιασμένης	verb	γενική ενικού του αλφαδιασμένη
αλφαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλφαδιασμένος
αλφαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφαδιασμένος
αλφαδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αλφαδιάζω
αλφαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλφαδιασμένος
αλφαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλφαδιασμένος
αλφαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλφαδιασμένος
αλφαδιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαδιαστό
αλφαδιαστέ	adj	κλητική ενικού του αλφαδιαστός
αλφαδιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαδιαστή
αλφαδιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλφαδιαστός
αλφαδιαστήκαμε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστήκαν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστήκανε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστήκατε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστής	adj	γενική ενικού του αλφαδιαστή
αλφαδιαστεί	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστείς	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστείτε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφαδιαστός
αλφαδιαστού	adj	γενική ενικού του αλφαδιαστός
αλφαδιαστούμε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστούν	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστούνε	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλφαδιαστός
αλφαδιαστό	adj	αιτιατική ενικού του αλφαδιαστός
αλφαδιαστός	adj	που έχει αλφαδιαστεί ή μπορεί να αλφαδιαστεί
αλφαδιαστώ	=	αλφαδιάζω
αλφαδιαστών	adj	γενική πληθυντικού του αλφαδιαστός
αλφαδιού	=	αλφάδι
αλφαδιών	=	αλφάδι
αλφαδολάστιχα	=	αλφαδολάστιχο
αλφαδολάστιχο	noun	λάστιχο που χρησιμοποιείται ως αλφάδι
αλφαδολάστιχου	=	αλφαδολάστιχο
αλφαδολάστιχων	=	αλφαδολάστιχο
αλφαμίτες	=	αλφαμίτης
αλφαμίτη	=	αλφαμίτης
αλφαμίτης	noun|slang	στρατιώτης ή υπαξιωματικός που εκτελεί υπηρεσία ασφαλείας, της λεγόμενης «Αστυνομίας Μονάδας», σε στρατόπεδο ή στρατιωτική εγκατάσταση
αλφαμιτών	=	αλφαμίτης
αλφαριθμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαριθμητικό
αλφαριθμητικέ	adj	κλητική ενικού του αλφαριθμητικός
αλφαριθμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφαριθμητική
αλφαριθμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλφαριθμητικός
αλφαριθμητικής	adj	γενική ενικού του αλφαριθμητική
αλφαριθμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφαριθμητικός
αλφαριθμητικού	adj	γενική ενικού του αλφαριθμητικός
αλφαριθμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλφαριθμητικός
αλφαριθμητικό	adj	αιτιατική ενικού του αλφαριθμητικός	noun	alphanumeric: ο αλφαριθμητικός χαρακτήρας
αλφαριθμητικός	adj	alphanumeric, alphanumerical: που αποτελείται από χαρακτήρες που αναπαριστούν γράμματα ή αριθμούς
αλφαριθμητικών	adj	γενική πληθυντικού του αλφαριθμητικός
αλφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφικό
αλφικέ	adj	κλητική ενικού του αλφικός
αλφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλφική
αλφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλφικός
αλφικής	adj	γενική ενικού του αλφική
αλφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφικός
αλφικού	adj	γενική ενικού του αλφικός
αλφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλφικός
αλφικό	adj	αιτιατική ενικού του αλφικός
αλφικός	adj	ο πάσχων από αλφισμό
αλφικών	adj	γενική πληθυντικού του αλφικός
αλφισμέ	noun	κλητική ενικού του αλφισμός
αλφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλφισμός
αλφισμού	noun	γενική ενικού του αλφισμός
αλφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλφισμός
αλφισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλφισμός
αλφισμός	noun	κληρονομική πάθηση που συναντάται σε ανθρώπους και άλλους οργανισμούς που οφείλεται βασικά στην έλλειψη μελανίνης, πρόκειται για εγγενές ελάττωμα μεταβολισμού.
αλφισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλφισμός
αλχίας	abbrev	αρχιλοχίας
αλχημίστρια	noun	θηλυκό του αλχημιστής
αλχημίστριας	noun	γενική ενικού του αλχημίστρια
αλχημίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημίστρια
αλχημεία	noun	προδρομική, μυστικιστική επιστήμη που επικέντρωνε τις έρευνές της πάνω στην αναζήτηση τρόπων για την μετατροπή των ουσιών σε άλλες
αλχημείας	noun	γενική ενικού του αλχημεία
αλχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημεία
αλχημειών	noun	γενική πληθυντικού του αλχημεία
αλχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημικό
αλχημικέ	adj	κλητική ενικού του αλχημικός
αλχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημική
αλχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλχημικός
αλχημικής	adj	γενική ενικού του αλχημική
αλχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλχημικός
αλχημικού	adj	γενική ενικού του αλχημικός
αλχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλχημικός
αλχημικό	adj	αιτιατική ενικού του αλχημικός
αλχημικός	adj	που έχει σχέση με την αλχημεία ή αναφέρεται σ' αυτή
αλχημικών	adj	γενική πληθυντικού του αλχημικός
αλχημιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημιστής
αλχημιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλχημιστής
αλχημιστής	noun	αυτός που ασχολείται με την αλχημεία
αλχημιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημιστικό
αλχημιστικέ	adj	κλητική ενικού του αλχημιστικός
αλχημιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλχημιστική
αλχημιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλχημιστικός
αλχημιστικής	adj	γενική ενικού του αλχημιστική
αλχημιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλχημιστικός
αλχημιστικού	adj	γενική ενικού του αλχημιστικός
αλχημιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλχημιστικός
αλχημιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αλχημιστικός
αλχημιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αλχημιστή ή την αλχημεία ή αναφέρεται σ' αυτά
αλχημιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αλχημιστικός
αλχημιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αλχημίστρια
αλχημιστών	noun	γενική πληθυντικού του αλχημιστής
αλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλωθήκαν	=	αλώνω
αλωθήκανε	=	αλώνω
αλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλωθεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλωθείς	verb	β' πρόσωπο ενικού του παθητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος αλώνω
αλωθείτε	verb	β' πρόσωπο πληθυντικού του παθητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος αλώνω
αλωθούμε	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού του παθητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος αλώνω
αλωθούν	verb	γ' πρόσωπο πληθυντικού του παθητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος αλώνω
αλωθούνε	=	αλώνω
αλωθώ	verb	α' πρόσωπο ενικού του παθητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος αλώνω
αλωνάρη	=	αλωνάρης
αλωνάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνάρης
αλωνάρηδων	=	αλωνάρης
αλωνάρης	adj	ο εργαζόμενος σε αλώνι, αυτός που αλωνίζει
αλωνίζαμε	=	αλωνίζω
αλωνίζαν	=	αλωνίζω
αλωνίζανε	=	αλωνίζω
αλωνίζατε	=	αλωνίζω
αλωνίζει	=	αλωνίζω
αλωνίζεις	=	αλωνίζω
αλωνίζεσαι	=	αλωνίζω
αλωνίζεστε	=	αλωνίζω
αλωνίζεται	=	αλωνίζω
αλωνίζετε	=	αλωνίζω
αλωνίζομαι	=	αλωνίζω
αλωνίζονται	=	αλωνίζω
αλωνίζονταν	=	αλωνίζω
αλωνίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αλωνίζω
αλωνίζου	=	αλωνίζω
αλωνίζουμε	=	αλωνίζω
αλωνίζουν	=	αλωνίζω
αλωνίζουνε	=	αλωνίζω
αλωνίζω	verb	διαχωρίζω στο αλώνι τον καρπό των δημητριακών από τα περιβλήματά τους και το άχυρο με κόπανο ή μηχάνημα
αλωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίσαν	=	αλωνίζω
αλωνίσανε	=	αλωνίζω
αλωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλώνισμα
αλωνίσματος	noun	γενική ενικού του αλώνισμα
αλωνίσου	=	αλωνίζω
αλωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνίστηκα	=	αλωνίζω
αλωνίστηκαν	=	αλωνίζω
αλωνίστηκε	=	αλωνίζω
αλωνίστηκες	=	αλωνίζω
αλωνίστρια	=	αλωνιστής
αλωνίστριας	noun	γενική ενικού του αλωνίστρια
αλωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνίστρια
αλωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλωνιάρα	=	αλωνιάρης
αλωνιάρας	=	αλωνιάρης
αλωνιάρες	=	αλωνιάρης
αλωνιάρη	=	αλωνιάρης
αλωνιάρηδες	=	αλωνιάρης
αλωνιάρηδων	=	αλωνιάρης
αλωνιάρης	noun	ιδιοκτήτης, ή εργάτης αλωνιού (όπως π.χ. παραγαδιάρης, ταβερνιάρης)
αλωνιάρικα	=	αλωνιάρης
αλωνιάρικο	=	αλωνιάρης
αλωνιάρικου	=	αλωνιάρης
αλωνιάρικων	=	αλωνιάρης
αλωνιάτες	=	αλωνιάτης
αλωνιάτη	=	αλωνιάτης
αλωνιάτης	adj	ο εργαζόμενος σε αλώνι, ο αλωνάρης
αλωνιατών	=	αλωνιάτης
αλωνιζόμασταν	=	αλωνίζω
αλωνιζόμαστε	=	αλωνίζω
αλωνιζόμουν	=	αλωνίζω
αλωνιζόμουνα	=	αλωνίζω
αλωνιζόντουσαν	=	αλωνίζω
αλωνιζόσασταν	=	αλωνίζω
αλωνιζόσαστε	=	αλωνίζω
αλωνιζόσουν	=	αλωνίζω
αλωνιζόσουνα	=	αλωνίζω
αλωνιζόταν	=	αλωνίζω
αλωνιζότανε	=	αλωνίζω
αλωνιού	=	αλώνι
αλωνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αλώνισμα
αλωνισμέ	noun	κλητική ενικού του αλωνισμός
αλωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνισμένο
αλωνισμένε	verb	κλητική ενικού του αλωνισμένος
αλωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνισμένη
αλωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλωνισμένος
αλωνισμένης	verb	γενική ενικού του αλωνισμένη
αλωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αλωνισμένος
αλωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλωνισμένος
αλωνισμένος	=	αλωνίζω
αλωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλωνισμένος
αλωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αλωνισμένος
αλωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλωνισμένος
αλωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλωνισμός
αλωνισμού	noun	γενική ενικού του αλωνισμός
αλωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αλωνισμός
αλωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του αλωνισμός
αλωνισμός	=	αλώνισμα
αλωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του αλωνισμός
αλωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνιστής
αλωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αλωνιστής
αλωνιστήκαμε	=	αλωνίζω
αλωνιστήκαν	=	αλωνίζω
αλωνιστήκανε	=	αλωνίζω
αλωνιστήκατε	=	αλωνίζω
αλωνιστής	noun	αυτός που αλωνίζει
αλωνιστεί	=	αλωνίζω
αλωνιστείτε	=	αλωνίζω
αλωνιστικά	noun	η αμοιβή του αλωνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνιστικό
αλωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αλωνιστικός
αλωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωνιστική
αλωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλωνιστικός
αλωνιστικής	adj	γενική ενικού του αλωνιστική
αλωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλωνιστικός
αλωνιστικού	adj	γενική ενικού του αλωνιστικός
αλωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλωνιστικός
αλωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αλωνιστικός
αλωνιστικός	adj	αυτός που σχετίζεται με το αλώνισμα
αλωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αλωνιστικός
αλωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αλωνίστρια
αλωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του αλωνιστής
αλωνιών	=	αλώνι
αλωνμένος	=	αλώνω
αλωνοθέριζα	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέριζαν	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέριζε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέριζες	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέρισα	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέρισαν	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέρισε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθέρισες	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζαμε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζαν	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζανε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζατε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζει	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζεις	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζετε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζοντας	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζουμε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζουν	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζουνε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίζω	verb	θερίζω και (κατόπιν) αλωνίζω
αλωνοθερίσαμε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίσαν	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίσανε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίσατε	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίσει	=	αλωνοθερίζω
αλωνοθερίστε	=	αλωνοθερίζω
αλωνόμασταν	=	αλώνω
αλωνόμαστε	=	αλώνω
αλωνόμουν	=	αλώνω
αλωνόμουνα	=	αλώνω
αλωνόντουσαν	=	αλώνω
αλωνόσασταν	=	αλώνω
αλωνόσαστε	=	αλώνω
αλωνόσουν	=	αλώνω
αλωνόσουνα	=	αλώνω
αλωνόταν	=	αλώνω
αλωνότανε	=	αλώνω
αλωπεκές	=	αλωπεκή
αλωπεκή	noun	δέρμα αλεπούς
αλωπεκής	=	αλωπεκή
αλωπεκία	noun	ασθένεια, εξαιτίας της οποίας χάνεται το τριχωτό της κεφαλής (ολικά ή μερικά)
αλωπεκίας	noun	γενική ενικού του αλωπεκία
αλωπεκίαση	noun	αλωπεκία
αλωπεκίασης	noun	γενική ενικού του αλωπεκίαση
αλωπεκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωπεκία
αλωπεκιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωπεκίαση
αλωπεκιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αλωπεκίαση
αλωπεκιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αλωπεκίαση
αλωπεκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωπεκικό
αλωπεκικέ	adj	κλητική ενικού του αλωπεκικός
αλωπεκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωπεκική
αλωπεκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλωπεκικός
αλωπεκικής	adj	γενική ενικού του αλωπεκική
αλωπεκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλωπεκικός
αλωπεκικού	adj	γενική ενικού του αλωπεκικός
αλωπεκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλωπεκικός
αλωπεκικό	adj	αιτιατική ενικού του αλωπεκικός
αλωπεκικός	adj	ο σχετικός με την αλωπεκία
αλωπεκικών	adj	γενική πληθυντικού του αλωπεκικός
αλωπεκιών	noun	γενική πληθυντικού του αλωπεκία
αλωπεκών	=	αλωπεκή
αλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωτό
αλωτέ	adj	κλητική ενικού του αλωτός
αλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλωτή
αλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλωτός
αλωτής	adj	γενική ενικού του αλωτή
αλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλωτός
αλωτού	adj	γενική ενικού του αλωτός
αλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλωτός
αλωτό	adj	αιτιατική ενικού του αλωτός
αλωτός	adj|formal	άλλη μορφή του αλώσιμος
αλωτών	adj	γενική πληθυντικού του αλωτός
αλόγα	noun|figurative	ψηλή, μεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα
αλόγας	noun	γενική ενικού του αλόγα
αλόγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλόγα
αλόγιαστα	=	αλόγιαστος
αλόγιαστε	=	αλόγιαστος
αλόγιαστες	=	αλόγιαστος
αλόγιαστη	=	αλόγιαστος
αλόγιαστης	=	αλόγιαστος
αλόγιαστο	=	αλόγιαστος
αλόγιαστοι	=	αλόγιαστος
αλόγιαστος	adj|vulgar	ή (λογοτεχνικό) αλόγιστος
αλόγιαστου	=	αλόγιαστος
αλόγιαστους	=	αλόγιαστος
αλόγιαστων	=	αλόγιαστος
αλόγιστα	adv	με αλόγιστο τρόπο, ξεπερνώντας τα όρια της λογικής
αλόγιστε	=	αλόγιστος
αλόγιστες	=	αλόγιστος
αλόγιστη	=	αλόγιστος
αλόγιστης	=	αλόγιστος
αλόγιστο	=	αλόγιστος
αλόγιστοι	=	αλόγιστος
αλόγιστος	adj	που δε συμφωνεί με τη λογική
αλόγιστου	=	αλόγιστος
αλόγιστους	=	αλόγιστος
αλόγιστων	=	αλόγιστος
αλόγου	noun	γενική ενικού του άλογο
αλόγων	noun	γενική πληθυντικού του άλογο
αλόες	=	αλόη
αλόη	noun	ποώδες εύχυμο φυτό με φαρμακευτικές και αρωματικές ιδιότητες
αλόης	=	αλόη
αλόξευτα	=	αλόξευτος
αλόξευτε	=	αλόξευτος
αλόξευτες	=	αλόξευτος
αλόξευτη	=	αλόξευτος
αλόξευτης	=	αλόξευτος
αλόξευτο	=	αλόξευτος
αλόξευτοι	=	αλόξευτος
αλόξευτος	adj	που δεν τον έχουν λοξεύσει ή που δεν έχει λοξεύσει
αλόξευτου	=	αλόξευτος
αλόξευτους	=	αλόξευτος
αλόξευτων	=	αλόξευτος
αλόφυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλόφυτο
αλόφυτο	noun	φυτό προσαρμοσμένο σε αλατούχα περιβάλλοντα, που ευδοκιμεί σε εδάφη ή υγρότοπους με υψηλή περιεκτικότητα σε άλατα, χάρη σε εξειδικευμένους φυσιολογικούς και μορφολογικούς μηχανισμούς
αλόφυτου	=	αλόφυτο
αλόφυτων	=	αλόφυτο
αλύγιστα	adv	χωρίς να λυγίζει
αλύγιστε	adj	κλητική ενικού του αλύγιστος
αλύγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλύγιστη
αλύγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλύγιστος
αλύγιστης	adj	γενική ενικού του αλύγιστη
αλύγιστο	adj	αιτιατική ενικού του αλύγιστος
αλύγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλύγιστος
αλύγιστος	adj	που δεν έχει λυγίσει
αλύγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλύγιστος
αλύγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλύγιστος
αλύγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλύγιστος
αλύπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλύπητος	adv	με αλύπητο τρόπο, χωρίς λύπηση
αλύπητε	adj	κλητική ενικού του αλύπητος
αλύπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλύπητη
αλύπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλύπητος
αλύπητης	adj	γενική ενικού του αλύπητη
αλύπητο	adj	αιτιατική ενικού του αλύπητος
αλύπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλύπητος
αλύπητος	adj	που δρα χωρίς λύπη, χωρίς συμπόνια ή οίκτο για τον άλλο
αλύπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλύπητος
αλύπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλύπητος
αλύπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλύπητος
αλύσου	=	άλυσος
αλύσους	=	άλυσος
αλύσων	=	άλυσος
αλύσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλύσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλύσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλύσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυσώνω
αλύταρχε	=	αλύταρχος
αλύταρχο	=	αλύταρχος
αλύταρχοι	=	αλύταρχος
αλύταρχος	noun|formal	άλλη μορφή του αλυτάρχης
αλύταρχου	=	αλύταρχος
αλύταρχους	=	αλύταρχος
αλύταρχων	=	αλύταρχος
αλύτρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλύτρωτος	adv	με αλύτρωτο τρόπο, χωρίς λύτρωση
αλύτρωτε	adj	κλητική ενικού του αλύτρωτος
αλύτρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλύτρωτη
αλύτρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλύτρωτος
αλύτρωτης	adj	γενική ενικού του αλύτρωτη
αλύτρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αλύτρωτος
αλύτρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλύτρωτος
αλύτρωτος	adj	που δεν έχει λυτρωθεί, δεν έχει απελευθερωθεί
αλύτρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλύτρωτος
αλύτρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλύτρωτος
αλύτρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλύτρωτος
αλύχτα	=	αλυχτάω
αλύχταγα	=	αλυχτάω
αλύχταγε	=	αλυχτάω
αλύχτημα	noun	η φωνή του σκύλου
αλύχτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλύχτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλύχτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλύχτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
αλύχτισμα	noun	άλλη μορφή του αλύχτημα
αλώβητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αλώβητος	adv	χωρίς βλάβη
αλώβητε	adj	κλητική ενικού του αλώβητος
αλώβητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλώβητη
αλώβητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλώβητος
αλώβητης	adj	γενική ενικού του αλώβητη
αλώβητο	adj	αιτιατική ενικού του αλώβητος
αλώβητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλώβητος
αλώβητος	adj	αυτός που δεν έχει πάθει φυσική ή ηθική ζημιά, ο ακέραιος, ο σώος, που δεν τραυματίστηκε
αλώβητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλώβητος
αλώβητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλώβητος
αλώβητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλώβητος
αλώθηκα	verb	α' πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλώθηκε	verb	γʹ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλώθηκες	verb	βʹ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αλώνω
αλώναμε	=	αλώνω
αλώναν	=	αλώνω
αλώνανε	=	αλώνω
αλώνατε	=	αλώνω
αλώνει	=	αλώνω
αλώνεις	=	αλώνω
αλώνεσαι	=	αλώνω
αλώνεστε	=	αλώνω
αλώνεται	=	αλώνω
αλώνετε	=	αλώνω
αλώνι	noun	στρογγυλός επίπεδος χώρος για το αλώνισμα δημητριακών
αλώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλώνι
αλώνιζα	=	αλωνίζω
αλώνιζαν	=	αλωνίζω
αλώνιζε	=	αλωνίζω
αλώνιζες	=	αλωνίζω
αλώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αλωνίζω
αλώνισμα	noun	η ενέργεια του αλωνίζω, ο διαχωρισμός των κόκκων των δημητριακών από τα στάχυα και από το περίβλημά του σε αλώνι
αλώνομαι	=	αλώνω
αλώνομε	=	αλώνω
αλώνονται	=	αλώνω
αλώνονταν	=	αλώνω
αλώνοντας	=	αλώνω
αλώνουμε	=	αλώνω
αλώνουν	=	αλώνω
αλώνουνε	=	αλώνω
αλώνω	verb|rare	κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ
αλώσαμε	=	αλώνω
αλώσαν	=	αλώνω
αλώσανε	=	αλώνω
αλώσατε	=	αλώνω
αλώσει	=	αλώνω
αλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλωση
αλώσετε	=	αλώνω
αλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του άλωση
αλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του άλωση
αλώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλώσιμο
αλώσιμε	adj	κλητική ενικού του αλώσιμος
αλώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλώσιμη
αλώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αλώσιμος
αλώσιμης	adj	γενική ενικού του αλώσιμη
αλώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αλώσιμος
αλώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αλώσιμος
αλώσιμος	adj	που μπορεί να αλωθεί
αλώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αλώσιμος
αλώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αλώσιμος
αλώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αλώσιμος
αλώσομε	=	αλώνω
αλώσου	=	αλώνω
αλώσουμε	=	αλώνω
αλώσουν	=	αλώνω
αλώσουνε	=	αλώνω
αλώστε	=	αλώνω
αλώσω	=	αλώνω
αλώων	=	άλως
αμ	intj	για δήλωση απορίας, άρνησης ή αντίθεσης
αμάγευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάγευτο
αμάγευτε	adj	κλητική ενικού του αμάγευτος
αμάγευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάγευτη
αμάγευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάγευτος
αμάγευτης	adj	γενική ενικού του αμάγευτη
αμάγευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάγευτος
αμάγευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάγευτος
αμάγευτος	adj	που δεν έχει μαγευτεί ή δεν μπορεί να μαγευτεί
αμάγευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάγευτος
αμάγευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάγευτος
αμάγευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάγευτος
αμάδα	noun	επίπεδη πέτρα με μορφή δίσκου
αμάδας	=	αμάδα
αμάδες	noun	παιδικό παιχνίδι που παίζεται με επίπεδες πέτρες (αμάδα) που ρίχνονται συρτά με σκοπό να πετύχουν και να μετακινήσουν τις άλλες
αμάδητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάδητος
αμάδητε	=	αμάδητος
αμάδητες	=	αμάδητος
αμάδητη	=	αμάδητος
αμάδητης	=	αμάδητος
αμάδητο	=	αμάδητος
αμάδητοι	=	αμάδητος
αμάδητος	adj	που δεν τον έχουν μαδήσει
αμάδητου	=	αμάδητος
αμάδητους	=	αμάδητος
αμάδητων	=	αμάδητος
αμάδων	=	αμάδα
αμάζευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάζευτο
αμάζευτε	adj	κλητική ενικού του αμάζευτος
αμάζευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάζευτη
αμάζευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάζευτος
αμάζευτης	adj	γενική ενικού του αμάζευτη
αμάζευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάζευτος
αμάζευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάζευτος
αμάζευτος	adj	που δεν έχει μαζευτεί, δεν έχει συγκεντρωθεί ή δεν μπορεί να μαζευτεί
αμάζευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάζευτος
αμάζευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάζευτος
αμάζευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάζευτος
αμάθεια	noun	άγνοια
αμάθειας	noun	γενική ενικού του αμάθεια
αμάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάθεια
αμάθευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάθευτο
αμάθευτε	adj	κλητική ενικού του αμάθευτος
αμάθευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάθευτη
αμάθευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάθευτος
αμάθευτης	adj	γενική ενικού του αμάθευτη
αμάθευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάθευτος
αμάθευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάθευτος
αμάθευτος	adj	που δεν έχει μαθευτεί, δεν έχει γίνει γνωστός· ή δεν μπορεί να μαθευτεί
αμάθευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάθευτος
αμάθευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάθευτος
αμάθευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάθευτος
αμάθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάθητος	adv	χωρίς να έχει μάθει
αμάθητε	adj	κλητική ενικού του αμάθητος
αμάθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάθητη
αμάθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάθητος
αμάθητης	adj	γενική ενικού του αμάθητη
αμάθητο	adj	αιτιατική ενικού του αμάθητος
αμάθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάθητος
αμάθητος	adj	που δεν έχει μάθει
αμάθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάθητος
αμάθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάθητος
αμάθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάθητος
αμάκα	noun	η διαβίωση με τα χρήματα άλλων	adv	τζάμπα
αμάκας	noun	γενική ενικού του αμάκα
αμάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάκα
αμάλαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάλαγος	adv	άλλη μορφή του αμάλαχτα
αμάλαγε	adj	κλητική ενικού του αμάλαγος
αμάλαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλαγη
αμάλαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάλαγος
αμάλαγης	adj	γενική ενικού του αμάλαγη
αμάλαγο	adj	αιτιατική ενικού του αμάλαγος
αμάλαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάλαγος
αμάλαγος	adj	που δεν έχει μαλαχτεί
αμάλαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάλαγος
αμάλαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάλαγος
αμάλαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάλαγος
αμάλακτος	=	αμάλαχτος
αμάλαχτα	adv	χωρίς να τον έχουν μαλάξει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάλαχτος
αμάλαχτε	adj	κλητική ενικού του αμάλαχτος
αμάλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλαχτη
αμάλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάλαχτος
αμάλαχτης	adj	γενική ενικού του αμάλαχτη
αμάλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάλαχτος
αμάλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάλαχτος
αμάλαχτος	adj	άλλη μορφή του αμάλαγος
αμάλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάλαχτος
αμάλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάλαχτος
αμάλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάλαχτος
αμάλγαμα	noun	κράμα υδραργύρου και άλλου μετάλλου
αμάλλιαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλλιαγο
αμάλλιαγε	adj	κλητική ενικού του αμάλλιαγος
αμάλλιαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλλιαγη
αμάλλιαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάλλιαγος
αμάλλιαγης	adj	γενική ενικού του αμάλλιαγη
αμάλλιαγο	adj	αιτιατική ενικού του αμάλλιαγος
αμάλλιαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάλλιαγος
αμάλλιαγος	adj	που δεν έχει μαλλιά ή τρίχες (στο κεφάλι ή το κορμί)
αμάλλιαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάλλιαγος
αμάλλιαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάλλιαγος
αμάλλιαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάλλιαγος
αμάλλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλλιαστο
αμάλλιαστε	adj	κλητική ενικού του αμάλλιαστος
αμάλλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλλιαστη
αμάλλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάλλιαστος
αμάλλιαστης	adj	γενική ενικού του αμάλλιαστη
αμάλλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αμάλλιαστος
αμάλλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάλλιαστος
αμάλλιαστος	adj	άλλη μορφή του αμάλλιαγος
αμάλλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάλλιαστος
αμάλλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάλλιαστος
αμάλλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάλλιαστος
αμάμπιλε	adv	γλυκά, ευγενικά, χαριτωμένα
αμάν	intj	δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια
αμάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάνικο
αμάνικε	adj	κλητική ενικού του αμάνικος
αμάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάνικη
αμάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάνικος
αμάνικης	adj	γενική ενικού του αμάνικη
αμάνικο	adj	αιτιατική ενικού του αμάνικος
αμάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάνικος
αμάνικος	adj	για ρούχο ( πουκάμισο, φόρεμα κλπ) που δεν έχει μανίκια
αμάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάνικος
αμάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάνικος
αμάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάνικος
αμάντευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάντευτο
αμάντευτε	adj	κλητική ενικού του αμάντευτος
αμάντευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάντευτη
αμάντευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάντευτος
αμάντευτης	adj	γενική ενικού του αμάντευτη
αμάντευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάντευτος
αμάντευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάντευτος
αμάντευτος	adj	που δεν έχει μαντευτεί ή δεν μπορεί να μαντευτεί
αμάντευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάντευτος
αμάντευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάντευτος
αμάντευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάντευτος
αμάντιστος	=	αμάντρωτος
αμάντριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάντριστο
αμάντριστε	adj	κλητική ενικού του αμάντριστος
αμάντριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάντριστη
αμάντριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάντριστος
αμάντριστης	adj	γενική ενικού του αμάντριστη
αμάντριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμάντριστος
αμάντριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάντριστος
αμάντριστος	adj	που δεν έχει μαντριστεί, δεν έχει κλειστεί σε μαντρί
αμάντριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάντριστος
αμάντριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάντριστος
αμάντριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάντριστος
αμάντρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάντρωτο
αμάντρωτε	adj	κλητική ενικού του αμάντρωτος
αμάντρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάντρωτη
αμάντρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάντρωτος
αμάντρωτης	adj	γενική ενικού του αμάντρωτη
αμάντρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάντρωτος
αμάντρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάντρωτος
αμάντρωτος	adj	που δεν έχει μαντρωθεί ή δεν μπορεί να μαντρωθεί
αμάντρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάντρωτος
αμάντρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάντρωτος
αμάντρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάντρωτος
αμάξης	=	άμαξα
αμάξι	noun	όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα
αμάξια	=	αμάξι
αμάξωμα	noun	το κεντρικό μέρος ενός οχήματος, στο οποίο μεταφέρονται οι επιβάτες ή φορτίο
αμάρα	noun	αρδευτικό αυλάκι
αμάραντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάραντο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάραντος
αμάραντε	adj	κλητική ενικού του αμάραντος
αμάραντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάραντη
αμάραντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάραντος
αμάραντης	adj	γενική ενικού του αμάραντη
αμάραντο	noun	κοινή ονομασία διαφόρων ειδών φυτών, όπως του Limonium sinuatum
αμάραντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάραντος
αμάραντος	noun	αγριολούλουδο με την επιστημονική ονομασία Λειμώνιο το Κολπωτό, που μαραίνεται δύσκολα.	adj	που δεν έχει μαραθεί
αμάραντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάραντος
αμάραντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάραντος
αμάραντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάραντος
αμάρας	noun	γενική ενικού του αμάρα
αμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάρα
αμάρταινα	=	αμαρταίνω
αμάρταιναν	=	αμαρταίνω
αμάρταινε	=	αμαρταίνω
αμάρταινες	=	αμαρταίνω
αμάρτανα	=	αμαρτάνω
αμάρταναν	=	αμαρτάνω
αμάρτανε	=	αμαρτάνω
αμάρτανες	=	αμαρτάνω
αμάρτημα	noun	η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ή του θείου νόμου
αμάρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμάρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμάρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμάρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμάρτυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάρτυρος	adv	χωρίς μαρτυρίες ή χωρίς στοιχεία
αμάρτυρε	adj	κλητική ενικού του αμάρτυρος
αμάρτυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάρτυρη
αμάρτυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάρτυρος
αμάρτυρης	adj	γενική ενικού του αμάρτυρη
αμάρτυρο	adj	αιτιατική ενικού του αμάρτυρος
αμάρτυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάρτυρος
αμάρτυρος	adj	που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται
αμάρτυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάρτυρος
αμάρτυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάρτυρος
αμάρτυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάρτυρος
αμάσητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμάσητος	adv	χωρίς να τον έχουν μασήσει
αμάσητε	adj	κλητική ενικού του αμάσητος
αμάσητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάσητη
αμάσητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάσητος
αμάσητης	adj	γενική ενικού του αμάσητη
αμάσητο	adj	αιτιατική ενικού του αμάσητος
αμάσητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάσητος
αμάσητος	adj	για τροφή που δεν έχει υποστεί μάσημα πριν την κατάποση
αμάσητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάσητος
αμάσητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάσητος
αμάσητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάσητος
αμάτιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάτιαστο
αμάτιαστε	adj	κλητική ενικού του αμάτιαστος
αμάτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάτιαστη
αμάτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάτιαστος
αμάτιαστης	adj	γενική ενικού του αμάτιαστη
αμάτιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αμάτιαστος
αμάτιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάτιαστος
αμάτιαστος	adj	που δεν έχει ματιαστεί
αμάτιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάτιαστος
αμάτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάτιαστος
αμάτιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάτιαστος
αμάτιαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάτιαχτο
αμάτιαχτε	adj	κλητική ενικού του αμάτιαχτος
αμάτιαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάτιαχτη
αμάτιαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμάτιαχτος
αμάτιαχτης	adj	γενική ενικού του αμάτιαχτη
αμάτιαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αμάτιαχτος
αμάτιαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμάτιαχτος
αμάτιαχτος	adj|rare	άλλη μορφή του αμάτιαστος
αμάτιαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμάτιαχτος
αμάτιαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμάτιαχτος
αμάτιαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμάτιαχτος
αμάχες	=	αμάχη
αμάχη	noun|literary	η έχθρα, το μίσος
αμάχης	=	αμάχη
αμάχητα	adv	χωρίς να υπάρχει δυνατότητα / περιθώριο νομικής προσβολής
αμάχητε	=	αμάχητος
αμάχητες	=	αμάχητος
αμάχητη	=	αμάχητος
αμάχητης	=	αμάχητος
αμάχητο	=	αμάχητος
αμάχητοι	=	αμάχητος
αμάχητος	adj	που δεν μπορεί να προσβληθεί νομικά
αμάχητου	=	αμάχητος
αμάχητους	=	αμάχητος
αμάχητων	=	αμάχητος
αμάχους	=	άμαχοι
αμάχων	=	άμαχοι
αμέ	particle|informal	ναι (καταφατικά, με έμφαση)
αμέθοδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμέθοδος	adv	χωρίς μέθοδο
αμέθοδε	=	αμέθοδος
αμέθοδες	=	αμέθοδος
αμέθοδη	=	αμέθοδος
αμέθοδης	=	αμέθοδος
αμέθοδο	=	αμέθοδος
αμέθοδοι	=	αμέθοδος
αμέθοδος	adj	που γίνεται χωρίς την εφαρμογή καμίας μεθόδου
αμέθοδου	=	αμέθοδος
αμέθοδους	=	αμέθοδος
αμέθοδων	=	αμέθοδος
αμέθυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέθυστο
αμέθυστε	noun	κλητική ενικού του αμέθυστος
αμέθυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέθυστη
αμέθυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέθυστος
αμέθυστης	adj	γενική ενικού του αμέθυστη
αμέθυστο	noun	αιτιατική ενικού του αμέθυστος
αμέθυστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέθυστος
αμέθυστος	noun	είδος ημιπολύτιμου λίθου.	adj	που δεν έχει μεθύσει
αμέθυστου	noun	γενική ενικού του αμέθυστος
αμέθυστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμέθυστος
αμέθυστων	noun	γενική πληθυντικού του αμέθυστος
αμέλγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμελγμα
αμέλγματος	noun	γενική ενικού του άμελγμα
αμέλγω	verb|formal	αρμέγω
αμέλει	=	αμελώ
αμέλεια	noun	η έλλειψη ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης
αμέλειας	noun	γενική ενικού του αμέλεια
αμέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέλεια
αμέλημα	noun	σφάλμα που προκαλείται από αμέλεια
αμέλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμέλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμέλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμέλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμένσιοτο	noun	η μπηχτή για κάποιον ο οποίος δεν αναφέρεται ποιος είναι, αν και συνήθως εννοείται από τα συμφραζόμενα
αμέρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέρευτο
αμέρευτε	adj	κλητική ενικού του αμέρευτος
αμέρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέρευτη
αμέρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέρευτος
αμέρευτης	adj	γενική ενικού του αμέρευτη
αμέρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμέρευτος
αμέρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέρευτος
αμέρευτος	adj	άλλη μορφή του ανημέρευτος
αμέρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμέρευτος
αμέρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέρευτος
αμέρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμέρευτος
αμέριμνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμέριμνος	adv	χωρίς μέριμνα
αμέριμνε	=	αμέριμνος
αμέριμνες	=	αμέριμνος
αμέριμνη	=	αμέριμνος
αμέριμνης	=	αμέριμνος
αμέριμνο	=	αμέριμνος
αμέριμνοι	=	αμέριμνος
αμέριμνος	adj	που είναι ξέγνοιαστος και χαλαρός ή πάντως ασχολείται με κάποια ζητήματα άσχετα από ένα κεντρικό πρόβλημα που τον/την απειλεί χωρίς να το ξέρει ακόμα.
αμέριμνου	=	αμέριμνος
αμέριμνους	=	αμέριμνος
αμέριμνων	=	αμέριμνος
αμέριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμέριστος	adv	κατά τρόπο αμέριστο
αμέριστε	adj	κλητική ενικού του αμέριστος
αμέριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέριστη
αμέριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέριστος
αμέριστης	adj	γενική ενικού του αμέριστη
αμέριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμέριστος
αμέριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέριστος
αμέριστος	adj	που παρέχεται στο σύνολό του και όχι μόνο κατά ένα μέρος, αδιάσπαστος
αμέριστου	adj	γενική ενικού του αμέριστος
αμέριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέριστος
αμέριστων	adj	γενική πληθυντικού του αμέριστος
αμέρωτα	adv	χωρίς να έχει ή να τον έχουν ημερώσει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμέρωτος
αμέρωτε	adj	κλητική ενικού του αμέρωτος
αμέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέρωτη
αμέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέρωτος
αμέρωτης	adj	γενική ενικού του αμέρωτη
αμέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμέρωτος
αμέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέρωτος
αμέρωτος	adj	που δεν έχει ημερώσει
αμέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμέρωτος
αμέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέρωτος
αμέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμέρωτος
αμέστη	=	άμεστος
αμέστο	=	άμεστος
αμέστωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέστωτο
αμέστωτε	adj	κλητική ενικού του αμέστωτος
αμέστωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέστωτη
αμέστωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέστωτος
αμέστωτης	adj	γενική ενικού του αμέστωτη
αμέστωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμέστωτος
αμέστωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέστωτος
αμέστωτος	adj	που δεν έχει μεστώσει
αμέστωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμέστωτος
αμέστωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέστωτος
αμέστωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμέστωτος
αμέσως	adv	την ίδια στιγμή
αμέταλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέταλλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμέταλλος
αμέταλλε	adj	κλητική ενικού του αμέταλλος
αμέταλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέταλλη
αμέταλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέταλλος
αμέταλλης	adj	γενική ενικού του αμέταλλη
αμέταλλο	noun	χημικό στοιχείο, όπως το υδρογόνο, το οξυγόνο το χλώριο κ.ά., με ιδιότητες διαφορετικές από τα μέταλλα, όπως για παράδειγμα ότι είναι κακοί αγωγοί της θερμότητας και του ηλεκτρισμού
αμέταλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέταλλος
αμέταλλος	adj	που έχει σχέση με τα αμέταλλα ή αναφέρεται σ’ αυτά
αμέταλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμέταλλος
αμέταλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέταλλος
αμέταλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμέταλλος
αμέτε	intj	άλλη μορφή του άμετε
αμέτοχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέτοχο
αμέτοχε	adj	κλητική ενικού του αμέτοχος
αμέτοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέτοχη
αμέτοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέτοχος
αμέτοχης	adj	γενική ενικού του αμέτοχη
αμέτοχο	adj	αιτιατική ενικού του αμέτοχος
αμέτοχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέτοχος
αμέτοχος	adj	που δεν συμμετέχει σε κάτι
αμέτοχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμέτοχος
αμέτοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέτοχος
αμέτοχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμέτοχος
αμέτρητα	adv	χωρίς να τον έχουν μετρήσει
αμέτρητε	adj	κλητική ενικού του αμέτρητος
αμέτρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέτρητη
αμέτρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμέτρητος
αμέτρητης	adj	γενική ενικού του αμέτρητη
αμέτρητο	adj	αιτιατική ενικού του αμέτρητος
αμέτρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμέτρητος
αμέτρητος	adj	που για διάφορους λόγους δεν μπορεί να καταμετρηθεί, ο μη μετρήσιμος ή μη αριθμήσιμος
αμέτρητου	adj	γενική ενικού του αμέτρητος
αμέτρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμέτρητος
αμέτρητων	adj	γενική πληθυντικού του αμέτρητος
αμή	=	αμέ
αμήν	intj	αληθώς
αμήνυτα	adv	χωρίς (να έχει σταλεί) μήνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμήνυτος
αμήνυτε	adj	κλητική ενικού του αμήνυτος
αμήνυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμήνυτη
αμήνυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμήνυτος
αμήνυτης	adj	γενική ενικού του αμήνυτη
αμήνυτο	adj	αιτιατική ενικού του αμήνυτος
αμήνυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμήνυτος
αμήνυτος	adj	που δεν του έχουν στείλει μήνυμα
αμήνυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμήνυτος
αμήνυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμήνυτος
αμήνυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμήνυτος
αμήχανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμήχανο	adv	με αμήχανο τρόπο
αμήχανε	adj	κλητική ενικού του αμήχανος
αμήχανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμήχανη
αμήχανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμήχανος
αμήχανης	adj	γενική ενικού του αμήχανη
αμήχανο	adj	αιτιατική ενικού του αμήχανος
αμήχανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμήχανος
αμήχανος	adj	που καταλαμβάνεται από αμηχανία, που δεν ξέρει πώς να αντιδράσει σε μια δεδομένη στιγμή
αμήχανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμήχανος
αμήχανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμήχανος
αμήχανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμήχανος
αμίαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμίαντος	adv	χωρίς να έχει μιανθεί
αμίαντε	noun	κλητική ενικού του αμίαντος
αμίαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίαντη
αμίαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμίαντος
αμίαντης	adj	γενική ενικού του αμίαντη
αμίαντο	noun	ο αμίαντος
αμίαντοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμίαντος
αμίαντος	noun	ομάδα διαφορετικών πυριτικών ορυκτών που αποτελούνται από ίνες, που παλιότερα χρησιμοποιούνταν συχνά, σήμερα όμως η χρήση τους έχει απαγορευθεί, επειδή η εισπνοή τους προκαλεί καρκίνο των πνευμόνων	adj|formal	που δεν έχει μιανθεί
αμίαντου	noun	γενική ενικού του αμίαντος
αμίαντους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμίαντος
αμίαντων	noun	γενική πληθυντικού του αμίαντος
αμίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίδιο
αμίδιο	noun	οργανική χημική ένωση που περιέχει την ομάδα αμίδης (–CONH₂), η οποία αποτελείται από έναν καρβονυλικό δεσμό (C=O) συνδεδεμένο με μία αμινομάδα (–NH₂).
αμίδιου	=	αμίδιο
αμίδιων	=	αμίδιο
αμίκρυντα	=	αμίκρυντος
αμίκρυντε	=	αμίκρυντος
αμίκρυντες	=	αμίκρυντος
αμίκρυντη	=	αμίκρυντος
αμίκρυντης	=	αμίκρυντος
αμίκρυντο	=	αμίκρυντος
αμίκρυντοι	=	αμίκρυντος
αμίκρυντος	adj	που δε μικρύνθηκε ή δεν μπορεί να μικρυνθεί
αμίκρυντου	=	αμίκρυντος
αμίκρυντους	=	αμίκρυντος
αμίκρυντων	=	αμίκρυντος
αμίλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμίλητος	adv	χωρίς να έχει μιλήσει ή να του έχουν μιλήσει
αμίλητε	adj	κλητική ενικού του αμίλητος
αμίλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίλητη
αμίλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμίλητος
αμίλητης	adj	γενική ενικού του αμίλητη
αμίλητο	adj	αιτιατική ενικού του αμίλητος
αμίλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμίλητος
αμίλητος	adj	που δε μιλάει
αμίλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμίλητος
αμίλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμίλητος
αμίλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμίλητος
αμίμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίμητο
αμίμητε	adj	κλητική ενικού του αμίμητος
αμίμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίμητη
αμίμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμίμητος
αμίμητης	adj	γενική ενικού του αμίμητη
αμίμητο	adj	αιτιατική ενικού του αμίμητος
αμίμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμίμητος
αμίμητος	adj	που δεν μπορούν να τον μιμηθούν ή να τον ξεπεράσουν
αμίμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμίμητος
αμίμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμίμητος
αμίμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμίμητος
αμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίνη
αμίνη	noun	αζωτούχες οργανικές ενώσεις με μία τουλάχιστον αμινομάδα, δηλαδή -NH2 ή -NH- ή >Ν-, ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα
αμίνης	=	αμίνη
αμίσθωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίσθωτο
αμίσθωτε	adj	κλητική ενικού του αμίσθωτος
αμίσθωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμίσθωτη
αμίσθωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμίσθωτος
αμίσθωτης	adj	γενική ενικού του αμίσθωτη
αμίσθωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμίσθωτος
αμίσθωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμίσθωτος
αμίσθωτος	adj	που δεν έχει μισθωθεί
αμίσθωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμίσθωτος
αμίσθωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμίσθωτος
αμίσθωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμίσθωτος
αμαγάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαγάριστο
αμαγάριστε	adj	κλητική ενικού του αμαγάριστος
αμαγάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαγάριστη
αμαγάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαγάριστος
αμαγάριστης	adj	γενική ενικού του αμαγάριστη
αμαγάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμαγάριστος
αμαγάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαγάριστος
αμαγάριστος	adj	που δεν έχει μαγαριστεί ή δεν μπορεί να μαγαριστεί
αμαγάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαγάριστος
αμαγάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαγάριστος
αμαγάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαγάριστος
αμαγείρευτα	adv	χωρίς να έχουν μαγειρευτεί
αμαγείρευτε	adj	κλητική ενικού του αμαγείρευτος
αμαγείρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαγείρευτη
αμαγείρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαγείρευτος
αμαγείρευτης	adj	γενική ενικού του αμαγείρευτη
αμαγείρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμαγείρευτος
αμαγείρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαγείρευτος
αμαγείρευτος	adj	που δεν έχει μαγειρευτεί
αμαγείρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαγείρευτος
αμαγείρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαγείρευτος
αμαγείρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαγείρευτος
αμαζονίου	=	αμαζόνιος
αμαζονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαζονικό
αμαζονικέ	adj	κλητική ενικού του αμαζονικός
αμαζονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαζονική
αμαζονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαζονικός
αμαζονικής	adj	γενική ενικού του αμαζονική
αμαζονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαζονικός
αμαζονικού	adj	γενική ενικού του αμαζονικός
αμαζονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαζονικός
αμαζονικό	adj	αιτιατική ενικού του αμαζονικός
αμαζονικός	adj	άλλη μορφή του αμαζόνιος
αμαζονικών	adj	γενική πληθυντικού του αμαζονικός
αμαζονομαχία	noun	μάχη όπου παίρνουν μέρος Αμαζόνες
αμαζονομαχίας	=	αμαζονομαχία
αμαζονομαχίες	=	αμαζονομαχία
αμαζονομαχιών	=	αμαζονομαχία
αμαζόνα	noun	γυναίκα που μοιάζει στη συμπεριφορά με τις Αμαζόνες, τις γυναίκες πολεμίστριες της Σκυθίας
αμαζόνας	=	αμαζόνα
αμαζόνεια	=	αμαζόνειος
αμαζόνειας	=	αμαζόνειος
αμαζόνειε	=	αμαζόνειος
αμαζόνειες	=	αμαζόνειος
αμαζόνειο	=	αμαζόνειος
αμαζόνειοι	=	αμαζόνειος
αμαζόνειος	adj	άλλη γραφή του αμαζόνιος
αμαζόνειου	=	αμαζόνειος
αμαζόνειους	=	αμαζόνειος
αμαζόνειων	=	αμαζόνειος
αμαζόνες	=	αμαζόνα
αμαζόνια	=	αμαζόνιος
αμαζόνιας	=	αμαζόνιος
αμαζόνιε	=	αμαζόνιος
αμαζόνιες	=	αμαζόνιος
αμαζόνιο	=	αμαζόνιος
αμαζόνιοι	=	αμαζόνιος
αμαζόνιος	adj	που αναφέρεται σε αμαζόνα ή στις Αμαζόνες ή έχει σχέση μ' αυτές
αμαζόνιου	=	αμαζόνιος
αμαζόνιους	=	αμαζόνιος
αμαζόνιων	=	αμαζόνιος
αμαζόνων	=	αμαζόνα
αμαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμαθής
αμαθή	=	αμαθής
αμαθής	adj	που δεν έχει αποκτήσει αρκετές γνώσεις
αμαθείς	=	αμαθής
αμαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αμάθεια
αμαθιά	noun	η ματιά, το βλέμμα
αμαθιάς	=	αμαθιά
αμαθιές	=	αμαθιά
αμαθιών	=	αμαθιά
αμαθούς	=	αμαθής
αμαθών	=	αμαθής
αμαθώς	adv|formal	χωρίς γνώσεις ή πείρα
αμακαδόρε	noun	κλητική ενικού του αμακαδόρος
αμακαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του αμακαδόρος
αμακαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμακαδόρος
αμακαδόρος	noun|vulgar	τρακαδόρος
αμακαδόρου	noun	γενική ενικού του αμακαδόρος
αμακαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμακαδόρος
αμακαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του αμακαδόρος
αμακατζή	=	αμακατζής
αμακατζήδες	=	αμακατζής
αμακατζήδων	=	αμακατζής
αμακατζής	noun|vulgar	που ζει με ξένα χρήματα
αμακατζού	noun	θηλυκό του αμακατζής
αμακατζούδες	=	αμακατζού
αμακατζούδων	=	αμακατζού
αμακατζούς	=	αμακατζού
αμακιγιάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμακιγιάριστο
αμακιγιάριστε	adj	κλητική ενικού του αμακιγιάριστος
αμακιγιάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμακιγιάριστη
αμακιγιάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμακιγιάριστος
αμακιγιάριστης	adj	γενική ενικού του αμακιγιάριστη
αμακιγιάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμακιγιάριστος
αμακιγιάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμακιγιάριστος
αμακιγιάριστος	adj	που δεν έχει μακιγιαριστεί
αμακιγιάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμακιγιάριστος
αμακιγιάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμακιγιάριστος
αμακιγιάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμακιγιάριστος
αμαλγάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάλγαμα
αμαλγάματος	noun	γενική ενικού του αμάλγαμα
αμαλγάμωνα	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωναν	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωνε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωνες	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωσα	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωσαν	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωσε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωσες	=	αμαλγαμώνω
αμαλγάμωση	noun	άλλη μορφή του αμαλγαμάτωση
αμαλγάμωσης	noun	γενική ενικού του αμαλγάμωση
αμαλγαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμάλγαμα
αμαλγαμάτωση	noun	η παρασκευή αμαλγάματος
αμαλγαμάτωσης	noun	γενική ενικού του αμαλγαμάτωση
αμαλγαματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαματικό
αμαλγαματικέ	adj	κλητική ενικού του αμαλγαματικός
αμαλγαματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαματική
αμαλγαματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαλγαματικός
αμαλγαματικής	adj	γενική ενικού του αμαλγαματική
αμαλγαματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαματικός
αμαλγαματικού	adj	γενική ενικού του αμαλγαματικός
αμαλγαματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαλγαματικός
αμαλγαματικό	adj	αιτιατική ενικού του αμαλγαματικός
αμαλγαματικών	adj	γενική πληθυντικού του αμαλγαματικός
αμαλγαματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαμάτωση
αμαλγαματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμαλγαμάτωση
αμαλγαματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμαλγαμάτωση
αμαλγαμωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαμωτικό
αμαλγαμωτικέ	adj	κλητική ενικού του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαμωτική
αμαλγαμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμωτικής	adj	γενική ενικού του αμαλγαμωτική
αμαλγαμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμωτικού	adj	γενική ενικού του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμωτικός	adj	που έχει σχέση με την αμαλγάμωση ή το αμάλγαμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
αμαλγαμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αμαλγαμωτικός
αμαλγαμώναμε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώναν	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνανε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνατε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνει	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνεις	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνετε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνοντας	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνουμε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνουν	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνουνε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώνω	verb	φτιάχνω αμάλγαμα
αμαλγαμώσαμε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώσαν	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώσανε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώσατε	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώσει	=	αμαλγαμώνω
αμαλγαμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαλγάμωση
αμαλγαμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμαλγάμωση
αμαλγαμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμαλγάμωση
αμαλγαμώστε	=	αμαλγαμώνω
αμανάτι	noun|dated	παρακαταθήκη
αμανάτια	=	αμανάτι
αμανέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμανές
αμανέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμανές
αμανέδων	=	αμανές
αμανές	noun	είδος λαϊκού τραγουδιού, με ανατολίτικες ρίζες, ερωτικό συνήθως στο οποίο επαναλαμβάνεται συχνά το επιφώνημα «αμάν!»
αμανίκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμανίκωτο
αμανίκωτε	adj	κλητική ενικού του αμανίκωτος
αμανίκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμανίκωτη
αμανίκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμανίκωτος
αμανίκωτης	adj	γενική ενικού του αμανίκωτη
αμανίκωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμανίκωτος
αμανίκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμανίκωτος
αμανίκωτος	adj	χωρίς μανίκια
αμανίκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμανίκωτος
αμανίκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμανίκωτος
αμανίκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμανίκωτος
αμανίτες	=	αμανίτης
αμανίτη	=	αμανίτης
αμανίτης	noun	είδος μανιταριού
αμανατιού	=	αμανάτι
αμανατιών	=	αμανάτι
αμανεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμανεδάκι
αμανιτών	=	αμανίτης
αμαντάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμαντάλωτος	adv	χωρίς να έχει μανταλωθεί
αμαντάλωτε	adj	κλητική ενικού του αμαντάλωτος
αμαντάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαντάλωτη
αμαντάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαντάλωτος
αμαντάλωτης	adj	γενική ενικού του αμαντάλωτη
αμαντάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμαντάλωτος
αμαντάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαντάλωτος
αμαντάλωτος	adj	που δεν έχει μανταλωθεί
αμαντάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαντάλωτος
αμαντάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαντάλωτος
αμαντάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαντάλωτος
αμαντάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαντάριστο
αμαντάριστε	adj	κλητική ενικού του αμαντάριστος
αμαντάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαντάριστη
αμαντάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαντάριστος
αμαντάριστης	adj	γενική ενικού του αμαντάριστη
αμαντάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμαντάριστος
αμαντάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαντάριστος
αμαντάριστος	adj	που δεν έχει μανταριστεί ή δεν μπορεί να μανταριστεί
αμαντάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαντάριστος
αμαντάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαντάριστος
αμαντάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαντάριστος
αμαξά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμαξάς
αμαξάδα	noun	η βόλτα με άμαξα
αμαξάδας	noun	γενική ενικού του αμαξάδα
αμαξάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξάς
αμαξάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξάδικο
αμαξάδικο	noun	αμαξοποιείο, αμαξουργείο
αμαξάδικου	noun	γενική ενικού του αμαξάδικο
αμαξάδικων	noun	γενική πληθυντικού του αμαξάδικο
αμαξάδων	noun	γενική πληθυντικού του αμαξάς
αμαξάκι	noun	μικρό αυτοκίνητο
αμαξάκια	=	αμαξάκι
αμαξάς	noun	ο οδηγός μιας άμαξας με άλογα
αμαξίδια	=	αμαξίδιο
αμαξίδιο	noun	μικρό όχημα με το οποίο πραγματοποιούνται μετακινήσεις
αμαξηλάτες	=	αμαξηλάτης
αμαξηλάτη	=	αμαξηλάτης
αμαξηλάτης	noun|formal	αμαξάς, αυτός που οδηγεί άμαξα/κάρο
αμαξηλατών	=	αμαξηλάτης
αμαξιδίου	=	αμαξίδιο
αμαξιδίων	=	αμαξίδιο
αμαξιού	=	αμάξι
αμαξιτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξιτό
αμαξιτέ	adj	κλητική ενικού του αμαξιτός
αμαξιτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξιτή
αμαξιτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαξιτός
αμαξιτής	adj	γενική ενικού του αμαξιτή
αμαξιτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαξιτός
αμαξιτού	adj	γενική ενικού του αμαξιτός
αμαξιτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαξιτός
αμαξιτό	adj	αιτιατική ενικού του αμαξιτός
αμαξιτός	adj	κατάλληλος για την κίνηση τροχοφόρων οχημάτων
αμαξιτών	adj	γενική πληθυντικού του αμαξιτός
αμαξιών	=	αμάξι
αμαξοδήγηση	noun	η οδήγηση άμαξας
αμαξοδήγησης	noun	γενική ενικού του αμαξοδήγηση
αμαξοδηγέ	noun	κλητική ενικού του αμαξοδηγός
αμαξοδηγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξοδήγηση
αμαξοδηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμαξοδήγηση
αμαξοδηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμαξοδήγηση
αμαξοδηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαξοδηγός
αμαξοδηγού	noun	γενική ενικού του αμαξοδηγός
αμαξοδηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμαξοδηγός
αμαξοδηγό	noun	αιτιατική ενικού του αμαξοδηγός
αμαξοδηγός	noun	οδηγός μιας άμαξας
αμαξοδηγών	noun	γενική πληθυντικού του αμαξοδηγός
αμαξοστάσια	=	αμαξοστάσιο
αμαξοστάσιο	noun	χώρος στάθμευσης - φύλαξης διαφόρων οχημάτων, όπως δημοτικών οχημάτων, λεωφορείων, τροχιοδρομικών ή σιδηροδρομικών συρμών.
αμαξοστάσιου	=	αμαξοστάσιο
αμαξοστάσιων	=	αμαξοστάσιο
αμαξοστασίου	=	αμαξοστάσιο
αμαξοστασίων	=	αμαξοστάσιο
αμαξοστοιχία	noun	πολλά βαγόνια σε στοίχο που τα σέρνει μια μηχανή
αμαξοστοιχίας	noun	γενική ενικού του αμαξοστοιχία
αμαξοστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξοστοιχία
αμαξοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του αμαξοστοιχία
αμαξωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμάξωμα
αμαξωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξωτό
αμαξωτέ	adj	κλητική ενικού του αμαξωτός
αμαξωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαξωτή
αμαξωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαξωτός
αμαξωτής	adj	γενική ενικού του αμαξωτή
αμαξωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαξωτός
αμαξωτού	adj	γενική ενικού του αμαξωτός
αμαξωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαξωτός
αμαξωτό	adj	αιτιατική ενικού του αμαξωτός
αμαξωτός	adj	άλλη μορφή του αμαξιτός
αμαξωτών	adj	γενική πληθυντικού του αμαξωτός
αμαξόδρομε	=	αμαξόδρομος
αμαξόδρομο	=	αμαξόδρομος
αμαξόδρομοι	=	αμαξόδρομος
αμαξόδρομος	noun	δρόμος από τον οποίο μπορούν να περάσουν άμαξες
αμαξόδρομου	=	αμαξόδρομος
αμαξόδρομους	=	αμαξόδρομος
αμαξόδρομων	=	αμαξόδρομος
αμαξώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάξωμα
αμαξώματος	noun	γενική ενικού του αμάξωμα
αμαξών	noun	γενική πληθυντικού του άμαξα
αμαράντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαράντινο
αμαράντινε	adj	κλητική ενικού του αμαράντινος
αμαράντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαράντινη
αμαράντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαράντινος
αμαράντινης	adj	γενική ενικού του αμαράντινη
αμαράντινο	adj	αιτιατική ενικού του αμαράντινος
αμαράντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαράντινος
αμαράντινος	adj	που δεν μαραίνεται
αμαράντινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαράντινος
αμαράντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαράντινος
αμαράντινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαράντινος
αμαρέτο	noun	γλυκόπικρο λικέρ ιταλικής προέλευσης, που παράγεται από κουκούτσια βερίκοκου ή άλλα πυρηνόκαρπα φρούτα και με άρωμα πικραμύγδαλου
αμαρκάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρκάριστο
αμαρκάριστε	adj	κλητική ενικού του αμαρκάριστος
αμαρκάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρκάριστη
αμαρκάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαρκάριστος
αμαρκάριστης	adj	γενική ενικού του αμαρκάριστη
αμαρκάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμαρκάριστος
αμαρκάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαρκάριστος
αμαρκάριστος	adj	που δεν έχει μαρκαριστεί
αμαρκάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαρκάριστος
αμαρκάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαρκάριστος
αμαρκάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαρκάριστος
αμαρτάναμε	=	αμαρτάνω
αμαρτάναν	=	αμαρτάνω
αμαρτάνανε	=	αμαρτάνω
αμαρτάνατε	=	αμαρτάνω
αμαρτάνει	=	αμαρτάνω
αμαρτάνεις	=	αμαρτάνω
αμαρτάνετε	=	αμαρτάνω
αμαρτάνομε	=	αμαρτάνω
αμαρτάνοντας	=	αμαρτάνω
αμαρτάνουμε	=	αμαρτάνω
αμαρτάνουν	=	αμαρτάνω
αμαρτάνουνε	=	αμαρτάνω
αμαρτάνω	verb	άλλη μορφή του αμαραταίνω, διαπράττω αμάρτημα ή παρασπονδία
αμαρτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμάρτημα
αμαρτήματος	noun	γενική ενικού του αμάρτημα
αμαρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσαν	=	αμαρτάνω
αμαρτήσανε	=	αμαρτάνω
αμαρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσομε	=	αμαρτάνω
αμαρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσουνε	=	αμαρτάνω
αμαρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαρτάνω
αμαρτία	noun	η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ή του θείου νόμου
αμαρτίαν	noun	μονοτονική γραφή του ἁμαρτίαν
αμαρτίας	noun	γενική ενικού του αμαρτία
αμαρτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτία
αμαρταίναμε	=	αμαρταίνω
αμαρταίναν	=	αμαρταίνω
αμαρταίνανε	=	αμαρταίνω
αμαρταίνατε	=	αμαρταίνω
αμαρταίνει	=	αμαρταίνω
αμαρταίνεις	=	αμαρταίνω
αμαρταίνετε	=	αμαρταίνω
αμαρταίνομε	=	αμαρταίνω
αμαρταίνοντας	=	αμαρταίνω
αμαρταίνουμε	=	αμαρταίνω
αμαρταίνουν	=	αμαρταίνω
αμαρταίνουνε	=	αμαρταίνω
αμαρταίνω	verb|vulgar	αμαρτάνω
αμαρτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμάρτημα
αμαρτιών	noun	γενική πληθυντικού του αμαρτία
αμαρτωλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτωλό	adv	με αμαρτωλό τρόπο, ανήθικα
αμαρτωλέ	adj	κλητική ενικού του αμαρτωλός
αμαρτωλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτωλή
αμαρτωλή	noun	η αμαρτωλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαρτωλός
αμαρτωλής	adj	γενική ενικού του αμαρτωλή
αμαρτωλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαρτωλός
αμαρτωλοτήτων	=	αμαρτωλότητα
αμαρτωλού	adj	γενική ενικού του αμαρτωλός
αμαρτωλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαρτωλός
αμαρτωλό	adj	αιτιατική ενικού του αμαρτωλός
αμαρτωλός	adj	που έχει διαπράξει αμαρτίες, έχει παραβεί τους κανόνες της θρησκείας	noun	o αμαρτωλός
αμαρτωλότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι αμαρτωλό(ς), η ιδιότητα του αμαρτωλού
αμαρτωλότητας	=	αμαρτωλότητα
αμαρτωλότητες	=	αμαρτωλότητα
αμαρτωλών	adj	γενική πληθυντικού του αμαρτωλός
αμαρτύρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτύρητο
αμαρτύρητε	adj	κλητική ενικού του αμαρτύρητος
αμαρτύρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαρτύρητη
αμαρτύρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαρτύρητος
αμαρτύρητης	adj	γενική ενικού του αμαρτύρητη
αμαρτύρητο	adj	αιτιατική ενικού του αμαρτύρητος
αμαρτύρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαρτύρητος
αμαρτύρητος	adj	που δεν έχει (επι)βεβαιωθεί, δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν
αμαρτύρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαρτύρητος
αμαρτύρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαρτύρητος
αμαρτύρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαρτύρητος
αμαρυλλίδα	noun	φυτό που ανήκει στο είδος κρίνου (Amaryllis belladonna)
αμαρυλλίδας	=	αμαρυλλίδα
αμαρυλλίδες	=	αμαρυλλίδα
αμαρυλλίδων	=	αμαρυλλίδα
αμαρύνθια	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιας	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιε	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιες	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιο	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιοι	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιος	adj	ο σχετικός με την Αμάρυνθο ή τους κατοίκους της
αμαρύνθιου	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιους	=	αμαρύνθιος
αμαρύνθιων	=	αμαρύνθιος
αμαρών	noun	γενική πληθυντικού του αμάρα
αμασκάλη	=	μασχάλη
αμασκάρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμασκάρευτο
αμασκάρευτε	adj	κλητική ενικού του αμασκάρευτος
αμασκάρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμασκάρευτη
αμασκάρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμασκάρευτος
αμασκάρευτης	adj	γενική ενικού του αμασκάρευτη
αμασκάρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμασκάρευτος
αμασκάρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμασκάρευτος
αμασκάρευτος	adj	που δεν έχει μασκαρευτεί
αμασκάρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμασκάρευτος
αμασκάρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμασκάρευτος
αμασκάρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμασκάρευτος
αμασούριαστα	=	αμασούριαστος
αμασούριαστε	=	αμασούριαστος
αμασούριαστες	=	αμασούριαστος
αμασούριαστη	=	αμασούριαστος
αμασούριαστης	=	αμασούριαστος
αμασούριαστο	=	αμασούριαστος
αμασούριαστοι	=	αμασούριαστος
αμασούριαστος	adj	που δεν τον έχουν μασουριάσει
αμασούριαστου	=	αμασούριαστος
αμασούριαστους	=	αμασούριαστος
αμασούριαστων	=	αμασούριαστος
αμασούριστα	=	αμασούριστος
αμασούριστε	=	αμασούριστος
αμασούριστες	=	αμασούριστος
αμασούριστη	=	αμασούριστος
αμασούριστης	=	αμασούριστος
αμασούριστο	=	αμασούριστος
αμασούριστοι	=	αμασούριστος
αμασούριστος	adj	που δεν τον έχουν μασουρίσει
αμασούριστου	=	αμασούριστος
αμασούριστους	=	αμασούριστος
αμασούριστων	=	αμασούριστος
αμαστία	noun	η απουσία μαστού από κάποιο στήθος
αμαστίας	noun	γενική ενικού του αμαστία
αμαστίγωτα	adv	χωρίς να έχει μαστιγωθεί
αμαστίγωτε	adj	κλητική ενικού του αμαστίγωτος
αμαστίγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαστίγωτη
αμαστίγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαστίγωτος
αμαστίγωτης	adj	γενική ενικού του αμαστίγωτη
αμαστίγωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμαστίγωτος
αμαστίγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαστίγωτος
αμαστίγωτος	adj	που δεν έχει μαστιγωθεί
αμαστίγωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαστίγωτος
αμαστίγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαστίγωτος
αμαστίγωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαστίγωτος
αμαστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαστία
αμαστιών	noun	γενική πληθυντικού του αμαστία
αμασχάλες	=	αμασχάλη
αμασχάλη	noun	άλλη μορφή του μασχάλη
αμασχάλης	=	αμασχάλη
αμασχαλών	=	αμασχάλη
αμαυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαυρό	adv	αμυδρά, θαμπά
αμαυρέ	adj	κλητική ενικού του αμαυρός
αμαυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαυρή
αμαυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαυρός
αμαυρής	adj	γενική ενικού του αμαυρή
αμαυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαυρός
αμαυροτήτων	=	αμαυρότητα
αμαυρού	adj	γενική ενικού του αμαυρός
αμαυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαυρός
αμαυρωθήκαμε	=	αμαυρώνω
αμαυρωθήκαν	=	αμαυρώνω
αμαυρωθήκανε	=	αμαυρώνω
αμαυρωθήκατε	=	αμαυρώνω
αμαυρωθεί	=	αμαυρώνω
αμαυρωθείτε	=	αμαυρώνω
αμαυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαυρωμένο
αμαυρωμένε	verb	κλητική ενικού του αμαυρωμένος
αμαυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαυρωμένη
αμαυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαυρωμένος
αμαυρωμένης	verb	γενική ενικού του αμαυρωμένη
αμαυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμαυρωμένος
αμαυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαυρωμένος
αμαυρωμένος	verb	που έχει χάσει τη λάμψη του
αμαυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαυρωμένος
αμαυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμαυρωμένος
αμαυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαυρωμένος
αμαυρωνόμασταν	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόμαστε	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόμουν	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόμουνα	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόντουσαν	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόσασταν	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόσαστε	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόσουν	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόσουνα	=	αμαυρώνω
αμαυρωνόταν	=	αμαυρώνω
αμαυρωνότανε	=	αμαυρώνω
αμαυρό	adj	αιτιατική ενικού του αμαυρός
αμαυρός	adj|formal	αμυδρός, θαμπός
αμαυρότητα	noun	θαμπάδα, θολότητα
αμαυρότητας	=	αμαυρότητα
αμαυρότητες	=	αμαυρότητα
αμαυρώθηκα	=	αμαυρώνω
αμαυρώθηκαν	=	αμαυρώνω
αμαυρώθηκε	=	αμαυρώνω
αμαυρώθηκες	=	αμαυρώνω
αμαυρών	adj	γενική πληθυντικού του αμαυρός
αμαυρώναμε	=	αμαυρώνω
αμαυρώναν	=	αμαυρώνω
αμαυρώνανε	=	αμαυρώνω
αμαυρώνατε	=	αμαυρώνω
αμαυρώνει	=	αμαυρώνω
αμαυρώνεις	=	αμαυρώνω
αμαυρώνεσαι	=	αμαυρώνω
αμαυρώνεστε	=	αμαυρώνω
αμαυρώνεται	=	αμαυρώνω
αμαυρώνετε	=	αμαυρώνω
αμαυρώνομαι	=	αμαυρώνω
αμαυρώνονται	=	αμαυρώνω
αμαυρώνονταν	=	αμαυρώνω
αμαυρώνοντας	=	αμαυρώνω
αμαυρώνουμε	=	αμαυρώνω
αμαυρώνουν	=	αμαυρώνω
αμαυρώνουνε	=	αμαυρώνω
αμαυρώνω	verb	βλάπτω, χαλώ
αμαυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσαν	=	αμαυρώνω
αμαυρώσανε	=	αμαυρώνω
αμαυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμαύρωση
αμαυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμαύρωση
αμαυρώσου	=	αμαυρώνω
αμαυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαχαίρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτε	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτες	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτη	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτης	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτο	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτοι	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτος	adj	που δεν τον έχουν μαχαιρώσει
αμαχαίρωτου	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτους	=	αμαχαίρωτος
αμαχαίρωτων	=	αμαχαίρωτος
αμαχητί	adv	χωρίς να δώσει κάποιος μάχη, χωρίς να προβάλει αντίσταση
αμαύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαύριστο
αμαύριστε	adj	κλητική ενικού του αμαύριστος
αμαύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμαύριστη
αμαύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμαύριστος
αμαύριστης	adj	γενική ενικού του αμαύριστη
αμαύριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμαύριστος
αμαύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμαύριστος
αμαύριστος	adj	που δεν έχει μαυρίσει ή δεν τον έχουν μαυρίσει, δεν έχει πάρει μαύρο χρώμα
αμαύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμαύριστος
αμαύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμαύριστος
αμαύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμαύριστος
αμαύρωνα	=	αμαυρώνω
αμαύρωναν	=	αμαυρώνω
αμαύρωνε	=	αμαυρώνω
αμαύρωνες	=	αμαυρώνω
αμαύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμαυρώνω
αμαύρωση	noun	η ελάττωση ή η εξαφάνιση της καλής φήμης για κάποιον ή κάτι
αμαύρωσης	noun	γενική ενικού του αμαύρωση
αμβίκων	=	άμβικας
αμβλέα	=	αμβλύς
αμβλέος	=	αμβλύς
αμβλέων	=	αμβλύς
αμβλεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλύς
αμβλείας	=	αμβλύς
αμβλείες	=	αμβλύς
αμβλείς	=	αμβλύς
αμβλειών	=	αμβλύς
αμβλυγώνια	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιας	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιε	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιες	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιο	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιοι	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιος	adj	που περιέχει μία αμβλεία γωνία
αμβλυγώνιου	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιους	=	αμβλυγώνιος
αμβλυγώνιων	=	αμβλυγώνιος
αμβλυκόρυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυκόρυφο
αμβλυκόρυφε	adj	κλητική ενικού του αμβλυκόρυφος
αμβλυκόρυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυκόρυφη
αμβλυκόρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλυκόρυφος
αμβλυκόρυφης	adj	γενική ενικού του αμβλυκόρυφη
αμβλυκόρυφο	adj	αιτιατική ενικού του αμβλυκόρυφος
αμβλυκόρυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμβλυκόρυφος
αμβλυκόρυφος	adj	που έχει αμβλεία (δηλαδή πεπλατυσμένη) κορυφή
αμβλυκόρυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμβλυκόρυφος
αμβλυκόρυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμβλυκόρυφος
αμβλυκόρυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμβλυκόρυφος
αμβλυμένος	=	αμβλύνω
αμβλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυμμένο
αμβλυμμένε	verb	κλητική ενικού του αμβλυμμένος
αμβλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυμμένη
αμβλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλυμμένος
αμβλυμμένης	verb	γενική ενικού του αμβλυμμένη
αμβλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμβλυμμένος
αμβλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμβλυμμένος
αμβλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμβλυμμένος
αμβλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμβλυμμένος
αμβλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμβλυμμένος
αμβλυνθήκαμε	=	αμβλύνω
αμβλυνθήκαν	=	αμβλύνω
αμβλυνθήκανε	=	αμβλύνω
αμβλυνθήκατε	=	αμβλύνω
αμβλυνθεί	=	αμβλύνω
αμβλυνθείτε	=	αμβλύνω
αμβλυνοιών	noun	γενική πληθυντικού του αμβλύνοια
αμβλυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυντικό
αμβλυντικέ	adj	κλητική ενικού του αμβλυντικός
αμβλυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυντική
αμβλυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλυντικός
αμβλυντικής	adj	γενική ενικού του αμβλυντική
αμβλυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμβλυντικός
αμβλυντικού	adj	γενική ενικού του αμβλυντικός
αμβλυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμβλυντικός
αμβλυντικό	adj	αιτιατική ενικού του αμβλυντικός
αμβλυντικός	adj	που συντελεί στην άμβλυνση, που είναι ικανός να αμβλύνει κάτι (κάνοντάς το λιγότερο αιχμηρό) ή να αμβλυνθεί ο ίδιος
αμβλυντικών	adj	γενική πληθυντικού του αμβλυντικός
αμβλυνόμασταν	=	αμβλύνω
αμβλυνόμαστε	=	αμβλύνω
αμβλυνόμενος	=	αμβλύνω
αμβλυνόμουν	=	αμβλύνω
αμβλυνόμουνα	=	αμβλύνω
αμβλυνόντουσαν	=	αμβλύνω
αμβλυνόσασταν	=	αμβλύνω
αμβλυνόσαστε	=	αμβλύνω
αμβλυνόσουν	=	αμβλύνω
αμβλυνόσουνα	=	αμβλύνω
αμβλυνόταν	=	αμβλύνω
αμβλυνότανε	=	αμβλύνω
αμβλυνόων	=	αμβλύνους
αμβλυτήτων	=	αμβλύτητα
αμβλυωπία	noun	πάθηση της όρασης
αμβλυωπίας	noun	γενική ενικού του αμβλυωπία
αμβλυωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυωπία
αμβλυωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυωπικό
αμβλυωπικέ	adj	κλητική ενικού του αμβλυωπικός
αμβλυωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλυωπική
αμβλυωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλυωπικός
αμβλυωπικής	adj	γενική ενικού του αμβλυωπική
αμβλυωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμβλυωπικός
αμβλυωπικού	adj	γενική ενικού του αμβλυωπικός
αμβλυωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμβλυωπικός
αμβλυωπικό	adj	αιτιατική ενικού του αμβλυωπικός
αμβλυωπικός	adj	που έχει σχέση με την αμβλυωπία ή τον αμβλύωπα ή αναφέρεται σ’ αυτά
αμβλυωπικών	adj	γενική πληθυντικού του αμβλυωπικός
αμβλυωπιών	noun	γενική πληθυντικού του αμβλυωπία
αμβλυώπων	=	αμβλύωπας
αμβλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άμβλωμα
αμβλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλωτικό
αμβλωτικέ	adj	κλητική ενικού του αμβλωτικός
αμβλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλωτική
αμβλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλωτικός
αμβλωτικής	adj	γενική ενικού του αμβλωτική
αμβλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμβλωτικός
αμβλωτικού	adj	γενική ενικού του αμβλωτικός
αμβλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμβλωτικός
αμβλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αμβλωτικός
αμβλωτικός	adj	που έχει σχέση με την άμβλωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
αμβλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αμβλωτικός
αμβλύ	=	αμβλύς
αμβλύναμε	=	αμβλύνω
αμβλύναν	=	αμβλύνω
αμβλύνανε	=	αμβλύνω
αμβλύνατε	=	αμβλύνω
αμβλύνει	=	αμβλύνω
αμβλύνεις	=	αμβλύνω
αμβλύνεσαι	=	αμβλύνω
αμβλύνεστε	=	αμβλύνω
αμβλύνεται	=	αμβλύνω
αμβλύνετε	=	αμβλύνω
αμβλύνθηκα	=	αμβλύνω
αμβλύνθηκαν	=	αμβλύνω
αμβλύνθηκε	=	αμβλύνω
αμβλύνθηκες	=	αμβλύνω
αμβλύνοα	=	αμβλύνους
αμβλύνοες	=	αμβλύνους
αμβλύνοια	noun	η έλλειψη εξυπνάδας, οξυδέρκειας
αμβλύνοιας	noun	γενική ενικού του αμβλύνοια
αμβλύνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλύνοια
αμβλύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αμβλύνω
αμβλύνονται	=	αμβλύνω
αμβλύνονταν	=	αμβλύνω
αμβλύνοντας	=	αμβλύνω
αμβλύνου	=	αμβλύνους
αμβλύνουμε	=	αμβλύνω
αμβλύνουν	=	αμβλύνους
αμβλύνουνε	=	αμβλύνω
αμβλύνους	adj|formal	που δεν έχει ευστροφία, όχι ιδιαίτερα έξυπνος
αμβλύνσεις	=	άμβλυνση
αμβλύνσεων	=	άμβλυνση
αμβλύνσεως	=	άμβλυνση
αμβλύνσου	=	αμβλύνομαι
αμβλύντε	=	αμβλύνω
αμβλύνω	verb	κάνω κάτι να χάσει την αιχμηρότητά του
αμβλύς	adj	που στην άκρη του είναι κάπως πλατύς κι όχι οξύς ή μυτερός
αμβλύστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλύστομο
αμβλύστομε	adj	κλητική ενικού του αμβλύστομος
αμβλύστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβλύστομη
αμβλύστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμβλύστομος
αμβλύστομης	adj	γενική ενικού του αμβλύστομη
αμβλύστομο	adj	αιτιατική ενικού του αμβλύστομος
αμβλύστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμβλύστομος
αμβλύστομος	adj	που δεν είναι αιχμηρός ή κοφτερός
αμβλύστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμβλύστομος
αμβλύστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμβλύστομος
αμβλύστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμβλύστομος
αμβλύτητα	noun	η έλλειψη οξύτητας ή αιχμηρότητας
αμβλύτητας	=	αμβλύτητα
αμβλύτητες	=	αμβλύτητα
αμβλύωπα	=	αμβλύωπας
αμβλύωπας	noun	που έχει αμβλυωπία, δηλαδή εξασθενημένη όραση
αμβλύωπες	=	αμβλύωπας
αμβλύωπος	=	αμβλύωπας
αμβλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμβλωμα
αμβλώματος	noun	γενική ενικού του άμβλωμα
αμβλώναμε	=	αμβλώνω
αμβλώναν	=	αμβλώνω
αμβλώνανε	=	αμβλώνω
αμβλώνατε	=	αμβλώνω
αμβλώνει	=	αμβλώνω
αμβλώνεις	=	αμβλώνω
αμβλώνετε	=	αμβλώνω
αμβλώνοντας	=	αμβλώνω
αμβλώνουμε	=	αμβλώνω
αμβλώνουν	=	αμβλώνω
αμβλώνουνε	=	αμβλώνω
αμβλώνω	verb|formal	προκαλώ άμβλωση / έκτρωση
αμβλώσαμε	=	αμβλώνω
αμβλώσαν	=	αμβλώνω
αμβλώσανε	=	αμβλώνω
αμβλώσατε	=	αμβλώνω
αμβλώσει	=	αμβλώνω
αμβλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άμβλωση
αμβλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του άμβλωση
αμβλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του άμβλωση
αμβλώστε	=	αμβλώνω
αμβροσία	noun	η τροφή των θεών του Ολύμπου σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία
αμβροσίας	noun	γενική ενικού του αμβροσία
αμβροσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμβροσία
αμβροσιών	noun	γενική πληθυντικού του αμβροσία
αμβρών	=	άμβρα
αμβύκων	=	άμβυκας
αμβώνας	=	άμβωνας
αμβώνων	=	άμβωνας
αμείβαμε	=	αμείβω
αμείβαν	=	αμείβω
αμείβανε	=	αμείβω
αμείβατε	=	αμείβω
αμείβει	=	αμείβω
αμείβεις	=	αμείβω
αμείβεσαι	=	αμείβω
αμείβεστε	=	αμείβω
αμείβεται	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αμείβομαι
αμείβετε	=	αμείβω
αμείβομαι	verb	παίρνω αμοιβή για εργασία που προσφέρω, πληρώνομαι
αμείβομε	=	αμείβω
αμείβονται	=	αμείβω
αμείβονταν	=	αμείβω
αμείβοντας	=	αμείβω
αμείβουμε	=	αμείβω
αμείβουν	=	αμείβω
αμείβουνε	=	αμείβω
αμείβω	verb	δίνω σε κάποιον χρήματα για εργασία που μου πρόσφερε, πληρώνω
αμείλικτα	adv	με αμείλικτο τρόπο
αμείλικτε	=	αμείλικτος
αμείλικτες	=	αμείλικτος
αμείλικτη	=	αμείλικτος
αμείλικτης	=	αμείλικτος
αμείλικτο	=	αμείλικτος
αμείλικτοι	=	αμείλικτος
αμείλικτος	adj	σκληρός, με αδυσώπητο ύφος (ύφος που δεν αλλάζει σε μειλίχιο, χωρίς έλεος)
αμείλικτου	=	αμείλικτος
αμείλικτους	=	αμείλικτος
αμείλικτων	=	αμείλικτος
αμείλιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμείλιχτος	adv|vulgar	άλλη μορφή του αμείλικτα
αμείλιχτε	=	αμείλιχτος
αμείλιχτες	=	αμείλιχτος
αμείλιχτη	=	αμείλιχτος
αμείλιχτης	=	αμείλιχτος
αμείλιχτο	=	αμείλιχτος
αμείλιχτοι	=	αμείλιχτος
αμείλιχτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αμείλικτος
αμείλιχτου	=	αμείλιχτος
αμείλιχτους	=	αμείλιχτος
αμείλιχτων	=	αμείλιχτος
αμείφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμείφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμείφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμείφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμείφτηκα	=	αμείβω
αμείφτηκαν	=	αμείβω
αμείφτηκε	=	αμείβω
αμείφτηκες	=	αμείβω
αμείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψαν	=	αμείβω
αμείψανε	=	αμείβω
αμείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψομε	=	αμείβω
αμείψου	=	αμείβω
αμείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψουνε	=	αμείβω
αμείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
αμείωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμείωτος	adv	χωρίς μείωση ή ελάττωση
αμείωτε	adj	κλητική ενικού του αμείωτος
αμείωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμείωτη
αμείωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμείωτος
αμείωτης	adj	γενική ενικού του αμείωτη
αμείωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμείωτος
αμείωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμείωτος
αμείωτος	adj	που δεν έχει μειωθεί, δεν έχει ελαττωθεί
αμείωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμείωτος
αμείωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμείωτος
αμείωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμείωτος
αμεα	abbrev	Άτομο / άτομα με Αναπηρία
αμεθόδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμεθόδευτος	adv	χωρίς να τον έχουν μεθοδεύσει
αμεθόδευτε	adj	κλητική ενικού του αμεθόδευτος
αμεθόδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεθόδευτη
αμεθόδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεθόδευτος
αμεθόδευτης	adj	γενική ενικού του αμεθόδευτη
αμεθόδευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμεθόδευτος
αμεθόδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεθόδευτος
αμεθόδευτος	adj	που δεν τον έχουν μεθοδεύσει
αμεθόδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεθόδευτος
αμεθόδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεθόδευτος
αμεθόδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεθόδευτος
αμεθύστου	noun	γενική ενικού του αμέθυστος
αμεθύστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμέθυστος
αμεθύστων	noun	γενική πληθυντικού του αμέθυστος
αμειβόμασταν	=	αμείβω
αμειβόμαστε	=	αμείβω
αμειβόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμειβόμενο
αμειβόμενε	verb	κλητική ενικού του αμειβόμενος
αμειβόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμειβόμενη
αμειβόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμειβόμενος
αμειβόμενης	verb	γενική ενικού του αμειβόμενη
αμειβόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμειβόμενος
αμειβόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμειβόμενος
αμειβόμενος	verb	που αμείβεται, που παίρνει αμοιβή
αμειβόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμειβόμενος
αμειβόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμειβόμενος
αμειβόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμειβόμενος
αμειβόμουν	=	αμείβω
αμειβόμουνα	=	αμείβω
αμειβόντουσαν	=	αμείβω
αμειβόσασταν	=	αμείβω
αμειβόσαστε	=	αμείβω
αμειβόσουν	=	αμείβω
αμειβόσουνα	=	αμείβω
αμειβόταν	=	αμείβω
αμειβότανε	=	αμείβω
αμειδίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμειδίαστο
αμειδίαστε	adj	κλητική ενικού του αμειδίαστος
αμειδίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμειδίαστη
αμειδίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμειδίαστος
αμειδίαστης	adj	γενική ενικού του αμειδίαστη
αμειδίαστο	adj	αιτιατική ενικού του αμειδίαστος
αμειδίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμειδίαστος
αμειδίαστος	adj	που δεν μειδιά
αμειδίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμειδίαστος
αμειδίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμειδίαστος
αμειδίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμειδίαστος
αμειφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθήκαν	=	αμείβω
αμειφθήκανε	=	αμείβω
αμειφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφθούνε	=	αμείβω
αμειφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβομαι
αμειφτήκαμε	=	αμείβω
αμειφτήκαν	=	αμείβω
αμειφτήκανε	=	αμείβω
αμειφτήκατε	=	αμείβω
αμειφτεί	=	αμείβω
αμειφτείς	=	αμείβω
αμειφτείτε	=	αμείβω
αμειφτούμε	=	αμείβω
αμειφτούν	=	αμείβω
αμειφτούνε	=	αμείβω
αμειφτώ	=	αμείβω
αμειψισπορά	noun	η διαδοχική καλλιέργεια διάφορων φυτών στο ίδιο χωράφι
αμειψισποράς	noun	γενική ενικού του αμειψισπορά
αμειψισπορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμειψισπορά
αμειψισπορών	=	αμειψισπορά
αμελάνιαστα	adv	χωρίς μελάνιασμα
αμελάνιαστε	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστες	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστη	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστης	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστο	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστοι	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστος	adj	που δεν έχει μελανιάσει
αμελάνιαστου	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστους	=	αμελάνιαστος
αμελάνιαστων	=	αμελάνιαστος
αμελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμελής
αμελέτητα	noun	οι όρχεις σφαγίων και ο σχετικός μεζές
αμελέτητε	adj	κλητική ενικού του αμελέτητος
αμελέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμελέτητη
αμελέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμελέτητος
αμελέτητης	adj	γενική ενικού του αμελέτητη
αμελέτητο	adj	αιτιατική ενικού του αμελέτητος
αμελέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμελέτητος
αμελέτητος	adj	που δεν μελέτησε, δεν διάβασε· ή που δεν τον μελέτησαν δεν τον διάβασαν
αμελέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμελέτητος
αμελέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμελέτητος
αμελέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμελέτητος
αμελή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμελές
αμελήθηκα	=	αμελώ
αμελήθηκαν	=	αμελώ
αμελήθηκε	=	αμελώ
αμελήθηκες	=	αμελώ
αμελήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμέλημα
αμελήματος	noun	γενική ενικού του αμέλημα
αμελής	adj	που δεν πληροί τα καθήκοντά του
αμελήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσαν	=	αμελώ
αμελήσανε	=	αμελώ
αμελήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσου	=	αμελώ
αμελήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσουνε	=	αμελώ
αμελήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμελώ
αμελγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άμελγμα
αμελεί	=	αμελώ
αμελείς	=	αμελής
αμελείσαι	=	αμελώ
αμελείστε	=	αμελώ
αμελείται	=	αμελώ
αμελείτε	=	αμελώ
αμελείτο	=	αμελώ
αμελειών	noun	γενική πληθυντικού του αμέλεια
αμεληθήκαμε	=	αμελώ
αμεληθήκαν	=	αμελώ
αμεληθήκανε	=	αμελώ
αμεληθήκατε	=	αμελώ
αμεληθεί	=	αμελώ
αμεληθείς	=	αμελώ
αμεληθείτε	=	αμελώ
αμεληθούμε	=	αμελώ
αμεληθούν	=	αμελώ
αμεληθούνε	=	αμελώ
αμεληθώ	=	αμελώ
αμελημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμέλημα
αμελημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμελημένο
αμελημένε	verb	κλητική ενικού του αμελημένος
αμελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμελημένη
αμελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμελημένος
αμελημένης	verb	γενική ενικού του αμελημένη
αμελημένο	verb	αιτιατική ενικού του αμελημένος
αμελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμελημένος
αμελημένος	=	αμελώ
αμελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμελημένος
αμελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμελημένος
αμελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμελημένος
αμελητέα	=	αμελητέος
αμελητέας	=	αμελητέος
αμελητέε	=	αμελητέος
αμελητέες	=	αμελητέος
αμελητέο	=	αμελητέος
αμελητέοι	=	αμελητέος
αμελητέος	adj	τόσο λίγος ή ασήμαντος, που δεν του αξίζει προσοχή
αμελητέου	=	αμελητέος
αμελητέους	=	αμελητέος
αμελητέων	=	αμελητέος
αμελητί	adv|dated	χωρίς φροντίδα
αμελκτήρια	=	αμελκτήριο
αμελκτήριο	noun|formal	άλλη μορφή του αρμεκτήριο
αμελκτήριου	=	αμελκτήριο
αμελκτήριων	=	αμελκτήριο
αμελκτικά	=	αμελκτικός
αμελκτικέ	=	αμελκτικός
αμελκτικές	=	αμελκτικός
αμελκτική	=	αμελκτικός
αμελκτικής	=	αμελκτικός
αμελκτικη	=	αμελκτικός
αμελκτικο	=	αμελκτικός
αμελκτικοί	=	αμελκτικός
αμελκτικού	=	αμελκτικός
αμελκτικούς	=	αμελκτικός
αμελκτικό	=	αμελκτικός
αμελκτικός	adj|formal	αρμεκτικός, που συντελεί στο άρμεγμα
αμελκτικών	=	αμελκτικός
αμελλητί	adv	γρήγορα, αμέσως, δίχως αργοπορία
αμελούμαι	=	αμελώ
αμελούμασταν	=	αμελώ
αμελούμαστε	=	αμελώ
αμελούμε	=	αμελώ
αμελούμενος	=	αμελώ
αμελούμουν	=	αμελώ
αμελούμουνα	=	αμελώ
αμελούν	=	αμελώ
αμελούνε	=	αμελώ
αμελούνται	=	αμελώ
αμελούνταν	=	αμελώ
αμελούντο	=	αμελώ
αμελούς	adj	γενική ενικού του αμελής
αμελούσα	=	αμελώ
αμελούσαμε	=	αμελώ
αμελούσαν	=	αμελώ
αμελούσανε	=	αμελώ
αμελούσατε	=	αμελώ
αμελούσε	=	αμελώ
αμελούσες	=	αμελώ
αμελούσουν	=	αμελώ
αμελούσουνα	=	αμελώ
αμελώ	verb|formal	αγνοώ, δείχνω αμέλεια, παραμελώ ή ξεχνώ κάτι
αμελώδητα	=	αμελώδητος
αμελώδητε	=	αμελώδητος
αμελώδητες	=	αμελώδητος
αμελώδητη	=	αμελώδητος
αμελώδητης	=	αμελώδητος
αμελώδητο	=	αμελώδητος
αμελώδητοι	=	αμελώδητος
αμελώδητος	adj|formal	που δεν τον έχουν μελωδήσει
αμελώδητου	=	αμελώδητος
αμελώδητους	=	αμελώδητος
αμελώδητων	=	αμελώδητος
αμελών	adj	γενική πληθυντικού του αμελής
αμελώντας	=	αμελώ
αμελώς	adv|formal	με αμέλεια
αμεμψίμοιρα	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρε	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρες	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρη	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρης	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρο	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιροι	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρος	adj	που δεν μεμψιμοιρεί, δεν παραπονιέται συνεχώς
αμεμψίμοιρου	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρους	=	αμεμψίμοιρος
αμεμψίμοιρων	=	αμεμψίμοιρος
αμερίκιο	noun	υπερουράνιο, ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 95, ατομικό βάρος 243 και χημικό σύμβολο το Am
αμερικάνα	noun	η Αμερικάνα, θηλυκό του αμερικάνος
αμερικάνας	=	αμερικάνα
αμερικάνε	=	αμερικάνος
αμερικάνες	=	αμερικάνα
αμερικάνιζα	=	αμερικανίζω
αμερικάνιζαν	=	αμερικανίζω
αμερικάνιζε	=	αμερικανίζω
αμερικάνιζες	=	αμερικανίζω
αμερικάνικα	noun|vulgar	η αγγλική γλώσσα	adv	με αμερικάνικο τρόπο
αμερικάνικε	adj	κλητική ενικού του αμερικάνικος
αμερικάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικάνικη
αμερικάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμερικάνικος
αμερικάνικης	adj	γενική ενικού του αμερικάνικη
αμερικάνικο	adj	αιτιατική ενικού του αμερικάνικος
αμερικάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμερικάνικος
αμερικάνικος	adj	άλλη μορφή του αμερικανικός
αμερικάνικου	adj	γενική ενικού του αμερικάνικος
αμερικάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμερικάνικος
αμερικάνικων	adj	γενική πληθυντικού του αμερικάνικος
αμερικάνο	=	αμερικάνος
αμερικάνοι	=	αμερικάνος
αμερικάνος	noun	ο Αμερικάνος
αμερικάνου	=	αμερικάνος
αμερικάνους	=	αμερικάνος
αμερικάνων	=	αμερικάνος
αμερικίου	=	αμερίκιο
αμερικανάκι	noun	νεαρός Αμερικανός
αμερικανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανάκι
αμερικανέ	=	αμερικανός
αμερικανίδα	noun	η Αμερικανίδα
αμερικανίδας	=	αμερικανίδα
αμερικανίδες	=	αμερικανίδα
αμερικανίδων	=	αμερικανίδα
αμερικανίζαμε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζαν	=	αμερικανίζω
αμερικανίζανε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζατε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζει	=	αμερικανίζω
αμερικανίζεις	=	αμερικανίζω
αμερικανίζετε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζον	=	αμερικανίζων
αμερικανίζοντα	=	αμερικανίζων
αμερικανίζοντας	=	αμερικανίζω
αμερικανίζοντες	=	αμερικανίζων
αμερικανίζοντος	=	αμερικανίζων
αμερικανίζουμε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζουν	=	αμερικανίζω
αμερικανίζουνε	=	αμερικανίζω
αμερικανίζουσα	=	αμερικανίζων
αμερικανίζουσας	=	αμερικανίζων
αμερικανίζουσες	=	αμερικανίζων
αμερικανίζω	verb	φέρομαι ή ενεργώ σαν Αμερικάνος (από τις ΗΠΑ)
αμερικανίζων	verb	που έχει αμερικανικούς τρόπους ή συμπεριφορά
αμερικανίστρια	noun	θηλυκό του αμερικανιστής
αμερικανίστριας	=	αμερικανίστρια
αμερικανίστριες	=	αμερικανίστρια
αμερικανίτιδα	noun	η τυφλή απομίμηση της αμερικανικής κουλτούρας
αμερικανίτιδας	=	αμερικανίτιδα
αμερικανίτιδες	=	αμερικανίτιδα
αμερικανιά	noun|slang	αποδοκιμαστικός χαρακτηρισμός για κάτι αμερικανικής προέλευσης
αμερικανιάς	noun	γενική ενικού του αμερικανιά
αμερικανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανιά
αμερικανιδουλών	=	αμερικανιδούλα
αμερικανιδούλα	noun	η μικρή Αμερικάνα, η αμερικανοπούλα
αμερικανιδούλας	=	αμερικανιδούλα
αμερικανιδούλες	=	αμερικανιδούλα
αμερικανιζουσών	=	αμερικανίζων
αμερικανιζούσης	=	αμερικανίζων
αμερικανιζόντων	=	αμερικανίζων
αμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμερικανικός	adv	άλλη μορφή του αμερικάνικα
αμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του αμερικανικός
αμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανική
αμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμερικανικός
αμερικανικής	adj	γενική ενικού του αμερικανική
αμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμερικανικός
αμερικανικού	adj	γενική ενικού του αμερικανικός
αμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμερικανικός
αμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του αμερικανικός
αμερικανικός	adj	σχετικός με την ήπειρο της Αμερικής
αμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του αμερικανικός
αμερικανισμέ	=	αμερικανισμός
αμερικανισμοί	=	αμερικανισμός
αμερικανισμού	=	αμερικανισμός
αμερικανισμούς	=	αμερικανισμός
αμερικανισμό	=	αμερικανισμός
αμερικανισμός	noun	η ανομοιογένεια μεταξύ της αγγλικής γλώσσας που ομιλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες
αμερικανισμών	=	αμερικανισμός
αμερικανιστές	=	αμερικανιστής
αμερικανιστή	=	αμερικανιστής
αμερικανιστής	noun	επιστήμονας ο οποίος μελετά ζητήματα εθνογραφίας, θρησκείας, γλωσσολογίας και λαογραφίας σχετικά με την Αμερική
αμερικανιστί	adv	με ή σε αμερικανικό τρόπο
αμερικανιστριών	=	αμερικανίστρια
αμερικανιστών	=	αμερικανιστής
αμερικανιτίδων	=	αμερικανίτιδα
αμερικανιών	noun	γενική πληθυντικού του αμερικανιά
αμερικανοί	=	αμερικανός
αμερικανογερμανικά	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικέ	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικές	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανική	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμερικανογερμανική) του αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικοί	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικού	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικούς	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικό	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανογερμανικός	adj	που σχετίζεται με Αμερική και Γερμανία
αμερικανογερμανικών	=	αμερικανογερμανικός
αμερικανοεβραϊκά	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκέ	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκές	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκή	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμερικανοεβραϊκή) του αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκοί	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκού	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκούς	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκό	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοεβραϊκός	adj	που σχετίζεται με τους Αμερικανοεβραίους
αμερικανοεβραϊκών	=	αμερικανοεβραϊκός
αμερικανοθρεμμένα	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένε	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένες	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένη	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένης	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένο	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένοι	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένος	noun	που έχει ανατραφεί ως Αμερικανός	adj	που έχει ανατραφεί ως Αμερικανός
αμερικανοθρεμμένου	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένους	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοθρεμμένων	=	αμερικανοθρεμμένος
αμερικανοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκίνητο
αμερικανοκίνητε	adj	κλητική ενικού του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκίνητη
αμερικανοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκίνητης	adj	γενική ενικού του αμερικανοκίνητη
αμερικανοκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκίνητος	adj	που (υπο)κινείται από την Αμερική ή τους Αμερικανούς
αμερικανοκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμερικανοκίνητος
αμερικανοκινεζικά	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικέ	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικές	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζική	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμερικανοκινεζική) του αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικοί	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικού	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικούς	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικό	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκινεζικός	adj	που σχετίζεται με Αμερική και Κίνα
αμερικανοκινεζικών	=	αμερικανοκινεζικός
αμερικανοκρατήθηκα	=	αμερικανοκρατούμαι
αμερικανοκρατία	noun	η επικράτηση ή η κυριαρχία της Αμερικής πάνω σε κάποιον ή κάτι
αμερικανοκρατίας	noun	γενική ενικού του αμερικανοκρατία
αμερικανοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκρατία
αμερικανοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αμερικανοκρατία
αμερικανοκρατούμαι	verb	με έχει καταλάβει ή κυριαρχεί πάνω μου η Αμερική ή ο αμερικάνικος τρόπος ζωής και σκέψης
αμερικανοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκρατούμενο
αμερικανοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκρατούμενη
αμερικανοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του αμερικανοκρατούμενη
αμερικανοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοκρατούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αμερικανοκρατούμαι
αμερικανοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμερικανοκρατούμενος
αμερικανοποίει	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποίησα	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποίησαν	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποίησε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποίησες	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποίηση	noun	η ενέργεια ή αποτέλεσμα του αμερικανοποιώ
αμερικανοποίησης	=	αμερικανοποίηση
αμερικανοποιήθηκα	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιήθηκαν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιήθηκε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιήθηκες	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιήσαμε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιήσαν	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιήσανε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιήσατε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιήσει	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιήσεις	=	αμερικανοποίηση
αμερικανοποιήσεων	=	αμερικανοποίηση
αμερικανοποιήσου	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιήστε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιεί	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιείς	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιείσαι	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιείστε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιείται	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιείτε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιηθήκαμε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιηθήκαν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιηθήκανε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιηθήκατε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιηθεί	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιηθείτε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιημένα	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένε	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένες	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένη	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένης	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένο	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένοι	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αμερικανοποιώ
αμερικανοποιημένου	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένους	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιημένων	=	αμερικανοποιημένος
αμερικανοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούμασταν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούμαστε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούμε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούμουν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούν	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούνε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούνται	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούνταν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούσα	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσαμε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσαν	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσανε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσασταν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούσαστε	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιούσατε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσε	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσες	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοποιούσουν	=	αμερικανοποιούμαι
αμερικανοποιώ	verb	ακολουθώ την αμερικανική κουλτούρα
αμερικανοποιώντας	=	αμερικανοποιώ
αμερικανοπούλα	noun	θηλυκό του αμερικανόπουλο
αμερικανοπούλας	=	αμερικανοπούλα
αμερικανοπούλες	=	αμερικανοπούλα
αμερικανορωσικά	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικέ	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικές	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσική	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμερικανορωσική) του αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικοί	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικού	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικούς	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικό	=	αμερικανορωσικός
αμερικανορωσικός	adj	που σχετίζεται με ΗΠΑ και Ρωσία
αμερικανορωσικών	=	αμερικανορωσικός
αμερικανοσοβιετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοσοβιετικό
αμερικανοσοβιετικέ	adj	κλητική ενικού του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοσοβιετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοσοβιετική
αμερικανοσοβιετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοσοβιετικής	adj	γενική ενικού του αμερικανοσοβιετική
αμερικανοσοβιετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοσοβιετικού	adj	γενική ενικού του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοσοβιετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοσοβιετικό	adj	αιτιατική ενικού του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοσοβιετικός	adj	που αφορά τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση και τις μεταξύ τους σχέσεις
αμερικανοσοβιετικών	adj	γενική πληθυντικού του αμερικανοσοβιετικός
αμερικανοτουρκικά	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικέ	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικές	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκική	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμερικανοτουρκική) του αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικοί	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικού	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικούς	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικό	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτουρκικός	adj	που σχετίζεται με τις ΗΠΑ και την Τουρκία
αμερικανοτουρκικών	=	αμερικανοτουρκικός
αμερικανοτραφές	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοτραφή	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοτραφής	noun	που έχει ανατραφεί στην Αμερική	adj	που έχει ανατραφεί στην Αμερική
αμερικανοτραφείς	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοτραφες	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοτραφης	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοτραφούς	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοτραφών	=	αμερικανοτραφής
αμερικανοφίλου	=	αμερικανόφιλος
αμερικανοφίλους	=	αμερικανόφιλος
αμερικανοφίλων	=	αμερικανόφιλος
αμερικανοφιλία	noun	η λατρεία προς κάθε τι αμερικανικό
αμερικανοφιλίας	=	αμερικανοφιλία
αμερικανοφιλίες	=	αμερικανοφιλία
αμερικανοφιλιών	=	αμερικανοφιλία
αμερικανού	=	αμερικανός
αμερικανούς	=	αμερικανός
αμερικανό	=	αμερικανός
αμερικανόδουλα	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλε	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλες	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλη	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλης	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλο	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλοι	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλος	adj	που είναι εξαρτημένος σε υπερβολικό ή δουλικό βαθμό στα συμφέροντα και την πολιτική των ΗΠΑ εις βάρος των αντίστοιχων εθνικών
αμερικανόδουλου	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλους	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόδουλων	=	αμερικανόδουλος
αμερικανόπαιδα	=	αμερικανόπαιδο
αμερικανόπαιδο	noun	το αμερικανόπουλο
αμερικανόπαιδου	=	αμερικανόπαιδο
αμερικανόπαιδων	=	αμερικανόπαιδο
αμερικανόπνευστα	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστε	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστες	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστη	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστης	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστο	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστοι	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστος	adj	που υποστηρίζεται και υποκινείται από την Αμερική
αμερικανόπνευστου	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστους	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπνευστων	=	αμερικανόπνευστος
αμερικανόπουλα	=	αμερικανόπουλο
αμερικανόπουλο	noun	μικρός Αμερικανός, παιδί με γονείς Αμερικανούς
αμερικανόπουλου	=	αμερικανόπουλο
αμερικανόπουλων	=	αμερικανόπουλο
αμερικανός	noun	ο Αμερικανός
αμερικανόφερτα	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτε	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτες	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτη	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτης	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτο	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτοι	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτος	adj	που προέρχεται από την Αμερική, τις ΗΠΑ
αμερικανόφερτου	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτους	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφερτων	=	αμερικανόφερτος
αμερικανόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανόφιλο
αμερικανόφιλε	adj	κλητική ενικού του αμερικανόφιλος
αμερικανόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμερικανόφιλη
αμερικανόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμερικανόφιλος
αμερικανόφιλης	adj	γενική ενικού του αμερικανόφιλη
αμερικανόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του αμερικανόφιλος
αμερικανόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμερικανόφιλος
αμερικανόφιλος	noun	αυτός που τρέφει συμπάθεια προς την Αμερική, τις ΗΠΑ ή τους κατοίκους τους	adj	που τρέφει συμπάθεια προς την Αμερική, τις ΗΠΑ ή τους κατοίκους τους
αμερικανόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμερικανόφιλος
αμερικανόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμερικανόφιλος
αμερικανόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμερικανόφιλος
αμερικανών	=	αμερικανός
αμερικλανιά	noun|slang	αποδοκιμαστικός και μειωτικός χαρακτηρισμός για κάτι αμερικανικής προέλευσης, ευτελούς ποιότητας, ψευδές κτλ.· και αμερικανιά και κλανιά
αμερικλανιάς	=	αμερικλανιά
αμερικλανιές	=	αμερικλανιά
αμερικλανιών	=	αμερικλανιά
αμεριμνησία	noun	το να είναι κάποιος αμέριμνος
αμεριμνησίας	noun	γενική ενικού του αμεριμνησία
αμεριμνησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεριμνησία
αμεριμνησιών	noun	γενική πληθυντικού του αμεριμνησία
αμερολήπτει	=	αμεροληπτώ
αμερολήπτησα	=	αμεροληπτώ
αμερολήπτησαν	=	αμεροληπτώ
αμερολήπτησε	=	αμεροληπτώ
αμερολήπτησες	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσαμε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσαν	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσανε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσατε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσει	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσεις	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσετε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσουμε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσουν	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσουνε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήστε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτήσω	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτεί	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτείς	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτείτε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτημένος	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούμε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούν	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούνε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσα	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσαμε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσαν	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσανε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσατε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσε	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτούσες	=	αμεροληπτώ
αμεροληπτώ	verb	είμαι αμερόληπτος
αμεροληπτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αμεροληπτώ
αμεροληψία	noun	το να είναι κανείς αμερόληπτος, να αποφασίζει ανεπηρέαστος και με αντικειμενικό τρόπο για κάτι
αμεροληψίας	noun	γενική ενικού του αμεροληψία
αμεροληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεροληψία
αμεροληψιών	noun	γενική πληθυντικού του αμεροληψία
αμερόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμερόληπτος	adv	κατά τρόπο αμερόληπτο
αμερόληπτε	=	αμερόληπτος
αμερόληπτες	=	αμερόληπτος
αμερόληπτη	=	αμερόληπτος
αμερόληπτης	=	αμερόληπτος
αμερόληπτο	=	αμερόληπτος
αμερόληπτοι	=	αμερόληπτος
αμερόληπτος	adj	που δεν μεροληπτεί όταν πρόκειται να πάρει κάποια απόφαση που αφορά σε δύο αντιπάλους, διαδίκους κλπ
αμερόληπτου	=	αμερόληπτος
αμερόληπτους	=	αμερόληπτος
αμερόληπτων	=	αμερόληπτος
αμεσίτευτα	adv	με αμεσίτευτο τρόπο, χωρίς μεσίτη ή μεσιτεία
αμεσίτευτε	adj	κλητική ενικού του αμεσίτευτος
αμεσίτευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεσίτευτη
αμεσίτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεσίτευτος
αμεσίτευτης	adj	γενική ενικού του αμεσίτευτη
αμεσίτευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμεσίτευτος
αμεσίτευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεσίτευτος
αμεσίτευτος	adj	που γίνεται χωρίς μεσιτεία ή μεσίτη
αμεσίτευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεσίτευτος
αμεσίτευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεσίτευτος
αμεσίτευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεσίτευτος
αμεσοδημοκρατία	noun|informal	άμεση δημοκρατία· πολίτευμα στο οποίο ο κάθε πολίτης αποτελεί κυβερνητικό συστατικό
αμεσοδημοκρατίας	noun	γενική ενικού του αμεσοδημοκρατία
αμεσοδημοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεσοδημοκρατία
αμεσοδημοκρατικά	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικέ	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικές	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατική	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμεσοδημοκρατική) του αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικοί	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικού	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικούς	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικό	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατικός	adj	ο σχετικός με την αμεσοδημοκρατία
αμεσοδημοκρατικών	=	αμεσοδημοκρατικός
αμεσοδημοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αμεσοδημοκρατία
αμεσοτήτων	=	αμεσότητα
αμεσουράνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεσουράνητο
αμεσουράνητε	adj	κλητική ενικού του αμεσουράνητος
αμεσουράνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεσουράνητη
αμεσουράνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεσουράνητος
αμεσουράνητης	adj	γενική ενικού του αμεσουράνητη
αμεσουράνητο	adj	αιτιατική ενικού του αμεσουράνητος
αμεσουράνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεσουράνητος
αμεσουράνητος	adj	που δεν έχει μεσουρανήσει
αμεσουράνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεσουράνητος
αμεσουράνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεσουράνητος
αμεσουράνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεσουράνητος
αμεσότατα	=	άμεσος
αμεσότατε	=	άμεσος
αμεσότατες	=	άμεσος
αμεσότατη	=	άμεσος
αμεσότατης	=	άμεσος
αμεσότατο	=	άμεσος
αμεσότατοι	=	άμεσος
αμεσότατος	=	άμεσος
αμεσότατου	=	άμεσος
αμεσότατους	=	άμεσος
αμεσότατων	=	άμεσος
αμεσότερα	=	άμεσος
αμεσότερε	=	άμεσος
αμεσότερες	=	άμεσος
αμεσότερη	=	άμεσος
αμεσότερης	=	άμεσος
αμεσότερο	=	άμεσος
αμεσότεροι	=	άμεσος
αμεσότερος	=	άμεσος
αμεσότερου	=	άμεσος
αμεσότερους	=	άμεσος
αμεσότερων	=	άμεσος
αμεσότητα	noun	το να γίνεται χωρίς την μεσολάβηση ή την παρεμβολή κάποιου
αμεσότητας	noun	γενική ενικού του αμεσότητα
αμεσότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεσότητα
αμετάβατα	adv	χωρίς μετάβαση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετάβατος
αμετάβατε	adj	κλητική ενικού του αμετάβατος
αμετάβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάβατη
αμετάβατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάβατος
αμετάβατης	adj	γενική ενικού του αμετάβατη
αμετάβατο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάβατος
αμετάβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάβατος
αμετάβατος	adj	που δε μεταβαίνει
αμετάβατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάβατος
αμετάβατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάβατος
αμετάβατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάβατος
αμετάβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετάβλητος	adv	χωρίς μεταβολή, χωρίς να έχει μεταβληθεί
αμετάβλητε	adj	κλητική ενικού του αμετάβλητος
αμετάβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάβλητη
αμετάβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάβλητος
αμετάβλητης	adj	γενική ενικού του αμετάβλητη
αμετάβλητο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάβλητος
αμετάβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάβλητος
αμετάβλητος	adj	που δεν έχει μεταβληθεί ή δεν μπορεί να μεταβληθεί
αμετάβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάβλητος
αμετάβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάβλητος
αμετάβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάβλητος
αμετάγγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάγγιστο
αμετάγγιστε	adj	κλητική ενικού του αμετάγγιστος
αμετάγγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάγγιστη
αμετάγγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάγγιστος
αμετάγγιστης	adj	γενική ενικού του αμετάγγιστη
αμετάγγιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάγγιστος
αμετάγγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάγγιστος
αμετάγγιστος	adj	που δεν έχει μεταγγιστεί ή δεν μπορεί να μεταγγιστεί
αμετάγγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάγγιστος
αμετάγγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάγγιστος
αμετάγγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάγγιστος
αμετάδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετάδοτος	adv	χωρίς να έχει μεταδοθεί ή να μπορεί να μεταδοθεί
αμετάδοτε	=	αμετάδοτος
αμετάδοτες	=	αμετάδοτος
αμετάδοτη	=	αμετάδοτος
αμετάδοτης	=	αμετάδοτος
αμετάδοτο	=	αμετάδοτος
αμετάδοτοι	=	αμετάδοτος
αμετάδοτος	adj	που δεν μεταδίδεται, συνήθως για εκπομπή ή μαγνητοσκοπημένο αγώνα (για τα νοσήματα χρησιμοποιείται συνήθως η μετοχή μεταδιδόμενος με αρνητικό μόριο, δηλ. μη μεταδιδόμενος)
αμετάδοτου	=	αμετάδοτος
αμετάδοτους	=	αμετάδοτος
αμετάδοτων	=	αμετάδοτος
αμετάθετα	adv	με τρόπο αμετάθετο, αμετακίνητο
αμετάθετε	=	αμετάθετος
αμετάθετες	=	αμετάθετος
αμετάθετη	=	αμετάθετος
αμετάθετης	=	αμετάθετος
αμετάθετο	=	αμετάθετος
αμετάθετοα	=	αμετάθετος
αμετάθετοε	=	αμετάθετος
αμετάθετοες	=	αμετάθετος
αμετάθετοη	=	αμετάθετος
αμετάθετοης	=	αμετάθετος
αμετάθετοι	=	αμετάθετος
αμετάθετοο	=	αμετάθετος
αμετάθετοοι	=	αμετάθετος
αμετάθετοος	=	αμετάθετος
αμετάθετοου	=	αμετάθετος
αμετάθετοους	=	αμετάθετος
αμετάθετος	adj	που δεν πήρε μετάθεση
αμετάθετου	=	αμετάθετος
αμετάθετους	=	αμετάθετος
αμετάθετοων	=	αμετάθετος
αμετάθετων	=	αμετάθετος
αμετάκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάκλητο	adv	με αμετάκλητο τρόπο, με οριστικό τρόπο, με τρόπο που δεν ανακαλείται
αμετάκλητε	adj	κλητική ενικού του αμετάκλητος
αμετάκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάκλητη
αμετάκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάκλητος
αμετάκλητης	adj	γενική ενικού του αμετάκλητη
αμετάκλητο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάκλητος
αμετάκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάκλητος
αμετάκλητος	adj	που δεν μπορεί να μετακληθεί, να αλλάξει
αμετάκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάκλητος
αμετάκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάκλητος
αμετάκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάκλητος
αμετάλαβα	=	αμετάλαβος
αμετάλαβε	=	αμετάλαβος
αμετάλαβες	=	αμετάλαβος
αμετάλαβη	=	αμετάλαβος
αμετάλαβης	=	αμετάλαβος
αμετάλαβο	=	αμετάλαβος
αμετάλαβοι	=	αμετάλαβος
αμετάλαβος	adj	που δεν έχει μεταλάβει, δεν έχει κοινωνήσει
αμετάλαβου	=	αμετάλαβος
αμετάλαβους	=	αμετάλαβος
αμετάλαβων	=	αμετάλαβος
αμετάλλαγα	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγε	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγες	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγη	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγης	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγο	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγοι	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγος	adj	άλλη μορφή του αμετάλλακτος
αμετάλλαγου	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγους	=	αμετάλλαγος
αμετάλλαγων	=	αμετάλλαγος
αμετάλλακτα	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτε	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτες	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτη	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτης	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτο	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτοι	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτος	adj	που δεν έχει μεταλλαχτει ή δεν μπορεί να μεραλλαχτεί
αμετάλλακτου	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτους	=	αμετάλλακτος
αμετάλλακτων	=	αμετάλλακτος
αμετάλλαχτα	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτε	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτες	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτη	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτης	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτο	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτοι	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτος	adj	άλλη μορφή του αμετάλλακτος
αμετάλλαχτου	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτους	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλαχτων	=	αμετάλλαχτος
αμετάλλου	=	αμέταλλο
αμετάλλων	=	αμέταλλο
αμετάπειστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετάπειστος	adv	χωρίς να έχει μεταπειστεί
αμετάπειστε	=	αμετάπειστος
αμετάπειστες	=	αμετάπειστος
αμετάπειστη	=	αμετάπειστος
αμετάπειστης	=	αμετάπειστος
αμετάπειστο	=	αμετάπειστος
αμετάπειστοι	=	αμετάπειστος
αμετάπειστος	adj	που δεν μεταπείθεται, που δεν αλλάζει γνώμη παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ή συνεχίζουν να καταβάλλονται
αμετάπειστου	=	αμετάπειστος
αμετάπειστους	=	αμετάπειστος
αμετάπειστων	=	αμετάπειστος
αμετάπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάπλαστο
αμετάπλαστε	adj	κλητική ενικού του αμετάπλαστος
αμετάπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάπλαστη
αμετάπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάπλαστος
αμετάπλαστης	adj	γενική ενικού του αμετάπλαστη
αμετάπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάπλαστος
αμετάπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάπλαστος
αμετάπλαστος	adj	που δεν έχει μεταπλαστεί
αμετάπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάπλαστος
αμετάπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάπλαστος
αμετάπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάπλαστος
αμετάπτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάπτωτο
αμετάπτωτε	adj	κλητική ενικού του αμετάπτωτος
αμετάπτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάπτωτη
αμετάπτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάπτωτος
αμετάπτωτης	adj	γενική ενικού του αμετάπτωτη
αμετάπτωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάπτωτος
αμετάπτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάπτωτος
αμετάπτωτος	adj	που δεν έχει ή δεν δύναται να υποστεί μετάπτωση
αμετάπτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάπτωτος
αμετάπτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάπτωτος
αμετάπτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάπτωτος
αμετάτακτα	=	αμετάτακτος
αμετάτακτε	=	αμετάτακτος
αμετάτακτες	=	αμετάτακτος
αμετάτακτη	=	αμετάτακτος
αμετάτακτης	=	αμετάτακτος
αμετάτακτο	=	αμετάτακτος
αμετάτακτοι	=	αμετάτακτος
αμετάτακτος	verb	που δεν έχει μεταταχθεί ή δεν μπορεί να μεταταχθεί
αμετάτακτου	=	αμετάτακτος
αμετάτακτους	=	αμετάτακτος
αμετάτακτων	=	αμετάτακτος
αμετάτρεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετάτρεπτος	adv	άλλη μορφή του αμετατρέπτως
αμετάτρεπτε	adj	κλητική ενικού του αμετάτρεπτος
αμετάτρεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάτρεπτη
αμετάτρεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάτρεπτος
αμετάτρεπτης	adj	γενική ενικού του αμετάτρεπτη
αμετάτρεπτο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάτρεπτος
αμετάτρεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάτρεπτος
αμετάτρεπτος	adj	που δεν έχει μετατραπεί ή δεν μπορεί να μετατραπεί
αμετάτρεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάτρεπτος
αμετάτρεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάτρεπτος
αμετάτρεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάτρεπτος
αμετάφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάφερτο
αμετάφερτε	adj	κλητική ενικού του αμετάφερτος
αμετάφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετάφερτη
αμετάφερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετάφερτος
αμετάφερτης	adj	γενική ενικού του αμετάφερτη
αμετάφερτο	adj	αιτιατική ενικού του αμετάφερτος
αμετάφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετάφερτος
αμετάφερτος	adj	που δεν τον έχουν μεταφέρει ή δεν μπορούν να τον μεταφέρουν
αμετάφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετάφερτος
αμετάφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετάφερτος
αμετάφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετάφερτος
αμετάφραστα	=	αμετάφραστος
αμετάφραστε	=	αμετάφραστος
αμετάφραστες	=	αμετάφραστος
αμετάφραστη	=	αμετάφραστος
αμετάφραστης	=	αμετάφραστος
αμετάφραστο	=	αμετάφραστος
αμετάφραστοι	=	αμετάφραστος
αμετάφραστος	adj	που δεν έχει μεταφραστεί
αμετάφραστου	=	αμετάφραστος
αμετάφραστους	=	αμετάφραστος
αμετάφραστων	=	αμετάφραστος
αμεταβίβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταβίβαστο
αμεταβίβαστε	adj	κλητική ενικού του αμεταβίβαστος
αμεταβίβαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταβίβαστη
αμεταβίβαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταβίβαστος
αμεταβίβαστης	adj	γενική ενικού του αμεταβίβαστη
αμεταβίβαστο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταβίβαστος
αμεταβίβαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταβίβαστος
αμεταβίβαστος	adj	που δεν έχει μεταβιβαστεί ή δεν μπορεί να μεταβιβαστεί
αμεταβίβαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταβίβαστος
αμεταβίβαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταβίβαστος
αμεταβίβαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταβίβαστος
αμεταβλητοτήτων	=	αμεταβλητότητα
αμεταβλητότητα	noun	η ιδιότητα του αμετάβλητου
αμεταβλητότητας	=	αμεταβλητότητα
αμεταβλητότητες	=	αμεταβλητότητα
αμεταγλώττιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταγλώττιστο
αμεταγλώττιστε	adj	κλητική ενικού του αμεταγλώττιστος
αμεταγλώττιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταγλώττιστη
αμεταγλώττιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταγλώττιστος
αμεταγλώττιστης	adj	γενική ενικού του αμεταγλώττιστη
αμεταγλώττιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταγλώττιστος
αμεταγλώττιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταγλώττιστος
αμεταγλώττιστος	adj	που δεν έχει μεταγλωττιστεί ή δεν μπορεί να μεταγλωττιστεί
αμεταγλώττιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταγλώττιστος
αμεταγλώττιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταγλώττιστος
αμεταγλώττιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταγλώττιστος
αμεταγύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταγύριστο
αμεταγύριστε	adj	κλητική ενικού του αμεταγύριστος
αμεταγύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταγύριστη
αμεταγύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταγύριστος
αμεταγύριστης	adj	γενική ενικού του αμεταγύριστη
αμεταγύριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταγύριστος
αμεταγύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταγύριστος
αμεταγύριστος	adj	που δεν τον έχουν μεταγυρίσει
αμεταγύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταγύριστος
αμεταγύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταγύριστος
αμεταγύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταγύριστος
αμεταδοσία	noun|formal	η έλλειψη μετάδοσης
αμεταδοσίας	noun	γενική ενικού του αμεταδοσία
αμεταδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταδοσία
αμεταδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του αμεταδοσία
αμετακίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετακίνητος	adv	χωρίς να μετακινηθεί
αμετακίνητε	adj	κλητική ενικού του αμετακίνητος
αμετακίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετακίνητη
αμετακίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετακίνητος
αμετακίνητης	adj	γενική ενικού του αμετακίνητη
αμετακίνητο	adj	αιτιατική ενικού του αμετακίνητος
αμετακίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετακίνητος
αμετακίνητος	adj	που δεν θέλει ή δεν μπορεί να μετακινηθεί, σταθερός στη θέση (για αντικείμενα και για αφηρημένες έννοιες) ή στις απόψεις του (για έμψυχα)
αμετακίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετακίνητος
αμετακίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετακίνητος
αμετακίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετακίνητος
αμετακλήτως	adv|formal	αμετάκλητα
αμετακλητοτήτων	=	αμετακλητότητα
αμετακλητότητα	noun|archaic	η ιδιότητα του αμετάκλητου
αμετακλητότητας	=	αμετακλητότητα
αμετακλητότητες	=	αμετακλητότητα
αμετακόμιστα	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστε	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστες	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστη	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστης	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστο	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστοι	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστος	adj	που δεν έχει μετακομιστεί
αμετακόμιστου	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστους	=	αμετακόμιστος
αμετακόμιστων	=	αμετακόμιστος
αμεταλάβητα	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητε	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητες	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητη	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητης	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητο	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητοι	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητος	adj	που δεν έχει μεταλάβει, δεν έχει κοινωνήσει
αμεταλάβητου	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητους	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβητων	=	αμεταλάβητος
αμεταλάβωτα	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτε	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτες	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτη	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτης	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτο	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτοι	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτος	adj	που δεν έχει μεταλάβει, δεν έχει κοινωνήσει
αμεταλάβωτου	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτους	=	αμεταλάβωτος
αμεταλάβωτων	=	αμεταλάβωτος
αμεταμέλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμεταμέλητος	adv	χωρίς να έχει μεταμεληθεί, χωρίς να έχει μετανιώσει
αμεταμέλητε	adj	κλητική ενικού του αμεταμέλητος
αμεταμέλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταμέλητη
αμεταμέλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταμέλητος
αμεταμέλητης	adj	γενική ενικού του αμεταμέλητη
αμεταμέλητο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταμέλητος
αμεταμέλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταμέλητος
αμεταμέλητος	adj	που δεν εκφράζει ή αισθάνεται μεταμέλεια για κάτι αντικειμενικά κακό που διέπραξε, ο αμετανόητος για αδίκημα, παράπτωμα, σοβαρή αμέλεια
αμεταμέλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταμέλητος
αμεταμέλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταμέλητος
αμεταμέλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταμέλητος
αμεταμορφώτως	adv|archaic	άλλη μορφή του αμεταμόρφωτα
αμεταμφίεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταμφίεστο
αμεταμφίεστε	adj	κλητική ενικού του αμεταμφίεστος
αμεταμφίεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταμφίεστη
αμεταμφίεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταμφίεστος
αμεταμφίεστης	adj	γενική ενικού του αμεταμφίεστη
αμεταμφίεστο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταμφίεστος
αμεταμφίεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταμφίεστος
αμεταμφίεστος	adj	που δεν έχει μεταμφιεστεί
αμεταμφίεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταμφίεστος
αμεταμφίεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταμφίεστος
αμεταμφίεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταμφίεστος
αμεταμόρφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμεταμόρφωτος	adv	χωρίς μεταμόρφωση
αμεταμόρφωτε	adj	κλητική ενικού του αμεταμόρφωτος
αμεταμόρφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταμόρφωτη
αμεταμόρφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταμόρφωτος
αμεταμόρφωτης	adj	γενική ενικού του αμεταμόρφωτη
αμεταμόρφωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταμόρφωτος
αμεταμόρφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταμόρφωτος
αμεταμόρφωτος	adj	που δεν έχει μεταμορφωθεί ή δεν μπορεί να μεταμορφωθεί
αμεταμόρφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταμόρφωτος
αμεταμόρφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταμόρφωτος
αμεταμόρφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταμόρφωτος
αμεταμόσχευτος	adj|rare	αυτός που δεν τον μεταμόσχευσαν
αμετανάστευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετανάστευτο
αμετανάστευτε	adj	κλητική ενικού του αμετανάστευτος
αμετανάστευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετανάστευτη
αμετανάστευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετανάστευτος
αμετανάστευτης	adj	γενική ενικού του αμετανάστευτη
αμετανάστευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμετανάστευτος
αμετανάστευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετανάστευτος
αμετανάστευτος	adj	που δεν έχει μεταναστεύσει ή δεν μπορεί να μεταναστεύσει
αμετανάστευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετανάστευτος
αμετανάστευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετανάστευτος
αμετανάστευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετανάστευτος
αμετανοησία	noun	η έλλειψη μετάνοιας
αμετανοησίας	noun	γενική ενικού του αμετανοησία
αμετανοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετανοησία
αμετανοησιών	noun	γενική πληθυντικού του αμετανοησία
αμετανόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετανόητο	adv	με τρόπο που δεν μαρτυρεί μεταμέλεια ή μετάνοια, με τρόπο που δείχνει ότι κάποιος δεν έχει μετανιώσει
αμετανόητε	=	αμετανόητος
αμετανόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετανόητη
αμετανόητη	=	αμετανόητος
αμετανόητης	=	αμετανόητος
αμετανόητο	=	αμετανόητος
αμετανόητοι	=	αμετανόητος
αμετανόητος	adj	που δεν μετανιώνει για τα σφάλματά του
αμετανόητου	=	αμετανόητος
αμετανόητους	=	αμετανόητος
αμετανόητων	=	αμετανόητος
αμεταποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμεταποίητος	adv	χωρίς να έχει μεταποιηθεί
αμεταποίητε	adj	κλητική ενικού του αμεταποίητος
αμεταποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταποίητη
αμεταποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταποίητος
αμεταποίητης	adj	γενική ενικού του αμεταποίητη
αμεταποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταποίητος
αμεταποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταποίητος
αμεταποίητος	adj	που δεν έχει υποστεί μεταποίηση, δεν έχει μεταποιηθεί, έχει την αρχική του μορφή ή δεν έχει αλλάξει χρήση
αμεταποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταποίητος
αμεταποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταποίητος
αμεταποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταποίητος
αμεταπούλητα	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητε	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητες	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητη	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητης	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητο	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητοι	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητος	adj	που δεν μεταπουλείται ή δεν είναι δυνατόν να μεταπουληθεί
αμεταπούλητου	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητους	=	αμεταπούλητος
αμεταπούλητων	=	αμεταπούλητος
αμεταπώλητα	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητε	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητες	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητη	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητης	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητο	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητοι	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητος	adj	που δεν μεταπωλείται ή δεν είναι δυνατόν να μεταπωληθεί
αμεταπώλητου	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητους	=	αμεταπώλητος
αμεταπώλητων	=	αμεταπώλητος
αμεταρρύθμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταρρύθμιστο
αμεταρρύθμιστε	adj	κλητική ενικού του αμεταρρύθμιστος
αμεταρρύθμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμεταρρύθμιστη
αμεταρρύθμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμεταρρύθμιστος
αμεταρρύθμιστης	adj	γενική ενικού του αμεταρρύθμιστη
αμεταρρύθμιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμεταρρύθμιστος
αμεταρρύθμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμεταρρύθμιστος
αμεταρρύθμιστος	adj	που δεν έχει μεταρρυθμιστεί ή δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί
αμεταρρύθμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμεταρρύθμιστος
αμεταρρύθμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμεταρρύθμιστος
αμεταρρύθμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμεταρρύθμιστος
αμετασκεύαστα	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστε	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστες	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστη	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστης	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστο	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστοι	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστος	verb	που δεν έχει μετασκευαστεί ή δεν είναι δυνατόν να μετασκευαστεί
αμετασκεύαστου	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστους	=	αμετασκεύαστος
αμετασκεύαστων	=	αμετασκεύαστος
αμετασχημάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετασχημάτιστο
αμετασχημάτιστε	adj	κλητική ενικού του αμετασχημάτιστος
αμετασχημάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετασχημάτιστη
αμετασχημάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετασχημάτιστος
αμετασχημάτιστης	adj	γενική ενικού του αμετασχημάτιστη
αμετασχημάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμετασχημάτιστος
αμετασχημάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετασχημάτιστος
αμετασχημάτιστος	adj	που δεν έχει μετασχηματιστεί
αμετασχημάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετασχημάτιστος
αμετασχημάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετασχημάτιστος
αμετασχημάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετασχημάτιστος
αμετατοπίστως	adv|archaic	χωρίς μετατόπιση
αμετατρέπτως	adv|formal	χωρίς μετατροπή
αμετατόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμετατόπιστος	adv	χωρίς μετατόπιση
αμετατόπιστε	adj	κλητική ενικού του αμετατόπιστος
αμετατόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετατόπιστη
αμετατόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετατόπιστος
αμετατόπιστης	adj	γενική ενικού του αμετατόπιστη
αμετατόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμετατόπιστος
αμετατόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετατόπιστος
αμετατόπιστος	adj	που δεν έχει μετατοπιστεί
αμετατόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετατόπιστος
αμετατόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετατόπιστος
αμετατόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετατόπιστος
αμεταφυσικός	adj|rare	βλέπε: αντιμεταφυσικός http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%φυσι%&sin=all
αμεταφύτευτα	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτε	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτες	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτη	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτης	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτο	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτοι	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτος	adj	που δεν έχει μεταφυτευθεί
αμεταφύτευτου	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτους	=	αμεταφύτευτος
αμεταφύτευτων	=	αμεταφύτευτος
αμεταχείριστα	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστε	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστες	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστη	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστης	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστο	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστοι	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστος	adj	που δεν τον έχουν μεταχειριστεί, δεν τον έχουν χρησιμοποιήσει (και επομένως δεν έχει φθορές λόγω χρήσης και είναι ακόμα σαν καινούριος)
αμεταχείριστου	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστους	=	αμεταχείριστος
αμεταχείριστων	=	αμεταχείριστος
αμετουσίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετουσίωτο
αμετουσίωτε	adj	κλητική ενικού του αμετουσίωτος
αμετουσίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετουσίωτη
αμετουσίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμετουσίωτος
αμετουσίωτης	adj	γενική ενικού του αμετουσίωτη
αμετουσίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμετουσίωτος
αμετουσίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμετουσίωτος
αμετουσίωτος	adj	που δεν μετουσιώνεται ή δεν έχει μετουσιωθεί ή δεν μπορεί να μετουσιωθεί
αμετουσίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμετουσίωτος
αμετουσίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμετουσίωτος
αμετουσίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμετουσίωτος
αμετροέπεια	noun	η έλλειψη μέτρου στα λόγια
αμετροέπειας	noun	γενική ενικού του αμετροέπεια
αμετροέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετροέπεια
αμετροεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμετροεπής
αμετροεπή	adj	αιτιατική ενικού του αμετροεπής
αμετροεπής	adj	που τον χαρακτηρίζει η αμετροέπεια
αμετροεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετροεπής
αμετροεπειών	noun	γενική πληθυντικού του αμετροέπεια
αμετροεπούς	adj	γενική ενικού του αμετροεπής
αμετροεπών	adj	γενική πληθυντικού του αμετροεπής
αμετροεπώς	adv|formal	με αμετροέπεια
αμετροφάγε	=	αμετροφάγος
αμετροφάγο	=	αμετροφάγος
αμετροφάγοι	=	αμετροφάγος
αμετροφάγος	noun|formal	που δεν έχει μέτρο στις ποσότητες φαγητού που λαμβάνει
αμετροφάγου	=	αμετροφάγος
αμετροφάγους	=	αμετροφάγος
αμετροφάγων	=	αμετροφάγος
αμετροφαγία	noun	η λήψη τροφής σε ποσότητες που ξεπερνούν το μέτρο
αμετροφαγίας	noun	γενική ενικού του αμετροφαγία
αμετροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετροφαγία
αμετροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αμετροφαγία
αμετρωπία	noun	ανωμαλία στη διαθλαστική ικανότητα του ματιού, με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται καθαρό το είδωλο των αντικειμένων, καθώς το φως δεν προσπίπτει στο σωστό σημείο του αμφιβληστροειδή
αμετρωπίας	noun	γενική ενικού του αμετρωπία
αμετρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμετρωπία
αμετρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του αμετρωπία
αμηνορροιών	noun	γενική πληθυντικού του αμηνόρροια
αμηνυτί	adv|dated	χωρίς μήνυση, αμήνυτα
αμηνόρροια	noun	η έλλειψη ή η διακοπή της εμμήνου ρύσεως σε μια γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας
αμηνόρροιας	noun	γενική ενικού του αμηνόρροια
αμηνόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμηνόρροια
αμητός	noun|formal	συγκομιδή, σοδειά
αμηχανία	noun	η αδυναμία συμπεριφοράς και αντίδρασης με τον πρέποντα τρόπο· το να μη μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει αυτό που είναι κατάλληλο
αμηχανίας	noun	γενική ενικού του αμηχανία
αμηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμηχανία
αμηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αμηχανία
αμιάντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμιάντινο
αμιάντινε	adj	κλητική ενικού του αμιάντινος
αμιάντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμιάντινη
αμιάντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμιάντινος
αμιάντινης	adj	γενική ενικού του αμιάντινη
αμιάντινο	adj	αιτιατική ενικού του αμιάντινος
αμιάντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμιάντινος
αμιάντινος	adj	που είναι φτιαγμένος από αμίαντο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αμιάντινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμιάντινος
αμιάντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμιάντινος
αμιάντινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμιάντινος
αμιάντου	noun	γενική ενικού του αμίαντος
αμιάντους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμίαντος
αμιάντων	noun	γενική πληθυντικού του αμίαντος
αμιάντωση	noun	νόσος των πνευμόνων που προκαλείται από την παρατεταμένη εισπνοή ινών αμιάντου και οδηγεί σε ουλοποίηση του πνευμονικού ιστού
αμιάντωσης	=	αμιάντωση
αμιαντοτσιμέντα	=	αμιαντοτσιμέντο
αμιαντοτσιμέντο	noun	τσιμέντο (ίνες) ενισχυμένo με αμίαντο
αμιαντοτσιμέντου	=	αμιαντοτσιμέντο
αμιαντοτσιμέντων	=	αμιαντοτσιμέντο
αμιαντοτσιμεντοσωλήνα	=	αμιαντοτσιμεντοσωλήνας
αμιαντοτσιμεντοσωλήνας	noun	σωλήνας κατασκευασμένος από αμιαντοτσιμέντο
αμιαντοτσιμεντοσωλήνες	=	αμιαντοτσιμεντοσωλήνας
αμιαντοτσιμεντοσωλήνων	=	αμιαντοτσιμεντοσωλήνας
αμιαντωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμιαντωρυχείο
αμιαντωρυχείο	noun	ορυχείο απ' όπου εξορύσσεται αμίαντος
αμιαντωρυχείου	noun	γενική ενικού του αμιαντωρυχείο
αμιαντωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του αμιαντωρυχείο
αμιαντώσεις	=	αμιάντωση
αμιαντώσεων	=	αμιάντωση
αμιγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμιγής
αμιγή	adj	αιτιατική ενικού του αμιγής
αμιγής	adj	καθαρός, ομοιόμορφος, χωρίς διαφορετικά ή ξένα στοιχεία
αμιγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμιγής
αμιγούς	adj	γενική ενικού του αμιγής
αμιγών	adj	γενική πληθυντικού του αμιγής
αμιγώς	adv	καθαρά, ομοιόμορφα
αμιδίου	=	αμίδιο
αμιδίων	=	αμίδιο
αμιδικά	=	αμιδικός
αμιδικέ	=	αμιδικός
αμιδικές	=	αμιδικός
αμιδική	=	αμιδικός
αμιδικής	=	αμιδικός
αμιδικοί	=	αμιδικός
αμιδικού	=	αμιδικός
αμιδικούς	=	αμιδικός
αμιδικό	=	αμιδικός
αμιδικός	adj	που έχει σχέση με τα αμίδια, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά
αμιδικών	=	αμιδικός
αμικροβιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμικροβιακό
αμικροβιακέ	adj	κλητική ενικού του αμικροβιακός
αμικροβιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμικροβιακή
αμικροβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμικροβιακός
αμικροβιακής	adj	γενική ενικού του αμικροβιακή
αμικροβιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμικροβιακός
αμικροβιακού	adj	γενική ενικού του αμικροβιακός
αμικροβιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμικροβιακός
αμικροβιακό	adj	αιτιατική ενικού του αμικροβιακός
αμικροβιακός	adj	που δεν οφείλεται σε μικρόβιο
αμικροβιακών	adj	γενική πληθυντικού του αμικροβιακός
αμιλλώμαι	verb|formal	συναγωνίζομαι
αμιλλών	noun	γενική πληθυντικού του άμιλλα
αμινάλες	=	αμινάλη
αμινάλη	noun	αζωτούχα οργανική χημική ένωση που φέρει στο μόριό ως χαρακτηριστική ομάδα δύο αμινομάδες που συνδέονται με το ίδιο άτομο άνθρακα και με μοριακό τύπο -C(NR₂)(NR₂)
αμινάλης	noun	γενική ενικού του αμινάλη
αμιναλών	=	αμινάλη
αμινοβενζόλιο	=	ανιλίνη
αμινοβουτυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμινοβουτυρικό
αμινοβουτυρικέ	adj	κλητική ενικού του αμινοβουτυρικός
αμινοβουτυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμινοβουτυρική
αμινοβουτυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμινοβουτυρικός
αμινοβουτυρικής	adj	γενική ενικού του αμινοβουτυρική
αμινοβουτυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμινοβουτυρικός
αμινοβουτυρικού	adj	γενική ενικού του αμινοβουτυρικός
αμινοβουτυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμινοβουτυρικός
αμινοβουτυρικό	adj	αιτιατική ενικού του αμινοβουτυρικός
αμινοβουτυρικός	adj	που σχετίζεται με ή αναφέρεται σε μία από τις πολλές ισομερείς μονοσθενείς ρίζες, στις οποίες ένα άτομο υδρογόνου αντικαθίσταται από μια ομάδα αμινών
αμινοβουτυρικών	adj	γενική πληθυντικού του αμινοβουτυρικός
αμινογλυκοσίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμινογλυκοσίδη
αμινογλυκοσίδη	noun	φάρμακο επιμέρους κατηγορίας των αντιμικροβιακών φαρμάκων, που χορηγούνται κατά των λοιμώξεων
αμινογλυκοσίδης	=	αμινογλυκοσίδη
αμινογλυκοσιδικά	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικέ	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικές	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδική	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικής	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικοί	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικού	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικούς	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικό	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδικός	adj	που έχει σχέση με την αμινογλυκοσίδη ή αναφέρεται σ’ αυτή
αμινογλυκοσιδικών	=	αμινογλυκοσιδικός
αμινογλυκοσιδών	=	αμινογλυκοσίδη
αμινοκυανίνες	=	αμινοκυανίνη
αμινοκυανίνη	noun	χημική ένωση που ανήκει στην κατηγορία των αμινοξέων, περιέχει μια αμινοκυανική (-NH₂) και μια κυανική ομάδα (-CN) και συμμετέχει σε διάφορες βιοχημικές διεργασίες στον οργανισμό, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης πρωτεϊνών
αμινοκυανίνης	=	αμινοκυανίνη
αμινοκυανινών	=	αμινοκυανίνη
αμινομάδα	noun	η χαρακτηριστική ομάδα αζωτούχων οργανικών ενώσεων του τύπου NH₂ ή -NH- ή >Ν-, που θεωρητικά προέρχεται από την αντικατάσταση τουλάχιστον ενός ατόμου υδρογόνου αμμωνίας με υδρογονάνθρακα
αμινομάδας	=	αμινομάδα
αμινομάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμινομάδα
αμινομάδων	noun	γενική πληθυντικού του αμινομάδα
αμινοξέα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμινοξύ: κατηγορία οργανικών ενώσεων
αμινοξέος	=	αμινοξύ
αμινοξέων	noun	γενική πληθυντικού του αμινοξύ
αμινοξικά	=	αμινοξικός
αμινοξικέ	=	αμινοξικός
αμινοξικές	=	αμινοξικός
αμινοξική	=	αμινοξικός
αμινοξικής	=	αμινοξικός
αμινοξικοί	=	αμινοξικός
αμινοξικού	=	αμινοξικός
αμινοξικούς	=	αμινοξικός
αμινοξικό	=	αμινοξικός
αμινοξικός	adj	που έχει σχέση με αμινοξύ, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
αμινοξικών	=	αμινοξικός
αμινοξύ	noun	οργανική ένωση που περιέχει μία ή περισσότερες αμινομάδες (-ΝΗ₂) και ένα ή περισσότερα καρβοξύλια (-COOH).
αμινών	=	αμίνη
αμιρά	=	αμιράς
αμιράδες	=	αμιράς
αμιράδων	=	αμιράς
αμιράς	noun	στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής αραβικής χώρας κατά τη μεσαιωνική περίοδο
αμισθί	adv	χωρίς αμοιβή, χωρίς μισθό, χωρίς πληρωμή
αμισθοδότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμισθοδότητο
αμισθοδότητε	adj	κλητική ενικού του αμισθοδότητος
αμισθοδότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμισθοδότητη
αμισθοδότητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμισθοδότητος
αμισθοδότητης	adj	γενική ενικού του αμισθοδότητη
αμισθοδότητο	adj	αιτιατική ενικού του αμισθοδότητος
αμισθοδότητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμισθοδότητος
αμισθοδότητος	adj	που δεν έχει μισθοδοτηθεί
αμισθοδότητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμισθοδότητος
αμισθοδότητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμισθοδότητος
αμισθοδότητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμισθοδότητος
αμκ	abbrev	ενέργεια την οποία πραγματοποιεί μια ανώνυμη εταιρεία με σκοπό να αυξήσει το κεφάλαιο της
αμκα	abbrev	ο αριθμός μητρώου των ασφαλισμένων στο ενιαίο ασφαλιστικό κοινωνικό σύστημα υγείας (δημόσιας υγείας)
αμκε	abbrev	είδος εταιρείας
αμλέτια	=	αμλέτιος
αμλέτιας	=	αμλέτιος
αμλέτιε	=	αμλέτιος
αμλέτιες	=	αμλέτιος
αμλέτιο	=	αμλέτιος
αμλέτιοι	=	αμλέτιος
αμλέτιος	adj	άλλη μορφή του αμλετικός
αμλέτιου	=	αμλέτιος
αμλέτιους	=	αμλέτιος
αμλέτιων	=	αμλέτιος
αμλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμλετικό
αμλετικέ	adj	κλητική ενικού του αμλετικός
αμλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμλετική
αμλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμλετικός
αμλετικής	adj	γενική ενικού του αμλετική
αμλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμλετικός
αμλετικού	adj	γενική ενικού του αμλετικός
αμλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμλετικός
αμλετικό	adj	αιτιατική ενικού του αμλετικός
αμλετικός	adj	που έχει σχέση με τον σαιξπηρικό χαρακτήρα του Άμλετ ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αμλετικών	adj	γενική πληθυντικού του αμλετικός
αμλετισμέ	noun	κλητική ενικού του αμλετισμός
αμλετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμλετισμός
αμλετισμού	noun	γενική ενικού του αμλετισμός
αμλετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμλετισμός
αμλετισμό	noun	αιτιατική ενικού του αμλετισμός
αμλετισμός	noun	το να είναι κανείς αναποφάσιστος, όπως ο Άμλετ
αμλετισμών	noun	γενική πληθυντικού του αμλετισμός
αμμάτι	noun	το μάτι
αμμοαργιλωδών	=	αμμοαργιλώδης
αμμοαργιλώδεις	=	αμμοαργιλώδης
αμμοαργιλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμμοαργιλώδης
αμμοαργιλώδη	=	αμμοαργιλώδης
αμμοαργιλώδης	adj	αυτός που αποτελείται από άμμο και άργιλο
αμμοαργιλώδους	=	αμμοαργιλώδης
αμμοβολέα	=	αμμοβολέας
αμμοβολέας	noun	μηχάνημα που εκτοξεύει άμμο προς μια επιφάνεια (για να την καθαρίσει, να αφαιρέσει βερνίκι, σκουριά, ή ακόμα για να εγγράψει κάτι)
αμμοβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοβολή
αμμοβολέων	=	αμμοβολέας
αμμοβολή	noun	μέθοδος καθαρισμού αντικειμένων ή επιφανειών (όπως αφαίρεση σκουριάς, βερνικιού, χρώματος κ.λπ.), ή εγγραφής κι επεξεργασίας (λ.χ. στην υαλουργία) με εκτόξευση άμμου με πίεση
αμμοβολής	=	αμμοβολή
αμμοβολήσαμε	=	αμμοβολώ
αμμοβολήσαν	=	αμμοβολώ
αμμοβολήσανε	=	αμμοβολώ
αμμοβολήσατε	=	αμμοβολώ
αμμοβολήσει	=	αμμοβολώ
αμμοβολήστε	=	αμμοβολώ
αμμοβολεί	=	αμμοβολώ
αμμοβολεία	=	αμμοβολείο
αμμοβολείο	noun	μέρος (ή ειδική κατασκευή) όπου γίνονται αμμοβολές
αμμοβολείου	=	αμμοβολείο
αμμοβολείς	=	αμμοβολώ
αμμοβολείτε	=	αμμοβολώ
αμμοβολείων	=	αμμοβολείο
αμμοβολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοβολιστής
αμμοβολιστή	=	αμμοβολιστής
αμμοβολιστής	noun	τεχνίτης εξειδικευμένος στην αμμοβολή
αμμοβολιστών	=	αμμοβολιστής
αμμοβολούμε	=	αμμοβολώ
αμμοβολούν	=	αμμοβολώ
αμμοβολούνε	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσα	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσαμε	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσαν	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσανε	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσατε	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσε	=	αμμοβολώ
αμμοβολούσες	=	αμμοβολώ
αμμοβολώ	verb	καθαρίζω, αφαιρώ το βερνίκι, ξεσκουριάζω ή εγγράφω κάτι σε επιφάνεια μέσω εκτόξευσης άμμου
αμμοβολών	=	αμμοβολή
αμμοβολώντας	=	αμμοβολώ
αμμοβουνιού	=	αμμοβούνι
αμμοβουνιών	=	αμμοβούνι
αμμοβούνι	noun|literary	αμμόλοφος
αμμοβούνια	=	αμμοβούνι
αμμοβόλει	=	αμμοβολώ
αμμοβόλησα	=	αμμοβολώ
αμμοβόλησαν	=	αμμοβολώ
αμμοβόλησε	=	αμμοβολώ
αμμοβόλησες	=	αμμοβολώ
αμμογιάλι	noun|literary	αμμώδης παραλία
αμμογιάλια	=	αμμογιάλι
αμμογιαλιού	=	αμμογιάλι
αμμογιαλιών	=	αμμογιάλι
αμμοδίαιτα	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτε	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτες	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτη	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτης	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτο	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτοι	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτος	adj	που ζει σε αμμώδες περιβάλλον
αμμοδίαιτου	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτους	=	αμμοδίαιτος
αμμοδίαιτων	=	αμμοδίαιτος
αμμοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοδοχείο
αμμοδοχείο	noun	οποιοδήποτε δοχείο με άμμο που μπορεί να χρησιμοποιείται ως
αμμοδοχείου	noun	γενική ενικού του αμμοδοχείο
αμμοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του αμμοδοχείο
αμμοδοχών	=	αμμοδόχη
αμμοδόχε	=	αμμοδόχος
αμμοδόχες	=	αμμοδόχη
αμμοδόχη	noun	αμμοδοχείο
αμμοδόχης	=	αμμοδόχη
αμμοδόχο	=	αμμοδόχος
αμμοδόχοι	=	αμμοδόχος
αμμοδόχος	noun	αμμοδοχείο
αμμοδόχου	=	αμμοδόχος
αμμοδόχους	=	αμμοδόχος
αμμοδόχων	=	αμμοδόχος
αμμοθίνα	noun|formal	ο αμμόλοφος
αμμοθίνας	=	αμμοθίνα
αμμοθίνες	=	αμμοθίνα
αμμοθεραπεία	noun	η θεραπεία διαφόρων ασθενειών ή παθήσεων που γίνεται με αμμόλουτρα
αμμοθεραπείας	noun	γενική ενικού του αμμοθεραπεία
αμμοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοθεραπεία
αμμοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του αμμοθεραπεία
αμμοθινικά	=	αμμοθινικός
αμμοθινικέ	=	αμμοθινικός
αμμοθινικές	=	αμμοθινικός
αμμοθινική	=	αμμοθινικός
αμμοθινικής	=	αμμοθινικός
αμμοθινικοί	=	αμμοθινικός
αμμοθινικού	=	αμμοθινικός
αμμοθινικούς	=	αμμοθινικός
αμμοθινικό	=	αμμοθινικός
αμμοθινικός	adj	που έχει σχέση με αμμοθίνα ή αναφέρεται σʼ αυτή
αμμοθινικών	=	αμμοθινικός
αμμοθινών	=	αμμοθίνα
αμμοθυελλών	noun	γενική πληθυντικού του αμμοθύελλα
αμμοθύελλα	noun	δυνατός άνεμος (θύελλα) που μεταφέρει μεγάλες ποσότητες άμμου και σκόνης που μειώνουν πολύ την ορατότητα
αμμοθύελλας	noun	γενική ενικού του αμμοθύελλα
αμμοθύελλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοθύελλα
αμμοκολόνα	noun	κολόνα από άμμο
αμμοκολόνας	=	αμμοκολόνα
αμμοκολόνες	=	αμμοκολόνα
αμμοκολόνων	=	αμμοκολόνα
αμμοκουβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοκουβάς
αμμολεκάνες	=	αμμολεκάνη
αμμολεκάνη	noun	αμμοδοχείο #2
αμμολεκάνης	=	αμμολεκάνη
αμμολεκανών	=	αμμολεκάνη
αμμοληψία	noun	παρόχθια ή παραθαλάσσια λήψη άμμου
αμμοληψίας	noun	γενική ενικού του αμμοληψία
αμμοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοληψία
αμμοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του αμμοληψία
αμμολόφου	=	αμμόλοφος
αμμολόφους	=	αμμόλοφος
αμμολόφων	=	αμμόλοφος
αμμομέτρου	=	αμμόμετρο
αμμομέτρων	=	αμμόμετρο
αμμοπετροκλή	=	αμμοπετροκλής
αμμοπετροκλήδες	=	αμμοπετροκλής
αμμοπετροκλήδων	=	αμμοπετροκλής
αμμοπετροκλής	noun	είδος μεταναστευτικού πουλιού (Oenanthe isabellina)
αμμορυχεία	=	αμμορυχείο
αμμορυχείο	noun	τόπος εξαγωγής άμμου
αμμορυχείου	=	αμμορυχείο
αμμορυχείων	=	αμμορυχείο
αμμοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοστρωμένο
αμμοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του αμμοστρωμένος
αμμοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοστρωμένη
αμμοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμμοστρωμένος
αμμοστρωμένης	verb	γενική ενικού του αμμοστρωμένη
αμμοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμμοστρωμένος
αμμοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμμοστρωμένος
αμμοστρωμένος	verb	στρωμένος με άμμο
αμμοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμμοστρωμένος
αμμοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμμοστρωμένος
αμμοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμμοστρωμένος
αμμουδένια	=	αμμουδένιος
αμμουδένιας	=	αμμουδένιος
αμμουδένιε	=	αμμουδένιος
αμμουδένιες	=	αμμουδένιος
αμμουδένιο	=	αμμουδένιος
αμμουδένιοι	=	αμμουδένιος
αμμουδένιος	adj	συνώνυμο του αμμουδερός, αμμώδης, με άμμο
αμμουδένιου	=	αμμουδένιος
αμμουδένιους	=	αμμουδένιος
αμμουδένιων	=	αμμουδένιος
αμμουδέρα	noun	περιοχή με άμμο
αμμουδέρας	noun	γενική ενικού του αμμουδέρα
αμμουδέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμουδέρα
αμμουδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμουδερό	adv	με άμμο, σε άμμο
αμμουδερέ	adj	κλητική ενικού του αμμουδερός
αμμουδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμουδερή
αμμουδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμμουδερός
αμμουδερής	adj	γενική ενικού του αμμουδερή
αμμουδεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμουδεριστής
αμμουδεριστή	=	αμμουδεριστής
αμμουδεριστής	noun	αυτός που γενικά διευθετεί άμμο, στρώνει, ομαλοποιεί, καθαρίζει κ.λπ.
αμμουδεριστών	=	αμμουδεριστής
αμμουδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμμουδερός
αμμουδερού	adj	γενική ενικού του αμμουδερός
αμμουδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμμουδερός
αμμουδερό	adj	αιτιατική ενικού του αμμουδερός
αμμουδερός	adj	που έχει (πολλή) άμμο
αμμουδερών	adj	γενική πληθυντικού του αμμουδερός
αμμουδιά	noun	έκταση με πολλή άμμο, συνήθως κοντά σε θάλασσα
αμμουδιάς	noun	γενική ενικού του αμμουδιά
αμμουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμουδιά
αμμουδιών	=	αμμουδιά
αμμοχάλικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμοχάλικο
αμμοχάλικο	noun	άμμος και χαλίκι ανακατεμένα
αμμοχάλικου	noun	γενική ενικού του αμμοχάλικο
αμμοχάλικων	noun	γενική πληθυντικού του αμμοχάλικο
αμμοχαλίκι	noun	άλλη μορφή του αμμοχάλικο
αμμοχαλίκια	=	αμμοχαλίκι
αμμοχαλικιού	=	αμμοχαλίκι
αμμοχαλικιών	=	αμμοχαλίκι
αμμούδα	noun	η αμμουδιά
αμμούδας	=	αμμούδα
αμμούδες	=	αμμούδα
αμμούδων	=	αμμούδα
αμμωδών	adj	γενική πληθυντικού του αμμώδης
αμμωνία	noun	χημική ένωση αζώτου και υδρογόνου με χημικό τύπο NH3.
αμμωνίας	noun	γενική ενικού του αμμωνία
αμμωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμωνία
αμμωνίου	noun	γενική ενικού του αμμώνιο
αμμωνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμωνιακό	adv	με αμμωνία
αμμωνιακέ	adj	κλητική ενικού του αμμωνιακός
αμμωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμωνιακή
αμμωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμμωνιακός
αμμωνιακής	adj	γενική ενικού του αμμωνιακή
αμμωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμμωνιακός
αμμωνιακού	adj	γενική ενικού του αμμωνιακός
αμμωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμμωνιακός
αμμωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του αμμωνιακός
αμμωνιακός	adj	που έχει σχέση με την αμμωνία
αμμωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του αμμωνιακός
αμμωνιούχα	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχας	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχε	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχες	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχο	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχοι	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της διάτομο αμμωνίου
αμμωνιούχου	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχους	=	αμμωνιούχος
αμμωνιούχων	=	αμμωνιούχος
αμμωνιών	noun	γενική πληθυντικού του αμμωνία
αμμόγες	=	αμμόγη
αμμόγη	noun	αμμώδης τόπος, αμμώδες έδαφος
αμμόγης	=	αμμόγη
αμμόκρινα	=	αμμόκρινο
αμμόκρινο	noun	κρίνο της άμμου, κρίνος της θάλασσας, Pancratium maritimum
αμμόκρινου	=	αμμόκρινο
αμμόκρινων	=	αμμόκρινο
αμμόλιθε	=	αμμόλιθος
αμμόλιθο	=	αμμόλιθος
αμμόλιθοι	=	αμμόλιθος
αμμόλιθος	noun	ψαμμίτης
αμμόλιθου	=	αμμόλιθος
αμμόλιθους	=	αμμόλιθος
αμμόλιθων	=	αμμόλιθος
αμμόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμόλουτρο
αμμόλουτρο	noun	η κάλυψη κάποιων μελών του σώματος με ζεστή άμμο σε μια παραλία, για θεραπευτικούς λόγους (αμμοθεραπεία)
αμμόλουτρου	noun	γενική ενικού του αμμόλουτρο
αμμόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του αμμόλουτρο
αμμόλοφε	=	αμμόλοφος
αμμόλοφο	noun	αιτιατική ενικού του αμμόλοφος
αμμόλοφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμμόλοφος
αμμόλοφος	noun	λόφος από άμμο
αμμόλοφου	noun	γενική ενικού του αμμόλοφος
αμμόλοφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμμόλοφος
αμμόλοφων	noun	γενική πληθυντικού του αμμόλοφος
αμμόμετρα	=	αμμόμετρο
αμμόμετρο	noun	όργανο μέτρησης του χρόνου, σαν την κλεψύδρα, που λειτουργεί με άμμο
αμμόμετρου	=	αμμόμετρο
αμμόμετρων	=	αμμόμετρο
αμμόστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμόστρωτο
αμμόστρωτε	adj	κλητική ενικού του αμμόστρωτος
αμμόστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμμόστρωτη
αμμόστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμμόστρωτος
αμμόστρωτης	adj	γενική ενικού του αμμόστρωτη
αμμόστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμμόστρωτος
αμμόστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμμόστρωτος
αμμόστρωτος	noun	στρωμένος με άμμο (για δρόμους)
αμμόστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμμόστρωτος
αμμόστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμμόστρωτος
αμμόστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμμόστρωτος
αμμότοπε	=	αμμότοπος
αμμότοπο	=	αμμότοπος
αμμότοποι	=	αμμότοπος
αμμότοπος	noun	τόπος γεμάτος άμμο
αμμότοπου	=	αμμότοπος
αμμότοπους	=	αμμότοπος
αμμότοπων	=	αμμότοπος
αμμώδεις	=	αμμώδης
αμμώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμμώδης
αμμώδη	=	αμμώδης
αμμώδης	adj	αυτός που αποτελείται από άμμο ή που περιέχει πολλή άμμο
αμμώδους	=	αμμώδης
αμνάδα	noun	το νεαρό θηλυκό πρόβατο
αμνάδας	=	αμνάδα
αμνάδες	=	αμνάδα
αμνάδων	=	αμνάδα
αμνέ	noun	κλητική ενικού του αμνός
αμνήμον	=	αμνήμων
αμνήμονα	=	αμνήμονας
αμνήμονας	noun	αμνήμων	adj	αμνήμων
αμνήμονες	=	αμνήμονας
αμνήμονος	=	αμνήμων
αμνήμων	adj	αυτός που δυσκολεύεται να διατηρήσει κάτι στη μνήμη του, που ξεχνάει συχνά
αμνήστευα	=	αμνηστεύω
αμνήστευαν	=	αμνηστεύω
αμνήστευε	=	αμνηστεύω
αμνήστευες	=	αμνηστεύω
αμνήστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνήστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνήστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνήστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνήστευση	noun	η πράξη και η έννοια της παροχής αμνηστίας, η διαγραφή ή παραγραφή ενός αδικήματος με πολιτική απόφαση
αμνήστευσης	=	αμνήστευση
αμνήστευτα	=	αμνήστευτος
αμνήστευτε	=	αμνήστευτος
αμνήστευτες	=	αμνήστευτος
αμνήστευτη	=	αμνήστευτος
αμνήστευτης	=	αμνήστευτος
αμνήστευτο	=	αμνήστευτος
αμνήστευτοι	=	αμνήστευτος
αμνήστευτος	adj	που δεν έχει αρραβωνιαστεί
αμνήστευτου	=	αμνήστευτος
αμνήστευτους	=	αμνήστευτος
αμνήστευτων	=	αμνήστευτος
αμνίου	noun	γενική ενικού του άμνιο
αμνίων	noun	γενική πληθυντικού του άμνιο
αμνημοσυνών	=	αμνημοσύνη
αμνημοσύνες	=	αμνημοσύνη
αμνημοσύνη	noun	η αδυναμία του να συγκρατεί κάποιος κάτι στη μνήμη του, το να ξεχνά κάποιος εύκολα
αμνημοσύνης	=	αμνημοσύνη
αμνημόνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμνημόνευτος	adv	χωρίς μνημόνευση, με αμνημόνευτο τρόπο
αμνημόνευτε	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτες	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτη	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτης	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αμνημόνευτος
αμνημόνευτοι	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτος	adj	που δεν έχει μνημονευτεί
αμνημόνευτου	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτους	=	αμνημόνευτος
αμνημόνευτων	=	αμνημόνευτος
αμνημόνων	=	αμνήμονας
αμνησία	noun	η απώλεια της μνήμης
αμνησίας	noun	γενική ενικού του αμνησία
αμνησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνησία
αμνησίκακα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμνησίκακος	adv	με τρόπο που δείχνει έλλειψη μνησικακίας
αμνησίκακας	=	αμνησίκακος
αμνησίκακε	=	αμνησίκακος
αμνησίκακες	=	αμνησίκακος
αμνησίκακη	=	αμνησίκακος
αμνησίκακης	=	αμνησίκακος
αμνησίκακο	=	αμνησίκακος
αμνησίκακοι	=	αμνησίκακος
αμνησίκακος	adj	ο μη εκδικητικός, που δεν μισεί όσους τον έβλαψαν
αμνησίκακου	=	αμνησίκακος
αμνησίκακους	=	αμνησίκακος
αμνησίκακων	=	αμνησίκακος
αμνησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνησιακό
αμνησιακέ	adj	κλητική ενικού του αμνησιακός
αμνησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνησιακή
αμνησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμνησιακός
αμνησιακής	adj	γενική ενικού του αμνησιακή
αμνησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμνησιακός
αμνησιακού	adj	γενική ενικού του αμνησιακός
αμνησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμνησιακός
αμνησιακό	adj	αιτιατική ενικού του αμνησιακός
αμνησιακός	adj	που έχει αμνησία, που πάσχει αποτέλεσμα αμνησία
αμνησιακών	adj	γενική πληθυντικού του αμνησιακός
αμνησικάκως	adv|formal	χωρίς μνησικακία
αμνησικακία	noun|formal	η ιδιότητα του αμνησίκακου
αμνησικακίας	noun	γενική ενικού του αμνησικακία
αμνησικακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνησικακία
αμνησικακιών	noun	γενική πληθυντικού του αμνησικακία
αμνησιών	noun	γενική πληθυντικού του αμνησία
αμνηστία	noun	επίσημη απόφαση από κρατική αρχή που απαλλάσσει κάποιον από τις νομικές συνέπειες ορισμένων παράνομων του πράξεων ή πολιτικών εγκλημάτων, ειδικά πριν γίνει μια δίκη, και συνήθως για σύνολο ανθρώπων, χάρη
αμνηστίας	noun	γενική ενικού του αμνηστία
αμνηστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνηστία
αμνηστεία	noun	άλλη γραφή του αμνηστία
αμνηστείας	=	αμνηστεία
αμνηστείες	=	αμνηστεία
αμνηστειών	=	αμνηστεία
αμνηστευθήκαμε	=	αμνηστεύω
αμνηστευθήκαν	=	αμνηστεύω
αμνηστευθήκανε	=	αμνηστεύω
αμνηστευθήκατε	=	αμνηστεύω
αμνηστευθεί	=	αμνηστεύω
αμνηστευθείς	=	αμνηστεύω
αμνηστευθείτε	=	αμνηστεύω
αμνηστευθούμε	=	αμνηστεύω
αμνηστευθούν	=	αμνηστεύω
αμνηστευθούνε	=	αμνηστεύω
αμνηστευθώ	=	αμνηστεύω
αμνηστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνηστευμένο
αμνηστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμνηστευμένος
αμνηστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμνηστευμένος
αμνηστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμνηστευμένος
αμνηστευμένος	=	αμνηστεύω
αμνηστευτήκαμε	=	αμνηστεύω
αμνηστευτήκαν	=	αμνηστεύω
αμνηστευτήκανε	=	αμνηστεύω
αμνηστευτήκατε	=	αμνηστεύω
αμνηστευτεί	=	αμνηστεύω
αμνηστευτείς	=	αμνηστεύω
αμνηστευτείτε	=	αμνηστεύω
αμνηστευτικά	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικέ	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικές	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτική	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμνηστευτική) του αμνηστευτικός
αμνηστευτικοί	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικού	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικούς	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικό	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτικός	adj	που έχει σχέση με την αμνηστία, αναφέρεται σʼ αυτή ή την παρέχει
αμνηστευτικών	=	αμνηστευτικός
αμνηστευτούμε	=	αμνηστεύω
αμνηστευτούν	=	αμνηστεύω
αμνηστευτούνε	=	αμνηστεύω
αμνηστευτώ	=	αμνηστεύω
αμνηστευόμασταν	=	αμνηστεύω
αμνηστευόμαστε	=	αμνηστεύω
αμνηστευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνηστευόμενο
αμνηστευόμενε	verb	κλητική ενικού του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνηστευόμενη
αμνηστευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμενης	verb	γενική ενικού του αμνηστευόμενη
αμνηστευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμενος	verb	αυτός που αμνηστεύεται
αμνηστευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμνηστευόμενος
αμνηστευόμουν	=	αμνηστεύω
αμνηστευόμουνα	=	αμνηστεύω
αμνηστευόντουσαν	=	αμνηστεύω
αμνηστευόσασταν	=	αμνηστεύω
αμνηστευόσαστε	=	αμνηστεύω
αμνηστευόσουν	=	αμνηστεύω
αμνηστευόσουνα	=	αμνηστεύω
αμνηστευόταν	=	αμνηστεύω
αμνηστευότανε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύαμε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύαν	=	αμνηστεύω
αμνηστεύανε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύατε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύγω	=	αμνηστεύω
αμνηστεύει	=	αμνηστεύω
αμνηστεύεις	=	αμνηστεύω
αμνηστεύεσαι	=	αμνηστεύω
αμνηστεύεστε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύεται	=	αμνηστεύω
αμνηστεύετε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύθηκα	=	αμνηστεύω
αμνηστεύθηκαν	=	αμνηστεύω
αμνηστεύθηκε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύθηκες	=	αμνηστεύω
αμνηστεύομαι	=	αμνηστεύω
αμνηστεύομε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύονται	=	αμνηστεύω
αμνηστεύονταν	=	αμνηστεύω
αμνηστεύοντας	=	αμνηστεύω
αμνηστεύουμε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύουν	=	αμνηστεύω
αμνηστεύουνε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύσαν	=	αμνηστεύω
αμνηστεύσανε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνήστευση
αμνηστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύσεων	=	αμνήστευση
αμνηστεύσιμα	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμε	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμες	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμη	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμης	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμο	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμοι	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμος	adj	αυτός που έχει τη δυνατότητα, που πληροί τις προϋποθέσεις για να αμνηστευθεί
αμνηστεύσιμου	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμους	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσιμων	=	αμνηστεύσιμος
αμνηστεύσομε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύσου	=	αμνηστεύω
αμνηστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύσουνε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύστε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμνηστεύω
αμνηστεύτηκα	=	αμνηστεύω
αμνηστεύτηκαν	=	αμνηστεύω
αμνηστεύτηκε	=	αμνηστεύω
αμνηστεύτηκες	=	αμνηστεύω
αμνηστεύω	verb	παρέχω αμνηστία για κάποιο αδίκημα.
αμνηστιών	noun	γενική πληθυντικού του αμνηστία
αμνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνιακό
αμνιακέ	adj	κλητική ενικού του αμνιακός
αμνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνιακή
αμνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμνιακός
αμνιακής	adj	γενική ενικού του αμνιακή
αμνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμνιακός
αμνιακού	adj	γενική ενικού του αμνιακός
αμνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμνιακός
αμνιακό	adj	αιτιατική ενικού του αμνιακός
αμνιακός	adj	που ανήκει στο άμνιο ή που έχει σχέση με αυτό
αμνιακών	adj	γενική πληθυντικού του αμνιακός
αμνιοκέντηση	noun	χειρουργική επέμβαση στη μήτρα διαμέσου της κοιλιάς ή του τραχήλου της μήτρας προκειμένου να γίνει αναρρόφηση αμνιακού υγρού συνήθως για αναγνώριση του φύλου του εμβρύου ή διερεύνηση πιθανών ασθενειών του εμβρύου
αμνιοκέντησης	=	αμνιοκέντηση
αμνιοκεντήσεις	=	αμνιοκέντηση
αμνιοκεντήσεων	=	αμνιοκέντηση
αμνιοπαρακέντηση	noun	άλλη μορφή του αμνιοκέντηση
αμνιοπαρακέντησης	=	αμνιοπαρακέντηση
αμνιοπαρακεντήσεις	=	αμνιοπαρακέντηση
αμνιοπαρακεντήσεων	=	αμνιοπαρακέντηση
αμνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμνός
αμνοερίφια	noun	τα μικρά πρόβατα και κατσίκια, όταν αναφέρονται μαζί, κυρίως με αφορμή τη σφαγή ή τη διάθεσή τους στην αγορά
αμνοερίφιο	noun	κατηγορία οικότροφων ζώων όπως είναι το κατσίκι και το αρνί
αμνοερίφιου	=	αμνοερίφιο
αμνοεριφίου	=	αμνοερίφιο
αμνοεριφίων	=	αμνοερίφιο
αμνοσκοπία	noun|rare	μαντεία με την παρατήρηση της πλάτης σφαγμένου αμνού
αμνοφαγία	noun|formal	η βρώση αμνών
αμνοφαγίας	noun	γενική ενικού του αμνοφαγία
αμνοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμνοφαγία
αμνοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αμνοφαγία
αμνού	noun	γενική ενικού του αμνός
αμνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμνός
αμνό	noun	αιτιατική ενικού του αμνός
αμνός	noun|formal	το αρνί, το μικρό πρόβατο
αμνώγω	verb	ορκίζομαι
αμνών	noun	γενική πληθυντικού του αμνός
αμοίραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμοίραστος	adv	χωρίς να έχουν μοιραστεί, χωρίς μοίρασμα
αμοίραστε	adj	κλητική ενικού του αμοίραστος
αμοίραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοίραστη
αμοίραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμοίραστος
αμοίραστης	adj	γενική ενικού του αμοίραστη
αμοίραστο	adj	αιτιατική ενικού του αμοίραστος
αμοίραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμοίραστος
αμοίραστος	adj	που δεν έχει μοιραστεί ή δεν μπορεί να μοιραστεί
αμοίραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμοίραστος
αμοίραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμοίραστος
αμοίραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμοίραστος
αμοιασιά	noun|vulgar	η ανομοιότητα
αμοιασιάς	=	αμοιασιά
αμοιασιές	=	αμοιασιά
αμοιασιών	=	αμοιασιά
αμοιβάδα	noun	μονοκύτταρος οργανισμός, της τάξης των αμοιβαδοειδών, που κινείται με ριζοειδείς ή δακτυλοειδείς προεκβολές (ψευδοπόδια)
αμοιβάδας	noun	γενική ενικού του αμοιβάδα
αμοιβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιβάδα
αμοιβάδων	noun	γενική πληθυντικού του αμοιβάδα
αμοιβάδωση	noun	νόσος που προκαλείται στα έντερα, όταν εισέλθουν στον οργανισμό αμοιβάδες
αμοιβάδωσης	noun	γενική ενικού του αμοιβάδωση
αμοιβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιβή
αμοιβή	noun	το χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος επειδή ολοκλήρωσε μια εργασία για λογαριασμό άλλου (ο όρος αναφέρεται τόσο σε σχέση εξαρτημένης εργασίας όσο και σε προσφορά υπηρεσιών από ελεύθερο επαγγελματία)
αμοιβής	noun	γενική ενικού του αμοιβή
αμοιβαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμοιβαίος	adv	με αμοιβαίο τρόπο, με αμοιβαιότητα, με ανταπόδοση
αμοιβαίας	adj	γενική ενικού του αμοιβαία
αμοιβαίε	adj	αμοιβαίος, στην κλητική του ενικού
αμοιβαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιβαία
αμοιβαίο	adj	αμοιβαίος, στην αιτιατική του ενικού
αμοιβαίοι	adj	αμοιβαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αμοιβαίος	adj	που ενέχει ανταπόδοση (για αφηρημένες έννοιες)
αμοιβαίου	adj	γενική ενικού του αμοιβαίος
αμοιβαίους	adj	αμοιβαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αμοιβαίων	adj	γενική πληθυντικού του αμοιβαίος
αμοιβαίως	=	αμοιβαία
αμοιβαδικά	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικέ	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικές	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδική	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικής	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικοί	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικού	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικούς	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικό	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδικός	noun	κάποιος που πάσχει από αμοιβάδωση	adj	που έχει σχέση με την αμοιβάδωση, οφείλεται ή αναφέρεται σʼ αυτή
αμοιβαδικών	=	αμοιβαδικός
αμοιβαδοειδές	=	αμοιβαδοειδής
αμοιβαδοειδή	noun	μονοκύτταροι οργανισμοί της ομοταξίας των ριζοπόδων, που κινούνται και τρέφονται σχηματίζοντας ψευδοπόδια
αμοιβαδοειδής	adj	που μοιάζει με την αμοιβάδα ως προς τα γνωρίσματα
αμοιβαδοειδείς	=	αμοιβαδοειδής
αμοιβαδοειδούς	=	αμοιβαδοειδής
αμοιβαδοειδών	=	αμοιβαδοειδής
αμοιβαδοειδώς	adv|formal	με αμοιβαδοειδή τρόπο
αμοιβαδόν	adv|formal	αμοιβαία
αμοιβαδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιβάδωση
αμοιβαδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμοιβάδωση
αμοιβαδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμοιβάδωση
αμοιβαιοτήτων	=	αμοιβαιότητα
αμοιβαιότητα	noun	η ανταπόδοση των ίδιων συναισθημάτων (ή μιας ιδιότητας) ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή ομάδες
αμοιβαιότητας	noun	γενική ενικού του αμοιβαιότητα
αμοιβαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιβαιότητα
αμοιβολογίου	=	αμοιβολόγιο
αμοιβολογίων	=	αμοιβολόγιο
αμοιβολόγια	=	αμοιβολόγιο
αμοιβολόγιο	noun	κατάλογος στον οποίο καταγράφονται οι προβλεπόμενες αμοιβές προς κάποιους για έργο που παράγουν ή δικαιώματα που κατέχουν
αμοιβολόγιου	=	αμοιβολόγιο
αμοιβολόγιων	=	αμοιβολόγιο
αμοιβών	noun	γενική πληθυντικού του αμοιβή
αμοιρολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιρολόγητο
αμοιρολόγητε	adj	κλητική ενικού του αμοιρολόγητος
αμοιρολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοιρολόγητη
αμοιρολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμοιρολόγητος
αμοιρολόγητης	adj	γενική ενικού του αμοιρολόγητη
αμοιρολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αμοιρολόγητος
αμοιρολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμοιρολόγητος
αμοιρολόγητος	adj	που δεν τον έχουν μοιρολογήσει, δεν του έχουν πει μοιρολόγια
αμοιρολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμοιρολόγητος
αμοιρολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμοιρολόγητος
αμοιρολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμοιρολόγητος
αμολά	=	αμολάω
αμολάγαμε	=	αμολάω
αμολάγανε	=	αμολάω
αμολάγατε	=	αμολάω
αμολάει	=	αμολάω
αμολάμε	=	αμολάω
αμολάν	=	αμολάω
αμολάνε	=	αμολάω
αμολάρω	verb	αφήνω
αμολάς	=	αμολάω
αμολάτε	=	αμολάω
αμολάω	verb	αφήνω κάτι ελεύθερο, χαλαρό
αμολέρνω	verb	αφήνω
αμολήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμολήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμολήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμολήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσαν	=	αμολάω
αμολήσανε	=	αμολάω
αμολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσου	=	αμολάω
αμολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμοληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθήκαν	=	αμολάω
αμοληθήκανε	=	αμολάω
αμοληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμοληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμολιέμαι
αμολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμολημένο
αμολημένε	verb	κλητική ενικού του αμολημένος
αμολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμολημένη
αμολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμολημένος
αμολημένης	verb	γενική ενικού του αμολημένη
αμολημένο	verb	αιτιατική ενικού του αμολημένος
αμολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμολημένος
αμολημένος	=	αμολάω
αμολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμολημένος
αμολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμολημένος
αμολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμολημένος
αμολιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αμολάω
αμολιέσαι	=	αμολάω
αμολιέστε	=	αμολάω
αμολιέται	=	αμολάω
αμολιούνται	=	αμολάω
αμολιούνταν	=	αμολάω
αμολιόμασταν	=	αμολάω
αμολιόμαστε	=	αμολάω
αμολιόμουν	=	αμολάω
αμολιόμουνα	=	αμολάω
αμολιόνταν	=	αμολάω
αμολιόντανε	=	αμολάω
αμολιόντουσαν	=	αμολάω
αμολιόσασταν	=	αμολάω
αμολιόσαστε	=	αμολάω
αμολιόσουν	=	αμολάω
αμολιόσουνα	=	αμολάω
αμολιόταν	=	αμολάω
αμολιότανε	=	αμολάω
αμολούμε	=	αμολάω
αμολούν	=	αμολάω
αμολούνε	=	αμολάω
αμολούσα	=	αμολάω
αμολούσαμε	=	αμολάω
αμολούσαν	=	αμολάω
αμολούσανε	=	αμολάω
αμολούσατε	=	αμολάω
αμολούσε	=	αμολάω
αμολούσες	=	αμολάω
αμολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμολόγητος	adv	ανομολόγητα
αμολόγητε	adj	κλητική ενικού του αμολόγητος
αμολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμολόγητη
αμολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμολόγητος
αμολόγητης	adj	γενική ενικού του αμολόγητη
αμολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αμολόγητος
αμολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμολόγητος
αμολόγητος	adj	ο ανομολόγητος
αμολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμολόγητος
αμολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμολόγητος
αμολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμολόγητος
αμολόητος	=	αμολόγητος
αμολώ	=	αμολάω
αμολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αμολάω / (αμολώ)
αμονιμοποίητα	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητε	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητες	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητη	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητης	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητο	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητοι	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητος	adj	που δεν έχει μονιμοποιηθεί ή δεν είναι δυνατόν να μονιμοποιηθεί
αμονιμοποίητου	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητους	=	αμονιμοποίητος
αμονιμοποίητων	=	αμονιμοποίητος
αμονιού	noun	γενική ενικού του αμόνι
αμονιών	noun	γενική πληθυντικού του αμόνι
αμονογράφητα	=	αμονογράφητος
αμονογράφητε	=	αμονογράφητος
αμονογράφητες	=	αμονογράφητος
αμονογράφητη	=	αμονογράφητος
αμονογράφητης	=	αμονογράφητος
αμονογράφητο	=	αμονογράφητος
αμονογράφητοι	=	αμονογράφητος
αμονογράφητος	adj	που δεν έχει μονογραφηθεί
αμονογράφητου	=	αμονογράφητος
αμονογράφητους	=	αμονογράφητος
αμονογράφητων	=	αμονογράφητος
αμονοπώλητα	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητε	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητες	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητη	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητης	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητο	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητοι	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητος	adj	που δεν είναι μονοπωλημένος
αμονοπώλητου	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητους	=	αμονοπώλητος
αμονοπώλητων	=	αμονοπώλητος
αμοντάριστα	=	αμοντάριστος
αμοντάριστε	=	αμοντάριστος
αμοντάριστες	=	αμοντάριστος
αμοντάριστη	=	αμοντάριστος
αμοντάριστης	=	αμοντάριστος
αμοντάριστο	=	αμοντάριστος
αμοντάριστοι	=	αμοντάριστος
αμοντάριστος	adj	που δεν έχει υποστεί μοντάζ, δεν έχει μονταριστεί
αμοντάριστου	=	αμοντάριστος
αμοντάριστους	=	αμοντάριστος
αμοντάριστων	=	αμοντάριστος
αμοραλίστρια	noun	αμοραλιστής
αμοραλίστριας	noun	γενική ενικού του αμοραλίστρια
αμοραλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοραλίστρια
αμοραλισμέ	noun	κλητική ενικού του αμοραλισμός
αμοραλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμοραλισμός
αμοραλισμού	noun	γενική ενικού του αμοραλισμός
αμοραλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμοραλισμός
αμοραλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αμοραλισμός
αμοραλισμός	noun	η θεώρηση κατά την οποία υποστηρίζεται ότι δεν υφίστανται ηθικές αξίες με καθολική, ενιαία, παγκόσμια αναγνωρισμένη ισχύ, ότι οι ηθικοί κανόνες αναιρούνται ή και απορρίπτονται βάσει κριτικής και ότι οι ηθικές αντιλήψεις τροποποιούνται κατά τόπο και χρόνο
αμοραλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αμοραλισμός
αμοραλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοραλιστής
αμοραλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμοραλιστής
αμοραλιστής	noun	αυτός που δεν υπολογίζει ηθικούς φραγμούς μπροστά στην προσωπική κοινωνική άνοδο και οικονομική επιτυχία
αμοραλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοραλιστικό
αμοραλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αμοραλιστικός
αμοραλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμοραλιστική
αμοραλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμοραλιστικός
αμοραλιστικής	adj	γενική ενικού του αμοραλιστική
αμοραλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμοραλιστικός
αμοραλιστικού	adj	γενική ενικού του αμοραλιστικός
αμοραλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμοραλιστικός
αμοραλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αμοραλιστικός
αμοραλιστικός	adj	που μαρτυρεί αμοραλισμό, που δείχνει να μη διαθέτει ως στάση ζωής ή ως συμπεριφορά και πρακτική κάποιο ηθικό κίνητρο ή αρχές αλλά απεναντίας εκφράζει ανήθικες, ανέντιμες προθέσεις και μάλλον περιφρόνηση προς τις αρχές που ασπάζεται η πλειοψηφία είτε σε στενά ηθικό πλαίσιο συγκεκριμένης συμπεριφοράς (π.χ. οικογενειακό, ερωτικό) είτε σε γενικότερο (π.χ. πολιτικό, κοινωνικό)
αμοραλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αμοραλιστικός
αμοραλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αμοραλίστρια
αμοραλιστών	noun	γενική πληθυντικού του αμοραλιστής
αμοργιανά	=	αμοργιανός
αμοργιανέ	=	αμοργιανός
αμοργιανές	=	αμοργιανή
αμοργιανή	noun	αυτή που κατοικεί στην Αμοργό ή κατάγεται από το νησί αυτό
αμοργιανής	=	αμοργιανή
αμοργιανοί	=	αμοργιανός
αμοργιανού	=	αμοργιανός
αμοργιανούς	=	αμοργιανός
αμοργιανό	=	αμοργιανός
αμοργιανός	adj	που έχει σχέση με την Αμοργό ή τους Αμοργινούς ή αναφέρεται σʼ αυτά
αμοργιανών	=	αμοργιανός
αμορσών	noun	γενική πληθυντικού του αμόρσα
αμορτί	noun|vulgar	η απόσβεση του ποσού που ποντάρουμε σε στοίχημα, λαχείο κ.λπ., δηλαδή το κέρδισμα του ποσού του πονταρίσματος, της αξίας αγοράς του λαχείου κλπ. όπως όταν τα τελευταία ψηφία του αριθμού του λαχείου είναι πετυχημένα, επιστρέφεται το ποσό της αγοράς του λαχείου
αμορτισέρ	noun	εξάρτημα μηχανοκίνητων οχημάτων χάρη στο οποίο αποσβένονται οι ταλαντώσεις των ελατηρίων και ελαττώνονται οι κραδασμοί, εξασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του οχήματος
αμορτισερά	=	αμορτισεράς
αμορτισεράδες	=	αμορτισεράς
αμορτισεράδων	=	αμορτισεράς
αμορτισεράς	noun	τεχνίτης εξειδικευμένος στα αμορτισέρ
αμορφία	noun	η έλλειψη (συγκεκριμένης) μορφής ή σχήματος
αμορφίας	noun	γενική ενικού του αμορφία
αμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμορφία
αμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του αμορφία
αμορφοποίητα	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητε	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητες	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητη	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητης	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητο	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητοι	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητος	adj	που δεν έχει πάρει συγκεκριμένη μορφή, δεν έχει μορφοποιηθεί έτσι όπως κανονικά θα έπρεπε, που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία του (κείμενο, ύλη, θεωρία κ.λπ.)
αμορφοποίητου	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητους	=	αμορφοποίητος
αμορφοποίητων	=	αμορφοποίητος
αμορφωσιά	noun	η αγραμματοσύνη, το να είναι κάποιος αγράμματος, χωρίς μόρφωση
αμορφωσιάς	noun	γενική ενικού του αμορφωσιά
αμορφωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμορφωσιά
αμορφωσιών	=	αμορφωσιά
αμορόζα	noun|dated	ερωμένη
αμορόζας	noun	γενική ενικού του αμορόζα
αμορόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμορόζα
αμουντζούρωτα	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτε	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτες	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτη	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτης	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτο	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτοι	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτος	adj	που δεν έχει μουντζουρωθεί
αμουντζούρωτου	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτους	=	αμουντζούρωτος
αμουντζούρωτων	=	αμουντζούρωτος
αμουσία	noun	το να μην έχει κάποιος μουσική παιδεία ή ευαισθησία
αμουσίας	noun	γενική ενικού του αμουσία
αμουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμουσία
αμουσιών	noun	γενική πληθυντικού του αμουσία
αμουτζούρωτα	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτε	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτες	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτη	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτης	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτο	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτοι	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτος	adj	που δεν έχει μουτζουρωθεί
αμουτζούρωτου	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτους	=	αμουτζούρωτος
αμουτζούρωτων	=	αμουτζούρωτος
αμούδιαστα	adv	χωρίς μούδιασμα
αμούδιαστε	=	αμούδιαστος
αμούδιαστες	=	αμούδιαστος
αμούδιαστη	=	αμούδιαστος
αμούδιαστης	=	αμούδιαστος
αμούδιαστο	=	αμούδιαστος
αμούδιαστοι	=	αμούδιαστος
αμούδιαστος	adj	που δεν έχει μουδιάσει
αμούδιαστου	=	αμούδιαστος
αμούδιαστους	=	αμούδιαστος
αμούδιαστων	=	αμούδιαστος
αμούσκευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμούσκευτο
αμούσκευτε	adj	κλητική ενικού του αμούσκευτος
αμούσκευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμούσκευτη
αμούσκευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμούσκευτος
αμούσκευτης	adj	γενική ενικού του αμούσκευτη
αμούσκευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμούσκευτος
αμούσκευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμούσκευτος
αμούσκευτος	adj	που δεν έχει μουσκευτεί
αμούσκευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμούσκευτος
αμούσκευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμούσκευτος
αμούσκευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμούσκευτος
αμούστακα	=	αμούστακος
αμούστακε	=	αμούστακος
αμούστακες	=	αμούστακος
αμούστακη	=	αμούστακος
αμούστακης	=	αμούστακος
αμούστακο	=	αμούστακος
αμούστακοι	=	αμούστακος
αμούστακος	adj	που δεν έχει ακόμα μουστάκι
αμούστακου	=	αμούστακος
αμούστακους	=	αμούστακος
αμούστακων	=	αμούστακος
αμπά	=	αμπάς
αμπάγια	noun	παραδοσιακή φορεσιά μουσλουλμανίδων, που καλύπτει όλο το σώμα (εκτός από το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια)
αμπάγιας	noun	γενική ενικού του αμπάγια
αμπάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάγια
αμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάς
αμπάδι	noun	ακέρατο ζώο (βλέπε αμπάδικος)
αμπάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάδικο
αμπάδικε	adj	κλητική ενικού του αμπάδικος
αμπάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάδικη
αμπάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπάδικος
αμπάδικης	adj	γενική ενικού του αμπάδικη
αμπάδικο	adj	αιτιατική ενικού του αμπάδικος
αμπάδικοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάδικος
αμπάδικος	adj	συνώνυμο του ακέρατος (στη ναξιακή και ευρύτερα κυκλαδική διάλεκτο)
αμπάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμπάδικος
αμπάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπάδικος
αμπάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμπάδικος
αμπάδων	=	αμπάς
αμπάζωτα	=	αμπάζωτος
αμπάζωτε	=	αμπάζωτος
αμπάζωτες	=	αμπάζωτος
αμπάζωτη	=	αμπάζωτος
αμπάζωτης	=	αμπάζωτος
αμπάζωτο	=	αμπάζωτος
αμπάζωτοι	=	αμπάζωτος
αμπάζωτος	adj	που δεν έχει μπαζωθεί
αμπάζωτου	=	αμπάζωτος
αμπάζωτους	=	αμπάζωτος
αμπάζωτων	=	αμπάζωτος
αμπάκων	=	άμπακας
αμπάλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάλατο
αμπάλατε	adj	κλητική ενικού του αμπάλατος
αμπάλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάλατη
αμπάλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπάλατος
αμπάλατης	adj	γενική ενικού του αμπάλατη
αμπάλατο	adj	αιτιατική ενικού του αμπάλατος
αμπάλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπάλατος
αμπάλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμπάλατος
αμπάλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπάλατος
αμπάλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμπάλατος
αμπάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμπάλωτος	adv	χωρίς να έχει μπαλωθεί
αμπάλωτε	=	αμπάλωτος
αμπάλωτες	=	αμπάλωτος
αμπάλωτη	=	αμπάλωτος
αμπάλωτης	=	αμπάλωτος
αμπάλωτο	=	αμπάλωτος
αμπάλωτοι	=	αμπάλωτος
αμπάλωτος	adj	που δεν έχει μπαλωθεί
αμπάλωτου	=	αμπάλωτος
αμπάλωτους	=	αμπάλωτος
αμπάλωτων	=	αμπάλωτος
αμπάντεχα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος αμπαντέχω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αμπάντεχο) του αμπάντεχος
αμπάντεχε	=	αμπάντεχος
αμπάντεχες	=	αμπάντεχος
αμπάντεχη	=	αμπάντεχος
αμπάντεχης	=	αμπάντεχος
αμπάντεχο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμπάντεχος
αμπάντεχοι	=	αμπάντεχος
αμπάντεχος	adj	απρόσμενος, ξαφνικός, άλλη μορφή του αναπάντεχος
αμπάντεχου	=	αμπάντεχος
αμπάντεχους	=	αμπάντεχος
αμπάντεχων	=	αμπάντεχος
αμπάρα	noun	επιμήκης σιδερένια ή ξύλινη βέργα που τοποθετείται στην εσωτερική πλευρά μιας πόρτας, για να εμποδίζει το άνοιγμα και να παρέχει ασφάλεια
αμπάρας	noun	γενική ενικού του αμπάρα
αμπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάρα
αμπάρι	noun	εσωτερικός χώρος πλοίου που χρησιμεύει για την εναπόθεση συσκευασμένων ή χύμα εμπορευμάτων, εκτός υγρών.
αμπάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάρι
αμπάριζα	noun	παιδικό παιχνίδι που παίζεται σε ανοικτό χώρο, όπου τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες και κυνηγάει η μία την άλλη, προκειμένου να αιχμαλωτίσει τα μέλη της άλλης
αμπάριζας	noun	γενική ενικού του αμπάριζα
αμπάριζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάριζα
αμπάρωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αμπαρώνω
αμπάρωνα	=	αμπαρώνω
αμπάρωναν	=	αμπαρώνω
αμπάρωνε	=	αμπαρώνω
αμπάρωνες	=	αμπαρώνω
αμπάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπάς	noun	χοντρό μάλλινο ύφασμα
αμπέλι	noun	η άμπελος
αμπέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπέλι
αμπέλου	=	άμπελος
αμπέλους	=	άμπελος
αμπέλων	=	άμπελος
αμπέρ	noun	η μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων S.I.
αμπέχονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπέχονο
αμπέχονο	noun	επανωφόρι, τζάκετ
αμπέχονου	noun	γενική ενικού του αμπέχονο
αμπέχονων	noun	γενική πληθυντικού του αμπέχονο
αμπίκων	=	άμπικας
αμπαδορραφεία	=	αμπαδορραφείο
αμπαδορραφείο	noun|dated	το εργαστήριο όπου ράβονται αμπάδες
αμπαδορραφείου	=	αμπαδορραφείο
αμπαδορραφείων	=	αμπαδορραφείο
αμπαζούρ	noun	απλή κατασκευή από αδιαφανές γυαλί, πορσελάνη, πλαστικό, μέταλλο, χαρτί ή άλλο υλικό, που προσαρμόζεται σε φορητή συνήθως επιτραπέζια λάμπα, ώστε να συγκεντρώνει το φως σε μια κατεύθυνση, συνήθως προς τα κάτω.
αμπαλάγιο	noun|dated	συνώνυμο του αμπαλάζ
αμπαλάζ	noun	συσκευασία, αμπαλάρισμα, περιτύλιγμα
αμπαλάραμε	=	αμπαλάρω
αμπαλάραν	=	αμπαλάρω
αμπαλάρανε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρατε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρει	=	αμπαλάρω
αμπαλάρεις	=	αμπαλάρω
αμπαλάρεσαι	=	αμπαλάρω
αμπαλάρεστε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρεται	=	αμπαλάρω
αμπαλάρετε	=	αμπαλάρω
αμπαλάριζα	=	αμπαλάρω
αμπαλάριζαν	=	αμπαλάρω
αμπαλάριζε	=	αμπαλάρω
αμπαλάριζες	=	αμπαλάρω
αμπαλάρισα	=	αμπαλάρω
αμπαλάρισαν	=	αμπαλάρω
αμπαλάρισε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρισες	=	αμπαλάρω
αμπαλάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αμπαλάρω, η συσκευασία
αμπαλάρομαι	=	αμπαλάρω
αμπαλάρομε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρονται	=	αμπαλάρω
αμπαλάρονταν	=	αμπαλάρω
αμπαλάροντας	=	αμπαλάρω
αμπαλάρουμε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρουν	=	αμπαλάρω
αμπαλάρουνε	=	αμπαλάρω
αμπαλάρω	verb	τοποθετώ με τάξη αντικείμενα μέσα σε κιβώτιο, κουτί, φάκελο κλπ ή τα τυλίγω με χαρτί ή άλλο παρόμοιο υλικό και στη συνέχεια ασφαλίζω το δέμα πριν το μεταφέρω ή το στείλω ταχυδρομικώς κάπου
αμπαλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπαλάρισμα
αμπαλαρίσματος	noun	γενική ενικού του αμπαλάρισμα
αμπαλαρίσου	=	αμπαλάρω
αμπαλαρίστηκα	=	αμπαλάρω
αμπαλαρίστηκαν	=	αμπαλάρω
αμπαλαρίστηκε	=	αμπαλάρω
αμπαλαρίστηκες	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόμασταν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόμαστε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόμουν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόμουνα	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόντουσαν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόσασταν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόσαστε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόσουν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόσουνα	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζόταν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριζότανε	=	αμπαλάρω
αμπαλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμπαλάρισμα
αμπαλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπαλαρισμένο
αμπαλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του αμπαλαρισμένος
αμπαλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπαλαρισμένη
αμπαλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπαλαρισμένος
αμπαλαρισμένης	verb	γενική ενικού του αμπαλαρισμένη
αμπαλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμπαλαρισμένος
αμπαλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπαλαρισμένος
αμπαλαρισμένος	=	αμπαλάρω
αμπαλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμπαλαρισμένος
αμπαλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμπαλαρισμένος
αμπαλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμπαλαρισμένος
αμπαλαριστήκαμε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστήκαν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστήκανε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστήκατε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστεί	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστείς	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστείτε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστούμε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστούν	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστούνε	=	αμπαλάρω
αμπαλαριστώ	=	αμπαλάρω
αμπαντάριστος	adj|rare	που δεν τον έχουν μπαντάρει
αμπαντέχω	verb	άλλη μορφή του απαντέχω
αμπανόζι	noun|dated	έβενος
αμπαριού	noun	γενική ενικού του αμπάρι
αμπαριών	noun	γενική πληθυντικού του αμπάρι
αμπαροριζών	=	αμπαρόριζα
αμπαρωθήκαμε	=	αμπαρώνω
αμπαρωθήκαν	=	αμπαρώνω
αμπαρωθήκανε	=	αμπαρώνω
αμπαρωθήκατε	=	αμπαρώνω
αμπαρωθεί	=	αμπαρώνω
αμπαρωθείς	=	αμπαρώνω
αμπαρωθείτε	=	αμπαρώνω
αμπαρωθούμε	=	αμπαρώνω
αμπαρωθούν	=	αμπαρώνω
αμπαρωθούνε	=	αμπαρώνω
αμπαρωθώ	=	αμπαρώνω
αμπαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμπάρωμα
αμπαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπαρωμένο
αμπαρωμένε	verb	κλητική ενικού του αμπαρωμένος
αμπαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπαρωμένη
αμπαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπαρωμένος
αμπαρωμένης	verb	γενική ενικού του αμπαρωμένη
αμπαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμπαρωμένος
αμπαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπαρωμένος
αμπαρωμένος	verb	που έχει αμπαρωθεί
αμπαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμπαρωμένος
αμπαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμπαρωμένος
αμπαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμπαρωμένος
αμπαρωνόμασταν	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόμαστε	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόμουν	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόμουνα	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόντουσαν	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόσασταν	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόσαστε	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόσουν	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόσουνα	=	αμπαρώνω
αμπαρωνόταν	=	αμπαρώνω
αμπαρωνότανε	=	αμπαρώνω
αμπαρόριζα	noun	άλλη μορφή του αρμπαρόριζα
αμπαρόριζας	noun	γενική ενικού του αμπαρόριζα
αμπαρόριζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπαρόριζα
αμπαρώθηκα	=	αμπαρώνω
αμπαρώθηκαν	=	αμπαρώνω
αμπαρώθηκε	=	αμπαρώνω
αμπαρώθηκες	=	αμπαρώνω
αμπαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπάρωμα
αμπαρώματος	noun	γενική ενικού του αμπάρωμα
αμπαρών	noun	γενική πληθυντικού του αμπάρα
αμπαρώναμε	=	αμπαρώνω
αμπαρώναν	=	αμπαρώνω
αμπαρώνανε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνατε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνει	=	αμπαρώνω
αμπαρώνεις	=	αμπαρώνω
αμπαρώνεσαι	=	αμπαρώνω
αμπαρώνεστε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνεται	=	αμπαρώνω
αμπαρώνετε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνομαι	=	αμπαρώνω
αμπαρώνομε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνονται	=	αμπαρώνω
αμπαρώνονταν	=	αμπαρώνω
αμπαρώνοντας	=	αμπαρώνω
αμπαρώνουμε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνουν	=	αμπαρώνω
αμπαρώνουνε	=	αμπαρώνω
αμπαρώνω	verb	κλείνω επιμελώς ένα χώρο ώστε να μην είναι δυνατή σε ανεπιθύμητους η είσοδος σε αυτόν
αμπαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσαν	=	αμπαρώνω
αμπαρώσανε	=	αμπαρώνω
αμπαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσομε	=	αμπαρώνω
αμπαρώσου	=	αμπαρώνω
αμπαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσουνε	=	αμπαρώνω
αμπαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
αμπασάδα	noun	μικροεξυπηρέτηση, θέλημα, αποστολή
αμπασάδας	=	αμπασάδα
αμπασάδες	=	αμπασάδα
αμπασάδων	=	αμπασάδα
αμπατζή	=	αμπατζής
αμπατζήδες	=	αμπατζής
αμπατζήδων	=	αμπατζής
αμπατζής	noun	ο κατασκευαστής ή ο πωλητής ρούχων από αμπά, χοντρό μάλλινο ύφασμα, τσόχα
αμπελάκι	noun	μικρό αμπελοχώραφο
αμπελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελάκι
αμπελακιού	=	αμπελάκι
αμπελακιών	=	αμπελάκι
αμπελακιώτικα	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικε	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικες	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικη	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικης	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικο	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικοι	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Αμπελάκια ή τους κατοίκους του
αμπελακιώτικου	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικους	=	αμπελακιώτικος
αμπελακιώτικων	=	αμπελακιώτικος
αμπελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελικό
αμπελικέ	adj	κλητική ενικού του αμπελικός
αμπελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελική
αμπελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπελικός
αμπελικής	adj	γενική ενικού του αμπελική
αμπελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελικός
αμπελικού	adj	γενική ενικού του αμπελικός
αμπελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπελικός
αμπελικό	adj	αιτιατική ενικού του αμπελικός
αμπελικός	adj	ο αγροφύλακας
αμπελικών	adj	γενική πληθυντικού του αμπελικός
αμπελιού	noun	γενική ενικού του αμπέλι
αμπελιών	noun	γενική πληθυντικού του αμπέλι
αμπελοβεργών	=	αμπελόβεργα
αμπελοειδή	noun	βοτανική οικογένεια που περιλαμβάνει αναρριχώμενα κυρίως είδη, με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο την άμπελο, γνωστά για τους βλαστούς με έλικες και την παραγωγή καρπών όπως τα σταφύλια
αμπελοειδών	=	αμπελοειδή
αμπελοκήπου	=	αμπελόκηπος
αμπελοκήπους	=	αμπελόκηπος
αμπελοκήπων	=	αμπελόκηπος
αμπελοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια αμπελιού
αμπελοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του αμπελοκαλλιέργεια
αμπελοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοκαλλιέργεια
αμπελοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αμπελοκαλλιέργεια
αμπελοκαλλιεργητές	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελοκαλλιεργητής
αμπελοκαλλιεργητή	=	αμπελοκαλλιεργητής
αμπελοκαλλιεργητής	noun	αυτός που καλλιεργεί αμπέλια
αμπελοκαλλιεργητών	=	αμπελοκαλλιεργητής
αμπελοκλάδι	noun	κλαδί αμπέλου / κλήματος
αμπελοκλάδια	=	αμπελοκλάδι
αμπελοκλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελόκλημα
αμπελοκλήματος	=	αμπελόκλημα
αμπελοκλημάτων	=	αμπελόκλημα
αμπελοκομία	noun	η (επιστημονική) καλλιέργεια του αμπελιού
αμπελοκομίας	noun	γενική ενικού του αμπελοκομία
αμπελοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοκομία
αμπελοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του αμπελοκομία
αμπελοκουρμούλα	noun	το μικρό δενδρύλλιο του αμπελιού
αμπελοκουρμούλας	=	αμπελοκουρμούλα
αμπελοκουρμούλες	=	αμπελοκουρμούλα
αμπελοκουρμούλων	=	αμπελοκουρμούλα
αμπελοκτήμονα	=	αμπελοκτήμονας
αμπελοκτήμονας	noun	άλλη μορφή του αμπελοκτηματίας
αμπελοκτήμονες	=	αμπελοκτήμονας
αμπελοκτηματία	=	αμπελοκτηματίας
αμπελοκτηματίας	noun	ο ιδιοκτήτης αμπελιών
αμπελοκτηματίες	=	αμπελοκτηματίας
αμπελοκτηματιών	=	αμπελοκτηματίας
αμπελοκτημόνων	=	αμπελοκτήμονας
αμπελοκόμε	=	αμπελοκόμος
αμπελοκόμο	=	αμπελοκόμος
αμπελοκόμοι	=	αμπελοκόμος
αμπελοκόμος	noun|formal	αμπελουργός
αμπελοκόμου	=	αμπελοκόμος
αμπελοκόμους	=	αμπελοκόμος
αμπελοκόμων	=	αμπελοκόμος
αμπελοοινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοοινικό
αμπελοοινικέ	adj	κλητική ενικού του αμπελοοινικός
αμπελοοινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοοινική
αμπελοοινική	noun	η γνώση η σχετική με την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή κρασιού
αμπελοοινικής	adj	γενική ενικού του αμπελοοινική
αμπελοοινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελοοινικός
αμπελοοινικού	adj	γενική ενικού του αμπελοοινικός
αμπελοοινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπελοοινικός
αμπελοοινικό	adj	αιτιατική ενικού του αμπελοοινικός
αμπελοοινικός	adj	που έχει σχέση με την αμπελοοινική ή αναφέρεται σ’ αυτή
αμπελοοινικών	adj	γενική πληθυντικού του αμπελοοινικός
αμπελοπουλιού	=	αμπελοπούλι
αμπελοπουλιών	=	αμπελοπούλι
αμπελοπούλι	noun	είδος πουλιού, με την επιστημονική ονομασία
αμπελοπούλια	=	αμπελοπούλι
αμπελοστάφυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοστάφυλο
αμπελοστάφυλο	noun	σταφύλι που προορίζεται για βρώση, σε αντίθεση με το κρασοστάφυλο
αμπελοστάφυλου	=	αμπελοστάφυλο
αμπελοστάφυλων	=	αμπελοστάφυλο
αμπελοτοπιού	=	αμπελοτόπι
αμπελοτοπιών	=	αμπελοτόπι
αμπελοτόπι	noun	χαρακτηρισμός περιοχής με πολλά αμπελοχώραφα, ή αμπελώνες.
αμπελοτόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοτόπι
αμπελουδάκι	noun	πολύ μικρό αμπέλι με ελάχιστες ρίζες (αντί αμπελάκι)
αμπελουδάκια	=	αμπελουδάκι
αμπελουδακιού	=	αμπελουδάκι
αμπελουδακιών	=	αμπελουδάκι
αμπελουργέ	noun	κλητική ενικού του αμπελουργός
αμπελουργήσαμε	=	αμπελουργώ
αμπελουργήσαν	=	αμπελουργώ
αμπελουργήσανε	=	αμπελουργώ
αμπελουργήσατε	=	αμπελουργώ
αμπελουργήσει	=	αμπελουργώ
αμπελουργήστε	=	αμπελουργώ
αμπελουργία	noun	η επιστημονική μελέτη για την καλλιέργεια της αμπέλου
αμπελουργίας	noun	γενική ενικού του αμπελουργία
αμπελουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελουργία
αμπελουργεί	=	αμπελουργώ
αμπελουργείς	=	αμπελουργώ
αμπελουργείτε	=	αμπελουργώ
αμπελουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελουργικό
αμπελουργικέ	adj	κλητική ενικού του αμπελουργικός
αμπελουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελουργική
αμπελουργική	noun	η αμπελουργία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπελουργικός
αμπελουργικής	adj	γενική ενικού του αμπελουργική
αμπελουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελουργικός
αμπελουργικού	adj	γενική ενικού του αμπελουργικός
αμπελουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπελουργικός
αμπελουργικό	adj	αιτιατική ενικού του αμπελουργικός
αμπελουργικός	adj	σχετικός με την αμπελουργία
αμπελουργικών	adj	γενική πληθυντικού του αμπελουργικός
αμπελουργιών	noun	γενική πληθυντικού του αμπελουργία
αμπελουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελουργός
αμπελουργού	noun	γενική ενικού του αμπελουργός
αμπελουργούμε	=	αμπελουργώ
αμπελουργούν	=	αμπελουργώ
αμπελουργούνε	=	αμπελουργώ
αμπελουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αμπελουργός
αμπελουργούσα	=	αμπελουργώ
αμπελουργούσαμε	=	αμπελουργώ
αμπελουργούσαν	=	αμπελουργώ
αμπελουργούσανε	=	αμπελουργώ
αμπελουργούσατε	=	αμπελουργώ
αμπελουργούσε	=	αμπελουργώ
αμπελουργούσες	=	αμπελουργώ
αμπελουργό	noun	αιτιατική ενικού του αμπελουργός
αμπελουργός	noun	που ασχολείται με την καλλιέργεια αμπελιού
αμπελουργώ	verb	ασχολούμαι με την καλλιέργεια αμπελιού, είμαι αμπελουργός
αμπελουργών	noun	γενική πληθυντικού του αμπελουργός
αμπελουργώντας	=	αμπελουργώ
αμπελοφάγε	=	αμπελοφάγος
αμπελοφάγο	=	αμπελοφάγος
αμπελοφάγοι	=	αμπελοφάγος
αμπελοφάγος	noun	το πτηνό Emperiza melanocephala ή Emperiza hortulana
αμπελοφάγου	=	αμπελοφάγος
αμπελοφάγους	=	αμπελοφάγος
αμπελοφάγων	=	αμπελοφάγος
αμπελοφάσουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοφάσουλο
αμπελοφάσουλο	noun	είδος φασολιού με στενόμακρο σχήμα, που ενίοτε καλλιεργείται ανάμεσα σε κλήματα (ποικιλία Melanophtalma ή Dolichos melanophtalmus του είδους Vigna sinensis)
αμπελοφάσουλου	noun	γενική ενικού του αμπελοφάσουλο
αμπελοφάσουλων	noun	γενική πληθυντικού του αμπελοφάσουλο
αμπελοφιλοσοφήσαμε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφήσαν	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφήσανε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφήσατε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφήσει	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφήστε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφία	noun	ρηχή και πομπώδης θεωρητική συζήτηση χωρίς πρωτότυπα και ουσιαστικά επιχειρήματα
αμπελοφιλοσοφίας	noun	γενική ενικού του αμπελοφιλοσοφία
αμπελοφιλοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοφιλοσοφία
αμπελοφιλοσοφεί	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφείς	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφείτε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφικός	adj|rare	που έχει σχέση με αμπελοφιλοσοφία ή αμπελοφιλόσοφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αμπελοφιλοσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του αμπελοφιλοσοφία
αμπελοφιλοσοφούμε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούν	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούνε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσα	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσαμε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσαν	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσανε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσατε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφούσες	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσοφώ	verb	φιλοσοφώ πρόχειρα παίρνοντας αφορμή από γεγονότα ή καταστάσεις της καθημερινής ζωής
αμπελοφιλοσοφώντας	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσόφει	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσόφησα	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσόφησαν	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσόφησε	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσόφησες	=	αμπελοφιλοσοφώ
αμπελοφιλοσόφου	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλοσόφους	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλοσόφων	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλόσοφε	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλόσοφο	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλόσοφοι	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλόσοφος	noun	που λέει αμπελοφιλοσοφίες
αμπελοφιλόσοφου	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφιλόσοφους	=	αμπελοφιλόσοφος
αμπελοφόρα	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρας	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρε	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρες	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρο	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόροι	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρος	adj	αυτός που φέρει, ή έχει αμπέλια
αμπελοφόρου	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρους	=	αμπελοφόρος
αμπελοφόρων	=	αμπελοφόρος
αμπελοχώραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελοχώραφο
αμπελοχώραφο	noun	χωράφι που καλλιεργούνται αμπέλια
αμπελοχώραφου	=	αμπελοχώραφο
αμπελοχώραφων	=	αμπελοχώραφο
αμπελούργει	=	αμπελουργώ
αμπελούργησα	=	αμπελουργώ
αμπελούργησαν	=	αμπελουργώ
αμπελούργησε	=	αμπελουργώ
αμπελούργησες	=	αμπελουργώ
αμπελόβεργα	noun	η κληματόβεργα
αμπελόβεργας	=	αμπελόβεργα
αμπελόβεργες	=	αμπελόβεργα
αμπελόκηπε	=	αμπελόκηπος
αμπελόκηπο	=	αμπελόκηπος
αμπελόκηποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελόκηπος
αμπελόκηπος	noun	κτήμα που περιλαμβάνει αμπέλι και κήπο
αμπελόκηπου	=	αμπελόκηπος
αμπελόκηπους	=	αμπελόκηπος
αμπελόκηπων	=	αμπελόκηπος
αμπελόκλημα	noun	η αμπελόβεργα, το κλαδί του αμπελιού
αμπελότοπε	=	αμπελότοπος
αμπελότοπο	=	αμπελότοπος
αμπελότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπελότοπος
αμπελότοπος	noun	χαρακτηρισμός περιοχής με πολλά αμπελοχώραφα, ή αμπελώνες.
αμπελότοπου	=	αμπελότοπος
αμπελότοπους	=	αμπελότοπος
αμπελότοπων	=	αμπελότοπος
αμπελόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελόφυλλο
αμπελόφυλλο	noun	το φύλλο του αμπελιού
αμπελόφυλλου	noun	γενική ενικού του αμπελόφυλλο
αμπελόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του αμπελόφυλλο
αμπελώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμπελώνας
αμπελώνας	noun	αγρός με αμπέλια
αμπελώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπελώνας
αμπελώνων	noun	γενική πληθυντικού του αμπελώνας
αμπερομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπερομετρικό
αμπερομετρικέ	adj	κλητική ενικού του αμπερομετρικός
αμπερομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπερομετρική
αμπερομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπερομετρικός
αμπερομετρικής	adj	γενική ενικού του αμπερομετρική
αμπερομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπερομετρικός
αμπερομετρικού	adj	γενική ενικού του αμπερομετρικός
αμπερομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπερομετρικός
αμπερομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αμπερομετρικός
αμπερομετρικός	adj	που έχει σχέση με το αμπερόμετρο ή αναφέρεται σ' αυτό
αμπερομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αμπερομετρικός
αμπερωρίου	=	αμπερώριο
αμπερωρίων	=	αμπερώριο
αμπερόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπερόμετρο
αμπερόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος
αμπερόμετρου	noun	γενική ενικού του αμπερόμετρο
αμπερόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του αμπερόμετρο
αμπερώρια	=	αμπερώριο
αμπερώριο	noun	μονάδα μέτρησης του ηλεκτρικού φορτίου (διεθνές σύμβολο: Ah).
αμπερώριου	=	αμπερώριο
αμπερώριων	=	αμπερώριο
αμπεχόνου	=	αμπέχονο
αμπεχόνων	=	αμπέχονο
αμπιγιέ	adj	επίσημος	adv	επίσημα, επισήμως
αμπιγιέζ	noun	γυναίκα που βοηθάει τους ηθοποιούς να ντυθούν, για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, ενός κινηματογραφικού γυρίσματος κ.λπ.
αμπιγιέρ	noun	άνδρας που βοηθάει τους ηθοποιούς να ντυθούν (να φορέσουν τα κοστούμια μιας θεατρικής παράστασης, ενός κινηματογραφικού γυρίσματος κ.λπ.)
αμπλά	noun	η αδελφή
αμπλάνιστος	=	απλάνιστος
αμπλαούμπλα	=	αμπλαούμπλας
αμπλαούμπλας	noun	πρόσωπο που λέει μπούρδες και μιλάει συνήθως πολύ
αμπλαούμπλες	=	αμπλαούμπλας
αμπογιάντιστα	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστε	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστες	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστη	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστης	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστο	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστοι	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστος	adj	που δεν έχει μπογιατιστεί, που δεν έχει βαφεί
αμπογιάντιστου	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστους	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάντιστων	=	αμπογιάντιστος
αμπογιάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπογιάτιστο
αμπογιάτιστε	adj	κλητική ενικού του αμπογιάτιστος
αμπογιάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπογιάτιστη
αμπογιάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπογιάτιστος
αμπογιάτιστης	adj	γενική ενικού του αμπογιάτιστη
αμπογιάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμπογιάτιστος
αμπογιάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπογιάτιστος
αμπογιάτιστος	adj|vulgar	που δεν έχει μπογιατιστεί
αμπογιάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμπογιάτιστος
αμπογιάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπογιάτιστος
αμπογιάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμπογιάτιστος
αμποδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπόδεμα
αμποδέματος	noun	γενική ενικού του αμπόδεμα
αμποδέναμε	=	αμποδένω
αμποδέναν	=	αμποδένω
αμποδένανε	=	αμποδένω
αμποδένατε	=	αμποδένω
αμποδένει	=	αμποδένω
αμποδένεις	=	αμποδένω
αμποδένετε	=	αμποδένω
αμποδένοντας	=	αμποδένω
αμποδένουμε	=	αμποδένω
αμποδένουν	=	αμποδένω
αμποδένουνε	=	αμποδένω
αμποδένω	verb|dated	ενεργώ με τρόπο μαγικό, επιδιώκοντας να καταστεί δυσχερής ή αδύνατη η ερωτική συνεύρεση ή συνουσία δύο προσώπων
αμποδέσαμε	=	αμποδένω
αμποδέσαν	=	αμποδένω
αμποδέσανε	=	αμποδένω
αμποδέσατε	=	αμποδένω
αμποδέσει	=	αμποδένω
αμποδέστε	=	αμποδένω
αμποδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αμπόδεμα
αμποδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμποδεμένο
αμποδεμένε	verb	κλητική ενικού του αμποδεμένος
αμποδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμποδεμένη
αμποδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμποδεμένος
αμποδεμένης	verb	γενική ενικού του αμποδεμένη
αμποδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αμποδεμένος
αμποδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμποδεμένος
αμποδεμένος	verb|dated	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αμποδένω
αμποδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμποδεμένος
αμποδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμποδεμένος
αμποδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμποδεμένος
αμπολές	=	αμπολή
αμπολή	noun|vulgar	φράγμα σε αυλάκια για πότισμα που δημιουργείται για να μπορέσει να ανέβει το νερό ψηλότερα
αμπολής	=	αμπολή
αμπολών	=	αμπολή
αμπουγάδιαστα	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστε	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστες	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστη	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστης	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστο	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστοι	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστος	adj	που δεν έχει μπουγαδιαστεί
αμπουγάδιαστου	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστους	=	αμπουγάδιαστος
αμπουγάδιαστων	=	αμπουγάδιαστος
αμπουλών	noun	γενική πληθυντικού του αμπούλα
αμπουμπούκιαστα	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστε	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστες	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστη	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστης	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστο	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστοι	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστος	adj|figurative	που δεν έχει μπουμπουκιάσει
αμπουμπούκιαστου	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστους	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουμπούκιαστων	=	αμπουμπούκιαστος
αμπουρκουνών	=	αμπουρκούνα
αμπουρκούνα	noun	είδος σύκου
αμπουρκούνας	=	αμπουρκούνα
αμπουρκούνες	=	αμπουρκούνα
αμπουρνέλλα	noun	δαμάσκηνο
αμπούλα	noun	γυάλινη μικρή φιάλη, που περιέχει (αποστειρωμένο) φάρμακο κατάλληλο για ενέσιμη χορήγηση
αμπούλας	noun	γενική ενικού του αμπούλα
αμπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπούλα
αμπούλων	=	αμπούλα
αμπράζ	noun	άλλη μορφή του αμπράς
αμπράς	noun	διακοσμητικό εξάρτημα, συνήθως κορδόνι ή κρίκος, που συγκρατεί στο πλάι μια κουρτίνα, αφήνοντας ελεύθερο το άνοιγμα του παραθύρου ή της πόρτας
αμπρί	noun	όρυγμα, πρόχωμα ή γενικότερα καταφύγιο, μέσα στο οποίο προστατεύονται οι στρατιώτες
αμπραγιάζ	noun	ο συμπλέκτης του αυτοκινήτου/μοτοσυκλέτας
αμπρακατάμπρα	intj	άλλη μορφή του άμπρα κατάμπρα
αμπριά	=	αμπρί
αμπριού	=	αμπρί
αμπριών	=	αμπρί
αμπτέστι	noun	καθαρμός
αμπχαζικά	noun	η γλώσσα της Αμπχαζίας
αμπχαζικέ	adj	κλητική ενικού του αμπχαζικός
αμπχαζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπχαζική
αμπχαζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπχαζικός
αμπχαζικής	adj	γενική ενικού του αμπχαζική
αμπχαζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπχαζικός
αμπχαζικού	adj	γενική ενικού του αμπχαζικός
αμπχαζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπχαζικός
αμπχαζικό	adj	αιτιατική ενικού του αμπχαζικός
αμπχαζικός	adj	σχετικός με την Αμπχαζία ή τους Αμπχάζιους, ή που αναφέρεται σε αυτά
αμπχαζικών	adj	γενική πληθυντικού του αμπχαζικός
αμπόδεμα	noun|dated	μαγική ενέργεια ή πράξη, με την οποία επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ή αδύνατη η ερωτική συνεύρεση ή συνουσία δύο προσώπων
αμπόδενα	=	αμποδένω
αμπόδεναν	=	αμποδένω
αμπόδενε	=	αμποδένω
αμπόδενες	=	αμποδένω
αμπόδεσα	=	αμποδένω
αμπόδεσαν	=	αμποδένω
αμπόδεσε	=	αμποδένω
αμπόδεσες	=	αμποδένω
αμπόλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπόλιαστο
αμπόλιαστε	adj	κλητική ενικού του αμπόλιαστος
αμπόλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμπόλιαστη
αμπόλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμπόλιαστος
αμπόλιαστης	adj	γενική ενικού του αμπόλιαστη
αμπόλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αμπόλιαστος
αμπόλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμπόλιαστος
αμπόλιαστος	adj	που δεν έχει μπολιαστεί
αμπόλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμπόλιαστος
αμπόλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμπόλιαστος
αμπόλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμπόλιαστος
αμπώθω	verb	σπρώχνω
αμπώνω	verb	άλλη μορφή του αμπώχνω
αμπώξαμε	=	αμπώχνω
αμπώξαν	=	αμπώχνω
αμπώξανε	=	αμπώχνω
αμπώξατε	=	αμπώχνω
αμπώξει	=	αμπώχνω
αμπώξτε	=	αμπώχνω
αμπώχναμε	=	αμπώχνω
αμπώχναν	=	αμπώχνω
αμπώχνανε	=	αμπώχνω
αμπώχνατε	=	αμπώχνω
αμπώχνει	=	αμπώχνω
αμπώχνεις	=	αμπώχνω
αμπώχνετε	=	αμπώχνω
αμπώχνοντας	=	αμπώχνω
αμπώχνουμε	=	αμπώχνω
αμπώχνουν	=	αμπώχνω
αμπώχνουνε	=	αμπώχνω
αμπώχνω	verb	σπρώχνω, απωθώ
αμυαλιά	noun	το να είναι κανείς άμυαλος, ασύνετος, απερίσκεπτος ή επιπόλαιος
αμυαλιάς	noun	γενική ενικού του αμυαλιά
αμυαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυαλιά
αμυαλιών	=	αμυαλιά
αμυγδάλου	=	αμύγδαλο
αμυγδάλων	=	αμύγδαλο
αμυγδαλάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλάτο
αμυγδαλάτε	adj	κλητική ενικού του αμυγδαλάτος
αμυγδαλάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλάτη
αμυγδαλάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμυγδαλάτος
αμυγδαλάτης	adj	γενική ενικού του αμυγδαλάτη
αμυγδαλάτο	adj	αιτιατική ενικού του αμυγδαλάτος
αμυγδαλάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλάτος
αμυγδαλάτος	adj	που έχει φτιαχτεί από αμύγδαλο ή με αμύγδαλο
αμυγδαλάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμυγδαλάτος
αμυγδαλάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμυγδαλάτος
αμυγδαλάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμυγδαλάτος
αμυγδαλέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλέλαιο
αμυγδαλέλαιο	noun	ειδικό έλαιο, που παράγεται με την έκθλιψη των καρπών της αμυγδαλιάς και χρησιμοποιείται για τις φαρμακευτικές και καλλωπιστικές του ιδιότητες
αμυγδαλέλαιου	noun	γενική ενικού του αμυγδαλέλαιο
αμυγδαλέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του αμυγδαλέλαιο
αμυγδαλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλή
αμυγδαλή	noun	αδένας που μοιάζει με αμύγδαλο και βρίσκεται στον φάρυγγα
αμυγδαλής	=	αμυγδαλή
αμυγδαλίτιδα	noun	φλεγμονή των αμυγδαλών μικροβιακής ή άλλης αιτιολογίας
αμυγδαλίτιδας	=	αμυγδαλίτιδα
αμυγδαλίτιδες	=	αμυγδαλίτιδα
αμυγδαλίτιδων	=	αμυγδαλίτιδα
αμυγδαλεκτομές	=	αμυγδαλεκτομή
αμυγδαλεκτομή	noun	η αφαίρεση των αμυγδαλών με χειρουργική επέμβαση
αμυγδαλεκτομής	=	αμυγδαλεκτομή
αμυγδαλεκτομών	=	αμυγδαλεκτομή
αμυγδαλελαίου	=	αμυγδαλέλαιο
αμυγδαλελαίων	=	αμυγδαλέλαιο
αμυγδαλεώνα	=	αμυγδαλεώνας
αμυγδαλεώνας	noun	έκταση στην οποία έχουν φυτεύσει αμυγδαλιές
αμυγδαλεώνες	=	αμυγδαλεώνας
αμυγδαλεώνων	=	αμυγδαλεώνας
αμυγδαλιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο στο γένος Prunus Amygdalus με μικρά άσπρα ή ροζ λουλούδια, το οποίο παράγει αμύγδαλα
αμυγδαλιάς	noun	γενική ενικού του αμυγδαλιά
αμυγδαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλιά
αμυγδαλιών	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλιά
αμυγδαλιώνα	=	αμυγδαλιώνας
αμυγδαλιώνας	noun	άλλη μορφή του αμυγδαλεώνας
αμυγδαλιώνες	=	αμυγδαλιώνας
αμυγδαλιώνων	=	αμυγδαλιώνας
αμυγδαλοβουτύρου	=	αμυγδαλοβούτυρο
αμυγδαλοβουτύρων	=	αμυγδαλοβούτυρο
αμυγδαλοβούτυρα	=	αμυγδαλοβούτυρο
αμυγδαλοβούτυρο	noun	πολτός ψημένων και τριμμένων αμυγδάλων που μοιάζει με βούτυρο
αμυγδαλοβούτυρου	=	αμυγδαλοβούτυρο
αμυγδαλοβούτυρων	=	αμυγδαλοβούτυρο
αμυγδαλοειδές	=	αμυγδαλοειδής
αμυγδαλοειδή	=	αμυγδαλοειδής
αμυγδαλοειδής	adj	που είναι όμοιος με αμύγδαλο (στο σχήμα κ.λπ.)
αμυγδαλοειδείς	=	αμυγδαλοειδής
αμυγδαλοειδούς	=	αμυγδαλοειδής
αμυγδαλοειδών	=	αμυγδαλοειδής
αμυγδαλοπετρών	=	αμυγδαλόπετρα
αμυγδαλοσκελίδα	noun	η αμυγδαλόψιχα
αμυγδαλοσκελίδας	=	αμυγδαλοσκελίδα
αμυγδαλοσκελίδες	=	αμυγδαλοσκελίδα
αμυγδαλοσκελίδων	=	αμυγδαλοσκελίδα
αμυγδαλοσπαστήρα	=	αμυγδαλοσπαστήρας
αμυγδαλοσπαστήρας	noun	ο αποφλοιωτής αμυγδάλων
αμυγδαλοσπαστήρες	=	αμυγδαλοσπαστήρας
αμυγδαλοσπαστήρων	=	αμυγδαλοσπαστήρας
αμυγδαλοτομία	noun	η αφαίρεση των αμυγδαλών με εγχείριση
αμυγδαλοτομίας	noun	γενική ενικού του αμυγδαλοτομία
αμυγδαλοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλοτομία
αμυγδαλοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του αμυγδαλοτομία
αμυγδαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλωτό	adv	με το σχήμα του αμύγδαλου
αμυγδαλωτέ	adj	κλητική ενικού του αμυγδαλωτός
αμυγδαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλωτή
αμυγδαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμυγδαλωτός
αμυγδαλωτής	adj	γενική ενικού του αμυγδαλωτή
αμυγδαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλωτός
αμυγδαλωτού	adj	γενική ενικού του αμυγδαλωτός
αμυγδαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμυγδαλωτός
αμυγδαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του αμυγδαλωτός	noun	γλύκισμα με αμύγδαλα
αμυγδαλωτός	adj	που έχει το σχήμα αμυγδάλου, ελλειψοειδής αλλά στρογγυλός στο ένα άκρο και μυτερός στο άλλο
αμυγδαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του αμυγδαλωτός
αμυγδαλόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλόλαδο
αμυγδαλόλαδο	noun|vulgar	το αμυγδαλέλαιο
αμυγδαλόλαδου	noun	γενική ενικού του αμυγδαλόλαδο
αμυγδαλόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του αμυγδαλόλαδο
αμυγδαλόπαστα	noun	γλυκιά πάστα που αποτελείται από ψίχα αμυγδάλου, ζάχαρη ή κάποια άλλη γλυκαντική ουσία, ανθόνερο και μερικές φορές γίνεται προσθήκη κάποιων άλλων χρωστικών και αρωματικών ουσιών
αμυγδαλόπαστας	=	αμυγδαλόπαστα
αμυγδαλόπαστες	=	αμυγδαλόπαστα
αμυγδαλόπαστων	=	αμυγδαλόπαστα
αμυγδαλόπετρα	noun	είδος ασβεστόλιθου, αμυγδαλίτης
αμυγδαλόπετρας	=	αμυγδαλόπετρα
αμυγδαλόπετρες	=	αμυγδαλόπετρα
αμυγδαλόσχημα	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημε	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημες	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημη	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημης	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημο	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημοι	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημος	adj	που έχει σχήμα αμυγδάλου
αμυγδαλόσχημου	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημους	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόσχημων	=	αμυγδαλόσχημος
αμυγδαλόψιχα	noun	η ψίχα του αμύγδαλου, δηλαδή ο εδώδιμος καρπός του μέσα από το σκληρό κέλυφος
αμυγδαλόψιχας	noun	γενική ενικού του αμυγδαλόψιχα
αμυγδαλόψιχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυγδαλόψιχα
αμυγδαλόψιχων	=	αμυγδαλόψιχα
αμυγδαλών	=	αμυγδαλή
αμυδρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυδρό, ουδέτερο του αμυδρός	adv	με μικρή ένταση, λίγο, όχι καθαρά
αμυδρέ	adj	κλητική ενικού του αμυδρός
αμυδρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυδρή
αμυδρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμυδρός
αμυδρής	adj	γενική ενικού του αμυδρή
αμυδροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμυδρός
αμυδροτήτων	=	αμυδρότητα
αμυδρού	adj	γενική ενικού του αμυδρός
αμυδρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμυδρός
αμυδρό	adj	αιτιατική ενικού του αμυδρός
αμυδρός	adj	που δεν φαίνεται καθαρά
αμυδρότατα	=	αμυδρός
αμυδρότατε	=	αμυδρός
αμυδρότατες	=	αμυδρός
αμυδρότατη	=	αμυδρός
αμυδρότατης	=	αμυδρός
αμυδρότατο	=	αμυδρός
αμυδρότατοι	=	αμυδρός
αμυδρότατος	=	αμυδρός
αμυδρότατου	=	αμυδρός
αμυδρότατους	=	αμυδρός
αμυδρότατων	=	αμυδρός
αμυδρότερα	=	αμυδρός
αμυδρότερε	=	αμυδρός
αμυδρότερες	=	αμυδρός
αμυδρότερη	=	αμυδρός
αμυδρότερης	=	αμυδρός
αμυδρότερο	=	αμυδρός
αμυδρότεροι	=	αμυδρός
αμυδρότερος	=	αμυδρός
αμυδρότερου	=	αμυδρός
αμυδρότερους	=	αμυδρός
αμυδρότερων	=	αμυδρός
αμυδρότητα	noun	η ιδιότητα του αμυδρού
αμυδρότητας	noun	γενική ενικού του αμυδρότητα
αμυδρότητες	=	αμυδρότητα
αμυδρών	adj	γενική πληθυντικού του αμυδρός
αμυδρώς	adv|formal	με αμυδρό τρόπο
αμυθολόγητα	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητε	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητες	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητη	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητης	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητο	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητοι	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητος	adj	που δεν έχει μυθολογηθεί
αμυθολόγητου	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητους	=	αμυθολόγητος
αμυθολόγητων	=	αμυθολόγητος
αμυκτήριστα	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστε	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστες	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστη	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστης	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστο	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστοι	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστος	adj|formal	που δεν τον έχουν μυκτηρίσει
αμυκτήριστου	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστους	=	αμυκτήριστος
αμυκτήριστων	=	αμυκτήριστος
αμυλάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυλάλευρο
αμυλάλευρο	noun	το αλεύρι που προέρχεται από το άλεσμα κάποιας αμυλώδους ουσίας
αμυλάλευρου	noun	γενική ενικού του αμυλάλευρο
αμυλάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του αμυλάλευρο
αμυλάσες	=	αμυλάση
αμυλάση	noun	πεπτικό ένζυμο που διασπά το άμυλο και που βρίσκεται κυρίως στο πάγκρεας και στο σάλιο των περισσοτέρων θηλαστικών
αμυλάσης	=	αμυλάση
αμυλάσων	=	αμυλάση
αμυλασών	=	αμυλάση
αμυλοείδωση	noun	σπάνια και σοβαρή πάθηση κατά την οποία αμυλοειδείς πρωτεΐνες συσσωρεύονται στους ιστούς και τα όργανα του σώματος (καρδιά, οι νεφροί, το ήπαρ, νευρικό σύστημα), με αποτέλεσμα δυσλειτουργία των οργάνων και θάνατο, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα
αμυλοείδωσης	=	αμυλοείδωση
αμυλοειδές	noun	πρωτεΐνη που μπορεί να σχηματίσει ινώδη, αδιάλυτα εναποθέματα σε διάφορους ιστούς του σώματος, προκαλώντας αμυλοειδώσεις (και νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ)
αμυλοειδή	=	αμυλοειδής
αμυλοειδής	adj|formal	που μοιάζει με άμυλο, έχει την υφή του ή το περιέχει
αμυλοειδείς	=	αμυλοειδής
αμυλοειδούς	=	αμυλοειδής
αμυλοειδών	=	αμυλοειδής
αμυλοειδώσεις	=	αμυλοείδωση
αμυλοειδώσεων	=	αμυλοείδωση
αμυλοζάχαρα	=	αμυλοζάχαρο
αμυλοζάχαρο	noun	άλλη μορφή του αμυλοσάκχαρο
αμυλοζάχαρου	=	αμυλοζάχαρο
αμυλοζάχαρων	=	αμυλοζάχαρο
αμυλοζαχάρου	=	αμυλοζάχαρο
αμυλοζαχάρων	=	αμυλοζάχαρο
αμυλοκολλών	noun	γενική πληθυντικού του αμυλόκολλα
αμυλοπηκτίνες	=	αμυλοπηκτίνη
αμυλοπηκτίνη	noun	(βιολογία, βιοχημεία πολυμερισμένος υδατάνθρακας με μεγάλο μοριακό βάρος, ο οποίος συντίθεται από αλυσίδες μονάδων γλυκόζης
αμυλοπηκτίνης	=	αμυλοπηκτίνη
αμυλοπηκτινών	=	αμυλοπηκτίνη
αμυλοπλάστες	=	αμυλοπλάστης
αμυλοπλάστη	=	αμυλοπλάστης
αμυλοπλάστης	noun	τύπος έγκλειστων κυττάρων που βρίσκονται σε φυτικούς ιστούς ως όργανα αποθήκευσης όπως απαντώνται π.χ. στις πατάτες.
αμυλοπλαστών	=	αμυλοπλάστης
αμυλοσάκχαρα	=	αμυλοσάκχαρο
αμυλοσάκχαρο	noun	το σάκχαρο που παρασκευάζεται με υδρόλυση του αμύλου της πατάτας ή του αραβοσίτου
αμυλοσάκχαρου	=	αμυλοσάκχαρο
αμυλοσάκχαρων	=	αμυλοσάκχαρο
αμυλοσακχάρου	=	αμυλοσάκχαρο
αμυλοσακχάρων	=	αμυλοσάκχαρο
αμυλούχα	=	αμυλούχος
αμυλούχας	=	αμυλούχος
αμυλούχε	=	αμυλούχος
αμυλούχες	=	αμυλούχος
αμυλούχη	=	αμυλούχος
αμυλούχης	=	αμυλούχος
αμυλούχο	=	αμυλούχος
αμυλούχοι	=	αμυλούχος
αμυλούχος	adj	που (περι)έχει άμυλο
αμυλούχου	=	αμυλούχος
αμυλούχους	=	αμυλούχος
αμυλούχων	=	αμυλούχος
αμυλωδών	=	αμυλώδης
αμυλόζη	noun	πολυμερής υδατάνθρακας που συντίθεται από διακλαδούμενες αλυσίδες μονάδων γλυκόζης
αμυλόζης	=	αμυλόζη
αμυλόκοκκε	=	αμυλόκοκκος
αμυλόκοκκο	=	αμυλόκοκκος
αμυλόκοκκοι	=	αμυλόκοκκος
αμυλόκοκκος	noun	κόκκος αμύλου σε φυτικό κύτταρο
αμυλόκοκκου	=	αμυλόκοκκος
αμυλόκοκκους	=	αμυλόκοκκος
αμυλόκοκκων	=	αμυλόκοκκος
αμυλόκολλα	noun	κόλλα που παρασκευάζεται με άμυλο και νερό όπως η αλευρόκολλα
αμυλόκολλας	noun	γενική ενικού του αμυλόκολλα
αμυλόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυλόκολλα
αμυλώδεις	=	αμυλώδης
αμυλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμυλώδης
αμυλώδη	=	αμυλώδης
αμυλώδης	adj	ο αμυλούχος
αμυλώδους	=	αμυλώδης
αμυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθήκαν	=	αμύνομαι
αμυνθήκανε	=	αμύνομαι
αμυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυνθούνε	=	αμύνομαι
αμυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμυντικός	adv	με αμυντικό τρόπο και διάθεση
αμυντικέ	adj	κλητική ενικού του αμυντικός
αμυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυντική
αμυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμυντικός
αμυντικής	adj	γενική ενικού του αμυντική
αμυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμυντικός
αμυντικοβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυντικοβιομηχανικό
αμυντικοβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικοβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυντικοβιομηχανική
αμυντικοβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικοβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του αμυντικοβιομηχανική
αμυντικοβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικοβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικοβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικοβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικοβιομηχανικός	adj	που σχετίζεται με την αμυντική βιομηχανία
αμυντικοβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του αμυντικοβιομηχανικός
αμυντικογενές	=	αμυντικογενής
αμυντικογενή	=	αμυντικογενής
αμυντικογενής	adj	που προσανατολίζεται στην άμυνα ή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του
αμυντικογενείς	=	αμυντικογενής
αμυντικογενούς	=	αμυντικογενής
αμυντικογενών	=	αμυντικογενής
αμυντικοτήτων	=	αμυντικότητα
αμυντικού	adj	γενική ενικού του αμυντικός
αμυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμυντικός
αμυντικό	adj	αιτιατική ενικού του αμυντικός
αμυντικός	adj	ο σχετικός με την άμυνα μιας χώρας ή ομάδας σε αντιδιαστολή προς τον σχετικό με την επίθεση	noun	ο παίκτης που σε μια ομάδα έχει μια καθορισμένη θέση στον σχηματισμό της άμυνάς της
αμυντικότητα	noun	η ικανότητα άμυνας
αμυντικότητας	=	αμυντικότητα
αμυντικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυντικότητα
αμυντικών	adj	γενική πληθυντικού του αμυντικός
αμυνόμασταν	=	αμύνομαι
αμυνόμαστε	=	αμύνομαι
αμυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυνόμενο
αμυνόμενε	verb	κλητική ενικού του αμυνόμενος
αμυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμυνόμενη
αμυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμυνόμενος
αμυνόμενης	verb	γενική ενικού του αμυνόμενη
αμυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμυνόμενος
αμυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμυνόμενος
αμυνόμενος	verb	εκείνος που αμύνεται, ανθίσταται, που βρίσκεται σε άμυνα
αμυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμυνόμενος
αμυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμυνόμενος
αμυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμυνόμενος
αμυνόμουν	=	αμύνομαι
αμυνόμουνα	=	αμύνομαι
αμυνόντουσαν	=	αμύνομαι
αμυνόσασταν	=	αμύνομαι
αμυνόσαστε	=	αμύνομαι
αμυνόσουν	=	αμύνομαι
αμυνόσουνα	=	αμύνομαι
αμυνόταν	=	αμύνομαι
αμυνότανε	=	αμύνομαι
αμυνών	noun	γενική πληθυντικού του άμυνα
αμυχές	=	αμυχή
αμυχή	noun	επιπόλαια λύση της συνέχειας του δέρματος, γρατζουνιά
αμυχής	=	αμυχή
αμυχώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμυχώδης
αμυχών	=	αμυχή
αμφέβαλα	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλαν	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλε	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλες	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλλα	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλλαν	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλλε	=	αμφιβάλλω
αμφέβαλλες	=	αμφιβάλλω
αμφίαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίαλο
αμφίαλε	adj	κλητική ενικού του αμφίαλος
αμφίαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίαλη
αμφίαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίαλος
αμφίαλης	adj	γενική ενικού του αμφίαλη
αμφίαλο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίαλος
αμφίαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίαλος
αμφίαλος	adj|formal	που περιβάλλεται από θάλασσα
αμφίαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίαλος
αμφίαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίαλος
αμφίαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίαλος
αμφίβαλε	=	αμφιβάλλω
αμφίβαλλε	=	αμφιβάλλω
αμφίβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίβιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίβιος
αμφίβιας	=	αμφίβιος
αμφίβιε	=	αμφίβιος
αμφίβιες	=	αμφίβιος
αμφίβιο	noun	ζώο που ανήκει στην ομοταξία των αμφιβίων	adj	αιτιατική ενικού του αμφίβιος
αμφίβιοι	=	αμφίβιος
αμφίβιος	adj	που ζει και στην ξηρά και στο νερό και ανήκει στην ομοταξία Amphibia (Αμφίβια)
αμφίβιου	=	αμφίβιος
αμφίβιους	=	αμφίβιος
αμφίβιων	=	αμφίβιος
αμφίβολα	adv	έχοντας αμφιβολίες
αμφίβολε	adj	κλητική ενικού του αμφίβολος
αμφίβολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίβολη
αμφίβολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίβολος
αμφίβολης	adj	γενική ενικού του αμφίβολη
αμφίβολο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίβολος
αμφίβολοι	noun	ομάδα ινωδών πυριτικών ορυκτών που συναντώνται σε πυριγενή και μεταμορφωμένα πετρώματα και είναι γνωστοί για την ικανότητά τους να σχηματίζουν μακρόστενους, βελονοειδείς ή ινώδεις κρυστάλλους	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίβολος
αμφίβολος	noun	ορυκτό, ομάδα μεταμορφωμένων πετρωμάτων	adj	αυτός για τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες
αμφίβολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίβολος
αμφίβολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίβολος
αμφίβολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίβολος
αμφίβραχυς	noun	→ λείπει η κλίση	adj	→ λείπει η κλίση
αμφίγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίγλωσσο
αμφίγλωσσε	adj	κλητική ενικού του αμφίγλωσσος
αμφίγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίγλωσση
αμφίγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίγλωσσος
αμφίγλωσσης	adj	γενική ενικού του αμφίγλωσση
αμφίγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίγλωσσος
αμφίγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίγλωσσος
αμφίγλωσσος	adj	διφορούμενος
αμφίγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίγλωσσος
αμφίγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίγλωσσος
αμφίγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίγλωσσος
αμφίγνωμα	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμε	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμες	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμη	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμης	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμο	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμοι	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμος	adj|formal	που ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο γνώμες, διστακτικός, αμφιταλαντευόμενος, αναποφάσιστος
αμφίγνωμου	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμους	=	αμφίγνωμος
αμφίγνωμων	=	αμφίγνωμος
αμφίδρομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίδρομο
αμφίδρομε	adj	κλητική ενικού του αμφίδρομος
αμφίδρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίδρομη
αμφίδρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίδρομος
αμφίδρομης	adj	γενική ενικού του αμφίδρομη
αμφίδρομο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίδρομος
αμφίδρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίδρομος
αμφίδρομος	adj	που κινείται και προς τις δύο (αντίθετες) κατευθύνσεις
αμφίδρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίδρομος
αμφίδρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίδρομος
αμφίδρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίδρομος
αμφίεση	noun	το σύνολο των ρούχων που φοράει κάποιος, τα ενδύματα με τα οποία έχει ντυθεί καθώς και ο τρόπος ντυσίματός του
αμφίεσης	noun	γενική ενικού του αμφίεση
αμφίθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίθυμο
αμφίθυμε	adj	κλητική ενικού του αμφίθυμος
αμφίθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίθυμη
αμφίθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίθυμος
αμφίθυμης	adj	γενική ενικού του αμφίθυμη
αμφίθυμο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίθυμος
αμφίθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίθυμος
αμφίθυμος	adj	που χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία, που συνυπάρχουν μέσα του δύο αντίθετα συναισθήματα
αμφίθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίθυμος
αμφίθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίθυμος
αμφίθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίθυμος
αμφίκοιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίκοιλο
αμφίκοιλε	adj	κλητική ενικού του αμφίκοιλος
αμφίκοιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίκοιλη
αμφίκοιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίκοιλος
αμφίκοιλης	adj	γενική ενικού του αμφίκοιλη
αμφίκοιλο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίκοιλος
αμφίκοιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίκοιλος
αμφίκοιλος	adj	κοίλος και από τις δύο του πλευρές
αμφίκοιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίκοιλος
αμφίκοιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίκοιλος
αμφίκοιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίκοιλος
αμφίκυρτα	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτε	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτες	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτη	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτης	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτο	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτοι	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτος	adj	που είναι κυρτός και από τις δύο πλευρές
αμφίκυρτου	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτους	=	αμφίκυρτος
αμφίκυρτων	=	αμφίκυρτος
αμφίλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίλογο
αμφίλογε	adj	κλητική ενικού του αμφίλογος
αμφίλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίλογη
αμφίλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίλογος
αμφίλογης	adj	γενική ενικού του αμφίλογη
αμφίλογο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίλογος
αμφίλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίλογος
αμφίλογος	adj	που εκφράζονται αμφιβολίες γι’ αυτόν, που αμφισβητείται
αμφίλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίλογος
αμφίλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίλογος
αμφίλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίλογος
αμφίου	=	άμφιο
αμφίπλευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμφίπλευρος	adv	και από τις δύο πλευρές
αμφίπλευρε	adj	κλητική ενικού του αμφίπλευρος
αμφίπλευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίπλευρη
αμφίπλευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίπλευρος
αμφίπλευρης	adj	γενική ενικού του αμφίπλευρη
αμφίπλευρο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίπλευρος
αμφίπλευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίπλευρος
αμφίπλευρος	adj	που έχει ή εμφανίζει δύο πλευρές, δύο όψεις
αμφίπλευρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίπλευρος
αμφίπλευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίπλευρος
αμφίπλευρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίπλευρος
αμφίποδα	noun	ζωικοί οργανισμοί της ομοταξίας των μαλακοστράκων, με χαρακτηριστικά πλευρικά συμπιεσμένο σώμα και ασύμμετρα εξαρτήματα, που ζουν κυρίως σε θαλάσσια ή γλυκά περιβάλλοντα, είτε ελεύθερα είτε ως παρασιτικοί συνοδοί άλλων ειδών
αμφίποδων	=	αμφίποδα
αμφίρροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμφίρροπος	adv	με αμφίρροπο τρόπο
αμφίρροπε	adj	κλητική ενικού του αμφίρροπος
αμφίρροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίρροπη
αμφίρροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίρροπος
αμφίρροπης	adj	γενική ενικού του αμφίρροπη
αμφίρροπο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίρροπος
αμφίρροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίρροπος
αμφίρροπος	adj	που μπορεί να λάβει τη μία ή την άλλη τροπή, που ταλαντεύεται μεταξύ δύο αποφάσεων ή εξίσου πιθανών εκβάσεων, που το αποτέλεσμά του δεν έχει κριθεί ακόμη
αμφίρροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίρροπος
αμφίρροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίρροπος
αμφίρροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίρροπος
αμφίσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμφίσημος	adv	με τρόπο αμφίσημο
αμφίσημε	adj	κλητική ενικού του αμφίσημος
αμφίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίσημη
αμφίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίσημος
αμφίσημης	adj	γενική ενικού του αμφίσημη
αμφίσημο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίσημος
αμφίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίσημος
αμφίσημος	adj	που μπορεί να ερμηνευτεί με δύο διαφορετικούς τρόπους
αμφίσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίσημος
αμφίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίσημος
αμφίσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίσημος
αμφίσκορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίσκορο
αμφίσκορο	noun	λέγεται το ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο οποίο ο παίχτης ποντάρει στο στοίχημα ότι θα σκοράρουν και οι δύο ανταγωνιζόμενες ομάδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμφίσκορος
αμφίσκορου	noun	γενική ενικού του αμφίσκορο
αμφίσκορων	noun	γενική πληθυντικού του αμφίσκορο
αμφίστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμφίστομος
αμφίστομε	adj	κλητική ενικού του αμφίστομος
αμφίστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίστομη
αμφίστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφίστομος
αμφίστομης	adj	γενική ενικού του αμφίστομη
αμφίστομο	adj	αιτιατική ενικού του αμφίστομος
αμφίστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφίστομος
αμφίστομος	adj	που έχει δύο κόψεις, που κόβει από δύο πλευρές
αμφίστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφίστομος
αμφίστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφίστομος
αμφίστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφίστομος
αμφίφυλα	=	αμφίφυλος
αμφίφυλε	=	αμφίφυλος
αμφίφυλες	=	αμφίφυλος
αμφίφυλη	=	αμφίφυλος
αμφίφυλης	=	αμφίφυλος
αμφίφυλο	=	αμφίφυλος
αμφίφυλοι	=	αμφίφυλος
αμφίφυλος	adj	άτομο ή οργανισμός που φέρει σωματικά ή λειτουργικά γνωρίσματα και του αρσενικού και του θηλυκού φύλου, σε βαθμό φυσιολογικό ή παθολογικό
αμφίφυλου	=	αμφίφυλος
αμφίφυλους	=	αμφίφυλος
αμφίφυλων	=	αμφίφυλος
αμφίχειρα	=	αμφίχειρας
αμφίχειρας	noun|formal	που είναι σε θέση να χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια του με ευχέρεια (για να γράψει και για άλλες απαιτητικές και δύσκολες εργασίες)
αμφίχειρες	=	αμφίχειρας
αμφίψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίψωμο
αμφίψωμο	noun	σάντουιτς
αμφίψωμου	noun	γενική ενικού του αμφίψωμο
αμφίψωμων	noun	γενική πληθυντικού του αμφίψωμο
αμφίων	=	άμφιο
αμφεταμίνες	=	αμφεταμίνη
αμφεταμίνη	noun	φάρμακο που επιταχύνει προσωρινά την λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και χρησιμοποιείται στην θεραπεία διάφορων παθήσεων όπως η κατάθλιψη
αμφεταμίνης	=	αμφεταμίνη
αμφεταμινών	=	αμφεταμίνη
αμφιέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφίεση
αμφιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμφίεση
αμφιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμφίεση
αμφιαλιώτικα	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικε	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικες	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικη	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικης	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικο	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικοι	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικος	adj	ο σχετικός με την Αμφιάλη ή τους κατοίκους της
αμφιαλιώτικου	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικους	=	αμφιαλιώτικος
αμφιαλιώτικων	=	αμφιαλιώτικος
αμφιβάλαμε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλαν	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλανε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλατε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλει	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλεις	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλετε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλαμε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλαν	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλανε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλατε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλει	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλεις	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλετε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλομε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αμφιβάλλω
αμφιβάλλουμε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλουν	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλουνε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλλω	verb	δεν είμαι βέβαιος, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το αν κάτι είναι σωστό
αμφιβάλομε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλουμε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλουν	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλουνε	=	αμφιβάλλω
αμφιβάλω	=	αμφιβάλλω
αμφιβίου	=	αμφίβιο
αμφιβίων	=	αμφίβιο
αμφιβαρές	=	αμφιβαρής
αμφιβαρή	=	αμφιβαρής
αμφιβαρής	adj|formal	ισορροπημένος
αμφιβαρείς	=	αμφιβαρής
αμφιβαρούς	=	αμφιβαρής
αμφιβαρών	=	αμφιβαρής
αμφιβληστροειδές	=	αμφιβληστροειδής
αμφιβληστροειδή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αμφιβληστροειδής
αμφιβληστροειδής	noun	ο αμφιβληστροειδής χιτώνας: ένας από τους τρεις χιτώνες που περιβάλλουν το μάτι· βρίσκεται στο πίσω μέρος του οφθαλμού και είναι ευαίσθητος στο φως	adj	χρησιμοποιείται στον όρο αμφιβληστροειδής χιτώνας
αμφιβληστροειδίτιδα	noun	φλεγμονή του αμφιβληστροειδούς (χιτώνα)
αμφιβληστροειδίτιδας	=	αμφιβληστροειδίτιδα
αμφιβληστροειδίτιδες	=	αμφιβληστροειδίτιδα
αμφιβληστροειδίτιδων	=	αμφιβληστροειδίτιδα
αμφιβληστροειδείς	=	αμφιβληστροειδής
αμφιβληστροειδοπάθεια	noun	πάθηση του αμφιβληστροειδούς
αμφιβληστροειδοπάθειας	noun	γενική ενικού του αμφιβληστροειδοπάθεια
αμφιβληστροειδοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιβληστροειδοπάθεια
αμφιβληστροειδοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αμφιβληστροειδοπάθεια
αμφιβληστροειδούς	=	αμφιβληστροειδής
αμφιβληστροειδών	=	αμφιβληστροειδής
αμφιβολία	noun	αβεβαιότητα, δυσπιστία, δισταγμός
αμφιβολίας	noun	γενική ενικού του αμφιβολία
αμφιβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιβολία
αμφιβολίτες	=	αμφιβολίτης
αμφιβολίτη	=	αμφιβολίτης
αμφιβολίτης	noun	είδος μεταμορφωμένου πετρώματος
αμφιβολιτών	=	αμφιβολίτης
αμφιβολιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφιβολία
αμφιβραχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιβραχικό
αμφιβραχικέ	adj	κλητική ενικού του αμφιβραχικός
αμφιβραχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιβραχική
αμφιβραχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιβραχικός
αμφιβραχικής	adj	γενική ενικού του αμφιβραχική
αμφιβραχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιβραχικός
αμφιβραχικού	adj	γενική ενικού του αμφιβραχικός
αμφιβραχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιβραχικός
αμφιβραχικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφιβραχικός
αμφιβραχικός	adj|literary	που έχει σχέση με τον αμφίβραχυ ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αμφιβραχικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφιβραχικός
αμφιβόλους	=	αμφίβολοι
αμφιβόλων	=	αμφίβολοι
αμφιβόλως	adv|formal	αμφίβολα
αμφιγονία	noun	η αναπαραγωγή των οργανισμών που απαιτεί ζευγάρωμα δυο ατόμων με διαφορετικό φύλο, το αρσενικό και το θηλυκό
αμφιγονίας	noun	γενική ενικού του αμφιγονία
αμφιγονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιγονία
αμφιγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμφιγονικός	adv	με αμφιγονικό τρόπο
αμφιγονικέ	=	αμφιγονικός
αμφιγονικές	=	αμφιγονικός
αμφιγονική	=	αμφιγονικός
αμφιγονικής	=	αμφιγονικός
αμφιγονικοί	=	αμφιγονικός
αμφιγονικού	=	αμφιγονικός
αμφιγονικούς	=	αμφιγονικός
αμφιγονικό	=	αμφιγονικός
αμφιγονικός	adj	που έχει σχέση με την αμφιγονία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αμφιγονικών	=	αμφιγονικός
αμφιγονιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφιγονία
αμφιδέξια	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιας	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιε	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιες	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιη	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιης	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιο	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιοι	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιος	adj	που μπορεί και με το δεξί και με το αριστερό χέρι να εκτελέσει εργασίες που απαιτούν ακρίβεια, όπως η γραφή
αμφιδέξιου	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιους	=	αμφιδέξιος
αμφιδέξιων	=	αμφιδέξιος
αμφιδέτες	=	αμφιδέτης
αμφιδέτη	=	αμφιδέτης
αμφιδέτης	noun	ιμάντας ή ζώνη που εφαρμόζεται γύρω από τον λαιμό ζώου, ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο ή τη συγκράτησή του χωρίς μόνιμη πρόσδεση
αμφιδεξιοτήτων	=	αμφιδεξιότητα
αμφιδεξιότητα	noun	η ικανότητα κάποιου να χρησιμοποιεί με την ίδια ευχέρεια και τα δύο χέρια (ίσως και τα δύο πόδια)
αμφιδεξιότητας	=	αμφιδεξιότητα
αμφιδεξιότητες	=	αμφιδεξιότητα
αμφιδετών	=	αμφιδέτης
αμφιδρομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιδρόμηση
αμφιδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμφιδρόμηση
αμφιδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμφιδρόμηση
αμφιδρόμηση	noun	η μετατροπή μονόδρομου ή πεζόδρομου σε οδό διπλής κατεύθυνσης
αμφιδρόμησης	noun	γενική ενικού του αμφιδρόμηση
αμφιθέατρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιθέατρο
αμφιθέατρο	noun	θέατρο με καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη και τοποθετημένα σε ημικύκλιο απέναντι από τη σκηνή ή και γύρω από αυτή, ώστε να παρακολουθούν τα δρώμενα στη σκηνή όλοι οι θεατές χωρίς δυσκολία
αμφιθέατρου	=	αμφιθέατρο
αμφιθαλές	=	αμφιθαλής
αμφιθαλή	=	αμφιθαλής
αμφιθαλής	adj	που κατάγεται από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα
αμφιθαλείς	=	αμφιθαλής
αμφιθαλούς	=	αμφιθαλής
αμφιθαλών	=	αμφιθαλής
αμφιθεάτες	=	αμφιθεάτης
αμφιθεάτη	=	αμφιθεάτης
αμφιθεάτης	noun	που κατάγεται από την Αμφιθέα ή κατοικεί εκεί
αμφιθεάτισσα	=	αμφιθεάτης
αμφιθεάτρου	noun	γενική ενικού του αμφιθέατρο
αμφιθεάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αμφιθέατρο
αμφιθεατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιθεατρικό	adv	σε σχήμα αμφιθεάτρου
αμφιθεατρικέ	adj	κλητική ενικού του αμφιθεατρικός
αμφιθεατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιθεατρική
αμφιθεατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιθεατρικός
αμφιθεατρικής	adj	γενική ενικού του αμφιθεατρική
αμφιθεατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιθεατρικός
αμφιθεατρικού	adj	γενική ενικού του αμφιθεατρικός
αμφιθεατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιθεατρικός
αμφιθεατρικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφιθεατρικός
αμφιθεατρικός	adj	ο σχετικός με το αμφιθέατρο
αμφιθεατρικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφιθεατρικός
αμφιθεατών	=	αμφιθεάτης
αμφιθυμία	noun	η συνύπαρξη δύο αντίθετων, αντικρουόμενων συναισθημάτων την ίδια στιγμή για το ίδιο θέμα
αμφιθυμίας	noun	γενική ενικού του αμφιθυμία
αμφιθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιθυμία
αμφιθυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιθυμικό
αμφιθυμικέ	adj	κλητική ενικού του αμφιθυμικός
αμφιθυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιθυμική
αμφιθυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιθυμικός
αμφιθυμικής	adj	γενική ενικού του αμφιθυμική
αμφιθυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιθυμικός
αμφιθυμικού	adj	γενική ενικού του αμφιθυμικός
αμφιθυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιθυμικός
αμφιθυμικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφιθυμικός
αμφιθυμικός	adj	ο σχετικός με τον αμφίθυμο ή αυτός που αναφέρεται στον αμφίθυμο
αμφιθυμικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφιθυμικός
αμφιθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφιθυμία
αμφικλειώτικα	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικε	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικες	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικη	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικης	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικο	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικοι	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικος	adj	ο σχετικός με την Αμφίκλεια ή τους κατοίκους της
αμφικλειώτικου	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικους	=	αμφικλειώτικος
αμφικλειώτικων	=	αμφικλειώτικος
αμφικλινές	=	αμφικλινής
αμφικλινή	=	αμφικλινής
αμφικλινής	adj	που έχει κλίση προς δύο πλευρές
αμφικλινείς	=	αμφικλινής
αμφικλινούς	=	αμφικλινής
αμφικλινών	=	αμφικλινής
αμφικοιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφικοιλιακό
αμφικοιλιακέ	adj	κλητική ενικού του αμφικοιλιακός
αμφικοιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφικοιλιακή
αμφικοιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφικοιλιακός
αμφικοιλιακής	adj	γενική ενικού του αμφικοιλιακή
αμφικοιλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφικοιλιακός
αμφικοιλιακού	adj	γενική ενικού του αμφικοιλιακός
αμφικοιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφικοιλιακός
αμφικοιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του αμφικοιλιακός
αμφικοιλιακός	adj	που παρέχει ηλεκτρικές ωθήσεις στον καρδιακό μυ και στην αριστερή και στη δεξιά κοιλία της καρδιάς
αμφικοιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του αμφικοιλιακός
αμφικτίονες	noun	οι αντιπρόσωποι πόλεων μελών μιας αμφικτιονίας
αμφικτιονία	noun	άλλη γραφή του αμφικτυονία
αμφικτιονίας	noun	γενική ενικού του αμφικτιονία
αμφικτιονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφικτιονία
αμφικτιονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφικτιονικό
αμφικτιονικέ	adj	κλητική ενικού του αμφικτιονικός
αμφικτιονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφικτιονική
αμφικτιονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφικτιονικός
αμφικτιονικής	adj	γενική ενικού του αμφικτιονική
αμφικτιονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφικτιονικός
αμφικτιονικού	adj	γενική ενικού του αμφικτιονικός
αμφικτιονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφικτιονικός
αμφικτιονικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφικτιονικός
αμφικτιονικός	adj	που έχει σχέση με την αμφικτυονία / αμφικτιονία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
αμφικτιονικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφικτιονικός
αμφικτιονιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφικτιονία
αμφικτιόνων	=	αμφικτίονες
αμφικτυονία	noun	θρησκευτική οργάνωση γειτονικών πόλεων υπό την προστασία ενός θεού με ναό κοινής λατρείας
αμφικτυονίας	noun	γενική ενικού του αμφικτυονία
αμφικτυονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφικτυονία
αμφικτυονικός	=	αμφικτιονικός
αμφικτυονιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφικτυονία
αμφικτύονες	=	αμφικτίονες
αμφιλεγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιλεγόμενο	adv	με αμφιλεγόμενο τρόπο
αμφιλεγόμενε	verb	κλητική ενικού του αμφιλεγόμενος
αμφιλεγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιλεγόμενη
αμφιλεγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιλεγόμενος
αμφιλεγόμενης	verb	γενική ενικού του αμφιλεγόμενη
αμφιλεγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμφιλεγόμενος
αμφιλεγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιλεγόμενος
αμφιλεγόμενος	verb	για κάποιον ή κάτι σχετικά με το(ν) οποίο υπάρχουν διαφωνίες, διαφορετικές ερμηνείες ή εκτιμήσεις
αμφιλεγόμενου	verb	γενική ενικού του αμφιλεγόμενος
αμφιλεγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμφιλεγόμενος
αμφιλεγόμενων	verb	γενική πληθυντικού του αμφιλεγόμενος
αμφιλογία	noun	λέξη ή έκφραση αμφίσημη, με διφορούμενη σημασία, που μπορεί να ερμηνευτεί με δύο διαφορετικούς τρόπους, ενίοτε αντιφατικούς
αμφιλογίας	noun	γενική ενικού του αμφιλογία
αμφιλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιλογία
αμφιλογιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφιλογία
αμφιλύκη	noun	το θαμπό φως την ώρα που ξημερώνει
αμφιλύκης	=	αμφιλύκη
αμφιμονοσήμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμφιμονοσήμαντος	adv	με αμφιμονοσήμαντο τρόπο
αμφιμονοσήμαντε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντος	adj	του οποίου τα στοιχεία αντιστοιχούν, το καθένα, μόνο με ένα στοιχείο άλλου συνόλου και αντίστροφα
αμφιμονοσήμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσήμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αμφιμονοσήμαντος
αμφιμονοσημαντοτήτων	=	αμφιμονοσημαντότητα
αμφιμονοσημαντότητα	noun	η ιδιότητα του αμφιμονοσήμαντου
αμφιμονοσημαντότητας	=	αμφιμονοσημαντότητα
αμφιμονοσημαντότητες	=	αμφιμονοσημαντότητα
αμφιπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιπαθητικό
αμφιπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιπαθητική
αμφιπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικής	adj	γενική ενικού του αμφιπαθητική
αμφιπαθητικη	=	αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικο	=	αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικού	adj	γενική ενικού του αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφιπαθητικός
αμφιπαθητικός	adj	αυτός που παρουσιάζει αντίθετους τροπισμούς.
αμφιπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφιπαθητικός
αμφιπρόστυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιπρόστυλο
αμφιπρόστυλε	adj	κλητική ενικού του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόστυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιπρόστυλη
αμφιπρόστυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόστυλης	adj	γενική ενικού του αμφιπρόστυλη
αμφιπρόστυλο	adj	αιτιατική ενικού του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόστυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόστυλος	adj	αρχιτεκτονική κατασκευή (συνήθως ναός) που στις δύο στενές πλευρές του είχε στοά με κίονες
αμφιπρόστυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόστυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόστυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφιπρόστυλος
αμφιπρόσωπα	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπε	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπες	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπη	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπης	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπο	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωποι	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπος	adj	για εικόνα (ή άλλα αντικείμενα) που έχει ζωγραφιστεί και από τις δύο πλευρές (ή έχουν σχέδια ή γράμματα και από τις δύο όψεις)
αμφιπρόσωπου	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπους	=	αμφιπρόσωπος
αμφιπρόσωπων	=	αμφιπρόσωπος
αμφιρρέπω	verb|formal	αμφιβάλλω, αμφιταλαντεύομαι, διστάζω να πάρω μια απόφαση
αμφιρρεπές	=	αμφιρρεπής
αμφιρρεπή	=	αμφιρρεπής
αμφιρρεπής	adj|formal	ο αμφίρροπος, ισόπαλος
αμφιρρεπείς	=	αμφιρρεπής
αμφιρρεπούς	=	αμφιρρεπής
αμφιρρεπών	=	αμφιρρεπής
αμφισβήστησα	=	αμφισβητώ
αμφισβήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβήτηση	noun	η διαφωνία, η αντίρρηση σε κάτι, η έκφραση αντίθετης άποψης ή αμφιβολιών
αμφισβήτησης	noun	γενική ενικού του αμφισβήτηση
αμφισβητήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσαν	=	αμφισβητώ
αμφισβητήσανε	=	αμφισβητώ
αμφισβητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβήτηση
αμφισβητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμφισβήτηση
αμφισβητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμφισβήτηση
αμφισβητήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητήσιμο
αμφισβητήσιμε	adj	κλητική ενικού του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητήσιμη
αμφισβητήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμης	adj	γενική ενικού του αμφισβητήσιμη
αμφισβητήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμος	adj	που μπορεί αλλά και ίσως πρέπει να αμφισβητηθεί, αυτός που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ευσταθεί, που είναι αμφίβολης ακρίβειας, που δεν είναι γενικά αποδεκτός
αμφισβητήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσου	=	αμφισβητώ
αμφισβητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσουνε	=	αμφισβητώ
αμφισβητήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητία	=	αμφισβητίας
αμφισβητίας	noun	εκείνος/η που αμφισβητεί τα πάντα, που δεν αμφισβητεί απλώς κάτι συγκεκριμένο, αλλά εγείρει διαρκώς ενστάσεις για όλα
αμφισβητίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητίας
αμφισβητεί	=	αμφισβητώ
αμφισβητείς	=	αμφισβητώ
αμφισβητείσαι	=	αμφισβητώ
αμφισβητείστε	=	αμφισβητώ
αμφισβητείται	=	αμφισβητώ
αμφισβητείτε	=	αμφισβητώ
αμφισβητηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθήκαν	=	αμφισβητώ
αμφισβητηθήκανε	=	αμφισβητώ
αμφισβητηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητηθούνε	=	αμφισβητώ
αμφισβητηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητούμαι
αμφισβητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητημένο
αμφισβητημένε	verb	κλητική ενικού του αμφισβητημένος
αμφισβητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητημένη
αμφισβητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφισβητημένος
αμφισβητημένης	verb	γενική ενικού του αμφισβητημένη
αμφισβητημένο	verb	αιτιατική ενικού του αμφισβητημένος
αμφισβητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητημένος
αμφισβητημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφισβητημένος
αμφισβητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμφισβητημένος
αμφισβητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφισβητημένος
αμφισβητιόνται	=	αμφισβητώ
αμφισβητιόντουσαν	=	αμφισβητώ
αμφισβητιόσαστε	=	αμφισβητώ
αμφισβητιών	=	αμφισβητίας
αμφισβητούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβητούμασταν	=	αμφισβητώ
αμφισβητούμαστε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούμε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητούμενο
αμφισβητούμενε	verb	κλητική ενικού του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητούμενη
αμφισβητούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμενης	verb	γενική ενικού του αμφισβητούμενη
αμφισβητούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμενος	verb	που αμφισβητείται
αμφισβητούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφισβητούμενος
αμφισβητούμουν	=	αμφισβητώ
αμφισβητούν	=	αμφισβητώ
αμφισβητούνε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούνται	=	αμφισβητώ
αμφισβητούνταν	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσα	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσαμε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσαν	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσανε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσασταν	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσαστε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσατε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσε	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσες	=	αμφισβητώ
αμφισβητούσουν	=	αμφισβητώ
αμφισβητώ	verb	δεν παραδέχομαι ή δεν αποδέχομαι κάποιον ισχυρισμό ή ότι κάτι που αναφέρθηκε έγινε πραγματικά
αμφισβητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αμφισβητώ
αμφισβιτιέμαι	=	αμφισβητούμαι
αμφισεξουαλικά	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικέ	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικές	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλική	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμφισεξουαλική) του αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικοί	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικού	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικούς	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικό	=	αμφισεξουαλικός
αμφισεξουαλικός	adj	που εμφανίζει σεξουαλικές συμπεριφορές και προτιμήσεις που χαρακτηρίζουν και τα δύο φύλα
αμφισεξουαλικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αμφισεξουαλικού
αμφισεξουαλικών	=	αμφισεξουαλικός
αμφισημία	noun	λέξη ή φράση με διφορούμενη ή διπλή σημασία
αμφισημίας	noun	γενική ενικού του αμφισημία
αμφισημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφισημία
αμφισημιών	noun	γενική πληθυντικού του αμφισημία
αμφισημοτήτων	=	αμφισημότητα
αμφισημότητα	noun	το να είναι κάτι αμφίσημο
αμφισημότητας	=	αμφισημότητα
αμφισημότητες	=	αμφισημότητα
αμφισσαϊκά	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκέ	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκές	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκή	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αμφισσαϊκή) του αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκοί	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκού	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκούς	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκό	=	αμφισσαϊκός
αμφισσαϊκός	adj	ο σχετικός με την Άμφισσα ή τους κατοίκους της
αμφισσαϊκών	=	αμφισσαϊκός
αμφιταλάντευση	noun	το να διστάζει κάποιος να επιλέξει ανάμεσα σε δύο (ή περισσότερες) επιλογές
αμφιταλάντευσης	noun	γενική ενικού του αμφιταλάντευση
αμφιταλαντευθήκαμε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθήκαν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθήκανε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθήκατε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθεί	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθείς	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθείτε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθούμε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθούν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθούνε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευθώ	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτήκαν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτήκανε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτούνε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόμασταν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόμαστε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιταλαντευόμενο
αμφιταλαντευόμενε	verb	κλητική ενικού του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιταλαντευόμενη
αμφιταλαντευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμενης	verb	γενική ενικού του αμφιταλαντευόμενη
αμφιταλαντευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμενος	verb	που αμφιταλαντεύεται μεταξύ δύο αντίθετων γνωμών, αποφάσεων
αμφιταλαντευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφιταλαντευόμενος
αμφιταλαντευόμουν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόμουνα	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόντουσαν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόσασταν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόσαστε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόσουν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόσουνα	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευόταν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντευότανε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύεσαι	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύεστε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύεται	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύθηκα	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύθηκαν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύθηκε	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύθηκες	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύομαι	verb	δεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα σε δύο διαφορετικές επιλογές και να καταλήξω σε μια απόφαση
αμφιταλαντεύονται	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύονταν	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύου	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιταλάντευση
αμφιταλαντεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αμφιταλάντευση
αμφιταλαντεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αμφιταλάντευση
αμφιταλαντεύσου	=	αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιταλαντεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμφιταλαντεύομαι
αμφιτρυώνων	=	αμφιτρύωνας
αμφιτρύων	=	αμφιτρύωνας
αμφιτρύωνα	=	αμφιτρύωνας
αμφιτρύωνας	noun	ο οικοδεσπότης που οργανώνει μια συγκέντρωση ή γιορτή
αμφιτρύωνες	=	αμφιτρύωνας
αμφιφανές	=	αμφιφανής
αμφιφανή	=	αμφιφανής
αμφιφανής	adj	ο αστέρας ή αστερισμός που ανατέλλει και δύει καθημερινά (σε σχέση με κάποιον τόπο - ημισφαίριο) και, συνεπώς, μπορεί να παρατηρηθεί μόνο κατά τη διάρκεια του ημερονύκτιου (και την εποχή) που βρίσκεται πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα· που φωτίζει ή είναι ορατός τόσο το πρωί, όσο και το βράδυ
αμφιφανείς	=	αμφιφανής
αμφιφανούς	=	αμφιφανής
αμφιφανών	=	αμφιφανής
αμφιφοβία	noun	άλλη μορφή του αμφιφυλοφοβία
αμφιφοβίας	=	αμφιφοβία
αμφιφοβίες	=	αμφιφοβία
αμφιφοβιών	=	αμφιφοβία
αμφιφυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιφυλικό
αμφιφυλικέ	adj	κλητική ενικού του αμφιφυλικός
αμφιφυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιφυλική
αμφιφυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιφυλικός
αμφιφυλικής	adj	γενική ενικού του αμφιφυλική
αμφιφυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιφυλικός
αμφιφυλικού	adj	γενική ενικού του αμφιφυλικός
αμφιφυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιφυλικός
αμφιφυλικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφιφυλικός
αμφιφυλικός	adj	που έχει χαρακτηριστικά και των δύο φύλων, αμφίφυλος, ερμαφρόδιτος
αμφιφυλικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφιφυλικός
αμφιφυλοφιλία	noun	η σεξουαλική έλξη για άτομα και του ίδιου και του αντίθετου φύλου
αμφιφυλοφιλίας	=	αμφιφυλοφιλία
αμφιφυλοφιλίες	=	αμφιφυλοφιλία
αμφιφυλοφιλιών	=	αμφιφυλοφιλία
αμφιφυλοφοβία	noun	η αντιδραστική συμπεριφορά ή και επιθετικότητα κατά των αμφιφυλόφιλων
αμφιφυλοφοβίας	=	αμφιφυλοφοβία
αμφιφυλοφοβίες	=	αμφιφυλοφοβία
αμφιφυλοφοβιών	=	αμφιφυλοφοβία
αμφιφυλόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιφυλόφιλο
αμφιφυλόφιλε	adj	κλητική ενικού του αμφιφυλόφιλος
αμφιφυλόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφιφυλόφιλη
αμφιφυλόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφιφυλόφιλος
αμφιφυλόφιλης	adj	γενική ενικού του αμφιφυλόφιλη
αμφιφυλόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του αμφιφυλόφιλος
αμφιφυλόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφιφυλόφιλος
αμφιφυλόφιλος	noun	αυτός που τον έλκουν σεξουαλικά άτομα και των δύο φύλων	adj	που τον έλκουν σεξουαλικά άτομα δύο φύλων
αμφιφυλόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμφιφυλόφιλος
αμφιφυλόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφιφυλόφιλος
αμφιφυλόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμφιφυλόφιλος
αμφιχείρων	=	αμφίχειρας
αμφορέα	=	αμφορέας
αμφορέας	noun	είδος κλειστού αγγείου με δύο λαβές για την αποθήκευση και μεταφορά υγρών
αμφορέων	=	αμφορέας
αμφορέως	=	αμφορέας
αμφορίσκε	=	αμφορίσκος
αμφορίσκο	=	αμφορίσκος
αμφορίσκοι	=	αμφορίσκος
αμφορίσκος	noun	ο μικρός αμφορέας
αμφορίσκου	=	αμφορίσκος
αμφορίσκους	=	αμφορίσκος
αμφορίσκων	=	αμφορίσκος
αμφορείς	=	αμφορέας
αμφοτέρους	=	αμφότεροι
αμφοτέρωθεν	adv|formal	και από τα δύο μέρη, και από τις δύο πλευρές μαζί
αμφοτέρων	=	αμφότεροι
αμφοτερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφοτερικό
αμφοτερικέ	adj	κλητική ενικού του αμφοτερικός
αμφοτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμφοτερική
αμφοτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμφοτερικός
αμφοτερικής	adj	γενική ενικού του αμφοτερική
αμφοτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμφοτερικός
αμφοτερικού	adj	γενική ενικού του αμφοτερικός
αμφοτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμφοτερικός
αμφοτερικό	adj	αιτιατική ενικού του αμφοτερικός
αμφοτερικός	adj	η ιδιότητα κάποιου να ενεργεί εξ αντιθέτου
αμφοτερικών	adj	γενική πληθυντικού του αμφοτερικός
αμφοτεροβαρές	=	αμφοτεροβαρής
αμφοτεροβαρή	=	αμφοτεροβαρής
αμφοτεροβαρής	adj|formal	που επιβαρύνει εξίσου και τα δύο μέρη μιας σύμβασης
αμφοτεροβαρείς	=	αμφοτεροβαρής
αμφοτεροβαρούς	=	αμφοτεροβαρής
αμφοτεροβαρών	=	αμφοτεροβαρής
αμφοτεροβαρώς	adv|formal	με αμφοτεροβαρή τρόπο
αμφότερα	=	αμφότεροι
αμφότερες	=	αμφότεροι
αμφότεροι	pron	και οι δύο
αμφότερους	=	αμφότεροι
αμφότερων	=	αμφότεροι
αμχαρικά	noun	σημιτική γλώσσα που μιλιέται στην Αιθιοπία
αμχαρικών	=	αμχαρικά
αμωλώπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμωλώπιστο
αμωλώπιστε	adj	κλητική ενικού του αμωλώπιστος
αμωλώπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμωλώπιστη
αμωλώπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμωλώπιστος
αμωλώπιστης	adj	γενική ενικού του αμωλώπιστη
αμωλώπιστο	adj	αιτιατική ενικού του αμωλώπιστος
αμωλώπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμωλώπιστος
αμωλώπιστος	adj	που δεν έχει μωλωπιστεί ή δεν μπορεί να μωλωπιστεί
αμωλώπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμωλώπιστος
αμωλώπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμωλώπιστος
αμωλώπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμωλώπιστος
αμόκ	noun	το επεισόδιο που περιλαμβάνει διχαστική και ετεροκαταστροφική συμπεριφορά
αμόλα	verb	β' ενικό προστακτικής του ρήματος αμολάω
αμόλαγα	=	αμολάω
αμόλαγαν	=	αμολάω
αμόλαγε	=	αμολάω
αμόλαγες	=	αμολάω
αμόλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμόλευτος	adv	χωρίς να έχει μολευτεί
αμόλευτε	adj	κλητική ενικού του αμόλευτος
αμόλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμόλευτη
αμόλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμόλευτος
αμόλευτης	adj	γενική ενικού του αμόλευτη
αμόλευτο	adj	αιτιατική ενικού του αμόλευτος
αμόλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμόλευτος
αμόλευτος	adj	που δεν έχει μολευτεί
αμόλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμόλευτος
αμόλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμόλευτος
αμόλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμόλευτος
αμόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμολάω
αμόλυβδα	=	αμόλυβδος
αμόλυβδε	=	αμόλυβδος
αμόλυβδες	=	αμόλυβδος
αμόλυβδη	=	αμόλυβδος
αμόλυβδης	=	αμόλυβδος
αμόλυβδο	=	αμόλυβδος
αμόλυβδοι	=	αμόλυβδος
αμόλυβδος	adj	που δεν περιέχει μόλυβδο
αμόλυβδου	=	αμόλυβδος
αμόλυβδους	=	αμόλυβδος
αμόλυβδων	=	αμόλυβδος
αμόλυντα	adv	με τρόπο αποστειρωμένο
αμόλυντε	adj	κλητική ενικού του αμόλυντος
αμόλυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμόλυντη
αμόλυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμόλυντος
αμόλυντης	adj	γενική ενικού του αμόλυντη
αμόλυντο	adj	αιτιατική ενικού του αμόλυντος
αμόλυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμόλυντος
αμόλυντος	adj	που δεν έχει μολυνθεί
αμόλυντου	adj	γενική ενικού του αμόλυντος
αμόλυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμόλυντος
αμόλυντων	adj	γενική πληθυντικού του αμόλυντος
αμόνι	noun	μεταλλικό ή πέτρινο εργαλείο των σιδηρουργών, που στηρίζεται σε σταθερό σημείο και πάνω του γίνεται η σφυρηλάτηση
αμόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμόνι
αμόνοιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμόνοιαστος	adv	χωρίς ομόνοια
αμόνοιαστε	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστες	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστη	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστης	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστο	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστοι	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστος	adj	που δεν έχει μονοιάσει,που δεν έχει συμφιλιωθεί(με κάποιον) ή και που γενικά "δεν κάνει χωριό" με κανέναν, δεν "τα βρίσκει" με κανέναν, ο μονήρης και ο φίλερις
αμόνοιαστου	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστους	=	αμόνοιαστος
αμόνοιαστων	=	αμόνοιαστος
αμόνω	verb|dated	ορκίζομαι
αμόρε	noun|dated	αγάπη
αμόρσα	noun	πλάνο κινηματογραφημένο από την άκρη, πάνω από τον ώμο ενός ηθοποιού, ενώ η κάμερα καδράρει στο πρόσωπο του συνομιλητή του
αμόρσας	noun	γενική ενικού του αμόρσα
αμόρσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμόρσα
αμόρσιμα	noun|formal	αυτά που δεν καθορίζονται από τη μοίρα
αμόρφωτα	=	αμόρφωτος
αμόρφωτε	=	αμόρφωτος
αμόρφωτες	=	αμόρφωτος
αμόρφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμόρφωτος
αμόρφωτης	=	αμόρφωτος
αμόρφωτο	=	αμόρφωτος
αμόρφωτοι	=	αμόρφωτος
αμόρφωτος	adj	που του λείπει η μόρφωση, η παιδεία
αμόρφωτου	=	αμόρφωτος
αμόρφωτους	=	αμόρφωτος
αμόρφωτων	=	αμόρφωτος
αμύγδαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύγδαλο
αμύγδαλο	noun	ο καρπός του δένδρου αμυγδαλιά (Amygdalus communis)
αμύγδαλου	noun	γενική ενικού του αμύγδαλο
αμύγδαλων	noun	γενική πληθυντικού του αμύγδαλο
αμύητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύητο
αμύητε	adj	κλητική ενικού του αμύητος
αμύητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύητη
αμύητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμύητος
αμύητης	adj	γενική ενικού του αμύητη
αμύητο	adj	αιτιατική ενικού του αμύητος
αμύητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμύητος
αμύητος	adj	που δεν έχει μυηθεί, που δεν είναι μυημένος
αμύητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμύητος
αμύητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμύητος
αμύητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμύητος
αμύθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύθητο
αμύθητε	adj	κλητική ενικού του αμύθητος
αμύθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύθητη
αμύθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμύθητος
αμύθητης	adj	γενική ενικού του αμύθητη
αμύθητο	adj	αιτιατική ενικού του αμύθητος
αμύθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμύθητος
αμύθητος	adj	τεράστιος ως προς την αξία του
αμύθητου	adj	γενική ενικού του αμύθητος
αμύθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμύθητος
αμύθητων	adj	γενική πληθυντικού του αμύθητος
αμύλου	=	άμυλο
αμύλων	=	άμυλο
αμύνεσαι	=	αμύνομαι
αμύνεστε	=	αμύνομαι
αμύνεται	=	αμύνομαι
αμύνης	=	άμυνα
αμύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αμύνομαι
αμύνομαι	verb	αντιμετωπίζω και προσπαθώ να αποκρούσω μια επίθεση (βίαιη, στρατιωτική ή λεκτική ή στο πλαίσιο αθλητικού αγώνα), υπερασπίζομαι τον εαυτό μου και άλλους
αμύνονται	=	αμύνομαι
αμύνονταν	=	αμύνομαι
αμύνου	=	αμύνομαι
αμύνσου	=	αμύνομαι
αμύντορα	=	αμύντορας
αμύντορας	noun|formal	υπέρμαχος, υπερασπιστής
αμύντορες	=	αμύντορας
αμύντορων	=	αμύντορας
αμύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αμύριστος	adv	χωρίς να τον έχουν μυρίσει
αμύριστε	adj	κλητική ενικού του αμύριστος
αμύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύριστη
αμύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμύριστος
αμύριστης	adj	γενική ενικού του αμύριστη
αμύριστο	adj	αιτιατική ενικού του αμύριστος
αμύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμύριστος
αμύριστος	adj	που δεν μυρίζει, δεν αναδίδει οσμή
αμύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμύριστος
αμύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμύριστος
αμύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμύριστος
αμύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύρωτο
αμύρωτε	adj	κλητική ενικού του αμύρωτος
αμύρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμύρωτη
αμύρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμύρωτος
αμύρωτης	adj	γενική ενικού του αμύρωτη
αμύρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αμύρωτος
αμύρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμύρωτος
αμύρωτος	adj	που δεν έχει χριστεί με μύρο
αμύρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμύρωτος
αμύρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμύρωτος
αμύρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμύρωτος
αμώλυα	adv	ασυδοσία, ελευθερία κινήσεων
αμώμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμώμητο
αμώμητε	adj	κλητική ενικού του αμώμητος
αμώμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμώμητη
αμώμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αμώμητος
αμώμητης	adj	γενική ενικού του αμώμητη
αμώμητο	adj	αιτιατική ενικού του αμώμητος
αμώμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αμώμητος
αμώμητος	adj	ο άμωμος, ο άμεμπτος
αμώμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αμώμητος
αμώμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αμώμητος
αμώμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αμώμητος
αμώνω	verb	άλλη γραφή του αμόνω (με -ω, αναλογικά με τα ρήματα σε -ώνω)
αν	conj	εισάγει προϋπόθεση, ή συνθήκη
ανά	prep	πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε»
ανάβαθα	adv	χωρίς μεγάλο βάθος	noun	τα νερά δεν είναι βαθιά
ανάβαθε	=	ανάβαθος
ανάβαθες	=	ανάβαθος
ανάβαθη	=	ανάβαθος
ανάβαθης	=	ανάβαθος
ανάβαθο	=	ανάβαθος
ανάβαθοι	=	ανάβαθος
ανάβαθος	adj	ο χωρίς βάθος
ανάβαθου	noun	γενική ενικού του ανάβαθο
ανάβαθους	=	ανάβαθος
ανάβαθων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβαθο
ανάβαλε	=	αναβάλλω
ανάβαλλε	=	αναβάλλω
ανάβαμε	=	ανάβω
ανάβαν	=	ανάβω
ανάβανε	=	ανάβω
ανάβαση	noun	ανέβασμα
ανάβασης	noun	γενική ενικού του ανάβαση
ανάβατε	=	ανάβω
ανάβατος	adj|rare	που δεν έχει φουσκώσει (για ψωμί)
ανάβει	=	ανάβω
ανάβεις	=	ανάβω
ανάβεσαι	=	ανάβω
ανάβεστε	=	ανάβω
ανάβεται	=	ανάβω
ανάβετε	=	ανάβω
ανάβλεμμα	noun	το βλέμμα, η ματιά
ανάβλεπα	=	αναβλέπω
ανάβλεπαν	=	αναβλέπω
ανάβλεπε	=	αναβλέπω
ανάβλεπες	=	αναβλέπω
ανάβλεψα	=	αναβλέπω
ανάβλεψαν	=	αναβλέπω
ανάβλεψε	=	αναβλέπω
ανάβλεψες	=	αναβλέπω
ανάβλεψη	noun	η ανάκτηση της όρασης
ανάβλεψης	=	ανάβλεψη
ανάβλυζα	=	αναβλύζω
ανάβλυζαν	=	αναβλύζω
ανάβλυζε	=	αναβλύζω
ανάβλυζες	=	αναβλύζω
ανάβλυσα	=	αναβλύζω
ανάβλυσαν	=	αναβλύζω
ανάβλυσε	=	αναβλύζω
ανάβλυσες	=	αναβλύζω
ανάβλυση	noun	το αποτέλεσμα τού αναβλύζω
ανάβλυσης	noun	γενική ενικού του ανάβλυση
ανάβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανάβω
ανάβομε	=	ανάβω
ανάβονται	=	ανάβω
ανάβονταν	=	ανάβω
ανάβοντας	=	ανάβω
ανάβουμε	=	ανάβω
ανάβουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ανάβω
ανάβουνε	=	ανάβω
ανάβρα	noun	πηγή νερού
ανάβραζα	=	αναβράζω
ανάβραζαν	=	αναβράζω
ανάβραζε	=	αναβράζω
ανάβραζες	=	αναβράζω
ανάβρας	noun	γενική ενικού του ανάβρα
ανάβρασα	=	αναβράζω
ανάβρασαν	=	αναβράζω
ανάβρασε	=	αναβράζω
ανάβρασες	=	αναβράζω
ανάβρασμα	noun	βράσιμο
ανάβρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβρα
ανάβροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβροχο
ανάβροχε	adj	κλητική ενικού του ανάβροχος
ανάβροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβροχη
ανάβροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάβροχος
ανάβροχης	adj	γενική ενικού του ανάβροχη
ανάβροχο	adj	αιτιατική ενικού του ανάβροχος
ανάβροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάβροχος
ανάβροχος	adj	που κατά τη διάρκειά του δεν έχει πέσει βροχή
ανάβροχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάβροχος
ανάβροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάβροχος
ανάβροχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάβροχος
ανάβρυσα	=	αναβρύζω
ανάβρυση	noun	άλλη μορφή του ανάβλυση
ανάβρυσης	noun	γενική ενικού του ανάβρυση
ανάβρυσμα	noun	το αποτέλεσμα τού αναβρύζω
ανάβω	verb	βάζω φωτιά σε κάτι
ανάγγειλα	=	αναγγέλλω
ανάγγειλαν	=	αναγγέλλω
ανάγγειλε	=	αναγγέλλω
ανάγγειλες	=	αναγγέλλω
ανάγγελλα	=	αναγγέλλω
ανάγγελλαν	=	αναγγέλλω
ανάγγελλε	=	αναγγέλλω
ανάγγελλες	=	αναγγέλλω
ανάγειρα	=	αναγέρνω
ανάγεται	verb	για κάτι που τοποθετείται χρονικά, θεσμικά ή εννοιολογικά σε παλαιότερη ή ανώτερη βάση, είτε για να προσδιοριστεί η προέλευσή του είτε για να ενταχθεί σε ευρύτερο πλαίσιο
ανάγιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγιαστο
ανάγιαστε	adj	κλητική ενικού του ανάγιαστος
ανάγιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγιαστη
ανάγιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάγιαστος
ανάγιαστης	adj	γενική ενικού του ανάγιαστη
ανάγιαστο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανάγιαστος
ανάγιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάγιαστος
ανάγιαστος	adj	που δεν του έχει γίνει αγιασμός, δεν έχει ραντιστεί με αγιασμό
ανάγιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάγιαστος
ανάγιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάγιαστος
ανάγιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάγιαστος
ανάγκαζα	=	αναγκάζω
ανάγκαζαν	=	αναγκάζω
ανάγκαζε	=	αναγκάζω
ανάγκαζες	=	αναγκάζω
ανάγκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
ανάγκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
ανάγκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
ανάγκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
ανάγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγκη
ανάγκη	noun	ό,τι μας επιβάλλεται, χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε
ανάγκης	noun	γενική ενικού του ανάγκη
ανάγλυφα	adv	με ανάγλυφο τρόπο	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγλυφο
ανάγλυφε	adj	κλητική ενικού του ανάγλυφος
ανάγλυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγλυφη
ανάγλυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάγλυφος
ανάγλυφης	adj	γενική ενικού του ανάγλυφη
ανάγλυφο	noun	γλυπτό έργο τέχνης στο οποίο σχήματα ή μορφές προβάλλουν από την επίπεδη επιφάνεια της πλάκας στην οποία έχουν λαξευτεί	adj	αιτιατική ενικού του ανάγλυφος
ανάγλυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάγλυφος
ανάγλυφος	adj	σκαλισμένος έτσι ώστε να εξέχει από την επιφάνεια
ανάγλυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάγλυφος
ανάγλυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάγλυφος
ανάγλυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάγλυφος
ανάγνωθα	=	αναγνώθω
ανάγνωσα	=	αναγνώθω
ανάγνωση	noun	η κατανόηση ενός γραπτού κειμένου, μέσα από την αναγνώριση των συμβόλων του
ανάγνωσης	noun	γενική ενικού του ανάγνωση
ανάγνωσμα	noun	οτιδήποτε που διαβάζεται χωρίς ιδιαίτερη μελέτη
ανάγομαι	=	ανάγω
ανάγραμμα	noun	λέξη ή φράση που προέκυψε από αναγραμματισμό
ανάγραφε	=	αναγράφω
ανάγραψε	=	αναγράφω
ανάγω	verb	αναβιβάζω
ανάγωγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάγωγος	adv	χωρίς τρόπους, χωρίς αγωγή
ανάγωγε	adj	κλητική ενικού του ανάγωγος
ανάγωγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγωγη
ανάγωγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάγωγος
ανάγωγης	adj	γενική ενικού του ανάγωγη
ανάγωγο	adj	αιτιατική ενικού του ανάγωγος
ανάγωγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάγωγος
ανάγωγος	adj	που δεν έχει λάβει σωστή αγωγή, αγενής, αναιδής
ανάγωγου	adj	γενική ενικού του ανάγωγος
ανάγωγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάγωγος
ανάγωγων	adj	γενική πληθυντικού του ανάγωγος
ανάδειξα	=	αναδεικνύω
ανάδειξαν	=	αναδεικνύω
ανάδειξε	=	αναδεικνύω
ανάδειξες	=	αναδεικνύω
ανάδειξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδεικνύω / αναδείχνω
ανάδειξης	noun	γενική ενικού του ανάδειξη
ανάδειχνα	=	αναδείχνω
ανάδειχναν	=	αναδείχνω
ανάδειχνε	=	αναδείχνω
ανάδειχνες	=	αναδείχνω
ανάδελφα	=	ανάδελφος
ανάδελφε	=	ανάδελφος
ανάδελφες	=	ανάδελφος
ανάδελφη	=	ανάδελφος
ανάδελφης	=	ανάδελφος
ανάδελφο	=	ανάδελφος
ανάδελφοι	=	ανάδελφος
ανάδελφος	adj	που δεν έχει αδέλφια
ανάδελφου	=	ανάδελφος
ανάδελφους	=	ανάδελφος
ανάδελφων	=	ανάδελφος
ανάδενα	=	αναδένω
ανάδεναν	=	αναδένω
ανάδενε	=	αναδένω
ανάδενες	=	αναδένω
ανάδεσα	=	αναδένω
ανάδεσαν	=	αναδένω
ανάδεσε	=	αναδένω
ανάδεσες	=	αναδένω
ανάδευα	=	αναδεύω
ανάδευαν	=	αναδεύω
ανάδευε	=	αναδεύω
ανάδευες	=	αναδεύω
ανάδευσα	=	αναδεύω
ανάδευσαν	=	αναδεύω
ανάδευσε	=	αναδεύω
ανάδευσες	=	αναδεύω
ανάδευση	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του « αναδεύω »
ανάδευσης	noun	γενική ενικού του ανάδευση
ανάδεψα	=	αναδεύω
ανάδεψαν	=	αναδεύω
ανάδεψε	=	αναδεύω
ανάδεψες	=	αναδεύω
ανάδιδε	=	αναδίδω
ανάδινε	=	αναδίνω
ανάδιπλα	adv	αντίθετα
ανάδομα	noun|dated	αναλαμπή
ανάδοση	noun	βλάστηση, αναβλάστηση, ανάπτυξη
ανάδοσης	noun	γενική ενικού του ανάδοση
ανάδοχα	=	ανάδοχος
ανάδοχε	noun	κλητική ενικού του ανάδοχος
ανάδοχες	=	ανάδοχος
ανάδοχη	=	ανάδοχος
ανάδοχης	=	ανάδοχος
ανάδοχο	noun	αιτιατική ενικού του ανάδοχος
ανάδοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάδοχος
ανάδοχος	noun	η επίσημη ονομασία του νονού	adj	που αναλαμβάνει έργο
ανάδοχου	=	ανάδοχος
ανάδοχους	=	ανάδοχος
ανάδοχων	=	ανάδοχος
ανάδραση	noun	ανατροφοδοσία, ανατροφοδότηση, η διαδικασία με την οποία ένα κύκλωμα ενέργειας ελέγχει τον εαυτό του με ένα σήμα που ξαναγυρίζει στο κέντρο ελέγχου της συσκευής όταν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις (π.χ. ο θερμοστάτης στο κλιματιστικό μηχάνημα, που ρυθμίζει να διακοπεί η λειτουργία όταν η θερμοκρασία του εσωτερικού περιβάλλοντος φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο)
ανάδρασης	noun	γενική ενικού του ανάδραση
ανάδρομα	=	ανάδρομος
ανάδρομε	=	ανάδρομος
ανάδρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ανάδρομος
ανάδρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάδρομος
ανάδρομης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ανάδρομος
ανάδρομο	=	ανάδρομος
ανάδρομοι	=	ανάδρομος
ανάδρομος	noun	σχοινί μεταξύ ιστίων, ή μεταξύ ιστίου και καταστρώματος ή προβόλου, τεντωμένο λοξά	adj	που κινείται προς τα πάνω, που κινείται αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά
ανάδρομου	=	ανάδρομος
ανάδρομους	=	ανάδρομος
ανάδρομων	adj	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ανάδρομος
ανάδυση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναδύομαι, η άνοδος στην επιφάνεια (από το βυθό)
ανάδυσης	noun	γενική ενικού του ανάδυση
ανάδωσε	=	αναδίνω
ανάερα	adv	ελαφρά, κομψά, απαλά, αιθέρια, λεπτά, με τρόπο αέρινο
ανάερε	adj	κλητική ενικού του ανάερος
ανάερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάερη
ανάερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάερος
ανάερης	adj	γενική ενικού του ανάερη
ανάερο	adj	αιτιατική ενικού του ανάερος
ανάεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάερος
ανάερος	adj	αέρινος, σαν να μην είναι πλασμένος από ύλη, αιθέριος, λεπτός
ανάερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάερος
ανάερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάερος
ανάερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάερος
ανάθαλε	=	αναθάλλω
ανάθαλλε	=	αναθάλλω
ανάθεμα	noun	η κατάρα
ανάθεση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναθέτω, το να εμπιστεύεται κάποιος σε κάποιον άλλον τη διεκπεραίωση μιας συγκεκριμένης αποστολής ή εργασίας
ανάθεσης	noun	γενική ενικού του ανάθεση
ανάθημα	noun	αφιέρωμα κάποιου αντικειμένου σε θεό
ανάθρεμμα	noun	η ανατροφή
ανάθρεφα	=	αναθρέφω
ανάθρεφαν	=	αναθρέφω
ανάθρεφε	=	αναθρέφω
ανάθρεφες	=	αναθρέφω
ανάθρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
ανάθρεψαν	=	ανατρέφω
ανάθρεψε	=	ανατρέφω
ανάθρεψες	=	ανατρέφω
ανάκαμπτε	=	ανακάμπτω
ανάκαμψε	=	ανακάμπτω
ανάκαμψη	noun	η κάμψη, η στροφή ή η αναστροφή προς τα πάνω ή προς τα πίσω
ανάκαμψης	noun	γενική ενικού του ανάκαμψη
ανάκαρα	noun	δύναμη, σωματική και ψυχική αντοχή, κουράγιο
ανάκαρας	noun	γενική ενικού του ανάκαρα
ανάκαρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκαρα
ανάκαρο	noun	η ανάκαρα
ανάκαρου	=	ανάκαρο
ανάκατα	adv	ανακατωμένα, χωρίς σειρά, μπερδεμένα
ανάκατε	=	ανάκατος
ανάκατες	=	ανάκατος
ανάκατη	=	ανάκατος
ανάκατης	=	ανάκατος
ανάκατο	=	ανάκατος
ανάκατοι	=	ανάκατος
ανάκατος	adj	που είναι άνω κάτω, χωρίς σειρά, σε κατάσταση αταξίας
ανάκατου	=	ανάκατος
ανάκατους	=	ανάκατος
ανάκατων	=	ανάκατος
ανάκλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανάκλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανάκλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανάκλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανάκλαση	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο ένα μέτωπο κύματος (φωτός, ήχου, νερού, ηλεκτρομαγνητικό) αλλάζει διεύθυνση διάδοσης (και γυρίζει στο ίδιο μέσο από όπου είχε εκπεμφθεί) όταν προσπίπτει σε επιφάνεια που το διαχωρίζει από άλλο μέσο διάδοσης
ανάκλασης	noun	γενική ενικού του ανάκλαση
ανάκληση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλώ, καλώ κάποιον (ή μια απόφαση) πίσω, συνήθως για κάτι επίσημο
ανάκλησης	noun	γενική ενικού του ανάκληση
ανάκλιντρα	=	ανάκλιντρο
ανάκλιντρο	noun	μακρύ κάθισμα στο οποίο μπορεί κάποιος και να ξαπλώσει, επειδή διαθέτει στο ένα άκρο μια χαμηλή ράχη σαν μπράτσο πολυθρόνας -γνωστό ως έπιπλο κυρίως επειδή το χρησιμοποιούσαν στα αρχαία συμπόσια για να κάθονται αλλά και να ξαπλώνουν όταν κουράζονταν καθιστοί καθώς περνούσε η ώρα
ανάκλιντρου	=	ανάκλιντρο
ανάκλιντρων	=	ανάκλιντρο
ανάκλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακλίνω
ανάκλισης	noun	γενική ενικού του ανάκλιση
ανάκοπτε	=	ανακόπτω
ανάκουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκουστο
ανάκουστε	adj	κλητική ενικού του ανάκουστος
ανάκουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκουστη
ανάκουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάκουστος
ανάκουστης	adj	γενική ενικού του ανάκουστη
ανάκουστο	adj	αιτιατική ενικού του ανάκουστος
ανάκουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάκουστος
ανάκουστος	adj	που δεν ακούει
ανάκουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάκουστος
ανάκουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάκουστος
ανάκουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάκουστος
ανάκοψε	=	ανακόπτω
ανάκρινα	=	ανακρίνω
ανάκριναν	=	ανακρίνω
ανάκρινε	=	ανακρίνω
ανάκρινες	=	ανακρίνω
ανάκριση	noun	η εξέταση κάποιου από τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές, συνήθως σε κάποιο προκαταρκτικό στάδιο
ανάκρισης	noun	γενική ενικού του ανάκριση
ανάκρουε	=	ανακρούω
ανάκρουσε	=	ανακρούω
ανάκρουση	noun	η εκτέλεση εμβατηρίου ή άλλου ανάλογου μουσικού κομματιού
ανάκρουσης	noun	γενική ενικού του ανάκρουση
ανάκρουσμα	noun	η ανάκρουση
ανάκτα	=	ανακτώ
ανάκταγε	=	ανακτώ
ανάκτησα	=	ανακτώ
ανάκτησαν	=	ανακτώ
ανάκτησε	=	ανακτώ
ανάκτησες	=	ανακτώ
ανάκτηση	noun	η απόκτηση πράγματος που είχε χαθεί.
ανάκτησης	noun	γενική ενικού του ανάκτηση
ανάκτιζα	=	ανακτίζω
ανάκτιζαν	=	ανακτίζω
ανάκτιζε	=	ανακτίζω
ανάκτιζες	=	ανακτίζω
ανάκτισα	=	ανακτίζω
ανάκτισαν	=	ανακτίζω
ανάκτισε	=	ανακτίζω
ανάκτισες	=	ανακτίζω
ανάκτορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκτορο
ανάκτορο	noun	παλάτι, κατοικία βασιλιάδων
ανάκτορου	=	ανάκτορο
ανάκτων	=	άναξ
ανάκυπτε	=	ανακύπτω
ανάκυψε	=	ανακύπτω
ανάκυψη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού ανακύπτω
ανάκυψης	noun	γενική ενικού του ανάκυψη
ανάλαβα	=	αναλαμβάνω
ανάλαδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάλαδος	adv	χωρίς λάδι
ανάλαδε	adj	κλητική ενικού του ανάλαδος
ανάλαδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλαδη
ανάλαδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλαδος
ανάλαδης	adj	γενική ενικού του ανάλαδη
ανάλαδο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλαδος
ανάλαδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλαδος
ανάλαδος	adj	που δεν περιέχει λάδι
ανάλαδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλαδος
ανάλαδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλαδος
ανάλαδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλαδος
ανάλατα	adv	άνοστα, με τρόπο που δεν προκαλεί το ενδιαφέρον (σπανια χρήση)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλατο
ανάλατε	adj	κλητική ενικού του ανάλατος
ανάλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλατη
ανάλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλατος
ανάλατης	adj	γενική ενικού του ανάλατη
ανάλατο	noun	το εσωτερικό λίπος του χοίρου που διατηρείται χωρίς αλάτι και χρησιμοποιείται για εντριβές και επαλείψεις	adj	αιτιατική ενικού του ανάλατος
ανάλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλατος
ανάλατος	adj	που δεν έχει καθόλου αλάτι
ανάλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλατος
ανάλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλατος
ανάλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλατος
ανάλαφρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλαφρο	adv	με τρόπο ανάλαφρο, απαλά, αέρινα, όχι βαριά, ούτε συρτά
ανάλαφρε	adj	κλητική ενικού του ανάλαφρος
ανάλαφρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλαφρη
ανάλαφρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλαφρος
ανάλαφρης	adj	γενική ενικού του ανάλαφρη
ανάλαφρο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλαφρος
ανάλαφροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλαφρος
ανάλαφρος	adj	ελαφρύς
ανάλαφρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλαφρος
ανάλαφρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλαφρος
ανάλαφρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλαφρος
ανάλγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλγητο	adv	με ανάλγητο τρόπο, χωρίς την έγνοια για το άλγος, τον ψυχικό πόνο που προκαλεί σε άλλους, άπονα, σκληρά, δίχως ευαισθησία, ανελέητα, δίχως οίκτο, άκαρδα
ανάλγητε	adj	κλητική ενικού του ανάλγητος
ανάλγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλγητη
ανάλγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλγητος
ανάλγητης	adj	γενική ενικού του ανάλγητη
ανάλγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλγητος
ανάλγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλγητος
ανάλγητος	adj	αυτός που δεν συμπονά, δεν δείχνει οίκτο, ο σκληρός, ο ανελέητος
ανάλγητου	adj	γενική ενικού του ανάλγητος
ανάλγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλγητος
ανάλγητων	adj	γενική πληθυντικού του ανάλγητος
ανάλεκτα	noun	συλλογή από άρθρα, μελέτες ενός ή περισσότερων συγγραφέων σε έναν τόμο
ανάλεκτων	=	ανάλεκτα
ανάλεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλεστο
ανάλεστε	adj	κλητική ενικού του ανάλεστος
ανάλεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλεστη
ανάλεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλεστος
ανάλεστης	adj	γενική ενικού του ανάλεστη
ανάλεστο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλεστος
ανάλεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλεστος
ανάλεστος	adj	που δεν έχει αλεστεί, δεν είναι αλεσμένος
ανάλεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλεστος
ανάλεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλεστος
ανάλεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλεστος
ανάλημμα	noun	στερεός τοίχος ή κατασκευή που συγκρατεί γαιώδη μάζα σε πρανή ή θεμελιώσεις, αποτρέποντας κατολισθήσεις ή καθιζήσεις
ανάληψη	noun	η απόσυρση κάποιου χρηματικού ποσού από κατάθεση σε λογαριασμό
ανάληψης	noun	γενική ενικού του ανάληψη
ανάλισκα	=	αναλίσκω
ανάλισκαν	=	αναλίσκω
ανάλισκε	=	αναλίσκω
ανάλισκες	=	αναλίσκω
ανάλλαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάλλαγος	adv	χωρίς αλλαγή, χωρίς να έχει αλλάξει
ανάλλαγε	adj	κλητική ενικού του ανάλλαγος
ανάλλαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλλαγη
ανάλλαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλλαγος
ανάλλαγης	adj	γενική ενικού του ανάλλαγη
ανάλλαγο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλλαγος
ανάλλαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλλαγος
ανάλλαγος	adj	που δεν έχει μεταβληθεί
ανάλλαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλλαγος
ανάλλαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλλαγος
ανάλλαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλλαγος
ανάλλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλλακτο
ανάλλακτε	adj	κλητική ενικού του ανάλλακτος
ανάλλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλλακτη
ανάλλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλλακτος
ανάλλακτης	adj	γενική ενικού του ανάλλακτη
ανάλλακτο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλλακτος
ανάλλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλλακτος
ανάλλακτος	adj	άλλη μορφή του ανάλλαγος
ανάλλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλλακτος
ανάλλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλλακτος
ανάλλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλλακτος
ανάλλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάλλαχτος	adv	άλλη μορφή του ανάλλαγα
ανάλλαχτε	adj	κλητική ενικού του ανάλλαχτος
ανάλλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλλαχτη
ανάλλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλλαχτος
ανάλλαχτης	adj	γενική ενικού του ανάλλαχτη
ανάλλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλλαχτος
ανάλλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλλαχτος
ανάλλαχτος	adj	άλλη μορφή του ανάλλαγος
ανάλλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλλαχτος
ανάλλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλλαχτος
ανάλλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλλαχτος
ανάλογα	adv	σε συμφωνία με κάτι, κατ' αναλογία, λαμβάνοντας έμμεσα και γενικά υπόψη κάποια μεγέθη (όχι απαραιτήτως κυριολεκτικά με ακριβείς αναλογίες και αναλογικά)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλογος
ανάλογε	adj	κλητική ενικού του ανάλογος
ανάλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλογη
ανάλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάλογος
ανάλογης	adj	γενική ενικού του ανάλογη
ανάλογο	adj	αιτιατική ενικού του ανάλογος
ανάλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάλογος
ανάλογος	adj	που αυξάνεται ή μειώνεται κατά όμοιο ή αντίστροφο τρόπο με άλλο μέγεθος
ανάλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάλογος
ανάλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάλογος
ανάλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάλογος
ανάλυα	=	αναλύω
ανάλυε	=	αναλύω
ανάλυμα	noun	λιώσιμο
ανάλυσα	=	αναλύω
ανάλυσαν	=	αναλύω
ανάλυσε	=	αναλύω
ανάλυσες	=	αναλύω
ανάλυση	noun	η μέθοδος μελέτης ενός αντικειμένου ή προβλήματος χρησιμοποιώντας το διαχωρισμό του σε επιμέρους τμήματα
ανάλυσης	noun	γενική ενικού του ανάλυση
ανάλωνα	=	αναλώνω
ανάλωναν	=	αναλώνω
ανάλωνε	=	αναλώνω
ανάλωνες	=	αναλώνω
ανάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω / αναλώνω
ανάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω / αναλώνω
ανάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνω
ανάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω / αναλώνω
ανάλωση	noun	η κατανάλωση προϊόντος
ανάλωσης	noun	γενική ενικού του ανάλωση
ανάμα	noun	άλλη μορφή του νάμα (το κόκκινο κρασί της θείας κοινωνίας)
ανάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμα
ανάματος	noun	γενική ενικού του ανάμα
ανάμεικτα	=	ανάμεικτος
ανάμεικτε	=	ανάμεικτος
ανάμεικτες	=	ανάμεικτος
ανάμεικτη	=	ανάμεικτος
ανάμεικτης	=	ανάμεικτος
ανάμεικτο	=	ανάμεικτος
ανάμεικτοι	=	ανάμεικτος
ανάμεικτος	adj	άλλη γραφή του ανάμικτος
ανάμεικτου	=	ανάμεικτος
ανάμεικτους	=	ανάμεικτος
ανάμεικτων	=	ανάμεικτος
ανάμεινε	=	αναμένω
ανάμειξα	=	αναμειγνύω
ανάμειξαν	=	αναμειγνύω
ανάμειξε	=	αναμειγνύω
ανάμειξες	=	αναμειγνύω
ανάμειξη	noun	το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μείγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό
ανάμειξης	noun	γενική ενικού του ανάμειξη
ανάμειχτα	=	ανάμειχτος
ανάμειχτε	=	ανάμειχτος
ανάμειχτες	=	ανάμειχτος
ανάμειχτη	=	ανάμειχτος
ανάμειχτης	=	ανάμειχτος
ανάμειχτο	=	ανάμειχτος
ανάμειχτοι	=	ανάμειχτος
ανάμειχτος	adj	άλλη γραφή του ανάμικτος
ανάμειχτου	=	ανάμειχτος
ανάμειχτους	=	ανάμειχτος
ανάμειχτων	=	ανάμειχτος
ανάμελα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμελο
ανάμελε	adj	κλητική ενικού του ανάμελος
ανάμελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμελη
ανάμελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάμελος
ανάμελης	adj	γενική ενικού του ανάμελη
ανάμελο	adj	αιτιατική ενικού του ανάμελος
ανάμελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάμελος
ανάμελος	adj	άλλη μορφή του ανέμελος
ανάμελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάμελος
ανάμελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάμελος
ανάμελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάμελος
ανάμενα	=	αναμένω
ανάμενε	=	αναμένω
ανάμενες	=	αναμένω
ανάμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμερο	adv	απόμερα, απομονωμένα, ερημικά, σε τόπο όπου δεν συχνάζει κόσμος
ανάμερε	adj	κλητική ενικού του ανάμερος
ανάμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμερη
ανάμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάμερος
ανάμερης	adj	γενική ενικού του ανάμερη
ανάμερο	adj	αιτιατική ενικού του ανάμερος
ανάμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάμερος
ανάμερος	adj	απόμερος, ξέμακρος απομονωμένος, ερημικός
ανάμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάμερος
ανάμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάμερος
ανάμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάμερος
ανάμεσα	adv	μεταξύ χώρων ή πραγμάτων, στον ενδιάμεσο χώρο
ανάμεσο	adv|vulgar	άλλη μορφή του ανάμεσα
ανάμικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμικτο
ανάμικτε	adj	κλητική ενικού του ανάμικτος
ανάμικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμικτη
ανάμικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάμικτος
ανάμικτης	adj	γενική ενικού του ανάμικτη
ανάμικτο	adj	αιτιατική ενικού του ανάμικτος
ανάμικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάμικτος
ανάμικτος	adj	που δεν αποτελείται από ένα στοιχείο (ουσιών, χρωμάτων, συναισθημάτων, τροφίμων) αλλά από παραπάνω, που είναι ανακατεμένος, όχι απαραιτήτως με δυσάρεστη έννοια όπως συνήθως το ανάκατος
ανάμικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάμικτος
ανάμικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάμικτος
ανάμικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάμικτος
ανάμιξη	noun	το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μίγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό
ανάμιξης	noun	γενική ενικού του ανάμιξη
ανάμιχτα	=	ανάμιχτος
ανάμιχτε	=	ανάμιχτος
ανάμιχτες	=	ανάμιχτος
ανάμιχτη	=	ανάμιχτος
ανάμιχτης	=	ανάμιχτος
ανάμιχτο	=	ανάμιχτος
ανάμιχτοι	=	ανάμιχτος
ανάμιχτος	adj	άλλη γραφή του ανάμικτος
ανάμιχτου	=	ανάμιχτος
ανάμιχτους	=	ανάμιχτος
ανάμιχτων	=	ανάμιχτος
ανάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άναμμα
ανάμματος	noun	γενική ενικού του άναμμα
ανάμνηση	noun	ένα γεγονός από το παρελθόν
ανάμνησης	noun	γενική ενικού του ανάμνηση
ανάμπαιγμα	noun	η κοροϊδία, ο περίγελος
ανάμπαιζα	=	αναμπαίζω
ανάμπαιζαν	=	αναμπαίζω
ανάμπαιζε	=	αναμπαίζω
ανάμπαιζες	=	αναμπαίζω
ανάμπαιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
ανάμπαιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
ανάμπαιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
ανάμπαιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
ανάνηφε	=	ανανήφω
ανάνηψε	=	ανανήφω
ανάνηψη	noun	η ανάκτηση των αισθήσεων μετά από μια χειρουργική επέμβαση στην οποία ο ασθενής υποβλήθηκε σε νάρκωση
ανάνηψης	=	ανάνηψη
ανάνθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάνθιστο
ανάνθιστε	adj	κλητική ενικού του ανάνθιστος
ανάνθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάνθιστη
ανάνθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάνθιστος
ανάνθιστης	adj	γενική ενικού του ανάνθιστη
ανάνθιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανάνθιστος
ανάνθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάνθιστος
ανάνθιστος	adj	που δεν έχει άνθη
ανάνθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάνθιστος
ανάνθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάνθιστος
ανάνθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάνθιστος
ανάντεις	=	ανάντης
ανάντη	noun	τα ανάντη (μέρη)	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ανάντης
ανάντης	adj|archaic	που βρίσκεται προς τα πάνω΄
ανάντους	=	ανάντης
ανάντων	=	ανάντης
ανάξεση	noun	επαναφορά των παλιών πληγών στην επιφάνεια, επιστροφή σε κάτι άσχημο που έχει συμβεί στο παρελθόν
ανάξεσης	=	ανάξεση
ανάξια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάξιο	adv	με ανάξιο τρόπο, ανάρμοστα
ανάξιας	=	ανάξιος
ανάξιε	=	ανάξιος
ανάξιες	=	ανάξιος
ανάξιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανάξιος
ανάξιοι	=	ανάξιος
ανάξιος	adj	που δεν έχει αξία, δεν είναι ικανός σε μια συγκεκριμένη δουλειά, που προδίδει προσδοκίες, που δεν του αξίζει αυτό που έτυχε να έχει, δεν αποδείχτηκε άξιος για αυτό
ανάξιου	=	ανάξιος
ανάξιους	=	ανάξιος
ανάξιων	=	ανάξιος
ανάπαιστε	noun	κλητική ενικού του ανάπαιστος
ανάπαιστο	noun	αιτιατική ενικού του ανάπαιστος
ανάπαιστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάπαιστος
ανάπαιστος	noun	τρισύλλαβος μετρικός πόδας με δύο άτονες + μία τονισμένη συλλαβή (‿‿—)
ανάπαιστου	noun	γενική ενικού του ανάπαιστος
ανάπαιστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανάπαιστος
ανάπαιστων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπαιστος
ανάπαλε	=	αναπάλλω
ανάπαλιν	adv	παλαιότερος τύπος επιρρήματος που σήμαινε αντιστρόφως, αντιθέτως, ανάποδα.
ανάπαλλε	=	αναπάλλω
ανάπαμα	noun	η ανάπαυση
ανάπαυα	=	αναπαύω
ανάπαυαν	=	αναπαύω
ανάπαυε	=	αναπαύω
ανάπαυες	=	αναπαύω
ανάπαυλα	noun	σύντομη ανάσα, μικρή ξεκούραση, ανάπαυση, διακοπή μιας δραστηριότητας για λίγο
ανάπαυλας	noun	γενική ενικού του ανάπαυλα
ανάπαυλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπαυλα
ανάπαυλων	=	ανάπαυλα
ανάπαυσα	=	αναπαύω
ανάπαυσαν	=	αναπαύω
ανάπαυσε	=	αναπαύω
ανάπαυσες	=	αναπαύω
ανάπαυση	noun	η ξεκούραση, ο ύπνος ή το διάλειμμα στις υποχρεώσεις
ανάπαυσης	noun	γενική ενικού του ανάπαυση
ανάπαψα	=	αναπαύω
ανάπαψαν	=	αναπαύω
ανάπαψε	=	αναπαύω
ανάπαψες	=	ανάπαψη
ανάπαψη	noun	άλλη μορφή του ανάπαυση
ανάπαψης	=	ανάπαψη
ανάπεμπε	=	αναπέμπω
ανάπεμψα	=	αναπέμπω
ανάπεμψε	=	αναπέμπω
ανάπεμψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναπέμπω, το να στέλνεις κάτι ψηλά στον ουρανό
ανάπεμψης	noun	γενική ενικού του ανάπεμψη
ανάπηρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάπηρος
ανάπηρε	adj	κλητική ενικού του ανάπηρος
ανάπηρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπηρη
ανάπηρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάπηρος
ανάπηρης	adj	γενική ενικού του ανάπηρη
ανάπηρο	adj	αιτιατική ενικού του ανάπηρος
ανάπηροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάπηρος
ανάπηρος	adj	που έχει κάποια σωματική, πνευματική ή ψυχική αναπηρία, και είναι πιο δύσκολο να κάνει δραστηριότητες που οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν	noun	που είναι ανάπηρος
ανάπηρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάπηρος
ανάπηρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάπηρος
ανάπηρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάπηρος
ανάπιανα	=	αναπιάνω
ανάπιαναν	=	αναπιάνω
ανάπιανε	=	αναπιάνω
ανάπιανες	=	αναπιάνω
ανάπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
ανάπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
ανάπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
ανάπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
ανάπλα	noun	κουβέρτα
ανάπλασα	=	αναπλάθω
ανάπλαση	noun	η ανανέωση, η μεγάλη αλλαγή, σαν να πλάθεις κάτι από την αρχή, αναδημιουργία, αναμόρφωση
ανάπλασης	noun	γενική ενικού του ανάπλαση
ανάπλαστα	=	ανάπλαστος
ανάπλαστε	=	ανάπλαστος
ανάπλαστες	=	ανάπλαστος
ανάπλαστη	=	ανάπλαστος
ανάπλαστης	=	ανάπλαστος
ανάπλαστο	=	ανάπλαστος
ανάπλαστοι	=	ανάπλαστος
ανάπλαστος	adj|formal	ο εύπλαστος
ανάπλαστου	=	ανάπλαστος
ανάπλαστους	=	ανάπλαστος
ανάπλαστων	=	ανάπλαστος
ανάπλατος	adj|rare	στενός, που δεν έχει πλάτος
ανάπλεε	=	αναπλέω
ανάπλεκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπλεκο
ανάπλεκε	adj	κλητική ενικού του ανάπλεκος
ανάπλεκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπλεκη
ανάπλεκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάπλεκος
ανάπλεκης	adj	γενική ενικού του ανάπλεκη
ανάπλεκο	adj	αιτιατική ενικού του ανάπλεκος
ανάπλεκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάπλεκος
ανάπλεκος	adj	που δεν είναι πλεγμένος
ανάπλεκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάπλεκος
ανάπλεκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάπλεκος
ανάπλεκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάπλεκος
ανάπλευσε	=	αναπλέω
ανάπλευση	noun	πλεύση ενάντια στο ρεύμα (θάλασσας, ποταμού, αέρα)
ανάπλευσης	=	ανάπλευση
ανάπλοι	=	ανάπλους
ανάπλου	=	ανάπλους
ανάπλους	noun|formal	ανάπλευση
ανάπλων	=	ανάπλους
ανάπλωρα	adv	από την πλώρη ή αντίθετα προς την πλώρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάπλωρος
ανάπλωρε	adj	κλητική ενικού του ανάπλωρος
ανάπλωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπλωρη
ανάπλωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάπλωρος
ανάπλωρης	adj	γενική ενικού του ανάπλωρη
ανάπλωρο	adj	αιτιατική ενικού του ανάπλωρος
ανάπλωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάπλωρος
ανάπλωρος	adj	που πλέει με την πλώρη αντίθετα στο ρεύμα (ή τον άνεμο)
ανάπλωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάπλωρος
ανάπλωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάπλωρος
ανάπλωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάπλωρος
ανάπνεα	=	αναπνέω
ανάπνεαν	=	αναπνέω
ανάπνεε	=	αναπνέω
ανάπνεες	=	αναπνέω
ανάπνευσα	=	αναπνέω
ανάπνευσαν	=	αναπνέω
ανάπνευσε	=	αναπνέω
ανάπνευσες	=	αναπνέω
ανάποδα	adv	με κατεύθυνση κίνησης προς τα πίσω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (ανάποδο) του ανάποδος
ανάποδε	adj	κλητική ενικού του ανάποδος
ανάποδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάποδη
ανάποδη	noun	πλευρά ή όψη ενός αντικειμένου ή μίας κατάστασης που είναι αντίθετα ή ανάποδα από αυτήν που θεωρείται κανονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάποδος
ανάποδης	adj	γενική ενικού του ανάποδη
ανάποδο	adj	αιτιατική ενικού του ανάποδος
ανάποδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάποδος
ανάποδος	adj	που είναι ή κινείται σε αντίθετη φορά ή κατεύθυνση από ό,τι πρέπει ή συνηθίζεται
ανάποδου	adj	γενική ενικού του ανάποδος
ανάποδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάποδος
ανάποδων	adj	γενική πληθυντικού του ανάποδος
ανάπρυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπρυμο
ανάπρυμε	adj	κλητική ενικού του ανάπρυμος
ανάπρυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπρυμη
ανάπρυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάπρυμος
ανάπρυμης	adj	γενική ενικού του ανάπρυμη
ανάπρυμο	adj	αιτιατική ενικού του ανάπρυμος
ανάπρυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάπρυμος
ανάπρυμος	adj	που έχει γυρισμένη την πρύμνη στον αντίθετο άνεμο ή το αντίθετο ρεύμα
ανάπρυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάπρυμος
ανάπρυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάπρυμος
ανάπρυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάπρυμος
ανάπρωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπρωρο
ανάπρωρε	adj	κλητική ενικού του ανάπρωρος
ανάπρωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπρωρη
ανάπρωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάπρωρος
ανάπρωρης	adj	γενική ενικού του ανάπρωρη
ανάπρωρο	adj	αιτιατική ενικού του ανάπρωρος
ανάπρωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάπρωρος
ανάπρωρος	adj	άλλη μορφή του ανάπλωρος
ανάπρωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάπρωρος
ανάπρωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάπρωρος
ανάπρωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάπρωρος
ανάπτησα	=	ανάπτω
ανάπτομαι	=	ανάπτω
ανάπτυγμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναπτύσσω
ανάπτυξα	=	αναπτύσσω
ανάπτυξαν	=	αναπτύσσω
ανάπτυξε	=	αναπτύσσω
ανάπτυξες	=	αναπτύσσω
ανάπτυξη	noun	πρόοδος
ανάπτυξης	noun	γενική ενικού του ανάπτυξη
ανάπτυσσε	=	αναπτύσσω
ανάπτω	verb	λόγια γραφή και προφορά του ανάβω
ανάραχα	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάραχο
ανάραχο	noun	Κύθηρα: φάντασμα (πληθυντικός: ανάραχα, τα φαντάσματα)
ανάρια	adv	αραιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάριος
ανάριας	=	ανάριος
ανάριε	=	ανάριος
ανάριες	=	ανάριος
ανάριεψα	=	αναριεύω
ανάριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάριθμο
ανάριθμε	adj	κλητική ενικού του ανάριθμος
ανάριθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάριθμη
ανάριθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάριθμος
ανάριθμης	adj	γενική ενικού του ανάριθμη
ανάριθμο	adj	αιτιατική ενικού του ανάριθμος
ανάριθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάριθμος
ανάριθμος	adj	που δεν έχει λάβει αριθμό, δεν έχει αριθμηθεί
ανάριθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάριθμος
ανάριθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάριθμος
ανάριθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάριθμος
ανάριξα	=	αναρίχνω
ανάριξαν	=	αναρίχνω
ανάριξε	=	αναρίχνω
ανάριξες	=	αναρίχνω
ανάριο	=	ανάριος
ανάριοι	=	ανάριος
ανάριος	adj|literary	αραιός
ανάριου	=	ανάριος
ανάριους	=	ανάριος
ανάριχνα	=	αναρίχνω
ανάριχναν	=	αναρίχνω
ανάριχνε	=	αναρίχνω
ανάριχνες	=	αναρίχνω
ανάριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάριχτος	adv	άλλη μορφή του αναριχτά
ανάριχτε	adj	κλητική ενικού του ανάριχτος
ανάριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάριχτη
ανάριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάριχτος
ανάριχτης	adj	γενική ενικού του ανάριχτη
ανάριχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανάριχτος
ανάριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάριχτος
ανάριχτος	adj	άλλη μορφή του αναριχτός
ανάριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάριχτος
ανάριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάριχτος
ανάριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάριχτος
ανάριων	=	ανάριος
ανάρμεγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρμεγο
ανάρμεγε	adj	κλητική ενικού του ανάρμεγος
ανάρμεγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρμεγη
ανάρμεγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάρμεγος
ανάρμεγης	adj	γενική ενικού του ανάρμεγη
ανάρμεγο	adj	αιτιατική ενικού του ανάρμεγος
ανάρμεγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάρμεγος
ανάρμεγος	adj	που δεν τον έχουν (ή δεν μπορεί να) τον αρμέξουν
ανάρμεγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάρμεγος
ανάρμεγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάρμεγος
ανάρμεγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάρμεγος
ανάρμεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρμεχτο
ανάρμεχτε	adj	κλητική ενικού του ανάρμεχτος
ανάρμεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρμεχτη
ανάρμεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάρμεχτος
ανάρμεχτης	adj	γενική ενικού του ανάρμεχτη
ανάρμεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανάρμεχτος
ανάρμεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάρμεχτος
ανάρμεχτος	adj	άλλη μορφή του ανάρμεγος
ανάρμεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάρμεχτος
ανάρμεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάρμεχτος
ανάρμεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάρμεχτος
ανάρμοστα	adj	αιτιατική ενικού του ανάρμοστος	adv	με τρόπο που δεν αρμόζει στην περίσταση ή και γενικότερα που φανερώνει αγένεια, έλλειψη σεβασμού
ανάρμοστε	adj	κλητική ενικού του ανάρμοστος
ανάρμοστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρμοστη
ανάρμοστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάρμοστος
ανάρμοστης	adj	γενική ενικού του ανάρμοστη
ανάρμοστο	adj	αιτιατική ενικού του ανάρμοστος
ανάρμοστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάρμοστος
ανάρμοστος	adj	που δεν αρμόζει, με αρνητική χροιά, όχι απλώς αταίριαστος ή ακατάλληλος, αλλά επιπλέον και υποτιμητικός, προσβλητικός, που υποδηλώνει ασέβεια, αγένεια, αδιαφορία (για φράσεις, συμπεριφορά, ντύσιμο που είναι χαμηλότερου επιπέδου από το αναμενόμενο), για συμπεριφορές κατώτερες των περιστάσεων που προσβάλλουν κυρίως τους άλλους
ανάρμοστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάρμοστος
ανάρμοστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάρμοστος
ανάρμοστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάρμοστος
ανάρπαξα	=	αναρπάζω
ανάρπασα	=	αναρπάζω
ανάρπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρπαστο
ανάρπαστε	=	ανάρπαστος
ανάρπαστες	=	ανάρπαστος
ανάρπαστη	=	ανάρπαστος
ανάρπαστης	=	ανάρπαστος
ανάρπαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανάρπαστος
ανάρπαστοι	=	ανάρπαστος
ανάρπαστος	adj	που έχει μεγάλη αξία στα μάτια των αγοραστών με αποτέλεσμα να πουλιέται αμέσως
ανάρπαστου	=	ανάρπαστος
ανάρπαστους	=	ανάρπαστος
ανάρπαστων	=	ανάρπαστος
ανάρρηση	noun|formal	η επίσημη ανάληψη καθηκόντων σε κάποια ιδιαίτερα υψηλή θέση
ανάρρησης	noun	γενική ενικού του ανάρρηση
ανάρριξα	=	αναρρίχνω
ανάρριξαν	=	αναρρίχνω
ανάρριξε	=	αναρρίχνω
ανάρριξες	=	αναρρίχνω
ανάρριχνα	=	αναρρίχνω
ανάρριχναν	=	αναρρίχνω
ανάρριχνε	=	αναρρίχνω
ανάρριχνες	=	αναρρίχνω
ανάρριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάρριχτος	adv	άλλη μορφή του αναριχτά
ανάρριχτε	adj	κλητική ενικού του ανάρριχτος
ανάρριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρριχτη
ανάρριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάρριχτος
ανάρριχτης	adj	γενική ενικού του ανάρριχτη
ανάρριχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανάρριχτος
ανάρριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάρριχτος
ανάρριχτος	adj	άλλη μορφή του αναριχτός
ανάρριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάρριχτος
ανάρριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάρριχτος
ανάρριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάρριχτος
ανάρροι	=	ανάρρους
ανάρροπα	=	ανάρροπος
ανάρροπε	=	ανάρροπος
ανάρροπες	=	ανάρροπος
ανάρροπη	=	ανάρροπος
ανάρροπης	=	ανάρροπος
ανάρροπο	=	ανάρροπος
ανάρροποι	=	ανάρροπος
ανάρροπος	adj|formal	που στρέφεται ή κατευθύνεται προς τα επάνω, είτε κυριολεκτικά (όπως η κλίση ενός μέλους του σώματος) είτε μεταφορικά (ως απόσυρση ή υπαναχώρηση από μια θέση ή κατάσταση)
ανάρροπου	=	ανάρροπος
ανάρροπους	=	ανάρροπος
ανάρροπων	=	ανάρροπος
ανάρρου	=	ανάρρους
ανάρρους	noun|formal	η ροή του νερού προς τα πίσω ή προς τα πάνω
ανάρρων	=	ανάρρους
ανάρρωνα	=	αναρρώνω
ανάρρωναν	=	αναρρώνω
ανάρρωνε	=	αναρρώνω
ανάρρωνες	=	αναρρώνω
ανάρρωσα	=	αναρρώνω
ανάρρωσαν	=	αναρρώνω
ανάρρωσε	=	αναρρώνω
ανάρρωσες	=	αναρρώνω
ανάρρωση	noun	η βελτίωση της κατάστασης της υγείας ενός ασθενούς και η φάση κατά την οποία αρχίζει πλέον να ανακτά τις δυνάμεις του
ανάρρωσης	noun	γενική ενικού του ανάρρωση
ανάρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
ανάρτησαv	=	αναρτώ
ανάρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
ανάρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
ανάρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
ανάρτηση	noun	το να αναρτά κάποιος κάτι
ανάρτησης	noun	γενική ενικού του ανάρτηση
ανάρχας	noun	αναρχικός
ανάσα	noun	η αναπνοή
ανάσαινα	=	ανασαίνω
ανάσαιναν	=	ανασαίνω
ανάσαινε	=	ανασαίνω
ανάσαινες	=	ανασαίνω
ανάσανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανάσαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανάσανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανάσανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανάσας	noun	γενική ενικού του ανάσα
ανάσαση	noun	ανακούφιση, έμπρακτη ή συναισθηματική παροχή στήριξης
ανάσασης	=	ανάσαση
ανάσβερκα	adv|dated	από τον σβέρκο
ανάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσα
ανάσκαβα	=	ανασκάβω
ανάσκαβε	=	ανασκάβω
ανάσκαπτε	=	ανασκάπτω
ανάσκαφτα	=	ανασκάφτω
ανάσκαφτε	=	ανασκάφτω
ανάσκαψα	=	ανασκάβω
ανάσκαψε	=	ανασκάπτω
ανάσκαψη	noun|rare	άλλη μορφή του ανασκαφή
ανάσκελα	adv	για άνθρωπο που είναι ξαπλωμένος σε μια επιφάνεια, με την πίσω πλευρά του σώματος να εφάπτεται σε αυτήν, σε ύπτια θέση
ανάσκελε	adj	κλητική ενικού του ανάσκελος
ανάσκελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσκελη
ανάσκελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάσκελος
ανάσκελης	adj	γενική ενικού του ανάσκελη
ανάσκελο	adj	αιτιατική ενικού του ανάσκελος
ανάσκελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάσκελος
ανάσκελος	adj	που βρίσκεται σε ύπτια θέση
ανάσκελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάσκελος
ανάσκελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάσκελος
ανάσκελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάσκελος
ανάσκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσκητο
ανάσκητε	adj	κλητική ενικού του ανάσκητος
ανάσκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσκητη
ανάσκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάσκητος
ανάσκητης	adj	γενική ενικού του ανάσκητη
ανάσκητο	adj	αιτιατική ενικού του ανάσκητος
ανάσκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάσκητος
ανάσκητος	adj	που δεν έχει ασκηθεί, δεν είναι ασκημένο
ανάσκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάσκητος
ανάσκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάσκητος
ανάσκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάσκητος
ανάσπαση	noun	γενικά η ενέργεια του ανασπώ
ανάσπασης	=	ανάσπαση
ανάσσω	verb|dated	βασιλεύω
ανάστα	adv	λέξη που μπήκε και παρέμεινε στο λεξιλόγιο από την λειτουργία της πρώτης Αναστάσεως (ἀνάστα ὁ Θεός κρίνων τήν γῆν) και που επιβιώνει σε φράσεις όπως ανάστα ο Κύριος και ανάστα ο κόσμος και ανάστα ο Θεός για να δηλώσει κατάσταση με μεγάλη αναστάτωση και ταραχή
ανάσταινα	=	ανασταίνω
ανάσταιναν	=	ανασταίνω
ανάσταινε	=	ανασταίνω
ανάσταινες	=	ανασταίνω
ανάσταλμα	noun|formal	κορμοστασιά, ανάστημα, παράστημα, εξωτερική εμφάνιση
ανάσταση	noun	η επαναφορά στη ζωή ενός νεκρού· για ειδικότερες θρησκευτικές σημασίες
ανάστασης	noun	γενική ενικού του ανάσταση
ανάστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάστατο
ανάστατε	adj	κλητική ενικού του ανάστατος
ανάστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάστατη
ανάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάστατος
ανάστατης	adj	γενική ενικού του ανάστατη
ανάστατο	adj	αιτιατική ενικού του ανάστατος
ανάστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάστατος
ανάστατος	adj	αναστατωμένος, άνω-κάτω (αντικείμενα, συναισθήματα, χώρος, άνθρωποι)
ανάστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάστατος
ανάστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάστατος
ανάστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάστατος
ανάστειλε	=	αναστέλλω
ανάστελλε	=	αναστέλλω
ανάστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάστερο
ανάστερε	adj	κλητική ενικού του ανάστερος
ανάστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάστερη
ανάστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάστερος
ανάστερης	adj	γενική ενικού του ανάστερη
ανάστερο	adj	αιτιατική ενικού του ανάστερος
ανάστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάστερος
ανάστερος	adj	άλλη μορφή του άναστρος, χωρίς αστέρια
ανάστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάστερος
ανάστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάστερος
ανάστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάστερος
ανάστημα	noun	το ύψος κάποιου όταν στέκεται όρθιος και ευθυτενής
ανάστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανάστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανάστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανάστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανάστρεφε	=	αναστρέφω
ανάστρεψε	=	αναστρέφω
ανάστροφα	adv	με ανάστροφη κίνηση, αντίθετα στην κανονική
ανάστροφε	adj	κλητική ενικού του ανάστροφος
ανάστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάστροφη
ανάστροφη	noun	άλλη μορφή του ξανάστροφη	adj	θηλυκό του ανάστροφος
ανάστροφης	adj	γενική ενικού του ανάστροφη
ανάστροφο	adj	αιτιατική ενικού του ανάστροφος
ανάστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάστροφος
ανάστροφος	adj	ανάποδη, αντίθετη, αντίστροφη
ανάστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάστροφος
ανάστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάστροφος
ανάστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάστροφος
ανάσυρση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασύρω
ανάσυρσης	noun	γενική ενικού του ανάσυρση
ανάσχεση	noun	η παρεμπόδιση της εξέλιξης ενός δυσάρεστου γεγονότος ή φαινομένου, η συγκράτηση και η επιτυχής αντιμετώπιση ενός κινδύνου
ανάσχεσης	noun	γενική ενικού του ανάσχεση
ανάσχομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανάσχω
ανάσχω	verb|rare	σταματώ (την εξέλιξη), εμποδίζω
ανάταξη	noun	η τοποθέτηση ξανά στην αρχική θέση
ανάταξης	=	ανάταξη
ανάταση	noun	το τέντωμα των χεριών προς τα πάνω σαν γυμναστική άσκηση
ανάτασης	noun	γενική ενικού του ανάταση
ανάτειλα	=	ανατέλλω
ανάτειλαν	=	ανατέλλω
ανάτειλε	=	ανατέλλω
ανάτειλες	=	ανατέλλω
ανάτειλλα	=	ανατέλλω
ανάτειλλαν	=	ανατέλλω
ανάτειλλε	=	ανατέλλω
ανάτειλλες	=	ανατέλλω
ανάτεινα	=	ανατείνω
ανάτειναν	=	ανατείνω
ανάτεινε	=	ανατείνω
ανάτεινες	=	ανατείνω
ανάτελλε	=	ανατέλλω
ανάτρεξα	=	ανατρέχω
ανάτρεξε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του ανατρέχω
ανάτρεπε	=	ανατρέπω
ανάτρεψε	=	ανατρέπω
ανάτρηση	noun	ο τρυπανισμός
ανάτρησης	=	ανάτρηση
ανάτυπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάτυπο
ανάτυπο	noun	απόσπασμα εντύπου που εκδίδεται ως ιδιαίτερο τεύχος
ανάτυπου	=	ανάτυπο
ανάφαση	noun	το τρίτο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση.
ανάφασης	noun	γενική ενικού του ανάφαση
ανάφεγγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάφεγγο
ανάφεγγε	adj	κλητική ενικού του ανάφεγγος
ανάφεγγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάφεγγη
ανάφεγγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανάφεγγος
ανάφεγγης	adj	γενική ενικού του ανάφεγγη
ανάφεγγο	adj	αιτιατική ενικού του ανάφεγγος
ανάφεγγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανάφεγγος
ανάφεγγος	adj	ποιητικός τύπος που φέγγει
ανάφεγγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανάφεγγος
ανάφεγγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανάφεγγος
ανάφεγγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανάφεγγος
ανάφερα	=	αναφέρω
ανάφεραν	=	αναφέρω
ανάφερε	=	αναφέρω
ανάφερες	=	αναφέρω
ανάφλεγε	=	αναφλέγω
ανάφλεξα	=	αναφλέγω
ανάφλεξε	=	αναφλέγω
ανάφλεξη	noun	η αιφνίδια μετάδοση φλόγας
ανάφλεξης	noun	γενική ενικού του ανάφλεξη
ανάφτε	=	ανάβω
ανάφτηκα	=	ανάβω
ανάφτηκαν	=	ανάβω
ανάφτηκε	=	ανάβω
ανάφτηκες	=	ανάβω
ανάφτω	verb|vulgar	και ποιητικό το ανάβω
ανάχρεια	=	ανάχρειο
ανάχρειο	noun	αναγκαίο
ανάχρειου	=	ανάχρειο
ανάχρειων	=	ανάχρειο
ανάχωμα	noun	η κατά μήκος φυσικού ή τεχνητού ανοίγματος συσσώρευση χωμάτων από εκσκαφή
ανάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψαν	=	ανάβω
ανάψανε	=	ανάβω
ανάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψομε	=	ανάβω
ανάψου	=	ανάβω
ανάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψουνε	=	ανάβω
ανάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάβω
ανέβα	noun	το ανέβασμα
ανέβαζα	=	ανεβάζω
ανέβαζαν	=	ανεβάζω
ανέβαζε	=	ανεβάζω
ανέβαζες	=	ανεβάζω
ανέβαινα	=	ανεβαίνω
ανέβαιναν	=	ανεβαίνω
ανέβαινε	=	ανεβαίνω
ανέβαινες	=	ανεβαίνω
ανέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
ανέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
ανέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
ανέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
ανέβαλλα	=	αναβάλλω
ανέβαλλαν	=	αναβάλλω
ανέβαλλε	=	αναβάλλω
ανέβαλλες	=	αναβάλλω
ανέβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανέβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανέβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανέβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανέβασμα	noun	η ενέργεια του ανεβαίνω
ανέβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβλεπα	=	αναβλέπω
ανέβλεπαν	=	αναβλέπω
ανέβλεπε	=	αναβλέπω
ανέβλεπες	=	αναβλέπω
ανέβλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
ανέβλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
ανέβλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
ανέβλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
ανέβλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
ανέβλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
ανέβλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
ανέβλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
ανέβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέβουνε	=	ανεβαίνω
ανέβραζα	=	αναβράζω
ανέβραζαν	=	αναβράζω
ανέβραζε	=	αναβράζω
ανέβραζες	=	αναβράζω
ανέβρασα	=	αναβράζω
ανέβρασαν	=	αναβράζω
ανέβρασε	=	αναβράζω
ανέβρασες	=	αναβράζω
ανέβρυσα	=	αναβρύζω
ανέβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανέγγιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγγιχτο
ανέγγιχτε	adj	κλητική ενικού του ανέγγιχτος
ανέγγιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγγιχτη
ανέγγιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέγγιχτος
ανέγγιχτης	adj	γενική ενικού του ανέγγιχτη
ανέγγιχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανέγγιχτος
ανέγγιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέγγιχτος
ανέγγιχτος	adj	που δεν έχει αγγιχθεί
ανέγγιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέγγιχτος
ανέγγιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέγγιχτος
ανέγγιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέγγιχτος
ανέγγυα	=	ανέγγυος
ανέγγυας	=	ανέγγυος
ανέγγυε	=	ανέγγυος
ανέγγυες	=	ανέγγυος
ανέγγυο	=	ανέγγυος
ανέγγυοι	=	ανέγγυος
ανέγγυος	adj	ανεγγύητος
ανέγγυου	=	ανέγγυος
ανέγγυους	=	ανέγγυος
ανέγγυων	=	ανέγγυος
ανέγειρα	=	ανεγείρω
ανέγερση	noun	η ενέργεια του ρήματος ανεγείρω, η οικοδόμηση, η κατασκευή ενός κτηρίου
ανέγερσης	=	ανέγερση
ανέγκασες	=	ανέγκαση
ανέγκαση	noun	αγανάκτηση, στενοχώρια, θυμός
ανέγκασης	=	ανέγκαση
ανέγκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγκλητο
ανέγκλητε	adj	κλητική ενικού του ανέγκλητος
ανέγκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγκλητη
ανέγκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέγκλητος
ανέγκλητης	adj	γενική ενικού του ανέγκλητη
ανέγκλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανέγκλητος
ανέγκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέγκλητος
ανέγκλητος	adj|formal	που δεν είναι δυνατόν να κατηγορηθεί, να τον εγκαλέσουμε
ανέγκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέγκλητος
ανέγκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέγκλητος
ανέγκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέγκλητος
ανέγνιαστος	=	ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγνοιαστο	adv	ξέγνοιαστα
ανέγνοιαστε	adj	κλητική ενικού του ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγνοιαστη
ανέγνοιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστης	adj	γενική ενικού του ανέγνοιαστη
ανέγνοιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστος	adj	δίχως έγνοιες, ξέγνοιαστος
ανέγνοιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέγνοιαστος
ανέγνοιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέγνοιαστος
ανέγνωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανέγνωμος	adv	χωρίς γνώμη ή γνώση για κάτι
ανέγνωμε	adj	κλητική ενικού του ανέγνωμος
ανέγνωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγνωμη
ανέγνωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέγνωμος
ανέγνωμης	adj	γενική ενικού του ανέγνωμη
ανέγνωμο	adj	αιτιατική ενικού του ανέγνωμος
ανέγνωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέγνωμος
ανέγνωμος	adj	άλλη μορφή του άγνωμος
ανέγνωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέγνωμος
ανέγνωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέγνωμος
ανέγνωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέγνωμος
ανέγνωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγνωρο
ανέγνωρε	adj	κλητική ενικού του ανέγνωρος
ανέγνωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέγνωρη
ανέγνωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέγνωρος
ανέγνωρης	adj	γενική ενικού του ανέγνωρη
ανέγνωρο	adj	αιτιατική ενικού του ανέγνωρος
ανέγνωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέγνωρος
ανέγνωρος	adj	ο άγνωστος, μη γνώριμος, που δεν τον αναγνωρίζει κάποιος ως οικεία φυσιογνωμία
ανέγνωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέγνωρος
ανέγνωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέγνωρος
ανέγνωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέγνωρος
ανέγνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
ανέγνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
ανέγνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
ανέγνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
ανέγραφα	=	αναγράφω
ανέγραφαν	=	αναγράφω
ανέγραφε	=	αναγράφω
ανέγραφες	=	αναγράφω
ανέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
ανέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
ανέγραψε	=	αναγράφω
ανέγραψες	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
ανέδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
ανέδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
ανέδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
ανέδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
ανέδειχνα	=	αναδείχνω
ανέδειχναν	=	αναδείχνω
ανέδειχνε	=	αναδείχνω
ανέδειχνες	=	αναδείχνω
ανέδιδα	=	αναδίδω
ανέδιδαν	=	αναδίδω
ανέδιδε	=	αναδίδω
ανέδιδες	=	αναδίδω
ανέδινα	=	αναδίνω
ανέδιναν	=	αναδίνω
ανέδινε	=	αναδίνω
ανέδινες	=	αναδίνω
ανέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
ανέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
ανέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
ανέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
ανέθαλα	=	αναθάλλω
ανέθαλαν	=	αναθάλλω
ανέθαλε	=	αναθάλλω
ανέθαλες	=	αναθάλλω
ανέθαλλα	=	αναθάλλω
ανέθαλλαν	=	αναθάλλω
ανέθαλλε	=	αναθάλλω
ανέθαλλες	=	αναθάλλω
ανέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
ανέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
ανέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
ανέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
ανέθετα	=	αναθέτω
ανέθεταν	=	αναθέτω
ανέθετε	=	αναθέτω
ανέθετες	=	αναθέτω
ανέθρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
ανέθρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
ανέθρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
ανέθρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
ανέκαθεν	adv	από πάντα
ανέκαμπτα	=	ανακάμπτω
ανέκαμπταν	=	ανακάμπτω
ανέκαμπτε	=	ανακάμπτω
ανέκαμπτες	=	ανακάμπτω
ανέκαμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανέκαμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανέκαμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανέκαμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανέκδοτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέκδοτο
ανέκδοτε	adj	κλητική ενικού του ανέκδοτος
ανέκδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέκδοτη
ανέκδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέκδοτος
ανέκδοτης	adj	γενική ενικού του ανέκδοτη
ανέκδοτο	noun	η μικρή ιστορία που στόχο έχει να προκαλέσει γέλιο	adj	αιτιατική ενικού του ανέκδοτος
ανέκδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέκδοτος
ανέκδοτος	adj	οποιασδήποτε μορφής κείμενο (αλληλογραφία, διήγημα κλπ.) που δεν έχει δημοσιευτεί
ανέκδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέκδοτος
ανέκδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέκδοτος
ανέκδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέκδοτος
ανέκκλητα	adv	τελεσίδικα, οριστικά
ανέκκλητε	adj	κλητική ενικού του ανέκκλητος
ανέκκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέκκλητη
ανέκκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέκκλητος
ανέκκλητης	adj	γενική ενικού του ανέκκλητη
ανέκκλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανέκκλητος
ανέκκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέκκλητος
ανέκκλητος	adj|formal	συνώνυμο του αμετάκλητος
ανέκκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέκκλητος
ανέκκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέκκλητος
ανέκκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέκκλητος
ανέκλασα	=	ανακλώ
ανέκλασαν	=	ανακλώ
ανέκλασε	=	ανακλώ
ανέκλασες	=	ανακλώ
ανέκοπτα	=	ανακόπτω
ανέκοπταν	=	ανακόπτω
ανέκοπτε	=	ανακόπτω
ανέκοπτες	=	ανακόπτω
ανέκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανέκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανέκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανέκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανέκραζα	=	ανακράζω
ανέκραζαν	=	ανακράζω
ανέκραζε	=	ανακράζω
ανέκραζες	=	ανακράζω
ανέκραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανέκραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανέκραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανέκραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανέκρινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρίνω
ανέκριναν	=	ανακρίνω
ανέκρινε	=	ανακρίνω
ανέκρινες	=	ανακρίνω
ανέκρουα	=	ανακρούω
ανέκρουαν	=	ανακρούω
ανέκρουε	=	ανακρούω
ανέκρουες	=	ανακρούω
ανέκρουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανέκρουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανέκρουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανέκρουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανέκυπτα	=	ανακύπτω
ανέκυπταν	=	ανακύπτω
ανέκυπτε	=	ανακύπτω
ανέκυπτες	=	ανακύπτω
ανέκυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανέκυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανέκυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανέκυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανέκφραστα	adv	με τρόπο ανέκφραστο, που δεν προδίδει-φανερώνει-υποδηλώνει συναισθηήματα
ανέκφραστε	adj	κλητική ενικού του ανέκφραστος
ανέκφραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέκφραστη
ανέκφραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέκφραστος
ανέκφραστης	adj	γενική ενικού του ανέκφραστη
ανέκφραστο	adj	αιτιατική ενικού του ανέκφραστος
ανέκφραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέκφραστος
ανέκφραστος	adj	που η έκφρασή του δεν φανερώνει τα συναισθήματά του ή και που δεν τρέφει πιθανόν κάποια συναισθήματα εκείνη τη στιγμή για ό,τι συμβαίνει
ανέκφραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέκφραστος
ανέκφραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέκφραστος
ανέκφραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέκφραστος
ανέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλο
ανέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
ανέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
ανέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
ανέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
ανέλαμπα	=	αναλάμπω
ανέλαμψα	=	αναλάμπω
ανέλεγκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλεγκτο
ανέλεγκτε	adj	κλητική ενικού του ανέλεγκτος
ανέλεγκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλεγκτη
ανέλεγκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέλεγκτος
ανέλεγκτης	adj	γενική ενικού του ανέλεγκτη
ανέλεγκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανέλεγκτος
ανέλεγκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέλεγκτος
ανέλεγκτος	adj	που δεν ελέγχεται ή δεν μπορεί να ελεγχθεί
ανέλεγκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέλεγκτος
ανέλεγκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέλεγκτος
ανέλεγκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέλεγκτος
ανέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανέλθουνε	=	ανέρχομαι
ανέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανέλιξη	noun	συνεχής εξέλιξη (ανεξάρτητα από τη θετική ή αρνητική κατεύθυνση), εκτύλιξη, ξετύλιγμα
ανέλιξης	noun	γενική ενικού του ανέλιξη
ανέλκυα	=	ανελκύω
ανέλκυαν	=	ανελκύω
ανέλκυε	=	ανελκύω
ανέλκυες	=	ανελκύω
ανέλκυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανέλκυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανέλκυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανέλκυσεις	=	ανέλκυση
ανέλκυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανέλκυσεων	=	ανέλκυση
ανέλκυσεως	=	ανέλκυση
ανέλκυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανελκύω, η έλξη ενός ογκώδους αντικειμένου από τον βυθό, η έλξη προς τα πάνω με κάποιο μηχανισμό
ανέλκυσης	noun	γενική ενικού του ανέλκυση
ανέλο	noun	ο κρίκος (της άγκυρας)
ανέλου	noun	γενική ενικού του ανέλο
ανέλπιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλπιδο	adv	δίχως καμία ελπίδα (σπανίως για το αντίθετο, για κάτι καλό που τυχαίνει ανέλπιστα)
ανέλπιδε	=	ανέλπιδος
ανέλπιδες	=	ανέλπιδος
ανέλπιδη	=	ανέλπιδος
ανέλπιδης	=	ανέλπιδος
ανέλπιδο	=	ανέλπιδος
ανέλπιδοι	=	ανέλπιδος
ανέλπιδος	adj	χωρίς ελπίδα
ανέλπιδου	=	ανέλπιδος
ανέλπιδους	=	ανέλπιδος
ανέλπιδων	=	ανέλπιδος
ανέλπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ανέλπιστο) του ανέλπιστος	adv	κατά ανέλπιστο τρόπο, χωρίς να το περιμένει κανείς
ανέλπιστε	adj	κλητική ενικού του ανέλπιστος
ανέλπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλπιστη
ανέλπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέλπιστος
ανέλπιστης	adj	γενική ενικού του ανέλπιστη
ανέλπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανέλπιστος
ανέλπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέλπιστος
ανέλπιστος	adj	απροσδόκητος, απρόβλεπτος, για κάτι καλό, που δεν τολμούσαμε ούτε να ελπίσουμε
ανέλπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέλπιστος
ανέλπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέλπιστος
ανέλπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέλπιστος
ανέλυα	=	αναλύω
ανέλυαν	=	αναλύω
ανέλυε	=	αναλύω
ανέλυες	=	αναλύω
ανέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλύω
ανέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλύω
ανέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλύω
ανέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλύω
ανέλων	noun	γενική πληθυντικού του ανέλο
ανέμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω
ανέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω
ανέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω
ανέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω
ανέμειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
ανέμειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
ανέμειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
ανέμειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
ανέμελα	adv	με ξένοιαστο τρόπο, δίχως έγνοιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμελο
ανέμελε	adj	κλητική ενικού του ανέμελος
ανέμελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμελη
ανέμελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέμελος
ανέμελης	adj	γενική ενικού του ανέμελη
ανέμελο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανέμελος
ανέμελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέμελος
ανέμελος	adj	χωρίς ανησυχίες ή προβλήματα
ανέμελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέμελος
ανέμελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέμελος
ανέμελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέμελος
ανέμενα	=	αναμένω
ανέμεναν	=	αναμένω
ανέμενε	=	αναμένω
ανέμενες	=	αναμένω
ανέμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμη
ανέμη	noun	κάθετος ιστός ή και πλάγιος για να τυλίγεται το νήμα, παλιότερα ξύλινος και περιστρεφόμενος
ανέμης	=	ανέμη
ανέμι	noun	ο άνεμος
ανέμια	=	ανέμι
ανέμιζα	=	ανεμίζω
ανέμιζαν	=	ανεμίζω
ανέμιζε	=	ανεμίζω
ανέμιζες	=	ανεμίζω
ανέμιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
ανέμιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
ανέμιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
ανέμιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
ανέμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανέμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανέμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανέμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανέμισμα	noun	η κίνηση από τον άνεμο
ανέμου	noun	γενική ενικού του άνεμος
ανέμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άνεμος
ανέμπαιξα	=	αναμπαίζω
ανέμπειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμπειρο
ανέμπειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμπειρη
ανέμπειρης	adj	γενική ενικού του ανέμπειρη
ανέμπνευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμπνευστο
ανέμπνευστε	adj	κλητική ενικού του ανέμπνευστος
ανέμπνευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμπνευστη
ανέμπνευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέμπνευστος
ανέμπνευστης	adj	γενική ενικού του ανέμπνευστη
ανέμπνευστο	adj	αιτιατική ενικού του ανέμπνευστος
ανέμπνευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέμπνευστος
ανέμπνευστος	adj	που δεν είναι εμπνευσμένος, δεν έχει έμπνευση
ανέμπνευστου	adj	γενική ενικού του ανέμπνευστος
ανέμπνευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέμπνευστος
ανέμπνευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέμπνευστος
ανέμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμυαλο
ανέμυαλε	adj	κλητική ενικού του ανέμυαλος
ανέμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμυαλη
ανέμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέμυαλος
ανέμυαλης	adj	γενική ενικού του ανέμυαλη
ανέμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του ανέμυαλος
ανέμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέμυαλος
ανέμυαλος	adj	που δεν έχει μυαλό, δεν σκέφτεται σωστά
ανέμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέμυαλος
ανέμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέμυαλος
ανέμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέμυαλος
ανέμων	noun	γενική πληθυντικού του άνεμος
ανένδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανένδοτο	adv	με ανένδοτο τρόπο, χωρις υποχωρήσεις
ανένδοτε	adj	κλητική ενικού του ανένδοτος
ανένδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανένδοτη
ανένδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανένδοτος
ανένδοτης	adj	γενική ενικού του ανένδοτη
ανένδοτο	adj	αιτιατική ενικού του ανένδοτος
ανένδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανένδοτος
ανένδοτος	adj|formal	που δεν υποχωρεί
ανένδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανένδοτος
ανένδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανένδοτος
ανένδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανένδοτος
ανένηφα	=	ανανήφω
ανένηφαν	=	ανανήφω
ανένηφε	=	ανανήφω
ανένηφες	=	ανανήφω
ανένηψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανένηψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανένηψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανένηψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανέντακτα	=	ανέντακτος
ανέντακτε	=	ανέντακτος
ανέντακτες	=	ανέντακτος
ανέντακτη	=	ανέντακτος
ανέντακτης	=	ανέντακτος
ανέντακτο	=	ανέντακτος
ανέντακτοι	=	ανέντακτος
ανέντακτος	adj	ο μη ενταγμένος (αναφέρεται συνήθως στην ένταξη σε πολιτική οργάνωση ή κόμμα)
ανέντακτου	=	ανέντακτος
ανέντακτους	=	ανέντακτος
ανέντακτων	=	ανέντακτος
ανένταχτα	=	ανένταχτος
ανένταχτε	=	ανένταχτος
ανένταχτες	=	ανένταχτος
ανένταχτη	=	ανένταχτος
ανένταχτης	=	ανένταχτος
ανένταχτο	=	ανένταχτος
ανένταχτοι	=	ανένταχτος
ανένταχτος	noun	που δεν έχει ενταχθεί σε κανένα κόμμα	adj	που δεν έχει ενταχθεί, που δεν τον έχουν εντάξει ή δεν έχει ο ίδιος εντάξει τον εαυτό του κάπου
ανένταχτου	=	ανένταχτος
ανένταχτους	=	ανένταχτος
ανένταχτων	=	ανένταχτος
ανέντιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέντιμο	adv	με τρόπο ανέντιμο
ανέντιμε	adj	κλητική ενικού του ανέντιμος
ανέντιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέντιμη
ανέντιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέντιμος
ανέντιμης	adj	γενική ενικού του ανέντιμη
ανέντιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανέντιμος
ανέντιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέντιμος
ανέντιμος	adj	εκείνος που ενεργεί με πλάγιο τρόπο χωρίς να τηρεί τους συμφωνημένους -ρητά ή σιωπηρά- κανόνες, ο ζαβολιάρης για κάτι σχετικά ασήμαντο, ο απατεώνας για κάτι πιο σοβαρό, ο άτιμος για θέμα ηθικής ή σοβαρής υποχρέωσης
ανέντιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέντιμος
ανέντιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέντιμος
ανέντιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέντιμος
ανέξεσα	=	αναξέω
ανέξοδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβάδιστος	adv	χωρίς έξοδα
ανέξοδε	=	ανέξοδος
ανέξοδες	=	ανέξοδος
ανέξοδη	=	ανέξοδος
ανέξοδης	=	ανέξοδος
ανέξοδο	=	ανέξοδος
ανέξοδοι	=	ανέξοδος
ανέξοδος	adj	που δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα, για τον οποίον χρειάζονται λίγα μόνο έξοδα
ανέξοδου	=	ανέξοδος
ανέξοδους	=	ανέξοδος
ανέξοδων	=	ανέξοδος
ανέξου	=	ανέχομαι
ανέξυσα	=	αναξέω
ανέπαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανέπαγος
ανέπαγε	adj	κλητική ενικού του ανέπαγος
ανέπαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέπαγη
ανέπαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέπαγος
ανέπαγης	adj	γενική ενικού του ανέπαγη
ανέπαγο	adj	αιτιατική ενικού του ανέπαγος
ανέπαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέπαγος
ανέπαγος	adj	που έχει πλατύ στόμιο (πλατύστομος) και μικρό βάθος (αβαθής)
ανέπαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέπαγος
ανέπαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέπαγος
ανέπαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέπαγος
ανέπαλα	=	αναπάλλω
ανέπαλαν	=	αναπάλλω
ανέπαλε	=	αναπάλλω
ανέπαλες	=	αναπάλλω
ανέπαλλα	=	αναπάλλω
ανέπαλλαν	=	αναπάλλω
ανέπαλλε	=	αναπάλλω
ανέπαλλες	=	αναπάλλω
ανέπαυα	=	αναπαύω
ανέπαυαν	=	αναπαύω
ανέπαυε	=	αναπαύω
ανέπαυες	=	αναπαύω
ανέπαυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
ανέπαυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
ανέπαυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
ανέπαυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
ανέπαφα	adv	χωρίς επαφή
ανέπαφε	=	ανέπαφος
ανέπαφες	=	ανέπαφος
ανέπαφη	=	ανέπαφος
ανέπαφης	=	ανέπαφος
ανέπαφο	=	ανέπαφος
ανέπαφοι	=	ανέπαφος
ανέπαφος	adj	που δεν τον έχουν ακουμπήσει ή δεν χρειάζεται να τον ακουμπήσουν
ανέπαφου	=	ανέπαφος
ανέπαφους	=	ανέπαφος
ανέπαφων	=	ανέπαφος
ανέπεμπα	=	αναπέμπω
ανέπεμπαν	=	αναπέμπω
ανέπεμπε	=	αναπέμπω
ανέπεμπες	=	αναπέμπω
ανέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
ανέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
ανέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
ανέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
ανέπλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
ανέπλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
ανέπλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
ανέπλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
ανέπλατα	=	ανέπλατος
ανέπλατε	=	ανέπλατος
ανέπλατες	=	ανέπλατος
ανέπλατη	=	ανέπλατος
ανέπλατης	=	ανέπλατος
ανέπλατο	=	ανέπλατος
ανέπλατοι	=	ανέπλατος
ανέπλατος	adj	άλλη μορφή του ανάπλατος
ανέπλατου	=	ανέπλατος
ανέπλατους	=	ανέπλατος
ανέπλατων	=	ανέπλατος
ανέπλεα	=	αναπλέω
ανέπλεαν	=	αναπλέω
ανέπλεε	=	αναπλέω
ανέπλεες	=	αναπλέω
ανέπλεξα	=	αναπλέκω
ανέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
ανέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
ανέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
ανέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
ανέπνεα	=	αναπνέω
ανέπνεαν	=	αναπνέω
ανέπνεε	=	αναπνέω
ανέπνεες	=	αναπνέω
ανέπνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
ανέπνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
ανέπνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
ανέπνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
ανέπτυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
ανέπτυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
ανέπτυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
ανέπτυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
ανέπτυσσα	=	αναπτύσσω
ανέπτυσσαν	=	αναπτύσσω
ανέπτυσσε	=	αναπτύσσω
ανέπτυσσες	=	αναπτύσσω
ανέραστα	adv	χωρίς έρωτα
ανέραστε	adj	κλητική ενικού του ανέραστος
ανέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέραστη
ανέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέραστος
ανέραστης	adj	γενική ενικού του ανέραστη
ανέραστο	adj	αιτιατική ενικού του ανέραστος
ανέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέραστος
ανέραστος	adj	που δεν ερωτεύεται, που ζει χωρίς έρωτα στη ζωή του
ανέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέραστος
ανέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέραστος
ανέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέραστος
ανέργους	=	άνεργοι
ανέργων	=	άνεργοι
ανέρρωνα	=	αναρρώνω
ανέρρωναν	=	αναρρώνω
ανέρρωνε	=	αναρρώνω
ανέρρωνες	=	αναρρώνω
ανέρρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
ανέρρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
ανέρρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
ανέρρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
ανέρχεσαι	=	ανέρχομαι
ανέρχεστε	=	ανέρχομαι
ανέρχεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανέρχομαι
ανέρχομαι	verb	ανεβαίνω
ανέρχονται	=	ανέρχομαι
ανέρχονταν	=	ανέρχομαι
ανέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέρωτο
ανέρωτε	adj	κλητική ενικού του ανέρωτος
ανέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέρωτη
ανέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέρωτος
ανέρωτης	adj	γενική ενικού του ανέρωτη
ανέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανέρωτος
ανέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέρωτος
ανέρωτος	adj	που δεν έχει νερωθεί
ανέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέρωτος
ανέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέρωτος
ανέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέρωτος
ανέσα	noun|literary	άλλη μορφή του ανάσα
ανέσας	noun	γενική ενικού του ανέσα
ανέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνεση
ανέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέσα
ανέσεων	noun	γενική πληθυντικού του άνεση
ανέσεως	noun|formal	γενική ενικού του άνεση
ανέσκαβα	=	ανασκάβω
ανέσκαβαν	=	ανασκάβω
ανέσκαβε	=	ανασκάβω
ανέσκαβες	=	ανασκάβω
ανέσκαπτα	=	ανασκάπτω
ανέσκαπταν	=	ανασκάπτω
ανέσκαπτε	=	ανασκάπτω
ανέσκαπτες	=	ανασκάπτω
ανέσκαφτα	=	ανασκάφτω
ανέσκαφταν	=	ανασκάφτω
ανέσκαφτε	=	ανασκάφτω
ανέσκαφτες	=	ανασκάφτω
ανέσκαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανέσκαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανέσκαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανέσκαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανέσπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανέσπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανέσπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανέσπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανέσπερα	adv|literary	με ανέσπερο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέσπερο
ανέσπερε	adj	κλητική ενικού του ανέσπερος
ανέσπερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέσπερη
ανέσπερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέσπερος
ανέσπερης	adj	γενική ενικού του ανέσπερη
ανέσπερο	=	ανέσπερος
ανέσπεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέσπερος
ανέσπερος	adj	που δεν δύει, δεν σβήνει, που διατηρεί την αίγλη του, το φως, τη δόξα
ανέσπερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέσπερος
ανέσπερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέσπερος
ανέσπερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέσπερος
ανέσπλαγχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανέσπλαγχνος	adv	άλλη μορφή του άσπλαχνα
ανέσπλαγχνε	adj	κλητική ενικού του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαγχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέσπλαγχνη
ανέσπλαγχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαγχνης	adj	γενική ενικού του ανέσπλαγχνη
ανέσπλαγχνο	adj	αιτιατική ενικού του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαγχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαγχνος	adj	άλλη μορφή του άσπλαχνος
ανέσπλαγχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαγχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαγχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέσπλαγχνος
ανέσπλαχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανέσπλαχνος	adv	άλλη μορφή του άσπλαχνα
ανέσπλαχνε	adj	κλητική ενικού του ανέσπλαχνος
ανέσπλαχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέσπλαχνη
ανέσπλαχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέσπλαχνος
ανέσπλαχνης	adj	γενική ενικού του ανέσπλαχνη
ανέσπλαχνο	adj	αιτιατική ενικού του ανέσπλαχνος
ανέσπλαχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέσπλαχνος
ανέσπλαχνος	adj	άλλη μορφή του άσπλαχνος
ανέσπλαχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέσπλαχνος
ανέσπλαχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέσπλαχνος
ανέσπλαχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέσπλαχνος
ανέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
ανέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
ανέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
ανέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
ανέστελλα	=	αναστέλλω
ανέστελλαν	=	αναστέλλω
ανέστελλε	=	αναστέλλω
ανέστελλες	=	αναστέλλω
ανέστη	verb|archaic	αναστήθηκε (στην έκφραση Χριστός ανέστη)
ανέστην	=	ανίσταμαι
ανέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανέστια	=	ανέστιος
ανέστιας	=	ανέστιος
ανέστιε	=	ανέστιος
ανέστιες	=	ανέστιος
ανέστιη	=	ανέστιος
ανέστιης	=	ανέστιος
ανέστιο	=	ανέστιος
ανέστιοι	=	ανέστιος
ανέστιος	adj	που είναι χωρίς σπίτι (εστία), ο άστεγος
ανέστιου	=	ανέστιος
ανέστιους	=	ανέστιος
ανέστιων	=	ανέστιος
ανέστρεφα	=	αναστρέφω
ανέστρεφαν	=	αναστρέφω
ανέστρεφε	=	αναστρέφω
ανέστρεφες	=	αναστρέφω
ανέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
ανέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
ανέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
ανέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
ανέσυρα	=	ανασύρω
ανέσχεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάσχω
ανέταμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανέταμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανέταμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανέταμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανέταξα	=	ανατάσσω
ανέτειλα	=	ανατέλλω
ανέτειλαν	=	ανατέλλω
ανέτειλε	=	ανατέλλω
ανέτειλες	=	ανατέλλω
ανέτειλλα	=	ανατέλλω
ανέτειλλαν	=	ανατέλλω
ανέτειλλε	=	ανατέλλω
ανέτειλλες	=	ανατέλλω
ανέτεινα	=	ανατείνω
ανέτειναν	=	ανατείνω
ανέτεινε	=	ανατείνω
ανέτεινες	=	ανατείνω
ανέτελλα	=	ανατέλλω
ανέτεμνα	=	ανατέμνω
ανέτμησα	=	ανατέμνω
ανέτοιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανέτοιμος	adv	με ανέτοιμο τρόπο, χωρίς να έχει ετοιμαστεί
ανέτοιμε	adj	κλητική ενικού του ανέτοιμος
ανέτοιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέτοιμη
ανέτοιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέτοιμος
ανέτοιμης	adj	γενική ενικού του ανέτοιμη
ανέτοιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανέτοιμος
ανέτοιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέτοιμος
ανέτοιμος	adj	που δεν έχει ετοιμαστεί επαρκώς, για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση
ανέτοιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέτοιμος
ανέτοιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέτοιμος
ανέτοιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέτοιμος
ανέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανέτρεπα	=	ανατρέπω
ανέτρεπαν	=	ανατρέπω
ανέτρεπε	=	ανατρέπω
ανέτρεπες	=	ανατρέπω
ανέτρεφα	=	ανατρέφω
ανέτρεφαν	=	ανατρέφω
ανέτρεφε	=	ανατρέφω
ανέτρεφες	=	ανατρέφω
ανέτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανέτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανέτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανέτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανέτως	adv|formal	άνετα
ανέφελα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέφελο
ανέφελε	adj	κλητική ενικού του ανέφελος
ανέφελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέφελη
ανέφελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανέφελος
ανέφελης	adj	γενική ενικού του ανέφελη
ανέφελο	adj	αιτιατική ενικού του ανέφελος
ανέφελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανέφελος
ανέφελος	adj	ουρανός ασυννέφιαστος, καθαρός από σύννεφα
ανέφελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανέφελος
ανέφελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανέφελος
ανέφελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανέφελος
ανέφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρω
ανέφεραν	=	αναφέρω
ανέφερε	=	αναφέρω
ανέφερες	=	αναφέρω
ανέφικτά	=	ανέφικτος
ανέφικτέ	=	ανέφικτος
ανέφικτές	=	ανέφικτος
ανέφικτή	=	ανέφικτος
ανέφικτής	=	ανέφικτος
ανέφικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανέφικτος	adv	με ανέφικτο τρόπο
ανέφικτε	=	ανέφικτος
ανέφικτες	=	ανέφικτος
ανέφικτη	=	ανέφικτος
ανέφικτης	=	ανέφικτος
ανέφικτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανέφικτος	noun|formal	κάτι που δεν μπορούμε να το επιτύχουμε ή δύσκολα μπορούμε να το επιτύχουμε
ανέφικτοί	=	ανέφικτος
ανέφικτοι	=	ανέφικτος
ανέφικτος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον φτάσει, να τον επιτύχει, να τον κατορθώσει
ανέφικτου	=	ανέφικτος
ανέφικτους	=	ανέφικτος
ανέφικτού	=	ανέφικτος
ανέφικτούς	=	ανέφικτος
ανέφικτων	=	ανέφικτος
ανέφικτό	=	ανέφικτος
ανέφικτός	=	ανέφικτος
ανέφικτών	=	ανέφικτος
ανέφλεγα	=	αναφλέγω
ανέφλεγαν	=	αναφλέγω
ανέφλεγε	=	αναφλέγω
ανέφλεγες	=	αναφλέγω
ανέφλεξα	=	αναφλέγω
ανέφλεξαν	=	αναφλέγω
ανέφλεξε	=	αναφλέγω
ανέφλεξες	=	αναφλέγω
ανέχεια	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν έχει τα απαραίτητα για να ζήσει, η μεγάλη φτώχια
ανέχειας	noun	γενική ενικού του ανέχεια
ανέχειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέχεια
ανέχεσαι	=	ανέχομαι
ανέχεσθε	=	ανέχομαι
ανέχεστε	=	ανέχομαι
ανέχεται	=	ανέχομαι
ανέχθηκα	=	ανέχομαι
ανέχθηκαν	=	ανέχομαι
ανέχθηκε	=	ανέχομαι
ανέχθηκες	=	ανέχομαι
ανέχομαι	verb	δέχομαι χωρίς αντίδραση κάτι που μ’ ενοχλεί ή μου προκαλεί δυσφορία και (ενδεχομένως) το παραβλέπω
ανέχονται	=	ανέχομαι
ανέχονταν	=	ανέχομαι
ανέχου	=	ανέχομαι
ανέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανέψι	noun	ανίψι
ανέψια	=	ανέψι
ανέψυξα	=	αναψύχω
ανήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάγω
ανήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάγω
ανήγαγες	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάγω
ανήγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
ανήγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
ανήγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
ανήγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
ανήγγελλα	=	αναγγέλλω
ανήγγελλαν	=	αναγγέλλω
ανήγγελλε	=	αναγγέλλω
ανήγγελλες	=	αναγγέλλω
ανήγειρα	verb	αʹ ενικό οριστική αορίστου του ρήματος ανεγείρω
ανήθικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήθικο	adv	με μη ηθικό τρόπο, ανέντιμα, χωρίς να τηρηθούν οι άγραφοι ηθικοί κανόνες
ανήθικε	adj	κλητική ενικού του ανήθικος
ανήθικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήθικη
ανήθικη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανήθικος
ανήθικης	adj	γενική ενικού του ανήθικη
ανήθικο	adj	αιτιατική ενικού του ανήθικος
ανήθικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήθικος
ανήθικος	adj	που παραβιάζει τους αποδεκτούς ηθικούς κανόνες
ανήθικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήθικος
ανήθικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήθικος
ανήθικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήθικος
ανήκα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκα
ανήκαμε	=	ανήκω
ανήκαν	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω
ανήκανε	verb	άλλη μορφή του ανήκαν, α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος ανήκω
ανήκατε	=	ανήκω
ανήκε	=	ανήκω
ανήκει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανήκω
ανήκεις	=	ανήκω
ανήκες	=	ανήκω
ανήκεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήκεστο
ανήκεστε	adj	κλητική ενικού του ανήκεστος
ανήκεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήκεστη
ανήκεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήκεστος
ανήκεστης	adj	γενική ενικού του ανήκεστη
ανήκεστο	adj	αιτιατική ενικού του ανήκεστος
ανήκεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήκεστος
ανήκεστος	adj|formal	που δεν θεραπεύεται
ανήκεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήκεστος
ανήκεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήκεστος
ανήκεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήκεστος
ανήκετε	=	ανήκω
ανήκομε	=	ανήκω
ανήκοντας	=	ανήκω
ανήκουμε	=	ανήκω
ανήκουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ανήκω
ανήκουνε	=	ανήκω
ανήκουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήκουστο
ανήκουστε	adj	κλητική ενικού του ανήκουστος
ανήκουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήκουστη
ανήκουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήκουστος
ανήκουστης	adj	γενική ενικού του ανήκουστη
ανήκουστο	adj	αιτιατική ενικού του ανήκουστος
ανήκουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήκουστος
ανήκουστος	adj	που δεν έχει ακουστεί ξανά
ανήκουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήκουστος
ανήκουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήκουστος
ανήκουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήκουστος
ανήκω	verb	είμαι μέρος ενός συνόλου
ανήλεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλεο
ανήλεε	adj	κλητική ενικού του ανήλεος
ανήλεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλεη
ανήλεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήλεος
ανήλεης	adj	γενική ενικού του ανήλεη
ανήλεο	adj	αιτιατική ενικού του ανήλεος
ανήλεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήλεος
ανήλεος	adj	άλλη μορφή του ανηλεής
ανήλεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήλεος
ανήλεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήλεος
ανήλεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήλεος
ανήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανήλθανε	=	ανέρχομαι
ανήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέρχομαι
ανήλια	=	ανήλιος
ανήλιαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλιαγο
ανήλιαγε	adj	κλητική ενικού του ανήλιαγος
ανήλιαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλιαγη
ανήλιαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήλιαγος
ανήλιαγης	adj	γενική ενικού του ανήλιαγη
ανήλιαγο	adj	αιτιατική ενικού του ανήλιαγος
ανήλιαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήλιαγος
ανήλιαγος	adj	που είναι χωρίς το φως του ηλίου, που δεν φωτίζεται από αυτόν
ανήλιαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήλιαγος
ανήλιαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήλιαγος
ανήλιαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήλιαγος
ανήλιας	=	ανήλιος
ανήλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλιαστο
ανήλιαστε	adj	κλητική ενικού του ανήλιαστος
ανήλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλιαστη
ανήλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήλιαστος
ανήλιαστης	adj	γενική ενικού του ανήλιαστη
ανήλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανήλιαστος
ανήλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήλιαστος
ανήλιαστος	adj	που δεν έχει λιαστεί, δεν έχει εκτεθεί στο φως του ήλιου
ανήλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήλιαστος
ανήλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήλιαστος
ανήλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήλιαστος
ανήλιε	=	ανήλιος
ανήλιες	=	ανήλιος
ανήλική	=	ανήλικος
ανήλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλικο
ανήλικε	adj	κλητική ενικού του ανήλικος
ανήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήλικη
ανήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήλικος
ανήλικης	adj	γενική ενικού του ανήλικη
ανήλικο	adj	αιτιατική ενικού του ανήλικος
ανήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήλικος
ανήλικος	adj	που διανύει την παιδική ή την εφηβική ηλικία
ανήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήλικος
ανήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήλικος
ανήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήλικος
ανήλιο	noun	το μέρος που δεν το βλέπει ο ήλιος, που δεν πέφτουν πάνω του οι ηλιακές ακτίνες για μεγάλο χρονικό διάστημα
ανήλιοι	=	ανήλιος
ανήλιος	adj	που δεν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ηλίου
ανήλιου	=	ανήλιος
ανήλιους	=	ανήλιος
ανήλισκα	=	αναλίσκω
ανήλισκαν	=	αναλίσκω
ανήλισκε	=	αναλίσκω
ανήλισκες	=	αναλίσκω
ανήλιων	=	ανήλιος
ανήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήμερο	adv	κατά την ίδια εκείνη μέρα στην οποία αναφερόμαστε
ανήμερε	adj	κλητική ενικού του ανήμερος
ανήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήμερη
ανήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήμερος
ανήμερης	adj	γενική ενικού του ανήμερη
ανήμερο	adj	αιτιατική ενικού του ανήμερος
ανήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήμερος
ανήμερος	adj	που δεν μπορείς να τον ημερέψεις
ανήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήμερος
ανήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήμερος
ανήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήμερος
ανήμπορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήμπορο
ανήμπορε	adj	κλητική ενικού του ανήμπορος
ανήμπορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήμπορη
ανήμπορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήμπορος
ανήμπορης	adj	γενική ενικού του ανήμπορη
ανήμπορο	adj	αιτιατική ενικού του ανήμπορος
ανήμποροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήμπορος
ανήμπορος	adj	που δεν έχει δύναμη ή σφρίγος
ανήμπορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήμπορος
ανήμπορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήμπορος
ανήμπορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήμπορος
ανήξερα	=	ανήξερος
ανήξερε	=	ανήξερος
ανήξερες	=	ανήξερος
ανήξερη	=	ανήξερος
ανήξερης	=	ανήξερος
ανήξερο	=	ανήξερος
ανήξεροι	=	ανήξερος
ανήξερος	adj	αυτός που δεν έχει πληροφορίες, που δεν είναι ενημερωμένος, που δεν ξέρει για ένα θέμα
ανήξερου	=	ανήξερος
ανήξερους	=	ανήξερος
ανήξερων	=	ανήξερος
ανήρτησα	=	αναρτώ
ανήρτησαν	=	αναρτώ
ανήρτησε	=	αναρτώ
ανήρτησες	=	αναρτώ
ανήστευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήστευτο
ανήστευτε	adj	κλητική ενικού του ανήστευτος
ανήστευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήστευτη
ανήστευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήστευτος
ανήστευτης	adj	γενική ενικού του ανήστευτη
ανήστευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανήστευτος
ανήστευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήστευτος
ανήστευτος	adj	που δεν έχει νηστέψει ή δεν μπορεί να νηστέψει
ανήστευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήστευτος
ανήστευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήστευτος
ανήστευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήστευτος
ανήσυχα	adv	με θόρυβο, χωρίς ησυχία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανήσυχος
ανήσυχε	adj	κλητική ενικού του ανήσυχος
ανήσυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανήσυχη
ανήσυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανήσυχος
ανήσυχης	adj	γενική ενικού του ανήσυχη
ανήσυχο	adj	αιτιατική ενικού του ανήσυχος
ανήσυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανήσυχος
ανήσυχος	adj	που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι
ανήσυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανήσυχος
ανήσυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανήσυχος
ανήσυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανήσυχος
ανήφορε	=	ανήφορος
ανήφορο	=	ανήφορος
ανήφοροι	=	ανήφορος
ανήφορος	noun	έδαφος ή δρόμος με κλίση προς τα πάνω
ανήφορου	=	ανήφορος
ανήφορους	=	ανήφορος
ανήφορων	=	ανήφορος
ανήψι	=	ανίψι
ανία	noun	δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που προκαλείται από την πλήρη έλλειψη ενδιαφέροντος σε κάτι με το οποίο ασχολείται κανείς, ή από την έλλειψη κάποιας απασχόλησης που τραβά τη προσοχή
ανίας	noun	γενική ενικού του ανία
ανίατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανίατος	adv|formal	χωρίς ίαση, χωρίς γιατρειά
ανίατε	=	ανίατος
ανίατες	=	ανίατος
ανίατη	=	ανίατος
ανίατης	=	ανίατος
ανίατο	=	ανίατος
ανίατοι	=	ανίατος
ανίατος	adj	που δεν θεραπεύεται
ανίατου	=	ανίατος
ανίατους	=	ανίατος
ανίατων	=	ανίατος
ανίδεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίδεο
ανίδεε	adj	κλητική ενικού του ανίδεος
ανίδεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίδεη
ανίδεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίδεος
ανίδεης	adj	γενική ενικού του ανίδεη
ανίδεο	adj	αιτιατική ενικού του ανίδεος
ανίδεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίδεος
ανίδεος	adj	που δεν έχει ιδέα, πληροφόρηση, γνώσεις για κάτι
ανίδεου	adj	γενική ενικού του ανίδεος
ανίδεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίδεος
ανίδεων	adj	γενική πληθυντικού του ανίδεος
ανίδρυα	=	ανιδρύω
ανίδρυαν	=	ανιδρύω
ανίδρυε	=	ανιδρύω
ανίδρυες	=	ανιδρύω
ανίδρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανίδρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανίδρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανίδρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανίδρυση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανιδρύω
ανίδρυσης	noun	γενική ενικού του ανίδρυση
ανίδρωτα	adv	χωρίς ιδρώτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανίδρωτος
ανίδρωτε	adj	κλητική ενικού του ανίδρωτος
ανίδρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίδρωτη
ανίδρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίδρωτος
ανίδρωτης	adj	γενική ενικού του ανίδρωτη
ανίδρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανίδρωτος
ανίδρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίδρωτος
ανίδρωτος	adj	που δεν ιδρώνει ή δεν έχει ιδρώσει
ανίδρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίδρωτος
ανίδρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίδρωτος
ανίδρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίδρωτος
ανίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανίδωτος	adv	χωρίς να τον έχουν δει
ανίδωτε	adj	κλητική ενικού του ανίδωτος
ανίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίδωτη
ανίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίδωτος
ανίδωτης	adj	γενική ενικού του ανίδωτη
ανίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανίδωτος
ανίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίδωτος
ανίδωτος	adj	που δεν τον έχουν δει (ούτε τον ίδιο ούτε όμοιό του)
ανίδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίδωτος
ανίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίδωτος
ανίδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίδωτος
ανίερα	adv	με ανίερο τρόπο
ανίερε	adj	κλητική ενικού του ανίερος
ανίερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίερη
ανίερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίερος
ανίερης	adj	γενική ενικού του ανίερη
ανίερο	adj	αιτιατική ενικού του ανίερος
ανίεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίερος
ανίερος	adj	που παραβιάζει ή χαρακτηρίζεται από εχθρότητα προς κάτι το οποίο άλλα άτομα θεωρούν ιερό ή άξιο σεβασμού
ανίερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίερος
ανίερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίερος
ανίερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίερος
ανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανία
ανίκανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίκανο
ανίκανε	adj	κλητική ενικού του ανίκανος
ανίκανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίκανη
ανίκανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίκανος
ανίκανης	adj	γενική ενικού του ανίκανη
ανίκανο	adj	αιτιατική ενικού του ανίκανος
ανίκανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίκανος
ανίκανος	adj	που δεν είναι ικανός, άξιος ή κατάλληλος
ανίκανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίκανος
ανίκανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίκανος
ανίκανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίκανος
ανίκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίκητο
ανίκητε	adj	κλητική ενικού του ανίκητος
ανίκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίκητη
ανίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίκητος
ανίκητης	adj	γενική ενικού του ανίκητη
ανίκητο	adj	αιτιατική ενικού του ανίκητος
ανίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίκητος
ανίκητος	adj	που δεν έχει νικηθεί ή δεν μπορεί να νικηθεί
ανίκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίκητος
ανίκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίκητος
ανίκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίκητος
ανίμερα	=	ανήμερα
ανίπταμαι	verb|archaic	πετάω προς τα πάνω
ανίσκια	=	ανίσκιος
ανίσκιας	=	ανίσκιος
ανίσκιε	=	ανίσκιος
ανίσκιες	=	ανίσκιος
ανίσκιο	=	ανίσκιος
ανίσκιοι	=	ανίσκιος
ανίσκιος	adj	άλλη μορφή του ανίσκιωτος
ανίσκιου	=	ανίσκιος
ανίσκιους	=	ανίσκιος
ανίσκιων	=	ανίσκιος
ανίσκιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίσκιωτο
ανίσκιωτε	adj	κλητική ενικού του ανίσκιωτος
ανίσκιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίσκιωτη
ανίσκιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίσκιωτος
ανίσκιωτης	adj	γενική ενικού του ανίσκιωτη
ανίσκιωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανίσκιωτος
ανίσκιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίσκιωτος
ανίσκιωτος	adj	που δεν έχει ίσκιο, που βρίσκεται εκτεθειμένος στον ήλιο
ανίσκιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίσκιωτος
ανίσκιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίσκιωτος
ανίσκιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίσκιωτος
ανίσταμαι	verb|formal	σηκώνομαι
ανίσχυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανίσχυρος	adv	με ανίσχυρο τρόπο, χωρίς ισχύ
ανίσχυρε	adj	κλητική ενικού του ανίσχυρος
ανίσχυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίσχυρη
ανίσχυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανίσχυρος
ανίσχυρης	adj	γενική ενικού του ανίσχυρη
ανίσχυρο	adj	αιτιατική ενικού του ανίσχυρος
ανίσχυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανίσχυρος
ανίσχυρος	adj	που δεν έχει ισχύ
ανίσχυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανίσχυρος
ανίσχυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανίσχυρος
ανίσχυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανίσχυρος
ανίσως	conj|rare	σύνδεσμος που δηλώνει μείωση των πιθανοτήτων κατά τη γνώμη του ομιλητή
ανίσωση	noun	μαθηματική πρόταση που εκφράζει ότι η τιμή μιας μεταβλητής ή συνάρτησης δεν είναι ίση αλλά μικρότερη, μεγαλύτερη ή άνισα περιορισμένη σε σχέση με κάποια άλλη
ανίσωσης	=	ανίσωση
ανίχνευα	=	ανιχνεύω
ανίχνευαν	=	ανιχνεύω
ανίχνευε	=	ανιχνεύω
ανίχνευες	=	ανιχνεύω
ανίχνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανίχνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανίχνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανίχνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανίχνευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού ανιχνεύω
ανίχνευσης	noun	γενική ενικού του ανίχνευση
ανίψι	noun	το παιδί (ανεξαρτήτως φύλου) του αδελφού ή της αδελφής μου
ανίψια	=	ανίψι
αναίδεια	noun	ξεδιαντροπιά, θράσος, έλλειψη σεμνότητας και σεβασμού
αναίδειας	noun	γενική ενικού του αναίδεια
αναίδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίδεια
αναίμακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναίμακτος	adv	χωρίς να χυθεί αίμα
αναίμακτε	adj	κλητική ενικού του αναίμακτος
αναίμακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίμακτη
αναίμακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναίμακτος
αναίμακτης	adj	γενική ενικού του αναίμακτη
αναίμακτο	adj	αιτιατική ενικού του αναίμακτος
αναίμακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναίμακτος
αναίμακτος	adj	που γίνεται χωρίς αίμα, χωρίς αιματοχυσία
αναίμακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναίμακτος
αναίμακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναίμακτος
αναίμακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναίμακτος
αναίμαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναίμαχτος	adv|rare	άλλη μορφή του αναίμακτα
αναίμαχτε	adj	κλητική ενικού του αναίμαχτος
αναίμαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίμαχτη
αναίμαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναίμαχτος
αναίμαχτης	adj	γενική ενικού του αναίμαχτη
αναίμαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αναίμαχτος
αναίμαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναίμαχτος
αναίμαχτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αναίμακτος
αναίμαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναίμαχτος
αναίμαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναίμαχτος
αναίμαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναίμαχτος
αναίρει	=	αναιρώ
αναίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναίρεση	noun	η ακύρωση μιας αλλαγής
αναίρεσης	noun	γενική ενικού του αναίρεση
αναίρετα	=	αναίρετος
αναίρετε	=	αναίρετος
αναίρετες	=	αναίρετος
αναίρετη	=	αναίρετος
αναίρετης	=	αναίρετος
αναίρετο	=	αναίρετος
αναίρετοι	=	αναίρετος
αναίρετος	adj	εκείνος που δεν έχει εκλεγεί, ο μη εκλεγμένος
αναίρετου	=	αναίρετος
αναίρετους	=	αναίρετος
αναίρετων	=	αναίρετος
αναίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίσθητο	adv	με τρόπο που αποκαλύπτει παντελή έλλειψη ευαιαθησίας, αναισθησία, γαϊδουρινά
αναίσθητε	adj	κλητική ενικού του αναίσθητος
αναίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίσθητη
αναίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναίσθητος
αναίσθητης	adj	γενική ενικού του αναίσθητη
αναίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του αναίσθητος
αναίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναίσθητος
αναίσθητος	adj	που χάνει τις αισθήσεις του από χτύπημα ή ασθένεια ή λήψη φαρμάκων που προκαλούν καταστολή ή νάρκωση
αναίσθητου	adj	γενική ενικού του αναίσθητος
αναίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναίσθητος
αναίσθητων	adj	γενική πληθυντικού του αναίσθητος
αναίσχυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίσχυντο	adv	χωρίς αισχύνη, ξεδιάντροπα, χωρίς αιδώ, δίχως σεβασμό, αισχρά, ποταπά
αναίσχυντε	adj	κλητική ενικού του αναίσχυντος
αναίσχυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίσχυντη
αναίσχυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναίσχυντος
αναίσχυντης	adj	γενική ενικού του αναίσχυντη
αναίσχυντο	adj	αιτιατική ενικού του αναίσχυντος
αναίσχυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναίσχυντος
αναίσχυντος	adj	που δεν αισχύνεται και (συμπερι)φέρεται αναλόγως
αναίσχυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναίσχυντος
αναίσχυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναίσχυντος
αναίσχυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναίσχυντος
αναίτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίτιο	adv	απρόκλητα, δίχως αφορμή ή αιτία
αναίτιας	=	αναίτιος
αναίτιε	=	αναίτιος
αναίτιες	=	αναίτιος
αναίτιο	=	αναίτιος
αναίτιοι	=	αναίτιος
αναίτιος	adj	χωρίς αιτία και αφορμή, απρόκλητος, δίχως δικαιολογία, αναιτιολόγητος
αναίτιου	=	αναίτιος
αναίτιους	=	αναίτιος
αναίτιων	=	αναίτιος
αναβάθμιζα	=	αναβαθμίζω
αναβάθμιζαν	=	αναβαθμίζω
αναβάθμιζε	=	αναβαθμίζω
αναβάθμιζες	=	αναβαθμίζω
αναβάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβάθμιση	noun	η βελτίωση κάποιου χαρακτηριστικού ή προσθήκη κάποιου νέου
αναβάθμισης	=	αναβάθμιση
αναβάθρα	noun	ανεμόσκαλα πλοίου κατασκευασμένη από σκοινί ή/και ξύλο
αναβάθρας	noun	γενική ενικού του αναβάθρα
αναβάθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβάθρα
αναβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλαν	=	αναβάλλω
αναβάλανε	=	αναβάλλω
αναβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλλαμε	=	αναβάλλω
αναβάλλαν	=	αναβάλλω
αναβάλλανε	=	αναβάλλω
αναβάλλατε	=	αναβάλλω
αναβάλλει	=	αναβάλλω
αναβάλλεις	=	αναβάλλω
αναβάλλεσαι	=	αναβάλλω
αναβάλλεστε	=	αναβάλλω
αναβάλλεται	verb	χρησιμοποιείται κυρίως στο τρίτο πρόσωπο και απρόσωπα όχι για ζωντανά πλάσματα.
αναβάλλετε	=	αναβάλλω
αναβάλλομαι	=	αναβάλλω
αναβάλλομε	=	αναβάλλω
αναβάλλονται	=	αναβάλλω
αναβάλλονταν	=	αναβάλλω
αναβάλλοντας	=	αναβάλλω
αναβάλλουμε	=	αναβάλλω
αναβάλλουν	=	αναβάλλω
αναβάλλουνε	=	αναβάλλω
αναβάλλω	verb	μεταθέτω την εκτέλεση πράξεως σε μελλοντικό καθορισμένο ή ακαθόριστο χρόνο
αναβάλομε	=	αναβάλλω
αναβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάλουνε	=	αναβάλλω
αναβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλω
αναβάπτιζα	=	αναβαπτίζω
αναβάπτιζαν	=	αναβαπτίζω
αναβάπτιζε	=	αναβαπτίζω
αναβάπτιζες	=	αναβαπτίζω
αναβάπτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβάπτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβάπτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβάπτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβάπτιση	noun	ο αναβαπτισμός
αναβάπτισης	noun	γενική ενικού του αναβάπτιση
αναβάπτισμα	noun	ο αναβαπτισμός
αναβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβαση
αναβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβαση
αναβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάβαση
αναβάτες	=	αναβάτης
αναβάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναβάτης
αναβάτην	=	αναβάτης
αναβάτης	noun	αυτός που ανεβαίνει ή αυτός που έχει ανέβει κάπου
αναβάτου	=	αναβάτης
αναβάτρια	noun	θηλυκό του αναβάτης
αναβάτριας	noun	γενική ενικού του αναβάτρια
αναβάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβάτρια
αναβάφτισα	=	αναβαφτίζω
αναβίβαζα	=	αναβιβάζω
αναβίβαζαν	=	αναβιβάζω
αναβίβαζε	=	αναβιβάζω
αναβίβαζες	=	αναβιβάζω
αναβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβίβαση	noun	συνώνυμο του αναβιβασμός
αναβίβασης	=	αναβίβαση
αναβίωμα	noun	η αναβίωση
αναβίωνα	=	αναβιώνω
αναβίωναν	=	αναβιώνω
αναβίωνε	=	αναβιώνω
αναβίωνες	=	αναβιώνω
αναβίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβίωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα τού αναβιώνω
αναβίωσης	noun	γενική ενικού του αναβίωση
αναβίωσις	noun	μονοτονική γραφή του ἀναβίωσις
αναβαίνω	verb|archaic	άλλη μορφή του ανεβαίνω
αναβαθμέ	noun	κλητική ενικού του αναβαθμός
αναβαθμίδα	noun	οριζόντια διαμόρφωση πλαγιάς βουνού, ή λόφου, ώστε να γίνει κατάλληλη έτσι για καλλιέργεια, ιδιαίτερα διαδεδομένη στη νησιωτική Ελλάδα
αναβαθμίδας	=	αναβαθμίδα
αναβαθμίδες	=	αναβαθμίδα
αναβαθμίδων	=	αναβαθμίδα
αναβαθμίδωση	noun	η διαμόρφωση βαθμίδων, τεχνητή διαβάθμιση σαν σκαλοπάτια σε λόφους για πλήρη αγροτική εκμετάλλευσή τους
αναβαθμίδωσης	noun	γενική ενικού του αναβαθμίδωση
αναβαθμίζαμε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζαν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζανε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζατε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναβαθμίζω
αναβαθμίζεις	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζεσαι	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζεστε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζεται	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζετε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίζομε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζονται	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζονταν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζοντας	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζουμε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζουν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζουνε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίζω	verb	βελτιώνω κάποιον ή κάτι
αναβαθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίσαν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίσανε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβάθμιση
αναβαθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίσεων	=	αναβάθμιση
αναβαθμίσεως	=	αναβάθμιση
αναβαθμίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμίσιμο
αναβαθμίσιμε	adj	κλητική ενικού του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμίσιμη
αναβαθμίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσιμης	adj	γενική ενικού του αναβαθμίσιμη
αναβαθμίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσιμος	adj	που είναι κατάλληλος, μπορεί ή πρέπει να αναβαθμιστεί
αναβαθμίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναβαθμίσιμος
αναβαθμίσομε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίσου	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίσουνε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζω
αναβαθμιδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμίδωση
αναβαθμιδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναβαθμίδωση
αναβαθμιδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναβαθμίδωση
αναβαθμιζόμασταν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόμαστε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόμενος	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόμουν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόμουνα	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόντουσαν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόσασταν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόσαστε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόσουν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόσουνα	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζόταν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιζότανε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμισμένο
αναβαθμισμένε	verb	κλητική ενικού του αναβαθμισμένος
αναβαθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμισμένη
αναβαθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβαθμισμένος
αναβαθμισμένης	verb	γενική ενικού του αναβαθμισμένη
αναβαθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναβαθμισμένος
αναβαθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμισμένος
αναβαθμισμένος	=	αναβαθμίζω
αναβαθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβαθμισμένος
αναβαθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναβαθμισμένος
αναβαθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναβαθμισμένος
αναβαθμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστήκαν	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιστήκανε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμιστούνε	=	αναβαθμίζω
αναβαθμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμίζομαι
αναβαθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμός
αναβαθμολογήθηκα	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογήθηκαν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογήθηκε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογήθηκες	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσαν	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσανε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμολόγηση
αναβαθμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσεων	=	αναβαθμολόγηση
αναβαθμολογήσεως	=	αναβαθμολόγηση
αναβαθμολογήσου	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογήτρια	noun	κάποια που αναβαθμολογεί
αναβαθμολογήτριας	=	αναβαθμολογήτρια
αναβαθμολογήτριες	=	αναβαθμολογήτρια
αναβαθμολογεί	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογείς	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογείσαι	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογείστε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογείται	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογείτε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογηθήκαμε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογηθήκαν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογηθήκανε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογηθήκατε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογηθεί	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογηθείτε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμολογημένο
αναβαθμολογημένε	verb	κλητική ενικού του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμολογημένη
αναβαθμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογημένης	verb	γενική ενικού του αναβαθμολογημένη
αναβαθμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογημένος	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναβαθμολογημένος
αναβαθμολογητές	=	αναβαθμολογητής
αναβαθμολογητή	=	αναβαθμολογητής
αναβαθμολογητής	noun	κάποιος που αναβαθμολογεί
αναβαθμολογητριών	=	αναβαθμολογήτρια
αναβαθμολογητών	=	αναβαθμολογητής
αναβαθμολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούμασταν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούμαστε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούμε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούμουν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούν	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούνε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούνται	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούνταν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούσα	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσαμε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσαν	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσανε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσασταν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούσαστε	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογούσατε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσε	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσες	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολογούσουν	=	αναβαθμολογούμαι
αναβαθμολογώ	verb	βαθμολογώ εκ νέου, ιδίως επειδή οι προηγούμενες βαθμολογίες από διαφορετικούς βαθμολογητές είχαν μεγάλη διαφορά μεταξύ τους
αναβαθμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολόγει	=	αναβαθμολογώ
αναβαθμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαθμολογώ
αναβαθμολόγηση	noun	η επανάληψη της βαθμολόγησης
αναβαθμολόγησης	=	αναβαθμολόγηση
αναβαθμού	noun	γενική ενικού του αναβαθμός
αναβαθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναβαθμός
αναβαθμό	noun	αιτιατική ενικού του αναβαθμός
αναβαθμός	noun|formal	σκαλοπάτι
αναβαθμών	noun	γενική πληθυντικού του αναβαθμός
αναβαθρών	noun	γενική πληθυντικού του αναβάθρα
αναβαλλόμασταν	=	αναβάλλω
αναβαλλόμαστε	=	αναβάλλω
αναβαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαλλόμενο
αναβαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαλλόμενη
αναβαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμενης	verb	γενική ενικού του αναβαλλόμενη
αναβαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμενος	noun	επίπληξη	verb|rare	που αναβάλλεται συνέχεια
αναβαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναβαλλόμενος
αναβαλλόμουν	=	αναβάλλω
αναβαλλόμουνα	=	αναβάλλω
αναβαλλόντουσαν	=	αναβάλλω
αναβαλλόσασταν	=	αναβάλλω
αναβαλλόσαστε	=	αναβάλλω
αναβαλλόσουν	=	αναβάλλω
αναβαλλόσουνα	=	αναβάλλω
αναβαλλόταν	=	αναβάλλω
αναβαλλότανε	=	αναβάλλω
αναβαπτίζαμε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζαν	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζανε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζατε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζει	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζεις	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζετε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζομαι	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζοντας	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζουμε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζουν	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζουνε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίζω	verb	βαπτίζω ξανά, εκ νέου
αναβαπτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίσαν	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίσανε	=	αναβαπτίζω
αναβαπτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβάπτιση
αναβαπτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναβάπτιση
αναβαπτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναβάπτιση
αναβαπτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβάπτισμα
αναβαπτίσματος	noun	γενική ενικού του αναβάπτισμα
αναβαπτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβαπτίζω
αναβαπτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναβάπτισμα
αναβαπτισμέ	adj	αναβαπτισμός, στην κλητική του ενικού
αναβαπτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαπτισμένο
αναβαπτισμένε	verb	κλητική ενικού του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβαπτισμένη
αναβαπτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμένης	verb	γενική ενικού του αναβαπτισμένη
αναβαπτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναβαπτισμένος
αναβαπτισμοί	adj	αναβαπτισμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
αναβαπτισμού	adj	γενική ενικού του αναβαπτισμός
αναβαπτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναβαπτισμός
αναβαπτισμό	adj	αναβαπτισμός, στην αιτιατική του ενικού
αναβαπτισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναβαπτίζω
αναβαπτισμών	adj	γενική πληθυντικού του αναβαπτισμός
αναβαπτιστές	=	αναβαπτιστής
αναβαπτιστή	=	αναβαπτιστής
αναβαπτιστής	noun	μέλος δόγματος που πιστεύει στην συνειδητή βάπτιση απ' την μεριά του ατόμου
αναβαπτιστών	=	αναβαπτιστής
αναβαστώ	verb	υποβαστάζω, στηρίζω
αναβαστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναβαστάω / αναβαστώ
αναβατήρα	=	αναβατήρας
αναβατήρας	noun	σκαλοπάτι, σκάλα (που διευκολύνει την ανάβαση σε άμαξα ή άλλο όχημα)
αναβατήρες	=	αναβατήρας
αναβατήρων	=	αναβατήρας
αναβατικά	=	αναβατικός
αναβατικέ	=	αναβατικός
αναβατικές	=	αναβατικός
αναβατική	=	αναβατικός
αναβατικής	=	αναβατικός
αναβατικοί	=	αναβατικός
αναβατικού	=	αναβατικός
αναβατικούς	=	αναβατικός
αναβατικό	=	αναβατικός
αναβατικός	adj|formal	που έχει σχέση με ανάβαση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αναβατικών	=	αναβατικός
αναβατορίου	=	αναβατόριο
αναβατορίων	=	αναβατόριο
αναβατριών	noun	γενική πληθυντικού του αναβάτρια
αναβατό	adj	τυροκ. ειδικό είδος ξινοτυριού που παρασκευάζεται στα Γρεβενά.
αναβατόρι	noun	άλλη μορφή του αναβατόριο
αναβατόρια	=	αναβατόριο
αναβατόριο	noun	ειδικό ανυψωτικό μηχάνημα με το οποίο ανεβάζουν υλικά (ή και ανθρώπους) σε υψηλότερο επίπεδο ή τα κατεβάζουν σε χαμηλότερο
αναβατόριου	=	αναβατόριο
αναβατόριων	=	αναβατόριο
αναβατός	=	αναβατό
αναβατών	=	αναβάτης
αναβαφτίζω	verb	άλλη μορφή του αναβαπτίζω
αναβιβάζαμε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζαν	=	αναβιβάζω
αναβιβάζανε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζατε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζει	=	αναβιβάζω
αναβιβάζεις	=	αναβιβάζω
αναβιβάζεσαι	=	αναβιβάζω
αναβιβάζεστε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζεται	=	αναβιβάζω
αναβιβάζετε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζομαι	=	αναβιβάζω
αναβιβάζομε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζονται	=	αναβιβάζω
αναβιβάζονταν	=	αναβιβάζω
αναβιβάζοντας	=	αναβιβάζω
αναβιβάζουμε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζουν	=	αναβιβάζω
αναβιβάζουνε	=	αναβιβάζω
αναβιβάζω	verb|formal	ανεβάζω κάτι ή κάποιον
αναβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάσαν	=	αναβιβάζω
αναβιβάσανε	=	αναβιβάζω
αναβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβίβαση
αναβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάσεων	=	αναβίβαση
αναβιβάσεως	=	αναβίβαση
αναβιβάσομε	=	αναβιβάζω
αναβιβάσου	=	αναβιβάζω
αναβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάσουνε	=	αναβιβάζω
αναβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβάστηκα	=	αναβιβάζω
αναβιβάστηκαν	=	αναβιβάζω
αναβιβάστηκε	=	αναβιβάζω
αναβιβάστηκες	=	αναβιβάζω
αναβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιβάζω
αναβιβαζόμασταν	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόμαστε	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόμουν	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόμουνα	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόντουσαν	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόσασταν	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόσαστε	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόσουν	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόσουνα	=	αναβιβάζω
αναβιβαζόταν	=	αναβιβάζω
αναβιβαζότανε	=	αναβιβάζω
αναβιβασμέ	noun	κλητική ενικού του αναβιβασμός
αναβιβασμένος	=	αναβιβάζω
αναβιβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβιβασμός
αναβιβασμού	noun	γενική ενικού του αναβιβασμός
αναβιβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναβιβασμός
αναβιβασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναβιβασμός
αναβιβασμός	noun|dated	ανέβασμα
αναβιβασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναβιβασμός
αναβιβαστήκαμε	=	αναβιβάζω
αναβιβαστήκαν	=	αναβιβάζω
αναβιβαστήκανε	=	αναβιβάζω
αναβιβαστήκατε	=	αναβιβάζω
αναβιβαστεί	=	αναβιβάζω
αναβιβαστείς	=	αναβιβάζω
αναβιβαστείτε	=	αναβιβάζω
αναβιβαστούμε	=	αναβιβάζω
αναβιβαστούν	=	αναβιβάζω
αναβιβαστούνε	=	αναβιβάζω
αναβιβαστώ	=	αναβιβάζω
αναβιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναβίωμα
αναβιωμένα	=	αναβιωμένος
αναβιωμένε	=	αναβιωμένος
αναβιωμένες	=	αναβιωμένος
αναβιωμένη	=	αναβιωμένος
αναβιωμένης	=	αναβιωμένος
αναβιωμένο	=	αναβιωμένος
αναβιωμένοι	=	αναβιωμένος
αναβιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναβιώνω
αναβιωμένου	=	αναβιωμένος
αναβιωμένους	=	αναβιωμένος
αναβιωμένων	=	αναβιωμένος
αναβιωτές	=	αναβιωτής
αναβιωτή	=	αναβιωτής
αναβιωτής	noun	αυτός που αναβιώνει κάτι
αναβιωτών	=	αναβιωτής
αναβιώ	verb|formal	άλλη μορφή του αναβιώνω
αναβιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβίωμα
αναβιώματος	noun	γενική ενικού του αναβίωμα
αναβιώναμε	=	αναβιώνω
αναβιώναν	=	αναβιώνω
αναβιώνανε	=	αναβιώνω
αναβιώνατε	=	αναβιώνω
αναβιώνει	=	αναβιώνω
αναβιώνεις	=	αναβιώνω
αναβιώνετε	=	αναβιώνω
αναβιώνοντας	=	αναβιώνω
αναβιώνουμε	=	αναβιώνω
αναβιώνουν	=	αναβιώνω
αναβιώνουνε	=	αναβιώνω
αναβιώνω	verb	επαναφέρω στη ζωή
αναβιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώσαν	=	αναβιώνω
αναβιώσανε	=	αναβιώνω
αναβιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβίωση
αναβιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναβίωση
αναβιώσεως	noun	λόγιος τύπος του αναβίωσης (γενική ενικού του αναβίωση)
αναβιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβιώνω
αναβιώτρια	=	αναβιωτής
αναβλάστηση	noun	η εκ νέου βλάστηση
αναβλάστησης	noun	γενική ενικού του αναβλάστηση
αναβλέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβλεμμα
αναβλέμματος	noun	γενική ενικού του ανάβλεμμα
αναβλέπαμε	=	αναβλέπω
αναβλέπαν	=	αναβλέπω
αναβλέπανε	=	αναβλέπω
αναβλέπατε	=	αναβλέπω
αναβλέπει	=	αναβλέπω
αναβλέπεις	=	αναβλέπω
αναβλέπετε	=	αναβλέπω
αναβλέπομε	=	αναβλέπω
αναβλέποντας	=	αναβλέπω
αναβλέπουμε	=	αναβλέπω
αναβλέπουν	=	αναβλέπω
αναβλέπουνε	=	αναβλέπω
αναβλέπω	verb	βλέπω προς τα πάνω, σηκώνω το βλέμμα.
αναβλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψαν	=	αναβλέπω
αναβλέψανε	=	αναβλέπω
αναβλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψεων	=	ανάβλεψη
αναβλέψεως	=	ανάβλεψη
αναβλέψομε	=	αναβλέπω
αναβλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψουνε	=	αναβλέπω
αναβλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλέπω
αναβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβλαστήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβλάστηση
αναβλαστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναβλάστηση
αναβλαστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναβλάστηση
αναβλεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβλεμμα
αναβληθέν	=	αναβληθείς
αναβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβληθήκαν	=	αναβάλλω
αναβληθήκανε	=	αναβάλλω
αναβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβληθείς	verb|formal	που αναβλήθηκε
αναβληθείσα	=	αναβληθείς
αναβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβληθούνε	=	αναβάλλω
αναβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβάλλομαι
αναβλημένος	=	αναβάλλω
αναβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβλητικό
αναβλητικέ	adj	κλητική ενικού του αναβλητικός
αναβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβλητική
αναβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβλητικός
αναβλητικής	adj	γενική ενικού του αναβλητική
αναβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβλητικός
αναβλητικοτήτων	=	αναβλητικότητα
αναβλητικού	adj	γενική ενικού του αναβλητικός
αναβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναβλητικός
αναβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναβλητικός
αναβλητικός	adj	που αναβάλλει
αναβλητικότητα	noun	το να είναι κανείς αναβλητικός
αναβλητικότητας	noun	γενική ενικού του αναβλητικότητα
αναβλητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβλητικότητα
αναβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναβλητικός
αναβλητικώς	adv|dated	αναβλητικά
αναβλύζαμε	=	αναβλύζω
αναβλύζαν	=	αναβλύζω
αναβλύζανε	=	αναβλύζω
αναβλύζατε	=	αναβλύζω
αναβλύζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναβλύζω
αναβλύζεις	=	αναβλύζω
αναβλύζετε	=	αναβλύζω
αναβλύζοντας	=	αναβλύζω
αναβλύζουμε	=	αναβλύζω
αναβλύζουν	=	αναβλύζω
αναβλύζουνε	=	αναβλύζω
αναβλύζω	verb	ξεχύνομαι ορμητικά
αναβλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσαν	=	αναβλύζω
αναβλύσανε	=	αναβλύζω
αναβλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβλυση
αναβλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάβλυση
αναβλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβλύζω
αναβολέα	=	αναβολέας
αναβολέας	noun	μεταλλικός κρίκος που κρέμεται από τη σέλα.
αναβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβολή
αναβολέων	=	αναβολέας
αναβολέως	=	αναβολέας
αναβολή	noun	η ενέργεια με την οποία μεταθέτω στο μέλλον μια ενέργεια ή μια υποχρέωση
αναβολής	=	αναβολή
αναβολίζαμε	=	αναβολίζω
αναβολίζαν	=	αναβολίζω
αναβολίζανε	=	αναβολίζω
αναβολίζατε	=	αναβολίζω
αναβολίζει	=	αναβολίζω
αναβολίζεις	=	αναβολίζω
αναβολίζετε	=	αναβολίζω
αναβολίζοντας	=	αναβολίζω
αναβολίζουμε	=	αναβολίζω
αναβολίζουν	=	αναβολίζω
αναβολίζουνε	=	αναβολίζω
αναβολίζω	verb	παρέχω αναβολικά, ντοπάρω
αναβολίσαμε	=	αναβολίζω
αναβολίσαν	=	αναβολίζω
αναβολίσανε	=	αναβολίζω
αναβολίσατε	=	αναβολίζω
αναβολίσει	=	αναβολίζω
αναβολίστε	=	αναβολίζω
αναβολείς	=	αναβολέας
αναβολικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβολικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβολικό, ουδέτερο του αναβολικός
αναβολικέ	adj	κλητική ενικού του αναβολικός
αναβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβολική
αναβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβολικός
αναβολικής	adj	γενική ενικού του αναβολική
αναβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβολικός
αναβολικού	adj	γενική ενικού του αναβολικός
αναβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναβολικός
αναβολικό	adj	αιτιατική ενικού του αναβολικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται για την αναβολική του δράση στον μεταβολισμό των πρωτεϊνών και χρησιμοποιείται συνήθως για την βελτίωση των αθλητικών επιδόσεων
αναβολικός	adj	που έχει σχέση με τον αναβολισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον ευνοεί
αναβολικών	adj	γενική πληθυντικού του αναβολικός
αναβολισμέ	noun	κλητική ενικού του αναβολισμός
αναβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβολισμός
αναβολισμού	noun	γενική ενικού του αναβολισμός
αναβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναβολισμός
αναβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναβολισμός
αναβολισμός	noun	η λειτουργία του οργανισμού κατά την οποία χρησιμοποιεί τα απλούστερα συστατικά (που προήλθαν από τον καταβολισμό των ουσιών που έχει προσλάβει), για να συνθέσει πολυπλοκότερες ενώσεις
αναβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναβολισμός
αναβολών	=	αναβολή
αναβοσβήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβόσβημα
αναβοσβήματος	noun	γενική ενικού του αναβόσβημα
αναβοσβήναμε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήναν	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνανε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνατε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνει	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνεις	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνετε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνομε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνοντας	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνουμε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνουν	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνουνε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήνω	verb	ανάβω και σβήνω κάτι διαδοχικά
αναβοσβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσαν	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήσανε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσιμο	noun	το εναλλάξ και κατ' επανάληψη άναμμα και σβήσιμο
αναβοσβήσομε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσουνε	=	αναβοσβήνω
αναβοσβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβοσβημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναβόσβημα
αναβοσβησίματα	=	αναβοσβήσιμο
αναβοσβησίματος	=	αναβοσβήσιμο
αναβοσβησιμάτων	=	αναβοσβήσιμο
αναβοσβησμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβοσβησμένο
αναβοσβησμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβοσβησμένη
αναβοσβησμένης	verb	γενική ενικού του αναβοσβησμένη
αναβοώ	verb|formal	φωνάζω με δύναμη
αναβοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναβοώ
αναβράζαμε	=	αναβράζω
αναβράζαν	=	αναβράζω
αναβράζανε	=	αναβράζω
αναβράζατε	=	αναβράζω
αναβράζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναβράζω
αναβράζεις	=	αναβράζω
αναβράζετε	=	αναβράζω
αναβράζομε	=	αναβράζω
αναβράζον	=	αναβράζων
αναβράζοντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναβράζων
αναβράζοντας	=	αναβράζω
αναβράζοντες	=	αναβράζων
αναβράζοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αναβράζων
αναβράζουμε	=	αναβράζω
αναβράζουν	=	αναβράζω
αναβράζουνε	=	αναβράζω
αναβράζουσα	=	αναβράζων
αναβράζουσας	=	αναβράζων
αναβράζουσες	=	αναβράζων
αναβράζω	verb	βράζω, κοχλάζω, αφρίζω
αναβράζων	verb	που αναβράζει
αναβράσαμε	=	αναβράζω
αναβράσαν	=	αναβράζω
αναβράσανε	=	αναβράζω
αναβράσατε	=	αναβράζω
αναβράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβράζω
αναβράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβράζω
αναβράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβράζω
αναβράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβρασμα
αναβράσματος	noun	γενική ενικού του ανάβρασμα
αναβράσομε	=	αναβράζω
αναβράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβράζω
αναβράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβράζω
αναβράσουνε	=	αναβράζω
αναβράστε	=	αναβράζω
αναβράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβράζω
αναβραζουσών	=	αναβράζων
αναβραζούσης	=	αναβράζων
αναβραζόντων	=	αναβράζων
αναβρασμά	=	αναβρασμός
αναβρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβρασμα
αναβρασμέ	noun	κλητική ενικού του αναβρασμός
αναβρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβρασμένο
αναβρασμένε	verb	κλητική ενικού του αναβρασμένος
αναβρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβρασμένη
αναβρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβρασμένος
αναβρασμένης	verb	γενική ενικού του αναβρασμένη
αναβρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναβρασμένος
αναβρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβρασμένος
αναβρασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αναβράζω
αναβρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναβρασμένος
αναβρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναβρασμένος
αναβρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναβρασμένος
αναβρασμές	=	αναβρασμός
αναβρασμή	=	αναβρασμός
αναβρασμής	=	αναβρασμός
αναβρασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβρασμός
αναβρασμού	noun	γενική ενικού του αναβρασμός
αναβρασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναβρασμός
αναβρασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναβρασμός
αναβρασμός	noun	το αποτέλεσμα τού αναβράζω
αναβρασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναβρασμός
αναβραστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβραστό
αναβραστέ	adj	κλητική ενικού του αναβραστός
αναβραστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβραστή
αναβραστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναβραστός
αναβραστής	adj	γενική ενικού του αναβραστή
αναβραστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναβραστός
αναβραστού	adj	γενική ενικού του αναβραστός
αναβραστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναβραστός
αναβραστό	adj	αιτιατική ενικού του αναβραστός
αναβραστός	adj	ζεματιστός
αναβραστών	adj	γενική πληθυντικού του αναβραστός
αναβρεξά	noun	η ξηρασία, η ανομβρία (ντοπιολαλιά της Σαντορίνης)
αναβρεξάς	=	αναβρεξά
αναβρεξές	=	αναβρεξά
αναβρεξών	=	αναβρεξά
αναβροχιά	noun	η έλλειψη ή σημαντική μείωση βροχής, ή το χρονικό διάστημα αυτής της έλλειψης
αναβροχιάς	noun	γενική ενικού του αναβροχιά
αναβροχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβροχιά
αναβροχιών	=	αναβροχιά
αναβρυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβρυσμα
αναβρυτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναβρυτήριο
αναβρυτήριο	noun|formal	σιντριβάνι, πίδακας
αναβρυτήριου	=	αναβρυτήριο
αναβρυτηρίου	noun	γενική ενικού του αναβρυτήριο
αναβρυτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αναβρυτήριο
αναβρυώ	verb	άλλη μορφή του αναβρύζω
αναβρύζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναβρύζω
αναβρύζω	verb	άλλη μορφή του αναβλύζω
αναβρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάβρυση
αναβρύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάβρυση
αναβρύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάβρυσμα
αναβρύσματος	noun	γενική ενικού του ανάβρυσμα
αναβρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναβρύζω
αναβυσσιώτικα	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικε	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικες	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικη	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικης	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικο	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικοι	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικος	adj	ο σχετικός με την Ανάβυσσο ή τους κατοίκους της
αναβυσσιώτικου	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικους	=	αναβυσσιώτικος
αναβυσσιώτικων	=	αναβυσσιώτικος
αναβόλιζα	=	αναβολίζω
αναβόλιζαν	=	αναβολίζω
αναβόλιζε	=	αναβολίζω
αναβόλιζες	=	αναβολίζω
αναβόλισα	=	αναβολίζω
αναβόλισαν	=	αναβολίζω
αναβόλισε	=	αναβολίζω
αναβόλισες	=	αναβολίζω
αναβόμασταν	=	ανάβω
αναβόμαστε	=	ανάβω
αναβόμουν	=	ανάβω
αναβόμουνα	=	ανάβω
αναβόντουσαν	=	ανάβω
αναβόσασταν	=	ανάβω
αναβόσαστε	=	ανάβω
αναβόσβημα	noun	το εναλλάξ και κατ' επανάληψη άναμμα και σβήσιμο
αναβόσβηνα	=	αναβοσβήνω
αναβόσβηναν	=	αναβοσβήνω
αναβόσβηνε	=	αναβοσβήνω
αναβόσβηνες	=	αναβοσβήνω
αναβόσβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβόσβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβόσβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβόσβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναβοσβήνω
αναβόσουν	=	ανάβω
αναβόσουνα	=	ανάβω
αναβόταν	=	ανάβω
αναβότανε	=	ανάβω
αναγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανάγω
αναγάλλια	noun|literary	η αγαλλίαση
αναγάλλιαζα	=	αναγαλλιάζω
αναγάλλιαζαν	=	αναγαλλιάζω
αναγάλλιαζε	=	αναγαλλιάζω
αναγάλλιαζες	=	αναγαλλιάζω
αναγάλλιας	noun	γενική ενικού του αναγάλλια
αναγάλλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγάλλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγάλλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγάλλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγάλλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγάλλια
αναγέλα	=	αναγελώ
αναγέλαγε	=	αναγελώ
αναγέλασα	=	αναγελώ
αναγέλασαν	=	αναγελώ
αναγέλασε	=	αναγελώ
αναγέλασες	=	αναγελώ
αναγέλασμα	noun	ο εμπαιγμός
αναγέννα	=	αναγεννώ
αναγένναγε	=	αναγεννώ
αναγέννησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγέννησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγέννησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγέννησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγέννηση	noun	η νέα γέννηση ή η εκ νέου δημιουργία
αναγέννησης	noun	γενική ενικού του αναγέννηση
αναγέρνω	verb	γέρνω ελαφρά
αναγαλλίδα	noun	χαμηλό ετήσιο φυτό με λεπτά στελέχη και μικρά, έντονα χρωματισμένα άνθη, που ανήκει στο γένος Anagallis και φύεται κυρίως σε εύκρατες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας
αναγαλλίδας	=	αναγαλλίδα
αναγαλλίδες	=	αναγαλλίδα
αναγαλλίδων	=	αναγαλλίδα
αναγαλλίς	noun|formal	άλλη μορφή του αναγαλλίδα
αναγαλλιάζαμε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζαν	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζανε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζατε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζει	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζεις	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζετε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζομε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζοντας	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζουμε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζουν	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζουνε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάζω	verb	αισθάνομαι ευφροσύνη, μεγάλη χαρά και αγαλλίαση
αναγαλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσαν	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσανε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσομε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσουνε	=	αναγαλλιάζω
αναγαλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγαλλιάζω
αναγαλλιών	noun	γενική πληθυντικού του αναγάλλια
αναγγέλθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγέλθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγέλθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγέλθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγέλλαμε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλαν	=	αναγγέλλω
αναγγέλλανε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλατε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλει	=	αναγγέλλω
αναγγέλλεις	=	αναγγέλλω
αναγγέλλεσαι	=	αναγγέλλω
αναγγέλλεστε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλεται	=	αναγγέλλω
αναγγέλλετε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναγγέλλω
αναγγέλλομε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλονται	=	αναγγέλλω
αναγγέλλονταν	=	αναγγέλλω
αναγγέλλοντας	=	αναγγέλλω
αναγγέλλου	=	αναγγέλλω
αναγγέλλουμε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλουν	=	αναγγέλλω
αναγγέλλουνε	=	αναγγέλλω
αναγγέλλω	verb	φέρνω μια είδηση, ανακοινώνω, δημοσιοποιώ
αναγγέλσου	=	αναγγέλλω
αναγγέλω	=	αναγγέλλω
αναγγείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλαν	=	αναγγέλλω
αναγγείλανε	=	αναγγέλλω
αναγγείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλομε	=	αναγγέλλω
αναγγείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλουνε	=	αναγγέλλω
αναγγείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλω
αναγγελία	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναγγέλλω
αναγγελίας	noun	γενική ενικού του αναγγελία
αναγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγγελία
αναγγελθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθήκαν	=	αναγγέλλω
αναγγελθήκανε	=	αναγγέλλω
αναγγελθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελθούνε	=	αναγγέλλω
αναγγελθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγγέλλομαι
αναγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του αναγγελία
αναγγελλόμασταν	=	αναγγέλλω
αναγγελλόμαστε	=	αναγγέλλω
αναγγελλόμενος	=	αναγγέλλω
αναγγελλόμουν	=	αναγγέλλω
αναγγελλόμουνα	=	αναγγέλλω
αναγγελλόντουσαν	=	αναγγέλλω
αναγγελλόσασταν	=	αναγγέλλω
αναγγελλόσαστε	=	αναγγέλλω
αναγγελλόσουν	=	αναγγέλλω
αναγγελλόσουνα	=	αναγγέλλω
αναγγελλόταν	=	αναγγέλλω
αναγγελλότανε	=	αναγγέλλω
αναγγελμένος	=	αναγγέλλω
αναγγελτήρια	=	αναγγελτήριο
αναγγελτήριο	noun	το αγγελτήριο
αναγγελτήριου	=	αναγγελτήριο
αναγγελτήριων	=	αναγγελτήριο
αναγγελτηρίου	=	αναγγελτήριο
αναγγελτηρίων	=	αναγγελτήριο
αναγείραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγείρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγέρνω
αναγεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγεγραμμένο
αναγεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του αναγεγραμμένος
αναγεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγεγραμμένη
αναγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγεγραμμένος
αναγεγραμμένης	verb	γενική ενικού του αναγεγραμμένη
αναγεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγεγραμμένος
αναγεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγεγραμμένος
αναγεγραμμένος	=	αναγραμμένος
αναγεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγεγραμμένος
αναγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγεγραμμένος
αναγεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγεγραμμένος
αναγελά	=	αναγελώ
αναγελάει	=	αναγελώ
αναγελάμε	=	αναγελώ
αναγελάν	=	αναγελώ
αναγελάνε	=	αναγελώ
αναγελάς	=	αναγελώ
αναγελάσαμε	=	αναγελώ
αναγελάσαν	=	αναγελώ
αναγελάσανε	=	αναγελώ
αναγελάσατε	=	αναγελώ
αναγελάσει	=	αναγελώ
αναγελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγέλασμα
αναγελάσματος	noun	γενική ενικού του αναγέλασμα
αναγελάστε	=	αναγελώ
αναγελάτε	=	αναγελώ
αναγελάω	=	αναγελώ
αναγελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναγέλασμα
αναγελούμε	=	αναγελώ
αναγελούν	=	αναγελώ
αναγελούνε	=	αναγελώ
αναγελούσα	=	αναγελώ
αναγελούσαμε	=	αναγελώ
αναγελούσαν	=	αναγελώ
αναγελούσανε	=	αναγελώ
αναγελούσατε	=	αναγελώ
αναγελούσε	=	αναγελώ
αναγελούσες	=	αναγελώ
αναγελώ	verb	εμπαίζω
αναγελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναγελώ
αναγεννά	=	αναγεννώ
αναγεννάει	=	αναγεννώ
αναγεννάμε	=	αναγεννώ
αναγεννάν	=	αναγεννώ
αναγεννάνε	=	αναγεννώ
αναγεννάς	=	αναγεννώ
αναγεννάστε	=	αναγεννώ
αναγεννάτε	=	αναγεννώ
αναγεννάω	=	αναγεννώ
αναγεννήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσαν	=	αναγεννώ
αναγεννήσανε	=	αναγεννώ
αναγεννήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγέννηση
αναγεννήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναγέννηση
αναγεννήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναγέννηση
αναγεννήσου	=	αναγεννώ
αναγεννήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσουνε	=	αναγεννώ
αναγεννήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννώ
αναγεννήτρια	noun	κάποια που συμβάλλει στην αναγέννηση
αναγεννήτριας	=	αναγεννήτρια
αναγεννήτριες	=	αναγεννήτρια
αναγεννηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθήκαν	=	αναγεννώ
αναγεννηθήκανε	=	αναγεννώ
αναγεννηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννηθούνε	=	αναγεννώ
αναγεννηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγεννιέμαι
αναγεννημένος	=	αναγεννώ
αναγεννησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγεννησιακό
αναγεννησιακέ	adj	κλητική ενικού του αναγεννησιακός
αναγεννησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγεννησιακή
αναγεννησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγεννησιακός
αναγεννησιακής	adj	γενική ενικού του αναγεννησιακή
αναγεννησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγεννησιακός
αναγεννησιακού	adj	γενική ενικού του αναγεννησιακός
αναγεννησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγεννησιακός
αναγεννησιακό	adj	αιτιατική ενικού του αναγεννησιακός
αναγεννησιακός	adj	που αναφέρεται στην εποχή της Αναγέννησης
αναγεννησιακών	adj	γενική πληθυντικού του αναγεννησιακός
αναγεννητές	=	αναγεννητής
αναγεννητή	=	αναγεννητής
αναγεννητής	noun	κάποιος που συμβάλλει στην αναγέννηση
αναγεννητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγεννητικό
αναγεννητικέ	adj	κλητική ενικού του αναγεννητικός
αναγεννητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγεννητική
αναγεννητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγεννητικός
αναγεννητικής	adj	γενική ενικού του αναγεννητική
αναγεννητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγεννητικός
αναγεννητικού	adj	γενική ενικού του αναγεννητικός
αναγεννητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγεννητικός
αναγεννητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγεννητικός
αναγεννητικός	adj	που συντελεί στην αναγέννηση ή την προκαλεί
αναγεννητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγεννητικός
αναγεννητριών	=	αναγεννήτρια
αναγεννητών	=	αναγεννητής
αναγεννιέμαι	verb	γεννιέμαι εκ νέου, ξαναγεννιέμαι
αναγεννιούνταν	=	αναγεννώ
αναγεννιόντουσαν	=	αναγεννώ
αναγεννούμε	=	αναγεννώ
αναγεννούν	=	αναγεννώ
αναγεννούνε	=	αναγεννώ
αναγεννούσα	=	αναγεννώ
αναγεννούσαμε	=	αναγεννώ
αναγεννούσαν	=	αναγεννώ
αναγεννούσανε	=	αναγεννώ
αναγεννούσατε	=	αναγεννώ
αναγεννούσε	=	αναγεννώ
αναγεννούσες	=	αναγεννώ
αναγεννόμαστε	=	αναγεννώ
αναγεννώ	verb	κάνω κάτι να εμφανιστεί ξανά ακμαίο και σαν καινούργιο
αναγεννώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναγεννώ
αναγεννώμενος	=	αναγεννώ
αναγεννώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναγεννώ / αναγεννάω
αναγερτά	adv	με αναγερτό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγερτό
αναγερτέ	adj	κλητική ενικού του αναγερτός
αναγερτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγερτή
αναγερτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγερτός
αναγερτής	adj	γενική ενικού του αναγερτή
αναγερτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγερτός
αναγερτού	adj	γενική ενικού του αναγερτός
αναγερτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγερτός
αναγερτό	adj	αιτιατική ενικού του αναγερτός
αναγερτός	adj	ο ελαφρά γερμένος προς τα πίσω ή προς το πλάι
αναγερτών	adj	γενική πληθυντικού του αναγερτός
αναγιγνώσκω	verb	κάνω ανάγνωση, διαβάζω
αναγινώσκω	verb	διαβάζω κείμενο
αναγκάζαμε	=	αναγκάζω
αναγκάζαν	=	αναγκάζω
αναγκάζανε	=	αναγκάζω
αναγκάζατε	=	αναγκάζω
αναγκάζει	=	αναγκάζω
αναγκάζεις	=	αναγκάζω
αναγκάζεσαι	=	αναγκάζω
αναγκάζεστε	=	αναγκάζω
αναγκάζεται	=	αναγκάζω
αναγκάζετε	=	αναγκάζω
αναγκάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναγκάζω
αναγκάζομε	=	αναγκάζω
αναγκάζονται	=	αναγκάζω
αναγκάζονταν	=	αναγκάζω
αναγκάζοντας	=	αναγκάζω
αναγκάζουμε	=	αναγκάζω
αναγκάζουν	=	αναγκάζω
αναγκάζουνε	=	αναγκάζω
αναγκάζω	verb	υποχρεώνω, επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
αναγκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσαν	=	αναγκάζω
αναγκάσανε	=	αναγκάζω
αναγκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσθηκα	=	αναγκάζω
αναγκάσθηκαν	=	αναγκάζω
αναγκάσθηκε	=	αναγκάζω
αναγκάσθηκες	=	αναγκάζω
αναγκάσομε	=	αναγκάζω
αναγκάσου	=	αναγκάζω
αναγκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάσουνε	=	αναγκάζω
αναγκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζω
αναγκαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όμορφος	noun	όσα χρειάζονται, που τα έχουμε απόλυτη ανάγκη
αναγκαίας	adj	γενική ενικού του αναγκαία
αναγκαίε	adj	αναγκαίος, στην κλητική του ενικού
αναγκαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγκαία
αναγκαίο	noun	η αναγκαιότητα	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αναγκαίος
αναγκαίοι	adj	αναγκαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αναγκαίος	adj	που χρειάζεται, που είναι απαραίτητος
αναγκαίου	adj	γενική ενικού του αναγκαίος
αναγκαίους	adj	αναγκαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αναγκαίων	noun	γενική πληθυντικού του αναγκαίο
αναγκαζόμασταν	=	αναγκάζω
αναγκαζόμαστε	=	αναγκάζω
αναγκαζόμουν	=	αναγκάζω
αναγκαζόμουνα	=	αναγκάζω
αναγκαζόντουσαν	=	αναγκάζω
αναγκαζόσασταν	=	αναγκάζω
αναγκαζόσαστε	=	αναγκάζω
αναγκαζόσουν	=	αναγκάζω
αναγκαζόσουνα	=	αναγκάζω
αναγκαζόταν	=	αναγκάζω
αναγκαζότανε	=	αναγκάζω
αναγκαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αναγκαιότητα
αναγκαιότατα	=	αναγκαίος
αναγκαιότατε	=	αναγκαίος
αναγκαιότατες	=	αναγκαίος
αναγκαιότατη	=	αναγκαίος
αναγκαιότατης	=	αναγκαίος
αναγκαιότατο	=	αναγκαίος
αναγκαιότατοι	=	αναγκαίος
αναγκαιότατος	=	αναγκαίος
αναγκαιότατου	=	αναγκαίος
αναγκαιότατους	=	αναγκαίος
αναγκαιότατων	=	αναγκαίος
αναγκαιότερα	=	αναγκαίος
αναγκαιότερε	=	αναγκαίος
αναγκαιότερες	=	αναγκαίος
αναγκαιότερη	=	αναγκαίος
αναγκαιότερης	=	αναγκαίος
αναγκαιότερο	=	αναγκαίος
αναγκαιότεροι	=	αναγκαίος
αναγκαιότερος	=	αναγκαίος
αναγκαιότερου	=	αναγκαίος
αναγκαιότερους	=	αναγκαίος
αναγκαιότερων	=	αναγκαίος
αναγκαιότητα	noun	η ιδιότητα του αναγκαίου· αναφέρεται ως επί το πλείστον σε κάτι που το επιβάλλουν οι συνθήκες αλλά και η [[λογικ], η ηθική ή η δεοντολογία
αναγκαιότητας	noun	γενική ενικού του αναγκαιότητα
αναγκαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγκαιότητα
αναγκασθήκαμε	=	αναγκάζω
αναγκασθήκαν	=	αναγκάζω
αναγκασθήκανε	=	αναγκάζω
αναγκασθήκατε	=	αναγκάζω
αναγκασθεί	=	αναγκάζω
αναγκασθείς	=	αναγκάζω
αναγκασθείτε	=	αναγκάζω
αναγκασθούμε	=	αναγκάζω
αναγκασθούν	=	αναγκάζω
αναγκασθούνε	=	αναγκάζω
αναγκασθώ	=	αναγκάζω
αναγκασμέ	noun	κλητική ενικού του αναγκασμός
αναγκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγκασμένο
αναγκασμένε	verb	κλητική ενικού του αναγκασμένος
αναγκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγκασμένη
αναγκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγκασμένος
αναγκασμένης	verb	γενική ενικού του αναγκασμένη
αναγκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγκασμένος
αναγκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγκασμένος
αναγκασμένος	verb	που είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
αναγκασμένου	verb	γενική ενικού του αναγκασμένος
αναγκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγκασμένος
αναγκασμένων	verb	γενική πληθυντικού του αναγκασμένος
αναγκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγκασμός
αναγκασμού	noun	γενική ενικού του αναγκασμός
αναγκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναγκασμός
αναγκασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναγκασμός
αναγκασμός	noun	η ενέργεια του αναγκάζω, η επιβολή της θέλησής μου πάνω σε άλλον ώστε να κάνει κάτι που θέλω εγώ, το οποίο είναι αντίθετο στις δικές του επιθυμίες
αναγκασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναγκασμός
αναγκαστά	=	αναγκαστός
αναγκαστέ	=	αναγκαστός
αναγκαστές	=	αναγκαστός
αναγκαστή	=	αναγκαστός
αναγκαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστήκαν	=	αναγκάζω
αναγκαστήκανε	=	αναγκάζω
αναγκαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστής	=	αναγκαστός
αναγκαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγκαστικό	adv	υποχρεωτικά
αναγκαστικέ	adj	κλητική ενικού του αναγκαστικός
αναγκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγκαστική
αναγκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγκαστικός
αναγκαστικής	adj	γενική ενικού του αναγκαστική
αναγκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγκαστικός
αναγκαστικού	adj	γενική ενικού του αναγκαστικός
αναγκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγκαστικός
αναγκαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγκαστικός
αναγκαστικός	adj	που επιβάλλεται αναγκαστικώς, από ανάγκη ή βία
αναγκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγκαστικός
αναγκαστικώς	adv|formal	αναγκαστικά
αναγκαστοί	=	αναγκαστός
αναγκαστού	=	αναγκαστός
αναγκαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστούνε	=	αναγκάζω
αναγκαστούς	=	αναγκαστός
αναγκαστό	=	αναγκαστός
αναγκαστός	adj|formal	άλλη μορφή του αναγκαστικός
αναγκαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγκάζομαι
αναγκαστών	=	αναγκαστός
αναγκών	noun	γενική πληθυντικού του ανάγκη
αναγλυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγλυφικό
αναγλυφικέ	adj	κλητική ενικού του αναγλυφικός
αναγλυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγλυφική
αναγλυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγλυφικός
αναγλυφικής	adj	γενική ενικού του αναγλυφική
αναγλυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγλυφικός
αναγλυφικού	adj	γενική ενικού του αναγλυφικός
αναγλυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγλυφικός
αναγλυφικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγλυφικός
αναγλυφικός	adj	ανάγλυφος
αναγλυφικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγλυφικός
αναγλυφοτυπία	noun	τεχνική εκτύπωσης ή διακόσμησης κατά την οποία η επιφάνεια αποκτά ανάγλυφο αποτέλεσμα μέσω πίεσης, με ή χωρίς μελάνι, συνδυάζοντας την αισθητική με την υλικότητα
αναγλυφοτυπίας	=	αναγλυφοτυπία
αναγλυφοτυπίες	=	αναγλυφοτυπία
αναγλυφοτυπιών	=	αναγλυφοτυπία
αναγλύφου	noun	γενική ενικού του ανάγλυφο
αναγλύφων	noun	γενική πληθυντικού του ανάγλυφο
αναγνωρίζαμε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζαν	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζανε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζατε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζει	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζεις	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζεσαι	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζεστε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναγνωρίζομαι
αναγνωρίζετε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζομαι	verb	γίνομαι αντιληπτός
αναγνωρίζομε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζονται	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζονταν	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίζουμε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζουν	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζουνε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίζω	verb	ταυτίζω κάτι ή κάποιον που βλέπω με κάτι ή κάποιον που γνωρίζω από παλιά
αναγνωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίσαν	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίσανε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνώριση
αναγνωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναγνώριση
αναγνωρίσεως	noun	γενική ενικού του αναγνώριση
αναγνωρίσιμα	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμε	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμες	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμης	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμο	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμοι	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμος	adj	που μπορεί κανείς να τον αναγνωρίσει
αναγνωρίσιμου	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμους	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσιμων	=	αναγνωρίσιμος
αναγνωρίσομε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίσου	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίσουνε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωριζόμασταν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόμαστε	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόμουν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόμουνα	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόντουσαν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόσασταν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόσαστε	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόσουν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόσουνα	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζόταν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριζότανε	=	αναγνωρίζω
αναγνωρισιμοτήτων	=	αναγνωρισιμότητα
αναγνωρισιμότητα	noun	η ιδιότητα του αναγνωρίσιμου, το να είναι κάποιος αναγνωρίσιμος και διάσημος (συχνά εξαιτίας τηλεοπτικής (υπερ)προβολής)
αναγνωρισιμότητας	=	αναγνωρισιμότητα
αναγνωρισιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωρισιμότητα
αναγνωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωρισμένο
αναγνωρισμένε	verb	κλητική ενικού του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωρισμένη
αναγνωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένης	verb	γενική ενικού του αναγνωρισμένη
αναγνωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγνωρισμένος
αναγνωριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστήκαν	=	αναγνωρίζω
αναγνωριστήκανε	=	αναγνωρίζω
αναγνωριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωριστικό	adv	με σκοπό την αναγνώριση
αναγνωριστικέ	adj	κλητική ενικού του αναγνωριστικός
αναγνωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωριστική
αναγνωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγνωριστικός
αναγνωριστικής	adj	γενική ενικού του αναγνωριστική
αναγνωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγνωριστικός
αναγνωριστικού	adj	γενική ενικού του αναγνωριστικός
αναγνωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγνωριστικός
αναγνωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγνωριστικός	noun	identifier: το όνομα που ταυτοποιεί (διότι είναι μοναδικό) μία οντότητα σε ένα πρόγραμμα, όπως είναι τα ονόματα που δίδονται σε μεταβλητές, τύπους δεδομένων, συναρτήσεις, κλάσεις και μπορεί να δημιουργηθεί από τον χρήστη ή να προϋπάρχει ενσωματωμένο (δεσμευμένο αναγνωριστικό) στη γλώσσα προγραμματισμού
αναγνωριστικός	adj	που αναφέρεται, συμβάλλει ή οδηγεί στην αναγνώριση· που είναι ικανός ή κατάλληλος για αναγνώριση
αναγνωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγνωριστικός
αναγνωριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωριστούνε	=	αναγνωρίζω
αναγνωριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζομαι
αναγνωσεις	=	αναγνώσεις
αναγνωσιμοτήτων	=	αναγνωσιμότητα
αναγνωσιμότητα	noun	η ιδιότητα του αναγνώσιμου
αναγνωσιμότητας	noun	γενική ενικού του αναγνωσιμότητα
αναγνωσιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωσιμότητα
αναγνωσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάγνωσμα
αναγνωσμένα	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένε	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένες	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένη	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένης	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένο	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένοι	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένος	adj	που έχει διαβαστεί / αναγνωσθεί
αναγνωσμένου	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένους	=	αναγνωσμένος
αναγνωσμένων	=	αναγνωσμένος
αναγνωσματάρια	=	αναγνωσματάριο
αναγνωσματάριο	noun	βιβλίο εκμάθησης ανάγνωσης, ιδιαίτερα σχολικό βιβλίο
αναγνωσματάριου	=	αναγνωσματάριο
αναγνωσματάριων	=	αναγνωσματάριο
αναγνωσματαρίου	=	αναγνωσματάριο
αναγνωσματαρίων	=	αναγνωσματάριο
αναγνωστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωστήριο
αναγνωστήριο	noun	δωμάτιο ή αίθουσα σε βιβλιοθήκη, εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οικία, στην οποία μπορεί κάποιος να διαβάσει
αναγνωστήριου	=	αναγνωστήριο
αναγνωστηρίου	noun	γενική ενικού του αναγνωστήριο
αναγνωστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αναγνωστήριο
αναγνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωστικό
αναγνωστικέ	adj	κλητική ενικού του αναγνωστικός
αναγνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνωστική
αναγνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγνωστικός
αναγνωστικής	adj	γενική ενικού του αναγνωστική
αναγνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγνωστικός
αναγνωστικοτήτων	=	αναγνωστικότητα
αναγνωστικού	adj	γενική ενικού του αναγνωστικός
αναγνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγνωστικός
αναγνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγνωστικός	noun	το σχολικό βιβλίο του Δημοτικού για τη διδασκαλία της ανάγνωσης
αναγνωστικός	adj	που αναφέρεται στην ανάγνωση
αναγνωστικότητα	noun	το να είναι κάποιος αναγνώστης, η ιδιότητα του αναγνώστη
αναγνωστικότητας	=	αναγνωστικότητα
αναγνωστικότητες	=	αναγνωστικότητα
αναγνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγνωστικός
αναγνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του αναγνώστρια
αναγνωστών	=	αναγνώστης
αναγνώθω	verb|literary	άλλη μορφή του αναγινώσκω
αναγνώριζα	=	αναγνωρίζω
αναγνώριζαν	=	αναγνωρίζω
αναγνώριζε	=	αναγνωρίζω
αναγνώριζες	=	αναγνωρίζω
αναγνώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγνωρίζω
αναγνώριση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναγνωρίζω
αναγνώρισης	noun	γενική ενικού του αναγνώριση
αναγνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγνωση
αναγνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάγνωση
αναγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάγνωση
αναγνώσιμα	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμε	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμες	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμη	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμης	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμο	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμοι	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμος	adj	που μπορεί να αναγνωστεί, να διαβαστεί
αναγνώσιμου	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμους	=	αναγνώσιμος
αναγνώσιμων	=	αναγνώσιμος
αναγνώσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγνωσμα
αναγνώσματος	noun	γενική ενικού του ανάγνωσμα
αναγνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγινώσκω
αναγνώστες	=	αναγνώστης
αναγνώστη	noun	γενική ενικού του αναγνώστης
αναγνώστης	noun	αυτός που διαβάζει ένα κείμενο
αναγνώστρια	noun	θηλυκό του αναγνώστης
αναγνώστριας	noun	γενική ενικού του αναγνώστρια
αναγνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγνώστρια
αναγνώσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου του αναγινώσκω
αναγομωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομωμένα	=	αναγομωμένος
αναγομωμένε	=	αναγομωμένος
αναγομωμένες	=	αναγομωμένος
αναγομωμένη	=	αναγομωμένος
αναγομωμένης	=	αναγομωμένος
αναγομωμένο	=	αναγομωμένος
αναγομωμένοι	=	αναγομωμένος
αναγομωμένος	verb	που έχει αναγομωθεί
αναγομωμένου	=	αναγομωμένος
αναγομωμένους	=	αναγομωμένος
αναγομωμένων	=	αναγομωμένος
αναγομώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνομαι
αναγομώναμε	=	αναγομώνω
αναγομώναν	=	αναγομώνω
αναγομώνανε	=	αναγομώνω
αναγομώνατε	=	αναγομώνω
αναγομώνει	=	αναγομώνω
αναγομώνεις	=	αναγομώνω
αναγομώνετε	=	αναγομώνω
αναγομώνομαι	verb	γίνομαι αντικείμενο αναγόμωσης
αναγομώνοντας	=	αναγομώνω
αναγομώνουμε	=	αναγομώνω
αναγομώνουν	=	αναγομώνω
αναγομώνουνε	=	αναγομώνω
αναγομώνω	verb	ξαναγεμίζω πυρομαχικά με εκρηκτικό υλικό
αναγομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώσαν	=	αναγομώνω
αναγομώσανε	=	αναγομώνω
αναγομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγόμωση
αναγομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώσεων	=	αναγόμωση
αναγομώσεως	=	αναγόμωση
αναγομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγορευμάτων	=	αναγόρευμα
αναγορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγορευμένο
αναγορευμένε	verb	κλητική ενικού του αναγορευμένος
αναγορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγορευμένη
αναγορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγορευμένος
αναγορευμένης	verb	γενική ενικού του αναγορευμένη
αναγορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγορευμένος
αναγορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγορευμένος
αναγορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγορευμένος
αναγορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγορευμένος
αναγορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγορευμένος
αναγορεύαμε	=	αναγορεύω
αναγορεύαν	=	αναγορεύω
αναγορεύανε	=	αναγορεύω
αναγορεύατε	=	αναγορεύω
αναγορεύει	=	αναγορεύω
αναγορεύεις	=	αναγορεύω
αναγορεύετε	=	αναγορεύω
αναγορεύθηκα	=	αναγορεύομαι
αναγορεύματα	=	αναγόρευμα
αναγορεύματος	=	αναγόρευμα
αναγορεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύοντας	=	αναγορεύω
αναγορεύουμε	=	αναγορεύω
αναγορεύουν	=	αναγορεύω
αναγορεύουνε	=	αναγορεύω
αναγορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύσαν	=	αναγορεύω
αναγορεύσανε	=	αναγορεύω
αναγορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγόρευση
αναγορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναγόρευση
αναγορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναγόρευση
αναγορεύσιμα	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμε	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμες	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμη	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμης	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμο	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμοι	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμος	adj	που αξίζει να αναγορευτεί, που είναι κατάλληλος για αναγόρευση
αναγορεύσιμου	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμους	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσιμων	=	αναγορεύσιμος
αναγορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγορεύτηκα	=	αναγορεύομαι
αναγορεύω	verb	απονέμω τίτλο ή αξίωμα στο πλαίσιο κάποιας τελετής
αναγουλιάζαμε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζαν	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζανε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζατε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζει	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζεις	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζετε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζομε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζοντας	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζουμε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζουν	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζουνε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάζω	verb	μου έρχεται αναγούλα
αναγουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσαν	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάσανε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγούλιασμα
αναγουλιάσματος	noun	γενική ενικού του αναγούλιασμα
αναγουλιάσομε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσουνε	=	αναγουλιάζω
αναγουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναγούλιασμα
αναγουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγουλιασμένο
αναγουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του αναγουλιασμένος
αναγουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγουλιασμένη
αναγουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγουλιασμένος
αναγουλιασμένης	verb	γενική ενικού του αναγουλιασμένη
αναγουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγουλιασμένος
αναγουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγουλιασμένος
αναγουλιασμένος	=	αναγουλιάζω
αναγουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγουλιασμένος
αναγουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγουλιασμένος
αναγουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγουλιασμένος
αναγουλιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναγουλιαστικός	adv	με αναγουλιαστικό τρόπο
αναγουλιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αναγουλιαστικός
αναγουλιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγουλιαστική
αναγουλιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγουλιαστικός
αναγουλιαστικής	adj	γενική ενικού του αναγουλιαστική
αναγουλιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγουλιαστικός
αναγουλιαστικού	adj	γενική ενικού του αναγουλιαστικός
αναγουλιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγουλιαστικός
αναγουλιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγουλιαστικός
αναγουλιαστικός	adj	που φέρνει αναγούλα
αναγουλιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγουλιαστικός
αναγούλα	noun	τάση για εμετό
αναγούλας	noun	γενική ενικού του αναγούλα
αναγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγούλα
αναγούλιαζα	=	αναγουλιάζω
αναγούλιαζαν	=	αναγουλιάζω
αναγούλιαζε	=	αναγουλιάζω
αναγούλιαζες	=	αναγουλιάζω
αναγούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγουλιάζω
αναγούλιασμα	noun	η αναγούλα
αναγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάγραμμα
αναγράμματος	noun	γενική ενικού του ανάγραμμα
αναγράφαμε	=	αναγράφω
αναγράφαν	=	αναγράφω
αναγράφανε	=	αναγράφω
αναγράφατε	=	αναγράφω
αναγράφει	=	αναγράφω
αναγράφεις	=	αναγράφω
αναγράφεσαι	=	αναγράφω
αναγράφεστε	=	αναγράφω
αναγράφεται	=	αναγράφω
αναγράφετε	=	αναγράφω
αναγράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγράφηκε	=	αναγράφω
αναγράφηκες	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγράφομαι	=	αναγράφω
αναγράφομε	=	αναγράφω
αναγράφονται	=	αναγράφω
αναγράφονταν	=	αναγράφω
αναγράφοντας	=	αναγράφω
αναγράφου	=	αναγράφω
αναγράφουμε	=	αναγράφω
αναγράφουν	=	αναγράφω
αναγράφουνε	=	αναγράφω
αναγράφτηκα	=	αναγράφω
αναγράφτηκαν	=	αναγράφω
αναγράφτηκε	=	αναγράφω
αναγράφτηκες	=	αναγράφω
αναγράφω	verb	γράφω κάτι πάνω σε μια επιφάνεια
αναγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψαν	=	αναγράφω
αναγράψανε	=	αναγράφω
αναγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψομε	=	αναγράφω
αναγράψου	=	αναγράφω
αναγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψουνε	=	αναγράφω
αναγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφω
αναγραμμάτιζα	=	αναγραμματίζω
αναγραμμάτιζαν	=	αναγραμματίζω
αναγραμμάτιζε	=	αναγραμματίζω
αναγραμμάτιζες	=	αναγραμματίζω
αναγραμμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάγραμμα
αναγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραμμένο
αναγραμμένε	verb	κλητική ενικού του αναγραμμένος
αναγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραμμένη
αναγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγραμμένος
αναγραμμένης	verb	γενική ενικού του αναγραμμένη
αναγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγραμμένος
αναγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγραμμένος
αναγραμμένος	verb	που έχει αναγραφεί
αναγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγραμμένος
αναγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγραμμένος
αναγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγραμμένος
αναγραμματίζαμε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζαν	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζανε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζατε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζει	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζεις	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζετε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζομε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζοντας	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζουμε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζουν	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζουνε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίζω	verb	σχηματίζω μια λέξη ή μια φράση με μετάθεση των γραμμάτων που υπάρχουν σε μια άλλη λέξη η φράση
αναγραμματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσαν	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίσανε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσομε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσουνε	=	αναγραμματίζω
αναγραμματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγραμματίζω
αναγραμματισμέ	noun	κλητική ενικού του αναγραμματισμός
αναγραμματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραμματισμένο
αναγραμματισμένε	verb	κλητική ενικού του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραμματισμένη
αναγραμματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμένης	verb	γενική ενικού του αναγραμματισμένη
αναγραμματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμένος	verb	που έχει υποστεί αναγραμματισμό
αναγραμματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγραμματισμένος
αναγραμματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγραμματισμός
αναγραμματισμού	noun	γενική ενικού του αναγραμματισμός
αναγραμματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναγραμματισμός
αναγραμματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναγραμματισμός
αναγραμματισμός	noun	η δημιουργία μιας λέξης με μετάθεση των γραμμάτων που υπάρχουν σε μια φράση ή σε μια άλλη λέξη
αναγραμματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναγραμματισμός
αναγραφέα	=	αναγραφέας
αναγραφέας	noun	υπεύθυνος για την καταγραφή των νόμων (καθώς και το όργανο καταγραφής)
αναγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραφή
αναγραφέων	=	αναγραφέας
αναγραφέως	=	αναγραφέας
αναγραφή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναγράφω
αναγραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφήκαν	=	αναγράφω
αναγραφήκανε	=	αναγράφω
αναγραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφής	=	αναγραφή
αναγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφούνε	=	αναγράφω
αναγραφτήκαμε	=	αναγράφω
αναγραφτήκαν	=	αναγράφω
αναγραφτήκανε	=	αναγράφω
αναγραφτήκατε	=	αναγράφω
αναγραφτεί	=	αναγράφω
αναγραφτείς	=	αναγράφω
αναγραφτείτε	=	αναγράφω
αναγραφτούμε	=	αναγράφω
αναγραφτούν	=	αναγράφω
αναγραφτούνε	=	αναγράφω
αναγραφτώ	=	αναγράφω
αναγραφόμασταν	=	αναγράφω
αναγραφόμαστε	=	αναγράφω
αναγραφόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραφόμενο
αναγραφόμενε	verb	κλητική ενικού του αναγραφόμενος
αναγραφόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγραφόμενη
αναγραφόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγραφόμενος
αναγραφόμενης	verb	γενική ενικού του αναγραφόμενη
αναγραφόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναγραφόμενος
αναγραφόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγραφόμενος
αναγραφόμενος	verb	που αναγράφεται
αναγραφόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγραφόμενος
αναγραφόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναγραφόμενος
αναγραφόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγραφόμενος
αναγραφόμουν	=	αναγράφω
αναγραφόμουνα	=	αναγράφω
αναγραφόντουσαν	=	αναγράφω
αναγραφόσασταν	=	αναγράφω
αναγραφόσαστε	=	αναγράφω
αναγραφόσουν	=	αναγράφω
αναγραφόσουνα	=	αναγράφω
αναγραφόταν	=	αναγράφω
αναγραφότανε	=	αναγράφω
αναγραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναγράφομαι
αναγραφών	=	αναγραφή
αναγυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγύρισμα
αναγυρίσματος	noun	γενική ενικού του αναγύρισμα
αναγυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναγύρισμα
αναγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγωγή
αναγωγή	noun	η αναφορά σε κάτι παλαιότερο που το γνωρίζουμε ή μάς είναι οικείο
αναγωγής	noun	γενική ενικού του αναγωγή
αναγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγωγικό
αναγωγικέ	adj	κλητική ενικού του αναγωγικός
αναγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγωγική
αναγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγωγικός
αναγωγικής	adj	γενική ενικού του αναγωγική
αναγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγωγικός
αναγωγικού	adj	γενική ενικού του αναγωγικός
αναγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγωγικός
αναγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του αναγωγικός
αναγωγικός	adj	που έχει σχέση με την αναγωγή, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
αναγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγωγικός
αναγωγισμέ	noun	κλητική ενικού του αναγωγισμός
αναγωγισμή	=	αναγωγισμός
αναγωγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγωγισμός
αναγωγισμού	noun	γενική ενικού του αναγωγισμός
αναγωγισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναγωγισμός
αναγωγισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναγωγισμός
αναγωγισμός	adj	αναλυτική μεθοδική τεκμηρίωση βάσει πειραματικών δεδομένων
αναγωγισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναγωγισμός
αναγωγιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναγωγιστικός	adv	με αναγωγιστικό τρόπο
αναγωγιστικέ	adj	κλητική ενικού του αναγωγιστικός
αναγωγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγωγιστική
αναγωγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγωγιστικός
αναγωγιστικής	adj	γενική ενικού του αναγωγιστική
αναγωγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγωγιστικός
αναγωγιστικού	adj	γενική ενικού του αναγωγιστικός
αναγωγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγωγιστικός
αναγωγιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αναγωγιστικός
αναγωγιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αναγωγισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
αναγωγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναγωγιστικός
αναγωγών	noun	γενική πληθυντικού του αναγωγή
αναγόμωνα	=	αναγομώνω
αναγόμωναν	=	αναγομώνω
αναγόμωνε	=	αναγομώνω
αναγόμωνες	=	αναγομώνω
αναγόμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγόμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγόμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγόμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγομώνω
αναγόμωση	noun	το γέμισμα ενός όπλου με εκρηκτική ύλη
αναγόμωσης	=	αναγόμωση
αναγόρευα	=	αναγορεύω
αναγόρευαν	=	αναγορεύω
αναγόρευε	=	αναγορεύω
αναγόρευες	=	αναγορεύω
αναγόρευμα	noun|dated	χλευαστικό παρατσούκλι ή παρανόμι
αναγόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναγορεύω
αναγόρευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναγορεύω
αναγόρευσης	noun	γενική ενικού του αναγόρευση
αναγύρισμα	noun	γύρισμα προς τα πάνω
αναγώγιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγώγιμο
αναγώγιμε	adj	κλητική ενικού του αναγώγιμος
αναγώγιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναγώγιμη
αναγώγιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναγώγιμος
αναγώγιμης	adj	γενική ενικού του αναγώγιμη
αναγώγιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναγώγιμος
αναγώγιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναγώγιμος
αναγώγιμος	adj|formal	που μπορεί να του γίνει αναγωγή, να μειωθεί, να γίνει απλούστερος
αναγώγιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγώγιμος
αναγώγιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναγώγιμος
αναγώγιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναγώγιμος
αναδάσωνα	=	αναδασώνω
αναδάσωναν	=	αναδασώνω
αναδάσωνε	=	αναδασώνω
αναδάσωνες	=	αναδασώνω
αναδάσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδάσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδάσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδάσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδάσωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναδασώνω
αναδάσωσης	noun	γενική ενικού του αναδάσωση
αναδέναμε	=	αναδένω
αναδέναν	=	αναδένω
αναδένανε	=	αναδένω
αναδένατε	=	αναδένω
αναδένει	=	αναδένω
αναδένεις	=	αναδένω
αναδένετε	=	αναδένω
αναδένομαι	=	αναδένω
αναδένοντας	=	αναδένω
αναδένουμε	=	αναδένω
αναδένουν	=	αναδένω
αναδένουνε	=	αναδένω
αναδένω	verb	δένω προς τα πάνω, συγκρατώ ψηλά
αναδέξου	=	αναδέχομαι
αναδέσαμε	=	αναδένω
αναδέσαν	=	αναδένω
αναδέσανε	=	αναδένω
αναδέσατε	=	αναδένω
αναδέσει	=	αναδένω
αναδέστε	=	αναδένω
αναδέχεσαι	=	αναδέχομαι
αναδέχεσθε	=	αναδέχομαι
αναδέχεστε	=	αναδέχομαι
αναδέχεται	=	αναδέχομαι
αναδέχθηκα	=	αναδέχομαι
αναδέχθηκαν	=	αναδέχομαι
αναδέχθηκε	=	αναδέχομαι
αναδέχθηκες	=	αναδέχομαι
αναδέχομαι	verb|formal	δέχομαι κάτι και την υποχρέωση που απορρέει από την αποδοχή αυτή, αναλαμβάνω, εγγυώμαι
αναδέχονται	=	αναδέχομαι
αναδέχονταν	=	αναδέχομαι
αναδέχτηκα	=	αναδέχομαι
αναδέχτηκαν	=	αναδέχομαι
αναδέχτηκε	=	αναδέχομαι
αναδέχτηκες	=	αναδέχομαι
αναδέψαμε	=	αναδεύω
αναδέψαν	=	αναδεύω
αναδέψανε	=	αναδεύω
αναδέψατε	=	αναδεύω
αναδέψει	=	αναδεύω
αναδέψεις	=	αναδεύω
αναδέψετε	=	αναδεύω
αναδέψομε	=	αναδεύω
αναδέψου	=	αναδεύω
αναδέψουμε	=	αναδεύω
αναδέψουν	=	αναδεύω
αναδέψουνε	=	αναδεύω
αναδέψτε	=	αναδεύω
αναδέψω	=	αναδεύω
αναδίδαμε	=	αναδίδω
αναδίδαν	=	αναδίδω
αναδίδανε	=	αναδίδω
αναδίδατε	=	αναδίδω
αναδίδει	=	αναδίδω
αναδίδεις	=	αναδίδω
αναδίδετε	=	αναδίδω
αναδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναδίδω
αναδίδοντας	=	αναδίδω
αναδίδουμε	=	αναδίδω
αναδίδουν	=	αναδίδω
αναδίδουνε	=	αναδίδω
αναδίδω	verb	βγάζω, εκβάλλω, εκπέμπω, αναβλύζω
αναδίναμε	=	αναδίνω
αναδίναν	=	αναδίνω
αναδίνανε	=	αναδίνω
αναδίνατε	=	αναδίνω
αναδίνει	=	αναδίνω
αναδίνεις	=	αναδίνω
αναδίνετε	=	αναδίνω
αναδίνοντας	=	αναδίνω
αναδίνουμε	=	αναδίνω
αναδίνουν	=	αναδίνω
αναδίνουνε	=	αναδίνω
αναδίνω	verb	άλλη γραφή του αναδίδω
αναδίπλωνα	=	αναδιπλώνω
αναδίπλωναν	=	αναδιπλώνω
αναδίπλωνε	=	αναδιπλώνω
αναδίπλωνες	=	αναδιπλώνω
αναδίπλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδίπλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδίπλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδίπλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδίπλωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναδιπλώνω
αναδίπλωσης	noun	γενική ενικού του αναδίπλωση
αναδίφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδίφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδίφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδίφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδίφηση	noun	έρευνα, επίμονη αναζήτηση
αναδίφησης	=	αναδίφηση
αναδακρυώνω	verb	δακρύζω, βουρκώνω
αναδαμάλιζα	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλιζαν	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλιζε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλιζες	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλισα	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλισαν	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλισε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμάλισες	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζαμε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζαν	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζανε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζατε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζει	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζεις	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζετε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζοντας	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζουμε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζουν	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζουνε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίζω	verb	επαναλαμβάνω τον δαμαλισμό
αναδαμαλίσαμε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίσαν	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίσανε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίσατε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίσει	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλίστε	=	αναδαμαλίζω
αναδαμαλισμέ	noun	κλητική ενικού του αναδαμαλισμός
αναδαμαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδαμαλισμός
αναδαμαλισμού	noun	γενική ενικού του αναδαμαλισμός
αναδαμαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναδαμαλισμός
αναδαμαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναδαμαλισμός
αναδαμαλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναδαμαλίζω, η επανάληψη του δαμαλισμού
αναδαμαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναδαμαλισμός
αναδασμέ	noun	κλητική ενικού του αναδασμός
αναδασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδασμός
αναδασμού	noun	γενική ενικού του αναδασμός
αναδασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναδασμός
αναδασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναδασμός
αναδασμός	noun	η ανακατανομή καλλιεργήσιμων χωραφιών ή επιφανειών γης στους καλλιεργητές
αναδασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναδασμός
αναδασωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδασωμένο
αναδασωμένε	verb	κλητική ενικού του αναδασωμένος
αναδασωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδασωμένη
αναδασωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδασωμένος
αναδασωμένης	verb	γενική ενικού του αναδασωμένη
αναδασωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδασωμένος
αναδασωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδασωμένος
αναδασωμένος	verb	που έχει αναδασωθεί
αναδασωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδασωμένος
αναδασωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδασωμένος
αναδασωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδασωμένος
αναδασωτέα	=	αναδασωτέος
αναδασωτέας	=	αναδασωτέος
αναδασωτέε	=	αναδασωτέος
αναδασωτέες	=	αναδασωτέος
αναδασωτέο	=	αναδασωτέος
αναδασωτέοι	=	αναδασωτέος
αναδασωτέος	adj	που πρόκειται ή πρέπει να αναδασωθεί
αναδασωτέου	=	αναδασωτέος
αναδασωτέους	=	αναδασωτέος
αναδασωτέων	=	αναδασωτέος
αναδασώναμε	=	αναδασώνω
αναδασώναν	=	αναδασώνω
αναδασώνανε	=	αναδασώνω
αναδασώνατε	=	αναδασώνω
αναδασώνει	=	αναδασώνω
αναδασώνεις	=	αναδασώνω
αναδασώνετε	=	αναδασώνω
αναδασώνομαι	=	αναδασώνω
αναδασώνοντας	=	αναδασώνω
αναδασώνουμε	=	αναδασώνω
αναδασώνουν	=	αναδασώνω
αναδασώνουνε	=	αναδασώνω
αναδασώνω	verb	καλύπτω εκ νέου μια περιοχή με δάσος
αναδασώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώσαν	=	αναδασώνω
αναδασώσανε	=	αναδασώνω
αναδασώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδάσωση
αναδασώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδάσωση
αναδασώσεως	noun	γενική ενικού του αναδάσωση
αναδασώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδασώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδασώνω
αναδείκνυα	=	αναδεικνύω
αναδείκνυαν	=	αναδεικνύω
αναδείκνυε	=	αναδεικνύω
αναδείκνυες	=	αναδεικνύω
αναδείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξαν	=	αναδεικνύω
αναδείξανε	=	αναδεικνύω
αναδείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάδειξη
αναδείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδειξη
αναδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάδειξη
αναδείξομε	=	αναδεικνύω
αναδείξου	=	αναδεικνύω
αναδείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξουνε	=	αναδεικνύω
αναδείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδεικνύω
αναδείχθηκα	=	αναδεικνύω
αναδείχθηκαν	=	αναδεικνύω
αναδείχθηκε	=	αναδεικνύω
αναδείχθηκες	=	αναδεικνύω
αναδείχναμε	=	αναδείχνω
αναδείχναν	=	αναδείχνω
αναδείχνανε	=	αναδείχνω
αναδείχνατε	=	αναδείχνω
αναδείχνει	=	αναδείχνω
αναδείχνεις	=	αναδείχνω
αναδείχνεσαι	=	αναδείχνω
αναδείχνεστε	=	αναδείχνω
αναδείχνεται	=	αναδείχνω
αναδείχνετε	=	αναδείχνω
αναδείχνομαι	=	αναδείχνω
αναδείχνομε	=	αναδείχνω
αναδείχνονται	=	αναδείχνω
αναδείχνονταν	=	αναδείχνω
αναδείχνοντας	=	αναδείχνω
αναδείχνουμε	=	αναδείχνω
αναδείχνουν	=	αναδείχνω
αναδείχνουνε	=	αναδείχνω
αναδείχνω	verb	αναδεικνύω
αναδείχτε	=	αναδείχνω
αναδείχτηκα	=	αναδεικνύω
αναδείχτηκαν	=	αναδεικνύω
αναδείχτηκε	=	αναδεικνύω
αναδείχτηκες	=	αναδεικνύω
αναδεδειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδεδειγμένος
αναδεδειγμένος	=	αναδεικνύω
αναδειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδειγμένο
αναδειγμένε	verb	κλητική ενικού του αναδειγμένος
αναδειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδειγμένη
αναδειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδειγμένος
αναδειγμένης	verb	γενική ενικού του αναδειγμένη
αναδειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδειγμένος
αναδειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδειγμένος
αναδειγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναδεικνύω
αναδειγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδειγμένος
αναδειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδειγμένος
αναδειγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδειγμένος
αναδεικνυόμασταν	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόμαστε	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόμενος	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόμουν	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόμουνα	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόντουσαν	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόσασταν	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόσαστε	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόσουν	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόσουνα	=	αναδεικνύω
αναδεικνυόταν	=	αναδεικνύω
αναδεικνυότανε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύαμε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύαν	=	αναδεικνύω
αναδεικνύανε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύατε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύει	=	αναδεικνύω
αναδεικνύεις	=	αναδεικνύω
αναδεικνύεσαι	=	αναδεικνύω
αναδεικνύεστε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύεται	=	αναδεικνύω
αναδεικνύετε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναδεικνύω
αναδεικνύομε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύονται	=	αναδεικνύω
αναδεικνύονταν	=	αναδεικνύω
αναδεικνύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναδεικνύω
αναδεικνύουμε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύουν	=	αναδεικνύω
αναδεικνύουνε	=	αναδεικνύω
αναδεικνύω	verb	προβάλλω, τονίζω, δίνω έμφαση, υπογραμμίζω
αναδειχθήκαμε	=	αναδεικνύω
αναδειχθήκαν	=	αναδεικνύω
αναδειχθήκανε	=	αναδεικνύω
αναδειχθήκατε	=	αναδεικνύω
αναδειχθεί	=	αναδεικνύω
αναδειχθείς	=	αναδεικνύω
αναδειχθείτε	=	αναδεικνύω
αναδειχθούμε	=	αναδεικνύω
αναδειχθούν	=	αναδεικνύω
αναδειχθούνε	=	αναδεικνύω
αναδειχθώ	=	αναδεικνύω
αναδειχνόμασταν	=	αναδείχνω
αναδειχνόμαστε	=	αναδείχνω
αναδειχνόμουν	=	αναδείχνω
αναδειχνόμουνα	=	αναδείχνω
αναδειχνόντουσαν	=	αναδείχνω
αναδειχνόσασταν	=	αναδείχνω
αναδειχνόσαστε	=	αναδείχνω
αναδειχνόσουν	=	αναδείχνω
αναδειχνόσουνα	=	αναδείχνω
αναδειχνόταν	=	αναδείχνω
αναδειχνότανε	=	αναδείχνω
αναδειχτήκαμε	=	αναδεικνύω
αναδειχτήκαν	=	αναδεικνύω
αναδειχτήκανε	=	αναδεικνύω
αναδειχτήκατε	=	αναδεικνύω
αναδειχτεί	=	αναδεικνύω
αναδειχτείς	=	αναδεικνύω
αναδειχτείτε	=	αναδεικνύω
αναδειχτούμε	=	αναδεικνύω
αναδειχτούν	=	αναδεικνύω
αναδειχτούνε	=	αναδεικνύω
αναδειχτώ	=	αναδεικνύω
αναδεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδεκτό
αναδεκτέ	adj	κλητική ενικού του αναδεκτός
αναδεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδεκτή
αναδεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδεκτός
αναδεκτής	adj	γενική ενικού του αναδεκτή
αναδεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδεκτός
αναδεκτού	adj	γενική ενικού του αναδεκτός
αναδεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδεκτός
αναδεκτό	adj	αιτιατική ενικού του αναδεκτός
αναδεκτός	noun	βαφτισιμιός, αναδεξιμιός
αναδεκτών	adj	γενική πληθυντικού του αναδεκτός
αναδεντράδα	noun	γενική ονομασία για τα αναρριχώμενα φυτά
αναδεντράδας	=	αναδεντράδα
αναδεντράδες	=	αναδεντράδα
αναδεντράδων	=	αναδεντράδα
αναδεξιμιά	=	αναδεξιμιός
αναδεξιμιέ	noun	κλητική ενικού του αναδεξιμιός
αναδεξιμιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδεξιμιός
αναδεξιμιού	noun	γενική ενικού του αναδεξιμιός
αναδεξιμιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναδεξιμιός
αναδεξιμιό	noun	αιτιατική ενικού του αναδεξιμιός
αναδεξιμιός	noun	βαφτιστήρι, βαφτισιμιός
αναδεξιμιών	noun	γενική πληθυντικού του αναδεξιμιός
αναδευθήκαμε	=	αναδεύω
αναδευθήκαν	=	αναδεύω
αναδευθήκανε	=	αναδεύω
αναδευθήκατε	=	αναδεύω
αναδευθεί	=	αναδεύω
αναδευθείς	=	αναδεύω
αναδευθείτε	=	αναδεύω
αναδευθούμε	=	αναδεύω
αναδευθούν	=	αναδεύω
αναδευθούνε	=	αναδεύω
αναδευθώ	=	αναδεύω
αναδευμένα	=	αναδευμένος
αναδευμένε	=	αναδευμένος
αναδευμένες	=	αναδευμένος
αναδευμένη	=	αναδευμένος
αναδευμένης	=	αναδευμένος
αναδευμένο	=	αναδευμένος
αναδευμένοι	=	αναδευμένος
αναδευμένος	verb	που έχει αναδευτεί
αναδευμένου	=	αναδευμένος
αναδευμένους	=	αναδευμένος
αναδευμένων	=	αναδευμένος
αναδευτήκαμε	=	αναδεύω
αναδευτήκαν	=	αναδεύω
αναδευτήκανε	=	αναδεύω
αναδευτήκατε	=	αναδεύω
αναδευτήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναδευτήρας
αναδευτήρας	noun	εργαλείο, εξάρτημα ή συσκευή που αναδεύει, ανακατεύει υλικά (συνήθως ένα υγρό μείγμα).
αναδευτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδευτήρας
αναδευτήρι	noun	ο αναδευτήρας
αναδευτήρια	=	αναδευτήρι
αναδευτήρων	=	αναδευτήρας
αναδευτεί	=	αναδεύω
αναδευτείς	=	αναδεύω
αναδευτείτε	=	αναδεύω
αναδευτηριού	=	αναδευτήρι
αναδευτηριών	=	αναδευτήρι
αναδευτούμε	=	αναδεύω
αναδευτούν	=	αναδεύω
αναδευτούνε	=	αναδεύω
αναδευτώ	=	αναδεύω
αναδευόμασταν	=	αναδεύω
αναδευόμαστε	=	αναδεύω
αναδευόμουν	=	αναδεύω
αναδευόμουνα	=	αναδεύω
αναδευόντουσαν	=	αναδεύω
αναδευόσασταν	=	αναδεύω
αναδευόσαστε	=	αναδεύω
αναδευόσουν	=	αναδεύω
αναδευόσουνα	=	αναδεύω
αναδευόταν	=	αναδεύω
αναδευότανε	=	αναδεύω
αναδεχθήκαμε	=	αναδέχομαι
αναδεχθήκαν	=	αναδέχομαι
αναδεχθήκανε	=	αναδέχομαι
αναδεχθήκατε	=	αναδέχομαι
αναδεχθεί	=	αναδέχομαι
αναδεχθείς	=	αναδέχομαι
αναδεχθείτε	=	αναδέχομαι
αναδεχθούμε	=	αναδέχομαι
αναδεχθούν	=	αναδέχομαι
αναδεχθούνε	=	αναδέχομαι
αναδεχθώ	=	αναδέχομαι
αναδεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδεχτό
αναδεχτέ	adj	κλητική ενικού του αναδεχτός
αναδεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδεχτή
αναδεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδεχτός
αναδεχτήκαμε	=	αναδέχομαι
αναδεχτήκαν	=	αναδέχομαι
αναδεχτήκανε	=	αναδέχομαι
αναδεχτήκατε	=	αναδέχομαι
αναδεχτής	adj	γενική ενικού του αναδεχτή
αναδεχτεί	=	αναδέχομαι
αναδεχτείς	=	αναδέχομαι
αναδεχτείτε	=	αναδέχομαι
αναδεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδεχτός
αναδεχτού	adj	γενική ενικού του αναδεχτός
αναδεχτούμε	=	αναδέχομαι
αναδεχτούν	=	αναδέχομαι
αναδεχτούνε	=	αναδέχομαι
αναδεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδεχτός
αναδεχτό	adj	αιτιατική ενικού του αναδεχτός
αναδεχτός	noun	άλλη μορφή του αναδεκτός
αναδεχτώ	=	αναδέχομαι
αναδεχτών	adj	γενική πληθυντικού του αναδεχτός
αναδεχόμασταν	=	αναδέχομαι
αναδεχόμαστε	=	αναδέχομαι
αναδεχόμενος	=	αναδέχομαι
αναδεχόμουν	=	αναδέχομαι
αναδεχόμουνα	=	αναδέχομαι
αναδεχόντουσαν	=	αναδέχομαι
αναδεχόσασταν	=	αναδέχομαι
αναδεχόσαστε	=	αναδέχομαι
αναδεχόσουν	=	αναδέχομαι
αναδεχόσουνα	=	αναδέχομαι
αναδεχόταν	=	αναδέχομαι
αναδεχότανε	=	αναδέχομαι
αναδεύαμε	=	αναδεύω
αναδεύαν	=	αναδεύω
αναδεύανε	=	αναδεύω
αναδεύατε	=	αναδεύω
αναδεύει	=	αναδεύω
αναδεύεις	=	αναδεύω
αναδεύεσαι	=	αναδεύω
αναδεύεστε	=	αναδεύω
αναδεύεται	=	αναδεύω
αναδεύετε	=	αναδεύω
αναδεύθηκα	=	αναδεύω
αναδεύθηκαν	=	αναδεύω
αναδεύθηκε	=	αναδεύω
αναδεύθηκες	=	αναδεύω
αναδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναδεύω
αναδεύομε	=	αναδεύω
αναδεύονται	=	αναδεύω
αναδεύονταν	=	αναδεύω
αναδεύοντας	=	αναδεύω
αναδεύουμε	=	αναδεύω
αναδεύουν	=	αναδεύω
αναδεύουνε	=	αναδεύω
αναδεύσαμε	=	αναδεύω
αναδεύσαν	=	αναδεύω
αναδεύσανε	=	αναδεύω
αναδεύσατε	=	αναδεύω
αναδεύσει	=	αναδεύω
αναδεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάδευση
αναδεύσετε	=	αναδεύω
αναδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδευση
αναδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάδευση
αναδεύσομε	=	αναδεύω
αναδεύσου	=	αναδεύω
αναδεύσουμε	=	αναδεύω
αναδεύσουν	=	αναδεύω
αναδεύσουνε	=	αναδεύω
αναδεύστε	=	αναδεύω
αναδεύσω	=	αναδεύω
αναδεύτηκα	=	αναδεύω
αναδεύτηκαν	=	αναδεύω
αναδεύτηκε	=	αναδεύω
αναδεύτηκες	=	αναδεύω
αναδεύω	verb	ανακατεύω ένα υγρό μείγμα, με κάποιο εργαλείο ή ανακινώντας το ελαφρά, για να αναμειχθούν καλύτερα τα συστατικά του
αναδημιουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιουργία	noun	η εκ νέου δημιουργία ενός πράγματος που είχε καταστραφεί ή φθαρεί
αναδημιουργίας	noun	γενική ενικού του αναδημιουργία
αναδημιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργία
αναδημιουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργημένο
αναδημιουργημένε	verb	κλητική ενικού του αναδημιουργημένος
αναδημιουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργημένη
αναδημιουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδημιουργημένος
αναδημιουργημένης	verb	γενική ενικού του αναδημιουργημένη
αναδημιουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδημιουργημένος
αναδημιουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργημένος
αναδημιουργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδημιουργημένος
αναδημιουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδημιουργημένος
αναδημιουργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδημιουργημένος
αναδημιουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργικό
αναδημιουργικέ	adj	κλητική ενικού του αναδημιουργικός
αναδημιουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργική
αναδημιουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδημιουργικός
αναδημιουργικής	adj	γενική ενικού του αναδημιουργική
αναδημιουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδημιουργικός
αναδημιουργικού	adj	γενική ενικού του αναδημιουργικός
αναδημιουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδημιουργικός
αναδημιουργικό	adj	αιτιατική ενικού του αναδημιουργικός
αναδημιουργικός	adj	που αναδημιουργεί
αναδημιουργικών	adj	γενική πληθυντικού του αναδημιουργικός
αναδημιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του αναδημιουργία
αναδημιουργούμαι	=	αναδημιουργώ
αναδημιουργώ	verb	δημιουργώ ξανά (κάτι που είχε καταστραφεί ή φθαρεί)
αναδημιουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημιούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημιουργώ
αναδημοσίευα	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσίευαν	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσίευε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσίευες	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσίευση	noun	η εκ νέου δημοσίευση, συνήθως με νεώτερα στοιχεία ή/και σύνθεση
αναδημοσίευσης	noun	γενική ενικού του αναδημοσίευση
αναδημοσιευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημοσιευμένο
αναδημοσιευμένε	verb	κλητική ενικού του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημοσιευμένη
αναδημοσιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευμένης	verb	γενική ενικού του αναδημοσιευμένη
αναδημοσιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευμένος	verb	που έχει δημοσιευτεί εκ νέου
αναδημοσιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδημοσιευμένος
αναδημοσιευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιεύαμε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύαν	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύανε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύατε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύει	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύεις	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύετε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύθηκα	=	αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιεύομαι	verb	δημοσιεύομαι ξανά, με την προσθήκη νέου υλικού ή/και νέα σύνθεση
αναδημοσιεύοντας	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύουμε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύουν	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύουνε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσαν	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσανε	=	αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδημοσίευση
αναδημοσιεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδημοσίευση
αναδημοσιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδημοσίευση
αναδημοσιεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύω
αναδημοσιεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδημοσιεύομαι
αναδημοσιεύω	verb	δημοσιεύω ξανά, συνήθως προσθέτοντας νέα στοιχεία ή/και αλλάζοντας τη σύνθεση
αναδιάνειμε	=	αναδιανέμω
αναδιάνεμε	=	αναδιανέμω
αναδιάρθρωνα	=	αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωναν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωνε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωνες	=	αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδιαρθρώνω
αναδιάρθρωσης	noun	γενική ενικού του αναδιάρθρωση
αναδιάταξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναδιατάσσω
αναδιάταξης	noun	γενική ενικού του αναδιάταξη
αναδιένειμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιένειμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιένειμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιένειμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιένεμα	=	αναδιανέμω
αναδιένεμαν	=	αναδιανέμω
αναδιένεμε	=	αναδιανέμω
αναδιένεμες	=	αναδιανέμω
αναδιήγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναδιηγούμαι
αναδιήγησης	=	αναδιήγηση
αναδιαμελισμέ	noun	κλητική ενικού του αναδιαμελισμός
αναδιαμελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιαμελισμός
αναδιαμελισμού	noun	γενική ενικού του αναδιαμελισμός
αναδιαμελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναδιαμελισμός
αναδιαμελισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναδιαμελισμός
αναδιαμελισμός	noun	ο εκ νέου διαμελισμός
αναδιαμελισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναδιαμελισμός
αναδιαμορφώναμε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώναν	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνανε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνατε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνει	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνεις	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνετε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνοντας	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνουμε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνουν	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνουνε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώνω	verb	διαμορφώνω εκ νέου
αναδιαμορφώσαμε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώσαν	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώσανε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώσατε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώσει	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμορφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιαμόρφωση
αναδιαμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιαμόρφωση
αναδιαμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδιαμόρφωση
αναδιαμορφώστε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωνα	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωναν	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωνε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωνες	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωσα	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωσαν	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωσε	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωσες	=	αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναδιαμορφώνω
αναδιαμόρφωσης	noun	γενική ενικού του αναδιαμόρφωση
αναδιανέμαμε	=	αναδιανέμω
αναδιανέμαν	=	αναδιανέμω
αναδιανέμανε	=	αναδιανέμω
αναδιανέματε	=	αναδιανέμω
αναδιανέμει	=	αναδιανέμω
αναδιανέμεις	=	αναδιανέμω
αναδιανέμετε	=	αναδιανέμω
αναδιανέμομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανέμοντας	=	αναδιανέμω
αναδιανέμουμε	=	αναδιανέμω
αναδιανέμουν	=	αναδιανέμω
αναδιανέμουνε	=	αναδιανέμω
αναδιανέμω	verb	διανέμω ξανά, απ’ την αρχή
αναδιανείμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμαν	=	αναδιανέμω
αναδιανείμανε	=	αναδιανέμω
αναδιανείματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανείμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιανέμω
αναδιανεμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιανεμητικό
αναδιανεμητικέ	adj	κλητική ενικού του αναδιανεμητικός
αναδιανεμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιανεμητική
αναδιανεμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιανεμητικός
αναδιανεμητικής	adj	γενική ενικού του αναδιανεμητική
αναδιανεμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιανεμητικός
αναδιανεμητικού	adj	γενική ενικού του αναδιανεμητικός
αναδιανεμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδιανεμητικός
αναδιανεμητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναδιανεμητικός
αναδιανεμητικός	adj	αυτός που συμβάλλει σε μια αναδιανομή
αναδιανεμητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναδιανεμητικός
αναδιανομές	=	αναδιανομή
αναδιανομή	noun	η εκ νέου διανομή
αναδιανομής	=	αναδιανομή
αναδιανομών	=	αναδιανομή
αναδιαπαιδαγωγήθηκα	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήθηκαν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήθηκε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήθηκες	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήσαμε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήσαν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήσανε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήσατε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήσει	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήσου	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγήστε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγεί	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγείς	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγείσαι	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγείστε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγείται	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγείτε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγηθήκαμε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγηθήκαν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγηθήκανε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγηθήκατε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγηθεί	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγηθείτε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγημένος	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούμαι	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούμασταν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούμαστε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούμε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούμενος	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούμουν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούνε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούνται	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούνταν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσα	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσαμε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσαν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσανε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσασταν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσαστε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσατε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσες	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγούσουν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγωγώ	verb	παιδαγωγώ εκ νέου
αναδιαπαιδαγωγώντας	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγώγησα	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγώγησαν	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγώγησε	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπαιδαγώγησες	=	αναδιαπαιδαγωγώ
αναδιαπραγμάτευση	noun	η εκ νέου διαπραγμάτευση
αναδιαπραγμάτευσης	noun	γενική ενικού του αναδιαπραγμάτευση
αναδιαπραγματεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιαπραγμάτευση
αναδιαπραγματεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιαπραγμάτευση
αναδιαπραγματεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδιαπραγμάτευση
αναδιαρθρωθήκαμε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωθήκαν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωθήκανε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωθήκατε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωθεί	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωθείτε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιαρθρωμένο
αναδιαρθρωμένε	verb	κλητική ενικού του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιαρθρωμένη
αναδιαρθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωμένης	verb	γενική ενικού του αναδιαρθρωμένη
αναδιαρθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωμένος	verb	που έχει αναδιαρθρωθεί
αναδιαρθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδιαρθρωμένος
αναδιαρθρωνόμασταν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόμαστε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόμουν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόμουνα	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόντουσαν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόσασταν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόσαστε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόσουν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόσουνα	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνόταν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωνότανε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρωτικά	adv	με αναδιαρθρωτικό τρόπο, αναδιαρθρώνοντας
αναδιαρθρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιαρθρωτική
αναδιαρθρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρωτικής	adj	γενική ενικού του αναδιαρθρωτική
αναδιαρθρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρωτικού	adj	γενική ενικού του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αναδιάρθρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αναδιαρθρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναδιαρθρωτικός
αναδιαρθρώθηκα	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώθηκαν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώθηκε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώθηκες	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώναμε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώναν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνανε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνατε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνει	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνεις	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνεσαι	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνεστε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνεται	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνετε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνονται	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνονταν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνουμε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνουν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνουνε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώνω	verb	διαρθρώνω ξανά, απ' την αρχή
αναδιαρθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσαν	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσανε	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιάρθρωση
αναδιαρθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιάρθρωση
αναδιαρθρώσεως	noun	γενική ενικού του αναδιάρθρωση
αναδιαρθρώσου	=	αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιαρθρώνω
αναδιαρρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιαρρύθμιση
αναδιαρρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιαρρύθμιση
αναδιαρρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδιαρρύθμιση
αναδιαρρύθμιση	noun	η εκ νέου διαρρύθμιση, η αλλαγή της διαρρύθμισης
αναδιαρρύθμισης	noun	γενική ενικού του αναδιαρρύθμιση
αναδιατάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιάταξη
αναδιατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιάταξη
αναδιατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδιάταξη
αναδιατάσσω	verb	βάζω σε νέα διάταξη
αναδιατυπώναμε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώναν	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνανε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνατε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνει	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνεις	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνετε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνοντας	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνουμε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνουν	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνουνε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώνω	verb	διατυπώνω απ’ την αρχή, τροποποιώ τη διατύπωση
αναδιατυπώσαμε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώσαν	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώσανε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώσατε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώσει	=	αναδιατυπώνω
αναδιατυπώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιατύπωση
αναδιατυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιατύπωση
αναδιατυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδιατύπωση
αναδιατυπώστε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωνα	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωναν	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωνε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωνες	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωσα	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωσαν	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωσε	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωσες	=	αναδιατυπώνω
αναδιατύπωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιατυπώνω
αναδιατύπωσης	noun	γενική ενικού του αναδιατύπωση
αναδιηγήσεις	=	αναδιήγηση
αναδιηγήσεων	=	αναδιήγηση
αναδιηγουμάεις	=	αναδιηγούμαι
αναδιηγουμάεων	=	αναδιηγούμαι
αναδιηγούμαη	=	αναδιηγούμαι
αναδιηγούμαης	=	αναδιηγούμαι
αναδιηγούμαι	verb	διηγούμαι εκ νέου
αναδιοργάνωνα	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωναν	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωνε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωνες	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναδιοργανώνω
αναδιοργάνωσης	noun	γενική ενικού του αναδιοργάνωση
αναδιοργανωθήκαμε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωθήκαν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωθήκανε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωθήκατε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωθεί	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωθείς	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανωθείτε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωθούμε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανωθούν	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανωθούνε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανωθώ	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργανωμένο
αναδιοργανωμένε	verb	κλητική ενικού του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργανωμένη
αναδιοργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωμένης	verb	γενική ενικού του αναδιοργανωμένη
αναδιοργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωμένος	verb	που έχει αναδιοργανωθεί
αναδιοργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδιοργανωμένος
αναδιοργανωνόμασταν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόμαστε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόμουν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόμουνα	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόντουσαν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόσασταν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόσαστε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόσουν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόσουνα	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνόταν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωνότανε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανωτές	=	αναδιοργανωτής
αναδιοργανωτή	=	αναδιοργανωτής
αναδιοργανωτής	noun	αυτός που αναδιοργανώνει
αναδιοργανωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργανωτικό
αναδιοργανωτικέ	adj	κλητική ενικού του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργανωτική
αναδιοργανωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτικής	adj	γενική ενικού του αναδιοργανωτική
αναδιοργανωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτικού	adj	γενική ενικού του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτικός	adj	που αναδιοργανώνει ή είναι κατάλληλος για αναδιοργάνωση
αναδιοργανωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναδιοργανωτικός
αναδιοργανωτών	=	αναδιοργανωτής
αναδιοργανώθηκα	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώθηκαν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώθηκε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώθηκες	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώναμε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώναν	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνανε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνατε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνει	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνεις	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνεσαι	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώνεστε	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώνεται	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώνετε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνομαι	verb	Με οργανώνουν από την αρχή.
αναδιοργανώνομε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνονται	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώνονταν	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώνοντας	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνου	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώνουμε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνουν	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνουνε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνω	verb	οργανώνω κάτι από την αρχή, ώστε να το διορθώσω ή να το βελτιώσω
αναδιοργανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσαν	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσανε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιοργάνωση
αναδιοργανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδιοργάνωση
αναδιοργανώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδιοργάνωση
αναδιοργανώσομε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσου	=	αναδιοργανώνομαι
αναδιοργανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσουνε	=	αναδιοργανώνω
αναδιοργανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιοργανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιοργανώνω
αναδιπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάζεται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάζομαι	=	αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάζω	verb	διπλασιάζω εκ νέου
αναδιπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλασιάζω
αναδιπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του αναδιπλασιασμός
αναδιπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλασιασμένο
αναδιπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλασιασμένη
αναδιπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του αναδιπλασιασμένη
αναδιπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδιπλασιασμένος
αναδιπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλασιασμός
αναδιπλασιασμού	noun	γενική ενικού του αναδιπλασιασμός
αναδιπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναδιπλασιασμός
αναδιπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναδιπλασιασμός
αναδιπλασιασμός	noun	ο διπλασιασμός της αρχικής συλλαβής του ρηματικού θέματος με την προσθήκη μιας επιπλέον συλλαβής στην αρχή του, η οποία σχηματίζεται από το αρχικό σύμφωνο του θέματος και το φωνήεν ε (στους συντελεσμένους χρόνους) ή το ι (στον ενεστώτα)
αναδιπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναδιπλασιασμός
αναδιπλούμενα	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενε	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενες	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενη	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενης	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενο	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενοι	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενος	verb	που μπορεί να διπλώνει σε δύο ή περισσότερα τμήματα, πτυσσόμενος
αναδιπλούμενου	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενους	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλούμενων	=	αναδιπλούμενος
αναδιπλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλωμένο
αναδιπλωμένε	verb	κλητική ενικού του αναδιπλωμένος
αναδιπλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλωμένη
αναδιπλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδιπλωμένος
αναδιπλωμένης	verb	γενική ενικού του αναδιπλωμένη
αναδιπλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναδιπλωμένος
αναδιπλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδιπλωμένος
αναδιπλωμένος	verb	που έχει αναδιπλωθεί
αναδιπλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδιπλωμένος
αναδιπλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδιπλωμένος
αναδιπλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδιπλωμένος
αναδιπλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνομαι
αναδιπλώναμε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώναν	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνανε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνατε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνει	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνεις	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνετε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνομαι	verb	υποχωρώ από μία επιδίωξη ή φιλοδοξία, μαζεύομαι, συμπτύσσομαι, περιορίζομαι στη συμπεριφορά μου, δείχνω συστολή, αποσύρομαι από μια επιδίωξη, παύω να φέρομαι επιθετικά και δείχνω διαλλακτικότητα
αναδιπλώνοντας	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνουμε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνουν	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνουνε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώνω	verb	διπλώνω (ξανά)
αναδιπλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώσαν	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώσανε	=	αναδιπλώνω
αναδιπλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδίπλωση
αναδιπλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναδίπλωση
αναδιπλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναδίπλωση
αναδιπλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιπλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιπλώνω
αναδιφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδίφηση
αναδιφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήσεων	=	αναδίφηση
αναδιφήσεως	=	αναδίφηση
αναδιφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδιφώ
αναδιφητές	=	αναδιφητής
αναδιφητή	=	αναδιφητής
αναδιφητής	noun|formal	αυτός που αναδιφά
αναδιφητών	=	αναδιφητής
αναδιφώ	verb	ερευνώ, ψάχνω χώρους με γραπτά κείμενα
αναδομάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδομα
αναδομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήσαν	=	αναδομώ
αναδομήσανε	=	αναδομώ
αναδομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδόμηση
αναδομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήσεων	=	αναδόμηση
αναδομήσεως	=	αναδόμηση
αναδομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδομεί	=	αναδομώ
αναδομείς	=	αναδομώ
αναδομείτε	=	αναδομώ
αναδομούμαι	=	αναδομώ
αναδομούμε	=	αναδομώ
αναδομούν	=	αναδομώ
αναδομούνε	=	αναδομώ
αναδομούσα	=	αναδομώ
αναδομούσαμε	=	αναδομώ
αναδομούσαν	=	αναδομώ
αναδομούσανε	=	αναδομώ
αναδομούσατε	=	αναδομώ
αναδομούσε	=	αναδομώ
αναδομούσες	=	αναδομώ
αναδομώ	verb	ξαναχτίζω, ανοικοδομώ
αναδομώντας	=	αναδομώ
αναδουλειά	noun	η έλλειψη δουλειάς, κυρίως για έναν επαγγελματία ή ένα κατάστημα
αναδουλειάς	noun	γενική ενικού του αναδουλειά
αναδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδουλειά
αναδουλειών	=	αναδουλειά
αναδοχές	=	αναδοχή
αναδοχή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναδέχομαι
αναδοχής	=	αναδοχή
αναδοχών	=	αναδοχή
αναδράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάδραση
αναδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδραση
αναδράσεως	noun	γενική ενικού του ανάδραση
αναδραστικά	=	αναδραστικός
αναδραστικέ	=	αναδραστικός
αναδραστικές	=	αναδραστικός
αναδραστική	=	αναδραστικός
αναδραστικής	=	αναδραστικός
αναδραστικοί	=	αναδραστικός
αναδραστικού	=	αναδραστικός
αναδραστικούς	=	αναδραστικός
αναδραστικό	=	αναδραστικός
αναδραστικός	adj	που έχει σχέση με την ανάδραση, αναφέρεται σʼ αυτή ή είναι αποτέλεσμά της
αναδραστικών	=	αναδραστικός
αναδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδρομή
αναδρομή	noun	η επιστροφή σε κάτι που έχει γίνει στο παρελθόν
αναδρομής	=	αναδρομή
αναδρομιά	adv|vulgar	στενό και ανηφορικό δρομάκι καθώς και η πορεία σ’ αυτό
αναδρομιάς	=	αναδρομιά
αναδρομιές	=	αναδρομιά
αναδρομικά	adv	με αναδρομική ισχύ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδρομικό
αναδρομικέ	adj	κλητική ενικού του αναδρομικός
αναδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδρομική
αναδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδρομικός
αναδρομικής	adj	γενική ενικού του αναδρομική
αναδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδρομικός
αναδρομικοτήτων	=	αναδρομικότητα
αναδρομικού	adj	γενική ενικού του αναδρομικός
αναδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναδρομικός
αναδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του αναδρομικός
αναδρομικός	adj	που πηγαίνει ή είναι τοποθετημένος προς τα πάνω, ή αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά, προς τα πίσω
αναδρομικότητα	noun	η ιδιότητα του αναδρομικού
αναδρομικότητας	noun	γενική ενικού του αναδρομικότητα
αναδρομικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδρομικότητα
αναδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του αναδρομικός
αναδρομικώς	adv|formal	αναδρομικά
αναδρομιών	=	αναδρομιά
αναδρομολογώ	verb|formal	δρομολογώ εκ νέου
αναδρομολόγηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναδρομολογώ
αναδρομών	noun	γενική πληθυντικού του αναδρομή
αναδυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθήκαν	=	αναδύομαι
αναδυθήκανε	=	αναδύομαι
αναδυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυθούνε	=	αναδύομαι
αναδυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδυόμασταν	=	αναδύομαι
αναδυόμαστε	=	αναδύομαι
αναδυόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδυόμενο
αναδυόμενε	verb	κλητική ενικού του αναδυόμενος
αναδυόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναδυόμενη
αναδυόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναδυόμενος
αναδυόμενης	verb	γενική ενικού του αναδυόμενη
αναδυόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναδυόμενος
αναδυόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναδυόμενος
αναδυόμενος	verb	που αναδύεται, που ξεπροβάλλει μέσα από το νερό
αναδυόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναδυόμενος
αναδυόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναδυόμενος
αναδυόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναδυόμενος
αναδυόμουν	=	αναδύομαι
αναδυόμουνα	=	αναδύομαι
αναδυόντουσαν	=	αναδύομαι
αναδυόσασταν	=	αναδύομαι
αναδυόσαστε	=	αναδύομαι
αναδυόσουν	=	αναδύομαι
αναδυόσουνα	=	αναδύομαι
αναδυόταν	=	αναδύομαι
αναδυότανε	=	αναδύομαι
αναδόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάδομα
αναδόματος	noun	γενική ενικού του ανάδομα
αναδόμει	=	αναδομώ
αναδόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδομώ
αναδόμηση	noun	η ενέργεια του αναδομώ
αναδόμησης	=	αναδόμηση
αναδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάδοση
αναδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδοση
αναδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάδοση
αναδόχου	noun	γενική ενικού του ανάδοχος
αναδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανάδοχος
αναδόχων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδοχος
αναδύεσαι	=	αναδύομαι
αναδύεστε	=	αναδύομαι
αναδύεται	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναδύομαι
αναδύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδύομαι
αναδύομαι	verb	ξεπροβάλλω από το βυθό της θάλασσας, λίμνης στην επιφάνειά της
αναδύονται	=	αναδύομαι
αναδύονταν	=	αναδύομαι
αναδύου	=	αναδύομαι
αναδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάδυση
αναδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάδυση
αναδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάδυση
αναδύσου	=	αναδύομαι
αναδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσαν	=	αναδίνω
αναδώσανε	=	αναδίνω
αναδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναδίδω
αναερόβια	=	αναερόβιος
αναερόβιας	=	αναερόβιος
αναερόβιε	=	αναερόβιος
αναερόβιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αναερόβιος
αναερόβιο	=	αναερόβιος
αναερόβιοι	=	αναερόβιος
αναερόβιος	adj	αυτός που μπορεί να αναπαραχθεί και να επιβιώσει χωρίς να του είναι απαραίτητη η παρουσία οξυγόνου
αναερόβιου	=	αναερόβιος
αναερόβιους	=	αναερόβιος
αναερόβιων	=	αναερόβιος
αναζήτα	=	αναζητάω
αναζήταγα	=	αναζητάω
αναζήταγαν	=	αναζητάω
αναζήταγε	=	αναζητάω
αναζήταγες	=	αναζητάω
αναζήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζήτηση	noun	επίμονη έρευνα για κάτι που έχει χαθεί ή για κάτι που θέλουμε να μάθουμε
αναζήτησης	noun	γενική ενικού του αναζήτηση
αναζητάγαμε	=	αναζητάω
αναζητάγανε	=	αναζητάω
αναζητάγατε	=	αναζητάω
αναζητάει	=	αναζητάω
αναζητάμε	=	αναζητάω
αναζητάν	=	αναζητάω
αναζητάνε	=	αναζητάω
αναζητάω	verb	άλλη μορφή του αναζητώ
αναζητήθηκα	=	αναζητάω
αναζητήθηκαν	=	αναζητάω
αναζητήθηκε	=	αναζητάω
αναζητήθηκες	=	αναζητάω
αναζητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσαν	=	αναζητάω
αναζητήσανε	=	αναζητάω
αναζητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζητώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζήτηση
αναζητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναζήτηση
αναζητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναζήτηση
αναζητήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζητήσιμο
αναζητήσιμε	adj	κλητική ενικού του αναζητήσιμος
αναζητήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζητήσιμη
αναζητήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναζητήσιμος
αναζητήσιμης	adj	γενική ενικού του αναζητήσιμη
αναζητήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναζητήσιμος
αναζητήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναζητήσιμος
αναζητήσιμος	adj	αυτός που δύναται να αναζητηθεί
αναζητήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναζητήσιμος
αναζητήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναζητήσιμος
αναζητήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναζητήσιμος
αναζητήσου	=	αναζητάω
αναζητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσουνε	=	αναζητάω
αναζητήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζητώ
αναζητήτρια	noun	κάποια που αναζητά
αναζητήτριας	=	αναζητήτρια
αναζητήτριες	=	αναζητήτρια
αναζητείσθε	=	αναζητάω
αναζητείτο	=	αναζητάω
αναζητηθήκαμε	=	αναζητάω
αναζητηθήκαν	=	αναζητάω
αναζητηθήκανε	=	αναζητάω
αναζητηθήκατε	=	αναζητάω
αναζητηθεί	=	αναζητάω
αναζητηθείς	=	αναζητάω
αναζητηθείτε	=	αναζητάω
αναζητηθούμε	=	αναζητάω
αναζητηθούν	=	αναζητάω
αναζητηθούνε	=	αναζητάω
αναζητηθώ	=	αναζητάω
αναζητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζητημένο
αναζητημένε	verb	κλητική ενικού του αναζητημένος
αναζητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζητημένη
αναζητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναζητημένος
αναζητημένης	verb	γενική ενικού του αναζητημένη
αναζητημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναζητημένος
αναζητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναζητημένος
αναζητημένος	=	αναζητώ
αναζητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναζητημένος
αναζητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναζητημένος
αναζητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναζητημένος
αναζητησιμοτήτων	=	αναζητησιμότητα
αναζητησιμότητα	noun	η ιδιότητα του αναζητήσιμου, η δυνατότητα ή η ευκολία αναζήτησης
αναζητησιμότητας	=	αναζητησιμότητα
αναζητησιμότητες	=	αναζητησιμότητα
αναζητητές	=	αναζητητής
αναζητητή	=	αναζητητής
αναζητητής	noun	κάποιος που αναζητά
αναζητητριών	=	αναζητήτρια
αναζητητών	=	αναζητητής
αναζητιέμαι	=	αναζητάω
αναζητιέστε	=	αναζητάω
αναζητιούνται	=	αναζητάω
αναζητιόμασταν	=	αναζητάω
αναζητιόνταν	=	αναζητάω
αναζητιόντανε	=	αναζητάω
αναζητιόντουσαν	=	αναζητάω
αναζητιόσασταν	=	αναζητάω
αναζητούμαι	=	αναζητώ
αναζητούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζητούμενο
αναζητούμενε	verb	κλητική ενικού του αναζητούμενος
αναζητούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζητούμενη
αναζητούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναζητούμενος
αναζητούμενης	verb	γενική ενικού του αναζητούμενη
αναζητούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναζητούμενος
αναζητούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναζητούμενος
αναζητούμενος	verb	που τον αναζητεί κάποιος
αναζητούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναζητούμενος
αναζητούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναζητούμενος
αναζητούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναζητούμενος
αναζητούνεν	=	αναζητάω
αναζητούνενε	=	αναζητάω
αναζητούντο	=	αναζητάω
αναζητούσα	=	αναζητάω
αναζητούσαμε	=	αναζητάω
αναζητούσαν	=	αναζητάω
αναζητούσανε	=	αναζητάω
αναζητούσατε	=	αναζητάω
αναζητούσε	=	αναζητάω
αναζητούσες	=	αναζητάω
αναζητώ	verb	ζητώ επίμονα, εξετάζω, ερευνώ
αναζητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναζητώ
αναζωογονήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσαν	=	αναζωογονώ
αναζωογονήσανε	=	αναζωογονώ
αναζωογονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσεων	=	αναζωογόνηση
αναζωογονήσεως	=	αναζωογόνηση
αναζωογονήσου	=	αναζωογονώ
αναζωογονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσουνε	=	αναζωογονώ
αναζωογονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογονεί	=	αναζωογονώ
αναζωογονείς	=	αναζωογονώ
αναζωογονείσαι	=	αναζωογονώ
αναζωογονείστε	=	αναζωογονώ
αναζωογονείται	=	αναζωογονώ
αναζωογονείτε	=	αναζωογονώ
αναζωογονηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθήκαν	=	αναζωογονώ
αναζωογονηθήκανε	=	αναζωογονώ
αναζωογονηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονηθούνε	=	αναζωογονώ
αναζωογονηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωογονούμαι
αναζωογονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωογονημένο
αναζωογονημένε	verb	κλητική ενικού του αναζωογονημένος
αναζωογονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωογονημένη
αναζωογονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναζωογονημένος
αναζωογονημένης	verb	γενική ενικού του αναζωογονημένη
αναζωογονημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναζωογονημένος
αναζωογονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναζωογονημένος
αναζωογονημένος	verb	αυτός που έχει αναζωογονηθεί, ανανεωθεί
αναζωογονημένου	verb	γενική ενικού του αναζωογονημένος
αναζωογονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναζωογονημένος
αναζωογονημένων	verb	γενική πληθυντικού του αναζωογονημένος
αναζωογονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωογονητικό
αναζωογονητικέ	adj	κλητική ενικού του αναζωογονητικός
αναζωογονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωογονητική
αναζωογονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναζωογονητικός
αναζωογονητικής	adj	γενική ενικού του αναζωογονητική
αναζωογονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναζωογονητικός
αναζωογονητικού	adj	γενική ενικού του αναζωογονητικός
αναζωογονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναζωογονητικός
αναζωογονητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναζωογονητικός
αναζωογονητικός	adj	που συμβάλλει στην ανάκτηση σωματικών και ψυχικών δυνάμεων
αναζωογονητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναζωογονητικός
αναζωογονούμαι	verb	αποκτώ νέες δυνάμεις
αναζωογονούμασταν	=	αναζωογονώ
αναζωογονούμαστε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούμε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούμενος	=	αναζωογονώ
αναζωογονούμουν	=	αναζωογονώ
αναζωογονούμουνα	=	αναζωογονώ
αναζωογονούν	=	αναζωογονώ
αναζωογονούνε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούνται	=	αναζωογονώ
αναζωογονούνταν	=	αναζωογονώ
αναζωογονούντο	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσα	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσαμε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσαν	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσανε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσατε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσε	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσες	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσουν	=	αναζωογονώ
αναζωογονούσουνα	=	αναζωογονώ
αναζωογονώ	verb	δίνω ξανά σε κάτι ζωντάνια
αναζωογονώντας	=	αναζωογονώ
αναζωογόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογόνησεις	=	αναζωογόνηση
αναζωογόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωογονώ
αναζωογόνηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναζωογονώ, η εμψύχωση, η τόνωση, η ενδυνάμωση, συναισθηματική, υλική, σωματική, οικονομική
αναζωογόνησης	=	αναζωογόνηση
αναζωπυρήσεις	=	αναζωπύρηση
αναζωπυρήσεων	=	αναζωπύρηση
αναζωπυρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρωθήκαμε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωθήκαν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωθήκανε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωθήκατε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωθεί	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωθείς	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρωθείτε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωθούμε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρωθούν	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρωθούνε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρωθώ	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρωμάτων	=	αναζωπύρωμα
αναζωπυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωπυρωμένο
αναζωπυρωμένε	verb	κλητική ενικού του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωπυρωμένη
αναζωπυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωμένης	verb	γενική ενικού του αναζωπυρωμένη
αναζωπυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωμένος	verb	που έχει αναζωπυρωθεί
αναζωπυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναζωπυρωμένος
αναζωπυρωνόμασταν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόμαστε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόμουν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόμουνα	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόντουσαν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόσασταν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόσαστε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόσουν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόσουνα	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνόταν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρωνότανε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώ	verb|figurative	άλλη μορφή του αναζωπυρώνω
αναζωπυρώθηκα	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώθηκαν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώθηκε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώθηκες	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώματα	=	αναζωπύρωμα
αναζωπυρώματος	=	αναζωπύρωμα
αναζωπυρώναμε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώναν	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνανε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνατε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνει	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνεις	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνεσαι	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνεστε	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνεται	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνετε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνομε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνονται	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνονταν	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνου	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνουμε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνουν	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνουνε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώνω	verb	ενεργώ έτσι, ώστε μια φωτιά που κόντευε να σβήσει να ξαναρχίσει να καίει με μεγάλη ένταση
αναζωπυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσαν	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσανε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναζωπύρωση
αναζωπυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναζωπύρωση
αναζωπυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναζωπύρωση
αναζωπυρώσομε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσου	=	αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσουνε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπύρησα	=	αναζωπυρώ
αναζωπύρηση	noun|figurative	άλλη μορφή του αναζωπύρωση
αναζωπύρησης	=	αναζωπύρηση
αναζωπύρωμα	noun	άλλη μορφή του αναζωπύρωση
αναζωπύρωνα	=	αναζωπυρώνω
αναζωπύρωναν	=	αναζωπυρώνω
αναζωπύρωνε	=	αναζωπυρώνω
αναζωπύρωνες	=	αναζωπυρώνω
αναζωπύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναζωπυρώνω
αναζωπύρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναζωπυρώνω
αναζωπύρωσης	noun	γενική ενικού του αναζωπύρωση
αναθάλαμε	=	αναθάλλω
αναθάλαν	=	αναθάλλω
αναθάλανε	=	αναθάλλω
αναθάλατε	=	αναθάλλω
αναθάλει	=	αναθάλλω
αναθάλεις	=	αναθάλλω
αναθάλετε	=	αναθάλλω
αναθάλλαμε	=	αναθάλλω
αναθάλλαν	=	αναθάλλω
αναθάλλανε	=	αναθάλλω
αναθάλλατε	=	αναθάλλω
αναθάλλει	=	αναθάλλω
αναθάλλεις	=	αναθάλλω
αναθάλλετε	=	αναθάλλω
αναθάλλομε	=	αναθάλλω
αναθάλλοντας	=	αναθάλλω
αναθάλλουμε	=	αναθάλλω
αναθάλλουν	=	αναθάλλω
αναθάλλουνε	=	αναθάλλω
αναθάλλω	verb	για φυτό που ξαναγίνεται πράσινο, ξαναζωντανεύει, ξανανθίζει
αναθάλομε	=	αναθάλλω
αναθάλουμε	=	αναθάλλω
αναθάλουν	=	αναθάλλω
αναθάλουνε	=	αναθάλλω
αναθάλω	=	αναθάλλω
αναθάρρεμα	noun|rare	άλλη μορφή του αναθάρρηση
αναθάρρευα	=	αναθαρρεύω
αναθάρρευαν	=	αναθαρρεύω
αναθάρρευε	=	αναθαρρεύω
αναθάρρευες	=	αναθαρρεύω
αναθάρρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθάρρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθάρρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθάρρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθάρρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθάρρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθάρρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθάρρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθάρρηση	noun	το να ξαναβρίσκει κάποιος το θάρρος του, η ανάκτηση του κουράγιου και της τόλμης
αναθάρρησης	=	αναθάρρηση
αναθάρρυνα	=	αναθαρρύνω
αναθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάθεμα
αναθέματος	noun	γενική ενικού του ανάθεμα
αναθέρμαινα	=	αναθερμαίνω
αναθέρμαιναν	=	αναθερμαίνω
αναθέρμαινε	=	αναθερμαίνω
αναθέρμαινες	=	αναθερμαίνω
αναθέρμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθέρμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθέρμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθέρμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθέρμανση	noun	η εκ νέου θέρμανση, η επαναθέρμανση, το ξαναζέσταμα
αναθέρμανσης	=	αναθέρμανση
αναθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέσαν	=	αναθέτω
αναθέσανε	=	αναθέτω
αναθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάθεση
αναθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάθεση
αναθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάθεση
αναθέσμιση	noun	η αλλαγή ή η προσπάθεια βελτίωσης των θεσμών
αναθέσμισης	noun	γενική ενικού του αναθέσμιση
αναθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθέτω
αναθέταμε	=	αναθέτω
αναθέταν	=	αναθέτω
αναθέτανε	=	αναθέτω
αναθέτατε	=	αναθέτω
αναθέτει	=	αναθέτω
αναθέτεις	=	αναθέτω
αναθέτετε	=	αναθέτω
αναθέτομαι	=	ανατίθεμαι
αναθέτον	=	αναθέτων
αναθέτοντα	=	αναθέτων
αναθέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναθέτω
αναθέτοντες	=	αναθέτων
αναθέτοντος	=	αναθέτων
αναθέτουμε	=	αναθέτω
αναθέτουν	=	αναθέτω
αναθέτουνε	=	αναθέτω
αναθέτουσα	=	αναθέτων
αναθέτουσας	=	αναθέτων
αναθέτουσες	=	αναθέτων
αναθέτω	verb	ορίζω κάποιον ως υπεύθυνο ενός έργου, του δίνω μια αρμοδιότητα, ευθύνη, υποχρέωση
αναθέτων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναθέτω
αναθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάθημα
αναθήματος	noun	γενική ενικού του ανάθημα
αναθίβαλλα	=	αναθιβάλλω
αναθαρρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψαν	=	αναθαρρεύω
αναθαρρέψανε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψομε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψουνε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρεύω
αναθαρρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσεων	=	αναθάρρηση
αναθαρρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθαρρώ
αναθαρρεμένος	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύαμε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύαν	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύανε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύατε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύει	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύεις	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύετε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύομε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύοντας	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύουμε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύουν	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύουνε	=	αναθαρρεύω
αναθαρρεύω	verb	ξαναπαίρνω θάρρος, ξεθαρρεύω
αναθαρρύνομαι	=	αναθαρρύνω
αναθαρρύνω	verb	δίνω εκ νέου θάρρος σε κάποιον
αναθαρρώ	verb	ενθαρρύνομαι και πάλι - ξαναπαίρνω θάρρος, κουράγιο
αναθαρρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναθαρρώ
αναθεμάτιζα	=	αναθεματίζω
αναθεμάτιζαν	=	αναθεματίζω
αναθεμάτιζε	=	αναθεματίζω
αναθεμάτιζες	=	αναθεματίζω
αναθεμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάθεμα
αναθεματίζαμε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζαν	=	αναθεματίζω
αναθεματίζανε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζατε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζει	=	αναθεματίζω
αναθεματίζεις	=	αναθεματίζω
αναθεματίζεσαι	=	αναθεματίζω
αναθεματίζεστε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζεται	=	αναθεματίζω
αναθεματίζετε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζομαι	=	αναθεματίζω
αναθεματίζομε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζονται	=	αναθεματίζω
αναθεματίζονταν	=	αναθεματίζω
αναθεματίζοντας	=	αναθεματίζω
αναθεματίζουμε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζουν	=	αναθεματίζω
αναθεματίζουνε	=	αναθεματίζω
αναθεματίζω	verb	καταριέμαι
αναθεματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσαν	=	αναθεματίζω
αναθεματίσανε	=	αναθεματίζω
αναθεματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσομε	=	αναθεματίζω
αναθεματίσου	=	αναθεματίζω
αναθεματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίσουνε	=	αναθεματίζω
αναθεματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματίστηκα	=	αναθεματίζω
αναθεματίστηκαν	=	αναθεματίζω
αναθεματίστηκε	=	αναθεματίζω
αναθεματίστηκες	=	αναθεματίζω
αναθεματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεματίζω
αναθεματιζόμασταν	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόμαστε	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόμουν	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόμουνα	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόντουσαν	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόσασταν	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόσαστε	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόσουν	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόσουνα	=	αναθεματίζω
αναθεματιζόταν	=	αναθεματίζω
αναθεματιζότανε	=	αναθεματίζω
αναθεματισμέ	noun	κλητική ενικού του αναθεματισμός
αναθεματισμένα	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένε	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένες	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένη	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένης	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένο	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένοι	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένος	verb	που έχει αναθεματιστεί, καταραστεί
αναθεματισμένου	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένους	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμένων	=	αναθεματισμένος
αναθεματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθεματισμός
αναθεματισμού	noun	γενική ενικού του αναθεματισμός
αναθεματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναθεματισμός
αναθεματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναθεματισμός
αναθεματισμός	noun	η κατάρα, το ανάθεμα, ο αφορισμός
αναθεματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναθεματισμός
αναθεματιστήκαμε	=	αναθεματίζω
αναθεματιστήκαν	=	αναθεματίζω
αναθεματιστήκανε	=	αναθεματίζω
αναθεματιστήκατε	=	αναθεματίζω
αναθεματιστεί	=	αναθεματίζω
αναθεματιστείς	=	αναθεματίζω
αναθεματιστείτε	=	αναθεματίζω
αναθεματιστούμε	=	αναθεματίζω
αναθεματιστούν	=	αναθεματίζω
αναθεματιστούνε	=	αναθεματίζω
αναθεματιστώ	=	αναθεματίζω
αναθεμελίωνα	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωναν	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωνε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωνες	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωσα	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωσαν	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωσε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωσες	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελίωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναθεμελιώνω
αναθεμελίωσης	=	αναθεμελίωση
αναθεμελιώναμε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώναν	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνανε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνατε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνει	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνεις	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνετε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνοντας	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνουμε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνουν	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνουνε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώνω	verb|figurative	θεμελιώνω ξανά
αναθεμελιώσαμε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώσαν	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώσανε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώσατε	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώσει	=	αναθεμελιώνω
αναθεμελιώσεις	=	αναθεμελίωση
αναθεμελιώσεων	=	αναθεμελίωση
αναθεμελιώστε	=	αναθεμελιώνω
αναθερμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάναν	=	αναθερμαίνω
αναθερμάνανε	=	αναθερμαίνω
αναθερμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμάνσεις	=	αναθέρμανση
αναθερμάνσεων	=	αναθέρμανση
αναθερμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθερμαίνω
αναθερμαίναμε	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίναν	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνανε	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνατε	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνει	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνεις	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνετε	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνομαι	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνοντας	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνουμε	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνουν	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνουνε	=	αναθερμαίνω
αναθερμαίνω	verb|figurative	θερμαίνω εκ νέου, ιδίως για σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, κρατών κλπ που είχαν περάσει μια περίοδο ψυχρότητας
αναθεσμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθέσμιση
αναθεσμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναθέσμιση
αναθεσμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναθέσμιση
αναθετουσών	=	αναθέτων
αναθετούσης	=	αναθέτων
αναθετόντων	=	αναθέτων
αναθεωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήσαν	=	αναθεωρώ
αναθεωρήσανε	=	αναθεωρώ
αναθεωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεώρηση
αναθεωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναθεώρηση
αναθεωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναθεώρηση
αναθεωρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρήσιμο
αναθεωρήσιμε	adj	κλητική ενικού του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρήσιμη
αναθεωρήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσιμης	adj	γενική ενικού του αναθεωρήσιμη
αναθεωρήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσιμος	adj	που μπορεί να αναθεωρηθεί
αναθεωρήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναθεωρήσιμος
αναθεωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεωρήτρια	=	αναθεωρητής
αναθεωρεί	=	αναθεωρώ
αναθεωρείς	=	αναθεωρώ
αναθεωρείτε	=	αναθεωρώ
αναθεωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρημένο
αναθεωρημένε	verb	κλητική ενικού του αναθεωρημένος
αναθεωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρημένη
αναθεωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναθεωρημένος
αναθεωρημένης	verb	γενική ενικού του αναθεωρημένη
αναθεωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναθεωρημένος
αναθεωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρημένος
αναθεωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναθεωρημένος
αναθεωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναθεωρημένος
αναθεωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναθεωρημένος
αναθεωρητέα	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέας	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέε	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέες	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέο	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέοι	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέος	adj|formal	που πρέπει να αναθεωρηθεί
αναθεωρητέου	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητέους	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρητής
αναθεωρητέων	=	αναθεωρητέος
αναθεωρητή	=	αναθεωρητής
αναθεωρητής	noun	που επανεκτιμά, επανεξετάζει ή ακυρώνει κάτι παλιότερο, όπως μια κρίση, απόφαση ή προσέγγιση· που αναθεωρεί ευρύτερα παραδεκτές ή παγιωμένες απόψεις, αντιλήψεις
αναθεωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρητικό
αναθεωρητικέ	adj	κλητική ενικού του αναθεωρητικός
αναθεωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρητική
αναθεωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναθεωρητικός
αναθεωρητικής	adj	γενική ενικού του αναθεωρητική
αναθεωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρητικός
αναθεωρητικού	adj	γενική ενικού του αναθεωρητικός
αναθεωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναθεωρητικός
αναθεωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναθεωρητικός
αναθεωρητικός	adj	εκείνος που αναθεωρεί, επανεξετάζει απόψεις
αναθεωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναθεωρητικός
αναθεωρητισμέ	noun	κλητική ενικού του αναθεωρητισμός
αναθεωρητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθεωρητισμός
αναθεωρητισμού	noun	γενική ενικού του αναθεωρητισμός
αναθεωρητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναθεωρητισμός
αναθεωρητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναθεωρητισμός
αναθεωρητισμός	noun	αναθεωρητική τάση επί φιλοσοφικών ιδεών
αναθεωρητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναθεωρητισμός
αναθεωρητών	=	αναθεωρητής
αναθεωρούμαι	=	αναθεωρώ
αναθεωρούμε	=	αναθεωρώ
αναθεωρούν	=	αναθεωρώ
αναθεωρούνε	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσα	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσαμε	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσαν	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσανε	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσατε	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσε	=	αναθεωρώ
αναθεωρούσες	=	αναθεωρώ
αναθεωρώ	verb	εξετάζω ένα θέμα και αλλάζω άποψη επ' αυτού, τροποποιώ αποφάσεις, γνώμες, διατάξεις
αναθεωρώντας	=	αναθεωρώ
αναθεώρει	=	αναθεωρώ
αναθεώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναθεωρώ
αναθεώρηση	noun	νέα θεώρηση μιας άποψης ή κατάστασης, ανασκευή, αλλαγή, τροποποίηση, επανεξέταση, ανάκληση προηγούμενων αποφάσεων
αναθεώρησης	noun	γενική ενικού του αναθεώρηση
αναθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάθημα
αναθηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθηματικό
αναθηματικέ	adj	κλητική ενικού του αναθηματικός
αναθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθηματική
αναθηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναθηματικός
αναθηματικής	adj	γενική ενικού του αναθηματική
αναθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθηματικός
αναθηματικού	adj	γενική ενικού του αναθηματικός
αναθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναθηματικός
αναθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του αναθηματικός
αναθηματικός	adj	που χρησιμεύει ως ανάθημα στη μνήμη ανθρώπων ή γεγονότων
αναθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του αναθηματικός
αναθιβάλλω	verb	θυμάμαι, αναπολώ
αναθιβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναθιβάλλω
αναθράφηκα	=	αναθρέφω
αναθράφηκαν	=	αναθρέφω
αναθράφηκε	=	αναθρέφω
αναθράφηκες	=	αναθρέφω
αναθρέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάθρεμμα
αναθρέμματος	noun	γενική ενικού του ανάθρεμμα
αναθρέφαμε	=	αναθρέφω
αναθρέφαν	=	αναθρέφω
αναθρέφανε	=	αναθρέφω
αναθρέφατε	=	αναθρέφω
αναθρέφει	=	αναθρέφω
αναθρέφεις	=	αναθρέφω
αναθρέφεσαι	=	αναθρέφω
αναθρέφεστε	=	αναθρέφω
αναθρέφεται	=	αναθρέφω
αναθρέφετε	=	αναθρέφω
αναθρέφομαι	=	αναθρέφω
αναθρέφομε	=	αναθρέφω
αναθρέφονται	=	αναθρέφω
αναθρέφονταν	=	αναθρέφω
αναθρέφοντας	=	αναθρέφω
αναθρέφουμε	=	αναθρέφω
αναθρέφουν	=	αναθρέφω
αναθρέφουνε	=	αναθρέφω
αναθρέφω	verb|vulgar	ανατρέφω
αναθρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψαν	=	ανατρέφω
αναθρέψανε	=	ανατρέφω
αναθρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψομε	=	ανατρέφω
αναθρέψου	=	ανατρέφω
αναθρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψουνε	=	ανατρέφω
αναθρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
αναθραφήκαμε	=	αναθρέφω
αναθραφήκαν	=	αναθρέφω
αναθραφήκανε	=	αναθρέφω
αναθραφήκατε	=	αναθρέφω
αναθραφεί	=	αναθρέφω
αναθραφείς	=	αναθρέφω
αναθραφείτε	=	αναθρέφω
αναθραφούμε	=	αναθρέφω
αναθραφούν	=	αναθρέφω
αναθραφούνε	=	αναθρέφω
αναθρεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάθρεμμα
αναθρεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθρεμμένο
αναθρεμμένε	verb	κλητική ενικού του αναθρεμμένος
αναθρεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθρεμμένη
αναθρεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναθρεμμένος
αναθρεμμένης	verb	γενική ενικού του αναθρεμμένη
αναθρεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναθρεμμένος
αναθρεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθρεμμένος
αναθρεμμένος	=	ανατρέφω
αναθρεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναθρεμμένος
αναθρεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναθρεμμένος
αναθρεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναθρεμμένος
αναθρεφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθρεφτό
αναθρεφτέ	adj	κλητική ενικού του αναθρεφτός
αναθρεφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθρεφτή
αναθρεφτή	noun	η ψυχοκόρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναθρεφτός
αναθρεφτής	adj	γενική ενικού του αναθρεφτή
αναθρεφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναθρεφτός
αναθρεφτού	adj	γενική ενικού του αναθρεφτός
αναθρεφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναθρεφτός
αναθρεφτό	adj	αιτιατική ενικού του αναθρεφτός
αναθρεφτός	noun	ο ψυχογιός
αναθρεφτών	adj	γενική πληθυντικού του αναθρεφτός
αναθρεφόμασταν	=	αναθρέφω
αναθρεφόμαστε	=	αναθρέφω
αναθρεφόμουν	=	αναθρέφω
αναθρεφόμουνα	=	αναθρέφω
αναθρεφόντουσαν	=	αναθρέφω
αναθρεφόσασταν	=	αναθρέφω
αναθρεφόσαστε	=	αναθρέφω
αναθρεφόσουν	=	αναθρέφω
αναθρεφόσουνα	=	αναθρέφω
αναθρεφόταν	=	αναθρέφω
αναθρεφότανε	=	αναθρέφω
αναθρεψου	=	ανατρέφω
αναθρώσκει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναθρώσκω
αναθυμάμαι	verb|literary	αναπολώ κάτι με νοσταλγία
αναθυμήθηκα	=	αναθυμούμαι
αναθυμήθηκαν	=	αναθυμούμαι
αναθυμήθηκε	=	αναθυμούμαι
αναθυμήθηκες	=	αναθυμούμαι
αναθυμήματα	=	αναθύμημα
αναθυμήματος	=	αναθύμημα
αναθυμήσου	=	αναθυμούμαι
αναθυμίαση	noun	τα συνήθως αλλά όχι πάντα δύσοσμα, δυσάρεστα -για την πνιγηρότητα που ίσως προκαλούν- ή και τοξικά αέρια τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές -είτε από καύση ουσιών, είτε από σήψη είτε από χημικές αντιδράσεις που αναδίδουν ατμούς.
αναθυμίασης	noun	γενική ενικού του αναθυμίαση
αναθυμίζω	verb	θυμίζω, υπενθυμίζω
αναθυμείσαι	=	αναθυμούμαι
αναθυμείστε	=	αναθυμούμαι
αναθυμείται	=	αναθυμούμαι
αναθυμηθήκαμε	=	αναθυμούμαι
αναθυμηθήκαν	=	αναθυμούμαι
αναθυμηθήκανε	=	αναθυμούμαι
αναθυμηθήκατε	=	αναθυμούμαι
αναθυμηθεί	=	αναθυμούμαι
αναθυμηθείτε	=	αναθυμούμαι
αναθυμημάτων	=	αναθύμημα
αναθυμημένος	=	αναθυμούμαι
αναθυμιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναθυμίαση
αναθυμιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναθυμίαση
αναθυμιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναθυμίαση
αναθυμούμαι	verb	θυμάμαι, ξαναθυμάμαι
αναθυμούμασταν	=	αναθυμούμαι
αναθυμούμαστε	=	αναθυμούμαι
αναθυμούμενος	=	αναθυμούμαι
αναθυμούμουν	=	αναθυμούμαι
αναθυμούνται	=	αναθυμούμαι
αναθυμούνταν	=	αναθυμούμαι
αναθυμούσασταν	=	αναθυμούμαι
αναθυμούσαστε	=	αναθυμούμαι
αναθυμούσουν	=	αναθυμούμαι
αναθυμώ	verb	θυμίζω, υπενθυμίζω
αναθύμημα	noun	η ανάμνηση, η ανάκληση κάποιου γεγονότος ή μιας κατάστασης στο νου από το παρελθόν
αναθύμησες	=	αναθύμηση
αναθύμηση	noun	η ανάμνηση, η ανάκληση κάποιου γεγονότος ή μιας κατάστασης στο νου από το παρελθόν
αναθύμησης	=	αναθύμηση
αναθύμισα	=	αναθυμίζω
αναιδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναιδής
αναιδή	=	αναιδής
αναιδής	adj	αυτός που δεν αισθάνεται ντροπή, δεν έχει τρόπους, δε σέβεται, θρασύς, αδιάντροπος
αναιδείς	=	αναιδής
αναιδειών	noun	γενική πληθυντικού του αναίδεια
αναιδούς	=	αναιδής
αναιδών	=	αναιδής
αναιδώς	adv	με αναίδεια, χωρίς αιδώ
αναιμάκτως	adv|formal	άλλη μορφή του αναίμακτα
αναιμία	noun	η ελάττωση των αιμοσφαιρίων κάτω από το κανονικό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι παθογόνο κατάσταση
αναιμίας	noun	γενική ενικού του αναιμία
αναιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιμία
αναιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιμικό	adv	με αναιμικό τρόπο
αναιμικέ	adj	κλητική ενικού του αναιμικός
αναιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιμική
αναιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναιμικός
αναιμικής	adj	γενική ενικού του αναιμική
αναιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναιμικός
αναιμικού	adj	γενική ενικού του αναιμικός
αναιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναιμικός
αναιμικό	adj	αιτιατική ενικού του αναιμικός
αναιμικός	adj	που σχετίζεται με την αναιμία
αναιμικότατα	=	αναιμικός
αναιμικότατε	=	αναιμικός
αναιμικότατες	=	αναιμικός
αναιμικότατη	=	αναιμικός
αναιμικότατης	=	αναιμικός
αναιμικότατο	=	αναιμικός
αναιμικότατοι	=	αναιμικός
αναιμικότατος	=	αναιμικός
αναιμικότατου	=	αναιμικός
αναιμικότατους	=	αναιμικός
αναιμικότατων	=	αναιμικός
αναιμικότερα	=	αναιμικός
αναιμικότερε	=	αναιμικός
αναιμικότερες	=	αναιμικός
αναιμικότερη	=	αναιμικός
αναιμικότερης	=	αναιμικός
αναιμικότερο	=	αναιμικός
αναιμικότεροι	=	αναιμικός
αναιμικότερος	=	αναιμικός
αναιμικότερου	=	αναιμικός
αναιμικότερους	=	αναιμικός
αναιμικότερων	=	αναιμικός
αναιμικών	adj	γενική πληθυντικού του αναιμικός
αναιμιών	noun	γενική πληθυντικού του αναιμία
αναιρέθηκα	=	αναιρώ
αναιρέθηκαν	=	αναιρώ
αναιρέθηκε	=	αναιρώ
αναιρέθηκες	=	αναιρώ
αναιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσαν	=	αναιρώ
αναιρέσανε	=	αναιρώ
αναιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναίρεση
αναιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναίρεση
αναιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναίρεση
αναιρέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιρέσιμο
αναιρέσιμε	adj	κλητική ενικού του αναιρέσιμος
αναιρέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιρέσιμη
αναιρέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναιρέσιμος
αναιρέσιμης	adj	γενική ενικού του αναιρέσιμη
αναιρέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναιρέσιμος
αναιρέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναιρέσιμος
αναιρέσιμος	adj	που υπάρχει η δυνατότητα να αναιρεθεί, να ακυρωθεί
αναιρέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναιρέσιμος
αναιρέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναιρέσιμος
αναιρέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναιρέσιμος
αναιρέσου	=	αναιρώ
αναιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσουνε	=	αναιρώ
αναιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρώ
αναιρέτες	=	αναιρέτης
αναιρέτη	=	αναιρέτης
αναιρέτης	noun	που εμποδίζει, καταστρέφει (σπάνια χρήση)
αναιρήσου	=	αναιρώ
αναιρεί	=	αναιρώ
αναιρείς	=	αναιρώ
αναιρείσαι	=	αναιρώ
αναιρείστε	=	αναιρώ
αναιρείται	=	αναιρώ
αναιρείτε	=	αναιρώ
αναιρείτο	=	αναιρώ
αναιρεθέν	=	αναιρεθείς
αναιρεθέντα	=	αναιρεθείς
αναιρεθέντας	=	αναιρεθείς
αναιρεθέντες	=	αναιρεθείς
αναιρεθέντος	=	αναιρεθείς
αναιρεθέντων	=	αναιρεθείς
αναιρεθήκαμε	=	αναιρώ
αναιρεθήκαν	=	αναιρώ
αναιρεθήκανε	=	αναιρώ
αναιρεθήκατε	=	αναιρώ
αναιρεθεί	=	αναιρώ
αναιρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναιρούμαι
αναιρεθείσα	=	αναιρεθείς
αναιρεθείσας	=	αναιρεθείς
αναιρεθείσες	=	αναιρεθείς
αναιρεθείσης	=	αναιρεθείς
αναιρεθείτε	=	αναιρώ
αναιρεθεισών	=	αναιρεθείς
αναιρεθούμε	=	αναιρώ
αναιρεθούν	=	αναιρώ
αναιρεθούνε	=	αναιρώ
αναιρεθώ	=	αναιρώ
αναιρεμένος	=	αναιρώ
αναιρεσίβλητα	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητε	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητες	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητη	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητης	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητο	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητοι	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητος	adj	διάδικος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο
αναιρεσίβλητου	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητους	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσίβλητων	=	αναιρεσίβλητος
αναιρεσείον	=	αναιρεσείων
αναιρεσείοντα	=	αναιρεσείων
αναιρεσείοντες	=	αναιρεσείων
αναιρεσείοντος	=	αναιρεσείων
αναιρεσείουσα	=	αναιρεσείων
αναιρεσείουσας	=	αναιρεσείων
αναιρεσείουσες	=	αναιρεσείων
αναιρεσείων	adj	πρόσωπο που προσφεύγει σε ανώτερο δικαστήριο, ζητώντας την ακύρωση ή ανατροπή προηγούμενης δικαστικής απόφασης για νομικούς λόγους
αναιρεσειουσών	=	αναιρεσείων
αναιρεσειούσης	=	αναιρεσείων
αναιρεσειόντων	=	αναιρεσείων
αναιρεσιβαλλομένες	=	αναιρεσιβαλλομένη
αναιρεσιβαλλομένη	noun	δικαστική απόφαση που είναι δυνατόν κάποιος να την προσβάλλει με αναίρεση
αναιρεσιβαλλομένης	=	αναιρεσιβαλλομένη
αναιρεσιβαλλομενών	=	αναιρεσιβαλλόμενη
αναιρεσιβαλλόμενες	=	αναιρεσιβαλλόμενη
αναιρεσιβαλλόμενη	noun	δικαστική απόφαση που είναι δυνατόν κάποιος να την προσβάλλει με αναίρεση
αναιρεσιβαλλόμενης	=	αναιρεσιβαλλόμενη
αναιρεσιμοτήτων	=	αναιρεσιμότητα
αναιρεσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αναιρέσιμου, η δυνατότητα να αναιρεθεί απόφαση από ανώτερο δικαστήριο
αναιρεσιμότητας	=	αναιρεσιμότητα
αναιρεσιμότητες	=	αναιρεσιμότητα
αναιρετέα	=	αναιρετέος
αναιρετέας	=	αναιρετέος
αναιρετέε	=	αναιρετέος
αναιρετέες	=	αναιρετέος
αναιρετέο	=	αναιρετέος
αναιρετέοι	=	αναιρετέος
αναιρετέος	adj	αυτός εναντίον του οποίου πρέπει να ασκηθεί αναίρεση, αυτός που πρέπει να αναιρεθεί, να ακυρωθεί (πιο συνηθισμένο το θηλυκό πλέον, στη φράση αναιρετέα απόφαση)
αναιρετέου	=	αναιρετέος
αναιρετέους	=	αναιρετέος
αναιρετέων	=	αναιρετέος
αναιρετήρια	=	αναιρετήριος
αναιρετήριας	=	αναιρετήριος
αναιρετήριε	=	αναιρετήριος
αναιρετήριες	=	αναιρετήριος
αναιρετήριο	=	αναιρετήριος
αναιρετήριοι	=	αναιρετήριος
αναιρετήριος	adj	ο αναιρετικός.
αναιρετήριου	=	αναιρετήριος
αναιρετήριους	=	αναιρετήριος
αναιρετήριων	=	αναιρετήριος
αναιρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιρετικό
αναιρετικέ	adj	κλητική ενικού του αναιρετικός
αναιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιρετική
αναιρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναιρετικός
αναιρετικής	adj	γενική ενικού του αναιρετική
αναιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναιρετικός
αναιρετικού	adj	γενική ενικού του αναιρετικός
αναιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναιρετικός
αναιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του αναιρετικός
αναιρετικός	adj	που αναιρεί, που μπορεί να αναιρέσει, είναι κατάλληλος να αναιρέσει, ο σχετικός με την αναίρεση, ο πιθανόν ακυρωτικός
αναιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του αναιρετικός
αναιρετών	=	αναιρέτης
αναιρημένος	=	αναιρώ
αναιρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναιρώ
αναιρούμασταν	=	αναιρώ
αναιρούμαστε	=	αναιρώ
αναιρούμε	=	αναιρώ
αναιρούμενος	=	αναιρώ
αναιρούμουν	=	αναιρώ
αναιρούμουνα	=	αναιρώ
αναιρούν	=	αναιρώ
αναιρούνε	=	αναιρώ
αναιρούνται	=	αναιρώ
αναιρούνταν	=	αναιρώ
αναιρούντο	=	αναιρώ
αναιρούσα	=	αναιρώ
αναιρούσαμε	=	αναιρώ
αναιρούσαν	=	αναιρώ
αναιρούσανε	=	αναιρώ
αναιρούσασταν	=	αναιρώ
αναιρούσαστε	=	αναιρώ
αναιρούσατε	=	αναιρώ
αναιρούσε	=	αναιρώ
αναιρούσες	=	αναιρώ
αναιρούσουν	=	αναιρώ
αναιρούσουνα	=	αναιρώ
αναιρώ	verb	αναθεωρώ, αντικρούω ή αρνούμαι μια προηγούμενη άποψη, απόφασή ή δήλωσή μου
αναιρώντας	=	αναιρώ
αναισθησία	noun	η κατάσταση του αναίσθητου, η έλλειψη συνειδητότητας, κατάσταση που μοιάζει με τον ύπνο και προκαλείται από τη χορήγηση ειδικών ουσιών, όπως π.χ. πριν από χειρουργική επέμβαση
αναισθησίας	noun	γενική ενικού του αναισθησία
αναισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθησία
αναισθησιογόνα	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνας	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνε	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνες	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνο	noun	ουσία που συμβάλλει στην πρόκληση αναισθησίας
αναισθησιογόνοι	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνος	adj	που συμβάλλει στην πρόκληση αναισθησίας
αναισθησιογόνου	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνους	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιογόνων	=	αναισθησιογόνος
αναισθησιολογία	noun	ιατρικός κλάδος που μελετά και εφαρμόζει τεχνικές ελέγχου του πόνου και της συνείδησης κατά τη διάρκεια επεμβάσεων ή κρίσιμων θεραπευτικών πράξεων
αναισθησιολογίας	=	αναισθησιολογία
αναισθησιολογίες	=	αναισθησιολογία
αναισθησιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθησιολογικό
αναισθησιολογικέ	adj	κλητική ενικού του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθησιολογική
αναισθησιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογικής	adj	γενική ενικού του αναισθησιολογική
αναισθησιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογικού	adj	γενική ενικού του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογικός	adj	που έχει σχέση με την αναισθησιολογία ή τον αναισθησιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αναισθησιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αναισθησιολογικός
αναισθησιολογιών	=	αναισθησιολογία
αναισθησιολόγε	noun	κλητική ενικού του αναισθησιολόγος
αναισθησιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αναισθησιολόγος
αναισθησιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναισθησιολόγος
αναισθησιολόγος	noun	ο γιατρός που, αφού εξετάσει έναν ασθενή, του χορηγεί αναισθητικό αμέσως πριν μια χειρουργική επέμβαση και τον παρακολουθεί διαρκώς μέχρι και το στάδιο της ανάνηψης
αναισθησιολόγου	noun	γενική ενικού του αναισθησιολόγος
αναισθησιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναισθησιολόγος
αναισθησιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αναισθησιολόγος
αναισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του αναισθησία
αναισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθητικό
αναισθητικέ	adj	κλητική ενικού του αναισθητικός
αναισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθητική
αναισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναισθητικός
αναισθητικής	adj	γενική ενικού του αναισθητική
αναισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναισθητικός
αναισθητικού	adj	γενική ενικού του αναισθητικός
αναισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναισθητικός
αναισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναισθητικός	noun	ουσία που προκαλεί απώλεια της συνείδησης (αναισθησία) και χορηγείται σε ασθενή πριν από χειρουργική επέμβαση
αναισθητικός	adj	ο σχετικός με την αναισθησία, συνήθως με την έννοια της νάρκωσης που εφαρμόζεται σε επεμβάσεις και οδυνηρές ιατρικές πράξεις
αναισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναισθητικός
αναισθητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποίηση	noun	η χορήγηση νάρκωσης, συνήθως σε ασθενή (άνθρωπο, ζώο) για τη διεξαγωγή κάποιας οδυνηρής επέμβασης ή εξέτασης, αλλά και για άλλους λόγους
αναισθητοποίησης	=	αναισθητοποίηση
αναισθητοποιήθηκα	=	αναισθητοποιούμαι
αναισθητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσεων	=	αναισθητοποίηση
αναισθητοποιήσεως	=	αναισθητοποίηση
αναισθητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισθητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθητοποιημένο
αναισθητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισθητοποιημένη
αναισθητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιημένης	verb	γενική ενικού του αναισθητοποιημένη
αναισθητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναισθητοποιημένος
αναισθητοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του αναισθητοποιώ, μου προκαλούν νάρκωση με αναισθητικές ουσίες
αναισθητοποιώ	verb	χορηγώ σε άνθρωπο ή ζώο νόμιμες αναισθητικές ουσίες για να διεχαθεί οδυνηρή επέμβαση ή εξέταση
αναισθητοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναισθητοποιώ
αναισχυντία	noun	η έλλειψη αισχύνης, ντροπής
αναισχυντίας	noun	γενική ενικού του αναισχυντία
αναισχυντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναισχυντία
αναισχυντιών	noun	γενική πληθυντικού του αναισχυντία
αναιτιολόγητα	adv	χωρίς καμία δικαιολογία, δίχως αιτιολόγηση, χωρίς αιτία, χωρίς να προκληθεί
αναιτιολόγητε	adj	κλητική ενικού του αναιτιολόγητος
αναιτιολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναιτιολόγητη
αναιτιολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναιτιολόγητος
αναιτιολόγητης	adj	γενική ενικού του αναιτιολόγητη
αναιτιολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αναιτιολόγητος
αναιτιολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναιτιολόγητος
αναιτιολόγητος	adj	που δεν δικαιολογείται, είτε επειδή αμελεί να δικαιολογηθεί είτε επειδή δεν έχει τρόπο να τεκμηριώσει κάποια ενέργειά του
αναιτιολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναιτιολόγητος
αναιτιολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναιτιολόγητος
αναιτιολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναιτιολόγητος
αναιτιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναιτιώδης
ανακάθησα	=	ανακάθισα
ανακάθιζα	=	ανακαθίζω
ανακάθιζαν	=	ανακαθίζω
ανακάθιζε	=	ανακαθίζω
ανακάθιζες	=	ανακαθίζω
ανακάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακάθομαι	verb	ανασηκώνω τον κορμό μου ενώ έχω απλωμένα, εκτεταμένα τα πόδια μου (π.χ. στο κρεβάτι), με τον κορμό ορθό στηριζόμενο σε μαξιλάρια ή στηριζόμενος στα χέρια μου
ανακάλει	=	ανακαλώ
ανακάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακάλημα	noun|dated	θρήνος
ανακάλυπτα	=	ανακαλύπτω
ανακάλυπταν	=	ανακαλύπτω
ανακάλυπτε	=	ανακαλύπτω
ανακάλυπτες	=	ανακαλύπτω
ανακάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακάλυψη	noun	το να βρίσκει κανείς κάτι που υπήρχε, αλλά δεν ήταν γνωστό ή δεν ήξερε πού βρίσκεται
ανακάλυψης	noun	γενική ενικού του ανακάλυψη
ανακάμπταμε	=	ανακάμπτω
ανακάμπταν	=	ανακάμπτω
ανακάμπτανε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτατε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτει	=	ανακάμπτω
ανακάμπτεις	=	ανακάμπτω
ανακάμπτεσαι	=	ανακάμπτω
ανακάμπτεστε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτεται	=	ανακάμπτω
ανακάμπτετε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτομαι	=	ανακάμπτω
ανακάμπτομε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτονται	=	ανακάμπτω
ανακάμπτονταν	=	ανακάμπτω
ανακάμπτοντας	=	ανακάμπτω
ανακάμπτου	=	ανακάμπτω
ανακάμπτουμε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτουν	=	ανακάμπτω
ανακάμπτουνε	=	ανακάμπτω
ανακάμπτω	verb	κάμπτω, λυγίζω κάτι προς τα πάνω ή προς τα πίσω
ανακάμφθηκα	=	ανακάμπτω
ανακάμφθηκαν	=	ανακάμπτω
ανακάμφθηκε	=	ανακάμπτω
ανακάμφθηκες	=	ανακάμπτω
ανακάμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψαν	=	ανακάμπτω
ανακάμψανε	=	ανακάμπτω
ανακάμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκαμψη
ανακάμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκαμψη
ανακάμψεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκαμψη
ανακάμψομε	=	ανακάμπτω
ανακάμψου	=	ανακάμπτω
ανακάμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψουνε	=	ανακάμπτω
ανακάμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακάμπτω
ανακάρου	=	ανάκαρο
ανακάρων	=	ανάκαρο
ανακάρωνα	=	ανακαρώνω
ανακάρωναν	=	ανακαρώνω
ανακάρωνε	=	ανακαρώνω
ανακάρωνες	=	ανακαρώνω
ανακάρωσα	=	ανακαρώνω
ανακάρωσαν	=	ανακαρώνω
ανακάρωσε	=	ανακαρώνω
ανακάρωσες	=	ανακαρώνω
ανακάτεμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακατεύω (κυριολεκτικά ή μεταφορικά), το ανακάτωμα
ανακάτευα	=	ανακατεύω
ανακάτευαν	=	ανακατεύω
ανακάτευε	=	ανακατεύω
ανακάτευες	=	ανακατεύω
ανακάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακάτεψη	=	ανακάτωμα
ανακάτωμα	noun	ανάμιξη γιά σκόπιμη σύγχυση, ώστε κάτι να μην είναι σε προβλέψιμη θέση
ανακάτωνα	=	ανακατώνω
ανακάτωναν	=	ανακατώνω
ανακάτωνε	=	ανακατώνω
ανακάτωνες	=	ανακατώνω
ανακάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακάτωση	noun	το ανακάτωμα ή ανακάτεμα ή ανακάτεψη
ανακάτωσης	=	ανακάτωση
ανακήρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακήρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακήρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακήρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακήρυξη	noun	αναγόρευση, δημόσια αναγγελία γεγονότος, η επισημοποίσή του, συνήθως -αλλά όχι πάντα- για κάτι σημαντικό και αξιέπαινο
ανακήρυξης	noun	γενική ενικού του ανακήρυξη
ανακήρυσσα	=	ανακηρύσσω
ανακήρυσσαν	=	ανακηρύσσω
ανακήρυσσε	=	ανακηρύσσω
ανακήρυσσες	=	ανακηρύσσω
ανακήρυχνα	=	ανακηρύχνω
ανακίνει	=	ανακινώ
ανακίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακίνησεις	=	ανακίνηση
ανακίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακίνηση	noun	η επαναφορά στην επιφάνεια ενός ζητήματος που κάποιοι θέλουν να θεωρείται λυμένο, κλειστό, οριστικά λυμένο και κάποιοι άλλοι το θέτουν ως ανοιχτή πληγή
ανακίνησης	noun	γενική ενικού του ανακίνηση
ανακαίνιζα	=	ανακαινίζω
ανακαίνιζαν	=	ανακαινίζω
ανακαίνιζε	=	ανακαινίζω
ανακαίνιζες	=	ανακαινίζω
ανακαίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαίνιση	noun	το να ξανακάνεις κάτι σαν καινούργιο, η ανανέωση ενός χώρου με οικοδομικές εργασίες επισκευής, συντήρησης ή και κατασκευής
ανακαίνισης	noun	γενική ενικού του ανακαίνιση
ανακαθίζαμε	=	ανακαθίζω
ανακαθίζαν	=	ανακαθίζω
ανακαθίζανε	=	ανακαθίζω
ανακαθίζατε	=	ανακαθίζω
ανακαθίζει	=	ανακαθίζω
ανακαθίζεις	=	ανακαθίζω
ανακαθίζετε	=	ανακαθίζω
ανακαθίζοντας	=	ανακαθίζω
ανακαθίζουμε	=	ανακαθίζω
ανακαθίζουν	=	ανακαθίζω
ανακαθίζουνε	=	ανακαθίζω
ανακαθίζω	verb	ανασηκώνω τον κορμό μου ενώ έχω απλωμένα, εκτεταμένα τα πόδια μου (π.χ. στο κρεβάτι), με τον κορμό ορθό στηριζόμενο σε μαξιλάρια ή στηριζόμενος στα χέρια μου
ανακαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσαν	=	ανακαθίζω
ανακαθίσανε	=	ανακαθίζω
ανακαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαθίζω
ανακαθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαθισμένο
ανακαθισμένε	verb	κλητική ενικού του ανακαθισμένος
ανακαθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαθισμένη
ανακαθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακαθισμένος
ανακαθισμένης	verb	γενική ενικού του ανακαθισμένη
ανακαθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακαθισμένος
ανακαθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακαθισμένος
ανακαθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακαθισμένος
ανακαθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακαθισμένος
ανακαθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακαθισμένος
ανακαθορίζομαι	=	ανακαθορίζω
ανακαθορίζω	verb	άλλη μορφή του επανακαθορίζω
ανακαθορισμέ	=	ανακαθορισμός
ανακαθορισμοί	=	ανακαθορισμός
ανακαθορισμού	=	ανακαθορισμός
ανακαθορισμούς	=	ανακαθορισμός
ανακαθορισμό	=	ανακαθορισμός
ανακαθορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακαθορίζω
ανακαθορισμών	=	ανακαθορισμός
ανακαινίζαμε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζαν	=	ανακαινίζω
ανακαινίζανε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζατε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζει	=	ανακαινίζω
ανακαινίζεις	=	ανακαινίζω
ανακαινίζεσαι	=	ανακαινίζω
ανακαινίζεστε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζεται	=	ανακαινίζω
ανακαινίζετε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζομαι	=	ανακαινίζω
ανακαινίζομε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζονται	=	ανακαινίζω
ανακαινίζονταν	=	ανακαινίζω
ανακαινίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίζουμε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζουν	=	ανακαινίζω
ανακαινίζουνε	=	ανακαινίζω
ανακαινίζω	verb	κάνω ορισμένες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις ή τροποποιήσεις σε κάτι παλιό, ώστε να γίνει σαν καινούργιο ή να λειτουργεί καλύτερα
ανακαινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίσαν	=	ανακαινίζω
ανακαινίσανε	=	ανακαινίζω
ανακαινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαίνιση
ανακαινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακαίνιση
ανακαινίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακαίνιση
ανακαινίσομε	=	ανακαινίζω
ανακαινίσου	=	ανακαινίζω
ανακαινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίσουνε	=	ανακαινίζω
ανακαινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινίστηκα	=	ανακαινίζω
ανακαινίστηκαν	=	ανακαινίζω
ανακαινίστηκε	=	ανακαινίζω
ανακαινίστηκες	=	ανακαινίζω
ανακαινίστρια	=	ανακαινιστής
ανακαινίστριας	noun	γενική ενικού του ανακαινίστρια
ανακαινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινίστρια
ανακαινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαινίζω
ανακαινιζόμασταν	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόμαστε	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιζόμενο
ανακαινιζόμενε	verb	κλητική ενικού του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιζόμενη
ανακαινιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμενης	verb	γενική ενικού του ανακαινιζόμενη
ανακαινιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμενος	verb	αυτός που ανακαινίζεται
ανακαινιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακαινιζόμενος
ανακαινιζόμουν	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόμουνα	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόντουσαν	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόσασταν	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόσαστε	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόσουν	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόσουνα	=	ανακαινίζω
ανακαινιζόταν	=	ανακαινίζω
ανακαινιζότανε	=	ανακαινίζω
ανακαινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινισμένο
ανακαινισμένε	verb	κλητική ενικού του ανακαινισμένος
ανακαινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινισμένη
ανακαινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακαινισμένος
ανακαινισμένης	verb	γενική ενικού του ανακαινισμένη
ανακαινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακαινισμένος
ανακαινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακαινισμένος
ανακαινισμένος	=	ανακαινίζω
ανακαινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακαινισμένος
ανακαινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακαινισμένος
ανακαινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακαινισμένος
ανακαινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιστής
ανακαινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανακαινιστής
ανακαινιστήκαμε	=	ανακαινίζω
ανακαινιστήκαν	=	ανακαινίζω
ανακαινιστήκανε	=	ανακαινίζω
ανακαινιστήκατε	=	ανακαινίζω
ανακαινιστής	noun	εκείνος που εισηγείται μεταρρυθμίσεις, αναθεωρήσεις, καινούργιες ιδέες
ανακαινιστεί	=	ανακαινίζω
ανακαινιστείς	=	ανακαινίζω
ανακαινιστείτε	=	ανακαινίζω
ανακαινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιστικό
ανακαινιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανακαινιστικός
ανακαινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιστική
ανακαινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακαινιστικός
ανακαινιστικής	adj	γενική ενικού του ανακαινιστική
ανακαινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακαινιστικός
ανακαινιστικού	adj	γενική ενικού του ανακαινιστικός
ανακαινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακαινιστικός
ανακαινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακαινιστικός
ανακαινιστικός	adj	που επιτρέπει ή σχετίζεται με την ανακαίνιση
ανακαινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακαινιστικός
ανακαινιστούμε	=	ανακαινίζω
ανακαινιστούν	=	ανακαινίζω
ανακαινιστούνε	=	ανακαινίζω
ανακαινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ανακαινίστρια
ανακαινιστώ	=	ανακαινίζω
ανακαινιστών	noun	γενική πληθυντικού του ανακαινιστής
ανακαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσαν	=	ανακαλώ
ανακαλέσανε	=	ανακαλώ
ανακαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλώ
ανακαλήματα	=	ανακάλημα
ανακαλήματος	=	ανακάλημα
ανακαλεί	=	ανακαλώ
ανακαλείς	=	ανακαλώ
ανακαλείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανακαλούμαι
ανακαλείτε	=	ανακαλώ
ανακαλημάτων	=	ανακάλημα
ανακαλλιέργεια	noun	καλλιέργεια μικροοργανισμών που προκύπτει από μεταφορά υλικού από προϋπάρχουσα καλλιέργεια σε νέο θρεπτικό υπόστρωμα
ανακαλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανακαλώ
ανακαλούμε	=	ανακαλώ
ανακαλούν	=	ανακαλώ
ανακαλούνε	=	ανακαλώ
ανακαλούσα	=	ανακαλώ
ανακαλούσαμε	=	ανακαλώ
ανακαλούσαν	=	ανακαλώ
ανακαλούσανε	=	ανακαλώ
ανακαλούσατε	=	ανακαλώ
ανακαλούσε	=	ανακαλώ
ανακαλούσες	=	ανακαλώ
ανακαλυμμένος	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτικά	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικέ	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικές	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτική	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικής	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικοί	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικού	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικούς	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικό	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτικός	adj	που έχει σχέση με ανακάλυψη ή αναφέρεται σʼ αυτή
ανακαλυπτικών	=	ανακαλυπτικός
ανακαλυπτόμασταν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόμαστε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόμενος	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόμουν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόμουνα	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόντουσαν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόσασταν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόσαστε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόσουν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόσουνα	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτόταν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυπτότανε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθέν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθέντα	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθέντες	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθέντος	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθέντων	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθήκαμε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθήκαν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθήκανε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθήκατε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθεί	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθείς	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθείσα	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθείσας	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθείσες	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθείσης	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθείτε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθεισών	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθούμε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθούν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθούνε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφθώ	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτήκαμε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτήκαν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτήκανε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτήκατε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτεί	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτείς	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτείτε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτούμε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτούν	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτούνε	=	ανακαλύπτω
ανακαλυφτώ	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπταμε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπταν	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτανε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτατε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτει	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτεις	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτεσαι	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτεσθε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτεστε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτεται	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτετε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανακαλύπτω· με ανακαλύπτουν
ανακαλύπτομε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτονται	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτονταν	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτοντας	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτουμε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτουν	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτουνε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύπτω	verb	βρίσκω πρώτος κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε
ανακαλύφθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ανακαλύπτω
ανακαλύφθηκαν	=	ανακαλύπτω
ανακαλύφθηκε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύφθηκες	=	ανακαλύπτω
ανακαλύφτηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ανακαλύπτω
ανακαλύφτηκαν	=	ανακαλύπτω
ανακαλύφτηκε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύφτηκες	=	ανακαλύπτω
ανακαλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψαν	=	ανακαλύπτω
ανακαλύψανε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακάλυψη
ανακαλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακάλυψη
ανακαλύψεως	noun	γενική ενικού του ανακάλυψη
ανακαλύψομε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύψου	=	ανακαλύπτω
ανακαλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψουνε	=	ανακαλύπτω
ανακαλύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω
ανακαλώ	verb	καλώ πίσω κάποιον που με αντιπροσωπεύει, τον αποσύρω από αντιπροσωπία, πρεσβεία κλπ
ανακαλώντας	=	ανακαλώ
ανακαμπτόμασταν	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόμαστε	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόμουν	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόμουνα	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόντουσαν	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόσασταν	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόσαστε	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόσουν	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόσουνα	=	ανακάμπτω
ανακαμπτόταν	=	ανακάμπτω
ανακαμπτότανε	=	ανακάμπτω
ανακαμφθήκαμε	=	ανακάμπτω
ανακαμφθήκαν	=	ανακάμπτω
ανακαμφθήκανε	=	ανακάμπτω
ανακαμφθήκατε	=	ανακάμπτω
ανακαμφθεί	=	ανακάμπτω
ανακαμφθείτε	=	ανακάμπτω
ανακαρά	=	ανακαράς
ανακαράδες	=	ανακαράς
ανακαράδων	=	ανακαράς
ανακαράς	noun	το τύμπανο
ανακαριστές	=	ανακαριστής
ανακαριστή	=	ανακαριστής
ανακαριστής	noun	τυμπανιστής
ανακαριστών	=	ανακαριστής
ανακαρών	noun	γενική πληθυντικού του ανάκαρα
ανακαρώναμε	=	ανακαρώνω
ανακαρώναν	=	ανακαρώνω
ανακαρώνανε	=	ανακαρώνω
ανακαρώνατε	=	ανακαρώνω
ανακαρώνει	=	ανακαρώνω
ανακαρώνεις	=	ανακαρώνω
ανακαρώνετε	=	ανακαρώνω
ανακαρώνοντας	=	ανακαρώνω
ανακαρώνουμε	=	ανακαρώνω
ανακαρώνουν	=	ανακαρώνω
ανακαρώνουνε	=	ανακαρώνω
ανακαρώνω	verb	επανακτώ τις δυνάμεις μου
ανακαρώσαμε	=	ανακαρώνω
ανακαρώσαν	=	ανακαρώνω
ανακαρώσανε	=	ανακαρώνω
ανακαρώσατε	=	ανακαρώνω
ανακαρώσει	=	ανακαρώνω
ανακαρώστε	=	ανακαρώνω
ανακατάκτα	=	ανακατακτώ
ανακατάκταγε	=	ανακατακτώ
ανακατάκτησα	=	ανακατακτώ
ανακατάκτησαν	=	ανακατακτώ
ανακατάκτησε	=	ανακατακτώ
ανακατάκτησες	=	ανακατακτώ
ανακατάκτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακατακτώ
ανακατάκτησης	=	ανακατάκτηση
ανακατάληψη	noun	η εκ νέου κατάληψη ενός χώρου (κτηρίου, υψώματος, περιοχής κλπ)
ανακατάληψης	noun	γενική ενικού του ανακατάληψη
ανακατάνειμε	=	ανακατανέμω
ανακατάνεμε	=	ανακατανέμω
ανακατάταξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακατατάσσω
ανακατάταξης	=	ανακατάταξη
ανακατέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακατέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακατέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακατέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακάτεμα
ανακατέματος	noun	γενική ενικού του ανακάτεμα
ανακατένειμα	=	ανακατανέμω
ανακατένειμαν	=	ανακατανέμω
ανακατένειμε	=	ανακατανέμω
ανακατένειμες	=	ανακατανέμω
ανακατένεμα	=	ανακατανέμω
ανακατένεμαν	=	ανακατανέμω
ανακατένεμε	=	ανακατανέμω
ανακατένεμες	=	ανακατανέμω
ανακατέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψαν	=	ανακατεύω
ανακατέψανε	=	ανακατεύω
ανακατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψομε	=	ανακατεύω
ανακατέψου	=	ανακατεύω
ανακατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψουνε	=	ανακατεύω
ανακατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύω
ανακαταγράφομαι	=	ανακαταγράφω
ανακαταγράφω	verb	καταγράφω εκ νέου ή από την αρχή
ανακαταγραφές	=	ανακαταγραφή
ανακαταγραφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακαταγράφω
ανακαταγραφής	=	ανακαταγραφή
ανακαταγραφών	=	ανακαταγραφή
ανακατακτά	=	ανακατακτώ
ανακατακτάει	=	ανακατακτώ
ανακατακτάμε	=	ανακατακτώ
ανακατακτάν	=	ανακατακτώ
ανακατακτάνε	=	ανακατακτώ
ανακατακτάς	=	ανακατακτώ
ανακατακτάτε	=	ανακατακτώ
ανακατακτάω	=	ανακατακτώ
ανακατακτήσαμε	=	ανακατακτώ
ανακατακτήσαν	=	ανακατακτώ
ανακατακτήσανε	=	ανακατακτώ
ανακατακτήσατε	=	ανακατακτώ
ανακατακτήσει	=	ανακατακτώ
ανακατακτήσεις	=	ανακατάκτηση
ανακατακτήσεων	=	ανακατάκτηση
ανακατακτήστε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούμε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούν	=	ανακατακτώ
ανακατακτούνε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσα	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσαμε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσαν	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσανε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσατε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσε	=	ανακατακτώ
ανακατακτούσες	=	ανακατακτώ
ανακατακτώ	verb	κατακτώ εκ νέου ή κάτι που είχα απολέσει
ανακατακτώντας	=	ανακατακτώ
ανακαταλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακαταλαμβάνω
ανακαταλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατάληψη
ανακαταλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακατάληψη
ανακαταλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακατάληψη
ανακαταλαμβάνομαι	=	ανακαταλαμβάνω
ανακαταλαμβάνω	verb	καταλαμβάνω ξανά, παίρνω υπό τον έλεγχό μου έναν χώρο (περιοχή, ύψωμα, κτήριο κλπ) από τον οποίο είχα αναγκαστεί να αποχωρήσω
ανακαταμέτρα	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμέτραγε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμέτρησα	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμέτρησαν	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμέτρησε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμέτρησες	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακαταμετρώ
ανακαταμέτρησης	=	ανακαταμέτρηση
ανακαταμετρά	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράει	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράμε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράν	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράνε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράς	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράτε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετράω	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρήσαμε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρήσαν	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρήσανε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρήσατε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρήσει	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρήσεις	=	ανακαταμέτρηση
ανακαταμετρήσεων	=	ανακαταμέτρηση
ανακαταμετρήστε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρημένα	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένε	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένες	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένη	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένης	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένο	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένοι	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακαταμετρώ
ανακαταμετρημένου	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένους	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρημένων	=	ανακαταμετρημένος
ανακαταμετρούμε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούν	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούνε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσα	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσαμε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσαν	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσανε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσατε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσε	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρούσες	=	ανακαταμετρώ
ανακαταμετρώ	verb	καταμετρώ εκ νέου
ανακαταμετρώντας	=	ανακαταμετρώ
ανακατανέμαμε	=	ανακατανέμω
ανακατανέμαν	=	ανακατανέμω
ανακατανέμανε	=	ανακατανέμω
ανακατανέματε	=	ανακατανέμω
ανακατανέμει	=	ανακατανέμω
ανακατανέμεις	=	ανακατανέμω
ανακατανέμεσαι	=	ανακατανέμω
ανακατανέμεστε	=	ανακατανέμω
ανακατανέμεται	=	ανακατανέμω
ανακατανέμετε	=	ανακατανέμω
ανακατανέμομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανακατανέμω
ανακατανέμονται	=	ανακατανέμω
ανακατανέμονταν	=	ανακατανέμω
ανακατανέμοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανακατανέμω
ανακατανέμουμε	=	ανακατανέμω
ανακατανέμουν	=	ανακατανέμω
ανακατανέμουνε	=	ανακατανέμω
ανακατανέμω	verb	εκ νέου κατανέμω, με άλλο τρόπο ή κριτήρια
ανακατανείμαμε	=	ανακατανέμω
ανακατανείμαν	=	ανακατανέμω
ανακατανείμανε	=	ανακατανέμω
ανακατανείματε	=	ανακατανέμω
ανακατανείμει	=	ανακατανέμω
ανακατανείμτε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμήθηκα	=	ανακατανέμω
ανακατανεμήθηκαν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμήθηκε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμήθηκες	=	ανακατανέμω
ανακατανεμήσου	=	ανακατανέμω
ανακατανεμηθήκαμε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμηθήκαν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμηθήκανε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμηθήκατε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμηθεί	=	ανακατανέμω
ανακατανεμηθείτε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμημένος	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόμασταν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόμαστε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόμουν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόμουνα	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόντουσαν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόσασταν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόσαστε	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόσουν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόσουνα	=	ανακατανέμω
ανακατανεμόταν	=	ανακατανέμω
ανακατανεμότανε	=	ανακατανέμω
ανακατανομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατανομή
ανακατανομή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακατανέμω
ανακατανομής	=	ανακατανομή
ανακατανομών	=	ανακατανομή
ανακατασκευάζαμε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζαν	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζανε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζατε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζει	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζεις	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζεσαι	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάζεστε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάζεται	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάζετε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζονται	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάζονταν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάζοντας	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζου	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάζουμε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζουν	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζουνε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάζω	verb	κατασκευάζω εκ νέου κάτι, τροποποιώντας το ή συμπληρώνοντάς το
ανακατασκευάσαμε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάσαν	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάσανε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάσατε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάσει	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάσου	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάστε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκευάστηκα	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάστηκαν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάστηκε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευάστηκες	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευές	=	ανακατασκευή
ανακατασκευή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακατασκευάζω
ανακατασκευής	=	ανακατασκευή
ανακατασκευαζόμασταν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόμαστε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόμουν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόμουνα	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόντουσαν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόσασταν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόσαστε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόσουν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόσουνα	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζόταν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαζότανε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατασκευασμένο
ανακατασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατασκευασμένη
ανακατασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευασμένης	verb	γενική ενικού του ανακατασκευασμένη
ανακατασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακατασκευάζω
ανακατασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακατασκευασμένος
ανακατασκευαστήκαμε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαστήκαν	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαστήκανε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαστήκατε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαστεί	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευαστείτε	=	ανακατασκευάζομαι
ανακατασκευών	=	ανακατασκευή
ανακατασκεύαζα	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύαζαν	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύαζε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύαζες	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύασα	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύασαν	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύασε	=	ανακατασκευάζω
ανακατασκεύασες	=	ανακατασκευάζω
ανακατατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατάταξη
ανακατατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξεων	=	ανακατάταξη
ανακατατάξεως	=	ανακατάταξη
ανακατατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατατάσσω
ανακατατάσσομαι	=	ανακατατάσσω
ανακατατάσσω	verb	κατατάσσω εκ νέου
ανακαταταγμένα	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένε	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένες	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένη	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένης	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένο	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένοι	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένος	verb	που έχει ανακαταταχθεί, που έχει καταταχθεί εκ νέου
ανακαταταγμένου	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένους	=	ανακαταταγμένος
ανακαταταγμένων	=	ανακαταταγμένος
ανακατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανακάτεμα
ανακατεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατεμένη
ανακατεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακατεμένος
ανακατεμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανακατεμένος
ανακατεμένος	=	ανακατεύω
ανακατερά	=	ανακατερό
ανακατερού	=	ανακατερό
ανακατερό	noun	παξιμάδι από σύμμεικτο αλεύρι· που παρασκευάζεται από δυο ειδών άλευρα, το ένα από τα οποία είναι από κριθάρι
ανακατερών	=	ανακατερό
ανακατευθύναμε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύναν	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνανε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνατε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνει	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνεις	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνετε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνοντας	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνουμε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνουν	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνουνε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνσεις	=	ανακατεύθυνση
ανακατευθύνσεων	=	ανακατεύθυνση
ανακατευθύνσεως	=	ανακατεύθυνση
ανακατευθύντε	=	ανακατευθύνω
ανακατευθύνω	verb	αλλάζω κατεύθυνση σε κάτι, του δίνω νέα κατεύθυνση
ανακατευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτήκαν	=	ανακατεύω
ανακατευτήκανε	=	ανακατεύω
ανακατευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευτούνε	=	ανακατώνω
ανακατευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατευόμασταν	=	ανακατεύω
ανακατευόμαστε	=	ανακατεύω
ανακατευόμουν	=	ανακατεύω
ανακατευόμουνα	=	ανακατεύω
ανακατευόντουσαν	=	ανακατεύω
ανακατευόσασταν	=	ανακατεύω
ανακατευόσαστε	=	ανακατεύω
ανακατευόσουν	=	ανακατεύω
ανακατευόσουνα	=	ανακατεύω
ανακατευόταν	=	ανακατεύω
ανακατευότανε	=	ανακατεύω
ανακατεύαμε	=	ανακατεύω
ανακατεύαν	=	ανακατεύω
ανακατεύανε	=	ανακατεύω
ανακατεύατε	=	ανακατεύω
ανακατεύει	=	ανακατεύω
ανακατεύεις	=	ανακατεύω
ανακατεύεσαι	=	ανακατεύω
ανακατεύεστε	=	ανακατεύω
ανακατεύεται	=	ανακατεύω
ανακατεύετε	=	ανακατεύω
ανακατεύθυνα	=	ανακατευθύνω
ανακατεύθυναν	=	ανακατευθύνω
ανακατεύθυνε	=	ανακατευθύνω
ανακατεύθυνες	=	ανακατευθύνω
ανακατεύθυνση	noun	στo διαδίκτυο, σύνδεσμος για αυτόματη μετάβαση σε άλλη ιστοσελίδα
ανακατεύθυνσης	=	ανακατεύθυνση
ανακατεύομαι	verb	χάνομαι μέσα στο πλήθος
ανακατεύομε	=	ανακατεύω
ανακατεύονται	=	ανακατεύω
ανακατεύονταν	=	ανακατεύω
ανακατεύοντας	=	ανακατεύω
ανακατεύουμε	=	ανακατεύω
ανακατεύουν	=	ανακατεύω
ανακατεύουνε	=	ανακατεύω
ανακατεύτε	=	ανακατεύω
ανακατεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατεύομαι
ανακατεύω	verb	κάνω ένα μείγμα από διάφορα υλικά και το ανακινώ ώστε να γίνει ομοιογενές
ανακατωθήκαμε	=	ανακατώνω
ανακατωθήκαν	=	ανακατώνω
ανακατωθήκανε	=	ανακατώνω
ανακατωθήκατε	=	ανακατώνω
ανακατωθεί	=	ανακατώνω
ανακατωθείτε	=	ανακατώνω
ανακατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανακάτωμα
ανακατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανακατωμένος	adv	χύμα, χωρίς σειρά, τάξη
ανακατωμένε	verb	κλητική ενικού του ανακατωμένος
ανακατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατωμένη
ανακατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακατωμένος
ανακατωμένης	verb	γενική ενικού του ανακατωμένη
ανακατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακατωμένος
ανακατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακατωμένος
ανακατωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακατώνω· αυτός που έχει ανακατωθεί
ανακατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακατωμένος
ανακατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακατωμένος
ανακατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακατωμένος
ανακατωνόμασταν	=	ανακατώνω
ανακατωνόμαστε	=	ανακατώνω
ανακατωνόμουν	=	ανακατώνω
ανακατωνόμουνα	=	ανακατώνω
ανακατωνόντουσαν	=	ανακατώνω
ανακατωνόσασταν	=	ανακατώνω
ανακατωνόσαστε	=	ανακατώνω
ανακατωνόσουν	=	ανακατώνω
ανακατωνόσουνα	=	ανακατώνω
ανακατωνόταν	=	ανακατώνω
ανακατωνότανε	=	ανακατώνω
ανακατωσιάρα	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρας	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρες	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρη	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρηδες	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρηδων	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρης	adj	άλλη μορφή του ανακατωσούρης
ανακατωσιάρικα	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρικο	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρικου	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσιάρικων	=	ανακατωσιάρης
ανακατωσούρα	noun	η κατάσταση όπου επικρατεί έλλειψη τάξης
ανακατωσούρας	noun	γενική ενικού του ανακατωσούρα	adj	που του αρέσει, ή απλά συνηθίζει, να μπλέκει σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν και να προκαλεί αναστάτωση ή μπερδέματα
ανακατωσούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατωσούρα
ανακατωσούρη	=	ανακατωσούρης
ανακατωσούρηδες	=	ανακατωσούρης
ανακατωσούρηδων	=	ανακατωσούρης
ανακατωσούρης	adj	άλλη μορφή του ανακατωσούρας
ανακατωσούρικα	=	ανακατωσούρης
ανακατωσούρικο	=	ανακατωσούρης
ανακατωσούρικου	=	ανακατωσούρης
ανακατωσούρικων	=	ανακατωσούρης
ανακατωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατωτό	adv	ανακατεμένα, σε χρήση στη φράση απ' έξω κι ανακατατωτά, από τη συνήθεια των δασκάλων μέχρι το 19ο αιώνα να ζητούν από τους μαθητές να απαγγέλλουν το αλφάβητο όχι μόνον με τη σειρά από την αρχή μέχρι το τέλος αλλά και τρόπον τινά σε αντίστροφα ζεύγη, δηλαδή άλφα ωμέγα, βήτα ψί, γάμα χι κ.ο.κ. (κάτι που δεν εκφράζει χαώδες ανακάτεμα, αλλά απλώς άλλη κατανομή και τάξη)
ανακατωτέ	adj	κλητική ενικού του ανακατωτός
ανακατωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακατωτή
ανακατωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακατωτός
ανακατωτής	adj	γενική ενικού του ανακατωτή
ανακατωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακατωτός
ανακατωτού	adj	γενική ενικού του ανακατωτός
ανακατωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακατωτός
ανακατωτό	adj	αιτιατική ενικού του ανακατωτός
ανακατωτός	adj	ανάκατος, ανακατεμένος, που έχει ανακατευθεί ή που κανονικά πρέπει να ανακατεύεται.
ανακατωτών	adj	γενική πληθυντικού του ανακατωτός
ανακατώθηκα	=	ανακατώνω
ανακατώθηκαν	=	ανακατώνω
ανακατώθηκε	=	ανακατώνω
ανακατώθηκες	=	ανακατώνω
ανακατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακάτωμα
ανακατώματος	noun	γενική ενικού του ανακάτωμα
ανακατώναμε	=	ανακατώνω
ανακατώναν	=	ανακατώνω
ανακατώνανε	=	ανακατώνω
ανακατώνατε	=	ανακατώνω
ανακατώνει	=	ανακατώνω
ανακατώνεις	=	ανακατώνω
ανακατώνεσαι	=	ανακατώνω
ανακατώνεστε	=	ανακατώνω
ανακατώνεται	=	ανακατώνω
ανακατώνετε	=	ανακατώνω
ανακατώνομαι	=	ανακατώνω
ανακατώνομε	=	ανακατώνω
ανακατώνονται	=	ανακατώνω
ανακατώνονταν	=	ανακατώνω
ανακατώνοντας	=	ανακατώνω
ανακατώνουμε	=	ανακατώνω
ανακατώνουν	=	ανακατώνω
ανακατώνουνε	=	ανακατώνω
ανακατώνω	verb	άλλη μορφή του ανακατεύω
ανακατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσαν	=	ανακατώνω
ανακατώσανε	=	ανακατώνω
ανακατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσεων	=	ανακάτωση
ανακατώσομε	=	ανακατώνω
ανακατώσου	=	ανακατώνω
ανακατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώσουνε	=	ανακατώνω
ανακατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακατώστρα	noun	θηλυκό του ανακατώστρας
ανακατώστρας	noun	κάποιος που ανακατεύεται σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν άμεσα, αναστατώνοντας τους άλλους
ανακατώστρες	=	ανακατώστρα
ανακατώστρων	=	ανακατώστρας
ανακατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακατώνω
ανακεκαμμένα	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένε	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένες	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένη	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένης	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένο	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένοι	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένος	verb	αυτός που έχει καμφθεί προς τα πίσω ή τα επάνω
ανακεκαμμένου	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένους	=	ανακεκαμμένος
ανακεκαμμένων	=	ανακεκαμμένος
ανακεράμωση	noun|formal	η αντικατάσταση των κεραμιδιών μιας στέγης
ανακεράμωσης	noun	γενική ενικού του ανακεράμωση
ανακεραμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακεράμωση
ανακεραμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακεράμωση
ανακεραμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακεράμωση
ανακεφαλαίωνα	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωναν	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωνε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωνες	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαίωση	noun	η επανάληψη πληροφοριών και στοιχείων σε συνοπτική μορφή, η επανάληψη των κεντρικών σημείων μιας ενότητας
ανακεφαλαίωσης	noun	γενική ενικού του ανακεφαλαίωση
ανακεφαλαιοποίει	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποίησα	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποίησαν	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποίησε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποίησες	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποίηση	noun	αναδιοργάνωση ή αναδιάταξη της κεφαλαιακής διάρθρωσης μιας εταιρείας με εισαγωγή κεφαλαίων, με σκοπό την κεφαλαιακή της επάρκεια και σταθερότητα
ανακεφαλαιοποίησης	noun	γενική ενικού του ανακεφαλαιοποίηση
ανακεφαλαιοποιήσαμε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιήσαν	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιήσανε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιήσατε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιήσει	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακεφαλαιοποίηση
ανακεφαλαιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακεφαλαιοποίηση
ανακεφαλαιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακεφαλαιοποίηση
ανακεφαλαιοποιήστε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιεί	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιείς	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιείτε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούμε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούν	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούνε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσα	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσαμε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσαν	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσανε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσατε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσε	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιούσες	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιοποιώ	verb	κάνω ανακεφαλαιοποίηση
ανακεφαλαιοποιώντας	=	ανακεφαλαιοποιώ
ανακεφαλαιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακεφαλαιωτικό
ανακεφαλαιωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακεφαλαιωτική
ανακεφαλαιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιωτικής	adj	γενική ενικού του ανακεφαλαιωτική
ανακεφαλαιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιωτικού	adj	γενική ενικού του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιωτικός	adj	σχετικός με την ανακεφαλαίωση
ανακεφαλαιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακεφαλαιωτικός
ανακεφαλαιώναμε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώναν	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνανε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνατε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνει	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνεις	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνετε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνομαι	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνοντας	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνουμε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνουν	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνουνε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώνω	verb	επαναλαμβάνω συνοπτικά τα βασικά σημεία από ό,τι έχει λεχθεί προηγουμένως
ανακεφαλαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσαν	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσανε	=	ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακεφαλαίωση
ανακεφαλαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακεφαλαίωση
ανακεφαλαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακεφαλαίωση
ανακεφαλαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακεφαλαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακεφαλαιώνω
ανακηρυγμένος	=	ανακηρύσσω
ανακηρυξεις	=	ανακήρυξη
ανακηρυξεων	=	ανακήρυξη
ανακηρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξαν	=	ανακηρύσσω
ανακηρύξανε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακήρυξη
ανακηρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακήρυξη
ανακηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακήρυξη
ανακηρύξη	=	ανακήρυξη
ανακηρύξης	=	ανακήρυξη
ανακηρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακηρύσσω
ανακηρύσσαμε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσαν	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσανε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσατε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσει	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσεις	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσετε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσομαι	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσοντας	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσουμε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσουν	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσουνε	=	ανακηρύσσω
ανακηρύσσω	verb	αποφασίζω την απονομή τίτλου ή αξιώματος σε κάποιον
ανακηρύττομαι	=	ανακηρύττω
ανακηρύττω	verb|archaic	ανακηρύσσω
ανακηρύχθηκα	=	ανακηρύσσω
ανακηρύχνομαι	=	ανακηρύχνω
ανακηρύχνω	verb	σπανιότερη μορφή του ανακηρύσσω στη δημοτική
ανακηρύχτηκα	=	ανακηρύσσω
ανακινήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσαν	=	ανακινώ
ανακινήσανε	=	ανακινώ
ανακινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακίνηση
ανακινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακίνηση
ανακινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακίνηση
ανακινήσου	=	ανακινώ
ανακινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσουνε	=	ανακινώ
ανακινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινώ
ανακινεί	=	ανακινώ
ανακινείς	=	ανακινώ
ανακινείσαι	=	ανακινώ
ανακινείστε	=	ανακινώ
ανακινείται	=	ανακινώ
ανακινείτε	=	ανακινώ
ανακινείτο	=	ανακινώ
ανακινηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθήκαν	=	ανακινώ
ανακινηθήκανε	=	ανακινώ
ανακινηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινηθούνε	=	ανακινώ
ανακινηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακινούμαι
ανακινημένος	=	ανακινώ
ανακινούμαι	verb	κινιέμαι έντονα, με πανινδρομική κίνηση
ανακινούμασταν	=	ανακινώ
ανακινούμαστε	=	ανακινώ
ανακινούμε	=	ανακινώ
ανακινούμενος	=	ανακινώ
ανακινούμουν	=	ανακινώ
ανακινούμουνα	=	ανακινώ
ανακινούν	=	ανακινώ
ανακινούνε	=	ανακινώ
ανακινούνται	=	ανακινώ
ανακινούνταν	=	ανακινώ
ανακινούντο	=	ανακινώ
ανακινούσα	=	ανακινώ
ανακινούσαμε	=	ανακινώ
ανακινούσαν	=	ανακινώ
ανακινούσανε	=	ανακινώ
ανακινούσασταν	=	ανακινώ
ανακινούσαστε	=	ανακινώ
ανακινούσατε	=	ανακινώ
ανακινούσε	=	ανακινώ
ανακινούσες	=	ανακινώ
ανακινούσουν	=	ανακινώ
ανακινούσουνα	=	ανακινώ
ανακινώ	verb	επαναφέρω προς εξέταση ένα θέμα που άλλοι θεωρούσαν ότι είχε "κλείσει" και προκαλώ δυσαρέσκεια, αναταράζω λιμνάζοντα νερά
ανακινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανακινώ
ανακλά	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανακλώ
ανακλάδιζα	=	ανακλαδίζω
ανακλάδιζαν	=	ανακλαδίζω
ανακλάδιζε	=	ανακλαδίζω
ανακλάδιζες	=	ανακλαδίζω
ανακλάδισα	=	ανακλαδίζω
ανακλάδισαν	=	ανακλαδίζω
ανακλάδισε	=	ανακλαδίζω
ανακλάδισες	=	ανακλαδίζω
ανακλάδισμα	noun	το να τεντώνεται κάποιος, να απλώνεται, ή η στάση του σώματος που αντιστοιχεί
ανακλάδωμα	noun|literary	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακλαδώνω
ανακλάδωνα	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωναν	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωνε	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωνες	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωσα	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωσαν	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωσε	=	ανακλαδώνω
ανακλάδωσες	=	ανακλαδώνω
ανακλάς	=	ανακλώ
ανακλάσαι	=	ανακλώ
ανακλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάσαν	=	ανακλώ
ανακλάσανε	=	ανακλώ
ανακλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκλαση
ανακλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκλαση
ανακλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκλαση
ανακλάσθε	=	ανακλώ
ανακλάσου	=	ανακλώ
ανακλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάσουνε	=	ανακλώ
ανακλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάστηκα	=	ανακλώ
ανακλάστηκαν	=	ανακλώ
ανακλάστηκε	=	ανακλώ
ανακλάστηκες	=	ανακλώ
ανακλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακλώ
ανακλάται	=	ανακλώ
ανακλάτε	=	ανακλώ
ανακλάτο	=	ανακλώ
ανακλήθηκα	=	ανακαλούμαι
ανακλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκληση
ανακλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκληση
ανακλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκληση
ανακλίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανακλίνω
ανακλίντρου	=	ανάκλιντρο
ανακλίντρων	=	ανάκλιντρο
ανακλίνω	verb	πλαγιάζω, ξαπλώνω προς τα πίσω
ανακλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκλιση
ανακλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκλιση
ανακλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκλιση
ανακλαδίζαμε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζαν	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζανε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζατε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζει	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζεις	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζεσαι	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίζεστε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίζεται	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίζετε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζομαι	verb	κάθομαι άνετα, τεντώνομαι απλώνοντας χέρια και πόδια για να ξεμουδιάσω
ανακλαδίζονται	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίζονταν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίζοντας	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζου	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίζουμε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζουν	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζουνε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίζω	verb	τεντώνω τα μέλη μου (για να ξεμουδιάσω)
ανακλαδίσαμε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίσαν	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίσανε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίσατε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίσει	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλάδισμα
ανακλαδίσματος	noun	γενική ενικού του ανακλάδισμα
ανακλαδίσου	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίστε	=	ανακλαδίζω
ανακλαδίστηκα	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίστηκαν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίστηκε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδίστηκες	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόμασταν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόμαστε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόμουν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόμουνα	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόντουσαν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόσασταν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόσαστε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόσουν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόσουνα	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζόταν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιζότανε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανακλάδισμα
ανακλαδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλαδισμένο
ανακλαδισμένε	verb	κλητική ενικού του ανακλαδισμένος
ανακλαδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλαδισμένη
ανακλαδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλαδισμένος
ανακλαδισμένης	verb	γενική ενικού του ανακλαδισμένη
ανακλαδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακλαδισμένος
ανακλαδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλαδισμένος
ανακλαδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακλαδίζω
ανακλαδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακλαδισμένος
ανακλαδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακλαδισμένος
ανακλαδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακλαδισμένος
ανακλαδιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλαδιστό	adv	για κάποιον που κάθεται ή σταυροπόδι ή που έχει τεντωθεί
ανακλαδιστέ	adj	κλητική ενικού του ανακλαδιστός
ανακλαδιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλαδιστή
ανακλαδιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλαδιστός
ανακλαδιστήκαμε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστήκαν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστήκανε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστήκατε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστής	adj	γενική ενικού του ανακλαδιστή
ανακλαδιστεί	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστείς	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστείτε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλαδιστός
ανακλαδιστού	adj	γενική ενικού του ανακλαδιστός
ανακλαδιστούμε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστούν	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστούνε	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακλαδιστός
ανακλαδιστό	adj	αιτιατική ενικού του ανακλαδιστός
ανακλαδιστός	adj	που κάθεται σταυροπόδι
ανακλαδιστώ	=	ανακλαδίζομαι
ανακλαδιστών	adj	γενική πληθυντικού του ανακλαδιστός
ανακλαδωθήκαμε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωθήκαν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωθήκανε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωθήκατε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωθεί	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωθείτε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανακλάδωμα
ανακλαδωμένος	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόμασταν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόμαστε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόμουν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόμουνα	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόντουσαν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόσασταν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόσαστε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόσουν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόσουνα	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνόταν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδωνότανε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώθηκα	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώθηκαν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώθηκε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώθηκες	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλάδωμα
ανακλαδώματος	noun	γενική ενικού του ανακλάδωμα
ανακλαδώναμε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώναν	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνανε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνατε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνει	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνεις	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνεσαι	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώνεστε	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώνεται	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώνετε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνομαι	verb	βγάζω κλαδιά
ανακλαδώνονται	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώνονταν	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώνοντας	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνου	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώνουμε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνουν	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνουνε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώνω	verb	ξαναβγάζω κλαδιά.
ανακλαδώσαμε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώσαν	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώσανε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώσατε	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώσει	=	ανακλαδώνω
ανακλαδώσου	=	ανακλαδώνομαι
ανακλαδώστε	=	ανακλαδώνω
ανακλασμένος	=	ανακλώ
ανακλαστήκαμε	=	ανακλώ
ανακλαστήκαν	=	ανακλώ
ανακλαστήκανε	=	ανακλώ
ανακλαστήκατε	=	ανακλώ
ανακλαστήρα	=	ανακλαστήρας
ανακλαστήρας	noun	επιφάνεια που αντανακλά κάποιο είδος ακτινοβολίας
ανακλαστήρες	=	ανακλαστήρας
ανακλαστήρων	=	ανακλαστήρας
ανακλαστεί	=	ανακλώ
ανακλαστείς	=	ανακλώ
ανακλαστείτε	=	ανακλώ
ανακλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλαστικό
ανακλαστικέ	adj	κλητική ενικού του ανακλαστικός
ανακλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλαστική
ανακλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλαστικός
ανακλαστικής	adj	γενική ενικού του ανακλαστική
ανακλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλαστικός
ανακλαστικοτήτων	=	ανακλαστικότητα
ανακλαστικού	adj	γενική ενικού του ανακλαστικός
ανακλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακλαστικός
ανακλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακλαστικός
ανακλαστικός	adj	αυτός που ανακλάται ή προκαλεί ανάκλαση
ανακλαστικότητα	noun	η φυσική ιδιότητα ενός σώματος ή επιφάνειας να ανακλά μέρος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας, εκφρασμένη ως λόγος της ανακλώμενης προς την προσπίπτουσα ενέργεια
ανακλαστικότητας	=	ανακλαστικότητα
ανακλαστικότητες	=	ανακλαστικότητα
ανακλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακλαστικός
ανακλαστούμε	=	ανακλώ
ανακλαστούν	=	ανακλώ
ανακλαστούνε	=	ανακλώ
ανακλαστώ	=	ανακλώ
ανακλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλητό
ανακλητέ	adj	κλητική ενικού του ανακλητός
ανακλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλητή
ανακλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλητός
ανακλητήρια	=	ανακλητήριος
ανακλητήριας	=	ανακλητήριος
ανακλητήριε	=	ανακλητήριος
ανακλητήριες	=	ανακλητήριος
ανακλητήριο	=	ανακλητήριος
ανακλητήριοι	=	ανακλητήριος
ανακλητήριος	adj	ο σχετικός με την ανάκληση, αυτός με τον οποίο μπορεί να ανακληθεί κάποιος ή κάτι
ανακλητήριου	=	ανακλητήριος
ανακλητήριους	=	ανακλητήριος
ανακλητήριων	=	ανακλητήριος
ανακλητής	noun	άτομο που πραγματοποιεί ανάκληση	adj	γενική ενικού του ανακλητή
ανακλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλητικό
ανακλητικέ	adj	κλητική ενικού του ανακλητικός
ανακλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλητική
ανακλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλητικός
ανακλητικής	adj	γενική ενικού του ανακλητική
ανακλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλητικός
ανακλητικού	adj	γενική ενικού του ανακλητικός
ανακλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακλητικός
ανακλητικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακλητικός
ανακλητικός	adj	που συμβάλλει στην ανάκληση, που είναι απαραίτητος για να ανακληθεί κάτι
ανακλητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακλητικός
ανακλητικώς	adv	σχετικά με την ανάκληση
ανακλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλητός
ανακλητού	adj	γενική ενικού του ανακλητός
ανακλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακλητός
ανακλητό	adj	αιτιατική ενικού του ανακλητός
ανακλητός	adj	που μπορεί να ανακληθεί
ανακλητών	adj	γενική πληθυντικού του ανακλητός
ανακλιμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλιμένο
ανακλιμένε	verb	κλητική ενικού του ανακλιμένος
ανακλιμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλιμένη
ανακλιμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλιμένος
ανακλιμένης	verb	γενική ενικού του ανακλιμένη
ανακλιμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακλιμένος
ανακλιμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλιμένος
ανακλιμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακλίνω
ανακλιμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακλιμένος
ανακλιμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακλιμένος
ανακλιμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακλιμένος
ανακλινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλινόμενο
ανακλινόμενε	verb	κλητική ενικού του ανακλινόμενος
ανακλινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακλινόμενη
ανακλινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακλινόμενος
ανακλινόμενης	verb	γενική ενικού του ανακλινόμενη
ανακλινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανακλινόμενος
ανακλινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακλινόμενος
ανακλινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανακλίνω
ανακλινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακλινόμενος
ανακλινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακλινόμενος
ανακλινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακλινόμενος
ανακλούμε	=	ανακλώ
ανακλούν	=	ανακλώ
ανακλούνε	=	ανακλώ
ανακλούσα	=	ανακλώ
ανακλούσαμε	=	ανακλώ
ανακλούσαν	=	ανακλώ
ανακλούσανε	=	ανακλώ
ανακλούσατε	=	ανακλώ
ανακλούσε	=	ανακλώ
ανακλούσες	=	ανακλώ
ανακλόμαστε	=	ανακλώ
ανακλώ	verb	δεν απορροφώ κύματα και εκτρέπω τη διεύθυνση διάδοσής τους
ανακλώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανακλώ
ανακλώμενος	=	ανακλώ
ανακλώνται	=	ανακλώ
ανακλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανακλώ
ανακλώντο	=	ανακλώ
ανακοίνωνα	=	ανακοινώνω
ανακοίνωναν	=	ανακοινώνω
ανακοίνωνε	=	ανακοινώνω
ανακοίνωνες	=	ανακοινώνω
ανακοίνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοίνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοίνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοίνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοίνωση	noun	η ενημέρωση του κοινού με δημόσια δήλωση, γραπτή ή προφορική
ανακοίνωσης	noun	γενική ενικού του ανακοίνωση
ανακοινοποίει	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποίησα	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποίησαν	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποίησε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποίησες	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακοινοποιώ
ανακοινοποίησης	=	ανακοινοποίηση
ανακοινοποιήσαμε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιήσαν	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιήσανε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιήσατε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιήσει	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιήσεις	=	ανακοινοποίηση
ανακοινοποιήσεων	=	ανακοινοποίηση
ανακοινοποιήστε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιεί	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιείς	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιείτε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούμαι	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούμε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούν	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούνε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσα	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσαμε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσαν	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσανε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσατε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσε	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιούσες	=	ανακοινοποιώ
ανακοινοποιώ	verb	κοινοποιώ κάτι εκ νέου ή κι εγώ με τη σειρά μου
ανακοινοποιώντας	=	ανακοινοποιώ
ανακοινωθέν	verb	ουδέτερο του ανακοινωθείς	noun	οποιαδήποτε επίσημη δήλωση, ή ανακοίνωση αμέσως μετά τη δημοσιοποίησή της.
ανακοινωθέντα	verb	αιτιατική ενικού του ανακοινωθείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακοινωθέν
ανακοινωθέντας	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθέντες	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθέντος	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθέντων	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθήκαμε	=	ανακοινώνω
ανακοινωθήκαν	=	ανακοινώνω
ανακοινωθήκανε	=	ανακοινώνω
ανακοινωθήκατε	=	ανακοινώνω
ανακοινωθεί	=	ανακοινώνω
ανακοινωθείς	verb	που έχει εξαγγελθεί, που έχει γίνει γνωστό επίσημα
ανακοινωθείσα	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθείσας	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθείσες	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθείσης	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθείτε	=	ανακοινώνω
ανακοινωθεισών	=	ανακοινωθείς
ανακοινωθούμε	=	ανακοινώνω
ανακοινωθούν	=	ανακοινώνω
ανακοινωθούνε	=	ανακοινώνω
ανακοινωθώ	=	ανακοινώνω
ανακοινωμένος	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόμασταν	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόμαστε	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόμουν	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόμουνα	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόντουσαν	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόσασταν	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόσαστε	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόσουν	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόσουνα	=	ανακοινώνω
ανακοινωνόταν	=	ανακοινώνω
ανακοινωνότανε	=	ανακοινώνω
ανακοινώθηκα	=	ανακοινώνω
ανακοινώθηκαν	=	ανακοινώνω
ανακοινώθηκε	=	ανακοινώνω
ανακοινώθηκες	=	ανακοινώνω
ανακοινώναμε	=	ανακοινώνω
ανακοινώναν	=	ανακοινώνω
ανακοινώνανε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνατε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνει	=	ανακοινώνω
ανακοινώνεις	=	ανακοινώνω
ανακοινώνεσαι	=	ανακοινώνω
ανακοινώνεστε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνεται	=	ανακοινώνω
ανακοινώνετε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνομαι	verb	δόκιμο στο γ΄ πρόσωπο
ανακοινώνομε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνονται	=	ανακοινώνω
ανακοινώνονταν	=	ανακοινώνω
ανακοινώνοντας	=	ανακοινώνω
ανακοινώνου	=	ανακοινώνω
ανακοινώνουμε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνουν	=	ανακοινώνω
ανακοινώνουνε	=	ανακοινώνω
ανακοινώνω	verb	δηλώνω κάτι δημοσίως και επισήμως, είτε προφορικά είτε γραπτά
ανακοινώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσαν	=	ανακοινώνω
ανακοινώσανε	=	ανακοινώνω
ανακοινώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακοίνωση
ανακοινώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακοίνωση
ανακοινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακοίνωση
ανακοινώσιμα	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμε	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμες	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμη	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμης	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμο	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμοι	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμος	adj	που μπορεί να ανακοινωθεί
ανακοινώσιμου	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμους	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσιμων	=	ανακοινώσιμος
ανακοινώσομε	=	ανακοινώνω
ανακοινώσου	=	ανακοινώνω
ανακοινώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσουνε	=	ανακοινώνω
ανακοινώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακοινώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακοινώνω
ανακολουθία	noun	ασυνέπεια, έλλειψη ειρμού, αντιφάσεις
ανακολουθίας	noun	γενική ενικού του ανακολουθία
ανακολουθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακολουθία
ανακολουθιών	noun	γενική πληθυντικού του ανακολουθία
ανακολούθου	=	ανακόλουθο
ανακολούθων	=	ανακόλουθο
ανακομίζαμε	=	ανακομίζω
ανακομίζαν	=	ανακομίζω
ανακομίζανε	=	ανακομίζω
ανακομίζατε	=	ανακομίζω
ανακομίζει	=	ανακομίζω
ανακομίζεις	=	ανακομίζω
ανακομίζετε	=	ανακομίζω
ανακομίζοντας	=	ανακομίζω
ανακομίζουμε	=	ανακομίζω
ανακομίζουν	=	ανακομίζω
ανακομίζουνε	=	ανακομίζω
ανακομίζω	verb	κάνω την ανακομιδή
ανακομίσαμε	=	ανακομίζω
ανακομίσαν	=	ανακομίζω
ανακομίσανε	=	ανακομίζω
ανακομίσατε	=	ανακομίζω
ανακομίσει	=	ανακομίζω
ανακομίστε	=	ανακομίζω
ανακομιδές	=	ανακομιδή
ανακομιδή	noun	η εκταφή του λειψάνου ή των οστών νεκρού και η μεταφορά τους σε οστεοφυλάκιο (ή σε άλλον τάφο
ανακομιδής	=	ανακομιδή
ανακομιδών	=	ανακομιδή
ανακοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακοπή
ανακοπή	noun	το απότομο σταμάτημα της καρδιακής λειτουργίας
ανακοπήκαμε	=	ανακόπτω
ανακοπήκαν	=	ανακόπτω
ανακοπήκανε	=	ανακόπτω
ανακοπήκατε	=	ανακόπτω
ανακοπής	=	ανακοπή
ανακοπεί	=	ανακόπτω
ανακοπείς	=	ανακόπτω
ανακοπείτε	=	ανακόπτω
ανακοπούμε	=	ανακόπτω
ανακοπούν	=	ανακόπτω
ανακοπούνε	=	ανακόπτω
ανακοπτόμασταν	=	ανακόπτω
ανακοπτόμαστε	=	ανακόπτω
ανακοπτόμουν	=	ανακόπτω
ανακοπτόμουνα	=	ανακόπτω
ανακοπτόσασταν	=	ανακόπτω
ανακοπτόσαστε	=	ανακόπτω
ανακοπτόσουν	=	ανακόπτω
ανακοπτόσουνα	=	ανακόπτω
ανακοπτόταν	=	ανακόπτω
ανακοπτότανε	=	ανακόπτω
ανακοπώ	=	ανακόπτω
ανακοπών	=	ανακοπή
ανακοστολογήσαμε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογήσαν	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογήσανε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογήσατε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογήσει	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακοστολόγηση
ανακοστολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακοστολόγηση
ανακοστολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακοστολόγηση
ανακοστολογήστε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογεί	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογείς	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογείτε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογημένα	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένε	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένες	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένη	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένης	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένο	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένοι	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακοστολογώ
ανακοστολογημένου	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένους	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογημένων	=	ανακοστολογημένος
ανακοστολογούμε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούν	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούνε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσα	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσαμε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσαν	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσανε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσατε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογούσες	=	ανακοστολογώ
ανακοστολογώ	verb	κοστολογώ εκ νέου
ανακοστολογώντας	=	ανακοστολογώ
ανακοστολόγει	=	ανακοστολογώ
ανακοστολόγησα	=	ανακοστολογώ
ανακοστολόγησαν	=	ανακοστολογώ
ανακοστολόγησε	=	ανακοστολογώ
ανακοστολόγησες	=	ανακοστολογώ
ανακοστολόγηση	noun	η εκ νέου κοστολόγηση
ανακοστολόγησης	noun	γενική ενικού του ανακοστολόγηση
ανακουνώ	=	ανακινώ
ανακουφίζαμε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζαν	=	ανακουφίζω
ανακουφίζανε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζατε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζει	=	ανακουφίζω
ανακουφίζεις	=	ανακουφίζω
ανακουφίζεσαι	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίζεστε	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίζεται	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίζετε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζομαι	verb	ανακουφίζω ο ίδιος τον εαυτό μου ή με ανακουφίζει άλλος
ανακουφίζομε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζονται	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίζονταν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίζοντας	=	ανακουφίζω
ανακουφίζου	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίζουμε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζουν	=	ανακουφίζω
ανακουφίζουνε	=	ανακουφίζω
ανακουφίζω	verb	απαλλάσσω τελείως από πόνο ή ψυχικό βάρος ή, τουλάχιστον, τα μετριάζω
ανακουφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσαν	=	ανακουφίζω
ανακουφίσανε	=	ανακουφίζω
ανακουφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακούφιση
ανακουφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακούφιση
ανακουφίσομε	=	ανακουφίζω
ανακουφίσου	=	ανακουφίζομαι
ανακουφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίσουνε	=	ανακουφίζω
ανακουφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακουφιζόμασταν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόμαστε	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόμουν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόμουνα	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόντουσαν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόσασταν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόσαστε	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόσουν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόσουνα	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζόταν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιζότανε	=	ανακουφίζομαι
ανακουφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακουφισμένο
ανακουφισμένε	verb	κλητική ενικού του ανακουφισμένος
ανακουφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακουφισμένη
ανακουφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακουφισμένος
ανακουφισμένης	verb	γενική ενικού του ανακουφισμένη
ανακουφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακουφισμένος
ανακουφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακουφισμένος
ανακουφισμένος	=	ανακουφίζομαι
ανακουφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακουφισμένος
ανακουφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακουφισμένος
ανακουφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακουφισμένος
ανακουφιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστήκαν	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιστήκανε	=	ανακουφίζομαι
ανακουφιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστήρια	=	ανακουφιστήριο
ανακουφιστήριο	noun|formal	το αποχωρητήριο
ανακουφιστήριου	=	ανακουφιστήριο
ανακουφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστηρίου	=	ανακουφιστήριο
ανακουφιστηρίων	=	ανακουφιστήριο
ανακουφιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακουφιστικό
ανακουφιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανακουφιστικός
ανακουφιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακουφιστική
ανακουφιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακουφιστικός
ανακουφιστικής	adj	γενική ενικού του ανακουφιστική
ανακουφιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακουφιστικός
ανακουφιστικού	adj	γενική ενικού του ανακουφιστικός
ανακουφιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακουφιστικός
ανακουφιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακουφιστικός
ανακουφιστικός	adj	που παρέχει ή προκαλεί ανακούφιση
ανακουφιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακουφιστικός
ανακουφιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακουφιστούνε	=	ανακουφίζω
ανακουφιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζομαι
ανακούρκουδα	adv	σε στάση με βαθύ κάθισμα, όπου τα γόνατα είναι λυγισμένα και η στήριξη του σώματος είναι συνήθως από τα δάκτυλα των ποδιών
ανακούφιζα	=	ανακουφίζω
ανακούφιζαν	=	ανακουφίζω
ανακούφιζε	=	ανακουφίζω
ανακούφιζες	=	ανακουφίζω
ανακούφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακούφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακούφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακούφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακουφίζω
ανακούφιση	noun	η απαλλαγή από μια δυσάρεστη κατάσταση, συναίσθηση κλπ.
ανακούφισης	noun	γενική ενικού του ανακούφιση
ανακράζαμε	=	ανακράζω
ανακράζαν	=	ανακράζω
ανακράζανε	=	ανακράζω
ανακράζατε	=	ανακράζω
ανακράζει	=	ανακράζω
ανακράζεις	=	ανακράζω
ανακράζετε	=	ανακράζω
ανακράζομε	=	ανακράζω
ανακράζοντας	=	ανακράζω
ανακράζουμε	=	ανακράζω
ανακράζουν	=	ανακράζω
ανακράζουνε	=	ανακράζω
ανακράζω	verb	φωνάζω δυνατά για να ακουστώ μακριά, συνήθως όταν θριαμβολογώ ή ζητωκραυγάζω
ανακράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξαν	=	ανακράζω
ανακράξανε	=	ανακράζω
ανακράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξομε	=	ανακράζω
ανακράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξουνε	=	ανακράζω
ανακράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακράζω
ανακρίβεια	noun	έλλειψη ακρίβειας, ψέμα ή λάθος
ανακρίβειας	noun	γενική ενικού του ανακρίβεια
ανακρίβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακρίβεια
ανακρίθηκα	=	ανακρίνω
ανακρίθηκαν	=	ανακρίνω
ανακρίθηκε	=	ανακρίνω
ανακρίθηκες	=	ανακρίνω
ανακρίναμε	=	ανακρίνω
ανακρίναν	=	ανακρίνω
ανακρίνανε	=	ανακρίνω
ανακρίνατε	=	ανακρίνω
ανακρίνει	=	ανακρίνω
ανακρίνεις	=	ανακρίνω
ανακρίνεσαι	=	ανακρίνω
ανακρίνεστε	=	ανακρίνω
ανακρίνεται	=	ανακρίνω
ανακρίνετε	=	ανακρίνω
ανακρίνομαι	=	ανακρίνω
ανακρίνομε	=	ανακρίνω
ανακρίνονται	=	ανακρίνω
ανακρίνονταν	=	ανακρίνω
ανακρίνοντας	=	ανακρίνω
ανακρίνουμε	=	ανακρίνω
ανακρίνουν	=	ανακρίνω
ανακρίνουνε	=	ανακρίνω
ανακρίνω	verb	εξετάζω ένα άτομο με αυστηρό τρόπο, με σκοπό να εκμαιεύσω από αυτό κάποια πληροφορία
ανακρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκριση
ανακρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκριση
ανακρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκριση
ανακρίτρια	noun	ανακριτής
ανακρίτριας	noun	γενική ενικού του ανακρίτρια
ανακρίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακρίτρια
ανακρεόντεια	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειας	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειε	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειες	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειο	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειοι	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειος	adj	σχετικός, συναφής, συγγενής με την ποίηση του ίδιου του ποιητή Ανακρέοντα
ανακρεόντειου	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειους	=	ανακρεόντειος
ανακρεόντειων	=	ανακρεόντειος
ανακριβές	=	ανακριβής
ανακριβή	=	ανακριβής
ανακριβής	adj	κάτι που δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στην αλήθεια (δεν χρησιμοποιείται για χαρακτηρισμούς ανθρώπων), κάτι που δεν ευσταθεί
ανακριβείς	=	ανακριβής
ανακριβειών	noun	γενική πληθυντικού του ανακρίβεια
ανακριβολογήσαμε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογήσατε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογήσει	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογήστε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογία	noun|rare	η έλλειψη ακριβολογίας
ανακριβολογίας	noun	γενική ενικού του ανακριβολογία
ανακριβολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακριβολογία
ανακριβολογεί	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογείς	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογείτε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανακριβολογία
ανακριβολογούμε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούν	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούσα	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούσαμε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούσαν	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούσατε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούσε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογούσες	=	ανακριβολογώ
ανακριβολογώ	verb	δεν μιλάω με ακρίβεια
ανακριβολογώντας	=	ανακριβολογώ
ανακριβολόγει	=	ανακριβολογώ
ανακριβολόγησα	=	ανακριβολογώ
ανακριβολόγησαν	=	ανακριβολογώ
ανακριβολόγησε	=	ανακριβολογώ
ανακριβολόγησες	=	ανακριβολογώ
ανακριβούς	=	ανακριβής
ανακριβών	=	ανακριβής
ανακριβώς	adv	με ανακριβή τρόπο (συνήθως στη νομική και πολιτική ορολογία)
ανακριθήκαμε	=	ανακρίνω
ανακριθήκαν	=	ανακρίνω
ανακριθήκανε	=	ανακρίνω
ανακριθήκατε	=	ανακρίνω
ανακριθεί	=	ανακρίνω
ανακριθείς	=	ανακρίνω
ανακριθείτε	=	ανακρίνω
ανακριθούμε	=	ανακρίνω
ανακριθούν	=	ανακρίνω
ανακριθούνε	=	ανακρίνω
ανακριθώ	=	ανακρίνω
ανακριμένος	=	ανακρίνω
ανακρινόμασταν	=	ανακρίνω
ανακρινόμαστε	=	ανακρίνω
ανακρινόμενος	=	ανακρίνω
ανακρινόμουν	=	ανακρίνω
ανακρινόμουνα	=	ανακρίνω
ανακρινόντουσαν	=	ανακρίνω
ανακρινόσασταν	=	ανακρίνω
ανακρινόσαστε	=	ανακρίνω
ανακρινόσουν	=	ανακρίνω
ανακρινόσουνα	=	ανακρίνω
ανακρινόταν	=	ανακρίνω
ανακρινότανε	=	ανακρίνω
ανακριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακριτής
ανακριτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανακριτής
ανακριτής	noun	δικαστικός λειτουργός ή αστυνομικός που διενεργεί ανάκριση για την εξακρίβωση των στοιχείων ενός εγκλήματος και τον εντοπισμό ή αποκάλυψη των ενόχων
ανακριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακριτικό
ανακριτικέ	adj	κλητική ενικού του ανακριτικός
ανακριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακριτική
ανακριτική	noun	επιμέρους επιστήμη της εγκληματολογίας με αντικείμενο τις ενέργειες των ανακριτικών αρχών για τη βεβαίωση αξιόποινης πράξης ή πρόληψης αυτής, την ανακάλυψη του δράστη ή δραστών και τη συλλογή του απαραίτητου αποδεικτικού υλικού για την προσαγωγή σε δίκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακριτικός
ανακριτικής	adj	γενική ενικού του ανακριτική
ανακριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακριτικός
ανακριτικού	adj	γενική ενικού του ανακριτικός
ανακριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακριτικός
ανακριτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακριτικός
ανακριτικός	adj	ο σχετικός με την ανάκριση
ανακριτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακριτικός
ανακριτριών	noun	γενική πληθυντικού του ανακρίτρια
ανακριτών	noun	γενική πληθυντικού του ανακριτής
ανακρουσθήκαμε	=	ανακρούω
ανακρουσθήκαν	=	ανακρούω
ανακρουσθήκανε	=	ανακρούω
ανακρουσθήκατε	=	ανακρούω
ανακρουσθεί	=	ανακρούω
ανακρουσθείς	=	ανακρούω
ανακρουσθείτε	=	ανακρούω
ανακρουσθούμε	=	ανακρούω
ανακρουσθούν	=	ανακρούω
ανακρουσθούνε	=	ανακρούω
ανακρουσθώ	=	ανακρούω
ανακρουσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκρουσμα
ανακρουστήκαμε	=	ανακρούω
ανακρουστήκαν	=	ανακρούω
ανακρουστήκανε	=	ανακρούω
ανακρουστήκατε	=	ανακρούω
ανακρουστεί	=	ανακρούω
ανακρουστείς	=	ανακρούω
ανακρουστείτε	=	ανακρούω
ανακρουστούμε	=	ανακρούω
ανακρουστούν	=	ανακρούω
ανακρουστούνε	=	ανακρούω
ανακρουστώ	=	ανακρούω
ανακρουόμασταν	=	ανακρούω
ανακρουόμαστε	=	ανακρούω
ανακρουόμουν	=	ανακρούω
ανακρουόμουνα	=	ανακρούω
ανακρουόντουσαν	=	ανακρούω
ανακρουόσασταν	=	ανακρούω
ανακρουόσαστε	=	ανακρούω
ανακρουόσουν	=	ανακρούω
ανακρουόσουνα	=	ανακρούω
ανακρουόταν	=	ανακρούω
ανακρουότανε	=	ανακρούω
ανακρούαμε	=	ανακρούω
ανακρούαν	=	ανακρούω
ανακρούανε	=	ανακρούω
ανακρούατε	=	ανακρούω
ανακρούει	=	ανακρούω
ανακρούεις	=	ανακρούω
ανακρούεσαι	=	ανακρούω
ανακρούεστε	=	ανακρούω
ανακρούεται	=	ανακρούω
ανακρούετε	=	ανακρούω
ανακρούομαι	=	ανακρούω
ανακρούομε	=	ανακρούω
ανακρούονται	=	ανακρούω
ανακρούονταν	=	ανακρούω
ανακρούοντας	=	ανακρούω
ανακρούουμε	=	ανακρούω
ανακρούουν	=	ανακρούω
ανακρούουνε	=	ανακρούω
ανακρούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούσαν	=	ανακρούω
ανακρούσανε	=	ανακρούω
ανακρούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκρουση
ανακρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκρουση
ανακρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκρουση
ανακρούσθηκα	=	ανακρούω
ανακρούσθηκαν	=	ανακρούω
ανακρούσθηκε	=	ανακρούω
ανακρούσθηκες	=	ανακρούω
ανακρούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκρουσμα
ανακρούσματος	noun	γενική ενικού του ανάκρουσμα
ανακρούσομε	=	ανακρούω
ανακρούσου	=	ανακρούω
ανακρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούσουνε	=	ανακρούω
ανακρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούστηκα	=	ανακρούω
ανακρούστηκαν	=	ανακρούω
ανακρούστηκε	=	ανακρούω
ανακρούστηκες	=	ανακρούω
ανακρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακρούω
ανακρούω	verb	υποχωρώ, οπισθοχωρώ
ανακρυστάλλωση	noun	η εκ νέου κρυστάλλωση
ανακρυστάλλωσης	noun	γενική ενικού του ανακρυστάλλωση
ανακρυσταλλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακρυστάλλωση
ανακρυσταλλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακρυστάλλωση
ανακρυσταλλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακρυστάλλωση
ανακτά	=	ανακτώ
ανακτάς	=	ανακτώ
ανακτάσαι	=	ανακτώ
ανακτάσθε	=	ανακτώ
ανακτάστε	=	ανακτώ
ανακτάται	=	ανακτώ
ανακτάτε	=	ανακτώ
ανακτάτο	=	ανακτώ
ανακτήθηκα	=	ανακτώ
ανακτήθηκαν	=	ανακτώ
ανακτήθηκε	=	ανακτώ
ανακτήθηκες	=	ανακτώ
ανακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσαν	=	ανακτώ
ανακτήσανε	=	ανακτώ
ανακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάκτηση
ανακτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκτηση
ανακτήσεως	noun	γενική ενικού του ανάκτηση
ανακτήσιμα	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμε	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμες	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμη	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμης	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμο	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμοι	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να ανακτηθεί
ανακτήσιμου	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμους	=	ανακτήσιμος
ανακτήσιμων	=	ανακτήσιμος
ανακτήσου	=	ανακτώ
ανακτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσουνε	=	ανακτώ
ανακτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακτώ
ανακτίζαμε	=	ανακτίζω
ανακτίζαν	=	ανακτίζω
ανακτίζανε	=	ανακτίζω
ανακτίζατε	=	ανακτίζω
ανακτίζει	=	ανακτίζω
ανακτίζεις	=	ανακτίζω
ανακτίζεσαι	=	ανακτίζω
ανακτίζεστε	=	ανακτίζω
ανακτίζεται	=	ανακτίζω
ανακτίζετε	=	ανακτίζω
ανακτίζομαι	=	ανακτίζω
ανακτίζονται	=	ανακτίζω
ανακτίζονταν	=	ανακτίζω
ανακτίζοντας	=	ανακτίζω
ανακτίζουμε	=	ανακτίζω
ανακτίζουν	=	ανακτίζω
ανακτίζουνε	=	ανακτίζω
ανακτίζω	verb	ανοικοδομώ, χτίζω ξανά
ανακτίσαμε	=	ανακτίζω
ανακτίσαν	=	ανακτίζω
ανακτίσανε	=	ανακτίζω
ανακτίσατε	=	ανακτίζω
ανακτίσει	=	ανακτίζω
ανακτίσου	=	ανακτίζω
ανακτίστε	=	ανακτίζω
ανακτίστηκα	=	ανακτίζω
ανακτίστηκαν	=	ανακτίζω
ανακτίστηκε	=	ανακτίζω
ανακτίστηκες	=	ανακτίζω
ανακτηθήκαμε	=	ανακτώ
ανακτηθήκαν	=	ανακτώ
ανακτηθήκανε	=	ανακτώ
ανακτηθήκατε	=	ανακτώ
ανακτηθεί	=	ανακτώ
ανακτηθείς	=	ανακτώ
ανακτηθείτε	=	ανακτώ
ανακτηθούμε	=	ανακτώ
ανακτηθούν	=	ανακτώ
ανακτηθούνε	=	ανακτώ
ανακτηθώ	=	ανακτώ
ανακτημένος	=	ανακτώ
ανακτιζόμασταν	=	ανακτίζω
ανακτιζόμαστε	=	ανακτίζω
ανακτιζόμουν	=	ανακτίζω
ανακτιζόμουνα	=	ανακτίζω
ανακτιζόντουσαν	=	ανακτίζω
ανακτιζόσασταν	=	ανακτίζω
ανακτιζόσαστε	=	ανακτίζω
ανακτιζόσουν	=	ανακτίζω
ανακτιζόσουνα	=	ανακτίζω
ανακτιζόταν	=	ανακτίζω
ανακτιζότανε	=	ανακτίζω
ανακτισμένος	=	ανακτίζω
ανακτιστήκαμε	=	ανακτίζω
ανακτιστήκαν	=	ανακτίζω
ανακτιστήκανε	=	ανακτίζω
ανακτιστήκατε	=	ανακτίζω
ανακτιστεί	=	ανακτίζω
ανακτιστείτε	=	ανακτίζω
ανακτοβουλίου	noun	γενική ενικού του ανακτοβούλιο
ανακτοβουλίων	noun	γενική πληθυντικού του ανακτοβούλιο
ανακτοβούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακτοβούλιο
ανακτοβούλιο	noun	το συμβούλιο του βασιλιά σε περίοδο απόλυτης μοναρχίας, που συχνά είχε και νομοθετικές κι εκτελεστικές εξουσίες, αναφέρεται και ως μυστικοσυμβούλιο
ανακτοβούλιου	=	ανακτοβούλιο
ανακτορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακτορικό
ανακτορικέ	adj	κλητική ενικού του ανακτορικός
ανακτορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακτορική
ανακτορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακτορικός
ανακτορικής	adj	γενική ενικού του ανακτορική
ανακτορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακτορικός
ανακτορικού	adj	γενική ενικού του ανακτορικός
ανακτορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακτορικός
ανακτορικό	adj	αιτιατική ενικού του ανακτορικός
ανακτορικός	adj	ο σχετικός με την ζωή στο ανάκτορο κάποιου βασιλιά
ανακτορικών	adj	γενική πληθυντικού του ανακτορικός
ανακτούμε	=	ανακτώ
ανακτούν	=	ανακτώ
ανακτούνε	=	ανακτώ
ανακτούσα	=	ανακτώ
ανακτούσαμε	=	ανακτώ
ανακτούσαν	=	ανακτώ
ανακτούσανε	=	ανακτώ
ανακτούσατε	=	ανακτώ
ανακτούσε	=	ανακτώ
ανακτούσες	=	ανακτώ
ανακτόμαστε	=	ανακτώ
ανακτόρου	noun	γενική ενικού του ανάκτορο
ανακτόρων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκτορο
ανακτώ	verb	αποκτώ ξανά κάτι που είχα χάσει, το κάνω ξανά δικό μου
ανακτώμαι	=	ανακτώ
ανακτώμενος	=	ανακτώ
ανακτώνται	=	ανακτώ
ανακτώντας	=	ανακτώ
ανακτώντο	=	ανακτώ
ανακυβίστηση	noun	ανάποδη κωλοτούμπα
ανακυβίστησης	=	ανακυβίστηση
ανακυβιστήσεις	=	ανακυβίστηση
ανακυβιστήσεων	=	ανακυβίστηση
ανακυκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακύκληση
ανακυκλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακύκληση
ανακυκλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακύκληση
ανακυκλοφορία	noun	η ροή αερίου ή υγρού προς το εσωτερικό του αγωγού διέλευσης λόγω χαμηλότερης πίεσης του αέρα στο εσωτερικό.
ανακυκλοφορίας	=	ανακυκλοφορία
ανακυκλοφορίες	=	ανακυκλοφορία
ανακυκλοφοριών	=	ανακυκλοφορία
ανακυκλωθήκαμε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθήκαν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθήκανε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθήκατε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθεί	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθείς	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθείτε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθούμε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθούν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθούνε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωθώ	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακυκλωμένο
ανακυκλωμένε	verb	κλητική ενικού του ανακυκλωμένος
ανακυκλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακυκλωμένη
ανακυκλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακυκλωμένος
ανακυκλωμένης	verb	γενική ενικού του ανακυκλωμένη
ανακυκλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανακυκλωμένος
ανακυκλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακυκλωμένος
ανακυκλωμένος	verb	που έχει υποστεί ανακύκλωση
ανακυκλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακυκλωμένος
ανακυκλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανακυκλωμένος
ανακυκλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακυκλωμένος
ανακυκλωνόμασταν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόμαστε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόμουν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόμουνα	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόντουσαν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόσασταν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόσαστε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόσουν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόσουνα	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνόταν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωνότανε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλωτές	=	ανακυκλωτής
ανακυκλωτή	=	ανακυκλωτής
ανακυκλωτής	noun	μηχάνημα ή συσκευή που συμβάλλει στη διαδικασία ανακύκλωσης
ανακυκλωτικά	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικέ	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικές	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτική	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικής	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικοί	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικού	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικούς	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικό	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτικός	adj	που έχει σχέση με την ανακύκλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανακυκλωτικών	=	ανακυκλωτικός
ανακυκλωτών	=	ανακυκλωτής
ανακυκλώθηκα	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώθηκαν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώθηκε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώθηκες	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώναμε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώναν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνανε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνατε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνει	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνεις	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνεσαι	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνεστε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνεται	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνετε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνομαι	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνομε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνονται	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνονταν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνοντας	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνουμε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνουν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνουνε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώνω	verb	επαναλαμβάνω, μεταφέρω μια είδηση, μια συνήθεια, μια φράση, μια τάση χωρίς να την επεξεργαστώ, μιμητικά, τη διαιωνίζω και την παγιώνω, την εδραιώνω χωρίς να της αξίζει
ανακυκλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσαν	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώσανε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανακύκλωση
ανακυκλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανακύκλωση
ανακυκλώσιμή	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμα	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμε	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμες	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμη	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμης	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμο	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμοι	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να ανακυκλωθεί
ανακυκλώσιμου	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμους	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσιμων	=	ανακυκλώσιμος
ανακυκλώσομε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώσου	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσουνε	=	ανακυκλώνω
ανακυκλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακυκλώτρια	noun|rare	κάποια που ανακυκλώνει
ανακυρτωμένα	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένε	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένες	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένη	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένης	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένο	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένοι	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένος	verb|formal	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανακυρτώνω
ανακυρτωμένου	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένους	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτωμένων	=	ανακυρτωμένος
ανακυρτώναμε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώναν	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνανε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνατε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνει	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνεις	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνετε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνομαι	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνοντας	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνουμε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνουν	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνουνε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώνω	verb|formal	κυρτώνω εκ νέου
ανακυρτώσαμε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώσαν	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώσανε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώσατε	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώσει	=	ανακυρτώνω
ανακυρτώσεις	=	ανακύρτωση
ανακυρτώσεων	=	ανακύρτωση
ανακυρτώστε	=	ανακυρτώνω
ανακωχές	=	ανακωχή
ανακωχή	noun	η συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών ανάμεσα σε δύο εμπόλεμα μέρη
ανακωχής	=	ανακωχή
ανακωχών	=	ανακωχή
ανακόλουθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αν ανακόλουθο	adv	με τρόπο που δεν φανερώνει ειρμό, συνέπεια, με αντιφατικότητα
ανακόλουθε	adj	κλητική ενικού του ανακόλουθος
ανακόλουθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακόλουθη
ανακόλουθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακόλουθος
ανακόλουθης	adj	γενική ενικού του ανακόλουθη
ανακόλουθο	adj	αιτιατική ενικού του ανακόλουθος
ανακόλουθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακόλουθος
ανακόλουθος	adj	που δεν έχει ειρμό, συνέπεια, ευγενικός χαρακτηρισμός του ασυνάρτητου ή εκείνου που φάσκει και αντιφάσκει, που τα επιχειρήματά του δεν είναι και πολύ στέρεα προκειμένου να δικαιολογήσει μια αντιφατική του δήλωση
ανακόλουθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακόλουθος
ανακόλουθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακόλουθος
ανακόλουθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακόλουθος
ανακόμιζα	=	ανακομίζω
ανακόμιζαν	=	ανακομίζω
ανακόμιζε	=	ανακομίζω
ανακόμιζες	=	ανακομίζω
ανακόμισα	=	ανακομίζω
ανακόμισαν	=	ανακομίζω
ανακόμισε	=	ανακομίζω
ανακόμισες	=	ανακομίζω
ανακόντα	noun	μεγάλο φίδι του Αμαζονίου
ανακόπηκα	=	ανακόπτω
ανακόπηκαν	=	ανακόπτω
ανακόπηκε	=	ανακόπτω
ανακόπηκες	=	ανακόπτω
ανακόπταμε	=	ανακόπτω
ανακόπταν	=	ανακόπτω
ανακόπτανε	=	ανακόπτω
ανακόπτατε	=	ανακόπτω
ανακόπτει	=	ανακόπτω
ανακόπτεις	=	ανακόπτω
ανακόπτεσαι	=	ανακόπτω
ανακόπτεστε	=	ανακόπτω
ανακόπτεται	=	ανακόπτω
ανακόπτετε	=	ανακόπτω
ανακόπτομαι	=	ανακόπτω
ανακόπτομε	=	ανακόπτω
ανακόπτονται	=	ανακόπτω
ανακόπτονταν	=	ανακόπτω
ανακόπτοντας	=	ανακόπτω
ανακόπτουμε	=	ανακόπτω
ανακόπτουν	=	ανακόπτω
ανακόπτουνε	=	ανακόπτω
ανακόπτω	verb	αναχαιτίζω, συγκρατώ, προσπαθώ να μειώσω την ταχύτητα με την οποία πορεύεται κάποιος-κάτι
ανακόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψαν	=	ανακόπτω
ανακόψανε	=	ανακόπτω
ανακόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψομε	=	ανακόπτω
ανακόψου	=	ανακόπτω
ανακόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψουνε	=	ανακόπτω
ανακόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακόπτω
ανακύκληση	noun|formal	η επαναφορά στο ίδιο σημείο μετά από κυκλική πορεία
ανακύκλησης	noun	γενική ενικού του ανακύκληση
ανακύκλωνα	=	ανακυκλώνω
ανακύκλωναν	=	ανακυκλώνω
ανακύκλωνε	=	ανακυκλώνω
ανακύκλωνες	=	ανακυκλώνω
ανακύκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακύκλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακύκλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακύκλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακυκλώνω
ανακύκλωση	noun	η διαδικασία επαναχρησιμοποίησης διάφορων υλικών αγαθών
ανακύκλωσης	noun	γενική ενικού του ανακύκλωση
ανακύπταμε	=	ανακύπτω
ανακύπταν	=	ανακύπτω
ανακύπτανε	=	ανακύπτω
ανακύπτατε	=	ανακύπτω
ανακύπτει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανακύπτω
ανακύπτεις	=	ανακύπτω
ανακύπτετε	=	ανακύπτω
ανακύπτομε	=	ανακύπτω
ανακύπτοντας	=	ανακύπτω
ανακύπτουμε	=	ανακύπτω
ανακύπτουν	=	ανακύπτω
ανακύπτουνε	=	ανακύπτω
ανακύπτω	verb	παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, προκύπτω (ξαφνικά)
ανακύπτων	adj	που ανακύπτει, που αποτελεί συνδυασμό θεμελιωδέστερων συστατικών τα οποία αναδεικνύουν νέες ιδιότητες κατά την (ή κατά ορισμένη, -ες) συνθέσεις, δομές και συστάσεις
ανακύρηξα	=	ανακηρύσσω
ανακύρτωνα	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωναν	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωνε	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωνες	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωσα	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωσαν	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωσε	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωσες	=	ανακυρτώνω
ανακύρτωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακυρτώνω
ανακύρτωσης	=	ανακύρτωση
ανακύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψαν	=	ανακύπτω
ανακύψανε	=	ανακύπτω
ανακύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάκυψη
ανακύψεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάκυψη
ανακύψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακύψιμο
ανακύψιμε	adj	κλητική ενικού του ανακύψιμος
ανακύψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανακύψιμη
ανακύψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανακύψιμος
ανακύψιμης	adj	γενική ενικού του ανακύψιμη
ανακύψιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανακύψιμος
ανακύψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανακύψιμος
ανακύψιμος	adj	που μπορεί να ανακύψει, να προέλθει από σύνθεση συστατικών
ανακύψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανακύψιμος
ανακύψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανακύψιμος
ανακύψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανακύψιμος
ανακύψομε	=	ανακύπτω
ανακύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
ανακύψουνε	=	ανακύπτω
ανακύψτε	=	ανακύπτω
ανακύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανακύπτω
αναλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
αναλάμπον	=	αναλάμπων
αναλάμποντας	=	αναλάμπω
αναλάμπουσα	=	αναλάμπων
αναλάμπω	verb	λάμπω περιοδικά, αναβοσβήνω
αναλάμπων	adj	που λάμπει περιοδικά, σαν να αναβοσβήνει
αναλάμψω	=	αναλάμπω
αναλάτου	=	ανάλατος
αναλάτους	=	ανάλατος
αναλάτων	=	ανάλατος
αναλάω	=	αναλύω
αναλέκτων	=	ανάλεκτα
αναλήθεια	noun	κάπως ηπιότερη λέξη για το ψέμα, αυτό που δεν αληθεύει, που συνιστά ψεύδος
αναλήθειας	noun	γενική ενικού του αναλήθεια
αναλήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλήθεια
αναλήμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλημμα
αναλήμματος	noun	γενική ενικού του ανάλημμα
αναλήφθηκα	=	αναλαμβάνω
αναλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάληψη
αναλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάληψη
αναλήψεως	noun	γενική ενικού του ανάληψη
αναλίσκαμε	=	αναλίσκω
αναλίσκαν	=	αναλίσκω
αναλίσκανε	=	αναλίσκω
αναλίσκατε	=	αναλίσκω
αναλίσκει	=	αναλίσκω
αναλίσκεις	=	αναλίσκω
αναλίσκεσαι	=	αναλίσκω
αναλίσκεσθε	=	αναλίσκω
αναλίσκεστε	=	αναλίσκω
αναλίσκεται	=	αναλίσκω
αναλίσκετε	=	αναλίσκω
αναλίσκομαι	=	αναλίσκω
αναλίσκομε	=	αναλίσκω
αναλίσκονται	=	αναλίσκω
αναλίσκονταν	=	αναλίσκω
αναλίσκοντας	=	αναλίσκω
αναλίσκουμε	=	αναλίσκω
αναλίσκουν	=	αναλίσκω
αναλίσκουνε	=	αναλίσκω
αναλίσκω	verb|formal	αναλώνω
αναλαβαίνω	verb	μορφή του αναλαμβάνω
αναλαμβάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναλαμβάνω
αναλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναλαμβάνω
αναλαμβάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναλαμβάνω
αναλαμβάνω	verb	παίρνω κάτι (ένα φορτίο, μια εργασία, μια υποχρέωση) πάνω μου, επωμίζομαι μια ευθύνη
αναλαμβανόμουν	=	αναλαμβάνομαι
αναλαμπές	=	αναλαμπή
αναλαμπή	noun	ξαφνική λάμψη μέσα στο σκοτάδι, απρόσμενο λαμποκόπημα, φεγγοβολή
αναλαμπής	=	αναλαμπή
αναλαμπίδα	noun	η πυγολαμπίδα
αναλαμπίδας	=	αναλαμπίδα
αναλαμπίδες	=	αναλαμπίδα
αναλαμπίδων	=	αναλαμπίδα
αναλαμπών	=	αναλαμπή
αναλγησία	noun	η απουσία της αίσθησης του πόνου, ενώ κάποιος διατηρεί τις αισθήσεις του
αναλγησίας	noun	γενική ενικού του αναλγησία
αναλγησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλγησία
αναλγησίνη	noun|dated	άλλη ονομασία του αντιπυρίνη
αναλγησιών	noun	γενική πληθυντικού του αναλγησία
αναλγητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλγητικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλγητικό, ουδέτερο του αναλγητικός
αναλγητικέ	adj	κλητική ενικού του αναλγητικός
αναλγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλγητική
αναλγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλγητικός
αναλγητικής	adj	γενική ενικού του αναλγητική
αναλγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλγητικός
αναλγητικού	noun	γενική ενικού του αναλγητικό
αναλγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλγητικός
αναλγητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναλγητικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου για την ανακούφιση ή την εξάλειψη του πόνου.
αναλγητικός	adj	αυτός που μπορεί να προκαλέσει ανακούφιση από τον πόνο.
αναλγητικών	noun	γενική πληθυντικού του αναλγητικό
αναλειώνω	=	αναλύω
αναλεκτων	=	ανάλεκτα
αναληθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναληθής
αναληθή	=	αναληθής
αναληθής	adj	που δεν ευσταθεί, δεν στέκει, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, που είναι ανυπόστατος
αναληθείς	=	αναληθής
αναληθειών	noun	γενική πληθυντικού του αναλήθεια
αναληθοφάνεια	noun	το να είναι κάτι αναληθοφανές
αναληθοφάνειας	=	αναληθοφάνεια
αναληθοφάνειες	=	αναληθοφάνεια
αναληθοφανές	=	αναληθοφανής
αναληθοφανή	=	αναληθοφανής
αναληθοφανής	noun	που δεν είναι αληθοφανής
αναληθοφανείς	=	αναληθοφανής
αναληθοφανειών	=	αναληθοφάνεια
αναληθοφανούς	=	αναληθοφανής
αναληθοφανών	=	αναληθοφανής
αναληθούς	=	αναληθής
αναληθών	=	αναληθής
αναληθώς	adv	ψευδώς
αναλημμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάλημμα
αναλημματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλημματικό
αναλημματικέ	adj	κλητική ενικού του αναλημματικός
αναλημματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλημματική
αναλημματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλημματικός
αναλημματικής	adj	γενική ενικού του αναλημματική
αναλημματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλημματικός
αναλημματικού	adj	γενική ενικού του αναλημματικός
αναλημματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλημματικός
αναλημματικό	adj	αιτιατική ενικού του αναλημματικός
αναλημματικός	adj	που έχει σχέση με ανάλημμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή μοιάζει μ’ αυτό
αναλημματικών	adj	γενική πληθυντικού του αναλημματικός
αναληπτέα	=	αναληπτέος
αναληπτέο	=	αναληπτέος
αναληπτέος	adj	που πρέπει να αναληφθεί
αναληπτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναληπτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναληπτικό, ουδέτερο του αναληπτικός
αναληπτικέ	adj	κλητική ενικού του αναληπτικός
αναληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναληπτική
αναληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναληπτικός
αναληπτικής	adj	γενική ενικού του αναληπτική
αναληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναληπτικός
αναληπτικού	adj	γενική ενικού του αναληπτικός
αναληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναληπτικός
αναληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναληπτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου με αναληπτική δράση
αναληπτικός	adj	που σχετίζεται με την ανάληψη χρημάτων από τράπεζα
αναληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναληπτικός
αναληφθώ	=	αναλαμβάνομαι
αναλισκόμασταν	=	αναλίσκω
αναλισκόμαστε	=	αναλίσκω
αναλισκόμουν	=	αναλίσκω
αναλισκόμουνα	=	αναλίσκω
αναλισκόντουσαν	=	αναλίσκω
αναλισκόσασταν	=	αναλίσκω
αναλισκόσαστε	=	αναλίσκω
αναλισκόσουν	=	αναλίσκω
αναλισκόσουνα	=	αναλίσκω
αναλισκόταν	=	αναλίσκω
αναλισκότανε	=	αναλίσκω
αναλιώνω	verb|vulgar	είμαι πολύ αδύνατος (από την πείνα, την αρρώστια, κ.α.), λιώνω
αναλλαξιά	noun	η κατάσταση αυτού που δεν έχει αλλάξει ρούχα ή εσώρουχα, του ανάλλαγου
αναλλαξιάς	=	αναλλαξιά
αναλλαξιές	=	αναλλαξιά
αναλλαξιών	=	αναλλαξιά
αναλλοίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλλοίωτος
αναλλοίωτε	adj	κλητική ενικού του αναλλοίωτος
αναλλοίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλλοίωτη
αναλλοίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλλοίωτος
αναλλοίωτης	adj	γενική ενικού του αναλλοίωτη
αναλλοίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναλλοίωτος
αναλλοίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλλοίωτος
αναλλοίωτος	adj	που δεν έχει αλλοιωθεί, δεν έχει αλλάξει
αναλλοίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναλλοίωτος
αναλλοίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλλοίωτος
αναλλοίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναλλοίωτος
αναλογία	noun	σχέση δύο ή περισσότερων μεγεθών μεταξύ τους, ο λόγος της τιμής ή του μεγέθους του ενός προς το άλλο, σε μια πραγματική ή υποθετική διαίρεση ή σε έναν άτυπο πολλαπλασιασμό
αναλογίας	noun	γενική ενικού του αναλογία
αναλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλογία
αναλογίζεσαι	=	αναλογίζομαι
αναλογίζεστε	=	αναλογίζομαι
αναλογίζεται	=	αναλογίζομαι
αναλογίζομαι	verb	σκέφτομαι για κάτι σε βάθος εκτιμώντας συνήθως και επιπτώσεις
αναλογίζονται	=	αναλογίζομαι
αναλογίζονταν	=	αναλογίζομαι
αναλογίζου	=	αναλογίζομαι
αναλογίου	noun	γενική ενικού του αναλόγιο
αναλογίσθηκα	=	αναλογίζομαι
αναλογίσθηκαν	=	αναλογίζομαι
αναλογίσθηκε	=	αναλογίζομαι
αναλογίσθηκες	=	αναλογίζομαι
αναλογίσου	=	αναλογίζομαι
αναλογίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογίων	noun	γενική πληθυντικού του αναλόγιο
αναλογεί	verb	γʹ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναλογώ
αναλογείς	=	αναλογώ
αναλογείτε	=	αναλογώ
αναλογιζόμασταν	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόμαστε	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόμενα	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενε	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενες	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενη	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενης	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενο	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενοι	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιζόμενου	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενους	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμενων	=	αναλογιζόμενος
αναλογιζόμουν	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόμουνα	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόντουσαν	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόσασταν	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόσαστε	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόσουν	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόσουνα	=	αναλογίζομαι
αναλογιζόταν	=	αναλογίζομαι
αναλογιζότανε	=	αναλογίζομαι
αναλογικά	adv	με αναλογικό τρόπο, με σωστές αναλογίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλογικό
αναλογικέ	adj	κλητική ενικού του αναλογικός
αναλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλογική
αναλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλογικός
αναλογικής	adj	γενική ενικού του αναλογική
αναλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλογικός
αναλογικοτήτων	=	αναλογικότητα
αναλογικού	adj	γενική ενικού του αναλογικός
αναλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλογικός
αναλογικό	adj	αιτιατική ενικού του αναλογικός
αναλογικός	adj	σχετικός με την αναλογία, κατ' αναλογία, ανάλογος
αναλογικότητα	noun	η ιδιότητα του αναλογικού
αναλογικότητας	noun	γενική ενικού του αναλογικότητα
αναλογικότητες	=	αναλογικότητα
αναλογικών	adj	γενική πληθυντικού του αναλογικός
αναλογισθέν	=	αναλογισθείς
αναλογισθέντα	=	αναλογισθείς
αναλογισθέντας	=	αναλογισθείς
αναλογισθέντες	=	αναλογισθείς
αναλογισθέντος	=	αναλογισθείς
αναλογισθέντων	=	αναλογισθείς
αναλογισθήκαμε	=	αναλογίζομαι
αναλογισθήκαν	=	αναλογίζομαι
αναλογισθήκανε	=	αναλογίζομαι
αναλογισθήκατε	=	αναλογίζομαι
αναλογισθεί	=	αναλογίζομαι
αναλογισθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογισθείσα	=	αναλογισθείς
αναλογισθείσας	=	αναλογισθείς
αναλογισθείσες	=	αναλογισθείς
αναλογισθείσης	=	αναλογισθείς
αναλογισθείτε	=	αναλογίζομαι
αναλογισθεισών	=	αναλογισθείς
αναλογισθούμε	=	αναλογίζομαι
αναλογισθούν	=	αναλογίζομαι
αναλογισθούνε	=	αναλογίζομαι
αναλογισθώ	=	αναλογίζομαι
αναλογισμέ	noun	κλητική ενικού του αναλογισμός
αναλογισμένος	=	αναλογίζομαι
αναλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλογισμός
αναλογισμού	noun	γενική ενικού του αναλογισμός
αναλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναλογισμός
αναλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναλογισμός
αναλογισμός	noun	στοχασμός, αναστοχασμός
αναλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναλογισμός
αναλογιστές	=	αναλογιστής
αναλογιστή	=	αναλογιστής
αναλογιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστήκαν	=	αναλογίζομαι
αναλογιστήκανε	=	αναλογίζομαι
αναλογιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστής	noun	ο επαγγελματίας που ασχολείται με τον αναλογισμό, δηλαδή την εκτίμηση της επικινδυνότητας που παρουσιάζει η ασφάλιση κάποιου και τον υπολογισμό των ασφαλίστρων που απαιτείται να καταβληθούν
αναλογιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλογιστικό	adv	με αναλογιστικό τρόπο
αναλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του αναλογιστικός
αναλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλογιστική
αναλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλογιστικός
αναλογιστικής	adj	γενική ενικού του αναλογιστική
αναλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλογιστικός
αναλογιστικού	adj	γενική ενικού του αναλογιστικός
αναλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλογιστικός
αναλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναλογιστικός
αναλογιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αναλογιστή ή τον αναλογισμό, αναφέρεται σ’ αυτά ή γίνεται με αναλογισμό
αναλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναλογιστικός
αναλογιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστούνε	=	αναλογίζομαι
αναλογιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
αναλογιστών	=	αναλογιστής
αναλογιών	noun	γενική πληθυντικού του αναλογία
αναλογούμε	=	αναλογώ
αναλογούν	=	αναλογώ
αναλογούνε	=	αναλογώ
αναλογούσα	=	αναλογώ
αναλογούσαμε	=	αναλογώ
αναλογούσαν	=	αναλογώ
αναλογούσανε	=	αναλογώ
αναλογούσατε	=	αναλογώ
αναλογούσε	=	αναλογώ
αναλογούσες	=	αναλογώ
αναλογώ	verb	αξίζω, αντιστοιχώ με κάποιο παράγοντα, είμαι ανάλογο
αναλογών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναλογώ
αναλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναλογώ
αναλυθήκαμε	=	αναλύω
αναλυθήκαν	=	αναλύω
αναλυθήκανε	=	αναλύω
αναλυθήκατε	=	αναλύω
αναλυθεί	=	αναλύω
αναλυθείς	=	αναλύω
αναλυθείτε	=	αναλύω
αναλυθούμε	=	αναλύω
αναλυθούν	=	αναλύω
αναλυθούνε	=	αναλύω
αναλυθώ	=	αναλύομαι
αναλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάλυμα
αναλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλυμένο
αναλυμένε	verb	κλητική ενικού του αναλυμένος
αναλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλυμένη
αναλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλυμένος
αναλυμένης	verb	γενική ενικού του αναλυμένη
αναλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναλυμένος
αναλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλυμένος
αναλυμένος	verb	που τον έχουν αναλύσει, που έχει αναλυθεί στα επί μέρους στοιχεία
αναλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναλυμένος
αναλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναλυμένος
αναλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναλυμένος
αναλυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλυτό
αναλυτέ	adj	κλητική ενικού του αναλυτός
αναλυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλυτή
αναλυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλυτός
αναλυτής	noun	ο ικανός ή κατάλληλος να αναλύσει ένα ειδικό θέμα	adj	γενική ενικού του αναλυτή
αναλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναλυτικός	adv	με τρόπο αναλυτικό, με ανάλυση
αναλυτικέ	adj	κλητική ενικού του αναλυτικός
αναλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλυτική
αναλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλυτικός
αναλυτικής	adj	γενική ενικού του αναλυτική
αναλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλυτικός
αναλυτικοτήτων	=	αναλυτικότητα
αναλυτικού	adj	γενική ενικού του αναλυτικός
αναλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλυτικός
αναλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναλυτικός
αναλυτικός	adj	ο σχετικός με την ανάλυση, που εξηγεί διεξοδικά, με λεπτομέρειες και σε βάθος, που αντιμετωπίζει ένα θέμα διαχωρίζοντας τα στοιχεία-συστατικά του και εξετάζοντάς τα ένα-ένα
αναλυτικότατα	adv	υπερθετικός βαθμός του αναλυτικά· πάρα πολύ αναλυτικά
αναλυτικότερα	adv	συγκριτικός βαθμός του αναλυτικά
αναλυτικότερε	adj	κλητική ενικού του αναλυτικότερος
αναλυτικότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλυτικότερη
αναλυτικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλυτικότερος
αναλυτικότερης	adj	γενική ενικού του αναλυτικότερη
αναλυτικότερο	adj	αιτιατική ενικού του αναλυτικότερος
αναλυτικότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλυτικότερος
αναλυτικότερος	adj	που είναι πιο σαφής, πιο αναλυτικός, πιο διεξοδικός, που αναλύει ένα ζήτημα περισσότερο, που συνοδεύεται πιθανά από περισσότερες λεπτομέρειες
αναλυτικότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναλυτικότερος
αναλυτικότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλυτικότερος
αναλυτικότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναλυτικότερος
αναλυτικότητα	noun	η ικανότητα / ιδιότητα του να είναι κανείς αναλυτικός
αναλυτικότητας	=	αναλυτικότητα
αναλυτικότητες	=	αναλυτικότητα
αναλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναλυτικός
αναλυτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του αναλυτικά
αναλυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλυτός
αναλυτού	adj	γενική ενικού του αναλυτός
αναλυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλυτός
αναλυτριών	noun	γενική πληθυντικού του αναλύτρια
αναλυτό	adj	αιτιατική ενικού του αναλυτός
αναλυτός	adj	λυμένος (π.χ. τα μαλλιά)
αναλυτών	adj	γενική πληθυντικού του αναλυτός
αναλυόμασταν	=	αναλύω
αναλυόμαστε	=	αναλύω
αναλυόμενος	=	αναλύω
αναλυόμουν	=	αναλύομαι
αναλυόμουνα	=	αναλύω
αναλυόντουσαν	=	αναλύω
αναλυόσασταν	=	αναλύω
αναλυόσαστε	=	αναλύω
αναλυόσουν	=	αναλύω
αναλυόσουνα	=	αναλύω
αναλυόταν	=	αναλύω
αναλυότανε	=	αναλύω
αναλυώνω	=	αναλύω
αναλφάβητα	=	αναλφάβητος
αναλφάβητε	=	αναλφάβητος
αναλφάβητες	=	αναλφάβητος
αναλφάβητη	=	αναλφάβητος
αναλφάβητης	=	αναλφάβητος
αναλφάβητο	=	αναλφάβητος
αναλφάβητοι	=	αναλφάβητος
αναλφάβητος	noun	κάποιος που δεν έχει μάθει γραφή και ανάγνωση	adj	αναφέρεται σε κάποιον που δεν έχει μάθει γραφή και ανάγνωση
αναλφάβητου	=	αναλφάβητος
αναλφάβητους	=	αναλφάβητος
αναλφάβητων	=	αναλφάβητος
αναλφαβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλφαβητικό
αναλφαβητικέ	adj	κλητική ενικού του αναλφαβητικός
αναλφαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλφαβητική
αναλφαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλφαβητικός
αναλφαβητικής	adj	γενική ενικού του αναλφαβητική
αναλφαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλφαβητικός
αναλφαβητικού	adj	γενική ενικού του αναλφαβητικός
αναλφαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλφαβητικός
αναλφαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναλφαβητικός
αναλφαβητικός	adj	που έχει σχέση με τον αναλφαβητισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αναλφαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναλφαβητικός
αναλφαβητισμέ	noun	κλητική ενικού του αναλφαβητισμός
αναλφαβητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλφαβητισμός
αναλφαβητισμού	noun	γενική ενικού του αναλφαβητισμός
αναλφαβητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναλφαβητισμός
αναλφαβητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναλφαβητισμός
αναλφαβητισμός	noun	αδυναμία στην ανάγνωση και στη γραφή· διακρίνεται σε πλήρη και μερικό αναλφαβητισμό (όταν υπάρχει η ικανότητα ανάγνωσης αλλά όχι γραφής)
αναλφαβητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναλφαβητισμός
αναλωθέν	=	αναλωθείς
αναλωθέντα	=	αναλωθείς
αναλωθέντας	=	αναλωθείς
αναλωθέντες	=	αναλωθείς
αναλωθέντος	=	αναλωθείς
αναλωθέντων	=	αναλωθείς
αναλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθήκαν	=	αναλώνω
αναλωθήκανε	=	αναλώνω
αναλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθείς	verb	β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθείσα	=	αναλωθείς
αναλωθείσας	=	αναλωθείς
αναλωθείσες	=	αναλωθείς
αναλωθείσης	=	αναλωθείς
αναλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθεισών	=	αναλωθείς
αναλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωθούνε	=	αναλώνω
αναλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλωμένος	=	αναλώνω
αναλωνόμασταν	=	αναλώνω
αναλωνόμαστε	=	αναλώνω
αναλωνόμουν	=	αναλώνω
αναλωνόμουνα	=	αναλώνω
αναλωνόντουσαν	=	αναλώνω
αναλωνόσασταν	=	αναλώνω
αναλωνόσαστε	=	αναλώνω
αναλωνόσουν	=	αναλώνω
αναλωνόσουνα	=	αναλώνω
αναλωνόταν	=	αναλώνω
αναλωνότανε	=	αναλώνω
αναλόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλόγιο
αναλόγιο	noun	βάση ανάγνωσης
αναλόγιου	=	αναλόγιο
αναλόγιων	=	αναλόγιο
αναλόγως	adv	ανάλογα, βλέποντας και κάνοντας
αναλύαμε	=	αναλύω
αναλύαν	=	αναλύω
αναλύανε	=	αναλύω
αναλύατε	=	αναλύω
αναλύει	=	αναλύω
αναλύεις	=	αναλύω
αναλύεσαι	=	αναλύω
αναλύεστε	=	αναλύω
αναλύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναλύομαι
αναλύετε	=	αναλύω
αναλύθηκα	=	αναλύω
αναλύθηκαν	=	αναλύω
αναλύθηκε	=	αναλύω
αναλύθηκες	=	αναλύω
αναλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλυμα
αναλύματος	noun	γενική ενικού του ανάλυμα
αναλύομαι	verb	τέμνομαι σε μικρότερα μέρη, διαλύομαι στα συστατικά μου, κάποιοι αναζητούν τα συστατικά μου, με εξετάζουν ενδελεχώς
αναλύομε	=	αναλύω
αναλύονται	=	αναλύω
αναλύονταν	=	αναλύω
αναλύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναλύω
αναλύουμε	=	αναλύω
αναλύουν	=	αναλύω
αναλύουνε	=	αναλύω
αναλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσαν	=	αναλύω
αναλύσανε	=	αναλύω
αναλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλυση
αναλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάλυση
αναλύσεως	noun	γενική ενικού του ανάλυση
αναλύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλύσιμο
αναλύσιμε	adj	κλητική ενικού του αναλύσιμος
αναλύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλύσιμη
αναλύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλύσιμος
αναλύσιμης	adj	γενική ενικού του αναλύσιμη
αναλύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναλύσιμος
αναλύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλύσιμος
αναλύσιμος	adj	που μπορεί κάποιος να τον αναλύσει σε μικρότερες μονάδες
αναλύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναλύσιμος
αναλύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλύσιμος
αναλύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναλύσιμος
αναλύσομε	=	αναλύω
αναλύσου	=	αναλύω
αναλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσουνε	=	αναλύω
αναλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλύω
αναλύτρια	noun	αναλυτής
αναλύτριας	noun	γενική ενικού του αναλύτρια
αναλύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλύτρια
αναλύω	verb	κάνω ανάλυση, λύνω κάτι στα μέρη που το αποτελούν, διαχωρίζω τα συστατικά του
αναλώ	=	αναλύω
αναλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλώνομαι
αναλώναμε	=	αναλώνω
αναλώναν	=	αναλώνω
αναλώνανε	=	αναλώνω
αναλώνατε	=	αναλώνω
αναλώνει	=	αναλώνω
αναλώνεις	=	αναλώνω
αναλώνεσαι	=	αναλώνω
αναλώνεστε	=	αναλώνω
αναλώνεται	=	αναλώνω
αναλώνετε	=	αναλώνω
αναλώνομαι	=	αναλώνω
αναλώνομε	=	αναλώνω
αναλώνονται	=	αναλώνω
αναλώνονταν	=	αναλώνω
αναλώνοντας	=	αναλώνω
αναλώνου	=	αναλώνω
αναλώνουμε	=	αναλώνω
αναλώνουν	=	αναλώνω
αναλώνουνε	=	αναλώνω
αναλώνω	verb	ξοδεύω χρόνο, χρήμα, δυνάμεις
αναλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσαν	=	αναλώνω
αναλώσανε	=	αναλώνω
αναλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλωση
αναλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάλωση
αναλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάλωση
αναλώσιμα	noun	αυτά που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό εξόδων μιας επιχείρησης ως υλικά αναγκαία για συγκεκριμένες χρήσεις, τα οποία όμως ξοδεύονται και δεν αποτελουν κεφάλαιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναλώσιμος
αναλώσιμε	adj	κλητική ενικού του αναλώσιμος
αναλώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναλώσιμη
αναλώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναλώσιμος
αναλώσιμης	adj	γενική ενικού του αναλώσιμη
αναλώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναλώσιμος
αναλώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναλώσιμος
αναλώσιμος	adj	που μπορεί να αναλωθεί, να ξοδευτεί
αναλώσιμου	adj	γενική ενικού του αναλώσιμος
αναλώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναλώσιμος
αναλώσιμων	adj	γενική πληθυντικού του αναλώσιμος
αναλώσομε	=	αναλώνω
αναλώσου	=	αναλώνω
αναλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσουνε	=	αναλώνω
αναλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλίσκω
αναμάλλιαζα	=	αναμαλλιάζω
αναμάλλιαζαν	=	αναμαλλιάζω
αναμάλλιαζε	=	αναμαλλιάζω
αναμάλλιαζες	=	αναμαλλιάζω
αναμάλλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμάλλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμάλλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμάλλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμάρτητα	adv	χωρίς να έχει αμαρτήσει
αναμάρτητε	adj	κλητική ενικού του αναμάρτητος
αναμάρτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμάρτητη
αναμάρτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμάρτητος
αναμάρτητης	adj	γενική ενικού του αναμάρτητη
αναμάρτητο	adj	αιτιατική ενικού του αναμάρτητος
αναμάρτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμάρτητος
αναμάρτητος	adj	που δεν έχει αμαρτήσει, ο άμεμπτος ηθικά
αναμάρτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμάρτητος
αναμάρτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμάρτητος
αναμάρτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμάρτητος
αναμάσημα	noun	ξαναμάσημα, μηρυκασμός
αναμάσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμάσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμάσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμάσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάμα
αναμέλπομαι	=	αναμέλπω
αναμέλπω	verb|formal	ψάλλω, τραγουδώ
αναμέναμε	=	αναμένω
αναμέναν	=	αναμένω
αναμένανε	=	αναμένω
αναμένατε	=	αναμένω
αναμένει	=	αναμένω
αναμένεις	=	αναμένω
αναμένεσαι	=	αναμένω
αναμένεστε	=	αναμένω
αναμένεται	verb	περιμένουμε να συμβεί
αναμένετε	=	αναμένω
αναμένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναμένω
αναμένονται	=	αναμένω
αναμένονταν	=	αναμένω
αναμένοντας	=	αναμένω
αναμένουμε	=	αναμένω
αναμένουν	=	αναμένω
αναμένουνε	=	αναμένω
αναμένω	verb	περιμένω κάποιον ή κάτι, περιμένω ότι θα συμβεί κάτι
αναμέρισα	=	αναμερίζω
αναμέτρα	=	αναμετράω
αναμέτραγε	=	αναμετράω
αναμέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμέτρηση	noun	η διαδικασία με την οποία κάποιος μετρά τις δυνάμεις του στην πράξη, αντιπαρατάσσοντάς τες στις αντίστοιχες δυνάμεις κάποιου άλλου, με πόλεμο, φραστική διαμάχη, αγώνα ομάδων (π.χ. στο ποδόσφαιρο) ή ατόμων με στόχο μια προσωπική νίκη επί του άλλου
αναμέτρησης	noun	γενική ενικού του αναμέτρηση
αναμίκτες	=	αναμίκτης
αναμίκτη	=	αναμίκτης
αναμίκτης	noun	άλλη γραφή του αναμείκτης
αναμίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμιξη
αναμίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάμιξη
αναμίξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάμιξη
αναμίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύω
αναμίσθωνα	=	αναμισθώνω
αναμίσθωναν	=	αναμισθώνω
αναμίσθωνε	=	αναμισθώνω
αναμίσθωνες	=	αναμισθώνω
αναμίσθωσα	=	αναμισθώνω
αναμίσθωσαν	=	αναμισθώνω
αναμίσθωσε	=	αναμισθώνω
αναμίσθωσες	=	αναμισθώνω
αναμίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμαζωξιάρα	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρας	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρες	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρη	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρηδες	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρηδων	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρης	noun	ο ξένος, αυτός που προέρχεται από έναν άλλο τόπο
αναμαζωξιάρικα	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρικο	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρικου	=	αναμαζωξιάρης
αναμαζωξιάρικων	=	αναμαζωξιάρης
αναμαλλιάζαμε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζαν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζανε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζατε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζει	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζεις	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζεσαι	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζεστε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζεται	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζετε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζομαι	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζονται	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζονταν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζοντας	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζου	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζουμε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζουν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζουνε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάζω	verb	ανακατώνω τα μαλλιά
αναμαλλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμαλλιάρης
αναμαλλιάρας	adj	γενική ενικού του αναμαλλιάρα
αναμαλλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμαλλιάρα
αναμαλλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναμαλλιάρης
αναμαλλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμαλλιάρης
αναμαλλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του αναμαλλιάρης
αναμαλλιάρης	adj	που έχει τα μαλλιά ανακατωμένα
αναμαλλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμαλλιάρικο
αναμαλλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναμαλλιάρης
αναμαλλιάρικου	adj	γενική ενικού του αναμαλλιάρικο
αναμαλλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του αναμαλλιάρικο
αναμαλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσαν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσανε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσου	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιάστηκα	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάστηκαν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάστηκε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάστηκες	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόμασταν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόμαστε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόμουν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόμουνα	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόντουσαν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόσασταν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόσαστε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόσουν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόσουνα	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζόταν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαζότανε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμαλλιασμένο
αναμαλλιασμένε	verb	κλητική ενικού του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμαλλιασμένη
αναμαλλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιασμένης	verb	γενική ενικού του αναμαλλιασμένη
αναμαλλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιασμένος	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμαλλιασμένος
αναμαλλιαστήκαμε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαστήκαν	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαστήκανε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαστήκατε	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαστεί	=	αναμαλλιάζω
αναμαλλιαστείτε	=	αναμαλλιάζω
αναμαρμάρωνα	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωναν	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωνε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωνες	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωσα	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωσαν	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωσε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωσες	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμάρωση	noun	η (εκ νέου) τοποθέτηση μαρμάρου
αναμαρμάρωσης	=	αναμαρμάρωση
αναμαρμαρώναμε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώναν	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνανε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνατε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνει	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνεις	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνετε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνοντας	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνουμε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνουν	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνουνε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώνω	verb	εφαρμόζω αναμαρμάρωση
αναμαρμαρώσαμε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώσαν	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώσανε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώσατε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώσει	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρμαρώσεις	=	αναμαρμάρωση
αναμαρμαρώσεων	=	αναμαρμάρωση
αναμαρμαρώστε	=	αναμαρμαρώνω
αναμαρτήτως	=	αναμάρτητα
αναμαρτησία	noun|formal	το να είναι κάποιος αναμάρτητος
αναμαρτησίας	=	αναμαρτησία
αναμαρτησίες	=	αναμαρτησία
αναμαρτησιών	=	αναμαρτησία
αναμασάω	=	αναμασώ
αναμασήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμάσημα
αναμασήματος	noun	γενική ενικού του αναμάσημα
αναμασήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμασώ
αναμασημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναμάσημα
αναμασημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμασημένο
αναμασημένε	verb	κλητική ενικού του αναμασημένος
αναμασημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμασημένη
αναμασημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμασημένος
αναμασημένης	verb	γενική ενικού του αναμασημένη
αναμασημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμασημένος
αναμασημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμασημένος
αναμασημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμασημένος
αναμασημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμασημένος
αναμασημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμασημένος
αναμασιέμαι	=	αναμασώ
αναμασώ	verb	ξαναμασάω ένα τρόφιμο, μηρυκάζω (για ζώα)
αναμασώμαι	=	αναμασώ
αναμείγνυα	=	αναμειγνύω
αναμείγνυαν	=	αναμειγνύω
αναμείγνυε	=	αναμειγνύω
αναμείγνυες	=	αναμειγνύω
αναμείκτες	=	αναμείκτης
αναμείκτη	=	αναμείκτης
αναμείκτης	noun	άλλη μορφή του αναμεικτήρας
αναμείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείναν	=	αναμένω
αναμείνανε	=	αναμένω
αναμείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμένω
αναμείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξαν	=	αναμειγνύω
αναμείξανε	=	αναμειγνύω
αναμείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμειξη
αναμείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάμειξη
αναμείξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάμειξη
αναμείξομε	=	αναμειγνύω
αναμείξου	=	αναμειγνύω
αναμείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξουνε	=	αναμειγνύω
αναμείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμειγνύω
αναμείχθηκα	=	αναμειγνύω
αναμείχθηκαν	=	αναμειγνύω
αναμείχθηκε	=	αναμειγνύω
αναμείχθηκες	=	αναμειγνύω
αναμειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμειγμένο
αναμειγμένε	verb	κλητική ενικού του αναμειγμένος
αναμειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμειγμένη
αναμειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμειγμένος
αναμειγμένης	verb	γενική ενικού του αναμειγμένη
αναμειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμειγμένος
αναμειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμειγμένος
αναμειγμένος	verb	άλλη μορφή του αναμεμειγμένος
αναμειγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμειγμένος
αναμειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμειγμένος
αναμειγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμειγμένος
αναμειγνυόμασταν	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόμαστε	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόμενος	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόμουν	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόμουνα	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόντουσαν	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόσασταν	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόσαστε	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόσουν	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόσουνα	=	αναμειγνύω
αναμειγνυόταν	=	αναμειγνύω
αναμειγνυότανε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύαμε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύαν	=	αναμειγνύω
αναμειγνύανε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύατε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύει	=	αναμειγνύω
αναμειγνύεις	=	αναμειγνύω
αναμειγνύεσαι	=	αναμειγνύω
αναμειγνύεστε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύεται	=	αναμειγνύω
αναμειγνύετε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύομαι	=	αναμιγνύομαι
αναμειγνύομε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύονται	=	αναμειγνύω
αναμειγνύονταν	=	αναμειγνύω
αναμειγνύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναμειγνύω
αναμειγνύου	=	αναμειγνύω
αναμειγνύουμε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύουν	=	αναμειγνύω
αναμειγνύουνε	=	αναμειγνύω
αναμειγνύω	verb	ανακατεύω υλικά στοιχεία (πχ διαφορετικά υγρά)
αναμεικτήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναμεικτήρας
αναμεικτήρας	noun	μηχανικό εξάρτημα ανάμειξης υλικών
αναμεικτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεικτήρας
αναμεικτήρων	=	αναμεικτήρας
αναμεικτών	=	αναμείκτης
αναμειχθήκαμε	=	αναμειγνύω
αναμειχθήκαν	=	αναμειγνύω
αναμειχθήκανε	=	αναμειγνύω
αναμειχθήκατε	=	αναμειγνύω
αναμειχθεί	=	αναμειγνύω
αναμειχθείς	=	αναμειγνύω
αναμειχθείτε	=	αναμειγνύω
αναμειχθούμε	=	αναμειγνύω
αναμειχθούν	=	αναμειγνύω
αναμειχθούνε	=	αναμειγνύω
αναμελιά	noun	άλλη μορφή του ανεμελιά
αναμελιάς	=	αναμελιά
αναμελιές	=	αναμελιά
αναμελιών	=	αναμελιά
αναμεμειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεμειγμένο
αναμεμειγμένε	verb	κλητική ενικού του αναμεμειγμένος
αναμεμειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεμειγμένη
αναμεμειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμεμειγμένος
αναμεμειγμένης	verb	γενική ενικού του αναμεμειγμένη
αναμεμειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμεμειγμένος
αναμεμειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμεμειγμένος
αναμεμειγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναμειγνύω: που έχει αναμιχθεί σε κάτι, εμπλακεί, ανακατευτεί (για πρόσωπα. συνήθως με αρνητική χροιά)
αναμεμειγμένου	verb	γενική ενικού του αναμεμειγμένος
αναμεμειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμεμειγμένος
αναμεμειγμένων	verb	γενική πληθυντικού του αναμεμειγμένος
αναμεμιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεμιγμένο
αναμεμιγμένε	verb	κλητική ενικού του αναμεμιγμένος
αναμεμιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεμιγμένη
αναμεμιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμεμιγμένος
αναμεμιγμένης	verb	γενική ενικού του αναμεμιγμένη
αναμεμιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμεμιγμένος
αναμεμιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμεμιγμένος
αναμεμιγμένος	verb	άλλη γραφή του αναμεμειγμένος
αναμεμιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμεμιγμένος
αναμεμιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμεμιγμένος
αναμεμιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμεμιγμένος
αναμενόμασταν	=	αναμένω
αναμενόμαστε	=	αναμένω
αναμενόμενα	=	αναμενόμενος
αναμενόμενε	=	αναμενόμενος
αναμενόμενες	=	αναμενόμενος
αναμενόμενη	=	αναμενόμενος
αναμενόμενης	=	αναμενόμενος
αναμενόμενο	=	αναμενόμενος
αναμενόμενοι	=	αναμενόμενος
αναμενόμενος	verb	που τον αναμένουμε, τον περιμένουμε
αναμενόμενου	=	αναμενόμενος
αναμενόμενους	=	αναμενόμενος
αναμενόμενων	=	αναμενόμενος
αναμενόμουν	=	αναμένω
αναμενόμουνα	=	αναμένω
αναμενόντουσαν	=	αναμένω
αναμενόσασταν	=	αναμένω
αναμενόσαστε	=	αναμένω
αναμενόσουν	=	αναμένω
αναμενόσουνα	=	αναμένω
αναμενόταν	=	αναμένω
αναμενότανε	=	αναμένω
αναμερίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναμερίζω
αναμερίζω	verb|vulgar	απομακρύνομαι από μια θέση που εμποδίζει τη διέλευση
αναμερίστηκα	=	αναμερίζω
αναμερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμερισμένο
αναμερισμένε	verb	κλητική ενικού του αναμερισμένος
αναμερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμερισμένη
αναμερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμερισμένος
αναμερισμένης	verb	γενική ενικού του αναμερισμένη
αναμερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμερισμένος
αναμερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμερισμένος
αναμερισμένος	verb	που τον έχουν ξεχωρίσει και τον έχουν βάλει παράμερα, χωριστά, ο καταφρονημένος
αναμερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμερισμένος
αναμερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμερισμένος
αναμερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμερισμένος
αναμεσής	adv|vulgar	ανάμεσα
αναμεσίς	adv|vulgar	ανάμεσα
αναμετάδιδε	=	αναμεταδίδω
αναμετάδοση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναμεταδίδω, η επανεκπομπή, η λήψη σημάτων και η μετάδοσή τους εκ νέου προς άλλους δέκτες
αναμετάδοσης	noun	γενική ενικού του αναμετάδοση
αναμετάδωσε	=	αναμεταδίδω
αναμετέδιδα	=	αναμεταδίδω
αναμετέδιδαν	=	αναμεταδίδω
αναμετέδιδε	=	αναμεταδίδω
αναμετέδιδες	=	αναμεταδίδω
αναμετέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμετέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμετέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμετέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδίδαμε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδαν	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδανε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδατε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδει	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδεις	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδετε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδίδοντας	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδουμε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδουν	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδουνε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδίδω	verb	μεταδίδω ξανά ένα τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό σήμα που εκπέμπεται από άλλο σταθμό
αναμεταδίνω	=	αναμεταδίδω
αναμεταδιδόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεταδιδόμενο
αναμεταδιδόμενε	verb	κλητική ενικού του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδιδόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμεταδιδόμενη
αναμεταδιδόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδιδόμενης	verb	γενική ενικού του αναμεταδιδόμενη
αναμεταδιδόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδιδόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδιδόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδιδόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδιδόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδιδόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμεταδιδόμενος
αναμεταδοτών	=	αναμεταδότης
αναμεταδόθηκα	=	αναμεταδίδομαι
αναμεταδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμετάδοση
αναμεταδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναμετάδοση
αναμεταδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναμετάδοση
αναμεταδότες	=	αναμεταδότης
αναμεταδότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναμεταδότης
αναμεταδότης	noun	συσκευή ή μηχανισμός που αναμεταδίδει σήμα, δηλαδή το δέχεται και το μεταδίδει σε άλλο δέκτη
αναμεταδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσαν	=	αναμεταδίδω
αναμεταδώσανε	=	αναμεταδίδω
αναμεταδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμεταδίδω
αναμεταξύ	adv	στο μεσοδιάστημα, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, από την πρώτη χρονική αναφορά μέχρι την επόμενη, από τότε μέχρι τώρα
αναμετρά	=	αναμετράω
αναμετράει	=	αναμετράω
αναμετράμε	=	αναμετράω
αναμετράν	=	αναμετράω
αναμετράνε	=	αναμετράω
αναμετράς	=	αναμετράω
αναμετράτε	=	αναμετράω
αναμετράω	verb	άλλη μορφή του αναμετρώ
αναμετρήθηκα	=	αναμετράω
αναμετρήθηκαν	=	αναμετράω
αναμετρήθηκε	=	αναμετράω
αναμετρήθηκες	=	αναμετράω
αναμετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήσαν	=	αναμετράω
αναμετρήσανε	=	αναμετράω
αναμετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμέτρηση
αναμετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναμέτρηση
αναμετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναμέτρηση
αναμετρήσου	=	αναμετράω
αναμετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμετρώ
αναμετρηθήκαμε	=	αναμετράω
αναμετρηθήκαν	=	αναμετράω
αναμετρηθήκανε	=	αναμετράω
αναμετρηθήκατε	=	αναμετράω
αναμετρηθεί	=	αναμετράω
αναμετρηθείτε	=	αναμετράω
αναμετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμετρημένο
αναμετρημένε	verb	κλητική ενικού του αναμετρημένος
αναμετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμετρημένη
αναμετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμετρημένος
αναμετρημένης	verb	γενική ενικού του αναμετρημένη
αναμετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμετρημένος
αναμετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμετρημένος
αναμετρημένος	verb	που έχει αναμετρηθεί με κάτι (μετοχή που δεν χρησιμοποιείται συχνά, ίσως γιατί παραπέμπει στο μετρημένος, το συγκρατημένος, το λιγοστός, ενώ η αναμέτρηση προϋποθέτει σθένος και τόλμη.
αναμετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμετρημένος
αναμετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμετρημένος
αναμετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμετρημένος
αναμετριέμαι	verb	συγκρίνομαι, αντιπαραβάλλομαι, μετράω τις δυνάμεις μου ή κάποιες ιδιότητές μου σε σχέση με τις ίδιες ιδιότητες κάποιου άλλου ατόμου
αναμετριέσαι	=	αναμετράω
αναμετριέστε	=	αναμετράω
αναμετριέται	=	αναμετράω
αναμετριούνται	=	αναμετράω
αναμετριούνταν	=	αναμετράω
αναμετριόμασταν	=	αναμετράω
αναμετριόμαστε	=	αναμετράω
αναμετριόμουν	=	αναμετράω
αναμετριόμουνα	=	αναμετράω
αναμετριόνταν	=	αναμετράω
αναμετριόντανε	=	αναμετράω
αναμετριόντουσαν	=	αναμετράω
αναμετριόσασταν	=	αναμετράω
αναμετριόσαστε	=	αναμετράω
αναμετριόσουν	=	αναμετράω
αναμετριόσουνα	=	αναμετράω
αναμετριόταν	=	αναμετράω
αναμετριότανε	=	αναμετράω
αναμετρούμαι	=	αναμετρώ
αναμετρούμε	=	αναμετράω
αναμετρούν	=	αναμετράω
αναμετρούνε	=	αναμετράω
αναμετρούσα	=	αναμετράω
αναμετρούσαμε	=	αναμετράω
αναμετρούσαν	=	αναμετράω
αναμετρούσανε	=	αναμετράω
αναμετρούσατε	=	αναμετράω
αναμετρούσε	=	αναμετράω
αναμετρούσες	=	αναμετράω
αναμετρώ	verb	συγκρούομαι με κάποιον ή με κάτι, μετράω τις δυνάμεις μου ενάντια στις δικές του, ανταγωνίζομαι
αναμετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναμετρώ
αναμηρυκάζαμε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζαν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζανε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζατε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζεις	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζεσαι	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζεστε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζεται	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζετε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζομαι	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζονται	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζονταν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζοντας	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζου	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζουμε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζουν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζουνε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάζω	verb|figurative	μηρυκάζω ξανά και ξανά
αναμηρυκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσαν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσανε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσου	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκάστηκα	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάστηκαν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάστηκε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάστηκες	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόμασταν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόμαστε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόμουν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόμουνα	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόντουσαν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόσασταν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόσαστε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόσουν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόσουνα	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζόταν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαζότανε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκασμέ	noun	κλητική ενικού του αναμηρυκασμός
αναμηρυκασμένος	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμηρυκασμός
αναμηρυκασμού	noun	γενική ενικού του αναμηρυκασμός
αναμηρυκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναμηρυκασμός
αναμηρυκασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναμηρυκασμός
αναμηρυκασμός	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναμηρυκάζω
αναμηρυκασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναμηρυκασμός
αναμηρυκαστήκαμε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαστήκαν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαστήκανε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαστήκατε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαστεί	=	αναμηρυκάζω
αναμηρυκαστείτε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρύκαζα	=	αναμηρυκάζω
αναμηρύκαζαν	=	αναμηρυκάζω
αναμηρύκαζε	=	αναμηρυκάζω
αναμηρύκαζες	=	αναμηρυκάζω
αναμηρύκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρύκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρύκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμηρύκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμηρυκάζω
αναμιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμιγμένο
αναμιγμένε	verb	κλητική ενικού του αναμιγμένος
αναμιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμιγμένη
αναμιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμιγμένος
αναμιγμένης	verb	γενική ενικού του αναμιγμένη
αναμιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμιγμένος
αναμιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμιγμένος
αναμιγμένος	verb	άλλη γραφή του αναμεμειγμένος
αναμιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμιγμένος
αναμιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμιγμένος
αναμιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμιγμένος
αναμιγνύομαι	verb	ανακατεύομαι (για υλικά)
αναμιγνύοντας	verb	άλλη γραφή του αναμειγνύοντας - μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναμιγνύω
αναμιγνύω	verb	άλλη γραφή του αναμειγνύω
αναμικτήρα	=	αναμικτήρας
αναμικτήρας	noun	άλλη γραφή του αναμεικτήρας
αναμικτήρες	=	αναμικτήρας
αναμικτήρων	=	αναμικτήρας
αναμικτών	=	αναμίκτης
αναμισθώναμε	=	αναμισθώνω
αναμισθώναν	=	αναμισθώνω
αναμισθώνανε	=	αναμισθώνω
αναμισθώνατε	=	αναμισθώνω
αναμισθώνει	=	αναμισθώνω
αναμισθώνεις	=	αναμισθώνω
αναμισθώνετε	=	αναμισθώνω
αναμισθώνομαι	=	αναμισθώνω
αναμισθώνοντας	=	αναμισθώνω
αναμισθώνουμε	=	αναμισθώνω
αναμισθώνουν	=	αναμισθώνω
αναμισθώνουνε	=	αναμισθώνω
αναμισθώνω	verb	μισθώνω εκ νέου
αναμισθώσαμε	=	αναμισθώνω
αναμισθώσαν	=	αναμισθώνω
αναμισθώσανε	=	αναμισθώνω
αναμισθώσατε	=	αναμισθώνω
αναμισθώσει	=	αναμισθώνω
αναμισθώστε	=	αναμισθώνω
αναμιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμιγνύομαι
αναμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άναμμα
αναμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναμμένος
αναμμένε	verb	κλητική ενικού του αναμμένος
αναμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμμένη
αναμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμμένος
αναμμένης	verb	γενική ενικού του αναμμένη
αναμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναμμένος
αναμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμμένος
αναμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανάβω
αναμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμμένος
αναμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναμμένος
αναμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμμένος
αναμνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμνηση
αναμνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάμνηση
αναμνήσεως	noun	γενική ενικού του ανάμνηση
αναμνηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμνηστικό
αναμνηστικέ	adj	κλητική ενικού του αναμνηστικός
αναμνηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμνηστική
αναμνηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμνηστικός
αναμνηστικής	adj	γενική ενικού του αναμνηστική
αναμνηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμνηστικός
αναμνηστικού	adj	γενική ενικού του αναμνηστικός
αναμνηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμνηστικός
αναμνηστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναμνηστικός	noun	αντικείμενο με αναμνηστική αξία
αναμνηστικός	adj	που μας θυμίζει κάτι, που μας βοηθά να κρατήσουμε την ανάμνηση ενός πράγματος
αναμνηστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναμνηστικός
αναμονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμονή
αναμονή	noun	το να περιμένεις να συμβεί κάτι
αναμονής	=	αναμονή
αναμονών	=	αναμονή
αναμορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφικό
αναμορφικέ	adj	κλητική ενικού του αναμορφικός
αναμορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφική
αναμορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμορφικός
αναμορφικής	adj	γενική ενικού του αναμορφική
αναμορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμορφικός
αναμορφικού	adj	γενική ενικού του αναμορφικός
αναμορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμορφικός
αναμορφικό	adj	αιτιατική ενικού του αναμορφικός
αναμορφικός	adj	που δημιουργεί εικόνες με κάποιου είδους παραμόρφωση
αναμορφικών	adj	γενική πληθυντικού του αναμορφικός
αναμορφωθήκαμε	=	αναμορφώνω
αναμορφωθήκαν	=	αναμορφώνω
αναμορφωθήκανε	=	αναμορφώνω
αναμορφωθήκατε	=	αναμορφώνω
αναμορφωθεί	=	αναμορφώνω
αναμορφωθείς	=	αναμορφώνω
αναμορφωθείτε	=	αναμορφώνω
αναμορφωθούμε	=	αναμορφώνω
αναμορφωθούν	=	αναμορφώνω
αναμορφωθούνε	=	αναμορφώνω
αναμορφωθώ	=	αναμορφώνω
αναμορφωμένος	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόμασταν	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόμαστε	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόμουν	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόμουνα	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόντουσαν	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόσασταν	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόσαστε	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόσουν	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόσουνα	=	αναμορφώνω
αναμορφωνόταν	=	αναμορφώνω
αναμορφωνότανε	=	αναμορφώνω
αναμορφωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφωτής
αναμορφωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναμορφωτής
αναμορφωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφωτήριο
αναμορφωτήριο	noun	ίδρυμα για ειδική αγωγή και σωφρονισμό ανηλίκων
αναμορφωτήριου	=	αναμορφωτήριο
αναμορφωτής	noun	ο καινοτόμος σε έναν τομέα ή σε πολλούς, εκείνος που εισηγείται ριζικές και θετικές αλλαγές για να αναμορφωθεί και να βελτιωθεί ο τομέας αυτός
αναμορφωτηρίου	noun	γενική ενικού του αναμορφωτήριο
αναμορφωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αναμορφωτήριο
αναμορφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφωτικό	adv	σε ανομορφωτικό πλαίσιο, με στόχο την αναμόρφωση, την ριζική, ουσιαστική αλλαγή
αναμορφωτικέ	adj	κλητική ενικού του αναμορφωτικός
αναμορφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφωτική
αναμορφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμορφωτικός
αναμορφωτικής	adj	γενική ενικού του αναμορφωτική
αναμορφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμορφωτικός
αναμορφωτικού	adj	γενική ενικού του αναμορφωτικός
αναμορφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμορφωτικός
αναμορφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναμορφωτικός
αναμορφωτικός	adj	που αναμορφώνει, μεταρρυθμίζει, που έχει την τάση να αλλάζει τα πράγματα και που συχνά κάνει τις σκέψεις του και πράξη, υλοποιώντας την αναμόρφωση που είχε κατά νου
αναμορφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναμορφωτικός
αναμορφωτριών	noun	γενική πληθυντικού του αναμορφώτρια
αναμορφωτών	noun	γενική πληθυντικού του αναμορφωτής
αναμορφώθηκα	=	αναμορφώνω
αναμορφώθηκαν	=	αναμορφώνω
αναμορφώθηκε	=	αναμορφώνω
αναμορφώθηκες	=	αναμορφώνω
αναμορφώναμε	=	αναμορφώνω
αναμορφώναν	=	αναμορφώνω
αναμορφώνανε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνατε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνει	=	αναμορφώνω
αναμορφώνεις	=	αναμορφώνω
αναμορφώνεσαι	=	αναμορφώνω
αναμορφώνεστε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνεται	=	αναμορφώνω
αναμορφώνετε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνομαι	=	αναμορφώνω
αναμορφώνομε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνονται	=	αναμορφώνω
αναμορφώνονταν	=	αναμορφώνω
αναμορφώνοντας	=	αναμορφώνω
αναμορφώνουμε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνουν	=	αναμορφώνω
αναμορφώνουνε	=	αναμορφώνω
αναμορφώνω	verb	αλλάζω σημαντικά και σε βάθος κάτι, του δίνω νέα μορφή αλλά και νέα ουσία
αναμορφώσαμε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσαν	=	αναμορφώνω
αναμορφώσανε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσατε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσει	=	αναμορφώνω
αναμορφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμόρφωση
αναμορφώσετε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναμόρφωση
αναμορφώσεως	noun	γενική ενικού του αναμόρφωση
αναμορφώσομε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσου	=	αναμορφώνω
αναμορφώσουμε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσουν	=	αναμορφώνω
αναμορφώσουνε	=	αναμορφώνω
αναμορφώστε	=	αναμορφώνω
αναμορφώσω	=	αναμορφώνω
αναμορφώτρια	noun	αναμορφωτής
αναμορφώτριας	noun	γενική ενικού του αναμορφώτρια
αναμορφώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμορφώτρια
αναμοχλεύομαι	=	αναμοχλεύω
αναμοχλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμόχλευση
αναμοχλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναμόχλευση
αναμοχλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναμόχλευση
αναμοχλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμοχλεύω	verb	επαναφέρω στην επιφάνεια παλιές και ξεχασμένες ιστορίες, έριδες, πάθη κλπ
αναμπάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμπάρωτο
αναμπάρωτε	adj	κλητική ενικού του αναμπάρωτος
αναμπάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμπάρωτη
αναμπάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμπάρωτος
αναμπάρωτης	adj	γενική ενικού του αναμπάρωτη
αναμπάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναμπάρωτος
αναμπάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμπάρωτος
αναμπάρωτος	adj	που δεν έχει αμπαρωθεί
αναμπάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμπάρωτος
αναμπάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμπάρωτος
αναμπάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμπάρωτος
αναμπέλωση	noun	η διαδικασία ανανέωσης ή πλήρους ανασύστασης ενός φθαρμένου ή κατεστραμμένου αμπελώνα, με την εκρίζωση των υπαρχόντων πρέμνων και την εγκατάσταση νέων, της ίδιας ή διαφορετικής ποικιλίας, συνήθως για λόγους βελτίωσης της παραγωγής ή αντιμετώπισης ασθενειών
αναμπέλωσης	=	αναμπέλωση
αναμπαίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάμπαιγμα
αναμπαίγματος	noun	γενική ενικού του ανάμπαιγμα
αναμπαίζαμε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζαν	=	αναμπαίζω
αναμπαίζανε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζατε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζει	=	αναμπαίζω
αναμπαίζεις	=	αναμπαίζω
αναμπαίζεσαι	=	αναμπαίζω
αναμπαίζεστε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζεται	=	αναμπαίζω
αναμπαίζετε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζομαι	=	αναμπαίζω
αναμπαίζομε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζονται	=	αναμπαίζω
αναμπαίζονταν	=	αναμπαίζω
αναμπαίζοντας	=	αναμπαίζω
αναμπαίζουμε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζουν	=	αναμπαίζω
αναμπαίζουνε	=	αναμπαίζω
αναμπαίζω	verb	περιγελώ, περιπαίζω, κοροϊδεύω, εμπαίζω
αναμπαίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξαν	=	αναμπαίζω
αναμπαίξανε	=	αναμπαίζω
αναμπαίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξομε	=	αναμπαίζω
αναμπαίξου	=	αναμπαίζω
αναμπαίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξουνε	=	αναμπαίζω
αναμπαίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναμπαίζω
αναμπαίχτηκα	=	αναμπαίζω
αναμπαίχτηκαν	=	αναμπαίζω
αναμπαίχτηκε	=	αναμπαίζω
αναμπαίχτηκες	=	αναμπαίζω
αναμπαιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάμπαιγμα
αναμπαιγμένος	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόμασταν	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόμαστε	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόμουν	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόμουνα	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόντουσαν	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόσασταν	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόσαστε	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόσουν	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόσουνα	=	αναμπαίζω
αναμπαιζόταν	=	αναμπαίζω
αναμπαιζότανε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτήκαμε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτήκαν	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτήκανε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτήκατε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτεί	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτείς	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτείτε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτούμε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτούν	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτούνε	=	αναμπαίζω
αναμπαιχτώ	=	αναμπαίζω
αναμπελώσεις	=	αναμπέλωση
αναμπελώσεων	=	αναμπέλωση
αναμπουμπούλα	noun	κατάσταση μεγάλης αναταραχής, αναστάτωσης και συνήθως πολύ θορυβώδης
αναμπουμπούλας	noun	γενική ενικού του αναμπουμπούλα
αναμπουμπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμπουμπούλα
αναμφίβολα	adv	χωρίς αμφιβολία
αναμφίβολε	=	αναμφίβολος
αναμφίβολες	=	αναμφίβολος
αναμφίβολη	=	αναμφίβολος
αναμφίβολης	=	αναμφίβολος
αναμφίβολο	=	αναμφίβολος
αναμφίβολοη	=	αναμφίβολος
αναμφίβολοι	=	αναμφίβολος
αναμφίβολος	adj	που είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, κάτι που δεν αμφισβητείται
αναμφίβολου	=	αναμφίβολος
αναμφίβολους	=	αναμφίβολος
αναμφίβολων	=	αναμφίβολος
αναμφίλεκτα	adv	αναμφίβολα
αναμφίλεκτε	adj	κλητική ενικού του αναμφίλεκτος
αναμφίλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμφίλεκτη
αναμφίλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμφίλεκτος
αναμφίλεκτης	adj	γενική ενικού του αναμφίλεκτη
αναμφίλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του αναμφίλεκτος
αναμφίλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμφίλεκτος
αναμφίλεκτος	adj|rare	που γίνεται καθολικά αποδεκτός χωρίς να υπάρχει καμία αντίρρηση
αναμφίλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμφίλεκτος
αναμφίλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμφίλεκτος
αναμφίλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμφίλεκτος
αναμφίσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναμφίσημος	adv	με αναμφίσημο τρόπο
αναμφίσημε	adj	κλητική ενικού του αναμφίσημος
αναμφίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναμφίσημη
αναμφίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναμφίσημος
αναμφίσημης	adj	γενική ενικού του αναμφίσημη
αναμφίσημο	adj	αιτιατική ενικού του αναμφίσημος
αναμφίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναμφίσημος
αναμφίσημος	adj	που δεν αμφισβητείται
αναμφίσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναμφίσημος
αναμφίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναμφίσημος
αναμφίσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναμφίσημος
αναμφιβόλως	adv|formal	αναμφίβολα
αναμφισβήτητα	adv	χωρίς καμιά δυνατότητα να αμφισβητηθεί
αναμφισβήτητε	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητες	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητη	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητης	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητο	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητοι	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητος	adj	που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί
αναμφισβήτητου	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητους	=	αναμφισβήτητος
αναμφισβήτητων	=	αναμφισβήτητος
αναμόρφωνα	=	αναμορφώνω
αναμόρφωναν	=	αναμορφώνω
αναμόρφωνε	=	αναμορφώνω
αναμόρφωνες	=	αναμορφώνω
αναμόρφωσα	=	αναμορφώνω
αναμόρφωσαν	=	αναμορφώνω
αναμόρφωσε	=	αναμορφώνω
αναμόρφωσες	=	αναμορφώνω
αναμόρφωση	noun	ριζική αλλαγή ή προσπάθεια για ριζική αλλαγή σε συμπεριφορές
αναμόρφωσης	noun	γενική ενικού του αναμόρφωση
αναμόχλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμόχλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμόχλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμόχλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναμοχλεύω
αναμόχλευση	noun|figurative	η ενέργεια του αναμοχλεύω, η επαναφορά στην επιφάνεια παλιών και ξεχασμένων παθών, ιστοριών, αναζωπύρωση, αναθέρμανση
αναμόχλευσης	noun	γενική ενικού του αναμόχλευση
ανανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανανάς
ανανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανάς
ανανάδων	noun	γενική πληθυντικού του ανανάς
ανανάς	noun	τροπικό φυτό καταγόμενο από την Νότια Αμερική
ανανέωνα	=	ανανεώνω
ανανέωναν	=	ανανεώνω
ανανέωνε	=	ανανεώνω
ανανέωνες	=	ανανεώνω
ανανέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανέωση	noun	το ξανάνιωμα, η νέα ζωντάνια
ανανέωσης	=	ανανέωση
ανανέωτος	adj|rare	που δεν μπορεί να ανανεωθεί, που δεν μπορεί να επισκευαστεί (Χρειάζεται πηγή)
ανανήφαμε	=	ανανήφω
ανανήφατε	=	ανανήφω
ανανήφει	=	ανανήφω
ανανήφεις	=	ανανήφω
ανανήφετε	=	ανανήφω
ανανήφομε	=	ανανήφω
ανανήφοντας	=	ανανήφω
ανανήφουμε	=	ανανήφω
ανανήφουν	=	ανανήφω
ανανήφω	verb	συνέρχομαι μετά από χειρουργική επέμβαση στην οποία μου χορηγήθηκε νάρκωση
ανανήψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψαν	=	ανανήψας
ανανήψανε	=	ανανήφω
ανανήψαντα	=	ανανήψας
ανανήψαντες	=	ανανήψας
ανανήψαντος	=	ανανήψας
ανανήψας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου (ανένηψα) του ρήματος ανανήφω
ανανήψασα	=	ανανήψας
ανανήψασας	=	ανανήψας
ανανήψασες	=	ανανήψας
ανανήψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανήφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάνηψη
ανανήψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψεων	=	ανάνηψη
ανανήψεως	=	ανάνηψη
ανανήψομε	=	ανανήφω
ανανήψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανήψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανήφω
ανανδρία	noun	ενέργεια που δεν αρμόζει σε άντρα
ανανδρίας	noun	γενική ενικού του ανανδρία
ανανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανδρία
ανανεωθήκαμε	=	ανανεώνω
ανανεωθήκαν	=	ανανεώνω
ανανεωθήκανε	=	ανανεώνω
ανανεωθήκατε	=	ανανεώνω
ανανεωθεί	=	ανανεώνω
ανανεωθείς	=	ανανεώνω
ανανεωθείτε	=	ανανεώνω
ανανεωθούμε	=	ανανεώνω
ανανεωθούν	=	ανανεώνω
ανανεωθούνε	=	ανανεώνω
ανανεωθώ	=	ανανεώνω
ανανεωμένα	=	ανανεωμένος
ανανεωμένε	=	ανανεωμένος
ανανεωμένες	=	ανανεωμένος
ανανεωμένη	=	ανανεωμένος
ανανεωμένης	=	ανανεωμένος
ανανεωμένο	=	ανανεωμένος
ανανεωμένοι	=	ανανεωμένος
ανανεωμένος	verb	που έχει ανανεωθεί
ανανεωμένου	=	ανανεωμένος
ανανεωμένους	=	ανανεωμένος
ανανεωμένων	=	ανανεωμένος
ανανεωνόμασταν	=	ανανεώνω
ανανεωνόμαστε	=	ανανεώνω
ανανεωνόμουν	=	ανανεώνω
ανανεωνόμουνα	=	ανανεώνω
ανανεωνόντουσαν	=	ανανεώνω
ανανεωνόσασταν	=	ανανεώνω
ανανεωνόσαστε	=	ανανεώνω
ανανεωνόσουν	=	ανανεώνω
ανανεωνόσουνα	=	ανανεώνω
ανανεωνόταν	=	ανανεώνω
ανανεωνότανε	=	ανανεώνω
ανανεωτές	=	ανανεωτής
ανανεωτή	=	ανανεωτής
ανανεωτής	noun	κάποιος που ανανεώνει κάτι
ανανεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανεωτικό	adv	με τρόπο ανανεωτικό (σπάνια χρήση)
ανανεωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανανεωτικός
ανανεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανεωτική
ανανεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανανεωτικός
ανανεωτικής	adj	γενική ενικού του ανανεωτική
ανανεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανανεωτικός
ανανεωτικού	adj	γενική ενικού του ανανεωτικός
ανανεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανανεωτικός
ανανεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανανεωτικός
ανανεωτικός	adj	που ανανεώνει φυσικά, συναισθηματικά
ανανεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανανεωτικός
ανανεωτών	=	ανανεωτής
ανανεώθηκα	=	ανανεώνω
ανανεώθηκαν	=	ανανεώνω
ανανεώθηκε	=	ανανεώνω
ανανεώθηκες	=	ανανεώνω
ανανεώναμε	=	ανανεώνω
ανανεώναν	=	ανανεώνω
ανανεώνανε	=	ανανεώνω
ανανεώνατε	=	ανανεώνω
ανανεώνει	=	ανανεώνω
ανανεώνεις	=	ανανεώνω
ανανεώνεσαι	=	ανανεώνω
ανανεώνεστε	=	ανανεώνω
ανανεώνεται	=	ανανεώνω
ανανεώνετε	=	ανανεώνω
ανανεώνομαι	verb	ξανανιώνω
ανανεώνομε	=	ανανεώνω
ανανεώνονται	=	ανανεώνω
ανανεώνονταν	=	ανανεώνω
ανανεώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανανεώνω
ανανεώνου	=	ανανεώνομαι
ανανεώνουμε	=	ανανεώνω
ανανεώνουν	=	ανανεώνω
ανανεώνουνε	=	ανανεώνω
ανανεώνω	verb	κάνω κάτι πιο νέο, πιο φρέσκο, πιο ζωηρό, πιο ακμαίο, πιο μοντέρνο
ανανεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσαν	=	ανανεώνω
ανανεώσανε	=	ανανεώνω
ανανεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανέωση
ανανεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσεων	=	ανανέωση
ανανεώσεως	=	ανανέωση
ανανεώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανεώσιμο
ανανεώσιμε	adj	κλητική ενικού του ανανεώσιμος
ανανεώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανεώσιμη
ανανεώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανανεώσιμος
ανανεώσιμης	adj	γενική ενικού του ανανεώσιμη
ανανεώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανανεώσιμος
ανανεώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανανεώσιμος
ανανεώσιμος	adj	που μπορεί να ανανεωθεί (ιδίως για φυσικούς πόρους)
ανανεώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανανεώσιμος
ανανεώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανανεώσιμος
ανανεώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανανεώσιμος
ανανεώσομε	=	ανανεώνω
ανανεώσου	=	ανανεώνω
ανανεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσουνε	=	ανανεώνω
ανανεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανεώνω
ανανηψάντων	=	ανανήψας
ανανηψάσης	=	ανανήψας
ανανηψασών	=	ανανήψας
ανανθές	=	ανανθής
ανανθή	=	ανανθής
ανανθής	adj|figurative	ανάνθιστος
ανανθείς	=	ανανθής
ανανθούς	=	ανανθής
ανανθών	=	ανανθής
ανανοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανογιέμαι	verb	αναλογίζομαι, συλλογίζομαι, σκέφτομαι
ανανογιούμαι	=	ανανογιέμαι
ανανογιόμουν	=	ανανογιέμαι
ανανοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανανογιέμαι
ανανοηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανοηματοδότηση
ανανοηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανανοηματοδότηση
ανανοηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανανοηματοδότηση
ανανοηματοδότηση	noun	η εκ νέου νοηματοδότηση
ανανοηματοδότησης	noun	γενική ενικού του ανανοηματοδότηση
ανανούριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανούριστο
ανανούριστε	adj	κλητική ενικού του ανανούριστος
ανανούριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανούριστη
ανανούριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανανούριστος
ανανούριστης	adj	γενική ενικού του ανανούριστη
ανανούριστο	adj	αιτιατική ενικού του ανανούριστος
ανανούριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανανούριστος
ανανούριστος	adj	που δεν έχει νανουριστεί
ανανούριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανανούριστος
ανανούριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανανούριστος
ανανούριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανανούριστος
ανανστραφήκαμε	=	αναστρέφω
ανανστραφήκαν	=	αναστρέφω
ανανστραφήκανε	=	αναστρέφω
ανανστραφήκατε	=	αναστρέφω
ανανστραφεί	=	αναστρέφω
ανανστραφείς	=	αναστρέφω
ανανστραφείτε	=	αναστρέφω
ανανστραφούμε	=	αναστρέφω
ανανστραφούν	=	αναστρέφω
ανανστραφούνε	=	αναστρέφω
ανανστραφώ	=	αναστρέφω
αναντίλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντίλεκτο
αναντίλεκτε	adj	κλητική ενικού του αναντίλεκτος
αναντίλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντίλεκτη
αναντίλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναντίλεκτος
αναντίλεκτης	adj	γενική ενικού του αναντίλεκτη
αναντίλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του αναντίλεκτος
αναντίλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναντίλεκτος
αναντίλεκτος	adj	που δεν επιδέχεται αντιλογία ή αντίρρηση, αναμφισβήτητος, ακριβής, σωστός
αναντίλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναντίλεκτος
αναντίλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναντίλεκτος
αναντίλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναντίλεκτος
αναντίρρητα	adv	χωρίς κανείς να φέρνει αντίρρηση
αναντίρρητε	adj	κλητική ενικού του αναντίρρητος
αναντίρρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντίρρητη
αναντίρρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναντίρρητος
αναντίρρητης	adj	γενική ενικού του αναντίρρητη
αναντίρρητο	adj	αιτιατική ενικού του αναντίρρητος
αναντίρρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναντίρρητος
αναντίρρητος	adj	σχετικά με τον οποίο δεν μπορείς να φέρεις αντίρρηση, αναμφισβήτητος, αδιαφιλονίκητος
αναντίρρητου	adj	γενική ενικού του αναντίρρητος
αναντίρρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναντίρρητος
αναντίρρητων	adj	γενική πληθυντικού του αναντίρρητος
αναντίστοιχα	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχε	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχες	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχη	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχης	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχο	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχοι	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχος	adj	αταίριαστος
αναντίστοιχου	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχους	=	αναντίστοιχος
αναντίστοιχων	=	αναντίστοιχος
αναντίστρεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντίστρεπτο
αναντίστρεπτε	adj	κλητική ενικού του αναντίστρεπτος
αναντίστρεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντίστρεπτη
αναντίστρεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναντίστρεπτος
αναντίστρεπτης	adj	γενική ενικού του αναντίστρεπτη
αναντίστρεπτο	adj	αιτιατική ενικού του αναντίστρεπτος
αναντίστρεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναντίστρεπτος
αναντίστρεπτος	adj	που δεν μπορεί να αντιστραφεί
αναντίστρεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναντίστρεπτος
αναντίστρεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναντίστρεπτος
αναντίστρεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναντίστρεπτος
ανανταπόδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανταπόδοτο
ανανταπόδοτε	adj	κλητική ενικού του ανανταπόδοτος
ανανταπόδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανανταπόδοτη
ανανταπόδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανανταπόδοτος
ανανταπόδοτης	adj	γενική ενικού του ανανταπόδοτη
ανανταπόδοτο	adj	αιτιατική ενικού του ανανταπόδοτος
ανανταπόδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανανταπόδοτος
ανανταπόδοτος	adj	που δεν ανταποδόθηκε ή και που δεν μπορεί να ανταποδοθεί
ανανταπόδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανανταπόδοτος
ανανταπόδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανανταπόδοτος
ανανταπόδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανανταπόδοτος
αναντικατάστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντικατάστατο
αναντικατάστατε	adj	κλητική ενικού του αναντικατάστατος
αναντικατάστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντικατάστατη
αναντικατάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναντικατάστατος
αναντικατάστατης	adj	γενική ενικού του αναντικατάστατη
αναντικατάστατο	adj	αιτιατική ενικού του αναντικατάστατος
αναντικατάστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναντικατάστατος
αναντικατάστατος	adj	που δεν μπορεί να αντικατασταθεί
αναντικατάστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναντικατάστατος
αναντικατάστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναντικατάστατος
αναντικατάστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναντικατάστατος
αναντιλέκτως	adv|formal	αναντίλεκτα, αναντίρρητα, αδιαμφισβήτητα, αναμφισβήτητα, που δεν μπορεί κάποιος να φέρει αντίλογο σε ό,τι εκφράσθηκε ή υποστηρίχθηκε
αναντιπροσώπευτα	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτε	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτες	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτη	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτης	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτο	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτοι	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτος	adj	που δεν εκπροσωπείται, που δεν τον αντιπροσωπεύει κανείς π.χ. σε μια διεθνή διάσκεψη για χώρα που δεν έχει στείλει αντιπρόσωπο ή που δεν της επιτράπηκε να στείλει ή για άτομο που δεν εκπροσωπείται στο δικαστήριο ή δεν έχει ορίσει πληρεξούσιο για κάποια διαδικασία
αναντιπροσώπευτου	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτους	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιπροσώπευτων	=	αναντιπροσώπευτος
αναντιστοιχία	noun	έλλειψη αντιστοιχίας, ασυμφωνία
αναντιστοιχίας	noun	γενική ενικού του αναντιστοιχία
αναντιστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντιστοιχία
αναντιστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του αναντιστοιχία
αναντρία	noun	άλλη μορφή του: ανανδρία
αναντρίας	noun	γενική ενικού του αναντρία
αναντρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναντρία
αναντρανίζω	verb	σηκώνω τα μάτια
αναξέσεις	=	ανάξεση
αναξέσεων	=	ανάξεση
αναξέω	verb	ξύνω πληγές που ήταν έτοιμες να κλείσουν, αναμοχλεύω πάθη που οι περισσότεροι θέλουν να λησμονηθούν, "τα σκαλίζω"
αναξαίνω	verb	ξαίνω ξανά
αναξιοκρατία	noun	η κυριαρχία των αναξίων, σε αντίθεση με την αξιοκρατία
αναξιοκρατίας	noun	γενική ενικού του αναξιοκρατία
αναξιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοκρατία
αναξιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοκρατικό	adv	με αναξιοκρατικό τρόπο, με τρόπο που δεν δειχνει να επικράτησαν αξιοκρατικά κριτήρια
αναξιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοκρατική
αναξιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατικής	adj	γενική ενικού του αναξιοκρατική
αναξιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατικού	adj	γενική ενικού του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατικός	adj	αυτός που έχει τα χαρακτηριστικά της αναξιοκρατίας, που δεν εκφράζει το ηθικό αλλά και συμφέρον σύστημα της ανταμοιβής του άξιου, αλλά στηρίζει τον ανάξιο, τον ανίκανο
αναξιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αναξιοκρατικός
αναξιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αναξιοκρατία
αναξιοπάθει	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπάθεια	noun	το να πάσχει κάποιος άδικα, χωρίς να του αξίζει, να δυστυχεί κάποιος χωρίς να του πρέπει, αυτό που υφίσταται ο αναξιοπαθής, που υποφέρει χωρίς να έχει προκαλέσει εκείνος την τύχη του
αναξιοπάθειας	noun	γενική ενικού του αναξιοπάθεια
αναξιοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοπάθεια
αναξιοπάθησα	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπάθησαν	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπάθησε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπάθησες	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθές	=	αναξιοπαθής
αναξιοπαθή	=	αναξιοπαθής
αναξιοπαθής	adj	που υποφέρει χωρίς να του αξίζει, που αναξιοπαθεί
αναξιοπαθήσαμε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθήσατε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθήσει	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθήστε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθεί	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθείς	=	αναξιοπαθής
αναξιοπαθείτε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αναξιοπάθεια
αναξιοπαθες	=	αναξιοπαθής
αναξιοπαθούμε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούν	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούς	=	αναξιοπαθής
αναξιοπαθούσα	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούσαμε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούσαν	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούσατε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούσε	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθούσες	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθώ	verb	είμαι αναξιοπαθής και δυστυχής χωρίς δικό μου φταίξιμο, υποφέρω, δυστυχώ, δεινοπαθώ χωρίς να φταίω
αναξιοπαθών	=	αναξιοπαθής
αναξιοπαθώντας	=	αναξιοπαθώ
αναξιοπαθώς	adv	χωρίς να αξίζει τέτοια δυστυχία, για την περιγραφή της κατάστασης ενός ατόμου που υποφέρει άδικα, χωρίς να φταίει (επίρρημα ιδιαίτερα δυσχρηστο)
αναξιοπιστία	noun	η ιδιότητα ατόμου που σε κάνει να μη στηρίζεσαι στις υποσχέσεις του λόγω διαπιστωμένης ασυνέπειας ή και εξαιτίας ανακολουθιών, αντιφατικών δηλώσεών του, πισωγυρισμάτων στη συμπεριφορά του, ψεμάτων κ.λπ.
αναξιοπιστίας	noun	γενική ενικού του αναξιοπιστία
αναξιοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοπιστία
αναξιοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του αναξιοπιστία
αναξιοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοποίητο
αναξιοποίητε	adj	κλητική ενικού του αναξιοποίητος
αναξιοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοποίητη
αναξιοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναξιοποίητος
αναξιοποίητης	adj	γενική ενικού του αναξιοποίητη
αναξιοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αναξιοποίητος
αναξιοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναξιοποίητος
αναξιοποίητος	adj	που δεν έχει αξιοποιηθεί, προσδιορισμός για κάτι χρήσιμο και θετικό που θα μπορούσε να αποφέρει όφελος ή ευχαρίστηση
αναξιοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναξιοποίητος
αναξιοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναξιοποίητος
αναξιοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναξιοποίητος
αναξιοπρέπεια	noun	η ιδιότητα του αναξιοπρεπούς, η έλλειψη αξιοπρέπειας
αναξιοπρέπειας	noun	γενική ενικού του αναξιοπρέπεια
αναξιοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιοπρέπεια
αναξιοπρεπές	=	αναξιοπρεπής
αναξιοπρεπή	=	αναξιοπρεπής
αναξιοπρεπής	adj	που δεν τον διακρίνει η αξιοπρέπεια, δεν φέρεται με τρόπο που δείχνει να σεβεται τον εαυτό του και τους άλλους, που είναι αξιοκαταφρόνητος, που η συμπεριφορά του προκαλεί την περιφρόνηση και όχι τον σεβασμό
αναξιοπρεπείς	=	αναξιοπρεπής
αναξιοπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του αναξιοπρέπεια
αναξιοπρεπούς	=	αναξιοπρεπής
αναξιοπρεπών	=	αναξιοπρεπής
αναξιοπρεπώς	adv	με μη αξιοπρεπή τρόπο, με μη αρμόζοντα τρόπο, χωρίς να γίνεται αυτό που πρέπει, αυτό που αξίζει, με τρόπο που προσβάλλει την αξιοπρέπεια
αναξιοσυνών	=	αναξιοσύνη
αναξιοσύνες	=	αναξιοσύνη
αναξιοσύνη	noun	η αναξιότητα, η ιδιότητα εκείνου που κατά κανόνα πρέπει να είναι άξιος και αποδεικνύεται ότι δεν είναι (π.χ. η αναξιοσύνη κληρικού, πολιτικού ή άλλου λειτουργού)
αναξιοσύνης	=	αναξιοσύνη
αναξιοτήτων	=	αναξιότητα
αναξιόλογα	=	αναξιόλογος
αναξιόλογε	=	αναξιόλογος
αναξιόλογες	=	αναξιόλογος
αναξιόλογη	=	αναξιόλογος
αναξιόλογης	=	αναξιόλογος
αναξιόλογο	=	αναξιόλογος
αναξιόλογοι	=	αναξιόλογος
αναξιόλογος	adj	αυτός ή κάτι για τον οποίο δεν αξίζει να γίνεται συζήτηση, ανάξιο ως πρόσωπο ή ως ζήτημα, κάτι που δεν αξίζει να του δίδεται σημασία
αναξιόλογου	=	αναξιόλογος
αναξιόλογους	=	αναξιόλογος
αναξιόλογων	=	αναξιόλογος
αναξιόπιστα	adj	αιτιατική ενικού του αναξιόπιστος	adv	με τρόπο που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, που δεν σε προδιαθέτει να στηριχτείς σε κάποιους ότι θα κάνουν κάτι σωστά, με συνέπεια
αναξιόπιστε	adj	κλητική ενικού του αναξιόπιστος
αναξιόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιόπιστη
αναξιόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναξιόπιστος
αναξιόπιστης	adj	γενική ενικού του αναξιόπιστη
αναξιόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του αναξιόπιστος
αναξιόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναξιόπιστος
αναξιόπιστος	adj	που δεν είναι άξιος να γίνει πιστευτός, ο ανάξιος εμπιστοσύνης
αναξιόπιστου	adj	γενική ενικού του αναξιόπιστος
αναξιόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναξιόπιστος
αναξιόπιστων	adj	γενική πληθυντικού του αναξιόπιστος
αναξιότητα	noun	αναξιοσύνη, η ιδιότητα προσώπου που δεν έχει την προσήκουσα αξία, που είναι γενικά ή ειδικά ανάξιος
αναξιότητας	noun	γενική ενικού του αναξιότητα
αναξιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιότητα
αναξιόχρεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιόχρεο
αναξιόχρεε	adj	κλητική ενικού του αναξιόχρεος
αναξιόχρεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναξιόχρεη
αναξιόχρεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναξιόχρεος
αναξιόχρεης	adj	γενική ενικού του αναξιόχρεη
αναξιόχρεο	adj	αιτιατική ενικού του αναξιόχρεος
αναξιόχρεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναξιόχρεος
αναξιόχρεος	adj	ο ανάξιος αποπληρωτής χρεών
αναξιόχρεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναξιόχρεος
αναξιόχρεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναξιόχρεος
αναξιόχρεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναξιόχρεος
αναξυρίδες	noun|dated	είδος γυναικείου παντελονιού που φορούσαν στις περιοχές της Ανατολής
αναξυρίδων	=	αναξυρίδες
αναξύω	verb	αρχαίο ρήμα για το ξύνω, το οποίο αναφέρεται σε παλιότερα λεξικά ως «ξύνω για να απαλείψω κάτι»
αναοριοθέτει	=	αναοριοθετώ
αναοριοθέτησα	=	αναοριοθετώ
αναοριοθέτησαν	=	αναοριοθετώ
αναοριοθέτησε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθέτησες	=	αναοριοθετώ
αναοριοθέτηση	noun	η εκ νέου οριοθέτηση
αναοριοθέτησης	noun	γενική ενικού του αναοριοθέτηση
αναοριοθετήθηκα	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετήθηκαν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετήθηκε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετήθηκες	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετήσαμε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετήσαν	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετήσανε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετήσατε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετήσει	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναοριοθέτηση
αναοριοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναοριοθέτηση
αναοριοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναοριοθέτηση
αναοριοθετήσου	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετήστε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετεί	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετείς	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετείσαι	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετείστε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετείται	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετείτε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετηθήκαμε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετηθήκαν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετηθήκανε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετηθήκατε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετηθεί	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετηθείτε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετημένα	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένε	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένες	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένη	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένης	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένο	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένοι	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναοριοθετώ
αναοριοθετημένου	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένους	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετημένων	=	αναοριοθετημένος
αναοριοθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναοριοθετώ
αναοριοθετούμασταν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούμαστε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούμε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούμουν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούν	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούνε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούνται	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούνταν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούσα	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσαμε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσαν	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσανε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσασταν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούσαστε	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετούσατε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσε	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσες	=	αναοριοθετώ
αναοριοθετούσουν	=	αναοριοθετούμαι
αναοριοθετώ	verb	οριοθετώ εκ νέου
αναοριοθετώντας	=	αναοριοθετώ
αναπάλαμε	=	αναπάλλω
αναπάλατε	=	αναπάλλω
αναπάλει	=	αναπάλλω
αναπάλεις	=	αναπάλλω
αναπάλετε	=	αναπάλλω
αναπάλθηκα	=	αναπάλλω
αναπάλθηκαν	=	αναπάλλω
αναπάλθηκε	=	αναπάλλω
αναπάλθηκες	=	αναπάλλω
αναπάλλαμε	=	αναπάλλω
αναπάλλατε	=	αναπάλλω
αναπάλλει	=	αναπάλλω
αναπάλλεις	=	αναπάλλω
αναπάλλεσαι	=	αναπάλλω
αναπάλλεσθε	=	αναπάλλω
αναπάλλεστε	=	αναπάλλω
αναπάλλεται	=	αναπάλλω
αναπάλλετε	=	αναπάλλω
αναπάλλομαι	verb	ταλαντώνομαι, τινάζομαι προς τα πάνω, πετάγομαι πάνω
αναπάλλομε	=	αναπάλλω
αναπάλλονται	=	αναπάλλω
αναπάλλονταν	=	αναπάλλω
αναπάλλουμε	=	αναπάλλω
αναπάλλουν	=	αναπάλλω
αναπάλλουνε	=	αναπάλλω
αναπάλλουσα	=	αναπάλλω
αναπάλλω	verb	πάλλω κάτι προς τα πάνω, το κινώ, το τινάζω προς τα πάνω, το σείω
αναπάλομε	=	αναπάλλω
αναπάλουμε	=	αναπάλλω
αναπάλουν	=	αναπάλλω
αναπάλουνε	=	αναπάλλω
αναπάλτε	=	αναπάλλω
αναπάλω	=	αναπάλλω
αναπάματα	=	ανάπαμα
αναπάματος	=	ανάπαμα
αναπάντεχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αναπάντεχο) του αναπάντεχος	adv	χωρίς να το περιμένει κανείς, απρόσμενα, απροσδόκητα
αναπάντεχε	=	αναπάντεχος
αναπάντεχες	=	αναπάντεχος
αναπάντεχη	=	αναπάντεχος
αναπάντεχης	=	αναπάντεχος
αναπάντεχο	noun	αυτό που συμβαίνει χωρίς να μπορεί κανείς να το προβλέψει ή να το φανταστεί.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναπάντεχος
αναπάντεχοι	=	αναπάντεχος
αναπάντεχος	adj	που δεν περιμέναμε ότι θα έρθει ή θα συμβεί
αναπάντεχου	=	αναπάντεχος
αναπάντεχους	=	αναπάντεχος
αναπάντεχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αναπάντεχος
αναπάντητα	=	αναπάντητος
αναπάντητε	=	αναπάντητος
αναπάντητες	=	αναπάντητος
αναπάντητη	=	αναπάντητος
αναπάντητης	=	αναπάντητος
αναπάντητο	=	αναπάντητος
αναπάντητοι	=	αναπάντητος
αναπάντητος	adj	που δεν το απάντησε κανείς
αναπάντητου	=	αναπάντητος
αναπάντητους	=	αναπάντητος
αναπάντητων	=	αναπάντητος
αναπάψαμε	=	αναπαύω
αναπάψαν	=	αναπαύω
αναπάψανε	=	αναπαύω
αναπάψατε	=	αναπαύω
αναπάψει	=	αναπαύω
αναπάψεις	=	αναπαύω
αναπάψετε	=	αναπαύω
αναπάψεως	=	ανάπαψη
αναπάψομε	=	αναπαύω
αναπάψου	=	αναπαύω
αναπάψουμε	=	αναπαύω
αναπάψουν	=	αναπαύω
αναπάψουνε	=	αναπαύω
αναπάψτε	=	αναπαύω
αναπάψω	=	αναπαύω
αναπέμπαμε	=	αναπέμπω
αναπέμπαν	=	αναπέμπω
αναπέμπανε	=	αναπέμπω
αναπέμπατε	=	αναπέμπω
αναπέμπει	=	αναπέμπω
αναπέμπεις	=	αναπέμπω
αναπέμπεσαι	=	αναπέμπω
αναπέμπεστε	=	αναπέμπω
αναπέμπεται	=	αναπέμπω
αναπέμπετε	=	αναπέμπω
αναπέμπομαι	=	αναπέμπω
αναπέμπονται	=	αναπέμπω
αναπέμπονταν	=	αναπέμπω
αναπέμποντας	=	αναπέμπω
αναπέμπουμε	=	αναπέμπω
αναπέμπουν	=	αναπέμπω
αναπέμπουνε	=	αναπέμπω
αναπέμπω	verb	εκπέμπω προς τα επάνω
αναπέμφθηκα	=	αναπέμπω
αναπέμφθηκαν	=	αναπέμπω
αναπέμφθηκε	=	αναπέμπω
αναπέμφθηκες	=	αναπέμπω
αναπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψαν	=	αναπέμπω
αναπέμψανε	=	αναπέμπω
αναπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπεμψη
αναπέμψεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάπεμψη
αναπέμψου	=	αναπέμπω
αναπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπέμπω
αναπέταξα	=	αναπετώ
αναπέταση	noun	μεταφορά των προϊόντων εκσκαφής εκτός του ορύγματος στο γύρω χώρο
αναπέτασης	=	αναπέταση
αναπήδάει	=	αναπηδάω
αναπήδάησα	=	αναπηδάω
αναπήδάησαν	=	αναπηδάω
αναπήδάησε	=	αναπηδάω
αναπήδάησες	=	αναπηδάω
αναπήδει	=	αναπηδώ
αναπήδημα	noun	το σκίρτημα, το ανασκίρτημα, το ελαφρύ πήδημα, η αναπήδηση
αναπήδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπήδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπήδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπήδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπήδηση	noun	το σκίρτημα, το τίναγμα, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναπηδώ
αναπήδησης	noun	γενική ενικού του αναπήδηση
αναπήνιση	noun|formal	η διαδικασία του ξετυλίγματος του νήματος που ύφανε ο μεταξοσκώληκας
αναπήνισης	noun	γενική ενικού του αναπήνιση
αναπήρου	=	ανάπηρος
αναπήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανάπηρος
αναπήρων	=	ανάπηρος
αναπαίστου	noun	γενική ενικού του ανάπαιστος
αναπαίστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανάπαιστος
αναπαίστων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπαιστος
αναπαημέ	noun	κλητική ενικού του αναπαημός
αναπαημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαημός
αναπαημού	noun	γενική ενικού του αναπαημός
αναπαημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναπαημός
αναπαημό	noun	αιτιατική ενικού του αναπαημός
αναπαημός	noun	ανάπαυση, παύση, σταμάτημα, ησυχία
αναπαημών	noun	γενική πληθυντικού του αναπαημός
αναπαιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαιστικό
αναπαιστικέ	adj	κλητική ενικού του αναπαιστικός
αναπαιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαιστική
αναπαιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαιστικός
αναπαιστικής	adj	γενική ενικού του αναπαιστική
αναπαιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαιστικός
αναπαιστικού	adj	γενική ενικού του αναπαιστικός
αναπαιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπαιστικός
αναπαιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπαιστικός
αναπαιστικός	adj	ο σχετικός με το μέτρο, το ρυθμό του ανάπαιστου
αναπαιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπαιστικός
αναπαλαίωνα	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαίωναν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαίωνε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαίωνες	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαίωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναπαλαιώνω Κάτι παλαιό το αναμορφώνω με τα χαρακτηριστικά και την εμφάνιση που είχε όταν ήταν νέο.
αναπαλαίωσης	noun	γενική ενικού του αναπαλαίωση
αναπαλαιωθήκαμε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθήκαν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθήκανε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθήκατε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθεί	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθείς	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθείτε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθούμε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθούν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθούνε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωθώ	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαλαιωμένο
αναπαλαιωμένε	verb	κλητική ενικού του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαλαιωμένη
αναπαλαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωμένης	verb	γενική ενικού του αναπαλαιωμένη
αναπαλαιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπαλαιωμένος
αναπαλαιωνόμασταν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόμαστε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόμουν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόμουνα	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόντουσαν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόσασταν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόσαστε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόσουν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόσουνα	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνόταν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιωνότανε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώθηκα	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώθηκαν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώθηκε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώθηκες	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώναμε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώναν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνανε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνατε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνει	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνεις	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνεσαι	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνεστε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνεται	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνετε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνομαι	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνομε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνονται	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνονταν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνοντας	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνουμε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνουν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνουνε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώνω	verb	κάνω κάτι να φαίνεται σαν παλιό
αναπαλαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσαν	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσανε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαλαίωση
αναπαλαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπαλαίωση
αναπαλαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπαλαίωση
αναπαλαιώσομε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσου	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσουνε	=	αναπαλαιώνω
αναπαλαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαλαιώνω
αναπαλθήκαμε	=	αναπάλλω
αναπαλθήκατε	=	αναπάλλω
αναπαλθεί	=	αναπάλλω
αναπαλθείς	=	αναπάλλω
αναπαλθείτε	=	αναπάλλω
αναπαλθούμε	=	αναπάλλω
αναπαλθούν	=	αναπάλλω
αναπαλθούνε	=	αναπάλλω
αναπαλθώ	=	αναπάλλω
αναπαλλοτρίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαλλοτρίωτο
αναπαλλοτρίωτε	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτες	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτη	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτης	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτοι	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτος	adj	που δεν μπορεί το κράτος να πάρει για δημόσια χρήση από κάποιον χωρίς τη συμφωνία του, ακόμα κι αν του προσφέρει κατάλληλη αποζημίωση, που δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί
αναπαλλοτρίωτου	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτους	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτρίωτων	=	αναπαλλοτρίωτος
αναπαλλοτριώτου	=	αναπαλλοτρίωτο
αναπαλλόμασταν	=	αναπάλλω
αναπαλλόμαστε	=	αναπάλλω
αναπαλλόμουν	=	αναπάλλω
αναπαλλόσασταν	=	αναπάλλω
αναπαλλόσαστε	=	αναπάλλω
αναπαλλόταν	=	αναπάλλω
αναπαλμέ	=	αναπαλμός
αναπαλμοί	=	αναπαλμός
αναπαλμού	=	αναπαλμός
αναπαλμούς	=	αναπαλμός
αναπαλμό	=	αναπαλμός
αναπαλμός	noun	τίναγμα προς τα πάνω, παλμός
αναπαλμών	=	αναπαλμός
αναπαμάτων	=	ανάπαμα
αναπαμέ	noun	κλητική ενικού του αναπαμός
αναπαμένος	=	αναπαύω
αναπαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαμός
αναπαμού	noun	γενική ενικού του αναπαμός
αναπαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναπαμός
αναπαμό	noun	αιτιατική ενικού του αναπαμός
αναπαμός	noun	Η ανάπαυση, η ξεκούραση, το γαλήνεμα φυσικών στοιχείων ή ανθρώπων, η ηρεμία, η ανάπαυλα, ιδιωματικά λέγεται και αναπαημός
αναπαμών	noun	γενική πληθυντικού του αναπαμός
αναπαράγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναπαράγω
αναπαράγω	verb	παράγω απογόνους
αναπαράσταινα	=	αναπαρασταίνω
αναπαράσταιναν	=	αναπαρασταίνω
αναπαράσταινε	=	αναπαρασταίνω
αναπαράσταινες	=	αναπαρασταίνω
αναπαράσταση	noun	η ενέργεια του αναπαριστάνω
αναπαράστασης	noun	γενική ενικού του αναπαράσταση
αναπαράστησα	=	αναπαρασταίνω
αναπαράστησαν	=	αναπαρασταίνω
αναπαράστησε	=	αναπαρασταίνω
αναπαράστησες	=	αναπαρασταίνω
αναπαράχθηκα	=	αναπαράγομαι
αναπαρέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαρέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαρέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαρέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαρήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαρήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαρήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαρήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαρίσταμαι	=	αναπαριστώ
αναπαρίστανα	=	αναπαριστάνω
αναπαρίσταναν	=	αναπαριστάνω
αναπαρίστανε	=	αναπαριστάνω
αναπαρίστανες	=	αναπαριστάνω
αναπαραγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαράγω
αναπαραγωγέας	noun	συσκευή ή σύστημα που δέχεται καταγεγραμμένο περιεχόμενο και το καθιστά εκ νέου προσληπτό μέσω ήχου ή/και εικόνας
αναπαραγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγωγή
αναπαραγωγή	noun	η παραγωγή αντιγράφων με βάση κάποιο πρότυπο ή κάποιου ήδη υπάρχοντος πρωτότυπου
αναπαραγωγής	=	αναπαραγωγή
αναπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγωγικό
αναπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγωγική
αναπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του αναπαραγωγική
αναπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγικοτήτων	=	αναπαραγωγικότητα
αναπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγικός	adj	που αναφέρεται στην αναπαραγωγή
αναπαραγωγικότητα	noun|formal	η διαδικασία τού αναπαράγω, η ικανότητα αναπαραγωγής, η ιδιότητα του αναπαραγωγικού
αναπαραγωγικότητας	=	αναπαραγωγικότητα
αναπαραγωγικότητες	=	αναπαραγωγικότητα
αναπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπαραγωγικός
αναπαραγωγών	=	αναπαραγωγή
αναπαραγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγόμενο
αναπαραγόμενε	verb	κλητική ενικού του αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγόμενη
αναπαραγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενης	verb	γενική ενικού του αναπαραγόμενη
αναπαραγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενος	verb	εκείνος που αναπαράγεται
αναπαραγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπαραγόμενος
αναπαραδιά	noun	η έλλειψη χρημάτων
αναπαραδιάρα	noun	ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου αναπαραδιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρας	noun	γενική ενικού του αναπαραδιάρα	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναπαραδιάρης	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραδιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του αναπαραδιάρης	adj	γενική πληθυντικού του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρης	noun	ο μπατίρης, ο απένταρος, το φτωχαδάκι	adj	που δεν έχει καθόλου χρήματα
αναπαραδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρικου	adj	γενική ενικού, ουδέτερου γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρισσα	=	αναπαραδιάρης
αναπαραδιάρισσας	noun	γενική ενικού του αναπαραδιάρισσα
αναπαραδιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραδιάρισσα
αναπαραδιάς	noun	γενική ενικού του αναπαραδιά
αναπαραδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραδιά
αναπαραδιαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του αναπαραδιάρισσα
αναπαραδιαρών	=	αναπαραδιάρης
αναπαραδιών	=	αναπαραδιά
αναπαραστάθηκα	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστάθηκαν	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστάθηκε	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστάθηκες	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαράσταση
αναπαραστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπαράσταση
αναπαραστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπαράσταση
αναπαραστάσου	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσαν	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστήσανε	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσομε	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσουνε	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαραστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαριστάνω
αναπαρασταίναμε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίναν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνανε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνατε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνει	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνεις	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνεσαι	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνεστε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνεται	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνετε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνομαι	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνομε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνονται	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνονταν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνοντας	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνουμε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνουν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνουνε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταίνω	verb	άλλη μορφή του αναπαριστώ
αναπαρασταθήκαμε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθήκαν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθήκανε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθήκατε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθεί	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθείς	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθείτε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθούμε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθούν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθούνε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταθώ	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόμασταν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόμαστε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόμουν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόμουνα	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόντουσαν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόσασταν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόσαστε	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόσουν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόσουνα	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινόταν	=	αναπαρασταίνω
αναπαρασταινότανε	=	αναπαρασταίνω
αναπαραστατικά	adv	με αναπαραστατικό τρόπο
αναπαραστατικέ	adj	κλητική ενικού του αναπαραστατικός
αναπαραστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαραστατική
αναπαραστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαραστατικός
αναπαραστατικής	adj	γενική ενικού του αναπαραστατική
αναπαραστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαραστατικός
αναπαραστατικού	adj	γενική ενικού του αναπαραστατικός
αναπαραστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπαραστατικός
αναπαραστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπαραστατικός
αναπαραστατικός	adj	που έχει σχέση με αναπαράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αναπαραστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπαραστατικός
αναπαραστημένος	=	αναπαρασταίνω
αναπαριστάναμε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάναν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνανε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνατε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνει	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνεις	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνεσαι	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνεστε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνεται	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνετε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνομαι	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνομε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνονται	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνονταν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνοντας	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνουμε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνουν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνουνε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστάνω	verb	αναπαράγω, απεικονίζω πιστά κάτι
αναπαριστανόμασταν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόμαστε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόμενος	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόμουν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόμουνα	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόντουσαν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόσασταν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόσαστε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόσουν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόσουνα	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανόταν	=	αναπαριστάνω
αναπαριστανότανε	=	αναπαριστάνω
αναπαριστούσα	=	αναπαριστώ
αναπαριστώ	verb	αναπαράγω, απεικονίζω πιστά κάτι
αναπαριστώμαι	=	αναπαριστώ
αναπαριστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπαριστώ
αναπασχόλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπασχόλητο
αναπασχόλητε	adj	κλητική ενικού του αναπασχόλητος
αναπασχόλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπασχόλητη
αναπασχόλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπασχόλητος
αναπασχόλητης	adj	γενική ενικού του αναπασχόλητη
αναπασχόλητο	adj	αιτιατική ενικού του αναπασχόλητος
αναπασχόλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπασχόλητος
αναπασχόλητος	adj	που δεν έχει απασχόληση, ο άνεργος
αναπασχόλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπασχόλητος
αναπασχόλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπασχόλητος
αναπασχόλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπασχόλητος
αναπαυθήκαμε	=	αναπαύω
αναπαυθήκαν	=	αναπαύω
αναπαυθήκανε	=	αναπαύω
αναπαυθήκατε	=	αναπαύω
αναπαυθεί	=	αναπαύω
αναπαυθείς	=	αναπαύω
αναπαυθείτε	=	αναπαύω
αναπαυθούμε	=	αναπαύω
αναπαυθούν	=	αναπαύω
αναπαυθούνε	=	αναπαύω
αναπαυθώ	=	αναπαύω
αναπαυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαυμένο
αναπαυμένε	verb	κλητική ενικού του αναπαυμένος
αναπαυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαυμένη
αναπαυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαυμένος
αναπαυμένης	verb	γενική ενικού του αναπαυμένη
αναπαυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπαυμένος
αναπαυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαυμένος
αναπαυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπαύω
αναπαυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπαυμένος
αναπαυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπαυμένος
αναπαυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπαυμένος
αναπαυτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτήκαν	=	αναπαύω
αναπαυτήκανε	=	αναπαύω
αναπαυτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαυτήριο
αναπαυτήριο	noun	χώρος για ανάπαυση και αναψυχή είτε ως ειδική αίθουσα σε μεγάλο και οργανωμένο χώρο εργασίας (για το διάλειμμα) είτε ως ειδικά διαμορφωμένος δημόσιος χώρος σε άλσος ή σε πλατείες
αναπαυτήριου	=	αναπαυτήριο
αναπαυτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτηρίου	noun	γενική ενικού του αναπαυτήριο
αναπαυτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αναπαυτήριο
αναπαυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαυτικό	adv	με τρόπο άνετο, βολικό, (κυρίως για τρόπο που κάποιος κάθεται)
αναπαυτικέ	adj	κλητική ενικού του αναπαυτικός
αναπαυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπαυτική
αναπαυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπαυτικός
αναπαυτικής	adj	γενική ενικού του αναπαυτική
αναπαυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπαυτικός
αναπαυτικού	adj	γενική ενικού του αναπαυτικός
αναπαυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπαυτικός
αναπαυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπαυτικός
αναπαυτικός	adj	που προσφέρεται για ανάπαυση (κυρίως για άνετα, βολικά, μαλακά καθίσματα)
αναπαυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπαυτικός
αναπαυτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυτούνε	=	αναπαύω
αναπαυτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαυόμασταν	=	αναπαύω
αναπαυόμαστε	=	αναπαύω
αναπαυόμουν	=	αναπαύω
αναπαυόμουνα	=	αναπαύω
αναπαυόντουσαν	=	αναπαύω
αναπαυόσασταν	=	αναπαύω
αναπαυόσαστε	=	αναπαύω
αναπαυόσουν	=	αναπαύω
αναπαυόσουνα	=	αναπαύω
αναπαυόταν	=	αναπαύω
αναπαυότανε	=	αναπαύω
αναπαύαμε	=	αναπαύω
αναπαύαν	=	αναπαύω
αναπαύανε	=	αναπαύω
αναπαύατε	=	αναπαύω
αναπαύει	=	αναπαύω
αναπαύεις	=	αναπαύω
αναπαύεσαι	=	αναπαύω
αναπαύεστε	=	αναπαύω
αναπαύεται	=	αναπαύω
αναπαύετε	=	αναπαύω
αναπαύθηκα	=	αναπαύω
αναπαύθηκαν	=	αναπαύω
αναπαύθηκε	=	αναπαύω
αναπαύθηκες	=	αναπαύω
αναπαύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναπαύω
αναπαύομε	=	αναπαύω
αναπαύονται	=	αναπαύω
αναπαύονταν	=	αναπαύω
αναπαύοντας	=	αναπαύω
αναπαύουμε	=	αναπαύω
αναπαύουν	=	αναπαύω
αναπαύουνε	=	αναπαύω
αναπαύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσαν	=	αναπαύω
αναπαύσανε	=	αναπαύω
αναπαύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπαυση
αναπαύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπαυση
αναπαύσεως	noun	γενική ενικού του ανάπαυση
αναπαύσομε	=	αναπαύω
αναπαύσου	verb	β’ ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσουνε	=	αναπαύω
αναπαύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπαύω
αναπαύτε	=	αναπαύω
αναπαύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπαύομαι
αναπαύω	verb	ξεκουράζω
αναπεμπόμασταν	=	αναπέμπω
αναπεμπόμαστε	=	αναπέμπω
αναπεμπόμουν	=	αναπέμπω
αναπεμπόμουνα	=	αναπέμπω
αναπεμπόντουσαν	=	αναπέμπω
αναπεμπόσασταν	=	αναπέμπω
αναπεμπόσαστε	=	αναπέμπω
αναπεμπόσουν	=	αναπέμπω
αναπεμπόσουνα	=	αναπέμπω
αναπεμπόταν	=	αναπέμπω
αναπεμπότανε	=	αναπέμπω
αναπεμφθήκαμε	=	αναπέμπω
αναπεμφθήκαν	=	αναπέμπω
αναπεμφθήκανε	=	αναπέμπω
αναπεμφθήκατε	=	αναπέμπω
αναπεμφθεί	=	αναπέμπω
αναπεμφθείτε	=	αναπέμπω
αναπεπταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπεπταμένο
αναπεπταμένε	verb	κλητική ενικού του αναπεπταμένος
αναπεπταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπεπταμένη
αναπεπταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπεπταμένος
αναπεπταμένης	verb	γενική ενικού του αναπεπταμένη
αναπεπταμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπεπταμένος
αναπεπταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπεπταμένος
αναπεπταμένος	verb	ανοιχτός, ανοιγμένος, εκτεταμένος (όρος που χρησιμοποιείται σχετικά σπάνια, κυρίως στην ιστιοπλοΐα, στην γεωγραφία, στη στρατιωτική ορολογία και στην αεροπλοΐα)
αναπεπταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπεπταμένος
αναπεπταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπεπταμένος
αναπεπταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπεπταμένος
αναπεπταμένως	adv	με τρόπο εκτεταμένο, ανοιχτό, ανοιγμένο (το επίρρημα αυτό δεν χρησιμοποιείται)
αναπεριέλιξη	noun	η εκ νέου περιέλιξη
αναπεριέλιξης	noun	γενική ενικού του αναπεριέλιξη
αναπεριελίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπεριέλιξη
αναπεριελίξεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπεριέλιξη
αναπεριελίξεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπεριέλιξη
αναπετάσεις	=	αναπέταση
αναπετάσεων	=	αναπέταση
αναπεταρούδια	noun	εναλλακτική ονομασία του παιχνιδιού ψωμάκια ή πεταλίδες ή κουταλήθρες ή παξιμαδάκια ή πίτες το οποίο στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν εποστρακισμός -πετάμε κομμάτι κεραμιδιού ή λεπτό και επίπεδο βότσαλο στην ήρεμη θάλασσα και αυτό αναπηδά στην επιφάνεια πολλές φορές.
αναπετώ	verb	ανοίγω τις φτερούγες μου και πετάω, υψώνομαι
αναπετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπετάω / αναπετώ
αναπηδάεί	=	αναπηδάω
αναπηδάείς	=	αναπηδάω
αναπηδάείτε	=	αναπηδάω
αναπηδάούμε	=	αναπηδάω
αναπηδάούν	=	αναπηδάω
αναπηδάούνε	=	αναπηδάω
αναπηδάούσα	=	αναπηδάω
αναπηδάούσαμε	=	αναπηδάω
αναπηδάούσαν	=	αναπηδάω
αναπηδάούσανε	=	αναπηδάω
αναπηδάούσατε	=	αναπηδάω
αναπηδάούσε	=	αναπηδάω
αναπηδάούσες	=	αναπηδάω
αναπηδάω	verb	άλλη μορφή του αναπηδώ
αναπηδάώ	=	αναπηδάω
αναπηδάώντας	=	αναπηδάω
αναπηδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπήδημα
αναπηδήματος	noun	γενική ενικού του αναπήδημα
αναπηδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήσαν	=	αναπηδώ
αναπηδήσανε	=	αναπηδώ
αναπηδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπήδηση
αναπηδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπήδηση
αναπηδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπήδηση
αναπηδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπηδώ
αναπηδαήσαμε	=	αναπηδάω
αναπηδαήσαν	=	αναπηδάω
αναπηδαήσανε	=	αναπηδάω
αναπηδαήσατε	=	αναπηδάω
αναπηδαήσει	=	αναπηδάω
αναπηδαήστε	=	αναπηδάω
αναπηδεί	=	αναπηδώ
αναπηδείς	=	αναπηδώ
αναπηδείτε	=	αναπηδώ
αναπηδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναπήδημα
αναπηδούμε	=	αναπηδώ
αναπηδούν	=	αναπηδώ
αναπηδούνε	=	αναπηδώ
αναπηδούσα	=	αναπηδώ
αναπηδούσαμε	=	αναπηδώ
αναπηδούσαν	=	αναπηδώ
αναπηδούσανε	=	αναπηδώ
αναπηδούσατε	=	αναπηδώ
αναπηδούσε	=	αναπηδώ
αναπηδούσες	=	αναπηδώ
αναπηδώ	verb	κινούμαι απότομα προς τα πάνω ή προς τα πίσω, συνήθως εξαιτίας εσωτερικής πίεσης ή ξαφνικού ερεθίσματος
αναπηδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπηδάω / αναπηδώ
αναπηνίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπήνιση
αναπηνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπήνιση
αναπηνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπήνιση
αναπηρία	noun	έλλειψη αρτιμέλειας, έλλειψη πλήρους λειτουργικότητας κάποιων οργάνων ή μελών του σώματος (άκρων, εγκεφάλου κ.λπ.)
αναπηρίας	noun	γενική ενικού του αναπηρία
αναπηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπηρία
αναπηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπηρικό
αναπηρικέ	adj	κλητική ενικού του αναπηρικός
αναπηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπηρική
αναπηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπηρικός
αναπηρικής	adj	γενική ενικού του αναπηρική
αναπηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπηρικός
αναπηρικού	adj	γενική ενικού του αναπηρικός
αναπηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπηρικός
αναπηρικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπηρικός
αναπηρικός	adj	ο σχετικός με την αναπηρία
αναπηρικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπηρικός
αναπηρισμέ	=	αναπηρισμός
αναπηρισμοί	=	αναπηρισμός
αναπηρισμού	=	αναπηρισμός
αναπηρισμούς	=	αναπηρισμός
αναπηρισμό	=	αναπηρισμός
αναπηρισμός	noun	η διάκριση ή η προκατάληψη εναντίον των ατόμων με αναπηρίες
αναπηρισμών	=	αναπηρισμός
αναπηριών	noun	γενική πληθυντικού του αναπηρία
αναπιάναμε	=	αναπιάνω
αναπιάναν	=	αναπιάνω
αναπιάνανε	=	αναπιάνω
αναπιάνατε	=	αναπιάνω
αναπιάνει	=	αναπιάνω
αναπιάνεις	=	αναπιάνω
αναπιάνεσαι	=	αναπιάνω
αναπιάνεστε	=	αναπιάνω
αναπιάνεται	=	αναπιάνω
αναπιάνετε	=	αναπιάνω
αναπιάνομαι	=	αναπιάνω
αναπιάνονται	=	αναπιάνω
αναπιάνονταν	=	αναπιάνω
αναπιάνοντας	=	αναπιάνω
αναπιάνου	=	αναπιάνω
αναπιάνουμε	=	αναπιάνω
αναπιάνουν	=	αναπιάνω
αναπιάνουνε	=	αναπιάνω
αναπιάνω	verb	πιάνω, παίρνω, κρατώ
αναπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάσαν	=	αναπιάνω
αναπιάσανε	=	αναπιάνω
αναπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάσου	=	αναπιάνω
αναπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιάστηκα	=	αναπιάνω
αναπιάστηκαν	=	αναπιάνω
αναπιάστηκε	=	αναπιάνω
αναπιάστηκες	=	αναπιάνω
αναπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπιάνω
αναπιανόμασταν	=	αναπιάνω
αναπιανόμαστε	=	αναπιάνω
αναπιανόμουν	=	αναπιάνω
αναπιανόμουνα	=	αναπιάνω
αναπιανόντουσαν	=	αναπιάνω
αναπιανόσασταν	=	αναπιάνω
αναπιανόσαστε	=	αναπιάνω
αναπιανόσουν	=	αναπιάνω
αναπιανόσουνα	=	αναπιάνω
αναπιανόταν	=	αναπιάνω
αναπιανότανε	=	αναπιάνω
αναπιασμένος	=	αναπιάνω
αναπιαστήκαμε	=	αναπιάνω
αναπιαστήκαν	=	αναπιάνω
αναπιαστήκανε	=	αναπιάνω
αναπιαστήκατε	=	αναπιάνω
αναπιαστεί	=	αναπιάνω
αναπιαστείτε	=	αναπιάνω
αναπλάθομαι	=	αναπλάθω
αναπλάθω	verb	αλλάζω κάτι ή κάποιον ριζικά, σχεδόν ξαναφτιάχνω κάτι ή κάποιον
αναπλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπλαση
αναπλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπλαση
αναπλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάπλαση
αναπλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσσω	=	αναπλάθω
αναπλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλάθω
αναπλέαμε	=	αναπλέω
αναπλέαν	=	αναπλέω
αναπλέανε	=	αναπλέω
αναπλέατε	=	αναπλέω
αναπλέει	=	αναπλέω
αναπλέεις	=	αναπλέω
αναπλέετε	=	αναπλέω
αναπλέκομαι	=	αναπλέκω
αναπλέκω	verb	πλέκω
αναπλέομε	=	αναπλέω
αναπλέοντας	=	αναπλέω
αναπλέουμε	=	αναπλέω
αναπλέουν	=	αναπλέω
αναπλέουνε	=	αναπλέω
αναπλέω	verb|formal	πλέω αντίθετα προς το ρεύμα
αναπλήρωμα	noun	άλλη μορφή του αναπλήρωση
αναπλήρωματα	=	αναπλήρωμα
αναπλήρωνα	=	αναπληρώνω
αναπλήρωναν	=	αναπληρώνω
αναπλήρωνε	=	αναπληρώνω
αναπλήρωνες	=	αναπληρώνω
αναπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπλήρωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναπληρώνω
αναπλήρωσης	noun	γενική ενικού του αναπλήρωση
αναπλαισίωνα	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωναν	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωνε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωνες	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωσα	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωσαν	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωσε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισίωσες	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιωθήκαμε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωθήκαν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωθήκανε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωθήκατε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωθεί	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωθείτε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωμένος	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόμασταν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόμαστε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόμουν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόμουνα	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόντουσαν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόσασταν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόσαστε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόσουν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόσουνα	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνόταν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιωνότανε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώθηκα	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώθηκαν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώθηκε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώθηκες	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώναμε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώναν	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνανε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνατε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνει	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνεις	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνεσαι	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώνεστε	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώνεται	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώνετε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνονται	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώνονταν	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνου	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώνουμε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνουν	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνουνε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώνω	verb|formal	επανεξετάζω ή επαναδιατυπώνω κάτι μέσα από νέα οπτική, εντάσσοντάς το μέσα σε νέο πλαίσιο, ώστε να του δώσω διαφορετική σημασία, σκοπό ή λειτουργία
αναπλαισιώσαμε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώσαν	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώσανε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώσατε	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώσει	=	αναπλαισιώνω
αναπλαισιώσου	=	αναπλαισιώνομαι
αναπλαισιώστε	=	αναπλαισιώνω
αναπλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπλασμένο
αναπλασμένε	verb	κλητική ενικού του αναπλασμένος
αναπλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπλασμένη
αναπλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπλασμένος
αναπλασμένης	verb	γενική ενικού του αναπλασμένη
αναπλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπλασμένος
αναπλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπλασμένος
αναπλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπλασμένος
αναπλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπλασμένος
αναπλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπλασμένος
αναπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπλαστικό
αναπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του αναπλαστικός
αναπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπλαστική
αναπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπλαστικός
αναπλαστικής	adj	γενική ενικού του αναπλαστική
αναπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπλαστικός
αναπλαστικού	adj	γενική ενικού του αναπλαστικός
αναπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπλαστικός
αναπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπλαστικός
αναπλαστικός	adj	ο σχετικός με την ανάπλαση, εκείνος που μορεί να αναπλάσει
αναπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπλαστικός
αναπλειστηρίαζα	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίαζαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίαζε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίαζες	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίασα	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίασαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίασε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηρίασες	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζαμε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζανε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζατε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζει	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζεις	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζεσαι	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζεστε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζεται	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζετε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζομαι	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζομε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζονται	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζονταν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζοντας	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζουμε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζουν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζουνε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάζω	verb	πλειστηριάζω εκ νέου, επαναλαμβάνω τον πλειστηριασμό
αναπλειστηριάσαμε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσανε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσατε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσει	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσεις	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσετε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσομε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσου	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσουμε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσουν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσουνε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάστε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάστηκα	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάστηκαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάστηκε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάστηκες	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριάσω	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόμασταν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόμαστε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόμουν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόμουνα	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόντουσαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόσασταν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόσαστε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόσουν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόσουνα	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζόταν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαζότανε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριασμέ	noun	κλητική ενικού του αναπλειστηριασμός
αναπλειστηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπλειστηριασμός
αναπλειστηριασμού	noun	γενική ενικού του αναπλειστηριασμός
αναπλειστηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναπλειστηριασμός
αναπλειστηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναπλειστηριασμός
αναπλειστηριασμός	noun	ο εκ νέου πλειστηριασμός, η επανάληψη ενός αναβληθέντος ή ακυρωθέντος πλειστηριασμού
αναπλειστηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναπλειστηριασμός
αναπλειστηριαστήκαμε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστήκαν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστήκανε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστήκατε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστεί	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστείς	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστείτε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστούμε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστούν	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστούνε	=	αναπλειστηριάζω
αναπλειστηριαστώ	=	αναπλειστηριάζω
αναπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσαν	=	αναπλέω
αναπλεύσανε	=	αναπλέω
αναπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπλευση
αναπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσεων	=	ανάπλευση
αναπλεύσεως	=	ανάπλευση
αναπλεύσομε	=	αναπλέω
αναπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσουνε	=	αναπλέω
αναπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπλέω
αναπληροφορήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληροφόρηση
αναπληροφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπληροφόρηση
αναπληροφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπληροφόρηση
αναπληροφόρηση	noun	η κριτική, οι γνώμες, οι απόψεις και τα σχόλια που λαμβάνει κάποιος μετά από μία δημοσίευση, ενέργεια ή πράξη του
αναπληροφόρησης	noun	γενική ενικού του αναπληροφόρηση
αναπληρωθήκαμε	=	αναπληρώνω
αναπληρωθήκαν	=	αναπληρώνω
αναπληρωθήκανε	=	αναπληρώνω
αναπληρωθήκατε	=	αναπληρώνω
αναπληρωθεί	=	αναπληρώνω
αναπληρωθείς	=	αναπληρώνω
αναπληρωθείτε	=	αναπληρώνω
αναπληρωθούμε	=	αναπληρώνω
αναπληρωθούν	=	αναπληρώνω
αναπληρωθούνε	=	αναπληρώνω
αναπληρωθώ	=	αναπληρώνω
αναπληρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναπλήρωμα
αναπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωμένο
αναπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του αναπληρωμένος
αναπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωμένη
αναπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπληρωμένος
αναπληρωμένης	verb	γενική ενικού του αναπληρωμένη
αναπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπληρωμένος
αναπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωμένος
αναπληρωμένος	=	αναπληρώνω
αναπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπληρωμένος
αναπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπληρωμένος
αναπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπληρωμένος
αναπληρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωματικό
αναπληρωματικέ	adj	κλητική ενικού του αναπληρωματικός
αναπληρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωματική
αναπληρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπληρωματικός
αναπληρωματικής	adj	γενική ενικού του αναπληρωματική
αναπληρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωματικός
αναπληρωματικού	adj	γενική ενικού του αναπληρωματικός
αναπληρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπληρωματικός
αναπληρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπληρωματικός
αναπληρωματικός	adj	που είναι σχετικός με την αναπλήρωση, που αναπληρώνει, που αντικαθιστά, που υποκαθιστά
αναπληρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπληρωματικός
αναπληρωνόμασταν	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόμαστε	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόμουν	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόμουνα	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόντουσαν	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόσασταν	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόσαστε	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόσουν	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόσουνα	=	αναπληρώνω
αναπληρωνόταν	=	αναπληρώνω
αναπληρωνότανε	=	αναπληρώνω
αναπληρωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληρωτής
αναπληρωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναπληρωτής
αναπληρωτής	noun	αυτός που αναπληρώνει ένα διοικητικό στέλεχος σε περίπτωση απουσίας του
αναπληρωτικά	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικέ	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικές	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτική	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αναπληρωτική) του αναπληρωτικός
αναπληρωτικοί	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικού	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικούς	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικό	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτικός	adj	άλλη μορφή του αναπληρωματικός
αναπληρωτικών	=	αναπληρωτικός
αναπληρωτριών	noun	γενική πληθυντικού του αναπληρώτρια
αναπληρωτών	noun	γενική πληθυντικού του αναπληρωτής
αναπληρώθηκα	=	αναπληρώνω
αναπληρώθηκαν	=	αναπληρώνω
αναπληρώθηκε	=	αναπληρώνω
αναπληρώθηκες	=	αναπληρώνω
αναπληρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπλήρωμα
αναπληρώματος	noun	γενική ενικού του αναπλήρωμα
αναπληρώναμε	=	αναπληρώνω
αναπληρώναν	=	αναπληρώνω
αναπληρώνανε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνατε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνει	=	αναπληρώνω
αναπληρώνεις	=	αναπληρώνω
αναπληρώνεσαι	=	αναπληρώνω
αναπληρώνεστε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνεται	=	αναπληρώνω
αναπληρώνετε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνομαι	=	αναπληρώνω
αναπληρώνομε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνονται	=	αναπληρώνω
αναπληρώνονταν	=	αναπληρώνω
αναπληρώνοντας	=	αναπληρώνω
αναπληρώνουμε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνουν	=	αναπληρώνω
αναπληρώνουνε	=	αναπληρώνω
αναπληρώνω	verb	αντικαθιστώ κάποιον και εκτελώ τις λειτουργίες που, για κάποιον προσωρινό ή μόνιμο λόγο, δεν είναι σε κατάσταση να εκπληρώσει μόνος του
αναπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσαν	=	αναπληρώνω
αναπληρώσανε	=	αναπληρώνω
αναπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπλήρωση
αναπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπλήρωση
αναπληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπλήρωση
αναπληρώσιμα	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμε	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμες	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμη	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμης	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμο	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμοι	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να αναπληρωθεί
αναπληρώσιμου	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμους	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσιμων	=	αναπληρώσιμος
αναπληρώσομε	=	αναπληρώνω
αναπληρώσου	=	αναπληρώνω
αναπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσουνε	=	αναπληρώνω
αναπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
αναπληρώτρια	noun	αναπληρωτής
αναπληρώτριας	noun	γενική ενικού του αναπληρώτρια
αναπληρώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπληρώτρια
αναπλωρίζαμε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζαν	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζανε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζατε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζει	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζεις	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζετε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζοντας	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζουμε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζουν	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζουνε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίζω	verb	πλέω με την πλώρη αντίθετα στο ρεύμα (ή τον άνεμο)
αναπλωρίσαμε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίσαν	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίσανε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίσατε	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίσει	=	αναπλωρίζω
αναπλωρίστε	=	αναπλωρίζω
αναπλώριζα	=	αναπλωρίζω
αναπλώριζαν	=	αναπλωρίζω
αναπλώριζε	=	αναπλωρίζω
αναπλώριζες	=	αναπλωρίζω
αναπλώρισα	=	αναπλωρίζω
αναπλώρισαν	=	αναπλωρίζω
αναπλώρισε	=	αναπλωρίζω
αναπλώρισες	=	αναπλωρίζω
αναπνέαμε	=	αναπνέω
αναπνέαν	=	αναπνέω
αναπνέανε	=	αναπνέω
αναπνέατε	=	αναπνέω
αναπνέει	=	αναπνέω
αναπνέεις	=	αναπνέω
αναπνέετε	=	αναπνέω
αναπνέομε	=	αναπνέω
αναπνέοντας	=	αναπνέω
αναπνέουμε	=	αναπνέω
αναπνέουν	=	αναπνέω
αναπνέουνε	=	αναπνέω
αναπνέω	verb	προσλαμβάνω οξυγόνο από το περιβάλλον μου
αναπνέων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπνέω
αναπνευστήρα	=	αναπνευστήρας
αναπνευστήρας	noun	απλός σωλήνας με ανατομικό σχήμα που έχει άκρο (συχνά από σιλικόνη) το οποίο εφαρμόζει στο στόμα ενώ το άλλο του άκρο εξέχει από το νερό
αναπνευστήρες	=	αναπνευστήρας
αναπνευστήρων	=	αναπνευστήρας
αναπνευστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπνευστικό
αναπνευστικέ	adj	κλητική ενικού του αναπνευστικός
αναπνευστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπνευστική
αναπνευστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπνευστικός
αναπνευστικής	adj	γενική ενικού του αναπνευστική
αναπνευστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπνευστικός
αναπνευστικού	adj	γενική ενικού του αναπνευστικός
αναπνευστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπνευστικός
αναπνευστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπνευστικός
αναπνευστικός	adj	σχετικός με την αναπνοή
αναπνευστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπνευστικός
αναπνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσαν	=	αναπνέω
αναπνεύσανε	=	αναπνέω
αναπνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσομε	=	αναπνέω
αναπνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσουνε	=	αναπνέω
αναπνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπνέω
αναπνιά	noun	ανάσα, αναπνοή
αναπνιάς	=	αναπνιά
αναπνιές	=	αναπνιά
αναπνιών	=	αναπνιά
αναπνοές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπνοή
αναπνοή	noun	η ενέργεια του αναπνέω
αναπνοής	noun	γενική ενικού του αναπνοή
αναπνοών	noun	γενική πληθυντικού του αναπνοή
αναποδίσεις	=	αναπόδιση
αναποδίσεων	=	αναπόδιση
αναποδιά	noun	γκαντεμιά, κακοτυχία, εμπόδιο, απρόσμενο κώλυμα που ανατρέπει σχέδια
αναποδιάζαμε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζαν	=	αναποδιάζω
αναποδιάζανε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζατε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζει	=	αναποδιάζω
αναποδιάζεις	=	αναποδιάζω
αναποδιάζετε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζομε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζοντας	=	αναποδιάζω
αναποδιάζουμε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζουν	=	αναποδιάζω
αναποδιάζουνε	=	αναποδιάζω
αναποδιάζω	verb	θυμώνω με κάτι και γίνομαι ανάποδος, παύω να είμαι βολικός και καλός
αναποδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποδιάρης
αναποδιάρας	adj	γενική ενικού του αναποδιάρα
αναποδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδιάρα
αναποδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναποδιάρης
αναποδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδιάρης
αναποδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του αναποδιάρης
αναποδιάρης	noun	αυτός που είναι αναποδιάρης	adj	γρουσούζης, ανάποδος άνθρωπος, κακότροπος
αναποδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδιάρικο
αναποδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναποδιάρης
αναποδιάρικου	adj	γενική ενικού του αναποδιάρικο
αναποδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του αναποδιάρικο
αναποδιάς	noun	γενική ενικού του αναποδιά
αναποδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσαν	=	αναποδιάζω
αναποδιάσανε	=	αναποδιάζω
αναποδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσομε	=	αναποδιάζω
αναποδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσουνε	=	αναποδιάζω
αναποδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναποδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδιά
αναποδιασμένα	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένε	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένες	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένη	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένης	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένο	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένοι	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένος	verb	που φέρεται δυσάρεστα, θυμωμένα
αναποδιασμένου	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένους	=	αναποδιασμένος
αναποδιασμένων	=	αναποδιασμένος
αναποδιών	=	αναποδιά
αναποδογυρίζαμε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζαν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζανε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζατε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζει	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζεις	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζεσαι	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζεστε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζεται	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζετε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζομαι	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζομε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζονται	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζονταν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζοντας	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζουμε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζουν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζουνε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίζω	verb	γυρίζω ανάποδα, η κορυφή μου έρχεται στο κάτω μέρος και το αντίστροφο, ανατρέπομαι
αναποδογυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσαν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσανε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδογύρισμα
αναποδογυρίσματος	noun	γενική ενικού του αναποδογύρισμα
αναποδογυρίσομε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσου	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσουνε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυρίστηκα	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίστηκαν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίστηκε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίστηκες	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόμασταν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόμαστε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόμουν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόμουνα	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόντουσαν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόσασταν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόσαστε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόσουν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόσουνα	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζόταν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριζότανε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναποδογύρισμα
αναποδογυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδογυρισμένο
αναποδογυρισμένε	verb	κλητική ενικού του αναποδογυρισμένος
αναποδογυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποδογυρισμένη
αναποδογυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποδογυρισμένος
αναποδογυρισμένης	verb	γενική ενικού του αναποδογυρισμένη
αναποδογυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναποδογυρισμένος
αναποδογυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποδογυρισμένος
αναποδογυρισμένος	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναποδογυρισμένος
αναποδογυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναποδογυρισμένος
αναποδογυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναποδογυρισμένος
αναποδογυριστήκαμε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστήκαν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστήκανε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστήκατε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστεί	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστείς	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστείτε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστούμε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστούν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστούνε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογυριστώ	=	αναποδογυρίζω
αναποδογύριζα	=	αναποδογυρίζω
αναποδογύριζαν	=	αναποδογυρίζω
αναποδογύριζε	=	αναποδογυρίζω
αναποδογύριζες	=	αναποδογυρίζω
αναποδογύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδογυρίζω
αναποδογύρισμα	noun	ανατροπή, αναστροφή, το γύρισμα ανάποδα
αναποζημίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποζημίωτο
αναποζημίωτε	adj	κλητική ενικού του αναποζημίωτος
αναποζημίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποζημίωτη
αναποζημίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποζημίωτος
αναποζημίωτης	adj	γενική ενικού του αναποζημίωτη
αναποζημίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναποζημίωτος
αναποζημίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποζημίωτος
αναποζημίωτος	adj	που δεν έχει αποζημιωθεί ή δεν μπορεί να αποζημιωθεί
αναποζημίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναποζημίωτος
αναποζημίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναποζημίωτος
αναποζημίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναποζημίωτος
αναποθήκευτα	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτε	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτες	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτη	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτης	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτο	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτοι	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτος	adj|formal	για τον οποίο δεν υπάρχει η δυνατότητα να αποθηκευτεί ή να διατηρηθεί σε κατάλληλο χώρο για μελλοντική χρήση ή αξιοποίηση
αναποθήκευτου	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτους	=	αναποθήκευτος
αναποθήκευτων	=	αναποθήκευτος
αναποκάλυπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποκάλυπτο
αναποκάλυπτε	adj	κλητική ενικού του αναποκάλυπτος
αναποκάλυπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποκάλυπτη
αναποκάλυπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποκάλυπτος
αναποκάλυπτης	adj	γενική ενικού του αναποκάλυπτη
αναποκάλυπτο	adj	αιτιατική ενικού του αναποκάλυπτος
αναποκάλυπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποκάλυπτος
αναποκάλυπτος	adj	που δεν μπορεί να αποκαλυφθεί ή δεν αποκαλύπτεται
αναποκάλυπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναποκάλυπτος
αναποκάλυπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναποκάλυπτος
αναποκάλυπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναποκάλυπτος
αναποκατάστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποκατάστατο
αναποκατάστατε	adj	κλητική ενικού του αναποκατάστατος
αναποκατάστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποκατάστατη
αναποκατάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποκατάστατος
αναποκατάστατης	adj	γενική ενικού του αναποκατάστατη
αναποκατάστατο	adj	αιτιατική ενικού του αναποκατάστατος
αναποκατάστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποκατάστατος
αναποκατάστατος	adj	που δεν έχει δικαιωθεί ηθικά
αναποκατάστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναποκατάστατος
αναποκατάστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναποκατάστατος
αναποκατάστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναποκατάστατος
αναπολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσαν	=	αναπολώ
αναπολήσανε	=	αναπολώ
αναπολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπολώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόληση
αναπολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσεων	=	αναπόληση
αναπολήσεως	=	αναπόληση
αναπολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσουνε	=	αναπολώ
αναπολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπολεί	=	αναπολώ
αναπολείς	=	αναπολώ
αναπολείτε	=	αναπολώ
αναπολητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπολητικό
αναπολητικέ	adj	κλητική ενικού του αναπολητικός
αναπολητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπολητική
αναπολητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπολητικός
αναπολητικής	adj	γενική ενικού του αναπολητική
αναπολητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπολητικός
αναπολητικού	adj	γενική ενικού του αναπολητικός
αναπολητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπολητικός
αναπολητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναπολητικός
αναπολητικός	adj	που έχει σχέση με την αναπόληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αναπολητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναπολητικός
αναπολούμε	=	αναπολώ
αναπολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπολούμενο
αναπολούμενε	verb	κλητική ενικού του αναπολούμενος
αναπολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπολούμενη
αναπολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπολούμενος
αναπολούμενης	verb	γενική ενικού του αναπολούμενη
αναπολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναπολούμενος
αναπολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπολούμενος
αναπολούμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπολώ
αναπολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπολούμενος
αναπολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπολούμενος
αναπολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπολούμενος
αναπολούν	=	αναπολώ
αναπολούνε	=	αναπολώ
αναπολούσα	=	αναπολώ
αναπολούσαμε	=	αναπολώ
αναπολούσαν	=	αναπολώ
αναπολούσανε	=	αναπολώ
αναπολούσατε	=	αναπολώ
αναπολούσε	=	αναπολώ
αναπολούσες	=	αναπολώ
αναπολόγητα	adv	για καταδίκη σε δίκη (κυριολεκτική ή με τη μεταφορική έννοια) κατά την οποία ο απολογουμενος δεν απολογήθηκε
αναπολόγητε	adj	κλητική ενικού του αναπολόγητος
αναπολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπολόγητη
αναπολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπολόγητος
αναπολόγητης	adj	γενική ενικού του αναπολόγητη
αναπολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αναπολόγητος
αναπολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπολόγητος
αναπολόγητος	adj	αδικαιολόγητος, ασυγχώρητος, που δεν του δίνεται (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) το δικαίωμα να απολογηθεί επειδή εκείνοι που τον κατηγορούν θεωρούν ότι δεν μπορεί να πει τίποτα που να ελαφρύνει τη θέση του
αναπολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπολόγητος
αναπολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπολόγητος
αναπολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπολόγητος
αναπολώ	verb	νοσταλγώ κάποιες στιγμές από το παρελθόν και τις φέρνω στη μνήμη μου, στρέφομαι στο παρελθόν και μου λείπει
αναπολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπολώ
αναπομπές	=	αναπομπή
αναπομπή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναπέμπω (σε όλες του τις σημασίες)
αναπομπής	=	αναπομπή
αναπομπών	=	αναπομπή
αναπορρόφητα	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητε	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητες	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητη	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητης	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητο	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητοι	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητος	adj|formal	που δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί
αναπορρόφητου	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητους	=	αναπορρόφητος
αναπορρόφητων	=	αναπορρόφητος
αναποτελεσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποτελεσματικό	adv	με αναποτελεσματικό τρόπο
αναποτελεσματικέ	adj	κλητική ενικού του αναποτελεσματικός
αναποτελεσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποτελεσματική
αναποτελεσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποτελεσματικός
αναποτελεσματικής	adj	γενική ενικού του αναποτελεσματική
αναποτελεσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποτελεσματικός
αναποτελεσματικοτήτων	=	αναποτελεσματικότητα
αναποτελεσματικού	adj	γενική ενικού του αναποτελεσματικός
αναποτελεσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναποτελεσματικός
αναποτελεσματικό	adj	αιτιατική ενικού του αναποτελεσματικός
αναποτελεσματικός	adj	που δεν φέρνει αποτελέσματα
αναποτελεσματικότητα	noun	η μη αποτελεσματικότητα, το αρνητικό αποτέλεσμα μιας προσπάθειας, εκείνο που δεν φέρνει το ποθητό αποτέλεσμα χωρίς απαραιτήτως να φέρει και κάτι κακό, η αδυναμία ανθρώπων ή μέσων να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος
αναποτελεσματικότητας	noun	γενική ενικού του αναποτελεσματικότητα
αναποτελεσματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποτελεσματικότητα
αναποτελεσματικών	adj	γενική πληθυντικού του αναποτελεσματικός
αναποφάσιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποφάσιστο	adv	μη αποφασιστικά, με δισταγμό
αναποφάσιστε	adj	κλητική ενικού του αναποφάσιστος
αναποφάσιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποφάσιστη
αναποφάσιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποφάσιστος
αναποφάσιστης	adj	γενική ενικού του αναποφάσιστη
αναποφάσιστο	adj	αιτιατική ενικού του αναποφάσιστος
αναποφάσιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποφάσιστος
αναποφάσιστος	adj	ο μη αποφασιστικός, ο διστακτικός, που δεν μπορεί να επιλέξει και αντιμετωπίζει δίλημμα, που μένει μετέωρος, ίσως άπραγος, παθητικός
αναποφάσιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναποφάσιστος
αναποφάσιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναποφάσιστος
αναποφάσιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναποφάσιστος
αναποφασιστικοτήτων	=	αναποφασιστικότητα
αναποφασιστικότητα	noun	η έλλειψη αποφασιστικότητας, η αδυναμία κάποιου να πάρει αποφάσεις
αναποφασιστικότητας	noun	γενική ενικού του αναποφασιστικότητα
αναποφασιστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποφασιστικότητα
αναποχώριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποχώριστο
αναποχώριστε	adj	κλητική ενικού του αναποχώριστος
αναποχώριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναποχώριστη
αναποχώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναποχώριστος
αναποχώριστης	adj	γενική ενικού του αναποχώριστη
αναποχώριστο	adj	αιτιατική ενικού του αναποχώριστος
αναποχώριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναποχώριστος
αναποχώριστος	adj	που δεν έχει αποχωριστεί ή δεν μπορεί να αποχωριστεί
αναποχώριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναποχώριστος
αναποχώριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναποχώριστος
αναποχώριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναποχώριστος
αναπρογραμμάτιζα	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτιζαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτιζε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτιζες	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτισα	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτισαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτισε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμμάτισες	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζαμε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζανε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζατε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζει	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζεις	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζεσαι	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζεστε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζεται	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζετε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζομαι	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζονται	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζονταν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζοντας	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζουμε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζουν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζουνε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίζω	verb	προγραμματίζω ξανά
αναπρογραμματίσαμε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίσαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίσανε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίσατε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίσει	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίσου	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίστε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίστηκα	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίστηκαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίστηκε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματίστηκες	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόμασταν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόμαστε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόμουν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόμουνα	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόντουσαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόσασταν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόσαστε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόσουν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόσουνα	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζόταν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιζότανε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματισμέ	=	αναπρογραμματισμός
αναπρογραμματισμένος	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματισμοί	=	αναπρογραμματισμός
αναπρογραμματισμού	=	αναπρογραμματισμός
αναπρογραμματισμούς	=	αναπρογραμματισμός
αναπρογραμματισμό	=	αναπρογραμματισμός
αναπρογραμματισμός	noun	η διαδικασία επανάληψης του προγραμματισμού
αναπρογραμματισμών	=	αναπρογραμματισμός
αναπρογραμματιστήκαμε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιστήκαν	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιστήκανε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιστήκατε	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιστεί	=	αναπρογραμματίζω
αναπρογραμματιστείτε	=	αναπρογραμματίζω
αναπροεξοφλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπροεξόφληση
αναπροεξοφλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπροεξόφληση
αναπροεξοφλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπροεξόφληση
αναπροεξόφληση	noun	η εκ νέου προεξόφληση
αναπροεξόφλησης	noun	γενική ενικού του αναπροεξόφληση
αναπροσάρμοζα	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοζαν	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοζε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοζες	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσάρμοσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσέλκυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναπροσελκύω
αναπροσέλκυσης	=	αναπροσέλκυση
αναπροσανατολίζαμε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζαν	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζανε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζατε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζει	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζεις	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζετε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζοντας	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζουμε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζουν	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζουνε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίζω	verb	αλλάζω προσανατολισμό, κάνω διαφορετικές επιλογές ή παίρνω άλλες κατευθύνσεις
αναπροσανατολίσαμε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίσαν	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίσανε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίσατε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίσει	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολίστε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολισμέ	=	αναπροσανατολισμός
αναπροσανατολισμένα	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένε	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένες	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένη	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένης	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένο	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένοι	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολισμένου	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένους	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμένων	=	αναπροσανατολισμένος
αναπροσανατολισμοί	=	αναπροσανατολισμός
αναπροσανατολισμού	=	αναπροσανατολισμός
αναπροσανατολισμούς	=	αναπροσανατολισμός
αναπροσανατολισμό	=	αναπροσανατολισμός
αναπροσανατολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναπροσανατολίζω
αναπροσανατολισμών	=	αναπροσανατολισμός
αναπροσανατόλιζα	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλιζαν	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλιζε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλιζες	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλισα	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλισαν	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλισε	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσανατόλισες	=	αναπροσανατολίζω
αναπροσαρμογές	=	αναπροσαρμογή
αναπροσαρμογή	noun	η εκ νέου προσαρμογή σε νέες συνθήκες (ανθρώπου, φυτού, θεσμών, τιμαρίθμου κ.λπ.)
αναπροσαρμογής	=	αναπροσαρμογή
αναπροσαρμογών	=	αναπροσαρμογή
αναπροσαρμοζόμασταν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόμαστε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπροσαρμοζόμενο
αναπροσαρμοζόμενε	verb	κλητική ενικού του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπροσαρμοζόμενη
αναπροσαρμοζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμενης	verb	γενική ενικού του αναπροσαρμοζόμενη
αναπροσαρμοζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμοζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπροσαρμοζόμενος
αναπροσαρμοζόμουν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόμουνα	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόντουσαν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόσασταν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόσαστε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόσουν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόσουνα	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζόταν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοζότανε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπροσαρμοσμένο
αναπροσαρμοσμένε	verb	κλητική ενικού του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπροσαρμοσμένη
αναπροσαρμοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοσμένης	verb	γενική ενικού του αναπροσαρμοσμένη
αναπροσαρμοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοσμένος	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπροσαρμοσμένος
αναπροσαρμοστήκαμε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοστήκαν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοστήκανε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοστήκατε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοστής	noun|rare	πρόσωπο ή μηχανισμός που τροποποιεί υφιστάμενα μεγέθη, όρους ή ρυθμίσεις, ώστε να ανταποκρίνονται σε μεταβαλλόμενες συνθήκες ή απαιτήσεις
αναπροσαρμοστεί	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμοστείτε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζαμε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζαν	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζανε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζατε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζει	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζεις	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζεσαι	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζεστε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζεται	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζετε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζομαι	verb	προσαρμόζομαι εκ νέου, προσαρμόζω τον εαυτό μου σε νέες ανάγκες, νέες συνθήκες
αναπροσαρμόζονται	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζονταν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζοντας	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζου	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόζουμε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζουν	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζουνε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζω	verb	προσαρμόζω εκ νέου, ξαναπροσαρμόζω σύμφωνα με νέες ανάγκες, νέες συνθήκες, αλλάζω κάτι που δεν θεωρώ λειτουργικό σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, τομέα
αναπροσαρμόσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσαν	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσανε	=	αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσου	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόστηκα	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόστηκαν	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόστηκε	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόστηκες	=	αναπροσαρμόζομαι
αναπροσαρμόσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπροσαρμόζω
αναπροσαρτώ	verb|rare	προσαρτώ εκ νέου
αναπροσδιορίζω	verb|formal	άλλη μορφή του επαναπροσδιορίζω
αναπροσδιορισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναπροσδιορίζω
αναπροσελκύσεις	=	αναπροσέλκυση
αναπροσελκύσεων	=	αναπροσέλκυση
αναπροσελκύω	verb|formal	προσελκύω εκ νέου
αναπροσλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπρόσληψη
αναπροσλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπρόσληψη
αναπροσλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπρόσληψη
αναπροσλαμβάνομαι	=	αναπροσλαμβάνω
αναπροσλαμβάνω	verb	προσλαμβάνω ξανά, εκ νέου
αναπρόσληψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναπροσλαμβάνω
αναπρόσληψης	noun	γενική ενικού του αναπρόσληψη
αναπτέρωνα	=	αναπτερώνω
αναπτέρωναν	=	αναπτερώνω
αναπτέρωνε	=	αναπτερώνω
αναπτέρωνες	=	αναπτερώνω
αναπτέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτέρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναπτερώνω, η τόνωση του ηθικού, το ζωντάνεμα της ελπίδας
αναπτέρωσης	noun	γενική ενικού του αναπτέρωση
αναπτήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναπτήρας
αναπτήρας	noun	συσκευή που επιτρέπει το άναμμα φωτιάς και χρησιμοποιείται κυρίως από καπνιστές
αναπτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτήρας
αναπτήρων	noun	γενική πληθυντικού του αναπτήρας
αναπτερωθήκαμε	=	αναπτερώνω
αναπτερωθήκαν	=	αναπτερώνω
αναπτερωθήκανε	=	αναπτερώνω
αναπτερωθήκατε	=	αναπτερώνω
αναπτερωθεί	=	αναπτερώνω
αναπτερωθείς	=	αναπτερώνω
αναπτερωθείτε	=	αναπτερώνω
αναπτερωθούμε	=	αναπτερώνω
αναπτερωθούν	=	αναπτερώνω
αναπτερωθούνε	=	αναπτερώνω
αναπτερωθώ	=	αναπτερώνω
αναπτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτερωμένο
αναπτερωμένε	verb	κλητική ενικού του αναπτερωμένος
αναπτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτερωμένη
αναπτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπτερωμένος
αναπτερωμένης	verb	γενική ενικού του αναπτερωμένη
αναπτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπτερωμένος
αναπτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπτερωμένος
αναπτερωμένος	verb	που έχει αναπτερωθεί, που έχει ξαναβρεί το ηθικό του
αναπτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπτερωμένος
αναπτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπτερωμένος
αναπτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπτερωμένος
αναπτερωνόμασταν	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόμαστε	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόμουν	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόμουνα	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόντουσαν	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόσασταν	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόσαστε	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόσουν	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόσουνα	=	αναπτερώνω
αναπτερωνόταν	=	αναπτερώνω
αναπτερωνότανε	=	αναπτερώνω
αναπτερώθηκα	=	αναπτερώνω
αναπτερώθηκαν	=	αναπτερώνω
αναπτερώθηκε	=	αναπτερώνω
αναπτερώθηκες	=	αναπτερώνω
αναπτερώναμε	=	αναπτερώνω
αναπτερώναν	=	αναπτερώνω
αναπτερώνανε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνατε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνει	=	αναπτερώνω
αναπτερώνεις	=	αναπτερώνω
αναπτερώνεσαι	=	αναπτερώνω
αναπτερώνεστε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνεται	=	αναπτερώνω
αναπτερώνετε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνομαι	=	αναπτερώνω
αναπτερώνομε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνονται	=	αναπτερώνω
αναπτερώνονταν	=	αναπτερώνω
αναπτερώνοντας	=	αναπτερώνω
αναπτερώνουμε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνουν	=	αναπτερώνω
αναπτερώνουνε	=	αναπτερώνω
αναπτερώνω	verb	ζωντανεύω το πεσμένο ηθικό κάποιου, τονώνω τις ελπίδες του (η συνήθης χρήση πια)
αναπτερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσαν	=	αναπτερώνω
αναπτερώσανε	=	αναπτερώνω
αναπτερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτέρωση
αναπτερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπτέρωση
αναπτερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπτέρωση
αναπτερώσομε	=	αναπτερώνω
αναπτερώσου	=	αναπτερώνω
αναπτερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσουνε	=	αναπτερώνω
αναπτερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτερώνω
αναπτηράκι	noun	μικρός αναπτήρας
αναπτηράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτηράκι
αναπτυγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπτυγμα
αναπτυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτυγμένο
αναπτυγμένε	verb	κλητική ενικού του αναπτυγμένος
αναπτυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτυγμένη
αναπτυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπτυγμένος
αναπτυγμένης	verb	γενική ενικού του αναπτυγμένη
αναπτυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπτυγμένος
αναπτυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπτυγμένος
αναπτυγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπτυγμένος
αναπτυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπτυγμένος
αναπτυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπτυγμένος
αναπτυξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτυξιακό	adv	με τρόπο σχετικό με την ανάπτυξη, υπό το πρίσμα της ανάπτυξης
αναπτυξιακέ	adj	κλητική ενικού του αναπτυξιακός
αναπτυξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτυξιακή
αναπτυξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπτυξιακός
αναπτυξιακής	adj	γενική ενικού του αναπτυξιακή
αναπτυξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπτυξιακός
αναπτυξιακού	adj	γενική ενικού του αναπτυξιακός
αναπτυξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπτυξιακός
αναπτυξιακό	adj	αιτιατική ενικού του αναπτυξιακός
αναπτυξιακός	adj	εκείνος που βοηθά στην ανάπτυξη, την προάγει σε διάφορους τομείς
αναπτυξιακών	adj	γενική πληθυντικού του αναπτυξιακός
αναπτυξιολογία	noun	ιατρικός κλάδος που εξετάζει συνολικά την πορεία της σωματικής, πνευματικής και ψυχοκινητικής εξέλιξης του παιδιού από τη γέννηση έως την ενηλικίωση
αναπτυξιολογίας	=	αναπτυξιολογία
αναπτυξιολογίες	=	αναπτυξιολογία
αναπτυξιολογιών	=	αναπτυξιολογία
αναπτυξιολόγε	=	αναπτυξιολόγος
αναπτυξιολόγο	=	αναπτυξιολόγος
αναπτυξιολόγοι	=	αναπτυξιολόγος
αναπτυξιολόγος	noun	γιατρός που ειδικεύεται στην ανάπτυξη του ανθρώπινου σώματος
αναπτυξιολόγου	=	αναπτυξιολόγος
αναπτυξιολόγους	=	αναπτυξιολόγος
αναπτυξιολόγων	=	αναπτυξιολόγος
αναπτυσσόμασταν	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόμαστε	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτυσσόμενο
αναπτυσσόμενε	verb	κλητική ενικού του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπτυσσόμενη
αναπτυσσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμενης	verb	γενική ενικού του αναπτυσσόμενη
αναπτυσσόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (αναπτύσσομαι) του ρήματος αναπτύσσω
αναπτυσσόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπτυσσόμενος
αναπτυσσόμουν	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόμουνα	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόντουσαν	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόσασταν	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόσαστε	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόσουν	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόσουνα	=	αναπτύσσω
αναπτυσσόταν	=	αναπτύσσω
αναπτυσσότανε	=	αναπτύσσω
αναπτυχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθήκαν	=	αναπτύσσω
αναπτυχθήκανε	=	αναπτύσσω
αναπτυχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτυχθούνε	=	αναπτύσσω
αναπτυχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπτυγμα
αναπτύγματος	noun	γενική ενικού του ανάπτυγμα
αναπτύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξαν	=	αναπτύσσω
αναπτύξανε	=	αναπτύσσω
αναπτύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάπτυξη
αναπτύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάπτυξη
αναπτύξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάπτυξη
αναπτύξομε	=	αναπτύσσω
αναπτύξου	=	αναπτύσσω
αναπτύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξουνε	=	αναπτύσσω
αναπτύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύσσαμε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσαν	=	αναπτύσσω
αναπτύσσανε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσατε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναπτύσσω
αναπτύσσεις	=	αναπτύσσω
αναπτύσσεσαι	=	αναπτύσσω
αναπτύσσεστε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναπτύσσομαι
αναπτύσσετε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύσσομε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του αναπτύσσομαι
αναπτύσσονταν	=	αναπτύσσω
αναπτύσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναπτύσσω
αναπτύσσουμε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσουν	=	αναπτύσσω
αναπτύσσουνε	=	αναπτύσσω
αναπτύσσω	verb	απλώνω, ξετυλίγω, ανοίγω μια κατασκευή
αναπτύχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτύχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτύχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπτύχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπτύσσομαι
αναπυροδοτούμαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος αναπυροδοτώ
αναπυροδοτούμενος	verb|rare	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναπυροδοτώ
αναπυροδοτώ	verb|rare	πυροδοτώ εκ νέου
αναπυροδότηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναπυροδοτώ
αναπυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπυρωμένο
αναπυρωμένε	verb	κλητική ενικού του αναπυρωμένος
αναπυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπυρωμένη
αναπυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπυρωμένος
αναπυρωμένης	verb	γενική ενικού του αναπυρωμένη
αναπυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναπυρωμένος
αναπυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπυρωμένος
αναπυρωμένος	verb	ο αναζωπυρωμένος, που άναψε ξανά
αναπυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπυρωμένος
αναπυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναπυρωμένος
αναπυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπυρωμένος
αναπυρώθηκα	=	αναπυρώνομαι
αναπυρώνομαι	verb	με φουντώνουν
αναπυρώνω	verb	κάνω κάτι για να ανάψει ξανά μια φωτιά που είχε σβήσει ή για να ξαναγίνουν έντονες οι φλόγες της αν έχει μισοσβήσει
αναπυρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπύρωση
αναπυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναπύρωση
αναπυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναπύρωση
αναπόγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόγραφο
αναπόγραφε	adj	κλητική ενικού του αναπόγραφος
αναπόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόγραφη
αναπόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπόγραφος
αναπόγραφης	adj	γενική ενικού του αναπόγραφη
αναπόγραφο	adj	αιτιατική ενικού του αναπόγραφος
αναπόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπόγραφος
αναπόγραφος	adj	που δεν έχει απογραφεί
αναπόγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπόγραφος
αναπόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπόγραφος
αναπόγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπόγραφος
αναπόδεικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόδεικτο	adv	χωρίς αποδείξεις, αυθαίρετα (σπάνια χρήση)
αναπόδεικτε	adj	κλητική ενικού του αναπόδεικτος
αναπόδεικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόδεικτη
αναπόδεικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπόδεικτος
αναπόδεικτης	adj	γενική ενικού του αναπόδεικτη
αναπόδεικτο	adj	αιτιατική ενικού του αναπόδεικτος
αναπόδεικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπόδεικτος
αναπόδεικτος	adj	που δεν μπορεί να αποδειχθεί, δεν στάθηκε δυνατόν να τεκμηριωθεί
αναπόδεικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπόδεικτος
αναπόδεικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπόδεικτος
αναπόδεικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπόδεικτος
αναπόδειχτα	adv	άλλη προφορά και γραφή του αναπόδεικτα
αναπόδειχτε	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτες	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτη	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτης	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτο	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτοι	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτος	adj	άλλη γραφή του αναπόδεικτος
αναπόδειχτου	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτους	=	αναπόδειχτος
αναπόδειχτων	=	αναπόδειχτος
αναπόδιαζα	=	αναποδιάζω
αναπόδιαζαν	=	αναποδιάζω
αναπόδιαζε	=	αναποδιάζω
αναπόδιαζες	=	αναποδιάζω
αναπόδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναπόδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναπόδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναπόδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναποδιάζω
αναπόδιση	noun	η ενέργεια του αναποδίζω
αναπόδισης	=	αναπόδιση
αναπόδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόδοτο
αναπόδοτε	adj	κλητική ενικού του αναπόδοτος
αναπόδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόδοτη
αναπόδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπόδοτος
αναπόδοτης	adj	γενική ενικού του αναπόδοτη
αναπόδοτο	adj	αιτιατική ενικού του αναπόδοτος
αναπόδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπόδοτος
αναπόδοτος	adj	που δεν έχει αποδοθεί
αναπόδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπόδοτος
αναπόδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπόδοτος
αναπόδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπόδοτος
αναπόδραστα	adv	αφεύκτως, , αναπόφευκτα, άφευκτα, αναπότρεπτα
αναπόδραστε	=	αναπόδραστος
αναπόδραστες	=	αναπόδραστος
αναπόδραστη	=	αναπόδραστος
αναπόδραστης	=	αναπόδραστος
αναπόδραστο	=	αναπόδραστος
αναπόδραστοι	=	αναπόδραστος
αναπόδραστος	adj	από τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να αποδράσει, αναπόφευκτος
αναπόδραστου	=	αναπόδραστος
αναπόδραστους	=	αναπόδραστος
αναπόδραστων	=	αναπόδραστος
αναπόλει	=	αναπολώ
αναπόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναπολώ
αναπόληση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναπολώ, η ενασχόληση με μια ευχάριστη ανάμνηση, η νοσταλγική ανάκληση στη μνήμη κάποιων γεγονότων
αναπόλησης	=	αναπόληση
αναπόσπαστα	adv	με ένα δεσμό που δεν μπορεί κανείς να τον διαλύσει
αναπόσπαστε	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστες	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστη	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστης	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστο	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστοι	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστος	adj	που δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποσπαστεί
αναπόσπαστου	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστους	=	αναπόσπαστος
αναπόσπαστων	=	αναπόσπαστος
αναπότρεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπότρεπτο	adv	με αναπότρεπτο τρόπο
αναπότρεπτε	adj	κλητική ενικού του αναπότρεπτος
αναπότρεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπότρεπτη
αναπότρεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπότρεπτος
αναπότρεπτης	adj	γενική ενικού του αναπότρεπτη
αναπότρεπτο	=	αναπότρεπτος
αναπότρεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπότρεπτος
αναπότρεπτος	adj|formal	που δεν μπορεί να αποτραπεί
αναπότρεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπότρεπτος
αναπότρεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπότρεπτος
αναπότρεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπότρεπτος
αναπόφευγo	=	αναπόφευγος
αναπόφευγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόφευγο
αναπόφευγε	adj	κλητική ενικού του αναπόφευγος
αναπόφευγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόφευγη
αναπόφευγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπόφευγος
αναπόφευγης	adj	γενική ενικού του αναπόφευγη
αναπόφευγο	adj	αιτιατική ενικού του αναπόφευγος
αναπόφευγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπόφευγος
αναπόφευγος	adj|dated	άλλη μορφή του αναπόφευκτος
αναπόφευγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπόφευγος
αναπόφευγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπόφευγος
αναπόφευγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπόφευγος
αναπόφευκτo	=	αναπόφευκτος
αναπόφευκτα	adv	κατά τρόπο αναπόφευκτο
αναπόφευκτε	adj	κλητική ενικού του αναπόφευκτος
αναπόφευκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπόφευκτη
αναπόφευκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναπόφευκτος
αναπόφευκτης	adj	γενική ενικού του αναπόφευκτη
αναπόφευκτο	noun	αυτο που δεν μπορεί να αποφευχθεί
αναπόφευκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναπόφευκτος
αναπόφευκτος	adj	που δεν μπορείς να τον αποφύγεις, που θα τον υποστείς οπωσδήποτε
αναπόφευκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναπόφευκτος
αναπόφευκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναπόφευκτος
αναπόφευκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναπόφευκτος
αναπύρωσα	=	αναπυρώνω
αναπύρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναπυρώνω
αναπύρωσης	noun	γενική ενικού του αναπύρωση
αναρές	=	αναρή
αναρέσα	noun	άλλη γραφή του αναρρούσα
αναρέσας	noun	γενική ενικού του αναρέσα
αναρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρέσα
αναρή	noun	ονομασία μαλακού κυπριακού τυριού με χαμηλά λιπαρά (παρόμοιο με το ανθότυρο), το οποίο παράγεται ταυτόχρονα με το χαλούμι
αναρής	=	αναρή
αναρίγει	=	αναριγώ
αναρίγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναρίγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναρίγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναρίγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναρίθμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρίθμητο
αναρίθμητε	adj	κλητική ενικού του αναρίθμητος
αναρίθμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρίθμητη
αναρίθμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρίθμητος
αναρίθμητης	adj	γενική ενικού του αναρίθμητη
αναρίθμητο	adj	αιτιατική ενικού του αναρίθμητος
αναρίθμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρίθμητος
αναρίθμητος	adj	που δεν έχει αριθμό, που δεν μπορεί να μετρηθεί
αναρίθμητου	adj	γενική ενικού του αναρίθμητος
αναρίθμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρίθμητος
αναρίθμητων	adj	γενική πληθυντικού του αναρίθμητος
αναρίξαμε	=	αναρίχνω
αναρίξαν	=	αναρίχνω
αναρίξανε	=	αναρίχνω
αναρίξατε	=	αναρίχνω
αναρίξει	=	αναρίχνω
αναρίξτε	=	αναρίχνω
αναρίχναμε	=	αναρίχνω
αναρίχναν	=	αναρίχνω
αναρίχνανε	=	αναρίχνω
αναρίχνατε	=	αναρίχνω
αναρίχνει	=	αναρίχνω
αναρίχνεις	=	αναρίχνω
αναρίχνετε	=	αναρίχνω
αναρίχνοντας	=	αναρίχνω
αναρίχνουμε	=	αναρίχνω
αναρίχνουν	=	αναρίχνω
αναρίχνουνε	=	αναρίχνω
αναρίχνω	verb	ρίχνω (από πάνω)
αναρεσών	noun	γενική πληθυντικού του αναρέσα
αναρθρία	noun	η ανικανότητα άρθρωσης προφορικού λόγου
αναρθρίας	noun	γενική ενικού του αναρθρία
αναρθρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρθρία
αναρθριών	noun	γενική πληθυντικού του αναρθρία
αναριγάω	=	αναριγώ
αναριγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσαν	=	αναριγώ
αναριγήσανε	=	αναριγώ
αναριγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναριγώ
αναριγεί	=	αναριγώ
αναριγείς	=	αναριγώ
αναριγείτε	=	αναριγώ
αναριγούμε	=	αναριγώ
αναριγούν	=	αναριγώ
αναριγούνε	=	αναριγώ
αναριγούσα	=	αναριγώ
αναριγούσαμε	=	αναριγώ
αναριγούσαν	=	αναριγώ
αναριγούσανε	=	αναριγώ
αναριγούσατε	=	αναριγώ
αναριγούσε	=	αναριγώ
αναριγούσες	=	αναριγώ
αναριγώ	verb	ριγώ, νιώθω ρίγος
αναριγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναριγώ
αναριεύω	verb	κάνω κάτι ανάριο, αραιό
αναριθμητισμέ	noun	κλητική ενικού του αναριθμητισμός
αναριθμητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναριθμητισμός
αναριθμητισμού	noun	γενική ενικού του αναριθμητισμός
αναριθμητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναριθμητισμός
αναριθμητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναριθμητισμός
αναριθμητισμός	noun	κατά την αναγραφή ενός αριθμού, η εσφαλμένη μετάθεση των ψηφίων του
αναριθμητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναριθμητισμός
αναριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναριχτός	adv	με αναριχτό τρόπο
αναριχτέ	adj	κλητική ενικού του αναριχτός
αναριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναριχτή
αναριχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναριχτός
αναριχτής	adj	γενική ενικού του αναριχτή
αναριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναριχτός
αναριχτού	adj	γενική ενικού του αναριχτός
αναριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναριχτός
αναριχτό	adj	αιτιατική ενικού του αναριχτός
αναριχτός	adj	που έχει αναριχτεί
αναριχτών	adj	γενική πληθυντικού του αναριχτός
αναρμάτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρμάτωτο
αναρμάτωτε	adj	κλητική ενικού του αναρμάτωτος
αναρμάτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρμάτωτη
αναρμάτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρμάτωτος
αναρμάτωτης	adj	γενική ενικού του αναρμάτωτη
αναρμάτωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναρμάτωτος
αναρμάτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρμάτωτος
αναρμάτωτος	adj	που δεν έχει αρματωθεί
αναρμάτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναρμάτωτος
αναρμάτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρμάτωτος
αναρμάτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναρμάτωτος
αναρμοδίως	adv|formal	αναρμόδια
αναρμοδιοτήτων	=	αναρμοδιότητα
αναρμοδιότητα	noun	η έλλειψη αρμοδιότητας
αναρμοδιότητας	noun	γενική ενικού του αναρμοδιότητα
αναρμοδιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρμοδιότητα
αναρμόδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρμόδιο	adv	ανεύθυνα, αυθαίρετα, με τρόπο παράτυπο, χωρίς να υπάρχει αρμοδιότητα, άνευ αρμοδιότητας
αναρμόδιας	=	αναρμόδιος
αναρμόδιε	=	αναρμόδιος
αναρμόδιες	=	αναρμόδιος
αναρμόδιο	=	αναρμόδιος
αναρμόδιοι	=	αναρμόδιος
αναρμόδιος	adj	ο μη αρμόδιος, αυτός που δεν είναι αρμόδιος
αναρμόδιου	=	αναρμόδιος
αναρμόδιους	=	αναρμόδιος
αναρμόδιων	=	αναρμόδιος
αναρουσών	noun	γενική πληθυντικού του αναρούσα
αναρούσα	noun	άλλη γραφή του αναρρούσα
αναρούσας	noun	γενική ενικού του αναρούσα
αναρούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρούσα
αναρπάζομαι	=	αναρπάζω
αναρπάζω	verb	οικειοποιούμαι βίαια, λαφυραγωγώ, λεηλατώ
αναρπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρπάζω
αναρρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρρηση
αναρρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάρρηση
αναρρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάρρηση
αναρρίγησα	=	αναρριγώ
αναρρίξαμε	=	αναρρίχνω
αναρρίξαν	=	αναρρίχνω
αναρρίξανε	=	αναρρίχνω
αναρρίξατε	=	αναρρίχνω
αναρρίξει	=	αναρρίχνω
αναρρίξτε	=	αναρρίχνω
αναρρίπιζα	=	αναρριπίζω
αναρρίπιζαν	=	αναρριπίζω
αναρρίπιζε	=	αναρριπίζω
αναρρίπιζες	=	αναρριπίζω
αναρρίπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρρίπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρρίπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρρίπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρρίπιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναρριπίζω
αναρρίπισης	noun	γενική ενικού του αναρρίπιση
αναρρίχηση	noun	το να σκαρφαλώνει κάποιος σε ύψωμα με μεγάλη κλίση
αναρρίχησης	noun	γενική ενικού του αναρρίχηση
αναρρίχναμε	=	αναρρίχνω
αναρρίχναν	=	αναρρίχνω
αναρρίχνανε	=	αναρρίχνω
αναρρίχνατε	=	αναρρίχνω
αναρρίχνει	=	αναρρίχνω
αναρρίχνεις	=	αναρρίχνω
αναρρίχνετε	=	αναρρίχνω
αναρρίχνοντας	=	αναρρίχνω
αναρρίχνουμε	=	αναρρίχνω
αναρρίχνουν	=	αναρρίχνω
αναρρίχνουνε	=	αναρρίχνω
αναρρίχνω	verb	άλλη γραφή του αναρίχνω
αναρριγώ	verb	άλλη μορφή του αναριγώ
αναρριπίζαμε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζαν	=	αναρριπίζω
αναρριπίζανε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζατε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζει	=	αναρριπίζω
αναρριπίζεις	=	αναρριπίζω
αναρριπίζεσαι	=	αναρριπίζω
αναρριπίζεστε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζεται	=	αναρριπίζω
αναρριπίζετε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίζονται	=	αναρριπίζω
αναρριπίζονταν	=	αναρριπίζω
αναρριπίζοντας	=	αναρριπίζω
αναρριπίζουμε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζουν	=	αναρριπίζω
αναρριπίζουνε	=	αναρριπίζω
αναρριπίζω	verb|formal	αναζωογονώ, αναμοχλεύω
αναρριπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίσαν	=	αναρριπίζω
αναρριπίσανε	=	αναρριπίζω
αναρριπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρίπιση
αναρριπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναρρίπιση
αναρριπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναρρίπιση
αναρριπίσου	=	αναρριπίζω
αναρριπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπίστηκα	=	αναρριπίζω
αναρριπίστηκαν	=	αναρριπίζω
αναρριπίστηκε	=	αναρριπίζω
αναρριπίστηκες	=	αναρριπίζω
αναρριπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριπίζω
αναρριπιζόμασταν	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόμαστε	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόμουν	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόμουνα	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόντουσαν	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόσασταν	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόσαστε	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόσουν	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόσουνα	=	αναρριπίζω
αναρριπιζόταν	=	αναρριπίζω
αναρριπιζότανε	=	αναρριπίζω
αναρριπιστήκαμε	=	αναρριπίζω
αναρριπιστήκαν	=	αναρριπίζω
αναρριπιστήκανε	=	αναρριπίζω
αναρριπιστήκατε	=	αναρριπίζω
αναρριπιστεί	=	αναρριπίζω
αναρριπιστείτε	=	αναρριπίζω
αναρριχάσαι	=	αναρριχώμαι
αναρριχάσθε	=	αναρριχώμαι
αναρριχάστε	=	αναρριχώμαι
αναρριχάται	=	αναρριχώμαι
αναρριχήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρίχηση
αναρριχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναρρίχηση
αναρριχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναρρίχηση
αναρριχήσου	=	αναρριχώμαι
αναρριχήτρια	noun	θηλυκό του αναρριχητής
αναρριχήτριας	noun	γενική ενικού του αναρριχήτρια
αναρριχήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρριχήτρια
αναρριχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθήκαν	=	αναρριχώμαι
αναρριχηθήκανε	=	αναρριχώμαι
αναρριχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχημένος	=	αναρριχώμαι
αναρριχητές	=	αναρριχητής
αναρριχητή	=	αναρριχητής
αναρριχητής	noun	αυτός που αναρριχάται (ιδίως σε βράχους)
αναρριχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρριχητικό
αναρριχητικέ	adj	κλητική ενικού του αναρριχητικός
αναρριχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρριχητική
αναρριχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρριχητικός
αναρριχητικής	adj	γενική ενικού του αναρριχητική
αναρριχητικο	=	αναρριχητικός
αναρριχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρριχητικός
αναρριχητικού	adj	γενική ενικού του αναρριχητικός
αναρριχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρριχητικός
αναρριχητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναρριχητικός
αναρριχητικός	adj	που αναρριχάται, που σκαρφαλώνει
αναρριχητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναρριχητικός
αναρριχητριών	noun	γενική πληθυντικού του αναρριχήτρια
αναρριχητών	=	αναρριχητής
αναρριχιέμαι	verb	άλλη γραφή και προφορά του ρήματος αναρριχώμαι
αναρριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναρριχτός	adv	άλλη γραφή του αναριχτά
αναρριχτέ	adj	κλητική ενικού του αναρριχτός
αναρριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρριχτή
αναρριχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρριχτός
αναρριχτής	adj	γενική ενικού του αναρριχτή
αναρριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρριχτός
αναρριχτού	adj	γενική ενικού του αναρριχτός
αναρριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρριχτός
αναρριχτό	adj	αιτιατική ενικού του αναρριχτός
αναρριχτός	adj	άλλη γραφή του αναριχτός
αναρριχτών	adj	γενική πληθυντικού του αναρριχτός
αναρριχόμασταν	=	αναρριχώμαι
αναρριχόμαστε	=	αναρριχώμαι
αναρριχόμουν	=	αναρριχώμαι
αναρριχόνταν	=	αναρριχώμαι
αναρριχόντουσαν	=	αναρριχώμαι
αναρριχόσασταν	=	αναρριχώμαι
αναρριχόσουν	=	αναρριχώμαι
αναρριχόταν	=	αναρριχώμαι
αναρριχώμαι	verb	σκαρφαλώνω
αναρριχώμεθα	=	αναρριχώμαι
αναρριχώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρριχώμενο
αναρριχώμενε	verb	κλητική ενικού του αναρριχώμενος
αναρριχώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρριχώμενη
αναρριχώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρριχώμενος
αναρριχώμενης	verb	γενική ενικού του αναρριχώμενη
αναρριχώμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναρριχώμενος
αναρριχώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρριχώμενος
αναρριχώμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αναρριχώμαι: που αναρριχάται
αναρριχώμενου	verb	γενική ενικού του αναρριχώμενος
αναρριχώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναρριχώμενος
αναρριχώμενων	verb	γενική πληθυντικού του αναρριχώμενος
αναρριχώνται	=	αναρριχώμαι
αναρρουσών	noun	γενική πληθυντικού του αναρρούσα
αναρροφά	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσαν	=	αναρροφώ
αναρροφήσανε	=	αναρροφώ
αναρροφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρόφηση
αναρροφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναρρόφηση
αναρροφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναρρόφηση
αναρροφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρροφεί	=	αναρροφώ
αναρροφείς	=	αναρροφώ
αναρροφείτε	=	αναρροφώ
αναρροφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρροφημένο
αναρροφημένε	verb	κλητική ενικού του αναρροφημένος
αναρροφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρροφημένη
αναρροφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρροφημένος
αναρροφημένης	verb	γενική ενικού του αναρροφημένη
αναρροφημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναρροφημένος
αναρροφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρροφημένος
αναρροφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναρροφημένος
αναρροφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναρροφημένος
αναρροφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναρροφημένος
αναρροφητήρα	=	αναρροφητήρας
αναρροφητήρας	noun	συσκευή που αναρροφά
αναρροφητήρες	=	αναρροφητήρας
αναρροφητήρων	=	αναρροφητήρας
αναρροφητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρροφητικό	adv	με αναρρόφηση
αναρροφητικέ	adj	κλητική ενικού του αναρροφητικός
αναρροφητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρροφητική
αναρροφητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρροφητικός
αναρροφητικής	adj	γενική ενικού του αναρροφητική
αναρροφητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρροφητικός
αναρροφητικού	adj	γενική ενικού του αναρροφητικός
αναρροφητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρροφητικός
αναρροφητικό	adj	αιτιατική ενικού του αναρροφητικός
αναρροφητικός	adj	που αναρροφά ή χρησιμεύει στην αναρρόφηση
αναρροφητικών	adj	γενική πληθυντικού του αναρροφητικός
αναρροφούμε	=	αναρροφώ
αναρροφούν	=	αναρροφώ
αναρροφούνε	=	αναρροφώ
αναρροφούσα	=	αναρροφώ
αναρροφούσαμε	=	αναρροφώ
αναρροφούσαν	=	αναρροφώ
αναρροφούσανε	=	αναρροφώ
αναρροφούσατε	=	αναρροφώ
αναρροφούσε	=	αναρροφώ
αναρροφούσες	=	αναρροφώ
αναρροφώ	verb	ρουφώ, πραγματοποιώ αναρρόφηση
αναρροφώμαι	=	αναρροφώ
αναρροφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναρροφώ
αναρρούσα	noun	η (ορμητική) επιστροφή του κυματισμού προς τα πίσω
αναρρούσας	noun	γενική ενικού του αναρρούσα
αναρρούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρούσα
αναρροώ	verb	αναβρύζω
αναρρυθμίζω	verb|rare	ρυθμίζω εκ νέου ή με άλλον τρόπο
αναρρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρύθμιση
αναρρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναρρύθμιση
αναρρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναρρύθμιση
αναρρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρωμένο
αναρρωμένε	verb	κλητική ενικού του αναρρωμένος
αναρρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρωμένη
αναρρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρρωμένος
αναρρωμένης	verb	γενική ενικού του αναρρωμένη
αναρρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναρρωμένος
αναρρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρρωμένος
αναρρωμένος	verb	που έχει ανναρωθεί, που έχει ξαναβρεί τις δυνάμεις του
αναρρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναρρωμένος
αναρρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναρρωμένος
αναρρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναρρωμένος
αναρρωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρωτήριο
αναρρωτήριο	noun	ο χώρος νοσηλείας στον οποίο διαμετακομίζονται οι ασθενείς μετά από την οξεία φάση μιας ασθένειας ή μετά από χειρουργική επέμβαση, για να αναρρώσουν
αναρρωτήριου	=	αναρρωτήριο
αναρρωτηρίου	noun	γενική ενικού του αναρρωτήριο
αναρρωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αναρρωτήριο
αναρρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρωτικό
αναρρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αναρρωτικός
αναρρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρρωτική
αναρρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρρωτικός
αναρρωτικής	adj	γενική ενικού του αναρρωτική
αναρρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρρωτικός
αναρρωτικού	adj	γενική ενικού του αναρρωτικός
αναρρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρρωτικός
αναρρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναρρωτικός
αναρρωτικός	adj	ο σχετικός με την ανάρρωση
αναρρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναρρωτικός
αναρρόφει	=	αναρροφώ
αναρρόφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρρόφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρρόφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρρόφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρροφώ
αναρρόφηση	noun	η ενέργεια του αναρροφώ, το ρούφηγμα προς τα πάνω
αναρρόφησης	noun	γενική ενικού του αναρρόφηση
αναρρύθμίσα	=	αναρρυθμίζω
αναρρύθμιση	noun	η εκ νέου ρύθμιση
αναρρύθμισης	noun	γενική ενικού του αναρρύθμιση
αναρρώναμε	=	αναρρώνω
αναρρώναν	=	αναρρώνω
αναρρώνανε	=	αναρρώνω
αναρρώνατε	=	αναρρώνω
αναρρώνει	=	αναρρώνω
αναρρώνεις	=	αναρρώνω
αναρρώνετε	=	αναρρώνω
αναρρώνομε	=	αναρρώνω
αναρρώνοντας	=	αναρρώνω
αναρρώνουμε	=	αναρρώνω
αναρρώνουν	=	αναρρώνω
αναρρώνουνε	=	αναρρώνω
αναρρώνω	verb	γίνομαι ξανά υγιής μετά από ασθένεια ή τραυματισμό, βρίσκομαι στο στάδιο της ανάρρωσης
αναρρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσαν	=	αναρρώνω
αναρρώσανε	=	αναρρώνω
αναρρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάρρωση
αναρρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάρρωση
αναρρώσομε	=	αναρρώνω
αναρρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσουνε	=	αναρρώνω
αναρρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρρώνω
αναρτά	=	αναρτώ
αναρτάς	=	αναρτώ
αναρτάσαι	=	αναρτώ
αναρτάσθε	=	αναρτώ
αναρτάστε	=	αναρτώ
αναρτάται	=	αναρτώ
αναρτάτε	=	αναρτώ
αναρτάτο	=	αναρτώ
αναρτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτήρα	=	αναρτήρας
αναρτήρας	noun|formal	εξάρτημα όπου κρεμάμε κάτι, σε ειδική ορολογία
αναρτήρες	=	αναρτήρας
αναρτήρων	=	αναρτήρας
αναρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσαν	=	αναρτώ
αναρτήσανε	=	αναρτώ
αναρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάρτηση
αναρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάρτηση
αναρτήσεως	noun	γενική ενικού του ανάρτηση
αναρτήσου	=	αναρτώ
αναρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσουνε	=	αναρτώ
αναρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώ
αναρτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθήκαν	=	αναρτώ
αναρτηθήκανε	=	αναρτώ
αναρτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτηθούνε	=	αναρτώ
αναρτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρτώμαι
αναρτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρτημένο
αναρτημένε	verb	κλητική ενικού του αναρτημένος
αναρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρτημένη
αναρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρτημένος
αναρτημένης	verb	γενική ενικού του αναρτημένη
αναρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναρτημένος
αναρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρτημένος
αναρτημένος	=	αναρτώ
αναρτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναρτημένος
αναρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναρτημένος
αναρτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναρτημένος
αναρτητέα	=	αναρτητέος
αναρτητέας	=	αναρτητέος
αναρτητέε	=	αναρτητέος
αναρτητέες	=	αναρτητέος
αναρτητέο	=	αναρτητέος
αναρτητέοι	=	αναρτητέος
αναρτητέος	adj	που πρέπει να αναρτηθεί
αναρτητέου	=	αναρτητέος
αναρτητέους	=	αναρτητέος
αναρτητέων	=	αναρτητέος
αναρτούμε	=	αναρτώ
αναρτούν	=	αναρτώ
αναρτούνε	=	αναρτώ
αναρτούσα	=	αναρτώ
αναρτούσαμε	=	αναρτώ
αναρτούσαν	=	αναρτώ
αναρτούσανε	=	αναρτώ
αναρτούσατε	=	αναρτώ
αναρτούσε	=	αναρτώ
αναρτούσες	=	αναρτώ
αναρτόμασταν	=	αναρτώ
αναρτόμαστε	=	αναρτώ
αναρτόμουν	=	αναρτώ
αναρτόνταν	=	αναρτώ
αναρτόντουσαν	=	αναρτώ
αναρτόσασταν	=	αναρτώ
αναρτόσουν	=	αναρτώ
αναρτόταν	=	αναρτώ
αναρτώ	verb|formal	κρεμώ (κάτι)
αναρτώμαι	verb	κρεμιέμαι (από κάτι)
αναρτώμεθα	=	αναρτώ
αναρτώμενος	=	αναρτώ
αναρτώνται	=	αναρτώ
αναρτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναρτώ
αναρτώντο	=	αναρτώ
αναρχήθηκα	=	αναρχούμαι
αναρχήθηκαν	=	αναρχούμαι
αναρχήθηκε	=	αναρχούμαι
αναρχήθηκες	=	αναρχούμαι
αναρχήσου	=	αναρχούμαι
αναρχία	noun	η ανυπαρξία αρχής, εξουσίας
αναρχίας	noun	γενική ενικού του αναρχία
αναρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχία
αναρχείσαι	=	αναρχούμαι
αναρχείστε	=	αναρχούμαι
αναρχείται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναρχούμαι
αναρχηθήκαμε	=	αναρχούμαι
αναρχηθήκαν	=	αναρχούμαι
αναρχηθήκανε	=	αναρχούμαι
αναρχηθήκατε	=	αναρχούμαι
αναρχηθεί	=	αναρχούμαι
αναρχηθείτε	=	αναρχούμαι
αναρχημένος	=	αναρχούμαι
αναρχιδία	noun	έλλειψη τόλμης, θάρρους
αναρχιδίας	=	αναρχιδία
αναρχιδίες	=	αναρχιδία
αναρχιδιών	=	αναρχιδία
αναρχικά	adv	με τρόπο αναρχικό, με την αναρχική ιδεολογία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχικό
αναρχικέ	adj	κλητική ενικού του αναρχικός
αναρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχική
αναρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρχικός
αναρχικής	adj	γενική ενικού του αναρχική
αναρχικη	=	αναρχικός
αναρχικιά	=	αναρχικός
αναρχικο	=	αναρχικός
αναρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρχικός
αναρχικοτήτων	=	αναρχικότητα
αναρχικού	adj	γενική ενικού του αναρχικός
αναρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρχικός
αναρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αναρχικός
αναρχικός	adj	που υποστηρίζει την αναρχία ως πολιτική ιδεολογία και κοινωνικό σύστημα
αναρχικότητα	noun	συμπεριφορά που δεν διακρίνεται από τάξη και πειθαρχία, όχι με την έννοια της θεωρίας ή του χαρακτηριστικού του πολιτικού ρεύματος του αναρχισμού (αφού δεν υπάρχει "σοσιαλιστικότητα"", "κομμουνιστικότητα" ή "ακροδεξιότητα") αλλά περιορισμένα για την άτακτη, άναρχη συμπεριφορά στην καθημερινότητα.
αναρχικότητας	=	αναρχικότητα
αναρχικότητες	=	αναρχικότητα
αναρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αναρχικός
αναρχισμέ	noun	κλητική ενικού του αναρχισμός
αναρχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρχισμός
αναρχισμού	noun	γενική ενικού του αναρχισμός
αναρχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναρχισμός
αναρχισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναρχισμός
αναρχισμός	noun	κοινωνικοοικονομική και πολιτική θεωρία και πρακτική που επιδιώκει την κατάργηση του κράτους και μια κοινωνία βασισμένη στην αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση των ανθρώπων, χωρίς την ύπαρξη κεντρικής εξουσίας
αναρχισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναρχισμός
αναρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αναρχία
αναρχοάπλυτε	=	αναρχοάπλυτος
αναρχοάπλυτο	=	αναρχοάπλυτος
αναρχοάπλυτοι	=	αναρχοάπλυτος
αναρχοάπλυτος	noun	χλευαστικός χαρακτηρισμός για αναρχικό
αναρχοάπλυτου	=	αναρχοάπλυτος
αναρχοάπλυτους	=	αναρχοάπλυτος
αναρχοάπλυτων	=	αναρχοάπλυτος
αναρχοαυτόνομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχοαυτόνομο
αναρχοαυτόνομε	adj	κλητική ενικού του αναρχοαυτόνομος
αναρχοαυτόνομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχοαυτόνομη
αναρχοαυτόνομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρχοαυτόνομος
αναρχοαυτόνομης	adj	γενική ενικού του αναρχοαυτόνομη
αναρχοαυτόνομο	adj	αιτιατική ενικού του αναρχοαυτόνομος
αναρχοαυτόνομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρχοαυτόνομος
αναρχοαυτόνομος	adj	αναρχικός που δρα αυτόνομα κι όχι οργανωμένα και ομαδικά
αναρχοαυτόνομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναρχοαυτόνομος
αναρχοαυτόνομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρχοαυτόνομος
αναρχοαυτόνομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναρχοαυτόνομος
αναρχοκαπιταλισμέ	=	αναρχοκαπιταλισμός
αναρχοκαπιταλισμοί	=	αναρχοκαπιταλισμός
αναρχοκαπιταλισμού	=	αναρχοκαπιταλισμός
αναρχοκαπιταλισμούς	=	αναρχοκαπιταλισμός
αναρχοκαπιταλισμό	=	αναρχοκαπιταλισμός
αναρχοκαπιταλισμός	noun	ακραία μορφή οικονομικής θεωρίας της ελεύθερης αγοράς η οποία εξυμνεί τον ατομικισμό προκειμένου να εξηγήσει πως θα ρυθμιζόταν η κοινωνία χωρίς την κρατική αυθεντία
αναρχοκαπιταλισμών	=	αναρχοκαπιταλισμός
αναρχοκολεκτιβισμέ	=	αναρχοκολεκτιβισμός
αναρχοκολεκτιβισμοί	=	αναρχοκολεκτιβισμός
αναρχοκολεκτιβισμού	=	αναρχοκολεκτιβισμός
αναρχοκολεκτιβισμούς	=	αναρχοκολεκτιβισμός
αναρχοκολεκτιβισμό	=	αναρχοκολεκτιβισμός
αναρχοκολεκτιβισμός	noun	επαναστατικό, αναρχικό δόγμα που υποστηρίζει την κατάργηση τόσο της κρατικής όσο και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, καθώς θεωρεί ότι αυτά ανήκουν σε όλους και πρέπει να ελέγχονται από τους ίδιους τους παραγωγούς
αναρχοκολεκτιβισμών	=	αναρχοκολεκτιβισμός
αναρχοκομμουνιού	=	αναρχοκομμούνι
αναρχοκομμουνισμέ	=	αναρχοκομμουνισμός
αναρχοκομμουνισμοί	=	αναρχοκομμουνισμός
αναρχοκομμουνισμού	=	αναρχοκομμουνισμός
αναρχοκομμουνισμούς	=	αναρχοκομμουνισμός
αναρχοκομμουνισμό	=	αναρχοκομμουνισμός
αναρχοκομμουνισμός	noun	θεωρία οργάνωσης κατά την οποία βασικές αρχές είναι η κοινοκτημοσύνη συνδυασμένη με σημαντική (ή απόλυτη) αποκέντρωση της κεντρικής διοίκησης ώστε να υπάρχει σημαντικός (ή απόλυτος) βαθμός αυτονομίας ή αυτοδιαχείρισης
αναρχοκομμουνισμών	=	αναρχοκομμουνισμός
αναρχοκομμουνιστές	=	αναρχοκομμουνιστής
αναρχοκομμουνιστή	=	αναρχοκομμουνιστής
αναρχοκομμουνιστής	noun	οπαδός του αναρχοκομμουνισμού
αναρχοκομμουνιστών	=	αναρχοκομμουνιστής
αναρχοκομμουνιών	=	αναρχοκομμούνι
αναρχοκομμούνι	noun	ο αναρχοκομμουνιστής
αναρχοκομμούνια	=	αναρχοκομμούνι
αναρχοκουμούνι	noun|informal	ο κομουνιστής είτε υβριστικά, είτε που εκδηλώνει βίαιη συμπεριφορά, (συνηθέστερα σε προφορικό λόγο)
αναρχοκουμούνια	=	αναρχοκουμούνι
αναρχομαλάκα	=	αναρχομαλάκας
αναρχομαλάκας	noun|slang	χλευαστικός χαρακτηρισμός για αναρχικό
αναρχομαλάκες	=	αναρχομαλάκας
αναρχοπάνκ	noun	μουσικό είδος αντιεθνικού-αντικρατικού πανκ
αναρχοπρωτογονισμέ	=	αναρχοπρωτογονισμός
αναρχοπρωτογονισμοί	=	αναρχοπρωτογονισμός
αναρχοπρωτογονισμού	=	αναρχοπρωτογονισμός
αναρχοπρωτογονισμούς	=	αναρχοπρωτογονισμός
αναρχοπρωτογονισμό	=	αναρχοπρωτογονισμός
αναρχοπρωτογονισμός	noun	κλάδος του πράσινου αναρχισμού και μία τάση του οικολογικού κινήματος.
αναρχοπρωτογονισμών	=	αναρχοπρωτογονισμός
αναρχοσυνδικαλίστρια	noun	θηλυκό του αναρχοσυνδικαλιστής
αναρχοσυνδικαλίστριας	=	αναρχοσυνδικαλίστρια
αναρχοσυνδικαλίστριες	=	αναρχοσυνδικαλίστρια
αναρχοσυνδικαλισμέ	noun	κλητική ενικού του αναρχοσυνδικαλισμός
αναρχοσυνδικαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλισμός
αναρχοσυνδικαλισμού	noun	γενική ενικού του αναρχοσυνδικαλισμός
αναρχοσυνδικαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλισμός
αναρχοσυνδικαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναρχοσυνδικαλισμός
αναρχοσυνδικαλισμός	noun	κλάδος της αναρχίας που στοχεύει στην κατάργηση του καπιταλισμού μέσω της οργάνωσης συνδικάτων με επαναστατικό προσανατολισμό
αναρχοσυνδικαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλισμός
αναρχοσυνδικαλιστές	=	αναρχοσυνδικαλιστής
αναρχοσυνδικαλιστή	=	αναρχοσυνδικαλιστής
αναρχοσυνδικαλιστής	noun	συνδικαλιστής ο οποίος υποστηρίζει τις θέσεις του αναρχοσυνδικαλισμού
αναρχοσυνδικαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλιστικό
αναρχοσυνδικαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλιστική
αναρχοσυνδικαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστικής	adj	γενική ενικού του αναρχοσυνδικαλιστική
αναρχοσυνδικαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστικού	adj	γενική ενικού του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αναρχοσυνδικαλισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
αναρχοσυνδικαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναρχοσυνδικαλιστικός
αναρχοσυνδικαλιστριών	=	αναρχοσυνδικαλίστρια
αναρχοσυνδικαλιστών	=	αναρχοσυνδικαλιστής
αναρχοφασίστα	=	αναρχοφασίστας
αναρχοφασίστας	noun	άτομο που συμπεριφέρεται αυταρχικά ενώ επικαλείται την αναρχική ιδεολογία
αναρχοφασίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχοφασίστας
αναρχοφασιστών	=	αναρχοφασίστας
αναρχοφεμινισμέ	=	αναρχοφεμινισμός
αναρχοφεμινισμοί	=	αναρχοφεμινισμός
αναρχοφεμινισμού	=	αναρχοφεμινισμός
αναρχοφεμινισμούς	=	αναρχοφεμινισμός
αναρχοφεμινισμό	=	αναρχοφεμινισμός
αναρχοφεμινισμός	noun	συνδυασμός του αναρχισμού με τον φεμινισμό.
αναρχοφεμινισμών	=	αναρχοφεμινισμός
αναρχοχριστιανισμέ	=	αναρχοχριστιανισμός
αναρχοχριστιανισμοί	=	αναρχοχριστιανισμός
αναρχοχριστιανισμού	=	αναρχοχριστιανισμός
αναρχοχριστιανισμούς	=	αναρχοχριστιανισμός
αναρχοχριστιανισμό	=	αναρχοχριστιανισμός
αναρχοχριστιανισμός	noun	διάφορες θεωρίες που συνδυάζουν τον αναρχισμό με το χριστιανισμό
αναρχοχριστιανισμών	=	αναρχοχριστιανισμός
αναρχούμαι	verb	κυβερνιέμαι με αναρχικό τρόπο
αναρχούμασταν	=	αναρχούμαι
αναρχούμαστε	=	αναρχούμαι
αναρχούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχούμενο
αναρχούμενε	verb	κλητική ενικού του αναρχούμενος
αναρχούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναρχούμενη
αναρχούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναρχούμενος
αναρχούμενης	verb	γενική ενικού του αναρχούμενη
αναρχούμενο	noun	η αναρχούμενη κατάσταση, χάος, αναρχία
αναρχούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναρχούμενος
αναρχούμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναρχούμαι
αναρχούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναρχούμενος
αναρχούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναρχούμενος
αναρχούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναρχούμενος
αναρχούμουν	=	αναρχούμαι
αναρχούνται	=	αναρχούμαι
αναρχούνταν	=	αναρχούμαι
αναρχούσασταν	=	αναρχούμαι
αναρχούσαστε	=	αναρχούμαι
αναρχούσουν	=	αναρχούμαι
αναρωτά	=	αναρωτώ
αναρωτάει	=	αναρωτώ
αναρωτάμε	=	αναρωτώ
αναρωτάν	=	αναρωτώ
αναρωτάνε	=	αναρωτώ
αναρωτάς	=	αναρωτώ
αναρωτάτε	=	αναρωτώ
αναρωτάω	=	αναρωτώ
αναρωτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτήσαμε	=	αναρωτώ
αναρωτήσαν	=	αναρωτώ
αναρωτήσανε	=	αναρωτώ
αναρωτήσατε	=	αναρωτώ
αναρωτήσει	=	αναρωτώ
αναρωτήσου	=	αναρωτιέμαι
αναρωτήστε	=	αναρωτώ
αναρωτήχτηκα	=	αναρωτώ
αναρωτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθήκαν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτηθήκανε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτηθούνε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναρωτιέμαι
αναρωτημένος	=	αναρωτώ
αναρωτιέμαι	verb	θέτω μια ερώτηση στον εαυτό μου και αμφιβάλλω για τις απαντήσεις
αναρωτιέσαι	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιέστε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιέται	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιούμαι	verb	αναρωτιέμαι
αναρωτιούνται	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιούνταν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόμασταν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόμαστε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόμουν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόμουνα	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόνταν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόντανε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόντουσαν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόσασταν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόσαστε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόσουν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόσουνα	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιόταν	=	αναρωτιέμαι
αναρωτιότανε	=	αναρωτιέμαι
αναρωτούμε	=	αναρωτώ
αναρωτούν	=	αναρωτώ
αναρωτούνε	=	αναρωτώ
αναρωτούσα	=	αναρωτώ
αναρωτούσαμε	=	αναρωτώ
αναρωτούσαν	=	αναρωτώ
αναρωτούσανε	=	αναρωτώ
αναρωτούσατε	=	αναρωτώ
αναρωτούσε	=	αναρωτώ
αναρωτούσες	=	αναρωτώ
αναρωτώ	verb	ρωτάω για δεύτερη φορά, ρωτώ συχνά ή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
αναρωτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναρωτάω / αναρωτώ
αναρών	=	αναρή
αναρώτα	=	αναρωτώ
αναρώταγε	=	αναρωτώ
αναρώτηξα	=	αναρωτώ
αναρώτησα	=	αναρωτώ
αναρώτησαν	=	αναρωτώ
αναρώτησε	=	αναρωτώ
αναρώτησες	=	αναρωτώ
ανασάλεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασαλεύω
ανασάλευα	=	ανασαλεύω
ανασάλευαν	=	ανασαλεύω
ανασάλευε	=	ανασαλεύω
ανασάλευες	=	ανασαλεύω
ανασάλεψα	=	ανασαλεύω
ανασάλεψαν	=	ανασαλεύω
ανασάλεψε	=	ανασαλεύω
ανασάλεψες	=	ανασαλεύω
ανασάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάναν	=	ανασαίνω
ανασάνανε	=	ανασαίνω
ανασάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασαίνω
ανασήκωμα	noun	η άρση, το να σηκώνεται κάτι πιο ψηλά, όχι όμως και να υψώνεται ιδιαίτερα
ανασήκωνα	=	ανασηκώνω
ανασήκωναν	=	ανασηκώνω
ανασήκωνε	=	ανασηκώνω
ανασήκωνες	=	ανασηκώνω
ανασήκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασήκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασήκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασήκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασαίναμε	=	ανασαίνω
ανασαίναν	=	ανασαίνω
ανασαίνανε	=	ανασαίνω
ανασαίνατε	=	ανασαίνω
ανασαίνει	=	ανασαίνω
ανασαίνεις	=	ανασαίνω
ανασαίνετε	=	ανασαίνω
ανασαίνοντας	=	ανασαίνω
ανασαίνουμε	=	ανασαίνω
ανασαίνουν	=	ανασαίνω
ανασαίνουνε	=	ανασαίνω
ανασαίνω	verb	αναπνέω
ανασαιμιά	noun	ανάσα, πνοή, άρωμα, αυτο που αναπέμπεται
ανασαιμιάς	=	ανασαιμιά
ανασαιμιές	=	ανασαιμιά
ανασαιμιών	=	ανασαιμιά
ανασαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασάλεμα
ανασαλέματος	noun	γενική ενικού του ανασάλεμα
ανασαλέψαμε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψαν	=	ανασαλεύω
ανασαλέψανε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψατε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψει	=	ανασαλεύω
ανασαλέψεις	=	ανασαλεύω
ανασαλέψετε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψομε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψου	=	ανασαλεύω
ανασαλέψουμε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψουν	=	ανασαλεύω
ανασαλέψουνε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψτε	=	ανασαλεύω
ανασαλέψω	=	ανασαλεύω
ανασαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανασάλεμα
ανασαλευτήκαμε	=	ανασαλεύω
ανασαλευτήκαν	=	ανασαλεύω
ανασαλευτήκανε	=	ανασαλεύω
ανασαλευτήκατε	=	ανασαλεύω
ανασαλευτεί	=	ανασαλεύω
ανασαλευτείς	=	ανασαλεύω
ανασαλευτείτε	=	ανασαλεύω
ανασαλευτούμε	=	ανασαλεύω
ανασαλευτούν	=	ανασαλεύω
ανασαλευτούνε	=	ανασαλεύω
ανασαλευτώ	=	ανασαλεύω
ανασαλευόμασταν	=	ανασαλεύω
ανασαλευόμαστε	=	ανασαλεύω
ανασαλευόμουν	=	ανασαλεύω
ανασαλευόμουνα	=	ανασαλεύω
ανασαλευόντουσαν	=	ανασαλεύω
ανασαλευόσασταν	=	ανασαλεύω
ανασαλευόσαστε	=	ανασαλεύω
ανασαλευόσουν	=	ανασαλεύω
ανασαλευόσουνα	=	ανασαλεύω
ανασαλευόταν	=	ανασαλεύω
ανασαλευότανε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύαμε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύαν	=	ανασαλεύω
ανασαλεύανε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύατε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύει	=	ανασαλεύω
ανασαλεύεις	=	ανασαλεύω
ανασαλεύεσαι	=	ανασαλεύω
ανασαλεύεστε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύεται	=	ανασαλεύω
ανασαλεύετε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύομαι	=	ανασαλεύω
ανασαλεύομε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύονται	=	ανασαλεύω
ανασαλεύονταν	=	ανασαλεύω
ανασαλεύοντας	=	ανασαλεύω
ανασαλεύουμε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύουν	=	ανασαλεύω
ανασαλεύουνε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύτε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύτηκα	=	ανασαλεύω
ανασαλεύτηκαν	=	ανασαλεύω
ανασαλεύτηκε	=	ανασαλεύω
ανασαλεύτηκες	=	ανασαλεύω
ανασαλεύω	verb	κουνάω κάτι απαλά
ανασασμέ	noun	κλητική ενικού του ανασασμός
ανασασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασασμός
ανασασμού	noun	γενική ενικού του ανασασμός
ανασασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανασασμός
ανασασμό	noun	αιτιατική ενικού του ανασασμός
ανασασμός	noun	η ανάσα
ανασασμών	noun	γενική πληθυντικού του ανασασμός
ανασηκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανασήκωμα
ανασηκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασηκωμένο
ανασηκωμένε	verb	κλητική ενικού του ανασηκωμένος
ανασηκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασηκωμένη
ανασηκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασηκωμένος
ανασηκωμένης	verb	γενική ενικού του ανασηκωμένη
ανασηκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασηκωμένος
ανασηκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασηκωμένος
ανασηκωμένος	verb	που έχει ανασηκωθεί
ανασηκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασηκωμένος
ανασηκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασηκωμένος
ανασηκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασηκωμένος
ανασηκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνομαι
ανασηκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασήκωμα
ανασηκώματος	noun	γενική ενικού του ανασήκωμα
ανασηκώναμε	=	ανασηκώνω
ανασηκώναν	=	ανασηκώνω
ανασηκώνανε	=	ανασηκώνω
ανασηκώνατε	=	ανασηκώνω
ανασηκώνει	=	ανασηκώνω
ανασηκώνεις	=	ανασηκώνω
ανασηκώνετε	=	ανασηκώνω
ανασηκώνομαι	verb	σηκώνομαι ήπια ή λίγο προς τα πάνω (από την καρέκλα, τον καναπέ, το κρεβάτι), κάνω να σηκωθώ αλλά δεν σηκώνομαι τελείως, (μπορεί να ανασηκώσω μόνον το κορμό)
ανασηκώνοντας	=	ανασηκώνω
ανασηκώνουμε	=	ανασηκώνω
ανασηκώνουν	=	ανασηκώνω
ανασηκώνουνε	=	ανασηκώνω
ανασηκώνω	verb	σηκώνω ελαφρά
ανασηκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσαν	=	ανασηκώνω
ανασηκώσανε	=	ανασηκώνω
ανασηκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασηκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασηκώνω
ανασιοναλισμέ	=	ανασιοναλισμός
ανασιοναλισμοί	=	ανασιοναλισμός
ανασιοναλισμού	=	ανασιοναλισμός
ανασιοναλισμούς	=	ανασιοναλισμός
ανασιοναλισμό	=	ανασιοναλισμός
ανασιοναλισμός	noun	όρος που προέρχεται από την κοινότητα των ομιλητών της Εσπεράντο που υποδηλώνει τάσεις ριζοσπαστικού αντιεθνικισμού, οικουμενισμού και άλλες κοσμοπολίτικες πολιτικές έννοιες
ανασιοναλισμών	=	ανασιοναλισμός
ανασκάβαμε	=	ανασκάβω
ανασκάβαν	=	ανασκάβω
ανασκάβανε	=	ανασκάβω
ανασκάβατε	=	ανασκάβω
ανασκάβει	=	ανασκάβω
ανασκάβεις	=	ανασκάβω
ανασκάβεσαι	=	ανασκάβω
ανασκάβεστε	=	ανασκάβω
ανασκάβεται	=	ανασκάβω
ανασκάβετε	=	ανασκάβω
ανασκάβομαι	=	ανασκάβω
ανασκάβομε	=	ανασκάβω
ανασκάβονται	=	ανασκάβω
ανασκάβονταν	=	ανασκάβω
ανασκάβοντας	=	ανασκάβω
ανασκάβουμε	=	ανασκάβω
ανασκάβουν	=	ανασκάβω
ανασκάβουνε	=	ανασκάβω
ανασκάβω	verb	διενεργώ ανασκαφή (άλλη γραφή και προφορά του ανασκάπτω)
ανασκάλεμα	noun	η ενέργεια τού ανασκαλεύω
ανασκάλευα	=	ανασκαλεύω
ανασκάλευαν	=	ανασκαλεύω
ανασκάλευε	=	ανασκαλεύω
ανασκάλευες	=	ανασκαλεύω
ανασκάλεψα	=	ανασκαλεύω
ανασκάλεψαν	=	ανασκαλεύω
ανασκάλεψε	=	ανασκαλεύω
ανασκάλεψες	=	ανασκαλεύω
ανασκάλωνα	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωναν	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωνε	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωνες	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωσα	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωσαν	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωσε	=	ανασκαλώνω
ανασκάλωσες	=	ανασκαλώνω
ανασκάπταμε	=	ανασκάπτω
ανασκάπταν	=	ανασκάπτω
ανασκάπτανε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτατε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτει	=	ανασκάπτω
ανασκάπτεις	=	ανασκάπτω
ανασκάπτεσαι	=	ανασκάπτω
ανασκάπτεσθε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτεστε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτεται	=	ανασκάπτω
ανασκάπτετε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάπτομε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτονται	=	ανασκάπτω
ανασκάπτονταν	=	ανασκάπτω
ανασκάπτοντας	=	ανασκάπτω
ανασκάπτουμε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτουν	=	ανασκάπτω
ανασκάπτουνε	=	ανασκάπτω
ανασκάπτω	verb	κάνω ανασκαφές (η περίφραση είναι πλέον πιο συνήθης από το μονολεκτικό ρήμα), σκάβω για να βρω αρχαία η παλαιότερα αντικείμενα, λείψανα, οικοδομήματα
ανασκάφηκα	=	ανασκάπτω
ανασκάφηκαν	=	ανασκάπτω
ανασκάφηκε	=	ανασκάπτω
ανασκάφηκες	=	ανασκάπτω
ανασκάφταμε	=	ανασκάφτω
ανασκάφταν	=	ανασκάφτω
ανασκάφτανε	=	ανασκάφτω
ανασκάφτατε	=	ανασκάφτω
ανασκάφτε	=	ανασκάβω
ανασκάφτει	=	ανασκάφτω
ανασκάφτεις	=	ανασκάφτω
ανασκάφτεσαι	=	ανασκάφτω
ανασκάφτεστε	=	ανασκάφτω
ανασκάφτεται	=	ανασκάφτω
ανασκάφτετε	=	ανασκάφτω
ανασκάφτηκα	=	ανασκάβω
ανασκάφτηκαν	=	ανασκάβω
ανασκάφτηκε	=	ανασκάβω
ανασκάφτηκες	=	ανασκάβω
ανασκάφτομαι	=	ανασκάφτω
ανασκάφτονται	=	ανασκάφτω
ανασκάφτονταν	=	ανασκάφτω
ανασκάφτοντας	=	ανασκάφτω
ανασκάφτουμε	=	ανασκάφτω
ανασκάφτουν	=	ανασκάφτω
ανασκάφτουνε	=	ανασκάφτω
ανασκάφτω	verb	άλλη γραφή του ανασκάπτω
ανασκάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψαν	=	ανασκάπτω
ανασκάψανε	=	ανασκάπτω
ανασκάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψομε	=	ανασκάπτω
ανασκάψου	=	ανασκάπτω
ανασκάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψουνε	=	ανασκάπτω
ανασκάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκάπτω
ανασκέλιασμα	=	ανασκέλωμα
ανασκέλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκελώνω, η ρήψη κάποιου σε θέση που να βρεθεί ανάσκελα, ύπτια, με την πλάτη καταγής
ανασκέλωνα	=	ανασκελώνω
ανασκέλωναν	=	ανασκελώνω
ανασκέλωνε	=	ανασκελώνω
ανασκέλωνες	=	ανασκελώνω
ανασκέλωσα	=	ανασκελώνω
ανασκέλωσαν	=	ανασκελώνω
ανασκέλωσε	=	ανασκελώνω
ανασκέλωσες	=	ανασκελώνω
ανασκίρτημα	noun	ελαφρύ τίναγμα, ελαφριά αναπήδηση, σκίρτημα
ανασκίρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκίρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκίρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκίρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκίρτηση	noun	το ανασκίρτημα, ελαφριά αναπήδηση, ελαφρύ τίναγμα
ανασκίρτησης	noun	γενική ενικού του ανασκίρτηση
ανασκαβόμασταν	=	ανασκάβω
ανασκαβόμαστε	=	ανασκάβω
ανασκαβόμουν	=	ανασκάβω
ανασκαβόμουνα	=	ανασκάβω
ανασκαβόντουσαν	=	ανασκάβω
ανασκαβόσασταν	=	ανασκάβω
ανασκαβόσαστε	=	ανασκάβω
ανασκαβόσουν	=	ανασκάβω
ανασκαβόσουνα	=	ανασκάβω
ανασκαβόταν	=	ανασκάβω
ανασκαβότανε	=	ανασκάβω
ανασκαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκάλεμα
ανασκαλέματος	noun	γενική ενικού του ανασκάλεμα
ανασκαλέψαμε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψαν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψανε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψατε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψει	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψεις	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψετε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψομε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψου	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψουμε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψουν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψουνε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψτε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλέψω	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκάλεμα
ανασκαλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκαλεμένο
ανασκαλεμένε	verb	κλητική ενικού του ανασκαλεμένος
ανασκαλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκαλεμένη
ανασκαλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκαλεμένος
ανασκαλεμένης	verb	γενική ενικού του ανασκαλεμένη
ανασκαλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασκαλεμένος
ανασκαλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκαλεμένος
ανασκαλεμένος	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασκαλεμένος
ανασκαλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασκαλεμένος
ανασκαλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασκαλεμένος
ανασκαλευμένος	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτήκαμε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτήκαν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτήκανε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτήκατε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτεί	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτείς	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτείτε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτούμε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτούν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτούνε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευτώ	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόμασταν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόμαστε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόμουν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόμουνα	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόντουσαν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόσασταν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόσαστε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόσουν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόσουνα	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευόταν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλευότανε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύαμε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύαν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύανε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύατε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύει	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύεις	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύεσαι	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύεστε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύεται	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύετε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύομαι	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύομε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύονται	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύονταν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύοντας	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύου	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύουμε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύουν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύουνε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύτε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύτηκα	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύτηκαν	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύτηκε	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύτηκες	=	ανασκαλεύω
ανασκαλεύω	verb	σκαλίζω, σκάβω, σγαρλίζω
ανασκαλώναμε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώναν	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνανε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνατε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνει	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνεις	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνετε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνοντας	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνουμε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνουν	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνουνε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώνω	verb	σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι
ανασκαλώσαμε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώσαν	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώσανε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώσατε	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώσει	=	ανασκαλώνω
ανασκαλώστε	=	ανασκαλώνω
ανασκαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκαμμένο
ανασκαμμένε	verb	κλητική ενικού του ανασκαμμένος
ανασκαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκαμμένη
ανασκαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκαμμένος
ανασκαμμένης	verb	γενική ενικού του ανασκαμμένη
ανασκαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασκαμμένος
ανασκαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκαμμένος
ανασκαμμένος	=	ανασκάβω
ανασκαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασκαμμένος
ανασκαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασκαμμένος
ανασκαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασκαμμένος
ανασκαπτόμασταν	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόμαστε	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόμενος	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόμουν	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόμουνα	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόντουσαν	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόσασταν	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόσαστε	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόσουν	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόσουνα	=	ανασκάπτω
ανασκαπτόταν	=	ανασκάπτω
ανασκαπτότανε	=	ανασκάπτω
ανασκαφέα	=	ανασκαφέας
ανασκαφέας	noun	ο αρχαιολόγος που συμμετέχει σε αρχαιολογική ανασκαφή
ανασκαφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκαφή
ανασκαφέων	=	ανασκαφέας
ανασκαφή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκάπτω, το σκάψιμο της γης για ανεύρεση αρχαίων ή προϊστορικών αντικειμένων και λειψάνων
ανασκαφήκαμε	=	ανασκάπτω
ανασκαφήκαν	=	ανασκάπτω
ανασκαφήκανε	=	ανασκάπτω
ανασκαφήκατε	=	ανασκάπτω
ανασκαφής	=	ανασκαφή
ανασκαφεί	=	ανασκάπτω
ανασκαφείς	=	ανασκαφέας
ανασκαφείτε	=	ανασκάπτω
ανασκαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανασκαφικός	adv	με ανασκαφή
ανασκαφικέ	adj	κλητική ενικού του ανασκαφικός
ανασκαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκαφική
ανασκαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκαφικός
ανασκαφικής	adj	γενική ενικού του ανασκαφική
ανασκαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκαφικός
ανασκαφικού	adj	γενική ενικού του ανασκαφικός
ανασκαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασκαφικός
ανασκαφικό	adj	αιτιατική ενικού του ανασκαφικός
ανασκαφικός	adj	ο σχετικός με την ανασκαφή, που βοηθά στην ανασκαφή
ανασκαφικών	adj	γενική πληθυντικού του ανασκαφικός
ανασκαφούμε	=	ανασκάπτω
ανασκαφούν	=	ανασκάπτω
ανασκαφούνε	=	ανασκάπτω
ανασκαφτήκαμε	=	ανασκάβω
ανασκαφτήκαν	=	ανασκάβω
ανασκαφτήκανε	=	ανασκάβω
ανασκαφτήκατε	=	ανασκάβω
ανασκαφτεί	=	ανασκάβω
ανασκαφτείς	=	ανασκάβω
ανασκαφτείτε	=	ανασκάβω
ανασκαφτούμε	=	ανασκάβω
ανασκαφτούν	=	ανασκάβω
ανασκαφτούνε	=	ανασκάβω
ανασκαφτόμασταν	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόμαστε	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόμουν	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόμουνα	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόντουσαν	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόσασταν	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόσαστε	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόσουν	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόσουνα	=	ανασκάφτω
ανασκαφτόταν	=	ανασκάφτω
ανασκαφτότανε	=	ανασκάφτω
ανασκαφτώ	=	ανασκάβω
ανασκαφώ	=	ανασκάπτω
ανασκαφών	=	ανασκαφή
ανασκελά	=	ανασκελάς
ανασκελάδες	=	ανασκελάς
ανασκελάδων	=	ανασκελάς
ανασκελάς	noun	στη λαϊκή παράδοση αναφέρεται ως στοιχειό με μορφή γαϊδάρου ή ανθρώπου που το ένα του πόδι είναι γαϊδάρου ή με μορφή βοδιού -σε περιοχές της Κρήτης θεωρείται ο διάβολος μεταμορφωμένος
ανασκελωθήκαμε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωθήκαν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωθήκανε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωθήκατε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωθεί	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωθείτε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκέλωμα
ανασκελωμένος	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόμασταν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόμαστε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόμουν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόμουνα	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόντουσαν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόσασταν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόσαστε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόσουν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόσουνα	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνόταν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελωνότανε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώθηκα	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώθηκαν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώθηκε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώθηκες	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκέλωμα
ανασκελώματος	noun	γενική ενικού του ανασκέλωμα
ανασκελώναμε	=	ανασκελώνω
ανασκελώναν	=	ανασκελώνω
ανασκελώνανε	=	ανασκελώνω
ανασκελώνατε	=	ανασκελώνω
ανασκελώνει	=	ανασκελώνω
ανασκελώνεις	=	ανασκελώνω
ανασκελώνεσαι	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώνεστε	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώνεται	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώνετε	=	ανασκελώνω
ανασκελώνομαι	verb|dated	με ρίχνουν και πέφτω ανάσκελα, βρίσκομαι σε ύπτια θέση
ανασκελώνονται	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώνονταν	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώνοντας	=	ανασκελώνω
ανασκελώνου	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώνουμε	=	ανασκελώνω
ανασκελώνουν	=	ανασκελώνω
ανασκελώνουνε	=	ανασκελώνω
ανασκελώνω	verb	ρίχνω κάποιον ανάσκελα, τον ρίχνω και πέφτει με την πλάτη, βρίσκεται σε ύπτια θέση
ανασκελώσαμε	=	ανασκελώνω
ανασκελώσαν	=	ανασκελώνω
ανασκελώσανε	=	ανασκελώνω
ανασκελώσατε	=	ανασκελώνω
ανασκελώσει	=	ανασκελώνω
ανασκελώσου	=	ανασκελώνομαι
ανασκελώστε	=	ανασκελώνω
ανασκευάζαμε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζαν	=	ανασκευάζω
ανασκευάζανε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζατε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζει	=	ανασκευάζω
ανασκευάζεις	=	ανασκευάζω
ανασκευάζεσαι	=	ανασκευάζω
ανασκευάζεστε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζεται	=	ανασκευάζω
ανασκευάζετε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζομαι	=	ανασκευάζω
ανασκευάζομε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζονται	=	ανασκευάζω
ανασκευάζονταν	=	ανασκευάζω
ανασκευάζοντας	=	ανασκευάζω
ανασκευάζουμε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζουν	=	ανασκευάζω
ανασκευάζουνε	=	ανασκευάζω
ανασκευάζω	verb	αντικρούω τα επιχειρήματα υπέρ αντίθετης άποψης, αποδεικνύω ότι δεν ευσταθούν
ανασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσαν	=	ανασκευάζω
ανασκευάσανε	=	ανασκευάζω
ανασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκευάσιμο
ανασκευάσιμε	adj	κλητική ενικού του ανασκευάσιμος
ανασκευάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκευάσιμη
ανασκευάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκευάσιμος
ανασκευάσιμης	adj	γενική ενικού του ανασκευάσιμη
ανασκευάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανασκευάσιμος
ανασκευάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκευάσιμος
ανασκευάσιμος	adj	που είναι δυνατόν να ανασκευαστεί
ανασκευάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασκευάσιμος
ανασκευάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασκευάσιμος
ανασκευάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασκευάσιμος
ανασκευάσομε	=	ανασκευάζω
ανασκευάσου	=	ανασκευάζω
ανασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάσουνε	=	ανασκευάζω
ανασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευάστηκα	=	ανασκευάζω
ανασκευάστηκαν	=	ανασκευάζω
ανασκευάστηκε	=	ανασκευάζω
ανασκευάστηκες	=	ανασκευάζω
ανασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκευές	=	ανασκευή
ανασκευή	noun	το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκευάζω, η αλλαγή μιας επίσημης δήλωσης (π.χ. μαρτυρικής κατάθεσης) από τον ίδιο το μάρτυρα ή η απόδειξη από άλλους ότι η συγκεκριμένη δήλωση ή επιχείρημα δεν ευσταθούσε
ανασκευής	=	ανασκευή
ανασκευαζόμασταν	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόμαστε	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόμουν	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόμουνα	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόντουσαν	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόσασταν	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόσαστε	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόσουν	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόσουνα	=	ανασκευάζω
ανασκευαζόταν	=	ανασκευάζω
ανασκευαζότανε	=	ανασκευάζω
ανασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκευασμένο
ανασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του ανασκευασμένος
ανασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκευασμένη
ανασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκευασμένος
ανασκευασμένης	verb	γενική ενικού του ανασκευασμένη
ανασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασκευασμένος
ανασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκευασμένος
ανασκευασμένος	=	ανασκευάζω
ανασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασκευασμένος
ανασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασκευασμένος
ανασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασκευασμένος
ανασκευαστές	=	ανασκευαστής
ανασκευαστή	=	ανασκευαστής
ανασκευαστήκαμε	=	ανασκευάζω
ανασκευαστήκαν	=	ανασκευάζω
ανασκευαστήκανε	=	ανασκευάζω
ανασκευαστήκατε	=	ανασκευάζω
ανασκευαστής	noun	άτομο το οποίο ανασκευάζει
ανασκευαστεί	=	ανασκευάζω
ανασκευαστείς	=	ανασκευάζω
ανασκευαστείτε	=	ανασκευάζω
ανασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκευαστικό
ανασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του ανασκευαστικός
ανασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκευαστική
ανασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκευαστικός
ανασκευαστικής	adj	γενική ενικού του ανασκευαστική
ανασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκευαστικός
ανασκευαστικού	adj	γενική ενικού του ανασκευαστικός
ανασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασκευαστικός
ανασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανασκευαστικός
ανασκευαστικός	adj	που ανασκευάζει, που με αυτόν αλλάζει προηγουμενη δήλωση ως αναληθής
ανασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανασκευαστικός
ανασκευαστούμε	=	ανασκευάζω
ανασκευαστούν	=	ανασκευάζω
ανασκευαστούνε	=	ανασκευάζω
ανασκευαστώ	=	ανασκευάζω
ανασκευαστών	=	ανασκευαστής
ανασκευών	=	ανασκευή
ανασκεύαζα	=	ανασκευάζω
ανασκεύαζαν	=	ανασκευάζω
ανασκεύαζε	=	ανασκευάζω
ανασκεύαζες	=	ανασκευάζω
ανασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκευάζω
ανασκιρτάω	=	ανασκιρτώ
ανασκιρτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκίρτημα
ανασκιρτήματος	noun	γενική ενικού του ανασκίρτημα
ανασκιρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκίρτηση
ανασκιρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανασκίρτηση
ανασκιρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκιρτώ
ανασκιρτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκίρτημα
ανασκιρτούσα	=	ανασκιρτώ
ανασκιρτώ	verb	τινάζομαι ελαφρά από ξάφνιασμα, φόβο ή λαχτάρα, σκιρτώ
ανασκιρτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανασκιρτάω / ανασκιρτώ
ανασκολοπίζαμε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζαν	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζανε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζατε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζει	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζεις	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζετε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζομαι	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζοντας	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζουμε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζουν	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζουνε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίζω	verb|formal	σκοτώνω κάποιον με παλούκωμα, παλουκώνω, ανθρωποδιεμβάλλω
ανασκολοπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσαν	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσανε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκολόπιση
ανασκολοπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκολόπιση
ανασκολοπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανασκολόπιση
ανασκολοπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολοπισμέ	noun	κλητική ενικού του ανασκολοπισμός
ανασκολοπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκολοπισμένο
ανασκολοπισμένε	verb	κλητική ενικού του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκολοπισμένη
ανασκολοπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμένης	verb	γενική ενικού του ανασκολοπισμένη
ανασκολοπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασκολοπισμένος
ανασκολοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκολοπισμός
ανασκολοπισμού	noun	γενική ενικού του ανασκολοπισμός
ανασκολοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανασκολοπισμός
ανασκολοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανασκολοπισμός
ανασκολοπισμός	noun	η πράξη ή αποτέλεσμα του ανασκολοπίζω
ανασκολοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανασκολοπισμός
ανασκολόπιζα	=	ανασκολοπίζω
ανασκολόπιζαν	=	ανασκολοπίζω
ανασκολόπιζε	=	ανασκολοπίζω
ανασκολόπιζες	=	ανασκολοπίζω
ανασκολόπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολόπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολόπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολόπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκολοπίζω
ανασκολόπιση	noun	άλλη μορφή του ανασκολοπισμός
ανασκολόπισης	noun	γενική ενικού του ανασκολόπιση
ανασκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήσαν	=	ανασκοπώ
ανασκοπήσανε	=	ανασκοπώ
ανασκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκόπηση
ανασκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκόπηση
ανασκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανασκόπηση
ανασκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκοπεί	=	ανασκοπώ
ανασκοπείς	=	ανασκοπώ
ανασκοπείτε	=	ανασκοπώ
ανασκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκοπικό
ανασκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ανασκοπικός
ανασκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκοπική
ανασκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκοπικός
ανασκοπικής	adj	γενική ενικού του ανασκοπική
ανασκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκοπικός
ανασκοπικού	adj	γενική ενικού του ανασκοπικός
ανασκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασκοπικός
ανασκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ανασκοπικός
ανασκοπικός	adj	που έχει σχέση με ανασκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανασκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ανασκοπικός
ανασκοπούμαι	=	ανασκοπώ
ανασκοπούμε	=	ανασκοπώ
ανασκοπούν	=	ανασκοπώ
ανασκοπούνε	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσα	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσαμε	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσαν	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσανε	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσατε	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσε	=	ανασκοπώ
ανασκοπούσες	=	ανασκοπώ
ανασκοπώ	verb	επανεξετάζω
ανασκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανασκοπώ
ανασκουμπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωθούμε	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανασκούμπωμα
ανασκουμπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκουμπωμένο
ανασκουμπωμένε	verb	κλητική ενικού του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκουμπωμένη
ανασκουμπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωμένης	verb	γενική ενικού του ανασκουμπωμένη
ανασκουμπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωμένος	verb	που έχει ανασκουμπωθεί, που είναι έτοιμος να πράξει κάτι
ανασκουμπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασκουμπωμένος
ανασκουμπωνόμουν	=	ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνομαι
ανασκουμπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασκούμπωμα
ανασκουμπώματος	noun	γενική ενικού του ανασκούμπωμα
ανασκουμπώναμε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώναν	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνανε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνατε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνει	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνεις	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνετε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνομαι	verb	σηκώνω τα μανίκια ψηλά, για να κάνω μια δουλειά
ανασκουμπώνοντας	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνουμε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνουν	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνουνε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώνω	verb	σηκώνω (τα μανίκια) ψηλά, για να κάνω μια δουλειά
ανασκουμπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσαν	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσανε	=	ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκουμπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκούμπωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανασκουμπώνω
ανασκούμπωνα	=	ανασκουμπώνω
ανασκούμπωναν	=	ανασκουμπώνω
ανασκούμπωνε	=	ανασκουμπώνω
ανασκούμπωνες	=	ανασκουμπώνω
ανασκούμπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκούμπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκούμπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκούμπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκουμπώνω
ανασκόπει	=	ανασκοπώ
ανασκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασκοπώ
ανασκόπηση	noun	η σύντομη επανεξέταση και παρουσίαση των σημαντικότερων στοιχείων ενός συνόλου, κυρίως γεγονότων του παρελθόντος
ανασκόπησης	noun	γενική ενικού του ανασκόπηση
ανασονιού	=	ανασόνι
ανασονιών	=	ανασόνι
ανασπάζεσαι	=	ανασπάζομαι
ανασπάζεστε	=	ανασπάζομαι
ανασπάζεται	=	ανασπάζομαι
ανασπάζομαι	verb|literary	άλλη μορφή του ασπάζομαι
ανασπάζονται	=	ανασπάζομαι
ανασπάζονταν	=	ανασπάζομαι
ανασπάζου	=	ανασπάζομαι
ανασπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάσεων	=	ανάσπαση
ανασπάσου	=	ανασπάζομαι
ανασπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπάστηκα	=	ανασπάζομαι
ανασπάστηκαν	=	ανασπάζομαι
ανασπάστηκε	=	ανασπάζομαι
ανασπάστηκες	=	ανασπάζομαι
ανασπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασπώ
ανασπαζόμασταν	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόμαστε	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόμουν	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόμουνα	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόντουσαν	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόσασταν	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόσαστε	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόσουν	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόσουνα	=	ανασπάζομαι
ανασπαζόταν	=	ανασπάζομαι
ανασπαζότανε	=	ανασπάζομαι
ανασπασμένος	=	ανασπάζομαι
ανασπαστήκαμε	=	ανασπάζομαι
ανασπαστήκαν	=	ανασπάζομαι
ανασπαστήκανε	=	ανασπάζομαι
ανασπαστήκατε	=	ανασπάζομαι
ανασπαστεί	=	ανασπάζομαι
ανασπαστείτε	=	ανασπάζομαι
ανασπώ	verb	ανασύρω
ανασπώμαι	=	ανασπώ
ανασπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανασπώ
ανασσών	noun	γενική πληθυντικού του άνασσα
αναστάλθηκα	=	αναστέλλω
αναστάλθηκαν	=	αναστέλλω
αναστάλθηκε	=	αναστέλλω
αναστάλθηκες	=	αναστέλλω
αναστάλματα	=	ανάσταλμα
αναστάλματος	=	ανάσταλμα
αναστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσταση
αναστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάσταση
αναστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάσταση
αναστάσιμα	adv	κατά την περίοδο της ανάστασης του Χριστού ή κατά την Κυριακή της Ανάστασης
αναστάσιμε	adj	κλητική ενικού του αναστάσιμος
αναστάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστάσιμη
αναστάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστάσιμος
αναστάσιμης	adj	γενική ενικού του αναστάσιμη
αναστάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναστάσιμος
αναστάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστάσιμος
αναστάσιμος	adj	που έχει σχέση με την ανάσταση του Χριστού ή αναφέρεται σ’ αυτή
αναστάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστάσιμος
αναστάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναστάσιμος
αναστάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστάσιμος
αναστάτωμα	noun	άλλη γραφή του αναστάτωση, η ταραχή
αναστάτωνα	=	αναστατώνω
αναστάτωναν	=	αναστατώνω
αναστάτωνε	=	αναστατώνω
αναστάτωνες	=	αναστατώνω
αναστάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστάτωση	noun	η αναταραχή, η ταραχή, το κομφούζιο, η προβληματική λειτουργία σε μηχανισμούς με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα
αναστάτωσης	noun	γενική ενικού του αναστάτωση
αναστέλλαμε	=	αναστέλλω
αναστέλλαν	=	αναστέλλω
αναστέλλανε	=	αναστέλλω
αναστέλλατε	=	αναστέλλω
αναστέλλει	=	αναστέλλω
αναστέλλεις	=	αναστέλλω
αναστέλλεσαι	=	αναστέλλω
αναστέλλεστε	=	αναστέλλω
αναστέλλεται	=	αναστέλλω
αναστέλλετε	=	αναστέλλω
αναστέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναστέλλω
αναστέλλομε	=	αναστέλλω
αναστέλλον	=	αναστέλλων
αναστέλλοντα	=	αναστέλλων
αναστέλλονται	=	αναστέλλω
αναστέλλονταν	=	αναστέλλω
αναστέλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναστέλλω
αναστέλλοντες	=	αναστέλλων
αναστέλλοντος	=	αναστέλλων
αναστέλλουμε	=	αναστέλλω
αναστέλλουν	=	αναστέλλω
αναστέλλουνε	=	αναστέλλω
αναστέλλουσα	=	αναστέλλων
αναστέλλουσας	=	αναστέλλων
αναστέλλουσες	=	αναστέλλων
αναστέλλω	verb	σταματώ κάτι ίσως προσωρινά ίσως και για πάντα, αναβάλλω κάτι μάλλον για πολύ, όμως δεν το ακυρώνω και επίσημα οριστικά
αναστέλλων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναστέλλω
αναστέναγμα	noun	ο αναστεναγμός
αναστέναζα	=	αναστενάζω
αναστέναζαν	=	αναστενάζω
αναστέναζε	=	αναστενάζω
αναστέναζες	=	αναστενάζω
αναστέναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστέναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστέναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστέναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστένω	=	ανασταίνω
αναστήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστήλιωσα	=	αναστηλιώνω
αναστήλωνα	=	αναστηλώνω
αναστήλωναν	=	αναστηλώνω
αναστήλωνε	=	αναστηλώνω
αναστήλωνες	=	αναστηλώνω
αναστήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστήλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αναστηλώνω
αναστήλωσης	noun	γενική ενικού του αναστήλωση
αναστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάστημα
αναστήματος	noun	γενική ενικού του ανάστημα
αναστήνω	verb	άλλη γραφή του ανασταίνω, ξαναστήνω κάτι ψηλά, ξαναζωντανεύω κάτι-κάποιον, αναθρέφω
αναστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστήσαν	=	ανασταίνω
αναστήσανε	=	ανασταίνω
αναστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστήσεις	=	ανασταίνω
αναστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστήσομε	=	ανασταίνω
αναστήσου	=	ανασταίνομαι
αναστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστήσουνε	=	ανασταίνω
αναστήστε	=	ανασταίνω
αναστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
ανασταίναμε	=	ανασταίνω
ανασταίναν	=	ανασταίνω
ανασταίνανε	=	ανασταίνω
ανασταίνατε	=	ανασταίνω
ανασταίνει	=	ανασταίνω
ανασταίνεις	=	ανασταίνω
ανασταίνεσαι	=	ανασταίνομαι
ανασταίνεστε	=	ανασταίνομαι
ανασταίνεται	=	ανασταίνομαι
ανασταίνετε	=	ανασταίνω
ανασταίνομαι	verb	επανέρχομαι στη ζωή ενώ είχα πεθάνει
ανασταίνομε	=	ανασταίνω
ανασταίνονται	=	ανασταίνομαι
ανασταίνονταν	=	ανασταίνομαι
ανασταίνοντας	=	ανασταίνω
ανασταίνου	=	ανασταίνομαι
ανασταίνουμε	=	ανασταίνω
ανασταίνουν	=	ανασταίνω
ανασταίνουνε	=	ανασταίνω
ανασταίνω	verb	επαναφέρω θαυματουργά κάποιον νεκρό στη ζωή
ανασταινόμασταν	=	ανασταίνομαι
ανασταινόμαστε	=	ανασταίνομαι
ανασταινόμουν	=	ανασταίνομαι
ανασταινόμουνα	=	ανασταίνομαι
ανασταινόντουσαν	=	ανασταίνομαι
ανασταινόσασταν	=	ανασταίνομαι
ανασταινόσαστε	=	ανασταίνομαι
ανασταινόσουν	=	ανασταίνομαι
ανασταινόσουνα	=	ανασταίνομαι
ανασταινόταν	=	ανασταίνομαι
ανασταινότανε	=	ανασταίνομαι
ανασταλεί	=	αναστέλλω
ανασταλείς	=	αναστέλλω
ανασταλείτε	=	αναστέλλω
ανασταλθήκαμε	=	αναστέλλω
ανασταλθήκαν	=	αναστέλλω
ανασταλθήκανε	=	αναστέλλω
ανασταλθήκατε	=	αναστέλλω
ανασταλμάτων	=	ανάσταλμα
ανασταλούμε	=	αναστέλλω
ανασταλούν	=	αναστέλλω
ανασταλούνε	=	αναστέλλω
ανασταλτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασταλτό
ανασταλτέ	adj	κλητική ενικού του ανασταλτός
ανασταλτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασταλτή
ανασταλτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασταλτός
ανασταλτής	adj	γενική ενικού του ανασταλτή
ανασταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανασταλτικός	adv	με ανασταλτική δράση
ανασταλτικέ	adj	κλητική ενικού του ανασταλτικός
ανασταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασταλτική
ανασταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασταλτικός
ανασταλτικής	adj	γενική ενικού του ανασταλτική
ανασταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασταλτικός
ανασταλτικού	adj	γενική ενικού του ανασταλτικός
ανασταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασταλτικός
ανασταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανασταλτικός
ανασταλτικός	adj	που προκαλεί αναστολή
ανασταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανασταλτικός
ανασταλτικώς	adv	με ανασταλτική δράση
ανασταλτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασταλτός
ανασταλτού	adj	γενική ενικού του ανασταλτός
ανασταλτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασταλτός
ανασταλτό	adj	αιτιατική ενικού του ανασταλτός
ανασταλτός	adj|formal	που μπορεί να ανασταλλεί
ανασταλτών	adj	γενική πληθυντικού του ανασταλτός
ανασταλώ	=	αναστέλλομαι
αναστατικά	=	αναστατικός
αναστατικέ	=	αναστατικός
αναστατικές	=	αναστατικός
αναστατική	=	αναστατικός
αναστατικής	=	αναστατικός
αναστατικοί	=	αναστατικός
αναστατικού	=	αναστατικός
αναστατικούς	=	αναστατικός
αναστατικό	=	αναστατικός
αναστατικός	adj	ο τρόπος ή η τεχνική που αναπαράγει πιστά ένα ήδη τυπωμένο κείμενο ή έντυπο, συνήθως με φωτομηχανικά μέσα και χωρίς ουσιαστική επέμβαση στο πρωτότυπο
αναστατικών	=	αναστατικός
αναστατωθήκαμε	=	αναστατώνομαι
αναστατωθήκαν	=	αναστατώνομαι
αναστατωθήκανε	=	αναστατώνομαι
αναστατωθήκατε	=	αναστατώνομαι
αναστατωθεί	=	αναστατώνομαι
αναστατωθείς	=	αναστατώνω
αναστατωθείτε	=	αναστατώνομαι
αναστατωθούμε	=	αναστατώνω
αναστατωθούν	=	αναστατώνω
αναστατωθούνε	=	αναστατώνω
αναστατωθώ	=	αναστατώνω
αναστατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναστάτωμα
αναστατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστατωμένο
αναστατωμένε	verb	κλητική ενικού του αναστατωμένος
αναστατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστατωμένη
αναστατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστατωμένος
αναστατωμένης	verb	γενική ενικού του αναστατωμένη
αναστατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναστατωμένος
αναστατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστατωμένος
αναστατωμένος	verb	που έχει αναστατωθεί, που έχει ανησυχήσει για κάτι
αναστατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστατωμένος
αναστατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναστατωμένος
αναστατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστατωμένος
αναστατωνόμασταν	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόμαστε	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόμουν	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόμουνα	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόντουσαν	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόσασταν	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόσαστε	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόσουν	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόσουνα	=	αναστατώνομαι
αναστατωνόταν	=	αναστατώνομαι
αναστατωνότανε	=	αναστατώνομαι
αναστατώθηκα	=	αναστατώνομαι
αναστατώθηκαν	=	αναστατώνομαι
αναστατώθηκε	=	αναστατώνομαι
αναστατώθηκες	=	αναστατώνομαι
αναστατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστάτωμα
αναστατώματος	noun	γενική ενικού του αναστάτωμα
αναστατώναμε	=	αναστατώνω
αναστατώναν	=	αναστατώνω
αναστατώνανε	=	αναστατώνω
αναστατώνατε	=	αναστατώνω
αναστατώνει	=	αναστατώνω
αναστατώνεις	=	αναστατώνω
αναστατώνεσαι	=	αναστατώνομαι
αναστατώνεστε	=	αναστατώνομαι
αναστατώνεται	=	αναστατώνομαι
αναστατώνετε	=	αναστατώνω
αναστατώνομαι	verb	ταράζομαι από μια δυσάρεστη είδηση.
αναστατώνομε	=	αναστατώνω
αναστατώνονται	=	αναστατώνομαι
αναστατώνονταν	=	αναστατώνομαι
αναστατώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναστατώνω
αναστατώνου	=	αναστατώνομαι
αναστατώνουμε	=	αναστατώνω
αναστατώνουν	=	αναστατώνω
αναστατώνουνε	=	αναστατώνω
αναστατώνω	verb	διασαλεύω σημαντικά την τάξη, ανακατεύω αντικείμενα, φέρνω τα πάνω-κάτω, προκαλώ ακαταστασία
αναστατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσαν	=	αναστατώνω
αναστατώσανε	=	αναστατώνω
αναστατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστάτωση
αναστατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναστάτωση
αναστατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναστάτωση
αναστατώσομε	=	αναστατώνω
αναστατώσου	=	αναστατώνομαι
αναστατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσουνε	=	αναστατώνω
αναστατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστατώνω
αναστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλαν	=	αναστέλλω
αναστείλανε	=	αναστέλλω
αναστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλομε	=	αναστέλλω
αναστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλουνε	=	αναστέλλω
αναστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
αναστελλουσών	=	αναστέλλων
αναστελλούσης	=	αναστέλλων
αναστελλόμασταν	=	αναστέλλω
αναστελλόμαστε	=	αναστέλλω
αναστελλόμενος	=	αναστέλλω
αναστελλόμουν	=	αναστέλλω
αναστελλόμουνα	=	αναστέλλω
αναστελλόντουσαν	=	αναστέλλω
αναστελλόντων	=	αναστέλλων
αναστελλόσασταν	=	αναστέλλω
αναστελλόσαστε	=	αναστέλλω
αναστελλόσουν	=	αναστέλλω
αναστελλόσουνα	=	αναστέλλω
αναστελλόταν	=	αναστέλλω
αναστελλότανε	=	αναστέλλω
αναστενάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστέναγμα
αναστενάγματος	noun	γενική ενικού του αναστέναγμα
αναστενάζαμε	=	αναστενάζω
αναστενάζαν	=	αναστενάζω
αναστενάζανε	=	αναστενάζω
αναστενάζατε	=	αναστενάζω
αναστενάζει	=	αναστενάζω
αναστενάζεις	=	αναστενάζω
αναστενάζετε	=	αναστενάζω
αναστενάζομε	=	αναστενάζω
αναστενάζοντας	=	αναστενάζω
αναστενάζουμε	=	αναστενάζω
αναστενάζουν	=	αναστενάζω
αναστενάζουνε	=	αναστενάζω
αναστενάζω	verb	στενάζω, ανασαίνω εκπνέοντας βαριά (από πόνο, θλίψη, ανία, ηδονή, ανακούφιση)
αναστενάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξαν	=	αναστενάζω
αναστενάξανε	=	αναστενάζω
αναστενάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξομε	=	αναστενάζω
αναστενάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξουνε	=	αναστενάζω
αναστενάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστενάζω
αναστενάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναστενάρης
αναστενάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστενάρης
αναστενάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του αναστενάρης
αναστενάρης	noun	εκείνος που μετέχει στα αναστενάρια, το έθιμο της εκστατικής πυροβασίας ανήμερα Κωνσταντίνου και Ελένης
αναστενάρια	noun	έθιμο πυροβασίας στη γιορτή του Αγίου Κωνσταντινου και της Αγίας Ελένης
αναστενάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστενάρικο
αναστενάρικε	adj	κλητική ενικού του αναστενάρικος
αναστενάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστενάρικη
αναστενάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστενάρικος
αναστενάρικης	adj	γενική ενικού του αναστενάρικη
αναστενάρικο	adj	αιτιατική ενικού του αναστενάρικος
αναστενάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστενάρικος
αναστενάρικος	adj	που έχει σχέση με τον αναστενάρη ή τα αναστενάρια ή αναφέρεται σ’ αυτά
αναστενάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστενάρικος
αναστενάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναστενάρικος
αναστενάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστενάρικος
αναστενάρισσα	=	αναστενάρης
αναστενάρισσας	noun	γενική ενικού του αναστενάρισσα
αναστενάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστενάρισσα
αναστενάχτε	=	αναστενάζω
αναστεναγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αναστέναγμα
αναστεναγμέ	noun	κλητική ενικού του αναστεναγμός
αναστεναγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστεναγμός
αναστεναγμού	noun	γενική ενικού του αναστεναγμός
αναστεναγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναστεναγμός
αναστεναγμό	noun	αιτιατική ενικού του αναστεναγμός
αναστεναγμός	noun	ο στεναγμός, το βογκητό, η παρατεταμένη και σχετικά ηχηρή εκπνοή που βγάζει κάποιος όταν είναι στενοχωρημένος ή όταν ερωτοτροπεί ή όταν αισθάνεται ανακούφιση
αναστεναγμών	noun	γενική πληθυντικού του αναστεναγμός
αναστεναμένα	=	αναστεναμένος
αναστεναμένε	=	αναστεναμένος
αναστεναμένες	=	αναστεναμένος
αναστεναμένη	=	αναστεναμένος
αναστεναμένης	=	αναστεναμένος
αναστεναμένο	=	αναστεναμένος
αναστεναμένοι	=	αναστεναμένος
αναστεναμένος	verb	καημένος, ταλαίπωρος
αναστεναμένου	=	αναστεναμένος
αναστεναμένους	=	αναστεναμένος
αναστεναμένων	=	αναστεναμένος
αναστεναρίων	=	αναστενάρια
αναστεναρισσών	noun	γενική πληθυντικού του αναστενάρισσα
αναστηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστηθήκαν	=	ανασταίνομαι
αναστηθήκανε	=	ανασταίνομαι
αναστηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνω
αναστηθούνε	=	ανασταίνω
αναστηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασταίνομαι
αναστηλιώνομαι	=	αναστηλιώνω
αναστηλιώνω	verb	άλλη μορφή του αναστηλώνω
αναστηλωθήκαμε	=	αναστηλώνω
αναστηλωθήκαν	=	αναστηλώνω
αναστηλωθήκανε	=	αναστηλώνω
αναστηλωθήκατε	=	αναστηλώνω
αναστηλωθεί	=	αναστηλώνω
αναστηλωθείς	=	αναστηλώνω
αναστηλωθείτε	=	αναστηλώνω
αναστηλωθούμε	=	αναστηλώνω
αναστηλωθούν	=	αναστηλώνω
αναστηλωθούνε	=	αναστηλώνω
αναστηλωθώ	=	αναστηλώνω
αναστηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστηλωμένο
αναστηλωμένε	verb	κλητική ενικού του αναστηλωμένος
αναστηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστηλωμένη
αναστηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστηλωμένος
αναστηλωμένης	verb	γενική ενικού του αναστηλωμένη
αναστηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναστηλωμένος
αναστηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστηλωμένος
αναστηλωμένος	=	αναστηλώνω
αναστηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστηλωμένος
αναστηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναστηλωμένος
αναστηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστηλωμένος
αναστηλωνόμασταν	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόμαστε	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόμουν	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόμουνα	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόντουσαν	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόσασταν	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόσαστε	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόσουν	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόσουνα	=	αναστηλώνω
αναστηλωνόταν	=	αναστηλώνω
αναστηλωνότανε	=	αναστηλώνω
αναστηλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστηλωτικό
αναστηλωτικέ	adj	κλητική ενικού του αναστηλωτικός
αναστηλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστηλωτική
αναστηλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστηλωτικός
αναστηλωτικής	adj	γενική ενικού του αναστηλωτική
αναστηλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστηλωτικός
αναστηλωτικού	adj	γενική ενικού του αναστηλωτικός
αναστηλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναστηλωτικός
αναστηλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναστηλωτικός
αναστηλωτικός	adj	σχετικός με την αναστήλωση, τις σχετικές εργασίες για την αποκατάσταση μνημείου
αναστηλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναστηλωτικός
αναστηλώθηκα	=	αναστηλώνω
αναστηλώθηκαν	=	αναστηλώνω
αναστηλώθηκε	=	αναστηλώνω
αναστηλώθηκες	=	αναστηλώνω
αναστηλώναμε	=	αναστηλώνω
αναστηλώναν	=	αναστηλώνω
αναστηλώνανε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνατε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνει	=	αναστηλώνω
αναστηλώνεις	=	αναστηλώνω
αναστηλώνεσαι	=	αναστηλώνω
αναστηλώνεστε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνεται	=	αναστηλώνω
αναστηλώνετε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνομαι	=	αναστηλώνω
αναστηλώνομε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνονται	=	αναστηλώνω
αναστηλώνονταν	=	αναστηλώνω
αναστηλώνοντας	=	αναστηλώνω
αναστηλώνουμε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνουν	=	αναστηλώνω
αναστηλώνουνε	=	αναστηλώνω
αναστηλώνω	verb	αποκαθιστώ ένα αξιόλογο κτίσμα (μνημείο) στην αρχική του μορφή, ανακαινίζω
αναστηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσαν	=	αναστηλώνω
αναστηλώσανε	=	αναστηλώνω
αναστηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστήλωση
αναστηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναστήλωση
αναστηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναστήλωση
αναστηλώσομε	=	αναστηλώνω
αναστηλώσου	=	αναστηλώνω
αναστηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσουνε	=	αναστηλώνω
αναστηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστηλώνω
αναστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάστημα
αναστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστημένο
αναστημένε	verb	κλητική ενικού του αναστημένος
αναστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστημένη
αναστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστημένος
αναστημένης	verb	γενική ενικού του αναστημένη
αναστημένο	verb	αιτιατική ενικού του αναστημένος
αναστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστημένος
αναστημένος	=	ανασταίνω
αναστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστημένος
αναστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναστημένος
αναστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστημένος
αναστημόμετρα	=	αναστημόμετρο
αναστημόμετρο	noun	όργανο σχεδιασμένο για την ακριβή μέτρηση του ύψους ενός ατόμου σε όρθια στάση, είτε με μηχανικό είτε με ηλεκτρονικό τρόπο
αναστημόμετρου	=	αναστημόμετρο
αναστημόμετρων	=	αναστημόμετρο
αναστιγματικά	=	αναστιγματικός
αναστιγματικέ	=	αναστιγματικός
αναστιγματικές	=	αναστιγματικός
αναστιγματική	=	αναστιγματικός
αναστιγματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αναστιγματική) του αναστιγματικός
αναστιγματικοί	=	αναστιγματικός
αναστιγματικού	=	αναστιγματικός
αναστιγματικούς	=	αναστιγματικός
αναστιγματικό	=	αναστιγματικός
αναστιγματικός	adj	που δεν είναι αστιγματικός
αναστιγματικών	=	αναστιγματικός
αναστολέα	=	αναστολέας
αναστολέας	noun	που αναστέλλει
αναστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστολή
αναστολέων	=	αναστολέας
αναστολέως	=	αναστολέας
αναστολή	noun	η διακοπή μιας ενέργειας για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα
αναστολής	noun	γενική ενικού του αναστολή
αναστολείς	=	αναστολέας
αναστολών	noun	γενική πληθυντικού του αναστολή
αναστομωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστομωμένο
αναστομωμένε	verb	κλητική ενικού του αναστομωμένος
αναστομωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστομωμένη
αναστομωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστομωμένος
αναστομωμένης	verb	γενική ενικού του αναστομωμένη
αναστομωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναστομωμένος
αναστομωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστομωμένος
αναστομωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναστομώνω
αναστομωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστομωμένος
αναστομωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναστομωμένος
αναστομωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστομωμένος
αναστομωτικά	=	αναστομωτικός
αναστομωτικέ	=	αναστομωτικός
αναστομωτικές	=	αναστομωτικός
αναστομωτική	=	αναστομωτικός
αναστομωτικής	=	αναστομωτικός
αναστομωτικοί	=	αναστομωτικός
αναστομωτικού	=	αναστομωτικός
αναστομωτικούς	=	αναστομωτικός
αναστομωτικό	=	αναστομωτικός
αναστομωτικός	adj	που έχει σχέση με την αναστόμωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αναστομωτικών	=	αναστομωτικός
αναστομώναμε	=	αναστομώνω
αναστομώναν	=	αναστομώνω
αναστομώνανε	=	αναστομώνω
αναστομώνατε	=	αναστομώνω
αναστομώνει	=	αναστομώνω
αναστομώνεις	=	αναστομώνω
αναστομώνετε	=	αναστομώνω
αναστομώνομαι	=	αναστομώνω
αναστομώνοντας	=	αναστομώνω
αναστομώνουμε	=	αναστομώνω
αναστομώνουν	=	αναστομώνω
αναστομώνουνε	=	αναστομώνω
αναστομώνω	verb	ανοίγω τρύπα ή διευρύνω μια ήδη ανοιγμένη
αναστομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώσαν	=	αναστομώνω
αναστομώσανε	=	αναστομώνω
αναστομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστόμωση
αναστομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναστόμωση
αναστομώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναστόμωση
αναστομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστορούμαι	verb	θυμάμαι
αναστοχάζομαι	verb	επανεξετάζω, αναθυμάμαι, αναμελετώ
αναστοχασμέ	noun	κλητική ενικού του αναστοχασμός
αναστοχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστοχασμός
αναστοχασμού	noun	γενική ενικού του αναστοχασμός
αναστοχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναστοχασμός
αναστοχασμό	noun	αιτιατική ενικού του αναστοχασμός
αναστοχασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αναστοχάζομαι
αναστοχασμών	noun	γενική πληθυντικού του αναστοχασμός
αναστοχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναστοχαστικός	adv	με αναστοχαστικό τρόπο
αναστοχαστικέ	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικές	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστική	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικής	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικοί	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικοτήτων	=	αναστοχαστικότητα
αναστοχαστικού	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικούς	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικό	=	αναστοχαστικός
αναστοχαστικός	adj	ο σχετικός με τον αναστοχασμό
αναστοχαστικότητα	noun	η αυτοκριτική ενδοσκόπηση και βαθύς στοχασμός ενός επιστήμονα για τον ίδιο καθώς και για τον τρόπο που κάνει μία έρευνα ή παίρνει μια απόφαση, ώστε να αφαιρέσει (στο πλαίσιο του δυνατού) από αυτήν τα προσωπικά στοιχεία που μπορεί να την επηρεάσουν, ώστε μεταξύ άλλων να αποφευχθεί και η "αυτοεκπληρούμενη προφητεία"
αναστοχαστικότητας	=	αναστοχαστικότητα
αναστοχαστικότητες	=	αναστοχαστικότητα
αναστοχαστικών	=	αναστοχαστικός
αναστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστρέφαμε	=	αναστρέφω
αναστρέφαν	=	αναστρέφω
αναστρέφανε	=	αναστρέφω
αναστρέφατε	=	αναστρέφω
αναστρέφει	=	αναστρέφω
αναστρέφεις	=	αναστρέφω
αναστρέφεσαι	=	αναστρέφω
αναστρέφεστε	=	αναστρέφω
αναστρέφεται	=	αναστρέφω
αναστρέφετε	=	αναστρέφω
αναστρέφομαι	verb	αναποδογυρίζομαι
αναστρέφομε	=	αναστρέφω
αναστρέφονται	=	αναστρέφω
αναστρέφονταν	=	αναστρέφω
αναστρέφοντας	=	αναστρέφω
αναστρέφουμε	=	αναστρέφω
αναστρέφουν	=	αναστρέφω
αναστρέφουνε	=	αναστρέφω
αναστρέφω	verb	αναποδογυρίζω
αναστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψαν	=	αναστρέφω
αναστρέψανε	=	αναστρέφω
αναστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστρέψιμο	adv	για κάτι που γίνεται με τρόπο αναστρέψιμο, που μπορεί να αναστραφεί, που μπορεί να αλλάξει (σπάνια χρήση)
αναστρέψιμε	adj	κλητική ενικού του αναστρέψιμος
αναστρέψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστρέψιμη
αναστρέψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστρέψιμος
αναστρέψιμης	adj	γενική ενικού του αναστρέψιμη
αναστρέψιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναστρέψιμος
αναστρέψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστρέψιμος
αναστρέψιμος	adj	που μπορεί να αναστραφεί, να διορθωθεί
αναστρέψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστρέψιμος
αναστρέψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναστρέψιμος
αναστρέψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστρέψιμος
αναστρέψομε	=	αναστρέφω
αναστρέψου	=	αναστρέφω
αναστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψουνε	=	αναστρέφω
αναστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφω
αναστραμμένος	=	αναστρέφω
αναστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστρέφομαι
αναστρεφόμασταν	=	αναστρέφω
αναστρεφόμαστε	=	αναστρέφω
αναστρεφόμουν	=	αναστρέφω
αναστρεφόμουνα	=	αναστρέφω
αναστρεφόντουσαν	=	αναστρέφω
αναστρεφόσασταν	=	αναστρέφω
αναστρεφόσαστε	=	αναστρέφω
αναστρεφόσουν	=	αναστρέφω
αναστρεφόσουνα	=	αναστρέφω
αναστρεφόταν	=	αναστρέφω
αναστρεφότανε	=	αναστρέφω
αναστρεψιμοτήτων	=	αναστρεψιμότητα
αναστρεψιμότητα	noun	το να είναι κάτι αναστρέψιμο
αναστρεψιμότητας	=	αναστρεψιμότητα
αναστρεψιμότητες	=	αναστρεψιμότητα
αναστροφέα	=	αναστροφέας
αναστροφέας	noun	εργαλείο το οποίο πραγματοποιεί αναστροφή στην κίνηση ενός κινητήρα
αναστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστροφή
αναστροφέων	=	αναστροφέας
αναστροφή	noun	μεταφορά του τόνου πρόθεσης από τη λήγουσα στην παραλήγουσα
αναστροφής	=	αναστροφή
αναστροφείς	=	αναστροφέας
αναστροφών	=	αναστροφή
αναστυλιώνομαι	=	αναστυλιώνω
αναστυλιώνω	verb	άλλη μορφή του αναστυλώνω
αναστυλωθήκαμε	=	αναστυλώνω
αναστυλωθήκαν	=	αναστυλώνω
αναστυλωθήκανε	=	αναστυλώνω
αναστυλωθήκατε	=	αναστυλώνω
αναστυλωθεί	=	αναστυλώνω
αναστυλωθείς	=	αναστυλώνω
αναστυλωθείτε	=	αναστυλώνω
αναστυλωθούμε	=	αναστυλώνω
αναστυλωθούν	=	αναστυλώνω
αναστυλωθούνε	=	αναστυλώνω
αναστυλωθώ	=	αναστυλώνω
αναστυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστυλωμένο
αναστυλωμένε	verb	κλητική ενικού του αναστυλωμένος
αναστυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστυλωμένη
αναστυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναστυλωμένος
αναστυλωμένης	verb	γενική ενικού του αναστυλωμένη
αναστυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναστυλωμένος
αναστυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναστυλωμένος
αναστυλωμένος	=	αναστυλώνω
αναστυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναστυλωμένος
αναστυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναστυλωμένος
αναστυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναστυλωμένος
αναστυλωνόμασταν	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόμαστε	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόμουν	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόμουνα	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόντουσαν	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόσασταν	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόσαστε	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόσουν	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόσουνα	=	αναστυλώνω
αναστυλωνόταν	=	αναστυλώνω
αναστυλωνότανε	=	αναστυλώνω
αναστυλώθηκα	=	αναστυλώνω
αναστυλώθηκαν	=	αναστυλώνω
αναστυλώθηκε	=	αναστυλώνω
αναστυλώθηκες	=	αναστυλώνω
αναστυλώναμε	=	αναστυλώνω
αναστυλώναν	=	αναστυλώνω
αναστυλώνανε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνατε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνει	=	αναστυλώνω
αναστυλώνεις	=	αναστυλώνω
αναστυλώνεσαι	=	αναστυλώνω
αναστυλώνεστε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνεται	=	αναστυλώνω
αναστυλώνετε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνομαι	=	αναστυλώνω
αναστυλώνομε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνονται	=	αναστυλώνω
αναστυλώνονταν	=	αναστυλώνω
αναστυλώνοντας	=	αναστυλώνω
αναστυλώνουμε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνουν	=	αναστυλώνω
αναστυλώνουνε	=	αναστυλώνω
αναστυλώνω	verb	υποστηρίζω κάτι (στέγη, τοίχο) με υποστυλώματα, με πασσάλους
αναστυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσαν	=	αναστυλώνω
αναστυλώσανε	=	αναστυλώνω
αναστυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναστύλωση
αναστυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναστύλωση
αναστυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναστύλωση
αναστυλώσομε	=	αναστυλώνω
αναστυλώσου	=	αναστυλώνω
αναστυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσουνε	=	αναστυλώνω
αναστυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστόμωνα	=	αναστομώνω
αναστόμωναν	=	αναστομώνω
αναστόμωνε	=	αναστομώνω
αναστόμωνες	=	αναστομώνω
αναστόμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστόμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστόμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστόμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστομώνω
αναστόμωση	noun	άνοιγμα μιας τρύπας, μιας οπής, ή διεύρυνσή της
αναστόμωσης	noun	γενική ενικού του αναστόμωση
αναστύλιωσα	=	αναστυλιώνω
αναστύλωνα	=	αναστυλώνω
αναστύλωναν	=	αναστυλώνω
αναστύλωνε	=	αναστυλώνω
αναστύλωνες	=	αναστυλώνω
αναστύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστυλώνω
αναστύλωση	noun	άλλη γραφή του αναστήλωση
αναστύλωσης	noun	γενική ενικού του αναστύλωση
ανασυγκεφαλαίωνα	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωναν	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωνε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωνες	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωσα	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωσαν	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωσε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαίωσες	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιωθήκαμε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωθήκαν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωθήκανε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωθήκατε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωθεί	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωθείτε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωμένα	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένε	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένες	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένη	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένης	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένο	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένοι	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένος	adj	που έχει ανασυγκεφαλαιωθεί
ανασυγκεφαλαιωμένου	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένους	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωμένων	=	ανασυγκεφαλαιωμένος
ανασυγκεφαλαιωνόμασταν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόμαστε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόμουν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόμουνα	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόντουσαν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόσασταν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόσαστε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόσουν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόσουνα	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνόταν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιωνότανε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώθηκα	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώθηκαν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώθηκε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώθηκες	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώναμε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώναν	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνανε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνατε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνει	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνεις	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνεσαι	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώνεστε	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώνεται	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώνετε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνονται	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώνονταν	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώνοντας	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνου	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώνουμε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνουν	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνουνε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώνω	verb	συγκεφαλαιώνω εκ νέου
ανασυγκεφαλαιώσαμε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώσαν	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώσανε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώσατε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώσει	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκεφαλαιώσου	=	ανασυγκεφαλαιώνομαι
ανασυγκεφαλαιώστε	=	ανασυγκεφαλαιώνω
ανασυγκολλά	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάει	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάμε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάν	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάνε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάς	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάτε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλάω	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλήσαμε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλήσαν	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλήσανε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλήσατε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλήσει	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλήσεις	=	ανασυγκόλληση
ανασυγκολλήσεων	=	ανασυγκόλληση
ανασυγκολλήστε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούμαι	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούμε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούν	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούνε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσα	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσαμε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσαν	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσανε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσατε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλούσες	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκολλώ	verb|figurative	συγκολλώ εκ νέου
ανασυγκολλώντας	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκροτήθηκα	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήθηκαν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήθηκε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήθηκες	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσαν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσανε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυγκρότηση
ανασυγκροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανασυγκρότηση
ανασυγκροτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανασυγκρότηση
ανασυγκροτήσου	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσουνε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκροτεί	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτείς	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτείσαι	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτείστε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτείται	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτείτε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτείτο	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθήκαμε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθήκαν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθήκανε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθήκατε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθεί	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθείς	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθείτε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθούμε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθούν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθούνε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτηθώ	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυγκροτημένο
ανασυγκροτημένε	verb	κλητική ενικού του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυγκροτημένη
ανασυγκροτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτημένης	verb	γενική ενικού του ανασυγκροτημένη
ανασυγκροτημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτημένος	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασυγκροτημένος
ανασυγκροτιόντουσαν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούμαι	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούμασταν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούμαστε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούμε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούμενος	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούνε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούνται	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούνταν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούντο	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσα	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσαμε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσαν	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσανε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσατε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσε	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτούσες	=	ανασυγκροτώ
ανασυγκροτώ	verb	συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις για να επιτεθώ
ανασυγκροτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυγκροτώ
ανασυγκρότηση	noun	η εκ νέου συγκρότηση, ανασύνταξη (π.χ. δυνάμεων ή ενός φορέα), αναδόμηση, ανανέωση, ανασύνθεση
ανασυγκρότησης	noun	γενική ενικού του ανασυγκρότηση
ανασυγκόλλα	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκόλλαγε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκόλλησα	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκόλλησαν	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκόλλησε	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκόλλησες	=	ανασυγκολλώ
ανασυγκόλληση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανασυγκολλώ
ανασυγκόλλησης	=	ανασυγκόλληση
ανασυλλαβισμέ	=	ανασυλλαβισμός
ανασυλλαβισμοί	=	ανασυλλαβισμός
ανασυλλαβισμού	=	ανασυλλαβισμός
ανασυλλαβισμούς	=	ανασυλλαβισμός
ανασυλλαβισμό	=	ανασυλλαβισμός
ανασυλλαβισμός	noun	νέα συλλαβική διαίρεση η οποία γίνεται όταν συναντιούνται μορφήματα ή λέξεις και απολήγει στην υπαγωγή φθόγγου μιας συλλαβής στην γειτονική της
ανασυλλαβισμών	=	ανασυλλαβισμός
ανασυνέδεα	=	ανασυνδέω
ανασυνέδεαν	=	ανασυνδέω
ανασυνέδεε	=	ανασυνδέω
ανασυνέδεες	=	ανασυνδέω
ανασυνέδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνέδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνέδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνέδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνέθετα	=	ανασυνθέτω
ανασυνέθεταν	=	ανασυνθέτω
ανασυνέθετε	=	ανασυνθέτω
ανασυνέθετες	=	ανασυνθέτω
ανασυνέστησα	=	ανασυνιστώ
ανασυνέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυνέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυνέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυνέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυνδέαμε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέαν	=	ανασυνδέω
ανασυνδέανε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέατε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέει	=	ανασυνδέω
ανασυνδέεις	=	ανασυνδέω
ανασυνδέεσαι	=	ανασυνδέω
ανασυνδέεστε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέεται	=	ανασυνδέω
ανασυνδέετε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέθηκα	=	ανασυνδέω
ανασυνδέθηκαν	=	ανασυνδέω
ανασυνδέθηκε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέθηκες	=	ανασυνδέω
ανασυνδέομαι	=	ανασυνδέω
ανασυνδέομε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέονται	=	ανασυνδέω
ανασυνδέονταν	=	ανασυνδέω
ανασυνδέοντας	=	ανασυνδέω
ανασυνδέουμε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέουν	=	ανασυνδέω
ανασυνδέουνε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσαν	=	ανασυνδέω
ανασυνδέσανε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασύνδεση
ανασυνδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσεων	=	ανασύνδεση
ανασυνδέσεως	=	ανασύνδεση
ανασυνδέσομε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέσου	=	ανασυνδέω
ανασυνδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσουνε	=	ανασυνδέω
ανασυνδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδέω	verb	συνδέω ξανά, φέρνω μαζί δύο πράγματα και τα ενώνω πάλι ή τα ξαναφέρνω σε επαφή
ανασυνδεδεμένος	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθήκαμε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθήκαν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθήκανε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθήκατε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθεί	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθείς	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθείτε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθούμε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθούν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθούνε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεθώ	=	ανασυνδέω
ανασυνδεμένα	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένε	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένες	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένη	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένης	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένο	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένοι	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανασυνδέω
ανασυνδεμένου	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένους	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεμένων	=	ανασυνδεμένος
ανασυνδεόμασταν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόμαστε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόμουν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόμουνα	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόντουσαν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόσασταν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόσαστε	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόσουν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόσουνα	=	ανασυνδέω
ανασυνδεόταν	=	ανασυνδέω
ανασυνδεότανε	=	ανασυνδέω
ανασυνδυάζω	verb|rare	συνδυάζω εκ νέου
ανασυνδυασμέ	noun	κλητική ενικού του ανασυνδυασμός
ανασυνδυασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυνδυασμένο
ανασυνδυασμένε	verb	κλητική ενικού του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυνδυασμένη
ανασυνδυασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμένης	verb	γενική ενικού του ανασυνδυασμένη
ανασυνδυασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανασυνδυάζω
ανασυνδυασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασυνδυασμένος
ανασυνδυασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυνδυασμός
ανασυνδυασμού	noun	γενική ενικού του ανασυνδυασμός
ανασυνδυασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανασυνδυασμός
ανασυνδυασμό	noun	αιτιατική ενικού του ανασυνδυασμός
ανασυνδυασμός	noun|rare	ο συνδυασμός εκ νέου
ανασυνδυασμών	noun	γενική πληθυντικού του ανασυνδυασμός
ανασυνθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέσαν	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέσανε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασύνθεση
ανασυνθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανασύνθεση
ανασυνθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανασύνθεση
ανασυνθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασυνθέταμε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέταν	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτανε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτατε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτει	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτεις	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτετε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτομαι	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτοντας	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτουμε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτουν	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτουνε	=	ανασυνθέτω
ανασυνθέτω	verb	συνθέτω εκ νέου
ανασυνιστώ	verb	βάζω νέα θεμέλια, αναδιαρθρώνω ριζικά, αναμορφώνω, συστήνω εκ νέου (μια εταιρεία, ένα ίδρυμα, έναν φορέα)
ανασυνιστώμαι	=	ανασυνιστώ
ανασυνιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυνοικίζω	verb	συνοικίζω ξανά σε μέρος που υπήρχε οικισμός αλλά ερημώθηκε
ανασυνοικισμέ	noun	κλητική ενικού του ανασυνοικισμός
ανασυνοικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυνοικισμός
ανασυνοικισμού	noun	γενική ενικού του ανασυνοικισμός
ανασυνοικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανασυνοικισμός
ανασυνοικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανασυνοικισμός
ανασυνοικισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανασυνοικίζω
ανασυνοικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανασυνοικισμός
ανασυντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξεων	=	ανασύνταξη
ανασυντάξεως	=	ανασύνταξη
ανασυντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασυντάσσομαι	=	ανασυντάσσω
ανασυντάσσω	verb	αναδιοργανώνω κάτι που είχε αποδιοργανωθεί (τις δυνάμεις μου, τις δυνάμεις στρατού)
ανασυντίθεμαι	=	ανασυνθέτω
ανασυνταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυνταγμένο
ανασυνταγμένε	verb	κλητική ενικού του ανασυνταγμένος
ανασυνταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυνταγμένη
ανασυνταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασυνταγμένος
ανασυνταγμένης	verb	γενική ενικού του ανασυνταγμένη
ανασυνταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασυνταγμένος
ανασυνταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυνταγμένος
ανασυνταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασυνταγμένος
ανασυνταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασυνταγμένος
ανασυνταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασυνταγμένος
ανασυντεθειμένος	=	ανασυνθέτω
ανασυντεταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυντεταγμένο
ανασυντεταγμένε	verb	κλητική ενικού του ανασυντεταγμένος
ανασυντεταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυντεταγμένη
ανασυντεταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασυντεταγμένος
ανασυντεταγμένης	verb	γενική ενικού του ανασυντεταγμένη
ανασυντεταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασυντεταγμένος
ανασυντεταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυντεταγμένος
ανασυντεταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασυντεταγμένος
ανασυντεταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασυντεταγμένος
ανασυντεταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασυντεταγμένος
ανασυρθήκαμε	=	ανασύρομαι
ανασυρθήκαν	=	ανασύρομαι
ανασυρθήκανε	=	ανασύρομαι
ανασυρθήκατε	=	ανασύρομαι
ανασυρθεί	=	ανασύρομαι
ανασυρθείτε	=	ανασύρομαι
ανασυρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυρμένο
ανασυρμένε	verb	κλητική ενικού του ανασυρμένος
ανασυρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυρμένη
ανασυρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασυρμένος
ανασυρμένης	verb	γενική ενικού του ανασυρμένη
ανασυρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασυρμένος
ανασυρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυρμένος
ανασυρμένος	=	ανασύρομαι
ανασυρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασυρμένος
ανασυρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασυρμένος
ανασυρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασυρμένος
ανασυρτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυρτό	adv|vulgar	με ανασυρτό τρόπο, ανασύροντας
ανασυρτέ	adj	κλητική ενικού του ανασυρτός
ανασυρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυρτή
ανασυρτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασυρτός
ανασυρτής	adj	γενική ενικού του ανασυρτή
ανασυρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασυρτός
ανασυρτού	adj	γενική ενικού του ανασυρτός
ανασυρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασυρτός
ανασυρτό	adj	αιτιατική ενικού του ανασυρτός
ανασυρτός	adj|vulgar	που έχει ανασυρθεί ή μπορεί να ανασυρθεί
ανασυρτών	adj	γενική πληθυντικού του ανασυρτός
ανασυρόμασταν	=	ανασύρομαι
ανασυρόμαστε	=	ανασύρομαι
ανασυρόμενα	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενε	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενες	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενη	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενης	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενο	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενοι	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανασύρω
ανασυρόμενου	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενους	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμενων	=	ανασυρόμενος
ανασυρόμουν	=	ανασύρομαι
ανασυρόμουνα	=	ανασύρομαι
ανασυρόντουσαν	=	ανασύρομαι
ανασυρόσασταν	=	ανασύρομαι
ανασυρόσαστε	=	ανασύρομαι
ανασυρόσουν	=	ανασύρομαι
ανασυρόσουνα	=	ανασύρομαι
ανασυρόταν	=	ανασύρομαι
ανασυρότανε	=	ανασύρομαι
ανασυσκευασία	noun	η εκ νέου συσκευασία
ανασυσκευασίας	noun	γενική ενικού του ανασυσκευασία
ανασυσκευασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασυσκευασία
ανασυσκευασιών	noun	γενική πληθυντικού του ανασυσκευασία
ανασυστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασύσταση
ανασυστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανασύσταση
ανασυστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανασύσταση
ανασυστήνομαι	=	ανασυστήνω
ανασυστήνω	verb	άλλη μορφή του ανασυνιστώ
ανασυστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασυσταίνω	verb	άλλη γραφή του ανασυστήνω
ανασφάλεια	noun	η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς
ανασφάλειας	noun	γενική ενικού του ανασφάλεια
ανασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασφάλεια
ανασφάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασφάλιστο	adv	για κάτι που γίνεται χωρίς ασφάλεια ή χωρις ασφάλιση (δύσχρηστο επίρρημα)
ανασφάλιστε	adj	κλητική ενικού του ανασφάλιστος
ανασφάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασφάλιστη
ανασφάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασφάλιστος
ανασφάλιστης	adj	γενική ενικού του ανασφάλιστη
ανασφάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανασφάλιστος
ανασφάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασφάλιστος
ανασφάλιστος	adj	που είναι χωρίς ασφάλιση
ανασφάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασφάλιστος
ανασφάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασφάλιστος
ανασφάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασφάλιστος
ανασφαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανασφαλής
ανασφαλή	=	ανασφαλής
ανασφαλής	adj	που δεν έχει σιγουριά, αισθάνεται εύκολα απειλή ή και φόβο (για άνθρωπο)
ανασφαλείς	=	ανασφαλής
ανασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του ανασφάλεια
ανασφαλούς	adj	γενική ενικού του ανασφαλής
ανασφαλών	adj	γενική πληθυντικού του ανασφαλής
ανασχέθηκα	=	ανάσχομαι
ανασχέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσχεση
ανασχέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάσχεση
ανασχέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάσχεση
ανασχεδίαζα	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίαζαν	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίαζε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίαζες	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίασα	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίασαν	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίασε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίασες	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδίαση	noun	άλλη μορφή του ανασχεδιασμός
ανασχεδίασης	=	ανασχεδίαση
ανασχεδιάζαμε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζαν	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζανε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζατε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζει	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζεις	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζετε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζομαι	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζοντας	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζουμε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζουν	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζουνε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάζω	verb	τροποποιώ έναν υπάρχοντα σχεδιασμό, ώστε να τον καταστήσω αποτελεσματικότερο ή καταλληλότερο για νέες ανάγκες ή συνθήκες
ανασχεδιάσαμε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάσαν	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάσανε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάσατε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάσει	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιάσεις	=	ανασχεδίαση
ανασχεδιάσεων	=	ανασχεδίαση
ανασχεδιάστε	=	ανασχεδιάζω
ανασχεδιασμέ	noun	κλητική ενικού του ανασχεδιασμός
ανασχεδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασχεδιασμός
ανασχεδιασμού	noun	γενική ενικού του ανασχεδιασμός
ανασχεδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανασχεδιασμός
ανασχεδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του ανασχεδιασμός
ανασχεδιασμός	noun	ο εκ νέου σχεδιασμός
ανασχεδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του ανασχεδιασμός
ανασχεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανάσχομαι
ανασχεθώ	=	ανάσχομαι
ανασχεμένος	=	ανάσχομαι
ανασχετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασχετικό	adv	κατά τρόπο ανασχετικό, προκαλώντας ανάσχεση
ανασχετικέ	adj	κλητική ενικού του ανασχετικός
ανασχετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασχετική
ανασχετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασχετικός
ανασχετικής	adj	γενική ενικού του ανασχετική
ανασχετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασχετικός
ανασχετικού	adj	γενική ενικού του ανασχετικός
ανασχετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανασχετικός
ανασχετικό	adj	αιτιατική ενικού του ανασχετικός
ανασχετικός	adj	αυτός που προκαλεί σταμάτημα, συγκράτηση
ανασχετικών	adj	γενική πληθυντικού του ανασχετικός
ανασχημάτιζα	=	ανασχηματίζω
ανασχημάτιζαν	=	ανασχηματίζω
ανασχημάτιζε	=	ανασχηματίζω
ανασχημάτιζες	=	ανασχηματίζω
ανασχημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίζαμε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζαν	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζανε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζατε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζει	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζεις	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζετε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζομαι	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζοντας	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζουμε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζουν	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζουνε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίζω	verb	διαμορφώνω εκ νέου, ξανασχηματίζω, ανασυντάσσω, κρατώ μερικά βασικά στοιχεία αλλά δημιουργώ νέο σύνολο
ανασχηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσαν	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίσανε	=	ανασχηματίζω
ανασχηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανασχηματίζω
ανασχηματισμέ	noun	κλητική ενικού του ανασχηματισμός
ανασχηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασχηματισμένο
ανασχηματισμένε	verb	κλητική ενικού του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανασχηματισμένη
ανασχηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμένης	verb	γενική ενικού του ανασχηματισμένη
ανασχηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανασχηματισμένος
ανασχηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανασχηματισμός
ανασχηματισμού	noun	γενική ενικού του ανασχηματισμός
ανασχηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανασχηματισμός
ανασχηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανασχηματισμός
ανασχηματισμός	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασχηματίζω
ανασχηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανασχηματισμός
ανασόνι	noun|dated	το γλυκάνισο
ανασόνια	=	ανασόνι
ανασύνδεε	=	ανασυνδέω
ανασύνδεσα	=	ανασυνδέω
ανασύνδεσαν	=	ανασυνδέω
ανασύνδεσε	=	ανασυνδέω
ανασύνδεσες	=	ανασυνδέω
ανασύνδεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανασυνδέω
ανασύνδεσης	=	ανασύνδεση
ανασύνθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασύνθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασύνθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασύνθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνθέτω
ανασύνθεση	noun	αλλαγή στη σύνθεση των μελών μιας ομάδας, η νέα σύνθεση, πιθανώς με διατήρηση παλιών στοιχείων αλλά και με προσθήκη νέων
ανασύνθεσης	noun	γενική ενικού του ανασύνθεση
ανασύνθετα	=	ανασυνέθεσα
ανασύνθετε	=	ανασυνθέτω
ανασύνταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασύνταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασύνταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασύνταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυντάσσω
ανασύνταξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασυντάσσω, η ανασυγκρότηση των δυνάμεων (προσωπικών ή του στρατού)
ανασύνταξης	=	ανασύνταξη
ανασύρεσαι	=	ανασύρομαι
ανασύρεστε	=	ανασύρομαι
ανασύρεται	=	ανασύρομαι
ανασύρθηκα	=	ανασύρομαι
ανασύρθηκαν	=	ανασύρομαι
ανασύρθηκε	=	ανασύρομαι
ανασύρθηκες	=	ανασύρομαι
ανασύρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανασύρω
ανασύρονται	=	ανασύρομαι
ανασύρονταν	=	ανασύρομαι
ανασύρου	=	ανασύρομαι
ανασύρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάσυρση
ανασύρσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάσυρση
ανασύρσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάσυρση
ανασύρσου	=	ανασύρομαι
ανασύρω	verb	τραβάω προς τα επάνω κάτι που βρίσκεται χωμένο κάτω από κάτι άλλο ή μέσα στο νερό
ανασύσταση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανασυστήνω
ανασύστασης	noun	γενική ενικού του ανασύσταση
ανασύστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασύστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασύστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανασύστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανασυνιστώ
ανατάθηκα	=	ανατείνω
ανατάθηκαν	=	ανατείνω
ανατάθηκε	=	ανατείνω
ανατάθηκες	=	ανατείνω
ανατάμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέμνω
ανατάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάταξη
ανατάξεων	=	ανάταξη
ανατάξεως	=	ανάταξη
ανατάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατάξιμο
ανατάξιμε	adj	κλητική ενικού του ανατάξιμος
ανατάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατάξιμη
ανατάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατάξιμος
ανατάξιμης	adj	γενική ενικού του ανατάξιμη
ανατάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανατάξιμος
ανατάξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατάξιμος
ανατάξιμος	adj	που επιδέχεται ανάταξη
ανατάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατάξιμος
ανατάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατάξιμος
ανατάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατάξιμος
ανατάραγμα	noun	άλλη μορφή του αναταραγμός
ανατάραζα	=	αναταράζω
ανατάραζαν	=	αναταράζω
ανατάραζε	=	αναταράζω
ανατάραζες	=	αναταράζω
ανατάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
ανατάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
ανατάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
ανατάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
ανατάραξη	noun	η ενέργεια του αναταράσσω
ανατάραξης	=	ανατάραξη
ανατάρασσα	=	αναταράσσω
ανατάρασσαν	=	αναταράσσω
ανατάρασσε	=	αναταράσσω
ανατάρασσες	=	αναταράσσω
ανατάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάταση
ανατάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάταση
ανατάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάταση
ανατάση	=	ανατάσης
ανατάσης	noun	ορυκτό που περιέχει διοξείδιο του τιτανίου (TiO2) κρυσταλλωμένο στο τετραγωνικό κρυσταλλικό σύστημα, με λιγοστές προσμίξεις κυρίως οξειδίου τρισθενούς σιδήρου (Fe2O3)
ανατάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατάσιμο
ανατάσιμε	adj	κλητική ενικού του ανατάσιμος
ανατάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατάσιμη
ανατάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατάσιμος
ανατάσιμης	adj	γενική ενικού του ανατάσιμη
ανατάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανατάσιμος
ανατάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατάσιμος
ανατάσιμος	adj	για χέρια οι αρθρώσεις των οποίων επιτρέπουν την ανάταση, μη πιασμένος
ανατάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατάσιμος
ανατάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατάσιμος
ανατάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατάσιμος
ανατάσσω	verb	επαναφέρω στη θέση του όργανο ή μέλος του σώματος το οποίο εξαρθρώθηκε
ανατέθηκα	=	ανατίθεμαι
ανατέθηκε	verb	γʹ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αναθέτω
ανατέλλαμε	=	ανατέλλω
ανατέλλαν	=	ανατέλλω
ανατέλλανε	=	ανατέλλω
ανατέλλατε	=	ανατέλλω
ανατέλλει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανατέλλω
ανατέλλεις	=	ανατέλλω
ανατέλλετε	=	ανατέλλω
ανατέλλομε	=	ανατέλλω
ανατέλλον	=	ανατέλλων
ανατέλλοντας	=	ανατέλλω
ανατέλλουμε	=	ανατέλλω
ανατέλλουν	=	ανατέλλω
ανατέλλουνε	=	ανατέλλω
ανατέλλουσα	=	ανατέλλων
ανατέλλω	verb	ξεπροβάλλω από τον ορίζοντα, αναδύομαι
ανατέλλων	verb	που ανατέλλει
ανατέμνομαι	=	ανατέμνω
ανατέμνω	verb|formal	κόβω κάποιο σώμα ή κάνω τομές σ' αυτό για ιατρικούς σκοπούς
ανατίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναθέτω
ανατίθεται	verb	γʹ ενικό οριστικής παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναθέτω
ανατίμα	=	ανατιμώ
ανατίμαγε	=	ανατιμώ
ανατίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατίμηση	noun	η αύξηση της τιμής ενός προϊόντος, μιας υπηρεσίας κ.λπ.
ανατίμησης	noun	γενική ενικού του ανατίμηση
ανατίναζα	=	ανατινάζω
ανατίναζαν	=	ανατινάζω
ανατίναζε	=	ανατινάζω
ανατίναζες	=	ανατινάζω
ανατίναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατίναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατίναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατίναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατίναξη	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του ανατινάσσω
ανατίναξης	=	ανατίναξη
αναταθήκαμε	=	ανατείνω
αναταθήκαν	=	ανατείνω
αναταθήκανε	=	ανατείνω
αναταθήκατε	=	ανατείνω
αναταθεί	=	ανατείνω
αναταθείς	=	ανατείνω
αναταθείτε	=	ανατείνω
αναταθούμε	=	ανατείνω
αναταθούν	=	ανατείνω
αναταθούνε	=	ανατείνω
αναταθώ	=	ανατείνω
αναταξινομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναταξινόμηση
αναταξινομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναταξινόμηση
αναταξινομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναταξινόμηση
αναταξινόμηση	noun	η εκ νέου ταξινόμηση
αναταξινόμησης	noun	γενική ενικού του αναταξινόμηση
αναταράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατάραγμα
αναταράγματος	noun	γενική ενικού του ανατάραγμα
αναταράζαμε	=	αναταράζω
αναταράζαν	=	αναταράζω
αναταράζανε	=	αναταράζω
αναταράζατε	=	αναταράζω
αναταράζει	=	αναταράζω
αναταράζεις	=	αναταράζω
αναταράζεσαι	=	αναταράζομαι
αναταράζεστε	=	αναταράζομαι
αναταράζεται	=	αναταράζομαι
αναταράζετε	=	αναταράζω
αναταράζομαι	verb	συνήθως στο γ΄ πρόσωπο, τραντάζομαι, αναδεύομαι για υλικά, ταράζομαι πολύ (για τη γη, τη θάλασσα)
αναταράζομε	=	αναταράζω
αναταράζονται	=	αναταράζομαι
αναταράζονταν	=	αναταράζομαι
αναταράζοντας	=	αναταράζω
αναταράζου	=	αναταράζομαι
αναταράζουμε	=	αναταράζω
αναταράζουν	=	αναταράζω
αναταράζουνε	=	αναταράζω
αναταράζω	verb	προκαλώ αναταραχή, ταράζω κάποιον πολύ
αναταράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξαν	=	αναταράζω
αναταράξανε	=	αναταράζω
αναταράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατάραξη
αναταράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξεων	=	ανατάραξη
αναταράξεως	=	ανατάραξη
αναταράξομε	=	αναταράζω
αναταράξου	=	αναταράζομαι
αναταράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξουνε	=	αναταράζω
αναταράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζω
αναταράσσαμε	=	αναταράσσω
αναταράσσαν	=	αναταράσσω
αναταράσσανε	=	αναταράσσω
αναταράσσατε	=	αναταράσσω
αναταράσσει	=	αναταράσσω
αναταράσσεις	=	αναταράσσω
αναταράσσεσαι	=	αναταράσσω
αναταράσσεστε	=	αναταράσσω
αναταράσσεται	=	αναταράσσω
αναταράσσετε	=	αναταράσσω
αναταράσσομαι	=	αναταράσσω
αναταράσσονται	=	αναταράσσω
αναταράσσονταν	=	αναταράσσω
αναταράσσοντας	=	αναταράσσω
αναταράσσου	=	αναταράσσω
αναταράσσουμε	=	αναταράσσω
αναταράσσουν	=	αναταράσσω
αναταράσσουνε	=	αναταράσσω
αναταράσσω	verb|formal	άλλη μορφή του αναταράζω
αναταράχθηκα	=	αναταράσσω
αναταράχτε	=	αναταράζω
αναταράχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταράχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταράχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταράχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανατάραγμα
αναταραγμέ	noun	κλητική ενικού του αναταραγμός
αναταραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναταραγμένο
αναταραγμένε	verb	κλητική ενικού του αναταραγμένος
αναταραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναταραγμένη
αναταραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναταραγμένος
αναταραγμένης	verb	γενική ενικού του αναταραγμένη
αναταραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναταραγμένος
αναταραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναταραγμένος
αναταραγμένος	=	αναταράζομαι
αναταραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναταραγμένος
αναταραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναταραγμένος
αναταραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναταραγμένος
αναταραγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναταραγμός
αναταραγμού	noun	γενική ενικού του αναταραγμός
αναταραγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναταραγμός
αναταραγμό	noun	αιτιατική ενικού του αναταραγμός
αναταραγμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναταράσσω
αναταραγμών	noun	γενική πληθυντικού του αναταραγμός
αναταραζόμασταν	=	αναταράζομαι
αναταραζόμαστε	=	αναταράζομαι
αναταραζόμουν	=	αναταράζομαι
αναταραζόμουνα	=	αναταράζομαι
αναταραζόντουσαν	=	αναταράζομαι
αναταραζόσασταν	=	αναταράζομαι
αναταραζόσαστε	=	αναταράζομαι
αναταραζόσουν	=	αναταράζομαι
αναταραζόσουνα	=	αναταράζομαι
αναταραζόταν	=	αναταράζομαι
αναταραζότανε	=	αναταράζομαι
αναταρασσόμασταν	=	αναταράσσω
αναταρασσόμαστε	=	αναταράσσω
αναταρασσόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναταρασσόμενο
αναταρασσόμενε	verb	κλητική ενικού του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναταρασσόμενη
αναταρασσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμενης	verb	γενική ενικού του αναταρασσόμενη
αναταρασσόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμενος	verb	που αναταράζεται
αναταρασσόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναταρασσόμενος
αναταρασσόμουν	=	αναταράσσω
αναταρασσόμουνα	=	αναταράσσω
αναταρασσόντουσαν	=	αναταράσσω
αναταρασσόσασταν	=	αναταράσσω
αναταρασσόσαστε	=	αναταράσσω
αναταρασσόσουν	=	αναταράσσω
αναταρασσόσουνα	=	αναταράσσω
αναταρασσόταν	=	αναταράσσω
αναταρασσότανε	=	αναταράσσω
αναταραχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναταραχή
αναταραχή	noun	η αναστάτωση και η αποδιοργάνωση που επικρατεί όταν κάτι ταράζεται
αναταραχής	=	αναταραχή
αναταραχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτήκαν	=	αναταράζομαι
αναταραχτήκανε	=	αναταράζομαι
αναταραχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχτούνε	=	αναταράζω
αναταραχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναταράζομαι
αναταραχών	=	αναταραχή
ανατείλαμε	=	ανατέλλω
ανατείλαν	=	ανατέλλω
ανατείλανε	=	ανατέλλω
ανατείλας	=	ανατέλλω
ανατείλατε	=	ανατέλλω
ανατείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατέλλω
ανατείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέλλω
ανατείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέλλω
ανατείλομε	=	ανατέλλω
ανατείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέλλω
ανατείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέλλω
ανατείλουνε	=	ανατέλλω
ανατείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατέλλω
ανατείναμε	=	ανατείνω
ανατείναν	=	ανατείνω
ανατείνανε	=	ανατείνω
ανατείνατε	=	ανατείνω
ανατείνει	=	ανατείνω
ανατείνεις	=	ανατείνω
ανατείνεσαι	=	ανατείνω
ανατείνεστε	=	ανατείνω
ανατείνεται	=	ανατείνω
ανατείνετε	=	ανατείνω
ανατείνομαι	=	ανατείνω
ανατείνομε	=	ανατείνω
ανατείνονται	=	ανατείνω
ανατείνονταν	=	ανατείνω
ανατείνοντας	=	ανατείνω
ανατείνουμε	=	ανατείνω
ανατείνουν	=	ανατείνω
ανατείνουνε	=	ανατείνω
ανατείνω	verb|formal	τείνω προς τα πάνω, σηκώνω, υψώνω
ανατεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατεθειμένο
ανατεθειμένε	verb	κλητική ενικού του ανατεθειμένος
ανατεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατεθειμένη
ανατεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατεθειμένος
ανατεθειμένης	verb	γενική ενικού του ανατεθειμένη
ανατεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατεθειμένος
ανατεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατεθειμένος
ανατεθειμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναθέτω: που έχει ανατεθεί, τον έχουν εμπιστευθεί σε κάποιον για ολοκλήρωση
ανατεθειμένου	verb	γενική ενικού του ανατεθειμένος
ανατεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατεθειμένος
ανατεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού του ανατεθειμένος
ανατεινόμασταν	=	ανατείνω
ανατεινόμαστε	=	ανατείνω
ανατεινόμενος	=	ανατείνω
ανατεινόμουν	=	ανατείνω
ανατεινόμουνα	=	ανατείνω
ανατεινόντουσαν	=	ανατείνω
ανατεινόσασταν	=	ανατείνω
ανατεινόσαστε	=	ανατείνω
ανατεινόσουν	=	ανατείνω
ανατεινόσουνα	=	ανατείνω
ανατεινόταν	=	ανατείνω
ανατεινότανε	=	ανατείνω
ανατετμημένος	=	ανατέμνω
ανατιμά	=	ανατιμώ
ανατιμάει	=	ανατιμώ
ανατιμάμε	=	ανατιμώ
ανατιμάν	=	ανατιμώ
ανατιμάνε	=	ανατιμώ
ανατιμάς	=	ανατιμώ
ανατιμάσαι	=	ανατιμώμαι
ανατιμάσθε	=	ανατιμώμαι
ανατιμάστε	=	ανατιμώμαι
ανατιμάται	=	ανατιμώμαι
ανατιμάτε	=	ανατιμώ
ανατιμάτο	=	ανατιμώ
ανατιμάω	=	ανατιμώ
ανατιμήθηκα	=	ανατιμώμαι
ανατιμήθηκαν	=	ανατιμώμαι
ανατιμήθηκε	=	ανατιμώμαι
ανατιμήθηκες	=	ανατιμώμαι
ανατιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσαν	=	ανατιμώ
ανατιμήσανε	=	ανατιμώ
ανατιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατίμηση
ανατιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανατίμηση
ανατιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανατίμηση
ανατιμήσου	=	ανατιμώμαι
ανατιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσουνε	=	ανατιμώ
ανατιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατιμώ
ανατιμηθήκαμε	=	ανατιμώμαι
ανατιμηθήκαν	=	ανατιμώμαι
ανατιμηθήκανε	=	ανατιμώμαι
ανατιμηθήκατε	=	ανατιμώμαι
ανατιμηθεί	=	ανατιμώμαι
ανατιμηθείς	=	ανατιμώ
ανατιμηθείτε	=	ανατιμώμαι
ανατιμηθούμε	=	ανατιμώ
ανατιμηθούν	=	ανατιμώ
ανατιμηθούνε	=	ανατιμώ
ανατιμηθώ	=	ανατιμώ
ανατιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιμημένο
ανατιμημένε	verb	κλητική ενικού του ανατιμημένος
ανατιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιμημένη
ανατιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατιμημένος
ανατιμημένης	verb	γενική ενικού του ανατιμημένη
ανατιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατιμημένος
ανατιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατιμημένος
ανατιμημένος	=	ανατιμώμαι
ανατιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατιμημένος
ανατιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατιμημένος
ανατιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατιμημένος
ανατιμητές	=	ανατιμητής
ανατιμητή	=	ανατιμητής
ανατιμητής	noun	αυτό που ανατιμά, που κάνει ανατίμηση
ανατιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιμητικό
ανατιμητικέ	adj	κλητική ενικού του ανατιμητικός
ανατιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιμητική
ανατιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατιμητικός
ανατιμητικής	adj	γενική ενικού του ανατιμητική
ανατιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατιμητικός
ανατιμητικού	adj	γενική ενικού του ανατιμητικός
ανατιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατιμητικός
ανατιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του ανατιμητικός
ανατιμητικός	adj	που έχει σχέση με την ανατίμηση ή αναφέρεται σ' αυτή
ανατιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανατιμητικός
ανατιμητών	=	ανατιμητής
ανατιμολογήσαμε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογήσαν	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογήσανε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογήσατε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογήσει	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιμολόγηση
ανατιμολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανατιμολόγηση
ανατιμολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανατιμολόγηση
ανατιμολογήστε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογεί	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογείς	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογείτε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανατιμολογώ
ανατιμολογούμε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούν	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούνε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσα	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσαμε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσαν	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσανε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσατε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογούσες	=	ανατιμολογώ
ανατιμολογώ	verb	τιμολογώ εκ νέου, αναπροσαρμόζω τις τιμές ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας
ανατιμολογώντας	=	ανατιμολογώ
ανατιμολόγει	=	ανατιμολογώ
ανατιμολόγησα	=	ανατιμολογώ
ανατιμολόγησαν	=	ανατιμολογώ
ανατιμολόγησε	=	ανατιμολογώ
ανατιμολόγησες	=	ανατιμολογώ
ανατιμολόγηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανατιμολογώ: η εκ νέου τιμολόγηση
ανατιμολόγησης	noun	γενική ενικού του ανατιμολόγηση
ανατιμούμε	=	ανατιμώ
ανατιμούν	=	ανατιμώ
ανατιμούνε	=	ανατιμώ
ανατιμούσα	=	ανατιμώ
ανατιμούσαμε	=	ανατιμώ
ανατιμούσαν	=	ανατιμώ
ανατιμούσανε	=	ανατιμώ
ανατιμούσατε	=	ανατιμώ
ανατιμούσε	=	ανατιμώ
ανατιμούσες	=	ανατιμώ
ανατιμόμασταν	=	ανατιμώμαι
ανατιμόμαστε	=	ανατιμώμαι
ανατιμόμουν	=	ανατιμώμαι
ανατιμόνταν	=	ανατιμώμαι
ανατιμόντουσαν	=	ανατιμώμαι
ανατιμόσασταν	=	ανατιμώμαι
ανατιμόσουν	=	ανατιμώμαι
ανατιμόταν	=	ανατιμώμαι
ανατιμώ	verb	ανεβάζω την τιμή, την αυξάνω, κάνω ανατίμηση
ανατιμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανατιμώ
ανατιμώμεθα	=	ανατιμώμαι
ανατιμώμενος	=	ανατιμώ
ανατιμώνται	=	ανατιμώμαι
ανατιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανατιμώ
ανατιμώντο	=	ανατιμώ
ανατινάζαμε	=	ανατινάζω
ανατινάζαν	=	ανατινάζω
ανατινάζανε	=	ανατινάζω
ανατινάζατε	=	ανατινάζω
ανατινάζει	=	ανατινάζω
ανατινάζεις	=	ανατινάζω
ανατινάζεσαι	=	ανατινάζω
ανατινάζεστε	=	ανατινάζω
ανατινάζεται	=	ανατινάζω
ανατινάζετε	=	ανατινάζω
ανατινάζομαι	verb	με ανατινάζουν, καταστρέφομαι ή σκοτώνομαι με εκρηκτικά
ανατινάζομε	=	ανατινάζω
ανατινάζονται	=	ανατινάζω
ανατινάζονταν	=	ανατινάζω
ανατινάζοντας	=	ανατινάζω
ανατινάζουμε	=	ανατινάζω
ανατινάζουν	=	ανατινάζω
ανατινάζουνε	=	ανατινάζω
ανατινάζω	verb	προκαλώ μια έκρηξη, καταστρέφω κάτι ή σκοτώνω κάποιον με χρήση εκρηκτικών
ανατινάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξαν	=	ανατινάζω
ανατινάξανε	=	ανατινάζω
ανατινάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατίναξη
ανατινάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξεων	=	ανατίναξη
ανατινάξεως	=	ανατίναξη
ανατινάξομε	=	ανατινάζω
ανατινάξου	=	ανατινάζω
ανατινάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξουνε	=	ανατινάζω
ανατινάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζω
ανατινάσσομαι	=	ανατινάζομαι
ανατινάσσω	verb|formal	ανατινάζω
ανατινάχθηκα	=	ανατινάζω
ανατινάχθηκαν	=	ανατινάζω
ανατινάχθηκε	=	ανατινάζω
ανατινάχθηκες	=	ανατινάζω
ανατινάχτε	=	ανατινάζω
ανατινάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατινάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατινάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατινάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιναγμένο
ανατιναγμένε	verb	κλητική ενικού του ανατιναγμένος
ανατιναγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατιναγμένη
ανατιναγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατιναγμένος
ανατιναγμένης	verb	γενική ενικού του ανατιναγμένη
ανατιναγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατιναγμένος
ανατιναγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατιναγμένος
ανατιναγμένος	verb	που έχει ανατιναχτεί
ανατιναγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατιναγμένος
ανατιναγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατιναγμένος
ανατιναγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατιναγμένος
ανατιναζόμασταν	=	ανατινάζω
ανατιναζόμαστε	=	ανατινάζω
ανατιναζόμουν	=	ανατινάζω
ανατιναζόμουνα	=	ανατινάζω
ανατιναζόντουσαν	=	ανατινάζω
ανατιναζόσασταν	=	ανατινάζω
ανατιναζόσαστε	=	ανατινάζω
ανατιναζόσουν	=	ανατινάζω
ανατιναζόσουνα	=	ανατινάζω
ανατιναζόταν	=	ανατινάζω
ανατιναζότανε	=	ανατινάζω
ανατιναχθήκαμε	=	ανατινάζω
ανατιναχθήκαν	=	ανατινάζω
ανατιναχθήκανε	=	ανατινάζω
ανατιναχθήκατε	=	ανατινάζω
ανατιναχθεί	=	ανατινάζω
ανατιναχθείς	=	ανατινάζω
ανατιναχθείτε	=	ανατινάζω
ανατιναχθούμε	=	ανατινάζω
ανατιναχθούν	=	ανατινάζω
ανατιναχθούνε	=	ανατινάζω
ανατιναχθώ	=	ανατινάζω
ανατιναχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτήκαν	=	ανατινάζω
ανατιναχτήκανε	=	ανατινάζω
ανατιναχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατιναχτούνε	=	ανατινάζω
ανατιναχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατινάζομαι
ανατμήθηκα	=	ανατέμνω
ανατμήσει	=	ανατέμνω
ανατοκίζαμε	=	ανατοκίζω
ανατοκίζαν	=	ανατοκίζω
ανατοκίζανε	=	ανατοκίζω
ανατοκίζατε	=	ανατοκίζω
ανατοκίζει	=	ανατοκίζω
ανατοκίζεις	=	ανατοκίζω
ανατοκίζετε	=	ανατοκίζω
ανατοκίζομαι	=	ανατοκίζω
ανατοκίζοντας	=	ανατοκίζω
ανατοκίζουμε	=	ανατοκίζω
ανατοκίζουν	=	ανατοκίζω
ανατοκίζουνε	=	ανατοκίζω
ανατοκίζω	verb	ξανατοκίζω, τοκίζω εκ νέου, προσθέτω στο κεφάλαιο που έχω δανείσει (π.χ. 100 ευρώ) τους τόκους που έχουν συμφωνηθεί για το προηγούμενο διάστημα (π.χ. συνολικά 10 ευρώ για ένα χρόνο) και εφεξής θεωρώ (ή συμφωνώ) ότι το κεφάλαιο που έχω δανείσει έχει αυξηθεί (ότι η οφειλή είναι 110 ευρώ), οπότε στο εξής οι τόκοι υπολογίζονται για αυξημένο δάνειο (στο παράδεγιμα, για δανεισμένο κεφάλαιο ύψους 110 ευρώ)
ανατοκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσαν	=	ανατοκίζω
ανατοκίσανε	=	ανατοκίζω
ανατοκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατοκισμέ	noun	κλητική ενικού του ανατοκισμός
ανατοκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατοκισμένο
ανατοκισμένε	verb	κλητική ενικού του ανατοκισμένος
ανατοκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατοκισμένη
ανατοκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατοκισμένος
ανατοκισμένης	verb	γενική ενικού του ανατοκισμένη
ανατοκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατοκισμένος
ανατοκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατοκισμένος
ανατοκισμένος	verb	που έχει ανατοκιστεί, το κεφάλαιο στο οποίο έχει γίνει ανατοκισμός
ανατοκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατοκισμένος
ανατοκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατοκισμένος
ανατοκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατοκισμένος
ανατοκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατοκισμός
ανατοκισμού	noun	γενική ενικού του ανατοκισμός
ανατοκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανατοκισμός
ανατοκισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανατοκισμός
ανατοκισμός	noun	η προσθήκη του τόκου, συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, στο κεφάλαιο
ανατοκισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανατοκισμός
ανατολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολή
ανατολή	noun	η αρχή της εμφάνισης ενός ουράνιου σώματος πάνω από τον ορίζοντα
ανατολής	noun	γενική ενικού του ανατολή
ανατολίζαμε	=	ανατολίζω
ανατολίζαν	=	ανατολίζω
ανατολίζανε	=	ανατολίζω
ανατολίζατε	=	ανατολίζω
ανατολίζει	=	ανατολίζω
ανατολίζεις	=	ανατολίζω
ανατολίζετε	=	ανατολίζω
ανατολίζον	=	ανατολίζων
ανατολίζοντα	=	ανατολίζων
ανατολίζοντας	=	ανατολίζω
ανατολίζοντες	=	ανατολίζων
ανατολίζοντος	=	ανατολίζων
ανατολίζουμε	=	ανατολίζω
ανατολίζουν	=	ανατολίζω
ανατολίζουνε	=	ανατολίζω
ανατολίζουσα	=	ανατολίζων
ανατολίζουσας	=	ανατολίζων
ανατολίζουσες	=	ανατολίζων
ανατολίζω	verb	μιμούμαι (θεματολογικά, μορφολογικά, τεχνοτροπικά) την τέχνη της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου (για φάση της αρχαϊκής ελληνικής τέχνης (8ος–7ος αι. π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από έντονη αφομοίωση διακοσμητικών και θεματικών στοιχείων από τον κόσμο της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου)
ανατολίζων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανατολίζω
ανατολίσαμε	=	ανατολίζω
ανατολίσαν	=	ανατολίζω
ανατολίσανε	=	ανατολίζω
ανατολίσατε	=	ανατολίζω
ανατολίσει	=	ανατολίζω
ανατολίστε	=	ανατολίζω
ανατολίστρια	noun	θηλυκό του ανατολιστής
ανατολίστριας	noun	γενική ενικού του ανατολίστρια
ανατολίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολίστρια
ανατολίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολίτικο
ανατολίτικε	adj	κλητική ενικού του ανατολίτικος
ανατολίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολίτικη
ανατολίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατολίτικος
ανατολίτικης	adj	γενική ενικού του ανατολίτικη
ανατολίτικο	adj	αιτιατική ενικού του ανατολίτικος
ανατολίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατολίτικος
ανατολίτικος	adj	ο σχετικός με τον Ανατολίτη, με τις συνήθειες ατόμου από τη Μέση Ανατολή ή την Τουρκία, με τους εκεί ρυθμούς, τραγούδια, με το ντύσιμο, με το φαγητό, με τα ήθη και τα έθιμα
ανατολίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατολίτικος
ανατολίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατολίτικος
ανατολίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατολίτικος
ανατολίτισσας	noun	γενική ενικού του ανατολίτισσα
ανατολίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολίτισσα
ανατολιζουσών	=	ανατολίζων
ανατολιζούσης	=	ανατολίζων
ανατολιζόντων	=	ανατολίζων
ανατολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολικό	adv	στην ανατολή ή προς την ανατολή
ανατολικέ	adj	κλητική ενικού του ανατολικός
ανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (ανατολική) του ανατολικός
ανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατολικός
ανατολικής	adj	γενική ενικού του ανατολική
ανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατολικός
ανατολικοασιάτες	=	ανατολικοασιάτης
ανατολικοασιάτη	=	ανατολικοασιάτης
ανατολικοασιάτης	noun	πρόσωπο από την ανατολική Ασία
ανατολικοασιάτισσα	=	ανατολικοασιάτης
ανατολικοασιατών	=	ανατολικοασιάτης
ανατολικοευρωπαία	noun	θηλυκό του Ανατολικοευρωπαίος
ανατολικοευρωπαίας	=	ανατολικοευρωπαία
ανατολικοευρωπαίες	=	ανατολικοευρωπαία
ανατολικοευρωπαίων	=	ανατολικοευρωπαία
ανατολικοευρωπαϊκά	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκέ	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκές	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκή	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκής	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκοί	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκού	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκούς	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκό	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικοευρωπαϊκός	adj	που έχει σχέση με Ανατολικοευρωπαίο, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν
ανατολικοευρωπαϊκών	=	ανατολικοευρωπαϊκός
ανατολικομεσημβρινά	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινέ	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινές	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινή	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινής	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινοί	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινού	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινούς	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινό	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικομεσημβρινός	adj	νοτιοανατολικός
ανατολικομεσημβρινών	=	ανατολικομεσημβρινός
ανατολικού	adj	γενική ενικού του ανατολικός
ανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατολικός
ανατολικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανατολικός
ανατολικός	adj	που έχει σχέση με την ανατολή, αναφέρεται σ’ αυτή, βρίσκεται σ’ αυτή, είναι στραμμένος προς αυτή, κατευθύνεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή
ανατολικότατα	=	ανατολικός
ανατολικότατε	=	ανατολικός
ανατολικότατες	=	ανατολικός
ανατολικότατη	=	ανατολικός
ανατολικότατης	=	ανατολικός
ανατολικότατο	=	ανατολικός
ανατολικότατοι	=	ανατολικός
ανατολικότατος	=	ανατολικός
ανατολικότατου	=	ανατολικός
ανατολικότατους	=	ανατολικός
ανατολικότατων	=	ανατολικός
ανατολικότερα	=	ανατολικός
ανατολικότερε	=	ανατολικός
ανατολικότερες	=	ανατολικός
ανατολικότερη	=	ανατολικός
ανατολικότερης	=	ανατολικός
ανατολικότερο	=	ανατολικός
ανατολικότεροι	=	ανατολικός
ανατολικότερος	=	ανατολικός
ανατολικότερου	=	ανατολικός
ανατολικότερους	=	ανατολικός
ανατολικότερων	=	ανατολικός
ανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του ανατολικός
ανατολικώς	adv|formal	ανατολικά
ανατολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατολιστής
ανατολιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανατολιστής
ανατολιστής	noun	αυτός που έχει ειδικευτεί στη μελέτη των ανατολικών λαών, της γλώσσας τους, της ιστορίας τους, των εθίμων τους κ.λπ.
ανατολιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ανατολίστρια
ανατολιστών	noun	γενική πληθυντικού του ανατολιστής
ανατολιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ανατολίτισσα
ανατολών	=	ανατολή
ανατομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατομή
ανατομή	noun	η μελέτη των εξωτερικών και κυρίως εσωτερικών δομών ενός οργανισμού, συνήθως νεκρού, με την πραγματοποίηση τομών και διανοίξεων στους εκάστοτε υπερκείμενους ιστούς, για την προσπέλαση, την αποκάλυψη και τη μελέτη των υποκείμενων ιστών και γενικότερα της εσωτερικής του δομής
ανατομής	noun	γενική ενικού του ανατομή
ανατομία	noun	ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τη δομή των ζώντων οργανισμών
ανατομίας	noun	γενική ενικού του ανατομία
ανατομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατομία
ανατομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατομείο
ανατομείο	noun	το νεκροτομείο, αίθουσα στην οποία φυλάσσονται προσωρινά οι σοροί εκείνων που πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και που πρέπει να τους γίνει νεκροψία και νεκροτομή προκειμένου να εξακριβωθούν τα αίτια θανάτου
ανατομείου	noun	γενική ενικού του ανατομείο
ανατομείων	noun	γενική πληθυντικού του ανατομείο
ανατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατομικό	adv	η εξέταση ενός θέματος από ανατομική σκοπιά
ανατομικέ	adj	κλητική ενικού του ανατομικός
ανατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατομική
ανατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατομικός
ανατομικής	adj	γενική ενικού του ανατομική
ανατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατομικός
ανατομικού	adj	γενική ενικού του ανατομικός
ανατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατομικός
ανατομικό	adj	αιτιατική ενικού του ανατομικός
ανατομικός	adj	που αναφέρεται στην ανατομία
ανατομικών	adj	γενική πληθυντικού του ανατομικός
ανατομιών	noun	γενική πληθυντικού του ανατομία
ανατομών	noun	γενική πληθυντικού του ανατομή
ανατοξίνες	=	ανατοξίνη
ανατοξίνη	noun	βακτηριακή τοξίνη, (ή εξωτοξίνη), με πολύ περιορισμένη τοξικότητα που συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων και στην εμφάνιση ανοσίας σε ορισμένες ασθένειες και χρησιμοποιείται κυρίως στα εμβόλια
ανατοξίνης	=	ανατοξίνη
ανατοξινών	=	ανατοξίνη
ανατοποθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθέτηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατοποθετώ
ανατοποθέτησης	noun	γενική ενικού του ανατοποθέτηση
ανατοποθετήθηκα	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήθηκαν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήθηκε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήθηκες	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσαν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήσανε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατοποθέτηση
ανατοποθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανατοποθέτηση
ανατοποθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανατοποθέτηση
ανατοποθετήσου	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσουνε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετεί	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετείς	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετείσαι	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετείστε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετείται	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετείτε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετείτο	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθήκαμε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθήκαν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθήκανε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθήκατε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθεί	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθείς	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθείτε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθούμε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθούν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθούνε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετηθώ	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατοποθετημένο
ανατοποθετημένε	verb	κλητική ενικού του ανατοποθετημένος
ανατοποθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατοποθετημένη
ανατοποθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατοποθετημένος
ανατοποθετημένης	verb	γενική ενικού του ανατοποθετημένη
ανατοποθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατοποθετημένος
ανατοποθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατοποθετημένος
ανατοποθετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατοποθετημένος
ανατοποθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατοποθετημένος
ανατοποθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατοποθετημένος
ανατοποθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανατοποθετώ
ανατοποθετούμασταν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούμαστε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούμε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούμενος	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούμουν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούμουνα	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούνε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούνται	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούνταν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούντο	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσα	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσαμε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσαν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσανε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσασταν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσαστε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσατε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσε	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσες	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσουν	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετούσουνα	=	ανατοποθετώ
ανατοποθετώ	verb	τοποθετώ πίσω, στην αρχική του θέση
ανατοποθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανατοποθετώ
ανατράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατράφηκα	=	ανατρέφω
ανατράφηκαν	=	ανατρέφω
ανατράφηκε	=	ανατρέφω
ανατράφηκες	=	ανατρέφω
ανατρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέχω
ανατρέπαμε	=	ανατρέπω
ανατρέπαν	=	ανατρέπω
ανατρέπανε	=	ανατρέπω
ανατρέπατε	=	ανατρέπω
ανατρέπει	=	ανατρέπω
ανατρέπεις	=	ανατρέπω
ανατρέπεσαι	=	ανατρέπομαι
ανατρέπεστε	=	ανατρέπομαι
ανατρέπεται	=	ανατρέπομαι
ανατρέπετε	=	ανατρέπω
ανατρέπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανατρέπω
ανατρέπομε	=	ανατρέπω
ανατρέπονται	=	ανατρέπομαι
ανατρέπονταν	=	ανατρέπομαι
ανατρέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανατρέπω
ανατρέπου	=	ανατρέπομαι
ανατρέπουμε	=	ανατρέπω
ανατρέπουν	=	ανατρέπω
ανατρέπουνε	=	ανατρέπω
ανατρέπω	verb	προκαλώ την ανατροπή, αναποδογυρίζω κάτι, ρίχνω κάποιον κάτω
ανατρέσου	=	ανατρέπομαι
ανατρέστηκα	=	ανατρέπομαι
ανατρέστηκαν	=	ανατρέπομαι
ανατρέστηκε	=	ανατρέπομαι
ανατρέστηκες	=	ανατρέπομαι
ανατρέφαμε	=	ανατρέφω
ανατρέφαν	=	ανατρέφω
ανατρέφανε	=	ανατρέφω
ανατρέφατε	=	ανατρέφω
ανατρέφει	=	ανατρέφω
ανατρέφεις	=	ανατρέφω
ανατρέφεσαι	=	ανατρέφω
ανατρέφεστε	=	ανατρέφω
ανατρέφεται	=	ανατρέφω
ανατρέφετε	=	ανατρέφω
ανατρέφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανατρέφω
ανατρέφομε	=	ανατρέφω
ανατρέφονται	=	ανατρέφω
ανατρέφονταν	=	ανατρέφω
ανατρέφοντας	=	ανατρέφω
ανατρέφου	=	ανατρέφω
ανατρέφουμε	=	ανατρέφω
ανατρέφουν	=	ανατρέφω
ανατρέφουνε	=	ανατρέφω
ανατρέφω	verb	φροντίζω και παρέχω σε παιδί τα υλικά μέσα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του
ανατρέχω	verb	γυρίζω με τη σκέψη μου προς τα πίσω, προς το παρελθόν
ανατρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψαν	=	ανατρέπω
ανατρέψανε	=	ανατρέπω
ανατρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατρέψιμο
ανατρέψιμε	adj	κλητική ενικού του ανατρέψιμος
ανατρέψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατρέψιμη
ανατρέψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατρέψιμος
ανατρέψιμης	adj	γενική ενικού του ανατρέψιμη
ανατρέψιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανατρέψιμος
ανατρέψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατρέψιμος
ανατρέψιμος	adj	αυτός που ίσως μπορεί κάποιος να τον ανατρέψει, που υπάρχει η δυνατότητα να ανατραπεί
ανατρέψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατρέψιμος
ανατρέψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατρέψιμος
ανατρέψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατρέψιμος
ανατρέψομε	=	ανατρέπω
ανατρέψου	=	ανατρέπω
ανατρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψουνε	=	ανατρέπω
ανατρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπω
ανατρήσεις	=	ανάτρηση
ανατρήσεων	=	ανάτρηση
ανατρίχιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατρίχιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατρίχιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατρίχιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατρίχιασμα	noun	η αίσθηση της ανατριχίλας, το αποτέλεσμα του ανατριχιάζω
ανατραπέν	=	ανατραπείς
ανατραπέντα	=	ανατραπείς
ανατραπέντας	=	ανατραπείς
ανατραπέντες	=	ανατραπείς
ανατραπέντος	=	ανατραπείς
ανατραπέντων	=	ανατραπείς
ανατραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπήκαν	=	ανατρέπω
ανατραπήκανε	=	ανατρέπω
ανατραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπείσα	=	ανατραπείς
ανατραπείσας	=	ανατραπείς
ανατραπείσες	=	ανατραπείς
ανατραπείσης	=	ανατραπείς
ανατραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπεισών	=	ανατραπείς
ανατραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραπούνε	=	ανατρέπω
ανατραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανατραφήκαμε	=	ανατρέφω
ανατραφήκαν	=	ανατρέφω
ανατραφήκανε	=	ανατρέφω
ανατραφήκατε	=	ανατρέφω
ανατραφεί	=	ανατρέφω
ανατραφείς	=	ανατρέφω
ανατραφείτε	=	ανατρέφω
ανατραφούμε	=	ανατρέφω
ανατραφούν	=	ανατρέφω
ανατραφούνε	=	ανατρέφω
ανατρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατρεπτικό	adv	με σκοπό να ανατρέψει, με τρόπο ώστε να ανατρέψει
ανατρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του ανατρεπτικός
ανατρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατρεπτική
ανατρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατρεπτικός
ανατρεπτικής	adj	γενική ενικού του ανατρεπτική
ανατρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατρεπτικός
ανατρεπτικοτήτων	=	ανατρεπτικότητα
ανατρεπτικού	adj	γενική ενικού του ανατρεπτικός
ανατρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατρεπτικός
ανατρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανατρεπτικός
ανατρεπτικός	adj	που κάνει κάτι να μην ισχύει
ανατρεπτικότητα	noun	η ιδιότητα του ανατρεπτικού
ανατρεπτικότητας	=	ανατρεπτικότητα
ανατρεπτικότητες	=	ανατρεπτικότητα
ανατρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανατρεπτικός
ανατρεπόμασταν	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόμαστε	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόμενα	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενε	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενες	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενη	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενης	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενο	noun	φορτηγό όχημα του οποίου η καρότσα ανυψώνεται με μηχανισμό κλίσης, ώστε να εκκενώνεται το φορτίο του εύκολα και στοχευμένα
ανατρεπόμενοι	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανατρέπω
ανατρεπόμενου	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενους	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενων	=	ανατρεπόμενος
ανατρεπόμουν	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόμουνα	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόντουσαν	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόσασταν	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόσαστε	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόσουν	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόσουνα	=	ανατρέπομαι
ανατρεπόταν	=	ανατρέπομαι
ανατρεπότανε	=	ανατρέπομαι
ανατρεσμένος	=	ανατρέπομαι
ανατρεστήκαμε	=	ανατρέπομαι
ανατρεστήκαν	=	ανατρέπομαι
ανατρεστήκανε	=	ανατρέπομαι
ανατρεστήκατε	=	ανατρέπομαι
ανατρεστεί	=	ανατρέπομαι
ανατρεστείτε	=	ανατρέπομαι
ανατρεφόμασταν	=	ανατρέφω
ανατρεφόμαστε	=	ανατρέφω
ανατρεφόμουν	=	ανατρέφω
ανατρεφόμουνα	=	ανατρέφω
ανατρεφόντουσαν	=	ανατρέφω
ανατρεφόσασταν	=	ανατρέφω
ανατρεφόσαστε	=	ανατρέφω
ανατρεφόσουν	=	ανατρέφω
ανατρεφόσουνα	=	ανατρέφω
ανατρεφόταν	=	ανατρέφω
ανατρεφότανε	=	ανατρέφω
ανατριχίλα	noun	η αίσθηση που βιώνουμε όταν ανατριχιάζουμε, όταν αισθανόμαστε να σηκώνεται η τρίχα μας από φόβο, φρίκη, κρύο ή ερωτική διέγερση
ανατριχίλας	noun	γενική ενικού του ανατριχίλα
ανατριχίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατριχίλα
ανατριχιάζω	verb	μου σηκώνονται οι τρίχες (από την ψύχρα ή από φρίκη ή επειδή ανεβάζω πυρετό)
ανατριχιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατρίχιασμα
ανατριχιάσματος	noun	γενική ενικού του ανατρίχιασμα
ανατριχιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατριχιάζω
ανατριχιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανατρίχιασμα
ανατριχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατριχιασμένο
ανατριχιασμένε	verb	κλητική ενικού του ανατριχιασμένος
ανατριχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατριχιασμένη
ανατριχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατριχιασμένος
ανατριχιασμένης	verb	γενική ενικού του ανατριχιασμένη
ανατριχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατριχιασμένος
ανατριχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατριχιασμένος
ανατριχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατριχιασμένος
ανατριχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατριχιασμένος
ανατριχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατριχιασμένος
ανατριχιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατριχιαστικό
ανατριχιαστικέ	adj	κλητική ενικού του ανατριχιαστικός
ανατριχιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατριχιαστική
ανατριχιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατριχιαστικός
ανατριχιαστικής	adj	γενική ενικού του ανατριχιαστική
ανατριχιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατριχιαστικός
ανατριχιαστικού	adj	γενική ενικού του ανατριχιαστικός
ανατριχιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατριχιαστικός
ανατριχιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανατριχιαστικός
ανατριχιαστικός	adj	που προκαλεί ανατριχίλα από φρίκη, τρόμο
ανατριχιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανατριχιαστικός
ανατροπέα	=	ανατροπέας
ανατροπέας	noun|figurative	αυτός (πρόσωπο ή μηχάνημα) που ανατρέπει
ανατροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατροπή
ανατροπέων	=	ανατροπέας
ανατροπέως	=	ανατροπέας
ανατροπή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανατρέπω, το αναποδογύρισμα αντικειμένου
ανατροπής	=	ανατροπή
ανατροπείς	=	ανατροπέας
ανατροπών	=	ανατροπή
ανατροφές	noun	γενική πληθυντικού του ανατροφή
ανατροφή	noun	η διατροφή, η υλική και συναισθηματική φροντίδα, και κυρίως η διαπαιδαγώγηση που παρέχεται σε ένα παιδί από εκείνον που έχει την ευθύνη του
ανατροφής	noun	γενική ενικού του ανατροφή
ανατροφοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσαν	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσανε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδότηση
ανατροφοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανατροφοδότηση
ανατροφοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανατροφοδότηση
ανατροφοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτεί	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτείς	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτείτε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδοτημένο
ανατροφοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδοτημένη
ανατροφοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτημένης	verb	γενική ενικού του ανατροφοδοτημένη
ανατροφοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατροφοδοτημένος
ανατροφοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδοτικό
ανατροφοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδοτική
ανατροφοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτικής	adj	γενική ενικού του ανατροφοδοτική
ανατροφοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτικού	adj	γενική ενικού του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτικός	adj	που έχει σχέση με την ανατροφοδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανατροφοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανατροφοδοτικός
ανατροφοδοτούμαι	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούμε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούν	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούνε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσα	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσαμε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσαν	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσανε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσατε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσε	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτούσες	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδοτώ	verb	τροφοδοτώ ξανά, πάλι, εκ νέου
ανατροφοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδότει	=	ανατροφοδοτώ
ανατροφοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατροφοδοτώ
ανατροφοδότηση	noun	η τροφοδότηση εκ νέου
ανατροφοδότησης	noun	γενική ενικού του ανατροφοδότηση
ανατροφών	=	ανατροφή
ανατσουτσουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατσουτσουρωμένο
ανατσουτσουρωμένε	verb	κλητική ενικού του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατσουτσουρωμένη
ανατσουτσουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρωμένης	verb	γενική ενικού του ανατσουτσουρωμένη
ανατσουτσουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρωμένος	verb|vulgar	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατσουτσουρωμένος
ανατσουτσουρώναμε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώναν	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνανε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνατε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνει	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνεις	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνετε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνοντας	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνουμε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνουν	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνουνε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώνω	verb|vulgar	ανατριχιάζω
ανατσουτσουρώσαμε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώσαν	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώσανε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώσατε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώσει	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσουρώστε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωνα	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωναν	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωνε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωνες	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωσα	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωσαν	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωσε	=	ανατσουτσουρώνω
ανατσουτσούρωσες	=	ανατσουτσουρώνω
ανατυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατυπωμένο
ανατυπωμένε	verb	κλητική ενικού του ανατυπωμένος
ανατυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατυπωμένη
ανατυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανατυπωμένος
ανατυπωμένης	verb	γενική ενικού του ανατυπωμένη
ανατυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανατυπωμένος
ανατυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατυπωμένος
ανατυπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ανατυπώνω
ανατυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανατυπωμένος
ανατυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανατυπωμένος
ανατυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανατυπωμένος
ανατυπώναμε	=	ανατυπώνω
ανατυπώναν	=	ανατυπώνω
ανατυπώνανε	=	ανατυπώνω
ανατυπώνατε	=	ανατυπώνω
ανατυπώνει	=	ανατυπώνω
ανατυπώνεις	=	ανατυπώνω
ανατυπώνετε	=	ανατυπώνω
ανατυπώνομαι	=	ανατυπώνω
ανατυπώνοντας	=	ανατυπώνω
ανατυπώνουμε	=	ανατυπώνω
ανατυπώνουν	=	ανατυπώνω
ανατυπώνουνε	=	ανατυπώνω
ανατυπώνω	verb	τυπώνω ξανά ένα βιβλίο ή άλλο έντυπο χωρίς ουσιώδεις αλλαγές στο περιεχόμενό του, παραμένοντας πιστός στην προηγούμενη έκδοσή του
ανατυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώσαν	=	ανατυπώνω
ανατυπώσανε	=	ανατυπώνω
ανατυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανατύπωση
ανατυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανατύπωση
ανατυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανατύπωση
ανατυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατόκιζα	=	ανατοκίζω
ανατόκιζαν	=	ανατοκίζω
ανατόκιζε	=	ανατοκίζω
ανατόκιζες	=	ανατοκίζω
ανατόκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατόκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατόκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατόκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατοκίζω
ανατόλιζα	=	ανατολίζω
ανατόλιζαν	=	ανατολίζω
ανατόλιζε	=	ανατολίζω
ανατόλιζες	=	ανατολίζω
ανατόλισα	=	ανατολίζω
ανατόλισαν	=	ανατολίζω
ανατόλισε	=	ανατολίζω
ανατόλισες	=	ανατολίζω
ανατόμε	noun	κλητική ενικού του ανατόμος
ανατόμο	noun	αιτιατική ενικού του ανατόμος
ανατόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανατόμος
ανατόμος	noun	ο επιστήμονες που ασχολείται με την ανατομία
ανατόμου	noun	γενική ενικού του ανατόμος
ανατόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανατόμος
ανατόμων	noun	γενική πληθυντικού του ανατόμος
ανατύπου	noun	γενική ενικού του ανάτυπο
ανατύπων	noun	γενική πληθυντικού του ανάτυπο
ανατύπωνα	=	ανατυπώνω
ανατύπωναν	=	ανατυπώνω
ανατύπωνε	=	ανατυπώνω
ανατύπωνες	=	ανατυπώνω
ανατύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατυπώνω
ανατύπωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατυπώνω
ανατύπωσης	noun	γενική ενικού του ανατύπωση
αναυτολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναυτολόγητο
αναυτολόγητε	adj	κλητική ενικού του αναυτολόγητος
αναυτολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναυτολόγητη
αναυτολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναυτολόγητος
αναυτολόγητης	adj	γενική ενικού του αναυτολόγητη
αναυτολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αναυτολόγητος
αναυτολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναυτολόγητος
αναυτολόγητος	adj	που δεν έχει ναυτολογηθεί
αναυτολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναυτολόγητος
αναυτολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναυτολόγητος
αναυτολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναυτολόγητος
αναφάνηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφάνηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφάνηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφάνηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφάνου	=	αναφαίνομαι
αναφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάφαση
αναφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάφαση
αναφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανάφαση
αναφάση	=	ανάφαση
αναφέραμε	=	αναφέρω
αναφέραν	=	αναφέρω
αναφέρανε	=	αναφέρω
αναφέρατε	=	αναφέρω
αναφέρει	=	αναφέρω
αναφέρεις	=	αναφέρω
αναφέρεσαι	=	αναφέρω
αναφέρεστε	=	αναφέρω
αναφέρεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αναφέρομαι
αναφέρετε	=	αναφέρω
αναφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφέρομαι	verb	με αναφέρουν
αναφέρομε	=	αναφέρω
αναφέρονται	=	αναφέρω
αναφέρονταν	=	αναφέρω
αναφέροντας	=	αναφέρω
αναφέρουμε	=	αναφέρω
αναφέρουν	=	αναφέρω
αναφέρουνε	=	αναφέρω
αναφέρσου	=	αναφέρω
αναφέρω	verb	μιλώ για κάτι, κάνω μια αναφορά σε κάτι
αναφαίνεσαι	=	αναφαίνομαι
αναφαίνεστε	=	αναφαίνομαι
αναφαίνεται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναφαίνομαι
αναφαίνομαι	verb	προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται
αναφαίνονται	=	αναφαίνομαι
αναφαίνονταν	=	αναφαίνομαι
αναφαίνου	=	αναφαίνομαι
αναφαίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναφαίρετος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να αφαιρεθεί
αναφαίρετε	adj	κλητική ενικού του αναφαίρετος
αναφαίρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφαίρετη
αναφαίρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφαίρετος
αναφαίρετης	adj	γενική ενικού του αναφαίρετη
αναφαίρετο	adj	αιτιατική ενικού του αναφαίρετος
αναφαίρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφαίρετος
αναφαίρετος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον αφαιρέσει από κάποιον
αναφαίρετου	adj	γενική ενικού του αναφαίρετος
αναφαίρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναφαίρετος
αναφαίρετων	adj	γενική πληθυντικού του αναφαίρετος
αναφαγιά	noun	άλλη μορφή του αφαγία
αναφαγιάς	=	αναφαγιά
αναφαγιές	=	αναφαγιά
αναφαγιών	=	αναφαγιά
αναφαινόμασταν	=	αναφαίνομαι
αναφαινόμαστε	=	αναφαίνομαι
αναφαινόμενος	=	αναφαίνομαι
αναφαινόμουν	=	αναφαίνομαι
αναφαινόμουνα	=	αναφαίνομαι
αναφαινόντουσαν	=	αναφαίνομαι
αναφαινόσασταν	=	αναφαίνομαι
αναφαινόσαστε	=	αναφαίνομαι
αναφαινόσουν	=	αναφαίνομαι
αναφαινόσουνα	=	αναφαίνομαι
αναφαινόταν	=	αναφαίνομαι
αναφαινότανε	=	αναφαίνομαι
αναφανήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανήκαν	=	αναφαίνομαι
αναφανήκανε	=	αναφαίνομαι
αναφανήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανδόν	adv	φανερά, δημόσια, χωρίς καμιά επιφύλαξη
αναφανεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφανώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφαίνομαι
αναφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθήκαν	=	αναφέρω
αναφερθήκανε	=	αναφέρω
αναφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερθούνε	=	αναφέρω
αναφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφέρομαι
αναφερόμασταν	=	αναφέρω
αναφερόμαστε	=	αναφέρω
αναφερόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφερόμενο
αναφερόμενε	verb	κλητική ενικού του αναφερόμενος
αναφερόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφερόμενη
αναφερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφερόμενος
αναφερόμενης	verb	γενική ενικού του αναφερόμενη
αναφερόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αναφερόμενος
αναφερόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφερόμενος
αναφερόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναφέρομαι
αναφερόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναφερόμενος
αναφερόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναφερόμενος
αναφερόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναφερόμενος
αναφερόμουν	=	αναφέρομαι
αναφερόμουνα	=	αναφέρω
αναφερόντουσαν	=	αναφέρω
αναφερόσασταν	=	αναφέρω
αναφερόσαστε	=	αναφέρω
αναφερόσουν	=	αναφέρω
αναφερόσουνα	=	αναφέρω
αναφερόταν	=	αναφέρω
αναφερότανε	=	αναφέρω
αναφιλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφιλητό
αναφιλητού	=	αναφιλητό
αναφιλητό	noun	το έντονο κλάμα, οι λυγμοί, όταν με το κλάμα τραντάζεται όλο το κορμί
αναφιλητών	=	αναφιλητό
αναφιλυτό	=	αναφιλητό
αναφιωτισσών	=	αναφιώτισσα
αναφιωτών	=	αναφιώτης
αναφιώτες	=	αναφιώτης
αναφιώτη	=	αναφιώτης
αναφιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Ανάφη
αναφιώτικα	=	αναφιώτικος
αναφιώτικε	=	αναφιώτικος
αναφιώτικες	=	αναφιώτικος
αναφιώτικη	=	αναφιώτικος
αναφιώτικης	=	αναφιώτικος
αναφιώτικο	=	αναφιώτικος
αναφιώτικοι	=	αναφιώτικος
αναφιώτικος	adj	που έχει σχέση με την Ανάφη ή τους Αναφιώτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
αναφιώτικου	=	αναφιώτικος
αναφιώτικους	=	αναφιώτικος
αναφιώτικων	=	αναφιώτικος
αναφιώτισσα	noun	αυτή που κατοικεί στην Ανάφη ή κατάγεται από το νησί αυτό
αναφιώτισσας	=	αναφιώτισσα
αναφιώτισσες	=	αναφιώτισσα
αναφλέγαμε	=	αναφλέγω
αναφλέγαν	=	αναφλέγω
αναφλέγανε	=	αναφλέγω
αναφλέγατε	=	αναφλέγω
αναφλέγει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναφλέγω
αναφλέγεις	=	αναφλέγω
αναφλέγεσαι	=	αναφλέγομαι
αναφλέγεστε	=	αναφλέγομαι
αναφλέγεται	=	αναφλέγομαι
αναφλέγετε	=	αναφλέγω
αναφλέγομαι	verb	αρπάζω φωτιά, παίρνω φωτιά, ανάβω
αναφλέγονται	=	αναφλέγομαι
αναφλέγονταν	=	αναφλέγομαι
αναφλέγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναφλέγω
αναφλέγου	=	αναφλέγομαι
αναφλέγουμε	=	αναφλέγω
αναφλέγουν	=	αναφλέγω
αναφλέγουνε	=	αναφλέγω
αναφλέγω	verb	βάζω φωτιά σε κάτι, πυροδοτώ, προκαλώ ανάφλεξη, μεταδίδω τη φωτιά, καίω
αναφλέξαμε	=	αναφλέγω
αναφλέξαν	=	αναφλέγω
αναφλέξανε	=	αναφλέγω
αναφλέξατε	=	αναφλέγω
αναφλέξει	=	αναφλέγω
αναφλέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάφλεξη
αναφλέξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανάφλεξη
αναφλέξεως	noun	γενική ενικού του ανάφλεξη
αναφλέξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφλέξιμο
αναφλέξιμε	adj	κλητική ενικού του αναφλέξιμος
αναφλέξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφλέξιμη
αναφλέξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφλέξιμος
αναφλέξιμης	adj	γενική ενικού του αναφλέξιμη
αναφλέξιμο	adj	αιτιατική ενικού του αναφλέξιμος
αναφλέξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφλέξιμος
αναφλέξιμος	adj	που μπορεί να αναφλεγεί ή αναφλέγεται εύκολα
αναφλέξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναφλέξιμος
αναφλέξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναφλέξιμος
αναφλέξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναφλέξιμος
αναφλέξου	=	αναφλέγομαι
αναφλέξτε	=	αναφλέγω
αναφλέξω	=	αναφλέγω
αναφλέχθηκα	=	αναφλέγομαι
αναφλέχτηκα	=	αναφλέγομαι
αναφλέχτηκαν	=	αναφλέγομαι
αναφλέχτηκε	=	αναφλέγομαι
αναφλέχτηκες	=	αναφλέγομαι
αναφλεγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναφλέγομαι
αναφλεγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφλέγομαι
αναφλεγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφλέγομαι
αναφλεγμένος	=	αναφλέγομαι
αναφλεγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφλέγομαι
αναφλεγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφλέγομαι
αναφλεγόμασταν	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόμαστε	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόμενος	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόμουν	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόμουνα	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόντουσαν	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόσασταν	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόσαστε	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόσουν	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόσουνα	=	αναφλέγομαι
αναφλεγόταν	=	αναφλέγομαι
αναφλεγότανε	=	αναφλέγομαι
αναφλεγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφλέγομαι
αναφλεκτήρα	=	αναφλεκτήρας
αναφλεκτήρας	noun	μηχανολογικό εξάρτημα που προκαλεί την ανάφλεξη, όπως π.χ. ενός αερίου, χάρη στην παραγωγή σπινθήρα
αναφλεκτήρες	=	αναφλεκτήρας
αναφλεκτήρων	=	αναφλεκτήρας
αναφλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφλεκτικό
αναφλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του αναφλεκτικός
αναφλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφλεκτική
αναφλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφλεκτικός
αναφλεκτικής	adj	γενική ενικού του αναφλεκτική
αναφλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφλεκτικός
αναφλεκτικού	adj	γενική ενικού του αναφλεκτικός
αναφλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναφλεκτικός
αναφλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναφλεκτικός
αναφλεκτικός	adj	που έχει σχέση με την ανάφλεξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
αναφλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναφλεκτικός
αναφλεξιμοτήτων	=	αναφλεξιμότητα
αναφλεξιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αναφλέξιμου, το να μπορεί κάποιος ή κάτι να αναφλεγεί
αναφλεξιμότητας	=	αναφλεξιμότητα
αναφλεξιμότητες	=	αναφλεξιμότητα
αναφλεχθείς	=	αναφλέγομαι
αναφλεχθώ	=	αναφλέγομαι
αναφλεχτήκαμε	=	αναφλέγομαι
αναφλεχτήκαν	=	αναφλέγομαι
αναφλεχτήκανε	=	αναφλέγομαι
αναφλεχτήκατε	=	αναφλέγομαι
αναφλεχτεί	=	αναφλέγομαι
αναφλεχτείτε	=	αναφλέγομαι
αναφομοίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναφομοίωτος	adv	με αναφομοίωτο τρόπο
αναφομοίωτε	adj	κλητική ενικού του αναφομοίωτος
αναφομοίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφομοίωτη
αναφομοίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφομοίωτος
αναφομοίωτης	adj	γενική ενικού του αναφομοίωτη
αναφομοίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναφομοίωτος
αναφομοίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφομοίωτος
αναφομοίωτος	adj	που δεν έχει αφομοιωθεί ή δεν μπορεί να αφομοιωθεί
αναφομοίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναφομοίωτος
αναφομοίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναφομοίωτος
αναφομοίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναφομοίωτος
αναφορά	noun	η έκθεση γεγονότων σε γραπτό ή προφορικό λόγο
αναφοράς	noun	γενική ενικού του αναφορά
αναφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφορά
αναφορικά	adv	με αναφορικο τρόπο, με σχέση αναφοράς (για προσδιορισμούς)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναφορικός
αναφορικέ	adj	κλητική ενικού του αναφορικός
αναφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφορική
αναφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφορικός
αναφορικής	adj	γενική ενικού του αναφορική
αναφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφορικός
αναφορικοτήτων	=	αναφορικότητα
αναφορικού	adj	γενική ενικού του αναφορικός
αναφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναφορικός
αναφορικό	adj	αιτιατική ενικού του αναφορικός
αναφορικός	adj	ο σχετικός με κάτι
αναφορικότητα	noun	η ιδιότητα μιας γλωσσικής μονάδας ή έκφρασης να παραπέμπει σε οντότητες του κόσμου ή του κειμενικού περιβάλλοντος, εξωκειμενικά
αναφορικότητας	=	αναφορικότητα
αναφορικότητες	=	αναφορικότητα
αναφορικών	adj	γενική πληθυντικού του αναφορικός
αναφορικώς	adv|formal	αναφορικά
αναφορών	noun	γενική πληθυντικού του αναφορά
αναφροδισία	noun	η έλλειψη γενετήσιας επιθυμίας
αναφροδισίας	noun	γενική ενικού του αναφροδισία
αναφροδισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφροδισία
αναφροδισιών	noun	γενική πληθυντικού του αναφροδισία
αναφρόδιτα	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτε	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτες	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτη	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτης	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτο	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτοι	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτος	adj	που πάσχει από αναφροδισία
αναφρόδιτου	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτους	=	αναφρόδιτος
αναφρόδιτων	=	αναφρόδιτος
αναφτέρωνα	=	αναφτερώνω
αναφτέρωναν	=	αναφτερώνω
αναφτέρωνε	=	αναφτερώνω
αναφτέρωνες	=	αναφτερώνω
αναφτέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτήκαμε	=	ανάβω
αναφτήκαν	=	ανάβω
αναφτήκανε	=	ανάβω
αναφτήκατε	=	ανάβω
αναφτεί	=	ανάβω
αναφτείς	=	ανάβω
αναφτείτε	=	ανάβω
αναφτερωθήκαμε	=	αναφτερώνω
αναφτερωθήκαν	=	αναφτερώνω
αναφτερωθήκανε	=	αναφτερώνω
αναφτερωθήκατε	=	αναφτερώνω
αναφτερωθεί	=	αναφτερώνω
αναφτερωθείτε	=	αναφτερώνω
αναφτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφτερωμένο
αναφτερωμένε	verb	κλητική ενικού του αναφτερωμένος
αναφτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφτερωμένη
αναφτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφτερωμένος
αναφτερωμένης	verb	γενική ενικού του αναφτερωμένη
αναφτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναφτερωμένος
αναφτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφτερωμένος
αναφτερωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναφτερωμένος
αναφτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναφτερωμένος
αναφτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναφτερωμένος
αναφτερωνόμασταν	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόμαστε	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόμουν	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόμουνα	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόντουσαν	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόσασταν	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόσαστε	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόσουν	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόσουνα	=	αναφτερώνω
αναφτερωνόταν	=	αναφτερώνω
αναφτερωνότανε	=	αναφτερώνω
αναφτερώθηκα	=	αναφτερώνω
αναφτερώθηκαν	=	αναφτερώνω
αναφτερώθηκε	=	αναφτερώνω
αναφτερώθηκες	=	αναφτερώνω
αναφτερώναμε	=	αναφτερώνω
αναφτερώναν	=	αναφτερώνω
αναφτερώνανε	=	αναφτερώνω
αναφτερώνατε	=	αναφτερώνω
αναφτερώνει	=	αναφτερώνω
αναφτερώνεις	=	αναφτερώνω
αναφτερώνεσαι	=	αναφτερώνω
αναφτερώνεστε	=	αναφτερώνω
αναφτερώνεται	=	αναφτερώνω
αναφτερώνετε	=	αναφτερώνω
αναφτερώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώνονται	=	αναφτερώνω
αναφτερώνονταν	=	αναφτερώνω
αναφτερώνοντας	=	αναφτερώνω
αναφτερώνουμε	=	αναφτερώνω
αναφτερώνουν	=	αναφτερώνω
αναφτερώνουνε	=	αναφτερώνω
αναφτερώνω	verb	σηκώνω τα φτερά μου για να πετάξω
αναφτερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσαν	=	αναφτερώνω
αναφτερώσανε	=	αναφτερώνω
αναφτερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσου	=	αναφτερώνω
αναφτερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφτερώνω
αναφτούμε	=	ανάβω
αναφτούν	=	ανάβω
αναφτούνε	=	ανάβω
αναφτώ	=	ανάβω
αναφυλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφυλακτικό
αναφυλακτικέ	adj	κλητική ενικού του αναφυλακτικός
αναφυλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφυλακτική
αναφυλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφυλακτικός
αναφυλακτικής	adj	γενική ενικού του αναφυλακτική
αναφυλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφυλακτικός
αναφυλακτικού	adj	γενική ενικού του αναφυλακτικός
αναφυλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναφυλακτικός
αναφυλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του αναφυλακτικός
αναφυλακτικός	adj	σχετικός με αναφυλαξία
αναφυλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του αναφυλακτικός
αναφυλαξία	noun	οξεία αιφνίδια αλλεργική αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει θάνατο
αναφυλαξίας	noun	γενική ενικού του αναφυλαξία
αναφυλαξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφυλαξία
αναφυλαξιών	noun	γενική πληθυντικού του αναφυλαξία
αναφυλλητό	=	αναφιλητό
αναφυσήματα	=	αναφύσημα
αναφυσήματος	=	αναφύσημα
αναφυσημάτων	=	αναφύσημα
αναφυτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφυτεμένο
αναφυτεμένε	verb	κλητική ενικού του αναφυτεμένος
αναφυτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφυτεμένη
αναφυτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφυτεμένος
αναφυτεμένης	verb	γενική ενικού του αναφυτεμένη
αναφυτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναφυτεμένος
αναφυτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναφυτεμένος
αναφυτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναφυτεμένος
αναφυτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναφυτεμένος
αναφυτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναφυτεμένος
αναφυτευθήκαμε	=	αναφυτεύω
αναφυτευθήκαν	=	αναφυτεύω
αναφυτευθήκανε	=	αναφυτεύω
αναφυτευθήκατε	=	αναφυτεύω
αναφυτευθεί	=	αναφυτεύω
αναφυτευθείς	=	αναφυτεύω
αναφυτευθείτε	=	αναφυτεύω
αναφυτευθούμε	=	αναφυτεύω
αναφυτευθούν	=	αναφυτεύω
αναφυτευθούνε	=	αναφυτεύω
αναφυτευθώ	=	αναφυτεύω
αναφυτευμένος	=	αναφυτεύω
αναφυτευτήκαμε	=	αναφυτεύω
αναφυτευτήκαν	=	αναφυτεύω
αναφυτευτήκανε	=	αναφυτεύω
αναφυτευτήκατε	=	αναφυτεύω
αναφυτευτεί	=	αναφυτεύω
αναφυτευτείς	=	αναφυτεύω
αναφυτευτείτε	=	αναφυτεύω
αναφυτευτούμε	=	αναφυτεύω
αναφυτευτούν	=	αναφυτεύω
αναφυτευτούνε	=	αναφυτεύω
αναφυτευτώ	=	αναφυτεύω
αναφυτευόμασταν	=	αναφυτεύω
αναφυτευόμαστε	=	αναφυτεύω
αναφυτευόμουν	=	αναφυτεύω
αναφυτευόμουνα	=	αναφυτεύω
αναφυτευόντουσαν	=	αναφυτεύω
αναφυτευόσασταν	=	αναφυτεύω
αναφυτευόσαστε	=	αναφυτεύω
αναφυτευόσουν	=	αναφυτεύω
αναφυτευόσουνα	=	αναφυτεύω
αναφυτευόταν	=	αναφυτεύω
αναφυτευότανε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύαμε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύαν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύανε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύατε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύει	=	αναφυτεύω
αναφυτεύεις	=	αναφυτεύω
αναφυτεύεσαι	=	αναφυτεύω
αναφυτεύεστε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύεται	=	αναφυτεύω
αναφυτεύετε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύθηκα	=	αναφυτεύω
αναφυτεύθηκαν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύθηκε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύθηκες	=	αναφυτεύω
αναφυτεύομαι	=	αναφυτεύω
αναφυτεύομε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύονται	=	αναφυτεύω
αναφυτεύονταν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύοντας	=	αναφυτεύω
αναφυτεύουμε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύουν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύουνε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσαμε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσαν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσανε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσατε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσει	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφύτευση
αναφυτεύσετε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναφύτευση
αναφυτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναφύτευση
αναφυτεύσομε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσου	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσουμε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσουν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσουνε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύστε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύσω	=	αναφυτεύω
αναφυτεύτηκα	=	αναφυτεύω
αναφυτεύτηκαν	=	αναφυτεύω
αναφυτεύτηκε	=	αναφυτεύω
αναφυτεύτηκες	=	αναφυτεύω
αναφυτεύω	verb	φυτεύω ξανά ένα φυτό, το μεταφυτεύω (παρωχημένο) ή πάντως με σπάνια χρήση
αναφυόμαστε	=	αναφύομαι
αναφυόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναφυόμενος
αναφυόμενος	=	αναφύομαι
αναφυόμουν	=	αναφύομαι
αναφυόσουν	=	αναφύομαι
αναφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσαν	=	αναφωνώ
αναφωνήσανε	=	αναφωνώ
αναφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναφώνηση
αναφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσεων	=	αναφώνηση
αναφωνήσεως	=	αναφώνηση
αναφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσουνε	=	αναφωνώ
αναφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφωνεί	=	αναφωνώ
αναφωνείς	=	αναφωνώ
αναφωνείτε	=	αναφωνώ
αναφωνούμε	=	αναφωνώ
αναφωνούν	=	αναφωνώ
αναφωνούνε	=	αναφωνώ
αναφωνούσα	=	αναφωνώ
αναφωνούσαμε	=	αναφωνώ
αναφωνούσαν	=	αναφωνώ
αναφωνούσανε	=	αναφωνώ
αναφωνούσατε	=	αναφωνώ
αναφωνούσε	=	αναφωνώ
αναφωνούσες	=	αναφωνώ
αναφωνώ	verb	εκφράζομαι επιφωνηματικά ή με μια-δυο λέξεις σαν να απευθύνομαι σε μια ανώτερη δύναμη ή να μονολογώ
αναφωνώντας	=	αναφωνώ
αναφύεσαι	=	αναφύομαι
αναφύεσθε	=	αναφύομαι
αναφύεστε	=	αναφύομαι
αναφύεται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αναφύομαι
αναφύομαι	verb	εμφανίζομαι, εκδηλώνομαι, προκύπτω
αναφύονται	=	αναφύομαι
αναφύονταν	=	αναφύομαι
αναφύσημα	noun	στιγμιαίο ανάλαφρο αεράκι
αναφύτευα	=	αναφυτεύω
αναφύτευαν	=	αναφυτεύω
αναφύτευε	=	αναφυτεύω
αναφύτευες	=	αναφυτεύω
αναφύτευσα	=	αναφυτεύω
αναφύτευσαν	=	αναφυτεύω
αναφύτευσε	=	αναφυτεύω
αναφύτευσες	=	αναφυτεύω
αναφύτευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναφυτεύω, η εκ νέου φύτευση δένδρων ή άλλων φυτών σε μια περιοχή που έχει χάσει τη βλάστησή της
αναφύτευσης	noun	γενική ενικού του αναφύτευση
αναφύτεψα	=	αναφυτεύω
αναφώνει	=	αναφωνώ
αναφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναφωνώ
αναφώνηση	noun	λέξη ή φράση που λέγεται με δυνατή φωνή και μπορεί να εκφράζει έκπληξη, πόνο κλπ.
αναφώνησης	=	αναφώνηση
αναχάραξα	=	αναχαράζω
αναχάραξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναχαράζω
αναχαίτιζα	=	αναχαιτίζω
αναχαίτιζαν	=	αναχαιτίζω
αναχαίτιζε	=	αναχαιτίζω
αναχαίτιζες	=	αναχαιτίζω
αναχαίτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαίτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαίτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαίτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαίτιση	noun	το σταμάτημα επιθετικής ενέργειας του εισβολέα, η απόκρουση
αναχαίτισης	noun	γενική ενικού του αναχαίτιση
αναχαιτίζαμε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζαν	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζανε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζατε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζει	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζεις	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζεσαι	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίζεστε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίζεται	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίζετε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίζομε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζονται	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίζονταν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίζοντας	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζου	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίζουμε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζουν	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζουνε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίζω	verb	αποκρούω μια επίθεση και αναγκάζω τον επιτιθέμενο να οπισθοχωρήσει
αναχαιτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίσαν	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίσανε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχαίτιση
αναχαιτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναχαίτιση
αναχαιτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναχαίτιση
αναχαιτίσομε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίσου	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίσουνε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτίστηκα	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίστηκαν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίστηκε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίστηκες	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχαιτίζω
αναχαιτιζόμασταν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόμαστε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόμουν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόμουνα	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόντουσαν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόσασταν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόσαστε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόσουν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόσουνα	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζόταν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιζότανε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτισμέ	noun	κλητική ενικού του αναχαιτισμός
αναχαιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχαιτισμένο
αναχαιτισμένε	verb	κλητική ενικού του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχαιτισμένη
αναχαιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμένης	verb	γενική ενικού του αναχαιτισμένη
αναχαιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμένος	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναχαιτισμένος
αναχαιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναχαιτισμός
αναχαιτισμού	noun	γενική ενικού του αναχαιτισμός
αναχαιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναχαιτισμός
αναχαιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναχαιτισμός
αναχαιτισμός	noun|figurative	άλλη μορφή του αναχαίτιση
αναχαιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναχαιτισμός
αναχαιτιστήκαμε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιστήκαν	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιστήκανε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιστήκατε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιστεί	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιστείς	=	αναχαιτίζω
αναχαιτιστείτε	=	αναχαιτίζομαι
αναχαιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναχαιτιστικός	adv	με αναχαιτιστικό τρόπο, με αναχαίτιση
αναχαιτιστικέ	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστικές	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστική	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστικής	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστικοί	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστικού	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστικούς	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστικό	noun	αεροσκάφος που συμβάλλει στην αναχαίτιση εχθρικών αεροσκαφών
αναχαιτιστικός	adj	που έχει σχέση με την αναχαίτιση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αναχαιτιστικών	=	αναχαιτιστικός
αναχαιτιστούμε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτιστούν	=	αναχαιτίζω
αναχαιτιστούνε	=	αναχαιτίζω
αναχαιτιστώ	=	αναχαιτίζω
αναχαράζομαι	=	αναχαράζω
αναχαράζω	verb|formal	χαράζω / σχεδιάζω εκ νέου
αναχθεί	verb	γʹ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος ανάγω
αναχρείου	=	ανάχρειο
αναχρείων	=	ανάχρειο
αναχρηματοδοτήσαμε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτήσαν	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτήσανε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτήσατε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτήσει	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχρηματοδότηση
αναχρηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναχρηματοδότηση
αναχρηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναχρηματοδότηση
αναχρηματοδοτήστε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτεί	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτείς	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτείτε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούμε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούν	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούνε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσα	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσαμε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσαν	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσανε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσατε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτούσες	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδοτώ	verb	χρηματοδοτώ εκ νέου
αναχρηματοδοτώντας	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδότει	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδότησα	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδότησαν	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδότησε	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδότησες	=	αναχρηματοδοτώ
αναχρηματοδότηση	noun	η εκ νέου χρηματοδότηση
αναχρηματοδότησης	noun	γενική ενικού του αναχρηματοδότηση
αναχρησιμοποίηση	noun	η εκ νέου χρησιμοποίηση
αναχρησιμοποίησης	noun	γενική ενικού του αναχρησιμοποίηση
αναχρησιμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχρησιμοποίηση
αναχρησιμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναχρησιμοποίηση
αναχρησιμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναχρησιμοποίηση
αναχρονία	noun|literary	τεχνική μετατόπισης της χρονικής ακολουθίας μιας αφήγησης, κατά την οποία η διήγηση παρεκκλίνει από τη φυσική ροή του χρόνου, φέρνοντας στο προσκήνιο είτε περασμένα είτε μελλοντικά γεγονότα, για να φωτίσει ή να προετοιμάσει την κύρια πλοκή
αναχρονίας	=	αναχρονία
αναχρονίες	=	αναχρονία
αναχρονίζαμε	=	αναχρονίζω
αναχρονίζαν	=	αναχρονίζω
αναχρονίζανε	=	αναχρονίζω
αναχρονίζατε	=	αναχρονίζω
αναχρονίζει	=	αναχρονίζω
αναχρονίζεις	=	αναχρονίζω
αναχρονίζετε	=	αναχρονίζω
αναχρονίζοντας	=	αναχρονίζω
αναχρονίζουμε	=	αναχρονίζω
αναχρονίζουν	=	αναχρονίζω
αναχρονίζουνε	=	αναχρονίζω
αναχρονίζω	verb	κάνω λάθος στη χρονολόγηση γεγονότων, κάνω αναχρονισμούς
αναχρονίσαμε	=	αναχρονίζω
αναχρονίσαν	=	αναχρονίζω
αναχρονίσανε	=	αναχρονίζω
αναχρονίσατε	=	αναχρονίζω
αναχρονίσει	=	αναχρονίζω
αναχρονίστε	=	αναχρονίζω
αναχρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αναχρονικός	adv	με αναχρονικό τρόπο
αναχρονικέ	=	αναχρονικός
αναχρονικές	=	αναχρονικός
αναχρονική	=	αναχρονικός
αναχρονικής	=	αναχρονικός
αναχρονικοί	=	αναχρονικός
αναχρονικού	=	αναχρονικός
αναχρονικούς	=	αναχρονικός
αναχρονικό	=	αναχρονικός
αναχρονικός	adj|literary	που έχει σχέση με την αναχρονία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αναχρονικών	=	αναχρονικός
αναχρονισμέ	noun	κλητική ενικού του αναχρονισμός
αναχρονισμένα	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένε	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένες	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένη	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένης	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένο	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένοι	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένος	verb	άλλη μορφή του αναχρονιστικός
αναχρονισμένου	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένους	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμένων	=	αναχρονισμένος
αναχρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναχρονισμός
αναχρονισμού	noun	γενική ενικού του αναχρονισμός
αναχρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναχρονισμός
αναχρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναχρονισμός
αναχρονισμός	noun|literary	η μεταφορά ενός πολιτισμικού στοιχείου που χαρακτηρίζει μια ιστορική περίοδο σε αφήγηση που αναφέρεται σε μιαν άλλη εποχή
αναχρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναχρονισμός
αναχρονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχρονιστικό	adv	κατά τρόπο αναχρονιστικό
αναχρονιστικέ	adj	κλητική ενικού του αναχρονιστικός
αναχρονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχρονιστική
αναχρονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναχρονιστικός
αναχρονιστικής	adj	γενική ενικού του αναχρονιστική
αναχρονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναχρονιστικός
αναχρονιστικοτήτων	=	αναχρονιστικότητα
αναχρονιστικού	adj	γενική ενικού του αναχρονιστικός
αναχρονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναχρονιστικός
αναχρονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αναχρονιστικός
αναχρονιστικός	adj	που περιέχει έναν αναχρονισμό
αναχρονιστικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι αναχρονιστικό(ς)
αναχρονιστικότητας	=	αναχρονιστικότητα
αναχρονιστικότητες	=	αναχρονιστικότητα
αναχρονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αναχρονιστικός
αναχρονιστικώς	adv|formal	αναχρονιστικά
αναχρονιών	=	αναχρονία
αναχρόνιζα	=	αναχρονίζω
αναχρόνιζαν	=	αναχρονίζω
αναχρόνιζε	=	αναχρονίζω
αναχρόνιζες	=	αναχρονίζω
αναχρόνισα	=	αναχρονίζω
αναχρόνισαν	=	αναχρονίζω
αναχρόνισε	=	αναχρονίζω
αναχρόνισες	=	αναχρονίζω
αναχωμάτιζα	=	αναχωματίζω
αναχωμάτιζαν	=	αναχωματίζω
αναχωμάτιζε	=	αναχωματίζω
αναχωμάτιζες	=	αναχωματίζω
αναχωμάτισα	=	αναχωματίζω
αναχωμάτισαν	=	αναχωματίζω
αναχωμάτισε	=	αναχωματίζω
αναχωμάτισες	=	αναχωματίζω
αναχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανάχωμα
αναχωμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωμάτωση	noun	συσσώρευση χώματος για το γέμισμα ενός ανοίγματος στο έδαφος ή για τη δημιουργία αναχώματος
αναχωμάτωσης	=	αναχωμάτωση
αναχωματίζαμε	=	αναχωματίζω
αναχωματίζαν	=	αναχωματίζω
αναχωματίζανε	=	αναχωματίζω
αναχωματίζατε	=	αναχωματίζω
αναχωματίζει	=	αναχωματίζω
αναχωματίζεις	=	αναχωματίζω
αναχωματίζετε	=	αναχωματίζω
αναχωματίζοντας	=	αναχωματίζω
αναχωματίζουμε	=	αναχωματίζω
αναχωματίζουν	=	αναχωματίζω
αναχωματίζουνε	=	αναχωματίζω
αναχωματίζω	verb	συσσωρεύω χώμα για να γεμίσω ένα άνοιγμα στο έδαφος ή για να δημιουργήσω ανάχωμα
αναχωματίσαμε	=	αναχωματίζω
αναχωματίσαν	=	αναχωματίζω
αναχωματίσανε	=	αναχωματίζω
αναχωματίσατε	=	αναχωματίζω
αναχωματίσει	=	αναχωματίζω
αναχωματίστε	=	αναχωματίζω
αναχωματώνω	verb	συσσωρεύω χώμα για να γεμίσω ένα άνοιγμα στο έδαφος ή για να δημιουργήσω ανάχωμα
αναχωματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχωμάτωση
αναχωματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώσεων	=	αναχωμάτωση
αναχωματώσεως	=	αναχωμάτωση
αναχωματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωματώνω
αναχωνεύομαι	=	αναχωνεύω
αναχωνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχώνευση
αναχωνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύσεων	=	αναχώνευση
αναχωνεύσεως	=	αναχώνευση
αναχωνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχωνεύω	verb	λειώνω ξανά μέταλλο και ειδικότερα νόμισμα
αναχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσαν	=	αναχωρώ
αναχωρήσανε	=	αναχωρώ
αναχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχώρηση
αναχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αναχώρηση
αναχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αναχώρηση
αναχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσουνε	=	αναχωρώ
αναχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχωρήτρια	=	αναχωρητής
αναχωρεί	=	αναχωρώ
αναχωρείς	=	αναχωρώ
αναχωρείτε	=	αναχωρώ
αναχωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναχωρητής
αναχωρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αναχωρητής
αναχωρητήρια	=	αναχωρητήριο
αναχωρητήριο	noun	το ερημητήριο
αναχωρητήριου	=	αναχωρητήριο
αναχωρητήριων	=	αναχωρητήριο
αναχωρητής	noun	αυτός που εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ο ερημίτης
αναχωρητηρίου	=	αναχωρητήριο
αναχωρητηρίων	=	αναχωρητήριο
αναχωρητικά	=	αναχωρητικός
αναχωρητικέ	=	αναχωρητικός
αναχωρητικές	=	αναχωρητικός
αναχωρητική	=	αναχωρητικός
αναχωρητικής	=	αναχωρητικός
αναχωρητικοί	=	αναχωρητικός
αναχωρητικού	=	αναχωρητικός
αναχωρητικούς	=	αναχωρητικός
αναχωρητικό	=	αναχωρητικός
αναχωρητικός	adj	που έχει σχέση με αναχωρητή ή αναφέρεται σʼ αυτόν
αναχωρητικών	=	αναχωρητικός
αναχωρητισμέ	noun	κλητική ενικού του αναχωρητισμός
αναχωρητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναχωρητισμός
αναχωρητισμού	noun	γενική ενικού του αναχωρητισμός
αναχωρητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αναχωρητισμός
αναχωρητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αναχωρητισμός
αναχωρητισμός	noun	η τάση για απομάκρυνση από την κοινωνική ζωή και δράση προς τον τρόπο ζωής του αναχωρητή
αναχωρητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αναχωρητισμός
αναχωρητών	noun	γενική πληθυντικού του αναχωρητής
αναχωρούμε	=	αναχωρώ
αναχωρούν	=	αναχωρώ
αναχωρούνε	=	αναχωρώ
αναχωρούσα	=	αναχωρώ
αναχωρούσαμε	=	αναχωρώ
αναχωρούσαν	=	αναχωρώ
αναχωρούσανε	=	αναχωρώ
αναχωρούσατε	=	αναχωρώ
αναχωρούσε	=	αναχωρώ
αναχωρούσες	=	αναχωρώ
αναχωρώ	verb	φεύγω (από ένα μέρος για να εκτελέσω δρομολόγιο ή ταξίδι)
αναχωρώντας	=	αναχωρώ
αναχόρταγος	=	ανεχόρταγος
αναχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάχωμα
αναχώματος	noun	γενική ενικού του ανάχωμα
αναχώνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχώνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχώνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχώνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωνεύω
αναχώνευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχωνεύω
αναχώνευσης	=	αναχώνευση
αναχώρει	=	αναχωρώ
αναχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναχωρώ
αναχώρηση	noun	το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα)
αναχώρησης	noun	γενική ενικού του αναχώρηση
αναψηλάφει	=	αναψηλαφώ
αναψηλάφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλάφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλάφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλάφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλάφηση	noun	η εκ νέου εξέταση (επανεξέταση) μιας δικαστικής υπόθεσης που είχε θεωρηθεί ότι είχε τελεσιδικήσει
αναψηλάφησης	=	αναψηλάφηση
αναψηλαφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναψηλάφηση
αναψηλαφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήσεων	=	αναψηλάφηση
αναψηλαφήσεως	=	αναψηλάφηση
αναψηλαφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψηλαφώ
αναψηλαφεί	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφείς	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφείτε	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφητικά	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικέ	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικές	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητική	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικής	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικοί	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικού	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικούς	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικό	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφητικός	adj|formal	που έχει σχέση με αναψηλάφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αναψηλαφητικών	=	αναψηλαφητικός
αναψηλαφιτικά	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικέ	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικές	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτική	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικής	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικοί	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικού	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικούς	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικό	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφιτικός	adj|formal	που έχει σχέση με αναψηλάφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αναψηλαφιτικών	=	αναψηλαφιτικός
αναψηλαφούμε	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούν	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούσα	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούσαμε	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούσαν	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούσατε	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούσε	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφούσες	=	αναψηλαφώ
αναψηλαφώ	verb	επανεξετάζω μια υπόθεση που είχε μπει στο αρχείο
αναψηλαφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αναψηλαφώ
αναψοκοκκίνιζα	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνιζαν	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνιζε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνιζες	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκίνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζαμε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζαν	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζανε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζατε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζει	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζεις	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζετε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζομε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζοντας	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζουμε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζουν	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζουνε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζω	verb	η επιδερμίδα του προσώπου μου γίνεται κόκκινη, λόγω φυσικών συνθηκών (όπως η σωματική εξάσκηση) ή έντονων συναισθημάτων (όπως η ντροπή)
αναψοκοκκινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσαν	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσανε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσματα	=	αναψοκοκκίνισμα
αναψοκοκκινίσματος	=	αναψοκοκκίνισμα
αναψοκοκκινίσομε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσουνε	=	αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινισμάτων	=	αναψοκοκκίνισμα
αναψοκοκκινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναψοκοκκινισμένο
αναψοκοκκινισμένε	verb	κλητική ενικού του αναψοκοκκινισμένος
αναψοκοκκινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναψοκοκκινισμένη
αναψοκοκκινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναψοκοκκινισμένος
αναψοκοκκινισμένης	verb	γενική ενικού του αναψοκοκκινισμένη
αναψοκοκκινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αναψοκοκκινισμένος
αναψοκοκκινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναψοκοκκινισμένος
αναψοκοκκινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναψοκοκκινισμένος
αναψοκοκκινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αναψοκοκκινισμένος
αναψοκοκκινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναψοκοκκινισμένος
αναψυκτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναψυκτήριο
αναψυκτήριο	noun	χώρος χαλάρωσης και συγκρατημένης διασκέδασης συνήθως σε εξοχικά σημεία αλλά όχι μόνο, στον οποίο σερβίρονται αναψυκτικά, καφές, ποτά και πολλές φορές μεζέδες
αναψυκτήριου	=	αναψυκτήριο
αναψυκτηρίου	noun	γενική ενικού του αναψυκτήριο
αναψυκτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αναψυκτήριο
αναψυκτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναψυκτικό
αναψυκτικού	noun	γενική ενικού του αναψυκτικό
αναψυκτικό	noun	Ποτό χωρίς αλκοόλ, αεριούχο ή μη, που πίνεται συνήθως δροσερό, όπως λεμονάδα, πορτοκαλάδα, γκαζόζα
αναψυκτικών	noun	γενική πληθυντικού του αναψυκτικό
αναψυχές	=	αναψυχή
αναψυχή	noun	η μη υποχρεωτική δραστηριότητα με σκοπό την σωματική ή ψυχική ανάπαυση, ανάταση ή ευεξία
αναψυχής	noun	αναψυχή, στη γενική του ενικού
αναψυχωθήκαμε	=	αναψυχώνω
αναψυχωθήκαν	=	αναψυχώνω
αναψυχωθήκανε	=	αναψυχώνω
αναψυχωθήκατε	=	αναψυχώνω
αναψυχωθεί	=	αναψυχώνω
αναψυχωθείς	=	αναψυχώνω
αναψυχωθείτε	=	αναψυχώνω
αναψυχωθούμε	=	αναψυχώνω
αναψυχωθούν	=	αναψυχώνω
αναψυχωθούνε	=	αναψυχώνω
αναψυχωθώ	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόμασταν	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόμαστε	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόμουν	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόμουνα	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόντουσαν	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόσασταν	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόσαστε	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόσουν	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόσουνα	=	αναψυχώνω
αναψυχωνόταν	=	αναψυχώνω
αναψυχωνότανε	=	αναψυχώνω
αναψυχώθηκα	=	αναψυχώνω
αναψυχώθηκαν	=	αναψυχώνω
αναψυχώθηκε	=	αναψυχώνω
αναψυχώθηκες	=	αναψυχώνω
αναψυχών	=	αναψυχή
αναψυχώναμε	=	αναψυχώνω
αναψυχώναν	=	αναψυχώνω
αναψυχώνανε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνατε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνει	=	αναψυχώνω
αναψυχώνεις	=	αναψυχώνω
αναψυχώνεσαι	=	αναψυχώνω
αναψυχώνεστε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνεται	=	αναψυχώνω
αναψυχώνετε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνομαι	verb	ανεβάζω το ηθικό μου
αναψυχώνομε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνονται	=	αναψυχώνω
αναψυχώνονταν	=	αναψυχώνω
αναψυχώνοντας	=	αναψυχώνω
αναψυχώνουμε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνουν	=	αναψυχώνω
αναψυχώνουνε	=	αναψυχώνω
αναψυχώνω	verb	εμψυχώνω, ανεβάζω το ηθικό, ανανεώνω, τονώνω, δίνω νέες ελπίδες, αναπτερώνω
αναψυχώσαμε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσαν	=	αναψυχώνω
αναψυχώσανε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσατε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσει	=	αναψυχώνω
αναψυχώσεις	=	αναψυχώνω
αναψυχώσετε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσομε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσου	=	αναψυχώνω
αναψυχώσουμε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσουν	=	αναψυχώνω
αναψυχώσουνε	=	αναψυχώνω
αναψυχώστε	=	αναψυχώνω
αναψυχώσω	=	αναψυχώνω
αναψύγηκα	=	αναψύχω
αναψύχομαι	=	αναψύχω
αναψύχω	verb	δροσίζω
αναψύχωνα	=	αναψυχώνω
αναψύχωναν	=	αναψυχώνω
αναψύχωνε	=	αναψυχώνω
αναψύχωνες	=	αναψυχώνω
αναψύχωσα	=	αναψυχώνω
αναψύχωσαν	=	αναψυχώνω
αναψύχωσε	=	αναψυχώνω
αναψύχωσες	=	αναψυχώνω
αναύλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναύλωτο
αναύλωτε	adj	κλητική ενικού του αναύλωτος
αναύλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναύλωτη
αναύλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναύλωτος
αναύλωτης	adj	γενική ενικού του αναύλωτη
αναύλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αναύλωτος
αναύλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναύλωτος
αναύλωτος	adj	που δεν έχει ναυλωθεί, συνήθως για φορτηγά καράβια, δηλαδή για τον εμορικό στόλο, και καμιά φορά για οχήματα που ναυλώνονται
αναύλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναύλωτος
αναύλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναύλωτος
αναύλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναύλωτος
αναύξητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναύξητο
αναύξητε	adj	κλητική ενικού του αναύξητος
αναύξητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναύξητη
αναύξητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αναύξητος
αναύξητης	adj	γενική ενικού του αναύξητη
αναύξητο	adj	αιτιατική ενικού του αναύξητος
αναύξητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αναύξητος
αναύξητος	adj	που δεν έχει αυξηθεί ή δεν μπορεί να αυξηθεί
αναύξητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναύξητος
αναύξητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αναύξητος
αναύξητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αναύξητος
ανγκολέζικα	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικε	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικες	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικη	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικης	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικο	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικοι	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικος	adj	ο σχετικός με την Ανγκόλα ή τους Ανγκολέζους
ανγκολέζικου	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικους	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζικων	=	ανγκολέζικος
ανγκολέζος	=	αγκολέζος
ανγκορά	noun	είδος κουνελιού με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα καθώς το ύφασμα που προέρχεται από τη γούνα του
ανγκοστούρα	noun	άλλη μορφή του αγκοστούρα
ανγκοστούρας	=	ανγκοστούρα
ανγκοστούρες	=	ανγκοστούρα
ανγκοστούρων	=	ανγκοστούρα
ανδήρου	noun	γενική ενικού του άνδηρο
ανδήρων	noun	γενική πληθυντικού του άνδηρο
ανδαλουσιανά	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανέ	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανές	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανή	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ανδαλουσιανή) του ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανοί	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανού	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανούς	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανό	=	ανδαλουσιανός
ανδαλουσιανός	adj	ο σχετικός με την Ανδαλουσία ή τους κατοίκους της
ανδαλουσιανών	=	ανδαλουσιανός
ανδεσίτες	=	ανδεσίτης
ανδεσίτη	=	ανδεσίτης
ανδεσίτης	noun	είδος ηφαιστειογενούς πετρώματος
ανδεσιτών	=	ανδεσίτης
ανδράδελφε	=	ανδράδελφος
ανδράδελφο	=	ανδράδελφος
ανδράδελφοι	=	ανδράδελφος
ανδράδελφος	noun	ο αδελφός του συζύγου μιας γυναίκας
ανδράδελφου	=	ανδράδελφος
ανδράδελφους	=	ανδράδελφος
ανδράδελφων	=	ανδράδελφος
ανδράδερφε	=	ανδράδερφος
ανδράδερφο	=	ανδράδερφος
ανδράδερφοι	=	ανδράδερφος
ανδράδερφος	noun	άλλη μορφή του ανδράδελφος
ανδράδερφου	=	ανδράδερφος
ανδράδερφους	=	ανδράδερφος
ανδράδερφων	=	ανδράδερφος
ανδράποδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδράποδο
ανδράποδο	noun	άνθρωπος (άνδρας, γυναίκα ή παιδί) που αιχμαλωτίζεται στον πόλεμο, και μεταβάλλεται σε δούλο
ανδράποδου	noun	γενική ενικού του ανδράποδο
ανδράποδων	noun	γενική πληθυντικού του ανδράποδο
ανδράχλη	=	αντράκλα
ανδρίζεσαι	=	ανδρίζομαι
ανδρίζεστε	=	ανδρίζομαι
ανδρίζεται	=	ανδρίζομαι
ανδρίζομαι	verb	φέρομαι σαν άνδρας, θαρραλέα
ανδρίζονται	=	ανδρίζομαι
ανδρίζονταν	=	ανδρίζομαι
ανδρίζου	=	ανδρίζομαι
ανδρίκειος	=	αντρίκειος
ανδρίκιος	=	αντρίκειος
ανδρίσου	=	ανδρίζομαι
ανδρίστηκα	=	ανδρίζομαι
ανδρίστηκαν	=	ανδρίζομαι
ανδρίστηκε	=	ανδρίζομαι
ανδρίστηκες	=	ανδρίζομαι
ανδραγάθει	=	ανδραγαθώ
ανδραγάθημα	noun	ηρωικό κατόρθωμα, επίτευξη ενός δύσκολου στόχου που απαιτεί-προϋποθέτει ανδρεία
ανδραγάθησα	=	ανδραγαθώ
ανδραγάθησαν	=	ανδραγαθώ
ανδραγάθησε	=	ανδραγαθώ
ανδραγάθησες	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδραγάθημα
ανδραγαθήματος	noun	γενική ενικού του ανδραγάθημα
ανδραγαθήσαμε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθήσατε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθήσει	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθήστε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθία	noun	η ιδιότητα να είναι κάποιος ανδρείος, γενναίος, η παλικαριά
ανδραγαθίας	noun	γενική ενικού του ανδραγαθία
ανδραγαθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδραγαθία
ανδραγαθεί	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθείς	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθείτε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανδραγάθημα
ανδραγαθιών	noun	γενική πληθυντικού του ανδραγαθία
ανδραγαθούμε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούν	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούσα	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούσαμε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούσαν	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούσατε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούσε	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθούσες	=	ανδραγαθώ
ανδραγαθώ	verb	κάνω κάτι ανδρείο επιδεικνύοντας γενναιότητα
ανδραγαθώντας	=	ανδραγαθώ
ανδραδέλφες	=	ανδραδέλφη
ανδραδέλφη	noun	η αδελφή του συζύγου
ανδραδέλφης	=	ανδραδέλφη
ανδραδελφών	=	ανδραδέλφη
ανδραποδίζαμε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζαν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζανε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζατε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζει	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζεις	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζεσαι	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζεστε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζεται	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζετε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζομαι	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζομε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζονται	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζονταν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζοντας	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζουμε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζουν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζουνε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίζω	verb	υποτάσσω, υποδουλώνω
ανδραποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσαν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίσανε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσθηκα	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίσομε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίσου	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίσουνε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδίστηκα	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίστηκαν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίστηκε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίστηκες	=	ανδραποδίζω
ανδραποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραποδιζόμασταν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόμαστε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόμουν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόμουνα	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόντουσαν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόσασταν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόσαστε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόσουν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόσουνα	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζόταν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιζότανε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθήκαμε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθήκαν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθήκανε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθήκατε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθεί	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθείς	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθείτε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθούμε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθούν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθούνε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισθώ	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισμέ	noun	κλητική ενικού του ανδραποδισμός
ανδραποδισμένος	=	ανδραποδίζω
ανδραποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδραποδισμός
ανδραποδισμού	noun	γενική ενικού του ανδραποδισμός
ανδραποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανδραποδισμός
ανδραποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανδραποδισμός
ανδραποδισμός	noun|formal	του εξανδραποδισμός, η υποδούλωση και πώληση ελεύθερων ανθρώπων ως δούλων
ανδραποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανδραποδισμός
ανδραποδιστήκαμε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστήκαν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστήκανε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστήκατε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστεί	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστείς	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστείτε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστούμε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστούν	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστούνε	=	ανδραποδίζω
ανδραποδιστώ	=	ανδραποδίζω
ανδραπόδιζα	=	ανδραποδίζω
ανδραπόδιζαν	=	ανδραποδίζω
ανδραπόδιζε	=	ανδραποδίζω
ανδραπόδιζες	=	ανδραποδίζω
ανδραπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδραπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδραποδίζω
ανδρεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδρείος	noun	η ιδιότητα και η συμπεριφορά του ανδρείου
ανδρείας	noun	γενική ενικού του ανδρεία
ανδρείε	=	ανδρείος
ανδρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρεία
ανδρείκελα	=	ανδρείκελο
ανδρείκελο	noun	ομοίωμα ανθρώπου
ανδρείκελου	=	ανδρείκελο
ανδρείκελων	=	ανδρείκελο
ανδρείο	=	ανδρείος
ανδρείοι	=	ανδρείος
ανδρείος	adj	γενναίος
ανδρείου	=	ανδρείος
ανδρείους	=	ανδρείος
ανδρείων	=	ανδρείος
ανδρείωνα	=	ανδρειώνω
ανδρείωναν	=	ανδρειώνω
ανδρείωνε	=	ανδρειώνω
ανδρείωνες	=	ανδρειώνω
ανδρείωσα	=	ανδρειώνω
ανδρείωσαν	=	ανδρειώνω
ανδρείωσε	=	ανδρειώνω
ανδρείωσες	=	ανδρειώνω
ανδρειεύομαι	=	αντρειεύομαι
ανδρειεύω	verb	άλλη μορφή του αντρειεύω
ανδρεικέλου	=	ανδρείκελο
ανδρεικέλων	=	ανδρείκελο
ανδρειοσυνών	=	ανδρειοσύνη
ανδρειοσύνες	=	ανδρειοσύνη
ανδρειοσύνη	noun	η ιδιότητα του ανδρείου, η γενναιότητα, το θάρρος, η αντρειοσύνη, η ανδρειότητα
ανδρειοσύνης	=	ανδρειοσύνη
ανδρειοτήτων	=	ανδρειότητα
ανδρειωθήκαμε	=	ανδρειώνω
ανδρειωθήκαν	=	ανδρειώνω
ανδρειωθήκανε	=	ανδρειώνω
ανδρειωθήκατε	=	ανδρειώνω
ανδρειωθεί	=	ανδρειώνω
ανδρειωθείς	=	ανδρειώνω
ανδρειωθείτε	=	ανδρειώνω
ανδρειωθούμε	=	ανδρειώνω
ανδρειωθούν	=	ανδρειώνω
ανδρειωθούνε	=	ανδρειώνω
ανδρειωθώ	=	ανδρειώνω
ανδρειωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανδρειωμένος	adv	με ανδρεία και γενναιότητα
ανδρειωμένε	verb	κλητική ενικού του ανδρειωμένος
ανδρειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρειωμένη
ανδρειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδρειωμένος
ανδρειωμένης	verb	γενική ενικού του ανδρειωμένη
ανδρειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανδρειωμένος
ανδρειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρειωμένος
ανδρειωμένος	verb	που χαρακτηρίζεται από ανδρεία και γενναιότητα
ανδρειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανδρειωμένος
ανδρειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανδρειωμένος
ανδρειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανδρειωμένος
ανδρειωνόμασταν	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόμαστε	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόμουν	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόμουνα	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόντουσαν	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόσασταν	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόσαστε	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόσουν	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόσουνα	=	ανδρειώνω
ανδρειωνόταν	=	ανδρειώνω
ανδρειωνότανε	=	ανδρειώνω
ανδρειότητα	noun	η ανδρειοσύνη, η αντροσύνη η ιδιότητα του ανδρείου, η γενναιότητα, το θάρρος
ανδρειότητας	=	ανδρειότητα
ανδρειότητες	=	ανδρειότητα
ανδρειώθηκα	=	ανδρειώνομαι
ανδρειώθηκαν	=	ανδρειώνω
ανδρειώθηκε	=	ανδρειώνω
ανδρειώθηκες	=	ανδρειώνω
ανδρειώναμε	=	ανδρειώνω
ανδρειώναν	=	ανδρειώνω
ανδρειώνανε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνατε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνει	=	ανδρειώνω
ανδρειώνεις	=	ανδρειώνω
ανδρειώνεσαι	=	ανδρειώνω
ανδρειώνεστε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνεται	=	ανδρειώνω
ανδρειώνετε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνομαι	verb	γίνομαι ανδρείος, γενναίος
ανδρειώνομε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνονται	=	ανδρειώνω
ανδρειώνονταν	=	ανδρειώνω
ανδρειώνοντας	=	ανδρειώνω
ανδρειώνουμε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνουν	=	ανδρειώνω
ανδρειώνουνε	=	ανδρειώνω
ανδρειώνω	verb	άλλη μορφή του ανδρειεύω
ανδρειώσαμε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσαν	=	ανδρειώνω
ανδρειώσανε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσατε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσει	=	ανδρειώνω
ανδρειώσεις	=	ανδρειώνω
ανδρειώσετε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσομε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσου	=	ανδρειώνω
ανδρειώσουμε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσουν	=	ανδρειώνω
ανδρειώσουνε	=	ανδρειώνω
ανδρειώστε	=	ανδρειώνω
ανδρειώσω	=	ανδρειώνω
ανδριάντα	=	ανδριάντας
ανδριάντας	noun	άγαλμα ή προτομή ενός σπουδαίου προσώπου
ανδριάντες	=	ανδριάντας
ανδριάντων	=	ανδριάντας
ανδριαντοποιΐα	=	ανδριαντοποιία
ανδριαντοποιέ	noun	κλητική ενικού του ανδριαντοποιός
ανδριαντοποιία	noun	η κατασκευή ανδριάντων, αγαλμάτων
ανδριαντοποιίας	noun	γενική ενικού του ανδριαντοποιία
ανδριαντοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδριαντοποιία
ανδριαντοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του ανδριαντοποιία
ανδριαντοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδριαντοποιός
ανδριαντοποιού	noun	γενική ενικού του ανδριαντοποιός
ανδριαντοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανδριαντοποιός
ανδριαντοποιό	noun	αιτιατική ενικού του ανδριαντοποιός
ανδριαντοποιός	noun	που κατασκευάζει ανδριάντες
ανδριαντοποιών	noun	γενική πληθυντικού του ανδριαντοποιός
ανδριζόμασταν	=	ανδρίζομαι
ανδριζόμαστε	=	ανδρίζομαι
ανδριζόμουν	=	ανδρίζομαι
ανδριζόμουνα	=	ανδρίζομαι
ανδριζόντουσαν	=	ανδρίζομαι
ανδριζόσασταν	=	ανδρίζομαι
ανδριζόσαστε	=	ανδρίζομαι
ανδριζόσουν	=	ανδρίζομαι
ανδριζόσουνα	=	ανδρίζομαι
ανδριζόταν	=	ανδρίζομαι
ανδριζότανε	=	ανδρίζομαι
ανδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρικό	adv	όπως οι άνδρες
ανδρικέ	adj	κλητική ενικού του ανδρικός
ανδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρική
ανδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδρικός
ανδρικής	adj	γενική ενικού του ανδρική
ανδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρικός
ανδρικού	adj	γενική ενικού του ανδρικός
ανδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανδρικός
ανδρικό	adj	αιτιατική ενικού του ανδρικός
ανδρικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει ή χαρακτηρίζει τον άνδρα
ανδρικών	adj	γενική πληθυντικού του ανδρικός
ανδρισμέ	noun	κλητική ενικού του ανδρισμός
ανδρισμένος	=	ανδρίζομαι
ανδρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρισμός
ανδρισμού	noun	γενική ενικού του ανδρισμός
ανδρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανδρισμός
ανδρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανδρισμός
ανδρισμός	noun	κυρίως το ανδρικό φέρσιμο, το γενναίο φρόνημα, η υπερηφάνεια, η ικανότητα του άνδρα να προστατεύει όσα κοινωνικά θεωρούνται δική του ευθύνη, η βασική ιδιότητα του άνδρα όπως αυτός νοείται ως οντότητα ανατομικά, ορμονικά και ψυχικά, συμπεριφερικά
ανδρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανδρισμός
ανδριστήκαμε	=	ανδρίζομαι
ανδριστήκαν	=	ανδρίζομαι
ανδριστήκανε	=	ανδρίζομαι
ανδριστήκατε	=	ανδρίζομαι
ανδριστεί	=	ανδρίζομαι
ανδριστείτε	=	ανδρίζομαι
ανδρογένεση	noun	η ανάπτυξη των δευτερευόντων ανδρικών σεξουαλικών χαρακτηριστικών.
ανδρογένεσης	=	ανδρογένεση
ανδρογενέσεις	=	ανδρογένεση
ανδρογενέσεων	=	ανδρογένεση
ανδρογυνία	noun	η εμφάνιση μορφολογικών ή/και ιστολογικών χαρακτηριστικών και των δύο φύλων στο ίδιο άτομο
ανδρογυνίας	noun	γενική ενικού του ανδρογυνία
ανδρογυνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρογυνία
ανδρογυναίκα	noun	άλλη μορφή του αντρογυναίκα
ανδρογυναίκας	=	ανδρογυναίκα
ανδρογυναίκες	=	ανδρογυναίκα
ανδρογυναικών	=	ανδρογυναίκα
ανδρογυνισμέ	noun	κλητική ενικού του ανδρογυνισμός
ανδρογυνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρογυνισμός
ανδρογυνισμού	noun	γενική ενικού του ανδρογυνισμός
ανδρογυνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανδρογυνισμός
ανδρογυνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανδρογυνισμός
ανδρογυνισμός	noun	η ανδρογυνία
ανδρογυνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανδρογυνισμός
ανδρογυνιών	noun	γενική πληθυντικού του ανδρογυνία
ανδρογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρογόνο
ανδρογόνας	=	ανδρογόνος
ανδρογόνε	=	ανδρογόνος
ανδρογόνες	=	ανδρογόνος
ανδρογόνο	noun	ανδρική ορμόνη που προκαλεί την ανάπτυξη και διατήρηση των δευτερευόντων ανδρικών χαρακτηριστικών, όπως π.χ. η τριχοφυΐα και η βαριά φωνή
ανδρογόνοι	=	ανδρογόνος
ανδρογόνος	adj	που έχει σχέση με ανδρογόνα ή αναφέρεται σʼ αυτά
ανδρογόνου	=	ανδρογόνο
ανδρογόνους	=	ανδρογόνος
ανδρογόνων	=	ανδρογόνο
ανδρογύναιο	noun|dated	ανδρόγυνο άτομο, θηλυπρεπής και κατ’ επέκταση ομοφυλόφιλος άνδρας
ανδρογύνης	=	ανδρόγυνος
ανδρογύνου	=	ανδρόγυνο
ανδρογύνους	=	ανδρόγυνος
ανδρογύνων	=	ανδρόγυνο
ανδροειδές	noun	ρομπότ με ανθρώπινη μορφή
ανδροειδή	=	ανδροειδές
ανδροειδούς	=	ανδροειδές
ανδροειδών	noun	γενική πληθυντικού του ανδροειδές
ανδροκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανδροκεντρικός	adv	με ανδροκεντρικό τρόπο
ανδροκεντρικός	adj|rare	επίθετο που δηλώνει ότι κάτι –μια ιδέα, μια κοινωνική δομή ή ένας τρόπος σκέψης– τοποθετεί τον άνδρα στο επίκεντρο, θεωρώντας τον πρότυπο ή μέτρο αναφοράς, συχνά εις βάρος της γυναικείας εμπειρίας ή οπτικής
ανδροκοίτες	=	ανδροκοίτης
ανδροκοίτη	=	ανδροκοίτης
ανδροκοίτης	noun	ο άνδρας που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με άνδρες, ο ομοφυλόφιλος
ανδροκοιτών	=	ανδροκοίτης
ανδροκρατήθηκα	=	ανδροκρατούμαι
ανδροκρατία	noun	κοινωνική κατάσταση ή σύστημα όπου οι άνδρες κατέχουν σταθερά την εξουσία, τη λήψη αποφάσεων και την πλειοψηφία σε θέσεις επιρροής, ιδίως στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας και της δημόσιας ζωής
ανδροκρατίας	noun	γενική ενικού του ανδροκρατία
ανδροκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατία
ανδροκρατείται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανδροκρατούμαι
ανδροκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατικό
ανδροκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ανδροκρατικός
ανδροκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατική
ανδροκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδροκρατικός
ανδροκρατικής	adj	γενική ενικού του ανδροκρατική
ανδροκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατικός
ανδροκρατικού	adj	γενική ενικού του ανδροκρατικός
ανδροκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανδροκρατικός
ανδροκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ανδροκρατικός
ανδροκρατικός	adj	που έχει σχέση με την ανδροκρατία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ανδροκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ανδροκρατικός
ανδροκρατούμαι	verb	στο γ΄ πρόσωπο, για χώρο εργασίας, τομέα δραστηριότητας ιδιωτικό και δημόσιο όπου οι θέσεις κατέχονται από άνδρες σε μεγάλη έως συντριπτική πλειοψηφία
ανδροκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατούμενο
ανδροκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του ανδροκρατούμενος
ανδροκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατούμενη
ανδροκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδροκρατούμενος
ανδροκρατούμενης	verb	γενική ενικού του ανδροκρατούμενη
ανδροκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανδροκρατούμενος
ανδροκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδροκρατούμενος
ανδροκρατούμενος	verb	που ανδροκρατείται, που ελέγχεται από άνδρες, που ουσιαστικά αποκλείει έμμεσα τις γυναίκες από υψηλές θέσεις
ανδροκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανδροκρατούμενος
ανδροκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανδροκρατούμενος
ανδροκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανδροκρατούμενος
ανδρολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τα ανδρολογικά προβλήματα, με ζητήματα υγείας ή δυσλειτουργίας των οργάνων αναπαραγωγής του άνδρα -κλάδος της ουρολογίας
ανδρολογίας	noun	γενική ενικού του ανδρολογία
ανδρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρολογία
ανδρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρολογικό
ανδρολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανδρολογικός
ανδρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρολογική
ανδρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδρολογικός
ανδρολογικής	adj	γενική ενικού του ανδρολογική
ανδρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρολογικός
ανδρολογικού	adj	γενική ενικού του ανδρολογικός
ανδρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανδρολογικός
ανδρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανδρολογικός
ανδρολογικός	adj	ο σχετικός με ένα ζήτημα που αφορά στα όργανα αναπαραγωγής του άνδρα
ανδρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανδρολογικός
ανδρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανδρολογία
ανδρολόγε	noun	κλητική ενικού του ανδρολόγος
ανδρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ανδρολόγος
ανδρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρολόγος
ανδρολόγος	noun	ο ειδικός στην ανδρολογία, στα προβλήματα υγείας ή δυσλειτουργίας που σχετίζονται με το αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα, συχνά ο ουρολόγος]
ανδρολόγου	noun	γενική ενικού του ανδρολόγος
ανδρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανδρολόγος
ανδρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ανδρολόγος
ανδροπαρέα	noun	άλλη μορφή του αντροπαρέα
ανδροπαρέας	noun	γενική ενικού του ανδροπαρέα
ανδροπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροπαρέα
ανδροπαύσεις	=	ανδρόπαυση
ανδροπαύσεων	=	ανδρόπαυση
ανδροπαύσεως	=	ανδρόπαυση
ανδροπρέπεια	noun	η ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά του ανδροπρεπούς
ανδροπρέπειας	noun	γενική ενικού του ανδροπρέπεια
ανδροπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροπρέπεια
ανδροπρεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατα	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατε	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατες	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατη	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατης	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατο	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατοι	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατος	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατου	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατους	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστατων	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερα	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερε	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερες	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερη	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερης	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερο	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστεροι	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερος	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερου	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερους	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπέστερων	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδροπρεπές
ανδροπρεπής	adj	αυτός που προσιδιάζει ή ταιριάζει στην ανδρική όψη ή, συνηθέστερα, συμπεριφορά
ανδροπρεπείς	=	ανδροπρεπής
ανδροπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του ανδροπρέπεια
ανδροπρεπούς	adj	γενική ενικού του ανδροπρεπής
ανδροπρεπών	adj	γενική πληθυντικού του ανδροπρεπής
ανδροπρεπώς	adv	αντρίκεια, με αντρίκειο τρόπο
ανδροστερονών	=	ανδροστερόνη
ανδροστερόνες	=	ανδροστερόνη
ανδροστερόνη	noun	στεροειδής ορμόνη που ανήκει στα ανδρογόνα, παράγεται κυρίως από τη διάσπαση της τεστοστερόνης και συμβάλλει στην ανάπτυξη ή διατήρηση ανδρικών χαρακτηριστικών
ανδροστερόνης	=	ανδροστερόνη
ανδροφέρνω	verb	άλλη μορφή του αντροφέρνω
ανδρωδών	=	ανδρώδης
ανδρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθήκαν	=	ανδρώνω
ανδρωθήκανε	=	ανδρώνω
ανδρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωθούνε	=	ανδρώνω
ανδρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρωμένο
ανδρωμένε	verb	κλητική ενικού του ανδρωμένος
ανδρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρωμένη
ανδρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδρωμένος
ανδρωμένης	verb	γενική ενικού του ανδρωμένη
ανδρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανδρωμένος
ανδρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρωμένος
ανδρωμένος	=	ανδρώνω
ανδρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανδρωμένος
ανδρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανδρωμένος
ανδρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανδρωμένος
ανδρωνίτες	=	ανδρωνίτης
ανδρωνίτη	=	ανδρωνίτης
ανδρωνίτης	noun	διαμερίσματα ή χώροι που χρησιμοποιούνται κυρίως από άνδρες
ανδρωνιτών	=	ανδρωνίτης
ανδρωνυμίου	=	ανδρωνύμιο
ανδρωνυμίων	=	ανδρωνύμιο
ανδρωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρωνυμικό
ανδρωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του ανδρωνυμικός
ανδρωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανδρωνυμική
ανδρωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανδρωνυμικός
ανδρωνυμικής	adj	γενική ενικού του ανδρωνυμική
ανδρωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανδρωνυμικός
ανδρωνυμικού	adj	γενική ενικού του ανδρωνυμικός
ανδρωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανδρωνυμικός
ανδρωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του ανδρωνυμικός
ανδρωνυμικός	adj	που αφορά, προέρχεται ή σχετίζεται με ανδρικό όνομα
ανδρωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του ανδρωνυμικός
ανδρωνόμασταν	=	ανδρώνω
ανδρωνόμαστε	=	ανδρώνω
ανδρωνόμουν	=	ανδρώνω
ανδρωνόμουνα	=	ανδρώνω
ανδρωνόντουσαν	=	ανδρώνω
ανδρωνόσασταν	=	ανδρώνω
ανδρωνόσαστε	=	ανδρώνω
ανδρωνόσουν	=	ανδρώνω
ανδρωνόσουνα	=	ανδρώνω
ανδρωνόταν	=	ανδρώνω
ανδρωνότανε	=	ανδρώνω
ανδρωνύμια	=	ανδρωνύμιο
ανδρωνύμιο	noun	επώνυμο που σχηματίζεται από το όνομα του συζύγου
ανδρωνύμιου	=	ανδρωνύμιο
ανδρωνύμιων	=	ανδρωνύμιο
ανδρόγυνα	=	ανδρόγυνο
ανδρόγυνε	=	ανδρόγυνος
ανδρόγυνες	=	ανδρόγυνος
ανδρόγυνη	=	ανδρόγυνος
ανδρόγυνης	=	ανδρόγυνος
ανδρόγυνο	noun	άντρας και γυναίκα που είναι παντρεμένοι
ανδρόγυνοι	=	ανδρόγυνος
ανδρόγυνος	adj	όποιος άνθρωπος έχει χαρακτηριστικά και των δύο φύλων (αρσενικό και θηλυκό)
ανδρόγυνου	=	ανδρόγυνο
ανδρόγυνους	=	ανδρόγυνος
ανδρόγυνων	=	ανδρόγυνο
ανδρόπαυση	noun	η ανδρική προοδευτική ελάττωση γενετικής δραστηριότητας εξαιτίας της ελάττωσης έκκρισης ανδρογόνων
ανδρόπαυσης	=	ανδρόπαυση
ανδρός	=	άνδρας
ανδρώδεις	=	ανδρώδης
ανδρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανδρώδης
ανδρώδη	=	ανδρώδης
ανδρώδης	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά ή τη φύση του άνδρα
ανδρώδους	=	ανδρώδης
ανδρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνομαι
ανδρών	noun	γενική πληθυντικού του άνδρας
ανδρώνα	=	ανδρώνας
ανδρώναμε	=	ανδρώνω
ανδρώναν	=	ανδρώνω
ανδρώνανε	=	ανδρώνω
ανδρώνας	noun	το δωμάτιο ή γενικότερα ο χώρος ενός (αρχαίου) σπιτιού, που χρησιμοποιόταν από άνδρες
ανδρώνατε	=	ανδρώνω
ανδρώνει	=	ανδρώνω
ανδρώνεις	=	ανδρώνω
ανδρώνες	=	ανδρώνας
ανδρώνεσαι	=	ανδρώνω
ανδρώνεστε	=	ανδρώνω
ανδρώνεται	=	ανδρώνω
ανδρώνετε	=	ανδρώνω
ανδρώνομαι	verb	ενηλικιώνομαι -για αγόρι που φτάνει στην ηλικία του άνδρα-, αποκτώ τα εξωτερικά και ψυχικά χαρακτηριστικά του ενήλικα άντρα
ανδρώνομε	=	ανδρώνω
ανδρώνονται	=	ανδρώνω
ανδρώνονταν	=	ανδρώνω
ανδρώνοντας	=	ανδρώνω
ανδρώνουμε	=	ανδρώνω
ανδρώνουν	=	ανδρώνω
ανδρώνουνε	=	ανδρώνω
ανδρώνυμο	noun|rare	όνομα με το οποίο αποκαλούν μια γυναίκα, το οποίο προκύπτει από το όνομα (ή και το επώνυμο) του συζύγου της (π.χ. η Γιώργαινα, η σύζυγος ενός Γιώργου· η Γκίκαινα, η σύζυγος κάποιου με το επώνυμο Γκίκας κ.ο.κ.)
ανδρώνω	verb	κάνω κάποιον άντρα ή έναν άνθωπο γυναίκα, παιδί, ή και μια ολόκληρη γενιά να ωριμάσει, να μάθει τη ζωή, να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της
ανδρώνων	=	ανδρώνας
ανδρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσαν	=	ανδρώνω
ανδρώσανε	=	ανδρώνω
ανδρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσεων	=	άνδρωση
ανδρώσομε	=	ανδρώνω
ανδρώσου	=	ανδρώνω
ανδρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσουνε	=	ανδρώνω
ανδρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανδρώνω
ανδω	abbrev	εταιρεία των ΟΤΑ των Δωδεκανήσων με σκοπό την υποστήριξη τους σε αναπτυξιακά θέματα
ανε	=	διαβαίνω
ανείδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανείδωτο
ανείδωτε	adj	κλητική ενικού του ανείδωτος
ανείδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανείδωτη
ανείδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανείδωτος
ανείδωτης	adj	γενική ενικού του ανείδωτη
ανείδωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανείδωτος
ανείδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανείδωτος
ανείδωτος	adj	άλλη γραφή του ανίδωτος
ανείδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανείδωτος
ανείδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανείδωτος
ανείδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανείδωτος
ανείπωτα	adv	κατά τρόπο που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, απερίγραπτα
ανείπωτε	adj	κλητική ενικού του ανείπωτος
ανείπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανείπωτη
ανείπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανείπωτος
ανείπωτης	adj	γενική ενικού του ανείπωτη
ανείπωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανείπωτος
ανείπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανείπωτος
ανείπωτος	adj	που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, τόσο σημαντικός, έντονος, συνταρακτικός
ανείπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανείπωτος
ανείπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανείπωτος
ανείπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανείπωτος
ανείσπρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανείσπρακτο
ανείσπρακτε	adj	κλητική ενικού του ανείσπρακτος
ανείσπρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανείσπρακτη
ανείσπρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανείσπρακτος
ανείσπρακτης	adj	γενική ενικού του ανείσπρακτη
ανείσπρακτο	adj	αιτιατική ενικού του ανείσπρακτος
ανείσπρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανείσπρακτος
ανείσπρακτος	adj	που όφειλε να εισπραχθεί αλλά δεν εισπράχθηκε
ανείσπρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανείσπρακτος
ανείσπρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανείσπρακτος
ανείσπρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανείσπρακτος
ανείσπραχτα	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτε	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτες	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτη	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτης	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτο	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτοι	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτος	adj	άλλη μορφή του ανείσπρακτος
ανείσπραχτου	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτους	=	ανείσπραχτος
ανείσπραχτων	=	ανείσπραχτος
ανεβάζαμε	=	ανεβάζω
ανεβάζαν	=	ανεβάζω
ανεβάζανε	=	ανεβάζω
ανεβάζατε	=	ανεβάζω
ανεβάζει	=	ανεβάζω
ανεβάζεις	=	ανεβάζω
ανεβάζεσαι	=	ανεβάζω
ανεβάζεστε	=	ανεβάζω
ανεβάζεται	=	ανεβάζω
ανεβάζετε	=	ανεβάζω
ανεβάζομαι	=	ανεβάζω
ανεβάζομε	=	ανεβάζω
ανεβάζονται	=	ανεβάζω
ανεβάζονταν	=	ανεβάζω
ανεβάζοντας	=	ανεβάζω
ανεβάζουμε	=	ανεβάζω
ανεβάζουν	=	ανεβάζω
ανεβάζουνε	=	ανεβάζω
ανεβάζω	verb	μετακινώ σε μεγαλύτερο ύψος, μεταφέρω ψηλότερα
ανεβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσαν	=	ανεβάζω
ανεβάσανε	=	ανεβάζω
ανεβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέβασμα
ανεβάσματος	noun	γενική ενικού του ανέβασμα
ανεβάσομε	=	ανεβάζω
ανεβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάσουνε	=	ανεβάζω
ανεβάσταγα	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγε	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγες	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγη	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγης	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγο	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγοι	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγος	adj	ο ανυπόμονος, ο ασυγκράτητος, αυτός που δεν βαστιέται
ανεβάσταγου	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγους	=	ανεβάσταγος
ανεβάσταγων	=	ανεβάσταγος
ανεβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβάστηκα	=	ανεβάζω
ανεβάστηκαν	=	ανεβάζω
ανεβάστηκε	=	ανεβάζω
ανεβάστηκες	=	ανεβάζω
ανεβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβάζω
ανεβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβήκαν	=	ανεβαίνω
ανεβήκανε	=	ανεβαίνω
ανεβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβαίναμε	=	ανεβαίνω
ανεβαίναν	=	ανεβαίνω
ανεβαίνανε	=	ανεβαίνω
ανεβαίνατε	=	ανεβαίνω
ανεβαίνει	=	ανεβαίνω
ανεβαίνεις	=	ανεβαίνω
ανεβαίνετε	=	ανεβαίνω
ανεβαίνομε	=	ανεβαίνω
ανεβαίνοντας	=	ανεβαίνω
ανεβαίνουμε	=	ανεβαίνω
ανεβαίνουν	=	ανεβαίνω
ανεβαίνουνε	=	ανεβαίνω
ανεβαίνω	verb	μετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο
ανεβαζόμασταν	=	ανεβάζω
ανεβαζόμαστε	=	ανεβάζω
ανεβαζόμουν	=	ανεβάζω
ανεβαζόμουνα	=	ανεβάζω
ανεβαζόντουσαν	=	ανεβάζω
ανεβαζόσασταν	=	ανεβάζω
ανεβαζόσαστε	=	ανεβάζω
ανεβαζόσουν	=	ανεβάζω
ανεβαζόσουνα	=	ανεβάζω
ανεβαζόταν	=	ανεβάζω
ανεβαζότανε	=	ανεβάζω
ανεβασιά	noun|vulgar	η ανάβαση και η ανηφόρα
ανεβασιάς	noun	γενική ενικού του ανεβασιά
ανεβασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεβασιά
ανεβασιών	=	ανεβασιά
ανεβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανέβασμα
ανεβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεβασμένο
ανεβασμένε	verb	κλητική ενικού του ανεβασμένος
ανεβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεβασμένη
ανεβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεβασμένος
ανεβασμένης	verb	γενική ενικού του ανεβασμένη
ανεβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεβασμένος
ανεβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεβασμένος
ανεβασμένος	=	ανεβαίνω
ανεβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεβασμένος
ανεβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεβασμένος
ανεβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεβασμένος
ανεβαστήκαμε	=	ανεβάζω
ανεβαστήκαν	=	ανεβάζω
ανεβαστήκανε	=	ανεβάζω
ανεβαστήκατε	=	ανεβάζω
ανεβαστεί	=	ανεβάζω
ανεβαστείς	=	ανεβάζω
ανεβαστείτε	=	ανεβάζω
ανεβαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεβαστικός	adv|slang	με ανεβαστικό τρόπο
ανεβαστικέ	=	ανεβαστικός
ανεβαστικές	=	ανεβαστικός
ανεβαστική	=	ανεβαστικός
ανεβαστικής	=	ανεβαστικός
ανεβαστικοί	=	ανεβαστικός
ανεβαστικού	=	ανεβαστικός
ανεβαστικούς	=	ανεβαστικός
ανεβαστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανεβαστικός
ανεβαστικός	adj|slang	που σε «ανεβάζει», σου παρέχει ευεξία και ευφορία
ανεβαστικών	=	ανεβαστικός
ανεβαστούμε	=	ανεβάζω
ανεβαστούν	=	ανεβάζω
ανεβαστούνε	=	ανεβάζω
ανεβαστώ	=	ανεβάζω
ανεβατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεβατό	adv	μόνον για κέντημα, το κέντησαν ανεβατά, δηλ. με ανεβατό (είδος κεντήματος)
ανεβατέ	adj	κλητική ενικού του ανεβατός
ανεβατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεβατή
ανεβατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεβατός
ανεβατής	adj	γενική ενικού του ανεβατή
ανεβατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεβατός
ανεβατού	adj	γενική ενικού του ανεβατός
ανεβατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεβατός
ανεβατό	adj	αιτιατική ενικού του ανεβατός
ανεβατόρι	noun	άλλη μορφή του αναβατόριο
ανεβατόρια	=	ανεβατόρι
ανεβατός	adj	για τρόφιμα φουσκωτά
ανεβατών	adj	γενική πληθυντικού του ανεβατός
ανεβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβοκατέβα	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβαινα	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβαιναν	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβαινε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβαινες	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατέβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατέβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατέβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατέβασμα	noun	το να ανεβαίνει και να κατεβαίνει κάποιος ή κάτι επανειλημμένα
ανεβοκατέβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβουνε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατέβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβάζω	verb	κατ' επανάληψη ανεβάζω κάτι και μετά το κατεβάζω και μετά χρειάζεται να το ξανανεβάσω
ανεβοκατεβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεβοκατέβασμα
ανεβοκατεβάσματος	noun	γενική ενικού του ανεβοκατέβασμα
ανεβοκατεβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβάζω
ανεβοκατεβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβήκαν	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβήκανε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίναμε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίναν	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνανε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνατε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνει	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνεις	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνετε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνομε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνοντας	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνουμε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνουν	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνουνε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβαίνω	verb	κατεβαίνω αλλά χρειάζεται να ξανανέβω και μετά να ξανακατέβω
ανεβοκατεβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανεβοκατέβασμα
ανεβοκατεβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβούνε	=	ανεβοκατεβαίνω
ανεβοκατεβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβοκατεβαίνω
ανεβολέματα	=	ανεβόλεμα
ανεβολέματος	=	ανεβόλεμα
ανεβολεμάτων	=	ανεβόλεμα
ανεβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεβούνε	=	ανεβαίνω
ανεβόησα	=	αναβοώ
ανεβόλεμα	noun	ανήφορος
ανεβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεβαίνω
ανεγέρσεις	=	ανέγερση
ανεγέρσεων	=	ανέγερση
ανεγέρσεως	=	ανέγερση
ανεγγύητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεγγύητος	adv	χωρίς εγγύηση
ανεγγύητε	adj	κλητική ενικού του ανεγγύητος
ανεγγύητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγγύητη
ανεγγύητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεγγύητος
ανεγγύητης	adj	γενική ενικού του ανεγγύητη
ανεγγύητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεγγύητος
ανεγγύητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεγγύητος
ανεγγύητος	adj	που δεν έχει εγγύηση (ή εγγυητή) ή δεν μπορεί να έχει εγγύηση (ή εγγυητή)
ανεγγύητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεγγύητος
ανεγγύητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεγγύητος
ανεγγύητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεγγύητος
ανεγείρομαι	=	ανεγείρω
ανεγείρω	verb|formal	χτίζω, οικοδομώ (κτήριο)
ανεγειρόμενο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανεγειρόμενος
ανεγκάζομαι	verb	στενοχωριέμαι, θυμώνω
ανεγκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγκέφαλο
ανεγκέφαλε	adj	κλητική ενικού του ανεγκέφαλος
ανεγκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγκέφαλη
ανεγκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεγκέφαλος
ανεγκέφαλης	adj	γενική ενικού του ανεγκέφαλη
ανεγκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του ανεγκέφαλος
ανεγκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεγκέφαλος
ανεγκέφαλος	adj	που έχει ανεγκεφαλία
ανεγκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεγκέφαλος
ανεγκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεγκέφαλος
ανεγκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεγκέφαλος
ανεγκεφαλία	noun	η τερατογενής διάπλαση εμβρύου, που σημαδεύεται από ολική ή μερική απουσία του εγκεφάλου, του κρανιακού θόλου, των ημισφαιρίων ή/και του νωτιαίου μυελού
ανεγκεφαλίας	noun	γενική ενικού του ανεγκεφαλία
ανεγκεφαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγκεφαλία
ανεγκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ανεγκεφαλία
ανεγκλήτως	adv|formal	χωρίς να (είναι δυνατόν να) τον εγκαλέσουμε
ανεγκλώβιστα	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστε	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστες	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστη	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστης	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστο	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστοι	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστος	adj	που δεν έχει εγκλωβιστεί
ανεγκλώβιστου	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστους	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκλώβιστων	=	ανεγκλώβιστος
ανεγκρατές	=	ανεγκρατής
ανεγκρατή	=	ανεγκρατής
ανεγκρατής	adj	ασυγκράτητος
ανεγκρατείς	=	ανεγκρατής
ανεγκρατούς	=	ανεγκρατής
ανεγκρατών	=	ανεγκρατής
ανεγνωρισμένα	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένε	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένες	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένη	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένης	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένο	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένοι	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένος	verb|formal	άλλη μορφή του αναγνωρισμένος
ανεγνωρισμένου	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένους	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνωρισμένων	=	ανεγνωρισμένος
ανεγνώριστος	=	ανέγνωρος
ανεγράφη	=	αναγράφω
ανεγράφησαν	=	αναγράφω
ανεγχείρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγχείρητο
ανεγχείρητε	adj	κλητική ενικού του ανεγχείρητος
ανεγχείρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγχείρητη
ανεγχείρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεγχείρητος
ανεγχείρητης	adj	γενική ενικού του ανεγχείρητη
ανεγχείρητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεγχείρητος
ανεγχείρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεγχείρητος
ανεγχείρητος	adj	που δεν έχει εγχειρηθεί
ανεγχείρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεγχείρητος
ανεγχείρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεγχείρητος
ανεγχείρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεγχείρητος
ανεγχείριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγχείριστο
ανεγχείριστε	adj	κλητική ενικού του ανεγχείριστος
ανεγχείριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεγχείριστη
ανεγχείριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεγχείριστος
ανεγχείριστης	adj	γενική ενικού του ανεγχείριστη
ανεγχείριστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεγχείριστος
ανεγχείριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεγχείριστος
ανεγχείριστος	adj	που δεν έχει εγχειριστεί
ανεγχείριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεγχείριστος
ανεγχείριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεγχείριστος
ανεγχείριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεγχείριστος
ανεδαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεδαφικό
ανεδαφικέ	adj	κλητική ενικού του ανεδαφικός
ανεδαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεδαφική
ανεδαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεδαφικός
ανεδαφικής	adj	γενική ενικού του ανεδαφική
ανεδαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεδαφικός
ανεδαφικοτήτων	=	ανεδαφικότητα
ανεδαφικού	adj	γενική ενικού του ανεδαφικός
ανεδαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεδαφικός
ανεδαφικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεδαφικός
ανεδαφικός	adj	που δε στηρίζεται στην πραγματικότητα, που δεν μπορεί να υλοποιηθεί
ανεδαφικότητα	noun	η ιδιότητα του ανεδαφικού, το να είναι κανείς ανεδαφικός
ανεδαφικότητας	noun	γενική ενικού του ανεδαφικότητα
ανεδαφικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεδαφικότητα
ανεδαφικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεδαφικός
ανεδείχθη	=	αναδεικνύω
ανεδείχθησαν	=	αναδεικνύω
ανεδοσά	noun	η ομιχλώδης υγρασία που παρατηρείται στη Σαντορίνη εξαιτίας της θερμοκρασιακής διαφοράς του ηφαιστείου με το νησί, η οποία «ανεβαίνει» από τη θάλασσα, από τη μεριά της καλντέρας, και επεκτείνεται προς αυτό
ανεδοσάς	=	ανεδοσά
ανεδοσές	=	ανεδοσά
ανεδοσών	=	ανεδοσά
ανεθ	abbrev	εταιρεία των ΟΤΑ της Θεσσαλονίκης με σκοπό την υποστήριξη τους σε αναπτυξιακά ζητήματα
ανεθίβαλα	=	αναθιβάλλω
ανεθίβαλλα	=	αναθιβάλλω
ανειδίκευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειδίκευτο
ανειδίκευτε	adj	κλητική ενικού του ανειδίκευτος
ανειδίκευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειδίκευτη
ανειδίκευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανειδίκευτος
ανειδίκευτης	adj	γενική ενικού του ανειδίκευτη
ανειδίκευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανειδίκευτος
ανειδίκευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανειδίκευτος
ανειδίκευτος	adj	που δεν έχει κάποια ειδικότητα, δεν διαθέτει εξειδίκευση, που συνήθως ασχολείται με χειρωνακτικές εργασίες χαμηλής αμοιβής
ανειδίκευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανειδίκευτος
ανειδίκευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανειδίκευτος
ανειδίκευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανειδίκευτος
ανειδοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειδοποίητο	adv	απροειδοποίητα, για κάτι που έγινα ή θα γίνει χωρίς ειδοποίηση, δίχως ενημέρωση εκ των προτέρων
ανειδοποίητε	adj	κλητική ενικού του ανειδοποίητος
ανειδοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειδοποίητη
ανειδοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανειδοποίητος
ανειδοποίητης	adj	γενική ενικού του ανειδοποίητη
ανειδοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ανειδοποίητος
ανειδοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανειδοποίητος
ανειδοποίητος	adj	που δεν έχει ειδοποιηθεί από πριν για κάτι, που δεν τον έχουν προϊδεάσει
ανειδοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανειδοποίητος
ανειδοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανειδοποίητος
ανειδοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανειδοποίητος
ανεικονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεικονικό
ανεικονικέ	adj	κλητική ενικού του ανεικονικός
ανεικονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεικονική
ανεικονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεικονικός
ανεικονικής	adj	γενική ενικού του ανεικονική
ανεικονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεικονικός
ανεικονικοτήτων	=	ανεικονικότητα
ανεικονικού	adj	γενική ενικού του ανεικονικός
ανεικονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεικονικός
ανεικονικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεικονικός
ανεικονικός	adj	που δεν (θέλει να) παρασταίνει με εικόνες κάτι· που δεν χρησιμοποιεί εικόνες ή αναπαραστάσεις της πραγματικότητας (αλλά κάνει χρήση αφηρημένων σχημάτων)
ανεικονικότητα	noun	η ιδιότητα του ανεικονικού
ανεικονικότητας	=	ανεικονικότητα
ανεικονικότητες	=	ανεικονικότητα
ανεικονικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεικονικός
ανειλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειλημμένο
ανειλημμένε	verb	κλητική ενικού του ανειλημμένος
ανειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ανειλημμένος
ανειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανειλημμένος
ανειλημμένης	verb	γενική ενικού του ανειλημμένη
ανειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανειλημμένος
ανειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανειλημμένος
ανειλημμένος	verb	που έχω αναλάβει
ανειλημμένου	verb	γενική ενικού του ανειλημμένος
ανειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανειλημμένος
ανειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού του ανειλημμένος
ανειλικρίνεια	noun	η ιδιότητα του ανειλικρινούς, η έλλειψη ειλικρίνειας
ανειλικρίνειας	noun	γενική ενικού του ανειλικρίνεια
ανειλικρίνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειλικρίνεια
ανειλικρινές	=	ανειλικρινής
ανειλικρινή	=	ανειλικρινής
ανειλικρινής	adj	αυτός/αυτή που δεν εκφράζει τις πραγματικές του/της σκέψεις
ανειλικρινείς	=	ανειλικρινής
ανειλικρινειών	noun	γενική πληθυντικού του ανειλικρίνεια
ανειλικρινούς	=	ανειλικρινής
ανειλικρινών	=	ανειλικρινής
ανειλικρινώς	adv	σκοπεύοντας να αποκρύψει την αλήθεια, την πραγματικότητα
ανειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειμένο
ανειμένε	verb	κλητική ενικού του ανειμένος
ανειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειμένη
ανειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανειμένος
ανειμένης	verb	γενική ενικού του ανειμένη
ανειμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανειμένος
ανειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανειμένος
ανειμένος	verb|archaic	που τον χαρακτηρίζει χαλαρότητα
ανειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανειμένος
ανειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανειμένος
ανειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανειμένος
ανειρήνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανειρήνευτος	adv	χωρίς να μπορεί να βρει ειρήνη, να ειρηνεύσει
ανειρήνευτε	adj	κλητική ενικού του ανειρήνευτος
ανειρήνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανειρήνευτη
ανειρήνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανειρήνευτος
ανειρήνευτης	adj	γενική ενικού του ανειρήνευτη
ανειρήνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανειρήνευτος
ανειρήνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανειρήνευτος
ανειρήνευτος	adj	που δεν έχει ειρηνεύσει ή δεν μπορεί να ειρηνεύσει
ανειρήνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανειρήνευτος
ανειρήνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανειρήνευτος
ανειρήνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανειρήνευτος
ανεισφορία	noun|formal	η απαλλαγή από την εισφορά, η εξαίρεση από τον φόρο
ανεισφορίας	noun	γενική ενικού του ανεισφορία
ανεισφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεισφορία
ανεισφοριών	noun	γενική πληθυντικού του ανεισφορία
ανεκήρυττα	=	ανακηρύττω
ανεκαλύφθη	=	ανακαλύπτω
ανεκαλύφθην	=	ανακαλύφθηκα
ανεκαλύφθησαν	=	ανακαλύπτω
ανεκδήλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδήλωτο
ανεκδήλωτε	adj	κλητική ενικού του ανεκδήλωτος
ανεκδήλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδήλωτη
ανεκδήλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκδήλωτος
ανεκδήλωτης	adj	γενική ενικού του ανεκδήλωτη
ανεκδήλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκδήλωτος
ανεκδήλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκδήλωτος
ανεκδήλωτος	adj	ο μη εκδηλωμένος, ο κρυφός ή πάντως ο μη δεδηλωμένος, που δεν εκφράστηκε πλήρως (συνήθως για συναισθήματα, προτιμήσεις, πολιτικές τοποθετήσεις)
ανεκδήλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκδήλωτος
ανεκδήλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκδήλωτος
ανεκδήλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκδήλωτος
ανεκδίκαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδίκαστο
ανεκδίκαστε	adj	κλητική ενικού του ανεκδίκαστος
ανεκδίκαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδίκαστη
ανεκδίκαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκδίκαστος
ανεκδίκαστης	adj	γενική ενικού του ανεκδίκαστη
ανεκδίκαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκδίκαστος
ανεκδίκαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκδίκαστος
ανεκδίκαστος	adj	που δεν έχει εκδικαστεί ή δεν μπορεί να εκδικαστεί
ανεκδίκαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκδίκαστος
ανεκδίκαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκδίκαστος
ανεκδίκαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκδίκαστος
ανεκδιήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδιήγητο
ανεκδιήγητε	adj	κλητική ενικού του ανεκδιήγητος
ανεκδιήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδιήγητη
ανεκδιήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκδιήγητος
ανεκδιήγητης	adj	γενική ενικού του ανεκδιήγητη
ανεκδιήγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκδιήγητος
ανεκδιήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκδιήγητος
ανεκδιήγητος	adj	που δεν έχει ειρμό και λογική, που δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε ή να τον εξηγήσουμε
ανεκδιήγητου	adj	γενική ενικού του ανεκδιήγητος
ανεκδιήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκδιήγητος
ανεκδιήγητων	adj	γενική πληθυντικού του ανεκδιήγητος
ανεκδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτικό
ανεκδοτικέ	adj	κλητική ενικού του ανεκδοτικός
ανεκδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτική
ανεκδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκδοτικός
ανεκδοτικής	adj	γενική ενικού του ανεκδοτική
ανεκδοτικη	=	ανεκδοτικός
ανεκδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτικός
ανεκδοτικού	adj	γενική ενικού του ανεκδοτικός
ανεκδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκδοτικός
ανεκδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεκδοτικός
ανεκδοτικός	adj	που έχει σχέση με τα ανέκδοτα, αναφέρεται σ’ αυτά ή αναπτύσσεται, περιγράφεται ή λέγεται με ανέκδοτα
ανεκδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεκδοτικός
ανεκδοτολογία	noun	η συλλογή ανεκδότων ή ο γραπτός ή προφορικός λόγος που περιέχει πολλά ανέκδοτα
ανεκδοτολογίας	noun	γενική ενικού του ανεκδοτολογία
ανεκδοτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτολογία
ανεκδοτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτολογικό
ανεκδοτολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτολογική
ανεκδοτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογικής	adj	γενική ενικού του ανεκδοτολογική
ανεκδοτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογικού	adj	γενική ενικού του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογικός	adj	που έχει σχέση με τον ανεκδοτολόγο ή την ανεκδοτολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ανεκδοτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεκδοτολογικός
ανεκδοτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανεκδοτολογία
ανεκδοτολόγε	noun	κλητική ενικού του ανεκδοτολόγος
ανεκδοτολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ανεκδοτολόγος
ανεκδοτολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκδοτολόγος
ανεκδοτολόγος	noun	που αρέσκεται να λέει ανέκδοτα
ανεκδοτολόγου	noun	γενική ενικού του ανεκδοτολόγος
ανεκδοτολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανεκδοτολόγος
ανεκδοτολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ανεκδοτολόγος
ανεκδότου	noun	γενική ενικού του ανέκδοτο
ανεκδότων	noun	γενική πληθυντικού του ανέκδοτο
ανεκηρύχθην	=	ανακηρύττω
ανεκκαθάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκκαθάριστο
ανεκκαθάριστε	adj	κλητική ενικού του ανεκκαθάριστος
ανεκκαθάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκκαθάριστη
ανεκκαθάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκκαθάριστος
ανεκκαθάριστης	adj	γενική ενικού του ανεκκαθάριστη
ανεκκαθάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκκαθάριστος
ανεκκαθάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκκαθάριστος
ανεκκαθάριστος	adj	που δεν έχει εκκαθαριστεί ή δεν μπορεί να εκκαθαριστεί
ανεκκαθάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκκαθάριστος
ανεκκαθάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκκαθάριστος
ανεκκαθάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκκαθάριστος
ανεκλάλητή	=	ανεκλάλητος
ανεκλάλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκλάλητο
ανεκλάλητε	adj	κλητική ενικού του ανεκλάλητος
ανεκλάλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκλάλητη
ανεκλάλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκλάλητος
ανεκλάλητης	adj	γενική ενικού του ανεκλάλητη
ανεκλάλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκλάλητος
ανεκλάλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκλάλητος
ανεκλάλητος	adj|formal	που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια, να λεχθεί
ανεκλάλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκλάλητος
ανεκλάλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκλάλητος
ανεκλάλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκλάλητος
ανεκμετάλλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκμετάλλευτο
ανεκμετάλλευτε	adj	κλητική ενικού του ανεκμετάλλευτος
ανεκμετάλλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκμετάλλευτη
ανεκμετάλλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκμετάλλευτος
ανεκμετάλλευτης	adj	γενική ενικού του ανεκμετάλλευτη
ανεκμετάλλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκμετάλλευτος
ανεκμετάλλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκμετάλλευτος
ανεκμετάλλευτος	adj	αναξιοποίητος, που δεν έχει αξιοποιηθεί (συχνότερα κυρίως γιια τον εθνικό πλούτο και πάντως όχι για έμψυχα)
ανεκμετάλλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκμετάλλευτος
ανεκμετάλλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκμετάλλευτος
ανεκμετάλλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκμετάλλευτος
ανεκμυστήρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεκμυστήρευτος	adv|formal	χωρίς εκμυστήρευση
ανεκμυστήρευτε	adj	κλητική ενικού του ανεκμυστήρευτος
ανεκμυστήρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκμυστήρευτη
ανεκμυστήρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκμυστήρευτος
ανεκμυστήρευτης	adj	γενική ενικού του ανεκμυστήρευτη
ανεκμυστήρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκμυστήρευτος
ανεκμυστήρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκμυστήρευτος
ανεκμυστήρευτος	adj|formal	που δεν τον έχουν εκμυστηρευτεί
ανεκμυστήρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκμυστήρευτος
ανεκμυστήρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκμυστήρευτος
ανεκμυστήρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκμυστήρευτος
ανεκπαίδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκπαίδευτο
ανεκπαίδευτε	adj	κλητική ενικού του ανεκπαίδευτος
ανεκπαίδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκπαίδευτη
ανεκπαίδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκπαίδευτος
ανεκπαίδευτης	adj	γενική ενικού του ανεκπαίδευτη
ανεκπαίδευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκπαίδευτος
ανεκπαίδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκπαίδευτος
ανεκπαίδευτος	adj	που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) εκπαιδευτεί
ανεκπαίδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκπαίδευτος
ανεκπαίδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκπαίδευτος
ανεκπαίδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκπαίδευτος
ανεκπλήρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκπλήρωτο
ανεκπλήρωτε	adj	κλητική ενικού του ανεκπλήρωτος
ανεκπλήρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκπλήρωτη
ανεκπλήρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκπλήρωτος
ανεκπλήρωτης	adj	γενική ενικού του ανεκπλήρωτη
ανεκπλήρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκπλήρωτος
ανεκπλήρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκπλήρωτος
ανεκπλήρωτος	adj	που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) εκπληρωθεί
ανεκπλήρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκπλήρωτος
ανεκπλήρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκπλήρωτος
ανεκπλήρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκπλήρωτος
ανεκποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκποίητο
ανεκποίητε	adj	κλητική ενικού του ανεκποίητος
ανεκποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκποίητη
ανεκποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκποίητος
ανεκποίητης	adj	γενική ενικού του ανεκποίητη
ανεκποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκποίητος
ανεκποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκποίητος
ανεκποίητος	adj|formal	που δεν έχει εκποιηθεί η δεν μπορεί να εκποιηθεί
ανεκποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκποίητος
ανεκποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκποίητος
ανεκποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκποίητος
ανεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτό
ανεκτέ	adj	κλητική ενικού του ανεκτός
ανεκτέλεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτέλεστο
ανεκτέλεστε	adj	κλητική ενικού του ανεκτέλεστος
ανεκτέλεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτέλεστη
ανεκτέλεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκτέλεστος
ανεκτέλεστης	adj	γενική ενικού του ανεκτέλεστη
ανεκτέλεστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκτέλεστος
ανεκτέλεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκτέλεστος
ανεκτέλεστος	adj	που ενώ είχε αποφασιστεί να γίνει, δεν έγινε, δεν εκτελέστηκε (συνήθως για εντολή προϊστάμενης αρχής ή για επίσημη απόφαση)
ανεκτέλεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκτέλεστος
ανεκτέλεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκτέλεστος
ανεκτέλεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκτέλεστος
ανεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτή
ανεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκτός
ανεκτής	adj	γενική ενικού του ανεκτή
ανεκτίμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτίμητο
ανεκτίμητε	adj	κλητική ενικού του ανεκτίμητος
ανεκτίμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτίμητη
ανεκτίμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκτίμητος
ανεκτίμητης	adj	γενική ενικού του ανεκτίμητη
ανεκτίμητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκτίμητος
ανεκτίμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκτίμητος
ανεκτίμητος	adj	που δεν έχει εκτιμηθεί, που η αξία του δεν έχει καθοριστεί
ανεκτίμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκτίμητος
ανεκτίμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκτίμητος
ανεκτίμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκτίμητος
ανεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτικό	adv	κατά τρόπο ανεκτικό, δείχνοντας ανοχή
ανεκτικέ	adj	κλητική ενικού του ανεκτικός
ανεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτική
ανεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκτικός
ανεκτικής	adj	γενική ενικού του ανεκτική
ανεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκτικός
ανεκτικοτήτων	=	ανεκτικότητα
ανεκτικού	adj	γενική ενικού του ανεκτικός
ανεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκτικός
ανεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεκτικός
ανεκτικός	adj	που ανέχεται, που δείχνει ανοχή και σεβασμό απέναντι σε ανθρώπους, στάσεις, αντιδράσεις που προκαλούν ενόχληση ή απλώς διαφέρουν από το κοινά παραδεκτό
ανεκτικότητα	noun	το να είναι κάποιος ανεκτικός, η ιδιότητα τού ανεκτικού
ανεκτικότητας	noun	γενική ενικού του ανεκτικότητα
ανεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτικότητα
ανεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεκτικός
ανεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκτός
ανεκτού	adj	γενική ενικού του ανεκτός
ανεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκτός
ανεκτό	adj	αιτιατική ενικού του ανεκτός
ανεκτός	adj	που μπορείς να τον ανεχτείς, να τον αντέξεις, όχι υπερβολικός
ανεκτύπωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτύπωτο
ανεκτύπωτε	adj	κλητική ενικού του ανεκτύπωτος
ανεκτύπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκτύπωτη
ανεκτύπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκτύπωτος
ανεκτύπωτης	adj	γενική ενικού του ανεκτύπωτη
ανεκτύπωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκτύπωτος
ανεκτύπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκτύπωτος
ανεκτύπωτος	adj	που δεν έχει εκτυπωθεί ή δεν μπορεί να εκτυπωθεί
ανεκτύπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκτύπωτος
ανεκτύπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκτύπωτος
ανεκτύπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκτύπωτος
ανεκτών	adj	γενική πληθυντικού του ανεκτός
ανεκφώνητα	adv	ανείπωτα
ανεκχώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκχώρητο
ανεκχώρητε	adj	κλητική ενικού του ανεκχώρητος
ανεκχώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκχώρητη
ανεκχώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκχώρητος
ανεκχώρητης	adj	γενική ενικού του ανεκχώρητη
ανεκχώρητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκχώρητος
ανεκχώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκχώρητος
ανεκχώρητος	adj	που δεν έχει εκχωρηθεί ή δεν μπορεί να εκχωρηθεί
ανεκχώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκχώρητος
ανεκχώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκχώρητος
ανεκχώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκχώρητος
ανεκόπη	=	ανακόπτω
ανεκόπησαν	=	ανακόπτω
ανεκύμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκύμαντο
ανεκύμαντε	adj	κλητική ενικού του ανεκύμαντος
ανεκύμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεκύμαντη
ανεκύμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεκύμαντος
ανεκύμαντης	adj	γενική ενικού του ανεκύμαντη
ανεκύμαντο	adj	αιτιατική ενικού του ανεκύμαντος
ανεκύμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεκύμαντος
ανεκύμαντος	adj|figurative	άλλη μορφή του ακύμαντος
ανεκύμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεκύμαντος
ανεκύμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεκύμαντος
ανεκύμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεκύμαντος
ανεκύρηξα	=	ανακηρύττω
ανελ	abbrev	ελληνικό συντηρητικό πολιτικό κόμμα, που ιδρύθηκε το 2012
ανελέητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελέητο, ουδέτερο του ανελέητος	adv	με ιδιαίτερη αυστηρότητα, σκληρότητα, αλύπητα, χωρίς οίκτο, δίχως έλεος
ανελέητε	adj	κλητική ενικού του ανελέητος
ανελέητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελέητη
ανελέητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανελέητος
ανελέητης	adj	γενική ενικού του ανελέητη
ανελέητο	adj	αιτιατική ενικού του ανελέητος
ανελέητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανελέητος
ανελέητος	adj	που δεν δείχνει έλεος προς οποιονδήποτε
ανελέητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανελέητος
ανελέητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανελέητος
ανελέητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανελέητος
ανελίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλιξη
ανελίξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανέλιξη
ανελίξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανέλιξη
ανελίσσομαι	verb|formal	εξελίσσομαι, αναπτύσσομαι
ανελίσσω	verb|figurative	ξετυλίγω, ξεδιπλώνω
ανελαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελαστικό	adv	κατά τρόπο ανελαστικό
ανελαστικέ	adj	κλητική ενικού του ανελαστικός
ανελαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελαστική
ανελαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανελαστικός
ανελαστικής	adj	γενική ενικού του ανελαστική
ανελαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανελαστικός
ανελαστικοτήτων	=	ανελαστικότητα
ανελαστικού	adj	γενική ενικού του ανελαστικός
ανελαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανελαστικός
ανελαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανελαστικός
ανελαστικός	adj	που δεν έχει ελαστικότητα
ανελαστικότητα	noun	η έλλειψη ελαστικότητας σε κάτι με υλική υπόσταση
ανελαστικότητας	noun	γενική ενικού του ανελαστικότητα
ανελαστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελαστικότητα
ανελαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανελαστικός
ανελεήμον	=	ανελεήμονας
ανελεήμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανελεήμων	adv|formal	χωρίς έλεος, χωρίς οίκτο
ανελεήμονας	adj	μορφή του ανελεήμων με νεότερες καταλήξεις
ανελεήμονες	=	ανελεήμονας
ανελεήμονον	=	ανελεήμονας
ανελεήμονος	=	ανελεήμονας
ανελεήμονων	=	ανελεήμονας
ανελεήμων	=	ανελεήμονας
ανελεήτως	=	ανελέητος
ανελεημόνων	=	ανελεήμονας
ανελεημόνως	adv|formal	άλλη μορφή του ανελεήμονα
ανελευθέρωτα	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτε	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτες	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτη	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτης	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτο	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτοι	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτος	adj	που δεν έχει ελευθερωθεί ή δεν είναι δυνατόν να ελευθερωθεί
ανελευθέρωτου	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτους	=	ανελευθέρωτος
ανελευθέρωτων	=	ανελευθέρωτος
ανελευθερία	noun	η έλλειψη ελευθερίας ή γενικότερα φιλελεύθερου φρονήματος
ανελευθερίας	noun	γενική ενικού του ανελευθερία
ανελευθερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελευθερία
ανελευθεριών	noun	γενική πληθυντικού του ανελευθερία
ανελεύθερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελεύθερο	adv	χωρίς σεβασμό στις στοιχειώδεις ελευθερίες, με αντιδημοκρατικούς περιορισμούς σε κοινωνικό επίπεδο ή με καταπιεστικά μέτρα σε προσωπικό, οικογενειακό πλαίσιο
ανελεύθερε	adj	κλητική ενικού του ανελεύθερος
ανελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελεύθερη
ανελεύθερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανελεύθερος
ανελεύθερης	adj	γενική ενικού του ανελεύθερη
ανελεύθερο	adj	αιτιατική ενικού του ανελεύθερος
ανελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανελεύθερος
ανελεύθερος	adj	που δεν είναι ελεύθερος ιδίως ως προς το πνεύμα και το φρόνημα
ανελεύθερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανελεύθερος
ανελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανελεύθερος
ανελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανελεύθερος
ανελικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελικτικό	adv	κατά τρόπο ανελικτικό, με πορεία που ελίσσεται προς τα πάνω
ανελικτικέ	adj	κλητική ενικού του ανελικτικός
ανελικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελικτική
ανελικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανελικτικός
ανελικτικής	adj	γενική ενικού του ανελικτική
ανελικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανελικτικός
ανελικτικού	adj	γενική ενικού του ανελικτικός
ανελικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανελικτικός
ανελικτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανελικτικός
ανελικτικός	adj	που έχει σχέση με την ανέλιξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανελικτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανελικτικός
ανελκυσθήκαμε	=	ανελκύω
ανελκυσθήκαν	=	ανελκύω
ανελκυσθήκανε	=	ανελκύω
ανελκυσθήκατε	=	ανελκύω
ανελκυσθεί	=	ανελκύω
ανελκυσθείς	=	ανελκύω
ανελκυσθείτε	=	ανελκύω
ανελκυσθούμε	=	ανελκύω
ανελκυσθούν	=	ανελκύω
ανελκυσθούνε	=	ανελκύω
ανελκυσθώ	=	ανελκύω
ανελκυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελκυσμένο
ανελκυσμένε	verb	κλητική ενικού του ανελκυσμένος
ανελκυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελκυσμένη
ανελκυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανελκυσμένος
ανελκυσμένης	verb	γενική ενικού του ανελκυσμένη
ανελκυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανελκυσμένος
ανελκυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανελκυσμένος
ανελκυσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανελκύω
ανελκυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανελκυσμένος
ανελκυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανελκυσμένος
ανελκυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανελκυσμένος
ανελκυστήκαμε	=	ανελκύομαι
ανελκυστήκαν	=	ανελκύομαι
ανελκυστήκανε	=	ανελκύομαι
ανελκυστήκατε	=	ανελκύομαι
ανελκυστήρα	=	ανελκυστήρας
ανελκυστήρας	noun	σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου
ανελκυστήρες	=	ανελκυστήρας
ανελκυστήρων	=	ανελκυστήρας
ανελκυστεί	=	ανελκύομαι
ανελκυστείς	=	ανελκύω
ανελκυστείτε	=	ανελκύομαι
ανελκυστούμε	=	ανελκύω
ανελκυστούν	=	ανελκύω
ανελκυστούνε	=	ανελκύω
ανελκυστώ	=	ανελκύω
ανελκυόμασταν	=	ανελκύομαι
ανελκυόμαστε	=	ανελκύομαι
ανελκυόμουν	=	ανελκύομαι
ανελκυόμουνα	=	ανελκύομαι
ανελκυόντουσαν	=	ανελκύομαι
ανελκυόσασταν	=	ανελκύομαι
ανελκυόσαστε	=	ανελκύομαι
ανελκυόσουν	=	ανελκύομαι
ανελκυόσουνα	=	ανελκύομαι
ανελκυόταν	=	ανελκύομαι
ανελκυότανε	=	ανελκύομαι
ανελκύαμε	=	ανελκύω
ανελκύαν	=	ανελκύω
ανελκύανε	=	ανελκύω
ανελκύατε	=	ανελκύω
ανελκύει	=	ανελκύω
ανελκύεις	=	ανελκύω
ανελκύεσαι	=	ανελκύομαι
ανελκύεστε	=	ανελκύομαι
ανελκύεται	=	ανελκύομαι
ανελκύετε	=	ανελκύω
ανελκύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανελκύω
ανελκύομε	=	ανελκύω
ανελκύονται	=	ανελκύομαι
ανελκύονταν	=	ανελκύομαι
ανελκύοντας	=	ανελκύω
ανελκύου	=	ανελκύομαι
ανελκύουμε	=	ανελκύω
ανελκύουν	=	ανελκύω
ανελκύουνε	=	ανελκύω
ανελκύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύσαν	=	ανελκύω
ανελκύσανε	=	ανελκύω
ανελκύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέλκυση
ανελκύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανέλκυση
ανελκύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανέλκυση
ανελκύσθηκα	=	ανελκύω
ανελκύσθηκαν	=	ανελκύω
ανελκύσθηκε	=	ανελκύω
ανελκύσθηκες	=	ανελκύω
ανελκύσομε	=	ανελκύω
ανελκύσου	=	ανελκύομαι
ανελκύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύσουνε	=	ανελκύω
ανελκύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύστηκα	=	ανελκύομαι
ανελκύστηκαν	=	ανελκύομαι
ανελκύστηκε	=	ανελκύομαι
ανελκύστηκες	=	ανελκύομαι
ανελκύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανελκύω
ανελκύω	verb	ελκύω προς τα πάνω, ανασύρω, ανεβάζω ναυάγιο από το βυθό, σύρω έξω
ανελλήνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελλήνιστο
ανελλήνιστε	adj	κλητική ενικού του ανελλήνιστος
ανελλήνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανελλήνιστη
ανελλήνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανελλήνιστος
ανελλήνιστης	adj	γενική ενικού του ανελλήνιστη
ανελλήνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανελλήνιστος
ανελλήνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανελλήνιστος
ανελλήνιστος	adj	που δεν γνωρίζει τον ελληνικό πολιτισμό, τα ήθη και τους τρόπους των Ελλήνων
ανελλήνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανελλήνιστος
ανελλήνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανελλήνιστος
ανελλήνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανελλήνιστος
ανελλιπώς	adv	χωρίς διακοπές, συνεχώς, τακτικά
ανεμίζαμε	=	ανεμίζω
ανεμίζαν	=	ανεμίζω
ανεμίζανε	=	ανεμίζω
ανεμίζατε	=	ανεμίζω
ανεμίζει	=	ανεμίζω
ανεμίζεις	=	ανεμίζω
ανεμίζετε	=	ανεμίζω
ανεμίζομαι	=	ανεμίζω
ανεμίζοντας	=	ανεμίζω
ανεμίζουμε	=	ανεμίζω
ανεμίζουν	=	ανεμίζω
ανεμίζουνε	=	ανεμίζω
ανεμίζω	verb	με κινεί ο άνεμος
ανεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσαν	=	ανεμίζω
ανεμίσανε	=	ανεμίζω
ανεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανέμισμα
ανεμίσματος	noun	γενική ενικού του ανέμισμα
ανεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεμίζω
ανεμαντλία	noun	αντλία που λειτουργεί με τη βοήθεια του ανέμου
ανεμαντλίας	=	ανεμαντλία
ανεμαντλίες	=	ανεμαντλία
ανεμαντλιών	=	ανεμαντλία
ανεμβολίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμβολίαστο
ανεμβολίαστε	adj	κλητική ενικού του ανεμβολίαστος
ανεμβολίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμβολίαστη
ανεμβολίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμβολίαστος
ανεμβολίαστης	adj	γενική ενικού του ανεμβολίαστη
ανεμβολίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεμβολίαστος
ανεμβολίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμβολίαστος
ανεμβολίαστος	adj	που δεν έχει εμβολιαστεί
ανεμβολίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεμβολίαστος
ανεμβολίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεμβολίαστος
ανεμβολίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεμβολίαστος
ανεμελιά	noun	το να είναι κάποιος ανέμελος, να μην έχει έγνοιες, φροντίδες ή σκοτούρες
ανεμελιάς	noun	γενική ενικού του ανεμελιά
ανεμελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμελιά
ανεμελιών	=	ανεμελιά
ανεμικά	=	ανεμικό
ανεμικέ	=	ανεμικός
ανεμικές	=	ανεμική
ανεμική	noun	σφοδρός άνεμος, θύελλα, ανεμοθύελλα
ανεμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ανεμική) του ανεμικός
ανεμικη	=	ανεμικός
ανεμικο	=	ανεμικός
ανεμικοί	=	ανεμικός
ανεμικού	=	ανεμικό
ανεμικούς	=	ανεμικός
ανεμικό	noun	ξωτικός, πνεύμα, αερικό, στοιχειό
ανεμικός	adj	ανεμώδης
ανεμικών	=	ανεμική
ανεμιού	=	ανέμι
ανεμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανέμισμα
ανεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμισμένο
ανεμισμένε	verb	κλητική ενικού του ανεμισμένος
ανεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμισμένη
ανεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμισμένος
ανεμισμένης	verb	γενική ενικού του ανεμισμένη
ανεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεμισμένος
ανεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμισμένος
ανεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεμισμένος
ανεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεμισμένος
ανεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεμισμένος
ανεμιστήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανεμιστήρας
ανεμιστήρας	noun	συσκευή που παράγει ρεύματα αέρα και χρησιμοποιείται για την ψύξη χώρων ή πραγμάτων
ανεμιστήρες	=	ανεμιστήρας
ανεμιστήρι	noun	αντικείμενο που χρησιμοποιείται με το χέρι για να αερίζει το πρόσωπο
ανεμιστήρια	=	ανεμιστήρι
ανεμιστήρων	=	ανεμιστήρας
ανεμιστηριού	=	ανεμιστήρι
ανεμιστηριών	=	ανεμιστήρι
ανεμιών	=	ανέμι
ανεμοαφέντης	=	ανεμοδάμασμα
ανεμοβλογιά	noun	οξεία λοιμώδης παιδική μεταδοτική νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλό πυρετό και δερματικές κύστεις
ανεμοβλογιάς	noun	γενική ενικού του ανεμοβλογιά
ανεμοβλογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοβλογιά
ανεμοβλογιών	=	ανεμοβλογιά
ανεμοβροχιού	=	ανεμοβρόχι
ανεμοβροχιών	=	ανεμοβρόχι
ανεμοβρόχι	noun	βροχή με ισχυρό άνεμο
ανεμοβρόχια	=	ανεμοβρόχι
ανεμοβόρι	noun|vulgar	ο παγερός και ισχυρός βόρειος άνεμος
ανεμοβόρια	=	ανεμοβόρι
ανεμογγάστρι	=	ανεμογκάστρι
ανεμογεννήτρια	noun	μηχανή που μετατρέπει τον άνεμο από κινητική ενέργεια σε ηλεκτρική ενέργεια
ανεμογεννήτριας	noun	γενική ενικού του ανεμογεννήτρια
ανεμογεννήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμογεννήτρια
ανεμογεννητριών	noun	γενική πληθυντικού του ανεμογεννήτρια
ανεμογκάστρι	noun|vulgar	η ψευδοκύηση
ανεμογκάστρια	=	ανεμογκάστρι
ανεμογκαστρίου	=	ανεμογκάστρι
ανεμογκαστρίων	=	ανεμογκάστρι
ανεμογράμματα	=	ανεμόγραμμα
ανεμογράμματος	=	ανεμόγραμμα
ανεμογράφε	noun	κλητική ενικού του ανεμογράφος
ανεμογράφημα	noun	διάγραμμα στο οποίο παρουσιάζονται η κατεύθυνση και η ταχύτητα των ανέμων
ανεμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ανεμογράφος
ανεμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμογράφος
ανεμογράφος	noun	όργανο μέτρησης και καταγραφής της ταχύτητας του ανέμου
ανεμογράφου	noun	γενική ενικού του ανεμογράφος
ανεμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανεμογράφος
ανεμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμογράφος
ανεμογραμμάτων	=	ανεμόγραμμα
ανεμογραφήματα	=	ανεμογράφημα
ανεμογραφήματος	=	ανεμογράφημα
ανεμογραφία	noun	η επιστημονική περιγραφή των ανέμων
ανεμογραφίας	noun	γενική ενικού του ανεμογραφία
ανεμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμογραφία
ανεμογραφημάτων	=	ανεμογράφημα
ανεμογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμογραφικό
ανεμογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ανεμογραφικός
ανεμογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμογραφική
ανεμογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμογραφικός
ανεμογραφικής	adj	γενική ενικού του ανεμογραφική
ανεμογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμογραφικός
ανεμογραφικού	adj	γενική ενικού του ανεμογραφικός
ανεμογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεμογραφικός
ανεμογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεμογραφικός
ανεμογραφικός	adj	ο σχετικός με ανεμογράφο.
ανεμογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεμογραφικός
ανεμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανεμογραφία
ανεμοδάμασμα	noun	Από την σειρά «Άβαταρ: Ο Τελευταίος Ανεμοδαμαστής» (2005), για να περιγραφεί η τεχνική των ατόμων που διαφεντεύουν το στοιχείο του ανέμου και τα οποία κατάγονται από τις Νομάδες του Αέρα.
ανεμοδάρθηκα	=	ανεμοδέρνομαι
ανεμοδέρνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανεμοδέρνω, με γδέρνει ο άνεμος, με δέρνει, με χτυπά
ανεμοδέρνω	verb	χτυπάω αλύπητα ανθρώπους, πλοία, δέντρα
ανεμοδαμάσματα	=	ανεμοδάμασμα
ανεμοδαμάσματος	=	ανεμοδάμασμα
ανεμοδαμασμάτων	=	ανεμοδάμασμα
ανεμοδαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδαρμένο
ανεμοδαρμένε	verb	κλητική ενικού του ανεμοδαρμένος
ανεμοδαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδαρμένη
ανεμοδαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμοδαρμένος
ανεμοδαρμένης	verb	γενική ενικού του ανεμοδαρμένη
ανεμοδαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεμοδαρμένος
ανεμοδαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδαρμένος
ανεμοδαρμένος	verb	ανεμόδαρτος, που τον ταλαιπωρούν οι ισχυροί άνεμοι, που είναι εκτεθειμένος στους ανέμους
ανεμοδαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεμοδαρμένος
ανεμοδαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεμοδαρμένος
ανεμοδαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεμοδαρμένος
ανεμοδείκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδείκτης
ανεμοδείκτη	=	ανεμοδείκτης
ανεμοδείκτης	noun	όργανο ή γενικότερα μηχανισμός που δείχνει την διεύθυνση του υφιστάμενου ανέμου
ανεμοδείχτες	=	ανεμοδείχτης
ανεμοδείχτη	=	ανεμοδείχτης
ανεμοδείχτης	noun	άλλη μορφή του ανεμοδείκτη
ανεμοδεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδεικτικό
ανεμοδεικτικέ	adj	κλητική ενικού του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδεικτική
ανεμοδεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτικής	adj	γενική ενικού του ανεμοδεικτική
ανεμοδεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτικού	adj	γενική ενικού του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτικός	adj	ο σχετικός με ανεμοδείκτη
ανεμοδεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεμοδεικτικός
ανεμοδεικτών	=	ανεμοδείκτης
ανεμοδειχτών	=	ανεμοδείχτης
ανεμοδουλειά	noun	αχρείαστη ή ματαιόδοξη δουλειά
ανεμοδουλειάς	=	ανεμοδουλειά
ανεμοδουλειές	=	ανεμοδουλειά
ανεμοδουλειών	=	ανεμοδουλειά
ανεμοδουριού	=	ανεμοδούρι
ανεμοδουριών	=	ανεμοδούρι
ανεμοδοχών	=	ανεμοδόχη
ανεμοδούρα	noun	ανεμοδείκτης
ανεμοδούρας	noun	γενική ενικού του ανεμοδούρα
ανεμοδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδούρα
ανεμοδούρι	noun	ανεμοδείκτης
ανεμοδούρια	=	ανεμοδούρι
ανεμοδόχε	=	ανεμοδόχος
ανεμοδόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοδόχη
ανεμοδόχη	noun	οποιαδήποτε κατασκευή υποδοχής ανέμου, συνηθέστερα για φυσικό εξαερισμό
ανεμοδόχης	=	ανεμοδόχη
ανεμοδόχο	=	ανεμοδόχος
ανεμοδόχοι	=	ανεμοδόχος
ανεμοδόχος	noun	κατασκευή κυλινδρικού σχήματος η οποία χρησιμοποιείται για τον εξαερισμό περίκλειστου χώρου.
ανεμοδόχου	=	ανεμοδόχος
ανεμοδόχους	=	ανεμοδόχος
ανεμοδόχων	=	ανεμοδόχος
ανεμοζάλες	=	ανεμοζάλη
ανεμοζάλη	noun	οι άνεμοι μεγάλης έντασης αλλά και που έρχονται από πολλές κατευθύνσεις, μια από τη μία και μια από την άλλη
ανεμοζάλης	=	ανεμοζάλη
ανεμοθραυστών	=	ανεμοθραύστης
ανεμοθραύστες	=	ανεμοθραύστης
ανεμοθραύστη	=	ανεμοθραύστης
ανεμοθραύστης	noun	κατασκευή που προφυλάσσει από τον αέρα (σε οχήματα ή αλλού)
ανεμοθυελλών	=	ανεμοθύελλα
ανεμοθωράκων	=	ανεμοθώρακας
ανεμοθύελλα	noun	έντονοι άνεμοι (τυπικά άνω των 8-9 μποφόρ για να χαρακτηριστεί θύελλα)
ανεμοθύελλας	noun	γενική ενικού του ανεμοθύελλα
ανεμοθύελλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοθύελλα
ανεμοθώρακα	=	ανεμοθώρακας
ανεμοθώρακας	noun	το παρμπρίζ, το αλεξήνεμο
ανεμοθώρακες	=	ανεμοθώρακας
ανεμοκάμηλα	=	ανεμοκάμηλο
ανεμοκάμηλο	noun	είδος σαύρας, χαμαιλέοντα
ανεμοκάμηλου	=	ανεμοκάμηλο
ανεμοκάμηλων	=	ανεμοκάμηλο
ανεμοκαύκαλα	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλε	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλες	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλη	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλης	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλο	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλοι	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλος	adj	ελαφρόμυαλος
ανεμοκαύκαλου	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλους	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκαύκαλων	=	ανεμοκαύκαλος
ανεμοκλάδι	noun	παρασιτικό φυτό του γένους Parietaria
ανεμοκλάδια	=	ανεμοκλάδι
ανεμοκυκλοπόδη	=	ανεμοκυκλοπόδης
ανεμοκυκλοπόδηδες	=	ανεμοκυκλοπόδης
ανεμοκυκλοπόδηδων	=	ανεμοκυκλοπόδης
ανεμοκυκλοπόδης	noun	γρήγορος σαν τον άνεμο
ανεμολογήσαμε	=	ανεμολογώ
ανεμολογήσαν	=	ανεμολογώ
ανεμολογήσανε	=	ανεμολογώ
ανεμολογήσατε	=	ανεμολογώ
ανεμολογήσει	=	ανεμολογώ
ανεμολογήστε	=	ανεμολογώ
ανεμολογήσω	=	ανεμολογώ
ανεμολογίου	noun	γενική ενικού του ανεμολόγιο
ανεμολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμολόγιο
ανεμολογεί	=	ανεμολογώ
ανεμολογείς	=	ανεμολογώ
ανεμολογείτε	=	ανεμολογώ
ανεμολογικά	=	ανεμολογικός
ανεμολογικέ	=	ανεμολογικός
ανεμολογικές	=	ανεμολογικός
ανεμολογική	=	ανεμολογικός
ανεμολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ανεμολογική) του ανεμολογικός
ανεμολογικοί	=	ανεμολογικός
ανεμολογικού	=	ανεμολογικός
ανεμολογικούς	=	ανεμολογικός
ανεμολογικό	=	ανεμολογικός
ανεμολογικός	adj	σχετικός με την ανεμολογία / με τους ανέμους
ανεμολογικών	=	ανεμολογικός
ανεμολογούμε	=	ανεμολογώ
ανεμολογούν	=	ανεμολογώ
ανεμολογούνε	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσα	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσαμε	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσαν	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσανε	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσατε	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσε	=	ανεμολογώ
ανεμολογούσες	=	ανεμολογώ
ανεμολογώ	verb	λέω ανοησίες
ανεμολογώντας	=	ανεμολογώ
ανεμολόγε	=	ανεμολόγος
ανεμολόγει	=	ανεμολογώ
ανεμολόγησα	=	ανεμολογώ
ανεμολόγησαν	=	ανεμολογώ
ανεμολόγησε	=	ανεμολογώ
ανεμολόγησες	=	ανεμολογώ
ανεμολόγι	=	ανεμολόγιο
ανεμολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμολόγιο
ανεμολόγιο	noun	πυξίδα και χάρτης για την κατεύθυνση των ανέμων για τη ναυσιπλοΐα
ανεμολόγιου	=	ανεμολόγιο
ανεμολόγιων	=	ανεμολόγιο
ανεμολόγο	=	ανεμολόγος
ανεμολόγοι	=	ανεμολόγος
ανεμολόγος	noun	άτομο που μελετά τους ανέμους
ανεμολόγου	=	ανεμολόγος
ανεμολόγους	=	ανεμολόγος
ανεμολόγων	=	ανεμολόγος
ανεμομάζεμα	noun	άλλη μορφή του ανεμομάζωμα
ανεμομάζωμα	noun	για ό,τι μαζεύτηκε ή αποκτήθηκε τυχαία
ανεμομέζωμα	=	ανεμομάζωμα
ανεμομέτρες	=	ανεμομέτρης
ανεμομέτρη	=	ανεμομέτρης
ανεμομέτρης	noun	άτομο που μετρά την ένταση και διεύθυνση του ανέμου, κυρίως σε αθλητικούς αγώνες
ανεμομέτρου	=	ανεμόμετρο
ανεμομέτρων	=	ανεμόμετρο
ανεμομίκτες	=	ανεμομίκτης
ανεμομίκτη	=	ανεμομίκτης
ανεμομίκτης	noun	άλλη γραφή του ανεμομείκτης
ανεμομίλαγα	=	ανεμομιλώ
ανεμομίλησα	=	ανεμομιλώ
ανεμομαζέματα	=	ανεμομάζεμα
ανεμομαζέματος	=	ανεμομάζεμα
ανεμομαζεμάτων	=	ανεμομάζεμα
ανεμομαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμομάζωμα
ανεμομαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμομάζωμα
ανεμομαζώματος	noun	γενική ενικού του ανεμομάζωμα
ανεμομείκτες	=	ανεμομείκτης
ανεμομείκτη	=	ανεμομείκτης
ανεμομείκτης	noun	αντιπαγετικός ανεμιστήρας που χρησιμοποιείται σε καλλιέργειες
ανεμομεζωμάτων	=	ανεμομάζεμα
ανεμομεζώματα	=	ανεμομάζεμα
ανεμομεζώματος	=	ανεμομάζεμα
ανεμομεικτών	=	ανεμομείκτης
ανεμομελωδέ	noun	κλητική ενικού του ανεμομελωδός
ανεμομελωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμομελωδός
ανεμομελωδού	noun	γενική ενικού του ανεμομελωδός
ανεμομελωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανεμομελωδός
ανεμομελωδό	noun	αιτιατική ενικού του ανεμομελωδός
ανεμομελωδός	noun	διακοσμητικό εκκρεμές μεταλλόφωνο
ανεμομελωδών	noun	γενική πληθυντικού του ανεμομελωδός
ανεμομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμομετρικό
ανεμομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ανεμομετρικός
ανεμομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμομετρική
ανεμομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμομετρικός
ανεμομετρικής	adj	γενική ενικού του ανεμομετρική
ανεμομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμομετρικός
ανεμομετρικού	adj	γενική ενικού του ανεμομετρικός
ανεμομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεμομετρικός
ανεμομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεμομετρικός
ανεμομετρικός	adj	ο σχετικός με ανεμόμετρο
ανεμομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεμομετρικός
ανεμομετρών	=	ανεμομέτρης
ανεμομικτών	=	ανεμομίκτης
ανεμομιλήθηκα	=	ανεμομιλώ
ανεμομιλήσω	=	ανεμομιλώ
ανεμομιλημένος	=	ανεμομιλώ
ανεμομιλιά	noun	άσκοπα λόγια, μωρολογία
ανεμομιλιάς	=	ανεμομιλιά
ανεμομιλιέμαι	=	ανεμομιλώ
ανεμομιλιές	=	ανεμομιλιά
ανεμομιλιών	=	ανεμομιλιά
ανεμομιλούσα	=	ανεμομιλώ
ανεμομιλώ	verb	μιλάω για ασήμαντα πράγματα
ανεμοξουριά	noun	δυνατός αέρας
ανεμοξουριάς	=	ανεμοξουριά
ανεμοξουριές	=	ανεμοξουριά
ανεμοξουριών	=	ανεμοξουριά
ανεμοπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοπλάνο
ανεμοπλάνο	noun	το ανεμόπτερο
ανεμοπλάνου	noun	γενική ενικού του ανεμοπλάνο
ανεμοπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμοπλάνο
ανεμοπορήσαμε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορήσαν	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορήσανε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορήσατε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορήσει	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορήστε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορία	noun	το είδος πετάγματος που κάνουν τα πουλιά κρατώντας σταθερά τα φτερά τους και αφήνοντας το σώμα τους να παρασύρεται από τον άνεμο
ανεμοπορίας	noun	γενική ενικού του ανεμοπορία
ανεμοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοπορία
ανεμοπορεί	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορείς	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορείτε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορικά	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικέ	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικές	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορική	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικής	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικοί	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικού	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικούς	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικό	=	ανεμοπορικός
ανεμοπορικός	adj	που έχει σχέση με ανεμοπόρο ή ανεμοπορία ή αναφέρεται σʼ αυτά
ανεμοπορικών	=	ανεμοπορικός
ανεμοποριών	noun	γενική πληθυντικού του ανεμοπορία
ανεμοπορούμε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούν	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούνε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσα	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσαμε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσαν	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσανε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσατε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορούσες	=	ανεμοπορώ
ανεμοπορώ	verb	είμαι ανεμοπόρος
ανεμοπορώντας	=	ανεμοπορώ
ανεμοπτέρου	=	ανεμόπτερο
ανεμοπτέρων	=	ανεμόπτερο
ανεμοπυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμοπύρωμα
ανεμοπυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοπύρωμα
ανεμοπυρώματος	noun	γενική ενικού του ανεμοπύρωμα
ανεμοπόδαρα	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρε	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρες	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρη	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρης	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρο	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαροι	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρος	adj	γρήγορος σαν τον άνεμο
ανεμοπόδαρου	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρους	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόδαρων	=	ανεμοπόδαρος
ανεμοπόρε	=	ανεμοπόρος
ανεμοπόρει	=	ανεμοπορώ
ανεμοπόρησα	=	ανεμοπορώ
ανεμοπόρησαν	=	ανεμοπορώ
ανεμοπόρησε	=	ανεμοπορώ
ανεμοπόρησες	=	ανεμοπορώ
ανεμοπόρο	=	ανεμοπόρος
ανεμοπόροι	=	ανεμοπόρος
ανεμοπόρος	noun	που ασχολείται με την ανεμοπορία
ανεμοπόρου	=	ανεμοπόρος
ανεμοπόρους	=	ανεμοπόρος
ανεμοπόρων	=	ανεμοπόρος
ανεμοπύρωμα	noun	η πάθηση ερυσίπελας
ανεμορούφουλα	=	ανεμορούφουλας
ανεμορούφουλας	noun|vulgar	ο ανεμοστρόβιλος
ανεμορούφουλες	=	ανεμορούφουλας
ανεμορούφουλων	=	ανεμορούφουλας
ανεμορριπές	=	ανεμορριπή
ανεμορριπή	noun	ριπή ανέμου
ανεμορριπής	=	ανεμορριπή
ανεμορριπών	=	ανεμορριπή
ανεμοσάλεμα	noun	η ελαφριά πνοή του ανέμου
ανεμοσαλέματα	=	ανεμοσάλεμα
ανεμοσαλέματος	=	ανεμοσάλεμα
ανεμοσαλεμάτων	=	ανεμοσάλεμα
ανεμοσκοπίου	=	ανεμοσκόπιο
ανεμοσκοπίων	=	ανεμοσκόπιο
ανεμοσκορπίζαμε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζαν	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζανε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζατε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζει	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζεις	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζετε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζομαι	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζοντας	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζουμε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζουν	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζουνε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίζω	verb|literary	σκορπίζω αλόγιστα ή σπαταλώ με ευκολία και χωρίς σκέψη
ανεμοσκορπίσαμε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίσαν	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίσανε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίσατε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίσει	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπίσματα	=	ανεμοσκόρπισμα
ανεμοσκορπίσματος	=	ανεμοσκόρπισμα
ανεμοσκορπίστε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκορπισμάτων	=	ανεμοσκόρπισμα
ανεμοσκόπια	=	ανεμοσκόπιο
ανεμοσκόπιο	noun	συσκευή που εξετάζει ένταση και διεύθυνση του υφιστάμενου ανέμου
ανεμοσκόπιου	=	ανεμοσκόπιο
ανεμοσκόρπιζα	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπιζαν	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπιζε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπιζες	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπισα	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπισαν	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπισε	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπισες	=	ανεμοσκορπίζω
ανεμοσκόρπισμα	noun|literary	οτιδήποτε σκορπίζεται αλόγιστα ή σπαταλιέται με ευκολία και χωρίς σκέψη
ανεμοσκόρπιστα	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστε	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστες	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστη	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστης	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστο	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστοι	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστος	adj	που έχει ανεμοσκορπιστεί
ανεμοσκόρπιστου	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστους	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσκόρπιστων	=	ανεμοσκόρπιστος
ανεμοσουρίζει	verb	πέφτει χιόνι μαζί με δυνατό άνεμο
ανεμοσουριού	=	ανεμοσούρι
ανεμοσουριών	=	ανεμοσούρι
ανεμοσουσουρίδα	noun	ο ανεμοστρόβιλος
ανεμοσουσουρίδας	=	ανεμοσουσουρίδα
ανεμοσουσουρίδες	=	ανεμοσουσουρίδα
ανεμοσουσουρίδων	=	ανεμοσουσουρίδα
ανεμοσούρι	noun	δυνατός άνεμος μαζί με χιόνι
ανεμοσούρια	=	ανεμοσούρι
ανεμοστάτες	=	ανεμοστάτης
ανεμοστάτη	=	ανεμοστάτης
ανεμοστάτης	noun	ο ιστός της ανέμης
ανεμοστατών	=	ανεμοστάτης
ανεμοστροβίλου	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστροβίλους	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστροβίλων	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστροφίλων	=	ανεμοστρόφιλας
ανεμοστρόβιλε	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόβιλο	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόβιλοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόβιλος	noun	ο κατακόρυφος ανοδικά στροβιλισμός της αέριας μάζας
ανεμοστρόβιλου	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόβιλους	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόβιλων	=	ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόφιλα	=	ανεμοστρόφιλας
ανεμοστρόφιλας	noun	ο ανεμοστρόβιλος
ανεμοστρόφιλες	=	ανεμοστρόφιλας
ανεμοσυρμάτων	=	ανεμόσυρμα
ανεμοσυρμές	=	ανεμοσυρμή
ανεμοσυρμή	noun	ο δυνατός άνεμος που παρασύρει, το ισχυρό ρεύμα αέρα
ανεμοσυρμής	=	ανεμοσυρμή
ανεμοσυρμών	=	ανεμοσυρμή
ανεμοσύρματα	=	ανεμόσυρμα
ανεμοσύρματος	=	ανεμόσυρμα
ανεμοτάραχτα	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτε	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτες	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτη	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτης	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτο	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτοι	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτος	adj	τρικυμιώδης, κυματιστός
ανεμοτάραχτου	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτους	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοτάραχτων	=	ανεμοτάραχτος
ανεμοταραχές	=	ανεμοταραχή
ανεμοταραχή	noun	δυνατός άνεμος, ανεμοθύελλα, θαλασσοταραχή (που προκαλείται από τον σφοδρό αέρα)
ανεμοταραχής	=	ανεμοταραχή
ανεμοταραχών	=	ανεμοταραχή
ανεμουρίου	=	ανεμούρι
ανεμουρίων	=	ανεμούρι
ανεμοφράκτες	=	ανεμοφράκτης
ανεμοφράκτη	=	ανεμοφράκτης
ανεμοφράκτης	noun	φράκτης προστασίας από τον άνεμο
ανεμοφρακτών	=	ανεμοφράκτης
ανεμοχάφτης	noun|dated	κουτός
ανεμούρα	noun|vulgar	δυνατός άνεμος
ανεμούρας	=	ανεμούρα
ανεμούρες	=	ανεμούρα
ανεμούρι	noun	σάκος κωνικού σχήματος, ανοιχτός από αμφότερες τις πλευρές, ο οποίος τοποθετείται στην κορυφή ιστίου ώστε να δείχνει την κατεύθυνση του ανέμου
ανεμούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμούριο
ανεμούριο	noun	όργανο που δείχνει τη διεύθυνση του ανέμου, ο ανεμοδείκτης
ανεμούριου	noun	γενική ενικού του ανεμούριο
ανεμούριων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμούριο
ανεμπαίζω	verb	εμπαίζω
ανεμποδίστως	adv|formal	άλλη μορφή του ανεμπόδιστα
ανεμπόδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμπόδιστο, ουδέτερο του ανεμπόδιστος	adv	χωρίς εμπόδιο, χωρίς αντίσταση, εύκολα, άνετα
ανεμπόδιστε	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστες	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστη	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστης	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστο	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστοι	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστος	adj	που ενεργεί χωρίς εμπόδια ή που δεν παρουσιάζει εμπόδια, δυσκολίες ή φραγμούς, ελεύθερος
ανεμπόδιστου	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστους	=	ανεμπόδιστος
ανεμπόδιστων	=	ανεμπόδιστος
ανεμυαλιά	noun	η αμυαλιά
ανεμυαλιάς	noun	γενική ενικού του ανεμυαλιά
ανεμυαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμυαλιά
ανεμυαλιών	=	ανεμυαλιά
ανεμωδών	=	ανεμώδης
ανεμόβροχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμόβροχο
ανεμόβροχο	noun	άλλη μορφή του ανεμοβρόχι συνδυασμός έντονων ανέμων και βροχής
ανεμόβροχου	noun	γενική ενικού του ανεμόβροχο
ανεμόβροχων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμόβροχο
ανεμόγραμμα	noun	διάγραμμα που δημιουργείται από έναν ανεμογράφο
ανεμόδαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμόδαρτο
ανεμόδαρτε	adj	κλητική ενικού του ανεμόδαρτος
ανεμόδαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμόδαρτη
ανεμόδαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεμόδαρτος
ανεμόδαρτης	adj	γενική ενικού του ανεμόδαρτη
ανεμόδαρτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεμόδαρτος
ανεμόδαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμόδαρτος
ανεμόδαρτος	adj	που τον δέρνουν οι άνεμοι, ο ανεμοδαρμένος
ανεμόδαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεμόδαρτος
ανεμόδαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεμόδαρτος
ανεμόδαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεμόδαρτος
ανεμόδειρα	=	ανεμοδέρνω
ανεμόδρομα	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομε	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομες	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομη	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομης	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομο	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομοι	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομος	adj	άτομο που κινείται τόσο γρήγορα όσο ο άνεμος
ανεμόδρομου	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομους	=	ανεμόδρομος
ανεμόδρομων	=	ανεμόδρομος
ανεμόκουνια	noun	αιώρα
ανεμόκουνιας	=	ανεμόκουνια
ανεμόκουνιες	=	ανεμόκουνια
ανεμόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμόμετρο
ανεμόμετρο	noun	μηχανικό όργανο μέτρησης της έντασης του υφιστάμενου ανέμου
ανεμόμετρου	=	ανεμόμετρο
ανεμόμετρων	=	ανεμόμετρο
ανεμόμυαλα	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλε	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλες	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλη	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλης	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλο	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλοι	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλος	adj|literary	επιπόλαιος, ελαφρόμυαλος
ανεμόμυαλου	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλους	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυαλων	=	ανεμόμυαλος
ανεμόμυλε	noun	κλητική ενικού του ανεμόμυλος
ανεμόμυλο	noun	αιτιατική ενικού του ανεμόμυλος
ανεμόμυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεμόμυλος
ανεμόμυλος	noun	μύλος που γυρίζει με τη δύναμη του ανέμου
ανεμόμυλου	noun	γενική ενικού του ανεμόμυλος
ανεμόμυλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανεμόμυλος
ανεμόμυλων	noun	γενική πληθυντικού του ανεμόμυλος
ανεμόπληκτα	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτε	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτες	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτη	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτης	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτο	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτοι	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτος	adj	που εκτίθεται στον άνεμο
ανεμόπληκτου	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτους	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπληκτων	=	ανεμόπληκτος
ανεμόπτερα	=	ανεμόπτερο
ανεμόπτερο	noun	μικρό ιπτάμενο σκάφος το οποίο δεν διαθέτει κινητήρα
ανεμόπτερου	=	ανεμόπτερο
ανεμόπτερων	=	ανεμόπτερο
ανεμόσαρκα	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκε	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκες	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκη	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκης	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκο	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκοι	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκος	adj	ισχνός, κοκκαλιάρης
ανεμόσαρκου	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκους	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσαρκων	=	ανεμόσαρκος
ανεμόσκαλα	noun	σκάλα φτιαγμένη από σκοινί, ξύλο ή άλλο υλικό, που μας βοηθάει να ανέβουμε κάπου, αλλά αιωρείται από την αιολική επενέργεια
ανεμόσκαλας	noun	γενική ενικού του ανεμόσκαλα
ανεμόσκαλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμόσκαλα
ανεμόσουπα	noun	ζεστή σούπα με μόνα υλικά ψωμί και νερό
ανεμόσουπας	=	ανεμόσουπα
ανεμόσουπες	=	ανεμόσουπα
ανεμόσυρμα	noun|dated	ισχυρό ρεύμα αέρα, ανεμοσυρμή
ανεμότρατα	noun	ψαροκάικο δίχως μηχανή, ιστιοφόρο, που απλώνει δίχτυα σε βαθιά νερά, σε αντιδιαστολή προς την μηχανότρατα
ανεμότρατας	noun	γενική ενικού του ανεμότρατα
ανεμότρατες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμότρατα
ανεμόφαντα	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντε	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντες	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντη	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντης	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντο	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντοι	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντος	adj	που εξαφανίζεται ξαφνικά
ανεμόφαντου	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντους	=	ανεμόφαντος
ανεμόφαντων	=	ανεμόφαντος
ανεμόφερτα	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτε	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτες	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτη	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτης	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτο	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτοι	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτος	adj	που μεταφέρεται από τον αέρα
ανεμόφερτου	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτους	=	ανεμόφερτος
ανεμόφερτων	=	ανεμόφερτος
ανεμόχολα	=	ανεμόχολο
ανεμόχολο	noun|vulgar	ανεμοθύελλα
ανεμόχολου	=	ανεμόχολο
ανεμόχολων	=	ανεμόχολο
ανεμόχορτα	=	ανεμόχορτο
ανεμόχορτο	noun	το περδικάκι
ανεμόχορτου	=	ανεμόχορτο
ανεμόχορτων	=	ανεμόχορτο
ανεμώδεις	=	ανεμώδης
ανεμώδες	=	ανεμώδης
ανεμώδη	=	ανεμώδης
ανεμώδης	adj	ανεμοδαρμένος, που εκτίθεται σε ανέμους
ανεμώδους	=	ανεμώδης
ανεμών	=	ανέμη
ανεμώνα	noun	άλλη μορφή του ανεμώνη
ανεμώνας	noun	γενική ενικού του ανεμώνα
ανεμώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεμώνα
ανεμώνη	noun	αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο ποώδες φυτό με όμορφα άνθη, της οικογένειας των Bατραχιοειδών της τάξης των Bατραχιωδών
ανεμώνης	=	ανεμώνη
ανεμώνων	=	ανεμώνη
ανενδοίαστα	adv	χωρίς ενδοιασμούς, επιφυλάξεις, δισταγμούς
ανενδοίαστε	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστες	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστη	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστης	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστο	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστοι	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστος	adj	που δεν έχει ενδοιασμούς, επιφυλάξεις, δισταγμούς, αδίστακτος
ανενδοίαστου	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστους	=	ανενδοίαστος
ανενδοίαστων	=	ανενδοίαστος
ανενεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενεργό
ανενεργέ	adj	κλητική ενικού του ανενεργός
ανενεργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενεργή
ανενεργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανενεργός
ανενεργής	adj	γενική ενικού του ανενεργή
ανενεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανενεργός
ανενεργοποίησε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ανενεργοποιώ
ανενεργοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανενεργοποιώ
ανενεργοποίησης	=	ανενεργοποίηση
ανενεργοποίητα	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητε	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητες	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητη	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητης	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητο	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητοι	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητος	adj	αυτός που δεν έχει ανενεργοποιηθεί
ανενεργοποίητου	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητους	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποίητων	=	ανενεργοποίητος
ανενεργοποιήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ανενεργοποιώ
ανενεργοποιήσεις	=	ανενεργοποίηση
ανενεργοποιήσεων	=	ανενεργοποίηση
ανενεργοποιημένα	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένε	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένες	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένη	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένης	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένο	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένοι	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένος	verb	που έχει ανενεργοποιηθεί
ανενεργοποιημένου	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένους	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιημένων	=	ανενεργοποιημένος
ανενεργοποιούμαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του ανενεργοποιώ
ανενεργοποιώ	verb	καθιστώ κάτι ανενεργό
ανενεργού	adj	γενική ενικού του ανενεργός
ανενεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανενεργός
ανενεργό	adj	αιτιατική ενικού του ανενεργός
ανενεργός	adj	ο μη ενεργός, που ασκεί ένα επάγγελμα, αλλά έχει αναδουλειές ή ασθενεί και έτσι δεν παρουσιάζει δραστηριότητα επαγγελματική
ανενεργών	adj	γενική πληθυντικού του ανενεργός
ανενεργώς	adv	χωρίς δράση, χωρίς αποτέλεσμα
ανενημέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενημέρωτο
ανενημέρωτε	adj	κλητική ενικού του ανενημέρωτος
ανενημέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενημέρωτη
ανενημέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανενημέρωτος
ανενημέρωτης	adj	γενική ενικού του ανενημέρωτη
ανενημέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανενημέρωτος
ανενημέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανενημέρωτος
ανενημέρωτος	adj	που δεν είναι ενημερωμένος
ανενημέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανενημέρωτος
ανενημέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανενημέρωτος
ανενημέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανενημέρωτος
ανενθρόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενθρόνιστο
ανενθρόνιστε	adj	κλητική ενικού του ανενθρόνιστος
ανενθρόνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενθρόνιστη
ανενθρόνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανενθρόνιστος
ανενθρόνιστης	adj	γενική ενικού του ανενθρόνιστη
ανενθρόνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανενθρόνιστος
ανενθρόνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανενθρόνιστος
ανενθρόνιστος	adj	που δεν έχει ενθρονιστεί
ανενθρόνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανενθρόνιστος
ανενθρόνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανενθρόνιστος
ανενθρόνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανενθρόνιστος
ανενοχλησία	noun|archaic	η έλλειψη ενόχλησης
ανενοχλησίας	=	ανενοχλησία
ανενοχλησίες	=	ανενοχλησία
ανενοχλησιών	=	ανενοχλησία
ανενταφίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενταφίαστο
ανενταφίαστε	adj	κλητική ενικού του ανενταφίαστος
ανενταφίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενταφίαστη
ανενταφίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανενταφίαστος
ανενταφίαστης	adj	γενική ενικού του ανενταφίαστη
ανενταφίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανενταφίαστος
ανενταφίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανενταφίαστος
ανενταφίαστος	adj	που δεν έχει ενταφιαστεί
ανενταφίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανενταφίαστος
ανενταφίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανενταφίαστος
ανενταφίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανενταφίαστος
ανεντιμοτήτων	=	ανεντιμότητα
ανεντιμότητα	noun	η έλλειψη εντιμότητας
ανεντιμότητας	=	ανεντιμότητα
ανεντιμότητες	=	ανεντιμότητα
ανεντόπιστα	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστε	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστες	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστη	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστης	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστο	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστοι	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστος	adj	που δεν έχει εντοπιστεί ή δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί
ανεντόπιστου	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστους	=	ανεντόπιστος
ανεντόπιστων	=	ανεντόπιστος
ανενόχλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανενόχλητος	adv	με ανενόχλητο τρόπο, χωρίς ενόχληση
ανενόχλητε	adj	κλητική ενικού του ανενόχλητος
ανενόχλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανενόχλητη
ανενόχλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανενόχλητος
ανενόχλητης	adj	γενική ενικού του ανενόχλητη
ανενόχλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανενόχλητος
ανενόχλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανενόχλητος
ανενόχλητος	adj	που δεν τον ενοχλεί κανείς ενώ θα έπρεπε ή και που σωστά τον αφήνουν στη ησυχία του
ανενόχλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανενόχλητος
ανενόχλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανενόχλητος
ανενόχλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανενόχλητος
ανεξάλειπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξάλειπτο
ανεξάλειπτε	adj	κλητική ενικού του ανεξάλειπτος
ανεξάλειπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξάλειπτη
ανεξάλειπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξάλειπτος
ανεξάλειπτης	adj	γενική ενικού του ανεξάλειπτη
ανεξάλειπτο	=	ανεξάλειπτος
ανεξάλειπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξάλειπτος
ανεξάλειπτος	adj|formal	που δεν έχει εξαλειφθεί ή δεν μπορεί να εξαλειφθεί
ανεξάλειπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξάλειπτος
ανεξάλειπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξάλειπτος
ανεξάλειπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξάλειπτος
ανεξάντλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξάντλητο
ανεξάντλητε	adj	κλητική ενικού του ανεξάντλητος
ανεξάντλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξάντλητη
ανεξάντλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξάντλητος
ανεξάντλητης	adj	γενική ενικού του ανεξάντλητη
ανεξάντλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξάντλητος
ανεξάντλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξάντλητος
ανεξάντλητος	adj	που δεν εξαντλείται ή δεν μπορεί να εξαντληθεί, να τελειώσει
ανεξάντλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξάντλητος
ανεξάντλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξάντλητος
ανεξάντλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξάντλητος
ανεξάρτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξάρτητο	adv	αυτόνομα χωρίς να εξαρτάται από κάτι άλλο, δίχως να συνδέεται με κάτι άλλο
ανεξάρτητε	adj	κλητική ενικού του ανεξάρτητος
ανεξάρτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξάρτητη
ανεξάρτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξάρτητος
ανεξάρτητης	adj	γενική ενικού του ανεξάρτητη
ανεξάρτητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξάρτητος
ανεξάρτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξάρτητος
ανεξάρτητος	adj	που δεν εξαρτάται από κάποιον ή κάτι άλλο
ανεξάρτητου	adj	γενική ενικού του ανεξάρτητος
ανεξάρτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξάρτητος
ανεξάρτητων	adj	γενική πληθυντικού του ανεξάρτητος
ανεξέλεγκτα	adv	κατά τρόπο ανεξέλεγκτο, χωρίς έλεγχο
ανεξέλεγκτε	adj	κλητική ενικού του ανεξέλεγκτος
ανεξέλεγκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξέλεγκτη
ανεξέλεγκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξέλεγκτος
ανεξέλεγκτης	adj	γενική ενικού του ανεξέλεγκτη
ανεξέλεγκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξέλεγκτος
ανεξέλεγκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξέλεγκτος
ανεξέλεγκτος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον ελέγξει και να τον συγκρατήσει σε κάποια όρια
ανεξέλεγκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξέλεγκτος
ανεξέλεγκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξέλεγκτος
ανεξέλεγκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξέλεγκτος
ανεξέλικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξέλικτο
ανεξέλικτε	adj	κλητική ενικού του ανεξέλικτος
ανεξέλικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξέλικτη
ανεξέλικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξέλικτος
ανεξέλικτης	adj	γενική ενικού του ανεξέλικτη
ανεξέλικτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξέλικτος
ανεξέλικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξέλικτος
ανεξέλικτος	adj	που δεν έχει εξελιχθεί
ανεξέλικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξέλικτος
ανεξέλικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξέλικτος
ανεξέλικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξέλικτος
ανεξέταση	noun|rare	άλλη μορφή του επανεξέταση
ανεξέτασης	noun	γενική ενικού του ανεξέταση
ανεξέταστα	adv	χωρίς εξέταση, χωρίς μελέτη ή προσοχή
ανεξέταστας	=	ανεξέταστος
ανεξέταστε	=	ανεξέταστος
ανεξέταστες	=	ανεξέταστος
ανεξέταστη	=	ανεξέταστος
ανεξέταστης	=	ανεξέταστος
ανεξέταστο	=	ανεξέταστος
ανεξέταστοι	=	ανεξέταστος
ανεξέταστος	adj	χωρίς να έχει υποβληθεί σε εξέταση
ανεξέταστου	=	ανεξέταστος
ανεξέταστους	=	ανεξέταστος
ανεξέταστων	=	ανεξέταστος
ανεξήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξήγητο	adv	δίχως λογική ερμηνεία, χωρίς κάτι να εξηγεί μια ενέργεια
ανεξήγητε	adj	κλητική ενικού του ανεξήγητος
ανεξήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξήγητη
ανεξήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξήγητος
ανεξήγητης	adj	γενική ενικού του ανεξήγητη
ανεξήγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξήγητος
ανεξήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξήγητος
ανεξήγητος	adj	που δεν μπορεί να τον εξηγήσει κάτι, δίχως λογική ερμηνεία
ανεξήγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξήγητος
ανεξήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξήγητος
ανεξήγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξήγητος
ανεξίθρησκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξίθρησκο
ανεξίθρησκε	adj	κλητική ενικού του ανεξίθρησκος
ανεξίθρησκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξίθρησκη
ανεξίθρησκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξίθρησκος
ανεξίθρησκης	adj	γενική ενικού του ανεξίθρησκη
ανεξίθρησκο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξίθρησκος
ανεξίθρησκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξίθρησκος
ανεξίθρησκος	adj	που ανέχεται όλες τις θρησκείες ανεξαρτήτως απ΄ ό,τι πρεσβεύει ο ίδιος, που δέχεται και άλλα δόγματα εκτός από εκείνο που ενστερνίζεται
ανεξίθρησκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξίθρησκος
ανεξίθρησκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξίθρησκος
ανεξίθρησκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξίθρησκος
ανεξίκακα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξίκακο	adv	που έγινε δίχως ίχνος κακίας, με αγαθές προθέσεις
ανεξίκακε	adj	κλητική ενικού του ανεξίκακος
ανεξίκακες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξίκακη
ανεξίκακη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξίκακος
ανεξίκακης	adj	γενική ενικού του ανεξίκακη
ανεξίκακο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξίκακος
ανεξίκακοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξίκακος
ανεξίκακος	adj	που δεν διακατέχεται από κακία ή μίσος για κάτι που υπέστη
ανεξίκακου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξίκακος
ανεξίκακους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξίκακος
ανεξίκακων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξίκακος
ανεξίτηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεξίτηλος	adv	χωρίς να εξαλειφθεί ή να ξεθωριάσει
ανεξίτηλε	adj	κλητική ενικού του ανεξίτηλος
ανεξίτηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξίτηλη
ανεξίτηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξίτηλος
ανεξίτηλης	adj	γενική ενικού του ανεξίτηλη
ανεξίτηλο	=	ανεξίτηλος
ανεξίτηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξίτηλος
ανεξίτηλος	adj	που δεν σβήνεται, δεν ξεθωριάζει με το πέρασμα του χρόνου ή με ανθρώπινη επέμβαση
ανεξίτηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξίτηλος
ανεξίτηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξίτηλος
ανεξίτηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξίτηλος
ανεξαίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεξαίρετος	adv	άλλη μορφή του ανεξαιρέτως
ανεξαίρετε	adj	κλητική ενικού του ανεξαίρετος
ανεξαίρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαίρετη
ανεξαίρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξαίρετος
ανεξαίρετης	adj	γενική ενικού του ανεξαίρετη
ανεξαίρετο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξαίρετος
ανεξαίρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξαίρετος
ανεξαίρετος	adj	που δεν εξαιρείται ή δεν μπορεί να εξαιρεθεί
ανεξαίρετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξαίρετος
ανεξαίρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξαίρετος
ανεξαίρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξαίρετος
ανεξαιρέτως	adv	χωρίς εξαίρεση
ανεξακρίβωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεξακρίβωτος	adv	χωρίς εξακρίβωση
ανεξακρίβωτε	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτες	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτη	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτης	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτο	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτοι	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτος	adj	εκείνος του οποίου η ακρίβεια δεν έχει επαληθευτεί ή επιβεβαιωθεί
ανεξακρίβωτου	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτους	=	ανεξακρίβωτος
ανεξακρίβωτων	=	ανεξακρίβωτος
ανεξαργύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαργύρωτο
ανεξαργύρωτε	adj	κλητική ενικού του ανεξαργύρωτος
ανεξαργύρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαργύρωτη
ανεξαργύρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξαργύρωτος
ανεξαργύρωτης	adj	γενική ενικού του ανεξαργύρωτη
ανεξαργύρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξαργύρωτος
ανεξαργύρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξαργύρωτος
ανεξαργύρωτος	adj	που δεν έχει εξαργυρωθεί ή δεν μπορεί να εξαργυρωθεί, να ανταλλαχτεί
ανεξαργύρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξαργύρωτος
ανεξαργύρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξαργύρωτος
ανεξαργύρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξαργύρωτος
ανεξαρτήτως	adv	ανεξάρτητα
ανεξαρτησία	noun	η κατάσταση του ανεξάρτητου
ανεξαρτησίας	noun	γενική ενικού του ανεξαρτησία
ανεξαρτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαρτησία
ανεξαρτησιών	noun	γενική πληθυντικού του ανεξαρτησία
ανεξαρτητοποίει	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποίησα	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποίησαν	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποίησε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποίησες	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποίησης	noun	γενική ενικού του ανεξαρτητοποίηση
ανεξαρτητοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιήσαμε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιήσαν	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιήσανε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιήσατε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιήσει	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαρτητοποίηση
ανεξαρτητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανεξαρτητοποίηση
ανεξαρτητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανεξαρτητοποίηση
ανεξαρτητοποιήσου	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιήστε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιεί	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιείς	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιείσαι	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιείστε	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιείται	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιείτε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθήκαν	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθήκανε	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαρτητοποιημένο
ανεξαρτητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξαρτητοποιημένη
ανεξαρτητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιημένης	verb	γενική ενικού του ανεξαρτητοποιημένη
ανεξαρτητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιημένος	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξαρτητοποιημένος
ανεξαρτητοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούμασταν	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούμαστε	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούμε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούμουν	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούν	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούνε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούνται	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούνταν	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούσα	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσαμε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσαν	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσανε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσασταν	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούσαστε	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιούσατε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσε	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσες	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξαρτητοποιούσουν	=	ανεξαρτητοποιούμαι
ανεξαρτητοποιώ	verb	κάνω κάτι ανεξάρτητο
ανεξαρτητοποιώντας	=	ανεξαρτητοποιώ
ανεξασφάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξασφάλιστο
ανεξασφάλιστε	adj	κλητική ενικού του ανεξασφάλιστος
ανεξασφάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξασφάλιστη
ανεξασφάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξασφάλιστος
ανεξασφάλιστης	adj	γενική ενικού του ανεξασφάλιστη
ανεξασφάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξασφάλιστος
ανεξασφάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξασφάλιστος
ανεξασφάλιστος	adj	που δεν τον έχουν εξασφαλίσει
ανεξασφάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξασφάλιστος
ανεξασφάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξασφάλιστος
ανεξασφάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξασφάλιστος
ανεξερεύνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξερεύνητο
ανεξερεύνητε	adj	κλητική ενικού του ανεξερεύνητος
ανεξερεύνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξερεύνητη
ανεξερεύνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξερεύνητος
ανεξερεύνητης	adj	γενική ενικού του ανεξερεύνητη
ανεξερεύνητο	=	ανεξερεύνητος
ανεξερεύνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξερεύνητος
ανεξερεύνητος	adj	που δεν έχει εξερευνηθεί ή δεν είναι δυνατόν να εξερευνηθεί
ανεξερεύνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξερεύνητος
ανεξερεύνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξερεύνητος
ανεξερεύνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξερεύνητος
ανεξετάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξέταση
ανεξετάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανεξέταση
ανεξετάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανεξέταση
ανεξεταστέα	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέας	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέε	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέες	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέο	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέοι	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέος	adj	που χρειάζεται να περάσει πρόσθετες εξετάσεις
ανεξεταστέου	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέους	=	ανεξεταστέος
ανεξεταστέων	=	ανεξεταστέος
ανεξιγνωμία	noun	η ανοχή και ανεκτικότητα στις διαφορετικές απόψεις
ανεξιγνωμίας	=	ανεξιγνωμία
ανεξιγνωμίες	=	ανεξιγνωμία
ανεξιγνωμιών	=	ανεξιγνωμία
ανεξιθρησκία	noun	η στάση ανοχής απέναντι στις ξένες θρησκείες
ανεξιθρησκίας	noun	γενική ενικού του ανεξιθρησκία
ανεξιθρησκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιθρησκία
ανεξιθρησκεία	=	ανεξιθρησκία
ανεξιθρησκιών	noun	γενική πληθυντικού του ανεξιθρησκία
ανεξικακία	noun	το να είναι κάποιος ανεξίκακος
ανεξικακίας	noun	γενική ενικού του ανεξικακία
ανεξικακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξικακία
ανεξικακιών	noun	γενική πληθυντικού του ανεξικακία
ανεξικακώ	verb|rare	είμαι ανεξίκακος
ανεξικακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανεξικακώ
ανεξιλέωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιλέωτο	adv	με τρόπο που δεν μπορεί να εξιλεωθεί
ανεξιλέωτε	adj	κλητική ενικού του ανεξιλέωτος
ανεξιλέωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιλέωτη
ανεξιλέωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξιλέωτος
ανεξιλέωτης	adj	γενική ενικού του ανεξιλέωτη
ανεξιλέωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξιλέωτος
ανεξιλέωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξιλέωτος
ανεξιλέωτος	adj	που δεν έχει εξιλεωθεί ή δεν μπορεί να εξιλεωθεί
ανεξιλέωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξιλέωτος
ανεξιλέωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξιλέωτος
ανεξιλέωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξιλέωτος
ανεξιστόρητή	=	ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιστόρητο
ανεξιστόρητε	adj	κλητική ενικού του ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιστόρητη
ανεξιστόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητης	adj	γενική ενικού του ανεξιστόρητη
ανεξιστόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητος	adj	που δεν είναι δυνατόν να εξιστορηθεί
ανεξιστόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξιστόρητος
ανεξιστόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξιστόρητος
ανεξιχνίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιχνίαστο	adv	κατά ανεξιχνίαστο τρόπο, χωρίς εξιχνίαση
ανεξιχνίαστε	adj	κλητική ενικού του ανεξιχνίαστος
ανεξιχνίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξιχνίαστη
ανεξιχνίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξιχνίαστος
ανεξιχνίαστης	adj	γενική ενικού του ανεξιχνίαστη
ανεξιχνίαστο	adv	κάτι που δεν έχει εξιχνιαστεί
ανεξιχνίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξιχνίαστος
ανεξιχνίαστος	adj	που δεν μπορεί να εξιχνιαστεί ή δεν έχει εξιχνιαστεί ακόμη
ανεξιχνίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξιχνίαστος
ανεξιχνίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξιχνίαστος
ανεξιχνίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξιχνίαστος
ανεξοικείωτα	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτε	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτες	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτη	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτης	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτο	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτοι	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτος	adj	που δεν έχει εξοικειωθεί
ανεξοικείωτου	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτους	=	ανεξοικείωτος
ανεξοικείωτων	=	ανεξοικείωτος
ανεξομολόγητα	adv	χωρίς εξομολόγηση
ανεξομολόγητε	adj	κλητική ενικού του ανεξομολόγητος
ανεξομολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξομολόγητη
ανεξομολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξομολόγητος
ανεξομολόγητης	adj	γενική ενικού του ανεξομολόγητη
ανεξομολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξομολόγητος
ανεξομολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξομολόγητος
ανεξομολόγητος	adj	που δεν έχει εξομολογηθεί
ανεξομολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξομολόγητος
ανεξομολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξομολόγητος
ανεξομολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξομολόγητος
ανεξόρυκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξόρυκτο
ανεξόρυκτε	adj	κλητική ενικού του ανεξόρυκτος
ανεξόρυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξόρυκτη
ανεξόρυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξόρυκτος
ανεξόρυκτης	adj	γενική ενικού του ανεξόρυκτη
ανεξόρυκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξόρυκτος
ανεξόρυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξόρυκτος
ανεξόρυκτος	adj	που δεν έχει εξορυχθεί
ανεξόρυκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξόρυκτος
ανεξόρυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξόρυκτος
ανεξόρυκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξόρυκτος
ανεξόφλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξόφλητο
ανεξόφλητε	adj	κλητική ενικού του ανεξόφλητος
ανεξόφλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξόφλητη
ανεξόφλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξόφλητος
ανεξόφλητης	adj	γενική ενικού του ανεξόφλητη
ανεξόφλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξόφλητος
ανεξόφλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξόφλητος
ανεξόφλητος	adj	που δεν έχει εξοφληθεί ή δεν μπορεί να εξοφληθεί
ανεξόφλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξόφλητος
ανεξόφλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξόφλητος
ανεξόφλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξόφλητος
ανεξύπνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξύπνητο
ανεξύπνητε	adj	κλητική ενικού του ανεξύπνητος
ανεξύπνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεξύπνητη
ανεξύπνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεξύπνητος
ανεξύπνητης	adj	γενική ενικού του ανεξύπνητη
ανεξύπνητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεξύπνητος
ανεξύπνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεξύπνητος
ανεξύπνητος	adj|rare	άλλη μορφή του αξύπνητος
ανεξύπνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεξύπνητος
ανεξύπνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεξύπνητος
ανεξύπνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεξύπνητος
ανεπάγγελτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπάγγελτο
ανεπάγγελτε	adj	κλητική ενικού του ανεπάγγελτος
ανεπάγγελτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπάγγελτη
ανεπάγγελτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπάγγελτος
ανεπάγγελτης	adj	γενική ενικού του ανεπάγγελτη
ανεπάγγελτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπάγγελτος
ανεπάγγελτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπάγγελτος
ανεπάγγελτος	adj	που δεν έχει ή δεν ασκεί κάποιο επάγγελμα
ανεπάγγελτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπάγγελτος
ανεπάγγελτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπάγγελτος
ανεπάγγελτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπάγγελτος
ανεπάντεχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αναπάντεχο	adv	απρόσμενα, ξαφνικά
ανεπάντεχε	adj	κλητική ενικού του ανεπάντεχος
ανεπάντεχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπάντεχη
ανεπάντεχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπάντεχος
ανεπάντεχης	adj	γενική ενικού του ανεπάντεχη
ανεπάντεχο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπάντεχος
ανεπάντεχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπάντεχος
ανεπάντεχος	adj	άλλη γραφή του αναπάντεχος
ανεπάντεχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπάντεχος
ανεπάντεχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπάντεχος
ανεπάντεχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπάντεχος
ανεπάρκεια	noun	η έλλειψη κάποιων απαραίτητων πραγμάτων, ικανοτήτων κ.λπ., η μη επίτευξη επάρκειας
ανεπάρκειας	noun	γενική ενικού του ανεπάρκεια
ανεπάρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπάρκεια
ανεπένδυτα	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτε	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτες	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτη	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτης	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτο	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτοι	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτος	adj	που δεν έχει επένδυση
ανεπένδυτου	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτους	=	ανεπένδυτος
ανεπένδυτων	=	ανεπένδυτος
ανεπίβατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίβατο
ανεπίβατε	adj	κλητική ενικού του ανεπίβατος
ανεπίβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίβατη
ανεπίβατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίβατος
ανεπίβατης	adj	γενική ενικού του ανεπίβατη
ανεπίβατο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίβατος
ανεπίβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίβατος
ανεπίβατος	adj|archaic	αδιάβατος, απρόσιτος
ανεπίβατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίβατος
ανεπίβατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίβατος
ανεπίβατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίβατος
ανεπίβλεπτα	adv	με ανεπίβλεπτο τρόπο, χωρίς επίβλεψη
ανεπίβλεπτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίβλεπτος
ανεπίβλεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίβλεπτη
ανεπίβλεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίβλεπτος
ανεπίβλεπτης	adj	γενική ενικού του ανεπίβλεπτη
ανεπίβλεπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίβλεπτος
ανεπίβλεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίβλεπτος
ανεπίβλεπτος	adj	που γίνεται χωρίς επίβλεψη, που δεν τον επιβλέπει κάποιος
ανεπίβλεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίβλεπτος
ανεπίβλεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίβλεπτος
ανεπίβλεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίβλεπτος
ανεπίγνωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίγνωστο	adv	χωρίς επίγνωση
ανεπίγνωστε	adj	κλητική ενικού του ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίγνωστη
ανεπίγνωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστης	adj	γενική ενικού του ανεπίγνωστη
ανεπίγνωστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοα	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοε	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοες	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοη	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοης	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοο	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοοι	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοος	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοου	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοους	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστος	adj	αυτός που δε γνωρίζει, δε συνειδητοποιεί τις (λανθασμένες ή επιλήψιμες) ενέργειες ή πράξεις του
ανεπίγνωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστοων	=	ανεπίγνωστος
ανεπίγνωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίγνωστος
ανεπίγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίγραφο
ανεπίγραφε	adj	κλητική ενικού του ανεπίγραφος
ανεπίγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίγραφη
ανεπίγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίγραφος
ανεπίγραφης	adj	γενική ενικού του ανεπίγραφη
ανεπίγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίγραφος
ανεπίγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίγραφος
ανεπίγραφος	adj	που δεν έχει επιγραφή
ανεπίγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίγραφος
ανεπίγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίγραφος
ανεπίγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίγραφος
ανεπίδεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδεκτο
ανεπίδεκτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδεκτη
ανεπίδεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτης	adj	γενική ενικού του ανεπίδεκτη
ανεπίδεκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτος	adj	που δεν επιδέχεται κάτι, που δεν μπορεί να γίνει το αντικείμενο κάποιας ενέργειας
ανεπίδεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίδεκτος
ανεπίδεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίδεκτος
ανεπίδεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδεχτο
ανεπίδεχτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίδεχτος
ανεπίδεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδεχτη
ανεπίδεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίδεχτος
ανεπίδεχτης	adj	γενική ενικού του ανεπίδεχτη
ανεπίδεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίδεχτος
ανεπίδεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδεχτος
ανεπίδεχτος	adj	άλλη μορφή του ανεπίδεκτος
ανεπίδεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίδεχτος
ανεπίδεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίδεχτος
ανεπίδεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίδεχτος
ανεπίδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδοτο
ανεπίδοτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίδοτος
ανεπίδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδοτη
ανεπίδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίδοτος
ανεπίδοτης	adj	γενική ενικού του ανεπίδοτη
ανεπίδοτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίδοτος
ανεπίδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίδοτος
ανεπίδοτος	adj	που δεν έχει επιδοθεί, δεν έχει παραδοθεί
ανεπίδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίδοτος
ανεπίδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίδοτος
ανεπίδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίδοτος
ανεπίκαιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίκαιρο	adv	για κάτι που έγινε άκαιρα, σε κακή στιγμή, σε λανθασμένη χρονική συγκυρία, για κάτι που έγινε αργά
ανεπίκαιρε	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρες	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρη	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρης	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρο	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιροι	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρος	adj	που δεν είναι του παρόντος χρόνου, της τρέχουσας περιόδου
ανεπίκαιρου	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρους	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκαιρων	=	ανεπίκαιρος
ανεπίκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίκλητο
ανεπίκλητε	adj	κλητική ενικού του ανεπίκλητος
ανεπίκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίκλητη
ανεπίκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίκλητος
ανεπίκλητης	adj	γενική ενικού του ανεπίκλητη
ανεπίκλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίκλητος
ανεπίκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίκλητος
ανεπίκλητος	adj	που δεν τον έχουν επικαλεστεί
ανεπίκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίκλητος
ανεπίκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίκλητος
ανεπίκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίκλητος
ανεπίληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεπίληπτος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να κατηγορηθεί
ανεπίληπτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίληπτος
ανεπίληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίληπτη
ανεπίληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίληπτος
ανεπίληπτης	adj	γενική ενικού του ανεπίληπτη
ανεπίληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίληπτος
ανεπίληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίληπτος
ανεπίληπτος	adj	που δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις για κάτι, είναι άψογος.
ανεπίληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίληπτος
ανεπίληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίληπτος
ανεπίληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίληπτος
ανεπίλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίλυτο
ανεπίλυτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίλυτος
ανεπίλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίλυτη
ανεπίλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίλυτος
ανεπίλυτης	adj	γενική ενικού του ανεπίλυτη
ανεπίλυτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίλυτος
ανεπίλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίλυτος
ανεπίλυτος	adj	που δεν μπορεί να επιλυθεί
ανεπίλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίλυτος
ανεπίλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίλυτος
ανεπίλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίλυτος
ανεπίπλαστή	=	ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίπλαστο
ανεπίπλαστε	adj	κλητική ενικού του ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίπλαστη
ανεπίπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστης	adj	γενική ενικού του ανεπίπλαστη
ανεπίπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστος	adj|formal	που δεν είναι επίπλαστος
ανεπίπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίπλαστος
ανεπίπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίπλαστος
ανεπίπλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίπλωτο
ανεπίπλωτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίπλωτος
ανεπίπλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίπλωτη
ανεπίπλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίπλωτος
ανεπίπλωτης	adj	γενική ενικού του ανεπίπλωτη
ανεπίπλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίπλωτος
ανεπίπλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίπλωτος
ανεπίπλωτος	adj	που δεν έχει επιπλωθεί
ανεπίπλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίπλωτος
ανεπίπλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίπλωτος
ανεπίπλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίπλωτος
ανεπίσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίσημο	adv	χωρίς επίσημη κάλυψη, χωρίς εξουσιοδότηση, χωρίς επισημότητα, άτυπα, διακριτικά, χωρίς τήρηση πρακτικών
ανεπίσημε	adj	κλητική ενικού του ανεπίσημος
ανεπίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίσημη
ανεπίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίσημος
ανεπίσημης	adj	γενική ενικού του ανεπίσημη
ανεπίσημο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίσημος
ανεπίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίσημος
ανεπίσημος	adj	ο μη επίσημος, ο καθημερινός, ο συνήθης
ανεπίσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίσημος
ανεπίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίσημος
ανεπίσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίσημος
ανεπίστρεπτα	adv	αυτά που δεν πρόκειται να επιστραφούν
ανεπίστρεπτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίστρεπτος
ανεπίστρεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίστρεπτη
ανεπίστρεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίστρεπτος
ανεπίστρεπτης	adj	γενική ενικού του ανεπίστρεπτη
ανεπίστρεπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίστρεπτος
ανεπίστρεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίστρεπτος
ανεπίστρεπτος	adj	που δεν είναι δυνατόν να επιστραφεί
ανεπίστρεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίστρεπτος
ανεπίστρεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίστρεπτος
ανεπίστρεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίστρεπτος
ανεπίστροφα	adv	ανεπίστρεπτα
ανεπίστροφε	adj	κλητική ενικού του ανεπίστροφος
ανεπίστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίστροφη
ανεπίστροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίστροφος
ανεπίστροφης	adj	γενική ενικού του ανεπίστροφη
ανεπίστροφο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίστροφος
ανεπίστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίστροφος
ανεπίστροφος	adj	ο ανεπίστρεπτος
ανεπίστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίστροφος
ανεπίστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίστροφος
ανεπίστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίστροφος
ανεπίτευκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίτευκτο
ανεπίτευκτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίτευκτος
ανεπίτευκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίτευκτη
ανεπίτευκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίτευκτος
ανεπίτευκτης	adj	γενική ενικού του ανεπίτευκτη
ανεπίτευκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίτευκτος
ανεπίτευκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίτευκτος
ανεπίτευκτος	adj	που δεν έχει επιτευχθεί ή δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί
ανεπίτευκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίτευκτος
ανεπίτευκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίτευκτος
ανεπίτευκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίτευκτος
ανεπίτρεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίτρεπτο
ανεπίτρεπτε	adj	κλητική ενικού του ανεπίτρεπτος
ανεπίτρεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπίτρεπτη
ανεπίτρεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπίτρεπτος
ανεπίτρεπτης	adj	γενική ενικού του ανεπίτρεπτη
ανεπίτρεπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπίτρεπτος
ανεπίτρεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπίτρεπτος
ανεπίτρεπτος	adj	απαράδεκτος, που δεν επιτρέπεται από ηθική άποψη (για ενέργειες, όχι για έμψυχα)
ανεπίτρεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπίτρεπτος
ανεπίτρεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπίτρεπτος
ανεπίτρεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπίτρεπτος
ανεπίχριστα	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστε	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστες	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστη	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστης	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστο	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστοι	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστος	adj	που δεν έχει επιχρίσματα
ανεπίχριστου	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστους	=	ανεπίχριστος
ανεπίχριστων	=	ανεπίχριστος
ανεπαίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπαίσθητο, ουδέτερο του ανεπαίσθητος	adv	λίγο, για κάτι που μόλις που γίνεται αισθητός
ανεπαίσθητε	adj	κλητική ενικού του ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπαίσθητη
ανεπαίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητης	adj	γενική ενικού του ανεπαίσθητη
ανεπαίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητος	adj	που γίνεται αντιληπτός μέσω των αισθήσεων σε πολύ μικρό βαθμό ή με μεγάλη δυσκολία ή και καθόλου, ελαφρύς/ελαφρός
ανεπαίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπαίσθητος
ανεπαίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπαίσθητος
ανεπαίσχυντα	adv	χωρίς λόγο αισχύνης, ντροπής
ανεπαίσχυντε	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντες	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντη	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντης	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντο	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντοι	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντος	adj	που δεν έχει κανένα λόγο να αισθάνεται ντροπή
ανεπαίσχυντου	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντους	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαίσχυντων	=	ανεπαίσχυντος
ανεπαισθήτως	adv|formal	ανεπαίσθητα
ανεπανάληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπανάληπτο
ανεπανάληπτε	adj	κλητική ενικού του ανεπανάληπτος
ανεπανάληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπανάληπτη
ανεπανάληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπανάληπτος
ανεπανάληπτης	adj	γενική ενικού του ανεπανάληπτη
ανεπανάληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπανάληπτος
ανεπανάληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπανάληπτος
ανεπανάληπτος	adj	που δεν επαναλαμβάνεται ή δεν μπορεί να επαναληφθεί
ανεπανάληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπανάληπτος
ανεπανάληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπανάληπτος
ανεπανάληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπανάληπτος
ανεπανόρθωτα	adv	κατά τρόπο που δεν επιδέχεται διόρθωση ή επισκευή ή επανόρθωση
ανεπανόρθωτε	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτες	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτη	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτης	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτο	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτοι	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτος	adj	που δεν μπορεί να επανορθωθεί (να διορθωθεί, να επισκευαστεί, να θεραπευτεί κλπ)
ανεπανόρθωτου	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτους	=	ανεπανόρθωτος
ανεπανόρθωτων	=	ανεπανόρθωτος
ανεπαρκές	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατα	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατε	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατες	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατη	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατης	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατο	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατοι	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατος	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατου	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατους	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστατων	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερα	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερε	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερες	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερη	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερης	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερο	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστεροι	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερος	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερου	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερους	=	ανεπαρκής
ανεπαρκέστερων	=	ανεπαρκής
ανεπαρκή	=	ανεπαρκής
ανεπαρκής	adj	που δεν είναι επαρκής, που δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα για να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
ανεπαρκείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ανεπαρκής
ανεπαρκειών	noun	γενική πληθυντικού του ανεπάρκεια
ανεπαρκούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανεπαρκής
ανεπαρκών	=	ανεπαρκής
ανεπαρκώς	adv	μη επαρκώς, όχι ικανοποιητικά, όχι αρκετά
ανεπαχθές	=	ανεπαχθής
ανεπαχθή	=	ανεπαχθής
ανεπαχθής	adj|figurative	που δεν μας βαραίνει, δεν μας ενοχλεί
ανεπαχθείς	=	ανεπαχθής
ανεπαχθούς	=	ανεπαχθής
ανεπαχθών	=	ανεπαχθής
ανεπαχθώς	adv	με ανεπαχθή τρόπο
ανεπεξέργαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπεξέργαστο
ανεπεξέργαστε	adj	κλητική ενικού του ανεπεξέργαστος
ανεπεξέργαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπεξέργαστη
ανεπεξέργαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπεξέργαστος
ανεπεξέργαστης	adj	γενική ενικού του ανεπεξέργαστη
ανεπεξέργαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπεξέργαστος
ανεπεξέργαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπεξέργαστος
ανεπεξέργαστος	adj	ο μη επεξεργασμένος, που θα μπορούσε να έχε υποστεί επεξεργασία, αλλά που έμεινε δίχως αυτήν ίσως επειδή έτσι χρειαζόταν, να είναι σε πρωτογενή μορφή
ανεπεξέργαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπεξέργαστος
ανεπεξέργαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπεξέργαστος
ανεπεξέργαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπεξέργαστος
ανεπηρέαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπηρέαστο	adv	δίχως επιρροές από ομάδες συμφερόντων ή από πρόσωπα ή από προσωπικές συναισθηματικές εμπλοκές, για κάτι που πρέπει να οριστεί με συγκεκριμένα, αντικειμενικά κριτήρια
ανεπηρέαστε	adj	κλητική ενικού του ανεπηρέαστος
ανεπηρέαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπηρέαστη
ανεπηρέαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπηρέαστος
ανεπηρέαστης	adj	γενική ενικού του ανεπηρέαστη
ανεπηρέαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπηρέαστος
ανεπηρέαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπηρέαστος
ανεπηρέαστος	adj	αντικειμενικός, δίκαιος που δεν δέχεται επιρροές από ομάδες συμφερόντων ή και που δεν αφήνει ούτε τα δικά του συναισθήματα να επηρεάσουν μια απόφασή του ή ενέργειά του η οποία πρέπει να οριστεί από αντικειμενικά κριτήρια
ανεπηρέαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπηρέαστος
ανεπηρέαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπηρέαστος
ανεπηρέαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπηρέαστος
ανεπιβεβαίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιβεβαίωτο
ανεπιβεβαίωτε	adj	κλητική ενικού του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιβεβαίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιβεβαίωτη
ανεπιβεβαίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιβεβαίωτης	adj	γενική ενικού του ανεπιβεβαίωτη
ανεπιβεβαίωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιβεβαίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιβεβαίωτος	adj	που δεν έχει επιβεβαιωθεί, που δεν θεωρείται απολύτως βέβαιος
ανεπιβεβαίωτου	adj	γενική ενικού του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιβεβαίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιβεβαίωτων	adj	γενική πληθυντικού του ανεπιβεβαίωτος
ανεπιγνώστως	adv|formal	ανεπίγνωστα
ανεπιείκεια	noun|formal	έλλειψη επιείκειας
ανεπιείκειας	noun	γενική ενικού του ανεπιείκεια
ανεπιείκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιείκεια
ανεπιεικές	=	ανεπιεικής
ανεπιεική	=	ανεπιεικής
ανεπιεικής	adj	που δεν δείχνει επιείκεια
ανεπιεικείς	=	ανεπιεικής
ανεπιεικειών	noun	γενική πληθυντικού του ανεπιείκεια
ανεπιεικούς	=	ανεπιεικής
ανεπιεικών	=	ανεπιεικής
ανεπιεικώς	adv|formal	αυστηρά, δίχως επιείκεια
ανεπιθεώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιθεώρητο
ανεπιθεώρητε	adj	κλητική ενικού του ανεπιθεώρητος
ανεπιθεώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιθεώρητη
ανεπιθεώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιθεώρητος
ανεπιθεώρητης	adj	γενική ενικού του ανεπιθεώρητη
ανεπιθεώρητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιθεώρητος
ανεπιθεώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιθεώρητος
ανεπιθεώρητος	adj	που δεν έχει επιθεωρηθεί
ανεπιθεώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπιθεώρητος
ανεπιθεώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιθεώρητος
ανεπιθεώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπιθεώρητος
ανεπιθύμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιθύμητο
ανεπιθύμητε	adj	κλητική ενικού του ανεπιθύμητος
ανεπιθύμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιθύμητη
ανεπιθύμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιθύμητος
ανεπιθύμητης	adj	γενική ενικού του ανεπιθύμητη
ανεπιθύμητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιθύμητος
ανεπιθύμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιθύμητος
ανεπιθύμητος	adj	αυτός που δεν είναι ευπρόσδεκτος, επιθυμητός από άλλους ανθρώπους
ανεπιθύμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπιθύμητος
ανεπιθύμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιθύμητος
ανεπιθύμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπιθύμητος
ανεπικαιροτήτων	=	ανεπικαιρότητα
ανεπικαιρότητα	noun	η ιδιότητα του ανεπίκαιρου
ανεπικαιρότητας	=	ανεπικαιρότητα
ανεπικαιρότητες	=	ανεπικαιρότητα
ανεπικερδές	=	ανεπικερδής
ανεπικερδή	=	ανεπικερδής
ανεπικερδής	adj	που δεν φέρνει κέρδη
ανεπικερδείς	=	ανεπικερδής
ανεπικερδούς	=	ανεπικερδής
ανεπικερδών	=	ανεπικερδής
ανεπικύρωτα	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτε	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτες	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτη	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτης	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτο	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτοι	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτος	adj	αυτός που δεν έχει επικυρωθεί, που δεν είναι επικυρωμένος
ανεπικύρωτου	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτους	=	ανεπικύρωτος
ανεπικύρωτων	=	ανεπικύρωτος
ανεπιμέλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιμέλητο
ανεπιμέλητε	adj	κλητική ενικού του ανεπιμέλητος
ανεπιμέλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιμέλητη
ανεπιμέλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιμέλητος
ανεπιμέλητης	adj	γενική ενικού του ανεπιμέλητη
ανεπιμέλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιμέλητος
ανεπιμέλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιμέλητος
ανεπιμέλητος	adj|formal	που δεν τον έχουν επιμεληθεί, που δεν τον έχουν φροντίσει
ανεπιμέλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπιμέλητος
ανεπιμέλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιμέλητος
ανεπιμέλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπιμέλητος
ανεπισήμως	adv|formal	ανεπίσημα
ανεπισημείωτος	adj|formal	που δεν έχει επισημειωθεί
ανεπισημοτήτων	=	ανεπισημότητα
ανεπισημότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ανεπίσημου, το να είναι κάποιος ανεπίσημος
ανεπισημότητας	=	ανεπισημότητα
ανεπισημότητες	=	ανεπισημότητα
ανεπισκεύαστή	=	ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπισκεύαστο
ανεπισκεύαστε	adj	κλητική ενικού του ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπισκεύαστη
ανεπισκεύαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστης	adj	γενική ενικού του ανεπισκεύαστη
ανεπισκεύαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστος	adj	που δεν έχει επισκευαστεί ή δεν μπορεί να επισκευαστεί
ανεπισκεύαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπισκεύαστος
ανεπισκεύαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπισκεύαστος
ανεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιστημονικό	adv|rare	κατά τρόπο ανεπιστημονικό, μη επιστημονικό
ανεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιστημονική
ανεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του ανεπιστημονική
ανεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικός	adj	που δεν εδράζεται σε επιστημονικά δεδομένα
ανεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεπιστημονικός
ανεπιστημονικώς	adv|formal	ανεπιστημονικά
ανεπιστημοσυνών	=	ανεπιστημοσύνη
ανεπιστημοσύνες	=	ανεπιστημοσύνη
ανεπιστημοσύνη	noun|formal	η άγνοια ή η παραμέληση των επιστημονικών τρόπων και μεθόδων καθώς και της επιστημονικής γνώσης
ανεπιστημοσύνης	=	ανεπιστημοσύνη
ανεπιστρεπτί	adv	οριστικά και αμετάκλητα, δίχως επιστροφή, δίχως πισωγύρισμα, ποτέ ή για πάντα, ανάλογα με τα συμφραζόμενα
ανεπιτήδεια	adv	χωρίς επιτηδειότητα, αδέξια
ανεπιτήδειας	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειε	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειες	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειο	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειοι	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειος	adj	που δεν τα καταφέρνει καλά σε κάτι, δεν είναι επιτήδειος
ανεπιτήδειου	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειους	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδειων	=	ανεπιτήδειος
ανεπιτήδευτα	adv	χωρίς επιτήδευση, δίχως προσποίηση, με φυσικό τρόπο, φυσικά
ανεπιτήδευτε	adj	κλητική ενικού του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιτήδευτη
ανεπιτήδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτης	adj	γενική ενικού του ανεπιτήδευτη
ανεπιτήδευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτος	adj	που χαρακτηρίζεται από απουσία επιτήδευσης, που εμφανίζεται όπως είναι πραγματικά, φυσικός, απλός και αληθινός
ανεπιτήδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπιτήδευτος
ανεπιτήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιτήρητο
ανεπιτήρητε	adj	κλητική ενικού του ανεπιτήρητος
ανεπιτήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιτήρητη
ανεπιτήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιτήρητος
ανεπιτήρητης	adj	γενική ενικού του ανεπιτήρητη
ανεπιτήρητο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιτήρητος
ανεπιτήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιτήρητος
ανεπιτήρητος	adj	που δεν επιτηρείται, δεν επιβλέπεται, δεν παρακολουθείται (με την έννοια της φύλαξης), που δεν τον εποπτεύουν
ανεπιτήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπιτήρητος
ανεπιτήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιτήρητος
ανεπιτήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπιτήρητος
ανεπιτηδειοτήτων	=	ανεπιτηδειότητα
ανεπιτηδειότητα	noun	η ιδιότητα του ανεπιτήδειου, το να μην είναι κάποιος επιτήδειος
ανεπιτηδειότητας	noun	γενική ενικού του ανεπιτηδειότητα
ανεπιτηδειότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιτηδειότητα
ανεπιτηδεύθηκα	=	επιτηδεύομαι
ανεπιτυχές	=	ανεπιτυχής
ανεπιτυχή	=	ανεπιτυχής
ανεπιτυχής	adj	που δεν πέτυχε το στόχο του (για αφηρημένα ουσιαστικά, όχι για έμψυχα -για τα έμψυχα αλλά και άψυχα μη επιτυχημένος, αποτυχημένος)
ανεπιτυχείς	=	ανεπιτυχής
ανεπιτυχούς	=	ανεπιτυχής
ανεπιτυχών	=	ανεπιτυχής
ανεπιτυχώς	adv	χωρίς επιτυχία
ανεπιφύλακτα	adv	χωρίς επιφυλάξεις, άμεσα, χωρίς δισταγμό
ανεπιφύλακτε	adj	κλητική ενικού του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπιφύλακτη
ανεπιφύλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλακτης	adj	γενική ενικού του ανεπιφύλακτη
ανεπιφύλακτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλακτος	adj	που δεν περιέχει ή δεν εκφράζεται με καμιά επιφύλαξη, απόλυτος, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιβολίες
ανεπιφύλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπιφύλακτος
ανεπιφύλαχτα	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτε	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτες	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτη	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτης	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτο	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτοι	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτος	adj	άλλη μορφή του ανεπιφύλακτος (κατά κανόνα στον προφορικό λόγο)
ανεπιφύλαχτου	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτους	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπιφύλαχτων	=	ανεπιφύλαχτος
ανεπούλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπούλωτο
ανεπούλωτε	adj	κλητική ενικού του ανεπούλωτος
ανεπούλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπούλωτη
ανεπούλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπούλωτος
ανεπούλωτης	adj	γενική ενικού του ανεπούλωτη
ανεπούλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπούλωτος
ανεπούλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπούλωτος
ανεπούλωτος	adj	που δεν έχει επουλωθεί
ανεπούλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπούλωτος
ανεπούλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπούλωτος
ανεπούλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπούλωτος
ανεπροκοπιά	noun|vulgar	η ιδιότητα του ανεπρόκοπου, η έλλειψη προκοπής
ανεπροκοπιάς	=	ανεπροκοπιά
ανεπροκοπιές	=	ανεπροκοπιά
ανεπροκοπιών	=	ανεπροκοπιά
ανεπρόκοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπρόκοπο
ανεπρόκοπε	adj	κλητική ενικού του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεπρόκοπη
ανεπρόκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοπης	adj	γενική ενικού του ανεπρόκοπη
ανεπρόκοπο	adj	αιτιατική ενικού του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοπος	adj	ο αχαΐρευτος, ο απρόκοπος, που δε λέει να κάνει προκοπή, δεν προκόβει, δεν προοδεύει σε τίποτα
ανεπρόκοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοφτα	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτε	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτες	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτη	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτης	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτο	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτοι	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτος	adj	άλλη γραφή του ανεπρόκοπος
ανεπρόκοφτου	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτους	=	ανεπρόκοφτος
ανεπρόκοφτων	=	ανεπρόκοφτος
ανεπτυγμένα	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένε	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένη	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένης	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένο	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένοι	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένος	verb	που έχει ήδη αναπτυχθεί (όπως σε σωματική διάπλαση ή σε κάποιον τομέα)
ανεπτυγμένου	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένους	=	ανεπτυγμένος
ανεπτυγμένων	=	ανεπτυγμένος
ανεράιδα	noun	ιδιωματική μορφή του νεράιδα (Ζάκυνθος, Κεφαλλονιά, Νάξος, Σύρος, Σύκινος, Κρήτη, Θράκη, Μεσσηνία)
ανεράιδας	=	ανεράιδα
ανεράιδες	=	ανεράιδα
ανερέθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερέθιστο
ανερέθιστε	adj	κλητική ενικού του ανερέθιστος
ανερέθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερέθιστη
ανερέθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανερέθιστος
ανερέθιστης	adj	γενική ενικού του ανερέθιστη
ανερέθιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανερέθιστος
ανερέθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανερέθιστος
ανερέθιστος	adj	που δεν είναι ερεθισμένος
ανερέθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανερέθιστος
ανερέθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανερέθιστος
ανερέθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανερέθιστος
ανεργία	noun	η κατάσταση του ανέργου, του ανθρώπου που επιθυμεί να εργαστεί, αλλά δε βρίσκει δουλειά
ανεργίας	noun	γενική ενικού του ανεργία
ανεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεργία
ανερευνήσαμε	=	ανερευνώ
ανερευνήσαν	=	ανερευνώ
ανερευνήσανε	=	ανερευνώ
ανερευνήσατε	=	ανερευνώ
ανερευνήσει	=	ανερευνώ
ανερευνήστε	=	ανερευνώ
ανερευνεί	=	ανερευνώ
ανερευνείς	=	ανερευνώ
ανερευνείτε	=	ανερευνώ
ανερευνούμε	=	ανερευνώ
ανερευνούν	=	ανερευνώ
ανερευνούνε	=	ανερευνώ
ανερευνούσα	=	ανερευνώ
ανερευνούσαμε	=	ανερευνώ
ανερευνούσαν	=	ανερευνώ
ανερευνούσανε	=	ανερευνώ
ανερευνούσατε	=	ανερευνώ
ανερευνούσε	=	ανερευνώ
ανερευνούσες	=	ανερευνώ
ανερευνώ	verb|formal	ερευνώ προσεκτικά, ψάχνω
ανερευνώμαι	=	ανερευνώ
ανερευνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανερευνώ
ανερεύνει	=	ανερευνώ
ανερεύνησα	=	ανερευνώ
ανερεύνησαν	=	ανερευνώ
ανερεύνησε	=	ανερευνώ
ανερεύνησες	=	ανερευνώ
ανερεύνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερεύνητο
ανερεύνητε	adj	κλητική ενικού του ανερεύνητος
ανερεύνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερεύνητη
ανερεύνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανερεύνητος
ανερεύνητης	adj	γενική ενικού του ανερεύνητη
ανερεύνητο	adj	αιτιατική ενικού του ανερεύνητος
ανερεύνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανερεύνητος
ανερεύνητος	adj	που δεν έχει ερευνηθεί ή δεν μπορεί να ερευνηθεί
ανερεύνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανερεύνητος
ανερεύνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανερεύνητος
ανερεύνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανερεύνητος
ανεριά	noun|rare	ανυδρία, ανομβρία
ανερμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανερμάτιστος	adv|figurative	με ανερμάτιστο τρόπο
ανερμάτιστε	adj	κλητική ενικού του ανερμάτιστος
ανερμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερμάτιστη
ανερμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανερμάτιστος
ανερμάτιστης	adj	γενική ενικού του ανερμάτιστη
ανερμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανερμάτιστος
ανερμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανερμάτιστος
ανερμάτιστος	adj	που δεν έχει έρμα / σαβούρα
ανερμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανερμάτιστος
ανερμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανερμάτιστος
ανερμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανερμάτιστος
ανερμήνευτα	adv	χωρίς να μπορεί να ερμηνευτεί
ανερμήνευτε	adj	κλητική ενικού του ανερμήνευτος
ανερμήνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερμήνευτη
ανερμήνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανερμήνευτος
ανερμήνευτης	adj	γενική ενικού του ανερμήνευτη
ανερμήνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανερμήνευτος
ανερμήνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανερμήνευτος
ανερμήνευτος	adj	που δεν έχει ερμηνευτεί ή δεν μπορεί να ερμηνευτεί
ανερμήνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανερμήνευτος
ανερμήνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανερμήνευτος
ανερμήνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανερμήνευτος
ανερουσών	noun	γενική πληθυντικού του ανερούσα
ανερούσα	noun	άλλη γραφή του αναρρούσα
ανερούσας	noun	γενική ενικού του ανερούσα
ανερούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερούσα
ανερυθρίαστα	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστε	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστες	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστη	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστης	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστο	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστοι	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστος	adj	αυτός που δεν κοκκινίζει από την ντροπή του
ανερυθρίαστου	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστους	=	ανερυθρίαστος
ανερυθρίαστων	=	ανερυθρίαστος
ανερχόμασταν	=	ανέρχομαι
ανερχόμαστε	=	ανέρχομαι
ανερχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερχόμενο
ανερχόμενε	verb	κλητική ενικού του ανερχόμενος
ανερχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερχόμενη
ανερχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανερχόμενος
ανερχόμενης	verb	γενική ενικού του ανερχόμενη
ανερχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανερχόμενος
ανερχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανερχόμενος
ανερχόμενος	verb	που είναι σε φάση ακμής, που ανέρχεται, που είναι φιλόδοξος και έχει στόχο την κορυφή.
ανερχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανερχόμενος
ανερχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανερχόμενος
ανερχόμενων	verb	γενική πληθυντικού του ανερχόμενος
ανερχόμουν	=	ανέρχομαι
ανερχόμουνα	=	ανέρχομαι
ανερχόντουσαν	=	ανέρχομαι
ανερχόσασταν	=	ανέρχομαι
ανερχόσαστε	=	ανέρχομαι
ανερχόσουν	=	ανέρχομαι
ανερχόσουνα	=	ανέρχομαι
ανερχόταν	=	ανέρχομαι
ανερχότανε	=	ανέρχομαι
ανερωτώ	=	αναρωτώ
ανερώτευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερώτευτο
ανερώτευτε	adj	κλητική ενικού του ανερώτευτος
ανερώτευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανερώτευτη
ανερώτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανερώτευτος
ανερώτευτης	adj	γενική ενικού του ανερώτευτη
ανερώτευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανερώτευτος
ανερώτευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανερώτευτος
ανερώτευτος	adj	που δεν τον έχουν ερωτευτεί, που δεν είναι δυνατόν να ερωτευτεί, που δεν έχει γνωρίσει τον έρωτα
ανερώτευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανερώτευτος
ανερώτευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανερώτευτος
ανερώτευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανερώτευτος
ανεσκάφη	=	ανασκάπτω
ανεσκάφην	=	ανασκάπτομαι
ανεσκάφησαν	=	ανασκάπτω
ανεσκαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεσκαμμένο
ανεσκαμμένε	verb	κλητική ενικού του ανεσκαμμένος
ανεσκαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεσκαμμένη
ανεσκαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεσκαμμένος
ανεσκαμμένης	verb	γενική ενικού του ανεσκαμμένη
ανεσκαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεσκαμμένος
ανεσκαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεσκαμμένος
ανεσκαμμένος	=	ανασκάπτω
ανεσκαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεσκαμμένος
ανεσκαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεσκαμμένος
ανεσκαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεσκαμμένος
ανεστάλη	verb|archaic	γʹ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναστέλλω
ανεστάλθησαν	=	αναστέλλω
ανεσταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεσταλμένο
ανεσταλμένε	verb	κλητική ενικού του ανεσταλμένος
ανεσταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεσταλμένη
ανεσταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεσταλμένος
ανεσταλμένης	verb	γενική ενικού του ανεσταλμένη
ανεσταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεσταλμένος
ανεσταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεσταλμένος
ανεσταλμένος	=	αναστέλλω
ανεσταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεσταλμένος
ανεσταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεσταλμένος
ανεσταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεσταλμένος
ανεστορούμαι	verb	θυμούμαι
ανεστραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεστραμμένο
ανεστραμμένε	verb	κλητική ενικού του ανεστραμμένος
ανεστραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεστραμμένη
ανεστραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεστραμμένος
ανεστραμμένης	verb	γενική ενικού του ανεστραμμένη
ανεστραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεστραμμένος
ανεστραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεστραμμένος
ανεστραμμένος	verb|formal	που έχει αναστραφεί
ανεστραμμένου	verb	γενική ενικού του ανεστραμμένος
ανεστραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεστραμμένος
ανεστραμμένων	verb	γενική πληθυντικού του ανεστραμμένος
ανεσών	noun	γενική πληθυντικού του ανέσα
ανετοίμαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανετοίμαστο
ανετοίμαστε	adj	κλητική ενικού του ανετοίμαστος
ανετοίμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανετοίμαστη
ανετοίμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανετοίμαστος
ανετοίμαστης	adj	γενική ενικού του ανετοίμαστη
ανετοίμαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανετοίμαστος
ανετοίμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανετοίμαστος
ανετοίμαστος	adj	ανέτοιμος
ανετοίμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανετοίμαστος
ανετοίμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανετοίμαστος
ανετοίμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανετοίμαστος
ανετοιμοτήτων	=	ανετοιμότητα
ανετοιμότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ανέτοιμος
ανετοιμότητας	=	ανετοιμότητα
ανετοιμότητες	=	ανετοιμότητα
ανετράπη	verb	γʹ ενικό οριστική αορίστου του ρήματος ανατρέπομαι
ανετράπην	=	ανατρέπω
ανετράπησαν	=	ανατρέπω
ανετυμολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανετυμολόγητο
ανετυμολόγητε	adj	κλητική ενικού του ανετυμολόγητος
ανετυμολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανετυμολόγητη
ανετυμολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανετυμολόγητος
ανετυμολόγητης	adj	γενική ενικού του ανετυμολόγητη
ανετυμολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανετυμολόγητος
ανετυμολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανετυμολόγητος
ανετυμολόγητος	adj	που δεν έχει ετυμολογηθεί ή δεν μπορεί να ετυμολογηθεί ή να βρεθεί η αρχική του προέλευση
ανετυμολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανετυμολόγητος
ανετυμολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανετυμολόγητος
ανετυμολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανετυμολόγητος
ανετχα	abbrev	εταιρεία φορέων της Χαλκιδικής με σκοπό την υποστήριξη τους σε αναπτυξιακά θέματα
ανευθυνολογήσαμε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογήσατε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογήσει	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογήστε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογεί	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογείς	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογείτε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούμε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούν	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούσα	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούσαμε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούσαν	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούσατε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούσε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογούσες	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολογώ	verb	μιλάω απερίσκεπτα χωρίς να έχω συναίσθηση ή να αναλαμβάνω τις ευθύνες όσων λέω
ανευθυνολογώντας	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολόγει	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολόγησα	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολόγησαν	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολόγησε	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνολόγησες	=	ανευθυνολογώ
ανευθυνοτήτων	=	ανευθυνότητα
ανευθυνοϋπεύθυνα	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνε	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνες	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνη	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνης	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνο	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνοι	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνος	adj	για άτομο που ενώ έχει μια συγκεκριμένη ευθύνη, εντούτοις την παραμελεί υποστηρίζοντας ότι την φέρει άλλος, που φέρεται ανεύθυνα ενώ έχει νευραλγική θέση σε έναν τομέα
ανευθυνοϋπεύθυνου	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνους	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνοϋπεύθυνων	=	ανευθυνοϋπεύθυνος
ανευθυνότητα	noun	η ιδιότητα του ανεύθυνου, η μη ανάλειψη ευθύνης από το άτομο που την έχει επωμισθεί
ανευθυνότητας	noun	γενική ενικού του ανευθυνότητα
ανευθυνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευθυνότητα
ανευθύγραμμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευθύγραμμο
ανευθύγραμμε	adj	κλητική ενικού του ανευθύγραμμος
ανευθύγραμμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευθύγραμμη
ανευθύγραμμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανευθύγραμμος
ανευθύγραμμης	adj	γενική ενικού του ανευθύγραμμη
ανευθύγραμμο	adj	αιτιατική ενικού του ανευθύγραμμος
ανευθύγραμμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευθύγραμμος
ανευθύγραμμος	adj	που δεν είναι ευθύγραμμος
ανευθύγραμμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανευθύγραμμος
ανευθύγραμμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανευθύγραμμος
ανευθύγραμμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανευθύγραμμος
ανευλάβεια	noun|formal	η έλλειψη ευλάβειας
ανευλάβειας	noun	γενική ενικού του ανευλάβεια
ανευλάβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευλάβεια
ανευλαβές	=	ανευλαβής
ανευλαβή	=	ανευλαβής
ανευλαβής	adj	που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σεβασμού και ευλάβειας
ανευλαβείς	=	ανευλαβής
ανευλαβειών	noun	γενική πληθυντικού του ανευλάβεια
ανευλαβούς	=	ανευλαβής
ανευλαβών	=	ανευλαβής
ανευλαβώς	adv|formal	με ανευλαβή τρόπο
ανευλόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευλόγητο	adv	χωρίς ευλογία ιερέα
ανευλόγητε	adj	κλητική ενικού του ανευλόγητος
ανευλόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευλόγητη
ανευλόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανευλόγητος
ανευλόγητης	adj	γενική ενικού του ανευλόγητη
ανευλόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανευλόγητος
ανευλόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευλόγητος
ανευλόγητος	adj|formal	που δεν έχει ευλογηθεί
ανευλόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανευλόγητος
ανευλόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανευλόγητος
ανευλόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανευλόγητος
ανευρέθη	=	ανευρίσκω
ανευρέθηκα	=	ανευρίσκω
ανευρέθηκαν	=	ανευρίσκω
ανευρέθηκε	=	ανευρίσκω
ανευρέθηκες	=	ανευρίσκω
ανευρέθησαν	=	ανευρίσκω
ανευρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύρεση
ανευρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανεύρεση
ανευρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανεύρεση
ανευρέσου	=	ανευρίσκω
ανευρίαστα	adv	με ανευρίαστο τρόπο
ανευρίαστε	=	ανευρίαστος
ανευρίαστες	=	ανευρίαστος
ανευρίαστη	=	ανευρίαστος
ανευρίαστης	=	ανευρίαστος
ανευρίαστο	=	ανευρίαστος
ανευρίαστοι	=	ανευρίαστος
ανευρίαστος	adj	που δεν νευριάζει ή δεν έχει νευριάσει
ανευρίαστου	=	ανευρίαστος
ανευρίαστους	=	ανευρίαστος
ανευρίαστων	=	ανευρίαστος
ανευρίσκαμε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκαν	=	ανευρίσκω
ανευρίσκανε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκατε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκει	=	ανευρίσκω
ανευρίσκεις	=	ανευρίσκω
ανευρίσκεσαι	=	ανευρίσκω
ανευρίσκεστε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκεται	=	ανευρίσκω
ανευρίσκετε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκομαι	=	ανευρίσκω
ανευρίσκομε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκονται	=	ανευρίσκω
ανευρίσκονταν	=	ανευρίσκω
ανευρίσκοντας	=	ανευρίσκω
ανευρίσκουμε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκουν	=	ανευρίσκω
ανευρίσκουνε	=	ανευρίσκω
ανευρίσκω	verb	βρίσκω κάτι που έχει χαθεί ή κάτι που μέχρι τώρα ήταν άγνωστο
ανευρεθήκαμε	=	ανευρίσκω
ανευρεθήκατε	=	ανευρίσκω
ανευρεθεί	=	ανευρίσκω
ανευρεθείς	=	ανευρίσκω
ανευρεθείτε	=	ανευρίσκω
ανευρεθούμε	=	ανευρίσκω
ανευρεθούν	=	ανευρίσκω
ανευρεθούνε	=	ανευρίσκω
ανευρεθώ	=	ανευρίσκω
ανευρισκόμασταν	=	ανευρίσκω
ανευρισκόμαστε	=	ανευρίσκω
ανευρισκόμουν	=	ανευρίσκω
ανευρισκόμουνα	=	ανευρίσκω
ανευρισκόντουσαν	=	ανευρίσκω
ανευρισκόσασταν	=	ανευρίσκω
ανευρισκόσαστε	=	ανευρίσκω
ανευρισκόσουν	=	ανευρίσκω
ανευρισκόσουνα	=	ανευρίσκω
ανευρισκόταν	=	ανευρίσκω
ανευρισκότανε	=	ανευρίσκω
ανευρυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανεύρυσμα
ανευρυσμέ	noun	κλητική ενικού του ανευρυσμός
ανευρυσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευρυσματικό
ανευρυσματικέ	adj	κλητική ενικού του ανευρυσματικός
ανευρυσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευρυσματική
ανευρυσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανευρυσματικός
ανευρυσματικής	adj	γενική ενικού του ανευρυσματική
ανευρυσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευρυσματικός
ανευρυσματικού	adj	γενική ενικού του ανευρυσματικός
ανευρυσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανευρυσματικός
ανευρυσματικό	adj	αιτιατική ενικού του ανευρυσματικός
ανευρυσματικός	adj	που έχει σχέση με το ανεύρυσμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή οφείλεται σ’ αυτό
ανευρυσματικών	adj	γενική πληθυντικού του ανευρυσματικός
ανευρυσματωδών	=	ανευρυσματώδης
ανευρυσματώδεις	=	ανευρυσματώδης
ανευρυσματώδες	=	ανευρυσματώδης
ανευρυσματώδη	=	ανευρυσματώδης
ανευρυσματώδης	adj	που μοιάζει με ανεύρυσμα που έχει τα χαρακτηριστικά ανευρύσματος
ανευρυσματώδους	=	ανευρυσματώδης
ανευρυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευρυσμός
ανευρυσμού	noun	γενική ενικού του ανευρυσμός
ανευρυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανευρυσμός
ανευρυσμό	noun	αιτιατική ενικού του ανευρυσμός
ανευρυσμός	noun	άλλη μορφή του ανεύρυσμα
ανευρυσμών	noun	γενική πληθυντικού του ανευρυσμός
ανευρύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύρυσμα
ανευρύσματος	noun	γενική ενικού του ανεύρυσμα
ανευφάνταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανευφάνταστος	adv	χωρίς φαντασία
ανευφάνταστε	adj	κλητική ενικού του ανευφάνταστος
ανευφάνταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευφάνταστη
ανευφάνταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανευφάνταστος
ανευφάνταστης	adj	γενική ενικού του ανευφάνταστη
ανευφάνταστο	adj	αιτιατική ενικού του ανευφάνταστος
ανευφάνταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευφάνταστος
ανευφάνταστος	adj|formal	που δεν έχει φαντασία
ανευφάνταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανευφάνταστος
ανευφάνταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανευφάνταστος
ανευφάνταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανευφάνταστος
ανευφήμησα	=	ανευφημώ
ανευφήμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανευφημώ
ανευφήμησης	noun	γενική ενικού του ανευφήμηση
ανευφημήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευφήμηση
ανευφημήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανευφήμηση
ανευφημήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανευφήμηση
ανευφημία	noun|formal	το να ανευφημώ κάποιον ή το αποτέλεσμα του να ανευφημώ
ανευφημίας	noun	γενική ενικού του ανευφημία
ανευφημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευφημία
ανευφημιών	noun	γενική πληθυντικού του ανευφημία
ανευφημώ	verb|formal	επιδοκιμάζω κάποιον δημόσια, συχνά με έντονο τρόπο
ανευφημώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανευφημώ
ανευχάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευχάριστο
ανευχάριστε	adj	κλητική ενικού του ανευχάριστος
ανευχάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευχάριστη
ανευχάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανευχάριστος
ανευχάριστης	adj	γενική ενικού του ανευχάριστη
ανευχάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ανευχάριστος
ανευχάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευχάριστος
ανευχάριστος	adj	ο πάντοτε μουρμουρίζων και μεμψιμοιρών
ανευχάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανευχάριστος
ανευχάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανευχάριστος
ανευχάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανευχάριστος
ανευχαρίστητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευχαρίστητο
ανευχαρίστητε	adj	κλητική ενικού του ανευχαρίστητος
ανευχαρίστητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανευχαρίστητη
ανευχαρίστητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανευχαρίστητος
ανευχαρίστητης	adj	γενική ενικού του ανευχαρίστητη
ανευχαρίστητο	adj	αιτιατική ενικού του ανευχαρίστητος
ανευχαρίστητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανευχαρίστητος
ανευχαρίστητος	adj	που δεν ευχαριστιέται (με τίποτα
ανευχαρίστητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανευχαρίστητος
ανευχαρίστητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανευχαρίστητος
ανευχαρίστητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανευχαρίστητος
ανεφάρμοστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεφάρμοστο
ανεφάρμοστε	adj	κλητική ενικού του ανεφάρμοστος
ανεφάρμοστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεφάρμοστη
ανεφάρμοστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεφάρμοστος
ανεφάρμοστης	adj	γενική ενικού του ανεφάρμοστη
ανεφάρμοστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεφάρμοστος
ανεφάρμοστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεφάρμοστος
ανεφάρμοστος	adj	που ρεαλιστικά, αντικειμενικά δεν μπορεί να εφαρμοστεί, είναι αδύνατη η εφαρμογή του
ανεφάρμοστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεφάρμοστος
ανεφάρμοστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεφάρμοστος
ανεφάρμοστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεφάρμοστος
ανεφίκτως	adv|archaic	ανέφικτα, με ανέφικτο τρόπο
ανεφοδίαζα	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδίαζαν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδίαζε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδίαζες	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδίαστο
ανεφοδίαστε	adj	κλητική ενικού του ανεφοδίαστος
ανεφοδίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδίαστη
ανεφοδίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεφοδίαστος
ανεφοδίαστης	adj	γενική ενικού του ανεφοδίαστη
ανεφοδίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεφοδίαστος
ανεφοδίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδίαστος
ανεφοδίαστος	adj	που δεν είναι εφοδιασμένος με όσα χρειάζεται
ανεφοδίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεφοδίαστος
ανεφοδίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεφοδίαστος
ανεφοδίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεφοδίαστος
ανεφοδιάζαμε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζαν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζανε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζατε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζει	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζεις	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζεσαι	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζεστε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζεται	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζετε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζομε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζονται	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζονταν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζοντας	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζουμε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζουν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζουνε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάζω	verb	παρέχω τα εφόδια που χρειάζεται κάποιος εκ νέου, αναπληρώ τα αναλώσιμα που καταναλώθηκαν, δαπανήθηκαν ή πάντως τελείωσαν
ανεφοδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσαν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσανε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσομε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσου	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσουνε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιάστηκα	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάστηκαν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάστηκε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάστηκες	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόμασταν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόμαστε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόμουν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόμουνα	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόντουσαν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόσασταν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόσαστε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόσουν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόσουνα	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζόταν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαζότανε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιασμέ	noun	κλητική ενικού του ανεφοδιασμός
ανεφοδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδιασμένο
ανεφοδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδιασμένη
ανεφοδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμένης	verb	γενική ενικού του ανεφοδιασμένη
ανεφοδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμένος	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεφοδιασμένος
ανεφοδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεφοδιασμός
ανεφοδιασμού	noun	γενική ενικού του ανεφοδιασμός
ανεφοδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανεφοδιασμός
ανεφοδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του ανεφοδιασμός
ανεφοδιασμός	noun	η αναπλήρωση εφοδίων, η εκ νέου προμήθεια, παροχή αναλώσιμων που καταναλώθηκαν
ανεφοδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του ανεφοδιασμός
ανεφοδιαστήκαμε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστήκαν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστήκανε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστήκατε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστεί	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστείς	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστείτε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστούμε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστούν	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστούνε	=	ανεφοδιάζω
ανεφοδιαστώ	=	ανεφοδιάζω
ανεφυάλωτος	adj|rare	που δεν έχει υποστεί εφυάλωση, γυάλωμα
ανεφύετο	=	αναφύομαι
ανεφύη	=	αναφύομαι
ανεφύησαν	=	αναφύομαι
ανεφύοντο	=	αναφύομαι
ανεχειών	noun	γενική πληθυντικού του ανέχεια
ανεχθήκαμε	=	ανέχομαι
ανεχθήκαν	=	ανέχομαι
ανεχθήκανε	=	ανέχομαι
ανεχθήκατε	=	ανέχομαι
ανεχθεί	=	ανέχομαι
ανεχθείς	=	ανέχομαι
ανεχθείτε	=	ανέχομαι
ανεχθούμε	=	ανέχομαι
ανεχθούν	=	ανέχομαι
ανεχθούνε	=	ανέχομαι
ανεχθώ	=	ανέχομαι
ανεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχτό
ανεχτέ	adj	κλητική ενικού του ανεχτός
ανεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχτή
ανεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεχτός
ανεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτήκαν	=	ανέχομαι
ανεχτήκανε	=	ανέχομαι
ανεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτής	adj	γενική ενικού του ανεχτή
ανεχτίμητα	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητε	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητες	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητη	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητης	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητο	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητοι	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητος	adj|vulgar	το ανεκτίμητος, κυρίως στον προφορικό λόγο
ανεχτίμητου	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητους	=	ανεχτίμητος
ανεχτίμητων	=	ανεχτίμητος
ανεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχτικό	adv	ανεκτικά
ανεχτικέ	adj	κλητική ενικού του ανεχτικός
ανεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχτική
ανεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεχτικός
ανεχτικής	adj	γενική ενικού του ανεχτική
ανεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεχτικός
ανεχτικού	adj	γενική ενικού του ανεχτικός
ανεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεχτικός
ανεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανεχτικός
ανεχτικός	=	ανεκτικός
ανεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανεχτικός
ανεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεχτός
ανεχτού	adj	γενική ενικού του ανεχτός
ανεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτούνε	=	ανέχομαι
ανεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεχτός
ανεχτό	adj	αιτιατική ενικού του ανεχτός
ανεχτός	adj|vulgar	ανεκτός
ανεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανέχομαι
ανεχτών	adj	γενική πληθυντικού του ανεχτός
ανεχόμασταν	=	ανέχομαι
ανεχόμαστε	=	ανέχομαι
ανεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχόμενο
ανεχόμενε	verb	κλητική ενικού του ανεχόμενος
ανεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχόμενη
ανεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεχόμενος
ανεχόμενης	verb	γενική ενικού του ανεχόμενη
ανεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανεχόμενος
ανεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεχόμενος
ανεχόμενος	verb	αυτός που ανέχεται, με το να ανέχεται κάποιος κάτι
ανεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεχόμενος
ανεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανεχόμενος
ανεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού του ανεχόμενος
ανεχόμουν	=	ανέχομαι
ανεχόμουνα	=	ανέχομαι
ανεχόντουσαν	=	ανέχομαι
ανεχόρταγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχόρταγο
ανεχόρταγε	adj	κλητική ενικού του ανεχόρταγος
ανεχόρταγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεχόρταγη
ανεχόρταγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεχόρταγος
ανεχόρταγης	adj	γενική ενικού του ανεχόρταγη
ανεχόρταγο	adj	αιτιατική ενικού του ανεχόρταγος
ανεχόρταγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεχόρταγος
ανεχόρταγος	adj|vulgar	αχόρταγος
ανεχόρταγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεχόρταγος
ανεχόρταγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεχόρταγος
ανεχόρταγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεχόρταγος
ανεχόρταστος	=	ανεχόρταγος
ανεχόσασταν	=	ανέχομαι
ανεχόσαστε	=	ανέχομαι
ανεχόσουν	=	ανέχομαι
ανεχόσουνα	=	ανέχομαι
ανεχόταν	=	ανέχομαι
ανεχότανε	=	ανέχομαι
ανεψία	=	ανιψιά
ανεψιά	noun	ανιψιά
ανεψιάς	noun	γενική ενικού του ανεψιά
ανεψιέ	=	ανεψιός
ανεψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεψιά
ανεψιοί	=	ανεψιός
ανεψιού	=	ανεψιός
ανεψιούς	=	ανεψιός
ανεψιό	=	ανεψιός
ανεψιός	noun	ανιψιός
ανεψιών	=	ανεψιός
ανεόρταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανεόρταστος	adv	χωρίς εορτή, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια γιορτή σύμφωνα με τα έθιμα
ανεόρταστε	adj	κλητική ενικού του ανεόρταστος
ανεόρταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεόρταστη
ανεόρταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεόρταστος
ανεόρταστης	adj	γενική ενικού του ανεόρταστη
ανεόρταστο	adj	αιτιατική ενικού του ανεόρταστος
ανεόρταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεόρταστος
ανεόρταστος	adj	που δεν γιορτάζεται ή δεν μπορεί να γιορταστεί
ανεόρταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεόρταστος
ανεόρταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεόρταστος
ανεόρταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεόρταστος
ανεύθυνα	adv	χωρίς την επίδειξη της απαιτούμενης υπευθυνότητας
ανεύθυνε	adj	κλητική ενικού του ανεύθυνος
ανεύθυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύθυνη
ανεύθυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεύθυνος
ανεύθυνης	adj	γενική ενικού του ανεύθυνη
ανεύθυνο	adj	αιτιατική ενικού του ανεύθυνος
ανεύθυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεύθυνος
ανεύθυνος	adj	που δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη υπευθυνότητα, που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του
ανεύθυνου	adj	γενική ενικού του ανεύθυνος
ανεύθυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεύθυνος
ανεύθυνων	adj	γενική πληθυντικού του ανεύθυνος
ανεύρε	=	ανευρίσκω
ανεύρει	=	ανευρίσκω
ανεύρεις	=	ανευρίσκω
ανεύρεση	noun	η (εκ νέου) εύρεση κάποιου πράγματος ή προσώπου που δεν το γνωρίζαμε ή είχε χαθεί
ανεύρεσης	noun	γενική ενικού του ανεύρεση
ανεύρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύρετο
ανεύρετε	adj	κλητική ενικού του ανεύρετος
ανεύρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύρετη
ανεύρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεύρετος
ανεύρετης	adj	γενική ενικού του ανεύρετη
ανεύρετο	adj	αιτιατική ενικού του ανεύρετος
ανεύρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεύρετος
ανεύρετος	adj	που δεν έχει βρεθεί ή δεν μπορεί να βρεθεί
ανεύρετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεύρετος
ανεύρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεύρετος
ανεύρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεύρετος
ανεύριαστος	=	ανευρίαστος
ανεύρισκα	=	ανευρίσκω
ανεύρισκαν	=	ανευρίσκω
ανεύρισκε	=	ανευρίσκω
ανεύρισκες	=	ανευρίσκω
ανεύρομε	=	ανευρίσκω
ανεύρουμε	=	ανευρίσκω
ανεύρουν	=	ανευρίσκω
ανεύρουνε	=	ανευρίσκω
ανεύρυσμα	noun	η διαστολή τοιχώματος μιας αρτηρίας και ο σχηματισμός μικρού σάκου
ανεύρω	=	ανευρίσκω
ανεύσπλαγχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύσπλαγχνο
ανεύσπλαγχνε	adj	κλητική ενικού του ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύσπλαγχνη
ανεύσπλαγχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνης	adj	γενική ενικού του ανεύσπλαγχνη
ανεύσπλαγχνο	adj	αιτιατική ενικού του ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοα	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοε	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοες	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοη	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοης	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοο	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοοι	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοος	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοου	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοους	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνος	adj|formal	που δεν ευσπλαγχνίζεται
ανεύσπλαγχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνοων	=	ανεύσπλαγχνος
ανεύσπλαγχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεύσπλαγχνος
ανεύφλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύφλεκτο
ανεύφλεκτε	adj	κλητική ενικού του ανεύφλεκτος
ανεύφλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύφλεκτη
ανεύφλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεύφλεκτος
ανεύφλεκτης	adj	γενική ενικού του ανεύφλεκτη
ανεύφλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανεύφλεκτος
ανεύφλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεύφλεκτος
ανεύφλεκτος	adj	που δεν αναφλέγεται εύκολα, που δεν καίγεται εύκολα
ανεύφλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεύφλεκτος
ανεύφλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεύφλεκτος
ανεύφλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεύφλεκτος
ανεύφραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύφραντο
ανεύφραντε	adj	κλητική ενικού του ανεύφραντος
ανεύφραντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανεύφραντη
ανεύφραντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανεύφραντος
ανεύφραντης	adj	γενική ενικού του ανεύφραντη
ανεύφραντο	adj	αιτιατική ενικού του ανεύφραντος
ανεύφραντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανεύφραντος
ανεύφραντος	adj	που δεν ευφραίνεται ή δεν είναι δυνατόν να ευφρανθεί
ανεύφραντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανεύφραντος
ανεύφραντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανεύφραντος
ανεύφραντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανεύφραντος
ανηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηγμένο
ανηγμένε	verb	κλητική ενικού του ανηγμένος
ανηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηγμένη
ανηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανηγμένος
ανηγμένης	verb	γενική ενικού του ανηγμένη
ανηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανηγμένος
ανηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανηγμένος
ανηγμένος	verb|formal	που γίνεται με ή προκύπτει από αναγωγή
ανηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανηγμένος
ανηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανηγμένος
ανηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανηγμένος
ανηδονία	noun	η ανικανότητα βίωσης της ευχαρίστησης, της ηδονής
ανηδονίας	noun	γενική ενικού του ανηδονία
ανηδονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηδονία
ανηδονιών	noun	γενική πληθυντικού του ανηδονία
ανηθικοτήτων	=	ανηθικότητα
ανηθικότητα	noun	το να είναι κανείς ανήθικος
ανηθικότητας	noun	γενική ενικού του ανηθικότητα
ανηθικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηθικότητα
ανηκέστου	=	ανήκεστος
ανηκέστους	=	ανήκεστος
ανηκέστων	=	ανήκεστος
ανηλίκου	noun	γενική ενικού του ανήλικος	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ανήλικος
ανηλίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανήλικος
ανηλίκων	=	ανήλικος
ανηλεές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανηλεής
ανηλεή	=	ανηλεής
ανηλεής	adj|formal	που δεν δείχνει έλεος
ανηλεείς	=	ανηλεής
ανηλεούς	=	ανηλεής
ανηλεός	=	ανηλεής
ανηλεών	=	ανηλεής
ανηλεώς	adv	χωρίς έλεος, χωρίς οίκτο
ανηλικιοτήτων	=	ανηλικιότητα
ανηλικιότητα	noun|rare	άλλη μορφή του ανηλικότητα
ανηλικιότητας	=	ανηλικιότητα
ανηλικιότητες	=	ανηλικιότητα
ανηλικοτήτων	=	ανηλικότητα
ανηλικότητα	noun	η ιδιότητα του ανήλικου
ανηλικότητας	=	ανηλικότητα
ανηλικότητες	=	ανηλικότητα
ανημέρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανημέρευτο
ανημέρευτε	adj	κλητική ενικού του ανημέρευτος
ανημέρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανημέρευτη
ανημέρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανημέρευτος
ανημέρευτης	adj	γενική ενικού του ανημέρευτη
ανημέρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανημέρευτος
ανημέρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανημέρευτος
ανημέρευτος	adj	που δεν έχει ημερέψει ή δεν μπορεί να γίνει ήμερος
ανημέρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανημέρευτος
ανημέρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανημέρευτος
ανημέρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανημέρευτος
ανημέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανημέρωτο
ανημέρωτε	adj	κλητική ενικού του ανημέρωτος
ανημέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανημέρωτη
ανημέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανημέρωτος
ανημέρωτης	adj	γενική ενικού του ανημέρωτη
ανημέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανημέρωτος
ανημέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανημέρωτος
ανημέρωτος	adj	που δεν είναι ήμερος ή που δεν έχει εξημερωθεί
ανημέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανημέρωτος
ανημέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανημέρωτος
ανημέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανημέρωτος
ανημέτερα	=	ανημέτερος
ανημέτερε	=	ανημέτερος
ανημέτερες	=	ανημέτερος
ανημέτερη	=	ανημέτερος
ανημέτερης	=	ανημέτερος
ανημέτερο	=	ανημέτερος
ανημέτεροι	=	ανημέτερος
ανημέτερος	adj	ο μη ημέτερος, αυτός που δεν ανήκει σε μας, ο όχι δικός μας
ανημέτερου	=	ανημέτερος
ανημέτερους	=	ανημέτερος
ανημέτερων	=	ανημέτερος
ανημποριά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ανημπόρια
ανημποριάς	noun	γενική ενικού του ανημποριά
ανημποριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανημποριά
ανημποριών	=	ανημποριά
ανημπόρια	noun|vulgar	η έλλειψη δύναμης και θέλησης
ανημπόριας	noun	γενική ενικού του ανημπόρια
ανημπόριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανημπόρια
ανηολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηολόγητο
ανηολόγητε	adj	κλητική ενικού του ανηολόγητος
ανηολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηολόγητη
ανηολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανηολόγητος
ανηολόγητης	adj	γενική ενικού του ανηολόγητη
ανηολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανηολόγητος
ανηολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανηολόγητος
ανηολόγητος	adj	που δεν έχει νηολογηθεί ή δεν μπορεί να νηολογηθεί, να γραφεί σε νηολόγιο
ανηολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανηολόγητος
ανηολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανηολόγητος
ανηολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανηολόγητος
ανηπρόκοπα	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπε	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπες	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπη	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπης	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπο	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοποι	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπος	adj	άλλη μορφή του ανεπρόκοπος
ανηπρόκοπου	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπους	=	ανηπρόκοπος
ανηπρόκοπων	=	ανηπρόκοπος
ανηρημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηρημένο
ανηρημένε	adj	κλητική ενικού του ανηρημένος
ανηρημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηρημένη
ανηρημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανηρημένος
ανηρημένης	adj	γενική ενικού του ανηρημένη
ανηρημένο	adj	αιτιατική ενικού του ανηρημένος
ανηρημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανηρημένος
ανηρημένος	verb	που έχει αναιρεθεί, που προέκυψε από αναίρεση
ανηρημένου	verb	γενική ενικού του ανηρημένος
ανηρημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανηρημένος
ανηρημένων	adj	γενική πληθυντικού του ανηρημένος
ανηρτημένος	=	αναρτώ
ανησυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσαν	=	ανησυχώ
ανησυχήσανε	=	ανησυχώ
ανησυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσουνε	=	ανησυχώ
ανησυχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησυχία	noun	συναίσθημα ελαφριού άγχους και φόβου για την κατάσταση κάποιου, την κατάληξη ενός γεγονότος κλπ.
ανησυχίας	noun	γενική ενικού του ανησυχία
ανησυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχία
ανησυχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχαστικό	adv	με ανησυχαστικό τρόπο
ανησυχαστικέ	adj	κλητική ενικού του ανησυχαστικός
ανησυχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχαστική
ανησυχαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανησυχαστικός
ανησυχαστικής	adj	γενική ενικού του ανησυχαστική
ανησυχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανησυχαστικός
ανησυχαστικού	adj	γενική ενικού του ανησυχαστικός
ανησυχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανησυχαστικός
ανησυχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανησυχαστικός
ανησυχαστικός	adj|rare	ανησυχητικός
ανησυχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανησυχαστικός
ανησυχεί	=	ανησυχώ
ανησυχείς	=	ανησυχώ
ανησυχείτε	=	ανησυχώ
ανησυχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχητικό	adv	κατά τρόπο που προκαλεί ανησυχία
ανησυχητικέ	adj	κλητική ενικού του ανησυχητικός
ανησυχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανησυχητική
ανησυχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανησυχητικός
ανησυχητικής	adj	γενική ενικού του ανησυχητική
ανησυχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανησυχητικός
ανησυχητικού	adj	γενική ενικού του ανησυχητικός
ανησυχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανησυχητικός
ανησυχητικό	adj	αιτιατική ενικού του ανησυχητικός
ανησυχητικός	adj	που προκαλεί ανησυχία, (συχνά-κυρίως-συνήθως ελαφρύ) φόβο για κατάληξη ή αποτέλεσμα
ανησυχητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανησυχητικός
ανησυχιών	noun	γενική πληθυντικού του ανησυχία
ανησυχούμε	=	ανησυχώ
ανησυχούν	=	ανησυχώ
ανησυχούνε	=	ανησυχώ
ανησυχούσα	=	ανησυχώ
ανησυχούσαμε	=	ανησυχώ
ανησυχούσαν	=	ανησυχώ
ανησυχούσανε	=	ανησυχώ
ανησυχούσατε	=	ανησυχώ
ανησυχούσε	=	ανησυχώ
ανησυχούσες	=	ανησυχώ
ανησυχώ	verb	βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο
ανησυχώντας	=	ανησυχώ
ανησύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανησύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανησυχώ
ανηφορίζαμε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζαν	=	ανηφορίζω
ανηφορίζανε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζατε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζει	=	ανηφορίζω
ανηφορίζεις	=	ανηφορίζω
ανηφορίζετε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζομε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίζουμε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζουν	=	ανηφορίζω
ανηφορίζουνε	=	ανηφορίζω
ανηφορίζω	verb	κινούμαι, επάνω σε έδαφος που έχει υψομετρικές διαφορές, με κατεύθυνση προς τα πάνω
ανηφορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσαν	=	ανηφορίζω
ανηφορίσανε	=	ανηφορίζω
ανηφορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσματα	=	ανηφόρισμα
ανηφορίσματος	=	ανηφόρισμα
ανηφορίσομε	=	ανηφορίζω
ανηφορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσουνε	=	ανηφορίζω
ανηφορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφοριά	noun	ο ανήφορος
ανηφοριάς	noun	γενική ενικού του ανηφοριά
ανηφοριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηφοριά
ανηφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηφορικό	adv	με κλίση και φορά προς τα πάνω
ανηφορικέ	adj	κλητική ενικού του ανηφορικός
ανηφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηφορική
ανηφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανηφορικός
ανηφορικής	adj	γενική ενικού του ανηφορική
ανηφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανηφορικός
ανηφορικού	adj	γενική ενικού του ανηφορικός
ανηφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανηφορικός
ανηφορικό	adj	αιτιατική ενικού του ανηφορικός
ανηφορικός	adj	που έχει κάποια κλίση προς τα πάνω
ανηφορικών	adj	γενική πληθυντικού του ανηφορικός
ανηφοριού	=	ανηφόρι
ανηφορισμάτων	=	ανηφόρισμα
ανηφοριών	=	ανηφοριά
ανηφοροκατήφορε	=	ανηφοροκατήφορος
ανηφοροκατήφορο	=	ανηφοροκατήφορος
ανηφοροκατήφοροι	=	ανηφοροκατήφορος
ανηφοροκατήφορος	noun	ανήφορος και στη συνέχεια κατήφορος
ανηφοροκατήφορου	=	ανηφοροκατήφορος
ανηφοροκατήφορους	=	ανηφοροκατήφορος
ανηφοροκατήφορων	=	ανηφοροκατήφορος
ανηφορώ	verb|vulgar	ανηφορίζω
ανηφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανηφορώ
ανηφόρα	noun	ο ανήφορος
ανηφόρας	noun	γενική ενικού του ανηφόρα
ανηφόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανηφόρα
ανηφόρι	noun|literary	ανήφορος, ανηφόρα, ανηφοριά, πορεία προς τα πάνω
ανηφόρια	=	ανηφόρι
ανηφόριζα	=	ανηφορίζω
ανηφόριζαν	=	ανηφορίζω
ανηφόριζε	=	ανηφορίζω
ανηφόριζες	=	ανηφορίζω
ανηφόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανηφορίζω
ανηφόρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανηφορίζω
ανηχοϊκά	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκέ	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκές	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκή	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ανηχοϊκή) του ανηχοϊκός
ανηχοϊκοί	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκού	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκούς	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκό	=	ανηχοϊκός
ανηχοϊκός	adj	που δεν παράγει ηχώ, που δεν αντανακλά τα ηχητικά ή ηλεκτρομαγνητικά κύματα
ανηχοϊκών	=	ανηχοϊκός
ανηψιά	noun	ανιψιά
ανηψιάς	=	ανηψιά
ανηψιέ	=	ανηψιός
ανηψιές	=	ανηψιά
ανηψιοί	=	ανηψιός
ανηψιού	=	ανηψιός
ανηψιούς	=	ανηψιός
ανηψιό	=	ανηψιός
ανηψιός	noun	ανιψιός
ανηψιών	=	ανηψιός
ανηψούλα	=	ανηψιά
ανηύρα	=	ανευρίσκω
ανηύραμε	=	ανευρίσκω
ανηύραν	=	ανευρίσκω
ανηύρατε	=	ανευρίσκω
ανηύρε	=	ανευρίσκω
ανηύρες	=	ανευρίσκω
ανθάκι	noun	μικρό άνθος
ανθάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθάκι
ανθέ	noun	κλητική ενικού του ανθός
ανθέλικα	noun	η δεύτερη πτύχωση στο πτερύγιο του εξωτερικού μέρους του αφτιού
ανθέλικας	=	ανθέλικα
ανθέλικες	=	ανθέλικα
ανθέλληνα	=	ανθέλληνας
ανθέλληνας	noun	αυτός που, γενικά, τάσσεται εναντίον του ελληνικού έθνους, που έχει εχθρικές διαθέσεις προς την Ελλάδα και τους Έλληνες
ανθέλληνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθέλληνας
ανθέλληνος	=	ανθέλληνας
ανθέμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθέμιο
ανθέμιο	noun	αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο ακροκέραμου, μορφής μίσχου με φύλλα συνηθέστερα αμπέλου, που διατήρησε και ο νεοκλασικισμός
ανθέμιου	=	ανθέμιο
ανθέμιων	=	ανθέμιο
ανθέων	noun	γενική πληθυντικού του άνθος
ανθήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθήλη
ανθήλη	noun	ο θύσανος, η φούντα διαφόρων φυτών όπως καλαμιών, δημητριακών κ.ά.
ανθήλης	=	ανθήλη
ανθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθημα
ανθήματος	noun	γενική ενικού του άνθημα
ανθήρα	=	ανθήρας
ανθήρας	noun	το τμήμα του στήμονα που περιέχει τη γύρη
ανθήρες	=	ανθήρας
ανθήρων	=	ανθήρας
ανθήσαμε	=	ανθώ
ανθήσαν	=	ανθώ
ανθήσανε	=	ανθώ
ανθήσατε	=	ανθώ
ανθήσει	=	ανθώ
ανθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθηση
ανθήσετε	=	ανθώ
ανθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του άνθηση
ανθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του άνθηση
ανθήσουμε	=	ανθώ
ανθήσουν	=	ανθώ
ανθήσουνε	=	ανθώ
ανθήστε	=	ανθώ
ανθί	noun	λουλούδι
ανθίβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθίβολο
ανθίβολο	noun	άλλη μορφή του ανθιβόλιο
ανθίβολου	=	ανθίβολο
ανθίζαμε	=	ανθίζω
ανθίζαν	=	ανθίζω
ανθίζανε	=	ανθίζω
ανθίζατε	=	ανθίζω
ανθίζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανθίζω
ανθίζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανθίζω
ανθίζεσαι	=	ανθίζομαι
ανθίζεστε	=	ανθίζομαι
ανθίζεται	=	ανθίζομαι
ανθίζετε	=	ανθίζω
ανθίζομαι	verb|figurative	καταλαβαίνω κάτι που έκρυβε κάποιος
ανθίζομε	=	ανθίζω
ανθίζονται	=	ανθίζομαι
ανθίζονταν	=	ανθίζομαι
ανθίζοντας	=	ανθίζω
ανθίζου	=	ανθίζομαι
ανθίζουμε	=	ανθίζω
ανθίζουν	=	ανθίζω
ανθίζουνε	=	ανθίζω
ανθίζω	verb	βγάζω άνθη
ανθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσαν	=	ανθίζω
ανθίσανε	=	ανθίζω
ανθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του άνθιση
ανθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του άνθιση
ανθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνθισμα
ανθίσματος	noun	γενική ενικού του άνθισμα
ανθίσομε	=	ανθίζω
ανθίσου	=	ανθίζομαι
ανθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίσουνε	=	ανθίζω
ανθίσταμαι	verb	αντιστέκομαι
ανθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθίζομαι
ανθίστηκαν	=	ανθίζομαι
ανθίστηκε	=	ανθίζομαι
ανθίστηκες	=	ανθίζομαι
ανθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθίζω
ανθαγορά	noun	κεντρική αγορά λουλουδιών και φυτών που προμηθεύει εμπόρους λιανικής
ανθαγοράς	noun	γενική ενικού του ανθαγορά
ανθαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθαγορά
ανθαγορών	=	ανθαγορά
ανθεί	verb	γʹ ενικό οριστική ενεστώτα του ρήματος ανθώ
ανθείς	=	ανθώ
ανθείτε	=	ανθώ
ανθεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθεκτικό
ανθεκτικέ	adj	κλητική ενικού του ανθεκτικός
ανθεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθεκτική
ανθεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθεκτικός
ανθεκτικής	adj	γενική ενικού του ανθεκτική
ανθεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθεκτικός
ανθεκτικοτήτων	=	ανθεκτικότητα
ανθεκτικού	adj	γενική ενικού του ανθεκτικός
ανθεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθεκτικός
ανθεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθεκτικός
ανθεκτικός	adj	που έχει μεγάλη αντοχή, που δεν φθείρεται εύκολα ή που δεν παθαίνει εύκολα ζημιές
ανθεκτικότητα	noun	η αντοχή
ανθεκτικότητας	noun	γενική ενικού του ανθεκτικότητα
ανθεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθεκτικότητα
ανθεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθεκτικός
ανθελίκων	=	ανθέλικα
ανθελλήνων	=	ανθέλληνας
ανθελληνίδα	noun	θηλυκό του ανθέλληνας
ανθελληνίδας	=	ανθελληνίδα
ανθελληνίδες	=	ανθελληνίδα
ανθελληνίδων	=	ανθελληνίδα
ανθελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθελληνικό	adv	με ανθελληνικό τρόπο
ανθελληνικέ	adj	κλητική ενικού του ανθελληνικός
ανθελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθελληνική
ανθελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθελληνικός
ανθελληνικής	adj	γενική ενικού του ανθελληνική
ανθελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθελληνικός
ανθελληνικού	adj	γενική ενικού του ανθελληνικός
ανθελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθελληνικός
ανθελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθελληνικός
ανθελληνικός	adj	που είναι αντίθετος ή εχθρικός με τους Έλληνες ή την Ελλάδα
ανθελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθελληνικός
ανθελληνισμέ	=	ανθελληνισμός
ανθελληνισμοί	=	ανθελληνισμός
ανθελληνισμού	=	ανθελληνισμός
ανθελληνισμούς	=	ανθελληνισμός
ανθελληνισμό	=	ανθελληνισμός
ανθελληνισμός	noun	η ιδεολογία του ανθέλληνα
ανθελληνισμών	=	ανθελληνισμός
ανθελμινθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθελμινθικό, ουδέτερο του ανθελμινικός
ανθελονοσιακά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθελονοσιακό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθελονοσιακό, ουδέτερο του ανθελονοσιακός
ανθελονοσιακέ	adj	κλητική ενικού του ανθελονοσιακός
ανθελονοσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθελονοσιακή
ανθελονοσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθελονοσιακός
ανθελονοσιακής	adj	γενική ενικού του ανθελονοσιακή
ανθελονοσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθελονοσιακός
ανθελονοσιακού	adj	γενική ενικού του ανθελονοσιακός
ανθελονοσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθελονοσιακός
ανθελονοσιακό	adj	αιτιατική ενικού του ανθελονοσιακός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται κατά της ελονοσίας
ανθελονοσιακός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της ελονοσίας
ανθελονοσιακών	adj	γενική πληθυντικού του ανθελονοσιακός
ανθεμίδα	noun	το άνθεμο, ειδικότερα η αγριοχαμομηλιά
ανθεμίδας	noun	γενική ενικού του ανθεμίδα
ανθεμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθεμίδα
ανθεμίου	=	ανθέμιο
ανθεμίων	=	ανθέμιο
ανθεμιδών	noun	γενική πληθυντικού του ανθεμίδα
ανθενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθενωτικό
ανθενωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανθενωτικός
ανθενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθενωτική
ανθενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθενωτικός
ανθενωτικής	adj	γενική ενικού του ανθενωτική
ανθενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθενωτικός
ανθενωτικού	adj	γενική ενικού του ανθενωτικός
ανθενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθενωτικός
ανθενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθενωτικός
ανθενωτικός	adj	που αντιτίθεται, που είναι ενάντια στην ένωση
ανθενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθενωτικός
ανθεστήρια	noun	μία από τις τέσσερις εορτές τού Διονύσου, η οποία εορταζόταν τον μήνα Ανθεστηριώνα, δηλαδή στα μέσα Φεβρουαρίου-Μαρτίου.
ανθεστήριων	=	ανθεστήρια
ανθεστηρίων	=	ανθεστήρια
ανθηλών	=	ανθήλη
ανθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του άνθημα
ανθηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθηρό
ανθηρέ	adj	κλητική ενικού του ανθηρός
ανθηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθηρή
ανθηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθηρός
ανθηρής	adj	γενική ενικού του ανθηρή
ανθηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθηρός
ανθηροτήτων	=	ανθηρότητα
ανθηρού	adj	γενική ενικού του ανθηρός
ανθηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθηρός
ανθηρό	adj	αιτιατική ενικού του ανθηρός
ανθηρός	adj	αυτός που φέρει άνθη
ανθηρότητα	noun	η ιδιότητα του ανθηρού
ανθηρότητας	noun	γενική ενικού του ανθηρότητα
ανθηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθηρότητα
ανθηρών	adj	γενική πληθυντικού του ανθηρός
ανθηφόρε	=	ανθηφόρος
ανθηφόρο	=	ανθηφόρος
ανθηφόροι	=	ανθηφόρος
ανθηφόρος	noun	φυτό της οικογένειας των Αγρωστωδών
ανθηφόρου	=	ανθηφόρος
ανθηφόρους	=	ανθηφόρος
ανθηφόρων	=	ανθηφόρος
ανθιά	=	ανθί
ανθιβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιβολή
ανθιβολίου	=	ανθιβόλιο
ανθιβολίων	=	ανθιβόλιο
ανθιβολιού	=	ανθιβόλι
ανθιβολιών	=	ανθιβόλι
ανθιβόλι	noun	άλλη μορφή του ανθιβόλιο
ανθιβόλια	noun	ανθιβόλιο ή ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιβόλι
ανθιβόλιο	noun	υπόδειγμα εικόνας που χρησιμοποιόταν για να την αντιγράψουν ή να την αναπαράγουν κάπου αλλού
ανθιβόλιου	=	ανθιβόλιο
ανθιβόλου	=	ανθίβολο
ανθιβόλων	=	ανθίβολο
ανθιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιδρωτικό
ανθιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανθιδρωτικός
ανθιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιδρωτική
ανθιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθιδρωτικός
ανθιδρωτικής	adj	γενική ενικού του ανθιδρωτική
ανθιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθιδρωτικός
ανθιδρωτικού	adj	γενική ενικού του ανθιδρωτικός
ανθιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθιδρωτικός
ανθιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθιδρωτικός
ανθιδρωτικός	adj	άλλη μορφή του αντιιδρωτικός
ανθιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθιδρωτικός
ανθιζόμασταν	=	ανθίζομαι
ανθιζόμαστε	=	ανθίζομαι
ανθιζόμουν	=	ανθίζομαι
ανθιζόμουνα	=	ανθίζομαι
ανθιζόντουσαν	=	ανθίζομαι
ανθιζόσασταν	=	ανθίζομαι
ανθιζόσαστε	=	ανθίζομαι
ανθιζόσουν	=	ανθίζομαι
ανθιζόσουνα	=	ανθίζομαι
ανθιζόταν	=	ανθίζομαι
ανθιζότανε	=	ανθίζομαι
ανθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθικό
ανθικέ	adj	κλητική ενικού του ανθικός
ανθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθική
ανθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθικός
ανθικής	adj	γενική ενικού του ανθική
ανθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθικός
ανθικού	adj	γενική ενικού του ανθικός
ανθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθικός
ανθικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθικός
ανθικός	adj	που βγάζει άνθη, το κλαδί ή μίσχος ανθοφόρου φυτού
ανθικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθικός
ανθιού	=	άνθι
ανθιππασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιππασία
ανθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άνθισμα
ανθισμένα	=	ανθισμένος
ανθισμένε	=	ανθισμένος
ανθισμένες	=	ανθισμένος
ανθισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθισμένος
ανθισμένης	=	ανθισμένος
ανθισμένο	=	ανθισμένος
ανθισμένοι	=	ανθισμένος
ανθισμένος	verb	που έχει ανθίσει, που έχει βγάλει άνθη (λουλούδια)
ανθισμένου	=	ανθισμένος
ανθισμένους	=	ανθισμένος
ανθισμένων	=	ανθισμένος
ανθισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθισμός
ανθιστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιστάμενο
ανθιστάμενε	=	ανθιστάμενος
ανθιστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθιστάμενη
ανθιστάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθιστάμενος
ανθιστάμενης	=	ανθιστάμενος
ανθιστάμενο	=	ανθιστάμενος
ανθιστάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθιστάμενος
ανθιστάμενος	verb|archaic	που αντιστέκεται αυτή τη στιγμή ή κάποια άλλη, στο παρελθόν ή στο μέλλον, σε σχέση με ένα γεγονός άλλου χρόνου
ανθιστάμενου	=	ανθιστάμενος
ανθιστάμενους	=	ανθιστάμενος
ανθιστάμενων	=	ανθιστάμενος
ανθιστήκαμε	=	ανθίζομαι
ανθιστήκαν	=	ανθίζομαι
ανθιστήκανε	=	ανθίζομαι
ανθιστήκατε	=	ανθίζομαι
ανθισταμένη	=	ανθιστάμενη
ανθιστεί	=	ανθίζομαι
ανθιστείτε	=	ανθίζομαι
ανθιών	=	άνθι
ανθλγός	abbrev	ανθυπολοχαγός
ανθλχος	=	ανθυπίλαρχος
ανθοΐαμα	noun	φυσικό σκεύασμα από εκχυλίσματα λουλουδιών, που χρησιμοποιείται στην ανθοθεραπεία για τη ρύθμιση συναισθηματικών ή ψυχοσωματικών δυσκολιών
ανθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθός
ανθοβαφία	noun	γενικά η ζωγραφική με έντονα ζωηρά χρώματα
ανθοβαφίας	noun	γενική ενικού του ανθοβαφία
ανθοβαφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοβαφία
ανθοβαφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοβαφία
ανθοβολάω	=	ανθοβολώ
ανθοβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοβολή
ανθοβολή	noun	η άνθιση
ανθοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοβόλημα
ανθοβολήματος	noun	γενική ενικού του ανθοβόλημα
ανθοβολής	=	ανθοβολή
ανθοβολήσαμε	=	ανθοβολώ
ανθοβολήσαν	=	ανθοβολώ
ανθοβολήσανε	=	ανθοβολώ
ανθοβολήσατε	=	ανθοβολώ
ανθοβολήσει	=	ανθοβολώ
ανθοβολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοβόληση
ανθοβολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοβόληση
ανθοβολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθοβόληση
ανθοβολήστε	=	ανθοβολώ
ανθοβολία	noun	η ανθόρροια, η πτώση των λουλουδιών από τους μίσχους τους
ανθοβολίας	noun	γενική ενικού του ανθοβολία
ανθοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοβολία
ανθοβολεί	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανθοβολώ
ανθοβολείς	=	ανθοβολώ
ανθοβολείτε	=	ανθοβολώ
ανθοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοβόλημα
ανθοβολιά	noun	η άνθιση, το ανθοβόλημα, η ανθοφορία
ανθοβολιάς	=	ανθοβολιά
ανθοβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοβολιά
ανθοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοβολία
ανθοβολούμε	=	ανθοβολώ
ανθοβολούν	=	ανθοβολώ
ανθοβολούνε	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσα	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσαμε	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσαν	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσανε	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσατε	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσε	=	ανθοβολώ
ανθοβολούσες	=	ανθοβολώ
ανθοβολώ	verb	ανθίζω
ανθοβολών	=	ανθοβολή
ανθοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθοβολώ / ανθοβολάω
ανθοβοσκέ	noun	κλητική ενικού του ανθοβοσκός
ανθοβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοβοσκός
ανθοβοσκού	noun	γενική ενικού του ανθοβοσκός
ανθοβοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθοβοσκός
ανθοβοσκό	noun	αιτιατική ενικού του ανθοβοσκός
ανθοβοσκός	noun	ο ανθοκόμος, στην αρχαιότητα
ανθοβοσκών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοβοσκός
ανθοβόλει	=	ανθοβολώ
ανθοβόλημα	noun	εκβολή ανθέων, η ανθοβόληση, η ανθοφορία
ανθοβόλησα	=	ανθοβολώ
ανθοβόλησαν	=	ανθοβολώ
ανθοβόλησε	=	ανθοβολώ
ανθοβόλησες	=	ανθοβολώ
ανθοβόληση	noun	η άνθιση, το ανθοβόλημα, η ανθοφορία
ανθοβόλησης	noun	γενική ενικού του ανθοβόληση
ανθογάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόγαλα
ανθογάλατος	noun	γενική ενικού του ανθόγαλα
ανθογαλάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθόγαλα
ανθογραφία	noun	η ζωγραφική θεματολογία λουλουδιών
ανθογραφίας	noun	γενική ενικού του ανθογραφία
ανθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθογραφία
ανθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθογραφία
ανθογυάλι	noun|vulgar	το γυάλινο ανθοδοχείο
ανθογυάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθογυάλι
ανθογυαλιού	=	ανθογυάλι
ανθογυαλιών	=	ανθογυάλι
ανθοδέσμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοδέσμη
ανθοδέσμη	noun	δέσμη άνθων, λουλουδιών
ανθοδέσμης	=	ανθοδέσμη
ανθοδέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοδέτης
ανθοδέτη	=	ανθοδέτης
ανθοδέτης	noun	αυτός που φτιάχνει ανθοδέσμες
ανθοδέτρια	=	ανθοδέτης
ανθοδέτριας	noun	γενική ενικού του ανθοδέτρια
ανθοδέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοδέτρια
ανθοδεσμών	=	ανθοδέσμη
ανθοδετικά	=	ανθοδετικός
ανθοδετικέ	=	ανθοδετικός
ανθοδετικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοδετική
ανθοδετική	noun	η τέχνη και τεχνική σύνθεσης φυτικών στοιχείων —όπως άνθη, φύλλα και κλαδιά— σε αισθητικά ισορροπημένες συνθέσεις, σύμφωνα με κανόνες χρωματικής αρμονίας και μορφολογίας
ανθοδετικής	=	ανθοδετική
ανθοδετικοί	=	ανθοδετικός
ανθοδετικού	=	ανθοδετικός
ανθοδετικούς	=	ανθοδετικός
ανθοδετικό	=	ανθοδετικός
ανθοδετικός	adj	που έχει σχέση με ανθοδέτη ή ανθοδετική ή αναφέρεται σʼ αυτά
ανθοδετικών	=	ανθοδετική
ανθοδετριών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοδέτρια
ανθοδετών	=	ανθοδέτης
ανθοδιακοσμήσεις	=	ανθοδιακόσμηση
ανθοδιακοσμήσεων	=	ανθοδιακόσμηση
ανθοδιακόσμηση	noun|formal	ο ανθοστολισμός
ανθοδιακόσμησης	=	ανθοδιακόσμηση
ανθοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοδοχείο
ανθοδοχείο	noun	βάζο στο οποίο βάζουμε λουλούδια
ανθοδοχείου	noun	γενική ενικού του ανθοδοχείο
ανθοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοδοχείο
ανθοδοχών	=	ανθοδόχη
ανθοδόχες	=	ανθοδόχη
ανθοδόχη	noun|formal	άλλη μορφή του ανθοδοχείο
ανθοδόχης	=	ανθοδόχη
ανθοθεραπεία	noun	εναλλακτική θεραπευτική προσέγγιση που χρησιμοποιεί εκχυλίσματα λουλουδιών για την ενίσχυση της ψυχικής ισορροπίας και της συναισθηματικής ευεξίας
ανθοθεραπείας	=	ανθοθεραπεία
ανθοθεραπείες	=	ανθοθεραπεία
ανθοθεραπειών	=	ανθοθεραπεία
ανθοκάλυκα	=	ανθοκάλυκας
ανθοκάλυκας	noun	ο κάλυκας ενός άνθους
ανθοκάλυκες	=	ανθοκάλυκας
ανθοκήπι	noun|vulgar	μικρός ανθόκηπος
ανθοκήπια	noun	ανθοκήπι ή ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοκήπιο
ανθοκήπιο	noun	ανθόκηπος
ανθοκήπιου	=	ανθοκήπιο
ανθοκήπιων	=	ανθοκήπιο
ανθοκήπου	=	ανθόκηπος
ανθοκήπους	=	ανθόκηπος
ανθοκήπων	=	ανθόκηπος
ανθοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια ανθών με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευσή τους
ανθοκαλλιέργειας	=	ανθοκαλλιέργεια
ανθοκαλλιέργειες	=	ανθοκαλλιέργεια
ανθοκαλλιεργειών	=	ανθοκαλλιέργεια
ανθοκαλύκων	=	ανθοκάλυκας
ανθοκεφαλές	=	ανθοκεφαλή
ανθοκεφαλή	noun	συμπαγής μάζα που σχηματίζεται από τα άνθη ενός φυτού, όπως του κουνουπιδιού και του μπρόκολου
ανθοκεφαλής	=	ανθοκεφαλή
ανθοκεφαλών	=	ανθοκεφαλή
ανθοκηπίου	=	ανθοκήπιο
ανθοκηπίων	=	ανθοκήπιο
ανθοκηπευτικά	noun	φυτικά είδη που καλλιεργούνται σε ανθόκηπο για τον καλλωπισμό χώρων ή την παραγωγή ανθέων, συνδυάζοντας αισθητική αξία με οργανωμένη κηπευτική φροντίδα
ανθοκηπευτικέ	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτικές	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτική	noun	η τέχνη της δημιουργίας κήπων, λειτουργίας τους και συντήρησής τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτικής	=	ανθοκηπευτική
ανθοκηπευτικοί	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτικού	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτικούς	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτικό	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπευτικός	adj	που έχει σχέση με ανθόκηπο, αναφέρεται ή καλλιεργείται σʼ αυτόν
ανθοκηπευτικών	=	ανθοκηπευτικός
ανθοκηπιού	=	ανθοκήπι
ανθοκηπιών	=	ανθοκήπι
ανθοκηπουρικές	=	ανθοκηπουρική
ανθοκηπουρική	noun	η κηπουρική που σχετίζεται με τα άνθη
ανθοκηπουρικής	=	ανθοκηπουρική
ανθοκηπουρικών	=	ανθοκηπουρική
ανθοκλάδι	noun	κλαδάκι με άνθη
ανθοκλάδια	=	ανθοκλάδι
ανθοκλαδιού	=	ανθοκλάδι
ανθοκλαδιών	=	ανθοκλάδι
ανθοκομήσαμε	=	ανθοκομώ
ανθοκομήσαν	=	ανθοκομώ
ανθοκομήσανε	=	ανθοκομώ
ανθοκομήσατε	=	ανθοκομώ
ανθοκομήσει	=	ανθοκομώ
ανθοκομήστε	=	ανθοκομώ
ανθοκομία	noun	γεωπονικός κλάδος που μελετά την καλλιέργεια (καλλωπιστικών) φυτών
ανθοκομίας	noun	γενική ενικού του ανθοκομία
ανθοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοκομία
ανθοκομεί	=	ανθοκομώ
ανθοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοκομείο
ανθοκομείο	noun	μεγάλη έκταση, όπου καλλιεργούνται με συστηματικό και επιστημονικό τρόπο άνθη για πειραματικούς ή εμπορικούς σκοπούς
ανθοκομείου	noun	γενική ενικού του ανθοκομείο
ανθοκομείς	=	ανθοκομώ
ανθοκομείτε	=	ανθοκομώ
ανθοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοκομείο
ανθοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοκομικό
ανθοκομικέ	adj	κλητική ενικού του ανθοκομικός
ανθοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοκομική
ανθοκομική	noun	ανθοκομία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοκομικός
ανθοκομικής	adj	γενική ενικού του ανθοκομική
ανθοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοκομικός
ανθοκομικού	adj	γενική ενικού του ανθοκομικός
ανθοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθοκομικός
ανθοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθοκομικός
ανθοκομικός	adj	που έχει σχέση με την ανθοκομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανθοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθοκομικός
ανθοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοκομία
ανθοκομούμε	=	ανθοκομώ
ανθοκομούν	=	ανθοκομώ
ανθοκομούνε	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσα	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσαμε	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσαν	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσανε	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσατε	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσε	=	ανθοκομώ
ανθοκομούσες	=	ανθοκομώ
ανθοκομώ	verb	καλλιεργώ λουλούδια
ανθοκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθοκομώ
ανθοκούλουρα	=	ανθοκούλουρο
ανθοκούλουρο	noun	κουλούρι παρασκευασμένο με ανθότυρο
ανθοκούλουρου	=	ανθοκούλουρο
ανθοκούλουρων	=	ανθοκούλουρο
ανθοκράμβες	=	ανθοκράμβη
ανθοκράμβη	noun	το κουνουπίδι
ανθοκράμβης	=	ανθοκράμβη
ανθοκραμβών	=	ανθοκράμβη
ανθοκόμε	noun	κλητική ενικού του ανθοκόμος
ανθοκόμει	=	ανθοκομώ
ανθοκόμησα	=	ανθοκομώ
ανθοκόμησαν	=	ανθοκομώ
ανθοκόμησε	=	ανθοκομώ
ανθοκόμησες	=	ανθοκομώ
ανθοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του ανθοκόμος
ανθοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοκόμος
ανθοκόμος	noun	που συστηματικά καλλιεργεί καλλωπιστικά φυτά
ανθοκόμου	noun	γενική ενικού του ανθοκόμος
ανθοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθοκόμος
ανθοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοκόμος
ανθολογήθηκα	=	ανθολογούμαι
ανθολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθολόγημα
ανθολογήματος	noun	γενική ενικού του ανθολόγημα
ανθολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήσαν	=	ανθολογώ
ανθολογήσανε	=	ανθολογώ
ανθολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθολόγηση
ανθολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθολόγηση
ανθολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθολόγηση
ανθολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολογία	noun	η συλλογή ποιητικών ή πεζών κειμένων ή και αποσπασμάτων, που επιλέγονται κι ενσωματώνονται με ορισμένα κριτήρια (ποιότητα, αντιπροσωπευτικότητα κ.λπ.)
ανθολογίας	noun	γενική ενικού του ανθολογία
ανθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθολογία
ανθολογίου	=	ανθολόγιο
ανθολογίων	=	ανθολόγιο
ανθολογεί	=	ανθολογώ
ανθολογείς	=	ανθολογώ
ανθολογείτε	=	ανθολογώ
ανθολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθολόγημα
ανθολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθολογημένο
ανθολογημένε	verb	κλητική ενικού του ανθολογημένος
ανθολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθολογημένη
ανθολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθολογημένος
ανθολογημένης	verb	γενική ενικού του ανθολογημένη
ανθολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανθολογημένος
ανθολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθολογημένος
ανθολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθολογημένος
ανθολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανθολογημένος
ανθολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθολογημένος
ανθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθολογία
ανθολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανθολογώ
ανθολογούμε	=	ανθολογώ
ανθολογούν	=	ανθολογώ
ανθολογούνε	=	ανθολογώ
ανθολογούσα	=	ανθολογώ
ανθολογούσαμε	=	ανθολογώ
ανθολογούσαν	=	ανθολογώ
ανθολογούσανε	=	ανθολογώ
ανθολογούσατε	=	ανθολογώ
ανθολογούσε	=	ανθολογώ
ανθολογούσες	=	ανθολογώ
ανθολογώ	verb|dated	μαζεύω λουλούδια
ανθολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθολογώ
ανθολόγε	noun	κλητική ενικού του ανθολόγος
ανθολόγει	=	ανθολογώ
ανθολόγημα	noun	μάζεμα λουλουδιών
ανθολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθολογώ
ανθολόγηση	noun	η συγκρότηση ανθολογίας
ανθολόγησης	noun	γενική ενικού του ανθολόγηση
ανθολόγια	=	ανθολόγιο
ανθολόγιο	noun	ανθολογία
ανθολόγιου	=	ανθολόγιο
ανθολόγιων	=	ανθολόγιο
ανθολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ανθολόγος
ανθολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθολόγος
ανθολόγος	noun	που φτιάχνει μια ανθολογία, που την καταρτίζει
ανθολόγου	noun	γενική ενικού του ανθολόγος
ανθολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθολόγος
ανθολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ανθολόγος
ανθομπουμπουκιού	=	ανθομπουμπούκι
ανθομπουμπουκιών	=	ανθομπουμπούκι
ανθομπουμπούκι	noun|literary	το μπουμπούκι ενός άνθους
ανθομπουμπούκια	=	ανθομπουμπούκι
ανθοπαραγωγά	=	ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγέ	noun	κλητική ενικού του ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγές	=	ανθοπαραγωγή
ανθοπαραγωγή	noun	η παραγωγή λουλουδιών
ανθοπαραγωγής	=	ανθοπαραγωγή
ανθοπαραγωγο	=	ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγος	=	ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγού	noun	γενική ενικού του ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του ανθοπαραγωγός
ανθοπαραγωγός	noun	άνθρωπος που παράγει και εμπορεύεται άνθη	adj	που παράγει άνθη, λουλούδια
ανθοπαραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοπαραγωγός
ανθοπερίχυτα	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτε	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτες	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτη	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτης	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτο	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτοι	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτος	adj	που τον έχουν περιχύσει με άνθη
ανθοπερίχυτου	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτους	=	ανθοπερίχυτος
ανθοπερίχυτων	=	ανθοπερίχυτος
ανθοποίκιλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοποίκιλτο
ανθοποίκιλτε	adj	κλητική ενικού του ανθοποίκιλτος
ανθοποίκιλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοποίκιλτη
ανθοποίκιλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοποίκιλτος
ανθοποίκιλτης	adj	γενική ενικού του ανθοποίκιλτη
ανθοποίκιλτο	adj	αιτιατική ενικού του ανθοποίκιλτος
ανθοποίκιλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοποίκιλτος
ανθοποίκιλτος	adj	που είναι στολισμένος με άνθη
ανθοποίκιλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθοποίκιλτος
ανθοποίκιλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθοποίκιλτος
ανθοποίκιλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθοποίκιλτος
ανθοπωλίδων	=	ανθοπώλιδα
ανθοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοπωλείο
ανθοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλάει άνθη, λουλούδια και άλλα σχετικά
ανθοπωλείου	noun	γενική ενικού του ανθοπωλείο
ανθοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοπωλείο
ανθοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοπώλισσα
ανθοπωλών	=	ανθοπώλης
ανθοπώλες	=	ανθοπώλης
ανθοπώλη	=	ανθοπώλης
ανθοπώλης	noun	που πουλάει άνθη
ανθοπώλιδα	noun	βλέπε ανθοπώλισσα
ανθοπώλιδας	noun	γενική ενικού του ανθοπώλιδα
ανθοπώλιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοπώλιδα
ανθοπώλις	noun	μονοτονική γραφή του ἀνθοπῶλις (καθαρεύουσα), η ανθοπώλισσα
ανθοπώλισσα	=	ανθοπώλης
ανθοπώλισσας	noun	γενική ενικού του ανθοπώλισσα
ανθοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοπώλισσα
ανθορροιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθόρροια
ανθορροώ	verb	πέφτουν τα άνθη μου
ανθοσκέπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοσκέπαστο
ανθοσκέπαστε	adj	κλητική ενικού του ανθοσκέπαστος
ανθοσκέπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοσκέπαστη
ανθοσκέπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοσκέπαστος
ανθοσκέπαστης	adj	γενική ενικού του ανθοσκέπαστη
ανθοσκέπαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανθοσκέπαστος
ανθοσκέπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοσκέπαστος
ανθοσκέπαστος	adj|literary	σκπασμένος με λουλούδια, καλυμμένος από άνθη
ανθοσκέπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθοσκέπαστος
ανθοσκέπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθοσκέπαστος
ανθοσκέπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθοσκέπαστος
ανθοσμία	=	ανθοσμίας
ανθοσμίας	noun	κρασί με ευωδία λουλουδιών
ανθοσμίες	=	ανθοσμίας
ανθοσμιών	=	ανθοσμίας
ανθοστήλες	=	ανθοστήλη
ανθοστήλη	noun	στήλη με (διακοσμητικά ή φυσικά) άνθη
ανθοστήλης	=	ανθοστήλη
ανθοστεφανωμένα	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένε	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένες	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένη	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένης	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένο	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένοι	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένος	adj	στεφανωμένος με άνθη
ανθοστεφανωμένου	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένους	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστεφανωμένων	=	ανθοστεφανωμένος
ανθοστηλών	=	ανθοστήλη
ανθοστολίζαμε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζαν	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζανε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζατε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζει	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζεις	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζετε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζομαι	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζοντας	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζουμε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζουν	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζουνε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίζω	verb	στολίζω με άνθη
ανθοστολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσαν	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίσανε	=	ανθοστολίζω
ανθοστολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοστόλισμα
ανθοστολίσματος	noun	γενική ενικού του ανθοστόλισμα
ανθοστολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθοστόλισμα
ανθοστολισμέ	noun	κλητική ενικού του ανθοστολισμός
ανθοστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοστολισμένο
ανθοστολισμένε	verb	κλητική ενικού του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοστολισμένη
ανθοστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμένης	verb	γενική ενικού του ανθοστολισμένη
ανθοστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ανθοστολίζω
ανθοστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθοστολισμένος
ανθοστολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοστολισμός
ανθοστολισμού	noun	γενική ενικού του ανθοστολισμός
ανθοστολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθοστολισμός
ανθοστολισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανθοστολισμός
ανθοστολισμός	noun	ο στολισμός με άνθη
ανθοστολισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοστολισμός
ανθοστόλιζα	=	ανθοστολίζω
ανθοστόλιζαν	=	ανθοστολίζω
ανθοστόλιζε	=	ανθοστολίζω
ανθοστόλιζες	=	ανθοστολίζω
ανθοστόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοστολίζω
ανθοστόλισμα	noun	ο στολισμός με άνθη, δηλαδή με λουλούδια
ανθοστόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοστόλιστο
ανθοστόλιστε	adj	κλητική ενικού του ανθοστόλιστος
ανθοστόλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοστόλιστη
ανθοστόλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοστόλιστος
ανθοστόλιστης	adj	γενική ενικού του ανθοστόλιστη
ανθοστόλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανθοστόλιστος
ανθοστόλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοστόλιστος
ανθοστόλιστος	adj	που έχει στολιστεί με άνθη, με λουλούδια
ανθοστόλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθοστόλιστος
ανθοστόλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθοστόλιστος
ανθοστόλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθοστόλιστος
ανθοσυνθέσεις	=	ανθοσύνθεση
ανθοσυνθέσεων	=	ανθοσύνθεση
ανθοσύνθεση	noun|formal	δημιουργική διάταξη λουλουδιών και άλλων φυσικών ή τεχνητών στοιχείων σε αρμονικό σύνολο με σκοπό τον αισθητικό στολισμό
ανθοσύνθεσης	=	ανθοσύνθεση
ανθοταξία	noun	συνώνυμο του ταξιανθία
ανθοταξίας	noun	γενική ενικού του ανθοταξία
ανθοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοταξία
ανθοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοταξία
ανθοτοπιού	=	ανθοτόπι
ανθοτοπιών	=	ανθοτόπι
ανθοτόπι	noun	άλλη μορφή του ανθότοπος
ανθοτόπια	=	ανθοτόπι
ανθοτύρι	=	ανθότυρο
ανθουρίου	=	ανθούριο
ανθουρίων	=	ανθούριο
ανθουσιωτών	=	ανθουσιώτης
ανθουσιώτες	=	ανθουσιώτης
ανθουσιώτη	=	ανθουσιώτης
ανθουσιώτης	noun	που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Ανθούσα ή κατοικεί εκεί
ανθουσιώτικα	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικε	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικες	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικη	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικης	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικο	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικοι	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικος	adj	ο σχετικός με την Ανθούσα ή τους κατοίκους της
ανθουσιώτικου	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικους	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτικων	=	ανθουσιώτικος
ανθουσιώτισσα	=	ανθουσιώτης
ανθουσών	=	ανθών
ανθοφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορία	noun|figurative	η άνθηση
ανθοφορίας	noun	γενική ενικού του ανθοφορία
ανθοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοφορία
ανθοφορεί	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφορείς	=	ανθοφορώ
ανθοφορείτε	=	ανθοφορώ
ανθοφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοφορεμένο
ανθοφορεμένε	verb	κλητική ενικού του ανθοφορεμένος
ανθοφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοφορεμένη
ανθοφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθοφορεμένος
ανθοφορεμένης	verb	γενική ενικού του ανθοφορεμένη
ανθοφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανθοφορεμένος
ανθοφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθοφορεμένος
ανθοφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθοφορεμένος
ανθοφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανθοφορεμένος
ανθοφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθοφορεμένος
ανθοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του ανθοφορία
ανθοφορούμε	=	ανθοφορώ
ανθοφορούν	=	ανθοφορώ
ανθοφορούσα	=	ανθοφορώ
ανθοφορούσαμε	=	ανθοφορώ
ανθοφορούσαν	=	ανθοφορώ
ανθοφορούσατε	=	ανθοφορώ
ανθοφορούσε	=	ανθοφορώ
ανθοφορούσες	=	ανθοφορώ
ανθοφορώ	verb	ανθίζω, βγάζω άνθη
ανθοφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφόρα	=	ανθοφόρος
ανθοφόρας	=	ανθοφόρος
ανθοφόρε	=	ανθοφόρος
ανθοφόρει	=	ανθοφορώ
ανθοφόρες	=	ανθοφόρος
ανθοφόρη	=	ανθοφόρος
ανθοφόρης	=	ανθοφόρος
ανθοφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθοφορώ
ανθοφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανθοφόρος
ανθοφόροι	=	ανθοφόρος
ανθοφόρος	adj	που παράγει άνθη, που βγάζει λουλούδια
ανθοφόρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ανθοφόρος
ανθοφόρους	=	ανθοφόρος
ανθοφόρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανθοφόρος
ανθοφύτων	=	ανθόφυτα
ανθοϊάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθοΐαμα
ανθοϊάματος	=	ανθοΐαμα
ανθοϊαμάτων	=	ανθοΐαμα
ανθού	noun	γενική ενικού του ανθός
ανθούμε	=	ανθώ
ανθούν	=	ανθώ
ανθούνε	=	ανθώ
ανθούντα	=	ανθών
ανθούντες	=	ανθών
ανθούντος	=	ανθών
ανθούντων	=	ανθών
ανθούρια	=	ανθούριο
ανθούριο	noun	τροπικό διακοσμητικό φυτό με στιλπνά φύλλα και εντυπωσιακά, καρδιόσχημα βράκτια, που καλλιεργείται κυρίως σε εσωτερικούς χώρους για την έντονη χρωματική του παρουσία
ανθούριου	=	ανθούριο
ανθούριων	=	ανθούριο
ανθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθός
ανθούσα	=	ανθώ
ανθούσαμε	=	ανθώ
ανθούσαν	=	ανθώ
ανθούσανε	=	ανθώ
ανθούσας	=	ανθών
ανθούσατε	=	ανθώ
ανθούσε	=	ανθώ
ανθούσες	=	ανθώ
ανθούσης	=	ανθών
ανθράκευα	=	ανθρακεύω
ανθράκευση	noun	η παροχή άνθρακα προκειμένου να λειτουργήσει μια μηχανή
ανθράκευσης	noun	γενική ενικού του ανθράκευση
ανθράκων	noun	γενική πληθυντικού του άνθρακας
ανθράκωνα	=	ανθρακώνω
ανθράκωναν	=	ανθρακώνω
ανθράκωνε	=	ανθρακώνω
ανθράκωνες	=	ανθρακώνω
ανθράκωσα	=	ανθρακώνω
ανθράκωσαν	=	ανθρακώνω
ανθράκωσε	=	ανθρακώνω
ανθράκωσες	=	ανθρακώνω
ανθράκωση	noun	η ανθρακοποίηση
ανθράκωσης	noun	γενική ενικού του ανθράκωση
ανθρακένια	=	ανθρακένιο
ανθρακένιο	noun	πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας με τρεις συγχωνευμένους βενζολικούς δακτυλίους (C₁₄H₁₀), χρήσιμος στη χημική σύνθεση, ιδιαίτερα για χρωστικές ουσίες και ως δείκτης φωταύγειας
ανθρακένιου	=	ανθρακένιο
ανθρακένιων	=	ανθρακένιο
ανθρακή	=	ανθρακής
ανθρακής	adj	που έχει το χρώμα του άνθρακα
ανθρακί	noun	το χρώμα του άνθρακα	adj	άκλιτος τύπος του ανθρακής για όλα τα γένη
ανθρακίτες	=	ανθρακίτης
ανθρακίτη	=	ανθρακίτης
ανθρακίτης	noun	κάρβουνο καλής ποιότητας
ανθρακαποθήκες	=	ανθρακαποθήκη
ανθρακαποθήκη	noun	η αποθήκη άνθρακα, όπου φυλάσσεται κάρβουνο
ανθρακαποθήκης	=	ανθρακαποθήκη
ανθρακαποθηκών	=	ανθρακαποθήκη
ανθρακενίου	=	ανθρακένιο
ανθρακενίων	=	ανθρακένιο
ανθρακεύομαι	=	ανθρακεύω
ανθρακεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθράκευση
ανθρακεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθράκευση
ανθρακεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθράκευση
ανθρακεύω	verb	παρέχω άνθρακα, προκειμένου να λειτουργήσει μια μηχανή
ανθρακιά	noun	ζεστά ακόμα κάρβουνα χωρίς φλόγα ως μέσο ψησίματος φαγητού
ανθρακιάς	noun	γενική ενικού του ανθρακιά
ανθρακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρακιά
ανθρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρακικό
ανθρακικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρακικός
ανθρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρακική
ανθρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρακικός
ανθρακικής	adj	γενική ενικού του ανθρακική
ανθρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρακικός
ανθρακικού	adj	γενική ενικού του ανθρακικός
ανθρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρακικός
ανθρακικό	noun	χημική ουσία γνωστή στη χημεία ως ανθρακικό οξύ
ανθρακικός	adj	για χημικές ενώσεις που περιέχουν άνθρακα
ανθρακικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρακικός
ανθρακιοί	=	ανθρακής
ανθρακιού	=	ανθρακής
ανθρακιούς	=	ανθρακής
ανθρακιτών	=	ανθρακίτης
ανθρακιών	=	ανθρακιά
ανθρακοειδές	=	ανθρακοειδής
ανθρακοειδή	=	ανθρακοειδής
ανθρακοειδής	adj	που μοιάζει με άνθρακα, που έχει το χρώμα του
ανθρακοειδείς	=	ανθρακοειδής
ανθρακοειδούς	=	ανθρακοειδής
ανθρακοειδών	=	ανθρακοειδής
ανθρακονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρακόνημα
ανθρακονήματος	noun	γενική ενικού του ανθρακόνημα
ανθρακονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρακόνημα
ανθρακοπισσών	=	ανθρακόπισσα
ανθρακοποίηση	noun	η μετατροπή του ξύλου (ή άλλων υλικών) που καίγεται σε άνθρακα
ανθρακοποίησης	noun	γενική ενικού του ανθρακοποίηση
ανθρακοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρακοποίηση
ανθρακοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρακοποίηση
ανθρακοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθρακοποίηση
ανθρακοφόρα	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρας	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρε	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρες	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρο	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόροι	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρος	adj	αυτός που φέρει άνθρακα
ανθρακοφόρου	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρους	=	ανθρακοφόρος
ανθρακοφόρων	=	ανθρακοφόρος
ανθρακούχα	=	ανθρακούχος
ανθρακούχας	=	ανθρακούχος
ανθρακούχε	=	ανθρακούχος
ανθρακούχες	=	ανθρακούχος
ανθρακούχο	=	ανθρακούχος
ανθρακούχοι	=	ανθρακούχος
ανθρακούχος	adj	που περιέχει άνθρακα
ανθρακούχου	=	ανθρακούχος
ανθρακούχους	=	ανθρακούχος
ανθρακούχων	=	ανθρακούχος
ανθρακωδών	=	ανθρακώδης
ανθρακωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρακωρυχείο
ανθρακωρυχείο	noun	ορυχείο εξαγωγής άνθρακα
ανθρακωρυχείου	noun	γενική ενικού του ανθρακωρυχείο
ανθρακωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρακωρυχείο
ανθρακωρύχε	noun	κλητική ενικού του ανθρακωρύχος
ανθρακωρύχο	noun	αιτιατική ενικού του ανθρακωρύχος
ανθρακωρύχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρακωρύχος
ανθρακωρύχος	noun	που δουλεύει σε ανθρακωρυχείο εξορύσσοντας άνθρακα
ανθρακωρύχου	noun	γενική ενικού του ανθρακωρύχος
ανθρακωρύχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρακωρύχος
ανθρακωρύχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρακωρύχος
ανθρακωτήρας	noun|formal	το καρμπιρατέρ
ανθρακόνημα	noun	ανθεκτικό, συνθετικό υλικό το οποίο κατασκευάζεται από νήματα που μετά από κατάλληλη επεξεργασία περιέχουν μεγάλη ποσότητα άνθρακα
ανθρακόπισσα	noun	παχύρρευστη, σκουρόχρωμη ουσία με έντονη οσμή, που παράγεται κατά την πυρογενή απόσταξη ασφαλτούχου άνθρακα και χρησιμοποιείται κυρίως στη χημική βιομηχανία και ως προστατευτικό υλικό
ανθρακόπισσας	=	ανθρακόπισσα
ανθρακόπισσες	=	ανθρακόπισσα
ανθρακώδεις	=	ανθρακώδης
ανθρακώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανθρακώδης
ανθρακώδη	=	ανθρακώδης
ανθρακώδης	adj	άλλη μορφή του ανθρακοειδής
ανθρακώδους	=	ανθρακώδης
ανθρακώναμε	=	ανθρακώνω
ανθρακώναν	=	ανθρακώνω
ανθρακώνανε	=	ανθρακώνω
ανθρακώνατε	=	ανθρακώνω
ανθρακώνει	=	ανθρακώνω
ανθρακώνεις	=	ανθρακώνω
ανθρακώνετε	=	ανθρακώνω
ανθρακώνοντας	=	ανθρακώνω
ανθρακώνουμε	=	ανθρακώνω
ανθρακώνουν	=	ανθρακώνω
ανθρακώνουνε	=	ανθρακώνω
ανθρακώνω	verb	απανθρακώνω, καρβουνιάζω
ανθρακώσαμε	=	ανθρακώνω
ανθρακώσαν	=	ανθρακώνω
ανθρακώσανε	=	ανθρακώνω
ανθρακώσατε	=	ανθρακώνω
ανθρακώσει	=	ανθρακώνω
ανθρακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθράκωση
ανθρακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθράκωση
ανθρακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθράκωση
ανθρακώστε	=	ανθρακώνω
ανθρωπάκι	noun	το μωρό
ανθρωπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπάκι
ανθρωπάκο	noun	αιτιατική ενικού του ανθρωπάκος
ανθρωπάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπάκος
ανθρωπάκος	noun	άλλη μορφή του ανθρωπάκι
ανθρωπάκου	noun	γενική ενικού του ανθρωπάκος
ανθρωπάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπάκος
ανθρωπάκων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπάκος
ανθρωπάρια	=	ανθρωπάριο
ανθρωπάριο	noun|formal	χαρακτηρισμός αναξιοπρεπούς ανθρώπου
ανθρωπάριου	=	ανθρωπάριο
ανθρωπάριων	=	ανθρωπάριο
ανθρωπέψαμε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψαν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψανε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψατε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψει	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψεις	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψετε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψομε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψου	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψουμε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψουν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψουνε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψτε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπέψω	=	ανθρωπεύω
ανθρωπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπίδης
ανθρωπίνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ανθρώπινος
ανθρωπίνων	adj	ανθρώπινος, ανθρώπινη, γενική πληθυντικού του ανθρώπινο (λόγιο)
ανθρωπίνως	=	ανθρώπινα
ανθρωπίστρια	=	ανθρωπιστής
ανθρωπίστριας	noun	γενική ενικού του ανθρωπίστρια
ανθρωπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπίστρια
ανθρωπαρίου	=	ανθρωπάριο
ανθρωπαρίων	=	ανθρωπάριο
ανθρωπεία	=	ανθρώπειος
ανθρωπεμένος	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεμπορία	noun	η δουλεμπορία
ανθρωπεμπορίας	=	ανθρωπεμπορία
ανθρωπεμπορίες	=	ανθρωπεμπορία
ανθρωπεμποριών	=	ανθρωπεμπορία
ανθρωπευμένος	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτήκαμε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτήκαν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτήκανε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτήκατε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτεί	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτείς	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτείτε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτούμε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτούν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτούνε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευτώ	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόμασταν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόμαστε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόμουν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόμουνα	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόντουσαν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόσασταν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόσαστε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόσουν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόσουνα	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευόταν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπευότανε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύαμε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύαν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύανε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύατε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύει	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύεις	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύεσαι	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύεστε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύεται	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύετε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύομαι	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύομε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύονται	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύονταν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύοντας	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύουμε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύουν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύουνε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύτε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύτηκα	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύτηκαν	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύτηκε	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύτηκες	=	ανθρωπεύω
ανθρωπεύω	verb	εξανθρωπίζω, εκπολιτίζω
ανθρωπιά	noun	η ιδιότητα αυτού που είναι καλός άνθρωπος, που έχει καλοσύνη και νοιάζεται για τον συνάνθρωπό του
ανθρωπιάς	noun	γενική ενικού του ανθρωπιά
ανθρωπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπιά
ανθρωπικά	=	ανθρωπικός
ανθρωπικέ	=	ανθρωπικός
ανθρωπικές	=	ανθρωπικός
ανθρωπική	=	ανθρωπικός
ανθρωπικής	=	ανθρωπικός
ανθρωπικοί	=	ανθρωπικός
ανθρωπικού	=	ανθρωπικός
ανθρωπικούς	=	ανθρωπικός
ανθρωπικό	=	ανθρωπικός
ανθρωπικός	adj	που έχει σχέση με τον άνθρωπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ανθρωπικών	=	ανθρωπικός
ανθρωπινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπινό	adv	άλλη μορφή του ανθρώπινα
ανθρωπινέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωπινός
ανθρωπινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπινή
ανθρωπινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπινός
ανθρωπινής	adj	γενική ενικού του ανθρωπινή
ανθρωπινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπινός
ανθρωπινοτήτων	=	ανθρωπινότητα
ανθρωπινού	adj	γενική ενικού του ανθρωπινός
ανθρωπινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπινός
ανθρωπινό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπινός
ανθρωπινός	adj	κόσμιος, ευπρεπής, που δείχνει ή φαίνεται πως είναι σε επίπεδο αντάξιο των ανθρώπων, που είναι της ανθρωπιάς
ανθρωπινότητα	noun	ανθρωπιά
ανθρωπινότητας	=	ανθρωπινότητα
ανθρωπινότητες	=	ανθρωπινότητα
ανθρωπινών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωπινός
ανθρωπισμέ	noun	κλητική ενικού του ανθρωπισμός
ανθρωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπισμός
ανθρωπισμού	noun	γενική ενικού του ανθρωπισμός
ανθρωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπισμός
ανθρωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανθρωπισμός
ανθρωπισμός	noun	πνευματικό κίνημα της Αναγέννησης που έδινε έμφαση στη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας
ανθρωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπισμός
ανθρωπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπιστής
ανθρωπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανθρωπιστής
ανθρωπιστής	noun	ο φιλάνθρωπος, αυτός που ενδιαφέρεται και συναισθηματικά, θεωρητικά, αλλά και έμπρακτα για τους άλλους, αυτός που βοηθά όσους έχουν ανάγκη
ανθρωπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπιστικό	adv	με βάση τη σκέψη της αξιοπρέπειας του ανθρώπινου πνεύματος, με ανθρωπιστικό τρόπο
ανθρωπιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπιστική
ανθρωπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικής	adj	γενική ενικού του ανθρωπιστική
ανθρωπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικού	adj	γενική ενικού του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικός	adj	που σχετίζεται με την προσφορά στο συνάνθρωπο
ανθρωπιστικότατα	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατε	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατες	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατη	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατης	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατο	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατοι	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατος	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατου	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατους	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότατων	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερα	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερε	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερες	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερη	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερης	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερο	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότεροι	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερος	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερου	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερους	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικότερων	=	ανθρωπιστικός
ανθρωπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωπιστικός
ανθρωπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπίστρια
ανθρωπιστών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπιστής
ανθρωπιών	=	ανθρωπιά
ανθρωποέτη	=	ανθρωποέτος
ανθρωποέτος	noun	υπολογιστική μονάδα που αντιστοιχεί στην ποσότητα εργασίας που εκτελεί ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης σε διάστημα ενός έτους
ανθρωποέτους	=	ανθρωποέτος
ανθρωποβιολογία	noun	διεπιστημονικός κλάδος που εξετάζει τη βιολογική φύση και εξέλιξη του ανθρώπου, συνδυάζοντας δεδομένα από τη γενετική, την ανατομία, τη φυσική ανθρωπολογία και την οικολογία
ανθρωποβιολογίας	=	ανθρωποβιολογία
ανθρωποβιολογίες	=	ανθρωποβιολογία
ανθρωποβιολογιών	=	ανθρωποβιολογία
ανθρωποβόρα	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρας	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρε	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρες	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρο	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόροι	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρος	adj|formal	που τρώει ανθρώπους
ανθρωποβόρου	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρους	=	ανθρωποβόρος
ανθρωποβόρων	=	ανθρωποβόρος
ανθρωπογένεση	noun	η διαδικασία και η επιστημονική μελέτη της προέλευσης και της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου, τόσο ως βιολογικού είδους όσο και ως μέλους του ζωικού κόσμου
ανθρωπογένεσης	=	ανθρωπογένεση
ανθρωπογενές	=	ανθρωπογενής
ανθρωπογενέσεις	=	ανθρωπογένεση
ανθρωπογενέσεων	=	ανθρωπογένεση
ανθρωπογενέσεως	=	ανθρωπογένεση
ανθρωπογενή	=	ανθρωπογενής
ανθρωπογενής	adj	που έχει φτιαχτεί από άνθρωπο
ανθρωπογενείς	=	ανθρωπογενής
ανθρωπογενούς	=	ανθρωπογενής
ανθρωπογενών	=	ανθρωπογενής
ανθρωπογεωγράφε	=	ανθρωπογεωγράφος
ανθρωπογεωγράφο	=	ανθρωπογεωγράφος
ανθρωπογεωγράφοι	=	ανθρωπογεωγράφος
ανθρωπογεωγράφος	noun	που ασχολείται (επιστημονικά και επαγγελματικά) με την ανθρωπογεωγραφία
ανθρωπογεωγράφου	=	ανθρωπογεωγράφος
ανθρωπογεωγράφους	=	ανθρωπογεωγράφος
ανθρωπογεωγράφων	=	ανθρωπογεωγράφος
ανθρωπογεωγραφία	noun	η επιστήμη που ερευνά τη σχέση του ανθρώπου προς το γεωγραφικό περιβάλλον του
ανθρωπογεωγραφίας	noun	γενική ενικού του ανθρωπογεωγραφία
ανθρωπογεωγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπογεωγραφία
ανθρωπογεωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανθρωπογεωγραφικός	adv	με τον τρόπο της ανθρωπογεωγραφίας
ανθρωπογεωγραφικέ	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικές	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφική	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικής	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικοί	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικού	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικούς	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικό	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφικός	adj	που έχει σχέση με την ανθρωπογεωγραφία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ανθρωπογεωγραφικών	=	ανθρωπογεωγραφικός
ανθρωπογεωγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπογεωγραφία
ανθρωπογνωσία	noun|formal	η μελέτη του ανθρώπου και η γνώση του χαρακτήρα και των ιδιοτήτων του
ανθρωπογνωσίας	noun	γενική ενικού του ανθρωπογνωσία
ανθρωπογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπογνωσία
ανθρωπογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπογνωσία
ανθρωπογνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανθρωπογνωστικός	adv	με ανθρωπογνωστικό τρόπο
ανθρωπογνωστικέ	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικές	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστική	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικής	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικοί	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικού	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικούς	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικό	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστικός	adj	που έχει σχέση με την ανθρωπογνωσία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ανθρωπογνωστικών	=	ανθρωπογνωστικός
ανθρωπογνωστών	=	ανθρωπογνώστης
ανθρωπογνώστες	=	ανθρωπογνώστης
ανθρωπογνώστη	=	ανθρωπογνώστης
ανθρωπογνώστης	noun	κάποιος που ασχολείται με την ανθρωπογνωσία
ανθρωπογονία	noun	η δημιουργία του ανθρώπινου είδους
ανθρωπογονίας	=	ανθρωπογονία
ανθρωπογονίες	=	ανθρωπογονία
ανθρωπογονιών	=	ανθρωπογονία
ανθρωποδυνάμεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποδύναμη
ανθρωποδυνάμεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποδύναμη
ανθρωποδυνάμεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθρωποδύναμη
ανθρωποδύναμη	noun	το ανθρώπινο δυναμικό μιας επιχείρησης, εταιρείας κ.λπ.
ανθρωποδύναμης	noun	γενική ενικού του ανθρωποδύναμη
ανθρωποειδές	noun	μέλος της υπεροικογένειας των ανθρωποειδών
ανθρωποειδή	=	ανθρωποειδής
ανθρωποειδής	adj	που μοιάζει με άνθρωπο, που έχει παρόμοια χαρακτηριστικά
ανθρωποειδείς	=	ανθρωποειδής
ανθρωποειδούς	=	ανθρωποειδής
ανθρωποειδών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποειδές	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανθρωποειδής
ανθρωποετών	=	ανθρωποέτος
ανθρωποζωικά	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικέ	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικές	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωική	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικής	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικοί	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικού	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικούς	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικό	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωικός	adj	που δηλώνει την περίοδο της ιστορίας της Γης κατά την οποία ο άνθρωπος αναδείχθηκε σε κυρίαρχο είδος, επιδρώντας καταλυτικά στο περιβάλλον και στη μορφή του πλανήτη
ανθρωποζωικών	=	ανθρωποζωικός
ανθρωποζωονόσε	=	ανθρωποζωονόσος
ανθρωποζωονόσο	=	ανθρωποζωονόσος
ανθρωποζωονόσοι	=	ανθρωποζωονόσος
ανθρωποζωονόσος	noun	λοιμώδης νόσος που κυκλοφορεί μεταξύ ανθρώπων και ζώων, με δυνατότητα μετάδοσης και στις δύο κατευθύνσεις, συνήθως μέσω άμεσης επαφής ή φορέων
ανθρωποζωονόσου	=	ανθρωποζωονόσος
ανθρωποζωονόσους	=	ανθρωποζωονόσος
ανθρωποζωονόσων	=	ανθρωποζωονόσος
ανθρωποημέρα	noun	υπολογιστική μονάδα που αντιστοιχεί στην ποσότητα εργασίας που εκτελεί ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης σε διάστημα μιας ημέρας
ανθρωποημέρας	=	ανθρωποημέρα
ανθρωποημέρες	=	ανθρωποημέρα
ανθρωποημερών	=	ανθρωποημέρα
ανθρωποθάλασσα	noun	μεγάλο πλήθος ανθρώπων (που έχουν συγκεντρωθεί για κάποιο σκοπό)
ανθρωποθάλασσας	noun	γενική ενικού του ανθρωποθάλασσα
ανθρωποθάλασσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποθάλασσα
ανθρωποθαλασσών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποθάλασσα
ανθρωποθεριστάδες	=	ανθρωποθεριστής
ανθρωποθεριστάδων	=	ανθρωποθεριστής
ανθρωποθεριστές	=	ανθρωποθεριστής
ανθρωποθεριστή	=	ανθρωποθεριστής
ανθρωποθεριστής	noun	ο χάρος, αυτός που θερίζει (σκοτώνει) ανθρώπους
ανθρωποθεριστών	=	ανθρωποθεριστής
ανθρωποθυσία	noun	θυσία (ή γενικότερα θανάτωση) ανθρώπων και προσφορά τους σε κάποια ανώτερη δύναμη
ανθρωποθυσίας	noun	γενική ενικού του ανθρωποθυσία
ανθρωποθυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποθυσία
ανθρωποθυσιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποθυσία
ανθρωποκαίνου	=	ανθρωπόκαινο
ανθρωποκαίνων	=	ανθρωπόκαινο
ανθρωποκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανθρωποκεντρικός	adv	με ανθρωποκεντρικό τρόπο
ανθρωποκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκεντρική
ανθρωποκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρικής	adj	γενική ενικού του ανθρωποκεντρική
ανθρωποκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρικοτήτων	=	ανθρωποκεντρικότητα
ανθρωποκεντρικού	adj	γενική ενικού του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρικός	adj	που έχει ως κέντρο του τον άνθρωπο, που σχετίζεται με τον ανθρωποκεντρισμό
ανθρωποκεντρικότητα	noun	που έχει κέντρο τον άνθρωπο, η ιδιότητα του ανθρωποκεντρικού
ανθρωποκεντρικότητας	=	ανθρωποκεντρικότητα
ανθρωποκεντρικότητες	=	ανθρωποκεντρικότητα
ανθρωποκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωποκεντρικός
ανθρωποκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του ανθρωποκεντρισμός
ανθρωποκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκεντρισμός
ανθρωποκεντρισμού	noun	γενική ενικού του ανθρωποκεντρισμός
ανθρωποκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωποκεντρισμός
ανθρωποκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανθρωποκεντρισμός
ανθρωποκεντρισμός	noun	η φιλοσοφική πίστη ότι ο άνθρωπος ως εσωτερικότητα (σκέψη) και εξωτερικότητα (πράξη) είναι ο σκοπός της παρούσης διάστασης του Θεού και της φύσης και του προσώπου
ανθρωποκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποκεντρισμός
ανθρωποκρατία	noun	η θεώρηση ότι η θεία δημιουργία έχει ως σκοπό και επίκεντρο τον άνθρωπο
ανθρωποκρατίας	noun	γενική ενικού του ανθρωποκρατία
ανθρωποκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκρατία
ανθρωποκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποκρατία
ανθρωποκτονία	noun	η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής
ανθρωποκτονίας	noun	γενική ενικού του ανθρωποκτονία
ανθρωποκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκτονία
ανθρωποκτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκτονικό
ανθρωποκτονικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκτονική
ανθρωποκτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονικής	adj	γενική ενικού του ανθρωποκτονική
ανθρωποκτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονικού	adj	γενική ενικού του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονικός	adj	που έχει σχέση με την ανθρωποκτονία ή τον ανθρωποκτόνο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ανθρωποκτονικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωποκτονικός
ανθρωποκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποκτονία
ανθρωποκτόνα	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνας	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνε	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνες	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνο	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνοι	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνος	noun	ανθρωποκτόνος	adj	που προκαλεί το θάνατο ανθρώπων
ανθρωποκτόνου	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνους	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκτόνων	=	ανθρωποκτόνος
ανθρωποκυνηγητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποκυνηγητό
ανθρωποκυνηγητού	noun	γενική ενικού του ανθρωποκυνηγητό
ανθρωποκυνηγητό	noun	το κυνηγητό, η καταδίωξη κάποιων ανθρώπων, με σκοπό τη σύλληψή τους (ή και άλλους σκοπούς)
ανθρωποκυνηγητών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποκυνηγητό
ανθρωπολατρία	noun	άλλη γραφή του ανθρωπολατρεία
ανθρωπολατρίας	noun	γενική ενικού του ανθρωπολατρία
ανθρωπολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολατρία
ανθρωπολατρεία	noun	η λατρεία ή η υπερβολική αγάπη για (κάποιον) άνθρωπο
ανθρωπολατρείας	noun	γενική ενικού του ανθρωπολατρεία
ανθρωπολατρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολατρεία
ανθρωπολατρειών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπολατρεία
ανθρωπολατριών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπολατρία
ανθρωπολεπτά	=	ανθρωπολεπτό
ανθρωπολεπτού	=	ανθρωπολεπτό
ανθρωπολεπτό	noun	υπολογιστική μονάδα που αντιστοιχεί στην ποσότητα εργασίας που εκτελεί ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης σε διάστημα ενός λεπτού
ανθρωπολεπτών	=	ανθρωπολεπτό
ανθρωπολογία	noun	επιστήμη που μελετά τον άνθρωπο από άποψη ανατομική, βιολογική, πολιτισμική, κοινωνική κ.λπ.
ανθρωπολογίας	noun	γενική ενικού του ανθρωπολογία
ανθρωπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολογία
ανθρωπολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολογικό	adv	από την άποψη της ανθρωπολογίας
ανθρωπολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολογική
ανθρωπολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικής	adj	γενική ενικού του ανθρωπολογική
ανθρωπολογικο	=	ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικού	adj	γενική ενικού του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογικός	adj	που έχει σχέση με την ανθρωπολογία ή τον ανθρωπολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ανθρωπολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωπολογικός
ανθρωπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπολογία
ανθρωπολόγε	noun	κλητική ενικού του ανθρωπολόγος
ανθρωπολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ανθρωπολόγος
ανθρωπολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπολόγος
ανθρωπολόγος	noun	που ασχολείται με την ανθρωπολογία
ανθρωπολόγου	noun	γενική ενικού του ανθρωπολόγος
ανθρωπολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπολόγος
ανθρωπολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπολόγος
ανθρωπολόι	noun	ανθρωποσύναξη
ανθρωπολόια	=	ανθρωπολόι
ανθρωπομάζα	noun	συγκεντρωμένο πλήθος ανθρώπων
ανθρωπομάζας	noun	γενική ενικού του ανθρωπομάζα
ανθρωπομάζεμα	noun	άλλη μορφή του ανθρωπομάζωμα
ανθρωπομάζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομάζα
ανθρωπομάζωμα	noun	ανθρωποσύναξη
ανθρωπομάνι	noun	πλήθος ανθρώπων, λαού, λαομάνι, μπόλικος κοσμάκης που τρέχει στις δουλειές του, κάτι κάνει (όχι ακριβώς η έννοια της λαοθάλασσας, που συνήθως χρησιμοποιείται για συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας)
ανθρωπομάνια	=	ανθρωπομάνι
ανθρωπομήνα	=	ανθρωπομήνας
ανθρωπομήνας	noun	υπολογιστική μονάδα που αντιστοιχεί στην ποσότητα εργασίας που εκτελεί ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης σε διάστημα ενός μήνα
ανθρωπομήνες	=	ανθρωπομήνας
ανθρωπομαζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομάζεμα
ανθρωπομαζέματος	noun	γενική ενικού του ανθρωπομάζεμα
ανθρωπομαζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπομάζεμα
ανθρωπομαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπομάζωμα
ανθρωπομαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομάζωμα
ανθρωπομαζώματος	noun	γενική ενικού του ανθρωπομάζωμα
ανθρωπομαζών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπομάζα
ανθρωπομετρία	noun	επιστημονικός τομέας που μελετά τις αναλογίες και τις μετρήσεις των διαστάσεων ενός ανθρωπίνου σώματος
ανθρωπομετρίας	noun	γενική ενικού του ανθρωπομετρία
ανθρωπομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομετρία
ανθρωπομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομετρικό
ανθρωπομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομετρική
ανθρωπομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετρικής	adj	γενική ενικού του ανθρωπομετρική
ανθρωπομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετρικού	adj	γενική ενικού του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετρικός	adj	που έχει σχέση με την ανθρωπομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανθρωπομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωπομετρικός
ανθρωπομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπομετρία
ανθρωπομηνών	=	ανθρωπομήνας
ανθρωπομορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ανθρωπομορφικό) του ανθρωπομορφικός	adv	με ανθρωπομορφικό τρόπο
ανθρωπομορφικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομορφική
ανθρωπομορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφικής	adj	γενική ενικού του ανθρωπομορφική
ανθρωπομορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφικού	adj	γενική ενικού του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφικός	adj	που έχει σχέση με τον ανθρωπομορφισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
ανθρωπομορφικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωπομορφικός
ανθρωπομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του ανθρωπομορφισμός
ανθρωπομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπομορφισμός
ανθρωπομορφισμού	noun	γενική ενικού του ανθρωπομορφισμός
ανθρωπομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπομορφισμός
ανθρωπομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανθρωπομορφισμός
ανθρωπομορφισμός	noun	αντίληψη των ανθρώπων για τους θεούς, που απέδιδε σε αυτούς ανθρώπινα χαρακτηριστικά, με εξαίρεση την αθανασία τους και τις ξεχωριστές ικανότητες τους
ανθρωπομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπομορφισμός
ανθρωποπάζαρα	=	ανθρωποπάζαρο
ανθρωποπάζαρο	noun	μέρος όπου πουλιούνται και αγοράζονται άνθρωποι (ως δούλοι ή σκλάβοι)
ανθρωποπάζαρου	=	ανθρωποπάζαρο
ανθρωποπάζαρων	=	ανθρωποπάζαρο
ανθρωποπίθηκε	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπίθηκο	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπίθηκοι	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπίθηκος	noun|dated	άλλη μορφή του πιθηκάνθρωπος
ανθρωποπίθηκου	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπίθηκους	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπίθηκων	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπαύσεις	=	ανθρωπόπαυση
ανθρωποπαύσεων	=	ανθρωπόπαυση
ανθρωποπιθήκου	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπιθήκους	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπιθήκων	=	ανθρωποπίθηκος
ανθρωποπλημμυρών	=	ανθρωποπλημμύρα
ανθρωποπλημμύρα	noun	πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι
ανθρωποπλημμύρας	=	ανθρωποπλημμύρα
ανθρωποπλημμύρες	=	ανθρωποπλημμύρα
ανθρωποποίηση	noun	η διαδικασία της εξέλιξης μέσω της οποίας ο άνθρωπος απέκτησε τα διακριτά χαρακτηριστικά του από τα υπόλοιπα ζώα
ανθρωποποίησης	=	ανθρωποποίηση
ανθρωποποιήσεις	=	ανθρωποποίηση
ανθρωποποιήσεων	=	ανθρωποποίηση
ανθρωποπουλιού	=	ανθρωποπούλι
ανθρωποπουλιών	=	ανθρωποπούλι
ανθρωποπούλι	noun	η κουκουβάγια τυτώ (Tyto alba)
ανθρωποπούλια	=	ανθρωποπούλι
ανθρωποσοφία	noun	φιλοσοφικό και πνευματικό ρεύμα με ρίζες στον χριστιανικό μυστικισμό, που διδάσκει πως ο άνθρωπος μπορεί, μέσω εσωτερικής άσκησης και γνώσης, να αποκτήσει άμεση πρόσβαση σε υπεραισθητές και πνευματικές πραγματικότητες
ανθρωποσοφίας	=	ανθρωποσοφία
ανθρωποσοφίες	=	ανθρωποσοφία
ανθρωποσοφιών	=	ανθρωποσοφία
ανθρωποσυνάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποσύναξη
ανθρωποσυνάξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποσύναξη
ανθρωποσυνάξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανθρωποσύναξη
ανθρωποσφαγές	=	ανθρωποσφαγή
ανθρωποσφαγή	noun	σφαγή ανθρώπων (σε μεγάλη κλίμακα), μεγάλος σκοτωμός
ανθρωποσφαγής	=	ανθρωποσφαγή
ανθρωποσφαγών	=	ανθρωποσφαγή
ανθρωποσωτήρια	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριας	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριε	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριες	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριο	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριοι	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριος	adj|formal	που σώζει τον άνθρωπο ή σώζει την ψυχή του ανθρώπου
ανθρωποσωτήριου	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριους	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσωτήριων	=	ανθρωποσωτήριος
ανθρωποσύναξη	noun	σύναξη / μάζεμα ανθρώπων
ανθρωποσύναξης	noun	γενική ενικού του ανθρωποσύναξη
ανθρωποτήτων	=	ανθρωπότητα
ανθρωποφάγα	=	ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγας	=	ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγε	noun	κλητική ενικού του ανθρωποφάγος	adj	κλητική ενικού του ανθρωποφάγος (αρσενικό)
ανθρωποφάγες	=	ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγο	noun	αιτιατική ενικού του ανθρωποφάγος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποφάγος	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγος	adj	που τρώει ανθρώπινες σάρκες (λέγεται ιδιαίτερα για ανθρώπους)
ανθρωποφάγου	noun	γενική ενικού του ανθρωποφάγος	adj	αρσενικό ή θηλυκό γενική ενικού του ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωποφάγος	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωποφάγος
ανθρωποφάγων	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποφάγος
ανθρωποφαγία	noun	το φάγωμα ανθρώπινου κρέατος
ανθρωποφαγίας	noun	γενική ενικού του ανθρωποφαγία
ανθρωποφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποφαγία
ανθρωποφαγικά	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικέ	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικές	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγική	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ανθρωποφαγική) του ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικοί	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικού	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικούς	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικό	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγικός	adj	σχετικός με την ανθρωποφαγία
ανθρωποφαγικών	=	ανθρωποφαγικός
ανθρωποφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποφαγία
ανθρωποφοβία	noun	ψυχοπαθολογική φοβία και άγχος για τους ανθρώπους και γενικότερα τις κοινωνικές συναναστροφές και σχέσεις
ανθρωποφοβίας	noun	γενική ενικού του ανθρωποφοβία
ανθρωποφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποφοβία
ανθρωποφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποφοβία
ανθρωποωρών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωποώρα
ανθρωποώρα	noun	μονάδα που εκφράζει και μετράει την εργασία ενός ανθρώπου για μια ώρα
ανθρωποώρας	noun	γενική ενικού του ανθρωποώρα
ανθρωποώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωποώρα
ανθρωπωνυμία	noun	η επιστήμη (κλάδος της γλωσσολογίας) που μελετά τα ονόματα των ανθρώπων
ανθρωπωνυμίας	noun	γενική ενικού του ανθρωπωνυμία
ανθρωπωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπωνυμία
ανθρωπωνυμίου	=	ανθρωπωνύμιο
ανθρωπωνυμίων	=	ανθρωπωνύμιο
ανθρωπωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπωνυμικό
ανθρωπωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του ανθρωπωνυμικός
ανθρωπωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπωνυμική
ανθρωπωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπωνυμικός
ανθρωπωνυμικής	adj	γενική ενικού του ανθρωπωνυμική
ανθρωπωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπωνυμικός
ανθρωπωνυμικού	adj	γενική ενικού του ανθρωπωνυμικός
ανθρωπωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπωνυμικός
ανθρωπωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπωνυμικός	noun	προσηγορικό όνομα που παράγεται από ανθρωπωνύμιο
ανθρωπωνυμικός	adj	που έχει σχέση με τα ανθρωπωνυμικά ή τα ανθρωπωνύμια ή που αναφέρεται σ' αυτά
ανθρωπωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του ανθρωπωνυμικός
ανθρωπωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθρωπωνυμία
ανθρωπωνύμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπωνύμιο
ανθρωπωνύμιο	noun	το όνομα ενός ανθρώπου (κύριο όνομα, επώνυμο, ψευδώνυμο), κυρίως ως αντικείμενο εξέτασης από την επιστήμη της γλωσσολογίας
ανθρωπωνύμιου	=	ανθρωπωνύμιο
ανθρωπόκαινα	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινε	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινες	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινη	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινης	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινο	noun	γεωλογική περίοδος που προτείνεται για να δηλώσει τη φάση της ιστορίας της Γης στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα μετασχηματισμού του πλανήτη, κυρίως μέσω της τεχνολογίας, της κατανάλωσης και των επιπτώσεών τους στο κλίμα και τη βιοποικιλότητα
ανθρωπόκαινοι	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινος	adj	που αφορά γεωλογική περίοδο που προτείνεται για να δηλώσει τη φάση της ιστορίας της Γης στην οποία ο άνθρωπος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα μετασχηματισμού του πλανήτη, κυρίως μέσω της τεχνολογίας, της κατανάλωσης και των επιπτώσεών τους στο κλίμα και τη βιοποικιλότητα
ανθρωπόκαινου	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινους	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόκαινων	=	ανθρωπόκαινος
ανθρωπόμαζα	noun|dated	άλλη μορφή του ανθρωπομάζα
ανθρωπόμαζας	=	ανθρωπόμαζα
ανθρωπόμαζες	=	ανθρωπόμαζα
ανθρωπόμορφα	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφε	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφες	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφη	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφης	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφο	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφοι	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφος	adj	που έχει τη μορφή ανθρώπου
ανθρωπόμορφου	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφους	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόμορφων	=	ανθρωπόμορφος
ανθρωπόπαυση	noun	προσωρινή παγκόσμια επιβράδυνση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κυρίως κατά την πανδημία COVID-19, που επέτρεψε την αισθητή ανάκαμψη ορισμένων φυσικών και οικολογικών ισορροπιών
ανθρωπόπαυσης	=	ανθρωπόπαυση
ανθρωπότητα	noun	όλοι οι άνθρωποι, το ανθρώπινο γένος
ανθρωπότητας	noun	γενική ενικού του ανθρωπότητα
ανθρωπότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπότητα
ανθρωπόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπόφιλο
ανθρωπόφιλε	adj	κλητική ενικού του ανθρωπόφιλος
ανθρωπόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπόφιλη
ανθρωπόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρωπόφιλος
ανθρωπόφιλης	adj	γενική ενικού του ανθρωπόφιλη
ανθρωπόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ανθρωπόφιλος
ανθρωπόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρωπόφιλος
ανθρωπόφιλος	adj	που προτιμάει τους ανθρώπους
ανθρωπόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθρωπόφιλος
ανθρωπόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρωπόφιλος
ανθρωπόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθρωπόφιλος
ανθρώπεια	=	ανθρώπειος
ανθρώπειας	=	ανθρώπειος
ανθρώπειε	=	ανθρώπειος
ανθρώπειες	=	ανθρώπειος
ανθρώπειο	=	ανθρώπειος
ανθρώπειοι	=	ανθρώπειος
ανθρώπειος	adj|formal	που ταιριάζει σε άνθρωπο
ανθρώπειου	=	ανθρώπειος
ανθρώπειους	=	ανθρώπειος
ανθρώπειων	=	ανθρώπειος
ανθρώπευα	=	ανθρωπεύω
ανθρώπευαν	=	ανθρωπεύω
ανθρώπευε	=	ανθρωπεύω
ανθρώπευες	=	ανθρωπεύω
ανθρώπεψα	=	ανθρωπεύω
ανθρώπεψαν	=	ανθρωπεύω
ανθρώπεψε	=	ανθρωπεύω
ανθρώπεψες	=	ανθρωπεύω
ανθρώπινα	adv	με ανθρώπινο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανθρώπινος
ανθρώπινε	adj	κλητική ενικού του ανθρώπινος
ανθρώπινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθρώπινη
ανθρώπινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθρώπινος
ανθρώπινης	adj	γενική ενικού του ανθρώπινη
ανθρώπινο	adj	αιτιατική ενικού του ανθρώπινος
ανθρώπινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθρώπινος
ανθρώπινος	adj	ό,τι ανήκει στον άνθρωπο ή τον χαρακτηρίζει
ανθρώπινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ανθρώπινος
ανθρώπινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθρώπινος
ανθρώπινων	adj	γενική πληθυντικού του ανθρώπινος
ανθρώπου	noun	γενική ενικού του άνθρωπος
ανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άνθρωπος
ανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του άνθρωπος
ανθσγος	=	ανθυποσμηναγός
ανθσγός	abbrev	ανθυποσμηναγός
ανθστής	abbrev	ανθυπασπιστής
ανθυγιεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυγιεινό	adv	με ανθυγιεινό τρόπο
ανθυγιεινέ	adj	κλητική ενικού του ανθυγιεινός
ανθυγιεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυγιεινή
ανθυγιεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθυγιεινός
ανθυγιεινής	adj	γενική ενικού του ανθυγιεινή
ανθυγιεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυγιεινός
ανθυγιεινοτήτων	=	ανθυγιεινότητα
ανθυγιεινού	adj	γενική ενικού του ανθυγιεινός
ανθυγιεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθυγιεινός
ανθυγιεινό	adj	αιτιατική ενικού του ανθυγιεινός
ανθυγιεινός	adj	που είναι αντίθετος με τους κανόνες της υγιεινής, που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία
ανθυγιεινότητα	noun	η ιδιότητα του ανθυγιεινού
ανθυγιεινότητας	noun	γενική ενικού του ανθυγιεινότητα
ανθυγιεινότητες	=	ανθυγιεινότητα
ανθυγιεινών	adj	γενική πληθυντικού του ανθυγιεινός
ανθυπάτου	noun	γενική ενικού του ανθύπατος
ανθυπάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθύπατος
ανθυπάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθύπατος
ανθυπίατρε	noun	κλητική ενικού του ανθυπίατρος
ανθυπίατρο	noun	αιτιατική ενικού του ανθυπίατρος
ανθυπίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυπίατρος
ανθυπίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού
ανθυπίατρου	noun	γενική ενικού του ανθυπίατρος
ανθυπίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπίατρος
ανθυπίατρων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπίατρος
ανθυπίλαρχε	noun	κλητική ενικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπίλαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπίλαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπίλαρχος	noun	αξιωματικός του ιππικού
ανθυπίλαρχου	noun	γενική ενικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπίλαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπίλαρχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπασπίστρια	=	ανθυπασπιστής
ανθυπασπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυπασπιστής
ανθυπασπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανθυπασπιστής
ανθυπασπιστής	noun	στρατιωτικός με βαθμό ανώτερο των υπαξιωματικών και κατώτερο των κατώτερων αξιωματικών
ανθυπασπιστών	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπασπιστής
ανθυπαστυνόμε	noun	κλητική ενικού του ανθυπαστυνόμος
ανθυπαστυνόμο	noun	αιτιατική ενικού του ανθυπαστυνόμος
ανθυπαστυνόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυπαστυνόμος
ανθυπαστυνόμος	noun	βαθμός της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται ιεραρχικά μεταξύ Υπαξιωματικών και Αξιωματικών, ανώτερος από αρχιφύλακα, κατώτερος από υπαστυνόμο
ανθυπαστυνόμου	noun	γενική ενικού του ανθυπαστυνόμος
ανθυπαστυνόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπαστυνόμος
ανθυπαστυνόμων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπαστυνόμος
ανθυπιάτρου	noun	γενική ενικού του ανθυπίατρος
ανθυπιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπίατρος
ανθυπιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπίατρος
ανθυπιλάρχου	noun	γενική ενικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπιλάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπίλαρχος
ανθυπιλάρχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπίλαρχος
ανθυποβρυχίου	=	ανθυποβρύχιο
ανθυποβρυχίων	=	ανθυποβρύχιο
ανθυποβρυχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυποβρυχιακό	adv	εναντίον των εχθρικών υποβρυχίων
ανθυποβρυχιακέ	adj	κλητική ενικού του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρυχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυποβρυχιακή
ανθυποβρυχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρυχιακής	adj	γενική ενικού του ανθυποβρυχιακή
ανθυποβρυχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρυχιακού	adj	γενική ενικού του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρυχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρυχιακό	adj	αιτιατική ενικού του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρυχιακός	adj	που σκοπεύει να πλήξει τα (εχθρικά) υποβρύχια
ανθυποβρυχιακών	adj	γενική πληθυντικού του ανθυποβρυχιακός
ανθυποβρύχια	=	ανθυποβρύχιο
ανθυποβρύχιο	noun	υποβρύχιο που χρησιμοποιείται σε ανθυποβρυχιακές επχειρήσεις
ανθυποβρύχιου	=	ανθυποβρύχιο
ανθυποβρύχιων	=	ανθυποβρύχιο
ανθυποκτηνίατρε	noun	κλητική ενικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνίατρο	noun	αιτιατική ενικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνίατρος	noun	βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του ανθυπίατρου
ανθυποκτηνίατρου	noun	γενική ενικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνίατρων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνιάτρου	noun	γενική ενικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυποκτηνιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυποκτηνίατρος
ανθυπολοχαγέ	noun	κλητική ενικού του ανθυπολοχαγός
ανθυπολοχαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυπολοχαγός
ανθυπολοχαγού	noun	γενική ενικού του ανθυπολοχαγός
ανθυπολοχαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπολοχαγός
ανθυπολοχαγό	noun	αιτιατική ενικού του ανθυπολοχαγός
ανθυπολοχαγός	noun	ο κατώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ανθυπασπιστή και κατώτερο του υπολοχαγού
ανθυπολοχαγών	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπολοχαγός
ανθυπομειδίαμα	noun	υπερβολική μορφή τού υπομειδίαμα
ανθυπομειδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυπομειδίαμα
ανθυπομειδιάματος	noun	γενική ενικού του ανθυπομειδίαμα
ανθυπομειδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομειδιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπομειδίαμα
ανθυπομειδιώ	verb	υπερβολική μορφή τού υπομειδιώ
ανθυπομειδιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθυπομειδιώ
ανθυπομοίραρχε	noun	κλητική ενικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοίραρχο	noun	αιτιατική ενικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοίραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοίραρχος	noun|dated	κατώτερος αξιωματικός (ανάλογος του ανθυπολοχαγού) της χωροφυλακής
ανθυπομοίραρχου	noun	γενική ενικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοίραρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοίραρχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοιράρχου	noun	γενική ενικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοιράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυπομοιράρχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυπομοίραρχος
ανθυποπλοίαρχε	noun	κλητική ενικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοίαρχος	noun	κατώτερος/κατώτερη αξιωματικός (υπολοχαγός) του λιμενικού σώματος ή του πολεμικού ναυτικού
ανθυποπλοίαρχου	noun	γενική ενικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοίαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοίαρχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοιάρχου	noun	γενική ενικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοιράρχου	=	ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοιράρχους	=	ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπλοιράρχων	=	ανθυποπλοίαρχος
ανθυποπυραγέ	=	ανθυποπυραγός
ανθυποπυραγοί	=	ανθυποπυραγός
ανθυποπυραγού	=	ανθυποπυραγός
ανθυποπυραγούς	=	ανθυποπυραγός
ανθυποπυραγό	=	ανθυποπυραγός
ανθυποπυραγός	noun	ο χαμηλότερος βαθμός κατώτερου αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού στη στρατιωτική ιεραρχία
ανθυποπυραγών	=	ανθυποπυραγός
ανθυποσμηναγέ	noun	κλητική ενικού του ανθυποσμηναγός
ανθυποσμηναγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυποσμηναγός
ανθυποσμηναγού	noun	γενική ενικού του ανθυποσμηναγός
ανθυποσμηναγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθυποσμηναγός
ανθυποσμηναγό	noun	αιτιατική ενικού του ανθυποσμηναγός
ανθυποσμηναγός	noun	αξιωματικού της πολεμικής αεροπορίας, αμέσως κατώτερος του υποσμηναγού και αντίστοιχος με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς
ανθυποσμηναγών	noun	γενική πληθυντικού του ανθυποσμηναγός
ανθυποτάξεις	=	ανθυποτάξη
ανθυποτάξεων	=	ανθυποτάξη
ανθυποτάξη	noun	ταξινομική υποδιαίρεση κατώτερη από την υποτάξη
ανθυποτάξης	=	ανθυποτάξη
ανθυποφορά	noun	σχήμα λόγου κατά το οποίο κάποιος θέτει μια ερώτηση (υποφορά), κι αφού αναφερθούν κάποιες απαντήσεις και απορριφθούν (ανθυποφορά), δίνεται η πραγματική τελική απάντηση
ανθυποφοράς	noun	γενική ενικού του ανθυποφορά
ανθυποφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυποφορά
ανθυποφορών	=	ανθυποφορά
ανθυποψήφια	noun	μία από τους υποψήφιους για μια θέση ή αξίωμα
ανθυποψήφιας	=	ανθυποψήφια
ανθυποψήφιε	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψήφιες	=	ανθυποψήφια
ανθυποψήφιο	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψήφιοι	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψήφιος	noun	ο υποψήφιος αντίπαλου κόμματος
ανθυποψήφιου	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψήφιους	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψηφίου	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψηφίους	=	ανθυποψήφιος
ανθυποψηφίων	=	ανθυποψήφιος
ανθυφομοταξία	noun	ταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την υφομοταξία
ανθυφομοταξίας	noun	γενική ενικού του ανθυφομοταξία
ανθυφομοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυφομοταξία
ανθυφομοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανθυφομοταξία
ανθυψίφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυψίφωνο
ανθυψίφωνε	adj	κλητική ενικού του ανθυψίφωνος
ανθυψίφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθυψίφωνη
ανθυψίφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθυψίφωνος
ανθυψίφωνης	adj	γενική ενικού του ανθυψίφωνη
ανθυψίφωνο	adj	αιτιατική ενικού του ανθυψίφωνος
ανθυψίφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθυψίφωνος
ανθυψίφωνος	noun	παρωχημένο συνώνυμο του μέτζο σοπράνο	adj|dated	που σχετίζεται με (γυναικεία) φωνή ανάμεσα σε υψίφωνο και βαθύφωνο ή αναφέρεται σ' αυτή
ανθυψίφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθυψίφωνος
ανθυψίφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθυψίφωνος
ανθυψίφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθυψίφωνος
ανθυψιφώνου	=	ανθυψίφωνος
ανθυψιφώνους	=	ανθυψίφωνος
ανθυψιφώνων	=	ανθυψίφωνος
ανθχος	=	ανθυποπλοίαρχος
ανθωδών	=	ανθώδης
ανθό	noun	αιτιατική ενικού του ανθός
ανθόγαλα	=	ανθόγαλο
ανθόγαλο	noun	λιπαρή ουσία σαν αφρός που εμφανίζεται στην επιφάνεια του γάλακτος, όταν αυτό βράσει
ανθόγαλου	noun	γενική ενικού του ανθόγαλο
ανθόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του ανθόγαλο
ανθόκηπε	=	ανθόκηπος
ανθόκηπο	=	ανθόκηπος
ανθόκηποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθόκηπος
ανθόκηπος	noun	κήπος με λουλούδια, φυτεμένος με ανθοφόρα καλλωπιστικά φυτά
ανθόκηπου	=	ανθόκηπος
ανθόκηπους	=	ανθόκηπος
ανθόκηπων	=	ανθόκηπος
ανθόκρινα	=	ανθόκρινο
ανθόκρινο	noun	το άνθος του κρίνου ή το φυτό
ανθόκρινου	=	ανθόκρινο
ανθόκρινων	=	ανθόκρινο
ανθόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόμελο
ανθόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη
ανθόμελου	noun	γενική ενικού του ανθόμελο
ανθόμελων	noun	γενική πληθυντικού του ανθόμελο
ανθόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόνερο
ανθόνερο	noun	νερό που περιέχει απόσταγμα λουλουδιών
ανθόνερου	noun	γενική ενικού του ανθόνερο
ανθόνερων	noun	γενική πληθυντικού του ανθόνερο
ανθόροια	=	ανθόρροια
ανθόρροια	noun	πάθηση των φυτών που προκαλεί την πτώση των ανθών τους
ανθόρροιας	noun	γενική ενικού του ανθόρροια
ανθόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόρροια
ανθός	noun|literary	το άνθος
ανθόσκεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόσκεπο
ανθόσκεπε	adj	κλητική ενικού του ανθόσκεπος
ανθόσκεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόσκεπη
ανθόσκεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθόσκεπος
ανθόσκεπης	adj	γενική ενικού του ανθόσκεπη
ανθόσκεπο	adj	αιτιατική ενικού του ανθόσκεπος
ανθόσκεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθόσκεπος
ανθόσκεπος	adj|literary	σκεπασμένος με άνθη
ανθόσκεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθόσκεπος
ανθόσκεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθόσκεπος
ανθόσκεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθόσκεπος
ανθόσπαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόσπαρτο
ανθόσπαρτε	adj	κλητική ενικού του ανθόσπαρτος
ανθόσπαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόσπαρτη
ανθόσπαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθόσπαρτος
ανθόσπαρτης	adj	γενική ενικού του ανθόσπαρτη
ανθόσπαρτο	adj	αιτιατική ενικού του ανθόσπαρτος
ανθόσπαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθόσπαρτος
ανθόσπαρτος	adj	σπαρμένος με άνθη, με λουλούδια
ανθόσπαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθόσπαρτος
ανθόσπαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθόσπαρτος
ανθόσπαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθόσπαρτος
ανθόστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόστρωτο
ανθόστρωτε	adj	κλητική ενικού του ανθόστρωτος
ανθόστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθόστρωτη
ανθόστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανθόστρωτος
ανθόστρωτης	adj	γενική ενικού του ανθόστρωτη
ανθόστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανθόστρωτος
ανθόστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθόστρωτος
ανθόστρωτος	adj	που είναι στρωμένος με άνθη
ανθόστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανθόστρωτος
ανθόστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανθόστρωτος
ανθόστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανθόστρωτος
ανθότοπε	=	ανθότοπος
ανθότοπο	=	ανθότοπος
ανθότοποι	=	ανθότοπος
ανθότοπος	noun	τόπος με άνθη
ανθότοπου	=	ανθότοπος
ανθότοπους	=	ανθότοπος
ανθότοπων	=	ανθότοπος
ανθότυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθότυρο
ανθότυρο	noun	είδος μαλακού και ανάλατου τυριού -μερικοί παρασκευαστές βάζουν και λίγο αλάτι
ανθότυρου	noun	γενική ενικού του ανθότυρο
ανθότυρων	noun	γενική πληθυντικού του ανθότυρο
ανθόφυτα	noun	ανθοφόρα φυτά
ανθόφυτων	=	ανθόφυτα
ανθύλλι	noun	άλλη μορφή του ανθύλλιο
ανθύλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανθύλλιο
ανθύλλιο	noun	λουλουδάκι
ανθύλλιου	noun	γενική ενικού του ανθύλλιο
ανθύλλιων	noun	γενική πληθυντικού του ανθύλλιο
ανθύπα	=	ανθύπας
ανθύπας	noun|slang	ο ανθυπασπιστής
ανθύπατε	noun	κλητική ενικού του ανθύπατος
ανθύπατο	noun	αιτιατική ενικού του ανθύπατος
ανθύπατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανθύπατος
ανθύπατος	noun	ρωμαίος αξιωματούχος, που είχε υπηρετήσει ως ύπατος (consul), και στη συνέχεια ασκούσε τα καθήκοντα του διοικητή μιας επαρχίας
ανθύπατου	noun	γενική ενικού του ανθύπατος
ανθύπατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανθύπατος
ανθύπατων	noun	γενική πληθυντικού του ανθύπατος
ανθύπες	=	ανθύπας
ανθώ	verb|figurative	ανθίζω, ακμάζω
ανθώδεις	=	ανθώδης
ανθώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανθώδης
ανθώδη	=	ανθώδης
ανθώδης	adj	ανθισμένος, γεμάτος λουλούδια
ανθώδους	=	ανθώδης
ανθών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθώ	noun	γενική πληθυντικού του ανθός
ανθώνα	=	ανθώνας
ανθώνας	noun	τόπος καλλιέργειας ανθέων, λουλουδιών
ανθώνες	=	ανθώνας
ανθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανθώ
ανθώνων	=	ανθώνας
ανιαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιαρό	adv	με ανιαρό τρόπο
ανιαρέ	adj	κλητική ενικού του ανιαρός
ανιαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιαρή
ανιαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανιαρός
ανιαρής	adj	γενική ενικού του ανιαρή
ανιαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιαρός
ανιαροτήτων	=	ανιαρότητα
ανιαρού	adj	γενική ενικού του ανιαρός
ανιαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανιαρός
ανιαρό	adj	αιτιατική ενικού του ανιαρός
ανιαρός	adj	χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που προκαλεί ανία, βαρεμάρα
ανιαρότητα	noun	το να είναι κανείς ανιαρός, η ιδιότητα του ανιαρού
ανιαρότητας	noun	γενική ενικού του ανιαρότητα
ανιαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιαρότητα
ανιαρών	adj	γενική πληθυντικού του ανιαρός
ανιδέαστα	=	ανιδέαστος
ανιδέαστε	=	ανιδέαστος
ανιδέαστες	=	ανιδέαστος
ανιδέαστη	=	ανιδέαστος
ανιδέαστης	=	ανιδέαστος
ανιδέαστο	=	ανιδέαστος
ανιδέαστοι	=	ανιδέαστος
ανιδέαστος	adj	που δεν έχει ιδέα για κάτι, που δεν έχει ιδεαστεί
ανιδέαστου	=	ανιδέαστος
ανιδέαστους	=	ανιδέαστος
ανιδέαστων	=	ανιδέαστος
ανιδιοτέλεια	noun	η απουσία ιδιοτέλειας, χαρακτηριστικό του ανθρώπου του οποίου οι πράξεις δεν υπαγορεύονται από το συμφέρον ή το προσωπικό όφελος
ανιδιοτέλειας	noun	γενική ενικού του ανιδιοτέλεια
ανιδιοτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιδιοτέλεια
ανιδιοτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανιδιοτελής
ανιδιοτελή	adj	αιτιατική ενικού του ανιδιοτελής
ανιδιοτελής	adj	που δεν έχει ιδιοτέλεια και όφελος, που οι πράξεις του καθορίζονται από ευγενή κίνητρα και όχι από προσωπικό συμφέρον
ανιδιοτελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιδιοτελής
ανιδιοτελειών	noun	γενική πληθυντικού του ανιδιοτέλεια
ανιδιοτελούς	adj	γενική ενικού του ανιδιοτελής
ανιδιοτελών	adj	γενική πληθυντικού του ανιδιοτελής
ανιδιοτελώς	adv|formal	χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς προσωπικό συμφέρον, χωρίς προσδοκία για υλική ή ηθική ανταμοιβή ή ανταπόδοση
ανιδρυθήκαμε	=	ανιδρύω
ανιδρυθήκαν	=	ανιδρύω
ανιδρυθήκανε	=	ανιδρύω
ανιδρυθήκατε	=	ανιδρύω
ανιδρυθεί	=	ανιδρύω
ανιδρυθείς	=	ανιδρύω
ανιδρυθείτε	=	ανιδρύω
ανιδρυθούμε	=	ανιδρύω
ανιδρυθούν	=	ανιδρύω
ανιδρυθούνε	=	ανιδρύω
ανιδρυθώ	=	ανιδρύω
ανιδρυμένος	=	ανιδρύω
ανιδρυόμασταν	=	ανιδρύω
ανιδρυόμαστε	=	ανιδρύω
ανιδρυόμουν	=	ανιδρύω
ανιδρυόσασταν	=	ανιδρύω
ανιδρυόσαστε	=	ανιδρύω
ανιδρυόσουν	=	ανιδρύω
ανιδρυόταν	=	ανιδρύω
ανιδρύαμε	=	ανιδρύω
ανιδρύαν	=	ανιδρύω
ανιδρύανε	=	ανιδρύω
ανιδρύατε	=	ανιδρύω
ανιδρύει	=	ανιδρύω
ανιδρύεις	=	ανιδρύω
ανιδρύεσαι	=	ανιδρύω
ανιδρύεστε	=	ανιδρύω
ανιδρύεται	=	ανιδρύω
ανιδρύετε	=	ανιδρύω
ανιδρύθηκα	=	ανιδρύω
ανιδρύθηκαν	=	ανιδρύω
ανιδρύθηκε	=	ανιδρύω
ανιδρύθηκες	=	ανιδρύω
ανιδρύομαι	=	ανιδρύω
ανιδρύομε	=	ανιδρύω
ανιδρύονται	=	ανιδρύω
ανιδρύονταν	=	ανιδρύω
ανιδρύοντας	=	ανιδρύω
ανιδρύουμε	=	ανιδρύω
ανιδρύουν	=	ανιδρύω
ανιδρύουνε	=	ανιδρύω
ανιδρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσαν	=	ανιδρύω
ανιδρύσανε	=	ανιδρύω
ανιδρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίδρυση
ανιδρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανίδρυση
ανιδρύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανίδρυση
ανιδρύσομε	=	ανιδρύω
ανιδρύσου	=	ανιδρύω
ανιδρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσουνε	=	ανιδρύω
ανιδρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιδρύω
ανιδρύω	verb	ανοικοδομώ, ιδρύω, συστήνω
ανιθαγένεια	noun	η έλλειψη ιθαγένειας
ανιθαγένειας	=	ανιθαγένεια
ανιθαγένειες	=	ανιθαγένεια
ανιθαγενή	=	ανιθαγενής
ανιθαγενής	noun	πρόσωπο που δεν έχει νομική ιθαγένεια κανενός κράτους
ανιθαγενείς	=	ανιθαγενής
ανιθαγενειών	=	ανιθαγένεια
ανιθαγενούς	=	ανιθαγενής
ανιθαγενών	=	ανιθαγενής
ανικανοποίηση	noun|formal	η έλλειψη ικανοποίησης
ανικανοποίησης	noun	γενική ενικού του ανικανοποίηση
ανικανοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανικανοποίητος	adv	χωρίς ικανοποίηση
ανικανοποίητε	adj	κλητική ενικού του ανικανοποίητος
ανικανοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανικανοποίητη
ανικανοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανικανοποίητος
ανικανοποίητης	adj	γενική ενικού του ανικανοποίητη
ανικανοποίητο	=	ανικανοποίητος
ανικανοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανικανοποίητος
ανικανοποίητος	adj	που δεν ικανοποιείται ή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί
ανικανοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανικανοποίητος
ανικανοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανικανοποίητος
ανικανοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανικανοποίητος
ανικανοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανικανοποίηση
ανικανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανικανοποίηση
ανικανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανικανοποίηση
ανικανοτήτων	=	ανικανότητα
ανικανότητα	noun	το να είναι κάποιος ανίκανος, η ιδιότητα τού ανίκανου
ανικανότητας	noun	γενική ενικού του ανικανότητα
ανικανότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανικανότητα
ανικτερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανικτερικό
ανικτερικέ	adj	κλητική ενικού του ανικτερικός
ανικτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανικτερική
ανικτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανικτερικός
ανικτερικής	adj	γενική ενικού του ανικτερική
ανικτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανικτερικός
ανικτερικού	adj	γενική ενικού του ανικτερικός
ανικτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανικτερικός
ανικτερικό	adj	αιτιατική ενικού του ανικτερικός
ανικτερικός	adj	που δεν έχει ίκτερο ή δεν συνοδεύεται από ίκτερο
ανικτερικών	adj	γενική πληθυντικού του ανικτερικός
ανιλίνες	=	ανιλίνη
ανιλίνη	noun	οργανική ένωση (C6H5NH2 ή PhNH2) που αποτελείται από μια φαινυλομάδα που είναι ενωμένη με μια αμινομάδα και χρησιμοποιείται κυρίως στην παρασκευή χρωμάτων
ανιλίνης	=	ανιλίνη
ανιλινών	=	ανιλίνη
ανιμίστρια	noun	θηλυκό του ανιμιστής
ανιμίστριας	=	ανιμίστρια
ανιμίστριες	=	ανιμίστρια
ανιμίστριων	=	ανιμίστρια
ανιμαλισμέ	noun	κλητική ενικού του ανιμαλισμός
ανιμαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιμαλισμός
ανιμαλισμού	noun	γενική ενικού του ανιμαλισμός
ανιμαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανιμαλισμός
ανιμαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανιμαλισμός
ανιμαλισμός	noun	ζωολατρία
ανιμαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανιμαλισμός
ανιματέρ	noun	πρόσωπο που αναλαμβάνει να διασκεδάζει μικρά παιδιά φορώντας στολή χαρακτήρα καρτούν, αυτός που φορά πλήρη στολή που καλύπτει ολόκληρο το σώμα και το κεφάλι και θυμίζει χαρακτήρα κινούμενων σχεδίων
ανιμισμέ	noun	κλητική ενικού του ανιμισμός
ανιμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιμισμός
ανιμισμού	noun	γενική ενικού του ανιμισμός
ανιμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανιμισμός
ανιμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανιμισμός
ανιμισμός	noun	θεωρία που θεωρεί πως η ψυχή, το πνεύμα, είναι η βάση και η αρχή της ζωής
ανιμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανιμισμός
ανιμιστές	=	ανιμιστής
ανιμιστή	=	ανιμιστής
ανιμιστής	noun	πρόσωπο που πιστεύει ότι η φύση και τα όντα της —από τα ζώα και τα φυτά ως τα άψυχα αντικείμενα— εμψυχώνονται από πνεύματα ή διαθέτουν ψυχή
ανιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιμιστικό
ανιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανιμιστικός
ανιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιμιστική
ανιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανιμιστικός
ανιμιστικής	adj	γενική ενικού του ανιμιστική
ανιμιστικα	=	ανιμιστικός
ανιμιστικε	=	ανιμιστικός
ανιμιστικες	=	ανιμιστικός
ανιμιστικη	=	ανιμιστικός
ανιμιστικης	=	ανιμιστικός
ανιμιστικο	=	ανιμιστικός
ανιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιμιστικός
ανιμιστικοι	=	ανιμιστικός
ανιμιστικος	=	ανιμιστικός
ανιμιστικου	=	ανιμιστικός
ανιμιστικους	=	ανιμιστικός
ανιμιστικού	adj	γενική ενικού του ανιμιστικός
ανιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανιμιστικός
ανιμιστικων	=	ανιμιστικός
ανιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανιμιστικός
ανιμιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ανιμισμό, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ανιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανιμιστικός
ανιμιστριών	=	ανιμίστρια
ανιμιστών	=	ανιμιστής
ανιοβόλα	=	ανιοβόλος
ανιοβόλας	=	ανιοβόλος
ανιοβόλε	=	ανιοβόλος
ανιοβόλες	=	ανιοβόλος
ανιοβόλο	=	ανιοβόλος
ανιοβόλοι	=	ανιοβόλος
ανιοβόλος	adj	μη ιοβόλος, που δεν εκτοξεύει δηλητήριο
ανιοβόλου	=	ανιοβόλος
ανιοβόλους	=	ανιοβόλος
ανιοβόλων	=	ανιοβόλος
ανιολότι	=	ανιολότο
ανιολότο	noun	είδος ζυμαρικού από ανοιγμένη ζύμη σε φύλλο, κομμένη σε λωρίδες και τυλιγμένη στη συνέχεια σε μικρές οδοντωτές σακουλίτσες μεγέθους περίπου μιας ίντσας.
ανιονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιονικό
ανιονικέ	adj	κλητική ενικού του ανιονικός
ανιονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιονική
ανιονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανιονικός
ανιονικής	adj	γενική ενικού του ανιονική
ανιονικη	=	ανιονικός
ανιονικο	=	ανιονικός
ανιονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιονικός
ανιονικού	adj	γενική ενικού του ανιονικός
ανιονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανιονικός
ανιονικό	adj	αιτιατική ενικού του ανιονικός
ανιονικός	adj	ο σχετικός με ανιόν
ανιονικών	adj	γενική πληθυντικού του ανιονικός
ανιουσών	=	ανιών
ανιούσα	=	ανιών
ανιούσας	=	ανιών
ανιούσες	=	ανιών
ανιούσης	=	ανιών
ανιπτάμενα	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενε	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενες	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενη	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενης	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενο	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενοι	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενος	verb|dated	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος ανίπταμαι: που πετάει προς τα πάνω
ανιπτάμενου	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενους	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμενων	=	ανιπτάμενος
ανιπτάμην	=	ανίπταμαι
ανισακίαση	noun	η παρασιτική λοίμωξη που προκαλείται όταν ο άνθρωπος καταναλώσει ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρευμένο ψάρι ή κεφαλόποδο μολυσμένο με προνύμφες του σκωληκοειδούς παρασίτου Anisakis, οι οποίες διεισδύουν στο γαστρεντερικό σωλήνα και προκαλούν φλεγμονώδη αντίδραση στην τοιχωματική επένδυση του στομάχου ή εντέρου
ανισακίασης	=	ανισακίαση
ανισακιάσεις	=	ανισακίαση
ανισακιάσεων	=	ανισακίαση
ανισεπίπεδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισεπίπεδο
ανισεπίπεδε	adj	κλητική ενικού του ανισεπίπεδος
ανισεπίπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισεπίπεδη
ανισεπίπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισεπίπεδος
ανισεπίπεδης	adj	γενική ενικού του ανισεπίπεδη
ανισεπίπεδο	adj	αιτιατική ενικού του ανισεπίπεδος
ανισεπίπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισεπίπεδος
ανισεπίπεδος	adj	που αποτελείται από άνισα (μεταξύ τους) επίπεδα
ανισεπίπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισεπίπεδος
ανισεπίπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισεπίπεδος
ανισεπίπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισεπίπεδος
ανισοβαρές	=	ανισοβαρής
ανισοβαρή	=	ανισοβαρής
ανισοβαρής	adj	που το βάρος του δεν κατανέμεται ισόρροπα
ανισοβαρείς	=	ανισοβαρής
ανισοβαρούς	=	ανισοβαρής
ανισοβαρών	=	ανισοβαρής
ανισοβαρώς	adv	με ανισοβαρή τρόπο
ανισοζυγίσεις	=	ανισοζύγιση
ανισοζυγίσεων	=	ανισοζύγιση
ανισοζύγιση	noun	η έλλειψη ισοζύγισης
ανισοζύγισης	=	ανισοζύγιση
ανισοκατανομές	=	ανισοκατανομή
ανισοκατανομή	noun	η άνιση κατανομή, η κατανομή σε άνισα μέρη
ανισοκατανομής	=	ανισοκατανομή
ανισοκατανομών	=	ανισοκατανομή
ανισολών	=	ανισόλη
ανισομέγεθες	=	ανισομεγέθης
ανισομέρεια	noun	ανισότητα ως προς τα συστατικά μέρη, η ιδιότητα τού ανισομερή
ανισομέρειας	noun	γενική ενικού του ανισομέρεια
ανισομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισομέρεια
ανισομήκεις	=	ανισομήκης
ανισομήκη	=	ανισομήκης
ανισομήκης	adj	που τα τμήματά του έχουν άνισο μήκος
ανισομήκους	=	ανισομήκης
ανισομήκων	=	ανισομήκης
ανισομεγέθεις	=	ανισομεγέθης
ανισομεγέθη	=	ανισομεγέθης
ανισομεγέθης	adj	που έχει διαφορετικό μέγεθος από κάτι άλλο
ανισομεγέθους	=	ανισομεγέθης
ανισομεγέθων	=	ανισομεγέθης
ανισομερές	=	ανισομερής
ανισομερή	=	ανισομερής
ανισομερής	adj	που δεν χωρίζεται σε ίσα μέρη
ανισομερείς	=	ανισομερής
ανισομερειών	noun	γενική πληθυντικού του ανισομέρεια
ανισομερούς	=	ανισομερής
ανισομερών	=	ανισομερής
ανισομερώς	adv	με ανισομερή τρόπο
ανισομετρία	noun	η έλλειψη ισομετρίας
ανισομετρίας	noun	γενική ενικού του ανισομετρία
ανισομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισομετρία
ανισομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισομετρικό
ανισομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ανισομετρικός
ανισομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισομετρική
ανισομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισομετρικός
ανισομετρικής	adj	γενική ενικού του ανισομετρική
ανισομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισομετρικός
ανισομετρικού	adj	γενική ενικού του ανισομετρικός
ανισομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισομετρικός
ανισομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ανισομετρικός
ανισομετρικός	adj	που χωρίζεται σε άνισα τμήματα ή αποτελείται από άνισα κομμάτια
ανισομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ανισομετρικός
ανισομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ανισομετρία
ανισομετρωπία	noun	ιατρική κατάσταση κατά την οποία τα δύο μάτια έχουν διαφορετική διαθλαστική ισχύ, με αποτέλεσμα να εστιάζουν σε διαφορετικό βάθος και να προκαλούν συχνά θολή ή ασύμμετρη αντίληψη της εικόνας
ανισομετρωπίας	=	ανισομετρωπία
ανισομετρωπίες	=	ανισομετρωπία
ανισομετρωπιών	=	ανισομετρωπία
ανισονομία	noun	η έλλειψη ισονομίας
ανισονομίας	noun	γενική ενικού του ανισονομία
ανισονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισονομία
ανισονομιών	noun	γενική πληθυντικού του ανισονομία
ανισοπαχές	=	ανισοπαχής
ανισοπαχή	=	ανισοπαχής
ανισοπαχής	adj	που δεν έχει σε όλο το μήκος του το ίδιο πάχος
ανισοπαχείς	=	ανισοπαχής
ανισοπαχούς	=	ανισοπαχής
ανισοπαχών	=	ανισοπαχής
ανισοπεδοποίηση	noun	η δημιουργία ανισόπεδου κόμβου κυκλοφορίας οχημάτων
ανισοπεδοποίησης	noun	γενική ενικού του ανισοπεδοποίηση
ανισοπεδοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοπεδοποίηση
ανισοπεδοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανισοπεδοποίηση
ανισοπεδοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανισοπεδοποίηση
ανισοπεδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοπεδοποιημένο
ανισοπεδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ανισοπεδοποιημένος
ανισοπεδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοπεδοποιημένη
ανισοπεδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισοπεδοποιημένος
ανισοπεδοποιημένης	verb	γενική ενικού του ανισοπεδοποιημένη
ανισοπεδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανισοπεδοποιημένος
ανισοπεδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισοπεδοποιημένος
ανισοπεδοποιημένος	verb	που έχει γίνει ανισόπεδος
ανισοπεδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισοπεδοποιημένος
ανισοπεδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανισοπεδοποιημένος
ανισοπεδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισοπεδοποιημένος
ανισορροπία	noun	η έλλειψη ισορροπίας
ανισορροπίας	noun	γενική ενικού του ανισορροπία
ανισορροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισορροπία
ανισορροπιών	noun	γενική πληθυντικού του ανισορροπία
ανισοσκέλεια	noun	η ιδιότητα του ανισοσκελούς, κατάσταση ή φαινόμενο άνισης κατανομής ή διάταξης, είτε σε οικονομικά μεγέθη είτε στο ανθρώπινο σώμα (που μαρτυρεί έλλειψη συμμετρίας, ισότητας ή λειτουργικής ισορροπίας) είτε γενικότερα
ανισοσκέλειας	=	ανισοσκέλεια
ανισοσκέλειες	=	ανισοσκέλεια
ανισοσκέλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοσκέλιστο
ανισοσκέλιστε	adj	κλητική ενικού του ανισοσκέλιστος
ανισοσκέλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοσκέλιστη
ανισοσκέλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισοσκέλιστος
ανισοσκέλιστης	adj	γενική ενικού του ανισοσκέλιστη
ανισοσκέλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανισοσκέλιστος
ανισοσκέλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισοσκέλιστος
ανισοσκέλιστος	adj	που δεν έχει ισοσκελιστεί
ανισοσκέλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισοσκέλιστος
ανισοσκέλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισοσκέλιστος
ανισοσκέλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισοσκέλιστος
ανισοσκελές	=	ανισοσκελής
ανισοσκελή	=	ανισοσκελής
ανισοσκελής	adj	που έχει άνισα σκέλη (άνισα μέρη, τμήματα ή πλευρές)
ανισοσκελία	noun	η έλλειψη ισοσκελίας / ισοσκέλειας, η δυσμορφική κατάσταση κατά την οποία τα κάτω άκρα κάποιου έχουν άνισο μήκος
ανισοσκελίας	=	ανισοσκελία
ανισοσκελίες	=	ανισοσκελία
ανισοσκελείς	=	ανισοσκελής
ανισοσκελειών	=	ανισοσκέλεια
ανισοσκελιών	=	ανισοσκελία
ανισοσκελούς	=	ανισοσκελής
ανισοσκελών	=	ανισοσκελής
ανισοσύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοσύλλαβο
ανισοσύλλαβε	adj	κλητική ενικού του ανισοσύλλαβος
ανισοσύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοσύλλαβη
ανισοσύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισοσύλλαβος
ανισοσύλλαβης	adj	γενική ενικού του ανισοσύλλαβη
ανισοσύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του ανισοσύλλαβος
ανισοσύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισοσύλλαβος
ανισοσύλλαβος	adj	για ουσιαστικό ή επίθετο που δεν έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε όλες τις πτώσεις
ανισοσύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισοσύλλαβος
ανισοσύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισοσύλλαβος
ανισοσύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισοσύλλαβος
ανισοτέλεια	noun	η έλλειψη ισοτέλειας
ανισοτέλειας	=	ανισοτέλεια
ανισοτέλειες	=	ανισοτέλεια
ανισοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ανισότητα
ανισοτελές	=	ανισοτελής
ανισοτελή	=	ανισοτελής
ανισοτελής	adj	ο μη ισοτελής
ανισοτελείς	=	ανισοτελής
ανισοτελειών	=	ανισοτέλεια
ανισοτελούς	=	ανισοτελής
ανισοτελών	=	ανισοτελής
ανισοτιμία	noun	η έλλειψη ισοτιμίας
ανισοτιμίας	noun	γενική ενικού του ανισοτιμία
ανισοτιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισοτιμία
ανισοτιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ανισοτιμία
ανισοτροπία	noun	η ιδιότητα του ανισότροπου, η μεταβολή των φυσικών ιδιοτήτων ανάλογα με την κατεύθυνση
ανισοτροπίας	=	ανισοτροπία
ανισοτροπίες	=	ανισοτροπία
ανισοτροπικά	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικέ	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικές	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπική	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικής	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικοί	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικού	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικούς	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικό	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπικός	adj	άλλη μορφή του ανισότροπος
ανισοτροπικών	=	ανισοτροπικός
ανισοτροπιών	=	ανισοτροπία
ανισοϋψές	=	ανισοϋψής
ανισοϋψή	=	ανισοϋψής
ανισοϋψής	adj	που δεν έχει το ίδιο ύψος με κάποιον άλλον ή τα τμήματά του έχουν διαφορετικό ύψος
ανισοϋψείς	=	ανισοϋψής
ανισοϋψούς	=	ανισοϋψής
ανισοϋψών	=	ανισοϋψής
ανισοϋψώς	adv	με ανισοϋψή τρόπο
ανιστορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιστόρηση
ανιστορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστορικά	=	ανιστορικός
ανιστορικέ	=	ανιστορικός
ανιστορικές	=	ανιστορικός
ανιστορική	=	ανιστορικός
ανιστορικής	=	ανιστορικός
ανιστορικοί	=	ανιστορικός
ανιστορικοτήτων	=	ανιστορικότητα
ανιστορικού	=	ανιστορικός
ανιστορικούς	=	ανιστορικός
ανιστορικό	=	ανιστορικός
ανιστορικός	adj	που δεν βασίζεται στην ιστορία ή δεν σχετίζεται μ' αυτή
ανιστορικότητα	noun	η ιδιότητα του ανιστορικού
ανιστορικότητας	=	ανιστορικότητα
ανιστορικότητες	=	ανιστορικότητα
ανιστορικών	=	ανιστορικός
ανιστορούμαι	=	ανιστορώ
ανιστορώ	verb|literary	αφηγούμαι, διηγούμαι
ανιστορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανιστορώ
ανιστόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιστορώ
ανιστόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανιστόρητος	adv	με ανιστόρητο τρόπο
ανιστόρητε	adj	κλητική ενικού του ανιστόρητος
ανιστόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιστόρητη
ανιστόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανιστόρητος
ανιστόρητης	adj	γενική ενικού του ανιστόρητη
ανιστόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ανιστόρητος
ανιστόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιστόρητος
ανιστόρητος	adj	με άγνοια της ιστορίας
ανιστόρητου	adj	γενική ενικού του ανιστόρητος
ανιστόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανιστόρητος
ανιστόρητων	adj	γενική πληθυντικού του ανιστόρητος
ανισόβαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόβαρο
ανισόβαρε	adj	κλητική ενικού του ανισόβαρος
ανισόβαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόβαρη
ανισόβαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόβαρος
ανισόβαρης	adj	γενική ενικού του ανισόβαρη
ανισόβαρο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόβαρος
ανισόβαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόβαρος
ανισόβαρος	adj	σπανιότερη μορφή του ανισοβαρής
ανισόβαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόβαρος
ανισόβαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόβαρος
ανισόβαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισόβαρος
ανισόδομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόδομο
ανισόδομε	adj	κλητική ενικού του ανισόδομος
ανισόδομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόδομη
ανισόδομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόδομος
ανισόδομης	adj	γενική ενικού του ανισόδομη
ανισόδομο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόδομος
ανισόδομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόδομος
ανισόδομος	adj	για τοιχοποιία που έχει φτιαχτεί με λίθους άνισων διαστάσεων
ανισόδομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόδομος
ανισόδομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόδομος
ανισόδομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισόδομος
ανισόλες	=	ανισόλη
ανισόλη	noun	αρωματική οργανική ένωση με μοριακό τύπο C₇H₈O
ανισόλης	=	ανισόλη
ανισόμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόμερο
ανισόμερε	adj	κλητική ενικού του ανισόμερος
ανισόμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόμερη
ανισόμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόμερος
ανισόμερης	adj	γενική ενικού του ανισόμερη
ανισόμερο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόμερος
ανισόμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόμερος
ανισόμερος	adj	άλλη μορφή του ανισομερής
ανισόμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόμερος
ανισόμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόμερος
ανισόμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισόμερος
ανισόμετρα	adv	με ανισόμετρο τρόπο
ανισόμετρε	=	ανισόμετρος
ανισόμετρες	=	ανισόμετρος
ανισόμετρη	=	ανισόμετρος
ανισόμετρης	=	ανισόμετρος
ανισόμετρο	=	ανισόμετρος
ανισόμετροι	=	ανισόμετρος
ανισόμετρος	adj	που τον χαρακτηρίζει ανισομετρία
ανισόμετρου	=	ανισόμετρος
ανισόμετρους	=	ανισόμετρος
ανισόμετρων	=	ανισόμετρος
ανισόμηκες	=	ανισομήκης
ανισόπαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόπαχο
ανισόπαχε	adj	κλητική ενικού του ανισόπαχος
ανισόπαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόπαχη
ανισόπαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόπαχος
ανισόπαχης	adj	γενική ενικού του ανισόπαχη
ανισόπαχο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόπαχος
ανισόπαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόπαχος
ανισόπαχος	adj	που δεν έχει σε όλο το μήκος του το ίδιο πάχος
ανισόπαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόπαχος
ανισόπαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόπαχος
ανισόπαχων	adj	γενική πληθυντικού του ανισόπαχος
ανισόπεδα	=	ανισόπεδος
ανισόπεδε	=	ανισόπεδος
ανισόπεδες	=	ανισόπεδος
ανισόπεδη	=	ανισόπεδος
ανισόπεδης	=	ανισόπεδος
ανισόπεδο	=	ανισόπεδος
ανισόπεδοι	=	ανισόπεδος
ανισόπεδος	adj	που βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο από κάτι άλλο
ανισόπεδου	=	ανισόπεδος
ανισόπεδους	=	ανισόπεδος
ανισόπεδων	=	ανισόπεδος
ανισόπλευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόπλευρο
ανισόπλευρε	adj	κλητική ενικού του ανισόπλευρος
ανισόπλευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόπλευρη
ανισόπλευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόπλευρος
ανισόπλευρης	adj	γενική ενικού του ανισόπλευρη
ανισόπλευρο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόπλευρος
ανισόπλευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόπλευρος
ανισόπλευρος	adj	που οι πλευρές του δεν είναι ίσες
ανισόπλευρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόπλευρος
ανισόπλευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόπλευρος
ανισόπλευρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισόπλευρος
ανισόρροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανισόρροπος	adv	με ανισόρροπο τρόπο
ανισόρροπε	adj	κλητική ενικού του ανισόρροπος
ανισόρροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόρροπη
ανισόρροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόρροπος
ανισόρροπης	adj	γενική ενικού του ανισόρροπη
ανισόρροπο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόρροπος
ανισόρροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόρροπος
ανισόρροπος	adj	ανισομερής, μη ισόρροπος, που δεν έχει συμμετρία
ανισόρροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόρροπος
ανισόρροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόρροπος
ανισόρροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισόρροπος
ανισότητα	noun	το να είναι κάποιος άνισος, η ιδιότητα του άνισου
ανισότητας	noun	γενική ενικού του ανισότητα
ανισότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισότητα
ανισότιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανισότιμος	adv	με ανισότιμο τρόπο
ανισότιμε	adj	κλητική ενικού του ανισότιμος
ανισότιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισότιμη
ανισότιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισότιμος
ανισότιμης	adj	γενική ενικού του ανισότιμη
ανισότιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανισότιμος
ανισότιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισότιμος
ανισότιμος	adj	που δεν είναι ισότιμος με κάποιον άλλο, δεν έχει την ίδια τιμή ή την ίδια αξία
ανισότιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισότιμος
ανισότιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισότιμος
ανισότιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισότιμος
ανισότροπα	=	ανισότροπος
ανισότροπε	=	ανισότροπος
ανισότροπες	=	ανισότροπος
ανισότροπη	=	ανισότροπος
ανισότροπης	=	ανισότροπος
ανισότροπο	=	ανισότροπος
ανισότροποι	=	ανισότροπος
ανισότροπος	adj	χαρακτηρισμός υλικού ή συστήματος του οποίου οι φυσικές ιδιότητες δεν είναι ίδιες προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με τον προσανατολισμό της μέτρησης
ανισότροπου	=	ανισότροπος
ανισότροπους	=	ανισότροπος
ανισότροπων	=	ανισότροπος
ανισόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόχρονο
ανισόχρονε	adj	κλητική ενικού του ανισόχρονος
ανισόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανισόχρονη
ανισόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανισόχρονος
ανισόχρονης	adj	γενική ενικού του ανισόχρονη
ανισόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ανισόχρονος
ανισόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανισόχρονος
ανισόχρονος	adj	που συμβαίνει ή γίνεται σε άνισο χρονικό διάστημα με κάτι άλλο
ανισόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανισόχρονος
ανισόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανισόχρονος
ανισόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανισόχρονος
ανισώσεις	=	ανίσωση
ανισώσεων	=	ανίσωση
ανιχνευθήκαμε	=	ανιχνεύω
ανιχνευθήκαν	=	ανιχνεύω
ανιχνευθήκανε	=	ανιχνεύω
ανιχνευθήκατε	=	ανιχνεύω
ανιχνευθεί	=	ανιχνεύω
ανιχνευθείς	=	ανιχνεύω
ανιχνευθείτε	=	ανιχνεύω
ανιχνευθούμε	=	ανιχνεύω
ανιχνευθούν	=	ανιχνεύω
ανιχνευθούνε	=	ανιχνεύω
ανιχνευθώ	=	ανιχνεύω
ανιχνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευμένο
ανιχνευμένε	verb	κλητική ενικού του ανιχνευμένος
ανιχνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευμένη
ανιχνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανιχνευμένος
ανιχνευμένης	verb	γενική ενικού του ανιχνευμένη
ανιχνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανιχνευμένος
ανιχνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευμένος
ανιχνευμένος	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανιχνευμένος
ανιχνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανιχνευμένος
ανιχνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανιχνευμένος
ανιχνευσιμοτήτων	=	ανιχνευσιμότητα
ανιχνευσιμότητα	noun	η ιδιότητα του ανιχνεύσιμου
ανιχνευσιμότητας	=	ανιχνευσιμότητα
ανιχνευσιμότητες	=	ανιχνευσιμότητα
ανιχνευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευτής
ανιχνευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανιχνευτής
ανιχνευτήκαμε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευτήκαν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευτήκανε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευτήκατε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευτής	noun	στρατιώτης με αποστολή την ανίχνευση
ανιχνευτεί	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευτείς	=	ανιχνεύω
ανιχνευτείτε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευτικό
ανιχνευτικέ	adj	κλητική ενικού του ανιχνευτικός
ανιχνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευτική
ανιχνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανιχνευτικός
ανιχνευτικής	adj	γενική ενικού του ανιχνευτική
ανιχνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιχνευτικός
ανιχνευτικού	adj	γενική ενικού του ανιχνευτικός
ανιχνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανιχνευτικός
ανιχνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανιχνευτικός
ανιχνευτικός	adj	που έχει σχέση με την ανίχνευση, αναφέρεται σ’ αυτή, γίνεται γι’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
ανιχνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανιχνευτικός
ανιχνευτούμε	=	ανιχνεύω
ανιχνευτούν	=	ανιχνεύω
ανιχνευτούνε	=	ανιχνεύω
ανιχνευτριών	noun	γενική πληθυντικού του ανιχνεύτρια
ανιχνευτώ	=	ανιχνεύω
ανιχνευτών	noun	γενική πληθυντικού του ανιχνευτής
ανιχνευόμασταν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόμαστε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόμουν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόμουνα	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόντουσαν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόσασταν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόσαστε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόσουν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόσουνα	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευόταν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνευότανε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύαμε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύαν	=	ανιχνεύω
ανιχνεύανε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύατε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύει	=	ανιχνεύω
ανιχνεύεις	=	ανιχνεύω
ανιχνεύεσαι	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύεστε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύεται	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύετε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύθηκα	=	ανιχνεύω
ανιχνεύθηκαν	=	ανιχνεύω
ανιχνεύθηκε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύθηκες	=	ανιχνεύω
ανιχνεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύομε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύονται	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύονταν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύοντας	=	ανιχνεύω
ανιχνεύου	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύουμε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύουν	=	ανιχνεύω
ανιχνεύουνε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσαν	=	ανιχνεύω
ανιχνεύσανε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανίχνευση
ανιχνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανίχνευση
ανιχνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανίχνευση
ανιχνεύσιμα	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμε	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμες	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμη	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμης	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμο	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμοι	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμος	adj	που δύναται να ανιχνευθεί ή να εντοπισθεί
ανιχνεύσιμου	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμους	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσιμων	=	ανιχνεύσιμος
ανιχνεύσομε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύσου	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσουνε	=	ανιχνεύω
ανιχνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανιχνεύω
ανιχνεύτηκα	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύτηκαν	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύτηκε	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύτηκες	=	ανιχνεύομαι
ανιχνεύτρια	noun	θηλυκό του ανιχνευτής
ανιχνεύτριας	noun	γενική ενικού του ανιχνεύτρια
ανιχνεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιχνεύτρια
ανιχνεύω	verb	ψάχνω τα ίχνη, διερευνώ, εξετάζω, εξακριβώνω
ανιψάκι	noun	υποκοριστικό του ανίψι
ανιψάκια	=	ανιψάκι
ανιψίδι	noun|literary	ανιψάκι
ανιψίδια	=	ανιψίδι
ανιψιά	noun	η κόρη του αδελφού ή της αδελφής μου
ανιψιάς	noun	γενική ενικού του ανιψιά
ανιψιέ	noun	κλητική ενικού του ανιψιός
ανιψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιψιά
ανιψιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανιψιός
ανιψιού	noun	γενική ενικού του ανιψιός
ανιψιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανιψιός
ανιψιό	noun	αιτιατική ενικού του ανιψιός
ανιψιός	noun	ο γιος του αδελφού ή της αδελφής μου
ανιψιών	noun	γενική πληθυντικού του ανιψιός
ανιψούλα	=	ανιψιά
ανιψούλης	=	ανιψιός
ανιόν	noun	ιόν με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο που πάει προς την άνοδο κατά τη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης
ανιόντα	=	ανιών
ανιόντας	verb	μορφή του ανιών με νεότερες καταλήξεις
ανιόντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανιών	noun|formal	οι συγγενείς (γονείς, παππούδες, προπαππούδες) από τους οποίους κατάγεται άμεσα κάποιος
ανιόντος	=	ανιών
ανιόντούσα	=	ανιόντας
ανιόντων	=	ανιόντες
ανιόντόν	=	ανιόντας
ανιώ	verb|rare	νιώθω ανία
ανιών	verb|formal	που ανεβαίνει	noun	γενική πληθυντικού του ανία
ανιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανιώ
ανκόρ	noun	σύντομη έξτρα εμφάνιση ή παράσταση (μουσική, θεατρική κ.λπ.) μετά από το πέρας της κανονικής εμφάνισης ή παράστασης
ανν	abbrev	συντομογραφία του αν και μόνο αν.
ανοήμον	=	ανοήμων
ανοήμονα	=	ανοήμων
ανοήμονας	=	ανοήμων
ανοήμονες	=	ανοήμων
ανοήμονος	=	ανοήμων
ανοήμων	adj|formal	ανόητος, που δεν έχει μυαλό
ανοήτως	adv|formal	ανόητα
ανοίγαμε	=	ανοίγω
ανοίγαν	=	ανοίγω
ανοίγανε	=	ανοίγω
ανοίγατε	=	ανοίγω
ανοίγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανοίγω
ανοίγεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ανοίγω
ανοίγεσαι	=	ανοίγω
ανοίγεστε	=	ανοίγω
ανοίγεται	=	ανοίγω
ανοίγετε	=	ανοίγω
ανοίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνοιγμα
ανοίγματος	noun	γενική ενικού του άνοιγμα
ανοίγομαι	verb	παθητικές σημασίες του ανοίγω
ανοίγομε	=	ανοίγω
ανοίγονται	=	ανοίγω
ανοίγονταν	=	ανοίγω
ανοίγοντας	=	ανοίγω
ανοίγουμε	=	ανοίγω
ανοίγουν	=	ανοίγω
ανοίγουνε	=	ανοίγω
ανοίγω	verb	μετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο
ανοίκεια	=	ανοίκειος
ανοίκειας	=	ανοίκειος
ανοίκειε	=	ανοίκειος
ανοίκειες	=	ανοίκειος
ανοίκειο	=	ανοίκειος
ανοίκειοι	=	ανοίκειος
ανοίκειος	adj	αυτός που δεν συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ο αναιδής, ο άκοσμος
ανοίκειου	=	ανοίκειος
ανοίκειους	=	ανοίκειος
ανοίκειων	=	ανοίκειος
ανοίκιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοίκιαστο
ανοίκιαστε	adj	κλητική ενικού του ανοίκιαστος
ανοίκιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοίκιαστη
ανοίκιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοίκιαστος
ανοίκιαστης	adj	γενική ενικού του ανοίκιαστη
ανοίκιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανοίκιαστος
ανοίκιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοίκιαστος
ανοίκιαστος	adj	που δεν έχει νοικιαστεί
ανοίκιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοίκιαστος
ανοίκιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοίκιαστος
ανοίκιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοίκιαστος
ανοίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξαν	=	ανοίγω
ανοίξανε	=	ανοίγω
ανοίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξεων	noun	γενική πληθυντικού του άνοιξη
ανοίξεως	noun|formal	γενική ενικού του άνοιξη
ανοίξομε	=	ανοίγω
ανοίξου	=	ανοίγω
ανοίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξουνε	=	ανοίγω
ανοίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοίγω
ανοίχθηκα	=	ανοίγομαι
ανοίχθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ανοίγω
ανοίχτε	=	ανοίγω
ανοίχτηκα	=	ανοίγω
ανοίχτηκαν	=	ανοίγω
ανοίχτηκε	=	ανοίγω
ανοίχτηκες	=	ανοίγω
ανοδίου	=	ανόδιο
ανοδίων	=	ανόδιο
ανοδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοδικό	adv	προς τα πάνω, παρουσιάζοντας άνοδο
ανοδικέ	adj	κλητική ενικού του ανοδικός
ανοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοδική
ανοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοδικός
ανοδικής	adj	γενική ενικού του ανοδική
ανοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοδικός
ανοδικού	adj	γενική ενικού του ανοδικός
ανοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοδικός
ανοδικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοδικός
ανοδικός	adj	που κινείται προς τα πάνω
ανοδικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοδικός
ανοδοντία	noun	σπάνια γενετική πάθηση που χαρακτηρίζεται από την πλήρη απουσία δοντιών
ανοδοντίας	=	ανοδοντία
ανοδοντίες	=	ανοδοντία
ανοδοντιών	=	ανοδοντία
ανοημόνων	=	ανοήμων
ανοησία	noun	η έλλειψη νου, εξυπνάδας, ορθής σκέψης, η βλακεία
ανοησίας	noun	γενική ενικού του ανοησία
ανοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοησία
ανοησιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοησία
ανοηταίνω	verb	γίνομαι ανόητος, συμπεριφέρομαι με ανόητο τρόπο
ανοθεύτως	adv|formal	ἀνοθεύτως: ανόθευτα
ανοιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άνοιγμα
ανοιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιγμένο
ανοιγμένε	verb	κλητική ενικού του ανοιγμένος
ανοιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιγμένη
ανοιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιγμένος
ανοιγμένης	verb	γενική ενικού του ανοιγμένη
ανοιγμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανοιγμένος
ανοιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιγμένος
ανοιγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ανοίγω
ανοιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιγμένος
ανοιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανοιγμένος
ανοιγμένων	verb	γενική πληθυντικού του ανοιγμένος
ανοιγοκλείναμε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείναν	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνανε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνατε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνει	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνεις	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνετε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνομε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνοντας	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνουμε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνουν	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνουνε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείνω	verb	ανοίγω και κλείνω, συνήθως επαναλαμβανόμενα
ανοιγοκλείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσαν	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσανε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσιμο	noun	το (συνεχές) άνοιγμα και κλείσιμο
ανοιγοκλείσομε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσουνε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλείω	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλεισίματα	=	ανοιγοκλείσιμο
ανοιγοκλεισίματος	=	ανοιγοκλείσιμο
ανοιγοκλεισιμάτων	=	ανοιγοκλείσιμο
ανοιγοκλειόμενα	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενε	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενες	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενη	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενης	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενο	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενοι	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενος	verb	που ανοιγοκλείνει, μπορεί να ανοίγει και να κλείνει
ανοιγοκλειόμενου	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενους	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειόμενων	=	ανοιγοκλειόμενος
ανοιγοκλειώ	verb	άλλη μορφή του ανοιγοκλείνω
ανοιγοκλειώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανοιγοκλειώ
ανοιγόκλεινα	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλειναν	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλεινε	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλεινες	=	ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγόκλεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοιγοκλείνω
ανοιγόμασταν	=	ανοίγω
ανοιγόμαστε	=	ανοίγω
ανοιγόμουν	=	ανοίγω
ανοιγόμουνα	=	ανοίγω
ανοιγόντουσαν	=	ανοίγω
ανοιγόσασταν	=	ανοίγω
ανοιγόσαστε	=	ανοίγω
ανοιγόσουν	=	ανοίγω
ανοιγόσουνα	=	ανοίγω
ανοιγόταν	=	ανοίγω
ανοιγότανε	=	ανοίγω
ανοικεία	=	ανοίκειος
ανοικείας	=	ανοίκειος
ανοικείου	=	ανοίκειος
ανοικείους	=	ανοίκειος
ανοικείων	=	ανοίκειος
ανοικείωση	noun|literary	λογοτεχνική τεχνική που μεταμορφώνει το οικείο σε ξένο και παράξενο, ανατρέποντας τις συνήθεις αντιλήψεις μέσω ασυνήθιστης γλώσσας και δομής, ώστε ο αναγνώστης να δει την πραγματικότητα με νέα μάτια
ανοικείωσης	=	ανοικείωση
ανοικειοτήτων	=	ανοικειότητα
ανοικειότητα	noun|formal	αίσθημα ή κατάσταση απομάκρυνσης, αποξένωσης ή ασυνήθιστης απόστασης, είτε σε ανθρώπινες σχέσεις είτε στην αντίληψη λόγου, χώρου ή ύφους
ανοικειότητας	=	ανοικειότητα
ανοικειότητες	=	ανοικειότητα
ανοικειώσεις	=	ανοικείωση
ανοικειώσεων	=	ανοικείωση
ανοικοδομήθηκα	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήθηκαν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήθηκε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήθηκες	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσαν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήσανε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδόμηση
ανοικοδομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανοικοδόμηση
ανοικοδομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανοικοδόμηση
ανοικοδομήσου	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσουνε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδομεί	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομείς	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομείσαι	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομείστε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομείται	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομείτε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομείτο	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθήκαμε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθήκαν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθήκανε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθήκατε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθεί	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθείς	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθείτε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθούμε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθούν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθούνε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομηθώ	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομημένο
ανοικοδομημένε	verb	κλητική ενικού του ανοικοδομημένος
ανοικοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομημένη
ανοικοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικοδομημένος
ανοικοδομημένης	verb	γενική ενικού του ανοικοδομημένη
ανοικοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανοικοδομημένος
ανοικοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομημένος
ανοικοδομημένος	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοικοδομημένος
ανοικοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανοικοδομημένος
ανοικοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοικοδομημένος
ανοικοδομητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομητικό
ανοικοδομητικέ	adj	κλητική ενικού του ανοικοδομητικός
ανοικοδομητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομητική
ανοικοδομητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικοδομητικός
ανοικοδομητικής	adj	γενική ενικού του ανοικοδομητική
ανοικοδομητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομητικός
ανοικοδομητικού	adj	γενική ενικού του ανοικοδομητικός
ανοικοδομητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοικοδομητικός
ανοικοδομητικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοικοδομητικός
ανοικοδομητικός	adj	που έχει σχέση με την ανοικοδόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανοικοδομητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοικοδομητικός
ανοικοδομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομικό
ανοικοδομικέ	adj	κλητική ενικού του ανοικοδομικός
ανοικοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομική
ανοικοδομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικοδομικός
ανοικοδομικής	adj	γενική ενικού του ανοικοδομική
ανοικοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδομικός
ανοικοδομικού	adj	γενική ενικού του ανοικοδομικός
ανοικοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοικοδομικός
ανοικοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοικοδομικός
ανοικοδομικός	adj	άλλη μορφή του ανοικοδομητικός
ανοικοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοικοδομικός
ανοικοδομούμαι	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούμασταν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούμαστε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούμε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούμενος	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούμουν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούμουνα	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούνε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούνται	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούνταν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούντο	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσα	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσαμε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσαν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσανε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσασταν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσαστε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσατε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσε	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσες	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσουν	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομούσουνα	=	ανοικοδομώ
ανοικοδομώ	verb|formal	επισκευάζω κτίσμα πάλι, από την αρχή
ανοικοδομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοικοδομώ
ανοικοδόμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανοικοδομώ
ανοικοδόμησης	noun	γενική ενικού του ανοικοδόμηση
ανοικοδόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδόμητο
ανοικοδόμητε	adj	κλητική ενικού του ανοικοδόμητος
ανοικοδόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδόμητη
ανοικοδόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικοδόμητος
ανοικοδόμητης	adj	γενική ενικού του ανοικοδόμητη
ανοικοδόμητο	adj	αιτιατική ενικού του ανοικοδόμητος
ανοικοδόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικοδόμητος
ανοικοδόμητος	adj	που δεν έχει ανοικοδομηθεί
ανοικοδόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοικοδόμητος
ανοικοδόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοικοδόμητος
ανοικοδόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοικοδόμητος
ανοικοκύρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανοικοκύρευτος	adv	χωρίς νοικοκυροσύνη
ανοικοκύρευτε	adj	κλητική ενικού του ανοικοκύρευτος
ανοικοκύρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικοκύρευτη
ανοικοκύρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικοκύρευτος
ανοικοκύρευτης	adj	γενική ενικού του ανοικοκύρευτη
ανοικοκύρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανοικοκύρευτος
ανοικοκύρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικοκύρευτος
ανοικοκύρευτος	adj	που δεν έχει νοικοκυρευτεί
ανοικοκύρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοικοκύρευτος
ανοικοκύρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοικοκύρευτος
ανοικοκύρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοικοκύρευτος
ανοικονόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικονόμητο
ανοικονόμητε	adj	κλητική ενικού του ανοικονόμητος
ανοικονόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικονόμητη
ανοικονόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικονόμητος
ανοικονόμητης	adj	γενική ενικού του ανοικονόμητη
ανοικονόμητο	adj	αιτιατική ενικού του ανοικονόμητος
ανοικονόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικονόμητος
ανοικονόμητος	adj	ατακτοποίητος, αβόλευτος
ανοικονόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοικονόμητος
ανοικονόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοικονόμητος
ανοικονόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοικονόμητος
ανοικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικτό	adv	άλλη μορφή του ανοιχτά
ανοικτέ	adj	κλητική ενικού του ανοικτός
ανοικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικτή
ανοικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοικτός
ανοικτής	adj	γενική ενικού του ανοικτή
ανοικτίρμον	=	ανοικτίρμων
ανοικτίρμονα	=	ανοικτίρμων
ανοικτίρμονας	=	ανοικτίρμων
ανοικτίρμονες	=	ανοικτίρμων
ανοικτίρμονος	=	ανοικτίρμων
ανοικτίρμων	adj	που δεν δείχνει οίκτο, άσπλαχνος
ανοικτιρμόνων	=	ανοικτίρμων
ανοικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοικτός
ανοικτομάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοικτομάτης
ανοικτοτήτων	=	ανοικτότητα
ανοικτού	adj	γενική ενικού του ανοικτός
ανοικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοικτός
ανοικτό	adj	αιτιατική ενικού του ανοικτός
ανοικτός	adj	ανοιχτός
ανοικτότατα	=	ανοικτός
ανοικτότατε	=	ανοικτός
ανοικτότατες	=	ανοικτός
ανοικτότατη	=	ανοικτός
ανοικτότατης	=	ανοικτός
ανοικτότατο	=	ανοικτός
ανοικτότατοι	=	ανοικτός
ανοικτότατος	=	ανοικτός
ανοικτότατου	=	ανοικτός
ανοικτότατους	=	ανοικτός
ανοικτότατων	=	ανοικτός
ανοικτότερα	=	ανοικτός
ανοικτότερε	=	ανοικτός
ανοικτότερες	=	ανοικτός
ανοικτότερη	=	ανοικτός
ανοικτότερης	=	ανοικτός
ανοικτότερο	=	ανοικτός
ανοικτότεροι	=	ανοικτός
ανοικτότερος	=	ανοικτός
ανοικτότερου	=	ανοικτός
ανοικτότερους	=	ανοικτός
ανοικτότερων	=	ανοικτός
ανοικτότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ανοικτού, του ελεύθερου, του προσβάσιμου δωρεάν
ανοικτότητας	=	ανοικτότητα
ανοικτότητες	=	ανοικτότητα
ανοικτών	adj	γενική πληθυντικού του ανοικτός
ανοιξιάτικα	adv	κατά την άνοιξη
ανοιξιάτικε	adj	κλητική ενικού του ανοιξιάτικος
ανοιξιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιξιάτικη
ανοιξιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιξιάτικος
ανοιξιάτικης	adj	γενική ενικού του ανοιξιάτικη
ανοιξιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του ανοιξιάτικος
ανοιξιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιξιάτικος
ανοιξιάτικος	adj	που αναφέρεται ή γίνεται την άνοιξη
ανοιξιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιξιάτικος
ανοιξιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιξιάτικος
ανοιξιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοιξιάτικος
ανοιχτά	adv	χωρίς κλείσιμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτό
ανοιχτέ	adj	κλητική ενικού του ανοιχτός
ανοιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτή
ανοιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτός
ανοιχτήκαμε	=	ανοίγω
ανοιχτήκαν	=	ανοίγω
ανοιχτήκανε	=	ανοίγω
ανοιχτήκατε	=	ανοίγω
ανοιχτήρι	noun	εργαλείο με το οποίο κάτι ανοίγουμε (μπουκάλια, φιάλες, κονσέρβες κ.ά.)
ανοιχτήρια	=	ανοιχτήρι
ανοιχτής	adj	γενική ενικού του ανοιχτή
ανοιχτεί	=	ανοίγω
ανοιχτείς	=	ανοίγω
ανοιχτείτε	=	ανοίγω
ανοιχτηριού	=	ανοιχτήρι
ανοιχτηριών	=	ανοιχτήρι
ανοιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτός
ανοιχτογάλανα	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανε	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανες	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανη	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανης	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανο	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανοι	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανος	adj	αυτός που έχει φωτεινό γαλανό χρώμα
ανοιχτογάλανου	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανους	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτογάλανων	=	ανοιχτογάλανος
ανοιχτοκίτρινα	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινε	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινες	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινη	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινης	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινο	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινοι	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινος	adj	που το χρώμα του είναι ανοιχτό κίτρινο
ανοιχτοκίτρινου	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινους	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτοκίτρινων	=	ανοιχτοκίτρινος
ανοιχτομάτα	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτας	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτες	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτη	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτηδες	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτηδων	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτης	adj|figurative	που έχει τα μάτια του ανοιχτά, που δεν του ξεφεύγει τίποτε, δεν ξεγελιέται, ο ξύπνιος, ενίοτε με αρνητική σημασία
ανοιχτομάτικα	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτικο	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτικου	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτικων	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτισσα	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτομάτο	=	ανοιχτομάτης
ανοιχτοσυνών	=	ανοιχτοσύνη
ανοιχτοσύνες	=	ανοιχτοσύνη
ανοιχτοσύνη	noun|formal	η ιδιότητα του ανοιχτού, ο ανοιχτός χώρος
ανοιχτοσύνης	=	ανοιχτοσύνη
ανοιχτοτήτων	=	ανοιχτότητα
ανοιχτοχέρα	noun	χουβαρντού, γαλαντόμα
ανοιχτοχέρας	noun	γενική ενικού του ανοιχτοχέρα
ανοιχτοχέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτοχέρα
ανοιχτοχέρη	=	ανοιχτοχέρης
ανοιχτοχέρηδες	=	ανοιχτοχέρης
ανοιχτοχέρηδων	=	ανοιχτοχέρης
ανοιχτοχέρης	adj	που ξοδεύει λεφτά χωρίς να τα λυπάται
ανοιχτοχέρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανοιχτοχέρικος	adv	άλλη μορφή του ανοιχτόχερα
ανοιχτοχέρικε	adj	κλητική ενικού του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτοχέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτοχέρικη
ανοιχτοχέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτοχέρικης	adj	γενική ενικού του ανοιχτοχέρικη
ανοιχτοχέρικο	adj	αιτιατική ενικού του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτοχέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτοχέρικος	adj	άλλη γραφή του ανοιχτοχέρης
ανοιχτοχέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτοχέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτοχέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοιχτοχέρικος
ανοιχτού	adj	γενική ενικού του ανοιχτός
ανοιχτούμε	=	ανοίγω
ανοιχτούν	=	ανοίγω
ανοιχτούνε	=	ανοίγω
ανοιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιχτός
ανοιχτωσιά	noun|vulgar	χώρος ή τόπος που είναι ανοιχτός, που έχει άπλα
ανοιχτωσιάς	=	ανοιχτωσιά
ανοιχτωσιές	=	ανοιχτωσιά
ανοιχτωσιών	=	ανοιχτωσιά
ανοιχτό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιχτός
ανοιχτόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανοιχτόκαρδος	adv	με ανοιχτόκαρδο τρόπο
ανοιχτόκαρδε	adj	κλητική ενικού του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόκαρδη
ανοιχτόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόκαρδης	adj	γενική ενικού του ανοιχτόκαρδη
ανοιχτόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόκαρδος	adj	εξωστρεφής, αισιόδοξος, με καλή διάθεση, με κατανόηση για τους άλλους, συνήθως κεφάτος, χαμογελαστός, που δεν είναι μεμψίμοιρος
ανοιχτόκαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόκαρδος
ανοιχτόμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόμυαλο
ανοιχτόμυαλε	adj	κλητική ενικού του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτόμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόμυαλη
ανοιχτόμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτόμυαλης	adj	γενική ενικού του ανοιχτόμυαλη
ανοιχτόμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτόμυαλος	adj	που είναι ικανός να δεχτεί απόψεις που είναι αντίθετες από αυτά που πιστεύει, που έχει ευρύτητα σκέψης
ανοιχτόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτόμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτόμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόμυαλος
ανοιχτός	adj	που έχει ανοίξει
ανοιχτότατα	=	ανοιχτός
ανοιχτότατε	=	ανοιχτός
ανοιχτότατες	=	ανοιχτός
ανοιχτότατη	=	ανοιχτός
ανοιχτότατης	=	ανοιχτός
ανοιχτότατο	=	ανοιχτός
ανοιχτότατοι	=	ανοιχτός
ανοιχτότατος	=	ανοιχτός
ανοιχτότατου	=	ανοιχτός
ανοιχτότατους	=	ανοιχτός
ανοιχτότατων	=	ανοιχτός
ανοιχτότερα	=	ανοιχτός
ανοιχτότερε	=	ανοιχτός
ανοιχτότερες	=	ανοιχτός
ανοιχτότερη	=	ανοιχτός
ανοιχτότερης	=	ανοιχτός
ανοιχτότερο	=	ανοιχτός
ανοιχτότεροι	=	ανοιχτός
ανοιχτότερος	=	ανοιχτός
ανοιχτότερου	=	ανοιχτός
ανοιχτότερους	=	ανοιχτός
ανοιχτότερων	=	ανοιχτός
ανοιχτότητα	noun|formal	πνευματική και ηθική στάση διαρκούς διαθεσιμότητας για κατανόηση, αλλαγή και αποδοχή του άλλου ή του καινούργιου
ανοιχτότητας	=	ανοιχτότητα
ανοιχτότητες	=	ανοιχτότητα
ανοιχτότητων	=	ανοιχτότητα
ανοιχτόχερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανοιχτόχερος	adv	με ανοιχτόχερο τρόπο
ανοιχτόχερε	adj	κλητική ενικού του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόχερη
ανοιχτόχερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχερης	adj	γενική ενικού του ανοιχτόχερη
ανοιχτόχερο	adj	αιτιατική ενικού του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχερος	adj	άλλη γραφή του ανοιχτοχέρης
ανοιχτόχερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόχερος
ανοιχτόχρωμα	noun	τα ρούχα με ανοιχτά χρώματα
ανοιχτόχρωμε	adj	κλητική ενικού του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτόχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόχρωμη
ανοιχτόχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτόχρωμης	adj	γενική ενικού του ανοιχτόχρωμη
ανοιχτόχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτόχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτόχρωμος	adj	με ανοιχτά χρώματα
ανοιχτόχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτόχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτόχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοιχτόχρωμος
ανοιχτώ	=	ανοίγω
ανοιχτών	adj	γενική πληθυντικού του ανοιχτός
ανοιών	noun	γενική πληθυντικού του άνοια
ανολοκλήρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανολοκλήρωτο
ανολοκλήρωτε	adj	κλητική ενικού του ανολοκλήρωτος
ανολοκλήρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανολοκλήρωτη
ανολοκλήρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανολοκλήρωτος
ανολοκλήρωτης	adj	γενική ενικού του ανολοκλήρωτη
ανολοκλήρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανολοκλήρωτος
ανολοκλήρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανολοκλήρωτος
ανολοκλήρωτος	adj	που δεν έχει ολοκληρωθεί
ανολοκλήρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανολοκλήρωτος
ανολοκλήρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανολοκλήρωτος
ανολοκλήρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανολοκλήρωτος
ανομήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόμημα
ανομήματος	noun	γενική ενικού του ανόμημα
ανομία	noun	η πράξη που παραβιάζει έναν ηθικό νόμο, το αμάρτημα
ανομίας	noun	γενική ενικού του ανομία
ανομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομία
ανομβρία	noun	η έλλειψη βροχής (& μεταφορικά)
ανομβρίας	noun	γενική ενικού του ανομβρία
ανομβρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομβρία
ανομβριών	noun	γενική πληθυντικού του ανομβρία
ανομημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανόμημα
ανομιμοποίητα	adv	με ανομιμοποίητο τρόπο
ανομιμοποίητε	adj	κλητική ενικού του ανομιμοποίητος
ανομιμοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομιμοποίητη
ανομιμοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανομιμοποίητος
ανομιμοποίητης	adj	γενική ενικού του ανομιμοποίητη
ανομιμοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ανομιμοποίητος
ανομιμοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανομιμοποίητος
ανομιμοποίητος	adj	που δεν έχει νομιμοποιηθεί ή δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί
ανομιμοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανομιμοποίητος
ανομιμοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανομιμοποίητος
ανομιμοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανομιμοποίητος
ανομιών	noun	γενική πληθυντικού του ανομία
ανομοίωνα	=	ανομοιώνω
ανομοίωναν	=	ανομοιώνω
ανομοίωνε	=	ανομοιώνω
ανομοίωνες	=	ανομοιώνω
ανομοίωσα	=	ανομοιώνω
ανομοίωσαν	=	ανομοιώνω
ανομοίωσε	=	ανομοιώνω
ανομοίωσες	=	ανομοιώνω
ανομοίωση	noun	η μεταβολή του χαρακτήρα ενός φθόγγου ή φωνήματος ώστε να διαφοροποιηθεί από όμοιο γειτονικό ή κοντινό του
ανομοίωσης	noun	γενική ενικού του ανομοίωση
ανομοιογένεια	noun	το να είναι κάποιος ανομοιογενής, η ιδιότητα του ανομοιογενούς
ανομοιογένειας	noun	γενική ενικού του ανομοιογένεια
ανομοιογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιογένεια
ανομοιογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανομοιογενής
ανομοιογενή	=	ανομοιογενής
ανομοιογενής	adj	που αποτελείται από στοιχεία ανόμοια μεταξύ τους ή που ανήκουν σε άλλο γένος ή είδος
ανομοιογενείς	=	ανομοιογενής
ανομοιογενειών	noun	γενική πληθυντικού του ανομοιογένεια
ανομοιογενούς	=	ανομοιογενής
ανομοιογενών	=	ανομοιογενής
ανομοιοκατάληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιοκατάληκτο
ανομοιοκατάληκτε	adj	κλητική ενικού του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκατάληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιοκατάληκτη
ανομοιοκατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκατάληκτης	adj	γενική ενικού του ανομοιοκατάληκτη
ανομοιοκατάληκτο	adj	αιτιατική ενικού του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκατάληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκατάληκτος	adj	στίχος που δεν έχει την ίδια κατάληξη με κάποιον άλλο
ανομοιοκατάληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκατάληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκατάληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανομοιοκατάληκτος
ανομοιοκαταληξία	noun	η έλλειψη ομοιοκαταληξίας
ανομοιοκαταληξίας	noun	γενική ενικού του ανομοιοκαταληξία
ανομοιοκαταληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιοκαταληξία
ανομοιοκαταληξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανομοιοκαταληξία
ανομοιομέρεια	noun	το να είναι κάποιος ανομοιομερής, η ιδιότητα του ανομοιομερούς
ανομοιομέρειας	noun	γενική ενικού του ανομοιομέρεια
ανομοιομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιομέρεια
ανομοιομερές	=	ανομοιομερής
ανομοιομερή	=	ανομοιομερής
ανομοιομερής	adj	που τα μέρη από τα οποία αποτελείται είναι ανόμοια
ανομοιομερείς	=	ανομοιομερής
ανομοιομερειών	noun	γενική πληθυντικού του ανομοιομέρεια
ανομοιομερούς	=	ανομοιομερής
ανομοιομερών	=	ανομοιομερής
ανομοιομερώς	adv	με ανομοιομερή τρόπο, με ανομοιομέρεια
ανομοιομορφία	noun	η έλλειψη ομοιομορφίας
ανομοιομορφίας	noun	γενική ενικού του ανομοιομορφία
ανομοιομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιομορφία
ανομοιομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανομοιομορφία
ανομοιοτήτων	=	ανομοιότητα
ανομοιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ανομοιωτικό) του ανομοιωτικός	adv	με ανομοιωτικό τρόπο
ανομοιωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανομοιωτικός
ανομοιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιωτική
ανομοιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανομοιωτικός
ανομοιωτικής	adj	γενική ενικού του ανομοιωτική
ανομοιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανομοιωτικός
ανομοιωτικού	adj	γενική ενικού του ανομοιωτικός
ανομοιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανομοιωτικός
ανομοιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανομοιωτικός
ανομοιωτικός	adj	που έχει σχέση με την ανομοίωση ή αναφέρεται σ' αυτήν
ανομοιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανομοιωτικός
ανομοιόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανομοιόμορφος	adv	με ανομοιόμορφο τρόπο
ανομοιόμορφε	adj	κλητική ενικού του ανομοιόμορφος
ανομοιόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιόμορφη
ανομοιόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανομοιόμορφος
ανομοιόμορφης	adj	γενική ενικού του ανομοιόμορφη
ανομοιόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του ανομοιόμορφος
ανομοιόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανομοιόμορφος
ανομοιόμορφος	adj	που δεν έχει την ίδια μορφή
ανομοιόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανομοιόμορφος
ανομοιόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανομοιόμορφος
ανομοιόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανομοιόμορφος
ανομοιότητα	noun	το να είναι κάποιος ανόμοιος με κάποιον άλλον, η ιδιότητα του ανόμοιου
ανομοιότητας	noun	γενική ενικού του ανομοιότητα
ανομοιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοιότητα
ανομοιώναμε	=	ανομοιώνω
ανομοιώναν	=	ανομοιώνω
ανομοιώνανε	=	ανομοιώνω
ανομοιώνατε	=	ανομοιώνω
ανομοιώνει	=	ανομοιώνω
ανομοιώνεις	=	ανομοιώνω
ανομοιώνετε	=	ανομοιώνω
ανομοιώνοντας	=	ανομοιώνω
ανομοιώνουμε	=	ανομοιώνω
ανομοιώνουν	=	ανομοιώνω
ανομοιώνουνε	=	ανομοιώνω
ανομοιώνω	verb	διαφοροποιώ
ανομοιώσαμε	=	ανομοιώνω
ανομοιώσαν	=	ανομοιώνω
ανομοιώσανε	=	ανομοιώνω
ανομοιώσατε	=	ανομοιώνω
ανομοιώσει	=	ανομοιώνω
ανομοιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανομοίωση
ανομοιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανομοίωση
ανομοιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανομοίωση
ανομοιώστε	=	ανομοιώνω
ανομολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανομολόγητος	adv	χωρίς ομολογία, χωρίς να έχει ομολογηθεί
ανομολόγητε	=	ανομολόγητος
ανομολόγητες	=	ανομολόγητος
ανομολόγητη	=	ανομολόγητος
ανομολόγητης	=	ανομολόγητος
ανομολόγητο	=	ανομολόγητος
ανομολόγητοι	=	ανομολόγητος
ανομολόγητος	adj	που δεν έχει ομολογηθεί
ανομολόγητου	=	ανομολόγητος
ανομολόγητους	=	ανομολόγητος
ανομολόγητων	=	ανομολόγητος
ανονείρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανονείρευτο
ανονείρευτε	adj	κλητική ενικού του ανονείρευτος
ανονείρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανονείρευτη
ανονείρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανονείρευτος
ανονείρευτης	adj	γενική ενικού του ανονείρευτη
ανονείρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανονείρευτος
ανονείρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανονείρευτος
ανονείρευτος	adj	που δεν εμφανίζει όνειρα
ανονείρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανονείρευτος
ανονείρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανονείρευτος
ανονείρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανονείρευτος
ανοξία	noun	η έλλειψη οξυγόνου στους ιστούς
ανοξίας	=	ανοξία
ανοξίες	=	ανοξία
ανοξείδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοξείδωτο
ανοξείδωτε	adj	κλητική ενικού του ανοξείδωτος
ανοξείδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοξείδωτη
ανοξείδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοξείδωτος
ανοξείδωτης	adj	γενική ενικού του ανοξείδωτη
ανοξείδωτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανοξείδωτος
ανοξείδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοξείδωτος
ανοξείδωτος	adj	αυτός που δεν οξειδώνεται, δεν σκουριάζει
ανοξείδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοξείδωτος
ανοξείδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοξείδωτος
ανοξείδωτων	verb	γενική πληθυντικού του ανοξείδωτος
ανοξικοών	=	ανοξικός
ανοξικόα	=	ανοξικός
ανοξικόας	=	ανοξικός
ανοξικόες	=	ανοξικός
ανοξικός	adj	που έχει σχέση με την ανοξία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανοξιών	=	ανοξία
ανοπτήσεις	=	ανόπτηση
ανοπτήσεων	=	ανόπτηση
ανοπτήσεως	=	ανόπτηση
ανοργάνωτα	adv	χωρίς οργάνωση, χωρίς σύστημα, όχι οργανωμένα
ανοργάνωτε	adj	κλητική ενικού του ανοργάνωτος
ανοργάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοργάνωτη
ανοργάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοργάνωτος
ανοργάνωτης	adj	γενική ενικού του ανοργάνωτη
ανοργάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανοργάνωτος
ανοργάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοργάνωτος
ανοργάνωτος	adj	που δεν έχει οργανωθεί
ανοργάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοργάνωτος
ανοργάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοργάνωτος
ανοργάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοργάνωτος
ανοργανωσιά	noun	η έλλειψη οργάνωσης
ανοργανωσιάς	noun	γενική ενικού του ανοργανωσιά
ανοργανωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοργανωσιά
ανοργανωσιών	=	ανοργανωσιά
ανοργανωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοργανωτικό
ανοργανωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανοργανωτικός
ανοργανωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοργανωτική
ανοργανωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοργανωτικός
ανοργανωτικής	adj	γενική ενικού του ανοργανωτική
ανοργανωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοργανωτικός
ανοργανωτικού	adj	γενική ενικού του ανοργανωτικός
ανοργανωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοργανωτικός
ανοργανωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοργανωτικός
ανοργανωτικός	adj	που έχει σχέση με την ανοργανωσιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή παρουσιάζει έλλειψη οργάνωσης
ανοργανωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοργανωτικός
ανοργασμία	noun	επίμονη ή επαναλαμβανόμενη αδυναμία επίτευξης οργασμού, παρά τη σεξουαλική διέγερση, με πιθανές ψυχολογικές ή οργανικές αιτίες
ανοργασμίας	=	ανοργασμία
ανοργασμίες	=	ανοργασμία
ανοργασμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοργασμικό
ανοργασμικέ	adj	κλητική ενικού του ανοργασμικός
ανοργασμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοργασμική
ανοργασμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοργασμικός
ανοργασμικής	adj	γενική ενικού του ανοργασμική
ανοργασμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοργασμικός
ανοργασμικού	adj	γενική ενικού του ανοργασμικός
ανοργασμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοργασμικός
ανοργασμικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοργασμικός
ανοργασμικός	adj	που δεν φτάνει σε οργασμό, που δεν έχει οργασμό
ανοργασμικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοργασμικός
ανοργασμιών	=	ανοργασμία
ανοργωσιά	noun	η κατάσταση του ανόργωτου
ανοργωσιάς	=	ανοργωσιά
ανοργωσιές	=	ανοργωσιά
ανοργωσιών	=	ανοργωσιά
ανορεκτικά	=	ανορεκτικός
ανορεκτικέ	=	ανορεκτικός
ανορεκτικές	=	ανορεκτικός
ανορεκτική	=	ανορεκτικός
ανορεκτικής	=	ανορεκτικός
ανορεκτικοί	=	ανορεκτικός
ανορεκτικού	=	ανορεκτικός
ανορεκτικούς	=	ανορεκτικός
ανορεκτικό	=	ανορεκτικός
ανορεκτικός	adj	άλλη μορφή του ανορεξικός
ανορεκτικών	=	ανορεκτικός
ανορεξία	noun	συγκινησιακή ή ψυχολογική αποστροφή προς τις τροφές που οδηγεί σε υπερβολική αδυναμία
ανορεξίας	noun	γενική ενικού του ανορεξία
ανορεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορεξία
ανορεξιά	noun|rare	ανορεξία
ανορεξιάς	noun	γενική ενικού του ανορεξιά
ανορεξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορεξιά
ανορεξικά	=	ανορεξικός
ανορεξικέ	=	ανορεξικός
ανορεξικές	=	ανορεξικός
ανορεξική	=	ανορεξικός
ανορεξικής	=	ανορεξικός
ανορεξικιά	=	ανορεξικός
ανορεξικοί	=	ανορεξικός
ανορεξικού	=	ανορεξικός
ανορεξικούς	=	ανορεξικός
ανορεξικό	=	ανορεξικός
ανορεξικός	noun	που πάσχει από νευρική ανορεξία	adj	που πάσχει από νευρική ανορεξία
ανορεξικών	=	ανορεξικός
ανορεξιογόνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορεξιογόνο, ουδέτερο του ανορεξιογόνος
ανορεξιογόνος	adj	που συμβάλλει στην αναστολή της όρεξης
ανορεξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανορεξία
ανορθογράφε	=	ανορθογράφος
ανορθογράφημα	noun	ανορθογραφία
ανορθογράφησα	=	ανορθογραφώ
ανορθογράφησαν	=	ανορθογραφώ
ανορθογράφησε	=	ανορθογραφώ
ανορθογράφησες	=	ανορθογραφώ
ανορθογράφητα	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητε	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητες	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητη	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητης	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητο	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητοι	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητος	adj	που είναι γραμμένος ανορθόγραφα
ανορθογράφητου	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητους	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφητων	=	ανορθογράφητος
ανορθογράφο	=	ανορθογράφος
ανορθογράφοι	=	ανορθογράφος
ανορθογράφος	noun	που είναι ανορθόγραφος, που γράφει ανορθόγραφα, που κάνει ορθογραφικά λάθη
ανορθογράφου	=	ανορθογράφος
ανορθογράφους	=	ανορθογράφος
ανορθογράφων	=	ανορθογράφος
ανορθογραφήθηκα	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήθηκαν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήθηκε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήθηκες	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήματα	=	ανορθογράφημα
ανορθογραφήματος	=	ανορθογράφημα
ανορθογραφήσαμε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσαν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσανε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσατε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσει	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσεις	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσετε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσου	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσουμε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσουν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσουνε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήστε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφήσω	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφία	noun	το ορθογραφικό λάθος
ανορθογραφίας	noun	γενική ενικού του ανορθογραφία
ανορθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθογραφία
ανορθογραφεί	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφείς	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφείσαι	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφείστε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφείται	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφείτε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφείτο	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθήκαμε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθήκαν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθήκανε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθήκατε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθεί	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθείς	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθείτε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθούμε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθούν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθούνε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφηθώ	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφημάτων	=	ανορθογράφημα
ανορθογραφημένα	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένε	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένες	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένη	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένης	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένο	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένοι	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένος	adj	που είναι γραμμένος ανορθόγραφα
ανορθογραφημένου	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένους	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφημένων	=	ανορθογραφημένος
ανορθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανορθογραφία
ανορθογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανορθογραφώ
ανορθογραφούμασταν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούμαστε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού ενεστώτα (ανορθογραφούμαι) του ανορθογραφώ
ανορθογραφούμενος	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούμουν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούμουνα	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούνε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούνται	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούνταν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούντο	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσα	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσαμε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσαν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσανε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσασταν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσαστε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσατε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσε	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσες	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσουν	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφούσουνα	=	ανορθογραφώ
ανορθογραφώ	verb	κάνω ορθογραφικά λάθη
ανορθογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανορθογραφώ
ανορθοδοξία	noun	το να είναι κάποιος ανορθόδοξος, η ιδιότητα του ανορθόδοξου
ανορθοδοξίας	noun	γενική ενικού του ανορθοδοξία
ανορθοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθοδοξία
ανορθοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανορθοδοξία
ανορθολογικά	adv	με ανορθολογικό τρόπο
ανορθολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανορθολογικός
ανορθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθολογική
ανορθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανορθολογικός
ανορθολογικής	adj	γενική ενικού του ανορθολογική
ανορθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανορθολογικός
ανορθολογικοτήτων	=	ανορθολογικότητα
ανορθολογικού	adj	γενική ενικού του ανορθολογικός
ανορθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανορθολογικός
ανορθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανορθολογικός
ανορθολογικός	adj	που δεν είναι ορθολογικός
ανορθολογικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ανορθολογικό(ς)
ανορθολογικότητας	=	ανορθολογικότητα
ανορθολογικότητες	=	ανορθολογικότητα
ανορθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανορθολογικός
ανορθολογισμέ	=	ανορθολογισμός
ανορθολογισμοί	=	ανορθολογισμός
ανορθολογισμού	=	ανορθολογισμός
ανορθολογισμούς	=	ανορθολογισμός
ανορθολογισμό	=	ανορθολογισμός
ανορθολογισμός	noun	στάση ή σύστημα σκέψης που παραμερίζει τη λογική διερεύνηση υπέρ της πίστης, του συναισθήματος ή της διαίσθησης, συχνά απορρίπτοντας την αιτιακή τεκμηρίωση ή την επιστημονική μεθοδολογία
ανορθολογισμών	=	ανορθολογισμός
ανορθολογιστής	noun|rare	άλλη μορφή του ανορθολογικός
ανορθολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθολογιστικό
ανορθολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανορθολογιστικός
ανορθολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθολογιστική
ανορθολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανορθολογιστικός
ανορθολογιστικής	adj	γενική ενικού του ανορθολογιστική
ανορθολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανορθολογιστικός
ανορθολογιστικού	adj	γενική ενικού του ανορθολογιστικός
ανορθολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανορθολογιστικός
ανορθολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανορθολογιστικός
ανορθολογιστικός	adj	άλλη μορφή του ανορθολογικός
ανορθολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανορθολογιστικός
ανορθωθήκαμε	=	ανορθώνω
ανορθωθήκαν	=	ανορθώνω
ανορθωθήκανε	=	ανορθώνω
ανορθωθήκατε	=	ανορθώνω
ανορθωθεί	=	ανορθώνω
ανορθωθείς	=	ανορθώνω
ανορθωθείτε	=	ανορθώνω
ανορθωθούμε	=	ανορθώνω
ανορθωθούν	=	ανορθώνω
ανορθωθούνε	=	ανορθώνω
ανορθωθώ	=	ανορθώνω
ανορθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθωμένο
ανορθωμένε	verb	κλητική ενικού του ανορθωμένος
ανορθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθωμένη
ανορθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανορθωμένος
ανορθωμένης	verb	γενική ενικού του ανορθωμένη
ανορθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανορθωμένος
ανορθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανορθωμένος
ανορθωμένος	=	ανορθώνω
ανορθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανορθωμένος
ανορθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανορθωμένος
ανορθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανορθωμένος
ανορθωνόμασταν	=	ανορθώνω
ανορθωνόμαστε	=	ανορθώνω
ανορθωνόμουν	=	ανορθώνω
ανορθωνόμουνα	=	ανορθώνω
ανορθωνόντουσαν	=	ανορθώνω
ανορθωνόσασταν	=	ανορθώνω
ανορθωνόσαστε	=	ανορθώνω
ανορθωνόσουν	=	ανορθώνω
ανορθωνόσουνα	=	ανορθώνω
ανορθωνόταν	=	ανορθώνω
ανορθωνότανε	=	ανορθώνω
ανορθωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθωτής
ανορθωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανορθωτής
ανορθωτής	noun	αυτός που ανορθώνει ή συμβάλλει στην ανόρθωση
ανορθωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθωτικό	adv	με σκοπό την ανόρθωση
ανορθωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανορθωτικός
ανορθωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθωτική
ανορθωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανορθωτικός
ανορθωτικής	adj	γενική ενικού του ανορθωτική
ανορθωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανορθωτικός
ανορθωτικού	adj	γενική ενικού του ανορθωτικός
ανορθωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανορθωτικός
ανορθωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανορθωτικός
ανορθωτικός	adj	που έχει σχέση με την ανόρθωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανορθωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανορθωτικός
ανορθωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ανορθώτρια
ανορθωτών	noun	γενική πληθυντικού του ανορθωτής
ανορθόγραφα	adv	με ανορθόγραφο τρόπο
ανορθόγραφε	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφες	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφη	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφης	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφο	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφοι	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφος	adj	που κάνει ορθογραφικά λάθη
ανορθόγραφου	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφους	=	ανορθόγραφος
ανορθόγραφων	=	ανορθόγραφος
ανορθόδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανορθόδοξος	adv	με ανορθόδοξο τρόπο
ανορθόδοξε	adj	κλητική ενικού του ανορθόδοξος
ανορθόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθόδοξη
ανορθόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανορθόδοξος
ανορθόδοξης	adj	γενική ενικού του ανορθόδοξη
ανορθόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του ανορθόδοξος
ανορθόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανορθόδοξος
ανορθόδοξος	adj	που δεν γίνεται όπως συνήθως ή γίνεται με μη αποδεκτό τρόπο
ανορθόδοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανορθόδοξος
ανορθόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανορθόδοξος
ανορθόδοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανορθόδοξος
ανορθόλογα	=	ανορθόλογος
ανορθόλογε	=	ανορθόλογος
ανορθόλογες	=	ανορθόλογος
ανορθόλογη	=	ανορθόλογος
ανορθόλογης	=	ανορθόλογος
ανορθόλογο	=	ανορθόλογος
ανορθόλογοι	=	ανορθόλογος
ανορθόλογος	adj|formal	που ενεργεί ή σκέφτεται παραγνωρίζοντας τη λογική, ακολουθώντας παρορμήσεις, πίστεις ή συναισθήματα που αντιβαίνουν στη λογική τεκμηρίωση
ανορθόλογου	=	ανορθόλογος
ανορθόλογους	=	ανορθόλογος
ανορθόλογων	=	ανορθόλογος
ανορθώθηκα	=	ανορθώνω
ανορθώθηκαν	=	ανορθώνω
ανορθώθηκε	=	ανορθώνω
ανορθώθηκες	=	ανορθώνω
ανορθώναμε	=	ανορθώνω
ανορθώναν	=	ανορθώνω
ανορθώνανε	=	ανορθώνω
ανορθώνατε	=	ανορθώνω
ανορθώνει	=	ανορθώνω
ανορθώνεις	=	ανορθώνω
ανορθώνεσαι	=	ανορθώνω
ανορθώνεστε	=	ανορθώνω
ανορθώνεται	=	ανορθώνω
ανορθώνετε	=	ανορθώνω
ανορθώνομαι	=	ανορθώνω
ανορθώνομε	=	ανορθώνω
ανορθώνονται	=	ανορθώνω
ανορθώνονταν	=	ανορθώνω
ανορθώνοντας	=	ανορθώνω
ανορθώνουμε	=	ανορθώνω
ανορθώνουν	=	ανορθώνω
ανορθώνουνε	=	ανορθώνω
ανορθώνω	verb	σηκώνω κάτι και το τοποθετώ σε όρθια θέση ή στάση
ανορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσαν	=	ανορθώνω
ανορθώσανε	=	ανορθώνω
ανορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόρθωση
ανορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανόρθωση
ανορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανόρθωση
ανορθώσομε	=	ανορθώνω
ανορθώσου	=	ανορθώνω
ανορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσουνε	=	ανορθώνω
ανορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανορθώτρια	noun	ανορθωτής
ανορθώτριας	noun	γενική ενικού του ανορθώτρια
ανορθώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανορθώτρια
ανορυγμένος	=	ανορύσσω
ανορύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόρυξη
ανορύξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανόρυξη
ανορύξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανόρυξη
ανορύσσω	verb	σκάβω
ανοσία	noun	η ιδιότητα της μη προσβολής από κάποιες ασθένειες
ανοσίας	noun	γενική ενικού του ανοσία
ανοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσία
ανοσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσιακό
ανοσιακέ	adj	κλητική ενικού του ανοσιακός
ανοσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσιακή
ανοσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσιακός
ανοσιακής	adj	γενική ενικού του ανοσιακή
ανοσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσιακός
ανοσιακού	adj	γενική ενικού του ανοσιακός
ανοσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσιακός
ανοσιακό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσιακός
ανοσιακός	adj	που αφορά την ανοσία και το ανοσοποιητικό σύστημα
ανοσιακών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσιακός
ανοσιολόγε	=	ανοσιολόγος
ανοσιολόγο	=	ανοσιολόγος
ανοσιολόγοι	=	ανοσιολόγος
ανοσιολόγος	noun	άτομο που μελετά ή ασκεί την ιατρική στον τομέα της ανοσολογίας
ανοσιολόγου	=	ανοσιολόγος
ανοσιολόγους	=	ανοσιολόγος
ανοσιολόγων	=	ανοσιολόγος
ανοσιοτήτων	=	ανοσιότητα
ανοσιουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσιούργημα
ανοσιουργήματος	noun	γενική ενικού του ανοσιούργημα
ανοσιουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσαν	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργήσανε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιουργία	noun	άλλη μορφή του ανοσιούργημα
ανοσιουργίας	noun	γενική ενικού του ανοσιουργία
ανοσιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσιουργία
ανοσιουργεί	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργείς	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργείτε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανοσιούργημα
ανοσιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσιουργία
ανοσιουργούμε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούν	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούνε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσα	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσαμε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσαν	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσανε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσατε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσε	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργούσες	=	ανοσιουργώ
ανοσιουργώ	verb|formal	φέρομαι ανόσια, διαπράττω ανόσιες πράξεις
ανοσιουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιούργει	=	ανοσιουργώ
ανοσιούργημα	noun	ανόσια πράξη
ανοσιούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσιουργώ
ανοσιότητα	noun	το να είναι κάποιος ανόσιος, η ιδιότητα του ανόσιου
ανοσιότητας	noun	γενική ενικού του ανοσιότητα
ανοσιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσιότητα
ανοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσία
ανοσμία	noun	ελλιπής ή δυσχερής αίσθηση της οσμής
ανοσμίας	noun	γενική ενικού του ανοσμία
ανοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσμία
ανοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσμία
ανοσοανεπάρκεια	noun	η ανεπαρκής λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
ανοσοανεπάρκειας	=	ανοσοανεπάρκεια
ανοσοανεπάρκειες	=	ανοσοανεπάρκεια
ανοσοανεπαρκειών	=	ανοσοανεπάρκεια
ανοσοαντιδραστικοτήτων	=	ανοσοαντιδραστικότητα
ανοσοαντιδραστικότητα	noun	βαθμός αντίδρασης ανοσοποιητικού συστήματος οργανισμού συνολικά ή σε συγκεκριμένη ουσία
ανοσοαντιδραστικότητας	=	ανοσοαντιδραστικότητα
ανοσοαντιδραστικότητες	=	ανοσοαντιδραστικότητα
ανοσοαποκρίσεις	=	ανοσοαπόκριση
ανοσοαποκρίσεων	=	ανοσοαπόκριση
ανοσοαπόκριση	noun	απόκριση / αντίδραση ενός οργανισμού (π.χ. παραγωγή αντισωμάτων, ανοσολογική ανοχή κ.ά.) στην έκθεση σε αντιγόνο
ανοσοαπόκρισης	=	ανοσοαπόκριση
ανοσοβιολογία	noun	η επιστήμη που εξετάζει το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού
ανοσοβιολογίας	noun	γενική ενικού του ανοσοβιολογία
ανοσοβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοβιολογία
ανοσοβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοβιολογικό
ανοσοβιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοβιολογική
ανοσοβιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογικής	adj	γενική ενικού του ανοσοβιολογική
ανοσοβιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογικού	adj	γενική ενικού του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογικός	adj	που έχει σχέση με την ανοσοβιολογία ή αναφέρεται σ' αυτή
ανοσοβιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοβιολογικός
ανοσοβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοβιολογία
ανοσογνωσία	noun	νευροψυχολογική πάθηση όπου ο ασθενής αγνοεί την ασθένεια από την οποία πάσχει
ανοσογνωσίας	=	ανοσογνωσία
ανοσογνωσίες	=	ανοσογνωσία
ανοσογνωσιών	=	ανοσογνωσία
ανοσοδιέγερση	noun	η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος ενός οργανισμού ως θεραπευτική μέθοδος ή ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητης αντίδρασης του οργανισμού
ανοσοδιέγερσης	=	ανοσοδιέγερση
ανοσοδιεγέρσεις	=	ανοσοδιέγερση
ανοσοδιεγέρσεων	=	ανοσοδιέγερση
ανοσοηλεκτροφορήσεις	=	ανοσοηλεκτροφόρηση
ανοσοηλεκτροφορήσεων	=	ανοσοηλεκτροφόρηση
ανοσοηλεκτροφόρηση	noun	μέθοδος διαχωρισμού πρωτεϊνών και άλλων ουσιών με βάση την ηλεκτροφορητική τους κινητικότητα και τις αντιγονικές τους ιδιότητες
ανοσοηλεκτροφόρησης	=	ανοσοηλεκτροφόρηση
ανοσοθεραπεία	noun	η θεραπεία που στοχεύει στην ενδυνάμωση και την ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος ενός οργανισμού, προκειμένου να καταπολεμηθεί μια ασθένεια
ανοσοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ανοσοθεραπεία
ανοσοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοθεραπεία
ανοσοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοθεραπεία
ανοσοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοθεραπευτικό
ανοσοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοθεραπευτική
ανοσοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του ανοσοθεραπευτική
ανοσοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοθεραπευτικός	adj	που έχει σχέση με την ανοσοθεραπεία ή αναφέρεται σ' αυτή
ανοσοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοθεραπευτικός
ανοσοκαθήλωση	noun	παρουσία παραπρωτεΐνης στον ορό του αίματος
ανοσοκαθήλωσης	noun	γενική ενικού του ανοσοκαθήλωση
ανοσοκαθηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοκαθήλωση
ανοσοκαθηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοκαθήλωση
ανοσοκαθηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανοσοκαθήλωση
ανοσοκατασταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοκατασταλτικό
ανοσοκατασταλτικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκατασταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοκατασταλτική
ανοσοκατασταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκατασταλτικής	adj	γενική ενικού του ανοσοκατασταλτική
ανοσοκατασταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκατασταλτικού	adj	γενική ενικού του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκατασταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκατασταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκατασταλτικός	adj	που έχει σχέση με την ανοσοκαταστολή, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
ανοσοκατασταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοκατασταλτικός
ανοσοκαταστολές	=	ανοσοκαταστολή
ανοσοκαταστολή	noun	η αδρανοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος
ανοσοκαταστολής	=	ανοσοκαταστολή
ανοσοκαταστολών	=	ανοσοκαταστολή
ανοσοκατεσταλμένα	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένε	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένες	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένη	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένης	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένο	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένοι	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένος	verb	που παρουσιάζει καταστολή ή ανοσοανεπάρκεια (ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού του συστήματος) είτε λόγω πάθησης είτε αξαιτίας λήψης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων
ανοσοκατεσταλμένου	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένους	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκατεσταλμένων	=	ανοσοκατεσταλμένος
ανοσοκυττάρου	=	ανοσοκύτταρο
ανοσοκυττάρων	=	ανοσοκύτταρο
ανοσοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοκύτταρο
ανοσοκύτταρο	noun	οποιοδήποτε κύτταρο του ανοσοποιητικού συστήματος, που μπορεί να αντιδρά με ένα αντιγόνο για να παράγει αντισώματα ή να συμμετάσχει σε αντιδράσεις κυτταρικής ανοσίας
ανοσοκύτταρου	=	ανοσοκύτταρο
ανοσοκύτταρων	=	ανοσοκύτταρο
ανοσολογία	noun	ιατρικός κλάδος που μελετά τους μηχανισμούς του ανοσοποιητικού συστήματος ενός οργανισμού
ανοσολογίας	noun	γενική ενικού του ανοσολογία
ανοσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσολογία
ανοσολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσολογικό
ανοσολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσολογικός
ανοσολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσολογική
ανοσολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσολογικός
ανοσολογικής	adj	γενική ενικού του ανοσολογική
ανοσολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσολογικός
ανοσολογικού	adj	γενική ενικού του ανοσολογικός
ανοσολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσολογικός
ανοσολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσολογικός
ανοσολογικός	adj	που έχει σχέση με την ανοσολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανοσολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσολογικός
ανοσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσολογία
ανοσολόγε	=	ανοσολόγος
ανοσολόγο	=	ανοσολόγος
ανοσολόγοι	=	ανοσολόγος
ανοσολόγος	noun	ιατρός που μελετά ή θεραπεύει παθήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος και διερευνά τους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού απέναντι σε νόσους
ανοσολόγου	=	ανοσολόγος
ανοσολόγους	=	ανοσολόγος
ανοσολόγων	=	ανοσολόγος
ανοσοπεπτιδίωμα	noun	σύμπλεγμα αμινοξέων που συμμετέχει δομικά στο ανοσοποιητικό
ανοσοπεπτιδιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοπεπτιδίωμα
ανοσοπεπτιδιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοπεπτιδίωμα
ανοσοπεπτιδιώματος	noun	γενική ενικού του ανοσοπεπτιδίωμα
ανοσοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανοσοποιώ
ανοσοποίησης	=	ανοσοποίηση
ανοσοποιήθηκα	=	ανοσοποιώ
ανοσοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποίηση
ανοσοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήσεων	=	ανοσοποίηση
ανοσοποιήσεως	=	ανοσοποίηση
ανοσοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοσοποιώ
ανοσοποιημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποιημένο
ανοσοποιημένε	adj	κλητική ενικού του ανοσοποιημένος
ανοσοποιημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποιημένη
ανοσοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοποιημένος
ανοσοποιημένης	adj	γενική ενικού του ανοσοποιημένη
ανοσοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ανοσοποιημένος
ανοσοποιημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποιημένος
ανοσοποιημένος	verb	ο εμβολιασμένος, ο οργανισμός που έχει ανοσοποιηθεί είτε με φαρμακευτικό σκεύασμα είτε με φυσικό τρόπο
ανοσοποιημένου	verb	γενική ενικού του ανοσοποιημένος
ανοσοποιημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοποιημένος
ανοσοποιημένων	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοποιημένος
ανοσοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποιητικό
ανοσοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοποιητικός
ανοσοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποιητική
ανοσοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοποιητικός
ανοσοποιητικής	adj	γενική ενικού του ανοσοποιητική
ανοσοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοποιητικός
ανοσοποιητικού	adj	γενική ενικού του ανοσοποιητικός
ανοσοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοποιητικός
ανοσοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανοσοποιητικός	noun	το ανοσοποιητικό σύστημα
ανοσοποιητικός	adj	αυτός που επιφέρει ανοσία, όπως π.χ ο ορός
ανοσοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοποιητικός
ανοσοποιούμαι	=	ανοσοποιώ
ανοσοποιώ	verb	εξασφαλίζω ανοσία.
ανοσοπροσδιορισμέ	noun	κλητική ενικού του ανοσοπροσδιορισμός
ανοσοπροσδιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοπροσδιορισμός
ανοσοπροσδιορισμού	noun	γενική ενικού του ανοσοπροσδιορισμός
ανοσοπροσδιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοπροσδιορισμός
ανοσοπροσδιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανοσοπροσδιορισμός
ανοσοπροσδιορισμός	noun	μέθοδος προσδιορισμού της παρουσίας ή απουσίας κάποιας χημικής ουσίας με τη μελέτη της αντίδρασης ενός αντισώματος με αντιγόνο
ανοσοπροσδιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοπροσδιορισμός
ανοσοπροστασία	noun	η προστασία από τις επιδράσεις ενός αντιγόνου
ανοσοπροστασίας	=	ανοσοπροστασία
ανοσοπροστασίες	=	ανοσοπροστασία
ανοσοπροστασιών	=	ανοσοπροστασία
ανοσορυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσορυθμιστικό
ανοσορυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσορυθμιστικός
ανοσορυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσορυθμιστική
ανοσορυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσορυθμιστικός
ανοσορυθμιστικής	adj	γενική ενικού του ανοσορυθμιστική
ανοσορυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσορυθμιστικός
ανοσορυθμιστικού	adj	γενική ενικού του ανοσορυθμιστικός
ανοσορυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσορυθμιστικός
ανοσορυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσορυθμιστικός
ανοσορυθμιστικός	adj	που συμβάλλει στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος
ανοσορυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσορυθμιστικός
ανοσοτροποποίηση	noun	η ρύθμιση και τροποποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού με κάποιον ανοσοτροποποιητικό παράγοντα ή φάρμακο
ανοσοτροποποίησης	=	ανοσοτροποποίηση
ανοσοτροποποιήσεις	=	ανοσοτροποποίηση
ανοσοτροποποιήσεων	=	ανοσοτροποποίηση
ανοσοτροποποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοτροποποιητικό
ανοσοτροποποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοτροποποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοτροποποιητική
ανοσοτροποποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοτροποποιητικής	adj	γενική ενικού του ανοσοτροποποιητική
ανοσοτροποποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοτροποποιητικού	adj	γενική ενικού του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοτροποποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοτροποποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοτροποποιητικός	adj	φάρμακο, παράγοντας ή ουσία που ρυθμίζει ή γενικά τροποποιεί τις αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού
ανοσοτροποποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοτροποποιητικός
ανοσοφαρμακολογία	noun	κλάδος της φαρμακολογίας που ασχολείται με το ανοσοποιητικό σύστημα
ανοσοφαρμακολογίας	=	ανοσοφαρμακολογία
ανοσοφαρμακολογίες	=	ανοσοφαρμακολογία
ανοσοφαρμακολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοφαρμακολογικό
ανοσοφαρμακολογικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοφαρμακολογική
ανοσοφαρμακολογική	adj	θηλυκό του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογικής	adj	γενική ενικού του ανοσοφαρμακολογική
ανοσοφαρμακολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογικού	adj	γενική ενικού του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογικός	adj	που σχετίζεται με τη ανοσοφαρμακολογία
ανοσοφαρμακολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοφαρμακολογικός
ανοσοφαρμακολογιών	=	ανοσοφαρμακολογία
ανοσοφθορισμέ	=	ανοσοφθορισμός
ανοσοφθορισμοί	=	ανοσοφθορισμός
ανοσοφθορισμού	=	ανοσοφθορισμός
ανοσοφθορισμούς	=	ανοσοφθορισμός
ανοσοφθορισμό	=	ανοσοφθορισμός
ανοσοφθορισμός	noun	ιατρική διαγνωστική μέθοδος με ευρεία κλινική εφαρμογή και σημαντική συμβολή στη διάγνωση και παρακολούθηση διαφόρων νοσημάτων.
ανοσοφθορισμών	=	ανοσοφθορισμός
ανοσοχημεία	noun	κλάδος της χημείας που εστιάζει στη μελέτη των μορίων και αντιδράσεων του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως τα αντισώματα και τα αντιγόνα, για τη διάγνωση ή κατανόηση ασθενειών
ανοσοχημείας	=	ανοσοχημεία
ανοσοχημείες	=	ανοσοχημεία
ανοσοχημειών	=	ανοσοχημεία
ανοσοχημικά	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικέ	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικές	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημική	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικής	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικοί	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικού	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικούς	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικό	=	ανοσοχημικός
ανοσοχημικός	adj	που έχει σχέση με την ανοσοχημεία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ανοσοχημικών	=	ανοσοχημικός
ανοσοχρωματογραφία	noun	ανοσοπροσδιορισμός με χρωματογραφία
ανοσοχρωματογραφίας	noun	γενική ενικού του ανοσοχρωματογραφία
ανοσοχρωματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοχρωματογραφία
ανοσοχρωματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοχρωματογραφία
ανοσοϊστοχημεία	noun	συνώνυμο του ιστοχημεία
ανοσοϊστοχημείας	noun	γενική ενικού του ανοσοϊστοχημεία
ανοσοϊστοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημεία
ανοσοϊστοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημεία
ανοσοϊστοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημικό
ανοσοϊστοχημικέ	adj	κλητική ενικού του ανοσοϊστοχημικός
ανοσοϊστοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημική
ανοσοϊστοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοσοϊστοχημικός
ανοσοϊστοχημικής	adj	γενική ενικού του ανοσοϊστοχημική
ανοσοϊστοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημικός
ανοσοϊστοχημικού	adj	γενική ενικού του ανοσοϊστοχημικός
ανοσοϊστοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημικός
ανοσοϊστοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του ανοσοϊστοχημικός
ανοσοϊστοχημικός	adj	που έχει σχέση με τον ιστοχημικό έλεγχο άνοσων νοσημάτων ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ανοσοϊστοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του ανοσοϊστοχημικός
ανοστένω	=	ανοσταίνω
ανοστίζω	=	ανοσταίνω
ανοστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανοσταίναμε	=	ανοσταίνω
ανοσταίναν	=	ανοσταίνω
ανοσταίνανε	=	ανοσταίνω
ανοσταίνατε	=	ανοσταίνω
ανοσταίνει	=	ανοσταίνω
ανοσταίνεις	=	ανοσταίνω
ανοσταίνετε	=	ανοσταίνω
ανοσταίνομε	=	ανοσταίνω
ανοσταίνοντας	=	ανοσταίνω
ανοσταίνουμε	=	ανοσταίνω
ανοσταίνουν	=	ανοσταίνω
ανοσταίνουνε	=	ανοσταίνω
ανοσταίνω	verb	κάνω κάτι άνοστο, το κάνω να χάσει τη γεύση του
ανοστεύω	=	ανοσταίνω
ανοστιά	noun	έλλειψη νοστιμιάς
ανοστιάς	noun	γενική ενικού του ανοστιά
ανοστιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοστιά
ανοστιών	=	ανοστιά
ανοστούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοστούτσικο
ανοστούτσικε	adj	κλητική ενικού του ανοστούτσικος
ανοστούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοστούτσικη
ανοστούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοστούτσικος
ανοστούτσικης	adj	γενική ενικού του ανοστούτσικη
ανοστούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ανοστούτσικος
ανοστούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοστούτσικος
ανοστούτσικος	adj	κάπως άνοστος, που δεν έχει έντονη γεύση
ανοστούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανοστούτσικος
ανοστούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοστούτσικος
ανοστούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανοστούτσικος
ανοστυμένος	=	ανοσταίνω
ανοστύναμε	=	ανοσταίνω
ανοστύναν	=	ανοσταίνω
ανοστύνανε	=	ανοσταίνω
ανοστύνατε	=	ανοσταίνω
ανοστύνει	=	ανοσταίνω
ανοστύνεις	=	ανοσταίνω
ανοστύνετε	=	ανοσταίνω
ανοστύνομε	=	ανοσταίνω
ανοστύνουμε	=	ανοσταίνω
ανοστύνουν	=	ανοσταίνω
ανοστύνουνε	=	ανοσταίνω
ανοστύντε	=	ανοσταίνω
ανοστύνω	=	ανοσταίνω
ανοσφρησία	noun	συνώνυμο του ανοσμία
ανοσφρησίας	=	ανοσφρησία
ανοσφρησίες	=	ανοσφρησία
ανοσφρησιών	=	ανοσφρησία
ανουρία	noun	η δυσκολία ή η αδυναμία ούρησης
ανουρίας	noun	γενική ενικού του ανουρία
ανουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανουρία
ανουριών	noun	γενική πληθυντικού του ανουρία
ανοφθαλμία	noun	η εκ γενετής και για διάφορους λόγους έλλειψη του ενός ή και των δύο οφθαλμών κάποιου
ανοφθαλμίας	noun	γενική ενικού του ανοφθαλμία
ανοφθαλμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοφθαλμία
ανοφθαλμιών	noun	γενική πληθυντικού του ανοφθαλμία
ανοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοχή
ανοχή	noun	το αποτέλεσμα του ανέχομαι
ανοχής	=	ανοχή
ανοχύρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοχύρωτο
ανοχύρωτε	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτες	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτη	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτης	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτο	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτοι	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτος	adj	που δεν έχει οχυρωθεί
ανοχύρωτου	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτους	=	ανοχύρωτος
ανοχύρωτων	=	ανοχύρωτος
ανοχών	=	ανοχή
ανοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοϊκό	adv	με ανοϊκό τρόπο, είτε παθολογικά (δηλαδή από τη νόσο της άνοιας) είτε από απερισκεψία
ανοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ανοϊκός
ανοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανοϊκή
ανοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανοϊκός
ανοϊκής	adj	γενική ενικού του ανοϊκή
ανοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανοϊκός
ανοϊκού	adj	γενική ενικού του ανοϊκός
ανοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανοϊκός
ανοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ανοϊκός
ανοϊκός	adj	ασθενής που χάνει λόγω γήρατος ή άλλης παθολογίας την επαφή με την πραγματικότητα και αδυνατεί να ερμηνεύσει τα ερεθίσματα που δέχεται ή να εκφράσει όσα αισθάνεται ο ίδιος
ανοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ανοϊκός
ανούσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανούσιος	adv	χωρίς ουσία ή νόημα
ανούσιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ανούσια) του ανούσιος
ανούσιε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ανούσιος
ανούσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (ανούσια) του ανούσιος
ανούσιη	=	ανούσιος
ανούσιης	=	ανούσιος
ανούσιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανούσιος
ανούσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανούσιος
ανούσιος	adj	χωρίς ουσία, νόημα
ανούσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανούσιος
ανούσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανούσιος
ανούσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανούσιος
ανπαλλόσουν	=	αναπάλλω
ανπχος	=	αντιπλοίαρχος
ανς	abbrev	το ανώτερο σημείο της διαδρομής ενός εμβόλου μέσα στον κύλινδρο, μιας παλινδρομικής μηχανής, όπου μηδενίζεται η ταχύτητά του και αλλάζει φορά κίνησης.
ανσάμπλ	noun	ομαδικό αγώνισμα της ρυθμικής γυμναστικής
αντάλλαγμα	noun	αυτό που παίρνει κάποιος στη θέση κάποιου άλλου (συνήθως ίσης αξίας) που δίνει ή το αντίθετο
αντάλλαζα	=	ανταλλάζω
αντάλλαζαν	=	ανταλλάζω
αντάλλαζε	=	ανταλλάζω
αντάλλαζες	=	ανταλλάζω
αντάλλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
αντάλλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
αντάλλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
αντάλλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
αντάλλασσα	=	ανταλλάσσω
αντάλλασσαν	=	ανταλλάσσω
αντάλλασσε	=	ανταλλάσσω
αντάλλασσες	=	ανταλλάσσω
αντάμα	adv	μαζί, από κοινού
αντάμειβα	=	ανταμείβω
αντάμειβαν	=	ανταμείβω
αντάμειβε	=	ανταμείβω
αντάμειβες	=	ανταμείβω
αντάμειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
αντάμειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
αντάμειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
αντάμειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
αντάμειψη	noun	η ανταμοιβή
αντάμειψης	noun	γενική ενικού του αντάμειψη
αντάμη	=	αντάμης
αντάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάμης
αντάμηδων	=	αντάμης
αντάμης	noun	θαρραλέος, παλικαράς, εριστικός
αντάμισσα	=	αντάμης
αντάμωμα	noun	η αντάμωση, η συνάντηση
αντάμωνα	=	ανταμώνω
αντάμωναν	=	ανταμώνω
αντάμωνε	=	ανταμώνω
αντάμωνες	=	ανταμώνω
αντάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
αντάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
αντάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
αντάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
αντάμωση	noun	η συνάντηση δύο ή περισσότερων ανθρώπων, κυρίως μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα
αντάμωσης	noun	γενική ενικού του αντάμωση
αντάντε	adv	όχι πολύ γρήγορα, ούτε πολύ αργά, μέτρια, ανάμεσα στο αντάτζιο και το αλέγκρο
αντάξια	adv	με αντίστοιχη αξία
αντάξιας	=	αντάξιος
αντάξιε	=	αντάξιος
αντάξιες	=	αντάξιος
αντάξιη	=	αντάξιος
αντάξιης	=	αντάξιος
αντάξιο	=	αντάξιος
αντάξιοι	=	αντάξιος
αντάξιος	adj	που έχει ανάλογη αξία
αντάξιου	=	αντάξιος
αντάξιους	=	αντάξιος
αντάξιων	=	αντάξιος
αντάπτορα	=	αντάπτορας
αντάπτορας	noun	εξάρτημα που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο για να προσαρμοστούν δύο άλλα εξαρτήματα μεταξύ τους
αντάπτορες	=	αντάπτορας
αντάρα	noun	η ομίχλη, η θολούρα
αντάρας	noun	γενική ενικού του αντάρα
αντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάρα
αντάριαζα	=	ανταριάζω
αντάριαζαν	=	ανταριάζω
αντάριαζε	=	ανταριάζω
αντάριαζες	=	ανταριάζω
αντάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
αντάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
αντάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
αντάριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
αντάριασμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανταριάζω
αντάρτες	=	αντάρτης
αντάρτη	=	αντάρτης
αντάρτης	noun	αυτός που εξεγείρεται ένοπλα εναντίον κάποιου καθεστώτος
αντάρτικα	adv	ανταρτικά
αντάρτικε	adj	κλητική ενικού του αντάρτικος
αντάρτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάρτικη
αντάρτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντάρτικος
αντάρτικης	adj	γενική ενικού του αντάρτικη
αντάρτικο	noun	αντάρτικος στρατός και η όλη οργάνωσή του
αντάρτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντάρτικος
αντάρτικος	adj	που έχει σχέση με τους αντάρτες, ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς
αντάρτικου	noun	γενική ενικού του αντάρτικο
αντάρτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντάρτικος
αντάρτικων	noun	γενική πληθυντικού του αντάρτικο
αντάρτισσα	noun	αντάρτης
αντάρτισσας	noun	γενική ενικού του αντάρτισσα
αντάρτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάρτισσα
αντάρτισσων	=	αντάρτισσα
αντάτζιο	adv	πολύ αργά
αντέβαινα	=	αντιβαίνω
αντέβαιναν	=	αντιβαίνω
αντέβαινε	=	αντιβαίνω
αντέβαινες	=	αντιβαίνω
αντέγγραφα	=	αντέγγραφο
αντέγγραφο	noun	έγγραφο με το οποίο ακυρώνεται ή ανατρέπεται η αποδεικτική ισχύς άλλου εγγράφου
αντέγγραφου	=	αντέγγραφο
αντέγγραφων	=	αντέγγραφο
αντέγκληση	noun	η λογομαχία, ο διαξιφισμός, η αλληλοκατηγορία
αντέγκλησης	noun	γενική ενικού του αντέγκληση
αντέγραφα	=	αντιγράφω
αντέγραφαν	=	αντιγράφω
αντέγραφε	=	αντιγράφω
αντέγραφες	=	αντιγράφω
αντέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντέδρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντέδρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντέδρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντέδρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντέθεσα	=	αντιθέτω
αντέκθεση	noun	έκθεση που τροποποιεί ή ανασκευάζει το περιεχόμενο ή τα πορίσματα μιας άλλης έκθεσης
αντέκθεσης	noun	γενική ενικού του αντέκθεση
αντέκρουα	=	αντικρούω
αντέκρουαν	=	αντικρούω
αντέκρουε	=	αντικρούω
αντέκρουες	=	αντικρούω
αντέκρουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντέκρουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντέκρουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντέκρουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντέκταση	noun	η μετατροπή ενός βραχύχρονου φωνήεντος που βρίσκεται πριν από ορισμένο συμφωνικό σύμπλεγμα (π.χ. ντ, νς), στο αντίστοιχο μακρό ή στη νόθο δίφθογγο ου, αφού προηγηθεί απλοποίηση ή και πλήρης αποβολή του συμπλέγματος
αντέκτασης	noun	γενική ενικού του αντέκταση
αντέλαμψα	=	αντιλάμπω
αντέλεγα	=	αντιλέγω
αντέλεγαν	=	αντιλέγω
αντέλεγε	=	αντιλέγω
αντέλεγες	=	αντιλέγω
αντένα	noun	η κεραία (όπως τηλεόρασης, ραντάρ, ασυρμάτου, ραδιοφώνου)
αντένας	noun	γενική ενικού του αντένα
αντένδειξη	noun	Η αντίθετη ένδειξη, αυτή δηλαδή που οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα.
αντένδειξης	=	αντένδειξη
αντένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντένα
αντένσταση	noun	ένσταση που αντικρούει άλλη ένσταση
αντένστασης	noun	γενική ενικού του αντένσταση
αντένω	=	ανταίνω
αντέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξαν	=	αντέχω
αντέξανε	=	αντέχω
αντέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξοδε	=	αντέξοδος
αντέξοδο	=	αντέξοδος
αντέξοδοι	=	αντέξοδος
αντέξοδος	noun	η επίθεση αντιπάλου με εξόρμηση
αντέξομε	=	αντέχω
αντέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξουνε	=	αντέχω
αντέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντέχω
αντέπραξα	=	αντιπράττω
αντέρεισμα	noun	η αντηρίδα, δευτερεύουσα και κατηφορική κορυφογραμμή
αντέστε	intj|vulgar	άντε (συνήθως για παρακίνηση πολλών)
αντέστρεφα	=	αντιστρέφω
αντέστρεφαν	=	αντιστρέφω
αντέστρεφε	=	αντιστρέφω
αντέστρεφες	=	αντιστρέφω
αντέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντέσω	=	ανταίνω
αντέτ	noun	το έθιμο
αντέταξα	=	αντιτάσσω
αντέτε	=	άντε
αντέτεινα	=	αντιτείνω
αντέτι	noun|vulgar	η συνήθεια, το έθιμο
αντέτια	=	αντέτι
αντέφασκα	=	αντιφάσκω
αντέφασκαν	=	αντιφάσκω
αντέφασκε	=	αντιφάσκω
αντέφασκες	=	αντιφάσκω
αντέφεση	noun	η δικαστική προσβολή της έφεσης του αντιδίκου
αντέφεσης	noun	γενική ενικού του αντέφεση
αντέχαμε	=	αντέχω
αντέχαν	=	αντέχω
αντέχανε	=	αντέχω
αντέχατε	=	αντέχω
αντέχει	=	αντέχω
αντέχεις	=	αντέχω
αντέχετε	=	αντέχω
αντέχομε	=	αντέχω
αντέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντέχω
αντέχουμε	=	αντέχω
αντέχουν	=	αντέχω
αντέχουνε	=	αντέχω
αντέχω	verb	αντιμετωπίζω κάτι δυσάρεστο ή ενοχλητικό με υπομονή και καρτερικότητα
αντήλι	noun	το αντηλάρισμα
αντήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντήλιο
αντήλιας	=	αντήλιος
αντήλιε	=	αντήλιος
αντήλιες	=	αντήλιος
αντήλιο	noun	αυτό που προστατεύει από τον ήλιο, που ρίχνει σκιά ώστε να δει κάποιος καλύτερα, πχ. ένα χέρι στο μέτωπο
αντήλιοι	=	αντήλιος
αντήλιος	adj	που βρίσκεται απέναντι από τον ήλιο, που βλέπει προς την ανατολή
αντήλιου	noun	γενική ενικού του αντήλιο
αντήλιους	=	αντήλιος
αντήλιων	noun	γενική πληθυντικού του αντήλιο
αντήχει	=	αντηχώ
αντήχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντήχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντήχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντήχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντήχηση	noun	το αποτέλεσμα από τις ανακλάσεις του ήχου σε ένα χώρο, στον οποίο η απόσταση των επιφανειών στις οποίες ανακλάται ο ήχος είναι μικρότερη από αυτήν που θα προκαλούσε ηχώ (17 m)
αντήχησης	=	αντήχηση
αντί	prep	αντικατάσταση
αντίβ	noun	το σικορέ
αντίβαινε	=	αντιβαίνω
αντίβαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίβαρο
αντίβαρο	noun	βαρύ αντικείμενο από μέταλλο, τσιμέντο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται σε μοχλικούς μηχανισμούς, ώστε να μειωθεί η δύναμη που απαιτείται, προκειμένου να σηκωθεί ή να μετακινηθεί
αντίβαρου	noun	γενική ενικού του αντίβαρο
αντίβαρων	noun	γενική πληθυντικού του αντίβαρο
αντίβγαινα	=	αντιβγαίνω
αντίγαμε	=	αντίγαμος
αντίγαμο	=	αντίγαμος
αντίγαμοι	=	αντίγαμος
αντίγαμος	noun|dated	η επίσημη συνεστίαση καλεσμένων σε γάμο την επόμενη Κυριακή από την τέλεση του μυστηρίου
αντίγαμου	=	αντίγαμος
αντίγαμους	=	αντίγαμος
αντίγαμων	=	αντίγαμος
αντίγονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίγονο
αντίγονο	noun	αναρριχητικό φυτό
αντίγονου	=	αντίγονο
αντίγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίγραφο
αντίγραφε	=	αντιγράφω
αντίγραφο	noun	προϊόν αναπαραγωγής ομοίου πράγματος ή γραπτού λόγου
αντίγραφου	=	αντίγραφο
αντίγραφων	=	αντίγραφο
αντίγραψε	=	αντιγράφω
αντίδερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίδερο
αντίδερο	noun	άλλη μορφή του αντίδωρο
αντίδερου	noun	γενική ενικού του αντίδερο
αντίδερων	noun	γενική πληθυντικού του αντίδερο
αντίδι	noun	είδος φαγώσιμου χόρτου που μοιάζει με το ραδίκι (επιστημονική ονομασία κιχώριον το αντίδιον και Cichorium endivia) κοιν. πικραλίδα, πικρομάρουλο.
αντίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίδι
αντίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίδικο
αντίδικε	noun	κλητική ενικού του αντίδικος
αντίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίδικη
αντίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίδικος
αντίδικης	adj	γενική ενικού του αντίδικη
αντίδικο	noun	αιτιατική ενικού του αντίδικος
αντίδικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίδικος
αντίδικος	noun	ο αντίπαλος διάδικος σε μία δικαστική διαμάχη	adj	που αντιδικεί
αντίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίδικος
αντίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίδικος
αντίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίδικος
αντίδοτα	=	αντίδοτο
αντίδοτο	noun	ουσία ή φάρμακο που εξουδετερώνει τη βλαπτικότητα άλλης ουσίας, φαρμάκου ή δηλητηρίου
αντίδοτου	=	αντίδοτο
αντίδοτων	=	αντίδοτο
αντίδρασε	=	αντιδρώ
αντίδραση	noun	ενέργεια που αντιτίθεται σε άλλη (και την εξουδετερώνει)
αντίδρασης	noun	γενική ενικού του αντίδραση
αντίδωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίδωρο
αντίδωρο	noun	κομμάτι από αγιασμένο πρόσφορο που δίνεται από τον ιερέα στους πιστούς μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας
αντίδωρον	=	αντίδωρο
αντίδωρου	noun	γενική ενικού του αντίδωρο
αντίδωρων	noun	γενική πληθυντικού του αντίδωρο
αντίζηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίζηλο
αντίζηλε	adj	κλητική ενικού του αντίζηλος
αντίζηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίζηλη
αντίζηλη	noun	ανταγωνίστρια, αντίπαλη
αντίζηλης	adj	γενική ενικού του αντίζηλη
αντίζηλο	adj	αιτιατική ενικού του αντίζηλος
αντίζηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίζηλος
αντίζηλος	noun	αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνιστής	adj	που ζηλεύει και προσπαθεί να ανταγωνιστεί κάποιον
αντίζηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίζηλος
αντίζηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίζηλος
αντίζηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίζηλος
αντίζυγα	=	αντίζυγο
αντίζυγο	noun	το αντίβαρο
αντίζυγου	=	αντίζυγο
αντίζυγων	=	αντίζυγο
αντίθεα	=	αντίθεος
αντίθεε	=	αντίθεος
αντίθεες	=	αντίθεος
αντίθεη	=	αντίθεος
αντίθεης	=	αντίθεος
αντίθεο	=	αντίθεος
αντίθεοι	=	αντίθεος
αντίθεος	adj	ασεβής, άθεος
αντίθεου	=	αντίθεος
αντίθεους	=	αντίθεος
αντίθεση	noun	η θέση τινός έναντι ή απέναντι άλλου
αντίθεσης	=	αντίθεση
αντίθετα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίθετο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντίθετος
αντίθετε	adj	κλητική ενικού του αντίθετος
αντίθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίθετη
αντίθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίθετος
αντίθετης	adj	γενική ενικού του αντίθετη
αντίθετο	noun	αυτό που βρίσκεται από την άλλη πλευρά
αντίθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίθετος
αντίθετος	adj	που βρίσκεται απέναντι από κάποιον
αντίθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίθετος
αντίθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίθετος
αντίθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίθετος
αντίθετως	=	αντίθετα
αντίθεων	=	αντίθεος
αντίθρησκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίθρησκο
αντίθρησκε	adj	κλητική ενικού του αντίθρησκος
αντίθρησκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίθρησκη
αντίθρησκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίθρησκος
αντίθρησκης	adj	γενική ενικού του αντίθρησκη
αντίθρησκο	adj	αιτιατική ενικού του αντίθρησκος
αντίθρησκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίθρησκος
αντίθρησκος	adj	που είναι εναντίον κάποιας θρησκείας
αντίθρησκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίθρησκος
αντίθρησκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίθρησκος
αντίθρησκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίθρησκος
αντίκα	noun	παλαιό αντικείμενο, ενδεχομένως μεγάλης υλικής ή άλλης αξίας και φτιαγμένο με τέχνη
αντίκας	noun	γενική ενικού του αντίκα
αντίκειμαι	verb	είμαι στην αντίθετη θέση, είμαι προσανατολισμένος προς την αντίθετη φορά
αντίκειται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντίκειμαι
αντίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίκα
αντίκλητε	=	αντίκλητος
αντίκλητο	=	αντίκλητος
αντίκλητοι	=	αντίκλητος
αντίκλητος	noun	πληρεξούσιος που έχει εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπεί ή να αναπληρώνει κάποιον σε νομικές υποθέσεις
αντίκλητου	=	αντίκλητος
αντίκλητους	=	αντίκλητος
αντίκλητων	=	αντίκλητος
αντίκλινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίκλινο
αντίκλινο	noun	η προς τα πάνω καμπή, πτύχωση του εδάφους σε σημείο που τα πετρώματα είναι κυρτά
αντίκλινου	=	αντίκλινο
αντίκλινων	=	αντίκλινο
αντίκοιλα	=	αντίκοιλο
αντίκοιλο	noun	το κοίλο μέρος του πέλματος ενός ποδιού
αντίκοιλου	=	αντίκοιλο
αντίκοιλων	=	αντίκοιλο
αντίκοψα	=	αντικόβω
αντίκρα	adv	αντίκρυ
αντίκρια	adv	αντίκρυ
αντίκριζα	=	αντικρίζω
αντίκριζαν	=	αντικρίζω
αντίκριζε	=	αντικρίζω
αντίκριζες	=	αντικρίζω
αντίκρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντίκρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντίκρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντίκρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντίκρισμα	noun	το να αντικρίζει / βλέπει κάποιος κάτι
αντίκρουε	=	αντικρούω
αντίκρουσε	=	αντικρούω
αντίκρουση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντικρούω
αντίκρουσης	noun	γενική ενικού του αντίκρουση
αντίκρυ	adv	απέναντι
αντίκρυσμα	noun	άλλη γραφή του αντίκρισμα
αντίκτυπε	=	αντίκτυπος
αντίκτυπο	noun	αιτιατική ενικού του αντίκτυπος
αντίκτυποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίκτυπος
αντίκτυπος	noun	η αντήχηση
αντίκτυπου	=	αντίκτυπος
αντίκτυπους	=	αντίκτυπος
αντίκτυπων	=	αντίκτυπος
αντίλαλε	=	αντίλαλος
αντίλαλο	=	αντίλαλος
αντίλαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίλαλος
αντίλαλος	noun	η ηχώ, η αντανάκλαση κάποιου ήχου μετά από την πρόσκρουσή του σε ένα μακρινό εμπόδιο
αντίλαλου	=	αντίλαλος
αντίλαλους	=	αντίλαλος
αντίλαλων	=	αντίλαλος
αντίλαμβδα	noun	σημείο στίξης 〈 〉 που χρησιμοποιείται στην παλαιογραφία για να ορίσει αμφίβολες περιόδους ή λέξεις
αντίλαμπρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίλαμπρο
αντίλαμπρο	noun	η Κυριακή του Θωμά, δηλαδή η πρώτη Κυριακή μετά από την Κυριακή τού Πάσχα
αντίλαμπρου	=	αντίλαμπρο
αντίλαμπρων	=	αντίλαμπρο
αντίλεγε	=	αντιλέγω
αντίλημμα	noun	η νοητή αναπαράσταση ενός αντικειμένου
αντίληψη	noun	το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις)
αντίληψης	noun	γενική ενικού του αντίληψη
αντίλογε	=	αντίλογος
αντίλογο	=	αντίλογος
αντίλογοι	=	αντίλογος
αντίλογος	noun	η απάντηση
αντίλογου	=	αντίλογος
αντίλογους	=	αντίλογος
αντίλογων	=	αντίλογος
αντίμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίμαχο
αντίμαχε	adj	κλητική ενικού του αντίμαχος
αντίμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίμαχη
αντίμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίμαχος
αντίμαχης	adj	γενική ενικού του αντίμαχη
αντίμαχο	adj	αιτιατική ενικού του αντίμαχος
αντίμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίμαχος
αντίμαχος	adj	ο αντιμαχόμενος, εκείνος που αντιμάχεται
αντίμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίμαχος
αντίμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίμαχος
αντίμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίμαχος
αντίμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίμετρο
αντίμετρο	noun|formal	μέτρο που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση, αντιμετώπιση ή πρόληψη άλλων μέτρων ή ενεργειών
αντίμετρου	=	αντίμετρο
αντίντερα	=	αντίντερο
αντίντερο	noun	το αντίδωρο
αντίντερου	=	αντίντερο
αντίντερων	=	αντίντερο
αντίνυξη	noun	επίθεση με ξίφος, αφού έχεις αποφύγει επιτυχώς προηγούμενη επίθεση σε σένα
αντίνυξης	=	αντίνυξη
αντίξοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντίξοος	adv	με αντίξοο τρόπο
αντίξοε	adj	κλητική ενικού του αντίξοος
αντίξοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίξοη
αντίξοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίξοος
αντίξοης	adj	γενική ενικού του αντίξοη
αντίξοο	adj	αιτιατική ενικού του αντίξοος
αντίξοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίξοος
αντίξοος	adj	που μας δημιουργεί προβλήματα, που προσθέτει δυσκολίες, δυσμενής, αντίθετος, ανάποδος
αντίξοου	adj	γενική ενικού του αντίξοος
αντίξοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίξοος
αντίξοων	adj	γενική πληθυντικού του αντίξοος
αντίο	intj	αποχαιρετιστήρια προσφώνηση που λέγεται όταν κάποιος φεύγει	noun	ο αποχαιρετισμός
αντίπαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίπαλο
αντίπαλε	adj	κλητική ενικού του αντίπαλος
αντίπαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίπαλη
αντίπαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίπαλος
αντίπαλης	adj	γενική ενικού του αντίπαλη
αντίπαλο	adj	αιτιατική ενικού του αντίπαλος
αντίπαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίπαλος
αντίπαλος	adj	που παλεύει με κάποιον, που προσπαθεί να τον νικήσει	noun	που είναι αντίπαλος
αντίπαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίπαλος
αντίπαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίπαλος
αντίπαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίπαλος
αντίπαπα	=	αντίπαπας
αντίπαπας	noun	αντικανονικά εκλεγμένος και μη αναγνωρισμένος ρωμαιοκαθολικός πάπας
αντίπαπες	=	αντίπαπας
αντίπερα	adj	που βρίσκεται απέναντι	adv	στην απέναντι μεριά
αντίποδα	=	αντίποδας
αντίποδας	noun	που βρίσκεται σε εκ διαμέτρου αντίθετη κατάσταση ή θέση σε σχέση με ένα νοητό ή πραγματικό χώρισμα
αντίποδες	=	αντίποδας
αντίποινα	noun	ενέργεια ή ενέργειες που γίνονται εναντίον άλλων και αποσκοπούν στην τιμωρία τους ή γίνονται για λόγους εκδίκησης
αντίποινο	noun|rare	ενικός αριθμός της λέξης αντίποινα
αντίπραξη	noun|formal	η αντενέργεια
αντίπραξης	noun	γενική ενικού του αντίπραξη
αντίπροχθες	adv	άλλη μορφή του αντιπροχτές
αντίπροχτες	adv	άλλη μορφή του αντιπροχτές
αντίρευμα	noun	αντίθετο ρεύμα ή ροή, που έρχεται απ’ την αντίθετη πλευρά
αντίρρηση	noun	η έκφραση αντίθετης άποψης, η διαφωνία , ο αντίλογος
αντίρρησης	noun	γενική ενικού του αντίρρηση
αντίρροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντίρροπος	adv	με αντίρροπο τρόπο
αντίρροπε	adj	κλητική ενικού του αντίρροπος
αντίρροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίρροπη
αντίρροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίρροπος
αντίρροπης	adj	γενική ενικού του αντίρροπη
αντίρροπο	=	αντίρροπος
αντίρροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίρροπος
αντίρροπος	adj	που ισορροπεί κάτι αντισταθμίζοντάς το
αντίρροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίρροπος
αντίρροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίρροπος
αντίρροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίρροπος
αντίς	prep|vulgar	αντί
αντίσκηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίσκηνο
αντίσκηνο	noun	μικρή σκηνή
αντίσκηνου	noun	γενική ενικού του αντίσκηνο
αντίσκηνων	noun	γενική πληθυντικού του αντίσκηνο
αντίσκοψα	=	αντισκόβω
αντίσταση	noun	η δημιουργία ή προβολή δυσκολιών κάποιου ή από κάτι στην πραγματοποίηση ενός φαινομένου ή γεγονότος
αντίστασης	noun	γενική ενικού του αντίσταση
αντίστιξη	noun	αρμονικός συνδυασμός μελωδιών
αντίστιξης	noun	γενική ενικού του αντίστιξη
αντίστοιχα	adj	πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντίστοιχο) του αντίστοιχος	adv	με αντίστοιχο, παρόμοιο ή ανάλογο τρόπο
αντίστοιχε	adj	κλητική ενικού του αντίστοιχος
αντίστοιχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίστοιχη
αντίστοιχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίστοιχος
αντίστοιχης	adj	γενική ενικού του αντίστοιχη
αντίστοιχο	noun	κάτι που επιτελεί την αντίστοιχη λειτουργία με κάτι άλλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αντίστοιχος
αντίστοιχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίστοιχος
αντίστοιχος	adj	που αντιστοιχεί σε κάτι άλλο
αντίστοιχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίστοιχος
αντίστοιχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίστοιχος
αντίστοιχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίστοιχος
αντίστρεφε	=	αντιστρέφω
αντίστρεψε	=	αντιστρέφω
αντίστροφα	adv	σε αντίστροφη κατεύθυνση
αντίστροφε	=	αντίστροφος
αντίστροφες	=	αντίστροφος
αντίστροφη	=	αντίστροφος
αντίστροφης	=	αντίστροφος
αντίστροφο	=	αντίστροφος
αντίστροφοι	=	αντίστροφος
αντίστροφος	adj	που έχει αντιστραφεί, αντεστραμμένος
αντίστροφου	=	αντίστροφος
αντίστροφους	=	αντίστροφος
αντίστροφων	=	αντίστροφος
αντίστυλα	=	αντίστυλο
αντίστυλο	noun	άλλη μορφή του αντιστύλι
αντίστυλου	=	αντίστυλο
αντίστυλων	=	αντίστυλο
αντίσωμα	noun	πρωτεΐνη που παράγεται από Β-λεμφοκύτταρα και ουδετεροποιεί συγκεκριμένο αντιγόνο
αντίταξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντιτάσσω
αντίτιμα	=	αντίτιμο
αντίτιμο	noun	τα χρήματα που δίνονται για να αγοράσουμε κάτι
αντίτιμου	=	αντίτιμο
αντίτιμων	=	αντίτιμο
αντίτυπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίτυπο
αντίτυπο	noun	το πανομοιότυπο αντίγραφο (ένα από τα πολλά) ενός βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας
αντίτυπου	=	αντίτυπο
αντίτυπων	=	αντίτυπο
αντίφα	noun	ο αντιφασισμός	adj	αντιφασιστικός
αντίφαση	noun	η ύπαρξη έγκυρων συνεπαγωγών που ξεκινούν από μία θέση (ή θέσεις) και καταλήγουν σε μία πρόταση που είναι ψευδής ή ισοδύναμα, σε μια πρόταση και την άρνησή της, κάτι που αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να είναι αληθής
αντίφασης	noun	γενική ενικού του αντίφαση
αντίφασκε	=	αντιφάσκω
αντίφραγμα	noun|rare	φράγμα απέναντι σε κάτι, κάτι που φράζει
αντίφραση	noun	ο ευφημισμός· π.χ.
αντίφρασης	noun	γενική ενικού του αντίφραση
αντίφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίφωνο
αντίφωνο	noun	ψαλμοί που ψάλλονται εναλλάξ από δύο χορούς ψαλτών
αντίφωνου	=	αντίφωνο
αντίχαρα	noun|dated	η επίσημη συνεστίαση καλεσμένων σε γάμο την επόμενη Κυριακή από την τέλεση του μυστηρίου
αντίχαρας	=	αντίχαρα
αντίχαρες	=	αντίχαρα
αντίχαρη	noun|formal	ανταπόδοση χάρης ή ευεργεσίας
αντίχαρης	=	αντίχαρη
αντίχειρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντίχειρας
αντίχειρας	noun	το "μεγάλο" δάχτυλο του χεριού, το μόνο που μπορεί να κινηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έρθει απέναντι από τα άλλα
αντίχειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίχειρας
αντίχειρων	noun	γενική πληθυντικού του αντίχειρας
αντίχριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίχριστο
αντίχριστε	noun	κλητική ενικού του αντίχριστος
αντίχριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίχριστη
αντίχριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίχριστος
αντίχριστης	adj	γενική ενικού του αντίχριστη
αντίχριστο	noun	αιτιατική ενικού του αντίχριστος
αντίχριστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίχριστος
αντίχριστος	noun	για το διάβολο	adj	που είναι αντίθετος και υβριστικός προς τη χριστιανική θρησκεία
αντίχριστου	noun	γενική ενικού του αντίχριστος
αντίχριστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντίχριστος
αντίχριστων	noun	γενική πληθυντικού του αντίχριστος
αντίχρονου	adv	σε δύο χρόνια, το μεθεπόμενο έτος
αντίχτυπε	=	αντίχτυπος
αντίχτυπο	=	αντίχτυπος
αντίχτυποι	=	αντίχτυπος
αντίχτυπος	noun	άλλη μορφή του αντίκτυπος
αντίχτυπου	=	αντίχτυπος
αντίχτυπους	=	αντίχτυπος
αντίχτυπων	=	αντίχτυπος
αντίψυχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίψυχο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντίψυχος
αντίψυχε	adj	κλητική ενικού του αντίψυχος
αντίψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίψυχη
αντίψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντίψυχος
αντίψυχης	adj	γενική ενικού του αντίψυχη
αντίψυχο	noun	κάτι που δίνεται για τη σωτηρία της ψυχής
αντίψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντίψυχος
αντίψυχος	adj	που δίνεται για τη σωτηρία της ψυχής
αντίψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντίψυχος
αντίψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντίψυχος
αντίψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντίψυχος
ανταίνω	verb	προσκρούω σε εμπόδιο, εμπλέκομαι
ανταγάπα	=	ανταγαπώ
ανταγάπαγε	=	ανταγαπώ
ανταγάπησα	=	ανταγαπώ
ανταγάπησαν	=	ανταγαπώ
ανταγάπησε	=	ανταγαπώ
ανταγάπησες	=	ανταγαπώ
ανταγαπά	=	ανταγαπώ
ανταγαπάει	=	ανταγαπώ
ανταγαπάμε	=	ανταγαπώ
ανταγαπάν	=	ανταγαπώ
ανταγαπάνε	=	ανταγαπώ
ανταγαπάς	=	ανταγαπώ
ανταγαπάτε	=	ανταγαπώ
ανταγαπάω	=	ανταγαπώ
ανταγαπήσαμε	=	ανταγαπώ
ανταγαπήσαν	=	ανταγαπώ
ανταγαπήσανε	=	ανταγαπώ
ανταγαπήσατε	=	ανταγαπώ
ανταγαπήσει	=	ανταγαπώ
ανταγαπήστε	=	ανταγαπώ
ανταγαπιέμαι	=	ανταγαπώ
ανταγαπούμε	=	ανταγαπώ
ανταγαπούν	=	ανταγαπώ
ανταγαπούνε	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσα	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσαμε	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσαν	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσανε	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσατε	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσε	=	ανταγαπώ
ανταγαπούσες	=	ανταγαπώ
ανταγαπώ	verb|formal	ανταποδίδω την αγάπη
ανταγαπώμαι	=	ανταγαπώ
ανταγαπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανταγαπώ
ανταγωγές	=	ανταγωγή
ανταγωγή	noun	αγωγή του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντος, επίκληση δικαιώματος του εναγόμενου για δικαστική προστασία έναντι του αντίδικου
ανταγωγής	=	ανταγωγή
ανταγωγών	=	ανταγωγή
ανταγωνίζεσαι	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνίζεστε	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνίζεται	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνίζομαι	verb	αγωνίζομαι κάποιον ή κάποια ομάδα, προσπαθώντας να επικρατήσω, να νικήσω
ανταγωνίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ανταγωνίζομαι
ανταγωνίζονταν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνίζου	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνίσου	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνίστρια	noun	ανταγωνιστής
ανταγωνίστριας	noun	γενική ενικού του ανταγωνίστρια
ανταγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνίστρια
ανταγωνιζόμασταν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόμαστε	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόμουν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόμουνα	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόντουσαν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόσασταν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόσαστε	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόσουν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόσουνα	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζόταν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιζότανε	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνισμέ	noun	κλητική ενικού του ανταγωνισμός
ανταγωνισμένος	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνισμός
ανταγωνισμού	noun	γενική ενικού του ανταγωνισμός
ανταγωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανταγωνισμός
ανταγωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ανταγωνισμός
ανταγωνισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταγωνίζομαι
ανταγωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ανταγωνισμός
ανταγωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνιστής
ανταγωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανταγωνιστής
ανταγωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστήκαν	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστήκανε	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστής	noun	αυτός που ανταγωνίζεται με κάποιον άλλον για την διεκδίκηση ενός τίτλου, βραβείου, αξιώματος κ.λπ.
ανταγωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνιστικό	adv	με ανταγωνιστικό τρόπο
ανταγωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνιστική
ανταγωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικής	adj	γενική ενικού του ανταγωνιστική
ανταγωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικοτήτων	=	ανταγωνιστικότητα
ανταγωνιστικού	adj	γενική ενικού του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικός	adj	που αναφέρεται στον ανταγωνισμό, που ανταγωνίζεται κάποιον ή κάτι
ανταγωνιστικότατα	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατε	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατες	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατη	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατης	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατο	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατοι	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατος	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατου	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατους	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότατων	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερα	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερε	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερες	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερη	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερης	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερο	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότεροι	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερος	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερου	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερους	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότερων	=	ανταγωνιστικός
ανταγωνιστικότητα	noun	η ιδιότητα του ανταγωνιστικού
ανταγωνιστικότητας	noun	γενική ενικού του ανταγωνιστικότητα
ανταγωνιστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταγωνιστικότητα
ανταγωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταγωνιστικός
ανταγωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστούνε	=	ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ανταγωνίστρια
ανταγωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταγωνίζομαι
ανταγωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του ανταγωνιστής
ανταδικώ	verb	εκδικούμαι
ανταδικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανταδικώ
ανταλή	=	ανταλής
ανταλήδες	=	ανταλής
ανταλήδων	=	ανταλής
ανταλής	noun	ο νησιώτης, ιδιαίτερα του ανατολικού Aιγαίου ή της Προποντίδας
ανταλλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάλλαγμα
ανταλλάγματος	noun	γενική ενικού του αντάλλαγμα
ανταλλάζαμε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζαν	=	ανταλλάζω
ανταλλάζανε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζατε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζει	=	ανταλλάζω
ανταλλάζεις	=	ανταλλάζω
ανταλλάζεσαι	=	ανταλλάζω
ανταλλάζεστε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζεται	=	ανταλλάζω
ανταλλάζετε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζομαι	=	ανταλλάζω
ανταλλάζονται	=	ανταλλάζω
ανταλλάζονταν	=	ανταλλάζω
ανταλλάζοντας	=	ανταλλάζω
ανταλλάζουμε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζουν	=	ανταλλάζω
ανταλλάζουνε	=	ανταλλάζω
ανταλλάζω	verb|rare	άλλη μορφή του ανταλλάσσω
ανταλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξαν	=	ανταλλάσσω
ανταλλάξανε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλάξιμο
ανταλλάξιμε	adj	κλητική ενικού του ανταλλάξιμος
ανταλλάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλάξιμη
ανταλλάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταλλάξιμος
ανταλλάξιμης	adj	γενική ενικού του ανταλλάξιμη
ανταλλάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανταλλάξιμος
ανταλλάξιμοι	noun	πρόσφυγες των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, που κρίθηκε απαραίτητο να φύγουν από τις εστίες τους στην Τουρκία, όπου πατροπαράδοτα έμεναν, και με συμβάσεις ανταλλαγής να πάνε μόνιμα στην Ελλάδα (ή το αντίθετο)
ανταλλάξιμος	adj	που πρόκειται να δοθεί ή δόθηκε για ανταλλαγή ή είναι δυνατόν να ανταλλαγεί
ανταλλάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταλλάξιμος
ανταλλάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταλλάξιμος
ανταλλάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταλλάξιμος
ανταλλάξομε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάξου	=	ανταλλάζω
ανταλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξουνε	=	ανταλλάζω
ανταλλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάσσαμε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσαν	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσανε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσατε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσει	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσεις	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσεσαι	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσεστε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσεται	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσετε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάσσομε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσονται	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσονταν	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλάσσουμε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ανταλλάσσω
ανταλλάσσουνε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάσσω	verb	παίρνω κάτι από κάποιον άλλον και του δίνω ως αντάλλαγμα κάτι (συνήθως ίσης αξίας ή ομοειδές)
ανταλλάχθηκα	=	ανταλλάσσω
ανταλλάχθηκαν	=	ανταλλάσσω
ανταλλάχθηκε	=	ανταλλάσσω
ανταλλάχθηκες	=	ανταλλάσσω
ανταλλάχτε	=	ανταλλάζω
ανταλλάχτηκα	=	ανταλλάζω
ανταλλάχτηκαν	=	ανταλλάζω
ανταλλάχτηκε	=	ανταλλάζω
ανταλλάχτηκες	=	ανταλλάζω
ανταλλαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλαγή
ανταλλαγή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταλλάσσω
ανταλλαγής	=	ανταλλαγή
ανταλλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντάλλαγμα
ανταλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλαγμένο
ανταλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλαγμένη
ανταλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένης	verb	γενική ενικού του ανταλλαγμένη
ανταλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένος	=	ανταλλάζω
ανταλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταλλαγμένος
ανταλλαγών	=	ανταλλαγή
ανταλλαζόμασταν	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόμαστε	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόμουν	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόμουνα	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόντουσαν	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόσασταν	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόσαστε	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόσουν	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόσουνα	=	ανταλλάζω
ανταλλαζόταν	=	ανταλλάζω
ανταλλαζότανε	=	ανταλλάζω
ανταλλακτήρια	=	ανταλλακτήριο
ανταλλακτήριο	noun	κατάστημα στο οποίο ανταλλάσσονται αντικείμενα
ανταλλακτήριου	=	ανταλλακτήριο
ανταλλακτήριων	=	ανταλλακτήριο
ανταλλακτηρίου	=	ανταλλακτήριο
ανταλλακτηρίων	=	ανταλλακτήριο
ανταλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλακτικό
ανταλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του ανταλλακτικός
ανταλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλακτική
ανταλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταλλακτικός
ανταλλακτικής	adj	γενική ενικού του ανταλλακτική
ανταλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταλλακτικός
ανταλλακτικού	adj	γενική ενικού του ανταλλακτικός
ανταλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταλλακτικός
ανταλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταλλακτικός	noun	εξάρτημα που αντικαθιστά άλλο όμοιο που έχει χαλάσει ή έχει φθαρεί
ανταλλακτικός	adj	που μπορεί να ανταλλαγεί
ανταλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταλλακτικός
ανταλλαξίμους	=	ανταλλάξιμοι
ανταλλαξίμων	=	ανταλλάξιμοι
ανταλλαξιμοτήτων	=	ανταλλαξιμότητα
ανταλλαξιμότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ανταλλάξιμο(ς), η ιδιότητα του ανταλλάξιμου
ανταλλαξιμότητας	=	ανταλλαξιμότητα
ανταλλαξιμότητες	=	ανταλλαξιμότητα
ανταλλασσόμασταν	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόμαστε	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλασσόμενο
ανταλλασσόμενε	verb	κλητική ενικού του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταλλασσόμενη
ανταλλασσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμενης	verb	γενική ενικού του ανταλλασσόμενη
ανταλλασσόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανταλλάσσω
ανταλλασσόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταλλασσόμενος
ανταλλασσόμουν	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόμουνα	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόντουσαν	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόσασταν	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόσαστε	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόσουν	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόσουνα	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσόταν	=	ανταλλάσσω
ανταλλασσότανε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθήκαμε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθήκαν	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθήκανε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθήκατε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθεί	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθείς	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθείτε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθούμε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθούν	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθούνε	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχθώ	=	ανταλλάσσω
ανταλλαχτήκαμε	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτήκαν	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτήκανε	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτήκατε	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτεί	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτείς	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτείτε	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτούμε	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτούν	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτούνε	=	ανταλλάζω
ανταλλαχτώ	=	ανταλλάζω
ανταμείβαμε	=	ανταμείβω
ανταμείβαν	=	ανταμείβω
ανταμείβανε	=	ανταμείβω
ανταμείβατε	=	ανταμείβω
ανταμείβει	=	ανταμείβω
ανταμείβεις	=	ανταμείβω
ανταμείβεσαι	=	ανταμείβω
ανταμείβεστε	=	ανταμείβω
ανταμείβεται	=	ανταμείβω
ανταμείβετε	=	ανταμείβω
ανταμείβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανταμείβω
ανταμείβομε	=	ανταμείβω
ανταμείβονται	=	ανταμείβω
ανταμείβονταν	=	ανταμείβω
ανταμείβοντας	=	ανταμείβω
ανταμείβουμε	=	ανταμείβω
ανταμείβουν	=	ανταμείβω
ανταμείβουνε	=	ανταμείβω
ανταμείβω	verb	αμείβω κάποιον σε ανταπόδοση κάποιας προσφοράς του ή υπηρεσίας του
ανταμείφθηκα	=	ανταμείβω
ανταμείφθηκαν	=	ανταμείβω
ανταμείφθηκε	=	ανταμείβω
ανταμείφθηκες	=	ανταμείβω
ανταμείφτηκα	=	ανταμείβω
ανταμείφτηκαν	=	ανταμείβω
ανταμείφτηκε	=	ανταμείβω
ανταμείφτηκες	=	ανταμείβω
ανταμείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψαν	=	ανταμείβω
ανταμείψανε	=	ανταμείβω
ανταμείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψεων	noun	γενική πληθυντικού του αντάμειψη
ανταμείψεως	noun|formal	γενική ενικού του αντάμειψη
ανταμείψομε	=	ανταμείβω
ανταμείψου	=	ανταμείβω
ανταμείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψουνε	=	ανταμείβω
ανταμείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμείβω
ανταμειβόμασταν	=	ανταμείβω
ανταμειβόμαστε	=	ανταμείβω
ανταμειβόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταμειβόμενο
ανταμειβόμενε	verb	κλητική ενικού του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταμειβόμενη
ανταμειβόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμενης	verb	γενική ενικού του ανταμειβόμενη
ανταμειβόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμενος	verb	που ανταμείβεται, που παίρνει ανταμοιβή
ανταμειβόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταμειβόμενος
ανταμειβόμουν	=	ανταμείβω
ανταμειβόμουνα	=	ανταμείβω
ανταμειβόντουσαν	=	ανταμείβω
ανταμειβόσασταν	=	ανταμείβω
ανταμειβόσαστε	=	ανταμείβω
ανταμειβόσουν	=	ανταμείβω
ανταμειβόσουνα	=	ανταμείβω
ανταμειβόταν	=	ανταμείβω
ανταμειβότανε	=	ανταμείβω
ανταμειφθήκαμε	=	ανταμείβω
ανταμειφθήκαν	=	ανταμείβω
ανταμειφθήκανε	=	ανταμείβω
ανταμειφθήκατε	=	ανταμείβω
ανταμειφθεί	=	ανταμείβω
ανταμειφθείς	=	ανταμείβω
ανταμειφθείτε	=	ανταμείβω
ανταμειφθούμε	=	ανταμείβω
ανταμειφθούν	=	ανταμείβω
ανταμειφθούνε	=	ανταμείβω
ανταμειφθώ	=	ανταμείβω
ανταμειφτήκαμε	=	ανταμείβω
ανταμειφτήκαν	=	ανταμείβω
ανταμειφτήκανε	=	ανταμείβω
ανταμειφτήκατε	=	ανταμείβω
ανταμειφτεί	=	ανταμείβω
ανταμειφτείς	=	ανταμείβω
ανταμειφτείτε	=	ανταμείβω
ανταμειφτούμε	=	ανταμείβω
ανταμειφτούν	=	ανταμείβω
ανταμειφτούνε	=	ανταμείβω
ανταμειφτώ	=	ανταμείβω
ανταμοιβές	=	ανταμοιβή
ανταμοιβή	noun	η ηθική (κυρίως) ή χρηματική αμοιβή που παίρνει κάποιος ως αναγνώριση του έργου του
ανταμοιβής	=	ανταμοιβή
ανταμοιβών	=	ανταμοιβή
ανταμωθήκαμε	=	ανταμώνω
ανταμωθήκαν	=	ανταμώνω
ανταμωθήκανε	=	ανταμώνω
ανταμωθήκατε	=	ανταμώνω
ανταμωθεί	=	ανταμώνω
ανταμωθείς	=	ανταμώνω
ανταμωθείτε	=	ανταμώνω
ανταμωθούμε	=	ανταμώνω
ανταμωθούν	=	ανταμώνω
ανταμωθούνε	=	ανταμώνω
ανταμωθώ	=	ανταμώνω
ανταμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντάμωμα
ανταμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταμωμένο
ανταμωμένε	verb	κλητική ενικού του ανταμωμένος
ανταμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταμωμένη
ανταμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταμωμένος
ανταμωμένης	verb	γενική ενικού του ανταμωμένη
ανταμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανταμωμένος
ανταμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταμωμένος
ανταμωμένος	=	ανταμώνω
ανταμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταμωμένος
ανταμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταμωμένος
ανταμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταμωμένος
ανταμωνόμασταν	=	ανταμώνω
ανταμωνόμαστε	=	ανταμώνω
ανταμωνόμουν	=	ανταμώνω
ανταμωνόμουνα	=	ανταμώνω
ανταμωνόντουσαν	=	ανταμώνω
ανταμωνόσασταν	=	ανταμώνω
ανταμωνόσαστε	=	ανταμώνω
ανταμωνόσουν	=	ανταμώνω
ανταμωνόσουνα	=	ανταμώνω
ανταμωνόταν	=	ανταμώνω
ανταμωνότανε	=	ανταμώνω
ανταμώθηκα	=	ανταμώνω
ανταμώθηκαν	=	ανταμώνω
ανταμώθηκε	=	ανταμώνω
ανταμώθηκες	=	ανταμώνω
ανταμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάμωμα
ανταμώματος	noun	γενική ενικού του αντάμωμα
ανταμώναμε	=	ανταμώνω
ανταμώναν	=	ανταμώνω
ανταμώνανε	=	ανταμώνω
ανταμώνατε	=	ανταμώνω
ανταμώνει	=	ανταμώνω
ανταμώνεις	=	ανταμώνω
ανταμώνεσαι	=	ανταμώνω
ανταμώνεστε	=	ανταμώνω
ανταμώνεται	=	ανταμώνω
ανταμώνετε	=	ανταμώνω
ανταμώνομαι	=	ανταμώνω
ανταμώνομε	=	ανταμώνω
ανταμώνονται	=	ανταμώνω
ανταμώνονταν	=	ανταμώνω
ανταμώνοντας	=	ανταμώνω
ανταμώνουμε	=	ανταμώνω
ανταμώνουν	=	ανταμώνω
ανταμώνουνε	=	ανταμώνω
ανταμώνω	verb	συναντώ κάποιον
ανταμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσαν	=	ανταμώνω
ανταμώσανε	=	ανταμώνω
ανταμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντάμωση
ανταμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντάμωση
ανταμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντάμωση
ανταμώσομε	=	ανταμώνω
ανταμώσου	=	ανταμώνω
ανταμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσουνε	=	ανταμώνω
ανταμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
ανταμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταμώνω
αντανάκλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανάκλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανάκλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανάκλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανάκλαση	noun	η αλλαγή της πορείας των ακτίνων, των φωτεινών, ηχητικών κ.λπ κυμάτων που προσκρούουν σε μια επιφάνεια.
αντανάκλασης	noun	γενική ενικού του αντανάκλαση
αντανακλά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αντανακλώ
αντανακλάς	=	αντανακλώ
αντανακλάσαι	=	αντανακλώ
αντανακλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάσαν	=	αντανακλώ
αντανακλάσανε	=	αντανακλώ
αντανακλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντανάκλαση
αντανακλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντανάκλαση
αντανακλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντανάκλαση
αντανακλάσθε	=	αντανακλώ
αντανακλάσθηκα	=	αντανακλώ
αντανακλάσθηκαν	=	αντανακλώ
αντανακλάσθηκε	=	αντανακλώ
αντανακλάσθηκες	=	αντανακλώ
αντανακλάσου	=	αντανακλώ
αντανακλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάσουνε	=	αντανακλώ
αντανακλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάστηκα	=	αντανακλώ
αντανακλάστηκαν	=	αντανακλώ
αντανακλάστηκε	=	αντανακλώ
αντανακλάστηκες	=	αντανακλώ
αντανακλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντανακλώ
αντανακλάται	=	αντανακλώ
αντανακλάτε	=	αντανακλώ
αντανακλάτο	=	αντανακλώ
αντανακλασθήκαμε	=	αντανακλώ
αντανακλασθήκατε	=	αντανακλώ
αντανακλασθεί	=	αντανακλώ
αντανακλασθείς	=	αντανακλώ
αντανακλασθείτε	=	αντανακλώ
αντανακλασθούμε	=	αντανακλώ
αντανακλασθώ	=	αντανακλώ
αντανακλασιμότητα	noun|rare	η ικανότητα αντανάκλασης (συνήθως για επιφάνειες, μα όχι μόνο) χωρίς απαραιτήτως αυτή να προκύπτει κατά την στιγμή της περιγραφής ως αντανάκλαση
αντανακλασμένος	=	αντανακλώ
αντανακλαστήκαμε	=	αντανακλώ
αντανακλαστήκαν	=	αντανακλώ
αντανακλαστήκανε	=	αντανακλώ
αντανακλαστήκατε	=	αντανακλώ
αντανακλαστήρα	=	αντανακλαστήρας
αντανακλαστήρας	noun	στοιχείο φωσφόρισης που λαμπυρίζει ή αντανακλάται όταν πέφτει πάνω του φως, χρησιμοποιείται κυρίως στα ποδήλατα για βραδινή κυκλοφορία και την προστασία των αναβατών τους από διερχόμενα αυτοκίνητα
αντανακλαστήρες	=	αντανακλαστήρας
αντανακλαστήρων	=	αντανακλαστήρας
αντανακλαστεί	=	αντανακλώ
αντανακλαστείς	=	αντανακλώ
αντανακλαστείτε	=	αντανακλώ
αντανακλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντανακλαστικό	adv	χωρίς βούληση ή συναίσθηση
αντανακλαστικέ	adj	κλητική ενικού του αντανακλαστικός
αντανακλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντανακλαστική
αντανακλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντανακλαστικός
αντανακλαστικής	adj	γενική ενικού του αντανακλαστική
αντανακλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντανακλαστικός
αντανακλαστικοτήτων	=	αντανακλαστικότητα
αντανακλαστικού	adj	γενική ενικού του αντανακλαστικός
αντανακλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντανακλαστικός
αντανακλαστικό	noun	η αυθόρμητη φυσική αντίδραση σε κάποιο ερέθισμα ή εκείνη που έχει αυτοματοποιηθεί από συνήθεια	adj	αιτιατική ενικού του αντανακλαστικός
αντανακλαστικός	adj	που έχει σχέση με την αντανάκλαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται από αντανάκλαση
αντανακλαστικότητα	noun	η ιδιότητα του αντανακλαστικού
αντανακλαστικότητας	=	αντανακλαστικότητα
αντανακλαστικότητες	=	αντανακλαστικότητα
αντανακλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντανακλαστικός
αντανακλαστούμε	=	αντανακλώ
αντανακλαστούν	=	αντανακλώ
αντανακλαστούνε	=	αντανακλώ
αντανακλαστώ	=	αντανακλώ
αντανακλούμε	=	αντανακλώ
αντανακλούν	=	αντανακλώ
αντανακλούνε	=	αντανακλώ
αντανακλούσα	=	αντανακλώ
αντανακλούσαμε	=	αντανακλώ
αντανακλούσαν	=	αντανακλώ
αντανακλούσανε	=	αντανακλώ
αντανακλούσατε	=	αντανακλώ
αντανακλούσε	=	αντανακλώ
αντανακλούσες	=	αντανακλώ
αντανακλόμαστε	=	αντανακλώ
αντανακλώ	verb	ανακλώ (ακτίνες, κύματα φωτός, ήχου κ.λπ.), καθρεφτίζω
αντανακλώμαι	=	αντανακλώ
αντανακλώμενος	=	αντανακλώ
αντανακλώνται	=	αντανακλώ
αντανακλώντας	=	αντανακλώ
αντανακλώντο	=	αντανακλώ
ανταντίνο	adv	μέτρια, λίγο πιο ζωηρά από το αντάντε
ανταπάντα	=	ανταπαντώ
ανταπάνταγε	=	ανταπαντώ
ανταπάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπάντηση	noun	απάντηση σε προηγούμενη απάντηση
ανταπάντησης	noun	γενική ενικού του ανταπάντηση
ανταπέδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταπέδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταπέδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταπέδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταπέδιδα	=	ανταποδίδω
ανταπέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταπέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταπέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταπέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταπέργει	=	ανταπεργώ
ανταπέργησα	=	ανταπεργώ
ανταπέργησαν	=	ανταπεργώ
ανταπέργησε	=	ανταπεργώ
ανταπέργησες	=	ανταπεργώ
ανταπαίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαίτηση	noun|formal	η προβολή κάποιας απαίτησης σαν αντίδραση / απάντηση σε απαίτηση άλλου
ανταπαίτησης	noun	γενική ενικού του ανταπαίτηση
ανταπαιτήθηκα	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήθηκαν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήθηκε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήθηκες	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήσαν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήσανε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπαίτηση
ανταπαιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανταπαίτηση
ανταπαιτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανταπαίτηση
ανταπαιτήσου	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαιτεί	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτείς	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτείσαι	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτείστε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτείται	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτείτε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτηθήκαμε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτηθήκαν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτηθήκανε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτηθήκατε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτηθεί	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτηθείτε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτητές	=	ανταπαιτητής
ανταπαιτητή	=	ανταπαιτητής
ανταπαιτητής	noun|formal	που προβάλλει ανταπαιτήσεις
ανταπαιτητών	=	ανταπαιτητής
ανταπαιτούμαι	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούμασταν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούμαστε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούμε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούμουν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούνε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούνται	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούνταν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσα	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσαμε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσαν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσανε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσασταν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσαστε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσατε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσε	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσες	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτούσουν	=	ανταπαιτώ
ανταπαιτώ	verb|formal	προβάλλω ανταπαιτήσεις
ανταπαιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανταπαιτώ
ανταπαντά	=	ανταπαντώ
ανταπαντάει	=	ανταπαντώ
ανταπαντάμε	=	ανταπαντώ
ανταπαντάν	=	ανταπαντώ
ανταπαντάνε	=	ανταπαντώ
ανταπαντάς	=	ανταπαντώ
ανταπαντάτε	=	ανταπαντώ
ανταπαντάω	=	ανταπαντώ
ανταπαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήσαν	=	ανταπαντώ
ανταπαντήσανε	=	ανταπαντώ
ανταπαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπάντηση
ανταπαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανταπάντηση
ανταπαντήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανταπάντηση
ανταπαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταπαντώ
ανταπαντούμε	=	ανταπαντώ
ανταπαντούν	=	ανταπαντώ
ανταπαντούνε	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσα	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσαμε	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσαν	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσανε	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσατε	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσε	=	ανταπαντώ
ανταπαντούσες	=	ανταπαντώ
ανταπαντώ	verb	απαντώ σε προηγούμενη απάντηση
ανταπαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανταπαντώντας
ανταπεξήλθα	=	αντεπεξέρχομαι
ανταπεργέ	noun	κλητική ενικού του ανταπεργός
ανταπεργήσαμε	=	ανταπεργώ
ανταπεργήσαν	=	ανταπεργώ
ανταπεργήσανε	=	ανταπεργώ
ανταπεργήσατε	=	ανταπεργώ
ανταπεργήσει	=	ανταπεργώ
ανταπεργήστε	=	ανταπεργώ
ανταπεργίας	noun	γενική ενικού του ανταπεργία
ανταπεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπεργία
ανταπεργεί	=	ανταπεργώ
ανταπεργείς	=	ανταπεργώ
ανταπεργείτε	=	ανταπεργώ
ανταπεργιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπεργιακό
ανταπεργιακέ	adj	κλητική ενικού του ανταπεργιακός
ανταπεργιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπεργιακή
ανταπεργιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταπεργιακός
ανταπεργιακής	adj	γενική ενικού του ανταπεργιακή
ανταπεργιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταπεργιακός
ανταπεργιακού	adj	γενική ενικού του ανταπεργιακός
ανταπεργιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταπεργιακός
ανταπεργιακό	adj	αιτιατική ενικού του ανταπεργιακός
ανταπεργιακός	adj	που έχει σχέση με την ανταπεργία ή ανφέρεται σ' αυτή
ανταπεργιακών	adj	γενική πληθυντικού του ανταπεργιακός
ανταπεργιών	noun	γενική πληθυντικού του ανταπεργία
ανταπεργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταπεργός
ανταπεργού	noun	γενική ενικού του ανταπεργός
ανταπεργούμε	=	ανταπεργώ
ανταπεργούν	=	ανταπεργώ
ανταπεργούνε	=	ανταπεργώ
ανταπεργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανταπεργός
ανταπεργούσα	=	ανταπεργώ
ανταπεργούσαμε	=	ανταπεργώ
ανταπεργούσαν	=	ανταπεργώ
ανταπεργούσανε	=	ανταπεργώ
ανταπεργούσατε	=	ανταπεργώ
ανταπεργούσε	=	ανταπεργώ
ανταπεργούσες	=	ανταπεργώ
ανταπεργό	noun	αιτιατική ενικού του ανταπεργός
ανταπεργός	noun|formal	απεργοσπάστης
ανταπεργώ	verb|formal	κάνω ανταπεργία
ανταπεργών	noun	γενική πληθυντικού του ανταπεργός
ανταπεργώντας	=	ανταπεργώ
ανταποδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδίδω	verb	κάνω το ίδιο ή κάτι ανάλογο προς κάτι που μου έκανε κάποιος άλλος
ανταποδίνομαι	=	ανταποδίνω
ανταποδίνω	verb	άλλη γραφή του ανταποδίδω
ανταποδείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπόδειξη
ανταποδείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του ανταπόδειξη
ανταποδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του ανταπόδειξη
ανταποδείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδείχνω
ανταποδείχνω	verb	άλλη γραφή του ανταποδεικνύω
ανταποδείχτηκα	=	ανταποδεικνύω
ανταποδεικνύω	verb|formal	αποδεικνύω το αντίθετο απ’ ό,τι έχει λεχθεί ή αποδειχθεί ή αποδεικνύω κάτι εναντίον κάποιου
ανταποδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποδομένο
ανταποδομένε	verb	κλητική ενικού του ανταποδομένος
ανταποδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποδομένη
ανταποδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταποδομένος
ανταποδομένης	verb	γενική ενικού του ανταποδομένη
ανταποδομένο	verb	αιτιατική ενικού του ανταποδομένος
ανταποδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταποδομένος
ανταποδομένος	=	ανταποδίδομαι
ανταποδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταποδομένος
ανταποδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταποδομένος
ανταποδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταποδομένος
ανταποδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποδοτικό	adv	με ανταποδοτικό τρόπο
ανταποδοτικέ	adj	κλητική ενικού του ανταποδοτικός
ανταποδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποδοτική
ανταποδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταποδοτικός
ανταποδοτικής	adj	γενική ενικού του ανταποδοτική
ανταποδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταποδοτικός
ανταποδοτικοτήτων	=	ανταποδοτικότητα
ανταποδοτικού	adj	γενική ενικού του ανταποδοτικός
ανταποδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταποδοτικός
ανταποδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταποδοτικός
ανταποδοτικός	adj	που έχει σχέση με την ανταπόδοση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ανταποδοτικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ανταποδοτικό(ς), η ιδιότητα του ανταποδοτικού
ανταποδοτικότητας	=	ανταποδοτικότητα
ανταποδοτικότητες	=	ανταποδοτικότητα
ανταποδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταποδοτικός
ανταποδοτικώς	adv|formal	με ανταποδοτικό τρόπο
ανταποδόθηκα	=	ανταποδίδω
ανταποδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπόδοση
ανταποδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανταπόδοση
ανταποδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανταπόδοση
ανταποδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποδίδω
ανταποκρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκρίνεσαι	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρίνεστε	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρίνεται	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρίνομαι	verb	συμφωνώ με κάτι, αντιστοιχώ σ’ αυτό ή βρίσκομαι σε αναλογία μ’ αυτό
ανταποκρίνονται	adj	οριστικής ενεστώτα του ανταποκρίνομαι
ανταποκρίνονταν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταπόκριση
ανταποκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανταπόκριση
ανταποκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανταπόκριση
ανταποκρίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρίσιμο
ανταποκρίσιμε	adj	κλητική ενικού του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρίσιμη
ανταποκρίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσιμης	adj	γενική ενικού του ανταποκρίσιμη
ανταποκρίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να ανταποκριθεί
ανταποκρίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταποκρίσιμος
ανταποκρίσου	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρίτρια	noun	ανταποκριτής
ανταποκρίτριας	noun	γενική ενικού του ανταποκρίτρια
ανταποκρίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρίτρια
ανταποκριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθήκαν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκριθήκανε	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκριθούνε	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόμασταν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόμαστε	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρινόμενο
ανταποκρινόμενε	verb	κλητική ενικού του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρινόμενη
ανταποκρινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμενης	verb	γενική ενικού του ανταποκρινόμενη
ανταποκρινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταποκρινόμενος
ανταποκρινόμουν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόμουνα	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόντουσαν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόσασταν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόσαστε	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόσουν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόσουνα	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινόταν	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρινότανε	=	ανταποκρίνομαι
ανταποκρισιμοτήτων	=	ανταποκρισιμότητα
ανταποκρισιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ανταποκρίσιμου, το να μπορεί να ανταποκριθεί κάποιος σε κάτι και να επιτύχει κάποιους στόχους
ανταποκρισιμότητας	=	ανταποκρισιμότητα
ανταποκρισιμότητες	=	ανταποκρισιμότητα
ανταποκριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκριτής
ανταποκριτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανταποκριτής
ανταποκριτής	noun	ο δημοσιογράφος που στέλνει μια ανταπόκριση από άλλη πόλη ή χώρα στο μέσο στο οποίο εργάζεται
ανταποκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκριτικό
ανταποκριτικέ	adj	κλητική ενικού του ανταποκριτικός
ανταποκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταποκριτική
ανταποκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταποκριτικός
ανταποκριτικής	adj	γενική ενικού του ανταποκριτική
ανταποκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταποκριτικός
ανταποκριτικού	adj	γενική ενικού του ανταποκριτικός
ανταποκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταποκριτικός
ανταποκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταποκριτικός
ανταποκριτικός	adj	που ανταποκρίνεται
ανταποκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταποκριτικός
ανταποκριτριών	noun	γενική πληθυντικού του ανταποκρίτρια
ανταποκριτών	noun	γενική πληθυντικού του ανταποκριτής
ανταπολογούμαι	verb	απολογούμαι κι εγώ με τη σειρά μου
ανταπτόρων	=	αντάπτορας
ανταπόδειξη	noun|formal	η απόδειξη του αντιθέτου
ανταπόδειξης	noun	γενική ενικού του ανταπόδειξη
ανταπόδοση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποδίδω, η ευεργεσία
ανταπόδοσης	noun	γενική ενικού του ανταπόδοση
ανταπόδωσα	=	ανταποδίδω
ανταπόκριση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι
ανταπόκρισης	noun	γενική ενικού του ανταπόκριση
ανταριάζαμε	=	ανταριάζω
ανταριάζαν	=	ανταριάζω
ανταριάζανε	=	ανταριάζω
ανταριάζατε	=	ανταριάζω
ανταριάζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ανταριάζω
ανταριάζεις	=	ανταριάζω
ανταριάζετε	=	ανταριάζω
ανταριάζομαι	=	ανταριάζω
ανταριάζοντας	=	ανταριάζω
ανταριάζουμε	=	ανταριάζω
ανταριάζουν	=	ανταριάζω
ανταριάζουνε	=	ανταριάζω
ανταριάζω	verb	γεμίζω ομίχλη ή σύννεφα έτοιμα για βροχή
ανταριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσαν	=	ανταριάζω
ανταριάσανε	=	ανταριάζω
ανταριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσματα	=	αντάριασμα
ανταριάσματος	=	αντάριασμα
ανταριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανταριάζω
ανταριασμάτων	=	αντάριασμα
ανταριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταριασμένο
ανταριασμένε	verb	κλητική ενικού του ανταριασμένος
ανταριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταριασμένη
ανταριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταριασμένος
ανταριασμένης	verb	γενική ενικού του ανταριασμένη
ανταριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανταριασμένος
ανταριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταριασμένος
ανταριασμένος	=	ανταριάζω
ανταριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανταριασμένος
ανταριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανταριασμένος
ανταριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανταριασμένος
ανταρκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρκτικό
ανταρκτικέ	adj	κλητική ενικού του ανταρκτικός
ανταρκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρκτική
ανταρκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταρκτικός
ανταρκτικής	adj	γενική ενικού του ανταρκτική
ανταρκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταρκτικός
ανταρκτικού	adj	γενική ενικού του ανταρκτικός
ανταρκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταρκτικός
ανταρκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταρκτικός
ανταρκτικός	adj	νότιος, κοντά στον Νότιο Πόλο ή γύρω απ’ αυτόν
ανταρκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταρκτικός
ανταρσία	noun	ο ξεσηκωμός (με όπλα) εναντίον της εξουσίας, των νόμιμων αρχών
ανταρσίας	noun	γενική ενικού του ανταρσία
ανταρσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρσία
ανταρσιών	noun	γενική πληθυντικού του ανταρσία
ανταρσυα	abbrev	ελληνικό πολιτικό κόμμα
ανταρτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρτικό	adv	με ανταρτική στάση
ανταρτικέ	adj	κλητική ενικού του ανταρτικός
ανταρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρτική
ανταρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταρτικός
ανταρτικής	adj	γενική ενικού του ανταρτική
ανταρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταρτικός
ανταρτικού	adj	γενική ενικού του ανταρτικός
ανταρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταρτικός
ανταρτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταρτικός
ανταρτικός	adj	άλλη μορφή του αντάρτικος
ανταρτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταρτικός
ανταρτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αντάρτισσα
ανταρτοπολέμου	noun	γενική ενικού του ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπολέμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπολέμων	noun	γενική πληθυντικού του ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρτοπολεμικό
ανταρτοπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταρτοπολεμική
ανταρτοπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπολεμικής	adj	γενική ενικού του ανταρτοπολεμική
ανταρτοπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπολεμικού	adj	γενική ενικού του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπολεμικός	adj	που έχει σχέση με τον ανταρτοπόλεμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ανταρτοπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του ανταρτοπολεμικός
ανταρτοπόλεμε	noun	κλητική ενικού του ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπόλεμος	noun	ο πόλεμος που διεξάγουν οι αντάρτες καθώς και η τακτική που ακολουθούν
ανταρτοπόλεμου	=	ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπόλεμους	=	ανταρτοπόλεμος
ανταρτοπόλεμων	=	ανταρτοπόλεμος
ανταρτόπληκτα	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτε	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτες	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτη	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτης	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτο	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτοι	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτος	adj	που επλήγη, έπαθε καταστροφές από αντάρτες στη διάρκεια ανταρτοπόλεμου
ανταρτόπληκτου	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτους	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτόπληκτων	=	ανταρτόπληκτος
ανταρτών	=	αντάρτης
αντασφάλεια	noun	η ασφάλιση μιας ασφαλιστικής εταιρείας σε μια άλλη, η οποία αναλαμβάνει την πληρωμή μέρους των υποχρεώσεων της πρώτης σε περίπτωση αδυναμίας της να αντεπεξέλθει σ' αυτές
αντασφάλειας	noun	γενική ενικού του αντασφάλεια
αντασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφάλεια
αντασφάλιζα	=	αντασφαλίζω
αντασφάλιζαν	=	αντασφαλίζω
αντασφάλιζε	=	αντασφαλίζω
αντασφάλιζες	=	αντασφαλίζω
αντασφάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφάλιση	noun	συνώνυμο του αντασφάλεια
αντασφάλισης	noun	γενική ενικού του αντασφάλιση
αντασφάλιστρα	noun	ποσά που πληρώνει μια ασφαλιστική εταιρεία σε άλλη, ώστε να μεταβιβάσει μέρος του κινδύνου που αναλαμβάνει από τα συμβόλαιά της
αντασφάλιστρο	noun|rare	ενικός τού αντασφάλιστρα
αντασφάλιστρων	=	αντασφάλιστρα
αντασφαλίζαμε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζαν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζανε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζατε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζει	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζεις	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζεσαι	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζεστε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζεται	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζετε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζομαι	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζονται	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζονταν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζοντας	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζουμε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζουν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζουνε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίζω	verb	ασφαλίζω ως ασφαλιστής ορισμένες ασφαλιστικές υποχρεώσεις μου σε άλλο ασφαλιστή
αντασφαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίσαν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίσανε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφάλιση
αντασφαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντασφάλιση
αντασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντασφάλιση
αντασφαλίσου	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλίστηκα	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίστηκαν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίστηκε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίστηκες	=	αντασφαλίζω
αντασφαλίστρια	noun	θηλυκό του αντασφαλιστής
αντασφαλίστριας	noun	γενική ενικού του αντασφαλίστρια
αντασφαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλίστρια
αντασφαλίστρων	=	αντασφάλιστρα
αντασφαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντασφαλίζω
αντασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του αντασφάλεια
αντασφαλιζόμασταν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόμαστε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόμουν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόμουνα	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόντουσαν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόσασταν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόσαστε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόσουν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόσουνα	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζόταν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιζότανε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλισμένο
αντασφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του αντασφαλισμένος
αντασφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλισμένη
αντασφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντασφαλισμένος
αντασφαλισμένης	verb	γενική ενικού του αντασφαλισμένη
αντασφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντασφαλισμένος
αντασφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλισμένος
αντασφαλισμένος	=	αντασφαλίζω
αντασφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντασφαλισμένος
αντασφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντασφαλισμένος
αντασφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντασφαλισμένος
αντασφαλιστές	=	αντασφαλιστής
αντασφαλιστή	=	αντασφαλιστής
αντασφαλιστήκαμε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιστήκαν	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιστήκανε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιστήκατε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιστής	noun	ο ασφαλιστής (πρόσωπο ή ασφαλιστική εταιρεία) που αντασφαλίζει
αντασφαλιστεί	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιστείτε	=	αντασφαλίζω
αντασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλιστικό
αντασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλιστική
αντασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του αντασφαλιστική
αντασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστικός	adj	που έχει σχέση με την αντασφάλιση ή τον αντασφαλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
αντασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντασφαλιστικός
αντασφαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντασφαλίστρια
αντασφαλιστών	=	αντασφαλιστής
ανταυγειών	=	ανταύγεια
ανταύγεια	noun	η αντανάκλαση του φωτός
ανταύγειας	=	ανταύγεια
ανταύγειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανταύγεια
αντγος	abbrev	αντιστράτηγος
αντείπα	=	αντιλέγω
αντείπαμε	=	αντιλέγω
αντείπαν	=	αντιλέγω
αντείπανε	=	αντιλέγω
αντείπατε	=	αντιλέγω
αντείπε	=	αντιλέγω
αντείπει	=	αντιλέγω
αντείπεις	=	αντιλέγω
αντείπες	=	αντιλέγω
αντείπετε	=	αντιλέγω
αντείπομε	=	αντιλέγω
αντείπουμε	=	αντιλέγω
αντείπουν	=	αντιλέγω
αντείπουνε	=	αντιλέγω
αντείπω	=	αντιλέγω
αντεγγράφου	=	αντέγγραφο
αντεγγράφων	=	αντέγγραφο
αντεγγυήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεγγύηση
αντεγγυήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεγγύηση
αντεγγυήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεγγύηση
αντεγγύηση	noun	η εγγύηση που δίνεται σε κάποιον που έχει παράσχει εγγύηση
αντεγγύησης	noun	γενική ενικού του αντεγγύηση
αντεγκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντέγκληση
αντεγκλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντέγκληση
αντεγκλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντέγκληση
αντεθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεθνικό	adv	κατά τρόπο αντεθνικό, αντίθετα προς τα συμφέροντα του έθνους
αντεθνικέ	adj	κλητική ενικού του αντεθνικός
αντεθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεθνική
αντεθνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεθνικός
αντεθνικής	adj	γενική ενικού του αντεθνική
αντεθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεθνικός
αντεθνικοτήτων	=	αντεθνικότητα
αντεθνικού	adj	γενική ενικού του αντεθνικός
αντεθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεθνικός
αντεθνικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεθνικός	noun|formal	άλλη μορφή του αντεθνικότητα
αντεθνικός	adj	που αντιτίθεται στα συμφέροντα του έθνους
αντεθνικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αντεθνικού
αντεθνικότητας	=	αντεθνικότητα
αντεθνικότητες	=	αντεθνικότητα
αντεθνικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεθνικός
αντεθνικώς	adv|formal	αντεθνικά
αντεθνισμέ	=	αντεθνισμός
αντεθνισμοί	=	αντεθνισμός
αντεθνισμού	=	αντεθνισμός
αντεθνισμούς	=	αντεθνισμός
αντεθνισμό	=	αντεθνισμός
αντεθνισμός	noun|formal	άλλη μορφή του αντεθνικότητα
αντεθνισμών	=	αντεθνισμός
αντεισήγηση	noun|formal	εισήγηση, πρόταση ή έκθεση που παρουσιάζεται ως αντίλογος ή εναλλακτική σε προγενέστερη εισήγηση, με στόχο να ανατρέψει ή να τροποποιήσει το περιεχόμενό της
αντεισήγησης	=	αντεισήγηση
αντεισαγγελέα	=	αντεισαγγελέας
αντεισαγγελέας	noun	αναπληρωτής εισαγγελέας
αντεισαγγελέων	=	αντεισαγγελέας
αντεισαγγελέως	=	αντεισαγγελέας
αντεισαγγελείς	=	αντεισαγγελέας
αντεισηγήθηκα	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγήθηκαν	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγήθηκε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγήθηκες	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγήσεις	=	αντεισήγηση
αντεισηγήσεων	=	αντεισήγηση
αντεισηγήσεως	=	αντεισήγηση
αντεισηγήσου	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγήτρια	noun	κάποια που αντεισηγείται
αντεισηγήτριας	=	αντεισηγήτρια
αντεισηγήτριες	=	αντεισηγήτρια
αντεισηγείσαι	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγείστε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγείται	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγηθήκαμε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγηθήκαν	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγηθήκανε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγηθήκατε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγηθεί	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγηθείτε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγημένος	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγητές	=	αντεισηγητής
αντεισηγητή	=	αντεισηγητής
αντεισηγητής	noun	κάποιος που αντεισηγείται
αντεισηγητριών	=	αντεισηγήτρια
αντεισηγητών	=	αντεισηγητής
αντεισηγούμαι	verb	κάνω αντεισήγηση
αντεισηγούμασταν	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούμαστε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούμουν	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούνται	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούνταν	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούσασταν	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούσαστε	=	αντεισηγούμαι
αντεισηγούσουν	=	αντεισηγούμαι
αντεκδήλωση	noun|rare	εκδήλωση που αντιτίθεται σε άλλη εκδήλωση ή σε κάτι άλλο
αντεκδήλωσης	noun	γενική ενικού του αντεκδήλωση
αντεκδίκηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αντεκδικούμαι, το σύνολο των ενεργειών ή των λόγων που αποσκοπούν στο να ανταποδώσουμε την εκδίκηση
αντεκδίκησης	noun	γενική ενικού του αντεκδίκηση
αντεκδηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεκδήλωση
αντεκδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεκδήλωση
αντεκδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεκδήλωση
αντεκδικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεκδίκηση
αντεκδικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεκδίκηση
αντεκδικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεκδίκηση
αντεκδικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεκδικούμαι
αντεκδικούμαι	verb	εφαρμόζω αντεκδίκηση, ανταποδίδω κάποιο κακό που μου έχει γίνει, προκειμένου να εκδικηθώ
αντεκθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντέκθεση
αντεκθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντέκθεση
αντεκθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντέκθεση
αντεκκλησιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεκκλησιαστικό
αντεκκλησιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αντεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεκκλησιαστική
αντεκκλησιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικής	adj	γενική ενικού του αντεκκλησιαστική
αντεκκλησιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικού	adj	γενική ενικού του αντεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικός	adj	άλλη γραφή του αντιεκκλησιαστικός
αντεκκλησιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεκκλησιαστικός
αντεκπαιδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεκπαιδευτικό
αντεκπαιδευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεκπαιδευτική
αντεκπαιδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικής	adj	γενική ενικού του αντεκπαιδευτική
αντεκπαιδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικού	adj	γενική ενικού του αντεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικός	adj	άλλη μορφή του αντιεκπαιδευτικός
αντεκπαιδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεκπαιδευτικός
αντεκτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντέκταση
αντεκτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντέκταση
αντεκτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντέκταση
αντεμετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεμετικό
αντεμετικέ	adj	κλητική ενικού του αντεμετικός
αντεμετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεμετική
αντεμετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεμετικός
αντεμετικής	adj	γενική ενικού του αντεμετική
αντεμετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεμετικός
αντεμετικού	adj	γενική ενικού του αντεμετικός
αντεμετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεμετικός
αντεμετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεμετικός	noun	άλλη μορφή του αντιεμετικό
αντεμετικός	adj	άλλη μορφή του αντιεμετικός
αντεμετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεμετικός
αντεμπρησμέ	noun	κλητική ενικού του αντεμπρησμός
αντεμπρησμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεμπρησμός
αντεμπρησμού	noun	γενική ενικού του αντεμπρησμός
αντεμπρησμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντεμπρησμός
αντεμπρησμό	noun	αιτιατική ενικού του αντεμπρησμός
αντεμπρησμός	noun	ελεγχόμενος εμπρησμός μικρής εξάπλωσης, που αποσκοπεί στον έλεγχο μια μεγαλύτερης έκτασης πυρκαγιάς
αντεμπρησμών	noun	γενική πληθυντικού του αντεμπρησμός
αντενέργεια	noun|formal	ενέργεια με την οποία προσπαθούμε να εξουδετερώσουμε άλλη ενέργεια
αντενέργειας	noun	γενική ενικού του αντενέργεια
αντενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντενέργεια
αντενέργησα	=	αντενεργώ
αντενδείκνυμαι	verb|formal	δεν ενδείκνυμαι, δεν είμαι κατάλληλος ή ωφέλιμος
αντενδείκνυται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντενδείκνυμαι
αντενδείξεις	=	αντένδειξη
αντενδείξεων	=	αντένδειξη
αντενδείξεως	=	αντένδειξη
αντενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αντενέργεια
αντενεργουσών	=	αντενεργών
αντενεργούν	=	αντενεργών
αντενεργούντα	=	αντενεργών
αντενεργούντες	=	αντενεργών
αντενεργούντος	=	αντενεργών
αντενεργούντων	=	αντενεργών
αντενεργούσα	=	αντενεργών
αντενεργούσας	=	αντενεργών
αντενεργούσες	=	αντενεργών
αντενεργούσης	=	αντενεργών
αντενεργώ	verb|formal	ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξουδετερώσω άλλη ενέργεια και τις συνέπειές της
αντενεργών	adj|dated	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντενεργώ: που αντενεργεί
αντενεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντενεργώ
αντενοκάταρτα	=	αντενοκάταρτο
αντενοκάταρτο	noun	εφεδρικός κορμός δένδρου που φέρεται στα ιστιοφόρα για αντικατάσταση αντένας καταρτιού
αντενοκάταρτου	=	αντενοκάταρτο
αντενοκάταρτων	=	αντενοκάταρτο
αντενοκατάρτι	noun	εφεδρικός κορμός δένδρου που φέρεται στα ιστιοφόρα για αντικατάσταση αντένας καταρτιού
αντενοκατάρτια	=	αντενοκατάρτι
αντενοκαταρτιού	=	αντενοκατάρτι
αντενοκαταρτιών	=	αντενοκατάρτι
αντενστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντένσταση
αντενστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντένσταση
αντενστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντένσταση
αντενών	noun	γενική πληθυντικού του αντένα
αντεξέταζα	=	αντεξετάζω
αντεξέταζαν	=	αντεξετάζω
αντεξέταζε	=	αντεξετάζω
αντεξέταζες	=	αντεξετάζω
αντεξέτασα	=	αντεξετάζω
αντεξέτασαν	=	αντεξετάζω
αντεξέτασε	=	αντεξετάζω
αντεξέτασες	=	αντεξετάζω
αντεξέταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντεξετάζω
αντεξέτασης	noun	γενική ενικού του αντεξέταση
αντεξετάζαμε	=	αντεξετάζω
αντεξετάζαν	=	αντεξετάζω
αντεξετάζανε	=	αντεξετάζω
αντεξετάζατε	=	αντεξετάζω
αντεξετάζει	=	αντεξετάζω
αντεξετάζεις	=	αντεξετάζω
αντεξετάζεσαι	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάζεστε	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάζεται	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάζετε	=	αντεξετάζω
αντεξετάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντεξετάζω
αντεξετάζονται	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάζονταν	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάζοντας	=	αντεξετάζω
αντεξετάζου	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάζουμε	=	αντεξετάζω
αντεξετάζουν	=	αντεξετάζω
αντεξετάζουνε	=	αντεξετάζω
αντεξετάζω	verb	εξετάζω με τη σειρά μου
αντεξετάσαμε	=	αντεξετάζω
αντεξετάσαν	=	αντεξετάζω
αντεξετάσανε	=	αντεξετάζω
αντεξετάσατε	=	αντεξετάζω
αντεξετάσει	=	αντεξετάζω
αντεξετάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεξέταση
αντεξετάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεξέταση
αντεξετάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεξέταση
αντεξετάσου	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάστε	=	αντεξετάζω
αντεξετάστηκα	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάστηκαν	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάστηκε	=	αντεξετάζομαι
αντεξετάστηκες	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόμασταν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόμαστε	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόμουν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόμουνα	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόντουσαν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόσασταν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόσαστε	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόσουν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόσουνα	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζόταν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταζότανε	=	αντεξετάζομαι
αντεξετασμένος	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταστήκαμε	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταστήκαν	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταστήκανε	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταστήκατε	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταστεί	=	αντεξετάζομαι
αντεξεταστείτε	=	αντεξετάζομαι
αντεξορμήσαμε	=	αντεξορμώ
αντεξορμήσαν	=	αντεξορμώ
αντεξορμήσανε	=	αντεξορμώ
αντεξορμήσατε	=	αντεξορμώ
αντεξορμήσει	=	αντεξορμώ
αντεξορμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεξόρμηση
αντεξορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεξόρμηση
αντεξορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεξόρμηση
αντεξορμήστε	=	αντεξορμώ
αντεξορμεί	=	αντεξορμώ
αντεξορμείς	=	αντεξορμώ
αντεξορμείτε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούμε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούν	=	αντεξορμώ
αντεξορμούνε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσα	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσαμε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσαν	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσανε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσατε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσε	=	αντεξορμώ
αντεξορμούσες	=	αντεξορμώ
αντεξορμώ	verb	πραγματοποιώ αντεξόρμηση
αντεξορμώντας	=	αντεξορμώ
αντεξουσιαστές	=	αντεξουσιαστής
αντεξουσιαστή	=	αντεξουσιαστής
αντεξουσιαστής	noun	άλλη μορφή του αντιεξουσιαστής
αντεξουσιαστών	=	αντεξουσιαστής
αντεξόδου	=	αντέξοδος
αντεξόδους	=	αντέξοδος
αντεξόδων	=	αντέξοδος
αντεξόρμει	=	αντεξορμώ
αντεξόρμησα	=	αντεξορμώ
αντεξόρμησαν	=	αντεξορμώ
αντεξόρμησε	=	αντεξορμώ
αντεξόρμησες	=	αντεξορμώ
αντεξόρμηση	noun	η απάντηση σε εξόρμηση αντίπαλου στρατεύματος με δική μας εξόρμηση
αντεξόρμησης	noun	γενική ενικού του αντεξόρμηση
αντεπένδυση	noun	η επένδυση σε κάτι άλλο
αντεπένδυσης	noun	γενική ενικού του αντεπένδυση
αντεπίθεση	noun|figurative	επίθεση εναντίον κάποιων που κάνουν ή έκαναν επίθεση
αντεπίθεσης	noun	γενική ενικού του αντεπίθεση
αντεπίτροπε	=	αντεπίτροπος
αντεπίτροπο	=	αντεπίτροπος
αντεπίτροποι	=	αντεπίτροπος
αντεπίτροπος	noun	αναπληρωτής επίτροπος
αντεπίτροπου	=	αντεπίτροπος
αντεπαγωγές	=	αντεπαγωγή
αντεπαγωγή	noun	η αντίκρουση επαγωγής, η εναντίωση σε άλλη επαγωγή
αντεπαγωγής	=	αντεπαγωγή
αντεπαγωγών	=	αντεπαγωγή
αντεπανάσταση	noun	επανάσταση που γίνεται για να εναντιωθεί κάποιος σε άλλη επανάσταση
αντεπανάστασης	noun	γενική ενικού του αντεπανάσταση
αντεπαναστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπανάσταση
αντεπαναστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεπανάσταση
αντεπαναστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεπανάσταση
αντεπαναστάτει	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστάτες	=	αντεπαναστάτης
αντεπαναστάτη	=	αντεπαναστάτης
αντεπαναστάτης	noun	αυτός που κάνει αντεπανάσταση
αντεπαναστάτησα	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστάτησαν	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστάτησε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστάτησες	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστάτρια	noun	θηλυκό του αντεπαναστάτης
αντεπαναστάτριας	noun	γενική ενικού του αντεπαναστάτρια
αντεπαναστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπαναστάτρια
αντεπαναστατήσαμε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατήσαν	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατήσανε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατήσατε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατήσει	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατήστε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατεί	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατείς	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατείτε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντεπαναστατικός	adv	με αντεπαναστατικό τρόπο
αντεπαναστατικέ	adj	κλητική ενικού του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπαναστατική
αντεπαναστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικής	adj	γενική ενικού του αντεπαναστατική
αντεπαναστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικού	adj	γενική ενικού του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικός	adj	που έχει σχέση με την αντεπανάσταση ή τον αντεπαναστάτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
αντεπαναστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεπαναστατικός
αντεπαναστατικώς	adv|formal	αντεπαναστατικά
αντεπαναστατούμε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούν	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούνε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσα	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσαμε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσαν	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσανε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσατε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσε	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατούσες	=	αντεπαναστατώ
αντεπαναστατριών	noun	γενική πληθυντικού του αντεπαναστάτρια
αντεπαναστατώ	verb	κάνω αντεπανάσταση
αντεπαναστατών	=	αντεπαναστάτης
αντεπαναστατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντεπαναστατώ
αντεπαρχία	noun|dated	διοικητική διαίρεση της επαρχίας, τμήμα μιας επαρχίας
αντεπαρχίας	=	αντεπαρχία
αντεπαρχίες	=	αντεπαρχία
αντεπαρχιών	=	αντεπαρχία
αντεπενδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπένδυση
αντεπενδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεπένδυση
αντεπενδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεπένδυση
αντεπεξέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέρχομαι	verb|formal	ανταποκρίνομαι με επιτυχία στις ανάγκες ή στις υποχρεώσεις μου
αντεπεξήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπεξήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπεξέρχομαι
αντεπιθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπίθεση
αντεπιθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντεπίθεση
αντεπιθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντεπίθεση
αντεπισκέψεις	=	αντέφεση
αντεπιστέλλον	adj	ουδέτερο του αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλοντα	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλοντες	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλοντος	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλουσα	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλουσας	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλουσες	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστέλλων	verb|dated	που βρίσκεται μακριά και επικοινωνεί με επιστολές
αντεπισταλία	noun	το χρονικό διάστημα από τη λήξη του χρόνου υπεραναμονής μέχρι τη λήξη της φόρτωσης του πλοίου (ή μέχρι όποτε συμφωνηθεί)
αντεπισταλίας	noun	γενική ενικού του αντεπισταλία
αντεπισταλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπισταλία
αντεπισταλιών	noun	γενική πληθυντικού του αντεπισταλία
αντεπιστελλουσών	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστελλούσης	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστελλόντων	=	αντεπιστέλλων
αντεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντεπιστημονικό) του αντεπιστημονικός	adv	άλλη μορφή του αντιεπιστημονικά
αντεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του αντεπιστημονικός
αντεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπιστημονική
αντεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεπιστημονικός
αντεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του αντεπιστημονική
αντεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεπιστημονικός
αντεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του αντεπιστημονικός
αντεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεπιστημονικός
αντεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεπιστημονικός
αντεπιστημονικός	adj	σπανιότερη μορφή του αντιεπιστημονικός
αντεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεπιστημονικός
αντεπιτέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτίθεμαι	verb|figurative	κάνω αντεπίθεση
αντεπιτεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντεπιτίθεμαι
αντεπιτιθέμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπιτιθέμενο
αντεπιτιθέμενε	verb	κλητική ενικού του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτιθέμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπιτιθέμενη
αντεπιτιθέμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτιθέμενης	verb	γενική ενικού του αντεπιτιθέμενη
αντεπιτιθέμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτιθέμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτιθέμενος	verb	αυτός που αντεπιτίθεται
αντεπιτιθέμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτιθέμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτιθέμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντεπιτιθέμενος
αντεπιτρόπου	=	αντεπίτροπος
αντεπιτρόπους	=	αντεπίτροπος
αντεπιτρόπων	=	αντεπίτροπος
αντεπιχείρημα	noun	επιχείρημα με το οποίο αντικρούουμε ή ανασκευάζουμε άλλο επιχείρημα
αντεπιχειρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεπιχείρημα
αντεπιχειρήματος	noun	γενική ενικού του αντεπιχείρημα
αντεπιχειρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντεπιχείρημα
αντεράστρια	noun	θηλυκό του αντεραστής
αντεράστριας	noun	γενική ενικού του αντεράστρια
αντεράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεράστρια
αντερί	noun	μακρύ σκούρο ιερατικό ένδυμα, που συνήθως φοριέται κάτω από το ράσο
αντεραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεραστής
αντεραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντεραστής
αντεραστής	noun	αντίζηλος στον ερωτικό τομέα
αντεραστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντεράστρια
αντεραστών	noun	γενική πληθυντικού του αντεραστής
αντεργατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεργατικό	adv	με αντεργατικό τρόπο
αντεργατικέ	adj	κλητική ενικού του αντεργατικός
αντεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεργατική
αντεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεργατικός
αντεργατικής	adj	γενική ενικού του αντεργατική
αντεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεργατικός
αντεργατικού	adj	γενική ενικού του αντεργατικός
αντεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεργατικός
αντεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντεργατικός
αντεργατικός	adj	που είναι αντίθετος με τους εργάτες, που αντίκειται στα συμφέροντά τους
αντεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντεργατικός
αντεργκράουντ	adj	που δημιουργείται έξω από τα καθιερωμένα, που αντιτίθεται στο κατεστημένο
αντερείσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντέρεισμα
αντερείσματος	noun	γενική ενικού του αντέρεισμα
αντερεισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντέρεισμα
αντεριά	=	αντερί
αντεριού	=	αντερί
αντεριών	=	αντερί
αντεροβγάλτες	=	αντεροβγάλτης
αντεροβγάλτη	=	αντεροβγάλτης
αντεροβγάλτης	noun	στυγνός εγκληματίας που ξεκοιλιάζει τα θύματά του
αντεροβγάλτισσας	noun	γενική ενικού του αντεροβγάλτισσα
αντεροβγάλτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεροβγάλτισσα
αντεροβγαλτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αντεροβγάλτισσα
αντεροβγαλτών	=	αντεροβγάλτης
αντεστράφη	=	αντιστρέφω
αντεστράφησαν	=	αντιστρέφω
αντεστραμμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεστραμμένο
αντεστραμμένε	adj	κλητική ενικού του αντεστραμμένος
αντεστραμμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντεστραμμένη
αντεστραμμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντεστραμμένος
αντεστραμμένης	adj	γενική ενικού του αντεστραμμένη
αντεστραμμένο	adj	αιτιατική ενικού του αντεστραμμένος
αντεστραμμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντεστραμμένος
αντεστραμμένος	verb	που έχει αντιστραφεί
αντεστραμμένου	verb	γενική ενικού του αντεστραμμένος
αντεστραμμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντεστραμμένος
αντεστραμμένων	adj	γενική πληθυντικού του αντεστραμμένος
αντευρωπαΐστρια	=	αντευρωπαϊστής
αντευρωπαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του αντευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊσμού	noun	γενική ενικού του αντευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του αντευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊσμός	noun	άλλη μορφή του αντιευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του αντευρωπαϊσμός
αντευρωπαϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντευρωπαϊστής
αντευρωπαϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντευρωπαϊστής
αντευρωπαϊστής	noun	που θεωρεί την Ευρώπη αρνητικό πολιτισμικό ή πολιτικό ή οικονομικό πρότυπο, που θεωρεί ότι τα συμφέροντα της χώρας του δεν ταυτίζονται με των υπόλοιπων Ευρωπαίων, που (μετά την ίδρυση της Ευρωπαϊκης Ένωσης) επιδιώκει η χώρα του να μην ανήκει σε αυτήν
αντευρωπαϊστών	noun	γενική πληθυντικού του αντευρωπαϊστής
αντευχήθηκα	=	αντεύχομαι
αντευχήθηκαν	=	αντεύχομαι
αντευχήθηκε	=	αντεύχομαι
αντευχήθηκες	=	αντεύχομαι
αντευχήσου	=	αντεύχομαι
αντευχαρίστει	=	αντευχαριστώ
αντευχαρίστησα	=	αντευχαριστώ
αντευχαρίστησαν	=	αντευχαριστώ
αντευχαρίστησε	=	αντευχαριστώ
αντευχαρίστησες	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστήσαμε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστήσαν	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστήσανε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστήσατε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστήσει	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστήστε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστεί	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστείς	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστείτε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούμε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούν	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούνε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσα	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσαμε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσαν	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσανε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσατε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσε	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστούσες	=	αντευχαριστώ
αντευχαριστώ	verb|formal	ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου κάποιον άλλο που μ' ευχαρίστησε, ανταποδίδω τις ευχαριστίες
αντευχαριστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντευχαριστώ
αντευχηθήκαμε	=	αντεύχομαι
αντευχηθήκαν	=	αντεύχομαι
αντευχηθήκανε	=	αντεύχομαι
αντευχηθήκατε	=	αντεύχομαι
αντευχηθεί	=	αντεύχομαι
αντευχηθείς	=	αντεύχομαι
αντευχηθείτε	=	αντεύχομαι
αντευχηθούμε	=	αντεύχομαι
αντευχηθούν	=	αντεύχομαι
αντευχηθούνε	=	αντεύχομαι
αντευχηθώ	=	αντεύχομαι
αντευχόμασταν	=	αντεύχομαι
αντευχόμαστε	=	αντεύχομαι
αντευχόμεθα	=	αντεύχομαι
αντευχόμενος	=	αντεύχομαι
αντευχόμουν	=	αντεύχομαι
αντευχόμουνα	=	αντεύχομαι
αντευχόντουσαν	=	αντεύχομαι
αντευχόσασταν	=	αντεύχομαι
αντευχόσαστε	=	αντεύχομαι
αντευχόσουν	=	αντεύχομαι
αντευχόσουνα	=	αντεύχομαι
αντευχόταν	=	αντεύχομαι
αντευχότανε	=	αντεύχομαι
αντεφέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντέφεση
αντεφέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντέφεση
αντεφέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντέφεση
αντεύχεσαι	=	αντεύχομαι
αντεύχεσθε	=	αντεύχομαι
αντεύχεστε	=	αντεύχομαι
αντεύχεται	=	αντεύχομαι
αντεύχομαι	verb	ανταποδίδω ευχές, απαντώ σε ευχή κάποιου ευχόμενος και εγώ κάτι για αυτόν
αντεύχονται	=	αντεύχομαι
αντεύχονταν	=	αντεύχομαι
αντζουγοπαστών	noun	γενική πληθυντικού του αντζουγόπαστα
αντζουγόπαστα	noun	αντζούγια σε μορφή πάστας, αλοιφής
αντζουγόπαστας	noun	γενική ενικού του αντζουγόπαστα
αντζουγόπαστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντζουγόπαστα
αντζουριά	noun	η ξυλαγγουριά
αντζουριάς	=	αντζουριά
αντζουριές	=	αντζουριά
αντζουριού	=	αντζούρι
αντζουριών	=	αντζούρι
αντζούγα	noun	άλλη γραφή του αντσούγια
αντζούγας	noun	γενική ενικού του αντζούγα
αντζούγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντζούγα
αντζούγια	noun	παστός γαύρος
αντζούγιας	noun	γενική ενικού του αντζούγια
αντζούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντζούγια
αντζούρι	noun	ξυλάγγουρο
αντζούρια	=	αντζούρι
αντηλάριζα	=	αντηλαρίζω
αντηλάριζαν	=	αντηλαρίζω
αντηλάριζε	=	αντηλαρίζω
αντηλάριζες	=	αντηλαρίζω
αντηλάρισα	=	αντηλαρίζω
αντηλάρισαν	=	αντηλαρίζω
αντηλάρισε	=	αντηλαρίζω
αντηλάρισες	=	αντηλαρίζω
αντηλάρισμα	noun|literary	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντηλαρίζω, η αντανάκλαση των ηλιακών ακτίνων
αντηλαρίζαμε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζαν	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζανε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζατε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζει	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζεις	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζετε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζοντας	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζουμε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζουν	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζουνε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίζω	verb|literary	αντανακλώ τις ακτίνες του ήλιου
αντηλαρίσαμε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίσαν	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίσανε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίσατε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίσει	=	αντηλαρίζω
αντηλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντηλάρισμα
αντηλαρίσματος	noun	γενική ενικού του αντηλάρισμα
αντηλαρίστε	=	αντηλαρίζω
αντηλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντηλάρισμα
αντηλιά	noun	έντονη, σχεδόν εκτυφλωτική, έμμεση ηλιακή ακτινοβολία (από ανάκλαση)
αντηλιάς	noun	γενική ενικού του αντηλιά
αντηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντηλιά
αντηλιακά	=	αντηλιακό
αντηλιακέ	=	αντηλιακός
αντηλιακές	=	αντηλιακός
αντηλιακή	=	αντηλιακός
αντηλιακής	=	αντηλιακός
αντηλιακοί	=	αντηλιακός
αντηλιακού	=	αντηλιακό
αντηλιακούς	=	αντηλιακός
αντηλιακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντηλιακός	noun	παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για την προστασία της επιδερμίδας από ένα μέρος των συχνοτήτων του ηλιακού φωτός που θεωρείται επικίνδυνο
αντηλιακός	adj	που προορίζεται ή συμβάλλει στην προστασία από τη βλαβερή επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας, κυρίως στο δέρμα
αντηλιακών	=	αντηλιακό
αντηλιού	=	αντήλι
αντηλιών	=	αντηλιά
αντηλλάγησαν	=	ανταλλάσσω
αντηρίδα	noun	τοίχος που κτίζεται κάθετα προς κάποιον άλλο τοίχο, τον οποίο και στηρίζει
αντηρίδας	=	αντηρίδα
αντηρίδες	=	αντηρίδα
αντηρίδων	=	αντηρίδα
αντηρίς	noun	παλιότερη μορφή του αντηρίδα
αντηχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσαν	=	αντηχώ
αντηχήσανε	=	αντηχώ
αντηχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντηχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντήχηση
αντηχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσεων	=	αντήχηση
αντηχήσεως	=	αντήχηση
αντηχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσουνε	=	αντηχώ
αντηχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντηχώ
αντηχεί	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντηχώ
αντηχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντηχείο
αντηχείο	noun	το ηχείο, ειδική ακουστική διάταξη ή κατασκευή που ενισχύει τον ήχο (ενός μουσικού οργάνου, μιας αίθουσας κ.λπ.), επιτυγχάνοντας συντονισμό των τοιχωμάτων και του αέρα
αντηχείου	noun	γενική ενικού του αντηχείο
αντηχείς	=	αντηχώ
αντηχείτε	=	αντηχώ
αντηχείων	noun	γενική πληθυντικού του αντηχείο
αντηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντηχητικό
αντηχητικέ	adj	κλητική ενικού του αντηχητικός
αντηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντηχητική
αντηχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντηχητικός
αντηχητικής	adj	γενική ενικού του αντηχητική
αντηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντηχητικός
αντηχητικού	adj	γενική ενικού του αντηχητικός
αντηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντηχητικός
αντηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντηχητικός
αντηχητικός	adj	που έχει σχέση με την αντήχηση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
αντηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντηχητικός
αντηχουσών	=	αντηχών
αντηχούμε	=	αντηχώ
αντηχούν	=	αντηχώ
αντηχούνε	=	αντηχώ
αντηχούντα	=	αντηχών
αντηχούντες	=	αντηχών
αντηχούντος	=	αντηχών
αντηχούντων	=	αντηχών
αντηχούσα	adj	θηλυκό πτώσεις: ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού αριθμού
αντηχούσαμε	=	αντηχώ
αντηχούσαν	=	αντηχώ
αντηχούσανε	=	αντηχώ
αντηχούσας	=	αντηχών
αντηχούσατε	=	αντηχώ
αντηχούσε	=	αντηχώ
αντηχούσες	=	αντηχώ
αντηχούσης	=	αντηχών
αντηχώ	verb	γεμίζω από κάποιον ήχο
αντηχών	verb	που αντηχεί
αντηχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντηχώ
αντι-νόμπελ	noun	σατιρικό βραβείο που απονέμεται σε φαινομενικά αστείες ή αλλόκοτες επιστημονικές μελέτες, οι οποίες όμως προκαλούν σκέψη και συζήτηση
αντι-ρομαντικός	=	αντιρομαντικός
αντι-όσκαρ	noun	σατιρικό ή ειρωνικό κινηματογραφικό βραβείο που απονέμεται στις χειρότερες ερμηνείες ή παραγωγές, ως αντίστιξη στη λαμπρότητα των όσκαρ
αντιά	=	αντί
αντιήρωα	=	αντιήρωας
αντιήρωας	noun	ήρωας (σε κινηματογραφικό, θεατρικό ή λογοτεχνικό έργο) με αρνητικά χαρακτηριστικά: βίαιη συμπεριφορά, κακία κ.ά
αντιήρωες	=	αντιήρωας
αντιαγγειογένεση	noun	η πρόληψη και η αποτροπή της διαδικασίας αγγειογένεσης καθώς και η προσπάθεια στέρησης των καρκινικών όγκων από την παροχή αίματος
αντιαγγειογένεσης	noun	γενική ενικού του αντιαγγειογένεση
αντιαγγειογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαγγειογένεση
αντιαγγειογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιαγγειογένεση
αντιαγγειογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιαγγειογένεση
αντιαγνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαγνωστικό
αντιαγνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαγνωστική
αντιαγνωστικής	adj	γενική ενικού του αντιαγνωστική
αντιαγροτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιαγροτικός	adv	με αντιαγροτικό τρόπο
αντιαγροτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαγροτικός
αντιαγροτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαγροτική
αντιαγροτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαγροτικός
αντιαγροτικής	adj	γενική ενικού του αντιαγροτική
αντιαγροτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαγροτικός
αντιαγροτικού	adj	γενική ενικού του αντιαγροτικός
αντιαγροτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαγροτικός
αντιαγροτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαγροτικός
αντιαγροτικός	adj	που αντιτίθεται στα συμφέροντα των αγροτών και τους αγρότες
αντιαγροτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαγροτικός
αντιαγχωτικά	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικέ	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικές	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτική	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικής	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικοί	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικού	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικούς	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικό	=	αντιαγχωτικός
αντιαγχωτικός	adj|formal	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του άγχους ή στην ανακούφιση απʼ αυτό
αντιαγχωτικών	=	αντιαγχωτικός
αντιαεροπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαεροπορικό
αντιαεροπορικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαεροπορικός
αντιαεροπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαεροπορική
αντιαεροπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαεροπορικός
αντιαεροπορικής	adj	γενική ενικού του αντιαεροπορική
αντιαεροπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαεροπορικός
αντιαεροπορικού	adj	γενική ενικού του αντιαεροπορικός
αντιαεροπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαεροπορικός
αντιαεροπορικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαεροπορικός
αντιαεροπορικός	adj	που συμβάλλει στην άμυνα εναντίον των αεροπλάνων
αντιαεροπορικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαεροπορικός
αντιαθλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαθλητικό
αντιαθλητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαθλητικός
αντιαθλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαθλητική
αντιαθλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαθλητικός
αντιαθλητικής	adj	γενική ενικού του αντιαθλητική
αντιαθλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαθλητικός
αντιαθλητικού	adj	γενική ενικού του αντιαθλητικός
αντιαθλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαθλητικός
αντιαθλητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαθλητικός
αντιαθλητικός	adj	αντίθετος στον αθλητισμό, που δεν εφαρμόζει το πνεύμα του αθλητισμού
αντιαθλητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαθλητικός
αντιαιμοπεταλιακά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαιμοπεταλιακό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαιμοπεταλιακό, ουδέτερο του αντιαιμοπεταλιακός
αντιαιμοπεταλιακού	=	αντιαιμοπεταλιακό
αντιαιμοπεταλιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαιμοπεταλιακός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου ή ουσίας που αναστέλλει τη συνάθροιση και συγκόλληση των αιμοπεταλίων και το σχηματισμό λευκού θρόμβου
αντιαιμοπεταλιακών	=	αντιαιμοπεταλιακό
αντιαιμορραγικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαιμορραγικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαιμορραγικό, ουδέτερο του αντιαιμορραγικός
αντιαιμορραγικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαιμορραγικός
αντιαιμορραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαιμορραγική
αντιαιμορραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαιμορραγικός
αντιαιμορραγικής	adj	γενική ενικού του αντιαιμορραγική
αντιαιμορραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαιμορραγικός
αντιαιμορραγικού	adj	γενική ενικού του αντιαιμορραγικός
αντιαιμορραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαιμορραγικός
αντιαιμορραγικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαιμορραγικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου με αντιαιμορραγική δράση
αντιαιμορραγικός	adj	που αποβλέπει στην πρόληψη ή την παύση μιας αιμορραγίας
αντιαιμορραγικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαιμορραγικός
αντιαιολικά	=	αντιαιολικός
αντιαιολικέ	=	αντιαιολικός
αντιαιολικές	=	αντιαιολικός
αντιαιολική	=	αντιαιολικός
αντιαιολικής	=	αντιαιολικός
αντιαιολικοί	=	αντιαιολικός
αντιαιολικού	=	αντιαιολικός
αντιαιολικούς	=	αντιαιολικός
αντιαιολικό	=	αντιαιολικός
αντιαιολικός	adj	που αντιτίθεται στη δημιουργία αιολικών πάρκων ή στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών
αντιαιολικών	=	αντιαιολικός
αντιαισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαισθητικό
αντιαισθητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαισθητικός
αντιαισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαισθητική
αντιαισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαισθητικός
αντιαισθητικής	adj	γενική ενικού του αντιαισθητική
αντιαισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαισθητικός
αντιαισθητικού	adj	γενική ενικού του αντιαισθητικός
αντιαισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαισθητικός
αντιαισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαισθητικός
αντιαισθητικός	adj	αυτός που δεν ανταποκρίνεται στους κανόνες του ωραίου και της αισθητικής
αντιαισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαισθητικός
αντιακαδημαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιακαδημαϊκός	adv	με αντιακαδημαϊκό τρόπο
αντιακαδημαϊκέ	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκές	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκή	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκής	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκοί	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκού	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκούς	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκό	=	αντιακαδημαϊκός
αντιακαδημαϊκός	adj|formal	που αντιτίθεται στους καθιερωμένους κανόνες, τη δεοντολογία ή τις πρακτικές του ακαδημαϊκού χώρου ή που στρέφεται κατά των ακαδημαϊκών θεσμών ή των μελών τους
αντιακαδημαϊκών	=	αντιακαδημαϊκός
αντιαλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαλγικό
αντιαλγικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαλγικός
αντιαλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαλγική
αντιαλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαλγικός
αντιαλγικής	adj	γενική ενικού του αντιαλγική
αντιαλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαλγικός
αντιαλγικού	adj	γενική ενικού του αντιαλγικός
αντιαλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαλγικός
αντιαλγικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαλγικός
αντιαλγικός	adj	που καταπραΰνει τον πόνο
αντιαλγικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαλγικός
αντιαλκοολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαλκοολικό
αντιαλκοολικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαλκοολικός
αντιαλκοολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαλκοολική
αντιαλκοολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαλκοολικός
αντιαλκοολικής	adj	γενική ενικού του αντιαλκοολική
αντιαλκοολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαλκοολικός
αντιαλκοολικού	adj	γενική ενικού του αντιαλκοολικός
αντιαλκοολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαλκοολικός
αντιαλκοολικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαλκοολικός
αντιαλκοολικός	noun	που δρα δημόσια εναντίον του αλκοολισμού	adj	που αποβλέπει στην καταπολέμηση του αλκοολισμού
αντιαλκοολικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαλκοολικός
αντιαλλεργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαλλεργικό
αντιαλλεργικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαλλεργικός
αντιαλλεργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαλλεργική
αντιαλλεργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαλλεργικός
αντιαλλεργικής	adj	γενική ενικού του αντιαλλεργική
αντιαλλεργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαλλεργικός
αντιαλλεργικού	adj	γενική ενικού του αντιαλλεργικός
αντιαλλεργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαλλεργικός
αντιαλλεργικό	noun	φάρμακο ή σκεύασμα που συμβάλλει στην καταπολέμηση της αλλεργίας ή στην προστασία απ’ αυτήν
αντιαλλεργικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της αλλεργίας ή στην προστασία απ’ αυτήν
αντιαλλεργικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαλλεργικός
αντιαμερικάνικος	=	αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαμερικανικό
αντιαμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαμερικανική
αντιαμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικής	adj	γενική ενικού του αντιαμερικανική
αντιαμερικανικη	=	αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικο	=	αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικού	adj	γενική ενικού του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανικός	adj	εχθρικός προς τις ΗΠΑ ή τους Αμερικανούς
αντιαμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαμερικανικός
αντιαμερικανισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιαμερικανισμός
αντιαμερικανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαμερικανισμός
αντιαμερικανισμού	noun	γενική ενικού του αντιαμερικανισμός
αντιαμερικανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιαμερικανισμός
αντιαμερικανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιαμερικανισμός
αντιαμερικανισμός	noun	απέχθεια και εχθρική στάση προς τις ΗΠΑ και την πολιτική τους
αντιαμερικανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιαμερικανισμός
αντιανέμια	=	αντιανέμιος
αντιανέμιας	=	αντιανέμιος
αντιανέμιε	=	αντιανέμιος
αντιανέμιες	=	αντιανέμιος
αντιανέμιο	=	αντιανέμιος
αντιανέμιοι	=	αντιανέμιος
αντιανέμιος	adj	που παρέχει προστασία ή μειώνει την επίδραση του ανέμου
αντιανέμιου	=	αντιανέμιος
αντιανέμιους	=	αντιανέμιος
αντιανέμιων	=	αντιανέμιος
αντιαναιμικά	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικέ	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικές	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμική	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικής	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικοί	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικού	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικούς	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικό	=	αντιαναιμικός
αντιαναιμικός	adj	που συμβάλλει στην πρόληψη ή τη θεραπεία της αναιμίας, δηλαδή στην αποκατάσταση των φυσιολογικών επιπέδων αιμοσφαιρίνης και ερυθρών αιμοσφαιρίων στον οργανισμό
αντιαναιμικών	=	αντιαναιμικός
αντιανακλαστικά	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικέ	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικές	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστική	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικής	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικοί	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικού	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικούς	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικό	=	αντιανακλαστικός
αντιανακλαστικός	adj	που συμβάλει στην αποτροπή ανάκλασης
αντιανακλαστικών	=	αντιανακλαστικός
αντιαναπτυξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιαναπτυξιακός	adv	με αντιαναπτυξιακό τρόπο, προς αντιαναπτυξιακή κατεύθυνση
αντιαναπτυξιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιαναπτυξιακός
αντιαναπτυξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαναπτυξιακή
αντιαναπτυξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαναπτυξιακός
αντιαναπτυξιακής	adj	γενική ενικού του αντιαναπτυξιακή
αντιαναπτυξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαναπτυξιακός
αντιαναπτυξιακού	adj	γενική ενικού του αντιαναπτυξιακός
αντιαναπτυξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαναπτυξιακός
αντιαναπτυξιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαναπτυξιακός
αντιαναπτυξιακός	adj	που δρα εναντίον της οικονομικής ανάπτυξης
αντιαναπτυξιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαναπτυξιακός
αντιανδρογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανδρογόνο
αντιανδρογόνο	noun	ουσία ή φάρμακο που παρεμποδίζει τη δράση των ανδρογόνων ορμονών, όπως η τεστοστερόνη, περιορίζοντας την επίδρασή τους στους ιστούς-στόχους, κυρίως στο πλαίσιο θεραπειών για παθήσεις όπως ο καρκίνος του προστάτη ή η ακμή
αντιανδρογόνου	=	αντιανδρογόνο
αντιανδρογόνων	=	αντιανδρογόνο
αντιανεμικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανεμικό
αντιανεμικέ	adj	κλητική ενικού του αντιανεμικός
αντιανεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανεμική
αντιανεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιανεμικός
αντιανεμικής	adj	γενική ενικού του αντιανεμική
αντιανεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιανεμικός
αντιανεμικού	noun	γενική ενικού του αντιανεμικό
αντιανεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιανεμικός
αντιανεμικό	noun	το αλεξήνεμο
αντιανεμικός	adj	που προστατεύει από τον άνεμο
αντιανεμικών	noun	γενική πληθυντικού του αντιανεμικό
αντιανθενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανθενωτικό
αντιανθενωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιανθενωτικός
αντιανθενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανθενωτική
αντιανθενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιανθενωτικός
αντιανθενωτικής	adj	γενική ενικού του αντιανθενωτική
αντιανθενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιανθενωτικός
αντιανθενωτικού	adj	γενική ενικού του αντιανθενωτικός
αντιανθενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιανθενωτικός
αντιανθενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιανθενωτικός
αντιανθενωτικός	adj	που αντιτίθεται, που είναι ενάντια στους ανθενωτικούς
αντιανθενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιανθενωτικός
αντιανταρτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανταρτικό
αντιανταρτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιανταρτικός
αντιανταρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιανταρτική
αντιανταρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιανταρτικός
αντιανταρτικής	adj	γενική ενικού του αντιανταρτική
αντιανταρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιανταρτικός
αντιανταρτικού	adj	γενική ενικού του αντιανταρτικός
αντιανταρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιανταρτικός
αντιανταρτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιανταρτικός
αντιανταρτικός	adj	που είναι εναντίον των ανταρτών
αντιανταρτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιανταρτικός
αντιαποικιακά	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακέ	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακές	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακή	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακής	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακοί	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακού	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακούς	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακό	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιακός	adj	που είναι ενάντιος στην αποικιοκρατία
αντιαποικιακών	=	αντιαποικιακός
αντιαποικιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαποικιοκρατικό
αντιαποικιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαποικιοκρατικός
αντιαποικιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαποικιοκρατική
αντιαποικιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαποικιοκρατικός
αντιαποικιοκρατικής	adj	γενική ενικού του αντιαποικιοκρατική
αντιαποικιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαποικιοκρατικός
αντιαποικιοκρατικού	adj	γενική ενικού του αντιαποικιοκρατικός
αντιαποικιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαποικιοκρατικός
αντιαποικιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαποικιοκρατικός
αντιαποικιοκρατικός	adj	που είναι αντίθετος με την αποικιοκρατία
αντιαποικιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαποικιοκρατικός
αντιαρθριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρθριτικό
αντιαρθριτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαρθριτικός
αντιαρθριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρθριτική
αντιαρθριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαρθριτικός
αντιαρθριτικής	adj	γενική ενικού του αντιαρθριτική
αντιαρθριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαρθριτικός
αντιαρθριτικού	adj	γενική ενικού του αντιαρθριτικός
αντιαρθριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαρθριτικός
αντιαρθριτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαρθριτικός
αντιαρθριτικός	adj	που καταπολεμά την αρθρίτιδα
αντιαρθριτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαρθριτικός
αντιαριστερά	=	αντιαριστερός
αντιαριστερέ	=	αντιαριστερός
αντιαριστερές	=	αντιαριστερός
αντιαριστερή	=	αντιαριστερός
αντιαριστερής	=	αντιαριστερός
αντιαριστεροί	=	αντιαριστερός
αντιαριστερού	=	αντιαριστερός
αντιαριστερούς	=	αντιαριστερός
αντιαριστερό	=	αντιαριστερός
αντιαριστερός	adj	που είναι αντίθετος με την αριστερή πολιτική ή ιδεολογία
αντιαριστερών	=	αντιαριστερός
αντιαρματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρματικό
αντιαρματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαρματικός
αντιαρματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρματική
αντιαρματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαρματικός
αντιαρματικής	adj	γενική ενικού του αντιαρματική
αντιαρματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαρματικός
αντιαρματικού	adj	γενική ενικού του αντιαρματικός
αντιαρματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαρματικός
αντιαρματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαρματικός
αντιαρματικός	adj	για οπλισμό ή αμυντικά μέσα που χρησιμοποιούνται εναντίον τεθωρακισμένων οχημάτων
αντιαρματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαρματικός
αντιαρματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρματιστής
αντιαρρυθμικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρρυθμικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαρρυθμικό, ουδέτερο του αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμικέ	=	αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμικές	=	αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμική	=	αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμικής	=	αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμικοί	=	αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμικού	=	αντιαρρυθμικό
αντιαρρυθμικούς	=	αντιαρρυθμικός
αντιαρρυθμικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαρρυθμικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου ή ουσίας που επηρεάζει τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και τον καρδιακό ρυθμό
αντιαρρυθμικός	adj	που σχετίζεται με φάρμακο ή ουσία που ρυθμίζει ή αποκαθιστά τον φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό, παρεμβαίνοντας σε μηχανισμούς που προκαλούν αρρυθμίες
αντιαρρυθμικών	=	αντιαρρυθμικό
αντιασθματικά	=	αντιασθματικός
αντιασθματικέ	=	αντιασθματικός
αντιασθματικές	=	αντιασθματικός
αντιασθματική	=	αντιασθματικός
αντιασθματικής	=	αντιασθματικός
αντιασθματικοί	=	αντιασθματικός
αντιασθματικού	=	αντιασθματικός
αντιασθματικούς	=	αντιασθματικός
αντιασθματικό	=	αντιασθματικός
αντιασθματικός	adj	φαρμακευτικός ή θεραπευτικός παράγοντας που χρησιμοποιείται, για να μειώσει τα συμπτώματα, να αποτρέψει τις κρίσεις ή να ελέγξει την εξέλιξη του βρογχικού άσθματος
αντιασθματικών	=	αντιασθματικός
αντιασφυξιογόνα	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνας	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνε	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνες	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνη	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνο	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνοι	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνος	adj	που προστατεύει από τα ασφυξιογόνα αέρια
αντιασφυξιογόνου	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνους	=	αντιασφυξιογόνος
αντιασφυξιογόνων	=	αντιασφυξιογόνος
αντιατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιατομικό
αντιατομικέ	adj	κλητική ενικού του αντιατομικός
αντιατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιατομική
αντιατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιατομικός
αντιατομικής	adj	γενική ενικού του αντιατομική
αντιατομικισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιατομικισμός
αντιατομικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιατομικισμός
αντιατομικισμού	noun	γενική ενικού του αντιατομικισμός
αντιατομικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιατομικισμός
αντιατομικισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιατομικισμός
αντιατομικισμός	noun|formal	θεωρία, στάση και συμπεριφορά αντίθετη του ατομικισμού
αντιατομικισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιατομικισμός
αντιατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιατομικός
αντιατομικού	adj	γενική ενικού του αντιατομικός
αντιατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιατομικός
αντιατομικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιατομικός
αντιατομικός	adj	που σχετίζεται με την καταπολέμηση των ατομικών ή πυρηνικών όπλων ή την προστασία απ’ αυτά
αντιατομικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιατομικός
αντιατομιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιατομιστικό
αντιατομιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιατομιστικός
αντιατομιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιατομιστική
αντιατομιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιατομιστικός
αντιατομιστικής	adj	γενική ενικού του αντιατομιστική
αντιατομιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιατομιστικός
αντιατομιστικού	adj	γενική ενικού του αντιατομιστικός
αντιατομιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιατομιστικός
αντιατομιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιατομιστικός
αντιατομιστικός	adj	που δεν είναι ατομιστικός
αντιατομιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιατομιστικός
αντιαυστριακά	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακέ	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακές	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακή	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιαυστριακή) του αντιαυστριακός
αντιαυστριακοί	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακού	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακούς	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακό	=	αντιαυστριακός
αντιαυστριακός	adj	που είναι εναντίον της Αυστρίας ή των Αυστριακών
αντιαυστριακών	=	αντιαυστριακός
αντιαφριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαφριστικό
αντιαφριστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιαφριστικός
αντιαφριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαφριστική
αντιαφριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαφριστικός
αντιαφριστικής	adj	γενική ενικού του αντιαφριστική
αντιαφριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαφριστικός
αντιαφριστικού	adj	γενική ενικού του αντιαφριστικός
αντιαφριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαφριστικός
αντιαφριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαφριστικός
αντιαφριστικός	adj	που περιορίζει ή εμποδίζει την παραγωγή αφρού
αντιαφριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαφριστικός
αντιαφροδισιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαφροδισιακό	adv	με αντιαφροδισιακό τρόπο
αντιαφροδισιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιαφροδισιακός
αντιαφροδισιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιαφροδισιακή
αντιαφροδισιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιαφροδισιακός
αντιαφροδισιακής	adj	γενική ενικού του αντιαφροδισιακή
αντιαφροδισιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιαφροδισιακός
αντιαφροδισιακού	adj	γενική ενικού του αντιαφροδισιακός
αντιαφροδισιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιαφροδισιακός
αντιαφροδισιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιαφροδισιακός
αντιαφροδισιακός	adj	που συμβάλλει στην πρόληψη ή την καταπολέμηση των αφροδισίων νοσημάτων
αντιαφροδισιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιαφροδισιακός
αντιβάιρους	noun	λογισμικό ασφαλείας που προστατεύει συστήματα υπολογιστών εντοπίζοντας, απομονώνοντας ή εξουδετερώνοντας κακόβουλο κώδικα, πριν προκαλέσει βλάβη
αντιβίωση	noun	φαρμακευτική ουσία που χορηγείται σε ασθενή από ιατρό για την καταπολέμηση ή τον περιορισμό βακτηρίων και άλλων παθογόνων μικροοργανισμών
αντιβίωσης	noun	γενική ενικού του αντιβίωση
αντιβαίναμε	=	αντιβαίνω
αντιβαίναν	=	αντιβαίνω
αντιβαίνανε	=	αντιβαίνω
αντιβαίνατε	=	αντιβαίνω
αντιβαίνει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενετσώτα του ρήματος αντιβαίνω
αντιβαίνεις	=	αντιβαίνω
αντιβαίνετε	=	αντιβαίνω
αντιβαίνομε	=	αντιβαίνω
αντιβαίνοντας	=	αντιβαίνω
αντιβαίνουμε	=	αντιβαίνω
αντιβαίνουν	=	αντιβαίνω
αντιβαίνουνε	=	αντιβαίνω
αντιβαίνω	verb	βρίσκομαι σε ασυμφωνία, αντίθεση με κάτι, αντίκειμαι σε κάτι
αντιβακτηριακά	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακέ	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακές	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακή	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακής	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακοί	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακού	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακούς	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακό	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριακός	adj	που καταπολεμάει τα βακτήρια ή συμβάλλει στη μείωση και εξάλειψή τους
αντιβακτηριακών	=	αντιβακτηριακός
αντιβακτηριδιακά	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακέ	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακές	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακή	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακής	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακοί	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακού	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακούς	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακό	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβακτηριδιακός	adj	άλλη μορφή του αντιβακτηριακός
αντιβακτηριδιακών	=	αντιβακτηριδιακός
αντιβαλκανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβαλκανικό
αντιβαλκανικέ	adj	κλητική ενικού του αντιβαλκανικός
αντιβαλκανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβαλκανική
αντιβαλκανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβαλκανικός
αντιβαλκανικής	adj	γενική ενικού του αντιβαλκανική
αντιβαλκανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβαλκανικός
αντιβαλκανικού	adj	γενική ενικού του αντιβαλκανικός
αντιβαλκανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβαλκανικός
αντιβαλκανικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβαλκανικός
αντιβαλκανικός	adj	που είναι αντίπαλος ή αντιτίθεται σε βαλκανικές χώρες ή τα συμφέροντά τους
αντιβαλκανικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβαλκανικός
αντιβαρυτήτων	=	αντιβαρύτητα
αντιβαρυτικά	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικέ	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικές	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτική	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικής	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικοί	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικού	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικούς	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικό	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρυτικός	adj	που σχετίζεται με τη μείωση, την εξουδετέρωση ή την αναστροφή της επίδρασης της βαρύτητας, ιδίως σε θεωρητικά ή τεχνολογικά συμφραζόμενα
αντιβαρυτικών	=	αντιβαρυτικός
αντιβαρύτητα	noun	νοητή ή θεωρητική δύναμη που αναιρεί ή εξισορροπεί τη βαρύτητα, επιτρέποντας την αιώρηση σωμάτων χωρίς στήριξη
αντιβαρύτητας	=	αντιβαρύτητα
αντιβαρύτητες	=	αντιβαρύτητα
αντιβασίλισσα	noun	θηλυκό του αντιβασιλιάς
αντιβασίλισσας	noun	γενική ενικού του αντιβασίλισσα
αντιβασίλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβασίλισσα
αντιβασιλέα	=	αντιβασιλέας
αντιβασιλέας	noun	άλλη μορφή του αντιβασιλιάς
αντιβασιλέων	=	αντιβασιλέας
αντιβασιλέως	=	αντιβασιλέας
αντιβασιλεία	noun	η επίσημη και σύμφωνη με τον νόμο και τους τύπους αντικατάσταση ενός βασιλιά στην εκτέλεση των καθηκόντων του σε περίπτωση κωλύματος ή για άλλους λόγους
αντιβασιλείας	noun	γενική ενικού του αντιβασιλεία
αντιβασιλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβασιλεία
αντιβασιλείς	=	αντιβασιλέας
αντιβασιλειών	noun	γενική πληθυντικού του αντιβασιλεία
αντιβασιλεύς	noun|dated	άλλη μορφή του αντιβασιλέας
αντιβασιλιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντιβασιλιάς
αντιβασιλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβασιλιάς
αντιβασιλιάδων	noun	γενική πληθυντικού του αντιβασιλιάς
αντιβασιλιάς	noun	που κατέχει την αντιβασιλεία και την ασκεί
αντιβασιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβασιλικό	adv	εναντίον του θεσμού της βασιλείας ή του βασιλιά
αντιβασιλικέ	adj	κλητική ενικού του αντιβασιλικός
αντιβασιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβασιλική
αντιβασιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβασιλικός
αντιβασιλικής	adj	γενική ενικού του αντιβασιλική
αντιβασιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβασιλικός
αντιβασιλικού	adj	γενική ενικού του αντιβασιλικός
αντιβασιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβασιλικός
αντιβασιλικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβασιλικός
αντιβασιλικός	adj	που αντιτίθεται στο θεσμό της βασιλείας ή στον βασιλιά
αντιβασιλικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβασιλικός
αντιβασιλισσών	noun	γενική πληθυντικού του αντιβασίλισσα
αντιβγήκα	=	αντιβγαίνω
αντιβγαίνω	verb|vulgar	παραβγαίνω, συναγωνίζομαι
αντιβενιζελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβενιζελικό
αντιβενιζελικέ	adj	κλητική ενικού του αντιβενιζελικός
αντιβενιζελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβενιζελική
αντιβενιζελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβενιζελικός
αντιβενιζελικής	adj	γενική ενικού του αντιβενιζελική
αντιβενιζελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβενιζελικός
αντιβενιζελικού	adj	γενική ενικού του αντιβενιζελικός
αντιβενιζελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβενιζελικός
αντιβενιζελικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβενιζελικός
αντιβενιζελικός	adj	ο πολιτικός αντίπαλος του Βενιζέλου, παλαιότερα του Ελ.
αντιβενιζελικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβενιζελικός
αντιβεντετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβεντετικό
αντιβεντετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιβεντετικός
αντιβεντετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβεντετική
αντιβεντετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβεντετικός
αντιβεντετικής	adj	γενική ενικού του αντιβεντετική
αντιβεντετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβεντετικός
αντιβεντετικού	adj	γενική ενικού του αντιβεντετικός
αντιβεντετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβεντετικός
αντιβεντετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβεντετικός
αντιβεντετικός	adj	που έχει συμπεριφορά αντίθετη ή και εχθρική προς κάποιον που φέρεται σαν βεντέτα
αντιβεντετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβεντετικός
αντιβηχικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβηχικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβηχικό, ουδέτερο του αντιβηχικός
αντιβηχικέ	adj	κλητική ενικού του αντιβηχικός
αντιβηχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβηχική
αντιβηχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβηχικός
αντιβηχικής	adj	γενική ενικού του αντιβηχική
αντιβηχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβηχικός
αντιβηχικού	adj	γενική ενικού του αντιβηχικός
αντιβηχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβηχικός
αντιβηχικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβηχικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που καταστέλλει τον βήχα
αντιβηχικός	adj	που συμβάλλει στον περιορισμό, την καταπράυνση ή την εξάλειψη του βήχα
αντιβηχικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβηχικός
αντιβιογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβιόγραμμα
αντιβιογράμματος	noun	γενική ενικού του αντιβιόγραμμα
αντιβιογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιβιόγραμμα
αντιβιοτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβιοτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβιοτικό
αντιβιοτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιβιοτικός
αντιβιοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβιοτική
αντιβιοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβιοτικός
αντιβιοτικής	adj	γενική ενικού του αντιβιοτική
αντιβιοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβιοτικός
αντιβιοτικού	adj	γενική ενικού του αντιβιοτικός
αντιβιοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβιοτικός
αντιβιοτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβιοτικός	noun	φαρμακευτική ουσία που περιορίζει ή αναστέλλει την εξάπλωση των βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών
αντιβιοτικός	adj	που περιορίζει ή αναστέλλει την εξάπλωση των βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών
αντιβιοτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβιοτικός
αντιβιωτικό	=	αντιβιοτικό
αντιβιόγραμμα	noun	εργαστηριακός έλεγχος της ευαισθησίας ενός βακτηριακού στελέχους σε διάφορα αντιβιοτικά
αντιβιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβίωση
αντιβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιβίωση
αντιβιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιβίωση
αντιβλεννορροιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβλεννορροιακό
αντιβλεννορροιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιβλεννορροιακός
αντιβλεννορροιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβλεννορροιακή
αντιβλεννορροιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιβλεννορροιακός
αντιβλεννορροιακής	adj	γενική ενικού του αντιβλεννορροιακή
αντιβλεννορροιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιβλεννορροιακός
αντιβλεννορροιακού	adj	γενική ενικού του αντιβλεννορροιακός
αντιβλεννορροιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιβλεννορροιακός
αντιβλεννορροιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιβλεννορροιακός
αντιβλεννορροιακός	adj	που έχει σχέση με την αντιμετώπιση της βλεννόρροιας ή συμβάλλει σ’ αυτή
αντιβλεννορροιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιβλεννορροιακός
αντιβοΐζω	=	αντιβουίζω
αντιβοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβολές	=	αντιβολή
αντιβολή	noun|formal	σύγκριση, αντιπαραβολή
αντιβολής	=	αντιβολή
αντιβολών	=	αντιβολή
αντιβουΐζω	=	αντιβουίζω
αντιβουίζαμε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζαν	=	αντιβουίζω
αντιβουίζανε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζατε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίζεις	=	αντιβουίζω
αντιβουίζετε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζομε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζοντας	=	αντιβουίζω
αντιβουίζουμε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζουν	=	αντιβουίζω
αντιβουίζουνε	=	αντιβουίζω
αντιβουίζω	verb	αντηχώ
αντιβουίξαμε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξαν	=	αντιβουίζω
αντιβουίξανε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξατε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξει	=	αντιβουίζω
αντιβουίξεις	=	αντιβουίζω
αντιβουίξετε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξομε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξουμε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξουν	=	αντιβουίζω
αντιβουίξουνε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξτε	=	αντιβουίζω
αντιβουίξω	=	αντιβουίζω
αντιβουίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσαν	=	αντιβουίζω
αντιβουίσανε	=	αντιβουίζω
αντιβουίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιβούισμα
αντιβουίσματος	noun	γενική ενικού του αντιβούισμα
αντιβουίσομε	=	αντιβουίζω
αντιβουίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσουνε	=	αντιβουίζω
αντιβουίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβουισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιβούισμα
αντιβουλγαρικά	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικέ	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικές	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρική	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιβουλγαρική) του αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικοί	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικού	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικούς	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικό	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρικός	adj	που είναι ενάντια στους Βούλγαρους ή τη Βουλγαρία
αντιβουλγαρικών	=	αντιβουλγαρικός
αντιβουλγαρισμέ	=	αντιβουλγαρισμός
αντιβουλγαρισμοί	=	αντιβουλγαρισμός
αντιβουλγαρισμού	=	αντιβουλγαρισμός
αντιβουλγαρισμούς	=	αντιβουλγαρισμός
αντιβουλγαρισμό	=	αντιβουλγαρισμός
αντιβουλγαρισμός	noun	στάση ή συμπεριφορά ενάντια στη Βουλγαρία ή τους Βούλγαρους
αντιβουλγαρισμών	=	αντιβουλγαρισμός
αντιβουώ	=	αντιβουίζω
αντιβούιζα	=	αντιβουίζω
αντιβούιζαν	=	αντιβουίζω
αντιβούιζε	=	αντιβουίζω
αντιβούιζες	=	αντιβουίζω
αντιβούιξα	=	αντιβουίζω
αντιβούιξαν	=	αντιβουίζω
αντιβούιξε	=	αντιβουίζω
αντιβούιξες	=	αντιβουίζω
αντιβούισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβούισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβούισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβούισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβουίζω
αντιβούισμα	noun	αντήχηση, αντίλαλος
αντιβοώ	verb	άλλη μορφή του αντιβουίζω
αντιβοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιβοώ
αντιβράχια	=	αντιβράχιο
αντιβράχιο	noun	το μέρος του άνω άκρου από τον αγκώνα έως τον καρπό
αντιβράχιου	=	αντιβράχιο
αντιβράχιων	=	αντιβράχιο
αντιβραβεία	=	αντιβραβείο
αντιβραβείο	noun	διακριτικός τίτλος, συνήθως σκωπτικός ή ειρωνικός, που απονέμεται σε πρόσωπο ή έργο ως ένδειξη αποδοκιμασίας ή αρνητικής πρωτιάς σε κάποιον τομέα
αντιβραβείου	=	αντιβραβείο
αντιβραβείων	=	αντιβραβείο
αντιβραβεύω	verb|rare	ανταποδίδω
αντιβραχίονα	=	αντιβραχίονας
αντιβραχίονας	noun	το τμήμα του άνω άκρου που εκτείνεται από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό και περιλαμβάνει τα οστά της κερκίδας και της ωλένης
αντιβραχίονες	=	αντιβραχίονας
αντιβραχίου	=	αντιβράχιο
αντιβραχίων	=	αντιβράχιο
αντιβραχιόνων	=	αντιβραχίονας
αντιβροχίου	=	αντιβρόχιο
αντιβροχίων	=	αντιβρόχιο
αντιβρόχια	=	αντιβρόχιο
αντιβρόχιο	noun|dated	ομπρέλα
αντιβρόχιου	=	αντιβρόχιο
αντιβρόχιων	=	αντιβρόχιο
αντιβόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιβόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιβοώ
αντιγήρανση	noun	η καθυστέρηση της γήρανσης του ανθρώπινου οργανισμού με διάφορες μεθόδους και προϊόντα
αντιγηραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγηραντικό
αντιγηραντικέ	adj	κλητική ενικού του αντιγηραντικός
αντιγηραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγηραντική
αντιγηραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγηραντικός
αντιγηραντικής	adj	γενική ενικού του αντιγηραντική
αντιγηραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγηραντικός
αντιγηραντικού	adj	γενική ενικού του αντιγηραντικός
αντιγηραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιγηραντικός
αντιγηραντικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιγηραντικός
αντιγηραντικός	adj	που ενεργεί ενάντια στη γήρανση
αντιγηραντικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιγηραντικός
αντιγκέα	noun	ομοσπονδιακό υποκείμενο της Ρωσίας
αντιγλαυκωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγλαυκωματικό, ουδέτερο του αντιγλαυκωματικός
αντιγλυκαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγλυκαιμικό
αντιγλυκαιμικέ	adj	κλητική ενικού του αντιγλυκαιμικός
αντιγλυκαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγλυκαιμική
αντιγλυκαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγλυκαιμικός
αντιγλυκαιμικής	adj	γενική ενικού του αντιγλυκαιμική
αντιγλυκαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγλυκαιμικός
αντιγλυκαιμικού	adj	γενική ενικού του αντιγλυκαιμικός
αντιγλυκαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιγλυκαιμικός
αντιγλυκαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιγλυκαιμικός
αντιγλυκαιμικός	adj	που συμβάλλει στη μείωση της περιεκτικότητας γλυκόζης στο αίμα, στην επιστροφή της σε φυσιολογικά επίπεδα
αντιγλυκαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιγλυκαιμικός
αντιγνωμήσαμε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμήσατε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμήσει	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμήστε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμία	noun	η ύπαρξη ή/και διατύπωση, διαφορετικών γνωμών
αντιγνωμίας	noun	γενική ενικού του αντιγνωμία
αντιγνωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγνωμία
αντιγνωμεί	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμείς	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμείτε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιγνωμία
αντιγνωμούμε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούν	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούσα	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούσαμε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούσαν	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούσατε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούσε	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμούσες	=	αντιγνωμώ
αντιγνωμώ	verb|formal	έχω διαφορετική γνώμη και (ενδεχομένως) την εκφράζω
αντιγνωμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιγνωμώ
αντιγνώμει	=	αντιγνωμώ
αντιγνώμησα	=	αντιγνωμώ
αντιγνώμησαν	=	αντιγνωμώ
αντιγνώμησε	=	αντιγνωμώ
αντιγνώμησες	=	αντιγνωμώ
αντιγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγονικό
αντιγονικέ	adj	κλητική ενικού του αντιγονικός
αντιγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγονική
αντιγονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγονικός
αντιγονικής	adj	γενική ενικού του αντιγονική
αντιγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγονικός
αντιγονικοτήτων	=	αντιγονικότητα
αντιγονικού	adj	γενική ενικού του αντιγονικός
αντιγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιγονικός
αντιγονικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιγονικός
αντιγονικός	adj	σχετικός με αντιγόνο
αντιγονικότητα	noun	η ιδιότητα που έχει μια ουσία να ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα, προκαλώντας την παραγωγή ειδικών αντισωμάτων ή την έναρξη κυτταρικής ανοσολογικής απόκρισης
αντιγονικότητας	=	αντιγονικότητα
αντιγονικότητες	=	αντιγονικότητα
αντιγονικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιγονικός
αντιγονοπαρουσιαστικά	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικέ	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικές	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστική	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικής	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικοί	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικού	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικούς	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικό	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονοπαρουσιαστικός	adj	που έχει την ικανότητα ή τον ρόλο να παρουσιάζει αντιγόνα στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος προκειμένου να ενεργοποιηθεί η ανοσολογική απόκριση
αντιγονοπαρουσιαστικών	=	αντιγονοπαρουσιαστικός
αντιγονορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγονορροϊκό
αντιγονορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του αντιγονορροϊκός
αντιγονορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγονορροϊκή
αντιγονορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγονορροϊκός
αντιγονορροϊκής	adj	γενική ενικού του αντιγονορροϊκή
αντιγονορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγονορροϊκός
αντιγονορροϊκού	adj	γενική ενικού του αντιγονορροϊκός
αντιγονορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιγονορροϊκός
αντιγονορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αντιγονορροϊκός
αντιγονορροϊκός	adj	που έχει σχέση με την αντιμετώπιση της γονόρροιας ή συμβάλλει σ’ αυτή
αντιγονορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αντιγονορροϊκός
αντιγράφαμε	=	αντιγράφω
αντιγράφαν	=	αντιγράφω
αντιγράφανε	=	αντιγράφω
αντιγράφατε	=	αντιγράφω
αντιγράφει	=	αντιγράφω
αντιγράφεις	=	αντιγράφω
αντιγράφεσαι	=	αντιγράφω
αντιγράφεστε	=	αντιγράφω
αντιγράφεται	=	αντιγράφω
αντιγράφετε	=	αντιγράφω
αντιγράφηκα	=	αντιγράφω
αντιγράφηκαν	=	αντιγράφω
αντιγράφηκε	=	αντιγράφω
αντιγράφηκες	=	αντιγράφω
αντιγράφομαι	=	αντιγράφω
αντιγράφομε	=	αντιγράφω
αντιγράφονται	=	αντιγράφω
αντιγράφονταν	=	αντιγράφω
αντιγράφοντας	=	αντιγράφω
αντιγράφου	=	αντίγραφο
αντιγράφουμε	=	αντιγράφω
αντιγράφουν	=	αντιγράφω
αντιγράφουνε	=	αντιγράφω
αντιγράφτε	=	αντιγράφω
αντιγράφτηκα	=	αντιγράφω
αντιγράφτηκαν	=	αντιγράφω
αντιγράφτηκε	=	αντιγράφω
αντιγράφτηκες	=	αντιγράφω
αντιγράφω	verb	δημιουργώ κάτι που είναι όσο το δυνατόν πιο ίδιο με ένα πρότυπο
αντιγράφων	=	αντίγραφο
αντιγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψαν	=	αντιγράφω
αντιγράψανε	=	αντιγράφω
αντιγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψομε	=	αντιγράφω
αντιγράψου	=	αντιγράφω
αντιγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψουνε	=	αντιγράφω
αντιγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιγράφω
αντιγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγραμμένο
αντιγραμμένε	verb	κλητική ενικού του αντιγραμμένος
αντιγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγραμμένη
αντιγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγραμμένος
αντιγραμμένης	verb	γενική ενικού του αντιγραμμένη
αντιγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιγραμμένος
αντιγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγραμμένος
αντιγραμμένος	=	αντιγράφω
αντιγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιγραμμένος
αντιγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιγραμμένος
αντιγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιγραμμένος
αντιγραμματικά	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικέ	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικές	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματική	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιγραμματική) του αντιγραμματικός
αντιγραμματικοί	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικού	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικούς	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικό	=	αντιγραμματικός
αντιγραμματικός	adj	τύπος ή φράση που παραβιάζει κανόνες της γραμματικής, που αστοχεί φωνολογικά, μορφολογικά ή ορθογραφικά
αντιγραμματικών	=	αντιγραμματικός
αντιγραφέα	=	αντιγραφέας
αντιγραφέας	noun	που αντιγράφει ένα κείμενο
αντιγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγραφή
αντιγραφέων	=	αντιγραφέας
αντιγραφέως	=	αντιγραφέας
αντιγραφή	noun	η ενέργεια του ρήματος αντιγράφω, η δημιουργία ενός αντιγράφου
αντιγραφήκαμε	=	αντιγράφω
αντιγραφήκαν	=	αντιγράφω
αντιγραφήκανε	=	αντιγράφω
αντιγραφήκατε	=	αντιγράφω
αντιγραφής	=	αντιγραφή
αντιγραφεί	=	αντιγράφω
αντιγραφείς	=	αντιγραφέας
αντιγραφείτε	=	αντιγράφω
αντιγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγραφικό	adv	η πληρωμή για την αντιγραφή
αντιγραφικέ	adj	κλητική ενικού του αντιγραφικός
αντιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγραφική
αντιγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγραφικός
αντιγραφικής	adj	γενική ενικού του αντιγραφική
αντιγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγραφικός
αντιγραφικού	adj	γενική ενικού του αντιγραφικός
αντιγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιγραφικός
αντιγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιγραφικός
αντιγραφικός	adj	που έχει σχέση με την αντιγραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντιγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιγραφικός
αντιγραφούμε	=	αντιγράφω
αντιγραφούν	=	αντιγράφω
αντιγραφούνε	=	αντιγράφω
αντιγραφτήκαμε	=	αντιγράφω
αντιγραφτήκαν	=	αντιγράφω
αντιγραφτήκανε	=	αντιγράφω
αντιγραφτήκατε	=	αντιγράφω
αντιγραφτεί	=	αντιγράφω
αντιγραφτείς	=	αντιγράφω
αντιγραφτείτε	=	αντιγράφω
αντιγραφτούμε	=	αντιγράφω
αντιγραφτούν	=	αντιγράφω
αντιγραφτούνε	=	αντιγράφω
αντιγραφτώ	=	αντιγράφω
αντιγραφόμασταν	=	αντιγράφω
αντιγραφόμαστε	=	αντιγράφω
αντιγραφόμουν	=	αντιγράφω
αντιγραφόμουνα	=	αντιγράφω
αντιγραφόντουσαν	=	αντιγράφω
αντιγραφόσασταν	=	αντιγράφω
αντιγραφόσαστε	=	αντιγράφω
αντιγραφόσουν	=	αντιγράφω
αντιγραφόσουνα	=	αντιγράφω
αντιγραφόταν	=	αντιγράφω
αντιγραφότανε	=	αντιγράφω
αντιγραφώ	=	αντιγράφω
αντιγραφών	=	αντιγραφή
αντιγριπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγριπικό
αντιγριπικέ	adj	κλητική ενικού του αντιγριπικός
αντιγριπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγριπική
αντιγριπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιγριπικός
αντιγριπικής	adj	γενική ενικού του αντιγριπική
αντιγριπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιγριπικός
αντιγριπικού	adj	γενική ενικού του αντιγριπικός
αντιγριπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιγριπικός
αντιγριπικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιγριπικός
αντιγριπικός	adj	που καταπολεμά τη γρίπη
αντιγριπικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιγριπικός
αντιγυρίζαμε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζαν	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζανε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζατε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζει	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζεις	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζετε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζοντας	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζουμε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζουν	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζουνε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίζω	verb	ανταποδίδω κυριως φραστικά, αντιμιλώ χρησιμοποιώντας τα επιχειρήματα του άλλου συνομιλητή
αντιγυρίσαμε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίσαν	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίσανε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίσατε	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίσει	=	αντιγυρίζω
αντιγυρίστε	=	αντιγυρίζω
αντιγόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιγόνο
αντιγόνο	noun	χημική ουσία που δημιουργεί στον οργανισμό αντισώματα
αντιγόνου	noun	γενική ενικού του αντίγονο
αντιγόνων	noun	γενική πληθυντικού του αντίγονο
αντιγύριζα	=	αντιγυρίζω
αντιγύριζαν	=	αντιγυρίζω
αντιγύριζε	=	αντιγυρίζω
αντιγύριζες	=	αντιγυρίζω
αντιγύρισα	=	αντιγυρίζω
αντιγύρισαν	=	αντιγυρίζω
αντιγύρισε	=	αντιγυρίζω
αντιγύρισες	=	αντιγυρίζω
αντιδάνεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδάνειο
αντιδάνειας	=	αντιδάνειος
αντιδάνειε	=	αντιδάνειος
αντιδάνειες	=	αντιδάνειος
αντιδάνειζα	=	αντιδανείζω
αντιδάνειζαν	=	αντιδανείζω
αντιδάνειζε	=	αντιδανείζω
αντιδάνειζες	=	αντιδανείζω
αντιδάνειο	noun	λέξη ή λεξιλογικό στοιχείο, που επιστρέφει σε μία γλώσσα ως (γλωσσικό) δάνειο άλλης γλώσσας, με αλλαγμένη μορφή ή και σημασία
αντιδάνειοι	=	αντιδάνειος
αντιδάνειος	adj	αυτός που εισάγεται από κάπου όπου προηγουμένως είχε εξαχθεῑ
αντιδάνειου	=	αντιδάνειος
αντιδάνειους	=	αντιδάνειος
αντιδάνεισα	=	αντιδανείζω
αντιδάνεισαν	=	αντιδανείζω
αντιδάνεισε	=	αντιδανείζω
αντιδάνεισες	=	αντιδανείζω
αντιδάνειων	=	αντιδάνειος
αντιδήλωση	noun|formal	η διατυπωμένη απάντηση ή αντίρρηση που στοχεύει να αναιρέσει, να τροποποιήσει ή να περιορίσει τα αποτελέσματα προηγούμενης δήλωσης
αντιδήλωσης	=	αντιδήλωση
αντιδήμαρχε	noun	κλητική ενικού του αντιδήμαρχος
αντιδήμαρχο	noun	αιτιατική ενικού του αντιδήμαρχος
αντιδήμαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδήμαρχος
αντιδήμαρχος	noun	που ιεραρχικά βρίσκεται αμέσως μετά το δήμαρχο
αντιδήμαρχου	=	αντιδήμαρχος
αντιδήμαρχους	=	αντιδήμαρχος
αντιδήμαρχων	=	αντιδήμαρχος
αντιδίκει	=	αντιδικώ
αντιδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδίκου	noun	γενική ενικού του αντίδικος
αντιδίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντίδικος
αντιδίκων	noun	γενική πληθυντικού του αντίδικος
αντιδανείζαμε	=	αντιδανείζω
αντιδανείζαν	=	αντιδανείζω
αντιδανείζανε	=	αντιδανείζω
αντιδανείζατε	=	αντιδανείζω
αντιδανείζει	=	αντιδανείζω
αντιδανείζεις	=	αντιδανείζω
αντιδανείζετε	=	αντιδανείζω
αντιδανείζομαι	=	αντιδανείζω
αντιδανείζοντας	=	αντιδανείζω
αντιδανείζουμε	=	αντιδανείζω
αντιδανείζουν	=	αντιδανείζω
αντιδανείζουνε	=	αντιδανείζω
αντιδανείζω	verb	δανείζω με τη σειρά μου σε κάποιον που μου έχει δανείσει
αντιδανείου	=	αντιδάνειο
αντιδανείσαμε	=	αντιδανείζω
αντιδανείσαν	=	αντιδανείζω
αντιδανείσανε	=	αντιδανείζω
αντιδανείσατε	=	αντιδανείζω
αντιδανείσει	=	αντιδανείζω
αντιδανείστε	=	αντιδανείζω
αντιδανείων	=	αντιδάνειο
αντιδανειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδανειακό
αντιδανειακέ	adj	κλητική ενικού του αντιδανειακός
αντιδανειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδανειακή
αντιδανειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδανειακός
αντιδανειακής	adj	γενική ενικού του αντιδανειακή
αντιδανειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδανειακός
αντιδανειακού	adj	γενική ενικού του αντιδανειακός
αντιδανειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδανειακός
αντιδανειακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδανειακός
αντιδανειακός	adj	που είναι εναντίον του δανεισμού
αντιδανειακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδανειακός
αντιδανεισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιδανεισμός
αντιδανεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδανεισμένο
αντιδανεισμένε	verb	κλητική ενικού του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδανεισμένη
αντιδανεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμένης	verb	γενική ενικού του αντιδανεισμένη
αντιδανεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμένος	verb	που έχει αντιδανειστεί
αντιδανεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιδανεισμένος
αντιδανεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδανεισμός
αντιδανεισμού	noun	γενική ενικού του αντιδανεισμός
αντιδανεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιδανεισμός
αντιδανεισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιδανεισμός
αντιδανεισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιδανείζω
αντιδανεισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιδανεισμός
αντιδασκαλικά	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικέ	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικές	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλική	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιδασκαλική) του αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικοί	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικού	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικούς	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικό	=	αντιδασκαλικός
αντιδασκαλικός	adj	που είναι αντίθετος με τους δασκάλους ή τη συμπεριφορά τους
αντιδασκαλικών	=	αντιδασκαλικός
αντιδεξιά	=	αντιδεξιός
αντιδεξιάς	=	αντιδεξιός
αντιδεξιέ	=	αντιδεξιός
αντιδεξιές	=	αντιδεξιός
αντιδεξιοί	=	αντιδεξιός
αντιδεξιού	=	αντιδεξιός
αντιδεξιούς	=	αντιδεξιός
αντιδεξιό	=	αντιδεξιός
αντιδεξιός	noun	που είναι αντιδεξιός	adj	που αντιτίθεται στη δεξιά πολιτική
αντιδεξιών	=	αντιδεξιός
αντιδεοντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιδεοντολογικός	adv	με αντιδεοντολογικό τρόπο
αντιδεοντολογικέ	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικές	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογική	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικής	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικοί	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικού	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικούς	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικός	adj	που παραβιάζει τη δεοντολογία, τους καθιερωμένους κανόνες ηθικής ή επαγγελματικής συμπεριφοράς σε έναν συγκεκριμένο κλάδο ή πλαίσιο
αντιδεοντολογικών	=	αντιδεοντολογικός
αντιδεοντολογικώς	adv	με αντιδεοντολογικό τρόπο
αντιδεσποτικά	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικέ	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικές	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτική	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικής	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικοί	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικού	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικούς	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικό	=	αντιδεσποτικός
αντιδεσποτικός	adj	που αντιτίθεται στους δεσπότες
αντιδεσποτικών	=	αντιδεσποτικός
αντιδηλώσεις	=	αντιδήλωση
αντιδηλώσεων	=	αντιδήλωση
αντιδημάρχου	noun	γενική ενικού του αντιδήμαρχος
αντιδημάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιδήμαρχος
αντιδημάρχων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδήμαρχος
αντιδημαρχία	noun	το αξίωμα ενός αντιδημάρχου
αντιδημαρχίας	noun	γενική ενικού του αντιδημαρχία
αντιδημαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημαρχία
αντιδημαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιδημαρχία
αντιδημοκράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοκράτης
αντιδημοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοκρατικό
αντιδημοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδημοκρατικός
αντιδημοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοκρατική
αντιδημοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδημοκρατικός
αντιδημοκρατικής	adj	γενική ενικού του αντιδημοκρατική
αντιδημοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοκρατικός
αντιδημοκρατικοτήτων	=	αντιδημοκρατικότητα
αντιδημοκρατικού	adj	γενική ενικού του αντιδημοκρατικός
αντιδημοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδημοκρατικός
αντιδημοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδημοκρατικός
αντιδημοκρατικός	adj	αντίθετος προς τη δημοκρατία, προς τις δημοκρατικές ιδέες
αντιδημοκρατικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι αντιδημοκρατικό(ς)
αντιδημοκρατικότητας	=	αντιδημοκρατικότητα
αντιδημοκρατικότητες	=	αντιδημοκρατικότητα
αντιδημοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδημοκρατικός
αντιδημοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοτικό	adv	με αντιδημοτικό τρόπο
αντιδημοτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδημοτικός
αντιδημοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοτική
αντιδημοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδημοτικός
αντιδημοτικής	adj	γενική ενικού του αντιδημοτική
αντιδημοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοτικός
αντιδημοτικοτήτων	=	αντιδημοτικότητα
αντιδημοτικού	adj	γενική ενικού του αντιδημοτικός
αντιδημοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδημοτικός
αντιδημοτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδημοτικός
αντιδημοτικός	adj	που δεν είναι αρεστός στον λαό
αντιδημοτικότητα	noun	η ιδιότητα του αντιδημοτικού
αντιδημοτικότητας	noun	γενική ενικού του αντιδημοτικότητα
αντιδημοτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδημοτικότητα
αντιδημοτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδημοτικός
αντιδημοφιλές	=	αντιδημοφιλής
αντιδημοφιλή	=	αντιδημοφιλής
αντιδημοφιλής	adj	που δεν είναι δημοφιλής
αντιδημοφιλείς	=	αντιδημοφιλής
αντιδημοφιλούς	=	αντιδημοφιλής
αντιδημοφιλών	=	αντιδημοφιλής
αντιδιέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαβητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαβητικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαβητικό, ουδέτερο του αντιδιαβητικός
αντιδιαβητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιαβητικός
αντιδιαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαβητική
αντιδιαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιαβητικός
αντιδιαβητικής	adj	γενική ενικού του αντιδιαβητική
αντιδιαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαβητικός
αντιδιαβητικού	adj	γενική ενικού του αντιδιαβητικός
αντιδιαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιαβητικός
αντιδιαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιαβητικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται για την θεραπεία του διαβήτη
αντιδιαβητικός	adj	που καταπολεμά τον διαβήτη
αντιδιαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιαβητικός
αντιδιαβρωτικά	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικέ	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικές	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτική	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικής	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικοί	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικού	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικούς	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικό	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαβρωτικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της διάβρωσης
αντιδιαβρωτικών	=	αντιδιαβρωτικός
αντιδιαδήλωνα	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωναν	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωνε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωνες	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωσα	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωσαν	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωσε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωσες	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδήλωση	noun	διαδήλωση που οργανώνεται σαν απάντηση ή αποδοκιμασία σε άλλη διαδήλωση
αντιδιαδήλωσης	noun	γενική ενικού του αντιδιαδήλωση
αντιδιαδηλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαδηλωτής
αντιδιαδηλωτή	=	αντιδιαδηλωτής
αντιδιαδηλωτής	noun	αυτός που οργανώνει αντιδιαδήλωση ή μετέχει σ’ αυτή
αντιδιαδηλωτών	=	αντιδιαδηλωτής
αντιδιαδηλώναμε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώναν	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνανε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνατε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνει	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνεις	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνετε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνοντας	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνουμε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνουν	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνουνε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώνω	verb	οργανώνω αντιδιαδήλωση ή μετέχω σ’ αυτή
αντιδιαδηλώσαμε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώσαν	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώσανε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώσατε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώσει	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαδηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαδήλωση
αντιδιαδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδιαδήλωση
αντιδιαδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιδιαδήλωση
αντιδιαδηλώστε	=	αντιδιαδηλώνω
αντιδιαισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαισθητικό
αντιδιαισθητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιαισθητικός
αντιδιαισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαισθητική
αντιδιαισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιαισθητικός
αντιδιαισθητικής	adj	γενική ενικού του αντιδιαισθητική
αντιδιαισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαισθητικός
αντιδιαισθητικού	adj	γενική ενικού του αντιδιαισθητικός
αντιδιαισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιαισθητικός
αντιδιαισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιαισθητικός
αντιδιαισθητικός	adj|rare	δύσκολο να προβλεφθεί διαισθητικά, αντίθετο με αυτό που θα επέλεγε κανείς χωρίς να πολυσκεφτεί
αντιδιαισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιαισθητικός
αντιδιαμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαμετρικό
αντιδιαμετρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιαμετρικός
αντιδιαμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαμετρική
αντιδιαμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιαμετρικός
αντιδιαμετρικής	adj	γενική ενικού του αντιδιαμετρική
αντιδιαμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαμετρικός
αντιδιαμετρικού	adj	γενική ενικού του αντιδιαμετρικός
αντιδιαμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιαμετρικός
αντιδιαμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιαμετρικός
αντιδιαμετρικός	adj	αντίθετος, συνήθως αφορά τη σύγκριση δυο εννοιών, με τη μια να είναι εντελώς αντίθετη από την άλλη
αντιδιαμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιαμετρικός
αντιδιανοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιανοητικό
αντιδιανοητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιανοητική
αντιδιανοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητικής	adj	γενική ενικού του αντιδιανοητική
αντιδιανοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητικοτήτων	=	αντιδιανοητικότητα
αντιδιανοητικού	adj	γενική ενικού του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητικός	adj	αντίθετος προς τον διανοητικό
αντιδιανοητικότητα	noun	η ιδιότητα του αντιδιανοητικού
αντιδιανοητικότητας	=	αντιδιανοητικότητα
αντιδιανοητικότητες	=	αντιδιανοητικότητα
αντιδιανοητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιανοητικός
αντιδιανοητισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιδιανοητισμός
αντιδιανοητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιανοητισμός
αντιδιανοητισμού	noun	γενική ενικού του αντιδιανοητισμός
αντιδιανοητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιανοητισμός
αντιδιανοητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιδιανοητισμός
αντιδιανοητισμός	noun	το να είναι κάποιος αντιδιανοητικός
αντιδιανοητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιδιανοητισμός
αντιδιανοουμενισμέ	=	αντιδιανοουμενισμός
αντιδιανοουμενισμοί	=	αντιδιανοουμενισμός
αντιδιανοουμενισμού	=	αντιδιανοουμενισμός
αντιδιανοουμενισμούς	=	αντιδιανοουμενισμός
αντιδιανοουμενισμό	=	αντιδιανοουμενισμός
αντιδιανοουμενισμός	noun	εχθρότητα και δυσπιστία προς τις εκφράσεις της διανόησης
αντιδιανοουμενισμών	=	αντιδιανοουμενισμός
αντιδιαρρηκτικά	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικέ	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικές	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτική	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικής	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικοί	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικού	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικούς	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικό	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρρηκτικός	adj	που συμβάλλει στην παρεμπόδιση ή την αποτροπή των διαρρήξεων
αντιδιαρρηκτικών	=	αντιδιαρρηκτικός
αντιδιαρροϊκά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαρροϊκό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιαρροϊκό, ουδέτερο του αντιδιαρροϊκός
αντιδιαρροϊκού	=	αντιδιαρροϊκό
αντιδιαρροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιαρροϊκός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που η δράση του καταστέλλει τη διάρροια
αντιδιαρροϊκών	=	αντιδιαρροϊκό
αντιδιαστέλλομαι	=	αντιδιαστέλλω
αντιδιαστέλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστέλλω	verb	παρουσιάζω κάτι ως αντίθετο από κάποιο άλλο, τα ξεχωρίζω
αντιδιασταλώ	=	αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδιαστέλλω
αντιδιαστολές	=	αντιδιαστολή
αντιδιαστολή	noun	η σύγκριση δύο αντιθέτων αντικειμένων, ποιοτήτων, κλπ.
αντιδιαστολής	=	αντιδιαστολή
αντιδιαστολών	=	αντιδιαστολή
αντιδιείσδυση	noun	η διείσδυση από το στρατό του αντιπάλου ως αντίδραση σε διείσδυση του δικού μας στρατού
αντιδιείσδυσης	noun	γενική ενικού του αντιδιείσδυση
αντιδιεθνιστές	=	αντιδιεθνιστής
αντιδιεθνιστή	=	αντιδιεθνιστής
αντιδιεθνιστής	noun	αυτός που αντίκειται στον διεθνισμό, εθνικιστής πολέμιος του διεθνισμού
αντιδιεθνιστών	=	αντιδιεθνιστής
αντιδιεισδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιείσδυση
αντιδιεισδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδιείσδυση
αντιδιεισδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιδιείσδυση
αντιδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδικώ
αντιδικία	noun	η έντονη αντιπαράθεση /η διαμάχη
αντιδικίας	noun	γενική ενικού του αντιδικία
αντιδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδικία
αντιδικεί	=	αντιδικώ
αντιδικείς	=	αντιδικώ
αντιδικείτε	=	αντιδικώ
αντιδικιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιδικία
αντιδικονομικά	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικέ	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικές	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομική	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιδικονομική) του αντιδικονομικός
αντιδικονομικοί	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικού	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικούς	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικό	=	αντιδικονομικός
αντιδικονομικός	adj	που δεν είναι δικονομικός
αντιδικονομικών	=	αντιδικονομικός
αντιδικούμε	=	αντιδικώ
αντιδικούν	=	αντιδικώ
αντιδικούσα	=	αντιδικώ
αντιδικούσαμε	=	αντιδικώ
αντιδικούσαν	=	αντιδικώ
αντιδικούσατε	=	αντιδικώ
αντιδικούσε	=	αντιδικώ
αντιδικούσες	=	αντιδικώ
αντιδικτατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδικτατορικό
αντιδικτατορικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδικτατορικός
αντιδικτατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδικτατορική
αντιδικτατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδικτατορικός
αντιδικτατορικής	adj	γενική ενικού του αντιδικτατορική
αντιδικτατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδικτατορικός
αντιδικτατορικού	adj	γενική ενικού του αντιδικτατορικός
αντιδικτατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδικτατορικός
αντιδικτατορικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδικτατορικός
αντιδικτατορικός	adj	που δρα εναντίον της δικτατορίας
αντιδικτατορικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδικτατορικός
αντιδικώ	verb	είμαι αντίδικος με κάποιον
αντιδικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιδικώ
αντιδιουρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιουρητικό
αντιδιουρητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιουρητικός
αντιδιουρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιουρητική
αντιδιουρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιουρητικός
αντιδιουρητικής	adj	γενική ενικού του αντιδιουρητική
αντιδιουρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιουρητικός
αντιδιουρητικού	adj	γενική ενικού του αντιδιουρητικός
αντιδιουρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιουρητικός
αντιδιουρητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιουρητικός
αντιδιουρητικός	adj	που συμβάλλει στον περιορισμό της διούρησης
αντιδιουρητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιουρητικός
αντιδιού	=	αντίδι
αντιδιφθερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιφθερικό
αντιδιφθερικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιφθερικός
αντιδιφθερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιφθερική
αντιδιφθερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιφθερικός
αντιδιφθερικής	adj	γενική ενικού του αντιδιφθερική
αντιδιφθερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιφθερικός
αντιδιφθερικού	adj	γενική ενικού του αντιδιφθερικός
αντιδιφθερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιφθερικός
αντιδιφθερικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιφθερικός
αντιδιφθερικός	adj	που έχει σχέση με την καταπολέμηση της διφθερίτιδας ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντιδιφθερικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιφθερικός
αντιδιφθεριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιφθεριτικό
αντιδιφθεριτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδιφθεριτικός
αντιδιφθεριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδιφθεριτική
αντιδιφθεριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδιφθεριτικός
αντιδιφθεριτικής	adj	γενική ενικού του αντιδιφθεριτική
αντιδιφθεριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδιφθεριτικός
αντιδιφθεριτικού	adj	γενική ενικού του αντιδιφθεριτικός
αντιδιφθεριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδιφθεριτικός
αντιδιφθεριτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδιφθεριτικός
αντιδιφθεριτικός	adj	άλλη μορφή του αντιδιφθερικός
αντιδιφθεριτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδιφθεριτικός
αντιδιών	=	αντίδι
αντιδογματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδογματικό	adv|formal	χωρίς δογματισμό
αντιδογματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδογματικός
αντιδογματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδογματική
αντιδογματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδογματικός
αντιδογματικής	adj	γενική ενικού του αντιδογματική
αντιδογματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδογματικός
αντιδογματικοτήτων	=	αντιδογματικότητα
αντιδογματικού	adj	γενική ενικού του αντιδογματικός
αντιδογματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδογματικός
αντιδογματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδογματικός
αντιδογματικός	adj|formal	αντίθετος του δογματικού, που αντιτίθεται στον δογματισμό
αντιδογματικότητα	noun	συνώνυμο του αντιδογματισμού
αντιδογματικότητας	=	αντιδογματικότητα
αντιδογματικότητες	=	αντιδογματικότητα
αντιδογματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδογματικός
αντιδογματισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιδογματισμός
αντιδογματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδογματισμός
αντιδογματισμού	noun	γενική ενικού του αντιδογματισμός
αντιδογματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιδογματισμός
αντιδογματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιδογματισμός
αντιδογματισμός	noun	η αντίθετη στάση από το δογματισμό
αντιδογματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιδογματισμός
αντιδονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδόνημα
αντιδονήματος	noun	γενική ενικού του αντιδόνημα
αντιδονήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδόνηση
αντιδονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδόνηση
αντιδονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιδόνηση
αντιδονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδόνημα
αντιδονώ	verb	αντηχώ
αντιδονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιδονώ
αντιδορυφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδορυφορικό
αντιδορυφορικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδορυφορικός
αντιδορυφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδορυφορική
αντιδορυφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδορυφορικός
αντιδορυφορικής	adj	γενική ενικού του αντιδορυφορική
αντιδορυφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδορυφορικός
αντιδορυφορικού	adj	γενική ενικού του αντιδορυφορικός
αντιδορυφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδορυφορικός
αντιδορυφορικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδορυφορικός
αντιδορυφορικός	adj	που συμβάλλει στην κατάρριψη ή την καταστροφή δορυφόρων
αντιδορυφορικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδορυφορικός
αντιδρά	=	αντιδρώ
αντιδράει	=	αντιδρώ
αντιδράς	=	αντιδρώ
αντιδράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσαν	=	αντιδρώ
αντιδράσανε	=	αντιδρώ
αντιδράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίδραση
αντιδράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίδραση
αντιδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίδραση
αντιδράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσουνε	=	αντιδρώ
αντιδράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιδρώ
αντιδράτε	=	αντιδρώ
αντιδράω	=	αντιδρώ
αντιδραστήρα	=	αντιδραστήρας
αντιδραστήρας	noun	η συσκευή με την οποία προκαλείται χημική αντίδραση, όπως ραδιενεργών στοιχείων
αντιδραστήρες	=	αντιδραστήρας
αντιδραστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδραστήριο
αντιδραστήριο	noun	γνωστή χημική ένωση ή ουσία που προστίθεται σ’ ένα σύστημα, προκειμένου να ελεγχθεί, να μελετηθεί ή να ταυτοποιηθεί με την χημική αντίδραση που θα προκληθεί άλλη (ή άλλες) άγνωστη χημική ουσία
αντιδραστήριου	=	αντιδραστήριο
αντιδραστήρων	=	αντιδραστήρας
αντιδραστηρίου	noun	γενική ενικού του αντιδραστήριο
αντιδραστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδραστήριο
αντιδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδραστικό	adv	κρατώντας αντιδραστική στάση, έχοντας αντιδραστικό φέρσιμο
αντιδραστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδραστικός
αντιδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδραστική
αντιδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδραστικός
αντιδραστικής	adj	γενική ενικού του αντιδραστική
αντιδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδραστικός
αντιδραστικοτήτων	=	αντιδραστικότητα
αντιδραστικού	adj	γενική ενικού του αντιδραστικός
αντιδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδραστικός
αντιδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδραστικός
αντιδραστικός	adj	που αντιδρά
αντιδραστικότατα	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατε	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατες	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατη	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατης	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατο	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατοι	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατος	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατου	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατους	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότατων	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερα	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερε	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερες	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερη	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερης	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερο	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότεροι	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερος	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερου	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερους	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότερων	=	αντιδραστικός
αντιδραστικότητα	noun	η ιδιότητα του αντιδραστικού
αντιδραστικότητας	=	αντιδραστικότητα
αντιδραστικότητες	=	αντιδραστικότητα
αντιδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδραστικός
αντιδραστισμέ	=	αντιδραστισμός
αντιδραστισμοί	=	αντιδραστισμός
αντιδραστισμού	=	αντιδραστισμός
αντιδραστισμούς	=	αντιδραστισμός
αντιδραστισμό	=	αντιδραστισμός
αντιδραστισμός	noun|formal	η ιδεολογική ή πρακτική στάση που αντιτίθεται σε κοινωνικές, πολιτικές ή πολιτισμικές αλλαγές, επιδιώκοντας τη διατήρηση ή την επιστροφή σε προηγούμενες καταστάσεις και αξίες
αντιδραστισμών	=	αντιδραστισμός
αντιδρομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδρόμηση
αντιδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιδρόμηση
αντιδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιδρόμηση
αντιδρούμε	=	αντιδρώ
αντιδρούν	=	αντιδρώ
αντιδρούνε	=	αντιδρώ
αντιδρούσα	=	αντιδρώ
αντιδρούσαμε	=	αντιδρώ
αντιδρούσαν	=	αντιδρώ
αντιδρούσανε	=	αντιδρώ
αντιδρούσατε	=	αντιδρώ
αντιδρούσε	=	αντιδρώ
αντιδρούσες	=	αντιδρώ
αντιδρόμηση	noun	η αλλαγή της κατεύθυνσης ενός μονοδρόμου
αντιδρόμησης	noun	γενική ενικού του αντιδρόμηση
αντιδρώ	verb	τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου
αντιδρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιδρώ
αντιδυναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδυναστικό
αντιδυναστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιδυναστικός
αντιδυναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιδυναστική
αντιδυναστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιδυναστικός
αντιδυναστικής	adj	γενική ενικού του αντιδυναστική
αντιδυναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιδυναστικός
αντιδυναστικού	adj	γενική ενικού του αντιδυναστικός
αντιδυναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιδυναστικός
αντιδυναστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιδυναστικός
αντιδυναστικός	adj	που αντιτίθεται στη δυναστεία ή στον βασιλιά
αντιδυναστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιδυναστικός
αντιδόνημα	noun	άλλη μορφή του αντιδόνηση
αντιδόνησα	=	αντιδονώ
αντιδόνηση	noun	αντήχηση, αντίλαλος, απόηχος
αντιδόνησης	noun	γενική ενικού του αντιδόνηση
αντιδότου	=	αντίδοτο
αντιδότων	=	αντίδοτο
αντιεθνικίστρια	noun	κάποια που ασπάζεται την ιδεολογία του αντιεθνικισμού
αντιεθνικίστριας	=	αντιεθνικίστρια
αντιεθνικίστριες	=	αντιεθνικίστρια
αντιεθνικισμέ	=	αντιεθνικισμός
αντιεθνικισμοί	=	αντιεθνικισμός
αντιεθνικισμού	=	αντιεθνικισμός
αντιεθνικισμούς	=	αντιεθνικισμός
αντιεθνικισμό	=	αντιεθνικισμός
αντιεθνικισμός	noun	ιδεολογία που συνδέεται με την αντίθεση στη βασική έννοια του έθνους και των ιδεολογιών του
αντιεθνικισμών	=	αντιεθνικισμός
αντιεθνικιστές	=	αντιεθνικιστής
αντιεθνικιστή	=	αντιεθνικιστής
αντιεθνικιστής	noun	κάποιος που ασπάζεται την ιδεολογία του αντιεθνικισμού
αντιεθνικιστικά	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικέ	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικές	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστική	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικής	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικοί	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικού	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικούς	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικό	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αντιεθνικισμό ή τους αντιεθνικιστές ή αναφέρεται σʼ αυτά
αντιεθνικιστικών	=	αντιεθνικιστικός
αντιεθνικιστριών	=	αντιεθνικίστρια
αντιεθνικιστών	=	αντιεθνικιστής
αντιεθνισμέ	=	αντιεθνισμός
αντιεθνισμοί	=	αντιεθνισμός
αντιεθνισμού	=	αντιεθνισμός
αντιεθνισμούς	=	αντιεθνισμός
αντιεθνισμό	=	αντιεθνισμός
αντιεθνισμός	noun	άλλη μορφή του αντεθνισμός
αντιεθνισμών	=	αντιεθνισμός
αντιεισήγηση	noun|formal	άλλη μορφή του αντεισήγηση
αντιεισήγησης	=	αντιεισήγηση
αντιεισαγγελέα	=	αντιεισαγγελέας
αντιεισαγγελέας	noun	άλλη μορφή του αντεισαγγελέας
αντιεισαγγελέων	=	αντιεισαγγελέας
αντιεισαγγελέως	=	αντιεισαγγελέας
αντιεισαγγελείς	=	αντιεισαγγελέας
αντιεισαγγελεύς	noun|dated	άλλη μορφή του αντιεισαγγελέας
αντιεισηγήθηκα	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγήθηκαν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγήθηκε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγήθηκες	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγήσεις	=	αντιεισήγηση
αντιεισηγήσεων	=	αντιεισήγηση
αντιεισηγήσου	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγείσαι	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγείστε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγείται	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγηθήκαμε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγηθήκαν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγηθήκανε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγηθήκατε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγηθεί	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγηθείτε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγημένος	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούμαι	verb	κάνω αντεισήγηση
αντιεισηγούμασταν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούμαστε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούμουν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούνται	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούνταν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούσασταν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούσαστε	=	αντιεισηγούμαι
αντιεισηγούσουν	=	αντιεισηγούμαι
αντιεκκλησιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεκκλησιαστικό
αντιεκκλησιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκκλησιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεκκλησιαστική
αντιεκκλησιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκκλησιαστικής	adj	γενική ενικού του αντιεκκλησιαστική
αντιεκκλησιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκκλησιαστικού	adj	γενική ενικού του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκκλησιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκκλησιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκκλησιαστικός	adj	που δρα εναντίον της εκκλησίας ή αντιτίθεται σ’ αυτήν ή την εχθρεύεται
αντιεκκλησιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεκκλησιαστικός
αντιεκπαιδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεκπαιδευτικό
αντιεκπαιδευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκπαιδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεκπαιδευτική
αντιεκπαιδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκπαιδευτικής	adj	γενική ενικού του αντιεκπαιδευτική
αντιεκπαιδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκπαιδευτικού	adj	γενική ενικού του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκπαιδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκπαιδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκπαιδευτικός	adj	που είναι αντίθετος με το καλό της εκπαιδευτικής διαδικασίας
αντιεκπαιδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεκπαιδευτικός
αντιεκρηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεκρηκτικό
αντιεκρηκτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεκρηκτικός
αντιεκρηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεκρηκτική
αντιεκρηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεκρηκτικός
αντιεκρηκτικής	adj	γενική ενικού του αντιεκρηκτική
αντιεκρηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεκρηκτικός
αντιεκρηκτικού	adj	γενική ενικού του αντιεκρηκτικός
αντιεκρηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεκρηκτικός
αντιεκρηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεκρηκτικός
αντιεκρηκτικός	adj	που αποσκοπεί στην πρόληψη μιας έκρηξης
αντιεκρηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεκρηκτικός
αντιελκωτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιελκωτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιελκωτικό, ουδέτερο του αντιελκωτικός
αντιελκωτικού	=	αντιελκωτικό
αντιελκωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιελκωτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου κατά του πεπτικού έλκους
αντιελκωτικών	=	αντιελκωτικό
αντιελονοσιακά	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακέ	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακές	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακή	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακής	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακοί	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακού	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακούς	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακό	=	αντιελονοσιακός
αντιελονοσιακός	adj	άλλη μορφή του ανθελονοσιακός
αντιελονοσιακών	=	αντιελονοσιακός
αντιεμβολιάστρια	=	αντιεμβολιαστής
αντιεμβολιαστές	=	αντιεμβολιαστής
αντιεμβολιαστή	=	αντιεμβολιαστής
αντιεμβολιαστής	noun	αυτός που τάσσεται εναντίον της χορήγησης εμβολίων
αντιεμβολιαστικά	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικέ	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικές	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστική	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικής	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικοί	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικού	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικούς	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικό	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστικός	adj	σχετικός με απόψεις αντιεμβολιαστών
αντιεμβολιαστικών	=	αντιεμβολιαστικός
αντιεμβολιαστών	=	αντιεμβολιαστής
αντιεμετικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμετικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμετικό, ουδέτερο του αντιεμετικός
αντιεμετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεμετικός
αντιεμετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμετική
αντιεμετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεμετικός
αντιεμετικής	adj	γενική ενικού του αντιεμετική
αντιεμετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεμετικός
αντιεμετικού	adj	γενική ενικού του αντιεμετικός
αντιεμετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεμετικός
αντιεμετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεμετικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται στη συμπτωματική θεραπεία ναυτίας και εμετών γνωστής αιτίας
αντιεμετικός	adj	που συντελεί στον περιορισμό ή την καταπολέμηση της τάσης για εμετό
αντιεμετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεμετικός
αντιεμπλοκές	=	αντιεμπλοκή
αντιεμπλοκή	noun	τεχνολογικός μηχανισμός που εμποδίζει το μπλοκάρισμα των τροχών κατά το φρενάρισμα, επιτρέποντας στο όχημα να διατηρεί την κατευθυντικότητά του.
αντιεμπλοκής	=	αντιεμπλοκή
αντιεμπλοκών	=	αντιεμπλοκή
αντιεμπορευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμπορευματικό
αντιεμπορευματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμπορευματική
αντιεμπορευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορευματικής	adj	γενική ενικού του αντιεμπορευματική
αντιεμπορευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορευματικού	adj	γενική ενικού του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορευματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορευματικός	adj	σχετικό με τον αντιεμπορευματισμό, την τάση να μην ανάγεται το εμπόριο σε αξία ζωής (το αντιεμπορικός μπορεί να σημαίνει και απλά εκείνο που δεν καταναλώνεται ευρέως, που τυχαία δεν έχει απήχηση, ενώ το αντιεμπορευματικός είναι με σαφήνεια εκείνο που σκόπιμα δεν στοχεύει στην εμπορία)
αντιεμπορευματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεμπορευματικός
αντιεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμπορικό
αντιεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεμπορικός
αντιεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεμπορική
αντιεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεμπορικός
αντιεμπορικής	adj	γενική ενικού του αντιεμπορική
αντιεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεμπορικός
αντιεμπορικού	adj	γενική ενικού του αντιεμπορικός
αντιεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεμπορικός
αντιεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεμπορικός
αντιεμπορικός	adj	που δεν συμβάλλει στην πρόοδο ή προώθηση του εμπορίου
αντιεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεμπορικός
αντιεξουσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεξουσιαστής
αντιεξουσιαστή	=	αντιεξουσιαστής
αντιεξουσιαστής	noun	που αντιτίθεται σε κάποια μορφή εξουσίας, συνηθέστερα σε πολιτική ή εκτελεστική
αντιεξουσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεξουσιαστικό
αντιεξουσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεξουσιαστική
αντιεξουσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστικής	adj	γενική ενικού του αντιεξουσιαστική
αντιεξουσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστικού	adj	γενική ενικού του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστικός	adj	σχετικός με συμπεριφορά και απόψεις αντιεξουσιαστή
αντιεξουσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεξουσιαστικός
αντιεξουσιαστών	=	αντιεξουσιαστής
αντιεπαγγελματικά	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικέ	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικές	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματική	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιεπαγγελματική) του αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικοί	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικού	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικούς	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικό	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπαγγελματικός	adj	που δεν είναι επαγγελματικός
αντιεπαγγελματικών	=	αντιεπαγγελματικός
αντιεπιληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεπιληπτικό, ουδέτερο του αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικέ	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικές	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτική	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικής	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικοί	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικού	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικούς	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικό	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιληπτικός	adj	που έχει σχέση με την καταπολέμηση της επιληψίας ή συμβάλλει σʼ αυτό
αντιεπιληπτικών	=	αντιεπιληπτικός
αντιεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντιεπιστημονικό) του αντιεπιστημονικός	adv	με αντιεπιστημονικό τρόπο
αντιεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεπιστημονικός
αντιεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεπιστημονική
αντιεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεπιστημονικός
αντιεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του αντιεπιστημονική
αντιεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεπιστημονικός
αντιεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του αντιεπιστημονικός
αντιεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεπιστημονικός
αντιεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεπιστημονικός
αντιεπιστημονικός	adj	αντίθετος με την επιστήμη
αντιεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεπιστημονικός
αντιεργατικά	=	αντιεργατικός
αντιεργατικέ	=	αντιεργατικός
αντιεργατικές	=	αντιεργατικός
αντιεργατική	=	αντιεργατικός
αντιεργατικής	=	αντιεργατικός
αντιεργατικοί	=	αντιεργατικός
αντιεργατικού	=	αντιεργατικός
αντιεργατικούς	=	αντιεργατικός
αντιεργατικό	=	αντιεργατικός
αντιεργατικός	adj	που αφορά στάση, μέτρο ή πολιτική που υπονομεύει τα δικαιώματα, την ασφάλεια ή τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων
αντιεργατικών	=	αντιεργατικός
αντιερωτικά	=	αντιερωτικός
αντιερωτικέ	=	αντιερωτικός
αντιερωτικές	=	αντιερωτικός
αντιερωτική	=	αντιερωτικός
αντιερωτικής	=	αντιερωτικός
αντιερωτικοί	=	αντιερωτικός
αντιερωτικού	=	αντιερωτικός
αντιερωτικούς	=	αντιερωτικός
αντιερωτικό	=	αντιερωτικός
αντιερωτικός	adj	που εκδηλώνει αποστροφή ή αδιαφορία προς τον έρωτα ή την ερωτική επιθυμία, ή που καταπνίγει τέτοια συναισθήματα με τη στάση ή την αισθητική του
αντιερωτικών	=	αντιερωτικός
αντιευρωπαΐστρια	=	αντιευρωπαϊστής
αντιευρωπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιευρωπαϊκός	adv	με αντιευρωπαϊσμό
αντιευρωπαϊκέ	adj	κλητική ενικού του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιευρωπαϊκή
αντιευρωπαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊκής	adj	γενική ενικού του αντιευρωπαϊκή
αντιευρωπαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊκού	adj	γενική ενικού του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊκός	adj	που είναι εναντίον της Ευρώπης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης
αντιευρωπαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αντιευρωπαϊκός
αντιευρωπαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του αντιευρωπαϊσμός
αντιευρωπαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιευρωπαϊσμός
αντιευρωπαϊσμού	noun	γενική ενικού του αντιευρωπαϊσμός
αντιευρωπαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιευρωπαϊσμός
αντιευρωπαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιευρωπαϊσμός
αντιευρωπαϊσμός	noun	τάση και στάση εναντίον της Ευρώπης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης
αντιευρωπαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιευρωπαϊσμός
αντιευρωπαϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιευρωπαϊστής
αντιευρωπαϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντιευρωπαϊστής
αντιευρωπαϊστής	noun	αυτός που στρέφεται καταφανώς ενάντια στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και επιθυμεί τη διάλυσή του και την επιστροφή όλων των κυριαρχιών, που δόθηκαν στους ενωσιακούς θεσμούς με τις συνθήκες, πίσω στα κράτη
αντιευρωπαϊστών	noun	γενική πληθυντικού του αντιευρωπαϊστής
αντιεφιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεφιδρωτικό
αντιεφιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιεφιδρωτικός
αντιεφιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιεφιδρωτική
αντιεφιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιεφιδρωτικός
αντιεφιδρωτικής	adj	γενική ενικού του αντιεφιδρωτική
αντιεφιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιεφιδρωτικός
αντιεφιδρωτικού	adj	γενική ενικού του αντιεφιδρωτικός
αντιεφιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιεφιδρωτικός
αντιεφιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιεφιδρωτικός
αντιεφιδρωτικός	adj	ο αντιιδρωτικός
αντιεφιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιεφιδρωτικός
αντιζήλου	=	αντίζηλος
αντιζήλους	=	αντίζηλος
αντιζήλων	=	αντίζηλη
αντιζηλία	noun	ζήλια και προσπάθεια ανταγωνισμού με κάποιον
αντιζηλίας	noun	γενική ενικού του αντιζηλία
αντιζηλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιζηλία
αντιζηλιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιζηλία
αντιζυγία	noun	η τοποθέτηση στην άλλη πλάστιγγα μιας ζυγαριάς κάποιου βάρους ή πράγματος
αντιζυγίας	noun	γενική ενικού του αντιζυγία
αντιζυγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιζυγία
αντιζυγίζαμε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζαν	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζανε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζατε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζει	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζεις	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζετε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζομαι	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζοντας	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζουμε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζουν	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζουνε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίζω	verb	αντισταθμίζω
αντιζυγίσαμε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίσαν	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίσανε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίσατε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίσει	=	αντιζυγίζω
αντιζυγίστε	=	αντιζυγίζω
αντιζυγιάζαμε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζαν	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζανε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζατε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζει	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζεις	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζετε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζομαι	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζοντας	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζουμε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζουν	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζουνε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάζω	verb	άλλη γραφή του αντιζυγίζω
αντιζυγιάσαμε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάσαν	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάσανε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάσατε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάσει	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιζύγιασμα
αντιζυγιάσματος	noun	γενική ενικού του αντιζύγιασμα
αντιζυγιάστε	=	αντιζυγιάζω
αντιζυγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιζύγιασμα
αντιζυγιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιζυγία
αντιζύγι	noun	το αντίβαρο
αντιζύγια	=	αντιζύγι
αντιζύγιαζα	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιαζαν	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιαζε	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιαζες	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιασα	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιασαν	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιασε	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιασες	=	αντιζυγιάζω
αντιζύγιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιζυγιάζω
αντιζύγιζα	=	αντιζυγίζω
αντιζύγιζαν	=	αντιζυγίζω
αντιζύγιζε	=	αντιζυγίζω
αντιζύγιζες	=	αντιζυγίζω
αντιζύγισα	=	αντιζυγίζω
αντιζύγισαν	=	αντιζυγίζω
αντιζύγισε	=	αντιζυγίζω
αντιζύγισες	=	αντιζυγίζω
αντιηλεκτρονίου	=	αντιηλεκτρόνιο
αντιηλεκτρονίων	=	αντιηλεκτρόνιο
αντιηλεκτρόνια	=	αντιηλεκτρόνιο
αντιηλεκτρόνιο	noun	αντισωματίδιο, το αντισωμάτιο του ηλεκτρονίου
αντιηλεκτρόνιου	=	αντιηλεκτρόνιο
αντιηλιακά	=	αντιηλιακός
αντιηλιακέ	=	αντιηλιακός
αντιηλιακές	=	αντιηλιακός
αντιηλιακή	=	αντιηλιακός
αντιηλιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιηλιακή) του αντιηλιακός
αντιηλιακοί	=	αντιηλιακός
αντιηλιακού	=	αντιηλιακός
αντιηλιακούς	=	αντιηλιακός
αντιηλιακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντιηλιακός	noun	άλλη μορφή του αντηλιακό
αντιηλιακός	adj	που προστατεύει από τις ακτίνες και την ακτινοβολία του ηλίου
αντιηλιακών	=	αντιηλιακός
αντιημικρανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιημικρανικό, ουδέτερο του αντιημικρανικός
αντιηρωίδα	noun	θηλυκό του αντιήρωας
αντιηρωίδας	=	αντιηρωίδα
αντιηρωίδες	=	αντιηρωίδα
αντιηρωίδων	=	αντιηρωίδα
αντιηρωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιηρωικό
αντιηρωικέ	adj	κλητική ενικού του αντιηρωικός
αντιηρωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιηρωική
αντιηρωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιηρωικός
αντιηρωικής	adj	γενική ενικού του αντιηρωική
αντιηρωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιηρωικός
αντιηρωικού	adj	γενική ενικού του αντιηρωικός
αντιηρωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιηρωικός
αντιηρωικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιηρωικός
αντιηρωικός	adj	που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του ήρωα
αντιηρωικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιηρωικός
αντιηρώων	=	αντιήρωας
αντιθάλαμε	noun	κλητική ενικού του αντιθάλαμος
αντιθάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του αντιθάλαμος
αντιθάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθάλαμος
αντιθάλαμος	noun|formal	προθάλαμος
αντιθάλαμου	=	αντιθάλαμος
αντιθάλαμους	=	αντιθάλαμος
αντιθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίθεση
αντιθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέσεων	=	αντίθεση
αντιθέσεως	=	αντίθεση
αντιθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιθέτω
αντιθέτομαι	=	αντιθέτω
αντιθέτου	=	αντίθετο
αντιθέτω	verb	αντιτάσσω, αντιπαραθέτω
αντιθέτων	=	αντίθετο
αντιθέτως	adv|formal	άλλη μορφή του αντίθετα
αντιθαλάμου	noun	γενική ενικού του αντιθάλαμος
αντιθαλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιθάλαμος
αντιθαλάμων	noun	γενική πληθυντικού του αντιθάλαμος
αντιθαμβωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθαμβωτικό
αντιθαμβωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιθαμβωτικός
αντιθαμβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθαμβωτική
αντιθαμβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιθαμβωτικός
αντιθαμβωτικής	adj	γενική ενικού του αντιθαμβωτική
αντιθαμβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθαμβωτικός
αντιθαμβωτικού	adj	γενική ενικού του αντιθαμβωτικός
αντιθαμβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιθαμβωτικός
αντιθαμβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιθαμβωτικός
αντιθαμβωτικός	adj	που δεν θαμπώνει ή συμβάλλει στο να μην θαμπώνει κάτι
αντιθαμβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιθαμβωτικός
αντιθεατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθεατρικό	adv	με αντιθεατρικό τρόπο
αντιθεατρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιθεατρικός
αντιθεατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθεατρική
αντιθεατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιθεατρικός
αντιθεατρικής	adj	γενική ενικού του αντιθεατρική
αντιθεατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθεατρικός
αντιθεατρικού	adj	γενική ενικού του αντιθεατρικός
αντιθεατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιθεατρικός
αντιθεατρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιθεατρικός
αντιθεατρικός	adj	που αντιτίθεται στο θέατρο ή δεν κάνει για το θέατρο
αντιθεατρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιθεατρικός
αντιθεατρικώς	=	αντιθεατρικά
αντιθερμαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθερμαντικό
αντιθερμαντικέ	adj	κλητική ενικού του αντιθερμαντικός
αντιθερμαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθερμαντική
αντιθερμαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιθερμαντικός
αντιθερμαντικής	adj	γενική ενικού του αντιθερμαντική
αντιθερμαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθερμαντικός
αντιθερμαντικού	adj	γενική ενικού του αντιθερμαντικός
αντιθερμαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιθερμαντικός
αντιθερμαντικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιθερμαντικός
αντιθερμαντικός	adj	που δυσκολεύει την προσπάθεια θέρμανσης
αντιθερμαντικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιθερμαντικός
αντιθερμικά	=	αντιθερμικός
αντιθερμικέ	=	αντιθερμικός
αντιθερμικές	=	αντιθερμικός
αντιθερμική	=	αντιθερμικός
αντιθερμικής	=	αντιθερμικός
αντιθερμικοί	=	αντιθερμικός
αντιθερμικού	=	αντιθερμικός
αντιθερμικούς	=	αντιθερμικός
αντιθερμικό	=	αντιθερμικός
αντιθερμικός	adj	που αφορά υλικό ή κατασκευή που ελαττώνει τη μετάδοση θερμότητας ή διατηρεί τις ιδιότητές του σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας
αντιθερμικών	=	αντιθερμικός
αντιθεσμικά	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικέ	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικές	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμική	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιθεσμική) του αντιθεσμικός
αντιθεσμικοί	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικού	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικούς	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικό	=	αντιθεσμικός
αντιθεσμικός	adj	που είναι αντίθετος με τους θεσμούς ή ενάντια σ' αυτούς
αντιθεσμικών	=	αντιθεσμικός
αντιθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιθετικός	adv	με αντιθετικό τρόπο
αντιθετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιθετικός
αντιθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθετική
αντιθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιθετικός
αντιθετικής	adj	γενική ενικού του αντιθετική
αντιθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθετικός
αντιθετικού	adj	γενική ενικού του αντιθετικός
αντιθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιθετικός
αντιθετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιθετικός
αντιθετικός	adj	που έχει σχέση με την αντίθεση, δηλώνει ή δημιουργεί αντίθεση
αντιθετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιθετικός
αντιθεϊστές	=	αντιθεϊστής
αντιθεϊστή	=	αντιθεϊστής
αντιθεϊστής	noun	ο πολέμιος του θεϊσμού
αντιθεϊστών	=	αντιθεϊστής
αντιθρησκευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθρησκευτικό
αντιθρησκευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιθρησκευτικός
αντιθρησκευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθρησκευτική
αντιθρησκευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιθρησκευτικός
αντιθρησκευτικής	adj	γενική ενικού του αντιθρησκευτική
αντιθρησκευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθρησκευτικός
αντιθρησκευτικοτήτων	=	αντιθρησκευτικότητα
αντιθρησκευτικού	adj	γενική ενικού του αντιθρησκευτικός
αντιθρησκευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιθρησκευτικός
αντιθρησκευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιθρησκευτικός
αντιθρησκευτικός	adj	που είναι ενάντιος στη θρησκεία ή τις θρησκείες
αντιθρησκευτικότητα	noun	σαφής-κατηγορηματική-απόλυτη εναντίωση σε κάθε θρησκεία και κάθε θρησκευτική δοξασία
αντιθρησκευτικότητας	=	αντιθρησκευτικότητα
αντιθρησκευτικότητες	=	αντιθρησκευτικότητα
αντιθρησκευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιθρησκευτικός
αντιθρομβίνες	=	αντιθρομβίνη
αντιθρομβίνη	noun	φυσική πρωτεΐνη του πλάσματος που επιβραδύνει τη δράση των παραγόντων πήξης, λειτουργώντας ως ρυθμιστής κατά του σχηματισμού θρόμβων
αντιθρομβίνης	=	αντιθρομβίνη
αντιθρομβινών	=	αντιθρομβίνη
αντιθρομβωτικά	noun	κατηγορία σκευασμάτων που αποτρέπουν την παθολογική πήξη του αίματος ή τη δημιουργία θρόμβων σε αυτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθρομβωτικό
αντιθρομβωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιθρομβωτικός
αντιθρομβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθρομβωτική
αντιθρομβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιθρομβωτικός
αντιθρομβωτικής	adj	γενική ενικού του αντιθρομβωτική
αντιθρομβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιθρομβωτικός
αντιθρομβωτικού	adj	γενική ενικού του αντιθρομβωτικός
αντιθρομβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιθρομβωτικός
αντιθρομβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιθρομβωτικός	noun	φάρμακο που αποτρέπει την πήξη ή τη δημιουργία θρόμβων στο αίμα
αντιθρομβωτικός	adj	που αποτρέπει την πήξη ή τη δημιουργία θρόμβων στο αίμα
αντιθρομβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιθρομβωτικός
αντιθυρεοειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιθυρεοειδικό, ουδέτερο του αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικέ	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικές	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδική	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικής	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικοί	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικού	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικούς	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικό	=	αντιθυρεοειδικός
αντιθυρεοειδικός	adj	κάθε παράγοντας –συνήθως φάρμακο– που επιδρά ανασταλτικά στη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, μειώνοντας την παραγωγή των σχετικών ορμονών και καταπολεμώντας τον υπερθυρεοειδισμό
αντιθυρεοειδικών	=	αντιθυρεοειδικός
αντιιέ	noun	κλητική ενικού του αντιιός
αντιιδεαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιδεαλιστικό
αντιιδεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιιδεαλιστικός
αντιιδεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιδεαλιστική
αντιιδεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιιδεαλιστικός
αντιιδεαλιστικής	adj	γενική ενικού του αντιιδεαλιστική
αντιιδεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιιδεαλιστικός
αντιιδεαλιστικού	adj	γενική ενικού του αντιιδεαλιστικός
αντιιδεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιιδεαλιστικός
αντιιδεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιιδεαλιστικός
αντιιδεαλιστικός	adj	θεωρία και στάση ζωής αντίθετη με τον ιδεαλισμό
αντιιδεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιιδεαλιστικός
αντιιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιδρωτικό
αντιιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιιδρωτικός
αντιιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιδρωτική
αντιιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιιδρωτικός
αντιιδρωτικής	adj	γενική ενικού του αντιιδρωτική
αντιιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιιδρωτικός
αντιιδρωτικού	adj	γενική ενικού του αντιιδρωτικός
αντιιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιιδρωτικός
αντιιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιιδρωτικός
αντιιδρωτικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του ιδρώτα
αντιιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιιδρωτικός
αντιιικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιικό
αντιιικέ	adj	κλητική ενικού του αντιιικός
αντιιικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιική
αντιιική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιιικός
αντιιικής	adj	γενική ενικού του αντιιική
αντιιικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιιικός
αντιιικού	adj	γενική ενικού του αντιιικός
αντιιικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιιικός
αντιιικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιιικός
αντιιικός	adj	που καταπολεμά τους ιούς
αντιιικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιιικός
αντιικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιικό
αντιικέ	adj	κλητική ενικού του αντιικός
αντιικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιική
αντιική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιικός
αντιικής	adj	γενική ενικού του αντιική
αντιικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιικός
αντιικού	adj	γενική ενικού του αντιικός
αντιικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιικός
αντιικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιικός
αντιικός	adj	άλλη μορφή του αντιιικός
αντιικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιικός
αντιιλιγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιλιγγικό, ουδέτερο του αντιιλιγγικός
αντιιμπεριαλίστρια	noun	κάποια που ασπάζεται τον αντιιμπεριαλισμό
αντιιμπεριαλίστριας	=	αντιιμπεριαλίστρια
αντιιμπεριαλίστριες	=	αντιιμπεριαλίστρια
αντιιμπεριαλισμέ	=	αντιιμπεριαλισμός
αντιιμπεριαλισμοί	=	αντιιμπεριαλισμός
αντιιμπεριαλισμού	=	αντιιμπεριαλισμός
αντιιμπεριαλισμούς	=	αντιιμπεριαλισμός
αντιιμπεριαλισμό	=	αντιιμπεριαλισμός
αντιιμπεριαλισμός	noun	η πολιτική εναντίωση στον ιμπεριαλισμό
αντιιμπεριαλισμών	=	αντιιμπεριαλισμός
αντιιμπεριαλιστές	=	αντιιμπεριαλιστής
αντιιμπεριαλιστή	=	αντιιμπεριαλιστής
αντιιμπεριαλιστής	noun	που ασπάζεται τον αντιιμπεριαλισμό
αντιιμπεριαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιιμπεριαλιστικός	adv	με αντιιμπεριαλιστικό τρόπο
αντιιμπεριαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιιμπεριαλιστική
αντιιμπεριαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστικής	adj	γενική ενικού του αντιιμπεριαλιστική
αντιιμπεριαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστικού	adj	γενική ενικού του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστικός	adv	που αντιτίθεται στον ιμπεριαλισμό
αντιιμπεριαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιιμπεριαλιστικός
αντιιμπεριαλιστριών	=	αντιιμπεριαλίστρια
αντιιμπεριαλιστών	=	αντιιμπεριαλιστής
αντιιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιιός
αντιιού	noun	γενική ενικού του αντιιός
αντιιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιιός
αντιισταμινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιισταμινικό, ουδέτερο του αντιισταμινικός
αντιισταμινικέ	adj	κλητική ενικού του αντιισταμινικός
αντιισταμινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιισταμινική
αντιισταμινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιισταμινικός
αντιισταμινικής	adj	γενική ενικού του αντιισταμινική
αντιισταμινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιισταμινικός
αντιισταμινικού	adj	γενική ενικού του αντιισταμινικός
αντιισταμινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιισταμινικός
αντιισταμινικό	noun	φαρμακευτική ουσία που καταπολεμά την ισταμίνη
αντιισταμινικός	adj	με τη βοήθεια του οποίου καταπολεμάται η ισταμίνη
αντιισταμινικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιισταμινικός
αντιιστορικά	=	αντιιστορικός
αντιιστορικέ	=	αντιιστορικός
αντιιστορικές	=	αντιιστορικός
αντιιστορική	=	αντιιστορικός
αντιιστορικής	=	αντιιστορικός
αντιιστορικοί	=	αντιιστορικός
αντιιστορικού	=	αντιιστορικός
αντιιστορικούς	=	αντιιστορικός
αντιιστορικό	=	αντιιστορικός
αντιιστορικός	adj	που χαρακτηρίζει θέση ή κρίση η οποία συγκρούεται με τεκμηριωμένα ιστορικά δεδομένα ή αλλοιώνει συνειδητά το παρελθόν
αντιιστορικών	=	αντιιστορικός
αντιιό	noun	αιτιατική ενικού του αντιιός
αντιιός	noun	ουσία που εμποδίζει την ανάπτυξη ιών ή προσφέρει ανοσοποίηση προς κάποιο δηλητήριο
αντιιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιιός
αντικάμαρα	noun|dated	προθάλαμος
αντικάμαρας	noun	γενική ενικού του αντικάμαρα
αντικάμαρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικάμαρα
αντικέρ	noun	ιδιοκτήτης μαγαζιού με αντίκες, παλαιοπώλης, αρχαιοπώλης
αντικέρες	=	αντικέρης
αντικέρη	=	αντικέρης
αντικέρηδες	=	αντικέρης
αντικέρηδων	=	αντικέρης
αντικέρης	noun	άλλη μορφή του αντικέρ
αντικίνημα	noun	οργανωμένη αντίδραση –συχνά στρατιωτική ή πολιτική– που αποσκοπεί στην ανατροπή, εξουδετέρωση ή ακύρωση ενός προγενέστερου κινήματος, ιδίως όταν αυτό επιδιώκει ριζική αλλαγή ή ανατροπή της ισχύουσας τάξης
αντικίνητρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικίνητρο
αντικίνητρο	noun	κίνητρο που αποτρέπει ή εξουδετερώνει άλλο κίνητρο ή κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, εξέλιξη ή κατάσταση
αντικίνητρου	=	αντικίνητρο
αντικαγκελάριε	=	αντικαγκελάριος
αντικαγκελάριο	=	αντικαγκελάριος
αντικαγκελάριοι	=	αντικαγκελάριος
αντικαγκελάριος	noun	ο αναπληρωτής του καγκελαρίου, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του αρχηγού της κυβέρνησης σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου
αντικαγκελάριου	=	αντικαγκελάριος
αντικαγκελάριους	=	αντικαγκελάριος
αντικαγκελάριων	=	αντικαγκελάριος
αντικαγκελλάριος	=	αντικαγκελάριος
αντικαθίσταμαι	verb	με αντικαθιστούν
αντικαθεστωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαθεστωτικό
αντικαθεστωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαθεστωτικός
αντικαθεστωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαθεστωτική
αντικαθεστωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαθεστωτικός
αντικαθεστωτικής	adj	γενική ενικού του αντικαθεστωτική
αντικαθεστωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαθεστωτικός
αντικαθεστωτικού	adj	γενική ενικού του αντικαθεστωτικός
αντικαθεστωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαθεστωτικός
αντικαθεστωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαθεστωτικός
αντικαθεστωτικός	adj	που είναι αντίθετος με το καθεστώς ή γενικότερα το πολίτευμα της χώρας του
αντικαθεστωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαθεστωτικός
αντικαθιστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαθιστάμενο
αντικαθιστάμενε	verb	κλητική ενικού του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαθιστάμενη
αντικαθιστάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστάμενης	verb	γενική ενικού του αντικαθιστάμενη
αντικαθιστάμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικαθιστάμενος
αντικαθιστούσα	=	αντικαθιστώ
αντικαθιστώ	verb	βγάζω κάτι/κάποιον και τοποθετώ στη θέση του κάτι άλλο το οποίο είναι ίσης αξίας, ίδιας αποτελεσματικότητας, ίσης απόδοσης με το / τον αντικατασταθέν /ντα.
αντικαθιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαθρέφτιζα	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτιζαν	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτιζε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτιζες	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρέφτισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζαμε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζαν	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζανε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζατε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζεις	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζεσαι	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίζεστε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίζεται	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίζετε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζονται	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίζονταν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίζοντας	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζου	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίζουμε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζουν	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζουνε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίζω	verb	αντικατοπτρίζω, αντανακλώ
αντικαθρεφτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσαν	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσανε	=	αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαθρέφτισμα
αντικαθρεφτίσματος	noun	γενική ενικού του αντικαθρέφτισμα
αντικαθρεφτίσου	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτίστηκα	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίστηκαν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίστηκε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίστηκες	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθρεφτίζω
αντικαθρεφτιζόμασταν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόμαστε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόμουν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόμουνα	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόντουσαν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόσασταν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόσαστε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόσουν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόσουνα	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζόταν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιζότανε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντικαθρέφτισμα
αντικαθρεφτισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικαθρεφτισμός
αντικαθρεφτισμένος	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαθρεφτισμός
αντικαθρεφτισμού	noun	γενική ενικού του αντικαθρεφτισμός
αντικαθρεφτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικαθρεφτισμός
αντικαθρεφτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικαθρεφτισμός
αντικαθρεφτισμός	noun	άλλη μορφή του αντικαθρέφτισμα
αντικαθρεφτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικαθρεφτισμός
αντικαθρεφτιστήκαμε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιστήκαν	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιστήκανε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιστήκατε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιστεί	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαθρεφτιστείτε	=	αντικαθρεφτίζομαι
αντικαλαισθητικά	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικέ	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικές	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητική	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντικαλαισθητική) του αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικοί	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικού	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικούς	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικό	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλαισθητικός	adj	που δεν είναι καλαισθητικός
αντικαλαισθητικών	=	αντικαλαισθητικός
αντικαλλιτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαλλιτεχνικό	adv	με αντικαλλιτεχνικό τρόπο
αντικαλλιτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαλλιτεχνικός
αντικαλλιτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαλλιτεχνική
αντικαλλιτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαλλιτεχνικός
αντικαλλιτεχνικής	adj	γενική ενικού του αντικαλλιτεχνική
αντικαλλιτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαλλιτεχνικός
αντικαλλιτεχνικού	adj	γενική ενικού του αντικαλλιτεχνικός
αντικαλλιτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαλλιτεχνικός
αντικαλλιτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαλλιτεχνικός
αντικαλλιτεχνικός	adj	που είναι εναντίον των καλλιτεχνών ή της τέχνης
αντικαλλιτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαλλιτεχνικός
αντικανονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικανονικό	adv	αντίθετα με τους κανόνες
αντικανονικέ	adj	κλητική ενικού του αντικανονικός
αντικανονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικανονική
αντικανονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικανονικός
αντικανονικής	adj	γενική ενικού του αντικανονική
αντικανονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικανονικός
αντικανονικοτήτων	=	αντικανονικότητα
αντικανονικού	adj	γενική ενικού του αντικανονικός
αντικανονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικανονικός
αντικανονικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικανονικός
αντικανονικός	adj	που δεν είναι κανονικός
αντικανονικότητα	noun	η ιδιότητα του αντικανονικού, το να είναι κάποιος αντικανονικός
αντικανονικότητας	noun	γενική ενικού του αντικανονικότητα
αντικανονικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικανονικότητα
αντικανονικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικανονικός
αντικανονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικανονιστικό
αντικανονιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντικανονιστικός
αντικανονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικανονιστική
αντικανονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικανονιστικός
αντικανονιστικής	adj	γενική ενικού του αντικανονιστική
αντικανονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικανονιστικός
αντικανονιστικού	adj	γενική ενικού του αντικανονιστικός
αντικανονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικανονιστικός
αντικανονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικανονιστικός
αντικανονιστικός	adj	που δε φέρει κανονιστικά στοιχεία, αξιακά, δεοντολογικά ή πολιτιστικά, αλλά αντίθετα υλιστικά, δηλαδή στρατιωτικού ή οικονομικού χαρακτήρα
αντικανονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικανονιστικός
αντικαντακουζηνικά	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικέ	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικές	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνική	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικής	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικοί	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικού	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικούς	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικό	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαντακουζηνικός	noun	κάποιος που αντιτίθεται στον καντακουζηνισμό ή στον Καντακουζηνό και την πολιτική του	adj	που αντιτίθεται στον καντακουζηνισμό ή στον Καντακουζηνό και την πολιτική του
αντικαντακουζηνικών	=	αντικαντακουζηνικός
αντικαπιταλισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικαπιταλισμός
αντικαπιταλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαπιταλισμός
αντικαπιταλισμού	noun	γενική ενικού του αντικαπιταλισμός
αντικαπιταλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικαπιταλισμός
αντικαπιταλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικαπιταλισμός
αντικαπιταλισμός	noun	αντίθεση στον καπιταλισμό
αντικαπιταλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικαπιταλισμός
αντικαπιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντικαπιταλιστικό) του αντικαπιταλιστικός	adv	με αντικαπιταλιστικό τρόπο
αντικαπιταλιστικέ	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικές	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστική	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντικαπιταλιστική) του αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικοί	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικού	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικούς	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικό	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπιταλιστικός	adj	που αντιτίθεται στον καπιταλισμό
αντικαπιταλιστικών	=	αντικαπιταλιστικός
αντικαπνίστρια	noun	θηλυκό του αντικαπνιστής
αντικαπνίστριας	noun	γενική ενικού του αντικαπνίστρια
αντικαπνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαπνίστρια
αντικαπνιστές	=	αντικαπνιστής
αντικαπνιστή	=	αντικαπνιστής
αντικαπνιστής	noun	αυτός που είναι αντίθετος με το κάπνισμα
αντικαπνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαπνιστικό
αντικαπνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαπνιστική
αντικαπνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστικής	adj	γενική ενικού του αντικαπνιστική
αντικαπνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστικού	adj	γενική ενικού του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστικός	adj	που είναι αντίθετος με το κάπνισμα
αντικαπνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαπνιστικός
αντικαπνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντικαπνίστρια
αντικαπνιστών	=	αντικαπνιστής
αντικαποδιστριακά	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακέ	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακές	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακή	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακής	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακοί	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακού	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακούς	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακό	=	αντικαποδιστριακός
αντικαποδιστριακός	noun	άτομο που αντιτάχθηκε στην πολιτική του κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια	adj	που είναι απέναντι ή ενάντια στον κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια
αντικαποδιστριακών	=	αντικαποδιστριακός
αντικαρκινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαρκινικό
αντικαρκινικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαρκινικός
αντικαρκινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαρκινική
αντικαρκινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαρκινικός
αντικαρκινικής	adj	γενική ενικού του αντικαρκινική
αντικαρκινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαρκινικός
αντικαρκινικού	adj	γενική ενικού του αντικαρκινικός
αντικαρκινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαρκινικός
αντικαρκινικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαρκινικός
αντικαρκινικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του καρκίνου
αντικαρκινικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαρκινικός
αντικατάσκοπε	=	αντικατάσκοπος
αντικατάσκοπο	=	αντικατάσκοπος
αντικατάσκοποι	=	αντικατάσκοπος
αντικατάσκοπος	noun	που διενεργεί αντικατασκοπεία
αντικατάσκοπου	=	αντικατάσκοπος
αντικατάσκοπους	=	αντικατάσκοπος
αντικατάσκοπων	=	αντικατάσκοπος
αντικατάσταση	noun	η ενέργεια του αντικαθιστώ, η τοποθέτηση ενός προσώπου, αντικειμένου, στοιχείου κλπ στη θέση άλλου
αντικατάστασης	noun	γενική ενικού του αντικατάσταση
αντικατάστησα	=	αντικατασταίνω
αντικατέβαλα	=	αντικαταβάλλω
αντικατέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικατέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικατέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικατέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταβάλλομαι	=	αντικαταβάλλω
αντικαταβάλλω	verb	πληρώνω, καταβάλλω την αξία ενός εμπορεύματος τη στιγμή που το παραλαμβάνω (δηλαδή όχι τη στιγμή που το αγοράζω)
αντικαταβολές	=	αντικαταβολή
αντικαταβολή	noun	η πληρωμή μέρους ή, συνήθως, του συνόλου της αξίας κάποιου εμπορεύματος, που έχει αποσταλεί με ταχυδρομικό τρόπο, τη στιγμή που παραλαμβάνεται
αντικαταβολής	=	αντικαταβολή
αντικαταβολών	=	αντικαταβολή
αντικαταθλιπτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταθλιπτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταθλιπτικό
αντικαταθλιπτικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαταθλιπτικός
αντικαταθλιπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταθλιπτική
αντικαταθλιπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαταθλιπτικός
αντικαταθλιπτικής	adj	γενική ενικού του αντικαταθλιπτική
αντικαταθλιπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταθλιπτικός
αντικαταθλιπτικού	adj	γενική ενικού του αντικαταθλιπτικός
αντικαταθλιπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταθλιπτικός
αντικαταθλιπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαταθλιπτικός	noun	φάρμακο που δρα εναντίον της κατάθλιψης
αντικαταθλιπτικός	adj	που δρα εναντίον της κατάθλιψης
αντικαταθλιπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαταθλιπτικός
αντικαταναλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταναλωτικό
αντικαταναλωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταναλωτική
αντικαταναλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτικής	adj	γενική ενικού του αντικαταναλωτική
αντικαταναλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτικού	adj	γενική ενικού του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτικός	adj	που έχει σχέση με τον αντικαταναλωτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αντικαταναλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαταναλωτικός
αντικαταναλωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικαταναλωτισμός
αντικαταναλωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταναλωτισμός
αντικαταναλωτισμού	noun	γενική ενικού του αντικαταναλωτισμός
αντικαταναλωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταναλωτισμός
αντικαταναλωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικαταναλωτισμός
αντικαταναλωτισμός	noun	η τάση να αντιστραφεί σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο η υπερκατανάλωση και η φιλοσοφία του καταναλωτισμού είτε για λόγους βιοθεωρίας και κοσμοθεωρίας είτε για οικολογικούς και οικονομικούς σκοπούς και προκειμένου να σημειωθεί στροφή προς την αειφορία
αντικαταναλωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικαταναλωτισμός
αντικατασκοπία	noun	άλλη γραφή του αντικατασκοπεία
αντικατασκοπίας	noun	γενική ενικού του αντικατασκοπία
αντικατασκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπία
αντικατασκοπεία	noun	οι ενέργειες που γίνονται και τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κατασκοπευτική δραστηριότητα μιας ξένης χώρας καθώς και (συνεκδοχικά) η σχετική υπηρεσία
αντικατασκοπείας	noun	γενική ενικού του αντικατασκοπεία
αντικατασκοπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπεία
αντικατασκοπειών	noun	γενική πληθυντικού του αντικατασκοπεία
αντικατασκοπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπευτικό
αντικατασκοπευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπευτική
αντικατασκοπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικής	adj	γενική ενικού του αντικατασκοπευτική
αντικατασκοπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικού	adj	γενική ενικού του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικός	adj	άλλη μορφή του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικατασκοπευτικός
αντικατασκοπευτικώς	adv	με αντικατασκοπευτικό τρόπο
αντικατασκοπεύω	verb	λειτουργώ ως αντικατάσκοπος
αντικατασκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπικό
αντικατασκοπικέ	adj	κλητική ενικού του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπική
αντικατασκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπικής	adj	γενική ενικού του αντικατασκοπική
αντικατασκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπικού	adj	γενική ενικού του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπικός	adj	που έχει σχέση με την αντικατασκοπία ή τους αντικατασκόπους ή αναφέρεται σ’ αυτά
αντικατασκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικατασκοπικός
αντικατασκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του αντικατασκοπία
αντικατασκόπου	=	αντικατάσκοπος
αντικατασκόπους	=	αντικατάσκοπος
αντικατασκόπων	=	αντικατάσκοπος
αντικαταστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικαταστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικαταστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικαταστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικαταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατάσταση
αντικαταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντικατάσταση
αντικαταστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντικατάσταση
αντικαταστάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστάσιμο
αντικαταστάσιμε	adj	κλητική ενικού του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστάσιμη
αντικαταστάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάσιμης	adj	γενική ενικού του αντικαταστάσιμη
αντικαταστάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάσιμος	adj	για βιομηχανοποιημένο - τυποποιημένο προϊόν ή εξάρτημα
αντικαταστάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικαταστάσιμος
αντικαταστάτες	=	αντικαταστάτης
αντικαταστάτη	=	αντικαταστάτης
αντικαταστάτης	noun	αυτός που αντικαθιστά κάποιον άλλο, που τοποθετείτε στη θέση που κατείχε πριν κάποιος άλλος
αντικαταστάτρια	noun	αντικαταστάτης
αντικαταστάτριας	noun	γενική ενικού του αντικαταστάτρια
αντικαταστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστάτρια
αντικαταστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικαταστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθιστώ
αντικατασταίνομαι	=	αντικατασταίνω
αντικατασταίνω	verb	άλλη μορφή του αντικαθιστώ
αντικατασταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικατασταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικαθίσταμαι
αντικαταστατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστατό
αντικαταστατέ	adj	κλητική ενικού του αντικαταστατός
αντικαταστατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστατή
αντικαταστατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαταστατός
αντικαταστατής	adj	γενική ενικού του αντικαταστατή
αντικαταστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστατικό
αντικαταστατικέ	adj	κλητική ενικού του αντικαταστατικός
αντικαταστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστατική
αντικαταστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαταστατικός
αντικαταστατικής	adj	γενική ενικού του αντικαταστατική
αντικαταστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστατικός
αντικαταστατικού	adj	γενική ενικού του αντικαταστατικός
αντικαταστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταστατικός
αντικαταστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαταστατικός
αντικαταστατικός	adj	που είναι αντίθετος με το καταστατικό
αντικαταστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαταστατικός
αντικαταστατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστατός
αντικαταστατού	adj	γενική ενικού του αντικαταστατός
αντικαταστατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταστατός
αντικαταστατριών	noun	γενική πληθυντικού του αντικαταστάτρια
αντικαταστατό	adj	αιτιατική ενικού του αντικαταστατός
αντικαταστατός	adj|formal	που είναι δυνατόν να αντικατασταθεί
αντικαταστατών	adj	γενική πληθυντικού του αντικαταστατός
αντικαταστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστημένο
αντικαταστημένε	verb	κλητική ενικού του αντικαταστημένος
αντικαταστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστημένη
αντικαταστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικαταστημένος
αντικαταστημένης	verb	γενική ενικού του αντικαταστημένη
αντικαταστημένο	verb	αιτιατική ενικού του αντικαταστημένος
αντικαταστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικαταστημένος
αντικαταστημένος	verb	αντικατεστημένος
αντικαταστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικαταστημένος
αντικαταστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικαταστημένος
αντικαταστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικαταστημένος
αντικατεστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατεστημένο
αντικατεστημένε	verb	κλητική ενικού του αντικατεστημένος
αντικατεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατεστημένη
αντικατεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικατεστημένος
αντικατεστημένης	verb	γενική ενικού του αντικατεστημένη
αντικατεστημένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντικατεστημένος
αντικατεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικατεστημένος
αντικατεστημένος	=	αντικαθιστώ
αντικατεστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικατεστημένος
αντικατεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικατεστημένος
αντικατεστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικατεστημένος
αντικατηγορία	noun|rare	κατηγορία που απαντά σε άλλη κατηγορία
αντικατηγορίας	noun	γενική ενικού του αντικατηγορία
αντικατηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατηγορία
αντικατηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του αντικατηγορία
αντικατηγορώ	verb|rare	κατηγορώ σαν απάντηση σε άλλη κατηγορία
αντικατοπτρίζαμε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζαν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζανε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζατε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζεις	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζεσαι	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζεστε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζεται	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζετε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζομε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζονται	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζονταν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζοντας	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζουμε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζουν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζουνε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίζω	verb	καθρεφτίζω
αντικατοπτρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσαν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσανε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσομε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσου	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσουνε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίστηκα	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίστηκαν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίστηκε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίστηκες	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόμασταν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόμαστε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόμενος	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόμουν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόμουνα	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόντουσαν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόσασταν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόσαστε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόσουν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόσουνα	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζόταν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριζότανε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρικά	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικέ	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικές	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρική	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικής	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικοί	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικού	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικούς	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικό	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρικός	adj	που αντικατοπτρίζει
αντικατοπτρικών	=	αντικατοπτρικός
αντικατοπτρισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικατοπτρισμός
αντικατοπτρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατοπτρισμένο
αντικατοπτρισμένε	verb	κλητική ενικού του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικατοπτρισμένη
αντικατοπτρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμένης	verb	γενική ενικού του αντικατοπτρισμένη
αντικατοπτρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμένος	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικατοπτρισμένος
αντικατοπτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικατοπτρισμός
αντικατοπτρισμού	noun	γενική ενικού του αντικατοπτρισμός
αντικατοπτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικατοπτρισμός
αντικατοπτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικατοπτρισμός
αντικατοπτρισμός	noun	η εμφάνιση σε κοντινή απόσταση του ειδώλου ενός αντικειμένου που βρίσκεται μακριά από κάποιον παρατηρητή
αντικατοπτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικατοπτρισμός
αντικατοπτριστήκαμε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστήκαν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστήκανε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστήκατε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστεί	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστείς	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστείτε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστούμε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστούν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστούνε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοπτριστώ	=	αντικατοπτρίζω
αντικατοχικά	=	αντικατοχικός
αντικατοχικέ	=	αντικατοχικός
αντικατοχικές	=	αντικατοχικός
αντικατοχική	=	αντικατοχικός
αντικατοχικής	=	αντικατοχικός
αντικατοχικοί	=	αντικατοχικός
αντικατοχικού	=	αντικατοχικός
αντικατοχικούς	=	αντικατοχικός
αντικατοχικό	=	αντικατοχικός
αντικατοχικός	adj	που στρέφεται ενάντια σε κάθε κατοχή μιας χώρας ή μιας περιοχής από ξένες δυνάμεις
αντικατοχικών	=	αντικατοχικός
αντικατόπτριζα	=	αντικατοπτρίζω
αντικατόπτριζαν	=	αντικατοπτρίζω
αντικατόπτριζε	=	αντικατοπτρίζω
αντικατόπτριζες	=	αντικατοπτρίζω
αντικατόπτρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατόπτρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατόπτρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατόπτρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικατοπτρίζω
αντικατόπτριση	noun|rare	άλλη μορφή του αντικατοπτρισμός
αντικατόπτρισμα	noun|rare	άλλη μορφή του αντικατοπτρισμός
αντικείμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικείμενο
αντικείμενο	noun	καθετί που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, καθετί που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
αντικείμενου	=	αντικείμενο
αντικειμένου	noun	γενική ενικού του αντικείμενο
αντικειμένων	noun	γενική πληθυντικού του αντικείμενο
αντικειμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενικό	adv	με αντικειμενικότητα
αντικειμενικέ	adj	κλητική ενικού του αντικειμενικός
αντικειμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενική
αντικειμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικειμενικός
αντικειμενικής	adj	γενική ενικού του αντικειμενική
αντικειμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενικός
αντικειμενικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενικοποιημένο
αντικειμενικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενικοποιημένη
αντικειμενικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αντικειμενικοποιημένη
αντικειμενικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοποιημένος	verb	που έχει αντικειμενικοποιηθεί, που έχει γίνει αντικειμενικός
αντικειμενικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικειμενικοποιημένος
αντικειμενικοτήτων	=	αντικειμενικότητα
αντικειμενικού	adj	γενική ενικού του αντικειμενικός
αντικειμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικειμενικός
αντικειμενικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικειμενικός
αντικειμενικός	adj	που αναφέρεται στην πραγματικότητα έτσι όπως πραγματικά είναι και όχι όπως την αντιλαμβάνεται ένα υποκείμενο
αντικειμενικότατα	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατε	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατες	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατη	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατης	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατο	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατοι	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατος	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατου	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατους	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότατων	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερα	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερε	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερες	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερη	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερης	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερο	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότεροι	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερος	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερου	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερους	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότερων	=	αντικειμενικός
αντικειμενικότητα	noun	η ιδιότητα του αντικειμενικού, το να είναι κάποιος αντικειμενικός
αντικειμενικότητας	noun	γενική ενικού του αντικειμενικότητα
αντικειμενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενικότητα
αντικειμενικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικειμενικός
αντικειμενικώς	adv|formal	αντικειμενικά
αντικειμενισμέ	=	αντικειμενισμός
αντικειμενισμοί	=	αντικειμενισμός
αντικειμενισμού	=	αντικειμενισμός
αντικειμενισμούς	=	αντικειμενισμός
αντικειμενισμό	=	αντικειμενισμός
αντικειμενισμός	noun	θεωρία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος πρέπει να αποβάλει οτιδήποτε υποκειμενική γνώμη και να διατηρήσει μόνο ό,τι μπορεί να αντιληφθεί μέσω των αισθήσεων
αντικειμενισμών	=	αντικειμενισμός
αντικειμενιστές	=	αντικειμενιστής
αντικειμενιστή	=	αντικειμενιστής
αντικειμενιστής	noun	ο οπαδός του αντικειμενισμού
αντικειμενιστών	=	αντικειμενιστής
αντικειμενοποίησα	=	αντικειμενοποιώ
αντικειμενοποίηση	noun	η πράξη του αντικειμενοποιώ
αντικειμενοποίησης	=	αντικειμενοποίηση
αντικειμενοποιήσεις	=	αντικειμενοποίηση
αντικειμενοποιήσεων	=	αντικειμενοποίηση
αντικειμενοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενοποιημένο
αντικειμενοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενοποιημένη
αντικειμενοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιημένης	verb	γενική ενικού του αντικειμενοποιημένη
αντικειμενοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιημένος	verb	που έχει αντικειμενοποιηθεί
αντικειμενοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικειμενοποιημένος
αντικειμενοποιούμαι	=	αντικειμενοποιώ
αντικειμενοποιώ	verb	εκφράζω, υλοποιώ ιδέα, σκέψη, συναίσθημα
αντικειμενοστρεφές	=	αντικειμενοστρεφής
αντικειμενοστρεφή	=	αντικειμενοστρεφής
αντικειμενοστρεφής	adj	χαρακτηρίζει ένα είδος δομής προγραμματισμού που χρησιμοποιεί οντότητες, που καλούνται αντικείμενα (objects), για την προσπέλαση και την επεξεργασία των δεδομένων.
αντικειμενοστρεφείς	=	αντικειμενοστρεφής
αντικειμενοστρεφούς	=	αντικειμενοστρεφής
αντικειμενοστρεφών	=	αντικειμενοστρεφής
αντικεμαλίστρια	=	αντικεμαλιστής
αντικεμαλιστές	=	αντικεμαλιστής
αντικεμαλιστή	=	αντικεμαλιστής
αντικεμαλιστής	noun	αυτός που αντιτίθεται ή μάχεται τον κεμαλισμό
αντικεμαλιστών	=	αντικεμαλιστής
αντικερών	=	αντικέρης
αντικινήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικίνημα
αντικινήματος	=	αντικίνημα
αντικινήτρου	noun	γενική ενικού του αντικίνητρο
αντικινήτρων	noun	γενική πληθυντικού του αντικίνητρο
αντικινημάτων	=	αντικίνημα
αντικινητροδοτήσαμε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτήσαν	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτήσανε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτήσατε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτήσει	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτήστε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτεί	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτείς	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτείτε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούμε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούν	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούνε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσα	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσαμε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσαν	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσανε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσατε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτούσες	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδοτώ	verb	δίνω ή θέτω αντικίνητρα
αντικινητροδοτώντας	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδότει	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδότησα	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδότησαν	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδότησε	=	αντικινητροδοτώ
αντικινητροδότησες	=	αντικινητροδοτώ
αντικλήτου	=	αντίκλητος
αντικλήτους	=	αντίκλητος
αντικλήτων	=	αντίκλητος
αντικλίνου	noun	γενική ενικού του αντίκλινο
αντικλίνων	noun	γενική πληθυντικού του αντίκλινο
αντικλείδι	noun	δεύτερο κλειδί που ανοίγει την ίδια πόρτα με ένα άλλο
αντικλείδια	=	αντικλείδι
αντικλειδιού	=	αντικλείδι
αντικλειδιών	=	αντικλείδι
αντικλεπτικά	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικέ	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικές	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτική	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικής	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικοί	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικού	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικούς	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικό	=	αντικλεπτικός
αντικλεπτικός	adj	που αφορά μηχανισμό, μέτρο ή ιδιότητα που συμβάλλει στην αποθάρρυνση ή παρεμπόδιση της κλοπής, προλαμβάνοντας την αφαίρεση ενός αντικειμένου χωρίς άδεια
αντικλεπτικών	=	αντικλεπτικός
αντικληρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικληρικό
αντικληρικέ	adj	κλητική ενικού του αντικληρικός
αντικληρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικληρική
αντικληρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικληρικός
αντικληρικής	adj	γενική ενικού του αντικληρική
αντικληρικαλισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικληρικαλισμός
αντικληρικαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικληρικαλισμός
αντικληρικαλισμού	noun	γενική ενικού του αντικληρικαλισμός
αντικληρικαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικληρικαλισμός
αντικληρικαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικληρικαλισμός
αντικληρικαλισμός	noun	ο αντικληρικισμός
αντικληρικαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικληρικαλισμός
αντικληρικισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικληρικισμός
αντικληρικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικληρικισμός
αντικληρικισμού	noun	γενική ενικού του αντικληρικισμός
αντικληρικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικληρικισμός
αντικληρικισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικληρικισμός
αντικληρικισμός	noun	στάση και πρακτική εναντίον του κλήρου (ιδίως όταν ο κλήρος ανακατεύεται με την πολιτική)
αντικληρικισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικληρικισμός
αντικληρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικληρικός
αντικληρικού	adj	γενική ενικού του αντικληρικός
αντικληρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικληρικός
αντικληρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικληρικός
αντικληρικός	adj	που είναι εναντίον του κλήρου
αντικληρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικληρικός
αντικληρισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικληρισμός
αντικληρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικληρισμός
αντικληρισμού	noun	γενική ενικού του αντικληρισμός
αντικληρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικληρισμός
αντικληρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικληρισμός
αντικληρισμός	noun	ο αντικληρικισμός
αντικληρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικληρισμός
αντικνήμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικνήμιο
αντικνήμιο	noun|formal	το μπροστινό τμήμα μιας κνήμης
αντικνήμιου	=	αντικνήμιο
αντικνημίου	noun	γενική ενικού του αντικνήμιο
αντικνημίων	noun	γενική πληθυντικού του αντικνήμιο
αντικοινοβουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτικό	adv	με αντικοινοβουλευτικό τρόπο
αντικοινοβουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτική
αντικοινοβουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτικής	adj	γενική ενικού του αντικοινοβουλευτική
αντικοινοβουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτικού	adj	γενική ενικού του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτικός	adj	που αντιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό ή είναι εχθρικός προς αυτόν
αντικοινοβουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτικός
αντικοινοβουλευτισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικοινοβουλευτισμός
αντικοινοβουλευτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτισμός
αντικοινοβουλευτισμού	noun	γενική ενικού του αντικοινοβουλευτισμός
αντικοινοβουλευτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτισμός
αντικοινοβουλευτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικοινοβουλευτισμός
αντικοινοβουλευτισμός	noun	στάση και πρακτική ενάντια στον κοινοβουλευτισμό
αντικοινοβουλευτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικοινοβουλευτισμός
αντικοινοτικά	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικέ	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικές	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτική	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικής	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικοί	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικού	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικούς	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικό	=	αντικοινοτικός
αντικοινοτικός	adj	που είναι αντίθετος με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή πολέμιός της
αντικοινοτικών	=	αντικοινοτικός
αντικοινωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικοινωνικό	adv	με αντικοινωνικό τρόπο
αντικοινωνικέ	adj	κλητική ενικού του αντικοινωνικός
αντικοινωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικοινωνική
αντικοινωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικοινωνικός
αντικοινωνικής	adj	γενική ενικού του αντικοινωνική
αντικοινωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικοινωνικός
αντικοινωνικοτήτων	=	αντικοινωνικότητα
αντικοινωνικού	adj	γενική ενικού του αντικοινωνικός
αντικοινωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικοινωνικός
αντικοινωνικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικοινωνικός
αντικοινωνικός	adj	ακοινώνητος
αντικοινωνικότητα	noun	το να είναι κάποιος αντικοινωνικός, η ιδιότητα του αντικοινωνικού
αντικοινωνικότητας	=	αντικοινωνικότητα
αντικοινωνικότητες	=	αντικοινωνικότητα
αντικοινωνικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικοινωνικός
αντικοινωνικώς	adv|dated	αντικοινωνικά
αντικολλητά	=	αντικολλητό
αντικολλητού	=	αντικολλητό
αντικολλητό	noun	κοντραπλακέ
αντικολλητών	noun	γενική πληθυντικού του χτικιό
αντικομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομματικό	adv	με αντικομματικό τρόπο
αντικομματικέ	adj	κλητική ενικού του αντικομματικός
αντικομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομματική
αντικομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικομματικός
αντικομματικής	adj	γενική ενικού του αντικομματική
αντικομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομματικός
αντικομματικού	adj	γενική ενικού του αντικομματικός
αντικομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικομματικός
αντικομματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικομματικός
αντικομματικός	adj	που αποστρέφεται κάποιο πολιτικό κόμμα ή γενικά τα κόμματα
αντικομματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικομματικός
αντικομματισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικομματισμός
αντικομματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομματισμός
αντικομματισμού	noun	γενική ενικού του αντικομματισμός
αντικομματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικομματισμός
αντικομματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικομματισμός
αντικομματισμός	noun	στάση και πρακτική ενάντια στα κόμματα
αντικομματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομματισμός
αντικομμουνίστρια	=	αντικομμουνιστής
αντικομμουνισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικομμουνισμός
αντικομμουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομμουνισμός
αντικομμουνισμού	noun	γενική ενικού του αντικομμουνισμός
αντικομμουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικομμουνισμός
αντικομμουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικομμουνισμός
αντικομμουνισμός	noun	στάση και πρακτική ενάντια στον κομμουνισμό
αντικομμουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομμουνισμός
αντικομμουνιστές	=	αντικομμουνιστής
αντικομμουνιστή	=	αντικομμουνιστής
αντικομμουνιστής	noun	που είναι ενάντιος στον κομμουνισμό
αντικομμουνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομμουνιστικό
αντικομμουνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομμουνιστική
αντικομμουνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστικής	adj	γενική ενικού του αντικομμουνιστική
αντικομμουνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστικού	adj	γενική ενικού του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστικός	adj	που είναι ενάντιος στον κομμουνισμό
αντικομμουνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικομμουνιστικός
αντικομμουνιστών	=	αντικομμουνιστής
αντικομουνίστρια	=	αντικομουνιστής
αντικομουνίστριας	noun	γενική ενικού του αντικομουνίστρια
αντικομουνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομουνίστρια
αντικομουνισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικομουνισμός
αντικομουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομουνισμός
αντικομουνισμού	noun	γενική ενικού του αντικομουνισμός
αντικομουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικομουνισμός
αντικομουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικομουνισμός
αντικομουνισμός	noun	άλλη γραφή του αντικομμουνισμός
αντικομουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομουνισμός
αντικομουνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομουνιστής
αντικομουνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντικομουνιστής
αντικομουνιστής	noun	άλλη γραφή του αντικομμουνιστής
αντικομουνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομουνιστικό
αντικομουνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομουνιστική
αντικομουνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστικής	adj	γενική ενικού του αντικομουνιστική
αντικομουνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστικού	adj	γενική ενικού του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστικός	adj	άλλη γραφή του αντικομμουνιστικός
αντικομουνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικομουνιστικός
αντικομουνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομουνίστρια
αντικομουνιστών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομουνιστής
αντικομφορμίστα	=	αντικομφορμίστας
αντικομφορμίστας	noun	άλλη μορφή του αντικομφορμιστής
αντικομφορμίστες	=	αντικομφορμίστας
αντικομφορμίστρια	noun	αντικομφορμιστής
αντικομφορμίστριας	noun	γενική ενικού του αντικομφορμίστρια
αντικομφορμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομφορμίστρια
αντικομφορμισμέ	noun	κλητική ενικού του αντικομφορμισμός
αντικομφορμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομφορμισμός
αντικομφορμισμού	noun	γενική ενικού του αντικομφορμισμός
αντικομφορμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντικομφορμισμός
αντικομφορμισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντικομφορμισμός
αντικομφορμισμός	noun	η τάση να συμπεριφέρεται κάποιος αντίθετα από τον τρόπο που συμπεριφέρονται τα άτομα της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει
αντικομφορμισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομφορμισμός
αντικομφορμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομφορμιστής
αντικομφορμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντικομφορμιστής
αντικομφορμιστής	noun	άτομο που δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα πρότυπα ή τα έθιμα ή, γενικότερα, τις αντιλήψεις της πλειοψηφίας
αντικομφορμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομφορμιστικό
αντικομφορμιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικομφορμιστική
αντικομφορμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστικής	adj	γενική ενικού του αντικομφορμιστική
αντικομφορμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστικού	adj	γενική ενικού του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αντικομφορμιστή ή τον αντικομφορμισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
αντικομφορμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικομφορμιστικός
αντικομφορμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομφορμίστρια
αντικομφορμιστών	noun	γενική πληθυντικού του αντικομφορμιστής
αντικονφορμισμός	=	αντικομφορμισμός
αντικουάρκ	noun	στοιχειώδες σωματίδιο της αντιύλης, αντισωματίδιο του κουάρκ
αντικουνουπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικουνουπικό
αντικουνουπικέ	adj	κλητική ενικού του αντικουνουπικός
αντικουνουπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικουνουπική
αντικουνουπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικουνουπικός
αντικουνουπικής	adj	γενική ενικού του αντικουνουπική
αντικουνουπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικουνουπικός
αντικουνουπικού	adj	γενική ενικού του αντικουνουπικός
αντικουνουπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικουνουπικός
αντικουνουπικό	noun	συσκευή ή ουσία που απωθεί ή καταπολεμά τα κουνούπια
αντικουνουπικός	adj	που απωθεί ή καταπολεμά τα κουνούπια
αντικουνουπικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικουνουπικός
αντικούκου	noun|slang	ουσία που υποτίθεται ότι έμπαινε στο φαγητό των φαντάρων για να καταστείλει την ερωτική επιθυμία τους
αντικούτικας	noun|rare	αυχένας
αντικρίζαμε	=	αντικρίζω
αντικρίζαν	=	αντικρίζω
αντικρίζανε	=	αντικρίζω
αντικρίζατε	=	αντικρίζω
αντικρίζει	=	αντικρίζω
αντικρίζεις	=	αντικρίζω
αντικρίζεσαι	=	αντικρίζομαι
αντικρίζεστε	=	αντικρίζομαι
αντικρίζεται	=	αντικρίζομαι
αντικρίζετε	=	αντικρίζω
αντικρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντικρίζω
αντικρίζονται	=	αντικρίζομαι
αντικρίζονταν	=	αντικρίζομαι
αντικρίζοντας	=	αντικρίζω
αντικρίζου	=	αντικρίζομαι
αντικρίζουμε	=	αντικρίζω
αντικρίζουν	=	αντικρίζω
αντικρίζουνε	=	αντικρίζω
αντικρίζω	verb	βρίσκομαι / στέκομαι απέναντι από κάποιον ή κάτι
αντικρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίσαν	=	αντικρίζω
αντικρίσανε	=	αντικρίζω
αντικρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίκρισμα
αντικρίσματος	noun	γενική ενικού του αντίκρισμα
αντικρίσου	=	αντικρίζομαι
αντικρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικρίστηκα	=	αντικρίζομαι
αντικρίστηκαν	=	αντικρίζομαι
αντικρίστηκε	=	αντικρίζομαι
αντικρίστηκες	=	αντικρίζομαι
αντικρίστρια	noun	θηλυκό του αντικριστής
αντικρίστριας	=	αντικρίστρια
αντικρίστριες	=	αντικρίστρια
αντικρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρίζω
αντικραδασμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικραδασμικό
αντικραδασμικέ	adj	κλητική ενικού του αντικραδασμικός
αντικραδασμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικραδασμική
αντικραδασμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικραδασμικός
αντικραδασμικής	adj	γενική ενικού του αντικραδασμική
αντικραδασμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικραδασμικός
αντικραδασμικού	adj	γενική ενικού του αντικραδασμικός
αντικραδασμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικραδασμικός
αντικραδασμικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικραδασμικός
αντικραδασμικός	adj	που συμβάλλει στην προστασία από τους κραδασμούς, στην αποφυγή ή τον περιορισμό τους
αντικραδασμικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικραδασμικός
αντικρατικά	=	αντικρατικός
αντικρατικέ	=	αντικρατικός
αντικρατικές	=	αντικρατικός
αντικρατική	=	αντικρατικός
αντικρατικής	=	αντικρατικός
αντικρατικοί	=	αντικρατικός
αντικρατικού	=	αντικρατικός
αντικρατικούς	=	αντικρατικός
αντικρατικό	=	αντικρατικός
αντικρατικός	adj	που αμφισβητεί ή αντιμάχεται τη νομιμότητα, την εξουσία ή τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, προτάσσοντας εναλλακτικές μορφές οργάνωσης ή πλήρη απόρριψη του θεσμικού πλαισίου
αντικρατικών	=	αντικρατικός
αντικρατισμέ	=	αντικρατισμός
αντικρατισμοί	=	αντικρατισμός
αντικρατισμού	=	αντικρατισμός
αντικρατισμούς	=	αντικρατισμός
αντικρατισμό	=	αντικρατισμός
αντικρατισμός	noun	ιδεολογική στάση ή θεωρία που απορρίπτει την κρατική παρέμβαση στην οικονομία και την κοινωνία, υπερασπιζόμενη την αυτορρύθμιση, την ατομική πρωτοβουλία ή την αποκέντρωση της εξουσίας
αντικρατισμών	=	αντικρατισμός
αντικρατιστές	=	αντικρατιστής
αντικρατιστή	=	αντικρατιστής
αντικρατιστής	noun	πρόσωπο που απορρίπτει τη νομιμότητα ή την αναγκαιότητα του κράτους ως θεσμού, υποστηρίζοντας την περιορισμένη ή ανύπαρκτη κρατική εξουσία
αντικρατιστών	=	αντικρατιστής
αντικραυγαλέα	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέας	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέε	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέες	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέο	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέοι	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέος	adj	που δεν είναι κραυγαλέος
αντικραυγαλέου	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέους	=	αντικραυγαλέος
αντικραυγαλέων	=	αντικραυγαλέος
αντικριζόμασταν	=	αντικρίζομαι
αντικριζόμαστε	=	αντικρίζομαι
αντικριζόμουν	=	αντικρίζομαι
αντικριζόμουνα	=	αντικρίζομαι
αντικριζόντουσαν	=	αντικρίζομαι
αντικριζόσασταν	=	αντικρίζομαι
αντικριζόσαστε	=	αντικρίζομαι
αντικριζόσουν	=	αντικρίζομαι
αντικριζόσουνα	=	αντικρίζομαι
αντικριζόταν	=	αντικρίζομαι
αντικριζότανε	=	αντικρίζομαι
αντικρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντικρινός	adv	αντίκρυ, απέναντι
αντικρινέ	adj	κλητική ενικού του αντικρινός
αντικρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικρινή
αντικρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικρινός
αντικρινής	adj	γενική ενικού του αντικρινή
αντικρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικρινός
αντικρινού	adj	γενική ενικού του αντικρινός
αντικρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικρινός
αντικρινό	adj	αιτιατική ενικού του αντικρινός
αντικρινός	adj	που βρίσκεται αντίκρυ, απέναντι από κάποιον άλλο
αντικρινών	adj	γενική πληθυντικού του αντικρινός
αντικρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντίκρισμα
αντικρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικρισμένο
αντικρισμένε	verb	κλητική ενικού του αντικρισμένος
αντικρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικρισμένη
αντικρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικρισμένος
αντικρισμένης	verb	γενική ενικού του αντικρισμένη
αντικρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντικρισμένος
αντικρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικρισμένος
αντικρισμένος	=	αντικρίζομαι
αντικρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικρισμένος
αντικρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικρισμένος
αντικρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικρισμένος
αντικριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικριστό	adv	απέναντι από κάτι άλλο
αντικριστέ	adj	κλητική ενικού του αντικριστός
αντικριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικριστή
αντικριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικριστός
αντικριστήκαμε	=	αντικρίζομαι
αντικριστήκαν	=	αντικρίζομαι
αντικριστήκανε	=	αντικρίζομαι
αντικριστήκατε	=	αντικρίζομαι
αντικριστής	noun	αυτός που βοηθά κάποιον χρηματιστή στην πραγματοποίηση χρηματιστηριακών συναλλαγών	adj	γενική ενικού του αντικριστή
αντικριστεί	=	αντικρίζομαι
αντικριστείτε	=	αντικρίζομαι
αντικριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικριστός
αντικριστού	adj	γενική ενικού του αντικριστός
αντικριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικριστός
αντικριστριών	=	αντικρίστρια
αντικριστό	adj	αιτιατική ενικού του αντικριστός
αντικριστός	adj	που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγματα που βρίσκονται απέναντι το ένα στο άλλο
αντικριστών	adj	γενική πληθυντικού του αντικριστός
αντικρουσθήκαμε	=	αντικρούω
αντικρουσθήκαν	=	αντικρούω
αντικρουσθήκανε	=	αντικρούω
αντικρουσθήκατε	=	αντικρούω
αντικρουσθεί	=	αντικρούω
αντικρουσθείς	=	αντικρούω
αντικρουσθείτε	=	αντικρούω
αντικρουσθούμε	=	αντικρούω
αντικρουσθούν	=	αντικρούω
αντικρουσθούνε	=	αντικρούω
αντικρουσθώ	=	αντικρούω
αντικρουσμένος	=	αντικρούω
αντικρουστήκαμε	=	αντικρούω
αντικρουστήκαν	=	αντικρούω
αντικρουστήκανε	=	αντικρούω
αντικρουστήκατε	=	αντικρούω
αντικρουστεί	=	αντικρούω
αντικρουστείς	=	αντικρούω
αντικρουστείτε	=	αντικρούω
αντικρουστούμε	=	αντικρούω
αντικρουστούν	=	αντικρούω
αντικρουστούνε	=	αντικρούω
αντικρουστώ	=	αντικρούω
αντικρουόμασταν	=	αντικρούω
αντικρουόμαστε	=	αντικρούω
αντικρουόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικρουόμενο
αντικρουόμενε	verb	κλητική ενικού του αντικρουόμενος
αντικρουόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικρουόμενη
αντικρουόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικρουόμενος
αντικρουόμενης	verb	γενική ενικού του αντικρουόμενη
αντικρουόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντικρουόμενος
αντικρουόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικρουόμενος
αντικρουόμενος	verb	που έχει αντικρουστεί, που αντικρούεται
αντικρουόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντικρουόμενος
αντικρουόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντικρουόμενος
αντικρουόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντικρουόμενος
αντικρουόμουν	=	αντικρούω
αντικρουόμουνα	=	αντικρούω
αντικρουόντουσαν	=	αντικρούω
αντικρουόσασταν	=	αντικρούω
αντικρουόσαστε	=	αντικρούω
αντικρουόσουν	=	αντικρούω
αντικρουόσουνα	=	αντικρούω
αντικρουόταν	=	αντικρούω
αντικρουότανε	=	αντικρούω
αντικρούαμε	=	αντικρούω
αντικρούαν	=	αντικρούω
αντικρούανε	=	αντικρούω
αντικρούατε	=	αντικρούω
αντικρούει	=	αντικρούω
αντικρούεις	=	αντικρούω
αντικρούεσαι	=	αντικρούω
αντικρούεστε	=	αντικρούω
αντικρούεται	=	αντικρούω
αντικρούετε	=	αντικρούω
αντικρούομαι	=	αντικρούω
αντικρούομε	=	αντικρούω
αντικρούονται	=	αντικρούω
αντικρούονταν	=	αντικρούω
αντικρούοντας	=	αντικρούω
αντικρούουμε	=	αντικρούω
αντικρούουν	=	αντικρούω
αντικρούουνε	=	αντικρούω
αντικρούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούσαν	=	αντικρούω
αντικρούσανε	=	αντικρούω
αντικρούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίκρουση
αντικρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίκρουση
αντικρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίκρουση
αντικρούσθηκα	=	αντικρούω
αντικρούσθηκαν	=	αντικρούω
αντικρούσθηκε	=	αντικρούω
αντικρούσθηκες	=	αντικρούω
αντικρούσομε	=	αντικρούω
αντικρούσου	=	αντικρούω
αντικρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούσουνε	=	αντικρούω
αντικρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούστηκα	=	αντικρούω
αντικρούστηκαν	=	αντικρούω
αντικρούστηκε	=	αντικρούω
αντικρούστηκες	=	αντικρούω
αντικρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντικρούω
αντικρούω	verb	αποκρούω, απωθώ
αντικρυνά	=	αντικρυνός
αντικρυνέ	=	αντικρυνός
αντικρυνές	=	αντικρυνός
αντικρυνή	=	αντικρυνός
αντικρυνής	=	αντικρυνός
αντικρυνοί	=	αντικρυνός
αντικρυνού	=	αντικρυνός
αντικρυνούς	=	αντικρυνός
αντικρυνό	=	αντικρυνός
αντικρυνός	adj	παρωχημένη γραφή του αντικρινός
αντικρυνών	=	αντικρυνός
αντικρυσμάτων	=	αντίκρυσμα
αντικρυστές	=	αντικρυστής
αντικρυστή	=	αντικρυστής
αντικρυστής	noun|rare	άλλη γραφή του αντικριστής
αντικρυστριών	=	αντικρύστρια
αντικρυστών	=	αντικρυστής
αντικρύ	adv	άλλη μορφή του αντίκρυ
αντικρύζω	verb|dated	παλαιότερη γραφή του αντικρίζω
αντικρύσματα	=	αντίκρυσμα
αντικρύσματος	=	αντίκρυσμα
αντικρύστρια	noun	θηλυκό του αντικρυστής / άλλη γραφή του αντικρίστρια
αντικρύστριας	=	αντικρύστρια
αντικρύστριες	=	αντικρύστρια
αντικτύπου	=	αντίκτυπος
αντικτύπους	=	αντίκτυπος
αντικτύπων	=	αντίκτυπος
αντικυβερνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικυβερνητικό	adv	εναντίον της κυβέρνησης
αντικυβερνητικέ	adj	κλητική ενικού του αντικυβερνητικός
αντικυβερνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικυβερνητική
αντικυβερνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικυβερνητικός
αντικυβερνητικής	adj	γενική ενικού του αντικυβερνητική
αντικυβερνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικυβερνητικός
αντικυβερνητικού	adj	γενική ενικού του αντικυβερνητικός
αντικυβερνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικυβερνητικός
αντικυβερνητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικυβερνητικός
αντικυβερνητικός	adj	που αντιτίθεται στην κυβέρνηση (που τώρα είναι στην εξουσία ή γενικότερα), που είναι αντίθετος ή εχθρικός προς αυτή
αντικυβερνητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικυβερνητικός
αντικυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικυκλικό
αντικυκλικέ	adj	κλητική ενικού του αντικυκλικός
αντικυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικυκλική
αντικυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικυκλικός
αντικυκλικής	adj	γενική ενικού του αντικυκλική
αντικυκλικη	=	αντικυκλικός
αντικυκλικο	=	αντικυκλικός
αντικυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικυκλικός
αντικυκλικού	adj	γενική ενικού του αντικυκλικός
αντικυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικυκλικός
αντικυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικυκλικός
αντικυκλικός	adj|figurative	όταν «βαίνουμε» αντίθετα στο «κύκλο»
αντικυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικυκλικός
αντικυκλωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικυκλωνικό
αντικυκλωνικέ	adj	κλητική ενικού του αντικυκλωνικός
αντικυκλωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντικυκλωνική
αντικυκλωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντικυκλωνικός
αντικυκλωνικής	adj	γενική ενικού του αντικυκλωνική
αντικυκλωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντικυκλωνικός
αντικυκλωνικού	adj	γενική ενικού του αντικυκλωνικός
αντικυκλωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντικυκλωνικός
αντικυκλωνικό	adj	αιτιατική ενικού του αντικυκλωνικός
αντικυκλωνικός	adj	που έχει σχέση με τη αντικυκλώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αντικυκλωνικών	adj	γενική πληθυντικού του αντικυκλωνικός
αντικυκλώνα	=	αντικυκλώνας
αντικυκλώνας	noun	φαινόμενο στο οποίο παρατηρείται αυξημένη βαρομετρική πίεση σε ορισμένα τμήματα της ατμόσφαιρας σε σχέση με τη γύρω περιοχή
αντικυκλώνες	=	αντικυκλώνας
αντικυκλώνων	=	αντικυκλώνας
αντικυνηγέ	=	αντικυνηγός
αντικυνηγοί	=	αντικυνηγός
αντικυνηγού	=	αντικυνηγός
αντικυνηγούς	=	αντικυνηγός
αντικυνηγό	=	αντικυνηγός
αντικυνηγός	noun	άτομο που αντιτίθεται στη θήρα για λόγους ηθικούς, οικολογικούς ή φιλοζωικούς, θεωρώντας την περιττή ή επιζήμια
αντικυνηγών	=	αντικυνηγός
αντικυτταριτιδικά	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικέ	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικές	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδική	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικής	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικοί	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικού	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικούς	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικό	=	αντικυτταριτιδικός
αντικυτταριτιδικός	adj	που αφορά παράγοντα, ουσία ή προϊόν που επιδιώκει να μειώσει τη συσσώρευση λίπους και την ανώμαλη υφή του δέρματος που προκαλείται από την κυτταρίτιδα
αντικυτταριτιδικών	=	αντικυτταριτιδικός
αντικωδικονίου	=	αντικωδικόνιο
αντικωδικονίων	=	αντικωδικόνιο
αντικωδικόνια	=	αντικωδικόνιο
αντικωδικόνιο	noun	τριάδα βάσεων στο μεταφορικό RNA που προσδένεται στο αντίστοιχο κωδικόνιο του αγγελιαφόρου RNA, για να εξασφαλίσει τη σωστή ενσωμάτωση αμινοξέος στην πρωτεΐνη
αντικωδικόνιου	=	αντικωδικόνιο
αντικωδικόνιων	=	αντικωδικόνιο
αντικόβω	verb|vulgar	εμποδίζω, παρεμποδίζω, διακόπτω
αντικόφτω	verb|vulgar	άλλη μορφή του αντικόβω
αντικών	noun	γενική πληθυντικού του αντίκα
αντιλάλει	=	αντιλαλώ
αντιλάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλάμπιζα	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπιζαν	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπιζε	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπιζες	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπισα	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπισαν	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπισε	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπισες	=	αντιλαμπίζω
αντιλάμπισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιλαμπίζω
αντιλάμπω	verb	αντιφεγγίζω
αντιλέγαμε	=	αντιλέγω
αντιλέγαν	=	αντιλέγω
αντιλέγανε	=	αντιλέγω
αντιλέγατε	=	αντιλέγω
αντιλέγει	=	αντιλέγω
αντιλέγεις	=	αντιλέγω
αντιλέγετε	=	αντιλέγω
αντιλέγομε	=	αντιλέγω
αντιλέγον	=	αντιλέγων
αντιλέγοντας	=	αντιλέγω
αντιλέγουμε	=	αντιλέγω
αντιλέγουν	=	αντιλέγω
αντιλέγουνε	=	αντιλέγω
αντιλέγουσα	=	αντιλέγων
αντιλέγω	verb	διαφωνώ, εκφράζω αντιρρήσεις
αντιλέγων	verb	αυτός που αντιλέγει, ο αντίπαλος
αντιλήμματα	noun	βλέπε αντίλημμα
αντιλήμματος	noun	γενική ενικού του αντίλημμα
αντιλήπτορ	=	αντιλήπτωρ
αντιλήπτορα	=	αντιλήπτωρ
αντιλήπτορας	noun|formal	βοηθός, προστάτης
αντιλήπτορες	=	αντιλήπτωρ
αντιλήπτορος	=	αντιλήπτωρ
αντιλήπτωρ	noun|archaic	βοηθός, προστάτης
αντιλήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιλήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιλήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιλήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίληψη
αντιλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίληψη
αντιλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίληψη
αντιλήψου	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαβές	=	αντιλαβή
αντιλαβή	noun|literary	στιχομυθία σε ημιστίχια (στους διαλόγους των αρχαίων τραγωδιών)
αντιλαβής	=	αντιλαβή
αντιλαβών	=	αντιλαβή
αντιλαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλεί	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντιλαλώ
αντιλαλείς	=	αντιλαλώ
αντιλαλείτε	=	αντιλαλώ
αντιλαλούμε	=	αντιλαλώ
αντιλαλούν	=	αντιλαλώ
αντιλαλούσα	=	αντιλαλώ
αντιλαλούσαμε	=	αντιλαλώ
αντιλαλούσαν	=	αντιλαλώ
αντιλαλούσατε	=	αντιλαλώ
αντιλαλούσε	=	αντιλαλώ
αντιλαλούσες	=	αντιλαλώ
αντιλαλώ	verb	ακούγομαι δυνατά και μακριά (για ήχο)
αντιλαλώντας	=	αντιλαλώ
αντιλαμβάνεσαι	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβάνεστε	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβάνεται	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβάνομαι	verb	καταλαβαίνω κάτι χάρη στις αισθήσεις μου
αντιλαμβάνονται	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβάνονταν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβάνω	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόμασταν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόμαστε	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλαμβανόμενο
αντιλαμβανόμενε	=	αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενες	=	αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενης	=	αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αντιλαμβάνομαι καθώς αντιλαμβάνεται κάτι
αντιλαμβανόμενου	=	αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενους	=	αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμενων	=	αντιλαμβανόμενος
αντιλαμβανόμουν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόμουνα	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόντουσαν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόσασταν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόσαστε	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόσουν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόσουνα	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανόταν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμβανότανε	=	αντιλαμβάνομαι
αντιλαμπίζαμε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζαν	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζανε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζατε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζει	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζεις	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζετε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζοντας	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζουμε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζουν	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζουνε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίζω	verb	άλλη μορφή του αντιλάμπω
αντιλαμπίσαμε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίσαν	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίσανε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίσατε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίσει	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλάμπισμα
αντιλαμπίσματος	noun	γενική ενικού του αντιλάμπισμα
αντιλαμπίστε	=	αντιλαμπίζω
αντιλαμπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιλάμπισμα
αντιλαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιλαϊκός	adv	με αντιλαϊκό τρόπο
αντιλαϊκέ	adj	κλητική ενικού του αντιλαϊκός
αντιλαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλαϊκή
αντιλαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιλαϊκός
αντιλαϊκής	adj	γενική ενικού του αντιλαϊκή
αντιλαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλαϊκός
αντιλαϊκού	adj	γενική ενικού του αντιλαϊκός
αντιλαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιλαϊκός
αντιλαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αντιλαϊκός
αντιλαϊκός	adj	αντίθετος προς τον λαό, εχθρικός απέναντί του
αντιλαϊκότατα	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατε	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατες	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατη	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατης	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατο	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατοι	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατος	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατου	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατους	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότατων	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερα	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερε	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερες	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερη	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερης	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερο	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότεροι	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερος	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερου	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερους	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκότερων	=	αντιλαϊκός
αντιλαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αντιλαϊκός
αντιλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλεκτικό
αντιλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιλεκτικός
αντιλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλεκτική
αντιλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιλεκτικός
αντιλεκτικής	adj	γενική ενικού του αντιλεκτική
αντιλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλεκτικός
αντιλεκτικού	adj	γενική ενικού του αντιλεκτικός
αντιλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιλεκτικός
αντιλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιλεκτικός
αντιλεκτικός	adj	διαφωνούντας, διαφωνών
αντιλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιλεκτικός
αντιλεξικά	=	αντιλεξικό
αντιλεξικού	=	αντιλεξικό
αντιλεξικό	noun	όρος που χρησιμοποιήθηκε στο εννοιολογικό λεξικό του Θεολόγου Βοσταντζόγλου, το οποίο περιέχει κύρια λήμματα και μέσα σε αυτά όλα τα συνώνυμα και παράγωγα
αντιλεξικών	=	αντιλεξικό
αντιλεπρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλεπρικό, ουδέτερο του αντιλεπρικός
αντιλεϊσμανιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιλεϊσμανιακός
αντιλημμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντίλημμα
αντιληπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιληπτό	adv	με αντιληπτό τρόπο
αντιληπτέ	adj	κλητική ενικού του αντιληπτός
αντιληπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιληπτή
αντιληπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιληπτός
αντιληπτής	adj	γενική ενικού του αντιληπτή
αντιληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιληπτικό	adv	σχετικά με την αντίληψη την αντιληπτική ικανότητα
αντιληπτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιληπτικός
αντιληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιληπτική
αντιληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιληπτικός
αντιληπτικής	adj	γενική ενικού του αντιληπτική
αντιληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιληπτικός
αντιληπτικοτήτων	=	αντιληπτικότητα
αντιληπτικού	adj	γενική ενικού του αντιληπτικός
αντιληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιληπτικός
αντιληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιληπτικός
αντιληπτικός	adj	που σχετίζεται με την αντίληψη, την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε
αντιληπτικότητα	noun	η ιδιότητα ή η ικανότητα του αντιληπτικού, η αντιληπτική ικανότητα, η αντίληψη
αντιληπτικότητας	=	αντιληπτικότητα
αντιληπτικότητες	=	αντιληπτικότητα
αντιληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιληπτικός
αντιληπτικώς	adv|dated	αντιληπτικά
αντιληπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιληπτός
αντιληπτοτήτων	=	αντιληπτότητα
αντιληπτού	adj	γενική ενικού του αντιληπτός
αντιληπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιληπτός
αντιληπτό	adj	αιτιατική ενικού του αντιληπτός
αντιληπτόρων	=	αντιλήπτωρ
αντιληπτός	adj	που μπορεί κάποιος να τον αντιληφθεί, να τον παρατηρήσει
αντιληπτότητα	noun	ο βαθμός με τον οποίο ένα ερεθίσμα καθίσταται αντιληπτό, το δυναμικό πλάτος ή η ισχύς που απαιτείται από ένα ερέθισμα ώστε να ξεπεράσει το κατώφλι απόκρισης
αντιληπτότητας	=	αντιληπτότητα
αντιληπτότητες	=	αντιληπτότητα
αντιληπτών	adj	γενική πληθυντικού του αντιληπτός
αντιληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθήκαν	=	αντιλαμβάνομαι
αντιληφθήκανε	=	αντιλαμβάνομαι
αντιληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιλαμβάνομαι
αντιλογάριθμε	=	αντιλογάριθμος
αντιλογάριθμο	=	αντιλογάριθμος
αντιλογάριθμοι	=	αντιλογάριθμος
αντιλογάριθμος	noun	αριθμός που αντιστοιχεί σε δοσμένο λογάριθμο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
αντιλογάριθμου	=	αντιλογάριθμος
αντιλογάριθμους	=	αντιλογάριθμος
αντιλογάριθμων	=	αντιλογάριθμος
αντιλογία	noun	αντίρρηση, εναντίωση, διαφωνία
αντιλογίας	noun	γενική ενικού του αντιλογία
αντιλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλογία
αντιλογίζαμε	=	αντιλογίζω
αντιλογίζαν	=	αντιλογίζω
αντιλογίζανε	=	αντιλογίζω
αντιλογίζατε	=	αντιλογίζω
αντιλογίζει	=	αντιλογίζω
αντιλογίζεις	=	αντιλογίζω
αντιλογίζετε	=	αντιλογίζω
αντιλογίζομαι	=	αντιλογίζω
αντιλογίζοντας	=	αντιλογίζω
αντιλογίζουμε	=	αντιλογίζω
αντιλογίζουν	=	αντιλογίζω
αντιλογίζουνε	=	αντιλογίζω
αντιλογίζω	verb	κάνω αντιλογισμό
αντιλογίσαμε	=	αντιλογίζω
αντιλογίσαν	=	αντιλογίζω
αντιλογίσανε	=	αντιλογίζω
αντιλογίσατε	=	αντιλογίζω
αντιλογίσει	=	αντιλογίζω
αντιλογίσεις	=	αντιλογισμός
αντιλογίστε	=	αντιλογίζω
αντιλογαρίθμου	=	αντιλογάριθμος
αντιλογαρίθμους	=	αντιλογάριθμος
αντιλογαρίθμων	=	αντιλογάριθμος
αντιλογιέμαι	=	αντιλογώ
αντιλογισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιλογισμός
αντιλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλογισμός
αντιλογισμού	noun	γενική ενικού του αντιλογισμός
αντιλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιλογισμός
αντιλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιλογισμός
αντιλογισμός	noun	διορθωτική λογιστική εγγραφή, που αποκαθιστά προηγούμενη λανθασμένη
αντιλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιλογισμός
αντιλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλογιστικό
αντιλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιλογιστικός
αντιλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλογιστική
αντιλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιλογιστικός
αντιλογιστικής	adj	γενική ενικού του αντιλογιστική
αντιλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλογιστικός
αντιλογιστικού	adj	γενική ενικού του αντιλογιστικός
αντιλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιλογιστικός
αντιλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιλογιστικός
αντιλογιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αντιλογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αντιλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιλογιστικός
αντιλογιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιλογία
αντιλογώ	verb	απαντώ, αποκρίνομαι
αντιλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιλογώ
αντιλοπών	=	αντιλόπη
αντιλυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλυρικό
αντιλυρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιλυρικός
αντιλυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλυρική
αντιλυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιλυρικός
αντιλυρικής	adj	γενική ενικού του αντιλυρική
αντιλυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλυρικός
αντιλυρικού	adj	γενική ενικού του αντιλυρικός
αντιλυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιλυρικός
αντιλυρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιλυρικός
αντιλυρικός	adj	που δεν έχει λυρικότητα
αντιλυρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιλυρικός
αντιλυσσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλυσσικό
αντιλυσσικέ	adj	κλητική ενικού του αντιλυσσικός
αντιλυσσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιλυσσική
αντιλυσσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιλυσσικός
αντιλυσσικής	adj	γενική ενικού του αντιλυσσική
αντιλυσσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιλυσσικός
αντιλυσσικού	adj	γενική ενικού του αντιλυσσικός
αντιλυσσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιλυσσικός
αντιλυσσικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιλυσσικός
αντιλυσσικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση και εξάλειψη της λύσσας
αντιλυσσικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιλυσσικός
αντιλόγησα	=	αντιλογώ
αντιλόγιζα	=	αντιλογίζω
αντιλόγιζαν	=	αντιλογίζω
αντιλόγιζε	=	αντιλογίζω
αντιλόγιζες	=	αντιλογίζω
αντιλόγισα	=	αντιλογίζω
αντιλόγισαν	=	αντιλογίζω
αντιλόγισε	=	αντιλογίζω
αντιλόγισες	=	αντιλογίζω
αντιλόπες	=	αντιλόπη
αντιλόπη	noun	ζώο θηλαστικό, που ανήκει στα μηρυκαστικά και συγγενεύει με το ελάφι
αντιλόπης	=	αντιλόπη
αντιμάθημα	noun|rare	μη θεσμοθετημένη εκπαιδευτική συνάντηση που οργανώνεται συνήθως εκτός επίσημου προγράμματος, με σκοπό την αμφισβήτηση κυρίαρχων αφηγήσεων ή τη συζήτηση θεμάτων που απουσιάζουν από τη συμβατική διδασκαλία
αντιμάμαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμάμαλο
αντιμάμαλο	noun	παλινδρομικός κυματισμός, η επιστροφή ενός κύματος, αφού πρώτα κτυπήσει στα βράχια της ακτής
αντιμάμαλου	noun	γενική ενικού του αντιμάμαλο
αντιμάμαλων	noun	γενική πληθυντικού του αντιμάμαλο
αντιμάχομαι	verb	πολεμάω εναντίον κάποιου
αντιμάχου	=	αντίμαχος
αντιμάχους	=	αντίμαχος
αντιμάχων	=	αντίμαχος
αντιμέτρηση	noun|formal	συναγωνισμός, άμιλλα, ανταγωνισμός
αντιμέτρησης	noun	γενική ενικού του αντιμέτρηση
αντιμέτρου	noun	γενική ενικού του αντίμετρο
αντιμέτρων	noun	γενική πληθυντικού του αντίμετρο
αντιμέτωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιμέτωπος	adv	αντικριστά
αντιμέτωπε	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπες	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπη	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπης	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπο	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωποι	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπος	adj	που είναι απέναντι σε κάποιον ή κάτι (πρόσωπο με πρόσωπο)
αντιμέτωπου	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπους	=	αντιμέτωπος
αντιμέτωπων	=	αντιμέτωπος
αντιμήνσια	=	αντιμήνσιο
αντιμήνσιο	noun	ύφασμα που καλύπτει την αγία τράπεζα και (ενίοτε) στο ένα άκρο του οποίου είναι ραμμένα άγια λείψανα
αντιμήνσιου	=	αντιμήνσιο
αντιμήνσιων	=	αντιμήνσιο
αντιμίλα	=	αντιμιλώ
αντιμίλαγε	=	αντιμιλώ
αντιμίλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντιμιλώ
αντιμίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμίνσια	=	αντιμίνσιο
αντιμίνσιο	noun	άλλη γραφή του αντιμήνσιο
αντιμίνσιου	=	αντιμίνσιο
αντιμίνσιων	=	αντιμίνσιο
αντιμαγνητικά	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικέ	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικές	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητική	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικής	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικοί	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικού	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικούς	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικό	=	αντιμαγνητικός
αντιμαγνητικός	adj	που αφορά τύπο υλικού που δεν συγκρατεί μαγνητισμό, όταν απομακρυνθεί από μαγνητικό πεδίο, αντιδρώντας στο πεδίο μόνο στιγμιαία και αδύναμα
αντιμαγνητικών	=	αντιμαγνητικός
αντιμανιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμανιακός, ουδέτερο του αντιμανιακός
αντιματροειδές	noun	φορμαλιστικό σύστημα το οποίο περιγράφει διαδικασίες κατά τις οποίες ένα σύνολο κατασκευάζεται τοποθετώντας τα στοιχεία ένα τη φορά, και ένα στοιχείο, το οποίο έχει καταστεί διαθέσιμο ώστε να συμπεριληφθεί, παραμένει διαθέσιμο μέχρι να συμπεριληφθεί
αντιμαχία	noun|formal	διαμάχη, ανταγωνισμός, αντιδικία
αντιμαχίας	noun	γενική ενικού του αντιμαχία
αντιμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμαχία
αντιμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμαχία
αντιμαχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμαχόμενο
αντιμαχόμενε	verb	κλητική ενικού του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμαχόμενη
αντιμαχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμενης	verb	γενική ενικού του αντιμαχόμενη
αντιμαχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμενος	verb	που αντιμάχεται
αντιμαχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιμαχόμενος
αντιμαχόμουν	=	αντιμάχομαι
αντιμεθαύριο	adv	μετά από τρεις ημέρες
αντιμεθυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεθυστικό
αντιμεθυστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμεθυστικός
αντιμεθυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεθυστική
αντιμεθυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμεθυστικός
αντιμεθυστικής	adj	γενική ενικού του αντιμεθυστική
αντιμεθυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμεθυστικός
αντιμεθυστικού	adj	γενική ενικού του αντιμεθυστικός
αντιμεθυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμεθυστικός
αντιμεθυστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμεθυστικός
αντιμεθυστικός	adj	που καταπολεμά την μέθη ή την εξάρτηση από το αλκοόλ
αντιμεθυστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμεθυστικός
αντιμελοδραματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιμελοδραματικά	adv	με αντιμελοδραματικό τρόπο
αντιμελοδραματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμελοδραματικός
αντιμελοδραματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμελοδραματική
αντιμελοδραματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμελοδραματικός
αντιμελοδραματικής	adj	γενική ενικού του αντιμελοδραματική
αντιμελοδραματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμελοδραματικός
αντιμελοδραματικού	adj	γενική ενικού του αντιμελοδραματικός
αντιμελοδραματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμελοδραματικός
αντιμελοδραματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμελοδραματικός
αντιμελοδραματικός	adj	που είναι αντίθετος με τον μελοδραματισμό ή έχει σχετική συμπεριφορά
αντιμελοδραματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμελοδραματικός
αντιμερκελίστρια	=	αντιμερκελιστής
αντιμερκελιστές	=	αντιμερκελιστής
αντιμερκελιστή	=	αντιμερκελιστής
αντιμερκελιστής	noun	(νεολογισμός): αυτός που αντιτίθεται ή μάχεται τον μερκελισμό
αντιμερκελιστών	=	αντιμερκελιστής
αντιμετάθεση	noun|formal	αλλαγή θέσης με αμοιβαίο τρόπο
αντιμετάθεσης	noun	γενική ενικού του αντιμετάθεση
αντιμετάταξη	noun|figurative	η αμοιβαία ανταλλαγή θέσεων
αντιμετάταξης	noun	γενική ενικού του αντιμετάταξη
αντιμετέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμετέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμετέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμετέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταβίβαση	noun	διεργασία κατά την ψυχοθεραπεία κατά την οποία υπάρχει μεταφορά, έκφραση συναισθημάτων ή χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του θεραπευτή προς τον θεραπευόμενο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
αντιμεταβίβασης	=	αντιμεταβίβαση
αντιμεταβιβάσεις	=	αντιμεταβίβαση
αντιμεταβιβάσεων	=	αντιμεταβίβαση
αντιμεταβολές	=	αντιμεταβολή
αντιμεταβολή	noun	πρόταση συνιστάμενη από δύο φράσεις, όπου η δεύτερη σχηματίζεται από τις λέξεις της πρώτης, σε ανάστροφη σειρά, και κάποιες μικροδιαφορές (πχ αντικατάσταση κάποιον λέξεων, μεταβολή μερών του λόγου κτλ)
αντιμεταβολής	=	αντιμεταβολή
αντιμεταβολίτες	=	αντιμεταβολίτης
αντιμεταβολίτη	=	αντιμεταβολίτης
αντιμεταβολίτης	noun	ουσία που εμποδίζει ή αναστέλλει τη διαδικασία του μεταβολισμού
αντιμεταβολιτών	=	αντιμεταβολίτης
αντιμεταβολών	=	αντιμεταβολή
αντιμεταθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετάθεση
αντιμεταθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιμετάθεση
αντιμεταθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιμετάθεση
αντιμεταθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμεταθέτω
αντιμεταθέτω	verb	αλλάζω τη θέση δύο πραγμάτων, βάζοντας το πρώτο στη θέση του δεύτερου και το δεύτερο στη θέση του πρώτου
αντιμεταθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιμεταθετικός	adv	αντιμεταθέτοντας
αντιμεταθετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμεταθετικός
αντιμεταθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταθετική
αντιμεταθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμεταθετικός
αντιμεταθετικής	adj	γενική ενικού του αντιμεταθετική
αντιμεταθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταθετικός
αντιμεταθετικού	adj	γενική ενικού του αντιμεταθετικός
αντιμεταθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμεταθετικός
αντιμεταθετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμεταθετικός
αντιμεταθετικός	adj	για ψηφία ή δεδομένα που η θέση τους σε μια πράξη δεν μεταβάλλει το αποτέλεσμα
αντιμεταθετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμεταθετικός
αντιμεταρρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταρρύθμιση
αντιμεταρρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιμεταρρύθμιση
αντιμεταρρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιμεταρρύθμιση
αντιμεταρρυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταρρυθμιστικό
αντιμεταρρυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταρρυθμιστική
αντιμεταρρυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρυθμιστικής	adj	γενική ενικού του αντιμεταρρυθμιστική
αντιμεταρρυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρυθμιστικού	adj	γενική ενικού του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρυθμιστικός	adj	που έχει σχέση με την αντιμεταρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντιμεταρρυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμεταρρυθμιστικός
αντιμεταρρύθμιση	noun	ό,τι αντιτίθεται (με λόγια ή έργα) σε κάποια μεταρρύθμιση
αντιμεταρρύθμισης	noun	γενική ενικού του αντιμεταρρύθμιση
αντιμετατάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετάταξη
αντιμετατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιμετάταξη
αντιμετατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιμετάταξη
αντιμετατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατίθεμαι	=	αντιμεταθέτω
αντιμετατίθεται	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμετατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετατίθεμαι
αντιμεταφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταφυσικό
αντιμεταφυσικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμεταφυσικός
αντιμεταφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταφυσική
αντιμεταφυσική	=	αντιμεταφυσικός
αντιμεταφυσικής	adj	γενική ενικού του αντιμεταφυσική
αντιμεταφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμεταφυσικός
αντιμεταφυσικού	adj	γενική ενικού του αντιμεταφυσικός
αντιμεταφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμεταφυσικός
αντιμεταφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμεταφυσικός
αντιμεταφυσικός	adj	που αντίκειται στη μεταφυσική ή το μεταφυσικό ή δεν σχετίζεται μ’ αυτά
αντιμεταφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμεταφυσικός
αντιμεταχωρήσεις	=	αντιμεταχώρηση
αντιμεταχωρήσεων	=	αντιμεταχώρηση
αντιμεταχώρηση	noun	το γλωσσικό φαινόμενο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, κατά το οποίο ένα μακρόχρονο φωνήεν αλλάζει αμοιβαία ποσότητα (δηλαδή χρονική διάρκεια) με το αμέσως επόμενο βραχύχρονο φωνήεν
αντιμεταχώρησης	=	αντιμεταχώρηση
αντιμετρήθηκα	=	αντιμετριέμαι
αντιμετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμέτρηση
αντιμετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιμέτρηση
αντιμετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιμέτρηση
αντιμετρημένος	=	αντιμετριέμαι
αντιμετριέμαι	verb	αναμετριέμαι με κάποιον ή μετράω τις δυνάμεις μου ενάντια σε κάτι
αντιμετριούμαι	verb	αντιμετριέμαι
αντιμετρούμαι	verb	άλλη μορφή του αντιμετριέμαι και αντιμετριούμαι
αντιμετωπίζαμε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζανε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζατε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζει	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζεις	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζεσαι	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζεστε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπίζετε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντιμετωπίζω: με αντιμετωπίζουν
αντιμετωπίζομε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζονται	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζονταν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζουμε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζουν	verb	οριστικής ενεστώτα του αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζουνε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίζω	verb	είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.)
αντιμετωπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσανε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετώπιση
αντιμετωπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιμετώπιση
αντιμετωπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιμετώπιση
αντιμετωπίσθηκα	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσθηκαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσθηκε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσθηκες	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπίσιμο
αντιμετωπίσιμε	adj	κλητική ενικού του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπίσιμη
αντιμετωπίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσιμης	adj	γενική ενικού του αντιμετωπίσιμη
αντιμετωπίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί
αντιμετωπίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιμετωπίσιμος
αντιμετωπίσομε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσου	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίσουνε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόμασταν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόμαστε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπιζόμενο
αντιμετωπιζόμενε	verb	κλητική ενικού του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπιζόμενη
αντιμετωπιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμενης	verb	γενική ενικού του αντιμετωπιζόμενη
αντιμετωπιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιμετωπιζόμενος
αντιμετωπιζόμουν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόμουνα	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόντουσαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόσασταν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόσαστε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόσουν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόσουνα	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζόταν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιζότανε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθήκαμε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθήκαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθήκανε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθήκατε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθεί	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθείς	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθείτε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθούμε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθούν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθούνε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισθώ	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπισμένο
αντιμετωπισμένε	verb	κλητική ενικού του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπισμένη
αντιμετωπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπισμένης	verb	γενική ενικού του αντιμετωπισμένη
αντιμετωπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αντιμετωπίζω
αντιμετωπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιμετωπισμένος
αντιμετωπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστήκαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιστήκανε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετωπιστούνε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετωπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζομαι
αντιμετώπιζα	=	αντιμετωπίζω
αντιμετώπιζαν	=	αντιμετωπίζω
αντιμετώπιζε	=	αντιμετωπίζω
αντιμετώπιζες	=	αντιμετωπίζω
αντιμετώπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετώπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετώπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετώπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμετωπίζω
αντιμετώπιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιμετωπίζω
αντιμετώπισης	noun	γενική ενικού του αντιμετώπιση
αντιμηνιγγιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμηνιγγιτικό
αντιμηνιγγιτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνιγγιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμηνιγγιτική
αντιμηνιγγιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνιγγιτικής	adj	γενική ενικού του αντιμηνιγγιτική
αντιμηνιγγιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνιγγιτικού	adj	γενική ενικού του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνιγγιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνιγγιτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνιγγιτικός	adj	που έχει σχέση με την καταπολέμηση της μηνιγγίτιδας
αντιμηνιγγιτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμηνιγγιτικός
αντιμηνσίου	=	αντιμήνσιο
αντιμηνσίων	=	αντιμήνσιο
αντιμικροβιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμικροβιακό, ουδέτερο του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμικροβιακή
αντιμικροβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακής	adj	γενική ενικού του αντιμικροβιακή
αντιμικροβιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακού	adj	γενική ενικού του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιακός	adj	που καταπολεμά τα μικρόβια
αντιμικροβιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμικροβιακός
αντιμικροβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμικροβιολογικό
αντιμικροβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμικροβιολογική
αντιμικροβιολογικής	adj	γενική ενικού του αντιμικροβιολογική
αντιμιλά	=	αντιμιλώ
αντιμιλάει	=	αντιμιλώ
αντιμιλάμε	=	αντιμιλώ
αντιμιλάν	=	αντιμιλώ
αντιμιλάνε	=	αντιμιλώ
αντιμιλάς	=	αντιμιλώ
αντιμιλάτε	=	αντιμιλώ
αντιμιλάω	verb	άλλη μορφή του αντιμιλώ
αντιμιλήματα	=	αντιμίλημα
αντιμιλήματος	=	αντιμίλημα
αντιμιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσαν	=	αντιμιλώ
αντιμιλήσανε	=	αντιμιλώ
αντιμιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιμιλώ
αντιμιλήτρα	noun|rare	κάποια που αντιμιλά
αντιμιλία	noun	η αντιλογία, το αντιμίλημα
αντιμιλίας	noun	γενική ενικού του αντιμιλία
αντιμιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλία
αντιμιλημάτων	=	αντιμίλημα
αντιμιλητής	noun|rare	κάποιος που αντιμιλά
αντιμιλιά	noun	η αντιλογία, αυθάδης απάντηση
αντιμιλιάς	=	αντιμιλιά
αντιμιλιές	=	αντιμιλιά
αντιμιλιταρίστρια	noun	αντιμιλιταριστής
αντιμιλιταρίστριας	noun	γενική ενικού του αντιμιλιταρίστρια
αντιμιλιταρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλιταρίστρια
αντιμιλιταρισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιμιλιταρισμός
αντιμιλιταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλιταρισμός
αντιμιλιταρισμού	noun	γενική ενικού του αντιμιλιταρισμός
αντιμιλιταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιμιλιταρισμός
αντιμιλιταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιμιλιταρισμός
αντιμιλιταρισμός	noun|formal	εναντίωση στον μιλιταρισμό
αντιμιλιταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμιλιταρισμός
αντιμιλιταριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλιταριστής
αντιμιλιταριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντιμιλιταριστής
αντιμιλιταριστής	noun	αυτός που αντιτίθεται στο στρατοκρατικό πνεύμα
αντιμιλιταριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλιταριστικό
αντιμιλιταριστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλιταριστική
αντιμιλιταριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστικής	adj	γενική ενικού του αντιμιλιταριστική
αντιμιλιταριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστικού	adj	γενική ενικού του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστικός	adj	που σχετίζεται με τον αντιμιλιταριστή ή τον αντιμιλιταρισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
αντιμιλιταριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμιλιταριστικός
αντιμιλιταριστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμιλιταρίστρια
αντιμιλιταριστών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμιλιταριστής
αντιμιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμιλία
αντιμιλούμε	=	αντιμιλώ
αντιμιλούν	=	αντιμιλώ
αντιμιλούνε	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσα	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσαμε	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσαν	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσανε	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσατε	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσε	=	αντιμιλώ
αντιμιλούσες	=	αντιμιλώ
αντιμιλώ	verb	απαντώ ή εκφράζω αντίρρηση σε κάποιον που μιλά, συχνά ως αντίδραση ή διάλογο
αντιμιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιμιλάω / αντιμιλώ
αντιμινσίου	=	αντιμίνσιο
αντιμινσίων	=	αντιμίνσιο
αντιμισθία	noun	είναι η υλική απολαβή με τη μορφή χρηματικής αμοιβής που παρέχεται ή λαμβάνεται, είναι ο μισθός που δίνεται ως ανταμοιβή για κάποια παρεχόμενη εργασία
αντιμισθίας	noun	γενική ενικού του αντιμισθία
αντιμισθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμισθία
αντιμισθιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμισθία
αντιμνημονίου	=	αντιμνημόνιο
αντιμνημονίων	=	αντιμνημόνιο
αντιμνημονιάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμνημονιάκιας
αντιμνημονιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμνημονιακό
αντιμνημονιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιμνημονιακός
αντιμνημονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμνημονιακή
αντιμνημονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμνημονιακός
αντιμνημονιακής	adj	γενική ενικού του αντιμνημονιακή
αντιμνημονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμνημονιακός
αντιμνημονιακού	adj	γενική ενικού του αντιμνημονιακός
αντιμνημονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμνημονιακός
αντιμνημονιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμνημονιακός
αντιμνημονιακός	adj	που είναι αντίθετος με (κάποιο) μνημόνιο	noun	άτομο το οποίο έχει απόψεις οι οποίες αντιτίθενται στο μνημόνιο
αντιμνημονιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμνημονιακός
αντιμνημόνια	=	αντιμνημόνιο
αντιμνημόνιο	noun	επικριτική στάση απέναντι στους όρους του μνημονίου ή άρνηση εφαρμογής του
αντιμνημόνιου	=	αντιμνημόνιο
αντιμολία	noun	άλλη γραφή του αντιμωλία
αντιμολίας	noun	γενική ενικού του αντιμολία
αντιμολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμολία
αντιμολιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμολία
αντιμονές	=	αντιμονή
αντιμονή	noun	το τραβέρσο
αντιμονής	=	αντιμονή
αντιμονίου	noun	γενική ενικού του αντιμόνιο
αντιμονίτες	=	αντιμονίτης
αντιμονίτη	=	αντιμονίτης
αντιμονίτης	noun	θειούχο ορυκτό του αντιμονίου
αντιμονίων	=	αντιμόνιο
αντιμοναρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμοναρχικό
αντιμοναρχικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμοναρχικός
αντιμοναρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμοναρχική
αντιμοναρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμοναρχικός
αντιμοναρχικής	adj	γενική ενικού του αντιμοναρχική
αντιμοναρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμοναρχικός
αντιμοναρχικού	adj	γενική ενικού του αντιμοναρχικός
αντιμοναρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμοναρχικός
αντιμοναρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμοναρχικός
αντιμοναρχικός	noun	αντιμοναρχικός	adj	αντίθετος ή και εχθρικός προς τη μοναρχία ή τον μονάρχη
αντιμοναρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμοναρχικός
αντιμονιούχα	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχας	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχε	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχες	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχο	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχοι	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο αντιμονίου
αντιμονιούχου	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχους	=	αντιμονιούχος
αντιμονιούχων	=	αντιμονιούχος
αντιμονιτών	=	αντιμονίτης
αντιμονοπωλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμονοπωλιακό	adv	με αντιμονοπωλιακό τρόπο
αντιμονοπωλιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιμονοπωλιακός
αντιμονοπωλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμονοπωλιακή
αντιμονοπωλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμονοπωλιακός
αντιμονοπωλιακής	adj	γενική ενικού του αντιμονοπωλιακή
αντιμονοπωλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμονοπωλιακός
αντιμονοπωλιακού	adj	γενική ενικού του αντιμονοπωλιακός
αντιμονοπωλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμονοπωλιακός
αντιμονοπωλιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμονοπωλιακός
αντιμονοπωλιακός	adj	που αντιτίθεται στα μονοπώλια
αντιμονοπωλιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμονοπωλιακός
αντιμονών	=	αντιμονή
αντιμουσουλμανικά	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικέ	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικές	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανική	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικής	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικοί	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικού	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικούς	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικό	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμουσουλμανικός	adj	που είναι εναντίον του μουσουλμανισμού ή των μουσουλμάνων
αντιμουσουλμανικών	=	αντιμουσουλμανικός
αντιμπολσεβικικά	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικέ	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικές	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικική	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικής	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικοί	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικού	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικούς	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικό	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμπολσεβικικός	adj	που είναι αντίθετος με τους μπολσεβίκους, την πολιτική τους θεωρία και πρακτικοί ή είναι ενάντιος σ’ αυτά
αντιμπολσεβικικών	=	αντιμπολσεβικικός
αντιμυασθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμυασθενικό, ουδέτερο του αντιμυασθενικός
αντιμυθιστορήματα	=	αντιμυθιστόρημα
αντιμυθιστορήματος	=	αντιμυθιστόρημα
αντιμυθιστορημάτων	=	αντιμυθιστόρημα
αντιμυθιστόρημα	noun|literary	αφηγηματικό είδος που αποδομεί τις συμβάσεις του παραδοσιακού μυθιστορήματος, παραμερίζοντας πλοκή, ήρωες και χρονική ακολουθία, και προβάλλοντας τη γραφή, τη μορφή και τον προβληματισμό ως κύριο περιεχόμενο
αντιμυκητιασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμυκητιασικό, ουδέτερο του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικέ	adj	κλητική ενικού του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμυκητιασική
αντιμυκητιασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικής	adj	γενική ενικού του αντιμυκητιασική
αντιμυκητιασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικού	adj	γενική ενικού του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιμυκητιασικός
αντιμυκητιασικός	adj	αυτός που χρησιμεύει στην καταπολέμηση των μυκήτων
αντιμυκητιασικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιμυκητιασικός
αντιμυοσπασμωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμυοσπασμωδικό, ουδέτερο του αντιμυοσπασμωδικός
αντιμυστικιστικά	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικέ	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικές	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστική	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικής	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικοί	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικού	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικούς	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικό	=	αντιμυστικιστικός
αντιμυστικιστικός	adj	που δεν είναι μυστικιστικός
αντιμυστικιστικών	=	αντιμυστικιστικός
αντιμωλία	noun	διεξαγωγή δίκης με την παρουσία όλων των διαδίκων
αντιμωλίας	noun	γενική ενικού του αντιμωλία
αντιμωλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιμωλία
αντιμωλιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιμωλία
αντιμόνια	=	αντιμόνιο
αντιμόνιο	noun	χημικό στοιχείο που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομικό αριθμό 51 και χημικό σύμβολο το Sb
αντιμόνιου	=	αντιμόνιο
αντιμόνιων	=	αντιμόνιο
αντιναζιστικά	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικέ	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικές	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστική	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικής	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικοί	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικού	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικούς	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικό	=	αντιναζιστικός
αντιναζιστικός	adj	που εκφράζει αντίσταση ή αποδοκιμασία απέναντι στη ναζιστική ιδεολογία, τις πρακτικές ή την πολιτική της επιβολή
αντιναζιστικών	=	αντιναζιστικός
αντιναρκωτικά	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικέ	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικές	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτική	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικής	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικοί	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικού	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικούς	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικό	=	αντιναρκωτικός
αντιναρκωτικός	adj	που αποσκοπεί στον περιορισμό ή την καταστολή της διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο πρόληψης, καταστολής ή θεραπείας
αντιναρκωτικών	=	αντιναρκωτικός
αντιναυάρχου	noun	γενική ενικού του αντιναύαρχος
αντιναυάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιναύαρχος
αντιναυάρχων	noun	γενική πληθυντικού του αντιναύαρχος
αντιναύαρχε	noun	κλητική ενικού του αντιναύαρχος
αντιναύαρχο	noun	αιτιατική ενικού του αντιναύαρχος
αντιναύαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιναύαρχος
αντιναύαρχος	noun	στρατιωτικός βαθμός αξιωματικού (που αντιστοιχεί στον αντιστράτηγο του στρατού ξηράς)
αντιναύαρχου	noun	γενική ενικού του αντιναύαρχος
αντιναύαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιναύαρχος
αντιναύαρχων	noun	γενική πληθυντικού του αντιναύαρχος
αντινεοπλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινεοπλασματικό
αντινεοπλασματικέ	adj	κλητική ενικού του αντινεοπλασματικός
αντινεοπλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινεοπλασματική
αντινεοπλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντινεοπλασματικός
αντινεοπλασματικής	adj	γενική ενικού του αντινεοπλασματική
αντινεοπλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινεοπλασματικός
αντινεοπλασματικού	adj	γενική ενικού του αντινεοπλασματικός
αντινεοπλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντινεοπλασματικός
αντινεοπλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντινεοπλασματικός
αντινεοπλασματικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση νεοπλασματικών ασθενειών
αντινεοπλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντινεοπλασματικός
αντινετρίνα	=	αντινετρίνο
αντινετρίνο	noun	υποατομικό, σχεδόν άυλο σωματίδιο χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, που λειτουργεί ως το αντίστοιχο του νετρίνου και εμφανίζεται σε φαινόμενα ασθενούς αλληλεπίδρασης όπως η βήτα διάσπαση
αντινετρίνου	=	αντινετρίνο
αντινετρίνων	=	αντινετρίνο
αντινετρονίου	=	αντινετρόνιο
αντινετρονίων	=	αντινετρόνιο
αντινετρόνια	=	αντινετρόνιο
αντινετρόνιο	noun	αντισωματίδιο του νετρονίου, ηλεκτρικά ουδέτερο και ασταθές, που αποτελείται από αντικουάρκ και συμμετέχει θεωρητικά σε αντιύλη και συγκρούσεις υψηλής ενέργειας
αντινετρόνιου	=	αντινετρόνιο
αντινετρόνιων	=	αντινετρόνιο
αντινευρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινευρικό
αντινευρικέ	adj	κλητική ενικού του αντινευρικός
αντινευρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινευρική
αντινευρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντινευρικός
αντινευρικής	adj	γενική ενικού του αντινευρική
αντινευρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινευρικός
αντινευρικού	adj	γενική ενικού του αντινευρικός
αντινευρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντινευρικός
αντινευρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντινευρικός
αντινευρικός	adj	που ηρεμεί, που κατευνάζει
αντινευρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντινευρικός
αντινεφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινεφικό
αντινεφικέ	adj	κλητική ενικού του αντινεφικός
αντινεφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινεφική
αντινεφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντινεφικός
αντινεφικής	adj	γενική ενικού του αντινεφική
αντινεφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινεφικός
αντινεφικού	adj	γενική ενικού του αντινεφικός
αντινεφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντινεφικός
αντινεφικό	adj	αιτιατική ενικού του αντινεφικός
αντινεφικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση ή διάλυση του νέφους ή των σύννεφων
αντινεφικών	adj	γενική πληθυντικού του αντινεφικός
αντινομάρχες	=	αντινομάρχης
αντινομάρχη	=	αντινομάρχης
αντινομάρχης	noun|dated	πρόσωπο εκλεγμένο ή διορισμένο που ασκεί καθήκοντα υποστηρικτικά ή αναπληρωματικά του νομάρχη στο πλαίσιο της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης
αντινομία	noun	η ασυμφωνία δύο νόμων ή δύο άρθρων ενός νόμου
αντινομίας	noun	γενική ενικού του αντινομία
αντινομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινομία
αντινομαρχών	=	αντινομάρχης
αντινομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινομικό
αντινομικέ	adj	κλητική ενικού του αντινομικός
αντινομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινομική
αντινομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντινομικός
αντινομικής	adj	γενική ενικού του αντινομική
αντινομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινομικός
αντινομικού	adj	γενική ενικού του αντινομικός
αντινομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντινομικός
αντινομικό	adj	αιτιατική ενικού του αντινομικός
αντινομικός	adj	που έχει αντινομίες
αντινομικών	adj	γενική πληθυντικού του αντινομικός
αντινομισμέ	noun	κλητική ενικού του αντινομισμός
αντινομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινομισμός
αντινομισμού	noun	γενική ενικού του αντινομισμός
αντινομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντινομισμός
αντινομισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντινομισμός
αντινομισμός	noun	θεωρία και πρακτική που απορρίπτει τον θεϊκό ή ηθικό νόμο προτάσσοντας την ελευθερία της βούλησης
αντινομισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντινομισμός
αντινομιστές	=	αντινομιστής
αντινομιστή	=	αντινομιστής
αντινομιστής	noun	οπαδός του αντινομισμού
αντινομιστιέ	noun	κλητική ενικού του αντινομιστικά
αντινομιστικ	noun	αιτιατική ενικού του αντινομιστικά
αντινομιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινομιστικό	adv	με αντινομιστικό τρόπο
αντινομιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντινομιστικός
αντινομιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντινομιστική
αντινομιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντινομιστικός
αντινομιστικής	adj	γενική ενικού του αντινομιστική
αντινομιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινομιστικός
αντινομιστικού	adj	γενική ενικού του αντινομιστικός
αντινομιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντινομιστικός
αντινομιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντινομιστικός
αντινομιστικός	adj	σχετικός με τον αντινομισμό
αντινομιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντινομιστικός
αντινομιστιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντινομιστικά
αντινομιστιού	noun	γενική ενικού του αντινομιστικά
αντινομιστιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντινομιστικά
αντινομιστιό	=	αντινομιστικά
αντινομιστιός	=	αντινομιστικά
αντινομιστιών	noun	γενική πληθυντικού του αντινομιστικά
αντινομιστών	=	αντινομιστής
αντινομιών	noun	γενική πληθυντικού του αντινομία
αντιντάμπινγκ	noun	εμπορικό μέτρο προστασίας της εγχώριας παραγωγής, με στόχο να αποτραπεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός από εισαγόμενα προϊόντα που διατίθενται τεχνητά σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές
αντιντόπινγκ	noun	σύνολο δράσεων και κανόνων που στοχεύουν στην πρόληψη, ανίχνευση και καταστολή της χρήσης απαγορευμένων ουσιών στον αθλητισμό
αντινύξεις	=	αντίνυξη
αντινύξεων	=	αντίνυξη
αντιξιφισμός	noun|rare	η απάντηση σε επίθεση με ξίφος ή ή αντεπίθεση με ξίφος
αντιξοοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιξοότητα
αντιξοότητα	noun	η αντίξοη κατάσταση
αντιξοότητας	noun	γενική ενικού του αντιξοότητα
αντιξοότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιξοότητα
αντιοθωνιστές	=	αντιοθωνιστής
αντιοθωνιστή	=	αντιοθωνιστής
αντιοθωνιστής	noun	άτομο που αντιτάχθηκε στη βασιλεία του Όθωνα στην Ελλάδα
αντιοθωνιστών	=	αντιοθωνιστής
αντιοικολογικά	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικέ	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικές	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογική	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικής	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικοί	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικού	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικούς	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικό	=	αντιοικολογικός
αντιοικολογικός	adj	αντίθετος του οικολογικού
αντιοικολογικών	=	αντιοικολογικός
αντιοικονομία	noun	στη φράση αντιοικονομία κλίμακας: όταν κατά την παραγωγική διαδικασία αυξάνεται το κατά μονάδα παραγωγής κόστος
αντιοικονομίας	noun	γενική ενικού του αντιοικονομία
αντιοικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιοικονομία
αντιοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντιοικονομικό) του αντιοικονομικός	adv	με αντιοικονομικό τρόπο
αντιοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του αντιοικονομικός
αντιοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιοικονομική
αντιοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιοικονομικός
αντιοικονομικής	adj	γενική ενικού του αντιοικονομική
αντιοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιοικονομικός
αντιοικονομικού	adj	γενική ενικού του αντιοικονομικός
αντιοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιοικονομικός
αντιοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιοικονομικός
αντιοικονομικός	adj	που βλάπτει την οικονομία ή δεν κάνει οικονομία, δεν συμφέρει από οικονομικής απόψεως
αντιοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιοικονομικός
αντιοικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιοικονομία
αντιοιστρογόνα	=	αντιοιστρογόνο
αντιοιστρογόνο	noun	ουσία που αναστέλλει επιλεκτικά ή ανταγωνιστικά τη βιολογική επίδραση των οιστρογόνων, επηρεάζοντας κυρίως ιστούς που εξαρτώνται από αυτά
αντιοιστρογόνου	=	αντιοιστρογόνο
αντιοιστρογόνων	=	αντιοιστρογόνο
αντιολίσθηση	noun	η αποφυγή της ολίσθησης
αντιολίσθησης	noun	γενική ενικού του αντιολίσθηση
αντιολισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιολίσθηση
αντιολισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιολίσθηση
αντιολισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιολίσθηση
αντιολισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιολισθητικό
αντιολισθητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιολισθητικός
αντιολισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιολισθητική
αντιολισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιολισθητικός
αντιολισθητικής	adj	γενική ενικού του αντιολισθητική
αντιολισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιολισθητικός
αντιολισθητικού	adj	γενική ενικού του αντιολισθητικός
αντιολισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιολισθητικός
αντιολισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιολισθητικός
αντιολισθητικός	adj	που δεν γλιστράει ή προστατεύει από το γλίστρημα
αντιολισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιολισθητικός
αντιομοφυλοφιλικά	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικέ	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικές	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλική	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικής	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικοί	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικού	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικούς	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικό	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιομοφυλοφιλικός	noun	αυτός που αντιτίθεται στην ομοφυλοφιλία	adj	που αντιτίθεται στην ομοφυλοφιλία
αντιομοφυλοφιλικών	=	αντιομοφυλοφιλικός
αντιοξειδωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιοξειδωτικό
αντιοξειδωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιοξειδωτικός
αντιοξειδωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιοξειδωτική
αντιοξειδωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιοξειδωτικός
αντιοξειδωτικής	adj	γενική ενικού του αντιοξειδωτική
αντιοξειδωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιοξειδωτικός
αντιοξειδωτικού	adj	γενική ενικού του αντιοξειδωτικός
αντιοξειδωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιοξειδωτικός
αντιοξειδωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιοξειδωτικός
αντιοξειδωτικός	adj	που δεν προκαλεί ή δυσχεραίνει την οξείδωση
αντιοξειδωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιοξειδωτικός
αντιορέ	=	αντιορός
αντιορθόδοξα	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξε	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξες	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξη	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξης	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξο	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξοι	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξος	adj	που είναι εναντίον της Ορθοδοξίας και των Ορθοδόξων και φέρεται αναλόγως
αντιορθόδοξου	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξους	=	αντιορθόδοξος
αντιορθόδοξων	=	αντιορθόδοξος
αντιοροί	=	αντιορός
αντιορού	=	αντιορός
αντιορούς	=	αντιορός
αντιορό	=	αντιορός
αντιορός	noun	ορός αίματος ο οποίος περιέχει αντισώματα με σκοπό την ίαση ή την προστασία από συγκεκριμένες ασθένειες
αντιορών	=	αντιορός
αντιοφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιοφικό
αντιοφικέ	adj	κλητική ενικού του αντιοφικός
αντιοφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιοφική
αντιοφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιοφικός
αντιοφικής	adj	γενική ενικού του αντιοφική
αντιοφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιοφικός
αντιοφικού	adj	γενική ενικού του αντιοφικός
αντιοφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιοφικός
αντιοφικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιοφικός
αντιοφικός	adj	που έχει σχέση με την καταπολέμηση και εξάλειψη των συμπτωμάτων και των συνεπειών δηγμάτων φιδιών ή αναφέρεται σ' αυτές
αντιοφικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιοφικός
αντιού	=	αντί
αντιπάθει	=	αντιπαθώ
αντιπάθεια	noun	συναίσθημα που εκτείνεται απ’ την έλλειψη συμπάθειας και αρνητική στάση μέχρι την απέχθεια και την αποστροφή, χωρίς όμως την εκδήλωση εχθρικής συμπεριφοράς
αντιπάθειας	noun	γενική ενικού του αντιπάθεια
αντιπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπάθεια
αντιπάθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπάθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπάθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπάθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπάλαισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπάλαισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπάλαισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπάλαισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπάλου	=	αντίπαλος
αντιπάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντίπαλος
αντιπάλων	noun	γενική πληθυντικού του αντίπαλος
αντιπάπα	=	αντιπάπας
αντιπάπας	noun	άλλη μορφή του αντίπαπας
αντιπάπες	=	αντιπάπας
αντιπάπων	=	αντίπαπας
αντιπάστι	=	αντιπάστο
αντιπάστο	noun	ποικιλία μικρών συνήθως κρύων εδεσμάτων που σερβίρονται πριν από το κυρίως πιάτο της ιταλικής κουζίνας, για να ανοίξουν την όρεξη
αντιπέρασα	=	αντιπερνώ
αντιπέρασαν	=	αντιπερνώ
αντιπέρασε	=	αντιπερνώ
αντιπέρασες	=	αντιπερνώ
αντιπέρνα	=	αντιπερνώ
αντιπέρναγε	=	αντιπερνώ
αντιπαγκοσμιοποίηση	noun	οι θεωρίες και πρακτικές που αντιστρατεύονται την παγκοσμιοποίηση
αντιπαγκοσμιοποίησης	=	αντιπαγκοσμιοποίηση
αντιπαγκοσμιοποιήσεις	=	αντιπαγκοσμιοποίηση
αντιπαγκοσμιοποιήσεων	=	αντιπαγκοσμιοποίηση
αντιπαθές	=	αντιπαθής
αντιπαθέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαθέστερο
αντιπαθέστερε	adj	κλητική ενικού του αντιπαθέστερος
αντιπαθέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαθέστερη
αντιπαθέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαθέστερος
αντιπαθέστερης	adj	γενική ενικού του αντιπαθέστερη
αντιπαθέστερο	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαθέστερος
αντιπαθέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαθέστερος
αντιπαθέστερος	adj	που είναι πιο αντιπαθής, αντιπαθητικός απο κάποιον άλλο ή από τον εαυτό του σε άλλη χρονική στιγμή
αντιπαθέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπαθέστερος
αντιπαθέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαθέστερος
αντιπαθέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπαθέστερος
αντιπαθή	=	αντιπαθής
αντιπαθής	adj	άλλη μορφή του αντιπαθητικός
αντιπαθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσαν	=	αντιπαθώ
αντιπαθήσανε	=	αντιπαθώ
αντιπαθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσουνε	=	αντιπαθώ
αντιπαθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθεί	=	αντιπαθώ
αντιπαθείς	=	αντιπαθής
αντιπαθείτε	=	αντιπαθώ
αντιπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπάθεια
αντιπαθημένος	=	αντιπαθώ
αντιπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαθητικό	adv	με αντιπαθητικό τρόπο
αντιπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπαθητικός
αντιπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαθητική
αντιπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαθητικός
αντιπαθητικής	adj	γενική ενικού του αντιπαθητική
αντιπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαθητικός
αντιπαθητικού	adj	γενική ενικού του αντιπαθητικός
αντιπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαθητικός
αντιπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαθητικός
αντιπαθητικός	adj	που τον αντιπαθούν
αντιπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπαθητικός
αντιπαθουσών	=	αντιπαθών
αντιπαθούμε	=	αντιπαθώ
αντιπαθούν	=	αντιπαθώ
αντιπαθούνε	=	αντιπαθώ
αντιπαθούς	=	αντιπαθής
αντιπαθούσα	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσαμε	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσαν	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσανε	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσας	=	αντιπαθών
αντιπαθούσατε	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσε	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσες	=	αντιπαθώ
αντιπαθούσης	=	αντιπαθών
αντιπαθόν	=	αντιπαθών
αντιπαθόντα	=	αντιπαθών
αντιπαθόντας	=	αντιπαθών
αντιπαθόντες	=	αντιπαθών
αντιπαθόντος	=	αντιπαθών
αντιπαθόντων	=	αντιπαθών
αντιπαθώ	verb	δεν συμπαθώ
αντιπαθών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπαθώ· αυτός που αντιπαθεί κάτι ή κάποιον, αυτός που δεν του αρέσει κάτι ή κάποιος	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αντιπαθής
αντιπαθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπαθώ
αντιπαθώς	adv	με αντιπάθεια
αντιπαιδαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαιδαγωγικό
αντιπαιδαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαιδαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαιδαγωγική
αντιπαιδαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαιδαγωγικής	adj	γενική ενικού του αντιπαιδαγωγική
αντιπαιδαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαιδαγωγικού	adj	γενική ενικού του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαιδαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαιδαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαιδαγωγικός	adj	αντίθετος ή διαφορετικός προς την παιδαγωγική και τις μεθόδους της
αντιπαιδαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπαιδαγωγικός
αντιπαλέψα	=	αντιπαλεύω
αντιπαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλεύω
αντιπαλαίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαλαίω
αντιπαλαίω	verb|dated	άλλη μορφή του αντιπαλεύω
αντιπαλεύω	verb|literary	αγωνίζομαι, αντιμετωπίζω
αντιπαλοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπαλότητα
αντιπαλότητα	noun	το να είναι αντίπαλοι κάποιοι μεταξύ τους
αντιπαλότητας	noun	γενική ενικού του αντιπαλότητα
αντιπαλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαλότητα
αντιπανωλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπανωλικό
αντιπανωλικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπανωλικός
αντιπανωλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπανωλική
αντιπανωλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπανωλικός
αντιπανωλικής	adj	γενική ενικού του αντιπανωλική
αντιπανωλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπανωλικός
αντιπανωλικού	adj	γενική ενικού του αντιπανωλικός
αντιπανωλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπανωλικός
αντιπανωλικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπανωλικός
αντιπανωλικός	adj	που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της πανώλης
αντιπανωλικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπανωλικός
αντιπαπάδες	=	αντίπαπας
αντιπαπάδων	=	αντίπαπας
αντιπαπών	=	αντιπάπας
αντιπαράβαλε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαράβαλλε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαράγωγε	=	αντιπαράγωγος
αντιπαράγωγο	=	αντιπαράγωγος
αντιπαράγωγοι	=	αντιπαράγωγος
αντιπαράγωγος	noun	μια συνάρτηση F που σε ένα διάστημα έχει ως παράγωγο τη συνάρτηση f (δηλαδή F'=f), ονομάζεται αντιπαράγωγος της f· συμβολισμός: A(f)
αντιπαράδειγμα	noun	παράδειγμα με αντίθετο αποτέλεσμα από ένα άλλο, για να αναστρέψει τη βασιμότητά του και να αποδείξει ότι στο πρώτο παράδειγμα ο ισχυρισμός ή μια υπόθεση δεν είναι αληθής
αντιπαράθεσα	=	αντιπαραθέτω
αντιπαράθεσες	=	αντιπαράθεση
αντιπαράθεση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιπαραθέτω
αντιπαράθεσης	noun	γενική ενικού του αντιπαράθεση
αντιπαράλληλα	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλε	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλες	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλη	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλης	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλο	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλοι	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλος	adj	που έχει την ίδια κατεύθυνση ή διάταξη με κάτι άλλο, αλλά κινείται ή προσανατολίζεται σε αντίθετη φορά
αντιπαράλληλου	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλους	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράλληλων	=	αντιπαράλληλος
αντιπαράσταση	noun	ταυτόχρονη εξέταση ή ανάκριση διαδίκων σχετικά με υπόθεσή τους
αντιπαράστασης	noun	γενική ενικού του αντιπαράσταση
αντιπαράταξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιπαρατάσσω
αντιπαράταξης	noun	γενική ενικού του αντιπαράταξη
αντιπαρέβαλα	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλες	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλλα	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλλαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλλε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέβαλλες	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαρέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαρέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαρέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαρέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαρέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρέρχομαι	verb	περνώ δίπλα από κάποιον που διέρχεται στην αντίθετη κατεύθυνση από μένα
αντιπαρέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρέχομαι	=	αντιπαρέχω
αντιπαρέχω	verb	παρέχω κι εγώ με τη σειρά μου, ανταποδίδω
αντιπαρήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαρήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρέρχομαι
αντιπαραβάλαμε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλανε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλατε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλει	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλεις	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλετε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλαμε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλανε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλατε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλει	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλεις	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλεσαι	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλεστε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλεται	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλετε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλομαι	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλομε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλονται	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλονταν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλουμε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλουν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλουνε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλλω	verb	συγκρίνω δύο ή και περισσότερα πράγματα για να δω αν έχουν διαφορές
αντιπαραβάλομε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλουμε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλουν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλουνε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβάλω	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόμασταν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόμαστε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόμουν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόμουνα	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόντουσαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόσασταν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόσαστε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόσουν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόσουνα	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλόταν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβαλλότανε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβλήθηκα	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβλήθηκαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβλήθηκε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβλήθηκες	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθήκαμε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθήκαν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθήκανε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθήκατε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθεί	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθείς	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθείτε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθούμε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθούν	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθούνε	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβληθώ	=	αντιπαραβάλλω
αντιπαραβολές	=	αντιπαραβολή
αντιπαραβολή	noun	η σύγκριση, ο παραλληλισμός
αντιπαραβολής	=	αντιπαραβολή
αντιπαραβολικά	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικέ	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικές	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολική	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικής	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικοί	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικού	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικούς	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικό	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολικός	adj	που έχει σχέση με αντιπαραβολή, αναφέρεται σʼ αυτή ή γίνεται με αντιπαραβολή / αντιπαραβάλλοντας
αντιπαραβολικών	=	αντιπαραβολικός
αντιπαραβολών	=	αντιπαραβολή
αντιπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραγωγικό
αντιπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραγωγική
αντιπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του αντιπαραγωγική
αντιπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγωγικός	adj	που δεν βοηθάει ή που δυσκολεύει την παραγωγή ή την εξέλιξη μιας εργασίας
αντιπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπαραγωγικός
αντιπαραγώγου	=	αντιπαράγωγος
αντιπαραγώγους	=	αντιπαράγωγος
αντιπαραγώγων	=	αντιπαράγωγος
αντιπαραδείγματα	=	αντιπαράδειγμα
αντιπαραδείγματος	=	αντιπαράδειγμα
αντιπαραδειγμάτων	=	αντιπαράδειγμα
αντιπαραδοσιακά	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακέ	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακές	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακή	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακής	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακοί	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακού	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακούς	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακό	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραδοσιακός	adj	που είναι ενάντια στην παράδοση ή αντίθετος μ’ αυτή
αντιπαραδοσιακών	=	αντιπαραδοσιακός
αντιπαραθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέσανε	=	αντιπαρέθεσαν
αντιπαραθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαράθεση
αντιπαραθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπαράθεση
αντιπαραθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπαράθεση
αντιπαραθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραθέτομαι	=	αντιπαραθέτω
αντιπαραθέτω	verb	παρουσιάζω ή αναφέρω κάτι αντίθετο, μια άλλη άποψη, επιχείρημα κ.λπ.
αντιπαραθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραθετικό
αντιπαραθετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπαραθετικός
αντιπαραθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραθετική
αντιπαραθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαραθετικός
αντιπαραθετικής	adj	γενική ενικού του αντιπαραθετική
αντιπαραθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραθετικός
αντιπαραθετικού	adj	γενική ενικού του αντιπαραθετικός
αντιπαραθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαραθετικός
αντιπαραθετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαραθετικός
αντιπαραθετικός	adj	που αντιπαρατίθεται προς κάποιον ή κάτι άλλο
αντιπαραθετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπαραθετικός
αντιπαραλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραλυτικό
αντιπαραλυτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπαραλυτικός
αντιπαραλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραλυτική
αντιπαραλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαραλυτικός
αντιπαραλυτικής	adj	γενική ενικού του αντιπαραλυτική
αντιπαραλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραλυτικός
αντιπαραλυτικού	adj	γενική ενικού του αντιπαραλυτικός
αντιπαραλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαραλυτικός
αντιπαραλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαραλυτικός
αντιπαραλυτικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της παράλυσης
αντιπαραλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπαραλυτικός
αντιπαρασιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρασιτικό
αντιπαρασιτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπαρασιτικός
αντιπαρασιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρασιτική
αντιπαρασιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαρασιτικός
αντιπαρασιτικής	adj	γενική ενικού του αντιπαρασιτική
αντιπαρασιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρασιτικός
αντιπαρασιτικού	adj	γενική ενικού του αντιπαρασιτικός
αντιπαρασιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαρασιτικός
αντιπαρασιτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαρασιτικός	noun	φάρμακο που συμβάλλει στην παρασιτοκτονία
αντιπαρασιτικός	adj	που καταπολεμά τα παράσιτα
αντιπαρασιτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπαρασιτικός
αντιπαραστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαράσταση
αντιπαραστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπαράσταση
αντιπαραστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπαράσταση
αντιπαραστατικά	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικέ	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικές	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατική	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικής	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικοί	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικού	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικούς	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικό	=	αντιπαραστατικός
αντιπαραστατικός	adj	που είναι αντίθετος στην παραστατικότητα ή στην πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας
αντιπαραστατικών	=	αντιπαραστατικός
αντιπαρατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαράταξη
αντιπαρατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπαράταξη
αντιπαρατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπαράταξη
αντιπαρατάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρατάξιμο
αντιπαρατάξιμε	adj	κλητική ενικού του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρατάξιμη
αντιπαρατάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξιμης	adj	γενική ενικού του αντιπαρατάξιμη
αντιπαρατάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπαρατάξιμος
αντιπαρατάξου	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσεσαι	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσεστε	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσεται	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσονται	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσονταν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσου	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατάσσω	verb	παρατάσσω κάτι απέναντι σε κάτι άλλο
αντιπαρατάχθηκα	=	αντιπαρατάσσομαι
αντιπαρατάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαρατάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαρατάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαρατάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαρατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατήρηση	noun|formal	παρατήρηση που γίνεται ως απάντηση σε προηγούμενη παρατήρηση
αντιπαρατήρησης	=	αντιπαρατήρηση
αντιπαρατίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντιπαραθέτω
αντιπαραταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραταγμένο
αντιπαραταγμένε	verb	κλητική ενικού του αντιπαραταγμένος
αντιπαραταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραταγμένη
αντιπαραταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπαραταγμένος
αντιπαραταγμένης	verb	γενική ενικού του αντιπαραταγμένη
αντιπαραταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιπαραταγμένος
αντιπαραταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπαραταγμένος
αντιπαραταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αντιπαρατάσσω
αντιπαραταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπαραταγμένος
αντιπαραταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιπαραταγμένος
αντιπαραταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπαραταγμένος
αντιπαρατασσόμασταν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόμαστε	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόμουν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόμουνα	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόντουσαν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόσασταν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόσαστε	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόσουν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόσουνα	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσόταν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαρατασσότανε	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαραταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτήκαν	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαραταχτήκανε	=	αντιπαρατάσσω
αντιπαραταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαραταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατάσσομαι
αντιπαρατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπαρατίθεμαι
αντιπαρατηρήσεις	=	αντιπαρατήρηση
αντιπαρατηρήσεων	=	αντιπαρατήρηση
αντιπαρατηρώ	verb|formal	κάνω αντιπαρατήρηση
αντιπαραχωρήσεις	=	αντιπαραχώρηση
αντιπαραχωρήσεων	=	αντιπαραχώρηση
αντιπαραχωρώ	verb	κάνω αμοιβαία παραχώρηση με κάποιον άλλον
αντιπαραχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντιπαραχωρώ
αντιπαραχώρησης	=	αντιπαραχώρηση
αντιπαρείχα	=	αντιπαρέχω
αντιπαρκινσονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπαρκινσονικό, ουδέτερο του αντιπαρκινσονικός
αντιπαροχές	=	αντιπαροχή
αντιπαροχή	noun|formal	η ανταπόδοση κάποιας παροχής
αντιπαροχής	=	αντιπαροχή
αντιπαροχών	=	αντιπαροχή
αντιπατερναλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιπατερναλιστικός	adv	με αντιπατερναλιστικό τρόπο
αντιπατερναλιστικέ	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικές	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστική	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικής	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικοί	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικού	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικούς	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικό	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατερναλιστικός	adj	που είναι αντίθετος με τον πατερναλισμό
αντιπατερναλιστικών	=	αντιπατερναλιστικός
αντιπατριωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπατριωτικό	adv	με αντιπατριωτικό τρόπο
αντιπατριωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπατριωτική
αντιπατριωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτικής	adj	γενική ενικού του αντιπατριωτική
αντιπατριωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτικού	adj	γενική ενικού του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτικός	adj	που έχει σχέση με τον αντιπατριωτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αντιπατριωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπατριωτικός
αντιπατριωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιπατριωτισμός
αντιπατριωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπατριωτισμός
αντιπατριωτισμού	noun	γενική ενικού του αντιπατριωτισμός
αντιπατριωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπατριωτισμός
αντιπατριωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιπατριωτισμός
αντιπατριωτισμός	noun	στάση, πρακτική και ιδεολογία αντίθετη του πατριωτισμού
αντιπατριωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπατριωτισμός
αντιπατριωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπατριώτισσα
αντιπατριωτών	=	αντιπατριώτης
αντιπατριώτες	=	αντιπατριώτης
αντιπατριώτη	=	αντιπατριώτης
αντιπατριώτης	noun	αυτός που δεν διακατέχεται από πατριωτικά αισθήματα
αντιπατριώτισσα	=	αντιπατριώτης
αντιπατριώτισσας	noun	γενική ενικού του αντιπατριώτισσα
αντιπατριώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπατριώτισσα
αντιπαχυντικά	adv	με αντιπαχυντικό τρόπο
αντιπαχυντικέ	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικές	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντική	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικής	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικοί	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικού	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικούς	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικό	=	αντιπαχυντικός
αντιπαχυντικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της πάχυνσης
αντιπαχυντικών	=	αντιπαχυντικός
αντιπειθαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπειθαρχικό
αντιπειθαρχικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπειθαρχικός
αντιπειθαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπειθαρχική
αντιπειθαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπειθαρχικός
αντιπειθαρχικής	adj	γενική ενικού του αντιπειθαρχική
αντιπειθαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπειθαρχικός
αντιπειθαρχικού	adj	γενική ενικού του αντιπειθαρχικός
αντιπειθαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπειθαρχικός
αντιπειθαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπειθαρχικός
αντιπειθαρχικός	adj|rare	που δεν πειθαρχεί
αντιπειθαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπειθαρχικός
αντιπειρατικά	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικέ	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικές	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατική	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικής	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικοί	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικού	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικούς	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικό	=	αντιπειρατικός
αντιπειρατικός	adj	που αποσκοπεί στην αποτροπή ή καταστολή τής μη εξουσιοδοτημένης αναπαραγωγής, διανομής ή χρήσης προστατευμένου περιεχομένου
αντιπειρατικών	=	αντιπειρατικός
αντιπελάργηση	noun	η ανταπόδοση από το παιδί προς τους γονείς προχωρημένης ηλικίας των παροχών που δέχτηκε το πρώτο κατά την ανατροφή του
αντιπελάργησης	=	αντιπελάργηση
αντιπελαργήσεις	=	αντιπελάργηση
αντιπελαργήσεων	=	αντιπελάργηση
αντιπεράσαμε	=	αντιπερνώ
αντιπεράσαν	=	αντιπερνώ
αντιπεράσανε	=	αντιπερνώ
αντιπεράσατε	=	αντιπερνώ
αντιπεράσει	=	αντιπερνώ
αντιπεράστε	=	αντιπερνώ
αντιπερασπισμός	=	αντιπερισπασμός
αντιπεριβαλλοντικά	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικέ	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικές	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντική	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικής	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικοί	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικού	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικούς	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικό	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπεριβαλλοντικός	adj	που αντιστρατεύεται την προστασία του περιβάλλοντος, προκαλώντας ή ενθαρρύνοντας τη ρύπανση, την οικολογική υποβάθμιση ή την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων
αντιπεριβαλλοντικών	=	αντιπεριβαλλοντικός
αντιπερισπασμέ	noun	κλητική ενικού του αντιπερισπασμός
αντιπερισπασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπασματικό
αντιπερισπασματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπασματική
αντιπερισπασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασματικής	adj	γενική ενικού του αντιπερισπασματική
αντιπερισπασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασματικού	adj	γενική ενικού του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασματικός	adj	που έχει σχέση με τον αντιπερισπασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή γίνεται με αντιπερισπασμό
αντιπερισπασματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπασμός
αντιπερισπασμού	noun	γενική ενικού του αντιπερισπασμός
αντιπερισπασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπερισπασμός
αντιπερισπασμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιπερισπασμός
αντιπερισπασμός	noun	η ενέργεια που τείνει να στρέψει την προσοχή κάποιου αντιπάλου προς άλλη κατεύθυνση
αντιπερισπασμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπερισπασμός
αντιπερισπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπαστικό
αντιπερισπαστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπαστική
αντιπερισπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπαστικής	adj	γενική ενικού του αντιπερισπαστική
αντιπερισπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπαστικού	adj	γενική ενικού του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπαστικός	adj	άλλη μορφή του αντιπερισπασματικός
αντιπερισπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπερισπαστικός
αντιπερισπώ	verb|formal	αποσπώ την προσοχή
αντιπεριφέρεια	noun	το δεύτερο στην ιεραρχία διοικητικό επίπεδο σε μία περιφέρεια
αντιπεριφέρειας	=	αντιπεριφέρεια
αντιπεριφέρειες	=	αντιπεριφέρεια
αντιπεριφερειάρχα	=	αντιπεριφερειάρχης
αντιπεριφερειάρχες	=	αντιπεριφερειάρχης
αντιπεριφερειάρχη	=	αντιπεριφερειάρχης
αντιπεριφερειάρχης	noun	δεύτερος στην ιεραρχία, μετά τον περιφερειάρχη, μιας γεωγραφικής ή διοικητικής περιφέρειας
αντιπεριφερειάρχου	=	αντιπεριφερειάρχης
αντιπεριφερειαρχών	=	αντιπεριφερειάρχης
αντιπεριφερειών	=	αντιπεριφέρεια
αντιπερνά	=	αντιπερνώ
αντιπερνάει	=	αντιπερνώ
αντιπερνάμε	=	αντιπερνώ
αντιπερνάν	=	αντιπερνώ
αντιπερνάνε	=	αντιπερνώ
αντιπερνάς	=	αντιπερνώ
αντιπερνάτε	=	αντιπερνώ
αντιπερνάω	=	αντιπερνώ
αντιπερνούμε	=	αντιπερνώ
αντιπερνούν	=	αντιπερνώ
αντιπερνούνε	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσα	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσαμε	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσαν	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσανε	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσατε	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσε	=	αντιπερνώ
αντιπερνούσες	=	αντιπερνώ
αντιπερνώ	verb	περνώ απέναντι
αντιπερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπερνάω / αντιπερνώ
αντιπεψίνες	=	αντιπεψίνη
αντιπεψίνη	noun	ένζυμο που αναστέλλει τη δράση της πεψίνης
αντιπεψίνης	=	αντιπεψίνη
αντιπεψινών	=	αντιπεψίνη
αντιπηκτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπηκτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπηκτικό, ουδέτερο του αντιπηκτικός
αντιπηκτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπηκτικός
αντιπηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπηκτική
αντιπηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπηκτικός
αντιπηκτικής	adj	γενική ενικού του αντιπηκτική
αντιπηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπηκτικός
αντιπηκτικού	adj	γενική ενικού του αντιπηκτικός
αντιπηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπηκτικός
αντιπηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπηκτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που αποτρέπει την παθολογική πήξη του αίματος ή τη δημιουργία θρόμβων
αντιπηκτικός	adj	παράγοντας που αποτρέπει την πήξη υλικών ή τη δημιουργία θρόμβων
αντιπηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπηκτικός
αντιπιτυριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπιτυριδικό
αντιπιτυριδικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπιτυριδικός
αντιπιτυριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπιτυριδική
αντιπιτυριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπιτυριδικός
αντιπιτυριδικής	adj	γενική ενικού του αντιπιτυριδική
αντιπιτυριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπιτυριδικός
αντιπιτυριδικού	adj	γενική ενικού του αντιπιτυριδικός
αντιπιτυριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπιτυριδικός
αντιπιτυριδικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπιτυριδικός	noun	το φάρμακο ή το σκεύασμα για την καταπολέμηση της πιτυρίδας
αντιπιτυριδικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της πιτυρίδας
αντιπιτυριδικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπιτυριδικός
αντιπλάγια	noun	O χαρακτήρας \ που χρησιμοποιείται κυρίως στην πληροφορική και πολύ σπάνια ως σημείο στίξης.
αντιπλάγιας	=	αντιπλάγια
αντιπλάγιες	=	αντιπλάγια
αντιπλήρωνα	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωναν	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωνε	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωνες	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωσα	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωσαν	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωσε	=	αντιπληρώνω
αντιπλήρωσες	=	αντιπληρώνω
αντιπλαγίων	=	αντιπλάγια
αντιπληθωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωρικό
αντιπληθωρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωρική
αντιπληθωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικής	adj	γενική ενικού του αντιπληθωρική
αντιπληθωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικού	adj	γενική ενικού του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρικός	adj	άλλη γραφή του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπληθωρικός
αντιπληθωρισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιπληθωρισμός
αντιπληθωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωρισμός
αντιπληθωρισμού	noun	γενική ενικού του αντιπληθωρισμός
αντιπληθωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπληθωρισμός
αντιπληθωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιπληθωρισμός
αντιπληθωρισμός	noun	ο πληθωρισμός με αρνητικό πρόσημο
αντιπληθωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπληθωρισμός
αντιπληθωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωριστικό
αντιπληθωριστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωριστική
αντιπληθωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικής	adj	γενική ενικού του αντιπληθωριστική
αντιπληθωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικού	adj	γενική ενικού του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του πληθωρισμού
αντιπληθωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπληθωριστικός
αντιπλημμυρικά	=	αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπλημμυρική
αντιπλημμυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικής	adj	γενική ενικού του αντιπλημμυρική
αντιπλημμυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικού	adj	γενική ενικού του αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπλημμυρικός
αντιπλημμυρικός	adj	που αποτρέπει τις πλημμύρες ή περιορίζει τις συνέπειές τους
αντιπλημμυρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπλημμυρικός
αντιπληροφορήσεις	=	αντιπληροφόρηση
αντιπληροφορήσεων	=	αντιπληροφόρηση
αντιπληροφόρηση	noun	η εναλλακτική μορφή πληροφόρησης, αντίθετη με τον κανονικό δίαυλο πληροφόρησης
αντιπληροφόρησης	=	αντιπληροφόρηση
αντιπληρώναμε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώναν	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνανε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνατε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνει	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνεις	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνετε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνοντας	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνουμε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνουν	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνουνε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώνω	verb	ανταποδίδω, επιστρέφω καλό ή κακό
αντιπληρώσαμε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώσαν	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώσανε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώσατε	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώσει	=	αντιπληρώνω
αντιπληρώστε	=	αντιπληρώνω
αντιπλοίαρχε	noun	κλητική ενικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοίαρχος	noun	ανώτερος αξιωματικός, κάτω ακριβώς από τον βαθμό του πλοιάρχου και πάνω από του πλωτάρχη
αντιπλοίαρχου	noun	γενική ενικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοίαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοίαρχων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοιάρχου	noun	γενική ενικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπλοίαρχος
αντιπλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπλοϊκό
αντιπλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του αντιπλοϊκός
αντιπλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπλοϊκή
αντιπλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπλοϊκός
αντιπλοϊκής	adj	γενική ενικού του αντιπλοϊκή
αντιπλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπλοϊκός
αντιπλοϊκού	adj	γενική ενικού του αντιπλοϊκός
αντιπλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπλοϊκός
αντιπλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπλοϊκός
αντιπλοϊκός	adj	που βάλλεται / εκτοξεύεται εναντίον πλοίων
αντιπλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπλοϊκός
αντιπνευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπνευματικό
αντιπνευματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπνευματικός
αντιπνευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπνευματική
αντιπνευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπνευματικός
αντιπνευματικής	adj	γενική ενικού του αντιπνευματική
αντιπνευματικο	=	αντιπνευματικός
αντιπνευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπνευματικός
αντιπνευματικοτήτων	=	αντιπνευματικότητα
αντιπνευματικού	adj	γενική ενικού του αντιπνευματικός
αντιπνευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπνευματικός
αντιπνευματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπνευματικός
αντιπνευματικός	adj	που είναι αντίθετος προς την πνευματικότητα
αντιπνευματικότητα	noun	η ιδιότητα του αντιπνευματικού
αντιπνευματικότητας	=	αντιπνευματικότητα
αντιπνευματικότητες	=	αντιπνευματικότητα
αντιπνευματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπνευματικός
αντιπνευμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπνευμονικό
αντιπνευμονικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπνευμονικός
αντιπνευμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπνευμονική
αντιπνευμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπνευμονικός
αντιπνευμονικής	adj	γενική ενικού του αντιπνευμονική
αντιπνευμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπνευμονικός
αντιπνευμονικού	adj	γενική ενικού του αντιπνευμονικός
αντιπνευμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπνευμονικός
αντιπνευμονικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπνευμονικός
αντιπνευμονικός	adj	που καταπολεμά την πνευμονία
αντιπνευμονικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπνευμονικός
αντιποίηση	noun	το να κάνει κάποιος δικό του κάτι με μη θεμιτό τρόπο, ιδίως το να ασκεί δικαίωμα ή εξουσία που δεν του ανήκει
αντιποίησης	=	αντιποίηση
αντιποίνων	=	αντίποινα
αντιποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιήσεις	=	αντιποίηση
αντιποιήσεων	=	αντιποίηση
αντιποιήσεως	=	αντιποίηση
αντιποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιημένα	=	αντιποιημένος
αντιποιημένε	=	αντιποιημένος
αντιποιημένες	=	αντιποιημένος
αντιποιημένη	=	αντιποιημένος
αντιποιημένης	=	αντιποιημένος
αντιποιημένο	=	αντιποιημένος
αντιποιημένοι	=	αντιποιημένος
αντιποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντιποιούμαι
αντιποιημένου	=	αντιποιημένος
αντιποιημένους	=	αντιποιημένος
αντιποιημένων	=	αντιποιημένος
αντιποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιποιητικό	adv	με αντιποιητικό τρόπο
αντιποιητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιποιητικός
αντιποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιποιητική
αντιποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιποιητικός
αντιποιητικής	adj	γενική ενικού του αντιποιητική
αντιποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιποιητικός
αντιποιητικοτήτων	=	αντιποιητικότητα
αντιποιητικού	adj	γενική ενικού του αντιποιητικός
αντιποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιποιητικός
αντιποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιποιητικός
αντιποιητικός	adj	που είναι αντίθετος με την ποίηση, που δεν είναι ποιητικός
αντιποιητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αντιποιητικού
αντιποιητικότητας	=	αντιποιητικότητα
αντιποιητικότητες	=	αντιποιητικότητα
αντιποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιποιητικός
αντιποιούμαι	verb	οικειοποιούμαι κάτι χωρίς να έχω σχετικό νόμιμο δικαίωμα
αντιπολίτευση	noun	το σύνολο των κομμάτων που δε βρίσκεται στην κυβέρνηση ή δεν ασκεί την εξουσία, αλλά αντιτίθεται στις κυβερνητικές πολιτικές ή τις επικρίνει
αντιπολίτευσης	noun	γενική ενικού του αντιπολίτευση
αντιπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολεμικό
αντιπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπολεμικός
αντιπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολεμική
αντιπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπολεμικός
αντιπολεμικής	adj	γενική ενικού του αντιπολεμική
αντιπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπολεμικός
αντιπολεμικού	adj	γενική ενικού του αντιπολεμικός
αντιπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπολεμικός
αντιπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπολεμικός
αντιπολεμικός	adj	που είναι εναντίον του πολέμου
αντιπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπολεμικός
αντιπολιομυελιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιομυελιτικό
αντιπολιομυελιτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιομυελιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιομυελιτική
αντιπολιομυελιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιομυελιτικής	adj	γενική ενικού του αντιπολιομυελιτική
αντιπολιομυελιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιομυελιτικού	adj	γενική ενικού του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιομυελιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιομυελιτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιομυελιτικός	adj	που καταπολεμά την πολιομυελίτιδα
αντιπολιομυελιτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπολιομυελιτικός
αντιπολιτευμένος	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτήκαν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτήκανε	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτευτικό	adv	με αντιπολιτευτικό τρόπο
αντιπολιτευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτευτική
αντιπολιτευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτικής	adj	γενική ενικού του αντιπολιτευτική
αντιπολιτευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτικού	adj	γενική ενικού του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτικός	adj	που ασκεί αντιπολίτευση, που ανήκει ή αναφέρεται στην αντιπολίτευση
αντιπολιτευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπολιτευτικός
αντιπολιτευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόμασταν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόμαστε	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτευόμενο
αντιπολιτευόμενε	verb	κλητική ενικού του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτευόμενη
αντιπολιτευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμενης	verb	γενική ενικού του αντιπολιτευόμενη
αντιπολιτευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος αντιπολιτεύομαι που ασκεί αντιπολίτευση
αντιπολιτευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπολιτευόμενος
αντιπολιτευόμουν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόμουνα	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόντουσαν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόσασταν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόσαστε	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόσουν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόσουνα	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευόταν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτευότανε	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύεσαι	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύεστε	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύεται	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύθηκα	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύομαι	verb	ασκώ αντιπολίτευση
αντιπολιτεύονται	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύονταν	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολίτευση
αντιπολιτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπολίτευση
αντιπολιτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπολίτευση
αντιπολιτεύσου	=	αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπολιτεύομαι
αντιπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτικό
αντιπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπολιτικός
αντιπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτική
αντιπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπολιτικός
αντιπολιτικής	adj	γενική ενικού του αντιπολιτική
αντιπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπολιτικός
αντιπολιτικού	adj	γενική ενικού του αντιπολιτικός
αντιπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπολιτικός
αντιπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπολιτικός
αντιπολιτικός	adj	που δεν ταιριάζει στην πολιτική, που είναι αντίθετος με την πολιτική
αντιπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπολιτικός
αντιπορνογραφικά	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικέ	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικές	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφική	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικής	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικοί	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικού	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικούς	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικό	=	αντιπορνογραφικός
αντιπορνογραφικός	adj	που είναι θεωρητικά και πρακτικά αντίθετος με την πορνογραφία
αντιπορνογραφικών	=	αντιπορνογραφικός
αντιπουριταέ	=	αντιπουριτανή
αντιπουριτανέ	=	αντιπουριτανός
αντιπουριτανή	noun	θηλυκό του αντιπουριτανός
αντιπουριτανικά	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικέ	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικές	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανική	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικής	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικοί	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικού	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικούς	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικό	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανικός	adj	που αντιτίθεται στον πουριτανισμό
αντιπουριτανικών	=	αντιπουριτανικός
αντιπουριτανοί	=	αντιπουριτανός
αντιπουριτανού	=	αντιπουριτανός
αντιπουριτανούς	=	αντιπουριτανός
αντιπουριτανό	=	αντιπουριτανός
αντιπουριτανός	noun	κάποιος που αντιτίθεται στον πουριτανισμό
αντιπουριτανών	=	αντιπουριτανός
αντιπουριταοί	=	αντιπουριτανή
αντιπουριταού	=	αντιπουριτανή
αντιπουριταούς	=	αντιπουριτανή
αντιπουριταό	=	αντιπουριτανή
αντιπουριταός	=	αντιπουριτανή
αντιπουριταών	=	αντιπουριτανή
αντιπράξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίπραξη
αντιπράξεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίπραξη
αντιπράξεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίπραξη
αντιπράττω	verb|formal	εναντιώνομαι
αντιπραγματισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιπραγματισμός
αντιπραγματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπραγματισμός
αντιπραγματισμού	noun	γενική ενικού του αντιπραγματισμός
αντιπραγματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπραγματισμός
αντιπραγματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιπραγματισμός
αντιπραγματισμός	noun	ανταλλαγή προϊόντων ίσης αξίας, εμπορική πράξη χωρίς τη χρήση χρήματος
αντιπραγματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπραγματισμός
αντιπραξικοπήματα	=	αντιπραξικόπημα
αντιπραξικοπήματος	=	αντιπραξικόπημα
αντιπραξικοπημάτων	=	αντιπραξικόπημα
αντιπραξικόπημα	noun	πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή της κατάστασης που δημιούργησε άλλο πραξικόπημα
αντιπροέδρου	noun	γενική ενικού του αντιπρόεδρος
αντιπροέδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπρόεδρος
αντιπροέδρων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπρόεδρος
αντιπροίκι	noun|literary	δώρο του γαμπρού στη νύφη ή των πεθερικών στο γαμπρό
αντιπροίκια	=	αντιπροίκι
αντιπροεδρία	noun	το να είναι κάποιος αντιπρόεδρος
αντιπροεδρίας	noun	γενική ενικού του αντιπροεδρία
αντιπροεδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροεδρία
αντιπροεδρίνα	noun	γυναίκα αντιπρόεδρος
αντιπροεδρίνας	=	αντιπροεδρίνα
αντιπροεδρίνες	=	αντιπροεδρίνα
αντιπροεδρίνων	=	αντιπροεδρίνα
αντιπροεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροεδρικό
αντιπροεδρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροεδρικός
αντιπροεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροεδρική
αντιπροεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροεδρικός
αντιπροεδρικής	adj	γενική ενικού του αντιπροεδρική
αντιπροεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροεδρικός
αντιπροεδρικού	adj	γενική ενικού του αντιπροεδρικός
αντιπροεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροεδρικός
αντιπροεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροεδρικός
αντιπροεδρικός	adj	που έχει σχέση με τον αντιπρόεδρο ή την αντιπροεδρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
αντιπροεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροεδρικός
αντιπροεδριών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπροεδρία
αντιπροοδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροοδευτικό
αντιπροοδευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροοδευτικός
αντιπροοδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροοδευτική
αντιπροοδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροοδευτικός
αντιπροοδευτικής	adj	γενική ενικού του αντιπροοδευτική
αντιπροοδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροοδευτικός
αντιπροοδευτικού	adj	γενική ενικού του αντιπροοδευτικός
αντιπροοδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροοδευτικός
αντιπροοδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροοδευτικός
αντιπροοδευτικός	adj	που είναι εναντίον της προόδου
αντιπροοδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροοδευτικός
αντιπροπέρσι	adv	άλλη μορφή του αντιπροπέρυσι
αντιπροπέρσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροπέρσινο
αντιπροπέρσινε	adj	κλητική ενικού του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροπέρσινη
αντιπροπέρσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρσινης	adj	γενική ενικού του αντιπροπέρσινη
αντιπροπέρσινο	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρσινος	adj	που συνέβη αντιπρόπερσι
αντιπροπέρσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπροπέρσινος
αντιπροπέρυσι	adv	πριν από τρία χρόνια
αντιπροπαγάνδα	noun|formal	προπαγάνδα που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση ή διάψευση άλλης προπαγάνδας
αντιπροπαγάνδας	=	αντιπροπαγάνδα
αντιπροπαγάνδες	=	αντιπροπαγάνδα
αντιπροπαγάνδων	=	αντιπροπαγάνδα
αντιπροπαγανδιστικά	adv	με αντιπροπαγανδιστικό τρόπο
αντιπροπαγανδιστικέ	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικές	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστική	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικής	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικοί	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικού	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικούς	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικό	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικός	adv	που έχει σχέση με την αντιπροπαγάνδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντιπροπαγανδιστικών	=	αντιπροπαγανδιστικός
αντιπροπαγανδιστικώς	adv	με αντιπροπαγανδιστικό τρόπο
αντιπροπαρασκευές	=	αντιπροπαρασκευή
αντιπροπαρασκευή	noun	προσχεδιασμένη επίθεση εναντίον εχθρού που προετοιμάζεται για επίθεση
αντιπροπαρασκευής	=	αντιπροπαρασκευή
αντιπροπαρασκευών	=	αντιπροπαρασκευή
αντιπροπερσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροπερσινό
αντιπροπερσινέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροπερσινός
αντιπροπερσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροπερσινή
αντιπροπερσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροπερσινός
αντιπροπερσινής	adj	γενική ενικού του αντιπροπερσινή
αντιπροπερσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροπερσινός
αντιπροπερσινού	adj	γενική ενικού του αντιπροπερσινός
αντιπροπερσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροπερσινός
αντιπροπερσινό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροπερσινός
αντιπροπερσινός	adj	που συνέβη αντιπρόπερσι
αντιπροπερσινών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροπερσινός
αντιπροσέφερα	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσέφεραν	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσέφερε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσέφερες	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσαρμογή	noun|formal	η αντίστροφη προσαρμογή
αντιπροσκάλει	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκάλεσα	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκάλεσαν	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκάλεσε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκάλεσες	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλέσαμε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλέσαν	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλέσανε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλέσατε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλέσει	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλέστε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλεί	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλείς	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλείτε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούμε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούν	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούνε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσα	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσαμε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσαν	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσανε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσατε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσε	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλούσες	=	αντιπροσκαλώ
αντιπροσκαλώ	verb|formal	προσκαλώ κι εγώ με τη σειρά μου
αντιπροσκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπροσκαλώ
αντιπροσκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπρόσκληση
αντιπροσκλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπρόσκληση
αντιπροσκλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπρόσκληση
αντιπροστατευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροστατευτικό
αντιπροστατευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροστατευτικός
αντιπροστατευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροστατευτική
αντιπροστατευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροστατευτικός
αντιπροστατευτικής	adj	γενική ενικού του αντιπροστατευτική
αντιπροστατευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροστατευτικός
αντιπροστατευτικού	adj	γενική ενικού του αντιπροστατευτικός
αντιπροστατευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροστατευτικός
αντιπροστατευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροστατευτικός
αντιπροστατευτικός	adj	που είναι εναντίον του προστατευτισμού
αντιπροστατευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροστατευτικός
αντιπροσφέραμε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέραν	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρανε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρατε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρει	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρεις	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρετε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέροντας	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρουμε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρουν	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρουνε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρτε	=	αντιπροσφέρω
αντιπροσφέρω	verb	προσφέρω με τη σειρά μου προς απάντηση ή αντιμετώπιση άλλης προσφοράς
αντιπροσφορά	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιπροσφέρω
αντιπροσφοράς	noun	γενική ενικού του αντιπροσφορά
αντιπροσφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσφορά
αντιπροσφορών	=	αντιπροσφορά
αντιπροσωπία	noun	άλλη γραφή του αντιπροσωπεία
αντιπροσωπίας	noun	γενική ενικού του αντιπροσωπία
αντιπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπία
αντιπροσωπεία	noun	μια ομάδα ανθρώπων που αντιπροσωπεύουν ένα μεγαλύτερο σύνολο στο οποίο είναι ενταγμένοι ή μιλούν και διαπραγματεύονται ως εκπρόσωποί τους
αντιπροσωπείας	noun	γενική ενικού του αντιπροσωπεία
αντιπροσωπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπεία
αντιπροσωπειών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπροσωπεία
αντιπροσωπευθήκαμε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθήκαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθήκανε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθήκατε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθεί	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθείς	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθείτε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθούμε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθούν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθούνε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευθώ	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευμένο
αντιπροσωπευμένε	verb	κλητική ενικού του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευμένη
αντιπροσωπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευμένης	verb	γενική ενικού του αντιπροσωπευμένη
αντιπροσωπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπροσωπευμένος
αντιπροσωπευουσών	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπευούσης	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπευτήκαμε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτήκαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτήκανε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτήκατε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτεί	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτείς	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτείτε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευτικό	adv	σαν αντιπρόσωπος
αντιπροσωπευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευτική
αντιπροσωπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικής	adj	γενική ενικού του αντιπροσωπευτική
αντιπροσωπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικοτήτων	=	αντιπροσωπευτικότητα
αντιπροσωπευτικού	adj	γενική ενικού του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικός	adj	που λειτουργεί με τη μεσολάβηση αντιπροσώπων
αντιπροσωπευτικότατα	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατε	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατες	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατη	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατης	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατο	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατοι	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατος	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατου	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατους	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότατων	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερα	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερε	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερες	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερη	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερης	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερο	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότεροι	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερος	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερου	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερους	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότερων	=	αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικότητα	noun	η ιδιότητα του αντιπροσωπευτικού
αντιπροσωπευτικότητας	=	αντιπροσωπευτικότητα
αντιπροσωπευτικότητες	=	αντιπροσωπευτικότητα
αντιπροσωπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροσωπευτικός
αντιπροσωπευτικώς	adv|dated	αντιπροσωπευτικά
αντιπροσωπευτούμε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτούν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτούνε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευτώ	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόμασταν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόμαστε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευόμενο
αντιπροσωπευόμενε	verb	κλητική ενικού του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευόμενη
αντιπροσωπευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμενης	verb	γενική ενικού του αντιπροσωπευόμενη
αντιπροσωπευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιπροσωπευόμενος
αντιπροσωπευόμουν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόμουνα	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόντουσαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόντων	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπευόσασταν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόσαστε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόσουν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόσουνα	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευόταν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπευότανε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύαμε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύανε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύατε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύει	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύεις	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύεσαι	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύεστε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύεται	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύετε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύθηκα	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύθηκαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύθηκε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύθηκες	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύομαι	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύομε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύον	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύοντα	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύονται	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύονταν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύοντες	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύοντος	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύουμε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύουν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύουνε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύουσα	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύουσας	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύουσες	=	αντιπροσωπεύων
αντιπροσωπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσανε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροσώπευση
αντιπροσωπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπροσώπευση
αντιπροσωπεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπροσώπευση
αντιπροσωπεύσομε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσου	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσουνε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύτηκα	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύτηκαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύτηκε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύτηκες	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσωπεύω	verb	είμαι αντιπρόσωπος κάποιου, ενεργώ ως αντιπρόσωπος
αντιπροσωπεύων	verb|formal	που αντιπροσωπεύει
αντιπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπροσωπία
αντιπροσώπευα	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευαν	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευε	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευες	=	αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιπροσωπεύω
αντιπροσώπευσης	noun	γενική ενικού του αντιπροσώπευση
αντιπροσώπου	noun	γενική ενικού του αντιπρόσωπος
αντιπροσώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιπρόσωπος
αντιπροσώπων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπρόσωπος
αντιπροτάθηκα	=	αντιπροτείνω
αντιπροτάθηκαν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτάθηκε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτάθηκες	=	αντιπροτείνω
αντιπροτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπρόταση
αντιπροτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιπρόταση
αντιπροτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιπρόταση
αντιπροταθήκαμε	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθήκαν	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθήκανε	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθήκατε	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθεί	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθείς	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθείτε	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθούμε	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθούν	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθούνε	=	αντιπροτείνω
αντιπροταθώ	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείναμε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείναν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνανε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνατε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνει	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνεις	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνεσαι	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνεστε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνεται	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνετε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνομαι	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνομε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνονται	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνονταν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνοντας	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνουμε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνουν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνουνε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτείνω	verb	προτείνω κάτι αντίθετο ή εναλλακτικό σε όσα έχουν ήδη προταθεί, κάνω αντιπρόταση
αντιπροτεινόμασταν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόμαστε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόμενος	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόμουν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόμουνα	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόντουσαν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόσασταν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόσαστε	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόσουν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόσουνα	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινόταν	=	αντιπροτείνω
αντιπροτεινότανε	=	αντιπροτείνω
αντιπροχθές	adv	άλλη μορφή του αντιπροχτές
αντιπροχθεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροχθεσινό
αντιπροχθεσινέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροχθεσινός
αντιπροχθεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροχθεσινή
αντιπροχθεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροχθεσινός
αντιπροχθεσινής	adj	γενική ενικού του αντιπροχθεσινή
αντιπροχθεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροχθεσινός
αντιπροχθεσινού	adj	γενική ενικού του αντιπροχθεσινός
αντιπροχθεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροχθεσινός
αντιπροχθεσινό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροχθεσινός
αντιπροχθεσινός	adj	που συνέβη αντιπροχθές
αντιπροχθεσινών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροχθεσινός
αντιπροχτές	adv	η μέρα που ήταν πριν από προχθές, τρεις ημέρες πριν από σήμερα
αντιπροχτεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροχτεσινό
αντιπροχτεσινέ	adj	κλητική ενικού του αντιπροχτεσινός
αντιπροχτεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπροχτεσινή
αντιπροχτεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπροχτεσινός
αντιπροχτεσινής	adj	γενική ενικού του αντιπροχτεσινή
αντιπροχτεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπροχτεσινός
αντιπροχτεσινού	adj	γενική ενικού του αντιπροχτεσινός
αντιπροχτεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπροχτεσινός
αντιπροχτεσινό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπροχτεσινός
αντιπροχτεσινός	adj	άλλη μορφή του αντιπροχθεσινός
αντιπροχτεσινών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπροχτεσινός
αντιπρυτάνεις	=	αντιπρύτανης
αντιπρυτάνεων	=	αντιπρύτανης
αντιπρυτάνεως	=	αντιπρύτανης
αντιπρυτανεία	noun	το να είναι κάποιος αντιπρύτανης, το αξίωμα του αντιπρύτανη
αντιπρυτανείας	noun	γενική ενικού του αντιπρυτανεία
αντιπρυτανείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπρυτανεία
αντιπρυτανειών	noun	γενική πληθυντικού του αντιπρυτανεία
αντιπρωτονίου	=	αντιπρωτόνιο
αντιπρωτονίων	=	αντιπρωτόνιο
αντιπρωτόνια	=	αντιπρωτόνιο
αντιπρωτόνιο	noun	στοιχειώδες αντισωματίδιο ίσης μάζας με το πρωτόνιο αλλά αντίθετου φορτίου, που εξαϋλώνεται όταν συναντήσει πρωτόνιο, απελευθερώνοντας ενέργεια
αντιπρωτόνιου	=	αντιπρωτόνιο
αντιπρωτόνιων	=	αντιπρωτόνιο
αντιπρόεδρε	noun	κλητική ενικού του αντιπρόεδρος
αντιπρόεδρο	noun	αιτιατική ενικού του αντιπρόεδρος
αντιπρόεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπρόεδρος
αντιπρόεδρος	noun	που ασκεί αναπληρωματικά ή συμπληρωματικά τα καθήκοντα του προέδρου
αντιπρόεδρου	=	αντιπρόεδρος
αντιπρόεδρους	=	αντιπρόεδρος
αντιπρόπερσι	adv	άλλη μορφή του αντιπροπέρυσι
αντιπρόσκληση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιπροσκαλώ
αντιπρόσκλησης	noun	γενική ενικού του αντιπρόσκληση
αντιπρόσφερε	=	αντιπροσφέρω
αντιπρόσωπε	noun	κλητική ενικού του αντιπρόσωπος
αντιπρόσωπο	noun	αιτιατική ενικού του αντιπρόσωπος
αντιπρόσωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπρόσωπος
αντιπρόσωπος	noun	που αντιπροσωπεύει
αντιπρόσωπου	=	αντιπρόσωπος
αντιπρόσωπους	=	αντιπρόσωπος
αντιπρόταση	noun	πρόταση που απαντά σε προηγούμενη πρόταση και είναι διαφορετική απ’ αυτή ή την συμπληρώνει
αντιπρότασης	noun	γενική ενικού του αντιπρόταση
αντιπρότεινα	=	αντιπροτείνω
αντιπρότειναν	=	αντιπροτείνω
αντιπρότεινε	=	αντιπροτείνω
αντιπρότεινες	=	αντιπροτείνω
αντιπρύτανη	=	αντιπρύτανης
αντιπρύτανης	noun	αναπληρωτής πρύτανης ή αυτός που αντικαθιστά τον πρύτανη
αντιπτέραρχε	=	αντιπτέραρχος
αντιπτέραρχο	=	αντιπτέραρχος
αντιπτέραρχοι	=	αντιπτέραρχος
αντιπτέραρχος	noun	ανώτατος βαθμός της πολεμικής αεροπορίας, αντίστοιχος με τον αντιστράτηγο και αντιναύαρχο
αντιπτέραρχου	=	αντιπτέραρχος
αντιπτέραρχους	=	αντιπτέραρχος
αντιπτέραρχων	=	αντιπτέραρχος
αντιπτέριση	noun	είδος αθλήματος που μοιάζει με την αντισφαίριση (τένις) και παίζεται με ρακέτες και φτερωτό μπαλάκι από δύο αντιπάλους ή δύο αντίπαλα ζεύγη
αντιπτέρισης	=	αντιπτέριση
αντιπτεράρχου	=	αντιπτέραρχος
αντιπτεράρχους	=	αντιπτέραρχος
αντιπτεράρχων	=	αντιπτέραρχος
αντιπτερίσεις	=	αντιπτέριση
αντιπτερίσεων	=	αντιπτέριση
αντιπυρά	noun	ο αντεμπρησμός
αντιπυράρχου	=	αντιπύραρχος
αντιπυράρχους	=	αντιπύραρχος
αντιπυράρχων	=	αντιπύραρχος
αντιπυράς	=	αντιπυρά
αντιπυρές	=	αντιπυρά
αντιπυρίνες	=	αντιπυρίνη
αντιπυρίνη	noun|dated	παλαιό φάρμακο, που παρασκευάστηκε το 1887 από το Γερμανό χημικό Λούντβιχ Κνορ (Ludwig Knorr), με αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση (σημερινή ονομασία: Phenazone)
αντιπυρίνης	=	αντιπυρίνη
αντιπυρίνων	=	αντιπυρίνη
αντιπυραυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυραυλικό
αντιπυραυλικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπυραυλικός
αντιπυραυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυραυλική
αντιπυραυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπυραυλικός
αντιπυραυλικής	adj	γενική ενικού του αντιπυραυλική
αντιπυραυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπυραυλικός
αντιπυραυλικού	adj	γενική ενικού του αντιπυραυλικός
αντιπυραυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπυραυλικός
αντιπυραυλικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπυραυλικός
αντιπυραυλικός	adj	που συμβάλλει στην εξουδετέρωση των πυραύλων του εχθρού
αντιπυραυλικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπυραυλικός
αντιπυραύλου	=	αντιπύραυλος
αντιπυραύλους	=	αντιπύραυλος
αντιπυραύλων	=	αντιπύραυλος
αντιπυρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρετικό
αντιπυρετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπυρετικός
αντιπυρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρετική
αντιπυρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπυρετικός
αντιπυρετικής	adj	γενική ενικού του αντιπυρετική
αντιπυρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρετικός
αντιπυρετικού	adj	γενική ενικού του αντιπυρετικός
αντιπυρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπυρετικός
αντιπυρετικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντιπυρετικός	noun	φάρμακο που συμβάλλει στην καταπολέμηση του πυρετού
αντιπυρετικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του πυρετού
αντιπυρετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπυρετικός
αντιπυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρηνικό
αντιπυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπυρηνικός
αντιπυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρηνική
αντιπυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπυρηνικός
αντιπυρηνικής	adj	γενική ενικού του αντιπυρηνική
αντιπυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρηνικός
αντιπυρηνικού	adj	γενική ενικού του αντιπυρηνικός
αντιπυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπυρηνικός
αντιπυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπυρηνικός
αντιπυρηνικός	adj	που αντιτίθεται στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας
αντιπυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπυρηνικός
αντιπυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρικό
αντιπυρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιπυρικός
αντιπυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρική
αντιπυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιπυρικός
αντιπυρικής	adj	γενική ενικού του αντιπυρική
αντιπυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιπυρικός
αντιπυρικού	adj	γενική ενικού του αντιπυρικός
αντιπυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιπυρικός
αντιπυρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιπυρικός
αντιπυρικός	adj	που χρησιμεύει ως μέσο πυρόσβεσης, καταπολέμησης της φωτιάς ή για προστασία από αυτής
αντιπυρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιπυρικός
αντιπυρινών	=	αντιπυρίνη
αντιπυρκαγιά	noun	ο αντεμπρησμός
αντιπυρκαγιάς	=	αντιπυρκαγιά
αντιπυρκαγιές	=	αντιπυρκαγιά
αντιπυρκαγιών	=	αντιπυρκαγιά
αντιπυρών	=	αντιπυρά
αντιπόδων	=	αντίποδας
αντιπύρ	noun	ελεγχόμενη φωτιά η οποία ανάβεται με σκοπό να ανακόψει την πορεία άλλης, ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς, συνήθως σε χρήση σε δασικές εκτάσεις
αντιπύραρχε	=	αντιπύραρχος
αντιπύραρχο	=	αντιπύραρχος
αντιπύραρχοι	=	αντιπύραρχος
αντιπύραρχος	noun	βαθμός ανώτερου αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του αντισυνταγματάρχη στο στρατό
αντιπύραρχου	=	αντιπύραρχος
αντιπύραρχους	=	αντιπύραρχος
αντιπύραρχων	=	αντιπύραρχος
αντιπύραυλε	=	αντιπύραυλος
αντιπύραυλο	=	αντιπύραυλος
αντιπύραυλοι	=	αντιπύραυλος
αντιπύραυλος	noun	πύραυλος που συμβάλλει στην εξουδετέρωση των πυραύλων του εχθρού
αντιπύραυλου	=	αντιπύραυλος
αντιπύραυλους	=	αντιπύραυλος
αντιπύραυλων	=	αντιπύραυλος
αντιράφου	=	αντίγραφο
αντιράφων	=	αντίγραφο
αντιραντάρ	noun	τεχνολογικό σύστημα ή υλικό που αποσκοπεί στη μείωση ή εξουδετέρωση της ικανότητας ενός ραντάρ να εντοπίσει, να παρακολουθήσει ή να στοχεύσει αντικείμενα, κυρίως στρατιωτικού χαρακτήρα
αντιρασιοναλιστές	=	αντιρασιοναλιστής
αντιρασιοναλιστή	=	αντιρασιοναλιστής
αντιρασιοναλιστής	noun	αυτός που είναι εναντίον του ρασιοναλισμού
αντιρασιοναλιστικά	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικέ	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικές	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστική	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικής	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικοί	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικού	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικούς	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικό	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστικός	adj	που είναι εναντίον του ρασιοναλισμού
αντιρασιοναλιστικών	=	αντιρασιοναλιστικός
αντιρασιοναλιστών	=	αντιρασιοναλιστής
αντιρατσίστρια	=	αντιρατσιστής
αντιρατσισμέ	=	αντιρατσισμός
αντιρατσισμοί	=	αντιρατσισμός
αντιρατσισμού	=	αντιρατσισμός
αντιρατσισμούς	=	αντιρατσισμός
αντιρατσισμό	=	αντιρατσισμός
αντιρατσισμός	noun	σύνολο πεποιθήσεων, πρακτικών και αγώνων που προάγουν την ισότητα και μάχονται τις διακρίσεις με βάση τη φυλή, το χρώμα ή την εθνοτική καταγωγή
αντιρατσισμών	=	αντιρατσισμός
αντιρατσιστές	=	αντιρατσιστής
αντιρατσιστή	=	αντιρατσιστής
αντιρατσιστής	noun	Το άτομο που αντιτάσσεται στο φαινόμενο των κοινωνικών διακρίσεων.
αντιρατσιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρατσιστικό
αντιρατσιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρατσιστική
αντιρατσιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστικής	adj	γενική ενικού του αντιρατσιστική
αντιρατσιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστικού	adj	γενική ενικού του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστικός	adj	που αντιτίθεται στον ρατσισμό
αντιρατσιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιρατσιστικός
αντιρατσιστών	=	αντιρατσιστής
αντιρετροϊκά	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκέ	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκές	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκή	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκής	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκοί	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκού	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκούς	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκό	=	αντιρετροϊκός
αντιρετροϊκός	adj	που αναστέλλει τη δραστηριότητα ρετροϊών, όπως ο HIV
αντιρετροϊκών	=	αντιρετροϊκός
αντιρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντίρευμα
αντιρευματικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρευματικό (εννοείται: φάρμακα)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αντιρευματικό) του αντιρευματικός
αντιρευματικέ	=	αντιρευματικός
αντιρευματικές	=	αντιρευματικός
αντιρευματική	=	αντιρευματικός
αντιρευματικής	=	αντιρευματικός
αντιρευματικοί	=	αντιρευματικός
αντιρευματικού	=	αντιρευματικό
αντιρευματικούς	=	αντιρευματικός
αντιρευματικό	noun	φάρμακο που συμβάλλει στην καταπολέμηση των ρευματισμών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αντιρευματικός
αντιρευματικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση των ρευματισμών
αντιρευματικών	=	αντιρευματικό
αντιρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίρευμα
αντιρεύματος	noun	γενική ενικού του αντίρευμα
αντιρομαντικά	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικέ	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικές	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντική	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικής	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικοί	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικού	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικούς	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικό	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντικός	adj	που απορρίπτει τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού ή έχει τα αντίθετα από αυτά· που διακρίνεται από απάθεια ή έλλειψη ευαισθησιών, συναισθηματικών εντάσεων	noun	που αντιτίθεται στον ρομαντισμό
αντιρομαντικών	=	αντιρομαντικός
αντιρομαντισμέ	=	αντιρομαντισμός
αντιρομαντισμοί	=	αντιρομαντισμός
αντιρομαντισμού	=	αντιρομαντισμός
αντιρομαντισμούς	=	αντιρομαντισμός
αντιρομαντισμό	=	αντιρομαντισμός
αντιρομαντισμός	noun|literary	κίνημα ή στάση που αντιτίθεται στον ρομαντισμό
αντιρομαντισμών	=	αντιρομαντισμός
αντιρρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίρρηση
αντιρρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίρρηση
αντιρρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίρρηση
αντιρρευματικά	noun	παρωχημένη γραφή του αντιρευματικά (παλιότερη γραφή με δύο ρρ)	adj	παρωχημένη γραφή του αντιρευματικά (παλιότερη γραφή με δύο ρρ)
αντιρρευματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιρρευματικός
αντιρρευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρρευματική
αντιρρευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιρρευματικός
αντιρρευματικής	adj	γενική ενικού του αντιρρευματική
αντιρρευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιρρευματικός
αντιρρευματικού	adj	γενική ενικού του αντιρρευματικός
αντιρρευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιρρευματικός
αντιρρευματικό	adj	παλαιότερη γραφή του αντιρευματικό με δύο ρρ
αντιρρευματικός	adj	παλιότερη γραφή του αντιρευματικός με δύο ρρ
αντιρρευματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιρρευματικός
αντιρρησία	=	αντιρρησίας
αντιρρησίας	noun	που προβάλλει αντιρρήσεις
αντιρρησίες	=	αντιρρησίας
αντιρρησιών	=	αντιρρησίας
αντιρρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρρητικό
αντιρρητικέ	adj	κλητική ενικού του αντιρρητικός
αντιρρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρρητική
αντιρρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιρρητικός
αντιρρητικής	adj	γενική ενικού του αντιρρητική
αντιρρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιρρητικός
αντιρρητικού	adj	γενική ενικού του αντιρρητικός
αντιρρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιρρητικός
αντιρρητικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιρρητικός
αντιρρητικός	adj|formal	που έχει και εκφράζει αντιρρήσεις και διαφωνίες
αντιρρητικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιρρητικός
αντιρρητικώς	adv|formal	άλλη μορφή του αντιρρητικά
αντιρροπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρρόπηση
αντιρροπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιρρόπηση
αντιρροπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιρρόπηση
αντιρροπίζαμε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζαν	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζανε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζατε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζει	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζεις	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζετε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζοντας	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζουμε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζουν	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζουνε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίζω	verb	εξισορροπώ
αντιρροπίσαμε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίσαν	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίσανε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίσατε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίσει	=	αντιρροπίζω
αντιρροπίστε	=	αντιρροπίζω
αντιρροπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρροπιστικό
αντιρροπιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιρροπιστικός
αντιρροπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρροπιστική
αντιρροπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιρροπιστικός
αντιρροπιστικής	adj	γενική ενικού του αντιρροπιστική
αντιρροπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιρροπιστικός
αντιρροπιστικού	adj	γενική ενικού του αντιρροπιστικός
αντιρροπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιρροπιστικός
αντιρροπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιρροπιστικός
αντιρροπιστικός	adj	που έχει σχέση με την αντιρρόπηση ή αναφέρεται σ' αυτή
αντιρροπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιρροπιστικός
αντιρρυπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρρύπανση
αντιρρυπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιρρύπανση
αντιρρυπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιρρύπανση
αντιρρυπαντικά	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικέ	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικές	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντική	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικής	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικοί	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικού	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικούς	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικό	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρυπαντικός	adj|formal	που συμβάλλει στην αντιρρύπανση, στην καταπολέμηση της ρύπανσης
αντιρρυπαντικών	=	αντιρρυπαντικός
αντιρρόπηση	noun|formal	η αντιστάθμιση
αντιρρόπησης	noun	γενική ενικού του αντιρρόπηση
αντιρρόπιζα	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπιζαν	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπιζε	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπιζες	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπισα	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπισαν	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπισε	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπισες	=	αντιρροπίζω
αντιρρόπου	=	αντίρροπος
αντιρρόπων	=	αντίρροπος
αντιρρόπως	adv|formal	άλλη μορφή του αντίρροπα
αντιρρύπανση	noun	η προσπάθεια καταπολέμησης της ρύπανσης
αντιρρύπανσης	noun	γενική ενικού του αντιρρύπανση
αντιρυπαντικά	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικέ	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικές	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντική	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικής	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικοί	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικού	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικούς	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικό	=	αντιρυπαντικός
αντιρυπαντικός	adj|formal	που συμβάλλει στην αντιρρύπανση, στην καταπολέμηση της ρύπανσης
αντιρυπαντικών	=	αντιρυπαντικός
αντιρυτιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρυτιδικό
αντιρυτιδικέ	adj	κλητική ενικού του αντιρυτιδικός
αντιρυτιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιρυτιδική
αντιρυτιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιρυτιδικός
αντιρυτιδικής	adj	γενική ενικού του αντιρυτιδική
αντιρυτιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιρυτιδικός
αντιρυτιδικού	adj	γενική ενικού του αντιρυτιδικός
αντιρυτιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιρυτιδικός
αντιρυτιδικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιρυτιδικός
αντιρυτιδικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση των ρυτίδων
αντιρυτιδικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιρυτιδικός
αντιρωτά	=	αντιρωτώ
αντιρωτάει	=	αντιρωτώ
αντιρωτάμε	=	αντιρωτώ
αντιρωτάν	=	αντιρωτώ
αντιρωτάνε	=	αντιρωτώ
αντιρωτάς	=	αντιρωτώ
αντιρωτάτε	=	αντιρωτώ
αντιρωτάω	=	αντιρωτώ
αντιρωτήσαμε	=	αντιρωτώ
αντιρωτήσαν	=	αντιρωτώ
αντιρωτήσανε	=	αντιρωτώ
αντιρωτήσατε	=	αντιρωτώ
αντιρωτήσει	=	αντιρωτώ
αντιρωτήστε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούμε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούν	=	αντιρωτώ
αντιρωτούνε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσα	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσαμε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσαν	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσανε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσατε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσε	=	αντιρωτώ
αντιρωτούσες	=	αντιρωτώ
αντιρωτώ	verb	απαντώ στην ερώτηση με ερώτηση
αντιρωτώντας	=	αντιρωτώ
αντιρώτα	=	αντιρωτώ
αντιρώταγε	=	αντιρωτώ
αντιρώτησα	=	αντιρωτώ
αντιρώτησαν	=	αντιρωτώ
αντιρώτησε	=	αντιρωτώ
αντιρώτησες	=	αντιρωτώ
αντισήκωμα	noun|dated	τα χρήματα εξαγοράς μιας υποχρεωτικής υπηρεσίας, π.χ. στράτευσης
αντισεισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισεισμικό	adv	με αντισεισμικό τρόπο
αντισεισμικέ	adj	κλητική ενικού του αντισεισμικός
αντισεισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισεισμική
αντισεισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισεισμικός
αντισεισμικής	adj	γενική ενικού του αντισεισμική
αντισεισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισεισμικός
αντισεισμικοτήτων	=	αντισεισμικότητα
αντισεισμικού	adj	γενική ενικού του αντισεισμικός
αντισεισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισεισμικός
αντισεισμικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισεισμικός
αντισεισμικός	adj	που έχει σχέση με τα μέτρα πρόληψης, προστασίας και αντιμετώπισης των σεισμών και των συνεπειών τους
αντισεισμικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι αντισεισμικό(ς), η ιδιότητα του αντισεισμικού
αντισεισμικότητας	=	αντισεισμικότητα
αντισεισμικότητες	=	αντισεισμικότητα
αντισεισμικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισεισμικός
αντισεξουαλικά	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικέ	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικές	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλική	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικής	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικοί	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικοτήτων	=	αντισεξουαλικότητα
αντισεξουαλικού	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικούς	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικό	=	αντισεξουαλικός
αντισεξουαλικός	adj	που δεν προκαλεί σεξουαλικά
αντισεξουαλικότητα	noun	αντίθεση προς την σεξουαλικότητα
αντισεξουαλικότητας	=	αντισεξουαλικότητα
αντισεξουαλικότητες	=	αντισεξουαλικότητα
αντισεξουαλικών	=	αντισεξουαλικός
αντισηκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντισήκωμα
αντισηκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισήκωμα
αντισηκώματος	noun	γενική ενικού του αντισήκωμα
αντισημίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισημίτης
αντισημίτη	=	αντισημίτης
αντισημίτης	noun	αυτός που διακατέχεται από αντισημιτισμό
αντισημίτρια	noun	αυτή που διακατέχεται από αντισημιτισμό
αντισημίτριας	noun	γενική ενικού του αντισημίτρια
αντισημίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισημίτρια
αντισημιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισημιτικό
αντισημιτικέ	adj	κλητική ενικού του αντισημιτικός
αντισημιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισημιτική
αντισημιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισημιτικός
αντισημιτικής	adj	γενική ενικού του αντισημιτική
αντισημιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισημιτικός
αντισημιτικού	adj	γενική ενικού του αντισημιτικός
αντισημιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισημιτικός
αντισημιτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισημιτικός
αντισημιτικός	adj	που χαρακτηρίζεται από αντισημιτισμό
αντισημιτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισημιτικός
αντισημιτισμέ	noun	κλητική ενικού του αντισημιτισμός
αντισημιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισημιτισμός
αντισημιτισμού	noun	γενική ενικού του αντισημιτισμός
αντισημιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντισημιτισμός
αντισημιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντισημιτισμός
αντισημιτισμός	noun	η διατύπωση ρατσιστικών απόψεων ή ακόμα και η άσκηση βίας εναντίον ατόμων εβραϊκής καταγωγής ή θρησκεύματος
αντισημιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντισημιτισμός
αντισημιτριών	noun	γενική πληθυντικού του αντισημίτρια
αντισημιτών	=	αντισημίτης
αντισηπτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισηπτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντισηπτικός
αντισηπτικέ	adj	κλητική ενικού του αντισηπτικός
αντισηπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισηπτική
αντισηπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισηπτικός
αντισηπτικής	adj	γενική ενικού του αντισηπτική
αντισηπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισηπτικός
αντισηπτικού	adj	γενική ενικού του αντισηπτικός
αντισηπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισηπτικός
αντισηπτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αντισηπτικός	noun	σκεύασμα που δρα με αντισηπτικό τρόπο
αντισηπτικός	adj	που καταπολεμά ή προλαμβάνει τη μόλυνση
αντισηπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισηπτικός
αντισηπτικώς	adv|formal	με αντισηπτικό τρόπο
αντισηψία	noun	η πρόληψη λοίμωξης με τοπική εφαρμογή αντισηπτικών, που είναι ουσίες μη τοξικές με μικροβιοκτόνο δράση.
αντισηψίας	noun	γενική ενικού του αντισηψία
αντισηψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισηψία
αντισηψιών	noun	γενική πληθυντικού του αντισηψία
αντισιωνίστρια	noun	θηλυκό του αντισιωνιστής
αντισιωνίστριας	=	αντισιωνίστρια
αντισιωνίστριες	=	αντισιωνίστρια
αντισιωνισμέ	=	αντισιωνισμός
αντισιωνισμοί	=	αντισιωνισμός
αντισιωνισμού	=	αντισιωνισμός
αντισιωνισμούς	=	αντισιωνισμός
αντισιωνισμό	=	αντισιωνισμός
αντισιωνισμός	noun	η αντίθεση στον σιωνισμό, δηλαδή η αντίθεση στην πολιτική κίνηση των Εβραίων για αυτοδιάθεση στα ιστορικά εδάφη του Ισραήλ, ή αντίθεση στο κράτος τού Ισραήλ
αντισιωνισμών	=	αντισιωνισμός
αντισιωνιστές	=	αντισιωνιστής
αντισιωνιστή	=	αντισιωνιστής
αντισιωνιστής	noun	άτομο που αντιτίθεται στην ιδεολογία ή τις πολιτικές του σιωνισμού, συχνά αμφισβητώντας τη νομιμότητα του κράτους του Ισραήλ ή την έννοια του εβραϊκού εθνικισμού ως πολιτικού σχεδίου
αντισιωνιστικά	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικέ	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικές	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστική	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντισιωνιστική) του αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικοί	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικού	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικούς	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικό	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστικός	adj	αντίθετος με τον σιωνισμό ή τους σιωνιστές
αντισιωνιστικών	=	αντισιωνιστικός
αντισιωνιστριών	=	αντισιωνίστρια
αντισιωνιστών	=	αντισιωνιστής
αντισκίαση	noun	προστατευτικός χρωματισμός ψαριών που τα βοηθά να καμουφλαριστούν, να μην είναι εύκολα ανιχνεύσιμα
αντισκίασης	noun	γενική ενικού του αντισκίαση
αντισκιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισκίαση
αντισκιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντισκίαση
αντισκιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντισκίαση
αντισκορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισκορικό
αντισκορικέ	adj	κλητική ενικού του αντισκορικός
αντισκορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισκορική
αντισκορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισκορικός
αντισκορικής	adj	γενική ενικού του αντισκορική
αντισκορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισκορικός
αντισκορικού	adj	γενική ενικού του αντισκορικός
αντισκορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισκορικός
αντισκορικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισκορικός
αντισκορικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του σκόρου
αντισκορικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισκορικός
αντισκωριακά	=	αντισκωριακός
αντισκωριακέ	=	αντισκωριακός
αντισκωριακές	=	αντισκωριακός
αντισκωριακή	=	αντισκωριακός
αντισκωριακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντισκωριακή) του αντισκωριακός
αντισκωριακοί	=	αντισκωριακός
αντισκωριακού	=	αντισκωριακός
αντισκωριακούς	=	αντισκωριακός
αντισκωριακό	=	αντισκωριακός
αντισκωριακός	adj	που αποβλέπει στην καταπολέμηση της σκουριάς
αντισκωριακών	=	αντισκωριακός
αντισκόβω	verb	αντικόβω, διακόπτω (συνομιλητή)
αντισμήναρχε	=	αντισμήναρχος
αντισμήναρχο	=	αντισμήναρχος
αντισμήναρχοι	=	αντισμήναρχος
αντισμήναρχος	noun	βαθμός αξιωματικού της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος του επισμηναγού και κατώτερος του σμηνάρχου
αντισμήναρχου	=	αντισμήναρχος
αντισμήναρχους	=	αντισμήναρχος
αντισμήναρχων	=	αντισμήναρχος
αντισμηνάρχου	=	αντισμήναρχος
αντισμηνάρχους	=	αντισμήναρχος
αντισμηνάρχων	=	αντισμήναρχος
αντισοβιετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντισοβιετικός	adv	με αντισοβιετικό τρόπο ή αντιλήψεις
αντισοβιετικέ	adj	κλητική ενικού του αντισοβιετικός
αντισοβιετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισοβιετική
αντισοβιετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισοβιετικός
αντισοβιετικής	adj	γενική ενικού του αντισοβιετική
αντισοβιετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισοβιετικός
αντισοβιετικού	adj	γενική ενικού του αντισοβιετικός
αντισοβιετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισοβιετικός
αντισοβιετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισοβιετικός
αντισοβιετικός	adj	που είναι εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης ή των Σοβιετικών
αντισοβιετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισοβιετικός
αντισοβιετισμέ	noun	κλητική ενικού του αντισοβιετισμός
αντισοβιετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισοβιετισμός
αντισοβιετισμού	noun	γενική ενικού του αντισοβιετισμός
αντισοβιετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντισοβιετισμός
αντισοβιετισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντισοβιετισμός
αντισοβιετισμός	noun	η εναντίωση στο σοβιετικό να πολιτικό σύστημα, στο καθεστώς εξουσίας των εργατικών συμβουλίων
αντισοβιετισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντισοβιετισμός
αντισοσιαλίστρια	noun	κάποια που ασπάζεται τον αντισοσιαλισμό
αντισοσιαλίστριας	=	αντισοσιαλίστρια
αντισοσιαλίστριες	=	αντισοσιαλίστρια
αντισοσιαλισμέ	=	αντισοσιαλισμός
αντισοσιαλισμοί	=	αντισοσιαλισμός
αντισοσιαλισμού	=	αντισοσιαλισμός
αντισοσιαλισμούς	=	αντισοσιαλισμός
αντισοσιαλισμό	=	αντισοσιαλισμός
αντισοσιαλισμός	noun	ιδεολογική στάση ή πολιτική θέση που απορρίπτει τις αρχές του σοσιαλισμού, κυρίως λόγω αντίθεσης στον κρατικό παρεμβατισμό, την αναδιανομή του πλούτου ή τη συλλογική ιδιοκτησία
αντισοσιαλισμών	=	αντισοσιαλισμός
αντισοσιαλιστές	=	αντισοσιαλιστής
αντισοσιαλιστή	=	αντισοσιαλιστής
αντισοσιαλιστής	noun	κάποιος που ασπάζεται τον αντισοσιαλισμό
αντισοσιαλιστικά	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικέ	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικές	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστική	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικής	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικοί	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικού	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικούς	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικό	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αντισοσιαλισμό ή αναφέρεται σʼ αυτόν
αντισοσιαλιστικών	=	αντισοσιαλιστικός
αντισοσιαλιστριών	=	αντισοσιαλίστρια
αντισοσιαλιστών	=	αντισοσιαλιστής
αντισπάμ	noun	τεχνολογική λύση που εντοπίζει και φιλτράρει αυτόματα μηνύματα ανεπιθύμητης ή μαζικής αλληλογραφίας στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
αντισπασμωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισπασμωδικό	adv	με αντισπασμωδικό τρόπο
αντισπασμωδικέ	adj	κλητική ενικού του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισπασμωδική
αντισπασμωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικής	adj	γενική ενικού του αντισπασμωδική
αντισπασμωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικού	adj	γενική ενικού του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση των σπασμών
αντισπασμωδικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισπασμωδικός
αντισπασμωδικώς	adv|formal	άλλη γραφή του αντισπασμωδικά
αντισπισιμέ	=	αντισπισιμός
αντισπισιμοί	=	αντισπισιμός
αντισπισιμού	=	αντισπισιμός
αντισπισιμούς	=	αντισπισιμός
αντισπισιμό	=	αντισπισιμός
αντισπισιμός	noun	η κοινωνική στάση ή κοινωνικό κίνημα που αντιτίθεται στο σπισισμό, και υποστηρίζει την ισότητα μεταξύ των ειδών
αντισπισιμών	=	αντισπισιμός
αντιστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντιστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντιστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντιστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντιστάθμιζα	=	αντισταθμίζω
αντιστάθμιζαν	=	αντισταθμίζω
αντιστάθμιζε	=	αντισταθμίζω
αντιστάθμιζες	=	αντισταθμίζω
αντιστάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντιστάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντιστάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντιστάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντιστάθμιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντισταθμίζω
αντιστάθμισης	noun	γενική ενικού του αντιστάθμιση
αντιστάθμισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντισταθμίζω
αντιστάρ	noun	γνωστό πρόσωπο που διαφοροποιείται από τους σταρ επιλέγοντας χαμηλό προφίλ και απέχοντας από τη δημοσιότητα και την επίδειξη
αντιστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίσταση
αντιστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίσταση
αντιστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίσταση
αντιστάσου	=	αντιστέκομαι
αντιστάτες	=	αντιστάτης
αντιστάτη	=	αντιστάτης
αντιστάτης	noun	ηλεκτρονικό εξάρτημα που αποτελείται από υλικό το οποίο παρουσιάζει αντίσταση στη δίοδο του ηλεκτρικού ρεύματος
αντιστέκεσαι	=	αντιστέκομαι
αντιστέκεστε	=	αντιστέκομαι
αντιστέκεται	=	αντιστέκομαι
αντιστέκομαι	verb	εναντιώνομαι, προβάλλω αντίσταση, αμύνομαι
αντιστέκονται	=	αντιστέκομαι
αντιστέκονταν	=	αντιστέκομαι
αντιστήριγμα	noun	δοκάρι ή κατασκευή που στηρίζει ένα οικοδόμημα
αντιστήριζα	=	αντιστηρίζω
αντιστήριζαν	=	αντιστηρίζω
αντιστήριζε	=	αντιστηρίζω
αντιστήριζες	=	αντιστηρίζω
αντιστήριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστήριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστήριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστήριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστήριξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντιστηρίζω
αντιστήριξης	noun	γενική ενικού του αντιστήριξη
αντιστήρισα	=	αντιστηρίζω
αντιστήρισαν	=	αντιστηρίζω
αντιστήρισε	=	αντιστηρίζω
αντιστήρισες	=	αντιστηρίζω
αντιστίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίστιξη
αντιστίξεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίστιξη
αντιστίξεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίστιξη
αντισταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθήκαν	=	αντιστέκομαι
αντισταθήκανε	=	αντιστέκομαι
αντισταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθμίζαμε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζαν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζανε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζατε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζει	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζεις	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζεσαι	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζεστε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζεται	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζετε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίζομε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζονται	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζονταν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζοντας	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζουμε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζουν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζουνε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίζω	verb	βάζω ένα από τα σταθμά, ένα αντίβαρο, στην πλευρά που παρουσιάζει κλίση, προκειμένου να φέρω ισορροπία
αντισταθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίσαν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίσανε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστάθμιση
αντισταθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστάθμιση
αντισταθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιστάθμιση
αντισταθμίσιμα	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμε	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμες	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμη	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμης	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμο	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμοι	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμος	adj	που είναι άξιος αντιστάθμισης, εξισορρόπησης
αντισταθμίσιμου	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμους	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσιμων	=	αντισταθμίσιμος
αντισταθμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστάθμισμα
αντισταθμίσματος	noun	γενική ενικού του αντιστάθμισμα
αντισταθμίσομε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίσου	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίσουνε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμίστηκα	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίστηκαν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίστηκε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίστηκες	=	αντισταθμίζω
αντισταθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμιζόμασταν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόμαστε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόμουν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόμουνα	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόντουσαν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόσασταν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόσαστε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόσουν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόσουνα	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζόταν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιζότανε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστάθμισμα
αντισταθμισμέ	noun	κλητική ενικού του αντισταθμισμός
αντισταθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμισμένο
αντισταθμισμένε	verb	κλητική ενικού του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμισμένη
αντισταθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμένης	verb	γενική ενικού του αντισταθμισμένη
αντισταθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντισταθμίζω
αντισταθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντισταθμισμένος
αντισταθμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμισμός
αντισταθμισμού	noun	γενική ενικού του αντισταθμισμός
αντισταθμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντισταθμισμός
αντισταθμισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντισταθμισμός
αντισταθμισμός	noun	άλλη μορφή του αντιστάθμισμα
αντισταθμισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντισταθμισμός
αντισταθμιστήκαμε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστήκαν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστήκανε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστήκατε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστεί	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστείς	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστείτε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμιστικό	adv	με αντισταθμιστικό τρόπο
αντισταθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμιστική
αντισταθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστικής	adj	γενική ενικού του αντισταθμιστική
αντισταθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστικού	adj	γενική ενικού του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστικός	adj	που αντισταθμίζει
αντισταθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισταθμιστικός
αντισταθμιστούμε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστούν	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστούνε	=	αντισταθμίζω
αντισταθμιστώ	=	αντισταθμίζω
αντισταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταθούνε	=	αντιστέκομαι
αντισταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστέκομαι
αντισταμινικά	=	αντισταμινικός
αντισταμινικέ	=	αντισταμινικός
αντισταμινικές	=	αντισταμινικός
αντισταμινική	=	αντισταμινικός
αντισταμινικής	=	αντισταμινικός
αντισταμινικοί	=	αντισταμινικός
αντισταμινικού	=	αντισταμινικός
αντισταμινικούς	=	αντισταμινικός
αντισταμινικό	=	αντισταμινικός
αντισταμινικός	adj	άλλη μορφή του αντιισταμινικός
αντισταμινικών	=	αντισταμινικός
αντιστασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστασιακό	adv	με αντιστασιακό τρόπο, κάνοντας αντίσταση
αντιστασιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιστασιακός
αντιστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστασιακή
αντιστασιακή	noun	θηλυκό του αντιστασιακός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστασιακός
αντιστασιακής	adj	γενική ενικού του αντιστασιακή
αντιστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστασιακός
αντιστασιακού	adj	γενική ενικού του αντιστασιακός
αντιστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστασιακός
αντιστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιστασιακός
αντιστασιακός	noun	που παίρνει μέρος ή είχε πάρει μέρος στην αντίσταση της χώρας του	adj	που έχει σχέση με την αντίσταση απέναντι σε κάποια εξουσία οργανωμένης μορφής
αντιστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιστασιακός
αντιστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστατικό
αντιστατικέ	adj	κλητική ενικού του αντιστατικός
αντιστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστατική
αντιστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστατικός
αντιστατικής	adj	γενική ενικού του αντιστατική
αντιστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστατικός
αντιστατικού	adj	γενική ενικού του αντιστατικός
αντιστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστατικός
αντιστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιστατικός
αντιστατικός	adj	που εμποδίζει τη δίοδο στατικού ηλεκτρισμού
αντιστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιστατικός
αντιστατών	=	αντιστάτης
αντιστεκόμασταν	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόμαστε	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόμενος	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόμουν	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόμουνα	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόντουσαν	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόσασταν	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόσαστε	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόσουν	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόσουνα	=	αντιστέκομαι
αντιστεκόταν	=	αντιστέκομαι
αντιστεκότανε	=	αντιστέκομαι
αντιστηρίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστήριγμα
αντιστηρίγματος	noun	γενική ενικού του αντιστήριγμα
αντιστηρίζαμε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζαν	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζανε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζατε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζει	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζεις	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζετε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζομαι	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζοντας	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζουμε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζουν	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζουνε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίζω	verb	τοποθετώ αντιστηρίγματα και μ’ αυτόν τον τρόπο στηρίζω μια κατασκευή
αντιστηρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστήριξη
αντιστηρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστήριξη
αντιστηρίξεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιστήριξη
αντιστηρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστηρίζω
αντιστηρίσαμε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίσαν	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίσανε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίσατε	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίσει	=	αντιστηρίζω
αντιστηρίστε	=	αντιστηρίζω
αντιστηριγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστήριγμα
αντιστικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιστικτικός	adv	με αντιστικτικό τρόπο
αντιστικτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιστικτικός
αντιστικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστικτική
αντιστικτική	=	αντιστικτικός
αντιστικτικής	adj	γενική ενικού του αντιστικτική
αντιστικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστικτικός
αντιστικτικού	adj	γενική ενικού του αντιστικτικός
αντιστικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστικτικός
αντιστικτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιστικτικός
αντιστικτικός	adj	που έχει σχέση με την αντίστιξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντιστικτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιστικτικός
αντιστιξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστιξιακό
αντιστιξιακέ	adj	κλητική ενικού του αντιστιξιακός
αντιστιξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστιξιακή
αντιστιξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστιξιακός
αντιστιξιακής	adj	γενική ενικού του αντιστιξιακή
αντιστιξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστιξιακός
αντιστιξιακού	adj	γενική ενικού του αντιστιξιακός
αντιστιξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστιξιακός
αντιστιξιακό	adj	αιτιατική ενικού του αντιστιξιακός
αντιστιξιακός	adj|dated	άλλη μορφή του αντιστικτικός
αντιστιξιακών	adj	γενική πληθυντικού του αντιστιξιακός
αντιστοίχησα	=	αντιστοιχώ
αντιστοίχησαν	=	αντιστοιχώ
αντιστοίχησε	=	αντιστοιχώ
αντιστοίχησες	=	αντιστοιχώ
αντιστοίχιζα	=	αντιστοιχίζω
αντιστοίχιζαν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοίχιζε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοίχιζες	=	αντιστοιχίζω
αντιστοίχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοίχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοίχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοίχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοίχιση	noun	η συμμετρική, αναλογική ή παράλληλη τοποθέτηση
αντιστοίχισης	noun	γενική ενικού του αντιστοίχιση
αντιστοίχως	adv|formal	άλλη μορφή του αντίστοιχα
αντιστοιχήθηκα	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήθηκαν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήθηκε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήθηκες	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσαμε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσαν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσανε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσατε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσει	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσεις	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσετε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσου	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσουμε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσουν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσουνε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήστε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχήσω	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχία	noun	η σχέση ομοιότητας ανάμεσα σε δύο πράγματα όπου κάθε στοιχείο του ενός ταιριάζει με ένα στοιχείο του άλλου
αντιστοιχίας	noun	γενική ενικού του αντιστοιχία
αντιστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστοιχία
αντιστοιχίζαμε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζαν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζανε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζατε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζει	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζεις	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζεσαι	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζεστε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζεται	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζετε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζομε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζονται	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζονταν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζοντας	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζουμε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζουν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζουνε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίζω	verb	συσχετίζω δύο στοιχεία που ανήκουν σε διαφορετικές στήλες ενός πίνακα ή γενικότερα σε δύο διαφορετικά σύνολα.
αντιστοιχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσαν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσανε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστοίχιση
αντιστοιχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστοίχιση
αντιστοιχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιστοίχιση
αντιστοιχίσομε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσου	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσουνε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχίστηκα	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίστηκαν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίστηκε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίστηκες	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστοιχίζω
αντιστοιχεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αντιστοιχώ
αντιστοιχείς	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχείσαι	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχείστε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχείται	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχείτε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχείτο	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθήκαμε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθήκαν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθήκανε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθήκατε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθεί	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθείς	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθείτε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθούμε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθούν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθούνε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχηθώ	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχημένος	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχιζόμασταν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόμαστε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόμουν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόμουνα	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόντουσαν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόσασταν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόσαστε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόσουν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόσουνα	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζόταν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιζότανε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστοιχισμένο
αντιστοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστοιχισμένη
αντιστοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχισμένης	verb	γενική ενικού του αντιστοιχισμένη
αντιστοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχισμένος	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιστοιχισμένος
αντιστοιχιστήκαμε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστήκαν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστήκανε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστήκατε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστεί	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστείς	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστείτε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστούμε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστούν	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστούνε	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιστώ	=	αντιστοιχίζω
αντιστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιστοιχία
αντιστοιχούμαι	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούμασταν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούμαστε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούμε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούμουν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούμουνα	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούνε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούνται	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούνταν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούντο	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσα	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσαμε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσαν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσανε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσατε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσε	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσες	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσουν	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχούσουνα	=	αντιστοιχώ
αντιστοιχώ	verb	βρίσκομαι σε αντιστοιχία, σε συμμετρική σχέση με κάτι άλλο
αντιστοιχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιστοιχώ
αντιστράτηγε	noun	κλητική ενικού του αντιστράτηγος
αντιστράτηγο	noun	αιτιατική ενικού του αντιστράτηγος
αντιστράτηγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστράτηγος
αντιστράτηγος	noun	ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του υποστράτηγου και κατώτερο του στρατηγού
αντιστράτηγου	noun	γενική ενικού του αντιστράτηγος
αντιστράτηγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιστράτηγος
αντιστράτηγων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστράτηγος
αντιστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστρές	adj	που δρα κατευναστικά στο νευρικό σύστημα και βοηθά στη μείωση τού στρες, της ψυχικής έντασης ή του άγχους
αντιστρέφαμε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφαν	=	αντιστρέφω
αντιστρέφανε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφατε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφει	=	αντιστρέφω
αντιστρέφεις	=	αντιστρέφω
αντιστρέφεσαι	=	αντιστρέφω
αντιστρέφεστε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφεται	=	αντιστρέφω
αντιστρέφετε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφομαι	=	αντιστρέφω
αντιστρέφομε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφονται	=	αντιστρέφω
αντιστρέφονταν	=	αντιστρέφω
αντιστρέφοντας	=	αντιστρέφω
αντιστρέφουμε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφουν	=	αντιστρέφω
αντιστρέφουνε	=	αντιστρέφω
αντιστρέφω	verb	στρέφω προς την άλλη, προς την αντίθετη πλευρά ή φορά
αντιστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψαν	=	αντιστρέφω
αντιστρέψανε	=	αντιστρέφω
αντιστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρέψιμο
αντιστρέψιμε	adj	κλητική ενικού του αντιστρέψιμος
αντιστρέψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρέψιμη
αντιστρέψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστρέψιμος
αντιστρέψιμης	adj	γενική ενικού του αντιστρέψιμη
αντιστρέψιμο	adj	αιτιατική ενικού του αντιστρέψιμος
αντιστρέψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστρέψιμος
αντιστρέψιμος	adj	που μπορεί να αντιστραφεί
αντιστρέψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιστρέψιμος
αντιστρέψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστρέψιμος
αντιστρέψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιστρέψιμος
αντιστρέψομε	=	αντιστρέφω
αντιστρέψου	=	αντιστρέφω
αντιστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψουνε	=	αντιστρέφω
αντιστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφω
αντιστραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστραμμένο
αντιστραμμένε	verb	κλητική ενικού του αντιστραμμένος
αντιστραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστραμμένη
αντιστραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστραμμένος
αντιστραμμένης	verb	γενική ενικού του αντιστραμμένη
αντιστραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιστραμμένος
αντιστραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστραμμένος
αντιστραμμένος	verb	αντεστραμμένος
αντιστραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιστραμμένος
αντιστραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιστραμμένος
αντιστραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιστραμμένος
αντιστρατήγου	noun	γενική ενικού του αντιστράτηγος
αντιστρατήγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιστράτηγος
αντιστρατήγων	noun	γενική πληθυντικού του αντιστράτηγος
αντιστρατευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρατευόμενο
αντιστρατευόμενε	verb	κλητική ενικού του αντιστρατευόμενος
αντιστρατευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρατευόμενη
αντιστρατευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστρατευόμενος
αντιστρατευόμενης	verb	γενική ενικού του αντιστρατευόμενη
αντιστρατευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιστρατευόμενος
αντιστρατευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστρατευόμενος
αντιστρατευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιστρατευόμενος
αντιστρατευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιστρατευόμενος
αντιστρατευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιστρατευόμενος
αντιστρατεύθηκα	=	αντιστρατεύομαι
αντιστρατεύομαι	verb	αντιτίθεμαι
αντιστρατεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρατεύομαι
αντιστρατιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρατιωτικό	adv	με αντιστρατιωτικό τρόπο
αντιστρατιωτικέ	adj	κλητική ενικού του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρατιωτική
αντιστρατιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικής	adj	γενική ενικού του αντιστρατιωτική
αντιστρατιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικού	adj	γενική ενικού του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικός	adj	αντιμιλιταριστικός
αντιστρατιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιστρατιωτικός
αντιστρατιωτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του αντιστρατιωτικά
αντιστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφήκαν	=	αντιστρέφω
αντιστραφήκανε	=	αντιστρέφω
αντιστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστραφούνε	=	αντιστρέφω
αντιστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστρέφομαι
αντιστρεπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρεπτό	adv	με αντιστρεπτό τρόπο
αντιστρεπτέ	adj	κλητική ενικού του αντιστρεπτός
αντιστρεπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστρεπτή
αντιστρεπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστρεπτός
αντιστρεπτής	adj	γενική ενικού του αντιστρεπτή
αντιστρεπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστρεπτός
αντιστρεπτοτήτων	=	αντιστρεπτότητα
αντιστρεπτού	adj	γενική ενικού του αντιστρεπτός
αντιστρεπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιστρεπτός
αντιστρεπτό	adj	αιτιατική ενικού του αντιστρεπτός
αντιστρεπτός	adj	που μπορεί να αντιστραφεί
αντιστρεπτότητα	noun	η ιδιότητα του αντιστρεπτού
αντιστρεπτότητας	=	αντιστρεπτότητα
αντιστρεπτότητες	=	αντιστρεπτότητα
αντιστρεπτών	adj	γενική πληθυντικού του αντιστρεπτός
αντιστρεφόμασταν	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόμαστε	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόμενος	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόμουν	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόμουνα	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόντουσαν	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόσασταν	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόσαστε	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόσουν	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόσουνα	=	αντιστρέφω
αντιστρεφόταν	=	αντιστρέφω
αντιστρεφότανε	=	αντιστρέφω
αντιστρεψιμοτήτων	=	αντιστρεψιμότητα
αντιστρεψιμότητα	noun	η ιδιότητα του αντιστρέψιμου
αντιστρεψιμότητας	=	αντιστρεψιμότητα
αντιστρεψιμότητες	=	αντιστρεψιμότητα
αντιστροφές	=	αντιστροφή
αντιστροφή	noun	η αλλαγή προς την αντίθετη κατεύθυνση
αντιστροφής	=	αντιστροφή
αντιστροφών	=	αντιστροφή
αντιστρόφως	=	αντίστροφα
αντιστυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστυλωμένο
αντιστυλωμένε	verb	κλητική ενικού του αντιστυλωμένος
αντιστυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιστυλωμένη
αντιστυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιστυλωμένος
αντιστυλωμένης	verb	γενική ενικού του αντιστυλωμένη
αντιστυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιστυλωμένος
αντιστυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιστυλωμένος
αντιστυλωμένος	verb	που έχει αντιστυλωθεί
αντιστυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιστυλωμένος
αντιστυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιστυλωμένος
αντιστυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιστυλωμένος
αντιστυλώνω	verb	στηρίζω, υποστηρίζω
αντιστυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστύλι	noun	αντιστήριγμα
αντιστύλια	=	αντιστύλι
αντιστύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντιστύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιστυλώνω
αντισυγκέντρωση	noun	δημόσια συγκέντρωση που οργανώνεται την ίδια στιγμή με άλλη, με σκοπό να την αμφισβητήσει ή να την ανατρέψει ιδεολογικά ή πολιτικά
αντισυγκέντρωσης	=	αντισυγκέντρωση
αντισυγκεντρώσεις	=	αντισυγκέντρωση
αντισυγκεντρώσεων	=	αντισυγκέντρωση
αντισυλλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισύλληψη
αντισυλλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του αντισύλληψη
αντισυλλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του αντισύλληψη
αντισυλληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυλληπτικό
αντισυλληπτικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυλληπτικός
αντισυλληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυλληπτική
αντισυλληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυλληπτικός
αντισυλληπτικής	adj	γενική ενικού του αντισυλληπτική
αντισυλληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυλληπτικός
αντισυλληπτικού	adj	γενική ενικού του αντισυλληπτικός
αντισυλληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυλληπτικός
αντισυλληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυλληπτικός	noun	σκεύασμα ή χάπι που προλλαμβάνει τη σύλληψη (παιδιού) και συμβάλλει στην αντισύλληψη αναστέλλοντας την ωορρηξία
αντισυλληπτικός	adj	που αντιτίθεται και προλαμβάνει την σύλληψη και την εγκυμοσύνη
αντισυλληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυλληπτικός
αντισυμβαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυμβαλλόμενο
αντισυμβαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυμβαλλόμενη
αντισυμβαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβαλλόμενης	verb	γενική ενικού του αντισυμβαλλόμενη
αντισυμβαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβαλλόμενος	verb	το ένα από τα δύο μέλη μιας σύμβασης
αντισυμβαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντισυμβαλλόμενος
αντισυμβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντισυμβατικός	adv	με αντισυμβατικό τρόπο
αντισυμβατικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυμβατικός
αντισυμβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυμβατική
αντισυμβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυμβατικός
αντισυμβατικής	adj	γενική ενικού του αντισυμβατική
αντισυμβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυμβατικός
αντισυμβατικού	adj	γενική ενικού του αντισυμβατικός
αντισυμβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυμβατικός
αντισυμβατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυμβατικός
αντισυμβατικός	adj	μη συμβατικός, ο αντίθετος με τις κοινωνικές ή επιστημονικές συμβάσεις
αντισυμβατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυμβατικός
αντισυμμετρία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι αντισυμμετρικό(ς)
αντισυμμετρίας	=	αντισυμμετρία
αντισυμμετρίες	=	αντισυμμετρία
αντισυμμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντισυμμετρικός	adv	με αντισυμμετρικό τρόπο
αντισυμμετρικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυμμετρικός
αντισυμμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυμμετρική
αντισυμμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυμμετρικός
αντισυμμετρικής	adj	γενική ενικού του αντισυμμετρική
αντισυμμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυμμετρικός
αντισυμμετρικού	adj	γενική ενικού του αντισυμμετρικός
αντισυμμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυμμετρικός
αντισυμμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυμμετρικός
αντισυμμετρικός	adj	που δεν είναι συμμετρικός
αντισυμμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυμμετρικός
αντισυμμετριών	=	αντισυμμετρία
αντισυμμοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυμμοριακό
αντισυμμοριακέ	adj	κλητική ενικού του αντισυμμοριακός
αντισυμμοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυμμοριακή
αντισυμμοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυμμοριακός
αντισυμμοριακής	adj	γενική ενικού του αντισυμμοριακή
αντισυμμοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυμμοριακός
αντισυμμοριακού	adj	γενική ενικού του αντισυμμοριακός
αντισυμμοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυμμοριακός
αντισυμμοριακό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυμμοριακός
αντισυμμοριακός	adj	που είναι εναντίον των συμμοριών
αντισυμμοριακών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυμμοριακός
αντισυμπάντων	=	αντισύμπαν
αντισυναδελφικά	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικέ	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικές	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφική	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικής	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικοί	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικοτήτων	=	αντισυναδελφικότητα
αντισυναδελφικού	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικούς	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικό	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδελφικός	adj	που στρέφεται εναντίον συναδέλφων, που δεν φέρεται συναδελφικά
αντισυναδελφικότητα	noun	το να είναι κάποιος αντισυναδελφικός ή να έχει σχετική συμπεριφορά, η ιδιότητα του αντισυναδελφικού
αντισυναδελφικότητας	=	αντισυναδελφικότητα
αντισυναδελφικότητες	=	αντισυναδελφικότητα
αντισυναδελφικών	=	αντισυναδελφικός
αντισυναδερφικά	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικέ	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικές	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφική	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικής	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικοί	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικοτήτων	=	αντισυναδερφικότητα
αντισυναδερφικού	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικούς	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικό	=	αντισυναδερφικός
αντισυναδερφικός	adj	που στρέφεται εναντίον συναδέρφων, που δεν φέρεται συναδερφικά
αντισυναδερφικότητα	noun	το να είναι κάποιος αντισυναδερφικός ή να έχει σχετική συμπεριφορά, η ιδιότητα του αντισυναδερφικού
αντισυναδερφικότητας	=	αντισυναδερφικότητα
αντισυναδερφικότητες	=	αντισυναδερφικότητα
αντισυναδερφικών	=	αντισυναδερφικός
αντισυνδικαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυνδικαλιστικό
αντισυνδικαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνδικαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυνδικαλιστική
αντισυνδικαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνδικαλιστικής	adj	γενική ενικού του αντισυνδικαλιστική
αντισυνδικαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνδικαλιστικού	adj	γενική ενικού του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνδικαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνδικαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνδικαλιστικός	adj	που είναι αντίθετος με τον συνδικαλισμό και τις αρχές του
αντισυνδικαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυνδικαλιστικός
αντισυνταγματάρχα	=	αντισυνταγματάρχης
αντισυνταγματάρχες	=	αντισυνταγματάρχης
αντισυνταγματάρχη	=	αντισυνταγματάρχης
αντισυνταγματάρχης	noun	ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ταγματάρχη και κατώτερο του συνταγματάρχη.
αντισυνταγματάρχου	=	αντισυνταγματάρχης
αντισυνταγματαρχών	=	αντισυνταγματάρχης
αντισυνταγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυνταγματικό	adv	με αντισυνταγματικό τρόπο
αντισυνταγματικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυνταγματική
αντισυνταγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικής	adj	γενική ενικού του αντισυνταγματική
αντισυνταγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικοτήτων	=	αντισυνταγματικότητα
αντισυνταγματικού	adj	γενική ενικού του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικός	adj	αντίθετος προς το σύνταγμα (ενός κράτους)
αντισυνταγματικότητα	noun	η μη συμφωνία ενός νόμου, ενός διατάγματος ή ενός διαβουλεύματος προς το σύνταγμα
αντισυνταγματικότητας	noun	γενική ενικού του αντισυνταγματικότητα
αντισυνταγματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυνταγματικότητα
αντισυνταγματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυνταγματικός
αντισυνταγματικώς	=	αντισυνταγματικά
αντισυριζαϊκά	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκέ	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκές	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκή	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκής	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκοί	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκού	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκούς	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκό	=	αντισυριζαϊκός
αντισυριζαϊκός	adj	αυτός που αντιτίθεται στην ΣΥΡΙΖΑ
αντισυριζαϊκών	=	αντισυριζαϊκός
αντισυσπείρωση	noun	συσπείρωση που πραγματοποιείται ως αντίδραση ή εναντίον κάποιου προσώπου, κατάστασης κ.λπ.
αντισυσπείρωσης	=	αντισυσπείρωση
αντισυσπειρώσεις	=	αντισυσπείρωση
αντισυσπειρώσεων	=	αντισυσπείρωση
αντισυστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισύστημα
αντισυστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυστημικό
αντισυστημικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυστημικός
αντισυστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυστημική
αντισυστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυστημικός
αντισυστημικής	adj	γενική ενικού του αντισυστημική
αντισυστημικοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυστημικός
αντισυστημικού	adj	γενική ενικού του αντισυστημικός
αντισυστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυστημικός
αντισυστημικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυστημικός
αντισυστημικός	adj	που εναντιώνεται σε κάποιο σύστημα, συνηθέστερα πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, αλλά και εμπορικό, θρησκευτικό, εκπαιδευτικό, καλλιτεχνικό κ.λπ.
αντισυστημικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυστημικός
αντισυστημισμέ	noun	κλητική ενικού του αντισυστημισμός
αντισυστημισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυστημισμός
αντισυστημισμού	noun	γενική ενικού του αντισυστημισμός
αντισυστημισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντισυστημισμός
αντισυστημισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντισυστημισμός
αντισυστημισμός	noun	το να είναι κάποιος εναντίον του συστήματος
αντισυστημισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντισυστημισμός
αντισυφιλιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυφιλιδικό
αντισυφιλιδικέ	adj	κλητική ενικού του αντισυφιλιδικός
αντισυφιλιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισυφιλιδική
αντισυφιλιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντισυφιλιδικός
αντισυφιλιδικής	adj	γενική ενικού του αντισυφιλιδική
αντισυφιλιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντισυφιλιδικός
αντισυφιλιδικού	adj	γενική ενικού του αντισυφιλιδικός
αντισυφιλιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντισυφιλιδικός
αντισυφιλιδικό	adj	αιτιατική ενικού του αντισυφιλιδικός
αντισυφιλιδικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της σύφιλης
αντισυφιλιδικών	adj	γενική πληθυντικού του αντισυφιλιδικός
αντισφαίριση	noun|formal	το τένις
αντισφαίρισης	noun	γενική ενικού του αντισφαίριση
αντισφαιρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισφαίριση
αντισφαιρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντισφαίριση
αντισφαιρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντισφαίριση
αντισφαιρίστρια	=	αντισφαιριστής
αντισφαιρίστριας	noun	γενική ενικού του αντισφαιρίστρια
αντισφαιρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισφαιρίστρια
αντισφαιριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισφαιριστής
αντισφαιριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντισφαιριστής
αντισφαιριστής	noun|formal	ο τενίστας
αντισφαιριστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντισφαιρίστρια
αντισφαιριστών	noun	γενική πληθυντικού του αντισφαιριστής
αντισχέδια	=	αντισχέδιο
αντισχέδιο	noun	σχέδιο με το οποίο εκφράζουμε την αντίθεσή μας σε άλλο σχέδιο ή προσπαθούμε να μετριάσουμε / εξουδετερώσουμε τις συνέπειες ενός άλλου σχεδίου
αντισχέδιου	=	αντισχέδιο
αντισχεδίου	=	αντισχέδιο
αντισχεδίων	=	αντισχέδιο
αντισωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντίσωμα
αντισωματίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντισωματίδιο
αντισωματίδιο	noun	σωματίδιο της αντιύλης το οποίο αντιστοιχεί με στοιχειώδες σωματίδιο που έχει ίδια μάζα αλλά αντίθετο ηλεκτρικό φορτίο· αν συγκρούονται τα δύο αυτά σωματίδια, εξαϋλώνονται παράγοντας ενέργεια
αντισωματίδιου	=	αντισωματίδιο
αντισωματίδιων	=	αντισωματίδιο
αντισωματιδίου	noun	γενική ενικού του αντισωματίδιο
αντισωματιδίων	noun	γενική πληθυντικού του αντισωματίδιο
αντισύλληψη	noun	μέθοδος που σκοπό έχει την παρεμπόδιση της εγκυμοσύνης
αντισύλληψης	noun	γενική ενικού του αντισύλληψη
αντισύμπαν	noun	σύμπαν με αντίθετες ιδιότητες από άλλο, σύμπαν αντιύλης, σύμπαν με ανεστραμμένες κάποιες θεμελιώδεις αρχές, αντισυμμετρικό σύμπαν
αντισύμπαντα	=	αντισύμπαν
αντισύμπαντος	=	αντισύμπαν
αντισώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίσωμα
αντισώματος	noun	γενική ενικού του αντίσωμα
αντιτάνκ	adj	που εξουδετερώνει (εχθρικά) τανκ
αντιτάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτάξιμο
αντιτάξιμε	adj	κλητική ενικού του αντιτάξιμος
αντιτάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτάξιμη
αντιτάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτάξιμος
αντιτάξιμης	adj	γενική ενικού του αντιτάξιμη
αντιτάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του αντιτάξιμος
αντιτάξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτάξιμος
αντιτάξιμος	adj	που μπορεί να τεθεί αντικριστά
αντιτάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιτάξιμος
αντιτάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτάξιμος
αντιτάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιτάξιμος
αντιτάσσομαι	verb	εκδηλώνω έντονη διαφωνία, παίρνω εχθρική στάση, εναντιώνομαι, αντιστέκομαι, ανθίσταμαι με λόγια ή έργα
αντιτάσσω	verb	τοποθετώ, προβάλλω, παρατάσσω κάτι αντιμέτωπο σε κάτι άλλο
αντιτάχθηκα	=	αντιτάσσομαι
αντιτάχτηκα	=	αντιτάσσομαι
αντιτέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτίθεμαι	verb	εναντιώνομαι
αντιτίμου	=	αντίτιμο
αντιτίμων	=	αντίτιμο
αντιτακτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτακτό
αντιτακτέ	adj	κλητική ενικού του αντιτακτός
αντιτακτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτακτή
αντιτακτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτακτός
αντιτακτής	adj	γενική ενικού του αντιτακτή
αντιτακτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτακτός
αντιτακτού	adj	γενική ενικού του αντιτακτός
αντιτακτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτακτός
αντιτακτό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτακτός
αντιτακτός	adj	που μπορεί να τοποθετηθεί απέναντι σε κάτι άλλο· χρησιμοποιείται για τον αντίχειρα που μπορεί να κινηθεί κατά τρόπο ώστε να βρεθεί απέναντι στα υπόλοιπα τέσσερα δάκτυλα
αντιτακτών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτακτός
αντιτείνω	verb|formal	αντιλέγω, αντιπαραθέτω
αντιτείχισμα	noun	κατασκευή που χρησιμεύει για να στηρίζει και να ενισχύει τη στατικότητα και την αντοχή μιας άλλης κατασκευής ή ενός άλλου τείχους
αντιτεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτεθειμένο
αντιτεθειμένε	verb	κλητική ενικού του αντιτεθειμένος
αντιτεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτεθειμένη
αντιτεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτεθειμένος
αντιτεθειμένης	verb	γενική ενικού του αντιτεθειμένη
αντιτεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντιτεθειμένος
αντιτεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτεθειμένος
αντιτεθειμένος	=	αντιθέτω
αντιτεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιτεθειμένος
αντιτεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιτεθειμένος
αντιτεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιτεθειμένος
αντιτεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιτίθεμαι
αντιτειχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτείχισμα
αντιτειχίσματος	noun	γενική ενικού του αντιτείχισμα
αντιτειχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιτείχισμα
αντιτετανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτετανικό
αντιτετανικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτετανικός
αντιτετανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτετανική
αντιτετανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτετανικός
αντιτετανικής	adj	γενική ενικού του αντιτετανική
αντιτετανικη	=	αντιτετανικός
αντιτετανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτετανικός
αντιτετανικού	adj	γενική ενικού του αντιτετανικός
αντιτετανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτετανικός
αντιτετανικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτετανικός
αντιτετανικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του τέτανου ή προφυλάσσει απ’ αυτόν
αντιτετανικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτετανικός
αντιτηλεοπτικά	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικέ	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικές	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτική	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικής	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικοί	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικού	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικούς	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικό	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτηλεοπτικός	adj	που αφορά κάτι που αποκλίνει από τους αισθητικούς, αφηγηματικούς ή εμπορικούς κανόνες της τηλεόρασης, συχνά προκαλώντας αμηχανία, απόρριψη ή έλλειψη ενδιαφέροντος από το ευρύ κοινό
αντιτηλεοπτικών	=	αντιτηλεοπτικός
αντιτιθέμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτιθέμενο
αντιτιθέμενε	verb	κλητική ενικού του αντιτιθέμενος
αντιτιθέμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτιθέμενη
αντιτιθέμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτιθέμενος
αντιτιθέμενης	verb	γενική ενικού του αντιτιθέμενη
αντιτιθέμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντιτιθέμενος
αντιτιθέμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτιθέμενος
αντιτιθέμενος	verb	αυτός που τίθεται στον αντίποδα μιας άποψης, που θέλει να εμποδίσει την εφαρμογή της, που τοποθετείται σε αντίθεση με κάτι
αντιτιθέμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιτιθέμενος
αντιτιθέμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντιτιθέμενος
αντιτιθέμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιτιθέμενος
αντιτοξίνες	=	αντιτοξίνη
αντιτοξίνη	noun	οποιαδήποτε ουσία που εξουδετερώνει τοξίνη, καλούμενη εξ αυτού αντίσωμα
αντιτοξίνης	=	αντιτοξίνη
αντιτοξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτοξικό
αντιτοξικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτοξικός
αντιτοξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτοξική
αντιτοξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτοξικός
αντιτοξικής	adj	γενική ενικού του αντιτοξική
αντιτοξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτοξικός
αντιτοξικού	adj	γενική ενικού του αντιτοξικός
αντιτοξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτοξικός
αντιτοξικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτοξικός
αντιτοξικός	adj	που συμβάλλει στην εξουδετέρωση των τοξινών
αντιτοξικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτοξικός
αντιτοξινών	=	αντιτοξίνη
αντιτορπιλικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτορπιλικό
αντιτορπιλικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτορπιλικός
αντιτορπιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτορπιλική
αντιτορπιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτορπιλικός
αντιτορπιλικής	adj	γενική ενικού του αντιτορπιλική
αντιτορπιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτορπιλικός
αντιτορπιλικού	adj	γενική ενικού του αντιτορπιλικός
αντιτορπιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτορπιλικός
αντιτορπιλικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτορπιλικός	noun	πλοίο του πολεμικού ναυτικού κατάλληλα εξοπλισμένο για την εξουδετέρωση τορπιλών και τορπιλοβόλων
αντιτορπιλικός	adj	αυτός που δύναται ν΄ αποφύγει βαλλόμενη εναντίον του τορπίλη
αντιτορπιλικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτορπιλικός
αντιτορπιλλικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτορπιλλικό
αντιτορπιλλικού	noun	γενική ενικού του αντιτορπιλλικό
αντιτορπιλλικό	noun	άλλη γραφή του αντιτορπιλικό
αντιτορπιλλικών	noun	γενική πληθυντικού του αντιτορπιλλικό
αντιτουριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτουριστικό
αντιτουριστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτουριστικός
αντιτουριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτουριστική
αντιτουριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτουριστικός
αντιτουριστικής	adj	γενική ενικού του αντιτουριστική
αντιτουριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτουριστικός
αντιτουριστικού	adj	γενική ενικού του αντιτουριστικός
αντιτουριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτουριστικός
αντιτουριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτουριστικός
αντιτουριστικός	adj	που είναι ενάντιος στον τουρισμό ή τους τουρίστες
αντιτουριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτουριστικός
αντιτράστ	adj	που αποσκοπεί στην εξάλειψη ή τον περιορισμό των τραστ
αντιτραπεζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτραπεζικό
αντιτραπεζικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτραπεζικός
αντιτραπεζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτραπεζική
αντιτραπεζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτραπεζικός
αντιτραπεζικής	adj	γενική ενικού του αντιτραπεζική
αντιτραπεζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτραπεζικός
αντιτραπεζικού	adj	γενική ενικού του αντιτραπεζικός
αντιτραπεζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτραπεζικός
αντιτραπεζικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτραπεζικός
αντιτραπεζικός	adj	που είναι εναντίον των τραπεζών και φέρεται ανάλογα
αντιτραπεζικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτραπεζικός
αντιτραχωματικά	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικέ	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικές	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματική	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αντιτραχωματική) του αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικοί	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικού	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικούς	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικό	=	αντιτραχωματικός
αντιτραχωματικός	adj|dated	που αναφέρεται στην αντιμετώπιση και καταπολέμηση του τραχώματος ή σχετίζεται μαζί τους
αντιτραχωματικών	=	αντιτραχωματικός
αντιτριβές	=	αντιτριβή
αντιτριβή	noun	η αντίσταση στην τριβή ή την φθορά
αντιτριβής	=	αντιτριβή
αντιτριβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτριβικό
αντιτριβικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτριβικός
αντιτριβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτριβική
αντιτριβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτριβικός
αντιτριβικής	adj	γενική ενικού του αντιτριβική
αντιτριβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτριβικός
αντιτριβικού	adj	γενική ενικού του αντιτριβικός
αντιτριβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτριβικός
αντιτριβικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτριβικός
αντιτριβικός	adj	που έχει σχέση με την αντιτριβή ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντιτριβικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτριβικός
αντιτριβών	=	αντιτριβή
αντιτρομοκρατία	noun	υπηρεσία που ασχολείται με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας
αντιτρομοκρατίας	noun	γενική ενικού του αντιτρομοκρατία
αντιτρομοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτρομοκρατία
αντιτρομοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτρομοκρατικό
αντιτρομοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτρομοκρατική
αντιτρομοκρατική	noun	υπηρεσία που ασχολείται με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατικής	adj	γενική ενικού του αντιτρομοκρατική
αντιτρομοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατικού	adj	γενική ενικού του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατικός	adj	που σχετίζεται με την αντιτρομοκρατία ή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας
αντιτρομοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτρομοκρατικός
αντιτρομοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιτρομοκρατία
αντιτσιγγανισμέ	=	αντιτσιγγανισμός
αντιτσιγγανισμοί	=	αντιτσιγγανισμός
αντιτσιγγανισμού	=	αντιτσιγγανισμός
αντιτσιγγανισμούς	=	αντιτσιγγανισμός
αντιτσιγγανισμό	=	αντιτσιγγανισμός
αντιτσιγγανισμός	noun	ρατσισμός κατά των τσιγγάνων
αντιτσιγγανισμών	=	αντιτσιγγανισμός
αντιτυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτυφικό
αντιτυφικέ	adj	κλητική ενικού του αντιτυφικός
αντιτυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιτυφική
αντιτυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιτυφικός
αντιτυφικής	adj	γενική ενικού του αντιτυφική
αντιτυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιτυφικός
αντιτυφικού	adj	γενική ενικού του αντιτυφικός
αντιτυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιτυφικός
αντιτυφικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιτυφικός
αντιτυφικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του τύφου
αντιτυφικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιτυφικός
αντιτύπου	=	αντίτυπο
αντιτύπων	noun	γενική πληθυντικού του αντίτυπο
αντιυδρογόνα	=	αντιυδρογόνο
αντιυδρογόνο	noun	σωματιδιακό ισοδύναμο του υδρογόνου στην αντιύλη, με θετικά φορτισμένο ηλεκτρόνιο (ποζιτρόνιο) σε τροχιά γύρω από αρνητικά φορτισμένο πυρήνα (αντιπρωτόνιο)
αντιυδρογόνου	=	αντιυδρογόνο
αντιυδρογόνων	=	αντιυδρογόνο
αντιυλών	=	αντιύλη
αντιυπερτασικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιυπερτασικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιυπερτασικό, ουδέτερο του αντιυπερτασικός
αντιυπερτασικέ	adj	κλητική ενικού του αντιυπερτασικός
αντιυπερτασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιυπερτασική
αντιυπερτασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιυπερτασικός
αντιυπερτασικής	adj	γενική ενικού του αντιυπερτασική
αντιυπερτασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιυπερτασικός
αντιυπερτασικού	adj	γενική ενικού του αντιυπερτασικός
αντιυπερτασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιυπερτασικός
αντιυπερτασικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιυπερτασικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που δρα μειώνοντας την υπέρταση
αντιυπερτασικός	adj	που συντελεί στην αντιμετώπιση της υπέρτασης, που χαμηλώνει την αρτηριακή πίεση
αντιυπερτασικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιυπερτασικός
αντιφάρμακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφάρμακο
αντιφάρμακο	noun	αντίδοτο
αντιφάρμακου	=	αντιφάρμακο
αντιφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίφαση
αντιφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίφαση
αντιφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίφαση
αντιφάσκαμε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκαν	=	αντιφάσκω
αντιφάσκανε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκατε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκει	=	αντιφάσκω
αντιφάσκεις	=	αντιφάσκω
αντιφάσκετε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκομε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκοντας	=	αντιφάσκω
αντιφάσκουμε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκουν	=	αντιφάσκω
αντιφάσκουνε	=	αντιφάσκω
αντιφάσκω	verb	λέω κάτι που είναι εντελώς αντίθετο από αυτό που είπα πριν
αντιφέγγιζα	=	αντιφεγγίζω
αντιφέγγιζαν	=	αντιφεγγίζω
αντιφέγγιζε	=	αντιφεγγίζω
αντιφέγγιζες	=	αντιφεγγίζω
αντιφέγγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφέγγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφέγγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφέγγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφέγγισμα	noun	το αποτέλεσμα του αντιφέγγω
αντιφέγγω	verb	άλλη μορφή του αντιφεγγίζω
αντιφαρμάκου	noun	γενική ενικού του αντιφάρμακο
αντιφαρμάκων	noun	γενική πληθυντικού του αντιφάρμακο
αντιφασίστα	=	αντιφασίστας
αντιφασίστας	noun	αυτός που εναντιώνεται/μάχεται τον φασισμό
αντιφασίστες	=	αντιφασίστας
αντιφασίστρια	noun	αντιφασιστής
αντιφασίστριας	noun	γενική ενικού του αντιφασίστρια
αντιφασίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφασίστρια
αντιφασισμέ	=	αντιφασισμός
αντιφασισμοί	=	αντιφασισμός
αντιφασισμού	=	αντιφασισμός
αντιφασισμούς	=	αντιφασισμός
αντιφασισμό	=	αντιφασισμός
αντιφασισμός	noun	κίνημα ενάντιο στον φασισμό και τον νεοναζισμό
αντιφασισμών	=	αντιφασισμός
αντιφασιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφασιστής
αντιφασιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντιφασιστής
αντιφασιστής	noun|rare	άλλη μορφή του αντιφασίστας
αντιφασιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφασιστικό
αντιφασιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφασιστικός
αντιφασιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφασιστική
αντιφασιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφασιστικός
αντιφασιστικής	adj	γενική ενικού του αντιφασιστική
αντιφασιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφασιστικός
αντιφασιστικού	adj	γενική ενικού του αντιφασιστικός
αντιφασιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφασιστικός
αντιφασιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφασιστικός
αντιφασιστικός	adj	που είναι εναντίον του φασισμού και φέρεται ανάλογα
αντιφασιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφασιστικός
αντιφασιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφασίστρια
αντιφασιστών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφασίστας
αντιφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφατικό	adv	με αντιφατικό τρόπο
αντιφατικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφατικός
αντιφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφατική
αντιφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφατικός
αντιφατικής	adj	γενική ενικού του αντιφατική
αντιφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφατικός
αντιφατικοτήτων	=	αντιφατικότητα
αντιφατικού	adj	γενική ενικού του αντιφατικός
αντιφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφατικός
αντιφατικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφατικός
αντιφατικός	adj	που αντιφάσκει, που περιέχει μια αντίφαση
αντιφατικότητα	noun	το να είναι κάποιος αντιφατικός, η ιδιότητα του αντιφατικού
αντιφατικότητας	noun	γενική ενικού του αντιφατικότητα
αντιφατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφατικότητα
αντιφατικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφατικός
αντιφεγγίζαμε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζαν	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζανε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζατε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζεις	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζετε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζοντας	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζουμε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζουν	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζουνε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζω	verb	αντανακλώ το φως, αντικαθρεφτίζω
αντιφεγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσαν	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσανε	=	αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφέγγισμα
αντιφεγγίσματος	noun	γενική ενικού του αντιφέγγισμα
αντιφεγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφεγγίζω
αντιφεγγιά	noun|literary	αντιφέγγισμα
αντιφεγγιάς	noun	γενική ενικού του αντιφεγγιά
αντιφεγγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφεγγιά
αντιφεγγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιφέγγισμα
αντιφεγγιών	=	αντιφεγγιά
αντιφεμινίστρια	noun	θηλυκό του αντιφεμινιστής
αντιφεμινίστριας	noun	γενική ενικού του αντιφεμινίστρια
αντιφεμινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφεμινίστρια
αντιφεμινισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιφεμινισμός
αντιφεμινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφεμινισμός
αντιφεμινισμού	noun	γενική ενικού του αντιφεμινισμός
αντιφεμινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιφεμινισμός
αντιφεμινισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιφεμινισμός
αντιφεμινισμός	noun	θεωρία και πρακτική αντίθετη στον φεμινισμό
αντιφεμινισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφεμινισμός
αντιφεμινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφεμινιστής
αντιφεμινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αντιφεμινιστής
αντιφεμινιστής	noun	οπαδός του αντιφεμινισμού
αντιφεμινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφεμινιστικό	adv	με αντιφεμινιστικό τρόπο
αντιφεμινιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφεμινιστική
αντιφεμινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστικής	adj	γενική ενικού του αντιφεμινιστική
αντιφεμινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστικού	adj	γενική ενικού του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αντιφεμινιστή και τον αντιφεμινισμό ή αναφέρεται σ’ αυτούς
αντιφεμινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφεμινιστικός
αντιφεμινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφεμινίστρια
αντιφεμινιστών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφεμινιστής
αντιφεστιβάλ	noun|rare	εκδήλωση οργανωμένη ως απάντηση ή αντίστιξη σε ένα καθιερωμένο φεστιβάλ, συνήθως με στόχο την αμφισβήτηση του ύφους, των επιλογών ή της ιδεολογίας του
αντιφθισικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφθισικό
αντιφθισικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφθισικός
αντιφθισικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφθισική
αντιφθισική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφθισικός
αντιφθισικής	adj	γενική ενικού του αντιφθισική
αντιφθισικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφθισικός
αντιφθισικού	adj	γενική ενικού του αντιφθισικός
αντιφθισικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφθισικός
αντιφθισικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφθισικός
αντιφθισικός	adj	αντιφυματικός
αντιφθισικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφθισικός
αντιφιλελευθερισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιφιλελευθερισμός
αντιφιλελευθερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλελευθερισμός
αντιφιλελευθερισμού	noun	γενική ενικού του αντιφιλελευθερισμός
αντιφιλελευθερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιφιλελευθερισμός
αντιφιλελευθερισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιφιλελευθερισμός
αντιφιλελευθερισμός	noun	θεωρία και πρακτική αντίθετη στον φιλελευθερισμό
αντιφιλελευθερισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφιλελευθερισμός
αντιφιλελεύθερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλελεύθερο
αντιφιλελεύθερε	adj	κλητική ενικού του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλελεύθερη
αντιφιλελεύθερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλελεύθερης	adj	γενική ενικού του αντιφιλελεύθερη
αντιφιλελεύθερο	adj	αιτιατική ενικού του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλελεύθερος	adj	οπαδός του αντιφιλελευθερισμού
αντιφιλελεύθερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιφιλελεύθερος
αντιφιλοσοφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλοσοφικό	adv	με αντιφιλοσοφικό τρόπο
αντιφιλοσοφικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφιλοσοφικός
αντιφιλοσοφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλοσοφική
αντιφιλοσοφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφιλοσοφικός
αντιφιλοσοφικής	adj	γενική ενικού του αντιφιλοσοφική
αντιφιλοσοφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφιλοσοφικός
αντιφιλοσοφικού	adj	γενική ενικού του αντιφιλοσοφικός
αντιφιλοσοφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφιλοσοφικός
αντιφιλοσοφικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφιλοσοφικός
αντιφιλοσοφικός	adj	που είναι αντίθετος στη φιλοσοφία
αντιφιλοσοφικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφιλοσοφικός
αντιφλεγμονωδών	=	αντιφλεγμονώδης
αντιφλεγμονώδεις	=	αντιφλεγμονώδης
αντιφλεγμονώδες	noun	γενική ονομασία φαρμάκων που χρησιμοποιούνται κατά των φλεγμονών
αντιφλεγμονώδη	noun	κατηγορία σκευασμάτων που καταπολεμούν τη φλεγμονή με διάφορους μηχανισμούς
αντιφλεγμονώδης	adj	που καταπολεμά τις φλεγμονές
αντιφλεγμονώδους	=	αντιφλεγμονώδης
αντιφλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφλογιστικό
αντιφλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφλογιστικός
αντιφλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφλογιστική
αντιφλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφλογιστικός
αντιφλογιστικής	adj	γενική ενικού του αντιφλογιστική
αντιφλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφλογιστικός
αντιφλογιστικού	adj	γενική ενικού του αντιφλογιστικός
αντιφλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφλογιστικός
αντιφλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφλογιστικός
αντιφλογιστικός	adj	που κατευνάζει τη φλόγα ή τον πυρετό
αντιφλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφλογιστικός
αντιφράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντίφραση
αντιφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντίφραση
αντιφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντίφραση
αντιφρονήσαμε	=	αντιφρονώ
αντιφρονήσαν	=	αντιφρονώ
αντιφρονήσανε	=	αντιφρονώ
αντιφρονήσατε	=	αντιφρονώ
αντιφρονήσει	=	αντιφρονώ
αντιφρονήστε	=	αντιφρονώ
αντιφρονεί	=	αντιφρονώ
αντιφρονείς	=	αντιφρονώ
αντιφρονείτε	=	αντιφρονώ
αντιφρονουσών	=	αντιφρονών
αντιφρονούμε	=	αντιφρονώ
αντιφρονούν	=	αντιφρονώ
αντιφρονούνε	=	αντιφρονώ
αντιφρονούντα	=	αντιφρονών
αντιφρονούντας	=	αντιφρονών
αντιφρονούντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφρονών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντιφρονών
αντιφρονούντος	=	αντιφρονών
αντιφρονούντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αντιφρονών
αντιφρονούσα	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσαμε	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσαν	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσανε	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσας	=	αντιφρονών
αντιφρονούσατε	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσε	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσες	=	αντιφρονώ
αντιφρονούσης	=	αντιφρονών
αντιφρονώ	verb|formal	φρονώ τα αντίθετα, έχω αντίθετη γνώμη ή άποψη
αντιφρονών	verb	που δηλώνει την αντίθεσή του σε πολιτικό καθεστώς καταπιεστικό	noun	ο αντίθετος με το καθεστώς, ιδιαίτερα ο αντίθετος με τα πρώην ή νυν κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας
αντιφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιφρονώ
αντιφρόνει	=	αντιφρονώ
αντιφρόνησα	=	αντιφρονώ
αντιφρόνησαν	=	αντιφρονώ
αντιφρόνησε	=	αντιφρονώ
αντιφρόνησες	=	αντιφρονώ
αντιφυλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυλετικό
αντιφυλετικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφυλετικός
αντιφυλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυλετική
αντιφυλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφυλετικός
αντιφυλετικής	adj	γενική ενικού του αντιφυλετική
αντιφυλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφυλετικός
αντιφυλετικού	adj	γενική ενικού του αντιφυλετικός
αντιφυλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφυλετικός
αντιφυλετικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφυλετικός
αντιφυλετικός	adj	που είναι αντίθετος στο φυλετισμό, στις διακρίσεις με βάση τη φυλή
αντιφυλετικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφυλετικός
αντιφυλλοξηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυλλοξηρικό
αντιφυλλοξηρικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυλλοξηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυλλοξηρική
αντιφυλλοξηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυλλοξηρικής	adj	γενική ενικού του αντιφυλλοξηρική
αντιφυλλοξηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυλλοξηρικού	adj	γενική ενικού του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυλλοξηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυλλοξηρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυλλοξηρικός	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση της φυλλοξήρας
αντιφυλλοξηρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφυλλοξηρικός
αντιφυματικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυματικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυματικό, ουδέτερο του αντιφυματικός
αντιφυματικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφυματικός
αντιφυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυματική
αντιφυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφυματικός
αντιφυματικής	adj	γενική ενικού του αντιφυματική
αντιφυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφυματικός
αντιφυματικού	adj	γενική ενικού του αντιφυματικός
αντιφυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφυματικός
αντιφυματικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφυματικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται κατά της φυματίωσης
αντιφυματικός	adj	που σχετίζεται με την καταπολέμηση ή πρόληψη της φυματίωσης ή συμβάλλει σ’ αυτό
αντιφυματικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφυματικός
αντιφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυσικό
αντιφυσικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφυσικός
αντιφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφυσική
αντιφυσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφυσικός
αντιφυσικής	adj	γενική ενικού του αντιφυσική
αντιφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφυσικός
αντιφυσικού	adj	γενική ενικού του αντιφυσικός
αντιφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφυσικός
αντιφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφυσικός
αντιφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφυσικός
αντιφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφώνηση
αντιφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντιφώνηση
αντιφωνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντιφώνηση
αντιφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφωνία	noun	η εναλλάξ συμμετοχή σε ένα μουσικό κομμάτι τραγουδιστών ή ομάδων τραγουδιστών / χορωδών
αντιφωνίας	noun	γενική ενικού του αντιφωνία
αντιφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφωνία
αντιφωνεί	=	αντιφωνώ
αντιφωνείς	=	αντιφωνώ
αντιφωνείτε	=	αντιφωνώ
αντιφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αντιφωνικός	adv	με τρόπο αντιφωνικό
αντιφωνικέ	adj	κλητική ενικού του αντιφωνικός
αντιφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιφωνική
αντιφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιφωνικός
αντιφωνικής	adj	γενική ενικού του αντιφωνική
αντιφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιφωνικός
αντιφωνικού	adj	γενική ενικού του αντιφωνικός
αντιφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιφωνικός
αντιφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιφωνικός
αντιφωνικός	adj	που σχετίζεται με τα αντίφωνα ή ψάλλεται εναλλάξ από δύο ψάλτες ή χορούς ψαλτών
αντιφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιφωνικός
αντιφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του αντιφωνία
αντιφωνούμε	=	αντιφωνώ
αντιφωνούν	=	αντιφωνώ
αντιφωνούσα	=	αντιφωνώ
αντιφωνούσαμε	=	αντιφωνώ
αντιφωνούσαν	=	αντιφωνώ
αντιφωνούσατε	=	αντιφωνώ
αντιφωνούσε	=	αντιφωνώ
αντιφωνούσες	=	αντιφωνώ
αντιφωνώ	verb	απαντώ
αντιφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιφωνώ
αντιφώνει	=	αντιφωνώ
αντιφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιφωνώ
αντιφώνηση	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντιφωνώ
αντιφώνησης	noun	γενική ενικού του αντιφώνηση
αντιφώνου	noun	γενική ενικού του αντίφωνο
αντιφώνων	noun	γενική πληθυντικού του αντίφωνο
αντιχάρισμα	noun	προσφορά που γίνεται ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ή ανταπόδοσης σε μια προηγούμενη χάρη ή ευεργεσία
αντιχαιρέτα	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρέταγε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρέτησα	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρέτησαν	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρέτησε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρέτησες	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρέτιζα	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτιζαν	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτιζε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτιζες	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρέτισμα	noun	άλλη μορφή του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετά	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάει	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάμε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάν	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάνε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάς	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάτε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετάω	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετήσαμε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετήσαν	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετήσανε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετήσατε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετήσει	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετήστε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετίζαμε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζαν	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζανε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζατε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζει	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζεις	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζετε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζοντας	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζουμε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζουν	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζουνε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίζω	verb	ανταποδίδω χαιρετισμό
αντιχαιρετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσαν	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσανε	=	αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχαιρέτισμα
αντιχαιρετίσματος	noun	γενική ενικού του αντιχαιρέτισμα
αντιχαιρετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντιχαιρετίζω
αντιχαιρετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αντιχαιρέτισμα
αντιχαιρετισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετισμού	noun	γενική ενικού του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετισμός	noun	η ανταπόδοση ενός χαιρετισμού
αντιχαιρετισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιχαιρετισμός
αντιχαιρετούμε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούν	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούνε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσα	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσαμε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσαν	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσανε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσατε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσε	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετούσες	=	αντιχαιρετώ
αντιχαιρετώ	verb|formal	χαιρετώ κι εγώ με τη σειρά μου
αντιχαιρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιχαιρετώ
αντιχαλαζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχαλαζικό
αντιχαλαζικέ	adj	κλητική ενικού του αντιχαλαζικός
αντιχαλαζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχαλαζική
αντιχαλαζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιχαλαζικός
αντιχαλαζικής	adj	γενική ενικού του αντιχαλαζική
αντιχαλαζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιχαλαζικός
αντιχαλαζικού	adj	γενική ενικού του αντιχαλαζικός
αντιχαλαζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιχαλαζικός
αντιχαλαζικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιχαλαζικός
αντιχαλαζικός	adj	εκείνος που προστατεύει την αγροτική παραγωγή από το χαλάζι
αντιχαλαζικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιχαλαζικός
αντιχαμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχαμίτης
αντιχαρίσματα	=	αντιχάρισμα
αντιχαρίσματος	=	αντιχάρισμα
αντιχαρακτήρας	noun|rare	διάθεση για αντίθεση και εναντίωση σε πολλούς τομείς
αντιχαρακτικά	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικέ	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικές	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτική	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικής	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικοί	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικού	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικούς	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικό	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρακτικός	adj	που αφορά υλικό ή επίστρωμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να αποτρέπει ή να περιορίζει την πρόκληση γρατζουνιών στην επιφάνειά του, διατηρώντας την ακεραιότητα και την αισθητική του για μεγαλύτερο διάστημα
αντιχαρακτικών	=	αντιχαρακτικός
αντιχαρισμάτων	=	αντιχάρισμα
αντιχείρων	=	αντίχειρας
αντιχολερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχολερικό
αντιχολερικέ	adj	κλητική ενικού του αντιχολερικός
αντιχολερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχολερική
αντιχολερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιχολερικός
αντιχολερικής	adj	γενική ενικού του αντιχολερική
αντιχολερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιχολερικός
αντιχολερικού	adj	γενική ενικού του αντιχολερικός
αντιχολερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιχολερικός
αντιχολερικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιχολερικός
αντιχολερικός	adj	που σχετίζεται με την καταπολέμηση ή την πρόληψη της χολέρας ή αποσκοπεί σ’ αυτό
αντιχολερικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιχολερικός
αντιχολινεργικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχολινεργικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχολινεργικό, ουδέτερο του αντιχολινεργικός
αντιχολινεργικέ	=	αντιχολινεργικός
αντιχολινεργικές	=	αντιχολινεργικός
αντιχολινεργική	=	αντιχολινεργικός
αντιχολινεργικής	=	αντιχολινεργικός
αντιχολινεργικοί	=	αντιχολινεργικός
αντιχολινεργικού	=	αντιχολινεργικό
αντιχολινεργικούς	=	αντιχολινεργικός
αντιχολινεργικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιχολινεργικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου ή παρασκευάσματος που σταματάει την επίδραση της ακετυλοχολίνης αποκλείοντας κατά κάποιο τρόπο τους χοληνεργικούς υποδοχείς της στις απολήξεις του παρασυμπαθητικού, των εξωκρινών αδένων, του μυοκαρδίου και των λείων μυικών ινών
αντιχολινεργικός	adj	που καταστέλλει τη λειτουργία της ακετυλοχολίνης
αντιχολινεργικών	=	αντιχολινεργικό
αντιχουντικά	=	αντιχουντικός
αντιχουντικέ	=	αντιχουντικός
αντιχουντικές	=	αντιχουντικός
αντιχουντική	=	αντιχουντικός
αντιχουντικής	=	αντιχουντικός
αντιχουντικοί	=	αντιχουντικός
αντιχουντικού	=	αντιχουντικός
αντιχουντικούς	=	αντιχουντικός
αντιχουντικό	=	αντιχουντικός
αντιχουντικός	noun	κάποιος που είναι ενάντιος στη χούντα	adj	που είναι ενάντιος στη χούντα
αντιχουντικών	=	αντιχουντικός
αντιχρίστου	noun	γενική ενικού του αντίχριστος
αντιχρίστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντίχριστος
αντιχρίστων	noun	γενική πληθυντικού του αντίχριστος
αντιχρηστικοτήτων	=	αντιχρηστικότητα
αντιχρηστικότητα	noun	η ιδιότητα του αντιχρηστικού, το να μην είναι κάποιος ή κάτι χρηστικό(ς)
αντιχρηστικότητας	=	αντιχρηστικότητα
αντιχρηστικότητες	=	αντιχρηστικότητα
αντιχριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχριστιανικό
αντιχριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιχριστιανική
αντιχριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανικής	adj	γενική ενικού του αντιχριστιανική
αντιχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανικού	adj	γενική ενικού του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανικός	adj	που είναι αντίθετος με το χριστιανισμό ή τη χριστιανική διδασκαλία και πρακτική
αντιχριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιχριστιανικός
αντιχριστιανισμέ	noun	κλητική ενικού του αντιχριστιανισμός
αντιχριστιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιχριστιανισμός
αντιχριστιανισμού	noun	γενική ενικού του αντιχριστιανισμός
αντιχριστιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντιχριστιανισμός
αντιχριστιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντιχριστιανισμός
αντιχριστιανισμός	noun	στάση και πρακτική αντίθετη στο χριστιανισμό
αντιχριστιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντιχριστιανισμός
αντιχρόνου	adv	άλλη μορφή του αντίχρονου
αντιχτυπά	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάει	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάμε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάν	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάνε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάς	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάτε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπάω	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπήσαμε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπήσαν	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπήσανε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπήσατε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπήσει	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπήστε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούμε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούν	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούνε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσα	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσαμε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσαν	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσανε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσατε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσε	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπούσες	=	αντιχτυπώ
αντιχτυπώ	verb	κτυπώ κι εγώ με τη σειρά μου, ανταποδίδω το κτύπημα
αντιχτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντιχτυπάω / αντιχτυπώ
αντιχτύπα	=	αντιχτυπώ
αντιχτύπαγε	=	αντιχτυπώ
αντιχτύπησα	=	αντιχτυπώ
αντιχτύπησαν	=	αντιχτυπώ
αντιχτύπησε	=	αντιχτυπώ
αντιχτύπησες	=	αντιχτυπώ
αντιχτύπου	=	αντίχτυπος
αντιχτύπους	=	αντίχτυπος
αντιχτύπων	=	αντίχτυπος
αντιψυκτικά	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικέ	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικές	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτική	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικής	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικοί	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικού	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικούς	=	αντιψυκτικός
αντιψυκτικό	noun	ουσία που αποτρέπει το πάγωμα υγρών ή επιβραδύνει τη διαδικασία ψύξης, συνήθως με σκοπό την προστασία μηχανών ή σωληνώσεων από βλάβες λόγω παγετού
αντιψυκτικός	adj	που αφορά ουσία ή ιδιότητα που αποτρέπει το πάγωμα υγρών ή επιβραδύνει τη διαδικασία ψύξης, συνήθως με σκοπό την προστασία μηχανών ή σωληνώσεων από βλάβες λόγω παγετού
αντιψυκτικών	=	αντιψυκτικός
αντιψυχιατρικές	=	αντιψυχιατρική
αντιψυχιατρική	noun	κίνημα που υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες ψυχιατρικές μέθοδοι είναι επιβλαβείς για τους ασθενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιψυχιατρικός
αντιψυχιατρικής	=	αντιψυχιατρική
αντιψυχιατρικών	=	αντιψυχιατρική
αντιψυχωσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιψυχωσικό, ουδέτερο του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικέ	adj	κλητική ενικού του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιψυχωσική
αντιψυχωσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικής	adj	γενική ενικού του αντιψυχωσική
αντιψυχωσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικού	adj	γενική ενικού του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικό	adj	αιτιατική ενικού του αντιψυχωσικός
αντιψυχωσικός	adj	χαρακτηρισμός ουσίας ή παράγοντα που διευκολύνει ασθενείς με ψυχωσικά επεισόδια
αντιψυχωσικών	adj	γενική πληθυντικού του αντιψυχωσικός
αντιψυχωτικά	noun	σκευάσματα για ασθενείς με ψυχωσικά επεισόδια
αντιψυχωτικός	=	αντιψυχωσικός
αντιψυχωτικών	=	αντιψυχωτικά
αντιψύχι	noun	άλλη μορφή του αντίψυχο
αντιψύχια	=	αντιψύχι
αντιόξινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντιόξινο
αντιόξινο	noun	φάρμακο που μειώνει ή εξουδετερώνει την οξύτητα στο στομάχι, προσφέροντας ανακούφιση από ενοχλήματα του πεπτικού
αντιόξινου	=	αντιόξινο
αντιόξινων	=	αντιόξινο
αντιύλες	=	αντιύλη
αντιύλη	noun	μορφή της ύλης στην οποία κάθε στοιχειώδες αντισωματίδιο είναι ηλεκτρικά φορτισμένο αντίθετα από το ομόλογό του της συνηθισμένης ύλης
αντιύλης	=	αντιύλη
αντιών	=	αντί
αντλήθηκα	=	αντλώ
αντλήθηκαν	=	αντλώ
αντλήθηκε	=	αντλώ
αντλήθηκες	=	αντλώ
αντλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντλημα
αντλήματος	noun	γενική ενικού του άντλημα
αντλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσαν	=	αντλώ
αντλήσανε	=	αντλώ
αντλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσεων	=	άντληση
αντλήσεως	=	άντληση
αντλήσου	=	αντλώ
αντλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσουνε	=	αντλώ
αντλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντλώ
αντλία	noun	η συσκευή ή όργανο που αντλεί ένα υγρό ή αέριο ή/και το κατευθύνει στην επιθυμητή οδό
αντλίας	noun	γενική ενικού του αντλία
αντλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλία
αντλεί	=	αντλώ
αντλείς	=	αντλώ
αντλείσαι	=	αντλώ
αντλείστε	=	αντλώ
αντλείται	=	αντλώ
αντλείτε	=	αντλώ
αντλείτο	=	αντλώ
αντληθήκαμε	=	αντλώ
αντληθήκαν	=	αντλώ
αντληθήκανε	=	αντλώ
αντληθήκατε	=	αντλώ
αντληθεί	=	αντλώ
αντληθείς	=	αντλώ
αντληθείτε	=	αντλώ
αντληθούμε	=	αντλώ
αντληθούν	=	αντλώ
αντληθούνε	=	αντλώ
αντληθώ	=	αντλώ
αντλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του άντλημα
αντλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλημένο
αντλημένε	verb	κλητική ενικού του αντλημένος
αντλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλημένη
αντλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντλημένος
αντλημένης	verb	γενική ενικού του αντλημένη
αντλημένο	verb	αιτιατική ενικού του αντλημένος
αντλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντλημένος
αντλημένος	=	αντλώ
αντλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντλημένος
αντλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντλημένος
αντλημένων	verb	γενική πληθυντικού του αντλημένος
αντλησιοταμίευση	noun	τεχνολογία αποθήκευσης ενέργειας που χρησιμοποιείται κυρίως σε υδροηλεκτρικούς σταθμούς και λειτουργεί με άντληση νερού από έναν χαμηλότερο ταμιευτήρα σε έναν υψηλότερο ταμιευτήρα κατά τις ώρες χαμηλής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και επαναφορά του νερού μέσω τουρμπινών στον χαμηλότερο ταμιευτήρα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις ώρες υψηλής ζήτησης
αντλησιοταμίευσης	noun	γενική ενικού του αντλησιοταμίευση
αντλησιοταμιευτήρα	=	αντλησιοταμιευτήρας
αντλησιοταμιευτήρας	noun	σύστημα ή ειδική κατασκευή όπου εφαρμόζεται η αντλησιοταμίευση
αντλησιοταμιευτήρες	=	αντλησιοταμιευτήρας
αντλησιοταμιευτήρων	=	αντλησιοταμιευτήρας
αντλησιοταμιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλησιοταμιευτικό
αντλησιοταμιευτικέ	adj	κλητική ενικού του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλησιοταμιευτική
αντλησιοταμιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιευτικής	adj	γενική ενικού του αντλησιοταμιευτική
αντλησιοταμιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιευτικού	adj	γενική ενικού του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιευτικός	adj	που έχει σχέση με την αντλησιοταμίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αντλησιοταμιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αντλησιοταμιευτικός
αντλησιοταμιεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλησιοταμίευση
αντλησιοταμιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντλησιοταμίευση
αντλησιοταμιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντλησιοταμίευση
αντλητήρια	=	αντλητήριο
αντλητήριας	=	αντλητήριος
αντλητήριε	=	αντλητήριος
αντλητήριες	=	αντλητήριος
αντλητήριο	noun	ειδικό μηχάνημα για την άντληση
αντλητήριοι	=	αντλητήριος
αντλητήριος	adj	που έχει σχέση με την άντληση ή συμβάλλει σ’ αυτή
αντλητήριου	=	αντλητήριο
αντλητήριους	=	αντλητήριος
αντλητήριων	=	αντλητήριο
αντλιοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλιοστάσιο
αντλιοστάσιο	noun	(μηχανολογία): ο χώρος όπου είναι μόνιμα εγκαταστημένες αντλίες
αντλιοστάσιου	=	αντλιοστάσιο
αντλιοστασίου	noun	γενική ενικού του αντλιοστάσιο
αντλιοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του αντλιοστάσιο
αντλιοφόρα	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρας	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρε	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρες	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρο	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόροι	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρος	adj	που φέρει αντλία
αντλιοφόρου	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρους	=	αντλιοφόρος
αντλιοφόρων	=	αντλιοφόρος
αντλιωρέ	noun	κλητική ενικού του αντλιωρός
αντλιωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντλιωρός
αντλιωρού	noun	γενική ενικού του αντλιωρός
αντλιωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντλιωρός
αντλιωρό	noun	αιτιατική ενικού του αντλιωρός
αντλιωρός	noun	ο επιφορτισμένος στην καλή λειτουργία και συντήρηση των αντλιών μιας εγκατάστασης, βιομηχανικής, πετρελαιοχημικής, πλωτής ή μόνιμης δεξαμενής πλοίων κ.λπ.
αντλιωρών	noun	γενική πληθυντικού του αντλιωρός
αντλιών	noun	γενική πληθυντικού του αντλία
αντλούμαι	=	αντλώ
αντλούμασταν	=	αντλώ
αντλούμαστε	=	αντλώ
αντλούμε	=	αντλώ
αντλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλούμενο
αντλούμενε	verb	κλητική ενικού του αντλούμενος
αντλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντλούμενη
αντλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντλούμενος
αντλούμενης	verb	γενική ενικού του αντλούμενη
αντλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αντλούμενος
αντλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντλούμενος
αντλούμενος	verb	αυτός που αντλείται, καθώς αντλείται, που μπορεί να αντλείται
αντλούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντλούμενος
αντλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντλούμενος
αντλούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αντλούμενος
αντλούμουν	=	αντλώ
αντλούμουνα	=	αντλώ
αντλούν	=	αντλώ
αντλούνε	=	αντλώ
αντλούνται	=	αντλώ
αντλούνταν	=	αντλώ
αντλούντο	=	αντλώ
αντλούσα	=	αντλώ
αντλούσαμε	=	αντλώ
αντλούσαν	=	αντλώ
αντλούσανε	=	αντλώ
αντλούσασταν	=	αντλώ
αντλούσαστε	=	αντλώ
αντλούσατε	=	αντλώ
αντλούσε	=	αντλώ
αντλούσες	=	αντλώ
αντλούσουν	=	αντλώ
αντλούσουνα	=	αντλώ
αντλώ	verb	βγάζω με κάποιο τρόπο (π.χ. με μια αντλία) ένα υγρό από ένα δοχείο ή μια δεξαμενή
αντλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντλώ
αντμινιστρέιτορ	noun	πρόσωπο που έχει την τεχνική και λειτουργική ευθύνη για τη ρύθμιση, επίβλεψη και ομαλή λειτουργία ψηφιακών υποδομών, όπως διακομιστές, δίκτυα ή ιστότοποι
αντονομασία	noun	σχήμα λόγου όπου αντικαθίσταται κάποιο όνομα (κύριο ή προσηγορικό) από συνώνυμη λέξη ή φράση
αντονομασίας	noun	γενική ενικού του αντονομασία
αντονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντονομασία
αντονομασιών	noun	γενική πληθυντικού του αντονομασία
αντοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντοχή
αντοχή	noun	το σθένος αντιμετώπισης αντίξοων καταστάσεων, και αντίστασης στη φθορά
αντοχής	=	αντοχή
αντοχών	=	αντοχή
αντούβιανος	adj	ο ξεροκέφαλος
αντράδελφε	=	αντράδελφος
αντράδελφο	=	αντράδελφος
αντράδελφοι	=	αντράδελφος
αντράδελφος	noun	άλλη μορφή του ανδράδελφος
αντράδελφου	=	αντράδελφος
αντράδελφους	=	αντράδελφος
αντράδελφων	=	αντράδελφος
αντράδερφε	=	αντράδερφος
αντράδερφο	=	αντράδερφος
αντράδερφοι	=	αντράδερφος
αντράδερφος	noun	άλλη μορφή του ανδράδελφος
αντράδερφου	=	αντράδερφος
αντράδερφους	=	αντράδερφος
αντράδερφων	=	αντράδερφος
αντράκι	noun	υποκοριστικό του άντρας
αντράκια	=	αντράκι
αντράκλα	noun	η γλιστρίδα
αντράκλας	noun	γενική ενικού του αντράκλα
αντράκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντράκλα
αντράλα	noun	(δημοτική, ιδιωματικό, λογοτεχνικό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))) ζαλάδα, ίλιγγος, σκοτοδίνη
αντράλας	noun	γενική ενικού του αντράλα
αντράλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντράλα
αντράλευα	=	αντραλεύω
αντράλευαν	=	αντραλεύω
αντράλευε	=	αντραλεύω
αντράλευες	=	αντραλεύω
αντράλεψα	=	αντραλεύω
αντράλεψαν	=	αντραλεύω
αντράλεψε	=	αντραλεύω
αντράλεψες	=	αντραλεύω
αντράλισα	=	αντραλίζω
αντράλωνα	=	αντραλώνω
αντράλωναν	=	αντραλώνω
αντράλωνε	=	αντραλώνω
αντράλωνες	=	αντραλώνω
αντράλωσα	=	αντραλώνω
αντράλωσαν	=	αντραλώνω
αντράλωσε	=	αντραλώνω
αντράλωσες	=	αντραλώνω
αντρέ	noun	είσοδος, δωμάτιο εισόδου (σε κατοικία, διαμέρισμα κ.λπ.), χολ
αντρές	=	αντρέ
αντρέσα	noun|dated	διεύθυνση
αντρέσας	=	αντρέσα
αντρέσες	=	αντρέσα
αντρίκεια	adv	με αντρίκειο τρόπο
αντρίκειας	=	αντρίκειος
αντρίκειε	=	αντρίκειος
αντρίκειες	=	αντρίκειος
αντρίκειο	=	αντρίκειος
αντρίκειοι	=	αντρίκειος
αντρίκειος	adj	που φέρεται με ανδρεία και θάρρος ή χαρακτηρίζεται απ' αυτά (ή από άλλα που θεωρούνται ανδρικά χαρακτηριστικά)
αντρίκειου	=	αντρίκειος
αντρίκειους	=	αντρίκειος
αντρίκειων	=	αντρίκειος
αντρίκια	adv	με αντρίκειο τρόπο
αντρίκιας	=	αντρίκιος
αντρίκιε	=	αντρίκιος
αντρίκιες	=	αντρίκιος
αντρίκιο	=	αντρίκιος
αντρίκιοι	=	αντρίκιος
αντρίκιος	adj	άλλη γραφή του αντρίκειος
αντρίκιου	=	αντρίκιος
αντρίκιους	=	αντρίκιος
αντρίκιων	=	αντρίκιος
αντρίλα	noun	οσμηρή ή γενικότερα αισθητή εκδήλωση ανδρικής παρουσίας, που παραπέμπει είτε σε σωματική δυσοσμία είτε σε επίδειξη αρρενωπότητας
αντρίλας	=	αντρίλα
αντρίλες	=	αντρίλα
αντραβέ	noun	γυναικεία μόδα στη περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1912 - 1913) με κύριο χαρακτηριστικό η πολύ μακριά φούστα η οποία λίγο πιο κάτω από τα γόνατα έφερε εξωτερικά ταινία σε μορφή ζώνης που την συνέσφιγγε ελαφρά και εμπόδιζε τα μεγάλα βήματα
αντρακλών	noun	γενική πληθυντικού του αντράκλα
αντραλέψαμε	=	αντραλεύω
αντραλέψαν	=	αντραλεύω
αντραλέψανε	=	αντραλεύω
αντραλέψατε	=	αντραλεύω
αντραλέψει	=	αντραλεύω
αντραλέψτε	=	αντραλεύω
αντραλίζομαι	=	αντραλίζω
αντραλίζω	verb|literary	ζαλίζω, ενοχλώ, σκοτίζω
αντραλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντραλεμένο
αντραλεμένε	verb	κλητική ενικού του αντραλεμένος
αντραλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντραλεμένη
αντραλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντραλεμένος
αντραλεμένης	verb	γενική ενικού του αντραλεμένη
αντραλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντραλεμένος
αντραλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντραλεμένος
αντραλεμένος	verb|literary	ζαλισμένος, συγχυσμένος
αντραλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντραλεμένος
αντραλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντραλεμένος
αντραλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντραλεμένος
αντραλεύαμε	=	αντραλεύω
αντραλεύαν	=	αντραλεύω
αντραλεύανε	=	αντραλεύω
αντραλεύατε	=	αντραλεύω
αντραλεύει	=	αντραλεύω
αντραλεύεις	=	αντραλεύω
αντραλεύετε	=	αντραλεύω
αντραλεύοντας	=	αντραλεύω
αντραλεύουμε	=	αντραλεύω
αντραλεύουν	=	αντραλεύω
αντραλεύουνε	=	αντραλεύω
αντραλεύω	verb	άλλη μορφή του αντραλίζω
αντραλιέμαι	=	αντραλίζω
αντραλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντραλισμένο
αντραλισμένε	verb	κλητική ενικού του αντραλισμένος
αντραλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντραλισμένη
αντραλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντραλισμένος
αντραλισμένης	verb	γενική ενικού του αντραλισμένη
αντραλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντραλισμένος
αντραλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντραλισμένος
αντραλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αντραλίζω
αντραλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντραλισμένος
αντραλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντραλισμένος
αντραλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντραλισμένος
αντραλώναμε	=	αντραλώνω
αντραλώναν	=	αντραλώνω
αντραλώνανε	=	αντραλώνω
αντραλώνατε	=	αντραλώνω
αντραλώνει	=	αντραλώνω
αντραλώνεις	=	αντραλώνω
αντραλώνετε	=	αντραλώνω
αντραλώνοντας	=	αντραλώνω
αντραλώνουμε	=	αντραλώνω
αντραλώνουν	=	αντραλώνω
αντραλώνουνε	=	αντραλώνω
αντραλώνω	verb	άλλη μορφή του αντραλίζω
αντραλώσαμε	=	αντραλώνω
αντραλώσαν	=	αντραλώνω
αντραλώσανε	=	αντραλώνω
αντραλώσατε	=	αντραλώνω
αντραλώσει	=	αντραλώνω
αντραλώστε	=	αντραλώνω
αντραμίδα	noun	άλλη μορφή του ενδρομίδα (βαρύ μάλλινο ύφασμα που χρησιμοποιείται σαν σκέπασμα, πανωφόρι κ.λπ.)
αντραμίδας	=	αντραμίδα
αντραμίδες	=	αντραμίδα
αντραμίδων	=	αντραμίδα
αντρανίζω	verb|dated	κοιτάζω (επίμονα), παρατηρώ, αντικρίζω
αντραντέ	=	αντραντές
αντραντέδες	=	αντραντές
αντραντέδων	=	αντραντές
αντραντές	noun|vulgar	ταινία (λωρίδα) κεντήματος ή δαντέλας που τοποθετείται μεταξύ δυο κομματιών από ύφασμα
αντρεία	noun	άλλη μορφή του ανδρεία
αντρείας	noun	γενική ενικού του αντρεία
αντρείε	=	αντρείος
αντρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρεία
αντρείευα	=	αντρειεύω
αντρείευαν	=	αντρειεύω
αντρείευε	=	αντρειεύω
αντρείευες	=	αντρειεύω
αντρείεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρείεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρείεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρείεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρείο	=	αντρείος
αντρείοι	=	αντρείος
αντρείος	adj	άλλη μορφή του ανδρείος
αντρείου	=	αντρείος
αντρείους	=	αντρείος
αντρείων	=	αντρείος
αντρείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρεδάκι	noun	αντρέ μικρών διαστάσεων
αντρεδάκια	=	αντρεδάκι
αντρεδέ	=	αντρεδές
αντρεδέδες	=	αντρεδές
αντρεδέδων	=	αντρεδές
αντρεδές	noun|vulgar	άλλη μορφή του αντραντές, άλλη γραφή του αντρεντές
αντρειά	noun|literary	άλλη μορφή του ανδρεία
αντρειάς	noun	γενική ενικού του αντρειά
αντρειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρειά
αντρειέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψαν	=	αντρειεύω
αντρειέψανε	=	αντρειεύω
αντρειέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψου	=	αντρειεύομαι
αντρειέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύω
αντρειεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρειεμένο
αντρειεμένε	verb	κλητική ενικού του αντρειεμένος
αντρειεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρειεμένη
αντρειεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντρειεμένος
αντρειεμένης	verb	γενική ενικού του αντρειεμένη
αντρειεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντρειεμένος
αντρειεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντρειεμένος
αντρειεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντρειεύω
αντρειεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντρειεμένος
αντρειεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντρειεμένος
αντρειεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντρειεμένος
αντρειευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτήκαν	=	αντρειεύομαι
αντρειευτήκανε	=	αντρειεύομαι
αντρειευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειευόμασταν	=	αντρειεύομαι
αντρειευόμαστε	=	αντρειεύομαι
αντρειευόμουν	=	αντρειεύομαι
αντρειευόμουνα	=	αντρειεύομαι
αντρειευόντουσαν	=	αντρειεύομαι
αντρειευόσασταν	=	αντρειεύομαι
αντρειευόσαστε	=	αντρειεύομαι
αντρειευόσουν	=	αντρειεύομαι
αντρειευόσουνα	=	αντρειεύομαι
αντρειευόταν	=	αντρειεύομαι
αντρειευότανε	=	αντρειεύομαι
αντρειεύαμε	=	αντρειεύω
αντρειεύαν	=	αντρειεύω
αντρειεύανε	=	αντρειεύω
αντρειεύατε	=	αντρειεύω
αντρειεύει	=	αντρειεύω
αντρειεύεις	=	αντρειεύω
αντρειεύεσαι	=	αντρειεύομαι
αντρειεύεστε	=	αντρειεύομαι
αντρειεύεται	=	αντρειεύομαι
αντρειεύετε	=	αντρειεύω
αντρειεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αντρειεύω
αντρειεύονται	=	αντρειεύομαι
αντρειεύονταν	=	αντρειεύομαι
αντρειεύοντας	=	αντρειεύω
αντρειεύου	=	αντρειεύομαι
αντρειεύουμε	=	αντρειεύω
αντρειεύουν	=	αντρειεύω
αντρειεύουνε	=	αντρειεύω
αντρειεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειεύομαι
αντρειεύω	verb|vulgar	γίνομαι ανδρείος, δυναμώνω
αντρειοσυνών	=	αντρειοσύνη
αντρειοσύνες	=	αντρειοσύνη
αντρειοσύνη	noun	άλλη μορφή του ανδρειοσύνη
αντρειοσύνης	=	αντρειοσύνη
αντρειοτήτων	=	αντρειότητα
αντρειωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρειωμένο	adv	με ανδρείο τρόπο, θαρραλέα, με ανδρειότητα, με ανδρεία, δυνατά
αντρειωμένε	verb	κλητική ενικού του αντρειωμένος
αντρειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρειωμένη
αντρειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντρειωμένος
αντρειωμένης	verb	γενική ενικού του αντρειωμένη
αντρειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντρειωμένος
αντρειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντρειωμένος
αντρειωμένος	verb|vulgar	άλλη μορφή του ανδρειωμένος
αντρειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντρειωμένος
αντρειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντρειωμένος
αντρειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντρειωμένος
αντρειότητα	noun	η ανδρεία, η ανδρειοσύνη
αντρειότητας	=	αντρειότητα
αντρειότητες	=	αντρειότητα
αντρειών	noun	γενική πληθυντικού του αντρεία
αντρειώνομαι	=	αντρειώνω
αντρειώνω	verb	άλλη μορφή του ανδρειώνω
αντρειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντρειώνω
αντρεντέ	=	αντρεντές
αντρεντέδες	=	αντρεντές
αντρεντέδων	=	αντρεντές
αντρεντές	noun|vulgar	άλλη μορφή του αντραντές
αντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρικό	adv	όπως οι άντρες
αντρικέ	adj	κλητική ενικού του αντρικός
αντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρική
αντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντρικός
αντρικής	adj	γενική ενικού του αντρική
αντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντρικός
αντρικού	adj	γενική ενικού του αντρικός
αντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντρικός
αντρικό	adj	αιτιατική ενικού του αντρικός
αντρικός	adj	άλλη μορφή του ανδρικός
αντρικών	adj	γενική πληθυντικού του αντρικός
αντριλίκι	noun	συμπεριφορά που επιδιώκει να προβάλει ανδρεία, πυγμή ή «τσαγανό», συχνά με τρόπο επιδεικτικό, υπερβολικό ή προσποιητό
αντριλίκια	=	αντριλίκι
αντρισμέ	noun	κλητική ενικού του αντρισμός
αντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντρισμός
αντρισμού	noun	γενική ενικού του αντρισμός
αντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αντρισμός
αντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αντρισμός
αντρισμός	noun	άλλη μορφή του ανδρισμός
αντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αντρισμός
αντρογυναίκα	noun	γυναίκα που έχει τη σωματική διάπλαση ενός άντρα
αντρογυναίκας	noun	γενική ενικού του αντρογυναίκα
αντρογυναίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρογυναίκα
αντρογυναικών	noun	γενική πληθυντικού του αντρογυναίκα
αντρογύνου	=	αντρόγυνο
αντρογύνων	=	αντρόγυνο
αντροδίαιτα	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτε	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτες	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτη	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτης	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτο	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτοι	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτος	adj	που ζει σε άντρα
αντροδίαιτου	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτους	=	αντροδίαιτος
αντροδίαιτων	=	αντροδίαιτος
αντροκάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αντροκαλώ
αντροκαλεσμένος	=	αντροκαλώ
αντροκαλιέμαι	=	αντροκαλώ
αντροκαλώ	verb	Προκαλώ κάποιον σε αγώνα, σε μονομαχία.
αντροκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αντροκαλώ
αντροκρατήθηκα	=	αντροκρατούμαι
αντροκρατία	noun	άλλη μορφή του ανδροκρατία
αντροκρατίας	=	αντροκρατία
αντροκρατίες	=	αντροκρατία
αντροκρατικά	=	αντροκρατικός
αντροκρατικέ	=	αντροκρατικός
αντροκρατικές	=	αντροκρατικός
αντροκρατική	=	αντροκρατικός
αντροκρατικής	=	αντροκρατικός
αντροκρατικοί	=	αντροκρατικός
αντροκρατικού	=	αντροκρατικός
αντροκρατικούς	=	αντροκρατικός
αντροκρατικό	=	αντροκρατικός
αντροκρατικός	adj	άλλη μορφή του ανδροκρατικός
αντροκρατικών	=	αντροκρατικός
αντροκρατούμαι	verb	άλλη μορφή του ανδροκρατούμαι
αντρομίδα	noun	άλλη μορφή του ενδρομίδα (βαρύ μάλλινο ύφασμα που χρησιμοποιείται σαν σκέπασμα, πανωφόρι κ.λπ.)
αντρομίδας	=	αντρομίδα
αντρομίδες	=	αντρομίδα
αντρομίδων	=	αντρομίδα
αντροπαρέα	noun	μια παρέα ανδρών (αποκλειστικά)
αντροπαρέας	noun	γενική ενικού του αντροπαρέα
αντροπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντροπαρέα
αντροσύνη	noun|rare	ανδροπρέπεια, ανδρεία
αντροσύνης	=	αντροσύνη
αντροφέρνω	verb	τείνω στην ανδρική μορφή
αντροχωρίστρα	noun	η γυναίκα που μπαίνει στη μέση ως τρίτο πρόσωπο και γίνεται αιτία να χωρίσει ένα ζευγάρι
αντροχωρίστρας	noun	γενική ενικού του αντροχωρίστρα
αντροχωρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντροχωρίστρα
αντροχωριστρών	noun	γενική πληθυντικού του αντροχωρίστρα
αντρούλη	=	αντρούλης
αντρούληδες	=	αντρούλης
αντρούληδων	=	αντρούλης
αντρούλης	noun	για τον σύζυγο ή σύντροφο
αντρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρωμένο
αντρωμένε	verb	κλητική ενικού του αντρωμένος
αντρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρωμένη
αντρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντρωμένος
αντρωμένης	verb	γενική ενικού του αντρωμένη
αντρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αντρωμένος
αντρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντρωμένος
αντρωμένος	verb	άλλη μορφή του ανδρωμένος
αντρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντρωμένος
αντρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αντρωμένος
αντρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντρωμένος
αντρόγυνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντρόγυνο
αντρόγυνο	noun	άλλη μορφή του ανδρόγυνο
αντρόγυνου	noun	γενική ενικού του αντρόγυνο
αντρόγυνων	noun	γενική πληθυντικού του αντρόγυνο
αντρόπιαστα	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστε	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστες	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστη	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστης	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστο	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστοι	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστος	adj	που δεν έχει ντροπιαστεί, που έχει ακέραιη την υπόληψή του
αντρόπιαστου	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστους	=	αντρόπιαστος
αντρόπιαστων	=	αντρόπιαστος
αντρός	noun	γενική ενικού του άντρας
αντρών	noun	η τουαλέτα, σε δημόσιο χώρο, που χαρακτηρίζεται ως αντρική
αντρώνομαι	=	ανδρώνομαι
αντρώνω	=	ανδρώνω
αντσούγα	noun	άλλη γραφή του αντσούγια
αντσούγας	noun	γενική ενικού του αντσούγα
αντσούγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντσούγα
αντσούγια	noun	άλλη προφορά του αντζούγια
αντσούγιας	noun	γενική ενικού του αντσούγια
αντσούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντσούγια
αντωνυμία	noun	κλιτή λέξη που αντικαθιστά ένα ουσιαστικό ή επίθετο
αντωνυμίας	noun	γενική ενικού του αντωνυμία
αντωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντωνυμία
αντωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντωνυμικό
αντωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του αντωνυμικός
αντωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντωνυμική
αντωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντωνυμικός
αντωνυμικής	adj	γενική ενικού του αντωνυμική
αντωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντωνυμικός
αντωνυμικού	adj	γενική ενικού του αντωνυμικός
αντωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντωνυμικός
αντωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του αντωνυμικός
αντωνυμικός	adj	που έχει σχέση με αντωνυμίες ή αναφέρεται σ’ αυτές
αντωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του αντωνυμικός
αντωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του αντωνυμία
αντωνύμου	=	αντώνυμο
αντωνύμων	=	αντώνυμο
αντωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντωπό
αντωπέ	adj	κλητική ενικού του αντωπός
αντωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντωπή
αντωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντωπός
αντωπής	adj	γενική ενικού του αντωπή
αντωπο	=	αντωπός
αντωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντωπός
αντωπού	adj	γενική ενικού του αντωπός
αντωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντωπός
αντωπό	adj	αιτιατική ενικού του αντωπός
αντωπός	adj|archaic	ανφάς προς τον παρατηρητή
αντωπών	adj	γενική πληθυντικού του αντωπός
αντωσμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντώσμωση
αντωσμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αντώσμωση
αντωσμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αντώσμωση
αντύγων	=	άντυγα
αντώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντώνυμο
αντώνυμε	adj	κλητική ενικού του αντώνυμος
αντώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αντώνυμη
αντώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντώνυμος
αντώνυμης	adj	γενική ενικού του αντώνυμη
αντώνυμο	noun	η λέξη που έχει την αντίθετη έννοια από κάποια άλλη
αντώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αντώνυμος
αντώνυμος	adj	αντίθετος
αντώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αντώνυμος
αντώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αντώνυμος
αντώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αντώνυμος
αντώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άντωση
αντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του άντωση
αντώσεως	noun|formal	γενική ενικού του άντωση
αντώσμωση	noun	τεχνολογία υδατοκαθαρισμού (υδροκαθαρισμού, καθαρισμού του νερού) με την χρήση ημιπερατών μεμβράνων για την αφαίρεση ιόντων, μορίων και μεγαλύτερων σωματιδίων από το πόσιμο νερό
αντώσμωσης	noun	γενική ενικού του αντώσμωση
ανυγιεινέ	adj	κλητική ενικού του ανυγιεινός
ανυγιεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυγιεινή
ανυγιεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυγιεινός
ανυγιεινής	adj	γενική ενικού του ανυγιεινή
ανυγιεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυγιεινός
ανυγιεινού	adj	γενική ενικού του ανυγιεινός
ανυγιεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυγιεινός
ανυγιεινό	adj	αιτιατική ενικού του ανυγιεινός
ανυγιεινών	adj	γενική πληθυντικού του ανυγιεινός
ανυδρία	noun|formal	έλλειψη βροχής και γενικότερα νερού
ανυδρίας	noun	γενική ενικού του ανυδρία
ανυδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυδρία
ανυδρίτες	=	ανυδρίτης
ανυδρίτη	=	ανυδρίτης
ανυδρίτης	noun	χημική ένωση που προκύπτει από άλλη (ή άλλες) με αφαίρεση μορίου νερού
ανυδριτών	=	ανυδρίτης
ανυδριών	noun	γενική πληθυντικού του ανυδρία
ανυε	abbrev	Ανώτατη Ναυτική Υγειονομική Επιτροπή
ανυιοθέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυιοθέτητο
ανυιοθέτητε	adj	κλητική ενικού του ανυιοθέτητος
ανυιοθέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυιοθέτητη
ανυιοθέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυιοθέτητος
ανυιοθέτητης	adj	γενική ενικού του ανυιοθέτητη
ανυιοθέτητο	adj	αιτιατική ενικού του ανυιοθέτητος
ανυιοθέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυιοθέτητος
ανυιοθέτητος	adj	που δεν έχει υιοθετηθεί
ανυιοθέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυιοθέτητος
ανυιοθέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυιοθέτητος
ανυιοθέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυιοθέτητος
ανυμέναια	=	ανυμέναιος
ανυμέναιε	=	ανυμέναιος
ανυμέναιες	=	ανυμέναιος
ανυμέναιη	=	ανυμέναιος
ανυμέναιης	=	ανυμέναιος
ανυμέναιο	=	ανυμέναιος
ανυμέναιοι	=	ανυμέναιος
ανυμέναιος	adj	που είναι ανύπαντρος
ανυμέναιου	=	ανυμέναιος
ανυμέναιους	=	ανυμέναιος
ανυμέναιων	=	ανυμέναιος
ανυμνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσαν	=	ανυμνώ
ανυμνήσανε	=	ανυμνώ
ανυμνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανυμνεί	=	ανυμνώ
ανυμνείς	=	ανυμνώ
ανυμνείτε	=	ανυμνώ
ανυμνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυμνητικό
ανυμνητικέ	adj	κλητική ενικού του ανυμνητικός
ανυμνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυμνητική
ανυμνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυμνητικός
ανυμνητικής	adj	γενική ενικού του ανυμνητική
ανυμνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυμνητικός
ανυμνητικού	adj	γενική ενικού του ανυμνητικός
ανυμνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυμνητικός
ανυμνητικό	adj	αιτιατική ενικού του ανυμνητικός
ανυμνητικός	adj	υμνητικός, εγκωμιαστικός
ανυμνητικών	adj	γενική πληθυντικού του ανυμνητικός
ανυμνολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυμνολόγητο
ανυμνολόγητε	adj	κλητική ενικού του ανυμνολόγητος
ανυμνολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυμνολόγητη
ανυμνολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυμνολόγητος
ανυμνολόγητης	adj	γενική ενικού του ανυμνολόγητη
ανυμνολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ανυμνολόγητος
ανυμνολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυμνολόγητος
ανυμνολόγητος	adj	που δεν έχει υμνολογηθεί ή δεν είναι δυνατόν να υμνολογηθεί
ανυμνολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυμνολόγητος
ανυμνολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυμνολόγητος
ανυμνολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυμνολόγητος
ανυμνούμαι	=	ανυμνώ
ανυμνούμε	=	ανυμνώ
ανυμνούν	=	ανυμνώ
ανυμνούνε	=	ανυμνώ
ανυμνούσα	=	ανυμνώ
ανυμνούσαμε	=	ανυμνώ
ανυμνούσαν	=	ανυμνώ
ανυμνούσανε	=	ανυμνώ
ανυμνούσατε	=	ανυμνώ
ανυμνούσε	=	ανυμνώ
ανυμνούσες	=	ανυμνώ
ανυμνώ	verb|formal	υμνώ, δοξολογώ
ανυμνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανυμνώ
ανυπάκοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπάκοο
ανυπάκοε	adj	κλητική ενικού του ανυπάκοος
ανυπάκοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπάκοη
ανυπάκοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπάκοος
ανυπάκοης	adj	γενική ενικού του ανυπάκοη
ανυπάκοο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπάκοος
ανυπάκοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπάκοος
ανυπάκοος	adj	άλλη μορφή του ανυπάκουος
ανυπάκοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπάκοος
ανυπάκοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπάκοος
ανυπάκουα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπάκουο
ανυπάκουε	adj	κλητική ενικού του ανυπάκουος
ανυπάκουες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπάκουη
ανυπάκουη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπάκουος
ανυπάκουης	adj	γενική ενικού του ανυπάκουη
ανυπάκουο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπάκουος
ανυπάκουοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπάκουος
ανυπάκουος	adj	που δεν υπακούει
ανυπάκουου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπάκουος
ανυπάκουους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπάκουος
ανυπάκουων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπάκουος
ανυπάκοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπάκοος
ανυπέρβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπέρβλητος	adv	χωρίς να μπορεί κάποιος να τα υπερβεί
ανυπέρβλητε	adj	κλητική ενικού του ανυπέρβλητος
ανυπέρβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπέρβλητη
ανυπέρβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπέρβλητος
ανυπέρβλητης	adj	γενική ενικού του ανυπέρβλητη
ανυπέρβλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπέρβλητος
ανυπέρβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπέρβλητος
ανυπέρβλητος	adj	που δεν μπορείς να τον ξεπεράσεις, αντιμετωπίσεις, νικήσεις
ανυπέρβλητου	adj	γενική ενικού του ανυπέρβλητος
ανυπέρβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπέρβλητος
ανυπέρβλητων	adj	γενική πληθυντικού του ανυπέρβλητος
ανυπέρθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπέρθετο
ανυπέρθετε	adj	κλητική ενικού του ανυπέρθετος
ανυπέρθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπέρθετη
ανυπέρθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπέρθετος
ανυπέρθετης	adj	γενική ενικού του ανυπέρθετη
ανυπέρθετο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπέρθετος
ανυπέρθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπέρθετος
ανυπέρθετον	=	ανυπέρθετος
ανυπέρθετος	adj	που δεν είναι δυνατόν να αναβληθεί ή να μετατεθεί
ανυπέρθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπέρθετος
ανυπέρθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπέρθετος
ανυπέρθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπέρθετος
ανυπαίτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπαίτιος	adv	με ανυπαιτιότητα
ανυπαίτιας	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιε	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιες	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιο	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιοι	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιος	adj	που δεν φέρει ευθύνη για τη ζημία ή το αποτέλεσμα κάποιας πράξης, διότι δεν ενήργησε με πρόθεση ή αμέλεια
ανυπαίτιου	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιους	=	ανυπαίτιος
ανυπαίτιων	=	ανυπαίτιος
ανυπαιτιοτήτων	=	ανυπαιτιότητα
ανυπαιτιότητα	noun	κατάσταση στην οποία απουσιάζει κάθε νομικά καταλογιστέα υπαιτιότητα για ένα γεγονός ή αποτέλεσμα, έλλειψη υπαιτιότητας
ανυπαιτιότητας	=	ανυπαιτιότητα
ανυπαιτιότητες	=	ανυπαιτιότητα
ανυπακοές	=	ανυπακοή
ανυπακοή	noun	η ιδιότητα του ανυπάκουου, η έλλειψη υπακοής
ανυπακοής	=	ανυπακοή
ανυπακοών	=	ανυπακοή
ανυπαρξία	noun	η κατάσταση της μη ύπαρξης
ανυπαρξίας	noun	γενική ενικού του ανυπαρξία
ανυπαρξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπαρξία
ανυπαρξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανυπαρξία
ανυπεράσπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπεράσπιστος	adv	χωρίς υπεράσπιση
ανυπεράσπιστε	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστες	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστη	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστης	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστο	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστοι	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστος	adj	που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του είτε λόγω ηλικίας ή αδυναμίας είτε λόγω έλλειψης μέσων
ανυπεράσπιστου	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστους	=	ανυπεράσπιστος
ανυπεράσπιστων	=	ανυπεράσπιστος
ανυπερθέτως	adv|formal	χωρίς αναβολή
ανυπερπήδητα	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητε	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητες	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητη	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητης	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητο	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητοι	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητος	adj	που δεν είναι δυνατόν να υπερπηδηθεί, να να αντιμετωπιστεί
ανυπερπήδητου	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητους	=	ανυπερπήδητος
ανυπερπήδητων	=	ανυπερπήδητος
ανυποδούλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποδούλωτο
ανυποδούλωτε	adj	κλητική ενικού του ανυποδούλωτος
ανυποδούλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποδούλωτη
ανυποδούλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυποδούλωτος
ανυποδούλωτης	adj	γενική ενικού του ανυποδούλωτη
ανυποδούλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυποδούλωτος
ανυποδούλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυποδούλωτος
ανυποδούλωτος	adj	που δεν έχει υποδουλωθεί ή δεν μπορεί να υποδουλωθεί
ανυποδούλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυποδούλωτος
ανυποδούλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυποδούλωτος
ανυποδούλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυποδούλωτος
ανυποθήκευτα	adv	χωρίς να έχουν υποθηκευτεί
ανυποθήκευτε	adj	κλητική ενικού του ανυποθήκευτος
ανυποθήκευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποθήκευτη
ανυποθήκευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυποθήκευτος
ανυποθήκευτης	adj	γενική ενικού του ανυποθήκευτη
ανυποθήκευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυποθήκευτος
ανυποθήκευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυποθήκευτος
ανυποθήκευτος	adj	που δεν έχει υποθηκευτεί
ανυποθήκευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυποθήκευτος
ανυποθήκευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυποθήκευτος
ανυποθήκευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυποθήκευτος
ανυποκρισία	noun	η έλλειψη υποκρισίας, η ειλικρίνεια
ανυποκρισίας	noun	γενική ενικού του ανυποκρισία
ανυποκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποκρισία
ανυποκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του ανυποκρισία
ανυποληψία	noun	η στάση περιθωριοποίησης από τη μεριά του κοινωνικού συνόλου προς κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων
ανυποληψίας	noun	γενική ενικού του ανυποληψία
ανυποληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποληψία
ανυποληψιών	noun	γενική πληθυντικού του ανυποληψία
ανυπολόγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπολόγιστος	adv	χωρίς να μπορεί να υπολογιστεί, που είναι δύσκολο να υπολογιστεί
ανυπολόγιστε	adj	κλητική ενικού του ανυπολόγιστος
ανυπολόγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπολόγιστη
ανυπολόγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπολόγιστος
ανυπολόγιστης	adj	γενική ενικού του ανυπολόγιστη
ανυπολόγιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπολόγιστος
ανυπολόγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπολόγιστος
ανυπολόγιστος	adj	που είναι δύσκολο να υπολογιστεί, που δεν μπορεί να υπολογιστεί
ανυπολόγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπολόγιστος
ανυπολόγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπολόγιστος
ανυπολόγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπολόγιστος
ανυπομνημάτιστα	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστε	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστες	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστη	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστης	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστο	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστοι	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστος	adj	που δεν έχει υπομνηματιστεί, που δεν έχει υπόμνημα
ανυπομνημάτιστου	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστους	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομνημάτιστων	=	ανυπομνημάτιστος
ανυπομονέψαμε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονέψαν	=	ανυπομονεύω
ανυπομονέψανε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονέψατε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονέψει	=	ανυπομονεύω
ανυπομονέψτε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεί	=	ανυπομονώ
ανυπομονείς	=	ανυπομονώ
ανυπομονείτε	=	ανυπομονώ
ανυπομονεύαμε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύαν	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύανε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύατε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύει	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύεις	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύετε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύοντας	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύουμε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύουν	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύουνε	=	ανυπομονεύω
ανυπομονεύω	verb	άλλη μορφή του ανυπομονώ
ανυπομονησία	noun	η διαδικασία προσμονής χωρίς τη δυνατότητα αναμονής
ανυπομονησίας	noun	γενική ενικού του ανυπομονησία
ανυπομονησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπομονησία
ανυπομονησιών	noun	γενική πληθυντικού του ανυπομονησία
ανυπομονούμε	=	ανυπομονώ
ανυπομονούν	=	ανυπομονώ
ανυπομονούνε	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσα	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσαμε	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσαν	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσανε	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσατε	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσε	=	ανυπομονώ
ανυπομονούσες	=	ανυπομονώ
ανυπομονώ	verb	περιμένω με λαχτάρα κάτι, δεν μπορώ να κάνω υπομονή
ανυπομονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανυπομονώ
ανυπομόνευα	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνευαν	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνευε	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνευες	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνευτα	adv	ανυπόμονα
ανυπομόνευτε	adj	κλητική ενικού του ανυπομόνευτος
ανυπομόνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπομόνευτη
ανυπομόνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπομόνευτος
ανυπομόνευτης	adj	γενική ενικού του ανυπομόνευτη
ανυπομόνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπομόνευτος
ανυπομόνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπομόνευτος
ανυπομόνευτος	adj	άλλη μορφή του ανυπόμονος
ανυπομόνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπομόνευτος
ανυπομόνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπομόνευτος
ανυπομόνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπομόνευτος
ανυπομόνεψα	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνεψαν	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνεψε	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνεψες	=	ανυπομονεύω
ανυπομόνησα	=	ανυπομονώ
ανυποστήρικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποστήρικτο
ανυποστήρικτε	adj	κλητική ενικού του ανυποστήρικτος
ανυποστήρικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποστήρικτη
ανυποστήρικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυποστήρικτος
ανυποστήρικτης	adj	γενική ενικού του ανυποστήρικτη
ανυποστήρικτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυποστήρικτος
ανυποστήρικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυποστήρικτος
ανυποστήρικτος	adj|figurative	που δεν υποστηρίζεται ή δεν μπορεί να υποστηριχθεί
ανυποστήρικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυποστήρικτος
ανυποστήρικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυποστήρικτος
ανυποστήρικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυποστήρικτος
ανυποστήριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποστήριχτο
ανυποστήριχτε	adj	κλητική ενικού του ανυποστήριχτος
ανυποστήριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποστήριχτη
ανυποστήριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυποστήριχτος
ανυποστήριχτης	adj	γενική ενικού του ανυποστήριχτη
ανυποστήριχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυποστήριχτος
ανυποστήριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυποστήριχτος
ανυποστήριχτος	adj	άλλη μορφή του ανυποστήρικτος
ανυποστήριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυποστήριχτος
ανυποστήριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυποστήριχτος
ανυποστήριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυποστήριχτος
ανυποτίτλιστο	adj	ανυποτιτλισμένο, μη υποτιτλισμένο
ανυποταγή	noun|rare	η έλλειψη υποταγής, η ιδιότητα του ανυπότακτου
ανυποταγής	=	ανυποταγή
ανυποταξία	noun	μη υποταγή
ανυποταξίας	noun	γενική ενικού του ανυποταξία
ανυποταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποταξία
ανυποταξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανυποταξία
ανυποχώρητα	adv	χωρίς να υποχωρεί
ανυποχώρητε	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητες	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητη	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητης	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητο	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητοι	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητος	adj	που δεν υποχωρεί, που δεν κάνει πίσω, που δεν έχει διάθεση να κάνει συμβιβασμούς
ανυποχώρητου	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητους	=	ανυποχώρητος
ανυποχώρητων	=	ανυποχώρητος
ανυποψίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυποψίαστος	adv	χωρίς να υποψιάζεται κάτι
ανυποψίαστε	adj	κλητική ενικού του ανυποψίαστος
ανυποψίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυποψίαστη
ανυποψίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυποψίαστος
ανυποψίαστης	adj	γενική ενικού του ανυποψίαστη
ανυποψίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανυποψίαστος
ανυποψίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυποψίαστος
ανυποψίαστος	adj	που δεν υποψιάζεται ότι κάτι έχει ή πρόκειται να συμβεί
ανυποψίαστου	adj	γενική ενικού του ανυποψίαστος
ανυποψίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυποψίαστος
ανυποψίαστων	adj	γενική πληθυντικού του ανυποψίαστος
ανυπρόκοπος	=	ανεπρόκοπος
ανυπόγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόγραφος	adv	χωρίς υπογραφή
ανυπόγραφε	adj	κλητική ενικού του ανυπόγραφος
ανυπόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόγραφη
ανυπόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόγραφος
ανυπόγραφης	adj	γενική ενικού του ανυπόγραφη
ανυπόγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόγραφος
ανυπόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόγραφος
ανυπόγραφος	adj	που δεν έχει υπογραφεί, δεν φέρει υπογραφή
ανυπόγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόγραφος
ανυπόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόγραφος
ανυπόγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόγραφος
ανυπόδητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόδητο
ανυπόδητε	adj	κλητική ενικού του ανυπόδητος
ανυπόδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόδητη
ανυπόδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόδητος
ανυπόδητης	adj	γενική ενικού του ανυπόδητη
ανυπόδητο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόδητος
ανυπόδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόδητος
ανυπόδητος	adj	ξυπόλυτος
ανυπόδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόδητος
ανυπόδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόδητος
ανυπόδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόδητος
ανυπόδυτος	=	ανυπόδητος
ανυπόθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόθετο
ανυπόθετε	adj	κλητική ενικού του ανυπόθετος
ανυπόθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόθετη
ανυπόθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόθετος
ανυπόθετης	adj	γενική ενικού του ανυπόθετη
ανυπόθετο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόθετος
ανυπόθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόθετος
ανυπόθετος	adj	που δεν είναι δυνατόν να τον υποθέσει κάποιος
ανυπόθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόθετος
ανυπόθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόθετος
ανυπόθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόθετος
ανυπόθηκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόθηκο
ανυπόθηκε	adj	κλητική ενικού του ανυπόθηκος
ανυπόθηκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόθηκη
ανυπόθηκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόθηκος
ανυπόθηκης	adj	γενική ενικού του ανυπόθηκη
ανυπόθηκο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόθηκος
ανυπόθηκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόθηκος
ανυπόθηκος	adj	άλλη μορφή του ανυποθήκευτος
ανυπόθηκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόθηκος
ανυπόθηκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόθηκος
ανυπόθηκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόθηκος
ανυπόκριτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόκριτος	adv	χωρίς υποκρισία
ανυπόκριτε	adj	κλητική ενικού του ανυπόκριτος
ανυπόκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόκριτη
ανυπόκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόκριτος
ανυπόκριτης	adj	γενική ενικού του ανυπόκριτη
ανυπόκριτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόκριτος
ανυπόκριτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόκριτος
ανυπόκριτος	adj	που δεν υποκρίνεται
ανυπόκριτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόκριτος
ανυπόκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόκριτος
ανυπόκριτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόκριτος
ανυπόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόληπτος	adv	με ανυπόληπτο τρόπο
ανυπόληπτε	adj	κλητική ενικού του ανυπόληπτος
ανυπόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόληπτη
ανυπόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόληπτος
ανυπόληπτης	adj	γενική ενικού του ανυπόληπτη
ανυπόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόληπτος
ανυπόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόληπτος
ανυπόληπτος	adj	που δεν τον σέβεται και δεν τον υπολήπτεται κανείς
ανυπόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόληπτος
ανυπόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόληπτος
ανυπόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόληπτος
ανυπόμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόμονος	adv	με ανυπόμονο τρόπο, με ανυπομονησία
ανυπόμονε	adj	κλητική ενικού του ανυπόμονος
ανυπόμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόμονη
ανυπόμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόμονος
ανυπόμονης	adj	γενική ενικού του ανυπόμονη
ανυπόμονο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόμονος
ανυπόμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόμονος
ανυπόμονος	adj	που δεν έχει υπομονή
ανυπόμονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόμονος
ανυπόμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόμονος
ανυπόμονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόμονος
ανυπόνοιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόνοιαστος	adv	με ανυπόνοιαστο τρόπο
ανυπόνοιαστε	adj	κλητική ενικού του ανυπόνοιαστος
ανυπόνοιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόνοιαστη
ανυπόνοιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόνοιαστος
ανυπόνοιαστης	adj	γενική ενικού του ανυπόνοιαστη
ανυπόνοιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόνοιαστος
ανυπόνοιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόνοιαστος
ανυπόνοιαστος	adj	που δεν έχει υπόνοιες, υποψίες
ανυπόνοιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόνοιαστος
ανυπόνοιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόνοιαστος
ανυπόνοιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόνοιαστος
ανυπόστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόστατος	adv	με ανυπόστατο τρόπο
ανυπόστατε	adj	κλητική ενικού του ανυπόστατος
ανυπόστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόστατη
ανυπόστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόστατος
ανυπόστατης	adj	γενική ενικού του ανυπόστατη
ανυπόστατο	noun	που δεν έχει υπόσταση, που δεν ισχύει
ανυπόστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόστατος
ανυπόστατος	adj	που δεν έχει υπόσταση, είναι ανύπαρκτος, είναι ψευδής, είναι αναληθής
ανυπόστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόστατος
ανυπόστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόστατος
ανυπόστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόστατος
ανυπόσχετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόσχετο
ανυπόσχετε	adj	κλητική ενικού του ανυπόσχετος
ανυπόσχετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόσχετη
ανυπόσχετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόσχετος
ανυπόσχετης	adj	γενική ενικού του ανυπόσχετη
ανυπόσχετο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόσχετος
ανυπόσχετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόσχετος
ανυπόσχετος	adj	που δεν υπόσχεται
ανυπόσχετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόσχετος
ανυπόσχετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόσχετος
ανυπόσχετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόσχετος
ανυπόταγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόταγο
ανυπόταγε	adj	κλητική ενικού του ανυπόταγος
ανυπόταγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόταγη
ανυπόταγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόταγος
ανυπόταγης	adj	γενική ενικού του ανυπόταγη
ανυπόταγο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόταγος
ανυπόταγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόταγος
ανυπόταγος	adj|rare	άλλη μορφή του ανυπότακτος
ανυπόταγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόταγος
ανυπόταγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόταγος
ανυπόταγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόταγος
ανυπότακτα	adv	χωρίς να υποτάσσομαι
ανυπότακτε	adj	κλητική ενικού του ανυπότακτος
ανυπότακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπότακτη
ανυπότακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπότακτος
ανυπότακτης	adj	γενική ενικού του ανυπότακτη
ανυπότακτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπότακτος
ανυπότακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπότακτος
ανυπότακτος	noun	αυτός που δεν παρουσιάστηκε να καταταχτεί στο στρατό ως νεοσύλλεκτος, ενώ τον είχαν καλέσει	adj	που δεν υποτάσσεται
ανυπότακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπότακτος
ανυπότακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπότακτος
ανυπότακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπότακτος
ανυπόταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόταχτο
ανυπόταχτε	adj	κλητική ενικού του ανυπόταχτος
ανυπόταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόταχτη
ανυπόταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόταχτος
ανυπόταχτης	adj	γενική ενικού του ανυπόταχτη
ανυπόταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόταχτος
ανυπόταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόταχτος
ανυπόταχτος	adj	άλλη μορφή του ανυπότακτος
ανυπόταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόταχτος
ανυπόταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόταχτος
ανυπόταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόταχτος
ανυπόφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόφερτος	adv	ανυπόφορα
ανυπόφερτε	adj	κλητική ενικού του ανυπόφερτος
ανυπόφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόφερτη
ανυπόφερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόφερτος
ανυπόφερτης	adj	γενική ενικού του ανυπόφερτη
ανυπόφερτο	adj	αιτιατική ενικού του ανυπόφερτος
ανυπόφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόφερτος
ανυπόφερτος	adj	που δεν υποφέρεται
ανυπόφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόφερτος
ανυπόφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόφερτος
ανυπόφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόφερτος
ανυπόφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυπόφορος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να υποφερθεί
ανυπόφορε	adj	κλητική ενικού του ανυπόφορος
ανυπόφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυπόφορη
ανυπόφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυπόφορος
ανυπόφορης	adj	γενική ενικού του ανυπόφορη
ανυπόφορο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόφορος
ανυπόφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυπόφορος
ανυπόφορος	adj	που δεν μπορεί να υποφερθεί
ανυπόφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυπόφορος
ανυπόφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυπόφορος
ανυπόφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυπόφορος
ανυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άνυσμα
ανυσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυσματικό
ανυσματικέ	adj	κλητική ενικού του ανυσματικός
ανυσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυσματική
ανυσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυσματικός
ανυσματικής	adj	γενική ενικού του ανυσματική
ανυσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυσματικός
ανυσματικού	adj	γενική ενικού του ανυσματικός
ανυσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυσματικός
ανυσματικό	adj	αιτιατική ενικού του ανυσματικός
ανυσματικός	adj	που έχει σχέση με το άνυσμα ή αναφέρεται σ' αυτό
ανυσματικών	adj	γενική πληθυντικού του ανυσματικός
ανυστεροβουλία	noun	το να είναι κάποιος ανυστερόβουλος, η ιδιότητα του ανυστερόβουλου
ανυστεροβουλίας	noun	γενική ενικού του ανυστεροβουλία
ανυστεροβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυστεροβουλία
ανυστεροβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του ανυστεροβουλία
ανυστερόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανυστερόβουλος	adv	χωρίς υστεροβουλία
ανυστερόβουλε	adj	κλητική ενικού του ανυστερόβουλος
ανυστερόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυστερόβουλη
ανυστερόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυστερόβουλος
ανυστερόβουλης	adj	γενική ενικού του ανυστερόβουλη
ανυστερόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του ανυστερόβουλος
ανυστερόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυστερόβουλος
ανυστερόβουλος	adj	που δεν είναι υστερόβουλος
ανυστερόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυστερόβουλος
ανυστερόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυστερόβουλος
ανυστερόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυστερόβουλος
ανυφάναμε	=	ανυφαίνω
ανυφάναν	=	ανυφαίνω
ανυφάνανε	=	ανυφαίνω
ανυφάνατε	=	ανυφαίνω
ανυφάνει	=	ανυφαίνω
ανυφάνετε	=	ανυφαίνω
ανυφάντρα	noun	θηλυκό του ανυφαντής
ανυφάντρας	noun	γενική ενικού του ανυφάντρα
ανυφάντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυφάντρα
ανυφάντρια	noun	θηλυκό του ανυφαντής
ανυφάντριας	noun	γενική ενικού του ανυφάντρια
ανυφάντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυφάντρια
ανυφαίναμε	=	ανυφαίνω
ανυφαίναν	=	ανυφαίνω
ανυφαίνανε	=	ανυφαίνω
ανυφαίνατε	=	ανυφαίνω
ανυφαίνει	=	ανυφαίνω
ανυφαίνεις	=	ανυφαίνω
ανυφαίνετε	=	ανυφαίνω
ανυφαίνοντας	=	ανυφαίνω
ανυφαίνουμε	=	ανυφαίνω
ανυφαίνουν	=	ανυφαίνω
ανυφαίνουνε	=	ανυφαίνω
ανυφαίνω	verb	συνώνυμο του υφαίνω
ανυφαντάδες	=	ανυφαντής
ανυφαντάδων	=	ανυφαντής
ανυφαντάρη	=	ανυφαντάρης
ανυφαντάρηδες	=	ανυφαντάρης
ανυφαντάρηδων	=	ανυφαντάρης
ανυφαντάρης	noun	αυτός που (επαγγελματικά) υφαίνει
ανυφαντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυφαντής
ανυφαντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ανυφαντής
ανυφαντήδες	=	ανυφαντής
ανυφαντήδων	=	ανυφαντής
ανυφαντής	noun	μορφή και συνώνυμο του υφαντής
ανυφαντριών	noun	γενική πληθυντικού του ανυφάντρια
ανυφαντών	noun	γενική πληθυντικού του ανυφαντής
ανυψούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψούμενο
ανυψούμενε	verb	κλητική ενικού του ανυψούμενος
ανυψούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψούμενη
ανυψούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυψούμενος
ανυψούμενης	verb	γενική ενικού του ανυψούμενη
ανυψούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανυψούμενος
ανυψούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυψούμενος
ανυψούμενος	verb|formal	άλλη μορφή του ανυψωνόμενος
ανυψούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυψούμενος
ανυψούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανυψούμενος
ανυψούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυψούμενος
ανυψωθήκαμε	=	ανυψώνομαι
ανυψωθήκαν	=	ανυψώνομαι
ανυψωθήκανε	=	ανυψώνομαι
ανυψωθήκατε	=	ανυψώνομαι
ανυψωθεί	=	ανυψώνομαι
ανυψωθείς	=	ανυψώνω
ανυψωθείτε	=	ανυψώνομαι
ανυψωθούμε	=	ανυψώνω
ανυψωθούν	=	ανυψώνω
ανυψωθούνε	=	ανυψώνω
ανυψωθώ	=	ανυψώνω
ανυψωμέ	noun	κλητική ενικού του ανυψωμός
ανυψωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωμένο
ανυψωμένε	verb	κλητική ενικού του ανυψωμένος
ανυψωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωμένη
ανυψωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυψωμένος
ανυψωμένης	verb	γενική ενικού του ανυψωμένη
ανυψωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ανυψωμένος
ανυψωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυψωμένος
ανυψωμένος	=	ανυψώνομαι
ανυψωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυψωμένος
ανυψωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανυψωμένος
ανυψωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυψωμένος
ανυψωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυψωμός
ανυψωμού	noun	γενική ενικού του ανυψωμός
ανυψωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανυψωμός
ανυψωμό	noun	αιτιατική ενικού του ανυψωμός
ανυψωμός	noun	η ανύψωση, το ανέβασμα σε πολύ μεγάλο ύψος
ανυψωμών	noun	γενική πληθυντικού του ανυψωμός
ανυψωνόμασταν	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόμαστε	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωνόμενο
ανυψωνόμενε	verb	κλητική ενικού του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωνόμενη
ανυψωνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμενης	verb	γενική ενικού του ανυψωνόμενη
ανυψωνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ανυψώνω
ανυψωνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανυψωνόμενος
ανυψωνόμουν	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόμουνα	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόντουσαν	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόσασταν	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόσαστε	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόσουν	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόσουνα	=	ανυψώνομαι
ανυψωνόταν	=	ανυψώνομαι
ανυψωνότανε	=	ανυψώνομαι
ανυψωτές	=	ανυψωτής
ανυψωτή	=	ανυψωτής
ανυψωτήρα	=	ανυψωτήρας
ανυψωτήρας	noun	μηχάνημα με το οποίο ανυψώνουμε διάφορα πράγματα
ανυψωτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωτήρας
ανυψωτήρων	=	ανυψωτήρας
ανυψωτής	noun	α)πρόσωπο ή β)μηχάνημα που ανυψώνει διάφορα πράγματα
ανυψωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωτικό
ανυψωτικέ	adj	κλητική ενικού του ανυψωτικός
ανυψωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανυψωτική
ανυψωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανυψωτικός
ανυψωτικής	adj	γενική ενικού του ανυψωτική
ανυψωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανυψωτικός
ανυψωτικού	adj	γενική ενικού του ανυψωτικός
ανυψωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανυψωτικός
ανυψωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ανυψωτικός
ανυψωτικός	adj	που συντελεί στην ανύψωση
ανυψωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ανυψωτικός
ανυψωτικώς	adv|rare	με ανυψωτικό τρόπο, που ανυψώνει
ανυψωτών	=	ανυψωτής
ανυψώθηκα	=	ανυψώνομαι
ανυψώθηκαν	=	ανυψώνομαι
ανυψώθηκε	=	ανυψώνομαι
ανυψώθηκες	=	ανυψώνομαι
ανυψώναμε	=	ανυψώνω
ανυψώναν	=	ανυψώνω
ανυψώνανε	=	ανυψώνω
ανυψώνατε	=	ανυψώνω
ανυψώνει	=	ανυψώνω
ανυψώνεις	=	ανυψώνω
ανυψώνεσαι	=	ανυψώνομαι
ανυψώνεστε	=	ανυψώνομαι
ανυψώνεται	=	ανυψώνομαι
ανυψώνετε	=	ανυψώνω
ανυψώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ανυψώνω
ανυψώνομε	=	ανυψώνω
ανυψώνονται	=	ανυψώνομαι
ανυψώνονταν	=	ανυψώνομαι
ανυψώνοντας	=	ανυψώνω
ανυψώνου	=	ανυψώνομαι
ανυψώνουμε	=	ανυψώνω
ανυψώνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ανυψώνω
ανυψώνουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ανυψώνω
ανυψώνω	verb	ανεβάζω κάποιον ή κάτι ψηλά
ανυψώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσαν	=	ανυψώνω
ανυψώσανε	=	ανυψώνω
ανυψώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύψωση
ανυψώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανύψωση
ανυψώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανύψωση
ανυψώσομε	=	ανυψώνω
ανυψώσου	=	ανυψώνομαι
ανυψώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσουνε	=	ανυψώνω
ανυψώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανυψώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανφάς	noun	η μπροστινή όψη προσώπου (και ως επίθετο)	adv	κατά πρόσωπο· απέναντι
ανφέρ	noun	λόγος ή ενέργεια που παραβιάζει τους κανόνες της ηθικής ή της ισότητας, ιδίως όταν χρησιμοποιείται εσκεμμένα, για να αδικήσει ή να μειώσει κάποιον αντίπαλο
ανχης	abbrev	αντισυνταγματάρχης
ανχος	=	αντιναύαρχος
ανχών	=	ανχης
ανωγείου	=	ανώγειο
ανωγείων	=	ανώγειο
ανωγιού	=	ανώγι
ανωγιών	=	ανώγι
ανωδομές	=	ανωδομή
ανωδομή	noun	το τμήμα της οικοδομικής κατασκευής που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο
ανωδομής	=	ανωδομή
ανωδομία	noun	άλλη μορφή του ανωδομή
ανωδομίας	noun	γενική ενικού του ανωδομία
ανωδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωδομία
ανωδομιών	noun	γενική πληθυντικού του ανωδομία
ανωδομών	=	ανωδομή
ανωιού	=	ανώι
ανωιών	=	ανώι
ανωκάσι	noun|vulgar	το άνω μέρος από το κάσωμα / την κάσα μιας πόρτας, ενός παραθύρου κ.λπ.
ανωκάσια	=	ανωκάσι
ανωκυκλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωκύκλωση
ανωκυκλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ανωκύκλωση
ανωκυκλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ανωκύκλωση
ανωκύκλωση	noun|rare	η επανάχρηση και μετατροπή αυτούσιων κομματιών ή ολόκληρων απορριμμένων αντικειμένων
ανωκύκλωσης	noun	γενική ενικού του ανωκύκλωση
ανωμάλου	=	ανώμαλος
ανωμάλους	=	ανώμαλος
ανωμάλων	=	ανώμαλος
ανωμαλία	noun	αφύσικη συμπεριφορά ή πράξη
ανωμαλίας	noun	γενική ενικού του ανωμαλία
ανωμαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωμαλία
ανωμαλιάρα	=	ανωμαλιάρης
ανωμαλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωμαλιαρα
ανωμαλιάρη	=	ανωμαλιάρης
ανωμαλιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωμαλιάρης
ανωμαλιάρηδων	=	ανωμαλιάρης
ανωμαλιάρης	noun	που προκαλεί μεγάλη ανωμαλία, αναστάτωση
ανωμαλιάρικο	=	ανωμαλιάρης
ανωμαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ανωμαλία
ανωμεριά	noun	το επάνω μέρος ή το μέρος που βρίσκεται πιο ψηλά από άλλο
ανωμεριάς	=	ανωμεριά
ανωμεριές	=	ανωμεριά
ανωμεριών	=	ανωμεριά
ανωμοτί	adv	χωρίς όρκο, ανορκίστως, ανόρκιστα
ανωνυμία	noun	η ιδιότητα του να είναι ανώνυμος κάποιος, του να μην ξέρουν άλλοι την ταυτότητά του ούτε προσωπικά του στοιχεία
ανωνυμίας	noun	γενική ενικού του ανωνυμία
ανωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωνυμία
ανωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ανωνυμία
ανωνυμογράφε	noun	κλητική ενικού του ανωνυμογράφος
ανωνυμογράφει	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογράφησα	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογράφησαν	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογράφησε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογράφησες	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ανωνυμογράφος
ανωνυμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανωνυμογράφος
ανωνυμογράφος	noun	που ανωνυμογραφεί
ανωνυμογράφου	noun	γενική ενικού του ανωνυμογράφος
ανωνυμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ανωνυμογράφος
ανωνυμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ανωνυμογράφος
ανωνυμογραφήσαμε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφήσατε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφήσει	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφήστε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφία	noun	η ανώνυμη συγγραφή (και δημοσίευση ή/και αποστολή) διαφόρων κειμένων
ανωνυμογραφίας	noun	γενική ενικού του ανωνυμογραφία
ανωνυμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωνυμογραφία
ανωνυμογραφεί	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφείς	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφείτε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ανωνυμογραφία
ανωνυμογραφούμε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούν	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούσα	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούσαμε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούσαν	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούσατε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούσε	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφούσες	=	ανωνυμογραφώ
ανωνυμογραφώ	verb	γράφω ανωνυμογραφίες
ανωνυμογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ανωνυμογραφώντας
ανωνυμοποίηση	noun	η διαδικασία επεξεργασίας δεδομένων με σκοπό την οριστική αφαίρεση ή τροποποίηση κάθε στοιχείου που μπορεί να ταυτοποιήσει ένα άτομο, με στόχο την προστασία της ιδιωτικότητας, ώστε να καθίσταται αδύνατη η επαναταυτοποίηση των δεδομένων με οποιοδήποτε μέσο
ανωνυμοποίησης	=	ανωνυμοποίηση
ανωνυμοποιήσεις	=	ανωνυμοποίηση
ανωνυμοποιήσεων	=	ανωνυμοποίηση
ανωνυμοτηλεφωνητές	=	ανωνυμοτηλεφωνητής
ανωνυμοτηλεφωνητή	=	ανωνυμοτηλεφωνητής
ανωνυμοτηλεφωνητής	noun|dated	αυτός που τηλεφωνεί ανώνυμα
ανωνυμοτηλεφωνητών	=	ανωνυμοτηλεφωνητής
ανωνυχία	noun	πλήρης ή μερική έλλειψη όλων ή μερικών νυχιών
ανωνυχίας	=	ανωνυχία
ανωνυχίες	=	ανωνυχία
ανωνυχιών	=	ανωνυχία
ανωνύμως	adv|formal	ανώνυμα
ανωορρηξία	noun	η απουσία ωορρηξίας
ανωορρηξίας	noun	γενική ενικού του ανωορρηξία
ανωορρηξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωορρηξία
ανωορρηξιών	noun	γενική πληθυντικού του ανωορρηξία
ανωρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ανώρευμα
ανωρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώρευμα
ανωρεύματος	noun	γενική ενικού του ανώρευμα
ανωριμοτήτων	=	ανωριμότητα
ανωριμότερα	=	ανώριμος
ανωριμότερε	=	ανώριμος
ανωριμότερες	=	ανώριμος
ανωριμότερη	=	ανώριμος
ανωριμότερης	=	ανώριμος
ανωριμότερο	=	ανώριμος
ανωριμότεροι	=	ανώριμος
ανωριμότερος	=	ανώριμος
ανωριμότερου	=	ανώριμος
ανωριμότερους	=	ανώριμος
ανωριμότερων	=	ανώριμος
ανωριμότητα	noun	η ιδιότητα του ανώριμου, το να είναι κάποιος ανώριμος
ανωριμότητας	noun	γενική ενικού του ανωριμότητα
ανωριμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωριμότητα
ανωστικά	=	ανωστικός
ανωστικέ	=	ανωστικός
ανωστικές	=	ανωστικός
ανωστική	=	ανωστικός
ανωστικής	=	ανωστικός
ανωστικοί	=	ανωστικός
ανωστικού	=	ανωστικός
ανωστικούς	=	ανωστικός
ανωστικό	=	ανωστικός
ανωστικός	adj	που προκαλεί ή σχετίζεται με άνωση
ανωστικών	=	ανωστικός
ανωτάτη	=	ανώτατος
ανωτάτης	=	ανώτατος
ανωτάτου	=	ανώτατος
ανωτάτους	=	ανώτατος
ανωτάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανώτατος
ανωτέρα	adj|formal	άλλη μορφή του ανώτερη
ανωτέρας	=	ανώτερος
ανωτέρου	adj	γενική ενικού του ανώτερος
ανωτέρους	=	ανώτερος
ανωτέρω	adv|formal	παραπάνω
ανωτέρων	=	ανώτερος
ανωτεροτήτων	=	ανωτερότητα
ανωτερότητα	noun	το να είναι κάποιος ανώτερος, η ιδιότητα του ανώτερου
ανωτερότητας	noun	γενική ενικού του ανωτερότητα
ανωτερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωτερότητα
ανωφέλεια	noun|formal	η έλλειψη ωφέλειας, η ιδιότητα του ανωφελούς
ανωφέλειας	noun	γενική ενικού του ανωφέλεια
ανωφέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλεια
ανωφέλετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλετο
ανωφέλετε	adj	κλητική ενικού του ανωφέλετος
ανωφέλετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλετη
ανωφέλετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανωφέλετος
ανωφέλετης	adj	γενική ενικού του ανωφέλετη
ανωφέλετο	adj	αιτιατική ενικού του ανωφέλετος
ανωφέλετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλετος
ανωφέλετος	adj|dated	ανώφελος
ανωφέλετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανωφέλετος
ανωφέλετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανωφέλετος
ανωφέλετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανωφέλετος
ανωφέλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλευτο
ανωφέλευτε	adj	κλητική ενικού του ανωφέλευτος
ανωφέλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλευτη
ανωφέλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανωφέλευτος
ανωφέλευτης	adj	γενική ενικού του ανωφέλευτη
ανωφέλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανωφέλευτος
ανωφέλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλευτος
ανωφέλευτος	adj|dated	ανώφελος
ανωφέλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανωφέλευτος
ανωφέλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανωφέλευτος
ανωφέλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανωφέλευτος
ανωφέλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλητο
ανωφέλητε	adj	κλητική ενικού του ανωφέλητος
ανωφέλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλητη
ανωφέλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανωφέλητος
ανωφέλητης	adj	γενική ενικού του ανωφέλητη
ανωφέλητο	adj	αιτιατική ενικού του ανωφέλητος
ανωφέλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανωφέλητος
ανωφέλητος	adj|dated	ανώφελος
ανωφέλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανωφέλητος
ανωφέλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανωφέλητος
ανωφέλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανωφέλητος
ανωφέρεια	noun	η άνοδος, η τάση προς τα πάνω, η ανηφοριά
ανωφέρειας	noun	γενική ενικού του ανωφέρεια
ανωφέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφέρεια
ανωφελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανωφελής
ανωφελή	=	ανωφελής
ανωφελής	adj|formal	ανώφελος
ανωφελείς	=	ανωφελής
ανωφελειών	noun	γενική πληθυντικού του ανωφέλεια
ανωφελούς	adj	γενική ενικού του ανωφελής
ανωφελών	=	ανωφελής
ανωφελώς	adv|formal	άλλη μορφή του ανώφελα
ανωφερές	=	ανωφερής
ανωφερή	=	ανωφερής
ανωφερής	adj	που κατευθύνεται ή έχει κλίση προς τα πάνω
ανωφερείς	=	ανωφερής
ανωφερειών	noun	γενική πληθυντικού του ανωφέρεια
ανωφερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφερικό
ανωφερικέ	adj	κλητική ενικού του ανωφερικός
ανωφερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανωφερική
ανωφερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανωφερικός
ανωφερικής	adj	γενική ενικού του ανωφερική
ανωφερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανωφερικός
ανωφερικού	adj	γενική ενικού του ανωφερικός
ανωφερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανωφερικός
ανωφερικό	adj	αιτιατική ενικού του ανωφερικός
ανωφερικός	adj	άλλη μορφή του ανωφερής
ανωφερικών	adj	γενική πληθυντικού του ανωφερικός
ανωφερούς	=	ανωφερής
ανωφερών	=	ανωφερής
ανωφερώς	adv|archaic	ανηφορικά
ανωφλιού	=	ανώφλι
ανωφλιών	=	ανώφλι
ανόδια	=	ανόδιο
ανόδιο	noun	Ηλεκτρόδιο, ενός στοιχείου ή άλλης ηλεκτρικά πολωμένης συσκευής, μέσω του οποίου ένα θετικό ρεύμα ηλεκτρικής ενέργειας ρέει προς τα μέσα (και συνεπώς, τα ηλεκτρόνια ρέουν προς τα έξω).
ανόδιου	=	ανόδιο
ανόδιων	=	ανόδιο
ανόδου	=	άνοδος
ανόδους	=	άνοδος
ανόδων	=	άνοδος
ανόητα	adv	με ανόητο τρόπο
ανόητε	adj	κλητική ενικού του ανόητος
ανόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόητη
ανόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόητος
ανόητης	adj	γενική ενικού του ανόητη
ανόητο	adj	αιτιατική ενικού του ανόητος
ανόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανόητος
ανόητος	adj	χωρίς νου, χωρίς μυαλό
ανόητου	adj	γενική ενικού του ανόητος
ανόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανόητος
ανόητων	adj	γενική πληθυντικού του ανόητος
ανόθευτα	adv	χωρίς νόθευση
ανόθευτε	=	ανόθευτος
ανόθευτες	=	ανόθευτος
ανόθευτη	=	ανόθευτος
ανόθευτης	=	ανόθευτος
ανόθευτο	=	ανόθευτος
ανόθευτοι	=	ανόθευτος
ανόθευτος	adj	που δεν έχει νοθευτεί
ανόθευτου	=	ανόθευτος
ανόθευτους	=	ανόθευτος
ανόθευτων	=	ανόθευτος
ανόλπιστα	adv|literary	άλλη μορφή του ανέλπιστα
ανόμημα	noun	ηθικό παράπτωμα ή αμαρτία
ανόμοια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανόμοιος	adv	με διαφορετικό τρόπο
ανόμοιας	=	ανόμοιος
ανόμοιε	=	ανόμοιος
ανόμοιες	=	ανόμοιος
ανόμοιο	=	ανόμοιος
ανόμοιοι	=	ανόμοιος
ανόμοιος	adj	που δεν μοιάζει με κάποιον άλλον
ανόμοιου	=	ανόμοιος
ανόμοιους	=	ανόμοιος
ανόμοιων	=	ανόμοιος
ανόπτηση	noun	η θέρμανση στερεού μετάλλου ή γυαλιού σε υψηλές θερμοκρασίες και η αργή ψύξη του, έτσι ώστε τα σωματίδια του να διατάσσονται σε ένα καθορισμένο πλέγμα
ανόπτησης	=	ανόπτηση
ανόργανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανόργανος	adv	Χωρίς τη χρήση οργάνων ή εργαλείων
ανόργανε	=	ανόργανος
ανόργανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ανόργανος
ανόργανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόργανος
ανόργανης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ανόργανος
ανόργανο	adj	αιτιατική ενικού του ανόργανος
ανόργανοι	=	ανόργανος
ανόργανος	adj	ο μη οργανικός, που δεν περιέχει άνθρακα
ανόργανου	=	ανόργανος
ανόργανους	=	ανόργανος
ανόργανων	adj	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ανόργανος
ανόργητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόργητο
ανόργητε	adj	κλητική ενικού του ανόργητος
ανόργητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόργητη
ανόργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόργητος
ανόργητης	adj	γενική ενικού του ανόργητη
ανόργητο	adj	αιτιατική ενικού του ανόργητος
ανόργητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανόργητος
ανόργητος	adj	που δεν οργίζεται
ανόργητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανόργητος
ανόργητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανόργητος
ανόργητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανόργητος
ανόργιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόργιστο
ανόργιστε	adj	κλητική ενικού του ανόργιστος
ανόργιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόργιστη
ανόργιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόργιστος
ανόργιστης	adj	γενική ενικού του ανόργιστη
ανόργιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανόργιστος
ανόργιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανόργιστος
ανόργιστος	adj	που δεν οργίζεται
ανόργιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανόργιστος
ανόργιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανόργιστος
ανόργιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανόργιστος
ανόργωτά	=	ανόργωτος
ανόργωτέ	=	ανόργωτος
ανόργωτές	=	ανόργωτος
ανόργωτή	=	ανόργωτος
ανόργωτής	=	ανόργωτος
ανόργωτα	=	ανόργωτος
ανόργωτε	=	ανόργωτος
ανόργωτες	=	ανόργωτος
ανόργωτη	=	ανόργωτος
ανόργωτης	=	ανόργωτος
ανόργωτο	=	ανόργωτος
ανόργωτοί	=	ανόργωτος
ανόργωτοι	=	ανόργωτος
ανόργωτος	adj	που δεν οργώθηκε
ανόργωτου	=	ανόργωτος
ανόργωτους	=	ανόργωτος
ανόργωτού	=	ανόργωτος
ανόργωτούς	=	ανόργωτος
ανόργωτων	=	ανόργωτος
ανόργωτό	=	ανόργωτος
ανόργωτός	=	ανόργωτος
ανόργωτών	=	ανόργωτος
ανόρεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ανόρεκτο) του ανόρεκτος	adv|dated	παλιότερη μορφή του ανόρεχτα
ανόρεκτε	=	ανόρεκτος
ανόρεκτες	=	ανόρεκτος
ανόρεκτη	=	ανόρεκτος
ανόρεκτης	=	ανόρεκτος
ανόρεκτο	=	ανόρεκτος
ανόρεκτοι	=	ανόρεκτος
ανόρεκτος	adj	παρωχημένη γραφή του ανόρεχτος
ανόρεκτου	=	ανόρεκτος
ανόρεκτους	=	ανόρεκτος
ανόρεκτων	=	ανόρεκτος
ανόρεξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανόρεξος	adv	χωρίς όρεξη
ανόρεξε	=	ανόρεξος
ανόρεξες	=	ανόρεξος
ανόρεξη	=	ανόρεξος
ανόρεξης	=	ανόρεξος
ανόρεξο	=	ανόρεξος
ανόρεξοι	=	ανόρεξος
ανόρεξος	adj|figurative	άλλη μορφή του ανόρεχτος
ανόρεξου	=	ανόρεξος
ανόρεξους	=	ανόρεξος
ανόρεξων	=	ανόρεξος
ανόρεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανόρεχτος	adv	χωρίς όρεξη
ανόρεχτε	adj	κλητική ενικού του ανόρεχτος
ανόρεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανόρεχτη
ανόρεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανόρεχτος
ανόρεχτης	adj	γενική ενικού του ανόρεχτη
ανόρεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανόρεχτος
ανόρεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανόρεχτος
ανόρεχτος	adj|figurative	που δεν έχει όρεξη
ανόρεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανόρεχτος
ανόρεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανόρεχτος
ανόρεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανόρεχτος
ανόρθωνα	=	ανορθώνω
ανόρθωναν	=	ανορθώνω
ανόρθωνε	=	ανορθώνω
ανόρθωνες	=	ανορθώνω
ανόρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανόρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανόρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανόρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανορθώνω
ανόρθωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανορθώνω
ανόρθωσης	noun	γενική ενικού του ανόρθωση
ανόρυξα	=	ανορύσσω
ανόρυξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανορύσσω
ανόρυξης	noun	γενική ενικού του ανόρυξη
ανόσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανόσιος	adv	με ανόσιο τρόπο
ανόσιας	=	ανόσιος
ανόσιε	=	ανόσιος
ανόσιες	=	ανόσιος
ανόσιο	=	ανόσιος
ανόσιοι	=	ανόσιος
ανόσιος	adj	που δεν τηρεί τους θείους νόμους, ανίερος, ασεβής
ανόσιου	=	ανόσιος
ανόσιους	=	ανόσιος
ανόσιων	=	ανόσιος
ανόσταινα	=	ανοσταίνω
ανόσταιναν	=	ανοσταίνω
ανόσταινε	=	ανοσταίνω
ανόσταινες	=	ανοσταίνω
ανόστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανόστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανόστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανόστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανοστίζω
ανόστυνα	=	ανοσταίνω
ανόστυναν	=	ανοσταίνω
ανόστυνε	=	ανοσταίνω
ανόστυνες	=	ανοσταίνω
ανότιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανότιστο
ανότιστε	adj	κλητική ενικού του ανότιστος
ανότιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανότιστη
ανότιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανότιστος
ανότιστης	adj	γενική ενικού του ανότιστη
ανότιστο	adj	αιτιατική ενικού του ανότιστος
ανότιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανότιστος
ανότιστος	adj	που δεν έχει νοτιστεί
ανότιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανότιστος
ανότιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανότιστος
ανότιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανότιστος
ανόων	=	άνους
ανύμνει	=	ανυμνώ
ανύμνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανύμνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανύμνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανύμνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυμνώ
ανύμφευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύμφευτο
ανύμφευτε	adj	κλητική ενικού του ανύμφευτος
ανύμφευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύμφευτη
ανύμφευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύμφευτος
ανύμφευτης	adj	γενική ενικού του ανύμφευτη
ανύμφευτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύμφευτος
ανύμφευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύμφευτος
ανύμφευτος	adj|formal	που δεν έχει νυμφευτεί
ανύμφευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύμφευτος
ανύμφευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύμφευτος
ανύμφευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύμφευτος
ανύπανδρα	=	ανύπανδρος
ανύπανδρε	=	ανύπανδρος
ανύπανδρες	=	ανύπανδρος
ανύπανδρη	=	ανύπανδρος
ανύπανδρης	=	ανύπανδρος
ανύπανδρο	=	ανύπανδρος
ανύπανδροι	=	ανύπανδρος
ανύπανδρος	adj|dated	ανύπαντρος
ανύπανδρου	=	ανύπανδρος
ανύπανδρους	=	ανύπανδρος
ανύπανδρων	=	ανύπανδρος
ανύπαντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύπαντρο
ανύπαντρε	adj	κλητική ενικού του ανύπαντρος
ανύπαντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύπαντρη
ανύπαντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύπαντρος
ανύπαντρης	adj	γενική ενικού του ανύπαντρη
ανύπαντρο	adj	αιτιατική ενικού του ανύπαντρος
ανύπαντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύπαντρος
ανύπαντρος	adj	που δεν είναι παντρεμένος
ανύπαντρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύπαντρος
ανύπαντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύπαντρος
ανύπαντρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύπαντρος
ανύπαρκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανύπαρκτος
ανύπαρκτε	adj	κλητική ενικού του ανύπαρκτος
ανύπαρκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύπαρκτη
ανύπαρκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύπαρκτος
ανύπαρκτης	adj	γενική ενικού του ανύπαρκτη
ανύπαρκτο	adj	βλέπε ανύπαρκτος
ανύπαρκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύπαρκτος
ανύπαρκτος	adj	που δεν υπάρχει
ανύπαρκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύπαρκτος
ανύπαρκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύπαρκτος
ανύπαρκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύπαρκτος
ανύπαρχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανύπαρχτος
ανύπαρχτε	adj	κλητική ενικού του ανύπαρχτος
ανύπαρχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύπαρχτη
ανύπαρχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύπαρχτος
ανύπαρχτης	adj	γενική ενικού του ανύπαρχτη
ανύπαρχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύπαρχτος
ανύπαρχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύπαρχτος
ανύπαρχτος	adj	άλλη μορφή του ανύπαρκτος
ανύπαρχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύπαρχτος
ανύπαρχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύπαρχτος
ανύπαρχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύπαρχτος
ανύπνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύπνωτο
ανύπνωτε	adj	κλητική ενικού του ανύπνωτος
ανύπνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύπνωτη
ανύπνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύπνωτος
ανύπνωτης	adj	γενική ενικού του ανύπνωτη
ανύπνωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύπνωτος
ανύπνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύπνωτος
ανύπνωτος	adj	που δεν έχει ύπνο, που δεν κοιμάται ή δεν μπορεί να κοιμηθεί
ανύπνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύπνωτος
ανύπνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύπνωτος
ανύπνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύπνωτος
ανύποπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανύποπτος	adv	ανυποψίαστα
ανύποπτε	adj	κλητική ενικού του ανύποπτος
ανύποπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύποπτη
ανύποπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύποπτος
ανύποπτης	adj	γενική ενικού του ανύποπτη
ανύποπτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύποπτος
ανύποπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύποπτος
ανύποπτος	adj	που δεν υποψιάζεται π.χ. έναν κίνδυνο, ο ανυποψίαστος
ανύποπτου	adj	γενική ενικού του ανύποπτος
ανύποπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύποπτος
ανύποπτων	adj	γενική πληθυντικού του ανύποπτος
ανύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνυσμα
ανύσματος	noun	γενική ενικού του άνυσμα
ανύσταγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύσταγο
ανύσταγε	adj	κλητική ενικού του ανύσταγος
ανύσταγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύσταγη
ανύσταγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύσταγος
ανύσταγης	adj	γενική ενικού του ανύσταγη
ανύσταγο	adj	αιτιατική ενικού του ανύσταγος
ανύσταγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύσταγος
ανύσταγος	adj	άλλη μορφή του ανύστακτος
ανύσταγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύσταγος
ανύσταγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύσταγος
ανύσταγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύσταγος
ανύστακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύστακτο
ανύστακτε	adj	κλητική ενικού του ανύστακτος
ανύστακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύστακτη
ανύστακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύστακτος
ανύστακτης	adj	γενική ενικού του ανύστακτη
ανύστακτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύστακτος
ανύστακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύστακτος
ανύστακτος	adj|figurative	που δεν νυστάζει
ανύστακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύστακτος
ανύστακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύστακτος
ανύστακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύστακτος
ανύσταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύσταχτο
ανύσταχτε	adj	κλητική ενικού του ανύσταχτος
ανύσταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύσταχτη
ανύσταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύσταχτος
ανύσταχτης	adj	γενική ενικού του ανύσταχτη
ανύσταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύσταχτος
ανύσταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύσταχτος
ανύσταχτος	adj	άλλη μορφή του ανύστακτος
ανύσταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύσταχτος
ανύσταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύσταχτος
ανύσταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύσταχτος
ανύφαινα	=	ανυφαίνω
ανύφαιναν	=	ανυφαίνω
ανύφαινε	=	ανυφαίνω
ανύφαινες	=	ανυφαίνω
ανύφανα	=	ανυφαίνω
ανύφαναν	=	ανυφαίνω
ανύφανε	=	ανυφαίνω
ανύφανες	=	ανυφαίνω
ανύχι	noun	το νύχι
ανύχτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανύχτωτος	adv	πριν έρθει η νύχτα
ανύχτωτε	adj	κλητική ενικού του ανύχτωτος
ανύχτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανύχτωτη
ανύχτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανύχτωτος
ανύχτωτης	adj	γενική ενικού του ανύχτωτη
ανύχτωτο	adj	αιτιατική ενικού του ανύχτωτος
ανύχτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανύχτωτος
ανύχτωτος	adj	που γίνεται πριν φτάσει η νύχτα
ανύχτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανύχτωτος
ανύχτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανύχτωτος
ανύχτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανύχτωτος
ανύψωνα	=	ανυψώνω
ανύψωναν	=	ανυψώνω
ανύψωνε	=	ανυψώνω
ανύψωνες	=	ανυψώνω
ανύψωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανύψωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανύψωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανύψωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανυψώνω
ανύψωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανυψώνω
ανύψωσης	noun	γενική ενικού του ανύψωση
ανώγεια	=	ανώγειο
ανώγειας	=	ανώγειος
ανώγειε	=	ανώγειος
ανώγειες	=	ανώγειος
ανώγειο	noun	υπερυψωμένο ισόγειο
ανώγειοι	=	ανώγειος
ανώγειος	adj	που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο
ανώγειου	=	ανώγειο
ανώγειους	=	ανώγειος
ανώγειων	=	ανώγειο
ανώγι	noun	άλλη μορφή του ανώι
ανώγια	=	ανώγι
ανώδυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανώδυνος	adv	με ανώδυνο τρόπο
ανώδυνε	adj	κλητική ενικού του ανώδυνος
ανώδυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώδυνη
ανώδυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώδυνος
ανώδυνης	adj	γενική ενικού του ανώδυνη
ανώδυνο	adj	αιτιατική ενικού του ανώδυνος
ανώδυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανώδυνος
ανώδυνος	adj	που δεν προκαλεί πόνο
ανώδυνου	adj	γενική ενικού του ανώδυνος
ανώδυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανώδυνος
ανώδυνων	adj	γενική πληθυντικού του ανώδυνος
ανώι	noun	ο πάνω όροφος
ανώια	=	ανώι
ανώμαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανώμαλος	adv	με ανώμαλο τρόπο
ανώμαλε	adj	κλητική ενικού του ανώμαλος
ανώμαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώμαλη
ανώμαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώμαλος
ανώμαλης	adj	γενική ενικού του ανώμαλη
ανώμαλο	adj	αιτιατική ενικού του ανώμαλος
ανώμαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανώμαλος
ανώμαλος	adj	που δεν ακολουθεί τον κανόνα, που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή φυσιολογικό	noun	άνθρωπος διεστραμμένος
ανώμαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανώμαλος
ανώμαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανώμαλος
ανώμαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανώμαλος
ανώμοτα	=	ανώμοτος
ανώμοτας	=	ανώμοτος
ανώμοτε	=	ανώμοτος
ανώμοτες	=	ανώμοτος
ανώμοτη	=	ανώμοτος
ανώμοτης	=	ανώμοτος
ανώμοτο	=	ανώμοτος
ανώμοτοι	=	ανώμοτος
ανώμοτος	adj	που δεν έχει ορκιστεί
ανώμοτου	=	ανώμοτος
ανώμοτους	=	ανώμοτος
ανώμοτων	=	ανώμοτος
ανώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανώνυμος	adv	με ανωνυμία
ανώνυμε	adj	κλητική ενικού του ανώνυμος
ανώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώνυμη
ανώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώνυμος
ανώνυμης	adj	γενική ενικού του ανώνυμη
ανώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του ανώνυμος
ανώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανώνυμος
ανώνυμος	adj	που δεν έχει όνομα
ανώνυμου	adj	γενική ενικού του ανώνυμος
ανώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανώνυμος
ανώνυμων	adj	γενική πληθυντικού του ανώνυμος
ανώρευμα	noun	ρεύμα (συνήθως αέρα) που κινείται ανοδικά
ανώριμα	adv	χωρίς ωριμότητα
ανώριμε	adj	κλητική ενικού του ανώριμος
ανώριμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώριμη
ανώριμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώριμος
ανώριμης	adj	γενική ενικού του ανώριμη
ανώριμο	adj	αιτιατική ενικού του ανώριμος
ανώριμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανώριμος
ανώριμος	adj	που δεν έχει ωριμάσει
ανώριμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανώριμος
ανώριμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανώριμος
ανώριμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανώριμος
ανώσεις	=	άνωση
ανώσεων	=	άνωση
ανώσεως	=	άνωση
ανώτατα	=	ανώτατος
ανώτατε	=	ανώτατος
ανώτατες	=	ανώτατος
ανώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώτατος
ανώτατης	=	ανώτατος
ανώτατο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κορυφαίος
ανώτατοι	=	ανώτατος
ανώτατος	adj	υπερθετικός βαθμός του άνω του αρχαίου επιρρήματος ἄνω (συγκριτικός βαθμός: ανώτερος)
ανώτατου	=	ανώτατος
ανώτατους	=	ανώτατος
ανώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ανώτατος
ανώτερα	adv	με ανώτερο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανώτερος
ανώτερε	adj	κλητική ενικού του ανώτερος
ανώτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώτερη
ανώτερη	adj	θηλυκό του ανώτερος
ανώτερης	adj	γενική ενικού του ανώτερη
ανώτερο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ανώτερος
ανώτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανώτερος
ανώτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του άνω (επίρρημα): που βρίσκεται πιο πάνω…	noun	ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου ανώτερος
ανώτερου	adj	γενική ενικού του ανώτερος
ανώτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανώτερος
ανώτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανώτερος
ανώφελα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανώφελος	adv	με ανώφελο τρόπο
ανώφελε	adj	κλητική ενικού του ανώφελος
ανώφελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανώφελη
ανώφελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ανώφελος
ανώφελης	adj	γενική ενικού του ανώφελη
ανώφελο	adj	αιτιατική ενικού του ανώφελος
ανώφελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ανώφελος
ανώφελος	adj	που δεν ωφελεί
ανώφελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ανώφελος
ανώφελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ανώφελος
ανώφελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ανώφελος
ανώφλι	noun	οριζόντιο δοκάρι, από ξύλο, πέτρα ή μέταλλο, που αποτελεί το πάνω μέρος ενός ανοίγματος τοίχου και συγκρατεί την τοιχοποιία
ανώφλια	=	ανώφλι
αξάδα	noun	άλλη γραφή του αξιάδα
αξάδας	=	αξάδα
αξάδερφε	=	αξάδερφος
αξάδερφο	=	αξάδερφος
αξάδερφοι	=	αξάδερφος
αξάδερφος	noun	άλλη μορφή του ξάδερφος
αξάδερφου	=	αξάδερφος
αξάδερφους	=	αξάδερφος
αξάδερφων	=	αξάδερφος
αξάδες	=	αξάδα
αξάδων	=	αξάδα
αξάκριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξάκριστο
αξάκριστε	adj	κλητική ενικού του αξάκριστος
αξάκριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξάκριστη
αξάκριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξάκριστος
αξάκριστης	adj	γενική ενικού του αξάκριστη
αξάκριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξάκριστος
αξάκριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξάκριστος
αξάκριστος	adj	που δεν έχει ξακριστεί, που δεν του έχουν κόψει τις άκρες
αξάκριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξάκριστος
αξάκριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξάκριστος
αξάκριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξάκριστος
αξάμι	noun	σούρουπο, δειλινό
αξάν	noun	χαρακτηριστικός τρόπος προφοράς που προδίδει τη γλωσσική ή τοπική καταγωγή του ομιλητή, ιδίως όταν πρόκειται για ξενική ή έντονα διακριτή άρθρωση
αξάπλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξάπλωτο
αξάπλωτε	adj	κλητική ενικού του αξάπλωτος
αξάπλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξάπλωτη
αξάπλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξάπλωτος
αξάπλωτης	adj	γενική ενικού του αξάπλωτη
αξάπλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξάπλωτος
αξάπλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξάπλωτος
αξάπλωτος	adj	που δεν έχει ξαπλώσει
αξάπλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξάπλωτος
αξάπλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξάπλωτος
αξάπλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξάπλωτος
αξάργου	=	ξαργιτού
αξάφριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξάφριστο
αξάφριστε	adj	κλητική ενικού του αξάφριστος
αξάφριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξάφριστη
αξάφριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξάφριστος
αξάφριστης	adj	γενική ενικού του αξάφριστη
αξάφριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξάφριστος
αξάφριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξάφριστος
αξάφριστος	adj	που δεν τον έχουν ξαφρίσει
αξάφριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξάφριστος
αξάφριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξάφριστος
αξάφριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξάφριστος
αξέβγαλτα	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτε	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτες	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτη	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτης	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτο	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτοι	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτος	adj	που δεν τον έχουν ξεβγάλει
αξέβγαλτου	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτους	=	αξέβγαλτος
αξέβγαλτων	=	αξέβγαλτος
αξέγνοιαστα	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστε	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστες	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστη	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστης	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστο	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστοι	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστος	adj	ο ξένοιαστος
αξέγνοιαστου	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστους	=	αξέγνοιαστος
αξέγνοιαστων	=	αξέγνοιαστος
αξέμπλεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξέμπλεχτος	adv	χωρίς να (μπορούν να) τον ξεμπλέξουν
αξέμπλεχτε	adj	κλητική ενικού του αξέμπλεχτος
αξέμπλεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξέμπλεχτη
αξέμπλεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξέμπλεχτος
αξέμπλεχτης	adj	γενική ενικού του αξέμπλεχτη
αξέμπλεχτο	adj	αιτιατική ενικού του αξέμπλεχτος
αξέμπλεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξέμπλεχτος
αξέμπλεχτος	adj	που δεν τον έχουν ξεμπλέξει ή δεν μπορούν να τον ξεμπλέξουν
αξέμπλεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξέμπλεχτος
αξέμπλεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξέμπλεχτος
αξέμπλεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξέμπλεχτος
αξέπλυτα	=	αξέπλυτος
αξέπλυτε	=	αξέπλυτος
αξέπλυτες	=	αξέπλυτος
αξέπλυτη	=	αξέπλυτος
αξέπλυτης	=	αξέπλυτος
αξέπλυτο	=	αξέπλυτος
αξέπλυτοι	=	αξέπλυτος
αξέπλυτος	adj|figurative	που δεν τον έχουν ξεπλύνει
αξέπλυτου	=	αξέπλυτος
αξέπλυτους	=	αξέπλυτος
αξέπλυτων	=	αξέπλυτος
αξέστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξέστρωτο
αξέστρωτε	adj	κλητική ενικού του αξέστρωτος
αξέστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξέστρωτη
αξέστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξέστρωτος
αξέστρωτης	adj	γενική ενικού του αξέστρωτη
αξέστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξέστρωτος
αξέστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξέστρωτος
αξέστρωτος	adj	που δεν έχει ξεστρωθεί
αξέστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξέστρωτος
αξέστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξέστρωτος
αξέστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξέστρωτος
αξέχαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξέχαστος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν να ξεχαστούν
αξέχαστε	adj	κλητική ενικού του αξέχαστος
αξέχαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξέχαστη
αξέχαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξέχαστος
αξέχαστης	adj	γενική ενικού του αξέχαστη
αξέχαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξέχαστος
αξέχαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξέχαστος
αξέχαστος	adj	που δεν μπορεί να ξεχαστεί
αξέχαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξέχαστος
αξέχαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξέχαστος
αξέχαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξέχαστος
αξήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξήγητος	adv	ανεξήγητα
αξήγητε	adj	κλητική ενικού του αξήγητος
αξήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξήγητη
αξήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξήγητος
αξήγητης	adj	γενική ενικού του αξήγητη
αξήγητο	adj	αιτιατική ενικού του αξήγητος
αξήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξήγητος
αξήγητος	adj|vulgar	άλλη μορφή του ανεξήγητος
αξήγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξήγητος
αξήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξήγητος
αξήγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξήγητος
αξήλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξήλωτο
αξήλωτε	adj	κλητική ενικού του αξήλωτος
αξήλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξήλωτη
αξήλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξήλωτος
αξήλωτης	adj	γενική ενικού του αξήλωτη
αξήλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξήλωτος
αξήλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξήλωτος
αξήλωτος	adj|figurative	που δεν έχει ξηλωθεί
αξήλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξήλωτος
αξήλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξήλωτος
αξήλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξήλωτος
αξία	noun	η τιμή προϊόντος ή υπηρεσίας
αξίας	noun	γενική ενικού του αξία
αξίδιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίδιαστο
αξίδιαστε	adj	κλητική ενικού του αξίδιαστος
αξίδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίδιαστη
αξίδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξίδιαστος
αξίδιαστης	adj	γενική ενικού του αξίδιαστη
αξίδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξίδιαστος
αξίδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξίδιαστος
αξίδιαστος	adj	που δεν έχει γίνει / μετατραπεί σε ξίδι ή δεν έχει ανακατευτεί με ξίδι
αξίδιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξίδιαστος
αξίδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξίδιαστος
αξίδιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξίδιαστος
αξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξία
αξίζαμε	=	αξίζω
αξίζαν	=	αξίζω
αξίζανε	=	αξίζω
αξίζατε	=	αξίζω
αξίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αξίζω
αξίζεις	=	αξίζω
αξίζετε	=	αξίζω
αξίζομε	=	αξίζω
αξίζοντας	=	αξίζω
αξίζουμε	=	αξίζω
αξίζουν	=	αξίζω
αξίζουνε	=	αξίζω
αξίζω	verb	είμαι άξιος
αξίνα	noun	το σκαπτικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλικό εξάρτημα, που έχει δύο άκρες, μία μυτερή και μια πλατιά
αξίνας	noun	γενική ενικού του αξίνα
αξίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίνα
αξίνι	noun|dated	αξίνα
αξίνια	=	αξίνι
αξίνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίνιστο
αξίνιστε	adj	κλητική ενικού του αξίνιστος
αξίνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίνιστη
αξίνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξίνιστος
αξίνιστης	adj	γενική ενικού του αξίνιστη
αξίνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξίνιστος
αξίνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξίνιστος
αξίνιστος	adj	που δεν έχει ξινίσει
αξίνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξίνιστος
αξίνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξίνιστος
αξίνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξίνιστος
αξίνω	verb	μεγαλώνω
αξίωμα	noun	θέση σε ιεραρχία, συνήθως όχι η κατώτερη
αξίωνα	=	αξιώνω
αξίωναν	=	αξιώνω
αξίωνε	=	αξιώνω
αξίωνες	=	αξιώνω
αξίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξίωση	noun	η απαίτηση που βασίζεται σε κάποιο κεκτημένο δικαίωμα
αξίωσης	noun	γενική ενικού του αξίωση
αξαίνω	verb	αυξάνω
αξαδέλφες	=	αξαδέλφη
αξαδέλφη	noun	άλλη μορφή του ξαδέλφη
αξαδέλφης	=	αξαδέλφη
αξαδέρφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξαδέρφη
αξαδέρφη	noun	άλλη μορφή του ξαδέρφη
αξαδέρφης	noun	γενική ενικού του αξαδέρφη
αξαδέρφισσας	noun	γενική ενικού του αξαδέρφισσα
αξαδέρφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξαδέρφισσα
αξαδελφών	=	αξαδέλφη
αξαδερφισσών	noun	γενική πληθυντικού του αξαδέρφισσα
αξαδερφών	noun	γενική πληθυντικού του αξαδέρφη
αξαφνιά	noun	το ξαφνικό, απρόσμενο κακό (χρησιμοποιείται στην Πελοπόννησο)
αξαφνιάς	=	αξαφνιά
αξαφνιές	=	αξαφνιά
αξαφνιών	=	αξαφνιά
αξε	abbrev	τοποθετήσεις κεφαλαίων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα μιας χώρας σε επιχειρήσεις ή παραγωγικές δραστηριότητες άλλης χώρας, με σκοπό όχι απλώς το κέρδος αλλά και την ουσιαστική συμμετοχή στον έλεγχο ή στη διοίκηση της επένδυσης
αξεδίψαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεδίψαστος	adv|figurative	χωρίς να (μπορεί να) ξεδιψάσει
αξεδίψαστε	adj	κλητική ενικού του αξεδίψαστος
αξεδίψαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεδίψαστη
αξεδίψαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεδίψαστος
αξεδίψαστης	adj	γενική ενικού του αξεδίψαστη
αξεδίψαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεδίψαστος
αξεδίψαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεδίψαστος
αξεδίψαστος	adj|figurative	που δεν έχει ξεδιψάσει ή δεν μπορεί να ξεδιψάσει
αξεδίψαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεδίψαστος
αξεδίψαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεδίψαστος
αξεδίψαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεδίψαστος
αξεδιάκριτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάκριτο
αξεδιάκριτε	adj	κλητική ενικού του αξεδιάκριτος
αξεδιάκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάκριτη
αξεδιάκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεδιάκριτος
αξεδιάκριτης	adj	γενική ενικού του αξεδιάκριτη
αξεδιάκριτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεδιάκριτος
αξεδιάκριτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάκριτος
αξεδιάκριτος	adj	που δεν μπορούμε να τον ξεδιακρίνουμε
αξεδιάκριτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεδιάκριτος
αξεδιάκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεδιάκριτος
αξεδιάκριτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεδιάκριτος
αξεδιάλεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεδιάλεχτος	adv	με αξεδιάλεχτο τρόπο
αξεδιάλεχτε	adj	κλητική ενικού του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάλεχτη
αξεδιάλεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλεχτης	adj	γενική ενικού του αξεδιάλεχτη
αξεδιάλεχτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλεχτος	adj	που δεν έχει ξεδιαλεχτεί
αξεδιάλεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεδιάλεχτος
αξεδιάλυτα	adv	χωρίς να μπορούμε να το ξεδιαλύνουμε, να το διαλευκάνουμε	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάλυτο
αξεδιάλυτε	adj	κλητική ενικού του αξεδιάλυτος
αξεδιάλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάλυτη
αξεδιάλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεδιάλυτος
αξεδιάλυτης	adj	γενική ενικού του αξεδιάλυτη
αξεδιάλυτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεδιάλυτος
αξεδιάλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεδιάλυτος
αξεδιάλυτος	adj	που δεν τον έχουν ξεδιαλύνει
αξεδιάλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεδιάλυτος
αξεδιάλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεδιάλυτος
αξεδιάλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεδιάλυτος
αξεθύμαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεθύμαστος	adv	χωρίς να έχει ξεθυμάνει
αξεθύμαστε	adj	κλητική ενικού του αξεθύμαστος
αξεθύμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεθύμαστη
αξεθύμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεθύμαστος
αξεθύμαστης	adj	γενική ενικού του αξεθύμαστη
αξεθύμαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεθύμαστος
αξεθύμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεθύμαστος
αξεθύμαστος	adj	που δεν έχει ξεθυμάνει
αξεθύμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεθύμαστος
αξεθύμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεθύμαστος
αξεθύμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεθύμαστος
αξεκαθάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεκαθάριστος	adv	χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί
αξεκαθάριστε	adj	κλητική ενικού του αξεκαθάριστος
αξεκαθάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεκαθάριστη
αξεκαθάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεκαθάριστος
αξεκαθάριστης	adj	γενική ενικού του αξεκαθάριστη
αξεκαθάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεκαθάριστος
αξεκαθάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεκαθάριστος
αξεκαθάριστος	adj	που δεν έχει ξεκαθαριστεί
αξεκαθάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεκαθάριστος
αξεκαθάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεκαθάριστος
αξεκαθάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεκαθάριστος
αξεκούμπωτα	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτε	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτες	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτη	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτης	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτο	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτοι	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτος	adj	που δεν τον έχουν ξεκουμπώσει
αξεκούμπωτου	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτους	=	αξεκούμπωτος
αξεκούμπωτων	=	αξεκούμπωτος
αξεκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεκόλλητος	adv	χωρίς να (μπορεί να) ξεκολλήσει
αξεκόλλητε	adj	κλητική ενικού του αξεκόλλητος
αξεκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεκόλλητη
αξεκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεκόλλητος
αξεκόλλητης	adj	γενική ενικού του αξεκόλλητη
αξεκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του αξεκόλλητος
αξεκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεκόλλητος
αξεκόλλητος	adj	που δεν τον έχουν ξεκολλήσει ή δεν είναι δυνατόν να τον ξεκολλήσουν
αξεκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεκόλλητος
αξεκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεκόλλητος
αξεκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεκόλλητος
αξελερόμετρα	=	αξελερόμετρο
αξελερόμετρο	noun	το επιταχυνσιόμετρο
αξελερόμετρου	=	αξελερόμετρο
αξελερόμετρων	=	αξελερόμετρο
αξελόγιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξελόγιαστος	adv	χωρίς να έχει ξελογιαστεί
αξελόγιαστε	adj	κλητική ενικού του αξελόγιαστος
αξελόγιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξελόγιαστη
αξελόγιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξελόγιαστος
αξελόγιαστης	adj	γενική ενικού του αξελόγιαστη
αξελόγιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξελόγιαστος
αξελόγιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξελόγιαστος
αξελόγιαστος	adj	που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ξελογιαστεί
αξελόγιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξελόγιαστος
αξελόγιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξελόγιαστος
αξελόγιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξελόγιαστος
αξεμάτιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεμάτιαστο
αξεμάτιαστε	adj	κλητική ενικού του αξεμάτιαστος
αξεμάτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεμάτιαστη
αξεμάτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεμάτιαστος
αξεμάτιαστης	adj	γενική ενικού του αξεμάτιαστη
αξεμάτιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεμάτιαστος
αξεμάτιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεμάτιαστος
αξεμάτιαστος	adj	που δεν τον έχουν ξεματιάσει ή δεν μπορούν να τον ξεματιάσουν
αξεμάτιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεμάτιαστος
αξεμάτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεμάτιαστος
αξεμάτιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεμάτιαστος
αξεμολόγητος	=	αξομολόγητος
αξεμπέρδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεμπέρδευτος	adv	χωρίς να (μπορούν να) τον ξεμπερδέψουν
αξεμπέρδευτε	adj	κλητική ενικού του αξεμπέρδευτος
αξεμπέρδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεμπέρδευτη
αξεμπέρδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεμπέρδευτος
αξεμπέρδευτης	adj	γενική ενικού του αξεμπέρδευτη
αξεμπέρδευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεμπέρδευτος
αξεμπέρδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεμπέρδευτος
αξεμπέρδευτος	adj	που δεν τον έχουν ξεμπερδέψει ή δεν μπορούν να τον ξεμπερδέψουν
αξεμπέρδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεμπέρδευτος
αξεμπέρδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεμπέρδευτος
αξεμπέρδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεμπέρδευτος
αξεμυάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεμυάλιστος	adv	χωρίς να έχει ξεμυαλιστεί
αξεμυάλιστε	adj	κλητική ενικού του αξεμυάλιστος
αξεμυάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεμυάλιστη
αξεμυάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεμυάλιστος
αξεμυάλιστης	adj	γενική ενικού του αξεμυάλιστη
αξεμυάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεμυάλιστος
αξεμυάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεμυάλιστος
αξεμυάλιστος	adj	που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ξεμυαλιστεί
αξεμυάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεμυάλιστος
αξεμυάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεμυάλιστος
αξεμυάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεμυάλιστος
αξενία	noun	η έλλειψη φιλόξενης διάθεσης
αξενίας	noun	γενική ενικού του αξενία
αξενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξενία
αξενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξενικό
αξενικέ	adj	κλητική ενικού του αξενικός
αξενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξενική
αξενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξενικός
αξενικής	adj	γενική ενικού του αξενική
αξενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξενικός
αξενικού	adj	γενική ενικού του αξενικός
αξενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξενικός
αξενικό	adj	αιτιατική ενικού του αξενικός
αξενικός	adj	που αποτελείται από έναν μόνο οργανισμό
αξενικών	adj	γενική πληθυντικού του αξενικός
αξενιών	noun	γενική πληθυντικού του αξενία
αξεπάστρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπάστρευτο
αξεπάστρευτε	adj	κλητική ενικού του αξεπάστρευτος
αξεπάστρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπάστρευτη
αξεπάστρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεπάστρευτος
αξεπάστρευτης	adj	γενική ενικού του αξεπάστρευτη
αξεπάστρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεπάστρευτος
αξεπάστρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεπάστρευτος
αξεπάστρευτος	adj	που δεν έχει ξεπαστρευτεί ή δεν μπορεί να ξεπαστρευτεί
αξεπάστρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεπάστρευτος
αξεπάστρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεπάστρευτος
αξεπάστρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεπάστρευτος
αξεπέραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεπέραστος	adv	με αξεπέραστο τρόπο
αξεπέραστε	adj	κλητική ενικού του αξεπέραστος
αξεπέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπέραστη
αξεπέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεπέραστος
αξεπέραστης	adj	γενική ενικού του αξεπέραστη
αξεπέραστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεπέραστος
αξεπέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεπέραστος
αξεπέραστος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον ξεπεράσει, να πετύχει κάτι καλύτερό του
αξεπέραστου	adj	γενική ενικού του αξεπέραστος
αξεπέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεπέραστος
αξεπέραστων	adj	γενική πληθυντικού του αξεπέραστος
αξεπλέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπλέρωτο
αξεπλέρωτε	adj	κλητική ενικού του αξεπλέρωτος
αξεπλέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπλέρωτη
αξεπλέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεπλέρωτος
αξεπλέρωτης	adj	γενική ενικού του αξεπλέρωτη
αξεπλέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεπλέρωτος
αξεπλέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεπλέρωτος
αξεπλέρωτος	adj|vulgar	άλλη γραφή του αξεπλήρωτος
αξεπλέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεπλέρωτος
αξεπλέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεπλέρωτος
αξεπλέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεπλέρωτος
αξεπλήρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπλήρωτο
αξεπλήρωτε	adj	κλητική ενικού του αξεπλήρωτος
αξεπλήρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπλήρωτη
αξεπλήρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεπλήρωτος
αξεπλήρωτης	adj	γενική ενικού του αξεπλήρωτη
αξεπλήρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεπλήρωτος
αξεπλήρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεπλήρωτος
αξεπλήρωτος	adj|figurative	που δεν έχει ξεπληρωθεί ή δεν μπορεί να ξεπληρωθεί
αξεπλήρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεπλήρωτος
αξεπλήρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεπλήρωτος
αξεπλήρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεπλήρωτος
αξεπούλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεπούλητος	adv	χωρίς να έχουν ξεπουληθεί
αξεπούλητε	adj	κλητική ενικού του αξεπούλητος
αξεπούλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεπούλητη
αξεπούλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεπούλητος
αξεπούλητης	adj	γενική ενικού του αξεπούλητη
αξεπούλητο	adj	αιτιατική ενικού του αξεπούλητος
αξεπούλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεπούλητος
αξεπούλητος	adj	που δεν έχει ξεπουληθεί
αξεπούλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεπούλητος
αξεπούλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεπούλητος
αξεπούλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεπούλητος
αξεπροβόδιστα	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστε	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστες	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστη	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστης	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστο	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστοι	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστος	adj	που δεν τον έχουν ξεπροβοδίσει
αξεπροβόδιστου	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστους	=	αξεπροβόδιστος
αξεπροβόδιστων	=	αξεπροβόδιστος
αξερίζωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξερίζωτος	adv	χωρίς να έχει ξεριζωθεί
αξερίζωτε	adj	κλητική ενικού του αξερίζωτος
αξερίζωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξερίζωτη
αξερίζωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξερίζωτος
αξερίζωτης	adj	γενική ενικού του αξερίζωτη
αξερίζωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξερίζωτος
αξερίζωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξερίζωτος
αξερίζωτος	adj	που δεν έχει ξεριζωθεί
αξερίζωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξερίζωτος
αξερίζωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξερίζωτος
αξερίζωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξερίζωτος
αξεσκάλιστα	adv	χωρίς να έχει ξεσκαλιστεί
αξεσκάλιστε	adj	κλητική ενικού του αξεσκάλιστος
αξεσκάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεσκάλιστη
αξεσκάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεσκάλιστος
αξεσκάλιστης	adj	γενική ενικού του αξεσκάλιστη
αξεσκάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεσκάλιστος
αξεσκάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεσκάλιστος
αξεσκάλιστος	adj|figurative	που δεν έχει ξεσκαλιστεί
αξεσκάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεσκάλιστος
αξεσκάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεσκάλιστος
αξεσκάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεσκάλιστος
αξεσκέπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεσκέπαστο
αξεσκέπαστε	adj	κλητική ενικού του αξεσκέπαστος
αξεσκέπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεσκέπαστη
αξεσκέπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεσκέπαστος
αξεσκέπαστης	adj	γενική ενικού του αξεσκέπαστη
αξεσκέπαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεσκέπαστος
αξεσκέπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεσκέπαστος
αξεσκέπαστος	adj	που δεν έχει ξεσκεπαστεί
αξεσκέπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεσκέπαστος
αξεσκέπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεσκέπαστος
αξεσκέπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεσκέπαστος
αξεσκόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεσκόλιστος	adv	χωρίς να τον έχουν ξεσκολίσει
αξεσκόλιστε	adj	κλητική ενικού του αξεσκόλιστος
αξεσκόλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεσκόλιστη
αξεσκόλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεσκόλιστος
αξεσκόλιστης	adj	γενική ενικού του αξεσκόλιστη
αξεσκόλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεσκόλιστος
αξεσκόλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεσκόλιστος
αξεσκόλιστος	adj	που δεν τον έχουν ξεσκολίσει
αξεσκόλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεσκόλιστος
αξεσκόλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεσκόλιστος
αξεσκόλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεσκόλιστος
αξεσκόνιστα	adv	χωρίς ξεσκόνισμα
αξεσκόνιστε	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστες	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστη	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστης	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστο	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστοι	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστος	adj	που δεν έχει ξεσκονιστεί
αξεσκόνιστου	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστους	=	αξεσκόνιστος
αξεσκόνιστων	=	αξεσκόνιστος
αξεσουάρ	noun	εξάρτημα αυτοκινήτου που δεν είναι απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία του
αξετίμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξετίμητος	adv|literary	ανεκτίμητα
αξετίμητε	adj	κλητική ενικού του αξετίμητος
αξετίμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξετίμητη
αξετίμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξετίμητος
αξετίμητης	adj	γενική ενικού του αξετίμητη
αξετίμητο	adj	αιτιατική ενικού του αξετίμητος
αξετίμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξετίμητος
αξετίμητος	adj|literary	ανεκτίμητος
αξετίμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξετίμητος
αξετίμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξετίμητος
αξετίμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξετίμητος
αξετρύπωτα	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτε	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτες	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτη	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτης	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτο	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτοι	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτος	adj	που δεν τον έχουν ξετρυπώσει, δεν τον έχουν βγάλει από την τρύπα του ή δεν τον έχουν ανακαλύψει
αξετρύπωτου	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτους	=	αξετρύπωτος
αξετρύπωτων	=	αξετρύπωτος
αξετύλιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξετύλιχτο
αξετύλιχτε	adj	κλητική ενικού του αξετύλιχτος
αξετύλιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξετύλιχτη
αξετύλιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξετύλιχτος
αξετύλιχτης	adj	γενική ενικού του αξετύλιχτη
αξετύλιχτο	adj	αιτιατική ενικού του αξετύλιχτος
αξετύλιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξετύλιχτος
αξετύλιχτος	adj	που δεν έχει ξετυλιχτεί
αξετύλιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξετύλιχτος
αξετύλιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξετύλιχτος
αξετύλιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξετύλιχτος
αξεφιτίλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεφιτίλιστο
αξεφιτίλιστε	adj	κλητική ενικού του αξεφιτίλιστος
αξεφιτίλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεφιτίλιστη
αξεφιτίλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεφιτίλιστος
αξεφιτίλιστης	adj	γενική ενικού του αξεφιτίλιστη
αξεφιτίλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεφιτίλιστος
αξεφιτίλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεφιτίλιστος
αξεφιτίλιστος	adj|dated	που δεν έχει σωθεί το φιτίλι του, που έχει ακόμα φιτίλι
αξεφιτίλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεφιτίλιστος
αξεφιτίλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεφιτίλιστος
αξεφιτίλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεφιτίλιστος
αξεφλούδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεφλούδιστος	adv	χωρίς να έχουν ξεφλουδιστεί
αξεφλούδιστε	adj	κλητική ενικού του αξεφλούδιστος
αξεφλούδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεφλούδιστη
αξεφλούδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεφλούδιστος
αξεφλούδιστης	adj	γενική ενικού του αξεφλούδιστη
αξεφλούδιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεφλούδιστος
αξεφλούδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεφλούδιστος
αξεφλούδιστος	adj	που δεν έχει ξεφλουδιστεί
αξεφλούδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεφλούδιστος
αξεφλούδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεφλούδιστος
αξεφλούδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεφλούδιστος
αξεφούρνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεφούρνιστο
αξεφούρνιστε	adj	κλητική ενικού του αξεφούρνιστος
αξεφούρνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεφούρνιστη
αξεφούρνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεφούρνιστος
αξεφούρνιστης	adj	γενική ενικού του αξεφούρνιστη
αξεφούρνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεφούρνιστος
αξεφούρνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεφούρνιστος
αξεφούρνιστος	adj	που δεν τον έχουν ξεφουρνίσει, δεν τον έχουν βγάλει από το φούρνο
αξεφούρνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεφούρνιστος
αξεφούρνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεφούρνιστος
αξεφούρνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεφούρνιστος
αξεχαρβάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεχαρβάλωτο
αξεχαρβάλωτε	adj	κλητική ενικού του αξεχαρβάλωτος
αξεχαρβάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεχαρβάλωτη
αξεχαρβάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεχαρβάλωτος
αξεχαρβάλωτης	adj	γενική ενικού του αξεχαρβάλωτη
αξεχαρβάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξεχαρβάλωτος
αξεχαρβάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεχαρβάλωτος
αξεχαρβάλωτος	adj|vulgar	που δεν έχει ξεχαρβαλωθεί
αξεχαρβάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεχαρβάλωτος
αξεχαρβάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεχαρβάλωτος
αξεχαρβάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεχαρβάλωτος
αξεχώριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξεχώριστος	adv	χωρίς να ξεχωρίζει
αξεχώριστε	adj	κλητική ενικού του αξεχώριστος
αξεχώριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξεχώριστη
αξεχώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξεχώριστος
αξεχώριστης	adj	γενική ενικού του αξεχώριστη
αξεχώριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξεχώριστος
αξεχώριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξεχώριστος
αξεχώριστος	adj	που δεν μπορεί να ξεχωριστεί
αξεχώριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξεχώριστος
αξεχώριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξεχώριστος
αξεχώριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξεχώριστος
αξημέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξημέρωτος	adv	χωρίς να έχει (ακόμα) ξημερώσει
αξημέρωτε	adj	κλητική ενικού του αξημέρωτος
αξημέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξημέρωτη
αξημέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξημέρωτος
αξημέρωτης	adj	γενική ενικού του αξημέρωτη
αξημέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αξημέρωτος
αξημέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξημέρωτος
αξημέρωτος	adj	που συμβαίνει ή εμφανίζεται πριν ξημερώσει
αξημέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξημέρωτος
αξημέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξημέρωτος
αξημέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξημέρωτος
αξιά	noun	αξία
αξιάδα	noun	το να είναι κάποιος άξιος, η ιδιότητα του άξιου
αξιάδας	=	αξιάδα
αξιάδες	=	αξιάδα
αξιάδων	=	αξιάδα
αξιάς	=	αξιά
αξιέπαινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιέπαινος	adv	με αξιέπαινο τρόπο
αξιέπαινε	adj	κλητική ενικού του αξιέπαινος
αξιέπαινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιέπαινη
αξιέπαινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιέπαινος
αξιέπαινης	adj	γενική ενικού του αξιέπαινη
αξιέπαινο	adj	αιτιατική ενικού του αξιέπαινος
αξιέπαινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιέπαινος
αξιέπαινος	adj	που του αξίζει έπαινος
αξιέπαινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιέπαινος
αξιέπαινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιέπαινος
αξιέπαινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιέπαινος
αξιέραστ	=	αξιέραστος
αξιέραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιέραστο
αξιέραστε	adj	κλητική ενικού του αξιέραστος
αξιέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιέραστη
αξιέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιέραστος
αξιέραστης	adj	γενική ενικού του αξιέραστη
αξιέραστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιέραστος
αξιέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιέραστος
αξιέραστος	adj	αξιαγάπητος, θελκτικός
αξιέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιέραστος
αξιέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιέραστος
αξιέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιέραστος
αξιές	=	αξιά
αξιαγάπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιαγάπητο
αξιαγάπητε	adj	κλητική ενικού του αξιαγάπητος
αξιαγάπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιαγάπητη
αξιαγάπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιαγάπητος
αξιαγάπητης	adj	γενική ενικού του αξιαγάπητη
αξιαγάπητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιαγάπητος
αξιαγάπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιαγάπητος
αξιαγάπητος	adj	που αξίζει να τον αγαπάς
αξιαγάπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιαγάπητος
αξιαγάπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιαγάπητος
αξιαγάπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιαγάπητος
αξιαζούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιαζούμενο
αξιαζούμενε	verb	κλητική ενικού του αξιαζούμενος
αξιαζούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιαζούμενη
αξιαζούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιαζούμενος
αξιαζούμενης	verb	γενική ενικού του αξιαζούμενη
αξιαζούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αξιαζούμενος
αξιαζούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιαζούμενος
αξιαζούμενος	verb|rare	άξιος, ικανός
αξιαζούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιαζούμενος
αξιαζούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αξιαζούμενος
αξιαζούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιαζούμενος
αξιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιαζόμενο
αξιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αξιαζόμενος
αξιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιαζόμενη
αξιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιαζόμενος
αξιαζόμενης	verb	γενική ενικού του αξιαζόμενη
αξιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αξιαζόμενος
αξιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιαζόμενος
αξιαζόμενος	verb	άξιος
αξιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιαζόμενος
αξιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αξιαζόμενος
αξιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιαζόμενος
αξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιακός	adv	ως προς την αξία
αξιακέ	adj	κλητική ενικού του αξιακός
αξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιακή
αξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιακός
αξιακής	adj	γενική ενικού του αξιακή
αξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιακός
αξιακού	adj	γενική ενικού του αξιακός
αξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιακός
αξιακό	adj	αιτιατική ενικού του αξιακός
αξιακός	adj	που έχει σχέση με την αξία ή τις αξίες ή αναφέρεται σ’ αυτές
αξιακών	adj	γενική πληθυντικού του αξιακός
αξιανάγνωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιανάγνωστο
αξιανάγνωστε	adj	κλητική ενικού του αξιανάγνωστος
αξιανάγνωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιανάγνωστη
αξιανάγνωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιανάγνωστος
αξιανάγνωστης	adj	γενική ενικού του αξιανάγνωστη
αξιανάγνωστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιανάγνωστος
αξιανάγνωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιανάγνωστος
αξιανάγνωστος	adj|formal	που αξίζει να αναγνωστεί, να διαβαστεί
αξιανάγνωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιανάγνωστος
αξιανάγνωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιανάγνωστος
αξιανάγνωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιανάγνωστος
αξινάρι	noun	υποκοριστικό του αξίνα
αξινάρια	=	αξινάρι
αξιναριά	noun	χτύπημα με αξινάρι
αξιναριάς	=	αξιναριά
αξιναριές	=	αξιναριά
αξιναριού	=	αξινάρι
αξιναριών	=	αξινάρι
αξινιού	=	αξίνι
αξινιών	=	αξίνι
αξινών	noun	γενική πληθυντικού του αξίνα
αξιογάμητα	=	αξιογάμητος
αξιογάμητε	=	αξιογάμητος
αξιογάμητες	=	αξιογάμητος
αξιογάμητη	=	αξιογάμητος
αξιογάμητης	=	αξιογάμητος
αξιογάμητο	=	αξιογάμητος
αξιογάμητοι	=	αξιογάμητος
αξιογάμητος	adj|vulgar	σέξι, ιδιαίτερα επιθυμητός σεξουαλικά
αξιογάμητου	=	αξιογάμητος
αξιογάμητους	=	αξιογάμητος
αξιογάμητων	=	αξιογάμητος
αξιογέλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιογέλαστο
αξιογέλαστε	adj	κλητική ενικού του αξιογέλαστος
αξιογέλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιογέλαστη
αξιογέλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιογέλαστος
αξιογέλαστης	adj	γενική ενικού του αξιογέλαστη
αξιογέλαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιογέλαστος
αξιογέλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιογέλαστος
αξιογέλαστος	adj|formal	γελοίος
αξιογέλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιογέλαστος
αξιογέλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιογέλαστος
αξιογέλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιογέλαστος
αξιογράφου	noun	γενική ενικού του αξιόγραφο
αξιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του αξιόγραφο
αξιοδάκρυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοδάκρυτος	adv	με αξιοδάκρυτο τρόπο
αξιοδάκρυτε	adj	κλητική ενικού του αξιοδάκρυτος
αξιοδάκρυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοδάκρυτη
αξιοδάκρυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοδάκρυτος
αξιοδάκρυτης	adj	γενική ενικού του αξιοδάκρυτη
αξιοδάκρυτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοδάκρυτος
αξιοδάκρυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοδάκρυτος
αξιοδάκρυτος	adj|formal	αξιολύπητος, αξιοθρήνητος
αξιοδάκρυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοδάκρυτος
αξιοδάκρυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοδάκρυτος
αξιοδάκρυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοδάκρυτος
αξιοδιάβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοδιάβαστο
αξιοδιάβαστε	adj	κλητική ενικού του αξιοδιάβαστος
αξιοδιάβαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοδιάβαστη
αξιοδιάβαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοδιάβαστος
αξιοδιάβαστης	adj	γενική ενικού του αξιοδιάβαστη
αξιοδιάβαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοδιάβαστος
αξιοδιάβαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοδιάβαστος
αξιοδιάβαστος	adj|formal	αξιανάγνωστος
αξιοδιάβαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοδιάβαστος
αξιοδιάβαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοδιάβαστος
αξιοδιάβαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοδιάβαστος
αξιοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοδότηση
αξιοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αξιοδότηση
αξιοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αξιοδότηση
αξιοδότηση	noun	η απόδοση αξίας σε κάτι ή η αναγνώριση της αξίας του
αξιοδότησης	noun	γενική ενικού του αξιοδότηση
αξιοζήλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοζήλευτος	adv	με αξιοζήλευτο τρόπο
αξιοζήλευτε	adj	κλητική ενικού του αξιοζήλευτος
αξιοζήλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοζήλευτη
αξιοζήλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοζήλευτος
αξιοζήλευτης	adj	γενική ενικού του αξιοζήλευτη
αξιοζήλευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοζήλευτος
αξιοζήλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοζήλευτος
αξιοζήλευτος	adj	που αξίζει να τον ζηλεύουν
αξιοζήλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοζήλευτος
αξιοζήλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοζήλευτος
αξιοζήλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοζήλευτος
αξιοθέατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοθέατο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοθέατος
αξιοθέατε	adj	κλητική ενικού του αξιοθέατος
αξιοθέατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοθέατη
αξιοθέατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοθέατος
αξιοθέατης	adj	γενική ενικού του αξιοθέατη
αξιοθέατο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοθέατος	noun	ενδιαφέρον μνημείο ή ό,τι άλλο αξίζει να επισκεφθεί κάποιος (τουρίστας) σε έναν τόπο
αξιοθέατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοθέατος
αξιοθέατος	adj	που αξίζει κάποιος να τον επισκεφθεί ή να τον δει
αξιοθέατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοθέατος
αξιοθέατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοθέατος
αξιοθέατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοθέατος
αξιοθαύμαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοθαύμαστος	adv	με αξιοθαύμαστο τρόπο
αξιοθαύμαστε	adj	κλητική ενικού του αξιοθαύμαστος
αξιοθαύμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοθαύμαστη
αξιοθαύμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοθαύμαστος
αξιοθαύμαστης	adj	γενική ενικού του αξιοθαύμαστη
αξιοθαύμαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοθαύμαστος
αξιοθαύμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοθαύμαστος
αξιοθαύμαστος	adj	που αξίζει να τον θαυμάζεις
αξιοθαύμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοθαύμαστος
αξιοθαύμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοθαύμαστος
αξιοθαύμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοθαύμαστος
αξιοθεάτων	=	αξιοθέατα
αξιοθησαύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοθησαύριστο
αξιοθησαύριστε	adj	κλητική ενικού του αξιοθησαύριστος
αξιοθησαύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοθησαύριστη
αξιοθησαύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοθησαύριστος
αξιοθησαύριστης	adj	γενική ενικού του αξιοθησαύριστη
αξιοθησαύριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοθησαύριστος
αξιοθησαύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοθησαύριστος
αξιοθησαύριστος	adj	που αξίζει να τον έχει κανείς (σαν θησαυρό)
αξιοθησαύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοθησαύριστος
αξιοθησαύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοθησαύριστος
αξιοθησαύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοθησαύριστος
αξιοθρήνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοθρήνητος	adv	με αξιοθρήνητο τρόπο
αξιοθρήνητε	adj	κλητική ενικού του αξιοθρήνητος
αξιοθρήνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοθρήνητη
αξιοθρήνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοθρήνητος
αξιοθρήνητης	adj	γενική ενικού του αξιοθρήνητη
αξιοθρήνητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοθρήνητος
αξιοθρήνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοθρήνητος
αξιοθρήνητος	adj|formal	αξιολύπητος
αξιοθρήνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοθρήνητος
αξιοθρήνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοθρήνητος
αξιοθρήνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοθρήνητος
αξιοκατάκριτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοκατάκριτος	adv	με αξιοκατάκριτο τρόπο
αξιοκατάκριτε	adj	κλητική ενικού του αξιοκατάκριτος
αξιοκατάκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκατάκριτη
αξιοκατάκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοκατάκριτος
αξιοκατάκριτης	adj	γενική ενικού του αξιοκατάκριτη
αξιοκατάκριτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοκατάκριτος
αξιοκατάκριτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοκατάκριτος
αξιοκατάκριτος	adj	που αξίζει να τον κατακρίνω
αξιοκατάκριτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοκατάκριτος
αξιοκατάκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοκατάκριτος
αξιοκατάκριτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοκατάκριτος
αξιοκαταφρονήτως	adv|formal	άλλη μορφή του αξιοκαταφρόνητα
αξιοκαταφρόνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνετο
αξιοκαταφρόνετε	adj	κλητική ενικού του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνετη
αξιοκαταφρόνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνετης	adj	γενική ενικού του αξιοκαταφρόνετη
αξιοκαταφρόνετο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνετος	adj	άλλη μορφή του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοκαταφρόνετος
αξιοκαταφρόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοκαταφρόνητος	adv	με αξιοκαταφρόνητο τρόπο
αξιοκαταφρόνητε	adj	κλητική ενικού του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνητη
αξιοκαταφρόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνητης	adj	γενική ενικού του αξιοκαταφρόνητη
αξιοκαταφρόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνητος	adj	που αξίζει να τον καταφρονούμε, να τον περιφρονούμε
αξιοκαταφρόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκαταφρόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοκαταφρόνητος
αξιοκατηγόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκατηγόρητο
αξιοκατηγόρητε	adj	κλητική ενικού του αξιοκατηγόρητος
αξιοκατηγόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκατηγόρητη
αξιοκατηγόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοκατηγόρητος
αξιοκατηγόρητης	adj	γενική ενικού του αξιοκατηγόρητη
αξιοκατηγόρητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοκατηγόρητος
αξιοκατηγόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοκατηγόρητος
αξιοκατηγόρητος	adj	αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος
αξιοκατηγόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοκατηγόρητος
αξιοκατηγόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοκατηγόρητος
αξιοκατηγόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοκατηγόρητος
αξιοκρατία	noun	το να επιλέγονται οι πιο άξιοι και ικανοί για μία θέση
αξιοκρατίας	noun	γενική ενικού του αξιοκρατία
αξιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκρατία
αξιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκρατικό	adv	με βάση την πραγματική αξία κάποιου
αξιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αξιοκρατικός
αξιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοκρατική
αξιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοκρατικός
αξιοκρατικής	adj	γενική ενικού του αξιοκρατική
αξιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοκρατικός
αξιοκρατικού	adj	γενική ενικού του αξιοκρατικός
αξιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοκρατικός
αξιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αξιοκρατικός
αξιοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την αξιοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτήν
αξιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αξιοκρατικός
αξιοκρατικώς	adv|dated	αξιοκρατικά
αξιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αξιοκρατία
αξιολάτρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιολάτρευτος	adv	με αξιολάτρευτο τρόπο
αξιολάτρευτε	adj	κλητική ενικού του αξιολάτρευτος
αξιολάτρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολάτρευτη
αξιολάτρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολάτρευτος
αξιολάτρευτης	adj	γενική ενικού του αξιολάτρευτη
αξιολάτρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιολάτρευτος
αξιολάτρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιολάτρευτος
αξιολάτρευτος	adj	που λόγω της καλοσύνης του, της γοητείας του ή για άλλους λόγους οι άλλοι τον συμπαθούν πολύ
αξιολάτρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιολάτρευτος
αξιολάτρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιολάτρευτος
αξιολάτρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιολάτρευτος
αξιολογήθηκα	=	αξιολογώ
αξιολογήθηκαν	=	αξιολογώ
αξιολογήθηκε	=	αξιολογώ
αξιολογήθηκες	=	αξιολογώ
αξιολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσαν	=	αξιολογώ
αξιολογήσανε	=	αξιολογώ
αξιολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολόγηση
αξιολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αξιολόγηση
αξιολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αξιολόγηση
αξιολογήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογήσιμο
αξιολογήσιμε	adj	κλητική ενικού του αξιολογήσιμος
αξιολογήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογήσιμη
αξιολογήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολογήσιμος
αξιολογήσιμης	adj	γενική ενικού του αξιολογήσιμη
αξιολογήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αξιολογήσιμος
αξιολογήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιολογήσιμος
αξιολογήσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να αξιολογηθεί
αξιολογήσιμου	adj	γενική ενικού του αξιολογήσιμος
αξιολογήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιολογήσιμος
αξιολογήσιμων	adj	γενική πληθυντικού του αξιολογήσιμος
αξιολογήσου	=	αξιολογώ
αξιολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσουνε	=	αξιολογώ
αξιολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογήτρια	noun	θηλυκό του αξιολογητής
αξιολογήτριας	noun	γενική ενικού του αξιολογήτρια
αξιολογήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογήτρια
αξιολογία	noun	φιλοσοφική θεωρία που ασχολείται με την μελέτη και εφαρμογή αξιών
αξιολογίας	noun	γενική ενικού του αξιολογία
αξιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογία
αξιολογίου	=	αξιολόγιο
αξιολογίων	=	αξιολόγιο
αξιολογεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αξιολογώ
αξιολογείς	=	αξιολογώ
αξιολογείσαι	=	αξιολογώ
αξιολογείστε	=	αξιολογώ
αξιολογείται	=	αξιολογώ
αξιολογείτε	=	αξιολογώ
αξιολογείτο	=	αξιολογώ
αξιολογηθήκαμε	=	αξιολογώ
αξιολογηθήκαν	=	αξιολογώ
αξιολογηθήκανε	=	αξιολογώ
αξιολογηθήκατε	=	αξιολογώ
αξιολογηθεί	=	αξιολογώ
αξιολογηθείς	=	αξιολογώ
αξιολογηθείτε	=	αξιολογώ
αξιολογηθούμε	=	αξιολογώ
αξιολογηθούν	=	αξιολογώ
αξιολογηθούνε	=	αξιολογώ
αξιολογηθώ	=	αξιολογώ
αξιολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογημένο
αξιολογημένε	verb	κλητική ενικού του αξιολογημένος
αξιολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογημένη
αξιολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολογημένος
αξιολογημένης	verb	γενική ενικού του αξιολογημένη
αξιολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του αξιολογημένος
αξιολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιολογημένος
αξιολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αξιολογώ
αξιολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιολογημένος
αξιολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αξιολογημένος
αξιολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιολογημένος
αξιολογητές	=	αξιολογητής
αξιολογητή	=	αξιολογητής
αξιολογητής	noun	αυτός που αξιολογεί
αξιολογητριών	noun	γενική πληθυντικού του αξιολογήτρια
αξιολογητών	=	αξιολογητής
αξιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογικό	adv	με αξιολογικό τρόπο
αξιολογικέ	adj	κλητική ενικού του αξιολογικός
αξιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογική
αξιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολογικός
αξιολογικής	adj	γενική ενικού του αξιολογική
αξιολογικη	=	αξιολογικός
αξιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιολογικός
αξιολογικού	adj	γενική ενικού του αξιολογικός
αξιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιολογικός
αξιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αξιολογικός
αξιολογικός	adj	που έχει σχέση με την αξιολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αξιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αξιολογικός
αξιολογικώς	adv|formal	άλλη μορφή του αξιολογικά
αξιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αξιολογία
αξιολογουσών	=	αξιολογών
αξιολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αξιολογώ
αξιολογούμασταν	=	αξιολογώ
αξιολογούμαστε	=	αξιολογώ
αξιολογούμε	=	αξιολογώ
αξιολογούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογούμενο
αξιολογούμενε	verb	κλητική ενικού του αξιολογούμενος
αξιολογούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολογούμενη
αξιολογούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολογούμενος
αξιολογούμενης	verb	γενική ενικού του αξιολογούμενη
αξιολογούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αξιολογούμενος
αξιολογούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιολογούμενος
αξιολογούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (αξιολογούμαι) του ρήματος αξιολογώ: που αξιολογείται
αξιολογούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιολογούμενος
αξιολογούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αξιολογούμενος
αξιολογούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιολογούμενος
αξιολογούμουν	=	αξιολογώ
αξιολογούμουνα	=	αξιολογώ
αξιολογούν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αξιολογών
αξιολογούνε	=	αξιολογώ
αξιολογούντα	=	αξιολογών
αξιολογούνται	=	αξιολογώ
αξιολογούνταν	=	αξιολογώ
αξιολογούντες	=	αξιολογών
αξιολογούντο	=	αξιολογώ
αξιολογούντος	=	αξιολογών
αξιολογούντων	=	αξιολογών
αξιολογούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολογών
αξιολογούσαμε	=	αξιολογώ
αξιολογούσαν	=	αξιολογώ
αξιολογούσανε	=	αξιολογώ
αξιολογούσας	=	αξιολογών
αξιολογούσασταν	=	αξιολογώ
αξιολογούσαστε	=	αξιολογώ
αξιολογούσατε	=	αξιολογώ
αξιολογούσε	=	αξιολογώ
αξιολογούσες	=	αξιολογώ
αξιολογούσης	=	αξιολογών
αξιολογούσουν	=	αξιολογώ
αξιολογούσουνα	=	αξιολογώ
αξιολογώ	verb	αποτιμώ την αξία ή τη σημασία (ανθρώπου, πράγματος, διαδικασίας κ.λπ.) με τρόπο αντικειμενικό και συγκριτικό
αξιολογών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αξιολογώ: που αξιολογεί
αξιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αξιολογώ
αξιολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιολογώ
αξιολόγηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αξιολογώ: το να εντοπίσει κάποιος τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία κάποιου ή κάτι και να κρίνει με βάση αυτά τα στοιχεία την επίδοση, την αποτελεσματικότητα ή την αξία του, ειδικά σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους ή άλλα πράγματα
αξιολόγησης	noun	γενική ενικού του αξιολόγηση
αξιολόγια	=	αξιολόγιο
αξιολόγιο	noun|formal	δομημένο σύνολο κριτηρίων ή εργαλείων που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση, την εκτίμηση της απόδοσης, των ικανοτήτων ή της προόδου ενός προσώπου, φορέα ή διαδικασίας
αξιολόγιου	=	αξιολόγιο
αξιολόγιων	=	αξιολόγιο
αξιολύπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιολύπητος	adv	με αξιολύπητο τρόπο
αξιολύπητε	adj	κλητική ενικού του αξιολύπητος
αξιολύπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιολύπητη
αξιολύπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιολύπητος
αξιολύπητης	adj	γενική ενικού του αξιολύπητη
αξιολύπητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιολύπητος
αξιολύπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιολύπητος
αξιολύπητος	adj	που είναι άξιος της λύπης μας, που βρίσκεται σε μια κατάσταση που προκαλεί τη συμπόνια μας
αξιολύπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιολύπητος
αξιολύπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιολύπητος
αξιολύπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιολύπητος
αξιομίμητα	=	αξιομίμητος
αξιομίμητε	=	αξιομίμητος
αξιομίμητες	=	αξιομίμητος
αξιομίμητη	=	αξιομίμητος
αξιομίμητης	=	αξιομίμητος
αξιομίμητο	=	αξιομίμητος
αξιομίμητοι	=	αξιομίμητος
αξιομίμητος	adj	που αξίζει να τον μιμηθεί κανείς
αξιομίμητου	=	αξιομίμητος
αξιομίμητους	=	αξιομίμητος
αξιομίμητων	=	αξιομίμητος
αξιομίσητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιομίσητο
αξιομίσητε	adj	κλητική ενικού του αξιομίσητος
αξιομίσητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιομίσητη
αξιομίσητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιομίσητος
αξιομίσητης	adj	γενική ενικού του αξιομίσητη
αξιομίσητο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αξιομίσητος
αξιομίσητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιομίσητος
αξιομίσητος	adj	που αξίζει να τον μισούν
αξιομίσητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιομίσητος
αξιομίσητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιομίσητος
αξιομίσητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιομίσητος
αξιομακάριστα	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστε	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστες	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστη	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστης	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστο	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστοι	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστος	adj	αυτός που μακαρίζεται επάξια (ιδίως προσφώνηση νεκρού)
αξιομακάριστου	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστους	=	αξιομακάριστος
αξιομακάριστων	=	αξιομακάριστος
αξιομελέτητα	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητε	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητες	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητη	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητης	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητο	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητοι	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητος	adj	που αξίζει να τον μελετήσει κάποιος
αξιομελέτητου	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητους	=	αξιομελέτητος
αξιομελέτητων	=	αξιομελέτητος
αξιομισθία	noun|formal	η ιδιότητα του αξιόμισθου
αξιομισθίας	noun	γενική ενικού του αξιομισθία
αξιομισθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιομισθία
αξιομισθιών	noun	γενική πληθυντικού του αξιομισθία
αξιομνημόνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιομνημόνευτο
αξιομνημόνευτε	adj	κλητική ενικού του αξιομνημόνευτος
αξιομνημόνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιομνημόνευτη
αξιομνημόνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιομνημόνευτος
αξιομνημόνευτης	adj	γενική ενικού του αξιομνημόνευτη
αξιομνημόνευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιομνημόνευτος
αξιομνημόνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιομνημόνευτος
αξιομνημόνευτος	adj	που αξίζει να μνημονευτεί και να παραμείνει στη μνήμη των ανθρώπων
αξιομνημόνευτου	adj	γενική ενικού του αξιομνημόνευτος
αξιομνημόνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιομνημόνευτος
αξιομνημόνευτων	adj	γενική πληθυντικού του αξιομνημόνευτος
αξιονίου	=	αξιόνιο
αξιονίων	=	αξιόνιο
αξιοπαρατήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοπαρατήρητος	adv	με αξιοπαρατήρητο τρόπο
αξιοπαρατήρητε	adj	κλητική ενικού του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρατήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπαρατήρητη
αξιοπαρατήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρατήρητης	adj	γενική ενικού του αξιοπαρατήρητη
αξιοπαρατήρητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρατήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρατήρητος	adj	που αξίζει να τον παρατηρεί κάποιος
αξιοπαρατήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρατήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρατήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοπαρατήρητος
αξιοπαρόμοιαστα	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστε	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστες	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστη	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστης	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστο	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστοι	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστος	adj|formal	που αξίζει να τον παρομοιάσει κάποιος
αξιοπαρόμοιαστου	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστους	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπαρόμοιαστων	=	αξιοπαρόμοιαστος
αξιοπερίεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπερίεργο
αξιοπερίεργε	adj	κλητική ενικού του αξιοπερίεργος
αξιοπερίεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπερίεργη
αξιοπερίεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοπερίεργος
αξιοπερίεργης	adj	γενική ενικού του αξιοπερίεργη
αξιοπερίεργο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοπερίεργος
αξιοπερίεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοπερίεργος
αξιοπερίεργος	adj	που μας προκαλεί την περιέργεια, επειδή είναι κάπως ασυνήθιστος ή παράδοξος
αξιοπερίεργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοπερίεργος
αξιοπερίεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοπερίεργος
αξιοπερίεργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοπερίεργος
αξιοπεριφρόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπεριφρόνητο
αξιοπεριφρόνητε	adj	κλητική ενικού του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπεριφρόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπεριφρόνητη
αξιοπεριφρόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπεριφρόνητης	adj	γενική ενικού του αξιοπεριφρόνητη
αξιοπεριφρόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπεριφρόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπεριφρόνητος	adj	που αξίζει να τον περιφρονούμε, να τον καταφρονούμε
αξιοπεριφρόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπεριφρόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπεριφρόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοπεριφρόνητος
αξιοπιστία	noun	η ιδιότητα του αξιόπιστου· το να μπορείς να εμπιστευτείς τα λόγια κάποιου
αξιοπιστίας	noun	γενική ενικού του αξιοπιστία
αξιοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπιστία
αξιοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του αξιοπιστία
αξιοπλοΐα	noun	η ικανότητα ή η καταλληλότητα για ασφαλή πλεύση
αξιοπλοΐας	noun	γενική ενικού του αξιοπλοΐα
αξιοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπλοΐα
αξιοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του αξιοπλοΐα
αξιοποίει	=	αξιοποιώ
αξιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αξιοποιώ, η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που μου παρέχει κάτι, έτσι ώστε να φτάσει στο υψηλότερο σημείο της απόδοσής του
αξιοποίησης	=	αξιοποίηση
αξιοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσαν	=	αξιοποιώ
αξιοποιήσανε	=	αξιοποιώ
αξιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοποίηση
αξιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσεων	=	αξιοποίηση
αξιοποιήσεως	=	αξιοποίηση
αξιοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοποιήσιμο
αξιοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοποιήσιμη
αξιοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του αξιοποιήσιμη
αξιοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσιμος	adj	που μπορεί να αξιοποιηθεί
αξιοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοποιήσιμος
αξιοποιήσου	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσουνε	=	αξιοποιώ
αξιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αξιοποιώ
αξιοποιείς	=	αξιοποιώ
αξιοποιείσαι	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιείστε	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιείται	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιείτε	=	αξιοποιώ
αξιοποιείτο	=	αξιοποιώ
αξιοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθήκαν	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιηθήκανε	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιηθούνε	=	αξιοποιώ
αξιοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιοποιούμαι
αξιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοποιημένο
αξιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αξιοποιημένος
αξιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοποιημένη
αξιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοποιημένος
αξιοποιημένης	verb	γενική ενικού του αξιοποιημένη
αξιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αξιοποιημένος
αξιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοποιημένος
αξιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοποιημένος
αξιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αξιοποιημένος
αξιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοποιημένος
αξιοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιούμασταν	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούμαστε	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούμε	=	αξιοποιώ
αξιοποιούμενα	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενε	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενες	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενη	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενης	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενο	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενοι	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αξιοποιώ
αξιοποιούμενου	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενους	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμενων	=	αξιοποιούμενος
αξιοποιούμουν	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούμουνα	=	αξιοποιώ
αξιοποιούν	=	αξιοποιώ
αξιοποιούνε	=	αξιοποιώ
αξιοποιούνται	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούνταν	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούντο	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσα	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσαμε	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσαν	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσανε	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσασταν	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούσαστε	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούσατε	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσε	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσες	=	αξιοποιώ
αξιοποιούσουν	=	αξιοποιούμαι
αξιοποιούσουνα	=	αξιοποιώ
αξιοποιόμασταν	=	αξιοποιώ
αξιοποιόμαστε	=	αξιοποιώ
αξιοποιόμουν	=	αξιοποιώ
αξιοποιόμουνα	=	αξιοποιώ
αξιοποιόνταν	=	αξιοποιώ
αξιοποιόντανε	=	αξιοποιώ
αξιοποιόντουσαν	=	αξιοποιώ
αξιοποιόσασταν	=	αξιοποιώ
αξιοποιόσαστε	=	αξιοποιώ
αξιοποιόσουν	=	αξιοποιώ
αξιοποιόσουνα	=	αξιοποιώ
αξιοποιόταν	=	αξιοποιώ
αξιοποιότανε	=	αξιοποιώ
αξιοποιώ	verb	χρησιμοποιώ κάτι (ή κάποιον) εκμεταλλευόμενος ό,τι θετικό έχει να προσφέρει
αξιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αξιοποιώ
αξιοπρέπεια	noun	η ιδιότητα του αξιοπρεπούς, η συμφωνία με τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς
αξιοπρέπειας	noun	γενική ενικού του αξιοπρέπεια
αξιοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρέπεια
αξιοπρεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατα	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατε	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατες	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατη	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατης	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατο	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατοι	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατος	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατου	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατους	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστατων	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρεπέστερο
αξιοπρεπέστερε	adj	κλητική ενικού του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρεπέστερη
αξιοπρεπέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπέστερης	adj	γενική ενικού του αξιοπρεπέστερη
αξιοπρεπέστερο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπέστερος	adj	που είναι πιο αξιοπρεπής, δείχνει καλύτερους τρόπους από άλλους, κάνει το αρμόζον και το πρέπον σε υψηλότερο βαθμό από άλλους, πιο αξιοσέβαστος από άλλους
αξιοπρεπέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοπρεπέστερος
αξιοπρεπή	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπής	adj	που διακρίνεται για σωστή συμπεριφορά, σεμνότητα, σοβαρότητα και ευγένεια
αξιοπρεπείς	=	αξιοπρεπής
αξιοπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του αξιοπρέπεια
αξιοπρεπούς	adj	γενική ενικού του αξιοπρεπής
αξιοπρεπών	adj	γενική πληθυντικού του αξιοπρεπής
αξιοπρεπώς	adv	με αξιοπρεπή τρόπο, με αξιοπρέπεια
αξιοπρόσεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοπρόσεκτος	adv	με αξιοπρόσεκτο τρόπο
αξιοπρόσεκτε	adj	κλητική ενικού του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρόσεκτη
αξιοπρόσεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεκτης	adj	γενική ενικού του αξιοπρόσεκτη
αξιοπρόσεκτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεκτος	adj	που αξίζει να τον προσέξει, να τον παρατηρήσει κάποιος, γιατί παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον
αξιοπρόσεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοπρόσεχτος	adv	με αξιοπρόσεχτο τρόπο
αξιοπρόσεχτε	adj	κλητική ενικού του αξιοπρόσεχτος
αξιοπρόσεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρόσεχτη
αξιοπρόσεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοπρόσεχτος
αξιοπρόσεχτης	adj	γενική ενικού του αξιοπρόσεχτη
αξιοπρόσεχτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοπρόσεχτος
αξιοπρόσεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοπρόσεχτος
αξιοπρόσεχτος	adj	άλλη μορφή του αξιοπρόσεκτος
αξιοπρόσεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοπρόσεχτος
αξιοπρόσεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοπρόσεχτος
αξιοπρόσεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοπρόσεχτος
αξιοσέβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοσέβαστος	adv	με αξιοσέβαστο τρόπο
αξιοσέβαστε	adj	κλητική ενικού του αξιοσέβαστος
αξιοσέβαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοσέβαστη
αξιοσέβαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοσέβαστος
αξιοσέβαστης	adj	γενική ενικού του αξιοσέβαστη
αξιοσέβαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοσέβαστος
αξιοσέβαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοσέβαστος
αξιοσέβαστος	adj	που αξίζει τον σεβασμό ή τον εμπνέει
αξιοσέβαστου	adj	γενική ενικού του αξιοσέβαστος
αξιοσέβαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοσέβαστος
αξιοσέβαστων	adj	γενική πληθυντικού του αξιοσέβαστος
αξιοσημείωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιοσημείωτος	adv	με αξιοσημείωτο τρόπο
αξιοσημείωτε	adj	κλητική ενικού του αξιοσημείωτος
αξιοσημείωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοσημείωτη
αξιοσημείωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοσημείωτος
αξιοσημείωτης	adj	γενική ενικού του αξιοσημείωτη
αξιοσημείωτο	noun	κάτι που αξίζει να σημειωθεί, να υπογραμμιστεί
αξιοσημείωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοσημείωτος
αξιοσημείωτος	adj	αξιοπρόσεκτος
αξιοσημείωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοσημείωτος
αξιοσημείωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοσημείωτος
αξιοσημείωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοσημείωτος
αξιοσπούδαστα	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστε	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστες	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστη	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστης	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστο	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστοι	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστος	adj	που αξίζει να τον σπουδάσει κάποιος
αξιοσπούδαστου	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστους	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσπούδαστων	=	αξιοσπούδαστος
αξιοσυμπάθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοσυμπάθητο
αξιοσυμπάθητε	adj	κλητική ενικού του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυμπάθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοσυμπάθητη
αξιοσυμπάθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυμπάθητης	adj	γενική ενικού του αξιοσυμπάθητη
αξιοσυμπάθητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυμπάθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυμπάθητος	adj	που αξίζει να τον συμπαθήσει κάποιος
αξιοσυμπάθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυμπάθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυμπάθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοσυμπάθητος
αξιοσυνών	=	αξιοσύνη
αξιοσύνες	=	αξιοσύνη
αξιοσύνη	noun	η ιδιότητα του άξιου, το να είναι κάποιος άξιος
αξιοσύνης	=	αξιοσύνη
αξιοτήτων	=	αξιότητα
αξιοτιμώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοτιμώρητο
αξιοτιμώρητε	adj	κλητική ενικού του αξιοτιμώρητος
αξιοτιμώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιοτιμώρητη
αξιοτιμώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιοτιμώρητος
αξιοτιμώρητης	adj	γενική ενικού του αξιοτιμώρητη
αξιοτιμώρητο	adj	αιτιατική ενικού του αξιοτιμώρητος
αξιοτιμώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιοτιμώρητος
αξιοτιμώρητος	adj|rare	που είναι δυνατόν ή αξίζει να τιμωρηθεί
αξιοτιμώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιοτιμώρητος
αξιοτιμώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιοτιμώρητος
αξιοτιμώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιοτιμώρητος
αξιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθήκαν	=	αξιώνω
αξιωθήκανε	=	αξιώνω
αξιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωθούνε	=	αξιώνω
αξιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αξίωμα
αξιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιωμένο
αξιωμένε	verb	κλητική ενικού του αξιωμένος
αξιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιωμένη
αξιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιωμένος
αξιωμένης	verb	γενική ενικού του αξιωμένη
αξιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αξιωμένος
αξιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιωμένος
αξιωμένος	=	αξιώνω
αξιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιωμένος
αξιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αξιωμένος
αξιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιωμένος
αξιωματικά	adv	που τον διέπει η αξιωματικότητα	adj	ουδέτερο• ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθέτου "ο αξιωματικός"
αξιωματικέ	noun	κλητική ενικού του αξιωματικός
αξιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιωματική
αξιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιωματικός
αξιωματικής	adj	γενική ενικού του αξιωματική
αξιωματικίνα	noun	γυναίκα αξιωματικός
αξιωματικίνας	=	αξιωματικίνα
αξιωματικίνες	=	αξιωματικίνα
αξιωματικίνων	=	αξιωματικίνα
αξιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιωματικός
αξιωματικοτήτων	=	αξιωματικότητα
αξιωματικού	adj	γενική ενικού του αξιωματικός
αξιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιωματικός
αξιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του αξιωματικός
αξιωματικός	noun	στρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα	adj	που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση
αξιωματικότητα	noun	επίκληση σε αρχές και αξιώματα και όχι σε αποδείξεις ή επιχειρήματα
αξιωματικότητας	=	αξιωματικότητα
αξιωματικότητες	=	αξιωματικότητα
αξιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του αξιωματικός
αξιωματικώς	=	αξιωματικά
αξιωματούχε	noun	κλητική ενικού του αξιωματούχος
αξιωματούχο	noun	αιτιατική ενικού του αξιωματούχος
αξιωματούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιωματούχος
αξιωματούχος	noun	το πρόσωπο που έχει κάποιο αξίωμα, συνήθως σε διοικητική θέση
αξιωματούχου	noun	γενική ενικού του αξιωματούχος
αξιωματούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αξιωματούχος
αξιωματούχων	noun	γενική πληθυντικού του αξιωματούχος
αξιωνόμασταν	=	αξιώνω
αξιωνόμαστε	=	αξιώνω
αξιωνόμουν	=	αξιώνω
αξιωνόμουνα	=	αξιώνω
αξιωνόντουσαν	=	αξιώνω
αξιωνόσασταν	=	αξιώνω
αξιωνόσαστε	=	αξιώνω
αξιωνόσουν	=	αξιώνω
αξιωνόσουνα	=	αξιώνω
αξιωνόταν	=	αξιώνω
αξιωνότανε	=	αξιώνω
αξιόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόγραφο
αξιόγραφο	noun|formal	έγγραφο που δηλώνει ή αντιπροσωπεύει κάποιο ποσό ή αξία που ανήκει στον κάτοχο του αξιόγραφου
αξιόγραφου	=	αξιόγραφο
αξιόλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιόλογος	adv	με αξιόλογο τρόπο
αξιόλογε	adj	κλητική ενικού του αξιόλογος
αξιόλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόλογη
αξιόλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόλογος
αξιόλογης	adj	γενική ενικού του αξιόλογη
αξιόλογο	adj	αιτιατική ενικού του αξιόλογος
αξιόλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόλογος
αξιόλογος	adj	που είναι άξιος λόγου, δηλαδή καλός και σημαντικός σε κάποιον τομέα (ή περισσότερους)
αξιόλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόλογος
αξιόλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόλογος
αξιόλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόλογος
αξιόμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιόμαχος	adv	με αξιόμαχο τρόπο
αξιόμαχε	adj	κλητική ενικού του αξιόμαχος
αξιόμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόμαχη
αξιόμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόμαχος
αξιόμαχης	adj	γενική ενικού του αξιόμαχη
αξιόμαχο	adj	η ικανότητα κάποιου να μάχεται (αποτελεσματικά)
αξιόμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόμαχος
αξιόμαχος	adj	που έχει την ικανότητα να μάχεται (αποτελεσματικά)
αξιόμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόμαχος
αξιόμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόμαχος
αξιόμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόμαχος
αξιόμεμπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόμεμπτο
αξιόμεμπτε	adj	κλητική ενικού του αξιόμεμπτος
αξιόμεμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόμεμπτη
αξιόμεμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόμεμπτος
αξιόμεμπτης	adj	γενική ενικού του αξιόμεμπτη
αξιόμεμπτο	adj	αιτιατική ενικού του αξιόμεμπτος
αξιόμεμπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόμεμπτος
αξιόμεμπτος	adj	που είναι άξιος μομφής, που αξίζει να τον μεμφθούμε, να τον κατηγορήσουμε
αξιόμεμπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόμεμπτος
αξιόμεμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόμεμπτος
αξιόμεμπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόμεμπτος
αξιόμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόμισθο
αξιόμισθε	adj	κλητική ενικού του αξιόμισθος
αξιόμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόμισθη
αξιόμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόμισθος
αξιόμισθης	adj	γενική ενικού του αξιόμισθη
αξιόμισθο	adj	αιτιατική ενικού του αξιόμισθος
αξιόμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόμισθος
αξιόμισθος	adj|formal	που αξίζει τον μισθό ή την ανταμοιβή που λαμβάνει
αξιόμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόμισθος
αξιόμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόμισθος
αξιόμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόμισθος
αξιόνια	=	αξιόνιο
αξιόνιο	noun	υποθετικό σωματίδιο που δεν έχει ανιχνευτεί ποτέ.
αξιόνιου	=	αξιόνιο
αξιόπιστα	adv	με αξιοπιστία
αξιόπιστε	=	αξιόπιστος
αξιόπιστες	=	αξιόπιστος
αξιόπιστη	=	αξιόπιστος
αξιόπιστης	=	αξιόπιστος
αξιόπιστο	=	αξιόπιστος
αξιόπιστοι	=	αξιόπιστος
αξιόπιστος	adj	που αξίζει την εμπιστοσύνη μας
αξιόπιστου	=	αξιόπιστος
αξιόπιστους	=	αξιόπιστος
αξιόπιστων	=	αξιόπιστος
αξιόπλοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόπλοο
αξιόπλοε	adj	κλητική ενικού του αξιόπλοος
αξιόπλοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόπλοη
αξιόπλοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόπλοος
αξιόπλοης	adj	γενική ενικού του αξιόπλοη
αξιόπλοο	adj	αιτιατική ενικού του αξιόπλοος
αξιόπλοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόπλοος
αξιόπλοος	adj	που καλύπτει τις απαραίτητες προδιαγραφές για να πετάει ή να πλέει
αξιόπλοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόπλοος
αξιόπλοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόπλοος
αξιόπλοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόπλοος
αξιόποινα	=	αξιόποινος
αξιόποινε	=	αξιόποινος
αξιόποινες	=	αξιόποινος
αξιόποινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόποινος
αξιόποινης	=	αξιόποινος
αξιόποινο	=	αξιόποινος
αξιόποινοι	=	αξιόποινος
αξιόποινος	adj	που αξίζει και πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή (συνήθως για παραβίαση ποινικού νόμου)
αξιόποινου	=	αξιόποινος
αξιόποινους	=	αξιόποινος
αξιόποινων	=	αξιόποινος
αξιόπρεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιόπρεπος	adv	άλλη μορφή του αξιοπρεπώς
αξιόπρεπε	adj	κλητική ενικού του αξιόπρεπος
αξιόπρεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόπρεπη
αξιόπρεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόπρεπος
αξιόπρεπης	adj	γενική ενικού του αξιόπρεπη
αξιόπρεπο	adj	αιτιατική ενικού του αξιόπρεπος
αξιόπρεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόπρεπος
αξιόπρεπος	adj	που ταιριάζει σε αξιοπρεπή άνθρωπο
αξιόπρεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόπρεπος
αξιόπρεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόπρεπος
αξιόπρεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόπρεπος
αξιότητα	noun	αξιοσύνη
αξιότητας	=	αξιότητα
αξιότητες	=	αξιότητα
αξιότιμα	=	αξιότιμος
αξιότιμε	=	αξιότιμος
αξιότιμες	=	αξιότιμος
αξιότιμη	=	αξιότιμος
αξιότιμης	=	αξιότιμος
αξιότιμο	=	αξιότιμος
αξιότιμοι	=	αξιότιμος
αξιότιμος	adj	που αξίζει να τον τιμούν
αξιότιμου	=	αξιότιμος
αξιότιμους	=	αξιότιμος
αξιότιμων	=	αξιότιμος
αξιόχρεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξιόχρεος	adv	με αξιόχρεο τρόπο
αξιόχρεε	adj	κλητική ενικού του αξιόχρεος
αξιόχρεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιόχρεη
αξιόχρεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιόχρεος
αξιόχρεης	adj	γενική ενικού του αξιόχρεη
αξιόχρεο	=	αξιόχρεος
αξιόχρεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιόχρεος
αξιόχρεος	adj|formal	που πληρώνει τα χρέη του και μπορείς να τον εμπιστευτείς
αξιόχρεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιόχρεος
αξιόχρεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιόχρεος
αξιόχρεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιόχρεος
αξιώ	verb	ζητώ επιτακτικά
αξιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνομαι
αξιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίωμα
αξιώματος	noun	γενική ενικού του αξίωμα
αξιών	noun	γενική πληθυντικού του αξία
αξιώναμε	=	αξιώνω
αξιώναν	=	αξιώνω
αξιώνανε	=	αξιώνω
αξιώνατε	=	αξιώνω
αξιώνει	=	αξιώνω
αξιώνεις	=	αξιώνω
αξιώνεσαι	=	αξιώνω
αξιώνεστε	=	αξιώνω
αξιώνεται	=	αξιώνω
αξιώνετε	=	αξιώνω
αξιώνομαι	=	αξιώνω
αξιώνομε	=	αξιώνω
αξιώνονται	=	αξιώνω
αξιώνονταν	=	αξιώνω
αξιώνοντας	=	αξιώνω
αξιώνουμε	=	αξιώνω
αξιώνουν	=	αξιώνω
αξιώνουνε	=	αξιώνω
αξιώνω	verb	απαιτώ, ζητώ, έχω την αξίωση
αξιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσαν	=	αξιώνω
αξιώσανε	=	αξιώνω
αξιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξίωση
αξιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αξίωση
αξιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αξίωση
αξιώσομε	=	αξιώνω
αξιώσου	=	αξιώνω
αξιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσουνε	=	αξιώνω
αξιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αξιώνω
αξιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιώτικο
αξιώτικε	adj	κλητική ενικού του αξιώτικος
αξιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξιώτικη
αξιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξιώτικος
αξιώτικης	adj	γενική ενικού του αξιώτικη
αξιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του αξιώτικος
αξιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξιώτικος
αξιώτικος	adj	άλλη μορφή του ναξιώτικος
αξιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξιώτικος
αξιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξιώτικος
αξιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξιώτικος
αξολότλ	noun	είδος σαλαμάνδρας με προέλευση το Μεξικό, η «μεξικάνικη σαλαμάνδρα» (Ambystoma mexicanum)
αξομολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξομολόγητος	adv	χωρίς εξομολόγηση
αξομολόγητε	adj	κλητική ενικού του αξομολόγητος
αξομολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξομολόγητη
αξομολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξομολόγητος
αξομολόγητης	adj	γενική ενικού του αξομολόγητη
αξομολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αξομολόγητος
αξομολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξομολόγητος
αξομολόγητος	adj	που δεν έχει εξομολογηθεί
αξομολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξομολόγητος
αξομολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξομολόγητος
αξομολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξομολόγητος
αξομολόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξομολόητο
αξομολόητε	adj	κλητική ενικού του αξομολόητος
αξομολόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξομολόητη
αξομολόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξομολόητος
αξομολόητης	adj	γενική ενικού του αξομολόητη
αξομολόητο	adj	αιτιατική ενικού του αξομολόητος
αξομολόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξομολόητος
αξομολόητος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αξομολόγητος
αξομολόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξομολόητος
αξομολόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξομολόητος
αξομολόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξομολόητος
αξονίου	=	αξόνιο
αξονίων	=	αξόνιο
αξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξονικό	adv	ως προς τον άξονα
αξονικέ	adj	κλητική ενικού του αξονικός
αξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξονική
αξονική	noun	η αξονική τομογραφία, δηλαδή μια μέθοδος ακτινολογικής εξέτασης του ανθρώπινου σώματος με ακτίνες Χ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξονικός
αξονικής	adj	γενική ενικού του αξονική
αξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξονικός
αξονικού	adj	γενική ενικού του αξονικός
αξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξονικός
αξονικό	adj	αιτιατική ενικού του αξονικός
αξονικός	adj	που έχει σχέση με άξονα ή αναφέρεται σ' αυτόν
αξονικών	adj	γενική πληθυντικού του αξονικός
αξονιού	=	αξόνι
αξονιών	=	αξόνι
αξονοειδές	=	αξονοειδής
αξονοειδή	=	αξονοειδής
αξονοειδής	adj	που στο σχήμα μοιάζει με άξονα
αξονοειδείς	=	αξονοειδής
αξονοειδούς	=	αξονοειδής
αξονοειδών	=	αξονοειδής
αξονομετρία	noun	αναπαράσταση ενός τρισδιάστατου αντικειμένου ή σώματος σε δισδιάστατο επίπεδο
αξονομετρίας	noun	γενική ενικού του αξονομετρία
αξονομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξονομετρία
αξονομετρικά	adj	με αξονομετρικό τρόπο
αξονομετρικέ	adj	κλητική ενικού του αξονομετρικός
αξονομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξονομετρική
αξονομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξονομετρικός
αξονομετρικής	adj	γενική ενικού του αξονομετρική
αξονομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξονομετρικός
αξονομετρικού	adj	γενική ενικού του αξονομετρικός
αξονομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξονομετρικός
αξονομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αξονομετρικός
αξονομετρικός	adj	που έχει σχέση με την αξονομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αξονομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αξονομετρικός
αξονομετριών	noun	γενική πληθυντικού του αξονομετρία
αξονοσυμμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξονοσυμμετρικό
αξονοσυμμετρικέ	adj	κλητική ενικού του αξονοσυμμετρικός
αξονοσυμμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξονοσυμμετρική
αξονοσυμμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξονοσυμμετρικός
αξονοσυμμετρικής	adj	γενική ενικού του αξονοσυμμετρική
αξονοσυμμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξονοσυμμετρικός
αξονοσυμμετρικού	adj	γενική ενικού του αξονοσυμμετρικός
αξονοσυμμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξονοσυμμετρικός
αξονοσυμμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αξονοσυμμετρικός
αξονοσυμμετρικός	adj	συμμετρικός ως προς τον άξονα, που παρουσιάζει κυλινδρική συμμετρία
αξονοσυμμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αξονοσυμμετρικός
αξοπλάσματα	=	αξόπλασμα
αξοπλάσματος	=	αξόπλασμα
αξοπλασμάτων	=	αξόπλασμα
αξοτήτων	=	αξότητα
αξουρισιά	=	αξυρισιά
αξούριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξούριστο
αξούριστε	adj	κλητική ενικού του αξούριστος
αξούριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξούριστη
αξούριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξούριστος
αξούριστης	adj	γενική ενικού του αξούριστη
αξούριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξούριστος
αξούριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξούριστος
αξούριστος	=	αξύριστος
αξούριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξούριστος
αξούριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξούριστος
αξούριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξούριστος
αξυλοκόπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξυλοκόπητο
αξυλοκόπητε	adj	κλητική ενικού του αξυλοκόπητος
αξυλοκόπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξυλοκόπητη
αξυλοκόπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξυλοκόπητος
αξυλοκόπητης	adj	γενική ενικού του αξυλοκόπητη
αξυλοκόπητο	adj	αιτιατική ενικού του αξυλοκόπητος
αξυλοκόπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξυλοκόπητος
αξυλοκόπητος	adj	που δεν έχει ξυλοκοπηθεί
αξυλοκόπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξυλοκόπητος
αξυλοκόπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξυλοκόπητος
αξυλοκόπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξυλοκόπητος
αξυρισιά	noun	η κατάσταση του αξύριστου
αξυρισιάς	noun	γενική ενικού του αξυρισιά
αξυρισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξυρισιά
αξυρισιών	=	αξυρισιά
αξωνήματα	=	αξώνημα
αξωνήματος	=	αξώνημα
αξωνημάτων	=	αξώνημα
αξόδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξόδευτος	adv	ανέξοδα
αξόδευτε	adj	κλητική ενικού του αξόδευτος
αξόδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξόδευτη
αξόδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξόδευτος
αξόδευτης	adj	γενική ενικού του αξόδευτη
αξόδευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξόδευτος
αξόδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξόδευτος
αξόδευτος	adj	που δεν έχει ξοδευτεί, δεν έχει δαπανηθεί
αξόδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξόδευτος
αξόδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξόδευτος
αξόδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξόδευτος
αξόδιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξόδιαστο
αξόδιαστε	adj	κλητική ενικού του αξόδιαστος
αξόδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξόδιαστη
αξόδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξόδιαστος
αξόδιαστης	adj	γενική ενικού του αξόδιαστη
αξόδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξόδιαστος
αξόδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξόδιαστος
αξόδιαστος	adj	αξόδευτος
αξόδιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξόδιαστος
αξόδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξόδιαστος
αξόδιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξόδιαστος
αξόλοτλ	=	αξολότλ
αξόμπλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξόμπλιαστος	adv	χωρίς ξόμπλι, χωρίς ξόμπλιασμα
αξόμπλιαστε	adj	κλητική ενικού του αξόμπλιαστος
αξόμπλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξόμπλιαστη
αξόμπλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξόμπλιαστος
αξόμπλιαστης	adj	γενική ενικού του αξόμπλιαστη
αξόμπλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αξόμπλιαστος
αξόμπλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξόμπλιαστος
αξόμπλιαστος	adj	που δεν έχει ξομπλιαστεί
αξόμπλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξόμπλιαστος
αξόμπλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξόμπλιαστος
αξόμπλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξόμπλιαστος
αξόνι	noun	ο άξονας
αξόνια	=	αξόνιο
αξόνιο	noun|formal	μικρός άξονας
αξόνιου	=	αξόνιο
αξόνων	=	άξονας
αξόπλασμα	noun	το κυτόπλασμα που βρίσκεται μέσα στον άξονα (βιολογία).
αξόρκιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξόρκιστο
αξόρκιστε	adj	κλητική ενικού του αξόρκιστος
αξόρκιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξόρκιστη
αξόρκιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξόρκιστος
αξόρκιστης	adj	γενική ενικού του αξόρκιστη
αξόρκιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξόρκιστος
αξόρκιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξόρκιστος
αξόρκιστος	adj	που δεν έχει ξορκιστεί
αξόρκιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξόρκιστος
αξόρκιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξόρκιστος
αξόρκιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξόρκιστος
αξότητα	noun	άλλη μορφή του αξιότητα
αξότητας	=	αξότητα
αξότητες	=	αξότητα
αξόφλητα	adv	χωρίς να έχει εξοφληθεί
αξόφλητε	=	αξόφλητος
αξόφλητες	=	αξόφλητος
αξόφλητη	=	αξόφλητος
αξόφλητης	=	αξόφλητος
αξόφλητο	=	αξόφλητος
αξόφλητοι	=	αξόφλητος
αξόφλητος	adj	που δεν έχει εξοφληθεί ακόμα
αξόφλητου	=	αξόφλητος
αξόφλητους	=	αξόφλητος
αξόφλητων	=	αξόφλητος
αξύλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύλευτο
αξύλευτε	adj	κλητική ενικού του αξύλευτος
αξύλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύλευτη
αξύλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξύλευτος
αξύλευτης	adj	γενική ενικού του αξύλευτη
αξύλευτο	adj	αιτιατική ενικού του αξύλευτος
αξύλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξύλευτος
αξύλευτος	adj	που δεν έχει ξυλευτεί
αξύλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξύλευτος
αξύλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξύλευτος
αξύλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξύλευτος
αξύλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύλιστο
αξύλιστε	adj	κλητική ενικού του αξύλιστος
αξύλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύλιστη
αξύλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξύλιστος
αξύλιστης	adj	γενική ενικού του αξύλιστη
αξύλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αξύλιστος
αξύλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξύλιστος
αξύλιστος	adj	που δεν τον έχουν ξυλίσει
αξύλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξύλιστος
αξύλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξύλιστος
αξύλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξύλιστος
αξύπνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αξύπνητος	adv	χωρίς να έχει ξυπνήσει ή χωρίς να μπορεί να ξυπνήσει
αξύπνητε	adj	κλητική ενικού του αξύπνητος
αξύπνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύπνητη
αξύπνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξύπνητος
αξύπνητης	adj	γενική ενικού του αξύπνητη
αξύπνητο	adj	αιτιατική ενικού του αξύπνητος
αξύπνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξύπνητος
αξύπνητος	noun|figurative	ο θάνατος	adj|figurative	που δεν έχει ξυπνήσει ή δεν μπορεί να ξυπνήσει
αξύπνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξύπνητος
αξύπνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξύπνητος
αξύπνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξύπνητος
αξύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύριστο
αξύριστε	adj	κλητική ενικού του αξύριστος
αξύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αξύριστη
αξύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αξύριστος
αξύριστης	adj	γενική ενικού του αξύριστη
αξύριστο	adj	αιτιατική ενικού του αξύριστος
αξύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αξύριστος
αξύριστος	adj	που δεν έχει ξυριστεί, που έχει τρίχες και δεν τις έχει κόψει μέχρι τη ρίζα
αξύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αξύριστος
αξύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αξύριστος
αξύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αξύριστος
αξώνημα	noun	το σύμπλεγμα μικροσωληνίσκων στη θήκη ενός κροσσού, ή μαστιγίου.
αο	abbrev	Αθλητικός Ομιλος
αοίδιμα	=	αοίδιμος
αοίδιμε	=	αοίδιμος
αοίδιμες	=	αοίδιμος
αοίδιμη	=	αοίδιμος
αοίδιμης	=	αοίδιμος
αοίδιμο	=	αοίδιμος
αοίδιμοι	=	αοίδιμος
αοίδιμος	adj|formal	συνοδεύει ονόματα αποβιωσάντων σε ένδειξη τιμής
αοίδιμου	=	αοίδιμος
αοίδιμους	=	αοίδιμος
αοίδιμων	=	αοίδιμος
αοεκ	abbrev	Αυτόνομος Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας
αοζ	abbrev	Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη
αοιδέ	noun	κλητική ενικού του αοιδός
αοιδίμου	=	αοίδιμος
αοιδίμους	=	αοίδιμος
αοιδίμων	=	αοίδιμος
αοιδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αοιδός
αοιδού	noun	γενική ενικού του αοιδός
αοιδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αοιδός
αοιδό	noun	αιτιατική ενικού του αοιδός
αοιδός	noun	αυτός που συνέθετε και έψαλλε ποιήματα με τη συνοδεία κιθάρας/φόρμιγγας
αοιδών	noun	γενική πληθυντικού του αοιδός
αοοα	abbrev	Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών
αοπφ	abbrev	αθλητικός σύλλογος στο Παλαιό Φάληρο
αοράτως	adv|dated	αόρατα
αορίστου	noun	γενική ενικού του αόριστος
αορίστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αόριστος
αορίστων	noun	γενική πληθυντικού του αόριστος
αορίστως	adv	αόριστα
αορατοτήτων	=	αορατότητα
αορατότητα	noun	η ιδιότητα του να είναι κάποιος αόρατος
αορατότητας	=	αορατότητα
αορατότητες	=	αορατότητα
αοριστία	noun	κατάσταση από την οποία απουσιάζουν ορισμένα και σαφή χαρακτηριστικά και στόχοι
αοριστίας	noun	γενική ενικού του αοριστία
αοριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοριστία
αοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοριστικό
αοριστικέ	adj	κλητική ενικού του αοριστικός
αοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοριστική
αοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αοριστικός
αοριστικής	adj	γενική ενικού του αοριστική
αοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αοριστικός
αοριστικού	adj	γενική ενικού του αοριστικός
αοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αοριστικός
αοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αοριστικός
αοριστικός	adj	που βρίσκεται στον αόριστο ή αναφέρεται σ' αυτόν
αοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αοριστικός
αοριστιών	noun	γενική πληθυντικού του αοριστία
αοριστολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολογία	noun	λόγος που χαρακτηρίζεται από αοριστία, ασάφεια και γενικότητες
αοριστολογίας	noun	γενική ενικού του αοριστολογία
αοριστολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοριστολογία
αοριστολογεί	=	αοριστολογώ
αοριστολογείς	=	αοριστολογώ
αοριστολογείτε	=	αοριστολογώ
αοριστολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοριστολογικό	adv	με αοριστολογικό τρόπο
αοριστολογικέ	adj	κλητική ενικού του αοριστολογικός
αοριστολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοριστολογική
αοριστολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αοριστολογικός
αοριστολογικής	adj	γενική ενικού του αοριστολογική
αοριστολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αοριστολογικός
αοριστολογικού	adj	γενική ενικού του αοριστολογικός
αοριστολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αοριστολογικός
αοριστολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αοριστολογικός
αοριστολογικός	adj	που έχει σχέση με την αοριστολογία ή τον αοριστολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αοριστολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αοριστολογικός
αοριστολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αοριστολογία
αοριστολογούμε	=	αοριστολογώ
αοριστολογούν	=	αοριστολογώ
αοριστολογούσα	=	αοριστολογώ
αοριστολογούσαμε	=	αοριστολογώ
αοριστολογούσαν	=	αοριστολογώ
αοριστολογούσατε	=	αοριστολογώ
αοριστολογούσε	=	αοριστολογώ
αοριστολογούσες	=	αοριστολογώ
αοριστολογώ	verb	λέω αοριστολογίες
αοριστολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολόγε	=	αοριστολόγος
αοριστολόγει	=	αοριστολογώ
αοριστολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αοριστολογώ
αοριστολόγο	=	αοριστολόγος
αοριστολόγοι	=	αοριστολόγος
αοριστολόγος	noun	που λέει αοριστολογίες
αοριστολόγου	=	αοριστολόγος
αοριστολόγους	=	αοριστολόγος
αοριστολόγων	=	αοριστολόγος
αορτές	=	αορτή
αορτή	noun	μεγάλη αρτηρία του κυκλοφορικού συστήματος των θηλαστικών που ξεκινά από την καρδιά και στέλνει οξυγονωμένο αίμα προς τα κύρια μέρη του σώματος αλλά και την ίδια την καρδιά με τις στεφανιαίες αρτηρίες που εκφύονται από αυτή
αορτήρα	=	αορτήρας
αορτήρας	noun	λουρί που υπάρχει σε εξοπλισμό και χρησιμεύει για να κρεμιέται στον ώμο (σε τουφέκι, σε θήκη ξίφους, σε σακίδιο κλπ)
αορτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αορτήρας
αορτήρων	=	αορτήρας
αορτής	noun	γενική ενικού του αορτή
αορτίτιδα	noun	φλεγμονή της αορτής
αορτίτιδας	=	αορτίτιδα
αορτίτιδες	=	αορτίτιδα
αορτίτιδων	=	αορτίτιδα
αορτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αορτικό
αορτικέ	adj	κλητική ενικού του αορτικός
αορτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αορτική
αορτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αορτικός
αορτικής	adj	γενική ενικού του αορτική
αορτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αορτικός
αορτικού	adj	γενική ενικού του αορτικός
αορτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αορτικός
αορτικό	adj	αιτιατική ενικού του αορτικός
αορτικός	adj	που έχει σχέση με την αορτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
αορτικών	adj	γενική πληθυντικού του αορτικός
αορτογραφία	noun	η απεικόνιση της αορτής για τη διευκόλυνση της διάγνωσης παθήσεων
αορτογραφίας	noun	γενική ενικού του αορτογραφία
αορτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αορτογραφία
αορτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αορτογραφία
αορτολαγόνια	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιας	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιε	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιες	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιο	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιοι	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιος	adj	που αφορά την αορτή και την λαγόνια αρτηρία
αορτολαγόνιου	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιους	=	αορτολαγόνιος
αορτολαγόνιων	=	αορτολαγόνιος
αορτοστεφανιαία	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίας	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίε	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίες	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίο	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίοι	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίος	adj	που έχει σχέση με την αορτή και τη στεφανιαία αρτηρία
αορτοστεφανιαίου	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίους	=	αορτοστεφανιαίος
αορτοστεφανιαίων	=	αορτοστεφανιαίος
αορτών	=	αορτή
αος	abbrev	Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο
αοσμία	noun	έλλειψη οσμής, χωρίς μυρωδιά
αοσμίας	noun	γενική ενικού του αοσμία
αοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αοσμία
αοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του αοσμία
αουρία	noun	άλλη μορφή του ανουρία
αουρίας	noun	γενική ενικού του αουρία
αουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αουρία
αουριών	noun	γενική πληθυντικού του αουρία
αουστριακά	=	αουστριακός
αουστριακέ	=	αουστριακός
αουστριακές	=	αουστριακός
αουστριακή	=	αουστριακός
αουστριακής	=	αουστριακός
αουστριακοί	=	αουστριακός
αουστριακού	=	αουστριακός
αουστριακούς	=	αουστριακός
αουστριακό	=	αουστριακός
αουστριακός	adj|dated	αυστριακός
αουστριακών	=	αουστριακός
αουτσάιντερ	noun	αυτός που στο ξεκίνημα ενός αγώνα έχει θεωρητικά λιγότερες πιθανότητες να νικήσει
απά	adv	εκεί
απάγγεια	=	απάγγειος
απάγγειας	=	απάγγειος
απάγγειε	=	απάγγειος
απάγγειες	=	απάγγειος
απάγγειο	=	απάγγειος
απάγγειοι	=	απάγγειος
απάγγειος	adj	άλλη γραφή του απάγκιος
απάγγειου	=	απάγγειος
απάγγειους	=	απάγγειος
απάγγειων	=	απάγγειος
απάγκεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάγκειο
απάγκειας	=	απάγκειος
απάγκειε	=	απάγκειος
απάγκειες	=	απάγκειος
απάγκειο	noun	ετυμολογική γραφή του απάγκιο
απάγκειοι	=	απάγκειος
απάγκειος	adj	άλλη γραφή του απάγκιος
απάγκειου	noun	γενική ενικού του απάγκειο
απάγκειους	=	απάγκειος
απάγκειων	noun	γενική πληθυντικού του απάγκειο
απάγκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάγκιο
απάγκιαζα	=	απαγκιάζω
απάγκιαζαν	=	απαγκιάζω
απάγκιαζε	=	απαγκιάζω
απάγκιαζες	=	απαγκιάζω
απάγκιας	=	απάγκιος
απάγκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απάγκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απάγκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απάγκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απάγκιε	=	απάγκιος
απάγκιες	=	απάγκιος
απάγκιη	=	απάγκιος
απάγκιης	=	απάγκιος
απάγκιο	noun	τόπος προφυλαγμένος από ανέμους, απάνεμος	adj	αρσενικό αιτιατική ενικού του απάγκιος
απάγκιοι	=	απάγκιος
απάγκιος	adj	ο προφυλαγμένος από ανέμους
απάγκιου	noun	γενική ενικού του απάγκιο
απάγκιους	=	απάγκιος
απάγκιων	noun	γενική πληθυντικού του απάγκιο
απάγομαι	=	απάγω
απάγω	verb	με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλησή του, συνήθως για να απαιτήσω χρήματα από άλλους για την απελευθέρωσή του
απάγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάγωτο
απάγωτε	adj	κλητική ενικού του απάγωτος
απάγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάγωτη
απάγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάγωτος
απάγωτης	adj	γενική ενικού του απάγωτη
απάγωτο	adj	αιτιατική ενικού του απάγωτος
απάγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάγωτος
απάγωτος	adj	που δεν έχει παγώσει
απάγωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάγωτος
απάγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάγωτος
απάγωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάγωτος
απάδει	verb|formal	δεν ταιριάζει
απάδον	=	απάδων
απάδοντα	=	απάδων
απάδοντες	=	απάδων
απάδοντος	=	απάδων
απάδουσα	=	απάδων
απάδουσας	=	απάδων
απάδουσες	=	απάδων
απάδω	verb|formal	δεν ταιριάζω
απάδων	verb|formal	που απάδει
απάθεια	noun	η απουσία πάθους, συναισθηματικής φόρτισης
απάθειας	=	απάθεια
απάθειες	=	απάθεια
απάκι	noun	καπνιστό χοιρινό κρέας
απάκια	=	απάκι
απάλαινα	=	απαλαίνω
απάλαιναν	=	απαλαίνω
απάλαινε	=	απαλαίνω
απάλαινες	=	απαλαίνω
απάλειφα	=	απαλείφω
απάλειφαν	=	απαλείφω
απάλειφε	=	απαλείφω
απάλειφες	=	απαλείφω
απάλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απάλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απάλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απάλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απάλειψη	noun	η διαγραφή, η εξάλειψη
απάλειψης	noun	γενική ενικού του απάλειψη
απάλευτος	adj|rare	ανυπόφορος, ανυπόφερτος
απάλιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάλιωτο
απάλιωτε	adj	κλητική ενικού του απάλιωτος
απάλιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάλιωτη
απάλιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάλιωτος
απάλιωτης	adj	γενική ενικού του απάλιωτη
απάλιωτο	adj	αιτιατική ενικού του απάλιωτος
απάλιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάλιωτος
απάλιωτος	adj	που αν και έχει παλιώσει, φαίνεται ακόμα σαν καινούργιος ή μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί
απάλιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάλιωτος
απάλιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάλιωτος
απάλιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάλιωτος
απάλλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απάλλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απάλλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απάλλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απάλλασσα	=	απαλλάσσω
απάλλασσαν	=	απαλλάσσω
απάλλασσε	=	απαλλάσσω
απάλλασσες	=	απαλλάσσω
απάλυνα	=	απαλαίνω
απάλυναν	=	απαλαίνω
απάλυνε	=	απαλαίνω
απάλυνες	=	απαλαίνω
απάλυνση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού απαλύνω
απάλυνσης	noun	γενική ενικού του απάλυνση
απάμβλυνα	=	απαμβλύνω
απάμβλυναν	=	απαμβλύνω
απάμβλυνε	=	απαμβλύνω
απάμβλυνες	=	απαμβλύνω
απάμβλυνση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απαμβλύνω
απάμβλυνσης	=	απάμβλυνση
απάνεμα	adv	χωρίς να φυσάει
απάνεμε	adj	κλητική ενικού του απάνεμος
απάνεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάνεμη
απάνεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάνεμος
απάνεμης	adj	γενική ενικού του απάνεμη
απάνεμο	adj	αιτιατική ενικού του απάνεμος
απάνεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάνεμος
απάνεμος	adj	που δεν τον χτυπάει ο άνεμος, που προσφέρει προστασία από τις κακές καιρικές συνθήκες
απάνεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάνεμος
απάνεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάνεμος
απάνεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάνεμος
απάνθιζα	=	απανθίζω
απάνθιζαν	=	απανθίζω
απάνθιζε	=	απανθίζω
απάνθιζες	=	απανθίζω
απάνθισα	=	απανθίζω
απάνθισαν	=	απανθίζω
απάνθισε	=	απανθίζω
απάνθισες	=	απανθίζω
απάνθισμα	noun	συλλογή από επιλεγμένα αντιπροσωπευτικά δείγματα ενός συνόλου
απάνθρωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απάνθρωπος	adv	με απάνθρωπο τρόπο
απάνθρωπε	adj	κλητική ενικού του απάνθρωπος
απάνθρωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάνθρωπη
απάνθρωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάνθρωπος
απάνθρωπης	adj	γενική ενικού του απάνθρωπη
απάνθρωπο	adj	αιτιατική ενικού του απάνθρωπος
απάνθρωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάνθρωπος
απάνθρωπος	adj	που δεν έχει μέσα του ανθρωπιά, ανθρώπινα συναισθήματα, ψυχρός, σκληρός και ανελέητος
απάνθρωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάνθρωπος
απάνθρωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάνθρωπος
απάνθρωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάνθρωπος
απάνου	adv|vulgar	πάνω, επάνω
απάντα	=	απαντάω
απάνταγα	=	απαντάω
απάνταγαν	=	απαντάω
απάνταγε	=	απαντάω
απάνταγες	=	απαντάω
απάντεξα	=	απαντέχω
απάντηξα	verb	ιδιωματική μορφή του απάντησα, α΄ πρόσωπο ενικού αορίστου του απαντάω
απάντησα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος απαντάω / απαντώ
απάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απάντηση	noun	προφορική ή γραπτή απόκριση σε ερώτηση, αίτηση, κατηγορία ή ανακοίνωση
απάντησης	noun	γενική ενικού του απάντηση
απάντλησα	=	απαντλώ
απάντλησαν	=	απαντλώ
απάντλησε	=	απαντλώ
απάντλησες	=	απαντλώ
απάντληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απαντλώ
απάντλησης	noun	γενική ενικού του απάντληση
απάντρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάντρευτο
απάντρευτε	adj	κλητική ενικού του απάντρευτος
απάντρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάντρευτη
απάντρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάντρευτος
απάντρευτης	adj	γενική ενικού του απάντρευτη
απάντρευτο	adj	αιτιατική ενικού του απάντρευτος
απάντρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάντρευτος
απάντρευτος	adj	ο ανύπαντρος
απάντρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάντρευτος
απάντρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάντρευτος
απάντρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάντρευτος
απάντων	=	άπαν
απάνω	adv	άλλη μορφή του επάνω
απάνωθε	adv|vulgar	άλλη μορφή του επάνω
απάρεις	=	άπαρση
απάρεων	=	άπαρση
απάρεως	=	άπαρση
απάρθενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάρθενο
απάρθενε	adj	κλητική ενικού του απάρθενος
απάρθενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάρθενη
απάρθενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάρθενος
απάρθενης	adj	γενική ενικού του απάρθενη
απάρθενο	adj	αιτιατική ενικού του απάρθενος
απάρθενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάρθενος
απάρθενος	adj	που δεν είναι παρθένος
απάρθενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάρθενος
απάρθενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάρθενος
απάρθενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάρθενος
απάρνηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαρνιέμαι
απάρνησης	noun	γενική ενικού του απάρνηση
απάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπαρση
απάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του άπαρση
απάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του άπαρση
απάρτια	noun|vulgar	τα επιμέρους εξαρτήματα που συναποτελούν μια σύνθετη κατασκευή ή μηχανισμό και είναι απαραίτητα για τη λειτουργία ή τη συναρμολόγησή του
απάρτιο	noun|rare	μέρος από συνολικό εξοπλισμό, εξάρτημα
απάρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απάρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απάρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απάρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απάσης	=	άπας
απάστραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απάστραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απάστραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απάστραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απάστρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απάστρευτος	adv	χωρίς πάστρα
απάστρευτε	adj	κλητική ενικού του απάστρευτος
απάστρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάστρευτη
απάστρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάστρευτος
απάστρευτης	adj	γενική ενικού του απάστρευτη
απάστρευτο	adj	αιτιατική ενικού του απάστρευτος
απάστρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάστρευτος
απάστρευτος	adj	ακαθάριστος
απάστρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάστρευτος
απάστρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάστρευτος
απάστρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάστρευτος
απάστωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάστωτο
απάστωτε	adj	κλητική ενικού του απάστωτος
απάστωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάστωτη
απάστωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάστωτος
απάστωτης	adj	γενική ενικού του απάστωτη
απάστωτο	adj	αιτιατική ενικού του απάστωτος
απάστωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάστωτος
απάστωτος	adj	που δεν έχει παστωθεί
απάστωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάστωτος
απάστωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάστωτος
απάστωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάστωτος
απάτα	verb	γ’ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος απατώ
απάταγε	=	απατάω
απάτες	=	απάτη
απάτη	noun	παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια
απάτης	noun	γενική ενικού του απάτη
απάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώ
απάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώ
απάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώ
απάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώ
απάτητα	=	απάτητος
απάτητε	=	απάτητος
απάτητες	=	απάτητος
απάτητη	=	απάτητος
απάτητης	=	απάτητος
απάτητο	=	απάτητος
απάτητοι	=	απάτητος
απάτητος	adj	που δεν τον έχουν διαβεί άνθρωποι (τουλάχιστον πρόσφατα)
απάτητου	=	απάτητος
απάτητους	=	απάτητος
απάτητων	=	απάτητος
απάτορ	=	απάτωρ
απάτορα	=	απάτωρ
απάτορας	noun	άλλη μορφή του απάτωρ
απάτορες	=	απάτωρ
απάτορος	=	απάτωρ
απάτριδα	=	άπατρις
απάτριδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπατρις
απάτριδος	=	άπατρις
απάτριδων	=	άπατρις
απάτωρ	adj|formal	που δεν έχει πατέρα
απάχη	=	απάχης
απάχηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάχης
απάχηδων	=	απάχης
απάχης	noun|dated	περιθωριακός άνθρωπος ή κακοποιός
απάχικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απάχικος	adv	με απάχικο τρόπο
απάχικε	adj	κλητική ενικού του απάχικος
απάχικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάχικη
απάχικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απάχικος
απάχικης	adj	γενική ενικού του απάχικη
απάχικο	adj	αιτιατική ενικού του απάχικος
απάχικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απάχικος
απάχικος	adj	που έχει σχέση με τον απάχη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
απάχικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απάχικος
απάχικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απάχικος
απάχικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απάχικος
απάχισσα	=	απάχης
απάχισσας	noun	γενική ενικού του απάχισσα
απάχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάχισσα
απάχυντα	=	απάχυντος
απάχυντε	=	απάχυντος
απάχυντες	=	απάχυντος
απάχυντη	=	απάχυντος
απάχυντης	=	απάχυντος
απάχυντο	=	απάχυντος
απάχυντοι	=	απάχυντος
απάχυντος	adj	που δεν τον έχουν παχύνει ή δεν έχει παχύνει
απάχυντου	=	απάχυντος
απάχυντους	=	απάχυντος
απάχυντων	=	απάχυντος
απέ	adv	έπειτα, μετά
απέβαινα	=	αποβαίνω
απέβαιναν	=	αποβαίνω
απέβαινε	=	αποβαίνω
απέβαινες	=	αποβαίνω
απέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
απέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
απέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
απέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
απέβαλλα	=	αποβάλλω
απέβαλλαν	=	αποβάλλω
απέβαλλε	=	αποβάλλω
απέβαλλες	=	αποβάλλω
απέβη	=	αποβαίνω
απέβην	=	αποβαίνω
απέβης	=	αποβαίνω
απέβησαν	=	αποβαίνω
απέβλεπα	=	αποβλέπω
απέβλεπαν	=	αποβλέπω
απέβλεπε	=	αποβλέπω
απέβλεπες	=	αποβλέπω
απέβλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
απέβλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
απέβλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
απέβλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
απέγινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απέγιναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απέγινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απέγινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απέγραφα	=	απογράφω
απέγραφαν	=	απογράφω
απέγραφε	=	απογράφω
απέγραφες	=	απογράφω
απέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απέδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
απέδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
απέδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
απέδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
απέδρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
απέδρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
απέδρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
απέδρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
απέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
απέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
απέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
απέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
απέθανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
απέθαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
απέθανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
απέθανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
απέθανον	=	αποθνήσκω
απέθαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέθαντο
απέθαντε	adj	κλητική ενικού του απέθαντος
απέθαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέθαντη
απέθαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απέθαντος
απέθαντης	adj	γενική ενικού του απέθαντη
απέθαντο	adj	αιτιατική ενικού του απέθαντος
απέθαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απέθαντος
απέθαντος	adj|figurative	που δεν πεθαίνει ή δεν είναι δυνατόν να πεθάνει, να χαθεί, να καταστραφεί
απέθαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απέθαντος
απέθαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απέθαντος
απέθαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απέθαντος
απέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
απέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
απέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
απέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
απέθετα	=	αποθέτω
απέθεταν	=	αποθέτω
απέθετε	=	αποθέτω
απέθετες	=	αποθέτω
απέθνησκα	=	αποθνήσκω
απέκαια	=	αποκαίω
απέκαιαν	=	αποκαίω
απέκαιγα	=	αποκαίγω
απέκαιγαν	=	αποκαίγω
απέκαιγε	=	αποκαίγω
απέκαιγες	=	αποκαίγω
απέκαιε	=	αποκαίω
απέκαιες	=	αποκαίω
απέκαψα	=	αποκαίω
απέκαψαν	=	αποκαίω
απέκαψε	=	αποκαίω
απέκαψες	=	αποκαίω
απέκδυση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απεκδύομαι
απέκδυσης	=	απέκδυση
απέκει	adv|vulgar	άλλη μορφή του αποκεί
απέκκριμα	noun	κάθε ουσία που αποβάλλει ο οργανισμός —στερεή, υγρή ή αέρια— στο πλαίσιο της φυσιολογικής του λειτουργίας, ως άχρηστο ή επιβλαβές κατάλοιπο του μεταβολισμού
απέκκριση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απεκκρίνω
απέκκρισης	noun	γενική ενικού του απέκκριση
απέκλεια	=	αποκλείω
απέκλειαν	=	αποκλείω
απέκλειε	=	αποκλείω
απέκλειες	=	αποκλείω
απέκλεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
απέκλεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
απέκλεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
απέκλεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
απέκλινα	=	αποκλίνω
απέκοβα	=	αποκόβω
απέκοβαν	=	αποκόβω
απέκοβε	=	αποκόβω
απέκοβες	=	αποκόβω
απέκοπτα	=	αποκόπτω
απέκοπταν	=	αποκόπτω
απέκοπτε	=	αποκόπτω
απέκοπτες	=	αποκόπτω
απέκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
απέκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
απέκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
απέκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
απέκρουα	=	αποκρούω
απέκρουαν	=	αποκρούω
απέκρουε	=	αποκρούω
απέκρουες	=	αποκρούω
απέκρουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
απέκρουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
απέκρουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
απέκρουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
απέκρυπτα	=	αποκρύπτω
απέκρυπταν	=	αποκρύπτω
απέκρυπτε	=	αποκρύπτω
απέκρυπτες	=	αποκρύπτω
απέκρυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
απέκρυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
απέκρυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
απέκρυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
απέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
απέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
απέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
απέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
απέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απέλασαμε	=	απελαύνω
απέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απέλασανε	=	απελαύνω
απέλασατε	=	απελαύνω
απέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απέλασει	=	απελαύνω
απέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απέλαση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απελαύνω, η εκδίωξη ενός ανεπίθυμητου ή δυνάμει επικίνδυνου αλλοδαπού από μία χώρα
απέλασης	noun	γενική ενικού του απέλαση
απέλαστε	=	απελαύνω
απέλαυνα	=	απελαύνω
απέλαυναν	=	απελαύνω
απέλαυνε	=	απελαύνω
απέλαυνες	=	απελαύνω
απέλευση	noun|formal	η αποχώρηση
απέλευσης	=	απέλευση
απέληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απέληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απέληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απέληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απέλλα	noun	η συνέλευση των πολιτών στην αρχαία πόλη της Σπάρτης
απέλλας	noun	γενική ενικού του απέλλα
απέλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέλλα
απέλπιδα	=	άπελπις
απέλπιδες	=	άπελπις
απέλπιδος	=	άπελπις
απέλπιζα	=	απελπίζω
απέλπιζαν	=	απελπίζω
απέλπιζε	=	απελπίζω
απέλπιζες	=	απελπίζω
απέλπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απέλπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απέλπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απέλπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απέλυα	=	απολύω
απέλυαν	=	απολύω
απέλυε	=	απολύω
απέλυες	=	απολύω
απέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω
απέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω
απέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω
απέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω
απέμαξα	=	απομάσσω
απέμαξαν	=	απομάσσω
απέμαξε	=	απομάσσω
απέμαξες	=	απομάσσω
απέμασσα	=	απομάσσω
απέμασσαν	=	απομάσσω
απέμασσε	=	απομάσσω
απέμασσες	=	απομάσσω
απέμεινα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος απομένω
απέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω
απέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω
απέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω
απέμενα	=	απομένω
απέμεναν	=	απομένω
απέμενε	=	απομένω
απέμενες	=	απομένω
απέμπλεκα	=	απεμπλέκω
απέμπλεκε	=	απεμπλέκω
απέμπλεξα	=	απεμπλέκω
απέμπλεξε	=	απεμπλέκω
απέναντι	adv	αντίκρυ, στην αντικρινή μεριά	noun	που βρίσκεται απέναντι
απένειμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απένειμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απένειμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απένειμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απένεμα	=	απονέμω
απένεμαν	=	απονέμω
απένεμε	=	απονέμω
απένεμες	=	απονέμω
απένθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απένθητο
απένθητε	adj	κλητική ενικού του απένθητος
απένθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απένθητη
απένθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απένθητος
απένθητης	adj	γενική ενικού του απένθητη
απένθητο	adj	αιτιατική ενικού του απένθητος
απένθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απένθητος
απένθητος	adj	που δεν τον πενθούν ή δεν τον έχουν πενθήσει
απένθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απένθητος
απένθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απένθητος
απένθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απένθητος
απένιψα	=	απονίπτω
απένταξη	noun	απόρριψη και μη υλοποίηση ενός έργου, που ήδη έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλης χρηματοδότησης, επειδή το έργο αυτό συναντά χρονικά ή άλλα εμπόδια για την ολοκλήρωση της υλοποίησής του
απένταξης	=	απένταξη
απένταρα	=	απένταρος
απένταρε	=	απένταρος
απένταρες	=	απένταρος
απένταρη	=	απένταρος
απένταρης	=	απένταρος
απένταρο	=	απένταρος
απένταροι	=	απένταρος
απένταρος	adj	που δεν έχει καθόλου χρήματα
απένταρου	=	απένταρος
απένταρους	=	απένταρος
απένταρων	=	απένταρος
απέξεσα	=	αποξέω
απέξω	adv	έξω (από κάπου)	noun	που δεν είναι φίλιοι, συγγενείς, της παρέας, γνωστοί κλπ.
απέπεμπα	=	αποπέμπω
απέπεμπαν	=	αποπέμπω
απέπεμπε	=	αποπέμπω
απέπεμπες	=	αποπέμπω
απέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
απέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
απέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
απέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
απέπλεα	=	αποπλέω
απέπλεαν	=	αποπλέω
απέπλεε	=	αποπλέω
απέπλεες	=	αποπλέω
απέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
απέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
απέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
απέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
απέπνεα	=	αποπνέω
απέπνεαν	=	αποπνέω
απέπνεε	=	αποπνέω
απέπνεες	=	αποπνέω
απέπνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
απέπνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
απέπνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
απέπνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
απέπνιγα	=	αποπνίγω
απέπνιγαν	=	αποπνίγω
απέπνιγε	=	αποπνίγω
απέπνιγες	=	αποπνίγω
απέπνιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
απέπνιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
απέπνιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
απέπνιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
απέπτυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
απέπτυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
απέπτυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
απέπτυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
απέπτως	adv|formal	χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η πέψη
απέραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απέραντος	adv	σε πολύ μεγάλη έκταση, πάρα πολύ
απέραντε	=	απέραντος
απέραντες	=	απέραντος
απέραντη	=	απέραντος
απέραντης	=	απέραντος
απέραντο	=	απέραντος
απέραντοι	=	απέραντος
απέραντος	adj	τόσο μεγάλος που μοιάζει σαν να μην τελειώνει πουθενά
απέραντου	=	απέραντος
απέραντους	=	απέραντος
απέραντων	=	απέραντος
απέραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέραστο
απέραστε	adj	κλητική ενικού του απέραστος
απέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέραστη
απέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απέραστος
απέραστης	adj	γενική ενικού του απέραστη
απέραστο	adj	αιτιατική ενικού του απέραστος
απέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απέραστος
απέραστος	adj	που δεν έχει περαστεί ή δεν μπορεί να περαστεί
απέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απέραστος
απέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απέραστος
απέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απέραστος
απέρατος	adj	αδιάβατος, απέραστος, που δεν μπορεί να περαστεί
απέργει	=	απεργώ
απέργησα	=	απεργώ
απέργησαν	=	απεργώ
απέργησε	=	απεργώ
απέργησες	=	απεργώ
απέριττα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απέριττος	adv	με απέριττο τρόπο
απέριττε	=	απέριττος
απέριττες	=	απέριττος
απέριττη	=	απέριττος
απέριττης	=	απέριττος
απέριττο	=	απέριττος
απέριττοι	=	απέριττος
απέριττος	adj	λιτός, χωρίς τίποτα περιττό
απέριττου	=	απέριττος
απέριττους	=	απέριττος
απέριττων	=	απέριττος
απέρρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απέρρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απέρρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απέρρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απέρριπτα	=	απορρίπτω
απέρριπταν	=	απορρίπτω
απέρριπτε	=	απορρίπτω
απέρριπτες	=	απορρίπτω
απέρριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απέρριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απέρριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απέρριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απέρχεσαι	=	απέρχομαι
απέρχεσθε	=	απέρχομαι
απέρχεστε	=	απέρχομαι
απέρχεται	=	απέρχομαι
απέρχομαι	verb	φεύγω, αποχωρώ
απέρχονται	=	απέρχομαι
απέρχονταν	=	απέρχομαι
απέσβεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
απέσβεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
απέσβεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
απέσβεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
απέσεια	=	αποσείω
απέσειαν	=	αποσείω
απέσειε	=	αποσείω
απέσειες	=	αποσείω
απέσεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσείω
απέσεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσείω
απέσεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσείω
απέσεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσείω
απέσπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
απέσπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
απέσπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
απέσπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
απέσταζα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος αποστάζω
απέσταζαν	=	αποστάζω
απέσταζε	=	αποστάζω
απέσταζες	=	αποστάζω
απέσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
απέσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
απέσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
απέσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
απέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
απέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
απέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
απέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
απέστελλα	=	αποστέλλω
απέστελλαν	=	αποστέλλω
απέστελλε	=	αποστέλλω
απέστελλες	=	αποστέλλω
απέστεργα	=	αποστέργω
απέστεργαν	=	αποστέργω
απέστεργε	=	αποστέργω
απέστεργες	=	αποστέργω
απέστερξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
απέστερξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
απέστερξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
απέστερξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
απέστρεφα	=	αποστρέφω
απέστρεφαν	=	αποστρέφω
απέστρεφε	=	αποστρέφω
απέστρεφες	=	αποστρέφω
απέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
απέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
απέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
απέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
απέσυρα	=	αποσύρω
απέσχε	=	απέχω
απέσχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
απέσχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
απέσχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
απέσχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
απέσχον	=	απέχω
απέταλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέταλο
απέταλε	adj	κλητική ενικού του απέταλος
απέταλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέταλη
απέταλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απέταλος
απέταλης	adj	γενική ενικού του απέταλη
απέταλο	adj	αιτιατική ενικού του απέταλος
απέταλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απέταλος
απέταλος	adj	που δεν έχει πέταλα (για άνθη)
απέταλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απέταλος
απέταλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απέταλος
απέταλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απέταλος
απέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
απέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
απέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
απέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
απέτεινα	=	αποτείνω
απέτειναν	=	αποτείνω
απέτεινε	=	αποτείνω
απέτεινες	=	αποτείνω
απέτια	=	αποτίω
απέτιαν	=	αποτίω
απέτιε	=	αποτίω
απέτιες	=	αποτίω
απέτινα	=	αποτίνω
απέτιναν	=	αποτίνω
απέτινε	=	αποτίνω
απέτινες	=	αποτίνω
απέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτίω
απέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτίω
απέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτίω
απέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτίω
απέτρεπα	=	αποτρέπω
απέτρεπαν	=	αποτρέπω
απέτρεπε	=	αποτρέπω
απέτρεπες	=	αποτρέπω
απέτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
απέτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
απέτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
απέτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
απέτυχα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
απέτυχαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
απέτυχε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
απέτυχες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
απέφερα	=	αποφέρω
απέφευγα	=	αποφεύγω
απέφευγαν	=	αποφεύγω
απέφευγε	=	αποφεύγω
απέφευγες	=	αποφεύγω
απέφραζα	=	αποφράζω
απέφραζαν	=	αποφράζω
απέφραζε	=	αποφράζω
απέφραζες	=	αποφράζω
απέφραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
απέφραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
απέφραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
απέφραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
απέφυγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
απέφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
απέφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
απέφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
απέχαμε	=	απέχω
απέχαν	=	απέχω
απέχανε	=	απέχω
απέχατε	=	απέχω
απέχει	=	απέχω
απέχεις	=	απέχω
απέχετε	=	απέχω
απέχθεια	noun	έντονη αίσθηση αντιπάθειας
απέχθειας	noun	γενική ενικού του απέχθεια
απέχθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέχθεια
απέχομε	=	απέχω
απέχον	=	απέχων
απέχοντα	=	απέχων
απέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απέχω
απέχοντες	=	απέχων
απέχοντος	=	απέχων
απέχουμε	=	απέχω
απέχουν	=	απέχω
απέχουνε	=	απέχω
απέχουσα	=	απέχων
απέχουσας	=	απέχων
απέχουσες	=	απέχων
απέχω	verb	βρίσκομαι σε συγκεκριμένη απόσταση από κάπου
απέχων	verb|formal	που απέχει
απέψυξα	=	αποψύχω
απήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω
απήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω
απήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω
απήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω
απήγανε	=	απήγανος
απήγανο	=	απήγανος
απήγανοι	=	απήγανος
απήγανος	noun	αειθαλές πολυετές φυτό (ruta graveolens: ρούτα η βαρύοσμη), με έντονο άρωμα, της οικογένειας των ρουτίδων (Routaceae)
απήγανου	=	απήγανος
απήγανους	=	απήγανος
απήγανων	=	απήγανος
απήγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απήγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απήγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απήγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απήγγελλα	=	απαγγέλλω
απήθωμα	=	απίθωμα
απήλασα	=	απελαύνω
απήλασαν	=	απελαύνω
απήλασε	=	απελαύνω
απήλασες	=	απελαύνω
απήλαυνα	=	απελαύνω
απήλαυναν	=	απελαύνω
απήλαυνε	=	απελαύνω
απήλαυνες	=	απελαύνω
απήλαυσα	=	απολαμβάνω
απήλαυσαν	=	απολαμβάνω
απήλαυσε	=	απολαμβάνω
απήλαυσες	=	απολαμβάνω
απήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απέρχομαι
απήλλαξα	verb	αʹ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απήργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απήργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απήργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απήργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απής	adv	αφού, όταν
απήχησα	=	απηχώ
απήχηση	noun	ο αντίλαλος, η αντήχηση
απήχησης	noun	γενική ενικού του απήχηση
απήχθη	verb	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος απάγω
απίδι	noun	το αχλάδι
απίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίδι
απίεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απίεστος	adv	χωρίς να (μπορεί να) πιεστεί, χωρίς πίεση
απίεστε	adj	κλητική ενικού του απίεστος
απίεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίεστη
απίεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίεστος
απίεστης	adj	γενική ενικού του απίεστη
απίεστο	adj	αιτιατική ενικού του απίεστος
απίεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απίεστος
απίεστος	adj	που δεν πιέζεται ή δεν μπορεί να πιεστεί
απίεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απίεστος
απίεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απίεστος
απίεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απίεστος
απίθανα	adv	πολύ ωραία, καταπληκτικά
απίθανε	adj	κλητική ενικού του απίθανος
απίθανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίθανη
απίθανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίθανος
απίθανης	adj	γενική ενικού του απίθανη
απίθανο	adj	αιτιατική ενικού του απίθανος
απίθανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απίθανος
απίθανος	adj	που έχει μικρή πιθανότητα να συμβεί· μη πιθανός, μη ενδεχόμενος
απίθανου	adj	γενική ενικού του απίθανος
απίθανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απίθανος
απίθανων	adj	γενική πληθυντικού του απίθανος
απίθωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απιθώνω
απίθωνα	=	απιθώνω
απίθωναν	=	απιθώνω
απίθωνε	=	απιθώνω
απίθωνες	=	απιθώνω
απίθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απίθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απίθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απίθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απίκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίκο
απίκο	adv	κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση	noun	τεχνική ψαρέματος καθώς και το σχετικό εργαλείο ψαρέματος
απίκου	adv	άλλη μορφή του απίκο
απίκραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίκραντο
απίκραντε	adj	κλητική ενικού του απίκραντος
απίκραντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίκραντη
απίκραντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίκραντος
απίκραντης	adj	γενική ενικού του απίκραντη
απίκραντο	adj	αιτιατική ενικού του απίκραντος
απίκραντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απίκραντος
απίκραντος	adj	που δεν έχει πικρανθεί
απίκραντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απίκραντος
απίκραντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απίκραντος
απίκραντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απίκραντος
απίκων	noun	γενική πληθυντικού του απίκο
απίσσωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίσσωτο
απίσσωτε	adj	κλητική ενικού του απίσσωτος
απίσσωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίσσωτη
απίσσωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίσσωτος
απίσσωτης	adj	γενική ενικού του απίσσωτη
απίσσωτο	adj	αιτιατική ενικού του απίσσωτος
απίσσωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απίσσωτος
απίσσωτος	adj	που δεν έχει καλυφθεί με πίσσα
απίσσωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απίσσωτος
απίσσωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απίσσωτος
απίσσωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απίσσωτος
απίστευτα	adv	χωρίς να μπορώ να το πιστέψω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απίστευτος
απίστευτε	=	απίστευτος
απίστευτες	=	απίστευτος
απίστευτη	=	απίστευτος
απίστευτης	=	απίστευτος
απίστευτο	=	απίστευτος
απίστευτοι	=	απίστευτος
απίστευτος	adj	που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι είναι αληθινός, εκπληκτικός
απίστευτου	=	απίστευτος
απίστευτους	=	απίστευτος
απίστευτων	=	απίστευτος
απίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απίστομα	adv|vulgar	άλλη μορφή του επίστομα: μπρούμυτα
απίστωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίστωτο
απίστωτε	adj	κλητική ενικού του απίστωτος
απίστωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίστωτη
απίστωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απίστωτος
απίστωτης	adj	γενική ενικού του απίστωτη
απίστωτο	adj	αιτιατική ενικού του απίστωτος
απίστωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απίστωτος
απίστωτος	adj	που δεν του έχει δοθεί πίστωση
απίστωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απίστωτος
απίστωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απίστωτος
απίστωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απίστωτος
απίσχναινα	=	απισχναίνω
απίσχναιναν	=	απισχναίνω
απίσχναινε	=	απισχναίνω
απίσχναινες	=	απισχναίνω
απίσχνανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απίσχναναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απίσχνανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απίσχνανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απίσχνανση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απισχναίνω, το αδυνάτισμα, η αποστέωση
απίσχνανσης	noun	γενική ενικού του απίσχνανση
απίσχναση	noun|formal	άλλη μορφή του απίσχνανση
απίσχνασης	noun	γενική ενικού του απίσχναση
απαέρια	noun	αέρια κατάλοιπα από βιομηχανικές ή θερμικές διεργασίες, που διοχετεύονται εκτός του χώρου παραγωγής και συνήθως επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα
απαέριζα	=	απαερίζω
απαέριζαν	=	απαερίζω
απαέριζε	=	απαερίζω
απαέριζες	=	απαερίζω
απαέριο	noun	εξάτμιση ή παραπροϊόν άεριο που εκλύεται κατόπιν επεξεργασίας ή καύσης μέσω καπναγωγών
απαέριου	=	απαέριο
απαέρισα	=	απαερίζω
απαέρισαν	=	απαερίζω
απαέρισε	=	απαερίζω
απαέρισες	=	απαερίζω
απαέρωση	noun	άλλη μορφή του απαερίωση
απαέρωσης	noun	γενική ενικού του απαέρωση
απαίδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαίδευτος	adv	με απαίδευτο τρόπο
απαίδευτε	adj	κλητική ενικού του απαίδευτος
απαίδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίδευτη
απαίδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαίδευτος
απαίδευτης	adj	γενική ενικού του απαίδευτη
απαίδευτο	adj	αιτιατική ενικού του απαίδευτος
απαίδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαίδευτος
απαίδευτος	adj	που δεν έχει λάβει επαρκή παιδεία
απαίδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαίδευτος
απαίδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαίδευτος
απαίδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαίδευτος
απαίνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίνευτο
απαίνευτε	adj	κλητική ενικού του απαίνευτος
απαίνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίνευτη
απαίνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαίνευτος
απαίνευτης	adj	γενική ενικού του απαίνευτη
απαίνευτο	adj	αιτιατική ενικού του απαίνευτος
απαίνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαίνευτος
απαίνευτος	adj	που δεν τον έχουν παινέψει
απαίνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαίνευτος
απαίνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαίνευτος
απαίνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαίνευτος
απαίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαίσιος
απαίσιας	adj	γενική ενικού του απαίσια
απαίσιε	adj	κλητική ενικού του απαίσιος
απαίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίσια
απαίσιο	adj	αιτιατική ενικού του απαίσιος
απαίσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαίσιος
απαίσιος	adj	που δεν μας αρέσει καθόλου, επειδή είναι άσχημος, φέρεται άσχημα, μας ενοχλεί
απαίσιου	adj	γενική ενικού του απαίσιος
απαίσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαίσιος
απαίσιων	adj	γενική πληθυντικού του απαίσιος
απαίτει	=	απαιτώ
απαίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαίτηση	noun	αυτό που απαιτώ, που ζητώ οπωσδήποτε, επίμονα
απαίτησης	noun	γενική ενικού του απαίτηση
απαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγω
απαγές	=	απαγής
απαγή	=	απαγής
απαγής	adj	ο απαγίωτος, που δεν μπορεί να ή δεν έχει παγιωθεί
απαγγέλθηκα	=	απαγγέλλω
απαγγέλλομαι	=	απαγγέλλω
απαγγέλλω	verb	διαβάζω, ή εκφέρω από μνήμης, ένα ποίημα χρωματίζοντας και τονίζοντας τη φωνή μου με εκφραστικό τρόπο
απαγγέλνω	verb	άλλη μορφή του απαγγέλλω
απαγγείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγγέλλω
απαγγελία	noun	η ανάγνωση ή η από μνήμης εκφώνηση ενός λογοτεχνικού (πεζού ή ποιητικού) κειμένου με ρυθμό, ύφος και χρώμα στη φωνή
απαγγελίας	noun	γενική ενικού του απαγγελία
απαγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγγελία
απαγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του απαγγελία
απαγγελλία	=	απαγγελία
απαγγελμένος	=	απαγγέλλω
απαγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγγελτικό	adv	με απαγγελτικό τρόπο, απαγγέλλοντας
απαγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του απαγγελτικός
απαγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγγελτική
απαγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγγελτικός
απαγγελτικής	adj	γενική ενικού του απαγγελτική
απαγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγγελτικός
απαγγελτικού	adj	γενική ενικού του απαγγελτικός
απαγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαγγελτικός
απαγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του απαγγελτικός
απαγγελτικός	adj	που έχει σχέση με την απαγγελία ή αναφέρεται σ’ αυτή
απαγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαγγελτικός
απαγείς	=	απαγής
απαγκίστρωνα	=	απαγκιστρώνω
απαγκίστρωναν	=	απαγκιστρώνω
απαγκίστρωνε	=	απαγκιστρώνω
απαγκίστρωνες	=	απαγκιστρώνω
απαγκίστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκίστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκίστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκίστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκίστρωση	noun	η ενέργεια του ρήματος απαγκιστρώνω/απαγκιστρώνομαι
απαγκίστρωσης	noun	γενική ενικού του απαγκίστρωση
απαγκιάζαμε	=	απαγκιάζω
απαγκιάζαν	=	απαγκιάζω
απαγκιάζανε	=	απαγκιάζω
απαγκιάζατε	=	απαγκιάζω
απαγκιάζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάζεις	=	απαγκιάζω
απαγκιάζετε	=	απαγκιάζω
απαγκιάζοντας	=	απαγκιάζω
απαγκιάζουμε	=	απαγκιάζω
απαγκιάζουν	=	απαγκιάζω
απαγκιάζουνε	=	απαγκιάζω
απαγκιάζω	verb	καταφεύγω σε απάγκιο, βρίσκω καταφύγιο σε απάγκιο μέρος
απαγκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσαν	=	απαγκιάζω
απαγκιάσανε	=	απαγκιάζω
απαγκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιάζω
απαγκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκιασμένο
απαγκιασμένε	verb	κλητική ενικού του απαγκιασμένος
απαγκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκιασμένη
απαγκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγκιασμένος
απαγκιασμένης	verb	γενική ενικού του απαγκιασμένη
απαγκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαγκιασμένος
απαγκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγκιασμένος
απαγκιασμένος	=	απαγκιάζω
απαγκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαγκιασμένος
απαγκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαγκιασμένος
απαγκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαγκιασμένος
απαγκιστρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθήκαν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθήκανε	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκιστρωμένο
απαγκιστρωμένε	verb	κλητική ενικού του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκιστρωμένη
απαγκιστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωμένης	verb	γενική ενικού του απαγκιστρωμένη
απαγκιστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωμένος	verb	που έχει απαγκιστρωθεί, που έχει ελευθερωθεί από ένα αγκίστρι
απαγκιστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαγκιστρωμένος
απαγκιστρωνόμασταν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόμαστε	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόμουν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόμουνα	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόντουσαν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόσασταν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόσαστε	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόσουν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόσουνα	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνόταν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωνότανε	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκιστρωτικό
απαγκιστρωτικέ	adj	κλητική ενικού του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκιστρωτική
απαγκιστρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρωτικής	adj	γενική ενικού του απαγκιστρωτική
απαγκιστρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρωτικού	adj	γενική ενικού του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρωτικός	adj	που έχει σχέση με την απαγκίστρωση ή αναφέρεται σ' αυτή
απαγκιστρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαγκιστρωτικός
απαγκιστρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώναμε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώναν	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνανε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνατε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνει	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνεις	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνεσαι	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώνεστε	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώνεται	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώνετε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνονται	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώνονταν	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώνοντας	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνου	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώνουμε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνουν	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνουνε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώνω	verb	βγάζω από το αγκίστρι
απαγκιστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσαν	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσανε	=	απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγκίστρωση
απαγκιστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαγκίστρωση
απαγκιστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαγκίστρωση
απαγκιστρώσου	=	απαγκιστρώνομαι
απαγκιστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγκιστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγκιστρώνω
απαγορέψαμε	=	απαγορεύω
απαγορέψατε	=	απαγορεύω
απαγορέψει	=	απαγορεύω
απαγορέψεις	=	απαγορεύω
απαγορέψετε	=	απαγορεύω
απαγορέψομε	=	απαγορεύω
απαγορέψου	=	απαγορεύω
απαγορέψουμε	=	απαγορεύω
απαγορέψουν	=	απαγορεύω
απαγορέψουνε	=	απαγορεύω
απαγορέψτε	=	απαγορεύω
απαγορέψω	=	απαγορεύω
απαγορευθήκαμε	=	απαγορεύω
απαγορευθήκαν	=	απαγορεύω
απαγορευθήκανε	=	απαγορεύω
απαγορευθήκατε	=	απαγορεύω
απαγορευθεί	=	απαγορεύω
απαγορευθείς	=	απαγορεύω
απαγορευθείτε	=	απαγορεύω
απαγορευθούμε	=	απαγορεύω
απαγορευθούν	=	απαγορεύω
απαγορευθούνε	=	απαγορεύω
απαγορευθώ	=	απαγορεύω
απαγορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγορευμένο
απαγορευμένε	verb	κλητική ενικού του απαγορευμένος
απαγορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγορευμένη
απαγορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγορευμένος
απαγορευμένης	verb	γενική ενικού του απαγορευμένη
απαγορευμένο	adj	αιτιατική ενικού του απαγορευμένος
απαγορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγορευμένος
απαγορευμένος	=	απαγορεύω
απαγορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαγορευμένος
απαγορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαγορευμένος
απαγορευμένων	verb	γενική πληθυντικού του απαγορευμένος
απαγορευτήκαμε	=	απαγορεύω
απαγορευτήκαν	=	απαγορεύω
απαγορευτήκανε	=	απαγορεύω
απαγορευτήκατε	=	απαγορεύω
απαγορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγορεύεται
απαγορευτείς	=	απαγορεύω
απαγορευτείτε	=	απαγορεύω
απαγορευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγορευτικό	adv	απαγορεύοντας, με απαγορευτικό τρόπο
απαγορευτικέ	adj	κλητική ενικού του απαγορευτικός
απαγορευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγορευτική
απαγορευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγορευτικός
απαγορευτικής	adj	γενική ενικού του απαγορευτική
απαγορευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγορευτικός
απαγορευτικού	adj	γενική ενικού του απαγορευτικός
απαγορευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαγορευτικός
απαγορευτικό	noun	διαταγή που απαγορεύει λόγω κακών ή άλλων συνθηκών τον απόπλου πλοίων	adj	αιτιατική ενικού του απαγορευτικός
απαγορευτικός	adj	που απαγορεύει
απαγορευτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαγορευτικός
απαγορευτούμε	=	απαγορεύω
απαγορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύεται
απαγορευτούνε	=	απαγορεύω
απαγορευτώ	=	απαγορεύω
απαγορευόμασταν	=	απαγορεύω
απαγορευόμαστε	=	απαγορεύω
απαγορευόμουν	=	απαγορεύω
απαγορευόμουνα	=	απαγορεύω
απαγορευόντουσαν	=	απαγορεύω
απαγορευόσασταν	=	απαγορεύω
απαγορευόσαστε	=	απαγορεύω
απαγορευόσουν	=	απαγορεύω
απαγορευόσουνα	=	απαγορεύω
απαγορευόταν	=	απαγορεύω
απαγορευότανε	=	απαγορεύω
απαγορεύαμε	=	απαγορεύω
απαγορεύαν	=	απαγορεύω
απαγορεύανε	=	απαγορεύω
απαγορεύατε	=	απαγορεύω
απαγορεύει	=	απαγορεύω
απαγορεύεις	=	απαγορεύω
απαγορεύεσαι	=	απαγορεύω
απαγορεύεστε	=	απαγορεύω
απαγορεύεται	verb	δεν δίνεται η άδεια ή η δυνατότητα, δεν επιτρέπεται
απαγορεύετε	=	απαγορεύω
απαγορεύθηκα	=	απαγορεύω
απαγορεύθηκαν	=	απαγορεύω
απαγορεύθηκε	=	απαγορεύω
απαγορεύθηκες	=	απαγορεύω
απαγορεύομαι	=	απαγορεύω
απαγορεύομε	=	απαγορεύω
απαγορεύονται	=	απαγορεύω
απαγορεύονταν	=	απαγορεύω
απαγορεύοντας	=	απαγορεύω
απαγορεύουμε	=	απαγορεύω
απαγορεύουν	=	απαγορεύω
απαγορεύουνε	=	απαγορεύω
απαγορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσαν	=	απαγορεύω
απαγορεύσανε	=	απαγορεύω
απαγορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγόρευση
απαγορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαγόρευση
απαγορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαγόρευση
απαγορεύσομε	=	απαγορεύω
απαγορεύσου	=	απαγορεύω
απαγορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσουνε	=	απαγορεύω
απαγορεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγορεύτε	=	απαγορεύω
απαγορεύτηκα	=	απαγορεύω
απαγορεύτηκαν	=	απαγορεύω
απαγορεύτηκε	=	απαγορεύω
απαγορεύτηκες	=	απαγορεύω
απαγορεύω	verb	αρνούμαι ή εμποδίζω κάποιον να κάνει κάποια ενέργεια έχοντας την ανάλογη εξουσία ή το απαιτούμενο κύρος
απαγούς	=	απαγής
απαγχονίζαμε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζαν	=	απαγχονίζω
απαγχονίζανε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζατε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζει	=	απαγχονίζω
απαγχονίζεις	=	απαγχονίζω
απαγχονίζεσαι	=	απαγχονίζω
απαγχονίζεστε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζεται	=	απαγχονίζω
απαγχονίζετε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίζονται	=	απαγχονίζω
απαγχονίζονταν	=	απαγχονίζω
απαγχονίζοντας	=	απαγχονίζω
απαγχονίζουμε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζουν	=	απαγχονίζω
απαγχονίζουνε	=	απαγχονίζω
απαγχονίζω	verb	θανατώνω κάποιον με αγχόνη
απαγχονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίσαν	=	απαγχονίζω
απαγχονίσανε	=	απαγχονίζω
απαγχονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίσου	=	απαγχονίζω
απαγχονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονίστηκα	=	απαγχονίζω
απαγχονίστηκαν	=	απαγχονίζω
απαγχονίστηκε	=	απαγχονίζω
απαγχονίστηκες	=	απαγχονίζω
απαγχονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχονιζόμασταν	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόμαστε	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόμουν	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόμουνα	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόντουσαν	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόσασταν	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόσαστε	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόσουν	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόσουνα	=	απαγχονίζω
απαγχονιζόταν	=	απαγχονίζω
απαγχονιζότανε	=	απαγχονίζω
απαγχονισμέ	noun	κλητική ενικού του απαγχονισμός
απαγχονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγχονισμένο
απαγχονισμένε	verb	κλητική ενικού του απαγχονισμένος
απαγχονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγχονισμένη
απαγχονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγχονισμένος
απαγχονισμένης	verb	γενική ενικού του απαγχονισμένη
απαγχονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαγχονισμένος
απαγχονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγχονισμένος
απαγχονισμένος	verb	που έχει απαγχονιστεί, που έχει κρεμαστεί
απαγχονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαγχονισμένος
απαγχονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαγχονισμένος
απαγχονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαγχονισμένος
απαγχονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγχονισμός
απαγχονισμού	noun	γενική ενικού του απαγχονισμός
απαγχονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απαγχονισμός
απαγχονισμό	noun	αιτιατική ενικού του απαγχονισμός
απαγχονισμός	noun	η θανάτωση κάποιου με αγχόνη
απαγχονισμών	noun	γενική πληθυντικού του απαγχονισμός
απαγχονιστήκαμε	=	απαγχονίζω
απαγχονιστήκαν	=	απαγχονίζω
απαγχονιστήκανε	=	απαγχονίζω
απαγχονιστήκατε	=	απαγχονίζω
απαγχονιστεί	=	απαγχονίζω
απαγχονιστείτε	=	απαγχονίζω
απαγχόνιζα	=	απαγχονίζω
απαγχόνιζαν	=	απαγχονίζω
απαγχόνιζε	=	απαγχονίζω
απαγχόνιζες	=	απαγχονίζω
απαγχόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγχόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγχονίζω
απαγωγά	=	απαγωγός
απαγωγέ	noun	κλητική ενικού του απαγωγός
απαγωγέα	=	απαγωγέας
απαγωγέας	noun	ο δράστης μιας απαγωγής
απαγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγωγή
απαγωγέων	=	απαγωγέας
απαγωγέως	=	απαγωγέας
απαγωγή	noun	η απομάκρυνση, η οδήγηση έξω από το χώρο
απαγωγής	=	απαγωγή
απαγωγείς	=	απαγωγέας
απαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγωγικό
απαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του απαγωγικός
απαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαγωγική
απαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαγωγικός
απαγωγικής	adj	γενική ενικού του απαγωγική
απαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγωγικός
απαγωγικού	adj	γενική ενικού του απαγωγικός
απαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαγωγικός
απαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του απαγωγικός
απαγωγικός	adj	που από κάτι γενικό οδηγείται σε κάτι το ειδικό
απαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του απαγωγικός
απαγωγικώς	adv	με απαγωγικό τρόπο
απαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαγωγός
απαγωγού	noun	γενική ενικού του απαγωγός
απαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απαγωγός
απαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του απαγωγός
απαγωγός	noun	διάταξη για την απομάκρυνση αερίων ή καπνού από ένα εργαστήριο	adj	για κάθε μυ που κινεί ένα μέλος μακριά από το σώμα, κάνει κίνηση απαγωγής
απαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του απαγωγός
απαγόρευα	=	απαγορεύω
απαγόρευαν	=	απαγορεύω
απαγόρευε	=	απαγορεύω
απαγόρευες	=	απαγορεύω
απαγόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαγορεύω
απαγόρευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαγορεύω
απαγόρευσης	noun	γενική ενικού του απαγόρευση
απαγόρεψα	=	απαγορεύω
απαγόρεψαν	=	απαγορεύω
απαγόρεψε	=	απαγορεύω
απαγόρεψες	=	απαγορεύω
απαγών	=	απαγής
απαδουσών	=	απάδων
απαδούσης	=	απάδων
απαδόντων	=	απάδων
απαερίζαμε	=	απαερίζω
απαερίζαν	=	απαερίζω
απαερίζανε	=	απαερίζω
απαερίζατε	=	απαερίζω
απαερίζει	=	απαερίζω
απαερίζεις	=	απαερίζω
απαερίζετε	=	απαερίζω
απαερίζοντας	=	απαερίζω
απαερίζουμε	=	απαερίζω
απαερίζουν	=	απαερίζω
απαερίζουνε	=	απαερίζω
απαερίζω	verb	εκλύω απαέρια ή επιτρέπω στα απαέρια να απομακρυνθούν
απαερίου	=	απαέριο
απαερίσαμε	=	απαερίζω
απαερίσαν	=	απαερίζω
απαερίσανε	=	απαερίζω
απαερίσατε	=	απαερίζω
απαερίσει	=	απαερίζω
απαερίστε	=	απαερίζω
απαερίων	=	απαέριο
απαερίωση	noun	διαδικασία απομάκρυνσης αερίων ή πτητικών συστατικών από υγρά, στερεά ή κλειστά κυκλώματα, ιδίως μέσω θέρμανσης ή κενού, για λόγους καθαρισμού ή ασφάλειας
απαερίωσης	=	απαερίωση
απαερισμέ	=	απαερισμός
απαερισμένα	=	απαερισμένος
απαερισμένε	=	απαερισμένος
απαερισμένες	=	απαερισμένος
απαερισμένη	=	απαερισμένος
απαερισμένης	=	απαερισμένος
απαερισμένο	=	απαερισμένος
απαερισμένοι	=	απαερισμένος
απαερισμένος	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απαερίζω
απαερισμένου	=	απαερισμένος
απαερισμένους	=	απαερισμένος
απαερισμένων	=	απαερισμένος
απαερισμοί	=	απαερισμός
απαερισμού	=	απαερισμός
απαερισμούς	=	απαερισμός
απαερισμό	=	απαερισμός
απαερισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απαερίζω
απαερισμών	=	απαερισμός
απαεριστήρα	=	απαεριστήρας
απαεριστήρας	noun	συσκευή ή κατασκευή που συμβάλλει στον απαερισμό
απαεριστήρες	=	απαεριστήρας
απαεριστήρων	=	απαεριστήρας
απαεριώσεις	=	απαερίωση
απαεριώσεων	=	απαερίωση
απαερώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαέρωση
απαερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαέρωση
απαερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαέρωση
απαζάρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαζάρευτος	adv	χωρίς (να κάνει) παζάρια
απαζάρευτε	adj	κλητική ενικού του απαζάρευτος
απαζάρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαζάρευτη
απαζάρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαζάρευτος
απαζάρευτης	adj	γενική ενικού του απαζάρευτη
απαζάρευτο	adj	αιτιατική ενικού του απαζάρευτος
απαζάρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαζάρευτος
απαζάρευτος	adj	που τον αγόρασαν χωρίς παζάρια, χωρίς διαπραγμάτευση για τη μείωση της τιμής
απαζάρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαζάρευτος
απαζάρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαζάρευτος
απαζάρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαζάρευτος
απαθές	=	απαθής
απαθέστατα	=	απαθής
απαθέστατε	=	απαθής
απαθέστατες	=	απαθής
απαθέστατη	=	απαθής
απαθέστατης	=	απαθής
απαθέστατο	=	απαθής
απαθέστατοι	=	απαθής
απαθέστατος	=	απαθής
απαθέστατου	=	απαθής
απαθέστατους	=	απαθής
απαθέστατων	=	απαθής
απαθέστερα	=	απαθής
απαθέστερε	=	απαθής
απαθέστερες	=	απαθής
απαθέστερη	=	απαθής
απαθέστερης	=	απαθής
απαθέστερο	=	απαθής
απαθέστεροι	=	απαθής
απαθέστερος	=	απαθής
απαθέστερου	=	απαθής
απαθέστερους	=	απαθής
απαθέστερων	=	απαθής
απαθή	=	απαθής
απαθής	adj	αυτός που δεν αντιδρά ηθικά ή συναισθηματικά
απαθανάτιζα	=	απαθανατίζω
απαθανάτιζαν	=	απαθανατίζω
απαθανάτιζε	=	απαθανατίζω
απαθανάτιζες	=	απαθανατίζω
απαθανάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανάτιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαθανατίζω
απαθανάτισης	noun	γενική ενικού του απαθανάτιση
απαθανάτισμα	noun	άλλη μορφή του απαθανάτιση
απαθανατίζαμε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζαν	=	απαθανατίζω
απαθανατίζανε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζατε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζει	=	απαθανατίζω
απαθανατίζεις	=	απαθανατίζω
απαθανατίζεσαι	=	απαθανατίζω
απαθανατίζεστε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζεται	=	απαθανατίζω
απαθανατίζετε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίζονται	=	απαθανατίζω
απαθανατίζονταν	=	απαθανατίζω
απαθανατίζοντας	=	απαθανατίζω
απαθανατίζουμε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζουν	=	απαθανατίζω
απαθανατίζουνε	=	απαθανατίζω
απαθανατίζω	verb	χαρίζω σε κάποιον ή κάτι (μεταφορικά) την αθανασία απεικονίζοντας τη μορφή του σε ένα έργο τέχνης, λογοτεχνικό ή εικαστικό
απαθανατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίσαν	=	απαθανατίζω
απαθανατίσανε	=	απαθανατίζω
απαθανατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαθανάτιση
απαθανατίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαθανάτιση
απαθανατίσθηκα	=	απαθανατίζομαι
απαθανατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαθανάτισμα
απαθανατίσματος	noun	γενική ενικού του απαθανάτισμα
απαθανατίσου	=	απαθανατίζω
απαθανατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατίστηκα	=	απαθανατίζω
απαθανατίστηκαν	=	απαθανατίζω
απαθανατίστηκε	=	απαθανατίζω
απαθανατίστηκες	=	απαθανατίζω
απαθανατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατιζόμασταν	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόμαστε	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόμουν	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόμουνα	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόντουσαν	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόσασταν	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόσαστε	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόσουν	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόσουνα	=	απαθανατίζω
απαθανατιζόταν	=	απαθανατίζω
απαθανατιζότανε	=	απαθανατίζω
απαθανατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απαθανάτισμα
απαθανατισμέ	noun	κλητική ενικού του απαθανατισμός
απαθανατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαθανατισμένο
απαθανατισμένε	verb	κλητική ενικού του απαθανατισμένος
απαθανατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαθανατισμένη
απαθανατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαθανατισμένος
απαθανατισμένης	verb	γενική ενικού του απαθανατισμένη
απαθανατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαθανατισμένος
απαθανατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαθανατισμένος
απαθανατισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απαθανατίζω
απαθανατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαθανατισμένος
απαθανατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαθανατισμένος
απαθανατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαθανατισμένος
απαθανατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαθανατισμός
απαθανατισμού	noun	γενική ενικού του απαθανατισμός
απαθανατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απαθανατισμός
απαθανατισμό	noun	αιτιατική ενικού του απαθανατισμός
απαθανατισμός	noun	άλλη μορφή του απαθανάτιση
απαθανατισμών	noun	γενική πληθυντικού του απαθανατισμός
απαθανατιστήκαμε	=	απαθανατίζω
απαθανατιστήκαν	=	απαθανατίζω
απαθανατιστήκανε	=	απαθανατίζω
απαθανατιστήκατε	=	απαθανατίζω
απαθανατιστεί	=	απαθανατίζω
απαθανατιστείτε	=	απαθανατίζω
απαθείς	=	απαθής
απαθειών	=	απάθεια
απαθλίωνα	=	απαθλιώνω
απαθλίωναν	=	απαθλιώνω
απαθλίωνε	=	απαθλιώνω
απαθλίωνες	=	απαθλιώνω
απαθλίωσα	=	απαθλιώνω
απαθλίωσαν	=	απαθλιώνω
απαθλίωσε	=	απαθλιώνω
απαθλίωσες	=	απαθλιώνω
απαθλίωση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απαθλιώνομαι
απαθλίωσης	noun	γενική ενικού του απαθλίωση
απαθλιωθήκαμε	=	απαθλιώνω
απαθλιωθήκαν	=	απαθλιώνω
απαθλιωθήκανε	=	απαθλιώνω
απαθλιωθήκατε	=	απαθλιώνω
απαθλιωθεί	=	απαθλιώνω
απαθλιωθείτε	=	απαθλιώνω
απαθλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαθλιωμένο
απαθλιωμένε	verb	κλητική ενικού του απαθλιωμένος
απαθλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαθλιωμένη
απαθλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαθλιωμένος
απαθλιωμένης	verb	γενική ενικού του απαθλιωμένη
απαθλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαθλιωμένος
απαθλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαθλιωμένος
απαθλιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απαθλιώνω
απαθλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαθλιωμένος
απαθλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαθλιωμένος
απαθλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαθλιωμένος
απαθλιωνόμασταν	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόμαστε	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόμουν	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόμουνα	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόντουσαν	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόσασταν	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόσαστε	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόσουν	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόσουνα	=	απαθλιώνω
απαθλιωνόταν	=	απαθλιώνω
απαθλιωνότανε	=	απαθλιώνω
απαθλιώθηκα	=	απαθλιώνω
απαθλιώθηκαν	=	απαθλιώνω
απαθλιώθηκε	=	απαθλιώνω
απαθλιώθηκες	=	απαθλιώνω
απαθλιώναμε	=	απαθλιώνω
απαθλιώναν	=	απαθλιώνω
απαθλιώνανε	=	απαθλιώνω
απαθλιώνατε	=	απαθλιώνω
απαθλιώνει	=	απαθλιώνω
απαθλιώνεις	=	απαθλιώνω
απαθλιώνεσαι	=	απαθλιώνω
απαθλιώνεστε	=	απαθλιώνω
απαθλιώνεται	=	απαθλιώνω
απαθλιώνετε	=	απαθλιώνω
απαθλιώνομαι	=	απαθλιώνω
απαθλιώνονται	=	απαθλιώνω
απαθλιώνονταν	=	απαθλιώνω
απαθλιώνοντας	=	απαθλιώνω
απαθλιώνουμε	=	απαθλιώνω
απαθλιώνουν	=	απαθλιώνω
απαθλιώνουνε	=	απαθλιώνω
απαθλιώνω	verb|formal	εξαθλιώνω
απαθλιώσαμε	=	απαθλιώνω
απαθλιώσαν	=	απαθλιώνω
απαθλιώσανε	=	απαθλιώνω
απαθλιώσατε	=	απαθλιώνω
απαθλιώσει	=	απαθλιώνω
απαθλιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαθλίωση
απαθλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαθλίωση
απαθλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαθλίωση
απαθλιώσου	=	απαθλιώνω
απαθλιώστε	=	απαθλιώνω
απαθούς	=	απαθής
απαθών	=	απαθής
απαθώς	adv	χωρίς να εκφράζει καμιά συγκίνηση
απαιδαγωγησία	noun	η έλλειψη αγωγής ή μόρφωσης
απαιδαγωγησίας	noun	γενική ενικού του απαιδαγωγησία
απαιδαγωγησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιδαγωγησία
απαιδαγωγησιών	noun	γενική πληθυντικού του απαιδαγωγησία
απαιδαγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιδαγώγητο
απαιδαγώγητε	adj	κλητική ενικού του απαιδαγώγητος
απαιδαγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιδαγώγητη
απαιδαγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαιδαγώγητος
απαιδαγώγητης	adj	γενική ενικού του απαιδαγώγητη
απαιδαγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του απαιδαγώγητος
απαιδαγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαιδαγώγητος
απαιδαγώγητος	adj	που δεν είναι διαπαιδαγωγημένος
απαιδαγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαιδαγώγητος
απαιδαγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαιδαγώγητος
απαιδαγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαιδαγώγητος
απαιδευσία	noun	η ιδιότητα του απαίδευτου, η έλλειψη καλλιέργειας και μόρφωσης
απαιδευσίας	noun	γενική ενικού του απαιδευσία
απαιδευσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιδευσία
απαιδευσιών	noun	γενική πληθυντικού του απαιδευσία
απαισιοδοξία	noun	η τάση να βλέπει κάποιος όλα τα πράγματα αρνητικά, το να περιμένει κανείς το χειρότερο σε κάθε περίπτωση
απαισιοδοξίας	noun	γενική ενικού του απαισιοδοξία
απαισιοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαισιοδοξία
απαισιοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του απαισιοδοξία
απαισιοδοξούσα	=	απαισιοδοξώ
απαισιοδοξώ	verb	αντιμετωπίζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με απαισιοδοξία, περιμένω άσχημες εξελίξεις
απαισιοτήτων	=	απαισιότητα
απαισιόδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαισιόδοξος	adv	με απαισιόδοξο τρόπο, με απαισιοδοξία
απαισιόδοξε	adj	κλητική ενικού του απαισιόδοξος
απαισιόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαισιόδοξη
απαισιόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαισιόδοξος
απαισιόδοξης	adj	γενική ενικού του απαισιόδοξη
απαισιόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του απαισιόδοξος
απαισιόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαισιόδοξος
απαισιόδοξος	adj	που περιμένει τα πράγματα να εξελίσσονται με άσχημη έκβαση, που περιμένει το χειρότερο από τη ζωή
απαισιόδοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαισιόδοξος
απαισιόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαισιόδοξος
απαισιόδοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαισιόδοξος
απαισιόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαισιόμορφο
απαισιόμορφε	adj	κλητική ενικού του απαισιόμορφος
απαισιόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαισιόμορφη
απαισιόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαισιόμορφος
απαισιόμορφης	adj	γενική ενικού του απαισιόμορφη
απαισιόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του απαισιόμορφος
απαισιόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαισιόμορφος
απαισιόμορφος	adj|rare	που έχει απαίσια, αποκρουστική μορφή
απαισιόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαισιόμορφος
απαισιόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαισιόμορφος
απαισιόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαισιόμορφος
απαισιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαισιότατο
απαισιότατε	adj	κλητική ενικού του απαισιότατος
απαισιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαισιότατη
απαισιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαισιότατος
απαισιότατης	adj	γενική ενικού του απαισιότατη
απαισιότατο	adj	αιτιατική ενικού του απαισιότατος
απαισιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαισιότατος
απαισιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του απαίσιος
απαισιότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαισιότατος
απαισιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαισιότατος
απαισιότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαισιότατος
απαισιότερα	=	απαίσιος
απαισιότερε	=	απαίσιος
απαισιότερες	=	απαίσιος
απαισιότερη	=	απαίσιος
απαισιότερης	=	απαίσιος
απαισιότερο	=	απαίσιος
απαισιότεροι	=	απαίσιος
απαισιότερος	=	απαίσιος
απαισιότερου	=	απαίσιος
απαισιότερους	=	απαίσιος
απαισιότερων	=	απαίσιος
απαισιότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του απαίσιου
απαισιότητας	=	απαισιότητα
απαισιότητες	=	απαισιότητα
απαιτήθηκα	=	απαιτώ
απαιτήθηκαν	=	απαιτώ
απαιτήθηκε	=	απαιτώ
απαιτήθηκες	=	απαιτώ
απαιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσαν	=	απαιτώ
απαιτήσανε	=	απαιτώ
απαιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του απαιτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαίτηση
απαιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαίτηση
απαιτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαίτηση
απαιτήσου	=	απαιτώ
απαιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσουνε	=	απαιτώ
απαιτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτώ
απαιτεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απαιτώ
απαιτείς	=	απαιτώ
απαιτείσαι	=	απαιτώ
απαιτείστε	=	απαιτώ
απαιτείται	adj	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απαιτούμαι
απαιτείτε	=	απαιτώ
απαιτείτο	=	απαιτώ
απαιτηθήκαμε	=	απαιτώ
απαιτηθήκαν	=	απαιτώ
απαιτηθήκανε	=	απαιτώ
απαιτηθήκατε	=	απαιτώ
απαιτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαιτούμαι
απαιτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτούμαι
απαιτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτούμαι
απαιτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτούμαι
απαιτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτούμαι
απαιτηθούνε	=	απαιτώ
απαιτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαιτούμαι
απαιτημένος	=	απαιτώ
απαιτητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτητό	adv	με απαιτητό τρόπο
απαιτητέ	adj	κλητική ενικού του απαιτητός
απαιτητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτητή
απαιτητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαιτητός
απαιτητής	adj	γενική ενικού του απαιτητή
απαιτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτητικό	adv	κατά τρόπο απαιτητικό, έχοντας απαιτήσεις
απαιτητικέ	adj	κλητική ενικού του απαιτητικός
απαιτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτητική
απαιτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαιτητικός
απαιτητικής	adj	γενική ενικού του απαιτητική
απαιτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαιτητικός
απαιτητικοτήτων	=	απαιτητικότητα
απαιτητικού	adj	γενική ενικού του απαιτητικός
απαιτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαιτητικός
απαιτητικό	adj	αιτιατική ενικού του απαιτητικός
απαιτητικός	adj	που έχει μεγάλες απαιτήσεις
απαιτητικότητα	noun	η ιδιότητα του απαιτητικού
απαιτητικότητας	noun	γενική ενικού του απαιτητικότητα
απαιτητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτητικότητα
απαιτητικών	adj	γενική πληθυντικού του απαιτητικός
απαιτητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαιτητός
απαιτητού	adj	γενική ενικού του απαιτητός
απαιτητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαιτητός
απαιτητό	adj	αιτιατική ενικού του απαιτητός
απαιτητός	adj	που είναι δυνατόν να απαιτηθεί
απαιτητών	adj	γενική πληθυντικού του απαιτητός
απαιτούμαι	verb	με ζητούν επίμονα
απαιτούμασταν	=	απαιτώ
απαιτούμαστε	=	απαιτώ
απαιτούμε	=	απαιτώ
απαιτούμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτούμενο
απαιτούμενε	adj	κλητική ενικού του απαιτούμενος
απαιτούμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαιτούμενη
απαιτούμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαιτούμενος
απαιτούμενης	adj	γενική ενικού του απαιτούμενη
απαιτούμενο	adj	αιτιατική ενικού του απαιτούμενος
απαιτούμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαιτούμενος
απαιτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (απαιτούμαι) του ρήματος απαιτώ: που απαιτείται, που θεωρείται απαραίτητος
απαιτούμενου	verb	γενική ενικού του απαιτούμενος
απαιτούμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαιτούμενος
απαιτούμενων	adj	γενική πληθυντικού του απαιτούμενος
απαιτούμουν	=	απαιτώ
απαιτούμουνα	=	απαιτώ
απαιτούν	=	απαιτώ
απαιτούνε	=	απαιτώ
απαιτούνται	=	απαιτώ
απαιτούνταν	=	απαιτώ
απαιτούντο	=	απαιτώ
απαιτούσα	=	απαιτώ
απαιτούσαμε	=	απαιτώ
απαιτούσαν	=	απαιτώ
απαιτούσανε	=	απαιτώ
απαιτούσασταν	=	απαιτώ
απαιτούσαστε	=	απαιτώ
απαιτούσατε	=	απαιτώ
απαιτούσε	=	απαιτώ
απαιτούσες	=	απαιτώ
απαιτούσουν	=	απαιτώ
απαιτούσουνα	=	απαιτώ
απαιτώ	verb	ζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου
απαιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απαιτώ
απακιού	=	απάκι
απακιών	=	απάκι
απαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλό	adv	με απαλό τρόπο
απαλάμες	=	απαλάμη
απαλάμη	noun|vulgar	η παλάμη
απαλάμης	=	απαλάμη
απαλάμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλάμιστο
απαλάμιστε	adj	κλητική ενικού του απαλάμιστος
απαλάμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλάμιστη
απαλάμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλάμιστος
απαλάμιστης	adj	γενική ενικού του απαλάμιστη
απαλάμιστο	adj	αιτιατική ενικού του απαλάμιστος
απαλάμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλάμιστος
απαλάμιστος	adj	ακαλαφάτιστος, απίσσωτος
απαλάμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαλάμιστος
απαλάμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλάμιστος
απαλάμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαλάμιστος
απαλάς	=	απαλός
απαλέ	adj	κλητική ενικού του απαλός
απαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλή
απαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλός
απαλής	adj	γενική ενικού του απαλή
απαλαίναμε	=	απαλαίνω
απαλαίναν	=	απαλαίνω
απαλαίνανε	=	απαλαίνω
απαλαίνατε	=	απαλαίνω
απαλαίνει	=	απαλαίνω
απαλαίνεις	=	απαλαίνω
απαλαίνετε	=	απαλαίνω
απαλαίνομαι	=	απαλαίνω
απαλαίνοντας	=	απαλαίνω
απαλαίνουμε	=	απαλαίνω
απαλαίνουν	=	απαλαίνω
απαλαίνουνε	=	απαλαίνω
απαλαίνω	verb	άλλη γραφή του απαλύνω
απαλαμών	=	απαλάμη
απαλείφαμε	=	απαλείφω
απαλείφαν	=	απαλείφω
απαλείφανε	=	απαλείφω
απαλείφατε	=	απαλείφω
απαλείφει	=	απαλείφω
απαλείφεις	=	απαλείφω
απαλείφεσαι	=	απαλείφω
απαλείφεσθε	=	απαλείφω
απαλείφεστε	=	απαλείφω
απαλείφεται	=	απαλείφω
απαλείφετε	=	απαλείφω
απαλείφθηκα	=	απαλείφω
απαλείφθηκαν	=	απαλείφω
απαλείφθηκε	=	απαλείφω
απαλείφθηκες	=	απαλείφω
απαλείφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαλείφω
απαλείφομε	=	απαλείφω
απαλείφονται	=	απαλείφω
απαλείφονταν	=	απαλείφω
απαλείφοντας	=	απαλείφω
απαλείφουμε	=	απαλείφω
απαλείφουν	=	απαλείφω
απαλείφουνε	=	απαλείφω
απαλείφτηκα	=	απαλείφομαι
απαλείφω	verb	σβήνω
απαλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψαν	=	απαλείφω
απαλείψανε	=	απαλείφω
απαλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλείφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάλειψη
απαλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του απάλειψη
απαλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του απάλειψη
απαλείψομε	=	απαλείφω
απαλείψου	=	απαλείφω
απαλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλείφω
απαλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλειμμένο
απαλειμμένε	verb	κλητική ενικού του απαλειμμένος
απαλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλειμμένη
απαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλειμμένος
απαλειμμένης	verb	γενική ενικού του απαλειμμένη
απαλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαλειμμένος
απαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλειμμένος
απαλειμμένος	=	απαλείφω
απαλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαλειμμένος
απαλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαλειμμένος
απαλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαλειμμένος
απαλειπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλειπτικό
απαλειπτικέ	adj	κλητική ενικού του απαλειπτικός
απαλειπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλειπτική
απαλειπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλειπτικός
απαλειπτικής	adj	γενική ενικού του απαλειπτική
απαλειπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλειπτικός
απαλειπτικού	adj	γενική ενικού του απαλειπτικός
απαλειπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλειπτικός
απαλειπτικό	adj	αιτιατική ενικού του απαλειπτικός
απαλειπτικός	adj	που έχει σχέση με την απάλειψη, αναφέρεται σ' αυτή ή συντελεί σ΄αυτή
απαλειπτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαλειπτικός
απαλειπτικώς	adv	με απαλειπτικό τρόπο
απαλειφθήκαμε	=	απαλείφω
απαλειφθήκαν	=	απαλείφω
απαλειφθήκανε	=	απαλείφω
απαλειφθήκατε	=	απαλείφω
απαλειφθεί	=	απαλείφω
απαλειφθείς	=	απαλείφω
απαλειφθείτε	=	απαλείφω
απαλειφθούμε	=	απαλείφω
απαλειφθώ	=	απαλείφω
απαλειφόμασταν	=	απαλείφω
απαλειφόμαστε	=	απαλείφω
απαλειφόσασταν	=	απαλείφω
απαλειφόσαστε	=	απαλείφω
απαλλάγηκα	=	απαλλάσσω
απαλλάγηκαν	=	απαλλάσσω
απαλλάγηκε	=	απαλλάσσω
απαλλάγηκες	=	απαλλάσσω
απαλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξαν	=	απαλλάσσω
απαλλάξανε	=	απαλλάσσω
απαλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξου	=	απαλλάσσω
απαλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάσσαμε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσαν	=	απαλλάσσω
απαλλάσσανε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσατε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσει	=	απαλλάσσω
απαλλάσσεις	=	απαλλάσσω
απαλλάσσεσαι	=	απαλλάσσω
απαλλάσσεστε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσεται	=	απαλλάσσω
απαλλάσσετε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαλλάσσω
απαλλάσσονται	=	απαλλάσσω
απαλλάσσονταν	=	απαλλάσσω
απαλλάσσοντας	=	απαλλάσσω
απαλλάσσουμε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσουν	=	απαλλάσσω
απαλλάσσουνε	=	απαλλάσσω
απαλλάσσω	verb	ελευθερώνω κάποιον ή κάτι από ένα βάρος, υλικό ή ηθικό, γλιτώνω
απαλλάχθηκα	=	απαλλάσσομαι
απαλλάχτηκα	=	απαλλάσσω
απαλλάχτηκαν	=	απαλλάσσω
απαλλάχτηκε	=	απαλλάσσω
απαλλάχτηκες	=	απαλλάσσω
απαλλαγές	=	απαλλαγή
απαλλαγή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαλλάσσω
απαλλαγήκαμε	=	απαλλάσσω
απαλλαγήκαν	=	απαλλάσσω
απαλλαγήκανε	=	απαλλάσσω
απαλλαγήκατε	=	απαλλάσσω
απαλλαγής	=	απαλλαγή
απαλλαγεί	=	απαλλάσσω
απαλλαγείτε	=	απαλλάσσω
απαλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλαγμένο
απαλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του απαλλαγμένος
απαλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλαγμένη
απαλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλλαγμένος
απαλλαγμένης	verb	γενική ενικού του απαλλαγμένη
απαλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαλλαγμένος
απαλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλλαγμένος
απαλλαγμένος	verb	που έχει απαλλαχτεί
απαλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαλλαγμένος
απαλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαλλαγμένος
απαλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαλλαγμένος
απαλλαγών	=	απαλλαγή
απαλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλακτικό
απαλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του απαλλακτικός
απαλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλακτική
απαλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλλακτικός
απαλλακτικής	adj	γενική ενικού του απαλλακτική
απαλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλλακτικός
απαλλακτικού	adj	γενική ενικού του απαλλακτικός
απαλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλλακτικός
απαλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του απαλλακτικός
απαλλακτικός	adj	που απαλλάσσει από κατηγορία
απαλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαλλακτικός
απαλλασσόμασταν	=	απαλλάσσω
απαλλασσόμαστε	=	απαλλάσσω
απαλλασσόμουν	=	απαλλάσσω
απαλλασσόμουνα	=	απαλλάσσω
απαλλασσόντουσαν	=	απαλλάσσω
απαλλασσόσασταν	=	απαλλάσσω
απαλλασσόσαστε	=	απαλλάσσω
απαλλασσόσουν	=	απαλλάσσω
απαλλασσόσουνα	=	απαλλάσσω
απαλλασσόταν	=	απαλλάσσω
απαλλασσότανε	=	απαλλάσσω
απαλλαχτήκαμε	=	απαλλάσσω
απαλλαχτήκαν	=	απαλλάσσω
απαλλαχτήκανε	=	απαλλάσσω
απαλλαχτήκατε	=	απαλλάσσω
απαλλαχτεί	=	απαλλάσσω
απαλλαχτείτε	=	απαλλάσσω
απαλλαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλαχτικό
απαλλαχτικέ	adj	κλητική ενικού του απαλλαχτικός
απαλλαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλαχτική
απαλλαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλλαχτικός
απαλλαχτικής	adj	γενική ενικού του απαλλαχτική
απαλλαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλλαχτικός
απαλλαχτικού	adj	γενική ενικού του απαλλαχτικός
απαλλαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλλαχτικός
απαλλαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του απαλλαχτικός
απαλλαχτικός	adj	άλλη μορφή του απαλλακτικός
απαλλαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαλλαχτικός
απαλλοτρίωνα	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωναν	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωνε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωνες	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτρίωση	noun	η διαδικασία κατά την οποία το κράτος αφαιρεί, με σκοπό δημόσιας ωφέλειας, την ιδιοκτησία από ένα πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεση του, πάντοτε με την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως
απαλλοτρίωσης	noun	γενική ενικού του απαλλοτρίωση
απαλλοτριωθήκαμε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωθήκαν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωθήκανε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωθήκατε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωθεί	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωθείτε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλοτριωμένο
απαλλοτριωμένε	verb	κλητική ενικού του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλοτριωμένη
απαλλοτριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωμένης	verb	γενική ενικού του απαλλοτριωμένη
απαλλοτριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωμένος	verb	του οποίου η κυριότητα έχει αφαιρεθεί από τον προηγούμενο κτήτορα από το δημόσιο
απαλλοτριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαλλοτριωμένος
απαλλοτριωνόμασταν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόμαστε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόμουν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόμουνα	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόντουσαν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόσασταν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόσαστε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόσουν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόσουνα	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνόταν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωνότανε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριωτικά	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικέ	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικές	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτική	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικής	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικοί	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικού	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικούς	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικό	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριωτικός	adj	που έχει σχέση με απαλλοτρίωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
απαλλοτριωτικών	=	απαλλοτριωτικός
απαλλοτριώθηκα	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώθηκαν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώθηκε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώθηκες	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώναμε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώναν	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνανε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνατε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνει	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνεις	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνεσαι	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνεστε	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνεται	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνετε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνονται	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνονταν	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνοντας	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνου	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώνουμε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνουν	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνουνε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώνω	verb	εξαγοράζω αναγκαστικά την ακίνητη περιουσία κάποιου ιδιοκτήτη και την αποδίδω για λόγους δημοσίου συμφέροντος στο δημόσιο
απαλλοτριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσαν	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσανε	=	απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλλοτρίωση
απαλλοτριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαλλοτρίωση
απαλλοτριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαλλοτρίωση
απαλλοτριώσιμα	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμε	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμες	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμη	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμης	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμο	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμοι	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμος	adj	που μπορεί να απαλλοτριωθεί
απαλλοτριώσιμου	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμους	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσιμων	=	απαλλοτριώσιμος
απαλλοτριώσου	=	απαλλοτριώνομαι
απαλλοτριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλλοτριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαλλοτριώνω
απαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλός
απαλογέρνω	verb|literary	γέρνω απαλά
απαλοιφές	=	απαλοιφή
απαλοιφή	noun	απάλειψη
απαλοιφής	=	απαλοιφή
απαλοιφών	=	απαλοιφή
απαλοσυνών	=	απαλοσύνη
απαλοσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλοσύνη
απαλοσύνη	noun|vulgar	άλλη μορφή του απαλότητα
απαλοσύνης	noun	γενική ενικού του απαλοσύνη
απαλοτήτων	=	απαλότητα
απαλού	adj	γενική ενικού του απαλός
απαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλός
απαλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλυμένο
απαλυμένε	verb	κλητική ενικού του απαλυμένος
απαλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλυμένη
απαλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλυμένος
απαλυμένης	verb	γενική ενικού του απαλυμένη
απαλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαλυμένος
απαλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλυμένος
απαλυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απαλύνω
απαλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαλυμένος
απαλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαλυμένος
απαλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαλυμένος
απαλυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλυντικό
απαλυντικέ	adj	κλητική ενικού του απαλυντικός
απαλυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλυντική
απαλυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλυντικός
απαλυντικής	adj	γενική ενικού του απαλυντική
απαλυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλυντικός
απαλυντικού	adj	γενική ενικού του απαλυντικός
απαλυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλυντικός
απαλυντικό	adj	αιτιατική ενικού του απαλυντικός
απαλυντικός	adj	που έχει σχέση με την απάλυνση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
απαλυντικών	adj	γενική πληθυντικού του απαλυντικός
απαλό	adj	αιτιατική ενικού του απαλός
απαλός	adj	που μας ευχαριστεί όταν τον ακουμπάμε ή τον αισθανόμαστε
απαλότατα	=	απαλός
απαλότατε	=	απαλός
απαλότατες	=	απαλός
απαλότατη	=	απαλός
απαλότατης	=	απαλός
απαλότατο	=	απαλός
απαλότατοι	=	απαλός
απαλότατος	=	απαλός
απαλότατου	=	απαλός
απαλότατους	=	απαλός
απαλότατων	=	απαλός
απαλότερα	=	απαλός
απαλότερε	=	απαλός
απαλότερες	=	απαλός
απαλότερη	=	απαλός
απαλότερης	=	απαλός
απαλότερο	=	απαλός
απαλότεροι	=	απαλός
απαλότερος	=	απαλός
απαλότερου	=	απαλός
απαλότερους	=	απαλός
απαλότερων	=	απαλός
απαλότητα	noun	η ιδιότητα του απαλού
απαλότητας	noun	γενική ενικού του απαλότητα
απαλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλότητα
απαλόχνουδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλόχνουδο
απαλόχνουδε	adj	κλητική ενικού του απαλόχνουδος
απαλόχνουδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαλόχνουδη
απαλόχνουδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαλόχνουδος
απαλόχνουδης	adj	γενική ενικού του απαλόχνουδη
απαλόχνουδο	adj	αιτιατική ενικού του απαλόχνουδος
απαλόχνουδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαλόχνουδος
απαλόχνουδος	adj|dated	που είναι φτιαγμένος από απαλά χνούδια
απαλόχνουδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαλόχνουδος
απαλόχνουδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαλόχνουδος
απαλόχνουδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαλόχνουδος
απαλύναμε	=	απαλαίνω
απαλύναν	=	απαλαίνω
απαλύνανε	=	απαλαίνω
απαλύνατε	=	απαλαίνω
απαλύνει	=	απαλαίνω
απαλύνεις	=	απαλύνω
απαλύνετε	=	απαλαίνω
απαλύνομαι	=	απαλύνω
απαλύνοντας	=	απαλύνω
απαλύνουμε	=	απαλύνω
απαλύνουν	=	απαλύνω
απαλύνουνε	=	απαλύνω
απαλύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάλυνση
απαλύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απάλυνση
απαλύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απάλυνση
απαλύντε	=	απαλύνω
απαλύνω	verb	κάνω κάτι (πιο) απαλό
απαλών	adj	γενική πληθυντικού του απαλός
απαμίνωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απαμινώνω
απαμίνωσης	noun	γενική ενικού του απαμίνωση
απαμβλυνθήκαμε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνθήκαν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνθήκανε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνθήκατε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνθεί	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνθείτε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαμβλυντικός	adv|formal	άλλη μορφή του αμβλυντικά
απαμβλυντικέ	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικές	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντική	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικής	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικοί	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικού	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικούς	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικό	=	απαμβλυντικός
απαμβλυντικός	adj|formal	άλλη μορφή του αμβλυντικός
απαμβλυντικών	=	απαμβλυντικός
απαμβλυνόμασταν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόμαστε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόμουν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόμουνα	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόντουσαν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόσασταν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόσαστε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόσουν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόσουνα	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνόταν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλυνότανε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύναμε	=	απαμβλύνω
απαμβλύναν	=	απαμβλύνω
απαμβλύνανε	=	απαμβλύνω
απαμβλύνατε	=	απαμβλύνω
απαμβλύνει	=	απαμβλύνω
απαμβλύνεις	=	απαμβλύνω
απαμβλύνεσαι	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνεστε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνεται	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνετε	=	απαμβλύνω
απαμβλύνθηκα	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνθηκαν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνθηκε	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνθηκες	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαμβλύνω
απαμβλύνονται	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνονταν	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνοντας	=	απαμβλύνω
απαμβλύνου	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύνουμε	=	απαμβλύνω
απαμβλύνουν	=	απαμβλύνω
απαμβλύνουνε	=	απαμβλύνω
απαμβλύνσεις	=	απάμβλυνση
απαμβλύνσεων	=	απάμβλυνση
απαμβλύνσεως	=	απάμβλυνση
απαμβλύνσου	=	απαμβλύνομαι
απαμβλύντε	=	απαμβλύνω
απαμβλύνω	verb|archaic	άλλη μορφή του αμβλύνω
απαμινώνω	verb	επιχειρώ απαμίνωση, αφαιρώντας μία αμινική ομάδα από μόριο αμινοένωσης, είτε με οξείδωση, είτε με υδρόλυση
απαμινώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαμίνωση
απαμινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαμίνωση
απαμινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαμίνωση
απανέμι	noun	άλλη μορφή του απανεμιά: τόπος προφυλαγμένος από ανέμους, απάνεμος τόπος
απανέμια	=	απανέμι
απανεμιά	noun	νηνεμία
απανεμιάς	noun	γενική ενικού του απανεμιά
απανεμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανεμιά
απανεμιού	=	απανέμι
απανεμιών	=	απανεμιά
απανθίζαμε	=	απανθίζω
απανθίζαν	=	απανθίζω
απανθίζανε	=	απανθίζω
απανθίζατε	=	απανθίζω
απανθίζει	=	απανθίζω
απανθίζεις	=	απανθίζω
απανθίζετε	=	απανθίζω
απανθίζοντας	=	απανθίζω
απανθίζουμε	=	απανθίζω
απανθίζουν	=	απανθίζω
απανθίζουνε	=	απανθίζω
απανθίζω	verb	σταματώ να ανθοφορώ, να βγάζω λουλούδια
απανθίσαμε	=	απανθίζω
απανθίσαν	=	απανθίζω
απανθίσανε	=	απανθίζω
απανθίσατε	=	απανθίζω
απανθίσει	=	απανθίζω
απανθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάνθισμα
απανθίσματος	noun	γενική ενικού του απάνθισμα
απανθίστε	=	απανθίζω
απανθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απάνθισμα
απανθράκωνα	=	απανθρακώνω
απανθράκωναν	=	απανθρακώνω
απανθράκωνε	=	απανθρακώνω
απανθράκωνες	=	απανθρακώνω
απανθράκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθράκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθράκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθράκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθράκωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απανθρακώνω
απανθράκωσης	noun	γενική ενικού του απανθράκωση
απανθρακοποίηση	noun	η μείωση ή η αφαίρεση της καύσης άνθρακα από τη διαδικασία παραγωγής ενέργειας
απανθρακοποίησης	noun	γενική ενικού του απανθρακοποίηση
απανθρακοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανθρακοποίηση
απανθρακοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απανθρακοποίηση
απανθρακοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απανθρακοποίηση
απανθρακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανθρακωμένο
απανθρακωμένε	verb	κλητική ενικού του απανθρακωμένος
απανθρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανθρακωμένη
απανθρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απανθρακωμένος
απανθρακωμένης	verb	γενική ενικού του απανθρακωμένη
απανθρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απανθρακωμένος
απανθρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απανθρακωμένος
απανθρακωμένος	verb	που έχει καεί τελείως, που έχει γίνει κάρβουνο
απανθρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απανθρακωμένος
απανθρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απανθρακωμένος
απανθρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απανθρακωμένος
απανθρακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνομαι
απανθρακώναμε	=	απανθρακώνω
απανθρακώναν	=	απανθρακώνω
απανθρακώνανε	=	απανθρακώνω
απανθρακώνατε	=	απανθρακώνω
απανθρακώνει	=	απανθρακώνω
απανθρακώνεις	=	απανθρακώνω
απανθρακώνετε	=	απανθρακώνω
απανθρακώνομαι	verb	καίγομαι ολοσχερώς, γίνομαι κάρβουνο
απανθρακώνοντας	=	απανθρακώνω
απανθρακώνουμε	=	απανθρακώνω
απανθρακώνουν	=	απανθρακώνω
απανθρακώνουνε	=	απανθρακώνω
απανθρακώνω	verb	καίω κάτι ολοσχερώς, το κάνω να γίνει κάρβουνο
απανθρακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσαν	=	απανθρακώνω
απανθρακώσανε	=	απανθρακώνω
απανθρακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απανθράκωση
απανθρακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απανθράκωση
απανθρακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απανθρακώνω
απανθρωπία	=	απανθρωπιά
απανθρωπιά	noun	το να είναι κάποιος απάνθρωπος, η ιδιότητα του απάνθρωπου
απανθρωπιάς	=	απανθρωπιά
απανθρωπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανθρωπιά
απανθρωπισμέ	noun	κλητική ενικού του απανθρωπισμός
απανθρωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απανθρωπισμός
απανθρωπισμού	noun	γενική ενικού του απανθρωπισμός
απανθρωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απανθρωπισμός
απανθρωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του απανθρωπισμός
απανθρωπισμός	noun	άλλη μορφή του απανθρωπιά
απανθρωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του απανθρωπισμός
απανθρωπιών	=	απανθρωπιά
απανθρωποποίει	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποίησα	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποίησαν	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποίησε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποίησες	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απανθρωποποιώ
απανθρωποποίησης	=	απανθρωποποίηση
απανθρωποποιήσαμε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιήσαν	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιήσανε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιήσατε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιήσει	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιήσεις	=	απανθρωποποίηση
απανθρωποποιήσεων	=	απανθρωποποίηση
απανθρωποποιήστε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιεί	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιείς	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιείτε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούμε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούν	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούνε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσα	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσαμε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσαν	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσανε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσατε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσε	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιούσες	=	απανθρωποποιώ
απανθρωποποιώ	verb|formal	στερώ από πρόσωπα, πράξεις ή καταστάσεις τα ουσιώδη γνωρίσματα της ανθρώπινης ύπαρξης –όπως η ενσυναίσθηση, η αξιοπρέπεια ή η ηθική ευθύνη– μετατρέποντάς τα σε απρόσωπα, ψυχρά ή καταπιεστικά σχήματα
απανθρωποποιώντας	=	απανθρωποποιώ
απανθρώπου	=	απάνθρωπος
απανθρώπους	=	απάνθρωπος
απανθρώπων	=	απάνθρωπος
απανινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανινό
απανινέ	adj	κλητική ενικού του απανινός
απανινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανινή
απανινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απανινός
απανινής	adj	γενική ενικού του απανινή
απανινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απανινός
απανινού	adj	γενική ενικού του απανινός
απανινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απανινός
απανινό	adj	αιτιατική ενικού του απανινός
απανινός	adj	που βρίσκεται από πάνω
απανινών	adj	γενική πληθυντικού του απανινός
απανουσά	noun	το πάνω μέρος ενός κτήματος
απανουσάς	=	απανουσά
απανουσές	=	απανουσά
απανουσιά	noun	άλλη μορφή του απανουσά
απανουσιάς	=	απανουσιά
απανουσιές	=	απανουσιά
απανουσιών	=	απανουσιά
απανουσών	=	απανουσά
απαντά	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω / απαντώ
απαντάγαμε	=	απαντάω
απαντάγανε	=	απαντάω
απαντάγατε	=	απαντάω
απαντάει	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω
απαντάμε	=	απαντάω
απαντάν	verb	άλλη μορφή του απαντάνε, γ' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω
απαντάνε	verb	γ' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω
απαντάς	=	απαντάω
απαντάσθε	=	απαντάω
απαντάται	verb|formal	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντώμαι, παθητική φωνή του ρήματος απαντώ
απαντάτε	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω / απαντώ
απαντάω	verb	δίνω απάντηση σε ερώτημα, αποκρίνομαι
απαντέχω	verb	περιμένω, προσδοκώ, ελπίζω
απαντήθηκα	=	απαντιέμαι
απαντήθηκαν	=	απαντάω
απαντήθηκε	=	απαντάω
απαντήθηκες	=	απαντάω
απαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσαν	=	απαντάω
απαντήσανε	=	απαντάω
απαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάντηση
απαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απάντηση
απαντήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απάντηση
απαντήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντήσιμο
απαντήσιμε	adj	κλητική ενικού του απαντήσιμος
απαντήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντήσιμη
απαντήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαντήσιμος
απαντήσιμης	adj	γενική ενικού του απαντήσιμη
απαντήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του απαντήσιμος
απαντήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαντήσιμος
απαντήσιμος	adj|rare	που είναι δυνατόν να απαντηθεί
απαντήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαντήσιμος
απαντήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαντήσιμος
απαντήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαντήσιμος
απαντήσομε	=	απαντάω
απαντήσου	=	απαντάω
απαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσουνε	=	απαντάω
απαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαντώ
απανταχαίνω	=	απαντέχω
απανταχουσών	noun	γενική πληθυντικού του απανταχούσα
απανταχού	adv	άλλη μορφή του πανταχού, παντού
απανταχούσα	noun	εγκύκλιος του πατριαρχείου που απευθύνεται στους "απανταχού ορθοδόξους"
απανταχούσας	noun	γενική ενικού του απανταχούσα
απανταχούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανταχούσα
απανταχόθεν	adv|formal	από παντού, απ' όλα τα μέρη
απαντεχαίνω	verb	περιμένω (με καλή ή κακή διάθεση) κάτι (ευχάριστο ή δυσάρεστο)
απαντηθήκαμε	=	απαντάω
απαντηθήκαν	=	απαντάω
απαντηθήκανε	=	απαντάω
απαντηθήκατε	=	απαντάω
απαντηθεί	=	απαντάω
απαντηθείς	=	απαντάω
απαντηθείτε	=	απαντάω
απαντηθούμε	=	απαντάω
απαντηθούν	=	απαντάω
απαντηθούνε	=	απαντάω
απαντηθώ	=	απαντάω
απαντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντημένο
απαντημένε	verb	κλητική ενικού του απαντημένος
απαντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντημένη
απαντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαντημένος
απαντημένης	verb	γενική ενικού του απαντημένη
απαντημένο	verb	αιτιατική ενικού του απαντημένος
απαντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαντημένος
απαντημένος	=	απαντάω
απαντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαντημένος
απαντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαντημένος
απαντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαντημένος
απαντητές	=	απαντητής
απαντητή	=	απαντητής
απαντητής	noun	αυτός που απαντάει
απαντητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντητικό
απαντητικέ	adj	κλητική ενικού του απαντητικός
απαντητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντητική
απαντητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαντητικός
απαντητικής	adj	γενική ενικού του απαντητική
απαντητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαντητικός
απαντητικού	adj	γενική ενικού του απαντητικός
απαντητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαντητικός
απαντητικό	adj	αιτιατική ενικού του απαντητικός
απαντητικός	adj	που απαντά
απαντητικών	adj	γενική πληθυντικού του απαντητικός
απαντητών	=	απαντητής
απαντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαντάω
απαντιέστε	=	απαντάω
απαντιούνται	=	απαντάω
απαντιόμασταν	=	απαντάω
απαντιόνταν	=	απαντάω
απαντιόντανε	=	απαντάω
απαντιόντουσαν	=	απαντάω
απαντιόσασταν	=	απαντάω
απαντλήθηκα	=	απαντλώ
απαντλήθηκαν	=	απαντλώ
απαντλήθηκε	=	απαντλώ
απαντλήθηκες	=	απαντλώ
απαντλήσαμε	=	απαντλώ
απαντλήσαν	=	απαντλώ
απαντλήσανε	=	απαντλώ
απαντλήσατε	=	απαντλώ
απαντλήσει	=	απαντλώ
απαντλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάντληση
απαντλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απάντληση
απαντλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απάντληση
απαντλήσου	=	απαντλώ
απαντλήστε	=	απαντλώ
απαντλεί	=	απαντλώ
απαντλείς	=	απαντλώ
απαντλείσαι	=	απαντλώ
απαντλείστε	=	απαντλώ
απαντλείται	=	απαντλώ
απαντλείτε	=	απαντλώ
απαντληθήκαμε	=	απαντλώ
απαντληθήκαν	=	απαντλώ
απαντληθήκανε	=	απαντλώ
απαντληθήκατε	=	απαντλώ
απαντληθεί	=	απαντλώ
απαντληθείτε	=	απαντλώ
απαντλημένος	=	απαντλώ
απαντλημένων	verb	γενική πληθυντικού του απαντλημένος
απαντλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντλητικό
απαντλητικέ	adj	κλητική ενικού του απαντλητικός
απαντλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντλητική
απαντλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαντλητικός
απαντλητικής	adj	γενική ενικού του απαντλητική
απαντλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαντλητικός
απαντλητικού	adj	γενική ενικού του απαντλητικός
απαντλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαντλητικός
απαντλητικό	adj	αιτιατική ενικού του απαντλητικός
απαντλητικός	adj	που έχει σχέση με την απάντληση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
απαντλητικών	adj	γενική πληθυντικού του απαντλητικός
απαντλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαντλώ
απαντλούμασταν	=	απαντλώ
απαντλούμαστε	=	απαντλώ
απαντλούμε	=	απαντλώ
απαντλούμουν	=	απαντλώ
απαντλούν	=	απαντλώ
απαντλούνε	=	απαντλώ
απαντλούνται	=	απαντλώ
απαντλούνταν	=	απαντλώ
απαντλούσα	=	απαντλώ
απαντλούσαμε	=	απαντλώ
απαντλούσαν	=	απαντλώ
απαντλούσανε	=	απαντλώ
απαντλούσασταν	=	απαντλώ
απαντλούσαστε	=	απαντλώ
απαντλούσατε	=	απαντλώ
απαντλούσε	=	απαντλώ
απαντλούσες	=	απαντλώ
απαντλούσουν	=	απαντλώ
απαντλώ	verb	αντλώ τα νερά ή άλλα υγρά που έχουν γεμίσει ή πλημμυρίσει κάποιο πλοίο (ή άλλο χώρο)
απαντλώντας	=	απαντλώ
απαντοχές	=	απαντοχή
απαντοχή	noun|literary	προσμονή για λύτρωση ή σωτηρία, αναμονή, λαχτάρα, προσδοκία
απαντοχής	=	απαντοχή
απαντοχών	=	απαντοχή
απαντούμε	=	απαντάω
απαντούν	verb	γ' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος απαντάω
απαντούνε	=	απαντάω
απαντούσα	=	απαντάω
απαντούσαμε	=	απαντάω
απαντούσαν	=	απαντάω
απαντούσανε	=	απαντάω
απαντούσατε	=	απαντάω
απαντούσε	=	απαντάω
απαντούσες	=	απαντάω
απαντώ	verb	άλλη μορφή του απαντάω
απαντώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαντώ
απαντώμεθα	=	απαντάω
απαντώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντώμενο
απαντώμενε	verb	κλητική ενικού του απαντώμενος
απαντώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαντώμενη
απαντώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαντώμενος
απαντώμενης	verb	γενική ενικού του απαντώμενη
απαντώμενο	verb	αιτιατική ενικού του απαντώμενος
απαντώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαντώμενος
απαντώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απαντώ
απαντώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαντώμενος
απαντώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαντώμενος
απαντώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαντώμενος
απαντώντας	=	απαντάω
απανωβελονιά	noun	άλλη μορφή του πανωβελονιά
απανωβελονιάς	=	απανωβελονιά
απανωβελονιές	=	απανωβελονιά
απανωβελονιών	=	απανωβελονιά
απανωγράμματα	=	απανώγραμμα
απανωγράμματος	=	απανώγραμμα
απανωγραμμάτων	=	απανώγραμμα
απανωγραφές	=	απανωγραφή
απανωγραφή	noun	επιγραφή που έχει γραφεί πάνω σε μάρμαρο κ.λπ.
απανωγραφής	=	απανωγραφή
απανωγραφών	=	απανωγραφή
απανωκορμιού	=	απανωκόρμι
απανωκορμιών	=	απανωκόρμι
απανωκόρμι	noun|poetic	το επάνω μέρος του κορμιού
απανωκόρμια	=	απανωκόρμι
απανωπροίκι	noun	άλλη μορφή του πανωπροίκι
απανωπροίκια	=	απανωπροίκι
απανωπροικιού	=	απανωπροίκι
απανωπροικιών	=	απανωπροίκι
απανωπρούκια	noun	συμπληρωματική προίκα
απανωσιά	noun	η επάνω μεριά, η επιφάνεια
απανωσιάς	=	απανωσιά
απανωσιές	=	απανωσιά
απανωσιών	=	απανωσιά
απανωτά	adv	το ένα πάνω στο άλλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανωτό
απανωτέ	adj	κλητική ενικού του απανωτός
απανωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απανωτή
απανωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απανωτός
απανωτής	adj	γενική ενικού του απανωτή
απανωτα	=	απανωτός
απανωτε	=	απανωτός
απανωτες	=	απανωτός
απανωτη	=	απανωτός
απανωτης	=	απανωτός
απανωτο	=	απανωτός
απανωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απανωτός
απανωτοι	=	απανωτός
απανωτος	=	απανωτός
απανωτου	=	απανωτός
απανωτους	=	απανωτός
απανωτού	adj	γενική ενικού του απανωτός
απανωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απανωτός
απανωτων	=	απανωτός
απανωτό	adj	αιτιατική ενικού του απανωτός
απανωτός	adj	που βρίσκεται πάνω από άλλον ο οποίος, επίσης βρίσκεται πάνω από άλλον
απανωτών	adj	γενική πληθυντικού του απανωτός
απανώγραμμα	noun	άλλη μορφή του πανώγραμμα
απανώρουχο	noun|rare	το πανωφόρι
απαξάπαν	=	απαξάπας
απαξάπαντες	adj|archaic	όλοι μαζί, χωρίς εξαιρέσεις
απαξάπας	adj|archaic	όλος, ολόκληρος
απαξάπασα	=	απαξάπας
απαξία	noun	το να μην αξίζει κάποιος ή κάτι, να μην έχει κάποια αξία
απαξίας	noun	γενική ενικού του απαξία
απαξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαξία
απαξίωνα	=	απαξιώνω
απαξίωναν	=	απαξιώνω
απαξίωνε	=	απαξιώνω
απαξίωνες	=	απαξιώνω
απαξίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξίωση	noun	της τιμής ενός αγαθού
απαξίωσης	=	απαξίωση
απαξιοίς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής & υποτακτικής ενεστώτα του απαξιώ
απαξιωθήκαμε	=	απαξιώνω
απαξιωθήκαν	=	απαξιώνω
απαξιωθήκανε	=	απαξιώνω
απαξιωθήκατε	=	απαξιώνω
απαξιωθεί	=	απαξιώνω
απαξιωθείς	=	απαξιώνω
απαξιωθείτε	=	απαξιώνω
απαξιωθούμε	=	απαξιώνω
απαξιωθούν	=	απαξιώνω
απαξιωθούνε	=	απαξιώνω
απαξιωθώ	=	απαξιώνω
απαξιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαξιωμένο
απαξιωμένε	verb	κλητική ενικού του απαξιωμένος
απαξιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαξιωμένη
απαξιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαξιωμένος
απαξιωμένης	verb	γενική ενικού του απαξιωμένη
απαξιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαξιωμένος
απαξιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαξιωμένος
απαξιωμένος	=	απαξιώνω
απαξιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαξιωμένος
απαξιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαξιωμένος
απαξιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαξιωμένος
απαξιωνόμασταν	=	απαξιώνω
απαξιωνόμαστε	=	απαξιώνω
απαξιωνόμουν	=	απαξιώνω
απαξιωνόμουνα	=	απαξιώνω
απαξιωνόντουσαν	=	απαξιώνω
απαξιωνόσασταν	=	απαξιώνω
απαξιωνόσαστε	=	απαξιώνω
απαξιωνόσουν	=	απαξιώνω
απαξιωνόσουνα	=	απαξιώνω
απαξιωνόταν	=	απαξιώνω
απαξιωνότανε	=	απαξιώνω
απαξιωτικά	adv	με τρόπο που απαξιώνει, που θέλει να προκαλέσει την απώλεια του σεβασμού για κάτι, περιφρονητικά
απαξιωτικέ	adj	κλητική ενικού του απαξιωτικός
απαξιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαξιωτική
απαξιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαξιωτικός
απαξιωτικής	adj	γενική ενικού του απαξιωτική
απαξιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαξιωτικός
απαξιωτικού	adj	γενική ενικού του απαξιωτικός
απαξιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαξιωτικός
απαξιωτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του απαξιωτικός
απαξιωτικός	adj	που απαξιώνει, που δείχνει έλλειψη σεβασμού, περιφρονητικός
απαξιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαξιωτικός
απαξιώ	verb|formal	απαξιώνω στη σημασία: δεν καταδέχομαι (να)
απαξιώθηκα	=	απαξιώνω
απαξιώθηκαν	=	απαξιώνω
απαξιώθηκε	=	απαξιώνω
απαξιώθηκες	=	απαξιώνω
απαξιώμένος	=	απαξιώνω
απαξιώναμε	=	απαξιώνω
απαξιώναν	=	απαξιώνω
απαξιώνανε	=	απαξιώνω
απαξιώνατε	=	απαξιώνω
απαξιώνει	=	απαξιώνω
απαξιώνεις	=	απαξιώνω
απαξιώνεσαι	=	απαξιώνω
απαξιώνεστε	=	απαξιώνω
απαξιώνεται	=	απαξιώνω
απαξιώνετε	=	απαξιώνω
απαξιώνομαι	=	απαξιώνω
απαξιώνομε	=	απαξιώνω
απαξιώνονται	=	απαξιώνω
απαξιώνονταν	=	απαξιώνω
απαξιώνοντας	=	απαξιώνω
απαξιώνουμε	=	απαξιώνω
απαξιώνουν	=	απαξιώνω
απαξιώνουνε	=	απαξιώνω
απαξιώνω	verb	μειώνω την αξία κάποιου πράγματος, το κρίνω ή το καθιστώ ανάξιο, το θεωρώ ανάρμοστο
απαξιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσαν	=	απαξιώνω
απαξιώσανε	=	απαξιώνω
απαξιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσεων	=	απαξίωση
απαξιώσομε	=	απαξιώνω
απαξιώσου	=	απαξιώνω
απαξιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσουνε	=	απαξιώνω
απαξιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαξιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαξιώνω
απαπούτσωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαπούτσωτο
απαπούτσωτε	adj	κλητική ενικού του απαπούτσωτος
απαπούτσωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαπούτσωτη
απαπούτσωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαπούτσωτος
απαπούτσωτης	adj	γενική ενικού του απαπούτσωτη
απαπούτσωτο	adj	αιτιατική ενικού του απαπούτσωτος
απαπούτσωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαπούτσωτος
απαπούτσωτος	adj	που δεν φορά παπούτσια
απαπούτσωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαπούτσωτος
απαπούτσωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαπούτσωτος
απαπούτσωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαπούτσωτος
απαράβαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράβαλτο
απαράβαλτε	adj	κλητική ενικού του απαράβαλτος
απαράβαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράβαλτη
απαράβαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράβαλτος
απαράβαλτης	adj	γενική ενικού του απαράβαλτη
απαράβαλτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράβαλτος
απαράβαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράβαλτος
απαράβαλτος	adj|dated	απαράμιλλος
απαράβαλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράβαλτος
απαράβαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράβαλτος
απαράβαλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράβαλτος
απαράβατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράβατος	adv	χωρίς να είναι δυνατόν ή επιτρεπτό να παραβούμε κάτι
απαράβατε	adj	κλητική ενικού του απαράβατος
απαράβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράβατη
απαράβατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράβατος
απαράβατης	adj	γενική ενικού του απαράβατη
απαράβατο	adj	αιτιατική ενικού του απαράβατος
απαράβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράβατος
απαράβατος	adj	που δεν είναι δυνατόν να τον παραβούν
απαράβατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράβατος
απαράβατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράβατος
απαράβατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράβατος
απαράβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράβλητος	adv	με απαράβλητο τρόπο
απαράβλητε	adj	κλητική ενικού του απαράβλητος
απαράβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράβλητη
απαράβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράβλητος
απαράβλητης	adj	γενική ενικού του απαράβλητη
απαράβλητο	adj	αιτιατική ενικού του απαράβλητος
απαράβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράβλητος
απαράβλητος	adj	που δεν είναι δυνατόν να παραβληθεί, καθώς είναι καλύτερος
απαράβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράβλητος
απαράβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράβλητος
απαράβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράβλητος
απαράγγελτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγγελτο
απαράγγελτε	adj	κλητική ενικού του απαράγγελτος
απαράγγελτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγγελτη
απαράγγελτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράγγελτος
απαράγγελτης	adj	γενική ενικού του απαράγγελτη
απαράγγελτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράγγελτος
απαράγγελτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράγγελτος
απαράγγελτος	adj	που δεν έχει παραγγελθεί
απαράγγελτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράγγελτος
απαράγγελτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράγγελτος
απαράγγελτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράγγελτος
απαράγραπτή	=	απαράγραπτος
απαράγραπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (απαράγραπτο) του απαράγραπτος	adv	χωρίς παραγραφή
απαράγραπτε	adj	κλητική ενικού του απαράγραπτος
απαράγραπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγραπτη
απαράγραπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράγραπτος
απαράγραπτης	adj	γενική ενικού του απαράγραπτη
απαράγραπτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράγραπτος
απαράγραπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράγραπτος
απαράγραπτος	adj	που δεν μπορεί να παραγραφεί, να ακυρωθεί
απαράγραπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράγραπτος
απαράγραπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράγραπτος
απαράγραπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράγραπτος
απαράγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγραφο
απαράγραφε	adj	κλητική ενικού του απαράγραφος
απαράγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγραφη
απαράγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράγραφος
απαράγραφης	adj	γενική ενικού του απαράγραφη
απαράγραφο	adj	αιτιατική ενικού του απαράγραφος
απαράγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράγραφος
απαράγραφος	adj	άλλη μορφή του απαράγραπτος
απαράγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράγραφος
απαράγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράγραφος
απαράγραφτή	=	απαράγραφτος
απαράγραφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγραφτο
απαράγραφτε	adj	κλητική ενικού του απαράγραφτος
απαράγραφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράγραφτη
απαράγραφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράγραφτος
απαράγραφτης	adj	γενική ενικού του απαράγραφτη
απαράγραφτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράγραφτος
απαράγραφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράγραφτος
απαράγραφτος	adj	άλλη μορφή του απαράγραπτος
απαράγραφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράγραφτος
απαράγραφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράγραφτος
απαράγραφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράγραφτος
απαράγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράγραφος
απαράδεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράδεκτος	adv	με απαράδεκτο τρόπο
απαράδεκτε	adj	κλητική ενικού του απαράδεκτος
απαράδεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράδεκτη
απαράδεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράδεκτος
απαράδεκτης	adj	γενική ενικού του απαράδεκτη
απαράδεκτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράδεκτος
απαράδεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράδεκτος
απαράδεκτος	adj	που δεν μπορεί να γίνει παραδεκτός
απαράδεκτου	adj	γενική ενικού του απαράδεκτος
απαράδεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράδεκτος
απαράδεκτων	adj	γενική πληθυντικού του απαράδεκτος
απαράδεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράδεχτος	adv	άλλη μορφή του απαράδεκτα
απαράδεχτε	adj	κλητική ενικού του απαράδεχτος
απαράδεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράδεχτη
απαράδεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράδεχτος
απαράδεχτης	adj	γενική ενικού του απαράδεχτη
απαράδεχτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράδεχτος
απαράδεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράδεχτος
απαράδεχτος	=	απαράδεκτος
απαράδεχτου	adj	γενική ενικού του απαράδεχτος
απαράδεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράδεχτος
απαράδεχτων	adj	γενική πληθυντικού του απαράδεχτος
απαράδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράδοτο
απαράδοτε	adj	κλητική ενικού του απαράδοτος
απαράδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράδοτη
απαράδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράδοτος
απαράδοτης	adj	γενική ενικού του απαράδοτη
απαράδοτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράδοτος
απαράδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράδοτος
απαράδοτος	adj	που δεν έχει παραδοθεί
απαράδοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράδοτος
απαράδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράδοτος
απαράδοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράδοτος
απαράθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράθετο
απαράθετε	adj	κλητική ενικού του απαράθετος
απαράθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράθετη
απαράθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράθετος
απαράθετης	adj	γενική ενικού του απαράθετη
απαράθετο	adj	αιτιατική ενικού του απαράθετος
απαράθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράθετος
απαράθετος	adj	που δεν έχει παρατεθεί
απαράθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράθετος
απαράθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράθετος
απαράθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράθετος
απαράκαμπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράκαμπτο
απαράκαμπτε	adj	κλητική ενικού του απαράκαμπτος
απαράκαμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράκαμπτη
απαράκαμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράκαμπτος
απαράκαμπτης	adj	γενική ενικού του απαράκαμπτη
απαράκαμπτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράκαμπτος
απαράκαμπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράκαμπτος
απαράκαμπτος	adj	που δεν είναι δυνατούς να τον παρακάμψουν
απαράκαμπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράκαμπτος
απαράκαμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράκαμπτος
απαράκαμπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράκαμπτος
απαράκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράκλητος	adv|formal	άλλη μορφή του απαρακάλεστα
απαράκλητε	adj	κλητική ενικού του απαράκλητος
απαράκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράκλητη
απαράκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράκλητος
απαράκλητης	adj	γενική ενικού του απαράκλητη
απαράκλητο	adj	αιτιατική ενικού του απαράκλητος
απαράκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράκλητος
απαράκλητος	adj|formal	άλλη μορφή του απαρακάλεστος
απαράκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράκλητος
απαράκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράκλητος
απαράκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράκλητος
απαράλειπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράλειπτος	adv	χωρίς παραλείψεις
απαράλειπτε	adj	κλητική ενικού του απαράλειπτος
απαράλειπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράλειπτη
απαράλειπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράλειπτος
απαράλειπτης	adj	γενική ενικού του απαράλειπτη
απαράλειπτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράλειπτος
απαράλειπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράλειπτος
απαράλειπτος	adj	που δεν έχει παραλείψεις ή δεν παραλείπεται
απαράλειπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράλειπτος
απαράλειπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράλειπτος
απαράλειπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράλειπτος
απαράληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράληπτος	adv	χωρίς να έχει παραληφθεί
απαράληπτε	adj	κλητική ενικού του απαράληπτος
απαράληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράληπτη
απαράληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράληπτος
απαράληπτης	adj	γενική ενικού του απαράληπτη
απαράληπτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράληπτος
απαράληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράληπτος
απαράληπτος	adj|formal	που δεν έχει παραληφθεί
απαράληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράληπτος
απαράληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράληπτος
απαράληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράληπτος
απαράλλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράλλακτος	adv	με απαράλλακτο τρόπο
απαράλλακτε	=	απαράλλακτος
απαράλλακτες	=	απαράλλακτος
απαράλλακτη	=	απαράλλακτος
απαράλλακτης	=	απαράλλακτος
απαράλλακτο	=	απαράλλακτος
απαράλλακτοι	=	απαράλλακτος
απαράλλακτος	adj	απολύτως όμοιος, χωρίς να έχει υποστεί καμιά αλλαγή
απαράλλακτου	=	απαράλλακτος
απαράλλακτους	=	απαράλλακτος
απαράλλακτων	=	απαράλλακτος
απαράλλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράλλαχτος	adv	άλλη μορφή του απαράλλακτα
απαράλλαχτε	adj	κλητική ενικού του απαράλλαχτος
απαράλλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράλλαχτη
απαράλλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράλλαχτος
απαράλλαχτης	adj	γενική ενικού του απαράλλαχτη
απαράλλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του απαράλλαχτος
απαράλλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράλλαχτος
απαράλλαχτος	adj	άλλη μορφή του απαράλλακτος
απαράλλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράλλαχτος
απαράλλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράλλαχτος
απαράλλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράλλαχτος
απαράμιλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράμιλλος	adv	με απαράμιλλο τρόπο
απαράμιλλε	adj	κλητική ενικού του απαράμιλλος
απαράμιλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του απαράμιλλος
απαράμιλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράμιλλος
απαράμιλλης	adj	γενική ενικού του απαράμιλλη
απαράμιλλο	adj	αιτιατική ενικού του απαράμιλλος
απαράμιλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράμιλλος
απαράμιλλος	adj	εξαιρετικός, ασύγκριτος, που ξεπερνάει κάθε τι ανάλογο σε μέγεθος ή μεγαλείο ή ομορφιά κ.λπ.
απαράμιλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράμιλλος
απαράμιλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράμιλλος
απαράμιλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράμιλλος
απαράσκευα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαράσκευος	adv|formal	απροετοίμαστα
απαράσκευε	adj	κλητική ενικού του απαράσκευος
απαράσκευες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαράσκευη
απαράσκευη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαράσκευος
απαράσκευης	adj	γενική ενικού του απαράσκευη
απαράσκευο	adj	αιτιατική ενικού του απαράσκευος
απαράσκευοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαράσκευος
απαράσκευος	adj	ο απροετοίμαστος
απαράσκευου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαράσκευος
απαράσκευους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαράσκευος
απαράσκευων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαράσκευος
απαράτ	noun	γραφειοκρατικός μηχανισμός
απαράτα	=	απαρατώ
απαράταγε	=	απαρατώ
απαράτησα	=	απαρατώ
απαράτησαν	=	απαρατώ
απαράτησε	=	απαρατώ
απαράτησες	=	απαρατώ
απαράτσικ	noun|rare	κάποιος ο οποίος είναι μέρος ενός οργανισμού ή μιας δομής εξουσίας, ουσιαστικά ανώτερο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος ή ευρύτερα γραφειοκράτης οποιουδήποτε οργανισμού
απαράτσνικ	noun	άλλη μορφή του απαράτσικ
απαρέγγλιτος	=	απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτα	adv	χωρίς παρέκκλιση, σταθερά, πιστά
απαρέγκλιτε	adj	κλητική ενικού του απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρέγκλιτη
απαρέγκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτης	adj	γενική ενικού του απαρέγκλιτη
απαρέγκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτος	adj	που δεν περιλαμβάνει καμία παρέκκλιση από την αρχικά καθορισμένη πορεία του, από αρχές, συμφωνίες κλπ
απαρέγκλιτου	adj	γενική ενικού του απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρέγκλιτος
απαρέγκλιτων	adj	γενική πληθυντικού του απαρέγκλιτος
απαρέμφατα	=	απαρέμφατο
απαρέμφατε	=	απαρέμφατος
απαρέμφατες	=	απαρέμφατος
απαρέμφατη	=	απαρέμφατος
απαρέμφατης	=	απαρέμφατος
απαρέμφατο	noun	ρηματικός τύπος που δε φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και την ρηματική έγκλιση
απαρέμφατοι	=	απαρέμφατος
απαρέμφατος	adj	κάθε άκλιτος ρηματικός τύπος που δηλώνει διάθεση ή φωνή, αλλά όχι και πρόσωπο και αριθμό
απαρέμφατου	=	απαρέμφατο
απαρέμφατους	=	απαρέμφατος
απαρέμφατων	=	απαρέμφατος
απαρένθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρένθετος	adv|formal	χωρίς να μπορεί να παρεντεθεί
απαρένθετε	adj	κλητική ενικού του απαρένθετος
απαρένθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρένθετη
απαρένθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρένθετος
απαρένθετης	adj	γενική ενικού του απαρένθετη
απαρένθετο	adj	αιτιατική ενικού του απαρένθετος
απαρένθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρένθετος
απαρένθετος	adj|formal	που δεν έχει παρεντεθεί ή δεν μπορεί να παρεντεθεί
απαρένθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρένθετος
απαρένθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρένθετος
απαρένθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρένθετος
απαρέσκεια	noun|formal	δυσαρέσκεια
απαρέσκειας	noun	γενική ενικού του απαρέσκεια
απαρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρέσκεια
απαρέσκω	verb|formal	δεν αρέσω, δυσαρεστώ
απαρίθμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαρίθμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαρίθμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαρίθμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαρίθμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απαριθμώ
απαρίθμησης	noun	γενική ενικού του απαρίθμηση
απαραίτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραίτητος	adv	οπωσδήποτε, αναγκαστικά
απαραίτητε	adj	κλητική ενικού του απαραίτητος
απαραίτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραίτητη
απαραίτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραίτητος
απαραίτητης	adj	γενική ενικού του απαραίτητη
απαραίτητο	adj	αιτιατική ενικού του απαραίτητος
απαραίτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραίτητος
απαραίτητος	adj	αναγκαίος, που χρειάζεται απόλυτα ή που χωρίς αυτόν δεν μπορεί να γίνει κάτι
απαραίτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραίτητος
απαραίτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραίτητος
απαραίτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραίτητος
απαραβίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραβίαστος	adv	χωρίς να παραβιαστεί
απαραβίαστε	=	απαραβίαστος
απαραβίαστες	=	απαραβίαστος
απαραβίαστη	=	απαραβίαστος
απαραβίαστης	=	απαραβίαστος
απαραβίαστο	=	απαραβίαστος
απαραβίαστοι	=	απαραβίαστος
απαραβίαστος	adj	που δεν έχει παραβιαστεί
απαραβίαστου	=	απαραβίαστος
απαραβίαστους	=	απαραβίαστος
απαραβίαστων	=	απαραβίαστος
απαραγνώριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραγνώριστο
απαραγνώριστε	adj	κλητική ενικού του απαραγνώριστος
απαραγνώριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραγνώριστη
απαραγνώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραγνώριστος
απαραγνώριστης	adj	γενική ενικού του απαραγνώριστη
απαραγνώριστο	adj	αιτιατική ενικού του απαραγνώριστος
απαραγνώριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραγνώριστος
απαραγνώριστος	adj	που δεν μπορεί ή δεν αξίζει να παραγνωριστεί
απαραγνώριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραγνώριστος
απαραγνώριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραγνώριστος
απαραγνώριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραγνώριστος
απαραδειγμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραδειγμάτιστο
απαραδειγμάτιστε	adj	κλητική ενικού του απαραδειγμάτιστος
απαραδειγμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραδειγμάτιστη
απαραδειγμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραδειγμάτιστος
απαραδειγμάτιστης	adj	γενική ενικού του απαραδειγμάτιστη
απαραδειγμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του απαραδειγμάτιστος
απαραδειγμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραδειγμάτιστος
απαραδειγμάτιστος	adj	που δεν έχει παραδειγματιστεί
απαραδειγμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραδειγμάτιστος
απαραδειγμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραδειγμάτιστος
απαραδειγμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραδειγμάτιστος
απαραιτήτως	adv	οπωσδήποτε, απαραίτητα
απαρακάλεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρακάλεστος	adv	χωρίς παρακάλια
απαρακάλεστε	adj	κλητική ενικού του απαρακάλεστος
απαρακάλεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακάλεστη
απαρακάλεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρακάλεστος
απαρακάλεστης	adj	γενική ενικού του απαρακάλεστη
απαρακάλεστο	adj	αιτιατική ενικού του απαρακάλεστος
απαρακάλεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρακάλεστος
απαρακάλεστος	adj	που δεν τον έχουν παρακαλέσει
απαρακάλεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρακάλεστος
απαρακάλεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρακάλεστος
απαρακάλεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρακάλεστος
απαρακάλετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρακάλετος	adv	άλλη μορφή του απαρακάλεστα
απαρακάλετε	adj	κλητική ενικού του απαρακάλετος
απαρακάλετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακάλετη
απαρακάλετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρακάλετος
απαρακάλετης	adj	γενική ενικού του απαρακάλετη
απαρακάλετο	adj	αιτιατική ενικού του απαρακάλετος
απαρακάλετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρακάλετος
απαρακάλετος	adj	άλλη μορφή του απαρακάλεστος
απαρακάλετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρακάλετος
απαρακάλετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρακάλετος
απαρακάλετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρακάλετος
απαρακίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρακίνητος	adv	χωρίς παρακίνηση
απαρακίνητε	adj	κλητική ενικού του απαρακίνητος
απαρακίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακίνητη
απαρακίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρακίνητος
απαρακίνητης	adj	γενική ενικού του απαρακίνητη
απαρακίνητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρακίνητος
απαρακίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρακίνητος
απαρακίνητος	adj	που δεν έχει παρακινηθεί
απαρακίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρακίνητος
απαρακίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρακίνητος
απαρακίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρακίνητος
απαρακολούθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρακολούθητος	adv	χωρίς να τον έχουν παρακολουθήσει
απαρακολούθητε	adj	κλητική ενικού του απαρακολούθητος
απαρακολούθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακολούθητη
απαρακολούθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρακολούθητος
απαρακολούθητης	adj	γενική ενικού του απαρακολούθητη
απαρακολούθητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρακολούθητος
απαρακολούθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρακολούθητος
απαρακολούθητος	adj	που δεν τον έχουν παρακολουθήσει
απαρακολούθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρακολούθητος
απαρακολούθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρακολούθητος
απαρακολούθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρακολούθητος
απαρακράτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακράτητο
απαρακράτητε	adj	κλητική ενικού του απαρακράτητος
απαρακράτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακράτητη
απαρακράτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρακράτητος
απαρακράτητης	adj	γενική ενικού του απαρακράτητη
απαρακράτητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρακράτητος
απαρακράτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρακράτητος
απαρακράτητος	adj	που δεν έχει παρακρατηθεί ή δεν μπορεί να παρακρατηθεί
απαρακράτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρακράτητος
απαρακράτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρακράτητος
απαρακράτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρακράτητος
απαρακώλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακώλυτο
απαρακώλυτε	adj	κλητική ενικού του απαρακώλυτος
απαρακώλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρακώλυτη
απαρακώλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρακώλυτος
απαρακώλυτης	adj	γενική ενικού του απαρακώλυτη
απαρακώλυτο	adj	αιτιατική ενικού του απαρακώλυτος
απαρακώλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρακώλυτος
απαρακώλυτος	adj	που δεν τον έχουν παρακωλύσει
απαρακώλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρακώλυτος
απαρακώλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρακώλυτος
απαρακώλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρακώλυτος
απαραλλάκτως	adv|dated	απαράλλακτα
απαραλλήλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραλλήλιστος	adv	χωρίς να μπορεί να παραλληλιστεί
απαραλλήλιστε	adj	κλητική ενικού του απαραλλήλιστος
απαραλλήλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραλλήλιστη
απαραλλήλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραλλήλιστος
απαραλλήλιστης	adj	γενική ενικού του απαραλλήλιστη
απαραλλήλιστο	adj	αιτιατική ενικού του απαραλλήλιστος
απαραλλήλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραλλήλιστος
απαραλλήλιστος	adj	που δεν μπορεί να παραλληλιστεί
απαραλλήλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραλλήλιστος
απαραλλήλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραλλήλιστος
απαραλλήλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραλλήλιστος
απαραλλαξία	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι απαράλλαχτο(ς)
απαραλλαξίας	=	απαραλλαξία
απαραλλαξίες	=	απαραλλαξία
απαραλλαξιών	=	απαραλλαξία
απαραμέριστα	=	απαραμέριστος
απαραμέριστε	=	απαραμέριστος
απαραμέριστες	=	απαραμέριστος
απαραμέριστη	=	απαραμέριστος
απαραμέριστης	=	απαραμέριστος
απαραμέριστο	=	απαραμέριστος
απαραμέριστοι	=	απαραμέριστος
απαραμέριστος	adj	που δεν έχει παραμεριστεί ή δεν είναι δυνατόν να παραμεριστεί
απαραμέριστου	=	απαραμέριστος
απαραμέριστους	=	απαραμέριστος
απαραμέριστων	=	απαραμέριστος
απαραμείωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραμείωτος	adv|formal	αμείωτα
απαραμείωτε	adj	κλητική ενικού του απαραμείωτος
απαραμείωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραμείωτη
απαραμείωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραμείωτος
απαραμείωτης	adj	γενική ενικού του απαραμείωτη
απαραμείωτο	adj	αιτιατική ενικού του απαραμείωτος
απαραμείωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραμείωτος
απαραμείωτος	adj|dated	αμείωτος
απαραμείωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραμείωτος
απαραμείωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραμείωτος
απαραμείωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραμείωτος
απαραμετρικά	=	απαραμετρικός
απαραμετρικέ	=	απαραμετρικός
απαραμετρικές	=	απαραμετρικός
απαραμετρική	=	απαραμετρικός
απαραμετρικής	=	απαραμετρικός
απαραμετρικοί	=	απαραμετρικός
απαραμετρικού	=	απαραμετρικός
απαραμετρικούς	=	απαραμετρικός
απαραμετρικό	=	απαραμετρικός
απαραμετρικός	adj	που αφορά μέθοδο ή τεχνική που στηρίζεται σε δεδομένα χωρίς να προϋποθέτει συγκεκριμένη μορφή ή κατανομή για τον πληθυσμό από τον οποίο προέρχονται
απαραμετρικών	=	απαραμετρικός
απαραμόρφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραμόρφωτο
απαραμόρφωτε	adj	κλητική ενικού του απαραμόρφωτος
απαραμόρφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραμόρφωτη
απαραμόρφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραμόρφωτος
απαραμόρφωτης	adj	γενική ενικού του απαραμόρφωτη
απαραμόρφωτο	adj	αιτιατική ενικού του απαραμόρφωτος
απαραμόρφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραμόρφωτος
απαραμόρφωτος	adj	που δεν έχει παραμορφωθεί
απαραμόρφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραμόρφωτος
απαραμόρφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραμόρφωτος
απαραμόρφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραμόρφωτος
απαραμύθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραμύθητος	adv|formal	απαρηγόρητα
απαραμύθητε	adj	κλητική ενικού του απαραμύθητος
απαραμύθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραμύθητη
απαραμύθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραμύθητος
απαραμύθητης	adj	γενική ενικού του απαραμύθητη
απαραμύθητο	adj	αιτιατική ενικού του απαραμύθητος
απαραμύθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραμύθητος
απαραμύθητος	adj|formal	απαρηγόρητος
απαραμύθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραμύθητος
απαραμύθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραμύθητος
απαραμύθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραμύθητος
απαραπλάνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραπλάνητος	adv	χωρίς να έχει παραπλανηθεί
απαραπλάνητε	adj	κλητική ενικού του απαραπλάνητος
απαραπλάνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραπλάνητη
απαραπλάνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραπλάνητος
απαραπλάνητης	adj	γενική ενικού του απαραπλάνητη
απαραπλάνητο	adj	αιτιατική ενικού του απαραπλάνητος
απαραπλάνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραπλάνητος
απαραπλάνητος	adj	που δεν έχει παραπλανηθεί
απαραπλάνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραπλάνητος
απαραπλάνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραπλάνητος
απαραπλάνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραπλάνητος
απαραποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραποίητο
απαραποίητε	adj	κλητική ενικού του απαραποίητος
απαραποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραποίητη
απαραποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραποίητος
απαραποίητης	adj	γενική ενικού του απαραποίητη
απαραποίητο	adj	αιτιατική ενικού του απαραποίητος
απαραποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραποίητος
απαραποίητος	adj	που δεν έχει παραποιηθεί
απαραποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραποίητος
απαραποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραποίητος
απαραποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραποίητος
απαρασάλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρασάλευτος	adv	απαρέγκλιτα, ακλόνητα
απαρασάλευτε	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτες	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτη	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτης	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτο	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτοι	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτος	adj	αυτός που εμμένει σε κάτι και παραμένει ακλόνητος και αμετακίνητος σε αυτό
απαρασάλευτου	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτους	=	απαρασάλευτος
απαρασάλευτων	=	απαρασάλευτος
απαρασαλεύτως	adv|formal	απαρασάλευτα
απαρασημοφόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρασημοφόρητο
απαρασημοφόρητε	adj	κλητική ενικού του απαρασημοφόρητος
απαρασημοφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρασημοφόρητη
απαρασημοφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρασημοφόρητος
απαρασημοφόρητης	adj	γενική ενικού του απαρασημοφόρητη
απαρασημοφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρασημοφόρητος
απαρασημοφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρασημοφόρητος
απαρασημοφόρητος	adj	που δεν έχει παρασημοφορηθεί
απαρασημοφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρασημοφόρητος
απαρασημοφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρασημοφόρητος
απαρασημοφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρασημοφόρητος
απαρασκεύαστα	adv	χωρίς να έχει παρασκευαστεί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστε	adj	κλητική ενικού του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρασκεύαστη
απαρασκεύαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστης	adj	γενική ενικού του απαρασκεύαστη
απαρασκεύαστο	adj	αιτιατική ενικού του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστος	adj	που δεν τον έχουν παρασκευάσει
απαρασκεύαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρασκεύαστος
απαρασκεύαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρασκεύαστος
απαραστράτιστα	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστε	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστες	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστη	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστης	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστο	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστοι	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστος	adj	που δεν έχει παραστρατήσει
απαραστράτιστου	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστους	=	απαραστράτιστος
απαραστράτιστων	=	απαραστράτιστος
απαρατά	=	απαρατώ
απαρατάς	=	απαρατώ
απαρατάτε	=	απαρατώ
απαρατήθηκα	=	απαρατώ
απαρατήθηκαν	=	απαρατώ
απαρατήθηκε	=	απαρατώ
απαρατήθηκες	=	απαρατώ
απαρατήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρατήρητος	adv	χωρίς να τους έχουν παρατηρήσει
απαρατήρητε	=	απαρατήρητος
απαρατήρητες	=	απαρατήρητος
απαρατήρητη	=	απαρατήρητος
απαρατήρητης	=	απαρατήρητος
απαρατήρητο	=	απαρατήρητος
απαρατήρητοι	=	απαρατήρητος
απαρατήρητος	adj	που δεν τον έχει δει κανείς, δεν τον έχει παρατηρήσει
απαρατήρητου	=	απαρατήρητος
απαρατήρητους	=	απαρατήρητος
απαρατήρητων	=	απαρατήρητος
απαρατήσαμε	=	απαρατώ
απαρατήσαν	=	απαρατώ
απαρατήσανε	=	απαρατώ
απαρατήσατε	=	απαρατώ
απαρατήσει	=	απαρατώ
απαρατήσου	=	απαρατώ
απαρατήστε	=	απαρατώ
απαρατήσω	=	απαρατώ
απαρατηθήκαμε	=	απαρατώ
απαρατηθήκαν	=	απαρατώ
απαρατηθήκανε	=	απαρατώ
απαρατηθήκατε	=	απαρατώ
απαρατηθεί	=	απαρατώ
απαρατηθείτε	=	απαρατώ
απαρατημένος	=	απαρατώ
απαρατιέμαι	=	απαρατώ
απαρατιέσαι	=	απαρατώ
απαρατιέστε	=	απαρατώ
απαρατιέται	=	απαρατώ
απαρατιούνται	=	απαρατώ
απαρατιούνταν	=	απαρατώ
απαρατιόμασταν	=	απαρατώ
απαρατιόμαστε	=	απαρατώ
απαρατιόμουν	=	απαρατώ
απαρατιόμουνα	=	απαρατώ
απαρατιόνταν	=	απαρατώ
απαρατιόντανε	=	απαρατώ
απαρατιόντουσαν	=	απαρατώ
απαρατιόσασταν	=	απαρατώ
απαρατιόσαστε	=	απαρατώ
απαρατιόσουν	=	απαρατώ
απαρατιόσουνα	=	απαρατώ
απαρατιόταν	=	απαρατώ
απαρατιότανε	=	απαρατώ
απαρατούμε	=	απαρατώ
απαρατούν	=	απαρατώ
απαρατούσα	=	απαρατώ
απαρατούσαμε	=	απαρατώ
απαρατούσαν	=	απαρατώ
απαρατούσατε	=	απαρατώ
απαρατούσε	=	απαρατώ
απαρατούσες	=	απαρατώ
απαρατώ	verb	άλλη μορφή του παρατάω / παρατώ
απαρατώντας	=	απαρατώ
απαραφύλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραφύλακτος	adv	χωρίς να παραφυλάει
απαραφύλακτε	adj	κλητική ενικού του απαραφύλακτος
απαραφύλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραφύλακτη
απαραφύλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραφύλακτος
απαραφύλακτης	adj	γενική ενικού του απαραφύλακτη
απαραφύλακτο	adj	αιτιατική ενικού του απαραφύλακτος
απαραφύλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραφύλακτος
απαραφύλακτος	adj	που δεν τον παραφυλάγουν
απαραφύλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραφύλακτος
απαραφύλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραφύλακτος
απαραφύλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραφύλακτος
απαραφύλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραφύλαχτο
απαραφύλαχτε	adj	κλητική ενικού του απαραφύλαχτος
απαραφύλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραφύλαχτη
απαραφύλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραφύλαχτος
απαραφύλαχτης	adj	γενική ενικού του απαραφύλαχτη
απαραφύλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του απαραφύλαχτος
απαραφύλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραφύλαχτος
απαραφύλαχτος	adj	άλλη μορφή του απαραφύλακτος
απαραφύλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραφύλαχτος
απαραφύλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραφύλαχτος
απαραφύλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραφύλαχτος
απαραχάρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραχάρακτος	adv	χωρίς παραχάραξη
απαραχάρακτε	adj	κλητική ενικού του απαραχάρακτος
απαραχάρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραχάρακτη
απαραχάρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραχάρακτος
απαραχάρακτης	adj	γενική ενικού του απαραχάρακτη
απαραχάρακτο	adj	αιτιατική ενικού του απαραχάρακτος
απαραχάρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραχάρακτος
απαραχάρακτος	adj	που δεν έχει παραχαραχτεί ή δεν μπορεί να παραχαραχτεί
απαραχάρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραχάρακτος
απαραχάρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραχάρακτος
απαραχάρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραχάρακτος
απαραχάραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραχάρακτος	adv	άλλη μορφή του απαραχάρακτα
απαραχάραχτε	adj	κλητική ενικού του απαραχάραχτος
απαραχάραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραχάραχτη
απαραχάραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραχάραχτος
απαραχάραχτης	adj	γενική ενικού του απαραχάραχτη
απαραχάραχτο	adj	αιτιατική ενικού του απαραχάραχτος
απαραχάραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραχάραχτος
απαραχάραχτος	adj	άλλη μορφή του απαραχάρακτος
απαραχάραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραχάραχτος
απαραχάραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραχάραχτος
απαραχάραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραχάραχτος
απαραχώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαραχώρητος	adv	χωρίς να έχει παραχωρηθεί, χωρίς παραχώρηση
απαραχώρητε	adj	κλητική ενικού του απαραχώρητος
απαραχώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαραχώρητη
απαραχώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαραχώρητος
απαραχώρητης	adj	γενική ενικού του απαραχώρητη
απαραχώρητο	adj	αιτιατική ενικού του απαραχώρητος
απαραχώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαραχώρητος
απαραχώρητος	adj	που δεν έχει παραχωρηθεί ή δεν μπορεί να παραχωρηθεί
απαραχώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαραχώρητος
απαραχώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαραχώρητος
απαραχώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαραχώρητος
απαργυρώνω	verb	κάνω απαργύρωση
απαργυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαργύρωση
απαργυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώσεων	=	απαργύρωση
απαργυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαργυρώνω
απαργύρωση	noun	μέθοδος διαχωρισμού του άργυρου από τον μόλυβδο
απαργύρωσης	=	απαργύρωση
απαρεγκλίτως	=	απαρέγκλιτα
απαρεμπόδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρεμπόδιστος	adv	χωρίς παρεμπόδιση
απαρεμπόδιστε	adj	κλητική ενικού του απαρεμπόδιστος
απαρεμπόδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρεμπόδιστη
απαρεμπόδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρεμπόδιστος
απαρεμπόδιστης	adj	γενική ενικού του απαρεμπόδιστη
απαρεμπόδιστο	adj	αιτιατική ενικού του απαρεμπόδιστος
απαρεμπόδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρεμπόδιστος
απαρεμπόδιστος	adj	που δεν έχει παρεμποδιστεί ή δεν μπορεί να παρεμποδιστεί
απαρεμπόδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρεμπόδιστος
απαρεμπόδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρεμπόδιστος
απαρεμπόδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρεμπόδιστος
απαρεμφάτου	=	απαρέμφατο
απαρεμφάτων	=	απαρέμφατο
απαρεμφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρεμφατικό
απαρεμφατικέ	adj	κλητική ενικού του απαρεμφατικός
απαρεμφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρεμφατική
απαρεμφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρεμφατικός
απαρεμφατικής	adj	γενική ενικού του απαρεμφατική
απαρεμφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρεμφατικός
απαρεμφατικού	adj	γενική ενικού του απαρεμφατικός
απαρεμφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρεμφατικός
απαρεμφατικό	adj	αιτιατική ενικού του απαρεμφατικός
απαρεμφατικός	adj	που αναφέρεται στο απαρέμφατο
απαρεμφατικών	adj	γενική πληθυντικού του απαρεμφατικός
απαρενόχλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρενόχλητος	adv	χωρίς παρενόχληση
απαρενόχλητε	adj	κλητική ενικού του απαρενόχλητος
απαρενόχλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρενόχλητη
απαρενόχλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρενόχλητος
απαρενόχλητης	adj	γενική ενικού του απαρενόχλητη
απαρενόχλητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρενόχλητος
απαρενόχλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρενόχλητος
απαρενόχλητος	adj	που δεν έχει παρενοχληθεί
απαρενόχλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρενόχλητος
απαρενόχλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρενόχλητος
απαρενόχλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρενόχλητος
απαρεξήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρεξήγητος	adv	χωρίς παρεξήγηση
απαρεξήγητε	adj	κλητική ενικού του απαρεξήγητος
απαρεξήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρεξήγητη
απαρεξήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρεξήγητος
απαρεξήγητης	adj	γενική ενικού του απαρεξήγητη
απαρεξήγητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρεξήγητος
απαρεξήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρεξήγητος
απαρεξήγητος	adj	που δεν έχει παρεξηγηθεί ή δεν μπορεί να παρεξηγηθεί
απαρεξήγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρεξήγητος
απαρεξήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρεξήγητος
απαρεξήγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρεξήγητος
απαρερμήνευτα	adv	με απαρερμήνευτο τρόπο
απαρερμήνευτε	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτες	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτη	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτης	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτο	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτοι	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτος	adj	που δεν παρερμηνεύεται
απαρερμήνευτου	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτους	=	απαρερμήνευτος
απαρερμήνευτων	=	απαρερμήνευτος
απαρερμηνεύτως	adv	με απαρερμήνευτο τρόπο
απαρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του απαρέσκεια
απαρηγορήτως	=	απαρηγόρητα
απαρηγόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρηγόρητος	adv	με απαρηγόρητο τρόπο, χωρίς παρηγοριά
απαρηγόρητε	adj	κλητική ενικού του απαρηγόρητος
απαρηγόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρηγόρητη
απαρηγόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρηγόρητος
απαρηγόρητης	adj	γενική ενικού του απαρηγόρητη
απαρηγόρητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρηγόρητος
απαρηγόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρηγόρητος
απαρηγόρητος	adj	που δεν μπορεί εύκολα να παρηγορηθεί, να ησυχάσει, να σταματήσει να θρηνεί, να κλαίει κλπ
απαρηγόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρηγόρητος
απαρηγόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρηγόρητος
απαρηγόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρηγόρητος
απαρθενεύω	verb|dated	προφορά του αππαρθενεύω με μονό σύμφωνο [p]
απαριθμήθηκα	=	απαριθμώ
απαριθμήθηκαν	=	απαριθμώ
απαριθμήθηκε	=	απαριθμώ
απαριθμήθηκες	=	απαριθμώ
απαριθμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήσαν	=	απαριθμώ
απαριθμήσανε	=	απαριθμώ
απαριθμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρίθμηση
απαριθμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαρίθμηση
απαριθμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαρίθμηση
απαριθμήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαριθμήσιμο
απαριθμήσιμε	adj	κλητική ενικού του απαριθμήσιμος
απαριθμήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαριθμήσιμη
απαριθμήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαριθμήσιμος
απαριθμήσιμης	adj	γενική ενικού του απαριθμήσιμη
απαριθμήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του απαριθμήσιμος
απαριθμήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαριθμήσιμος
απαριθμήσιμος	adj	που μπορεί να απαριθμηθεί
απαριθμήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαριθμήσιμος
απαριθμήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαριθμήσιμος
απαριθμήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαριθμήσιμος
απαριθμήσου	=	απαριθμώ
απαριθμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαριθμώ
απαριθμεί	=	απαριθμώ
απαριθμείς	=	απαριθμώ
απαριθμείσαι	=	απαριθμώ
απαριθμείστε	=	απαριθμώ
απαριθμείται	=	απαριθμώ
απαριθμείτε	=	απαριθμώ
απαριθμηθήκαμε	=	απαριθμώ
απαριθμηθήκαν	=	απαριθμώ
απαριθμηθήκανε	=	απαριθμώ
απαριθμηθήκατε	=	απαριθμώ
απαριθμηθεί	=	απαριθμώ
απαριθμηθείτε	=	απαριθμώ
απαριθμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαριθμημένο
απαριθμημένε	verb	κλητική ενικού του απαριθμημένος
απαριθμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαριθμημένη
απαριθμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαριθμημένος
απαριθμημένης	verb	γενική ενικού του απαριθμημένη
απαριθμημένο	verb	αιτιατική ενικού του απαριθμημένος
απαριθμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαριθμημένος
απαριθμημένος	=	απαριθμώ
απαριθμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαριθμημένος
απαριθμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαριθμημένος
απαριθμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαριθμημένος
απαριθμητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαριθμητό
απαριθμητέ	adj	κλητική ενικού του απαριθμητός
απαριθμητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαριθμητή
απαριθμητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαριθμητός
απαριθμητής	noun	ο μετρητής
απαριθμητη	=	απαριθμητός
απαριθμητο	=	απαριθμητός
απαριθμητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαριθμητός
απαριθμητού	adj	γενική ενικού του απαριθμητός
απαριθμητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαριθμητός
απαριθμητό	adj	αιτιατική ενικού του απαριθμητός
απαριθμητός	adj	που μπορεί να απαριθμηθεί
απαριθμητών	adj	γενική πληθυντικού του απαριθμητός
απαριθμούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαριθμώ
απαριθμούμασταν	=	απαριθμώ
απαριθμούμαστε	=	απαριθμώ
απαριθμούμε	=	απαριθμώ
απαριθμούμουν	=	απαριθμώ
απαριθμούν	=	απαριθμώ
απαριθμούνε	=	απαριθμώ
απαριθμούνται	=	απαριθμώ
απαριθμούνταν	=	απαριθμώ
απαριθμούσα	=	απαριθμώ
απαριθμούσαμε	=	απαριθμώ
απαριθμούσαν	=	απαριθμώ
απαριθμούσανε	=	απαριθμώ
απαριθμούσασταν	=	απαριθμώ
απαριθμούσαστε	=	απαριθμώ
απαριθμούσατε	=	απαριθμώ
απαριθμούσε	=	απαριθμώ
απαριθμούσες	=	απαριθμώ
απαριθμούσουν	=	απαριθμώ
απαριθμώ	verb	μετράω αναλυτικά τα επιμέρους ενός συνόλου και (κατ’ επέκταση) τα εκθέτω, τα αναφέρω
απαριθμώντας	=	απαριθμώ
απαρνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απάρνηση
απαρνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απάρνηση
απαρνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απάρνηση
απαρνήσου	=	απαρνιέμαι
απαρνήτρα	=	απαρνητής
απαρνήτρια	=	απαρνητής
απαρνείσαι	=	απαρνούμαι
απαρνείστε	=	απαρνούμαι
απαρνείται	=	απαρνούμαι
απαρνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθήκαν	=	απαρνιέμαι
απαρνηθήκανε	=	απαρνιέμαι
απαρνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρνούμαι
απαρνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνημένο
απαρνημένε	verb	κλητική ενικού του απαρνημένος
απαρνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνημένη
απαρνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρνημένος
απαρνημένης	verb	γενική ενικού του απαρνημένη
απαρνημένο	verb	αιτιατική ενικού του απαρνημένος
απαρνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρνημένος
απαρνημένος	=	απαρνιέμαι
απαρνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρνημένος
απαρνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαρνημένος
απαρνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρνημένος
απαρνησιά	noun|vulgar	η απάρνηση, η εγκατάλειψη
απαρνησιάς	=	απαρνησιά
απαρνησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνησιά
απαρνησιών	=	απαρνησιά
απαρνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνητής
απαρνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του απαρνητής
απαρνητής	noun	αυτός που απαρνιέται κάποιον ή κάτι
απαρνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνητικό
απαρνητικέ	adj	κλητική ενικού του απαρνητικός
απαρνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνητική
απαρνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρνητικός
απαρνητικής	adj	γενική ενικού του απαρνητική
απαρνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρνητικός
απαρνητικού	adj	γενική ενικού του απαρνητικός
απαρνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρνητικός
απαρνητικό	adj	αιτιατική ενικού του απαρνητικός
απαρνητικός	adj	που απαρνιέται
απαρνητικών	adj	γενική πληθυντικού του απαρνητικός
απαρνητών	noun	γενική πληθυντικού του απαρνητής
απαρνιέμαι	verb	αρνιέμαι, απορρίπτω και ενδεχομένως λησμονώ ό,τι μέχρι κάποια στιγμή πίστευα, πρέσβευα ή έκανα
απαρνιέσαι	=	απαρνιέμαι
απαρνιέστε	=	απαρνιέμαι
απαρνιέται	=	απαρνιέμαι
απαρνιούμαι	verb	άλλη μορφή του απαρνιέμαι
απαρνιούνται	=	απαρνιέμαι
απαρνιούνταν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόμασταν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόμαστε	=	απαρνιέμαι
απαρνιόμουν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόμουνα	=	απαρνιέμαι
απαρνιόνταν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόντανε	=	απαρνιέμαι
απαρνιόντουσαν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόσασταν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόσαστε	=	απαρνιέμαι
απαρνιόσουν	=	απαρνιέμαι
απαρνιόσουνα	=	απαρνιέμαι
απαρνιόταν	=	απαρνιέμαι
απαρνιότανε	=	απαρνιέμαι
απαρνούμαι	verb	άλλη γραφή του απαρνιέμαι
απαρνούμασταν	=	απαρνούμαι
απαρνούμαστε	=	απαρνούμαι
απαρνούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνούμενο
απαρνούμενε	verb	κλητική ενικού του απαρνούμενος
απαρνούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρνούμενη
απαρνούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρνούμενος
απαρνούμενης	verb	γενική ενικού του απαρνούμενη
απαρνούμενο	verb	αιτιατική ενικού του απαρνούμενος
απαρνούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρνούμενος
απαρνούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απαρνιέμαι
απαρνούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρνούμενος
απαρνούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαρνούμενος
απαρνούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρνούμενος
απαρνούμουν	=	απαρνούμαι
απαρνούνται	=	απαρνούμαι
απαρνούνταν	=	απαρνούμαι
απαρνούσασταν	=	απαρνούμαι
απαρνούσαστε	=	απαρνούμαι
απαρνούσουν	=	απαρνούμαι
απαρομοίαστα	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστε	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστες	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστη	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστης	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστο	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστοι	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστος	adj	που δεν μπορεί να παρομοιαστεί, που δεν συγκρίνεται
απαρομοίαστου	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστους	=	απαρομοίαστος
απαρομοίαστων	=	απαρομοίαστος
απαρορμήτως	adv	χωρίς να έχει δεχθεί παρόρμηση
απαρουσίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρουσίαστο
απαρουσίαστε	adj	κλητική ενικού του απαρουσίαστος
απαρουσίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρουσίαστη
απαρουσίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρουσίαστος
απαρουσίαστης	adj	γενική ενικού του απαρουσίαστη
απαρουσίαστο	adj	αιτιατική ενικού του απαρουσίαστος
απαρουσίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρουσίαστος
απαρουσίαστος	adj	που δεν έχει παρουσιαστεί ή δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί
απαρουσίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρουσίαστος
απαρουσίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρουσίαστος
απαρουσίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρουσίαστος
απαρρησίαστή	=	απαρρησίαστος
απαρρησίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρρησίαστος	adv	με απαρρησίαστο τρόπο, χωρίς παρρησία
απαρρησίαστε	adj	κλητική ενικού του απαρρησίαστος
απαρρησίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρρησίαστη
απαρρησίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρρησίαστος
απαρρησίαστης	adj	γενική ενικού του απαρρησίαστη
απαρρησίαστο	adj	αιτιατική ενικού του απαρρησίαστος
απαρρησίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρρησίαστος
απαρρησίαστος	adj	που δεν έχει παρρησία
απαρρησίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρρησίαστος
απαρρησίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρρησίαστος
απαρρησίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρρησίαστος
απαρτία	noun	η παρουσία ενός ελάχιστου αριθμού μελών ενός σώματος που επιτρέπει σε αυτό να συνεδριάσει και να πάρει αποφάσεις
απαρτίας	noun	γενική ενικού του απαρτία
απαρτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρτία
απαρτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαρτίζω
απαρτίζω	verb	συγκροτώ, είμαι μέρος ενός συνόλου, σχηματίζω
απαρτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίσθηκα	=	απαρτίζω
απαρτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζω
απαρτεμάν	noun|dated	άλλη μορφή του απαρτμάν: διαμέρισμα
απαρτιζόμενος	=	απαρτίζω
απαρτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρτικό
απαρτικέ	adj	κλητική ενικού του απαρτικός
απαρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρτική
απαρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρτικός
απαρτικής	adj	γενική ενικού του απαρτική
απαρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρτικός
απαρτικού	adj	γενική ενικού του απαρτικός
απαρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρτικός
απαρτικό	adj	αιτιατική ενικού του απαρτικός
απαρτικός	adj	που έχει σχέση με την άπαρση ή αναφέρεται σ' αυτή
απαρτικών	adj	γενική πληθυντικού του απαρτικός
απαρτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρτισμένο
απαρτισμένε	verb	κλητική ενικού του απαρτισμένος
απαρτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρτισμένη
απαρτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρτισμένος
απαρτισμένης	verb	γενική ενικού του απαρτισμένη
απαρτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαρτισμένος
απαρτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρτισμένος
απαρτισμένος	=	απαρτίζω
απαρτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρτισμένος
απαρτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαρτισμένος
απαρτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρτισμένος
απαρτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαρτίζομαι
απαρτιών	noun	γενική πληθυντικού του απαρτία
απαρτμάν	noun|dated	το διαμέρισμα
απαρτχάιντ	noun	η πολιτική που επιβάλλει απόσταση μεταξύ των διαφόρων φυλετικών ομάδων, ειδικά η πολιτική του φυλετικού διαχωρισμού και η αντιμετώπιση όλων των μη-ευρωπαϊκών εθνικών ομάδων ως πολιτών β' κατηγορίας στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή, την οποία εφάρμοσε έως το 1990 η Νότιος Αφρική.
απαρχές	noun	πρώτος πληθυντικός του απαρχή (η πρώτη αρχή)
απαρχή	noun	η πρώτη αρχή
απαρχής	=	απαρχή
απαρχαίωνα	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωναν	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωνε	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωνες	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωσα	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωσαν	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωσε	=	απαρχαιώνω
απαρχαίωσες	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωθήκαμε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωθήκαν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωθήκανε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωθήκατε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωθεί	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωθείτε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρχαιωμένο
απαρχαιωμένε	adj	κλητική ενικού του απαρχαιωμένος
απαρχαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρχαιωμένη
απαρχαιωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρχαιωμένος
απαρχαιωμένης	adj	γενική ενικού του απαρχαιωμένη
απαρχαιωμένο	adj	αιτιατική ενικού του απαρχαιωμένος
απαρχαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρχαιωμένος
απαρχαιωμένος	verb	που είναι τόσο παλιός, ώστε να μη συμβαδίζει πια με τις σύγχρονες καταστάσεις, αντιλήψεις ή απαιτήσεις
απαρχαιωμένου	verb	γενική ενικού του απαρχαιωμένος
απαρχαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαρχαιωμένος
απαρχαιωμένων	adj	γενική πληθυντικού του απαρχαιωμένος
απαρχαιωνόμασταν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόμαστε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόμουν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόμουνα	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόντουσαν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόσασταν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόσαστε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόσουν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόσουνα	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνόταν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιωνότανε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώθηκα	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώθηκαν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώθηκε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώθηκες	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώναμε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώναν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνανε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνατε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνει	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνεις	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνεσαι	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνεστε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνεται	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνετε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απαρχαιώνω
απαρχαιώνονται	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνονταν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνοντας	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνουμε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνουν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνουνε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώνω	verb	κάνω κάτι να φαίνεται αρχαίο, παλαιό, παλιομοδίτικο
απαρχαιώσαμε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώσαν	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώσανε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώσατε	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώσει	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώσου	=	απαρχαιώνω
απαρχαιώστε	=	απαρχαιώνω
απαρχών	=	απαρχή
απαρόμοιαστα	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστε	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστες	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστη	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστης	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστο	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστοι	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστος	adj	μορφή του απαρομοίαστος
απαρόμοιαστου	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστους	=	απαρόμοιαστος
απαρόμοιαστων	=	απαρόμοιαστος
απαρόπλιστα	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστε	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστες	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστη	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστης	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστο	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστοι	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστος	adj|figurative	που δεν τον έχουν παροπλίσει ή δεν μπορούν να τον παροπλίσουν
απαρόπλιστου	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστους	=	απαρόπλιστος
απαρόπλιστων	=	απαρόπλιστος
απαρόρμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρόρμητο
απαρόρμητε	adj	κλητική ενικού του απαρόρμητος
απαρόρμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρόρμητη
απαρόρμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρόρμητος
απαρόρμητης	adj	γενική ενικού του απαρόρμητη
απαρόρμητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρόρμητος
απαρόρμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρόρμητος
απαρόρμητος	adj	που δεν είναι παρορμητικός ή δεν έχει δεχθεί παρόρμηση
απαρόρμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρόρμητος
απαρόρμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρόρμητος
απαρόρμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρόρμητος
απαρότρυντα	=	απαρότρυντος
απαρότρυντε	=	απαρότρυντος
απαρότρυντες	=	απαρότρυντος
απαρότρυντη	=	απαρότρυντος
απαρότρυντης	=	απαρότρυντος
απαρότρυντο	=	απαρότρυντος
απαρότρυντοι	=	απαρότρυντος
απαρότρυντος	adj|formal	που δεν τον έχουν παροτρύνει
απαρότρυντου	=	απαρότρυντος
απαρότρυντους	=	απαρότρυντος
απαρότρυντων	=	απαρότρυντος
απαρώδητή	=	απαρώδητος
απαρώδητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απαρώδητος	adv	με απαρώδητο τρόπο
απαρώδητε	adj	κλητική ενικού του απαρώδητος
απαρώδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαρώδητη
απαρώδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαρώδητος
απαρώδητης	adj	γενική ενικού του απαρώδητη
απαρώδητο	adj	αιτιατική ενικού του απαρώδητος
απαρώδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαρώδητος
απαρώδητος	adj	που δεν έχει παρωδηθεί
απαρώδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαρώδητος
απαρώδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαρώδητος
απαρώδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαρώδητος
απασάλειφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασάλειφτο
απασάλειφτε	adj	κλητική ενικού του απασάλειφτος
απασάλειφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασάλειφτη
απασάλειφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασάλειφτος
απασάλειφτης	adj	γενική ενικού του απασάλειφτη
απασάλειφτο	adj	αιτιατική ενικού του απασάλειφτος
απασάλειφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασάλειφτος
απασάλειφτος	adj	που δεν έχει πασαλειφτεί ή δεν μπορεί να πασαλειφτεί
απασάλειφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασάλειφτος
απασάλειφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απασάλειφτος
απασάλειφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασάλειφτος
απασβέστωνα	=	απασβεστώνω
απασβέστωναν	=	απασβεστώνω
απασβέστωνε	=	απασβεστώνω
απασβέστωνες	=	απασβεστώνω
απασβέστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβέστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβέστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβέστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβέστωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απασβεστώνω
απασβέστωσης	noun	γενική ενικού του απασβέστωση
απασβεστωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασβεστωμένο
απασβεστωμένε	verb	κλητική ενικού του απασβεστωμένος
απασβεστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασβεστωμένη
απασβεστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασβεστωμένος
απασβεστωμένης	verb	γενική ενικού του απασβεστωμένη
απασβεστωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απασβεστωμένος
απασβεστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασβεστωμένος
απασβεστωμένος	=	απασβεστώνω
απασβεστωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασβεστωμένος
απασβεστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απασβεστωμένος
απασβεστωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασβεστωμένος
απασβεστώναμε	=	απασβεστώνω
απασβεστώναν	=	απασβεστώνω
απασβεστώνανε	=	απασβεστώνω
απασβεστώνατε	=	απασβεστώνω
απασβεστώνει	=	απασβεστώνω
απασβεστώνεις	=	απασβεστώνω
απασβεστώνετε	=	απασβεστώνω
απασβεστώνοντας	=	απασβεστώνω
απασβεστώνουμε	=	απασβεστώνω
απασβεστώνουν	=	απασβεστώνω
απασβεστώνουνε	=	απασβεστώνω
απασβεστώνω	verb	μειώνω την περιεκτικότητα σε ασβέστιο
απασβεστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσαν	=	απασβεστώνω
απασβεστώσανε	=	απασβεστώνω
απασβεστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απασβέστωση
απασβεστώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απασβέστωση
απασβεστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασβεστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασβεστώνω
απασπάλιστή	=	απασπάλιστος
απασπάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασπάλιστο
απασπάλιστε	adj	κλητική ενικού του απασπάλιστος
απασπάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασπάλιστη
απασπάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασπάλιστος
απασπάλιστης	adj	γενική ενικού του απασπάλιστη
απασπάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του απασπάλιστος
απασπάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασπάλιστος
απασπάλιστος	adj	που δεν έχει πασπαλιστεί
απασπάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασπάλιστος
απασπάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απασπάλιστος
απασπάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασπάλιστος
απασπάτευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απασπάτευτος	adv	χωρίς να το(ν) πασπατέψουν
απασπάτευτε	adj	κλητική ενικού του απασπάτευτος
απασπάτευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασπάτευτη
απασπάτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασπάτευτος
απασπάτευτης	adj	γενική ενικού του απασπάτευτη
απασπάτευτο	adj	αιτιατική ενικού του απασπάτευτος
απασπάτευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασπάτευτος
απασπάτευτος	adj	που δεν έχει πασπατευτεί ή δεν μπορεί να πασπατευτεί
απασπάτευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασπάτευτος
απασπάτευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απασπάτευτος
απασπάτευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασπάτευτος
απασσάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασσάλωτο
απασσάλωτε	adj	κλητική ενικού του απασσάλωτος
απασσάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασσάλωτη
απασσάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασσάλωτος
απασσάλωτης	adj	γενική ενικού του απασσάλωτη
απασσάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του απασσάλωτος
απασσάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασσάλωτος
απασσάλωτος	adj	που δεν έχει στηριχτεί σε πάσσαλο
απασσάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασσάλωτος
απασσάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απασσάλωτος
απασσάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασσάλωτος
απαστικοποίηση	noun|formal	η αναστροφή της διαδικασίας αστικοποίησης
απαστικοποίησης	noun	γενική ενικού του απαστικοποίηση
απαστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαστικοποίηση
απαστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απαστικοποίηση
απαστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απαστικοποίηση
απαστράπτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του απαστράπτω
απαστράπτον	=	απαστράπτω
απαστράπτοντα	=	απαστράπτω
απαστράπτοντας	=	απαστράπτω
απαστράπτοντες	=	απαστράπτω
απαστράπτοντος	=	απαστράπτω
απαστράπτουσα	=	απαστράπτω
απαστράπτουσας	=	απαστράπτω
απαστράπτουσες	=	απαστράπτω
απαστράπτω	verb|formal	λάμπω σαν αστραπή
απαστράπτων	=	απαστράπτω
απαστράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαστράπτω
απαστραπτουσών	=	απαστράπτω
απαστραπτούσης	=	απαστράπτω
απαστραπτόντων	=	απαστράπτω
απασφάλιζα	=	απασφαλίζω
απασφάλιζαν	=	απασφαλίζω
απασφάλιζε	=	απασφαλίζω
απασφάλιζες	=	απασφαλίζω
απασφάλισα	=	απασφαλίζω
απασφάλισαν	=	απασφαλίζω
απασφάλισε	=	απασφαλίζω
απασφάλισες	=	απασφαλίζω
απασφάλιση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απασφαλίζω
απασφάλισης	noun	γενική ενικού του απασφάλιση
απασφαλίζαμε	=	απασφαλίζω
απασφαλίζαν	=	απασφαλίζω
απασφαλίζανε	=	απασφαλίζω
απασφαλίζατε	=	απασφαλίζω
απασφαλίζει	=	απασφαλίζω
απασφαλίζεις	=	απασφαλίζω
απασφαλίζεσαι	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίζεστε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίζεται	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίζετε	=	απασφαλίζω
απασφαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απασφαλίζω
απασφαλίζονται	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίζονταν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίζοντας	=	απασφαλίζω
απασφαλίζου	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίζουμε	=	απασφαλίζω
απασφαλίζουν	=	απασφαλίζω
απασφαλίζουνε	=	απασφαλίζω
απασφαλίζω	verb	αφαιρώ ή μετακινώ την ασφάλεια ενός όπλου, προκειμένου να πυροβολήσω
απασφαλίσαμε	=	απασφαλίζω
απασφαλίσαν	=	απασφαλίζω
απασφαλίσανε	=	απασφαλίζω
απασφαλίσατε	=	απασφαλίζω
απασφαλίσει	=	απασφαλίζω
απασφαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασφάλιση
απασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απασφάλιση
απασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απασφάλιση
απασφαλίσου	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίστε	=	απασφαλίζω
απασφαλίστηκα	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίστηκαν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίστηκε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλίστηκες	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόμασταν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόμαστε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόμουν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόμουνα	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόντουσαν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόσασταν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόσαστε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόσουν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόσουνα	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζόταν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιζότανε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασφαλισμένο
απασφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του απασφαλισμένος
απασφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασφαλισμένη
απασφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασφαλισμένος
απασφαλισμένης	verb	γενική ενικού του απασφαλισμένη
απασφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απασφαλισμένος
απασφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασφαλισμένος
απασφαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απασφαλίζω
απασφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασφαλισμένος
απασφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απασφαλισμένος
απασφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασφαλισμένος
απασφαλιστήκαμε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιστήκαν	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιστήκανε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιστήκατε	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιστεί	=	απασφαλίζομαι
απασφαλιστείτε	=	απασφαλίζομαι
απασχολήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχολήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχολήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχολήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσαν	=	απασχολώ
απασχολήσανε	=	απασχολώ
απασχολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσεων	=	απασχόληση
απασχολήσεως	=	απασχόληση
απασχολήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολήσιμο
απασχολήσιμε	adj	κλητική ενικού του απασχολήσιμος
απασχολήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολήσιμη
απασχολήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασχολήσιμος
απασχολήσιμης	adj	γενική ενικού του απασχολήσιμη
απασχολήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του απασχολήσιμος
απασχολήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασχολήσιμος
απασχολήσιμος	adj	που μπορεί να απασχοληθεί
απασχολήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασχολήσιμος
απασχολήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απασχολήσιμος
απασχολήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασχολήσιμος
απασχολήσου	=	απασχολούμαι
απασχολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσουνε	=	απασχολώ
απασχολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχολία	noun	ασχολία, απασχόληση
απασχολίας	noun	γενική ενικού του απασχολία
απασχολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολία
απασχολεί	=	απασχολώ
απασχολείς	=	απασχολώ
απασχολείσαι	=	απασχολούμαι
απασχολείστε	=	απασχολούμαι
απασχολείται	=	απασχολούμαι
απασχολείτε	=	απασχολώ
απασχοληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθήκαν	=	απασχολούμαι
απασχοληθήκανε	=	απασχολούμαι
απασχοληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχοληθούνε	=	απασχολώ
απασχοληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απασχολούμαι
απασχολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολημένο
απασχολημένε	verb	κλητική ενικού του απασχολημένος
απασχολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολημένη
απασχολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασχολημένος
απασχολημένης	verb	γενική ενικού του απασχολημένη
απασχολημένο	verb	αιτιατική ενικού του απασχολημένος
απασχολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασχολημένος
απασχολημένος	=	απασχολώ
απασχολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασχολημένος
απασχολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απασχολημένος
απασχολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασχολημένος
απασχολησιμοτήτων	=	απασχολησιμότητα
απασχολησιμότητα	noun	η ιδιότητα του απασχολήσιμου
απασχολησιμότητας	=	απασχολησιμότητα
απασχολησιμότητες	=	απασχολησιμότητα
απασχολησιοθεραπεία	noun|dated	συνηρημένη μορφή του εργοθεραπεία
απασχολησιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του απασχολησιοθεραπεία
απασχολησιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολησιοθεραπεία
απασχολησιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του απασχολησιοθεραπεία
απασχολιέμαι	=	απασχολώ
απασχολιόνται	=	απασχολώ
απασχολιόντουσαν	=	απασχολώ
απασχολιόσαστε	=	απασχολώ
απασχολιών	noun	γενική πληθυντικού του απασχολία
απασχολούμαι	verb	εργάζομαι, καταπιάνομαι με κάτι, συνήθως επαγγελματικά
απασχολούμασταν	=	απασχολούμαι
απασχολούμαστε	=	απασχολούμαι
απασχολούμε	=	απασχολώ
απασχολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολούμενο
απασχολούμενε	verb	κλητική ενικού του απασχολούμενος
απασχολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απασχολούμενη
απασχολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απασχολούμενος
απασχολούμενης	verb	γενική ενικού του απασχολούμενη
απασχολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του απασχολούμενος
απασχολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απασχολούμενος
απασχολούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απασχολώ
απασχολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απασχολούμενος
απασχολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απασχολούμενος
απασχολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απασχολούμενος
απασχολούμουν	=	απασχολούμαι
απασχολούν	=	απασχολώ
απασχολούνε	=	απασχολώ
απασχολούνται	=	απασχολούμαι
απασχολούνταν	=	απασχολούμαι
απασχολούσα	=	απασχολώ
απασχολούσαμε	=	απασχολώ
απασχολούσαν	=	απασχολώ
απασχολούσανε	=	απασχολώ
απασχολούσασταν	=	απασχολούμαι
απασχολούσαστε	=	απασχολούμαι
απασχολούσατε	=	απασχολώ
απασχολούσε	=	απασχολώ
απασχολούσες	=	απασχολώ
απασχολούσουν	=	απασχολούμαι
απασχολώ	verb	προσφέρω σε κάποιον εργασία, απασχόληση
απασχολώντας	=	απασχολώ
απασχόλει	=	απασχολώ
απασχόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απασχολώ
απασχόληση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απασχολώ / απασχολούμαι
απασχόλησης	noun	γενική ενικού του απασχόληση
απασών	=	άπας
απατά	verb	γ’ ενικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος απατώ
απατάει	=	απατάω
απατάμε	=	απατάω
απατάν	=	απατάω
απατάνε	=	απατάω
απατάς	=	απατάω
απατάστε	=	απατώ
απατάτε	=	απατάω
απατάω	verb	άλλη μορφή του απατώ
απατέ	adj	κλητική ενικού του απατός
απατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατή
απατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απατός
απατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατής	adj	γενική ενικού του απατή
απατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσαν	=	απατάω
απατήσανε	=	απατάω
απατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσου	=	απατώ
απατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσουνε	=	απατώ
απατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώ
απατίκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατίκωτο
απατίκωτε	adj	κλητική ενικού του απατίκωτος
απατίκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατίκωτη
απατίκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απατίκωτος
απατίκωτης	adj	γενική ενικού του απατίκωτη
απατίκωτο	adj	αιτιατική ενικού του απατίκωτος
απατίκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απατίκωτος
απατίκωτος	adj	που δεν έχει πατικωθεί
απατίκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απατίκωτος
απατίκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απατίκωτος
απατίκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απατίκωτος
απατίτες	=	απατίτης
απατίτη	=	απατίτης
απατίτης	noun	φωσφορικό ορυκτό του ασβεστίου
απατεωνία	noun|formal	άλλη μορφή του απατεωνιά
απατεωνίας	noun	γενική ενικού του απατεωνία
απατεωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεωνία
απατεωνίσκε	=	απατεωνίσκος
απατεωνίσκο	=	απατεωνίσκος
απατεωνίσκοι	=	απατεωνίσκος
απατεωνίσκος	noun	μικροαπατεώνας, που κάνει μικρής έκτασης απατεωνιές
απατεωνίσκου	=	απατεωνίσκος
απατεωνίσκους	=	απατεωνίσκος
απατεωνίσκων	=	απατεωνίσκος
απατεωνιά	noun	παράνομη ή και ανήθικη πράξη που αποσκοπεί στην εξαπάτηση του άλλου και τον προσπορισμό (οικονομικού) οφέλους
απατεωνιάς	=	απατεωνιά
απατεωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεωνιά
απατεωνισσών	noun	γενική πληθυντικού του απατεώνισσα
απατεωνιών	noun	γενική πληθυντικού του απατεωνία
απατεώνα	=	απατεώνας
απατεώνας	noun	το πρόσωπο που ξεγελάει κι εξαπατά άλλους για δικό του όφελος, με το να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη, την καλή διάθεση που δείχνουν ή την αφέλειά τους
απατεώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεώνας
απατεώνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεώνικο
απατεώνικε	adj	κλητική ενικού του απατεώνικος
απατεώνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεώνικη
απατεώνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απατεώνικος
απατεώνικης	adj	γενική ενικού του απατεώνικη
απατεώνικο	adj	αιτιατική ενικού του απατεώνικος
απατεώνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απατεώνικος
απατεώνικος	adj	που σχετίζεται με τον απατεώνα ή την απατεωνιά ή αναφέρεται σ’ αυτά
απατεώνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απατεώνικος
απατεώνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απατεώνικος
απατεώνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απατεώνικος
απατεώνισσα	noun	θηλυκό του απατεώνας
απατεώνισσας	noun	γενική ενικού του απατεώνισσα
απατεώνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατεώνισσα
απατεώνων	=	απατεώνας
απατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθήκαν	=	απατώ
απατηθήκανε	=	απατώ
απατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηθούνε	=	απατώ
απατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απατώμαι
απατηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατηλό	adv	με απατηλό τρόπο, με απάτη
απατηλέ	adj	κλητική ενικού του απατηλός
απατηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατηλή
απατηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απατηλός
απατηλής	adj	γενική ενικού του απατηλή
απατηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απατηλός
απατηλού	adj	γενική ενικού του απατηλός
απατηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απατηλός
απατηλό	adj	αιτιατική ενικού του απατηλός
απατηλός	adj	που απατά, σκόπιμα και μη, το σχετικό με το απραγματοποίητο και φαντασιακό
απατηλών	adj	γενική πληθυντικού του απατηλός
απατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατημένο
απατημένε	verb	κλητική ενικού του απατημένος
απατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απατημένη
απατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απατημένος
απατημένης	verb	γενική ενικού του απατημένη
απατημένο	verb	αιτιατική ενικού του απατημένος
απατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απατημένος
απατημένος	=	απατώ
απατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απατημένος
απατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απατημένος
απατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απατημένος
απατιέμαι	=	απατώ
απατιούνταν	=	απατώ
απατιτών	=	απατίτης
απατιόντουσαν	=	απατώ
απατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απατός
απατού	adj	γενική ενικού του απατός
απατούμε	=	απατάω
απατούν	=	απατάω
απατούνε	=	απατάω
απατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απατός
απατούσα	=	απατάω
απατούσαμε	=	απατάω
απατούσαν	=	απατάω
απατούσανε	=	απατάω
απατούσατε	=	απατάω
απατούσε	=	απατάω
απατούσες	=	απατάω
απατρίδων	=	άπατρις
απατό	adj	αιτιατική ενικού του απατός
απατόμαστε	=	απατώ
απατόρων	=	απάτωρ
απατός	pron|vulgar	μόνος (του) (πάντοτε + προσωπική αντωνυμία μου, σου, του, ...)
απατώ	verb	ξεγελώ
απατώμαι	verb	κάνω λάθος, έχω εσφαλμένη γνώμη
απατώμενος	=	απατώ
απατών	adj	γενική πληθυντικού του απατός
απατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απατώ
απαυγάζω	verb	ακτινοβολώ, λάμπω
απαυγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαύγασμα
απαυγάσματος	noun	γενική ενικού του απαύγασμα
απαυγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαυγασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απαύγασμα
απαυδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απαυδίζω	=	απαυδώ
απαυδημένα	adv	άλλη μορφή του απαυδισμένα
απαυδημένε	=	απαυδημένος
απαυδημένες	=	απαυδημένος
απαυδημένη	=	απαυδημένος
απαυδημένης	=	απαυδημένος
απαυδημένο	=	απαυδημένος
απαυδημένοι	=	απαυδημένος
απαυδημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απαυδώ
απαυδημένου	=	απαυδημένος
απαυδημένους	=	απαυδημένος
απαυδημένων	=	απαυδημένος
απαυδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαυδισμένο
απαυδισμένε	verb	κλητική ενικού του απαυδισμένος
απαυδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαυδισμένη
απαυδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαυδισμένος
απαυδισμένης	verb	γενική ενικού του απαυδισμένη
απαυδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαυδισμένος
απαυδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαυδισμένος
απαυδισμένος	verb	που έχει απαυδήσει, δεν αντέχει άλλο, έχει αγανακτήσει, δεν έχει πια άλλη υπομονή
απαυδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαυδισμένος
απαυδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαυδισμένος
απαυδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαυδισμένος
απαυδώ	verb|formal	αδυνατώ να μιλήσω πλέον
απαυτά	noun	τα γεννητικά όργανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαυτό
απαυτέ	adj	κλητική ενικού του απαυτός
απαυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαυτή
απαυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαυτός
απαυτής	adj	γενική ενικού του απαυτή
απαυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαυτός
απαυτού	adj	γενική ενικού του απαυτός
απαυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απαυτός
απαυτωθήκαμε	=	απαυτώνω
απαυτωθήκαν	=	απαυτώνω
απαυτωθήκανε	=	απαυτώνω
απαυτωθήκατε	=	απαυτώνω
απαυτωθεί	=	απαυτώνω
απαυτωθείς	=	απαυτώνω
απαυτωθείτε	=	απαυτώνω
απαυτωθούμε	=	απαυτώνω
απαυτωθούν	=	απαυτώνω
απαυτωθούνε	=	απαυτώνω
απαυτωθώ	=	απαυτώνω
απαυτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απαύτωμα
απαυτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαυτωμένο
απαυτωμένε	verb	κλητική ενικού του απαυτωμένος
απαυτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαυτωμένη
απαυτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απαυτωμένος
απαυτωμένης	verb	γενική ενικού του απαυτωμένη
απαυτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απαυτωμένος
απαυτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απαυτωμένος
απαυτωμένος	=	απαυτώνω
απαυτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απαυτωμένος
απαυτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απαυτωμένος
απαυτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απαυτωμένος
απαυτωνόμασταν	=	απαυτώνω
απαυτωνόμαστε	=	απαυτώνω
απαυτωνόμουν	=	απαυτώνω
απαυτωνόμουνα	=	απαυτώνω
απαυτωνόντουσαν	=	απαυτώνω
απαυτωνόσασταν	=	απαυτώνω
απαυτωνόσαστε	=	απαυτώνω
απαυτωνόσουν	=	απαυτώνω
απαυτωνόσουνα	=	απαυτώνω
απαυτωνόταν	=	απαυτώνω
απαυτωνότανε	=	απαυτώνω
απαυτό	adj	αιτιατική ενικού του απαυτός
απαυτός	adj|vulgar	ο τάδε, ο δείνα, που δεν θυμόμστε τ' όνομά του
απαυτώθηκα	=	απαυτώνω
απαυτώθηκαν	=	απαυτώνω
απαυτώθηκε	=	απαυτώνω
απαυτώθηκες	=	απαυτώνω
απαυτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απαύτωμα
απαυτώματος	noun	γενική ενικού του απαύτωμα
απαυτών	adj	γενική πληθυντικού του απαυτός
απαυτώναμε	=	απαυτώνω
απαυτώναν	=	απαυτώνω
απαυτώνανε	=	απαυτώνω
απαυτώνατε	=	απαυτώνω
απαυτώνει	=	απαυτώνω
απαυτώνεις	=	απαυτώνω
απαυτώνεσαι	=	απαυτώνω
απαυτώνεστε	=	απαυτώνω
απαυτώνεται	=	απαυτώνω
απαυτώνετε	=	απαυτώνω
απαυτώνομαι	=	απαυτώνω
απαυτώνομε	=	απαυτώνω
απαυτώνονται	=	απαυτώνω
απαυτώνονταν	=	απαυτώνω
απαυτώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απαυτώνω
απαυτώνουμε	=	απαυτώνω
απαυτώνουν	=	απαυτώνω
απαυτώνουνε	=	απαυτώνω
απαυτώνω	verb	αποφυγή του χυδαιότερου γαμάω/γαμώ
απαυτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσαν	=	απαυτώνω
απαυτώσανε	=	απαυτώνω
απαυτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσομε	=	απαυτώνω
απαυτώσου	=	απαυτώνω
απαυτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσουνε	=	απαυτώνω
απαυτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαυτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαχθέν	=	απαχθείς
απαχθέντα	=	απαχθείς
απαχθέντας	=	απαχθείς
απαχθέντες	=	απαχθείς
απαχθέντος	=	απαχθείς
απαχθέντων	=	απαχθείς
απαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγομαι
απαχθείσα	=	απαχθείς
απαχθείσας	=	απαχθείς
απαχθείσες	=	απαχθείς
απαχθείσης	=	απαχθείς
απαχθεισών	=	απαχθείς
απαχισσών	noun	γενική πληθυντικού του απάχισσα
απαύγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαύγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαύγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαύγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυγάζω
απαύγασμα	noun|figurative	λάμψη, ακτινοβολία
απαύδησα	=	απαυδώ
απαύτωμα	noun	η ενέργεια και συνέπεια του απαυτώνω
απαύτωνα	=	απαυτώνω
απαύτωναν	=	απαυτώνω
απαύτωνε	=	απαυτώνω
απαύτωνες	=	απαυτώνω
απαύτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαύτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαύτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απαύτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυτώνω
απδ	abbrev	δήλωση που καταθέτουν όσοι απασχολούν προσωπικό για το οποίο απαιτείται αγορά ενσήμων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ
απδπχ	abbrev	δημόσια αρχή υπεύθυνη για τη θεσμοθέτηση ή υιοθέτηση κανονισμών για την προστασία των προσωπικών δεδομένων του ατόμου
απε	abbrev	Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.
απε-μπε	abbrev	το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων στη Βικιπαίδεια
απείθαρχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απείθαρχος	adv	με απείθαρχο τρόπο, με απειθαρχία
απείθαρχε	adj	κλητική ενικού του απείθαρχος
απείθαρχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείθαρχη
απείθαρχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απείθαρχος
απείθαρχης	adj	γενική ενικού του απείθαρχη
απείθαρχο	adj	αιτιατική ενικού του απείθαρχος
απείθαρχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απείθαρχος
απείθαρχος	adj	που συνήθως απειθαρχεί, δεν υπακούει σε κανόνες
απείθαρχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απείθαρχος
απείθαρχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απείθαρχος
απείθαρχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απείθαρχος
απείθει	=	απειθώ
απείθεια	noun	η άρνηση υπακοής σε κανόνες και διαταγές
απείθειας	noun	γενική ενικού του απείθεια
απείθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείθεια
απείθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απείθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απείθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απείθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απείκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απείκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απείκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απείκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απείκασμα	noun|formal	ομοίωμα, είδωλο
απείλει	=	απειλώ
απείλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απείλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απείλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απείλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απείραγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείραγο
απείραγε	adj	κλητική ενικού του απείραγος
απείραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείραγη
απείραγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απείραγος
απείραγης	adj	γενική ενικού του απείραγη
απείραγο	adj	αιτιατική ενικού του απείραγος
απείραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απείραγος
απείραγος	adj	άλλη μορφή του απείραχτος
απείραγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απείραγος
απείραγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απείραγος
απείραγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απείραγος
απείρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείρακτο
απείρακτε	adj	κλητική ενικού του απείρακτος
απείρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείρακτη
απείρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απείρακτος
απείρακτης	adj	γενική ενικού του απείρακτη
απείρακτο	adj	αιτιατική ενικού του απείρακτος
απείρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απείρακτος
απείρακτος	adj	άλλη μορφή του απείραχτος
απείρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απείρακτος
απείρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απείρακτος
απείρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απείρακτος
απείραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείραχτο
απείραχτε	adj	κλητική ενικού του απείραχτος
απείραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείραχτη
απείραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απείραχτος
απείραχτης	adj	γενική ενικού του απείραχτη
απείραχτο	adj	αιτιατική ενικού του απείραχτος
απείραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απείραχτος
απείραχτος	adj	που δεν έχει πειραχτεί ή δεν μπορεί να πειραχτεί
απείραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απείραχτος
απείραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απείραχτος
απείραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απείραχτος
απείρου	=	άπειρο
απείρως	adv|formal	άλλη μορφή του άπειρα
απείχα	verb	αʹ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος απέχω
απείχαμε	=	απέχω
απείχαν	=	απέχω
απείχανε	=	απέχω
απείχατε	=	απέχω
απείχε	=	απέχω
απείχες	=	απέχω
απεβίωσα	=	αποβιώ
απεβίωσε	verb	γʹ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώνω
απεβλήθη	=	αποβάλλω
απεβλήθησαν	=	αποβάλλω
απεγγραφές	=	απεγγραφή
απεγγραφή	noun	διαδικασία κατά την οποία δηλώνουμε ότι δε θέλουμε να λαμβάνουμε ενημερώσεις από μια ιστοσελίδα
απεγγραφής	=	απεγγραφή
απεγγραφών	=	απεγγραφή
απεγκαθίσταμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απεγκαθιστώ
απεγκαθιστώ	verb	αποσύρω ή ακυρώνω κάτι που είχα τοποθετήσει ή εγκαταστήσει
απεγκατάσταση	noun	η διαδικασία της αφαίρεσης προγράμματος από ηλεκτρονικό υπολογιστή
απεγκατάστασης	=	απεγκατάσταση
απεγκατέστησα	=	απεγκαθιστώ
απεγκαταστάθηκα	=	απεγκαθίσταμαι
απεγκαταστάθηκε	=	απεγκαθιστώ
απεγκαταστάσεις	=	απεγκατάσταση
απεγκαταστάσεων	=	απεγκατάσταση
απεγκαταστάσεως	=	απεγκατάσταση
απεγκατεστημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεγκατεστημένο
απεγκατεστημένε	adj	κλητική ενικού του απεγκατεστημένος
απεγκατεστημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεγκατεστημένη
απεγκατεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεγκατεστημένος
απεγκατεστημένης	adj	γενική ενικού του απεγκατεστημένη
απεγκατεστημένο	verb	αιτιατική ενικού του απεγκατεστημένος
απεγκατεστημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεγκατεστημένος
απεγκατεστημένος	verb	που έχει απεγκατασταθεί, που δεν είναι πλέον εγκατεστημένος
απεγκατεστημένου	verb	γενική ενικού του απεγκατεστημένος
απεγκατεστημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεγκατεστημένος
απεγκατεστημένων	adj	γενική πληθυντικού του απεγκατεστημένος
απεγκληματοποίηση	noun	το να παύσει μια πράξη να θεωρείται έγκλημα, ο νομοθετικός αποχαρακτηρισμός της ως εγκληματικής
απεγκληματοποίησης	=	απεγκληματοποίηση
απεγκληματοποιήσεις	=	απεγκληματοποίηση
απεγκληματοποιήσεων	=	απεγκληματοποίηση
απεγκλωβίζαμε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζαν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζανε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζατε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζει	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζεις	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζεσαι	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζεστε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζεται	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζετε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζομαι	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζονται	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζονταν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζοντας	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζου	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζουμε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζουν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζουνε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίζω	verb	απελευθερώνω κάποιον που είχε εγκλωβιστεί
απεγκλωβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσαν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσανε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεγκλώβιση
απεγκλωβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσεων	=	απεγκλώβιση
απεγκλωβίσου	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβίστηκα	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίστηκαν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίστηκε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίστηκες	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόμασταν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόμαστε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόμουν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόμουνα	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόντουσαν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόσασταν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόσαστε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόσουν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόσουνα	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζόταν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιζότανε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβισμέ	noun	κλητική ενικού του απεγκλωβισμός
απεγκλωβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεγκλωβισμένο
απεγκλωβισμένε	verb	κλητική ενικού του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεγκλωβισμένη
απεγκλωβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμένης	verb	γενική ενικού του απεγκλωβισμένη
απεγκλωβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμένος	verb	που έχει απεγκλωβιστεί
απεγκλωβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεγκλωβισμένος
απεγκλωβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεγκλωβισμός
απεγκλωβισμού	noun	γενική ενικού του απεγκλωβισμός
απεγκλωβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απεγκλωβισμός
απεγκλωβισμό	noun	αιτιατική ενικού του απεγκλωβισμός
απεγκλωβισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απεγκλωβίζω
απεγκλωβισμών	noun	γενική πληθυντικού του απεγκλωβισμός
απεγκλωβιστήκαμε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιστήκαν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιστήκανε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιστήκατε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιστεί	=	απεγκλωβίζω
απεγκλωβιστείτε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλώβιζα	=	απεγκλωβίζω
απεγκλώβιζαν	=	απεγκλωβίζω
απεγκλώβιζε	=	απεγκλωβίζω
απεγκλώβιζες	=	απεγκλωβίζω
απεγκλώβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλώβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλώβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλώβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεγκλωβίζω
απεγκλώβιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απεγκλωβίζω
απεγκλώβισης	=	απεγκλώβιση
απεγνωσμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απεγνωσμένος	adv	με απεγνωσμένο τρόπο, με απόγνωση
απεγνωσμένε	verb	κλητική ενικού του απεγνωσμένος
απεγνωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεγνωσμένη
απεγνωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεγνωσμένος
απεγνωσμένης	verb	γενική ενικού του απεγνωσμένη
απεγνωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του απεγνωσμένος
απεγνωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεγνωσμένος
απεγνωσμένος	verb	που βρίσκεται σε απόγνωση ή που ενεργεί όντας σε απόγνωση
απεγνωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεγνωσμένος
απεγνωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεγνωσμένος
απεγνωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεγνωσμένος
απεδ	abbrev	Αρχή Πιστοποίησης Ελληνικού Δημοσίου: επίσημη αρχή που λειτουργεί στο πλαίσιο της ΚτΠ και είναι υπεύθυνη για την έκδοση, διαχείριση και ανάκληση ψηφιακών πιστοποιητικών για φορείς και υπαλλήλους του ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την ασφαλή ηλεκτρονική υπογραφή και αυθεντικοποίηση σε ψηφιακές συναλλαγές
απεδέχθη	=	αποδέχομαι
απεδέχθησαν	=	αποδέχομαι
απεδήμησα	=	αποδημώ
απεδίκλωτα	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτε	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτες	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτη	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτης	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτο	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτοι	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτος	adj	που δεν έχει πεδικλωθεί
απεδίκλωτου	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτους	=	απεδίκλωτος
απεδίκλωτων	=	απεδίκλωτος
απεδείχθη	=	αποδεικνύω
απεδείχθησαν	=	αποδεικνύω
απεδώ	adv|vulgar	άλλη μορφή του αποδώ
απεθαίνω	=	πεθαίνω
απειθάρχει	=	απειθαρχώ
απειθάρχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθάρχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθάρχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθάρχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθάρχητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειθάρχητο
απειθάρχητε	adj	κλητική ενικού του απειθάρχητος
απειθάρχητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειθάρχητη
απειθάρχητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειθάρχητος
απειθάρχητης	adj	γενική ενικού του απειθάρχητη
απειθάρχητο	adj	αιτιατική ενικού του απειθάρχητος
απειθάρχητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειθάρχητος
απειθάρχητος	adj	άλλη μορφή του απείθαρχος
απειθάρχητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειθάρχητος
απειθάρχητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειθάρχητος
απειθάρχητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειθάρχητος
απειθές	=	απειθής
απειθή	=	απειθής
απειθής	adj	απείθαρχος, απειθάρχητος
απειθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσαν	=	απειθώ
απειθήσανε	=	απειθώ
απειθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσουνε	=	απειθώ
απειθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθώ
απειθαρχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσαν	=	απειθαρχώ
απειθαρχήσανε	=	απειθαρχώ
απειθαρχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσουνε	=	απειθαρχώ
απειθαρχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειθαρχώ
απειθαρχία	noun	η έλλειψη πειθαρχίας
απειθαρχίας	noun	γενική ενικού του απειθαρχία
απειθαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειθαρχία
απειθαρχεί	=	απειθαρχώ
απειθαρχείς	=	απειθαρχώ
απειθαρχείτε	=	απειθαρχώ
απειθαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειθαρχικό
απειθαρχικέ	adj	κλητική ενικού του απειθαρχικός
απειθαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειθαρχική
απειθαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειθαρχικός
απειθαρχικής	adj	γενική ενικού του απειθαρχική
απειθαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειθαρχικός
απειθαρχικού	adj	γενική ενικού του απειθαρχικός
απειθαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειθαρχικός
απειθαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του απειθαρχικός
απειθαρχικός	adj|rare	άλλη μορφή του απείθαρχος
απειθαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του απειθαρχικός
απειθαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του απειθαρχία
απειθαρχούμε	=	απειθαρχώ
απειθαρχούν	=	απειθαρχώ
απειθαρχούνε	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσα	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσαμε	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσαν	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσανε	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσατε	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσε	=	απειθαρχώ
απειθαρχούσες	=	απειθαρχώ
απειθαρχώ	verb	δεν πειθαρχώ
απειθαρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απειθαρχώ
απειθεί	=	απειθώ
απειθείς	=	απειθής
απειθείτε	=	απειθώ
απειθειών	noun	γενική πληθυντικού του απείθεια
απειθούμε	=	απειθώ
απειθούν	=	απειθώ
απειθούνε	=	απειθώ
απειθούς	=	απειθής
απειθούσα	=	απειθώ
απειθούσαμε	=	απειθώ
απειθούσαν	=	απειθώ
απειθούσανε	=	απειθώ
απειθούσατε	=	απειθώ
απειθούσε	=	απειθώ
απειθούσες	=	απειθώ
απειθώ	verb	δεν υπακούω
απειθών	=	απειθής
απειθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απειθώ
απειθώς	adv|formal	με απείθεια
απεικάζω	verb	εκφράζω με εικαστικά μέσα
απεικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απείκασμα
απεικάσματος	noun	γενική ενικού του απείκασμα
απεικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικάζω
απεικασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απείκασμα
απεικασμένος	=	απεικάζω
απεικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικαστικό
απεικαστικέ	adj	κλητική ενικού του απεικαστικός
απεικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικαστική
απεικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεικαστικός
απεικαστικής	adj	γενική ενικού του απεικαστική
απεικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεικαστικός
απεικαστικού	adj	γενική ενικού του απεικαστικός
απεικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεικαστικός
απεικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του απεικαστικός
απεικαστικός	adj	που απεικάζει
απεικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του απεικαστικός
απεικονίζαμε	=	απεικονίζω
απεικονίζαν	=	απεικονίζω
απεικονίζανε	=	απεικονίζω
απεικονίζατε	=	απεικονίζω
απεικονίζει	=	απεικονίζω
απεικονίζεις	=	απεικονίζω
απεικονίζεσαι	=	απεικονίζομαι
απεικονίζεστε	=	απεικονίζομαι
απεικονίζεται	=	απεικονίζομαι
απεικονίζετε	=	απεικονίζω
απεικονίζομαι	verb	περιγράφομαι με εικόνες ή άλλους εικαστικούς τρόπους
απεικονίζομε	=	απεικονίζω
απεικονίζονται	=	απεικονίζομαι
απεικονίζονταν	=	απεικονίζομαι
απεικονίζοντας	=	απεικονίζω
απεικονίζου	=	απεικονίζομαι
απεικονίζουμε	=	απεικονίζω
απεικονίζουν	=	απεικονίζω
απεικονίζουνε	=	απεικονίζω
απεικονίζω	verb	αναπαριστώ εικαστικά κάτι που αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου (κυρίως την όραση)
απεικονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίσαν	=	απεικονίζω
απεικονίσανε	=	απεικονίζω
απεικονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικόνιση
απεικονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απεικόνιση
απεικονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απεικόνιση
απεικονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικόνισμα
απεικονίσματος	noun	γενική ενικού του απεικόνισμα
απεικονίσομε	=	απεικονίζω
απεικονίσου	=	απεικονίζομαι
απεικονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίσουνε	=	απεικονίζω
απεικονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονίστηκα	=	απεικονίζομαι
απεικονίστηκαν	=	απεικονίζομαι
απεικονίστηκε	=	απεικονίζομαι
απεικονίστηκες	=	απεικονίζομαι
απεικονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικονιζόμασταν	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόμαστε	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονιζόμενο
απεικονιζόμενε	verb	κλητική ενικού του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονιζόμενη
απεικονιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμενης	verb	γενική ενικού του απεικονιζόμενη
απεικονιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απεικονίζω
απεικονιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεικονιζόμενος
απεικονιζόμουν	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόμουνα	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόντουσαν	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόσασταν	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόσαστε	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόσουν	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόσουνα	=	απεικονίζομαι
απεικονιζόταν	=	απεικονίζομαι
απεικονιζότανε	=	απεικονίζομαι
απεικονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απεικόνισμα
απεικονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονισμένο
απεικονισμένε	verb	κλητική ενικού του απεικονισμένος
απεικονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονισμένη
απεικονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεικονισμένος
απεικονισμένης	verb	γενική ενικού του απεικονισμένη
απεικονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απεικονισμένος
απεικονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεικονισμένος
απεικονισμένος	=	απεικονίζομαι
απεικονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεικονισμένος
απεικονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεικονισμένος
απεικονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεικονισμένος
απεικονισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονισματικό
απεικονισματικέ	adj	κλητική ενικού του απεικονισματικός
απεικονισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονισματική
απεικονισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεικονισματικός
απεικονισματικής	adj	γενική ενικού του απεικονισματική
απεικονισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεικονισματικός
απεικονισματικού	adj	γενική ενικού του απεικονισματικός
απεικονισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεικονισματικός
απεικονισματικό	adj	αιτιατική ενικού του απεικονισματικός
απεικονισματικός	adj|rare	άλλη μορφή του απεικονιστικός
απεικονισματικών	adj	γενική πληθυντικού του απεικονισματικός
απεικονιστές	=	απεικονιστής
απεικονιστή	=	απεικονιστής
απεικονιστήκαμε	=	απεικονίζομαι
απεικονιστήκαν	=	απεικονίζομαι
απεικονιστήκανε	=	απεικονίζομαι
απεικονιστήκατε	=	απεικονίζομαι
απεικονιστής	noun	πρόσωπο που συμβάλλει στο να απεικονιστεί κάτι
απεικονιστεί	=	απεικονίζομαι
απεικονιστείς	=	απεικονίζω
απεικονιστείτε	=	απεικονίζομαι
απεικονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονιστικό
απεικονιστικέ	adj	κλητική ενικού του απεικονιστικός
απεικονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεικονιστική
απεικονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεικονιστικός
απεικονιστικής	adj	γενική ενικού του απεικονιστική
απεικονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεικονιστικός
απεικονιστικού	adj	γενική ενικού του απεικονιστικός
απεικονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεικονιστικός
απεικονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του απεικονιστικός
απεικονιστικός	adj	που έχει σχέση με την απεικόνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
απεικονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του απεικονιστικός
απεικονιστούμε	=	απεικονίζω
απεικονιστούν	=	απεικονίζω
απεικονιστούνε	=	απεικονίζω
απεικονιστώ	=	απεικονίζω
απεικονιστών	=	απεικονιστής
απεικονισόμασταν	=	απεικονίζω
απεικονισόμαστε	=	απεικονίζω
απεικονισόμουν	=	απεικονίζω
απεικονισόμουνα	=	απεικονίζω
απεικονισόντουσαν	=	απεικονίζω
απεικονισόσασταν	=	απεικονίζω
απεικονισόσαστε	=	απεικονίζω
απεικονισόσουν	=	απεικονίζω
απεικονισόσουνα	=	απεικονίζω
απεικονισόταν	=	απεικονίζω
απεικονισότανε	=	απεικονίζω
απεικόνιζα	=	απεικονίζω
απεικόνιζαν	=	απεικονίζω
απεικόνιζε	=	απεικονίζω
απεικόνιζες	=	απεικονίζω
απεικόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεικονίζω
απεικόνιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απεικονίζω
απεικόνισης	noun	γενική ενικού του απεικόνιση
απεικόνισμα	noun	άλλη μορφή του απεικόνιση
απειλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλή
απειλή	noun	ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του
απειλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειλής	=	απειλή
απειλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσαν	=	απειλώ
απειλήσανε	=	απειλώ
απειλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσου	=	απειλώ
απειλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσουνε	=	απειλώ
απειλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλώ
απειλεί	=	απειλώ
απειλείς	=	απειλώ
απειλείσαι	=	απειλώ
απειλείστε	=	απειλώ
απειλείται	=	απειλώ
απειλείτε	=	απειλώ
απειλείτο	=	απειλώ
απειληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθήκαν	=	απειλώ
απειληθήκανε	=	απειλώ
απειληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειληθούνε	=	απειλώ
απειληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απειλούμαι
απειλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλημένο
απειλημένε	verb	κλητική ενικού του απειλημένος
απειλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλημένη
απειλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειλημένος
απειλημένης	verb	γενική ενικού του απειλημένη
απειλημένο	verb	αιτιατική ενικού του απειλημένος
απειλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειλημένος
απειλημένος	=	απειλούμαι
απειλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειλημένος
απειλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απειλημένος
απειλημένων	verb	γενική πληθυντικού του απειλημένος
απειλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλητικό	adv	με απειλητικό τρόπο
απειλητικέ	adj	κλητική ενικού του απειλητικός
απειλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλητική
απειλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειλητικός
απειλητικής	adj	γενική ενικού του απειλητική
απειλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειλητικός
απειλητικού	adj	γενική ενικού του απειλητικός
απειλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειλητικός
απειλητικό	adj	αιτιατική ενικού του απειλητικός
απειλητικός	adj	που απειλεί ή εκφράζει απειλή
απειλητικών	adj	γενική πληθυντικού του απειλητικός
απειλητικώς	adv|dated	απειλητικά
απειλουμένων	verb	γενική πληθυντικού του απειλούμενος
απειλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απειλώ
απειλούμασταν	=	απειλώ
απειλούμαστε	=	απειλώ
απειλούμε	=	απειλώ
απειλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλούμενο
απειλούμενε	verb	κλητική ενικού του απειλούμενος
απειλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειλούμενη
απειλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειλούμενος
απειλούμενης	verb	γενική ενικού του απειλούμενη
απειλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του απειλούμενος
απειλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειλούμενος
απειλούμενος	verb	αυτός που απειλείται
απειλούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειλούμενος
απειλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απειλούμενος
απειλούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειλούμενος
απειλούμουν	=	απειλώ
απειλούμουνα	=	απειλώ
απειλούν	=	απειλώ
απειλούνε	=	απειλώ
απειλούνται	=	απειλώ
απειλούνταν	=	απειλώ
απειλούντο	=	απειλώ
απειλούσα	=	απειλώ
απειλούσαμε	=	απειλώ
απειλούσαν	=	απειλώ
απειλούσανε	=	απειλώ
απειλούσατε	=	απειλώ
απειλούσε	=	απειλώ
απειλούσες	=	απειλώ
απειλούσουν	=	απειλώ
απειλούσουνα	=	απειλώ
απειλώ	verb	φοβερίζω κάποιον και χρησιμοποιώ απειλές εναντίον του
απειλών	=	απειλή
απειλώντας	=	απειλώ
απειράγαθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειράγαθο
απειράγαθε	adj	κλητική ενικού του απειράγαθος
απειράγαθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειράγαθη
απειράγαθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειράγαθος
απειράγαθης	adj	γενική ενικού του απειράγαθη
απειράγαθο	adj	αιτιατική ενικού του απειράγαθος
απειράγαθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειράγαθος
απειράγαθος	adj|formal	που είναι πάρα πολύ αγαθός
απειράγαθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειράγαθος
απειράγαθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειράγαθος
απειράγαθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειράγαθος
απειράκις	adv|archaic	άπειρες φορές
απειράριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειράριθμο
απειράριθμε	adj	κλητική ενικού του απειράριθμος
απειράριθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειράριθμη
απειράριθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειράριθμος
απειράριθμης	adj	γενική ενικού του απειράριθμη
απειράριθμο	adj	αιτιατική ενικού του απειράριθμος
απειράριθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειράριθμος
απειράριθμος	adj	που είναι άπειρος στον αριθμό, που δεν μπορεί να μετρηθεί
απειράριθμου	adj	γενική ενικού του απειράριθμος
απειράριθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειράριθμος
απειράριθμων	adj	γενική πληθυντικού του απειράριθμος
απειρία	noun	το να είναι κάποιος άπειρος, η ιδιότητα του άπειρου
απειρίας	noun	γενική ενικού του απειρία
απειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρία
απειραγάθως	adv|formal	με απειράγαθο τρόπο
απειραθίτης	=	απεραθίτης
απειριών	noun	γενική πληθυντικού του απειρία
απειροδιάστατα	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατε	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατες	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατη	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατης	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατο	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατοι	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατος	adj	απείρων διαστάσεων
απειροδιάστατου	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατους	=	απειροδιάστατος
απειροδιάστατων	=	απειροδιάστατος
απειροελάχιστα	adv	σε απειροελάχιστη ποσότητα, πάρα πολύ λίγο
απειροελάχιστε	adj	κλητική ενικού του απειροελάχιστος
απειροελάχιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροελάχιστη
απειροελάχιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειροελάχιστος
απειροελάχιστης	adj	γενική ενικού του απειροελάχιστη
απειροελάχιστο	adj	αιτιατική ενικού του απειροελάχιστος
απειροελάχιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειροελάχιστος
απειροελάχιστος	adj	αυτός που είναι πάρα πολύ μικρός, ώστε δεν είναι ορατός με γυμνό μάτι
απειροελάχιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειροελάχιστος
απειροελάχιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειροελάχιστος
απειροελάχιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειροελάχιστος
απειροκαλία	noun	η ιδιότητα του απειρόκαλου, η έλλειψη καλαισθησίας
απειροκαλίας	noun	γενική ενικού του απειροκαλία
απειροκαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροκαλία
απειροκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του απειροκαλία
απειρομέγεθες	=	απειρομεγέθης
απειρομεγέθεις	=	απειρομεγέθης
απειρομεγέθη	=	απειρομεγέθης
απειρομεγέθης	adj	που έχει υπερβολικά μεγάλο μέγεθος
απειρομεγέθους	=	απειρομεγέθης
απειρομεγέθων	=	απειρομεγέθης
απειροπόλεμα	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμε	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμες	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμη	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμης	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμο	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμοι	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμος	adj	που δεν έχει εμπειρία στον πόλεμο
απειροπόλεμου	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμους	=	απειροπόλεμος
απειροπόλεμων	=	απειροπόλεμος
απειροστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροστό	adv|rare	απειροελάχιστα
απειροστέ	adj	κλητική ενικού του απειροστός
απειροστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροστή
απειροστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειροστός
απειροστής	adj	γενική ενικού του απειροστή
απειροστημόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροστημόριο
απειροστημόριο	noun|formal	πολύ μικρό μέρος από κάτι, μικρό τμήμα
απειροστημόριου	noun	γενική ενικού του απειροστημόριο
απειροστημόριων	noun	γενική πληθυντικού του απειροστημόριο
απειροστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροστικό
απειροστικέ	adj	κλητική ενικού του απειροστικός
απειροστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροστική
απειροστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειροστικός
απειροστικής	adj	γενική ενικού του απειροστική
απειροστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειροστικός
απειροστικού	adj	γενική ενικού του απειροστικός
απειροστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειροστικός
απειροστικό	adj	αιτιατική ενικού του απειροστικός
απειροστικός	adj	που έχει σχέση με τα απειροστά ή αναφέρεται σ’ αυτά
απειροστικών	adj	γενική πληθυντικού του απειροστικός
απειροστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειροστός
απειροστού	adj	γενική ενικού του απειροστός
απειροστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειροστός
απειροστό	adj	αιτιατική ενικού του απειροστός
απειροστός	adj	αυτός που έχει ήδη επαναληφθεί πολλές φορές, ο πολλοστός
απειροστών	adj	γενική πληθυντικού του απειροστός
απειροσυνόλου	=	απειροσύνολο
απειροσυνόλων	=	απειροσύνολο
απειροσύνθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροσύνθετο
απειροσύνθετε	adj	κλητική ενικού του απειροσύνθετος
απειροσύνθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειροσύνθετη
απειροσύνθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειροσύνθετος
απειροσύνθετης	adj	γενική ενικού του απειροσύνθετη
απειροσύνθετο	adj	αιτιατική ενικού του απειροσύνθετος
απειροσύνθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειροσύνθετος
απειροσύνθετος	adj	χαοτικός, χαώδης, που αφορά συστήμα άπειρων συσχετισμών οι οποίοι εμφανίζουν κανονικότητα, όμως είναι εγγενώς αδύνατον να ακολουθηθεί η κάθε παραμέτρος, διότι η εντροπία που γεννά κάθε μέτρηση αυξάνει τις άγνωστες παραμέτρους στο σύστημα
απειροσύνθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειροσύνθετος
απειροσύνθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειροσύνθετος
απειροσύνθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειροσύνθετος
απειροσύνολα	=	απειροσύνολο
απειροσύνολο	noun	σύνολο άπειρων αριθμών, που δεν ανήκει στα πεπερασμένα σύνολα
απειροσύνολου	=	απειροσύνολο
απειροτήτων	=	απειρότητα
απειρόγαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρόγαμο
απειρόγαμε	adj	κλητική ενικού του απειρόγαμος
απειρόγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρόγαμη
απειρόγαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειρόγαμος
απειρόγαμης	adj	γενική ενικού του απειρόγαμη
απειρόγαμο	adj	αιτιατική ενικού του απειρόγαμος
απειρόγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειρόγαμος
απειρόγαμος	adj|archaic	που δεν έχει παντρευτεί, που δεν έχει πείρα, γάμου
απειρόγαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειρόγαμος
απειρόγαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειρόγαμος
απειρόγαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειρόγαμος
απειρόκαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρόκαλο
απειρόκαλε	adj	κλητική ενικού του απειρόκαλος
απειρόκαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρόκαλη
απειρόκαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειρόκαλος
απειρόκαλης	adj	γενική ενικού του απειρόκαλη
απειρόκαλο	adj	αιτιατική ενικού του απειρόκαλος
απειρόκαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειρόκαλος
απειρόκαλος	adj	ακαλαίσθητος
απειρόκαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειρόκαλος
απειρόκαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειρόκαλος
απειρόκαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειρόκαλος
απειρότεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρότεχνο
απειρότεχνε	adj	κλητική ενικού του απειρότεχνος
απειρότεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρότεχνη
απειρότεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειρότεχνος
απειρότεχνης	adj	γενική ενικού του απειρότεχνη
απειρότεχνο	adj	αιτιατική ενικού του απειρότεχνος
απειρότεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειρότεχνος
απειρότεχνος	adj	που δεν έχει ιδέα από τέχνη
απειρότεχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειρότεχνος
απειρότεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειρότεχνος
απειρότεχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειρότεχνος
απειρότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή κατάσταση που χαρακτηρίζει κάτι χωρίς όρια ή τέλος, κάτι που εκτείνεται πέρα από κάθε μέτρο ή περιορισμό, είτε στον χώρο, τον χρόνο, είτε στην έννοια
απειρότητας	=	απειρότητα
απειρότητες	=	απειρότητα
απειρώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρώνυμο
απειρώνυμε	adj	κλητική ενικού του απειρώνυμος
απειρώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απειρώνυμη
απειρώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απειρώνυμος
απειρώνυμης	adj	γενική ενικού του απειρώνυμη
απειρώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του απειρώνυμος
απειρώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απειρώνυμος
απειρώνυμος	adj|formal	που έχει άπειρα ονόματα (ως προσωνύμιο του θεού)
απειρώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απειρώνυμος
απειρώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απειρώνυμος
απειρώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απειρώνυμος
απεκάθαρα	=	αποκαθαίρω
απεκαλύφθη	=	αποκαλύπτω
απεκαλύφθην	=	αποκαλύφθηκα
απεκαλύφθησαν	=	αποκαλύπτω
απεκδέξου	=	απεκδέχομαι
απεκδέχεσαι	=	απεκδέχομαι
απεκδέχεστε	=	απεκδέχομαι
απεκδέχεται	=	απεκδέχομαι
απεκδέχομαι	verb|formal	προσδοκώ
απεκδέχονται	=	απεκδέχομαι
απεκδέχονταν	=	απεκδέχομαι
απεκδέχου	=	απεκδέχομαι
απεκδέχτηκα	=	απεκδέχομαι
απεκδέχτηκαν	=	απεκδέχομαι
απεκδέχτηκε	=	απεκδέχομαι
απεκδέχτηκες	=	απεκδέχομαι
απεκδεγμένος	=	απεκδέχομαι
απεκδεχτήκαμε	=	απεκδέχομαι
απεκδεχτήκαν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχτήκανε	=	απεκδέχομαι
απεκδεχτήκατε	=	απεκδέχομαι
απεκδεχτεί	=	απεκδέχομαι
απεκδεχτείτε	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόμασταν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόμαστε	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεκδεχόμενο
απεκδεχόμενε	verb	κλητική ενικού του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεκδεχόμενη
απεκδεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμενης	verb	γενική ενικού του απεκδεχόμενη
απεκδεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απεκδέχομαι
απεκδεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεκδεχόμενος
απεκδεχόμουν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόμουνα	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόντουσαν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόσασταν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόσαστε	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόσουν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόσουνα	=	απεκδέχομαι
απεκδεχόταν	=	απεκδέχομαι
απεκδεχότανε	=	απεκδέχομαι
απεκδυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθήκαν	=	απεκδύομαι
απεκδυθήκανε	=	απεκδύομαι
απεκδυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυθούνε	=	απεκδύομαι
απεκδυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδυόμασταν	=	απεκδύομαι
απεκδυόμαστε	=	απεκδύομαι
απεκδυόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεκδυόμενο
απεκδυόμενε	verb	κλητική ενικού του απεκδυόμενος
απεκδυόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεκδυόμενη
απεκδυόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεκδυόμενος
απεκδυόμενης	verb	γενική ενικού του απεκδυόμενη
απεκδυόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απεκδυόμενος
απεκδυόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεκδυόμενος
απεκδυόμενος	verb	που απεκδύεται
απεκδυόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεκδυόμενος
απεκδυόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεκδυόμενος
απεκδυόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεκδυόμενος
απεκδυόμουν	=	απεκδύομαι
απεκδυόμουνα	=	απεκδύομαι
απεκδυόντουσαν	=	απεκδύομαι
απεκδυόσασταν	=	απεκδύομαι
απεκδυόσαστε	=	απεκδύομαι
απεκδυόσουν	=	απεκδύομαι
απεκδυόσουνα	=	απεκδύομαι
απεκδυόταν	=	απεκδύομαι
απεκδυότανε	=	απεκδύομαι
απεκδύεσαι	=	απεκδύομαι
απεκδύεστε	=	απεκδύομαι
απεκδύεται	=	απεκδύομαι
απεκδύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεκδύομαι
απεκδύομαι	verb|figurative	παθητική φωνή του ρήματος απεκδύω
απεκδύονται	=	απεκδύομαι
απεκδύονταν	=	απεκδύομαι
απεκδύσεις	=	απέκδυση
απεκδύσεων	=	απέκδυση
απεκδύσου	=	απεκδύομαι
απεκδύω	verb	ξεντύνω, γυμνώνω, ξεβρακώνω
απεκεί	adv|vulgar	άλλη μορφή του αποκεί
απεκκρίματα	=	απέκκριμα
απεκκρίματος	=	απέκκριμα
απεκκρίνει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος απεκκρίνω
απεκκρίνομαι	=	απεκκρίνω
απεκκρίνω	verb	αποβάλλω μέσω ειδικών οργάνων άχρηστες ή βλαπτικές ουσίες που προκύπτουν από τον μεταβολισμό ή την πρόσληψη εξωτερικών ουσιών
απεκκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέκκριση
απεκκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απέκκριση
απεκκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απέκκριση
απεκκριμάτων	=	απέκκριμα
απεκκριτήρια	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριας	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριε	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριες	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριο	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριοι	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριος	adj	ο απεκκριτικός
απεκκριτήριου	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριους	=	απεκκριτήριος
απεκκριτήριων	=	απεκκριτήριος
απεκκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεκκριτικό
απεκκριτικέ	adj	κλητική ενικού του απεκκριτικός
απεκκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεκκριτική
απεκκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεκκριτικός
απεκκριτικής	adj	γενική ενικού του απεκκριτική
απεκκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεκκριτικός
απεκκριτικού	adj	γενική ενικού του απεκκριτικός
απεκκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεκκριτικός
απεκκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του απεκκριτικός
απεκκριτικός	adj	που έχει σχέση με την απέκκριση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
απεκκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του απεκκριτικός
απεκλήθη	=	αποκαλώ
απεκλήθησαν	=	αποκαλώ
απεκλείσθη	=	αποκλείω
απεκλείσθησαν	=	αποκλείω
απεκόμιζα	=	αποκομίζω
απεκόμιζαν	=	αποκομίζω
απεκόμιζε	=	αποκομίζω
απεκόμιζες	=	αποκομίζω
απεκόμισα	=	αποκόμισα
απεκόμισαν	=	αποκομίζω
απεκόμισε	=	αποκομίζω
απεκόμισες	=	αποκομίζω
απεκόπη	=	αποκόπτω
απεκόπην	=	αποκόπτομαι
απεκόπησαν	=	αποκόπτω
απελάθηκα	=	απελαύνω
απελάθηκαν	=	απελαύνω
απελάθηκε	=	απελαύνω
απελάθηκες	=	απελαύνω
απελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσαν	=	απελαύνω
απελάσανε	=	απελαύνω
απελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελαύνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απέλαση
απελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσεων	noun	γενική πληθυντικού του απέλαση
απελάσεως	noun|formal	γενική ενικού του απέλαση
απελάσομε	=	απελαύνω
απελάσου	=	απελαύνω
απελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσουνε	=	απελαύνω
απελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελαύνω
απελάτες	=	απελάτης
απελάτη	=	απελάτης
απελάτης	noun|dated	μέλος σώματος ατάκτων πολεμιστών κοντά στα ανατολικά βυζαντινά σύνορα
απελέκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελέκητο
απελέκητε	adj	κλητική ενικού του απελέκητος
απελέκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελέκητη
απελέκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελέκητος
απελέκητης	adj	γενική ενικού του απελέκητη
απελέκητο	adj	αιτιατική ενικού του απελέκητος
απελέκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελέκητος
απελέκητος	adj	που δεν έχει πελεκηθεί
απελέκητου	adj	γενική ενικού του απελέκητος
απελέκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απελέκητος
απελέκητων	adj	γενική πληθυντικού του απελέκητος
απελαθέν	=	απελαθείς
απελαθέντα	=	απελαθείς
απελαθέντες	=	απελαθείς
απελαθέντος	=	απελαθείς
απελαθέντων	=	απελαθείς
απελαθήκαμε	=	απελαύνω
απελαθήκαν	=	απελαύνω
απελαθήκανε	=	απελαύνω
απελαθήκατε	=	απελαύνω
απελαθεί	=	απελαύνω
απελαθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου (απελάθηκα) του ρήματος απελαύνω: που τον έχουν απελάσει
απελαθείσα	=	απελαθείς
απελαθείσας	=	απελαθείς
απελαθείσες	=	απελαθείς
απελαθείτε	=	απελαύνω
απελαθεισών	=	απελαθείς
απελαθούμε	=	απελαύνω
απελαθούν	=	απελαύνω
απελαθούνε	=	απελαύνω
απελαθώ	=	απελαύνω
απελασία	noun|formal	το διώξιμο, η απέλαση
απελασίας	noun	γενική ενικού του απελασία
απελασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελασία
απελασιών	noun	γενική πληθυντικού του απελασία
απελασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελασμένο
απελασμένε	verb	κλητική ενικού του απελασμένος
απελασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελασμένη
απελασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελασμένος
απελασμένης	verb	γενική ενικού του απελασμένη
απελασμένο	verb	αιτιατική ενικού του απελασμένος
απελασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελασμένος
απελασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απελαύνω
απελασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απελασμένος
απελασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απελασμένος
απελασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απελασμένος
απελατίκι	noun	επιθετικό όπλο της Βυζαντινής περιόδου χρησιμοποιούμενο κυρίως από τους ακρίτες και τους απελάτες.
απελατίκια	=	απελατίκι
απελατικιού	=	απελατίκι
απελατικιών	=	απελατίκι
απελατών	=	απελάτης
απελαυνόμασταν	=	απελαύνω
απελαυνόμαστε	=	απελαύνω
απελαυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελαυνόμενο
απελαυνόμενε	verb	κλητική ενικού του απελαυνόμενος
απελαυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελαυνόμενη
απελαυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελαυνόμενος
απελαυνόμενης	verb	γενική ενικού του απελαυνόμενη
απελαυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απελαυνόμενος
απελαυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελαυνόμενος
απελαυνόμενος	=	απελαύνω
απελαυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απελαυνόμενος
απελαυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απελαυνόμενος
απελαυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απελαυνόμενος
απελαυνόμουν	=	απελαύνω
απελαυνόμουνα	=	απελαύνω
απελαυνόντουσαν	=	απελαύνω
απελαυνόσασταν	=	απελαύνω
απελαυνόσαστε	=	απελαύνω
απελαυνόσουν	=	απελαύνω
απελαυνόσουνα	=	απελαύνω
απελαυνόταν	=	απελαύνω
απελαυνότανε	=	απελαύνω
απελαύναμε	=	απελαύνω
απελαύναν	=	απελαύνω
απελαύνανε	=	απελαύνω
απελαύνατε	=	απελαύνω
απελαύνει	=	απελαύνω
απελαύνεις	=	απελαύνω
απελαύνεσαι	=	απελαύνω
απελαύνεστε	=	απελαύνω
απελαύνεται	=	απελαύνω
απελαύνετε	=	απελαύνω
απελαύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απελαύνω
απελαύνομε	=	απελαύνω
απελαύνονται	=	απελαύνω
απελαύνονταν	=	απελαύνω
απελαύνοντας	=	απελαύνω
απελαύνουμε	=	απελαύνω
απελαύνουν	=	απελαύνω
απελαύνουνε	=	απελαύνω
απελαύνω	verb	διώχνω κάποιον αλλοδαπό από μία χώρα για διάφορους λόγους (ασφαλείας, παρανομίας κ.λπ.)
απελευθέρων	=	απελεύθερη
απελευθέρωνα	=	απελευθερώνω
απελευθέρωναν	=	απελευθερώνω
απελευθέρωνε	=	απελευθερώνω
απελευθέρωνες	=	απελευθερώνω
απελευθέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθέρωση	noun	η ενέργεια του ρήματος απελευθερώνω, το να απελευθερώνεις κάποιον
απελευθέρωσης	noun	γενική ενικού του απελευθέρωση
απελευθερία	noun|rare	η ιδιότητα του απελεύθερου
απελευθερίας	noun	γενική ενικού του απελευθερία
απελευθερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερία
απελευθεριών	noun	γενική πληθυντικού του απελευθερία
απελευθερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθήκαν	=	απελευθερώνω
απελευθερωθήκανε	=	απελευθερώνω
απελευθερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωθούνε	=	απελευθερώνω
απελευθερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωμένο
απελευθερωμένε	verb	κλητική ενικού του απελευθερωμένος
απελευθερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωμένη
απελευθερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελευθερωμένος
απελευθερωμένης	verb	γενική ενικού του απελευθερωμένη
απελευθερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απελευθερωμένος
απελευθερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωμένος
απελευθερωμένος	=	απελευθερώνω
απελευθερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απελευθερωμένος
απελευθερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απελευθερωμένος
απελευθερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απελευθερωμένος
απελευθερωνόμασταν	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόμαστε	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόμουν	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόμουνα	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόντουσαν	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόσασταν	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόσαστε	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόσουν	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόσουνα	=	απελευθερώνω
απελευθερωνόταν	=	απελευθερώνω
απελευθερωνότανε	=	απελευθερώνω
απελευθερωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωτής
απελευθερωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του απελευθερωτής
απελευθερωτής	noun	αυτός που απελευθερώνει	adj	απελευθερωτικός
απελευθερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωτικό	adv	κατά τρόπο απελευθερωτικό, επιδιώκοντας ή φέρνοντας την απελευθέρωση
απελευθερωτικέ	adj	κλητική ενικού του απελευθερωτικός
απελευθερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωτική
απελευθερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελευθερωτικός
απελευθερωτικής	adj	γενική ενικού του απελευθερωτική
απελευθερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελευθερωτικός
απελευθερωτικού	adj	γενική ενικού του απελευθερωτικός
απελευθερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απελευθερωτικός
απελευθερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απελευθερωτικός
απελευθερωτικός	adj	που απελευθερώνει ή συμβάλλει στην απελευθέρωση
απελευθερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απελευθερωτικός
απελευθερωτριών	noun	γενική πληθυντικού του απελευθερώτρια
απελευθερωτών	noun	γενική πληθυντικού του απελευθερωτής
απελευθερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνομαι
απελευθερώναμε	=	απελευθερώνω
απελευθερώναν	=	απελευθερώνω
απελευθερώνανε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνατε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνει	=	απελευθερώνω
απελευθερώνεις	=	απελευθερώνω
απελευθερώνεσαι	=	απελευθερώνω
απελευθερώνεστε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απελευθερώνομαι
απελευθερώνετε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνομαι	verb	μου δίνουν την ελευθερία μου.
απελευθερώνομε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνονται	=	απελευθερώνω
απελευθερώνονταν	=	απελευθερώνω
απελευθερώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώνουμε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνουν	=	απελευθερώνω
απελευθερώνουνε	=	απελευθερώνω
απελευθερώνω	verb	δίνω σε κάποιον την ελευθερία του
απελευθερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσαν	=	απελευθερώνω
απελευθερώσανε	=	απελευθερώνω
απελευθερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθέρωση
απελευθερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απελευθέρωση
απελευθερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απελευθέρωση
απελευθερώσομε	=	απελευθερώνω
απελευθερώσου	=	απελευθερώνω
απελευθερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσουνε	=	απελευθερώνω
απελευθερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελευθερώνω
απελευθερώτρια	noun	θηλυκό του απελευθερωτής
απελευθερώτριας	noun	γενική ενικού του απελευθερώτρια
απελευθερώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελευθερώτρια
απελεύθερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελεύθερο
απελεύθερας	=	απελεύθερη
απελεύθερε	adj	κλητική ενικού του απελεύθερος
απελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελεύθερη
απελεύθερη	noun	θηλυκό του απελεύθερος
απελεύθερης	adj	γενική ενικού του απελεύθερη
απελεύθερο	adj	αιτιατική ενικού του απελεύθερος
απελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελεύθερος
απελεύθερος	noun	ένας πρώην δούλος που απελευθερώθηκε από τον κύριό του
απελεύθερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απελεύθερος
απελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απελεύθερος
απελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απελεύθερος
απελεύσεις	=	απέλευση
απελεύσεων	=	απέλευση
απελλών	noun	γενική πληθυντικού του απέλλα
απελπίδων	=	άπελπις
απελπίζαμε	=	απελπίζω
απελπίζαν	=	απελπίζω
απελπίζανε	=	απελπίζω
απελπίζατε	=	απελπίζω
απελπίζει	=	απελπίζω
απελπίζεις	=	απελπίζω
απελπίζεσαι	=	απελπίζω
απελπίζεστε	=	απελπίζω
απελπίζεται	=	απελπίζω
απελπίζετε	=	απελπίζω
απελπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απελπίζω: χάνω τις ελπίδες μου
απελπίζομε	=	απελπίζω
απελπίζονται	=	απελπίζω
απελπίζονταν	=	απελπίζω
απελπίζοντας	=	απελπίζω
απελπίζουμε	=	απελπίζω
απελπίζουν	=	απελπίζω
απελπίζουνε	=	απελπίζω
απελπίζω	verb	προκαλώ σε κάποιον απελπισία, του στερώ την ελπίδα ή τον απογοητεύω ολοκληρωτικά
απελπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσαν	=	απελπίζω
απελπίσανε	=	απελπίζω
απελπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσομε	=	απελπίζω
απελπίσου	=	απελπίζω
απελπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίσουνε	=	απελπίζω
απελπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζω
απελπιέμαι	=	απελπίζω
απελπιζόμασταν	=	απελπίζω
απελπιζόμαστε	=	απελπίζω
απελπιζόμουν	=	απελπίζω
απελπιζόμουνα	=	απελπίζω
απελπιζόντουσαν	=	απελπίζω
απελπιζόσασταν	=	απελπίζω
απελπιζόσαστε	=	απελπίζω
απελπιζόσουν	=	απελπίζω
απελπιζόσουνα	=	απελπίζω
απελπιζόταν	=	απελπίζω
απελπιζότανε	=	απελπίζω
απελπισία	noun	η απόλυτη έλλειψη ελπίδας
απελπισίας	noun	γενική ενικού του απελπισία
απελπισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελπισία
απελπισιάρα	=	απελπισιάρης
απελπισιάρη	=	απελπισιάρης
απελπισιάρηδες	=	απελπισιάρης
απελπισιάρηδων	=	απελπισιάρης
απελπισιάρης	noun	που προκαλεί απελπισία
απελπισιάρικο	=	απελπισιάρης
απελπισιών	noun	γενική πληθυντικού του απελπισία
απελπισμέ	=	απελπισμός
απελπισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απελπισμένος	adv	με απελπισμένο τρόπο, με απελπισία
απελπισμένε	verb	κλητική ενικού του απελπισμένος
απελπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελπισμένη
απελπισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελπισμένος
απελπισμένης	verb	γενική ενικού του απελπισμένη
απελπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απελπισμένος
απελπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελπισμένος
απελπισμένος	verb	που δεν έχει ελπίδες
απελπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απελπισμένος
απελπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απελπισμένος
απελπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απελπισμένος
απελπισμού	=	απελπισμός
απελπισμό	=	απελπισμός
απελπισμός	noun|rare	η απελπισία
απελπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστήκαν	=	απελπίζω
απελπιστήκανε	=	απελπίζω
απελπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελπιστικό	adv	με τρόπο που προκαλεί απελπισία
απελπιστικέ	adj	κλητική ενικού του απελπιστικός
απελπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απελπιστική
απελπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απελπιστικός
απελπιστικής	adj	γενική ενικού του απελπιστική
απελπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απελπιστικός
απελπιστικού	adj	γενική ενικού του απελπιστικός
απελπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απελπιστικός
απελπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του απελπιστικός
απελπιστικός	adj	που προκαλεί απελπισία
απελπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του απελπιστικός
απελπιστικώς	adv|formal	απελπιστικά
απελπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπιστούνε	=	απελπίζω
απελπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απελπίζομαι
απελπισόμασταν	=	απελπίζω
απελπισόμαστε	=	απελπίζω
απελπισόμουν	=	απελπίζω
απελπισόμουνα	=	απελπίζω
απελπισόντουσαν	=	απελπίζω
απελπισόσασταν	=	απελπίζω
απελπισόσαστε	=	απελπίζω
απελπισόσουν	=	απελπίζω
απελπισόσουνα	=	απελπίζω
απελπισόταν	=	απελπίζω
απελπισότανε	=	απελπίζω
απεμπλέκαμε	=	απεμπλέκω
απεμπλέκαν	=	απεμπλέκω
απεμπλέκανε	=	απεμπλέκω
απεμπλέκατε	=	απεμπλέκω
απεμπλέκει	=	απεμπλέκω
απεμπλέκεις	=	απεμπλέκω
απεμπλέκετε	=	απεμπλέκω
απεμπλέκομαι	=	απεμπλέκω
απεμπλέκοντας	=	απεμπλέκω
απεμπλέκουμε	=	απεμπλέκω
απεμπλέκουν	=	απεμπλέκω
απεμπλέκουνε	=	απεμπλέκω
απεμπλέκω	verb	αποσύρω απο κάπου τις δυνάμεις μου ώστε να μην έχω πλέον άλλη εμπλοκή στην υπόθεση (επιχείρηση, πόλεμο κ.λπ.)
απεμπλέξαμε	=	απεμπλέκω
απεμπλέξαν	=	απεμπλέκω
απεμπλέξανε	=	απεμπλέκω
απεμπλέξατε	=	απεμπλέκω
απεμπλέξει	=	απεμπλέκω
απεμπλέξτε	=	απεμπλέκω
απεμπλέξω	=	απεμπλέκω
απεμπλοκές	=	απεμπλοκή
απεμπλοκή	noun	η απομάκρυνση από μια διαδικασία, κατάσταση ή κίνδυνο
απεμπλοκής	=	απεμπλοκή
απεμπλοκών	=	απεμπλοκή
απεμπολές	=	απεμπολή
απεμπολή	noun|rare	πώληση, εμπορία
απεμπολής	=	απεμπολή
απεμπολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεμπόληση
απεμπολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήσεων	=	απεμπόληση
απεμπολήσεως	=	απεμπόληση
απεμπολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπολημένος	=	απεμπολώ
απεμπολούμαι	=	απεμπολώ
απεμπολώ	verb	ξεπουλάω κάτι, παραιτούμαι από κάτι που μου ανήκει
απεμπολών	=	απεμπολή
απεμπόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεμπολώ
απεμπόληση	noun	η απάρνηση για ιδιοτελείς λόγους
απεμπόλησης	=	απεμπόληση
απενέπλεκα	=	απεμπλέκω
απενέπλεκαν	=	απεμπλέκω
απενέπλεκε	=	απεμπλέκω
απενέπλεκες	=	απεμπλέκω
απενέπλεξα	=	απεμπλέκω
απενέπλεξαν	=	απεμπλέκω
απενέπλεξε	=	απεμπλέκω
απενέπλεξες	=	απεμπλέκω
απεναντίας	adv	τουναντίον, αντιθέτως
απενεργοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απενεργοποιώ
απενεργοποίησης	noun	γενική ενικού του απενεργοποίηση
απενεργοποιήθηκα	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήθηκαν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του απενεργοποιώ
απενεργοποιήθηκες	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσαν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήσανε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απενεργοποίηση
απενεργοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απενεργοποίηση
απενεργοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απενεργοποίηση
απενεργοποιήσου	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσουνε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απενεργοποιώ
απενεργοποιεί	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιείς	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιείσαι	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιείστε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιείται	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιείτε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιείτο	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθήκαμε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθήκαν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθήκανε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθήκατε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθεί	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθείς	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθείτε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθούμε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθούν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθούνε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιηθώ	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απενεργοποιημένο
απενεργοποιημένε	verb	κλητική ενικού του απενεργοποιημένος
απενεργοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απενεργοποιημένη
απενεργοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απενεργοποιημένος
απενεργοποιημένης	verb	γενική ενικού του απενεργοποιημένη
απενεργοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του απενεργοποιημένος
απενεργοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απενεργοποιημένος
απενεργοποιημένος	verb	που έχει απενεργοποιηθεί (για συσκευές)
απενεργοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απενεργοποιημένος
απενεργοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απενεργοποιημένος
απενεργοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απενεργοποιημένος
απενεργοποιούμαι	verb	με καθιστών ανενεργό, με απενεργοποιούν
απενεργοποιούμασταν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούμαστε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούμε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούμενος	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούμουν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούμουνα	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούνε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούνται	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούνταν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούντο	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσα	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσαμε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσαν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσανε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσατε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσες	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσουν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιούσουνα	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόμασταν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόμαστε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόμουν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόμουνα	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόνταν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόντανε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόντουσαν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόσασταν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόσαστε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόσουν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόσουνα	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιόταν	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιότανε	=	απενεργοποιώ
απενεργοποιώ	verb	διακόπτω την λειτουργία μιας συσκευής, κλείνω
απενεργοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απενεργοποιώ
απενημέρωση	noun	ενημέρωση για σχέδιο, πλάνο, ενέργεια κ.λπ. μέσω οργανωμένης συζήτησης, αποτίμηση, αναφορά για αποστολή
απενημέρωσης	=	απενημέρωση
απενημερώσεις	=	απενημέρωση
απενημερώσεων	=	απενημέρωση
απενθές	=	απενθής
απενθή	=	απενθής
απενθής	adj	που δεν πενθεί, δεν έχει πένθος
απενθείς	=	απενθής
απενθούς	=	απενθής
απενθών	=	απενθής
απενοχοποίει	=	απενοχοποιώ
απενοχοποίησα	=	απενοχοποιώ
απενοχοποίησαν	=	απενοχοποιώ
απενοχοποίησε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποίησες	=	απενοχοποιώ
απενοχοποίηση	noun	η διαδικασία με την οποία κάποιος παύει να έχει ενοχές
απενοχοποίησης	=	απενοχοποίηση
απενοχοποιήσαμε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιήσαν	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιήσανε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιήσατε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιήσει	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιήσεις	=	απενοχοποίηση
απενοχοποιήσεων	=	απενοχοποίηση
απενοχοποιήστε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιεί	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιείς	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιείτε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιημένα	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένε	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένες	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένη	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένης	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένο	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένοι	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απενοχοποιώ
απενοχοποιημένου	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένους	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιημένων	=	απενοχοποιημένος
απενοχοποιητικά	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικέ	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικές	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητική	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικής	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικοί	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικού	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικούς	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικό	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιητικός	adj|formal	που συμβάλλει στην απενοχοποίηση
απενοχοποιητικών	=	απενοχοποιητικός
απενοχοποιούμαι	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούμε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούν	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούνε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσα	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσαμε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσαν	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσανε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσατε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσε	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιούσες	=	απενοχοποιώ
απενοχοποιώ	verb|formal	αφαιρώ ή αμβλύνω την ενοχή ή την αρνητική ηθική φόρτιση που συνοδεύει ένα πρόσωπο, μια πράξη ή ένα βίωμα, επανατοποθετώντας το σε πλαίσιο κατανόησης, αποδοχής ή δικαίωσης
απενοχοποιώντας	=	απενοχοποιώ
απεντάξεις	=	απένταξη
απεντάξεων	=	απένταξη
απεντάσσομαι	=	απεντάσσω
απεντάσσω	verb|formal	αφαιρώ επίσημα ένα έργο ή δράση από εγκεκριμένο χρηματοδοτικό ή οργανωτικό πλαίσιο, συνήθως λόγω καθυστερήσεων, ασυμβατότητας ή αδυναμίας υλοποίησης
απενταγμένα	=	απενταγμένος
απενταγμένε	=	απενταγμένος
απενταγμένες	=	απενταγμένος
απενταγμένη	=	απενταγμένος
απενταγμένης	=	απενταγμένος
απενταγμένο	=	απενταγμένος
απενταγμένοι	=	απενταγμένος
απενταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απεντάσσω
απενταγμένου	=	απενταγμένος
απενταγμένους	=	απενταγμένος
απενταγμένων	=	απενταγμένος
απενταρία	noun	η έλλειψη χρημάτων, το να μην έχει κανείς χρήματα
απενταρίας	noun	γενική ενικού του απενταρία
απενταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απενταρία
απεντερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεντερωμένο
απεντερωμένε	verb	κλητική ενικού του απεντερωμένος
απεντερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεντερωμένη
απεντερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεντερωμένος
απεντερωμένης	verb	γενική ενικού του απεντερωμένη
απεντερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απεντερωμένος
απεντερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεντερωμένος
απεντερωμένος	verb	αποτέλεσμα του απεντερώνω
απεντερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεντερωμένος
απεντερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεντερωμένος
απεντερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεντερωμένος
απεντομωτήρια	=	απεντομωτήριο
απεντομωτήριο	noun	ο χώρος, συνήθως κτίριο, όπου γινόταν έλεγχος και καθαρισμός του πληθυσμού ανεπιθύμητων εντόμων σε τρόφιμα, έπιπλα.
απεντομωτήριου	=	απεντομωτήριο
απεντομωτηρίου	=	απεντομωτήριο
απεντομωτηρίων	=	απεντομωτήριο
απεντομωτικά	=	απεντομωτικό
απεντομωτικού	=	απεντομωτικό
απεντομωτικό	noun	εντομοκτόνο χημικό σε υγρή, αέρια ή στερεά μορφή (πχ. εντομοκτόνα νεφορανίδια/σπρέι)	adj	πχ. απεντομωτική φιάλη (ορθότερα: φιάλη απεντόμωσης)
απεντομωτικών	=	απεντομωτικό
απεντομώσεις	=	απεντόμωση
απεντομώσεων	=	απεντόμωση
απεντομώσεως	=	απεντόμωση
απεντόμωση	noun	ο έλεγχος του πληθυσμού ανεπιθύμητων εντόμων σε κήπους, σπίτια κλπ. με τη χρήση χημικών ουσιών ή με άλλους μεθόδους
απεντόμωσης	=	απεντόμωση
απεξάρθρωση	noun	το βγάλσιμο, η διάλυση της άρθρωσης
απεξάρθρωσης	noun	γενική ενικού του απεξάρθρωση
απεξάρτηση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απεξαρτώμαι, συχνά σε σχέση με εξαρτησιογόνες ουσίες ή για ψυχολογικές και συναισθηματικές εξαρτήσεις
απεξάρτησης	noun	γενική ενικού του απεξάρτηση
απεξέκρινα	=	απεκκρίνω
απεξαρθρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεξάρθρωση
απεξαρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απεξάρθρωση
απεξαρθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απεξάρθρωση
απεξαρτάσαι	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτάσθε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτάστε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτάται	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτήθηκα	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτήθηκαν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτήθηκε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτήθηκες	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεξάρτηση
απεξαρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απεξάρτηση
απεξαρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απεξάρτηση
απεξαρτήσου	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτηθήκαμε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτηθήκαν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτηθήκανε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτηθήκατε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτηθεί	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτηθείτε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεξαρτημένο
απεξαρτημένε	verb	κλητική ενικού του απεξαρτημένος
απεξαρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεξαρτημένη
απεξαρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεξαρτημένος
απεξαρτημένης	verb	γενική ενικού του απεξαρτημένη
απεξαρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του απεξαρτημένος
απεξαρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεξαρτημένος
απεξαρτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απεξαρτώ
απεξαρτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεξαρτημένος
απεξαρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεξαρτημένος
απεξαρτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεξαρτημένος
απεξαρτόμασταν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόμαστε	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόμουν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόνταν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόντουσαν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόσασταν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόσουν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτόταν	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτώ	verb	απαλλάσσω από εξάρτηση
απεξαρτώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απεξαρτώ
απεξαρτώμεθα	=	απεξαρτώμαι
απεξαρτώνται	=	απεξαρτώμαι
απεράτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεράτωτο
απεράτωτε	adj	κλητική ενικού του απεράτωτος
απεράτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεράτωτη
απεράτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεράτωτος
απεράτωτης	adj	γενική ενικού του απεράτωτη
απεράτωτο	adj	αιτιατική ενικού του απεράτωτος
απεράτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεράτωτος
απεράτωτος	adj|rare	που δεν έχει περατωθεί
απεράτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεράτωτος
απεράτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεράτωτος
απεράτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεράτωτος
απερήμωση	noun|formal	η ερημοποίηση
απερήμωσης	noun	γενική ενικού του απερήμωση
απερίγραπτα	adv	κατά τρόπο που δεν περιγράφεται
απερίγραπτε	adj	κλητική ενικού του απερίγραπτος
απερίγραπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίγραπτη
απερίγραπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίγραπτος
απερίγραπτης	adj	γενική ενικού του απερίγραπτη
απερίγραπτο	adj	αιτιατική ενικού του απερίγραπτος
απερίγραπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίγραπτος
απερίγραπτος	adj	που δεν μπορεί να περιγραφεί (με θετική ή αρνητική απόχρωση)
απερίγραπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίγραπτος
απερίγραπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίγραπτος
απερίγραπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίγραπτος
απερίγραφα	=	απερίγραφος
απερίγραφε	=	απερίγραφος
απερίγραφες	=	απερίγραφος
απερίγραφη	=	απερίγραφος
απερίγραφης	=	απερίγραφος
απερίγραφο	=	απερίγραφος
απερίγραφοι	=	απερίγραφος
απερίγραφος	adj|vulgar	άλλη μορφή του απερίγραπτος
απερίγραφου	=	απερίγραφος
απερίγραφους	=	απερίγραφος
απερίγραφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίγραφτο
απερίγραφτε	adj	κλητική ενικού του απερίγραφτος
απερίγραφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίγραφτη
απερίγραφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίγραφτος
απερίγραφτης	adj	γενική ενικού του απερίγραφτη
απερίγραφτο	adj	αιτιατική ενικού του απερίγραφτος
απερίγραφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίγραφτος
απερίγραφτος	adj	άλλη μορφή του απερίγραπτος
απερίγραφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίγραφτος
απερίγραφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίγραφτος
απερίγραφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίγραφτος
απερίγραφων	=	απερίγραφος
απερίεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίεργο
απερίεργε	adj	κλητική ενικού του απερίεργος
απερίεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίεργη
απερίεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίεργος
απερίεργης	adj	γενική ενικού του απερίεργη
απερίεργο	adj	αιτιατική ενικού του απερίεργος
απερίεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίεργος
απερίεργος	adj	που δεν έχει περιέργεια, που δεν είναι περίεργος
απερίεργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίεργος
απερίεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίεργος
απερίεργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίεργος
απερίζωστος	adj|figurative	που δεν τον έχουν περιζώσει
απερίθαλπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίθαλπτο
απερίθαλπτε	adj	κλητική ενικού του απερίθαλπτος
απερίθαλπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίθαλπτη
απερίθαλπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίθαλπτος
απερίθαλπτης	adj	γενική ενικού του απερίθαλπτη
απερίθαλπτο	adj	αιτιατική ενικού του απερίθαλπτος
απερίθαλπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίθαλπτος
απερίθαλπτος	adj	που δεν τον περιθάλπουν ή δεν τον έχουν περιθάλψει
απερίθαλπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίθαλπτος
απερίθαλπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίθαλπτος
απερίθαλπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίθαλπτος
απερίκλειστα	=	απερίκλειστος
απερίκλειστε	=	απερίκλειστος
απερίκλειστες	=	απερίκλειστος
απερίκλειστη	=	απερίκλειστος
απερίκλειστης	=	απερίκλειστος
απερίκλειστο	=	απερίκλειστος
απερίκλειστοι	=	απερίκλειστος
απερίκλειστος	adj	που δεν τον έχουν περικλείσει
απερίκλειστου	=	απερίκλειστος
απερίκλειστους	=	απερίκλειστος
απερίκλειστων	=	απερίκλειστος
απερίκοπα	=	απερίκοπος
απερίκοπε	=	απερίκοπος
απερίκοπες	=	απερίκοπος
απερίκοπη	=	απερίκοπος
απερίκοπης	=	απερίκοπος
απερίκοπο	=	απερίκοπος
απερίκοποι	=	απερίκοπος
απερίκοπος	adj	που δεν έχει περικοπεί
απερίκοπου	=	απερίκοπος
απερίκοπους	=	απερίκοπος
απερίκοπτα	=	απερίκοπτος
απερίκοπτε	=	απερίκοπτος
απερίκοπτες	=	απερίκοπτος
απερίκοπτη	=	απερίκοπτος
απερίκοπτης	=	απερίκοπτος
απερίκοπτο	=	απερίκοπτος
απερίκοπτοι	=	απερίκοπτος
απερίκοπτος	adj	που δεν έχει περικοπεί
απερίκοπτου	=	απερίκοπτος
απερίκοπτους	=	απερίκοπτος
απερίκοπτων	=	απερίκοπτος
απερίκοπων	=	απερίκοπος
απερίπαικτος	adj|rare	που δεν τον έχουν περιπαίξει
απερίπαιχτος	adj|rare	που δεν τον έχουν περιπαίξει
απερίσκεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απερίσκεπτος	adv	με απερίσκεπτο τρόπο
απερίσκεπτε	adj	κλητική ενικού του απερίσκεπτος
απερίσκεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίσκεπτη
απερίσκεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίσκεπτος
απερίσκεπτης	adj	γενική ενικού του απερίσκεπτη
απερίσκεπτο	adj	αιτιατική ενικού του απερίσκεπτος
απερίσκεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίσκεπτος
απερίσκεπτος	adj	που πράττει πρoτού να σκεφτεί τις επιπτώσεις των ενεργειών του
απερίσκεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίσκεπτος
απερίσκεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίσκεπτος
απερίσκεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίσκεπτος
απερίσκεφτα	adv	άλλη μορφή του απερίσκεπτα
απερίσκεφτος	=	απερίσκεπτος
απερίσπαστα	adv	χωρίς κάτι να μας αποσπά την προσοχή
απερίσπαστε	adj	κλητική ενικού του απερίσπαστος
απερίσπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίσπαστη
απερίσπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίσπαστος
απερίσπαστης	adj	γενική ενικού του απερίσπαστη
απερίσπαστο	adj	αιτιατική ενικού του απερίσπαστος
απερίσπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίσπαστος
απερίσπαστος	adj	που δεν εμποδίζεται από ενοχλήσεις ή περισπασμούς, δεν χάνει την προσοχή του
απερίσπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίσπαστος
απερίσπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίσπαστος
απερίσπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίσπαστος
απερίστροφα	adv	με απερίστροφο τρόπο, χωρίς περιστροφές
απερίστροφε	=	απερίστροφος
απερίστροφες	=	απερίστροφος
απερίστροφη	=	απερίστροφος
απερίστροφης	=	απερίστροφος
απερίστροφο	=	απερίστροφος
απερίστροφοι	=	απερίστροφος
απερίστροφος	adj|formal	που γίνεται ή λέγεται χωρίς περιστροφές
απερίστροφου	=	απερίστροφος
απερίστροφους	=	απερίστροφος
απερίστροφων	=	απερίστροφος
απερίτεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίτεχνο
απερίτεχνε	adj	κλητική ενικού του απερίτεχνος
απερίτεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίτεχνη
απερίτεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίτεχνος
απερίτεχνης	adj	γενική ενικού του απερίτεχνη
απερίτεχνο	adj	αιτιατική ενικού του απερίτεχνος
απερίτεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίτεχνος
απερίτεχνος	adj	που δεν είναι περίτεχνος
απερίτεχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίτεχνος
απερίτεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίτεχνος
απερίτεχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίτεχνος
απερίτμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίτμητο
απερίτμητε	adj	κλητική ενικού του απερίτμητος
απερίτμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίτμητη
απερίτμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίτμητος
απερίτμητης	adj	γενική ενικού του απερίτμητη
απερίτμητο	adj	αιτιατική ενικού του απερίτμητος
απερίτμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίτμητος
απερίτμητος	adj	που δεν έχει υποστεί περιτομή
απερίτμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίτμητος
απερίτμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίτμητος
απερίτμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίτμητος
απερίφρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίφρακτο
απερίφρακτε	adj	κλητική ενικού του απερίφρακτος
απερίφρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίφρακτη
απερίφρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίφρακτος
απερίφρακτης	adj	γενική ενικού του απερίφρακτη
απερίφρακτο	adj	αιτιατική ενικού του απερίφρακτος
απερίφρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίφρακτος
απερίφρακτος	adj	που δεν είναι περιφραγμένος
απερίφρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίφρακτος
απερίφρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίφρακτος
απερίφρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίφρακτος
απερίφραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απερίφραστος	adv	ευθέως, χωρίς περιστροφές και περιφράσεις
απερίφραστε	adj	κλητική ενικού του απερίφραστος
απερίφραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίφραστη
απερίφραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίφραστος
απερίφραστης	adj	γενική ενικού του απερίφραστη
απερίφραστο	adj	αιτιατική ενικού του απερίφραστος
απερίφραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίφραστος
απερίφραστος	adj	που λέγεται ξεκάθαρα, χωρίς περιφράσεις
απερίφραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίφραστος
απερίφραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίφραστος
απερίφραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίφραστος
απερίφραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίφραχτο
απερίφραχτε	adj	κλητική ενικού του απερίφραχτος
απερίφραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερίφραχτη
απερίφραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερίφραχτος
απερίφραχτης	adj	γενική ενικού του απερίφραχτη
απερίφραχτο	adj	αιτιατική ενικού του απερίφραχτος
απερίφραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερίφραχτος
απερίφραχτος	adj	άλλη μορφή του απερίφρακτος
απερίφραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερίφραχτος
απερίφραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερίφραχτος
απερίφραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερίφραχτος
απεραθίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Απεραθίτης
απεραθίτη	=	απεραθίτης
απεραθίτης	noun	ο κάτοικος, ή ο Ναξιώτης που κατάγεται από την Απείρανθο
απεραθίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεραθίτικο
απεραθίτικε	adj	κλητική ενικού του απεραθίτικος
απεραθίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεραθίτικη
απεραθίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεραθίτικος
απεραθίτικης	adj	γενική ενικού του απεραθίτικη
απεραθίτικο	adj	αιτιατική ενικού του απεραθίτικος
απεραθίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεραθίτικος
απεραθίτικος	adj	ο σχετικός με την Απείρανθο ή Απεράθου
απεραθίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεραθίτικος
απεραθίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεραθίτικος
απεραθίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεραθίτικος
απεραθίτισσα	noun	η Ναξιώτισσα που κατοικεί στην Απείρανθο, ή κατάγεται από το χωριό αυτό
απεραθίτισσας	=	απεραθίτισσα
απεραθίτισσες	=	απεραθίτισσα
απεραθιτισσών	=	απεραθίτισσα
απεραθιτών	=	απεραθίτης
απεραντολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολογία	noun	το να μιλά κάποιος πολύ, να πολυλογεί και να πλατειάζει
απεραντολογίας	noun	γενική ενικού του απεραντολογία
απεραντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεραντολογία
απεραντολογεί	=	απεραντολογώ
απεραντολογείς	=	απεραντολογώ
απεραντολογείτε	=	απεραντολογώ
απεραντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του απεραντολογία
απεραντολογούμε	=	απεραντολογώ
απεραντολογούν	=	απεραντολογώ
απεραντολογούσα	=	απεραντολογώ
απεραντολογούσαμε	=	απεραντολογώ
απεραντολογούσαν	=	απεραντολογώ
απεραντολογούσατε	=	απεραντολογώ
απεραντολογούσε	=	απεραντολογώ
απεραντολογούσες	=	απεραντολογώ
απεραντολογώ	verb	λέω απεραντολογίες
απεραντολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολόγα	=	απεραντολόγος
απεραντολόγε	=	απεραντολόγος
απεραντολόγει	=	απεραντολογώ
απεραντολόγες	=	απεραντολόγος
απεραντολόγη	=	απεραντολόγος
απεραντολόγης	=	απεραντολόγος
απεραντολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεραντολογώ
απεραντολόγο	=	απεραντολόγος
απεραντολόγοι	=	απεραντολόγος
απεραντολόγος	noun	που απεραντολογεί, που λέει απεραντολογίες
απεραντολόγου	=	απεραντολόγος
απεραντολόγους	=	απεραντολόγος
απεραντολόγων	=	απεραντολόγος
απεραντοσυνών	=	απεραντοσύνη
απεραντοσύνες	=	απεραντοσύνη
απεραντοσύνη	noun	το να είναι κάποιος απέραντος, η ιδιότητα του απέραντου
απεραντοσύνης	=	απεραντοσύνη
απεργάζεσαι	=	απεργάζομαι
απεργάζεστε	=	απεργάζομαι
απεργάζεται	=	απεργάζομαι
απεργάζομαι	verb	σχεδιάζω ή προετοιμάζω (μυστικά) κάτι κακό
απεργάζονται	=	απεργάζομαι
απεργάζονταν	=	απεργάζομαι
απεργάζου	=	απεργάζομαι
απεργάσου	=	απεργάζομαι
απεργάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργέ	noun	κλητική ενικού του απεργός
απεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργώ
απεργία	noun	αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές ή εργοδοτικές αποφάσεις
απεργίας	noun	γενική ενικού του απεργία
απεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργία
απεργαζόμασταν	=	απεργάζομαι
απεργαζόμαστε	=	απεργάζομαι
απεργαζόμενα	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενε	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενες	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενη	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενης	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενο	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενοι	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απεργάζομαι
απεργαζόμενου	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενους	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμενων	=	απεργαζόμενος
απεργαζόμουν	=	απεργάζομαι
απεργαζόμουνα	=	απεργάζομαι
απεργαζόντουσαν	=	απεργάζομαι
απεργαζόσασταν	=	απεργάζομαι
απεργαζόσαστε	=	απεργάζομαι
απεργαζόσουν	=	απεργάζομαι
απεργαζόσουνα	=	απεργάζομαι
απεργαζόταν	=	απεργάζομαι
απεργαζότανε	=	απεργάζομαι
απεργασμένος	=	απεργάζομαι
απεργαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστήκαν	=	απεργάζομαι
απεργαστήκανε	=	απεργάζομαι
απεργαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεργάζομαι
απεργεί	=	απεργώ
απεργείς	=	απεργώ
απεργείτε	=	απεργώ
απεργιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργιακό	adv|rare	σχετικά με κάποια απεργία
απεργιακέ	adj	κλητική ενικού του απεργιακός
απεργιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργιακή
απεργιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεργιακός
απεργιακής	adj	γενική ενικού του απεργιακή
απεργιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεργιακός
απεργιακού	adj	γενική ενικού του απεργιακός
απεργιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεργιακός
απεργιακό	adj	αιτιατική ενικού του απεργιακός
απεργιακός	adj	που έχει σχέση με κάποια απεργία ή αναφέρεται σ' αυτή
απεργιακών	adj	γενική πληθυντικού του απεργιακός
απεργιών	noun	γενική πληθυντικού του απεργία
απεργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεργός
απεργοσπάστες	=	απεργοσπάστης
απεργοσπάστη	=	απεργοσπάστης
απεργοσπάστης	noun	αυτός που δεν συμμετέχει σε απεργία γιατί δουλεύει κανονικά αντί να απεργεί
απεργοσπάστρια	noun	απεργοσπάστης
απεργοσπάστριας	noun	γενική ενικού του απεργοσπάστρια
απεργοσπάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργοσπάστρια
απεργοσπασία	noun	η προσπάθεια αποτροπής της συνέχισης μιας απεργίας
απεργοσπασίας	noun	γενική ενικού του απεργοσπασία
απεργοσπασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργοσπασία
απεργοσπασιών	noun	γενική πληθυντικού του απεργοσπασία
απεργοσπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργοσπαστικό	adv	με απεργοσπαστικό τρόπο
απεργοσπαστικέ	adj	κλητική ενικού του απεργοσπαστικός
απεργοσπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεργοσπαστική
απεργοσπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεργοσπαστικός
απεργοσπαστικής	adj	γενική ενικού του απεργοσπαστική
απεργοσπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεργοσπαστικός
απεργοσπαστικού	adj	γενική ενικού του απεργοσπαστιός
απεργοσπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεργοσπαστιός
απεργοσπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του απεργοσπαστιός
απεργοσπαστικός	adj	που έχει σαν σκοπό ή συνδέεται με το σπάσιμο, τη λύση μιας απεργίας
απεργοσπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του απεργοσπαστικός
απεργοσπαστριών	noun	γενική πληθυντικού του απεργοσπάστρια
απεργοσπαστών	=	απεργοσπάστης
απεργού	noun	γενική ενικού του απεργός
απεργούμε	=	απεργώ
απεργούν	=	απεργώ
απεργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απεργός
απεργούσα	=	απεργώ
απεργούσαμε	=	απεργώ
απεργούσαν	=	απεργώ
απεργούσατε	=	απεργώ
απεργούσε	=	απεργώ
απεργούσες	=	απεργώ
απεργό	noun	αιτιατική ενικού του απεργός
απεργός	noun	που απεργεί, που σταματά για κάποιο διάστημα να εργάζεται, ως διαμαρτυρία για να πετύχει αλλαγή στις συνθήκες εργασίες του ή για άλλο πολιτικό σκοπό
απεργώ	verb	συμμετέχω σε απεργία σταματώντας την εργασία μου
απεργών	noun	γενική πληθυντικού του απεργός
απεργώντας	=	απεργώ
απερδίκλωτα	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτε	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτες	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτη	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτης	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτο	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτοι	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτος	adj	που δεν έχει περδικλωθεί
απερδίκλωτου	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτους	=	απερδίκλωτος
απερδίκλωτων	=	απερδίκλωτος
απερημώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερήμωση
απερημώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απερήμωση
απερημώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απερήμωση
απερηφάνευτή	=	απερηφάνευτος
απερηφάνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απερηφάνευτος	adv	με απερηφάνευτο τρόπο
απερηφάνευτε	adj	κλητική ενικού του απερηφάνευτος
απερηφάνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερηφάνευτη
απερηφάνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερηφάνευτος
απερηφάνευτης	adj	γενική ενικού του απερηφάνευτη
απερηφάνευτο	adj	αιτιατική ενικού του απερηφάνευτος
απερηφάνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερηφάνευτος
απερηφάνευτος	adj|rare	που δεν περηφανεύεται
απερηφάνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερηφάνευτος
απερηφάνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερηφάνευτος
απερηφάνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερηφάνευτος
απεριέργεια	noun|formal	η έλλειψη περιέργειας
απεριέργειας	noun	γενική ενικού του απεριέργεια
απεριέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεριέργεια
απεριέργως	adv|formal	χωρίς περιέργεια
απεριγέλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεριγέλαστο
απεριγέλαστε	adj	κλητική ενικού του απεριγέλαστος
απεριγέλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεριγέλαστη
απεριγέλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεριγέλαστος
απεριγέλαστης	adj	γενική ενικού του απεριγέλαστη
απεριγέλαστο	adj	αιτιατική ενικού του απεριγέλαστος
απεριγέλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεριγέλαστος
απεριγέλαστος	adj	που δεν τον έχουν περιγελάσει ή δεν μπορούν να τον περιγελάσουν
απεριγέλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεριγέλαστος
απεριγέλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεριγέλαστος
απεριγέλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεριγέλαστος
απεριδίνητος	adj|formal	που δεν περιδινείται
απεριεργειών	noun	γενική πληθυντικού του απεριέργεια
απερικάλυπτα	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτε	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτες	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτη	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτης	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτο	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτοι	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτος	adj|archaic	που δεν τον έχουν περικαλύψει
απερικάλυπτου	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτους	=	απερικάλυπτος
απερικάλυπτων	=	απερικάλυπτος
απερικόσμητα	=	απερικόσμητος
απερικόσμητε	=	απερικόσμητος
απερικόσμητες	=	απερικόσμητος
απερικόσμητη	=	απερικόσμητος
απερικόσμητης	=	απερικόσμητος
απερικόσμητο	=	απερικόσμητος
απερικόσμητοι	=	απερικόσμητος
απερικόσμητος	adj|archaic	που δεν τον έχουν περικοσμήσει
απερικόσμητου	=	απερικόσμητος
απερικόσμητους	=	απερικόσμητος
απερικόσμητων	=	απερικόσμητος
απερικύκλωτα	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτε	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτες	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτη	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτης	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτο	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτοι	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτος	adj	που δεν έχει περικυκλωθεί
απερικύκλωτου	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτους	=	απερικύκλωτος
απερικύκλωτων	=	απερικύκλωτος
απερινόητα	=	απερινόητος
απερινόητε	=	απερινόητος
απερινόητες	=	απερινόητος
απερινόητη	=	απερινόητος
απερινόητης	=	απερινόητος
απερινόητο	=	απερινόητος
απερινόητοι	=	απερινόητος
απερινόητος	adj	που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός με την ανθρώπινη λογική
απερινόητου	=	απερινόητος
απερινόητους	=	απερινόητος
απερινόητων	=	απερινόητος
απεριοδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεριοδικό
απεριοδικέ	adj	κλητική ενικού του απεριοδικός
απεριοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεριοδική
απεριοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεριοδικός
απεριοδικής	adj	γενική ενικού του απεριοδική
απεριοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεριοδικός
απεριοδικού	adj	γενική ενικού του απεριοδικός
απεριοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεριοδικός
απεριοδικό	adj	αιτιατική ενικού του απεριοδικός
απεριοδικός	adj	που δεν τον χαρακτηρίζει περιοδικότητα
απεριοδικών	adj	γενική πληθυντικού του απεριοδικός
απεριορίστως	adv|formal	απεριόριστα
απεριποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απεριποίητος	adv	με απεριποίητο τρόπο, χωρίς περιποίηση
απεριποίητε	adj	κλητική ενικού του απεριποίητος
απεριποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεριποίητη
απεριποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεριποίητος
απεριποίητης	adj	γενική ενικού του απεριποίητη
απεριποίητο	adj	αιτιατική ενικού του απεριποίητος
απεριποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεριποίητος
απεριποίητος	adj	που δεν τον περιποιούνται
απεριποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεριποίητος
απεριποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απεριποίητος
απεριποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεριποίητος
απερισκέπτως	adv|dated	απερίσκεπτα
απερισκεψία	noun	η ιδιότητα του απερίσκεπτου, το να ενεργείς χωρίς να έχεις προηγουμένως σκεφτεί τις συνέπειες της ενέργειάς σου
απερισκεψίας	noun	γενική ενικού του απερισκεψία
απερισκεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερισκεψία
απερισκεψιών	noun	γενική πληθυντικού του απερισκεψία
απερισπάστως	adv|dated	απερίσπαστα
απεριτίφ	noun	ποτό που το πίνουμε πριν από κάποιο γεύμα, προκειμένου να μας ανοίξει η όρεξη
απεριτείχιστα	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστε	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστες	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστη	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστης	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστο	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστοι	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστος	adj	που δεν έχει περιτειχιστεί ή δεν μπορεί να περιτειχιστεί
απεριτείχιστου	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστους	=	απεριτείχιστος
απεριτείχιστων	=	απεριτείχιστος
απεριτοίχιστα	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστε	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστες	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστη	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστης	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστο	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστοι	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστος	adj	που δεν έχει περιτοιχιστεί ή δεν μπορεί να περιτοιχιστεί
απεριτοίχιστου	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστους	=	απεριτοίχιστος
απεριτοίχιστων	=	απεριτοίχιστος
απεριτύλικτα	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτε	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτες	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτη	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτης	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτο	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτοι	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτος	adj	που δεν τον έχουν περιτυλίξει
απεριτύλικτου	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτους	=	απεριτύλικτος
απεριτύλικτων	=	απεριτύλικτος
απεριτύλιχτα	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτε	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτες	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτη	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτης	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτο	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτοι	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτος	adj	άλλη μορφή του απεριτύλικτος
απεριτύλιχτου	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτους	=	απεριτύλιχτος
απεριτύλιχτων	=	απεριτύλιχτος
απεριφράστως	adv|dated	απερίφραστα
απεριφρούρητα	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητε	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητες	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητη	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητης	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητο	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητοι	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητος	adj	που δεν τον έχουν περιφρουρήσει ή δεν μπορούν να τον περιφρουρήσουν
απεριφρούρητου	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητους	=	απεριφρούρητος
απεριφρούρητων	=	απεριφρούρητος
απεριόριστα	adv	σε απεριόριστη ποσότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απεριόριστος
απεριόριστε	=	απεριόριστος
απεριόριστες	=	απεριόριστος
απεριόριστη	=	απεριόριστος
απεριόριστης	=	απεριόριστος
απεριόριστο	=	απεριόριστος
απεριόριστοι	=	απεριόριστος
απεριόριστος	adj	που είναι χωρίς περιορισμούς, χωρίς όρια που συγκρατούν ή περικλείουν
απεριόριστου	=	απεριόριστος
απεριόριστους	=	απεριόριστος
απεριόριστων	=	απεριόριστος
απερπάτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερπάτητο
απερπάτητε	adj	κλητική ενικού του απερπάτητος
απερπάτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερπάτητη
απερπάτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερπάτητος
απερπάτητης	adj	γενική ενικού του απερπάτητη
απερπάτητο	adj	αιτιατική ενικού του απερπάτητος
απερπάτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερπάτητος
απερπάτητος	adj	που δεν έχει περπατηθεί ή δεν μπορεί να περπατηθεί
απερπάτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερπάτητος
απερπάτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απερπάτητος
απερπάτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερπάτητος
απερρίνωση	noun	συνώνυμο του απερρινοποίηση
απερρίνωσης	=	απερρίνωση
απερρίφθη	=	απορρίπτω
απερρίφθην	=	απορρίφθηκα
απερρίφθησαν	=	απορρίπτω
απερρινοποίηση	noun	η τροπή ενός ένρινου φθόγγου στον αντίστοιχο μη ένρινο
απερρινοποίησης	=	απερρινοποίηση
απερρινοποιήσεις	=	απερρινοποίηση
απερρινοποιήσεων	=	απερρινοποίηση
απερρινώσεις	=	απερρίνωση
απερρινώσεων	=	απερρίνωση
απερχόμασταν	=	απέρχομαι
απερχόμαστε	=	απέρχομαι
απερχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερχόμενο
απερχόμενε	verb	κλητική ενικού του απερχόμενος
απερχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απερχόμενη
απερχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απερχόμενος
απερχόμενης	verb	γενική ενικού του απερχόμενη
απερχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απερχόμενος
απερχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απερχόμενος
απερχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απέρχομαι
απερχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απερχόμενος
απερχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απερχόμενος
απερχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απερχόμενος
απερχόμουν	=	απέρχομαι
απερχόντουσαν	=	απέρχομαι
απερχόσασταν	=	απέρχομαι
απερχόσαστε	=	απέρχομαι
απεσπάτο	=	αποσπώ
απεσπασμένος	=	αποσπασμένος
απεσπώντο	=	αποσπώ
απεστάλη	=	αποστέλλω
απεστάλθησαν	=	αποστέλλω
απεσταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεσταγμένο
απεσταγμένε	verb	κλητική ενικού του απεσταγμένος
απεσταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεσταγμένη
απεσταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεσταγμένος
απεσταγμένης	verb	γενική ενικού του απεσταγμένη
απεσταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του απεσταγμένος
απεσταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεσταγμένος
απεσταγμένος	=	αποσταγμένος
απεσταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απεσταγμένος
απεσταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απεσταγμένος
απεσταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απεσταγμένος
απεσταλμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεσταλμένο
απεσταλμένε	noun	κλητική ενικού του απεσταλμένος
απεσταλμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεσταλμένη
απεσταλμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απεσταλμένος
απεσταλμένης	adj	γενική ενικού του απεσταλμένη
απεσταλμένο	noun	αιτιατική ενικού του απεσταλμένος
απεσταλμένοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απεσταλμένος
απεσταλμένος	verb	μεσολαβητής ή διαπραγματευτής ή εκπρόσωπος για ορισμένα ζητήματα
απεσταλμένου	noun	γενική ενικού του απεσταλμένος
απεσταλμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του απεσταλμένος
απεσταλμένων	noun	γενική πληθυντικού του απεσταλμένος
απεστηθίζεσθε	=	αποστηθίζω
απεστηθίζετο	=	αποστηθίζω
απεστηθίζοντο	=	αποστηθίζω
απεστηθίσθη	=	αποστηθίζω
απεστηθίσθησαν	=	αποστηθίζω
απεστηθιζόμεθα	=	αποστηθίζω
απεστραμμένος	=	αποστρέφω
απετάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απετάλωτο
απετάλωτε	adj	κλητική ενικού του απετάλωτος
απετάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απετάλωτη
απετάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απετάλωτος
απετάλωτης	adj	γενική ενικού του απετάλωτη
απετάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του απετάλωτος
απετάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απετάλωτος
απετάλωτος	adj	που δεν έχει πεταλωθεί ή δεν μπορεί να πεταλωθεί
απετάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απετάλωτος
απετάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απετάλωτος
απετάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απετάλωτος
απετέλεσε	=	αποτελώ
απετράπη	verb|archaic	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
απετράπην	=	αποτράπηκα
απετράπησαν	=	αποτρέπω
απευαισθητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποίησης	noun	γενική ενικού του απευαισθητοποίηση
απευαισθητοποιήθηκα	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιήθηκαν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιήθηκε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιήθηκες	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απευαισθητοποίηση
απευαισθητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απευαισθητοποίηση
απευαισθητοποιήσου	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευαισθητοποιείσαι	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιείστε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιείται	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιηθήκαμε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιηθήκαν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιηθήκανε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιηθήκατε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιηθεί	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιηθείτε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απευαισθητοποιημένο
απευαισθητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απευαισθητοποιημένη
απευαισθητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιημένης	verb	γενική ενικού του απευαισθητοποιημένη
απευαισθητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιημένος	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απευαισθητοποιημένος
απευαισθητοποιούμαι	verb	μου προκαλούν απευαισθητοποίηση από αλλεργιογόνες ουσίες
απευαισθητοποιούμασταν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούμαστε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούμουν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούνται	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούνταν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούσασταν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούσαστε	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιούσουν	=	απευαισθητοποιούμαι
απευαισθητοποιώ	verb	μειώνω ή εξαλείφω την ευαισθησία κάποιου σε ουσίες ή φάρμακα
απευαισθητοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απευαισθητοποιώ
απευθείας	adv	για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί
απευθυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθήκαν	=	απευθύνομαι
απευθυνθήκανε	=	απευθύνομαι
απευθυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθυνόμασταν	=	απευθύνομαι
απευθυνόμαστε	=	απευθύνομαι
απευθυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απευθυνόμενο
απευθυνόμενε	verb	κλητική ενικού του απευθυνόμενος
απευθυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απευθυνόμενη
απευθυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απευθυνόμενος
απευθυνόμενης	verb	γενική ενικού του απευθυνόμενη
απευθυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απευθυνόμενος
απευθυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απευθυνόμενος
απευθυνόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απευθύνω
απευθυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απευθυνόμενος
απευθυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απευθυνόμενος
απευθυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απευθυνόμενος
απευθυνόμουν	=	απευθύνομαι
απευθυνόμουνα	=	απευθύνομαι
απευθυνόντουσαν	=	απευθύνομαι
απευθυνόσασταν	=	απευθύνομαι
απευθυνόσαστε	=	απευθύνομαι
απευθυνόσουν	=	απευθύνομαι
απευθυνόσουνα	=	απευθύνομαι
απευθυνόταν	=	απευθύνομαι
απευθυνότανε	=	απευθύνομαι
απευθυσμένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απευθυσμένο
απευθυσμένο	noun	το τελευταίο μέρος του παχέος εντέρου
απευθυσμένου	noun	γενική ενικού του απευθυσμένο
απευθυσμένων	noun	γενική πληθυντικού του απευθυσμένο
απευθύναμε	=	απευθύνω
απευθύναν	=	απευθύνω
απευθύνανε	=	απευθύνω
απευθύνατε	=	απευθύνω
απευθύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απευθύνω
απευθύνεις	=	απευθύνω
απευθύνεσαι	=	απευθύνομαι
απευθύνεστε	=	απευθύνομαι
απευθύνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα (απευθύνομαι) του απευθύνω
απευθύνετε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής του απευθύνω
απευθύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απευθύνομαι
απευθύνομαι	verb	με απευθύνουν (για γραπτό ή προφορικό κείμενο που κάποιος έχει απευθύνει σε ανθρώπους που κατά τη γνώμη του τους αφορά)
απευθύνονται	=	απευθύνομαι
απευθύνονταν	=	απευθύνομαι
απευθύνοντας	=	απευθύνω
απευθύνου	=	απευθύνομαι
απευθύνουμε	=	απευθύνω
απευθύνουν	=	απευθύνω
απευθύνουνε	=	απευθύνω
απευθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεύθυνση
απευθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απεύθυνση
απευθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απεύθυνση
απευθύνσου	=	απευθύνομαι
απευθύνω	verb	επικοινωνώ γραπτά ή προφορικά αποστέλλοντας μήνυμα σε κάποιον ή κάποιους
απευκταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απευκταίος
απευκταίας	adj	γενική ενικού του απευκταία
απευκταίε	adj	απευκταίος, στην κλητική του ενικού
απευκταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απευκταία
απευκταίο	adj	αιτιατική ενικού του απευκταίος	noun	κάτι δυσάρεστο που απευχόμαστε
απευκταίοι	adj	απευκταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
απευκταίον	=	απευκταίο
απευκταίος	adj	εκείνος για τον οποίο εύχεται κανείς να μη γίνει
απευκταίου	adj	γενική ενικού του απευκταίος
απευκταίους	adj	απευκταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
απευκταίων	=	απευκταίος
απευχές	=	απευχή
απευχή	noun|formal	ευχή ή τυποποιημένη έκφραση (κούφια η ώρα, μακριά από μας, χτύπα ξύλο) που αποσκοπεί στην αποτροπή κάποιου κακού
απευχήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχής	=	απευχή
απευχήσου	=	απεύχομαι
απευχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθήκαν	=	απεύχομαι
απευχηθήκανε	=	απεύχομαι
απευχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχηθούνε	=	απεύχομαι
απευχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απεύχομαι
απευχόμασταν	=	απεύχομαι
απευχόμαστε	=	απεύχομαι
απευχόμεθα	=	απεύχομαι
απευχόμενος	=	απεύχομαι
απευχόμουν	=	απεύχομαι
απευχόμουνα	=	απεύχομαι
απευχόντουσαν	=	απεύχομαι
απευχόσασταν	=	απεύχομαι
απευχόσαστε	=	απεύχομαι
απευχόσουν	=	απεύχομαι
απευχόσουνα	=	απεύχομαι
απευχόταν	=	απεύχομαι
απευχότανε	=	απεύχομαι
απευχών	=	απευχή
απεφεύχθη	=	αποφεύγω
απεφεύχθησαν	=	αποφεύγω
απεχθάνεσαι	=	απεχθάνομαι
απεχθάνεστε	=	απεχθάνομαι
απεχθάνεται	=	απεχθάνομαι
απεχθάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απεχθάνομαι
απεχθάνομαι	verb	νιώθω έντονα αρνητικά συναισθήματα για κάτι ή κάποιον που δεν μου αρέσει ή απορρίπτω, π.χ. απέχθεια, αποστροφή, αντιπάθεια
απεχθάνονται	=	απεχθάνομαι
απεχθάνονταν	=	απεχθάνομαι
απεχθές	=	απεχθής
απεχθή	=	απεχθής
απεχθής	adj|formal	που προκαλεί απέχθεια
απεχθανόμασταν	=	απεχθάνομαι
απεχθανόμαστε	=	απεχθάνομαι
απεχθανόμουν	=	απεχθάνομαι
απεχθανόμουνα	=	απεχθάνομαι
απεχθανόντουσαν	=	απεχθάνομαι
απεχθανόσασταν	=	απεχθάνομαι
απεχθανόσαστε	=	απεχθάνομαι
απεχθανόσουν	=	απεχθάνομαι
απεχθανόσουνα	=	απεχθάνομαι
απεχθανόταν	=	απεχθάνομαι
απεχθανότανε	=	απεχθάνομαι
απεχθείς	=	απεχθής
απεχθειών	noun	γενική πληθυντικού του απέχθεια
απεχθούς	=	απεχθής
απεχθών	=	απεχθής
απεχθώς	adv|formal	με απεχθή τρόπο, με απέχθεια
απεχουσών	=	απέχων
απεχούσης	=	απέχων
απεχόντων	=	απέχων
απεψία	noun	δυσλειτουργία στην πεπτική διαδικασία, δυσκολία στην πέψη
απεψίας	noun	γενική ενικού του απεψία
απεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απεψία
απεψιών	noun	γενική πληθυντικού του απεψία
απεύθυνα	=	απευθύνω
απεύθυνε	=	απευθύνω
απεύθυνση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού απευθύνω / απευθύνομαι
απεύθυνσης	noun	γενική ενικού του απεύθυνση
απεύχεσαι	=	απεύχομαι
απεύχεσθε	=	απεύχομαι
απεύχεστε	=	απεύχομαι
απεύχεται	=	απεύχομαι
απεύχομαι	verb	εύχομαι να μη συμβεί κάτι
απεύχονται	=	απεύχομαι
απεύχονταν	=	απεύχομαι
απηγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηγγελμένο
απηγγελμένε	verb	κλητική ενικού του απηγγελμένος
απηγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηγγελμένη
απηγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απηγγελμένος
απηγγελμένης	verb	γενική ενικού του απηγγελμένη
απηγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του απηγγελμένος
απηγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απηγγελμένος
απηγγελμένος	=	απαγγέλλω
απηγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απηγγελμένος
απηγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απηγγελμένος
απηγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απηγγελμένος
απηδαλιούχητος	adj|formal	που δεν πηδαλιουχείται ή δεν μπορεί να πηδαλιουχηθεί
απηλιωτών	=	απηλιώτης
απηλιώτες	=	απηλιώτης
απηλιώτη	=	απηλιώτης
απηλιώτης	noun	ο ανατολικός άνεμος, ο λεβάντες
απηλλάγην	=	απαλλάσσω
απηλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηλλαγμένο
απηλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του απηλλαγμένος
απηλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηλλαγμένη
απηλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απηλλαγμένος
απηλλαγμένης	verb	γενική ενικού του απηλλαγμένη
απηλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του απηλλαγμένος
απηλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απηλλαγμένος
απηλλαγμένος	verb|formal	μονοτονική γραφή του ἀπηλλαγμένος (καθαρεύουσα)
απηλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απηλλαγμένος
απηλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απηλλαγμένος
απηλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απηλλαγμένος
απηλογιέμαι	=	απολογούμαι
απηνές	=	απηνής
απηνή	=	απηνής
απηνής	adj	ο πολύ σκληρός, που δεν δείχνει οίκτο
απηνείς	=	απηνής
απηνούς	=	απηνής
απηνών	=	απηνής
απηρχαιωμένα	=	απαρχαιωμένα
απηρχαιωμένε	=	απαρχαιωμένε
απηρχαιωμένες	=	απαρχαιωμένες
απηρχαιωμένη	=	απαρχαιωμένη
απηρχαιωμένης	=	απαρχαιωμένης
απηρχαιωμένο	=	απαρχαιωμένο
απηρχαιωμένοι	=	απαρχαιωμένοι
απηρχαιωμένος	adj|archaic	άλλη μορφή του απαρχαιωμένος
απηρχαιωμένου	=	απαρχαιωμένου
απηρχαιωμένους	=	απαρχαιωμένους
απηρχαιωμένων	=	απαρχαιωμένων
απησχολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απησχολημένο
απησχολημένε	verb	κλητική ενικού του απησχολημένος
απησχολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απησχολημένη
απησχολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απησχολημένος
απησχολημένης	verb	γενική ενικού του απησχολημένη
απησχολημένο	verb	αιτιατική ενικού του απησχολημένος
απησχολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απησχολημένος
απησχολημένος	verb	απασχολημένος, μονοτονική γραφή του ἀπησχολημένος, -η, -ον (καθαρεύουσα)
απησχολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απησχολημένος
απησχολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απησχολημένος
απησχολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απησχολημένος
απηυδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απηυδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απηυδισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηυδισμένο
απηυδισμένε	adj	κλητική ενικού του απηυδισμένος
απηυδισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηυδισμένη
απηυδισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απηυδισμένος
απηυδισμένης	adj	γενική ενικού του απηυδισμένη
απηυδισμένο	verb	που έχει απηυδήσει, αγανακτήσει, έχασε πια την υπομονή του,αηδίασε
απηυδισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απηυδισμένος
απηυδισμένου	adj	γενική ενικού του απηυδισμένος
απηυδισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απηυδισμένος
απηυδισμένων	adj	γενική πληθυντικού του απηυδισμένος
απηχήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απήχηση
απηχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απήχηση
απηχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απήχηση
απηχεί	verb	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος απηχώ
απηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηχητικό
απηχητικέ	adj	κλητική ενικού του απηχητικός
απηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απηχητική
απηχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απηχητικός
απηχητικής	adj	γενική ενικού του απηχητική
απηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απηχητικός
απηχητικού	adj	γενική ενικού του απηχητικός
απηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απηχητικός
απηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του απηχητικός
απηχητικός	adj	που έχει σχέση με την απήχηση, αναφέρεται σ' αυτή ή την δημιουργεί
απηχητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του απηχητικού, αυτού που έχει ή δημιουργεί απήχηση
απηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του απηχητικός
απηχώ	verb	δίνω την απήχηση κάποιου γεγονότος, τη διάδοση, τον αντίκτυπο που έχει
απηύδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απηύδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απηύδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απηύδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απαυδώ
απηύθυνα	verb	αʹ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του ρήματος απευθύνω
απηύθυναν	=	απευθύνω
απηύθυνε	verb	γ' ενικό οριστικής παρατατικού και αορίστου του ρήματος απευθύνω
απηύθυνες	=	απευθύνω
απθ	abbrev	ελληνικό πανεπιστημιακό ίδρυμα με έδρα τη Θεσσαλονίκη
απιβαρύνθηκα	=	επιβαρύνω
απιδίτες	=	απιδίτης
απιδίτη	=	απιδίτης
απιδίτης	noun	αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση απιδιών (αχλαδιών)
απιδιά	noun	αχλαδιά
απιδιάς	noun	γενική ενικού του απιδιά
απιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απιδιά
απιδιού	=	απίδι
απιδιτών	=	απιδίτης
απιδιών	=	απιδιά
απιδόσχημα	=	απιδόσχημος
απιδόσχημε	=	απιδόσχημος
απιδόσχημες	=	απιδόσχημος
απιδόσχημη	=	απιδόσχημος
απιδόσχημης	=	απιδόσχημος
απιδόσχημο	=	απιδόσχημος
απιδόσχημοι	=	απιδόσχημος
απιδόσχημος	adj	που έχει σχήμα απιδιού (αχλαδιού)
απιδόσχημου	=	απιδόσχημος
απιδόσχημους	=	απιδόσχημος
απιδόσχημων	=	απιδόσχημος
απιθάνως	adv	για κάτι που είναι απίθανο να συμβεί
απιθανοτήτων	=	απιθανότητα
απιθανότητα	noun	κάτι που είναι απίθανο
απιθανότητας	=	απιθανότητα
απιθανότητες	=	απιθανότητα
απιθωθήκαμε	=	απιθώνω
απιθωθήκαν	=	απιθώνω
απιθωθήκανε	=	απιθώνω
απιθωθήκατε	=	απιθώνω
απιθωθεί	=	απιθώνω
απιθωθείτε	=	απιθώνω
απιθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απίθωμα
απιθωμένος	=	απιθώνω
απιθωνόμασταν	=	απιθώνω
απιθωνόμαστε	=	απιθώνω
απιθωνόμουν	=	απιθώνω
απιθωνόμουνα	=	απιθώνω
απιθωνόντουσαν	=	απιθώνω
απιθωνόσασταν	=	απιθώνω
απιθωνόσαστε	=	απιθώνω
απιθωνόσουν	=	απιθώνω
απιθωνόσουνα	=	απιθώνω
απιθωνόταν	=	απιθώνω
απιθωνότανε	=	απιθώνω
απιθώθηκα	=	απιθώνω
απιθώθηκαν	=	απιθώνω
απιθώθηκε	=	απιθώνω
απιθώθηκες	=	απιθώνω
απιθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίθωμα
απιθώματος	noun	γενική ενικού του απίθωμα
απιθώναμε	=	απιθώνω
απιθώναν	=	απιθώνω
απιθώνανε	=	απιθώνω
απιθώνατε	=	απιθώνω
απιθώνει	=	απιθώνω
απιθώνεις	=	απιθώνω
απιθώνεσαι	=	απιθώνω
απιθώνεστε	=	απιθώνω
απιθώνεται	=	απιθώνω
απιθώνετε	=	απιθώνω
απιθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απιθώνω
απιθώνονται	=	απιθώνω
απιθώνονταν	=	απιθώνω
απιθώνοντας	=	απιθώνω
απιθώνουμε	=	απιθώνω
απιθώνουν	=	απιθώνω
απιθώνουνε	=	απιθώνω
απιθώνω	verb|vulgar	ακουμπάω, αφήνω, τοποθετώ κάτι κάτω
απιθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσαν	=	απιθώνω
απιθώσανε	=	απιθώνω
απιθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσου	=	απιθώνω
απιθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απιθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιθώνω
απινίδωση	noun	η ηλεκτρική ανάταξη με την εφαρμογή μεταλλικών συστημάτων στην περιοχή του στήθους εξωτερικά, ώστε με το ηλεκτρικό ρεύμα που θα περάσει να επανέλθει η καρδιακή λειτουργία στον φυσιολογικό ρυθμό
απινίδωσης	noun	γενική ενικού του απινίδωση
απινιδισμέ	noun	κλητική ενικού του απινιδισμός
απινιδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απινιδισμός
απινιδισμού	noun	γενική ενικού του απινιδισμός
απινιδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απινιδισμός
απινιδισμό	noun	αιτιατική ενικού του απινιδισμός
απινιδισμός	noun	συνώνυμο του απινίδωση
απινιδισμών	noun	γενική πληθυντικού του απινιδισμός
απινιδωτές	=	απινιδωτής
απινιδωτή	=	απινιδωτής
απινιδωτής	noun	ηλεκτρική συσκευή που επιδιορθώνει τον ρυθμό της καρδιάς με ηλεκτρική ενέργεια
απινιδωτών	=	απινιδωτής
απινιδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απινίδωση
απινιδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απινίδωση
απινιδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απινίδωση
απιοειδές	=	απιοειδής
απιοειδή	=	απιοειδής
απιοειδής	adj|formal	που μοιάζει με αχλάδι, που έχει σχήμα αχλαδιού
απιοειδείς	=	απιοειδής
απιοειδούς	=	απιοειδής
απιοειδών	=	απιοειδής
απιονισμέ	noun	κλητική ενικού του απιονισμός
απιονισμένα	=	απιονισμένος
απιονισμένε	=	απιονισμένος
απιονισμένες	=	απιονισμένος
απιονισμένη	=	απιονισμένος
απιονισμένης	=	απιονισμένος
απιονισμένο	=	απιονισμένος
απιονισμένοι	=	απιονισμένος
απιονισμένος	adj	που έχει υποστεί απιονισμό
απιονισμένου	=	απιονισμένος
απιονισμένους	=	απιονισμένος
απιονισμένων	=	απιονισμένος
απιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απιονισμός
απιονισμού	noun	γενική ενικού του απιονισμός
απιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απιονισμός
απιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του απιονισμός
απιονισμός	noun	άλλη μορφή του απιοντισμός
απιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του απιονισμός
απιοντισμέ	noun	κλητική ενικού του απιοντισμός
απιοντισμένος	verb|rare	αυτός που έχει υποστεί διαδικασία απιοντισμού, συνηθίζεται η μορφή απιονισμένος
απιοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απιοντισμός
απιοντισμού	noun	γενική ενικού του απιοντισμός
απιοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απιοντισμός
απιοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του απιοντισμός
απιοντισμός	noun	η διαδικασία αφαίρεσης των ιόντων και των αλάτων από το νερό
απιοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του απιοντισμός
απισσάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απισσάριστο
απισσάριστε	adj	κλητική ενικού του απισσάριστος
απισσάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απισσάριστη
απισσάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απισσάριστος
απισσάριστης	adj	γενική ενικού του απισσάριστη
απισσάριστο	adj	αιτιατική ενικού του απισσάριστος
απισσάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απισσάριστος
απισσάριστος	adj	άλλη μορφή του απίσσωτος
απισσάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απισσάριστος
απισσάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απισσάριστος
απισσάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απισσάριστος
απιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απιστώ
απιστία	noun	η έλλειψη πίστης, όπως θρησκευτικής, συζυγικής
απιστίας	noun	γενική ενικού του απιστία
απιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απιστία
απιστιών	noun	γενική πληθυντικού του απιστία
απιστοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απιστοποίητο
απιστοποίητε	adj	κλητική ενικού του απιστοποίητος
απιστοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απιστοποίητη
απιστοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απιστοποίητος
απιστοποίητης	adj	γενική ενικού του απιστοποίητη
απιστοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του απιστοποίητος
απιστοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απιστοποίητος
απιστοποίητος	adj	που δεν έχει πιστοποιηθεί ή δεν μπορεί να πιστοποιηθεί
απιστοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απιστοποίητος
απιστοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απιστοποίητος
απιστοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απιστοποίητος
απιστώ	verb	δεν είμαι πιστός…
απιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απιστώ
απισχvαντική	=	απισχναντικός
απισχvαντικό	=	απισχναντικός
απισχνάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάναν	=	απισχναίνω
απισχνάνανε	=	απισχναίνω
απισχνάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάνθηκα	=	απισχναίνομαι
απισχνάνθηκαν	=	απισχναίνομαι
απισχνάνθηκε	=	απισχναίνομαι
απισχνάνθηκες	=	απισχναίνομαι
απισχνάνομε	=	απισχναίνω
απισχνάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάνουνε	=	απισχναίνω
απισχνάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίσχνανση
απισχνάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απίσχνανση
απισχνάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απίσχνανση
απισχνάνσου	=	απισχναίνομαι
απισχνάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απισχναίνω
απισχνάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απίσχναση
απισχνάσεων	noun	γενική πληθυντικού του απίσχναση
απισχνάσεως	noun|formal	γενική ενικού του απίσχναση
απισχναίναμε	=	απισχναίνω
απισχναίναν	=	απισχναίνω
απισχναίνανε	=	απισχναίνω
απισχναίνατε	=	απισχναίνω
απισχναίνει	=	απισχναίνω
απισχναίνεις	=	απισχναίνω
απισχναίνεσαι	=	απισχναίνομαι
απισχναίνεστε	=	απισχναίνομαι
απισχναίνεται	=	απισχναίνομαι
απισχναίνετε	=	απισχναίνω
απισχναίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απισχναίνω
απισχναίνομε	=	απισχναίνω
απισχναίνονται	=	απισχναίνομαι
απισχναίνονταν	=	απισχναίνομαι
απισχναίνοντας	=	απισχναίνω
απισχναίνου	=	απισχναίνομαι
απισχναίνουμε	=	απισχναίνω
απισχναίνουν	=	απισχναίνω
απισχναίνουνε	=	απισχναίνω
απισχναίνω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον ισχνό, αδύνατο
απισχναινόμασταν	=	απισχναίνομαι
απισχναινόμαστε	=	απισχναίνομαι
απισχναινόμουν	=	απισχναίνομαι
απισχναινόμουνα	=	απισχναίνομαι
απισχναινόντουσαν	=	απισχναίνομαι
απισχναινόσασταν	=	απισχναίνομαι
απισχναινόσαστε	=	απισχναίνομαι
απισχναινόσουν	=	απισχναίνομαι
απισχναινόσουνα	=	απισχναίνομαι
απισχναινόταν	=	απισχναίνομαι
απισχναινότανε	=	απισχναίνομαι
απισχνανθήκαμε	=	απισχναίνομαι
απισχνανθήκαν	=	απισχναίνομαι
απισχνανθήκανε	=	απισχναίνομαι
απισχνανθήκατε	=	απισχναίνομαι
απισχνανθεί	=	απισχναίνομαι
απισχνανθείς	=	απισχναίνω
απισχνανθείτε	=	απισχναίνομαι
απισχνανθούμε	=	απισχναίνω
απισχνανθούν	=	απισχναίνω
απισχνανθούνε	=	απισχναίνω
απισχνανθώ	=	απισχναίνω
απισχναντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απισχναντικό
απισχναντικέ	adj	κλητική ενικού του απισχναντικός
απισχναντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απισχναντική
απισχναντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απισχναντικός
απισχναντικής	adj	γενική ενικού του απισχναντική
απισχναντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απισχναντικός
απισχναντικού	adj	γενική ενικού του απισχναντικός
απισχναντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απισχναντικός
απισχναντικό	adj	αιτιατική ενικού του απισχναντικός
απισχναντικός	adj	που έχει σχέση με την απίσχναση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
απισχναντικών	adj	γενική πληθυντικού του απισχναντικός
απισχνασμένα	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένε	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένες	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένη	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένης	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένο	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένοι	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένος	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένου	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένους	=	απισχναίνομαι
απισχνασμένων	=	απισχναίνομαι
απλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλό	adv	με απλό τρόπο
απλάδα	noun	άλλη μορφή του άπλα
απλάδας	=	απλάδα
απλάδες	=	απλάδα
απλάδι	noun	μάλλινο και συχνά χειροποίητο σκέπασμα ή στρωσίδι, λιτό στην ύφανση, που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά ως σεντόνι ή κάλυμμα κρεβατιού σε αγροτικές περιοχές
απλάδια	=	απλάδι
απλάδων	=	απλάδα
απλάκωτα	=	απλάκωτος
απλάκωτε	=	απλάκωτος
απλάκωτες	=	απλάκωτος
απλάκωτη	=	απλάκωτος
απλάκωτης	=	απλάκωτος
απλάκωτο	=	απλάκωτος
απλάκωτοι	=	απλάκωτος
απλάκωτος	adj	που δεν τον έχουν πλακώσει
απλάκωτου	=	απλάκωτος
απλάκωτους	=	απλάκωτος
απλάκωτων	=	απλάκωτος
απλάνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλάνευτο
απλάνευτε	adj	κλητική ενικού του απλάνευτος
απλάνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλάνευτη
απλάνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλάνευτος
απλάνευτης	adj	γενική ενικού του απλάνευτη
απλάνευτο	adj	αιτιατική ενικού του απλάνευτος
απλάνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλάνευτος
απλάνευτος	adj	που δεν έχει πλανευτεί
απλάνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλάνευτος
απλάνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλάνευτος
απλάνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλάνευτος
απλάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλάνιστο
απλάνιστε	adj	κλητική ενικού του απλάνιστος
απλάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλάνιστη
απλάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλάνιστος
απλάνιστης	adj	γενική ενικού του απλάνιστη
απλάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του απλάνιστος
απλάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλάνιστος
απλάνιστος	adj	που δεν τον έχουν πλανίσει
απλάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλάνιστος
απλάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλάνιστος
απλάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλάνιστος
απλέ	adj	κλητική ενικού του απλός
απλέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλέρωτο
απλέρωτε	adj	κλητική ενικού του απλέρωτος
απλέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλέρωτη
απλέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλέρωτος
απλέρωτης	adj	γενική ενικού του απλέρωτη
απλέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του απλέρωτος
απλέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλέρωτος
απλέρωτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του απλήρωτος
απλέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλέρωτος
απλέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλέρωτος
απλέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλέρωτος
απλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλή
απλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλός
απλήγιαστα	=	απλήγιαστος
απλήγιαστε	=	απλήγιαστος
απλήγιαστες	=	απλήγιαστος
απλήγιαστη	=	απλήγιαστος
απλήγιαστης	=	απλήγιαστος
απλήγιαστο	=	απλήγιαστος
απλήγιαστοι	=	απλήγιαστος
απλήγιαστος	adj	που δεν το έχουν πληγιάσει
απλήγιαστου	=	απλήγιαστος
απλήγιαστους	=	απλήγιαστος
απλήγιαστων	=	απλήγιαστος
απλήγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλήγωτο
απλήγωτε	adj	κλητική ενικού του απλήγωτος
απλήγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλήγωτη
απλήγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλήγωτος
απλήγωτης	adj	γενική ενικού του απλήγωτη
απλήγωτο	adj	αιτιατική ενικού του απλήγωτος
απλήγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλήγωτος
απλήγωτος	adj	που δεν πληγώθηκε ή δεν μπορεί να πληγωθεί
απλήγωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλήγωτος
απλήγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλήγωτος
απλήγωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλήγωτος
απλήθυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλήθυντο
απλήθυντε	adj	κλητική ενικού του απλήθυντος
απλήθυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλήθυντη
απλήθυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλήθυντος
απλήθυντης	adj	γενική ενικού του απλήθυντη
απλήθυντο	adj	αιτιατική ενικού του απλήθυντος
απλήθυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλήθυντος
απλήθυντος	adj|rare	που δεν έχει πληθύνει, δεν έχει αυξηθεί, δεν έχει πολλαπλασιαστεί
απλήθυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλήθυντος
απλήθυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλήθυντος
απλήθυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλήθυντος
απλήρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απλήρωτος	adv	χωρίς να έχει πληρώσει
απλήρωτε	adj	κλητική ενικού του απλήρωτος
απλήρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλήρωτη
απλήρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλήρωτος
απλήρωτης	adj	γενική ενικού του απλήρωτη
απλήρωτο	adj	αιτιατική ενικού του απλήρωτος
απλήρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλήρωτος
απλήρωτος	adj	που δεν έχει πληρωθεί για τη δουλειά που έκανε
απλήρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλήρωτος
απλήρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλήρωτος
απλήρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλήρωτος
απλής	adj	γενική ενικού του απλή
απλίκα	noun	φωτιστικό φτιαγμένο ειδικά για να τοποθετηθεί στον τοίχο
απλίκας	noun	γενική ενικού του απλίκα
απλίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλίκα
απλίκων	=	απλίκα
απλαισίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλαισίωτο
απλαισίωτε	adj	κλητική ενικού του απλαισίωτος
απλαισίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλαισίωτη
απλαισίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλαισίωτος
απλαισίωτης	adj	γενική ενικού του απλαισίωτη
απλαισίωτο	adj	αιτιατική ενικού του απλαισίωτος
απλαισίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλαισίωτος
απλαισίωτος	adj|figurative	που δεν έχει πλαισιωθεί ή δεν μπορεί να πλαισιωθεί
απλαισίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλαισίωτος
απλαισίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλαισίωτος
απλαισίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλαισίωτος
απλανές	=	απλανής
απλανή	=	απλανής
απλανής	adj	που παραμένει σταθερός σε ένα σημείο
απλανείς	=	απλανής
απλανιάριστος	=	απλάνιστος
απλανούς	=	απλανής
απλανόσπορα	=	απλανόσπορο
απλανόσπορο	noun	σπόριο μη σεξουαλικό και μη κινητικό που απαντάται σε μερικές άλγες και μερικούς μύκητες
απλανόσπορου	=	απλανόσπορο
απλανόσπορων	=	απλανόσπορο
απλανών	=	απλανής
απλανώς	adv	με απλανή τρόπο
απλασία	noun	(ιστολογία): η αδυναμία ανάπτυξης ιστού
απλασίας	noun	γενική ενικού του απλασία
απλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλασία
απλασιών	noun	γενική πληθυντικού του απλασία
απλαστογράφητος	adj|rare	που δεν τον έχουν πλαστογραφήσει
απλειστηρίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλειστηρίαστο
απλειστηρίαστε	adj	κλητική ενικού του απλειστηρίαστος
απλειστηρίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλειστηρίαστη
απλειστηρίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλειστηρίαστος
απλειστηρίαστης	adj	γενική ενικού του απλειστηρίαστη
απλειστηρίαστο	adj	αιτιατική ενικού του απλειστηρίαστος
απλειστηρίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλειστηρίαστος
απλειστηρίαστος	adj	που δεν έχει εκπλειστηριαστεί, δεν έχει βγει σε πλειστηριασμό
απλειστηρίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλειστηρίαστος
απλειστηρίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλειστηρίαστος
απλειστηρίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλειστηρίαστος
απλεύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλεύριστο
απλεύριστε	adj	κλητική ενικού του απλεύριστος
απλεύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλεύριστη
απλεύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλεύριστος
απλεύριστης	adj	γενική ενικού του απλεύριστη
απλεύριστο	adj	αιτιατική ενικού του απλεύριστος
απλεύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλεύριστος
απλεύριστος	adj	που δεν τον έχουν πλευρίσει
απλεύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλεύριστος
απλεύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλεύριστος
απλεύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλεύριστος
απλημμύριστ	=	απλημμύριστος
απλημμύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλημμύριστο
απλημμύριστε	adj	κλητική ενικού του απλημμύριστος
απλημμύριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλημμύριστη
απλημμύριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλημμύριστος
απλημμύριστης	adj	γενική ενικού του απλημμύριστη
απλημμύριστο	adj	αιτιατική ενικού του απλημμύριστος
απλημμύριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλημμύριστος
απλημμύριστος	adj	που δεν έχει πλημμυρίσει
απλημμύριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλημμύριστος
απλημμύριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλημμύριστος
απλημμύριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλημμύριστος
απληροφορησία	noun|formal	η κατάσταση του απληροφόρητου
απληροφορησίας	noun	γενική ενικού του απληροφορησία
απληροφορησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απληροφορησία
απληροφορησιών	noun	γενική πληθυντικού του απληροφορησία
απληροφόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απληροφόρητος	adv	χωρίς πληροφόρηση
απληροφόρητε	adj	κλητική ενικού του απληροφόρητος
απληροφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απληροφόρητη
απληροφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απληροφόρητος
απληροφόρητης	adj	γενική ενικού του απληροφόρητη
απληροφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του απληροφόρητος
απληροφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απληροφόρητος
απληροφόρητος	adj	που δεν τον έχουν πληροφορήσει
απληροφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απληροφόρητος
απληροφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απληροφόρητος
απληροφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απληροφόρητος
απληρωσιά	noun|vulgar	η μη πληρωμή (των δεδουλευμένων)
απληρωσιάς	=	απληρωσιά
απληρωσιές	=	απληρωσιά
απληρωσιών	=	απληρωσιά
απλησίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απλησίαστος	adv	χωρίς να (μπορεί να) πλησιάσει
απλησίαστε	adj	κλητική ενικού του απλησίαστος
απλησίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλησίαστη
απλησίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλησίαστος
απλησίαστης	adj	γενική ενικού του απλησίαστη
απλησίαστο	adj	αιτιατική ενικού του απλησίαστος
απλησίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλησίαστος
απλησίαστος	adj	που δεν μπορείς να τον πλησιάσεις
απλησίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλησίαστος
απλησίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλησίαστος
απλησίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλησίαστος
απληστία	noun	η ιδιότητα του άπληστου, το να μην ικανοποιείται κάποιος ποτέ και να θέλει πάντα περισσότερα
απληστίας	noun	γενική ενικού του απληστία
απληστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απληστία
απληστιών	noun	γενική πληθυντικού του απληστία
απλικάρισα	=	απλικάρω
απλικάρομαι	=	απλικάρω
απλικάρω	verb	προσθέτω απλικέ με απλικασιόν
απλικέ	noun	σχέδιο κατά το οποίο ένα κομμάτι υφάσματος ή άλλου υλικού προσαρτάται επάνω σε άλλο, δημιουργώντας διακοσμητικό μοτίβο με έντονη αντίθεση ή ποικιλία
απλικαρίστηκα	=	απλικάρω
απλικαρισμένος	=	απλικάρω
απλικασιόν	noun	η τεχνική απλικέ, κεντήματος με εφαρμογή διακοσμητικών στοιχείων πάνω σε άλλο ύφασμα
απλικατέρ	noun	συσκευή με την οποία απλώνουμε μια ρευστή ή ημίρρευστη ουσία πάνω σε κάτι
απλικών	noun	γενική πληθυντικού του απλίκα
απλισάριστα	=	απλισάριστος
απλισάριστε	=	απλισάριστος
απλισάριστες	=	απλισάριστος
απλισάριστη	=	απλισάριστος
απλισάριστης	=	απλισάριστος
απλισάριστο	=	απλισάριστος
απλισάριστοι	=	απλισάριστος
απλισάριστος	adj	που δεν έχει πλισαριστεί
απλισάριστου	=	απλισάριστος
απλισάριστους	=	απλισάριστος
απλισάριστων	=	απλισάριστος
απλοέπεια	noun|formal	το να μιλάει κάποιος απλά και κατανοητά
απλοέπειας	=	απλοέπεια
απλοέπειες	=	απλοέπεια
απλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλός
απλογράφηση	noun	η γραφή μια λέξης με απολοποιημένη ορθογραφία
απλογράφησης	=	απλογράφηση
απλογραφήσεις	=	απλογράφηση
απλογραφήσεων	=	απλογράφηση
απλογραφία	noun	μέθοδος τήρησης λογιστικών βιβλίων με απλή χρονολογική καταγραφή των οικονομικών στοιχείων και πράξεων
απλογραφίας	noun	γενική ενικού του απλογραφία
απλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλογραφία
απλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλογραφικό	adv	με απλογραφικό τρόπο
απλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του απλογραφικός
απλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλογραφική
απλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλογραφικός
απλογραφικής	adj	γενική ενικού του απλογραφική
απλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλογραφικός
απλογραφικού	adj	γενική ενικού του απλογραφικός
απλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλογραφικός
απλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του απλογραφικός
απλογραφικός	adj	που έχει σχέση με την απλογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή
απλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του απλογραφικός
απλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του απλογραφία
απλοειδές	=	απλοειδής
απλοειδή	=	απλοειδής
απλοειδής	adj	που διαθέτει έναν μόνο πλήρη αριθμό χρωμοσωμάτων, χωρίς ζεύγη, όπως συμβαίνει π.χ. στα γαμετικά κύτταρα
απλοειδείς	=	απλοειδής
απλοειδούς	=	απλοειδής
απλοειδών	=	απλοειδής
απλοελληνικά	noun	η απλή νεοελληνική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοελληνικό
απλοελληνικέ	adj	κλητική ενικού του απλοελληνικός
απλοελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοελληνική
απλοελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλοελληνικός
απλοελληνικής	adj	γενική ενικού του απλοελληνική
απλοελληνικο	=	απλοελληνικός
απλοελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλοελληνικός
απλοελληνικού	adj	γενική ενικού του απλοελληνικός
απλοελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλοελληνικός
απλοελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του απλοελληνικός
απλοελληνικός	adj	που λέγεται σε απλή ελληνική γλώσσα
απλοελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του απλοελληνικός
απλοελληνιστί	adv|formal	απλοελληνικά, σε απλά νεοελληνικά
απλοεπειών	=	απλοέπεια
απλοικός	=	απλοϊκός
απλοικότητα	=	απλοϊκότητα
απλοιών	noun	γενική πληθυντικού του άπλοια
απλολογία	noun	η αποβολή από μια λέξη κάποιας συλλαβής που έχει ομοιότητες με μια γειτονική της
απλολογίας	noun	γενική ενικού του απλολογία
απλολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλολογία
απλολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλολογικό
απλολογικέ	adj	κλητική ενικού του απλολογικός
απλολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλολογική
απλολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλολογικός
απλολογικής	adj	γενική ενικού του απλολογική
απλολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλολογικός
απλολογικού	adj	γενική ενικού του απλολογικός
απλολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλολογικός
απλολογικό	adj	αιτιατική ενικού του απλολογικός
απλολογικός	adj	που έχει σχέση με την απλολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
απλολογικών	adj	γενική πληθυντικού του απλολογικός
απλολογιών	noun	γενική πληθυντικού του απλολογία
απλοομάδα	noun	ομάδα συγγενών απλότυπων
απλοομάδας	=	απλοομάδα
απλοομάδες	=	απλοομάδα
απλοομάδων	=	απλοομάδα
απλοποίει	=	απλοποιώ
απλοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απλοποιώ
απλοποίησης	noun	γενική ενικού του απλοποίηση
απλοποιήθηκα	=	απλοποιώ
απλοποιήθηκαν	=	απλοποιώ
απλοποιήθηκε	=	απλοποιώ
απλοποιήθηκες	=	απλοποιώ
απλοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσαν	=	απλοποιώ
απλοποιήσανε	=	απλοποιώ
απλοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοποίηση
απλοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απλοποίηση
απλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απλοποίηση
απλοποιήσου	=	απλοποιώ
απλοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσουνε	=	απλοποιώ
απλοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλοποιώ
απλοποιεί	=	απλοποιώ
απλοποιείς	=	απλοποιώ
απλοποιείσαι	=	απλοποιώ
απλοποιείστε	=	απλοποιώ
απλοποιείται	=	απλοποιώ
απλοποιείτε	=	απλοποιώ
απλοποιείτο	=	απλοποιώ
απλοποιηθήκαμε	=	απλοποιώ
απλοποιηθήκαν	=	απλοποιώ
απλοποιηθήκανε	=	απλοποιώ
απλοποιηθήκατε	=	απλοποιώ
απλοποιηθεί	=	απλοποιώ
απλοποιηθείς	=	απλοποιώ
απλοποιηθείτε	=	απλοποιώ
απλοποιηθούμε	=	απλοποιώ
απλοποιηθούν	=	απλοποιώ
απλοποιηθούνε	=	απλοποιώ
απλοποιηθώ	=	απλοποιώ
απλοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απλοποιημένος	adv	με απλοποιημένο τρόπο
απλοποιημένε	verb	κλητική ενικού του απλοποιημένος
απλοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοποιημένη
απλοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλοποιημένος
απλοποιημένης	verb	γενική ενικού του απλοποιημένη
απλοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του απλοποιημένος
απλοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλοποιημένος
απλοποιημένος	verb	που έχει απλοποιηθεί
απλοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλοποιημένος
απλοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απλοποιημένος
απλοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλοποιημένος
απλοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοποιητικό
απλοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του απλοποιητικός
απλοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοποιητική
απλοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλοποιητικός
απλοποιητικής	adj	γενική ενικού του απλοποιητική
απλοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλοποιητικός
απλοποιητικού	adj	γενική ενικού του απλοποιητικός
απλοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλοποιητικός
απλοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του απλοποιητικός
απλοποιητικός	adj	που κάνει κάτι πιο απλό
απλοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του απλοποιητικός
απλοποιούμαι	verb	γίνομαι πιο απλός, λιγότερο περίπλοκος
απλοποιούμασταν	=	απλοποιώ
απλοποιούμαστε	=	απλοποιώ
απλοποιούμε	=	απλοποιώ
απλοποιούμουν	=	απλοποιώ
απλοποιούμουνα	=	απλοποιώ
απλοποιούν	=	απλοποιώ
απλοποιούνε	=	απλοποιώ
απλοποιούνται	=	απλοποιώ
απλοποιούνταν	=	απλοποιώ
απλοποιούντο	=	απλοποιώ
απλοποιούσα	=	απλοποιώ
απλοποιούσαμε	=	απλοποιώ
απλοποιούσαν	=	απλοποιώ
απλοποιούσανε	=	απλοποιώ
απλοποιούσασταν	=	απλοποιώ
απλοποιούσαστε	=	απλοποιώ
απλοποιούσατε	=	απλοποιώ
απλοποιούσε	=	απλοποιώ
απλοποιούσες	=	απλοποιώ
απλοποιούσουν	=	απλοποιώ
απλοποιούσουνα	=	απλοποιώ
απλοποιόμασταν	=	απλοποιώ
απλοποιόμαστε	=	απλοποιώ
απλοποιόμουν	=	απλοποιώ
απλοποιόμουνα	=	απλοποιώ
απλοποιόνταν	=	απλοποιώ
απλοποιόντανε	=	απλοποιώ
απλοποιόντουσαν	=	απλοποιώ
απλοποιόσασταν	=	απλοποιώ
απλοποιόσαστε	=	απλοποιώ
απλοποιόσουν	=	απλοποιώ
απλοποιόσουνα	=	απλοποιώ
απλοποιόταν	=	απλοποιώ
απλοποιότανε	=	απλοποιώ
απλοποιώ	verb	κάνω κάτι πιο απλό
απλοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απλοποιώ
απλοτήτων	=	απλότητα
απλοτύπου	=	απλότυπος
απλοτύπους	=	απλότυπος
απλοτύπων	=	απλότυπος
απλουστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλουστευμένο
απλουστευμένε	verb	κλητική ενικού του απλουστευμένος
απλουστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλουστευμένη
απλουστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλουστευμένος
απλουστευμένης	verb	γενική ενικού του απλουστευμένη
απλουστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του απλουστευμένος
απλουστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλουστευμένος
απλουστευμένος	=	απλουστεύομαι
απλουστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλουστευμένος
απλουστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απλουστευμένος
απλουστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλουστευμένος
απλουστευτήκαμε	=	απλουστεύομαι
απλουστευτήκαν	=	απλουστεύομαι
απλουστευτήκανε	=	απλουστεύομαι
απλουστευτήκατε	=	απλουστεύομαι
απλουστευτεί	=	απλουστεύομαι
απλουστευτείτε	=	απλουστεύομαι
απλουστευτικά	adv	με απλουστευτικό τρόπο
απλουστευτικέ	=	απλουστευτικός
απλουστευτικές	=	απλουστευτικός
απλουστευτική	=	απλουστευτικός
απλουστευτικής	=	απλουστευτικός
απλουστευτικοί	=	απλουστευτικός
απλουστευτικού	=	απλουστευτικός
απλουστευτικούς	=	απλουστευτικός
απλουστευτικό	=	απλουστευτικός
απλουστευτικός	adj|formal	που συμβάλλει στην απλούστευση
απλουστευτικών	=	απλουστευτικός
απλουστευτικώς	adv	με απλουστευτικό τρόπο
απλουστευόμασταν	=	απλουστεύομαι
απλουστευόμαστε	=	απλουστεύομαι
απλουστευόμουν	=	απλουστεύομαι
απλουστευόμουνα	=	απλουστεύομαι
απλουστευόντουσαν	=	απλουστεύομαι
απλουστευόσασταν	=	απλουστεύομαι
απλουστευόσαστε	=	απλουστεύομαι
απλουστευόσουν	=	απλουστεύομαι
απλουστευόσουνα	=	απλουστεύομαι
απλουστευόταν	=	απλουστεύομαι
απλουστευότανε	=	απλουστεύομαι
απλουστεύαμε	=	απλουστεύω
απλουστεύαν	=	απλουστεύω
απλουστεύανε	=	απλουστεύω
απλουστεύατε	=	απλουστεύω
απλουστεύει	=	απλουστεύω
απλουστεύεις	=	απλουστεύω
απλουστεύεσαι	=	απλουστεύομαι
απλουστεύεστε	=	απλουστεύομαι
απλουστεύεται	=	απλουστεύομαι
απλουστεύετε	=	απλουστεύω
απλουστεύθηκα	=	απλουστεύομαι
απλουστεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύονται	=	απλουστεύομαι
απλουστεύονταν	=	απλουστεύομαι
απλουστεύοντας	=	απλουστεύω
απλουστεύου	=	απλουστεύομαι
απλουστεύουμε	=	απλουστεύω
απλουστεύουν	=	απλουστεύω
απλουστεύουνε	=	απλουστεύω
απλουστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύσαν	=	απλουστεύω
απλουστεύσανε	=	απλουστεύω
απλουστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλούστευση
απλουστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απλούστευση
απλουστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απλούστευση
απλουστεύσου	=	απλουστεύομαι
απλουστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλουστεύτηκα	=	απλουστεύομαι
απλουστεύτηκαν	=	απλουστεύομαι
απλουστεύτηκε	=	απλουστεύομαι
απλουστεύτηκες	=	απλουστεύομαι
απλουστεύω	verb	κάνω κάτι να είναι πιο απλό
απλοχέρα	adj	θηλυκό του απλοχέρης
απλοχέρας	=	απλοχέρης
απλοχέρες	=	απλοχέρης
απλοχέρη	=	απλοχέρης
απλοχέρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοχέρης
απλοχέρηδων	=	απλοχέρης
απλοχέρης	adj	που ξοδεύει ή μοιράζει πρόθυμα, χωρίς τσιγκουνιά αλλά ίσως και χωρίς περίσκεψη
απλοχέρικα	=	απλοχέρης
απλοχέρικο	=	απλοχέρης
απλοχέρικου	=	απλοχέρης
απλοχέρικων	=	απλοχέρης
απλοχέρο	=	απλόχερος
απλοχεριά	noun	το να είναι κάποιος απλοχέρης, η ιδιότητα του απλοχέρη
απλοχεριάς	noun	γενική ενικού του απλοχεριά
απλοχεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοχεριά
απλοχεριών	=	απλοχεριά
απλοχωριά	noun	η άπλα, η ευρυχωρία
απλοχωριάς	noun	γενική ενικού του απλοχωριά
απλοχωριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοχωριά
απλοχωριών	=	απλοχωριά
απλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απλοϊκός	adv	με απλοϊκό τρόπο
απλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του απλοϊκός
απλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοϊκή
απλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλοϊκός
απλοϊκής	adj	γενική ενικού του απλοϊκή
απλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλοϊκός
απλοϊκοτήτων	=	απλοϊκότητα
απλοϊκού	adj	γενική ενικού του απλοϊκός
απλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλοϊκός
απλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του απλοϊκός
απλοϊκός	adj	απλός
απλοϊκότητα	noun	η ιδιότητα του απλοϊκού
απλοϊκότητας	noun	γενική ενικού του απλοϊκότητα
απλοϊκότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλοϊκότητα
απλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του απλοϊκός
απλού	adj	γενική ενικού του απλός
απλούμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλούμιστο
απλούμιστε	adj	κλητική ενικού του απλούμιστος
απλούμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλούμιστη
απλούμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλούμιστος
απλούμιστης	adj	γενική ενικού του απλούμιστη
απλούμιστο	adj	αιτιατική ενικού του απλούμιστος
απλούμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλούμιστος
απλούμιστος	adj	που δεν έχει πλουμιστεί
απλούμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλούμιστος
απλούμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλούμιστος
απλούμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλούμιστος
απλούν	=	απλούς
απλούς	adj	απλός
απλούστατα	adv	υπερθετικός βαθμός του απλώς: με απλούστατο τρόπο, υπερβολικά απλά
απλούστατε	=	απλούστατος
απλούστατες	=	απλούστατος
απλούστατη	=	απλούστατος
απλούστατης	=	απλούστατος
απλούστατο	=	απλούστατος
απλούστατοι	=	απλούστατος
απλούστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του απλός
απλούστατου	=	απλούστατος
απλούστατους	=	απλούστατος
απλούστατων	=	απλούστατος
απλούστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλούστερο
απλούστερε	adj	κλητική ενικού του απλούστερος
απλούστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλούστερη
απλούστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλούστερος
απλούστερης	adj	γενική ενικού του απλούστερη
απλούστερο	adj	αιτιατική ενικού του απλούστερος
απλούστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλούστερος
απλούστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του απλός: πιο εύκολος, λιγότερο περίπλοκος
απλούστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλούστερος
απλούστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλούστερος
απλούστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλούστερος
απλούστευα	=	απλουστεύω
απλούστευαν	=	απλουστεύω
απλούστευε	=	απλουστεύω
απλούστευες	=	απλουστεύω
απλούστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλούστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλούστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλούστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλουστεύω
απλούστευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απλουστεύω
απλούστευσης	noun	γενική ενικού του απλούστευση
απλούστεψα	=	απλουστεύω
απλυσιά	noun	το να είναι κάποιος άπλυτος, η κατάσταση του άπλυτου
απλυσιάς	noun	γενική ενικού του απλυσιά
απλυσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλυσιά
απλυσιών	=	απλυσιά
απλυτοβεδούρα	noun	ρυπαρός, βρομιάρης, ανοικοκύρευτος
απλυτοβεδούρας	=	απλυτοβεδούρα
απλυτοβεδούρες	=	απλυτοβεδούρα
απλυτοβεδούρων	=	απλυτοβεδούρα
απλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθήκαν	=	απλώνομαι
απλωθήκανε	=	απλώνομαι
απλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωθούνε	=	απλώνω
απλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άπλωμα
απλωμέ	noun	κλητική ενικού του απλωμός
απλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλωμένο
απλωμένε	verb	κλητική ενικού του απλωμένος
απλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλωμένη
απλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλωμένος
απλωμένης	verb	γενική ενικού του απλωμένη
απλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απλωμένος
απλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλωμένος
απλωμένος	=	απλώνω
απλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλωμένος
απλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απλωμένος
απλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλωμένος
απλωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλωμός
απλωμού	noun	γενική ενικού του απλωμός
απλωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απλωμός
απλωμό	noun	αιτιατική ενικού του απλωμός
απλωμός	noun|dated	άλλη μορφή του άπλωμα
απλωμών	noun	γενική πληθυντικού του απλωμός
απλωνόμασταν	=	απλώνομαι
απλωνόμαστε	=	απλώνομαι
απλωνόμουν	=	απλώνομαι
απλωνόμουνα	=	απλώνομαι
απλωνόντουσαν	=	απλώνομαι
απλωνόσασταν	=	απλώνομαι
απλωνόσαστε	=	απλώνομαι
απλωνόσουν	=	απλώνομαι
απλωνόσουνα	=	απλώνομαι
απλωνόταν	=	απλώνομαι
απλωνότανε	=	απλώνομαι
απλωσιά	noun	ανοιχτό και ευρύχωρο μέρος
απλωσιάς	noun	γενική ενικού του απλωσιά
απλωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλωσιά
απλωσιών	=	απλωσιά
απλωστρών	noun	γενική πληθυντικού του απλώστρα
απλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλωτό	adv	με απλωτό τρόπο, απλώνοντας, σε μεγάλη έκταση
απλωτέ	adj	κλητική ενικού του απλωτός
απλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλωτή
απλωτή	noun	κίνηση, στο κολύμπι, με την οποία απλώνουμε όσο μακρύτερα γίνεται το χέρι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλωτός
απλωτής	adj	γενική ενικού του απλωτή
απλωταριά	noun	απλωσιά
απλωταριάς	=	απλωταριά
απλωταριές	=	απλωταριά
απλωταριών	=	απλωταριά
απλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλωτός
απλωτού	adj	γενική ενικού του απλωτός
απλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλωτός
απλωτό	adj	αιτιατική ενικού του απλωτός
απλωτός	adj	που έχει απλωθεί
απλωτών	adj	γενική πληθυντικού του απλωτός
απλό	adj	αιτιατική ενικού του απλός
απλός	adj	που δεν είναι πολύπλοκος· που δεν έχει διάφορα μέρη ή δεν μπορεί να αναλυθεί περισσότερο· που δεν είναι πολλαπλός
απλότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι απλός· η έλλειψη πολυπλοκότητας
απλότητας	noun	γενική ενικού του απλότητα
απλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλότητα
απλότυπε	=	απλότυπος
απλότυπο	=	απλότυπος
απλότυποι	=	απλότυπος
απλότυπος	noun	συγκεκριμένος συνδυασμός γονιδιακών παραλλαγών που κληρονομείται μαζί ως ενιαία μονάδα από έναν μόνο γονέα και χρησιμοποιείται για την ανίχνευση γενετικής συγγένειας ή καταγωγής
απλότυπου	=	απλότυπος
απλότυπους	=	απλότυπος
απλότυπων	=	απλότυπος
απλόχερα	adv	με απλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απλόχερος
απλόχερε	=	απλόχερος
απλόχερες	=	απλόχερος
απλόχερη	=	απλόχερος
απλόχερης	=	απλόχερος
απλόχερο	=	απλόχερος
απλόχεροι	=	απλόχερος
απλόχερος	adj	γενναιόδωρος
απλόχερου	=	απλόχερος
απλόχερους	=	απλόχερος
απλόχερων	=	απλόχερος
απλόχωρα	adv	με αρκετό χώρο
απλόχωρε	adj	κλητική ενικού του απλόχωρος
απλόχωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλόχωρη
απλόχωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απλόχωρος
απλόχωρης	adj	γενική ενικού του απλόχωρη
απλόχωρο	adj	αιτιατική ενικού του απλόχωρος
απλόχωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απλόχωρος
απλόχωρος	adj	που χαρακτηρίζεται από επάρκεια χώρου, ικανοποιητικά ευρύς και άνετος
απλόχωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απλόχωρος
απλόχωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απλόχωρος
απλόχωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απλόχωρος
απλύτων	=	άπλυτα
απλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνομαι
απλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπλωμα
απλώματος	noun	γενική ενικού του άπλωμα
απλών	adj	γενική πληθυντικού του απλός
απλώναμε	=	απλώνω
απλώναν	=	απλώνω
απλώνανε	=	απλώνω
απλώνατε	=	απλώνω
απλώνει	=	απλώνω
απλώνεις	=	απλώνω
απλώνεσαι	=	απλώνομαι
απλώνεστε	=	απλώνομαι
απλώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απλώνομαι
απλώνετε	=	απλώνω
απλώνομαι	verb	επεκτείνομαι, καταλαμβάνω μεγαλύτερο χώρο, εξαπλώνομαι
απλώνομε	=	απλώνω
απλώνονται	=	απλώνομαι
απλώνονταν	=	απλώνομαι
απλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απλώνω
απλώνου	=	απλώνομαι
απλώνουμε	=	απλώνω
απλώνουν	=	απλώνω
απλώνουνε	=	απλώνω
απλώνω	verb	αναπτύσσω κάτι που πριν ήταν μαζεμένο ή διπλωμένο
απλώς	adv	μόνο
απλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσαν	=	απλώνω
απλώσανε	=	απλώνω
απλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσομε	=	απλώνω
απλώσου	=	απλώνομαι
απλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώσουνε	=	απλώνω
απλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απλώστρα	noun	ειδική κατασκευή για το άπλωμα (συνήθως πλυμένων ρούχων)
απλώστρας	noun	γενική ενικού του απλώστρα
απλώστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλώστρα
απλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απλώνω
απνευστί	adv	χωρίς ανάσα
απνευστική	noun	(εντομολογία): νύμφη ορισμένων ειδών εντόμων της οποίας τα αναπνευστικά ανοίγματα είναι κλειστά, ή ανύπαρκτα.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απνευστικός
απνευστικής	=	απνευστική
απνοιών	=	άπνοια
απνόων	=	άπνους
απο	abbrev	Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος
αποάψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόαψη
αποάψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόαψη
αποάψεως	noun|formal	γενική ενικού του απόαψη
αποέβραζα	=	αποβράζω
αποέβραζαν	=	αποβράζω
αποέβραζε	=	αποβράζω
αποέβραζες	=	αποβράζω
αποέβρασα	=	αποβράζω
αποέβρασαν	=	αποβράζω
αποέβρασε	=	αποβράζω
αποέβρασες	=	αποβράζω
αποένζυμα	=	αποένζυμο
αποένζυμο	noun	το ανενεργό πρωτεϊνικό μέρος ενός ενζύμου, το οποίο αποκτά καταλυτική δράση μόνο όταν συνδεθεί με τον κατάλληλο συμπαράγοντα
αποένζυμου	=	αποένζυμο
αποένζυμων	=	αποένζυμο
αποήχου	noun	γενική ενικού του απόηχος
αποήχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του απόηχος
αποήχων	noun	γενική πληθυντικού του απόηχος
αποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποίητο
αποίητε	adj	κλητική ενικού του αποίητος
αποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποίητη
αποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποίητος
αποίητης	adj	γενική ενικού του αποίητη
αποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αποίητος
αποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποίητος
αποίητος	adj	πο δεν έχει ποιηθεί, δεν έχει φτιαχτεί, δεν έχει δημιουργηθεί
αποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποίητος
αποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποίητος
αποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποίητος
αποίκησα	=	αποικώ
αποίκηση	noun	η εγκατάσταση ενός αριθμού αποίκων σε ξένη χώρα
αποίκησης	=	αποίκηση
αποίκιζα	=	αποικίζω
αποίκιζαν	=	αποικίζω
αποίκιζε	=	αποικίζω
αποίκιζες	=	αποικίζω
αποίκιλτα	=	αποίκιλτος
αποίκιλτε	=	αποίκιλτος
αποίκιλτες	=	αποίκιλτος
αποίκιλτη	=	αποίκιλτος
αποίκιλτης	=	αποίκιλτος
αποίκιλτο	=	αποίκιλτος
αποίκιλτοι	=	αποίκιλτος
αποίκιλτος	adj	που δεν τον έχουν διακοσμήσει, χωρίς στολίδια
αποίκιλτου	=	αποίκιλτος
αποίκιλτους	=	αποίκιλτος
αποίκιλτων	=	αποίκιλτος
αποίκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποίκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποίκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποίκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποίκιση	noun	άλλη μορφή του αποικισμός
αποίκισης	noun	γενική ενικού του αποίκιση
αποίκου	noun	γενική ενικού του άποικος
αποίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άποικος
αποίκων	noun	γενική πληθυντικού του άποικος
αποίμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποίμαντο
αποίμαντε	adj	κλητική ενικού του αποίμαντος
αποίμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποίμαντη
αποίμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποίμαντος
αποίμαντης	adj	γενική ενικού του αποίμαντη
αποίμαντο	adj	αιτιατική ενικού του αποίμαντος
αποίμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποίμαντος
αποίμαντος	adj|formal	που δεν ποιμαίνεται, δεν έχει ποιμένα
αποίμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποίμαντος
αποίμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποίμαντος
αποίμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποίμαντος
αποαιθανίωση	noun	διαδικασία αφαίρεσης του αιθανίου από κάτι (π.χ. πετρέλαιο)
αποαιθανίωσης	noun	γενική ενικού του αποαιθανίωση
αποαιθανιωτές	=	αποαιθανιωτής
αποαιθανιωτή	=	αποαιθανιωτής
αποαιθανιωτής	noun	χώρος ή μηχάνημα όπου γίνεται η αποαιθανίωση
αποαιθανιωτών	=	αποαιθανιωτής
αποαιθανιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποαιθανίωση
αποαιθανιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποαιθανίωση
αποαιθανιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποαιθανίωση
αποανάπτυξη	noun	πολιτικό κίνημα που αμφισβητεί την οικονομική ανάπτυξη θεωρώντας την ως πηγή κοινωνικών διαφορών και περιβαλλοντικών ζημιών
αποανάπτυξης	=	αποανάπτυξη
αποαναπτυξιακά	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακέ	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακές	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακή	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αποαναπτυξιακή) του αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακοί	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακού	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακούς	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακό	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτυξιακός	adj	που έχει σχέση με την αποανάπτυξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποαναπτυξιακών	=	αποαναπτυξιακός
αποαναπτύξεις	=	αποανάπτυξη
αποαναπτύξεων	=	αποανάπτυξη
αποανθρωποποίηση	noun	η εξάλειψη των συναισθημάτων αγάπης, μίσους, ενθουσιασμού, στοιχείων μη ορθολογικών απρόβλεπτου χαρακτήρα από τις δραστηριότητες του ατόμου
αποανθρωποποίησης	=	αποανθρωποποίηση
αποανθρωποποιήσεις	=	αποανθρωποποίηση
αποανθρωποποιήσεων	=	αποανθρωποποίηση
αποαποικιοποίησα	=	αποαποικιοποιώ
αποαποικιοποίηση	noun	η μετατροπή αποικιών σε ανεξάρτητα κράτη
αποαποικιοποίησης	=	αποαποικιοποίηση
αποαποικιοποιήθηκα	=	αποαποικιοποιώ
αποαποικιοποιήσεις	=	αποαποικιοποίηση
αποαποικιοποιήσεων	=	αποαποικιοποίηση
αποαποικιοποιημένος	=	αποαποικιοποιώ
αποαποικιοποιούμαι	=	αποαποικιοποιώ
αποαποικιοποιώ	verb	παύω την αποικιοποίηση, αποχωρώ από μια αποικία μου, αφήνοντάς την ανεξάρτητη
αποαστικοποίηση	noun	η διαδικασία μείωσης της έκτασης, του πληθυσμού ή της σημασίας των αστικών κέντρων και η επιστροφή πληθυσμιακών μαζών στην ύπαιθρο
αποαστικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποαστικοποίηση
αποαστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποαστικοποίηση
αποαστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποαστικοποίηση
αποαστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποαστικοποίηση
αποασυλοποίηση	noun	η διαδικασία απομάκρυνσης από κάποιο άσυλο ή ίδρυμα (στο οποίο κάποιος βρίσκεται εγκλεισμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα) και αντιμετώπισης των όποιων προβλημάτων ή συμπτωμάτων έχουν ανακύψει
αποασυλοποίησης	noun	γενική ενικού του αποασυλοποίηση
αποασυλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποασυλοποίηση
αποασυλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποασυλοποίηση
αποασυλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποασυλοποίηση
αποβάθρα	noun	ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς, καθώς και η φόρτωση -εκφόρτωση εμπορευμάτων
αποβάθρας	noun	γενική ενικού του αποβάθρα
αποβάθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβάθρα
αποβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλαν	=	αποβάλλω
αποβάλανε	=	αποβάλλω
αποβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλλαμε	=	αποβάλλω
αποβάλλαν	=	αποβάλλω
αποβάλλανε	=	αποβάλλω
αποβάλλατε	=	αποβάλλω
αποβάλλει	=	αποβάλλω
αποβάλλεις	=	αποβάλλω
αποβάλλεσαι	=	αποβάλλω
αποβάλλεστε	=	αποβάλλω
αποβάλλεται	=	αποβάλλω
αποβάλλετε	=	αποβάλλω
αποβάλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποβάλλω
αποβάλλομε	=	αποβάλλω
αποβάλλονται	=	αποβάλλω
αποβάλλονταν	=	αποβάλλω
αποβάλλοντας	=	αποβάλλω
αποβάλλουμε	=	αποβάλλω
αποβάλλουν	=	αποβάλλω
αποβάλλουνε	=	αποβάλλω
αποβάλλω	verb	διώχνω, δεν έχω πλέον
αποβάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβαλμα
αποβάλματος	noun	γενική ενικού του απόβαλμα
αποβάλομε	=	αποβάλλω
αποβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάλουνε	=	αποβάλλω
αποβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
αποβάμβακα	=	αποβάμβακας
αποβάμβακας	noun	όσο βαμβάκι έχει απομείνει στο φυτό μετά τη συλλογή του βαμβακιού
αποβάμβακες	=	αποβάμβακας
αποβάπτιση	noun	διαγραφή κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου από το βιβλία βαπτίσεων της εκκλησίας όπου τελέστηκε το μυστήριο
αποβάπτισης	=	αποβάπτιση
αποβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβαση
αποβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόβαση
αποβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόβαση
αποβήκαμε	=	αποβαίνω
αποβήκατε	=	αποβαίνω
αποβίβαζα	=	αποβιβάζω
αποβίβαζαν	=	αποβιβάζω
αποβίβαζε	=	αποβιβάζω
αποβίβαζες	=	αποβιβάζω
αποβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβίβαση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβιβάζω
αποβίβασης	noun	γενική ενικού του αποβίβαση
αποβίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβίωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποβιώνω
αποβίωσης	=	αποβίωση
αποβαίναμε	=	αποβαίνω
αποβαίναν	=	αποβαίνω
αποβαίνανε	=	αποβαίνω
αποβαίνατε	=	αποβαίνω
αποβαίνει	verb	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποβαίνω
αποβαίνεις	=	αποβαίνω
αποβαίνετε	=	αποβαίνω
αποβαίνοντας	=	αποβαίνω
αποβαίνουμε	=	αποβαίνω
αποβαίνουν	=	αποβαίνω
αποβαίνουνε	=	αποβαίνω
αποβαίνω	verb|formal	καταλήγω να είμαι ή απολήγω σε κάτι συγκεκριμένο (για δήλωση του τελικού αποτελέσματος μιας ενέργειας ή πορείας, ενίοτε με αρνητική ή απρόσμενη χροιά)
αποβαθρών	noun	γενική πληθυντικού του αποβάθρα
αποβαλκανοποίηση	noun	η διαδικασία ή αποτέλεσμα της απόρριψης ή εγκατάλειψης των χαρακτηριστικών στοιχείων συμπεριφοράς που εμφανίζονται στα Βαλκάνια
αποβαλκανοποίησης	=	αποβαλκανοποίηση
αποβαλκανοποιήσεις	=	αποβαλκανοποίηση
αποβαλκανοποιήσεων	=	αποβαλκανοποίηση
αποβαλλόμασταν	=	αποβάλλω
αποβαλλόμαστε	=	αποβάλλω
αποβαλλόμουν	=	αποβάλλω
αποβαλλόμουνα	=	αποβάλλω
αποβαλλόντουσαν	=	αποβάλλω
αποβαλλόσασταν	=	αποβάλλω
αποβαλλόσαστε	=	αποβάλλω
αποβαλλόσουν	=	αποβάλλω
αποβαλλόσουνα	=	αποβάλλω
αποβαλλόταν	=	αποβάλλω
αποβαλλότανε	=	αποβάλλω
αποβαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόβαλμα
αποβαμβάκων	=	αποβάμβακας
αποβαπτίσεις	=	αποβάπτιση
αποβαπτίσεων	=	αποβάπτιση
αποβαρβάρωνα	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωναν	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωνε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωνες	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωσα	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωσαν	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωσε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβάρωσες	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώναμε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώναν	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνανε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνατε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνει	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνεις	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνετε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνοντας	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνουμε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνουν	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνουνε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώνω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον βάρβαρο
αποβαρβαρώσαμε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώσαν	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώσανε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώσατε	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώσει	=	αποβαρβαρώνω
αποβαρβαρώστε	=	αποβαρβαρώνω
αποβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβατικό
αποβατικέ	adj	κλητική ενικού του αποβατικός
αποβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβατική
αποβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβατικός
αποβατικής	adj	γενική ενικού του αποβατική
αποβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβατικός
αποβατικού	adj	γενική ενικού του αποβατικός
αποβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποβατικός
αποβατικό	adj	αιτιατική ενικού του αποβατικός
αποβατικός	adj	που έχει σχέση με την απόβαση, αναφέρεται σ’ αυτή, συμβάλλει σ’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
αποβατικών	adj	γενική πληθυντικού του αποβατικός
αποβγάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβγαλμα
αποβγάλματος	noun	γενική ενικού του απόβγαλμα
αποβγαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόβγαλμα
αποβδόμαδα	adv	από την επόμενη εβδομάδα
αποβεί	=	αποβαίνω
αποβείτε	=	αποβαίνω
αποβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβεβλημένο
αποβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του αποβεβλημένος
αποβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβεβλημένη
αποβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβεβλημένος
αποβεβλημένης	verb	γενική ενικού του αποβεβλημένη
αποβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποβεβλημένος
αποβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβεβλημένος
αποβεβλημένος	=	αποβάλλω
αποβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποβεβλημένος
αποβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποβεβλημένος
αποβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποβεβλημένος
αποβιβάζαμε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζαν	=	αποβιβάζω
αποβιβάζανε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζατε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζει	=	αποβιβάζω
αποβιβάζεις	=	αποβιβάζω
αποβιβάζεσαι	=	αποβιβάζω
αποβιβάζεστε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζεται	=	αποβιβάζω
αποβιβάζετε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάζομε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζονται	=	αποβιβάζω
αποβιβάζονταν	=	αποβιβάζω
αποβιβάζοντας	=	αποβιβάζω
αποβιβάζουμε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζουν	=	αποβιβάζω
αποβιβάζουνε	=	αποβιβάζω
αποβιβάζω	verb	κατεβάζω από κάποιο μέσο συγκοινωνίας
αποβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσαν	=	αποβιβάζω
αποβιβάσανε	=	αποβιβάζω
αποβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποβίβαση
αποβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποβίβαση
αποβιβάσομε	=	αποβιβάζω
αποβιβάσου	=	αποβιβάζω
αποβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάσουνε	=	αποβιβάζω
αποβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζω
αποβιβαζόμασταν	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόμαστε	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόμουν	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόμουνα	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόντουσαν	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόσασταν	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόσαστε	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόσουν	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόσουνα	=	αποβιβάζω
αποβιβαζόταν	=	αποβιβάζω
αποβιβαζότανε	=	αποβιβάζω
αποβιβασμέ	=	αποβιβασμός
αποβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβιβασμένο
αποβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του αποβιβασμένος
αποβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβιβασμένη
αποβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβιβασμένος
αποβιβασμένης	verb	γενική ενικού του αποβιβασμένη
αποβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποβιβασμένος
αποβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβιβασμένος
αποβιβασμένος	=	αποβιβάζομαι
αποβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποβιβασμένος
αποβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποβιβασμένος
αποβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποβιβασμένος
αποβιβασμοί	=	αποβιβασμός
αποβιβασμού	=	αποβιβασμός
αποβιβασμούς	=	αποβιβασμός
αποβιβασμό	=	αποβιβασμός
αποβιβασμός	noun	η αποβίβαση
αποβιβασμών	=	αποβιβασμός
αποβιβαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστήκαν	=	αποβιβάζω
αποβιβαστήκανε	=	αποβιβάζω
αποβιβαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβιβαστικό
αποβιβαστικέ	adj	κλητική ενικού του αποβιβαστικός
αποβιβαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβιβαστική
αποβιβαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβιβαστικός
αποβιβαστικής	adj	γενική ενικού του αποβιβαστική
αποβιβαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβιβαστικός
αποβιβαστικού	adj	γενική ενικού του αποβιβαστικός
αποβιβαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποβιβαστικός
αποβιβαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποβιβαστικός
αποβιβαστικός	adj	που έχει σχέση με την αποβίβαση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποβιβαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποβιβαστικός
αποβιβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιβαστούνε	=	αποβιβάζω
αποβιβαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιβάζομαι
αποβιομηχάνιζα	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνιζαν	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνιζε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνιζες	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνιση	noun	το αποτέλεσμα του αποβιομηχανίζω
αποβιομηχάνισης	noun	γενική ενικού του αποβιομηχάνιση
αποβιομηχανίζαμε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζαν	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζανε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζατε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζει	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζεις	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζεσαι	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίζεστε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίζεται	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίζετε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζονται	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίζονταν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίζοντας	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζου	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίζουμε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζουν	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζουνε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίζω	verb	μειώνω, περιορίζω ή εξαλείφω τις βιομηχανίες που υπάρχουν σε κάποια περιοχή, αναστρέφω την εκβιομηχάνιση
αποβιομηχανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσαν	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσανε	=	αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποβιομηχάνιση
αποβιομηχανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποβιομηχάνιση
αποβιομηχανίσου	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανίστηκα	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίστηκαν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίστηκε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίστηκες	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιομηχανίζω
αποβιομηχανιζόμασταν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόμαστε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόμουν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόμουνα	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόντουσαν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόσασταν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόσαστε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόσουν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόσουνα	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζόταν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιζότανε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανισμένος	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιστήκαμε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιστήκαν	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιστήκανε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιστήκατε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιστεί	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιομηχανιστείτε	=	αποβιομηχανίζομαι
αποβιταμίνωση	noun	η διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία αφαιρούνται ή εξαντλούνται οι βιταμίνες από έναν οργανισμό ή μια ουσία, οδηγώντας σε ενδεχόμενη διαταραχή της θρέψης
αποβιταμίνωσης	=	αποβιταμίνωση
αποβιταμινώσεις	=	αποβιταμίνωση
αποβιταμινώσεων	=	αποβιταμίνωση
αποβιωσάντων	=	αποβιώσας
αποβιωσάσης	=	αποβιώσας
αποβιωσασών	=	αποβιώσας
αποβιώ	verb|archaic	άλλη μορφή του αποβιώνω
αποβιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποβιώ
αποβιώνω	verb|formal	πεθαίνω
αποβιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσαν	=	αποβιώσας
αποβιώσαντα	=	αποβιώσας
αποβιώσαντες	=	αποβιώσας
αποβιώσαντος	=	αποβιώσας
αποβιώσας	adj|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου (απεβίωσα) του ρήματος αποβιώνω: που αποβίωσε
αποβιώσασα	=	αποβιώσας
αποβιώσασας	=	αποβιώσας
αποβιώσασες	=	αποβιώσας
αποβιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσεων	=	αποβίωση
αποβιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβιώ
αποβλάκωμα	noun	άλλη μορφή του αποβλάκωση
αποβλάκωνα	=	αποβλακώνω
αποβλάκωναν	=	αποβλακώνω
αποβλάκωνε	=	αποβλακώνω
αποβλάκωνες	=	αποβλακώνω
αποβλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλάκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποβλακώνω
αποβλάκωσης	noun	γενική ενικού του αποβλάκωση
αποβλέπαμε	=	αποβλέπω
αποβλέπαν	=	αποβλέπω
αποβλέπανε	=	αποβλέπω
αποβλέπατε	=	αποβλέπω
αποβλέπει	=	αποβλέπω
αποβλέπεις	=	αποβλέπω
αποβλέπετε	=	αποβλέπω
αποβλέπομε	=	αποβλέπω
αποβλέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποβλέπω
αποβλέπουμε	=	αποβλέπω
αποβλέπουν	=	αποβλέπω
αποβλέπουνε	=	αποβλέπω
αποβλέπω	verb	αποσκοπώ, στοχεύω, έχω ως σκοπό
αποβλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψαν	=	αποβλέπω
αποβλέψανε	=	αποβλέπω
αποβλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψομε	=	αποβλέπω
αποβλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψουνε	=	αποβλέπω
αποβλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλέπω
αποβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβλήτου	noun	γενική ενικού του απόβλητο
αποβλήτων	noun	γενική πληθυντικού του απόβλητο
αποβλακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθήκαν	=	αποβλακώνω
αποβλακωθήκανε	=	αποβλακώνω
αποβλακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποβλάκωμα
αποβλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποβλακωμένος
αποβλακωμένε	verb	κλητική ενικού του αποβλακωμένος
αποβλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβλακωμένη
αποβλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβλακωμένος
αποβλακωμένης	verb	γενική ενικού του αποβλακωμένη
αποβλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποβλακωμένος
αποβλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβλακωμένος
αποβλακωμένος	verb	που έχει αποβλακωθεί
αποβλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποβλακωμένος
αποβλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποβλακωμένος
αποβλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποβλακωμένος
αποβλακωνόμασταν	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόμαστε	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόμουν	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόμουνα	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόντουσαν	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόσασταν	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόσαστε	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόσουν	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόσουνα	=	αποβλακώνω
αποβλακωνόταν	=	αποβλακώνω
αποβλακωνότανε	=	αποβλακώνω
αποβλακωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβλακωτικό	adv	με αποβλακωτικό τρόπο
αποβλακωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποβλακωτικός
αποβλακωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβλακωτική
αποβλακωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβλακωτικός
αποβλακωτικής	adj	γενική ενικού του αποβλακωτική
αποβλακωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβλακωτικός
αποβλακωτικού	adj	γενική ενικού του αποβλακωτικός
αποβλακωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποβλακωτικός
αποβλακωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποβλακωτικός
αποβλακωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποβλάκωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
αποβλακωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποβλακωτικός
αποβλακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνομαι
αποβλακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβλάκωμα
αποβλακώματος	noun	γενική ενικού του αποβλάκωμα
αποβλακώναμε	=	αποβλακώνω
αποβλακώναν	=	αποβλακώνω
αποβλακώνανε	=	αποβλακώνω
αποβλακώνατε	=	αποβλακώνω
αποβλακώνει	=	αποβλακώνω
αποβλακώνεις	=	αποβλακώνω
αποβλακώνεσαι	=	αποβλακώνω
αποβλακώνεστε	=	αποβλακώνω
αποβλακώνεται	=	αποβλακώνω
αποβλακώνετε	=	αποβλακώνω
αποβλακώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώνονται	=	αποβλακώνω
αποβλακώνονταν	=	αποβλακώνω
αποβλακώνοντας	=	αποβλακώνω
αποβλακώνουμε	=	αποβλακώνω
αποβλακώνουν	=	αποβλακώνω
αποβλακώνουνε	=	αποβλακώνω
αποβλακώνω	verb	αμβλύνω την οξύνοια και τις διανοητικές ικανότητες κάποιου
αποβλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσαν	=	αποβλακώνω
αποβλακώσανε	=	αποβλακώνω
αποβλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποβλάκωση
αποβλακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποβλάκωση
αποβλακώσου	=	αποβλακώνω
αποβλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβλακώνω
αποβληθέν	=	αποβληθείς
αποβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβληθήκαν	=	αποβάλλω
αποβληθήκανε	=	αποβάλλω
αποβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβληθείς	verb|formal	που έχει αποβληθεί, που τον έχουν θέσει εκτός μιας διαδικασίας ή ενός χώρου
αποβληθείσα	=	αποβληθείς
αποβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβληθούνε	=	αποβάλλω
αποβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβάλλομαι
αποβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβλημένο
αποβλημένε	verb	κλητική ενικού του αποβλημένος
αποβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβλημένη
αποβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβλημένος
αποβλημένης	verb	γενική ενικού του αποβλημένη
αποβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποβλημένος
αποβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβλημένος
αποβλημένος	=	αποβάλλω
αποβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποβλημένος
αποβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποβλημένος
αποβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποβλημένος
αποβλητέα	=	αποβλητέος
αποβλητέας	=	αποβλητέος
αποβλητέε	=	αποβλητέος
αποβλητέες	=	αποβλητέος
αποβλητέο	=	αποβλητέος
αποβλητέοι	=	αποβλητέος
αποβλητέος	adj|formal	που πρέπει να αποβληθεί
αποβλητέου	=	αποβλητέος
αποβλητέους	=	αποβλητέος
αποβλητέων	=	αποβλητέος
αποβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβολή
αποβολή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβάλλω
αποβολής	noun	γενική ενικού του αποβολή
αποβολιμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβολιμαίος
αποβολιμαίας	adj	γενική ενικού του αποβολιμαία
αποβολιμαίε	adj	αποβολιμαίος, στην κλητική του ενικού
αποβολιμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβολιμαία
αποβολιμαίο	adj	αποβολιμαίος, στην αιτιατική του ενικού
αποβολιμαίοι	adj	αποβολιμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αποβολιμαίος	adj|formal	αποβλητέος, απορριπτέος, εξοβελιστέος
αποβολιμαίου	adj	γενική ενικού του αποβολιμαίος
αποβολιμαίους	adj	αποβολιμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αποβολιμαίων	=	αποβολιμαίος
αποβολών	=	αποβολή
αποβορβορώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβορβόρωση
αποβορβορώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποβορβόρωση
αποβορβορώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποβορβόρωση
αποβορβόρωση	noun|formal	ηθική εξαχρείωση
αποβορβόρωσης	noun	γενική ενικού του αποβορβόρωση
αποβουτυρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθήκαν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθήκανε	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθείτε	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβουτυρωμένο
αποβουτυρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβουτυρωμένη
αποβουτυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωμένης	verb	γενική ενικού του αποβουτυρωμένη
αποβουτυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωμένος	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποβουτυρωμένος
αποβουτυρωνόμασταν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόμαστε	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόμουν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόμουνα	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόντουσαν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόσασταν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόσαστε	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόσουν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόσουνα	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνόταν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρωνότανε	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώναμε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώναν	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνανε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνατε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνει	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνεις	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνεσαι	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώνεστε	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώνεται	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώνετε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνονται	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώνονταν	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώνοντας	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνου	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώνουμε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνουν	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνουνε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώνω	verb	αφαιρώ το βούτυρο από το γάλα ή παράγωγά του
αποβουτυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσαν	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσανε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποβουτύρωση
αποβουτυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποβουτύρωση
αποβουτυρώσου	=	αποβουτυρώνομαι
αποβουτυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτύρωνα	=	αποβουτυρώνω
αποβουτύρωναν	=	αποβουτυρώνω
αποβουτύρωνε	=	αποβουτυρώνω
αποβουτύρωνες	=	αποβουτυρώνω
αποβουτύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβουτυρώνω
αποβουτύρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποβουτυρώνω
αποβουτύρωσης	noun	γενική ενικού του αποβουτύρωση
αποβράζαμε	=	αποβράζω
αποβράζαν	=	αποβράζω
αποβράζανε	=	αποβράζω
αποβράζατε	=	αποβράζω
αποβράζει	=	αποβράζω
αποβράζεις	=	αποβράζω
αποβράζετε	=	αποβράζω
αποβράζοντας	=	αποβράζω
αποβράζουμε	=	αποβράζω
αποβράζουν	=	αποβράζω
αποβράζουνε	=	αποβράζω
αποβράζω	verb|vulgar	σταματώ να βράζω, ολοκληρώνω το βράσιμο
αποβράσαμε	=	αποβράζω
αποβράσαν	=	αποβράζω
αποβράσανε	=	αποβράζω
αποβράσατε	=	αποβράζω
αποβράσει	=	αποβράζω
αποβράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβρασμα
αποβράσματος	noun	γενική ενικού του απόβρασμα
αποβράστε	=	αποβράζω
αποβραδίς	adv	απ' το βράδυ
αποβραδινά	adv	το απόβραδο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβραδινό
αποβραδινέ	adj	κλητική ενικού του αποβραδινός
αποβραδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβραδινή
αποβραδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβραδινός
αποβραδινής	adj	γενική ενικού του αποβραδινή
αποβραδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβραδινός
αποβραδινού	adj	γενική ενικού του αποβραδινός
αποβραδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποβραδινός
αποβραδινό	adj	αιτιατική ενικού του αποβραδινός
αποβραδινός	adj	που γίνεται το απόβραδο
αποβραδινών	adj	γενική πληθυντικού του αποβραδινός
αποβρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόβρασμα
αποβροχάρα	=	αποβροχάρης
αποβροχάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αποβροχάρης
αποβροχάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβροχάρης
αποβροχάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του αποβροχάρης
αποβροχάρης	adj	άνεμος που φυσά μετά από βροχή
αποβροχάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβροχάρικο
αποβροχάρικε	adj	κλητική ενικού του αποβροχάρικος
αποβροχάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποβροχάρικη
αποβροχάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποβροχάρικος
αποβροχάρικης	adj	γενική ενικού του αποβροχάρικη
αποβροχάρικο	adj	αιτιατική ενικού του αποβροχάρικος
αποβροχάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποβροχάρικος
αποβροχάρικος	adj	άλλη μορφή του αποβροχάρης
αποβροχάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποβροχάρικος
αποβροχάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποβροχάρικος
αποβροχάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποβροχάρικος
αποβρόχια	noun	οι τελευταίες βροχές μιας περιόδου βροχών (π.χ. από φθινόπωρο έως άνοιξη)
απογέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόγεμα
απογέματος	noun	γενική ενικού του απόγεμα
απογέμιζα	=	απογεμίζω
απογέμιζαν	=	απογεμίζω
απογέμιζε	=	απογεμίζω
απογέμιζες	=	απογεμίζω
απογέμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογέμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογέμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογέμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογέμιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απογεμίζω, το άδειασμα ενός όπλου από τις σφαίρες του
απογέμισης	noun	γενική ενικού του απογέμιση
απογέμισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απογεμίζω, το γέμισμα μέχρι επάνω
απογέννι	noun|literary	το στερνοπαίδι
απογέννια	=	απογέννι
απογίναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίναν	=	απογίνομαι
απογίνανε	=	απογίνομαι
απογίνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίνεσαι	=	απογίνομαι
απογίνεστε	=	απογίνομαι
απογίνεται	=	απογίνομαι
απογίνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίνηκα	=	απογίνομαι
απογίνηκαν	=	απογίνομαι
απογίνηκε	=	απογίνομαι
απογίνηκες	=	απογίνομαι
απογίνομαι	verb	γίνομαι
απογίνονται	=	απογίνομαι
απογίνονταν	=	απογίνομαι
απογίνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογίνουνε	=	απογίνομαι
απογίνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογίνομαι
απογαίου	=	απόγαιο
απογαίων	=	απόγαιο
απογαλάκτιζα	=	απογαλακτίζω
απογαλάκτιζαν	=	απογαλακτίζω
απογαλάκτιζε	=	απογαλακτίζω
απογαλάκτιζες	=	απογαλακτίζω
απογαλάκτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλάκτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλάκτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλάκτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλάκτιση	noun	άλλη μορφή του απογαλακτισμός
απογαλάκτισης	noun	γενική ενικού του απογαλάκτιση
απογαλάκτισμα	noun	άλλη μορφή του απογαλακτισμός
απογαλακτίζαμε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζαν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζανε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζατε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζει	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζεις	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζεσαι	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίζεστε	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίζεται	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίζετε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίζομε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζονται	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίζονταν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίζοντας	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζου	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίζουμε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζουν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζουνε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίζω	verb	μαθαίνω ένα βρέφος να τρέφεται με άλλες τροφές εκτός από το μητρικό γάλα, σταματώ το θηλασμό
απογαλακτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσαν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίσανε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απογαλάκτιση
απογαλακτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απογαλάκτιση
απογαλακτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογαλάκτισμα
απογαλακτίσματος	noun	γενική ενικού του απογαλάκτισμα
απογαλακτίσομε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίσου	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίσουνε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτιζόμασταν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόμαστε	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόμουν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόμουνα	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόντουσαν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόσασταν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόσαστε	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόσουν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόσουνα	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζόταν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιζότανε	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απογαλάκτισμα
απογαλακτισμέ	noun	κλητική ενικού του απογαλακτισμός
απογαλακτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογαλακτισμένο
απογαλακτισμένε	verb	κλητική ενικού του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογαλακτισμένη
απογαλακτισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμένης	verb	γενική ενικού του απογαλακτισμένη
απογαλακτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απογαλακτίζω
απογαλακτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απογαλακτισμένος
απογαλακτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογαλακτισμός
απογαλακτισμού	noun	γενική ενικού του απογαλακτισμός
απογαλακτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απογαλακτισμός
απογαλακτισμό	noun	αιτιατική ενικού του απογαλακτισμός
απογαλακτισμός	noun	η χρονική διάρκεια κατά την οποία αντικαθίσταται σταδιακά και κατ’ ολίγον για το βρέφος το μητρικό γάλα με άλλες τροφές μέχρι του αποθηλασμού, δηλ. της πλήρους διακοπής της γαλουχήσεως του
απογαλακτισμών	noun	γενική πληθυντικού του απογαλακτισμός
απογαλακτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστήκαν	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστήκανε	=	απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτιστούνε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογαλακτίζομαι
απογαλακτισόμασταν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόμαστε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόμουν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόμουνα	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόντουσαν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόσασταν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόσαστε	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόσουν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόσουνα	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισόταν	=	απογαλακτίζω
απογαλακτισότανε	=	απογαλακτίζω
απογαμία	noun	(βοτανική): μορφή φυλετικής αναπαραγωγής που απαντάται στις φτέρες, όπου το γαμετόφυτο δημιουργεί άμεσα σε δεύτερο στάδιο το σπορόφυτο
απογαμίας	=	απογαμία
απογαμίες	=	απογαμία
απογαμιών	=	απογαμία
απογείου	=	απόγειο
απογείων	=	απόγειο
απογείωνα	=	απογειώνω
απογείωναν	=	απογειώνω
απογείωνε	=	απογειώνω
απογείωνες	=	απογειώνω
απογείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογείωση	noun	η ανύψωση αεροπλάνου, ελικοπτέρου, στον αέρα
απογείωσης	noun	γενική ενικού του απογείωση
απογεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογεγραμμένο
απογεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του απογεγραμμένος
απογεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογεγραμμένη
απογεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογεγραμμένος
απογεγραμμένης	verb	γενική ενικού του απογεγραμμένη
απογεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογεγραμμένος
απογεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογεγραμμένος
απογεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απογεγραμμένος
απογεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογεγραμμένος
απογεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απογεγραμμένος
απογειωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθήκαν	=	απογειώνομαι
απογειωθήκανε	=	απογειώνομαι
απογειωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωθούνε	=	απογειώνω
απογειωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογειωμένο
απογειωμένε	verb	κλητική ενικού του απογειωμένος
απογειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογειωμένη
απογειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογειωμένος
απογειωμένης	verb	γενική ενικού του απογειωμένη
απογειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογειωμένος
απογειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογειωμένος
απογειωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απογειώνομαι
απογειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απογειωμένος
απογειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογειωμένος
απογειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απογειωμένος
απογειωνόμασταν	=	απογειώνομαι
απογειωνόμαστε	=	απογειώνομαι
απογειωνόμουν	=	απογειώνομαι
απογειωνόμουνα	=	απογειώνομαι
απογειωνόντουσαν	=	απογειώνομαι
απογειωνόσασταν	=	απογειώνομαι
απογειωνόσαστε	=	απογειώνομαι
απογειωνόσουν	=	απογειώνομαι
απογειωνόσουνα	=	απογειώνομαι
απογειωνόταν	=	απογειώνομαι
απογειωνότανε	=	απογειώνομαι
απογειώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνομαι
απογειώναμε	=	απογειώνω
απογειώναν	=	απογειώνω
απογειώνανε	=	απογειώνω
απογειώνατε	=	απογειώνω
απογειώνει	=	απογειώνω
απογειώνεις	=	απογειώνω
απογειώνεσαι	=	απογειώνομαι
απογειώνεστε	=	απογειώνομαι
απογειώνεται	=	απογειώνομαι
απογειώνετε	=	απογειώνω
απογειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απογειώνω
απογειώνομε	=	απογειώνω
απογειώνονται	=	απογειώνομαι
απογειώνονταν	=	απογειώνομαι
απογειώνοντας	=	απογειώνω
απογειώνου	=	απογειώνομαι
απογειώνουμε	=	απογειώνω
απογειώνουν	=	απογειώνω
απογειώνουνε	=	απογειώνω
απογειώνω	verb	σηκώνω από το έδαφος κάτι και το εξαναγκάζω να πετάξει
απογειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσαν	=	απογειώνω
απογειώσανε	=	απογειώνω
απογειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογείωση
απογειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απογείωση
απογειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απογείωση
απογειώσομε	=	απογειώνω
απογειώσου	=	απογειώνομαι
απογειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσουνε	=	απογειώνω
απογειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογειώνω
απογεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόγεμα
απογεμίζαμε	=	απογεμίζω
απογεμίζαν	=	απογεμίζω
απογεμίζανε	=	απογεμίζω
απογεμίζατε	=	απογεμίζω
απογεμίζει	=	απογεμίζω
απογεμίζεις	=	απογεμίζω
απογεμίζετε	=	απογεμίζω
απογεμίζοντας	=	απογεμίζω
απογεμίζουμε	=	απογεμίζω
απογεμίζουν	=	απογεμίζω
απογεμίζουνε	=	απογεμίζω
απογεμίζω	verb	γεμίζω εντελώς, μέχρι επάνω
απογεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσαν	=	απογεμίζω
απογεμίσανε	=	απογεμίζω
απογεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απογέμιση
απογεμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απογέμιση
απογεμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογέμισμα
απογεμίσματος	noun	γενική ενικού του απογέμισμα
απογεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογεμίζω
απογεματινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογεματινό
απογεματινέ	adj	κλητική ενικού του απογεματινός
απογεματινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογεματινή
απογεματινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογεματινός
απογεματινής	adj	γενική ενικού του απογεματινή
απογεματινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογεματινός
απογεματινού	adj	γενική ενικού του απογεματινός
απογεματινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απογεματινός
απογεματινό	adj	αιτιατική ενικού του απογεματινός
απογεματινός	adj	απογευματινός
απογεματινών	adj	γενική πληθυντικού του απογεματινός
απογεμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απογέμισμα
απογεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογεμισμένο
απογεμισμένε	verb	κλητική ενικού του απογεμισμένος
απογεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογεμισμένη
απογεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογεμισμένος
απογεμισμένης	verb	γενική ενικού του απογεμισμένη
απογεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογεμισμένος
απογεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογεμισμένος
απογεμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απογεμίζω
απογεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απογεμισμένος
απογεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογεμισμένος
απογεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απογεμισμένος
απογεννιού	=	απογέννι
απογεννιών	=	απογέννι
απογευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόγευμα
απογευματάκι	noun	το απόγευμα
απογευματάκια	=	απογευματάκι
απογευματιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απογευματιάτικος	adv	που γίνεται ή συμβαίνει κατά το απόγευμα
απογευματιάτικε	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικες	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικη	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικης	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικο	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικοι	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικος	adj	άλλη μορφή του απογευματινός
απογευματιάτικου	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικους	=	απογευματιάτικος
απογευματιάτικων	=	απογευματιάτικος
απογευματινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογευματινό	adv	κατά το απόγευμα, μετά μεσημβρίαν
απογευματινέ	adj	κλητική ενικού του απογευματινός
απογευματινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογευματινή
απογευματινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογευματινός
απογευματινής	adj	γενική ενικού του απογευματινή
απογευματινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογευματινός
απογευματινού	adj	γενική ενικού του απογευματινός
απογευματινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απογευματινός
απογευματινό	adj	αιτιατική ενικού του απογευματινός
απογευματινός	adj	που συμβαίνει το απόγευμα ή σχετίζεται με αυτό
απογευματινών	adj	γενική πληθυντικού του απογευματινός
απογεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόγευμα
απογεύματος	noun	γενική ενικού του απόγευμα
απογινήκαμε	=	απογίνομαι
απογινήκαν	=	απογίνομαι
απογινήκανε	=	απογίνομαι
απογινήκατε	=	απογίνομαι
απογινόμασταν	=	απογίνομαι
απογινόμαστε	=	απογίνομαι
απογινόμουν	=	απογίνομαι
απογινόμουνα	=	απογίνομαι
απογινόντουσαν	=	απογίνομαι
απογινόσασταν	=	απογίνομαι
απογινόσαστε	=	απογίνομαι
απογινόσουν	=	απογίνομαι
απογινόσουνα	=	απογίνομαι
απογινόταν	=	απογίνομαι
απογινότανε	=	απογίνομαι
απογιομάτων	=	απόγιομα
απογιοματινός	=	απογευματινός
απογιόματα	=	απόγιομα
απογιόματος	=	απόγιομα
απογνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόγνωση
απογνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόγνωση
απογνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόγνωση
απογοήτευα	=	απογοητεύω
απογοήτευαν	=	απογοητεύω
απογοήτευε	=	απογοητεύω
απογοήτευες	=	απογοητεύω
απογοήτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοήτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοήτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοήτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοήτευση	noun	δυσάρεστο συναίσθημα ματαίωσης λόγω μη ικανοποίησης ή μη πραγματοποίησης επιθυμητού γεγονότος
απογοήτευσης	noun	γενική ενικού του απογοήτευση
απογοήτεψα	=	απογοητεύω
απογοήτεψαν	=	απογοητεύω
απογοήτεψε	=	απογοητεύω
απογοήτεψες	=	απογοητεύω
απογοητέψαμε	=	απογοητεύω
απογοητέψατε	=	απογοητεύω
απογοητέψει	=	απογοητεύω
απογοητέψεις	=	απογοητεύω
απογοητέψετε	=	απογοητεύω
απογοητέψομε	=	απογοητεύω
απογοητέψου	=	απογοητεύω
απογοητέψουμε	=	απογοητεύω
απογοητέψουν	=	απογοητεύω
απογοητέψουνε	=	απογοητεύω
απογοητέψτε	=	απογοητεύω
απογοητέψω	=	απογοητεύω
απογοητευθήκαμε	=	απογοητεύω
απογοητευθήκαν	=	απογοητεύω
απογοητευθήκανε	=	απογοητεύω
απογοητευθήκατε	=	απογοητεύω
απογοητευθεί	=	απογοητεύω
απογοητευθείς	=	απογοητεύω
απογοητευθείτε	=	απογοητεύω
απογοητευθούμε	=	απογοητεύω
απογοητευθούν	=	απογοητεύω
απογοητευθούνε	=	απογοητεύω
απογοητευθώ	=	απογοητεύω
απογοητευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογοητευμένο	adv	με τρόπο που δημιουργεί απογοήτευση
απογοητευμένε	verb	κλητική ενικού του απογοητευμένος
απογοητευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογοητευμένη
απογοητευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογοητευμένος
απογοητευμένης	verb	γενική ενικού του απογοητευμένη
απογοητευμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογοητευμένος
απογοητευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογοητευμένος
απογοητευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απογοητεύω
απογοητευμένου	verb	γενική ενικού του απογοητευμένος (αρσενικό) και απογοητευμένο (ουδέτερο)
απογοητευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογοητευμένος
απογοητευμένων	verb	γενική πληθυντικού του απογοητευμένος
απογοητευτήκαμε	=	απογοητεύω
απογοητευτήκαν	=	απογοητεύω
απογοητευτήκανε	=	απογοητεύω
απογοητευτήκατε	=	απογοητεύω
απογοητευτεί	=	απογοητεύω
απογοητευτείς	=	απογοητεύω
απογοητευτείτε	=	απογοητεύω
απογοητευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογοητευτικό	adv	με απογοητευτικό τρόπο, με τρόπο που δημιουργεί απογοήτευση
απογοητευτικέ	adj	κλητική ενικού του απογοητευτικός
απογοητευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογοητευτική
απογοητευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογοητευτικός
απογοητευτικής	adj	γενική ενικού του απογοητευτική
απογοητευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογοητευτικός
απογοητευτικού	adj	γενική ενικού του απογοητευτικός
απογοητευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απογοητευτικός
απογοητευτικό	adj	αιτιατική ενικού του απογοητευτικός
απογοητευτικός	adj	που απογοητεύει, που προκαλεί απογοήτευση
απογοητευτικών	adj	γενική πληθυντικού του απογοητευτικός
απογοητευτούμε	=	απογοητεύω
απογοητευτούν	=	απογοητεύω
απογοητευτούνε	=	απογοητεύω
απογοητευτώ	=	απογοητεύω
απογοητευόμασταν	=	απογοητεύω
απογοητευόμαστε	=	απογοητεύω
απογοητευόμουν	=	απογοητεύω
απογοητευόμουνα	=	απογοητεύω
απογοητευόντουσαν	=	απογοητεύω
απογοητευόσασταν	=	απογοητεύω
απογοητευόσαστε	=	απογοητεύω
απογοητευόσουν	=	απογοητεύω
απογοητευόσουνα	=	απογοητεύω
απογοητευόταν	=	απογοητεύω
απογοητευότανε	=	απογοητεύω
απογοητεύαμε	=	απογοητεύω
απογοητεύαν	=	απογοητεύω
απογοητεύανε	=	απογοητεύω
απογοητεύατε	=	απογοητεύω
απογοητεύει	=	απογοητεύω
απογοητεύεις	=	απογοητεύω
απογοητεύεσαι	=	απογοητεύω
απογοητεύεστε	=	απογοητεύω
απογοητεύεται	=	απογοητεύω
απογοητεύετε	=	απογοητεύω
απογοητεύθηκα	=	απογοητεύω
απογοητεύθηκαν	=	απογοητεύω
απογοητεύθηκε	=	απογοητεύω
απογοητεύθηκες	=	απογοητεύω
απογοητεύομαι	verb	με απογοητεύει κάποιος / κάτι, νιώθω ότι οι ελπίδες που είχα στηρίξει σε κάτι διαψεύστηκαν
απογοητεύομε	=	απογοητεύω
απογοητεύονται	=	απογοητεύω
απογοητεύονταν	=	απογοητεύω
απογοητεύοντας	=	απογοητεύω
απογοητεύου	=	απογοητεύω
απογοητεύουμε	=	απογοητεύω
απογοητεύουν	=	απογοητεύω
απογοητεύουνε	=	απογοητεύω
απογοητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσαν	=	απογοητεύω
απογοητεύσανε	=	απογοητεύω
απογοητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογοήτευση
απογοητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απογοήτευση
απογοητεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απογοήτευση
απογοητεύσομε	=	απογοητεύω
απογοητεύσου	=	απογοητεύω
απογοητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσουνε	=	απογοητεύω
απογοητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογοητεύω
απογοητεύτε	=	απογοητεύω
απογοητεύτηκα	=	απογοητεύω
απογοητεύτηκαν	=	απογοητεύω
απογοητεύτηκε	=	απογοητεύω
απογοητεύτηκες	=	απογοητεύω
απογοητεύω	verb	προκαλώ απογοήτευση
απογράφαμε	=	απογράφω
απογράφαν	=	απογράφω
απογράφανε	=	απογράφω
απογράφατε	=	απογράφω
απογράφει	=	απογράφω
απογράφεις	=	απογράφω
απογράφεσαι	=	απογράφομαι
απογράφεστε	=	απογράφομαι
απογράφεται	=	απογράφομαι
απογράφετε	=	απογράφω
απογράφηκα	=	απογράφομαι
απογράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απογράφω
απογράφονται	=	απογράφομαι
απογράφονταν	=	απογράφομαι
απογράφοντας	=	απογράφω
απογράφου	noun	γενική ενικού του απόγραφο
απογράφουμε	=	απογράφω
απογράφουν	=	απογράφω
απογράφουνε	=	απογράφω
απογράφτηκα	=	απογράφομαι
απογράφτηκαν	=	απογράφομαι
απογράφτηκε	=	απογράφομαι
απογράφτηκες	=	απογράφομαι
απογράφω	verb	πραγματοποιώ απογραφή
απογράφων	noun	γενική πληθυντικού του απόγραφο
απογράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψαν	=	απογράφω
απογράψανε	=	απογράφω
απογράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψου	=	απογράφομαι
απογράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογράφω
απογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραμμένο
απογραμμένε	verb	κλητική ενικού του απογραμμένος
απογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραμμένη
απογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογραμμένος
απογραμμένης	verb	γενική ενικού του απογραμμένη
απογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογραμμένος
απογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογραμμένος
απογραμμένος	=	απογράφομαι
απογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απογραμμένος
απογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογραμμένος
απογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απογραμμένος
απογραμμενος	=	απογράφω
απογραμμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραμμικό
απογραμμικέ	adj	κλητική ενικού του απογραμμικός
απογραμμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραμμική
απογραμμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογραμμικός
απογραμμικής	adj	γενική ενικού του απογραμμική
απογραμμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογραμμικός
απογραμμικού	adj	γενική ενικού του απογραμμικός
απογραμμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απογραμμικός
απογραμμικό	adj	αιτιατική ενικού του απογραμμικός
απογραμμικός	adj	που δεν είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο
απογραμμικών	adj	γενική πληθυντικού του απογραμμικός
απογραφέα	=	απογραφέας
απογραφέας	noun	που απογράφει, που πραγματοποιεί μια απογραφή
απογραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραφή
απογραφέων	=	απογραφέας
απογραφέως	=	απογραφέας
απογραφή	noun	η καταγραφή με λεπτομερή (και επιστημονικό) τρόπο του αριθμού και των χαρακτηριστικών κάποιου συνόλου (πληθυσμού, περιουσιακών στοιχείων, οικονομικών δραστηριοτήτων κ.λπ.)
απογραφής	=	απογραφή
απογραφείς	=	απογραφέας
απογραφειοκρατικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απογραφειοκρατικοποιώ
απογραφειοκρατικοποίησης	noun	γενική ενικού του απογραφειοκρατικοποίηση
απογραφειοκρατικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραφειοκρατικοποίηση
απογραφειοκρατικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απογραφειοκρατικοποίηση
απογραφειοκρατικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απογραφειοκρατικοποίηση
απογραφειοκρατικοποιώ	verb	ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειωθεί ή να εξαλειφθεί η γραφειοκρατία ή σχεδιάζω σχετικές ενέργειες
απογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραφικό
απογραφικέ	adj	κλητική ενικού του απογραφικός
απογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογραφική
απογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογραφικός
απογραφικής	adj	γενική ενικού του απογραφική
απογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογραφικός
απογραφικού	adj	γενική ενικού του απογραφικός
απογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απογραφικός
απογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του απογραφικός
απογραφικός	adj	που έχει σχέση με την απογραφή ή τον απογραφέα ή αναφέρεται σ’ αυτά
απογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του απογραφικός
απογραφτήκαμε	=	απογράφομαι
απογραφτήκαν	=	απογράφομαι
απογραφτήκανε	=	απογράφομαι
απογραφτήκατε	=	απογράφομαι
απογραφτεί	=	απογράφομαι
απογραφτείτε	=	απογράφομαι
απογραφόμασταν	=	απογράφομαι
απογραφόμαστε	=	απογράφομαι
απογραφόμουν	=	απογράφομαι
απογραφόμουνα	=	απογράφομαι
απογραφόντουσαν	=	απογράφομαι
απογραφόσασταν	=	απογράφομαι
απογραφόσαστε	=	απογράφομαι
απογραφόσουν	=	απογράφομαι
απογραφόσουνα	=	απογράφομαι
απογραφόταν	=	απογράφομαι
απογραφότανε	=	απογράφομαι
απογραφών	=	απογραφή
απογριφωθήκαμε	=	απογριφώνομαι
απογριφωθήκαν	=	απογριφώνομαι
απογριφωθήκανε	=	απογριφώνομαι
απογριφωθήκατε	=	απογριφώνομαι
απογριφωθεί	=	απογριφώνομαι
απογριφωθείτε	=	απογριφώνομαι
απογριφωμένος	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόμασταν	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόμαστε	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόμουν	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόμουνα	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόντουσαν	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόσασταν	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόσαστε	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόσουν	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόσουνα	=	απογριφώνομαι
απογριφωνόταν	=	απογριφώνομαι
απογριφωνότανε	=	απογριφώνομαι
απογριφώθηκα	=	απογριφώνομαι
απογριφώθηκαν	=	απογριφώνομαι
απογριφώθηκε	=	απογριφώνομαι
απογριφώθηκες	=	απογριφώνομαι
απογριφώνεσαι	=	απογριφώνομαι
απογριφώνεστε	=	απογριφώνομαι
απογριφώνεται	=	απογριφώνομαι
απογριφώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απογριφώνω
απογριφώνονται	=	απογριφώνομαι
απογριφώνονταν	=	απογριφώνομαι
απογριφώνου	=	απογριφώνομαι
απογριφώνω	verb|rare	λύνω κάποιον γρίφο
απογριφώσου	=	απογριφώνομαι
απογυμνωθήκαμε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωθήκαν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωθήκανε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωθήκατε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωθεί	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωθείτε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογυμνωμένο
απογυμνωμένε	verb	κλητική ενικού του απογυμνωμένος
απογυμνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απογυμνωμένη
απογυμνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απογυμνωμένος
απογυμνωμένης	verb	γενική ενικού του απογυμνωμένη
απογυμνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απογυμνωμένος
απογυμνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απογυμνωμένος
απογυμνωμένος	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απογυμνωμένος
απογυμνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απογυμνωμένος
απογυμνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απογυμνωμένος
απογυμνωνόμασταν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόμαστε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόμουν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόμουνα	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόντουσαν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόσασταν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόσαστε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόσουν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόσουνα	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνόταν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωνότανε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνωτές	=	απογυμνωτής
απογυμνωτή	=	απογυμνωτής
απογυμνωτής	noun	εργαλείο που έχει μορφή λαβίδας για την απογύμνωση καλωδίων
απογυμνωτών	=	απογυμνωτής
απογυμνώθηκα	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώθηκαν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώθηκε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώθηκες	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώναμε	=	απογυμνώνω
απογυμνώναν	=	απογυμνώνω
απογυμνώνανε	=	απογυμνώνω
απογυμνώνατε	=	απογυμνώνω
απογυμνώνει	=	απογυμνώνω
απογυμνώνεις	=	απογυμνώνω
απογυμνώνεσαι	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώνεστε	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώνεται	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώνετε	=	απογυμνώνω
απογυμνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώνονται	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώνονταν	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώνοντας	=	απογυμνώνω
απογυμνώνου	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώνουμε	=	απογυμνώνω
απογυμνώνουν	=	απογυμνώνω
απογυμνώνουνε	=	απογυμνώνω
απογυμνώνω	verb	γδύνω τελείως
απογυμνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσαν	=	απογυμνώνω
απογυμνώσανε	=	απογυμνώνω
απογυμνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απογύμνωση
απογυμνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απογύμνωση
απογυμνώσου	=	απογυμνώνομαι
απογυμνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογυμνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογόνου	noun	γενική ενικού του απόγονος
απογόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του απόγονος
απογόνων	noun	γενική πληθυντικού του απόγονος
απογύμνωνα	=	απογυμνώνω
απογύμνωναν	=	απογυμνώνω
απογύμνωνε	=	απογυμνώνω
απογύμνωνες	=	απογυμνώνω
απογύμνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογύμνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογύμνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογύμνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απογυμνώνω
απογύμνωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απογυμνώνω
απογύμνωσης	noun	γενική ενικού του απογύμνωση
αποδάσωση	noun|formal	η μείωση ή εξαφάνιση των δασών και των δασικών καλύψεων
αποδάσωσης	noun	γενική ενικού του αποδάσωση
αποδέκτες	=	αποδέκτης
αποδέκτη	=	αποδέκτης
αποδέκτης	noun	αυτός που αποδέχεται κάτι, που το παραλαμβάνει
αποδέκτρια	=	αποδέκτης
αποδέκτριας	noun	γενική ενικού του αποδέκτρια
αποδέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδέκτρια
αποδέλοιπα	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπε	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπες	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπη	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπης	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπο	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιποι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδέλοιπος
αποδέλοιπος	adj|vulgar	εναπομείνας, υπόλοιπος
αποδέλοιπου	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπους	=	αποδέλοιπος
αποδέλοιπων	=	αποδέλοιπος
αποδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδεμα
αποδέματος	noun	γενική ενικού του απόδεμα
αποδένδρωση	noun	αποψίλωση
αποδένδρωσης	noun	γενική ενικού του αποδένδρωση
αποδέξου	=	αποδέχομαι
αποδέσμευα	=	αποδεσμεύω
αποδέσμευαν	=	αποδεσμεύω
αποδέσμευε	=	αποδεσμεύω
αποδέσμευες	=	αποδεσμεύω
αποδέσμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδέσμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδέσμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδέσμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδέσμευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποδεσμεύω
αποδέσμευσης	noun	γενική ενικού του αποδέσμευση
αποδέχεσαι	=	αποδέχομαι
αποδέχεσθε	=	αποδέχομαι
αποδέχεστε	=	αποδέχομαι
αποδέχεται	=	αποδέχομαι
αποδέχθηκα	=	αποδέχομαι
αποδέχθηκαν	=	αποδέχομαι
αποδέχθηκε	=	αποδέχομαι
αποδέχθηκες	=	αποδέχομαι
αποδέχομαι	verb	δέχομαι, δεν αρνούμαι κάτι που μου προσφέρεται, που μου προτείνεται
αποδέχονται	=	αποδέχομαι
αποδέχονταν	=	αποδέχομαι
αποδέχτες	=	αποδέχτης
αποδέχτη	=	αποδέχτης
αποδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδέχτης	noun	ο αποδέκτης, ο παραλήπτης
αποδήμα	=	αποδημώ
αποδήμαγε	=	αποδημώ
αποδήμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδήμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδήμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδήμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδήμηση	noun|formal	θάνατος
αποδήμησης	noun	γενική ενικού του αποδήμηση
αποδία	noun	το να μην έχει κάποιος πόδια
αποδίας	=	αποδία
αποδίδει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποδίδω
αποδίδεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποδίδομαι
αποδίδομαι	=	αποδίδω
αποδίδον	=	αποδίδων
αποδίδονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του αποδίδομαι
αποδίδοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποδίδω
αποδίδουσα	=	αποδίδων
αποδίδω	verb	εξηγώ ένα γεγονός συνδέοντάς το με κάποιο άλλο που το θεωρώ αιτία του
αποδίδων	verb	που αποδίδει κάτι στο δικαιούχο, σε όποιον αυτό οφείλεται
αποδίες	=	αποδία
αποδίνω	verb|rare	άλλη μορφή του αποδίδω
αποδίπλα	adv|poetic	από δίπλα, στο πλάι, δίπλα, κοντά
αποδίωκα	=	αποδιώκω
αποδίωκαν	=	αποδιώκω
αποδίωκε	=	αποδιώκω
αποδίωκες	=	αποδιώκω
αποδίωξα	=	αποδιώκω
αποδίωξαν	=	αποδιώκω
αποδίωξε	=	αποδιώκω
αποδίωξες	=	αποδιώκω
αποδίωξη	noun|formal	το διώξιμο, η εκδίωξη
αποδίωξης	noun	γενική ενικού του αποδίωξη
αποδαιμονοποίει	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποίησα	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποίησαν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποίησε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποίησες	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποίηση	noun|formal	η διαδικασία με την οποία αναθεωρείται η αρνητική, υπερβολικά εχθρική ή φοβική εικόνα για πρόσωπα, ομάδες ή φαινόμενα, οδηγώντας σε πιο νηφάλια και απαλλαγμένη από προκαταλήψεις αντίληψη
αποδαιμονοποίησης	=	αποδαιμονοποίηση
αποδαιμονοποιήθηκα	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήθηκαν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήθηκε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήθηκες	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήσαμε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήσαν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήσανε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήσατε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήσει	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδαιμονοποίηση
αποδαιμονοποιήσεων	=	αποδαιμονοποίηση
αποδαιμονοποιήσου	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιήστε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιεί	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιείς	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιείσαι	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιείστε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιείται	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιείτε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιηθήκαμε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιηθήκαν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιηθήκανε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιηθήκατε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιηθεί	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιηθείτε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιημένος	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούμαι	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούμασταν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούμαστε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούμε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούμουν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούνε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούνται	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούνταν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσα	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσαμε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσαν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσανε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσασταν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσαστε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσατε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσε	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσες	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιούσουν	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαιμονοποιώ	verb|formal	επιφέρω αποδαιμονοποίηση
αποδαιμονοποιώντας	=	αποδαιμονοποιώ
αποδαινομοποιούμαι	=	αποδαιμονοποιώ
αποδασώνω	verb	καταστρέφω, μειώνω ή εξαφανίζω το δάσος μιας περιοχής
αποδασώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδάσωση
αποδασώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδάσωση
αποδασώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδάσωση
αποδαύτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδαύτο
αποδαύτε	adj	κλητική ενικού του αποδαύτος
αποδαύτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδαύτη
αποδαύτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδαύτος
αποδαύτης	adj	γενική ενικού του αποδαύτη
αποδαύτο	adj	αιτιατική ενικού του αποδαύτος
αποδαύτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδαύτος
αποδαύτος	adj	απαυτός
αποδαύτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδαύτος
αποδαύτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδαύτος
αποδαύτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδαύτος
αποδείκνυα	=	αποδεικνύω
αποδείκνυαν	=	αποδεικνύω
αποδείκνυε	=	αποδεικνύω
αποδείκνυες	=	αποδεικνύω
αποδείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξαν	=	αποδεικνύω
αποδείξανε	=	αποδεικνύω
αποδείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδειξη
αποδείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόδειξη
αποδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόδειξη
αποδείξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδείξιμο
αποδείξιμε	adj	κλητική ενικού του αποδείξιμος
αποδείξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδείξιμη
αποδείξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδείξιμος
αποδείξιμης	adj	γενική ενικού του αποδείξιμη
αποδείξιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποδείξιμος
αποδείξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδείξιμος
αποδείξιμος	adj	που μπορεί να αποδειχθεί
αποδείξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδείξιμος
αποδείξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδείξιμος
αποδείξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδείξιμος
αποδείξομε	=	αποδεικνύω
αποδείξου	=	αποδεικνύω
αποδείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξουνε	=	αποδεικνύω
αποδείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεικνύω
αποδείπνου	=	απόδειπνο
αποδείπνων	=	απόδειπνο
αποδείχθηκα	=	αποδεικνύω
αποδείχθηκαν	=	αποδεικνύω
αποδείχθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αποδεικνύω
αποδείχθηκες	=	αποδεικνύω
αποδείχναμε	=	αποδείχνω
αποδείχναν	=	αποδείχνω
αποδείχνανε	=	αποδείχνω
αποδείχνατε	=	αποδείχνω
αποδείχνει	=	αποδείχνω
αποδείχνεις	=	αποδείχνω
αποδείχνεσαι	=	αποδείχνω
αποδείχνεστε	=	αποδείχνω
αποδείχνεται	=	αποδείχνω
αποδείχνετε	=	αποδείχνω
αποδείχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδείχνω
αποδείχνομε	=	αποδείχνω
αποδείχνονται	=	αποδείχνω
αποδείχνονταν	=	αποδείχνω
αποδείχνοντας	=	αποδείχνω
αποδείχνουμε	=	αποδείχνω
αποδείχνουν	=	αποδείχνω
αποδείχνουνε	=	αποδείχνω
αποδείχνω	verb	αποδεικνύω
αποδείχτε	=	αποδείχνω
αποδείχτηκα	=	αποδεικνύω
αποδείχτηκαν	=	αποδεικνύω
αποδείχτηκε	=	αποδεικνύω
αποδείχτηκες	=	αποδεικνύω
αποδεδειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποδεδειγμένος	adv	άλλη μορφή του αποδειγμένα
αποδεδειγμένε	adj	κλητική ενικού του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεδειγμένη
αποδεδειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένης	adj	γενική ενικού του αποδεδειγμένη
αποδεδειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος αποδεικνύω: που έχει αποδειχθεί, επιβεβαιωθεί, τεκμηριωθεί με τα κατάλληλα στοιχεία· που έχει στοιχειοθετηθεί
αποδεδειγμένου	verb	γενική ενικού του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένων	adj	γενική πληθυντικού του αποδεδειγμένος
αποδεδειγμένως	adv|formal	αποδεδειγμένα
αποδεδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεδομένο
αποδεδομένε	verb	κλητική ενικού του αποδεδομένος
αποδεδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεδομένη
αποδεδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεδομένος
αποδεδομένης	verb	γενική ενικού του αποδεδομένη
αποδεδομένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδεδομένος
αποδεδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεδομένος
αποδεδομένος	=	αποδίδω
αποδεδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδεδομένος
αποδεδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδεδομένος
αποδεδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδεδομένος
αποδειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποδειγμένος	adv	με τεκμηριωμένο, σαφή τρόπο, με στοιχεία, με ντοκουμέντα, με αποδείξεις
αποδειγμένε	verb	κλητική ενικού του αποδειγμένος
αποδειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδειγμένη
αποδειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδειγμένος
αποδειγμένης	verb	γενική ενικού του αποδειγμένη
αποδειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδειγμένος
αποδειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδειγμένος
αποδειγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποδείχνω
αποδειγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδειγμένος
αποδειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδειγμένος
αποδειγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδειγμένος
αποδεικνυόμασταν	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόμαστε	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόμενος	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόμουν	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόμουνα	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόντουσαν	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόσασταν	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόσαστε	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόσουν	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόσουνα	=	αποδεικνύω
αποδεικνυόταν	=	αποδεικνύω
αποδεικνυότανε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύαμε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύαν	=	αποδεικνύω
αποδεικνύανε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύατε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύει	=	αποδεικνύω
αποδεικνύεις	=	αποδεικνύω
αποδεικνύεσαι	=	αποδεικνύω
αποδεικνύεστε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποδεικνύομαι
αποδεικνύετε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδεικνύω
αποδεικνύομε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύονται	=	αποδεικνύω
αποδεικνύονταν	=	αποδεικνύω
αποδεικνύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποδεικνύω
αποδεικνύουμε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύουν	=	αποδεικνύω
αποδεικνύουνε	=	αποδεικνύω
αποδεικνύω	verb	στηρίζω μια άποψη επιχειρηματολογώντας
αποδεικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτό	adv	με αποδεικτό τρόπο
αποδεικτέ	adj	κλητική ενικού του αποδεικτός
αποδεικτέα	=	αποδεικτέος
αποδεικτέας	=	αποδεικτέος
αποδεικτέε	=	αποδεικτέος
αποδεικτέες	=	αποδεικτέος
αποδεικτέο	=	αποδεικτέος
αποδεικτέοι	=	αποδεικτέος
αποδεικτέος	adj	που πρέπει να αποδειχθεί
αποδεικτέου	=	αποδεικτέος
αποδεικτέους	=	αποδεικτέος
αποδεικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτή
αποδεικτέων	=	αποδεικτέος
αποδεικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεικτός
αποδεικτής	adj	γενική ενικού του αποδεικτή
αποδεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτικό
αποδεικτικέ	adj	κλητική ενικού του αποδεικτικός
αποδεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτική
αποδεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεικτικός
αποδεικτικής	adj	γενική ενικού του αποδεικτική
αποδεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτικός
αποδεικτικοτήτων	=	αποδεικτικότητα
αποδεικτικού	adj	γενική ενικού του αποδεικτικός
αποδεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδεικτικός
αποδεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδεικτικός	noun	οποιοδήποτε (επίσημο ή μη) έγγραφο αποδεικνύει, πιστοποιεί ή βεβαιώνει για κάτι
αποδεικτικός	adj	που αποδεικνύει, βεβαιώνει ή πιστοποιεί για κάτι
αποδεικτικότητα	noun	το να αποδεικνύει κάποιος κάτι, η ιδιότητα του αποδεικτικού
αποδεικτικότητας	=	αποδεικτικότητα
αποδεικτικότητες	=	αποδεικτικότητα
αποδεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδεικτικός
αποδεικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεικτός
αποδεικτού	adj	γενική ενικού του αποδεικτός
αποδεικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδεικτός
αποδεικτό	adj	αιτιατική ενικού του αποδεικτός
αποδεικτός	adj	που μπορεί να αποδειχθεί
αποδεικτών	adj	γενική πληθυντικού του αποδεικτός
αποδεινιάζομαι	verb	δέχομαι κάτι στεναχωρημένος
αποδειξιμοτήτων	=	αποδειξιμότητα
αποδειξιμότητα	noun	το να μπορεί κάτι να αποδειχθεί
αποδειξιμότητας	=	αποδειξιμότητα
αποδειξιμότητες	=	αποδειξιμότητα
αποδειχθήκαμε	=	αποδεικνύω
αποδειχθήκαν	=	αποδεικνύω
αποδειχθήκανε	=	αποδεικνύω
αποδειχθήκατε	=	αποδεικνύω
αποδειχθεί	=	αποδεικνύω
αποδειχθείς	=	αποδεικνύω
αποδειχθείτε	=	αποδεικνύω
αποδειχθούμε	=	αποδεικνύω
αποδειχθούν	=	αποδεικνύω
αποδειχθούνε	=	αποδεικνύω
αποδειχθώ	=	αποδεικνύω
αποδειχνόμασταν	=	αποδείχνω
αποδειχνόμαστε	=	αποδείχνω
αποδειχνόμουν	=	αποδείχνω
αποδειχνόμουνα	=	αποδείχνω
αποδειχνόντουσαν	=	αποδείχνω
αποδειχνόσασταν	=	αποδείχνω
αποδειχνόσαστε	=	αποδείχνω
αποδειχνόσουν	=	αποδείχνω
αποδειχνόσουνα	=	αποδείχνω
αποδειχνόταν	=	αποδείχνω
αποδειχνότανε	=	αποδείχνω
αποδειχτήκαμε	=	αποδεικνύω
αποδειχτήκαν	=	αποδεικνύω
αποδειχτήκανε	=	αποδεικνύω
αποδειχτήκατε	=	αποδεικνύω
αποδειχτεί	=	αποδεικνύω
αποδειχτείς	=	αποδεικνύω
αποδειχτείτε	=	αποδεικνύω
αποδειχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδειχτικό
αποδειχτικέ	adj	κλητική ενικού του αποδειχτικός
αποδειχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδειχτική
αποδειχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδειχτικός
αποδειχτικής	adj	γενική ενικού του αποδειχτική
αποδειχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδειχτικός
αποδειχτικού	adj	γενική ενικού του αποδειχτικός
αποδειχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδειχτικός
αποδειχτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδειχτικός
αποδειχτικός	adj	άλλη μορφή του αποδεικτικός
αποδειχτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδειχτικός
αποδειχτούμε	=	αποδεικνύω
αποδειχτούν	=	αποδεικνύω
αποδειχτούνε	=	αποδεικνύω
αποδειχτώ	=	αποδεικνύω
αποδεκάτιζα	=	αποδεκατίζω
αποδεκάτιζαν	=	αποδεκατίζω
αποδεκάτιζε	=	αποδεκατίζω
αποδεκάτιζες	=	αποδεκατίζω
αποδεκάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκάτιση	noun	άλλη μορφή του αποδεκάτισμα
αποδεκάτισης	noun	γενική ενικού του αποδεκάτιση
αποδεκάτισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποδεκατίζω
αποδεκατίζαμε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζαν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζανε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζατε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζει	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζεις	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζεσαι	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζεστε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζεται	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζετε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίζομε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζονται	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζονταν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζοντας	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζουμε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζουν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζουνε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίζω	verb	φθείρω σε μεγάλο βαθμό
αποδεκατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσαν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίσανε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδεκάτιση
αποδεκατίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδεκάτιση
αποδεκατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεκάτισμα
αποδεκατίσματος	noun	γενική ενικού του αποδεκάτισμα
αποδεκατίσομε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίσου	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίσουνε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατίστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής (αποδεκατίζομαι) του αποδεκατίζω
αποδεκατίστηκαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου (αποδεκατίστηκα) του αποδεκατίζω
αποδεκατίστηκε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίστηκες	=	αποδεκατίζω
αποδεκατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεκατίζω
αποδεκατιζόμασταν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόμαστε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόμουν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόμουνα	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόντουσαν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόσασταν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόσαστε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόσουν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόσουνα	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζόταν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιζότανε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποδεκάτισμα
αποδεκατισμέ	noun	κλητική ενικού του αποδεκατισμός
αποδεκατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεκατισμένο
αποδεκατισμένε	verb	κλητική ενικού του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεκατισμένη
αποδεκατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμένης	verb	γενική ενικού του αποδεκατισμένη
αποδεκατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμένος	=	αποδεκατίζω
αποδεκατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδεκατισμένος
αποδεκατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεκατισμός
αποδεκατισμού	noun	γενική ενικού του αποδεκατισμός
αποδεκατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποδεκατισμός
αποδεκατισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποδεκατισμός
αποδεκατισμός	noun	άλλη μορφή του αποδεκάτισμα
αποδεκατισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποδεκατισμός
αποδεκατιστήκαμε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστήκαν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστήκανε	verb	άλλη μορφή του αποδεκατίστηκαν: γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου (αποδεκατίστηκα) του αποδεκατίζω
αποδεκατιστήκατε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστεί	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστείς	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστείτε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστούμε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστούν	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστούνε	=	αποδεκατίζω
αποδεκατιστώ	=	αποδεκατίζω
αποδεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποδεκτός	adv	με αποδοχή
αποδεκτέ	adj	κλητική ενικού του αποδεκτός
αποδεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεκτή
αποδεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεκτός
αποδεκτής	adj	γενική ενικού του αποδεκτή
αποδεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεκτικό
αποδεκτικέ	adj	κλητική ενικού του αποδεκτικός
αποδεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεκτική
αποδεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεκτικός
αποδεκτικής	adj	γενική ενικού του αποδεκτική
αποδεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεκτικός
αποδεκτικοτήτων	=	αποδεκτικότητα
αποδεκτικού	adj	γενική ενικού του αποδεκτικός
αποδεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδεκτικός
αποδεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδεκτικός
αποδεκτικός	adj	ο ανοιχτός στην αποδοχή, αυτός που δεν αποκλείει την αποδοχή του διαφορετικού
αποδεκτικότητα	noun	το να γίνεται κάτι αποδεκτό
αποδεκτικότητας	=	αποδεκτικότητα
αποδεκτικότητες	=	αποδεκτικότητα
αποδεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδεκτικός
αποδεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεκτός
αποδεκτοτήτων	=	αποδεκτότητα
αποδεκτού	adj	γενική ενικού του αποδεκτός
αποδεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδεκτός
αποδεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του αποδέκτρια
αποδεκτό	adj	αιτιατική ενικού του αποδεκτός
αποδεκτός	adj	που τον αποδέχονται
αποδεκτότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αποδεκτού
αποδεκτότητας	=	αποδεκτότητα
αποδεκτότητες	=	αποδεκτότητα
αποδεκτών	adj	γενική πληθυντικού του αποδεκτός
αποδελτίωνα	=	αποδελτιώνω
αποδελτίωναν	=	αποδελτιώνω
αποδελτίωνε	=	αποδελτιώνω
αποδελτίωνες	=	αποδελτιώνω
αποδελτίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτίωση	noun	η ενέργεια του αποδελτιώνω, η καταγραφή (σε δελτία) πληροφοριών και πηγών που συλλέγει κάποιος ο οποίος κάνει μια ερευνητική εργασία
αποδελτίωσης	noun	γενική ενικού του αποδελτίωση
αποδελτιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδελτιωμένο
αποδελτιωμένε	verb	κλητική ενικού του αποδελτιωμένος
αποδελτιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδελτιωμένη
αποδελτιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδελτιωμένος
αποδελτιωμένης	verb	γενική ενικού του αποδελτιωμένη
αποδελτιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδελτιωμένος
αποδελτιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδελτιωμένος
αποδελτιωμένος	=	αποδελτιώνω
αποδελτιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδελτιωμένος
αποδελτιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδελτιωμένος
αποδελτιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδελτιωμένος
αποδελτιώναμε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώναν	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνανε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνατε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνει	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνεις	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνετε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνομαι	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνοντας	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνουμε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνουν	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνουνε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώνω	verb	καταγράφω σε δελτία πληροφορίες, πχ. λέξεις ή φράσεις από κείμενα, για σύγκριση, ανάλυση κλπ. ή φτιάχνω γραπτό κατάλογο από αυτές τις πληροφορίες
αποδελτιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώσαν	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώσανε	=	αποδελτιώνω
αποδελτιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδελτίωση
αποδελτιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδελτίωση
αποδελτιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδελτίωση
αποδελτιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδελτιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδελτιώνω
αποδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόδεμα
αποδενδρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδένδρωση
αποδενδρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδένδρωση
αποδενδρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδένδρωση
αποδεξαμενισμέ	noun	κλητική ενικού του αποδεξαμενισμός
αποδεξαμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεξαμενισμός
αποδεξαμενισμού	noun	γενική ενικού του αποδεξαμενισμός
αποδεξαμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποδεξαμενισμός
αποδεξαμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποδεξαμενισμός
αποδεξαμενισμός	noun	η απομάκρυνση ενός πλεούμενου από μία δεξαμενή, όπου βρισκόταν κατά τη φάση της ναυπήγησης ή επισκευής του
αποδεξαμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποδεξαμενισμός
αποδερματισμέ	noun	κλητική ενικού του αποδερματισμός
αποδερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδερματισμός
αποδερματισμού	noun	γενική ενικού του αποδερματισμός
αποδερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποδερματισμός
αποδερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποδερματισμός
αποδερματισμός	noun	αλλάζω δέρμα (πχ φίδι)
αποδερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποδερματισμός
αποδεσμευθήκαμε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθήκαν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθήκανε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθήκατε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθεί	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθείς	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθείτε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθούμε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθούν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθούνε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευθώ	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεσμευμένο
αποδεσμευμένε	verb	κλητική ενικού του αποδεσμευμένος
αποδεσμευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεσμευμένη
αποδεσμευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεσμευμένος
αποδεσμευμένης	verb	γενική ενικού του αποδεσμευμένη
αποδεσμευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδεσμευμένος
αποδεσμευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεσμευμένος
αποδεσμευμένος	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδεσμευμένος
αποδεσμευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδεσμευμένος
αποδεσμευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδεσμευμένος
αποδεσμευτήκαμε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευτήκαν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευτήκανε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευτήκατε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευτεί	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευτείς	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευτείτε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευτούμε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευτούν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευτούνε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευτώ	=	αποδεσμεύω
αποδεσμευόμασταν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόμαστε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεσμευόμενο
αποδεσμευόμενε	verb	κλητική ενικού του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεσμευόμενη
αποδεσμευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμενης	verb	γενική ενικού του αποδεσμευόμενη
αποδεσμευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδεσμευόμενος
αποδεσμευόμουν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόμουνα	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόντουσαν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόσασταν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόσαστε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόσουν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόσουνα	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευόταν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμευότανε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύαμε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύαν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύανε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύατε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύει	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύεις	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύεσαι	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύεστε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύετε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύθηκα	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύθηκαν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύθηκε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύθηκες	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύομε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύονται	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύονταν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύοντας	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύου	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύουμε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύουν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύουνε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσαν	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύσανε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδέσμευση
αποδεσμεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδέσμευση
αποδεσμεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδέσμευση
αποδεσμεύσομε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύσου	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσουνε	=	αποδεσμεύω
αποδεσμεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδεσμεύω
αποδεσμεύτηκα	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύτηκαν	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύτηκε	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύτηκες	=	αποδεσμεύομαι
αποδεσμεύω	verb	παύω να δεσμεύω ή να περιορίζω κάποιον ή κάτι
αποδεχθήκαμε	=	αποδέχομαι
αποδεχθήκαν	=	αποδέχομαι
αποδεχθήκανε	=	αποδέχομαι
αποδεχθήκατε	=	αποδέχομαι
αποδεχθεί	=	αποδέχομαι
αποδεχθείς	=	αποδέχομαι
αποδεχθείτε	=	αποδέχομαι
αποδεχθούμε	=	αποδέχομαι
αποδεχθούν	=	αποδέχομαι
αποδεχθούνε	=	αποδέχομαι
αποδεχθώ	=	αποδέχομαι
αποδεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεχτό	adv	άλλη μορφή του αποδεκτά
αποδεχτέ	adj	κλητική ενικού του αποδεχτός
αποδεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεχτή
αποδεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεχτός
αποδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτήκαν	=	αποδέχομαι
αποδεχτήκανε	=	αποδέχομαι
αποδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτής	adj	γενική ενικού του αποδεχτή
αποδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεχτός
αποδεχτού	adj	γενική ενικού του αποδεχτός
αποδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτούνε	=	αποδέχομαι
αποδεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδεχτός
αποδεχτό	adj	αιτιατική ενικού του αποδεχτός
αποδεχτός	adj	άλλη μορφή του αποδεκτός
αποδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδέχομαι
αποδεχτών	adj	γενική πληθυντικού του αποδεχτός
αποδεχόμασταν	=	αποδέχομαι
αποδεχόμαστε	=	αποδέχομαι
αποδεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεχόμενο
αποδεχόμενε	verb	κλητική ενικού του αποδεχόμενος
αποδεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδεχόμενη
αποδεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδεχόμενος
αποδεχόμενης	verb	γενική ενικού του αποδεχόμενη
αποδεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποδεχόμενος
αποδεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδεχόμενος
αποδεχόμενος	verb	αυτός που αποδέχεται κάτι
αποδεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδεχόμενος
αποδεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδεχόμενος
αποδεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού του αποδεχόμενος
αποδεχόμουν	=	αποδέχομαι
αποδεχόμουνα	=	αποδέχομαι
αποδεχόντουσαν	=	αποδέχομαι
αποδεχόσασταν	=	αποδέχομαι
αποδεχόσαστε	=	αποδέχομαι
αποδεχόσουν	=	αποδέχομαι
αποδεχόσουνα	=	αποδέχομαι
αποδεχόταν	=	αποδέχομαι
αποδεχότανε	=	αποδέχομαι
αποδημά	=	αποδημώ
αποδημάει	=	αποδημώ
αποδημάμε	=	αποδημώ
αποδημάν	=	αποδημώ
αποδημάνε	=	αποδημώ
αποδημάς	=	αποδημώ
αποδημάτε	=	αποδημώ
αποδημάω	=	αποδημώ
αποδημήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήσαν	=	αποδημώ
αποδημήσανε	=	αποδημώ
αποδημήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδημώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδήμηση
αποδημήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδήμηση
αποδημήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδήμηση
αποδημήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδημώ
αποδημήτρια	noun	θηλυκό του αποδημητής
αποδημία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποδημώ
αποδημίας	noun	γενική ενικού του αποδημία
αποδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδημία
αποδημεί	verb	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποδημώ
αποδημητές	=	αποδημητής
αποδημητή	=	αποδημητής
αποδημητήρια	adj|dated	τα επίσημα έγγραφα του πλοίου που ζητούνται από τις αρχές κατά τον κατάπλου ή απόπλου του
αποδημητήριο	=	αποδημητήρια
αποδημητήριου	=	αποδημητήρια
αποδημητής	noun	αυτός που αποδημεί
αποδημητηρίου	=	αποδημητήρια
αποδημητηρίων	=	αποδημητήρια
αποδημητικά	noun	πουλιά (ή ψάρια) που μεταναστεύουν σε θερμότερους τόπους, για να περάσουν το χειμώνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδημητικό
αποδημητικέ	adj	κλητική ενικού του αποδημητικός
αποδημητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδημητική
αποδημητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδημητικός
αποδημητικής	adj	γενική ενικού του αποδημητική
αποδημητικα	=	αποδημητικός
αποδημητικε	=	αποδημητικός
αποδημητικες	=	αποδημητικός
αποδημητικη	=	αποδημητικός
αποδημητικης	=	αποδημητικός
αποδημητικο	=	αποδημητικός
αποδημητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδημητικός
αποδημητικοι	=	αποδημητικός
αποδημητικος	=	αποδημητικός
αποδημητικου	=	αποδημητικός
αποδημητικους	=	αποδημητικός
αποδημητικού	adj	γενική ενικού του αποδημητικός
αποδημητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδημητικός
αποδημητικων	=	αποδημητικός
αποδημητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδημητικός
αποδημητικός	adj	που μετακινείται από τον τόπο του, που μεταναστεύει
αποδημητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδημητικός
αποδημητών	=	αποδημητής
αποδημιών	noun	γενική πληθυντικού του αποδημία
αποδημοκρατικοποίηση	noun	η σταδιακή αποδυνάμωση των θεσμών, των διαδικασιών και των αξιών της δημοκρατίας, συνήθως μέσω περιορισμού της πολιτικής συμμετοχής, υποβάθμισης της λογοδοσίας και ενίσχυσης μη εκλεγμένων ή ανεξέλεγκτων κέντρων εξουσίας, δημόσιων ή ιδιωτικών
αποδημοκρατικοποίησης	=	αποδημοκρατικοποίηση
αποδημοκρατικοποιήσεις	=	αποδημοκρατικοποίηση
αποδημοκρατικοποιήσεων	=	αποδημοκρατικοποίηση
αποδημούμε	=	αποδημώ
αποδημούν	=	αποδημώ
αποδημούνε	=	αποδημώ
αποδημούσα	=	αποδημώ
αποδημούσαμε	=	αποδημώ
αποδημούσαν	=	αποδημώ
αποδημούσανε	=	αποδημώ
αποδημούσατε	=	αποδημώ
αποδημούσε	=	αποδημώ
αποδημούσες	=	αποδημώ
αποδημώ	verb	φεύγω, για να εγκατασταθώ σε μακρινό τόπο ή ξένη χώρα
αποδημώντας	=	αποδημώ
αποδιάλεγμα	noun	ξεδιάλεγμα
αποδιάλεξα	=	αποδιαλέγω
αποδιάρθρωνα	=	αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωναν	=	αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωνε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωνες	=	αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποδιαρθρώνω
αποδιάρθρωσης	noun	γενική ενικού του αποδιάρθρωση
αποδιέγερση	noun	η φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα σύστημα επιστρέφει από διεγερμένη ενεργειακή κατάσταση σε χαμηλότερη, εκλύοντας ενέργεια με τη μορφή ακτινοβολίας ή θερμότητας
αποδιέγερσης	=	αποδιέγερση
αποδιαλέγια	noun	δεύτερης ποιότητας πράγματα, απομεινάρια
αποδιαλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιάλεγμα
αποδιαλέγματος	noun	γενική ενικού του αποδιάλεγμα
αποδιαλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδιαλέγω
αποδιαλέγουρα	=	αποδιαλέγουρο
αποδιαλέγουρο	noun|vulgar	άλλη μορφή του αποδιάλεγμα
αποδιαλέγουρου	=	αποδιαλέγουρο
αποδιαλέγουρων	=	αποδιαλέγουρο
αποδιαλέγω	verb|vulgar	ξεδιαλέγω
αποδιαλέχτηκα	=	αποδιαλέγομαι
αποδιαλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιάλεγμα
αποδιαλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαλεγμένο
αποδιαλεγμένε	verb	κλητική ενικού του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαλεγμένη
αποδιαλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγμένης	verb	γενική ενικού του αποδιαλεγμένη
αποδιαλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποδιαλέγω
αποδιαλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδιαλεγμένος
αποδιαλεγούδι	noun|vulgar	άλλη μορφή του αποδιάλεγμα
αποδιαλεγούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαλεγούδι
αποδιαλεμένος	=	αποδιαλέγω
αποδιαλυθήκαμε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυθήκαν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυθήκανε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυθήκατε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυθεί	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυθείτε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυμένος	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόμασταν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόμαστε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόμουν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόμουνα	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόντουσαν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόσασταν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόσαστε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόσουν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόσουνα	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυόταν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλυότανε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλόγια	noun|vulgar	άλλη μορφή του αποδιαλέγια
αποδιαλύεσαι	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύεστε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύεται	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύθηκα	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύθηκαν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύθηκε	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύθηκες	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύομαι	verb	διαλύομαι τελείως, καταρρέω
αποδιαλύονται	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύονταν	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύου	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύσου	=	αποδιαλύομαι
αποδιαλύω	verb|rare	διαλύω τελείως
αποδιαμεσολάβηση	noun	η αναίρεση ή εξάλειψη της διαμεσολάβησης, η απομάκρυνση όσων διαμεσολαβούν
αποδιαμεσολάβησης	noun	γενική ενικού του αποδιαμεσολάβηση
αποδιαμεσολαβήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαμεσολάβηση
αποδιαμεσολαβήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιαμεσολάβηση
αποδιαμεσολαβήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδιαμεσολάβηση
αποδιαμορφωτές	=	αποδιαμορφωτής
αποδιαμορφωτή	=	αποδιαμορφωτής
αποδιαμορφωτής	noun	ηλεκτρονική διάταξη που ανακτά το αρχικό σήμα πληροφορίας διαχωρίζοντάς το από το φέρον κύμα στο οποίο είχε ενσωματωθεί κατά τη διαμόρφωση
αποδιαμορφωτών	=	αποδιαμορφωτής
αποδιαρθρωθήκαμε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωθήκαν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωθήκανε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωθήκατε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωθεί	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωθείτε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαρθρωμένο
αποδιαρθρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαρθρωμένη
αποδιαρθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωμένης	verb	γενική ενικού του αποδιαρθρωμένη
αποδιαρθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωμένος	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδιαρθρωμένος
αποδιαρθρωνόμασταν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόμαστε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόμουν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόμουνα	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόντουσαν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόσασταν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόσαστε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόσουν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόσουνα	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνόταν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωνότανε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρωτές	=	αποδιαρθρωτής
αποδιαρθρωτή	=	αποδιαρθρωτής
αποδιαρθρωτής	noun|rare	αυτός που αποδιαρθρώνει
αποδιαρθρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποδιαρθρωτικός	adv	με αποδιαρθρωτικό τρόπο
αποδιαρθρωτικέ	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικές	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτική	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικής	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικοί	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικού	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικούς	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικό	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτικός	adj	που αποδιαρθρώνει, που αποσκοπεί στην αποδιάρθρωση
αποδιαρθρωτικών	=	αποδιαρθρωτικός
αποδιαρθρωτών	=	αποδιαρθρωτής
αποδιαρθρώθηκα	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώθηκαν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώθηκε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώθηκες	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώναμε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώναν	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνανε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνατε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνει	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνεις	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνεσαι	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώνεστε	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώνεται	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώνετε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνονται	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώνονταν	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώνοντας	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνου	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώνουμε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνουν	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνουνε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώνω	verb|formal	χαλάω τη διάρθρωση, τη δομή, αποδιοργανώνω κάτι
αποδιαρθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσαν	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσανε	=	αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιάρθρωση
αποδιαρθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιάρθρωση
αποδιαρθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδιάρθρωση
αποδιαρθρώσου	=	αποδιαρθρώνομαι
αποδιαρθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαρθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιαρθρώνω
αποδιαφοροποίηση	noun	η εξάλειψη της διαφοροποίησης
αποδιαφοροποίησης	noun	γενική ενικού του αποδιαφοροποίηση
αποδιαφοροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαφοροποίηση
αποδιαφοροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιαφοροποίηση
αποδιαφοροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδιαφοροποίηση
αποδιαφωτίζαμε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζαν	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζανε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζατε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζει	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζεις	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζετε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζοντας	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζουμε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζουν	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζουνε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίζω	verb	κάνω να ξημερώσει, φωτίζω, χαράζω, ξημερώνω
αποδιαφωτίσαμε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίσαν	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίσανε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίσατε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίσει	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιαφώτισμα
αποδιαφωτίσματος	noun	γενική ενικού του αποδιαφώτισμα
αποδιαφωτίστε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφωτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιαφώτισμα
αποδιαφώτιζα	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτιζαν	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτιζε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτιζες	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτισα	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτισαν	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτισε	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτισες	=	αποδιαφωτίζω
αποδιαφώτισμα	noun	ξημέρωμα, χάραμα, λυκαυγές
αποδιδράσκω	verb	δραπετεύω από φυλακή ή άλλο μέρος όπου κρατούμαι
αποδιδόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιδόμενο
αποδιδόμενε	adj	κλητική ενικού του αποδιδόμενος
αποδιδόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιδόμενη
αποδιδόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιδόμενος
αποδιδόμενης	adj	γενική ενικού του αποδιδόμενη
αποδιδόμενο	adj	αιτιατική ενικού του αποδιδόμενος
αποδιδόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιδόμενος
αποδιδόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποδίδω
αποδιδόμενου	verb	γενική ενικού του αποδιδόμενος
αποδιδόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδιδόμενος
αποδιδόμενων	adj	γενική πληθυντικού του αποδιδόμενος
αποδιεγέρσεις	=	αποδιέγερση
αποδιεγέρσεων	=	αποδιέγερση
αποδιεθνοποίει	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποίησης	noun	γενική ενικού του αποδιεθνοποίηση
αποδιεθνοποιήθηκα	=	αποδιεθνοποιούμαι
αποδιεθνοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσαν	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσανε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιεθνοποίηση
αποδιεθνοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιεθνοποίηση
αποδιεθνοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδιεθνοποίηση
αποδιεθνοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιεί	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιείς	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιείτε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιεθνοποιημένο
αποδιεθνοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιεθνοποιημένη
αποδιεθνοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποδιεθνοποιημένη
αποδιεθνοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιημένος	=	αποδιεθνοποιούμαι
αποδιεθνοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδιεθνοποιημένος
αποδιεθνοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούμε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούν	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούνε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσα	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσαμε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσαν	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσανε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσατε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσε	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιούσες	=	αποδιεθνοποιώ
αποδιεθνοποιώ	verb	αίρω (ή προσπαθώ να άρω) τη διεθνή διάσταση ενός ζητήματος
αποδιεθνοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποδιεθνοποιώ
αποδιοπομπαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιοπομπαίος
αποδιοπομπαίας	adj	γενική ενικού του αποδιοπομπαία
αποδιοπομπαίε	adj	αποδιοπομπαίος, στην κλητική του ενικού
αποδιοπομπαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιοπομπαία
αποδιοπομπαίο	adj	αποδιοπομπαίος, στην αιτιατική του ενικού
αποδιοπομπαίοι	adj	αποδιοπομπαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αποδιοπομπαίος	adj	που εκδιώκεται από κάπου με ταπεινωτικό τρόπο
αποδιοπομπαίου	adj	γενική ενικού του αποδιοπομπαίος
αποδιοπομπαίους	adj	αποδιοπομπαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αποδιοπομπαίων	=	αποδιοπομπαίος
αποδιοργάνωνα	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωναν	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωνε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωνες	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργάνωση	noun	απώλεια, μείωση ή εξαφάνιση της οργάνωσης
αποδιοργάνωσης	noun	γενική ενικού του αποδιοργάνωση
αποδιοργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργανωμένο
αποδιοργανωμένε	verb	κλητική ενικού του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργανωμένη
αποδιοργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωμένης	verb	γενική ενικού του αποδιοργανωμένη
αποδιοργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωμένος	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδιοργανωμένος
αποδιοργανωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργανωτικό
αποδιοργανωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργανωτική
αποδιοργανωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανωτικής	adj	γενική ενικού του αποδιοργανωτική
αποδιοργανωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανωτικού	adj	γενική ενικού του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανωτικός	adj	που αποδιοργανώνει
αποδιοργανωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδιοργανωτικός
αποδιοργανώναμε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώναν	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνανε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνατε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνει	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνεις	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνετε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνομαι	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνοντας	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνουμε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνουν	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνουνε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώνω	verb	καταστρέφω την οργάνωση, κάνω κάποιον ή κάτι να χάσει τον ρυθμό της εργασίας ή της ζωής του
αποδιοργανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσαν	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσανε	=	αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιοργάνωση
αποδιοργανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδιοργάνωση
αποδιοργανώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδιοργάνωση
αποδιοργανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιοργανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιοργανώνω
αποδιωγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόδιωγμα
αποδιωγμέ	noun	κλητική ενικού του αποδιωγμός
αποδιωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιωγμένο
αποδιωγμένε	verb	κλητική ενικού του αποδιωγμένος
αποδιωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδιωγμένη
αποδιωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδιωγμένος
αποδιωγμένης	verb	γενική ενικού του αποδιωγμένη
αποδιωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδιωγμένος
αποδιωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιωγμένος
αποδιωγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδιωγμένος
αποδιωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδιωγμένος
αποδιωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδιωγμένος
αποδιωγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδιωγμός
αποδιωγμού	noun	γενική ενικού του αποδιωγμός
αποδιωγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποδιωγμός
αποδιωγμό	noun	αιτιατική ενικού του αποδιωγμός
αποδιωγμός	noun|vulgar	το διώξιμο, ο διωγμός
αποδιωγμών	noun	γενική πληθυντικού του αποδιωγμός
αποδιωχνόμασταν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόμαστε	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόμουν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόμουνα	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόντουσαν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόσασταν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόσαστε	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόσουν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόσουνα	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνόταν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχνότανε	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχτήκαμε	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχτήκαν	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχτήκανε	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχτήκατε	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχτεί	=	αποδιώχνομαι
αποδιωχτείτε	=	αποδιώχνομαι
αποδιώγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδιωγμα
αποδιώγματος	noun	γενική ενικού του απόδιωγμα
αποδιώκαμε	=	αποδιώκω
αποδιώκαν	=	αποδιώκω
αποδιώκανε	=	αποδιώκω
αποδιώκατε	=	αποδιώκω
αποδιώκει	=	αποδιώκω
αποδιώκεις	=	αποδιώκω
αποδιώκετε	=	αποδιώκω
αποδιώκοντας	=	αποδιώκω
αποδιώκουμε	=	αποδιώκω
αποδιώκουν	=	αποδιώκω
αποδιώκουνε	=	αποδιώκω
αποδιώκω	verb	άλλη μορφή του αποδιώχνω
αποδιών	=	αποδία
αποδιώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξαν	=	αποδιώχνω
αποδιώξανε	=	αποδιώχνω
αποδιώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδίωξη
αποδιώξεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδίωξη
αποδιώξου	=	αποδιώχνομαι
αποδιώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώχναμε	=	αποδιώχνω
αποδιώχναν	=	αποδιώχνω
αποδιώχνανε	=	αποδιώχνω
αποδιώχνατε	=	αποδιώχνω
αποδιώχνει	=	αποδιώχνω
αποδιώχνεις	=	αποδιώχνω
αποδιώχνεσαι	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχνεστε	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχνεται	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχνετε	=	αποδιώχνω
αποδιώχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδιώχνω
αποδιώχνονται	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχνονταν	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχνοντας	=	αποδιώχνω
αποδιώχνου	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχνουμε	=	αποδιώχνω
αποδιώχνουν	=	αποδιώχνω
αποδιώχνουνε	=	αποδιώχνω
αποδιώχνω	verb|vulgar	διώχνω
αποδιώχτηκα	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχτηκαν	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχτηκε	=	αποδιώχνομαι
αποδιώχτηκες	=	αποδιώχνομαι
αποδοκίμαζα	=	αποδοκιμάζω
αποδοκίμαζαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκίμαζε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκίμαζες	=	αποδοκιμάζω
αποδοκίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζαμε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζανε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζατε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζει	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζεις	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζεσαι	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζεστε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζεται	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζετε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζομαι	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζομε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζονται	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζονταν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζοντας	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζουμε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζουν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζουνε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάζω	verb	κατακρίνω, εκφράζομαι αρνητικά εναντίον ανθρώπου ή ενέργειας
αποδοκιμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσανε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσθηκα	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσθηκαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσθηκε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσθηκες	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσομε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσου	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάσουνε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόμασταν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόμαστε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόμουν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόμουνα	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόντουσαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόσασταν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόσαστε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόσουν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόσουνα	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζόταν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαζότανε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασία	noun	το να αποδοκιμάζω κάποιον ή το αποτέλεσμα του να αποδοκιμάζω κάποιον
αποδοκιμασίας	noun	γενική ενικού του αποδοκιμασία
αποδοκιμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμασία
αποδοκιμασθήκαμε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθήκαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθήκανε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθήκατε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθεί	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθείς	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθείτε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθούμε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθούν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθούνε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασθώ	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασιών	noun	γενική πληθυντικού του αποδοκιμασία
αποδοκιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμασμένο
αποδοκιμασμένε	verb	κλητική ενικού του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμασμένη
αποδοκιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμασμένης	verb	γενική ενικού του αποδοκιμασμένη
αποδοκιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμασμένος	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδοκιμασμένος
αποδοκιμαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστήκαν	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαστήκανε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμαστικό	adv	με αποδοκιμαστικό τρόπο, αποδοκιμάζοντας
αποδοκιμαστικέ	adj	κλητική ενικού του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμαστική
αποδοκιμαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστικής	adj	γενική ενικού του αποδοκιμαστική
αποδοκιμαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστικού	adj	γενική ενικού του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστικός	adj	που αποδοκιμάζει
αποδοκιμαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδοκιμαστικός
αποδοκιμαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδοκιμαστούνε	=	αποδοκιμάζω
αποδοκιμαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδοκιμάζομαι
αποδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδομένο
αποδομένε	verb	κλητική ενικού του αποδομένος
αποδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδομένη
αποδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδομένος
αποδομένης	verb	γενική ενικού του αποδομένη
αποδομένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδομένος
αποδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδομένος
αποδομένος	verb	αποδοσμένος
αποδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδομένος
αποδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδομένος
αποδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδομένος
αποδομήθηκα	=	αποδομώ
αποδομήθηκαν	=	αποδομώ
αποδομήθηκε	=	αποδομώ
αποδομήθηκες	=	αποδομώ
αποδομήσαμε	=	αποδομώ
αποδομήσαν	=	αποδομώ
αποδομήσανε	=	αποδομώ
αποδομήσατε	=	αποδομώ
αποδομήσει	=	αποδομώ
αποδομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδόμηση
αποδομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδόμηση
αποδομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδόμηση
αποδομήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδομήσιμο
αποδομήσιμε	adj	κλητική ενικού του αποδομήσιμος
αποδομήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδομήσιμη
αποδομήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδομήσιμος
αποδομήσιμης	adj	γενική ενικού του αποδομήσιμη
αποδομήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποδομήσιμος
αποδομήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδομήσιμος
αποδομήσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να αποδομηθεί
αποδομήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδομήσιμος
αποδομήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδομήσιμος
αποδομήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδομήσιμος
αποδομήσου	=	αποδομώ
αποδομήστε	=	αποδομώ
αποδομεί	=	αποδομώ
αποδομείς	=	αποδομώ
αποδομείσαι	=	αποδομώ
αποδομείστε	=	αποδομώ
αποδομείται	=	αποδομώ
αποδομείτε	=	αποδομώ
αποδομηθήκαμε	=	αποδομώ
αποδομηθήκαν	=	αποδομώ
αποδομηθήκανε	=	αποδομώ
αποδομηθήκατε	=	αποδομώ
αποδομηθεί	=	αποδομώ
αποδομηθείτε	=	αποδομώ
αποδομημένος	=	αποδομώ
αποδομητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδομητικό
αποδομητικέ	adj	κλητική ενικού του αποδομητικός
αποδομητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδομητική
αποδομητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδομητικός
αποδομητικής	adj	γενική ενικού του αποδομητική
αποδομητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδομητικός
αποδομητικού	adj	γενική ενικού του αποδομητικός
αποδομητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδομητικός
αποδομητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδομητικός
αποδομητικός	adj	διαλυτικός, καταστροφικός
αποδομητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδομητικός
αποδομούμαι	=	αποδομώ
αποδομούμασταν	=	αποδομώ
αποδομούμαστε	=	αποδομώ
αποδομούμε	=	αποδομώ
αποδομούμουν	=	αποδομώ
αποδομούν	=	αποδομώ
αποδομούνε	=	αποδομώ
αποδομούνται	=	αποδομώ
αποδομούνταν	=	αποδομώ
αποδομούσα	=	αποδομώ
αποδομούσαμε	=	αποδομώ
αποδομούσαν	=	αποδομώ
αποδομούσανε	=	αποδομώ
αποδομούσασταν	=	αποδομώ
αποδομούσαστε	=	αποδομώ
αποδομούσατε	=	αποδομώ
αποδομούσε	=	αποδομώ
αποδομούσες	=	αποδομώ
αποδομούσουν	=	αποδομώ
αποδομώ	verb	διαλύω, καταστρέφω
αποδομώντας	=	αποδομώ
αποδοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοσμένο
αποδοσμένε	verb	κλητική ενικού του αποδοσμένος
αποδοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοσμένη
αποδοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδοσμένος
αποδοσμένης	verb	γενική ενικού του αποδοσμένη
αποδοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδοσμένος
αποδοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδοσμένος
αποδοσμένος	verb	που έχει αποδοθεί
αποδοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδοσμένος
αποδοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδοσμένος
αποδοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδοσμένος
αποδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοτικό	adv	με αποδοτικό τρόπο
αποδοτικέ	adj	κλητική ενικού του αποδοτικός
αποδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοτική
αποδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδοτικός
αποδοτικής	adj	γενική ενικού του αποδοτική
αποδοτικα	=	αποδοτικός
αποδοτικε	=	αποδοτικός
αποδοτικες	=	αποδοτικός
αποδοτικη	=	αποδοτικός
αποδοτικης	=	αποδοτικός
αποδοτικο	=	αποδοτικός
αποδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδοτικός
αποδοτικοι	=	αποδοτικός
αποδοτικος	=	αποδοτικός
αποδοτικοτήτων	=	αποδοτικότητα
αποδοτικου	=	αποδοτικός
αποδοτικους	=	αποδοτικός
αποδοτικού	adj	γενική ενικού του αποδοτικός
αποδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδοτικός
αποδοτικων	=	αποδοτικός
αποδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδοτικός
αποδοτικός	adj	που αποδίδει
αποδοτικότερα	=	αποδοτικός
αποδοτικότερε	=	αποδοτικός
αποδοτικότερες	=	αποδοτικός
αποδοτικότερη	=	αποδοτικός
αποδοτικότερης	=	αποδοτικός
αποδοτικότερο	=	αποδοτικός
αποδοτικότεροι	=	αποδοτικός
αποδοτικότερος	=	αποδοτικός
αποδοτικότερου	=	αποδοτικός
αποδοτικότερους	=	αποδοτικός
αποδοτικότερων	=	αποδοτικός
αποδοτικότητα	noun	το να είναι κάποιος αποδοτικός, η ιδιότητα του αποδοτικού
αποδοτικότητας	noun	γενική ενικού του αποδοτικότητα
αποδοτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοτικότητα
αποδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδοτικός
αποδοτικώς	adv|dated	αποδοτικά
αποδοχές	noun	τα είδη που λαμβάνει κανείς ως αντάλλαγμα για μία υπηρεσία που προσφέρει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδοχή
αποδοχή	noun	η ενέργεια του αποδέχομαι
αποδοχής	=	αποδοχή
αποδοχών	=	αποδοχή
αποδράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδραση
αποδράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόδραση
αποδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόδραση
αποδράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδρώ
αποδραμένος	=	αποδιδράσκω
αποδραματοποίει	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποίησα	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποίησαν	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποίησε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποίησες	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποίηση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποδραματοποιώ
αποδραματοποίησης	noun	γενική ενικού του αποδραματοποίηση
αποδραματοποιήσαμε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιήσαν	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιήσανε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιήσατε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιήσει	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδραματοποίηση
αποδραματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδραματοποίηση
αποδραματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδραματοποίηση
αποδραματοποιήστε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιεί	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιείς	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιείτε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούμε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούν	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούνε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσα	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσαμε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσαν	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσανε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσατε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσε	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιούσες	=	αποδραματοποιώ
αποδραματοποιώ	verb	περιορίζω ή αφαιρώ τη δραματικότητα, το δραματικό στοιχείο από κάτι
αποδραματοποιώντας	=	αποδραματοποιώ
αποδρομές	=	αποδρομή
αποδρομή	noun|formal	η παρέκκλιση από την ευθεία πορεία, την ευθεία οδό
αποδρομής	=	αποδρομή
αποδρομών	=	αποδρομή
αποδρώ	verb	αποδιδράσκω, δραπετεύω, το σκάω από κάπου
αποδυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδυνάμωμα	noun	η μείωση των δυνάμεων
αποδυνάμωνα	=	αποδυναμώνω
αποδυνάμωναν	=	αποδυναμώνω
αποδυνάμωνε	=	αποδυναμώνω
αποδυνάμωνες	=	αποδυναμώνω
αποδυνάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυνάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυνάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυνάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυνάμωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποδυναμώνω
αποδυνάμωσης	noun	γενική ενικού του αποδυνάμωση
αποδυναμωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμωμάτων	=	αποδυνάμωμα
αποδυναμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδυναμωμένο
αποδυναμωμένε	verb	κλητική ενικού του αποδυναμωμένος
αποδυναμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδυναμωμένη
αποδυναμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδυναμωμένος
αποδυναμωμένης	verb	γενική ενικού του αποδυναμωμένη
αποδυναμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποδυναμωμένος
αποδυναμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδυναμωμένος
αποδυναμωμένος	=	αποδυναμώνω
αποδυναμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδυναμωμένος
αποδυναμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποδυναμωμένος
αποδυναμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδυναμωμένος
αποδυναμωτικά	adv	με αποδυναμωτικό τρόπο, προκαλώντας το αποδυνάμωμα, την εξασθένιση
αποδυναμωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποδυναμωτικός
αποδυναμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδυναμωτική
αποδυναμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδυναμωτικός
αποδυναμωτικής	adj	γενική ενικού του αποδυναμωτική
αποδυναμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδυναμωτικός
αποδυναμωτικού	adj	γενική ενικού του αποδυναμωτικός
αποδυναμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδυναμωτικός
αποδυναμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποδυναμωτικός
αποδυναμωτικός	adj	που αποδυναμώνει
αποδυναμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποδυναμωτικός
αποδυναμώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνομαι
αποδυναμώματα	=	αποδυνάμωμα
αποδυναμώματος	=	αποδυνάμωμα
αποδυναμώναμε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώναν	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνανε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνατε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνει	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνεις	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνετε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνομαι	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνοντας	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνουμε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνουν	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνουνε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώνω	verb	ελαττώνω τη δύναμη
αποδυναμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσαν	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώσανε	=	αποδυναμώνω
αποδυναμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποδυνάμωση
αποδυναμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποδυνάμωση
αποδυναμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυναμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδυναμώνω
αποδυτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδυτήριο
αποδυτήριο	noun	ειδικό δωμάτιο ή εγκατάσταση σε γήπεδο, γυμναστήριο κ.λπ. όπου οι αθλητές κ.ά. αλλάζουν ρούχα πριν ή και μετά από αγώνα, εκγύμναση κ.λπ.
αποδυτήριου	=	αποδυτήριο
αποδυτηρίου	noun	γενική ενικού του αποδυτήριο
αποδυτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αποδυτήριο
αποδόμησα	=	αποδομώ
αποδόμησαν	=	αποδομώ
αποδόμησε	=	αποδομώ
αποδόμησες	=	αποδομώ
αποδόμηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδομώ
αποδόμησης	noun	γενική ενικού του αποδόμηση
αποδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδοση
αποδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόδοση
αποδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόδοση
αποδόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδόσιμο
αποδόσιμε	adj	κλητική ενικού του αποδόσιμος
αποδόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποδόσιμη
αποδόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποδόσιμος
αποδόσιμης	adj	γενική ενικού του αποδόσιμη
αποδόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποδόσιμος
αποδόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποδόσιμος
αποδόσιμος	adj	που θα αποδοθεί ή μπορεί να αποδοθεί εκεί όπου ανήκει
αποδόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποδόσιμος
αποδόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποδόσιμος
αποδόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποδόσιμος
αποδύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδύομαι
αποδύομαι	verb	γυμνώνομαι, ξεντύνομαι, γδύνομαι, βγάζω τα ρούχα μου
αποδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδυση
αποδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόδυση
αποδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόδυση
αποδώ	adv	από εδώ, από το σημείο (τοπικό ή χρονικό) ετούτο
αποδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποδίδω
αποεα	abbrev	Ανωτάτη Πανελλήνιος Ομοσπονδία Εφέδρων Αξιωματικών
αποεθνικοποίει	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποίησα	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποίησαν	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποίησε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποίησες	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποεθνικοποίηση
αποεθνικοποιήσαμε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιήσαν	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιήσανε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιήσατε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιήσει	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποεθνικοποίηση
αποεθνικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποεθνικοποίηση
αποεθνικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποεθνικοποίηση
αποεθνικοποιήστε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιεί	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιείς	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιείτε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούμε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούν	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούνε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσα	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσαμε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσαν	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσανε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσατε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσε	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιούσες	=	αποεθνικοποιώ
αποεθνικοποιώ	verb	εφαρμόζω διαδικασία αντίθετη της εθνικοποίησης
αποεθνικοποιώντας	=	αποεθνικοποιώ
αποειδικεύομαι	verb|rare	χάνω την ειδίκευση που έχω σε κάτι
αποελ	abbrev	κυπριακή ποδοσφαιρική ομάδα, με έδρα τη Λευκωσία
αποενζύμου	=	αποένζυμο
αποενζύμων	=	αποένζυμο
αποενοποίει	=	αποενοποιώ
αποενοποίησα	=	αποενοποιώ
αποενοποίησαν	=	αποενοποιώ
αποενοποίησε	=	αποενοποιώ
αποενοποίησες	=	αποενοποιώ
αποενοποίηση	noun	διαδικασία αντίθετη προς την ενοποίηση
αποενοποίησης	noun	γενική ενικού του αποενοποίηση
αποενοποιήσαμε	=	αποενοποιώ
αποενοποιήσαν	=	αποενοποιώ
αποενοποιήσανε	=	αποενοποιώ
αποενοποιήσατε	=	αποενοποιώ
αποενοποιήσει	=	αποενοποιώ
αποενοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποενοποίηση
αποενοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποενοποίηση
αποενοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποενοποίηση
αποενοποιήστε	=	αποενοποιώ
αποενοποιεί	=	αποενοποιώ
αποενοποιείς	=	αποενοποιώ
αποενοποιείτε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούμαι	=	αποενοποιώ
αποενοποιούμε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούν	=	αποενοποιώ
αποενοποιούνε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσα	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσαμε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσαν	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσανε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσατε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσε	=	αποενοποιώ
αποενοποιούσες	=	αποενοποιώ
αποενοποιώ	verb	οδηγώ σε αποενοποίηση
αποενοποιώντας	=	αποενοποιώ
αποενοχοποίηση	noun	άλλη μορφή του απενοχοποίηση
αποενοχοποίησης	=	αποενοχοποίηση
αποενοχοποιήσεις	=	αποενοχοποίηση
αποενοχοποιήσεων	=	αποενοχοποίηση
αποεπένδυα	=	αποεπενδύω
αποεπένδυαν	=	αποεπενδύω
αποεπένδυε	=	αποεπενδύω
αποεπένδυες	=	αποεπενδύω
αποεπένδυσα	=	αποεπενδύω
αποεπένδυσαν	=	αποεπενδύω
αποεπένδυσε	=	αποεπενδύω
αποεπένδυσες	=	αποεπενδύω
αποεπένδυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποεπενδύω, η μείωση ή εξάλειψη του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί
αποεπένδυσης	noun	γενική ενικού του αποεπένδυση
αποεπενδύαμε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύαν	=	αποεπενδύω
αποεπενδύανε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύατε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύει	=	αποεπενδύω
αποεπενδύεις	=	αποεπενδύω
αποεπενδύετε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύοντας	=	αποεπενδύω
αποεπενδύουμε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύουν	=	αποεπενδύω
αποεπενδύουνε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύσαμε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύσαν	=	αποεπενδύω
αποεπενδύσανε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύσατε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύσει	=	αποεπενδύω
αποεπενδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποεπένδυση
αποεπενδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποεπένδυση
αποεπενδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποεπένδυση
αποεπενδύστε	=	αποεπενδύω
αποεπενδύω	verb	μειώνω ή εξαλείφω το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί
αποεπιβίβαση	noun	η διαδικασία της αποβίβασης και επιβίβασης σε μέσον μεταφοράς
αποεπιβίβασης	noun	γενική ενικού του αποεπιβίβαση
αποεπιβιβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποεπιβίβαση
αποεπιβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποεπιβίβαση
αποεπιβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποεπιβίβαση
αποεπιταχύνω	verb|rare	επιβραδύνω
αποεστίαση	noun	η (εκούσια ή ακούσια) αφαίρεση της εστίασης ή η αδυναμία εστίασης
αποεστίασης	noun	γενική ενικού του αποεστίαση
αποεστιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποεστίαση
αποεστιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποεστίαση
αποεστιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποεστίαση
αποζήσαμε	=	αποζώ
αποζήσαν	=	αποζώ
αποζήσανε	=	αποζώ
αποζήσατε	=	αποζώ
αποζήσει	=	αποζώ
αποζήστε	=	αποζώ
αποζήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζήτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποζητώ
αποζήτησης	=	αποζήτηση
αποζεί	=	αποζώ
αποζείς	=	αποζώ
αποζείτε	=	αποζώ
αποζευκτών	=	αποζεύκτης
αποζεύκτες	=	αποζεύκτης
αποζεύκτη	=	αποζεύκτης
αποζεύκτης	noun	ηλεκτρική διάταξη που διακόπτει μηχανικά την αγώγιμη σύνδεση ενός κυκλώματος, εξασφαλίζοντας απομόνωση χωρίς να προορίζεται για λειτουργία υπό φορτίο
αποζεύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόζευξη
αποζεύξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόζευξη
αποζεύξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόζευξη
αποζημίωνα	=	αποζημιώνω
αποζημίωναν	=	αποζημιώνω
αποζημίωνε	=	αποζημιώνω
αποζημίωνες	=	αποζημιώνω
αποζημίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημίωση	noun	το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε αυτόν που έπαθε κάποια ζημιά από τον υπαίτιο ή το κράτος
αποζημίωσης	=	αποζημίωση
αποζημιωθήκαμε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωθήκαν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωθήκανε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωθήκατε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωθεί	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωθείς	=	αποζημιώνω
αποζημιωθείτε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωθούμε	=	αποζημιώνω
αποζημιωθούν	=	αποζημιώνω
αποζημιωθούνε	=	αποζημιώνω
αποζημιωθώ	=	αποζημιώνω
αποζημιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποζημιωμένο
αποζημιωμένε	verb	κλητική ενικού του αποζημιωμένος
αποζημιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποζημιωμένη
αποζημιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποζημιωμένος
αποζημιωμένης	verb	γενική ενικού του αποζημιωμένη
αποζημιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποζημιωμένος
αποζημιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποζημιωμένος
αποζημιωμένος	verb	που έχει αποζημιωθεί
αποζημιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποζημιωμένος
αποζημιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποζημιωμένος
αποζημιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποζημιωμένος
αποζημιωνόμασταν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόμαστε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόμουν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόμουνα	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόντουσαν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόσασταν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόσαστε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόσουν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόσουνα	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνόταν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιωνότανε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώθηκα	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώθηκαν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώθηκε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώθηκες	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώναμε	=	αποζημιώνω
αποζημιώναν	=	αποζημιώνω
αποζημιώνανε	=	αποζημιώνω
αποζημιώνατε	=	αποζημιώνω
αποζημιώνει	=	αποζημιώνω
αποζημιώνεις	=	αποζημιώνω
αποζημιώνεσαι	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώνεστε	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώνεται	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώνετε	=	αποζημιώνω
αποζημιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώνομε	=	αποζημιώνω
αποζημιώνονται	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώνονταν	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώνοντας	=	αποζημιώνω
αποζημιώνου	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώνουμε	=	αποζημιώνω
αποζημιώνουν	=	αποζημιώνω
αποζημιώνουνε	=	αποζημιώνω
αποζημιώνω	verb	πληρώνω (με χρήμα ή αλλιώς) ή επανορθώνω για κάτι κακό που προξένησα σε κάποιον
αποζημιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσαν	=	αποζημιώνω
αποζημιώσανε	=	αποζημιώνω
αποζημιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποζημίωση
αποζημιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσεων	=	αποζημίωση
αποζημιώσεως	=	αποζημίωση
αποζημιώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποζημιώσιμο
αποζημιώσιμε	adj	κλητική ενικού του αποζημιώσιμος
αποζημιώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποζημιώσιμη
αποζημιώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποζημιώσιμος
αποζημιώσιμης	adj	γενική ενικού του αποζημιώσιμη
αποζημιώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποζημιώσιμος
αποζημιώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποζημιώσιμος
αποζημιώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να αποζημιωθεί
αποζημιώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποζημιώσιμος
αποζημιώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποζημιώσιμος
αποζημιώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποζημιώσιμος
αποζημιώσομε	=	αποζημιώνω
αποζημιώσου	=	αποζημιώνομαι
αποζημιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσουνε	=	αποζημιώνω
αποζημιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζημιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζημιώνω
αποζητάω	=	αποζητώ
αποζητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσεων	=	αποζήτηση
αποζητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποζητώ
αποζητώ	verb	ζητώ κάτι με μεγάλη ένταση, λαχταρώ
αποζουδιού	=	αποζούδι
αποζουδιών	=	αποζούδι
αποζουρλάναμε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλάναν	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλάνανε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλάνατε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλάνει	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλάνετε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίναμε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίναν	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνανε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνατε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνει	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνεις	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνετε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνομαι	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνοντας	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνουμε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνουν	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνουνε	=	αποζουρλαίνω
αποζουρλαίνω	verb	αποτρελαίνω
αποζούδι	noun|vulgar	το στερνοπαίδι
αποζούδια	=	αποζούδι
αποζούμε	=	αποζώ
αποζούν	=	αποζώ
αποζούνε	=	αποζώ
αποζούρλαινα	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλαιναν	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλαινε	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλαινες	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλανα	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλαναν	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλανε	=	αποζουρλαίνω
αποζούρλανες	=	αποζουρλαίνω
αποζούσα	=	αποζώ
αποζούσαμε	=	αποζώ
αποζούσαν	=	αποζώ
αποζούσανε	=	αποζώ
αποζούσατε	=	αποζώ
αποζούσε	=	αποζώ
αποζούσες	=	αποζώ
αποζώ	verb	ζω
αποζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποζώ
αποηχηροποίηση	noun	η τροπή ηχηρού συμφώνου στο αντίστοιχο άηχο
αποηχηροποίησης	=	αποηχηροποίηση
αποηχηροποιήσεις	=	αποηχηροποίηση
αποηχηροποιήσεων	=	αποηχηροποίηση
αποθάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάναν	=	αποθαίνω
αποθάνανε	=	αποθαίνω
αποθάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαίνω
αποθάρρυνα	=	αποθαρρύνω
αποθάρρυναν	=	αποθαρρύνω
αποθάρρυνε	=	αποθαρρύνω
αποθάρρυνες	=	αποθαρρύνω
αποθάρρυνση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποθαρρύνω
αποθάρρυνσης	=	αποθάρρυνση
αποθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόθεμα
αποθέματος	noun	γενική ενικού του απόθεμα
αποθέριζα	=	αποθερίζω
αποθέριζαν	=	αποθερίζω
αποθέριζε	=	αποθερίζω
αποθέριζες	=	αποθερίζω
αποθέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθέρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθερίζω
αποθέρμαινα	=	αποθερμαίνω
αποθέρμαιναν	=	αποθερμαίνω
αποθέρμαινε	=	αποθερμαίνω
αποθέρμαινες	=	αποθερμαίνω
αποθέρμανα	=	αποθερμαίνω
αποθέρμαναν	=	αποθερμαίνω
αποθέρμανε	=	αποθερμαίνω
αποθέρμανες	=	αποθερμαίνω
αποθέρμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθερμαίνω
αποθέρμανσης	noun	γενική ενικού του αποθέρμανση
αποθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέσαν	=	αποθέτω
αποθέσανε	=	αποθέτω
αποθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόθεση
αποθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόθεση
αποθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόθεση
αποθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθέτω
αποθέταμε	=	αποθέτω
αποθέταν	=	αποθέτω
αποθέτανε	=	αποθέτω
αποθέτατε	=	αποθέτω
αποθέτει	=	αποθέτω
αποθέτεις	=	αποθέτω
αποθέτες	=	αποθέτης
αποθέτετε	=	αποθέτω
αποθέτη	=	αποθέτης
αποθέτης	noun	βραχώδης τόπος στο όρος Ταΰγετος, όπου οι αρχαίοι Σπαρτιάτες έριχναν τα ανάπηρα βρέφη
αποθέτοντας	=	αποθέτω
αποθέτουμε	=	αποθέτω
αποθέτουν	=	αποθέτω
αποθέτουνε	=	αποθέτω
αποθέτω	verb	τοποθετώ κάτι κάτω, στη θέση του ή καταγής
αποθέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθέωση	noun	ενθουσιώδης αναγνώριση, θαυμασμός και έπαινος προς κάποιον ή κάτι
αποθέωσης	noun	γενική ενικού του αποθέωση
αποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθήκη
αποθήκευα	=	αποθηκεύω
αποθήκευαν	=	αποθηκεύω
αποθήκευε	=	αποθηκεύω
αποθήκευες	=	αποθηκεύω
αποθήκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθήκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθήκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθήκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθήκευση	noun	η ενέργεια του αποθηκεύω, η τοποθέτηση σε αποθήκη ή άλλο μέρος για διατήρηση ή για φύλαξη
αποθήκευσης	noun	γενική ενικού του αποθήκευση
αποθήκευτρα	adj	τα χρήματα που απαιτούνται, προκειμένου να φυλαχθούν κάποια πράγματα σε αποθήκη
αποθήκευτρου	noun	γενική ενικού του αποθήκευτρο
αποθήκευτρων	noun	γενική πληθυντικού του αποθήκευτρο
αποθήκεψα	=	αποθηκεύω
αποθήκεψαν	=	αποθηκεύω
αποθήκεψε	=	αποθηκεύω
αποθήκεψες	=	αποθηκεύω
αποθήκη	noun	χώρος (κτίριο ή μέρος κτιρίου) όπου φυλάσσονται αντικείμενα, όπως εργαλεία, αγαθά ή εμπορεύματα, για την περίοδο που δεν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν
αποθήκης	noun	γενική ενικού του αποθήκη
αποθήλαζα	=	αποθηλάζω
αποθήλαζαν	=	αποθηλάζω
αποθήλαζε	=	αποθηλάζω
αποθήλαζες	=	αποθηλάζω
αποθήλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθήλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθήλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθήλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθαίναμε	=	αποθαίνω
αποθαίναν	=	αποθαίνω
αποθαίνανε	=	αποθαίνω
αποθαίνατε	=	αποθαίνω
αποθαίνει	=	αποθαίνω
αποθαίνεις	=	αποθαίνω
αποθαίνετε	=	αποθαίνω
αποθαίνοντας	=	αποθαίνω
αποθαίνουμε	=	αποθαίνω
αποθαίνουν	=	αποθαίνω
αποθαίνουνε	=	αποθαίνω
αποθαίνω	verb|literary	άλλη μορφή του πεθαίνω
αποθαλάσσωνα	=	αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωναν	=	αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωνε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωνες	=	αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποθαλασσώνω
αποθαλάσσωσης	noun	γενική ενικού του αποθαλάσσωση
αποθαλασσία	noun	η ισχυρή θαλάσσια ανατάραξη και το επικίνδυνο κύμα που κινείται από την ανοικτή θάλασσα προς την ακτή ή τα λιμάνια, συχνά ως αποτέλεσμα μακρινού κυματισμού (σουέλ) ή κακοκαιρίας
αποθαλασσίας	=	αποθαλασσία
αποθαλασσίες	=	αποθαλασσία
αποθαλασσιά	noun	το καραντί
αποθαλασσιάς	=	αποθαλασσιά
αποθαλασσιές	=	αποθαλασσιά
αποθαλασσιών	=	αποθαλασσιά
αποθαλασσωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαλασσωμένο
αποθαλασσωμένε	verb	κλητική ενικού του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαλασσωμένη
αποθαλασσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσωμένης	verb	γενική ενικού του αποθαλασσωμένη
αποθαλασσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθαλασσωμένος
αποθαλασσώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνομαι
αποθαλασσώναμε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώναν	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνανε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνατε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνει	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνεις	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνετε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνομαι	verb	εγκαταλείπω την επιφάνεια της θάλασσας και αρχίζω να ίπταμαι
αποθαλασσώνοντας	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνουμε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνουν	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνουνε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώνω	verb	επιταχύνω αρκετά και προκαλώ την πτήση
αποθαλασσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσαν	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσανε	=	αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαλάσσωση
αποθαλασσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθαλάσσωση
αποθαλασσώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθαλάσσωση
αποθαλασσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαλασσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθαλασσώνω
αποθαμέ	noun	κλητική ενικού του αποθαμός
αποθαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαμένο
αποθαμένε	verb	κλητική ενικού του αποθαμένος
αποθαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαμένη
αποθαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθαμένος
αποθαμένης	verb	γενική ενικού του αποθαμένη
αποθαμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθαμένος
αποθαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθαμένος
αποθαμένος	=	αποθαίνω
αποθαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθαμένος
αποθαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθαμένος
αποθαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθαμένος
αποθαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθαμός
αποθαμού	noun	γενική ενικού του αποθαμός
αποθαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποθαμός
αποθαμό	noun	αιτιατική ενικού του αποθαμός
αποθαμός	noun|literary	ο θάνατος
αποθαμών	noun	γενική πληθυντικού του αποθαμός
αποθανάτιζα	=	αποθανατίζω
αποθανάτιζαν	=	αποθανατίζω
αποθανάτιζε	=	αποθανατίζω
αποθανάτιζες	=	αποθανατίζω
αποθανάτισα	=	αποθανατίζω
αποθανάτισαν	=	αποθανατίζω
αποθανάτισε	=	αποθανατίζω
αποθανάτισες	=	αποθανατίζω
αποθανάτιση	verb	άλλη μορφή του απαθανάτιση
αποθανάτισης	=	αποθανάτιση
αποθανατίζαμε	=	αποθανατίζω
αποθανατίζαν	=	αποθανατίζω
αποθανατίζανε	=	αποθανατίζω
αποθανατίζατε	=	αποθανατίζω
αποθανατίζει	=	αποθανατίζω
αποθανατίζεις	=	αποθανατίζω
αποθανατίζετε	=	αποθανατίζω
αποθανατίζοντας	=	αποθανατίζω
αποθανατίζουμε	=	αποθανατίζω
αποθανατίζουν	=	αποθανατίζω
αποθανατίζουνε	=	αποθανατίζω
αποθανατίζω	verb	άλλη μορφή του απαθανατίζω
αποθανατίσαμε	=	αποθανατίζω
αποθανατίσαν	=	αποθανατίζω
αποθανατίσανε	=	αποθανατίζω
αποθανατίσατε	=	αποθανατίζω
αποθανατίσει	=	αποθανατίζω
αποθανατίσεις	=	αποθανάτιση
αποθανατίσεων	=	αποθανάτιση
αποθανατίσεως	=	αποθανάτιση
αποθανατίστε	=	αποθανατίζω
αποθανουσών	noun	γενική πληθυντικού του αποθανούσα
αποθανούσα	verb	ενικού, θηλυκού γένους του αποθανών	noun|formal	θηλυκό του αποθανών
αποθανούσας	noun	γενική ενικού του αποθανούσα
αποθανούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθανούσα
αποθανούσης	=	αποθανών
αποθανόν	=	αποθανών
αποθανόντα	=	αποθανών
αποθανόντας	=	αποθανών
αποθανόντες	=	αποθανών
αποθανόντος	=	αποθανών
αποθανόντων	=	αποθανών
αποθανών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος αποθνήσκω: ο πεθαμένος
αποθαρρεμένα	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένε	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένες	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένη	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένης	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένο	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένοι	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποθαρρώ
αποθαρρεμένου	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένους	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρεμένων	=	αποθαρρεμένος
αποθαρρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αποθαρρυμένο) του αποθαρρημένος	adv	χωρίς κουράγιο και εμψύχωση, με αποθαρρημένη ψυχολογία
αποθαρρημένε	verb	κλητική ενικού του αποθαρρημένος
αποθαρρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρημένη
αποθαρρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθαρρημένος
αποθαρρημένης	verb	γενική ενικού του αποθαρρημένη
αποθαρρημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθαρρημένος
αποθαρρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρημένος
αποθαρρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποθαρρώ
αποθαρρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθαρρημένος
αποθαρρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθαρρημένος
αποθαρρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθαρρημένος
αποθαρρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρυμένο
αποθαρρυμένε	verb	κλητική ενικού του αποθαρρυμένος
αποθαρρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρυμένη
αποθαρρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθαρρυμένος
αποθαρρυμένης	verb	γενική ενικού του αποθαρρυμένη
αποθαρρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθαρρυμένος
αποθαρρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρυμένος
αποθαρρυμένος	verb	{μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποθαρρύνω
αποθαρρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθαρρυμένος
αποθαρρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθαρρυμένος
αποθαρρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθαρρυμένος
αποθαρρυνθήκαμε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθήκαν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθήκανε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθήκατε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθεί	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθείς	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθείτε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθούμε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθούν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθούνε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνθώ	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρυντικό	adv	με αποθαρρυντικό τρόπο
αποθαρρυντικέ	adj	κλητική ενικού του αποθαρρυντικός
αποθαρρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρυντική
αποθαρρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθαρρυντικός
αποθαρρυντικής	adj	γενική ενικού του αποθαρρυντική
αποθαρρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθαρρυντικός
αποθαρρυντικού	adj	γενική ενικού του αποθαρρυντικός
αποθαρρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθαρρυντικός
αποθαρρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του αποθαρρυντικός
αποθαρρυντικός	adj	που αποθαρρύνει, που έχει σχέση με την αποθάρρυνση, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποθαρρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του αποθαρρυντικός
αποθαρρυνόμασταν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόμαστε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόμενος	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόμουν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόμουνα	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόντουσαν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόσασταν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόσαστε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόσουν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόσουνα	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνόταν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρυνότανε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύναμε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύναν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνανε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνατε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνει	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνεις	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνεσαι	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνεστε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνεται	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνετε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνθηκα	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνθηκαν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνθηκε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνθηκες	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθαρρύνω
αποθαρρύνομε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνονται	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνονταν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνοντας	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνουμε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνουν	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνουνε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνσεις	=	αποθάρρυνση
αποθαρρύνσεων	=	αποθάρρυνση
αποθαρρύνσου	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύντε	=	αποθαρρύνω
αποθαρρύνω	verb	κάνω, οδηγώ κάποιον στο να χάσει το θάρρος του στο να κάνει κάτι ή να χάσει την αισιοδοξία του για κάτι
αποθαυμάζαμε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζαν	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζανε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζατε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζει	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζεις	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζετε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθαυμάζω
αποθαυμάζοντας	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζουμε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζουν	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζουνε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάζω	verb	θαυμάζω (για μεγάλο χρονικό διάστημα)
αποθαυμάσαμε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάσαν	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάσανε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάσατε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάσει	=	αποθαυμάζω
αποθαυμάστε	=	αποθαυμάζω
αποθαυμασμέ	=	αποθαυμασμός
αποθαυμασμοί	=	αποθαυμασμός
αποθαυμασμού	=	αποθαυμασμός
αποθαυμασμούς	=	αποθαυμασμός
αποθαυμασμό	=	αποθαυμασμός
αποθαυμασμός	noun	θαυμασμός μαζί με έκπληξη
αποθαυμασμών	=	αποθαυμασμός
αποθαύμαζα	=	αποθαυμάζω
αποθαύμαζαν	=	αποθαυμάζω
αποθαύμαζε	=	αποθαυμάζω
αποθαύμαζες	=	αποθαυμάζω
αποθαύμασα	=	αποθαυμάζω
αποθαύμασαν	=	αποθαυμάζω
αποθαύμασε	=	αποθαυμάζω
αποθαύμασες	=	αποθαυμάζω
αποθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόθεμα
αποθεματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεματικό
αποθεματικέ	adj	κλητική ενικού του αποθεματικός
αποθεματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεματική
αποθεματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθεματικός
αποθεματικής	adj	γενική ενικού του αποθεματική
αποθεματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθεματικός
αποθεματικού	adj	γενική ενικού του αποθεματικός
αποθεματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθεματικός
αποθεματικό	noun	το κεφάλαιο που σχηματίζεται από τα καθαρά κέρδη μιας επιχείρησης για την κάλυψη ενδεχομένων ζημιών
αποθεματικός	adj	που έχει σχέση με το απόθεμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή φυλάγεται ως απόθεμα
αποθεματικών	adj	γενική πληθυντικού του αποθεματικός
αποθεματοποίει	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποίησα	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποίησαν	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποίησε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποίησες	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθεματοποιώ
αποθεματοποίησης	noun	γενική ενικού του αποθεματοποίηση
αποθεματοποιήσαμε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιήσαν	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιήσανε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιήσατε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιήσει	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεματοποίηση
αποθεματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθεματοποίηση
αποθεματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθεματοποίηση
αποθεματοποιήστε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιεί	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιείς	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιείτε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούμε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούν	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούνε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσα	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσαμε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσαν	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσανε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσατε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσε	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιούσες	=	αποθεματοποιώ
αποθεματοποιώ	verb	δημιουργώ κάποιο απόθεμα
αποθεματοποιώντας	=	αποθεματοποιώ
αποθεράπευα	=	αποθεραπεύω
αποθεράπευαν	=	αποθεραπεύω
αποθεράπευε	=	αποθεραπεύω
αποθεράπευες	=	αποθεραπεύω
αποθεράπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεράπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεράπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεράπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθερίζαμε	=	αποθερίζω
αποθερίζαν	=	αποθερίζω
αποθερίζανε	=	αποθερίζω
αποθερίζατε	=	αποθερίζω
αποθερίζει	=	αποθερίζω
αποθερίζεις	=	αποθερίζω
αποθερίζετε	=	αποθερίζω
αποθερίζοντας	=	αποθερίζω
αποθερίζουμε	=	αποθερίζω
αποθερίζουν	=	αποθερίζω
αποθερίζουνε	=	αποθερίζω
αποθερίζω	verb	τελειώνω τον θερισμό
αποθερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσαν	=	αποθερίζω
αποθερίσανε	=	αποθερίζω
αποθερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθέρισμα
αποθερίσματος	noun	γενική ενικού του αποθέρισμα
αποθερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθερίζω
αποθεραπεία	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποθεραπεύω
αποθεραπείας	noun	γενική ενικού του αποθεραπεία
αποθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεραπεία
αποθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του αποθεραπεία
αποθεραπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεραπευμένο
αποθεραπευμένε	verb	κλητική ενικού του αποθεραπευμένος
αποθεραπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεραπευμένη
αποθεραπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθεραπευμένος
αποθεραπευμένης	verb	γενική ενικού του αποθεραπευμένη
αποθεραπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθεραπευμένος
αποθεραπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθεραπευμένος
αποθεραπευμένος	verb	που έχει αποθεραπευτεί
αποθεραπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθεραπευμένος
αποθεραπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθεραπευμένος
αποθεραπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθεραπευμένος
αποθεραπευτήκαμε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευτήκαν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευτήκανε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευτήκατε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευτεί	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευτείτε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόμασταν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόμαστε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόμουν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόμουνα	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόντουσαν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόσασταν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόσαστε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόσουν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόσουνα	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευόταν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπευότανε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύαμε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύαν	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύανε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύατε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύει	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύεις	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύεσαι	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύεστε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύεται	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύετε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύθηκα	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύονται	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύονταν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύοντας	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύου	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύουμε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύουν	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύουνε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσαν	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύσανε	=	αποθεραπεύω
αποθεραπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσου	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεραπεύω
αποθεραπεύτηκα	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύτηκαν	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύτηκε	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύτηκες	=	αποθεραπεύομαι
αποθεραπεύω	verb	φροντίζω για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας κάποιου και την ανάρρωσή του
αποθερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποθέρισμα
αποθερισμέ	noun	κλητική ενικού του αποθερισμός
αποθερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθερισμένο
αποθερισμένε	verb	κλητική ενικού του αποθερισμένος
αποθερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθερισμένη
αποθερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθερισμένος
αποθερισμένης	verb	γενική ενικού του αποθερισμένη
αποθερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθερισμένος
αποθερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθερισμένος
αποθερισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποθερίζω
αποθερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθερισμένος
αποθερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθερισμένος
αποθερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθερισμένος
αποθερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθερισμός
αποθερισμού	noun	γενική ενικού του αποθερισμός
αποθερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποθερισμός
αποθερισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποθερισμός
αποθερισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθερίζω
αποθερισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποθερισμός
αποθερμάναμε	=	αποθερμαίνω
αποθερμάναν	=	αποθερμαίνω
αποθερμάνανε	=	αποθερμαίνω
αποθερμάνατε	=	αποθερμαίνω
αποθερμάνει	=	αποθερμαίνω
αποθερμάνετε	=	αποθερμαίνω
αποθερμάνθηκα	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμάνθηκαν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμάνθηκε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμάνθηκες	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθέρμανση
αποθερμάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθέρμανση
αποθερμάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθέρμανση
αποθερμάνσου	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίναμε	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίναν	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνανε	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνατε	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνει	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνεις	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνεσαι	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίνεστε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίνεται	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίνετε	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθερμαίνω
αποθερμαίνονται	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίνονταν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίνοντας	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνου	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαίνουμε	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνουν	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνουνε	=	αποθερμαίνω
αποθερμαίνω	verb	περιορίζω την οικονομική δραστηριότητα
αποθερμαινόμασταν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόμαστε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόμουν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόμουνα	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόντουσαν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόσασταν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόσαστε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόσουν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόσουνα	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινόταν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμαινότανε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμανθήκαμε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμανθήκαν	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμανθήκανε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμανθήκατε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμανθεί	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμανθείτε	=	αποθερμαίνομαι
αποθερμασμένος	=	αποθερμαίνομαι
αποθετήρια	=	αποθετήριο
αποθετήριας	=	αποθετήριος
αποθετήριε	=	αποθετήριος
αποθετήριες	=	αποθετήριος
αποθετήριο	noun	μέρος όπου αποτίθενται ή φυλάγονται διάφορα πράγματα σε υλική ή άυλη μορφή
αποθετήριοι	=	αποθετήριος
αποθετήριος	adj|formal	που σχετίζεται με την απόθεση ή τη φύλαξη ή αναφέρεται σ’ αυτές
αποθετήριου	=	αποθετήριο
αποθετήριους	=	αποθετήριος
αποθετήριων	=	αποθετήριο
αποθετηρίου	=	αποθετήριο
αποθετηρίων	=	αποθετήριο
αποθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθετικό
αποθετικέ	adj	κλητική ενικού του αποθετικός
αποθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθετική
αποθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθετικός
αποθετικής	adj	γενική ενικού του αποθετική
αποθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθετικός
αποθετικού	adj	γενική ενικού του αποθετικός
αποθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθετικός
αποθετικό	adj	αιτιατική ενικού του αποθετικός
αποθετικός	adj	που αποθέτει κάτι
αποθετικών	adj	γενική πληθυντικού του αποθετικός
αποθετών	=	αποθέτης
αποθεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεωμένο
αποθεωμένε	verb	κλητική ενικού του αποθεωμένος
αποθεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεωμένη
αποθεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθεωμένος
αποθεωμένης	verb	γενική ενικού του αποθεωμένη
αποθεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθεωμένος
αποθεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθεωμένος
αποθεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθεωμένος
αποθεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθεωμένος
αποθεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθεωμένος
αποθεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεωτικό	adv	με αποθεωτικό τρόπο
αποθεωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποθεωτικός
αποθεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθεωτική
αποθεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθεωτικός
αποθεωτικής	adj	γενική ενικού του αποθεωτική
αποθεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθεωτικός
αποθεωτικού	adj	γενική ενικού του αποθεωτικός
αποθεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθεωτικός
αποθεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποθεωτικός
αποθεωτικός	adj	που αποθεώνει, που έχει σχέση με την αποθέωση βλ αναφέρεται σ’ αυτήν
αποθεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποθεωτικός
αποθεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθέωση
αποθεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθέωση
αποθεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθέωση
αποθεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθεώνω
αποθηκάκι	noun	μικρή αποθήκη
αποθηκάκια	=	αποθηκάκι
αποθηκάριε	=	αποθηκάριος
αποθηκάριο	=	αποθηκάριος
αποθηκάριοι	=	αποθηκάριος
αποθηκάριος	noun	το άτομο που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των υλικών που υπάρχουν σε μια αποθήκη
αποθηκάριου	=	αποθηκάριος
αποθηκάριους	=	αποθηκάριος
αποθηκάριων	=	αποθηκάριος
αποθηκέψαμε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψατε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψει	=	αποθηκεύω
αποθηκέψεις	=	αποθηκεύω
αποθηκέψετε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψομε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψου	=	αποθηκεύω
αποθηκέψουμε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψουν	=	αποθηκεύω
αποθηκέψουνε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψτε	=	αποθηκεύω
αποθηκέψω	=	αποθηκεύω
αποθηκαρίου	=	αποθηκάριος
αποθηκαρίους	=	αποθηκάριος
αποθηκαρίων	=	αποθηκάριος
αποθηκευθήκαμε	=	αποθηκεύω
αποθηκευθήκαν	=	αποθηκεύω
αποθηκευθήκανε	=	αποθηκεύω
αποθηκευθήκατε	=	αποθηκεύω
αποθηκευθεί	=	αποθηκεύω
αποθηκευθείς	=	αποθηκεύω
αποθηκευθείτε	=	αποθηκεύω
αποθηκευθούμε	=	αποθηκεύω
αποθηκευθούν	=	αποθηκεύω
αποθηκευθούνε	=	αποθηκεύω
αποθηκευθώ	=	αποθηκεύω
αποθηκευμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθηκευμένο
αποθηκευμένε	adj	κλητική ενικού του αποθηκευμένος
αποθηκευμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθηκευμένη
αποθηκευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθηκευμένος
αποθηκευμένης	adj	γενική ενικού του αποθηκευμένη
αποθηκευμένο	adj	αιτιατική ενικού του αποθηκευμένος
αποθηκευμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθηκευμένος
αποθηκευμένος	verb	που έχει αποθηκευτεί
αποθηκευμένου	verb	γενική ενικού του αποθηκευμένος
αποθηκευμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθηκευμένος
αποθηκευμένων	adj	γενική πληθυντικού του αποθηκευμένος
αποθηκευσιμοτήτων	=	αποθηκευσιμότητα
αποθηκευσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αποθηκεύσιμου
αποθηκευσιμότητας	=	αποθηκευσιμότητα
αποθηκευσιμότητες	=	αποθηκευσιμότητα
αποθηκευτές	=	αποθηκευτής
αποθηκευτή	=	αποθηκευτής
αποθηκευτήκαμε	=	αποθηκεύω
αποθηκευτήκαν	=	αποθηκεύω
αποθηκευτήκανε	=	αποθηκεύω
αποθηκευτήκατε	=	αποθηκεύω
αποθηκευτής	noun	πρόσωπο ή φορέας με θεσμική άδεια κατοχής προϊόντων με προοπτική εμπορικής διάθεσης
αποθηκευτεί	=	αποθηκεύω
αποθηκευτείς	=	αποθηκεύω
αποθηκευτείτε	=	αποθηκεύω
αποθηκευτικά	adj	άλλη μορφή του αποθήκευτρα
αποθηκευτικέ	adj	κλητική ενικού του αποθηκευτικός
αποθηκευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθηκευτική
αποθηκευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθηκευτικός
αποθηκευτικής	adj	γενική ενικού του αποθηκευτική
αποθηκευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθηκευτικός
αποθηκευτικού	adj	γενική ενικού του αποθηκευτικός
αποθηκευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθηκευτικός
αποθηκευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποθηκευτικός
αποθηκευτικός	adj	που έχει σχέση με την αποθήκευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει γι’ αυτή
αποθηκευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποθηκευτικός
αποθηκευτούμε	=	αποθηκεύω
αποθηκευτούν	=	αποθηκεύω
αποθηκευτούνε	=	αποθηκεύω
αποθηκευτώ	=	αποθηκεύω
αποθηκευτών	=	αποθηκευτής
αποθηκευόμασταν	=	αποθηκεύω
αποθηκευόμαστε	=	αποθηκεύω
αποθηκευόμουν	=	αποθηκεύω
αποθηκευόμουνα	=	αποθηκεύω
αποθηκευόντουσαν	=	αποθηκεύω
αποθηκευόσασταν	=	αποθηκεύω
αποθηκευόσαστε	=	αποθηκεύω
αποθηκευόσουν	=	αποθηκεύω
αποθηκευόσουνα	=	αποθηκεύω
αποθηκευόταν	=	αποθηκεύω
αποθηκευότανε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύαμε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύαν	=	αποθηκεύω
αποθηκεύανε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύατε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποθηκεύω
αποθηκεύεις	=	αποθηκεύω
αποθηκεύεσαι	=	αποθηκεύω
αποθηκεύεστε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύεται	=	αποθηκεύω
αποθηκεύετε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύθηκα	=	αποθηκεύω
αποθηκεύθηκαν	=	αποθηκεύω
αποθηκεύθηκε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύθηκες	=	αποθηκεύω
αποθηκεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύομε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύονται	=	αποθηκεύω
αποθηκεύονταν	=	αποθηκεύω
αποθηκεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύουμε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύουν	=	αποθηκεύω
αποθηκεύουνε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσαν	=	αποθηκεύω
αποθηκεύσανε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθήκευση
αποθηκεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθήκευση
αποθηκεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθήκευση
αποθηκεύσιμα	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμε	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμες	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμη	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμης	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμο	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμοι	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμος	adj|formal	για τον οποίο υπάρχει η δυνατότητα να αποθηκευτεί ή να διατηρηθεί σε κατάλληλο χώρο για μελλοντική χρήση ή αξιοποίηση
αποθηκεύσιμου	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμους	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσιμων	=	αποθηκεύσιμος
αποθηκεύσομε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύσου	=	αποθηκεύω
αποθηκεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσουνε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηκεύω
αποθηκεύτε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύτηκα	=	αποθηκεύω
αποθηκεύτηκαν	=	αποθηκεύω
αποθηκεύτηκε	=	αποθηκεύω
αποθηκεύτηκες	=	αποθηκεύω
αποθηκεύω	verb	τοποθετώ, βάζω κάτι σε αποθήκη για μελλοντική χρήση
αποθηκούλα	noun	μικρή αποθήκη
αποθηκούλας	=	αποθηκούλα
αποθηκούλες	=	αποθηκούλα
αποθηκών	=	αποθήκη
αποθηλάζαμε	=	αποθηλάζω
αποθηλάζαν	=	αποθηλάζω
αποθηλάζανε	=	αποθηλάζω
αποθηλάζατε	=	αποθηλάζω
αποθηλάζει	=	αποθηλάζω
αποθηλάζεις	=	αποθηλάζω
αποθηλάζετε	=	αποθηλάζω
αποθηλάζοντας	=	αποθηλάζω
αποθηλάζουμε	=	αποθηλάζω
αποθηλάζουν	=	αποθηλάζω
αποθηλάζουνε	=	αποθηλάζω
αποθηλάζω	verb|formal	απογαλακτίζω
αποθηλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάσαν	=	αποθηλάζω
αποθηλάσανε	=	αποθηλάζω
αποθηλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλάστε	=	αποθηλάζω
αποθηλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηλάζω
αποθηλασμέ	noun	κλητική ενικού του αποθηλασμός
αποθηλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθηλασμός
αποθηλασμού	noun	γενική ενικού του αποθηλασμός
αποθηλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποθηλασμός
αποθηλασμό	noun	αιτιατική ενικού του αποθηλασμός
αποθηλασμός	noun|formal	απογαλακτισμός
αποθηλασμών	noun	γενική πληθυντικού του αποθηλασμός
αποθηρίωνα	=	αποθηριώνω
αποθηρίωναν	=	αποθηριώνω
αποθηρίωνε	=	αποθηριώνω
αποθηρίωνες	=	αποθηριώνω
αποθηρίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηρίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηρίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηρίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηρίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθηριώνω
αποθηρίωσης	noun	γενική ενικού του αποθηρίωση
αποθηριλωσεις	=	αποθηρίωση
αποθηριλωσεων	=	αποθηρίωση
αποθηριλωσεως	=	αποθηρίωση
αποθηριωθήκαμε	=	αποθηριώνω
αποθηριωθήκαν	=	αποθηριώνω
αποθηριωθήκανε	=	αποθηριώνω
αποθηριωθήκατε	=	αποθηριώνω
αποθηριωθεί	=	αποθηριώνω
αποθηριωθείτε	=	αποθηριώνω
αποθηριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθηριωμένο
αποθηριωμένε	verb	κλητική ενικού του αποθηριωμένος
αποθηριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθηριωμένη
αποθηριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθηριωμένος
αποθηριωμένης	verb	γενική ενικού του αποθηριωμένη
αποθηριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθηριωμένος
αποθηριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθηριωμένος
αποθηριωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθηριωμένος
αποθηριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθηριωμένος
αποθηριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθηριωμένος
αποθηριωνόμασταν	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόμαστε	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόμουν	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόμουνα	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόντουσαν	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόσασταν	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόσαστε	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόσουν	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόσουνα	=	αποθηριώνω
αποθηριωνόταν	=	αποθηριώνω
αποθηριωνότανε	=	αποθηριώνω
αποθηριώθηκα	=	αποθηριώνω
αποθηριώθηκαν	=	αποθηριώνω
αποθηριώθηκε	=	αποθηριώνω
αποθηριώθηκες	=	αποθηριώνω
αποθηριώναμε	=	αποθηριώνω
αποθηριώναν	=	αποθηριώνω
αποθηριώνανε	=	αποθηριώνω
αποθηριώνατε	=	αποθηριώνω
αποθηριώνει	=	αποθηριώνω
αποθηριώνεις	=	αποθηριώνω
αποθηριώνεσαι	=	αποθηριώνω
αποθηριώνεστε	=	αποθηριώνω
αποθηριώνεται	=	αποθηριώνω
αποθηριώνετε	=	αποθηριώνω
αποθηριώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώνονται	=	αποθηριώνω
αποθηριώνονταν	=	αποθηριώνω
αποθηριώνοντας	=	αποθηριώνω
αποθηριώνουμε	=	αποθηριώνω
αποθηριώνουν	=	αποθηριώνω
αποθηριώνουνε	=	αποθηριώνω
αποθηριώνω	verb	μετατρέπω κάποιον σε θηρίο
αποθηριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσαν	=	αποθηριώνω
αποθηριώσανε	=	αποθηριώνω
αποθηριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθηρίωση
αποθηριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθηρίωση
αποθηριώσου	=	αποθηριώνω
αποθηριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθηριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθηριώνω
αποθησαυρίζαμε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζαν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζανε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζατε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζει	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζεις	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζεσαι	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζεστε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζεται	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζετε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζομαι	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζομε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζονται	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζονταν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζοντας	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζουμε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζουν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζουνε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίζω	verb	συγκεντρώνω πράγματα αξίας ή χρήματα
αποθησαυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσαν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσανε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθησαύριση
αποθησαυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθησαύριση
αποθησαυρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθησαύριση
αποθησαυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθησαύρισμα
αποθησαυρίσματος	noun	γενική ενικού του αποθησαύρισμα
αποθησαυρίσομε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσου	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσουνε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρίστηκα	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίστηκαν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίστηκε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίστηκες	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποθησαύρισμα
αποθησαυρισμέ	noun	κλητική ενικού του αποθησαυρισμός
αποθησαυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυρισμένο
αποθησαυρισμένε	verb	κλητική ενικού του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυρισμένη
αποθησαυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμένης	verb	γενική ενικού του αποθησαυρισμένη
αποθησαυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθησαυρισμένος
αποθησαυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυρισμός
αποθησαυρισμού	noun	γενική ενικού του αποθησαυρισμός
αποθησαυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποθησαυρισμός
αποθησαυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποθησαυρισμός
αποθησαυρισμός	noun	η συγκέντρωση πλούτου, θησαυρού, το μάζεμα χρημάτων
αποθησαυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποθησαυρισμός
αποθησαυριστές	=	αποθησαυριστής
αποθησαυριστή	=	αποθησαυριστής
αποθησαυριστήκαμε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστήκαν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστήκανε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστήκατε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστής	noun	αυτός που αποθησαυρίζει
αποθησαυριστεί	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστείς	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστείτε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυριστικό
αποθησαυριστικέ	adj	κλητική ενικού του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυριστική
αποθησαυριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστικής	adj	γενική ενικού του αποθησαυριστική
αποθησαυριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστικού	adj	γενική ενικού του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστικός	adj	που έχει σχέση με τον αποθησαυριστή ή το αποθησαύρισμα ή αναφέρεται σ' αυτά
αποθησαυριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποθησαυριστικός
αποθησαυριστούμε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστούν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστούνε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστώ	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυριστών	=	αποθησαυριστής
αποθησαυρισόμασταν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόμαστε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόμουν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόμουνα	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόντουσαν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόσασταν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόσαστε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόσουν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόσουνα	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισόταν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαυρισότανε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαύριζα	=	αποθησαυρίζω
αποθησαύριζαν	=	αποθησαυρίζω
αποθησαύριζε	=	αποθησαυρίζω
αποθησαύριζες	=	αποθησαυρίζω
αποθησαύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθησαυρίζω
αποθησαύριση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποθησαυρίζω
αποθησαύρισης	noun	γενική ενικού του αποθησαύριση
αποθησαύρισμα	noun	άλλη μορφή του αποθησαύριση
αποθνήσκω	verb|archaic	πεθαίνω
αποθορυβοποίει	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποίησα	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποίησαν	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποίησε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποίησες	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποίησης	noun	γενική ενικού του αποθορυβοποίηση
αποθορυβοποιήσαμε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιήσαν	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιήσανε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιήσατε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιήσει	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθορυβοποίηση
αποθορυβοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθορυβοποίηση
αποθορυβοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθορυβοποίηση
αποθορυβοποιήστε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιεί	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιείς	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιείτε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούμε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούν	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούνε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσα	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσαμε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσαν	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσανε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσατε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσε	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιούσες	=	αποθορυβοποιώ
αποθορυβοποιώ	verb	αφαιρώ τον θόρυβο από μια ηχογράφηση ή τον «θόρυβο» από κάποιο βίντεο ή φωτογραφία
αποθορυβοποιώντας	=	αποθορυβοποιώ
αποθράσυνα	=	αποθρασύνω
αποθράσυναν	=	αποθρασύνω
αποθράσυνε	=	αποθρασύνω
αποθράσυνες	=	αποθρασύνω
αποθράσυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθρασύνω
αποθράσυνσης	noun	γενική ενικού του αποθράσυνση
αποθρασυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθρασυμένο
αποθρασυμένε	verb	κλητική ενικού του αποθρασυμένος
αποθρασυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθρασυμένη
αποθρασυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποθρασυμένος
αποθρασυμένης	verb	γενική ενικού του αποθρασυμένη
αποθρασυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποθρασυμένος
αποθρασυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποθρασυμένος
αποθρασυμένος	verb	που έχει αποθρασυνθεί
αποθρασυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποθρασυμένος
αποθρασυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποθρασυμένος
αποθρασυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποθρασυμένος
αποθρασυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασύναμε	=	αποθρασύνω
αποθρασύναν	=	αποθρασύνω
αποθρασύνανε	=	αποθρασύνω
αποθρασύνατε	=	αποθρασύνω
αποθρασύνει	=	αποθρασύνω
αποθρασύνεις	=	αποθρασύνω
αποθρασύνετε	=	αποθρασύνω
αποθρασύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθρασύνομαι
αποθρασύνομαι	verb	φέρομαι με αυθάδεια, παίρνω περισσότερο θάρρος από αυτό που αρμόζει στις περιστάσεις, ξεπερνώ τα λογικά όρια σε απαιτήσεις ή σε οικειότητα, υπερβαίνω τα εσκαμμένα
αποθρασύνοντας	=	αποθρασύνω
αποθρασύνουμε	=	αποθρασύνω
αποθρασύνουν	=	αποθρασύνω
αποθρασύνουνε	=	αποθρασύνω
αποθρασύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθράσυνση
αποθρασύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποθράσυνση
αποθρασύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποθράσυνση
αποθρασύντε	=	αποθρασύνω
αποθρασύνω	verb	κάνω κάποιον να φέρεται με θράσος
αποθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσαν	=	αποθυμώ
αποθυμήσανε	=	αποθυμώ
αποθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθυμεί	=	αποθυμώ
αποθυμείς	=	αποθυμώ
αποθυμείτε	=	αποθυμώ
αποθυμιά	noun	άλλη μορφή του επιθυμία
αποθυμιάς	noun	γενική ενικού του αποθυμιά
αποθυμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποθυμιά
αποθυμιών	=	αποθυμιά
αποθυμούμε	=	αποθυμώ
αποθυμούν	=	αποθυμώ
αποθυμούνε	=	αποθυμώ
αποθυμούσα	=	αποθυμώ
αποθυμούσαμε	=	αποθυμώ
αποθυμούσαν	=	αποθυμώ
αποθυμούσανε	=	αποθυμώ
αποθυμούσατε	=	αποθυμώ
αποθυμούσε	=	αποθυμώ
αποθυμούσες	=	αποθυμώ
αποθυμώ	verb	άλλη μορφή του επιθυμώ
αποθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποθυμάω / αποθυμώ
αποθύμει	=	αποθυμώ
αποθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποθυμώ
αποικήσεις	=	αποίκηση
αποικήσεων	=	αποίκηση
αποικήσεως	=	αποίκηση
αποικία	noun	πόλη ή κράτος ή περιοχή που ιδρύεται από άλλη πόλη ή κράτος σε μακρινό τόπο
αποικίας	noun	γενική ενικού του αποικία
αποικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικία
αποικίζαμε	=	αποικίζω
αποικίζαν	=	αποικίζω
αποικίζανε	=	αποικίζω
αποικίζατε	=	αποικίζω
αποικίζει	=	αποικίζω
αποικίζεις	=	αποικίζω
αποικίζεσαι	=	αποικίζομαι
αποικίζεστε	=	αποικίζομαι
αποικίζεται	=	αποικίζομαι
αποικίζετε	=	αποικίζω
αποικίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποικίζω
αποικίζομε	=	αποικίζω
αποικίζονται	=	αποικίζομαι
αποικίζονταν	=	αποικίζομαι
αποικίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποικίζω
αποικίζου	=	αποικίζομαι
αποικίζουμε	=	αποικίζω
αποικίζουν	=	αποικίζω
αποικίζουνε	=	αποικίζω
αποικίζω	verb	ιδρύω αποικία
αποικίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίσαν	=	αποικίζω
αποικίσανε	=	αποικίζω
αποικίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποικίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποίκιση
αποικίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποίκιση
αποικίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποίκιση
αποικίσομε	=	αποικίζω
αποικίσου	=	αποικίζομαι
αποικίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίσουνε	=	αποικίζω
αποικίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικίστηκα	=	αποικίζομαι
αποικίστηκαν	=	αποικίζομαι
αποικίστηκε	=	αποικίζομαι
αποικίστηκες	=	αποικίζομαι
αποικίστρια	=	αποικιστής
αποικίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποικίζω
αποικιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιακό
αποικιακέ	adj	κλητική ενικού του αποικιακός
αποικιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιακή
αποικιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποικιακός
αποικιακής	adj	γενική ενικού του αποικιακή
αποικιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικιακός
αποικιακού	adj	γενική ενικού του αποικιακός
αποικιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποικιακός
αποικιακό	adj	αιτιατική ενικού του αποικιακός
αποικιακός	adj	που αναφέρεται στις ή προέρχεται από τις αποικίες
αποικιακών	adj	γενική πληθυντικού του αποικιακός
αποικιζόμασταν	=	αποικίζομαι
αποικιζόμαστε	=	αποικίζομαι
αποικιζόμουν	=	αποικίζομαι
αποικιζόμουνα	=	αποικίζομαι
αποικιζόντουσαν	=	αποικίζομαι
αποικιζόσασταν	=	αποικίζομαι
αποικιζόσαστε	=	αποικίζομαι
αποικιζόσουν	=	αποικίζομαι
αποικιζόσουνα	=	αποικίζομαι
αποικιζόταν	=	αποικίζομαι
αποικιζότανε	=	αποικίζομαι
αποικιοκράτες	=	αποικιοκράτης
αποικιοκράτη	=	αποικιοκράτης
αποικιοκράτης	noun	πρόσωπο ή δύναμη που επιβάλλει ή υποστηρίζει την κυριαρχία μιας χώρας πάνω σε ξένο έδαφος, και εκμεταλλεύεται τον τοπικό πληθυσμό και τους πόρους προς ίδιον όφελος
αποικιοκράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποικιοκρατούμαι
αποικιοκράτησης	=	αποικιοκράτηση
αποικιοκράτισσα	noun	θηλυκό του αποικιοκράτης
αποικιοκράτισσας	=	αποικιοκράτισσα
αποικιοκράτισσες	=	αποικιοκράτισσα
αποικιοκρατήσεις	=	αποικιοκράτηση
αποικιοκρατήσεων	=	αποικιοκράτηση
αποικιοκρατήσεως	=	αποικιοκράτηση
αποικιοκρατία	noun	η επιβολή της βούλησης και η κυριαρχία (σε διάφορα επίπεδα: πολιτικό, οικονομικό κ.λπ.) ισχυρότερων χωρών πάνω σε ασθενέστερες
αποικιοκρατίας	noun	γενική ενικού του αποικιοκρατία
αποικιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιοκρατία
αποικιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιοκρατικό
αποικιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιοκρατική
αποικιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατικής	adj	γενική ενικού του αποικιοκρατική
αποικιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατικού	adj	γενική ενικού του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την αποικιοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποικιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αποικιοκρατικός
αποικιοκρατισμέ	=	αποικιοκρατισμός
αποικιοκρατισμοί	=	αποικιοκρατισμός
αποικιοκρατισμού	=	αποικιοκρατισμός
αποικιοκρατισμούς	=	αποικιοκρατισμός
αποικιοκρατισμό	=	αποικιοκρατισμός
αποικιοκρατισμός	noun	άλλη μορφή του αποικιοκρατία
αποικιοκρατισμών	=	αποικιοκρατισμός
αποικιοκρατισσών	=	αποικιοκράτισσα
αποικιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αποικιοκρατία
αποικιοκρατών	=	αποικιοκράτης
αποικιοποίει	=	αποικιοποιώ
αποικιοποίησα	=	αποικιοποιώ
αποικιοποίησαν	=	αποικιοποιώ
αποικιοποίησε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποίησες	=	αποικιοποιώ
αποικιοποίηση	noun	η διαδικασία με την οποία ένα ισχυρό κράτος επιβάλλει πολιτικό έλεγχο, οικονομική εκμετάλλευση και πολιτιστική κυριαρχία σε μια ξένη περιοχή ή λαό, εντάσσοντάς τους στο σύστημά του ως εξαρτημένη επικράτεια
αποικιοποίησης	=	αποικιοποίηση
αποικιοποιήσαμε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιήσαν	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιήσανε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιήσατε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιήσει	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιήσεις	=	αποικιοποίηση
αποικιοποιήσεων	=	αποικιοποίηση
αποικιοποιήστε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιεί	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιείς	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιείτε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούμε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούν	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούνε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσα	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσαμε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσαν	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσανε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσατε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσε	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιούσες	=	αποικιοποιώ
αποικιοποιώ	verb	εφαρμόζω / επιφέρω αποικιοποίηση
αποικιοποιώντας	=	αποικιοποιώ
αποικισμέ	noun	κλητική ενικού του αποικισμός
αποικισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικισμένο
αποικισμένε	verb	κλητική ενικού του αποικισμένος
αποικισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικισμένη
αποικισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποικισμένος
αποικισμένης	verb	γενική ενικού του αποικισμένη
αποικισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποικισμένος
αποικισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικισμένος
αποικισμένος	=	αποικίζομαι
αποικισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποικισμένος
αποικισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποικισμένος
αποικισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποικισμένος
αποικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικισμός
αποικισμού	noun	γενική ενικού του αποικισμός
αποικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποικισμός
αποικισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποικισμός
αποικισμός	noun	η δημιουργία αποικίας
αποικισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποικισμός
αποικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιστής
αποικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αποικιστής
αποικιστήκαμε	=	αποικίζομαι
αποικιστήκαν	=	αποικίζομαι
αποικιστήκανε	=	αποικίζομαι
αποικιστήκατε	=	αποικίζομαι
αποικιστής	noun	αυτός (άνθρωπος ή πόλη-κράτος) που ιδρύει αποικία ή ηγείται της σχετικής αποστολής
αποικιστεί	=	αποικίζομαι
αποικιστείς	=	αποικίζω
αποικιστείτε	=	αποικίζομαι
αποικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιστικό
αποικιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποικιστικός
αποικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικιστική
αποικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποικιστικός
αποικιστικής	adj	γενική ενικού του αποικιστική
αποικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικιστικός
αποικιστικού	adj	γενική ενικού του αποικιστικός
αποικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποικιστικός
αποικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποικιστικός
αποικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αποικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αποικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποικιστικός
αποικιστούμε	=	αποικίζω
αποικιστούν	=	αποικίζω
αποικιστούνε	=	αποικίζω
αποικιστώ	=	αποικίζω
αποικιστών	noun	γενική πληθυντικού του αποικιστής
αποικιών	noun	γενική πληθυντικού του αποικία
αποικοδομήθηκα	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομήθηκαν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομήθηκε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομήθηκες	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομήσαμε	=	αποικοδομώ
αποικοδομήσαν	=	αποικοδομώ
αποικοδομήσανε	=	αποικοδομώ
αποικοδομήσατε	=	αποικοδομώ
αποικοδομήσει	=	αποικοδομώ
αποικοδομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικοδόμηση
αποικοδομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποικοδόμηση
αποικοδομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποικοδόμηση
αποικοδομήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικοδομήσιμο
αποικοδομήσιμε	adj	κλητική ενικού του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικοδομήσιμη
αποικοδομήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσιμης	adj	γενική ενικού του αποικοδομήσιμη
αποικοδομήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσιμος	adj	που μπορεί να αποικοδομηθεί
αποικοδομήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποικοδομήσιμος
αποικοδομήσου	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομήστε	=	αποικοδομώ
αποικοδομεί	=	αποικοδομώ
αποικοδομείς	=	αποικοδομώ
αποικοδομείσαι	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομείστε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομείται	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομείτε	=	αποικοδομώ
αποικοδομηθήκαμε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομηθήκαν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομηθήκανε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομηθήκατε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομηθεί	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομηθείτε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικοδομημένο
αποικοδομημένε	verb	κλητική ενικού του αποικοδομημένος
αποικοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποικοδομημένη
αποικοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποικοδομημένος
αποικοδομημένης	verb	γενική ενικού του αποικοδομημένη
αποικοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποικοδομημένος
αποικοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποικοδομημένος
αποικοδομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποικοδομώ
αποικοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποικοδομημένος
αποικοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποικοδομημένος
αποικοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποικοδομημένος
αποικοδομητές	=	αποικοδομητής
αποικοδομητή	=	αποικοδομητής
αποικοδομητής	noun	αυτός που επιχειρεί αποικοδόμηση
αποικοδομητών	=	αποικοδομητής
αποικοδομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποικοδομώ
αποικοδομούμασταν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούμαστε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούμε	=	αποικοδομώ
αποικοδομούμουν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούν	=	αποικοδομώ
αποικοδομούνε	=	αποικοδομώ
αποικοδομούνται	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούνταν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούσα	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσαμε	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσαν	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσανε	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσασταν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούσαστε	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομούσατε	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσε	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσες	=	αποικοδομώ
αποικοδομούσουν	=	αποικοδομούμαι
αποικοδομώ	verb	διασπώ μια οργανική ουσία, ώστε τα συστατικά που θα προκύψουν να απορροφηθούν από το περιβάλλον
αποικοδομώντας	=	αποικοδομώ
αποικοδόμει	=	αποικοδομώ
αποικοδόμησα	=	αποικοδομώ
αποικοδόμησαν	=	αποικοδομώ
αποικοδόμησε	=	αποικοδομώ
αποικοδόμησες	=	αποικοδομώ
αποικοδόμηση	noun	η διάσπαση οργανικών ενώσεων σε απλούστερες ενώσεις μέχρι ανόργανα υλικά
αποικοδόμησης	noun	γενική ενικού του αποικοδόμηση
αποικούμαι	=	αποικώ
αποικώ	verb|rare	άλλη μορφή του αποικίζω
αποικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποικώ
αποκάθαρση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποκαθαίρω
αποκάθαρσης	noun	γενική ενικού του αποκάθαρση
αποκάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκάλυπτα	=	αποκαλύπτω
αποκάλυπταν	=	αποκαλύπτω
αποκάλυπτε	=	αποκαλύπτω
αποκάλυπτες	=	αποκαλύπτω
αποκάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκάλυψη	noun	αφαίρεση του καλύμματος, ξεσκέπασμα
αποκάλυψης	noun	γενική ενικού του αποκάλυψη
αποκάμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμνω	verb	άλλη μορφή του αποκάνω
αποκάμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
αποκάμωμα	noun|literary	το αποτέλεσμα του αποκάμνω
αποκάνω	verb	κουράζομαι
αποκάρωμα	noun	το να βυθίζεσαι σε βαθύ ύπνο
αποκάρωνα	=	αποκαρώνω
αποκάρωναν	=	αποκαρώνω
αποκάρωνε	=	αποκαρώνω
αποκάρωνες	=	αποκαρώνω
αποκάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκάρωση	noun	η τάση για ύπνο
αποκάρωσης	=	αποκάρωση
αποκάτω	noun	που βρίσκεται (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) από κάτω, από το κάτω μέρος	adj	που βρίσκεται (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) από κάτω, από το κάτω μέρος
αποκάψαμε	=	αποκαίω
αποκάψαν	=	αποκαίω
αποκάψανε	=	αποκαίω
αποκάψατε	=	αποκαίω
αποκάψει	=	αποκαίω
αποκάψτε	=	αποκαίω
αποκέντρωνα	=	αποκεντρώνω
αποκέντρωναν	=	αποκεντρώνω
αποκέντρωνε	=	αποκεντρώνω
αποκέντρωνες	=	αποκεντρώνω
αποκέντρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκέντρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκέντρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκέντρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκέντρωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεντρώνω (απομακρύνω, αφαιρώ από το κέντρο διάφορες εξουσίες, αρμοδιότητες, δραστηριότητες και τις μεταφέρω στην περιφέρεια)
αποκέντρωσης	noun	γενική ενικού του αποκέντρωση
αποκήρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκήρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκήρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκήρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκήρυξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκηρύσσω
αποκήρυξης	noun	γενική ενικού του αποκήρυξη
αποκήρυσσα	=	αποκηρύσσω
αποκήρυσσαν	=	αποκηρύσσω
αποκήρυσσε	=	αποκηρύσσω
αποκήρυσσες	=	αποκηρύσσω
αποκήρυττα	=	αποκηρύττω
αποκήρυτταν	=	αποκηρύττω
αποκήρυττε	=	αποκηρύττω
αποκήρυττες	=	αποκηρύττω
αποκαΐδι	noun	το μισοκαμένο κομμάτι ξύλου ή κούτσουρου που έχει απομείνει μετά το σβήσιμο της φωτιάς
αποκαΐδια	=	αποκαΐδι
αποκαίαμε	=	αποκαίω
αποκαίαν	=	αποκαίω
αποκαίανε	=	αποκαίω
αποκαίατε	=	αποκαίω
αποκαίγαμε	=	αποκαίγω
αποκαίγαν	=	αποκαίγω
αποκαίγανε	=	αποκαίγω
αποκαίγατε	=	αποκαίγω
αποκαίγει	=	αποκαίγω
αποκαίγεις	=	αποκαίγω
αποκαίγετε	=	αποκαίγω
αποκαίγομαι	=	αποκαίγω
αποκαίγοντας	=	αποκαίγω
αποκαίγουμε	=	αποκαίγω
αποκαίγουν	=	αποκαίγω
αποκαίγουνε	=	αποκαίγω
αποκαίγω	verb	καίω τελείως
αποκαίει	=	αποκαίω
αποκαίεις	=	αποκαίω
αποκαίετε	=	αποκαίω
αποκαίομαι	=	αποκαίω
αποκαίοντας	=	αποκαίω
αποκαίουμε	=	αποκαίω
αποκαίουν	=	αποκαίω
αποκαίουνε	=	αποκαίω
αποκαίω	verb	καίω τελείως
αποκαθάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκάθαρση
αποκαθάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκάθαρση
αποκαθάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκάθαρση
αποκαθήλωνα	=	αποκαθηλώνω
αποκαθήλωναν	=	αποκαθηλώνω
αποκαθήλωνε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθήλωνες	=	αποκαθηλώνω
αποκαθήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθήλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποκαθηλώνω
αποκαθήλωσης	noun	γενική ενικού του αποκαθήλωση
αποκαθίσταμαι	verb	με αποκαθιστούν ή με δικές μου πρωτοβουλίες ξαναβρίσκω τη θέση που είχα παλιότερα στα μάτια κάποιου/κάποιων ή την κοινωνική μου υπόληψη (αν είχε θιγεί), την δουλειά μου (αν είχα υποβιβαστεί), το βαθμό μου (αν μου είχε αφαιρεθεί), κοινωνικά (όταν έχω εκτεθεί ενώ ήμουν αθώος καταγγελιών), επανορθώνεται π.χ. μία αδικία
αποκαθίστανται	=	αποκαθιστώ
αποκαθίσταντο	=	αποκαθιστώ
αποκαθίστασαι	=	αποκαθιστώ
αποκαθίστασθε	=	αποκαθιστώ
αποκαθίσταται	=	αποκαθιστώ
αποκαθίστατο	=	αποκαθιστώ
αποκαθαίρομαι	=	αποκαθαίρω
αποκαθαίρω	verb|figurative	καθαρίζω κάτι επιμελώς
αποκαθαρμένος	=	αποκαθαίρω
αποκαθηλωθήκαμε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωθήκαν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωθήκανε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωθήκατε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωθεί	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωθείτε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαθηλωμένο
αποκαθηλωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαθηλωμένη
αποκαθηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωμένης	verb	γενική ενικού του αποκαθηλωμένη
αποκαθηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαθηλωμένος
αποκαθηλωνόμασταν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόμαστε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόμουν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόμουνα	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόντουσαν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόσασταν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόσαστε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόσουν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόσουνα	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνόταν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλωνότανε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώθηκα	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώθηκαν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώθηκε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώθηκες	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώναμε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώναν	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνανε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνατε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνει	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνεις	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνεσαι	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώνεστε	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώνεται	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώνετε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνονται	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώνονταν	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώνοντας	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνου	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώνουμε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνουν	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνουνε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώνω	verb	και κατεβάζω απ’ το σταυρό
αποκαθηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσαν	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσανε	=	αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαθήλωση
αποκαθηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκαθήλωση
αποκαθηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκαθήλωση
αποκαθηλώσου	=	αποκαθηλώνομαι
αποκαθηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθηλώνω
αποκαθιστά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποκαθιστώ
αποκαθιστάμεθα	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστάς	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστάτε	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστούμε	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστούσα	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστούσαμε	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστούσατε	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστούσε	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστούσες	=	αποκαθιστώ
αποκαθιστώ	verb	επαναφέρω κάτι στην προηγούμενη καλή του κατάσταση ή λειτουργία, διορθώνω τη ζημιά ή τη βλάβη που υπέστη
αποκαθιστώντας	=	αποκαθιστώ
αποκαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσαν	=	αποκαλώ
αποκαλέσανε	=	αποκαλώ
αποκαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσου	=	αποκαλώ
αποκαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέσουνε	=	αποκαλώ
αποκαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλέστηκα	=	αποκαλώ
αποκαλέστηκαν	=	αποκαλώ
αποκαλέστηκε	=	αποκαλώ
αποκαλέστηκες	=	αποκαλώ
αποκαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλώ
αποκαλήσου	=	αποκαλούμαι
αποκαλεί	=	αποκαλώ
αποκαλείς	=	αποκαλώ
αποκαλείσαι	=	αποκαλώ
αποκαλείσθε	=	αποκαλώ
αποκαλείστε	=	αποκαλώ
αποκαλείται	=	αποκαλώ
αποκαλείτε	=	αποκαλώ
αποκαλεστήκαμε	=	αποκαλώ
αποκαλεστήκαν	=	αποκαλώ
αποκαλεστήκανε	=	αποκαλώ
αποκαλεστήκατε	=	αποκαλώ
αποκαλεστεί	=	αποκαλώ
αποκαλεστείς	=	αποκαλώ
αποκαλεστείτε	=	αποκαλώ
αποκαλεστούμε	=	αποκαλώ
αποκαλεστούν	=	αποκαλώ
αποκαλεστούνε	=	αποκαλώ
αποκαλεστώ	=	αποκαλώ
αποκαλημένος	=	αποκαλούμαι
αποκαλοκαιρινά	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινέ	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινές	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινή	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινής	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινη	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινο	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινοί	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινού	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινούς	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινό	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλοκαιρινός	adj	που έχει σχέση με το αποκαλόκαιρο ή αναφέρεται σ’ αυτό
αποκαλοκαιρινών	=	αποκαλοκαιρινός
αποκαλούθε	noun	το ξωτικό ή φάντασμα
αποκαλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκαλώ
αποκαλούμασταν	=	αποκαλώ
αποκαλούμαστε	=	αποκαλώ
αποκαλούμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποκαλώ
αποκαλούμεθα	=	αποκαλώ
αποκαλούμενος	=	αποκαλώ
αποκαλούμουν	=	αποκαλώ
αποκαλούν	=	αποκαλώ
αποκαλούνε	=	αποκαλώ
αποκαλούνται	=	αποκαλώ
αποκαλούνταν	=	αποκαλώ
αποκαλούσα	=	αποκαλώ
αποκαλούσαμε	=	αποκαλώ
αποκαλούσαν	=	αποκαλώ
αποκαλούσανε	=	αποκαλώ
αποκαλούσασταν	=	αποκαλώ
αποκαλούσαστε	=	αποκαλώ
αποκαλούσατε	=	αποκαλώ
αποκαλούσε	=	αποκαλώ
αποκαλούσες	=	αποκαλώ
αποκαλούσουν	=	αποκαλώ
αποκαλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυμμένο
αποκαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του αποκαλυμμένος
αποκαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυμμένη
αποκαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαλυμμένος
αποκαλυμμένης	verb	γενική ενικού του αποκαλυμμένη
αποκαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκαλυμμένος
αποκαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυμμένος
αποκαλυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαλυμμένος
αποκαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκαλυμμένος
αποκαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαλυμμένος
αποκαλυπτήρια	noun	ειδική τελετή παρουσίασης στο κοινό ενός έργου τέχνης ή ενός μνημείου
αποκαλυπτήριας	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριε	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριες	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριη	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριης	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριο	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριοι	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριος	adj	που συμβάλλει σε αποκάλυψη
αποκαλυπτήριου	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριους	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτήριων	=	αποκαλυπτήριος
αποκαλυπτηρίων	=	αποκαλυπτήρια
αποκαλυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυπτικό	adv	με αποκαλυπτικό τρόπο
αποκαλυπτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυπτική
αποκαλυπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτικής	adj	γενική ενικού του αποκαλυπτική
αποκαλυπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτικοτήτων	=	αποκαλυπτικότητα
αποκαλυπτικού	adj	γενική ενικού του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτικός	adj	που αποκαλύπτει ή έχει σχέση με αποκάλυψη
αποκαλυπτικότητα	noun	η ιδιότητα του αποκαλυπτικού, το να αποκαλύπτεται κάτι
αποκαλυπτικότητας	=	αποκαλυπτικότητα
αποκαλυπτικότητες	=	αποκαλυπτικότητα
αποκαλυπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκαλυπτικός
αποκαλυπτόμασταν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόμαστε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυπτόμενο
αποκαλυπτόμενε	verb	κλητική ενικού του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυπτόμενη
αποκαλυπτόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμενης	verb	γενική ενικού του αποκαλυπτόμενη
αποκαλυπτόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλυπτόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαλυπτόμενος
αποκαλυπτόμουν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόμουνα	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόντουσαν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόσασταν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόσαστε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόσουν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόσουνα	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτόταν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυπτότανε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφθούνε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλυφτήκαμε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτήκαν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτήκανε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτήκατε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτεί	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτείς	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτείτε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτούμε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτούν	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτούνε	=	αποκαλύπτω
αποκαλυφτώ	=	αποκαλύπτω
αποκαλόγερος	noun|rare	πρώην καλόγερος
αποκαλόκαιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλόκαιρο	adv	κατά την περίοδο του αποκαλόκαιρου
αποκαλόκαιρο	noun	το τέλος του καλοκαιριού (ή η αμέσως μετά περίοδος)
αποκαλόκαιρου	=	αποκαλόκαιρο
αποκαλόκαιρων	=	αποκαλόκαιρο
αποκαλύπταμε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπταν	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτανε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτατε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτει	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτεις	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτεσαι	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτεσθε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτεστε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του αποκαλύπτω
αποκαλύπτετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποκαλύπτω
αποκαλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύπτομε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτονται	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτονταν	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτοντας	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτουμε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτουν	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτουνε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύπτω	verb	κάνω κάτι ορατό αφαιρώντας το κάλυμμα ή οτιδήποτε άλλο το έκρυβε
αποκαλύφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλύφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλύφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλύφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτομαι
αποκαλύφτηκα	=	αποκαλύπτω
αποκαλύφτηκαν	=	αποκαλύπτω
αποκαλύφτηκε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύφτηκες	=	αποκαλύπτω
αποκαλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψαν	=	αποκαλύπτω
αποκαλύψανε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκάλυψη
αποκαλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκάλυψη
αποκαλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκάλυψη
αποκαλύψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλύψιμο
αποκαλύψιμε	adj	κλητική ενικού του αποκαλύψιμος
αποκαλύψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαλύψιμη
αποκαλύψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαλύψιμος
αποκαλύψιμης	adj	γενική ενικού του αποκαλύψιμη
αποκαλύψιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποκαλύψιμος
αποκαλύψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαλύψιμος
αποκαλύψιμος	adj	που μπορεί να αποκαλυφθεί ή αποκαλύπτεται
αποκαλύψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαλύψιμος
αποκαλύψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκαλύψιμος
αποκαλύψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαλύψιμος
αποκαλύψομε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύψου	=	αποκαλύπτω
αποκαλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψουνε	=	αποκαλύπτω
αποκαλύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
αποκαλώ	verb	ονομάζω κάποιον ή κάτι με ένα προσωνύμιο, παρατσούκλι ή χαρακτηρισμό
αποκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκαλώ
αποκαμαρώνω	verb|rare	καμαρώνω και θαυμάζω πολύ
αποκαμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκάμωμα
αποκαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαμωμένο
αποκαμωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκαμωμένος
αποκαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαμωμένη
αποκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαμωμένος
αποκαμωμένης	verb	γενική ενικού του αποκαμωμένη
αποκαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκαμωμένος
αποκαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαμωμένος
αποκαμωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκάμνω και αποκάνω
αποκαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαμωμένος
αποκαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκαμωμένος
αποκαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαμωμένος
αποκαμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκάμωμα
αποκαμώματος	noun	γενική ενικού του αποκάμωμα
αποκανονικοποίηση	noun	αναίρεση της κανονικοποίησης, άρση της κανονικότητας
αποκανονικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποκανονικοποίηση
αποκανονικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκανονικοποίηση
αποκανονικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκανονικοποίηση
αποκανονικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκανονικοποίηση
αποκαπιταλιστικοποίηση	noun	η αναστροφή της διαδικασίας καπιταλιστικοποίησης
αποκαπιταλιστικοποίησης	=	αποκαπιταλιστικοποίηση
αποκαπιταλιστικοποιήσεις	=	αποκαπιταλιστικοποίηση
αποκαπιταλιστικοποιήσεων	=	αποκαπιταλιστικοποίηση
αποκαπνισμέ	=	αποκαπνισμός
αποκαπνισμοί	=	αποκαπνισμός
αποκαπνισμού	=	αποκαπνισμός
αποκαπνισμούς	=	αποκαπνισμός
αποκαπνισμό	=	αποκαπνισμός
αποκαπνισμός	noun	απαγωγή καπνού στην περίπτωση πυρκαγιάς
αποκαπνισμών	=	αποκαπνισμός
αποκαρβοξυλίωση	noun	χημική αντίδραση αφαίρεσης καρβοξυλίων από ένα μόριο
αποκαρβοξυλίωσης	=	αποκαρβοξυλίωση
αποκαρβοξυλιώσεις	=	αποκαρβοξυλίωση
αποκαρβοξυλιώσεων	=	αποκαρβοξυλίωση
αποκαρδίωνα	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδίωναν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδίωνε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδίωνες	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποκαρδιώνω
αποκαρδίωσης	noun	γενική ενικού του αποκαρδίωση
αποκαρδιωθήκαμε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθήκαν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθήκανε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθήκατε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθεί	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθείς	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθείτε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθούμε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθούν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθούνε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωθώ	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωμέ	noun	κλητική ενικού του αποκαρδιωμός
αποκαρδιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωμένο
αποκαρδιωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωμένη
αποκαρδιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμένης	verb	γενική ενικού του αποκαρδιωμένη
αποκαρδιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμένος	verb	που έχει αποκαρδιωθεί
αποκαρδιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαρδιωμένος
αποκαρδιωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωμός
αποκαρδιωμού	noun	γενική ενικού του αποκαρδιωμός
αποκαρδιωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποκαρδιωμός
αποκαρδιωμό	noun	αιτιατική ενικού του αποκαρδιωμός
αποκαρδιωμός	noun	άλλη μορφή του αποκαρδίωση
αποκαρδιωμών	noun	γενική πληθυντικού του αποκαρδιωμός
αποκαρδιωνόμασταν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόμαστε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόμουν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόμουνα	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόντουσαν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόσασταν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόσαστε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόσουν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόσουνα	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνόταν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωνότανε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωτικό	adv	με αποκαρδιωτικό τρόπο
αποκαρδιωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωτική
αποκαρδιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιωτικής	adj	γενική ενικού του αποκαρδιωτική
αποκαρδιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιωτικού	adj	γενική ενικού του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιωτικός	adj	που αποθαρρύνει, που απογοητεύει
αποκαρδιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκαρδιωτικός
αποκαρδιώθηκα	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώθηκαν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώθηκε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώθηκες	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώναμε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώναν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνανε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνατε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνει	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνεις	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνεσαι	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνεστε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνεται	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνετε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνομε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνονται	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνονταν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνοντας	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνου	=	αποκαρδιώνομαι
αποκαρδιώνουμε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνουν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνουνε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώνω	verb	κάνω κάποιον να χάσει το κουράγιο του
αποκαρδιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσαν	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσανε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαρδίωση
αποκαρδιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκαρδίωση
αποκαρδιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκαρδίωση
αποκαρδιώσομε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσου	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσουνε	=	αποκαρδιώνω
αποκαρδιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρδιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρδιώνω
αποκαρτέρηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκαρτερώ
αποκαρτέρησης	noun	γενική ενικού του αποκαρτέρηση
αποκαρτερήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαρτέρηση
αποκαρτερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκαρτέρηση
αποκαρτερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκαρτέρηση
αποκαρτερώ	verb|rare	χάνω την καρτερία μου, αποθαρρύνομαι
αποκαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκάρωμα
αποκαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκάρωμα
αποκαρώματος	noun	γενική ενικού του αποκάρωμα
αποκαρώναμε	=	αποκαρώνω
αποκαρώναν	=	αποκαρώνω
αποκαρώνανε	=	αποκαρώνω
αποκαρώνατε	=	αποκαρώνω
αποκαρώνει	=	αποκαρώνω
αποκαρώνεις	=	αποκαρώνω
αποκαρώνετε	=	αποκαρώνω
αποκαρώνοντας	=	αποκαρώνω
αποκαρώνουμε	=	αποκαρώνω
αποκαρώνουν	=	αποκαρώνω
αποκαρώνουνε	=	αποκαρώνω
αποκαρώνω	verb	περιπίπτω σε λήθαργο «η ζέστη με αποκάρωσε»
αποκαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσαν	=	αποκαρώνω
αποκαρώσανε	=	αποκαρώνω
αποκαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσεων	=	αποκάρωση
αποκαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαρώνω
αποκατάρσεις	=	αποκάθαρση
αποκατάρσεων	=	αποκάθαρση
αποκατάρσεως	=	αποκάθαρση
αποκατάσταινα	=	αποκατασταίνω
αποκατάσταιναν	=	αποκατασταίνω
αποκατάσταινε	=	αποκατασταίνω
αποκατάσταινες	=	αποκατασταίνω
αποκατάσταση	noun	η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση
αποκατάστασης	noun	γενική ενικού του αποκατάσταση
αποκατάστησα	=	αποκαθιστώ
αποκατάστησαν	=	αποκαθιστώ
αποκατάστησε	=	αποκαθιστώ
αποκατάστησες	=	αποκαθιστώ
αποκατέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκατέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκατέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκατέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστάθηκα	verb	αʹ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστάθηκαν	=	αποκαθιστώ
αποκαταστάθηκε	=	αποκαθιστώ
αποκαταστάθηκες	=	αποκαθιστώ
αποκαταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατάσταση
αποκαταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκατάσταση
αποκαταστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκατάσταση
αποκαταστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσαν	=	αποκατασταίνω
αποκαταστήσανε	=	αποκατασταίνω
αποκαταστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσομε	=	αποκατασταίνω
αποκαταστήσου	=	αποκαθιστώ
αποκαταστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσουνε	=	αποκατασταίνω
αποκαταστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκαταστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαθιστώ
αποκατασταίναμε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίναν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνανε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνατε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνει	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνεις	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνεσαι	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνεστε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνεται	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνετε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνομαι	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνομε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνονται	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνονταν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνοντας	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνουμε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνουν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνουνε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταίνω	verb	επαναφέρω κάποιον\κάτι κάτι στην προηγούμενη κατάστασή του, επανορθώνω ένα λάθος, μια αδικία διορθώνω μια βλάβη
αποκατασταθήκαμε	=	αποκαθιστώ
αποκατασταθήκαν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταθήκανε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταθήκατε	=	αποκαθιστώ
αποκατασταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαθίσταμαι
αποκατασταθείς	=	αποκαθιστώ
αποκατασταθείτε	=	αποκαθιστώ
αποκατασταθούμε	=	αποκαθιστώ
αποκατασταθούν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταθούνε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταθώ	=	αποκαθίσταμαι
αποκατασταινόμασταν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόμαστε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόμουν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόμουνα	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόντουσαν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόσασταν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόσαστε	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόσουν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόσουνα	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινόταν	=	αποκατασταίνω
αποκατασταινότανε	=	αποκατασταίνω
αποκαταστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαταστημένο
αποκαταστημένε	verb	κλητική ενικού του αποκαταστημένος
αποκαταστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκαταστημένη
αποκαταστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκαταστημένος
αποκαταστημένης	verb	γενική ενικού του αποκαταστημένη
αποκαταστημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκαταστημένος
αποκαταστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκαταστημένος
αποκαταστημένος	=	αποκαθιστώ
αποκαταστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκαταστημένος
αποκαταστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκαταστημένος
αποκαταστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκαταστημένος
αποκατεστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατεστημένο
αποκατεστημένε	verb	κλητική ενικού του αποκατεστημένος
αποκατεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατεστημένη
αποκατεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκατεστημένος
αποκατεστημένης	verb	γενική ενικού του αποκατεστημένη
αποκατεστημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκατεστημένος
αποκατεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκατεστημένος
αποκατεστημένος	verb	που έχει αποκατασταθεί οικονομικά, που έχει οικονομική ευρωστία, άνεση, που δεν έχει οικονομικά προβλήματα
αποκατεστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκατεστημένος
αποκατεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκατεστημένος
αποκατεστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκατεστημένος
αποκατιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατιανό
αποκατιανέ	adj	κλητική ενικού του αποκατιανός
αποκατιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατιανή
αποκατιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκατιανός
αποκατιανής	adj	γενική ενικού του αποκατιανή
αποκατιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκατιανός
αποκατιανού	adj	γενική ενικού του αποκατιανός
αποκατιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκατιανός
αποκατιανό	adj	αιτιατική ενικού του αποκατιανός
αποκατιανός	adj	άλλη μορφή του αποκατινός
αποκατιανών	adj	γενική πληθυντικού του αποκατιανός
αποκατινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατινό	adv	αποκάτω
αποκατινέ	adj	κλητική ενικού του αποκατινός
αποκατινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκατινή
αποκατινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκατινός
αποκατινής	adj	γενική ενικού του αποκατινή
αποκατινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκατινός
αποκατινού	adj	γενική ενικού του αποκατινός
αποκατινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκατινός
αποκατινό	adj	αιτιατική ενικού του αποκατινός
αποκατινός	adj	που βρίσκεται αποκάτω (τοπικά)
αποκατινών	adj	γενική πληθυντικού του αποκατινός
αποκαϊδιού	=	αποκαΐδι
αποκαϊδιών	=	αποκαΐδι
αποκεί	adv|vulgar	δηλώνει κίνηση, προέλευση ή κατεύθυνση από έναν ορισμένο –προαναφερθέντα ή ευνόητο– τόπο προς άλλον
αποκεντροποίηση	noun	η αποκέντρωση
αποκεντροποίησης	=	αποκεντροποίηση
αποκεντροποιήσεις	=	αποκεντροποίηση
αποκεντροποιήσεων	=	αποκεντροποίηση
αποκεντρωθήκαμε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωθήκαν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωθήκανε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωθήκατε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωθεί	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωθείτε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωμένα	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένε	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένες	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένη	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένης	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένο	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένοι	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρωμένου	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένους	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωμένων	=	αποκεντρωμένος
αποκεντρωνόμασταν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόμαστε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόμουν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόμουνα	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόντουσαν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόσασταν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόσαστε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόσουν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόσουνα	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνόταν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωνότανε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεντρωτικό	adv	με αποκεντρωτικό τρόπο ή με σκοπό την αποκέντρωση
αποκεντρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκεντρωτικός
αποκεντρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεντρωτική
αποκεντρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκεντρωτικός
αποκεντρωτικής	adj	γενική ενικού του αποκεντρωτική
αποκεντρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκεντρωτικός
αποκεντρωτικού	adj	γενική ενικού του αποκεντρωτικός
αποκεντρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκεντρωτικός
αποκεντρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκεντρωτικός
αποκεντρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποκέντρωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποκεντρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκεντρωτικός
αποκεντρώθηκα	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώθηκαν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώθηκε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώθηκες	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώναμε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώναν	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνανε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνατε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνει	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνεις	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνεσαι	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώνεστε	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώνεται	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώνετε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώνονται	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώνονταν	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώνοντας	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνου	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώνουμε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνουν	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνουνε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώνω	verb	απομακρύνω από το κέντρο κατοίκους ή δραστηριότητες και τα μεταφέρω περιφερειακά
αποκεντρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώσαν	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώσανε	=	αποκεντρώνω
αποκεντρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκέντρωση
αποκεντρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκέντρωση
αποκεντρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκέντρωση
αποκεντρώσου	=	αποκεντρώνομαι
αποκεντρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεντρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεντρώνω
αποκεράτωνα	=	αποκερατώνω
αποκεράτωναν	=	αποκερατώνω
αποκεράτωνε	=	αποκερατώνω
αποκεράτωνες	=	αποκερατώνω
αποκεράτωσα	=	αποκερατώνω
αποκεράτωσαν	=	αποκερατώνω
αποκεράτωσε	=	αποκερατώνω
αποκεράτωσες	=	αποκερατώνω
αποκεράτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποκερατώνω, η αφαίρεση των κεράτων κάποιων ζώων (π.χ. βοοειδών)
αποκεράτωσης	noun	γενική ενικού του αποκεράτωση
αποκερατωθήκαμε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωθήκαν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωθήκανε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωθήκατε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωθεί	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωθείτε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκερατωμένο
αποκερατωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκερατωμένος
αποκερατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκερατωμένη
αποκερατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκερατωμένος
αποκερατωμένης	verb	γενική ενικού του αποκερατωμένη
αποκερατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκερατωμένος
αποκερατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκερατωμένος
αποκερατωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκερατώνω
αποκερατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκερατωμένος
αποκερατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκερατωμένος
αποκερατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκερατωμένος
αποκερατωνόμασταν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόμαστε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόμουν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόμουνα	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόντουσαν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόσασταν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόσαστε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόσουν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόσουνα	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνόταν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατωνότανε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώθηκα	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώθηκαν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώθηκε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώθηκες	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώναμε	=	αποκερατώνω
αποκερατώναν	=	αποκερατώνω
αποκερατώνανε	=	αποκερατώνω
αποκερατώνατε	=	αποκερατώνω
αποκερατώνει	=	αποκερατώνω
αποκερατώνεις	=	αποκερατώνω
αποκερατώνεσαι	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώνεστε	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώνεται	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώνετε	=	αποκερατώνω
αποκερατώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκερατώνω
αποκερατώνονται	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώνονταν	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώνοντας	=	αποκερατώνω
αποκερατώνου	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώνουμε	=	αποκερατώνω
αποκερατώνουν	=	αποκερατώνω
αποκερατώνουνε	=	αποκερατώνω
αποκερατώνω	verb	αφαιρώ τα κέρατα κάποιων ζώων (π.χ. βοοειδών)
αποκερατώσαμε	=	αποκερατώνω
αποκερατώσαν	=	αποκερατώνω
αποκερατώσανε	=	αποκερατώνω
αποκερατώσατε	=	αποκερατώνω
αποκερατώσει	=	αποκερατώνω
αποκερατώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεράτωση
αποκερατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκεράτωση
αποκερατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκεράτωση
αποκερατώσου	=	αποκερατώνομαι
αποκερατώστε	=	αποκερατώνω
αποκερματισμέ	noun	κλητική ενικού του αποκερματισμός
αποκερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκερματισμός
αποκερματισμού	noun	γενική ενικού του αποκερματισμός
αποκερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποκερματισμός
αποκερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποκερματισμός
αποκερματισμός	noun	defragmentation: βλ. συνώνυμο ανασυγκρότηση.
αποκερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποκερματισμός
αποκεφάλιζα	=	αποκεφαλίζω
αποκεφάλιζαν	=	αποκεφαλίζω
αποκεφάλιζε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφάλιζες	=	αποκεφαλίζω
αποκεφάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφάλιση	noun	άλλη μορφή του αποκεφαλισμός
αποκεφάλισης	noun	γενική ενικού του αποκεφάλιση
αποκεφάλισμα	noun	άλλη μορφή του αποκεφαλισμός
αποκεφαλίζαμε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζαν	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζανε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζατε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζει	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζεις	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζεσαι	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίζεστε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίζεται	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίζετε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζομε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζονται	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίζονταν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίζοντας	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζου	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίζουμε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζουν	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζουνε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζω	verb	κόβω το λαιμό κάποιου, ώστε να αφαίρεσω το κεφάλι του
αποκεφαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσαν	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσανε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεφάλιση
αποκεφαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκεφάλιση
αποκεφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκεφάλιση
αποκεφαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεφάλισμα
αποκεφαλίσματος	noun	γενική ενικού του αποκεφάλισμα
αποκεφαλίσομε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσου	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίσουνε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλίστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού παθητικού αορίστου του αποκεφαλίζω
αποκεφαλίστηκαν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίστηκε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίστηκες	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκεφαλίζω
αποκεφαλιζόμασταν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόμαστε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόμουν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόμουνα	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόντουσαν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόσασταν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόσαστε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόσουν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόσουνα	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζόταν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιζότανε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλισθέν	=	αποκεφαλισθείς
αποκεφαλισθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου (αποκεφαλίσθηκα, αποκεφαλίστηκα) του ρήματος αποκεφαλίζω: που έχει αποκεφαλιστεί
αποκεφαλισθείσα	=	αποκεφαλισθείς
αποκεφαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκεφάλισμα
αποκεφαλισμέ	noun	κλητική ενικού του αποκεφαλισμός
αποκεφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεφαλισμένο
αποκεφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεφαλισμένη
αποκεφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμένης	verb	γενική ενικού του αποκεφαλισμένη
αποκεφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμένος	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκεφαλισμένος
αποκεφαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκεφαλισμός
αποκεφαλισμού	noun	γενική ενικού του αποκεφαλισμός
αποκεφαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποκεφαλισμός
αποκεφαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποκεφαλισμός
αποκεφαλισμός	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεφαλίζω
αποκεφαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποκεφαλισμός
αποκεφαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκεφαλιστής
αποκεφαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αποκεφαλιστής
αποκεφαλιστήκαμε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιστήκαν	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιστήκανε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιστήκατε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιστής	noun	αυτός που αποκεφαλίζει
αποκεφαλιστεί	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιστείς	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλιστείτε	=	αποκεφαλίζομαι
αποκεφαλιστούμε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλιστούν	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλιστούνε	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλιστώ	=	αποκεφαλίζω
αποκεφαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του αποκεφαλιστής
αποκηρυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκηρυγμένο
αποκηρυγμένε	verb	κλητική ενικού του αποκηρυγμένος
αποκηρυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκηρυγμένη
αποκηρυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκηρυγμένος
αποκηρυγμένης	verb	γενική ενικού του αποκηρυγμένη
αποκηρυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκηρυγμένος
αποκηρυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκηρυγμένος
αποκηρυγμένος	verb	έχω αποκηρυχτεί
αποκηρυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκηρυγμένος
αποκηρυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκηρυγμένος
αποκηρυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκηρυγμένος
αποκηρυσσόμασταν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόμαστε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόμουν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόμουνα	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόντουσαν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόσασταν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόσαστε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόσουν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόσουνα	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσόταν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυσσότανε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυχτήκαμε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυχτήκαν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυχτήκανε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυχτήκατε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυχτεί	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρυχτείτε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξαν	=	αποκηρύσσω
αποκηρύξανε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκήρυξη
αποκηρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκήρυξη
αποκηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκήρυξη
αποκηρύξου	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύσσαμε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσαν	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσανε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσατε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσει	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσεις	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσεσαι	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύσσεστε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύσσεται	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύσσετε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκηρύσσω
αποκηρύσσονται	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύσσονταν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύσσοντας	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσου	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύσσουμε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσουν	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσουνε	=	αποκηρύσσω
αποκηρύσσω	verb	απομακρύνω κάποιον από το σώμα θεσμού, οργάνωσης, ομάδας συνήθως λόγω θεμελιώδους ιδεολογικής διαφωνίας (ή διότι το άτομο αυτό δεν αποδέχεται τον τρόπο λειτουργίας της οργάνωσης και τις μεθόδους της ηγεσίας)
αποκηρύτταμε	=	αποκηρύττω
αποκηρύτταν	=	αποκηρύττω
αποκηρύττανε	=	αποκηρύττω
αποκηρύττατε	=	αποκηρύττω
αποκηρύττει	=	αποκηρύττω
αποκηρύττεις	=	αποκηρύττω
αποκηρύττετε	=	αποκηρύττω
αποκηρύττομαι	=	αποκηρύττω
αποκηρύττοντας	=	αποκηρύττω
αποκηρύττουμε	=	αποκηρύττω
αποκηρύττουν	=	αποκηρύττω
αποκηρύττουνε	=	αποκηρύττω
αποκηρύττω	verb	άλλη μορφή του αποκηρύσσω
αποκηρύχθηκα	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύχνω	verb|rare	άλλη μορφή του αποκηρύσσω
αποκηρύχτηκα	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύχτηκαν	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύχτηκε	=	αποκηρύσσομαι
αποκηρύχτηκες	=	αποκηρύσσομαι
αποκλάδι	noun	κομμένο κλαδί από δέντρο ή θάμνο
αποκλάδια	=	αποκλάδι
αποκλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκλήρωνα	=	αποκληρώνω
αποκλήρωναν	=	αποκληρώνω
αποκλήρωνε	=	αποκληρώνω
αποκλήρωνες	=	αποκληρώνω
αποκλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκλήρωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκληρώνω
αποκλήρωσης	noun	γενική ενικού του αποκλήρωση
αποκλίνον	=	αποκλίνων
αποκλίνοντα	=	αποκλίνων
αποκλίνοντας	=	αποκλίνων
αποκλίνοντες	=	αποκλίνων
αποκλίνοντος	=	αποκλίνων
αποκλίνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του αποκλίνω
αποκλίνουσα	=	αποκλίνων
αποκλίνουσας	=	αποκλίνων
αποκλίνουσες	=	αποκλίνων
αποκλίνω	verb	έχω κλίση προς τα πλάγια
αποκλίνων	adj	που αποκλίνει
αποκλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκλιση
αποκλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόκλιση
αποκλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόκλιση
αποκλαδιού	=	αποκλάδι
αποκλαδιών	=	αποκλάδι
αποκλαμός	noun	πλοκάμι χταποδιού
αποκλείαμε	=	αποκλείω
αποκλείαν	=	αποκλείω
αποκλείανε	=	αποκλείω
αποκλείατε	=	αποκλείω
αποκλείει	=	αποκλείω
αποκλείεις	=	αποκλείω
αποκλείεσαι	=	αποκλείω
αποκλείεστε	=	αποκλείω
αποκλείεται	verb	γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποκλείομαι, παθητικής φωνής του αποκλείω
αποκλείετε	=	αποκλείω
αποκλείομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκλείω
αποκλείομε	=	αποκλείω
αποκλείονται	=	αποκλείω
αποκλείονταν	=	αποκλείω
αποκλείοντας	=	αποκλείω
αποκλείουμε	=	αποκλείω
αποκλείουν	=	αποκλείω
αποκλείουνε	=	αποκλείω
αποκλείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσαν	=	αποκλείω
αποκλείσανε	=	αποκλείω
αποκλείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσθηκα	=	αποκλείω
αποκλείσθηκαν	=	αποκλείω
αποκλείσθηκε	=	αποκλείω
αποκλείσθηκες	=	αποκλείω
αποκλείσομε	=	αποκλείω
αποκλείσου	=	αποκλείω
αποκλείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείσουνε	=	αποκλείω
αποκλείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείστηκα	=	αποκλείω
αποκλείστηκαν	=	αποκλείω
αποκλείστηκε	=	αποκλείω
αποκλείστηκες	=	αποκλείω
αποκλείστρα	noun	μέρος ή καταφύγιο όπου μπορεί κάποιος εκούσια να αποκλειστεί, καταφύγει ή αποκρυβεί
αποκλείστρας	=	αποκλείστρα
αποκλείστρες	=	αποκλείστρα
αποκλείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλείω
αποκλείω	verb	εμποδίζω την είσοδο σε κάποιο μέρος ή την έξοδο απ’ αυτό
αποκλεισθήκαμε	=	αποκλείω
αποκλεισθήκατε	=	αποκλείω
αποκλεισθεί	=	αποκλείω
αποκλεισθείς	=	αποκλείω
αποκλεισθείτε	=	αποκλείω
αποκλεισθούμε	=	αποκλείω
αποκλεισθούν	=	αποκλείω
αποκλεισθούνε	=	αποκλείω
αποκλεισθώ	=	αποκλείω
αποκλεισμέ	noun	κλητική ενικού του αποκλεισμός
αποκλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλεισμένο
αποκλεισμένε	verb	κλητική ενικού του αποκλεισμένος
αποκλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλεισμένη
αποκλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκλεισμένος
αποκλεισμένης	verb	γενική ενικού του αποκλεισμένη
αποκλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκλεισμένος
αποκλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκλεισμένος
αποκλεισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκλείω
αποκλεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκλεισμένος
αποκλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκλεισμένος
αποκλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκλεισμένος
αποκλεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκλεισμός
αποκλεισμού	noun	γενική ενικού του αποκλεισμός
αποκλεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποκλεισμός
αποκλεισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποκλεισμός
αποκλεισμός	noun	η αδυναμία μετακίνησης από και προς μια περιοχή λόγω εμποδίων
αποκλεισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποκλεισμός
αποκλειστήκαμε	=	αποκλείω
αποκλειστήκαν	=	αποκλείω
αποκλειστήκανε	=	αποκλείω
αποκλειστήκατε	=	αποκλείω
αποκλειστεί	=	αποκλείω
αποκλειστείς	=	αποκλείω
αποκλειστείτε	=	αποκλείω
αποκλειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλειστικό, ουδέτερο του αποκλειστικός	adv	κατ’ αποκλειστικό τρόπο, κατ’ αποκλειστικότητα
αποκλειστικέ	adj	κλητική ενικού του αποκλειστικός
αποκλειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλειστική
αποκλειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκλειστικός
αποκλειστικής	adj	γενική ενικού του αποκλειστική
αποκλειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκλειστικός
αποκλειστικοτήτων	=	αποκλειστικότητα
αποκλειστικού	adj	γενική ενικού του αποκλειστικός
αποκλειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκλειστικός
αποκλειστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκλειστικός
αποκλειστικός	adj	που αποκλείει κάτι άλλο και ανήκει σε έναν μόνο
αποκλειστικότητα	noun	η κατοχή αποκλειστικού δικαιώματος πάνω σε κάτι
αποκλειστικότητας	noun	γενική ενικού του αποκλειστικότητα
αποκλειστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλειστικότητα
αποκλειστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκλειστικός
αποκλειστικώς	adv|formal	αποκλειστικά
αποκλειστούμε	=	αποκλείω
αποκλειστούν	=	αποκλείω
αποκλειστούνε	=	αποκλείω
αποκλειστρών	=	αποκλείστρα
αποκλειστώ	=	αποκλείω
αποκλειόμασταν	=	αποκλείω
αποκλειόμαστε	=	αποκλείω
αποκλειόμενος	=	αποκλείω
αποκλειόμουν	=	αποκλείω
αποκλειόμουνα	=	αποκλείω
αποκλειόντουσαν	=	αποκλείω
αποκλειόσασταν	=	αποκλείω
αποκλειόσαστε	=	αποκλείω
αποκλειόσουν	=	αποκλείω
αποκλειόσουνα	=	αποκλείω
αποκλειόταν	=	αποκλείω
αποκλειότανε	=	αποκλείω
αποκληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθήκαν	=	αποκαλώ
αποκληθήκανε	=	αποκαλώ
αποκληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληθούνε	=	αποκαλώ
αποκληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκαλούμαι
αποκληρωθήκαμε	=	αποκληρώνω
αποκληρωθήκαν	=	αποκληρώνω
αποκληρωθήκανε	=	αποκληρώνω
αποκληρωθήκατε	=	αποκληρώνω
αποκληρωθεί	=	αποκληρώνω
αποκληρωθείτε	=	αποκληρώνω
αποκληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκληρωμένο
αποκληρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκληρωμένος
αποκληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκληρωμένη
αποκληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκληρωμένος
αποκληρωμένης	verb	γενική ενικού του αποκληρωμένη
αποκληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκληρωμένος
αποκληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκληρωμένος
αποκληρωμένος	=	αποκληρώνω
αποκληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκληρωμένος
αποκληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκληρωμένος
αποκληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκληρωμένος
αποκληρωνόμασταν	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόμαστε	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόμουν	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόμουνα	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόντουσαν	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόσασταν	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόσαστε	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόσουν	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόσουνα	=	αποκληρώνω
αποκληρωνόταν	=	αποκληρώνω
αποκληρωνότανε	=	αποκληρώνω
αποκληρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκληρωτικό	adv	με αποκληρωτικό τρόπο ή σκεπτικό
αποκληρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκληρωτικός
αποκληρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκληρωτική
αποκληρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκληρωτικός
αποκληρωτικής	adj	γενική ενικού του αποκληρωτική
αποκληρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκληρωτικός
αποκληρωτικού	adj	γενική ενικού του αποκληρωτικός
αποκληρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκληρωτικός
αποκληρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκληρωτικός
αποκληρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποκλήρωση ή αναφέρεται σ' αυτή
αποκληρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκληρωτικός
αποκληρώθηκα	=	αποκληρώνω
αποκληρώθηκαν	=	αποκληρώνω
αποκληρώθηκε	=	αποκληρώνω
αποκληρώθηκες	=	αποκληρώνω
αποκληρώναμε	=	αποκληρώνω
αποκληρώναν	=	αποκληρώνω
αποκληρώνανε	=	αποκληρώνω
αποκληρώνατε	=	αποκληρώνω
αποκληρώνει	=	αποκληρώνω
αποκληρώνεις	=	αποκληρώνω
αποκληρώνεσαι	=	αποκληρώνω
αποκληρώνεστε	=	αποκληρώνω
αποκληρώνεται	=	αποκληρώνω
αποκληρώνετε	=	αποκληρώνω
αποκληρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώνονται	=	αποκληρώνω
αποκληρώνονταν	=	αποκληρώνω
αποκληρώνοντας	=	αποκληρώνω
αποκληρώνουμε	=	αποκληρώνω
αποκληρώνουν	=	αποκληρώνω
αποκληρώνουνε	=	αποκληρώνω
αποκληρώνω	verb	αποκλείω κάποιον από την κληρονομιά, από το κομμάτι της κληρονομιάς που τού αναλογεί
αποκληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώσαν	=	αποκληρώνω
αποκληρώσανε	=	αποκληρώνω
αποκληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλήρωση
αποκληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκλήρωση
αποκληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκλήρωση
αποκληρώσου	=	αποκληρώνω
αποκληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκληρώνω
αποκλιμάκωνα	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωναν	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωνε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωνες	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμάκωση	noun	το αποτέλεσμα του αποκλιμακώνω, η με διάφορα μέσα μείωση της έντασης, χαλάρωση μιας έντονης κατάστασης, η οποία είχε πρόσφατα πάρει μεγάλες διαστάσεις, η μείωση της βαθμίδας απειλής ή έντασης
αποκλιμάκωσης	noun	γενική ενικού του αποκλιμάκωση
αποκλιμακούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμακούμενο
αποκλιμακούμενε	verb	κλητική ενικού του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμακούμενη
αποκλιμακούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακούμενης	verb	γενική ενικού του αποκλιμακούμενη
αποκλιμακούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακούμενος	verb	όταν αποκλιμακωθεί, αφού, εφόσον αποκλιμακωθεί σε μια ορισμένη στιγμή στο μέλλον, με προϋπόθεση να αποκλιμακωθεί
αποκλιμακούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκλιμακούμενος
αποκλιμακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμακωμένο
αποκλιμακωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμακωμένη
αποκλιμακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακωμένης	verb	γενική ενικού του αποκλιμακωμένη
αποκλιμακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακωμένος	verb	που έχει αποκλιμακωθεί
αποκλιμακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκλιμακωμένος
αποκλιμακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνομαι
αποκλιμακώναμε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώναν	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνανε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνατε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνει	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνεις	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνετε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνομαι	verb	μειώνεται ή χαλαρώνει η ένταση που είχε σχετικά πρόσφατα κορυφωθεί, που είχε προηγουμένως κλιμακωθεί, κατεβαίνει η βαθμίδα όξυνσης μιας κατάστασης
αποκλιμακώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνουμε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνουν	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνουνε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώνω	verb	μειώνω βαθμιαία την ένταση μίας κατάστασης ή μιας ενέργειας
αποκλιμακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσαν	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσανε	=	αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκλιμάκωση
αποκλιμακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκλιμάκωση
αποκλιμακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκλιμάκωση
αποκλιμακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλιμακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκλιμακώνω
αποκλινουσών	=	αποκλίνων
αποκλινούσης	=	αποκλίνων
αποκλινόντων	=	αποκλίνων
αποκοίμιζα	=	αποκοιμίζω
αποκοίμιζαν	=	αποκοιμίζω
αποκοίμιζε	=	αποκοιμίζω
αποκοίμιζες	=	αποκοιμίζω
αποκοίμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοίμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοίμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοίμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοίμιση	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκοιμίζω
αποκοίμισης	noun	γενική ενικού του αποκοίμιση
αποκοίμισμα	noun|figurative	άλλη μορφή του αποκοίμιση
αποκοβόμασταν	=	αποκόβομαι
αποκοβόμαστε	=	αποκόβομαι
αποκοβόμουν	=	αποκόβομαι
αποκοβόμουνα	=	αποκόβομαι
αποκοβόντουσαν	=	αποκόβομαι
αποκοβόσασταν	=	αποκόβομαι
αποκοβόσαστε	=	αποκόβομαι
αποκοβόσουν	=	αποκόβομαι
αποκοβόσουνα	=	αποκόβομαι
αποκοβόταν	=	αποκόβομαι
αποκοβότανε	=	αποκόβομαι
αποκοιμάμαι	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμήσου	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμίζαμε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζαν	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζανε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζατε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζει	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζεις	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζετε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζομαι	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμίζομε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζοντας	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζουμε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζουν	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζουνε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίζω	verb	προκαλώ διάθεση για ύπνο, κάνω να κοιμηθεί κάποιος
αποκοιμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσαν	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίσανε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκοίμιση
αποκοιμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκοίμιση
αποκοιμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκοίμισμα
αποκοιμίσματος	noun	γενική ενικού του αποκοίμισμα
αποκοιμίσομε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσουνε	=	αποκοιμίζω
αποκοιμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμίζω
αποκοιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθήκαν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθήκανε	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοιμιέμαι
αποκοιμιέμαι	verb	περνώ στην κατάσταση του ύπνου
αποκοιμιέσαι	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιέστε	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιέται	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιούνται	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιούνταν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκοίμισμα
αποκοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκοιμισμένο
αποκοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του αποκοιμισμένος
αποκοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκοιμισμένη
αποκοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκοιμισμένος
αποκοιμισμένης	verb	γενική ενικού του αποκοιμισμένη
αποκοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκοιμισμένος
αποκοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκοιμισμένος
αποκοιμισμένος	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκοιμισμένος
αποκοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκοιμισμένος
αποκοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκοιμισμένος
αποκοιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκοιμιστικό	adv	με αποκοιμιστικό τρόπο
αποκοιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποκοιμιστικός
αποκοιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκοιμιστική
αποκοιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκοιμιστικός
αποκοιμιστικής	adj	γενική ενικού του αποκοιμιστική
αποκοιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκοιμιστικός
αποκοιμιστικού	adj	γενική ενικού του αποκοιμιστικός
αποκοιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκοιμιστικός
αποκοιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκοιμιστικός
αποκοιμιστικός	adj|figurative	που έχει σχέση με την αποκοίμιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
αποκοιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκοιμιστικός
αποκοιμιόμασταν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόμαστε	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόμουν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόμουνα	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόνταν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόντανε	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόντουσαν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόσασταν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόσαστε	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόσουν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόσουνα	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιόταν	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμιότανε	=	αποκοιμιέμαι
αποκοιμούμαι	=	αποκοιμιέμαι
αποκολλά	=	αποκολλώ
αποκολλάει	=	αποκολλώ
αποκολλάμε	=	αποκολλώ
αποκολλάν	=	αποκολλώ
αποκολλάνε	=	αποκολλώ
αποκολλάς	=	αποκολλώ
αποκολλάτε	=	αποκολλώ
αποκολλάω	=	αποκολλώ
αποκολλήθηκα	=	αποκολλώ
αποκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήσαν	=	αποκολλώ
αποκολλήσανε	=	αποκολλώ
αποκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκόλληση
αποκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκόλληση
αποκολλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκόλληση
αποκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκολλημένο
αποκολλημένε	verb	κλητική ενικού του αποκολλημένος
αποκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκολλημένη
αποκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκολλημένος
αποκολλημένης	verb	γενική ενικού του αποκολλημένη
αποκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκολλημένος
αποκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκολλημένος
αποκολλημένος	=	αποκολλώ
αποκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκολλημένος
αποκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκολλημένος
αποκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκολλημένος
αποκολλητικά	=	αποκολλητικό
αποκολλητικέ	=	αποκολλητικός
αποκολλητικές	=	αποκολλητικός
αποκολλητική	=	αποκολλητικός
αποκολλητικής	=	αποκολλητικός
αποκολλητικοί	=	αποκολλητικός
αποκολλητικού	=	αποκολλητικό
αποκολλητικούς	=	αποκολλητικός
αποκολλητικό	noun	ουσία ή προϊόν που συμβάλλει στην αποκόλληση ή την διευκολύνει
αποκολλητικός	adj	που συμβάλλει στην αποκόλληση ή την διευκολύνει
αποκολλητικών	=	αποκολλητικό
αποκολλιέμαι	=	αποκολλώ
αποκολλούμε	=	αποκολλώ
αποκολλούν	=	αποκολλώ
αποκολλούνε	=	αποκολλώ
αποκολλούσα	=	αποκολλώ
αποκολλούσαμε	=	αποκολλώ
αποκολλούσαν	=	αποκολλώ
αποκολλούσανε	=	αποκολλώ
αποκολλούσατε	=	αποκολλώ
αποκολλούσε	=	αποκολλώ
αποκολλούσες	=	αποκολλώ
αποκολλώ	verb	αποσυνδέω δύο -μέχρι τότε- κολλημένα πράγματα
αποκολλώμαι	=	αποκολλώ
αποκολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκολλώ / αποκολλάω
αποκολοκυνθώσεις	=	αποκολοκύνθωση
αποκολοκυνθώσεων	=	αποκολοκύνθωση
αποκολοκύνθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της αποβλάκωσης
αποκολοκύνθωσης	=	αποκολοκύνθωση
αποκομίζαμε	=	αποκομίζω
αποκομίζαν	=	αποκομίζω
αποκομίζανε	=	αποκομίζω
αποκομίζατε	=	αποκομίζω
αποκομίζει	=	αποκομίζω
αποκομίζεις	=	αποκομίζω
αποκομίζεσαι	=	αποκομίζομαι
αποκομίζεστε	=	αποκομίζομαι
αποκομίζεται	=	αποκομίζομαι
αποκομίζετε	=	αποκομίζω
αποκομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκομίζω
αποκομίζομε	=	αποκομίζω
αποκομίζονται	=	αποκομίζομαι
αποκομίζονταν	=	αποκομίζομαι
αποκομίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκομίζω
αποκομίζου	=	αποκομίζομαι
αποκομίζουμε	=	αποκομίζω
αποκομίζουν	=	αποκομίζω
αποκομίζουνε	=	αποκομίζω
αποκομίζω	verb|figurative	αποκτώ κάτι και το παίρνω μαζί μου (φεύγοντας από κάπου)
αποκομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίσαν	=	αποκομίζω
αποκομίσανε	=	αποκομίζω
αποκομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκόμιση
αποκομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκόμιση
αποκομίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκόμιση
αποκομίσθηκα	=	αποκομίζω
αποκομίσθηκαν	=	αποκομίζω
αποκομίσθηκε	=	αποκομίζω
αποκομίσθηκες	=	αποκομίζω
αποκομίσομε	=	αποκομίζω
αποκομίσου	=	αποκομίζομαι
αποκομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίσουνε	=	αποκομίζω
αποκομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομίστηκα	=	αποκομίζομαι
αποκομίστηκαν	=	αποκομίζομαι
αποκομίστηκε	=	αποκομίζομαι
αποκομίστηκες	=	αποκομίζομαι
αποκομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκομιδές	=	αποκομιδή
αποκομιδή	noun|formal	μεταφορά, απομάκρυνση
αποκομιδής	=	αποκομιδή
αποκομιδών	=	αποκομιδή
αποκομιζόμασταν	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόμαστε	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόμουν	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόμουνα	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόντουσαν	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόσασταν	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόσαστε	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόσουν	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόσουνα	=	αποκομίζομαι
αποκομιζόταν	=	αποκομίζομαι
αποκομιζότανε	=	αποκομίζομαι
αποκομισθήκαμε	=	αποκομίζω
αποκομισθήκαν	=	αποκομίζω
αποκομισθήκανε	=	αποκομίζω
αποκομισθήκατε	=	αποκομίζω
αποκομισθεί	=	αποκομίζω
αποκομισθείς	=	αποκομίζω
αποκομισθείτε	=	αποκομίζω
αποκομισθούμε	=	αποκομίζω
αποκομισθούν	=	αποκομίζω
αποκομισθούνε	=	αποκομίζω
αποκομισθώ	=	αποκομίζω
αποκομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομισμένο
αποκομισμένε	verb	κλητική ενικού του αποκομισμένος
αποκομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομισμένη
αποκομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκομισμένος
αποκομισμένης	verb	γενική ενικού του αποκομισμένη
αποκομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκομισμένος
αποκομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκομισμένος
αποκομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποκομίζω
αποκομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκομισμένος
αποκομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκομισμένος
αποκομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκομισμένος
αποκομιστήκαμε	=	αποκομίζομαι
αποκομιστήκαν	=	αποκομίζομαι
αποκομιστήκανε	=	αποκομίζομαι
αποκομιστήκατε	=	αποκομίζομαι
αποκομιστεί	=	αποκομίζομαι
αποκομιστείτε	=	αποκομίζομαι
αποκομμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόκομμα
αποκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομμένο
αποκομμένε	verb	κλητική ενικού του αποκομμένος
αποκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομμένη
αποκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκομμένος
αποκομμένης	verb	γενική ενικού του αποκομμένη
αποκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκομμένος
αποκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκομμένος
αποκομμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκόβω
αποκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκομμένος
αποκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκομμένος
αποκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκομμένος
αποκομματικοποίηση	noun	η απεμπλοκή από την κομματικοποίηση και οι προσπάθειες περιορισμού της
αποκομματικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποκομματικοποίηση
αποκομματικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομματικοποίηση
αποκομματικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκομματικοποίηση
αποκομματικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκομματικοποίηση
αποκομματικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομματικοποιημένο
αποκομματικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποκομματικοποιημένος
αποκομματικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκομματικοποιημένη
αποκομματικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκομματικοποιημένος
αποκομματικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποκομματικοποιημένη
αποκομματικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκομματικοποιημένος
αποκομματικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκομματικοποιημένος
αποκομματικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκομματικοποιώ
αποκομματικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκομματικοποιημένος
αποκομματικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκομματικοποιημένος
αποκομματικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκομματικοποιημένος
αποκοντά	adv	από κοντά, από δίπλα
αποκοπές	=	αποκοπή
αποκοπή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκόπτω
αποκοπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπήκαν	=	αποκόβομαι
αποκοπήκανε	=	αποκόβομαι
αποκοπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπής	=	αποκοπή
αποκοπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπούνε	=	αποκόβω
αποκοπτόμασταν	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόμαστε	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόμουν	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόμουνα	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόντουσαν	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόσασταν	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόσαστε	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόσουν	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόσουνα	=	αποκόπτομαι
αποκοπτόταν	=	αποκόπτομαι
αποκοπτότανε	=	αποκόπτομαι
αποκοπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκοπών	=	αποκοπή
αποκορυφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκορύφωμα
αποκορυφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκορυφωμένο
αποκορυφωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκορυφωμένος
αποκορυφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκορυφωμένη
αποκορυφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκορυφωμένος
αποκορυφωμένης	verb	γενική ενικού του αποκορυφωμένη
αποκορυφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκορυφωμένος
αποκορυφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκορυφωμένος
αποκορυφωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποκορυφώνω
αποκορυφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκορυφωμένος
αποκορυφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκορυφωμένος
αποκορυφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκορυφωμένος
αποκορυφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκορυφωτικό
αποκορυφωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκορυφωτικός
αποκορυφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκορυφωτική
αποκορυφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκορυφωτικός
αποκορυφωτικής	adj	γενική ενικού του αποκορυφωτική
αποκορυφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκορυφωτικός
αποκορυφωτικού	adj	γενική ενικού του αποκορυφωτικός
αποκορυφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκορυφωτικός
αποκορυφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκορυφωτικός
αποκορυφωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποκορύφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποκορυφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκορυφωτικός
αποκορυφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνομαι
αποκορυφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκορύφωμα
αποκορυφώματος	noun	γενική ενικού του αποκορύφωμα
αποκορυφώναμε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώναν	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνανε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνατε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνει	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνεις	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνετε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνομαι	verb	φτάνω στη μέγιστη ακμή
αποκορυφώνοντας	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνουμε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνουν	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνουνε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώνω	verb	κάνω κάτι να φτάσει σε κάποιο ανώτατο σημείο ή όριο
αποκορυφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώσαν	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώσανε	=	αποκορυφώνω
αποκορυφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκορύφωση
αποκορυφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκορύφωση
αποκορυφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκορύφωση
αποκορυφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορυφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορύφωμα	noun	άλλη μορφή του αποκορύφωση
αποκορύφωνα	=	αποκορυφώνω
αποκορύφωναν	=	αποκορυφώνω
αποκορύφωνε	=	αποκορυφώνω
αποκορύφωνες	=	αποκορυφώνω
αποκορύφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορύφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορύφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορύφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκορυφώνω
αποκορύφωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποκορυφώνω
αποκορύφωσης	noun	γενική ενικού του αποκορύφωση
αποκοτάω	verb|literary	φέρομαι με αποκοτιά, αποτολμώ
αποκοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκοτιά	noun	η απερισκεψία
αποκοτιάς	noun	γενική ενικού του αποκοτιά
αποκοτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκοτιά
αποκοτιών	=	αποκοτιά
αποκοτώ	verb	άλλη μορφή του αποκοτάω
αποκοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκοτάω / αποκοτώ
αποκουκουλώνω	verb|rare	κουκουλώνω εντελώς
αποκουταίνομαι	=	αποκουτιαίνω
αποκουταίνω	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάναν	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιάνανε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιάντε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκουτιαίναμε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίναν	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνανε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνατε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνει	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνεις	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνετε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνομαι	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνοντας	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνουμε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνουν	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνουνε	=	αποκουτιαίνω
αποκουτιαίνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του ξεκουτιαίνω
αποκούμπι	noun	το καταφύγιο, το στήριγμα, η βοήθεια
αποκούμπια	=	αποκούμπι
αποκούτιαινα	=	αποκουτιαίνω
αποκούτιαιναν	=	αποκουτιαίνω
αποκούτιαινε	=	αποκουτιαίνω
αποκούτιαινες	=	αποκουτιαίνω
αποκούτιανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκούτιαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκούτιανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκούτιανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκουτιαίνω
αποκρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
αποκρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκρίνεσαι	=	αποκρίνομαι
αποκρίνεστε	=	αποκρίνομαι
αποκρίνεται	=	αποκρίνομαι
αποκρίνομαι	verb	απαντώ
αποκρίνονται	=	αποκρίνομαι
αποκρίνονταν	=	αποκρίνομαι
αποκρίνω	=	αποκρίνομαι
αποκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκριση
αποκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόκριση
αποκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόκριση
αποκρίσιμος	adj|formal	άλλη μορφή του ανταποκρίσιμος
αποκρίσου	=	αποκρίνομαι
αποκραίνομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του αποκρίνομαι
αποκρατικοποίει	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποίηση	noun	η μεταφορά σε ιδιώτες της ιδιοκτησίας και του ελέγχου μιας εταιρείας, που μέχρι τότε βρισκόταν στην ιδιοκτησία του κράτους
αποκρατικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποκρατικοποίηση
αποκρατικοποιήθηκα	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήθηκαν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήθηκε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήθηκες	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσαν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσανε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρατικοποίηση
αποκρατικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκρατικοποίηση
αποκρατικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκρατικοποίηση
αποκρατικοποιήσου	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιεί	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιείς	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιείσαι	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιείστε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιείται	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιείτε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιηθήκαμε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιηθήκαν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιηθήκανε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιηθήκατε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιηθεί	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιηθείτε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιημένος	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούμαι	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούμασταν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούμαστε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούμε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούμουν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούνε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούνται	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούνταν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσα	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσαμε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσαν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσανε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσασταν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσαστε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσατε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσε	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσες	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιούσουν	=	αποκρατικοποιώ
αποκρατικοποιώ	verb	σταματώ τον έλεγχο από το κράτος μιας εταιρείας
αποκρατικοποιώντας	=	αποκρατικοποιώ
αποκρεύω	verb	κάνω αποχή από το κρέας
αποκριά	noun	η χρονική περίοδος τριών εβδομάδων πριν από την Καθαρά Δευτέρα
αποκριάς	=	αποκριά
αποκριάτικα	adv	κατά την χρονική περίοδο της Αποκριάς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποκριάτικος
αποκριάτικε	adj	κλητική ενικού του αποκριάτικος
αποκριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκριάτικη
αποκριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκριάτικος
αποκριάτικης	adj	γενική ενικού του αποκριάτικη
αποκριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του αποκριάτικος
αποκριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκριάτικος
αποκριάτικος	adj	που έχει σχέση με την Αποκριά ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποκριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκριάτικος
αποκριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκριάτικος
αποκριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκριάτικος
αποκριές	=	αποκριά
αποκριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθήκαν	=	αποκρίνομαι
αποκριθήκανε	=	αποκρίνομαι
αποκριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκριθούνε	=	αποκρίνομαι
αποκριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρίνομαι
αποκρινής	adj|rare	που συμβάλλει στην απέκκριση
αποκρινόμασταν	=	αποκρίνομαι
αποκρινόμαστε	=	αποκρίνομαι
αποκρινόμενος	=	αποκρίνομαι
αποκρινόμουν	=	αποκρίνομαι
αποκρινόμουνα	=	αποκρίνομαι
αποκρινόντουσαν	=	αποκρίνομαι
αποκρινόσασταν	=	αποκρίνομαι
αποκρινόσαστε	=	αποκρίνομαι
αποκρινόσουν	=	αποκρίνομαι
αποκρινόσουνα	=	αποκρίνομαι
αποκρινόταν	=	αποκρίνομαι
αποκρινότανε	=	αποκρίνομαι
αποκρισιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αποκρίσιμου
αποκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκριτικό	adv	αποκρινόμενος, δίνοντας απάντηση σε ειδική ερώτηση
αποκριτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκριτικός
αποκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκριτική
αποκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκριτικός
αποκριτικής	adj	γενική ενικού του αποκριτική
αποκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκριτικός
αποκριτικού	adj	γενική ενικού του αποκριτικός
αποκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκριτικός
αποκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκριτικός
αποκριτικός	adj	που αποκρίνεται
αποκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκριτικός
αποκριών	=	αποκριά
αποκρουσθήκαμε	=	αποκρούω
αποκρουσθήκαν	=	αποκρούω
αποκρουσθήκανε	=	αποκρούω
αποκρουσθήκατε	=	αποκρούω
αποκρουσθεί	=	αποκρούω
αποκρουσθείς	=	αποκρούω
αποκρουσθείτε	=	αποκρούω
αποκρουσθούμε	=	αποκρούω
αποκρουσθούν	=	αποκρούω
αποκρουσθούνε	=	αποκρούω
αποκρουσθώ	=	αποκρούω
αποκρουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρουσμένο
αποκρουσμένε	verb	κλητική ενικού του αποκρουσμένος
αποκρουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρουσμένη
αποκρουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρουσμένος
αποκρουσμένης	verb	γενική ενικού του αποκρουσμένη
αποκρουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκρουσμένος
αποκρουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρουσμένος
αποκρουσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποκρούω
αποκρουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκρουσμένος
αποκρουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκρουσμένος
αποκρουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκρουσμένος
αποκρουστήκαμε	=	αποκρούω
αποκρουστήκαν	=	αποκρούω
αποκρουστήκανε	=	αποκρούω
αποκρουστήκατε	=	αποκρούω
αποκρουστεί	=	αποκρούω
αποκρουστείς	=	αποκρούω
αποκρουστείτε	=	αποκρούω
αποκρουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρουστικό	adv	με αποκρουστικό τρόπο
αποκρουστικέ	adj	κλητική ενικού του αποκρουστικός
αποκρουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρουστική
αποκρουστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρουστικός
αποκρουστικής	adj	γενική ενικού του αποκρουστική
αποκρουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρουστικός
αποκρουστικοτήτων	=	αποκρουστικότητα
αποκρουστικοτητών	noun	γενική πληθυντικού του αποκρουστικότητα
αποκρουστικού	adj	γενική ενικού του αποκρουστικός
αποκρουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκρουστικός
αποκρουστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκρουστικός
αποκρουστικός	adj	που προκαλεί φρίκη, αποτρόπαιος, ειδεχθής
αποκρουστικότητα	noun	το να είναι κάποιος αποκρουστικός, η ιδιότητα του αποκρουστικού
αποκρουστικότητας	noun	γενική ενικού του αποκρουστικότητα
αποκρουστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρουστικότητα
αποκρουστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκρουστικός
αποκρουστούμε	=	αποκρούω
αποκρουστούν	=	αποκρούω
αποκρουστούνε	=	αποκρούω
αποκρουστώ	=	αποκρούω
αποκρουόμασταν	=	αποκρούω
αποκρουόμαστε	=	αποκρούω
αποκρουόμουν	=	αποκρούω
αποκρουόμουνα	=	αποκρούω
αποκρουόντουσαν	=	αποκρούω
αποκρουόσασταν	=	αποκρούω
αποκρουόσαστε	=	αποκρούω
αποκρουόσουν	=	αποκρούω
αποκρουόσουνα	=	αποκρούω
αποκρουόταν	=	αποκρούω
αποκρουότανε	=	αποκρούω
αποκρούαμε	=	αποκρούω
αποκρούαν	=	αποκρούω
αποκρούανε	=	αποκρούω
αποκρούατε	=	αποκρούω
αποκρούει	=	αποκρούω
αποκρούεις	=	αποκρούω
αποκρούεσαι	=	αποκρούω
αποκρούεστε	=	αποκρούω
αποκρούεται	=	αποκρούω
αποκρούετε	=	αποκρούω
αποκρούομαι	=	αποκρούω
αποκρούομε	=	αποκρούω
αποκρούονται	=	αποκρούω
αποκρούονταν	=	αποκρούω
αποκρούοντας	=	αποκρούω
αποκρούουμε	=	αποκρούω
αποκρούουν	=	αποκρούω
αποκρούουνε	=	αποκρούω
αποκρούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούσαν	=	αποκρούω
αποκρούσανε	=	αποκρούω
αποκρούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκρουση
αποκρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόκρουση
αποκρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόκρουση
αποκρούσθηκα	=	αποκρούω
αποκρούσθηκαν	=	αποκρούω
αποκρούσθηκε	=	αποκρούω
αποκρούσθηκες	=	αποκρούω
αποκρούσομε	=	αποκρούω
αποκρούσου	=	αποκρούω
αποκρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούσουνε	=	αποκρούω
αποκρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούστηκα	=	αποκρούω
αποκρούστηκαν	=	αποκρούω
αποκρούστηκε	=	αποκρούω
αποκρούστηκες	=	αποκρούω
αποκρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρούω
αποκρούω	verb	απωθώ άτομο, αποφεύγω ενεργά ένα χτύπημα, μία επίθεση (π.χ. στον πόλεμο ή στο ποδόσφαιρο)
αποκρυβόμασταν	=	αποκρύβω
αποκρυβόμαστε	=	αποκρύβω
αποκρυβόμουν	=	αποκρύβω
αποκρυβόμουνα	=	αποκρύβω
αποκρυβόντουσαν	=	αποκρύβω
αποκρυβόσασταν	=	αποκρύβω
αποκρυβόσαστε	=	αποκρύβω
αποκρυβόσουν	=	αποκρύβω
αποκρυβόσουνα	=	αποκρύβω
αποκρυβόταν	=	αποκρύβω
αποκρυβότανε	=	αποκρύβω
αποκρυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυμμένο
αποκρυμμένε	verb	κλητική ενικού του αποκρυμμένος
αποκρυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυμμένη
αποκρυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρυμμένος
αποκρυμμένης	verb	γενική ενικού του αποκρυμμένη
αποκρυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκρυμμένος
αποκρυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρυμμένος
αποκρυμμένος	verb	που έχει αποκρυβεί
αποκρυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκρυμμένος
αποκρυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκρυμμένος
αποκρυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκρυμμένος
αποκρυπτογράφε	=	αποκρυπτογράφος
αποκρυπτογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογράφηση	noun	η μετατροπή ενός κειμένου από μορφή μη κατανοητή ώστε να γίνει αντιληπτό
αποκρυπτογράφησης	=	αποκρυπτογράφηση
αποκρυπτογράφο	=	αποκρυπτογράφος
αποκρυπτογράφοι	=	αποκρυπτογράφος
αποκρυπτογράφος	noun	ειδική συσκευή για την αποκρυπτογράφηση σήματος
αποκρυπτογράφου	=	αποκρυπτογράφος
αποκρυπτογράφους	=	αποκρυπτογράφος
αποκρυπτογράφων	=	αποκρυπτογράφος
αποκρυπτογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυπτογράφηση
αποκρυπτογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήσεων	=	αποκρυπτογράφηση
αποκρυπτογραφήσεως	=	αποκρυπτογράφηση
αποκρυπτογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυπτογραφώ
αποκρυπτογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυπτογραφημένο
αποκρυπτογραφημένε	verb	κλητική ενικού του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυπτογραφημένη
αποκρυπτογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφημένης	verb	γενική ενικού του αποκρυπτογραφημένη
αποκρυπτογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκρυπτογραφημένος
αποκρυπτογραφώ	verb	καταφέρνω να διαβάσω και να καταλάβω ένα κείμενο γραμμένο χρησιμοποιώντας κάποιον μυστικό κώδικα ή άλλο σύστημα γραφής
αποκρυπτόμασταν	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόμαστε	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόμουν	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόμουνα	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόντουσαν	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόσασταν	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόσαστε	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόσουν	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόσουνα	=	αποκρύπτω
αποκρυπτόταν	=	αποκρύπτω
αποκρυπτότανε	=	αποκρύπτω
αποκρυστάλλωμα	noun	άλλη μορφή του αποκρυστάλλωση
αποκρυστάλλωνα	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωναν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωνε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωνες	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποκρυσταλλώνω
αποκρυστάλλωσης	noun	γενική ενικού του αποκρυστάλλωση
αποκρυσταλλοποίηση	noun	άλλη μορφή του αποκρυστάλλωση
αποκρυσταλλοποίησης	noun	γενική ενικού του αποκρυσταλλοποίηση
αποκρυσταλλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυσταλλοποίηση
αποκρυσταλλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκρυσταλλοποίηση
αποκρυσταλλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκρυσταλλοποίηση
αποκρυσταλλωθήκαμε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωθήκαν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωθήκανε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωθήκατε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωθεί	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωθείτε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκρυστάλλωμα
αποκρυσταλλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυσταλλωμένο
αποκρυσταλλωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυσταλλωμένη
αποκρυσταλλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωμένης	verb	γενική ενικού του αποκρυσταλλωμένη
αποκρυσταλλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωμένος	verb	που έχει αποκρυσταλλωθεί
αποκρυσταλλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκρυσταλλωμένος
αποκρυσταλλωνόμασταν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόμαστε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόμουν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόμουνα	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόντουσαν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόσασταν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόσαστε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόσουν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόσουνα	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνόταν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλωνότανε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώθηκα	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώθηκαν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώθηκε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώθηκες	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυστάλλωμα
αποκρυσταλλώματος	noun	γενική ενικού του αποκρυστάλλωμα
αποκρυσταλλώναμε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώναν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνανε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνατε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνει	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνεις	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνεσαι	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνεστε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνεται	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνετε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνονται	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνονταν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνοντας	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνουμε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνουν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνουνε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώνω	verb	δίνω σε κάτι μορφή κρυστάλλου
αποκρυσταλλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσαν	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσανε	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυστάλλωση
αποκρυσταλλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκρυστάλλωση
αποκρυσταλλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκρυστάλλωση
αποκρυσταλλώσου	=	αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυσταλλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρυσταλλώνω
αποκρυφθήκαμε	=	αποκρύπτω
αποκρυφθήκαν	=	αποκρύπτω
αποκρυφθήκανε	=	αποκρύπτω
αποκρυφθήκατε	=	αποκρύπτω
αποκρυφθεί	=	αποκρύπτω
αποκρυφθείς	=	αποκρύπτω
αποκρυφθείτε	=	αποκρύπτω
αποκρυφθούμε	=	αποκρύπτω
αποκρυφθούν	=	αποκρύπτω
αποκρυφθούνε	=	αποκρύπτω
αποκρυφθώ	=	αποκρύπτω
αποκρυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφικό
αποκρυφικέ	adj	κλητική ενικού του αποκρυφικός
αποκρυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφική
αποκρυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρυφικός
αποκρυφικής	adj	γενική ενικού του αποκρυφική
αποκρυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφικός
αποκρυφικού	adj	γενική ενικού του αποκρυφικός
αποκρυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκρυφικός
αποκρυφικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκρυφικός
αποκρυφικός	adj	άλλη μορφή του αποκρυφιστικός
αποκρυφικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκρυφικός
αποκρυφισμέ	noun	κλητική ενικού του αποκρυφισμός
αποκρυφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφισμός
αποκρυφισμού	noun	γενική ενικού του αποκρυφισμός
αποκρυφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποκρυφισμός
αποκρυφισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποκρυφισμός
αποκρυφισμός	noun	η πίστη στην ύπαρξη απόκρυφων και υπερφυσικών πραγμάτων και η μελέτη τους
αποκρυφισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποκρυφισμός
αποκρυφιστές	=	αποκρυφιστής
αποκρυφιστή	=	αποκρυφιστής
αποκρυφιστής	noun	αυτός που ασχολείται με τον αποκρυφισμό
αποκρυφιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποκρυφιστικός	adv	με αποκρυφιστικό τρόπο
αποκρυφιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφιστική
αποκρυφιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστικής	adj	γενική ενικού του αποκρυφιστική
αποκρυφιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστικού	adj	γενική ενικού του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αποκρυφιστή ή τον αποκρυφισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
αποκρυφιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκρυφιστικός
αποκρυφιστών	=	αποκρυφιστής
αποκρυφολογία	noun	αποκρυφισμός
αποκρυφολογίας	noun	γενική ενικού του αποκρυφολογία
αποκρυφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκρυφολογία
αποκρυφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αποκρυφολογία
αποκρυφτήκαμε	=	αποκρύπτω
αποκρυφτήκαν	=	αποκρύπτω
αποκρυφτήκανε	=	αποκρύπτω
αποκρυφτήκατε	=	αποκρύπτω
αποκρυφτεί	=	αποκρύπτω
αποκρυφτείς	=	αποκρύπτω
αποκρυφτείτε	=	αποκρύπτω
αποκρυφτούμε	=	αποκρύπτω
αποκρυφτούν	=	αποκρύπτω
αποκρυφτούνε	=	αποκρύπτω
αποκρυφτώ	=	αποκρύπτω
αποκρύβαμε	=	αποκρύβω
αποκρύβαν	=	αποκρύβω
αποκρύβανε	=	αποκρύβω
αποκρύβατε	=	αποκρύβω
αποκρύβει	=	αποκρύβω
αποκρύβεις	=	αποκρύβω
αποκρύβεσαι	=	αποκρύβω
αποκρύβεστε	=	αποκρύβω
αποκρύβεται	=	αποκρύβω
αποκρύβετε	=	αποκρύβω
αποκρύβομαι	=	αποκρύβω
αποκρύβομε	=	αποκρύβω
αποκρύβονται	=	αποκρύβω
αποκρύβονταν	=	αποκρύβω
αποκρύβοντας	=	αποκρύβω
αποκρύβουμε	=	αποκρύβω
αποκρύβουν	=	αποκρύβω
αποκρύβουνε	=	αποκρύβω
αποκρύβω	verb	μορφή στη δημοτική του αποκρύπτω
αποκρύπταμε	=	αποκρύπτω
αποκρύπταν	=	αποκρύπτω
αποκρύπτανε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτατε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτει	=	αποκρύπτω
αποκρύπτεις	=	αποκρύπτω
αποκρύπτεσαι	=	αποκρύπτω
αποκρύπτεσθε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτεστε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτεται	=	αποκρύπτω
αποκρύπτετε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύπτομε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτονται	=	αποκρύπτω
αποκρύπτονταν	=	αποκρύπτω
αποκρύπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύπτουμε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτουν	=	αποκρύπτω
αποκρύπτουνε	=	αποκρύπτω
αποκρύπτω	verb	κρύβω κάτι, δεν το ανακοινώνω, κρατάω κάτι κρυφό ή μυστικό
αποκρύφθηκα	=	αποκρύπτω
αποκρύφθηκαν	=	αποκρύπτω
αποκρύφθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αποκρύπτω
αποκρύφθηκες	=	αποκρύπτω
αποκρύφτηκα	=	αποκρύβω
αποκρύφτηκαν	=	αποκρύπτω
αποκρύφτηκε	=	αποκρύπτω
αποκρύφτηκες	=	αποκρύπτω
αποκρύφων	=	απόκρυφα
αποκρύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψαν	=	αποκρύπτω
αποκρύψανε	=	αποκρύπτω
αποκρύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκρυψη
αποκρύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόκρυψη
αποκρύψεως	noun|formal	γενική ενικού του απόκρυψη
αποκρύψομε	=	αποκρύπτω
αποκρύψου	=	αποκρύπτω
αποκρύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψουνε	=	αποκρύπτω
αποκρύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκρύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκρύπτω
αποκτά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποκτώ
αποκτάγαμε	=	αποκτώ
αποκτάγανε	=	αποκτώ
αποκτάγατε	=	αποκτώ
αποκτάει	=	αποκτώ
αποκτάμε	=	αποκτώ
αποκτάν	=	αποκτώ
αποκτάνε	=	αποκτώ
αποκτάς	=	αποκτώ
αποκτάσαι	=	αποκτώ
αποκτάσθε	=	αποκτώ
αποκτάστε	=	αποκτώ
αποκτάται	=	αποκτώ
αποκτάτε	=	αποκτώ
αποκτάω	verb	άλλη μορφή του αποκτώ
αποκτήθηκα	=	αποκτώ
αποκτήθηκαν	=	αποκτώ
αποκτήθηκε	=	αποκτώ
αποκτήθηκες	=	αποκτώ
αποκτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκτημα
αποκτήματος	noun	γενική ενικού του απόκτημα
αποκτήνωνα	=	αποκτηνώνω
αποκτήνωναν	=	αποκτηνώνω
αποκτήνωνε	=	αποκτηνώνω
αποκτήνωνες	=	αποκτηνώνω
αποκτήνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτήνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτήνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτήνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτήνωση	noun	η μετατροπή κάποιου σε κτήνος, η αλλαγή των τρόπων του και η μετατροπή τους σε άγριους ή θηριώδεις
αποκτήνωσης	noun	γενική ενικού του αποκτήνωση
αποκτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσαν	=	αποκτώ
αποκτήσανε	=	αποκτώ
αποκτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόκτηση
αποκτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόκτηση
αποκτήσου	=	αποκτώ
αποκτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσουνε	=	αποκτώ
αποκτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
αποκτηθήκαμε	=	αποκτώ
αποκτηθήκαν	=	αποκτώ
αποκτηθήκανε	=	αποκτώ
αποκτηθήκατε	=	αποκτώ
αποκτηθεί	=	αποκτώ
αποκτηθείς	=	αποκτώ
αποκτηθείτε	=	αποκτώ
αποκτηθούμε	=	αποκτώ
αποκτηθούν	=	αποκτώ
αποκτηθούνε	=	αποκτώ
αποκτηθώ	=	αποκτώ
αποκτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόκτημα
αποκτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτημένο
αποκτημένε	verb	κλητική ενικού του αποκτημένος
αποκτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτημένη
αποκτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκτημένος
αποκτημένης	verb	γενική ενικού του αποκτημένη
αποκτημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκτημένος
αποκτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκτημένος
αποκτημένος	=	αποκτώ
αποκτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκτημένος
αποκτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκτημένος
αποκτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκτημένος
αποκτηνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτηνωμένο
αποκτηνωμένε	verb	κλητική ενικού του αποκτηνωμένος
αποκτηνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτηνωμένη
αποκτηνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκτηνωμένος
αποκτηνωμένης	verb	γενική ενικού του αποκτηνωμένη
αποκτηνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποκτηνωμένος
αποκτηνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκτηνωμένος
αποκτηνωμένος	verb	που έχει αποκτηνωθεί, που έχει χάσει τις πνευματικές, ηθικές ή ψυχικές του ικανότητες
αποκτηνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποκτηνωμένος
αποκτηνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποκτηνωμένος
αποκτηνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποκτηνωμένος
αποκτηνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτηνωτικό
αποκτηνωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποκτηνωτικός
αποκτηνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτηνωτική
αποκτηνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποκτηνωτικός
αποκτηνωτικής	adj	γενική ενικού του αποκτηνωτική
αποκτηνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποκτηνωτικός
αποκτηνωτικού	adj	γενική ενικού του αποκτηνωτικός
αποκτηνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποκτηνωτικός
αποκτηνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποκτηνωτικός
αποκτηνωτικός	adj	που αποκτηνώνει, που οδηγεί στην αποκτήνωση
αποκτηνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποκτηνωτικός
αποκτηνώθηκα	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώναμε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώναν	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνανε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνατε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνει	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνεις	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνετε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνομαι	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνοντας	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνουμε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνουν	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνουνε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώνω	verb	μετατρέπω κάποιον σε κτήνος, αλλάζω τους τρόπους του και τους μετατρέπω σε άγριους ή θηριώδεις
αποκτηνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώσαν	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώσανε	=	αποκτηνώνω
αποκτηνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκτήνωση
αποκτηνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκτήνωση
αποκτηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκτήνωση
αποκτηνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτηνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκτηνώνω
αποκτιέμαι	=	αποκτώ
αποκτιέσαι	=	αποκτώ
αποκτιέστε	=	αποκτώ
αποκτιέται	=	αποκτώ
αποκτιούνται	=	αποκτώ
αποκτιούνταν	=	αποκτώ
αποκτιόμασταν	=	αποκτώ
αποκτιόμαστε	=	αποκτώ
αποκτιόμουν	=	αποκτώ
αποκτιόμουνα	=	αποκτώ
αποκτιόνταν	=	αποκτώ
αποκτιόντανε	=	αποκτώ
αποκτιόντουσαν	=	αποκτώ
αποκτιόσασταν	=	αποκτώ
αποκτιόσαστε	=	αποκτώ
αποκτιόσουν	=	αποκτώ
αποκτιόσουνα	=	αποκτώ
αποκτιόταν	=	αποκτώ
αποκτιότανε	=	αποκτώ
αποκτούμε	=	αποκτώ
αποκτούν	=	αποκτώ
αποκτούνε	=	αποκτώ
αποκτούσα	=	αποκτώ
αποκτούσαμε	=	αποκτώ
αποκτούσαν	=	αποκτώ
αποκτούσανε	=	αποκτώ
αποκτούσατε	=	αποκτώ
αποκτούσε	=	αποκτώ
αποκτούσες	=	αποκτώ
αποκτόμασταν	=	αποκτώ
αποκτόμαστε	=	αποκτώ
αποκτόμουν	=	αποκτώ
αποκτόνταν	=	αποκτώ
αποκτόντουσαν	=	αποκτώ
αποκτόσασταν	=	αποκτώ
αποκτόσουν	=	αποκτώ
αποκτόταν	=	αποκτώ
αποκτώ	verb	αρχίζω να κατέχω κάτι
αποκτώμαι	=	αποκτώ
αποκτώμεθα	=	αποκτώ
αποκτώμενος	=	αποκτώ
αποκτώνται	=	αποκτώ
αποκτώντας	=	αποκτώ
αποκυήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκύημα
αποκυήματος	noun	γενική ενικού του αποκύημα
αποκυημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποκύημα
αποκωδικοποίει	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποίησα	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποίησαν	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποίησε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποίησες	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποίηση	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του αποκωδικοποιώ, η ερμηνεία, η μετατροπή κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι πιο καταληπτά, να ερμηνεύονται πιο εύκολα ή να μεταφέρονται σε μια άλλη γλώσσα
αποκωδικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποκωδικοποίηση
αποκωδικοποιήσαμε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιήσαν	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιήσανε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιήσατε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιήσει	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποκωδικοποίηση
αποκωδικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποκωδικοποίηση
αποκωδικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποκωδικοποίηση
αποκωδικοποιήσιμα	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμε	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμες	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμη	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμης	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμο	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμοι	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να αποκωδικοποιηθεί
αποκωδικοποιήσιμου	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμους	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήσιμων	=	αποκωδικοποιήσιμος
αποκωδικοποιήστε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιεί	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιείς	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιείτε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιητές	=	αποκωδικοποιητής
αποκωδικοποιητή	=	αποκωδικοποιητής
αποκωδικοποιητής	noun	το σύστημα, το μηχάνημα ή η συσκευή που αποκωδικοποιεί
αποκωδικοποιητών	=	αποκωδικοποιητής
αποκωδικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούμε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούν	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούνε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσα	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσαμε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσαν	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσανε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσατε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσε	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιούσες	=	αποκωδικοποιώ
αποκωδικοποιώ	verb	διαβάζω τον κώδικα ενός σήματος ή μηνύματος, ώστε να γίνουν αναγνωρίσιμα
αποκωδικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποκωδικοποιώ
αποκόβαμε	=	αποκόβω
αποκόβαν	=	αποκόβω
αποκόβανε	=	αποκόβω
αποκόβατε	=	αποκόβω
αποκόβει	=	αποκόβω
αποκόβεις	=	αποκόβω
αποκόβεσαι	=	αποκόβομαι
αποκόβεστε	=	αποκόβομαι
αποκόβεται	=	αποκόβομαι
αποκόβετε	=	αποκόβω
αποκόβομαι	verb	χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, απομονώνομαι
αποκόβομε	=	αποκόβω
αποκόβονται	=	αποκόβομαι
αποκόβονταν	=	αποκόβομαι
αποκόβοντας	=	αποκόβω
αποκόβου	=	αποκόβομαι
αποκόβουμε	=	αποκόβω
αποκόβουν	=	αποκόβω
αποκόβουνε	=	αποκόβω
αποκόβω	verb	άλλη μορφή του αποκόπτω
αποκόλλα	=	αποκολλώ
αποκόλλαγε	=	αποκολλώ
αποκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκολλώ
αποκόλληση	noun|formal	ξεκόλλημα
αποκόλλησης	noun	γενική ενικού του αποκόλληση
αποκόμιζα	=	αποκομίζω
αποκόμιζαν	=	αποκομίζω
αποκόμιζε	=	αποκομίζω
αποκόμιζες	=	αποκομίζω
αποκόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκομίζω
αποκόμιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκομίζω
αποκόμισης	noun	γενική ενικού του αποκόμιση
αποκόμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκομμα
αποκόμματος	noun	γενική ενικού του απόκομμα
αποκόπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκόπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκόπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκόπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόβομαι
αποκόπταμε	=	αποκόπτω
αποκόπταν	=	αποκόπτω
αποκόπτανε	=	αποκόπτω
αποκόπτατε	=	αποκόπτω
αποκόπτει	=	αποκόπτω
αποκόπτεις	=	αποκόπτω
αποκόπτεσαι	=	αποκόπτομαι
αποκόπτεστε	=	αποκόπτομαι
αποκόπτεται	=	αποκόπτομαι
αποκόπτετε	=	αποκόπτω
αποκόπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποκόπτω
αποκόπτομε	=	αποκόπτω
αποκόπτονται	=	αποκόπτομαι
αποκόπτονταν	=	αποκόπτομαι
αποκόπτοντας	=	αποκόπτω
αποκόπτου	=	αποκόπτομαι
αποκόπτουμε	=	αποκόπτω
αποκόπτουν	=	αποκόπτω
αποκόπτουνε	=	αποκόπτω
αποκόπτω	verb	κόβω κάτι χωρίζοντάς το απ’ το υπόλοιπο τμήμα
αποκότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκοτώ
αποκόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψαν	=	αποκόβω
αποκόψανε	=	αποκόβω
αποκόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψομε	=	αποκόβω
αποκόψου	=	αποκόβομαι
αποκόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψουνε	=	αποκόβω
αποκόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποκόπτω
αποκύημα	noun|formal	γέννημα, δημιούργημα
απολάδωνα	=	απολαδώνω
απολάδωναν	=	απολαδώνω
απολάδωνε	=	απολαδώνω
απολάδωνες	=	απολαδώνω
απολάδωσα	=	απολαδώνω
απολάδωσαν	=	απολαδώνω
απολάδωσε	=	απολαδώνω
απολάδωσες	=	απολαδώνω
απολάδωση	noun|slang	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απολαδώνω
απολάδωσης	noun	γενική ενικού του απολάδωση
απολάκτιζα	=	απολακτίζω
απολάκτιζαν	=	απολακτίζω
απολάκτιζε	=	απολακτίζω
απολάκτιζες	=	απολακτίζω
απολάκτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολάκτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολάκτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολάκτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολάκτιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απολακτίζω
απολάκτισης	noun	γενική ενικού του απολάκτιση
απολάμβανα	=	απολαμβάνω
απολάμβαναν	=	απολαμβάνω
απολάμβανε	=	απολαμβάνω
απολάμβανες	=	απολαμβάνω
απολάψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλαψη
απολάψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόλαψη
απολέμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολέμητο
απολέμητε	adj	κλητική ενικού του απολέμητος
απολέμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολέμητη
απολέμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολέμητος
απολέμητης	adj	γενική ενικού του απολέμητη
απολέμητο	adj	αιτιατική ενικού του απολέμητος
απολέμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολέμητος
απολέμητος	adj	που δεν μπορούν να τον καταπολεμήσουν
απολέμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολέμητος
απολέμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολέμητος
απολέμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολέμητος
απολέμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απολέμιστος	adv	χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη
απολέμιστε	adj	κλητική ενικού του απολέμιστος
απολέμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολέμιστη
απολέμιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολέμιστος
απολέμιστης	adj	γενική ενικού του απολέμιστη
απολέμιστο	adj	αιτιατική ενικού του απολέμιστος
απολέμιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολέμιστος
απολέμιστος	adj	άλλη μορφή του απολέμητος
απολέμιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολέμιστος
απολέμιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολέμιστος
απολέμιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολέμιστος
απολέπιζα	=	απολεπίζω
απολέπιζαν	=	απολεπίζω
απολέπιζε	=	απολεπίζω
απολέπιζες	=	απολεπίζω
απολέπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολέπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολέπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολέπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολέπιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απολεπίζω
απολέπισης	noun	γενική ενικού του απολέπιση
απολέπισμα	noun	άλλη μορφή του απολέπιση
απολέσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου (απώλεσα) του απολλύω
απολήγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του απολήγω
απολήγω	verb	καταλήγω
απολήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολήγω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόληξη
απολήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήξεων	=	απόληξη
απολήξεως	=	απόληξη
απολήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολήγω
απολήφθηκα	=	απολαμβάνω
απολήφθηκαν	=	απολαμβάνω
απολήφθηκε	=	απολαμβάνω
απολήφθηκες	=	απολαμβάνω
απολήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόληψη
απολήψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόληψη
απολήψεως	noun|formal	γενική ενικού του απόληψη
απολήψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολήψιμο
απολήψιμε	adj	κλητική ενικού του απολήψιμος
απολήψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολήψιμη
απολήψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολήψιμος
απολήψιμης	adj	γενική ενικού του απολήψιμη
απολήψιμο	adj	αιτιατική ενικού του απολήψιμος
απολήψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολήψιμος
απολήψιμος	adj	που μπορούμε να τον πάρουμε, να τον εξάγουμε
απολήψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολήψιμος
απολήψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολήψιμος
απολήψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολήψιμος
απολίθωμα	noun|figurative	το αποτέλεσμα του απολιθώνω
απολίθωνα	=	απολιθώνω
απολίθωναν	=	απολιθώνω
απολίθωνε	=	απολιθώνω
απολίθωνες	=	απολιθώνω
απολίθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολίθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολίθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολίθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολίθωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απολιθώνω
απολίθωσης	noun	γενική ενικού του απολίθωση
απολίνωση	noun	το δέσιμο ενός μέρους του σώματος, όπως αιμοφόρου αγγείου, φυσικού αγωγού, φλέβας, προκειμένου να σταματήσει η ροή του αίματος.
απολίνωσης	noun	γενική ενικού του απολίνωση
απολίπαινα	=	απολιπαίνω
απολίπαιναν	=	απολιπαίνω
απολίπαινε	=	απολιπαίνω
απολίπαινες	=	απολιπαίνω
απολίπανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολίπαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολίπανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολίπανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολίπανση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απολιπαίνω
απολίπανσης	noun	γενική ενικού του απολίπανση
απολίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίτικο
απολίτικε	adj	κλητική ενικού του απολίτικος
απολίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίτικη
απολίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολίτικος
απολίτικης	adj	γενική ενικού του απολίτικη
απολίτικο	adj	αιτιατική ενικού του απολίτικος
απολίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολίτικος
απολίτικος	adj	απολιτικός, απολιτίκ
απολίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολίτικος
απολίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολίτικος
απολίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολίτικος
απολίτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απολίτιστος	adv	με απολίτιστο τρόπο
απολίτιστε	adj	κλητική ενικού του απολίτιστος
απολίτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίτιστη
απολίτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολίτιστος
απολίτιστης	adj	γενική ενικού του απολίτιστη
απολίτιστο	adj	αιτιατική ενικού του απολίτιστος
απολίτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολίτιστος
απολίτιστος	adj	που δεν έχει τρόπους ή ηθική· που είναι αγενής, ασεβής ή βίαιος.
απολίτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολίτιστος
απολίτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολίτιστος
απολίτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολίτιστος
απολίχνιζα	=	απολιχνίζω
απολίχνιζαν	=	απολιχνίζω
απολίχνιζε	=	απολιχνίζω
απολίχνιζες	=	απολιχνίζω
απολίχνισα	=	απολιχνίζω
απολίχνισαν	=	απολιχνίζω
απολίχνισε	=	απολιχνίζω
απολίχνισες	=	απολιχνίζω
απολαβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του απολαβή
απολαβή	noun	λήψη
απολαβής	=	απολαβή
απολαβαίνω	verb	λαβαίνω, λαμβάνω
απολαβών	=	απολαβή
απολαδώναμε	=	απολαδώνω
απολαδώναν	=	απολαδώνω
απολαδώνανε	=	απολαδώνω
απολαδώνατε	=	απολαδώνω
απολαδώνει	=	απολαδώνω
απολαδώνεις	=	απολαδώνω
απολαδώνετε	=	απολαδώνω
απολαδώνοντας	=	απολαδώνω
απολαδώνουμε	=	απολαδώνω
απολαδώνουν	=	απολαδώνω
απολαδώνουνε	=	απολαδώνω
απολαδώνω	verb	αφαιρώ το λάδι από μια επιφάνεια
απολαδώσαμε	=	απολαδώνω
απολαδώσαν	=	απολαδώνω
απολαδώσανε	=	απολαδώνω
απολαδώσατε	=	απολαδώνω
απολαδώσει	=	απολαδώνω
απολαδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολάδωση
απολαδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολάδωση
απολαδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολάδωση
απολαδώστε	=	απολαδώνω
απολακτίζαμε	=	απολακτίζω
απολακτίζαν	=	απολακτίζω
απολακτίζανε	=	απολακτίζω
απολακτίζατε	=	απολακτίζω
απολακτίζει	=	απολακτίζω
απολακτίζεις	=	απολακτίζω
απολακτίζετε	=	απολακτίζω
απολακτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απολακτίζω
απολακτίζοντας	=	απολακτίζω
απολακτίζουμε	=	απολακτίζω
απολακτίζουν	=	απολακτίζω
απολακτίζουνε	=	απολακτίζω
απολακτίζω	verb	κλοτσώ κάτι μακριά, το διώχνω με κλοτσιές
απολακτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσαν	=	απολακτίζω
απολακτίσανε	=	απολακτίζω
απολακτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολάκτιση
απολακτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολάκτιση
απολακτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολακτίζω
απολακτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολακτισμένο
απολακτισμένε	verb	κλητική ενικού του απολακτισμένος
απολακτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολακτισμένη
απολακτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολακτισμένος
απολακτισμένης	verb	γενική ενικού του απολακτισμένη
απολακτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απολακτισμένος
απολακτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολακτισμένος
απολακτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απολακτίζω
απολακτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολακτισμένος
απολακτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολακτισμένος
απολακτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολακτισμένος
απολαμβάναμε	=	απολαμβάνω
απολαμβάναν	=	απολαμβάνω
απολαμβάνανε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνατε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνει	=	απολαμβάνω
απολαμβάνεις	=	απολαμβάνω
απολαμβάνεσαι	=	απολαμβάνω
απολαμβάνεστε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνεται	=	απολαμβάνω
απολαμβάνετε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνομαι	=	απολαμβάνω
απολαμβάνομε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνονται	=	απολαμβάνω
απολαμβάνονταν	=	απολαμβάνω
απολαμβάνοντας	=	απολαμβάνω
απολαμβάνουμε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνουν	=	απολαμβάνω
απολαμβάνουνε	=	απολαμβάνω
απολαμβάνω	verb	αντλώ ιδιαίτερη ευχαρίστηση - απόλαυση από κάτι
απολαμβανόμασταν	=	απολαμβάνω
απολαμβανόμαστε	=	απολαμβάνω
απολαμβανόμουν	=	απολαμβάνω
απολαμβανόμουνα	=	απολαμβάνω
απολαμβανόντουσαν	=	απολαμβάνω
απολαμβανόσασταν	=	απολαμβάνω
απολαμβανόσαστε	=	απολαμβάνω
απολαμβανόσουν	=	απολαμβάνω
απολαμβανόσουνα	=	απολαμβάνω
απολαμβανόταν	=	απολαμβάνω
απολαμβανότανε	=	απολαμβάνω
απολαυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολαυστικό	adv	με απολαυστικό τρόπο
απολαυστικέ	adj	κλητική ενικού του απολαυστικός
απολαυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολαυστική
απολαυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολαυστικός
απολαυστικής	adj	γενική ενικού του απολαυστική
απολαυστικη	=	απολαυστικός
απολαυστικο	=	απολαυστικός
απολαυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολαυστικός
απολαυστικού	adj	γενική ενικού του απολαυστικός
απολαυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολαυστικός
απολαυστικό	adj	αιτιατική ενικού του απολαυστικός
απολαυστικός	adj	που προσφέρει απόλαυση
απολαυστικών	adj	γενική πληθυντικού του απολαυστικός
απολαύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσαν	=	απολαμβάνω
απολαύσανε	=	απολαμβάνω
απολαύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλαυση
απολαύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόλαυση
απολαύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόλαυση
απολαύσομε	=	απολαμβάνω
απολαύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσουνε	=	απολαμβάνω
απολαύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απολαύω	verb	απολαμβάνω, έχω στην κατοχή μου, είμαι αποδέκτης (+ γενική: τιμής, εμπιστοσύνης…)
απολείπει	verb	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος απολείπω
απολείπομαι	=	απολείπω
απολείπω	verb	λείπω, απουσιάζω
απολείτουργα	noun	κομμάτια από το πρόσφορο που έχουν απομείνει μετά την αφαίρεση του άρτου, του τμήματος που χρησιμοποιήθηκε στη Θεία Κοινωνία ή (γενικότερα) κομμάτια που δεν καθαγιάστηκαν	adv	μετά από το πέρας της Θείας Λειτουργίας
απολείτουργο	noun	η χρονική περίοδος μετά από τη Θεία Λειτουργία	adv	μετά από το πέρας της Θείας Λειτουργίας
απολείτουργου	noun	γενική ενικού του απολείτουργο
απολείτουργων	noun	γενική πληθυντικού του απολείτουργο
απολειτουργώ	verb	ολοκληρώνω τη Θεία Λειτουργία, την τελειώνω
απολειτουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απολειτουργώ
απολειφάδι	noun	μικρό υπόλειμμα από σαπούνι
απολειφάδια	=	απολειφάδι
απολειφαδάκι	noun	υποκοριστικό του απολειφάδι
απολειφαδάκια	=	απολειφαδάκι
απολειφαδιού	=	απολειφάδι
απολειφαδιών	=	απολειφάδι
απολελέ	intj|slang	επιφώνημα χαράς από φαντάρο που απολύεται (ή πρόκειται να απολυθεί σύντομα).
απολεξικοποίει	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποίησα	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποίησαν	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποίησε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποίησες	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απολεξικοποιώ
απολεξικοποίησης	=	απολεξικοποίηση
απολεξικοποιήσαμε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιήσαν	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιήσανε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιήσατε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιήσει	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιήσεις	=	απολεξικοποίηση
απολεξικοποιήσεων	=	απολεξικοποίηση
απολεξικοποιήστε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιεί	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιείς	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιείτε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιημένα	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένε	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένες	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένη	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένης	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένο	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένοι	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του απολεξικοποιώ
απολεξικοποιημένου	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένους	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιημένων	=	απολεξικοποιημένος
απολεξικοποιούμαι	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούμε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούν	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούνε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσα	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσαμε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσαν	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσανε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσατε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσε	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιούσες	=	απολεξικοποιώ
απολεξικοποιώ	verb	αφαιρώ από μια λέξη ή έκφραση την παγιωμένη σημασία, με αποτέλεσμα να χάσει τον χαρακτήρα του αυτόνομου λεξικού στοιχείου
απολεξικοποιώντας	=	απολεξικοποιώ
απολεπίζαμε	=	απολεπίζω
απολεπίζαν	=	απολεπίζω
απολεπίζανε	=	απολεπίζω
απολεπίζατε	=	απολεπίζω
απολεπίζει	=	απολεπίζω
απολεπίζεις	=	απολεπίζω
απολεπίζετε	=	απολεπίζω
απολεπίζομαι	=	απολεπίζω
απολεπίζοντας	=	απολεπίζω
απολεπίζουμε	=	απολεπίζω
απολεπίζουν	=	απολεπίζω
απολεπίζουνε	=	απολεπίζω
απολεπίζω	verb	βγάζω τα λέπια
απολεπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίσαν	=	απολεπίζω
απολεπίσανε	=	απολεπίζω
απολεπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολέπιση
απολεπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολέπιση
απολεπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολέπιση
απολεπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολέπισμα
απολεπίσματος	noun	γενική ενικού του απολέπισμα
απολεπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολεπίζω
απολεπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απολέπισμα
απολεπισμέ	noun	κλητική ενικού του απολεπισμός
απολεπισμένα	=	απολεπισμένος
απολεπισμένε	=	απολεπισμένος
απολεπισμένες	=	απολεπισμένος
απολεπισμένη	=	απολεπισμένος
απολεπισμένης	=	απολεπισμένος
απολεπισμένο	=	απολεπισμένος
απολεπισμένοι	=	απολεπισμένος
απολεπισμένος	verb	που έχει απολεπιστεί
απολεπισμένου	=	απολεπισμένος
απολεπισμένους	=	απολεπισμένος
απολεπισμένων	=	απολεπισμένος
απολεπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολεπισμός
απολεπισμού	noun	γενική ενικού του απολεπισμός
απολεπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απολεπισμός
απολεπισμό	noun	αιτιατική ενικού του απολεπισμός
απολεπισμός	noun	άλλη μορφή του απολέπιση
απολεπισμών	noun	γενική πληθυντικού του απολεπισμός
απολεπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολεπιστικό
απολεπιστικέ	adj	κλητική ενικού του απολεπιστικός
απολεπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολεπιστική
απολεπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολεπιστικός
απολεπιστικής	adj	γενική ενικού του απολεπιστική
απολεπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολεπιστικός
απολεπιστικού	adj	γενική ενικού του απολεπιστικός
απολεπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολεπιστικός
απολεπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του απολεπιστικός
απολεπιστικός	adj	που έχει σχέση με την απολέπιση ή συμβάλλει στο να επιτευχθεί
απολεπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του απολεπιστικός
απολεσθέν	=	απολεσθείς
απολεσθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου (απώλεσα) του ρήματος απολλύω: που έχει απολεσθεί
απολεσθείσα	=	απολεσθείς
απολεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολεστικό
απολεστικέ	adj	κλητική ενικού του απολεστικός
απολεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολεστική
απολεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολεστικός
απολεστικής	adj	γενική ενικού του απολεστική
απολεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολεστικός
απολεστικού	adj	γενική ενικού του απολεστικός
απολεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολεστικός
απολεστικό	adj	αιτιατική ενικού του απολεστικός
απολεστικός	adj	που οδηγεί σε απώλεια πληροφορίας
απολεστικών	adj	γενική πληθυντικού του απολεστικός
απολησμονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολησμονημένο
απολησμονημένε	verb	κλητική ενικού του απολησμονημένος
απολησμονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολησμονημένη
απολησμονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολησμονημένος
απολησμονημένης	verb	γενική ενικού του απολησμονημένη
απολησμονημένο	verb	αιτιατική ενικού του απολησμονημένος
απολησμονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολησμονημένος
απολησμονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολησμονημένος
απολησμονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολησμονημένος
απολησμονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολησμονημένος
απολησμονιά	noun|vulgar	η λήθη
απολησμονιάς	=	απολησμονιά
απολησμονιέμαι	verb	αποξεχνιέμαι
απολησμονιές	=	απολησμονιά
απολησμονιών	=	απολησμονιά
απολησμονώ	verb|literary	λησμονώ τελείως
απολησμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απολησμονάω / απολησμονώ
απολησμόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
απολησμόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολησμονώ
αποληφθήκαμε	=	απολαμβάνω
αποληφθήκαν	=	απολαμβάνω
αποληφθήκανε	=	απολαμβάνω
αποληφθήκατε	=	απολαμβάνω
αποληφθεί	=	απολαμβάνω
αποληφθείτε	=	απολαμβάνω
απολιγνιτοποίηση	noun	η παύση χρήσης του λιγνίτη ως καυσίμου στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος
απολιγνιτοποίησης	noun	γενική ενικού του απολιγνιτοποίηση
απολιγνιτοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιγνιτοποίηση
απολιγνιτοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολιγνιτοποίηση
απολιγνιτοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολιγνιτοποίηση
απολιθωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθήκαν	=	απολιθώνω
απολιθωθήκανε	=	απολιθώνω
απολιθωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθηκα	=	απολιθώνομαι
απολιθωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απολίθωμα
απολιθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιθωμένο
απολιθωμένε	verb	κλητική ενικού του απολιθωμένος
απολιθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιθωμένη
απολιθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολιθωμένος
απολιθωμένης	verb	γενική ενικού του απολιθωμένη
απολιθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απολιθωμένος
απολιθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολιθωμένος
απολιθωμένος	verb	που έχει απολιθωθεί, που έχει μεταβληθεί σε απολίθωμα
απολιθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολιθωμένος
απολιθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολιθωμένος
απολιθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολιθωμένος
απολιθωνόμασταν	=	απολιθώνω
απολιθωνόμαστε	=	απολιθώνω
απολιθωνόμουν	=	απολιθώνω
απολιθωνόμουνα	=	απολιθώνω
απολιθωνόντουσαν	=	απολιθώνω
απολιθωνόσασταν	=	απολιθώνω
απολιθωνόσαστε	=	απολιθώνω
απολιθωνόσουν	=	απολιθώνω
απολιθωνόσουνα	=	απολιθώνω
απολιθωνόταν	=	απολιθώνω
απολιθωνότανε	=	απολιθώνω
απολιθώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνομαι
απολιθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίθωμα
απολιθώματος	noun	γενική ενικού του απολίθωμα
απολιθώναμε	=	απολιθώνω
απολιθώναν	=	απολιθώνω
απολιθώνανε	=	απολιθώνω
απολιθώνατε	=	απολιθώνω
απολιθώνει	=	απολιθώνω
απολιθώνεις	=	απολιθώνω
απολιθώνεσαι	=	απολιθώνω
απολιθώνεστε	=	απολιθώνω
απολιθώνεται	=	απολιθώνω
απολιθώνετε	=	απολιθώνω
απολιθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απολιθώνω
απολιθώνονται	=	απολιθώνω
απολιθώνονταν	=	απολιθώνω
απολιθώνοντας	=	απολιθώνω
απολιθώνουμε	=	απολιθώνω
απολιθώνουν	=	απολιθώνω
απολιθώνουνε	=	απολιθώνω
απολιθώνω	verb	μετατρέπω κάτι που είναι οργανικό σε ανόργανο και σκληρό, σαν πέτρα
απολιθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώσαν	=	απολιθώνω
απολιθώσανε	=	απολιθώνω
απολιθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίθωση
απολιθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολίθωση
απολιθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολίθωση
απολιθώσου	=	απολιθώνω
απολιθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολιθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιθώνω
απολινώ	verb	δένω αγγείο ή άλλο σωληνοειδές όργανο ή όργανο που εμπεριέχει σωληνοειδή όργανα
απολινώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίνωση
απολινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολίνωση
απολινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολίνωση
απολιπάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάναν	=	απολιπαίνω
απολιπάνανε	=	απολιπαίνω
απολιπάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολίπανση
απολιπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολίπανση
απολιπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολίπανση
απολιπάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολιπαίνω
απολιπαίναμε	=	απολιπαίνω
απολιπαίναν	=	απολιπαίνω
απολιπαίνανε	=	απολιπαίνω
απολιπαίνατε	=	απολιπαίνω
απολιπαίνει	=	απολιπαίνω
απολιπαίνεις	=	απολιπαίνω
απολιπαίνετε	=	απολιπαίνω
απολιπαίνομαι	=	απολιπαίνω
απολιπαίνοντας	=	απολιπαίνω
απολιπαίνουμε	=	απολιπαίνω
απολιπαίνουν	=	απολιπαίνω
απολιπαίνουνε	=	απολιπαίνω
απολιπαίνω	verb	αφαιρώ το λίπος
απολιπαντικά	=	απολιπαντικό
απολιπαντικέ	=	απολιπαντικός
απολιπαντικές	=	απολιπαντικός
απολιπαντική	=	απολιπαντικός
απολιπαντικής	=	απολιπαντικός
απολιπαντικοί	=	απολιπαντικός
απολιπαντικού	=	απολιπαντικό
απολιπαντικούς	=	απολιπαντικός
απολιπαντικό	noun	ουσία (π.χ. τετραχλωραιθυλένιο) που συντελεί / συμβάλλει στην απολίπανση
απολιπαντικός	adj	που συντελεί / συμβάλλει στην απολίπανση
απολιπαντικών	=	απολιπαντικό
απολιπασμένος	=	απολιπαίνω
απολιποπρωτεΐνες	=	απολιποπρωτεΐνη
απολιποπρωτεΐνη	noun	βιολογικό μόριο πρωτεϊνικής φύσης, το οποίο αποτελεί το δομικό ή λειτουργικό μέρος των λιποπρωτεϊνών και ρυθμίζει τη μεταφορά και τον μεταβολισμό των λιπιδίων στον οργανισμό
απολιποπρωτεΐνης	=	απολιποπρωτεΐνη
απολιποπρωτεϊνών	=	απολιποπρωτεΐνη
απολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιτικό
απολιτικέ	adj	κλητική ενικού του απολιτικός
απολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιτική
απολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολιτικός
απολιτικής	adj	γενική ενικού του απολιτική
απολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολιτικός
απολιτικοποίηση	noun	η έλλειψη ενδιαφέροντος για την πολιτική καθώς και η μη ενασχόληση κάποιου μ’ αυτή
απολιτικοποίησης	noun	γενική ενικού του απολιτικοποίηση
απολιτικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιτικοποίηση
απολιτικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολιτικοποίηση
απολιτικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολιτικοποίηση
απολιτικοποιημένα	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένε	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένες	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένη	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένης	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένο	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένοι	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απολιτικοποιώ / αποπολιτικοποιώ
απολιτικοποιημένου	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένους	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοποιημένων	=	απολιτικοποιημένος
απολιτικοτήτων	=	απολιτικότητα
απολιτικού	adj	γενική ενικού του απολιτικός
απολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολιτικός
απολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του απολιτικός
απολιτικός	adj	που δεν ενδιαφέρεται ή δεν ασχολείται με την πολιτική, ο απέχων πολιτικά
απολιτικότητα	noun|formal	στάση αποστασιοποίησης ή αδιαφορίας απέναντι στην πολιτική συμμετοχή, τους θεσμούς ή τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, είτε από επιλογή είτε από απογοήτευση
απολιτικότητας	=	απολιτικότητα
απολιτικότητες	=	απολιτικότητα
απολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του απολιτικός
απολιχνίδι	noun	απομεινάρι από το λίχνισμα
απολιχνίδια	=	απολιχνίδι
απολιχνίζαμε	=	απολιχνίζω
απολιχνίζαν	=	απολιχνίζω
απολιχνίζανε	=	απολιχνίζω
απολιχνίζατε	=	απολιχνίζω
απολιχνίζει	=	απολιχνίζω
απολιχνίζεις	=	απολιχνίζω
απολιχνίζετε	=	απολιχνίζω
απολιχνίζοντας	=	απολιχνίζω
απολιχνίζουμε	=	απολιχνίζω
απολιχνίζουν	=	απολιχνίζω
απολιχνίζουνε	=	απολιχνίζω
απολιχνίζω	verb	ολοκληρώνω το λίχνισμα
απολιχνίσαμε	=	απολιχνίζω
απολιχνίσαν	=	απολιχνίζω
απολιχνίσανε	=	απολιχνίζω
απολιχνίσατε	=	απολιχνίζω
απολιχνίσει	=	απολιχνίζω
απολιχνίστε	=	απολιχνίζω
απολιχνιδιού	=	απολιχνίδι
απολιχνιδιών	=	απολιχνίδι
απολιόρκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιόρκητο
απολιόρκητε	adj	κλητική ενικού του απολιόρκητος
απολιόρκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολιόρκητη
απολιόρκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολιόρκητος
απολιόρκητης	adj	γενική ενικού του απολιόρκητη
απολιόρκητο	adj	αιτιατική ενικού του απολιόρκητος
απολιόρκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολιόρκητος
απολιόρκητος	adj	που δεν έχει πολιορκηθεί ή δεν μπορεί να πολιορκηθεί
απολιόρκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολιόρκητος
απολιόρκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολιόρκητος
απολιόρκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολιόρκητος
απολλαπλασίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απολλαπλασίαστος	adv	χωρίς να έχει πολλαπλασιαστεί, χωρίς πολλαπλασιασμό
απολλαπλασίαστε	adj	κλητική ενικού του απολλαπλασίαστος
απολλαπλασίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολλαπλασίαστη
απολλαπλασίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολλαπλασίαστος
απολλαπλασίαστης	adj	γενική ενικού του απολλαπλασίαστη
απολλαπλασίαστο	adj	αιτιατική ενικού του απολλαπλασίαστος
απολλαπλασίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολλαπλασίαστος
απολλαπλασίαστος	adj	που δεν έχει πολλαπλασιαστεί ή δεν μπορεί να πολλαπλασιαστεί
απολλαπλασίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολλαπλασίαστος
απολλαπλασίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολλαπλασίαστος
απολλαπλασίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολλαπλασίαστος
απολλύω	verb|formal	χάνω
απολλώνια	=	απολλώνιος
απολλώνιας	=	απολλώνιος
απολλώνιε	=	απολλώνιος
απολλώνιες	=	απολλώνιος
απολλώνιο	=	απολλώνιος
απολλώνιοι	=	απολλώνιος
απολλώνιος	noun	που έχει σχέση με τον Απόλλωνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
απολλώνιου	=	απολλώνιος
απολλώνιους	=	απολλώνιος
απολλώνιων	=	απολλώνιος
απολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογήσου	=	απολογούμαι
απολογήτρια	noun	απολογητής
απολογήτριας	noun	γενική ενικού του απολογήτρια
απολογήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογήτρια
απολογία	noun	η απόκρουση κατηγορίας σε γραπτό ή προφορικό λόγο
απολογίας	noun	γενική ενικού του απολογία
απολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογία
απολογείσαι	=	απολογούμαι
απολογείστε	=	απολογούμαι
απολογείται	=	απολογούμαι
απολογείτο	=	απολογούμαι
απολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθήκαν	=	απολογούμαι
απολογηθήκανε	=	απολογούμαι
απολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογηθούνε	=	απολογούμαι
απολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολογούμαι
απολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογημένο
απολογημένε	verb	κλητική ενικού του απολογημένος
απολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογημένη
απολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολογημένος
απολογημένης	verb	γενική ενικού του απολογημένη
απολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του απολογημένος
απολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολογημένος
απολογημένος	verb	Η μετοχή αυτή δεν χρησιμοποιείται και είναι αντίστοιχη του αρχαίου απολογηθείς, απολογηθείσα, απολογηθέν.
απολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολογημένος
απολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολογημένος
απολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολογημένος
απολογητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογητής
απολογητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του απολογητής
απολογητής	noun	πρόσωπο που υπερασπίζεται με τον λόγο του κάποιον/κάτι
απολογητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογητικό	adv	με απολογητικό τρόπο
απολογητικέ	adj	κλητική ενικού του απολογητικός
απολογητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογητική
απολογητική	noun	Το τμήμα της διαλεκτικής που έχει σκοπό την υπεράσπιση της αλήθειας.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολογητικός
απολογητικής	adj	γενική ενικού του απολογητική
απολογητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολογητικός
απολογητικού	adj	γενική ενικού του απολογητικός
απολογητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολογητικός
απολογητικό	adj	αιτιατική ενικού του απολογητικός
απολογητικός	adj	που έχει σχέση με την απολογία, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
απολογητικών	adj	γενική πληθυντικού του απολογητικός
απολογητικώς	=	απολογητικά
απολογητριών	noun	γενική πληθυντικού του απολογήτρια
απολογητών	noun	γενική πληθυντικού του απολογητής
απολογιέμαι	verb|literary	απαντώ, αποκρίνομαι
απολογιούμαι	verb|literary	απαντώ, αποκρίνομαι
απολογιούνταν	=	απολογούμαι
απολογισμέ	noun	κλητική ενικού του απολογισμός
απολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολογισμός
απολογισμού	noun	γενική ενικού του απολογισμός
απολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απολογισμός
απολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του απολογισμός
απολογισμός	noun	η μεθοδική καταγραφή των λογαριασμών διαχειρίσεως
απολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του απολογισμός
απολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογιστικό
απολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του απολογιστικός
απολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογιστική
απολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολογιστικός
απολογιστικής	adj	γενική ενικού του απολογιστική
απολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολογιστικός
απολογιστικοτήτων	=	απολογιστικότητα
απολογιστικού	adj	γενική ενικού του απολογιστικός
απολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολογιστικός
απολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του απολογιστικός
απολογιστικός	adj	που έχει σχέση με τον απολογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
απολογιστικότητα	noun	η υποχρέωση απόδοσης λογαριασμού, η υποχρέωση λογοδοσίας
απολογιστικότητας	=	απολογιστικότητα
απολογιστικότητες	=	απολογιστικότητα
απολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του απολογιστικός
απολογιόντουσαν	=	απολογούμαι
απολογιών	noun	γενική πληθυντικού του απολογία
απολογούμαι	verb	ως κατηγορούμενος, παρουσιάζω στην απολογία μου τα επιχειρήματά μου υπέρ της αθωότητάς μου ή υπέρ της ελάφρυνσης της θέσης μου
απολογούμασταν	=	απολογούμαι
απολογούμαστε	=	απολογούμαι
απολογούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογούμενο
απολογούμενε	verb	κλητική ενικού του απολογούμενος
απολογούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολογούμενη
απολογούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολογούμενος
απολογούμενης	verb	γενική ενικού του απολογούμενη
απολογούμενο	verb	αιτιατική ενικού του απολογούμενος
απολογούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολογούμενος
απολογούμενος	verb	που απολογείται
απολογούμενος-η	=	απολογούμενος
απολογούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολογούμενος
απολογούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολογούμενος
απολογούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολογούμενος
απολογούμουν	=	απολογούμαι
απολογούνται	=	απολογούμαι
απολογούνταν	=	απολογούμαι
απολογούντο	=	απολογούμαι
απολογούσασταν	=	απολογούμαι
απολογούσαστε	=	απολογούμαι
απολογούσουν	=	απολογούμαι
απολταριά	noun	το μέρος έξω από μια εκκλησία όπου μαζεύονται οι πιστοί μετά από κάποια ιερή ακολουθία
απολταριάς	=	απολταριά
απολταριές	=	απολταριά
απολταριών	=	απολταριά
απολτοποίητα	=	απολτοποίητος
απολτοποίητε	=	απολτοποίητος
απολτοποίητες	=	απολτοποίητος
απολτοποίητη	=	απολτοποίητος
απολτοποίητης	=	απολτοποίητος
απολτοποίητο	=	απολτοποίητος
απολτοποίητοι	=	απολτοποίητος
απολτοποίητος	adj	που δεν είναι δυνατόν να πολτοποιηθεί
απολτοποίητου	=	απολτοποίητος
απολτοποίητους	=	απολτοποίητος
απολτοποίητων	=	απολτοποίητος
απολυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθήκαν	=	απολύομαι
απολυθήκανε	=	απολύομαι
απολυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυθούνε	=	απολύω
απολυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολυμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάναν	=	απολυμαίνω
απολυμάνανε	=	απολυμαίνω
απολυμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνθηκα	=	απολυμαίνω
απολυμάνθηκαν	=	απολυμαίνω
απολυμάνθηκε	=	απολυμαίνω
απολυμάνθηκες	=	απολυμαίνω
απολυμάνομε	=	απολυμαίνω
απολυμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνουνε	=	απολυμαίνω
απολυμάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολύμανση
απολυμάνσεων	=	απολύμανση
απολυμάνσεως	=	απολύμανση
απολυμάνσου	=	απολυμαίνω
απολυμάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμένο
απολυμένε	verb	κλητική ενικού του απολυμένος
απολυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμένη
απολυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυμένος
απολυμένης	verb	γενική ενικού του απολυμένη
απολυμένο	verb	αιτιατική ενικού του απολυμένος
απολυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυμένος
απολυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απολύω
απολυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολυμένος
απολυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολυμένος
απολυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολυμένος
απολυμαίναμε	=	απολυμαίνω
απολυμαίναν	=	απολυμαίνω
απολυμαίνανε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνατε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνει	=	απολυμαίνω
απολυμαίνεις	=	απολυμαίνω
απολυμαίνεσαι	=	απολυμαίνω
απολυμαίνεστε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνεται	=	απολυμαίνω
απολυμαίνετε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνομαι	=	απολυμαίνω
απολυμαίνομε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνονται	=	απολυμαίνω
απολυμαίνονταν	=	απολυμαίνω
απολυμαίνοντας	=	απολυμαίνω
απολυμαίνουμε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνουν	=	απολυμαίνω
απολυμαίνουνε	=	απολυμαίνω
απολυμαίνω	verb	καθαρίζω ένα χώρο ή ένα αντικείμενο ή το σώμα ή περιοχή του σώματος, ώστε να εξαλειφθούν οι νοσογόνοι μικροοργανισμοί
απολυμαινόμασταν	=	απολυμαίνω
απολυμαινόμαστε	=	απολυμαίνω
απολυμαινόμενος	=	απολυμαίνω
απολυμαινόμουν	=	απολυμαίνω
απολυμαινόμουνα	=	απολυμαίνω
απολυμαινόντουσαν	=	απολυμαίνω
απολυμαινόσασταν	=	απολυμαίνω
απολυμαινόσαστε	=	απολυμαίνω
απολυμαινόσουν	=	απολυμαίνω
απολυμαινόσουνα	=	απολυμαίνω
απολυμαινόταν	=	απολυμαίνω
απολυμαινότανε	=	απολυμαίνω
απολυμανθήκαμε	=	απολυμαίνω
απολυμανθήκαν	=	απολυμαίνω
απολυμανθήκανε	=	απολυμαίνω
απολυμανθήκατε	=	απολυμαίνω
απολυμανθεί	=	απολυμαίνω
απολυμανθείς	=	απολυμαίνω
απολυμανθείτε	=	απολυμαίνω
απολυμανθούμε	=	απολυμαίνω
απολυμανθούν	=	απολυμαίνω
απολυμανθούνε	=	απολυμαίνω
απολυμανθώ	=	απολυμαίνω
απολυμαντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμαντής
απολυμαντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του απολυμαντής
απολυμαντήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμαντήριο
απολυμαντήριας	=	απολυμαντήριος
απολυμαντήριε	=	απολυμαντήριος
απολυμαντήριες	=	απολυμαντήριος
απολυμαντήριο	noun	ο χώρος που είναι ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος για να γίνονται απολυμάνσεις
απολυμαντήριοι	=	απολυμαντήριος
απολυμαντήριος	adj	άλλη μορφή του απολυμαντικός
απολυμαντήριου	=	απολυμαντήριος
απολυμαντήριους	=	απολυμαντήριος
απολυμαντήριων	=	απολυμαντήριος
απολυμαντής	noun	άνθρωπος ή συσκευή που κάνει απολύμανση
απολυμαντηρίου	noun	γενική ενικού του απολυμαντήριο
απολυμαντηρίων	noun	γενική πληθυντικού του απολυμαντήριο
απολυμαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμαντικό	adv	κατά τρόπο απολυμαντικό, επιφέροντας απολύμανση
απολυμαντικέ	adj	κλητική ενικού του απολυμαντικός
απολυμαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμαντική
απολυμαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυμαντικός
απολυμαντικής	adj	γενική ενικού του απολυμαντική
απολυμαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυμαντικός
απολυμαντικού	adj	γενική ενικού του απολυμαντικός
απολυμαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολυμαντικός
απολυμαντικό	adj	αιτιατική ενικού του απολυμαντικός	noun	υγρό που απολυμαίνει
απολυμαντικός	adj	που απολυμαίνει, που συμβάλλει στην απολύμανση
απολυμαντικών	adj	γενική πληθυντικού του απολυμαντικός
απολυμαντών	noun	γενική πληθυντικού του απολυμαντής
απολυμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμασμένο
απολυμασμένε	verb	κλητική ενικού του απολυμασμένος
απολυμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυμασμένη
απολυμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυμασμένος
απολυμασμένης	verb	γενική ενικού του απολυμασμένη
απολυμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του απολυμασμένος
απολυμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυμασμένος
απολυμασμένος	=	απολυμαίνω
απολυμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολυμασμένος
απολυμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολυμασμένος
απολυμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολυμασμένος
απολυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτό	adv	με απολυτό τρόπο
απολυτέ	adj	κλητική ενικού του απολυτός
απολυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτή
απολυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυτός
απολυτήρια	=	απολυτήριος
απολυτήριας	=	απολυτήριος
απολυτήριε	=	απολυτήριος
απολυτήριες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του απολυτήριος
απολυτήριο	noun	επίσημο αποδεικτικό κανονικής εκπλήρωσης και ολοκλήρωσης κάποιων υποχρεώσεων (σχολείου, σπουδών, στρατιωτικής θητείας κ.λπ.)
απολυτήριοι	=	απολυτήριος
απολυτήριος	adj	που έχει σχέση με την ολοκλήρωση των σπουδών μιας σχολικής βαθμίδας, αναφέρεται σ’ αυτή ή αποσκοπεί σ’ αυτή
απολυτήριου	=	απολυτήριος
απολυτήριους	=	απολυτήριος
απολυτήριων	=	απολυτήριος
απολυτής	adj	γενική ενικού του απολυτή
απολυτίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτίκιο
απολυτίκιο	noun	εκκλησιαστικό τροπάριο που σχετίζεται με την εορτή της ημέρας και που ψάλλεται πριν την απόλυση
απολυτίκιου	noun	γενική ενικού του απολυτίκιο
απολυτίκιων	noun	γενική πληθυντικού του απολυτίκιο
απολυταρχία	noun	ολοκληρωτικό καθεστώς στο οποίο όλες οι εξουσίες (εκτελεστική,νομοθετική, δικαστική) είναι συγκεντρωμένες σε μία, υπό τον έλεγχο του μονάρχη.
απολυταρχίας	noun	γενική ενικού του απολυταρχία
απολυταρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυταρχία
απολυταρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυταρχικό	adv	με απολυταρχικό τρόπο
απολυταρχικέ	adj	κλητική ενικού του απολυταρχικός
απολυταρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυταρχική
απολυταρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυταρχικός
απολυταρχικής	adj	γενική ενικού του απολυταρχική
απολυταρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυταρχικός
απολυταρχικοτήτων	=	απολυταρχικότητα
απολυταρχικού	adj	γενική ενικού του απολυταρχικός
απολυταρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολυταρχικός
απολυταρχικό	adj	αιτιατική ενικού του απολυταρχικός
απολυταρχικός	adj	που έχει σχέση με την απολυταρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή
απολυταρχικότητα	noun	το να είναι κάποιος απολυταρχικός, η ιδιότητα του απολυταρχικού
απολυταρχικότητας	=	απολυταρχικότητα
απολυταρχικότητες	=	απολυταρχικότητα
απολυταρχικών	adj	γενική πληθυντικού του απολυταρχικός
απολυταρχικώς	adv|dated	απολυταρχικά
απολυταρχισμέ	noun	κλητική ενικού του απολυταρχισμός
απολυταρχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυταρχισμός
απολυταρχισμού	noun	γενική ενικού του απολυταρχισμός
απολυταρχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απολυταρχισμός
απολυταρχισμό	noun	αιτιατική ενικού του απολυταρχισμός
απολυταρχισμός	noun	η απολυταρχία
απολυταρχισμών	noun	γενική πληθυντικού του απολυταρχισμός
απολυταρχιών	noun	γενική πληθυντικού του απολυταρχία
απολυτηρίου	=	απολυτήριο
απολυτηρίων	=	απολυτήριο
απολυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυτός
απολυτοποίει	=	απολυτοποιώ
απολυτοποίησα	=	απολυτοποιώ
απολυτοποίησαν	=	απολυτοποιώ
απολυτοποίησε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποίησες	=	απολυτοποιώ
απολυτοποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απολυτοποιώ
απολυτοποίησης	=	απολυτοποίηση
απολυτοποιήσαμε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιήσαν	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιήσανε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιήσατε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιήσει	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιήσεις	=	απολυτοποίηση
απολυτοποιήσεων	=	απολυτοποίηση
απολυτοποιήστε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιεί	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιείς	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιείτε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιημένα	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένε	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένες	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένη	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένης	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένο	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένοι	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απολυτοποιώ
απολυτοποιημένου	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένους	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιημένων	=	απολυτοποιημένος
απολυτοποιούμε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούν	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούνε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσα	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσαμε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσαν	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσανε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσατε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσε	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιούσες	=	απολυτοποιώ
απολυτοποιώ	verb|formal	αντιμετωπίζω μια έννοια, αξία ή θέση ως απόλυτη και καθολικά έγκυρη, αγνοώντας τις σχετικές ή εναλλακτικές οπτικές
απολυτοποιώντας	=	απολυτοποιώ
απολυτοτήτων	=	απολυτότητα
απολυτού	adj	γενική ενικού του απολυτός
απολυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολυτός
απολυτρωμέ	noun	κλητική ενικού του απολυτρωμός
απολυτρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωμένο
απολυτρωμένε	verb	κλητική ενικού του απολυτρωμένος
απολυτρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωμένη
απολυτρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυτρωμένος
απολυτρωμένης	verb	γενική ενικού του απολυτρωμένη
απολυτρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απολυτρωμένος
απολυτρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωμένος
απολυτρωμένος	verb	που έχει ελευθερωθεί πληρώνοντας λύτρα
απολυτρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολυτρωμένος
απολυτρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολυτρωμένος
απολυτρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολυτρωμένος
απολυτρωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωμός
απολυτρωμού	noun	γενική ενικού του απολυτρωμός
απολυτρωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απολυτρωμός
απολυτρωμό	noun	αιτιατική ενικού του απολυτρωμός
απολυτρωμός	noun	άλλη μορφή του απολύτρωση
απολυτρωμών	noun	γενική πληθυντικού του απολυτρωμός
απολυτρωτές	=	απολυτρωτής
απολυτρωτή	=	απολυτρωτής
απολυτρωτής	noun	αυτός που απολυτρώνει
απολυτρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωτικό	adv	με απολυτρωτικό τρόπο
απολυτρωτικέ	adj	κλητική ενικού του απολυτρωτικός
απολυτρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωτική
απολυτρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυτρωτικός
απολυτρωτικής	adj	γενική ενικού του απολυτρωτική
απολυτρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυτρωτικός
απολυτρωτικού	adj	γενική ενικού του απολυτρωτικός
απολυτρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απολυτρωτικός
απολυτρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απολυτρωτικός
απολυτρωτικός	adj	που χαρίζει την τελική λύτρωση
απολυτρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απολυτρωτικός
απολυτρωτών	=	απολυτρωτής
απολυτρώθηκα	=	απολυτρώνομαι
απολυτρώναμε	=	απολυτρώνω
απολυτρώναν	=	απολυτρώνω
απολυτρώνανε	=	απολυτρώνω
απολυτρώνατε	=	απολυτρώνω
απολυτρώνει	=	απολυτρώνω
απολυτρώνεις	=	απολυτρώνω
απολυτρώνετε	=	απολυτρώνω
απολυτρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώνοντας	=	απολυτρώνω
απολυτρώνουμε	=	απολυτρώνω
απολυτρώνουν	=	απολυτρώνω
απολυτρώνουνε	=	απολυτρώνω
απολυτρώνω	verb	λυτρώνω κάποιον από βάσανα, ταλαιπωρίες κ.ά., τον απαλλάσσω
απολυτρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσαν	=	απολυτρώνω
απολυτρώσανε	=	απολυτρώνω
απολυτρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απολύτρωση
απολυτρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απολύτρωση
απολυτρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολυτό	adj	αιτιατική ενικού του απολυτός
απολυτός	adj	που τον έχουν απολύσει, τον έχουν αμολήσει, τον έχουν αφήσει
απολυτότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος απόλυτος, η ιδιότητα του απόλυτου
απολυτότητας	noun	γενική ενικού του απολυτότητα
απολυτότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυτότητα
απολυτών	adj	γενική πληθυντικού του απολυτός
απολυόμασταν	=	απολύομαι
απολυόμαστε	=	απολύομαι
απολυόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυόμενο
απολυόμενε	verb	κλητική ενικού του απολυόμενος
απολυόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απολυόμενη
απολυόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απολυόμενος
απολυόμενης	verb	γενική ενικού του απολυόμενη
απολυόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απολυόμενος
απολυόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απολυόμενος
απολυόμενος	verb	εκείνος που απολύεται αυτή τη στιγμή, που μπορεί να απολυθεί, θα απολυθεί, που τυχόν θα απολυθεί, που είναι υπό απόλυση
απολυόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απολυόμενος
απολυόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απολυόμενος
απολυόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απολυόμενος
απολυόμουν	=	απολύομαι
απολυόμουνα	=	απολύομαι
απολυόντουσαν	=	απολύομαι
απολυόσασταν	=	απολύομαι
απολυόσαστε	=	απολύομαι
απολυόσουν	=	απολύομαι
απολυόσουνα	=	απολύομαι
απολυόταν	=	απολύομαι
απολυότανε	=	απολύομαι
απολωλά	=	απολωλώς
απολωλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάναν	=	απολωλαίνω
απολωλάνανε	=	απολωλαίνω
απολωλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολωλέ	=	απολωλώς
απολωλές	=	απολωλώς
απολωλή	=	απολωλώς
απολωλής	=	απολωλώς
απολωλαίναμε	=	απολωλαίνω
απολωλαίναν	=	απολωλαίνω
απολωλαίνανε	=	απολωλαίνω
απολωλαίνατε	=	απολωλαίνω
απολωλαίνει	=	απολωλαίνω
απολωλαίνεις	=	απολωλαίνω
απολωλαίνετε	=	απολωλαίνω
απολωλαίνομαι	=	απολωλαίνω
απολωλαίνοντας	=	απολωλαίνω
απολωλαίνουμε	=	απολωλαίνω
απολωλαίνουν	=	απολωλαίνω
απολωλαίνουνε	=	απολωλαίνω
απολωλαίνω	verb	αποτρελαίνω
απολωλοί	=	απολωλώς
απολωλού	=	απολωλώς
απολωλούς	=	απολωλώς
απολωλυία	=	απολωλώς
απολωλό	=	απολωλώς
απολωλός	=	απολωλώς
απολωλότα	=	απολωλώς
απολωλότος	=	απολωλώς
απολωλότων	=	απολωλώς
απολωλών	=	απολωλώς
απολωλώς	verb|archaic	αρσενικό του απολωλός, μονοτονική γραφή του ἀπολωλώς
απολύαμε	=	απολύω
απολύαν	=	απολύω
απολύανε	=	απολύω
απολύατε	=	απολύω
απολύει	=	απολύω
απολύεις	=	απολύω
απολύεσαι	=	απολύομαι
απολύεστε	=	απολύομαι
απολύεται	=	απολύομαι
απολύετε	=	απολύω
απολύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύομαι
απολύμαινα	=	απολυμαίνω
απολύμαιναν	=	απολυμαίνω
απολύμαινε	=	απολυμαίνω
απολύμαινες	=	απολυμαίνω
απολύμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολύμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολύμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολύμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυμαίνω
απολύμανση	noun	ο καθαρισμός ενός χώρου ή του σώματος ώστε να απομακρυνθούν οι νοσογόνοι μικροοργανισμοί
απολύμανσης	=	απολύμανση
απολύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απολύω
απολύομε	=	απολύω
απολύονται	=	απολύομαι
απολύονταν	=	απολύομαι
απολύοντας	=	απολύω
απολύου	=	απολύομαι
απολύουμε	=	απολύω
απολύουν	=	απολύω
απολύουνε	=	απολύω
απολύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσαν	=	απολύω
απολύσανε	=	απολύω
απολύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλυση
απολύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόλυση
απολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόλυση
απολύσομε	=	απολύω
απολύσου	=	απολύομαι
απολύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσουνε	=	απολύω
απολύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απολύω
απολύτου	=	απόλυτο
απολύτρωνα	=	απολυτρώνω
απολύτρωναν	=	απολυτρώνω
απολύτρωνε	=	απολυτρώνω
απολύτρωνες	=	απολυτρώνω
απολύτρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολύτρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολύτρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολύτρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολυτρώνω
απολύτρωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απολυτρώνω
απολύτρωσης	noun	γενική ενικού του απολύτρωση
απολύτων	=	απόλυτο
απολύτως	adv	σε απόλυτο βαθμό, εντελώς, τελείως
απολύω	verb	διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
απολώλαινα	=	απολωλαίνω
απολώλαιναν	=	απολωλαίνω
απολώλαινε	=	απολωλαίνω
απολώλαινες	=	απολωλαίνω
απολώλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολώλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολώλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απολώλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολωλαίνω
απομάγευα	=	απομαγεύω
απομάγευαν	=	απομαγεύω
απομάγευε	=	απομαγεύω
απομάγευες	=	απομαγεύω
απομάγευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομαγεύω, η επικράτηση του ορθολογισμού αντί για τις θρησκευτικές δοξασίες, το ξεμάγεμα
απομάγευσης	noun	γενική ενικού του απομάγευση
απομάγεψα	=	απομαγεύω
απομάγεψαν	=	απομαγεύω
απομάγεψε	=	απομαγεύω
απομάγεψες	=	απομαγεύω
απομάκρυνα	=	απομακρύνω
απομάκρυναν	=	απομακρύνω
απομάκρυνε	=	απομακρύνω
απομάκρυνες	=	απομακρύνω
απομάκρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομακρύνω
απομάκρυνσης	noun	γενική ενικού του απομάκρυνση
απομάξαμε	=	απομάσσω
απομάξαν	=	απομάσσω
απομάξανε	=	απομάσσω
απομάξατε	=	απομάσσω
απομάξει	=	απομάσσω
απομάξτε	=	απομάσσω
απομάσσαμε	=	απομάσσω
απομάσσαν	=	απομάσσω
απομάσσανε	=	απομάσσω
απομάσσατε	=	απομάσσω
απομάσσει	=	απομάσσω
απομάσσεις	=	απομάσσω
απομάσσετε	=	απομάσσω
απομάσσοντας	=	απομάσσω
απομάσσουμε	=	απομάσσω
απομάσσουν	=	απομάσσω
απομάσσουνε	=	απομάσσω
απομάσσω	verb|formal	σκουπίζω, στεγνώνω χρησιμοποιώντας σφουγγάρι
απομάστευση	noun	η εξαγωγή ή απελευθέρωση ενός ρευστού (αέρα, υγρού) από ένα θερμοϋδραυλικό ταξινομημένο σύστημα
απομάστευσης	=	απομάστευση
απομέναμε	=	απομένω
απομέναν	=	απομένω
απομένανε	=	απομένω
απομένατε	=	απομένω
απομένει	=	απομένω
απομένεις	=	απομένω
απομένετε	=	απομένω
απομένομε	=	απομένω
απομένον	=	απομένων
απομένοντα	=	απομένων
απομένοντας	=	απομένω
απομένοντες	=	απομένων
απομένοντος	=	απομένων
απομένουμε	=	απομένω
απομένουν	=	απομένω
απομένουνε	=	απομένω
απομένουσα	=	απομένων
απομένουσας	=	απομένων
απομένουσες	=	απομένων
απομένω	verb	μένω ως υπόλειμμα, ως υπόλοιπο
απομένων	verb|formal	που απομένει, που περισσεύει
απομέρος	adv|dated	από μέρους, απ' τη μεριά
απομέσα	adv	από μέσα, από το εσωτερικό μέρος ή πλευρά
απομίμημα	noun|formal	απομίμηση, αντίγραφο
απομίμηση	noun	η κατασκευή ενός αντιγράφου που προσπαθεί να μιμηθεί ένα γνωστό πρωτότυπο έργο
απομίμησης	=	απομίμηση
απομαγέψαμε	=	απομαγεύω
απομαγέψαν	=	απομαγεύω
απομαγέψανε	=	απομαγεύω
απομαγέψατε	=	απομαγεύω
απομαγέψει	=	απομαγεύω
απομαγέψου	=	απομαγεύω
απομαγέψτε	=	απομαγεύω
απομαγγανίωση	noun	η διαδικασία αφαίρεσης του μαγγανίου από τα υπόγεια ή επιφανειακά ύδατα στο πλαίσιο της επεξεργασίας τους για την παραγωγή πόσιμου νερού
απομαγγανίωσης	=	απομαγγανίωση
απομαγγανιώσεις	=	απομαγγανίωση
απομαγγανιώσεων	=	απομαγγανίωση
απομαγεμένος	=	απομαγεύω
απομαγευτήκαμε	=	απομαγεύω
απομαγευτήκαν	=	απομαγεύω
απομαγευτήκανε	=	απομαγεύω
απομαγευτήκατε	=	απομαγεύω
απομαγευτεί	=	απομαγεύω
απομαγευτείτε	=	απομαγεύω
απομαγευόμασταν	=	απομαγεύω
απομαγευόμαστε	=	απομαγεύω
απομαγευόμουν	=	απομαγεύω
απομαγευόμουνα	=	απομαγεύω
απομαγευόντουσαν	=	απομαγεύω
απομαγευόσασταν	=	απομαγεύω
απομαγευόσαστε	=	απομαγεύω
απομαγευόσουν	=	απομαγεύω
απομαγευόσουνα	=	απομαγεύω
απομαγευόταν	=	απομαγεύω
απομαγευότανε	=	απομαγεύω
απομαγεύαμε	=	απομαγεύω
απομαγεύαν	=	απομαγεύω
απομαγεύανε	=	απομαγεύω
απομαγεύατε	=	απομαγεύω
απομαγεύει	=	απομαγεύω
απομαγεύεις	=	απομαγεύω
απομαγεύεσαι	=	απομαγεύω
απομαγεύεστε	=	απομαγεύω
απομαγεύεται	=	απομαγεύω
απομαγεύετε	=	απομαγεύω
απομαγεύομαι	=	απομαγεύω
απομαγεύονται	=	απομαγεύω
απομαγεύονταν	=	απομαγεύω
απομαγεύοντας	=	απομαγεύω
απομαγεύου	=	απομαγεύω
απομαγεύουμε	=	απομαγεύω
απομαγεύουν	=	απομαγεύω
απομαγεύουνε	=	απομαγεύω
απομαγεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομάγευση
απομαγεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομάγευση
απομαγεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομάγευση
απομαγεύτηκα	=	απομαγεύω
απομαγεύτηκαν	=	απομαγεύω
απομαγεύτηκε	=	απομαγεύω
απομαγεύτηκες	=	απομαγεύω
απομαγεύω	verb|formal	αφαιρώ τη «μαγεία», τη γοητεία· απομακρύνω το απατηλό ή το ανορθολογικό στοιχείο
απομαγνήτιζα	=	απομαγνητίζω
απομαγνήτιζαν	=	απομαγνητίζω
απομαγνήτιζε	=	απομαγνητίζω
απομαγνήτιζες	=	απομαγνητίζω
απομαγνήτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνήτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνήτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνήτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνήτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομαγνητίζω
απομαγνήτισης	noun	γενική ενικού του απομαγνήτιση
απομαγνητίζαμε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζαν	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζανε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζατε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζει	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζεις	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζεσαι	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίζεστε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίζεται	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίζετε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίζονται	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίζονταν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίζοντας	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζου	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίζουμε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζουν	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζουνε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίζω	verb	αφαιρώ την ιδιότητα του μαγνητισμού από κάποιο σώμα ή αντικείμενο
απομαγνητίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίσαν	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίσανε	=	απομαγνητίζω
απομαγνητίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομαγνήτιση
απομαγνητίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομαγνήτιση
απομαγνητίσου	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητίστηκα	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίστηκαν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίστηκε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίστηκες	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητίζω
απομαγνητιζόμασταν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόμαστε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόμουν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόμουνα	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόντουσαν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόσασταν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόσαστε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόσουν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόσουνα	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζόταν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιζότανε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητισμέ	noun	κλητική ενικού του απομαγνητισμός
απομαγνητισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητισμένο
απομαγνητισμένε	verb	κλητική ενικού του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητισμένη
απομαγνητισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμένης	verb	γενική ενικού του απομαγνητισμένη
απομαγνητισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απομαγνητίζω
απομαγνητισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομαγνητισμένος
απομαγνητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητισμός
απομαγνητισμού	noun	γενική ενικού του απομαγνητισμός
απομαγνητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απομαγνητισμός
απομαγνητισμό	noun	αιτιατική ενικού του απομαγνητισμός
απομαγνητισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομαγνητίζω
απομαγνητισμών	noun	γενική πληθυντικού του απομαγνητισμός
απομαγνητιστήκαμε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιστήκαν	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιστήκανε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιστήκατε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιστεί	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητιστείτε	=	απομαγνητίζομαι
απομαγνητοφωνήθηκα	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνήθηκαν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνήθηκε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνήθηκες	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσαν	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσανε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητοφώνηση
απομαγνητοφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομαγνητοφώνηση
απομαγνητοφωνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομαγνητοφώνηση
απομαγνητοφωνήσου	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνεί	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνείς	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνείσαι	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνείστε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνείται	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνείτε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνηθήκαμε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθήκαν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθήκανε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθήκατε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθείτε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητοφωνημένο
απομαγνητοφωνημένε	verb	κλητική ενικού του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητοφωνημένη
απομαγνητοφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνημένης	verb	γενική ενικού του απομαγνητοφωνημένη
απομαγνητοφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομαγνητοφωνημένος
απομαγνητοφωνούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούμασταν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούμαστε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούμε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούμουν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούν	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούνε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούνται	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούνταν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούσα	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσαμε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσαν	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσανε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσασταν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούσαστε	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνούσατε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσε	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσες	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφωνούσουν	=	απομαγνητοφωνούμαι
απομαγνητοφωνώ	verb	γράφω σε γραπτό κείμενο ό,τι έχω μαγνητοφωνήσει
απομαγνητοφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφώνει	=	απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομαγνητοφωνώ
απομαγνητοφώνηση	noun	η διαδικασία μεταγραφής σε κείμενο των όσων λέγονται σε μια μαγνητοφωνημένη ή μαγνητοσκοπημένη συνομιλία
απομαγνητοφώνησης	noun	γενική ενικού του απομαγνητοφώνηση
απομακραίνω	=	απομακρύνω
απομακρυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθήκαν	=	απομακρύνω
απομακρυνθήκανε	=	απομακρύνω
απομακρυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρυνόμασταν	=	απομακρύνω
απομακρυνόμαστε	=	απομακρύνω
απομακρυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομακρυνόμενο
απομακρυνόμενε	verb	κλητική ενικού του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομακρυνόμενη
απομακρυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμενης	verb	γενική ενικού του απομακρυνόμενη
απομακρυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απομακρύνω
απομακρυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομακρυνόμενος
απομακρυνόμουν	=	απομακρύνω
απομακρυνόμουνα	=	απομακρύνω
απομακρυνόντουσαν	=	απομακρύνω
απομακρυνόσασταν	=	απομακρύνω
απομακρυνόσαστε	=	απομακρύνω
απομακρυνόσουν	=	απομακρύνω
απομακρυνόσουνα	=	απομακρύνω
απομακρυνόταν	=	απομακρύνω
απομακρυνότανε	=	απομακρύνω
απομακρυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομακρυσμένο
απομακρυσμένε	verb	κλητική ενικού του απομακρυσμένος
απομακρυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομακρυσμένη
απομακρυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομακρυσμένος
απομακρυσμένης	verb	γενική ενικού του απομακρυσμένη
απομακρυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του απομακρυσμένος
απομακρυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομακρυσμένος
απομακρυσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απομακρύνω
απομακρυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομακρυσμένος
απομακρυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομακρυσμένος
απομακρυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομακρυσμένος
απομακρύνέτε	=	απομακρύνω
απομακρύναμε	=	απομακρύνω
απομακρύναν	=	απομακρύνω
απομακρύνανε	=	απομακρύνω
απομακρύνατε	=	απομακρύνω
απομακρύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απομακρύνω
απομακρύνεις	=	απομακρύνω
απομακρύνεσαι	=	απομακρύνω
απομακρύνεστε	=	απομακρύνω
απομακρύνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απομακρύνομαι
απομακρύνετε	=	απομακρύνω
απομακρύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομακρύνομαι
απομακρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απομακρύνω
απομακρύνονται	=	απομακρύνω
απομακρύνονταν	=	απομακρύνω
απομακρύνοντας	=	απομακρύνω
απομακρύνου	=	απομακρύνω
απομακρύνουμε	=	απομακρύνω
απομακρύνουν	=	απομακρύνω
απομακρύνουνε	=	απομακρύνω
απομακρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομάκρυνση
απομακρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομάκρυνση
απομακρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομάκρυνση
απομακρύνσου	=	απομακρύνω
απομακρύνω	verb	διώχνω κάποιον από κάπου, τον μετακινώ (πιο) μακριά
απομαστεύσεις	=	απομάστευση
απομαστεύσεων	=	απομάστευση
απομαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαχικό
απομαχικέ	adj	κλητική ενικού του απομαχικός
απομαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομαχική
απομαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομαχικός
απομαχικής	adj	γενική ενικού του απομαχική
απομαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομαχικός
απομαχικού	adj	γενική ενικού του απομαχικός
απομαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομαχικός
απομαχικό	adj	αιτιατική ενικού του απομαχικός
απομαχικός	adj	που έχει σχέση με απόμαχο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
απομαχικών	adj	γενική πληθυντικού του απομαχικός
απομείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείναν	=	απομένω
απομείνανε	=	απομένω
απομείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομένω
απομείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείνομε	=	απομένω
απομείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείνουνε	=	απομένω
απομείντε	=	απομένω
απομείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομένω
απομείξεις	=	απόμειξη
απομείξεων	=	απόμειξη
απομείωση	noun	μείωση
απομείωσης	noun	γενική ενικού του απομείωση
απομεικτικά	=	απομεικτικός
απομεικτικέ	=	απομεικτικός
απομεικτικές	=	απομεικτικός
απομεικτική	=	απομεικτικός
απομεικτικής	=	απομεικτικός
απομεικτικοί	=	απομεικτικός
απομεικτικού	=	απομεικτικός
απομεικτικούς	=	απομεικτικός
απομεικτικό	=	απομεικτικός
απομεικτικός	adj	που έχει σχέση με την απόμειξη / απομειξία ή αναφέρεται σ' αυτή
απομεικτικών	=	απομεικτικός
απομεινάδι	=	απομεινάρι
απομεινάρι	noun	τμήμα αντικειμένου που έχει περισσέψει μετά την κατανάλωση ή την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους ενός συνόλου
απομεινάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομεινάρι
απομειναριού	=	απομεινάρι
απομειναριών	=	απομεινάρι
απομειξία	noun	άλλη μορφή του απόμειξη
απομειξίας	=	απομειξία
απομειξίες	=	απομειξία
απομειξιών	=	απομειξία
απομειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομείωση
απομειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομείωση
απομειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομείωση
απομενουσών	=	απομένων
απομενούσης	=	απομένων
απομενόντων	=	απομένων
απομεσήμερα	adv	κατά το απομεσήμερο, μετά το μεσημέρι
απομεσήμερο	noun	το τέλος του μεσημεριού και η αρχή του απογεύματος· νωρίς το απόγευμα
απομεσήμερου	noun	γενική ενικού του απομεσήμερο
απομεσήμερων	noun	γενική πληθυντικού του απομεσήμερο
απομετάλλωση	noun	η αφαίρεση ή ο καθαρισμός στρώσεων επιμετάλλωσης από αντικείμενα
απομετάλλωσης	noun	γενική ενικού του απομετάλλωση
απομεταλλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομετάλλωση
απομεταλλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομετάλλωση
απομεταλλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομετάλλωση
απομιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμήματα	=	απομίμημα
απομιμήματος	=	απομίμημα
απομιμήσεις	=	απομίμηση
απομιμήσεων	=	απομίμηση
απομιμήσεως	=	απομίμηση
απομιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομιμούμαι
απομιμημάτων	=	απομίμημα
απομιμητικά	=	απομιμητικός
απομιμητικέ	=	απομιμητικός
απομιμητικές	=	απομιμητικός
απομιμητική	=	απομιμητικός
απομιμητικής	=	απομιμητικός
απομιμητικοί	=	απομιμητικός
απομιμητικού	=	απομιμητικός
απομιμητικούς	=	απομιμητικός
απομιμητικό	=	απομιμητικός
απομιμητικός	adj	που έχει σχέση με την απομίμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
απομιμητικών	=	απομιμητικός
απομιμούμαι	verb	αντιγράφω πιστά
απομιξία	noun	άλλη γραφή του απομειξία
απομιξίας	=	απομιξία
απομιξίες	=	απομιξία
απομιξιών	=	απομιξία
απομνήσκω	verb|literary	απομένω
απομνημονευμάτατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονεύματα
απομνημονευμάτατος	noun	γενική ενικού του απομνημονεύματα
απομνημονευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απομνημόνευμα
απομνημονευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευμένο
απομνημονευμένε	verb	κλητική ενικού του απομνημονευμένος
απομνημονευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευμένη
απομνημονευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομνημονευμένος
απομνημονευμένης	verb	γενική ενικού του απομνημονευμένη
απομνημονευμένο	verb	αιτιατική ενικού του απομνημονευμένος
απομνημονευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευμένος
απομνημονευμένος	=	απομνημονεύω
απομνημονευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομνημονευμένος
απομνημονευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομνημονευμένος
απομνημονευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομνημονευμένος
απομνημονευματάτων	noun	γενική πληθυντικού του απομνημονεύματα
απομνημονευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματικό
απομνημονευματικέ	adj	κλητική ενικού του απομνημονευματικός
απομνημονευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματική
απομνημονευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομνημονευματικός
απομνημονευματικής	adj	γενική ενικού του απομνημονευματική
απομνημονευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματικός
απομνημονευματικού	adj	γενική ενικού του απομνημονευματικός
απομνημονευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομνημονευματικός
απομνημονευματικό	adj	αιτιατική ενικού του απομνημονευματικός
απομνημονευματικός	adj	που έχει σχέση με τα απομνημονεύματα ή αναφέρεται σ' αυτά
απομνημονευματικών	adj	γενική πληθυντικού του απομνημονευματικός
απομνημονευματογράφε	=	απομνημονευματογράφος
απομνημονευματογράφο	=	απομνημονευματογράφος
απομνημονευματογράφοι	=	απομνημονευματογράφος
απομνημονευματογράφος	noun	που γράφει απομνημονεύματα
απομνημονευματογράφου	=	απομνημονευματογράφος
απομνημονευματογράφους	=	απομνημονευματογράφος
απομνημονευματογράφων	=	απομνημονευματογράφος
απομνημονευματογραφία	noun	η συγγραφή ή η (επιστημονική) μελέτη των απομνημονευμάτων
απομνημονευματογραφίας	noun	γενική ενικού του απομνημονευματογραφία
απομνημονευματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματογραφία
απομνημονευματογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματογραφικό
απομνημονευματογραφικέ	adj	κλητική ενικού του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματογραφική
απομνημονευματογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφικής	adj	γενική ενικού του απομνημονευματογραφική
απομνημονευματογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφικού	adj	γενική ενικού του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφικός	adj	που έχει σχέση με την απομνημονευματογραφία ή τον απομνημονευματογράφο ή αναφέρεται σ' αυτά
απομνημονευματογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του απομνημονευματογραφικός
απομνημονευματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του απομνημονευματογραφία
απομνημονευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευτικό
απομνημονευτικέ	adj	κλητική ενικού του απομνημονευτικός
απομνημονευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευτική
απομνημονευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομνημονευτικός
απομνημονευτικής	adj	γενική ενικού του απομνημονευτική
απομνημονευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομνημονευτικός
απομνημονευτικού	adj	γενική ενικού του απομνημονευτικός
απομνημονευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομνημονευτικός
απομνημονευτικό	adj	αιτιατική ενικού του απομνημονευτικός
απομνημονευτικός	adj	που έχει σχέση με την απομνημόνευση ή αναφέρεται σ' αυτή
απομνημονευτικών	adj	γενική πληθυντικού του απομνημονευτικός
απομνημονεύματα	noun	η προσωπική γραπτή αφήγηση των ενθυμήσεων κάποιου, κυρίως από τη συμμετοχή του σε σημαντικά γεγονότα
απομνημονεύματος	noun	γενική ενικού του απομνημόνευμα
απομνημονεύομαι	=	απομνημονεύω
απομνημονεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημόνευση
απομνημονεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομνημόνευση
απομνημονεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομνημόνευση
απομνημονεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονεύσιμο
απομνημονεύσιμε	adj	κλητική ενικού του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομνημονεύσιμη
απομνημονεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσιμης	adj	γενική ενικού του απομνημονεύσιμη
απομνημονεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσιμος	adj	που αποτυπώνεται εύκολα στην μνήμη και έχει μεγάλη πιθανότητα να παραμείνει ως καταγραφή για πολύ
απομνημονεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομνημονεύσιμος
απομνημονεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημονεύω	verb	μαθαίνω κάτι (π.χ. ένα κείμενο, έναν αριθμό) ώστε να μπορώ να το επαναλαμβάνω από μνήμης
απομνημόνευμα	noun	γραπτή καταγραφή προσωπικών δράσεων και ιστορικών γεγονότων που επηρεάστηκαν ή διαμορφώθηκαν απ’ αυτές και (κατ’ επέκταση) το σχετικό λογοτεχνικό είδος
απομνημόνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημόνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημόνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημόνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομνημονεύω
απομνημόνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομνημονεύω
απομνημόνευσης	noun	γενική ενικού του απομνημόνευση
απομολύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομόλυνση
απομολύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομόλυνση
απομολύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομόλυνση
απομονάχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομονάχο
απομονάχε	adj	κλητική ενικού του απομονάχος
απομονάχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομονάχη
απομονάχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομονάχος
απομονάχης	adj	γενική ενικού του απομονάχη
απομονάχο	adj	αιτιατική ενικού του απομονάχος
απομονάχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομονάχος
απομονάχος	adj	άλλη μορφή του ολομόναχος
απομονάχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομονάχος
απομονάχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομονάχος
απομονάχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομονάχος
απομοναχά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομοναχό	adv	σε (απο)μόνωση, μόνος του
απομοναχέ	adj	κλητική ενικού του απομοναχός
απομοναχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομοναχή
απομοναχή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομοναχός
απομοναχής	adj	γενική ενικού του απομοναχή
απομοναχη	=	απομοναχός
απομοναχο	=	απομοναχός
απομοναχοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομοναχός
απομοναχού	adj	γενική ενικού του απομοναχός
απομοναχούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομοναχός
απομοναχό	adj	αιτιατική ενικού του απομοναχός
απομοναχός	adj	άλλη μορφή του ολομόναχος
απομοναχών	adj	γενική πληθυντικού του απομοναχός
απομονωθήκαμε	=	απομονώνω
απομονωθήκαν	=	απομονώνω
απομονωθήκανε	=	απομονώνω
απομονωθήκατε	=	απομονώνω
απομονωθεί	=	απομονώνω
απομονωθείς	=	απομονώνω
απομονωθείτε	=	απομονώνω
απομονωθούμε	=	απομονώνω
απομονωθούν	=	απομονώνω
απομονωθούνε	=	απομονώνω
απομονωθώ	=	απομονώνω
απομονωμένα	adv	ξέχωρα, σε απόσταση από τους άλλους, χωρίς δεσμό με άλλους
απομονωμένε	=	απομονωμένος
απομονωμένες	=	απομονωμένος
απομονωμένη	=	απομονωμένος
απομονωμένης	=	απομονωμένος
απομονωμένο	=	απομονωμένος
απομονωμένοι	=	απομονωμένος
απομονωμένος	verb	που έχει απομονωθεί
απομονωμένου	=	απομονωμένος
απομονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομονωμένος
απομονωμένων	=	απομονωμένος
απομονωνόμασταν	=	απομονώνω
απομονωνόμαστε	=	απομονώνω
απομονωνόμουν	=	απομονώνω
απομονωνόμουνα	=	απομονώνω
απομονωνόντουσαν	=	απομονώνω
απομονωνόσασταν	=	απομονώνω
απομονωνόσαστε	=	απομονώνω
απομονωνόσουν	=	απομονώνω
απομονωνόσουνα	=	απομονώνω
απομονωνόταν	=	απομονώνω
απομονωνότανε	=	απομονώνω
απομονωτές	=	απομονωτής
απομονωτή	=	απομονωτής
απομονωτήρια	=	απομονωτήριο
απομονωτήριο	noun	χώρος (σε φυλακές, νοσοκομεία κ.α.) όπου ακούσια απομονώνουν κάποιους
απομονωτήριου	=	απομονωτήριο
απομονωτήριων	=	απομονωτήριο
απομονωτής	noun	Ηλεκτρικό κύκλωμα που χρησιμοποιείται για να μεταφέρει στην έξοδό του την ίδια τάση με την είσοδο, χωρίς όμως να τραβάει ρεύμα από την είσοδο.
απομονωτηρίου	=	απομονωτήριο
απομονωτηρίων	=	απομονωτήριο
απομονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομονωτικό	adv	με απομονωτικό τρόπο
απομονωτικέ	adj	κλητική ενικού του απομονωτικός
απομονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομονωτική
απομονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομονωτικός
απομονωτικής	adj	γενική ενικού του απομονωτική
απομονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομονωτικός
απομονωτικού	adj	γενική ενικού του απομονωτικός
απομονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομονωτικός
απομονωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απομονωτικός
απομονωτικός	adj	που έχει σχέση με την απομόνωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
απομονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απομονωτικός
απομονωτικώς	adv	άλλη μορφή του απομονωτικά
απομονωτισμέ	noun	κλητική ενικού του απομονωτισμός
απομονωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομονωτισμός
απομονωτισμού	noun	γενική ενικού του απομονωτισμός
απομονωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απομονωτισμός
απομονωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του απομονωτισμός
απομονωτισμός	noun	η τάση για απομόνωση
απομονωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του απομονωτισμός
απομονωτών	=	απομονωτής
απομονώθηκα	=	απομονώνω
απομονώθηκαν	=	απομονώνω
απομονώθηκε	=	απομονώνω
απομονώθηκες	=	απομονώνω
απομονώναμε	=	απομονώνω
απομονώναν	=	απομονώνω
απομονώνανε	=	απομονώνω
απομονώνατε	=	απομονώνω
απομονώνει	=	απομονώνω
απομονώνεις	=	απομονώνω
απομονώνεσαι	=	απομονώνω
απομονώνεστε	=	απομονώνω
απομονώνεται	=	απομονώνω
απομονώνετε	=	απομονώνω
απομονώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απομονώνω
απομονώνομε	=	απομονώνω
απομονώνονται	=	απομονώνω
απομονώνονταν	=	απομονώνω
απομονώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απομονώνω
απομονώνουμε	=	απομονώνω
απομονώνουν	=	απομονώνω
απομονώνουνε	=	απομονώνω
απομονώνω	verb	ενεργώ ώστε κάτι να είναι μόνο του, να βρίσκεται μακριά από τα όμοιά του ή τον περίγυρό του, να μην επικοινωνεί με αυτό
απομονώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσαν	=	απομονώνω
απομονώσανε	=	απομονώνω
απομονώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομόνωση
απομονώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομόνωση
απομονώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομόνωση
απομονώσομε	=	απομονώνω
απομονώσου	=	απομονώνω
απομονώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσουνε	=	απομονώνω
απομονώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομονώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομορφώσεις	=	απομόρφωση
απομορφώσεων	=	απομόρφωση
απομουδιάζω	verb|rare	μουδιάζω εντελώς
απομουρλάναμε	=	απομουρλαίνω
απομουρλάναν	=	απομουρλαίνω
απομουρλάνανε	=	απομουρλαίνω
απομουρλάνατε	=	απομουρλαίνω
απομουρλάνει	=	απομουρλαίνω
απομουρλάνετε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίναμε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίναν	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνανε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνατε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνει	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνεις	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνετε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνομαι	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνοντας	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνουμε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνουν	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνουνε	=	απομουρλαίνω
απομουρλαίνω	verb	αποτρελαίνω
απομοχλεύσεις	=	απομόχλευση
απομοχλεύσεων	=	απομόχλευση
απομούρλαινα	=	απομουρλαίνω
απομούρλαιναν	=	απομουρλαίνω
απομούρλαινε	=	απομουρλαίνω
απομούρλαινες	=	απομουρλαίνω
απομούρλανα	=	απομουρλαίνω
απομούρλαναν	=	απομουρλαίνω
απομούρλανε	=	απομουρλαίνω
απομούρλανες	=	απομουρλαίνω
απομπρός	adv	από εμπρός, από το μπροστά μέρος ή πλευρά
απομυελίνωση	noun	απώλεια ή καταστροφή του μυελώδους ελύτρου από τον άξονα των νευρικών κυττάρων, που οδηγεί στη σκλήρυνση κατά πλάκας (πολλαπλή σκλήρυνση)
απομυελίνωσης	noun	γενική ενικού του απομυελίνωση
απομυελινωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυελινωτικό
απομυελινωτικέ	adj	κλητική ενικού του απομυελινωτικός
απομυελινωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυελινωτική
απομυελινωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομυελινωτικός
απομυελινωτικής	adj	γενική ενικού του απομυελινωτική
απομυελινωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομυελινωτικός
απομυελινωτικού	adj	γενική ενικού του απομυελινωτικός
απομυελινωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομυελινωτικός
απομυελινωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απομυελινωτικός
απομυελινωτικός	adj	που έχει σχέση με την απομυελίνωση, αναφέρεται σ' αυτή ή την προκαλεί
απομυελινωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απομυελινωτικός
απομυελινώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυελίνωση
απομυελινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομυελίνωση
απομυελινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομυελίνωση
απομυζά	=	απομυζώ
απομυζάει	=	απομυζώ
απομυζάμε	=	απομυζώ
απομυζάν	=	απομυζώ
απομυζάνε	=	απομυζώ
απομυζάς	=	απομυζώ
απομυζάτε	=	απομυζώ
απομυζάω	=	απομυζώ
απομυζήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήσαν	=	απομυζώ
απομυζήσανε	=	απομυζώ
απομυζήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυζώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομύζηση
απομυζήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομύζηση
απομυζήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομύζηση
απομυζήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομυζητήρα	=	απομυζητήρας
απομυζητήρας	noun|figurative	αυτός που απομυζά
απομυζητήρες	=	απομυζητήρας
απομυζητήρων	=	απομυζητήρας
απομυζητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυζητικό
απομυζητικέ	adj	κλητική ενικού του απομυζητικός
απομυζητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυζητική
απομυζητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομυζητικός
απομυζητικής	adj	γενική ενικού του απομυζητική
απομυζητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομυζητικός
απομυζητικού	adj	γενική ενικού του απομυζητικός
απομυζητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομυζητικός
απομυζητικό	adj	αιτιατική ενικού του απομυζητικός
απομυζητικός	adj	που έχει σχέση με την απομύζηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
απομυζητικών	adj	γενική πληθυντικού του απομυζητικός
απομυζούμε	=	απομυζώ
απομυζούν	=	απομυζώ
απομυζούνε	=	απομυζώ
απομυζούσα	=	απομυζώ
απομυζούσαμε	=	απομυζώ
απομυζούσαν	=	απομυζώ
απομυζούσανε	=	απομυζώ
απομυζούσατε	=	απομυζώ
απομυζούσε	=	απομυζώ
απομυζούσες	=	απομυζώ
απομυζωημένος	=	απομυζώ
απομυζώ	verb|figurative	εκμυζώ
απομυζώμαι	=	απομυζώ
απομυζώντας	=	απομυζώ
απομυθοποίει	=	απομυθοποιώ
απομυθοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απομυθοποιώ
απομυθοποίησης	noun	γενική ενικού του απομυθοποίηση
απομυθοποιήθηκα	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήθηκαν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήθηκε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήθηκες	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήσαν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήσανε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυθοποίηση
απομυθοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απομυθοποίηση
απομυθοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απομυθοποίηση
απομυθοποιήσου	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομυθοποιώ
απομυθοποιεί	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιείς	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιείσαι	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιείστε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιείται	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιείτε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιηθήκαμε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιηθήκαν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιηθήκανε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιηθήκατε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιηθεί	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιηθείτε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυθοποιημένο
απομυθοποιημένε	verb	κλητική ενικού του απομυθοποιημένος
απομυθοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυθοποιημένη
απομυθοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομυθοποιημένος
απομυθοποιημένης	verb	γενική ενικού του απομυθοποιημένη
απομυθοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του απομυθοποιημένος
απομυθοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομυθοποιημένος
απομυθοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απομυθοποιώ
απομυθοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομυθοποιημένος
απομυθοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομυθοποιημένος
απομυθοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομυθοποιημένος
απομυθοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απομυθοποιητικός	adv	με απομυθοποιητικό τρόπο
απομυθοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του απομυθοποιητικός
απομυθοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομυθοποιητική
απομυθοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομυθοποιητικός
απομυθοποιητικής	adj	γενική ενικού του απομυθοποιητική
απομυθοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομυθοποιητικός
απομυθοποιητικού	adj	γενική ενικού του απομυθοποιητικός
απομυθοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομυθοποιητικός
απομυθοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του απομυθοποιητικός
απομυθοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την απομυθοποίηση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
απομυθοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του απομυθοποιητικός
απομυθοποιούμαι	verb	μου δίνουν τις πραγματικές μου διαστάσεις, αφαιρούν από εμένα την αίγλη του μυθικού στοιχείου
απομυθοποιούμασταν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούμαστε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούμε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούμουν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούνε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούνται	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούνταν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσα	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσαμε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσαν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσανε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσασταν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσαστε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσατε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσε	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσες	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιούσουν	=	απομυθοποιώ
απομυθοποιώ	verb	αναδεικνύω τις πραγματικές διαστάσεις από κάτι, αφαιρώντας τον μύθο ή τη μυθική διάσταση που το περιβάλλει
απομυθοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απομυθοποιώ
απομωράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράναν	=	απομωραίνω
απομωράνανε	=	απομωραίνω
απομωράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράνθηκα	=	απομωραίνομαι
απομωράνθηκαν	=	απομωραίνομαι
απομωράνθηκε	=	απομωραίνομαι
απομωράνθηκες	=	απομωραίνομαι
απομωράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωράνσου	=	απομωραίνομαι
απομωράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομωραίναμε	=	απομωραίνω
απομωραίναν	=	απομωραίνω
απομωραίνανε	=	απομωραίνω
απομωραίνατε	=	απομωραίνω
απομωραίνει	=	απομωραίνω
απομωραίνεις	=	απομωραίνω
απομωραίνεσαι	=	απομωραίνομαι
απομωραίνεστε	=	απομωραίνομαι
απομωραίνεται	=	απομωραίνομαι
απομωραίνετε	=	απομωραίνω
απομωραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απομωραίνω
απομωραίνονται	=	απομωραίνομαι
απομωραίνονταν	=	απομωραίνομαι
απομωραίνοντας	=	απομωραίνω
απομωραίνου	=	απομωραίνομαι
απομωραίνουμε	=	απομωραίνω
απομωραίνουν	=	απομωραίνω
απομωραίνουνε	=	απομωραίνω
απομωραίνω	verb	αποβλακώνω
απομωραινόμασταν	=	απομωραίνομαι
απομωραινόμαστε	=	απομωραίνομαι
απομωραινόμουν	=	απομωραίνομαι
απομωραινόμουνα	=	απομωραίνομαι
απομωραινόντουσαν	=	απομωραίνομαι
απομωραινόσασταν	=	απομωραίνομαι
απομωραινόσαστε	=	απομωραίνομαι
απομωραινόσουν	=	απομωραίνομαι
απομωραινόσουνα	=	απομωραίνομαι
απομωραινόταν	=	απομωραίνομαι
απομωραινότανε	=	απομωραίνομαι
απομωραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομωραμένο
απομωραμένε	verb	κλητική ενικού του απομωραμένος
απομωραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομωραμένη
απομωραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομωραμένος
απομωραμένης	verb	γενική ενικού του απομωραμένη
απομωραμένο	verb	αιτιατική ενικού του απομωραμένος
απομωραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομωραμένος
απομωραμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου απομωραίνω
απομωραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομωραμένος
απομωραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απομωραμένος
απομωραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομωραμένος
απομωρανθήκαμε	=	απομωραίνομαι
απομωρανθήκαν	=	απομωραίνομαι
απομωρανθήκανε	=	απομωραίνομαι
απομωρανθήκατε	=	απομωραίνομαι
απομωρανθεί	=	απομωραίνομαι
απομωρανθείτε	=	απομωραίνομαι
απομωρασμένος	=	απομωραίνομαι
απομόλυνση	noun	περιβαλλοντική αποτοξίνωση, αφαίρεση βλαπτικών ουσιών
απομόλυνσης	noun	γενική ενικού του απομόλυνση
απομόναχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομόναχο
απομόναχε	adj	κλητική ενικού του απομόναχος
απομόναχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απομόναχη
απομόναχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απομόναχος
απομόναχης	adj	γενική ενικού του απομόναχη
απομόναχο	adj	αιτιατική ενικού του απομόναχος
απομόναχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απομόναχος
απομόναχος	adj	άλλη μορφή του ολομόναχος
απομόναχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απομόναχος
απομόναχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απομόναχος
απομόναχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απομόναχος
απομόνωνα	=	απομονώνω
απομόνωναν	=	απομονώνω
απομόνωνε	=	απομονώνω
απομόνωνες	=	απομονώνω
απομόνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομόνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομόνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομόνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομονώνω
απομόνωση	noun	η ενέργεια με την οποία απομονώνω κάτι ή κάποιον
απομόνωσης	noun	γενική ενικού του απομόνωση
απομόρφωση	noun	η μείωση των ευκαιριών ή δυνατοτήτων μόρφωσης και η σταδιακά μειωμένη μόρφωση από γενιά σε γενιά
απομόρφωσης	=	απομόρφωση
απομόχλευση	noun	μείωση της δανειακής επιβάρυνσης, απομείωση του ιδιωτικού ή δημοσίου χρέους
απομόχλευσης	=	απομόχλευση
απομύζα	=	απομυζώ
απομύζαγε	=	απομυζώ
απομύζησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομύζησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομύζησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομύζησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομυζώ
απομύζηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απομυζώ
απομύζησης	noun	γενική ενικού του απομύζηση
απομώραινα	=	απομωραίνω
απομώραιναν	=	απομωραίνω
απομώραινε	=	απομωραίνω
απομώραινες	=	απομωραίνω
απομώρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομώραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομώρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απομώρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απομωραίνω
απονάρκωνα	=	αποναρκώνω
απονάρκωναν	=	αποναρκώνω
απονάρκωνε	=	αποναρκώνω
απονάρκωνες	=	αποναρκώνω
απονάρκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
απονάρκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
απονάρκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
απονάρκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
απονάρκωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποναρκώνω
απονάρκωσης	noun	γενική ενικού του απονάρκωση
απονέκρωμα	noun	άλλη μορφή του απονέκρωση
απονέκρωνα	=	απονεκρώνω
απονέκρωναν	=	απονεκρώνω
απονέκρωνε	=	απονεκρώνω
απονέκρωνες	=	απονεκρώνω
απονέκρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονέκρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονέκρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονέκρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονέκρωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απονεκρώνω
απονέκρωσης	noun	γενική ενικού του απονέκρωση
απονέμαμε	=	απονέμω
απονέμαν	=	απονέμω
απονέμανε	=	απονέμω
απονέματε	=	απονέμω
απονέμει	=	απονέμω
απονέμεις	=	απονέμω
απονέμεσαι	=	απονέμω
απονέμεστε	=	απονέμω
απονέμεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απονέμομαι
απονέμετε	=	απονέμω
απονέμομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονέμω
απονέμονται	=	απονέμω
απονέμονταν	=	απονέμω
απονέμοντας	=	απονέμω
απονέμουμε	=	απονέμω
απονέμουν	=	απονέμω
απονέμουνε	=	απονέμω
απονέμω	verb	προσφέρω τιμές, τίτλο ή επιβράβευση
απονέρι	=	απονέρια
απονέρια	noun	άλλη μορφή του απόνερα
απονέρωση	noun	νεολογική μορφή του αφυδάτωση, η χημική διαδικασία της αφυδάτωσης ενός μείγματος
απονέρωσης	noun	γενική ενικού του απονέρωση
απονήρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απονήρευτος	adv	με απονήρευτο τρόπο
απονήρευτε	adj	κλητική ενικού του απονήρευτος
απονήρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονήρευτη
απονήρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονήρευτος
απονήρευτης	adj	γενική ενικού του απονήρευτη
απονήρευτο	adj	αιτιατική ενικού του απονήρευτος
απονήρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονήρευτος
απονήρευτος	adj	που δεν πονηρεύεται
απονήρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απονήρευτος
απονήρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απονήρευτος
απονήρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απονήρευτος
απονήωνα	=	απονηώνω
απονήωναν	=	απονηώνω
απονήωνε	=	απονηώνω
απονήωνες	=	απονηώνω
απονήωσα	=	απονηώνω
απονήωσαν	=	απονηώνω
απονήωσε	=	απονηώνω
απονήωσες	=	απονηώνω
απονήωση	noun	η απογείωση αεροσκαφών ή ελικοπτέρων από πλοίο
απονήωσης	noun	γενική ενικού του απονήωση
απονίβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονίβω
απονίβω	verb	άλλη μορφή του απονίπτω
απονίμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόνιμμα
απονίμματος	noun	γενική ενικού του απόνιμμα
απονίπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονίπτω
απονίπτω	verb	ολοκληρώνω το νίψιμο
απονίτρωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απονιτρώνω, η μείωση, ή αποβολή νιτρικών αλάτων ή νιτρωδών
απονίτρωσης	noun	γενική ενικού του απονίτρωση
απονίψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απονίπτω
αποναζιστικοποίηση	noun	η διαδικασία προς τον εκδημοκρατισμό μιας χώρας στην οποία είχε εγκαθιδρυθεί ναζιστικό καθεστώς, η αλλαγή των δομών που είχαν αποκτήσει ναζιστικό χαρακτήρα
αποναζιστικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποναζιστικοποίηση
αποναζιστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποναζιστικοποίηση
αποναζιστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποναζιστικοποίηση
αποναζιστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποναζιστικοποίηση
αποναζιστικοποιώ	verb	πραγματοποιώ την αποναζιστικοποίηση ενός καθεστώτος
αποναρκοθέτηση	noun	η αφαίρεση ή η απομάκρυνση ναρκών που έχουν τοποθετηθεί σε μία περιοχή
αποναρκοθέτησης	noun	γενική ενικού του αποναρκοθέτηση
αποναρκοθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποναρκοθέτηση
αποναρκοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποναρκοθέτηση
αποναρκοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποναρκοθέτηση
αποναρκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποναρκωμένο
αποναρκωμένε	verb	κλητική ενικού του αποναρκωμένος
αποναρκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποναρκωμένη
αποναρκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποναρκωμένος
αποναρκωμένης	verb	γενική ενικού του αποναρκωμένη
αποναρκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποναρκωμένος
αποναρκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποναρκωμένος
αποναρκωμένος	verb	που έχει υποστεί νάρκωση
αποναρκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποναρκωμένος
αποναρκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποναρκωμένος
αποναρκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποναρκωμένος
αποναρκωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποναρκωτικό
αποναρκωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποναρκωτικός
αποναρκωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποναρκωτική
αποναρκωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποναρκωτικός
αποναρκωτικής	adj	γενική ενικού του αποναρκωτική
αποναρκωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποναρκωτικός
αποναρκωτικού	adj	γενική ενικού του αποναρκωτικός
αποναρκωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποναρκωτικός
αποναρκωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποναρκωτικός
αποναρκωτικός	adj	που έχει σχέση με την απονάρκωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
αποναρκωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποναρκωτικός
αποναρκώναμε	=	αποναρκώνω
αποναρκώναν	=	αποναρκώνω
αποναρκώνανε	=	αποναρκώνω
αποναρκώνατε	=	αποναρκώνω
αποναρκώνει	=	αποναρκώνω
αποναρκώνεις	=	αποναρκώνω
αποναρκώνετε	=	αποναρκώνω
αποναρκώνομαι	=	αποναρκώνω
αποναρκώνοντας	=	αποναρκώνω
αποναρκώνουμε	=	αποναρκώνω
αποναρκώνουν	=	αποναρκώνω
αποναρκώνουνε	=	αποναρκώνω
αποναρκώνω	verb	ναρκώνω (βαθιά) κάποιον, τον ρίχνω σε (βαθιά) νάρκη
αποναρκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσαν	=	αποναρκώνω
αποναρκώσανε	=	αποναρκώνω
αποναρκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονάρκωση
αποναρκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονάρκωση
αποναρκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
αποναρκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποναρκώνω
απονείμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμαν	=	απονέμω
απονείμανε	=	απονέμω
απονείματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονείμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονέμω
απονεκρωθήκαμε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωθήκαν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωθήκανε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωθήκατε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωθεί	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωθείτε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απονέκρωμα
απονεκρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεκρωμένο
απονεκρωμένε	verb	κλητική ενικού του απονεκρωμένος
απονεκρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεκρωμένη
απονεκρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονεκρωμένος
απονεκρωμένης	verb	γενική ενικού του απονεκρωμένη
απονεκρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απονεκρωμένος
απονεκρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονεκρωμένος
απονεκρωμένος	verb	που έχει απονεκρωθεί ή αναισθητοιηθεί
απονεκρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απονεκρωμένος
απονεκρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απονεκρωμένος
απονεκρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απονεκρωμένος
απονεκρωνόμασταν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόμαστε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόμουν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόμουνα	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόντουσαν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόσασταν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόσαστε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόσουν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόσουνα	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνόταν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωνότανε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεκρωτικό
απονεκρωτικέ	adj	κλητική ενικού του απονεκρωτικός
απονεκρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεκρωτική
απονεκρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονεκρωτικός
απονεκρωτικής	adj	γενική ενικού του απονεκρωτική
απονεκρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονεκρωτικός
απονεκρωτικού	adj	γενική ενικού του απονεκρωτικός
απονεκρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απονεκρωτικός
απονεκρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απονεκρωτικός
απονεκρωτικός	adj	που έχει σχέση με την απονέκρωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
απονεκρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απονεκρωτικός
απονεκρώθηκα	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώθηκαν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώθηκε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώθηκες	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονέκρωμα
απονεκρώματος	noun	γενική ενικού του απονέκρωμα
απονεκρώναμε	=	απονεκρώνω
απονεκρώναν	=	απονεκρώνω
απονεκρώνανε	=	απονεκρώνω
απονεκρώνατε	=	απονεκρώνω
απονεκρώνει	=	απονεκρώνω
απονεκρώνεις	=	απονεκρώνω
απονεκρώνεσαι	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώνεστε	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώνεται	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώνετε	=	απονεκρώνω
απονεκρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώνονται	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώνονταν	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώνοντας	=	απονεκρώνω
απονεκρώνου	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώνουμε	=	απονεκρώνω
απονεκρώνουν	=	απονεκρώνω
απονεκρώνουνε	=	απονεκρώνω
απονεκρώνω	verb	κάνω κάτι νεκρό, το νεκρώνω
απονεκρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώσαν	=	απονεκρώνω
απονεκρώσανε	=	απονεκρώνω
απονεκρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονέκρωση
απονεκρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονέκρωση
απονεκρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονέκρωση
απονεκρώσου	=	απονεκρώνομαι
απονεκρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεκρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονεκρώνω
απονεμήθηκα	=	απονέμω
απονεμήθηκαν	=	απονέμω
απονεμήθηκε	=	απονέμω
απονεμήθηκες	=	απονέμω
απονεμήτρια	noun	θηλυκό του απονεμητής
απονεμήτριας	=	απονεμήτρια
απονεμήτριες	=	απονεμήτρια
απονεμηθήκαμε	=	απονέμω
απονεμηθήκαν	=	απονέμω
απονεμηθήκανε	=	απονέμω
απονεμηθήκατε	=	απονέμω
απονεμηθεί	=	απονέμω
απονεμηθείτε	=	απονέμω
απονεμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεμημένο
απονεμημένε	verb	κλητική ενικού του απονεμημένος
απονεμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεμημένη
απονεμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονεμημένος
απονεμημένης	verb	γενική ενικού του απονεμημένη
απονεμημένο	verb	αιτιατική ενικού του απονεμημένος
απονεμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονεμημένος
απονεμημένος	=	απονέμω
απονεμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απονεμημένος
απονεμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απονεμημένος
απονεμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απονεμημένος
απονεμητές	=	απονεμητής
απονεμητή	=	απονεμητής
απονεμητής	noun	άτομο που απονέμει βραβείο
απονεμητριών	=	απονεμήτρια
απονεμητών	=	απονεμητής
απονεμόμασταν	=	απονέμω
απονεμόμαστε	=	απονέμω
απονεμόμουν	=	απονέμω
απονεμόμουνα	=	απονέμω
απονεμόντουσαν	=	απονέμω
απονεμόσασταν	=	απονέμω
απονεμόσαστε	=	απονέμω
απονεμόσουν	=	απονέμω
απονεμόσουνα	=	απονέμω
απονεμόταν	=	απονέμω
απονεμότανε	=	απονέμω
απονενοημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απονενοημένος	adv	με απονενοημένο τρόπο
απονενοημένε	adj	κλητική ενικού του απονενοημένος
απονενοημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονενοημένη
απονενοημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονενοημένος
απονενοημένης	adj	γενική ενικού του απονενοημένη
απονενοημένο	adj	αιτιατική ενικού του απονενοημένος
απονενοημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονενοημένος
απονενοημένος	verb	πολύ απελπισμένος, απεγνωσμένος
απονενοημένου	verb	γενική ενικού του απονενοημένος
απονενοημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απονενοημένος
απονενοημένων	adj	γενική πληθυντικού του απονενοημένος
απονεριά	noun|rare	άλλη μορφή του απονέρι
απονερώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονέρωση
απονερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονέρωση
απονευρωθήκαμε	=	απονευρώνω
απονευρωθήκαν	=	απονευρώνω
απονευρωθήκανε	=	απονευρώνω
απονευρωθήκατε	=	απονευρώνω
απονευρωθεί	=	απονευρώνω
απονευρωθείτε	=	απονευρώνω
απονευρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονευρωμένο
απονευρωμένε	verb	κλητική ενικού του απονευρωμένος
απονευρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονευρωμένη
απονευρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονευρωμένος
απονευρωμένης	verb	γενική ενικού του απονευρωμένη
απονευρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του απονευρωμένος
απονευρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονευρωμένος
απονευρωμένος	verb	που έχει απονευρωθεί, που έχει υποστεί απονεύρωση
απονευρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απονευρωμένος
απονευρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απονευρωμένος
απονευρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απονευρωμένος
απονευρωνόμασταν	=	απονευρώνω
απονευρωνόμαστε	=	απονευρώνω
απονευρωνόμουν	=	απονευρώνω
απονευρωνόμουνα	=	απονευρώνω
απονευρωνόντουσαν	=	απονευρώνω
απονευρωνόσασταν	=	απονευρώνω
απονευρωνόσαστε	=	απονευρώνω
απονευρωνόσουν	=	απονευρώνω
απονευρωνόσουνα	=	απονευρώνω
απονευρωνόταν	=	απονευρώνω
απονευρωνότανε	=	απονευρώνω
απονευρωσίτιδα	noun	φλεγμονή στην πελματιαία απονεύρωση
απονευρωσίτιδας	=	απονευρωσίτιδα
απονευρωσίτιδες	=	απονευρωσίτιδα
απονευρωσίτιδων	=	απονευρωσίτιδα
απονευρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονευρωτικό
απονευρωτικέ	adj	κλητική ενικού του απονευρωτικός
απονευρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονευρωτική
απονευρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονευρωτικός
απονευρωτικής	adj	γενική ενικού του απονευρωτική
απονευρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονευρωτικός
απονευρωτικού	adj	γενική ενικού του απονευρωτικός
απονευρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απονευρωτικός
απονευρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του απονευρωτικός
απονευρωτικός	adj	που σχετίζεται με την απονεύρωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
απονευρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του απονευρωτικός
απονευρώθηκα	=	απονευρώνω
απονευρώθηκαν	=	απονευρώνω
απονευρώθηκε	=	απονευρώνω
απονευρώθηκες	=	απονευρώνω
απονευρώναμε	=	απονευρώνω
απονευρώναν	=	απονευρώνω
απονευρώνανε	=	απονευρώνω
απονευρώνατε	=	απονευρώνω
απονευρώνει	=	απονευρώνω
απονευρώνεις	=	απονευρώνω
απονευρώνεσαι	=	απονευρώνω
απονευρώνεστε	=	απονευρώνω
απονευρώνεται	=	απονευρώνω
απονευρώνετε	=	απονευρώνω
απονευρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονευρώνω
απονευρώνονται	=	απονευρώνω
απονευρώνονταν	=	απονευρώνω
απονευρώνοντας	=	απονευρώνω
απονευρώνουμε	=	απονευρώνω
απονευρώνουν	=	απονευρώνω
απονευρώνουνε	=	απονευρώνω
απονευρώνω	verb	αποσυνδέω κάτι από το νευρικό σύστημα
απονευρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώσαν	=	απονευρώνω
απονευρώσανε	=	απονευρώνω
απονευρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονεύρωση
απονευρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονεύρωση
απονευρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονεύρωση
απονευρώσου	=	απονευρώνω
απονευρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονευρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονεύρωνα	=	απονευρώνω
απονεύρωναν	=	απονευρώνω
απονεύρωνε	=	απονευρώνω
απονεύρωνες	=	απονευρώνω
απονεύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονεύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονεύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονεύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απονευρώνω
απονεύρωση	noun	η θεραπεία ενός χαλασμένου δοντιού με αφαίρεση του νεύρου
απονεύρωσης	noun	γενική ενικού του απονεύρωση
απονηώναμε	=	απονηώνω
απονηώναν	=	απονηώνω
απονηώνανε	=	απονηώνω
απονηώνατε	=	απονηώνω
απονηώνει	=	απονηώνω
απονηώνεις	=	απονηώνω
απονηώνετε	=	απονηώνω
απονηώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονηώνω
απονηώνοντας	=	απονηώνω
απονηώνουμε	=	απονηώνω
απονηώνουν	=	απονηώνω
απονηώνουνε	=	απονηώνω
απονηώνω	verb	«απογειώνω» από πλεούμενο ή από τη θάλασσα (ή λίμνη, ποταμό κ.λπ.)
απονηώσαμε	=	απονηώνω
απονηώσαν	=	απονηώνω
απονηώσανε	=	απονηώνω
απονηώσατε	=	απονηώνω
απονηώσει	=	απονηώνω
απονηώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονήωση
απονηώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονήωση
απονηώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονήωση
απονηώστε	=	απονηώνω
απονιά	noun	το να είσαι άπονος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του άπονου
απονιάς	noun	γενική ενικού του απονιά
απονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονιά
απονιμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόνιμμα
απονιτροποίηση	noun	άλλη μορφή του απονίτρωση
απονιτροποίησης	=	απονιτροποίηση
απονιτροποιήσεις	=	απονιτροποίηση
απονιτροποιήσεων	=	απονιτροποίηση
απονιτροποιήσεως	=	απονιτροποίηση
απονιτρώνω	verb	επιχειρώ απονίτρωση, μειώνω, ή αφαιρώ νιτρικά άλατα ή νιτρώδη από κάποια ουσία ή ευρύτερο χώρο
απονιτρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονίτρωση
απονιτρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονίτρωση
απονιτρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονίτρωση
απονιψίδι	noun|vulgar	άλλη μορφή του απόνιμμα
απονιψίδια	=	απονιψίδι
απονιψίματα	=	απονίψιμο
απονιψίματος	=	απονίψιμο
απονιψιμάτων	=	απονίψιμο
απονιών	=	απονιά
απονομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονομή
απονομή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απονέμω
απονομής	=	απονομή
απονομιμοποίει	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποίησα	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποίησαν	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποίησε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποίησες	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποίηση	noun	η άρση της νομιμοποίησης, η διαδικασία με την οποία ένας θεσμός, μια πράξη ή μια εξουσία παύει να θεωρείται νόμιμη ή κοινωνικά αποδεκτή
απονομιμοποίησης	noun	γενική ενικού του απονομιμοποίηση
απονομιμοποιήσαμε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιήσαν	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιήσανε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιήσατε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιήσει	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονομιμοποίηση
απονομιμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονομιμοποίηση
απονομιμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονομιμοποίηση
απονομιμοποιήστε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιεί	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιείς	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιείτε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιημένα	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένε	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένες	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένη	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένης	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένο	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένοι	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απονομιμοποιώ
απονομιμοποιημένου	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένους	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιημένων	=	απονομιμοποιημένος
απονομιμοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούμε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούν	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούνε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσα	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσαμε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσαν	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσανε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσατε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσε	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιούσες	=	απονομιμοποιώ
απονομιμοποιώ	verb	αίρω τη νομιμοποίηση
απονομιμοποιώντας	=	απονομιμοποιώ
απονομισματοποίηση	noun	η απομάκρυνση από την κυκλοφορία κάποιου νομίσματος ή χαρτονομίσματος
απονομισματοποίησης	noun	γενική ενικού του απονομισματοποίηση
απονομισματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονομισματοποίηση
απονομισματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απονομισματοποίηση
απονομισματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απονομισματοποίηση
απονομών	=	απονομή
απονοψυχιά	noun|rare	η ιδιότητα του απονόψυχου
απονυχιού	=	απονύχι
απονυχιών	=	απονύχι
απονυχτερεύω	verb|rare	διανυκτερεύω
απονόψυχος	adj|rare	που δεν είναι πονόψυχος
απονύχι	noun|rare	το κομματάκι που κόπηκε από κάποιο νύχι.
απονύχια	=	απονύχι
απονύχτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απονύχτερος	adv	νυχτιάτικα
απονύχτερε	adj	κλητική ενικού του απονύχτερος
απονύχτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απονύχτερη
απονύχτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απονύχτερος
απονύχτερης	adj	γενική ενικού του απονύχτερη
απονύχτερο	noun|rare	η νύχτα
απονύχτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απονύχτερος
απονύχτερος	adj|rare	νυχτερινός, νυχτιάτικος
απονύχτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απονύχτερος
απονύχτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απονύχτερος
απονύχτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απονύχτερος
αποξάναμε	=	αποξαίνω
αποξάναν	=	αποξαίνω
αποξάνανε	=	αποξαίνω
αποξάνατε	=	αποξαίνω
αποξάνει	=	αποξαίνω
αποξάνετε	=	αποξαίνω
αποξένωμα	noun	άλλη μορφή του αποξένωση
αποξένωνα	=	αποξενώνω
αποξένωναν	=	αποξενώνω
αποξένωνε	=	αποξενώνω
αποξένωνες	=	αποξενώνω
αποξένωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξένωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξένωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξένωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξένωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξενώνω
αποξένωσης	noun	γενική ενικού του αποξένωση
αποξέομαι	=	αποξέω
αποξέραινα	=	αποξεραίνω
αποξέραιναν	=	αποξεραίνω
αποξέραινε	=	αποξεραίνω
αποξέραινες	=	αποξεραίνω
αποξέρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξέραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξέρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξέρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξέσεις	=	απόξεση
αποξέσεων	=	απόξεση
αποξέσεως	=	απόξεση
αποξέσκιζα	=	αποξεσκίζω
αποξέσκιζαν	=	αποξεσκίζω
αποξέσκιζε	=	αποξεσκίζω
αποξέσκιζες	=	αποξεσκίζω
αποξέσκισα	=	αποξεσκίζω
αποξέσκισαν	=	αποξεσκίζω
αποξέσκισε	=	αποξεσκίζω
αποξέσκισες	=	αποξεσκίζω
αποξέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόξεσμα
αποξέσματος	noun	γενική ενικού του απόξεσμα
αποξέστης	noun|rare	άλλη μορφή του αποξεστήρας
αποξέχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξέχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξέχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξέχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξέω	verb	ξύνω κάτι (μια επιφάνεια) και έτσι το αφαιρώ
αποξήλωμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηλώνω
αποξήλωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηλώνω
αποξήλωσης	noun	γενική ενικού του αποξήλωση
αποξήραινα	=	αποξηραίνω
αποξήραιναν	=	αποξηραίνω
αποξήραινε	=	αποξηραίνω
αποξήραινες	=	αποξηραίνω
αποξήρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξήραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξήρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξήρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξήρανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξηραίνω
αποξήρανσης	noun	γενική ενικού του αποξήρανση
αποξαίναμε	=	αποξαίνω
αποξαίναν	=	αποξαίνω
αποξαίνανε	=	αποξαίνω
αποξαίνατε	=	αποξαίνω
αποξαίνει	=	αποξαίνω
αποξαίνεις	=	αποξαίνω
αποξαίνετε	=	αποξαίνω
αποξαίνοντας	=	αποξαίνω
αποξαίνουμε	=	αποξαίνω
αποξαίνουν	=	αποξαίνω
αποξαίνουνε	=	αποξαίνω
αποξαίνω	verb|vulgar	ολοκληρώνω το ξάσιμο
αποξαρχής	adv	απ’ την αρχή
αποξενούμαι	verb|archaic	άλλη μορφή του αποξενώνομαι
αποξενωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθήκαν	=	αποξενώνω
αποξενωθήκανε	=	αποξενώνω
αποξενωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωθούνε	=	αποξενώνω
αποξενωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποξένωμα
αποξενωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξενωμένο
αποξενωμένε	verb	κλητική ενικού του αποξενωμένος
αποξενωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξενωμένη
αποξενωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξενωμένος
αποξενωμένης	verb	γενική ενικού του αποξενωμένη
αποξενωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξενωμένος
αποξενωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξενωμένος
αποξενωμένος	verb	που έχει αποξενωθεί, που έχει απομακρυνθεί από το σύνηθες περιβάλλον του
αποξενωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξενωμένος
αποξενωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξενωμένος
αποξενωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξενωμένος
αποξενωνόμασταν	=	αποξενώνω
αποξενωνόμαστε	=	αποξενώνω
αποξενωνόμουν	=	αποξενώνω
αποξενωνόμουνα	=	αποξενώνω
αποξενωνόντουσαν	=	αποξενώνω
αποξενωνόσασταν	=	αποξενώνω
αποξενωνόσαστε	=	αποξενώνω
αποξενωνόσουν	=	αποξενώνω
αποξενωνόσουνα	=	αποξενώνω
αποξενωνόταν	=	αποξενώνω
αποξενωνότανε	=	αποξενώνω
αποξενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποξενωτικός	adv	με αποξενωτικό τρόπο
αποξενωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποξενωτικός
αποξενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξενωτική
αποξενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξενωτικός
αποξενωτικής	adj	γενική ενικού του αποξενωτική
αποξενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξενωτικός
αποξενωτικού	adj	γενική ενικού του αποξενωτικός
αποξενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποξενωτικός
αποξενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποξενωτικός
αποξενωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποξένωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποξενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποξενωτικός
αποξενώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνομαι
αποξενώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξένωμα
αποξενώματος	noun	γενική ενικού του αποξένωμα
αποξενώναμε	=	αποξενώνω
αποξενώναν	=	αποξενώνω
αποξενώνανε	=	αποξενώνω
αποξενώνατε	=	αποξενώνω
αποξενώνει	=	αποξενώνω
αποξενώνεις	=	αποξενώνω
αποξενώνεσαι	=	αποξενώνω
αποξενώνεστε	=	αποξενώνω
αποξενώνεται	=	αποξενώνω
αποξενώνετε	=	αποξενώνω
αποξενώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποξενώνω
αποξενώνομε	=	αποξενώνω
αποξενώνονται	=	αποξενώνω
αποξενώνονταν	=	αποξενώνω
αποξενώνοντας	=	αποξενώνω
αποξενώνουμε	=	αποξενώνω
αποξενώνουν	=	αποξενώνω
αποξενώνουνε	=	αποξενώνω
αποξενώνω	verb	κάνω κάποιον να είναι ή να αισθάνεται ξένος σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο, τον απομακρύνω από κάποιον ή κάτι
αποξενώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσαν	=	αποξενώνω
αποξενώσανε	=	αποξενώνω
αποξενώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξένωση
αποξενώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποξένωση
αποξενώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποξένωση
αποξενώσομε	=	αποξενώνω
αποξενώσου	=	αποξενώνω
αποξενώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσουνε	=	αποξενώνω
αποξενώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξενώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξενώνω
αποξεράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράναν	=	αποξεραίνω
αποξεράνανε	=	αποξεραίνω
αποξεράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνθηκα	=	αποξεραίνομαι
αποξεράνθηκαν	=	αποξεραίνομαι
αποξεράνθηκε	=	αποξεραίνομαι
αποξεράνθηκες	=	αποξεραίνομαι
αποξεράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνσου	=	αποξεραίνομαι
αποξεράντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεραίνω
αποξεραίναμε	=	αποξεραίνω
αποξεραίναν	=	αποξεραίνω
αποξεραίνανε	=	αποξεραίνω
αποξεραίνατε	=	αποξεραίνω
αποξεραίνει	=	αποξεραίνω
αποξεραίνεις	=	αποξεραίνω
αποξεραίνεσαι	=	αποξεραίνομαι
αποξεραίνεστε	=	αποξεραίνομαι
αποξεραίνεται	=	αποξεραίνομαι
αποξεραίνετε	=	αποξεραίνω
αποξεραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποξεραίνω
αποξεραίνονται	=	αποξεραίνομαι
αποξεραίνονταν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραίνοντας	=	αποξεραίνω
αποξεραίνου	=	αποξεραίνομαι
αποξεραίνουμε	=	αποξεραίνω
αποξεραίνουν	=	αποξεραίνω
αποξεραίνουνε	=	αποξεραίνω
αποξεραίνω	verb	άλλη γραφή του αποξηραίνω, κάνω κάτι ξηρώ, το ξηραίνω, αφαιρώντας το νερό που έχει
αποξεραινόμασταν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόμαστε	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόμουν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόμουνα	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόντουσαν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόσασταν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόσαστε	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόσουν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόσουνα	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινόταν	=	αποξεραίνομαι
αποξεραινότανε	=	αποξεραίνομαι
αποξεραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεραμένο
αποξεραμένε	verb	κλητική ενικού του αποξεραμένος
αποξεραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεραμένη
αποξεραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξεραμένος
αποξεραμένης	verb	γενική ενικού του αποξεραμένη
αποξεραμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξεραμένος
αποξεραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξεραμένος
αποξεραμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποξεραίνω
αποξεραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξεραμένος
αποξεραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξεραμένος
αποξεραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξεραμένος
αποξερανθήκαμε	=	αποξεραίνομαι
αποξερανθήκαν	=	αποξεραίνομαι
αποξερανθήκανε	=	αποξεραίνομαι
αποξερανθήκατε	=	αποξεραίνομαι
αποξερανθεί	=	αποξεραίνομαι
αποξερανθείτε	=	αποξεραίνομαι
αποξερασμένος	=	αποξεραίνομαι
αποξεσκίζαμε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζαν	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζανε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζατε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζει	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζεις	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζετε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζοντας	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζουμε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζουν	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζουνε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίζω	verb	ξεσκίζω τελείως, ολοκληρώνω το ξέσκισμα
αποξεσκίσαμε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίσαν	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίσανε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίσατε	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίσει	=	αποξεσκίζω
αποξεσκίστε	=	αποξεσκίζω
αποξεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόξεσμα
αποξεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεσμένο
αποξεσμένε	verb	κλητική ενικού του αποξεσμένος
αποξεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεσμένη
αποξεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξεσμένος
αποξεσμένης	verb	γενική ενικού του αποξεσμένη
αποξεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξεσμένος
αποξεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξεσμένος
αποξεσμένος	=	αποξέω
αποξεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξεσμένος
αποξεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξεσμένος
αποξεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξεσμένος
αποξεστήρα	=	αποξεστήρας
αποξεστήρας	noun	εργαλείο με το οποίο γίνεται η απόξεση
αποξεστήρες	=	αποξεστήρας
αποξεστήρων	=	αποξεστήρας
αποξεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεστικό
αποξεστικέ	adj	κλητική ενικού του αποξεστικός
αποξεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεστική
αποξεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξεστικός
αποξεστικής	adj	γενική ενικού του αποξεστική
αποξεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξεστικός
αποξεστικοτήτων	=	αποξεστικότητα
αποξεστικού	adj	γενική ενικού του αποξεστικός
αποξεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποξεστικός
αποξεστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποξεστικός
αποξεστικός	adj	που μπορεί να αποξέει
αποξεστικότητα	noun	η ιδιότητα του αποξεστικού, το να έχει κάτι την ικανότητα να αποξέει
αποξεστικότητας	=	αποξεστικότητα
αποξεστικότητες	=	αποξεστικότητα
αποξεστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποξεστικός
αποξεχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνώ
αποξεχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεχασμένο
αποξεχασμένε	verb	κλητική ενικού του αποξεχασμένος
αποξεχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξεχασμένη
αποξεχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξεχασμένος
αποξεχασμένης	verb	γενική ενικού του αποξεχασμένη
αποξεχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξεχασμένος
αποξεχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξεχασμένος
αποξεχασμένος	=	αποξεχνώ
αποξεχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξεχασμένος
αποξεχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξεχασμένος
αποξεχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξεχασμένος
αποξεχαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξεχνιέμαι
αποξεχνιέμαι	verb	αφαιρούμαι, ξεχνιέμαι
αποξεχνιούμαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του αποξεχνιέμαι
αποξεχνώ	verb|rare	ξεχνώ τελείως
αποξεχνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποξεχνάω / αποξεχνώ
αποξηλωθήκαμε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωθήκαν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωθήκανε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωθήκατε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωθεί	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωθείτε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποξήλωμα
αποξηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηλωμένο
αποξηλωμένε	verb	κλητική ενικού του αποξηλωμένος
αποξηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηλωμένη
αποξηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξηλωμένος
αποξηλωμένης	verb	γενική ενικού του αποξηλωμένη
αποξηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξηλωμένος
αποξηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξηλωμένος
αποξηλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποξηλώνω
αποξηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξηλωμένος
αποξηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξηλωμένος
αποξηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξηλωμένος
αποξηλωνόμασταν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόμαστε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόμουν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόμουνα	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόντουσαν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόσασταν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόσαστε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόσουν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόσουνα	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνόταν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλωνότανε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώθηκα	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώθηκαν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώθηκε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώθηκες	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξήλωμα
αποξηλώματος	noun	γενική ενικού του αποξήλωμα
αποξηλώνεσαι	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώνεστε	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώνεται	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποξηλώνω
αποξηλώνονται	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώνονταν	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώνου	=	αποξηλώνομαι
αποξηλώνω	verb|formal	ξηλώνω (εντελώς)
αποξηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξήλωση
αποξηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποξήλωση
αποξηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποξήλωση
αποξηλώσου	=	αποξηλώνομαι
αποξηράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράναν	=	αποξηραίνω
αποξηράνανε	=	αποξηραίνω
αποξηράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράνθηκα	=	αποξηραίνομαι
αποξηράνθηκαν	=	αποξηραίνομαι
αποξηράνθηκε	=	αποξηραίνομαι
αποξηράνθηκες	=	αποξηραίνομαι
αποξηράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξήρανση
αποξηράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποξήρανση
αποξηράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποξήρανση
αποξηράνσου	=	αποξηραίνομαι
αποξηράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποξηραίνω
αποξηραίναμε	=	αποξηραίνω
αποξηραίναν	=	αποξηραίνω
αποξηραίνανε	=	αποξηραίνω
αποξηραίνατε	=	αποξηραίνω
αποξηραίνει	=	αποξηραίνω
αποξηραίνεις	=	αποξηραίνω
αποξηραίνεσαι	=	αποξηραίνομαι
αποξηραίνεστε	=	αποξηραίνομαι
αποξηραίνεται	=	αποξηραίνομαι
αποξηραίνετε	=	αποξηραίνω
αποξηραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποξηραίνω
αποξηραίνονται	=	αποξηραίνομαι
αποξηραίνονταν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραίνοντας	=	αποξηραίνω
αποξηραίνου	=	αποξηραίνομαι
αποξηραίνουμε	=	αποξηραίνω
αποξηραίνουν	=	αποξηραίνω
αποξηραίνουνε	=	αποξηραίνω
αποξηραίνω	verb	κάνω κάτι ξηρό, το ξηραίνω, αφαιρώντας το νερό που έχει
αποξηραινόμασταν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόμαστε	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόμουν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόμουνα	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόντουσαν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόσασταν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόσαστε	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόσουν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόσουνα	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινόταν	=	αποξηραίνομαι
αποξηραινότανε	=	αποξηραίνομαι
αποξηραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηραμένο
αποξηραμένε	verb	κλητική ενικού του αποξηραμένος
αποξηραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηραμένη
αποξηραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξηραμένος
αποξηραμένης	verb	γενική ενικού του αποξηραμένη
αποξηραμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξηραμένος
αποξηραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξηραμένος
αποξηραμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποξηραίνω
αποξηραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξηραμένος
αποξηραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξηραμένος
αποξηραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξηραμένος
αποξηρανθήκαμε	=	αποξηραίνομαι
αποξηρανθήκαν	=	αποξηραίνομαι
αποξηρανθήκανε	=	αποξηραίνομαι
αποξηρανθήκατε	=	αποξηραίνομαι
αποξηρανθεί	=	αποξηραίνομαι
αποξηρανθείτε	=	αποξηραίνομαι
αποξηραντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηραντής
αποξηραντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αποξηραντής
αποξηραντήρια	=	αποξηραντήριο
αποξηραντήριο	noun	ο (ειδικά διαμορφωμένος) χώρος στον οποίο γίνεται η αποξήρανση
αποξηραντήριου	=	αποξηραντήριο
αποξηραντήριων	=	αποξηραντήριο
αποξηραντής	noun	αυτός που αποξηραίνει
αποξηραντηρίου	=	αποξηραντήριο
αποξηραντηρίων	=	αποξηραντήριο
αποξηραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηραντικό
αποξηραντικέ	adj	κλητική ενικού του αποξηραντικός
αποξηραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξηραντική
αποξηραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξηραντικός
αποξηραντικής	adj	γενική ενικού του αποξηραντική
αποξηραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξηραντικός
αποξηραντικού	adj	γενική ενικού του αποξηραντικός
αποξηραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποξηραντικός
αποξηραντικό	adj	αιτιατική ενικού του αποξηραντικός
αποξηραντικός	adj	που έχει σχέση με την αποξήρανση ή αναφέρεται σ' αυτή
αποξηραντικών	adj	γενική πληθυντικού του αποξηραντικός
αποξηραντών	noun	γενική πληθυντικού του αποξηραντής
αποξηρασμένος	=	αποξηραίνομαι
αποξυγονωμένα	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένε	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένες	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένη	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένης	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένο	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένοι	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποξυγονώνω
αποξυγονωμένου	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένους	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονωμένων	=	αποξυγονωμένος
αποξυγονώναμε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώναν	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνανε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνατε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνει	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνεις	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνετε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνοντας	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνουμε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνουν	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνουνε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώνω	verb	αφαιρώ το οξυγόνο από κάπου
αποξυγονώσαμε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώσαν	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώσανε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώσατε	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώσει	=	αποξυγονώνω
αποξυγονώσεις	=	αποξυγόνωση
αποξυγονώσεων	=	αποξυγόνωση
αποξυγονώστε	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωνα	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωναν	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωνε	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωνες	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωσα	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωσαν	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωσε	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωσες	=	αποξυγονώνω
αποξυγόνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποξυγονώνω
αποξυγόνωσης	=	αποξυγόνωση
αποξυλωθήκαμε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωθήκαν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωθήκανε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωθήκατε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωθεί	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωθείτε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξυλωμένο
αποξυλωμένε	verb	κλητική ενικού του αποξυλωμένος
αποξυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξυλωμένη
αποξυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποξυλωμένος
αποξυλωμένης	verb	γενική ενικού του αποξυλωμένη
αποξυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποξυλωμένος
αποξυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποξυλωμένος
αποξυλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποξυλώνω, που έχει αποξυλωθεί
αποξυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποξυλωμένος
αποξυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποξυλωμένος
αποξυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποξυλωμένος
αποξυλωνόμασταν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόμαστε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόμουν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόμουνα	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόντουσαν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόσασταν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόσαστε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόσουν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόσουνα	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνόταν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλωνότανε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώθηκα	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώθηκαν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώθηκε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώθηκες	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώναμε	=	αποξυλώνω
αποξυλώναν	=	αποξυλώνω
αποξυλώνανε	=	αποξυλώνω
αποξυλώνατε	=	αποξυλώνω
αποξυλώνει	=	αποξυλώνω
αποξυλώνεις	=	αποξυλώνω
αποξυλώνεσαι	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώνεστε	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώνεται	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώνετε	=	αποξυλώνω
αποξυλώνομαι	verb	πεθαίνω
αποξυλώνονται	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώνονταν	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώνοντας	=	αποξυλώνω
αποξυλώνου	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώνουμε	=	αποξυλώνω
αποξυλώνουν	=	αποξυλώνω
αποξυλώνουνε	=	αποξυλώνω
αποξυλώνω	verb	παγώνω, ξυλιάζω, αποξυλιάζω
αποξυλώσαμε	=	αποξυλώνω
αποξυλώσαν	=	αποξυλώνω
αποξυλώσανε	=	αποξυλώνω
αποξυλώσατε	=	αποξυλώνω
αποξυλώσει	=	αποξυλώνω
αποξυλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποξύλωση
αποξυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποξύλωση
αποξυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποξύλωση
αποξυλώσου	=	αποξυλώνομαι
αποξυλώστε	=	αποξυλώνω
αποξυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόξυσμα
αποξύλων	=	απόξυλα
αποξύλωνα	=	αποξυλώνω
αποξύλωναν	=	αποξυλώνω
αποξύλωνε	=	αποξυλώνω
αποξύλωνες	=	αποξυλώνω
αποξύλωσα	=	αποξυλώνω
αποξύλωσαν	=	αποξυλώνω
αποξύλωσε	=	αποξυλώνω
αποξύλωσες	=	αποξυλώνω
αποξύλωση	noun	η μετατροπή κάποιων τμημάτων ενός φυτού σε ξύλο
αποξύλωσης	noun	γενική ενικού του αποξύλωση
αποξύνω	=	αποξέω
αποξύσεις	=	απόξυση
αποξύσεων	=	απόξυση
αποξύσεως	=	απόξυση
αποξύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόξυσμα
αποξύσματος	noun	γενική ενικού του απόξυσμα
αποξύω	verb	άλλη μορφή του αποξέω
αποορθοδοξοποίηση	noun	η προσπάθεια εξάλειψης της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης
αποορθοδοξοποίησης	noun	γενική ενικού του αποορθοδοξοποίηση
αποορθοδοξοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποορθοδοξοποίηση
αποορθοδοξοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποορθοδοξοποίηση
αποορθοδοξοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποορθοδοξοποίηση
αποπάγωνα	=	αποπαγώνω
αποπάγωναν	=	αποπαγώνω
αποπάγωνε	=	αποπαγώνω
αποπάγωνες	=	αποπαγώνω
αποπάγωσα	=	αποπαγώνω
αποπάγωσαν	=	αποπαγώνω
αποπάγωσε	=	αποπαγώνω
αποπάγωσες	=	αποπαγώνω
αποπάγωση	noun	συνώνυμο του αποπαγοποίηση
αποπάγωσης	noun	γενική ενικού του αποπάγωση
αποπάζαρα	adv	μετά τη λήξη του παζαριού
αποπάνω	adv	επάνω, από πάνω
αποπάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπάστρευα	=	αποπαστρεύω
αποπάστρευαν	=	αποπαστρεύω
αποπάστρευε	=	αποπαστρεύω
αποπάστρευες	=	αποπαστρεύω
αποπάστρεψα	=	αποπαστρεύω
αποπάστρεψαν	=	αποπαστρεύω
αποπάστρεψε	=	αποπαστρεύω
αποπάστρεψες	=	αποπαστρεύω
αποπάτημα	noun|dated	το περίττωμα
αποπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπάτηση	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποπατώ
αποπάτησης	noun	γενική ενικού του αποπάτηση
αποπέμπαμε	=	αποπέμπω
αποπέμπαν	=	αποπέμπω
αποπέμπανε	=	αποπέμπω
αποπέμπατε	=	αποπέμπω
αποπέμπει	=	αποπέμπω
αποπέμπεις	=	αποπέμπω
αποπέμπεσαι	=	αποπέμπω
αποπέμπεστε	=	αποπέμπω
αποπέμπεται	=	αποπέμπω
αποπέμπετε	=	αποπέμπω
αποπέμπομαι	=	αποπέμπω
αποπέμπομε	=	αποπέμπω
αποπέμπονται	=	αποπέμπω
αποπέμπονταν	=	αποπέμπω
αποπέμποντας	=	αποπέμπω
αποπέμπουμε	=	αποπέμπω
αποπέμπουν	=	αποπέμπω
αποπέμπουνε	=	αποπέμπω
αποπέμπω	verb	διώχνω για ανθρώπους, τους απομακρύνω με υποτιμητικό τρόπο
αποπέμφθηκα	=	αποπέμπω
αποπέμφθηκαν	=	αποπέμπω
αποπέμφθηκε	=	αποπέμπω
αποπέμφθηκες	=	αποπέμπω
αποπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψαν	=	αποπέμπω
αποπέμψανε	=	αποπέμπω
αποπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόπεμψη
αποπέμψεως	noun|formal	γενική ενικού του απόπεμψη
αποπέμψομε	=	αποπέμπω
αποπέμψου	=	αποπέμπω
αποπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψουνε	=	αποπέμπω
αποπέμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπέμπω
αποπήρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπήραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπαίρνω
αποπίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπιμα
αποπίματος	noun	γενική ενικού του απόπιμα
αποπίνω	verb|literary	ολοκληρώνω το ποτό μου
αποπίσω	adv	από πίσω, από το πίσω μέρος ή πλευρά
αποπαίδι	noun	παιδί (ή και μεγαλύτερος στην ηλικία) που το έχουν παραμελήσει, διώξει ή παραγκωνίσει
αποπαίδια	=	αποπαίδι
αποπαίρνω	verb	κατσαδιάζω, επιπλήττω
αποπαγοποίει	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποίησα	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποίησαν	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποίησε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποίησες	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποίηση	noun	η διαδικασία απομάκρυνσης του πάγου από μια επιφάνεια (π.χ. στα φτερά ενός αεροπλάνου)
αποπαγοποίησης	noun	γενική ενικού του αποπαγοποίηση
αποπαγοποιήσαμε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιήσαν	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιήσανε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιήσατε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιήσει	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπαγοποίηση
αποπαγοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπαγοποίηση
αποπαγοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπαγοποίηση
αποπαγοποιήστε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιεί	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιείς	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιείτε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούμε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούν	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούνε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσα	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσαμε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσαν	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσανε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσατε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσε	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιούσες	=	αποπαγοποιώ
αποπαγοποιώ	verb|figurative	ξεπαγώνω
αποπαγοποιώντας	=	αποπαγοποιώ
αποπαγώναμε	=	αποπαγώνω
αποπαγώναν	=	αποπαγώνω
αποπαγώνανε	=	αποπαγώνω
αποπαγώνατε	=	αποπαγώνω
αποπαγώνει	=	αποπαγώνω
αποπαγώνεις	=	αποπαγώνω
αποπαγώνετε	=	αποπαγώνω
αποπαγώνοντας	=	αποπαγώνω
αποπαγώνουμε	=	αποπαγώνω
αποπαγώνουν	=	αποπαγώνω
αποπαγώνουνε	=	αποπαγώνω
αποπαγώνω	verb	αφαιρώ τον πάγο (π.χ. από τους δρόμους που έχουν παγώσει)
αποπαγώσαμε	=	αποπαγώνω
αποπαγώσαν	=	αποπαγώνω
αποπαγώσανε	=	αποπαγώνω
αποπαγώσατε	=	αποπαγώνω
αποπαγώσει	=	αποπαγώνω
αποπαγώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπάγωση
αποπαγώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπάγωση
αποπαγώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπάγωση
αποπαγώστε	=	αποπαγώνω
αποπαιδιάζω	verb	σταματώ να κάνω παιδιά, παύω να γεννώ
αποπαιδιού	=	αποπαίδι
αποπαιδιών	=	αποπαίδι
αποπανινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπανινό
αποπανινέ	adj	κλητική ενικού του αποπανινός
αποπανινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπανινή
αποπανινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπανινός
αποπανινής	adj	γενική ενικού του αποπανινή
αποπανινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπανινός
αποπανινού	adj	γενική ενικού του αποπανινός
αποπανινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπανινός
αποπανινό	adj	αιτιατική ενικού του αποπανινός
αποπανινός	adj	άλλη μορφή του απανινός
αποπανινών	adj	γενική πληθυντικού του αποπανινός
αποπαρασίτωση	noun	η καταπολέμηση εξωτερικών και εσωτερικών παρασίτων ενός οργανισμού, παρασιτοκτονία
αποπαρασίτωσης	=	αποπαρασίτωση
αποπαρασιτώσεις	=	αποπαρασίτωση
αποπαρασιτώσεων	=	αποπαρασίτωση
αποπαραφίνωση	noun	η αφαίρεση της παραφίνης από κάπου
αποπαραφίνωσης	=	αποπαραφίνωση
αποπαραφινώσεις	=	αποπαραφίνωση
αποπαραφινώσεων	=	αποπαραφίνωση
αποπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπαρμένο
αποπαρμένε	verb	κλητική ενικού του αποπαρμένος
αποπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπαρμένη
αποπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπαρμένος
αποπαρμένης	verb	γενική ενικού του αποπαρμένη
αποπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπαρμένος
αποπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπαρμένος
αποπαρμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποπαίρνω
αποπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπαρμένος
αποπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπαρμένος
αποπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπαρμένος
αποπαστρέψαμε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρέψαν	=	αποπαστρεύω
αποπαστρέψανε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρέψατε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρέψει	=	αποπαστρεύω
αποπαστρέψτε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύαμε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύαν	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύανε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύατε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύει	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύεις	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύετε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύοντας	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύουμε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύουν	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύουνε	=	αποπαστρεύω
αποπαστρεύω	verb|figurative	καθαρίζω τελείως, τελειώνω τέλεια το καθάρισμα
αποπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπάτημα
αποπατήματος	noun	γενική ενικού του αποπάτημα
αποπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπάτηση
αποπατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπάτηση
αποπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπατώ
αποπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποπάτημα
αποπατώ	verb	κάνω την φυσική μου ανάγκη, αφοδεύω
αποπειράθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειράθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειράθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειράθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπειρώμαι
αποπειρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπειρατικό
αποπειρατικέ	adj	κλητική ενικού του αποπειρατικός
αποπειρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπειρατική
αποπειρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπειρατικός
αποπειρατικής	adj	γενική ενικού του αποπειρατική
αποπειρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπειρατικός
αποπειρατικού	adj	γενική ενικού του αποπειρατικός
αποπειρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπειρατικός
αποπειρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπειρατικός
αποπειρατικός	adj	που έχει σχέση με απόπειρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποπειρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπειρατικός
αποπειρώμαι	verb	κάνω μια απόπειρα, προσπαθώ, δοκιμάζω να πετύχω κάτι
αποπειρών	noun	γενική πληθυντικού του απόπειρα
αποπεμπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπεμπτικό
αποπεμπτικέ	adj	κλητική ενικού του αποπεμπτικός
αποπεμπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπεμπτική
αποπεμπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπεμπτικός
αποπεμπτικής	adj	γενική ενικού του αποπεμπτική
αποπεμπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπεμπτικός
αποπεμπτικού	adj	γενική ενικού του αποπεμπτικός
αποπεμπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπεμπτικός
αποπεμπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπεμπτικός
αποπεμπτικός	adj	που έχει σχέση με την αποπομπή / απόπεμψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποπεμπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπεμπτικός
αποπεμπόμασταν	=	αποπέμπω
αποπεμπόμαστε	=	αποπέμπω
αποπεμπόμουν	=	αποπέμπω
αποπεμπόμουνα	=	αποπέμπω
αποπεμπόντουσαν	=	αποπέμπω
αποπεμπόσασταν	=	αποπέμπω
αποπεμπόσαστε	=	αποπέμπω
αποπεμπόσουν	=	αποπέμπω
αποπεμπόσουνα	=	αποπέμπω
αποπεμπόταν	=	αποπέμπω
αποπεμπότανε	=	αποπέμπω
αποπεμφθήκαμε	=	αποπέμπω
αποπεμφθήκαν	=	αποπέμπω
αποπεμφθήκανε	=	αποπέμπω
αποπεμφθήκατε	=	αποπέμπω
αποπεμφθεί	=	αποπέμπω
αποπεμφθείς	=	αποπέμπω
αποπεμφθείτε	=	αποπέμπω
αποπεμφθούμε	=	αποπέμπω
αποπεμφθούν	=	αποπέμπω
αποπεμφθούνε	=	αποπέμπω
αποπεμφθώ	=	αποπέμπω
αποπεράτωνα	=	αποπερατώνω
αποπεράτωναν	=	αποπερατώνω
αποπεράτωνε	=	αποπερατώνω
αποπεράτωνες	=	αποπερατώνω
αποπεράτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπεράτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπεράτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπεράτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπεράτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποπερατώνω, η ολοκλήρωση (ενός έργου)
αποπεράτωσης	noun	γενική ενικού του αποπεράτωση
αποπερατωθήκαμε	=	αποπερατώνω
αποπερατωθήκαν	=	αποπερατώνω
αποπερατωθήκανε	=	αποπερατώνω
αποπερατωθήκατε	=	αποπερατώνω
αποπερατωθεί	=	αποπερατώνω
αποπερατωθείτε	=	αποπερατώνω
αποπερατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπερατωμένο
αποπερατωμένε	verb	κλητική ενικού του αποπερατωμένος
αποπερατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπερατωμένη
αποπερατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπερατωμένος
αποπερατωμένης	verb	γενική ενικού του αποπερατωμένη
αποπερατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπερατωμένος
αποπερατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπερατωμένος
αποπερατωμένος	verb	που έχει αποπερατωθεί, που έχει ολοκληρωθεί
αποπερατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπερατωμένος
αποπερατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπερατωμένος
αποπερατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπερατωμένος
αποπερατωνόμασταν	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόμαστε	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόμουν	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόμουνα	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόντουσαν	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόσασταν	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόσαστε	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόσουν	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόσουνα	=	αποπερατώνω
αποπερατωνόταν	=	αποπερατώνω
αποπερατωνότανε	=	αποπερατώνω
αποπερατώθηκα	=	αποπερατώνω
αποπερατώθηκαν	=	αποπερατώνω
αποπερατώθηκε	=	αποπερατώνω
αποπερατώθηκες	=	αποπερατώνω
αποπερατώναμε	=	αποπερατώνω
αποπερατώναν	=	αποπερατώνω
αποπερατώνανε	=	αποπερατώνω
αποπερατώνατε	=	αποπερατώνω
αποπερατώνει	=	αποπερατώνω
αποπερατώνεις	=	αποπερατώνω
αποπερατώνεσαι	=	αποπερατώνω
αποπερατώνεστε	=	αποπερατώνω
αποπερατώνεται	=	αποπερατώνω
αποπερατώνετε	=	αποπερατώνω
αποπερατώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώνονται	=	αποπερατώνω
αποπερατώνονταν	=	αποπερατώνω
αποπερατώνοντας	=	αποπερατώνω
αποπερατώνουμε	=	αποπερατώνω
αποπερατώνουν	=	αποπερατώνω
αποπερατώνουνε	=	αποπερατώνω
αποπερατώνω	verb	ολοκληρώνω κάτι, το φέρνω σε πέρας, το αποτελειώνω
αποπερατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώσαν	=	αποπερατώνω
αποπερατώσανε	=	αποπερατώνω
αποπερατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπεράτωση
αποπερατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπεράτωση
αποπερατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπεράτωση
αποπερατώσου	=	αποπερατώνω
αποπερατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπερατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπερατώνω
αποπιμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόπιμα
αποπιομάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόπιομα
αποπιωμάτων	=	απόπιωμα
αποπιόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπιομα
αποπιόματος	noun	γενική ενικού του απόπιομα
αποπιώματα	=	απόπιωμα
αποπιώματος	=	απόπιωμα
αποπλάνα	=	αποπλανώ
αποπλάναγε	=	αποπλανώ
αποπλάνεμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπλανεύω
αποπλάνευα	=	αποπλανεύω
αποπλάνευαν	=	αποπλανεύω
αποπλάνευε	=	αποπλανεύω
αποπλάνευες	=	αποπλανεύω
αποπλάνεψα	=	αποπλανεύω
αποπλάνεψαν	=	αποπλανεύω
αποπλάνεψε	=	αποπλανεύω
αποπλάνεψες	=	αποπλανεύω
αποπλάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλάνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποπλανώ
αποπλάνησης	noun	γενική ενικού του αποπλάνηση
αποπλέαμε	=	αποπλέω
αποπλέαν	=	αποπλέω
αποπλέανε	=	αποπλέω
αποπλέατε	=	αποπλέω
αποπλέει	=	αποπλέω
αποπλέεις	=	αποπλέω
αποπλέετε	=	αποπλέω
αποπλένομαι	=	αποπλένω
αποπλένω	verb	ολοκληρώνω το πλύσιμο
αποπλέομε	=	αποπλέω
αποπλέον	=	αποπλέων
αποπλέοντα	=	αποπλέων
αποπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποπλέω
αποπλέοντες	=	αποπλέων
αποπλέοντος	=	αποπλέων
αποπλέουμε	=	αποπλέω
αποπλέουν	=	αποπλέω
αποπλέουνε	=	αποπλέω
αποπλέουσα	=	αποπλέων
αποπλέουσας	=	αποπλέων
αποπλέουσες	=	αποπλέων
αποπλέω	verb	πλέω από λιμάνι ή όρμο, αναχωρώ με πλοίο, ή άλλο πλωτό μέσο
αποπλέων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποπλέω (αρχαία ελληνική ἀποπλέω
αποπλήρωνα	=	αποπληρώνω
αποπλήρωναν	=	αποπληρώνω
αποπλήρωνε	=	αποπληρώνω
αποπλήρωνες	=	αποπληρώνω
αποπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπλανά	=	αποπλανώ
αποπλανάει	=	αποπλανώ
αποπλανάμε	=	αποπλανώ
αποπλανάν	=	αποπλανώ
αποπλανάνε	=	αποπλανώ
αποπλανάς	=	αποπλανώ
αποπλανάσαι	=	αποπλανώμαι
αποπλανάσθε	=	αποπλανώμαι
αποπλανάστε	=	αποπλανώμαι
αποπλανάται	=	αποπλανώμαι
αποπλανάτε	=	αποπλανώ
αποπλανάω	verb	άλλη μορφή του αποπλανώ
αποπλανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλάνεμα
αποπλανέματος	noun	γενική ενικού του αποπλάνεμα
αποπλανέψαμε	=	αποπλανεύω
αποπλανέψαν	=	αποπλανεύω
αποπλανέψανε	=	αποπλανεύω
αποπλανέψατε	=	αποπλανεύω
αποπλανέψει	=	αποπλανεύω
αποπλανέψτε	=	αποπλανεύω
αποπλανήθηκα	=	αποπλανώμαι
αποπλανήθηκαν	=	αποπλανώμαι
αποπλανήθηκε	=	αποπλανώμαι
αποπλανήθηκες	=	αποπλανώμαι
αποπλανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήσαν	=	αποπλανώ
αποπλανήσανε	=	αποπλανώ
αποπλανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλάνηση
αποπλανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπλάνηση
αποπλανήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπλάνηση
αποπλανήσου	=	αποπλανώμαι
αποπλανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλανώ
αποπλανήτρια	=	αποπλανητής
αποπλανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποπλάνεμα
αποπλανεύαμε	=	αποπλανεύω
αποπλανεύαν	=	αποπλανεύω
αποπλανεύανε	=	αποπλανεύω
αποπλανεύατε	=	αποπλανεύω
αποπλανεύει	=	αποπλανεύω
αποπλανεύεις	=	αποπλανεύω
αποπλανεύετε	=	αποπλανεύω
αποπλανεύοντας	=	αποπλανεύω
αποπλανεύουμε	=	αποπλανεύω
αποπλανεύουν	=	αποπλανεύω
αποπλανεύουνε	=	αποπλανεύω
αποπλανεύω	verb	άλλη μορφή του αποπλανώ
αποπλανηθήκαμε	=	αποπλανώμαι
αποπλανηθήκαν	=	αποπλανώμαι
αποπλανηθήκανε	=	αποπλανώμαι
αποπλανηθήκατε	=	αποπλανώμαι
αποπλανηθεί	=	αποπλανώμαι
αποπλανηθείτε	=	αποπλανώμαι
αποπλανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλανημένο
αποπλανημένε	verb	κλητική ενικού του αποπλανημένος
αποπλανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλανημένη
αποπλανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπλανημένος
αποπλανημένης	verb	γενική ενικού του αποπλανημένη
αποπλανημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπλανημένος
αποπλανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπλανημένος
αποπλανημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποπλανώ
αποπλανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπλανημένος
αποπλανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπλανημένος
αποπλανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπλανημένος
αποπλανητές	=	αποπλανητής
αποπλανητή	=	αποπλανητής
αποπλανητής	noun	αυτός που αποπλανά
αποπλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλανητικό	adv	με αποπλανητικό τρόπο, αποπλανώντας
αποπλανητικέ	adj	κλητική ενικού του αποπλανητικός
αποπλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλανητική
αποπλανητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπλανητικός
αποπλανητικής	adj	γενική ενικού του αποπλανητική
αποπλανητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπλανητικός
αποπλανητικού	adj	γενική ενικού του αποπλανητικός
αποπλανητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπλανητικός
αποπλανητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπλανητικός
αποπλανητικός	adj|rare	που αποπλανά
αποπλανητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπλανητικός
αποπλανητών	=	αποπλανητής
αποπλανιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπλανώ
αποπλανιέσαι	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιέστε	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιέται	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιούνται	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιούνταν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόμασταν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόμαστε	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόμουν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόμουνα	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόνταν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόντανε	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόντουσαν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόσασταν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόσαστε	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόσουν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόσουνα	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιόταν	=	αποπλανιέμαι
αποπλανιότανε	=	αποπλανιέμαι
αποπλανούμε	=	αποπλανώ
αποπλανούν	=	αποπλανώ
αποπλανούνε	=	αποπλανώ
αποπλανούσα	=	αποπλανώ
αποπλανούσαμε	=	αποπλανώ
αποπλανούσαν	=	αποπλανώ
αποπλανούσανε	=	αποπλανώ
αποπλανούσατε	=	αποπλανώ
αποπλανούσε	=	αποπλανώ
αποπλανούσες	=	αποπλανώ
αποπλανόμασταν	=	αποπλανώμαι
αποπλανόμαστε	=	αποπλανώμαι
αποπλανόμουν	=	αποπλανώμαι
αποπλανόνταν	=	αποπλανώμαι
αποπλανόντουσαν	=	αποπλανώμαι
αποπλανόσασταν	=	αποπλανώμαι
αποπλανόσουν	=	αποπλανώμαι
αποπλανόταν	=	αποπλανώμαι
αποπλανώ	verb	ξεγελώ κάποιο άτομο (ενίοτε μικρό σε ηλικία ή ελλειμματικό πνευματικά) και το παρασέρνω σε ασελγείς σεξουαλικές πράξεις
αποπλανώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπλανώ
αποπλανώμεθα	=	αποπλανώμαι
αποπλανώνται	=	αποπλανώμαι
αποπλανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποπλανώ
αποπλεουσών	=	αποπλέων
αποπλεούσης	=	αποπλέων
αποπλευρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλεύριση
αποπλευρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπλεύριση
αποπλευρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπλεύριση
αποπλεόντων	=	αποπλέων
αποπλεύριση	noun	η απομάκρυνση από το πλευρό κάποιου πλοίου
αποπλεύρισης	noun	γενική ενικού του αποπλεύριση
αποπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσαν	=	αποπλέω
αποπλεύσανε	=	αποπλέω
αποπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσομε	=	αποπλέω
αποπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσουνε	=	αποπλέω
αποπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλέω
αποπληθυσμέ	noun	κλητική ενικού του αποπληθυσμός
αποπληθυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπληθυσμός
αποπληθυσμού	noun	γενική ενικού του αποπληθυσμός
αποπληθυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποπληθυσμός
αποπληθυσμό	noun	αιτιατική ενικού του αποπληθυσμός
αποπληθυσμός	noun	μείωση του πληθυσμού
αποπληθυσμών	noun	γενική πληθυντικού του αποπληθυσμός
αποπληθωρισμέ	noun	κλητική ενικού του αποπληθωρισμός
αποπληθωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωρισμένο
αποπληθωρισμένε	verb	κλητική ενικού του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωρισμένη
αποπληθωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμένης	verb	γενική ενικού του αποπληθωρισμένη
αποπληθωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμένος	verb	που προκύπτει αν αφαιρέσουμε το ποσό που προέρχεται απ’ τον πληθωρισμό
αποπληθωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπληθωρισμένος
αποπληθωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωρισμός
αποπληθωρισμού	noun	γενική ενικού του αποπληθωρισμός
αποπληθωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποπληθωρισμός
αποπληθωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποπληθωρισμός
αποπληθωρισμός	noun	μια γενική μείωση του επιπέδου τιμών, ο αρνητικός πληθωρισμός
αποπληθωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποπληθωρισμός
αποπληθωριστές	=	αποπληθωριστής
αποπληθωριστή	=	αποπληθωριστής
αποπληθωριστής	noun	δείκτης που αποτυπώνει τη μεταβολή του επιπέδου τιμών μιας οικονομικής μεταβλητής με την αφαίρεση της επίδρασης του πληθωρισμού, ώστε να εκφράζεται η πραγματική της αξία σε σύγκριση με ένα έτος βάσης
αποπληθωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωριστικό	adv	με τρόπο που οδηγεί σε αποπληθωρισμό
αποπληθωριστικέ	adj	κλητική ενικού του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωριστική
αποπληθωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστικής	adj	γενική ενικού του αποπληθωριστική
αποπληθωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστικού	adj	γενική ενικού του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστικός	adj	που έχει σχέση με τον αποπληθωρισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί
αποπληθωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπληθωριστικός
αποπληθωριστών	=	αποπληθωριστής
αποπληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληκτικό
αποπληκτικέ	adj	κλητική ενικού του αποπληκτικός
αποπληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληκτική
αποπληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπληκτικός
αποπληκτικής	adj	γενική ενικού του αποπληκτική
αποπληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπληκτικός
αποπληκτικού	adj	γενική ενικού του αποπληκτικός
αποπληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπληκτικός
αποπληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπληκτικός
αποπληκτικός	adj	που έχει σχέση με την αποπληξία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποπληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπληκτικός
αποπληξία	noun	η ξαφνική οργανική παράλυση λόγω μειωμένης αιματώσεως του εγκεφάλου
αποπληξίας	noun	γενική ενικού του αποπληξία
αποπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληξία
αποπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του αποπληξία
αποπληρωθήκαμε	=	αποπληρώνω
αποπληρωθήκαν	=	αποπληρώνω
αποπληρωθήκανε	=	αποπληρώνω
αποπληρωθήκατε	=	αποπληρώνω
αποπληρωθεί	=	αποπληρώνω
αποπληρωθείς	=	αποπληρώνω
αποπληρωθείτε	=	αποπληρώνω
αποπληρωθούμε	=	αποπληρώνω
αποπληρωθούν	=	αποπληρώνω
αποπληρωθούνε	=	αποπληρώνω
αποπληρωθώ	=	αποπληρώνω
αποπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληρωμένο
αποπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποπληρωμένος
αποπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληρωμένη
αποπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπληρωμένος
αποπληρωμένης	verb	γενική ενικού του αποπληρωμένη
αποπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπληρωμένος
αποπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπληρωμένος
αποπληρωμένος	verb	που έχει αποπληρωθεί, που έχει πληρωθεί εντελώς
αποπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπληρωμένος
αποπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπληρωμένος
αποπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπληρωμένος
αποπληρωμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπληρωμή
αποπληρωμή	noun	η εξόφληση
αποπληρωμής	=	αποπληρωμή
αποπληρωμών	=	αποπληρωμή
αποπληρωνόμασταν	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόμαστε	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόμουν	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόμουνα	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόντουσαν	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόσασταν	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόσαστε	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόσουν	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόσουνα	=	αποπληρώνω
αποπληρωνόταν	=	αποπληρώνω
αποπληρωνότανε	=	αποπληρώνω
αποπληρωτές	=	αποπληρωτής
αποπληρωτή	=	αποπληρωτής
αποπληρωτής	noun	αυτός που αποπληρώνει
αποπληρωτών	=	αποπληρωτής
αποπληρώθηκα	=	αποπληρώνω
αποπληρώθηκαν	=	αποπληρώνω
αποπληρώθηκε	=	αποπληρώνω
αποπληρώθηκες	=	αποπληρώνω
αποπληρώναμε	=	αποπληρώνω
αποπληρώναν	=	αποπληρώνω
αποπληρώνανε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνατε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνει	=	αποπληρώνω
αποπληρώνεις	=	αποπληρώνω
αποπληρώνεσαι	=	αποπληρώνω
αποπληρώνεστε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνεται	=	αποπληρώνω
αποπληρώνετε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνομαι	=	αποπληρώνω
αποπληρώνομε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνονται	=	αποπληρώνω
αποπληρώνονταν	=	αποπληρώνω
αποπληρώνοντας	=	αποπληρώνω
αποπληρώνουμε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνουν	=	αποπληρώνω
αποπληρώνουνε	=	αποπληρώνω
αποπληρώνω	verb	καταβάλλω το σύνολο του ποσού που οφείλω, εξοφλώ χρέος στο σύνολό του
αποπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσαν	=	αποπληρώνω
αποπληρώσανε	=	αποπληρώνω
αποπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσομε	=	αποπληρώνω
αποπληρώσου	=	αποπληρώνω
αποπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσουνε	=	αποπληρώνω
αποπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπληρώνω
αποπλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόπλυμα
αποπλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλυμένο
αποπλυμένε	verb	κλητική ενικού του αποπλυμένος
αποπλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπλυμένη
αποπλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπλυμένος
αποπλυμένης	verb	γενική ενικού του αποπλυμένη
αποπλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπλυμένος
αποπλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπλυμένος
αποπλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπλυμένος
αποπλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπλυμένος
αποπλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπλυμένος
αποπλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπλυμα
αποπλύματος	noun	γενική ενικού του απόπλυμα
αποπλύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνομαι	=	αποπλύνω
αποπλύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
αποπλύνω	verb	άλλη μορφή του αποπλένω (ολοκληρώνω το πλύσιμο)
αποπλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπλυση
αποπλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόπλυση
αποπλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόπλυση
αποπνέαμε	=	αποπνέω
αποπνέαν	=	αποπνέω
αποπνέανε	=	αποπνέω
αποπνέατε	=	αποπνέω
αποπνέει	=	αποπνέω
αποπνέεις	=	αποπνέω
αποπνέετε	=	αποπνέω
αποπνέομε	=	αποπνέω
αποπνέοντας	=	αποπνέω
αποπνέουμε	=	αποπνέω
αποπνέουν	=	αποπνέω
αποπνέουνε	=	αποπνέω
αποπνέω	verb	μυρίζω, βγάζω μια (ευχάριστη ή άσχημη) μυρωδιά
αποπνίγαμε	=	αποπνίγω
αποπνίγαν	=	αποπνίγω
αποπνίγανε	=	αποπνίγω
αποπνίγατε	=	αποπνίγω
αποπνίγει	=	αποπνίγω
αποπνίγεις	=	αποπνίγω
αποπνίγεσαι	=	αποπνίγομαι
αποπνίγεστε	=	αποπνίγομαι
αποπνίγεται	=	αποπνίγομαι
αποπνίγετε	=	αποπνίγω
αποπνίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπνίγω
αποπνίγονται	=	αποπνίγομαι
αποπνίγονταν	=	αποπνίγομαι
αποπνίγοντας	=	αποπνίγω
αποπνίγου	=	αποπνίγομαι
αποπνίγουμε	=	αποπνίγω
αποπνίγουν	=	αποπνίγω
αποπνίγουνε	=	αποπνίγω
αποπνίγω	verb	πνίγω (τελείως)
αποπνίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξαν	=	αποπνίγω
αποπνίξανε	=	αποπνίγω
αποπνίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόπνιξη
αποπνίξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόπνιξη
αποπνίξου	=	αποπνίγομαι
αποπνίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνίγω
αποπνίχτηκα	=	αποπνίγομαι
αποπνίχτηκαν	=	αποπνίγομαι
αποπνίχτηκε	=	αποπνίγομαι
αποπνίχτηκες	=	αποπνίγομαι
αποπνευμάτωνα	=	αποπνευματώνω
αποπνευμάτωναν	=	αποπνευματώνω
αποπνευμάτωνε	=	αποπνευματώνω
αποπνευμάτωνες	=	αποπνευματώνω
αποπνευμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευμάτωση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποπνευματώνω
αποπνευμάτωσης	noun	γενική ενικού του αποπνευμάτωση
αποπνευματώναμε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώναν	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνανε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνατε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνει	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνεις	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνετε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνομαι	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνοντας	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνουμε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνουν	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνουνε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώνω	verb	μειώνω ή αφαιρώ την πνευματικότητα ή την πνευματική υπόσταση, ενισχύοντας την υλική
αποπνευματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώσαν	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώσανε	=	αποπνευματώνω
αποπνευματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπνευμάτωση
αποπνευματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπνευμάτωση
αποπνευματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπνευμάτωση
αποπνευματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνευματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνευματώνω
αποπνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσαν	=	αποπνέω
αποπνεύσανε	=	αποπνέω
αποπνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσομε	=	αποπνέω
αποπνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσουνε	=	αποπνέω
αποπνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπνέω
αποπνιγμέ	noun	κλητική ενικού του αποπνιγμός
αποπνιγμένος	=	αποπνίγομαι
αποπνιγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπνιγμός
αποπνιγμού	noun	γενική ενικού του αποπνιγμός
αποπνιγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποπνιγμός
αποπνιγμό	noun	αιτιατική ενικού του αποπνιγμός
αποπνιγμός	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπνίγω
αποπνιγμών	noun	γενική πληθυντικού του αποπνιγμός
αποπνιγόμασταν	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόμαστε	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόμουν	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόμουνα	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόντουσαν	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόσασταν	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόσαστε	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόσουν	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόσουνα	=	αποπνίγομαι
αποπνιγόταν	=	αποπνίγομαι
αποπνιγότανε	=	αποπνίγομαι
αποπνικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπνικτικό	adv	με αποπνικτικό τρόπο
αποπνικτικέ	adj	κλητική ενικού του αποπνικτικός
αποπνικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπνικτική
αποπνικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπνικτικός
αποπνικτικής	adj	γενική ενικού του αποπνικτική
αποπνικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπνικτικός
αποπνικτικού	adj	γενική ενικού του αποπνικτικός
αποπνικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπνικτικός
αποπνικτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπνικτικός
αποπνικτικός	adj	που αποπνίγει, που δυσχεραίνει την αναπνευστική λειτουργία
αποπνικτικότητα	noun|rare	το να είναι κάτι αποπνικτικό, η ιδιότητα του αποπνικτικού
αποπνικτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπνικτικός
αποπνικτικώς	adv|rare	άλλη μορφή του αποπνικτικά
αποπνιχτήκαμε	=	αποπνίγομαι
αποπνιχτήκαν	=	αποπνίγομαι
αποπνιχτήκανε	=	αποπνίγομαι
αποπνιχτήκατε	=	αποπνίγομαι
αποπνιχτεί	=	αποπνίγομαι
αποπνιχτείτε	=	αποπνίγομαι
αποπνιχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπνιχτικό	adv	αποπνικτικά
αποπνιχτικέ	adj	κλητική ενικού του αποπνιχτικός
αποπνιχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπνιχτική
αποπνιχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπνιχτικός
αποπνιχτικής	adj	γενική ενικού του αποπνιχτική
αποπνιχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπνιχτικός
αποπνιχτικού	adj	γενική ενικού του αποπνιχτικός
αποπνιχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπνιχτικός
αποπνιχτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπνιχτικός
αποπνιχτικός	adj|figurative	άλλη μορφή του αποπνικτικός
αποπνιχτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπνιχτικός
αποπνοιών	noun	γενική πληθυντικού του απόπνοια
αποποίηση	noun	η ενέργεια του αποποιούμαι
αποποίησης	=	αποποίηση
αποποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιήσεις	=	αποποίηση
αποποιήσεων	=	αποποίηση
αποποιήσεως	=	αποποίηση
αποποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποιούμαι
αποποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποποιημένο
αποποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποποιημένος
αποποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποποιημένη
αποποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποποιημένος
αποποιημένης	verb	γενική ενικού του αποποιημένη
αποποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποποιημένος
αποποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποποιημένος
αποποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποποιούμαι
αποποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποποιημένος
αποποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποποιημένος
αποποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποποιημένος
αποποινικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποίηση	noun	η μη επιβολή ποινής, ή η μείωσή της, για πράξεις που ωστόσο δεν παύουν να θεωρούνται αδικήματα
αποποινικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποποινικοποίηση
αποποινικοποιήθηκα	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήθηκαν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήθηκε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήθηκες	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσαν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσανε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποποινικοποίηση
αποποινικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποποινικοποίηση
αποποινικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποποινικοποίηση
αποποινικοποιήσου	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσουνε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποποινικοποιώ
αποποινικοποιεί	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιείς	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιείσαι	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιείστε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιείται	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιείτε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιείτο	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθήκαμε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθήκαν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθήκανε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθήκατε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθεί	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθείς	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθείτε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθούμε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθούν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθούνε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιηθώ	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποποινικοποιημένο
αποποινικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποποινικοποιημένη
αποποινικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποποινικοποιημένη
αποποινικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιημένος	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποποινικοποιημένος
αποποινικοποιούμαι	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούμασταν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούμαστε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούμε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούμενος	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούμουν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούμουνα	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούνε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούνται	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούνταν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούντο	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσα	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσαμε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσαν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσανε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσατε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσες	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσουν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιούσουνα	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόμασταν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόμαστε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόμουν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόμουνα	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόνταν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόντανε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόντουσαν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόσασταν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόσαστε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόσουν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόσουνα	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιόταν	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιότανε	=	αποποινικοποιώ
αποποινικοποιώ	verb	αλλάζω ένα νόμο έτσι ώστε μια πράξη να πάψει να θεωρείται ποινικό αδίκημα
αποποινικοποιώντας	=	αποποινικοποιώ
αποποιούμαι	verb	αρνούμαι ότι έχω ευθύνη για κάτι επιζήμιο που έγινε στο παρελθόν ή μπορεί να συμβεί στο μέλλον
αποπολιτικοποίησα	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποίησαν	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποίησε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποίησες	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιήθηκα	=	αποπολιτικοποιούμαι
αποπολιτικοποιήσαμε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιήσαν	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιήσανε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιήσατε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιήσει	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιήστε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιεί	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιείς	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιείτε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιημένα	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένε	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένες	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένη	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένης	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένο	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένοι	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιημένου	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένους	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιημένων	=	αποπολιτικοποιημένος
αποπολιτικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούμε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούν	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούνε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσα	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσαμε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσαν	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσανε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσατε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσε	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιούσες	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολιτικοποιώ	verb	ωθώ κάποιον να μην ασχολείται με την πολιτική και να πάψει να έχει πολιτική συνείδηση
αποπολιτικοποιώντας	=	αποπολιτικοποιώ
αποπολυπλέκτες	=	αποπολυπλέκτης
αποπολυπλέκτη	=	αποπολυπλέκτης
αποπολυπλέκτης	noun	ηλεκτρονικό κύκλωμα που κατευθύνει ένα σήμα εισόδου προς μία από πολλές εξόδους, σύμφωνα με επιλεγμένα ελεγκτικά σήματα
αποπολυπλεκτών	=	αποπολυπλέκτης
αποπολώσεις	=	αποπόλωση
αποπολώσεων	=	αποπόλωση
αποπομπές	=	αποπομπή
αποπομπή	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος διώχνεται, αποπέμπεται από έναν τόπο ή από τη θέση του, το αξίωμά του
αποπομπής	=	αποπομπή
αποπομπών	=	αποπομπή
αποπραγματοποίηση	noun	η απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας
αποπραγματοποίησης	=	αποπραγματοποίηση
αποπραγματοποιήσεις	=	αποπραγματοποίηση
αποπραγματοποιήσεων	=	αποπραγματοποίηση
αποπροσανατολίζαμε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζαν	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζανε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζατε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζει	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζεις	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζεσαι	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίζεστε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίζεται	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίζετε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζονται	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίζονταν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζου	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίζουμε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζουν	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζουνε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίζω	verb	δείχνω σε κάποιον λάθος κατεύθυνση
αποπροσανατολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσαν	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσανε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσου	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολίστηκα	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίστηκαν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίστηκε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίστηκες	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολιζόμασταν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόμαστε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόμουν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόμουνα	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόντουσαν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόσασταν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόσαστε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόσουν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόσουνα	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζόταν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιζότανε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολισμέ	noun	κλητική ενικού του αποπροσανατολισμός
αποπροσανατολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολισμένο
αποπροσανατολισμένε	verb	κλητική ενικού του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολισμένη
αποπροσανατολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμένης	verb	γενική ενικού του αποπροσανατολισμένη
αποπροσανατολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμένος	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπροσανατολισμένος
αποπροσανατολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολισμός
αποπροσανατολισμού	noun	γενική ενικού του αποπροσανατολισμός
αποπροσανατολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποπροσανατολισμός
αποπροσανατολισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποπροσανατολισμός
αποπροσανατολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποπροσανατολίζω
αποπροσανατολισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποπροσανατολισμός
αποπροσανατολιστήκαμε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιστήκαν	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιστήκανε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιστήκατε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιστεί	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιστείτε	=	αποπροσανατολίζομαι
αποπροσανατολιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολιστικό	adv	με αποπροσανατολιστικό τρόπο, αποπροσανατολίζοντας
αποπροσανατολιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατολιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολιστική
αποπροσανατολιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατολιστικής	adj	γενική ενικού του αποπροσανατολιστική
αποπροσανατολιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατολιστικού	adj	γενική ενικού του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατολιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατολιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατολιστικός	adj	που αποπροσανατολίζει, οδηγεί επίτηδες ή κατά λάθος σε λανθασμένη κατεύθυνση, που κυριολεκτικά προσανατολίζει λαθεμένα
αποπροσανατολιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποπροσανατολιστικός
αποπροσανατόλιζα	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλιζαν	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλιζε	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλιζες	=	αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσανατόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσανατολίζω
αποπροσγείωση	noun	η σύνθετη διαδικασία απογείωσης και προσγείωσης πτητικών μέσων
αποπροσγείωσης	noun	γενική ενικού του αποπροσγείωση
αποπροσγειάλωση	noun	η σύνθετη διαδικασία της απογειάλωσης και προσγειάλωσης πλοίου, ή σκάφους
αποπροσγειάλωσης	noun	γενική ενικού του αποπροσγειάλωση
αποπροσγειαλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσγειάλωση
αποπροσγειαλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπροσγειάλωση
αποπροσγειαλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπροσγειάλωση
αποπροσγειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσγείωση
αποπροσγειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπροσγείωση
αποπροσγειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπροσγείωση
αποπροσθαλάσσωση	noun	η σύνθετη διαδικασία της αποθαλάσσωσης και προσθαλάσσωσης που επιχειρούν ιδίως τα υδροπλάνα (συγκοινωνίας ή πυρόσβεσης) καθώς και ελικόπτερα με πλωτήρες
αποπροσθαλάσσωσης	noun	γενική ενικού του αποπροσθαλάσσωση
αποπροσθαλασσώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσθαλάσσωση
αποπροσθαλασσώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπροσθαλάσσωση
αποπροσθαλασσώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπροσθαλάσσωση
αποπροσνήωση	noun	η σύνθετη διαδικασία της απονήωσης και προσνήωσης ιπτάμενου μέσου
αποπροσνήωσης	noun	γενική ενικού του αποπροσνήωση
αποπροσνηώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσνήωση
αποπροσνηώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπροσνήωση
αποπροσνηώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπροσνήωση
αποπροσωποποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποίηση	noun|formal	η απώλεια ή η αφαίρεση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών
αποπροσωποποίησης	noun	γενική ενικού του αποπροσωποποίηση
αποπροσωποποιήθηκα	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήθηκαν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήθηκε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήθηκες	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσαν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσανε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπροσωποποίηση
αποπροσωποποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπροσωποποίηση
αποπροσωποποιήσου	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιεί	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιείς	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιείσαι	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιείστε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιείται	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιείτε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιηθήκαμε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιηθήκαν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιηθήκανε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιηθήκατε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιηθεί	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιηθείτε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσωποποιημένο
αποπροσωποποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπροσωποποιημένη
αποπροσωποποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιημένης	verb	γενική ενικού του αποπροσωποποιημένη
αποπροσωποποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπροσωποποιημένος
αποπροσωποποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούμασταν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούμαστε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούμουν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούνε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούνται	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούνταν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσα	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσαμε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσαν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσανε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσασταν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσαστε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσατε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσε	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσες	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιούσουν	=	αποπροσωποποιώ
αποπροσωποποιώ	verb	αφαιρώ την προσωπικότητα από κάτι, καθιστώντας το απρόσωπο χωρίς ειδική αναφορά στο πρόσωπο αλλά στη διαδικασία, το φαινόμενο, το γεγονός ή το λειτούργημα
αποπροσωποποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποπροσωποποιώ
αποπτυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόπτυσμα
αποπτωτικά	=	αποπτωτικός
αποπτωτικέ	=	αποπτωτικός
αποπτωτικές	=	αποπτωτικός
αποπτωτική	=	αποπτωτικός
αποπτωτικής	=	αποπτωτικός
αποπτωτικοί	=	αποπτωτικός
αποπτωτικού	=	αποπτωτικός
αποπτωτικούς	=	αποπτωτικός
αποπτωτικό	=	αποπτωτικός
αποπτωτικός	adj	που έχει σχέση με την απόπτωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αποπτωτικών	=	αποπτωτικός
αποπτύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόπτυση
αποπτύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόπτυση
αποπτύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπτυσμα
αποπτύσματος	noun	γενική ενικού του απόπτυσμα
αποπτύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπτύω
αποπτύω	verb|archaic	φτύνω κάτι, το βγάζω από το στόμα μου, συνήθως όχι σάλιο αλλά κάτι άλλο που είχα βάλει προηγουμένως στο στόμα μου
αποπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπτωση
αποπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόπτωση
αποπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόπτωση
αποπυρήνωση	noun	το να αφαιρείς-βγάζεις τον πυρήνα, το κουκούτσι ή το επιθυμητό προς απομάκρυνση επίκεντρο-κέντρο
αποπυρήνωσης	noun	γενική ενικού του αποπυρήνωση
αποπυρηνικοποίει	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποίηση	noun	η απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από μια περιοχή
αποπυρηνικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποπυρηνικοποίηση
αποπυρηνικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσαν	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσανε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπυρηνικοποίηση
αποπυρηνικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπυρηνικοποίηση
αποπυρηνικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπυρηνικοποίηση
αποπυρηνικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιεί	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιείς	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιείτε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπυρηνικοποιημένο
αποπυρηνικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπυρηνικοποιημένη
αποπυρηνικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποπυρηνικοποιημένη
αποπυρηνικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιημένος	verb	για περιοχή από την οποία έχουν απομακρυνθεί ή στην οποία έχουν απαγορευτεί τα πυρηνικά όπλα
αποπυρηνικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποπυρηνικοποιημένος
αποπυρηνικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούμε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούν	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούνε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσα	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσαμε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσαν	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσανε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσατε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσε	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιούσες	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνικοποιώ	verb	συμβάλλω στην εξάλειψη των πυρηνικών όλων
αποπυρηνικοποιώντας	=	αποπυρηνικοποιώ
αποπυρηνωμένος	adj|formal	που έχει απαλλαγεί από τον πυρήνα (κουκούτσι) του καρπού, συνήθως με μηχανική ή χειρωνακτική αφαίρεση
αποπυρηνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπυρήνωση
αποπυρηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπυρήνωση
αποπυρηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπυρήνωση
αποπυροδοτήθηκα	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήθηκαν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήθηκε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήθηκες	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήσαμε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήσαν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήσανε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήσατε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήσει	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήσου	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτήστε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτεί	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτείς	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτείσαι	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτείστε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτείται	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτείτε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτηθήκαμε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτηθήκαν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτηθήκανε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτηθήκατε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτηθεί	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτηθείτε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτημένος	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούμασταν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούμαστε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούμε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούμουν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούνε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούνται	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούνταν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσα	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσαμε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσαν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσανε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσασταν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσαστε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσατε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσες	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτούσουν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδοτώ	verb	απενεργοποιώ κάτι που έχει ήδη πυροδοτηθεί
αποπυροδοτώντας	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδότει	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδότησα	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδότησαν	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδότησε	=	αποπυροδοτώ
αποπυροδότησες	=	αποπυροδοτώ
αποπωμάτιζα	=	αποπωματίζω
αποπωμάτιζαν	=	αποπωματίζω
αποπωμάτιζε	=	αποπωματίζω
αποπωμάτιζες	=	αποπωματίζω
αποπωμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωμάτιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποπωματίζω, η αφαίρεση ενός πώματος
αποπωμάτισης	noun	γενική ενικού του αποπωμάτιση
αποπωματίζαμε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζαν	=	αποπωματίζω
αποπωματίζανε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζατε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζει	=	αποπωματίζω
αποπωματίζεις	=	αποπωματίζω
αποπωματίζεσαι	=	αποπωματίζω
αποπωματίζεστε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζεται	=	αποπωματίζω
αποπωματίζετε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζομαι	=	αποπωματίζω
αποπωματίζονται	=	αποπωματίζω
αποπωματίζονταν	=	αποπωματίζω
αποπωματίζοντας	=	αποπωματίζω
αποπωματίζου	=	αποπωματίζω
αποπωματίζουμε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζουν	=	αποπωματίζω
αποπωματίζουνε	=	αποπωματίζω
αποπωματίζω	verb|formal	αφαιρώ κάποιο πώμα
αποπωματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίσαν	=	αποπωματίζω
αποπωματίσανε	=	αποπωματίζω
αποπωματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποπωμάτιση
αποπωματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποπωμάτιση
αποπωματίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποπωμάτιση
αποπωματίσου	=	αποπωματίζω
αποπωματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματίστηκα	=	αποπωματίζω
αποπωματίστηκαν	=	αποπωματίζω
αποπωματίστηκε	=	αποπωματίζω
αποπωματίστηκες	=	αποπωματίζω
αποπωματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποπωματίζω
αποπωματιζόμασταν	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόμαστε	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόμουν	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόμουνα	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόντουσαν	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόσασταν	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόσαστε	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόσουν	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόσουνα	=	αποπωματίζω
αποπωματιζόταν	=	αποπωματίζω
αποπωματιζότανε	=	αποπωματίζω
αποπωματισμένος	=	αποπωματίζω
αποπωματιστήκαμε	=	αποπωματίζω
αποπωματιστήκαν	=	αποπωματίζω
αποπωματιστήκανε	=	αποπωματίζω
αποπωματιστήκατε	=	αποπωματίζω
αποπωματιστεί	=	αποπωματίζω
αποπωματιστείτε	=	αποπωματίζω
αποπόλωση	noun	σταθεροποίηση του ηλεκτρικού δυναμικού ενός ηλεκτροδίου, ανεξαρτήτως εξωτερικού πεδίου ή ρευμάτων
αποπόλωσης	=	αποπόλωση
απορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσαν	=	απορώ
απορήσανε	=	απορώ
απορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορήσουνε	=	απορώ
απορήστε	=	απορώ
απορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορώ
απορία	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που τον απασχολεί
απορίας	noun	γενική ενικού του απορία
απορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορία
απορίχνω	=	απορρίχνω
απορεί	=	απορώ
απορείς	=	απορώ
απορείτε	=	απορώ
απορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορημένο
απορημένε	verb	κλητική ενικού του απορημένος
απορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορημένη
απορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορημένος
απορημένης	verb	γενική ενικού του απορημένη
απορημένο	verb	αιτιατική ενικού του απορημένος
απορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορημένος
απορημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απορώ
απορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απορημένος
απορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απορημένος
απορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απορημένος
απορητικά	=	απορητικός
απορητικέ	=	απορητικός
απορητικές	=	απορητικός
απορητική	=	απορητικός
απορητικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (απορητική) του απορητικός
απορητικοί	=	απορητικός
απορητικού	=	απορητικός
απορητικούς	=	απορητικός
απορητικό	=	απορητικός
απορητικός	adj	που εκφράζει απορία
απορητικών	=	απορητικός
αποριξιμιά	=	αποριξιμιός
αποριξιμιάς	=	αποριξιμιός
αποριξιμιέ	=	αποριξιμιός
αποριξιμιές	=	αποριξιμιός
αποριξιμιοί	=	αποριξιμιός
αποριξιμιού	=	αποριξιμιός
αποριξιμιούς	=	αποριξιμιός
αποριξιμιό	=	αποριξιμιός
αποριξιμιός	adj	άλλη γραφή του απορριξιμιός
αποριξιμιών	=	αποριξιμιός
αποριών	noun	γενική πληθυντικού του απορία
απορούμε	=	απορώ
απορούν	=	απορώ
απορούνε	=	απορώ
απορούσα	=	απορώ
απορούσαμε	=	απορώ
απορούσαν	=	απορώ
απορούσανε	=	απορώ
απορούσατε	=	απορώ
απορούσε	=	απορώ
απορούσες	=	απορώ
απορρέον	=	απορρέων
απορρέοντα	=	απορρέων
απορρέοντες	=	απορρέων
απορρέοντος	=	απορρέων
απορρέουσα	=	απορρέων
απορρέουσας	=	απορρέων
απορρέουσες	=	απορρέων
απορρέω	verb|figurative	προέρχομαι από κάπου, πηγάζω, εκπηγάζω, προκύπτω
απορρέων	verb	που απορρέει
απορρήτου	=	απόρρητο
απορρήτων	=	απόρρητο
απορρίμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόρριμμα
απορρίμματος	noun	γενική ενικού του απόρριμμα
απορρίνιση	noun|formal	η αποσάθρωση
απορρίνισης	noun	γενική ενικού του απορρίνιση
απορρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίχνω
απορρίπταμε	=	απορρίπτω
απορρίπταν	=	απορρίπτω
απορρίπτανε	=	απορρίπτω
απορρίπτατε	=	απορρίπτω
απορρίπτει	=	απορρίπτω
απορρίπτεις	=	απορρίπτω
απορρίπτεσαι	=	απορρίπτω
απορρίπτεσθε	=	απορρίπτω
απορρίπτεστε	=	απορρίπτω
απορρίπτεται	=	απορρίπτω
απορρίπτετε	=	απορρίπτω
απορρίπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απορρίπτω
απορρίπτομε	=	απορρίπτω
απορρίπτονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του απορρίπτομαι
απορρίπτονταν	=	απορρίπτω
απορρίπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απορρίπτω
απορρίπτουμε	=	απορρίπτω
απορρίπτουν	=	απορρίπτω
απορρίπτουνε	=	απορρίπτω
απορρίπτω	verb	δεν (απο)δέχομαι, δεν εγκρίνω
απορρίφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορρίφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορρίφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορρίφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορρίφτηκα	=	απορρίπτω
απορρίφτηκαν	=	απορρίπτω
απορρίφτηκε	=	απορρίπτω
απορρίφτηκες	=	απορρίπτω
απορρίχνομαι	=	απορρίχνω
απορρίχνω	verb|vulgar	αποβάλλω
απορρίχτηκα	=	απορρίχνω
απορρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψαν	=	απορρίπτω
απορρίψανε	=	απορρίπτω
απορρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόρριψη
απορρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόρριψη
απορρίψεως	noun|formal	γενική ενικού του απόρριψη
απορρίψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρίψιμο
απορρίψιμε	adj	κλητική ενικού του απορρίψιμος
απορρίψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρίψιμη
απορρίψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορρίψιμος
απορρίψιμης	adj	γενική ενικού του απορρίψιμη
απορρίψιμο	adj	αιτιατική ενικού του απορρίψιμος
απορρίψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορρίψιμος
απορρίψιμος	adj	που μπορεί να απορριφθεί
απορρίψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απορρίψιμος
απορρίψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απορρίψιμος
απορρίψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απορρίψιμος
απορρίψομε	=	απορρίπτω
απορρίψου	=	απορρίπτω
απορρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψουνε	=	απορρίπτω
απορρίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτω
απορρεουσών	=	απορρέων
απορρεούσης	=	απορρέων
απορρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόρρευμα
απορρεόντων	=	απορρέων
απορρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόρρευμα
απορρεύματος	noun	γενική ενικού του απόρρευμα
απορρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απορρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απορρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορρέω
απορρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απορρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απορρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απορρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρέω
απορριγμένος	=	απορρίχνω
απορριμένος	=	απορρίχνω
απορριματοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορριματοδοχείο
απορριματοδοχείο	noun	το δοχείο, ο κάδος που πετάν απορρίμματα
απορριματοδοχείου	noun	γενική ενικού του απορριματοδοχείο
απορριματοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του απορριματοδοχείο
απορριμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόρριμμα
απορριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορριμμένο
απορριμμένε	verb	κλητική ενικού του απορριμμένος
απορριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορριμμένη
απορριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορριμμένος
απορριμμένης	verb	γενική ενικού του απορριμμένη
απορριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του απορριμμένος
απορριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορριμμένος
απορριμμένος	verb	αποριγμένος
απορριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απορριμμένος
απορριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απορριμμένος
απορριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απορριμμένος
απορριμματοσυλλέκτες	=	απορριμματοσυλλέκτης
απορριμματοσυλλέκτη	=	απορριμματοσυλλέκτης
απορριμματοσυλλέκτης	noun	αυτός που μαζεύει τα απορρίμματα
απορριμματοσυλλεκτών	=	απορριμματοσυλλέκτης
απορριμματοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορριμματοφόρο
απορριμματοφόρας	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρε	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρες	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρη	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρης	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρο	adj	αιτιατική ενικού του απορριμματοφόρος	noun	όχημα περισυλλογής και μεταφοράς σκουπιδιών
απορριμματοφόροι	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρος	adj	αυτός που φέρει, μεταφέρει απορρίμματα
απορριμματοφόρου	noun	γενική ενικού του απορριμματοφόρο
απορριμματοφόρους	=	απορριμματοφόρος
απορριμματοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του απορριμματοφόρο
απορρινίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρίνιση
απορρινίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απορρίνιση
απορρινίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απορρίνιση
απορριξίμι	noun	το αδύναμο ζώο ή το πρόωρο
απορριξιμιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορριξιμιό
απορριξιμιάς	=	απορριξιμιός
απορριξιμιέ	=	απορριξιμιός
απορριξιμιές	=	απορριξιμιός
απορριξιμιοί	=	απορριξιμιός
απορριξιμιού	noun	γενική ενικού του απορριξιμιό
απορριξιμιούς	=	απορριξιμιός
απορριξιμιό	noun	που έχει απορριχθεί, που έχει απορριφθεί, απόβλητο
απορριξιμιός	adj	άλλη μορφή του απορριψιμιός
απορριξιμιών	noun	γενική πληθυντικού του απορριξιμιό
απορριπτέα	=	απορριπτέος
απορριπτέας	=	απορριπτέος
απορριπτέε	=	απορριπτέος
απορριπτέες	=	απορριπτέος
απορριπτέο	=	απορριπτέος
απορριπτέοι	=	απορριπτέος
απορριπτέος	adj	που πρέπει να απορριφθεί
απορριπτέου	=	απορριπτέος
απορριπτέους	=	απορριπτέος
απορριπτέων	=	απορριπτέος
απορριπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απορριπτικός	adv	με απορριπτικό τρόπο
απορριπτικέ	=	απορριπτικός
απορριπτικές	=	απορριπτικός
απορριπτική	=	απορριπτικός
απορριπτικής	=	απορριπτικός
απορριπτικοί	=	απορριπτικός
απορριπτικού	=	απορριπτικός
απορριπτικούς	=	απορριπτικός
απορριπτικό	=	απορριπτικός
απορριπτικός	adj	που συμβάλλει στην απόρριψη
απορριπτικών	=	απορριπτικός
απορριπτόμασταν	=	απορρίπτω
απορριπτόμαστε	=	απορρίπτω
απορριπτόμενος	=	απορρίπτω
απορριπτόμουν	=	απορρίπτω
απορριπτόμουνα	=	απορρίπτω
απορριπτόντουσαν	=	απορρίπτω
απορριπτόσασταν	=	απορρίπτω
απορριπτόσαστε	=	απορρίπτω
απορριπτόσουν	=	απορρίπτω
απορριπτόσουνα	=	απορρίπτω
απορριπτόταν	=	απορρίπτω
απορριπτότανε	=	απορρίπτω
απορριφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφθούνε	=	απορρίπτω
απορριφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρίπτομαι
απορριφτήκαμε	=	απορρίπτω
απορριφτήκαν	=	απορρίπτω
απορριφτήκανε	=	απορρίπτω
απορριφτήκατε	=	απορρίπτω
απορριφτεί	=	απορρίπτω
απορριφτείς	=	απορρίπτω
απορριφτείτε	=	απορρίπτω
απορριφτούμε	=	απορρίπτω
απορριφτούν	=	απορρίπτω
απορριφτούνε	=	απορρίπτω
απορριφτώ	=	απορρίπτω
απορριψιμιά	=	απορριψιμιός
απορριψιμιάς	=	απορριψιμιός
απορριψιμιέ	=	απορριψιμιός
απορριψιμιές	=	απορριψιμιός
απορριψιμιοί	=	απορριψιμιός
απορριψιμιού	=	απορριψιμιός
απορριψιμιούς	=	απορριψιμιός
απορριψιμιό	=	απορριψιμιός
απορριψιμιός	adj	που έχει πεταχτεί, απορριφθεί ως άχρηστο
απορριψιμιών	=	απορριψιμιός
απορροές	=	απορροή
απορροή	noun	το να απορρέει κάτι, να ρέει προς τα έξω
απορροής	=	απορροή
απορροιών	noun	γενική πληθυντικού του απόρροια
απορροφά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απορροφώ
απορροφάμε	=	απορροφώ
απορροφάν	=	απορροφώ
απορροφάς	=	απορροφώ
απορροφάσαι	=	απορροφώ
απορροφάσθε	=	απορροφώ
απορροφάστε	=	απορροφώ
απορροφάται	=	απορροφώ
απορροφάτε	=	απορροφώ
απορροφάω	verb	άλλη μορφή του απορροφώ
απορροφήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσαν	=	απορροφώ
απορροφήσανε	=	απορροφώ
απορροφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρόφηση
απορροφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απορρόφηση
απορροφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απορρόφηση
απορροφήσιμα	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμε	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμες	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμη	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμης	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμο	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμοι	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να απορροφηθεί
απορροφήσιμου	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμους	=	απορροφήσιμος
απορροφήσιμων	=	απορροφήσιμος
απορροφήσου	=	απορροφώ
απορροφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσουνε	=	απορροφώ
απορροφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορροφηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθήκαν	=	απορροφώ
απορροφηθήκανε	=	απορροφώ
απορροφηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφηθούνε	=	απορροφώ
απορροφηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορροφώμαι
απορροφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορροφημένο
απορροφημένε	verb	κλητική ενικού του απορροφημένος
απορροφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορροφημένη
απορροφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορροφημένος
απορροφημένης	verb	γενική ενικού του απορροφημένη
απορροφημένο	verb	αιτιατική ενικού του απορροφημένος
απορροφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορροφημένος
απορροφημένος	=	απορροφώ
απορροφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απορροφημένος
απορροφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απορροφημένος
απορροφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απορροφημένος
απορροφητά	=	απορροφητός
απορροφητέ	=	απορροφητός
απορροφητέα	=	απορροφητέος
απορροφητέας	=	απορροφητέος
απορροφητέε	=	απορροφητέος
απορροφητέες	=	απορροφητέος
απορροφητέο	=	απορροφητέος
απορροφητέοι	=	απορροφητέος
απορροφητέος	adj|formal	που πρέπει να απορροφηθεί
απορροφητέου	=	απορροφητέος
απορροφητέους	=	απορροφητέος
απορροφητές	=	απορροφητής
απορροφητέων	=	απορροφητέος
απορροφητή	=	απορροφητής
απορροφητήρα	=	απορροφητήρας
απορροφητήρας	noun	οποιαδήποτε συσκευή που απορροφά διάφορα σωματίδια ή ουσίες, π.χ. σκόνη, καπνό, υδρατμούς κ.λπ.
απορροφητήρες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορροφητήρας
απορροφητήρων	=	απορροφητήρας
απορροφητής	noun	εξάρτημα ηλιακού συλλέκτη το οποίο απορροφά θερμότητα από την ηλιακή ακτινοβολία
απορροφητη	=	απορροφητός
απορροφητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορροφητικό	adv	με απορροφητικό τρόπο, απορροφώντας
απορροφητικέ	adj	κλητική ενικού του απορροφητικός
απορροφητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορροφητική
απορροφητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορροφητικός
απορροφητικής	adj	γενική ενικού του απορροφητική
απορροφητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορροφητικός
απορροφητικοτήτων	=	απορροφητικότητα
απορροφητικού	adj	γενική ενικού του απορροφητικός
απορροφητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απορροφητικός
απορροφητικό	adj	αιτιατική ενικού του απορροφητικός
απορροφητικός	adj	που απορροφά, που μπορεί να απορροφήσει
απορροφητικότητα	noun	το να είναι κάποιος απορροφητικός, η ιδιότητα του απορροφητικού
απορροφητικότητας	noun	γενική ενικού του απορροφητικότητα
απορροφητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορροφητικότητα
απορροφητικών	adj	γενική πληθυντικού του απορροφητικός
απορροφητο	=	απορροφητός
απορροφητοί	=	απορροφητός
απορροφητού	=	απορροφητός
απορροφητούς	=	απορροφητός
απορροφητό	=	απορροφητός
απορροφητός	adj|formal	που είναι δυνατόν να απορροφηθεί
απορροφητών	=	απορροφητής
απορροφιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απορροφώ
απορροφιέσαι	=	απορροφώ
απορροφιέστε	=	απορροφώ
απορροφιέται	=	απορροφώ
απορροφιούνται	=	απορροφώ
απορροφιούνταν	=	απορροφώ
απορροφιόμασταν	=	απορροφώ
απορροφιόμαστε	=	απορροφώ
απορροφιόμουν	=	απορροφώ
απορροφιόμουνα	=	απορροφώ
απορροφιόνταν	=	απορροφώ
απορροφιόντανε	=	απορροφώ
απορροφιόντουσαν	=	απορροφώ
απορροφιόσασταν	=	απορροφώ
απορροφιόσαστε	=	απορροφώ
απορροφιόσουν	=	απορροφώ
απορροφιόσουνα	=	απορροφώ
απορροφιόταν	=	απορροφώ
απορροφιότανε	=	απορροφώ
απορροφούμε	=	απορροφώ
απορροφούμενα	=	απορροφούμενος
απορροφούμενε	=	απορροφούμενος
απορροφούμενες	=	απορροφούμενος
απορροφούμενη	=	απορροφούμενος
απορροφούμενης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του απορροφούμενος
απορροφούμενο	=	απορροφούμενος
απορροφούμενοι	=	απορροφούμενος
απορροφούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απορροφώ
απορροφούμενου	=	απορροφούμενος
απορροφούμενους	=	απορροφούμενος
απορροφούμενων	=	απορροφούμενος
απορροφούσα	=	απορροφώ
απορροφούσαμε	=	απορροφώ
απορροφούσαν	=	απορροφώ
απορροφούσανε	=	απορροφώ
απορροφούσατε	=	απορροφώ
απορροφούσε	=	απορροφώ
απορροφούσες	=	απορροφώ
απορροφόμασταν	=	απορροφώ
απορροφόμαστε	=	απορροφώ
απορροφόμουν	=	απορροφώ
απορροφόνταν	=	απορροφώ
απορροφόντουσαν	=	απορροφώ
απορροφόσασταν	=	απορροφώ
απορροφόσουν	=	απορροφώ
απορροφόταν	=	απορροφώ
απορροφώ	verb	ρουφώ
απορροφώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απορροφώ
απορροφώμεθα	=	απορροφώ
απορροφώμενος	=	απορροφώ
απορροφώνται	=	απορροφώ
απορροφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απορροφώ
απορροών	=	απορροή
απορρυθμίζαμε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζαν	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζανε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζατε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζει	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζεις	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζετε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζομαι	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζοντας	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζουμε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζουν	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζουνε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίζω	verb	κάνω κάτι να δυσλειτουργεί, αποδιοργανώνω, αναστατώνω
απορρυθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμίσαν	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίσανε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρύθμιση
απορρυθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απορρύθμιση
απορρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απορρύθμιση
απορρυθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμίστε	=	απορρυθμίζω
απορρυθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρυθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρυθμισμένο
απορρυθμισμένε	verb	κλητική ενικού του απορρυθμισμένος
απορρυθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρυθμισμένη
απορρυθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορρυθμισμένος
απορρυθμισμένης	verb	γενική ενικού του απορρυθμισμένη
απορρυθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απορρυθμισμένος
απορρυθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορρυθμισμένος
απορρυθμισμένος	=	απορρυθμίζω
απορρυθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απορρυθμισμένος
απορρυθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απορρυθμισμένος
απορρυθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απορρυθμισμένος
απορρυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απορρυθμιστικός	adv	με τρόπο που οδηγεί σε απορρύθμιση
απορρυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του απορρυθμιστικός
απορρυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρυθμιστική
απορρυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορρυθμιστικός
απορρυθμιστικής	adj	γενική ενικού του απορρυθμιστική
απορρυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορρυθμιστικός
απορρυθμιστικού	adj	γενική ενικού του απορρυθμιστικός
απορρυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απορρυθμιστικός
απορρυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του απορρυθμιστικός
απορρυθμιστικός	adj	που έχει σχέση με την απορρύθμιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει στην δημιουργία της
απορρυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του απορρυθμιστικός
απορρυπάναμε	=	απορρυπαίνω
απορρυπάναν	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνανε	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνατε	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνει	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνετε	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνθηκα	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνθηκαν	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνθηκε	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνθηκες	=	απορρυπαίνω
απορρυπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρύπανση
απορρυπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απορρύπανση
απορρυπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απορρύπανση
απορρυπάνσου	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίναμε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίναν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνανε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνατε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνει	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνεις	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνεσαι	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνεστε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνεται	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνετε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απορρυπαίνω
απορρυπαίνονται	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνονταν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνοντας	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνουμε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνουν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνουνε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαίνω	verb	καθαρίζω μια περιοχή από τη ρύπανση
απορρυπαινόμασταν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόμαστε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόμουν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόμουνα	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόντουσαν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόσασταν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόσαστε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόσουν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόσουνα	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινόταν	=	απορρυπαίνω
απορρυπαινότανε	=	απορρυπαίνω
απορρυπανθήκαμε	=	απορρυπαίνω
απορρυπανθήκαν	=	απορρυπαίνω
απορρυπανθήκανε	=	απορρυπαίνω
απορρυπανθήκατε	=	απορρυπαίνω
απορρυπανθεί	=	απορρυπαίνω
απορρυπανθείτε	=	απορρυπαίνω
απορρυπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρυπαντικό	adv	με απορρυπαντικό τρόπο
απορρυπαντικέ	adj	κλητική ενικού του απορρυπαντικός
απορρυπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορρυπαντική
απορρυπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορρυπαντικός
απορρυπαντικής	adj	γενική ενικού του απορρυπαντική
απορρυπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορρυπαντικός
απορρυπαντικού	adj	γενική ενικού του απορρυπαντικός
απορρυπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απορρυπαντικός
απορρυπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του απορρυπαντικός	noun	λιποδιαλυτικό ένζυμο ή χημικό ή άλλη καθαριστική ουσία που χρησιμοποιείται για την απορρύπανση, τον καθαρισμό των ρούχων κ.λπ.
απορρυπαντικός	adj	που έχει σχέση με την απορρύπανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
απορρυπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του απορρυπαντικός
απορρόφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορρόφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορρόφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορρόφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορροφώ
απορρόφηση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απορροφώ
απορρόφησης	noun	γενική ενικού του απορρόφηση
απορρύθμιζα	=	απορρυθμίζω
απορρύθμιζαν	=	απορρυθμίζω
απορρύθμιζε	=	απορρυθμίζω
απορρύθμιζες	=	απορρυθμίζω
απορρύθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρύθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρύθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρύθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορρυθμίζω
απορρύθμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απορρυθμίζω
απορρύθμισης	noun	γενική ενικού του απορρύθμιση
απορρύπαινα	=	απορρυπαίνω
απορρύπαιναν	=	απορρυπαίνω
απορρύπαινε	=	απορρυπαίνω
απορρύπαινες	=	απορρυπαίνω
απορρύπανα	=	απορρυπαίνω
απορρύπαναν	=	απορρυπαίνω
απορρύπανε	=	απορρυπαίνω
απορρύπανες	=	απορρυπαίνω
απορρύπανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του απορρυπαίνω
απορρύπανσης	noun	γενική ενικού του απορρύπανση
απορυθμίζω	=	απορρυθμίζω
απορφάνιζα	=	απορφανίζω
απορφάνιζαν	=	απορφανίζω
απορφάνιζε	=	απορφανίζω
απορφάνιζες	=	απορφανίζω
απορφάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφάνιση	noun	άλλη μορφή του απορφανισμός
απορφάνισης	noun	γενική ενικού του απορφάνιση
απορφανίζαμε	=	απορφανίζω
απορφανίζαν	=	απορφανίζω
απορφανίζανε	=	απορφανίζω
απορφανίζατε	=	απορφανίζω
απορφανίζει	=	απορφανίζω
απορφανίζεις	=	απορφανίζω
απορφανίζετε	=	απορφανίζω
απορφανίζομαι	=	απορφανίζω
απορφανίζοντας	=	απορφανίζω
απορφανίζουμε	=	απορφανίζω
απορφανίζουν	=	απορφανίζω
απορφανίζουνε	=	απορφανίζω
απορφανίζω	verb|formal	κάνω κάποιον ορφανό
απορφανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίσαν	=	απορφανίζω
απορφανίσανε	=	απορφανίζω
απορφανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απορφάνιση
απορφανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απορφάνιση
απορφανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανίστε	=	απορφανίζω
απορφανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απορφανίζω
απορφανεμένα	=	απορφανεμένος
απορφανεμένε	=	απορφανεμένος
απορφανεμένες	=	απορφανεμένος
απορφανεμένη	=	απορφανεμένος
απορφανεμένης	=	απορφανεμένος
απορφανεμένο	=	απορφανεμένος
απορφανεμένοι	=	απορφανεμένος
απορφανεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απορφανεύω
απορφανεμένου	=	απορφανεμένος
απορφανεμένους	=	απορφανεμένος
απορφανεμένων	=	απορφανεμένος
απορφανεύω	verb	άλλη μορφή του απορφανίζω
απορφανισμέ	noun	κλητική ενικού του απορφανισμός
απορφανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορφανισμένο
απορφανισμένε	verb	κλητική ενικού του απορφανισμένος
απορφανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απορφανισμένη
απορφανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απορφανισμένος
απορφανισμένης	verb	γενική ενικού του απορφανισμένη
απορφανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του απορφανισμένος
απορφανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορφανισμένος
απορφανισμένος	=	απορφανίζω
απορφανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απορφανισμένος
απορφανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απορφανισμένος
απορφανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απορφανισμένος
απορφανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απορφανισμός
απορφανισμού	noun	γενική ενικού του απορφανισμός
απορφανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απορφανισμός
απορφανισμό	noun	αιτιατική ενικού του απορφανισμός
απορφανισμός	noun	το αποτέλεσμα τού απορφανίζω ή η κατάσταση κάποιου που έχει απορφανιστεί
απορφανισμών	noun	γενική πληθυντικού του απορφανισμός
απορώ	verb	βρίσκομαι σε αδυναμία να δώσω απάντηση σε κάποιο ερώτημα, δεν καταλαβαίνω
απορώντας	=	απορώ
αποσάθρωνα	=	αποσαθρώνω
αποσάθρωναν	=	αποσαθρώνω
αποσάθρωνε	=	αποσαθρώνω
αποσάθρωνες	=	αποσαθρώνω
αποσάθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσάθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσάθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσάθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσάθρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποσαθρώνω
αποσάθρωσης	noun	γενική ενικού του αποσάθρωση
αποσάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσαξη
αποσάξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσαξη
αποσάξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσαξη
αποσάριδα	=	αποσάριδο
αποσάριδο	noun	άλλη γραφή του αποσαρίδι
αποσάριδου	=	αποσάριδο
αποσάριδων	=	αποσάριδο
αποσάρωμα	noun	η ολοκλήρωση του σαρώματος, του σκουπίσματος
αποσάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαθρωθήκαμε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωθήκαν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωθήκανε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωθήκατε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωθεί	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωθείς	=	αποσαθρώνω
αποσαθρωθείτε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωθούμε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρωθούν	=	αποσαθρώνω
αποσαθρωθούνε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρωθώ	=	αποσαθρώνω
αποσαθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαθρωμένο
αποσαθρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποσαθρωμένος
αποσαθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαθρωμένη
αποσαθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσαθρωμένος
αποσαθρωμένης	verb	γενική ενικού του αποσαθρωμένη
αποσαθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσαθρωμένος
αποσαθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαθρωμένος
αποσαθρωμένος	verb	που έχει αποσαθρωθεί, που έχει καταστεί σαθρός
αποσαθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσαθρωμένος
αποσαθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσαθρωμένος
αποσαθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσαθρωμένος
αποσαθρωνόμασταν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόμαστε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόμουν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόμουνα	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόντουσαν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόσασταν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόσαστε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόσουν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόσουνα	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνόταν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωνότανε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποσαθρωτικός	adv	με αποσαθρωτικό τρόπο
αποσαθρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποσαθρωτικός
αποσαθρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαθρωτική
αποσαθρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσαθρωτικός
αποσαθρωτικής	adj	γενική ενικού του αποσαθρωτική
αποσαθρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαθρωτικός
αποσαθρωτικού	adj	γενική ενικού του αποσαθρωτικός
αποσαθρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσαθρωτικός
αποσαθρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσαθρωτικός
αποσαθρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποσάθρωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
αποσαθρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσαθρωτικός
αποσαθρώθηκα	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώθηκαν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώθηκε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώθηκες	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώναμε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώναν	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνανε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνατε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνει	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνεις	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνεσαι	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώνεστε	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώνεται	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώνετε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώνομε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνονται	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώνονταν	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώνοντας	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνου	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώνουμε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνουν	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνουνε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώνω	verb	μετατρέπω κάτι σε σαθρό
αποσαθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώσαν	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώσανε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσάθρωση
αποσαθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσάθρωση
αποσαθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσάθρωση
αποσαθρώσομε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώσου	=	αποσαθρώνομαι
αποσαθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαθρώσουνε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώστε	=	αποσαθρώνω
αποσαθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαθρώνω
αποσαπίζω	verb|rare	σαπίζω (εντελώς)
αποσαρίδι	noun	σκουπίδι (που σαρώνεται με μια σκούπα)
αποσαρίδια	=	αποσαρίδι
αποσαριδιού	=	αποσαρίδι
αποσαριδιών	=	αποσαρίδι
αποσαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποσάρωμα
αποσαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαρωμένο
αποσαρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποσαρωμένος
αποσαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαρωμένη
αποσαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσαρωμένος
αποσαρωμένης	verb	γενική ενικού του αποσαρωμένη
αποσαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσαρωμένος
αποσαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαρωμένος
αποσαρωμένος	verb	που έχει αποσαρωθεί
αποσαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσαρωμένος
αποσαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσαρωμένος
αποσαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσαρωμένος
αποσαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσάρωμα
αποσαρώματος	noun	γενική ενικού του αποσάρωμα
αποσαρώνω	verb|rare	ολοκληρώνω το σάρωμα, το σκούπισμα
αποσαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαρώνω
αποσαφήνιζα	=	αποσαφηνίζω
αποσαφήνιζαν	=	αποσαφηνίζω
αποσαφήνιζε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφήνιζες	=	αποσαφηνίζω
αποσαφήνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφήνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφήνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφήνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφήνιση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποσαφηνίζω
αποσαφήνισης	noun	γενική ενικού του αποσαφήνιση
αποσαφηνίζαμε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζαν	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζανε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζατε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζει	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζεις	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζεσαι	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίζεστε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίζεται	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίζετε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζομε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζονται	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίζονταν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίζοντας	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζου	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίζουμε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζουν	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζουνε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίζω	verb	κάνω κάτι τελείως σαφές, ξεκαθαρίζω απολύτως
αποσαφηνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσαν	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσανε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφήνιση
αποσαφηνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσαφήνιση
αποσαφηνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσαφήνιση
αποσαφηνίσομε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσου	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνίσουνε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίστε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνίστηκα	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίστηκαν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίστηκε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίστηκες	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνιζομένων	verb	γενική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμασταν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόμαστε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενο
αποσαφηνιζόμενε	verb	κλητική ενικού του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενη
αποσαφηνιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμενης	verb	γενική ενικού του αποσαφηνιζόμενη
αποσαφηνιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμενος	verb	αυτός που αποσαφηνίζεται, όταν αποσαφηνίζεται, μόλις αποσαφηνιστεί
αποσαφηνιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσαφηνιζόμενος
αποσαφηνιζόμουν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόμουνα	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόντουσαν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόσασταν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόσαστε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόσουν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόσουνα	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζόταν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιζότανε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνισμέ	noun	κλητική ενικού του αποσαφηνισμός
αποσαφηνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνισμένο
αποσαφηνισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνισμένη
αποσαφηνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμένης	verb	γενική ενικού του αποσαφηνισμένη
αποσαφηνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσαφηνίζω
αποσαφηνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσαφηνισμένος
αποσαφηνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνισμός
αποσαφηνισμού	noun	γενική ενικού του αποσαφηνισμός
αποσαφηνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσαφηνισμός
αποσαφηνισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσαφηνισμός
αποσαφηνισμός	noun|rare	άλλη μορφή του αποσαφήνιση
αποσαφηνισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσαφηνισμός
αποσαφηνιστήκαμε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιστήκαν	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιστήκανε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιστήκατε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιστεί	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιστείς	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνιστείτε	=	αποσαφηνίζομαι
αποσαφηνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνιστικό
αποσαφηνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνιστική
αποσαφηνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστικής	adj	γενική ενικού του αποσαφηνιστική
αποσαφηνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστικού	adj	γενική ενικού του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστικός	adj	που έχει σχέση με την αποσαφήνιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
αποσαφηνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσαφηνιστικός
αποσαφηνιστούμε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνιστούν	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνιστούνε	=	αποσαφηνίζω
αποσαφηνιστώ	=	αποσαφηνίζω
αποσβένομαι	=	αποσβένω
αποσβένω	verb	κάνω απόσβεση
αποσβέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβένω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσβεση
αποσβέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβέσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσβεση
αποσβέσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσβεση
αποσβέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβένω
αποσβήνομαι	=	αποσβήνω
αποσβήνω	verb	αποσβένω, κάνω απόσβεση, ελαττώνω κάτι με κάποια διαδικασία
αποσβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
αποσβεννύω	verb	σβήνω
αποσβεσθέν	=	αποσβεσθείς
αποσβεσθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου (αποσβέστηκα) του ρήματος αποσβένω
αποσβεσθείσα	=	αποσβεσθείς
αποσβεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβεσμένο
αποσβεσμένε	verb	κλητική ενικού του αποσβεσμένος
αποσβεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβεσμένη
αποσβεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσβεσμένος
αποσβεσμένης	verb	γενική ενικού του αποσβεσμένη
αποσβεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσβεσμένος
αποσβεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσβεσμένος
αποσβεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσβεσμένος
αποσβεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσβεσμένος
αποσβεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσβεσμένος
αποσβεστήρα	=	αποσβεστήρας
αποσβεστήρας	noun	μηχανισμός που ελαττώνει σταδιακά έναν κραδασμό, μια ταλάντωση, έναν ήχο κ.λπ. μέχρι την ολοκληρωτική εξάλειψή τους
αποσβεστήρες	=	αποσβεστήρας
αποσβεστήρων	=	αποσβεστήρας
αποσβεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβεστικό
αποσβεστικέ	adj	κλητική ενικού του αποσβεστικός
αποσβεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβεστική
αποσβεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσβεστικός
αποσβεστικής	adj	γενική ενικού του αποσβεστική
αποσβεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσβεστικός
αποσβεστικού	adj	γενική ενικού του αποσβεστικός
αποσβεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσβεστικός
αποσβεστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσβεστικός
αποσβεστικός	adj	που έχει σχέση με την απόσβεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποσβεστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσβεστικός
αποσβησμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβησμένο
αποσβησμένε	verb	κλητική ενικού του αποσβησμένος
αποσβησμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβησμένη
αποσβησμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσβησμένος
αποσβησμένης	verb	γενική ενικού του αποσβησμένη
αποσβησμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσβησμένος
αποσβησμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσβησμένος
αποσβησμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσβησμένος
αποσβησμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσβησμένος
αποσβησμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσβησμένος
αποσβολωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθήκαν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωθήκανε	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποσβόλωμα
αποσβολωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβολωμένο
αποσβολωμένε	adj	κλητική ενικού του αποσβολωμένος
αποσβολωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβολωμένη
αποσβολωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσβολωμένος
αποσβολωμένης	adj	γενική ενικού του αποσβολωμένη
αποσβολωμένο	adj	αιτιατική ενικού του αποσβολωμένος
αποσβολωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσβολωμένος
αποσβολωμένος	verb	που έχει εκπλαγεί από κάτι και παραμένει άφωνος, μαρμαρωμένος (ίσως ως έννοια συνδέεται με τη μοίρα του διαπομπευόμενου ίσως όμως και με του ατόμου που χρησιμοποιεί κάπνα ως μάσκα και παραλλαγή προκειμένου να παραμονεύσει στο σκοτάδι)
αποσβολωμένου	verb	γενική ενικού του αποσβολωμένος
αποσβολωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσβολωμένος
αποσβολωμένων	adj	γενική πληθυντικού του αποσβολωμένος
αποσβολωνόμασταν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόμαστε	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόμουν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόμουνα	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόντουσαν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόσασταν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόσαστε	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόσουν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόσουνα	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνόταν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολωνότανε	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνομαι
αποσβολώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσβόλωμα
αποσβολώματος	noun	γενική ενικού του αποσβόλωμα
αποσβολώναμε	=	αποσβολώνω
αποσβολώναν	=	αποσβολώνω
αποσβολώνανε	=	αποσβολώνω
αποσβολώνατε	=	αποσβολώνω
αποσβολώνει	=	αποσβολώνω
αποσβολώνεις	=	αποσβολώνω
αποσβολώνεσαι	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώνεστε	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώνεται	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώνετε	=	αποσβολώνω
αποσβολώνομαι	verb	μένω τόσο έκπληκτος που μου "φεύγει το καφάσι".
αποσβολώνονται	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώνονταν	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώνοντας	=	αποσβολώνω
αποσβολώνου	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώνουμε	=	αποσβολώνω
αποσβολώνουν	=	αποσβολώνω
αποσβολώνουνε	=	αποσβολώνω
αποσβολώνω	verb	κάνω κάποιον να μείνει έκπληκτος λέγοντάς του κάτι το οποίο δεν περίμενε ν' ακούσει.
αποσβολώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώσαν	=	αποσβολώνω
αποσβολώσανε	=	αποσβολώνω
αποσβολώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώσου	=	αποσβολώνομαι
αποσβολώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβολώστε	=	αποσβολώνω
αποσβολώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβόλωμα	noun	το αποτέλεσμα του αποσβολώνω
αποσβόλωνα	=	αποσβολώνω
αποσβόλωναν	=	αποσβολώνω
αποσβόλωνε	=	αποσβολώνω
αποσβόλωνες	=	αποσβολώνω
αποσβόλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβόλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβόλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσβόλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβολώνω
αποσείαμε	=	αποσείω
αποσείαν	=	αποσείω
αποσείανε	=	αποσείω
αποσείατε	=	αποσείω
αποσείει	=	αποσείω
αποσείεις	=	αποσείω
αποσείεσαι	=	αποσείω
αποσείεστε	=	αποσείω
αποσείεται	=	αποσείω
αποσείετε	=	αποσείω
αποσείομαι	=	αποσείω
αποσείομε	=	αποσείω
αποσείονται	=	αποσείω
αποσείονταν	=	αποσείω
αποσείοντας	=	αποσείω
αποσείουμε	=	αποσείω
αποσείουν	=	αποσείω
αποσείουνε	=	αποσείω
αποσείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσαν	=	αποσείω
αποσείσανε	=	αποσείω
αποσείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσεων	=	απόσειση
αποσείσεως	=	απόσειση
αποσείσομε	=	αποσείω
αποσείσου	=	αποσείω
αποσείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείσουνε	=	αποσείω
αποσείστε	=	αποσείω
αποσείστηκα	=	αποσείω
αποσείστηκαν	=	αποσείω
αποσείστηκε	=	αποσείω
αποσείστηκες	=	αποσείω
αποσείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσείω
αποσείω	verb	διώχνω κάτι από πάνω μου, απαλλάσσω τον εαυτό μου από κάποια ενοχλητική, δυσάρεστη κατάσταση
αποσειραϊκοποίηση	noun	η διαδικασία του αποσειραϊκοποιώ (deserialize)
αποσειραϊκοποίησης	=	αποσειραϊκοποίηση
αποσειραϊκοποιήσεις	=	αποσειραϊκοποίηση
αποσειραϊκοποιήσεων	=	αποσειραϊκοποίηση
αποσειραϊκοποιώ	verb	το αντίστροφο του σειραϊκοποιώ (serialize), επαναδημιουργώ ένα αντικείμενο (ή τύπο δεδομένων) από σειραϊκά bytes (bytestream) που είχαν προκύψει από την σειραϊκοποίηση του
αποσειριακοποίηση	noun	άλλη μορφή του αποσειραϊκοποίηση
αποσειριακοποίησης	=	αποσειριακοποίηση
αποσειριακοποιήσεις	=	αποσειριακοποίηση
αποσειριακοποιήσεων	=	αποσειριακοποίηση
αποσειστήκαμε	=	αποσείω
αποσειστήκαν	=	αποσείω
αποσειστήκανε	=	αποσείω
αποσειστήκατε	=	αποσείω
αποσειστεί	=	αποσείω
αποσειστείς	=	αποσείω
αποσειστείτε	=	αποσείω
αποσειστούμε	=	αποσείω
αποσειστούν	=	αποσείω
αποσειστούνε	=	αποσείω
αποσειστώ	=	αποσείω
αποσειόμασταν	=	αποσείω
αποσειόμαστε	=	αποσείω
αποσειόμουν	=	αποσείω
αποσειόμουνα	=	αποσείω
αποσειόντουσαν	=	αποσείω
αποσειόσασταν	=	αποσείω
αποσειόσαστε	=	αποσείω
αποσειόσουν	=	αποσείω
αποσειόσουνα	=	αποσείω
αποσειόταν	=	αποσείω
αποσειότανε	=	αποσείω
αποσεξουαλικοποίηση	noun|formal	διαδικασία ή πρακτική κατά την οποία αφαιρείται ή μειώνεται η σεξουαλική διάσταση από πρόσωπα, σώματα, αναπαραστάσεις ή συμπεριφορές, με τρόπο που τις καθιστά ουδέτερες ή μη σεξουαλικά / ερωτικά προσδιορισμένες
αποσεξουαλικοποίησης	=	αποσεξουαλικοποίηση
αποσεξουαλικοποιήσεις	=	αποσεξουαλικοποίηση
αποσεξουαλικοποιήσεων	=	αποσεξουαλικοποίηση
αποσιδήρωση	noun	η αφαίρεση της περίσσειας του αριθμού των ιχνοστοιχείων σιδήρου από το αίμα ή από το νερό για να γίνει πόσιμο
αποσιδήρωσης	=	αποσιδήρωση
αποσιδηρώσεις	=	αποσιδήρωση
αποσιδηρώσεων	=	αποσιδήρωση
αποσιωπά	=	αποσιωπώ
αποσιωπάει	=	αποσιωπώ
αποσιωπάμε	=	αποσιωπώ
αποσιωπάν	=	αποσιωπώ
αποσιωπάνε	=	αποσιωπώ
αποσιωπάς	=	αποσιωπώ
αποσιωπάσαι	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπάσθε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπάστε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπάται	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπάτε	=	αποσιωπώ
αποσιωπάτο	=	αποσιωπώ
αποσιωπάω	=	αποσιωπώ
αποσιωπήθηκα	=	αποσιωπώ
αποσιωπήθηκαν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπήθηκε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπήθηκες	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπήσαν	=	αποσιωπώ
αποσιωπήσανε	=	αποσιωπώ
αποσιωπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσιώπηση
αποσιωπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσιώπηση
αποσιωπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσιώπηση
αποσιωπήσου	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπήσουνε	=	αποσιωπώ
αποσιωπήστε	=	αποσιωπώ
αποσιωπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπηθήκαμε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπηθήκαν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπηθήκανε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπηθήκατε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπηθεί	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπηθείς	=	αποσιωπώ
αποσιωπηθείτε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπηθούμε	=	αποσιωπώ
αποσιωπηθούν	=	αποσιωπώ
αποσιωπηθούνε	=	αποσιωπώ
αποσιωπηθώ	=	αποσιωπώ
αποσιωπημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσιωπημένο
αποσιωπημένε	adj	κλητική ενικού του αποσιωπημένος
αποσιωπημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσιωπημένη
αποσιωπημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσιωπημένος
αποσιωπημένης	adj	γενική ενικού του αποσιωπημένη
αποσιωπημένο	adj	αιτιατική ενικού του αποσιωπημένος
αποσιωπημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσιωπημένος
αποσιωπημένος	=	αποσιωπώ
αποσιωπημένου	verb	γενική ενικού του αποσιωπημένος
αποσιωπημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσιωπημένος
αποσιωπημένων	adj	γενική πληθυντικού του αποσιωπημένος
αποσιωπητήρα	=	αποσιωπητήρας
αποσιωπητήρας	noun	ο σιγαστήρας
αποσιωπητήρες	=	αποσιωπητήρας
αποσιωπητήρων	=	αποσιωπητήρας
αποσιωπητικά	noun	σημείο στίξης που αποτελείται από τρεις τελείες (… ή […]) και με το οποίο δηλώνουμε ότι θέλουμε να αποσιωπήσουμε κάτι ή εκφράζουμε τον έκπληξη, τον θαυμασμό, την απορία μας κ.λπ.
αποσιωπητικέ	adj	κλητική ενικού του αποσιωπητικός
αποσιωπητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσιωπητική
αποσιωπητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσιωπητικός
αποσιωπητικής	adj	γενική ενικού του αποσιωπητική
αποσιωπητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσιωπητικός
αποσιωπητικού	adj	γενική ενικού του αποσιωπητικός
αποσιωπητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσιωπητικός
αποσιωπητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσιωπητικός
αποσιωπητικός	adj	που αποβλέπει στην αποσιώπηση
αποσιωπητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσιωπητικός
αποσιωπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπούμε	=	αποσιωπώ
αποσιωπούν	=	αποσιωπώ
αποσιωπούνε	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσα	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσαμε	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσαν	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσανε	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσατε	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσε	=	αποσιωπώ
αποσιωπούσες	=	αποσιωπώ
αποσιωπόμασταν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόμαστε	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόμουν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόνταν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόντουσαν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόσασταν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόσουν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπόταν	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπώ	verb	δεν αναφέρομαι επίτηδες σε κάτι που γνωρίζω με σκοπό να το κρατήσω κρυφό
αποσιωπώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπώμεθα	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπώμενα	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενε	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενες	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενη	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενης	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενο	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενοι	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποσιωπώ
αποσιωπώμενου	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενους	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώμενων	=	αποσιωπώμενος
αποσιωπώνται	=	αποσιωπώμαι
αποσιωπώντας	=	αποσιωπώ
αποσιωπώντο	=	αποσιωπώ
αποσιώπα	=	αποσιωπώ
αποσιώπαγε	=	αποσιωπώ
αποσιώπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιώπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιώπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιώπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσιωπώ
αποσιώπηση	noun	η ενέργεια του αποσιωπώ, η αποφυγή της αναφοράς σε κάτι ώστε να μην γνωστοποιηθεί
αποσιώπησης	noun	γενική ενικού του αποσιώπηση
αποσκέπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκέπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκέπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκέπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκίζαμε	=	αποσκίζω
αποσκίζαν	=	αποσκίζω
αποσκίζανε	=	αποσκίζω
αποσκίζατε	=	αποσκίζω
αποσκίζει	=	αποσκίζω
αποσκίζεις	=	αποσκίζω
αποσκίζετε	=	αποσκίζω
αποσκίζοντας	=	αποσκίζω
αποσκίζουμε	=	αποσκίζω
αποσκίζουν	=	αποσκίζω
αποσκίζουνε	=	αποσκίζω
αποσκίζω	verb	άλλη μορφή του αποσχίζω
αποσκίρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκίρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκίρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκίρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκίρτηση	noun	μεταπήδηση σε άλλο πολιτικό, ιδεολογικό κλπ χώρο
αποσκίρτησης	noun	γενική ενικού του αποσκίρτηση
αποσκίσαμε	=	αποσκίζω
αποσκίσαν	=	αποσκίζω
αποσκίσανε	=	αποσκίζω
αποσκίσατε	=	αποσκίζω
αποσκίσει	=	αποσκίζω
αποσκίστε	=	αποσκίζω
αποσκελέτωνα	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωναν	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωνε	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωνες	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωσα	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωσαν	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωσε	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωσες	=	αποσκελετώνω
αποσκελέτωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσκελετώνω
αποσκελέτωσης	noun	γενική ενικού του αποσκελέτωση
αποσκελετωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκελετωμένο
αποσκελετωμένε	verb	κλητική ενικού του αποσκελετωμένος
αποσκελετωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκελετωμένη
αποσκελετωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσκελετωμένος
αποσκελετωμένης	verb	γενική ενικού του αποσκελετωμένη
αποσκελετωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσκελετωμένος
αποσκελετωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκελετωμένος
αποσκελετωμένος	verb	σκελετωμένος, αποστεωμένος
αποσκελετωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσκελετωμένος
αποσκελετωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσκελετωμένος
αποσκελετωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσκελετωμένος
αποσκελετώναμε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώναν	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνανε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνατε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνει	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνεις	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνετε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσκελετώνω
αποσκελετώνοντας	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνουμε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνουν	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνουνε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώνω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι αδύνατο σαν σκελετό
αποσκελετώσαμε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώσαν	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώσανε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώσατε	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώσει	=	αποσκελετώνω
αποσκελετώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκελέτωση
αποσκελετώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσκελέτωση
αποσκελετώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσκελέτωση
αποσκελετώστε	=	αποσκελετώνω
αποσκεπάζομαι	=	αποσκεπάζω
αποσκεπάζω	verb	σκεπάζω εντελώς, κρύβω
αποσκεπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκεπάζω
αποσκεπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκεπασμένο
αποσκεπασμένε	verb	κλητική ενικού του αποσκεπασμένος
αποσκεπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκεπασμένη
αποσκεπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσκεπασμένος
αποσκεπασμένης	verb	γενική ενικού του αποσκεπασμένη
αποσκεπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσκεπασμένος
αποσκεπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκεπασμένος
αποσκεπασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσκεπάζω
αποσκεπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσκεπασμένος
αποσκεπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσκεπασμένος
αποσκεπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσκεπασμένος
αποσκευές	noun	ό,τι μεταφέρει μαζί του ένας ταξιδιώτης, π.χ. βαλίτσες
αποσκευή	noun	οποιοδήποτε αντικείμενο (τσάντα, βαλίτσα, κούτα κλπ) περιέχει άλλα αντικείμενα που μεταφέρουμε κατά τις μετακινήσεις μας
αποσκευής	=	αποσκευή
αποσκευών	=	αποσκευές
αποσκιαδερής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αποσκιαδερή) του αποσκιαδερός
αποσκιαδερός	adj|rare	που συνήθως έχει σκιά
αποσκιρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκίρτηση
αποσκιρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσκίρτηση
αποσκιρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσκίρτηση
αποσκιρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκιρτώ	verb	μεταπηδώ σε άλλο πολιτικό, ιδεολογικό κλπ χώρο
αποσκιρτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποσκιρτώ
αποσκλήραινα	=	αποσκληραίνω
αποσκλήραιναν	=	αποσκληραίνω
αποσκλήραινε	=	αποσκληραίνω
αποσκλήραινες	=	αποσκληραίνω
αποσκλήρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκλήραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκλήρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκλήρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκλήρυνα	=	αποσκληρύνω
αποσκλήρυναν	=	αποσκληραίνω
αποσκλήρυνε	=	αποσκληραίνω
αποσκλήρυνες	=	αποσκληραίνω
αποσκλήρυνση	noun	η απομάκρυνση αλάτων από το νερό ή άλλο υγρό
αποσκλήρυνσης	noun	γενική ενικού του αποσκλήρυνση
αποσκληράθηκα	=	αποσκληρύνω
αποσκληράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνθηκα	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληράνθηκαν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληράνθηκε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληράνθηκες	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληράνσου	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληραίναμε	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίναν	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνανε	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνατε	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνει	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνεις	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνεσαι	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραίνεστε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραίνεται	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραίνετε	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσκληραίνω
αποσκληραίνονται	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραίνονταν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραίνοντας	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνου	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραίνουμε	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνουν	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνουνε	=	αποσκληραίνω
αποσκληραίνω	verb	κάνω πιο σκληρό
αποσκληραινόμασταν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόμαστε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόμουν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόμουνα	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόντουσαν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόσασταν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόσαστε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόσουν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόσουνα	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινόταν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληραινότανε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρανθήκαμε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρανθήκαν	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρανθήκανε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρανθήκατε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρανθεί	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρανθείτε	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρασμένος	=	αποσκληραίνομαι
αποσκληρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρυμένο
αποσκληρυμένε	verb	κλητική ενικού του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρυμένη
αποσκληρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμένης	verb	γενική ενικού του αποσκληρυμένη
αποσκληρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσκληραίνω
αποσκληρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσκληρυμένος
αποσκληρυμμένος	=	αποσκληρύνω
αποσκληρυντές	=	αποσκληρυντής
αποσκληρυντή	=	αποσκληρυντής
αποσκληρυντής	noun	συσκευή που συμβάλλει στην αποσκλήρυνση του νερού
αποσκληρυντικά	noun	υγρά ή στερεά υλικά που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της σκληρότητας του νερού, τη μείωση των αλάτων του, προκειμένου να διαλύει ευκολότερα τα απορρυπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντικέ	adj	κλητική ενικού του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρυντική
αποσκληρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντικής	adj	γενική ενικού του αποσκληρυντική
αποσκληρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντικού	adj	γενική ενικού του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσκληρυντικός	noun	υγρό ή στερεό υλικό που χρησιμοποιείται για τη μείωση της σκληρότητας του νερού, τη μείωση των αλάτων του, προκειμένου να διαλύει ευκολότερα τα απορρυπαντικά
αποσκληρυντικός	adj	που έχει σχέση με την αποσκλήρυνση (του νερού), αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
αποσκληρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσκληρυντικός
αποσκληρυντών	=	αποσκληρυντής
αποσκληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρωμένο
αποσκληρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποσκληρωμένος
αποσκληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρωμένη
αποσκληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσκληρωμένος
αποσκληρωμένης	verb	γενική ενικού του αποσκληρωμένη
αποσκληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσκληρωμένος
αποσκληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκληρωμένος
αποσκληρωμένος	verb	άλλη μορφή του αποσκληρυμένος
αποσκληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσκληρωμένος
αποσκληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσκληρωμένος
αποσκληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσκληρωμένος
αποσκληρύναμε	=	αποσκληραίνω
αποσκληρύναν	=	αποσκληραίνω
αποσκληρύνανε	=	αποσκληραίνω
αποσκληρύνατε	=	αποσκληραίνω
αποσκληρύνει	=	αποσκληραίνω
αποσκληρύνετε	=	αποσκληραίνω
αποσκληρύνθηκα	=	αποσκληρύνω
αποσκληρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσκληρύνω
αποσκληρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκλήρυνση
αποσκληρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσκλήρυνση
αποσκληρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσκλήρυνση
αποσκληρύνω	verb	άλλη μορφή του αποσκληραίνω
αποσκοπήσαμε	=	αποσκοπώ
αποσκοπήσαν	=	αποσκοπώ
αποσκοπήσανε	=	αποσκοπώ
αποσκοπήσατε	=	αποσκοπώ
αποσκοπήσει	=	αποσκοπώ
αποσκοπήστε	=	αποσκοπώ
αποσκοπεί	=	αποσκοπώ
αποσκοπείς	=	αποσκοπώ
αποσκοπείτε	=	αποσκοπώ
αποσκοπούμε	=	αποσκοπώ
αποσκοπούν	=	αποσκοπώ
αποσκοπούνε	=	αποσκοπώ
αποσκοπούσα	=	αποσκοπώ
αποσκοπούσαμε	=	αποσκοπώ
αποσκοπούσαν	=	αποσκοπώ
αποσκοπούσανε	=	αποσκοπώ
αποσκοπούσατε	=	αποσκοπώ
αποσκοπούσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του αποσκοπώ
αποσκοπούσες	=	αποσκοπώ
αποσκοπώ	verb	έχω ως σκοπό, αποβλέπω στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, αποζητώ, λειτουργώ με συγκεκριμένο τρόπο για να πετύχω κάτι
αποσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποσκοπώ
αποσκοράκιζα	=	αποσκορακίζω
αποσκοράκιζαν	=	αποσκορακίζω
αποσκοράκιζε	=	αποσκορακίζω
αποσκοράκιζες	=	αποσκορακίζω
αποσκοράκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκοράκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκοράκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκοράκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκοράκιση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσκορακίζω
αποσκοράκισης	noun	γενική ενικού του αποσκοράκιση
αποσκορακίζαμε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζαν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζανε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζατε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζει	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζεις	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζεσαι	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζεστε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζεται	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζετε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίζονται	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζονταν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζοντας	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζουμε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζουν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζουνε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίζω	verb|formal	διώχνω κάποιον στέλνοντάς τον «ἐς κόρακας» (στον κόρακα, στον διάβολο)
αποσκορακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίσαν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίσανε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσκοράκιση
αποσκορακίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσκοράκιση
αποσκορακίσου	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακίστε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίστηκα	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίστηκαν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίστηκε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίστηκες	=	αποσκορακίζω
αποσκορακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσκορακίζω
αποσκορακιζόμασταν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόμαστε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόμουν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόμουνα	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόντουσαν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόσασταν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόσαστε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόσουν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόσουνα	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζόταν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιζότανε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακισμέ	noun	κλητική ενικού του αποσκορακισμός
αποσκορακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκορακισμένο
αποσκορακισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκορακισμένη
αποσκορακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμένης	verb	γενική ενικού του αποσκορακισμένη
αποσκορακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσκορακίζω
αποσκορακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσκορακισμένος
αποσκορακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσκορακισμός
αποσκορακισμού	noun	γενική ενικού του αποσκορακισμός
αποσκορακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσκορακισμός
αποσκορακισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσκορακισμός
αποσκορακισμός	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσκορακίζω
αποσκορακισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσκορακισμός
αποσκορακιστήκαμε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιστήκαν	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιστήκανε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιστήκατε	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιστεί	=	αποσκορακίζω
αποσκορακιστείτε	=	αποσκορακίζω
αποσκυβαλίζω	verb	αποβάλλω κάτι, το πετώ σαν σκουπίδι, σαν απόρριμμα
αποσκωρίαση	noun	η αφαίρεση της σκωρίας
αποσκωρίασης	noun	γενική ενικού του αποσκωρίαση
αποσκωριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσκωρίαση
αποσκωριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσκωρίαση
αποσκωριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσκωρίαση
αποσκωριωτές	=	αποσκωριωτής
αποσκωριωτή	=	αποσκωριωτής
αποσκωριωτής	noun	συσκευή ή μέθοδος που απομακρύνει τη σκωρία
αποσκωριωτών	=	αποσκωριωτής
αποσκόπει	=	αποσκοπώ
αποσκόπησα	=	αποσκοπώ
αποσκόπησαν	=	αποσκοπώ
αποσκόπησε	=	αποσκοπώ
αποσκόπησες	=	αποσκοπώ
αποσμήξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσμηξη
αποσμήξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσμηξη
αποσμήξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσμηξη
αποσμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσμηση
αποσμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσμηση
αποσμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσμηση
αποσμήχω	verb|archaic	καθαρίζω
αποσμηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσμηκτικό
αποσμηκτικέ	adj	κλητική ενικού του αποσμηκτικός
αποσμηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσμηκτική
αποσμηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσμηκτικός
αποσμηκτικής	adj	γενική ενικού του αποσμηκτική
αποσμηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσμηκτικός
αποσμηκτικού	adj	γενική ενικού του αποσμηκτικός
αποσμηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσμηκτικός
αποσμηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσμηκτικός
αποσμηκτικός	adj	που έχει σχέση με την απόσμηξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποσμηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσμηκτικός
αποσμητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσμητικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσμητικό
αποσμητικέ	adj	κλητική ενικού του αποσμητικός
αποσμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσμητική
αποσμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσμητικός
αποσμητικής	adj	γενική ενικού του αποσμητική
αποσμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσμητικός
αποσμητικού	adj	γενική ενικού του αποσμητικός
αποσμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσμητικός
αποσμητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσμητικός	noun	παρασκεύασμα διώχνει τη δυσοσμία ή και δίνει ευχάριστο άρωμα
αποσμητικός	adj	που έχει σχέση με την κάλυψη ή την εξουδετέρωση των δυσάρεστων οσμών, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποσμητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσμητικός
αποσοβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήσαν	=	αποσοβώ
αποσοβήσανε	=	αποσοβώ
αποσοβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήσεων	=	αποσόβηση
αποσοβήσεως	=	αποσόβηση
αποσοβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβήστε	=	αποσοβώ
αποσοβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσοβεί	=	αποσοβώ
αποσοβείς	=	αποσοβώ
αποσοβείτε	=	αποσοβώ
αποσοβημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσοβημένο
αποσοβημένε	verb	κλητική ενικού του αποσοβημένος
αποσοβημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσοβημένη
αποσοβημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσοβημένος
αποσοβημένης	verb	γενική ενικού του αποσοβημένη
αποσοβημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσοβημένος
αποσοβημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσοβημένος
αποσοβημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσοβώ
αποσοβημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσοβημένος
αποσοβημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσοβημένος
αποσοβημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσοβημένος
αποσοβούμαι	=	αποσοβώ
αποσοβούμε	=	αποσοβώ
αποσοβούν	=	αποσοβώ
αποσοβούνε	=	αποσοβώ
αποσοβούσα	=	αποσοβώ
αποσοβούσαμε	=	αποσοβώ
αποσοβούσαν	=	αποσοβώ
αποσοβούσανε	=	αποσοβώ
αποσοβούσατε	=	αποσοβώ
αποσοβούσε	=	αποσοβώ
αποσοβούσες	=	αποσοβώ
αποσοβώ	verb	αποτρέπω κάποια αρνητική εξέλιξη ή κίνδυνο, απομακρύνω μια απειλή
αποσοβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποσοβώ
αποσπά	=	αποσπώ
αποσπάει	=	αποσπώ
αποσπάραγμα	noun	τέλος σπαράγματος/αυτούσιας μεταφοράς λόγων
αποσπάς	=	αποσπώ
αποσπάσαι	=	αποσπώ
αποσπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάσαν	=	αποσπώ
αποσπάσανε	=	αποσπώ
αποσπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσπαση
αποσπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάσεων	=	απόσπαση
αποσπάσεως	=	απόσπασμα
αποσπάσθε	=	αποσπώ
αποσπάσθηκα	=	αποσπώ
αποσπάσθηκαν	=	αποσπώ
αποσπάσθηκε	=	αποσπώ
αποσπάσθηκες	=	αποσπώ
αποσπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσπασμα
αποσπάσματος	noun	γενική ενικού του απόσπασμα
αποσπάσου	=	αποσπώ
αποσπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάσουνε	=	αποσπώ
αποσπάστε	=	αποσπώ
αποσπάστηκα	=	αποσπώ
αποσπάστηκαν	=	αποσπώ
αποσπάστηκε	=	αποσπώ
αποσπάστηκες	=	αποσπώ
αποσπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπώ
αποσπάται	=	αποσπώ
αποσπάτε	=	αποσπώ
αποσπάτο	=	αποσπώ
αποσπάω	=	αποσπώ
αποσπέρα	adv|literary	το προηγούμενο βράδυ
αποσπέρας	adv|literary	άλλη μορφή του αποσπέρα
αποσπέρματα	=	απόσπερμα
αποσπέρματος	=	απόσπερμα
αποσπέρνω	verb	ολοκληρώνω τη σπορά
αποσπήθηκα	=	αποσπώ
αποσπήθηκαν	=	αποσπώ
αποσπήθηκε	=	αποσπώ
αποσπήθηκες	=	αποσπώ
αποσπήσου	=	αποσπώ
αποσπαργάνωμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωνα	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωναν	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωνε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωνες	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωσα	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωσαν	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωσε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωσες	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωση	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσπαργανώνω
αποσπαργάνωσης	=	αποσπαργάνωση
αποσπαργανωμάτων	=	αποσπαργάνωμα
αποσπαργανώματα	=	αποσπαργάνωμα
αποσπαργανώματος	=	αποσπαργάνωμα
αποσπαργανώναμε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώναν	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνανε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνατε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνει	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνεις	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνετε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνοντας	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνουμε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνουν	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνουνε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώνω	verb|dated	ολοκληρώνω τη διαδικασία του σπαργανώματος
αποσπαργανώσαμε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώσαν	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώσανε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώσατε	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώσει	=	αποσπαργανώνω
αποσπαργανώσεις	=	αποσπαργάνωση
αποσπαργανώσεων	=	αποσπαργάνωση
αποσπαργανώστε	=	αποσπαργανώνω
αποσπασθήκαμε	=	αποσπώ
αποσπασθήκατε	=	αποσπώ
αποσπασθεί	=	αποσπώ
αποσπασθείς	=	αποσπώ
αποσπασθείτε	=	αποσπώ
αποσπασθούμε	=	αποσπώ
αποσπασθώ	=	αποσπώ
αποσπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόσπασμα
αποσπασμένα	=	αποσπασμένος
αποσπασμένε	=	αποσπασμένος
αποσπασμένες	=	αποσπασμένος
αποσπασμένη	=	αποσπασμένος
αποσπασμένης	=	αποσπασμένος
αποσπασμένο	=	αποσπασμένος
αποσπασμένοι	=	αποσπασμένος
αποσπασμένος	verb	που αποσπάστηκε, μετακινήθηκε προσωρινά σε άλλη υπηρεσία
αποσπασμένου	=	αποσπασμένος
αποσπασμένους	=	αποσπασμένος
αποσπασμένων	=	αποσπασμένος
αποσπασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσπασματικό	adv	με αποσπασματικό τρόπο
αποσπασματικέ	adj	κλητική ενικού του αποσπασματικός
αποσπασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσπασματική
αποσπασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσπασματικός
αποσπασματικής	adj	γενική ενικού του αποσπασματική
αποσπασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσπασματικός
αποσπασματικού	adj	γενική ενικού του αποσπασματικός
αποσπασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσπασματικός
αποσπασματικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσπασματικός
αποσπασματικός	adj	που περιέχει μόνο αποσπάσματα από κάποιο έργο και όχι το σύνολο
αποσπασματικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αποσπασματικού
αποσπασματικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσπασματικός
αποσπασματικώς	adv|dated	αποσπασματικά
αποσπαστήκαμε	=	αποσπώ
αποσπαστήκαν	=	αποσπώ
αποσπαστήκανε	=	αποσπώ
αποσπαστήκατε	=	αποσπώ
αποσπαστεί	=	αποσπώ
αποσπαστείς	=	αποσπώ
αποσπαστείτε	=	αποσπώ
αποσπαστούμε	=	αποσπώ
αποσπαστούν	=	αποσπώ
αποσπαστούνε	=	αποσπώ
αποσπαστώ	=	αποσπώ
αποσπερία	noun	νύχτα κατά την οποία φαίνεται ο πλανήτης Αφροδίτη
αποσπερίας	noun	γενική ενικού του αποσπερία
αποσπερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσπερία
αποσπερίς	adv	αποσπέρα
αποσπεριών	noun	γενική πληθυντικού του αποσπερία
αποσπερμάτιζα	=	αποσπερματίζω
αποσπερμάτιζαν	=	αποσπερματίζω
αποσπερμάτιζε	=	αποσπερματίζω
αποσπερμάτιζες	=	αποσπερματίζω
αποσπερμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερμάτιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσπερματίζω
αποσπερμάτισης	noun	γενική ενικού του αποσπερμάτιση
αποσπερμάτων	=	απόσπερμα
αποσπερμάτωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσπερματίζω
αποσπερμάτωσης	noun	γενική ενικού του αποσπερμάτωση
αποσπερματίζαμε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζαν	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζανε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζατε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζει	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζεις	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζετε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζοντας	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζουμε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζουν	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζουνε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίζω	verb	άλλη μορφή του εκσπερματίζω
αποσπερματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίσαν	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίσανε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσπερμάτιση
αποσπερματίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσπερμάτιση
αποσπερματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματίστε	=	αποσπερματίζω
αποσπερματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσπερματίζω
αποσπερματισμέ	noun	κλητική ενικού του αποσπερματισμός
αποσπερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσπερματισμός
αποσπερματισμού	noun	γενική ενικού του αποσπερματισμός
αποσπερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσπερματισμός
αποσπερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσπερματισμός
αποσπερματισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσπερματίζω
αποσπερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσπερματισμός
αποσπερματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσπερμάτωση
αποσπερματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσπερμάτωση
αποσπερματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσπερμάτωση
αποσπερνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσπερνό	adv|literary	άλλη μορφή του αποσπέρα
αποσπερνέ	adj	κλητική ενικού του αποσπερνός
αποσπερνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσπερνή
αποσπερνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσπερνός
αποσπερνής	adj	γενική ενικού του αποσπερνή
αποσπερνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσπερνός
αποσπερνού	adj	γενική ενικού του αποσπερνός
αποσπερνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσπερνός
αποσπερνό	adj	αιτιατική ενικού του αποσπερνός
αποσπερνός	noun	αποσπερίτης	adj|literary	βραδινός
αποσπερνών	adj	γενική πληθυντικού του αποσπερνός
αποσπηθήκαμε	=	αποσπώ
αποσπηθήκαν	=	αποσπώ
αποσπηθήκανε	=	αποσπώ
αποσπηθήκατε	=	αποσπώ
αποσπηθεί	=	αποσπώ
αποσπηθείτε	=	αποσπώ
αποσπημένος	=	αποσπώ
αποσπορία	noun	(βοτανική): η κατάσταση αναπαραγωγής που παρουσιάζουν κάποια φυτά όπου παραλείπεται η μείωση όταν ένα διπλοειδές κύτταρο σπορόφυτου δημιουργεί το σπόριο που παράγει ένα διπλοειδές γαμετόφυτο.
αποσπορίας	=	αποσπορία
αποσπορίες	=	αποσπορία
αποσποριού	=	αποσπόρι
αποσποριών	=	αποσπόρι
αποσπουδάζω	verb|rare	ολοκληρώνω τις σπουδές μου
αποσπούμε	=	αποσπώ
αποσπούν	=	αποσπώ
αποσπούνε	=	αποσπώ
αποσπούσα	=	αποσπώ
αποσπούσαμε	=	αποσπώ
αποσπούσαν	=	αποσπώ
αποσπούσανε	=	αποσπώ
αποσπούσατε	=	αποσπώ
αποσπούσε	=	αποσπώ
αποσπούσες	=	αποσπώ
αποσπόμασταν	=	αποσπώ
αποσπόμαστε	=	αποσπώ
αποσπόμουν	=	αποσπώ
αποσπόντα	adv	που χτυπάει στη σπόντα ενός τραπεζιού μπιλιάρδου και επιστρέφει
αποσπόνταν	=	αποσπώ
αποσπόντουσαν	=	αποσπώ
αποσπόρι	noun|vulgar	το στερνοπαίδι
αποσπόρια	=	αποσπόρι
αποσπόσασταν	=	αποσπώ
αποσπόσουν	=	αποσπώ
αποσπόταν	=	αποσπώ
αποσπώ	verb	αποκόπτω, αποχωρίζω
αποσπώμαι	verb	χάνω την εστίαση της προσοχής μου, κάτι τραβάει την προσοχή μου από το κύριο αντικείμενό μου τη συγκεκριμένη στιγμή
αποσπώμεθα	=	αποσπώ
αποσπώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αποσπώμενο) του αποσπώμενος
αποσπώμενε	verb	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αποσπώμενος
αποσπώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αποσπώμενη) του αποσπώμενος
αποσπώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσπώμενος
αποσπώμενης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αποσπώμενη) του αποσπώμενος
αποσπώμενο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αποσπώμενος
αποσπώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσπώμενος
αποσπώμενος	verb	που αποσπάται, που μπορεί να αποσπαστεί
αποσπώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αποσπώμενος
αποσπώμενους	=	αποσπώμενος
αποσπώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αποσπώμενος
αποσπώνται	=	αποσπώ
αποσπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποσπώ
αποσπώντο	=	αποσπώ
αποστάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσταγμα
αποστάγματος	noun	γενική ενικού του απόσταγμα
αποστάζαμε	=	αποστάζω
αποστάζαν	=	αποστάζω
αποστάζανε	=	αποστάζω
αποστάζατε	=	αποστάζω
αποστάζει	=	αποστάζω
αποστάζεις	=	αποστάζω
αποστάζεσαι	=	αποστάζομαι
αποστάζεστε	=	αποστάζομαι
αποστάζεται	=	αποστάζομαι
αποστάζετε	=	αποστάζω
αποστάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστάζω
αποστάζομε	=	αποστάζω
αποστάζονται	=	αποστάζομαι
αποστάζονταν	=	αποστάζομαι
αποστάζοντας	=	αποστάζω
αποστάζου	=	αποστάζομαι
αποστάζουμε	=	αποστάζω
αποστάζουν	=	αποστάζω
αποστάζουνε	=	αποστάζω
αποστάζω	verb	κάνω απόσταξη
αποστάλαγμα	noun	ό,τι αποσταλάζει
αποστάλαζα	=	αποσταλάζω
αποστάλαζαν	=	αποσταλάζω
αποστάλαζε	=	αποσταλάζω
αποστάλαζες	=	αποσταλάζω
αποστάλαξα	=	αποσταλάζω
αποστάλαξαν	=	αποσταλάζω
αποστάλαξε	=	αποσταλάζω
αποστάλαξες	=	αποσταλάζω
αποστάλθηκα	=	αποστέλλω
αποστάλθηκαν	=	αποστέλλω
αποστάλθηκε	=	αποστέλλω
αποστάλθηκες	=	αποστέλλω
αποστάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσταμα
αποστάματος	noun	γενική ενικού του απόσταμα
αποστάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάξαν	=	αποστάζω
αποστάξανε	=	αποστάζω
αποστάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσταξη
αποστάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσταξη
αποστάξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσταξη
αποστάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστάξιμο
αποστάξιμε	adj	κλητική ενικού του αποστάξιμος
αποστάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστάξιμη
αποστάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστάξιμος
αποστάξιμης	adj	γενική ενικού του αποστάξιμη
αποστάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποστάξιμος
αποστάξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστάξιμος
αποστάξιμος	adj	που μπορεί να αποσταχθεί
αποστάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστάξιμος
αποστάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστάξιμος
αποστάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστάξιμος
αποστάξομε	=	αποστάζω
αποστάξου	=	αποστάζομαι
αποστάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάξουνε	=	αποστάζω
αποστάξτε	=	αποστάζω
αποστάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστάζω
αποστάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάσαν	=	αποσταίνω
αποστάσανε	=	αποσταίνω
αποστάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσταση
αποστάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσταση
αποστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσταση
αποστάσομε	=	αποσταίνω
αποστάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάσουνε	=	αποσταίνω
αποστάστε	=	αποσταίνω
αποστάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
αποστάτει	=	αποστατώ
αποστάτες	=	αποστάτης
αποστάτη	=	αποστάτης
αποστάτης	noun	αυτός που εξεγείρεται ενάντια στην καθιερωμένη εξουσία, που επαναστατεί, που αποστατεί
αποστάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστάτισσα	noun	θηλυκό του αποστάτης
αποστάτισσας	noun	γενική ενικού του αποστάτισσα
αποστάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστάτισσα
αποστάτρια	noun	θηλυκό του αποστάτης
αποστάτριας	noun	γενική ενικού του αποστάτρια
αποστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστάτρια
αποστάφου	=	αποστρέφω
αποστάφυλα	noun	σταφύλια (συνήθως δευτερεύουσας ποιότητας) που απομένουν πάνω στο κλήμα μετά από τον τρύγο
αποστάφυλο	noun	σταφύλι (συνήθως δευτερεύουσας ποιότητας) που απομένει πάνω στο κλήμα μετά από τον τρύγο
αποστάφυλου	noun	γενική ενικού του αποστάφυλο
αποστάφυλων	noun	γενική πληθυντικού του αποστάφυλο
αποστάχθηκα	=	αποστάζω
αποστάχθηκαν	=	αποστάζω
αποστάχθηκε	=	αποστάζω
αποστάχθηκες	=	αποστάζω
αποστάχτηκα	=	αποστάζομαι
αποστάχτηκαν	=	αποστάζομαι
αποστάχτηκε	=	αποστάζομαι
αποστάχτηκες	=	αποστάζομαι
αποστέγνωμα	noun	το αποτέλεσμα του αποστεγνώνω
αποστέγνωνα	=	αποστεγνώνω
αποστέγνωναν	=	αποστεγνώνω
αποστέγνωνε	=	αποστεγνώνω
αποστέγνωνες	=	αποστεγνώνω
αποστέγνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστέγνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστέγνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστέγνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστέγνωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστεγνώνω
αποστέγνωσης	noun	γενική ενικού του αποστέγνωση
αποστέλλαμε	=	αποστέλλω
αποστέλλαν	=	αποστέλλω
αποστέλλανε	=	αποστέλλω
αποστέλλατε	=	αποστέλλω
αποστέλλει	=	αποστέλλω
αποστέλλεις	=	αποστέλλω
αποστέλλεσαι	=	αποστέλλω
αποστέλλεστε	=	αποστέλλω
αποστέλλεται	adj	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποστέλλομαι
αποστέλλετε	=	αποστέλλω
αποστέλλομαι	verb	με στέλνουν από ένα μέρος σε άλλο
αποστέλλομε	=	αποστέλλω
αποστέλλον	=	αποστέλλων
αποστέλλοντα	=	αποστέλλων
αποστέλλονται	=	αποστέλλω
αποστέλλονταν	=	αποστέλλω
αποστέλλοντας	=	αποστέλλω
αποστέλλοντες	=	αποστέλλων
αποστέλλοντος	=	αποστέλλων
αποστέλλουμε	=	αποστέλλω
αποστέλλουν	=	αποστέλλω
αποστέλλουνε	=	αποστέλλω
αποστέλλουσα	=	αποστέλλων
αποστέλλουσας	=	αποστέλλων
αποστέλλουσες	=	αποστέλλων
αποστέλλω	verb|formal	στέλνω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένο μέρος για συγκεκριμένο λόγο
αποστέλλων	verb|formal	που αποστέλλει
αποστέλνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του αποστέλλω
αποστέργαμε	=	αποστέργω
αποστέργαν	=	αποστέργω
αποστέργανε	=	αποστέργω
αποστέργατε	=	αποστέργω
αποστέργει	=	αποστέργω
αποστέργεις	=	αποστέργω
αποστέργετε	=	αποστέργω
αποστέργοντας	=	αποστέργω
αποστέργουμε	=	αποστέργω
αποστέργουν	=	αποστέργω
αποστέργουνε	=	αποστέργω
αποστέργω	verb|formal	απορρίπτω, αρνούμαι
αποστέρευα	=	αποστερεύω
αποστέρευαν	=	αποστερεύω
αποστέρευε	=	αποστερεύω
αποστέρευες	=	αποστερεύω
αποστέρεψα	=	αποστερεύω
αποστέρεψαν	=	αποστερεύω
αποστέρεψε	=	αποστερεύω
αποστέρεψες	=	αποστερεύω
αποστέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστέρηση	noun	το αποτέλεσμα του αποστερώ
αποστέρησης	noun	γενική ενικού του αποστέρηση
αποστέρξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξαν	=	αποστέργω
αποστέρξανε	=	αποστέργω
αποστέρξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέρξτε	=	αποστέργω
αποστέρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέργω
αποστέωνα	=	αποστεώνω
αποστέωναν	=	αποστεώνω
αποστέωνε	=	αποστεώνω
αποστέωνες	=	αποστεώνω
αποστέωσα	=	αποστεώνω
αποστέωσαν	=	αποστεώνω
αποστέωσε	=	αποστεώνω
αποστέωσες	=	αποστεώνω
αποστέωση	noun	οστεοποίηση
αποστέωσης	noun	γενική ενικού του αποστέωση
αποστήθιζα	=	αποστηθίζω
αποστήθιζαν	=	αποστηθίζω
αποστήθιζε	=	αποστηθίζω
αποστήθιζες	=	αποστηθίζω
αποστήθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστήθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστήθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστήθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστήθιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστηθίζω
αποστήθισης	noun	γενική ενικού του αποστήθιση
αποστήθισμα	noun	άλλη μορφή του αποστήθιση
αποστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόστημα
αποστήματος	noun	γενική ενικού του απόστημα
αποστίχου	=	απόστιχο
αποστίχων	=	απόστιχο
αποσταίναμε	=	αποσταίνω
αποσταίναν	=	αποσταίνω
αποσταίνανε	=	αποσταίνω
αποσταίνατε	=	αποσταίνω
αποσταίνει	=	αποσταίνω
αποσταίνεις	=	αποσταίνω
αποσταίνετε	=	αποσταίνω
αποσταίνομε	=	αποσταίνω
αποσταίνοντας	=	αποσταίνω
αποσταίνουμε	=	αποσταίνω
αποσταίνουν	=	αποσταίνω
αποσταίνουνε	=	αποσταίνω
αποσταίνω	verb|literary	κουράζομαι (ψυχικά ή σωματικά)
αποσταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόσταγμα
αποσταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταγμένο
αποσταγμένε	verb	κλητική ενικού του αποσταγμένος
αποσταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταγμένη
αποσταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταγμένος
αποσταγμένης	verb	γενική ενικού του αποσταγμένη
αποσταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσταγμένος
αποσταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταγμένος
αποσταγμένος	verb	που έχει αποσταχθεί
αποσταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσταγμένος
αποσταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσταγμένος
αποσταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσταγμένος
αποσταγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταγματικό
αποσταγματικέ	adj	κλητική ενικού του αποσταγματικός
αποσταγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταγματική
αποσταγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταγματικός
αποσταγματικής	adj	γενική ενικού του αποσταγματική
αποσταγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταγματικός
αποσταγματικού	adj	γενική ενικού του αποσταγματικός
αποσταγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσταγματικός
αποσταγματικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσταγματικός
αποσταγματικός	adj	που έχει σχέση με το απόσταγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
αποσταγματικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσταγματικός
αποσταγματοποιέ	noun	κλητική ενικού του αποσταγματοποιός
αποσταγματοποιείο	noun|rare	αποστακτήριο
αποσταγματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταγματοποιός
αποσταγματοποιού	noun	γενική ενικού του αποσταγματοποιός
αποσταγματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσταγματοποιός
αποσταγματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του αποσταγματοποιός
αποσταγματοποιός	noun	που εργάζεται σε αποσταγματοποιείο, σε αποστακτήριο, ή είναι ιδιοκτήτης του
αποσταγματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του αποσταγματοποιός
αποσταζόμασταν	=	αποστάζομαι
αποσταζόμαστε	=	αποστάζομαι
αποσταζόμουν	=	αποστάζομαι
αποσταζόμουνα	=	αποστάζομαι
αποσταζόντουσαν	=	αποστάζομαι
αποσταζόσασταν	=	αποστάζομαι
αποσταζόσαστε	=	αποστάζομαι
αποσταζόσουν	=	αποστάζομαι
αποσταζόσουνα	=	αποστάζομαι
αποσταζόταν	=	αποστάζομαι
αποσταζότανε	=	αποστάζομαι
αποσταθεροποίει	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποίησης	noun	γενική ενικού του αποσταθεροποίηση
αποσταθεροποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσαν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσανε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποίηση
αποσταθεροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσταθεροποίηση
αποσταθεροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσταθεροποίηση
αποσταθεροποιήσου	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσουνε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήστε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιεί	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιείς	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιείσαι	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιείστε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιείται	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιείτε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιείτο	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθήκαν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιηθήκανε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιηθούνε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσταθεροποιούμαι
αποσταθεροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποιημένο
αποσταθεροποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποιημένη
αποσταθεροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιημένης	verb	γενική ενικού του αποσταθεροποιημένη
αποσταθεροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιημένος	verb	που έχει αποσταθεροποιηθεί
αποσταθεροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσταθεροποιημένος
αποσταθεροποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποιητικό	adv	κατά τρόπο αποσταθεροποιητικό, επιφέροντας ή επιδιώκοντας την αποσταθεροποίηση
αποσταθεροποιητικέ	adj	κλητική ενικού του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποιητική
αποσταθεροποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιητικής	adj	γενική ενικού του αποσταθεροποιητική
αποσταθεροποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιητικού	adj	γενική ενικού του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιητικός	adj	που αποσταθεροποιεί ή επιδιώκει την αποσταθεροποίηση
αποσταθεροποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσταθεροποιητικός
αποσταθεροποιούμαι	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούμασταν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούμαστε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούμε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούμενος	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούμουν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούμουνα	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούνε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούνται	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούνταν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούντο	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσα	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσαμε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσαν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσανε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσατε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσες	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσουν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιούσουνα	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόμασταν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόμαστε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόμουν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόμουνα	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόνταν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόντανε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόντουσαν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόσασταν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόσαστε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόσουν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόσουνα	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιόταν	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιότανε	=	αποσταθεροποιώ
αποσταθεροποιώ	verb	κάνω κάτι να μην είναι σταθερό
αποσταθεροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποσταθεροποιώ
αποστακτήρα	=	αποστακτήρας
αποστακτήρας	noun	συσκευή με την οποία γίνεται η απόσταξη
αποστακτήρες	=	αποστακτήρας
αποστακτήρια	=	αποστακτήριο
αποστακτήριο	noun	μέρος όπου γίνεται η απόσταξη
αποστακτήριου	=	αποστακτήριο
αποστακτήριων	=	αποστακτήριο
αποστακτήρων	=	αποστακτήρας
αποστακτηρίου	=	αποστακτήριο
αποστακτηρίων	=	αποστακτήριο
αποστακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστακτικό
αποστακτικέ	adj	κλητική ενικού του αποστακτικός
αποστακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστακτική
αποστακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστακτικός
αποστακτικής	adj	γενική ενικού του αποστακτική
αποστακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστακτικός
αποστακτικού	adj	γενική ενικού του αποστακτικός
αποστακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστακτικός
αποστακτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποστακτικός
αποστακτικός	adj	που έχει σχέση με την απόσταξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποστακτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστακτικός
αποσταλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστάλαγμα
αποσταλάγματος	noun	γενική ενικού του αποστάλαγμα
αποσταλάζαμε	=	αποσταλάζω
αποσταλάζαν	=	αποσταλάζω
αποσταλάζανε	=	αποσταλάζω
αποσταλάζατε	=	αποσταλάζω
αποσταλάζει	=	αποσταλάζω
αποσταλάζεις	=	αποσταλάζω
αποσταλάζετε	=	αποσταλάζω
αποσταλάζοντας	=	αποσταλάζω
αποσταλάζουμε	=	αποσταλάζω
αποσταλάζουν	=	αποσταλάζω
αποσταλάζουνε	=	αποσταλάζω
αποσταλάζω	verb	στάζω, αποστάζω
αποσταλάξαμε	=	αποσταλάζω
αποσταλάξαν	=	αποσταλάζω
αποσταλάξανε	=	αποσταλάζω
αποσταλάξατε	=	αποσταλάζω
αποσταλάξει	=	αποσταλάζω
αποσταλάξτε	=	αποσταλάζω
αποσταλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποστάλαγμα
αποσταλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταλαγμένο
αποσταλαγμένε	verb	κλητική ενικού του αποσταλαγμένος
αποσταλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταλαγμένη
αποσταλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταλαγμένος
αποσταλαγμένης	verb	γενική ενικού του αποσταλαγμένη
αποσταλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσταλαγμένος
αποσταλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταλαγμένος
αποσταλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσταλαγμένος
αποσταλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσταλαγμένος
αποσταλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσταλαγμένος
αποσταλεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του αποστέλλω
αποσταλείς	=	αποστέλλω
αποσταλείτε	=	αποστέλλω
αποσταλθήκαμε	=	αποστέλλω
αποσταλθήκαν	=	αποστέλλω
αποσταλθήκανε	=	αποστέλλω
αποσταλθήκατε	=	αποστέλλω
αποσταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταλμένο
αποσταλμένε	verb	κλητική ενικού του αποσταλμένος
αποσταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταλμένη
αποσταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταλμένος
αποσταλμένης	verb	γενική ενικού του αποσταλμένη
αποσταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσταλμένος
αποσταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταλμένος
αποσταλμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποστέλλω
αποσταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσταλμένος
αποσταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσταλμένος
αποσταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσταλμένος
αποσταλούμε	=	αποστέλλω
αποσταλούν	=	αποστέλλω
αποσταλούνε	=	αποστέλλω
αποσταλώ	=	αποστέλλω
αποσταμάρα	noun|literary	το αποτέλεσμα του αποσταίνω
αποσταμάρας	noun	γενική ενικού του αποσταμάρα
αποσταμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταμάρα
αποσταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόσταμα
αποσταμέ	noun	κλητική ενικού του αποσταμός
αποσταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταμένο
αποσταμένε	verb	κλητική ενικού του αποσταμένος
αποσταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσταμένη
αποσταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσταμένος
αποσταμένης	verb	γενική ενικού του αποσταμένη
αποσταμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσταμένος
αποσταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταμένος
αποσταμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσταίνω, κουρασμένος
αποσταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσταμένος
αποσταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσταμένος
αποσταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσταμένος
αποσταμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσταμός
αποσταμού	noun	γενική ενικού του αποσταμός
αποσταμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσταμός
αποσταμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσταμός
αποσταμός	noun|literary	το αποτέλεσμα του αποσταίνω
αποσταμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσταμός
αποστασία	noun	εξέγερση κατά της εξουσίας
αποστασίας	noun	γενική ενικού του αποστασία
αποστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστασία
αποστασίλα	noun|literary	το αποτέλεσμα του αποσταίνω
αποστασίλας	noun	γενική ενικού του αποστασίλα
αποστασίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστασίλα
αποστασιοποίηση	noun	απραξία, απομάκρυνση, η μη τήρηση στάσης
αποστασιοποίησης	noun	γενική ενικού του αποστασιοποίηση
αποστασιοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστασιοποίηση
αποστασιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστασιοποίηση
αποστασιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστασιοποίηση
αποστασιοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστασιοποιημένο
αποστασιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστασιοποιημένη
αποστασιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποστασιοποιημένη
αποστασιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποστασιοποιούμαι
αποστασιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστασιοποιημένος
αποστασιοποιούμαι	verb	τηρώ τις αποστάσεις, απομακρύνομαι από κάποια άποψη, διαχωρίζω τη θέση μου, διαφοροποιούμαι
αποστασιών	noun	γενική πληθυντικού του αποστασία
αποστασμένος	=	αποσταίνω
αποστατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήσαν	=	αποστατώ
αποστατήσανε	=	αποστατώ
αποστατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατήστε	=	αποστατώ
αποστατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστατώ
αποστατεί	=	αποστατώ
αποστατείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποστατώ
αποστατείτε	=	αποστατώ
αποστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστατικό
αποστατικέ	adj	κλητική ενικού του αποστατικός
αποστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστατική
αποστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστατικός
αποστατικής	adj	γενική ενικού του αποστατική
αποστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστατικός
αποστατικού	adj	γενική ενικού του αποστατικός
αποστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστατικός
αποστατικό	adj	αιτιατική ενικού του αποστατικός
αποστατικός	adj	που έχει σχέση με τον αποστάτη ή την αποστασία ή αναφέρεται σ’ αυτά
αποστατικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστατικός
αποστατισσών	noun	γενική πληθυντικού του αποστάτισσα
αποστατούμε	=	αποστατώ
αποστατούν	=	αποστατώ
αποστατούνε	=	αποστατώ
αποστατούσα	=	αποστατώ
αποστατούσαμε	=	αποστατώ
αποστατούσαν	=	αποστατώ
αποστατούσανε	=	αποστατώ
αποστατούσατε	=	αποστατώ
αποστατούσε	=	αποστατώ
αποστατούσες	=	αποστατώ
αποστατριών	noun	γενική πληθυντικού του αποστάτρια
αποστατώ	verb	φεύγω από κάποιο πολιτικό κόμμα, προδίδοντας το κόμμα και τους ψηφοφόρους του
αποστατών	=	αποστάτης
αποστατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποστατώ
αποσταχθήκαμε	=	αποστάζω
αποσταχθήκαν	=	αποστάζω
αποσταχθήκανε	=	αποστάζω
αποσταχθήκατε	=	αποστάζω
αποσταχθεί	=	αποστάζω
αποσταχθείς	=	αποστάζω
αποσταχθείτε	=	αποστάζω
αποσταχθούμε	=	αποστάζω
αποσταχθούν	=	αποστάζω
αποσταχθούνε	=	αποστάζω
αποσταχθώ	=	αποστάζω
αποσταχτήκαμε	=	αποστάζομαι
αποσταχτήκαν	=	αποστάζομαι
αποσταχτήκανε	=	αποστάζομαι
αποσταχτήκατε	=	αποστάζομαι
αποσταχτεί	=	αποστάζομαι
αποσταχτείτε	=	αποστάζομαι
αποστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλαν	=	αποστέλλω
αποστείλανε	=	αποστέλλω
αποστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλομε	=	αποστέλλω
αποστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείλουνε	=	αποστέλλω
αποστείλτε	=	αποστέλλω
αποστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστέλλω
αποστείρωνα	=	αποστειρώνω
αποστείρωναν	=	αποστειρώνω
αποστείρωνε	=	αποστειρώνω
αποστείρωνες	=	αποστειρώνω
αποστείρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστείρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστείρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστείρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστείρωση	noun	η πλήρης καταστροφή, σε ένα υλικό ή αντικείμενο, όλων των μορφών των μικροοργανισμών
αποστείρωσης	noun	γενική ενικού του αποστείρωση
αποστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστεγνωθήκαμε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωθήκαν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωθήκανε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωθήκατε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωθεί	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωθείτε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποστέγνωμα
αποστεγνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστεγνωμένο
αποστεγνωμένε	verb	κλητική ενικού του αποστεγνωμένος
αποστεγνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστεγνωμένη
αποστεγνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστεγνωμένος
αποστεγνωμένης	verb	γενική ενικού του αποστεγνωμένη
αποστεγνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστεγνωμένος
αποστεγνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστεγνωμένος
αποστεγνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποστεγνώνω
αποστεγνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστεγνωμένος
αποστεγνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστεγνωμένος
αποστεγνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστεγνωμένος
αποστεγνωνόμασταν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόμαστε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόμουν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόμουνα	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόντουσαν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόσασταν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόσαστε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόσουν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόσουνα	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνόταν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωνότανε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστεγνωτικό
αποστεγνωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποστεγνωτικός
αποστεγνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστεγνωτική
αποστεγνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστεγνωτικός
αποστεγνωτικής	adj	γενική ενικού του αποστεγνωτική
αποστεγνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστεγνωτικός
αποστεγνωτικού	adj	γενική ενικού του αποστεγνωτικός
αποστεγνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστεγνωτικός
αποστεγνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποστεγνωτικός
αποστεγνωτικός	adj|figurative	που έχει σχέση με την αποστέγνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποστεγνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστεγνωτικός
αποστεγνώθηκα	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώθηκαν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώθηκε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώθηκες	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστέγνωμα
αποστεγνώματος	noun	γενική ενικού του αποστέγνωμα
αποστεγνώναμε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώναν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνανε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνατε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνει	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνεις	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνεσαι	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνεστε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνεται	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνετε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώνονται	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνονταν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνοντας	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνουμε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνουν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνουνε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώνω	verb|figurative	κάνω κάτι τελείως στεγνό, αποξεραίνω
αποστεγνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώσαν	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώσανε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστέγνωση
αποστεγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστέγνωση
αποστεγνώσου	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστεγνώστε	=	αποστεγνώνω
αποστεγνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστεγνώνω
αποστειρωθήκαμε	=	αποστειρώνω
αποστειρωθήκαν	=	αποστειρώνω
αποστειρωθήκανε	=	αποστειρώνω
αποστειρωθήκατε	=	αποστειρώνω
αποστειρωθεί	=	αποστειρώνω
αποστειρωθείς	=	αποστειρώνω
αποστειρωθείτε	=	αποστειρώνω
αποστειρωθούμε	=	αποστειρώνω
αποστειρωθούν	=	αποστειρώνω
αποστειρωθούνε	=	αποστειρώνω
αποστειρωθώ	=	αποστειρώνω
αποστειρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστειρωμένο
αποστειρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποστειρωμένος
αποστειρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστειρωμένη
αποστειρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστειρωμένος
αποστειρωμένης	verb	γενική ενικού του αποστειρωμένη
αποστειρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστειρωμένος
αποστειρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστειρωμένος
αποστειρωμένος	verb	που έχει αποστειρωθεί, απολυμανθεί από βακτήρια ή γενικά μικροοργανισμούς
αποστειρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστειρωμένος
αποστειρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστειρωμένος
αποστειρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστειρωμένος
αποστειρωνόμασταν	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόμαστε	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόμουν	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόμουνα	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόντουσαν	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόσασταν	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόσαστε	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόσουν	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόσουνα	=	αποστειρώνω
αποστειρωνόταν	=	αποστειρώνω
αποστειρωνότανε	=	αποστειρώνω
αποστειρωτές	=	αποστειρωτής
αποστειρωτή	=	αποστειρωτής
αποστειρωτήρα	=	αποστειρωτήρας
αποστειρωτήρας	noun	συσκευή με την οποία γίνεται η αποστείρωση
αποστειρωτήρες	=	αποστειρωτήρας
αποστειρωτήρων	=	αποστειρωτήρας
αποστειρωτής	noun	συσκευή με την οποία γίνεται η αποστείρωση
αποστειρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστειρωτικό
αποστειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποστειρωτικός
αποστειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστειρωτική
αποστειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστειρωτικός
αποστειρωτικής	adj	γενική ενικού του αποστειρωτική
αποστειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστειρωτικός
αποστειρωτικού	adj	γενική ενικού του αποστειρωτικός
αποστειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστειρωτικός
αποστειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποστειρωτικός
αποστειρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποστείρωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποστειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστειρωτικός
αποστειρωτών	=	αποστειρωτής
αποστειρώθηκα	=	αποστειρώνω
αποστειρώθηκαν	=	αποστειρώνω
αποστειρώθηκε	=	αποστειρώνω
αποστειρώθηκες	=	αποστειρώνω
αποστειρώναμε	=	αποστειρώνω
αποστειρώναν	=	αποστειρώνω
αποστειρώνανε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνατε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνει	=	αποστειρώνω
αποστειρώνεις	=	αποστειρώνω
αποστειρώνεσαι	=	αποστειρώνω
αποστειρώνεστε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνεται	=	αποστειρώνω
αποστειρώνετε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώνομε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνονται	=	αποστειρώνω
αποστειρώνονταν	=	αποστειρώνω
αποστειρώνοντας	=	αποστειρώνω
αποστειρώνουμε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνουν	=	αποστειρώνω
αποστειρώνουνε	=	αποστειρώνω
αποστειρώνω	verb	κάνω αποστείρωση
αποστειρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώσαν	=	αποστειρώνω
αποστειρώσανε	=	αποστειρώνω
αποστειρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστείρωση
αποστειρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστείρωση
αποστειρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστείρωση
αποστειρώσομε	=	αποστειρώνω
αποστειρώσου	=	αποστειρώνω
αποστειρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστειρώσουνε	=	αποστειρώνω
αποστειρώστε	=	αποστειρώνω
αποστειρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστειρώνω
αποστελλουσών	=	αποστέλλων
αποστελλούσης	=	αποστέλλων
αποστελλόμασταν	=	αποστέλλω
αποστελλόμαστε	=	αποστέλλω
αποστελλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστελλόμενο
αποστελλόμενε	verb	κλητική ενικού του αποστελλόμενος
αποστελλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστελλόμενη
αποστελλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστελλόμενος
αποστελλόμενης	verb	γενική ενικού του αποστελλόμενη
αποστελλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποστελλόμενος
αποστελλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστελλόμενος
αποστελλόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποστέλλω
αποστελλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστελλόμενος
αποστελλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστελλόμενος
αποστελλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστελλόμενος
αποστελλόμουν	=	αποστέλλω
αποστελλόμουνα	=	αποστέλλω
αποστελλόντουσαν	=	αποστέλλω
αποστελλόντων	=	αποστέλλων
αποστελλόσασταν	=	αποστέλλω
αποστελλόσαστε	=	αποστέλλω
αποστελλόσουν	=	αποστέλλω
αποστελλόσουνα	=	αποστέλλω
αποστελλόταν	=	αποστέλλω
αποστελλότανε	=	αποστέλλω
αποστενεύω	verb|rare	άλλη γραφή του στενεύω
αποστερέψαμε	=	αποστερεύω
αποστερέψαν	=	αποστερεύω
αποστερέψανε	=	αποστερεύω
αποστερέψατε	=	αποστερεύω
αποστερέψει	=	αποστερεύω
αποστερέψτε	=	αποστερεύω
αποστερέωνα	=	αποστερεώνω
αποστερέωναν	=	αποστερεώνω
αποστερέωνε	=	αποστερεώνω
αποστερέωνες	=	αποστερεώνω
αποστερέωσα	=	αποστερεώνω
αποστερέωσαν	=	αποστερεώνω
αποστερέωσε	=	αποστερεώνω
αποστερέωσες	=	αποστερεώνω
αποστερήθηκα	=	αποστερώ
αποστερήθηκαν	=	αποστερώ
αποστερήθηκε	=	αποστερώ
αποστερήθηκες	=	αποστερώ
αποστερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσαν	=	αποστερώ
αποστερήσανε	=	αποστερώ
αποστερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστέρηση
αποστερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστέρηση
αποστερήσου	=	αποστερώ
αποστερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερήσουνε	=	αποστερώ
αποστερήστε	=	αποστερώ
αποστερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστερώ
αποστερεί	=	αποστερώ
αποστερείς	=	αποστερώ
αποστερείσαι	=	αποστερώ
αποστερείστε	=	αποστερώ
αποστερείται	=	αποστερώ
αποστερείτε	=	αποστερώ
αποστερείτο	=	αποστερώ
αποστερεύαμε	=	αποστερεύω
αποστερεύαν	=	αποστερεύω
αποστερεύανε	=	αποστερεύω
αποστερεύατε	=	αποστερεύω
αποστερεύει	=	αποστερεύω
αποστερεύεις	=	αποστερεύω
αποστερεύετε	=	αποστερεύω
αποστερεύοντας	=	αποστερεύω
αποστερεύουμε	=	αποστερεύω
αποστερεύουν	=	αποστερεύω
αποστερεύουνε	=	αποστερεύω
αποστερεύω	verb	στερεύω τελείως
αποστερεώναμε	=	αποστερεώνω
αποστερεώναν	=	αποστερεώνω
αποστερεώνανε	=	αποστερεώνω
αποστερεώνατε	=	αποστερεώνω
αποστερεώνει	=	αποστερεώνω
αποστερεώνεις	=	αποστερεώνω
αποστερεώνετε	=	αποστερεώνω
αποστερεώνοντας	=	αποστερεώνω
αποστερεώνουμε	=	αποστερεώνω
αποστερεώνουν	=	αποστερεώνω
αποστερεώνουνε	=	αποστερεώνω
αποστερεώνω	verb	στερεώνω καλά
αποστερεώσαμε	=	αποστερεώνω
αποστερεώσαν	=	αποστερεώνω
αποστερεώσανε	=	αποστερεώνω
αποστερεώσατε	=	αποστερεώνω
αποστερεώσει	=	αποστερεώνω
αποστερεώστε	=	αποστερεώνω
αποστερηθήκαμε	=	αποστερώ
αποστερηθήκαν	=	αποστερώ
αποστερηθήκανε	=	αποστερώ
αποστερηθήκατε	=	αποστερώ
αποστερηθεί	=	αποστερώ
αποστερηθείς	=	αποστερώ
αποστερηθείτε	=	αποστερώ
αποστερηθούμε	=	αποστερώ
αποστερηθούν	=	αποστερώ
αποστερηθούνε	=	αποστερώ
αποστερηθώ	=	αποστερώ
αποστερημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστερημένο
αποστερημένε	verb	κλητική ενικού του αποστερημένος
αποστερημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστερημένη
αποστερημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστερημένος
αποστερημένης	verb	γενική ενικού του αποστερημένη
αποστερημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστερημένος
αποστερημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστερημένος
αποστερημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποστερώ
αποστερημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστερημένος
αποστερημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστερημένος
αποστερημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστερημένος
αποστεριανά	=	αποστεριανός
αποστεριανέ	=	αποστεριανός
αποστεριανές	=	αποστεριανός
αποστεριανή	=	αποστεριανός
αποστεριανής	=	αποστεριανός
αποστεριανοί	=	αποστεριανός
αποστεριανού	=	αποστεριανός
αποστεριανούς	=	αποστεριανός
αποστεριανό	=	αποστεριανός
αποστεριανός	adj	που προέρχεται από την πλευρά της στεριάς
αποστεριανών	=	αποστεριανός
αποστεριόρι	adv	εκ των υστέρων
αποστερούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστερώ
αποστερούμασταν	=	αποστερώ
αποστερούμαστε	=	αποστερώ
αποστερούμε	=	αποστερώ
αποστερούμενος	=	αποστερώ
αποστερούμουν	=	αποστερώ
αποστερούμουνα	=	αποστερώ
αποστερούν	=	αποστερώ
αποστερούνε	=	αποστερώ
αποστερούνται	=	αποστερώ
αποστερούνταν	=	αποστερώ
αποστερούντο	=	αποστερώ
αποστερούσα	=	αποστερώ
αποστερούσαμε	=	αποστερώ
αποστερούσαν	=	αποστερώ
αποστερούσανε	=	αποστερώ
αποστερούσασταν	=	αποστερώ
αποστερούσαστε	=	αποστερώ
αποστερούσατε	=	αποστερώ
αποστερούσε	=	αποστερώ
αποστερούσες	=	αποστερώ
αποστερούσουν	=	αποστερώ
αποστερούσουνα	=	αποστερώ
αποστερώ	verb|formal	στερώ κάτι από κάποιον, που το έχει στην κατοχή του ή το δικαιούται
αποστερώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποστερώ
αποστεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστεωμένο
αποστεωμένε	verb	κλητική ενικού του αποστεωμένος
αποστεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστεωμένη
αποστεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστεωμένος
αποστεωμένης	verb	γενική ενικού του αποστεωμένη
αποστεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστεωμένος
αποστεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστεωμένος
αποστεωμένος	verb	υπερβολικά ισχνός
αποστεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστεωμένος
αποστεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστεωμένος
αποστεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστεωμένος
αποστεώθηκα	=	αποστεώνομαι
αποστεώναμε	=	αποστεώνω
αποστεώναν	=	αποστεώνω
αποστεώνανε	=	αποστεώνω
αποστεώνατε	=	αποστεώνω
αποστεώνει	=	αποστεώνω
αποστεώνεις	=	αποστεώνω
αποστεώνετε	=	αποστεώνω
αποστεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστεώνω
αποστεώνοντας	=	αποστεώνω
αποστεώνουμε	=	αποστεώνω
αποστεώνουν	=	αποστεώνω
αποστεώνουνε	=	αποστεώνω
αποστεώνω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι αδύνατο
αποστεώσαμε	=	αποστεώνω
αποστεώσαν	=	αποστεώνω
αποστεώσανε	=	αποστεώνω
αποστεώσατε	=	αποστεώνω
αποστεώσει	=	αποστεώνω
αποστεώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστέωση
αποστεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστέωση
αποστεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστέωση
αποστεώστε	=	αποστεώνω
αποστηθίζαμε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζαν	=	αποστηθίζω
αποστηθίζανε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζατε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζει	=	αποστηθίζω
αποστηθίζεις	=	αποστηθίζω
αποστηθίζεντο	=	αποστηθίζω
αποστηθίζεσαι	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίζεσθε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζεστε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίζεται	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίζετε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζετο	=	αποστηθίζω
αποστηθίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίζομε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζονται	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίζονταν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίζοντας	=	αποστηθίζω
αποστηθίζου	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίζουμε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζουν	=	αποστηθίζω
αποστηθίζουνε	=	αποστηθίζω
αποστηθίζω	verb	μαθαίνω κάτι απέξω, το απομνημονεύω
αποστηθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίσαν	=	αποστηθίζω
αποστηθίσανε	=	αποστηθίζω
αποστηθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστήθιση
αποστηθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστήθιση
αποστηθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστήθιση
αποστηθίσθηκα	=	αποστηθίζω
αποστηθίσθηκαν	=	αποστηθίζω
αποστηθίσθηκε	=	αποστηθίζω
αποστηθίσθηκες	=	αποστηθίζω
αποστηθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστήθισμα
αποστηθίσματος	noun	γενική ενικού του αποστήθισμα
αποστηθίσομε	=	αποστηθίζω
αποστηθίσου	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθίσουνε	=	αποστηθίζω
αποστηθίστε	=	αποστηθίζω
αποστηθίστηκα	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίστηκαν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίστηκε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίστηκες	=	αποστηθίζομαι
αποστηθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστηθίζω
αποστηθιζόμασταν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόμαστε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόμεθα	=	αποστηθίζω
αποστηθιζόμουν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόμουνα	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόντουσαν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόσασταν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόσαστε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόσουν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόσουνα	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζόταν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιζότανε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθισθήκαμε	=	αποστηθίζω
αποστηθισθήκατε	=	αποστηθίζω
αποστηθισθεί	=	αποστηθίζω
αποστηθισθείς	=	αποστηθίζω
αποστηθισθείτε	=	αποστηθίζω
αποστηθισθούμε	=	αποστηθίζω
αποστηθισθούν	=	αποστηθίζω
αποστηθισθούνε	=	αποστηθίζω
αποστηθισθώ	=	αποστηθίζω
αποστηθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποστήθισμα
αποστηθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστηθισμένο
αποστηθισμένε	verb	κλητική ενικού του αποστηθισμένος
αποστηθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστηθισμένη
αποστηθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστηθισμένος
αποστηθισμένης	verb	γενική ενικού του αποστηθισμένη
αποστηθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστηθισμένος
αποστηθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστηθισμένος
αποστηθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποστηθίζω
αποστηθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστηθισμένος
αποστηθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστηθισμένος
αποστηθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστηθισμένος
αποστηθιστήκαμε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιστήκαν	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιστήκανε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιστήκατε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιστεί	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιστείς	=	αποστηθίζω
αποστηθιστείτε	=	αποστηθίζομαι
αποστηθιστούμε	=	αποστηθίζω
αποστηθιστούν	=	αποστηθίζω
αποστηθιστούνε	=	αποστηθίζω
αποστηθιστώ	=	αποστηθίζω
αποστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόστημα
αποστηματωδών	=	αποστηματώδης
αποστηματώδεις	=	αποστηματώδης
αποστηματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αποστηματώδης
αποστηματώδη	=	αποστηματώδης
αποστηματώδης	adj	που έχει μορφή αποστήματος
αποστηματώδους	=	αποστηματώδης
αποστιγματισμέ	=	αποστιγματισμός
αποστιγματισμοί	=	αποστιγματισμός
αποστιγματισμού	=	αποστιγματισμός
αποστιγματισμούς	=	αποστιγματισμός
αποστιγματισμό	=	αποστιγματισμός
αποστιγματισμός	noun|formal	η ενεργητική προσπάθεια για την άρση των αρνητικών προκαταλήψεων και διακρίσεων που βαρύνουν άτομα ή ομάδες λόγω κάποιου χαρακτηριστικού τους (π.χ. ασθένεια, ταυτότητα, παρελθόν), με στόχο την κοινωνική αποδοχή και ένταξη
αποστιγματισμών	=	αποστιγματισμός
αποστιγματοποίηση	noun|formal	ο αποστιγματισμός
αποστιγματοποίησης	=	αποστιγματοποίηση
αποστιγματοποιήσεις	=	αποστιγματοποίηση
αποστιγματοποιήσεων	=	αποστιγματοποίηση
αποστολέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αποστολέας
αποστολέας	noun	αυτός που αποστέλλει μια επιστολή, δέμα κλπ
αποστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστολή
αποστολέων	=	αποστολέας
αποστολέως	=	αποστολέας
αποστολή	noun	η ανάθεση σε άτομο ή άτομα συγκεκριμένης ενέργειας, συνήθως επίσημης ή σχετικά περίπλοκης ή απαιτητικής σε υπευθυνότητα.
αποστολής	=	αποστολή
αποστολείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστολέας
αποστολικά	adv	σύμφωνα με όσα έλεγαν ή έκαναν οι Απόστολοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστολικό
αποστολικέ	adj	κλητική ενικού του αποστολικός
αποστολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστολική
αποστολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστολικός
αποστολικής	adj	γενική ενικού του αποστολική
αποστολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστολικός
αποστολικού	adj	γενική ενικού του αποστολικός
αποστολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστολικός
αποστολικό	adj	αιτιατική ενικού του αποστολικός
αποστολικός	adj	που σχετίζεται με τους Αποστόλους, αναφέρεται σ' αυτούς, προέρχεται απ' αυτούς ή συμφωνεί με τη διδασκαλία τους
αποστολικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστολικός
αποστολών	=	αποστολή
αποστομωθήκαμε	=	αποστομώνω
αποστομωθήκαν	=	αποστομώνω
αποστομωθήκανε	=	αποστομώνω
αποστομωθήκατε	=	αποστομώνω
αποστομωθεί	=	αποστομώνω
αποστομωθείτε	=	αποστομώνω
αποστομωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποστόμωμα
αποστομωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστομωμένο
αποστομωμένε	verb	κλητική ενικού του αποστομωμένος
αποστομωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστομωμένη
αποστομωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστομωμένος
αποστομωμένης	verb	γενική ενικού του αποστομωμένη
αποστομωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστομωμένος
αποστομωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστομωμένος
αποστομωμένος	verb	που τον έχουν αποστομώσει, που δεν έχει άλλα επιχειρήματα για να υπερσπιστεί την άποψή του
αποστομωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστομωμένος
αποστομωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστομωμένος
αποστομωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστομωμένος
αποστομωνόμασταν	=	αποστομώνω
αποστομωνόμαστε	=	αποστομώνω
αποστομωνόμουν	=	αποστομώνω
αποστομωνόμουνα	=	αποστομώνω
αποστομωνόντουσαν	=	αποστομώνω
αποστομωνόσασταν	=	αποστομώνω
αποστομωνόσαστε	=	αποστομώνω
αποστομωνόσουν	=	αποστομώνω
αποστομωνόσουνα	=	αποστομώνω
αποστομωνόταν	=	αποστομώνω
αποστομωνότανε	=	αποστομώνω
αποστομωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστομωτικό	adv	με τρόπο που εξαναγκάζει κάποιον να σιωπήσει, που δεν του αφήνει περιθώριο να αντιδράσει
αποστομωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποστομωτικός
αποστομωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστομωτική
αποστομωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστομωτικός
αποστομωτικής	adj	γενική ενικού του αποστομωτική
αποστομωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστομωτικός
αποστομωτικού	adj	γενική ενικού του αποστομωτικός
αποστομωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστομωτικός
αποστομωτικό	adj	ουδέτερο του αποστομωτικός
αποστομωτικός	adj	που αποστομώνει
αποστομωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστομωτικός
αποστομώθηκα	=	αποστομώνω
αποστομώθηκαν	=	αποστομώνω
αποστομώθηκε	=	αποστομώνω
αποστομώθηκες	=	αποστομώνω
αποστομώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστόμωμα
αποστομώματος	noun	γενική ενικού του αποστόμωμα
αποστομώναμε	=	αποστομώνω
αποστομώναν	=	αποστομώνω
αποστομώνανε	=	αποστομώνω
αποστομώνατε	=	αποστομώνω
αποστομώνει	=	αποστομώνω
αποστομώνεις	=	αποστομώνω
αποστομώνεσαι	=	αποστομώνω
αποστομώνεστε	=	αποστομώνω
αποστομώνεται	=	αποστομώνω
αποστομώνετε	=	αποστομώνω
αποστομώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστομώνω
αποστομώνονται	=	αποστομώνω
αποστομώνονταν	=	αποστομώνω
αποστομώνοντας	=	αποστομώνω
αποστομώνουμε	=	αποστομώνω
αποστομώνουν	=	αποστομώνω
αποστομώνουνε	=	αποστομώνω
αποστομώνω	verb	οδηγώ κάποιον, με τα επιχειρήματα που λέω, στο να μην μπορεί να απαντήσει ή να συνεχίσει να υποστηρίζει τη θέση του
αποστομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώσαν	=	αποστομώνω
αποστομώσανε	=	αποστομώνω
αποστομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστόμωση
αποστομώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστόμωση
αποστομώσου	=	αποστομώνω
αποστομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστομώστε	=	αποστομώνω
αποστομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποστράβωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστραβώνω
αποστράβωνα	=	αποστραβώνω
αποστράβωναν	=	αποστραβώνω
αποστράβωνε	=	αποστραβώνω
αποστράβωνες	=	αποστραβώνω
αποστράβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστράβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστράβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστράβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστράγγι	noun|vulgar	το υπόλειμμα ενός υγρού μέσα σε μια δεξαμενή, βαρέλι κ.λπ.
αποστράγγια	=	αποστράγγι
αποστράγγιζα	=	αποστραγγίζω
αποστράγγιζαν	=	αποστραγγίζω
αποστράγγιζε	=	αποστραγγίζω
αποστράγγιζες	=	αποστραγγίζω
αποστράγγιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστράγγιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστράγγιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστράγγιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστράγγισα	=	αποστραγγίζω
αποστράγγισαν	=	αποστραγγίζω
αποστράγγισε	=	αποστραγγίζω
αποστράγγισες	=	αποστραγγίζω
αποστράγγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστραγγίζω
αποστράγγισης	noun	γενική ενικού του αποστράγγιση
αποστράγγισμα	noun	άλλη μορφή του αποστράγγιση
αποστράκισα	=	αποστρακίζω
αποστράτευα	=	αποστρατεύω
αποστράτευαν	=	αποστρατεύω
αποστράτευε	=	αποστρατεύω
αποστράτευες	=	αποστρατεύω
αποστράτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστράτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστράτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστράτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστράτευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποστρατεύω
αποστράτευσης	noun	γενική ενικού του αποστράτευση
αποστράτου	=	απόστρατος
αποστράτους	=	απόστρατος
αποστράτων	=	απόστρατος
αποστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστρέφαμε	=	αποστρέφω
αποστρέφαν	=	αποστρέφω
αποστρέφανε	=	αποστρέφω
αποστρέφατε	=	αποστρέφω
αποστρέφει	=	αποστρέφω
αποστρέφεις	=	αποστρέφω
αποστρέφεσαι	=	αποστρέφω
αποστρέφεστε	=	αποστρέφω
αποστρέφεται	=	αποστρέφω
αποστρέφετε	=	αποστρέφω
αποστρέφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστρέφω
αποστρέφομε	=	αποστρέφω
αποστρέφονται	=	αποστρέφω
αποστρέφονταν	=	αποστρέφω
αποστρέφοντας	=	αποστρέφω
αποστρέφου	=	αποστρέφω
αποστρέφουμε	=	αποστρέφω
αποστρέφουν	=	αποστρέφω
αποστρέφουνε	=	αποστρέφω
αποστρέφω	verb	στρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ.
αποστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψαν	=	αποστρέφω
αποστρέψανε	=	αποστρέφω
αποστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψομε	=	αποστρέφω
αποστρέψου	=	αποστρέφω
αποστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστρέψουνε	=	αποστρέφω
αποστρέψτε	=	αποστρέφω
αποστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφω
αποστραβωθήκαμε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωθήκαν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωθήκανε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωθήκατε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωθεί	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωθείτε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποστράβωμα
αποστραβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστραβωμένο
αποστραβωμένε	verb	κλητική ενικού του αποστραβωμένος
αποστραβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστραβωμένη
αποστραβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστραβωμένος
αποστραβωμένης	verb	γενική ενικού του αποστραβωμένη
αποστραβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστραβωμένος
αποστραβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστραβωμένος
αποστραβωμένος	verb	που έχει αποστραβωθεί, που δεν βλέπει τίποτα
αποστραβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστραβωμένος
αποστραβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστραβωμένος
αποστραβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστραβωμένος
αποστραβωνόμασταν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόμαστε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόμουν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόμουνα	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόντουσαν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόσασταν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόσαστε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόσουν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόσουνα	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνόταν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβωνότανε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώθηκα	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώθηκαν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώθηκε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώθηκες	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστράβωμα
αποστραβώματος	noun	γενική ενικού του αποστράβωμα
αποστραβώναμε	=	αποστραβώνω
αποστραβώναν	=	αποστραβώνω
αποστραβώνανε	=	αποστραβώνω
αποστραβώνατε	=	αποστραβώνω
αποστραβώνει	=	αποστραβώνω
αποστραβώνεις	=	αποστραβώνω
αποστραβώνεσαι	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώνεστε	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώνεται	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώνετε	=	αποστραβώνω
αποστραβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώνονται	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώνονταν	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώνοντας	=	αποστραβώνω
αποστραβώνου	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώνουμε	=	αποστραβώνω
αποστραβώνουν	=	αποστραβώνω
αποστραβώνουνε	=	αποστραβώνω
αποστραβώνω	verb	κάνω κάτι τελείως σταρβό
αποστραβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώσαν	=	αποστραβώνω
αποστραβώσανε	=	αποστραβώνω
αποστραβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώσου	=	αποστραβώνομαι
αποστραβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραβώστε	=	αποστραβώνω
αποστραβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραβώνω
αποστραγγίδι	noun|vulgar	το υπόλειμμα ενός υγρού μέσα σε μια δεξαμενή, βαρέλι κ.λπ.
αποστραγγίδια	=	αποστραγγίδι
αποστραγγίζαμε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζαν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζανε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζατε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζει	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζεις	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζεσαι	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζεστε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζεται	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζετε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίζονται	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζονταν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζοντας	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζουμε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζουν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζουνε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίζω	verb	στραγγίζω τελείως
αποστραγγίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστράγγιξη
αποστραγγίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστραγγίζω
αποστραγγίσαμε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίσαν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίσανε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίσατε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίσει	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστράγγιση
αποστραγγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστράγγιση
αποστραγγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστράγγιση
αποστραγγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστράγγισμα
αποστραγγίσματος	noun	γενική ενικού του αποστράγγισμα
αποστραγγίσου	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίστε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίστηκα	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίστηκαν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίστηκε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγίστηκες	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόμασταν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόμαστε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόμουν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόμουνα	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόντουσαν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόσασταν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόσαστε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόσουν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόσουνα	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζόταν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιζότανε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποστράγγισμα
αποστραγγισμέ	noun	κλητική ενικού του αποστραγγισμός
αποστραγγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγισμένο
αποστραγγισμένε	verb	κλητική ενικού του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγισμένη
αποστραγγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμένης	verb	γενική ενικού του αποστραγγισμένη
αποστραγγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποστραγγίζω
αποστραγγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστραγγισμένος
αποστραγγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγισμός
αποστραγγισμού	noun	γενική ενικού του αποστραγγισμός
αποστραγγισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποστραγγισμός
αποστραγγισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποστραγγισμός
αποστραγγισμός	noun	άλλη μορφή του αποστράγγιση
αποστραγγισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποστραγγισμός
αποστραγγιστήκαμε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιστήκαν	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιστήκανε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιστήκατε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιστήρα	=	αποστραγγιστήρας
αποστραγγιστήρας	noun	ειδικός αγωγός ή αυλάκι από τα οποία απομακρύνεται το νερό κατά τη διαδικασία της αποστράγγισης
αποστραγγιστήρες	=	αποστραγγιστήρας
αποστραγγιστήρων	=	αποστραγγιστήρας
αποστραγγιστεί	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιστείτε	=	αποστραγγίζω
αποστραγγιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγιστικό
αποστραγγιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποστραγγιστικός
αποστραγγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγιστική
αποστραγγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστραγγιστικός
αποστραγγιστικής	adj	γενική ενικού του αποστραγγιστική
αποστραγγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστραγγιστικός
αποστραγγιστικού	adj	γενική ενικού του αποστραγγιστικός
αποστραγγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστραγγιστικός
αποστραγγιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποστραγγιστικός
αποστραγγιστικός	adj	που έχει σχέση με την αποστράγγιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
αποστραγγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποστραγγιστικός
αποστρακίζομαι	verb|rare	σκορπώ
αποστρακίζω	verb|formal	αλλάζω πορεία, αφού πρώτα χτυπήσω κάπου
αποστρακίστηκα	=	αποστρακίζομαι
αποστρακισμέ	noun	κλητική ενικού του αποστρακισμός
αποστρακισμένος	=	αποστρακίζω
αποστρακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστρακισμός
αποστρακισμού	noun	γενική ενικού του αποστρακισμός
αποστρακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποστρακισμός
αποστρακισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποστρακισμός
αποστρακισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποστρακίζω
αποστρακισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποστρακισμός
αποστραμμένος	=	αποστρέφω
αποστρατεία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστρατεύω
αποστρατείας	noun	γενική ενικού του αποστρατεία
αποστρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατεία
αποστρατειών	noun	γενική πληθυντικού του αποστρατεία
αποστρατευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατευμένο
αποστρατευμένε	verb	κλητική ενικού του αποστρατευμένος
αποστρατευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατευμένη
αποστρατευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστρατευμένος
αποστρατευμένης	verb	γενική ενικού του αποστρατευμένη
αποστρατευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστρατευμένος
αποστρατευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστρατευμένος
αποστρατευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποστρατεύω
αποστρατευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστρατευμένος
αποστρατευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστρατευμένος
αποστρατευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστρατευμένος
αποστρατευτέα	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέας	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέε	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέες	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέο	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέοι	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέος	adj	που πρέπει να αποστρατευτεί
αποστρατευτέου	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέους	=	αποστρατευτέος
αποστρατευτέων	=	αποστρατευτέος
αποστρατεύαμε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύαν	=	αποστρατεύω
αποστρατεύανε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύατε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύει	=	αποστρατεύω
αποστρατεύεις	=	αποστρατεύω
αποστρατεύετε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύθηκα	=	αποστρατεύομαι
αποστρατεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύοντας	=	αποστρατεύω
αποστρατεύουμε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύουν	=	αποστρατεύω
αποστρατεύουνε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύσαν	=	αποστρατεύω
αποστρατεύσανε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστράτευση
αποστρατεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστράτευση
αποστρατεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστράτευση
αποστρατεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατεύσιμο
αποστρατεύσιμε	adj	κλητική ενικού του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατεύσιμη
αποστρατεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσιμης	adj	γενική ενικού του αποστρατεύσιμη
αποστρατεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να αποστρατευτεί
αποστρατεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστρατεύσιμος
αποστρατεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύστε	=	αποστρατεύω
αποστρατεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρατεύω
αποστρατεύτηκα	=	αποστρατεύομαι
αποστρατεύω	verb	συνταξιοδοτώ στρατιωτικό, αφού τον απομακρύνω από το στρατό
αποστρατικοποίηση	noun	νεολογική μορφή του αποστρατιωτικοποίηση ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
αποστρατικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποστρατικοποίηση
αποστρατικοποιήθηκα	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιήθηκαν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιήθηκε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιήθηκες	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατικοποίηση
αποστρατικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστρατικοποίηση
αποστρατικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστρατικοποίηση
αποστρατικοποιήσου	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιείσαι	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιείστε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιείται	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιηθήκαμε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιηθήκαν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιηθήκανε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιηθήκατε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιηθεί	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιηθείτε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατικοποιημένο
αποστρατικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατικοποιημένη
αποστρατικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποστρατικοποιημένη
αποστρατικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποστρατικοποιώ, άλλη μορφή του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστρατικοποιημένος
αποστρατικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστρατικοποιώ, άλλη μορφή του αποστρατιωτικοποιούμαι
αποστρατικοποιούμασταν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούμαστε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούμουν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούνται	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούνταν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούσασταν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούσαστε	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιούσουν	=	αποστρατικοποιούμαι
αποστρατικοποιώ	verb	σπάνια νεολογική μορφή αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίει	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίησα	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίησαν	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίησε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίησες	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποίησης	noun	γενική ενικού του αποστρατιωτικοποίηση
αποστρατιωτικοποιήσαμε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιήσαν	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιήσανε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιήσατε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιήσει	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατιωτικοποίηση
αποστρατιωτικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποστρατιωτικοποίηση
αποστρατιωτικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποστρατιωτικοποίηση
αποστρατιωτικοποιήστε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιεί	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιείς	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιείτε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατιωτικοποιημένο
αποστρατιωτικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστρατιωτικοποιημένη
αποστρατιωτικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αποστρατιωτικοποιημένη
αποστρατιωτικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποστρατιωτικοποιημένος
αποστρατιωτικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούμε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούν	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούνε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσα	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσαμε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσαν	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσανε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσατε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσε	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιούσες	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστρατιωτικοποιώ	verb	απομακρύνω τις στρατιωτικές δυνάμεις από μια περιοχή και απαγορεύω στο εξής να εισέρχονται ή να βρίσκονται σ’ αυτήν την περιοχή
αποστρατιωτικοποιώντας	=	αποστρατιωτικοποιώ
αποστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφήκαν	=	αποστρέφω
αποστραφήκανε	=	αποστρέφω
αποστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστραφούνε	=	αποστρέφω
αποστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποστρέφομαι
αποστρεφόμασταν	=	αποστρέφω
αποστρεφόμαστε	=	αποστρέφω
αποστρεφόμουν	=	αποστρέφω
αποστρεφόμουνα	=	αποστρέφω
αποστρεφόντουσαν	=	αποστρέφω
αποστρεφόσασταν	=	αποστρέφω
αποστρεφόσαστε	=	αποστρέφω
αποστρεφόσουν	=	αποστρέφω
αποστρεφόσουνα	=	αποστρέφω
αποστρεφόταν	=	αποστρέφω
αποστρεφότανε	=	αποστρέφω
αποστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποστροφή
αποστροφή	noun	έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά
αποστροφής	=	αποστροφή
αποστροφών	=	αποστροφή
αποστρόφου	=	απόστροφος
αποστρόφους	=	απόστροφος
αποστρόφων	=	απόστροφος
αποστόλου	noun	γενική ενικού του απόστολος
αποστόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του απόστολος
αποστόλων	noun	γενική πληθυντικού του απόστολος
αποστόμωμα	noun	άλλη μορφή του αποστόμωση
αποστόμωνα	=	αποστομώνω
αποστόμωναν	=	αποστομώνω
αποστόμωνε	=	αποστομώνω
αποστόμωνες	=	αποστομώνω
αποστόμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστόμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστόμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστόμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποστομώνω
αποστόμωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστομώνω
αποστόμωσης	noun	γενική ενικού του αποστόμωση
αποστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφίσταμαι
αποσυγκέντρωνα	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωναν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωνε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωνες	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωσα	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωσαν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωσε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωσες	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκέντρωση	noun|dated	άλλη μορφή του αποκέντρωση
αποσυγκέντρωσης	noun	γενική ενικού του αποσυγκέντρωση
αποσυγκεντρωθήκαμε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωθήκαν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωθήκανε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωθήκατε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωθεί	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωθείτε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωμένος	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόμασταν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόμαστε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόμουν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόμουνα	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόντουσαν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόσασταν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόσαστε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόσουν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόσουνα	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνόταν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρωνότανε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώθηκα	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώθηκαν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώθηκε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώθηκες	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώναμε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώναν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνανε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνατε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνει	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνεις	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνεσαι	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνεστε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνεται	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνετε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνομαι	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνονται	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνονταν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνοντας	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνου	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνουμε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνουν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνουνε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώνω	verb|dated	άλλη μορφή του αποκεντρώνω
αποσυγκεντρώσαμε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώσαν	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώσανε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώσατε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώσει	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυγκέντρωση
αποσυγκεντρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσυγκέντρωση
αποσυγκεντρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσυγκέντρωση
αποσυγκεντρώσου	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγκεντρώστε	=	αποσυγκεντρώνω
αποσυγχρονίζαμε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζαν	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζανε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζατε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζει	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζεις	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζετε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζοντας	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζουμε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζουν	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζουνε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίζω	verb	σταματώ τον συγχρονισμό
αποσυγχρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσαν	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσανε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίστε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρονισμέ	=	αποσυγχρονισμός
αποσυγχρονισμοί	=	αποσυγχρονισμός
αποσυγχρονισμού	=	αποσυγχρονισμός
αποσυγχρονισμούς	=	αποσυγχρονισμός
αποσυγχρονισμό	=	αποσυγχρονισμός
αποσυγχρονισμός	noun	η παύση του συγχρονισμού
αποσυγχρονισμών	=	αποσυγχρονισμός
αποσυγχρόνιζα	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνιζαν	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνιζε	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνιζες	=	αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυγχρονίζω
αποσυγχωνεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυγχώνευση
αποσυγχωνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσυγχώνευση
αποσυγχωνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσυγχώνευση
αποσυγχώνευση	noun	η κατάργηση κάποιας συγχώνευσης
αποσυγχώνευσης	noun	γενική ενικού του αποσυγχώνευση
αποσυμπίεζα	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεζαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεζε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεζες	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεσα	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεσαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεσε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεσες	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπίεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσυμπιέζω
αποσυμπίεσης	noun	γενική ενικού του αποσυμπίεση
αποσυμπιέζαμε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζανε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζατε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζει	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζεις	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζεσαι	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζεστε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζεται	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζετε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζονται	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζονταν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζοντας	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζουμε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζουν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζουνε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέζω	verb	μειώνω σταδιακά την υψηλή ατμοσφαιρική πίεση
αποσυμπιέσαμε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέσαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέσανε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέσατε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέσει	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμπίεση
αποσυμπιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσυμπίεση
αποσυμπιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσυμπίεση
αποσυμπιέσου	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέστε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέστηκα	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέστηκαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέστηκε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιέστηκες	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόμασταν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόμαστε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόμουν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόμουνα	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόντουσαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόσασταν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόσαστε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόσουν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόσουνα	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζόταν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεζότανε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμπιεσμένο
αποσυμπιεσμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμπιεσμένη
αποσυμπιεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεσμένης	verb	γενική ενικού του αποσυμπιεσμένη
αποσυμπιεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσυμπιέζω
αποσυμπιεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυμπιεσμένος
αποσυμπιεστές	=	αποσυμπιεστής
αποσυμπιεστή	=	αποσυμπιεστής
αποσυμπιεστήκαμε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεστήκαν	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεστήκανε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεστήκατε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεστής	noun	μηχανισμός ή διάταξη που μειώνει την πίεση αερίων μέσα σε κύκλωμα ή κινητήρα, ώστε να διευκολυνθεί η εκκίνηση ή η λειτουργία του
αποσυμπιεστεί	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεστείτε	=	αποσυμπιέζω
αποσυμπιεστών	=	αποσυμπιεστής
αποσυμφορήθηκα	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήθηκαν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήθηκε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήθηκες	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήσαμε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήσαν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήσανε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήσατε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήσει	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμφόρηση
αποσυμφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσυμφόρηση
αποσυμφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσυμφόρηση
αποσυμφορήσου	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορήστε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορίζαμε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζαν	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζανε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζατε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζει	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζεις	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζετε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζοντας	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζουμε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζουν	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζουνε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίζω	verb	άλλη μορφή του αποσυμφορώ
αποσυμφορίσαμε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίσαν	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίσανε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίσατε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίσει	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορίστε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφορεί	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορείς	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορείσαι	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορείστε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορείται	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορείτε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορηθήκαμε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορηθήκαν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορηθήκανε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορηθήκατε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορηθεί	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορηθείτε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμφορημένο
αποσυμφορημένε	verb	κλητική ενικού του αποσυμφορημένος
αποσυμφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμφορημένη
αποσυμφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυμφορημένος
αποσυμφορημένης	verb	γενική ενικού του αποσυμφορημένη
αποσυμφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυμφορημένος
αποσυμφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυμφορημένος
αποσυμφορημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσυμφορώ
αποσυμφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυμφορημένος
αποσυμφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυμφορημένος
αποσυμφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυμφορημένος
αποσυμφορητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποσυμφορητικός	adv	με τρόπο που συμβάλλει στην αποσυμφόρηση
αποσυμφορητικέ	adj	κλητική ενικού του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυμφορητική
αποσυμφορητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικής	adj	γενική ενικού του αποσυμφορητική
αποσυμφορητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικού	adj	γενική ενικού του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικός	adj	που έχει σχέση με την αποσυμφόρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποσυμφορητικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσυμφορητικός
αποσυμφορητικώς	adv|formal	με τρόπο που συμβάλλει στην αποσυμφόρηση
αποσυμφορούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσυμφορώ
αποσυμφορούμασταν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούμαστε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούμε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούμενος	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούμουν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούνε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούνται	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούνταν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσα	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσαμε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσαν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσανε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσασταν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσαστε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσατε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσες	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορούσουν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφορώ	verb	μειώνω ή εξαλείφω το στρίμωγμα ή τον συνωστισμό, περιορίζοντας τα πράγματα, πρόσωπα ή οχήματα που υπάρχουν ή κινούνται σε κάποιο χώρο
αποσυμφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποσυμφορώ
αποσυμφόρησα	=	αποσυμφορώ
αποσυμφόρησαν	=	αποσυμφορώ
αποσυμφόρησε	=	αποσυμφορώ
αποσυμφόρησες	=	αποσυμφορώ
αποσυμφόρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσυμφορώ
αποσυμφόρησης	noun	γενική ενικού του αποσυμφόρηση
αποσυμφόριζα	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόριζαν	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόριζε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόριζες	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόρισα	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόρισαν	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόρισε	=	αποσυμφορίζω
αποσυμφόρισες	=	αποσυμφορίζω
αποσυνάγωγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνάγωγο
αποσυνάγωγε	adj	κλητική ενικού του αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνάγωγη
αποσυνάγωγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγης	adj	γενική ενικού του αποσυνάγωγη
αποσυνάγωγο	adj	αιτιατική ενικού του αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγος	adj	που έχει διωχθεί από την εβραϊκή συναγωγή λόγω κάποιου παραπτώματος
αποσυνάγωγοςα	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςε	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςες	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςη	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςης	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςο	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςοι	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςος	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςου	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςους	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγοςων	=	αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυνάγωγος
αποσυνάγωγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυνάγωγος
αποσυνέδεα	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεαν	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεε	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεες	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεσα	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεσαv	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεσαν	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεσε	=	αποσυνδέω
αποσυνέδεσες	=	αποσυνδέω
αποσυνέθεσα	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθεσαν	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθεσε	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθεσες	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθετα	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθεταν	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθετε	=	αποσυνθέτω
αποσυνέθετες	=	αποσυνθέτω
αποσυναρμολογήθηκα	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογήθηκαν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογήθηκε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογήθηκες	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσαν	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσανε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολόγηση
αποσυναρμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσυναρμολόγηση
αποσυναρμολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσυναρμολόγηση
αποσυναρμολογήσου	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήστε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογεί	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογείς	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογείσαι	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογείστε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογείται	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογείτε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογηθήκαμε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογηθήκαν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογηθήκανε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογηθήκατε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογηθεί	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογηθείτε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολογημένο
αποσυναρμολογημένε	verb	κλητική ενικού του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολογημένη
αποσυναρμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογημένης	verb	γενική ενικού του αποσυναρμολογημένη
αποσυναρμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούμασταν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούμαστε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούμε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολογούμενο
αποσυναρμολογούμενε	verb	κλητική ενικού του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολογούμενη
αποσυναρμολογούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμενης	verb	γενική ενικού του αποσυναρμολογούμενη
αποσυναρμολογούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυναρμολογούμενος
αποσυναρμολογούμουν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούν	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούνε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούνται	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούνταν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούσα	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσαμε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσαν	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσανε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσασταν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούσαστε	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογούσατε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσε	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσες	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογούσουν	=	αποσυναρμολογούμαι
αποσυναρμολογώ	verb	διαλύω κάτι στα κομμάτια από τα οποία είχε συναρμολογηθεί
αποσυναρμολογώντας	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγει	=	αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολόγησης	noun	γενική ενικού του αποσυναρμολόγηση
αποσυνδέαμε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέαν	=	αποσυνδέω
αποσυνδέανε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέατε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέει	=	αποσυνδέω
αποσυνδέεις	=	αποσυνδέω
αποσυνδέεσαι	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέεστε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέεται	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέετε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέθηκα	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέθηκαν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέθηκε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέθηκες	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέομε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέονται	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέονταν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέοντας	=	αποσυνδέω
αποσυνδέου	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέουμε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέουν	=	αποσυνδέω
αποσυνδέουνε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέσαν	=	αποσυνδέω
αποσυνδέσανε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσύνδεση
αποσυνδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσύνδεση
αποσυνδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσύνδεση
αποσυνδέσομε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέσου	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέσουνε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέστε	=	αποσυνδέω
αποσυνδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσυνδέω	verb	παύω να συνδέω, χωρίζω κάποια πράγματα που μέχρι τότε ήταν ενωμένα
αποσυνδεδεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδεδεμένο
αποσυνδεδεμένε	adj	κλητική ενικού του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεδεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδεδεμένη
αποσυνδεδεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεδεμένης	adj	γενική ενικού του αποσυνδεδεμένη
αποσυνδεδεμένο	adj	αιτιατική ενικού του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεδεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεδεμένος	verb	που έχει αποσυνδεθεί, συνήθως για συσκευές
αποσυνδεδεμένου	verb	γενική ενικού του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεδεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεδεμένων	adj	γενική πληθυντικού του αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεε	=	αποσυνδέω
αποσυνδεθήκαμε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεθήκαν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεθήκανε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεθήκατε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεθεί	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεθείς	=	αποσυνδέω
αποσυνδεθείτε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεθούμε	=	αποσυνδέω
αποσυνδεθούν	=	αποσυνδέω
αποσυνδεθούνε	=	αποσυνδέω
αποσυνδεθώ	=	αποσυνδέω
αποσυνδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδεμένο
αποσυνδεμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυνδεμένος
αποσυνδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδεμένη
αποσυνδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυνδεμένος
αποσυνδεμένης	verb	γενική ενικού του αποσυνδεμένη
αποσυνδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυνδεμένος
αποσυνδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδεμένος
αποσυνδεμένος	verb	αποσυνδεδεμένος
αποσυνδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυνδεμένος
αποσυνδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυνδεμένος
αποσυνδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυνδεμένος
αποσυνδεσε	=	αποσυνδέω
αποσυνδετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδετικό
αποσυνδετικέ	adj	κλητική ενικού του αποσυνδετικός
αποσυνδετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδετική
αποσυνδετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυνδετικός
αποσυνδετικής	adj	γενική ενικού του αποσυνδετική
αποσυνδετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυνδετικός
αποσυνδετικού	adj	γενική ενικού του αποσυνδετικός
αποσυνδετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυνδετικός
αποσυνδετικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσυνδετικός
αποσυνδετικός	adj	που έχει σχέση με την αποσύνδεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή
αποσυνδετικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσυνδετικός
αποσυνδεόμασταν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόμαστε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόμουν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόμουνα	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόντουσαν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόσασταν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόσαστε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόσουν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόσουνα	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεόταν	=	αποσυνδέομαι
αποσυνδεότανε	=	αποσυνδέομαι
αποσυνθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέσαν	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέσανε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσύνθεση
αποσυνθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέσεων	=	αποσύνθεση
αποσυνθέσεως	=	αποσύνθεση
αποσυνθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέστε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθέταμε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέταν	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτανε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτατε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτει	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτεις	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτετε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτομαι	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτοντας	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτουμε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτουν	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτουνε	=	αποσυνθέτω
αποσυνθέτω	verb	διασπώ, διαλύω
αποσυνθεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνθεμένο
αποσυνθεμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυνθεμένος
αποσυνθεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνθεμένη
αποσυνθεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυνθεμένος
αποσυνθεμένης	verb	γενική ενικού του αποσυνθεμένη
αποσυνθεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυνθεμένος
αποσυνθεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυνθεμένος
αποσυνθεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσυνθεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυνθεμένος
αποσυνθεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυνθεμένος
αποσυνθεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυνθεμένος
αποσυνθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνθετικό
αποσυνθετικέ	adj	κλητική ενικού του αποσυνθετικός
αποσυνθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυνθετική
αποσυνθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυνθετικός
αποσυνθετικής	adj	γενική ενικού του αποσυνθετική
αποσυνθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυνθετικός
αποσυνθετικού	adj	γενική ενικού του αποσυνθετικός
αποσυνθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυνθετικός
αποσυνθετικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσυνθετικός
αποσυνθετικός	adj	που έχει σχέση με την αποσύνθεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
αποσυνθετικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσυνθετικός
αποσυντέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντίθεμαι	verb	διασπώμαι υπό την επίδραση ζυμωτικών μικροβίων
αποσυντεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυντεθειμένο
αποσυντεθειμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυντεθειμένη
αποσυντεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθειμένης	verb	γενική ενικού του αποσυντεθειμένη
αποσυντεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθειμένος	verb	που έχει αποσυντεθεί ή τον έχουν αποσυνθέσει
αποσυντεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυντεθειμένος
αποσυντεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσυντίθεμαι
αποσυντιθέμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυντιθέμενο
αποσυντιθέμενε	adj	κλητική ενικού του αποσυντιθέμενος
αποσυντιθέμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυντιθέμενη
αποσυντιθέμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυντιθέμενος
αποσυντιθέμενης	adj	γενική ενικού του αποσυντιθέμενη
αποσυντιθέμενο	adj	αιτιατική ενικού του αποσυντιθέμενος
αποσυντιθέμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυντιθέμενος
αποσυντιθέμενος	verb	που αποσυντίθεται
αποσυντιθέμενου	verb	γενική ενικού του αποσυντιθέμενος
αποσυντιθέμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυντιθέμενος
αποσυντιθέμενων	adj	γενική πληθυντικού του αποσυντιθέμενος
αποσυντονίζαμε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζαν	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζανε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζατε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζει	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζεις	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζετε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζομαι	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζοντας	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζουμε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζουν	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζουνε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίζω	verb	κάνω (κάποιον/κάτι) να μην μπορεί να λειτουργήσει σωστά
αποσυντονίσαμε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίσαν	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίσανε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίσατε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίσει	=	αποσυντονίζω
αποσυντονίστε	=	αποσυντονίζω
αποσυντονισμέ	noun	κλητική ενικού του αποσυντονισμός
αποσυντονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυντονισμένο
αποσυντονισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυντονισμένη
αποσυντονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμένης	verb	γενική ενικού του αποσυντονισμένη
αποσυντονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσυντονίζω
αποσυντονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυντονισμένος
αποσυντονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυντονισμός
αποσυντονισμού	noun	γενική ενικού του αποσυντονισμός
αποσυντονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσυντονισμός
αποσυντονισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσυντονισμός
αποσυντονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσυντονίζω
αποσυντονισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσυντονισμός
αποσυντονιστές	=	αποσυντονιστής
αποσυντονιστή	=	αποσυντονιστής
αποσυντονιστής	noun	κάποιος ή κάτι που αποσυντονίζει
αποσυντονιστών	=	αποσυντονιστής
αποσυντόνιζα	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνιζαν	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνιζε	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνιζες	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνισα	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνισαν	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνισε	=	αποσυντονίζω
αποσυντόνισες	=	αποσυντονίζω
αποσυρθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθήκαν	=	αποσύρομαι
αποσυρθήκανε	=	αποσύρομαι
αποσυρθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσυρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυρμένο
αποσυρμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυρμένος
αποσυρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυρμένη
αποσυρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυρμένος
αποσυρμένης	verb	γενική ενικού του αποσυρμένη
αποσυρμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυρμένος
αποσυρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυρμένος
αποσυρμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσύρω
αποσυρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυρμένος
αποσυρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυρμένος
αποσυρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυρμένος
αποσυρραπτικά	=	αποσυρραπτικό
αποσυρραπτικού	=	αποσυρραπτικό
αποσυρραπτικό	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για να διευκολύνει την αφαίρεση συρραπτικών συρμάτων από χαρτιά
αποσυρραπτικών	=	αποσυρραπτικό
αποσυρτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποσυρτός	adv|literary	με αποσυρτό τρόπο
αποσυρτέ	adj	κλητική ενικού του αποσυρτός
αποσυρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυρτή
αποσυρτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυρτός
αποσυρτής	adj	γενική ενικού του αποσυρτή
αποσυρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυρτός
αποσυρτού	adj	γενική ενικού του αποσυρτός
αποσυρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσυρτός
αποσυρτό	adj	αιτιατική ενικού του αποσυρτός
αποσυρτός	adj	που αποσύρεται ή είναι δυνατόν να αποσυρθεί
αποσυρτών	adj	γενική πληθυντικού του αποσυρτός
αποσυρόμασταν	=	αποσύρομαι
αποσυρόμαστε	=	αποσύρομαι
αποσυρόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυρόμενο
αποσυρόμενε	verb	κλητική ενικού του αποσυρόμενος
αποσυρόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυρόμενη
αποσυρόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυρόμενος
αποσυρόμενης	verb	γενική ενικού του αποσυρόμενη
αποσυρόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυρόμενος
αποσυρόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυρόμενος
αποσυρόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποσύρω
αποσυρόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυρόμενος
αποσυρόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυρόμενος
αποσυρόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυρόμενος
αποσυρόμουν	=	αποσύρομαι
αποσυρόμουνα	=	αποσύρομαι
αποσυρόντουσαν	=	αποσύρομαι
αποσυρόσασταν	=	αποσύρομαι
αποσυρόσαστε	=	αποσύρομαι
αποσυρόσουν	=	αποσύρομαι
αποσυρόσουνα	=	αποσύρομαι
αποσυρόταν	=	αποσύρομαι
αποσυρότανε	=	αποσύρομαι
αποσυσκευάζαμε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζαν	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζανε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζατε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζει	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζεις	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζετε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζοντας	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζουμε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζουν	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζουνε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάζω	verb|formal	αφαιρώ τη συσκευασία από κάτι
αποσυσκευάσαμε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάσαν	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάσανε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάσατε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάσει	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευάστε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκευασία	noun	η αφαίρεση (το «άνοιγμα») της συσκευασίας ενός προϊόντος
αποσυσκευασίας	noun	γενική ενικού του αποσυσκευασία
αποσυσκευασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυσκευασία
αποσυσκευασιών	noun	γενική πληθυντικού του αποσυσκευασία
αποσυσκεύαζα	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύαζαν	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύαζε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύαζες	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύασα	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύασαν	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύασε	=	αποσυσκευάζω
αποσυσκεύασες	=	αποσυσκευάζω
αποσυσχέτιζα	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτιζαν	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτιζε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτιζες	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτισα	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτισαν	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτισε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτισες	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχέτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσυσχετίζω
αποσυσχέτισης	noun	γενική ενικού του αποσυσχέτιση
αποσυσχετίζαμε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζαν	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζανε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζατε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζει	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζεις	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζετε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζομαι	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζοντας	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζουμε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζουν	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζουνε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίζω	verb	παύω να συσχετίζω, αποσυνδέω
αποσυσχετίσαμε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίσαν	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίσανε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίσατε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίσει	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυσχέτιση
αποσυσχετίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσυσχέτιση
αποσυσχετίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσυσχέτιση
αποσυσχετίστε	=	αποσυσχετίζω
αποσυσχετισμέ	noun	κλητική ενικού του αποσυσχετισμός
αποσυσχετισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυσχετισμένο
αποσυσχετισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσυσχετισμένη
αποσυσχετισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμένης	verb	γενική ενικού του αποσυσχετισμένη
αποσυσχετισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσυσχετίζω
αποσυσχετισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσυσχετισμένος
αποσυσχετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσυσχετισμός
αποσυσχετισμού	noun	γενική ενικού του αποσυσχετισμός
αποσυσχετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσυσχετισμός
αποσυσχετισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσυσχετισμός
αποσυσχετισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσυσχετίζω
αποσυσχετισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσυσχετισμός
αποσφαλμάτωνα	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωναν	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωνε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωνες	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωσα	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωσαν	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωσε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωσες	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλμάτωση	noun	η διαδικασία της εύρεσης και εξάλειψης των σφαλμάτων στον κώδικα ενός λογισμικού ή των ελαττωμάτων ενός ηλεκτρονικού κυκλώματος, προκειμένου να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα και αναμενόμενα
αποσφαλμάτωσης	noun	γενική ενικού του αποσφαλμάτωση
αποσφαλματωτές	=	αποσφαλματωτής
αποσφαλματωτή	=	αποσφαλματωτής
αποσφαλματωτής	noun	λογισμικό αποσφαλμάτωσης
αποσφαλματωτών	=	αποσφαλματωτής
αποσφαλματώναμε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώναν	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνανε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνατε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνει	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνεις	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνετε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνοντας	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνουμε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνουν	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνουνε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώνω	verb	εφαρμόζω διαδικασία αποσφαλμάτωσης
αποσφαλματώσαμε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώσαν	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώσανε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώσατε	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώσει	=	αποσφαλματώνω
αποσφαλματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσφαλμάτωση
αποσφαλματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσφαλμάτωση
αποσφαλματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσφαλμάτωση
αποσφαλματώστε	=	αποσφαλματώνω
αποσφράγιζα	=	αποσφραγίζω
αποσφράγιζαν	=	αποσφραγίζω
αποσφράγιζε	=	αποσφραγίζω
αποσφράγιζες	=	αποσφραγίζω
αποσφράγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφράγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφράγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφράγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφράγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσφραγίζω
αποσφράγισης	noun	γενική ενικού του αποσφράγιση
αποσφράγισμα	noun	άλλη μορφή του αποσφράγιση
αποσφραγήσεις	=	αποσφράγιση
αποσφραγίζαμε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζαν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζανε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζατε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζει	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζεις	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζεσαι	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζεστε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζεται	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζετε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίζονται	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζονταν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζοντας	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζου	=	αποσφραγίζομαι
αποσφραγίζουμε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζουν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζουνε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίζω	verb	αφαιρώ τη σφραγίδα ή το σφράγισμα και ανοίγω (επίσημα) κα΄τι που μέχρι πρότινος ήταν σφραγισμένο
αποσφραγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίσαν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίσανε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσφράγιση
αποσφραγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποσφράγιση
αποσφραγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποσφράγιση
αποσφραγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσφράγισμα
αποσφραγίσματος	noun	γενική ενικού του αποσφράγισμα
αποσφραγίσου	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγίστε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίστηκα	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίστηκαν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίστηκε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίστηκες	=	αποσφραγίζω
αποσφραγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσφραγίζω
αποσφραγιζόμασταν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόμαστε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόμενος	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόμουν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόμουνα	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόντουσαν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόσασταν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόσαστε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόσουν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόσουνα	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζόταν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιζότανε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποσφράγισμα
αποσφραγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσφραγισμένο
αποσφραγισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσφραγισμένος
αποσφραγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσφραγισμένη
αποσφραγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσφραγισμένος
αποσφραγισμένης	verb	γενική ενικού του αποσφραγισμένη
αποσφραγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσφραγισμένος
αποσφραγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσφραγισμένος
αποσφραγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσφραγίζω
αποσφραγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσφραγισμένος
αποσφραγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσφραγισμένος
αποσφραγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσφραγισμένος
αποσφραγιστήκαμε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιστήκαν	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιστήκανε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιστήκατε	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιστεί	=	αποσφραγίζω
αποσφραγιστείτε	=	αποσφραγίζω
αποσχίζαμε	=	αποσχίζω
αποσχίζαν	=	αποσχίζω
αποσχίζανε	=	αποσχίζω
αποσχίζατε	=	αποσχίζω
αποσχίζει	=	αποσχίζω
αποσχίζεις	=	αποσχίζω
αποσχίζεσαι	=	αποσχίζομαι
αποσχίζεστε	=	αποσχίζομαι
αποσχίζεται	=	αποσχίζομαι
αποσχίζετε	=	αποσχίζω
αποσχίζομαι	verb	διαιρούμαι
αποσχίζονται	=	αποσχίζομαι
αποσχίζονταν	=	αποσχίζομαι
αποσχίζοντας	=	αποσχίζω
αποσχίζου	=	αποσχίζομαι
αποσχίζουμε	=	αποσχίζω
αποσχίζουν	=	αποσχίζω
αποσχίζουνε	=	αποσχίζω
αποσχίζω	verb	σχίζω, ξεσχίζω
αποσχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχίσαν	=	αποσχίζω
αποσχίσανε	=	αποσχίζω
αποσχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσχιση
αποσχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσχιση
αποσχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσχιση
αποσχίσθηκα	=	αποσχίζομαι
αποσχίσου	=	αποσχίζομαι
αποσχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχίστε	=	αποσχίζω
αποσχίστηκα	=	αποσχίζομαι
αποσχίστηκαν	=	αποσχίζομαι
αποσχίστηκε	=	αποσχίζομαι
αποσχίστηκες	=	αποσχίζομαι
αποσχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχίζω
αποσχημάτιζα	=	αποσχηματίζω
αποσχημάτιζαν	=	αποσχηματίζω
αποσχημάτιζε	=	αποσχηματίζω
αποσχημάτιζες	=	αποσχηματίζω
αποσχημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίζαμε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζαν	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζανε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζατε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζει	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζεις	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζεσαι	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίζεστε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίζεται	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίζετε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίζονται	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίζονταν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίζοντας	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζου	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίζουμε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζουν	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζουνε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίζω	verb	αφαιρώ για διάφορους λόγους το σχήμα από ιερέα (ή μοναχό), τον παύω από ιερέα (ή μοναχό)
αποσχηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίσαν	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίσανε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίσου	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματίστε	=	αποσχηματίζω
αποσχηματίστηκα	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίστηκαν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίστηκε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίστηκες	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσχηματίζω
αποσχηματιζόμασταν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόμαστε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόμουν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόμουνα	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόντουσαν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόσασταν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόσαστε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόσουν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόσουνα	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζόταν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιζότανε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματισμέ	noun	κλητική ενικού του αποσχηματισμός
αποσχηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσχηματισμένο
αποσχηματισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσχηματισμένη
αποσχηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμένης	verb	γενική ενικού του αποσχηματισμένη
αποσχηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσχηματίζω
αποσχηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσχηματισμένος
αποσχηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσχηματισμός
αποσχηματισμού	noun	γενική ενικού του αποσχηματισμός
αποσχηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποσχηματισμός
αποσχηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποσχηματισμός
αποσχηματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχηματίζω
αποσχηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποσχηματισμός
αποσχηματιστήκαμε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιστήκαν	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιστήκανε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιστήκατε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιστεί	=	αποσχηματίζομαι
αποσχηματιστείτε	=	αποσχηματίζομαι
αποσχιζόμασταν	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόμαστε	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόμουν	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόμουνα	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόντουσαν	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόσασταν	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόσαστε	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόσουν	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόσουνα	=	αποσχίζομαι
αποσχιζόταν	=	αποσχίζομαι
αποσχιζότανε	=	αποσχίζομαι
αποσχισθέν	=	αποσχισθείς
αποσχισθείς	verb	που αποσχίστηκε
αποσχισθείσα	=	αποσχισθείς
αποσχισμέ	=	αποσχισμός
αποσχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσχισμένο
αποσχισμένε	verb	κλητική ενικού του αποσχισμένος
αποσχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσχισμένη
αποσχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσχισμένος
αποσχισμένης	verb	γενική ενικού του αποσχισμένη
αποσχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσχισμένος
αποσχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσχισμένος
αποσχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσχίζω
αποσχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσχισμένος
αποσχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσχισμένος
αποσχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσχισμένος
αποσχισμοί	=	αποσχισμός
αποσχισμού	=	αποσχισμός
αποσχισμούς	=	αποσχισμός
αποσχισμό	=	αποσχισμός
αποσχισμός	noun	απόσυρση ομάδας από μια μεγαλύτερη οντότητα, ειδικά μια πολιτική οντότητα, αλλά και από κάθε οργάνωση, ένωση ή στρατιωτική συμμαχία
αποσχισμών	=	αποσχισμός
αποσχιστήκαμε	=	αποσχίζομαι
αποσχιστήκαν	=	αποσχίζομαι
αποσχιστήκανε	=	αποσχίζομαι
αποσχιστήκατε	=	αποσχίζομαι
αποσχιστής	noun|rare	αυτός που αποσχίζει, που αποχωρίζει
αποσχιστεί	=	αποσχίζομαι
αποσχιστείτε	=	αποσχίζομαι
αποσχιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποσχιστικός	adv	με αποσχιστικό τρόπο
αποσχιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποσχιστικός
αποσχιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσχιστική
αποσχιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσχιστικός
αποσχιστικής	adj	γενική ενικού του αποσχιστική
αποσχιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσχιστικός
αποσχιστικού	adj	γενική ενικού του αποσχιστικός
αποσχιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποσχιστικός
αποσχιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποσχιστικός
αποσχιστικός	adj	που αναφέρεται ή υποστηρίζει την απόσχιση μιας περιοχής από το κράτος στο οποίο ανήκει
αποσχιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποσχιστικός
αποσχοινισμέ	=	αποσχοινισμός
αποσχοινισμοί	=	αποσχοινισμός
αποσχοινισμού	=	αποσχοινισμός
αποσχοινισμούς	=	αποσχοινισμός
αποσχοινισμό	=	αποσχοινισμός
αποσχοινισμός	noun	παλαιότερη ονομασία της σημερινής αποκαλούμενης διαδικασίας «κεκλεισμένων των θυρών»
αποσχοινισμών	=	αποσχοινισμός
αποσχολειοποίηση	noun	σύνολο εκπαιδευτικών φιλοσοφιών που στηρίζουν την εκμάθηση μέσω βιωματικών εμπειριών
αποσχολειοποίησης	=	αποσχολειοποίηση
αποσχολειοποιήσεις	=	αποσχολειοποίηση
αποσχολειοποιήσεων	=	αποσχολειοποίηση
αποσωλήνωνα	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωναν	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωνε	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωνες	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωσα	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωσαν	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωσε	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωσες	=	αποσωληνώνω
αποσωλήνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσωληνώνω
αποσωλήνωσης	=	αποσωλήνωση
αποσωληνώναμε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώναν	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνανε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνατε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνει	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνεις	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνετε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνομαι	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνοντας	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνουμε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνουν	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνουνε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώνω	verb	αφαιρώ τον σωλήνα που είχα τοποθετήσει με τη διασωλήνωση
αποσωληνώσαμε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώσαν	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώσανε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώσατε	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώσει	=	αποσωληνώνω
αποσωληνώσεις	=	αποσωλήνωση
αποσωληνώσεων	=	αποσωλήνωση
αποσωληνώστε	=	αποσωληνώνω
αποσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσωμένο
αποσωμένε	verb	κλητική ενικού του αποσωμένος
αποσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποσωμένη
αποσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποσωμένος
αποσωμένης	verb	γενική ενικού του αποσωμένη
αποσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποσωμένος
αποσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποσωμένος
αποσωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσώνω
αποσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποσωμένος
αποσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποσωμένος
αποσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποσωμένος
αποσωματοποιημένος	adj|formal	που δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει σωματική υπόσταση
αποσωσμένος	=	αποσώνω
αποσόβει	=	αποσοβώ
αποσόβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσόβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσόβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσόβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσοβώ
αποσόβηση	noun	η απομάκρυνση ενός κακού, η αποτροπή ενός κινδύνου
αποσόβησης	=	αποσόβηση
αποσύνδεα	=	αποσυνδέω
αποσύνδεαν	=	αποσυνδέω
αποσύνδεε	=	αποσυνδέω
αποσύνδεες	=	αποσυνδέω
αποσύνδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσύνδεσαv	=	αποσυνδέω
αποσύνδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσύνδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσύνδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνδέω
αποσύνδεση	noun	ο διαχωρισμός στοιχείων που ήταν πριν συνδεδεμένα
αποσύνδεσης	noun	γενική ενικού του αποσύνδεση
αποσύνθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσύνθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσύνθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσύνθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσυνθέτω
αποσύνθεση	noun	η διάσπαση ενός σώματος στα χημικά συστατικά του
αποσύνθεσης	=	αποσύνθεση
αποσύνθετε	=	αποσυνθέτω
αποσύρεσαι	=	αποσύρομαι
αποσύρεστε	=	αποσύρομαι
αποσύρεται	=	αποσύρομαι
αποσύρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσύρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσύρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσύρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσύρομαι
αποσύρομαι	verb	αφήνω οριστικά κάτι με το οποίο ασχολούμαι, το εγκαταλείπω
αποσύρονται	=	αποσύρομαι
αποσύρονταν	=	αποσύρομαι
αποσύρου	=	αποσύρομαι
αποσύρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσυρση
αποσύρσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόσυρση
αποσύρσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόσυρση
αποσύρσου	=	αποσύρομαι
αποσύρω	verb	παίρνω πίσω
αποσώναμε	=	αποσώνω
αποσώναν	=	αποσώνω
αποσώνανε	=	αποσώνω
αποσώνατε	=	αποσώνω
αποσώνει	=	αποσώνω
αποσώνεις	=	αποσώνω
αποσώνετε	=	αποσώνω
αποσώνομαι	=	αποσώνω
αποσώνοντας	=	αποσώνω
αποσώνουμε	=	αποσώνω
αποσώνουν	=	αποσώνω
αποσώνουνε	=	αποσώνω
αποσώνω	verb|vulgar	αποτελειώνω κάτι
αποσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώσαν	=	αποσώνω
αποσώσανε	=	αποσώνω
αποσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποσώστε	=	αποσώνω
αποσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
αποτάζομαι	=	αποτάζω
αποτάζω	verb	αποκτώ
αποτάηκα	=	αποτάζω
αποτάθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αποτείνω
αποτάθηκαν	=	αποτείνομαι
αποτάθηκε	=	αποτείνομαι
αποτάθηκες	=	αποτείνομαι
αποτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόταξη
αποτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάξεων	=	απόταξη
αποτάξεως	=	απόταξη
αποτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτάσσω
αποτάσου	=	αποτείνομαι
αποτάσσομαι	=	αποτάσσω
αποτάσσω	verb	αποκηρύσσω, απαρνούμαι
αποτέθηκα	=	αποτίθεμαι
αποτέλειωμα	noun	άλλη μορφή του αποτελείωμα
αποτέλειωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτέλειωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτέλειωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτέλειωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτέλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτέλεσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του αποτελώ
αποτέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτέλεσμα	noun	το προϊόν ή η κατάσταση που προκύπτει από την ολοκλήρωση ή κατάληξη κάποιας εργασίας ή ενέργειας
αποτέμνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτέμνω
αποτέμνω	verb|formal	κόβω, αποκόβω
αποτέτοια	=	αποτέτοιος
αποτέτοιας	=	αποτέτοιος
αποτέτοιε	=	αποτέτοιος
αποτέτοιες	=	αποτέτοιος
αποτέτοιο	=	αποτέτοιος
αποτέτοιοι	=	αποτέτοιος
αποτέτοιος	adj	απαυτός
αποτέτοιου	=	αποτέτοιος
αποτέτοιους	=	αποτέτοιος
αποτέτοιων	=	αποτέτοιος
αποτέφρωνα	=	αποτεφρώνω
αποτέφρωναν	=	αποτεφρώνω
αποτέφρωνε	=	αποτεφρώνω
αποτέφρωνες	=	αποτεφρώνω
αποτέφρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτέφρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτέφρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτέφρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτέφρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτεφρώνω
αποτέφρωσης	noun	γενική ενικού του αποτέφρωση
αποτίαμε	=	αποτίω
αποτίαν	=	αποτίω
αποτίανε	=	αποτίω
αποτίατε	=	αποτίω
αποτίει	=	αποτίω
αποτίεις	=	αποτίω
αποτίετε	=	αποτίω
αποτίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποθέτω
αποτίμα	=	αποτιμώ
αποτίμαγε	=	αποτιμώ
αποτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτίμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτιμώ, ο υπολογισμός της οικονομικής αξίας ή της σπουδαιότητας κάποιου αντικειμένου ή γεγονότος
αποτίμησης	noun	γενική ενικού του αποτίμηση
αποτίναγμα	noun	άλλη μορφή του αποτίναξη
αποτίναζα	=	αποτινάζω
αποτίναζαν	=	αποτινάζω
αποτίναζε	=	αποτινάζω
αποτίναζες	=	αποτινάζω
αποτίναμε	=	αποτίνω
αποτίναν	=	αποτίνω
αποτίνανε	=	αποτίνω
αποτίναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτίναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτίναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτίναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτίναξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτινάσσω / αποτινάζω
αποτίναξης	=	αποτίναξη
αποτίνασσα	=	αποτινάσσω
αποτίνασσαν	=	αποτινάσσω
αποτίνασσε	=	αποτινάσσω
αποτίνασσες	=	αποτινάσσω
αποτίνατε	=	αποτίνω
αποτίνει	=	αποτίνω
αποτίνεις	=	αποτίνω
αποτίνετε	=	αποτίνω
αποτίνοντας	=	αποτίνω
αποτίνουμε	=	αποτίνω
αποτίνουν	=	αποτίνω
αποτίνουνε	=	αποτίνω
αποτίνω	verb|formal	αποδίδω σε κάποιον τιμή, ευγνωμοσύνη
αποτίομαι	=	αποτίω
αποτίοντας	=	αποτίω
αποτίουμε	=	αποτίω
αποτίουν	=	αποτίω
αποτίουνε	=	αποτίω
αποτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίσαν	=	αποτίνω
αποτίσανε	=	αποτίνω
αποτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του απότιση
αποτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του απότιση
αποτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίστε	=	αποτίνω
αποτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτίω
αποτίω	verb	άλλη μορφή του αποτίνω
αποταγές	=	αποταγή
αποταγή	noun	συνειδητή και δημόσια άρνηση του κοσμικού τρόπου ζωής, ως πρώτο βήμα για την είσοδο στον μοναχισμό, που δηλώνει πλήρη αφοσίωση στον πνευματικό βίο
αποταγής	=	αποταγή
αποταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταγμένο
αποταγμένε	verb	κλητική ενικού του αποταγμένος
αποταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταγμένη
αποταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποταγμένος
αποταγμένης	verb	γενική ενικού του αποταγμένη
αποταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποταγμένος
αποταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποταγμένος
αποταγμένος	verb	που έχει αποταχθεί
αποταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποταγμένος
αποταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποταγμένος
αποταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποταγμένος
αποταγών	=	αποταγή
αποταθήκαμε	=	αποτείνομαι
αποταθήκαν	=	αποτείνομαι
αποταθήκανε	=	αποτείνομαι
αποταθήκατε	=	αποτείνομαι
αποταθεί	=	αποτείνομαι
αποταθείτε	=	αποτείνομαι
αποταθώ	verb	α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής παθητικού αορίστου του αποτείνω
αποταμένος	=	αποτάζω
αποταμίευα	=	αποταμιεύω
αποταμίευαν	=	αποταμιεύω
αποταμίευε	=	αποταμιεύω
αποταμίευες	=	αποταμιεύω
αποταμίευμα	noun	το αποτέλεσμα τού αποταμιεύω, το ποσό που κάποιος έχει αποταμιεύσει
αποταμίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμίευση	noun	η ενέργεια τού αποταμιεύω
αποταμίευσης	noun	γενική ενικού του αποταμίευση
αποταμιευθήκαμε	=	αποταμιεύω
αποταμιευθήκαν	=	αποταμιεύω
αποταμιευθήκανε	=	αποταμιεύω
αποταμιευθήκατε	=	αποταμιεύω
αποταμιευθεί	=	αποταμιεύω
αποταμιευθείς	=	αποταμιεύω
αποταμιευθείτε	=	αποταμιεύω
αποταμιευθούμε	=	αποταμιεύω
αποταμιευθούν	=	αποταμιεύω
αποταμιευθούνε	=	αποταμιεύω
αποταμιευθώ	=	αποταμιεύω
αποταμιευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποταμίευμα
αποταμιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταμιευμένο
αποταμιευμένε	verb	κλητική ενικού του αποταμιευμένος
αποταμιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταμιευμένη
αποταμιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποταμιευμένος
αποταμιευμένης	verb	γενική ενικού του αποταμιευμένη
αποταμιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποταμιευμένος
αποταμιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποταμιευμένος
αποταμιευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποταμιεύω
αποταμιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποταμιευμένος
αποταμιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποταμιευμένος
αποταμιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποταμιευμένος
αποταμιευτές	=	αποταμιευτής
αποταμιευτή	=	αποταμιευτής
αποταμιευτήκαμε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευτήκαν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευτήκανε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευτήκατε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευτήρα	=	αποταμιευτήρας
αποταμιευτήρας	noun	δεξαμενή, άλλη κατασκευή ή (ειδικά διαμορφωμένο) μέρος όπου αποθηκεύονται ή συγκεντρώνονται διάφορα (υγρά)
αποταμιευτήρες	=	αποταμιευτήρας
αποταμιευτήρων	=	αποταμιευτήρας
αποταμιευτής	noun	αυτός που αποταμιεύει
αποταμιευτεί	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευτείς	=	αποταμιεύω
αποταμιευτείτε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταμιευτικό
αποταμιευτικέ	adj	κλητική ενικού του αποταμιευτικός
αποταμιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταμιευτική
αποταμιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποταμιευτικός
αποταμιευτικής	adj	γενική ενικού του αποταμιευτική
αποταμιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποταμιευτικός
αποταμιευτικού	adj	γενική ενικού του αποταμιευτικός
αποταμιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποταμιευτικός
αποταμιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποταμιευτικός
αποταμιευτικός	adj	που έχει σχέση με την αποταμίευση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή συμβάλλει σ’ αυτήν
αποταμιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποταμιευτικός
αποταμιευτούμε	=	αποταμιεύω
αποταμιευτούν	=	αποταμιεύω
αποταμιευτούνε	=	αποταμιεύω
αποταμιευτριών	=	αποταμιεύτρια
αποταμιευτώ	=	αποταμιεύω
αποταμιευτών	=	αποταμιευτής
αποταμιευόμασταν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόμαστε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόμουν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόμουνα	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόντουσαν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόσασταν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόσαστε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόσουν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόσουνα	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευόταν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιευότανε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύαμε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύαν	=	αποταμιεύω
αποταμιεύανε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύατε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύει	=	αποταμιεύω
αποταμιεύεις	=	αποταμιεύω
αποταμιεύεσαι	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύεστε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύεται	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύετε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύθηκα	=	αποταμιεύω
αποταμιεύθηκαν	=	αποταμιεύω
αποταμιεύθηκε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύθηκες	=	αποταμιεύω
αποταμιεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταμίευμα
αποταμιεύματος	noun	γενική ενικού του αποταμίευμα
αποταμιεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύομε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύονται	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύονταν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύοντας	=	αποταμιεύω
αποταμιεύου	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύουμε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύουν	=	αποταμιεύω
αποταμιεύουνε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύσαν	=	αποταμιεύω
αποταμιεύσανε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποταμίευση
αποταμιεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποταμίευση
αποταμιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποταμίευση
αποταμιεύσομε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύσου	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύσουνε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύστε	=	αποταμιεύω
αποταμιεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποταμιεύω
αποταμιεύτηκα	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύτηκαν	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύτηκε	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύτηκες	=	αποταμιεύομαι
αποταμιεύτρια	noun	θηλυκό του αποταμιευτής
αποταμιεύτριας	=	αποταμιεύτρια
αποταμιεύτριες	=	αποταμιεύτρια
αποταμιεύω	verb	κρατώ κάποια χρήματα στην άκρη (σε τραπεζικό λογαριασμό ή αλλού), προκειμένου να τα χρησιμοποιήσω αργότερα (όλο το ποσό ή τμήμα του), όταν θα τα έχω περισσότερη ανάγκη
αποταυρίζεσαι	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίζεστε	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίζεται	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίζομαι	verb|literary	τεντώνομαι
αποταυρίζονται	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίζονταν	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίζου	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίσου	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίστηκα	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίστηκαν	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίστηκε	=	αποταυρίζομαι
αποταυρίστηκες	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόμασταν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόμαστε	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόμουν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόμουνα	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόντουσαν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόσασταν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόσαστε	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόσουν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόσουνα	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζόταν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριζότανε	=	αποταυρίζομαι
αποταυρισμένος	=	αποταυρίζομαι
αποταυριστήκαμε	=	αποταυρίζομαι
αποταυριστήκαν	=	αποταυρίζομαι
αποταυριστήκανε	=	αποταυρίζομαι
αποταυριστήκατε	=	αποταυρίζομαι
αποταυριστεί	=	αποταυρίζομαι
αποταυριστείτε	=	αποταυρίζομαι
αποταχθέν	=	αποταχθείς
αποταχθα	=	αποταχθείς
αποταχθείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου (αποταχθώ) παθητικής φωνής του αποτάσσω	adj|archaic	μετοχή παθητικού αορίστου (αποτάχθηκα) του ρήματος αποτάσσω: που αποτάχθηκε
αποταχιά	adv|vulgar	νωρίς το πρωί, πολύ πρωί
αποτείναμε	=	αποτείνω
αποτείναν	=	αποτείνω
αποτείνανε	=	αποτείνω
αποτείνατε	=	αποτείνω
αποτείνει	=	αποτείνω
αποτείνεις	=	αποτείνω
αποτείνεσαι	=	αποτείνομαι
αποτείνεστε	=	αποτείνομαι
αποτείνεται	=	αποτείνομαι
αποτείνετε	=	αποτείνω
αποτείνομαι	verb	απευθύνομαι, εκφράζω σε κάποιον ερώτηση, αίτημα, παράπονο κ.λπ.
αποτείνονται	=	αποτείνομαι
αποτείνονταν	=	αποτείνομαι
αποτείνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποτείνω
αποτείνου	=	αποτείνομαι
αποτείνουμε	=	αποτείνω
αποτείνουν	=	αποτείνω
αποτείνουνε	=	αποτείνω
αποτείντε	=	αποτείνω
αποτείνω	verb	απευθύνω (τον λόγο)
αποτείχιση	noun	η διακοπή κοινωνίας ενός χριστιανού με έναν ιερέα ή αρχιερέα ο οποίος υποστηρίζει πως κηρύττει αίρεση
αποτείχισης	=	αποτείχιση
αποτεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτεθειμένο
αποτεθειμένε	verb	κλητική ενικού του αποτεθειμένος
αποτεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτεθειμένη
αποτεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτεθειμένος
αποτεθειμένης	verb	γενική ενικού του αποτεθειμένη
αποτεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτεθειμένος
αποτεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτεθειμένος
αποτεθειμένος	=	αποθέτω
αποτεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτεθειμένος
αποτεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτεθειμένος
αποτεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτεθειμένος
αποτεινόμασταν	=	αποτείνομαι
αποτεινόμαστε	=	αποτείνομαι
αποτεινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτεινόμενο
αποτεινόμενε	verb	κλητική ενικού του αποτεινόμενος
αποτεινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτεινόμενη
αποτεινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτεινόμενος
αποτεινόμενης	verb	γενική ενικού του αποτεινόμενη
αποτεινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποτεινόμενος
αποτεινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτεινόμενος
αποτεινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποτείνω
αποτεινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτεινόμενος
αποτεινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτεινόμενος
αποτεινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτεινόμενος
αποτεινόμουν	=	αποτείνομαι
αποτεινόμουνα	=	αποτείνομαι
αποτεινόντουσαν	=	αποτείνομαι
αποτεινόσασταν	=	αποτείνομαι
αποτεινόσαστε	=	αποτείνομαι
αποτεινόσουν	=	αποτείνομαι
αποτεινόσουνα	=	αποτείνομαι
αποτεινόταν	=	αποτείνομαι
αποτεινότανε	=	αποτείνομαι
αποτειχίσεις	=	αποτείχιση
αποτειχίσεων	=	αποτείχιση
αποτελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσαν	=	αποτελώ
αποτελέσανε	=	αποτελώ
αποτελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτέλεσμα
αποτελέσματος	noun	γενική ενικού του αποτέλεσμα
αποτελέσου	=	αποτελώ
αποτελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελέσουνε	=	αποτελώ
αποτελέστε	=	αποτελώ
αποτελέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελέστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αποτελώ
αποτελέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελώ
αποτελεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποτελώ
αποτελείς	=	αποτελώ
αποτελείσαι	=	αποτελώ
αποτελείστε	=	αποτελώ
αποτελείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του αποτελώ
αποτελείτε	=	αποτελώ
αποτελείτο	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του αποτελώ
αποτελείωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτελειώνω
αποτελείωματα	=	αποτέλειωμα
αποτελείωνα	=	αποτελειώνω
αποτελείωναν	=	αποτελειώνω
αποτελείωνε	=	αποτελειώνω
αποτελείωνες	=	αποτελειώνω
αποτελείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποτελείωμα
αποτελειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελειωμένο
αποτελειωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτελειωμένος
αποτελειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελειωμένη
αποτελειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτελειωμένος
αποτελειωμένης	verb	γενική ενικού του αποτελειωμένη
αποτελειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτελειωμένος
αποτελειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτελειωμένος
αποτελειωμένος	verb	που τον έχουν αποτελειώσει
αποτελειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτελειωμένος
αποτελειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτελειωμένος
αποτελειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτελειωμένος
αποτελειωμός	=	αποτελείωμα
αποτελειωτικά	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικέ	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικές	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτική	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικής	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικοί	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικού	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικούς	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικό	=	αποτελειωτικός
αποτελειωτικός	adj	που συμβάλλει στο αποτελείωμα
αποτελειωτικών	=	αποτελειωτικός
αποτελειώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτέλειωμα
αποτελειώματος	noun	γενική ενικού του αποτελείωμα
αποτελειώναμε	=	αποτελειώνω
αποτελειώναν	=	αποτελειώνω
αποτελειώνανε	=	αποτελειώνω
αποτελειώνατε	=	αποτελειώνω
αποτελειώνει	=	αποτελειώνω
αποτελειώνεις	=	αποτελειώνω
αποτελειώνετε	=	αποτελειώνω
αποτελειώνομαι	=	αποτελειώνω
αποτελειώνοντας	=	αποτελειώνω
αποτελειώνουμε	=	αποτελειώνω
αποτελειώνουν	=	αποτελειώνω
αποτελειώνουνε	=	αποτελειώνω
αποτελειώνω	verb	τελειώνω κάτι οριστικά, το ολοκληρώνω
αποτελειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώσαν	=	αποτελειώνω
αποτελειώσανε	=	αποτελειώνω
αποτελειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελειώστε	=	αποτελειώνω
αποτελειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελειώνω
αποτελεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποτέλεσμα
αποτελεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσμένο
αποτελεσμένε	verb	κλητική ενικού του αποτελεσμένος
αποτελεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσμένη
αποτελεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτελεσμένος
αποτελεσμένης	verb	γενική ενικού του αποτελεσμένη
αποτελεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτελεσμένος
αποτελεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσμένος
αποτελεσμένος	verb|rare	συντελεσμένος
αποτελεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτελεσμένος
αποτελεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτελεσμένος
αποτελεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτελεσμένος
αποτελεσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσματικό	adv	με αποτελεσματικότητα
αποτελεσματικέ	adj	κλητική ενικού του αποτελεσματικός
αποτελεσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσματική
αποτελεσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτελεσματικός
αποτελεσματικής	adj	γενική ενικού του αποτελεσματική
αποτελεσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσματικός
αποτελεσματικοτήτων	=	αποτελεσματικότητα
αποτελεσματικού	adj	γενική ενικού του αποτελεσματικός
αποτελεσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτελεσματικός
αποτελεσματικό	adj	αιτιατική ενικού του αποτελεσματικός
αποτελεσματικός	adj	που έχει την ικανότητα να πετυχαίνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα
αποτελεσματικότατα	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατε	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατες	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατη	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατης	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατο	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατοι	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατος	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατου	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατους	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότατων	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερα	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερε	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερες	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερη	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερης	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερο	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότεροι	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερος	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερου	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερους	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότερων	=	αποτελεσματικός
αποτελεσματικότητα	noun	το να είναι κανείς αποτελεσματικός
αποτελεσματικότητας	noun	γενική ενικού του αποτελεσματικότητα
αποτελεσματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελεσματικότητα
αποτελεσματικών	adj	γενική πληθυντικού του αποτελεσματικός
αποτελεσματικώς	adv|formal	αποτελεσματικά
αποτελεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστήκαν	=	αποτελώ
αποτελεστήκανε	=	αποτελώ
αποτελεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελεστούνε	=	αποτελώ
αποτελεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελούμαι
αποτελμάτωνα	=	αποτελματώνω
αποτελμάτωναν	=	αποτελματώνω
αποτελμάτωνε	=	αποτελματώνω
αποτελμάτωνες	=	αποτελματώνω
αποτελμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελμάτωση	noun|formal	η διαδικασία, το αποτέλεσμα ή η κατάσταση του αποτελματώνω
αποτελμάτωσης	noun	γενική ενικού του αποτελμάτωση
αποτελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελματικό
αποτελματικέ	adj	κλητική ενικού του αποτελματικός
αποτελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελματική
αποτελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτελματικός
αποτελματικής	adj	γενική ενικού του αποτελματική
αποτελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτελματικός
αποτελματικού	adj	γενική ενικού του αποτελματικός
αποτελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτελματικός
αποτελματικό	adj	αιτιατική ενικού του αποτελματικός
αποτελματικός	adj|formal	που έχει σχέση με την αποτελμάτωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
αποτελματικών	adj	γενική πληθυντικού του αποτελματικός
αποτελματωθήκαμε	=	αποτελματώνω
αποτελματωθήκαν	=	αποτελματώνω
αποτελματωθήκανε	=	αποτελματώνω
αποτελματωθήκατε	=	αποτελματώνω
αποτελματωθεί	=	αποτελματώνω
αποτελματωθείτε	=	αποτελματώνω
αποτελματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελματωμένο
αποτελματωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτελματωμένος
αποτελματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελματωμένη
αποτελματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτελματωμένος
αποτελματωμένης	verb	γενική ενικού του αποτελματωμένη
αποτελματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτελματωμένος
αποτελματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτελματωμένος
αποτελματωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτελματώνω: που έχει παραμείνει στάσιμος, που δεν προοδεύει
αποτελματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτελματωμένος
αποτελματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτελματωμένος
αποτελματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτελματωμένος
αποτελματωνόμασταν	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόμαστε	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόμουν	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόμουνα	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόντουσαν	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόσασταν	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόσαστε	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόσουν	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόσουνα	=	αποτελματώνω
αποτελματωνόταν	=	αποτελματώνω
αποτελματωνότανε	=	αποτελματώνω
αποτελματώθηκα	=	αποτελματώνω
αποτελματώθηκαν	=	αποτελματώνω
αποτελματώθηκε	=	αποτελματώνω
αποτελματώθηκες	=	αποτελματώνω
αποτελματώναμε	=	αποτελματώνω
αποτελματώναν	=	αποτελματώνω
αποτελματώνανε	=	αποτελματώνω
αποτελματώνατε	=	αποτελματώνω
αποτελματώνει	=	αποτελματώνω
αποτελματώνεις	=	αποτελματώνω
αποτελματώνεσαι	=	αποτελματώνω
αποτελματώνεστε	=	αποτελματώνω
αποτελματώνεται	=	αποτελματώνω
αποτελματώνετε	=	αποτελματώνω
αποτελματώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώνονται	=	αποτελματώνω
αποτελματώνονταν	=	αποτελματώνω
αποτελματώνοντας	=	αποτελματώνω
αποτελματώνουμε	=	αποτελματώνω
αποτελματώνουν	=	αποτελματώνω
αποτελματώνουνε	=	αποτελματώνω
αποτελματώνω	verb|formal	διαιωνίζω,αφήνω ή οδηγώ κάτι σε τέλμα, στάσιμο, χωρίς δυνατότητα εξέλιξης ή επίλυσης
αποτελματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώσαν	=	αποτελματώνω
αποτελματώσανε	=	αποτελματώνω
αποτελματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελμάτωση
αποτελματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτελμάτωση
αποτελματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτελμάτωση
αποτελματώσου	=	αποτελματώνω
αποτελματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελματώστε	=	αποτελματώνω
αποτελματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτελματώνω
αποτελούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτελώ, είμαι φτιαγμένος από
αποτελούμασταν	=	αποτελώ
αποτελούμαστε	=	αποτελώ
αποτελούμε	=	αποτελώ
αποτελούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελούμενο
αποτελούμενε	verb	κλητική ενικού του αποτελούμενος
αποτελούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτελούμενη
αποτελούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτελούμενος
αποτελούμενης	verb	γενική ενικού του αποτελούμενη
αποτελούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποτελούμενος
αποτελούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτελούμενος
αποτελούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποτελώ
αποτελούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτελούμενος
αποτελούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτελούμενος
αποτελούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτελούμενος
αποτελούμουν	=	αποτελώ
αποτελούμουνα	=	αποτελώ
αποτελούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποτελώ
αποτελούνε	=	αποτελώ
αποτελούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του αποτελώ
αποτελούνταν	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του αποτελώ
αποτελούντο	=	αποτελώ
αποτελούσα	=	αποτελώ
αποτελούσαμε	=	αποτελώ
αποτελούσαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αποτελώ
αποτελούσανε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αποτελώ
αποτελούσασταν	=	αποτελώ
αποτελούσαστε	=	αποτελώ
αποτελούσατε	=	αποτελώ
αποτελούσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του αποτελώ
αποτελούσες	=	αποτελώ
αποτελούσουν	=	αποτελώ
αποτελούσουνα	=	αποτελώ
αποτελώ	verb	είμαι, συνιστώ
αποτελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του αποτελώ
αποτερμάτιζα	=	αποτερματίζω
αποτερμάτιζαν	=	αποτερματίζω
αποτερμάτιζε	=	αποτερματίζω
αποτερμάτιζες	=	αποτερματίζω
αποτερμάτισα	=	αποτερματίζω
αποτερμάτισαν	=	αποτερματίζω
αποτερμάτισε	=	αποτερματίζω
αποτερμάτισες	=	αποτερματίζω
αποτερματίζαμε	=	αποτερματίζω
αποτερματίζαν	=	αποτερματίζω
αποτερματίζανε	=	αποτερματίζω
αποτερματίζατε	=	αποτερματίζω
αποτερματίζει	=	αποτερματίζω
αποτερματίζεις	=	αποτερματίζω
αποτερματίζετε	=	αποτερματίζω
αποτερματίζοντας	=	αποτερματίζω
αποτερματίζουμε	=	αποτερματίζω
αποτερματίζουν	=	αποτερματίζω
αποτερματίζουνε	=	αποτερματίζω
αποτερματίζω	verb|formal	χαράσσω όρια, οριοθετώ
αποτερματίσαμε	=	αποτερματίζω
αποτερματίσαν	=	αποτερματίζω
αποτερματίσανε	=	αποτερματίζω
αποτερματίσατε	=	αποτερματίζω
αποτερματίσει	=	αποτερματίζω
αποτερματίστε	=	αποτερματίζω
αποτερματισμέ	noun	κλητική ενικού του αποτερματισμός
αποτερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτερματισμός
αποτερματισμού	noun	γενική ενικού του αποτερματισμός
αποτερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποτερματισμός
αποτερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποτερματισμός
αποτερματισμός	noun|formal	χάραξη ορίων, οριοθέτηση
αποτερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποτερματισμός
αποτεφρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτεφρωμένο
αποτεφρωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτεφρωμένος
αποτεφρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτεφρωμένη
αποτεφρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτεφρωμένος
αποτεφρωμένης	verb	γενική ενικού του αποτεφρωμένη
αποτεφρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτεφρωμένος
αποτεφρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτεφρωμένος
αποτεφρωμένος	verb	που έχει αποτεφρωθεί, που έχει καεί τελείως και μετατραπεί σε στάχτη
αποτεφρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτεφρωμένος
αποτεφρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτεφρωμένος
αποτεφρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτεφρωμένος
αποτεφρωτήρα	=	αποτεφρωτήρας
αποτεφρωτήρας	noun	συσκευή ή εγκατάσταση που με τη χρήση υψηλών θερμοκρασιών, μετατρέπει σε τέφρα τα υλικά που τοποθετούνται σ' αυτόν
αποτεφρωτήρες	=	αποτεφρωτήρας
αποτεφρωτήρια	=	αποτεφρωτήριο
αποτεφρωτήριο	noun	κτήριο όπου γίνεται αποτέφρωση νεκρών
αποτεφρωτήριου	=	αποτεφρωτήριο
αποτεφρωτήρων	=	αποτεφρωτήρας
αποτεφρωτηρίου	=	αποτεφρωτήριο
αποτεφρωτηρίων	=	αποτεφρωτήριο
αποτεφρωτικά	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικέ	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικές	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτική	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικής	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικοί	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικού	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικούς	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικό	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποτέφρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποτεφρωτικών	=	αποτεφρωτικός
αποτεφρώναμε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώναν	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνανε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνατε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνει	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνεις	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνετε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνομαι	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνοντας	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνουμε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνουν	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνουνε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώνω	verb	καίω ένα σώμα, ώστε να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε στάχτη
αποτεφρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτεφρώσαν	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώσανε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτεφρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτεφρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτέφρωση
αποτεφρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτεφρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτέφρωση
αποτεφρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτέφρωση
αποτεφρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτεφρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτεφρώστε	=	αποτεφρώνω
αποτεφρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτεφρώνω
αποτιμά	=	αποτιμώ
αποτιμάει	=	αποτιμώ
αποτιμάμε	=	αποτιμώ
αποτιμάν	=	αποτιμώ
αποτιμάνε	=	αποτιμώ
αποτιμάς	=	αποτιμώ
αποτιμάτε	=	αποτιμώ
αποτιμάω	=	αποτιμώ
αποτιμήθηκα	=	αποτιμώμαι
αποτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμήσαν	=	αποτιμώ
αποτιμήσανε	=	αποτιμώ
αποτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτίμηση
αποτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτίμηση
αποτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτίμηση
αποτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμήστε	=	αποτιμώ
αποτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτιμώ
αποτιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτιμημένο
αποτιμημένε	verb	κλητική ενικού του αποτιμημένος
αποτιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτιμημένη
αποτιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτιμημένος
αποτιμημένης	verb	γενική ενικού του αποτιμημένη
αποτιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτιμημένος
αποτιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτιμημένος
αποτιμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποτιμώ
αποτιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτιμημένος
αποτιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτιμημένος
αποτιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτιμημένος
αποτιμητές	=	αποτιμητής
αποτιμητή	=	αποτιμητής
αποτιμητής	noun	κάποιος που αποτιμά, που συμβάλλει στην αποτίμηση
αποτιμητικά	=	αποτιμητικός
αποτιμητικέ	=	αποτιμητικός
αποτιμητικές	=	αποτιμητικός
αποτιμητική	=	αποτιμητικός
αποτιμητικής	=	αποτιμητικός
αποτιμητικοί	=	αποτιμητικός
αποτιμητικού	=	αποτιμητικός
αποτιμητικούς	=	αποτιμητικός
αποτιμητικό	=	αποτιμητικός
αποτιμητικός	adj	που έχει σχέση με την αποτίμηση ή τον αποτιμητή ή αναφέρεται σʼ αυτά
αποτιμητικών	=	αποτιμητικός
αποτιμητών	=	αποτιμητής
αποτιμούμε	=	αποτιμώ
αποτιμούν	=	αποτιμώ
αποτιμούνε	=	αποτιμώ
αποτιμούσα	=	αποτιμώ
αποτιμούσαμε	=	αποτιμώ
αποτιμούσαν	=	αποτιμώ
αποτιμούσανε	=	αποτιμώ
αποτιμούσατε	=	αποτιμώ
αποτιμούσε	=	αποτιμώ
αποτιμούσες	=	αποτιμώ
αποτιμώ	verb	εκτιμώ, υπολογίζω το τελικό όφελος ή ζημία, υπολογίζω την οικονομική αξία
αποτιμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτιμώ
αποτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποτιμώ
αποτινάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτίναγμα
αποτινάγματος	noun	γενική ενικού του αποτίναγμα
αποτινάζαμε	=	αποτινάζω
αποτινάζαν	=	αποτινάζω
αποτινάζανε	=	αποτινάζω
αποτινάζατε	=	αποτινάζω
αποτινάζει	=	αποτινάζω
αποτινάζεις	=	αποτινάζω
αποτινάζεσαι	=	αποτινάζομαι
αποτινάζεστε	=	αποτινάζομαι
αποτινάζεται	=	αποτινάζομαι
αποτινάζετε	=	αποτινάζω
αποτινάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτινάζω
αποτινάζονται	=	αποτινάζομαι
αποτινάζονταν	=	αποτινάζομαι
αποτινάζοντας	=	αποτινάζω
αποτινάζου	=	αποτινάζομαι
αποτινάζουμε	=	αποτινάζω
αποτινάζουν	=	αποτινάζω
αποτινάζουνε	=	αποτινάζω
αποτινάζω	verb	άλλη μορφή του αποτινάσσω
αποτινάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξαν	=	αποτινάζω
αποτινάξανε	=	αποτινάζω
αποτινάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξεων	=	αποτίναξη
αποτινάξεως	=	αποτίναξη
αποτινάξου	=	αποτινάσσω
αποτινάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάξτε	=	αποτινάζω
αποτινάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτινάζω
αποτινάσσαμε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσαν	=	αποτινάσσω
αποτινάσσανε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσατε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσει	=	αποτινάσσω
αποτινάσσεις	=	αποτινάσσω
αποτινάσσεσαι	=	αποτινάσσω
αποτινάσσεστε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσεται	=	αποτινάσσω
αποτινάσσετε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτινάσσω
αποτινάσσονται	=	αποτινάσσω
αποτινάσσονταν	=	αποτινάσσω
αποτινάσσοντας	=	αποτινάσσω
αποτινάσσουμε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσουν	=	αποτινάσσω
αποτινάσσουνε	=	αποτινάσσω
αποτινάσσω	verb|formal	διώχνω κάτι που με ενοχλεί ή με καταπιέζει
αποτινάχθηκα	=	αποτινάσσομαι
αποτινάχτηκα	=	αποτινάσσω
αποτινάχτηκαν	=	αποτινάσσω
αποτινάχτηκε	=	αποτινάσσω
αποτινάχτηκες	=	αποτινάσσω
αποτιναγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποτίναγμα
αποτιναγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτιναγμένο
αποτιναγμένε	verb	κλητική ενικού του αποτιναγμένος
αποτιναγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτιναγμένη
αποτιναγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτιναγμένος
αποτιναγμένης	verb	γενική ενικού του αποτιναγμένη
αποτιναγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτιναγμένος
αποτιναγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτιναγμένος
αποτιναγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποτινάσσω / αποτινάζω
αποτιναγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτιναγμένος
αποτιναγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτιναγμένος
αποτιναγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτιναγμένος
αποτιναζόμασταν	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόμαστε	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόμουν	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόμουνα	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόντουσαν	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόσασταν	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόσαστε	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόσουν	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόσουνα	=	αποτινάζομαι
αποτιναζόταν	=	αποτινάζομαι
αποτιναζότανε	=	αποτινάζομαι
αποτινασσόμασταν	=	αποτινάσσω
αποτινασσόμαστε	=	αποτινάσσω
αποτινασσόμουν	=	αποτινάσσω
αποτινασσόμουνα	=	αποτινάσσω
αποτινασσόντουσαν	=	αποτινάσσω
αποτινασσόσασταν	=	αποτινάσσω
αποτινασσόσαστε	=	αποτινάσσω
αποτινασσόσουν	=	αποτινάσσω
αποτινασσόσουνα	=	αποτινάσσω
αποτινασσόταν	=	αποτινάσσω
αποτινασσότανε	=	αποτινάσσω
αποτιναχτήκαμε	=	αποτινάσσω
αποτιναχτήκαν	=	αποτινάσσω
αποτιναχτήκανε	=	αποτινάσσω
αποτιναχτήκατε	=	αποτινάσσω
αποτιναχτεί	=	αποτινάσσω
αποτιναχτείτε	=	αποτινάσσω
αποτιτάνωση	noun	η επικάθιση αλάτων ασβεστίου σε ιστούς ή όργανα
αποτιτάνωσης	=	αποτιτάνωση
αποτιτανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτιτανωμένο
αποτιτανωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτιτανωμένος
αποτιτανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτιτανωμένη
αποτιτανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτιτανωμένος
αποτιτανωμένης	verb	γενική ενικού του αποτιτανωμένη
αποτιτανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτιτανωμένος
αποτιτανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτιτανωμένος
αποτιτανωμένος	verb	του οποίου οι ιστοί έχουν εμποτιστεί με άλατα ασβεστίου
αποτιτανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτιτανωμένος
αποτιτανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτιτανωμένος
αποτιτανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτιτανωμένος
αποτιτανώσεις	=	αποτιτάνωση
αποτιτανώσεων	=	αποτιτάνωση
αποτιτανώσεως	=	αποτιτάνωση
αποτμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότμημα
αποτμήματος	noun	γενική ενικού του απότμημα
αποτμήσεις	=	απότμηση
αποτμήσεων	=	απότμηση
αποτμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του απότμημα
αποτοίχιζα	=	αποτοιχίζω
αποτοίχιζαν	=	αποτοιχίζω
αποτοίχιζε	=	αποτοιχίζω
αποτοίχιζες	=	αποτοιχίζω
αποτοίχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοίχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοίχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοίχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοίχιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτοιχίζω
αποτοίχισης	noun	γενική ενικού του αποτοίχιση
αποτοιχίζαμε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζαν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζανε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζατε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζει	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζεις	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζεσαι	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζεστε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζεται	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζετε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίζονται	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζονταν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζοντας	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζουμε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζουν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζουνε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίζω	verb	αφαιρώ (για λόγους συντήρησης ή διάσωσης) μια τοιχογραφία από κάποιο τοίχο
αποτοιχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίσαν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίσανε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτοίχιση
αποτοιχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτοίχιση
αποτοιχίσου	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχίστε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίστηκα	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίστηκαν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίστηκε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίστηκες	=	αποτοιχίζω
αποτοιχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοιχίζω
αποτοιχιζόμασταν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόμαστε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόμουν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόμουνα	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόντουσαν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόσασταν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόσαστε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόσουν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόσουνα	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζόταν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιζότανε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτοιχισμένο
αποτοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του αποτοιχισμένος
αποτοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτοιχισμένη
αποτοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτοιχισμένος
αποτοιχισμένης	verb	γενική ενικού του αποτοιχισμένη
αποτοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτοιχισμένος
αποτοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτοιχισμένος
αποτοιχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποτοιχίζω
αποτοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτοιχισμένος
αποτοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτοιχισμένος
αποτοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτοιχισμένος
αποτοιχιστήκαμε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιστήκαν	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιστήκανε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιστήκατε	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιστεί	=	αποτοιχίζω
αποτοιχιστείτε	=	αποτοιχίζω
αποτολμά	=	αποτολμώ
αποτολμάει	=	αποτολμώ
αποτολμάμε	=	αποτολμώ
αποτολμάν	=	αποτολμώ
αποτολμάνε	=	αποτολμώ
αποτολμάς	=	αποτολμώ
αποτολμάσαι	=	αποτολμώμαι
αποτολμάσθε	=	αποτολμώμαι
αποτολμάστε	=	αποτολμώμαι
αποτολμάται	=	αποτολμώμαι
αποτολμάτε	=	αποτολμώ
αποτολμάω	verb	άλλη μορφή του αποτολμώ
αποτολμήθηκα	=	αποτολμώμαι
αποτολμήθηκαν	=	αποτολμώμαι
αποτολμήθηκε	=	αποτολμώμαι
αποτολμήθηκες	=	αποτολμώμαι
αποτολμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτόλμημα
αποτολμήματος	noun	γενική ενικού του αποτόλμημα
αποτολμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήσαν	=	αποτολμώ
αποτολμήσανε	=	αποτολμώ
αποτολμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήσου	=	αποτολμώμαι
αποτολμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμήστε	=	αποτολμώ
αποτολμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτολμηθήκαμε	=	αποτολμώμαι
αποτολμηθήκαν	=	αποτολμώμαι
αποτολμηθήκανε	=	αποτολμώμαι
αποτολμηθήκατε	=	αποτολμώμαι
αποτολμηθεί	=	αποτολμώμαι
αποτολμηθείτε	=	αποτολμώμαι
αποτολμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποτόλμημα
αποτολμημένος	=	αποτολμώμαι
αποτολμιά	noun|rare	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτολμώ
αποτολμούμε	=	αποτολμώ
αποτολμούν	=	αποτολμώ
αποτολμούνε	=	αποτολμώ
αποτολμούσα	=	αποτολμώ
αποτολμούσαμε	=	αποτολμώ
αποτολμούσαν	=	αποτολμώ
αποτολμούσανε	=	αποτολμώ
αποτολμούσατε	=	αποτολμώ
αποτολμούσε	=	αποτολμώ
αποτολμούσες	=	αποτολμώ
αποτολμόμασταν	=	αποτολμώμαι
αποτολμόμαστε	=	αποτολμώμαι
αποτολμόμουν	=	αποτολμώμαι
αποτολμόνταν	=	αποτολμώμαι
αποτολμόντουσαν	=	αποτολμώμαι
αποτολμόσασταν	=	αποτολμώμαι
αποτολμόσουν	=	αποτολμώμαι
αποτολμόταν	=	αποτολμώμαι
αποτολμώ	verb	τολμώ να κάνω κάτι παρά τις δυσκολίες ή τους κινδύνους
αποτολμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτολμώ
αποτολμώμεθα	=	αποτολμώμαι
αποτολμώνται	=	αποτολμώμαι
αποτολμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποτολμάω / αποτολμώ
αποτομές	=	αποτομή
αποτομή	noun|archaic	αποκοπή
αποτομής	=	αποτομή
αποτομών	=	αποτομή
αποτοξίνωνα	=	αποτοξινώνω
αποτοξίνωναν	=	αποτοξινώνω
αποτοξίνωνε	=	αποτοξινώνω
αποτοξίνωνες	=	αποτοξινώνω
αποτοξίνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξίνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξίνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξίνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξίνωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτοξινώνω
αποτοξίνωσης	noun	γενική ενικού του αποτοξίνωση
αποτοξικοποίηση	noun	η διαδικασία με την οποία απομακρύνονται ή εξουδετερώνονται βλαπτικές ή τοξικές ουσίες από έναν οργανισμό ή από το περιβάλλον
αποτοξικοποίησης	=	αποτοξικοποίηση
αποτοξικοποιήσεις	=	αποτοξικοποίηση
αποτοξικοποιήσεων	=	αποτοξικοποίηση
αποτοξινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτοξινωμένο
αποτοξινωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτοξινωμένος
αποτοξινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτοξινωμένη
αποτοξινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτοξινωμένος
αποτοξινωμένης	verb	γενική ενικού του αποτοξινωμένη
αποτοξινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτοξινωμένος
αποτοξινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτοξινωμένος
αποτοξινωμένος	verb	που έχει υποστεί αποτοξίνωση
αποτοξινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτοξινωμένος
αποτοξινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτοξινωμένος
αποτοξινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτοξινωμένος
αποτοξινώναμε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώναν	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνανε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνατε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνει	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνεις	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνετε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνομαι	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνοντας	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνουμε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνουν	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνουνε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώνω	verb	αφαιρώ ή απομακρύνω τοξίνες από κάποιο οργανισμό
αποτοξινώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξινώσαν	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώσανε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξινώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξινώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτοξίνωση
αποτοξινώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτοξίνωση
αποτοξινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτοξίνωση
αποτοξινώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξινώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοξινώστε	=	αποτοξινώνω
αποτοξινώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτοξινώνω
αποτοπικοποιώ	verb|formal	καθιστώ μη τοπικό, σε χρήση στην παθητική φωνή: αποτοπικοιούμαι
αποτράβαγα	=	αποτραβώ
αποτράβαγαν	=	αποτραβώ
αποτράβαγε	=	αποτραβώ
αποτράβαγες	=	αποτραβώ
αποτράβηγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτραβώ
αποτράβηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτράβηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτράβηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτράβηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτρέλαινα	=	αποτρελαίνω
αποτρέλαιναν	=	αποτρελαίνω
αποτρέλαινε	=	αποτρελαίνω
αποτρέλαινες	=	αποτρελαίνω
αποτρέλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρέλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρέλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρέλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρέπαμε	=	αποτρέπω
αποτρέπαν	=	αποτρέπω
αποτρέπανε	=	αποτρέπω
αποτρέπατε	=	αποτρέπω
αποτρέπει	=	αποτρέπω
αποτρέπεις	=	αποτρέπω
αποτρέπεσαι	=	αποτρέπω
αποτρέπεστε	=	αποτρέπω
αποτρέπεται	=	αποτρέπω
αποτρέπετε	=	αποτρέπω
αποτρέπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτρέπω
αποτρέπομε	=	αποτρέπω
αποτρέπονται	=	αποτρέπω
αποτρέπονταν	=	αποτρέπω
αποτρέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποτρέπω
αποτρέπουμε	=	αποτρέπω
αποτρέπουν	=	αποτρέπω
αποτρέπουνε	=	αποτρέπω
αποτρέπω	verb	εμποδίζω μια δυσάρεστη εξέλιξη
αποτρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψαν	=	αποτρέπω
αποτρέψανε	=	αποτρέπω
αποτρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψομε	=	αποτρέπω
αποτρέψου	=	αποτρέπω
αποτρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρέψουνε	=	αποτρέπω
αποτρέψτε	=	αποτρέπω
αποτρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπω
αποτρίμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότριμμα
αποτρίμματος	noun	γενική ενικού του απότριμμα
αποτρίχωνα	=	αποτριχώνω
αποτρίχωναν	=	αποτριχώνω
αποτρίχωνε	=	αποτριχώνω
αποτρίχωνες	=	αποτριχώνω
αποτρίχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτρίχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτρίχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτρίχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτρίχωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτριχώνω
αποτρίχωσης	noun	γενική ενικού του αποτρίχωση
αποτραβά	=	αποτραβώ
αποτραβάγαμε	=	αποτραβώ
αποτραβάγανε	=	αποτραβώ
αποτραβάγατε	=	αποτραβώ
αποτραβάει	=	αποτραβώ
αποτραβάμε	=	αποτραβώ
αποτραβάν	=	αποτραβώ
αποτραβάνε	=	αποτραβώ
αποτραβάς	=	αποτραβώ
αποτραβάτε	=	αποτραβώ
αποτραβάω	=	αποτραβώ
αποτραβήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτράβηγμα
αποτραβήγματος	noun	γενική ενικού του αποτράβηγμα
αποτραβήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξαν	=	αποτραβώ
αποτραβήξανε	=	αποτραβώ
αποτραβήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξομε	=	αποτραβώ
αποτραβήξου	=	αποτραβώ
αποτραβήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήξουνε	=	αποτραβώ
αποτραβήξτε	=	αποτραβώ
αποτραβήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτραβώ
αποτραβήχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτραβιέμαι
αποτραβήχτηκαν	=	αποτραβώ
αποτραβήχτηκε	=	αποτραβώ
αποτραβήχτηκες	=	αποτραβώ
αποτραβηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποτράβηγμα
αποτραβηγμέ	noun	κλητική ενικού του αποτραβηγμός
αποτραβηγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποτραβηγμένος	adv	έχοντας αποτραβηχτεί
αποτραβηγμένε	verb	κλητική ενικού του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτραβηγμένη
αποτραβηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμένης	verb	γενική ενικού του αποτραβηγμένη
αποτραβηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτραβώ: που έχει αποτραβηχτεί
αποτραβηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτραβηγμένος
αποτραβηγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτραβηγμός
αποτραβηγμού	noun	γενική ενικού του αποτραβηγμός
αποτραβηγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποτραβηγμός
αποτραβηγμό	noun	αιτιατική ενικού του αποτραβηγμός
αποτραβηγμός	noun|dated	άλλη μορφή του αποτράβηγμα
αποτραβηγμών	noun	γενική πληθυντικού του αποτραβηγμός
αποτραβηχτήκαμε	=	αποτραβώ
αποτραβηχτήκαν	=	αποτραβώ
αποτραβηχτήκανε	=	αποτραβώ
αποτραβηχτήκατε	=	αποτραβώ
αποτραβηχτεί	=	αποτραβώ
αποτραβηχτείς	=	αποτραβώ
αποτραβηχτείτε	=	αποτραβώ
αποτραβηχτούμε	=	αποτραβώ
αποτραβηχτούν	=	αποτραβώ
αποτραβηχτούνε	=	αποτραβώ
αποτραβηχτώ	=	αποτραβώ
αποτραβιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτραβώ
αποτραβιέσαι	=	αποτραβώ
αποτραβιέστε	=	αποτραβώ
αποτραβιέται	=	αποτραβώ
αποτραβιούνται	=	αποτραβώ
αποτραβιούνταν	=	αποτραβώ
αποτραβιόμασταν	=	αποτραβώ
αποτραβιόμαστε	=	αποτραβώ
αποτραβιόμουν	=	αποτραβώ
αποτραβιόμουνα	=	αποτραβώ
αποτραβιόνται	=	αποτραβώ
αποτραβιόνταν	=	αποτραβώ
αποτραβιόντανε	=	αποτραβώ
αποτραβιόντουσαν	=	αποτραβώ
αποτραβιόσασταν	=	αποτραβώ
αποτραβιόσαστε	=	αποτραβώ
αποτραβιόσουν	=	αποτραβώ
αποτραβιόσουνα	=	αποτραβώ
αποτραβιόταν	=	αποτραβώ
αποτραβιότανε	=	αποτραβώ
αποτραβούμε	=	αποτραβώ
αποτραβούν	=	αποτραβώ
αποτραβούνε	=	αποτραβώ
αποτραβούσα	=	αποτραβώ
αποτραβούσαμε	=	αποτραβώ
αποτραβούσαν	=	αποτραβώ
αποτραβούσανε	=	αποτραβώ
αποτραβούσατε	=	αποτραβώ
αποτραβούσε	=	αποτραβώ
αποτραβούσες	=	αποτραβώ
αποτραβώ	verb	μεταφέρω ή απομακρύνω κάτι ή κάποιον από κάπου
αποτραβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποτραβώ
αποτραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτραπήκαν	=	αποτρέπω
αποτραπήκανε	=	αποτρέπω
αποτραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτραπείτε	=	αποτρέπω
αποτραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτραπούνε	=	αποτρέπω
αποτραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρέπομαι
αποτρελάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάναν	=	αποτρελαίνω
αποτρελάνανε	=	αποτρελαίνω
αποτρελάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρελαίνω
αποτρελαίναμε	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίναν	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνανε	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνατε	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνει	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνεις	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνετε	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνομαι	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνοντας	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνουμε	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνουν	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνουνε	=	αποτρελαίνω
αποτρελαίνω	verb	τρελαίνω τελείως
αποτρελαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτρελαμένο
αποτρελαμένε	verb	κλητική ενικού του αποτρελαμένος
αποτρελαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτρελαμένη
αποτρελαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτρελαμένος
αποτρελαμένης	verb	γενική ενικού του αποτρελαμένη
αποτρελαμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτρελαμένος
αποτρελαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτρελαμένος
αποτρελαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποτρελαίνω
αποτρελαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτρελαμένος
αποτρελαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτρελαμένος
αποτρελαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτρελαμένος
αποτρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτρεπτικό	adv	κατά τρόπο αποτρεπτικό
αποτρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του αποτρεπτικός
αποτρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτρεπτική
αποτρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτρεπτικός
αποτρεπτικής	adj	γενική ενικού του αποτρεπτική
αποτρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτρεπτικός
αποτρεπτικοτήτων	=	αποτρεπτικότητα
αποτρεπτικού	adj	γενική ενικού του αποτρεπτικός
αποτρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτρεπτικός
αποτρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποτρεπτικός
αποτρεπτικός	adj	που αποτρέπει ή μπορεί να αποτρέψει
αποτρεπτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του αποτρεπτικού, το να είναι κάποιος αποτρεπτικός
αποτρεπτικότητας	=	αποτρεπτικότητα
αποτρεπτικότητες	=	αποτρεπτικότητα
αποτρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποτρεπτικός
αποτρεπτικώς	adv|dated	αποτρεπτικά
αποτρεπόμασταν	=	αποτρέπω
αποτρεπόμαστε	=	αποτρέπω
αποτρεπόμενος	=	αποτρέπω
αποτρεπόμουν	=	αποτρέπω
αποτρεπόμουνα	=	αποτρέπω
αποτρεπόντουσαν	=	αποτρέπω
αποτρεπόσασταν	=	αποτρέπω
αποτρεπόσαστε	=	αποτρέπω
αποτρεπόσουν	=	αποτρέπω
αποτρεπόσουνα	=	αποτρέπω
αποτρεπόταν	=	αποτρέπω
αποτρεπότανε	=	αποτρέπω
αποτριμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απότριμμα
αποτριχωθήκαμε	=	αποτριχώνω
αποτριχωθήκαν	=	αποτριχώνω
αποτριχωθήκανε	=	αποτριχώνω
αποτριχωθήκατε	=	αποτριχώνω
αποτριχωθεί	=	αποτριχώνω
αποτριχωθείτε	=	αποτριχώνω
αποτριχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτριχωμένο
αποτριχωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτριχωμένος
αποτριχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτριχωμένη
αποτριχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτριχωμένος
αποτριχωμένης	verb	γενική ενικού του αποτριχωμένη
αποτριχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτριχωμένος
αποτριχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτριχωμένος
αποτριχωμένος	verb	που έχει αποτριχωθεί, που έχει χάσει τις τρίχες του
αποτριχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτριχωμένος
αποτριχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτριχωμένος
αποτριχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτριχωμένος
αποτριχωνόμασταν	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόμαστε	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόμουν	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόμουνα	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόντουσαν	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόσασταν	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόσαστε	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόσουν	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόσουνα	=	αποτριχώνω
αποτριχωνόταν	=	αποτριχώνω
αποτριχωνότανε	=	αποτριχώνω
αποτριχωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτριχωτικό
αποτριχωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποτριχωτικός
αποτριχωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτριχωτική
αποτριχωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτριχωτικός
αποτριχωτικής	adj	γενική ενικού του αποτριχωτική
αποτριχωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτριχωτικός
αποτριχωτικού	adj	γενική ενικού του αποτριχωτικός
αποτριχωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτριχωτικός
αποτριχωτικό	noun	σκεύασμα που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για αποτρίχωση
αποτριχωτικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην αποτρίχωση
αποτριχωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποτριχωτικός
αποτριχώθηκα	=	αποτριχώνω
αποτριχώθηκαν	=	αποτριχώνω
αποτριχώθηκε	=	αποτριχώνω
αποτριχώθηκες	=	αποτριχώνω
αποτριχώναμε	=	αποτριχώνω
αποτριχώναν	=	αποτριχώνω
αποτριχώνανε	=	αποτριχώνω
αποτριχώνατε	=	αποτριχώνω
αποτριχώνει	=	αποτριχώνω
αποτριχώνεις	=	αποτριχώνω
αποτριχώνεσαι	=	αποτριχώνω
αποτριχώνεστε	=	αποτριχώνω
αποτριχώνεται	=	αποτριχώνω
αποτριχώνετε	=	αποτριχώνω
αποτριχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώνονται	=	αποτριχώνω
αποτριχώνονταν	=	αποτριχώνω
αποτριχώνοντας	=	αποτριχώνω
αποτριχώνουμε	=	αποτριχώνω
αποτριχώνουν	=	αποτριχώνω
αποτριχώνουνε	=	αποτριχώνω
αποτριχώνω	verb	αφαιρώ από το πρόσωπο ή το σώμα τις τρίχες για αισθητικούς ή άλλους λόγους
αποτριχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώσαν	=	αποτριχώνω
αποτριχώσανε	=	αποτριχώνω
αποτριχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτρίχωση
αποτριχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτρίχωση
αποτριχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτρίχωση
αποτριχώσου	=	αποτριχώνω
αποτριχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτριχώστε	=	αποτριχώνω
αποτριχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτριχώνω
αποτροπές	=	αποτροπή
αποτροπή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτρέπω
αποτροπής	=	αποτροπή
αποτροπίασα	=	αποτροπιάζω
αποτροπαίου	=	αποτρόπαιο
αποτροπαίων	=	αποτρόπαιο
αποτροπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποτροπαϊκός	adv|formal	με αποτροπαϊκό τρόπο
αποτροπαϊκέ	adj	κλητική ενικού του αποτροπαϊκός
αποτροπαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτροπαϊκή
αποτροπαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτροπαϊκός
αποτροπαϊκής	adj	γενική ενικού του αποτροπαϊκή
αποτροπαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτροπαϊκός
αποτροπαϊκού	adj	γενική ενικού του αποτροπαϊκός
αποτροπαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτροπαϊκός
αποτροπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αποτροπαϊκός
αποτροπαϊκός	adj|formal	που συμβάλλει στην αποτροπή κάποιου κακού
αποτροπαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αποτροπαϊκός
αποτροπιάζεσαι	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζεστε	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζεται	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζομαι	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζονται	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζονταν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζου	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάζω	verb|formal	προκαλώ αηδία, αποστροφή
αποτροπιάσου	=	αποτροπιάζω
αποτροπιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαζόμασταν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόμαστε	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόμουν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόμουνα	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόντουσαν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόσασταν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόσαστε	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόσουν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόσουνα	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζόταν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαζότανε	=	αποτροπιάζω
αποτροπιασμέ	noun	κλητική ενικού του αποτροπιασμός
αποτροπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιασμένο
αποτροπιασμένε	verb	κλητική ενικού του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιασμένη
αποτροπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμένης	verb	γενική ενικού του αποτροπιασμένη
αποτροπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτροπιάζω
αποτροπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτροπιασμένος
αποτροπιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιασμός
αποτροπιασμού	noun	γενική ενικού του αποτροπιασμός
αποτροπιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποτροπιασμός
αποτροπιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αποτροπιασμός
αποτροπιασμός	noun	το έντονα άσχημο, το φρικιαστικό συναίσθημα που αισθανόμαστε εξαιτίας κάποιου πολύ αποκρουστικού γεγονότος
αποτροπιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αποτροπιασμός
αποτροπιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστήκαν	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαστήκανε	=	αποτροπιάζω
αποτροπιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιαστικό
αποτροπιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιαστική
αποτροπιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστικής	adj	γενική ενικού του αποτροπιαστική
αποτροπιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστικού	adj	γενική ενικού του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστικός	adj	που προκαλεί τον αποτροπιασμό, αποτρόπαιος
αποτροπιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποτροπιαστικός
αποτροπιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτροπιάζομαι
αποτροπών	=	αποτροπή
αποτρυγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγίδι	noun|vulgar	το αποτρύγι
αποτρυγίδια	=	αποτρυγίδι
αποτρυγιού	=	αποτρύγι
αποτρυγιών	=	αποτρύγι
αποτρυγώ	verb	ολοκληρώνω τον τρύγο
αποτρυγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποτρυγώ
αποτρυγώσεις	=	αποτρύγωση
αποτρυγώσεων	=	αποτρύγωση
αποτρόπαια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποτρόπαιος	adv	με αποτρόπαιο τρόπο
αποτρόπαιας	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιε	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιες	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιη	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιης	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιο	noun	αντικείμενο που υποθετικά έχει ειδικές ιδιότητες που προστατεύουν από ή διώχνουν το κακό
αποτρόπαιοι	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιος	adj	που προκαλεί την αποστροφή και την απέχθεια, φρικιαστικός
αποτρόπαιου	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιους	=	αποτρόπαιος
αποτρόπαιων	=	αποτρόπαιος
αποτρύγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρύγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρύγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρύγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρυγώ
αποτρύγι	noun|vulgar	τα υπολείμματα των σταφυλιών που μένουν στο αμπέλι μετά από τον τρύγο
αποτρύγια	=	αποτρύγι
αποτρύγωση	noun	η διαδικασία ιατρικού καθαρισμού των δοντιών που συνίσταται στην απομάκρυνση της τρυγίας (οδοντικής πέτρας) και της μικροβιακής πλάκας από τις επιφάνειές τους, με σκοπό την πρόληψη ή αντιμετώπιση περιοδοντικών προβλημάτων
αποτρύγωσης	=	αποτρύγωση
αποτρώγω	verb	τελειώνω το φαγητό μου, σταματώ να τρώω
αποτσάμπι	noun|vulgar	το αποτρύγι
αποτσάμπια	=	αποτσάμπι
αποτσίγαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτσίγαρο
αποτσίγαρο	noun	αυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει
αποτσίγαρου	noun	γενική ενικού του αποτσίγαρο
αποτσίγαρων	noun	γενική πληθυντικού του αποτσίγαρο
αποτσαμπιού	=	αποτσάμπι
αποτσαμπιών	=	αποτσάμπι
αποτσιμεντοποίηση	noun	Η ολιγόστευση της παρουσίας κτιρίων (συνήθως κατασκευασμένων από μπετόν) για περιβαλλοντικούς λόγους.
αποτσιμεντοποίησης	=	αποτσιμεντοποίηση
αποτσιμεντοποιήσεις	=	αποτσιμεντοποίηση
αποτσιμεντοποιήσεων	=	αποτσιμεντοποίηση
αποτυγχάναμε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάναν	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνανε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνατε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνει	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνεις	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνετε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνομε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνοντας	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνουμε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνουν	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνουνε	=	αποτυγχάνω
αποτυγχάνω	verb	δεν επιτυγχάνω ό,τι προσπαθώ ή επιθυμώ
αποτυμπάνιζα	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνιζαν	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνιζε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνιζες	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνισα	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνισαν	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνισε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπάνισες	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζαμε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζαν	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζανε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζατε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζει	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζεις	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζετε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζοντας	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζουμε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζουν	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζουνε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίζω	verb|dated	θανατώνω κάποιον με βασανιστήρια ή βασανιστικό τρόπο
αποτυμπανίσαμε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίσαν	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίσανε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίσατε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίσει	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανίστε	=	αποτυμπανίζω
αποτυμπανισμέ	noun	κλητική ενικού του αποτυμπανισμός
αποτυμπανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτυμπανισμός
αποτυμπανισμού	noun	γενική ενικού του αποτυμπανισμός
αποτυμπανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποτυμπανισμός
αποτυμπανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποτυμπανισμός
αποτυμπανισμός	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτυμπανίζω
αποτυμπανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποτυμπανισμός
αποτυπωθήκαμε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωθήκαν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωθήκανε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωθήκατε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωθεί	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωθείς	=	αποτυπώνω
αποτυπωθείτε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωθούμε	=	αποτυπώνω
αποτυπωθούν	=	αποτυπώνω
αποτυπωθούνε	=	αποτυπώνω
αποτυπωθώ	=	αποτυπώνω
αποτυπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποτύπωμα
αποτυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτυπωμένο
αποτυπωμένε	verb	κλητική ενικού του αποτυπωμένος
αποτυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτυπωμένη
αποτυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτυπωμένος
αποτυπωμένης	verb	γενική ενικού του αποτυπωμένη
αποτυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτυπωμένος
αποτυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτυπωμένος
αποτυπωμένος	verb	που έχει αποτυπωθεί
αποτυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτυπωμένος
αποτυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτυπωμένος
αποτυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτυπωμένος
αποτυπωνόμασταν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόμαστε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόμουν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόμουνα	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόντουσαν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόσασταν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόσαστε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόσουν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόσουνα	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνόταν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωνότανε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπωτές	=	αποτυπωτής
αποτυπωτή	=	αποτυπωτής
αποτυπωτής	noun|figurative	που αποτυπώνει
αποτυπωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτυπωτικό
αποτυπωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποτυπωτικός
αποτυπωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτυπωτική
αποτυπωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτυπωτικός
αποτυπωτικής	adj	γενική ενικού του αποτυπωτική
αποτυπωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτυπωτικός
αποτυπωτικού	adj	γενική ενικού του αποτυπωτικός
αποτυπωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποτυπωτικός
αποτυπωτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αποτυπωτικός
αποτυπωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποτύπωση ή αναφέρεται σ' αυτή
αποτυπωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποτυπωτικός
αποτυπωτών	=	αποτυπωτής
αποτυπώθηκα	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώθηκαν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώθηκε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώθηκες	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτύπωμα
αποτυπώματος	noun	γενική ενικού του αποτύπωμα
αποτυπώναμε	=	αποτυπώνω
αποτυπώναν	=	αποτυπώνω
αποτυπώνανε	=	αποτυπώνω
αποτυπώνατε	=	αποτυπώνω
αποτυπώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποτυπώνω
αποτυπώνεις	=	αποτυπώνω
αποτυπώνεσαι	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώνεστε	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώνεται	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώνετε	=	αποτυπώνω
αποτυπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώνομε	=	αποτυπώνω
αποτυπώνονται	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώνονταν	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώνοντας	=	αποτυπώνω
αποτυπώνου	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώνουμε	=	αποτυπώνω
αποτυπώνουν	=	αποτυπώνω
αποτυπώνουνε	=	αποτυπώνω
αποτυπώνω	verb	τυπώνω, εκτυπώνω
αποτυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώσαν	=	αποτυπώνω
αποτυπώσανε	=	αποτυπώνω
αποτυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτύπωση
αποτυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποτύπωση
αποτυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποτύπωση
αποτυπώσομε	=	αποτυπώνω
αποτυπώσου	=	αποτυπώνομαι
αποτυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυπώσουνε	=	αποτυπώνω
αποτυπώστε	=	αποτυπώνω
αποτυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτυφλωθήκαμε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωθήκαν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωθήκανε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωθήκατε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωθεί	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωθείτε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωμένος	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόμασταν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόμαστε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόμουν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόμουνα	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόντουσαν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόσασταν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόσαστε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόσουν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόσουνα	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνόταν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλωνότανε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώθηκα	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώθηκαν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώθηκε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώθηκες	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώναμε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώναν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνανε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνατε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνει	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνεις	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνεσαι	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνεστε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνεται	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνετε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνομαι	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνονται	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνονταν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνοντας	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνου	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνουμε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνουν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνουνε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώνω	verb	τυφλώνω τελείως κάποιον
αποτυφλώσαμε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώσαν	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώσανε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώσατε	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώσει	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώσου	=	αποτυφλώνω
αποτυφλώστε	=	αποτυφλώνω
αποτυχία	noun	το αποτέλεσμα του αποτυγχάνω
αποτυχίας	noun	γενική ενικού του αποτυχία
αποτυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτυχία
αποτυχαίνω	verb	άλλη μορφή του αποτυγχάνω
αποτυχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποτυχημένος	adv	με αποτυχία
αποτυχημένε	verb	κλητική ενικού του αποτυχημένος
αποτυχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποτυχημένη
αποτυχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποτυχημένος
αποτυχημένης	verb	γενική ενικού του αποτυχημένη
αποτυχημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποτυχημένος
αποτυχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποτυχημένος
αποτυχημένος	verb	που απέτυχε, που δεν πέτυχε στο στόχο του, στο θεμιτό αποτέλεσμα
αποτυχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποτυχημένος
αποτυχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποτυχημένος
αποτυχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποτυχημένος
αποτυχιών	noun	γενική πληθυντικού του αποτυχία
αποτυχουσών	=	αποτυχών
αποτυχούσα	=	αποτυχών
αποτυχούσας	=	αποτυχών
αποτυχούσες	=	αποτυχών
αποτυχούσης	=	αποτυχών
αποτυχόν	=	αποτυχών
αποτυχόντα	=	αποτυχών
αποτυχόντας	=	αποτυχών
αποτυχόντες	=	αποτυχών
αποτυχόντος	=	αποτυχών
αποτυχόντων	=	αποτυχών
αποτυχών	verb|formal	που απέτυχε, που έχει σημειώσει μια αποτυχία
αποτόκου	=	απότοκος
αποτόκους	=	απότοκος
αποτόκων	=	απότοκος
αποτόλμα	=	αποτολμώ
αποτόλμαγε	=	αποτολμώ
αποτόλμημα	noun|rare	άλλη μορφή του αποτολμιά
αποτόλμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτόλμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτόλμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτόλμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτολμώ
αποτύγχανα	=	αποτυγχάνω
αποτύγχαναν	=	αποτυγχάνω
αποτύγχανε	=	αποτυγχάνω
αποτύγχανες	=	αποτυγχάνω
αποτύπωμα	noun	το αποτέλεσμα του αποτυπώνω
αποτύπωνα	=	αποτυπώνω
αποτύπωναν	=	αποτυπώνω
αποτύπωνε	=	αποτυπώνω
αποτύπωνες	=	αποτυπώνω
αποτύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυπώνω
αποτύπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτυπώνω
αποτύπωσης	noun	γενική ενικού του αποτύπωση
αποτύφλωνα	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωναν	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωνε	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωνες	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωσα	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωσαν	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωσε	=	αποτυφλώνω
αποτύφλωσες	=	αποτυφλώνω
αποτύχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχαν	=	αποτυγχάνω
αποτύχανε	=	αποτυγχάνω
αποτύχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχομε	=	αποτυγχάνω
αποτύχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
αποτύχουνε	=	αποτυγχάνω
αποτύχτε	=	αποτυγχάνω
αποτύχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτυγχάνω
απουματίδά	=	απουματίδα
απουματίδάς	=	απουματίδα
απουματίδές	=	απουματίδα
απουματίδα	noun	η άκρη του ματιού, η αποματιά
απουματίδών	=	απουματίδα
απουσία	noun	το να μην παρευρίσκεται κάποιος ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή όπου θα αναμενόταν να είναι
απουσίας	noun	γενική ενικού του απουσία
απουσίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απουσία
απουσιάζω	verb	δεν είμαι εδώ / εκεί
απουσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απουσιάζω
απουσιασμέ	noun	κλητική ενικού του απουσιασμός
απουσιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απουσιασμός
απουσιασμού	noun	γενική ενικού του απουσιασμός
απουσιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του απουσιασμός
απουσιασμό	noun	αιτιατική ενικού του απουσιασμός
απουσιασμός	noun|rare	το να απουσιάζει κάποιος συστηματικά από κάπου, π.χ. από την εργασία
απουσιασμών	noun	γενική πληθυντικού του απουσιασμός
απουσιολογίου	noun	γενική ενικού του απουσιολόγιο
απουσιολογίων	noun	γενική πληθυντικού του απουσιολόγιο
απουσιολόγε	noun	κλητική ενικού του απουσιολόγος
απουσιολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απουσιολόγιο
απουσιολόγιο	noun	έντυπο / τετράδιο που χρησιμοποιείται για την καταγραφή των μαθητών που απουσιάζουν
απουσιολόγιου	=	απουσιολόγιο
απουσιολόγιων	=	απουσιολόγιο
απουσιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του απουσιολόγος
απουσιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απουσιολόγος
απουσιολόγος	noun	μαθητής που του έχουν αναθέσει να καταγράφει τους συμμαθητές του που απουσιάζουν
απουσιολόγου	noun	γενική ενικού του απουσιολόγος
απουσιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του απουσιολόγος
απουσιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του απουσιολόγος
απουσιών	noun	γενική πληθυντικού του απουσία
απουσών	noun	γενική πληθυντικού του απούσα
αποφάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάγι	noun|vulgar	ό,τι τρώγεται μετά από το κυρίως γεύμα (γλυκό, φρούτο κ.λπ.)
αποφάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφάγι
αποφάει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάι	noun	άλλη μορφή του αποφάγι
αποφάια	=	αποφάι
αποφάμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάνε	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάνηκα	=	αποφαίνομαι
αποφάνηκαν	=	αποφαίνομαι
αποφάνηκε	=	αποφαίνομαι
αποφάνηκες	=	αποφαίνομαι
αποφάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφανση
αποφάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόφανση
αποφάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόφανση
αποφάς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφαση
αποφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόφαση
αποφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόφαση
αποφάσιζα	=	αποφασίζω
αποφάσιζαν	=	αποφασίζω
αποφάσιζε	=	αποφασίζω
αποφάσιζες	=	αποφασίζω
αποφάσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφάσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφάσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφάσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφάτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφάω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
αποφέρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του αποφέρω
αποφέρω	verb	φέρνω κέρδος, αποδίδω εισόδημα
αποφαίνεσαι	=	αποφαίνομαι
αποφαίνεστε	=	αποφαίνομαι
αποφαίνεται	=	αποφαίνομαι
αποφαίνομαι	verb|formal	διατυπώνω με επισημότητα μια γνώμη ως ειδικός ή αρμόδιος
αποφαίνονται	=	αποφαίνομαι
αποφαίνονταν	=	αποφαίνομαι
αποφαγούδι	noun	άλλη μορφή του αποφάγι
αποφαγούδια	=	αποφαγούδι
αποφαινόμασταν	=	αποφαίνομαι
αποφαινόμαστε	=	αποφαίνομαι
αποφαινόμενος	=	αποφαίνομαι
αποφαινόμουν	=	αποφαίνομαι
αποφαινόμουνα	=	αποφαίνομαι
αποφαινόντουσαν	=	αποφαίνομαι
αποφαινόσασταν	=	αποφαίνομαι
αποφαινόσαστε	=	αποφαίνομαι
αποφαινόσουν	=	αποφαίνομαι
αποφαινόσουνα	=	αποφαίνομαι
αποφαινόταν	=	αποφαίνομαι
αποφαινότανε	=	αποφαίνομαι
αποφαλάκρωση	noun	η μετατροπή κάποιου σε φαλακρό
αποφαλάκρωσης	noun	γενική ενικού του αποφαλάκρωση
αποφαλακρώνω	verb	κάνω κάποιον φαλακρό
αποφαλακρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφαλάκρωση
αποφαλακρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφαλάκρωση
αποφαλακρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφαλάκρωση
αποφανήκαμε	=	αποφαίνομαι
αποφανήκαν	=	αποφαίνομαι
αποφανήκανε	=	αποφαίνομαι
αποφανήκατε	=	αποφαίνομαι
αποφανεί	=	αποφαίνομαι
αποφανείς	=	αποφαίνομαι
αποφανείτε	=	αποφαίνομαι
αποφανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθήκαν	=	αποφαίνομαι
αποφανθήκανε	=	αποφαίνομαι
αποφανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανθούνε	=	αποφαίνομαι
αποφανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφαίνομαι
αποφανούμε	=	αποφαίνομαι
αποφανούν	=	αποφαίνομαι
αποφανούνε	=	αποφαίνομαι
αποφαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφαντικό	adv|formal	με αποφαντικό τρόπο
αποφαντικέ	adj	κλητική ενικού του αποφαντικός
αποφαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφαντική
αποφαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφαντικός
αποφαντικής	adj	γενική ενικού του αποφαντική
αποφαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφαντικός
αποφαντικού	adj	γενική ενικού του αποφαντικός
αποφαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφαντικός
αποφαντικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφαντικός
αποφαντικός	adj	που αποφαίνεται, που εκφράζει μια απόφανση, που μιλά με τρόπο δογματικό και αξιωματικό
αποφαντικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφαντικός
αποφανώ	=	αποφαίνομαι
αποφασίζαμε	=	αποφασίζω
αποφασίζαν	=	αποφασίζω
αποφασίζανε	=	αποφασίζω
αποφασίζατε	=	αποφασίζω
αποφασίζει	=	αποφασίζω
αποφασίζεις	=	αποφασίζω
αποφασίζεσαι	=	αποφασίζω
αποφασίζεστε	=	αποφασίζω
αποφασίζεται	=	αποφασίζω
αποφασίζετε	=	αποφασίζω
αποφασίζομαι	=	αποφασίζω
αποφασίζομε	=	αποφασίζω
αποφασίζονται	=	αποφασίζω
αποφασίζονταν	=	αποφασίζω
αποφασίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποφασίζω
αποφασίζουμε	=	αποφασίζω
αποφασίζουν	=	αποφασίζω
αποφασίζουνε	=	αποφασίζω
αποφασίζω	verb	επιλέγω να κάνω κάτι ή διαμορφώνω μια τελική κρίση, ύστερα από σκέψη ή συζήτηση
αποφασίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσαν	=	αποφασίζω
αποφασίσανε	=	αποφασίζω
αποφασίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσομε	=	αποφασίζω
αποφασίσου	=	αποφασίζω
αποφασίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασίσουνε	=	αποφασίζω
αποφασίστε	=	αποφασίζω
αποφασίστηκα	=	αποφασίζω
αποφασίστηκαν	=	αποφασίζω
αποφασίστηκε	=	αποφασίζω
αποφασίστηκες	=	αποφασίζω
αποφασίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφασίζω
αποφασιζόμασταν	=	αποφασίζω
αποφασιζόμαστε	=	αποφασίζω
αποφασιζόμουν	=	αποφασίζω
αποφασιζόμουνα	=	αποφασίζω
αποφασιζόντουσαν	=	αποφασίζω
αποφασιζόσασταν	=	αποφασίζω
αποφασιζόσαστε	=	αποφασίζω
αποφασιζόσουν	=	αποφασίζω
αποφασιζόσουνα	=	αποφασίζω
αποφασιζόταν	=	αποφασίζω
αποφασιζότανε	=	αποφασίζω
αποφασισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφασισμένο
αποφασισμένε	verb	κλητική ενικού του αποφασισμένος
αποφασισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφασισμένη
αποφασισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφασισμένος
αποφασισμένης	verb	γενική ενικού του αποφασισμένη
αποφασισμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αποφασισμένος
αποφασισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφασισμένος
αποφασισμένος	verb	που έχει πάρει τις αποφάσεις του, που έχει ήδη αποφασίσει
αποφασισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφασισμένος
αποφασισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποφασισμένος
αποφασισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποφασισμένος
αποφασιστήκαμε	=	αποφασίζω
αποφασιστήκαν	=	αποφασίζω
αποφασιστήκανε	=	αποφασίζω
αποφασιστήκατε	=	αποφασίζω
αποφασιστεί	=	αποφασίζω
αποφασιστείς	=	αποφασίζω
αποφασιστείτε	=	αποφασίζω
αποφασιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφασιστικό	adv	με αποφασιστικότητα
αποφασιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποφασιστικός
αποφασιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφασιστική
αποφασιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφασιστικός
αποφασιστικής	adj	γενική ενικού του αποφασιστική
αποφασιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφασιστικός
αποφασιστικοτήτων	=	αποφασιστικότητα
αποφασιστικού	adj	γενική ενικού του αποφασιστικός
αποφασιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφασιστικός
αποφασιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφασιστικός
αποφασιστικός	adj	που αποφασίζει γρήγορα, χωρίς να διστάζει από τους κινδύνους ή τις δυσκολίες που αναφύονται
αποφασιστικότητα	noun	το να είναι κάποιος αποφασιστικός, η ιδιότητα του αποφασιστικού
αποφασιστικότητας	noun	γενική ενικού του αποφασιστικότητα
αποφασιστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφασιστικότητα
αποφασιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφασιστικός
αποφασιστούμε	=	αποφασίζω
αποφασιστούν	=	αποφασίζω
αποφασιστούνε	=	αποφασίζω
αποφασιστώ	=	αποφασίζω
αποφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφατικό	adv	αρνητικά
αποφατικέ	adj	κλητική ενικού του αποφατικός
αποφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφατική
αποφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφατικός
αποφατικής	adj	γενική ενικού του αποφατική
αποφατικη	=	αποφατικός
αποφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφατικός
αποφατικού	adj	γενική ενικού του αποφατικός
αποφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφατικός
αποφατικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφατικός
αποφατικός	adj	που εκφράζει άρνηση
αποφατικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφατικός
αποφατισμέ	=	αποφατισμός
αποφατισμοί	=	αποφατισμός
αποφατισμού	=	αποφατισμός
αποφατισμούς	=	αποφατισμός
αποφατισμό	=	αποφατισμός
αποφατισμός	noun	σχολή/θεωρία της χριστιανικής θεολογικής γνωσιολογίας, για την προσέγγιση και τη γνώση του Θεού
αποφατισμών	=	αποφατισμός
αποφευγόμασταν	=	αποφεύγω
αποφευγόμαστε	=	αποφεύγω
αποφευγόμουν	=	αποφεύγω
αποφευγόμουνα	=	αποφεύγω
αποφευγόντουσαν	=	αποφεύγω
αποφευγόσασταν	=	αποφεύγω
αποφευγόσαστε	=	αποφεύγω
αποφευγόσουν	=	αποφεύγω
αποφευγόσουνα	=	αποφεύγω
αποφευγόταν	=	αποφεύγω
αποφευγότανε	=	αποφεύγω
αποφευκτέα	=	αποφευκτέος
αποφευκτέας	=	αποφευκτέος
αποφευκτέε	=	αποφευκτέος
αποφευκτέες	=	αποφευκτέος
αποφευκτέο	=	αποφευκτέος
αποφευκτέοι	=	αποφευκτέος
αποφευκτέος	adj	που πρέπει να τον αποφεύγουμε
αποφευκτέου	=	αποφευκτέος
αποφευκτέους	=	αποφευκτέος
αποφευκτέων	=	αποφευκτέος
αποφευκτικά	=	αποφευκτικός
αποφευκτικέ	=	αποφευκτικός
αποφευκτικές	=	αποφευκτικός
αποφευκτική	=	αποφευκτικός
αποφευκτικής	=	αποφευκτικός
αποφευκτικα	=	αποφευκτικός
αποφευκτικας	=	αποφευκτικός
αποφευκτικε	=	αποφευκτικός
αποφευκτικες	=	αποφευκτικός
αποφευκτικο	=	αποφευκτικός
αποφευκτικοί	=	αποφευκτικός
αποφευκτικοι	=	αποφευκτικός
αποφευκτικος	=	αποφευκτικός
αποφευκτικου	=	αποφευκτικός
αποφευκτικους	=	αποφευκτικός
αποφευκτικού	=	αποφευκτικός
αποφευκτικούς	=	αποφευκτικός
αποφευκτικων	=	αποφευκτικός
αποφευκτικό	=	αποφευκτικός
αποφευκτικός	adj	που αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης
αποφευκτικών	=	αποφευκτικός
αποφευχθήκαμε	=	αποφεύγω
αποφευχθήκαν	=	αποφεύγω
αποφευχθήκανε	=	αποφεύγω
αποφευχθήκατε	=	αποφεύγω
αποφευχθεί	=	αποφεύγω
αποφευχθείς	=	αποφεύγω
αποφευχθείτε	=	αποφεύγω
αποφευχθούμε	=	αποφεύγω
αποφευχθούν	=	αποφεύγω
αποφευχθούνε	=	αποφεύγω
αποφευχθώ	=	αποφεύγω
αποφεύγαμε	=	αποφεύγω
αποφεύγαν	=	αποφεύγω
αποφεύγανε	=	αποφεύγω
αποφεύγατε	=	αποφεύγω
αποφεύγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποφεύγω
αποφεύγεις	=	αποφεύγω
αποφεύγεσαι	=	αποφεύγω
αποφεύγεστε	=	αποφεύγω
αποφεύγεται	=	αποφεύγω
αποφεύγετε	=	αποφεύγω
αποφεύγομαι	=	αποφεύγω
αποφεύγομε	=	αποφεύγω
αποφεύγονται	=	αποφεύγω
αποφεύγονταν	=	αποφεύγω
αποφεύγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποφεύγω
αποφεύγουμε	=	αποφεύγω
αποφεύγουν	=	αποφεύγω
αποφεύγουνε	=	αποφεύγω
αποφεύγω	verb	προσπαθώ να κρατηθώ μακριά από κάποιον ή κάτι ενοχλητικό
αποφεύχθηκα	=	αποφεύγω
αποφεύχθηκαν	=	αποφεύγω
αποφεύχθηκες	=	αποφεύγω
αποφθάνθηκα	=	αποφαίνομαι
αποφθάνθηκαν	=	αποφαίνομαι
αποφθάνθηκε	=	αποφαίνομαι
αποφθάνθηκες	=	αποφαίνομαι
αποφθέγγομαι	verb|formal	μιλάω σύντομα με αφορισμούς, γνωματεύω με αποφθέγματα, με στόμφο, όπως μία αυθεντία
αποφθέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφθεγμα
αποφθέγματος	noun	γενική ενικού του απόφθεγμα
αποφθεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόφθεγμα
αποφθεγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφθεγματικό	adv	σύντομα, λακωνικά.
αποφθεγματικέ	adj	κλητική ενικού του αποφθεγματικός
αποφθεγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφθεγματική
αποφθεγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφθεγματικός
αποφθεγματικής	adj	γενική ενικού του αποφθεγματική
αποφθεγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφθεγματικός
αποφθεγματικοτήτων	=	αποφθεγματικότητα
αποφθεγματικού	adj	γενική ενικού του αποφθεγματικός
αποφθεγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφθεγματικός
αποφθεγματικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφθεγματικός
αποφθεγματικός	adj	που μιλά με αποφθέγματα
αποφθεγματικότητα	noun|formal	το να είναι κάτι αποφθεγματικό, να λειτουργεί αποφθεγματικά
αποφθεγματικότητας	=	αποφθεγματικότητα
αποφθεγματικότητες	=	αποφθεγματικότητα
αποφθεγματικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφθεγματικός
αποφθορίωση	noun	η διαδικασία αφαίρεσης φθορίου από το νερό
αποφθορίωσης	noun	γενική ενικού του αποφθορίωση
αποφθοριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφθορίωση
αποφθοριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφθορίωση
αποφθοριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφθορίωση
αποφλοίωνα	=	αποφλοιώνω
αποφλοίωναν	=	αποφλοιώνω
αποφλοίωνε	=	αποφλοιώνω
αποφλοίωνες	=	αποφλοιώνω
αποφλοίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοίωση	noun	η αφαίρεση της φλούδας
αποφλοίωσης	=	αποφλοίωση
αποφλοιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφλοιωμένο
αποφλοιωμένε	verb	κλητική ενικού του αποφλοιωμένος
αποφλοιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφλοιωμένη
αποφλοιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφλοιωμένος
αποφλοιωμένης	verb	γενική ενικού του αποφλοιωμένη
αποφλοιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποφλοιωμένος
αποφλοιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφλοιωμένος
αποφλοιωμένος	verb	που έχει αποφλοιωθεί, που έχει χάσει τον φλοιό του
αποφλοιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφλοιωμένος
αποφλοιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποφλοιωμένος
αποφλοιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποφλοιωμένος
αποφλοιωτές	=	αποφλοιωτής
αποφλοιωτή	=	αποφλοιωτής
αποφλοιωτήρα	=	αποφλοιωτήρας
αποφλοιωτήρας	noun	άλλη μορφή του αποφλοιωτής
αποφλοιωτήρες	=	αποφλοιωτήρας
αποφλοιωτήρων	=	αποφλοιωτήρας
αποφλοιωτής	noun	ειδικό εργαλείο ή συσκευή για αποφλοίωση, που αποφλοιώνει, έχει τη δυνατότητα να διαχωρίσει τη φλούδα σε φρούτα και λαχανικά, το φλοιό σε κορμούς δέντρων κ.λπ.
αποφλοιωτών	=	αποφλοιωτής
αποφλοιώναμε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώναν	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνανε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνατε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνει	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνεις	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνετε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνομαι	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνοντας	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνουμε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνουν	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνουνε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώνω	verb	αφαιρώ το φλοιό από φυτό ή καρπό ή από το δέρμα ζωντανού οργανισμού
αποφλοιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοιώσαν	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώσανε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφλοίωση
αποφλοιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοιώσεων	=	αποφλοίωση
αποφλοιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφλοιώστε	=	αποφλοιώνω
αποφλοιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφλοιώνω
αποφοίτα	=	αποφοιτώ
αποφοίταγε	=	αποφοιτώ
αποφοίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοίτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποφοιτώ
αποφοίτησης	noun	γενική ενικού του αποφοίτηση
αποφοίτου	=	απόφοιτος
αποφοίτους	=	απόφοιτος
αποφοίτων	=	απόφοιτος
αποφοιτά	=	αποφοιτώ
αποφοιτάει	=	αποφοιτώ
αποφοιτάμε	=	αποφοιτώ
αποφοιτάν	=	αποφοιτώ
αποφοιτάνε	=	αποφοιτώ
αποφοιτάς	=	αποφοιτώ
αποφοιτάτε	=	αποφοιτώ
αποφοιτάω	=	αποφοιτώ
αποφοιτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφοιτήριο
αποφοιτήριο	noun	πιστοποιητικό που αναγράφει το χρόνο διακοπής της φοίτησης σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, τη διάρκεια της μέχρι τότε φοίτησης και άλλα σχετικά στοιχεία
αποφοιτήριου	=	αποφοιτήριο
αποφοιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτήσαν	=	αποφοιτώ
αποφοιτήσανε	=	αποφοιτώ
αποφοιτήσαντα	=	αποφοιτήσας
αποφοιτήσαντες	=	αποφοιτήσας
αποφοιτήσαντος	=	αποφοιτήσας
αποφοιτήσας	verb|formal	που αποφοίτησε, που έχει αποφοιτήσει από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα
αποφοιτήσασα	=	αποφοιτήσας
αποφοιτήσασας	=	αποφοιτήσας
αποφοιτήσασες	=	αποφοιτήσας
αποφοιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφοίτηση
αποφοιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφοίτηση
αποφοιτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφοίτηση
αποφοιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτήσουνε	=	αποφοιτώ
αποφοιτήστε	=	αποφοιτώ
αποφοιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτηρίου	noun	γενική ενικού του αποφοιτήριο
αποφοιτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αποφοιτήριο
αποφοιτησάντων	=	αποφοιτήσας
αποφοιτησάσης	=	αποφοιτήσας
αποφοιτησασών	=	αποφοιτήσας
αποφοιτούμε	=	αποφοιτώ
αποφοιτούν	=	αποφοιτώ
αποφοιτούνε	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσα	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσαμε	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσαν	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσανε	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσατε	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσε	=	αποφοιτώ
αποφοιτούσες	=	αποφοιτώ
αποφοιτωσών	=	αποφοιτών
αποφοιτώ	verb	ολοκληρώνω τη φοίτηση και αποχωρώ με το σχετικό πιστοποιητικό από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολείο, πανεπιστήμιο κ.λπ.)
αποφοιτών	adj	που αποφοιτά
αποφοιτώντα	=	αποφοιτών
αποφοιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποφοιτώ
αποφοιτώντες	=	αποφοιτών
αποφοιτώντος	=	αποφοιτών
αποφοιτώντων	=	αποφοιτών
αποφοιτώσα	=	αποφοιτών
αποφοιτώσας	=	αποφοιτών
αποφοιτώσες	=	αποφοιτών
αποφοιτώσης	=	αποφοιτών
αποφολίδωση	noun	η απολέπιση
αποφολίδωσης	noun	γενική ενικού του αποφολίδωση
αποφολιδωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφολιδωτικό
αποφολιδωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποφολιδωτικός
αποφολιδωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφολιδωτική
αποφολιδωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφολιδωτικός
αποφολιδωτικής	adj	γενική ενικού του αποφολιδωτική
αποφολιδωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφολιδωτικός
αποφολιδωτικού	adj	γενική ενικού του αποφολιδωτικός
αποφολιδωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφολιδωτικός
αποφολιδωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφολιδωτικός
αποφολιδωτικός	adj	που έχει σχέση με την αποφολίδωση ή χρησιμοποιείται γι’ αυτήν
αποφολιδωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφολιδωτικός
αποφολιδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφολίδωση
αποφολιδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφολίδωση
αποφολιδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφολίδωση
αποφορά	noun|formal	η δυσάρεστη οσμή, η έντονη δυσοσμία
αποφοράς	noun	γενική ενικού του αποφορά
αποφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφορά
αποφοριού	=	αποφόρι
αποφοριών	=	αποφόρι
αποφορολογήσεις	=	αποφορολόγηση
αποφορολογήσεων	=	αποφορολόγηση
αποφορολόγηση	noun	η αφαίρεση τού ΦΠΑ ή άλλου φόρου από ποσό, η απαλλαγή από ΦΠΑ ή άλλο φόρο
αποφορολόγησης	=	αποφορολόγηση
αποφορτίζαμε	=	αποφορτίζω
αποφορτίζαν	=	αποφορτίζω
αποφορτίζανε	=	αποφορτίζω
αποφορτίζατε	=	αποφορτίζω
αποφορτίζει	=	αποφορτίζω
αποφορτίζεις	=	αποφορτίζω
αποφορτίζεσαι	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίζεστε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίζεται	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίζετε	=	αποφορτίζω
αποφορτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίζονται	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίζονταν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίζοντας	=	αποφορτίζω
αποφορτίζου	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίζουμε	=	αποφορτίζω
αποφορτίζουν	=	αποφορτίζω
αποφορτίζουνε	=	αποφορτίζω
αποφορτίζω	verb	εξαντλώ τη φόρτιση, το ηλεκτρικό φορτίο
αποφορτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίσαν	=	αποφορτίζω
αποφορτίσανε	=	αποφορτίζω
αποφορτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφόρτιση
αποφορτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφόρτιση
αποφορτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφόρτιση
αποφορτίσου	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτίστε	=	αποφορτίζω
αποφορτίστηκα	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίστηκαν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίστηκε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίστηκες	=	αποφορτίζομαι
αποφορτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφορτιζόμασταν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόμαστε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόμουν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόμουνα	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόντουσαν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόσασταν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόσαστε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόσουν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόσουνα	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζόταν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιζότανε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφορτισμένο
αποφορτισμένε	verb	κλητική ενικού του αποφορτισμένος
αποφορτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφορτισμένη
αποφορτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφορτισμένος
αποφορτισμένης	verb	γενική ενικού του αποφορτισμένη
αποφορτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποφορτισμένος
αποφορτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφορτισμένος
αποφορτισμένος	verb	εκτονωμένος.
αποφορτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφορτισμένος
αποφορτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποφορτισμένος
αποφορτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποφορτισμένος
αποφορτιστήκαμε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιστήκαν	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιστήκανε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιστήκατε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιστεί	=	αποφορτίζομαι
αποφορτιστείτε	=	αποφορτίζομαι
αποφορτωθήκαμε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωθήκαν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωθήκανε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωθήκατε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωθεί	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωθείτε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωμένα	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένε	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένες	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένη	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένης	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένο	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένοι	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποφορτώνω
αποφορτωμένου	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένους	=	αποφορτωμένος
αποφορτωμένων	=	αποφορτωμένος
αποφορτωνόμασταν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόμαστε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόμουν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόμουνα	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόντουσαν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόσασταν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόσαστε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόσουν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόσουνα	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνόταν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτωνότανε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώθηκα	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώθηκαν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώθηκε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώθηκες	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώναμε	=	αποφορτώνω
αποφορτώναν	=	αποφορτώνω
αποφορτώνανε	=	αποφορτώνω
αποφορτώνατε	=	αποφορτώνω
αποφορτώνει	=	αποφορτώνω
αποφορτώνεις	=	αποφορτώνω
αποφορτώνεσαι	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώνεστε	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώνεται	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώνετε	=	αποφορτώνω
αποφορτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποφορτώνω
αποφορτώνονται	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώνονταν	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώνοντας	=	αποφορτώνω
αποφορτώνου	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώνουμε	=	αποφορτώνω
αποφορτώνουν	=	αποφορτώνω
αποφορτώνουνε	=	αποφορτώνω
αποφορτώνω	verb	αφαιρώ από κάποιον ή κάτι το φορτίο που φέρει, ώστε να πάψει να το σηκώνει ή να το φέρει
αποφορτώσαμε	=	αποφορτώνω
αποφορτώσαν	=	αποφορτώνω
αποφορτώσανε	=	αποφορτώνω
αποφορτώσατε	=	αποφορτώνω
αποφορτώσει	=	αποφορτώνω
αποφορτώσεις	=	αποφόρτωση
αποφορτώσεων	=	αποφόρτωση
αποφορτώσου	=	αποφορτώνομαι
αποφορτώστε	=	αποφορτώνω
αποφορών	=	αποφορά
αποφουρνίζαμε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζαν	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζανε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζατε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζει	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζεις	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζετε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζοντας	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζουμε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζουν	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζουνε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίζω	verb	ολοκληρώνω τη διαδικασία του φουρνίσματος
αποφουρνίσαμε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίσαν	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίσανε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίσατε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίσει	=	αποφουρνίζω
αποφουρνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφούρνισμα
αποφουρνίσματος	noun	γενική ενικού του αποφούρνισμα
αποφουρνίστε	=	αποφουρνίζω
αποφουρνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποφούρνισμα
αποφούρνιζα	=	αποφουρνίζω
αποφούρνιζαν	=	αποφουρνίζω
αποφούρνιζε	=	αποφουρνίζω
αποφούρνιζες	=	αποφουρνίζω
αποφούρνισα	=	αποφουρνίζω
αποφούρνισαν	=	αποφουρνίζω
αποφούρνισε	=	αποφουρνίζω
αποφούρνισες	=	αποφουρνίζω
αποφούρνισμα	noun	το τέλος της διαδικασίας του φουρνίσματος
αποφράδα	noun	καταραμένη, δυσοίωνη ή γρουσούζικη μέρα, ημέρα την οποία δεν θα ήθελε κανείς ούτε να την αναφέρει, επειδή θυμίζει θλιβερό γεγονός
αποφράδας	=	αποφράδα
αποφράδες	=	αποφράδα
αποφράδων	=	αποφράδα
αποφράζαμε	=	αποφράζω
αποφράζαν	=	αποφράζω
αποφράζανε	=	αποφράζω
αποφράζατε	=	αποφράζω
αποφράζει	=	αποφράζω
αποφράζεις	=	αποφράζω
αποφράζετε	=	αποφράζω
αποφράζομαι	=	αποφράζω
αποφράζοντας	=	αποφράζω
αποφράζουμε	=	αποφράζω
αποφράζουν	=	αποφράζω
αποφράζουνε	=	αποφράζω
αποφράζω	verb	φράζω τελείως
αποφράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράξαν	=	αποφράζω
αποφράξανε	=	αποφράζω
αποφράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφραξη
αποφράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόφραξη
αποφράξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόφραξη
αποφράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράξτε	=	αποφράζω
αποφράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφράσσω
αποφράσσομαι	=	αποφράσσω
αποφράσσω	verb|formal	αποφράζω
αποφραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφραγμένο
αποφραγμένε	verb	κλητική ενικού του αποφραγμένος
αποφραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφραγμένη
αποφραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφραγμένος
αποφραγμένης	verb	γενική ενικού του αποφραγμένη
αποφραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποφραγμένος
αποφραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφραγμένος
αποφραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποφράζω
αποφραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφραγμένος
αποφραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποφραγμένος
αποφραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποφραγμένος
αποφρακτήρα	=	αποφρακτήρας
αποφρακτήρας	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για αποφράξεις
αποφρακτήρες	=	αποφρακτήρας
αποφρακτήρων	=	αποφρακτήρας
αποφρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφρακτικό
αποφρακτικέ	adj	κλητική ενικού του αποφρακτικός
αποφρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφρακτική
αποφρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφρακτικός
αποφρακτικής	adj	γενική ενικού του αποφρακτική
αποφρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφρακτικός
αποφρακτικού	adj	γενική ενικού του αποφρακτικός
αποφρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφρακτικός
αποφρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφρακτικός
αποφρακτικός	adj	που έχει σχέση με την απόφραξη ή αναφέρεται σ' αυτή
αποφρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφρακτικός
αποφραχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφραχτικό
αποφραχτικέ	adj	κλητική ενικού του αποφραχτικός
αποφραχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφραχτική
αποφραχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφραχτικός
αποφραχτικής	adj	γενική ενικού του αποφραχτική
αποφραχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφραχτικός
αποφραχτικού	adj	γενική ενικού του αποφραχτικός
αποφραχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποφραχτικός
αποφραχτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποφραχτικός
αποφραχτικός	adj	άλλη μορφή του αποφρακτικός
αποφραχτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποφραχτικός
αποφυάδα	noun	επιμήκης ή δενδροειδής προεξοχή κυττάρου —συχνότερα νευρικού— η οποία συμβάλλει στη μεταβίβαση σημάτων ή στη διασύνδεσή του με άλλα κύτταρα
αποφυάδας	=	αποφυάδα
αποφυάδες	=	αποφυάδα
αποφυάδων	=	αποφυάδα
αποφυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφυγή
αποφυγή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποφεύγω
αποφυγής	=	αποφυγή
αποφυγών	=	αποφυγή
αποφυλάκιζα	=	αποφυλακίζω
αποφυλάκιζαν	=	αποφυλακίζω
αποφυλάκιζε	=	αποφυλακίζω
αποφυλάκιζες	=	αποφυλακίζω
αποφυλάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλάκιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποφυλακίζω
αποφυλάκισης	noun	γενική ενικού του αποφυλάκιση
αποφυλακίζαμε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζαν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζανε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζατε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζει	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζεις	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζεσαι	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζεστε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζεται	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζετε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίζομε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζονται	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζονταν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζοντας	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζουμε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζουν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζουνε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίζω	verb	αφήνω επίσημα ελεύθερο κάποιον φυλακισμένο από τη φυλακή
αποφυλακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίσαν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίσανε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφυλάκιση
αποφυλακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφυλάκιση
αποφυλακίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφυλάκιση
αποφυλακίσομε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίσου	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακίσουνε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίστε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίστηκα	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίστηκαν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίστηκε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίστηκες	=	αποφυλακίζω
αποφυλακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακιζόμασταν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόμαστε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφυλακιζόμενο
αποφυλακιζόμενε	verb	κλητική ενικού του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφυλακιζόμενη
αποφυλακιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμενης	verb	γενική ενικού του αποφυλακιζόμενη
αποφυλακιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αποφυλακίζω: που αποφυλακίζεται
αποφυλακιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποφυλακιζόμενος
αποφυλακιζόμουν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόμουνα	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόντουσαν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόσασταν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόσαστε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόσουν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόσουνα	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζόταν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιζότανε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφυλακισμένο
αποφυλακισμένε	verb	κλητική ενικού του αποφυλακισμένος
αποφυλακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφυλακισμένη
αποφυλακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποφυλακισμένος
αποφυλακισμένης	verb	γενική ενικού του αποφυλακισμένη
αποφυλακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποφυλακισμένος
αποφυλακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποφυλακισμένος
αποφυλακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποφυλακίζω
αποφυλακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποφυλακισμένος
αποφυλακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποφυλακισμένος
αποφυλακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποφυλακισμένος
αποφυλακιστήκαμε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστήκαν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστήκανε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστήκατε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστήρια	=	αποφυλακιστήριο
αποφυλακιστήριας	=	αποφυλακιστήριος
αποφυλακιστήριε	=	αποφυλακιστήριος
αποφυλακιστήριες	=	αποφυλακιστήριος
αποφυλακιστήριο	noun	επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει την αποφυλάκιση πρώην φυλακισμένου
αποφυλακιστήριοι	=	αποφυλακιστήριος
αποφυλακιστήριος	adj	που έχει σχέση με την αποφυλάκιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αποφυλακιστήριου	=	αποφυλακιστήριο
αποφυλακιστήριους	=	αποφυλακιστήριος
αποφυλακιστήριων	=	αποφυλακιστήριος
αποφυλακιστεί	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστείς	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστείτε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστηρίου	=	αποφυλακιστήριο
αποφυλακιστηρίων	=	αποφυλακιστήριο
αποφυλακιστούμε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστούν	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστούνε	=	αποφυλακίζω
αποφυλακιστώ	=	αποφυλακίζω
αποφυλλωτικά	=	αποφυλλωτικό
αποφυλλωτικού	=	αποφυλλωτικό
αποφυλλωτικό	noun	χημικό παρασκεύασμα που εφαρμόζεται σε καλλιέργειες, για να προκαλέσει την πτώση των φύλλων, συνήθως πριν από τη συγκομιδή
αποφυλλωτικών	=	αποφυλλωτικό
αποφυλλώσεις	=	αποφύλλωση
αποφυλλώσεων	=	αποφύλλωση
αποφωλιού	=	αποφώλι
αποφωλιών	=	αποφώλι
αποφωνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποφώνηση
αποφωνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποφώνηση
αποφωνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποφώνηση
αποφωσφορυλίωση	noun	βιολογική διαδικασία κατά την οποία αφαιρείται μια φωσφορική ομάδα από ένα μόριο —όπως πρωτεΐνες ή σάκχαρα— με αποτέλεσμα τη ρύθμιση της κυτταρικής λειτουργίας μέσω ενεργοποίησης ή απενεργοποίησης ενζύμων και πρωτεϊνών
αποφωσφορυλίωσης	=	αποφωσφορυλίωση
αποφωσφορυλιώσεις	=	αποφωσφορυλίωση
αποφωσφορυλιώσεων	=	αποφωσφορυλίωση
αποφόρι	noun	ρούχο, συνήθως παλιό και φθαρμένο, που δεν το φοράμε πια
αποφόρια	=	αποφόρι
αποφόρτιζα	=	αποφορτίζω
αποφόρτιζαν	=	αποφορτίζω
αποφόρτιζε	=	αποφορτίζω
αποφόρτιζες	=	αποφορτίζω
αποφόρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφόρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφόρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφόρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφορτίζω
αποφόρτιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποφορτίζω
αποφόρτισης	noun	γενική ενικού του αποφόρτιση
αποφόρτωνα	=	αποφορτώνω
αποφόρτωναν	=	αποφορτώνω
αποφόρτωνε	=	αποφορτώνω
αποφόρτωνες	=	αποφορτώνω
αποφόρτωσα	=	αποφορτώνω
αποφόρτωσαν	=	αποφορτώνω
αποφόρτωσε	=	αποφορτώνω
αποφόρτωσες	=	αποφορτώνω
αποφόρτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποφορτώνω
αποφόρτωσης	=	αποφόρτωση
αποφύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγαν	=	αποφεύγω
αποφύγανε	=	αποφεύγω
αποφύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγομε	=	αποφεύγω
αποφύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύγουνε	=	αποφεύγω
αποφύγτε	=	αποφεύγω
αποφύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποφεύγω
αποφύλλωση	noun	γεωπονική πρακτική τεχνητής απομάκρυνσης των φύλλων φυτού —συνήθως με χημικά μέσα—, ώστε να διευκολυνθεί η ωρίμανση ή η συγκομιδή των καρπών
αποφύλλωσης	=	αποφύλλωση
αποφύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφυση
αποφύσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόφυση
αποφύσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόφυση
αποφώλι	noun	ένα αβγό (γνήσιο ή ψεύτικο, όπως λίθινο ομοίωμά του) που τοποθετούνταν στη φωλιά για να προσελκύσει τις κότες να κάνουν τα αβγά τους εκεί, για ελεγχόμενη και τακτική ωοτοκία
αποφώλια	=	αποφώλιος
αποφώλιας	=	αποφώλιος
αποφώλιε	=	αποφώλιος
αποφώλιες	=	αποφώλιος
αποφώλιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αποφώλιος	noun	άλλη μορφή του αποφώλι
αποφώλιοι	=	αποφώλιος
αποφώλιος	adj	τερατώδης στη θέα, απαίσιος στη λόγια έκφραση: αποφώλιο τέρας (δείτε: αρχαία ελληνικά: ἀποφώλιον τρέφος)
αποφώλιου	=	αποφώλιος
αποφώλιους	=	αποφώλιος
αποφώλιων	=	αποφώλιος
αποφώνηση	noun|formal	σύντομος λόγος προς το κοινό, με τον οποίο κλείνει μία διάλεξη, αφού τελειώσει ο κύριος ομιλητής
αποφώνησης	noun	γενική ενικού του αποφώνηση
αποχάλασα	=	αποχαλώ
αποχέρσωνα	=	αποχερσώνω
αποχέρσωναν	=	αποχερσώνω
αποχέρσωνε	=	αποχερσώνω
αποχέρσωνες	=	αποχερσώνω
αποχέρσωσα	=	αποχερσώνω
αποχέρσωσαν	=	αποχερσώνω
αποχέρσωσε	=	αποχερσώνω
αποχέρσωσες	=	αποχερσώνω
αποχέρσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχερσώνω
αποχέρσωσης	=	αποχέρσωση
αποχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχή
αποχέτευα	=	αποχετεύω
αποχέτευση	noun	η απομάκρυνση των λυμάτων και των ομβρίων από κάπου με ένα δίκτυο αγωγών
αποχέτευσης	noun	γενική ενικού του αποχέτευση
αποχή	noun	η διαδικασία ή η ενέργεια του απέχω
αποχής	=	αποχή
αποχαιρέτα	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέταγα	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέταγαν	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέταγε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέταγες	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέτημα	noun|rare	ο αποχαιρετισμός
αποχαιρέτησα	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέτησαν	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέτησε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέτησες	=	αποχαιρετάω
αποχαιρέτιζα	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρέτιζαν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρέτιζε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρέτιζες	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρέτισμα	noun|rare	ο αποχαιρετισμός
αποχαιρετά	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάγαμε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάγανε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάγατε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάει	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάμε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάν	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάνε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάς	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάτε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετάω	verb	χαιρετάω κάποιον καθώς τον αποχωρίζομαι
αποχαιρετήθηκα	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετήθηκαν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετήθηκε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετήθηκες	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρέτημα
αποχαιρετήματος	noun	γενική ενικού του αποχαιρέτημα
αποχαιρετήσαμε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετήσαν	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετήσανε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετήσατε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετήσει	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετήσου	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετήστε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετήσω	verb	α' ενικό οριστικής μέλλοντα του ρήματος αποχαιρετώ
αποχαιρετίζαμε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζαν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζανε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζατε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζει	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζεις	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζεσαι	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζεστε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζεται	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζετε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζονται	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζονταν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζοντας	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζουμε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζουν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζουνε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίζω	verb	άλλη μορφή του αποχαιρετάω
αποχαιρετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσαν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσανε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρέτισμα
αποχαιρετίσματος	noun	γενική ενικού του αποχαιρέτισμα
αποχαιρετίσου	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετίστε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίστηκα	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίστηκαν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίστηκε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίστηκες	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αποχαιρετίζω
αποχαιρετηθήκαμε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετηθήκαν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετηθήκανε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετηθήκατε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετηθεί	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετηθείτε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποχαιρέτημα
αποχαιρετημένος	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιέμαι	verb	αποχαιρετάμε ο ένας τον άλλο
αποχαιρετιέσαι	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιέστε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιέται	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιζόμασταν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόμαστε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόμουν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόμουνα	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόντουσαν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόσασταν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόσαστε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόσουν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόσουνα	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζόταν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιζότανε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιούνται	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιούνταν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποχαιρέτισμα
αποχαιρετισμέ	noun	κλητική ενικού του αποχαιρετισμός
αποχαιρετισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετισμένο
αποχαιρετισμένε	verb	κλητική ενικού του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετισμένη
αποχαιρετισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμένης	verb	γενική ενικού του αποχαιρετισμένη
αποχαιρετισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμένος	verb	αυτός που έχει χαιρετηθεί όταν έφυγε.
αποχαιρετισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχαιρετισμένος
αποχαιρετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετισμός
αποχαιρετισμού	noun	γενική ενικού του αποχαιρετισμός
αποχαιρετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποχαιρετισμός
αποχαιρετισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποχαιρετισμός
αποχαιρετισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποχαιρετώ
αποχαιρετισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποχαιρετισμός
αποχαιρετιστήκαμε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιστήκαν	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιστήκανε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιστήκατε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιστήρια	noun	τελετή ή εκδήλωση με την οποία αποχαιρετούμε κάποιον ή κάποιους
αποχαιρετιστήριας	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριε	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριες	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριο	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριοι	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριος	adj	που έχει σχέση με τον αποχαιρετισμό, αναφέρεται σ' αυτόν ή συμβάλλει σ' αυτόν
αποχαιρετιστήριου	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριους	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστήριων	=	αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστεί	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιστείτε	=	αποχαιρετίζω
αποχαιρετιστηρίων	=	αποχαιρετιστήρια
αποχαιρετιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετιστικό
αποχαιρετιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετιστική
αποχαιρετιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιστικής	adj	γενική ενικού του αποχαιρετιστική
αποχαιρετιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιστικού	adj	γενική ενικού του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιστικός	adj|rare	άλλη μορφή του αποχαιρετιστήριος
αποχαιρετιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχαιρετιστικός
αποχαιρετιόμασταν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόμαστε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόμουν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόμουνα	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόνταν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόντανε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόντουσαν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόσασταν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόσαστε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόσουν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόσουνα	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιόταν	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετιότανε	=	αποχαιρετιέμαι
αποχαιρετούμε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούν	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούνε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούρα	noun|vulgar	ο αποχαιρετισμός
αποχαιρετούρας	noun	γενική ενικού του αποχαιρετούρα
αποχαιρετούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαιρετούρα
αποχαιρετούσα	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούσαμε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούσαν	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούσανε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούσατε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούσε	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετούσες	=	αποχαιρετάω
αποχαιρετώ	verb	άλλη μορφή του αποχαιρετάω
αποχαιρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποχαιρετάω / αποχαιρετώ
αποχαλάστηκα	=	αποχαλώ
αποχαλάω	=	αποχαλώ
αποχαλίνωση	noun	η αφαίρεση του χαλινού από το κεφάλι του αλόγου, η κατάσταση κατά την οποία το άλογο είναι χωρίς χαλινό
αποχαλίνωσης	=	αποχαλίνωση
αποχαλασμένος	=	αποχαλώ
αποχαλινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαλινωμένο
αποχαλινωμένε	verb	κλητική ενικού του αποχαλινωμένος
αποχαλινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαλινωμένη
αποχαλινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχαλινωμένος
αποχαλινωμένης	verb	γενική ενικού του αποχαλινωμένη
αποχαλινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχαλινωμένος
αποχαλινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαλινωμένος
αποχαλινωμένος	verb	αυτός που έχει αφεθεί ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει.
αποχαλινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχαλινωμένος
αποχαλινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχαλινωμένος
αποχαλινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχαλινωμένος
αποχαλινώθηκα	=	αποχαλινώνομαι
αποχαλινώνομαι	verb	ζω χωρίς όρια.
αποχαλινώνω	verb	αφήνω κάποιον ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει.
αποχαλινώσα	=	αποχαλινώνω
αποχαλινώσεις	=	αποχαλίνωση
αποχαλινώσεων	=	αποχαλίνωση
αποχαλνώ	=	αποχαλώ
αποχαλώ	verb	καταστρέφω
αποχαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποχαλάω / αποχαλώ
αποχαρακτήριζα	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήριζαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήριζε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήριζες	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήρισα	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήρισαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήρισε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτήρισες	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζαμε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζανε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζατε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζει	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζεις	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζεσαι	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζεστε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζεται	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζετε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζομαι	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζονται	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζονταν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζοντας	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζουμε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζουν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζουνε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίζω	verb	καταργώ, αίρω χαρακτηρισμό που έχω προσδώσει
αποχαρακτηρίσαμε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίσαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίσανε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίσατε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίσει	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίσου	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίστε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίστηκα	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίστηκαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίστηκε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρίστηκες	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόμασταν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόμαστε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόμουν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόμουνα	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόντουσαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόσασταν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόσαστε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόσουν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόσουνα	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζόταν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριζότανε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρισμέ	noun	κλητική ενικού του αποχαρακτηρισμός
αποχαρακτηρισμένος	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαρακτηρισμός
αποχαρακτηρισμού	noun	γενική ενικού του αποχαρακτηρισμός
αποχαρακτηρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποχαρακτηρισμός
αποχαρακτηρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποχαρακτηρισμός
αποχαρακτηρισμός	noun	αναίρεση χαρακτηρισμού
αποχαρακτηρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποχαρακτηρισμός
αποχαρακτηριστήκαμε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριστήκαν	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριστήκανε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριστήκατε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριστεί	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαρακτηριστείτε	=	αποχαρακτηρίζω
αποχαυνωθήκαμε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωθήκαν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωθήκανε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωθήκατε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωθεί	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωθείτε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποχαύνωμα
αποχαυνωμένα	adv	νωθρά
αποχαυνωμένε	verb	κλητική ενικού του αποχαυνωμένος
αποχαυνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαυνωμένη
αποχαυνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχαυνωμένος
αποχαυνωμένης	verb	γενική ενικού του αποχαυνωμένη
αποχαυνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχαυνωμένος
αποχαυνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαυνωμένος
αποχαυνωμένος	verb	που έχει αποχαυνωθεί
αποχαυνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχαυνωμένος
αποχαυνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχαυνωμένος
αποχαυνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχαυνωμένος
αποχαυνωνόμασταν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόμαστε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόμουν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόμουνα	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόντουσαν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόσασταν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόσαστε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόσουν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόσουνα	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνόταν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωνότανε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαυνωτικό
αποχαυνωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποχαυνωτικός
αποχαυνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαυνωτική
αποχαυνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχαυνωτικός
αποχαυνωτικής	adj	γενική ενικού του αποχαυνωτική
αποχαυνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχαυνωτικός
αποχαυνωτικού	adj	γενική ενικού του αποχαυνωτικός
αποχαυνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχαυνωτικός
αποχαυνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχαυνωτικός
αποχαυνωτικός	adj	αυτός που προκαλεί αποχαύνωση, αυτός που αποχαυνώνει
αποχαυνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχαυνωτικός
αποχαυνώθηκα	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώθηκαν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώθηκε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώθηκες	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαύνωμα
αποχαυνώματος	noun	γενική ενικού του αποχαύνωμα
αποχαυνώναμε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώναν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνανε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνατε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνει	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνεις	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνεσαι	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνεστε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνεται	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνετε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποχαυνώνω
αποχαυνώνονται	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνονταν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνοντας	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνουμε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνουν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνουνε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώνω	verb	κάνω κάποιον χαύνο, τον φέρνω σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύω τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει
αποχαυνώσαμε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώσαν	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώσανε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώσατε	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώσει	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχαύνωση
αποχαυνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχαύνωση
αποχαυνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχαύνωση
αποχαυνώσου	=	αποχαυνώνω
αποχαυνώστε	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποχαυνώνω
αποχαύνωνα	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωναν	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωνε	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωνες	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωσα	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωσαν	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωσε	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωσες	=	αποχαυνώνω
αποχαύνωση	noun	η απονάρκωση των διανοητικών δυνάμεων.
αποχαύνωσης	noun	γενική ενικού του αποχαύνωση
αποχείμωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχείμωνο	adv|vulgar	στο τέλος του χειμώνα
αποχείμωνο	noun	η περίοδος που τελειώνει ο χειμώνας, οι τελευταίες μέρες του χειμώνα
αποχείμωνου	noun	γενική ενικού του αποχείμωνο
αποχείμωνων	noun	γενική πληθυντικού του αποχείμωνο
αποχειροβίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχειροβίωτο
αποχειροβίωτε	adj	κλητική ενικού του αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχειροβίωτη
αποχειροβίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτης	adj	γενική ενικού του αποχειροβίωτη
αποχειροβίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτος	adj|dated	βιοπαλαιστής
αποχειροβίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχειροβίωτος
αποχειροβίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχειροβίωτος
αποχειροτονία	noun	αθώωση κατηγορουμένου που συναγόταν από την πλειοψηφία των υψωμένων χεριών των δικαστών
αποχειροτονίας	noun	γενική ενικού του αποχειροτονία
αποχειροτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχειροτονία
αποχειροτονιών	noun	γενική πληθυντικού του αποχειροτονία
αποχερσωμένα	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένε	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένες	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένη	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένης	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένο	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένοι	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποχερσώνω
αποχερσωμένου	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένους	=	αποχερσωμένος
αποχερσωμένων	=	αποχερσωμένος
αποχερσώναμε	=	αποχερσώνω
αποχερσώναν	=	αποχερσώνω
αποχερσώνανε	=	αποχερσώνω
αποχερσώνατε	=	αποχερσώνω
αποχερσώνει	=	αποχερσώνω
αποχερσώνεις	=	αποχερσώνω
αποχερσώνετε	=	αποχερσώνω
αποχερσώνομαι	=	αποχερσώνω
αποχερσώνοντας	=	αποχερσώνω
αποχερσώνουμε	=	αποχερσώνω
αποχερσώνουν	=	αποχερσώνω
αποχερσώνουνε	=	αποχερσώνω
αποχερσώνω	verb	άλλη μορφή του χερσώνω
αποχερσώσαμε	=	αποχερσώνω
αποχερσώσαν	=	αποχερσώνω
αποχερσώσανε	=	αποχερσώνω
αποχερσώσατε	=	αποχερσώνω
αποχερσώσει	=	αποχερσώνω
αποχερσώσεις	=	αποχέρσωση
αποχερσώσεων	=	αποχέρσωση
αποχερσώστε	=	αποχερσώνω
αποχετευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχετευτικό
αποχετευτικέ	adj	κλητική ενικού του αποχετευτικός
αποχετευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχετευτική
αποχετευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχετευτικός
αποχετευτικής	adj	γενική ενικού του αποχετευτική
αποχετευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχετευτικός
αποχετευτικού	adj	γενική ενικού του αποχετευτικός
αποχετευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχετευτικός
αποχετευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχετευτικός
αποχετευτικός	adj	αυτός που σχετίζεται με την αποχέτευση.
αποχετευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχετευτικός
αποχετεύομαι	=	αποχετεύω
αποχετεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχέτευση
αποχετεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχέτευση
αποχετεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχέτευση
αποχετεύω	verb	απομακρύνω βρόχινα ή βρόμικα νερά με σύστημα οχετών και υπονόμων
αποχιονισμέ	noun	κλητική ενικού του αποχιονισμός
αποχιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχιονισμός
αποχιονισμού	noun	γενική ενικού του αποχιονισμός
αποχιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποχιονισμός
αποχιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποχιονισμός
αποχιονισμός	noun	απομάκρυνση του χιονιού και καθαρισμός των οδών από το χιόνι
αποχιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποχιονισμός
αποχιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχιονιστικό
αποχιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του αποχιονιστικός
αποχιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχιονιστική
αποχιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχιονιστικός
αποχιονιστικής	adj	γενική ενικού του αποχιονιστική
αποχιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχιονιστικός
αποχιονιστικού	adj	γενική ενικού του αποχιονιστικός
αποχιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχιονιστικός
αποχιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχιονιστικός
αποχιονιστικός	adj	που συμβάλλει στην απομάκρυνση του χιονιού
αποχιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχιονιστικός
αποχλομιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλομιασμένο
αποχλομιασμένε	verb	κλητική ενικού του αποχλομιασμένος
αποχλομιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλομιασμένη
αποχλομιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχλομιασμένος
αποχλομιασμένης	verb	γενική ενικού του αποχλομιασμένη
αποχλομιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχλομιασμένος
αποχλομιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχλομιασμένος
αποχλομιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποχλομιάζω
αποχλομιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχλομιασμένος
αποχλομιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχλομιασμένος
αποχλομιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχλομιασμένος
αποχλωμιαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλωμιαμένο
αποχλωμιαμένε	verb	κλητική ενικού του αποχλωμιαμένος
αποχλωμιαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλωμιαμένη
αποχλωμιαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχλωμιαμένος
αποχλωμιαμένης	verb	γενική ενικού του αποχλωμιαμένη
αποχλωμιαμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχλωμιαμένος
αποχλωμιαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχλωμιαμένος
αποχλωμιαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποχλωμιάζω
αποχλωμιαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχλωμιαμένος
αποχλωμιαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχλωμιαμένος
αποχλωμιαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχλωμιαμένος
αποχλωρίωνα	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωναν	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωνε	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωνες	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωσα	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωσαν	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωσε	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωσες	=	αποχλωριώνω
αποχλωρίωση	noun	η διεργασία και το αποτέλεσμα του αποχλωριώνω
αποχλωρίωσης	noun	γενική ενικού του αποχλωρίωση
αποχλωριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλωριωμένο
αποχλωριωμένε	verb	κλητική ενικού του αποχλωριωμένος
αποχλωριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλωριωμένη
αποχλωριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχλωριωμένος
αποχλωριωμένης	verb	γενική ενικού του αποχλωριωμένη
αποχλωριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχλωριωμένος
αποχλωριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχλωριωμένος
αποχλωριωμένος	verb	αυτός/αυτή/αυτό που έχει υποστεί αποχλωρίωση
αποχλωριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχλωριωμένος
αποχλωριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχλωριωμένος
αποχλωριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχλωριωμένος
αποχλωριώναμε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώναν	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνανε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνατε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνει	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνεις	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνετε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνομαι	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνοντας	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνουμε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνουν	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνουνε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώνω	verb	διενεργώ αποχλωρίωση
αποχλωριώσαμε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώσαν	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώσανε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώσατε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώσει	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχλωρίωση
αποχλωριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχλωρίωση
αποχλωριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχλωρίωση
αποχλωριώστε	=	αποχλωριώνω
αποχλωριώσω	=	αποχλωριώνω
αποχουντικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχουντικοποίηση
αποχουντοποίηση	noun	η απομάκρυνση των υποστηρικτών της δικτατορίας από τον δημόσιο και κρατικό μηχανισμό
αποχουντοποίησης	noun	γενική ενικού του αποχουντοποίηση
αποχουντοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχουντοποίηση
αποχουντοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχουντοποίηση
αποχουντοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχουντοποίηση
αποχρέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόχρεμμα
αποχρέμματος	noun	γενική ενικού του απόχρεμμα
αποχρέμπτομαι	verb	αποπτύω φλέγμα
αποχρέμψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόχρεμψη
αποχρέμψεων	noun	γενική πληθυντικού του απόχρεμψη
αποχρέμψεως	noun|formal	γενική ενικού του απόχρεμψη
αποχρέωση	noun	η ακύρωση μίας χρέωσης
αποχρέωσης	=	αποχρέωση
αποχρεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόχρεμμα
αποχρεμπτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρεμπτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρεμπτικό, ουδέτερο του αποχρεμπτικός
αποχρεμπτικέ	adj	κλητική ενικού του αποχρεμπτικός
αποχρεμπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρεμπτική
αποχρεμπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχρεμπτικός
αποχρεμπτικής	adj	γενική ενικού του αποχρεμπτική
αποχρεμπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχρεμπτικός
αποχρεμπτικού	adj	γενική ενικού του αποχρεμπτικός
αποχρεμπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχρεμπτικός
αποχρεμπτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχρεμπτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που συντελεί στην απόχρεμψη, την εξαγωγή φλεγμάτων
αποχρεμπτικός	adj	που συντελεί στην απόχρεμψη, την εξαγωγή φλεγμάτων
αποχρεμπτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχρεμπτικός
αποχρεώσεις	=	αποχρέωση
αποχρεώσεων	=	αποχρέωση
αποχριστιανοποίηση	noun	οι ενέργειες και οι διαδικασίες που οδηγούν στη διάβρωση των χριστιανικών αξιών και τελικά στην εξάλειψη του χριστιανισμού από μία κοινωνία
αποχριστιανοποίησης	=	αποχριστιανοποίηση
αποχριστιανοποιήσεις	=	αποχριστιανοποίηση
αποχριστιανοποιήσεων	=	αποχριστιανοποίηση
αποχριστιανοποιημένα	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένε	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένες	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένη	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένης	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένο	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένοι	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένος	verb	που έχει υποστεί αποχριστιανοποίηση
αποχριστιανοποιημένου	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένους	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχριστιανοποιημένων	=	αποχριστιανοποιημένος
αποχρωμάτιζα	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτιζαν	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτιζε	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτιζες	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτισα	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτισαν	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτισε	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτισες	=	αποχρωματίζω
αποχρωμάτιση	noun	διαδικασία αφαίρεσης χρώματος.
αποχρωμάτισης	=	αποχρωμάτιση
αποχρωματίζαμε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζαν	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζανε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζατε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζει	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζεις	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αποχρωματίζομαι
αποχρωματίζετε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζομαι	verb	αφαιρώ το χρώμα από πάνω μου
αποχρωματίζοντας	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζουμε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζουν	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζουνε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίζω	verb	αφαιρώ το χρώμα από κάτι
αποχρωματίσαμε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίσαν	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίσανε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίσατε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίσει	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίσεις	=	αποχρωμάτιση
αποχρωματίσεων	=	αποχρωμάτιση
αποχρωματίσεως	=	αποχρωμάτιση
αποχρωματίστε	=	αποχρωματίζω
αποχρωματίστηκα	=	αποχρωματίζομαι
αποχρωματισμέ	noun	κλητική ενικού του αποχρωματισμός
αποχρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρωματισμένο
αποχρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρωματισμένη
αποχρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμένης	verb	γενική ενικού του αποχρωματισμένη
αποχρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμένος	verb	αυτός που έχει αποχρωματιστεί.
αποχρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχρωματισμένος
αποχρωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχρωματισμός
αποχρωματισμού	noun	γενική ενικού του αποχρωματισμός
αποχρωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποχρωματισμός
αποχρωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποχρωματισμός
αποχρωματισμός	noun	η αφαίρεση του χρώματος
αποχρωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποχρωματισμός
αποχρωματιστικού	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αποχρωματιστικό
αποχρωσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρωσιακό
αποχρωσιακέ	adj	κλητική ενικού του αποχρωσιακός
αποχρωσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρωσιακή
αποχρωσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχρωσιακός
αποχρωσιακής	adj	γενική ενικού του αποχρωσιακή
αποχρωσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχρωσιακός
αποχρωσιακού	adj	γενική ενικού του αποχρωσιακός
αποχρωσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχρωσιακός
αποχρωσιακό	adj	αιτιατική ενικού του αποχρωσιακός
αποχρωσιακός	adj	που έχει σχέση με την απόχρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αποχρωσιακών	adj	γενική πληθυντικού του αποχρωσιακός
αποχρωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρωστικό
αποχρωστικέ	adj	κλητική ενικού του αποχρωστικός
αποχρωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχρωστική
αποχρωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχρωστικός
αποχρωστικής	adj	γενική ενικού του αποχρωστική
αποχρωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχρωστικός
αποχρωστικού	adj	γενική ενικού του αποχρωστικός
αποχρωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχρωστικός
αποχρωστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχρωστικός
αποχρωστικός	adj	διαφοροποιημένος από κάτι βασικό
αποχρωστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχρωστικός
αποχρωσών	=	αποχρών
αποχρών	verb|formal	αποχρών λόγος (αποχρώσα αιτία): (φιλοσοφία) ο βαθύτερος και ουσιαστικότερος λόγος (ή αιτία), για τον οποίο γίνεται κάτι
αποχρώντα	=	αποχρών
αποχρώντας	=	αποχρών
αποχρώντες	=	αποχρών
αποχρώντος	=	αποχρών
αποχρώντων	=	αποχρών
αποχρώσα	=	αποχρών
αποχρώσας	=	αποχρών
αποχρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόχρωση
αποχρώσες	=	αποχρών
αποχρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του απόχρωση
αποχρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του απόχρωση
αποχρώσης	=	αποχρών
αποχτάω	verb	άλλη μορφή του αποκτώ
αποχτένιζα	=	αποχτενίζω
αποχτένιζαν	=	αποχτενίζω
αποχτένιζε	=	αποχτενίζω
αποχτένιζες	=	αποχτενίζω
αποχτένισα	=	αποχτενίζω
αποχτένισαν	=	αποχτενίζω
αποχτένισε	=	αποχτενίζω
αποχτένισες	=	αποχτενίζω
αποχτένισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχτενίζω
αποχτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόχτημα
αποχτήματος	noun	γενική ενικού του απόχτημα
αποχτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόχτηση
αποχτήσεων	=	απόχτηση
αποχτήσεως	=	απόχτηση
αποχτενίδι	noun|vulgar	οι τρίχες που πέφτουν καθώς κάποιος χτενίζεται
αποχτενίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχτενίδι
αποχτενίζαμε	=	αποχτενίζω
αποχτενίζαν	=	αποχτενίζω
αποχτενίζανε	=	αποχτενίζω
αποχτενίζατε	=	αποχτενίζω
αποχτενίζει	=	αποχτενίζω
αποχτενίζεις	=	αποχτενίζω
αποχτενίζεσαι	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίζεστε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίζεται	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίζετε	=	αποχτενίζω
αποχτενίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποχτενίζω
αποχτενίζονται	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίζονταν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίζοντας	=	αποχτενίζω
αποχτενίζου	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίζουμε	=	αποχτενίζω
αποχτενίζουν	=	αποχτενίζω
αποχτενίζουνε	=	αποχτενίζω
αποχτενίζω	verb|vulgar	ολοκληρώνω το χτένισμα
αποχτενίσαμε	=	αποχτενίζω
αποχτενίσαν	=	αποχτενίζω
αποχτενίσανε	=	αποχτενίζω
αποχτενίσατε	=	αποχτενίζω
αποχτενίσει	=	αποχτενίζω
αποχτενίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχτένισμα
αποχτενίσματος	noun	γενική ενικού του αποχτένισμα
αποχτενίσου	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίστε	=	αποχτενίζω
αποχτενίστηκα	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίστηκαν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίστηκε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενίστηκες	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιδιού	=	αποχτενίδι
αποχτενιδιών	=	αποχτενίδι
αποχτενιζόμασταν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόμαστε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόμουν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόμουνα	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόντουσαν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόσασταν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόσαστε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόσουν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόσουνα	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζόταν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιζότανε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποχτένισμα
αποχτενισμένος	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιστήκαμε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιστήκαν	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιστήκανε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιστήκατε	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιστεί	=	αποχτενίζομαι
αποχτενιστείτε	=	αποχτενίζομαι
αποχτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του απόχτημα
αποχτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχτημένο
αποχτημένε	verb	κλητική ενικού του αποχτημένος
αποχτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχτημένη
αποχτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχτημένος
αποχτημένης	verb	γενική ενικού του αποχτημένη
αποχτημένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχτημένος
αποχτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχτημένος
αποχτημένος	verb	αυτός που έχει αποκτηθεί.
αποχτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχτημένος
αποχτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχτημένος
αποχτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχτημένος
αποχτηνώνω	=	αποκτηνώνω
αποχτιέμαι	=	αποκτώ
αποχτώ	verb	άλλη μορφή του αποκτώ
αποχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αποχτάω
αποχυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αποχύλωμα
αποχυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχύλωμα
αποχυλώματος	noun	γενική ενικού του αποχύλωμα
αποχυλώναμε	=	αποχυλώνω
αποχυλώναν	=	αποχυλώνω
αποχυλώνανε	=	αποχυλώνω
αποχυλώνατε	=	αποχυλώνω
αποχυλώνει	=	αποχυλώνω
αποχυλώνεις	=	αποχυλώνω
αποχυλώνετε	=	αποχυλώνω
αποχυλώνοντας	=	αποχυλώνω
αποχυλώνουμε	=	αποχυλώνω
αποχυλώνουν	=	αποχυλώνω
αποχυλώνουνε	=	αποχυλώνω
αποχυλώνω	verb	γίνομαι χυλός
αποχυλώσαμε	=	αποχυλώνω
αποχυλώσαν	=	αποχυλώνω
αποχυλώσανε	=	αποχυλώνω
αποχυλώσατε	=	αποχυλώνω
αποχυλώσει	=	αποχυλώνω
αποχυλώστε	=	αποχυλώνω
αποχυμάτων	=	απόχυμα
αποχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχυμένο
αποχυμένε	verb	κλητική ενικού του αποχυμένος
αποχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχυμένη
αποχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχυμένος
αποχυμένης	verb	γενική ενικού του αποχυμένη
αποχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχυμένος
αποχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχυμένος
αποχυμένος	verb	που μόλις έχει αποθέσει τα αβγά
αποχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχυμένος
αποχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχυμένος
αποχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχυμένος
αποχυμωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχυμωτής
αποχυμωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αποχυμωτής
αποχυμωτής	noun	συσκευή με την οποία παράγουμε χυμούς (από φρούτα ή λαχανικά)
αποχυμωτών	noun	γενική πληθυντικού του αποχυμωτής
αποχωμάτωνα	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωναν	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωνε	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωνες	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωσα	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωσαν	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωσε	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωσες	=	αποχωματώνω
αποχωμάτωση	noun	η αφαίρεση χωμάτων που έχουν σωρευθεί
αποχωμάτωσης	noun	γενική ενικού του αποχωμάτωση
αποχωματώναμε	=	αποχωματώνω
αποχωματώναν	=	αποχωματώνω
αποχωματώνανε	=	αποχωματώνω
αποχωματώνατε	=	αποχωματώνω
αποχωματώνει	=	αποχωματώνω
αποχωματώνεις	=	αποχωματώνω
αποχωματώνετε	=	αποχωματώνω
αποχωματώνοντας	=	αποχωματώνω
αποχωματώνουμε	=	αποχωματώνω
αποχωματώνουν	=	αποχωματώνω
αποχωματώνουνε	=	αποχωματώνω
αποχωματώνω	verb	αφαιρώ χώμα που έχει σωρευθεί
αποχωματώσαμε	=	αποχωματώνω
αποχωματώσαν	=	αποχωματώνω
αποχωματώσανε	=	αποχωματώνω
αποχωματώσατε	=	αποχωματώνω
αποχωματώσει	=	αποχωματώνω
αποχωματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωμάτωση
αποχωματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχωμάτωση
αποχωματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχωμάτωση
αποχωματώστε	=	αποχωματώνω
αποχωρήσαμε	=	αποχωρώ
αποχωρήσαν	=	αποχωρώ
αποχωρήσανε	=	αποχωρώ
αποχωρήσατε	=	αποχωρώ
αποχωρήσει	=	αποχωρώ
αποχωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχώρηση
αποχωρήσετε	=	αποχωρώ
αποχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχώρηση
αποχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχώρηση
αποχωρήσουμε	=	αποχωρώ
αποχωρήσουν	=	αποχωρώ
αποχωρήσουνε	=	αποχωρώ
αποχωρήστε	=	αποχωρώ
αποχωρήσω	=	αποχωρώ
αποχωρίζαμε	=	αποχωρίζω
αποχωρίζαν	=	αποχωρίζω
αποχωρίζανε	=	αποχωρίζω
αποχωρίζατε	=	αποχωρίζω
αποχωρίζει	=	αποχωρίζω
αποχωρίζεις	=	αποχωρίζω
αποχωρίζεσαι	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίζεστε	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίζεται	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίζετε	=	αποχωρίζω
αποχωρίζομαι	verb	χωρίζω, απομακρύνομαι από ένα αγαπητό πρόσωπο
αποχωρίζονται	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίζονταν	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίζοντας	=	αποχωρίζω
αποχωρίζου	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίζουμε	=	αποχωρίζω
αποχωρίζουν	=	αποχωρίζω
αποχωρίζουνε	=	αποχωρίζω
αποχωρίζω	verb	απομακρύνω κάτι από κάτι άλλο, τα χωρίζω
αποχωρίσαμε	=	αποχωρίζω
αποχωρίσαν	=	αποχωρίζω
αποχωρίσανε	=	αποχωρίζω
αποχωρίσατε	=	αποχωρίζω
αποχωρίσει	=	αποχωρίζω
αποχωρίσου	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίστε	=	αποχωρίζω
αποχωρίστηκα	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίστηκαν	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίστηκε	=	αποχωρίζομαι
αποχωρίστηκες	=	αποχωρίζομαι
αποχωρεί	=	αποχωρώ
αποχωρείς	=	αποχωρώ
αποχωρείτε	=	αποχωρώ
αποχωρητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωρητήριο
αποχωρητήριο	noun	χώρος που προορίζεται για την αφόδευση και την ούρηση
αποχωρητήριου	=	αποχωρητήριο
αποχωρητηρίου	noun	γενική ενικού του αποχωρητήριο
αποχωρητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αποχωρητήριο
αποχωριζόμασταν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόμαστε	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόμενος	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόμουν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόμουνα	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόντουσαν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόσασταν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόσαστε	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόσουν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόσουνα	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζόταν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριζότανε	=	αποχωρίζομαι
αποχωρισμέ	noun	κλητική ενικού του αποχωρισμός
αποχωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωρισμένο
αποχωρισμένε	verb	κλητική ενικού του αποχωρισμένος
αποχωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωρισμένη
αποχωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχωρισμένος
αποχωρισμένης	verb	γενική ενικού του αποχωρισμένη
αποχωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποχωρισμένος
αποχωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχωρισμένος
αποχωρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αποχωρίζω
αποχωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποχωρισμένος
αποχωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποχωρισμένος
αποχωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποχωρισμένος
αποχωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχωρισμός
αποχωρισμού	noun	γενική ενικού του αποχωρισμός
αποχωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αποχωρισμός
αποχωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αποχωρισμός
αποχωρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχωρίζω
αποχωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αποχωρισμός
αποχωριστές	=	αποχωριστής
αποχωριστή	=	αποχωριστής
αποχωριστήκαμε	=	αποχωρίζομαι
αποχωριστήκαν	=	αποχωρίζομαι
αποχωριστήκανε	=	αποχωρίζομαι
αποχωριστήκατε	=	αποχωρίζομαι
αποχωριστής	noun|rare	αυτός που αποχωρίζει, που χωρίζει
αποχωριστεί	=	αποχωρίζομαι
αποχωριστείτε	=	αποχωρίζομαι
αποχωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωριστικό
αποχωριστικέ	adj	κλητική ενικού του αποχωριστικός
αποχωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωριστική
αποχωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποχωριστικός
αποχωριστικής	adj	γενική ενικού του αποχωριστική
αποχωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποχωριστικός
αποχωριστικού	adj	γενική ενικού του αποχωριστικός
αποχωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποχωριστικός
αποχωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αποχωριστικός
αποχωριστικός	adj	που έχει σχέση με τον αποχωρισμό ή (σπάνιο) τον αποχωριστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
αποχωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αποχωριστικός
αποχωριστών	=	αποχωριστής
αποχωροθέτηση	noun|rare	η απομάκρυνση κάποιων εγκαταστάσεων ή δραστηριοτήτων από τον χωροταξικό σχεδιασμό και τοποθέτηση
αποχωροθέτησης	noun	γενική ενικού του αποχωροθέτηση
αποχωροθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποχωροθέτηση
αποχωροθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποχωροθέτηση
αποχωροθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποχωροθέτηση
αποχωρούμε	=	αποχωρώ
αποχωρούν	=	αποχωρώ
αποχωρούνε	=	αποχωρώ
αποχωρούσα	=	αποχωρώ
αποχωρούσαμε	=	αποχωρώ
αποχωρούσαν	=	αποχωρώ
αποχωρούσανε	=	αποχωρώ
αποχωρούσατε	=	αποχωρώ
αποχωρούσε	=	αποχωρώ
αποχωρούσες	=	αποχωρώ
αποχωρώ	verb	φεύγω οικειοθελώς από κάπου
αποχωρών	verb	που αποχωρεί
αποχωρώντας	=	αποχωρώ
αποχύλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχυλώνω
αποχύλωνα	=	αποχυλώνω
αποχύλωναν	=	αποχυλώνω
αποχύλωνε	=	αποχυλώνω
αποχύλωνες	=	αποχυλώνω
αποχύλωσα	=	αποχυλώνω
αποχύλωσαν	=	αποχυλώνω
αποχύλωσε	=	αποχυλώνω
αποχύλωσες	=	αποχυλώνω
αποχύματα	=	απόχυμα
αποχύματος	=	απόχυμα
αποχύσεις	=	απόχυση
αποχύσεων	=	απόχυση
αποχών	=	απόχη
αποχώρει	=	αποχωρώ
αποχώρησα	=	αποχωρώ
αποχώρησαν	=	αποχωρώ
αποχώρησε	=	αποχωρώ
αποχώρησες	=	αποχωρώ
αποχώρηση	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος αποχωρεί, φεύγει από κάποιο τόπο
αποχώρησης	noun	γενική ενικού του αποχώρηση
αποχώριζα	=	αποχωρίζω
αποχώριζαν	=	αποχωρίζω
αποχώριζε	=	αποχωρίζω
αποχώριζες	=	αποχωρίζω
αποχώρισα	=	αποχωρίζω
αποχώρισαν	=	αποχωρίζω
αποχώρισε	=	αποχωρίζω
αποχώρισες	=	αποχωρίζω
αποψίλωνα	=	αποψιλώνω
αποψίλωναν	=	αποψιλώνω
αποψίλωνε	=	αποψιλώνω
αποψίλωνες	=	αποψιλώνω
αποψίλωσα	=	αποψιλώνω
αποψίλωσαν	=	αποψιλώνω
αποψίλωσε	=	αποψιλώνω
αποψίλωσες	=	αποψιλώνω
αποψίλωση	noun	το κόψιμο, το κάψιμο και γενικότερα η αφαίρεση ή η αραίωση των δέντρων ή της βλάστησης μιας περιοχής
αποψίλωσης	noun	γενική ενικού του αποψίλωση
αποψεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψεσινό	adv	χθες το βράδυ
αποψεσινέ	adj	κλητική ενικού του αποψεσινός
αποψεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψεσινή
αποψεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψεσινός
αποψεσινής	adj	γενική ενικού του αποψεσινή
αποψεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποψεσινός
αποψεσινού	adj	γενική ενικού του αποψεσινός
αποψεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποψεσινός
αποψεσινό	adj	αιτιατική ενικού του αποψεσινός
αποψεσινός	adj	από ψες, που ανήκει ή αναφέρεται στο προηγούμενο βράδυ, ο χθεσινοβραδινός
αποψεσινών	adj	γενική πληθυντικού του αποψεσινός
αποψιλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψιλωμένο
αποψιλωμένε	verb	κλητική ενικού του αποψιλωμένος
αποψιλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψιλωμένη
αποψιλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψιλωμένος
αποψιλωμένης	verb	γενική ενικού του αποψιλωμένη
αποψιλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποψιλωμένος
αποψιλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποψιλωμένος
αποψιλωμένος	verb	στερημένος, απογυμνωμένος από κάτι
αποψιλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποψιλωμένος
αποψιλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποψιλωμένος
αποψιλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποψιλωμένος
αποψιλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψιλωτικό
αποψιλωτικέ	adj	κλητική ενικού του αποψιλωτικός
αποψιλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψιλωτική
αποψιλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψιλωτικός
αποψιλωτικής	adj	γενική ενικού του αποψιλωτική
αποψιλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποψιλωτικός
αποψιλωτικού	adj	γενική ενικού του αποψιλωτικός
αποψιλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποψιλωτικός
αποψιλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποψιλωτικός	noun	αποτριχωτικό
αποψιλωτικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην αποψίλωση των περιοχών από δάση
αποψιλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποψιλωτικός
αποψιλώ	=	αποψιλώνω
αποψιλώναμε	=	αποψιλώνω
αποψιλώναν	=	αποψιλώνω
αποψιλώνανε	=	αποψιλώνω
αποψιλώνατε	=	αποψιλώνω
αποψιλώνει	=	αποψιλώνω
αποψιλώνεις	=	αποψιλώνω
αποψιλώνετε	=	αποψιλώνω
αποψιλώνομαι	=	αποψιλώνω
αποψιλώνοντας	=	αποψιλώνω
αποψιλώνουμε	=	αποψιλώνω
αποψιλώνουν	=	αποψιλώνω
αποψιλώνουνε	=	αποψιλώνω
αποψιλώνω	verb	κόβω, καίω, αφαιρώ ή αραιώνω τα δέντρα ή τη βλάστηση μιας περιοχής
αποψιλώσαμε	=	αποψιλώνω
αποψιλώσαν	=	αποψιλώνω
αποψιλώσανε	=	αποψιλώνω
αποψιλώσατε	=	αποψιλώνω
αποψιλώσει	=	αποψιλώνω
αποψιλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψίλωση
αποψιλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποψίλωση
αποψιλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποψίλωση
αποψιλώστε	=	αποψιλώνω
αποψινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψινό	adv	αυτά που σχετίζονται με το σημερινό βράδυ
αποψινέ	adj	κλητική ενικού του αποψινός
αποψινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψινή
αποψινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψινός
αποψινής	adj	γενική ενικού του αποψινή
αποψινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποψινός
αποψινού	adj	γενική ενικού του αποψινός
αποψινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποψινός
αποψινό	adj	αιτιατική ενικού του αποψινός
αποψινός	adj	που θα γίνει ή έχει γίνει απόψε
αποψινών	adj	γενική πληθυντικού του αποψινός
αποψυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψυγμένο
αποψυγμένε	verb	κλητική ενικού του αποψυγμένος
αποψυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψυγμένη
αποψυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψυγμένος
αποψυγμένης	verb	γενική ενικού του αποψυγμένη
αποψυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αποψυγμένος
αποψυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποψυγμένος
αποψυγμένος	verb	ξεπαγωμένος
αποψυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αποψυγμένος
αποψυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αποψυγμένος
αποψυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αποψυγμένος
αποψυκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψυκτικό
αποψυκτικέ	adj	κλητική ενικού του αποψυκτικός
αποψυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποψυκτική
αποψυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αποψυκτικός
αποψυκτικής	adj	γενική ενικού του αποψυκτική
αποψυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αποψυκτικός
αποψυκτικού	adj	γενική ενικού του αποψυκτικός
αποψυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αποψυκτικός
αποψυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αποψυκτικός
αποψυκτικός	adj	αυτός που σχετίζεται με την απόψυξη.
αποψυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αποψυκτικός
αποψύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόψυξη
αποψύξεων	noun	γενική πληθυντικού του απόψυξη
αποψύξεως	noun|formal	γενική ενικού του απόψυξη
αποψύχομαι	=	αποψύχω
αποψύχω	verb	αφήνω να ζεστάνει κάπως τροφή που ήταν κατεψυγμένο
αποϊδεολογικοποίει	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποίησα	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποίησαν	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποίησε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποίησες	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποίησης	=	αποϊδεολογικοποίηση
αποϊδεολογικοποιήσαμε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιήσαν	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιήσανε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιήσατε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιήσει	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιήσεις	=	αποϊδεολογικοποίηση
αποϊδεολογικοποιήσεων	=	αποϊδεολογικοποίηση
αποϊδεολογικοποιήστε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιεί	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιείς	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιείτε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιημένα	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένε	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένες	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένη	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένης	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένο	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένοι	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιημένου	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένους	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιημένων	=	αποϊδεολογικοποιημένος
αποϊδεολογικοποιούμαι	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούμε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούν	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούνε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσα	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσαμε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσαν	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσανε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσατε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσε	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιούσες	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδεολογικοποιώ	verb|formal	παρουσιάζω ή διαχειρίζομαι κάτι με τρόπο ουδέτερο, αποσπώντας το από κάθε ιδεολογικό ή πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο
αποϊδεολογικοποιώντας	=	αποϊδεολογικοποιώ
αποϊδρυματοποίηση	noun	η ελαχιστοποίηση του αριθμού των ατόμων που διαβιούν σε κλειστά ιδρύματα
αποϊδρυματοποίησης	=	αποϊδρυματοποίηση
αποϊδρυματοποιήσεις	=	αποϊδρυματοποίηση
αποϊδρυματοποιήσεων	=	αποϊδρυματοποίηση
αποϋλοποίει	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποίησα	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποίησαν	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποίησε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποίησες	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποϋλοποιώ
αποϋλοποίησης	noun	γενική ενικού του αποϋλοποίηση
αποϋλοποιήθηκα	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιήθηκαν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιήθηκε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιήθηκες	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιήσαμε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιήσαν	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιήσανε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιήσατε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιήσει	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αποϋλοποίηση
αποϋλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αποϋλοποίηση
αποϋλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αποϋλοποίηση
αποϋλοποιήσου	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιήστε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιεί	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιείς	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιείσαι	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιείστε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιείται	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιείτε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιηθήκαμε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιηθήκαν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιηθήκανε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιηθήκατε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιηθεί	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιηθείτε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιημένα	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένε	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένες	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένη	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένης	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένο	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένοι	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποϋλοποιώ
αποϋλοποιημένου	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένους	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιημένων	=	αποϋλοποιημένος
αποϋλοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούμασταν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούμαστε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούμε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούμουν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούν	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούνε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούνται	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούνταν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούσα	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσαμε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσαν	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσανε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσασταν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούσαστε	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιούσατε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσε	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσες	=	αποϋλοποιώ
αποϋλοποιούσουν	=	αποϋλοποιούμαι
αποϋλοποιώ	verb	παύω να υπάρχω σε φυσική (έντυπη) μορφή και η καταχώριση γίνεται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό μητρώο ή σύστημα
αποϋλοποιώντας	=	αποϋλοποιώ
απούλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απούλητο
απούλητε	adj	κλητική ενικού του απούλητος
απούλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απούλητη
απούλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απούλητος
απούλητης	adj	γενική ενικού του απούλητη
απούλητο	adj	αιτιατική ενικού του απούλητος
απούλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απούλητος
απούλητος	adj	που δεν έχει πουληθεί
απούλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απούλητος
απούλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απούλητος
απούλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απούλητος
απούντο	adv	ακριβώς στην ώρα
απούσα	noun	αυτή που απουσιάζει, που δεν βρίσκεται εδώ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απών
απούσας	noun	γενική ενικού του απούσα
απούσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απούσα
απούσης	=	απόντας
αππαρθενεύω	verb|dated	ανήκω σε κάποιον (για πράγματα που ανήκουν σε ένα πρόσωπο, που τα έχει στην κατοχή του)
απράγμον	=	απράγμων
απράγμονα	=	απράγμων
απράγμονας	=	απράγμων
απράγμονες	=	απράγμων
απράγμονος	=	απράγμων
απράγμων	adj|formal	που δεν κάνει τίποτα, δεν ασχολείται με τίποτα, που αδρανεί
απράυντα	=	απράυντος
απράυντε	=	απράυντος
απράυντες	=	απράυντος
απράυντη	=	απράυντος
απράυντης	=	απράυντος
απράυντο	=	απράυντος
απράυντοι	=	απράυντος
απράυντος	adj|formal	που δεν έχει πραϋνθεί
απράυντου	=	απράυντος
απράυντους	=	απράυντος
απράυντων	=	απράυντος
απρέπεια	noun	η συμπεριφορά ή η ιδιότητα του απρεπούς
απρέπειας	noun	γενική ενικού του απρέπεια
απρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρέπεια
απραγία	noun|rare	άλλη μορφή του απραξία
απραγιά	noun|rare	ανεπιτηδειότητα
απραγμάτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απραγμάτωτο
απραγμάτωτε	adj	κλητική ενικού του απραγμάτωτος
απραγμάτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απραγμάτωτη
απραγμάτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απραγμάτωτος
απραγμάτωτης	adj	γενική ενικού του απραγμάτωτη
απραγμάτωτο	adj	αιτιατική ενικού του απραγμάτωτος
απραγμάτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απραγμάτωτος
απραγμάτωτος	adj|rare	που δεν έχει πραγματωθεί
απραγμάτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απραγμάτωτος
απραγμάτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απραγμάτωτος
απραγμάτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απραγμάτωτος
απραγματοποίητα	adv	ανεκπλήρωτα
απραγματοποίητε	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του απραγματοποίητος
απραγματοποίητη	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητης	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητο	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητοι	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητος	adj	που δεν έχει πραγματοποιηθεί
απραγματοποίητου	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητους	=	απραγματοποίητος
απραγματοποίητων	=	απραγματοποίητος
απραγμονώ	verb|dated	μένω άπρακτος, αδρανής, δε φροντίζω για τίποτα
απραγμοσυνών	=	απραγμοσύνη
απραγμοσύνες	=	απραγμοσύνη
απραγμοσύνη	noun|formal	το να είναι κάποιος απράγμων, η ιδιότητα του απράγμονος
απραγμοσύνης	=	απραγμοσύνη
απραγμόνων	=	απράγμων
απρακτώ	verb	αδρανώ
απρακτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος απρακτώ
απραξία	noun	η αδράνεια, η αεργία
απραξίας	noun	γενική ενικού του απραξία
απραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απραξία
απραξιών	noun	γενική πληθυντικού του απραξία
απρεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απρεπής
απρεπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρεπές
απρεπής	adj	που δεν συμπεριφέρεται σωστά, δεν είναι ευγενής και διακριτικός ή η εξωτερική του εμφάνιση δεν είναι η πρέπουσα
απρεπείς	=	απρεπής
απρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του απρέπεια
απρεπούς	=	απρεπής
απρεπών	=	απρεπής
απρεπώς	adv|formal	με απρεπή τρόπο
απρεσάριστα	=	απρεσάριστος
απρεσάριστε	=	απρεσάριστος
απρεσάριστες	=	απρεσάριστος
απρεσάριστη	=	απρεσάριστος
απρεσάριστης	=	απρεσάριστος
απρεσάριστο	=	απρεσάριστος
απρεσάριστοι	=	απρεσάριστος
απρεσάριστος	adj|figurative	που δεν τον έχουν πρεσάρει
απρεσάριστου	=	απρεσάριστος
απρεσάριστους	=	απρεσάριστος
απρεσάριστων	=	απρεσάριστος
απριλιάτικα	adv	κατά τον Απρίλιο
απριλιάτικε	adj	κλητική ενικού του απριλιάτικος
απριλιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απριλιάτικη
απριλιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απριλιάτικος
απριλιάτικης	adj	γενική ενικού του απριλιάτικη
απριλιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του απριλιάτικος
απριλιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απριλιάτικος
απριλιάτικος	adj	απριλιανός
απριλιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απριλιάτικος
απριλιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απριλιάτικος
απριλιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απριλιάτικος
απριλιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απριλιανό
απριλιανέ	adj	κλητική ενικού του απριλιανός
απριλιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απριλιανή
απριλιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απριλιανός
απριλιανής	adj	γενική ενικού του απριλιανή
απριλιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απριλιανός
απριλιανού	adj	γενική ενικού του απριλιανός
απριλιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απριλιανός
απριλιανό	adj	αιτιατική ενικού του απριλιανός
απριλιανός	adj	που συμβαίνει κατά το μήνα Απρίλιο ή είναι σχετικός με τον Απρίλιο
απριλιανών	adj	γενική πληθυντικού του απριλιανός
απριλινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απριλινό	adv	αυτά που έγιναν το μήνα Απρίλιο.
απριλινέ	adj	κλητική ενικού του απριλινός
απριλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απριλινή
απριλινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απριλινός
απριλινής	adj	γενική ενικού του απριλινή
απριλινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απριλινός
απριλινού	adj	γενική ενικού του απριλινός
απριλινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απριλινός
απριλινό	adj	αιτιατική ενικού του απριλινός
απριλινός	adj	απριλιάτικος
απριλινών	adj	γενική πληθυντικού του απριλινός
απριορισμέ	=	απριορισμός
απριορισμοί	=	απριορισμός
απριορισμού	=	απριορισμός
απριορισμούς	=	απριορισμός
απριορισμό	=	απριορισμός
απριορισμός	noun	η φιλοσοφική εξέταση των πραγμάτων έχοντας ως γνώμονα κάποια κατασκευασμένα αξιώματα και με αυτά κρίνοντας τον κόσμο, χωρίς την αναθεώρηση τους από την εμπειρία
απριορισμών	=	απριορισμός
απριόνιστα	=	απριόνιστος
απριόνιστε	=	απριόνιστος
απριόνιστες	=	απριόνιστος
απριόνιστη	=	απριόνιστος
απριόνιστης	=	απριόνιστος
απριόνιστο	=	απριόνιστος
απριόνιστοι	=	απριόνιστος
απριόνιστος	adj	που δεν έχει πριονισθεί
απριόνιστου	=	απριόνιστος
απριόνιστους	=	απριόνιστος
απριόνιστων	=	απριόνιστος
απριόρι	adv	άλλη μορφή του α πριόρι
απροάσπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροάσπιστο
απροάσπιστε	adj	κλητική ενικού του απροάσπιστος
απροάσπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροάσπιστη
απροάσπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροάσπιστος
απροάσπιστης	adj	γενική ενικού του απροάσπιστη
απροάσπιστο	adj	αιτιατική ενικού του απροάσπιστος
απροάσπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροάσπιστος
απροάσπιστος	adj|formal	ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος
απροάσπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροάσπιστος
απροάσπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροάσπιστος
απροάσπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροάσπιστος
απροίκιστα	adv	χωρίς να έχουν προικιστεί
απροίκιστε	=	απροίκιστος
απροίκιστες	=	απροίκιστος
απροίκιστη	=	απροίκιστος
απροίκιστης	=	απροίκιστος
απροίκιστο	=	απροίκιστος
απροίκιστοι	=	απροίκιστος
απροίκιστος	adj	αυτός που δεν έχει προικιστεί
απροίκιστου	=	απροίκιστος
απροίκιστους	=	απροίκιστος
απροίκιστων	=	απροίκιστος
απροβάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροβάριστος	adv	χωρίς προβάρισμα
απροβλέπτου	=	απρόβλεπτο
απροβλέπτων	=	απρόβλεπτο
απροβλημάτιστα	adv	με απροβλημάτιστο τρόπο
απροβλημάτιστε	adj	κλητική ενικού του απροβλημάτιστος
απροβλημάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροβλημάτιστη
απροβλημάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροβλημάτιστος
απροβλημάτιστης	adj	γενική ενικού του απροβλημάτιστη
απροβλημάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του απροβλημάτιστος
απροβλημάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροβλημάτιστος
απροβλημάτιστος	adj	που δεν προβληματίζεται
απροβλημάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροβλημάτιστος
απροβλημάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροβλημάτιστος
απροβλημάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροβλημάτιστος
απροβούλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροβούλευτο
απροβούλευτε	adj	κλητική ενικού του απροβούλευτος
απροβούλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροβούλευτη
απροβούλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροβούλευτος
απροβούλευτης	adj	γενική ενικού του απροβούλευτη
απροβούλευτο	adj	αιτιατική ενικού του απροβούλευτος
απροβούλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροβούλευτος
απροβούλευτος	adj|archaic	απροσχεδίαστος, απρογραμμάτιστος
απροβούλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροβούλευτος
απροβούλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροβούλευτος
απροβούλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροβούλευτος
απροβόδιστα	=	απροβόδιστος
απροβόδιστε	=	απροβόδιστος
απροβόδιστες	=	απροβόδιστος
απροβόδιστη	=	απροβόδιστος
απροβόδιστης	=	απροβόδιστος
απροβόδιστο	=	απροβόδιστος
απροβόδιστοι	=	απροβόδιστος
απροβόδιστος	adj	που δεν τον έχουν προβοδίσει
απροβόδιστου	=	απροβόδιστος
απροβόδιστους	=	απροβόδιστος
απροβόδιστων	=	απροβόδιστος
απρογραμμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απρογραμμάτιστος	adv	με απρογραμμάτιστο τρόπο
απρογραμμάτιστε	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστες	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστη	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστης	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστο	noun|formal	η έλλειψη προγραμματισμού, κάτι που γίνεται απρογραμμάτιστα χωρίς πρόγραμμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστοι	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστος	adj	αυτός που δεν έχει προγραμματισμό
απρογραμμάτιστου	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστους	=	απρογραμμάτιστος
απρογραμμάτιστων	=	απρογραμμάτιστος
απρογύμναστα	=	απρογύμναστος
απρογύμναστε	=	απρογύμναστος
απρογύμναστες	=	απρογύμναστος
απρογύμναστη	=	απρογύμναστος
απρογύμναστης	=	απρογύμναστος
απρογύμναστο	=	απρογύμναστος
απρογύμναστοι	=	απρογύμναστος
απρογύμναστος	adj	που δεν έχει προγυμναστεί ή δεν είναι δυνατόν να προγυμναστεί
απρογύμναστου	=	απρογύμναστος
απρογύμναστους	=	απρογύμναστος
απρογύμναστων	=	απρογύμναστος
απροειδοποίητα	adv	χωρίς προειδοποίηση, ξαφνικά
απροειδοποίητε	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητες	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητη	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητης	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητο	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητοι	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητος	adj	που γίνεται χωρίς προειδοποίηση
απροειδοποίητου	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητους	=	απροειδοποίητος
απροειδοποίητων	=	απροειδοποίητος
απροεξόφλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροεξόφλητο
απροεξόφλητε	adj	κλητική ενικού του απροεξόφλητος
απροεξόφλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροεξόφλητη
απροεξόφλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροεξόφλητος
απροεξόφλητης	adj	γενική ενικού του απροεξόφλητη
απροεξόφλητο	adj	αιτιατική ενικού του απροεξόφλητος
απροεξόφλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροεξόφλητος
απροεξόφλητος	adj	που δεν έχει προεξοφληθεί ή δεν μπορεί να προεξοφληθεί
απροεξόφλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροεξόφλητος
απροεξόφλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροεξόφλητος
απροεξόφλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροεξόφλητος
απροετοίμαστα	adv	χωρίς προετοιμασία.
απροετοίμαστε	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστες	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστη	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστης	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστο	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστοι	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστος	adj	που δεν έχει προετοιμαστεί κατάλληλα για μια εργασία ή για να αντιμετωπίσει μια αντίξοη κατάσταση
απροετοίμαστου	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστους	=	απροετοίμαστος
απροετοίμαστων	=	απροετοίμαστος
απροετοιμασία	noun|formal	η έλλειψη προετοιμασίας
απροετοιμασίας	noun	γενική ενικού του απροετοιμασία
απροετοιμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροετοιμασία
απροετοιμασιών	noun	γενική πληθυντικού του απροετοιμασία
απροθυμία	noun	η έλλειψη προθυμίας
απροθυμίας	noun	γενική ενικού του απροθυμία
απροθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροθυμία
απροκάλυπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροκάλυπτος	adv	με απροκάλυπτο τρόπο
απροκάλυπτε	adj	κλητική ενικού του απροκάλυπτος
απροκάλυπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροκάλυπτη
απροκάλυπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροκάλυπτος
απροκάλυπτης	adj	γενική ενικού του απροκάλυπτη
απροκάλυπτο	adj	αιτιατική ενικού του απροκάλυπτος
απροκάλυπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροκάλυπτος
απροκάλυπτος	adj	που λέγεται ή γίνεται χωρίς συγκάλυψη ή προσχήματα
απροκάλυπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροκάλυπτος
απροκάλυπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροκάλυπτος
απροκάλυπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροκάλυπτος
απροκαλύπτως	adv|archaic	με απροκάλυπτο τρόπο
απροκατάληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροκατάληπτος	adv	με απροκατάληπτο τρόπο
απροκατάληπτε	adj	κλητική ενικού του απροκατάληπτος
απροκατάληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροκατάληπτη
απροκατάληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροκατάληπτος
απροκατάληπτης	adj	γενική ενικού του απροκατάληπτη
απροκατάληπτο	adj	αιτιατική ενικού του απροκατάληπτος
απροκατάληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροκατάληπτος
απροκατάληπτος	adj	που δεν έχει προκαταλήψεις στην προσέγγιση ή αντιμετώπιση κάποιου ζητήματος
απροκατάληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροκατάληπτος
απροκατάληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροκατάληπτος
απροκατάληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροκατάληπτος
απροκατάρτιστα	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστε	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστες	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστη	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστης	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστο	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστοι	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστος	adj	που δεν έχει προκαταρτιστεί ή δεν είναι δυνατόν να προκαταρτιστεί
απροκατάρτιστου	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστους	=	απροκατάρτιστος
απροκατάρτιστων	=	απροκατάρτιστος
απροκαταλήπτως	adv|dated	απροκατάληπτα
απροκαταληψία	noun	η ιδιότητα του απροκατάληπτου, το να είναι κάποιος απροκατάληπτος
απροκαταληψίας	noun	γενική ενικού του απροκαταληψία
απροκαταληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροκαταληψία
απροκαταληψιών	noun	γενική πληθυντικού του απροκαταληψία
απροκοπιά	noun	άλλη μορφή του ανεπροκοπιά
απροκοπιάς	=	απροκοπιά
απροκοπιές	=	απροκοπιά
απροκοπιών	=	απροκοπιά
απροκοψιά	noun	άλλη μορφή του ανεπροκοπιά
απροκοψιάς	=	απροκοψιά
απροκοψιές	=	απροκοψιά
απροκοψιών	=	απροκοψιά
απρολόγητα	adv	με απρολόγητο τρόπο, χωρίς πρόλογο
απρολόγητε	adj	κλητική ενικού του απρολόγητος
απρολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρολόγητη
απρολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρολόγητος
απρολόγητης	adj	γενική ενικού του απρολόγητη
απρολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του απρολόγητος
απρολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρολόγητος
απρολόγητος	adj	που δεν έχει προλογηθεί
απρολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρολόγητος
απρολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρολόγητος
απρολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρολόγητος
απρολόγιαστα	adv|literary	άλλη μορφή του απρολόγιστα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
απρολόγιστα	=	απρολόγιστος
απρολόγιστε	=	απρολόγιστος
απρολόγιστες	=	απρολόγιστος
απρολόγιστη	=	απρολόγιστος
απρολόγιστης	=	απρολόγιστος
απρολόγιστο	=	απρολόγιστος
απρολόγιστοι	=	απρολόγιστος
απρολόγιστος	adj	αυτός που δεν έχει προλογίσει
απρολόγιστου	=	απρολόγιστος
απρολόγιστους	=	απρολόγιστος
απρολόγιστων	=	απρολόγιστος
απρομήθευτα	adv|rare	χωρίς προμήθειες
απρομήθευτε	adj	κλητική ενικού του απρομήθευτος
απρομήθευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρομήθευτη
απρομήθευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρομήθευτος
απρομήθευτης	adj	γενική ενικού του απρομήθευτη
απρομήθευτο	adj	αιτιατική ενικού του απρομήθευτος
απρομήθευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρομήθευτος
απρομήθευτος	adj|rare	που δεν έχει προμήθειες
απρομήθευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρομήθευτος
απρομήθευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρομήθευτος
απρομήθευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρομήθευτος
απρομελέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απρομελέτητος	adv	με απρομελέτητο τρόπο
απρομελέτητε	adj	κλητική ενικού του απρομελέτητος
απρομελέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρομελέτητη
απρομελέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρομελέτητος
απρομελέτητης	adj	γενική ενικού του απρομελέτητη
απρομελέτητο	adj	αιτιατική ενικού του απρομελέτητος
απρομελέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρομελέτητος
απρομελέτητος	adj	που δεν έχει προμελετηθεί
απρομελέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρομελέτητος
απρομελέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρομελέτητος
απρομελέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρομελέτητος
απρονοήτως	adv|dated	απρονόητα
απρονοησία	noun	η έλλειψη προνοητικότητας
απρονοησίας	noun	γενική ενικού του απρονοησία
απρονοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρονοησία
απρονοησιών	noun	γενική πληθυντικού του απρονοησία
απρονόητα	adv	με απρονοησία
απρονόητε	adj	κλητική ενικού του απρονόητος
απρονόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρονόητη
απρονόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρονόητος
απρονόητης	adj	γενική ενικού του απρονόητη
απρονόητο	adj	αιτιατική ενικού του απρονόητος
απρονόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρονόητος
απρονόητος	adj|formal	απερίσκεπτος
απρονόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρονόητος
απρονόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρονόητος
απρονόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρονόητος
απροπαγάνδιστα	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστε	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστες	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστη	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστης	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστο	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστοι	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστος	adj	που δεν έχει προπαγανδίσει
απροπαγάνδιστου	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστους	=	απροπαγάνδιστος
απροπαγάνδιστων	=	απροπαγάνδιστος
απροπαράσκευα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροπαράσκευος	adv	με απροπαράσκευο τρόπο
απροπαράσκευε	adj	κλητική ενικού του απροπαράσκευος
απροπαράσκευες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροπαράσκευη
απροπαράσκευη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροπαράσκευος
απροπαράσκευης	adj	γενική ενικού του απροπαράσκευη
απροπαράσκευο	adj	αιτιατική ενικού του απροπαράσκευος
απροπαράσκευοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροπαράσκευος
απροπαράσκευος	adj|formal	άλλη μορφή του απροπαρασκεύαστος
απροπαράσκευου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροπαράσκευος
απροπαράσκευους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροπαράσκευος
απροπαράσκευων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροπαράσκευος
απροπαρασκεύαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροπαρασκεύαστος	adv	με απροπαρασκεύαστο τρόπο
απροπαρασκεύαστε	adj	κλητική ενικού του απροπαρασκεύαστος
απροπαρασκεύαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροπαρασκεύαστη
απροπαρασκεύαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροπαρασκεύαστος
απροπαρασκεύαστης	adj	γενική ενικού του απροπαρασκεύαστη
απροπαρασκεύαστο	adj	αιτιατική ενικού του απροπαρασκεύαστος
απροπαρασκεύαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροπαρασκεύαστος
απροπαρασκεύαστος	adj	που δεν έχει προπαρασκευαστεί ή δεν μπορεί να προπαρασκευαστεί
απροπαρασκεύαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροπαρασκεύαστος
απροπαρασκεύαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροπαρασκεύαστος
απροπαρασκεύαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροπαρασκεύαστος
απροπηλάκιστα	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστε	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστες	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστη	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστης	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστο	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστοι	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστος	adj	που δεν τον έχουν προπηλακίσει
απροπηλάκιστου	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστους	=	απροπηλάκιστος
απροπηλάκιστων	=	απροπηλάκιστος
απροπόνητα	=	απροπόνητος
απροπόνητε	=	απροπόνητος
απροπόνητες	=	απροπόνητος
απροπόνητη	=	απροπόνητος
απροπόνητης	=	απροπόνητος
απροπόνητο	=	απροπόνητος
απροπόνητοι	=	απροπόνητος
απροπόνητος	adj	αυτός που δεν έχει προπονηθεί
απροπόνητου	=	απροπόνητος
απροπόνητους	=	απροπόνητος
απροπόνητων	=	απροπόνητος
απροσάρμοστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροσάρμοστος	adv	χωρίς προσαρμογή ή υπακοή σε κανόνες
απροσάρμοστε	adj	κλητική ενικού του απροσάρμοστος
απροσάρμοστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσάρμοστη
απροσάρμοστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροσάρμοστος
απροσάρμοστης	adj	γενική ενικού του απροσάρμοστη
απροσάρμοστο	noun	το να μην μπορεί κάποιος να προσαρμοστεί, η ιδιότητα του απροσάρμοστου
απροσάρμοστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροσάρμοστος
απροσάρμοστος	adj	που δεν έχει προσαρμοστεί ή δεν μπορεί να προσαρμοστεί
απροσάρμοστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροσάρμοστος
απροσάρμοστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροσάρμοστος
απροσάρμοστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροσάρμοστος
απροσάρτητα	=	απροσάρτητος
απροσάρτητε	=	απροσάρτητος
απροσάρτητες	=	απροσάρτητος
απροσάρτητη	=	απροσάρτητος
απροσάρτητης	=	απροσάρτητος
απροσάρτητο	=	απροσάρτητος
απροσάρτητοι	=	απροσάρτητος
απροσάρτητος	adj	που δεν έχει προσαρτηθεί
απροσάρτητου	=	απροσάρτητος
απροσάρτητους	=	απροσάρτητος
απροσάρτητων	=	απροσάρτητος
απροσέγγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσέγγιστο
απροσέγγιστε	adj	κλητική ενικού του απροσέγγιστος
απροσέγγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσέγγιστη
απροσέγγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροσέγγιστος
απροσέγγιστης	adj	γενική ενικού του απροσέγγιστη
απροσέγγιστο	adj	αιτιατική ενικού του απροσέγγιστος
απροσέγγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροσέγγιστος
απροσέγγιστος	adj	που δεν έχει προσεγγιστεί
απροσέγγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροσέγγιστος
απροσέγγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροσέγγιστος
απροσέγγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροσέγγιστος
απροσανατόλιστα	adv	χωρίς προσανατολισμό
απροσανατόλιστε	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστες	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστη	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστης	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστο	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστοι	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστος	adj	που δεν έχει προσανατολισμό
απροσανατόλιστου	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστους	=	απροσανατόλιστος
απροσανατόλιστων	=	απροσανατόλιστος
απροσαρμοστία	noun|formal	το να μην μπορεί κάποιος να προσαρμοστεί, η ιδιότητα του απροσάρμοστου
απροσαρμοστίας	noun	γενική ενικού του απροσαρμοστία
απροσαρμοστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσαρμοστία
απροσαρμοστιών	noun	γενική πληθυντικού του απροσαρμοστία
απροσγείωτα	adv	χωρίς προσγείωση
απροσγείωτε	=	απροσγείωτος
απροσγείωτες	=	απροσγείωτος
απροσγείωτη	=	απροσγείωτος
απροσγείωτης	=	απροσγείωτος
απροσγείωτο	=	απροσγείωτος
απροσγείωτοι	=	απροσγείωτος
απροσγείωτος	adj	αυτός που δεν έχει προσγειωθεί
απροσγείωτου	=	απροσγείωτος
απροσγείωτους	=	απροσγείωτος
απροσγείωτων	=	απροσγείωτος
απροσδιοριστία	noun	ο μη προσδιορισμός μιας έννοιας ή ενός μεγέθους
απροσδιοριστίας	noun	γενική ενικού του απροσδιοριστία
απροσδιοριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσδιοριστία
απροσδιοριστιών	noun	γενική πληθυντικού του απροσδιοριστία
απροσδιόνυσα	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσε	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσες	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυση	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσης	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσο	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσοι	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσος	adj	ο άσχετος
απροσδιόνυσου	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσους	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόνυσων	=	απροσδιόνυσος
απροσδιόριστα	adv	χωρίς προσδιορισμό
απροσδιόριστε	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστες	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροσδιόριστος
απροσδιόριστης	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστο	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστοι	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστος	adj	που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, που δεν είναι φανερό ή γνωστό κάποιο βασικό χαρακτηριστικό του
απροσδιόριστου	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστους	=	απροσδιόριστος
απροσδιόριστων	=	απροσδιόριστος
απροσδοκήτως	adv|dated	απροσδόκητα
απροσδόκητα	adv	ανέλπιστα, απρόσμενα, χωρίς να το περιμένουμε	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροσδόκητος
απροσδόκητε	=	απροσδόκητος
απροσδόκητες	=	απροσδόκητος
απροσδόκητη	=	απροσδόκητος
απροσδόκητης	=	απροσδόκητος
απροσδόκητο	=	απροσδόκητος
απροσδόκητοι	=	απροσδόκητος
απροσδόκητος	adj	που συμβαίνει χωρίς να τον περιμένει κανένας, απρόσμενος
απροσδόκητου	=	απροσδόκητος
απροσδόκητους	=	απροσδόκητος
απροσδόκητων	=	απροσδόκητος
απροσεξία	noun	η έλλειψη προσοχής, συγκέντρωσης στο έργο που έχει κάποιος να εκτελέσει
απροσεξίας	noun	γενική ενικού του απροσεξία
απροσεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσεξία
απροσεξιών	noun	γενική πληθυντικού του απροσεξία
απροσηλύτιστα	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστε	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστες	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστη	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστης	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστο	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστοι	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστος	adj	αυτός που δεν έχει προσηλυτιστεί
απροσηλύτιστου	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστους	=	απροσηλύτιστος
απροσηλύτιστων	=	απροσηλύτιστος
απροσκάλεστα	adv	ακάλεστα
απροσκάλεστε	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστες	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστη	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστης	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστο	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστοι	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστος	adj	που δεν έχει προσκληθεί, απρόσκλητος, ανεπιθύμητος
απροσκάλεστου	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστους	=	απροσκάλεστος
απροσκάλεστων	=	απροσκάλεστος
απροσκλήτως	adv|dated	απρόσκλητα
απροσκόπτως	adv|dated	απρόσκοπτα
απροσκύνητα	adv	χωρίς προσκύνηση
απροσκύνητε	=	απροσκύνητος
απροσκύνητες	=	απροσκύνητος
απροσκύνητη	=	απροσκύνητος
απροσκύνητης	=	απροσκύνητος
απροσκύνητο	=	απροσκύνητος
απροσκύνητοι	=	απροσκύνητος
απροσκύνητος	adj	αυτός που δεν προσκυνήθηκε
απροσκύνητου	=	απροσκύνητος
απροσκύνητους	=	απροσκύνητος
απροσκύνητων	=	απροσκύνητος
απροσμάχητα	=	απροσμάχητος
απροσμάχητε	=	απροσμάχητος
απροσμάχητες	=	απροσμάχητος
απροσμάχητη	=	απροσμάχητος
απροσμάχητης	=	απροσμάχητος
απροσμάχητο	=	απροσμάχητος
απροσμάχητοι	=	απροσμάχητος
απροσμάχητος	adj	ο ακαταμάχητος
απροσμάχητου	=	απροσμάχητος
απροσμάχητους	=	απροσμάχητος
απροσμάχητων	=	απροσμάχητος
απροσμέτρητα	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητε	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητες	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητη	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητης	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητο	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητοι	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητος	adj	που είναι πολύ μεγάλος ώστε να μην μπορεί να μετρηθεί
απροσμέτρητου	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητους	=	απροσμέτρητος
απροσμέτρητων	=	απροσμέτρητος
απροσμαχήτως	adv	ακαταμάχητα
απροσμόνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσμόνετο
απροσμόνετε	adj	κλητική ενικού του απροσμόνετος
απροσμόνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσμόνετη
απροσμόνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροσμόνετος
απροσμόνετης	adj	γενική ενικού του απροσμόνετη
απροσμόνετο	adj	αιτιατική ενικού του απροσμόνετος
απροσμόνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροσμόνετος
απροσμόνετος	adj|formal	απροσδόκητος
απροσμόνετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροσμόνετος
απροσμόνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροσμόνετος
απροσμόνετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροσμόνετος
απροσπέλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροσπέλαστος	adv	με απροσπέλαστο τρόπο
απροσπέλαστε	adj	κλητική ενικού του απροσπέλαστος
απροσπέλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσπέλαστη
απροσπέλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροσπέλαστος
απροσπέλαστης	adj	γενική ενικού του απροσπέλαστη
απροσπέλαστο	adj	αιτιατική ενικού του απροσπέλαστος
απροσπέλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροσπέλαστος
απροσπέλαστος	adj|formal	που δεν μπορεί (εύκολα) να τον πλησιάσει κανείς
απροσπέλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροσπέλαστος
απροσπέλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροσπέλαστος
απροσπέλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροσπέλαστος
απροσπέραστα	=	απροσπέραστος
απροσπέραστε	=	απροσπέραστος
απροσπέραστες	=	απροσπέραστος
απροσπέραστη	=	απροσπέραστος
απροσπέραστης	=	απροσπέραστος
απροσπέραστο	=	απροσπέραστος
απροσπέραστοι	=	απροσπέραστος
απροσπέραστος	adj	αυτός που δεν έχει προσπεραστεί
απροσπέραστου	=	απροσπέραστος
απροσπέραστους	=	απροσπέραστος
απροσπέραστων	=	απροσπέραστος
απροσποίητα	adv	χωρίς προσποίηση
απροσποίητε	=	απροσποίητος
απροσποίητες	=	απροσποίητος
απροσποίητη	=	απροσποίητος
απροσποίητης	=	απροσποίητος
απροσποίητο	=	απροσποίητος
απροσποίητοι	=	απροσποίητος
απροσποίητος	adj	που δεν προσποιείται
απροσποίητου	=	απροσποίητος
απροσποίητους	=	απροσποίητος
απροσποίητων	=	απροσποίητος
απροσποιήτως	adv|dated	απροσποίητα
απροστάτευτα	adv	χωρίς προστασία
απροστάτευτε	adj	κλητική ενικού του απροστάτευτος
απροστάτευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροστάτευτη
απροστάτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροστάτευτος
απροστάτευτης	adj	γενική ενικού του απροστάτευτη
απροστάτευτο	adj	αιτιατική ενικού του απροστάτευτος
απροστάτευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροστάτευτος
απροστάτευτος	adj	που δεν είναι προστατευμένος, που είναι χωρίς προστασία, εκτεθειμένος, ευάλωτος
απροστάτευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροστάτευτος
απροστάτευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροστάτευτος
απροστάτευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροστάτευτος
απροσχεδίαστα	adv	με απροσχεδίαστο τρόπο, χωρίς προσχέδιο
απροσχεδίαστε	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστες	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστη	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστης	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστο	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστοι	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστος	adj	που δεν έχει προσχεδιαστεί
απροσχεδίαστου	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστους	=	απροσχεδίαστος
απροσχεδίαστων	=	απροσχεδίαστος
απροσχημάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροσχημάτιστος	adv	με απροσχημάτιστο τρόπο
απροσχημάτιστε	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστες	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστη	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστης	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστο	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστοι	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστος	adj	ο ειλικρινής, που δεν προσπαθεί να συγκαλύψει με προσχήματα τις ενέργειές του, ο κατάφωρος
απροσχημάτιστου	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστους	=	απροσχημάτιστος
απροσχημάτιστων	=	απροσχημάτιστος
απροσχηματίστως	adv	με απροσχημάτιστο τρόπο
απροσωπία	noun	να είναι κανείς απρόσωπος
απροσωπίας	=	απροσωπία
απροσωπίες	=	απροσωπία
απροσωπιών	=	απροσωπία
απροσωποληψία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του απροσωπόληπτου
απροσωποληψίας	noun	γενική ενικού του απροσωποληψία
απροσωποληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσωποληψία
απροσωποληψιών	noun	γενική πληθυντικού του απροσωποληψία
απροσωποποίει	=	απροσωποποιώ
απροσωποποίησα	=	απροσωποποιώ
απροσωποποίησαν	=	απροσωποποιώ
απροσωποποίησε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποίησες	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιήσαμε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιήσαν	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιήσανε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιήσατε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιήσει	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιήστε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιεί	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιείς	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιείτε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούμε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούν	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούνε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσα	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσαμε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσαν	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσανε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσατε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσε	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιούσες	=	απροσωποποιώ
απροσωποποιώ	verb	επιφέρω απροσωποποίηση
απροσωποποιώντας	=	απροσωποποιώ
απροσωπόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απροσωπόληπτος	adv|formal	με απροσωπόληπτο τρόπο
απροσωπόληπτε	adj	κλητική ενικού του απροσωπόληπτος
απροσωπόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροσωπόληπτη
απροσωπόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροσωπόληπτος
απροσωπόληπτης	adj	γενική ενικού του απροσωπόληπτη
απροσωπόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του απροσωπόληπτος
απροσωπόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροσωπόληπτος
απροσωπόληπτος	adj|formal	που δεν προσωποληπτεί
απροσωπόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροσωπόληπτος
απροσωπόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροσωπόληπτος
απροσωπόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροσωπόληπτος
απροσόρμιστα	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστε	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστες	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστη	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστης	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστο	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστοι	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστος	adj	που δεν έχει προσορμιστεί ή δεν μπορεί να προσορμιστεί
απροσόρμιστου	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστους	=	απροσόρμιστος
απροσόρμιστων	=	απροσόρμιστος
απροσώπως	adv|dated	απρόσωπα
απροφάσιστα	adv	χωρίς πρόφαση
απροφάσιστε	=	απροφάσιστος
απροφάσιστες	=	απροφάσιστος
απροφάσιστη	=	απροφάσιστος
απροφάσιστης	=	απροφάσιστος
απροφάσιστο	=	απροφάσιστος
απροφάσιστοι	=	απροφάσιστος
απροφάσιστος	adj	αυτός που δεν προβάλλει πρόφαση
απροφάσιστου	=	απροφάσιστος
απροφάσιστους	=	απροφάσιστος
απροφάσιστων	=	απροφάσιστος
απροφύλακτα	adv	χωρίς προφύλαξη
απροφύλακτε	=	απροφύλακτος
απροφύλακτες	=	απροφύλακτος
απροφύλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροφύλακτος
απροφύλακτης	=	απροφύλακτος
απροφύλακτο	=	απροφύλακτος
απροφύλακτοι	=	απροφύλακτος
απροφύλακτος	adj	άλλη μορφή του απροφύλαχτος
απροφύλακτου	=	απροφύλακτος
απροφύλακτους	=	απροφύλακτος
απροφύλακτων	=	απροφύλακτος
απροφύλαχτα	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτε	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτες	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτη	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτης	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτο	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτοι	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτος	adj	αυτός που δεν προφυλάσσεται
απροφύλαχτου	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτους	=	απροφύλαχτος
απροφύλαχτων	=	απροφύλαχτος
απροχώρητα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροχώρητο
απροχώρητε	=	απροχώρητος
απροχώρητες	=	απροχώρητος
απροχώρητη	=	απροχώρητος
απροχώρητης	=	απροχώρητος
απροχώρητο	noun	το σημείο από όπου πιο πέρα δεν μπορούμε να προχωρήσουμε
απροχώρητοι	=	απροχώρητος
απροχώρητος	adj	αυτός που δεν προχώρησε
απροχώρητου	noun	γενική ενικού του απροχώρητο
απροχώρητους	=	απροχώρητος
απροχώρητων	noun	γενική πληθυντικού του απροχώρητο
απροϊδέαστα	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστε	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστες	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστη	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστης	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστο	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστοι	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστος	adj	που δεν έχει προϊδεαστεί
απροϊδέαστου	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστους	=	απροϊδέαστος
απροϊδέαστων	=	απροϊδέαστος
απροϋπολόγιστα	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστε	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστες	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστη	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστης	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστο	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστοι	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστος	adj	που δεν τον έχουν προϋπολογίσει
απροϋπολόγιστου	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστους	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπολόγιστων	=	απροϋπολόγιστος
απροϋπόθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροϋπόθετο
απροϋπόθετε	adj	κλητική ενικού του απροϋπόθετος
απροϋπόθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροϋπόθετη
απροϋπόθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροϋπόθετος
απροϋπόθετης	adj	γενική ενικού του απροϋπόθετη
απροϋπόθετο	adj	αιτιατική ενικού του απροϋπόθετος
απροϋπόθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροϋπόθετος
απροϋπόθετος	adj	αυτός, αυτή ή κάτι που δεν έχει προϋποθέσεις, δηλαδή όρους να πληροί προκειμένου να εφαρμοστεί
απροϋπόθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροϋπόθετος
απροϋπόθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροϋπόθετος
απροϋπόθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροϋπόθετος
απροόδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροόδευτο
απροόδευτε	adj	κλητική ενικού του απροόδευτος
απροόδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απροόδευτη
απροόδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απροόδευτος
απροόδευτης	adj	γενική ενικού του απροόδευτη
απροόδευτο	adj	αιτιατική ενικού του απροόδευτος
απροόδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απροόδευτος
απροόδευτος	adj	που δεν προοδεύει ή δεν έχει προοδεύσει
απροόδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απροόδευτος
απροόδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απροόδευτος
απροόδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απροόδευτος
απροόπτως	adv|dated	απρόοπτα
απροόριστος	adj|formal	που δεν έχει (θεμιτό, σωστό ή ξεκάθαρο) προορισμό
απρωτοκόλητα	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητε	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητες	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητη	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητης	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητο	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητοι	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητος	adj	αυτός που δεν έχει πρωτοκολληθεί
απρωτοκόλητου	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητους	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλητων	=	απρωτοκόλητος
απρωτοκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρωτοκόλλητο
απρωτοκόλλητε	adj	κλητική ενικού του απρωτοκόλλητος
απρωτοκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρωτοκόλλητη
απρωτοκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρωτοκόλλητος
απρωτοκόλλητης	adj	γενική ενικού του απρωτοκόλλητη
απρωτοκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του απρωτοκόλλητος
απρωτοκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρωτοκόλλητος
απρωτοκόλλητος	adj	που δεν έχει πρωτοκολληθεί ή δεν μπορεί να πρωτοκολληθεί
απρωτοκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρωτοκόλλητος
απρωτοκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρωτοκόλλητος
απρωτοκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρωτοκόλλητος
απρόβλεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απρόβλεπτος	adv	με απρόβλεπτο τρόπο
απρόβλεπτε	=	απρόβλεπτος
απρόβλεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του απρόβλεπτος
απρόβλεπτη	adj	θηλυκό του απρόβλεπτος
απρόβλεπτης	=	απρόβλεπτος
απρόβλεπτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του απρόβλεπτος
απρόβλεπτοι	=	απρόβλεπτος
απρόβλεπτος	adj	που δεν μπορεί να προβλεφθεί
απρόβλεπτου	=	απρόβλεπτος
απρόβλεπτους	=	απρόβλεπτος
απρόβλεπτων	=	απρόβλεπτος
απρόβλεφτα	=	απρόβλεπτα
απρόβλεφτος	=	απρόβλεπτος
απρόδοτα	=	απρόδοτος
απρόδοτε	=	απρόδοτος
απρόδοτες	=	απρόδοτος
απρόδοτη	=	απρόδοτος
απρόδοτης	=	απρόδοτος
απρόδοτο	=	απρόδοτος
απρόδοτοι	=	απρόδοτος
απρόδοτος	adj	αυτός που δεν έχει προδοθεί
απρόδοτου	=	απρόδοτος
απρόδοτους	=	απρόδοτος
απρόδοτων	=	απρόδοτος
απρόθεσμα	adv	χωρίς προθεσμία
απρόθεσμε	=	απρόθεσμος
απρόθεσμες	=	απρόθεσμος
απρόθεσμη	=	απρόθεσμος
απρόθεσμης	=	απρόθεσμος
απρόθεσμο	=	απρόθεσμος
απρόθεσμοι	=	απρόθεσμος
απρόθεσμος	adj	αυτός που δεν έχει προθεσμία
απρόθεσμου	=	απρόθεσμος
απρόθεσμους	=	απρόθεσμος
απρόθεσμων	=	απρόθεσμος
απρόθετα	adv	χωρίς πρόθεση
απρόθετε	=	απρόθετος
απρόθετες	=	απρόθετος
απρόθετη	=	απρόθετος
απρόθετης	=	απρόθετος
απρόθετο	=	απρόθετος
απρόθετοι	=	απρόθετος
απρόθετος	adj	εκφερόμενο χωρίς πρόθεση
απρόθετου	=	απρόθετος
απρόθετους	=	απρόθετος
απρόθετων	=	απρόθετος
απρόθυμα	adv	χωρίς προθυμία
απρόθυμε	adj	κλητική ενικού του απρόθυμος
απρόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόθυμη
απρόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόθυμος
απρόθυμης	adj	γενική ενικού του απρόθυμη
απρόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του απρόθυμος
απρόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόθυμος
απρόθυμος	adj	που δεν έχει προθυμία για κάτι
απρόθυμου	adj	γενική ενικού του απρόθυμος
απρόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόθυμος
απρόθυμων	adj	γενική πληθυντικού του απρόθυμος
απρόκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόκλητο	adv	αναίτια, με θράσος, με τσαμπουκά, τσαμπουκαλίδικα, δίχως αφορμή ή αιτία, χωρίς να προκληθεί
απρόκλητε	adj	κλητική ενικού του απρόκλητος
απρόκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόκλητη
απρόκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόκλητος
απρόκλητης	adj	γενική ενικού του απρόκλητη
απρόκλητο	adj	αιτιατική ενικού του απρόκλητος
απρόκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόκλητος
απρόκλητος	adj	που δεν τον προκάλεσε κάποιος ή κάτι, που ενήργησε δίχως αιτία ή αφορμή, που σημειώθηκε χωρίς πρόκληση
απρόκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόκλητος
απρόκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόκλητος
απρόκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόκλητος
απρόκοπα	adv	χωρίς προκοπή
απρόκοπε	adj	κλητική ενικού του απρόκοπος
απρόκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόκοπη
απρόκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόκοπος
απρόκοπης	adj	γενική ενικού του απρόκοπη
απρόκοπο	adj	αιτιατική ενικού του απρόκοπος
απρόκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόκοπος
απρόκοπος	adj	άλλη μορφή του ανεπρόκοπος
απρόκοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόκοπος
απρόκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόκοπος
απρόκοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόκοπος
απρόκοφτα	adv	χωρίς προκοπή
απρόκοφτε	adj	κλητική ενικού του απρόκοφτος
απρόκοφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόκοφτη
απρόκοφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόκοφτος
απρόκοφτης	adj	γενική ενικού του απρόκοφτη
απρόκοφτο	adj	αιτιατική ενικού του απρόκοφτος
απρόκοφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόκοφτος
απρόκοφτος	adj	άλλη γραφή του ανεπρόκοπος
απρόκοφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόκοφτος
απρόκοφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόκοφτος
απρόκοφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόκοφτος
απρόοπτα	adv	ξαφνικά
απρόοπτε	=	απρόοπτος
απρόοπτες	=	απρόοπτος
απρόοπτη	=	απρόοπτος
απρόοπτης	=	απρόοπτος
απρόοπτο	noun	αυτό που δεν μπορείς να προβλέψεις, το απρόσμενο, το αναπάντεχο, συνήθως για εμπόδιο
απρόοπτοι	=	απρόοπτος
απρόοπτος	adj	που δεν είχε προβλεφθεί
απρόοπτου	=	απρόοπτος
απρόοπτους	=	απρόοπτος
απρόοπτων	=	απρόοπτος
απρόσβατα	=	απρόσβατος
απρόσβατε	=	απρόσβατος
απρόσβατες	=	απρόσβατος
απρόσβατη	=	απρόσβατος
απρόσβατης	=	απρόσβατος
απρόσβατο	=	απρόσβατος
απρόσβατοι	=	απρόσβατος
απρόσβατος	adj	που δεν είναι προσβατός
απρόσβατου	=	απρόσβατος
απρόσβατους	=	απρόσβατος
απρόσβατων	=	απρόσβατος
απρόσβλητα	adv	χωρίς να έχει προσβληθεί
απρόσβλητε	adj	κλητική ενικού του απρόσβλητος
απρόσβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσβλητη
απρόσβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσβλητος
απρόσβλητης	adj	γενική ενικού του απρόσβλητη
απρόσβλητο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσβλητος
απρόσβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσβλητος
απρόσβλητος	adj	που δεν μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά
απρόσβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσβλητος
απρόσβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσβλητος
απρόσβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσβλητος
απρόσεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απρόσεκτος	adv	που γίνεται με απρόσεκτο τρόπο, χωρίς τη δέουσα προσοχή
απρόσεκτε	=	απρόσεκτος
απρόσεκτες	=	απρόσεκτος
απρόσεκτη	=	απρόσεκτος
απρόσεκτης	=	απρόσεκτος
απρόσεκτο	=	απρόσεκτος
απρόσεκτοι	=	απρόσεκτος
απρόσεκτος	adj	που δεν προσέχει
απρόσεκτου	=	απρόσεκτος
απρόσεκτους	=	απρόσεκτος
απρόσεκτων	=	απρόσεκτος
απρόσεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απρόσεχτος	adv	άλλη μορφή του απρόσεκτα
απρόσεχτε	adj	κλητική ενικού του απρόσεχτος
απρόσεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσεχτη
απρόσεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσεχτος
απρόσεχτης	adj	γενική ενικού του απρόσεχτη
απρόσεχτο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσεχτος
απρόσεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσεχτος
απρόσεχτος	adj	άλλη μορφή του απρόσεκτος
απρόσεχτου	adj	γενική ενικού του απρόσεχτος
απρόσεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσεχτος
απρόσεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσεχτος
απρόσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσημο
απρόσημε	adj	κλητική ενικού του απρόσημος
απρόσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσημη
απρόσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσημος
απρόσημης	adj	γενική ενικού του απρόσημη
απρόσημο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσημος
απρόσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσημος
απρόσημος	adj	που δεν έχει πρόσημο
απρόσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσημος
απρόσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσημος
απρόσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσημος
απρόσθετα	=	απρόσθετος
απρόσθετε	=	απρόσθετος
απρόσθετες	=	απρόσθετος
απρόσθετη	=	απρόσθετος
απρόσθετης	=	απρόσθετος
απρόσθετο	=	απρόσθετος
απρόσθετοι	=	απρόσθετος
απρόσθετος	adj	αυτός που δεν έχει προστεθεί
απρόσθετου	=	απρόσθετος
απρόσθετους	=	απρόσθετος
απρόσθετων	=	απρόσθετος
απρόσιτα	adv	απλησίαστα
απρόσιτε	adj	κλητική ενικού του απρόσιτος
απρόσιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσιτη
απρόσιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσιτος
απρόσιτης	adj	γενική ενικού του απρόσιτη
απρόσιτο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσιτος
απρόσιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσιτος
απρόσιτος	adj	που δεν πλησιάζεται εύκολα
απρόσιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσιτος
απρόσιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσιτος
απρόσιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσιτος
απρόσκλητα	adv	χωρίς πρόσκληση
απρόσκλητε	adj	κλητική ενικού του απρόσκλητος
απρόσκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσκλητη
απρόσκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσκλητος
απρόσκλητης	adj	γενική ενικού του απρόσκλητη
απρόσκλητο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσκλητος
απρόσκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσκλητος
απρόσκλητος	adj	που πηγαίνει κάπου χωρίς να έχει προσκληθεί ή παρεμβαίνει / συνδράμει χωρίς πρόσκληση
απρόσκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσκλητος
απρόσκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσκλητος
απρόσκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσκλητος
απρόσκοπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (απρόσκοπτο) του απρόσκοπτος	adv	με απρόσκοπτο τρόπο
απρόσκοπτε	adj	κλητική ενικού του απρόσκοπτος
απρόσκοπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσκοπτη
απρόσκοπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσκοπτος
απρόσκοπτης	adj	γενική ενικού του απρόσκοπτη
απρόσκοπτο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσκοπτος
απρόσκοπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσκοπτος
απρόσκοπτος	adj	που δεν συναντά προσκόμματα, ανενόχλητος, ανεμπόδιστος
απρόσκοπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσκοπτος
απρόσκοπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσκοπτος
απρόσκοπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσκοπτος
απρόσληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσληπτο
απρόσληπτε	adj	κλητική ενικού του απρόσληπτος
απρόσληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσληπτη
απρόσληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσληπτος
απρόσληπτης	adj	γενική ενικού του απρόσληπτη
απρόσληπτο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσληπτος
απρόσληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσληπτος
απρόσληπτος	adj	που δεν έχει προσληφθεί ή δεν μπορεί να προσληφθεί
απρόσληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσληπτος
απρόσληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσληπτος
απρόσληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσληπτος
απρόσμενα	adv	απροσδόκητα, χωρίς να το περιμένουμε
απρόσμενε	verb	κλητική ενικού του απρόσμενος
απρόσμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσμενη
απρόσμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσμενος
απρόσμενης	verb	γενική ενικού του απρόσμενη
απρόσμενο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσμενος
απρόσμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσμενος
απρόσμενος	adj	που δεν το περιμέναμε
απρόσμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απρόσμενος
απρόσμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απρόσμενος
απρόσμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απρόσμενος
απρόσοδα	adv	δεν αποφέρει έσοδα
απρόσοδε	=	απρόσοδος
απρόσοδες	=	απρόσοδος
απρόσοδη	=	απρόσοδος
απρόσοδης	=	απρόσοδος
απρόσοδο	=	απρόσοδος
απρόσοδοι	=	απρόσοδος
απρόσοδος	adj	αυτός που δεν αποφέρει έσοδα
απρόσοδου	=	απρόσοδος
απρόσοδους	=	απρόσοδος
απρόσοδων	=	απρόσοδος
απρόσταχτα	=	απρόσταχτος
απρόσταχτε	=	απρόσταχτος
απρόσταχτες	=	απρόσταχτος
απρόσταχτη	=	απρόσταχτος
απρόσταχτης	=	απρόσταχτος
απρόσταχτο	=	απρόσταχτος
απρόσταχτοι	=	απρόσταχτος
απρόσταχτος	adj	που δεν τον έχουν προστάξει
απρόσταχτου	=	απρόσταχτος
απρόσταχτους	=	απρόσταχτος
απρόσταχτων	=	απρόσταχτος
απρόσφορα	adv	ασύμφορα
απρόσφορε	=	απρόσφορος
απρόσφορες	=	απρόσφορος
απρόσφορη	=	απρόσφορος
απρόσφορης	=	απρόσφορος
απρόσφορο	=	απρόσφορος
απρόσφοροι	=	απρόσφορος
απρόσφορος	adj	ακατάλληλος, αταίριαστος, ανεδαφικός
απρόσφορου	=	απρόσφορος
απρόσφορους	=	απρόσφορος
απρόσφορων	=	απρόσφορος
απρόσωπα	adv	χωρίς πρόσωπο
απρόσωπε	adj	κλητική ενικού του απρόσωπος
απρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απρόσωπη
απρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απρόσωπος
απρόσωπης	adj	γενική ενικού του απρόσωπη
απρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του απρόσωπος
απρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απρόσωπος
απρόσωπος	adj	που αναφέρεται σε κάτι υλικό ή πνευματικό το οποίο δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
απρόσωπου	adj	γενική ενικού του απρόσωπος
απρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απρόσωπος
απρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού του απρόσωπος
απρόφερτα	=	απρόφερτος
απρόφερτε	=	απρόφερτος
απρόφερτες	=	απρόφερτος
απρόφερτη	=	απρόφερτος
απρόφερτης	=	απρόφερτος
απρόφερτο	=	απρόφερτος
απρόφερτοι	=	απρόφερτος
απρόφερτος	adj	αυτός που δεν προφέρεται
απρόφερτου	=	απρόφερτος
απρόφερτους	=	απρόφερτος
απρόφερτων	=	απρόφερτος
απς	abbrev	Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος
απσι	abbrev	ανώτατο πειθαρχικό όργανο του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) που εξετάζει, σε δεύτερο βαθμό, παραπτώματα ιατρών και επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις, διασφαλίζοντας τη δεοντολογία και την προστασία του κοινωνικού συνόλου από αντιδεοντολογικές ή αντιεπαγγελματικές ιατρικές πρακτικές
απσταθεροποιημένα	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένε	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένες	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένη	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένης	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένο	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένοι	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποσταθεροποιώ
απσταθεροποιημένου	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένους	=	απσταθεροποιημένος
απσταθεροποιημένων	=	απσταθεροποιημένος
απτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απτό	adv	χειροπιαστά
απτάλικος	noun	είδος ζεϊμπέκικου ή καρσιλαμά
απτέ	adj	κλητική ενικού του απτός
απτέρου	=	άπτερος
απτέρους	=	άπτερος
απτέρυγα	=	απτέρυγος
απτέρυγε	=	απτέρυγος
απτέρυγες	=	απτέρυγος
απτέρυγη	=	απτέρυγος
απτέρυγης	=	απτέρυγος
απτέρυγο	=	απτέρυγος
απτέρυγοι	=	απτέρυγος
απτέρυγος	adj	που δεν έχει φτερά
απτέρυγου	=	απτέρυγος
απτέρυγους	=	απτέρυγος
απτέρυγων	=	απτέρυγος
απτέρυξ	noun	πουλί που ενδυμεί στη Νέα Ζηλανδία
απτέρων	=	άπτερος
απτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απτή
απτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απτός
απτής	adj	γενική ενικού του απτή
απταίστως	adv|formal	άπταιστα
απτερυγωτά	noun	ζωολογική υποκλάση πρωτογενώς άπτερων εντόμων, δηλαδή ειδών που εξελίχθηκαν χωρίς να αποκτήσουν ποτέ φτερά, και διατηρούν απλές, αρχέγονες μορφολογικές δομές
απτερυγωτών	=	απτερυγωτά
απτερύγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απτερύγωτος
απτερύγωτος	adj|rare	άλλη μορφή του απτέρυγος
απτηνοδυτών	=	απτηνοδύτης
απτηνοδύτες	=	απτηνοδύτης
απτηνοδύτη	=	απτηνοδύτης
απτηνοδύτης	noun	πτηνό του Νοτίου Ημισφαιρίου που δεν πετά, ο πιγκουίνος
απτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απτικό
απτικέ	adj	κλητική ενικού του απτικός
απτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απτική
απτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απτικός
απτικής	adj	γενική ενικού του απτική
απτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απτικός
απτικού	adj	γενική ενικού του απτικός
απτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απτικός
απτικό	adj	αιτιατική ενικού του απτικός
απτικός	adj	που έχει σχέση με την αφή ή αναφέρεται στην αφή
απτικών	adj	γενική πληθυντικού του απτικός
απτοήτως	adv|dated	απτόητα
απτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απτός
απτοτήτων	=	απτότητα
απτού	adj	γενική ενικού του απτός
απτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απτός
απτχος	=	αντιπτέραρχος
απτό	adj	αιτιατική ενικού του απτός
απτόητα	adv	ατρόμητα
απτόητε	adj	κλητική ενικού του απτόητος
απτόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απτόητη
απτόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απτόητος
απτόητης	adj	γενική ενικού του απτόητη
απτόητο	adj	αιτιατική ενικού του απτόητος
απτόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απτόητος
απτόητος	adj	που δεν πτοείται, παραμένει ανεπηρεάστος και ατάραχος
απτόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απτόητος
απτόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απτόητος
απτόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απτόητος
απτόμασταν	=	άπτομαι
απτόμαστε	=	άπτομαι
απτόμενος	=	άπτομαι
απτόμουν	=	άπτομαι
απτόμουνα	=	άπτομαι
απτόντουσαν	=	άπτομαι
απτός	adj	που μπορεί κανείς να αγγίξει
απτόσασταν	=	άπτομαι
απτόσαστε	=	άπτομαι
απτόσουν	=	άπτομαι
απτόσουνα	=	άπτομαι
απτόταν	=	άπτομαι
απτότανε	=	άπτομαι
απτότητα	noun	η ιδιότητα να είναι κάποιος απτός
απτότητας	=	απτότητα
απτότητες	=	απτότητα
απτών	adj	γενική πληθυντικού του απτός
απυράκτωτος	adj|rare	που δεν έχει πυρακτωθεί
απυρεξία	noun	έλλειψη πυρετού
απυρεξίας	noun	γενική ενικού του απυρεξία
απυρεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απυρεξία
απυρεξιών	noun	γενική πληθυντικού του απυρεξία
απυροδότητος	adj|rare	που δεν έχει πυροδοτηθεί
απυρπόλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απυρπόλητο
απυρπόλητε	adj	κλητική ενικού του απυρπόλητος
απυρπόλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απυρπόλητη
απυρπόλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απυρπόλητος
απυρπόλητης	adj	γενική ενικού του απυρπόλητη
απυρπόλητο	adj	αιτιατική ενικού του απυρπόλητος
απυρπόλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απυρπόλητος
απυρπόλητος	adj	που δεν έχει πυρποληθεί
απυρπόλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απυρπόλητος
απυρπόλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απυρπόλητος
απυρπόλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απυρπόλητος
απυρόβλητα	=	απυρόβλητος
απυρόβλητε	=	απυρόβλητος
απυρόβλητες	=	απυρόβλητος
απυρόβλητη	=	απυρόβλητος
απυρόβλητης	=	απυρόβλητος
απυρόβλητο	=	απυρόβλητος
απυρόβλητοι	=	απυρόβλητος
απυρόβλητος	adj	αυτός που δε βάλλεται, δε χτυπιέται από τα βλήματα των εχθρικών πυροβόλων
απυρόβλητου	=	απυρόβλητος
απυρόβλητους	=	απυρόβλητος
απυρόβλητων	=	απυρόβλητος
απυσδε	abbrev	διοικητικό όργανο σε περιφερειακό επίπεδο, αρμόδιο για κρίσεις, προαγωγές, μεταθέσεις και πειθαρχικά θέματα εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
απυσπε	abbrev	διοικητικό όργανο σε περιφερειακό επίπεδο, αρμόδιο για κρίσεις, προαγωγές, μεταθέσεις και πειθαρχικά θέματα εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
απχος	=	αρχιπλοίαρχος
απωανατολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απωανατολικό	adv	με κατεύθυνση στην Άπω Ανατολή
απωανατολικέ	adj	κλητική ενικού του απωανατολικός
απωανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απωανατολική
απωανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απωανατολικός
απωανατολικής	adj	γενική ενικού του απωανατολική
απωανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απωανατολικός
απωανατολικού	adj	γενική ενικού του απωανατολικός
απωανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απωανατολικός
απωανατολικό	adj	αιτιατική ενικού του απωανατολικός
απωανατολικός	adj	αυτός που κατάγεται από την Άπω Ανατολή
απωανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του απωανατολικός
απωθήθηκα	=	απωθώ
απωθήθηκαν	=	απωθώ
απωθήθηκε	=	απωθώ
απωθήθηκες	=	απωθώ
απωθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσαν	=	απωθώ
απωθήσανε	=	απωθώ
απωθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απωθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απώθηση
απωθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσεων	=	απώθηση
απωθήσεως	=	απώθηση
απωθήσου	=	απωθώ
απωθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσουνε	=	απωθώ
απωθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απωθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του απωθώ
απωθείς	=	απωθώ
απωθείσαι	=	απωθώ
απωθείστε	=	απωθώ
απωθείται	=	απωθώ
απωθείτε	=	απωθώ
απωθείτο	=	απωθώ
απωθηθήκαμε	=	απωθώ
απωθηθήκαν	=	απωθώ
απωθηθήκανε	=	απωθώ
απωθηθήκατε	=	απωθώ
απωθηθεί	=	απωθώ
απωθηθείς	=	απωθώ
απωθηθείτε	=	απωθώ
απωθηθούμε	=	απωθώ
απωθηθούν	=	απωθώ
απωθηθούνε	=	απωθώ
απωθηθώ	=	απωθώ
απωθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απωθημένο
απωθημένε	verb	κλητική ενικού του απωθημένος
απωθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απωθημένη
απωθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απωθημένος
απωθημένης	verb	γενική ενικού του απωθημένη
απωθημένο	verb	αιτιατική ενικού του απωθημένος
απωθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απωθημένος
απωθημένος	verb	που τον έχουμε απωθήσει
απωθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απωθημένος
απωθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του απωθημένος
απωθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απωθημένος
απωθητές	=	απωθητής
απωθητή	=	απωθητής
απωθητής	noun	που διώχνει, απωθητικό
απωθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απωθητικό	adv	αποτροπιαστικά
απωθητικέ	adj	κλητική ενικού του απωθητικός
απωθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απωθητική
απωθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απωθητικός
απωθητικής	adj	γενική ενικού του απωθητική
απωθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απωθητικός
απωθητικοτήτων	=	απωθητικότητα
απωθητικού	adj	γενική ενικού του απωθητικός
απωθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του απωθητικός
απωθητικό	adj	αιτιατική ενικού του απωθητικός	noun	αυτό που προκαλεί αποτροπιασμό
απωθητικός	adj	που προκαλεί απώθηση, που κρατεί κάποιον μακριά
απωθητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή κατάσταση του απωθητικού, που προκαλεί απώθηση ή (μεταφορικά) αποστροφή
απωθητικότητας	=	απωθητικότητα
απωθητικότητες	=	απωθητικότητα
απωθητικών	adj	γενική πληθυντικού του απωθητικός
απωθητών	=	απωθητής
απωθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος απωθώ
απωθούμασταν	=	απωθώ
απωθούμαστε	=	απωθώ
απωθούμε	=	απωθώ
απωθούμενος	=	απωθώ
απωθούμουν	=	απωθώ
απωθούμουνα	=	απωθώ
απωθούν	=	απωθώ
απωθούνε	=	απωθώ
απωθούνται	=	απωθώ
απωθούνταν	=	απωθώ
απωθούντο	=	απωθώ
απωθούσα	=	απωθώ
απωθούσαμε	=	απωθώ
απωθούσαν	=	απωθώ
απωθούσανε	=	απωθώ
απωθούσατε	=	απωθώ
απωθούσε	=	απωθώ
απωθούσες	=	απωθώ
απωθούσουν	=	απωθώ
απωθούσουνα	=	απωθώ
απωθώ	verb	σπρώχνω μακριά
απωθώντας	=	απωθώ
απωλειών	noun	γενική πληθυντικού του απώλεια
απωμάτιστα	=	απωμάτιστος
απωμάτιστε	=	απωμάτιστος
απωμάτιστες	=	απωμάτιστος
απωμάτιστη	=	απωμάτιστος
απωμάτιστης	=	απωμάτιστος
απωμάτιστο	=	απωμάτιστος
απωμάτιστοι	=	απωμάτιστος
απωμάτιστος	adj	αυτός που δεν έχει πώμα
απωμάτιστου	=	απωμάτιστος
απωμάτιστους	=	απωμάτιστος
απωμάτιστων	=	απωμάτιστος
απωνυμία	noun|rare	σπιλωνυμία, σπίλωση του ονόματος, ρεζίλεμα
απωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απωστικός	adv|rare	με απωστικό τρόπο
απωστικέ	=	απωστικός
απωστικές	=	απωστικός
απωστική	=	απωστικός
απωστικής	=	απωστικός
απωστικοί	=	απωστικός
απωστικού	=	απωστικός
απωστικούς	=	απωστικός
απωστικό	=	απωστικός
απωστικός	adj|formal	που έχει σχέση με την άπωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
απωστικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του απωστικός
από	prep	δηλώνει
απόαψη	noun	το σημείο της τροχιάς ενός σώματος που περιστρέφεται ελλειπτικά γύρω από ένα άλλο, όταν βρίσκεται στη μεγαλύτερη απόσταση από το άλλο
απόαψης	noun	γενική ενικού του απόαψη
απόβαινε	=	αποβαίνω
απόβαλε	=	αποβάλλω
απόβαλλε	=	αποβάλλω
απόβαλμα	noun	αποβολή
απόβαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβαρο
απόβαρο	noun	το βάρος της συσκευασίας ενός εμπορεύματος, η διαφορά μεταξύ του μικτού και του καθαρού του βάρους
απόβαρου	noun	γενική ενικού του απόβαρο
απόβαρων	noun	γενική πληθυντικού του απόβαρο
απόβαση	noun	είδος στρατιωτικής επέμβασης ή επιχείρησης που διενεργείται στα παράλια και κατά την οποία αποβιβάζονται στρατιωτικές μονάδες στην ξηρά
απόβασης	noun	γενική ενικού του απόβαση
απόβγαλμα	noun	ό,τι βγαίνει μετά από μια άμβλωση
απόβλεπε	=	αποβλέπω
απόβλεψα	=	αποβλέπω
απόβλεψε	=	αποβλέπω
απόβλητα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απόβλητο
απόβλητε	adj	κλητική ενικού του απόβλητος
απόβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβλητη
απόβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόβλητος
απόβλητης	adj	γενική ενικού του απόβλητη
απόβλητο	adj	αιτιατική ενικού του απόβλητος	noun	οποιοδήποτε αντικείμενο ή ουσία είναι ανεπιθύμητο, περιττό ή άχρηστο ή επικίνδυνο και απομακρύνεται ως τέτοιο από το περιβάλλον στο οποίο αρχικά παράχθηκε
απόβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόβλητος
απόβλητος	adj	που αποβλήθηκε, που απομακρύνθηκε, που εκδιώχθηκε
απόβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόβλητος
απόβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόβλητος
απόβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόβλητος
απόβλιττο	noun|rare	τεμάχιο ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού που αφαιρείται κατά την επεξεργασία του για μορφοποίηση, όπως π.χ. στην τόρνευση
απόβραδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβραδο
απόβραδο	noun	το σούρουπο
απόβραδου	noun	γενική ενικού του απόβραδο
απόβραδων	noun	γενική πληθυντικού του απόβραδο
απόβραζε	=	αποβράζω
απόβρασε	=	αποβράζω
απόβρασμα	noun	άνθρωπος του υπόκοσμου, χωρίς υπόληψη
απόβροχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβροχο	adv|vulgar	μετά από βροχή
απόβροχε	adj	κλητική ενικού του απόβροχος
απόβροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόβροχη
απόβροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόβροχος
απόβροχης	adj	γενική ενικού του απόβροχη
απόβροχο	noun	το χρονικό διάστημα αμέσως μετά από κάποια βροχή καθώς και οι καιρικές συνθήκες (κρύο, υγρασία) που επικρατούν
απόβροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόβροχος
απόβροχος	adj	άλλη μορφή του αποβροχάρης
απόβροχου	noun	γενική ενικού του απόβροχο
απόβροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόβροχος
απόβροχων	noun	γενική πληθυντικού του απόβροχο
απόγαια	=	απόγαιο
απόγαιο	noun	άλλη μορφή του απόγειο στη σημασία για την αστρονομία
απόγαιου	=	απόγαιο
απόγαιων	=	απόγαιο
απόγεια	=	απόγειος
απόγειας	=	απόγειος
απόγειε	=	απόγειος
απόγειες	=	απόγειος
απόγειο	noun	το σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η μέγιστη.	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του απόγειος
απόγειοι	=	απόγειος
απόγειος	adj	για άνεμο που έρχεται από την ξηρά
απόγειου	=	απόγειος
απόγειους	=	απόγειος
απόγειων	=	απόγειος
απόγεμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του απόγευμα
απόγευμα	noun	το διάστημα της ημέρας ανάμεσα στο μεσημέρι και στη δύση του ήλιου	adv	κατά τη διάρκεια του απογεύματος
απόγινα	=	απογίνομαι
απόγιναν	=	απογίνομαι
απόγινε	=	απογίνομαι
απόγινες	=	απογίνομαι
απόγιομα	noun	το απόγευμα
απόγκρεμνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόγκρεμνο
απόγκρεμνε	adj	κλητική ενικού του απόγκρεμνος
απόγκρεμνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόγκρεμνη
απόγκρεμνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόγκρεμνος
απόγκρεμνης	adj	γενική ενικού του απόγκρεμνη
απόγκρεμνο	adj	αιτιατική ενικού του απόγκρεμνος
απόγκρεμνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόγκρεμνος
απόγκρεμνος	adj	άλλη μορφή του απόκρημνος
απόγκρεμνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόγκρεμνος
απόγκρεμνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόγκρεμνος
απόγκρεμνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόγκρεμνος
απόγνωση	noun	η απελπισία (μεγάλης έντασης)
απόγνωσης	noun	γενική ενικού του απόγνωση
απόγονε	noun	κλητική ενικού του απόγονος
απόγονο	noun	αιτιατική ενικού του απόγονος
απόγονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόγονος
απόγονος	noun	το παιδί ή το εγγόνι ή το δισέγγονο (κ.ο.κ.) κάποιου, αυτός που κατάγεται από κάποιους προγόνους
απόγονου	=	απόγονος
απόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόγραφο
απόγραφε	=	απογράφω
απόγραφο	noun|formal	το πρώτο χειρόγραφο αντίγραφο από έντυπο βιβλίο
απόγραφου	=	απόγραφο
απόγραψε	=	απογράφω
απόδειξα	=	αποδεικνύω
απόδειξαν	=	αποδεικνύω
απόδειξε	=	αποδεικνύω
απόδειξες	=	αποδεικνύω
απόδειξη	noun|formal	συλλογιστική πορεία, πληροφορία ή στοιχείο που δείχνει ότι κάτι αληθεύει
απόδειξης	noun	γενική ενικού του απόδειξη
απόδειπνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόδειπνο
απόδειπνο	noun	εκκλησιαστική ακολουθία που τελείται μετά από το δείπνο (σε ναούς ή οπουδήποτε)
απόδειπνου	noun	γενική ενικού του απόδειπνο
απόδειπνων	noun	γενική πληθυντικού του απόδειπνο
απόδειχνα	=	αποδείχνω
απόδειχναν	=	αποδείχνω
απόδειχνε	=	αποδείχνω
απόδειχνες	=	αποδείχνω
απόδεμα	noun|dated	άλλη μορφή του αμπόδεμα
απόδημα	=	απόδημος
απόδημε	=	απόδημος
απόδημες	=	απόδημος
απόδημη	=	απόδημος
απόδημης	=	απόδημος
απόδημο	=	απόδημος
απόδημοι	=	απόδημος
απόδημος	adj	που ζει μακριά από την πατρίδα του/της
απόδημου	=	απόδημος
απόδημους	=	απόδημος
απόδημων	=	απόδημος
απόδιπλα	adv|poetic	από δίπλα, στο πλάι, δίπλα, κοντά
απόδιωγμα	noun|vulgar	το διώξιμο, ο διωγμός
απόδιωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
απόδιωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
απόδιωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
απόδιωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποδιώχνω
απόδιωχνα	=	αποδιώχνω
απόδιωχναν	=	αποδιώχνω
απόδιωχνε	=	αποδιώχνω
απόδιωχνες	=	αποδιώχνω
απόδοση	noun	το να δίνεις ή να επιστρέφεις ή να διανέμεις κάτι σε όποιον ανήκει ή του οφείλεται
απόδοσης	noun	γενική ενικού του απόδοση
απόδραση	noun	η δραπέτευση (φυλακισμένων, αιχμαλώτων κ.λπ.)
απόδρασης	noun	γενική ενικού του απόδραση
απόδυση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδύομαι
απόδυσης	noun	γενική ενικού του απόδυση
απόδωκα	=	αποδίδω
απόδων	=	άπους
απόδωσα	=	αποδίδω
απόειδα	verb	στη φράση «είδα κι απόειδα»: ύστερα από επανειλημμένες και άκαρπες προσπάθειες, κάποιος χάνει την υπομονή του και παραιτείται ή αλλάζει στάση
απόειδαμε	=	αποβλέπω
απόειδαν	=	αποβλέπω
απόειδανε	=	αποβλέπω
απόειδατε	=	αποβλέπω
απόειδε	=	αποβλέπω
απόειδες	=	αποβλέπω
απόζευξη	noun	η αποσύνδεση ενός ηλεκτρικού κυκλώματος, ώστε να υπάρξει διακοπή ρεύματος
απόζευξης	noun	γενική ενικού του απόζευξη
απόζησα	=	αποζώ
απόζησαν	=	αποζώ
απόζησε	=	αποζώ
απόζησες	=	αποζώ
απόζω	verb|rare	αναδίδω βαριά οσμή, βρομάω
απόηχε	noun	κλητική ενικού του απόηχος
απόηχο	noun	αιτιατική ενικού του απόηχος
απόηχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόηχος
απόηχος	noun	το βουητό που ακούγεται μετά την λήξη (το πέρας) πηγαίου ήχου
απόηχου	noun	γενική ενικού του απόηχος
απόηχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του απόηχος
απόηχων	noun	γενική πληθυντικού του απόηχος
απόθαινα	=	αποθαίνω
απόθαιναν	=	αποθαίνω
απόθαινε	=	αποθαίνω
απόθαινες	=	αποθαίνω
απόθανα	=	αποθαίνω
απόθαναν	=	αποθαίνω
απόθανε	=	αποθαίνω
απόθανες	=	αποθαίνω
απόθεμα	noun	αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση
απόθεσα	=	αποθέτω
απόθεση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποθέτω
απόθεσης	noun	γενική ενικού του απόθεση
απόθνησκα	=	αποθνήσκω
απόι	noun	πρωινή ή βραδινή καταχνιά, υγρασία, δροσιά, δροσούλα	adv	μετά, απέ
απόκαιγε	=	αποκαίγω
απόκαιε	=	αποκαίω
απόκαμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
απόκαμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
απόκαμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
απόκαμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκάμνω
απόκανα	=	αποκάνω
απόκαψε	=	αποκαίω
απόκειμαι	verb	απόκειται (απρόσωπο, μόνο στον ενεστώτα)
απόκειται	verb	εξαρτάται από την απόφαση κάποιου, είναι στην κρίση κάποιου
απόκεντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απόκεντρος	adv	σε απόκεντρο σημείο
απόκεντρε	adj	κλητική ενικού του απόκεντρος
απόκεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκεντρη
απόκεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόκεντρος
απόκεντρης	adj	γενική ενικού του απόκεντρη
απόκεντρο	adj	αιτιατική ενικού του απόκεντρος
απόκεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόκεντρος
απόκεντρος	adj	που είναι μακριά από το κέντρο
απόκεντρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόκεντρος
απόκεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόκεντρος
απόκεντρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόκεντρος
απόκερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκερο
απόκερο	noun	το κερί που μένει στο τέλος, αφού έχει καεί το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού κεριού
απόκερου	noun	γενική ενικού του απόκερο
απόκερων	noun	γενική πληθυντικού του απόκερο
απόκλειε	=	αποκλείω
απόκλεισα	=	αποκλείω
απόκλεισαν	=	αποκλείω
απόκλεισε	=	αποκλείω
απόκλεισες	=	αποκλείω
απόκληρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκληρο
απόκληρε	adj	κλητική ενικού του απόκληρος
απόκληρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκληρη
απόκληρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόκληρος
απόκληρης	adj	γενική ενικού του απόκληρη
απόκληρο	adj	αιτιατική ενικού του απόκληρος
απόκληροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόκληρος
απόκληρος	noun	άνθρωπος φτωχός, που ζει στο κοινωνικό περιθώριο και αισθάνεται αδικημένος	adj	που τον έχουν αποκληρώσει
απόκληρου	adj	γενική ενικού του απόκληρος
απόκληρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόκληρος
απόκληρων	adj	γενική πληθυντικού του απόκληρος
απόκλιση	noun	η εκτροπή από μια καθορισμένη θέση, κατεύθυνση ή συμπεριφορά
απόκλισης	noun	γενική ενικού του απόκλιση
απόκοβα	=	αποκόβω
απόκοβαν	=	αποκόβω
απόκοβε	=	αποκόβω
απόκοβες	=	αποκόβω
απόκομμα	noun	κάτι που κόπηκε από κάπου
απόκοντα	adv	άλλη μορφή του αποκοντά
απόκοπτε	=	αποκόπτω
απόκοσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απόκοσμος	adv	με απόκοσμο τρόπο
απόκοσμε	=	απόκοσμος
απόκοσμες	=	απόκοσμος
απόκοσμη	=	απόκοσμος
απόκοσμης	=	απόκοσμος
απόκοσμο	=	απόκοσμος
απόκοσμοι	=	απόκοσμος
απόκοσμος	adj	παράξενος, αλλόκοτος, μυστηριώδης
απόκοσμου	=	απόκοσμος
απόκοσμους	=	απόκοσμος
απόκοσμων	=	απόκοσμος
απόκοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απόκοτος	adv	με αποκοτιά
απόκοτε	adj	κλητική ενικού του απόκοτος
απόκοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκοτη
απόκοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόκοτος
απόκοτης	adj	γενική ενικού του απόκοτη
απόκοτο	adj	αιτιατική ενικού του απόκοτος
απόκοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόκοτος
απόκοτος	adj	αυτός που ρισκάρει
απόκοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόκοτος
απόκοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόκοτος
απόκοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόκοτος
απόκοψα	=	αποκόβω
απόκοψαν	=	αποκόβω
απόκοψε	=	αποκόβω
απόκοψες	=	αποκόβω
απόκρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
απόκρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
απόκρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
απόκρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκρεύω
απόκρεως	=	αποκριά
απόκρημνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απόκρημνος	adv|literary	σε απόκρημνο τόπο
απόκρημνε	adj	κλητική ενικού του απόκρημνος
απόκρημνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκρημνη
απόκρημνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόκρημνος
απόκρημνης	adj	γενική ενικού του απόκρημνη
απόκρημνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του απόκρημνος
απόκρημνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόκρημνος
απόκρημνος	adj	που έχει γκρεμούς ή είναι γενικά τόπος απότομος και δύσβατος
απόκρημνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόκρημνος
απόκρημνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόκρημνος
απόκρημνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόκρημνος
απόκρια	=	αποκριά
απόκριση	noun	η απάντηση
απόκρισης	noun	γενική ενικού του απόκριση
απόκρουε	=	αποκρούω
απόκρουσα	=	αποκρούω
απόκρουσαν	=	αποκρούω
απόκρουσε	=	αποκρούω
απόκρουσες	=	αποκρούω
απόκρουση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω
απόκρουσης	noun	γενική ενικού του απόκρουση
απόκρυβαν	=	αποκρύβω
απόκρυβε	=	αποκρύβω
απόκρυβες	=	αποκρύβω
απόκρυπτε	=	αποκρύπτω
απόκρυφα	noun	οι μυστικοί ή κρυμμένοι τόποι	adv	μυστικά, κρυφά
απόκρυφε	adj	κλητική ενικού του απόκρυφος
απόκρυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόκρυφη
απόκρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόκρυφος
απόκρυφης	adj	γενική ενικού του απόκρυφη
απόκρυφο	adj	αιτιατική ενικού του απόκρυφος
απόκρυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόκρυφος
απόκρυφος	adj	που τον κρατούν κρυμμένο, κρυφό, μυστικό
απόκρυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόκρυφος
απόκρυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόκρυφος
απόκρυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόκρυφος
απόκρυψα	=	αποκρύβω
απόκρυψαν	=	αποκρύβω
απόκρυψε	=	αποκρύπτω
απόκρυψες	=	αποκρύβω
απόκρυψη	noun	η πράξη της διατήρησης του μυστικού
απόκρυψης	noun	γενική ενικού του απόκρυψη
απόκτα	=	αποκτώ
απόκταγα	=	αποκτώ
απόκταγαν	=	αποκτώ
απόκταγε	=	αποκτώ
απόκταγες	=	αποκτώ
απόκτημα	noun	ό,τι αποκτά κάποιος
απόκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
απόκτησαν	=	αποκτώ
απόκτησε	=	αποκτώ
απόκτησες	=	αποκτώ
απόκτηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκτώ
απόκτησης	noun	γενική ενικού του απόκτηση
απόλαμπρα	adv	απόπασχα
απόλαυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απόλαυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απόλαυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απόλαυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολαμβάνω
απόλαυση	noun	το να απολαμβάνει κάποιος κάτι, να αντλεί μεγάλη ευχαρίστηση ή ηδονή από κάτι
απόλαυσης	noun	γενική ενικού του απόλαυση
απόλαψη	noun|vulgar	άλλη μορφή του απόλαυση
απόλαψης	noun	γενική ενικού του απόλαψη
απόλεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απόλεμος	adv	χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη
απόλεμε	adj	κλητική ενικού του απόλεμος
απόλεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλεμη
απόλεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόλεμος
απόλεμης	adj	γενική ενικού του απόλεμη
απόλεμο	adj	αιτιατική ενικού του απόλεμος
απόλεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόλεμος
απόλεμος	adj	που δεν πολέμησε
απόλεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόλεμος
απόλεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόλεμος
απόλεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόλεμος
απόληξα	=	απολήγω
απόληξη	noun	το τμήμα ενός αντικειμένου που θεωρείται ότι είναι η άκρη του
απόληξης	=	απόληξη
απόληψεις	=	απόληψη
απόληψη	noun	η είσπραξη ενός μέρους απ’ το οφειλόμενο ποσό ή από το ποσό που έχει κάποιος σε ένα πιστωτικό ίδρυμα
απόληψης	noun	γενική ενικού του απόληψη
απόλλυμαι	verb|formal	χάνομαι, καταστρέφομαι, αφανίζομαι
απόλοιμε	=	απόλοιμος
απόλοιμο	=	απόλοιμος
απόλοιμοι	=	απόλοιμος
απόλοιμος	noun|dated	άνθρωπος που (είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και) προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς
απόλοιμου	=	απόλοιμος
απόλοιμους	=	απόλοιμος
απόλοιμων	=	απόλοιμος
απόλυε	=	απολύω
απόλυσα	=	απολύω
απόλυσαν	=	απολύω
απόλυσε	=	απολύω
απόλυσες	=	απολύω
απόλυση	noun	ο διωγμός ενός εργαζομένου από την εργασία του (μόνιμα)
απόλυσης	noun	γενική ενικού του απόλυση
απόλυτα	adv	κατά απόλυτο τρόπο
απόλυτε	adj	κλητική ενικού του απόλυτος
απόλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόλυτη
απόλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόλυτος
απόλυτης	adj	γενική ενικού του απόλυτη
απόλυτο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του απόλυτος
απόλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόλυτος
απόλυτος	adj	που έχει μια ιδιότητα στον υπέρτατο βαθμό
απόλυτου	adj	γενική ενικού του απόλυτος
απόλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόλυτος
απόλυτων	adj	γενική πληθυντικού του απόλυτος
απόμακρα	adv	απομακριά, από μακριά, απαλάργα
απόμακρε	adj	κλητική ενικού του απόμακρος
απόμακρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμακρη
απόμακρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόμακρος
απόμακρης	adj	γενική ενικού του απόμακρη
απόμακρο	adj	αιτιατική ενικού του απόμακρος
απόμακροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόμακρος
απόμακρος	adj	που είναι, βρίσκεται ή (προ)έρχεται (από) μακριά
απόμακρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόμακρος
απόμακρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόμακρος
απόμακρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόμακρος
απόμακτρα	=	απόμακτρο
απόμακτρο	noun|dated	πανί καθαρισμού, σπόγγος
απόμακτρου	=	απόμακτρο
απόμακτρων	=	απόμακτρο
απόμαλλα	=	απόμαλλο
απόμαλλο	noun	μικρή ποσότητα μαλλιού που απομένει μετά το λανάρισμα
απόμαλλου	=	απόμαλλο
απόμαλλων	=	απόμαλλο
απόμαξε	=	απομάσσω
απόμασσε	=	απομάσσω
απόμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμαχο
απόμαχε	adj	κλητική ενικού του απόμαχος
απόμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμαχη
απόμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόμαχος
απόμαχης	adj	γενική ενικού του απόμαχη
απόμαχο	adj	αιτιατική ενικού του απόμαχος
απόμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόμαχος
απόμαχος	adj	απόστρατος, βετεράνος, παλαίμαχος
απόμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόμαχος
απόμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόμαχος
απόμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόμαχος
απόμεινα	=	απομένω
απόμειναν	=	απομένω
απόμεινε	=	απομένω
απόμεινες	=	απομένω
απόμειξη	noun	τρόπος αγενούς αναπαραγωγής, κυρίως στα φυτά, κατά τον οποίο σχηματίζονται σπέρματα ή νέοι οργανισμοί χωρίς κανονική γονιμοποίηση, με αποτέλεσμα οι απόγονοι να είναι συνήθως γενετικά όμοιοι ή πολύ κοντινοί με το μητρικό άτομο
απόμειξης	=	απόμειξη
απόμενα	=	απομένω
απόμεναν	=	απομένω
απόμενε	=	απομένω
απόμενες	=	απομένω
απόμερα	adv	σε απόμερο μέρος, απόκεντρα
απόμερε	adj	κλητική ενικού του απόμερος
απόμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμερη
απόμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόμερος
απόμερης	adj	γενική ενικού του απόμερη
απόμερο	adj	αιτιατική ενικού του απόμερος
απόμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόμερος
απόμερος	adj	που δεν βρίσκεται κοντά σε τόπο που περνούν πολλοί άνθρωποι αλλά μακριά απʼ αυτόν
απόμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόμερος
απόμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόμερος
απόμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόμερος
απόμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμονο
απόμονε	adj	κλητική ενικού του απόμονος
απόμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμονη
απόμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόμονος
απόμονης	adj	γενική ενικού του απόμονη
απόμονο	adj	αιτιατική ενικού του απόμονος
απόμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόμονος
απόμονος	adj	άλλη μορφή του ολομόναχος
απόμονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόμονος
απόμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόμονος
απόμονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόμονος
απόμουχρα	=	απόμουχρος
απόμουχρε	=	απόμουχρος
απόμουχρες	=	απόμουχρος
απόμουχρη	=	απόμουχρος
απόμουχρης	=	απόμουχρος
απόμουχρο	=	απόμουχρος
απόμουχροι	=	απόμουχρος
απόμουχρος	adj|literary	που σχετίζεται με την ώρα του δειλινού, μουχρός, μουντός
απόμουχρου	=	απόμουχρος
απόμουχρους	=	απόμουχρος
απόμουχρων	=	απόμουχρος
απόμπευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμπευτο
απόμπευτε	adj	κλητική ενικού του απόμπευτος
απόμπευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόμπευτη
απόμπευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόμπευτος
απόμπευτης	adj	γενική ενικού του απόμπευτη
απόμπευτο	adj	αιτιατική ενικού του απόμπευτος
απόμπευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόμπευτος
απόμπευτος	adj	που δεν τον έχουν πομπεύσει, δεν τον έχουν διαπομπεύσει
απόμπευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόμπευτος
απόμπευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόμπευτος
απόμπευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόμπευτος
απόν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απών
απόνειμα	=	απονέμω
απόνειμε	=	απονέμω
απόνεμε	=	απονέμω
απόνερα	noun	τα βρομόνερα που απομένουν μετά από την μπουγάδα ή το πλύσιμο
απόνερο	noun	τύπος ενικού του απόνερα
απόνερου	noun	γενική ενικού του απόνερο
απόνερων	noun	γενική πληθυντικού του απόνερο
απόνετα	=	απόνετος
απόνετε	=	απόνετος
απόνετες	=	απόνετος
απόνετη	=	απόνετος
απόνετης	=	απόνετος
απόνετο	=	απόνετος
απόνετοι	=	απόνετος
απόνετος	adj	ο άπονος, χωρίς πόνο
απόνετου	=	απόνετος
απόνετους	=	απόνετος
απόνετων	=	απόνετος
απόνηρα	=	απόνηρος
απόνηρε	=	απόνηρος
απόνηρες	=	απόνηρος
απόνηρη	=	απόνηρος
απόνηρης	=	απόνηρος
απόνηρο	=	απόνηρος
απόνηροι	=	απόνηρος
απόνηρος	adj	ο απονήρευτος
απόνηρου	=	απόνηρος
απόνηρους	=	απόνηρος
απόνηρων	=	απόνηρος
απόνιμμα	noun|formal	ό,τι μένει από το απονίψιμο
απόνιψα	=	απονίπτω
απόντα	=	απόντας
απόντας	verb	μορφή του απών με νεότερες καταλήξεις	adv	από τότε που
απόντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απών
απόντιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόντιστο
απόντιστε	adj	κλητική ενικού του απόντιστος
απόντιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόντιστη
απόντιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόντιστος
απόντιστης	adj	γενική ενικού του απόντιστη
απόντιστο	adj	αιτιατική ενικού του απόντιστος
απόντιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόντιστος
απόντιστος	adj	που δεν έχει ποντιστεί
απόντιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόντιστος
απόντιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόντιστος
απόντιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόντιστος
απόντος	=	απόντας
απόντούσα	=	απόντας
απόντων	=	απόντας
απόντόν	=	απόντας
απόξαινα	=	αποξαίνω
απόξαιναν	=	αποξαίνω
απόξαινε	=	αποξαίνω
απόξαινες	=	αποξαίνω
απόξανα	=	αποξαίνω
απόξαναν	=	αποξαίνω
απόξανε	=	αποξαίνω
απόξανες	=	αποξαίνω
απόξενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόξενο
απόξενε	adj	κλητική ενικού του απόξενος
απόξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόξενη
απόξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόξενος
απόξενης	adj	γενική ενικού του απόξενη
απόξενο	adj	αιτιατική ενικού του απόξενος
απόξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόξενος
απόξενος	adj	που είναι τελείως ξένος
απόξενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόξενος
απόξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόξενος
απόξενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόξενος
απόξεση	noun	η απομάκρυνση, με ειδικό εργαλείο, τμημάτων από κάποιο όργανο
απόξεσης	=	απόξεση
απόξεσμα	noun	το απόξυσμα, το ξύσμα
απόξυλα	noun	υπολείμματα ή κομμάτια ξύλων που είναι πεταγμένα εδώ κι εκεί
απόξυλων	=	απόξυλα
απόξυσα	=	αποξέω
απόξυση	noun	άλλη μορφή του απόξεση
απόξυσης	=	απόξυση
απόξυσμα	noun	το απόξεσμα, το ξύσμα
απόξω	adv	άλλη μορφή του απέξω
απόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπαιδο
απόπαιδο	noun|rare	άλλη μορφή του αποπαίδι
απόπαιδου	noun	γενική ενικού του απόπαιδο
απόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του απόπαιδο
απόπασχα	adv	μετά από το Πάσχα
απόπατε	=	απόπατος
απόπατο	=	απόπατος
απόπατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόπατος
απόπατος	noun	χώρος που προορίζεται για την αφόδευση και την ούρηση
απόπατου	=	απόπατος
απόπατους	=	απόπατος
απόπατων	=	απόπατος
απόπειρα	noun	προσπάθεια να κάνει κάποιος κάτι, η οποία όμως τελικά αποτυγχάνει, οπότε εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως απόπειρα, η ατελέσφορη προσπάθεια
απόπειρας	noun	γενική ενικού του απόπειρα
απόπειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπειρα
απόπεμπε	=	αποπέμπω
απόπεμψε	=	αποπέμπω
απόπεμψη	noun|formal	άλλη μορφή του αποπομπή
απόπεμψης	noun	γενική ενικού του απόπεμψη
απόπια	=	αποπίνω
απόπιμα	noun	σπανιότερη μορφή του απόπιομα
απόπιομα	noun	ό,τι μένει στο ποτήρι από το υγρό που ήπιε κάποιος
απόπιωμα	noun	άλλη γραφή του απόπιομα
απόπλεε	=	αποπλέω
απόπλευσε	=	αποπλέω
απόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπληκτο
απόπληκτε	adj	κλητική ενικού του απόπληκτος
απόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπληκτη
απόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόπληκτος
απόπληκτης	adj	γενική ενικού του απόπληκτη
απόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του απόπληκτος
απόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόπληκτος
απόπληκτος	adj	που έχει πάθει αποπληξία
απόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόπληκτος
απόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόπληκτος
απόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόπληκτος
απόπληχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπληχτο
απόπληχτε	adj	κλητική ενικού του απόπληχτος
απόπληχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπληχτη
απόπληχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόπληχτος
απόπληχτης	adj	γενική ενικού του απόπληχτη
απόπληχτο	adj	αιτιατική ενικού του απόπληχτος
απόπληχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόπληχτος
απόπληχτος	adj	άλλη μορφή του απόπληκτος
απόπληχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόπληχτος
απόπληχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόπληχτος
απόπληχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόπληχτος
απόπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόπλους
απόπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του απόπλους
απόπλουν	=	απόπλους
απόπλους	noun	η αναχώρηση πλοίου από λιμάνι, όρμο, παράλια ή πλωτή εγκατάσταση
απόπλυμα	noun	ξέπλυμα, απόνερο, ιδίως από απόβλητα
απόπλυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
απόπλυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
απόπλυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
απόπλυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποπλένω
απόπλυση	noun	η μεταφορά (με τη συνδρομή της βροχής) από τα ανώτερα σε κατώτερα στρώματα του εδάφους διαφόρων ευδιάλυτων ουσιών
απόπλυσης	noun	γενική ενικού του απόπλυση
απόπλων	noun	γενική πληθυντικού του απόπλους
απόπνεε	=	αποπνέω
απόπνευσε	=	αποπνέω
απόπνιγε	=	αποπνίγω
απόπνιξε	=	αποπνίγω
απόπνιξη	noun|rare	άλλη μορφή του αποπνιγμός
απόπνιξης	noun	γενική ενικού του απόπνιξη
απόπνοια	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποπνέω
απόπνοιας	noun	γενική ενικού του απόπνοια
απόπνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπνοια
απόπτυση	noun|formal	το φτύσιμο
απόπτυσης	noun	γενική ενικού του απόπτυση
απόπτυσμα	noun|archaic	το φτύσιμο ή η φτυσιά
απόπτωση	noun	διεργασία προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου
απόπτωσης	noun	γενική ενικού του απόπτωση
απόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορώ
απόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορώ
απόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορώ
απόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απορώ
απόρθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (απόρθητο) του απόρθητος	adv	χωρίς να (μπορεί να) πορθηθεί
απόρθητε	adj	κλητική ενικού του απόρθητος
απόρθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόρθητη
απόρθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόρθητος
απόρθητης	adj	γενική ενικού του απόρθητη
απόρθητο	adj	αιτιατική ενικού του απόρθητος
απόρθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόρθητος
απόρθητος	adj	που δεν κυριεύεται ή δεν είναι δυνατόν να κυριευτεί
απόρθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόρθητος
απόρθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόρθητος
απόρθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόρθητος
απόρρευμα	noun	μεγάλης έντασης ρεύμα (αέρα, υγρού κ.λπ.), που δημιουργείται από διάφορες πηγές (π.χ. έλικα ή κινητήρα αεροσκάφους) και επηρεάζει τα πράγματα γύρω του
απόρρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απόρρητος	adv	με τρόπο απόρρητο
απόρρητε	adj	κλητική ενικού του απόρρητος
απόρρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόρρητη
απόρρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόρρητος
απόρρητης	adj	γενική ενικού του απόρρητη
απόρρητο	noun	αυτό που δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ειπωθεί, να ανακοινωθεί
απόρρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόρρητος
απόρρητος	adj	που δεν πρέπει να ανακοινωθεί, να γνωστοποιηθεί ευρύτερα
απόρρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόρρητος
απόρρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόρρητος
απόρρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόρρητος
απόρριμα	=	απόρριμμα
απόρριμμα	noun	το σκουπίδι
απόρριξα	=	απορρίχνω
απόρριπτε	=	απορρίπτω
απόρριψα	=	απορρίπτω
απόρριψαν	=	απορρίπτω
απόρριψε	=	απορρίπτω
απόρριψες	=	απορρίπτω
απόρριψη	noun	η άρνηση (κάποιου) να εγκρίνει, να αποδεχτεί (κάποιον/κάτι)
απόρριψης	noun	γενική ενικού του απόρριψη
απόρροια	noun	το αποτέλεσμα, το επακόλουθο, η εκροή, η συνέπεια συγκεκριμένου αιτίου
απόρροιας	noun	γενική ενικού του απόρροια
απόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόρροια
απόρως	adv	χωρίς (οικονομικούς) πόρους
απόσαξη	noun|formal	το ξεσαμάρωμα
απόσαξης	noun	γενική ενικού του απόσαξη
απόσβεσα	=	αποσβένω
απόσβεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσβένω
απόσβεσης	noun	γενική ενικού του απόσβεση
απόσβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
απόσβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
απόσβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
απόσβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσβήνω
απόσειε	=	αποσείω
απόσεισα	=	αποσείω
απόσεισαν	=	αποσείω
απόσεισε	=	αποσείω
απόσεισες	=	αποσείω
απόσειση	noun	η κίνηση με την οποία κάποιος αποσείει, τινάζει από πάνω του ένα βάρος
απόσεισης	=	απόσειση
απόσκατα	noun	άθλια κατάσταση
απόσκεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσκεπο
απόσκεπε	adj	κλητική ενικού του απόσκεπος
απόσκεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόσκεπη
απόσκεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόσκεπος
απόσκεπης	adj	γενική ενικού του απόσκεπη
απόσκεπο	adj	αιτιατική ενικού του απόσκεπος
απόσκεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόσκεπος
απόσκεπος	adj	σκεπασμένος, καλυμμένος
απόσκεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόσκεπος
απόσκεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόσκεπος
απόσκεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόσκεπος
απόσκια	=	απόσκιος
απόσκιας	=	απόσκιος
απόσκιε	=	απόσκιος
απόσκιες	=	απόσκιος
απόσκιζα	=	αποσκίζω
απόσκιζαν	=	αποσκίζω
απόσκιζε	=	αποσκίζω
απόσκιζες	=	αποσκίζω
απόσκιο	=	απόσκιος
απόσκιοι	=	απόσκιος
απόσκιος	adj|vulgar	σκιερός
απόσκιου	=	απόσκιος
απόσκιους	=	απόσκιος
απόσκισα	=	αποσκίζω
απόσκισαν	=	αποσκίζω
απόσκισε	=	αποσκίζω
απόσκισες	=	αποσκίζω
απόσκιων	=	απόσκιος
απόσμηξη	noun|formal	καθαρισμός
απόσμηξης	noun	γενική ενικού του απόσμηξη
απόσμηση	noun|formal	η προσπάθεια εξάλειψης των (δυσάρεστων) οσμών καθώς και των αιτιών που τις προκαλούν
απόσμησης	noun	γενική ενικού του απόσμηση
απόσπασα	=	αποσπώ
απόσπασαν	=	αποσπώ
απόσπασε	=	αποσπώ
απόσπασες	=	αποσπώ
απόσπαση	noun	το ξεκόλλημα, η αφαίρεση ενός αντικειμένου από το όλον
απόσπασης	=	απόσπαση
απόσπασμα	noun	ενιαίο τμήμα ενός συνόλου
απόσπερα	adv|literary	άλλη μορφή του αποσπέρα
απόσπερμα	noun	το αποτέλεσμα του αποσπέρνω
απόσπερνα	adv|literary	άλλη μορφή του αποσπέρα
απόσταγμα	noun	ό,τι έχει αποσταχτεί, ό,τι έχει προκύψει από απόσταξη
απόσταζα	=	αποστάζω
απόσταζαν	=	αποστάζω
απόσταζε	=	αποστάζω
απόσταζες	=	αποστάζω
απόσταινα	=	αποσταίνω
απόσταιναν	=	αποσταίνω
απόσταινε	=	αποσταίνω
απόσταινες	=	αποσταίνω
απόσταμα	noun|literary	το αποτέλεσμα του αποσταίνω
απόσταξα	=	αποστάζω
απόσταξαν	=	αποστάζω
απόσταξε	=	αποστάζω
απόσταξες	=	αποστάζω
απόσταξη	noun	η διαδικασία διαχωρισμού ενός συστατικού από κάποιο μείγμα, η οποία χρησιμοποιεί το βρασμό και στηρίζεται στη διαφορετική θερμοκρασία υγροποίησης των συστατικών του μείγματος
απόσταξης	noun	γενική ενικού του απόσταξη
απόστασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
απόστασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
απόστασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
απόστασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσταίνω
απόσταση	noun	το μήκος του ευθύγραμμου τμήματος που συνδέει δύο σημεία
απόστασης	noun	γενική ενικού του απόσταση
απόστειλε	=	αποστέλλω
απόστελλε	=	αποστέλλω
απόστεργε	=	αποστέργω
απόστερξε	=	αποστέργω
απόστημα	noun	περιχαρακωμένη συλλογή φλεγμονώδους υγρού (πύου) σε οποιοδήποτε ιστό ή όργανο ενός ζώου
απόστιχα	=	απόστιχο
απόστιχο	noun	τροπάριο ψαλλόμενο προς το τέλος του εσπερινού ή του όρθρου, συνοδευόμενο από στίχους των Ψαλμών, λειτουργώντας τρόπον τινά ως κατακλείδα της ακολουθίας
απόστιχου	=	απόστιχο
απόστιχων	=	απόστιχο
απόστολε	noun	κλητική ενικού του απόστολος
απόστολο	noun	αιτιατική ενικού του απόστολος
απόστολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόστολος
απόστολος	noun|figurative	άνθρωπος που προσπαθεί με ζήλο και αφοσίωση να διαδώσει μια ιδεολογία, ιδέα, πολιτική θέση κ.λπ.
απόστολου	=	απόστολος
απόστολους	=	απόστολος
απόστρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόστρατο
απόστρατε	adj	κλητική ενικού του απόστρατος
απόστρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόστρατη
απόστρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόστρατος
απόστρατης	adj	γενική ενικού του απόστρατη
απόστρατο	adj	αιτιατική ενικού του απόστρατος
απόστρατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόστρατος
απόστρατος	noun	που έχει αποστρατευτεί	adj	που έχει αποστρατευτεί, που είναι σε αποστρατεία
απόστρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόστρατος
απόστρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόστρατος
απόστρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόστρατος
απόστρεφα	=	αποστρέφω
απόστρεφαν	=	αποστρέφω
απόστρεφε	=	αποστρέφω
απόστρεφες	=	αποστρέφω
απόστρεψα	=	αποστρέφω
απόστρεψαν	=	αποστρέφω
απόστρεψε	=	αποστρέφω
απόστρεψες	=	αποστρέφω
απόστροφε	=	απόστροφος
απόστροφο	=	απόστροφος
απόστροφοι	=	απόστροφος
απόστροφος	noun	σημείο στίξης (΄) που σημειώνεται στη θέση ενός φωνήεντος που χάθηκε
απόσυρα	=	αποσύρω
απόσυρση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αποσύρω
απόσυρσης	noun	γενική ενικού του απόσυρση
απόσχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του απέχω
απόσχεις	=	απέχω
απόσχετε	=	απέχω
απόσχιζα	=	αποσχίζω
απόσχιζαν	=	αποσχίζω
απόσχιζε	=	αποσχίζω
απόσχιζες	=	αποσχίζω
απόσχισα	=	αποσχίζω
απόσχισαν	=	αποσχίζω
απόσχισε	=	αποσχίζω
απόσχισες	=	αποσχίζω
απόσχιση	noun	η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι
απόσχισης	noun	γενική ενικού του απόσχιση
απόσχομε	=	απέχω
απόσχουμε	=	απέχω
απόσχουν	=	απέχω
απόσχουνε	=	απέχω
απόσχτε	=	απέχω
απόσχω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του απέχω
απόσωνα	=	αποσώνω
απόσωναν	=	αποσώνω
απόσωνε	=	αποσώνω
απόσωνες	=	αποσώνω
απόσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
απόσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
απόσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
απόσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποσώνω
απότακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότακτο
απότακτε	adj	κλητική ενικού του απότακτος
απότακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότακτη
απότακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απότακτος
απότακτης	adj	γενική ενικού του απότακτη
απότακτο	adj	αιτιατική ενικού του απότακτος
απότακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απότακτος
απότακτος	noun	απότακτος	adj	που έχει αποταχθεί
απότακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απότακτος
απότακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απότακτος
απότακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απότακτος
απόταξα	=	ποτάζω
απόταξη	noun	η απόλυση, η οριστική απομάκρυνση από το στράτευμα, αξιωματικού ή υπαξιωματικού του στρατού λόγω παραπτώματος (σε αντίθεση με την αποστράτευση)
απόταξης	=	απόταξη
απότεινα	=	αποτείνω
απότεινε	=	αποτείνω
απότιγα	=	απότιγος
απότιγε	=	απότιγος
απότιγες	=	απότιγος
απότιγη	=	απότιγος
απότιγης	=	απότιγος
απότιγο	=	απότιγος
απότιγοι	=	απότιγος
απότιγος	adj	απότιστος
απότιγου	=	απότιγος
απότιγους	=	απότιγος
απότιγων	=	απότιγος
απότιε	=	αποτίω
απότινε	=	αποτίνω
απότισε	=	αποτίνω
απότιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτίω
απότισης	noun	γενική ενικού του απότιση
απότιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότιστο
απότιστε	adj	κλητική ενικού του απότιστος
απότιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότιστη
απότιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απότιστος
απότιστης	adj	γενική ενικού του απότιστη
απότιστο	adj	αιτιατική ενικού του απότιστος
απότιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απότιστος
απότιστος	adj	που δεν έχει ποτιστεί, δεν του έχουν ρίξει ή δώσει νερό
απότιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απότιστος
απότιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απότιστος
απότιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απότιστος
απότμημα	noun	οτιδήποτε έχει κοπεί
απότμηση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτέμνω
απότμησης	=	απότμηση
απότοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότοκο
απότοκε	adj	κλητική ενικού του απότοκος
απότοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότοκη
απότοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απότοκος
απότοκης	adj	γενική ενικού του απότοκη
απότοκο	adj	αιτιατική ενικού του απότοκος
απότοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απότοκος
απότοκος	adj|formal	που παράγεται ως αποτέλεσμα από προηγούμενο γεγονός
απότοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απότοκος
απότοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απότοκος
απότοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απότοκος
απότολμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απότολμος	adv	με απότολμο τρόπο
απότολμε	adj	κλητική ενικού του απότολμος
απότολμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότολμη
απότολμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απότολμος
απότολμης	adj	γενική ενικού του απότολμη
απότολμο	adj	αιτιατική ενικού του απότολμος
απότολμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απότολμος
απότολμος	adj	που αποτολμά
απότολμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απότολμος
απότολμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απότολμος
απότολμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απότολμος
απότομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του απότομος	adv	με απότομο τρόπο
απότομε	adj	κλητική ενικού του απότομος
απότομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απότομη
απότομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απότομος
απότομης	adj	γενική ενικού του απότομη
απότομο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του απότομος
απότομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απότομος
απότομος	adj	που έχει υπερβολικά μεγάλη κλίση ή/και παρουσιάζει επικινδυνότητα στην προσέγγιση ή διέλευσή του
απότομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απότομος
απότομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απότομος
απότομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απότομος
απότρεπα	=	αποτρέπω
απότρεπαν	=	αποτρέπω
απότρεπε	=	αποτρέπω
απότρεπες	=	αποτρέπω
απότρεψα	=	αποτρέπω
απότρεψαν	=	αποτρέπω
απότρεψε	=	αποτρέπω
απότρεψες	=	αποτρέπω
απότριμμα	noun|rare	τρίμμα, ψίχουλο
απότρυγα	adv|vulgar	μετά από τον τρύγο
απότυχα	=	αποτυγχάνω
απόφαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
απόφαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
απόφαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποτρώγω
απόφανση	noun|formal	η διατύπωση μιας γνώμης, μιας κρίσης
απόφανσης	noun	γενική ενικού του απόφανση
απόφαση	noun	η ενέργεια του ρήματος αποφασίζω, η τελική κρίση στην οποία καταλήγει ένα άτομο ή συλλογικό όργανο σχετικά με το τι πρέπει να γίνει
απόφασης	noun	γενική ενικού του απόφαση
απόφευγα	=	αποφεύγω
απόφευγαν	=	αποφεύγω
απόφευγε	=	αποφεύγω
απόφευγες	=	αποφεύγω
απόφθεγμα	noun	σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή
απόφοιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφοιτο
απόφοιτε	adj	κλητική ενικού του απόφοιτος
απόφοιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόφοιτη
απόφοιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απόφοιτος
απόφοιτης	adj	γενική ενικού του απόφοιτη
απόφοιτο	adj	αιτιατική ενικού του απόφοιτος
απόφοιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απόφοιτος
απόφοιτος	noun	απόφοιτος	adj	που έχει ολοκληρώσει έναν κύκλο σπουδών και έχει πάρει τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών
απόφοιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απόφοιτος
απόφοιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απόφοιτος
απόφοιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απόφοιτος
απόφραζε	=	αποφράζω
απόφραξα	=	αποφράζω
απόφραξε	=	αποφράζω
απόφραξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αποφράζω
απόφραξης	noun	γενική ενικού του απόφραξη
απόφυγα	=	αποφεύγω
απόφυγαν	=	αποφεύγω
απόφυγε	=	αποφεύγω
απόφυγες	=	αποφεύγω
απόφυση	noun	οποιαδήποτε προεκβολή από το σώμα οποιουδήποτε ζώου, π.χ. άκρα, ουρά, κεραίες κ.λπ. φυσιολογικό, μη ανώμαλο εξόγκωμα οστού ή οργάνου του σώματος
απόφυσης	noun	γενική ενικού του απόφυση
απόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόχη
απόχη	noun	εργαλείο αποτελούμενο από ένα κοντάρι το οποίο έχει στην άκρη μία στεφάνη με δίχτυ και χρησιμεύει για να πιάνουμε έντομα ή ψάρια
απόχηρε	=	απόχηρος
απόχηρο	=	απόχηρος
απόχηροι	=	απόχηρος
απόχηρος	noun	χήρος
απόχηρου	=	απόχηρος
απόχηρους	=	απόχηρος
απόχηρων	=	απόχηρος
απόχης	=	απόχη
απόχρεμμα	noun|formal	φλέμα, ρόχαλο
απόχρεμψη	noun|formal	ό,τι αποβάλλεται με το βήχα από τα πνευμόνια, τους βρόγχους και το σχετικό σύστημα καθώς και η διαδικασία αυτή της αποβολής
απόχρεμψης	noun	γενική ενικού του απόχρεμψη
απόχρωση	noun	μια διαφορετική παραλλαγή ενός χρώματος, που εξαρτάται από το μήκος κύματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας του φωτός
απόχρωσης	noun	γενική ενικού του απόχρωση
απόχτημα	noun|vulgar	το απόκτημα
απόχτηση	noun	το να αποκτά κανείς κάτι.
απόχτησης	=	απόχτηση
απόχυμα	noun	νερό στο οποίο έχουμε βράσει όσπρια και το οποίο πετάμε
απόχυση	noun	χημική τεχνική κατά την οποία διαχωρίζεται το υγρό από το στερεό τμήμα ενός μείγματος, αφήνοντας το στερεό να καθιζάνει και αφαιρώντας προσεκτικά το υπερκείμενο υγρό
απόχυσης	=	απόχυση
απόψε	adv	σήμερα το βράδυ
απόψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άποψη
απόψεων	noun	γενική πληθυντικού του άποψη
απόψεως	noun	γενική ενικού του άποψη
απόψυξα	=	αποψύχω
απόψυξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποψύχω
απόψυξης	noun	γενική ενικού του απόψυξη
απύθμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απύθμενο
απύθμενε	adj	κλητική ενικού του απύθμενος
απύθμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απύθμενη
απύθμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απύθμενος
απύθμενης	adj	γενική ενικού του απύθμενη
απύθμενο	adj	αιτιατική ενικού του απύθμενος
απύθμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απύθμενος
απύθμενος	adj	χαρακτηρισμός αντικειμένου με μεγάλο βάθος
απύθμενου	verb	γενική ενικού του απύθμενος
απύθμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απύθμενος
απύθμενων	adj	γενική πληθυντικού του απύθμενος
απύλωτα	=	απύλωτος
απύλωτε	=	απύλωτος
απύλωτες	=	απύλωτος
απύλωτη	=	απύλωτος
απύλωτης	=	απύλωτος
απύλωτο	=	απύλωτος
απύλωτοι	=	απύλωτος
απύλωτος	adj	που δεν έχει πύλη
απύλωτου	=	απύλωτος
απύλωτους	=	απύλωτος
απύλωτων	=	απύλωτος
απύραυλα	=	απύραυλος
απύραυλε	=	απύραυλος
απύραυλες	=	απύραυλος
απύραυλη	=	απύραυλος
απύραυλης	=	απύραυλος
απύραυλο	=	απύραυλος
απύραυλοι	=	απύραυλος
απύραυλος	adj	αυτός που δεν έχει πυραύλους
απύραυλου	=	απύραυλος
απύραυλους	=	απύραυλος
απύραυλων	=	απύραυλος
απύρετα	adv	χωρίς πυρετό
απύρετε	=	απύρετος
απύρετες	=	απύρετος
απύρετη	=	απύρετος
απύρετης	=	απύρετος
απύρετο	=	απύρετος
απύρετοι	=	απύρετος
απύρετος	adj	αυτός που δεν έχει πυρετό
απύρετου	=	απύρετος
απύρετους	=	απύρετος
απύρετων	=	απύρετος
απύρηνα	=	απύρηνος
απύρηνε	=	απύρηνος
απύρηνες	=	απύρηνος
απύρηνη	=	απύρηνος
απύρηνης	=	απύρηνος
απύρηνο	=	απύρηνος
απύρηνοι	=	απύρηνος
απύρηνος	adj	καρπός που δεν έχει κουκούτσι
απύρηνου	=	απύρηνος
απύρηνους	=	απύρηνος
απύρηνων	=	απύρηνος
απύρι	noun	θειάφι
απύρωτ	=	απύρωτος
απύρωτα	=	απύρωτος
απύρωτε	=	απύρωτος
απύρωτες	=	απύρωτος
απύρωτη	=	απύρωτος
απύρωτης	=	απύρωτος
απύρωτο	=	απύρωτος
απύρωτοι	=	απύρωτος
απύρωτος	adj	αυτός που δεν έχει πυρωθεί
απύρωτου	=	απύρωτος
απύρωτους	=	απύρωτος
απύρωτων	=	απύρωτος
απώγων	adj	αγένειος, χωρίς γένια
απώθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απώθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απώθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απώθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απωθώ
απώθηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απωθώ
απώθησης	=	απώθηση
απώλεια	noun	το να χάσει κάποιος κάτι, το χάσιμο
απώλειας	noun	γενική ενικού του απώλεια
απώλειες	noun	στερήσεις
απώλεσα	verb|formal	αʹ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απολλύω
απώλητα	=	απώλητος
απώλητε	=	απώλητος
απώλητες	=	απώλητος
απώλητη	=	απώλητος
απώλητης	=	απώλητος
απώλητο	=	απώλητος
απώλητοι	=	απώλητος
απώλητος	adj|formal	άλλη μορφή του απούλητος
απώλητου	=	απώλητος
απώλητους	=	απώλητος
απώλητων	=	απώλητος
απών	=	απόντας
απώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άπωση
απώσεων	noun	γενική πληθυντικού του άπωση
απώσεως	noun|formal	γενική ενικού του άπωση
απώτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απώτατο
απώτατε	adj	κλητική ενικού του απώτατος
απώτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απώτατη
απώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απώτατος
απώτατης	adj	γενική ενικού του απώτατη
απώτατο	adj	αιτιατική ενικού του απώτατος
απώτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απώτατος
απώτατος	adj	ο πιο μακρινός (τοπικά ή χρονικά)
απώτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απώτατος
απώτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απώτατος
απώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απώτατος
απώτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απώτερο
απώτερε	adj	κλητική ενικού του απώτερος
απώτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απώτερη
απώτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του απώτερος
απώτερης	adj	γενική ενικού του απώτερη
απώτερο	adj	αιτιατική ενικού του απώτερος
απώτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του απώτερος
απώτερος	adj	μακρινός τοπικά ή χρονικά, σε δεύτερη ή πάντως σε μετέπειτα φάση μιας εν εξελίξει ενέργειας ή σχεδίου, μειωμένης σημασίας ή, αντιθέτως, μεγάλης
απώτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του απώτερος
απώτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του απώτερος
απώτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του απώτερος
αρά	noun|formal	κατάρα, ιδιαίτερα εκκλησιαστική
αράβδιστα	=	αράβδιστος
αράβδιστε	=	αράβδιστος
αράβδιστες	=	αράβδιστος
αράβδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αράβδιστος
αράβδιστης	=	αράβδιστος
αράβδιστο	=	αράβδιστος
αράβδιστοι	=	αράβδιστος
αράβδιστος	adj	που δεν τον έχουν ραβδίσει
αράβδιστου	=	αράβδιστος
αράβδιστους	=	αράβδιστος
αράβδιστων	=	αράβδιστος
αράβδωτα	=	αράβδωτος
αράβδωτε	=	αράβδωτος
αράβδωτες	=	αράβδωτος
αράβδωτη	=	αράβδωτος
αράβδωτης	=	αράβδωτος
αράβδωτο	=	αράβδωτος
αράβδωτοι	=	αράβδωτος
αράβδωτος	adj	που δεν τον έχει ραβδώσεις
αράβδωτου	=	αράβδωτος
αράβδωτους	=	αράβδωτος
αράβδωτων	=	αράβδωτος
αράβιζα	=	αραβίζω
αράβιζαν	=	αραβίζω
αράβιζε	=	αραβίζω
αράβιζες	=	αραβίζω
αράβισα	=	αραβίζω
αράβισαν	=	αραβίζω
αράβισε	=	αραβίζω
αράβισες	=	αραβίζω
αράγιστα	=	αράγιστος
αράγιστε	=	αράγιστος
αράγιστες	=	αράγιστος
αράγιστη	=	αράγιστος
αράγιστης	=	αράγιστος
αράγιστο	=	αράγιστος
αράγιστοι	=	αράγιστος
αράγιστος	adj	αυτός που δεν ράγισε
αράγιστου	=	αράγιστος
αράγιστους	=	αράγιστος
αράγιστων	=	αράγιστος
αράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άραγμα
αράγματος	noun	γενική ενικού του άραγμα
αράδα	noun	γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα	adv	το ένα μετά το άλλο, συνεχώς
αράδας	=	αράδα
αράδες	=	αράδα
αράδιαζα	=	αραδιάζω
αράδιαζαν	=	αραδιάζω
αράδιαζε	=	αραδιάζω
αράδιαζες	=	αραδιάζω
αράδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αράδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αράδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αράδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αράδιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αραδιάζω
αράδων	=	αράδα
αράδωτα	=	αράδωτος
αράδωτε	=	αράδωτος
αράδωτες	=	αράδωτος
αράδωτη	=	αράδωτος
αράδωτης	=	αράδωτος
αράδωτο	=	αράδωτος
αράδωτοι	=	αράδωτος
αράδωτος	adj	που δεν είναι αραδωτός, που δεν έχει γραμμές ή ρίγες
αράδωτου	=	αράδωτος
αράδωτους	=	αράδωτος
αράδωτων	=	αράδωτος
αράζαμε	=	αράζω
αράζαν	=	αράζω
αράζανε	=	αράζω
αράζατε	=	αράζω
αράζει	=	αράζω
αράζεις	=	αράζω
αράζετε	=	αράζω
αράζομε	=	αράζω
αράζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αράζω
αράζουμε	=	αράζω
αράζουν	=	αράζω
αράζουνε	=	αράζω
αράζω	verb	φέρνω το πλοίο στο λιμάνι
αράθυμα	adv	ευέξαπτα
αράθυμε	adj	κλητική ενικού του αράθυμος
αράθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράθυμη
αράθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αράθυμος
αράθυμης	adj	γενική ενικού του αράθυμη
αράθυμο	adj	αιτιατική ενικού του αράθυμος
αράθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αράθυμος
αράθυμος	adj|vulgar	ράθυμος
αράθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αράθυμος
αράθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αράθυμος
αράθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αράθυμος
αράκ	noun	άχρωμο ποτό της Μέσης Ανατολής, συνήθως αρωματισμένο με γλυκάνισο, που παράγεται με απόσταξη ζυμωμένων σακχαρούχων πρώτων υλών, όπως σταφύλια, ρύζι ή χουρμάδες
αράντιστα	=	αράντιστος
αράντιστε	=	αράντιστος
αράντιστες	=	αράντιστος
αράντιστη	=	αράντιστος
αράντιστης	=	αράντιστος
αράντιστο	=	αράντιστος
αράντιστοι	=	αράντιστος
αράντιστος	adj	αυτός που δεν τον έχουν ραντίσει
αράντιστου	=	αράντιστος
αράντιστους	=	αράντιστος
αράντιστων	=	αράντιστος
αράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξαν	=	αράζω
αράξανε	=	αράζω
αράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αράζω
αράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξομε	=	αράζω
αράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξουνε	=	αράζω
αράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αράζω
αράουτ	noun	πλάγιο άουτ
αράπακλα	=	αράπακλας
αράπακλας	noun|vulgar	άντρας αφρικανικής καταγωγής
αράπακλες	=	αράπακλας
αράπακλων	=	αράπακλας
αράπη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αράπης
αράπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράπης
αράπηδων	noun	γενική πληθυντικού του αράπης
αράπης	noun	ο άνθρωπος με μαύρο δέρμα (Αφρικανός ή αφρικανικής καταγωγής) και, γενικότερα, αυτός που έχει πολύ σκούρα επιδερμίδα, που είναι πολύ μελαμψός
αράπικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράπικο
αράπικε	adj	κλητική ενικού του αράπικος
αράπικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράπικη
αράπικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αράπικος
αράπικης	adj	γενική ενικού του αράπικη
αράπικο	adj	αιτιατική ενικού του αράπικος
αράπικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αράπικος
αράπικος	adj	αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αράπη
αράπικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αράπικος
αράπικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αράπικος
αράπικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αράπικος
αράπισσα	=	αράπης
αράπισσας	noun	γενική ενικού του αράπισσα
αράπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράπισσα
αράς	noun	γενική ενικού του αρά
αράχνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράχνη
αράχνη	noun	άπτερο ζωύφιο που πλέκει ιστό και ανήκει στα αρθρόποδα
αράχνης	noun	γενική ενικού του αράχνη
αράχνιαζα	=	αραχνιάζω
αράχνιαζαν	=	αραχνιάζω
αράχνιαζε	=	αραχνιάζω
αράχνιαζες	=	αραχνιάζω
αράχνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αράχνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αράχνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αράχνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αράχνινα	=	αράχνινος
αράχνινε	=	αράχνινος
αράχνινες	=	αράχνινος
αράχνινη	=	αράχνινος
αράχνινης	=	αράχνινος
αράχνινο	=	αράχνινος
αράχνινοι	=	αράχνινος
αράχνινος	adj	συνώνυμο του αραχνοειδής
αράχνινου	=	αράχνινος
αράχνινους	=	αράχνινος
αράχνινων	=	αράχνινος
αράχτε	=	αράζω
αρένα	noun	χώρος (ενίοτε σκεπασμένος με άμμο) όπου διεξάγονται αγώνες ή θεάματα όπως μονομαχίες, ταυρομαχίες κ.λπ.
αρένας	=	αρένα
αρένες	=	αρένα
αρένια	=	αρένιο
αρένιο	noun	οποιοσδήποτε μονοκυκλικός ή πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας που περιέχει έναν τουλάχιστον βενζολικό δακτύλιο ή ένα τουλάχιστον σύστημα με συμπυκνωμένους βενζολικούς δακτυλίους
αρένιου	=	αρένιο
αρένιων	=	αρένιο
αρέντιγα	=	αρέντιγος
αρέντιγε	=	αρέντιγος
αρέντιγες	=	αρέντιγος
αρέντιγη	=	αρέντιγος
αρέντιγης	=	αρέντιγος
αρέντιγο	=	αρέντιγος
αρέντιγοι	=	αρέντιγος
αρέντιγος	adj	δεν έχει ραντιστεί
αρέντιγου	=	αρέντιγος
αρέντιγους	=	αρέντιγος
αρέντιγων	=	αρέντιγος
αρένων	=	αρένα
αρές	=	αρά
αρέσαμε	=	αρέσω
αρέσαν	=	αρέσω
αρέσανε	=	αρέσω
αρέσατε	=	αρέσω
αρέσει	=	αρέσω
αρέσεις	=	αρέσω
αρέσετε	=	αρέσω
αρέσκεια	noun	το να είναι κάτι ευχάριστο
αρέσκειας	noun	γενική ενικού του αρέσκεια
αρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρέσκεια
αρέσκεσαι	=	αρέσκομαι
αρέσκεστε	=	αρέσκομαι
αρέσκεται	=	αρέσκομαι
αρέσκομαι	verb	μου αρέσει, αισθάνομαι ευχαρίστηση (να...)
αρέσκονται	=	αρέσκομαι
αρέσκονταν	=	αρέσκομαι
αρέσκω	verb	σπάνιος ενεργητικός τύπος του αρέσκομαι, μορφή του αρέσω
αρέσομε	=	αρέσω
αρέσοντας	=	αρέσω
αρέσουμε	=	αρέσω
αρέσουν	=	αρέσω
αρέσουνε	=	αρέσω
αρέστε	=	αρέσω
αρέσω	verb	είμαι ευχάριστος
αρίγωτα	=	αρίγωτος
αρίγωτε	=	αρίγωτος
αρίγωτες	=	αρίγωτος
αρίγωτη	=	αρίγωτος
αρίγωτης	=	αρίγωτος
αρίγωτο	=	αρίγωτος
αρίγωτοι	=	αρίγωτος
αρίγωτος	adj	που δεν έχει ρίγες
αρίγωτου	=	αρίγωτος
αρίγωτους	=	αρίγωτος
αρίγωτων	=	αρίγωτος
αρίδα	noun	είδος τρυπανιού (όπως για ξυλουργικές εργασίες, γεωτρήσεις)
αρίδας	=	αρίδα
αρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρίδα
αρίδι	noun	υποκοριστικό του αρίδα (είδος τρυπανιού)
αρίδια	=	αρίδι
αρίδων	=	αρίδα
αρίθμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αρίθμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αρίθμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αρίθμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αρίθμηση	noun	η καταμέτρηση
αρίθμησης	noun	γενική ενικού του αρίθμηση
αρίου	=	άριος
αρίους	=	άριος
αρίς	noun|dated	ιμάντας με τον οποίο σέρνει την άμαξα το άλογο
αρίστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αρίστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αρίστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αρίστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αρίστευση	noun	το να έρχεται κανείς πρώτος
αρίστευσης	=	αρίστευση
αρίστεψα	=	αριστεύω
αρίστη	=	άριστος
αρίστης	=	άριστος
αρίστου	=	άριστος
αρίστους	=	άριστος
αρίστων	=	άριστος
αρίφνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρίφνητος	adv	αμέτρητα
αρίφνητε	=	αρίφνητος
αρίφνητες	=	αρίφνητος
αρίφνητη	=	αρίφνητος
αρίφνητης	=	αρίφνητος
αρίφνητο	=	αρίφνητος
αρίφνητοι	=	αρίφνητος
αρίφνητος	adj	αμέτρητος, αναρίθμητος
αρίφνητου	=	αρίφνητος
αρίφνητους	=	αρίφνητος
αρίφνητων	=	αρίφνητος
αρίων	=	άριος
αραίωμα	noun	η ελάττωση της πυκνότητας υγρού
αραίωνα	=	αραιώνω
αραίωναν	=	αραιώνω
αραίωνε	=	αραιώνω
αραίωνες	=	αραιώνω
αραίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραίωση	noun	η ελάττωση
αραίωσης	noun	γενική ενικού του αραίωση
αραβίδα	noun	κοντό, βραχύκαννο ελαφρύ τουφέκι
αραβίδας	=	αραβίδα
αραβίδες	=	αραβίδα
αραβίδων	=	αραβίδα
αραβίζαμε	=	αραβίζω
αραβίζαν	=	αραβίζω
αραβίζανε	=	αραβίζω
αραβίζατε	=	αραβίζω
αραβίζει	=	αραβίζω
αραβίζεις	=	αραβίζω
αραβίζετε	=	αραβίζω
αραβίζοντας	=	αραβίζω
αραβίζουμε	=	αραβίζω
αραβίζουν	=	αραβίζω
αραβίζουνε	=	αραβίζω
αραβίζω	verb	μιμούμαι ή ακολουθώ τα αραβικά ήθη
αραβίσαμε	=	αραβίζω
αραβίσαν	=	αραβίζω
αραβίσανε	=	αραβίζω
αραβίσατε	=	αραβίζω
αραβίσει	=	αραβίζω
αραβίστε	=	αραβίζω
αραβίτικα	=	αραβίτικος
αραβίτικε	=	αραβίτικος
αραβίτικες	=	αραβίτικος
αραβίτικη	=	αραβίτικος
αραβίτικης	=	αραβίτικος
αραβίτικο	=	αραβίτικος
αραβίτικοι	=	αραβίτικος
αραβίτικος	adj	ο σχετικός με τους Άραβες ή την Αραβία, ο αραβικός
αραβίτικου	=	αραβίτικος
αραβίτικους	=	αραβίτικος
αραβίτικων	=	αραβίτικος
αραβικά	adv	χρησιμοποιώντας την αραβική γλώσσα	noun	η αραβική γλώσσα
αραβικέ	adj	κλητική ενικού του αραβικός
αραβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραβική
αραβική	noun	τα αραβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραβικός
αραβικής	adj	γενική ενικού του αραβική
αραβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραβικός
αραβικού	adj	γενική ενικού του αραβικός
αραβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραβικός
αραβικό	adj	αιτιατική ενικού του αραβικός
αραβικός	adj	αυτός που προέρχεται από την Αραβία ή σχετίζεται με αυτήν
αραβικών	adj	γενική πληθυντικού του αραβικός
αραβισμέ	=	αραβισμός
αραβισμοί	=	αραβισμός
αραβισμού	=	αραβισμός
αραβισμούς	=	αραβισμός
αραβισμό	=	αραβισμός
αραβισμός	noun	κοινωνικοπολιτικό κίνημα το οποίο υποστηρίζει την προσάρτηση στην αραβική κουλτούρα
αραβισμών	=	αραβισμός
αραβιστές	=	αραβιστής
αραβιστή	=	αραβιστής
αραβιστής	noun	ο αραβολόγος
αραβιστί	adv|formal	στα αραβικά, στην αραβική γλώσσα
αραβιστών	=	αραβιστής
αραβοαφρικανικά	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικέ	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικές	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανική	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραβοαφρικανική) του αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικοί	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικού	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικούς	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικό	=	αραβοαφρικανικός
αραβοαφρικανικός	adj	σχετικός με την Αραβία ή την Αφρική ή τους κατοίκους τους
αραβοαφρικανικών	=	αραβοαφρικανικός
αραβογνωστών	=	αραβογνώστης
αραβογνώστες	=	αραβογνώστης
αραβογνώστη	=	αραβογνώστης
αραβογνώστης	noun	άτομο που γνωρίζει σχετικά με τον αραβικό πολιτισμό
αραβογραφία	noun	το αραβούργημα
αραβογραφίας	=	αραβογραφία
αραβογραφίες	=	αραβογραφία
αραβογραφιών	=	αραβογραφία
αραβοκρατήθηκα	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατήθηκαν	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατήθηκε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατήθηκες	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατήσου	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατία	noun	η κατάληψη ή διακυβέρνηση μιας περιοχής από Άραβες
αραβοκρατίας	=	αραβοκρατία
αραβοκρατίες	=	αραβοκρατία
αραβοκρατείσαι	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατείστε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατείται	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατηθήκαμε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατηθήκαν	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατηθήκανε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατηθήκατε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατηθεί	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατηθείτε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατημένος	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατιών	=	αραβοκρατία
αραβοκρατούμαι	verb	βρίσκομαι υπό αραβική κυριαρχία
αραβοκρατούμασταν	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούμαστε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούμενα	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενε	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενες	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενη	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενης	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενο	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενοι	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούμενου	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενους	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμενων	=	αραβοκρατούμενος
αραβοκρατούμουν	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούνται	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούνταν	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούσασταν	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούσαστε	=	αραβοκρατούμαι
αραβοκρατούσουν	=	αραβοκρατούμαι
αραβολογικά	=	αραβολογικός
αραβολογικέ	=	αραβολογικός
αραβολογικές	=	αραβολογικός
αραβολογική	=	αραβολογικός
αραβολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραβολογική) του αραβολογικός
αραβολογικοί	=	αραβολογικός
αραβολογικού	=	αραβολογικός
αραβολογικούς	=	αραβολογικός
αραβολογικό	=	αραβολογικός
αραβολογικός	adj	σχετικός με τους αραβολόγους ή την επιστήμη τους
αραβολογικών	=	αραβολογικός
αραβολόγε	=	αραβολόγος
αραβολόγο	=	αραβολόγος
αραβολόγοι	=	αραβολόγος
αραβολόγος	noun	ο ειδικός που μελετά τον αραβικό πολιτισμό, ο αραβιστής
αραβολόγου	=	αραβολόγος
αραβολόγους	=	αραβολόγος
αραβολόγων	=	αραβολόγος
αραβομαθές	=	αραβομαθής
αραβομαθή	=	αραβομαθής
αραβομαθής	adj	που γνωρίζει και μιλά αραβικά
αραβομαθείς	=	αραβομαθής
αραβομαθούς	=	αραβομαθής
αραβομαθών	=	αραβομαθής
αραβοπερσικά	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικέ	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικές	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσική	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραβοπερσική) του αραβοπερσικός
αραβοπερσικοί	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικού	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικούς	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικό	=	αραβοπερσικός
αραβοπερσικός	adj	σχετικός με την Αραβία και την Περσία ή τους κατοίκους τους
αραβοπερσικών	=	αραβοπερσικός
αραβοποίκιλμα	noun	το αραβούργημα
αραβοποίκιλτος	adj|rare	ο διακοσμημένος με αραβοποικίλματα
αραβοποικίλματα	=	αραβοποίκιλμα
αραβοποικίλματος	=	αραβοποίκιλμα
αραβοποικιλμάτων	=	αραβοποίκιλμα
αραβοποικιλτική	noun|rare	η κατασκευή αραβοποικιλμάτων
αραβοσίτου	noun	γενική ενικού του αραβόσιτος
αραβοσίτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αραβόσιτος
αραβοσίτων	noun	γενική πληθυντικού του αραβόσιτος
αραβοσιτάλευρα	=	αραβοσιτάλευρο
αραβοσιτάλευρο	noun|formal	το καλαμποκάλευρο
αραβοσιτάλευρου	=	αραβοσιτάλευρο
αραβοσιτάλευρων	=	αραβοσιτάλευρο
αραβοσιτέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραβοσιτέλαιο
αραβοσιτέλαιο	noun|formal	το καλαμποκέλαιο
αραβοσιτέλαιου	=	αραβοσιτέλαιο
αραβοσιτέλαιων	=	αραβοσιτέλαιο
αραβοσιτοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια καλαμποκιού
αραβοσιτοκαλλιέργειας	=	αραβοσιτοκαλλιέργεια
αραβοσιτοκαλλιέργειες	=	αραβοσιτοκαλλιέργεια
αραβοσιτοκαλλιεργειών	=	αραβοσιτοκαλλιέργεια
αραβοσιτοπαραγωγός	noun|rare	άτομο που καλλιεργεί καλαμπόκια	adj|rare	που παράγει καλαμπόκια
αραβοτουρκικά	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικέ	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικές	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκική	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραβοτουρκική) του αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικοί	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικού	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικούς	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικό	=	αραβοτουρκικός
αραβοτουρκικός	adj	ο σχετικός με την Αραβία και την Τουρκία ή τους κατοίκους τους
αραβοτουρκικών	=	αραβοτουρκικός
αραβουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραβούργημα
αραβουργήματος	noun	γενική ενικού του αραβούργημα
αραβουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αραβούργημα
αραβουργημένα	=	αραβουργημένος
αραβουργημένε	=	αραβουργημένος
αραβουργημένες	=	αραβουργημένος
αραβουργημένη	=	αραβουργημένος
αραβουργημένης	=	αραβουργημένος
αραβουργημένο	=	αραβουργημένος
αραβουργημένοι	=	αραβουργημένος
αραβουργημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αραβουργώ
αραβουργημένου	=	αραβουργημένος
αραβουργημένους	=	αραβουργημένος
αραβουργημένων	=	αραβουργημένος
αραβουργώ	verb|rare	δημιουργώ αραβουργήματα
αραβοχριστιανικά	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικέ	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικές	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανική	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραβοχριστιανική) του αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικη	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικο	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικοί	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικού	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικούς	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικό	=	αραβοχριστιανικός
αραβοχριστιανικός	adj	ο σχετικός με Άραβες και Χριστιανούς
αραβοχριστιανικών	=	αραβοχριστιανικός
αραβοϊσλαμικά	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικέ	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικές	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμική	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικής	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικοί	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικού	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικούς	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικό	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσλαμικός	adj	που έχει σχέση με τους Άραβες και το Ισλάμ, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά
αραβοϊσλαμικών	=	αραβοϊσλαμικός
αραβοϊσραηλινά	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινέ	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινές	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινή	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραβοϊσραηλινή) του αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινοί	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινού	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινούς	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινό	=	αραβοϊσραηλινός
αραβοϊσραηλινός	adj	σχετικός με την Αραβία και το Ισραήλ ή τους κατοίκους τους
αραβοϊσραηλινών	=	αραβοϊσραηλινός
αραβούργημα	noun	διακοσμητικό έργο αραβικής τέχνης
αραβούργηματα	=	αραβούργημα
αραβόγλωσσα	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσε	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσες	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσση	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσης	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσο	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσοι	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσος	adj	που μιλά αραβικά, ο αραβόφωνος
αραβόγλωσσου	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσους	=	αραβόγλωσσος
αραβόγλωσσων	=	αραβόγλωσσος
αραβόσιτε	noun	κλητική ενικού του αραβόσιτος
αραβόσιτο	noun	αιτιατική ενικού του αραβόσιτος
αραβόσιτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραβόσιτος
αραβόσιτος	noun	το καλαμπόκι
αραβόσιτου	noun	γενική ενικού του αραβόσιτος
αραβόσιτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αραβόσιτος
αραβόσιτων	noun	γενική πληθυντικού του αραβόσιτος
αραβόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραβόφιλος
αραβόφωνα	=	αραβόφωνος
αραβόφωνε	=	αραβόφωνος
αραβόφωνες	=	αραβόφωνος
αραβόφωνη	=	αραβόφωνος
αραβόφωνης	=	αραβόφωνος
αραβόφωνο	=	αραβόφωνος
αραβόφωνοι	=	αραβόφωνος
αραβόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αραβικά
αραβόφωνου	=	αραβόφωνος
αραβόφωνους	=	αραβόφωνος
αραβόφωνων	=	αραβόφωνος
αραγκονικά	noun	άλλη γραφή του αραγονικά
αραγκονικέ	=	αραγκονικός
αραγκονικές	=	αραγκονικός
αραγκονική	=	αραγκονικός
αραγκονικής	=	αραγκονικός
αραγκονικοί	=	αραγκονικός
αραγκονικού	=	αραγκονικός
αραγκονικούς	=	αραγκονικός
αραγκονικό	=	αραγκονικός
αραγκονικός	adj	άλλη μορφή του αραγονικός
αραγκονικών	=	αραγκονικά
αραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άραγμα
αραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραγμένο
αραγμένε	verb	κλητική ενικού του αραγμένος
αραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραγμένη
αραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραγμένος
αραγμένης	verb	γενική ενικού του αραγμένη
αραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αραγμένος
αραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραγμένος
αραγμένος	verb	που έχει αράξει
αραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αραγμένος
αραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αραγμένος
αραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αραγμένος
αραγονέζικα	noun	άλλη μορφή του αραγονικά
αραγονέζικε	=	αραγονέζικος
αραγονέζικες	=	αραγονέζικος
αραγονέζικη	=	αραγονέζικος
αραγονέζικης	=	αραγονέζικος
αραγονέζικο	=	αραγονέζικος
αραγονέζικοι	=	αραγονέζικος
αραγονέζικος	adj	σχετικός με την Αραγονία ή τους Αραγονέζους
αραγονέζικου	=	αραγονέζικος
αραγονέζικους	=	αραγονέζικος
αραγονέζικων	=	αραγονέζικος
αραγονίτες	=	αραγονίτης
αραγονίτη	=	αραγονίτης
αραγονίτης	noun	πολυμορφικό ορυκτό του ασβεστίου
αραγονικά	noun	γλώσσα που μιλιέται στην επαρχία της Αραγονίας της Ισπανίας
αραγονικέ	=	αραγονικός
αραγονικές	=	αραγονικός
αραγονική	=	αραγονικός
αραγονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραγονική) του αραγονικός
αραγονικη	=	αραγονικός
αραγονικο	=	αραγονικός
αραγονικοί	=	αραγονικός
αραγονικού	=	αραγονικός
αραγονικούς	=	αραγονικός
αραγονικό	=	αραγονικός
αραγονικός	adj	ο σχετικός με την Αραγονία, ο αραγονέζικος
αραγονικών	=	αραγονικά
αραγονιτών	=	αραγονίτης
αραγωνέζικα	noun	άλλη γραφή του αραγονέζικα, άλλη μορφή του αραγονικά
αραγωνέζικε	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικες	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικη	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικης	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικο	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικοι	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικος	adj	άλλη γραφή του αραγονέζικος
αραγωνέζικου	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικους	=	αραγωνέζικος
αραγωνέζικων	=	αραγωνέζικος
αραγωνίτες	=	αραγωνίτης
αραγωνίτη	=	αραγωνίτης
αραγωνίτης	noun	άλλη γραφή του αραγονίτης
αραγωνικά	noun	άλλη μορφή του αραγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αραγωνικός
αραγωνικέ	=	αραγωνικός
αραγωνικές	=	αραγωνικός
αραγωνική	=	αραγωνικός
αραγωνικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραγωνική) του αραγωνικός άλλη γραφή του αραγονικής
αραγωνικη	=	αραγωνικός
αραγωνικο	=	αραγωνικός
αραγωνικοί	=	αραγωνικός
αραγωνικού	=	αραγωνικός
αραγωνικούς	=	αραγωνικός
αραγωνικό	=	αραγωνικός
αραγωνικός	adj	άλλη γραφή του αραγονικός
αραγωνικών	=	αραγωνικά
αραγωνιτών	=	αραγωνίτης
αραδιάζαμε	=	αραδιάζω
αραδιάζαν	=	αραδιάζω
αραδιάζανε	=	αραδιάζω
αραδιάζατε	=	αραδιάζω
αραδιάζει	=	αραδιάζω
αραδιάζεις	=	αραδιάζω
αραδιάζετε	=	αραδιάζω
αραδιάζομαι	=	αραδιάζω
αραδιάζοντας	=	αραδιάζω
αραδιάζουμε	=	αραδιάζω
αραδιάζουν	=	αραδιάζω
αραδιάζουνε	=	αραδιάζω
αραδιάζω	verb	τοποθετώ παρόμοια αντικείμενα σε μια σειρά
αραδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσαν	=	αραδιάζω
αραδιάσανε	=	αραδιάζω
αραδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράδιασμα
αραδιάσματος	noun	γενική ενικού του αράδιασμα
αραδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραδιάζω
αραδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αράδιασμα
αραδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραδιασμένο
αραδιασμένε	verb	κλητική ενικού του αραδιασμένος
αραδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραδιασμένη
αραδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραδιασμένος
αραδιασμένης	verb	γενική ενικού του αραδιασμένη
αραδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αραδιασμένος
αραδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραδιασμένος
αραδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αραδιάζω
αραδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αραδιασμένος
αραδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αραδιασμένος
αραδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αραδιασμένος
αραδιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραδιαστό	adv	στη σειρά, με οργανωμένο τρόπο
αραδιαστέ	adj	κλητική ενικού του αραδιαστός
αραδιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραδιαστή
αραδιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραδιαστός
αραδιαστής	adj	γενική ενικού του αραδιαστή
αραδιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραδιαστός
αραδιαστού	adj	γενική ενικού του αραδιαστός
αραδιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραδιαστός
αραδιαστό	adj	αιτιατική ενικού του αραδιαστός
αραδιαστός	adj	που είναι τοποθετημένος σε μια αράδα
αραδιαστών	adj	γενική πληθυντικού του αραδιαστός
αραδωτά	=	αραδωτός
αραδωτέ	=	αραδωτός
αραδωτές	=	αραδωτός
αραδωτή	=	αραδωτός
αραδωτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αραδωτή) του αραδωτός
αραδωτοί	=	αραδωτός
αραδωτού	=	αραδωτός
αραδωτούς	=	αραδωτός
αραδωτό	=	αραδωτός
αραδωτός	adj	που διαθέτει αράδες, ο γραμμωτός
αραδωτών	=	αραδωτός
αραθυμήσαμε	=	αραθυμώ
αραθυμήσαν	=	αραθυμώ
αραθυμήσανε	=	αραθυμώ
αραθυμήσατε	=	αραθυμώ
αραθυμήσει	=	αραθυμώ
αραθυμήσεις	=	αραθυμώ
αραθυμήσετε	=	αραθυμώ
αραθυμήσουμε	=	αραθυμώ
αραθυμήσουν	=	αραθυμώ
αραθυμήσουνε	=	αραθυμώ
αραθυμήστε	=	αραθυμώ
αραθυμήσω	=	αραθυμώ
αραθυμεί	=	αραθυμώ
αραθυμείς	=	αραθυμώ
αραθυμείτε	=	αραθυμώ
αραθυμιά	noun	η αψιθυμία
αραθυμιάς	=	αραθυμιά
αραθυμιές	=	αραθυμιά
αραθυμιών	=	αραθυμιά
αραθυμούμε	=	αραθυμώ
αραθυμούν	=	αραθυμώ
αραθυμούνε	=	αραθυμώ
αραθυμούσα	=	αραθυμώ
αραθυμούσαμε	=	αραθυμώ
αραθυμούσαν	=	αραθυμώ
αραθυμούσανε	=	αραθυμώ
αραθυμούσατε	=	αραθυμώ
αραθυμούσε	=	αραθυμώ
αραθυμούσες	=	αραθυμώ
αραθυμώ	verb	είμαι ράθυμος
αραθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αραθυμώ
αραθύμει	=	αραθυμώ
αραθύμησα	=	αραθυμώ
αραθύμησαν	=	αραθυμώ
αραθύμησε	=	αραθυμώ
αραθύμησες	=	αραθυμώ
αραιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιό	adv	σπάνια
αραιέ	adj	κλητική ενικού του αραιός
αραιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιή
αραιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραιός
αραιής	adj	γενική ενικού του αραιή
αραιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραιός
αραιοδομημένα	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένε	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένες	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένη	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένης	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένο	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένοι	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένος	verb	που η δόμησή του είναι αραιή
αραιοδομημένου	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένους	=	αραιοδομημένος
αραιοδομημένων	=	αραιοδομημένος
αραιοκατοικημένα	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένε	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένες	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένη	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένης	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένο	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένοι	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένος	verb	που χαρακτηρίζεται από αραιή κατοίκηση, από χαμηλή αναλογία κατοίκων ανά μονάδα έκτασης γης
αραιοκατοικημένου	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένους	=	αραιοκατοικημένος
αραιοκατοικημένων	=	αραιοκατοικημένος
αραιομέτρου	=	αραιόμετρο
αραιομέτρων	=	αραιόμετρο
αραιομηνορροιών	=	αραιομηνόρροια
αραιομηνόρροια	noun	διαταραχή της εμμήνου ρύσεως που χαρακτηρίζεται από σπάνιες εμμηνορρυσίες, με μεσοδιαστήματα μεταξύ των κύκλων μεγαλύτερα από 35 ημέρες ή με συνολικά λιγότερους από οκτώ κύκλους τον χρόνο, χωρίς όμως πλήρη απουσία τους
αραιομηνόρροιας	=	αραιομηνόρροια
αραιομηνόρροιες	=	αραιομηνόρροια
αραιοτήτων	=	αραιότητα
αραιοφυτεμένα	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένε	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένες	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένη	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένης	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένο	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένοι	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένος	adj	που έχει φυτευτεί αραιά
αραιοφυτεμένου	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένους	=	αραιοφυτεμένος
αραιοφυτεμένων	=	αραιοφυτεμένος
αραιού	adj	γενική ενικού του αραιός
αραιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραιός
αραιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθήκαν	=	αραιώνω
αραιωθήκανε	=	αραιώνω
αραιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αραίωμα
αραιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιωμένο
αραιωμένε	verb	κλητική ενικού του αραιωμένος
αραιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιωμένη
αραιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραιωμένος
αραιωμένης	verb	γενική ενικού του αραιωμένη
αραιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αραιωμένος
αραιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραιωμένος
αραιωμένος	verb	αυτός που έχει αραιωθεί
αραιωμένοςι	=	αραιώνω
αραιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αραιωμένος
αραιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αραιωμένος
αραιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αραιωμένος
αραιωνόμασταν	=	αραιώνω
αραιωνόμαστε	=	αραιώνω
αραιωνόμουν	=	αραιώνω
αραιωνόμουνα	=	αραιώνω
αραιωνόντουσαν	=	αραιώνω
αραιωνόσασταν	=	αραιώνω
αραιωνόσαστε	=	αραιώνω
αραιωνόσουν	=	αραιώνω
αραιωνόσουνα	=	αραιώνω
αραιωνόταν	=	αραιώνω
αραιωνότανε	=	αραιώνω
αραιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιωτικό
αραιωτικέ	adj	κλητική ενικού του αραιωτικός
αραιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιωτική
αραιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραιωτικός
αραιωτικής	adj	γενική ενικού του αραιωτική
αραιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραιωτικός
αραιωτικού	adj	γενική ενικού του αραιωτικός
αραιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραιωτικός
αραιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αραιωτικός
αραιωτικός	adj	αυτός που συντελεί στην αραίωση
αραιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αραιωτικός
αραιό	adj	αιτιατική ενικού του αραιός
αραιόμετρα	=	αραιόμετρο
αραιόμετρο	noun	το ειδικό όργανο με το οποίο μετράμε την πυκνότητα των υγρών τα οποία είναι αραιότερα απ' το νερό.
αραιόμετρου	=	αραιόμετρο
αραιόμετρων	=	αραιόμετρο
αραιός	adj	που παρουσιάζει κενά διαστήματα (για τόπο ή χρόνο)
αραιότατα	=	αραιός
αραιότατε	=	αραιός
αραιότατες	=	αραιός
αραιότατη	=	αραιός
αραιότατης	=	αραιός
αραιότατο	=	αραιός
αραιότατοι	=	αραιός
αραιότατος	=	αραιός
αραιότατου	=	αραιός
αραιότατους	=	αραιός
αραιότατων	=	αραιός
αραιότερα	=	αραιός
αραιότερε	=	αραιός
αραιότερες	=	αραιός
αραιότερη	=	αραιός
αραιότερης	=	αραιός
αραιότερο	=	αραιός
αραιότεροι	=	αραιός
αραιότερος	=	αραιός
αραιότερου	=	αραιός
αραιότερους	=	αραιός
αραιότερων	=	αραιός
αραιότητα	noun	η αραίωση
αραιότητας	noun	γενική ενικού του αραιότητα
αραιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραιότητα
αραιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνομαι
αραιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραίωμα
αραιώματος	noun	γενική ενικού του αραίωμα
αραιών	adj	γενική πληθυντικού του αραιός
αραιώναμε	=	αραιώνω
αραιώναν	=	αραιώνω
αραιώνανε	=	αραιώνω
αραιώνατε	=	αραιώνω
αραιώνει	=	αραιώνω
αραιώνεις	=	αραιώνω
αραιώνεσαι	=	αραιώνω
αραιώνεστε	=	αραιώνω
αραιώνεται	=	αραιώνω
αραιώνετε	=	αραιώνω
αραιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αραιώνω
αραιώνονται	=	αραιώνω
αραιώνονταν	=	αραιώνω
αραιώνοντας	=	αραιώνω
αραιώνουμε	=	αραιώνω
αραιώνουν	=	αραιώνω
αραιώνουνε	=	αραιώνω
αραιώνω	verb	μειώνω την πυκνότητα κάποιου διαλύματος, προσθέτοντας μια άλλη ουσία
αραιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώσαν	=	αραιώνω
αραιώσανε	=	αραιώνω
αραιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραίωση
αραιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αραίωση
αραιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αραίωση
αραιώσου	=	αραιώνω
αραιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αραιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραιώνω
αρακά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρακάς
αρακάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρακάς
αρακάδων	noun	γενική πληθυντικού του αρακάς
αρακάς	noun	το μπιζέλι, πολύσπερμος λοβός με εδώδιμα μικρά, στρογγυλά και πράσινα σπέρματα
αρακόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστό αρακά
αρακόσουπας	noun	γενική ενικού του αρακόσουπα
αρακόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρακόσουπες
αραλίκι	noun	το άνοιγμα, η ρωγμή, η χαραμάδα
αραλίκια	=	αραλίκι
αραλικιού	=	αραλίκι
αραλικιών	=	αραλίκι
αραμαϊκά	noun	αρχαία σημιτική γλώσσα της Συρίας και της Άνω Μεσοποταμίας.
αραμαϊκέ	adj	κλητική ενικού του αβιογενετικός
αραμαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραμαϊκή
αραμαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραμαϊκός
αραμαϊκής	adj	γενική ενικού του αραμαϊκή
αραμαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραμαϊκός
αραμαϊκού	adj	γενική ενικού του αραμαϊκός
αραμαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραμαϊκός
αραμαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αραμαϊκός
αραμαϊκός	adj	σχετικός με τα αραμαϊκά
αραμαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αραμαϊκός
αραμπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αραμπάς
αραμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραμπάς
αραμπάδων	noun	γενική πληθυντικού του αραμπάς
αραμπάς	noun	τετράτροχη άμαξα που τη σέρνουν ζώα
αραμπέσκ	noun	το περίτεχνο, συχνά φυλλόμορφο ή γεωμετρικό διακοσμητικό μοτίβο, εμπνευσμένο από την αραβοϊσλαμική αισθητική	adj	που αφορά κάθε μοτίβο ή σχέδιο που μιμείται ή παραπέμπει στην ισλαμική διακοσμητική τέχνη
αραμπαδάκι	noun	μικρός αραμπάς
αραμπαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραμπαδάκι
αραμπαδακιού	=	αραμπαδάκι
αραμπαδακιών	=	αραμπαδάκι
αραμπαδόξυλα	=	αραμπαδόξυλο
αραμπαδόξυλο	noun|dated	ξύλο το οποίο στηρίζει το κύριο μέρος του αραμπά (άμαξα)
αραμπαδόξυλου	=	αραμπαδόξυλο
αραμπαδόξυλων	=	αραμπαδόξυλο
αραμπατζή	=	αραμπατζής
αραμπατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραμπατζής
αραμπατζήδων	=	αραμπατζής
αραμπατζής	noun	αυτός που οδηγεί αραμπά
αραμπιάτα	noun	πικάντικη ιταλική σάλτσα με βάση την ντομάτα, το σκόρδο και καυτερή πιπεριά, που σερβίρεται κυρίως με ζυμαρικά
αραμπιάτας	=	αραμπιάτα
αραμπιάτες	=	αραμπιάτα
αραμπιάτων	=	αραμπιάτα
αραξοβολήσαμε	=	αραξοβολώ
αραξοβολήσαν	=	αραξοβολώ
αραξοβολήσανε	=	αραξοβολώ
αραξοβολήσατε	=	αραξοβολώ
αραξοβολήσει	=	αραξοβολώ
αραξοβολήστε	=	αραξοβολώ
αραξοβολεί	=	αραξοβολώ
αραξοβολείς	=	αραξοβολώ
αραξοβολείτε	=	αραξοβολώ
αραξοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραξοβολημένο
αραξοβολημένε	verb	κλητική ενικού του αραξοβολημένος
αραξοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραξοβολημένη
αραξοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραξοβολημένος
αραξοβολημένης	verb	γενική ενικού του αραξοβολημένη
αραξοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του αραξοβολημένος
αραξοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραξοβολημένος
αραξοβολημένος	verb	που έχει αραξοβολήσει
αραξοβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αραξοβολημένος
αραξοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αραξοβολημένος
αραξοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αραξοβολημένος
αραξοβολιού	=	αραξοβόλι
αραξοβολιών	=	αραξοβόλι
αραξοβολούμε	=	αραξοβολώ
αραξοβολούν	=	αραξοβολώ
αραξοβολούνε	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσα	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσαμε	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσαν	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσανε	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσατε	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσε	=	αραξοβολώ
αραξοβολούσες	=	αραξοβολώ
αραξοβολώ	verb	αγκυροβολώ
αραξοβολώντας	=	αραξοβολώ
αραξοβόλει	=	αραξοβολώ
αραξοβόλησα	=	αραξοβολώ
αραξοβόλησαν	=	αραξοβολώ
αραξοβόλησε	=	αραξοβολώ
αραξοβόλησες	=	αραξοβολώ
αραξοβόλι	noun|literary	το αγκυροβόλι
αραξοβόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραξοβόλι
αραουκάρια	noun	αειθαλές κωνοφόρο του γένους Araucaria ενδημικό της νότιας Αμερικής και της Αυστραλίας
αραουκάριας	=	αραουκάρια
αραουκάριες	=	αραουκάρια
αραουκαριών	=	αραουκάρια
αραπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αράπης
αραπάκι	noun	μικρός αράπης
αραπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραπάκι
αραπίνα	noun	γυναίκα της μαύρης φυλής
αραπίνας	=	αραπίνα
αραπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραπίνα
αραπίνων	=	αραπίνα
αραπακιού	=	αραπάκι
αραπακιών	=	αραπάκι
αραπιά	noun	αραβικές χώρες
αραπιάς	=	αραπιά
αραπιές	=	αραπιά
αραπισσών	noun	γενική πληθυντικού του αράπισσα
αραπιών	=	αραπιά
αραπλή	=	αραπλής
αραπλήδες	=	αραπλής
αραπλήδων	=	αραπλής
αραπλής	noun	αυτός που είναι μαυριδερός
αραποσίταρα	=	αραποσίταρο
αραποσίταρο	noun	το καλαμπόκι
αραποσίταρου	=	αραποσίταρο
αραποσίταρων	=	αραποσίταρο
αραποσίτι	noun	το καλαμπόκι
αραποσίτια	=	αραποσίτι
αραποσίτινα	=	αραποσίτινος
αραποσίτινε	=	αραποσίτινος
αραποσίτινες	=	αραποσίτινος
αραποσίτινη	=	αραποσίτινος
αραποσίτινης	=	αραποσίτινος
αραποσίτινο	=	αραποσίτινος
αραποσίτινοι	=	αραποσίτινος
αραποσίτινος	adj	αυτός που σχετίζεται με το αραποσίτι ή παρασκευάζεται από αυτό
αραποσίτινου	=	αραποσίτινος
αραποσίτινους	=	αραποσίτινος
αραποσίτινων	=	αραποσίτινος
αραποσιτιά	noun	το φυτό τού αραβόσιτου, η καλαμποκιά
αραποσιτιάς	=	αραποσιτιά
αραποσιτιές	=	αραποσιτιά
αραποσιτιού	=	αραποσίτι
αραποσιτιών	=	αραποσίτι
αραποφάσουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραποφάσουλο
αραποφάσουλο	noun	το αμπελοφάσουλο
αραποφάσουλου	noun	γενική ενικού του αραποφάσουλο
αραποφάσουλων	noun	γενική πληθυντικού του αραποφάσουλο
αραπόσταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραπόσταρο
αραπόσταρο	noun|vulgar	άλλη μορφή του αραποσίταρο
αραπόσταρου	noun	γενική ενικού του αραπόσταρο
αραπόσταρων	noun	γενική πληθυντικού του αραπόσταρο
αραρούτι	noun	θρεπτική τροφή με άμυλο
αρασέ	noun	το άθλημα της άρσης βαρών στο οποίο ο αθλητής σηκώνει το βάρος πάνω από το κεφάλι του με μία μόνο κίνηση
αραχίδα	noun	το φυτό από το οποίο βγαίνουν τα αράπικα φιστίκια (Arachis hypogaea), ποικιλία του λαθουριού
αραχίδας	=	αραχίδα
αραχίδες	=	αραχίδα
αραχίδων	=	αραχίδα
αραχιδέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχιδέλαιο
αραχιδέλαιο	noun	έλαιο που εξάγεται από το φυτό αραχίδα (Arachis hypogaea) ή κοινώς αράπικο φιστίκι
αραχιδέλαιου	noun	γενική ενικού του αραχιδέλαιο
αραχιδέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του αραχιδέλαιο
αραχνάκι	=	αράχνη
αραχνένια	=	αραχνένιος
αραχνένιας	=	αραχνένιος
αραχνένιε	=	αραχνένιος
αραχνένιες	=	αραχνένιος
αραχνένιο	=	αραχνένιος
αραχνένιοι	=	αραχνένιος
αραχνένιος	adj	άλλη μορφή του αραχνοειδής
αραχνένιου	=	αραχνένιος
αραχνένιους	=	αραχνένιος
αραχνένιων	=	αραχνένιος
αραχνίτσα	=	αράχνη
αραχνιά	noun	ο ιστός που φτιάχνει η αράχνη
αραχνιάζαμε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζαν	=	αραχνιάζω
αραχνιάζανε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζατε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αραχνιάζω
αραχνιάζεις	=	αραχνιάζω
αραχνιάζετε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζομε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζοντας	=	αραχνιάζω
αραχνιάζουμε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζουν	=	αραχνιάζω
αραχνιάζουνε	=	αραχνιάζω
αραχνιάζω	verb	σκεπάζομαι από ιστούς αράχνης
αραχνιάς	=	αραχνιά
αραχνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσαν	=	αραχνιάζω
αραχνιάσανε	=	αραχνιάζω
αραχνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσομε	=	αραχνιάζω
αραχνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσουνε	=	αραχνιάζω
αραχνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αραχνιάζω
αραχνιές	=	αραχνιά
αραχνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχνιασμένο
αραχνιασμένε	verb	κλητική ενικού του αραχνιασμένος
αραχνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχνιασμένη
αραχνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραχνιασμένος
αραχνιασμένης	verb	γενική ενικού του αραχνιασμένη
αραχνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αραχνιασμένος
αραχνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραχνιασμένος
αραχνιασμένος	verb	μη προσαρμοσμένος στη σύγχρονη εποχή
αραχνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αραχνιασμένος
αραχνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αραχνιασμένος
αραχνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αραχνιασμένος
αραχνιών	=	αραχνιά
αραχνοΰφαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχνοΰφαντο
αραχνοΰφαντε	adj	κλητική ενικού του αραχνοΰφαντος
αραχνοΰφαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχνοΰφαντη
αραχνοΰφαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραχνοΰφαντος
αραχνοΰφαντης	adj	γενική ενικού του αραχνοΰφαντη
αραχνοΰφαντο	adj	αιτιατική ενικού του αραχνοΰφαντος
αραχνοΰφαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραχνοΰφαντος
αραχνοΰφαντος	adj	υφασμένος με πολύ λεπτό νήμα
αραχνοΰφαντου	adj	γενική ενικού του αραχνοΰφαντος
αραχνοΰφαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραχνοΰφαντος
αραχνοΰφαντων	adj	γενική πληθυντικού του αραχνοΰφαντος
αραχνοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αραχνοειδής
αραχνοειδή	noun	ομάδα αρθρόποδων χωρίς φτερά και κεραίες, με χαρακτηριστικά εξαρτήματα για σύλληψη ή διάτρηση της λείας, που περιλαμβάνει τις αράχνες, τους σκορπιούς, τα ακάρεα και τους κρότωνες
αραχνοειδής	adj	που αφορά κάτι εξαιρετικά λεπτό, διάφανο ή εύθραυστο, που θυμίζει ιστό αράχνης στην υφή ή την όψη
αραχνοειδείς	=	αραχνοειδής
αραχνοειδούς	=	αραχνοειδής
αραχνοειδών	=	αραχνοειδής
αραχνοκέντητα	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητε	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητες	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητη	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητης	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητο	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητοι	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητος	adj	αυτός που είναι κεντημένος με λεπτές κλωστές σαν από αράχνης
αραχνοκέντητου	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητους	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκέντητων	=	αραχνοκέντητος
αραχνοκεντημένα	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένε	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένες	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένη	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένης	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένο	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένοι	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένος	verb	{αυτός που είναι κεντημένος ή πλεγμένος σαν τον ιστό της αράχνης, ο αραχνοΰφαντος}
αραχνοκεντημένου	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένους	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοκεντημένων	=	αραχνοκεντημένος
αραχνοφοβία	noun	φοβία για τις αράχνες
αραχνοφοβίας	=	αραχνοφοβία
αραχνοφοβίες	=	αραχνοφοβία
αραχνοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχνοφοβικό
αραχνοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αραχνοφοβική
αραχνοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβικής	adj	γενική ενικού του αραχνοφοβική
αραχνοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβικού	adj	γενική ενικού του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβικός	adj	που έχει φοβία για τις αράχνες
αραχνοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του αραχνοφοβικός
αραχνοφοβιών	=	αραχνοφοβία
αραχνούλα	=	αράχνη
αραχνωδών	=	αραχνώδης
αραχνώδεις	=	αραχνώδης
αραχνώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αραχνώδης
αραχνώδη	=	αραχνώδης
αραχνώδης	adj	που μοιάζει με ιστό αράχνης
αραχνώδους	=	αραχνώδης
αραχνών	noun	γενική πληθυντικού του αράχνη
αραχοβίτικα	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικε	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικες	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικη	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικης	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικο	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικοι	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικος	adj	ο σχετικός με την Αράχοβα ή τους κατοίκους της
αραχοβίτικου	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικους	=	αραχοβίτικος
αραχοβίτικων	=	αραχοβίτικος
αραχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αραχτός	adv	με αραχτό τρόπο, αράζοντας
αραχτέ	=	αραχτός
αραχτές	=	αραχτός
αραχτή	=	αραχτός
αραχτής	=	αραχτός
αραχτοί	=	αραχτός
αραχτού	=	αραχτός
αραχτούς	=	αραχτός
αραχτό	=	αραχτός
αραχτός	adj	που αράζει, που κάθεται ξέγνοιαστος κι ανέμελος
αραχτών	=	αραχτός
αραχωβίτικα	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικε	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικες	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικη	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικης	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικο	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικοι	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικος	adj	άλλη γραφή του αραχοβίτικος
αραχωβίτικου	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικους	=	αραχωβίτικος
αραχωβίτικων	=	αραχωβίτικος
αρβάλι	noun	λαβή σε μεταλλικά σκεύη (π.χ. καζάνια, λέβητες, κατσαρόλες κ.ά)
αρβάλια	=	αρβάλι
αρβαλίζω	verb	κάνω θόρυβο χτυπώντας τις χειρολαβές μεταλλικών σκευών
αρβαλιού	=	αρβάλι
αρβαλιών	=	αρβάλι
αρβανίτικα	noun	ποικιλία της αλβανικής γλώσσας όπως μιλιέται από τους Αρβανίτες της Ελλάδας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβανίτικο
αρβανίτικε	adj	κλητική ενικού του αρβανίτικος
αρβανίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβανίτικη
αρβανίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρβανίτικος
αρβανίτικης	adj	γενική ενικού του αρβανίτικη
αρβανίτικια	=	αρβανίτικος
αρβανίτικιας	=	αρβανίτικος
αρβανίτικο	adj	αιτιατική ενικού του αρβανίτικος
αρβανίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρβανίτικος
αρβανίτικος	adj|dated	που αναφέρεται στους Αλβανούς ή σχετίζεται με αυτούς
αρβανίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρβανίτικος
αρβανίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρβανίτικος
αρβανίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρβανίτικος
αρβανιτιά	noun	το σύνολο των Αρβανιτών, οι Αρβανίτες
αρβανιτιάς	=	αρβανιτιά
αρβανιτιές	=	αρβανιτιά
αρβανιτιών	=	αρβανιτιά
αρβανιτοβλάχικα	noun	η διάλεκτος ή το ιδίωμα των αρβανιτόβλαχων
αρβανιτοβλάχικε	adj	κλητική ενικού του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβανιτοβλάχικη
αρβανιτοβλάχικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχικης	adj	γενική ενικού του αρβανιτοβλάχικη
αρβανιτοβλάχικο	adj	αιτιατική ενικού του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχικος	adj	που έχει σχέση με τους αρβανιτόβλαχους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς.
αρβανιτοβλάχικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλάχου	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτοβλάχους	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτοβλάχων	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτοβλαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβανιτοβλαχικό
αρβανιτοβλαχικέ	adj	κλητική ενικού του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοβλαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβανιτοβλαχική
αρβανιτοβλαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοβλαχικής	adj	γενική ενικού του αρβανιτοβλαχική
αρβανιτοβλαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοβλαχικού	adj	γενική ενικού του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοβλαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοβλαχικό	adj	αιτιατική ενικού του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοβλαχικός	adj	άλλη μορφή του αρβανιτοβλάχικος
αρβανιτοβλαχικών	adj	γενική πληθυντικού του αρβανιτοβλαχικός
αρβανιτοχωριού	=	αρβανιτοχώρι
αρβανιτοχωριών	=	αρβανιτοχώρι
αρβανιτοχώρι	noun	το χωριό που κατοικείται από Αρβανίτες
αρβανιτοχώρια	=	αρβανιτοχώρι
αρβανιτόβλαχα	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόβλαχε	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόβλαχο	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόβλαχοι	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόβλαχος	noun	βλαχόφωνος Έλληνας, του οποίου οι πρόγονοι κατάγονταν από την Βόρεια Ήπειρο
αρβανιτόβλαχου	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόβλαχους	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόβλαχων	=	αρβανιτόβλαχος
αρβανιτόφωνα	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνε	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνες	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνη	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνης	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνο	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνοι	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνος	adj	που μιλάει αρβανίτικα
αρβανιτόφωνου	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνους	=	αρβανιτόφωνος
αρβανιτόφωνων	=	αρβανιτόφωνος
αρβαντοβλάχικα	noun	άλλη μορφή του αρβανιτοβλάχικα
αρβαντοβλάχικε	adj	κλητική ενικού του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβαντοβλάχικη
αρβαντοβλάχικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχικης	adj	γενική ενικού του αρβαντοβλάχικη
αρβαντοβλάχικο	adj	αιτιατική ενικού του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχικος	adj	άλλη μορφή του αρβανιτοβλάχικος
αρβαντοβλάχικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρβαντοβλάχικος
αρβαντοβλάχου	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντοβλάχους	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντοβλάχων	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχα	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχε	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχο	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχοι	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχος	noun	άλλη μορφή του αρβανιτόβλαχος
αρβαντόβλαχου	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχους	=	αρβαντόβλαχος
αρβαντόβλαχων	=	αρβαντόβλαχος
αρβυλά	=	αρβυλάς
αρβυλάδες	=	αρβυλάς
αρβυλάδικα	=	αρβυλάδικο
αρβυλάδικο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής αρβυλών
αρβυλάδικου	=	αρβυλάδικο
αρβυλάδικων	=	αρβυλάδικο
αρβυλάδων	=	αρβυλάς
αρβυλάς	noun	ο κατασκευαστής αρβυλών
αρβυλοποιέ	=	αρβυλοποιός
αρβυλοποιοί	=	αρβυλοποιός
αρβυλοποιού	=	αρβυλοποιός
αρβυλοποιούς	=	αρβυλοποιός
αρβυλοποιό	=	αρβυλοποιός
αρβυλοποιός	noun	ο κατασκευαστής αρβυλών
αρβυλοποιών	=	αρβυλοποιός
αρβυλών	noun	γενική πληθυντικού του αρβύλα
αρβυλώνω	verb|rare	προμηθεύω σε κάποιον αρβύλες
αρβύκων	=	άρβυκας
αρβύλα	noun	στρατιωτική μπότα
αρβύλας	noun	γενική ενικού του αρβύλα
αρβύλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρβύλα
αργά	adv	σε προχωρημένη ώρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργό
αργάζομαι	=	αργάζω
αργάζω	verb	κατεργάζομαι δέρματα
αργάμιση	adv	σχετικά αργά ή καθυστερημένα
αργάμισι	adv	σχετικά αργά ή καθυστερημένα
αργάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάσματα	=	άργασμα
αργάσματος	=	άργασμα
αργάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάστηκα	=	αργάζω
αργάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργάζω
αργάτες	=	αργάτης
αργάτη	=	αργάτης
αργάτης	noun|literary	ο εργάτης
αργέ	adj	κλητική ενικού του αργός
αργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργή
αργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργός
αργής	adj	γενική ενικού του αργή
αργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσαν	=	αργώ
αργήσανε	=	αργώ
αργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσουνε	=	αργώ
αργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργώ
αργία	noun	ο χρόνος κατά τον οποίο διακόπτεται η εργασία κυρίως εξαιτίας κάποιας γιορτής ή ενός σημαντικού γεγονότος
αργίας	=	αργία
αργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργία
αργίλια	=	αργίλιο
αργίλιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 13 και χημικό σύμβολο το Al, συνήθως αναφερόμενο ως αλουμίνιο
αργίλιου	=	αργίλιο
αργίλου	noun	γενική ενικού του άργιλος
αργίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άργιλος
αργίλων	noun	γενική πληθυντικού του άργιλος
αργίτες	=	αργίτης
αργίτη	=	αργίτης
αργίτης	adj	άλλη μορφή του αργείτικος
αργίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργίτικο
αργίτικε	adj	κλητική ενικού του αργίτικος
αργίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργίτικη
αργίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργίτικος
αργίτικης	adj	γενική ενικού του αργίτικη
αργίτικο	adj	αιτιατική ενικού του αργίτικος
αργίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργίτικος
αργίτικος	adj	άλλη μορφή του αργείτικος
αργίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργίτικος
αργίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργίτικος
αργίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργίτικος
αργίτισσα	=	αργίτης
αργαλειά	=	αργαλειός
αργαλειέ	noun	κλητική ενικού του αργαλειός
αργαλειοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργαλειός
αργαλειού	noun	γενική ενικού του αργαλειός
αργαλειούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αργαλειός
αργαλειό	=	αργαλειός
αργαλειός	noun	η μηχανή που χρησιμοποιείται για την ύφανση προϊόντων
αργαλειών	noun	γενική πληθυντικού του αργαλειός
αργαντινή	noun	εσπέρα
αργαντινες	=	αργαντινή
αργαντινη	=	αργαντινή
αργαντινης	=	αργαντινή
αργαντινών	=	αργαντινή
αργαποχαιρετώ	verb|literary	αποχαιρετώ με αργό τρόπο, μου παίρνει ώρα να αποχαιρετήσω
αργασμάτων	=	άργασμα
αργασμένα	=	αργασμένος
αργασμένε	=	αργασμένος
αργασμένες	=	αργασμένος
αργασμένη	=	αργασμένος
αργασμένης	=	αργασμένος
αργασμένο	=	αργασμένος
αργασμένοι	=	αργασμένος
αργασμένος	verb	σημασίες του εργάζω
αργασμένου	=	αργασμένος
αργασμένους	=	αργασμένος
αργασμένων	=	αργασμένος
αργαστήρι	noun	το εργαστήρι
αργαστήρια	=	αργαστήρι
αργαστηριού	=	αργαστήρι
αργαστηριών	=	αργαστήρι
αργατιά	noun	ομάδα εργατών που ασχολούνται με τις ίδιες εργασίες
αργατιάς	=	αργατιά
αργατιές	=	αργατιά
αργατιών	=	αργατιά
αργατών	=	αργάτης
αργεί	=	αργώ
αργεία	=	αργείος
αργείας	=	αργείος
αργείε	=	αργείος
αργείες	=	αργείος
αργείη	=	αργείος
αργείο	=	αργείος
αργείοι	=	αργείος
αργείος	adj|formal	άλλη μορφή του αργείτικος
αργείου	=	αργείος
αργείους	=	αργείος
αργείς	=	αργώ
αργείτε	=	αργώ
αργείτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργείτικο
αργείτικε	adj	κλητική ενικού του αργείτικος
αργείτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργείτικη
αργείτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργείτικος
αργείτικης	adj	γενική ενικού του αργείτικη
αργείτικο	adj	αιτιατική ενικού του αργείτικος
αργείτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργείτικος
αργείτικος	adj	που έχει σχέση με το Άργος, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
αργείτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργείτικος
αργείτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργείτικος
αργείτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργείτικος
αργείων	=	αργείος
αργεντίνικα	=	αργεντίνικος
αργεντίνικε	=	αργεντίνικος
αργεντίνικες	=	αργεντίνικος
αργεντίνικη	=	αργεντίνικος
αργεντίνικης	=	αργεντίνικος
αργεντίνικο	=	αργεντίνικος
αργεντίνικοι	=	αργεντίνικος
αργεντίνικος	adj	σχετικός με την Αργεντινή ή τους Αργεντινούς, ο αργεντινός
αργεντίνικου	=	αργεντίνικος
αργεντίνικους	=	αργεντίνικος
αργεντίνικων	=	αργεντίνικος
αργεντίνος	=	αργεντινός
αργεντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργεντινό, ουδέτερο του αργεντινός
αργεντινέ	adj	κλητική ενικού του αργεντινός
αργεντινέζικα	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικε	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικες	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικη	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικης	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικο	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικοι	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικος	adj	άλλη μορφή του αργεντινός
αργεντινέζικου	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικους	=	αργεντινέζικος
αργεντινέζικων	=	αργεντινέζικος
αργεντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργεντινή, θηλυκό του αργεντινός
αργεντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργεντινός
αργεντινής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αργεντινός
αργεντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργεντινός
αργεντινού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλός
αργεντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργεντινός
αργεντινό	adj	αιτιατική ενικού του αργεντινός
αργεντινός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στην Αργεντινή ή τους Αργεντινούς
αργεντινών	adj	γενική πληθυντικού του αργεντινός
αργιθεάτες	=	αργιθεάτης
αργιθεάτη	=	αργιθεάτης
αργιθεάτης	noun	που κατάγεται από την Αργιθέα ή κατοικεί εκεί
αργιθεάτικα	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικε	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικες	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικη	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικης	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικο	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικοι	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικος	adj	ο σχετικός με την Αργιθέα ή τους κατοίκους της
αργιθεάτικου	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικους	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτικων	=	αργιθεάτικος
αργιθεάτισσα	=	αργιθεάτης
αργιθεατών	=	αργιθεάτης
αργιλάσβεστε	=	αργιλάσβεστος
αργιλάσβεστο	=	αργιλάσβεστος
αργιλάσβεστοι	=	αργιλάσβεστος
αργιλάσβεστος	noun	ασβεστολιθικό πέτρωμα
αργιλάσβεστου	=	αργιλάσβεστος
αργιλάσβεστους	=	αργιλάσβεστος
αργιλάσβεστων	=	αργιλάσβεστος
αργιλέ	=	αργιλές
αργιλέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργιλές
αργιλέδων	=	αργιλές
αργιλές	noun	άλλη μορφή του ναργιλές
αργιλίου	noun	γενική ενικού του αργίλιο
αργιλίων	=	αργίλιο
αργιλασβέστου	=	αργιλάσβεστος
αργιλασβέστους	=	αργιλάσβεστος
αργιλασβέστων	=	αργιλάσβεστος
αργιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργιλικό
αργιλικέ	adj	κλητική ενικού του αργιλικός
αργιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργιλική
αργιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργιλικός
αργιλικής	adj	γενική ενικού του αργιλική
αργιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργιλικός
αργιλικού	adj	γενική ενικού του αργιλικός
αργιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργιλικός
αργιλικό	adj	αιτιατική ενικού του αργιλικός
αργιλικός	adj	που περιέχει άργιλο
αργιλικών	adj	γενική πληθυντικού του αργιλικός
αργιλοθερμία	noun	μεταλλουργική μέθοδος συγκόλλησης ή τήξης μετάλλων με χρήση θερμότητας που παράγεται από την έντονη εξώθερμη αντίδραση αλουμινίου με οξείδια άλλων μετάλλων
αργιλοθερμίας	=	αργιλοθερμία
αργιλοθερμίες	=	αργιλοθερμία
αργιλοθερμικά	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικέ	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικές	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμική	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικής	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικοί	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικού	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικούς	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικό	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμικός	adj	που έχει σχέση με την αργιλοθερμία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αργιλοθερμικών	=	αργιλοθερμικός
αργιλοθερμιών	=	αργιλοθερμία
αργιλοπλαστικές	=	αργιλοπλαστική
αργιλοπλαστική	noun	η κατασκευή αγγείων από άργιλο
αργιλοπλαστικής	=	αργιλοπλαστική
αργιλοπλαστικών	=	αργιλοπλαστική
αργιλοπυριτικά	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικέ	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικές	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτική	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικής	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικοί	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικού	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικούς	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικό	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοπυριτικός	adj	που αποτελείται κυρίως από πηλώδη υλικά και πυριτικές ενώσεις, συχνά χρησιμοποιούμενος για κεραμικά ή πυρίμαχα προϊόντα
αργιλοπυριτικών	=	αργιλοπυριτικός
αργιλοχωμάτων	=	αργιλόχωμα
αργιλοχώματα	=	αργιλόχωμα
αργιλοχώματος	=	αργιλόχωμα
αργιλούχα	=	αργιλούχος
αργιλούχας	=	αργιλούχος
αργιλούχε	=	αργιλούχος
αργιλούχες	=	αργιλούχος
αργιλούχο	=	αργιλούχος
αργιλούχοι	=	αργιλούχος
αργιλούχος	adj	που περιέχει άργιλο
αργιλούχου	=	αργιλούχος
αργιλούχους	=	αργιλούχος
αργιλούχων	=	αργιλούχος
αργιλωδών	=	αργιλώδης
αργιλόχωμα	noun	χώμα που περιέχει άργιλο
αργιλώδεις	=	αργιλώδης
αργιλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αργιλώδης
αργιλώδη	=	αργιλώδης
αργιλώδης	adj	όμοιος με άργιλο
αργιλώδους	=	αργιλώδης
αργιλώδων	=	αργιλώδης
αργινίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
αργινίνης	=	αργινίνη
αργιολόγου	=	αργιόλογο
αργιολόγων	=	αργιόλογο
αργιολόι	noun	κόσκινο που χωρίζει την ήρα από το στάρι
αργιτών	=	αργίτης
αργιόλογα	=	αργιόλογο
αργιόλογο	noun	κόσκινο που χωρίζει την αίρα (ή ήρα) από το στάρι
αργιόλογου	=	αργιόλογο
αργιών	noun	γενική πληθυντικού του αργία
αργκοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργκοτικό
αργκοτικέ	adj	κλητική ενικού του αργκοτικός
αργκοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργκοτική
αργκοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργκοτικός
αργκοτικής	adj	γενική ενικού του αργκοτική
αργκοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργκοτικός
αργκοτικού	adj	γενική ενικού του αργκοτικός
αργκοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργκοτικός
αργκοτικό	adj	αιτιατική ενικού του αργκοτικός
αργκοτικός	adj	που έχει σχέση με την αργκό ή αναφέρεται σ' αυτή
αργκοτικών	adj	γενική πληθυντικού του αργκοτικός
αργκό	noun	συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιείται από άτομα του υπόκοσμου
αργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργός
αργοκίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκίνητα	adv	με αργές κινήσεις, σταδιακά, σιγά σιγά
αργοκίνητε	=	αργοκίνητος
αργοκίνητες	=	αργοκίνητος
αργοκίνητη	=	αργοκίνητος
αργοκίνητης	=	αργοκίνητος
αργοκίνητο	=	αργοκίνητος
αργοκίνητοι	=	αργοκίνητος
αργοκίνητος	adj	ο δυσκίνητος
αργοκίνητου	=	αργοκίνητος
αργοκίνητους	=	αργοκίνητος
αργοκίνητων	=	αργοκίνητος
αργοκινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοκινώ
αργοκινώ	verb	μετακινώ κάτι αργά
αργοκινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αργοκινάω / αργοκινώ
αργοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι αργά το βράδυ
αργοκυλά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αργοκυλώ
αργοκυλάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αργοκυλώ
αργοκυλάμε	=	αργοκυλώ
αργοκυλάν	=	αργοκυλώ
αργοκυλάνε	=	αργοκυλώ
αργοκυλάς	=	αργοκυλώ
αργοκυλάτε	=	αργοκυλώ
αργοκυλάω	=	αργοκυλώ
αργοκυλήσαμε	=	αργοκυλώ
αργοκυλήσαν	=	αργοκυλώ
αργοκυλήσανε	=	αργοκυλώ
αργοκυλήσατε	=	αργοκυλώ
αργοκυλήσει	=	αργοκυλώ
αργοκυλήστε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούμε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούν	=	αργοκυλώ
αργοκυλούνε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσα	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσαμε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσαν	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσανε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσατε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσε	=	αργοκυλώ
αργοκυλούσες	=	αργοκυλώ
αργοκυλώ	verb	κυλώ αργά
αργοκυλώντας	=	αργοκυλώ
αργοκύλα	=	αργοκυλώ
αργοκύλαγε	=	αργοκυλώ
αργοκύλησα	=	αργοκυλώ
αργοκύλησαν	=	αργοκυλώ
αργοκύλησε	=	αργοκυλώ
αργοκύλησες	=	αργοκυλώ
αργοκύλητα	=	αργοκύλητος
αργοκύλητε	=	αργοκύλητος
αργοκύλητες	=	αργοκύλητος
αργοκύλητη	=	αργοκύλητος
αργοκύλητης	=	αργοκύλητος
αργοκύλητο	=	αργοκύλητος
αργοκύλητοι	=	αργοκύλητος
αργοκύλητος	adj	που αργοκυλά
αργοκύλητου	=	αργοκύλητος
αργοκύλητους	=	αργοκύλητος
αργοκύλητων	=	αργοκύλητος
αργοκύλιστα	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστε	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστες	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστη	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστης	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστο	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστοι	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστος	adj	που αργοκυλά
αργοκύλιστου	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστους	=	αργοκύλιστος
αργοκύλιστων	=	αργοκύλιστος
αργολιθοδομές	=	αργολιθοδομή
αργολιθοδομή	noun	τοιχοποιία κατασκευασμένη με ακατέργαστες ή ημιεπεξεργασμένες πέτρες, συνδεμένες με κονίαμα
αργολιθοδομής	=	αργολιθοδομή
αργολιθοδομών	=	αργολιθοδομή
αργολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργολικό
αργολικέ	adj	κλητική ενικού του αργολικός
αργολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργολική
αργολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργολικός
αργολικής	adj	γενική ενικού του αργολική
αργολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργολικός
αργολικού	adj	γενική ενικού του αργολικός
αργολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργολικός
αργολικό	adj	αιτιατική ενικού του αργολικός
αργολικός	adj	ο σχετικός με την Αργολίδα
αργολικών	adj	γενική πληθυντικού του αργολικός
αργολογήσαμε	=	αργολογώ
αργολογήσαν	=	αργολογώ
αργολογήσανε	=	αργολογώ
αργολογήσατε	=	αργολογώ
αργολογήσει	=	αργολογώ
αργολογήστε	=	αργολογώ
αργολογεί	=	αργολογώ
αργολογείς	=	αργολογώ
αργολογείτε	=	αργολογώ
αργολογούμε	=	αργολογώ
αργολογούν	=	αργολογώ
αργολογούνε	=	αργολογώ
αργολογούσα	=	αργολογώ
αργολογούσαμε	=	αργολογώ
αργολογούσαν	=	αργολογώ
αργολογούσανε	=	αργολογώ
αργολογούσατε	=	αργολογώ
αργολογούσε	=	αργολογώ
αργολογούσες	=	αργολογώ
αργολογώ	verb	αερολογώ, φλυαρώ
αργολογώντας	=	αργολογώ
αργολόγει	=	αργολογώ
αργολόγησα	=	αργολογώ
αργολόγησαν	=	αργολογώ
αργολόγησε	=	αργολογώ
αργολόγησες	=	αργολογώ
αργομισθία	noun	η κατοχή μιας θέσης που συνεπάγεται μισθό αλλά δεν απαιτεί την πραγματική προσφορά εργασίας
αργομισθίας	noun	γενική ενικού του αργομισθία
αργομισθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργομισθία
αργομισθιών	noun	γενική πληθυντικού του αργομισθία
αργοναυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοναυτικό
αργοναυτικέ	adj	κλητική ενικού του αργοναυτικός
αργοναυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοναυτική
αργοναυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργοναυτικός
αργοναυτικής	adj	γενική ενικού του αργοναυτική
αργοναυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργοναυτικός
αργοναυτικού	adj	γενική ενικού του αργοναυτικός
αργοναυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργοναυτικός
αργοναυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αργοναυτικός
αργοναυτικός	adj	ο σχετικός με τους Αργοναύτες
αργοναυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αργοναυτικός
αργοξυπνά	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάει	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάμε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάν	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάνε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάς	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάτε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνάω	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνήσαμε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνήσαν	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνήσανε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνήσατε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνήσει	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνήστε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοξυπνημένο
αργοξυπνημένε	verb	κλητική ενικού του αργοξυπνημένος
αργοξυπνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοξυπνημένη
αργοξυπνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργοξυπνημένος
αργοξυπνημένης	verb	γενική ενικού του αργοξυπνημένη
αργοξυπνημένο	verb	αιτιατική ενικού του αργοξυπνημένος
αργοξυπνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργοξυπνημένος
αργοξυπνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αργοξυπνώ
αργοξυπνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργοξυπνημένος
αργοξυπνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αργοξυπνημένος
αργοξυπνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργοξυπνημένος
αργοξυπνούμε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούν	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούνε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσα	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσαμε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσαν	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσανε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσατε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσε	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνούσες	=	αργοξυπνώ
αργοξυπνώ	verb	ξυπνάω αργά
αργοξυπνώντας	=	αργοξυπνώ
αργοξύπνα	=	αργοξυπνώ
αργοξύπναγε	=	αργοξυπνώ
αργοξύπνησα	=	αργοξυπνώ
αργοξύπνησαν	=	αργοξυπνώ
αργοξύπνησε	=	αργοξυπνώ
αργοξύπνησες	=	αργοξυπνώ
αργοξύπνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοξύπνητο
αργοξύπνητε	adj	κλητική ενικού του αργοξύπνητος
αργοξύπνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοξύπνητη
αργοξύπνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργοξύπνητος
αργοξύπνητης	adj	γενική ενικού του αργοξύπνητη
αργοξύπνητο	adj	αιτιατική ενικού του αργοξύπνητος
αργοξύπνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργοξύπνητος
αργοξύπνητος	adj	ο αργοξυπνημένος
αργοξύπνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργοξύπνητος
αργοξύπνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργοξύπνητος
αργοξύπνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργοξύπνητος
αργοπεθαίνω	verb	πεθαίνω αργά–αργά ή σιγά–σιγά
αργοπορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπορία	noun	η καθυστέρηση
αργοπορίας	noun	γενική ενικού του αργοπορία
αργοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοπορία
αργοπορημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοπορημένο
αργοπορημένε	adj	κλητική ενικού του αργοπορημένος
αργοπορημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοπορημένη
αργοπορημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργοπορημένος
αργοπορημένης	adj	γενική ενικού του αργοπορημένη
αργοπορημένο	adj	αιτιατική ενικού του αργοπορημένος
αργοπορημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργοπορημένος
αργοπορημένος	verb	αυτός που έχει καθυστερήσει
αργοπορημένου	verb	γενική ενικού του αργοπορημένος
αργοπορημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργοπορημένος
αργοπορημένων	adj	γενική πληθυντικού του αργοπορημένος
αργοποριών	noun	γενική πληθυντικού του αργοπορία
αργοπορώ	verb	φτάνω κάπου με καθυστέρηση
αργοπόρημα	noun|rare	το αποτέλεσμα του αργοπορώ
αργοπόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοπορώ
αργοπόρηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αργοπορώ
αργοσάλευα	=	αργοσαλεύω
αργοσάλευαν	=	αργοσαλεύω
αργοσάλευε	=	αργοσαλεύω
αργοσάλευες	=	αργοσαλεύω
αργοσάλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αργοσάλευτος	adv	με αργοσάλευτο τρόπο
αργοσάλευτε	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτες	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτη	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτης	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτο	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτοι	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτος	adj	που αργοσαλεύει
αργοσάλευτου	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτους	=	αργοσάλευτος
αργοσάλευτων	=	αργοσάλευτος
αργοσάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψαν	=	αργοσαλεύω
αργοσαλέψανε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψομε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψουνε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσαλεύω
αργοσαλεύαμε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύαν	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύανε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύατε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αργοσαλεύω
αργοσαλεύεις	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύετε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύομε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύοντας	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύουμε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύουν	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύουνε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύτε	=	αργοσαλεύω
αργοσαλεύω	verb|literary	κινούμαι αργά
αργοσβήνομαι	=	αργοσβήνω
αργοσβήνω	verb	σβήνω αργά-αργά, σιγά-σιγά
αργοσβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργοσβηέμαι	=	αργοσβήνω
αργοσβησμένος	=	αργοσβήνω
αργοσχολία	noun|rare	η ιδιότητα του αργόσχολου
αργοσχολίας	noun	γενική ενικού του αργοσχολία
αργοσχολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοσχολία
αργοσχολιών	noun	γενική πληθυντικού του αργοσχολία
αργοσχόλως	adv|dated	άλλη μορφή του αργόσχολα, με αργόσχολο τρόπο, με αργοσχολία
αργοτάξιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοτάξιδο
αργοτάξιδε	adj	κλητική ενικού του αργοτάξιδος
αργοτάξιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργοτάξιδη
αργοτάξιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργοτάξιδος
αργοτάξιδης	adj	γενική ενικού του αργοτάξιδη
αργοτάξιδο	adj	αιτιατική ενικού του αργοτάξιδος
αργοτάξιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργοτάξιδος
αργοτάξιδος	adj	που ταξιδεύει αργά (ενίοτε για μεγαλύτερη απόλαυση του ταξιδιού)
αργοτάξιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργοτάξιδος
αργοτάξιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργοτάξιδος
αργοτάξιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργοτάξιδος
αργοταξίδευα	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδευαν	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδευε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδευες	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδεψα	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδεψαν	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδεψε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξίδεψες	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδέψαμε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδέψαν	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδέψανε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδέψατε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδέψει	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδέψτε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύαμε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύαν	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύανε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύατε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύει	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύεις	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύετε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύοντας	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύουμε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύουν	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύουνε	=	αργοταξιδεύω
αργοταξιδεύω	verb	ταξιδεύω αργά (ενίοτε για μεγαλύτερη απόλαυση του ταξιδιού)
αργουλιέμαι	verb|dated	ωρύομαι, ουρλιάζω
αργουσών	verb|archaic	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αργών
αργοχιονίσματα	=	αργοχιόνισμα
αργοχιονίσματος	=	αργοχιόνισμα
αργοχιονισμάτων	=	αργοχιόνισμα
αργοχιόνισμα	noun|literary	χιονόπτωση που πραγματοποείται με αργό ρυθμό
αργού	adj	γενική ενικού του αργός
αργούμε	=	αργώ
αργούν	=	αργώ
αργούνε	=	αργώ
αργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργός
αργούσα	=	αργώ
αργούσαμε	=	αργώ
αργούσαν	=	αργώ
αργούσανε	=	αργώ
αργούσατε	=	αργώ
αργούσε	=	αργώ
αργούσες	=	αργώ
αργούτσικα	adv	κάπως αργά
αργούτσικε	adj	κλητική ενικού του αργούτσικος
αργούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργούτσικη
αργούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργούτσικος
αργούτσικης	adj	γενική ενικού του αργούτσικη
αργούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του αργούτσικος
αργούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργούτσικος
αργούτσικος	adj	ο λίγο αργός
αργούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργούτσικος
αργούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργούτσικος
αργούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργούτσικος
αργυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυρό	noun|rare	τα ασημικά
αργυρέ	adj	κλητική ενικού του αργυρός
αργυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυρή
αργυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αργυρή) του αργυρός
αργυρής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αργυρή) του αργυρός
αργυρίου	noun	γενική ενικού του αργύριο
αργυρίων	noun	γενική πληθυντικού του αργύριο
αργυραμοιβέ	noun	κλητική ενικού του αργυραμοιβός
αργυραμοιβία	noun	η (επαγγελματική) ενασχόληση ή δραστηριότητα ενός αργυραμοιβού
αργυραμοιβίας	=	αργυραμοιβία
αργυραμοιβίες	=	αργυραμοιβία
αργυραμοιβιών	=	αργυραμοιβία
αργυραμοιβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργυραμοιβός
αργυραμοιβού	noun	γενική ενικού του αργυραμοιβός
αργυραμοιβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αργυραμοιβός
αργυραμοιβό	noun	αιτιατική ενικού του αργυραμοιβός
αργυραμοιβός	noun|dated	o ανταλλάκτης νομισμάτων, ξένου σε εγχώριο ή αντιστρόφως, με αμοιβή του την διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του νομίσματος (προμήθεια)
αργυραμοιβών	noun	γενική πληθυντικού του αργυραμοιβός
αργυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργυρός
αργυρογλάρονα	=	αργυρογλάρονο
αργυρογλάρονο	noun	είδος γλαρονιού
αργυρογλάρονου	=	αργυρογλάρονο
αργυρογλάρονων	=	αργυρογλάρονο
αργυρογλυπτικές	=	αργυρογλυπτική
αργυρογλυπτική	noun	γλυπτική με βασικό υλικό τον άργυρο, το ασήμι
αργυρογλυπτικής	=	αργυρογλυπτική
αργυρογλυπτικών	=	αργυρογλυπτική
αργυροεπίχρυσα	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσε	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσες	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυση	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσης	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσο	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσοι	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσος	adj	που έχει φτιαχτεί από ασήμι και έχει επιχρυσωθεί
αργυροεπίχρυσου	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσους	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροεπίχρυσων	=	αργυροεπίχρυσος
αργυροκεντημένα	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένε	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένες	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένη	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένης	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένο	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένοι	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένος	adj	που έχει κεντηθεί με αργυρή / ασημένια κλωστή ή έχει στολιστεί με αργυρά / ασημένια κεντήματα
αργυροκεντημένου	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένους	=	αργυροκεντημένος
αργυροκεντημένων	=	αργυροκεντημένος
αργυροκουδουνάτα	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτε	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτες	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτη	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτης	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτο	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτοι	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτος	adj	με αργυρό, ασημί κουδούνι (για ζώα)
αργυροκουδουνάτου	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτους	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκουδουνάτων	=	αργυροκουδουνάτος
αργυροκούδουνα	=	αργυροκούδουνο
αργυροκούδουνο	noun	ασημένιο κουδούνι (για ζώα)
αργυροκούδουνου	=	αργυροκούδουνο
αργυροκούδουνων	=	αργυροκούδουνο
αργυρολογία	noun|archaic	η συγκέντρωση χρημάτων με αναξιοπρέπεια και ιδιοτέλεια
αργυρολογίας	noun	γενική ενικού του αργυρολογία
αργυρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυρολογία
αργυρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αργυρολογία
αργυροπελεκάνε	=	αργυροπελεκάνος
αργυροπελεκάνο	=	αργυροπελεκάνος
αργυροπελεκάνοι	=	αργυροπελεκάνος
αργυροπελεκάνος	noun	είδος πελεκάνου
αργυροπελεκάνου	=	αργυροπελεκάνος
αργυροπελεκάνους	=	αργυροπελεκάνος
αργυροπελεκάνων	=	αργυροπελεκάνος
αργυροποίκιλτα	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτε	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτες	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτη	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτης	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτο	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτοι	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτος	adj|formal	που είναι ποικιλμένος / στολισμένος με άργυρο / ασήμι
αργυροποίκιλτου	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτους	=	αργυροποίκιλτος
αργυροποίκιλτων	=	αργυροποίκιλτος
αργυρουπολίτικα	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικε	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικες	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικη	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικης	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικο	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικοι	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικος	adj	ο σχετικός με την Αργυρούπολη ή τους κατοίκους της
αργυρουπολίτικου	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικους	=	αργυρουπολίτικος
αργυρουπολίτικων	=	αργυρουπολίτικος
αργυροφυλλία	noun	ασθένεια που προσβάλλει τα φύλλα των φυτών (μηλιά, αχλαδιά, ελιά, πορτοκαλιά κ.λπ.) δίνοντάς τα μια μολυβιά ή ασημογκρίζα απόχρωση
αργυροφυλλίας	=	αργυροφυλλία
αργυροφυλλίες	=	αργυροφυλλία
αργυροφυλλιών	=	αργυροφυλλία
αργυροχοΐα	noun	η τέχνη της επεξεργασίας του αργύρου
αργυροχοΐας	=	αργυροχοΐα
αργυροχοΐες	=	αργυροχοΐα
αργυροχοϊών	=	αργυροχοΐα
αργυροχρυσοκεντημένα	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένε	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένες	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένη	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένης	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένο	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένοι	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένος	adj	κεντημένος με αργυρή ή χρυσή / χρυσαφένια κλωστή
αργυροχρυσοκεντημένου	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένους	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοκεντημένων	=	αργυροχρυσοκεντημένος
αργυροχρυσοχοΐα	noun	η τέχνη της κατασκευής κοσμημάτων ή αντικειμένων από άργυρο και χρυσό
αργυροχρυσοχοΐας	noun	γενική ενικού του αργυροχρυσοχοΐα
αργυροχρυσοχοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυροχρυσοχοΐα
αργυροχρυσοχοϊκά	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκέ	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκές	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκή	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκής	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκοί	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκού	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκούς	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκό	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊκός	adj	που αφορά την αργυροχρυσοχοΐα ή τους αργυροχρυσοχόους
αργυροχρυσοχοϊκών	=	αργυροχρυσοχοϊκός
αργυροχρυσοχοϊών	noun	γενική πληθυντικού του αργυροχρυσοχοΐα
αργυροχρυσοχόε	=	αργυροχρυσοχόος
αργυροχρυσοχόο	=	αργυροχρυσοχόος
αργυροχρυσοχόοι	=	αργυροχρυσοχόος
αργυροχρυσοχόος	noun	τεχνίτης που ασχολείται με την αργυροχρυσοχοΐα
αργυροχρυσοχόου	=	αργυροχρυσοχόος
αργυροχρυσοχόους	=	αργυροχρυσοχόος
αργυροχρυσοχόων	=	αργυροχρυσοχόος
αργυροχόε	noun	κλητική ενικού του αργυροχόος
αργυροχόο	noun	αιτιατική ενικού του αργυροχόος
αργυροχόοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργυροχόος
αργυροχόος	noun	τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή αντικειμένων από ασήμι
αργυροχόου	noun	γενική ενικού του αργυροχόος
αργυροχόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αργυροχόος
αργυροχόων	noun	γενική πληθυντικού του αργυροχόος
αργυρού	adj	γενική ενικού του αργυρός
αργυρούν	=	αργυρούς
αργυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργυρός
αργυρούχα	=	αργυρούχος
αργυρούχας	=	αργυρούχος
αργυρούχε	=	αργυρούχος
αργυρούχες	=	αργυρούχος
αργυρούχο	=	αργυρούχος
αργυρούχοι	=	αργυρούχος
αργυρούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο αργύρου
αργυρούχου	=	αργυρούχος
αργυρούχους	=	αργυρούχος
αργυρούχων	=	αργυρούχος
αργυρωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυρωρυχείο
αργυρωρυχείο	noun	το ορυχείο απ’ όπου παίρνουμε τον άργυρο (ασήμι)
αργυρωρυχείου	noun	γενική ενικού του αργυρωρυχείο
αργυρωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του αργυρωρυχείο
αργυρό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αργυρός
αργυρόηχα	=	αργυρώνητος
αργυρόηχε	=	αργυρώνητος
αργυρόηχες	=	αργυρώνητος
αργυρόηχη	=	αργυρώνητος
αργυρόηχης	=	αργυρώνητος
αργυρόηχο	=	αργυρώνητος
αργυρόηχοι	=	αργυρώνητος
αργυρόηχος	=	αργυρώνητος
αργυρόηχου	=	αργυρώνητος
αργυρόηχους	=	αργυρώνητος
αργυρόηχων	=	αργυρώνητος
αργυρόλευκα	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκε	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκες	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκη	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκης	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκο	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκοι	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκος	adj	λευκός σαν τον άργυρο
αργυρόλευκου	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκους	=	αργυρόλευκος
αργυρόλευκων	=	αργυρόλευκος
αργυρός	adj	κατασκευασμένος από άργυρο, ο ασημένιος
αργυρόχροα	=	αργυρόχροος
αργυρόχροε	=	αργυρόχροος
αργυρόχροες	=	αργυρόχροος
αργυρόχροη	=	αργυρόχροος
αργυρόχροης	=	αργυρόχροος
αργυρόχροο	=	αργυρόχροος
αργυρόχροοι	=	αργυρόχροος
αργυρόχροος	adj	που έχει το χρώμα του αργύρου, του ασημιού
αργυρόχροου	=	αργυρόχροος
αργυρόχροους	=	αργυρόχροος
αργυρόχροων	=	αργυρόχροος
αργυρών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αργυρός
αργυρώνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυρώνητο
αργυρώνητε	adj	κλητική ενικού του αργυρώνητος
αργυρώνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργυρώνητη
αργυρώνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργυρώνητος
αργυρώνητης	adj	γενική ενικού του αργυρώνητη
αργυρώνητο	adj	αιτιατική ενικού του αργυρώνητος
αργυρώνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργυρώνητος
αργυρώνητος	adj|formal	που έχει εξαγοραστεί με χρήματα
αργυρώνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργυρώνητος
αργυρώνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργυρώνητος
αργυρώνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργυρώνητος
αργό	adj	αιτιατική ενικού του αργός	noun	άλλη μορφή του αργόν
αργόμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόμισθο
αργόμισθε	adj	κλητική ενικού του αργόμισθος
αργόμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόμισθη
αργόμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργόμισθος
αργόμισθης	adj	γενική ενικού του αργόμισθη
αργόμισθο	adj	αιτιατική ενικού του αργόμισθος
αργόμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργόμισθος
αργόμισθος	adj	που αμείβεται με μισθό χωρίς να εργάζεται
αργόμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργόμισθος
αργόμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργόμισθος
αργόμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργόμισθος
αργόν	noun	ευγενές αέριο με ατομικό αριθμό 18 και χημικό σύμβολο το Ar
αργόρυθμα	adv	με αργό ρυθμό
αργόρυθμε	=	αργόρυθμος
αργόρυθμες	=	αργόρυθμος
αργόρυθμη	=	αργόρυθμος
αργόρυθμης	=	αργόρυθμος
αργόρυθμο	=	αργόρυθμος
αργόρυθμοι	=	αργόρυθμος
αργόρυθμος	adj	χαρακτηριζόμενος από αργό ρυθμό προόδου
αργόρυθμου	=	αργόρυθμος
αργόρυθμους	=	αργόρυθμος
αργόρυθμων	=	αργόρυθμος
αργός	adj	που γίνεται με μικρή ταχύτητα
αργόσβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργόσβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργόσβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργόσβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αργοσβήνω
αργόστροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόστροφο
αργόστροφε	adj	κλητική ενικού του αργόστροφος
αργόστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόστροφη
αργόστροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργόστροφος
αργόστροφης	adj	γενική ενικού του αργόστροφη
αργόστροφο	adj	αιτιατική ενικού του αργόστροφος
αργόστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργόστροφος
αργόστροφος	adj	που το μυαλό του δεν παίρνει γρήγορες στροφές, που αργεί να αντιληφθεί ή να επεξεργαστεί νοητικά κάτι
αργόστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργόστροφος
αργόστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργόστροφος
αργόστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργόστροφος
αργόσυρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόσυρτο
αργόσυρτε	adj	κλητική ενικού του αργόσυρτος
αργόσυρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόσυρτη
αργόσυρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργόσυρτος
αργόσυρτης	adj	γενική ενικού του αργόσυρτη
αργόσυρτο	adj	αιτιατική ενικού του αργόσυρτος
αργόσυρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργόσυρτος
αργόσυρτος	adj	που κινείται αργά
αργόσυρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργόσυρτος
αργόσυρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργόσυρτος
αργόσυρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργόσυρτος
αργόσχολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αργόσχολος	adv	με αργόσχολο τρόπο, με αργοσχολία
αργόσχολε	adj	κλητική ενικού του αργόσχολος
αργόσχολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργόσχολη
αργόσχολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αργόσχολος
αργόσχολης	adj	γενική ενικού του αργόσχολη
αργόσχολο	adj	αιτιατική ενικού του αργόσχολος
αργόσχολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αργόσχολος
αργόσχολος	adj	που δεν ασχολείται με κάτι, που δεν έχει κάποια απασχόληση
αργόσχολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αργόσχολος
αργόσχολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αργόσχολος
αργόσχολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αργόσχολος
αργότατα	=	αργός
αργότατε	=	αργός
αργότατες	=	αργός
αργότατη	=	αργός
αργότατης	=	αργός
αργότατο	=	αργός
αργότατοι	=	αργός
αργότατος	=	αργός
αργότατου	=	αργός
αργότατους	=	αργός
αργότατων	=	αργός
αργότερα	adv	μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος, σε μεταγενέστερο χρόνο
αργότερε	=	αργός
αργότερες	=	αργός
αργότερη	=	αργός
αργότερης	=	αργός
αργότερο	=	αργός
αργότεροι	=	αργός
αργότερος	=	αργός
αργότερου	=	αργός
αργότερους	=	αργός
αργότερων	=	αργός
αργύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αργύριο
αργύρου	noun	γενική ενικού του άργυρος
αργύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άργυρος
αργύρων	noun	γενική πληθυντικού του άργυρος
αργώ	verb	δεν εργάζομαι, έχω αργία
αργών	adj	γενική πληθυντικού του αργός	verb|archaic	που αργεί
αργώντας	=	αργώ
αργώς	=	αργώ
αρδ	abbrev|slang	αρκτικόλεξο του συνθήματος «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» που εκτοξεύεται είτε κατά συγκεκριμένων επαγγελματιών, είτε κατά του δημοσιογραφικού κλάδου συνολικά, υπονοώντας πως πρόκειται για ανθρώπους χωρίς ήθος, «πουλημένους» στους ισχυρούς της οικονομικής ή της πολιτικής εξουσίας
αρδάνι	noun|dated	πλατύστομο κεραμικό αγγείο με νερό για ποικίλες χρήσεις
αρδάνια	=	αρδάνι
αρδανιού	=	αρδάνι
αρδανιών	=	αρδάνι
αρδευθήκαμε	=	αρδεύω
αρδευθήκαν	=	αρδεύω
αρδευθήκανε	=	αρδεύω
αρδευθήκατε	=	αρδεύω
αρδευθεί	=	αρδεύω
αρδευθείς	=	αρδεύω
αρδευθείτε	=	αρδεύω
αρδευθούμε	=	αρδεύω
αρδευθούν	=	αρδεύω
αρδευθούνε	=	αρδεύω
αρδευθώ	=	αρδεύω
αρδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρδευμένο
αρδευμένε	verb	κλητική ενικού του αρδευμένος
αρδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρδευμένη
αρδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρδευμένος
αρδευμένης	verb	γενική ενικού του αρδευμένη
αρδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρδευμένος
αρδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρδευμένος
αρδευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρδεύω
αρδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρδευμένος
αρδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρδευμένος
αρδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρδευμένος
αρδευτές	=	αρδευτής
αρδευτή	=	αρδευτής
αρδευτήκαμε	=	αρδεύω
αρδευτήκαν	=	αρδεύω
αρδευτήκανε	=	αρδεύω
αρδευτήκατε	=	αρδεύω
αρδευτής	noun	αυτός που μαστορεύει χαντάκια ποτίσματος
αρδευτεί	=	αρδεύω
αρδευτείς	=	αρδεύω
αρδευτείτε	=	αρδεύω
αρδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρδευτικό
αρδευτικέ	adj	κλητική ενικού του αρδευτικός
αρδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρδευτική
αρδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρδευτικός
αρδευτικής	adj	γενική ενικού του αρδευτική
αρδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρδευτικός
αρδευτικού	adj	γενική ενικού του αρδευτικός
αρδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρδευτικός
αρδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αρδευτικός
αρδευτικός	adj	ο κατάλληλος για άρδευση
αρδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αρδευτικός
αρδευτούμε	=	αρδεύω
αρδευτούν	=	αρδεύω
αρδευτούνε	=	αρδεύω
αρδευτώ	=	αρδεύω
αρδευτών	=	αρδευτής
αρδευόμασταν	=	αρδεύω
αρδευόμαστε	=	αρδεύω
αρδευόμενος	=	αρδεύω
αρδευόμουν	=	αρδεύω
αρδευόμουνα	=	αρδεύω
αρδευόντουσαν	=	αρδεύω
αρδευόσασταν	=	αρδεύω
αρδευόσαστε	=	αρδεύω
αρδευόσουν	=	αρδεύω
αρδευόσουνα	=	αρδεύω
αρδευόταν	=	αρδεύω
αρδευότανε	=	αρδεύω
αρδεύαμε	=	αρδεύω
αρδεύαν	=	αρδεύω
αρδεύανε	=	αρδεύω
αρδεύατε	=	αρδεύω
αρδεύει	=	αρδεύω
αρδεύεις	=	αρδεύω
αρδεύεσαι	=	αρδεύω
αρδεύεστε	=	αρδεύω
αρδεύεται	=	αρδεύω
αρδεύετε	=	αρδεύω
αρδεύθηκα	=	αρδεύω
αρδεύθηκαν	=	αρδεύω
αρδεύθηκε	=	αρδεύω
αρδεύθηκες	=	αρδεύω
αρδεύομαι	=	αρδεύω
αρδεύομε	=	αρδεύω
αρδεύονται	=	αρδεύω
αρδεύονταν	=	αρδεύω
αρδεύοντας	=	αρδεύω
αρδεύουμε	=	αρδεύω
αρδεύουν	=	αρδεύω
αρδεύουνε	=	αρδεύω
αρδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσαν	=	αρδεύω
αρδεύσανε	=	αρδεύω
αρδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρδευση
αρδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του άρδευση
αρδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του άρδευση
αρδεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρδεύσιμο
αρδεύσιμε	adj	κλητική ενικού του αρδεύσιμος
αρδεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρδεύσιμη
αρδεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρδεύσιμος
αρδεύσιμης	adj	γενική ενικού του αρδεύσιμη
αρδεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αρδεύσιμος
αρδεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρδεύσιμος
αρδεύσιμος	adj	που μπορεί ή πρέπει να αρδευτεί
αρδεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρδεύσιμος
αρδεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρδεύσιμος
αρδεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρδεύσιμος
αρδεύσομε	=	αρδεύω
αρδεύσου	=	αρδεύω
αρδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσουνε	=	αρδεύω
αρδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρδεύω
αρδεύτηκα	=	αρδεύω
αρδεύτηκαν	=	αρδεύω
αρδεύτηκε	=	αρδεύω
αρδεύτηκες	=	αρδεύω
αρδεύτρια	=	αρδευτής
αρδεύω	verb	ποτίζω καλλιεργούμενη γη με διοχέτευση νερού
αρειανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρειανό
αρειανέ	adj	κλητική ενικού του αρειανός
αρειανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρειανή
αρειανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρειανός
αρειανής	adj	γενική ενικού του αρειανή
αρειανισμέ	noun	κλητική ενικού του αρειανισμός
αρειανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρειανισμός
αρειανισμού	noun	γενική ενικού του αρειανισμός
αρειανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρειανισμός
αρειανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρειανισμός
αρειανισμός	noun	θρησκευτική αίρεση του Αρείου
αρειανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αρειανισμός
αρειανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρειανός
αρειανού	adj	γενική ενικού του αρειανός
αρειανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρειανός
αρειανό	adj	αιτιατική ενικού του αρειανός
αρειανός	noun	οπαδός (της αίρεσης) του Αρείου	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην αίρεση του Αρείου, στις απόψεις του ή στους οπαδούς της
αρειανών	adj	γενική πληθυντικού του αρειανός
αρειμάνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρειμάνιος
αρειμάνιας	=	αρειμάνιος
αρειμάνιε	=	αρειμάνιος
αρειμάνιες	=	αρειμάνιος
αρειμάνιο	=	αρειμάνιος
αρειμάνιοι	=	αρειμάνιος
αρειμάνιος	adj	πολεμοχαρής, άγριος
αρειμάνιου	=	αρειμάνιος
αρειμάνιους	=	αρειμάνιος
αρειμάνιων	=	αρειμάνιος
αρειμανίως	adv	με μανία
αρειογραφία	noun	η μελέτη των γεωγραφικών χαρακτηριστικών του πλανήτη Άρη
αρειογραφίας	noun	γενική ενικού του αρειογραφία
αρειογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρειογραφία
αρειογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αρειογραφία
αρενίου	=	αρένιο
αρενίων	=	αρένιο
αρενών	=	αρένα
αρεοπαγίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρεοπαγίτης
αρεοπαγίτη	=	αρεοπαγίτης
αρεοπαγίτης	noun	ο ανώτατος δικαστής, αυτός που είναι μέλος του Αρείου Πάγου
αρεοπαγίτισσα	noun	θηλυκό του αρεοπαγίτης
αρεοπαγίτισσας	=	αρεοπαγίτισσα
αρεοπαγίτισσες	=	αρεοπαγίτισσα
αρεοπαγιτικά	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικέ	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικές	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτική	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικής	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικοί	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικού	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικούς	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικό	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτικός	adj	που έχει σχέση με αρεοπαγίτη ή τον Άρειο Πάγο ή αναφέρεται σʼ αυτά
αρεοπαγιτικών	=	αρεοπαγιτικός
αρεοπαγιτισσών	=	αρεοπαγίτισσα
αρεοπαγιτών	=	αρεοπαγίτης
αρεσιά	noun	το να είναι κάτι ευχάριστο
αρεσιάς	=	αρεσιά
αρεσιές	=	αρεσιά
αρεσιών	=	αρεσιά
αρεσκείας	=	αρέσκεια
αρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του αρέσκεια
αρεσκιά	noun	το να είναι κάτι ευχάριστο
αρεσκιάς	=	αρεσκιά
αρεσκιές	=	αρεσκιά
αρεσκιών	=	αρεσκιά
αρεσκόμασταν	=	αρέσκομαι
αρεσκόμαστε	=	αρέσκομαι
αρεσκόμενος	=	αρέσκομαι
αρεσκόμουν	=	αρέσκομαι
αρεσκόμουνα	=	αρέσκομαι
αρεσκόντουσαν	=	αρέσκομαι
αρεσκόσασταν	=	αρέσκομαι
αρεσκόσαστε	=	αρέσκομαι
αρεσκόσουν	=	αρέσκομαι
αρεσκόσουνα	=	αρέσκομαι
αρεσκόταν	=	αρέσκομαι
αρεσκότανε	=	αρέσκομαι
αρεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρεστό	adv|rare	κατά τρόπο αρεστό
αρεστέ	adj	κλητική ενικού του αρεστός
αρεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρεστή
αρεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρεστός
αρεστής	adj	γενική ενικού του αρεστή
αρεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρεστός
αρεστού	adj	γενική ενικού του αρεστός
αρεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρεστός
αρεστό	adj	αιτιατική ενικού του αρεστός
αρεστός	adj	που είναι ευχάριστος
αρεστών	adj	γενική πληθυντικού του αρεστός
αρετές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρετή
αρετή	noun	η ηθική, η σωφροσύνη
αρετής	=	αρετή
αρεταμαρτωλιδεοπαθοφθέγματα	=	αρεταμαρτωλιδεοπαθόφθεγμα
αρεταμαρτωλιδεοπαθοφθέγματος	=	αρεταμαρτωλιδεοπαθόφθεγμα
αρεταμαρτωλιδεοπαθοφθεγμάτων	=	αρεταμαρτωλιδεοπαθόφθεγμα
αρεταμαρτωλιδεοπαθόφθεγμα	noun|dated	λογοτεχνικό έργο (φθέγμα) που εξιστορεί παθήματα και καταστάσεις όπου εμπλέκονται η αρετή και η αμαρτία, οι ιδέες και τα πάθη (όπως στα κείμενα του ρομαντισμού του 18ου και 19ου αιώνα στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας Στέφανος Κουμανούδης)
αρεταϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρεταϊκό
αρεταϊκέ	adj	κλητική ενικού του αρεταϊκός
αρεταϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρεταϊκή
αρεταϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρεταϊκός
αρεταϊκής	adj	γενική ενικού του αρεταϊκή
αρεταϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρεταϊκός
αρεταϊκού	adj	γενική ενικού του αρεταϊκός
αρεταϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρεταϊκός
αρεταϊκό	adj	αιτιατική ενικού του αρεταϊκός
αρεταϊκός	adj	που έχει σχέση με την αρετή ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρεταϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αρεταϊκός
αρετολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρετολογικό
αρετολογικέ	adj	κλητική ενικού του αρετολογικός
αρετολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρετολογική
αρετολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρετολογικός
αρετολογικής	adj	γενική ενικού του αρετολογική
αρετολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρετολογικός
αρετολογικού	adj	γενική ενικού του αρετολογικός
αρετολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρετολογικός
αρετολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αρετολογικός
αρετολογικός	adj	που έχει σχέση με την αρετολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρετολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αρετολογικός
αρετσίνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρετσίνωτο
αρετσίνωτε	adj	κλητική ενικού του αρετσίνωτος
αρετσίνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρετσίνωτη
αρετσίνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρετσίνωτος
αρετσίνωτης	adj	γενική ενικού του αρετσίνωτη
αρετσίνωτο	noun	κρασί που δεν περιέχει ρετσίνι
αρετσίνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρετσίνωτος
αρετσίνωτος	adj	που δεν περιέχει ρετσίνι
αρετσίνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρετσίνωτος
αρετσίνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρετσίνωτος
αρετσίνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρετσίνωτος
αρετών	=	αρετή
αρευστοποίητα	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητε	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητες	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητη	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητης	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητο	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητοι	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητος	adj	που δε ρευστοποιήθηκε ή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί
αρευστοποίητου	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητους	=	αρευστοποίητος
αρευστοποίητων	=	αρευστοποίητος
αρζ-μαχσάρι	noun	ικετήρια αναφορά προς τον Σουλτάνο με ταυτόχρονη δήλωση πίστης στο πρόσωπό του, που υποβαλλόταν επί τουρκοκρατίας από εξαρτημένους ηγεμόνες - μπέηδες, ή οσποδάρους, πασάδες, προύχοντες, κ.λπ.
αρζάν	adj|rare	ασημής
αρζαντέ	adj	ο επάργυρος
αρζοχάλι	noun|dated	υπόμνημα, αίτηση, αναφορά
αρζοχάλια	=	αρζοχάλι
αρθήκαμε	=	αίρω
αρθήκαν	=	αίρω
αρθήκανε	=	αίρω
αρθήκατε	=	αίρω
αρθεί	=	αίρω
αρθείς	=	αίρω
αρθείτε	=	αίρω
αρθούμε	=	αίρω
αρθούν	=	αίρω
αρθρίδια	=	αρθρίδιο
αρθρίδιο	noun	το μικρό άρθρο σε εφημερίδα ή περιοδικό
αρθρίδιου	=	αρθρίδιο
αρθρίτης	=	αρθρίτιδα
αρθρίτιδα	noun	φλεγμονή των αρθρώσεων (συνδέσμων) που προκαλείται είτε από λοιμώξεις ή από μεταβολικές αποθέσεις
αρθρίτιδας	=	αρθρίτιδα
αρθρίτιδες	=	αρθρίτιδα
αρθρίτιδων	=	αρθρίτιδα
αρθραλγία	noun	πόνος των αρθρώσεων
αρθραλγίας	=	αρθραλγία
αρθραλγίες	=	αρθραλγία
αρθραλγιών	=	αρθραλγία
αρθρεκτομές	=	αρθρεκτομή
αρθρεκτομή	noun	αφαίρεση πασχόντων τμημάτων των αρθρώσεων με εγχείρηση
αρθρεκτομής	=	αρθρεκτομή
αρθρεκτομών	=	αρθρεκτομή
αρθριδίου	=	αρθρίδιο
αρθριδίων	=	αρθρίδιο
αρθρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρικό
αρθρικέ	adj	κλητική ενικού του αρθρικός
αρθρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρική
αρθρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρθρικός
αρθρικής	adj	γενική ενικού του αρθρική
αρθρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθρικός
αρθρικού	adj	γενική ενικού του αρθρικός
αρθρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρθρικός
αρθρικό	adj	αιτιατική ενικού του αρθρικός
αρθρικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στις αρθρώσεις
αρθρικών	adj	γενική πληθυντικού του αρθρικός
αρθριτίδων	=	αρθρίτιδα
αρθριτικά	noun	η αρθρίτιδα στην καθομιλουμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθριτικό
αρθριτικέ	adj	κλητική ενικού του αρθριτικός
αρθριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθριτική
αρθριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρθριτικός
αρθριτικής	adj	γενική ενικού του αρθριτική
αρθριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθριτικός
αρθριτικού	adj	γενική ενικού του αρθριτικός
αρθριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρθριτικός
αρθριτικό	adj	αιτιατική ενικού του αρθριτικός
αρθριτικός	adj	ο σχετικός με την αρθρίτιδα
αρθριτικών	adj	γενική πληθυντικού του αρθριτικός
αρθριτισμέ	=	αρθριτισμός
αρθριτισμοί	=	αρθριτισμός
αρθριτισμού	=	αρθριτισμός
αρθριτισμούς	=	αρθριτισμός
αρθριτισμό	=	αρθριτισμός
αρθριτισμός	noun	προδιάθεση για (ουρική) αρθρίτιδα
αρθριτισμών	=	αρθριτισμός
αρθρογράφε	noun	κλητική ενικού του αρθρογράφος
αρθρογράφει	=	αρθρογραφώ
αρθρογράφημα	noun	το άρθρο
αρθρογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογράφο	noun	αιτιατική ενικού του αρθρογράφος
αρθρογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθρογράφος
αρθρογράφος	noun	που γράφει άρθρα στον έντυπο ή τον ηλεκτρονικό τύπο
αρθρογράφου	noun	γενική ενικού του αρθρογράφος
αρθρογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρθρογράφος
αρθρογράφων	noun	γενική πληθυντικού του αρθρογράφος
αρθρογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρογράφημα
αρθρογραφήματος	noun	γενική ενικού του αρθρογράφημα
αρθρογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσαν	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφήσανε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρογραφώ
αρθρογραφία	noun	το γράψιμο άρθρων
αρθρογραφίας	noun	γενική ενικού του αρθρογραφία
αρθρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρογραφία
αρθρογραφεί	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφείς	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφείτε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρθρογράφημα
αρθρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρθρογραφικός	adv	σε σχέση με την αρθρογραφία ή του αρθρογράφους
αρθρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του αρθρογραφικός
αρθρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρογραφική
αρθρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρθρογραφικός
αρθρογραφικής	adj	γενική ενικού του αρθρογραφική
αρθρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθρογραφικός
αρθρογραφικού	adj	γενική ενικού του αρθρογραφικός
αρθρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρθρογραφικός
αρθρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του αρθρογραφικός
αρθρογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον αρθρογράφο ή την αρθρογραφία ή αναφέρεται σ' αυτά
αρθρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του αρθρογραφικός
αρθρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αρθρογραφία
αρθρογραφούμε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούν	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούνε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσα	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσαμε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσαν	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσανε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσατε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσε	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφούσες	=	αρθρογραφώ
αρθρογραφώ	verb	γράφω άρθρα για τον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο
αρθρογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρθρογραφώ
αρθροκλόπε	=	αρθροκλόπος
αρθροκλόπο	=	αρθροκλόπος
αρθροκλόποι	=	αρθροκλόπος
αρθροκλόπος	noun	που κλέβει άρθρα ή αναπαράγει ξένα δημοσιογραφικά κείμενα ως δικά του
αρθροκλόπου	=	αρθροκλόπος
αρθροκλόπους	=	αρθροκλόπος
αρθροκλόπων	=	αρθροκλόπος
αρθροπάθεια	noun	πάθηση των αρθρώσεων
αρθροπάθειας	noun	γενική ενικού του αρθροπάθεια
αρθροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθροπάθεια
αρθροπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αρθροπάθεια
αρθροπλαστικές	=	αρθροπλαστική
αρθροπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αντικαθίσταται κάποια άρθρωση ενός σώματος (ή τμήματά της) από πλαστικά ή μεταλλικά εμφυτεύματα
αρθροπλαστικής	=	αρθροπλαστική
αρθροπλαστικών	=	αρθροπλαστική
αρθροσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθροσκόπηση
αρθροσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αρθροσκόπηση
αρθροσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αρθροσκόπηση
αρθροσκοπίου	=	αρθροσκόπιο
αρθροσκοπίων	=	αρθροσκόπιο
αρθροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθροσκοπικό
αρθροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του αρθροσκοπικός
αρθροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθροσκοπική
αρθροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρθροσκοπικός
αρθροσκοπικής	adj	γενική ενικού του αρθροσκοπική
αρθροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθροσκοπικός
αρθροσκοπικού	adj	γενική ενικού του αρθροσκοπικός
αρθροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρθροσκοπικός
αρθροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του αρθροσκοπικός
αρθροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με την αρθροσκόπηση ή το αρθροσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αρθροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του αρθροσκοπικός
αρθροσκόπηση	noun	η εξέταση του εσωτερικού μιας άρθρωσης (π.χ. του γόνατος) μέσω ενός αρθροσκόπιου
αρθροσκόπησης	noun	γενική ενικού του αρθροσκόπηση
αρθροσκόπια	=	αρθροσκόπιο
αρθροσκόπιο	noun	όργανο ή συσκευή που συμβάλλει στην αρθροσκόπηση
αρθροσκόπιου	=	αρθροσκόπιο
αρθροσκόπιων	=	αρθροσκόπιο
αρθρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρθρωμα
αρθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρωμένο
αρθρωμένε	verb	κλητική ενικού του αρθρωμένος
αρθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρωμένη
αρθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρθρωμένος
αρθρωμένης	verb	γενική ενικού του αρθρωμένη
αρθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρθρωμένος
αρθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθρωμένος
αρθρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρθρώνω
αρθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρθρωμένος
αρθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρθρωμένος
αρθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρθρωμένος
αρθρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρωτό	adv	με αρθρωτό τρόπο
αρθρωτέ	adj	κλητική ενικού του αρθρωτός
αρθρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρθρωτή
αρθρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρθρωτός
αρθρωτήρα	=	αρθρωτήρας
αρθρωτήρας	noun	οδοντιατρική συσκευή που συγκρατεί τα εκμαγεία των γνάθων σε επιλεγμένες θέσεις, προσομοιώνοντας τις κινήσεις της κάτω γνάθου για τη μελέτη και ρύθμιση της σύγκλεισης
αρθρωτήρες	=	αρθρωτήρας
αρθρωτήρων	=	αρθρωτήρας
αρθρωτής	adj	γενική ενικού του αρθρωτή
αρθρωτικά	=	αρθρωτικός
αρθρωτικέ	=	αρθρωτικός
αρθρωτικές	=	αρθρωτικός
αρθρωτική	=	αρθρωτικός
αρθρωτικής	=	αρθρωτικός
αρθρωτικοί	=	αρθρωτικός
αρθρωτικού	=	αρθρωτικός
αρθρωτικούς	=	αρθρωτικός
αρθρωτικό	=	αρθρωτικός
αρθρωτικός	adj	που έχει σχέση με την άρθρωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αρθρωτικών	=	αρθρωτικός
αρθρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρθρωτός
αρθρωτού	adj	γενική ενικού του αρθρωτός
αρθρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρθρωτός
αρθρωτό	adj	αιτιατική ενικού του αρθρωτός
αρθρωτός	adj	που αποτελείται από περισσότερα του ενός τμήματα που αρθρώνονται μεταξύ τους
αρθρωτών	adj	γενική πληθυντικού του αρθρωτός
αρθρόποδα	=	αρθρόποδο
αρθρόποδο	noun	ασπόνδυλο που ανήκει στην συνομοταξία αρθρόποδα (Arthropoda)
αρθρόποδου	=	αρθρόποδο
αρθρόποδων	=	αρθρόποδο
αρθρώθηκα	=	αρθρώνω
αρθρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρθρωμα
αρθρώματος	noun	γενική ενικού του άρθρωμα
αρθρώναμε	=	αρθρώνω
αρθρώναν	=	αρθρώνω
αρθρώνανε	=	αρθρώνω
αρθρώνατε	=	αρθρώνω
αρθρώνει	=	αρθρώνω
αρθρώνεις	=	αρθρώνω
αρθρώνετε	=	αρθρώνω
αρθρώνομαι	=	αρθρώνω
αρθρώνοντας	=	αρθρώνω
αρθρώνουμε	=	αρθρώνω
αρθρώνουν	=	αρθρώνω
αρθρώνουνε	=	αρθρώνω
αρθρώνω	verb	συναρμολογώ κάτι από τα μέρη του, συνδέω μέρη ενός συνόλου, συνήθως λέξη (συνδέοντας φθόγγους) ή φράση (συνδέοντας λέξεις)
αρθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώσαν	=	αρθρώνω
αρθρώσανε	=	αρθρώνω
αρθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρθρωση
αρθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του άρθρωση
αρθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του άρθρωση
αρθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρθρώνω
αρθώ	=	αίρω
αριά	noun	είδος βελανιδιάς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριό
αριάνι	noun	άλλη μορφή του αϊράνι, ξινόγαλα
αριάνια	=	αριάνι
αριάς	=	αριά
αριέ	adj	κλητική ενικού του αριός
αριές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριά
αριέτα	noun	σύντομη και λιτή άρια, μελωδική και συνήθως απλής δομής, που συχνά λειτουργεί ως ενδιάμεσο μουσικό σχόλιο σε έργα μεγαλύτερης φόρμας
αριέτας	=	αριέτα
αριέτες	=	αριέτα
αριανιού	=	αριάνι
αριανιών	=	αριάνι
αριασσέ	=	αριασσός
αριασσοί	=	αριασσός
αριασσού	=	αριασσός
αριασσούς	=	αριασσός
αριασσό	=	αριασσός
αριασσός	noun	αρχαία πόλη της Τουρκίας
αριασσών	=	αριασσός
αριβάραμε	=	αριβάρω
αριβάραν	=	αριβάρω
αριβάρανε	=	αριβάρω
αριβάρατε	=	αριβάρω
αριβάρει	=	αριβάρω
αριβάρεις	=	αριβάρω
αριβάρετε	=	αριβάρω
αριβάριζα	=	αριβάρω
αριβάριζαν	=	αριβάρω
αριβάριζε	=	αριβάρω
αριβάριζες	=	αριβάρω
αριβάρισα	=	αριβάρω
αριβάρισαν	=	αριβάρω
αριβάρισε	=	αριβάρω
αριβάρισες	=	αριβάρω
αριβάρομε	=	αριβάρω
αριβάροντας	=	αριβάρω
αριβάρουμε	=	αριβάρω
αριβάρουν	=	αριβάρω
αριβάρουνε	=	αριβάρω
αριβάρω	verb	φτάνω, καταφθάνω
αριβίστα	=	αριβίστας
αριβίστας	noun	πρόσωπο χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, που θέλει να ανέλθει επαγγελματικά και κοινωνικά χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε μέσο
αριβίστες	=	αριβίστας
αριβίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριβίστικο
αριβίστικε	adj	κλητική ενικού του αριβίστικος
αριβίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριβίστικη
αριβίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριβίστικος
αριβίστικης	adj	γενική ενικού του αριβίστικη
αριβίστικο	adj	αιτιατική ενικού του αριβίστικος
αριβίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριβίστικος
αριβίστικος	adj	που σχετίζεται με τον αριβισμό
αριβίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αριβίστικος
αριβίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριβίστικος
αριβίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριβίστικος
αριβίστρια	noun	αριβίστας
αριβίστριας	noun	γενική ενικού του αριβίστρια
αριβίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριβίστρια
αριβεντέρτσι	intj	στο επανιδείν, αντίο
αριβισμέ	noun	κλητική ενικού του αριβισμός
αριβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριβισμός
αριβισμού	noun	γενική ενικού του αριβισμός
αριβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αριβισμός
αριβισμό	noun	αιτιατική ενικού του αριβισμός
αριβισμός	noun	τάση για γρήγορη ανάδειξη με τη χρήση οποιουδήποτε μέσου
αριβισμών	noun	γενική πληθυντικού του αριβισμός
αριβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριβιστής
αριβιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αριβιστής
αριβιστής	noun	άλλη μορφή του αριβίστας
αριβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριβιστικό
αριβιστικέ	adj	κλητική ενικού του αριβιστικός
αριβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριβιστική
αριβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριβιστικός
αριβιστικής	adj	γενική ενικού του αριβιστική
αριβιστικα	=	αριβιστικός
αριβιστικε	=	αριβιστικός
αριβιστικες	=	αριβιστικός
αριβιστικη	=	αριβιστικός
αριβιστικης	=	αριβιστικός
αριβιστικο	=	αριβιστικός
αριβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριβιστικός
αριβιστικοι	=	αριβιστικός
αριβιστικος	=	αριβιστικός
αριβιστικου	=	αριβιστικός
αριβιστικους	=	αριβιστικός
αριβιστικού	adj	γενική ενικού του αριβιστικός
αριβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριβιστικός
αριβιστικων	=	αριβιστικός
αριβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αριβιστικός
αριβιστικός	adj	που σχετίζεται με τον αριβισμό
αριβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αριβιστικός
αριβιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αριβίστρια
αριβιστών	noun	γενική πληθυντικού του αριβίστας
αριδάκι	noun	υποκοριστικό του αρίδα
αριδάκια	=	αριδάκι
αριδιού	=	αρίδι
αριδιών	=	αρίδι
αριθμέ	noun	κλητική ενικού του αριθμός
αριθμήθηκα	=	αριθμούμαι
αριθμήθηκαν	=	αριθμούμαι
αριθμήθηκε	=	αριθμούμαι
αριθμήθηκες	=	αριθμούμαι
αριθμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριθμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρίθμηση
αριθμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αρίθμηση
αριθμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αρίθμηση
αριθμήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμήσιμο
αριθμήσιμε	adj	κλητική ενικού του αριθμήσιμος
αριθμήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμήσιμη
αριθμήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριθμήσιμος
αριθμήσιμης	adj	γενική ενικού του αριθμήσιμη
αριθμήσιμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αριθμήσιμος
αριθμήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριθμήσιμος
αριθμήσιμος	adj	ένα σύνολο είναι αριθμήσιμο εάν υπάρχει μία αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με το σύνολο των Φυσικών Αριθμών.
αριθμήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αριθμήσιμος
αριθμήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριθμήσιμος
αριθμήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριθμήσιμος
αριθμήσου	=	αριθμούμαι
αριθμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριθμώ
αριθμίζω	verb	κάνω αρίθμηση
αριθμείσαι	=	αριθμούμαι
αριθμείστε	=	αριθμούμαι
αριθμείται	=	αριθμούμαι
αριθμηθήκαμε	=	αριθμούμαι
αριθμηθήκαν	=	αριθμούμαι
αριθμηθήκανε	=	αριθμούμαι
αριθμηθήκατε	=	αριθμούμαι
αριθμηθεί	=	αριθμούμαι
αριθμηθείτε	=	αριθμούμαι
αριθμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμημένο
αριθμημένε	verb	κλητική ενικού του αριθμημένος
αριθμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμημένη
αριθμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριθμημένος
αριθμημένης	verb	γενική ενικού του αριθμημένη
αριθμημένο	verb	αιτιατική ενικού του αριθμημένος
αριθμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριθμημένος
αριθμημένος	verb	που έχει αριθμό
αριθμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αριθμημένος
αριθμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αριθμημένος
αριθμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριθμημένος
αριθμητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμητό	adv	με αριθμητό τρόπο
αριθμητέ	adj	κλητική ενικού του αριθμητός
αριθμητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμητή
αριθμητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριθμητός
αριθμητήρα	=	αριθμητήρας
αριθμητήρας	noun	μηχανικό ή ηλεκτρονικό όργανο που αποτυπώνει διαδοχικούς αριθμούς πάνω σε έγγραφα ή αντικείμενα, συνήθως για σκοπούς ταξινόμησης, αρίθμησης ή παρακολούθησης
αριθμητήρες	=	αριθμητήρας
αριθμητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμητήριο
αριθμητήριο	noun|dated	συνώνυμο του αβάκιο, άβακας, το σχολικό όργανο που ήταν σε χρήση για την πρακτική διδασκαλία της αριθμητικής στο δημοτικό
αριθμητήριου	=	αριθμητήριο
αριθμητήρων	=	αριθμητήρας
αριθμητής	noun	ο όρος του κλάσματος που βρίσκεται πάνω από τη γραμμή	adj	γενική ενικού του αριθμητή
αριθμητηρίου	noun	γενική ενικού του αριθμητήριο
αριθμητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αριθμητήριο
αριθμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αριθμητικός	adv	οι λέξεις που δηλώνουν αριθμό
αριθμητικέ	adj	κλητική ενικού του αριθμητικός
αριθμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμητική
αριθμητική	noun	η επιστήμη των αριθμών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριθμητικός
αριθμητικής	adj	γενική ενικού του αριθμητική
αριθμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριθμητικός
αριθμητικού	adj	γενική ενικού του αριθμητικός
αριθμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριθμητικός
αριθμητικό	adj	αιτιατική ενικού του αριθμητικός	noun	λέξη που φανερώνει ορισμένη αριθμητική ποσότητα ή εκφράζει κάποια αριθμητική έννοια ή σχέση· μπορεί να είναι ουσιαστικό, επίθετο ή επίρρημα
αριθμητικός	adj	σχετικός με αρίθμηση
αριθμητικών	adj	γενική πληθυντικού του αριθμητικός
αριθμητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριθμητός
αριθμητού	adj	γενική ενικού του αριθμητός
αριθμητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριθμητός
αριθμητό	adj	αιτιατική ενικού του αριθμητός
αριθμητός	adj	αριθμήσιμος
αριθμητών	adj	γενική πληθυντικού του αριθμητός
αριθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριθμός
αριθμογνωσία	noun	το να γνωρίζει κανείς τους αριθμούς μα και να μετράει
αριθμογνωσίας	noun	γενική ενικού του αριθμογνωσία
αριθμογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμογνωσία
αριθμογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του αριθμογνωσία
αριθμοδείκτες	=	αριθμοδείκτης
αριθμοδείκτη	=	αριθμοδείκτης
αριθμοδείκτης	noun	αριθμητικός δείκτης
αριθμοδεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμοδεικτικό
αριθμοδεικτικέ	adj	κλητική ενικού του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμοδεικτική
αριθμοδεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτικής	adj	γενική ενικού του αριθμοδεικτική
αριθμοδεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτικού	adj	γενική ενικού του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτικός	adj	που έχει σχέση με τον αριθμοδείκτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αριθμοδεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του αριθμοδεικτικός
αριθμοδεικτών	=	αριθμοδείκτης
αριθμολαγνεία	noun	ιδιαίτερη αγάπη για τους αριθμούς / τις μετρήσεις
αριθμολαγνείας	=	αριθμολαγνεία
αριθμολαγνείες	=	αριθμολαγνεία
αριθμολαγνειών	=	αριθμολαγνεία
αριθμολαχεία	=	αριθμολαχείο
αριθμολαχείο	noun	λαχείο ή τυχερό παιχνίδι στο οποίο κληρώνονται αριθμοί
αριθμολαχείου	=	αριθμολαχείο
αριθμολαχείων	=	αριθμολαχείο
αριθμολογία	noun	μαντεία που γίνεται με συσχετισμό των αριθμών με άλλα δεδομένα
αριθμολογίας	=	αριθμολογία
αριθμολογίες	=	αριθμολογία
αριθμολογικά	=	αριθμολογικός
αριθμολογικέ	=	αριθμολογικός
αριθμολογικές	=	αριθμολογικός
αριθμολογική	=	αριθμολογικός
αριθμολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αριθμολογική) του αριθμολογικός
αριθμολογικοί	=	αριθμολογικός
αριθμολογικού	=	αριθμολογικός
αριθμολογικούς	=	αριθμολογικός
αριθμολογικό	=	αριθμολογικός
αριθμολογικός	adj	σχετικός με την αριθμολογία
αριθμολογικών	=	αριθμολογικός
αριθμολογιών	=	αριθμολογία
αριθμολόγε	=	αριθμολόγος
αριθμολόγο	=	αριθμολόγος
αριθμολόγοι	=	αριθμολόγος
αριθμολόγος	noun	που ασκεί την αριθμολογία
αριθμολόγου	=	αριθμολόγος
αριθμολόγους	=	αριθμολόγος
αριθμολόγων	=	αριθμολόγος
αριθμομαντεία	noun	είδος μαντείας με τη χρήση και τη βοήθεια αριθμών
αριθμομαντείας	noun	γενική ενικού του αριθμομαντεία
αριθμομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμομαντεία
αριθμομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του αριθμομαντεία
αριθμομηχανές	=	αριθμομηχανή
αριθμομηχανή	noun	μηχανή που κάνει υπολογισμούς
αριθμομηχανής	=	αριθμομηχανή
αριθμομηχανών	=	αριθμομηχανή
αριθμομνήμον	=	αριθμομνήμων
αριθμομνήμονα	=	αριθμομνήμων
αριθμομνήμονας	noun	που θυμάται (με ευκολία) αριθμούς, πραγματοποιεί (εύκολα) δύσκολες μαθηματικές πράξεις ή μπορεί εξαιτίας αυτής της ικανότητας να κερδίζει σε χαρτοπαίγνια
αριθμομνήμονες	=	αριθμομνήμων
αριθμομνήμονος	=	αριθμομνήμων
αριθμομνήμων	noun|formal	άλλη μορφή του αριθμομνήμονας
αριθμομνημόνων	=	αριθμομνήμων
αριθμοσήμου	=	αριθμόσημο
αριθμοσήμων	=	αριθμόσημο
αριθμοσειρά	noun	γραμματοσειρά αριθμών (το λέμε για ρολόγια· συνήθως η αριθμοσειρά στα ρολόγια δεν υπάγεται στην ίδια γραμματοσειρά με το λογότυπο και τις πιθανές άλλες χαραγμένες λέξεις, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο)
αριθμοσειράς	=	αριθμοσειρά
αριθμοσειρές	=	αριθμοσειρά
αριθμοσειρών	=	αριθμοσειρά
αριθμοσοφία	noun	μεταφυσική ερμηνεία των αριθμών
αριθμοσοφίας	noun	γενική ενικού του αριθμοσοφία
αριθμοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριθμοσοφία
αριθμοσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του αριθμοσοφία
αριθμού	noun	γενική ενικού του αριθμός
αριθμούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αριθμώ
αριθμούμασταν	=	αριθμούμαι
αριθμούμαστε	=	αριθμούμαι
αριθμούμουν	=	αριθμούμαι
αριθμούνται	=	αριθμούμαι
αριθμούνταν	=	αριθμούμαι
αριθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αριθμός
αριθμούσασταν	=	αριθμούμαι
αριθμούσαστε	=	αριθμούμαι
αριθμούσουν	=	αριθμούμαι
αριθμό	noun	αιτιατική ενικού του αριθμός
αριθμός	noun	έννοια που δηλώνει το πλήθος των πραγμάτων στα οποία αναφερόμαστε, μας εξυπηρετεί στους μαθηματικούς υπολογισμούς και τις μετρήσεις και εκφράζεται με μαθηματικά σύμβολα (1, 2, 3 κ.λπ), γράμματα (α΄, β΄, γ΄ κ.λπ. ή i, ii, iii κ.λπ.) ή λέξεις (ένα, δύο, τρία κ.λπ.)
αριθμόσημα	=	αριθμόσημο
αριθμόσημο	noun	number sign: το σύμβολο #, χρησιμοποιείται για την αναπαράσταση της λέξης «αριθμός»
αριθμόσημου	=	αριθμόσημο
αριθμόσημων	=	αριθμόσημο
αριθμώ	verb	περιλαμβάνω
αριθμών	noun	γενική πληθυντικού του αριθμός
αριοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριός
αριοσοφία	noun	το ιδεολογικό σύστημα εσωτερικής φύσης με πρωτοπόρο τον Γκουίντο φον Λιστ, που αντλεί επιρροές από το γερμανικό ρομαντισμό και τη θεοσοφία
αριοσοφίας	=	αριοσοφία
αριοσοφίες	=	αριοσοφία
αριοσοφιών	=	αριοσοφία
αριοφυτεμένα	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένε	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένες	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένη	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένης	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένο	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένοι	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένος	adj	που έχει φυτευτεί αραιά
αριοφυτεμένου	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένους	=	αριοφυτεμένος
αριοφυτεμένων	=	αριοφυτεμένος
αριού	adj	γενική ενικού του αριός
αριούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριός
αρισμαρί	noun	δεντρολίβανο
αρισμαριά	=	αρισμαρί
αρισμαριού	=	αρισμαρί
αρισμαριών	=	αρισμαρί
αριστέριζα	=	αριστερίζω
αριστέριζαν	=	αριστερίζω
αριστέριζε	=	αριστερίζω
αριστέριζες	=	αριστερίζω
αριστέρισα	=	αριστερίζω
αριστέρισαν	=	αριστερίζω
αριστέρισε	=	αριστερίζω
αριστέρισες	=	αριστερίζω
αριστέων	=	αριστείς
αριστίνδην	adv|formal	κατ’ επιλογή μεταξύ των αρίστων, χωρίς εκλογή
αριστεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστείο
αριστείο	noun	βραβείο υπεροχής
αριστείου	noun	γενική ενικού του αριστείο
αριστείς	noun|formal	πρόσωπα που ξεχωρίζουν για την υπεροχή τους σε ικανότητα, αξία ή κύρος, ιδίως σε στρατιωτικά, πολιτικά ή πνευματικά πεδία
αριστείων	noun	γενική πληθυντικού του αριστείο
αριστερά	adj|formal	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστερός λόγια μορφή του αριστερή	noun	το σύνολο των ομάδων, ατόμων ή κομμάτων που, θεωρητικά, έχουν πολιτικές πεποιθήσεις οι οποίες προσβλέπουν στη μεταρρύθμιση της κοινωνίας προς μία κατεύθυνση η οποία να μειώνει τις αντιθέσεις και να μην θεωρεί την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων σαν αυταπόδεικτη
αριστεράς	=	αριστερός
αριστερέ	adj	κλητική ενικού του αριστερός
αριστερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερή
αριστερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστερός
αριστερής	adj	γενική ενικού του αριστερή
αριστερίζαμε	=	αριστερίζω
αριστερίζαν	=	αριστερίζω
αριστερίζανε	=	αριστερίζω
αριστερίζατε	=	αριστερίζω
αριστερίζει	=	αριστερίζω
αριστερίζεις	=	αριστερίζω
αριστερίζετε	=	αριστερίζω
αριστερίζοντας	=	αριστερίζω
αριστερίζουμε	=	αριστερίζω
αριστερίζουν	=	αριστερίζω
αριστερίζουνε	=	αριστερίζω
αριστερίζω	verb	παρουσιάζω ιδεολογική τάση προς τον αριστερό πολιτικό χώρο
αριστερίσαμε	=	αριστερίζω
αριστερίσαν	=	αριστερίζω
αριστερίσανε	=	αριστερίζω
αριστερίσατε	=	αριστερίζω
αριστερίσει	=	αριστερίζω
αριστερίστε	=	αριστερίζω
αριστερίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερίστικο
αριστερίστικε	adj	κλητική ενικού του αριστερίστικος
αριστερίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερίστικη
αριστερίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστερίστικος
αριστερίστικης	adj	γενική ενικού του αριστερίστικη
αριστερίστικο	adj	αιτιατική ενικού του αριστερίστικος
αριστερίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστερίστικος
αριστερίστικος	adj	ακροαριστερός
αριστερίστικοςα	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςε	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςες	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςη	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςης	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςο	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςοι	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςος	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςου	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςους	=	αριστερίστικος
αριστερίστικοςων	=	αριστερίστικος
αριστερίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αριστερίστικος
αριστερίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστερίστικος
αριστερίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριστερίστικος
αριστερίστρια	noun	αριστεριστής
αριστερίστριας	noun	γενική ενικού του αριστερίστρια
αριστερίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερίστρια
αριστερισμέ	noun	κλητική ενικού του αριστερισμός
αριστερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστερισμός
αριστερισμού	noun	γενική ενικού του αριστερισμός
αριστερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αριστερισμός
αριστερισμό	noun	αιτιατική ενικού του αριστερισμός
αριστερισμός	noun	η τάση προς αριστερές ιδέες
αριστερισμών	noun	γενική πληθυντικού του αριστερισμός
αριστεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεριστής
αριστεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αριστεριστής
αριστεριστής	noun	οπαδός του αριστερισμού
αριστεριστριών	noun	γενική πληθυντικού του αριστερίστρια
αριστεριστών	noun	γενική πληθυντικού του αριστεριστής
αριστεριτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεριτζής
αριστεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστερός
αριστεροανάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεροανάρχας
αριστεροαναρχικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστεροαναρχικός	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστεροαναρχικός
αριστεροδέξια	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιας	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιε	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιες	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιο	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιοι	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιος	adj	που χειρίζεται (εξίσου) καλά και το αριστερό και το δεξί χέρι (ή πόδι)
αριστεροδέξιου	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιους	=	αριστεροδέξιος
αριστεροδέξιων	=	αριστεροδέξιος
αριστεροθολούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεροθολούρα
αριστεροπόδαρα	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρε	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρες	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρη	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρης	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρο	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαροι	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρος	adj	που (στον αθλητισμό) χειρίζεται με μεγαλύτερη ευχέρεια και ακρίβεια το αριστερό του πόδι, τόσο στην κίνηση όσο και στην εκτέλεση
αριστεροπόδαρου	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρους	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροπόδαρων	=	αριστεροπόδαρος
αριστεροτίμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεροτίμονο
αριστεροτίμονε	adj	κλητική ενικού του αριστεροτίμονος
αριστεροτίμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεροτίμονη
αριστεροτίμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστεροτίμονος
αριστεροτίμονης	adj	γενική ενικού του αριστεροτίμονη
αριστεροτίμονο	adj	αιτιατική ενικού του αριστεροτίμονος
αριστεροτίμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστεροτίμονος
αριστεροτίμονος	adj	που το τιμόνι του βρίσκεται στην αριστερή πλευρά
αριστεροτίμονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αριστεροτίμονος
αριστεροτίμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστεροτίμονος
αριστεροτίμονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριστεροτίμονος
αριστεροτσεπόφρονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεροτσεπόφρονας
αριστεροχείρων	=	αριστερόχειρας
αριστεροχειρία	noun	η προτίμηση για χρήση του αριστερού χεριού αντί του δεξιού για καθημερινές δραστηριότητες
αριστεροχειρίας	noun	γενική ενικού του αριστεροχειρία
αριστεροχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστεροχειρία
αριστεροχειριών	noun	γενική πληθυντικού του αριστεροχειρία
αριστεροχουντισμέ	=	αριστεροχουντισμός
αριστεροχουντισμοί	=	αριστεροχουντισμός
αριστεροχουντισμού	=	αριστεροχουντισμός
αριστεροχουντισμούς	=	αριστεροχουντισμός
αριστεροχουντισμό	=	αριστεροχουντισμός
αριστεροχουντισμός	noun	όρος στελεχών της Νέας Δημοκρατίας για να δηλώσουν το διπλό κίνδυνο που σύμφωνα με τους ίδιους διέτρεχε μεταπολιτευτικά η δημοκρατία από υποστηρικτές της στρατιωτικής δικτατορίας και την άκρα αριστερά.
αριστεροχουντισμών	=	αριστεροχουντισμός
αριστερού	adj	γενική ενικού του αριστερός
αριστερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστερός
αριστερό	adj	αιτιατική ενικού του αριστερός
αριστερόθεν	adv	από το αριστερό μέρος
αριστερόμετρα	=	αριστερόμετρο
αριστερόμετρο	noun	υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά το πόσο αριστερός (από πολιτική άποψη) είναι κάποιος
αριστερόμετρου	=	αριστερόμετρο
αριστερόμετρων	=	αριστερόμετρο
αριστερός	adj	που βρίσκεται στα αριστερά	noun	που είναι αριστερός, που ανήκει στην αριστερά, στην αριστερή πολιτική παράταξη
αριστερόστροφα	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφε	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφες	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφη	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφης	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφο	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστερόστροφος
αριστερόστροφος	adj	που, καθώς κινείται γύρω από τον εαυτό του, στρέφεται προς τα αριστερά
αριστερόστροφου	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφους	=	αριστερόστροφος
αριστερόστροφων	=	αριστερόστροφος
αριστερότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερότερο	adv	για κάτι που βρίσκεται ή βρισκόταν ή πρόκειται να βρεθεί πιο αριστερά σε σχέση με κάτι άλλο ή με τον εαυτό του σε άλλη χρονική στιγμή
αριστερόφρονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερόφρονας
αριστερόχειρ	noun|formal	αριστερόχειρας
αριστερόχειρα	=	αριστερόχειρας
αριστερόχειρας	noun	το άτομο που χρησιμοποιεί το αριστερό χέρι για την εκτέλεση κινήσεων που απαιτούν ακρίβεια, όπως η γραφή
αριστερόχειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστερόχειρας
αριστερών	adj	γενική πληθυντικού του αριστερός
αριστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσεων	=	αρίστευση
αριστεύσεως	=	αρίστευση
αριστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αριστεύω
αριστεύω	verb	διακρίνομαι
αριστοκράτες	=	αριστοκράτης
αριστοκράτη	=	αριστοκράτης
αριστοκράτης	noun	άτομο ευγενούς ή πλούσιας καταγωγής
αριστοκράτισσα	noun	θηλυκό του αριστοκράτης
αριστοκράτισσας	noun	γενική ενικού του αριστοκράτισσα
αριστοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοκράτισσα
αριστοκρατία	noun	πολίτευμα στο οποίο εξουσιάζουν οι άριστοι με την αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή οι ευγενείς
αριστοκρατίας	noun	γενική ενικού του αριστοκρατία
αριστοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοκρατία
αριστοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοκρατικό	adv	όπως οι αριστοκράτες
αριστοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του αριστοκρατικός
αριστοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοκρατική
αριστοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστοκρατικός
αριστοκρατικής	adj	γενική ενικού του αριστοκρατική
αριστοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστοκρατικός
αριστοκρατικοποίηση	noun	η στελέχωση στις κρατικές υπηρεσίες (στρατός, διοίκηση, δικαιοσύνη) ή στην επιχειρηματική σφαίρα ατόμων αριστοκρατικής προέλευσης παρά αξιοκρατικής αρχής
αριστοκρατικοποίησης	=	αριστοκρατικοποίηση
αριστοκρατικοποιήσεις	=	αριστοκρατικοποίηση
αριστοκρατικοποιήσεων	=	αριστοκρατικοποίηση
αριστοκρατικοτήτων	=	αριστοκρατικότητα
αριστοκρατικού	adj	γενική ενικού του αριστοκρατικός
αριστοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστοκρατικός
αριστοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του αριστοκρατικός
αριστοκρατικός	adj	σχετικός με την αριστοκρατία ή τον αριστοκράτη
αριστοκρατικότατα	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατε	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατες	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατη	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατης	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατο	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατοι	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατος	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατου	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατους	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότατων	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερα	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερε	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερες	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερη	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερης	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερο	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότεροι	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερος	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερου	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερους	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότερων	=	αριστοκρατικός
αριστοκρατικότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή το σύνολο χαρακτηριστικών του αριστοκράτη ή του αριστοκρατικού
αριστοκρατικότητας	noun	γενική ενικού του αριστοκρατικότητα
αριστοκρατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοκρατικότητα
αριστοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του αριστοκρατικός
αριστοκρατισμέ	noun	κλητική ενικού του αριστοκρατισμός
αριστοκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστοκρατισμός
αριστοκρατισμού	noun	γενική ενικού του αριστοκρατισμός
αριστοκρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αριστοκρατισμός
αριστοκρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του αριστοκρατισμός
αριστοκρατισμός	noun	μίμηση αριστοκρατικού τρόπου
αριστοκρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του αριστοκρατισμός
αριστοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του αριστοκράτισσα
αριστοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αριστοκρατία
αριστοκρατών	=	αριστοκράτης
αριστοποίηση	noun|formal	διαδικασία ή αποτέλεσμα της συστηματικής προσαρμογής παραμέτρων, επιλογών ή ενεργειών, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή απόδοση, λειτουργικότητα ή ποιότητα μέσα σε συγκεκριμένους περιορισμούς
αριστοτέλεια	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειας	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειε	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειες	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειο	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειοι	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειος	adj	σχετικός με τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Αριστοτέλη και το έργο του
αριστοτέλειου	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειους	=	αριστοτέλειος
αριστοτέλειων	=	αριστοτέλειος
αριστοτέχνες	=	αριστοτέχνης
αριστοτέχνη	=	αριστοτέχνης
αριστοτέχνημα	noun	άριστο έργο τέχνης
αριστοτέχνης	noun	αυτός που κατέχει άριστα μια τέχνη
αριστοτέχνισσα	noun	η άριστη σε μία τέχνη, αυτή που επιδεικνύει μεγάλη δεξιότητα σε έναν τομέα
αριστοτέχνισσας	noun	γενική ενικού του αριστοτέχνισσα
αριστοτέχνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοτέχνισσα
αριστοτελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αριστοτελικός	adv	με τον τρόπο ή σύμφωνα με τις θεωρίες και πρακτικές του Αριστοτέλη
αριστοτελικέ	adj	κλητική ενικού του αριστοτελικός
αριστοτελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοτελική
αριστοτελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστοτελικός
αριστοτελικής	adj	γενική ενικού του αριστοτελική
αριστοτελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστοτελικός
αριστοτελικού	adj	γενική ενικού του αριστοτελικός
αριστοτελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστοτελικός
αριστοτελικό	adj	αιτιατική ενικού του αριστοτελικός
αριστοτελικός	adj	οπαδός των θεωριών του Αριστοτέλη
αριστοτελικών	adj	γενική πληθυντικού του αριστοτελικός
αριστοτελισμέ	noun	κλητική ενικού του αριστοτελισμός
αριστοτελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστοτελισμός
αριστοτελισμού	noun	γενική ενικού του αριστοτελισμός
αριστοτελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αριστοτελισμός
αριστοτελισμό	noun	αιτιατική ενικού του αριστοτελισμός
αριστοτελισμός	noun	το σύστημα στοχασμού, θεώρησης, με βάση το έργο του Αριστοτέλη
αριστοτελισμών	noun	γενική πληθυντικού του αριστοτελισμός
αριστοτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοτέχνημα
αριστοτεχνήματος	noun	γενική ενικού του αριστοτέχνημα
αριστοτεχνία	noun	η ικανότητα να εκτελεί κανείς κάτι με υψηλό βαθμό τεχνικής ακρίβειας και ευφυούς χειρισμού, ανεξαρτήτως πεδίου
αριστοτεχνίας	=	αριστοτεχνία
αριστοτεχνίες	=	αριστοτεχνία
αριστοτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αριστοτέχνημα
αριστοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοτεχνικό	adv	με αριστοτεχνικό τρόπο
αριστοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοτεχνική
αριστοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικής	adj	γενική ενικού του αριστοτεχνική
αριστοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικοτήτων	=	αριστοτεχνικότητα
αριστοτεχνικού	adj	γενική ενικού του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικός	adj	που έχει άριστη τεχνική
αριστοτεχνικότητα	noun	άλλη μορφή του αριστοτεχνία
αριστοτεχνικότητας	=	αριστοτεχνικότητα
αριστοτεχνικότητες	=	αριστοτεχνικότητα
αριστοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του αριστοτεχνικός
αριστοτεχνικώς	adv|dated	αριστοτεχνικά
αριστοτεχνισσών	noun	γενική πληθυντικού του αριστοτέχνισσα
αριστοτεχνιών	=	αριστοτεχνία
αριστοτεχνών	=	αριστοτέχνης
αριστουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστούργημα
αριστουργήματος	noun	γενική ενικού του αριστούργημα
αριστουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αριστούργημα
αριστουργηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστουργηματικό	adv	με αριστουργηματικό τρόπο
αριστουργηματικέ	adj	κλητική ενικού του αριστουργηματικός
αριστουργηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστουργηματική
αριστουργηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστουργηματικός
αριστουργηματικής	adj	γενική ενικού του αριστουργηματική
αριστουργηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστουργηματικός
αριστουργηματικού	adj	γενική ενικού του αριστουργηματικός
αριστουργηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστουργηματικός
αριστουργηματικό	adj	αιτιατική ενικού του αριστουργηματικός
αριστουργηματικός	adj	αυτός που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αριστούργημα
αριστουργηματικών	adj	γενική πληθυντικού του αριστουργηματικός
αριστοφάνεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειος	adj|formal	αυτός που ανήκει ή σχετίζεται με τον κωμικό ποιητή Αριστοφάνη και τα έργα του
αριστοφάνειου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αριστοφάνειος
αριστοφάνειων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αριστοφάνειος
αριστοφανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αριστοφανικός	adv	με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Αριστοφάνη
αριστοφανικέ	adj	κλητική ενικού του αριστοφανικός
αριστοφανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αριστοφανική
αριστοφανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αριστοφανικός
αριστοφανικής	adj	γενική ενικού του αριστοφανική
αριστοφανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αριστοφανικός
αριστοφανικού	adj	γενική ενικού του αριστοφανικός
αριστοφανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αριστοφανικός
αριστοφανικό	adj	αιτιατική ενικού του αριστοφανικός
αριστοφανικός	adj	αυτός που ανήκει ή σχετίζεται με τον κωμικό ποιητή Αριστοφάνη και τα έργα του
αριστοφανικών	adj	γενική πληθυντικού του αριστοφανικός
αριστούργημα	noun	ανθρώπινο έργο που χαρακτηρίζεται από τελειότητα
αριστούχα	noun	θηλυκό του αριστούχος
αριστούχας	=	αριστούχος
αριστούχε	=	αριστούχος
αριστούχες	=	αριστούχος
αριστούχη	=	αριστούχος
αριστούχο	=	αριστούχος
αριστούχοι	=	αριστούχος
αριστούχος	adj	που αριστεύει σε εξετάσεις, διαγωνισμούς ή γενικότερα στη βαθμολογία που συγκεντρώνει
αριστούχου	=	αριστούχος
αριστούχους	=	αριστούχος
αριστούχων	=	αριστούχος
αριφραδές	=	αριφραδής
αριφραδή	=	αριφραδής
αριφραδής	adj|archaic	ξεκάθαρος, ολοφάνερος
αριφραδείς	=	αριφραδής
αριφραδούς	=	αριφραδής
αριφραδών	=	αριφραδής
αριό	adj	αιτιατική ενικού του αριός
αριόζο	noun	δραματικό φωνητικό έργο που μοιάζει με την άρια και τη διήγηση
αριός	noun	άλλη γραφή του άριος, άλλη μορφή του αριά	adj	αραιός
αριών	adj	γενική πληθυντικού του αριός
αριώνω	=	αραιώνω
αρκάδα	noun|dated	μικρή, στερεωμένη στο άκρο του γεφυριού κατασκευή (πλάκα ή κολονάκι), προεξέχουσα από το κατάστρωμα της γέφυρας, που λειτουργεί ως διακοσμητική και προστατευτική ένδειξη ορίου διέλευσης και ως μορφή στηθαίου
αρκάδας	=	αρκάδα
αρκάδες	=	αρκάδα
αρκάδων	=	αρκάδα
αρκέσαμε	=	αρκώ
αρκέσαν	=	αρκώ
αρκέσανε	=	αρκώ
αρκέσατε	=	αρκώ
αρκέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκέσου	=	αρκούμαι
αρκέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκέσουνε	=	αρκώ
αρκέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκώ
αρκαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκαδικό
αρκαδικέ	adj	κλητική ενικού του αρκαδικός
αρκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκαδική
αρκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρκαδικός
αρκαδικής	adj	γενική ενικού του αρκαδική
αρκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκαδικός
αρκαδικού	adj	γενική ενικού του αρκαδικός
αρκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρκαδικός
αρκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του αρκαδικός
αρκαδικός	adj	της Αρκαδίας, από την Αρκαδία
αρκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του αρκαδικός
αρκαδισμέ	=	αρκαδισμός
αρκαδισμοί	=	αρκαδισμός
αρκαδισμού	=	αρκαδισμός
αρκαδισμούς	=	αρκαδισμός
αρκαδισμό	=	αρκαδισμός
αρκαδισμός	noun|literary	αισθητικό και λογοτεχνικό ρεύμα που εξυμνεί τη λιτή, γαλήνια και ερωτικά φορτισμένη ζωή κοντά στη φύση, αντλώντας έμπνευση από τη συμβολική Αρκαδία της αρχαιότητας ως τόπο ιδεώδους ευτυχίας και φυσικής αθωότητας
αρκαδισμών	=	αρκαδισμός
αρκαντάση	=	αρκαντάσης
αρκαντάσηδες	=	αρκαντάσης
αρκαντάσηδων	=	αρκαντάσης
αρκαντάσης	noun	αδελφικός φίλος
αρκεί	verb	είναι αρκετό, φτάνει (συνήθως στην έκφραση: αρκεί να)
αρκείς	=	αρκώ
αρκείσαι	=	αρκούμαι
αρκείστε	=	αρκούμαι
αρκείται	=	αρκούμαι
αρκείτε	=	αρκώ
αρκείτο	=	αρκώ
αρκεσμένος	=	αρκούμαι
αρκεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστήκαν	=	αρκούμαι
αρκεστήκανε	=	αρκούμαι
αρκεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκεστούνε	=	αρκώ
αρκεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρκούμαι
αρκετά	adv	σε επαρκή βαθμό· ικανοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρκετός
αρκετέ	adj	κλητική ενικού του αρκετός
αρκετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκετή
αρκετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρκετός
αρκετής	adj	γενική ενικού του αρκετή
αρκετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκετός
αρκετού	adj	γενική ενικού του αρκετός
αρκετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρκετός
αρκετό	adj	αιτιατική ενικού του αρκετός
αρκετός	adj	αυτός που αρκεί
αρκετών	adj	γενική πληθυντικού του αρκετός
αρκεύθου	=	άρκευθος
αρκεύθους	=	άρκευθος
αρκεύθων	=	άρκευθος
αρκιέμαι	verb	άλλη μορφή του αρκούμαι
αρκλών	noun	γενική πληθυντικού του άρκλα
αρκομηλιά	noun	συνώνυμο του αγριοκορομηλιά ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
αρκομηλιάς	=	αρκομηλιά
αρκομηλιές	=	αρκομηλιά
αρκομηλιών	=	αρκομηλιά
αρκοσολίου	=	αρκοσόλιο
αρκοσολίων	=	αρκοσόλιο
αρκοσόλια	=	αρκοσόλιο
αρκοσόλιο	noun	αβαθής τοξωτή κόγχη που χρησιμοποιόταν ως τάφος
αρκοσόλιου	=	αρκοσόλιο
αρκοσόλιων	=	αρκοσόλιο
αρκουδάκι	noun	το μικρό της αρκούδας, μικρή αρκούδα
αρκουδάκια	=	αρκουδάκι
αρκουδίζω	verb	περπατάω με τα τέσσερα
αρκουδίσια	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιας	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιε	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιες	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιο	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιοι	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιον	noun|slang	αστεϊσμός, χαριτολόγημα, για το κλιματιστικό μηχάνημα (στη λειτουργία της ψύξης)
αρκουδίσιος	adj	που ανήκει στην αρκούδα ή τη χαρακτηρίζει
αρκουδίσιου	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιους	=	αρκουδίσιος
αρκουδίσιων	=	αρκουδίσιος
αρκουδιάρα	=	αρκουδιάρης
αρκουδιάρας	=	αρκουδιάρης
αρκουδιάρες	=	αρκουδιάρης
αρκουδιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρκουδιάρης
αρκουδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκουδιάρης
αρκουδιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του αρκουδιάρης
αρκουδιάρης	noun	πλανόδιος που έχει εκπαιδεύσει αρκούδα να κάνει διάφορες κινήσεις και την χρησιμοποιεί για δημόσιο θέαμα
αρκουδιάρισσα	noun	θηλυκό του αρκουδιάρης
αρκουδιάρισσας	noun	γενική ενικού του αρκουδιάρισσα
αρκουδιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκουδιάρισσα
αρκουδιάρων	=	αρκουδιάρης
αρκουδιαραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκουδιάρης
αρκουδιαραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρκουδιάρης
αρκουδιαραίων	noun	γενική πληθυντικού του αρκουδιάρης
αρκουδιαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρκουδιάρισσα
αρκουδιού	=	αρκούδι
αρκουδιών	=	αρκούδι
αρκουδοπούρναρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκουδοπούρναρο
αρκουδοπούρναρο	noun	αειθαλές δέντρο του είδους Ilex aquifolium με σκούρα πράσινα αγκαθωτά φύλλα και μικρούς κόκκινους καρπούς
αρκουδοπούρναρου	noun	γενική ενικού του αρκουδοπούρναρο
αρκουδοπούρναρων	noun	γενική πληθυντικού του αρκουδοπούρναρο
αρκουδοτόμαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκουδοτόμαρο
αρκουδοτόμαρο	noun	το τομάρι ή το δέρμα τής αρκούδας
αρκουδοτόμαρου	noun	γενική ενικού του αρκουδοτόμαρο
αρκουδοτόμαρων	noun	γενική πληθυντικού του αρκουδοτόμαρο
αρκουδόγυφτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκουδόγυφτος
αρκούδα	noun	μεγάλο σαρκοβόρο ή/και παμφάγο θηλαστικό με δασύ τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αυτιά και γαμψά νύχια.
αρκούδας	=	αρκούδα
αρκούδε	=	αρκούδος
αρκούδες	=	αρκούδα
αρκούδι	noun	η αρκούδα
αρκούδια	=	αρκούδι
αρκούδισα	=	αρκουδίζω
αρκούδο	=	αρκούδος
αρκούδοι	=	αρκούδος
αρκούδος	noun	αρσενική αρκούδα
αρκούδου	=	αρκούδος
αρκούδους	=	αρκούδος
αρκούδων	=	αρκούδα
αρκούμαι	verb	μου είναι αρκετό, μου φτάνει
αρκούμασταν	=	αρκούμαι
αρκούμαστε	=	αρκούμαι
αρκούμε	=	αρκώ
αρκούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκούμενο
αρκούμενε	verb	κλητική ενικού του αρκούμενος
αρκούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκούμενη
αρκούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρκούμενος
αρκούμενης	verb	γενική ενικού του αρκούμενη
αρκούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αρκούμενος
αρκούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκούμενος
αρκούμενος	verb	αυτός που αρκείται σε κάτι σχετικά λίγο, καθώς αρκείται
αρκούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρκούμενος
αρκούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρκούμενος
αρκούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αρκούμενος
αρκούμουν	=	αρκούμαι
αρκούμουνα	=	αρκώ
αρκούν	=	αρκώ
αρκούνε	=	αρκώ
αρκούνται	=	αρκούμαι
αρκούνταν	=	αρκούμαι
αρκούντο	=	αρκώ
αρκούντως	adv|formal	αρκετά
αρκούσα	=	αρκώ
αρκούσαμε	=	αρκώ
αρκούσαν	=	αρκώ
αρκούσανε	=	αρκώ
αρκούσασταν	=	αρκούμαι
αρκούσαστε	=	αρκούμαι
αρκούσατε	=	αρκώ
αρκούσε	=	αρκώ
αρκούσες	=	αρκώ
αρκούσουν	=	αρκούμαι
αρκούσουνα	=	αρκώ
αρκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκτικό	adv	στην αρκτική περιοχή, βόρεια
αρκτικέ	adj	κλητική ενικού του αρκτικός
αρκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκτική
αρκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρκτικός
αρκτικής	adj	γενική ενικού του αρκτική
αρκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρκτικός
αρκτικολέξου	=	αρκτικόλεξο
αρκτικολέξων	=	αρκτικόλεξο
αρκτικοσαύρου	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικοσαύρους	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικοσαύρων	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικού	adj	γενική ενικού του αρκτικός
αρκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρκτικός
αρκτικό	adj	αιτιατική ενικού του αρκτικός
αρκτικόλεξα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρκτικόλεξο
αρκτικόλεξο	noun	συντομευμένη μορφή ενός πολυλεκτικού όρου ή ονόματος (π.χ. επωνυμίας) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται με διαδοχική απαγγελία των ονομάτων των γραμμάτων του
αρκτικόλεξου	=	αρκτικόλεξο
αρκτικόλεξων	=	αρκτικόλεξο
αρκτικός	adj	άλλη μορφή του αρχικός
αρκτικόσαυρε	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικόσαυρο	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικόσαυροι	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικόσαυρος	noun|informal	αρκτικός δεινόσαυρος, οποιοσδήποτε δεινόσαυρος ασχέτως είδους που βρέθηκε στην Αρκτική Ζώνη ή σε περιοχή που παλαιότερα υπαγόταν σε αυτήν (λόγω της μετακίνησης των πλακών)
αρκτικόσαυρου	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικόσαυρους	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικόσαυρων	=	αρκτικόσαυρος
αρκτικών	adj	γενική πληθυντικού του αρκτικός
αρκτοτρόφε	=	αρκτοτρόφος
αρκτοτρόφο	=	αρκτοτρόφος
αρκτοτρόφοι	=	αρκτοτρόφος
αρκτοτρόφος	noun	αυτός/ή που εκτρέφει αρκούδες
αρκτοτρόφου	=	αρκτοτρόφος
αρκτοτρόφους	=	αρκτοτρόφος
αρκτοτρόφων	=	αρκτοτρόφος
αρκτρος	abbrev	αρχικτηνίατρος
αρκώ	verb	είμαι αρκετός
αρκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρκώ
αρλεκίνε	noun	κλητική ενικού του αρλεκίνος
αρλεκίνικα	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικε	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικες	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικη	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικης	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικο	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικοι	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικος	adj	που μοιάζει ή σχετίζεται με αρλεκίνο
αρλεκίνικου	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικους	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνικων	=	αρλεκίνικος
αρλεκίνο	noun	αιτιατική ενικού του αρλεκίνος
αρλεκίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρλεκίνος
αρλεκίνος	noun	τύπος της ιταλικής κωμωδίας, συνήθως ντυμένος με καρό ή πολύχρωμα ρούχα
αρλεκίνου	noun	γενική ενικού του αρλεκίνος
αρλεκίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρλεκίνος
αρλεκίνων	noun	γενική πληθυντικού του αρλεκίνος
αρλεκινισμέ	noun	κλητική ενικού του αρλεκινισμός
αρλεκινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρλεκινισμός
αρλεκινισμού	noun	γενική ενικού του αρλεκινισμός
αρλεκινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρλεκινισμός
αρλεκινισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρλεκινισμός
αρλεκινισμός	noun	η συμπεριφορά του αρλεκίνου, γελοία συμπεριφορά
αρλεκινισμών	noun	γενική πληθυντικού του αρλεκινισμός
αρλουμπατζή	=	αρλουμπατζής
αρλουμπατζήδες	=	αρλουμπατζής
αρλουμπατζήδων	=	αρλουμπατζής
αρλουμπατζής	noun	που λέει αρλούμπες, ο αρλουμπολόγος, ο αρλούμπας
αρλουμπολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρλουμπολόγημα
αρλουμπολογήματος	noun	γενική ενικού του αρλουμπολόγημα
αρλουμπολογία	noun	το να λέει κάποιος αρλούμπες
αρλουμπολογίας	=	αρλουμπολογία
αρλουμπολογίες	=	αρλουμπολογία
αρλουμπολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρλουμπολόγημα
αρλουμπολογιών	=	αρλουμπολογία
αρλουμπολόγε	=	αρλουμπολόγος
αρλουμπολόγημα	noun	χαζά λόγια, κουτές ιδέες, κουταμάρες, κοτσάνες, βλακείες, μαλακίες
αρλουμπολόγο	=	αρλουμπολόγος
αρλουμπολόγοι	=	αρλουμπολόγος
αρλουμπολόγος	noun	που λέει αρλούμπες, ο αρλούμπας
αρλουμπολόγου	=	αρλουμπολόγος
αρλουμπολόγους	=	αρλουμπολόγος
αρλουμπολόγων	=	αρλουμπολόγος
αρλούμπα	noun	ανοησία, κουταμάρα, οποιαδήποτε πράξη, κατασκευή ή ακόμα και λόγος που στερείται κάποιας αξίας ή είναι κενό ουσίας
αρλούμπας	noun	που λέει αρλούμπες, ο αρλουμπατζής, ο αρλουμπολόγος
αρλούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρλούμπα
αρμ	intj	στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος
αρμάδα	noun	μεγάλος πολεμικός στόλος
αρμάδας	=	αρμάδα
αρμάδες	=	αρμάδα
αρμάδων	=	αρμάδα
αρμάθα	noun	πολλά όμοια πράγματα που είναι περασμένα σε κλωστή
αρμάθας	noun	γενική ενικού του αρμάθα
αρμάθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμάθα
αρμάθιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμάθιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμάθιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμάθιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμάθιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αρμαθιάζω
αρμάθων	=	αρμάθα
αρμάνικα	noun	η αρμάνικη γλώσσα: άλλη μορφή του αρωμανικά
αρμάνικε	=	αρμάνικος
αρμάνικες	=	αρμάνικος
αρμάνικη	=	αρμάνικος
αρμάνικης	=	αρμάνικος
αρμάνικο	=	αρμάνικος
αρμάνικοι	=	αρμάνικος
αρμάνικος	adj	άλλη μορφή του αρμανικός
αρμάνικου	=	αρμάνικος
αρμάνικους	=	αρμάνικος
αρμάνικων	=	αρμάνικος
αρμάρι	noun	άλλη μορφή του ερμάρι
αρμάρια	=	αρμάρι
αρμάτωμα	noun	εξοπλισμός
αρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρμα
αρμάτωνα	=	αρματώνω
αρμάτωναν	=	αρματώνω
αρμάτωνε	=	αρματώνω
αρμάτωνες	=	αρματώνω
αρμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρμέ	noun	κλητική ενικού του αρμός
αρμέγαμε	=	αρμέγω
αρμέγαν	=	αρμέγω
αρμέγανε	=	αρμέγω
αρμέγατε	=	αρμέγω
αρμέγει	=	αρμέγω
αρμέγεις	=	αρμέγω
αρμέγετε	=	αρμέγω
αρμέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρμεγμα
αρμέγματος	noun	γενική ενικού του άρμεγμα
αρμέγομαι	=	αρμέγω
αρμέγοντας	=	αρμέγω
αρμέγουμε	=	αρμέγω
αρμέγουν	=	αρμέγω
αρμέγουνε	=	αρμέγω
αρμέγω	verb	βγάζω το γάλα από τους μαστούς της αγελάδας ή άλλου θηλυκού ζώου τραβώντας τους με τα χέρια ή χρησιμοποιώντας ειδική συσκευή
αρμένιζα	=	αρμενίζω
αρμένιζαν	=	αρμενίζω
αρμένιζε	=	αρμενίζω
αρμένιζες	=	αρμενίζω
αρμένικα	noun	άλλη μορφή του αρμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμένικο
αρμένικε	adj	κλητική ενικού του αρμένικος
αρμένικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμένικη
αρμένικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμένικος
αρμένικης	adj	γενική ενικού του αρμένικη
αρμένικο	adj	αιτιατική ενικού του αρμένικος
αρμένικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμένικος
αρμένικος	adj	που έχει σχέση με την Αρμενία ή τους Αρμένιους
αρμένικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρμένικος
αρμένικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμένικος
αρμένικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρμένικος
αρμένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμένισμα	noun	η ενέργεια του αρμενίζω
αρμέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξαν	=	αρμέγω
αρμέξανε	=	αρμέγω
αρμέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμέγω
αρμέχτηκα	=	αρμέγω
αρμίδι	noun	άλλη μορφή του ορμίδι
αρμίδια	=	αρμίδι
αρμαδίλλε	=	αρμαδίλλος
αρμαδίλλο	=	αρμαδίλλος
αρμαδίλλοι	=	αρμαδίλλος
αρμαδίλλος	noun	γενική ονομασία μικρόσωμων θηλαστικών της Αμερικής, των οποίων το σώμα καλύπτεται από πολλαπλές λωρίδες λεπιδωτού όστρακου
αρμαδίλλου	=	αρμαδίλλος
αρμαδίλλους	=	αρμαδίλλος
αρμαδίλλων	=	αρμαδίλλος
αρμαδίλος	=	αρμαδίλλος
αρμαδούρα	noun	η σκαλμοδόκη
αρμαδούρας	noun	γενική ενικού του αρμαδούρα
αρμαδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμαδούρα
αρμαδόρε	=	αρμαδόρος
αρμαδόρο	=	αρμαδόρος
αρμαδόροι	=	αρμαδόρος
αρμαδόρος	noun|dated	ο υπεύθυνος για την αρματωσιά, για την εύρεση των αναγκαίων εξαρτημάτων ενός πλοίου
αρμαδόρου	=	αρμαδόρος
αρμαδόρους	=	αρμαδόρος
αρμαδόρων	=	αρμαδόρος
αρμαθιά	noun	μία σειρά από όμοια μικρά πράγματα συνήθως περασμένα σε σκοινί ή σε σύρμα
αρμαθιάζομαι	=	αρμαθιάζω
αρμαθιάζω	verb	κάνω αρμαθιές
αρμαθιάς	noun	γενική ενικού του αρμαθιά
αρμαθιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμάθιασμα
αρμαθιάσματος	noun	γενική ενικού του αρμάθιασμα
αρμαθιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιάστηκα	=	αρμαθιάζω
αρμαθιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμαθιάζω
αρμαθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμαθιά
αρμαθιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρμάθιασμα
αρμαθιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμαθιασμένο
αρμαθιασμένε	verb	κλητική ενικού του αρμαθιασμένος
αρμαθιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμαθιασμένη
αρμαθιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμαθιασμένος
αρμαθιασμένης	verb	γενική ενικού του αρμαθιασμένη
αρμαθιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρμαθιασμένος
αρμαθιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμαθιασμένος
αρμαθιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρμαθιάζω
αρμαθιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρμαθιασμένος
αρμαθιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρμαθιασμένος
αρμαθιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρμαθιασμένος
αρμαθιών	=	αρμαθιά
αρμαθών	noun	γενική πληθυντικού του αρμάθα
αρμακά	=	αρμακάς
αρμακάδες	=	αρμακάς
αρμακάδων	=	αρμακάς
αρμακάς	noun	λιθοσωρός
αρμανιάκ	noun	είδος κονιάκ που παράγεται στην περιοχή Αρμανιάκ στη Γασκώνη, στη νοτιοδυτική Γαλλία
αρμανικά	=	αρμανικός
αρμανικέ	=	αρμανικός
αρμανικές	=	αρμανικός
αρμανική	=	αρμανικός
αρμανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρμανική) του αρμανικός
αρμανικοί	=	αρμανικός
αρμανικού	=	αρμανικός
αρμανικούς	=	αρμανικός
αρμανικό	=	αρμανικός
αρμανικός	adj	που έχει σχέση με τους Αρμάνους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς.
αρμανικών	=	αρμανικός
αρμανοφωνία	noun|formal	συνώνυμο του βλαχοφωνία
αρμανοφωνίας	=	αρμανοφωνία
αρμανόφωνα	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνε	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνες	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνη	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνης	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνο	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνοι	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνος	adj|formal	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αρμάνικα
αρμανόφωνου	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνους	=	αρμανόφωνος
αρμανόφωνων	=	αρμανόφωνος
αρμαριού	=	αρμάρι
αρμαριών	=	αρμάρι
αρματίστρια	=	αρματιστής
αρματαγωγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματαγωγό
αρματαγωγού	noun	γενική ενικού του αρματαγωγό
αρματαγωγό	noun	πολεμικό πλοίο κατάλληλο να μεταφέρει και να αποβιβάζει άρματα μάχης
αρματαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του αρματαγωγό
αρματηλάτες	=	αρματηλάτης
αρματηλάτη	=	αρματηλάτης
αρματηλάτης	noun	οδηγός άρματος, ηνίοχος
αρματηλασία	noun	η οδήγηση άρματος, ιδιαίτερα σε αγώνες
αρματηλασίας	=	αρματηλασία
αρματηλασίες	=	αρματηλασία
αρματηλασιών	=	αρματηλασία
αρματηλατών	=	αρματηλάτης
αρματικά	=	αρματικός
αρματικέ	=	αρματικός
αρματικές	=	αρματικός
αρματική	=	αρματικός
αρματικής	=	αρματικός
αρματικοί	=	αρματικός
αρματικού	=	αρματικός
αρματικούς	=	αρματικός
αρματικό	=	αρματικός
αρματικός	adj	που έχει σχέση με άρμα μάχης ή αναφέρεται σʼ αυτό
αρματικών	=	αρματικός
αρματιστές	=	αρματιστής
αρματιστή	=	αρματιστής
αρματιστής	noun|formal	μέλος πληρώματος άρματος μάχης (τανκ) ή, γενικότερα, τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος
αρματιστών	=	αρματιστής
αρματοδρομία	noun	αρχαίο άθλημα αγώνα δρόμου με άρματα
αρματοδρομίας	noun	γενική ενικού του αρματοδρομία
αρματοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματοδρομία
αρματοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του αρματοδρομία
αρματοδρόμε	noun	κλητική ενικού του αρματοδρόμος
αρματοδρόμο	noun	αιτιατική ενικού του αρματοδρόμος
αρματοδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρματοδρόμος
αρματοδρόμος	noun	ο αγωνιζόμενος σε αρματοδρομία
αρματοδρόμου	noun	γενική ενικού του αρματοδρόμος
αρματοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρματοδρόμος
αρματοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του αρματοδρόμος
αρματολέ	noun	κλητική ενικού του αρματολός
αρματολίκι	noun	περιφέρεια δράσης ομάδας αρματολών και προστασίας από τους κλέφτες περί το τέλος της τουρκοκρατίας
αρματολίκια	=	αρματολίκι
αρματολικιού	noun	γενική ενικού του αρματολίκι
αρματολικιών	=	αρματολίκι
αρματολοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρματολός
αρματολού	noun	γενική ενικού του αρματολός
αρματολούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρματολός
αρματολό	noun	αιτιατική ενικού του αρματολός
αρματολός	noun	αρχηγός σώματος ενόπλων στον οποίο είχε ανατεθεί από την οθωμανική διοίκηση η φύλαξη μιας περιοχής
αρματολών	noun	γενική πληθυντικού του αρματολός
αρματομαχί	=	αρματομαχία
αρματομαχία	noun	η μάχη μεταξύ αρμάτων μάχης
αρματομαχίας	noun	γενική ενικού του αρματομαχία
αρματομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματομαχία
αρματομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του αρματομαχία
αρματοφορέα	=	αρματοφορέας
αρματοφορέας	noun	όχημα που μεταφέρει άρματα μάχης
αρματοφορέων	=	αρματοφορέας
αρματοφορείς	=	αρματοφορέας
αρματούρα	noun	η σκαλμοδόκη
αρματούρας	noun	γενική ενικού του αρματούρα
αρματούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματούρα
αρματωθήκαμε	=	αρματώνομαι
αρματωθήκαν	=	αρματώνομαι
αρματωθήκανε	=	αρματώνομαι
αρματωθήκατε	=	αρματώνομαι
αρματωθεί	=	αρματώνομαι
αρματωθείς	=	αρματώνω
αρματωθείτε	=	αρματώνομαι
αρματωθούμε	=	αρματώνω
αρματωθούν	=	αρματώνω
αρματωθούνε	=	αρματώνω
αρματωθώ	=	αρματώνω
αρματωλός	=	αρματολός
αρματωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρμάτωμα
αρματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματωμένο
αρματωμένε	verb	κλητική ενικού του αρματωμένος
αρματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματωμένη
αρματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρματωμένος
αρματωμένης	verb	γενική ενικού του αρματωμένη
αρματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρματωμένος
αρματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρματωμένος
αρματωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρματώνω
αρματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρματωμένος
αρματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρματωμένος
αρματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρματωμένος
αρματωνόμασταν	=	αρματώνομαι
αρματωνόμαστε	=	αρματώνομαι
αρματωνόμουν	=	αρματώνομαι
αρματωνόμουνα	=	αρματώνομαι
αρματωνόντουσαν	=	αρματώνομαι
αρματωνόσασταν	=	αρματώνομαι
αρματωνόσαστε	=	αρματώνομαι
αρματωνόσουν	=	αρματώνομαι
αρματωνόσουνα	=	αρματώνομαι
αρματωνόταν	=	αρματώνομαι
αρματωνότανε	=	αρματώνομαι
αρματωσιά	noun|vulgar	οπλισμός
αρματωσιάς	noun	γενική ενικού του αρματωσιά
αρματωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρματωσιά
αρματωσιών	=	αρματωσιά
αρματόρε	=	αρματόρος
αρματόρο	=	αρματόρος
αρματόροι	=	αρματόρος
αρματόρος	noun|dated	άλλη μορφή του αρμαδόρος
αρματόρου	=	αρματόρος
αρματόρους	=	αρματόρος
αρματόρων	=	αρματόρος
αρματώθηκα	=	αρματώνομαι
αρματώθηκαν	=	αρματώνομαι
αρματώθηκε	=	αρματώνομαι
αρματώθηκες	=	αρματώνομαι
αρματώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμάτωμα
αρματώματος	noun	γενική ενικού του αρμάτωμα
αρματώναμε	=	αρματώνω
αρματώναν	=	αρματώνω
αρματώνανε	=	αρματώνω
αρματώνατε	=	αρματώνω
αρματώνει	=	αρματώνω
αρματώνεις	=	αρματώνω
αρματώνεσαι	=	αρματώνομαι
αρματώνεστε	=	αρματώνομαι
αρματώνεται	=	αρματώνομαι
αρματώνετε	=	αρματώνω
αρματώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αρματώνω
αρματώνομε	=	αρματώνω
αρματώνονται	=	αρματώνομαι
αρματώνονταν	=	αρματώνομαι
αρματώνοντας	=	αρματώνω
αρματώνου	=	αρματώνομαι
αρματώνουμε	=	αρματώνω
αρματώνουν	=	αρματώνω
αρματώνουνε	=	αρματώνω
αρματώνω	verb	εφοδιάζω με όπλα ή άλλο σχετικό υλικό
αρματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσαν	=	αρματώνω
αρματώσανε	=	αρματώνω
αρματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσομε	=	αρματώνω
αρματώσου	=	αρματώνομαι
αρματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσουνε	=	αρματώνω
αρματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρματώνω
αρμεγές	=	αρμεγή
αρμεγή	noun|formal	το άρμεγμα
αρμεγής	=	αρμεγή
αρμεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρμεγμα
αρμεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμεγμένο
αρμεγμένε	verb	κλητική ενικού του αρμεγμένος
αρμεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμεγμένη
αρμεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμεγμένος
αρμεγμένης	verb	γενική ενικού του αρμεγμένη
αρμεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρμεγμένος
αρμεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμεγμένος
αρμεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρμέγω
αρμεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρμεγμένος
αρμεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρμεγμένος
αρμεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρμεγμένος
αρμεγών	=	αρμεγή
αρμεκτήρια	=	αρμεκτήριο
αρμεκτήριο	noun	μέρος ή ειδικό μηχάνημα για να αρμέγουν τα ζώα
αρμεκτήριου	=	αρμεκτήριο
αρμεκτήριων	=	αρμεκτήριο
αρμενάκι	noun	μικρό ιστιοφόρο σκάφος
αρμενάκια	=	αρμενάκι
αρμενίζαμε	=	αρμενίζω
αρμενίζαν	=	αρμενίζω
αρμενίζανε	=	αρμενίζω
αρμενίζατε	=	αρμενίζω
αρμενίζει	=	αρμενίζω
αρμενίζεις	=	αρμενίζω
αρμενίζετε	=	αρμενίζω
αρμενίζομε	=	αρμενίζω
αρμενίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρμενίζω
αρμενίζουμε	=	αρμενίζω
αρμενίζουν	=	αρμενίζω
αρμενίζουνε	=	αρμενίζω
αρμενίζω	verb	ταξιδεύω με ανοιχτά πανιά, πλέω
αρμενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσαν	=	αρμενίζω
αρμενίσανε	=	αρμενίζω
αρμενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμένισμα
αρμενίσματος	noun	γενική ενικού του αρμένισμα
αρμενίσομε	=	αρμενίζω
αρμενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσουνε	=	αρμενίζω
αρμενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρμενίζω
αρμενιακά	=	αρμενιακός
αρμενιακέ	=	αρμενιακός
αρμενιακές	=	αρμενιακός
αρμενιακή	=	αρμενιακός
αρμενιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρμενιακή) του αρμενιακός
αρμενιακοί	=	αρμενιακός
αρμενιακού	=	αρμενιακός
αρμενιακούς	=	αρμενιακός
αρμενιακό	=	αρμενιακός
αρμενιακός	adj	άλλη μορφή του αρμενικός
αρμενιακών	=	αρμενιακός
αρμενικά	noun	ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, επίσημη γλώσσα της Αρμενίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμενικό
αρμενικέ	adj	κλητική ενικού του αρμενικός
αρμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμενική
αρμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμενικός
αρμενικής	adj	γενική ενικού του αρμενική
αρμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμενικός
αρμενικού	adj	γενική ενικού του αρμενικός
αρμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμενικός
αρμενικό	adj	αιτιατική ενικού του αρμενικός
αρμενικός	adj	πιο επίσημη μορφή του αρμένικος
αρμενικών	adj	γενική πληθυντικού του αρμενικός
αρμενισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρμένισμα
αρμενιστές	=	αρμενιστής
αρμενιστή	=	αρμενιστής
αρμενιστής	noun	αυτός που γνωρίζει να χειρίζεται τα πανιά και τα σχοινιά ιστιοφόρου
αρμενιστί	adv	στα αρμενικά
αρμενιστών	=	αρμενιστής
αρμενοβίλ	noun	ημι-παγωμένο γλυκό (σεμιφρέντο) από μπεζέδες, κρέμα και καραμελωμένα αμύγδαλα
αρμενοβαφτισμένα	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένε	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένες	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένη	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένης	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένο	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένοι	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένος	verb	βαφτισμένος από Αρμένιο παπά
αρμενοβαφτισμένου	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένους	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβαφτισμένων	=	αρμενοβαφτισμένος
αρμενοβελονών	noun	γενική πληθυντικού του αρμενοβελόνα
αρμενοβελόνα	noun	μεγάλη βελόνα (σακοράφα) για να ράβουν τα ιστία
αρμενοβελόνας	noun	γενική ενικού του αρμενοβελόνα
αρμενοβελόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμενοβελόνα
αρμενοβελόνων	=	αρμενοβελόνα
αρμενοβυζαντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμενοβυζαντινό
αρμενοβυζαντινέ	adj	κλητική ενικού του αρμενοβυζαντινός
αρμενοβυζαντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμενοβυζαντινή
αρμενοβυζαντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμενοβυζαντινός
αρμενοβυζαντινής	adj	γενική ενικού του αρμενοβυζαντινή
αρμενοβυζαντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμενοβυζαντινός
αρμενοβυζαντινού	adj	γενική ενικού του αρμενοβυζαντινός
αρμενοβυζαντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμενοβυζαντινός
αρμενοβυζαντινό	adj	αιτιατική ενικού του αρμενοβυζαντινός
αρμενοβυζαντινός	adj|dated	που έχει σχέση με την Αρμενία και το Βυζάντιο
αρμενοβυζαντινών	adj	γενική πληθυντικού του αρμενοβυζαντινός
αρμενοειδές	=	αρμενοειδής
αρμενοειδή	=	αρμενοειδής
αρμενοειδής	adj	που έχει χαρακτηριστικά της ανθρώπινης υποφυλής ανατολικά των Άλπεων
αρμενοειδείς	=	αρμενοειδής
αρμενοειδούς	=	αρμενοειδής
αρμενοειδών	=	αρμενοειδής
αρμενοκουπιού	=	αρμενοκούπι
αρμενοκουπιών	=	αρμενοκούπι
αρμενοκούπι	noun|literary	αρμένισμα με ταυτόχρονη χρήση κουπιών και πανιών	adv|literary	με πανιά και με κουπιά, ολοταχώς
αρμενοκούπια	=	αρμενοκούπι
αρμενομαχαλά	=	αρμενομαχαλάς
αρμενομαχαλάδες	=	αρμενομαχαλάς
αρμενομαχαλάδων	=	αρμενομαχαλάς
αρμενομαχαλάς	noun	γειτονιά των Αρμενίων
αρμενοπαπάδες	=	αρμενόπαπας
αρμενοπαπάδων	=	αρμενόπαπας
αρμενοπούλα	noun	νεαρό κορίτσι αρμενικής καταγωγής
αρμενοπούλας	=	αρμενοπούλα
αρμενοπούλες	=	αρμενοπούλα
αρμενοσυνών	=	αρμενοσύνη
αρμενοσύνες	=	αρμενοσύνη
αρμενοσύνη	noun|literary	η ιδιότητα και τα χαρακτηριστικά των Αρμενίων
αρμενοσύνης	=	αρμενοσύνη
αρμενοφόρα	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρας	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρε	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρες	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρο	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόροι	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρος	adj	αυτός που φέρει άρμενα
αρμενοφόρου	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρους	=	αρμενοφόρος
αρμενοφόρων	=	αρμενοφόρος
αρμενόπαπα	=	αρμενόπαπας
αρμενόπαπας	noun	ο Αρμένιος παπάς
αρμενόπουλα	=	αρμενόπουλο
αρμενόπουλο	noun	μικρό παιδί αρμενικής καταγωγής
αρμενόπουλου	=	αρμενόπουλο
αρμενόπουλων	=	αρμενόπουλο
αρμενόφιλα	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλε	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλες	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλη	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλης	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλο	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλοι	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλος	adj	που είναι φιλικός ή ευνοϊκός προς την Αρμενία ή τους Αρμένιους
αρμενόφιλου	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλους	=	αρμενόφιλος
αρμενόφιλων	=	αρμενόφιλος
αρμενόφωνα	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνε	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνες	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνη	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνης	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνο	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνοι	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αρμενικά
αρμενόφωνου	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνους	=	αρμενόφωνος
αρμενόφωνων	=	αρμενόφωνος
αρμεξιά	noun	το γάλα που παίρνεται από κάθε άρμεγμα
αρμεξιάς	=	αρμεξιά
αρμεξιές	=	αρμεξιά
αρμεξιών	=	αρμεξιά
αρμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμιά
αρμιδιού	=	αρμίδι
αρμιδιών	=	αρμίδι
αρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμός
αρμογές	=	αρμογή
αρμογή	noun	το σημείο όπου συνδέονται διάφορα εξαρτήματα μιας κατασκευής ή τα συστατικά ενός συνόλου
αρμογής	=	αρμογή
αρμογών	=	αρμογή
αρμοδίου	=	αρμόδιος
αρμοδίους	=	αρμόδιος
αρμοδίων	=	αρμόδιος
αρμοδίως	adv|formal	αρμόδια
αρμοδεσία	noun	ο συνεκτικός τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους διάφορα τμήματα ενός κειμένου
αρμοδεσίας	=	αρμοδεσία
αρμοδεσίες	=	αρμοδεσία
αρμοδεσιών	=	αρμοδεσία
αρμοδιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αρμοδιότητα
αρμοδιότητα	noun	το καθήκον, η υποχρέωση κάποιου
αρμοδιότητας	noun	γενική ενικού του αρμοδιότητα
αρμοδιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοδιότητα
αρμοζουσών	=	αρμόζων
αρμοζούσης	=	αρμόζων
αρμοζόντων	=	αρμόζων
αρμοκάλυπτα	=	αρμοκάλυπτο
αρμοκάλυπτο	noun	κατασκευή που καλύπτει τους αρμούς
αρμοκάλυπτου	=	αρμοκάλυπτο
αρμοκάλυπτρα	=	αρμοκάλυπτρο
αρμοκάλυπτρο	noun	κατασκευή που καλύπτει τους αρμούς
αρμοκάλυπτρου	=	αρμοκάλυπτρο
αρμοκάλυπτρων	=	αρμοκάλυπτρο
αρμοκάλυπτων	=	αρμοκάλυπτο
αρμοκοπτών	=	αρμοκόπτης
αρμοκοφτών	=	αρμοκόφτης
αρμοκόπτες	=	αρμοκόπτης
αρμοκόπτη	=	αρμοκόπτης
αρμοκόπτης	noun	εργαλείο ή μηχάνημα που σχίζει επιφανειακά σκληρά υλικά, όπως σκυρόδεμα ή άσφαλτο, προκειμένου να δημιουργήσει γραμμικούς αρμούς για τεχνικούς ή δομικούς σκοπούς
αρμοκόφτες	=	αρμοκόφτης
αρμοκόφτη	=	αρμοκόφτης
αρμοκόφτης	noun	άλλη μορφή του αρμοκόπτης
αρμολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμολόγημα
αρμολογήματος	noun	γενική ενικού του αρμολόγημα
αρμολογήσεις	=	αρμολόγηση
αρμολογήσεων	=	αρμολόγηση
αρμολογήσεως	=	αρμολόγηση
αρμολογία	noun	γενικά η τέχνη της άρμοσης - σύνδεσης μερών κατά είδος (υλικό, αντικείμενο κ.λπ.)
αρμολογίας	noun	γενική ενικού του αρμολογία
αρμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμολογία
αρμολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρμολόγημα
αρμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αρμολογία
αρμολογούμαι	=	αρμολογώ
αρμολογώ	verb	συναρμολογώ, μοντάρω
αρμολόγημα	noun	η αρμολόγηση
αρμολόγησα	=	αρμολογώ
αρμολόγηση	noun	η σύνδεση των μερών ενός συνόλου
αρμολόγησης	=	αρμολόγηση
αρμονία	noun	η συμμετρία στη σχέση των μερών ενός συνόλου με το σύνολο
αρμονίας	noun	γενική ενικού του αρμονία
αρμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμονία
αρμονίου	=	αρμόνιο
αρμονίστα	=	αρμονίστας
αρμονίστας	noun	μουσικός που ειδικεύεται στο παίξιμο αρμονίου, συνθέτοντας ή εκτελώντας μελωδίες και συγχορδίες, είτε στα πλαίσια ορχήστρας είτε ως σολίστας
αρμονίστες	=	αρμονίστας
αρμονίων	=	αρμόνιο
αρμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμονικό	adv	με αρμονικό τρόπο
αρμονικέ	adj	κλητική ενικού του αρμονικός
αρμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμονική
αρμονική	noun	ακέραιο πολλαπλάσιο (μουσική, αρχιτεκτονική, φυσική κτλ.)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμονικός
αρμονικής	adj	γενική ενικού του αρμονική
αρμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμονικός
αρμονικοτήτων	=	αρμονικότητα
αρμονικού	adj	γενική ενικού του αρμονικός
αρμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμονικός
αρμονικό	adj	αιτιατική ενικού του αρμονικός
αρμονικός	adj|figurative	που διέπεται από αρμονία
αρμονικότητα	noun	η ιδιότητα τού αρμονικού
αρμονικότητας	noun	γενική ενικού του αρμονικότητα
αρμονικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμονικότητα
αρμονικών	adj	γενική πληθυντικού του αρμονικός
αρμονικώς	adv|dated	αρμονικά
αρμονιστών	=	αρμονίστας
αρμονιών	noun	γενική πληθυντικού του αρμονία
αρμοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοσμένο
αρμοσμένε	verb	κλητική ενικού του αρμοσμένος
αρμοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοσμένη
αρμοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμοσμένος
αρμοσμένης	verb	γενική ενικού του αρμοσμένη
αρμοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρμοσμένος
αρμοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμοσμένος
αρμοσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρμόζω
αρμοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρμοσμένος
αρμοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρμοσμένος
αρμοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρμοσμένος
αρμοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοστό
αρμοστέ	adj	κλητική ενικού του αρμοστός
αρμοστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοστής
αρμοστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρμοστής
αρμοστής	noun	διπλωμάτης που αποστέλλεται από τη χώρα του, ή τον οργανισμό στον οποίο υπηρετεί, ως ανώτατος διοικητής εξαρτημένης ή υποτελούς περιοχής
αρμοστεία	noun	ο θεσμός ή το αξίωμα του αρμοστή
αρμοστείας	noun	γενική ενικού του αρμοστεία
αρμοστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοστεία
αρμοστειών	noun	γενική πληθυντικού του αρμοστεία
αρμοστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοστικό
αρμοστικέ	adj	κλητική ενικού του αρμοστικός
αρμοστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμοστική
αρμοστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμοστικός
αρμοστικής	adj	γενική ενικού του αρμοστική
αρμοστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμοστικός
αρμοστικού	adj	γενική ενικού του αρμοστικός
αρμοστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμοστικός
αρμοστικό	adj	αιτιατική ενικού του αρμοστικός
αρμοστικός	adj	που σχετίζεται με άρμοση, διεπαφή της ή μηχανισμό της
αρμοστικών	adj	γενική πληθυντικού του αρμοστικός
αρμοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμοστός
αρμοστού	adj	γενική ενικού του αρμοστός
αρμοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμοστός
αρμοστό	adj	αιτιατική ενικού του αρμοστός
αρμοστός	adj	που αρμόζει, που ταιριάζει
αρμοστών	noun	γενική πληθυντικού του αρμοστής
αρμού	noun	γενική ενικού του αρμός
αρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρμός
αρμπαροριζών	=	αρμπαρόριζα
αρμπαρόριζα	noun	το φυτό Πελαργόνιο το ηδύοσμο ή Πελαργόνιο το βαρύοσμο (Pelargonium graveolens)
αρμπαρόριζας	noun	γενική ενικού του αρμπαρόριζα
αρμπαρόριζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμπαρόριζα
αρμπιτράζ	noun	εμπορική πράξη που συνιστάται στην απόκτηση εμπορεύματος ή συναλλάγματος σε μία αγορά και την άμεση μεταπώλησή του σε άλλη με σκοπό τον προσπορισμό κέρδους από τη διαφορά των τιμών που ισχύουν στους δύο τόπους
αρμπουρέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμπουρέτο
αρμπουρέτο	noun	άλλη μορφή του άρμπουρο / άλμπουρο
αρμπουρέτου	noun	γενική ενικού του αρμπουρέτο
αρμπουρέτων	noun	γενική πληθυντικού του αρμπουρέτο
αρμυρά	noun	άλλη μορφή του αλμυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμυρό
αρμυράδα	noun	άλλη μορφή του αλμυράδα
αρμυράδας	=	αρμυράδα
αρμυράδες	=	αρμυράδα
αρμυράδων	=	αρμυράδα
αρμυρέ	adj	κλητική ενικού του αρμυρός
αρμυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμυρή
αρμυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμυρός
αρμυρήθρα	noun	ποώδες φυτό (Arthrocnemum glaucum, Medicago marina, Salicornia europaea, Salicornia fruticulosa) που φυτρώνει σε παραθαλάσσια μέρη
αρμυρήθρας	noun	γενική ενικού του αρμυρήθρα
αρμυρήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμυρήθρα
αρμυρής	adj	γενική ενικού του αρμυρή
αρμυρίζαμε	=	αρμυρίζω
αρμυρίζαν	=	αρμυρίζω
αρμυρίζανε	=	αρμυρίζω
αρμυρίζατε	=	αρμυρίζω
αρμυρίζει	=	αρμυρίζω
αρμυρίζεις	=	αρμυρίζω
αρμυρίζετε	=	αρμυρίζω
αρμυρίζοντας	=	αρμυρίζω
αρμυρίζουμε	=	αρμυρίζω
αρμυρίζουν	=	αρμυρίζω
αρμυρίζουνε	=	αρμυρίζω
αρμυρίζω	verb	άλλη μορφή του αλμυρίζω
αρμυρίκι	noun	άλλη μορφή του αλμυρίκι
αρμυρίκια	=	αρμυρίκι
αρμυρίσαμε	=	αρμυρίζω
αρμυρίσαν	=	αρμυρίζω
αρμυρίσανε	=	αρμυρίζω
αρμυρίσατε	=	αρμυρίζω
αρμυρίσει	=	αρμυρίζω
αρμυρίστε	=	αρμυρίζω
αρμυρικιού	=	αρμυρίκι
αρμυρικιών	=	αρμυρίκι
αρμυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμυρός
αρμυρού	adj	γενική ενικού του αρμυρός
αρμυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμυρός
αρμυρούτσικος	=	αλμυρούτσικος
αρμυρό	adj	αιτιατική ενικού του αρμυρός
αρμυρόπικρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμυρόπικρο
αρμυρόπικρε	adj	κλητική ενικού του αρμυρόπικρος
αρμυρόπικρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμυρόπικρη
αρμυρόπικρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρμυρόπικρος
αρμυρόπικρης	adj	γενική ενικού του αρμυρόπικρη
αρμυρόπικρο	adj	αιτιατική ενικού του αρμυρόπικρος
αρμυρόπικροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμυρόπικρος
αρμυρόπικρος	adj|figurative	που είναι ταυτόχρονα αλμυρός και πικρός
αρμυρόπικρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρμυρόπικρος
αρμυρόπικρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρμυρόπικρος
αρμυρόπικρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρμυρόπικρος
αρμυρός	adj	άλλη μορφή του αλμυρός
αρμυρών	adj	γενική πληθυντικού του αρμυρός
αρμό	noun	αιτιατική ενικού του αρμός
αρμόγαλα	=	αρμόγαλο
αρμόγαλο	noun	παραδοσιακό τυρί της Σάμου
αρμόγαλου	=	αρμόγαλο
αρμόγαλων	=	αρμόγαλο
αρμόδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρμόδιος	adv|rare	άλλη μορφή του αρμοδίως
αρμόδιας	=	αρμόδιος
αρμόδιε	=	αρμόδιος
αρμόδιες	=	αρμόδιος
αρμόδιο	=	αρμόδιος
αρμόδιοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμόδιος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμόδιος
αρμόδιος	adj	που έχει επίσημα αναλάβει έναν τομέα, μια ευθύνη, μια υπηρεσία
αρμόδιου	=	αρμόδιος
αρμόδιους	=	αρμόδιος
αρμόδιων	=	αρμόδιος
αρμόζαμε	=	αρμόζω
αρμόζαν	=	αρμόζω
αρμόζανε	=	αρμόζω
αρμόζατε	=	αρμόζω
αρμόζει	verb	ταιριάζει, πρέπει, είναι κατάλληλο
αρμόζεις	=	αρμόζω
αρμόζετε	=	αρμόζω
αρμόζομαι	=	αρμόζω
αρμόζον	=	αρμόζων
αρμόζοντα	=	αρμόζων
αρμόζοντας	=	αρμόζω
αρμόζοντες	=	αρμόζων
αρμόζοντος	=	αρμόζων
αρμόζουμε	=	αρμόζω
αρμόζουν	=	αρμόζω
αρμόζουνε	=	αρμόζω
αρμόζουσα	=	αρμόζων
αρμόζουσας	=	αρμόζων
αρμόζουσες	=	αρμόζων
αρμόζω	verb	ταιριάζω, είμαι ο κατάλληλος από ηθική άποψη
αρμόζων	verb|formal	που αρμόζει, που ταιριάζει, καθωσπρέπει
αρμόνια	=	αρμόνιο
αρμόνιας	=	αρμόνιος
αρμόνιε	=	αρμόνιος
αρμόνιες	=	αρμόνιος
αρμόνικα	noun	φυσαρμόνικα
αρμόνικας	noun	γενική ενικού του αρμόνικα
αρμόνικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρμόνικα
αρμόνιο	noun	μικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο
αρμόνιοι	=	αρμόνιος
αρμόνιος	adj	αρμονικός
αρμόνιου	=	αρμόνιο
αρμόνιους	=	αρμόνιος
αρμόνιων	=	αρμόνιο
αρμός	noun	το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
αρμόσαμε	=	αρμόζω
αρμόσαν	=	αρμόζω
αρμόσανε	=	αρμόζω
αρμόσατε	=	αρμόζω
αρμόσει	=	αρμόζω
αρμόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρμοση
αρμόσεων	=	άρμοση
αρμόσεως	=	άρμοση
αρμόστε	=	αρμόζω
αρμόστηκα	=	αρμόζω
αρμόστοκε	=	αρμόστοκος
αρμόστοκο	=	αρμόστοκος
αρμόστοκοι	=	αρμόστοκος
αρμόστοκος	noun	στόκος για αρμούς
αρμόστοκου	=	αρμόστοκος
αρμόστοκους	=	αρμόστοκος
αρμόστοκων	=	αρμόστοκος
αρμύρα	noun	άλλη μορφή του αλμύρα
αρμύρας	=	αρμύρα
αρμύρες	=	αρμύρα
αρμύριζα	=	αρμυρίζω
αρμύριζαν	=	αρμυρίζω
αρμύριζε	=	αρμυρίζω
αρμύριζες	=	αρμυρίζω
αρμύρισα	=	αρμυρίζω
αρμύρισαν	=	αρμυρίζω
αρμύρισε	=	αρμυρίζω
αρμύρισες	=	αρμυρίζω
αρμύρων	=	αρμύρα
αρμών	noun	γενική πληθυντικού του άρμα
αρνάδα	noun	η προβατίνα
αρνάδας	=	αρνάδα
αρνάδες	=	αρνάδα
αρνάδων	=	αρνάδα
αρνάκι	noun	το μικρό αρνί
αρνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνάκι
αρνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρνηση
αρνήσεων	=	άρνηση
αρνήσεως	=	άρνηση
αρνήσου	=	αρνούμαι
αρνήτρια	noun	θηλυκό του αρνητής
αρνήτριας	noun	γενική ενικού του αρνήτρια
αρνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνήτρια
αρνί	noun	το μικρό πρόβατο
αρνίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρνίσιος
αρνίσιας	=	αρνίσιος
αρνίσιε	=	αρνίσιος
αρνίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνίσια
αρνίσιο	adj	αιτιατική ενικού του αρνίσιος
αρνίσιοι	=	αρνίσιος
αρνίσιος	adj	που ανήκει ή προέρχεται από αρνί
αρνίσιου	=	αρνίσιος
αρνίσιους	=	αρνίσιος
αρνίσιων	=	αρνίσιος
αρναούτη	=	αρναούτης
αρναούτηδες	=	αρναούτης
αρναούτηδων	=	αρναούτης
αρναούτης	noun	ο μισθοφόρος πολεμιστής των Βαλκανίων ανεξαρτήτως εθνότητας
αρνείσαι	=	αρνούμαι
αρνείστε	=	αρνούμαι
αρνείται	=	αρνούμαι
αρνείτο	=	αρνούμαι
αρνεμέ	=	αρνεμός
αρνεμοί	=	αρνεμός
αρνεμού	=	αρνεμός
αρνεμούς	=	αρνεμός
αρνεμό	=	αρνεμός
αρνεμός	noun	η ψυχική ηρεμία, ησυχία, γαλήνη
αρνεμών	=	αρνεμός
αρνεύγω	verb	ηρεμώ, ησυχάζω, γαληνεύω ψυχικά
αρνεύω	verb	ηρεμώ, χαδεύω και προσπαθώ να ηρεμήσω κάποιο παιδί, να το κάνω ήρεμο σαν αρνί
αρνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθήκαν	=	αρνούμαι
αρνηθήκανε	=	αρνούμαι
αρνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνηθούνε	=	αρνούμαι
αρνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρνούμαι
αρνημένος	=	αρνούμαι
αρνησίθεα	=	αρνησίθεος
αρνησίθεε	=	αρνησίθεος
αρνησίθεες	=	αρνησίθεος
αρνησίθεη	=	αρνησίθεος
αρνησίθεης	=	αρνησίθεος
αρνησίθεο	=	αρνησίθεος
αρνησίθεοι	=	αρνησίθεος
αρνησίθεος	adj|rare	που αρνείται την ύπαρξη του θεού
αρνησίθεου	=	αρνησίθεος
αρνησίθεους	=	αρνησίθεος
αρνησίθεων	=	αρνησίθεος
αρνησίθρησκα	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκε	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκες	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκη	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκης	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκο	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκοι	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκος	adj|formal	που απαρνιέται τη θρησκεία του, ο εξωμότης , ο αποστάτης
αρνησίθρησκου	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκους	=	αρνησίθρησκος
αρνησίθρησκων	=	αρνησίθρησκος
αρνησίπατρι	=	αρνησίπατρις
αρνησίπατριν	=	αρνησίπατρις
αρνησίπατρις	adj	που αρνείται την πατρίδα του
αρνησιά	noun	απάρνηση
αρνησιάς	=	αρνησιά
αρνησιές	=	αρνησιά
αρνησιδικία	noun	η άρνηση έκδοσης δικαστικής απόφασης ή η αδυναμία έκδοσής της λόγω εγγενών αδυναμιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης
αρνησιδικίας	noun	γενική ενικού του αρνησιδικία
αρνησιδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνησιδικία
αρνησιδικιών	noun	γενική πληθυντικού του αρνησιδικία
αρνησιθεΐα	noun|formal	η ιδιότητα του αρνησίθεου
αρνησιθεΐας	=	αρνησιθεΐα
αρνησιθεΐες	=	αρνησιθεΐα
αρνησιθεϊών	=	αρνησιθεΐα
αρνησιθρησκία	noun	η άρνηση κάθε θρησκείας
αρνησιθρησκίας	noun	γενική ενικού του αρνησιθρησκία
αρνησιθρησκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνησιθρησκία
αρνησιθρησκεία	=	αρνησιθρησκία
αρνησιθρησκιών	noun	γενική πληθυντικού του αρνησιθρησκία
αρνησικυρία	noun	το δικαίωμα του αρχηγού της πολιτείας να αρνείται να επικυρώσει έναν νόμο
αρνησικυρίας	noun	γενική ενικού του αρνησικυρία
αρνησικυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνησικυρία
αρνησικυριών	noun	γενική πληθυντικού του αρνησικυρία
αρνησιπάτριδες	=	αρνησίπατρις
αρνησιπάτριδος	=	αρνησίπατρις
αρνησιπάτριδων	=	αρνησίπατρις
αρνησιπατρία	noun	η απάρνηση τής πατρίδας
αρνησιπατρίας	noun	γενική ενικού του αρνησιπατρία
αρνησιπατρίδων	=	αρνησίπατρις
αρνησιπατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνησιπατρία
αρνησιπατριών	noun	γενική πληθυντικού του αρνησιπατρία
αρνησιών	=	αρνησιά
αρνησοθεΐα	noun|formal	άλλη μορφή του αρνησιθεΐα
αρνησοθεΐας	=	αρνησοθεΐα
αρνησοθεΐες	=	αρνησοθεΐα
αρνησοθεϊών	=	αρνησοθεΐα
αρνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνητής
αρνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρνητής
αρνητής	noun	αυτός που αρνείται κάτι, ο αρνούμενος, απαρνούμενος κάτι (φρόνημα, πίστη, αίσθημα)
αρνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνητικό	adv	κατά αρνητικό τρόπο
αρνητικέ	adj	κλητική ενικού του αρνητικός
αρνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνητική
αρνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρνητικός
αρνητικής	adj	γενική ενικού του αρνητική
αρνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρνητικός
αρνητικοποίει	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποίησα	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποίησαν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποίησε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποίησες	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποίηση	noun	η εμφάνιση αρνητικών αποτελεσμάτων στην εξέταση για την ύπαρξη ενός ιού, μιας νόσου κ.λπ.
αρνητικοποίησης	=	αρνητικοποίηση
αρνητικοποιήθηκα	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήθηκαν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήθηκε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήθηκες	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήσαμε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήσαν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήσανε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήσατε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήσει	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήσεις	=	αρνητικοποίηση
αρνητικοποιήσεων	=	αρνητικοποίηση
αρνητικοποιήσου	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιήστε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιεί	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιείς	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιείσαι	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιείστε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιείται	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιείτε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιηθήκαμε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιηθήκαν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιηθήκανε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιηθήκατε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιηθεί	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιηθείτε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιημένος	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούμαι	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούμασταν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούμαστε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούμε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούμενος	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούμουν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούνε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούνται	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούνταν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσα	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσαμε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσαν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσανε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσασταν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσαστε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσατε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσε	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσες	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιούσουν	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοποιώ	verb	καθιστώ κάτι αρνητικό, κυρίως ιατρικές εξετάσεις
αρνητικοποιώντας	=	αρνητικοποιώ
αρνητικοτήτων	=	αρνητικότητα
αρνητικού	adj	γενική ενικού του αρνητικός
αρνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρνητικός
αρνητικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αρνητικός	noun	εμφανισμένο φιλμ που περιέχει τη φωτογράφιση με τις σκοτεινές περιοχές φωτεινές και τανάπαλιν, αντίθετα από τα φυσικά χρώματα και χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή φωτογραφιών
αρνητικός	adj	που είναι αποφατικός, αρνείται κάτι συγκεκριμένο, δίνει αρνητική απάντηση
αρνητικότητα	noun	το να είναι κάποιος αρνητικός, να έχει αρνητική διάθεση, στάση και συμπεριφορά
αρνητικότητας	=	αρνητικότητα
αρνητικότητες	=	αρνητικότητα
αρνητικών	adj	γενική πληθυντικού του αρνητικός
αρνητισμέ	noun	κλητική ενικού του αρνητισμός
αρνητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρνητισμός
αρνητισμού	noun	γενική ενικού του αρνητισμός
αρνητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρνητισμός
αρνητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρνητισμός
αρνητισμός	noun	η συστηματική άρνηση, η αρνητική διάθεση, στάση ή συμπεριφορά
αρνητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αρνητισμός
αρνητριών	noun	γενική πληθυντικού του αρνήτρια
αρνητών	noun	γενική πληθυντικού του αρνητής
αρνιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνί
αρνιέμαι	verb	άλλη μορφή του αρνούμαι
αρνιέσαι	=	αρνιέμαι
αρνιέστε	=	αρνιέμαι
αρνιέται	=	αρνιέμαι
αρνιού	=	αρνί
αρνιούμαι	verb	άλλη μορφή του αρνούμαι
αρνιούνται	=	αρνιέμαι
αρνιούνταν	=	αρνιέμαι
αρνιόμασταν	=	αρνιέμαι
αρνιόμαστε	=	αρνιέμαι
αρνιόμουν	=	αρνιέμαι
αρνιόμουνα	=	αρνιέμαι
αρνιόνταν	=	αρνιέμαι
αρνιόντανε	=	αρνιέμαι
αρνιόντουσαν	=	αρνιέμαι
αρνιόσασταν	=	αρνιέμαι
αρνιόσαστε	=	αρνιέμαι
αρνιόσουν	=	αρνιέμαι
αρνιόσουνα	=	αρνιέμαι
αρνιόταν	=	αρνιέμαι
αρνιότανε	=	αρνιέμαι
αρνιών	=	αρνί
αρνοδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνόδερμα
αρνοδέρματος	noun	γενική ενικού του αρνόδερμα
αρνοδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρνόδερμα
αρνούμαι	verb	δεν αποδέχομαι ότι κάτι είναι αληθινό
αρνούμασταν	=	αρνούμαι
αρνούμαστε	=	αρνούμαι
αρνούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνούμενο
αρνούμενε	verb	κλητική ενικού του αρνούμενος
αρνούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρνούμενη
αρνούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρνούμενος
αρνούμενης	verb	γενική ενικού του αρνούμενη
αρνούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αρνούμενος
αρνούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρνούμενος
αρνούμενος	verb	που αρνείται αυτή τη στιγμή ή (συνήθως) σε σχέση με ένα γεγονός που συνέβαινε στο παρελθόν ή που πρόκειται να συμβεί στο μέλλον
αρνούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρνούμενος
αρνούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρνούμενος
αρνούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρνούμενος
αρνούμουν	=	αρνούμαι
αρνούνται	=	αρνούμαι
αρνούνταν	=	αρνούμαι
αρνούντο	=	αρνούμαι
αρνούσασταν	=	αρνούμαι
αρνούσαστε	=	αρνούμαι
αρνούσουν	=	αρνούμαι
αρνόδερμα	noun	το δέρμα ενός αρνιού
αροΐδα	noun	που ανήκει στην οικογένεια Aroideae
αροΐδας	=	αροΐδα
αροΐδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροΐδα
αροΐδων	=	αροΐδα
αροκάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροκάνιστο
αροκάνιστε	adj	κλητική ενικού του αροκάνιστος
αροκάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροκάνιστη
αροκάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αροκάνιστος
αροκάνιστης	adj	γενική ενικού του αροκάνιστη
αροκάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αροκάνιστος
αροκάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αροκάνιστος
αροκάνιστος	adj	που δεν τον έχουν ροκανίσει
αροκάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αροκάνιστος
αροκάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αροκάνιστος
αροκάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αροκάνιστος
αροκάρια	noun	άλλη γραφή του αραουκάρια
αροκάριας	noun	γενική ενικού του αροκάρια
αροκάριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροκάρια
αροκαριών	noun	γενική πληθυντικού του αροκάρια
αροτρίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτρίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτρίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτρίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριούμαι	=	αροτριώ
αροτριούσα	=	αροτριώ
αροτριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροτριωμένο
αροτριωμένε	verb	κλητική ενικού του αροτριωμένος
αροτριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροτριωμένη
αροτριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αροτριωμένος
αροτριωμένης	verb	γενική ενικού του αροτριωμένη
αροτριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αροτριωμένος
αροτριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αροτριωμένος
αροτριωμένος	=	αροτριώ
αροτριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αροτριωμένος
αροτριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αροτριωμένος
αροτριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αροτριωμένος
αροτριωσών	=	αροτριών
αροτριώ	verb|archaic	οργώνω
αροτριώθηκα	=	αροτριώ
αροτριών	verb|archaic	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αροτριώ: που αροτριά, που οργώνει
αροτριώντα	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αροτριών
αροτριώντες	=	αροτριών
αροτριώντος	=	αροτριών
αροτριώντων	=	αροτριών
αροτριώνω	verb|rare	οργώνω, ανασκάβω τη γη με άροτρο
αροτριώσα	=	αροτριών
αροτριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσας	=	αροτριών
αροτριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσες	=	αροτριών
αροτριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσης	=	αροτριών
αροτριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αροτριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αροτριώνω
αρουλών	noun	γενική πληθυντικού του άρουλα
αρουμάνικα	=	αρουμάνικος
αρουμάνικε	=	αρουμάνικος
αρουμάνικες	=	αρουμάνικος
αρουμάνικη	=	αρουμάνικος
αρουμάνικης	=	αρουμάνικος
αρουμάνικο	=	αρουμάνικος
αρουμάνικοι	=	αρουμάνικος
αρουμάνικος	adj	άλλη μορφή του αρωμανικός
αρουμάνικου	=	αρουμάνικος
αρουμάνικους	=	αρουμάνικος
αρουμάνικων	=	αρουμάνικος
αρουμανικά	=	αρουμανικός
αρουμανικέ	=	αρουμανικός
αρουμανικές	=	αρουμανικός
αρουμανική	=	αρουμανικός
αρουμανικής	=	αρουμανικός
αρουμανικοί	=	αρουμανικός
αρουμανικού	=	αρουμανικός
αρουμανικούς	=	αρουμανικός
αρουμανικό	=	αρουμανικός
αρουμανικός	adj	άλλη μορφή του αρουμάνικος
αρουμανικών	=	αρουμανικός
αρουραίε	noun	κλητική ενικού του αρουραίος
αρουραίο	noun	αιτιατική ενικού του αρουραίος
αρουραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρουραίος
αρουραίος	noun	είδος τρωκτικού, το οποίο μοιάζει με μεγάλο ποντίκι
αρουραίου	noun	γενική ενικού του αρουραίος
αρουραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρουραίος
αρουραίων	noun	γενική πληθυντικού του αρουραίος
αρουρών	noun	γενική πληθυντικού του άρουρα
αροχλάδα	noun	η αγριαχλαδιά
αροχλάδας	=	αροχλάδα
αροχλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αροχλάδα
αροχλάδων	=	αροχλάδα
αρούρι	noun	άλλη μορφή του αρουραίος
αρούφηχτα	=	αρούφηχτος
αρούφηχτε	=	αρούφηχτος
αρούφηχτες	=	αρούφηχτος
αρούφηχτη	=	αρούφηχτος
αρούφηχτης	=	αρούφηχτος
αρούφηχτο	=	αρούφηχτος
αρούφηχτοι	=	αρούφηχτος
αρούφηχτος	adj	ιδιωματικό, Πελοπόννησος, Κρήτη) που δε γίνεται με ρούφηγμα
αρούφηχτου	=	αρούφηχτος
αρούφηχτους	=	αρούφηχτος
αρούφηχτων	=	αρούφηχτος
αρπάγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπάγη
αρπάγη	noun	κάθε εργαλείο με άγκιστρο, γάντζος
αρπάγης	=	αρπάγη
αρπάγι	=	αρπάγη
αρπάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρπαγμα
αρπάγματος	noun	γενική ενικού του άρπαγμα
αρπάγων	=	άρπαγας
αρπάζαμε	=	αρπάζω
αρπάζαν	=	αρπάζω
αρπάζανε	=	αρπάζω
αρπάζατε	=	αρπάζω
αρπάζει	=	αρπάζω
αρπάζεις	=	αρπάζω
αρπάζεσαι	=	αρπάζομαι
αρπάζεστε	=	αρπάζομαι
αρπάζεται	=	αρπάζομαι
αρπάζετε	=	αρπάζω
αρπάζομαι	verb	θυμώνω, χάνω την ψυχραιμία μου
αρπάζομε	=	αρπάζω
αρπάζονται	=	αρπάζομαι
αρπάζονταν	=	αρπάζομαι
αρπάζοντας	=	αρπάζω
αρπάζου	=	αρπάζομαι
αρπάζουμε	=	αρπάζω
αρπάζουν	=	αρπάζω
αρπάζουνε	=	αρπάζω
αρπάζω	verb	πιάνω κάτι με ορμητική κίνηση
αρπάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξαν	=	αρπάζω
αρπάξανε	=	αρπάζω
αρπάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξομε	=	αρπάζω
αρπάξου	=	αρπάζω
αρπάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξουνε	=	αρπάζω
αρπάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζω
αρπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρπασμα
αρπάσματος	noun	γενική ενικού του άρπασμα
αρπάσου	=	αρπάζομαι
αρπάχνω	verb	άλλη μορφή του αρπάζω
αρπάχτε	=	αρπάζω
αρπάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπάχτρα	noun	πρόσωπο (γυναίκα ή άνδρας) που συνηθίζει να αρπάζει, να κλέβει
αρπάχτρας	=	αρπάχτρα
αρπάχτρες	=	αρπάχτρα
αρπέτζιο	noun	άρπισμα, αρπισμός
αρπίζω	verb|rare	παίζω άρπα· τραγουδώ ή ψάλλω με συνοδεία άρπας
αρπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρπισμα
αρπίσματος	noun	γενική ενικού του άρπισμα
αρπίστας	=	αρπίστρια
αρπίστρια	noun	αρπιστής
αρπίστριας	noun	γενική ενικού του αρπίστρια
αρπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπίστρια
αρπίχορδα	=	αρπίχορδο
αρπίχορδο	noun|formal	συνώνυμο του τσέμπαλο
αρπίχορδου	=	αρπίχορδο
αρπίχορδων	=	αρπίχορδο
αρπαγές	=	αρπαγή
αρπαγή	noun	η βίαιη απόσπαση ξένου πράγματος
αρπαγής	=	αρπαγή
αρπαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρπαγμα
αρπαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπαγμένο
αρπαγμένε	verb	κλητική ενικού του αρπαγμένος
αρπαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπαγμένη
αρπαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρπαγμένος
αρπαγμένης	verb	γενική ενικού του αρπαγμένη
αρπαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρπαγμένος
αρπαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρπαγμένος
αρπαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρπάζω
αρπαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρπαγμένος
αρπαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρπαγμένος
αρπαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρπαγμένος
αρπαγόφυτα	=	αρπαγόφυτο
αρπαγόφυτο	noun	βότανο που έχει αντιφλεγμονώδη και παυσίπονη δράση
αρπαγόφυτου	=	αρπαγόφυτο
αρπαγόφυτων	=	αρπαγόφυτο
αρπαγών	=	αρπάγη
αρπαζόμασταν	=	αρπάζομαι
αρπαζόμαστε	=	αρπάζομαι
αρπαζόμουν	=	αρπάζομαι
αρπαζόμουνα	=	αρπάζομαι
αρπαζόντουσαν	=	αρπάζομαι
αρπαζόσασταν	=	αρπάζομαι
αρπαζόσαστε	=	αρπάζομαι
αρπαζόσουν	=	αρπάζομαι
αρπαζόσουνα	=	αρπάζομαι
αρπαζόταν	=	αρπάζομαι
αρπαζότανε	=	αρπάζομαι
αρπακολλά	=	αρπακολλώ
αρπακολλάει	=	αρπακολλώ
αρπακολλάμε	=	αρπακολλώ
αρπακολλάν	=	αρπακολλώ
αρπακολλάνε	=	αρπακολλώ
αρπακολλάς	=	αρπακολλώ
αρπακολλάτε	=	αρπακολλώ
αρπακολλάω	=	αρπακολλώ
αρπακολλήσαμε	=	αρπακολλώ
αρπακολλήσαν	=	αρπακολλώ
αρπακολλήσανε	=	αρπακολλώ
αρπακολλήσατε	=	αρπακολλώ
αρπακολλήσει	=	αρπακολλώ
αρπακολλήστε	=	αρπακολλώ
αρπακολλατζή	=	αρπακολλατζής
αρπακολλατζήδες	=	αρπακολλατζής
αρπακολλατζήδων	=	αρπακολλατζής
αρπακολλατζής	noun|slang	άλλη μορφή του αρπακόλλας
αρπακολλατζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπακολλατζίδικο
αρπακολλατζίδικε	adj	κλητική ενικού του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλατζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπακολλατζίδικη
αρπακολλατζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλατζίδικης	adj	γενική ενικού του αρπακολλατζίδικη
αρπακολλατζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλατζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλατζίδικος	adj|slang	βιαστικός, τσαπατσούλικος και άτεχνος
αρπακολλατζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλατζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλατζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρπακολλατζίδικος
αρπακολλιέμαι	=	αρπακολλώ
αρπακολλούμε	=	αρπακολλώ
αρπακολλούν	=	αρπακολλώ
αρπακολλούνε	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσα	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσαμε	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσαν	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσανε	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσατε	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσε	=	αρπακολλώ
αρπακολλούσες	=	αρπακολλώ
αρπακολλώ	verb	αρπάζω
αρπακολλώντας	=	αρπακολλώ
αρπακτικά	adv	με αρπακτικό τρόπο	noun	πουλιά που με την ταχύτητά τους και την οξύτατη όρασή τους κυνηγούν άλλα πουλιά ή ζώα
αρπακτικέ	adj	κλητική ενικού του αρπακτικός
αρπακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπακτική
αρπακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρπακτικός
αρπακτικής	adj	γενική ενικού του αρπακτική
αρπακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρπακτικός
αρπακτικοτήτων	=	αρπακτικότητα
αρπακτικού	adj	γενική ενικού του αρπακτικός
αρπακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρπακτικός
αρπακτικό	adj	αιτιατική ενικού του αρπακτικός	noun	κάθε σαρκοβόρο πουλί με γρήγορο πέταγμα και γαμψά νύχια που κυνηγά αρπάζοντας με τα νύχια το θήραμά του
αρπακτικός	adj	που μπορεί κι αρπάζει ή έχει τέτοια τάση
αρπακτικότητα	noun	η ιδιότητα τού αρπακτικού
αρπακτικότητας	noun	γενική ενικού του αρπακτικότητα
αρπακτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπακτικότητα
αρπακτικών	adj	γενική πληθυντικού του αρπακτικός
αρπακόλλα	noun|slang	η βιαστική, τσαπατσούλικη και άτεχνη δουλειά ή εργασία	adv|slang	με αρπακολλατζίδικο τρόπο
αρπακόλλαγε	=	αρπακολλώ
αρπακόλλας	noun|slang	τσαπατσούλης, απρόσεκτος στη δουλειά του
αρπακόλλες	=	αρπακόλλας
αρπακόλλησα	=	αρπακολλώ
αρπακόλλησαν	=	αρπακολλώ
αρπακόλλησε	=	αρπακολλώ
αρπακόλλησες	=	αρπακολλώ
αρπακόλλων	=	αρπακόλλας
αρπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρπασμα
αρπαχτά	adv	βιαστικά
αρπαχτέ	adj	κλητική ενικού του αρπαχτός
αρπαχτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπαχτή
αρπαχτή	=	αρπαχτός
αρπαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτήκαν	=	αρπάζομαι
αρπαχτήκανε	=	αρπάζομαι
αρπαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτής	adj	γενική ενικού του αρπαχτή
αρπαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπαχτικό	adv	αρπακτικά
αρπαχτικέ	adj	κλητική ενικού του αρπαχτικός
αρπαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπαχτική
αρπαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρπαχτικός
αρπαχτικής	adj	γενική ενικού του αρπαχτική
αρπαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρπαχτικός
αρπαχτικού	adj	γενική ενικού του αρπαχτικός
αρπαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρπαχτικός
αρπαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του αρπαχτικός
αρπαχτικός	adj	άλλη μορφή του αρπακτικός
αρπαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του αρπαχτικός
αρπαχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρπαχτός
αρπαχτού	adj	γενική ενικού του αρπαχτός
αρπαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτούνε	=	αρπάζω
αρπαχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρπαχτός
αρπαχτρών	=	αρπάχτρα
αρπαχτό	adj	αιτιατική ενικού του αρπαχτός
αρπαχτός	adj	αρπαχτή
αρπαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρπάζομαι
αρπαχτών	adj	γενική πληθυντικού του αρπαχτός
αρπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρπισμα
αρπισμέ	noun	κλητική ενικού του αρπισμός
αρπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρπισμός
αρπισμού	noun	γενική ενικού του αρπισμός
αρπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρπισμός
αρπισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρπισμός
αρπισμός	noun|rare	άλλη μορφή του άρπισμα
αρπισμών	noun	γενική πληθυντικού του αρπισμός
αρπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρπιστής
αρπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρπιστής
αρπιστής	noun	ο μουσικός που παίζει άρπα (έγχορδο μουσικό όργανο)· είτε κονσερτική άρπα με πεντάλ (μεγάλη), είτε μοχλική άρπα (με μοχλούς-λεβιέ, κέλτικη, μικρή)
αρπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αρπίστρια
αρπιστών	noun	γενική πληθυντικού του αρπίστας
αρπιχόρδου	=	αρπίχορδο
αρπιχόρδων	=	αρπίχορδο
αρπυιών	noun	γενική πληθυντικού του άρπυια
αρπώ	verb	αρπάζω
αρπών	noun	γενική πληθυντικού του άρπα
αρρένων	=	άρρενας
αρρίζωτα	=	αρρίζωτος
αρρίζωτε	=	αρρίζωτος
αρρίζωτες	=	αρρίζωτος
αρρίζωτη	=	αρρίζωτος
αρρίζωτης	=	αρρίζωτος
αρρίζωτο	=	αρρίζωτος
αρρίζωτοι	=	αρρίζωτος
αρρίζωτος	adj	που δε ρίζωσε
αρρίζωτου	=	αρρίζωτος
αρρίζωτους	=	αρρίζωτος
αρρίζωτων	=	αρρίζωτος
αρραβωνίζω	verb|formal	άλλη μορφή του αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζαμε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζαν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζανε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζατε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζει	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζεις	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζεσαι	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζεστε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζεται	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζετε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζομαι	verb	δίνω αμοιβαία υπόσχεση γάμου
αρραβωνιάζονται	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζονταν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζοντας	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζουμε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζουν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζουνε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάζω	verb	τελώ την τελετή του αρραβώνα
αρραβωνιάρα	=	αρραβωνιάρης
αρραβωνιάρας	=	αρραβωνιάρης
αρραβωνιάρες	=	αρραβωνιάρης
αρραβωνιάρη	=	αρραβωνιάρης
αρραβωνιάρηδες	=	αρραβωνιάρης
αρραβωνιάρηδων	=	αρραβωνιάρης
αρραβωνιάρης	noun|vulgar	ο αρραβωνιαστικός, ο μνηστήρας
αρραβωνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσαν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσανε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσματα	noun	η τελετή του αρραβώνα, το αρραβώνιασμα
αρραβωνιάσματος	noun	γενική ενικού του αρραβώνιασμα
αρραβωνιάσου	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόμασταν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόμαστε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόμουν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόμουνα	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόντουσαν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόσασταν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόσαστε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόσουν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόσουνα	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζόταν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαζότανε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιασμάτατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρραβωνιάσματα
αρραβωνιασμάτατος	noun	γενική ενικού του αρραβωνιάσματα
αρραβωνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρραβώνιασμα
αρραβωνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρραβωνιασμένο
αρραβωνιασμένε	verb	κλητική ενικού του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρραβωνιασμένη
αρραβωνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασμένης	verb	γενική ενικού του αρραβωνιασμένη
αρραβωνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβωνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρραβωνιασμένος
αρραβωνιασματάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρραβωνιάσματα
αρραβωνιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστήκαν	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαστήκανε	=	αρραβωνιάζω
αρραβωνιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστικέ	noun	κλητική ενικού του αρραβωνιαστικός
αρραβωνιαστικιά	noun	αυτή που συνδέεται με αμοιβαία υπόσχεση γάμου με κάποιον, σε σχέση με αυτόν
αρραβωνιαστικιάς	=	αρραβωνιαστικιά
αρραβωνιαστικιές	=	αρραβωνιαστικιά
αρραβωνιαστικιών	=	αρραβωνιαστικιά
αρραβωνιαστικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρραβωνιαστικός
αρραβωνιαστικού	noun	γενική ενικού του αρραβωνιαστικός
αρραβωνιαστικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρραβωνιαστικός
αρραβωνιαστικό	noun	αιτιατική ενικού του αρραβωνιαστικός
αρραβωνιαστικός	noun	ο άντρας που έδωσε επίσημη υπόσχεση γάμου σε μια γυναίκα και την αρραβωνιάστηκε
αρραβωνιαστικών	noun	γενική πληθυντικού του αρραβωνιαστικός
αρραβωνιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβωνιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζομαι
αρραβώνα	=	αρραβώνας
αρραβώνας	noun	αμοιβαία υπόσχεση γάμου
αρραβώνες	noun	η τελετή και η υπόσχεση γάμου
αρραβώνιαζα	=	αρραβωνιάζω
αρραβώνιαζαν	=	αρραβωνιάζω
αρραβώνιαζε	=	αρραβωνιάζω
αρραβώνιαζες	=	αρραβωνιάζω
αρραβώνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβώνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβώνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβώνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρραβωνιάζω
αρραβώνιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αρραβωνιάζω: τέλεση αρραβώνα
αρραβώνιαστος	adj|rare	που δεν έχει αρραβωνιαστεί
αρραβώνων	=	αρραβώνας
αρραγές	=	αρραγής
αρραγή	=	αρραγής
αρραγής	adj	που δεν ραγίζει, που δεν έχει ράγισμα
αρραγείς	=	αρραγής
αρραγούς	=	αρραγής
αρραγών	=	αρραγής
αρραγώς	adv	χωρίς να παρουσιάζει ράγισμα
αρρεβωνιάζαμε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζαν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζανε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζατε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζει	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζεις	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζεσαι	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζεστε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζεται	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζετε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζομαι	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζονται	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζονταν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζοντας	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζουμε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζουν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζουνε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάζω	verb|vulgar	λαϊκότροπη μορφή του αρραβωνιάζω
αρρεβωνιάρα	=	αρραβωνιάρης
αρρεβωνιάρης	=	αρραβωνιάρης
αρρεβωνιάσαμε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάσαν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάσανε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάσατε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάσει	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάσματα	=	αρρεβώνιασμα
αρρεβωνιάσματος	=	αρρεβώνιασμα
αρρεβωνιάσου	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάστε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαζόμασταν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόμαστε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόμουν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόμουνα	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόντουσαν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόσασταν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόσαστε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόσουν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόσουνα	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζόταν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαζότανε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμάτατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρεβωνιάσματα
αρρεβωνιασμάτατος	noun	γενική ενικού του αρρεβωνιάσματα
αρρεβωνιασμάτων	=	αρρεβώνιασμα
αρρεβωνιασμένα	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένες	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένη	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένης	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένο	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένοι	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένος	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένου	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένους	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασμένων	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιασματάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρρεβωνιάσματα
αρρεβωνιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστήκαν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαστήκανε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβωνιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβωνιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρεβωνιάζομαι
αρρεβώνα	noun|vulgar	μορφή του αρραβώνα
αρρεβώνας	noun|vulgar	άλλη μορφή του αρραβώνας
αρρεβώνες	noun|vulgar	άλλη μορφή του αρραβώνες: ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρεβώνας
αρρεβώνιαζα	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιαζαν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιαζε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιαζες	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιασα	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιασαν	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιασε	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιασες	=	αρρεβωνιάζω
αρρεβώνιασμα	noun|vulgar	μορφή του αρραβώνιασμα
αρρεβώνων	=	αρρεβώνας
αρρεναγωγεία	=	αρρεναγωγείο
αρρεναγωγείο	noun|dated	το σχολείο στο οποίο φοιτούν άρρενες μαθητές
αρρεναγωγείου	=	αρρεναγωγείο
αρρεναγωγείων	=	αρρεναγωγείο
αρρενογονία	noun|formal	η γέννηση αγοριών
αρρενογονίας	noun	γενική ενικού του αρρενογονία
αρρενογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενογονία
αρρενογονικά	=	αρρενογονικός
αρρενογονικέ	=	αρρενογονικός
αρρενογονικές	=	αρρενογονικός
αρρενογονική	=	αρρενογονικός
αρρενογονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρρενογονική) του αρρενογονικός
αρρενογονικοί	=	αρρενογονικός
αρρενογονικού	=	αρρενογονικός
αρρενογονικούς	=	αρρενογονικός
αρρενογονικό	=	αρρενογονικός
αρρενογονικός	adj|formal	που έχει σχέση με την αρρενογονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρρενογονικών	=	αρρενογονικός
αρρενογονιών	noun	γενική πληθυντικού του αρρενογονία
αρρενοποίηση	noun	η μετατροπή σε άρρενα ή η εκδήλωση ανδρικών χαρακτηριστικών
αρρενοποίησης	noun	γενική ενικού του αρρενοποίηση
αρρενοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενοποίηση
αρρενοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αρρενοποίηση
αρρενοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αρρενοποίηση
αρρενοπρέπεια	noun	η ιδιότητα τού αρρενοπρεπούς
αρρενοπρέπειας	=	αρρενοπρέπεια
αρρενοπρέπειες	=	αρρενοπρέπεια
αρρενοπρεπές	=	αρρενοπρεπής
αρρενοπρεπή	=	αρρενοπρεπής
αρρενοπρεπής	adj	που ταιριάζει σε άνδρα, ανδρικός, παλικαρίσιος
αρρενοπρεπείς	=	αρρενοπρεπής
αρρενοπρεπειών	=	αρρενοπρέπεια
αρρενοπρεπούς	=	αρρενοπρεπής
αρρενοπρεπών	=	αρρενοπρεπής
αρρενοτοκία	noun|formal	η αρρενογονία
αρρενοτοκίας	noun	γενική ενικού του αρρενοτοκία
αρρενοτοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενοτοκία
αρρενοτοκιών	noun	γενική πληθυντικού του αρρενοτοκία
αρρενωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενωπό	adv	με αρρενωπό τρόπο
αρρενωπέ	adj	κλητική ενικού του αρρενωπός
αρρενωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενωπή
αρρενωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρρενωπός
αρρενωπής	adj	γενική ενικού του αρρενωπή
αρρενωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρρενωπός
αρρενωποτήτων	=	αρρενωπότητα
αρρενωπού	adj	γενική ενικού του αρρενωπός
αρρενωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρρενωπός
αρρενωπό	adj	αιτιατική ενικού του αρρενωπός
αρρενωπός	adj	που έχει έντονα αντρικά χαρακτηριστικά
αρρενωπότητα	noun	η ιδιότητα τού αρρενωπού, ανδρική όψη ή ανδρικό ύφος
αρρενωπότητας	noun	γενική ενικού του αρρενωπότητα
αρρενωπότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενωπότητα
αρρενωπών	adj	γενική πληθυντικού του αρρενωπός
αρρενόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενόφωνο
αρρενόφωνε	adj	κλητική ενικού του αρρενόφωνος
αρρενόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρενόφωνη
αρρενόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρρενόφωνος
αρρενόφωνης	adj	γενική ενικού του αρρενόφωνη
αρρενόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του αρρενόφωνος
αρρενόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρρενόφωνος
αρρενόφωνος	adj	που έχει αρρενωπή φωνή
αρρενόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρρενόφωνος
αρρενόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρρενόφωνος
αρρενόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρρενόφωνος
αρρευστοποίητα	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητε	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητες	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητη	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητης	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητο	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητοι	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητος	adj	που δε ρευστοποιήθηκε ή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί
αρρευστοποίητου	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητους	=	αρρευστοποίητος
αρρευστοποίητων	=	αρρευστοποίητος
αρριβίστας	=	αριβίστας
αρριβιστής	=	αριβίστας
αρρυθμία	noun	η έλλειψη ρυθμού, η ασυμμετρία
αρρυθμίας	noun	γενική ενικού του αρρυθμία
αρρυθμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρυθμία
αρρυθμιογόνα	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνας	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνε	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνες	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνο	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνοι	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνος	adj	που έχει την ιδιότητα να προκαλεί ή να ευνοεί την εμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών, είτε ως παθολογική κατάσταση είτε ως αντίδραση σε φάρμακο ή ερέθισμα
αρρυθμιογόνου	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνους	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιογόνων	=	αρρυθμιογόνος
αρρυθμιών	noun	γενική πληθυντικού του αρρυθμία
αρρυμοτόμητος	=	αρυμοτόμητος
αρρυτίδωτα	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτε	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτες	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτη	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτης	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτο	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτοι	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτος	adj	άλλη μορφή του αρυτίδωτος
αρρυτίδωτου	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτους	=	αρρυτίδωτος
αρρυτίδωτων	=	αρρυτίδωτος
αρρωστάω	=	αρρωσταίνω
αρρωστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσαν	=	αρρωσταίνω
αρρωστήσανε	=	αρρωσταίνω
αρρωστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσομε	=	αρρωσταίνω
αρρωστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσουνε	=	αρρωσταίνω
αρρωστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρωστίλα	noun	οσμή ασθένειας, οσμή που σχετίζεται με νόσο
αρρωστίλας	=	αρρωστίλα
αρρωστίλες	=	αρρωστίλα
αρρωσταίναμε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίναν	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνανε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνατε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνει	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνεις	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνετε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνομε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνοντας	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνουμε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνουν	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνουνε	=	αρρωσταίνω
αρρωσταίνω	verb	προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος
αρρωσταινώ	=	αρρωσταίνω
αρρωστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστημένο	adv	με νοσηρό, αρρωστημένο τρόπο, μη υγιή (κυρίως από συναισθηματική άποψη)
αρρωστημένε	adj	κλητική ενικού του αρρωστημένος
αρρωστημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστημένη
αρρωστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρρωστημένος
αρρωστημένης	adj	γενική ενικού του αρρωστημένη
αρρωστημένο	verb	νοσηρό
αρρωστημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρρωστημένος
αρρωστημένος	verb	νοσηρός, κυρίως με την έννοια τη συναισθηματική και ψυχική, αλλά και κυριολεκτικά, μη υγιεινός
αρρωστημένου	verb	γενική ενικού του αρρωστημένος
αρρωστημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρρωστημένος
αρρωστημένων	adj	γενική πληθυντικού του αρρωστημένος
αρρωστιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρρωστιάρης
αρρωστιάρας	adj	γενική ενικού του αρρωστιάρα
αρρωστιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστιάρα
αρρωστιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρρωστιάρης
αρρωστιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστιάρης
αρρωστιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του αρρωστιάρης
αρρωστιάρης	adj	ο επιρρεπής στις αρρώστιες, ο αρρωστιάρικος, ο φιλάσθενος
αρρωστιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστιάρικο
αρρωστιάρικε	adj	κλητική ενικού του αρρωστιάρικος
αρρωστιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστιάρικη
αρρωστιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρρωστιάρικος
αρρωστιάρικης	adj	γενική ενικού του αρρωστιάρικη
αρρωστιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρρωστιάρης
αρρωστιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρρωστιάρικος
αρρωστιάρικος	adj	ο επιρρεπής στις αρρώστιες, ο αρρωστιάρης, ο φιλάσθενος
αρρωστιάρικου	adj	γενική ενικού του αρρωστιάρικο
αρρωστιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρρωστιάρικος
αρρωστιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του αρρωστιάρικο
αρρωστιών	=	αρρώστια
αρρωστομανές	=	αρρωστομανής
αρρωστομανή	=	αρρωστομανής
αρρωστομανής	adj	αυτός που έχει τόσο νοσηρό φόβο για τις αρρώστιες, που ασχολείται συνεχώς με την υγεία του, ο νοσομανής
αρρωστομανία	noun	ο νοσηρός φόβος για τις αρρώστιες, σε τέτοιο βαθμό, που αυτός που καταλαμβάνεται να ασχολείται συνεχώς με την υγεία του, η νοσομανία
αρρωστομανίας	=	αρρωστομανία
αρρωστομανίες	=	αρρωστομανία
αρρωστομανείς	=	αρρωστομανής
αρρωστομανιών	=	αρρωστομανία
αρρωστομανούς	=	αρρωστομανής
αρρωστομανών	=	αρρωστομανής
αρρωστοφαγιά	noun	υποτιθέμενη αρρώστια από την οποία κάποιος πάσχει (που τάχα προέρχεται είτε από έλλειψη τροφής είτε, αντίθετα, από το πολύ φαγητό)
αρρωστοφαγιάς	noun	γενική ενικού του αρρωστοφαγιά
αρρωστοφαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστοφαγιά
αρρωστοφαγιών	=	αρρωστοφαγιά
αρρωστοφοβία	noun	συνώνυμο του νοσοφοβία
αρρωστοφοβίας	=	αρρωστοφοβία
αρρωστοφοβίες	=	αρρωστοφοβία
αρρωστοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστοφοβικό
αρρωστοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρωστοφοβική
αρρωστοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβικής	adj	γενική ενικού του αρρωστοφοβική
αρρωστοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβικού	adj	γενική ενικού του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβικός	adj	λιγότερο επίσημος όρος για το νοσοφοβικός
αρρωστοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του αρρωστοφοβικός
αρρωστοφοβιών	=	αρρωστοφοβία
αρρωστώ	verb	γίνομαι άρρωστος, αρρωσταίνω
αρρωστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρρωστώ
αρρύθμιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρρύθμιστος	adv	χωρίς ρύθμιση
αρρύθμιστε	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστες	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστη	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστης	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστο	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστοι	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστος	adj	που δεν έχει ρυθμιστεί
αρρύθμιστου	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστους	=	αρρύθμιστος
αρρύθμιστων	=	αρρύθμιστος
αρρύπαντα	=	αρρύπαντος
αρρύπαντε	=	αρρύπαντος
αρρύπαντες	=	αρρύπαντος
αρρύπαντη	=	αρρύπαντος
αρρύπαντης	=	αρρύπαντος
αρρύπαντο	=	αρρύπαντος
αρρύπαντοι	=	αρρύπαντος
αρρύπαντος	adj	καθαρός, που δεν έχει ρυπανθεί
αρρύπαντου	=	αρρύπαντος
αρρύπαντους	=	αρρύπαντος
αρρύπαντων	=	αρρύπαντος
αρρώσταινα	=	αρρωσταίνω
αρρώσταιναν	=	αρρωσταίνω
αρρώσταινε	=	αρρωσταίνω
αρρώσταινες	=	αρρωσταίνω
αρρώστεια	=	αρρώστια
αρρώστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρώστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρώστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρώστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρρωσταίνω
αρρώστια	noun	παθολογική κατάσταση του οργανισμού
αρρώστιας	noun	γενική ενικού του αρρώστια
αρρώστιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρρώστια
αρρώστου	=	άρρωστος
αρρώστους	=	άρρωστος
αρρώστων	=	άρρωστος
αρσακειάδα	noun	η μαθήτρια του Αρσακείου, η οποία έχει εκπαιδευτεί με προσοχή κι αυστηρότητα σε θέματα ήθους, αγωγής και τρόπων συμπεριφοράς
αρσακειάδας	=	αρσακειάδα
αρσακειάδες	=	αρσακειάδα
αρσακειάδων	=	αρσακειάδα
αρσανά	=	αρσανάς
αρσανάδες	=	αρσανάς
αρσανάδων	=	αρσανάς
αρσανάρη	=	αρσανάρης
αρσανάρηδες	=	αρσανάρης
αρσανάρηδων	=	αρσανάρης
αρσανάρης	noun	μοναχός υπεύθυνος για τον αρσανά μιας μονής
αρσανάς	noun	άλλη μορφή του ταρσανάς
αρσενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρσενικό
αρσενικέ	adj	κλητική ενικού του αρσενικός
αρσενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρσενική
αρσενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρσενικός
αρσενικής	adj	γενική ενικού του αρσενική
αρσενικιά	=	αρσενικός
αρσενικιάς	=	αρσενικός
αρσενικικά	=	αρσενικικός
αρσενικικέ	=	αρσενικικός
αρσενικικές	=	αρσενικικός
αρσενικική	=	αρσενικικός
αρσενικικής	=	αρσενικικός
αρσενικικοί	=	αρσενικικός
αρσενικικού	=	αρσενικικός
αρσενικικούς	=	αρσενικικός
αρσενικικό	=	αρσενικικός
αρσενικικός	adj	που έχει σχέση με το αρσενικό ή αναφέρεται σʼ αυτό
αρσενικικών	=	αρσενικικός
αρσενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρσενικός
αρσενικοθήλυκα	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκε	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκες	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκη	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκης	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκο	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκοι	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκος	adj	ο ερμαφρόδιτος, αυτός που έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα και των δύο φύλων (αρσενικού και θηλυκού).
αρσενικοθήλυκου	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκους	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικοθήλυκων	=	αρσενικοθήλυκος
αρσενικού	adj	γενική ενικού του αρσενικός	noun	γενική ενικού του αρσενικό
αρσενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρσενικός
αρσενικούχα	=	αρσενικούχος
αρσενικούχας	=	αρσενικούχος
αρσενικούχε	=	αρσενικούχος
αρσενικούχες	=	αρσενικούχος
αρσενικούχο	=	αρσενικούχος
αρσενικούχοι	=	αρσενικούχος
αρσενικούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο αρσενικού
αρσενικούχου	=	αρσενικούχος
αρσενικούχους	=	αρσενικούχος
αρσενικούχων	=	αρσενικούχος
αρσενικό	noun	το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του αρσενικού.	adj	αιτιατική ενικού του αρσενικός
αρσενικός	adj	που ανήκει στο φύλο που γονιμοποιεί
αρσενικών	adj	γενική πληθυντικού του αρσενικός
αρσενοκοίτες	=	αρσενοκοίτης
αρσενοκοίτη	=	αρσενοκοίτης
αρσενοκοίτης	noun	ο άντρας που κοιμάται με αρσενικούς, συνουσιάζεται με άντρες, ομοφυλόφιλος
αρσενοκοιτών	=	αρσενοκοίτης
αρσιβαρίστα	=	αρσιβαρίστας
αρσιβαρίστας	noun	ο αθλητής της άρσης βαρών
αρσιβαρίστες	=	αρσιβαρίστας
αρσιβαρίστρια	noun	θηλυκό του αρσιβαρίστας
αρσιβαρίστριας	noun	γενική ενικού του αρσιβαρίστρια
αρσιβαρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρσιβαρίστρια
αρσιβαριστριών	noun	γενική πληθυντικού του αρσιβαρίστρια
αρσιβαριστών	=	αρσιβαρίστας
αρτάνες	=	αρτάνη
αρτάνη	noun	είδος αναβατορίου
αρτάνης	=	αρτάνη
αρτέμονα	=	αρτέμονας
αρτέμονας	noun	ο φλόκος
αρτέμονες	=	αρτέμονας
αρτέμων	noun	τύπος μικρού τριγωνικού πανιού της πλώρης ιστιοφόρου
αρτίγονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτίγονο
αρτίγονε	adj	κλητική ενικού του αρτίγονος
αρτίγονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτίγονη
αρτίγονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτίγονος
αρτίγονης	adj	γενική ενικού του αρτίγονη
αρτίγονο	adj	αιτιατική ενικού του αρτίγονος
αρτίγονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτίγονος
αρτίγονος	adj	οργανισμός που ζει σήμερα, στη σημερινή εποχή και δεν έχει βρεθεί απολιθωμένος
αρτίγονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρτίγονος
αρτίγονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτίγονος
αρτίγονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρτίγονος
αρτίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτίδιο
αρτίδιο	noun	αρτοπαρασκεύασμα που μοιάζει με μικρό στρογγυλό ψωμάκι
αρτίδιου	=	αρτίδιο
αρτίδιων	=	αρτίδιο
αρτίου	=	άρτιο
αρτίστα	noun	η καλλιτέχνιδα ελαφρού ή μουσικού θεάτρου
αρτίστας	noun	καλλιτέχνης, συνήθως του ελαφρού ή του μουσικού θεάτρου
αρτίστες	=	αρτίστας
αρτίστικα	=	αρτίστικος
αρτίστικε	=	αρτίστικος
αρτίστικες	=	αρτίστικος
αρτίστικη	=	αρτίστικος
αρτίστικης	=	αρτίστικος
αρτίστικο	=	αρτίστικος
αρτίστικοι	=	αρτίστικος
αρτίστικος	adj	συνώνυμο του καλλιτεχνικός
αρτίστικου	=	αρτίστικος
αρτίστικους	=	αρτίστικος
αρτίστικων	=	αρτίστικος
αρτίων	=	άρτιο
αρτίωνα	=	αρτιώνω
αρτίωναν	=	αρτιώνω
αρτίωνε	=	αρτιώνω
αρτίωνες	=	αρτιώνω
αρτίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτίωση	noun	τελειοποίηση
αρτίωσης	=	αρτίωση
αρταίναμε	=	αρταίνω
αρταίναν	=	αρταίνω
αρταίνανε	=	αρταίνω
αρταίνατε	=	αρταίνω
αρταίνει	=	αρταίνω
αρταίνεις	=	αρταίνω
αρταίνεσαι	=	αρταίνω
αρταίνεστε	=	αρταίνω
αρταίνεται	=	αρταίνω
αρταίνετε	=	αρταίνω
αρταίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αρταίνω: σταματώ τη νηστεία
αρταίνομε	=	αρταίνω
αρταίνονται	=	αρταίνω
αρταίνονταν	=	αρταίνω
αρταίνοντας	=	αρταίνω
αρταίνουμε	=	αρταίνω
αρταίνουν	=	αρταίνω
αρταίνουνε	=	αρταίνω
αρταίνω	verb	παρέχω σε περίοδο νηστείας μη νηστίσιμη τροφή
αρταινόμασταν	=	αρταίνω
αρταινόμαστε	=	αρταίνω
αρταινόμουν	=	αρταίνω
αρταινόμουνα	=	αρταίνω
αρταινόντουσαν	=	αρταίνω
αρταινόσασταν	=	αρταίνω
αρταινόσαστε	=	αρταίνω
αρταινόσουν	=	αρταίνω
αρταινόσουνα	=	αρταίνω
αρταινόταν	=	αρταίνω
αρταινότανε	=	αρταίνω
αρτακηνά	=	αρτακηνός
αρτακηνέ	=	αρτακηνός
αρτακηνές	=	αρτακηνός
αρτακηνή	=	αρτακηνός
αρτακηνής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρτακηνή) του αρτακηνός
αρτακηνη	=	αρτακηνός
αρτακηνο	=	αρτακηνός
αρτακηνοί	=	αρτακηνός
αρτακηνού	=	αρτακηνός
αρτακηνούς	=	αρτακηνός
αρτακηνό	=	αρτακηνός
αρτακηνός	adj	ο σχετικός με την Αρτάκη ή τους κατοίκους της
αρτακηνών	=	αρτακηνός
αρτανών	=	αρτάνη
αρτεμισία	noun	άλλη ονομασία για την αψιθιά
αρτεμισίας	noun	γενική ενικού του αρτεμισία
αρτεμισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτεμισία
αρτεμισιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτεμισία
αρτεμόνων	=	αρτέμονας
αρτεργάτες	=	αρτεργάτης
αρτεργάτη	=	αρτεργάτης
αρτεργάτης	noun	ο εργαζόμενος στην παρασκευή ειδών αρτοποιίας
αρτεργάτρια	noun	θηλυκό του αρτεργάτης
αρτεργάτριας	noun	γενική ενικού του αρτεργάτρια
αρτεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτεργάτρια
αρτεργατριών	noun	γενική πληθυντικού του αρτεργάτρια
αρτεργατών	=	αρτεργάτης
αρτεσιανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτεσιανό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανού	noun	γενική ενικού του αρτεσιανό	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρτεσιανός
αρτεσιανό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αρτεσιανός	noun	συνώνυμο του αρτεσιανό φρέαρ
αρτεσιανός	adj	ο σχετικός με την Αρτεσία
αρτεσιανών	noun	γενική πληθυντικού του αρτεσιανό	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αρτεσιανός
αρτζιμπούρτζι	adv	χωρίς λογική, χωρίς τη σωστή σειρά και τάξη, με σύγχυση
αρτζουχάλι	noun|dated	αίτηση ή αναφορά
αρτζουχάλια	=	αρτζουχάλι
αρτηρία	noun	μυώδες ελαστικό σωληνοειδές αγγείο μέσω του οποίου το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά προς όλα τα όργανα
αρτηρίας	noun	γενική ενικού του αρτηρία
αρτηρίδιο	noun	{(ανατομία) απόληξη της αρτηρίας του κυκλοφορικού συστήματος που με προοδευτική σμίκρυνση σε τριχοειδές αγγείο συνδέεται με φλεβίδιο
αρτηρίες	=	αρτηρία
αρτηρίτιδα	noun	φλεγμονή των τοιχωμάτων των αρτηριών
αρτηρίτιδας	=	αρτηρίτιδα
αρτηρίτιδες	=	αρτηρίτιδα
αρτηρίτιδων	=	αρτηρίτιδα
αρτηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριακό	adv	στις αρτηρίες
αρτηριακέ	adj	κλητική ενικού του αρτηριακός
αρτηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριακή
αρτηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτηριακός
αρτηριακής	adj	γενική ενικού του αρτηριακή
αρτηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτηριακός
αρτηριακού	adj	γενική ενικού του αρτηριακός
αρτηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτηριακός
αρτηριακό	adj	αιτιατική ενικού του αρτηριακός
αρτηριακός	adj	ο σχετικός με τις αρτηρίες
αρτηριακών	adj	γενική πληθυντικού του αρτηριακός
αρτηριογραφία	noun	ραδιογραφία των αρτηριών ενός μέρους του σώματος (κρανίο, πνεύμονας, κλπ.)
αρτηριογραφίας	noun	γενική ενικού του αρτηριογραφία
αρτηριογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριογραφία
αρτηριογραφικά	adv	όσον αφορά την αρτηριογραφία, σχετικά με την αρτηριογραφία
αρτηριογραφικέ	adj	κλητική ενικού του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριογραφική
αρτηριογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφικής	adj	γενική ενικού του αρτηριογραφική
αρτηριογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφικού	adj	γενική ενικού του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφικός	adj	σχετικός με την αρτηριογραφία ή που αποσκοπεί σε αυτήν
αρτηριογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του αρτηριογραφικός
αρτηριογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτηριογραφία
αρτηριοπάθεια	noun	Οι παθήσεις των αρτηριών
αρτηριοπάθειας	noun	γενική ενικού του αρτηριοπάθεια
αρτηριοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοπάθεια
αρτηριοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αρτηριοπάθεια
αρτηριοσκλήρυνση	noun	πάθηση των αρτηριών κατά την οποία, λιπώδες υλικό εναποτίθεται στον αυλό τους προκαλώντας αφενός την στένωσή τους και αφετέρου σημαντική μείωση της ελαστικής ικανότητας τους να διατείνονται με συνέπεια τη δυσχέρεια στη ροή του αίματος.
αρτηριοσκλήρυνσης	=	αρτηριοσκλήρυνση
αρτηριοσκλήρωση	=	αρτηριοσκλήρυνση
αρτηριοσκληρυντικά	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικέ	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικές	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντική	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρτηριοσκληρυντική) του αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικοί	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικού	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικούς	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικό	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρυντικός	adj|figurative	άλλη μορφή του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρυντικών	=	αρτηριοσκληρυντικός
αρτηριοσκληρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτικό
αρτηριοσκληρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτική
αρτηριοσκληρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτικής	adj	γενική ενικού του αρτηριοσκληρωτική
αρτηριοσκληρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτικού	adj	γενική ενικού του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτικός	adj	που έχει σχέση με την αρτηριοσκλήρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρτηριοσκληρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτικός
αρτηριοσκληρωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αρτηριοσκληρωτισμός
αρτηριοσκληρωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτισμός
αρτηριοσκληρωτισμού	noun	γενική ενικού του αρτηριοσκληρωτισμός
αρτηριοσκληρωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτισμός
αρτηριοσκληρωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρτηριοσκληρωτισμός
αρτηριοσκληρωτισμός	noun	οπισθοδρομική τακτική, με βάση παρωχημένες αντιλήψεις και προσκόλληση στο παρελθόν
αρτηριοσκληρωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αρτηριοσκληρωτισμός
αρτηριοσκληρύνσεις	=	αρτηριοσκλήρυνση
αρτηριοσκληρύνσεων	=	αρτηριοσκλήρυνση
αρτηριοσκληρύνσεως	=	αρτηριοσκλήρυνση
αρτηριοφλεβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοφλεβικό
αρτηριοφλεβικέ	adj	κλητική ενικού του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοφλεβική
αρτηριοφλεβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβικής	adj	γενική ενικού του αρτηριοφλεβική
αρτηριοφλεβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβικού	adj	γενική ενικού του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβικό	adj	αιτιατική ενικού του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβικός	adj	που έχει σχέση με φλέβες και αρτηρίες ή αναφέρεται σ’ αυτές
αρτηριοφλεβικών	adj	γενική πληθυντικού του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβωδών	=	αρτηριοφλεβώδης
αρτηριοφλεβώδεις	=	αρτηριοφλεβώδης
αρτηριοφλεβώδες	=	αρτηριοφλεβώδης
αρτηριοφλεβώδη	=	αρτηριοφλεβώδης
αρτηριοφλεβώδης	adj	άλλη μορφή του αρτηριοφλεβικός
αρτηριοφλεβώδους	=	αρτηριοφλεβώδης
αρτηριών	noun	γενική πληθυντικού του αρτηρία
αρτιγέννητα	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητε	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητες	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητη	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητης	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητο	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητοι	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητος	adj	αυτός που γεννήθηκε πρόσφατα, ο αρτιγενής
αρτιγέννητου	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητους	=	αρτιγέννητος
αρτιγέννητων	=	αρτιγέννητος
αρτιγενές	=	αρτιγενής
αρτιγενή	=	αρτιγενής
αρτιγενής	adj	νεογέννητος, αυτός που γεννήθηκε πρόσφατα, νεότοκος
αρτιγενείς	=	αρτιγενής
αρτιγενούς	=	αρτιγενής
αρτιγενών	=	αρτιγενής
αρτιδίου	=	αρτίδιο
αρτιδίων	=	αρτίδιο
αρτιθανές	=	αρτιθανής
αρτιθανέως	=	αρτιθανής
αρτιθανή	=	αρτιθανής
αρτιθανής	adj|archaic	που μόλις απεβίωσε ή ο θάνατός του είναι πολύ πρόσφατος
αρτιθανείς	=	αρτιθανής
αρτιθανούς	=	αρτιθανής
αρτιθανών	=	αρτιθανής
αρτικαΐνες	=	αρτικαΐνη
αρτικαΐνη	noun	ταχείας δράσης τοπικό αναισθητικό, αμιδικής χημικής δομής, που χρησιμοποιείται κυρίως στην οδοντιατρική για την προσωρινή αναλγησία κατά τη διάρκεια μικροεπεμβάσεων
αρτικαΐνης	=	αρτικαΐνη
αρτικαϊνών	=	αρτικαΐνη
αρτιμέλεια	noun	η ακεραιότητα των μελών τού σώματος
αρτιμέλειας	noun	γενική ενικού του αρτιμέλεια
αρτιμέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτιμέλεια
αρτιμελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρτιμελής
αρτιμελή	=	αρτιμελής
αρτιμελής	adj	που έχει όλα τα μέλη του σώματός του ακέραια
αρτιμελείς	=	αρτιμελής
αρτιμελειών	noun	γενική πληθυντικού του αρτιμέλεια
αρτιμελούς	adj	γενική ενικού του αρτιμελής
αρτιμελών	adj	γενική πληθυντικού του αρτιμελής
αρτιμελώς	adv	με αρτιμέλεια
αρτινά	=	αρτινός
αρτινέ	=	αρτινός
αρτινές	=	αρτινός
αρτινή	=	αρτινός
αρτινής	=	αρτινός
αρτινοί	=	αρτινός
αρτινού	=	αρτινός
αρτινούς	=	αρτινός
αρτινό	=	αρτινός
αρτινός	adj	που έχει σχέση με την Άρτα ή τους Αρτινούς ή αναφέρεται σʼ αυτά
αρτινών	=	αρτινός
αρτιοδάκτυλα	noun	τάξη οπληφόρων θηλαστικών που χαρακτηρίζονται από άρτιο αριθμό δακτύλων στις οπλές (δύο ή τέσσερα)
αρτιοδάκτυλων	=	αρτιοδάκτυλα
αρτιοτήτων	=	αρτιότητα
αρτισύστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτισύστατο
αρτισύστατε	adj	κλητική ενικού του αρτισύστατος
αρτισύστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτισύστατη
αρτισύστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτισύστατος
αρτισύστατης	adj	γενική ενικού του αρτισύστατη
αρτισύστατο	adj	αιτιατική ενικού του αρτισύστατος
αρτισύστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτισύστατος
αρτισύστατος	adj|formal	που μόλις έχει συσταθεί, που πρόσφατα έχει δημιουργηθεί
αρτισύστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρτισύστατος
αρτισύστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτισύστατος
αρτισύστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρτισύστατος
αρτιφανές	=	αρτιφανής
αρτιφανή	=	αρτιφανής
αρτιφανής	adj|formal	καινοφανής
αρτιφανείς	=	αρτιφανής
αρτιφανούς	=	αρτιφανής
αρτιφανών	=	αρτιφανής
αρτιφισιέλ	noun	επίχρισμα σοβά με τσιμέντο το οποίο τοποθετείται σε τοίχους ώστε να σχηματίσει ανώμαλη επιφάνεια που μοιάζει με πέτρα
αρτιωθήκαμε	=	αρτιώνω
αρτιωθήκαν	=	αρτιώνω
αρτιωθήκανε	=	αρτιώνω
αρτιωθήκατε	=	αρτιώνω
αρτιωθεί	=	αρτιώνω
αρτιωθείτε	=	αρτιώνω
αρτιωμένος	=	αρτιώνω
αρτιωνόμασταν	=	αρτιώνω
αρτιωνόμαστε	=	αρτιώνω
αρτιωνόμουν	=	αρτιώνω
αρτιωνόμουνα	=	αρτιώνω
αρτιωνόντουσαν	=	αρτιώνω
αρτιωνόσασταν	=	αρτιώνω
αρτιωνόσαστε	=	αρτιώνω
αρτιωνόσουν	=	αρτιώνω
αρτιωνόσουνα	=	αρτιώνω
αρτιωνόταν	=	αρτιώνω
αρτιωνότανε	=	αρτιώνω
αρτιότητα	noun	το να είναι κάποιος άρτιος, η ιδιότητα του άρτιου
αρτιότητας	noun	γενική ενικού του αρτιότητα
αρτιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτιότητα
αρτιώθηκα	=	αρτιώνω
αρτιώθηκαν	=	αρτιώνω
αρτιώθηκε	=	αρτιώνω
αρτιώθηκες	=	αρτιώνω
αρτιώναμε	=	αρτιώνω
αρτιώναν	=	αρτιώνω
αρτιώνανε	=	αρτιώνω
αρτιώνατε	=	αρτιώνω
αρτιώνει	=	αρτιώνω
αρτιώνεις	=	αρτιώνω
αρτιώνεσαι	=	αρτιώνω
αρτιώνεστε	=	αρτιώνω
αρτιώνεται	=	αρτιώνω
αρτιώνετε	=	αρτιώνω
αρτιώνομαι	=	αρτιώνω
αρτιώνονται	=	αρτιώνω
αρτιώνονταν	=	αρτιώνω
αρτιώνοντας	=	αρτιώνω
αρτιώνου	=	αρτιώνω
αρτιώνουμε	=	αρτιώνω
αρτιώνουν	=	αρτιώνω
αρτιώνουνε	=	αρτιώνω
αρτιώνω	verb	καθιστώ άρτιο, ολοκληρώνω
αρτιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώσαν	=	αρτιώνω
αρτιώσανε	=	αρτιώνω
αρτιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτίωση
αρτιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώσεων	=	αρτίωση
αρτιώσεως	=	αρτίωση
αρτιώσου	=	αρτιώνω
αρτιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρτιώνω
αρτοβιομηχανία	noun	βιομηχανία παρασκευής άρτου και αρτοσκευασμάτων
αρτοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του αρτοβιομηχανία
αρτοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοβιομηχανία
αρτοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτοβιομηχανία
αρτοζαχαροπλαστεία	=	αρτοζαχαροπλαστείο
αρτοζαχαροπλαστείο	noun	κατάστημα που συνδυάζει την παραγωγή και πώληση ψωμιού, γλυκισμάτων και συναφών ειδών καθημερινής διατροφής
αρτοζαχαροπλαστείου	=	αρτοζαχαροπλαστείο
αρτοζαχαροπλαστείων	=	αρτοζαχαροπλαστείο
αρτοζαχαροπλαστικές	=	αρτοζαχαροπλαστική
αρτοζαχαροπλαστική	noun	κλάδος που περιλαμβάνει την τέχνη και την τεχνική παρασκευής προϊόντων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής
αρτοζαχαροπλαστικής	=	αρτοζαχαροπλαστική
αρτοζαχαροπλαστικών	=	αρτοζαχαροπλαστική
αρτοκλασία	noun	τελετή κατά την οποία ο ιερέας ευλογεί ψωμιά (τον άρτο) που, κατά την απόλυση, μοιράζονται, κομμάτι κομμάτι, στους πιστούς
αρτοκλασίας	noun	γενική ενικού του αρτοκλασία
αρτοκλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοκλασία
αρτοκλασιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτοκλασία
αρτοπαρασκευάσματα	=	αρτοπαρασκεύασμα
αρτοπαρασκευάσματος	=	αρτοπαρασκεύασμα
αρτοπαρασκευασμάτων	=	αρτοπαρασκεύασμα
αρτοπαρασκευαστές	=	αρτοπαρασκευαστής
αρτοπαρασκευαστή	=	αρτοπαρασκευαστής
αρτοπαρασκευαστής	noun	αυτός που παρασκευάζει τον άρτο, το ψωμί
αρτοπαρασκευαστών	=	αρτοπαρασκευαστής
αρτοπαρασκεύασμα	noun	προϊόν αρτοποιίας που διαφέρει από τα αρτοσκευάσματα ως προς τον τρόπο παραγωγής
αρτοπλασία	noun|dated	το πλάσιμο ψωμιού
αρτοπλασίας	=	αρτοπλασία
αρτοπλασίες	=	αρτοπλασία
αρτοπλασιών	=	αρτοπλασία
αρτοποίημα	noun	γενική ονομασία τροφίμων με βάση το αλεύρι
αρτοποίηση	noun|formal	τεχνική διαδικασία κατά την οποία μετατρέπεται το αλεύρι, μέσω ζύμωσης και ψησίματος, σε βρώσιμο ψωμί
αρτοποίησης	=	αρτοποίηση
αρτοποιΐα	=	αρτοποιία
αρτοποιέ	noun	κλητική ενικού του αρτοποιός
αρτοποιήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοποίημα
αρτοποιήματος	=	αρτοποίημα
αρτοποιήσεις	=	αρτοποίηση
αρτοποιήσεων	=	αρτοποίηση
αρτοποιήσιμα	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμε	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμες	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμη	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμης	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμο	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμοι	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμος	adj|formal	κατάλληλος για αρτοποίηση
αρτοποιήσιμου	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμους	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιήσιμων	=	αρτοποιήσιμος
αρτοποιία	noun	η διαδικασία της παρασκευής ψωμιού
αρτοποιίας	noun	γενική ενικού του αρτοποιία
αρτοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοποιία
αρτοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοποιείο
αρτοποιείο	noun	κατάστημα που ψήνει και πουλάει ψωμί
αρτοποιείου	noun	γενική ενικού του αρτοποιείο
αρτοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του αρτοποιείο
αρτοποιημάτων	=	αρτοποίημα
αρτοποιητικά	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικέ	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικές	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητική	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικής	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικοί	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικού	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικούς	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικό	=	αρτοποιητικός
αρτοποιητικός	adj|formal	που έχει σχέση με την αρτοποιία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αρτοποιητικών	=	αρτοποιητικός
αρτοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτοποιία
αρτοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτοποιός
αρτοποιού	noun	γενική ενικού του αρτοποιός
αρτοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρτοποιός
αρτοποιό	noun	αιτιατική ενικού του αρτοποιός
αρτοποιός	noun|formal	ο φούρναρης / η φουρνάρισσα
αρτοποιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτοποιός
αρτοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοπωλείο
αρτοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλάει ψωμί
αρτοπωλείου	noun	γενική ενικού του αρτοπωλείο
αρτοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του αρτοπωλείο
αρτοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρτοπώλισσα
αρτοπωλών	=	αρτοπώλης
αρτοπώλες	=	αρτοπώλης
αρτοπώλη	=	αρτοπώλης
αρτοπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει ή να παρασκευάζει ψωμί, άρτο
αρτοπώλισσα	noun	θηλυκό του αρτοπώλης
αρτοπώλισσας	noun	γενική ενικού του αρτοπώλισσα
αρτοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοπώλισσα
αρτοσκευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοσκεύασμα
αρτοσκευάσματος	noun	γενική ενικού του αρτοσκεύασμα
αρτοσκευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρτοσκεύασμα
αρτοσκεύασμα	noun	κάθε παρασκεύασμα που έχει ως βάση τη ζύμη τού ψωμιού
αρτοφαγία	noun	η κατανάλωση άρτου
αρτοφαγίας	noun	γενική ενικού του αρτοφαγία
αρτοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοφαγία
αρτοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αρτοφαγία
αρτοφορίου	noun	γενική ενικού του αρτοφόριο
αρτοφορίων	noun	γενική πληθυντικού του αρτοφόριο
αρτοφόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτοφόριο
αρτοφόριες	=	αρτοφόριο
αρτοφόριο	noun	λειτουργικό σκεύος όπου φυλάγεται ο άρτος που προορίζεται για τη μετάληψη
αρτοφόριου	=	αρτοφόριο
αρτυθήκαμε	=	αρταίνω
αρτυθήκαν	=	αρταίνω
αρτυθήκανε	=	αρταίνω
αρτυθήκατε	=	αρταίνω
αρτυθεί	=	αρταίνω
αρτυθείς	=	αρταίνω
αρτυθείτε	=	αρταίνω
αρτυθούμε	=	αρταίνω
αρτυθούν	=	αρταίνω
αρτυθούνε	=	αρταίνω
αρτυθώ	=	αρταίνω
αρτυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρτυμα
αρτυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτυμένο
αρτυμένε	verb	κλητική ενικού του αρτυμένος
αρτυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτυμένη
αρτυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτυμένος
αρτυμένης	verb	γενική ενικού του αρτυμένη
αρτυμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρτυμένος
αρτυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτυμένος
αρτυμένος	verb	καρυκευμένος
αρτυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρτυμένος
αρτυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρτυμένος
αρτυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρτυμένος
αρτυμές	=	αρτυμή
αρτυμή	noun	άρτυμα, καρύκευμα
αρτυμής	=	αρτυμή
αρτυματικά	=	αρτυματικός
αρτυματικέ	=	αρτυματικός
αρτυματικές	=	αρτυματικός
αρτυματική	=	αρτυματικός
αρτυματικής	=	αρτυματικός
αρτυματικοί	=	αρτυματικός
αρτυματικού	=	αρτυματικός
αρτυματικούς	=	αρτυματικός
αρτυματικό	=	αρτυματικός
αρτυματικός	adj|formal	που αφορά ουσία ή ιδιότητα που την χρησιμοποιούμε ως άρτυμα, προσδίδοντας γεύση ή άρωμα σε τροφή, χωρίς να αποτελεί το κύριο συστατικό της
αρτυματικών	=	αρτυματικός
αρτυμών	=	αρτυμή
αρτυσμένος	=	αρταίνω
αρτόδενδρα	=	αρτόδενδρο
αρτόδενδρο	noun	δέντρο της Κίνας και της Μαλαισίας που παράγει μεγάλους σφαιρικούς αμυλώδεις καρπούς, τους οποίους οι ιθαγενείς χρησιμοποιούν αντί για ψωμί
αρτόδενδρου	=	αρτόδενδρο
αρτόδενδρων	=	αρτόδενδρο
αρτόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτόδεντρο
αρτόδεντρο	noun	αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Artocarpus altilis) με μεγάλα έλλοβα βαθιά σχισμένα φύλλα και επίσης μεγάλους κίτρινους ή πράσινους καρπούς που περιέχουν πολύ άμυλο
αρτόδεντρου	noun	γενική ενικού του αρτόδεντρο
αρτόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του αρτόδεντρο
αρτύζω	=	αρταίνω
αρτύθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του αρταίνω
αρτύθηκαν	=	αρταίνω
αρτύθηκε	=	αρταίνω
αρτύθηκες	=	αρταίνω
αρτύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρτυμα
αρτύματος	noun	γενική ενικού του άρτυμα
αρτύνετε	=	αρταίνω
αρτύνω	=	αρταίνω
αρτύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρτύω
αρτύσαμε	=	αρταίνω
αρτύσαν	=	αρταίνω
αρτύσανε	=	αρταίνω
αρτύσατε	=	αρταίνω
αρτύσει	=	αρταίνω
αρτύσεις	=	αρταίνω
αρτύσετε	=	αρταίνω
αρτύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτύσιμο
αρτύσιμε	adj	κλητική ενικού του αρτύσιμος
αρτύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρτύσιμη
αρτύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρτύσιμος
αρτύσιμης	adj	γενική ενικού του αρτύσιμη
αρτύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αρτύσιμος
αρτύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρτύσιμος
αρτύσιμος	adj	μη νηστίσιμος
αρτύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρτύσιμος
αρτύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρτύσιμος
αρτύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρτύσιμος
αρτύσομε	=	αρταίνω
αρτύσου	=	αρταίνω
αρτύσουμε	=	αρταίνω
αρτύσουν	=	αρταίνω
αρτύσουνε	=	αρταίνω
αρτύστε	=	αρταίνω
αρτύσω	=	αρταίνω
αρυβάλλου	=	αρύβαλλος
αρυβάλλους	=	αρύβαλλος
αρυβάλλων	=	αρύβαλλος
αρυμοτόμητα	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητε	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητες	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητη	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητης	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητο	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητοι	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητος	adj	που δε ρυμοτομήθηκε, για τον οποίο δεν υπάρχει εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας
αρυμοτόμητου	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητους	=	αρυμοτόμητος
αρυμοτόμητων	=	αρυμοτόμητος
αρυμούλκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρυμούλκητο
αρυμούλκητε	adj	κλητική ενικού του αρυμούλκητος
αρυμούλκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρυμούλκητη
αρυμούλκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρυμούλκητος
αρυμούλκητης	adj	γενική ενικού του αρυμούλκητη
αρυμούλκητο	adj	αιτιατική ενικού του αρυμούλκητος
αρυμούλκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρυμούλκητος
αρυμούλκητος	adj	που δεν έχει ρυμουλκηθεί ή δεν μπορεί να ρυμουλκηθεί
αρυμούλκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρυμούλκητος
αρυμούλκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρυμούλκητος
αρυμούλκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρυμούλκητος
αρυς	abbrev	ευρυζωνική τεχνολογία που χρησιμοποιεί τα υπάρχοντα καλώδια χαλκού των τηλεφωνικών συνδέσεων για να επιτύχει μεγαλύτερες ταχύτητες μετάδοσης δεδομένων (αλλά και την ταυτόχρονη μετάδοση φωνής)
αρυτίδιαστα	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστε	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστες	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστη	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστης	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστο	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστοι	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστος	adj	χωρίς ρυτίδες, νεανικός
αρυτίδιαστου	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστους	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδιαστων	=	αρυτίδιαστος
αρυτίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρυτίδωτο
αρυτίδωτε	adj	κλητική ενικού του αρυτίδωτος
αρυτίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρυτίδωτη
αρυτίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρυτίδωτος
αρυτίδωτης	adj	γενική ενικού του αρυτίδωτη
αρυτίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αρυτίδωτος
αρυτίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρυτίδωτος
αρυτίδωτος	adj	που δεν έχει ρυτίδες
αρυτίδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρυτίδωτος
αρυτίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρυτίδωτος
αρυτίδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρυτίδωτος
αρυταινών	=	αρύταινα
αρφάνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφάνια	noun	η ορφάνια
αρφανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρφανό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρφανός
αρφανέ	adj	κλητική ενικού του αρφανός
αρφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρφανή
αρφανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρφανεύω
αρφανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρφανός
αρφανής	adj	γενική ενικού του αρφανή
αρφανεύω	verb	ορφανεύω
αρφανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρφανός
αρφανού	adj	γενική ενικού του αρφανός
αρφανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρφανός
αρφανό	adj	αιτιατική ενικού του αρφανός
αρφανός	adj	ορφανός
αρφανών	adj	γενική πληθυντικού του αρφανός
αρχάγγελε	noun	κλητική ενικού του αρχάγγελος
αρχάγγελο	noun	αιτιατική ενικού του αρχάγγελος
αρχάγγελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχάγγελος
αρχάγγελος	noun	ο αρχηγός ταξιαρχίας αγγέλων
αρχάγγελου	noun	γενική ενικού του αρχάγγελος
αρχάγγελους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχάγγελος
αρχάγγελων	noun	γενική πληθυντικού του αρχάγγελος
αρχάιζα	=	αρχαΐζω
αρχάιζαν	=	αρχαΐζω
αρχάιζε	=	αρχαΐζω
αρχάιζες	=	αρχαΐζω
αρχάισα	=	αρχαΐζω
αρχάισαν	=	αρχαΐζω
αρχάισε	=	αρχαΐζω
αρχάισες	=	αρχαΐζω
αρχάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του αρχάνθρωπος
αρχάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του αρχάνθρωπος
αρχάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχάνθρωπος
αρχάνθρωπος	noun	ο πρώτος άνθρωπος που εμφανίστηκε στη Γη
αρχάνθρωπου	noun	γενική ενικού του αρχάνθρωπος
αρχάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχάνθρωπος
αρχάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του αρχάνθρωπος
αρχάρια	=	αρχάριος
αρχάριας	=	αρχάριος
αρχάριε	=	αρχάριος
αρχάριες	=	αρχάριος
αρχάριο	=	αρχάριος
αρχάριοι	=	αρχάριος
αρχάριος	adj	που μόλις άρχισε να μαθαίνει κάτι, πρωτόπειρος, πρωτάρης, πρωτόβγαλτος
αρχάριου	=	αρχάριος
αρχάριους	=	αρχάριος
αρχάριων	=	αρχάριος
αρχέγονα	adv	με αρχέγονο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρχέγονος
αρχέγονε	=	αρχέγονος
αρχέγονες	=	αρχέγονος
αρχέγονη	=	αρχέγονος
αρχέγονης	=	αρχέγονος
αρχέγονο	=	αρχέγονος
αρχέγονοι	=	αρχέγονος
αρχέγονος	adj	που δημιουργήθηκε πάρα πολύ παλιά, πανάρχαιος
αρχέγονου	=	αρχέγονος
αρχέγονους	=	αρχέγονος
αρχέγονων	=	αρχέγονος
αρχές	noun	πληθυντικός που συνηθίζεται για να δηλώσει αορίστως κάποια μορφή επίσημης εξουσίας
αρχέτυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχέτυπο
αρχέτυπε	adj	κλητική ενικού του αρχέτυπος
αρχέτυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχέτυπη
αρχέτυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχέτυπος
αρχέτυπης	adj	γενική ενικού του αρχέτυπη
αρχέτυπο	noun	το πρότυπο, το υπόδειγμα
αρχέτυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχέτυπος
αρχέτυπος	adj	πρωτότυπος
αρχέτυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχέτυπος
αρχέτυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχέτυπος
αρχέτυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχέτυπος
αρχή	noun	το τοπικό ή χρονικό σημείο από όπου αρχίζει κάτι, η αφετηρία ή η αρχική φάση, το ξεκίνημα
αρχήθεν	adv|archaic	από την αρχή
αρχής	noun	γενική ενικού του αρχή
αρχίατρε	noun	κλητική ενικού του αρχίατρος
αρχίατρο	noun	αιτιατική ενικού του αρχίατρος
αρχίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχίατρος
αρχίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του αντισυνταγματάρχη
αρχίατρου	noun	γενική ενικού του αρχίατρος
αρχίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχίατρος
αρχίατρων	noun	γενική πληθυντικού του αρχίατρος
αρχίγραμμα	noun	το αρχικό γράμμα ενός γραπτού κειμένου, που εμφανίζεται με μεγαλύτερο μέγεθος από τα υπόλοιπα και συχνά με διαφορετική γραμματοσειρά και περίτεχνη διακόσμηση
αρχίδι	noun|vulgar	ο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις
αρχίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχίδι
αρχίζαμε	=	αρχίζω
αρχίζαν	=	αρχίζω
αρχίζανε	=	αρχίζω
αρχίζατε	=	αρχίζω
αρχίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αρχίζω
αρχίζεις	=	αρχίζω
αρχίζετε	=	αρχίζω
αρχίζομε	=	αρχίζω
αρχίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρχίζω
αρχίζουμε	=	αρχίζω
αρχίζουν	=	αρχίζω
αρχίζουνε	=	αρχίζω
αρχίζω	verb	κάνω αρχή κάποιας πράξης ή έργου, βάζω μπρος, ξεκινώ
αρχίνα	=	αρχινάω
αρχίναγα	=	αρχινάω
αρχίναγαν	=	αρχινάω
αρχίναγε	=	αρχινάω
αρχίναγες	=	αρχινάω
αρχίνημα	noun	η έναρξη μιας πράξης, ενός έργου, το αρχίνισμα
αρχίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινώ
αρχίνησαν	=	αρχινάω
αρχίνησε	=	αρχινάω
αρχίνησες	=	αρχινάω
αρχίνιζα	=	αρχινίζω
αρχίνιζαν	=	αρχινίζω
αρχίνιζε	=	αρχινίζω
αρχίνιζες	=	αρχινίζω
αρχίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχίνισμα	noun	η έναρξη μιας πράξης, ενός έργου, το αρχίνημα
αρχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσαν	=	αρχίζω
αρχίσανε	=	αρχίζω
αρχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσομε	=	αρχίζω
αρχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσουνε	=	αρχίζω
αρχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχίζω
αρχίτερα	adv	άλλη μορφή του αρχύτερα
αρχαΐζαμε	=	αρχαΐζω
αρχαΐζαν	=	αρχαΐζω
αρχαΐζανε	=	αρχαΐζω
αρχαΐζατε	=	αρχαΐζω
αρχαΐζει	=	αρχαΐζω
αρχαΐζεις	=	αρχαΐζω
αρχαΐζετε	=	αρχαΐζω
αρχαΐζον	=	αρχαΐζων
αρχαΐζοντα	=	αρχαΐζων
αρχαΐζοντας	=	αρχαΐζω
αρχαΐζοντες	=	αρχαΐζων
αρχαΐζοντος	=	αρχαΐζων
αρχαΐζουμε	=	αρχαΐζω
αρχαΐζουν	=	αρχαΐζω
αρχαΐζουνε	=	αρχαΐζω
αρχαΐζουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαΐζων	noun	γλώσσα που μιμείται μια αρχαία γλώσσα· ειδικά για τα ελληνικά: γλώσσα που μιμείται τα αρχαία ελληνικά
αρχαΐζουσας	=	αρχαΐζων
αρχαΐζουσες	=	αρχαΐζων
αρχαΐζω	verb	μιμούμαι την γλώσσα, την έκφραση, τον πολιτισμό κ.λπ. των αρχαίων
αρχαΐζων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρχαΐζω
αρχαΐσαμε	=	αρχαΐζω
αρχαΐσαν	=	αρχαΐζω
αρχαΐσανε	=	αρχαΐζω
αρχαΐσατε	=	αρχαΐζω
αρχαΐσει	=	αρχαΐζω
αρχαΐστε	=	αρχαΐζω
αρχαΐστρια	noun	θηλυκό του αρχαϊστής
αρχαΐστριας	noun	γενική ενικού του αρχαΐστρια
αρχαΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαΐστρια
αρχαία	noun	οι αρχαιότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαίος
αρχαίας	adj	γενική ενικού του αρχαία
αρχαίε	adj	αρχαίος, στην κλητική του ενικού
αρχαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαία
αρχαίο	adj	αρχαίος, στην αιτιατική του ενικού
αρχαίοι	adj	αρχαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αρχαίος	adj	που σχετίζεται με το μακρινό παρελθόν	noun	(πληθυντικός αρχαίοι: οι άνθρωποι που έζησαν κατά την αρχαιότητα
αρχαίου	adj	γενική ενικού του αρχαίος
αρχαίους	adj	αρχαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αρχαίων	adj	γενική πληθυντικού του αρχαίος
αρχαγγέλινα	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινε	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινες	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινη	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινης	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινο	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινοι	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινος	adj	που αναφέρεται στον αρχάγγελο, αρχαγγελικός
αρχαγγέλινου	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινους	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλινων	=	αρχαγγέλινος
αρχαγγέλου	noun	γενική ενικού του αρχάγγελος
αρχαγγέλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχάγγελος
αρχαγγέλων	noun	γενική πληθυντικού του αρχάγγελος
αρχαγγελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαγγελικό
αρχαγγελικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαγγελικός
αρχαγγελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαγγελική
αρχαγγελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαγγελικός
αρχαγγελικής	adj	γενική ενικού του αρχαγγελική
αρχαγγελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαγγελικός
αρχαγγελικού	adj	γενική ενικού του αρχαγγελικός
αρχαγγελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαγγελικός
αρχαγγελικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαγγελικός
αρχαγγελικός	noun	που αναφέρεται στον αρχάγγελο, αρχαγγέλινος
αρχαγγελικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαγγελικός
αρχαιοαστρονομία	noun	η μελέτη της παρατήρησης, καταγραφής και ερμηνείας των ουράνιων και αστρικών σωμάτων και των κινήσεών τους από τους αρχαίους λαούς και της επίδρασης όλων αυτών στις αρχαίες κοινωνίες
αρχαιοαστρονομίας	=	αρχαιοαστρονομία
αρχαιοαστρονομίες	=	αρχαιοαστρονομία
αρχαιοαστρονομικά	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικέ	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικές	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομική	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικής	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικοί	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικού	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικούς	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικό	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομικός	adj	που έχει σχέση με την αρχαιοαστρονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρχαιοαστρονομικών	=	αρχαιοαστρονομικός
αρχαιοαστρονομιών	=	αρχαιοαστρονομία
αρχαιοβακτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοβακτήριο
αρχαιοβακτήριο	noun	μονοκύτταρος προκαρυωτικός οργανισμός που αναπτύσσονται ακόμα και σε ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας, οξύτητας και αλατότητας
αρχαιοβακτήριου	=	αρχαιοβακτήριο
αρχαιοβακτήριων	=	αρχαιοβακτήριο
αρχαιοβακτηρίου	=	αρχαιοβακτήριο
αρχαιοβακτηρίων	=	αρχαιοβακτήριο
αρχαιοβοτανική	noun	κλάδος και συνδυασμός της αρχαιολογίας και της βιολογίας, που ασχολείται με την έρευνα των φυτικών καταλοίπων (φρούτων, σπόρων, καρπών, φυτών, ξύλων, γύρης κ.ά.) που εντοπίζονται σε ανασκαφές χώρων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος
αρχαιοβοτανικής	=	αρχαιοβοτανική
αρχαιογεωμορφολογία	noun	η γεωμορφολογία κατά την αρχαιότητα
αρχαιογεωμορφολογίας	noun	γενική ενικού του αρχαιογεωμορφολογία
αρχαιογεωμορφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογία
αρχαιογεωμορφολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογικό
αρχαιογεωμορφολογικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογική
αρχαιογεωμορφολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογικής	adj	γενική ενικού του αρχαιογεωμορφολογική
αρχαιογεωμορφολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογικού	adj	γενική ενικού του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογικός	adj	που έχει σχέση με την αρχαιογεωμορφολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρχαιογεωμορφολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογικός
αρχαιογεωμορφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιογεωμορφολογία
αρχαιογνωσία	noun	η γνώση της αρχαιότητας
αρχαιογνωσίας	noun	γενική ενικού του αρχαιογνωσία
αρχαιογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογνωσία
αρχαιογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιογνωσία
αρχαιογνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογνωστικό
αρχαιογνωστικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογνωστική
αρχαιογνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστικής	adj	γενική ενικού του αρχαιογνωστική
αρχαιογνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστικού	adj	γενική ενικού του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστικός	noun	ο σχετικός με τη γνώση τής αρχαιότητας
αρχαιογνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιογνωστικός
αρχαιογνωστών	=	αρχαιογνώστης
αρχαιογνώστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιογνώστης
αρχαιογνώστη	=	αρχαιογνώστης
αρχαιογνώστης	noun	αυτός που έχει γνώσεις σχετικές με την αρχαιότητα
αρχαιοδίφες	=	αρχαιοδίφης
αρχαιοδίφη	=	αρχαιοδίφης
αρχαιοδίφης	noun|formal	ο ερευνητής της αρχαιότητας
αρχαιοδιφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοδιφικό
αρχαιοδιφικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοδιφική
αρχαιοδιφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφικής	adj	γενική ενικού του αρχαιοδιφική
αρχαιοδιφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφικού	adj	γενική ενικού του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον αρχαιοδίφη ή αναφέρεται σ' αυτόν
αρχαιοδιφικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιοδιφικός
αρχαιοδιφών	=	αρχαιοδίφης
αρχαιοελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοελληνικό
αρχαιοελληνικέ	adj	κλητική ενικού του αβιογενετικός
αρχαιοελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοελληνική
αρχαιοελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιοελληνικός
αρχαιοελληνικής	adj	γενική ενικού του αρχαιοελληνική
αρχαιοελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοελληνικός
αρχαιοελληνικού	adj	γενική ενικού του αρχαιοελληνικός
αρχαιοελληνικούρα	noun	εμφατικά η ελληνικούρα, λέξη ή φράση που χρησιμοποεί κάποιος αδαής, προκειμένου να δείξει ότι γνωρίζει καλά τα αρχαία ελληνικά
αρχαιοελληνικούρας	noun	γενική ενικού του αρχαιοελληνικούρα
αρχαιοελληνικούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοελληνικούρα
αρχαιοελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιοελληνικός
αρχαιοελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιοελληνικός
αρχαιοελληνικός	adj	που αναφέρεται στην αρχαία Ελλάδα
αρχαιοελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιοελληνικός
αρχαιοζωικά	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικέ	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικές	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωική	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικής	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικοί	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικού	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικούς	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αρχαιοζωικός
αρχαιοζωικός	adj	που αφορά τον αρχαιοζωικό αιώνα, δηλαδή την αρχαιότερη φάση της ιστορίας της Γης, πριν την εμφάνιση οργανικής ζωής, όταν ο στερεός φλοιός και η ατμόσφαιρα μόλις είχαν διαμορφωθεί
αρχαιοζωικών	=	αρχαιοζωικός
αρχαιοζωολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τα κατάλοιπα ζώων από αρχαιολογικές θέσεις, προκειμένου να κατανοήσει τη σχέση ανθρώπου και ζώου στο παρελθόν, π.χ. τις διατροφικές συνήθειες, την οικόσιτη εκτροφή ή τις τελετουργικές χρήσεις
αρχαιοζωολογίας	=	αρχαιοζωολογία
αρχαιοζωολογίες	=	αρχαιοζωολογία
αρχαιοζωολογικά	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικάς	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικέ	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικές	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογική	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικής	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικοί	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικού	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικούς	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικό	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογικός	adj	που έχει σχέση με την αρχαιοζωολογία ή τον αρχαιοζωολόγο ή αναφέρεται σʼ αυτά
αρχαιοζωολογικών	=	αρχαιοζωολογικός
αρχαιοζωολογιών	=	αρχαιοζωολογία
αρχαιοζωολόγε	=	αρχαιοζωολόγος
αρχαιοζωολόγο	=	αρχαιοζωολόγος
αρχαιοζωολόγοι	=	αρχαιοζωολόγος
αρχαιοζωολόγος	noun	ειδικός που μελετά τα κατάλοιπα ζώων από αρχαιολογικές θέσεις, προκειμένου να κατανοήσει τη σχέση ανθρώπου και ζώου στο παρελθόν, π.χ. τις διατροφικές συνήθειες, την οικόσιτη εκτροφή ή τις τελετουργικές χρήσεις
αρχαιοζωολόγου	=	αρχαιοζωολόγος
αρχαιοζωολόγους	=	αρχαιοζωολόγος
αρχαιοζωολόγων	=	αρχαιοζωολόγος
αρχαιοθρήσκου	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιοθρήσκους	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιοθρήσκων	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιοκάπηλε	noun	κλητική ενικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκάπηλο	noun	αιτιατική ενικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκάπηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκάπηλος	noun	κάποιος που παράνομα ασχολείται με το εμπόριο αρχαίων αντικειμένων
αρχαιοκάπηλου	noun	γενική ενικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκάπηλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκάπηλων	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκαπήλου	noun	γενική ενικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκαπήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκαπήλων	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοκάπηλος
αρχαιοκαπηλία	noun	το παράνομο εμπόριο αρχαίων αντικειμένων
αρχαιοκαπηλίας	noun	γενική ενικού του αρχαιοκαπηλία
αρχαιοκαπηλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλία
αρχαιοκαπηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλικό
αρχαιοκαπηλικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλική
αρχαιοκαπηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλικής	adj	γενική ενικού του αρχαιοκαπηλική
αρχαιοκαπηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλικού	adj	γενική ενικού του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλικός	adj	που έχει σχέση με την αρχαιοκαπηλία ή τους αρχαιοκάπηλους ή αναφέρεται σ’ αυτά
αρχαιοκαπηλικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλικός
αρχαιοκαπηλιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοκαπηλία
αρχαιοκλόπε	=	αρχαιοκλόπος
αρχαιοκλόπο	=	αρχαιοκλόπος
αρχαιοκλόποι	=	αρχαιοκλόπος
αρχαιοκλόπος	noun	που κλέβει ή εμπορεύεται παράνομα / λαθραία αρχαιότητες ή έργα αρχαίας τέχνης ή δεν δηλώνει στην αρχαιολογική υπηρεσία όσα τέτοια βρίσκει
αρχαιοκλόπου	=	αρχαιοκλόπος
αρχαιοκλόπους	=	αρχαιοκλόπος
αρχαιοκλόπων	=	αρχαιοκλόπος
αρχαιοκυττάρου	=	αρχαιοκύτταρο
αρχαιοκυττάρων	=	αρχαιοκύτταρο
αρχαιοκύτταρα	=	αρχαιοκύτταρο
αρχαιοκύτταρο	noun	κυτταρικός τύπος αμοιβαδοκυττάρων όπως αυτά των Πορόζωων (σπόγγοι)
αρχαιοκύτταρου	=	αρχαιοκύτταρο
αρχαιολάτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολάτρης
αρχαιολάτρη	=	αρχαιολάτρης
αρχαιολάτρης	noun	αυτός που εκτιμά την αρχαιότητα, τον πολιτισμό και τα επιτεύγματα των αρχαίων σε βαθμό υπερβολικό
αρχαιολάτρισσα	noun	θηλυκό του αρχαιολάτρης
αρχαιολάτρισσας	noun	γενική ενικού του αρχαιολάτρισσα
αρχαιολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολάτρισσα
αρχαιολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολαγνεία
αρχαιολατρία	noun	η εκτίμηση της αρχαιότητας, του πολιτισμού και των επιτευγμάτων των αρχαίων σε βαθμό υπερβολικό
αρχαιολατρίας	noun	γενική ενικού του αρχαιολατρία
αρχαιολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολατρία
αρχαιολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αρχαιολατρικός	adv	με αρχαιολατρικό τρόπο
αρχαιολατρικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολατρική
αρχαιολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρικής	adj	γενική ενικού του αρχαιολατρική
αρχαιολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρικού	adj	γενική ενικού του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρικός	adj	που έχει σχέση με τον αρχαιολάτρη και την αρχαιολατρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
αρχαιολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιολατρικός
αρχαιολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιολάτρισσα
αρχαιολατριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιολατρία
αρχαιολατρών	=	αρχαιολάτρης
αρχαιολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολόγημα
αρχαιολογία	noun	που ερευνεί καθετί σχετικό με τους αρχαίους χρόνους, σε σχέση με ό,τι διασώθηκε από τις παλαιότερες εποχές
αρχαιολογίας	noun	γενική ενικού του αρχαιολογία
αρχαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολογία
αρχαιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολογικό
αρχαιολογικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαιολογικός
αρχαιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολογική
αρχαιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιολογικός
αρχαιολογικής	adj	γενική ενικού του αρχαιολογική
αρχαιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολογικός
αρχαιολογικού	adj	γενική ενικού του αρχαιολογικός
αρχαιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιολογικός
αρχαιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιολογικός
αρχαιολογικός	adj	που αφορά ή έχει σχέση με την αρχαιολογία
αρχαιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιολογικός
αρχαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιολογία
αρχαιολόγε	noun	κλητική ενικού του αρχαιολόγος
αρχαιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αρχαιολόγος
αρχαιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιολόγος
αρχαιολόγος	noun	ειδικός επιστήμονας τής αρχαιολογίας
αρχαιολόγου	noun	γενική ενικού του αρχαιολόγος
αρχαιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιολόγος
αρχαιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιολόγος
αρχαιομάθεια	noun	γνώση τού αρχαίου κόσμου ή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας
αρχαιομάθειας	noun	γενική ενικού του αρχαιομάθεια
αρχαιομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιομάθεια
αρχαιομάχε	=	αρχαιομάχος
αρχαιομάχο	=	αρχαιομάχος
αρχαιομάχοι	=	αρχαιομάχος
αρχαιομάχος	noun	που είναι ενάντια στην αρχαία εποχή ή τις αρχαιότητες
αρχαιομάχου	=	αρχαιομάχος
αρχαιομάχους	=	αρχαιομάχος
αρχαιομάχων	=	αρχαιομάχος
αρχαιομαθές	=	αρχαιομαθής
αρχαιομαθή	=	αρχαιομαθής
αρχαιομαθής	adj	ο γνώστης τής αρχαιότητας ή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας
αρχαιομαθείς	=	αρχαιομαθής
αρχαιομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιομάθεια
αρχαιομαθούς	=	αρχαιομαθής
αρχαιομαθών	=	αρχαιομαθής
αρχαιομανές	=	αρχαιομανής
αρχαιομανή	=	αρχαιομανής
αρχαιομανής	adj	ο αρχαιόπληκτος
αρχαιομανία	noun	η αρχαιοπληξία
αρχαιομανίας	noun	γενική ενικού του αρχαιομανία
αρχαιομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιομανία
αρχαιομανείς	=	αρχαιομανής
αρχαιομανη	=	αρχαιομανής
αρχαιομανιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιομανία
αρχαιομανο	=	αρχαιομανής
αρχαιομανούς	=	αρχαιομανής
αρχαιομανών	=	αρχαιομανής
αρχαιομετρία	noun	επιστημονικός κλάδος, που με τη χρήση διαφόρων στατιστικών μεθόδων και πρακτικών συμβάλλει στην αρχαιολογική έρευνα ή χρονολόγηση ευρημάτων
αρχαιομετρίας	noun	γενική ενικού του αρχαιομετρία
αρχαιομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιομετρία
αρχαιομετρικά	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικέ	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικές	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρική	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικής	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικοί	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικού	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικούς	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικό	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετρικός	adj	που έχει σχέση με την αρχαιομετρία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αρχαιομετρικών	=	αρχαιομετρικός
αρχαιομετριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιομετρία
αρχαιοπινές	=	αρχαιοπινής
αρχαιοπινή	=	αρχαιοπινής
αρχαιοπινής	adj|formal	αρχαιοπρεπής, που διατηρεί πολλά αρχαϊκά στοιχεία
αρχαιοπινείς	=	αρχαιοπινής
αρχαιοπινούς	=	αρχαιοπινής
αρχαιοπινών	=	αρχαιοπινής
αρχαιοπληξία	noun	υπερβολική ενασχόληση με την αρχαιότητα και αγάπη, εκτίμηση αυτής και κατ’ επέκταση η απόρριψη του «μοντέρνου»
αρχαιοπληξίας	noun	γενική ενικού του αρχαιοπληξία
αρχαιοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοπληξία
αρχαιοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοπληξία
αρχαιοπρέπεια	noun	η μίμηση αρχαίων προτύπων
αρχαιοπρέπειας	noun	γενική ενικού του αρχαιοπρέπεια
αρχαιοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοπρέπεια
αρχαιοπρεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρχαιοπρεπής
αρχαιοπρεπή	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιοπρεπής
αρχαιοπρεπής	adj	που μοιάζει με στοιχείο της αρχαιότητας, που μιμείται πρότυπα της αρχαιότητας
αρχαιοπρεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοπρεπής
αρχαιοπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοπρέπεια
αρχαιοπρεπούς	adj	γενική ενικού του αρχαιοπρεπής
αρχαιοπρεπών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαιοπρεπής
αρχαιοπτέρυγα	=	αρχαιοπτέρυγας
αρχαιοπτέρυγας	noun	πρώιμο πτηνό της Ιουρασικής περιόδου, το οποίο συνδυάζει γνωρίσματα πτηνού και ερπετού, αποτελώντας κρίκο ανάμεσα στους δεινόσαυρους και τα σύγχρονα πτηνά
αρχαιοπτέρυγες	=	αρχαιοπτέρυγας
αρχαιοπτέρυγος	=	αρχαιοπτέρυξ
αρχαιοπτέρυγων	=	αρχαιοπτέρυξ
αρχαιοπτέρυξ	noun	άλλη μορφή του αρχαιοπτέρυγας
αρχαιοπτερύγων	=	αρχαιοπτέρυγας
αρχαιοπωλεία	=	αρχαιοπωλείο
αρχαιοπωλείο	noun	το κατάστημα που πωλεί αρχαία αντικείμενα
αρχαιοπωλείου	=	αρχαιοπωλείο
αρχαιοπωλείων	=	αρχαιοπωλείο
αρχαιοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοπώλισσα
αρχαιοπωλών	=	αρχαιοπώλης
αρχαιοπώλες	=	αρχαιοπώλης
αρχαιοπώλη	=	αρχαιοπώλης
αρχαιοπώλης	noun	αυτός που πουλά αρχαία αντικείμενα
αρχαιοπώλισσα	noun	θηλυκό του αρχαιοπώλης
αρχαιοπώλισσας	noun	γενική ενικού του αρχαιοπώλισσα
αρχαιοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοπώλισσα
αρχαιοσυλία	noun|formal	η κλοπή, λεηλασία αρχαιοτήτων
αρχαιοσυλίας	=	αρχαιοσυλία
αρχαιοσυλίες	=	αρχαιοσυλία
αρχαιοσυλιών	=	αρχαιοσυλία
αρχαιοσυλλέκτες	=	αρχαιοσυλλέκτης
αρχαιοσυλλέκτη	=	αρχαιοσυλλέκτης
αρχαιοσυλλέκτης	noun	ο συλλέκτης αρχαίων έργων τέχνης ή άλλων αρχαίων αντικειμένων
αρχαιοσυλλέκτρια	noun	θηλυκό του αρχαιοσυλλέκτης
αρχαιοσυλλέκτριας	=	αρχαιοσυλλέκτρια
αρχαιοσυλλέκτριες	=	αρχαιοσυλλέκτρια
αρχαιοσυλλεκτικά	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικέ	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικές	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτική	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικής	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικοί	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικού	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικούς	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικό	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτικός	adj	που έχει σχέση με τους αρχαιοσυλλέκτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
αρχαιοσυλλεκτικών	=	αρχαιοσυλλεκτικός
αρχαιοσυλλεκτριών	=	αρχαιοσυλλέκτρια
αρχαιοσυλλεκτών	=	αρχαιοσυλλέκτης
αρχαιοσύλου	=	αρχαιόσυλος
αρχαιοσύλους	=	αρχαιόσυλος
αρχαιοσύλων	=	αρχαιόσυλος
αρχαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιότητα
αρχαιοφιλία	noun	η αρχαιολατρία
αρχαιοφιλίας	noun	γενική ενικού του αρχαιοφιλία
αρχαιοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιοφιλία
αρχαιοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιοφιλία
αρχαιοφυλάκων	=	αρχαιοφύλακας
αρχαιοφύλακα	=	αρχαιοφύλακας
αρχαιοφύλακας	noun	φύλακας αρχαιοτήτων, αρχαιολογικών χώρων, μνημείων κ.λπ.
αρχαιοφύλακες	=	αρχαιοφύλακας
αρχαιοφύλακος	=	αρχαιοφύλακας
αρχαιρεσίες	noun	εκλογές για την ανάδειξη προεδρείου ή μελών ενός σώματος (σύλλογος, συνδικάτο, σωματείο κ.λπ.)
αρχαιρεσιακά	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακέ	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακές	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακή	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρχαιρεσιακή) του αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακοί	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακού	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακούς	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακό	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιακός	adj|formal	που έχει σχέση με αρχαιρεσίες ή αναφέρεται σ’ αυτές
αρχαιρεσιακών	=	αρχαιρεσιακός
αρχαιρεσιεών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαιρεσίες
αρχαιρεσιών	=	αρχαιρεσίες
αρχαιόθεμα	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμε	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμες	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμη	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμης	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμο	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμοι	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμος	adj	που έχει θέμα που σχετίζεται με την αρχαιότητα
αρχαιόθεμου	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμους	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεμων	=	αρχαιόθεμος
αρχαιόθεν	adv|formal	από την αρχαία εποχή, από παλαιά
αρχαιόθρησκε	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόθρησκη	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόθρησκο	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόθρησκοι	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόθρησκος	noun	άτομο που αποδέχεται ή ασκεί σύγχρονες μορφές λατρείας εμπνευσμένες από τις προχριστιανικές θρησκευτικές παραδόσεις, κυρίως της αρχαίας Ελλάδας, με έμφαση στη θεολογία, τα τελετουργικά και τις αξίες εκείνης της εποχής	adj	που αφορά σύγχρονες μορφές λατρείας εμπνευσμένες από τις προχριστιανικές θρησκευτικές παραδόσεις, κυρίως της αρχαίας Ελλάδας, με έμφαση στη θεολογία, τα τελετουργικά και τις αξίες εκείνης της εποχής
αρχαιόθρησκου	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόθρησκους	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόθρησκων	=	αρχαιόθρησκος
αρχαιόκλιτα	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτε	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτες	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτη	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτης	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτο	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτοι	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτος	adj	που κλίνεται όπως στην αρχαία κλίση
αρχαιόκλιτου	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτους	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόκλιτων	=	αρχαιόκλιτος
αρχαιόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιόπληκτο
αρχαιόπληκτε	adj	κλητική ενικού του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιόπληκτη
αρχαιόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπληκτης	adj	γενική ενικού του αρχαιόπληκτη
αρχαιόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχαιόπληκτος
αρχαιόπρεπα	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπε	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπες	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπη	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπης	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπο	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεποι	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπος	adj	ο μιμούμενος αρχαία πρότυπα, ο αρχαιοπρεπής
αρχαιόπρεπου	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπους	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόπρεπων	=	αρχαιόπρεπος
αρχαιόσυλα	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλε	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλες	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλη	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλης	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλο	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλοι	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλος	noun|formal	που αφαιρεί, αρπάζει, λεηλατεί αρχαιότητες	adj|formal	που αφαιρεί, αρπάζει, λεηλατεί αρχαιότητες
αρχαιόσυλου	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλους	=	αρχαιόσυλος
αρχαιόσυλων	=	αρχαιόσυλος
αρχαιότατα	=	αρχαίος
αρχαιότατε	=	αρχαίος
αρχαιότατες	=	αρχαίος
αρχαιότατη	=	αρχαίος
αρχαιότατης	=	αρχαίος
αρχαιότατο	=	αρχαίος
αρχαιότατοι	=	αρχαίος
αρχαιότατος	=	αρχαίος
αρχαιότατου	=	αρχαίος
αρχαιότατους	=	αρχαίος
αρχαιότατων	=	αρχαίος
αρχαιότερα	=	αρχαιότερος
αρχαιότερε	=	αρχαιότερος
αρχαιότερες	=	αρχαιότερος
αρχαιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαιότερος
αρχαιότερης	=	αρχαιότερος
αρχαιότερο	=	αρχαιότερος
αρχαιότεροι	=	αρχαιότερος
αρχαιότερος	adj	ο χρονολογικά προηγούμενος
αρχαιότερου	=	αρχαιότερος
αρχαιότερους	=	αρχαιότερος
αρχαιότερων	=	αρχαιότερος
αρχαιότητα	noun	οι αρχαίοι χρόνοι
αρχαιότητας	noun	γενική ενικού του αρχαιότητα
αρχαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαιότητα
αρχαιότροπα	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπε	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπες	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπη	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπης	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπο	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροποι	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπος	adj	που υιοθετεί ή μιμείται συνειδητά στοιχεία ύφους, σκέψης ή πρακτικής των αρχαίων, είτε ως αισθητική επιλογή είτε ως ιδεολογική στάση
αρχαιότροπου	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπους	=	αρχαιότροπος
αρχαιότροπων	=	αρχαιότροπος
αρχαιόφιλα	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλε	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλες	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλη	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλης	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλο	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλοι	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλος	noun	ο αρχαιολάτρης
αρχαιόφιλου	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλους	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφιλων	=	αρχαιόφιλος
αρχαιόφωνα	=	αρχαιόφωνο
αρχαιόφωνο	noun	συσκευή ανάγνωσης ήχου παλιών τύπων ηχογραφήσεων
αρχαιόφωνου	=	αρχαιόφωνο
αρχαιόφωνων	=	αρχαιόφωνο
αρχανθρωπου	=	αρχάνθρωπος
αρχανθρώπου	noun	γενική ενικού του αρχάνθρωπος
αρχανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχάνθρωπος
αρχανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του αρχάνθρωπος
αρχανιώτικα	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικε	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικες	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικη	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικης	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικο	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικοι	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικος	adj	ο σχετικός με τις Αρχάνες ή το Αρχάνι ή τους κατοίκους τους
αρχανιώτικου	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικους	=	αρχανιώτικος
αρχανιώτικων	=	αρχανιώτικος
αρχαϊζουσών	=	αρχαΐζων
αρχαϊζούσης	=	αρχαΐζων
αρχαϊζόντων	=	αρχαΐζων
αρχαϊκά	adv	με αρχαϊκό τρόπο
αρχαϊκέ	adj	κλητική ενικού του αρχαϊκός
αρχαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαϊκή
αρχαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαϊκός
αρχαϊκής	adj	γενική ενικού του αρχαϊκή
αρχαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαϊκός
αρχαϊκοτήτων	=	αρχαϊκότητα
αρχαϊκού	adj	γενική ενικού του αρχαϊκός
αρχαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαϊκός
αρχαϊκό	=	αρχαϊκός
αρχαϊκός	adj	παλαιικός, αρχαιοπρεπής
αρχαϊκότητα	noun	η ιδιότητα, η ποιότητα ή η κατάσταση του αρχαϊκού
αρχαϊκότητας	=	αρχαϊκότητα
αρχαϊκότητες	=	αρχαϊκότητα
αρχαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαϊκός
αρχαϊκώς	adv|formal	αρχαϊκά
αρχαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του αρχαϊσμός
αρχαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαϊσμός
αρχαϊσμού	noun	γενική ενικού του αρχαϊσμός
αρχαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχαϊσμός
αρχαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του αρχαϊσμός
αρχαϊσμός	noun	τάση του να χρησιμοποιεί κάποιος λέξεις ή άλλα λεκτικά στοιχεία της γλώσσας του τα οποία υπήρχαν σε αρχαιότερη μορφή της ή τα οποία μιμούνται αυτήν την παλαιότερη μορφή
αρχαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαϊσμός
αρχαϊστές	=	αρχαϊστής
αρχαϊστή	=	αρχαϊστής
αρχαϊστής	noun	που προσπαθεί να μιμηθεί ή μιμείται την αρχαία γλώσσα (γραπτή ή προφορική)
αρχαϊστί	adv|formal	κατά τον τρόπο των αρχαϊστών
αρχαϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαϊστικό
αρχαϊστικέ	adj	κλητική ενικού του αρχαϊστικός
αρχαϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχαϊστική
αρχαϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχαϊστικός
αρχαϊστικής	adj	γενική ενικού του αρχαϊστική
αρχαϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχαϊστικός
αρχαϊστικού	adj	γενική ενικού του αρχαϊστικός
αρχαϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχαϊστικός
αρχαϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχαϊστικός
αρχαϊστικός	noun	ο κατά μίμηση των αρχαίων τρόπων ή προτύπων
αρχαϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχαϊστικός
αρχαϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχαΐστρια
αρχαϊστών	=	αρχαϊστής
αρχεία	=	αρχείο
αρχείο	noun	ιδιωτική ή δημόσια συλλογή εγγράφων ή άλλων αντικειμένων που φυλάσσονται για λόγους πρακτικούς, επιστημονικούς ή συναισθηματικούς
αρχείου	noun	γενική ενικού του αρχείο
αρχείων	noun	γενική πληθυντικού του αρχείο
αρχεγονία	noun	Θεωρία κατά την οποία ζωντανοί οργανισμοί γεννώνται αυτόματα από ανόργανη ύλη, αβιογένεση
αρχεγονίας	=	αρχεγονία
αρχεγονίες	=	αρχεγονία
αρχεγονιών	=	αρχεγονία
αρχειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειακό	adv	από αρχειακής πλευράς
αρχειακέ	adj	κλητική ενικού του αρχειακός
αρχειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειακή
αρχειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχειακός
αρχειακής	adj	γενική ενικού του αρχειακή
αρχειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχειακός
αρχειακού	adj	γενική ενικού του αρχειακός
αρχειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχειακός
αρχειακό	adj	αιτιατική ενικού του αρχειακός
αρχειακός	adj	αυτός που έχει την ιδιότητα του αρχείου
αρχειακών	adj	γενική πληθυντικού του αρχειακός
αρχειοδίφες	=	αρχειοδίφης
αρχειοδίφη	=	αρχειοδίφης
αρχειοδίφης	noun|formal	αυτός που ψάχνει, που ερευνά επισταμένως αρχεία
αρχειοδιφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοδιφικό
αρχειοδιφικέ	adj	κλητική ενικού του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοδιφική
αρχειοδιφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφικής	adj	γενική ενικού του αρχειοδιφική
αρχειοδιφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφικού	adj	γενική ενικού του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον αρχειοδίφη ή αναφέρεται σ' αυτόν
αρχειοδιφικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχειοδιφικός
αρχειοδιφών	=	αρχειοδίφης
αρχειοθέτες	=	αρχειοθέτης
αρχειοθέτη	=	αρχειοθέτης
αρχειοθέτης	noun	ο υπεύθυνος της αρχειοθέτησης
αρχειοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθέτηση	noun	η τοποθέτηση και τακτοποίηση εγγράφων ή άλλων αντικειμένων σε ένα αρχείο
αρχειοθέτησης	=	αρχειοθέτηση
αρχειοθέτρια	noun	θηλυκό του αρχειοθέτης
αρχειοθέτριας	=	αρχειοθέτρια
αρχειοθέτριες	=	αρχειοθέτρια
αρχειοθήκες	=	αρχειοθήκη
αρχειοθήκη	noun	ερμάρι όπου φυλάγονται τα έγγραφα αρχείου
αρχειοθήκης	=	αρχειοθήκη
αρχειοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοθέτηση
αρχειοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήσεων	=	αρχειοθέτηση
αρχειοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοθετημένο
αρχειοθετημένε	verb	κλητική ενικού του αρχειοθετημένος
αρχειοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοθετημένη
αρχειοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχειοθετημένος
αρχειοθετημένης	verb	γενική ενικού του αρχειοθετημένη
αρχειοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του αρχειοθετημένος
αρχειοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχειοθετημένος
αρχειοθετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρχειοθετώ
αρχειοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχειοθετημένος
αρχειοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρχειοθετημένος
αρχειοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχειοθετημένος
αρχειοθετριών	=	αρχειοθέτρια
αρχειοθετώ	verb	ταξινομώ υλικό σε αρχείο
αρχειοθετών	=	αρχειοθέτης
αρχειοθηκών	=	αρχειοθήκη
αρχειονομία	noun	επιστήμη που μελετά τις αρχές, τις μεθόδους και τις πρακτικές διαχείρισης, ταξινόμησης και διατήρησης κάθε είδους τεκμηρίου, με στόχο τη θεσμική μνήμη και την ιστορική τεκμηρίωση
αρχειονομίας	=	αρχειονομία
αρχειονομίες	=	αρχειονομία
αρχειονομιών	=	αρχειονομία
αρχειονόμε	=	αρχειονόμος
αρχειονόμο	=	αρχειονόμος
αρχειονόμοι	=	αρχειονόμος
αρχειονόμος	noun	επάγγελμα με αντικείμενο τη συλλογή, οργάνωση, διαχείριση και διατήρηση αρχειακού υλικού
αρχειονόμου	=	αρχειονόμος
αρχειονόμους	=	αρχειονόμος
αρχειονόμων	=	αρχειονόμος
αρχειοφυλάκια	=	αρχειοφυλάκιο
αρχειοφυλάκιο	noun	μέρος όπου φυλάσσονται αρχεία και έγγραφα (συνήθως επίσημα)
αρχειοφυλάκιου	=	αρχειοφυλάκιο
αρχειοφυλάκων	=	αρχειοφύλακας
αρχειοφυλακίου	=	αρχειοφυλάκιο
αρχειοφυλακίων	=	αρχειοφυλάκιο
αρχειοφυλακεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοφυλακείο
αρχειοφυλακείο	noun	άλλη μορφή του αρχειοφυλάκιο
αρχειοφυλακείου	noun	γενική ενικού του αρχειοφυλακείο
αρχειοφυλακείων	noun	γενική πληθυντικού του αρχειοφυλακείο
αρχειοφύλακα	=	αρχειοφύλακας
αρχειοφύλακας	noun	φύλακας δημοσίου ή ιδιωτικού αρχείου
αρχειοφύλακες	=	αρχειοφύλακας
αρχειοφύλακος	=	αρχειοφύλακας
αρχετυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχετυπικό
αρχετυπικέ	adj	κλητική ενικού του αρχετυπικός
αρχετυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχετυπική
αρχετυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχετυπικός
αρχετυπικής	adj	γενική ενικού του αρχετυπική
αρχετυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχετυπικός
αρχετυπικού	adj	γενική ενικού του αρχετυπικός
αρχετυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχετυπικός
αρχετυπικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχετυπικός
αρχετυπικός	adj|formal	που έχει σχέση με αρχέτυπο, αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει τις ιδιότητές του
αρχετυπικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχετυπικός
αρχετύπου	=	αρχέτυπο
αρχετύπων	=	αρχέτυπο
αρχηγέ	noun	κλητική ενικού του αρχηγός
αρχηγέτες	=	αρχηγέτης
αρχηγέτη	=	αρχηγέτης
αρχηγέτης	noun	αρχηγός, πρώτος γενάρχης, ηγεμόνας
αρχηγέτιδα	=	αρχηγέτης
αρχηγία	noun	η θέση του αρχηγού, το αξίωμα και η δύναμη που αυτό συνεπάγεται
αρχηγίας	noun	γενική ενικού του αρχηγία
αρχηγίδα	noun	το πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο αρχηγός του στόλου, η ναυαρχίδα
αρχηγίδας	=	αρχηγίδα
αρχηγίδες	=	αρχηγίδα
αρχηγίδων	=	αρχηγίδα
αρχηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχηγία
αρχηγίνα	noun	γυναίκα ή κορίτσι που είναι αρχηγός ή έχει ηγετική προσωπικότητα
αρχηγίνας	=	αρχηγίνα
αρχηγίνες	=	αρχηγίνα
αρχηγίνων	=	αρχηγίνα
αρχηγίς	noun	το πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο αρχηγός τού στόλου
αρχηγίσκε	=	αρχηγίσκος
αρχηγίσκο	=	αρχηγίσκος
αρχηγίσκοι	=	αρχηγίσκος
αρχηγίσκος	noun	αρχηγός μικρής ομάδας
αρχηγίσκου	=	αρχηγίσκος
αρχηγίσκους	=	αρχηγίσκος
αρχηγίσκων	=	αρχηγίσκος
αρχηγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχηγείο
αρχηγείο	noun	το οίκημα όπου εδρεύει ο αρχηγός και οι υπηρεσίες του
αρχηγείου	noun	γενική ενικού του αρχηγείο
αρχηγείων	noun	γενική πληθυντικού του αρχηγείο
αρχηγετών	=	αρχηγέτης
αρχηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχηγικό
αρχηγικέ	adj	κλητική ενικού του αρχηγικός
αρχηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχηγική
αρχηγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχηγικός
αρχηγικής	adj	γενική ενικού του αρχηγική
αρχηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχηγικός
αρχηγικού	adj	γενική ενικού του αρχηγικός
αρχηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχηγικός
αρχηγικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχηγικός
αρχηγικός	adj	Που ανήκει ή ταιριάζει στον αρχηγό
αρχηγικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχηγικός
αρχηγιλίκι	noun	θέση ή ρόλος ηγεσίας, συχνά με υπαινιγμό αυθαιρεσίας, φιλοδοξίας ή αλαζονείας, όταν η άσκηση εξουσίας προβάλλεται περισσότερο από την ουσία της
αρχηγιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχηγιλίκι
αρχηγισμέ	=	αρχηγισμός
αρχηγισμοί	=	αρχηγισμός
αρχηγισμού	=	αρχηγισμός
αρχηγισμούς	=	αρχηγισμός
αρχηγισμό	=	αρχηγισμός
αρχηγισμός	noun	τάση κυριαρχίας ενός προσώπου στην πολιτική ζωή μιας χώρας, ηγεμονισμός
αρχηγισμών	=	αρχηγισμός
αρχηγιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχηγία
αρχηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχηγός
αρχηγού	noun	γενική ενικού του αρχηγός
αρχηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχηγός
αρχηγό	noun	αιτιατική ενικού του αρχηγός
αρχηγός	noun	που αναγνωρίζεται επίσημα ή ανεπίσημα από μια ομάδα ανθρώπων ως ηγέτης, που διευθύνει, που διοικεί
αρχηγών	noun	γενική πληθυντικού του αρχηγός
αρχιάτρου	noun	γενική ενικού του αρχίατρος
αρχιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχίατρος
αρχιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αρχίατρος
αρχιαστυνόμε	=	αρχιαστυνόμος
αρχιαστυνόμο	=	αρχιαστυνόμος
αρχιαστυνόμοι	=	αρχιαστυνόμος
αρχιαστυνόμος	noun	ο διευθυντής ή επικεφαλής αστυνόμος
αρχιαστυνόμου	=	αρχιαστυνόμος
αρχιαστυνόμους	=	αρχιαστυνόμος
αρχιαστυνόμων	=	αρχιαστυνόμος
αρχιγράμματα	=	αρχίγραμμα
αρχιγράμματος	=	αρχίγραμμα
αρχιγραμμάτων	=	αρχίγραμμα
αρχιγραμματέα	=	αρχιγραμματέας
αρχιγραμματέας	noun	ο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας
αρχιγραμματέων	=	αρχιγραμματέας
αρχιγραμματέως	=	αρχιγραμματέας
αρχιγραμματεία	noun	το επικεφαλής γραφείο μιας γραμματείας ή κάποιων γραμματειών
αρχιγραμματείας	noun	γενική ενικού του αρχιγραμματεία
αρχιγραμματείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιγραμματεία
αρχιγραμματείς	=	αρχιγραμματέας
αρχιγραμματειών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιγραμματεία
αρχιδάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιδάτο
αρχιδάτε	adj	κλητική ενικού του αρχιδάτος
αρχιδάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιδάτη
αρχιδάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχιδάτος
αρχιδάτης	adj	γενική ενικού του αρχιδάτη
αρχιδάτο	adj	αιτιατική ενικού του αρχιδάτος
αρχιδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιδάτος
αρχιδάτος	adj|vulgar	που έχει μεγάλα αρχίδια
αρχιδάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχιδάτος
αρχιδάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχιδάτος
αρχιδάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχιδάτος
αρχιδήμιε	=	αρχιδήμιος
αρχιδήμιο	=	αρχιδήμιος
αρχιδήμιοι	=	αρχιδήμιος
αρχιδήμιος	noun	ο ανώτατος δήμιος μιας ομάδας ή οργάνωσης
αρχιδήμιου	=	αρχιδήμιος
αρχιδήμιους	=	αρχιδήμιος
αρχιδήμιων	=	αρχιδήμιος
αρχιδιά	noun|vulgar	βλακεία, ανοησία, μαλακία
αρχιδιάκο	noun	αιτιατική ενικού του αρχιδιάκος
αρχιδιάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιδιάκος
αρχιδιάκονε	noun	κλητική ενικού του αρχιδιάκονος
αρχιδιάκονο	noun	αιτιατική ενικού του αρχιδιάκονος
αρχιδιάκονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιδιάκονος
αρχιδιάκονος	noun	τιμητικός τίτλος ηλικιωμένου διακόνου
αρχιδιάκονου	=	αρχιδιάκονος
αρχιδιάκονους	=	αρχιδιάκονος
αρχιδιάκονων	=	αρχιδιάκονος
αρχιδιάκου	noun	γενική ενικού του αρχιδιάκος
αρχιδιάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιδιάκος
αρχιδιάκων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιδιάκος
αρχιδιάς	=	αρχιδιά
αρχιδιές	=	αρχιδιά
αρχιδιακόνου	noun	γενική ενικού του αρχιδιάκονος
αρχιδιακόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιδιάκονος
αρχιδιακόνων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιδιάκονος
αρχιδικαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιδικαστής
αρχιδικαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρχιδικαστής
αρχιδικαστής	noun	ο πρώτος δικαστής
αρχιδικαστίνα	=	αρχιδικαστής
αρχιδικαστών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιδικαστής
αρχιδιορθωτές	=	αρχιδιορθωτής
αρχιδιορθωτή	=	αρχιδιορθωτής
αρχιδιορθωτής	noun	ο επικεφαλής διορθωτής
αρχιδιορθωτών	=	αρχιδιορθωτής
αρχιδιού	=	αρχίδι
αρχιδιών	=	αρχίδι
αρχιδουκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιδουκικό
αρχιδουκικέ	adj	κλητική ενικού του αρχιδουκικός
αρχιδουκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιδουκική
αρχιδουκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχιδουκικός
αρχιδουκικής	adj	γενική ενικού του αρχιδουκική
αρχιδουκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιδουκικός
αρχιδουκικού	adj	γενική ενικού του αρχιδουκικός
αρχιδουκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχιδουκικός
αρχιδουκικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχιδουκικός
αρχιδουκικός	adj	σχετικός με τον αρχιδούκα ή την αρχιδούκισσα
αρχιδουκικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχιδουκικός
αρχιδουκισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιδούκισσα
αρχιδουκός	=	αρχιδούκας
αρχιδουκών	=	αρχιδούκας
αρχιδούκα	=	αρχιδούκας
αρχιδούκας	noun	τίτλος των πριγκίπων και πριγκιπισσών του άλλοτε αυτοκρατορικού οίκου της Αυστροουγγαρίας
αρχιδούκες	=	αρχιδούκας
αρχιδούκισσα	=	αρχιδούκας
αρχιδούκισσας	noun	γενική ενικού του αρχιδούκισσα
αρχιδούκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιδούκισσα
αρχιεισαγγελέα	=	αρχιεισαγγελέας
αρχιεισαγγελέας	noun	ο επικεφαλής εισαγγελέας
αρχιεισαγγελέων	=	αρχιεισαγγελέας
αρχιεισαγγελέως	=	αρχιεισαγγελέας
αρχιεισαγγελείς	=	αρχιεισαγγελέας
αρχιεκτελεστές	=	αρχιεκτελεστής
αρχιεκτελεστή	=	αρχιεκτελεστής
αρχιεκτελεστής	noun	ηγετικό στέλεχος, το σημαντικότερο, οργάνωσης το οποίο πραγματοποιεί δολοφονίες
αρχιεκτελεστών	=	αρχιεκτελεστής
αρχιεπίσκοπε	noun	κλητική ενικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπίσκοπο	noun	αιτιατική ενικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπίσκοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπίσκοπος	noun	ο ανώτερος μεταξύ των επισκόπων μιας περιοχής, ο μητροπολίτης αυτής της περιοχής
αρχιεπίσκοπου	noun	γενική ενικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπίσκοπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπίσκοπων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπισκοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιεπισκοπή
αρχιεπισκοπή	noun	η κατοικία του αρχιεπισκόπου
αρχιεπισκοπής	=	αρχιεπισκοπή
αρχιεπισκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιεπισκοπικό
αρχιεπισκοπικέ	adj	κλητική ενικού του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιεπισκοπική
αρχιεπισκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπικής	adj	γενική ενικού του αρχιεπισκοπική
αρχιεπισκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπικού	adj	γενική ενικού του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπικός	adj	που αναφέρεται στον αρχιεπίσκοπο και το αξίωμά του
αρχιεπισκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχιεπισκοπικός
αρχιεπισκοπών	=	αρχιεπισκοπή
αρχιεπισκόπου	noun	γενική ενικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπισκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπισκόπων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιεπίσκοπος
αρχιεπιστολείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιεπιστολέας
αρχιερέα	=	αρχιερέας
αρχιερέας	noun	γενικό όνομα ανώτατων κληρικών
αρχιερέων	=	αρχιερέας
αρχιερέως	=	αρχιερέας
αρχιερατεία	noun	το αξίωμα του αρχιερέα
αρχιερατείας	=	αρχιερατεία
αρχιερατείες	=	αρχιερατεία
αρχιερατειών	=	αρχιερατεία
αρχιερατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιερατικό
αρχιερατικέ	adj	κλητική ενικού του αρχιερατικός
αρχιερατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιερατική
αρχιερατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχιερατικός
αρχιερατικής	adj	γενική ενικού του αρχιερατική
αρχιερατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιερατικός
αρχιερατικού	adj	γενική ενικού του αρχιερατικός
αρχιερατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχιερατικός
αρχιερατικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχιερατικός
αρχιερατικός	adj	σχετικός με αρχιερέα, αρχιερείς, ή παρουσία αυτών, ή την αρχιεροσύνη
αρχιερατικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχιερατικός
αρχιεργάτες	=	αρχιεργάτης
αρχιεργάτη	=	αρχιεργάτης
αρχιεργάτης	noun	εργάτης που έχει τεθεί επικεφαλής ομάδας εργατών
αρχιεργάτισσα	=	αρχιεργάτης
αρχιεργάτισσας	noun	γενική ενικού του αρχιεργάτισσα
αρχιεργάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιεργάτισσα
αρχιεργάτρια	noun	η γυναίκα που είναι επικεφαλής ομάδας εργατριών (ή/και εργατών)
αρχιεργάτριας	noun	γενική ενικού του αρχιεργάτρια
αρχιεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιεργάτρια
αρχιεργατισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιεργάτισσα
αρχιεργατριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιεργάτρια
αρχιεργατών	=	αρχιεργάτης
αρχιερείς	=	αρχιερέας
αρχιεροσυνών	=	αρχιεροσύνη
αρχιεροσύνες	=	αρχιεροσύνη
αρχιεροσύνη	noun	το αξίωμα του αρχιερέα
αρχιεροσύνης	=	αρχιεροσύνη
αρχιερωσύνες	=	αρχιεροσύνη
αρχιευνούχε	=	αρχιευνούχος
αρχιευνούχο	=	αρχιευνούχος
αρχιευνούχοι	=	αρχιευνούχος
αρχιευνούχος	noun	ο επικεφαλής των ευνούχων
αρχιευνούχου	=	αρχιευνούχος
αρχιευνούχους	=	αρχιευνούχος
αρχιευνούχων	=	αρχιευνούχος
αρχιζαχαροπλάστες	=	αρχιζαχαροπλάστης
αρχιζαχαροπλάστη	=	αρχιζαχαροπλάστης
αρχιζαχαροπλάστης	noun	ο επικεφαλής ζαχαροπλάστης σε εστιατόριο
αρχιζαχαροπλαστών	=	αρχιζαχαροπλάστης
αρχιθαλαμηπόλε	=	αρχιθαλαμηπόλος
αρχιθαλαμηπόλο	=	αρχιθαλαμηπόλος
αρχιθαλαμηπόλοι	=	αρχιθαλαμηπόλος
αρχιθαλαμηπόλος	noun	ο πρώτος τη τάξει θαλαμηπόλος
αρχιθαλαμηπόλου	=	αρχιθαλαμηπόλος
αρχιθαλαμηπόλους	=	αρχιθαλαμηπόλος
αρχιθαλαμηπόλων	=	αρχιθαλαμηπόλος
αρχιθερμαστές	=	αρχιθερμαστής
αρχιθερμαστή	=	αρχιθερμαστής
αρχιθερμαστής	noun	ο επικεφαλής θερμαστής
αρχιθερμαστών	=	αρχιθερμαστής
αρχιθησαυροφυλάκων	=	αρχιθησαυροφύλακας
αρχιθησαυροφύλακα	=	αρχιθησαυροφύλακας
αρχιθησαυροφύλακας	noun	ο προϊστάμενος θησαυροφυλάκιου
αρχιθησαυροφύλακες	=	αρχιθησαυροφύλακας
αρχιθυρωρέ	=	αρχιθυρωρός
αρχιθυρωροί	=	αρχιθυρωρός
αρχιθυρωρού	=	αρχιθυρωρός
αρχιθυρωρούς	=	αρχιθυρωρός
αρχιθυρωρό	=	αρχιθυρωρός
αρχιθυρωρός	noun	ο επικεφαλής ή ανώτερος θυρωρός
αρχιθυρωρών	=	αρχιθυρωρός
αρχιθυτών	=	αρχιθύτης
αρχιθύτες	=	αρχιθύτης
αρχιθύτη	=	αρχιθύτης
αρχιθύτης	noun	αρχιερέας
αρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχικό	adv	στην αρχή
αρχικέ	adj	κλητική ενικού του αρχικός
αρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχική
αρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχικός
αρχικής	adj	γενική ενικού του αρχική
αρχικαμαρότε	=	αρχικαμαρότος
αρχικαμαρότο	=	αρχικαμαρότος
αρχικαμαρότοι	=	αρχικαμαρότος
αρχικαμαρότος	noun	επικεφαλής καμαρότος
αρχικαμαρότου	=	αρχικαμαρότος
αρχικαμαρότους	=	αρχικαμαρότος
αρχικαμαρότων	=	αρχικαμαρότος
αρχικατάσκοπε	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατάσκοπο	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατάσκοποι	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατάσκοπος	noun	επικεφαλής κατάσκοπος ή κατάσκοπος με πλούσια δράση
αρχικατάσκοπου	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατάσκοπους	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατάσκοπων	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατασκόπου	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατασκόπους	=	αρχικατάσκοπος
αρχικατασκόπων	=	αρχικατάσκοπος
αρχικελευστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχικελευστής
αρχικελευστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρχικελευστής
αρχικελευστής	noun	ανώτερος υπαξιωματικός τού πολεμικού ναυτικού, ισόβαθμος προς τον ανθυπασπιστή ξηράς
αρχικελευστών	noun	γενική πληθυντικού του αρχικελευστής
αρχικηπουρέ	=	αρχικηπουρός
αρχικηπουροί	=	αρχικηπουρός
αρχικηπουρού	=	αρχικηπουρός
αρχικηπουρούς	=	αρχικηπουρός
αρχικηπουρό	=	αρχικηπουρός
αρχικηπουρός	noun	ο επικεφαλής κηπουρός
αρχικηπουρών	=	αρχικηπουρός
αρχικλέφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχικλέφτης
αρχικλέφτη	=	αρχικλέφτης
αρχικλέφτης	noun	ο πολύ επιτήδειος κλέφτης, ο κλεφταράς
αρχικλέφτρα	=	αρχικλέφτης
αρχικλέφτρας	noun	γενική ενικού του αρχικλέφτρα
αρχικλέφτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχικλέφτρα
αρχικλεφτών	=	αρχικλέφτης
αρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχικός
αρχικομμουνίστρια	=	αρχικομμουνιστής
αρχικομμουνιστές	=	αρχικομμουνιστής
αρχικομμουνιστή	=	αρχικομμουνιστής
αρχικομμουνιστής	noun	ηγετικό στέλεχος κομμουνιστικού κόμματος, σημαντική προσωπικότητα του κομμουνιστικού κινήματος
αρχικομμουνιστών	=	αρχικομμουνιστής
αρχικοποίηση	noun	η προετοιμασία, εκκίνηση ή απόδοση αρχικών τιμών
αρχικοποίησης	=	αρχικοποίηση
αρχικοποιήσεις	=	αρχικοποίηση
αρχικοποιήσεων	=	αρχικοποίηση
αρχικουμούνι	noun	άλλη μορφή του αρχικομμουνιστής (με απαξιωτική - μειωτική έμφαση)
αρχικουμούνια	=	αρχικουμούνι
αρχικουρσάρος	noun|rare	ο αρχιπειρατής
αρχικουτσομπόλα	noun	θηλυκό του αρχικουτσομπόλης
αρχικουτσομπόλας	=	αρχικουτσομπόλα
αρχικουτσομπόλες	=	αρχικουτσομπόλα
αρχικουτσομπόλη	=	αρχικουτσομπόλης
αρχικουτσομπόληδες	=	αρχικουτσομπόλης
αρχικουτσομπόληδων	=	αρχικουτσομπόλης
αρχικουτσομπόλης	noun	που κουτσομπολεύει πάρα πολύ
αρχικού	adj	γενική ενικού του αρχικός
αρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχικός
αρχικτηνίατρε	noun	κλητική ενικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνίατρο	noun	αιτιατική ενικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του αρχίατρου
αρχικτηνίατρου	noun	γενική ενικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνίατρων	noun	γενική πληθυντικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνιάτρου	noun	γενική ενικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχικτηνίατρος
αρχικτηνιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αρχικτηνίατρος
αρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχικός
αρχικός	adj	γραμμ., αρχικά ρήματα που έχουν την ιδιότητα του άρχω και εξουσιάζω, όπως δεσπόζω, κρατώ, τυραννώ, βασιλεύω κ.α.
αρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχικός
αρχικώς	adv|formal	αρχικά
αρχιλήσταρχε	=	αρχιλήσταρχος
αρχιλήσταρχο	=	αρχιλήσταρχος
αρχιλήσταρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιλήσταρχος
αρχιλήσταρχος	noun	ο αρχηγός των λήσταρχων, ο επικεφαλής τους
αρχιλήσταρχου	=	αρχιλήσταρχος
αρχιλήσταρχους	=	αρχιλήσταρχος
αρχιλήσταρχων	=	αρχιλήσταρχος
αρχιλακέ	=	αρχιλακές
αρχιλακέδες	=	αρχιλακές
αρχιλακέδων	=	αρχιλακές
αρχιλακές	noun|figurative	ο επικεφαλής των λακέδων
αρχιλαμόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιλαμόγιο
αρχιληστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιληστής
αρχιληστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρχιληστής
αρχιληστής	noun	αρχηγός ληστών
αρχιληστών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιληστής
αρχιλογίστρια	=	αρχιλογιστής
αρχιλογίστριας	noun	γενική ενικού του αρχιλογίστρια
αρχιλογίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιλογίστρια
αρχιλογιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιλογιστής
αρχιλογιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρχιλογιστής
αρχιλογιστής	noun	ο προϊστάμενος τού λογιστικού τμήματος μιας υπηρεσίας ή επιχείρησης
αρχιλογιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιλογίστρια
αρχιλογιστών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιλογιστής
αρχιλοχία	=	αρχιλοχίας
αρχιλοχίας	noun	υπαξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του επιλοχία και κατώτερο του ανθυπασπιστή.
αρχιλοχίες	=	αρχιλοχίας
αρχιλοχίου	=	αρχιλοχίας
αρχιλοχιών	=	αρχιλοχίας
αρχιλόχεια	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειας	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειε	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειες	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειη	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειο	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειοι	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειος	adj	ο χαρακτηριστικός τού ποιητή Αρχίλοχου
αρχιλόχειου	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειους	=	αρχιλόχειος
αρχιλόχειων	=	αρχιλόχειος
αρχιμάγειρα	=	αρχιμάγειρας
αρχιμάγειρας	noun	λιγότερο λόγια μορφή του αρχιμάγειρος
αρχιμάγειρε	=	αρχιμάγειρος
αρχιμάγειρες	=	αρχιμάγειρας
αρχιμάγειρο	=	αρχιμάγειρος
αρχιμάγειροι	=	αρχιμάγειρος
αρχιμάγειρος	noun	ο επικεφαλής μάγειρας
αρχιμάγειρου	=	αρχιμάγειρος
αρχιμάγειρους	=	αρχιμάγειρος
αρχιμάγειρων	=	αρχιμάγειρας
αρχιμάστορα	=	αρχιμάστορας
αρχιμάστορας	noun	ο επικεφαλής μάστορας
αρχιμάστορες	=	αρχιμάστορας
αρχιμήδεια	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειας	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειε	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειες	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειο	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειοι	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειος	adj	που έχει σχέση με τον Αρχιμήδη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αρχιμήδειου	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειους	=	αρχιμήδειος
αρχιμήδειων	=	αρχιμήδειος
αρχιμαγείρισσα	noun	θηλυκό του αρχιμάγειρος / αρχιμάγειρας
αρχιμαγείρισσας	=	αρχιμαγείρισσα
αρχιμαγείρισσες	=	αρχιμαγείρισσα
αρχιμαγείρων	=	αρχιμάγειρος
αρχιμαγειρισσών	=	αρχιμαγείρισσα
αρχιμανδρίτες	=	αρχιμανδρίτης
αρχιμανδρίτη	=	αρχιμανδρίτης
αρχιμανδρίτης	noun	εκκλησιαστικός τίτλος που φέρουν οι μοναχοί που έχουν χειροτονηθεί ιερείς-πρεσβύτεροι ή οι άγαμοι ή χήροι κληρικοί
αρχιμανδριτών	=	αρχιμανδρίτης
αρχιμαστόρων	=	αρχιμάστορας
αρχιμαφιόζα	noun	θηλυκό του αρχιμαφιόζος
αρχιμαφιόζας	=	αρχιμαφιόζα
αρχιμαφιόζε	=	αρχιμαφιόζος
αρχιμαφιόζες	=	αρχιμαφιόζα
αρχιμαφιόζο	=	αρχιμαφιόζος
αρχιμαφιόζοι	=	αρχιμαφιόζος
αρχιμαφιόζος	noun	πρόσωπο που ηγείται εγκληματικής οργάνωσης τύπου μαφίας ή χαρακτηρίζεται από κυριαρχικό ρόλο σε δίκτυο παρανομίας, με επιρροή και ισχύ που ξεπερνούν τοπικά ή περιορισμένα όρια
αρχιμαφιόζου	=	αρχιμαφιόζος
αρχιμαφιόζους	=	αρχιμαφιόζος
αρχιμαφιόζων	=	αρχιμαφιόζος
αρχιμηνιά	noun	η πρώτη ημέρα του μήνα
αρχιμηνιάς	=	αρχιμηνιά
αρχιμηνιές	=	αρχιμηνιά
αρχιμηνιών	=	αρχιμηνιά
αρχιμηχανικέ	noun	κλητική ενικού του αρχιμηχανικός
αρχιμηχανικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιμηχανικός
αρχιμηχανικού	noun	γενική ενικού του αρχιμηχανικός
αρχιμηχανικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιμηχανικός
αρχιμηχανικό	noun	αιτιατική ενικού του αρχιμηχανικός
αρχιμηχανικός	noun	ο προϊστάμενος των μηχανικών συνεργείου, εργοστασίου κλπ.
αρχιμηχανικών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιμηχανικός
αρχιμουσικέ	noun	κλητική ενικού του αρχιμουσικός
αρχιμουσικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιμουσικός
αρχιμουσικού	noun	γενική ενικού του αρχιμουσικός
αρχιμουσικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιμουσικός
αρχιμουσικό	noun	αιτιατική ενικού του αρχιμουσικός
αρχιμουσικός	noun	ο επικεφαλής των μουσικών, ο διευθυντής ορχήστρας, ο μαέστρος
αρχιμουσικών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιμουσικός
αρχιμπολσεβίκο	=	αρχιμπολσεβίκος
αρχιμπολσεβίκοι	=	αρχιμπολσεβίκος
αρχιμπολσεβίκος	noun	ηγετικός, εξέχων ή παλαιός μπολσεβίκος, αυτός που κατείχε σημαντική θέση στην ιεραρχία του κόμματος των Μπολσεβίκων
αρχιμπολσεβίκου	=	αρχιμπολσεβίκος
αρχιμπολσεβίκους	=	αρχιμπολσεβίκος
αρχιμπολσεβίκων	=	αρχιμπολσεβίκος
αρχινά	=	αρχινάω
αρχινάγαμε	=	αρχινάω
αρχινάγανε	=	αρχινάω
αρχινάγατε	=	αρχινάω
αρχινάει	=	αρχινάω
αρχινάμε	=	αρχινάω
αρχινάν	=	αρχινάω
αρχινάνε	=	αρχινάω
αρχινάς	=	αρχινάω
αρχινάτε	=	αρχινάω
αρχινάω	verb	αρχίζω
αρχινήματα	=	αρχίνημα
αρχινήματος	=	αρχίνημα
αρχινήσαμε	=	αρχινάω
αρχινήσαν	=	αρχινάω
αρχινήσανε	=	αρχινάω
αρχινήσατε	=	αρχινάω
αρχινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρχινώ & αρχινάω
αρχινήσεις	=	αρχινάω
αρχινήσετε	=	αρχινάω
αρχινήσουμε	=	αρχινάω
αρχινήσουν	=	αρχινάω
αρχινήσουνε	=	αρχινάω
αρχινήστε	=	αρχινάω
αρχινήσω	=	αρχινάω
αρχινίζαμε	=	αρχινίζω
αρχινίζαν	=	αρχινίζω
αρχινίζανε	=	αρχινίζω
αρχινίζατε	=	αρχινίζω
αρχινίζει	=	αρχινίζω
αρχινίζεις	=	αρχινίζω
αρχινίζετε	=	αρχινίζω
αρχινίζομε	=	αρχινίζω
αρχινίζοντας	=	αρχινίζω
αρχινίζουμε	=	αρχινίζω
αρχινίζουν	=	αρχινίζω
αρχινίζουνε	=	αρχινίζω
αρχινίζω	verb	άλλη μορφή του αρχίζω
αρχινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσαν	=	αρχινίζω
αρχινίσανε	=	αρχινίζω
αρχινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχίνισμα
αρχινίσματος	noun	γενική ενικού του αρχίνισμα
αρχινίσομε	=	αρχινίζω
αρχινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσουνε	=	αρχινίζω
αρχινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχινίζω
αρχιναυάρχου	=	αρχιναύαρχος
αρχιναυάρχους	=	αρχιναύαρχος
αρχιναυάρχων	=	αρχιναύαρχος
αρχιναύαρχε	=	αρχιναύαρχος
αρχιναύαρχο	=	αρχιναύαρχος
αρχιναύαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιναύαρχος
αρχιναύαρχος	noun	ο αρχηγός του στόλου, ο πρώτος ναύαρχος
αρχιναύαρχου	=	αρχιναύαρχος
αρχιναύαρχους	=	αρχιναύαρχος
αρχιναύαρχων	=	αρχιναύαρχος
αρχινημάτων	=	αρχίνημα
αρχινημένος	=	αρχινάω
αρχινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρχίνισμα
αρχινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχινισμένο
αρχινισμένε	verb	κλητική ενικού του αρχινισμένος
αρχινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχινισμένη
αρχινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχινισμένος
αρχινισμένης	verb	γενική ενικού του αρχινισμένη
αρχινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρχινισμένος
αρχινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχινισμένος
αρχινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρχινώ και αρχινάω
αρχινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχινισμένος
αρχινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρχινισμένος
αρχινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχινισμένος
αρχινοσοκόμα	noun	θηλυκό του αρχινοσοκόμος
αρχινοσοκόμας	=	αρχινοσοκόμα
αρχινοσοκόμε	=	αρχινοσοκόμος
αρχινοσοκόμες	=	αρχινοσοκόμα
αρχινοσοκόμο	=	αρχινοσοκόμος
αρχινοσοκόμοι	=	αρχινοσοκόμος
αρχινοσοκόμος	noun	επικεφαλής νοσοκόμος
αρχινοσοκόμου	=	αρχινοσοκόμος
αρχινοσοκόμους	=	αρχινοσοκόμος
αρχινοσοκόμων	=	αρχινοσοκόμος
αρχινούμε	=	αρχινάω
αρχινούν	=	αρχινάω
αρχινούνε	=	αρχινάω
αρχινούσα	=	αρχινάω
αρχινούσαμε	=	αρχινάω
αρχινούσαν	=	αρχινάω
αρχινούσανε	=	αρχινάω
αρχινούσατε	=	αρχινάω
αρχινούσε	=	αρχινάω
αρχινούσες	=	αρχινάω
αρχινώ	verb	άλλη μορφή του αρχινάω
αρχινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αρχινάω / αρχινώ
αρχιπέλαγα	=	αρχιπέλαγο
αρχιπέλαγο	noun	λιγότερο επίσημη μορφή του αρχιπέλαγος
αρχιπέλαγος	noun	η μεγάλη σε έκταση περιοχή της θάλασσας που περιλαμβάνει ομάδα ή ομάδες νησιών
αρχιπέλαγου	=	αρχιπέλαγο
αρχιπέλαγων	=	αρχιπέλαγο
αρχιπειρατής	noun|rare	ο επικεφαλής πειρατής
αρχιπελάγη	=	αρχιπέλαγος
αρχιπελάγους	=	αρχιπέλαγος
αρχιπελάγων	=	αρχιπέλαγος
αρχιπελαγικά	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικέ	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικές	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγική	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρχιπελαγική) του αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικοί	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικού	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικούς	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικό	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγικός	adj	σχετικός με αρχιπέλαγος
αρχιπελαγικών	=	αρχιπελαγικός
αρχιπελαγών	=	αρχιπέλαγος
αρχιπλοίαρχε	noun	κλητική ενικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοίαρχος	noun	ανώτερος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού με βαθμό ανώτερο του πλοιάρχου και κατώτερο του στολάρχου
αρχιπλοίαρχου	noun	γενική ενικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοίαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοίαρχων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοιάρχου	noun	γενική ενικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιπλοιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιπλοίαρχος
αρχιποιμένα	=	αρχιποιμένας
αρχιποιμένας	noun	αρχιεπίσκοπος ή άλλος υψηλά ιστάμενος εκκλησιαστικός παράγοντας
αρχιποιμένες	=	αρχιποιμένας
αρχιποιμένων	=	αρχιποιμένας
αρχιπρεσβύτερε	=	αρχιπρεσβύτερος
αρχιπρεσβύτερο	=	αρχιπρεσβύτερος
αρχιπρεσβύτεροι	=	αρχιπρεσβύτερος
αρχιπρεσβύτερος	noun	ο επικεφαλής των ιερέων
αρχιπρεσβύτερου	=	αρχιπρεσβύτερος
αρχιπρεσβύτερους	=	αρχιπρεσβύτερος
αρχιπρεσβύτερων	=	αρχιπρεσβύτερος
αρχιπτέραρχε	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτέραρχο	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτέραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιπτέραρχος
αρχιπτέραρχος	noun	ο στρατάρχης της πολεμικής αεροπορίας
αρχιπτέραρχου	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτέραρχους	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτέραρχων	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτεράρχου	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτεράρχους	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπτεράρχων	=	αρχιπτέραρχος
αρχιπυράρχου	=	αρχιπύραρχος
αρχιπυράρχους	=	αρχιπύραρχος
αρχιπυράρχων	=	αρχιπύραρχος
αρχιπυροσβέστες	=	αρχιπυροσβέστης
αρχιπυροσβέστη	=	αρχιπυροσβέστης
αρχιπυροσβέστης	noun	υπαξιωματικός της πυροσβεστικής υπηρεσίας, με βαθμό αντίστοιχο του αρχιλοχία στο στρατό
αρχιπυροσβέστρια	noun	γυναίκα με το βαθμό του αρχιπυροσβέστη
αρχιπυροσβέστριας	=	αρχιπυροσβέστρια
αρχιπυροσβέστριες	=	αρχιπυροσβέστρια
αρχιπυροσβεστριών	=	αρχιπυροσβέστρια
αρχιπυροσβεστών	=	αρχιπυροσβέστης
αρχιπύραρχε	=	αρχιπύραρχος
αρχιπύραρχο	=	αρχιπύραρχος
αρχιπύραρχοι	=	αρχιπύραρχος
αρχιπύραρχος	noun	ο χαμηλότερος βαθμός ανώτατου αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του ταξίαρχου στο στρατό
αρχιπύραρχου	=	αρχιπύραρχος
αρχιπύραρχους	=	αρχιπύραρχος
αρχιπύραρχων	=	αρχιπύραρχος
αρχιράπτες	=	αρχιράπτης
αρχιράπτη	=	αρχιράπτης
αρχιράπτης	noun|dated	άλλη μορφή του αρχιράφτης
αρχιράπτρια	=	αρχιράπτης
αρχιράπτριας	=	αρχιράπτης
αρχιράπτριες	=	αρχιράπτης
αρχιράφτες	=	αρχιράφτης
αρχιράφτη	=	αρχιράφτης
αρχιράφτης	noun	ο επικεφαλής ράφτης, αυτός που προΐσταται των ραφτών και των μοδιστριών
αρχιράφτρα	noun	γυναίκα που προΐσταται αυτών που ράβουν
αρχιράφτρας	=	αρχιράφτρα
αρχιράφτρες	=	αρχιράφτρα
αρχιραβίνε	=	αρχιραβίνος
αρχιραβίνο	=	αρχιραβίνος
αρχιραβίνοι	=	αρχιραβίνος
αρχιραβίνος	noun	ο επικεφαλής ραβίνος μιας εβραϊκής κοινότητας
αρχιραβίνου	=	αρχιραβίνος
αρχιραβίνους	=	αρχιραβίνος
αρχιραβίνων	=	αρχιραβίνος
αρχιραπτριών	=	αρχιράπτης
αρχιραπτών	=	αρχιράπτης
αρχιραφτών	=	αρχιράφτης
αρχιρουφιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιρουφιάνος
αρχισατανά	=	αρχισατανάς
αρχισατανάδες	=	αρχισατανάς
αρχισατανάδων	=	αρχισατανάς
αρχισατανάς	noun	ο αρχιδιάβολος
αρχισερβιτόρα	noun	θηλυκό του αρχισερβιτόρος
αρχισερβιτόρας	=	αρχισερβιτόρα
αρχισερβιτόρε	=	αρχισερβιτόρος
αρχισερβιτόρες	=	αρχισερβιτόρα
αρχισερβιτόρο	=	αρχισερβιτόρος
αρχισερβιτόροι	=	αρχισερβιτόρος
αρχισερβιτόρος	noun	ανώτερος σερβιτόρος, επικεφαλής της ομάδας των σερβιτόρων, που συντονίζει την ομάδα του σέρβις, φροντίζει για την ομαλή εξυπηρέτηση των πελατών και συχνά αναλαμβάνει την υποδοχή και κατανομή τους στα τραπέζια
αρχισερβιτόρου	=	αρχισερβιτόρος
αρχισερβιτόρους	=	αρχισερβιτόρος
αρχισερβιτόρων	=	αρχισερβιτόρος
αρχισμηνία	=	αρχισμηνίας
αρχισμηνίας	noun	υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας που αντιστοιχεί στον αρχιλοχία του στρατού ξηράς και είναι ανώτερος του επισμηνία και κατώτερος του ανθυπασπιστή
αρχισμηνίες	=	αρχισμηνίας
αρχισμηνιών	=	αρχισμηνίας
αρχισπιούνε	=	αρχισπιούνος
αρχισπιούνο	=	αρχισπιούνος
αρχισπιούνοι	=	αρχισπιούνος
αρχισπιούνος	noun|vulgar	ο συστηματικός σπιούνος
αρχισπιούνου	=	αρχισπιούνος
αρχισπιούνους	=	αρχισπιούνος
αρχισπιούνων	=	αρχισπιούνος
αρχιστράτηγε	noun	κλητική ενικού του αρχιστράτηγος
αρχιστράτηγο	noun	αιτιατική ενικού του αρχιστράτηγος
αρχιστράτηγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιστράτηγος
αρχιστράτηγος	noun	ο πρώτος ανάμεσα στους στρατηγούς ή ο ανώτατος διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων
αρχιστράτηγου	noun	γενική ενικού του αρχιστράτηγος
αρχιστράτηγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιστράτηγος
αρχιστράτηγων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιστράτηγος
αρχιστρατήγου	noun	γενική ενικού του αρχιστράτηγος
αρχιστρατήγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχιστράτηγος
αρχιστρατήγων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιστράτηγος
αρχιστρατηγία	noun	το αξίωμα του αρχιστρατήγου
αρχιστρατηγίας	noun	γενική ενικού του αρχιστρατηγία
αρχιστρατηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιστρατηγία
αρχιστρατηγιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιστρατηγία
αρχιστρατηγός	=	αρχιστράτηγος
αρχισυμμορίτες	=	αρχισυμμορίτης
αρχισυμμορίτη	=	αρχισυμμορίτης
αρχισυμμορίτης	noun	ο αρχηγός των συμμοριτών, ο επικεφαλής τους
αρχισυμμοριτών	=	αρχισυμμορίτης
αρχισυνδικαλιστής	noun	ο επικεφαλής συνδικαλιστικής οργάνωσης
αρχισυνδικαλιστες	=	αρχισυνδικαλιστής
αρχισυνδικαλιστη	=	αρχισυνδικαλιστής
αρχισυνδικαλιστης	=	αρχισυνδικαλιστής
αρχισυνδικαλιστών	=	αρχισυνδικαλιστής
αρχισυντάκτες	=	αρχισυντάκτης
αρχισυντάκτη	=	αρχισυντάκτης
αρχισυντάκτης	noun	ο επικεφαλής συντάκτης ενός εντύπου
αρχισυντάκτρια	noun	αρχισυντάκτης
αρχισυντάκτριας	noun	γενική ενικού του αρχισυντάκτρια
αρχισυντάκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχισυντάκτρια
αρχισυντάχτης	=	αρχισυντάκτης
αρχισυντάχτρια	noun	άλλη μορφή του αρχισυντάκτρια
αρχισυντάχτριας	noun	γενική ενικού του αρχισυντάχτρια
αρχισυντάχτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχισυντάχτρια
αρχισυντακτριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχισυντάκτρια
αρχισυντακτών	=	αρχισυντάκτης
αρχισυνταξία	noun	η ιδιότητα του αρχισυντάκτη
αρχισυνταξίας	noun	γενική ενικού του αρχισυνταξία
αρχισυνταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχισυνταξία
αρχισυνταξιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχισυνταξία
αρχισυνταχτριών	noun	γενική πληθυντικού του αρχισυντάχτρια
αρχισωματοφυλάκων	=	αρχισωματοφύλακας
αρχισωματοφύλακα	=	αρχισωματοφύλακας
αρχισωματοφύλακας	noun	ο επικεφαλής σωματοφύλακας
αρχισωματοφύλακες	=	αρχισωματοφύλακας
αρχιτέκτονα	=	αρχιτέκτονας
αρχιτέκτονας	noun	επαγγελματίας που σχεδιάζει κατασκευές και επιβλέπει την υλοποίησή τους
αρχιτέκτονες	=	αρχιτέκτονας
αρχιτέκτονος	=	αρχιτέκτονας
αρχιτέκτων	noun|formal	άλλη μορφή του αρχιτέκτονας
αρχιτεκτονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιτεκτόνημα
αρχιτεκτονήματος	noun	γενική ενικού του αρχιτεκτόνημα
αρχιτεκτονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αρχιτεκτόνημα
αρχιτεκτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιτεκτονικό
αρχιτεκτονικέ	adj	κλητική ενικού του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιτεκτονική
αρχιτεκτονική	noun	η τέχνη της κατασκευής κτηρίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονικής	adj	γενική ενικού του αρχιτεκτονική
αρχιτεκτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονικοτήτων	=	αρχιτεκτονικότητα
αρχιτεκτονικού	adj	γενική ενικού του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονικό	adj	αιτιατική ενικού του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονικός	adj	ο σχετικός με την αρχιτεκτονική ή τους αρχιτέκτονες
αρχιτεκτονικότητα	noun	η ποιότητα της οργανωμένης ή αρχιτεκτονικής κατασκευής
αρχιτεκτονικότητας	=	αρχιτεκτονικότητα
αρχιτεκτονικότητες	=	αρχιτεκτονικότητα
αρχιτεκτονικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχιτεκτονικός
αρχιτεκτονισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιτεκτόνισσα
αρχιτεκτόνημα	noun	δημιούργημα αρχιτεκτονικής
αρχιτεκτόνισσα	noun	θηλυκό του αρχιτέκτονας
αρχιτεκτόνισσας	noun	γενική ενικού του αρχιτεκτόνισσα
αρχιτεκτόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιτεκτόνισσα
αρχιτεκτόνων	=	αρχιτέκτονας
αρχιτελωνών	=	αρχιτελώνης
αρχιτελώνες	=	αρχιτελώνης
αρχιτελώνη	=	αρχιτελώνης
αρχιτελώνης	noun	ο προϊστάμενος των τελωνών
αρχιτεμπέλα	noun	θηλυκό του αρχιτεμπέλης
αρχιτεμπέλαρε	=	αρχιτεμπέλαρος
αρχιτεμπέλαρο	=	αρχιτεμπέλαρος
αρχιτεμπέλαροι	=	αρχιτεμπέλαρος
αρχιτεμπέλαρος	noun	άλλη μορφή του αρχιτεμπέλης
αρχιτεμπέλαρου	=	αρχιτεμπέλαρος
αρχιτεμπέλαρους	=	αρχιτεμπέλαρος
αρχιτεμπέλαρων	=	αρχιτεμπέλαρος
αρχιτεμπέλας	=	αρχιτεμπέλα
αρχιτεμπέλες	=	αρχιτεμπέλα
αρχιτεμπέλη	=	αρχιτεμπέλης
αρχιτεμπέληδες	=	αρχιτεμπέλης
αρχιτεμπέληδων	=	αρχιτεμπέλης
αρχιτεμπέλης	noun	πάρα πολύ μεγάλος τεμπέλης
αρχιτεχνίτες	=	αρχιτεχνίτης
αρχιτεχνίτη	=	αρχιτεχνίτης
αρχιτεχνίτης	noun	ο πρώτος τεχνίτης μιας ομάδας, ο επικεφαλής, ο προϊστάμενος
αρχιτεχνίτισσα	=	αρχιτεχνίτης
αρχιτεχνίτισσας	noun	γενική ενικού του αρχιτεχνίτισσα
αρχιτεχνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιτεχνίτισσα
αρχιτεχνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιτεχνίτισσα
αρχιτεχνιτών	=	αρχιτεχνίτης
αρχιτσέλιγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιτσέλιγας
αρχιτσοπάνη	=	αρχιτσοπάνης
αρχιτσοπάνηδες	=	αρχιτσοπάνης
αρχιτσοπάνηδων	=	αρχιτσοπάνης
αρχιτσοπάνης	noun	ο ανώτερος τσοπάνης, ο καθοδηγητής
αρχιτσοπαναραίοι	=	αρχιτσοπάνης
αρχιτσοπαναραίους	=	αρχιτσοπάνης
αρχιτσοπαναραίων	=	αρχιτσοπάνης
αρχιτσόγλανε	=	αρχιτσόγλανος
αρχιτσόγλανο	=	αρχιτσόγλανος
αρχιτσόγλανοι	=	αρχιτσόγλανος
αρχιτσόγλανος	noun	τσογλάνι (με μεγεθυντική σημασία)
αρχιτσόγλανου	=	αρχιτσόγλανος
αρχιτσόγλανους	=	αρχιτσόγλανος
αρχιτσόγλανων	=	αρχιτσόγλανος
αρχιτυμπανιστές	=	αρχιτυμπανιστής
αρχιτυμπανιστή	=	αρχιτυμπανιστής
αρχιτυμπανιστής	noun	ο επικεφαλής των τυμπανιστών
αρχιτυμπανιστών	=	αρχιτυμπανιστής
αρχιφυλάκων	=	αρχιφύλακας
αρχιφύλακα	=	αρχιφύλακας
αρχιφύλακας	noun	βαθμός υπαξιωματικού στην αστυνομία, ανώτερος από υπαρχιφύλακα, κατώτερος από ανθυπαστυνόμο
αρχιφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιφύλακας
αρχιφύλαξ	noun|dated	αρχιφύλακας (συνήθως στην κλητική ενικού)
αρχιχρονιά	noun|vulgar	η πρωτοχρονιά
αρχιχρονιάς	=	αρχιχρονιά
αρχιχρονιάτικα	adv	κατά τη διάρκεια της αρχιχρονιάς
αρχιχρονιάτικε	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικες	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικη	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικης	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικο	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικοι	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικος	adj	που έχει σχέση με την αρχιχρονιά ή αναφέρεται σ’ αυτή
αρχιχρονιάτικου	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικους	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιάτικων	=	αρχιχρονιάτικος
αρχιχρονιές	=	αρχιχρονιά
αρχιχρονιών	=	αρχιχρονιά
αρχιψευτρών	noun	γενική πληθυντικού του αρχιψεύτρα
αρχιψευτών	=	αρχιψεύτης
αρχιψεύταρε	=	αρχιψεύταρος
αρχιψεύταρο	=	αρχιψεύταρος
αρχιψεύταροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχιψεύταρος
αρχιψεύταρος	noun	ο ψευταράς
αρχιψεύταρου	=	αρχιψεύταρος
αρχιψεύταρους	=	αρχιψεύταρος
αρχιψεύταρων	=	αρχιψεύταρος
αρχιψεύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιψεύτης
αρχιψεύτη	=	αρχιψεύτης
αρχιψεύτης	noun	ο ψευταράς
αρχιψεύτρα	noun	θηλυκό του αρχιψεύτης
αρχιψεύτρας	noun	γενική ενικού του αρχιψεύτρα
αρχιψεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχιψεύτρα
αρχολίπαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχολίπαρο
αρχολίπαρε	adj	κλητική ενικού του αρχολίπαρος
αρχολίπαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχολίπαρη
αρχολίπαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχολίπαρος
αρχολίπαρης	adj	γενική ενικού του αρχολίπαρη
αρχολίπαρο	adj	αιτιατική ενικού του αρχολίπαρος
αρχολίπαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχολίπαρος
αρχολίπαρος	noun|archaic	αυτός που είναι αρχολίπαρος	adj|archaic	που επιθυμεί και επιδιώκει αξιώματα
αρχολίπαρου	adj	γενική ενικού του αρχολίπαρος
αρχολίπαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχολίπαρος
αρχολίπαρων	adj	γενική πληθυντικού του αρχολίπαρος
αρχολιπαρία	noun	Η προσκόλληση στους άρχοντες για προσωπικό όφελος
αρχολιπαρίας	=	αρχολιπαρία
αρχολιπαρίες	=	αρχολιπαρία
αρχολιπαριών	=	αρχολιπαρία
αρχομένη	=	αρχόμενος
αρχομανές	=	αρχομανής
αρχομανή	=	αρχομανής
αρχομανής	adj	αυτός που επιθυμεί σε παθολογικό βαθμό να ασκεί εξουσία
αρχομανία	noun	το υπέρμετρο πάθος κατάκτησης της αρχής ή της εξουσίας.
αρχομανίας	noun	γενική ενικού του αρχομανία
αρχομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχομανία
αρχομανείς	=	αρχομανής
αρχομανιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχομανία
αρχομανούς	=	αρχομανής
αρχομανών	=	αρχομανής
αρχοντάνθρωπε	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντάνθρωπο	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντάνθρωποι	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντάνθρωπος	noun	άνδρας επιβλητικός και γενναιόδωρος, με αρχοντική συμπεριφορά
αρχοντάνθρωπου	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντάνθρωπους	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντάρη	=	αρχοντάρης
αρχοντάρηδες	=	αρχοντάρης
αρχοντάρηδων	=	αρχοντάρης
αρχοντάρης	noun	ο μοναχός που έχει ως διακόνημα την εξυπηρέτηση των επισκεπτών στο αρχονταρίκι ενός μοναστηριού
αρχοντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψαν	=	αρχοντεύω
αρχοντέψανε	=	αρχοντεύω
αρχοντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχοντανθρώπου	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντανθρώπους	=	αρχοντάνθρωπος
αρχοντανθρώπων	=	αρχοντάνθρωπος
αρχονταρίκι	noun	ξενώνας σε μοναστήρι
αρχονταρίκια	=	αρχονταρίκι
αρχονταριά	=	αρχονταριό
αρχονταρικιού	=	αρχονταρίκι
αρχονταρικιών	=	αρχονταρίκι
αρχονταριού	=	αρχονταριό
αρχονταριό	noun	συνώνυμο του αρχοντολόι
αρχονταριών	=	αρχονταριό
αρχοντεύαμε	=	αρχοντεύω
αρχοντεύαν	=	αρχοντεύω
αρχοντεύανε	=	αρχοντεύω
αρχοντεύατε	=	αρχοντεύω
αρχοντεύγω	=	αρχοντεύω
αρχοντεύει	=	αρχοντεύω
αρχοντεύεις	=	αρχοντεύω
αρχοντεύετε	=	αρχοντεύω
αρχοντεύοντας	=	αρχοντεύω
αρχοντεύουμε	=	αρχοντεύω
αρχοντεύουν	=	αρχοντεύω
αρχοντεύουνε	=	αρχοντεύω
αρχοντεύω	verb	είμαι ή γίνομαι άρχοντας
αρχοντιά	noun	ευγένεια καταγωγής
αρχοντιάς	noun	γενική ενικού του αρχοντιά
αρχοντιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντιά
αρχοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντικό	adv	σαν άρχοντας, με αρχοντιά
αρχοντικέ	adj	κλητική ενικού του αρχοντικός
αρχοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντική
αρχοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχοντικός
αρχοντικής	adj	γενική ενικού του αρχοντική
αρχοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχοντικός
αρχοντικού	adj	γενική ενικού του αρχοντικός
αρχοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχοντικός
αρχοντικό	noun	το σπίτι τού άρχοντα	adj	αιτιατική ενικού του αρχοντικός
αρχοντικός	adj	σχετιζόμενος ή ταιριαστός με άρχοντα, και μεταφορικά
αρχοντικών	adj	γενική πληθυντικού του αρχοντικός
αρχοντισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχόντισσα
αρχοντιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντιά
αρχοντογενές	=	αρχοντογενής
αρχοντογενή	=	αρχοντογενής
αρχοντογενής	adj	πορφυρογέννητος
αρχοντογενείς	=	αρχοντογενής
αρχοντογενούς	=	αρχοντογενής
αρχοντογενών	=	αρχοντογενής
αρχοντογυναίκα	noun	γυναίκα με εμφάνιση και τρόπους που ταιριάζουν σε αρχόντισσα
αρχοντογυναίκας	noun	γενική ενικού του αρχοντογυναίκα
αρχοντογυναίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντογυναίκα
αρχοντογυναικών	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντογυναίκα
αρχοντολογίου	=	αρχοντολόγιο
αρχοντολογίων	=	αρχοντολόγιο
αρχοντολογιού	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντολόι
αρχοντολογιών	=	αρχοντολόι
αρχοντολόγι	noun	μορφή του αρχοντολόι
αρχοντολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντολόι
αρχοντολόγιο	noun	βιβλίο ή κατάλογος στον οποίο καταγράφονται τα ονόματα των ευγενών μιας περιοχής
αρχοντολόγιου	=	αρχοντολόγιο
αρχοντολόγιων	=	αρχοντολόγιο
αρχοντολόι	noun|literary	η τάξη των ευγενών, των αρχόντων (αλλά και, ευρύτερα, των πλουσίων)
αρχοντομουτσουνάρα	noun	άλλη μορφή του αφεντομουτσουνάρα
αρχοντομουτσουνάρας	=	αρχοντομουτσουνάρα
αρχοντομουτσουνάρες	=	αρχοντομουτσουνάρα
αρχοντομουτσουνάρων	=	αρχοντομουτσουνάρα
αρχοντοπουλών	=	αρχοντοπούλα
αρχοντοπούλα	noun	κορίτσι από αρχοντική οικογένεια, η κόρη ενός άρχοντα
αρχοντοπούλας	noun	γενική ενικού του αρχοντοπούλα
αρχοντοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντοπούλα
αρχοντορεμπέτες	=	αρχοντορεμπέτης
αρχοντορεμπέτη	=	αρχοντορεμπέτης
αρχοντορεμπέτης	noun	κάποιος που συνθέτει (ή ακούει) αρχοντορεμπέτικα τραγούδια
αρχοντορεμπέτικα	=	αρχοντορεμπέτικο
αρχοντορεμπέτικο	noun	μουσικό είδος που γεφυρώνει το ρεμπέτικο με την αστική ή ελαφρά μουσική, προσδίδοντάς του πιο εξευγενισμένη ενορχήστρωση και ύφος, χωρίς να χάνει τα βασικά του μοτίβα και ρυθμούς
αρχοντορεμπέτικου	=	αρχοντορεμπέτικο
αρχοντορεμπέτικων	=	αρχοντορεμπέτικο
αρχοντορεμπέτισσα	noun	κάποια που συνθέτει (ή ακούει) αρχοντορεμπέτικα τραγούδια
αρχοντορεμπέτισσας	=	αρχοντορεμπέτισσα
αρχοντορεμπέτισσες	=	αρχοντορεμπέτισσα
αρχοντορεμπετισσών	=	αρχοντορεμπέτισσα
αρχοντορεμπετών	=	αρχοντορεμπέτης
αρχοντοσυνοικία	noun	αρχοντική συνοικία
αρχοντοσυνοικίας	noun	γενική ενικού του αρχοντοσυνοικία
αρχοντοσυνοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντοσυνοικία
αρχοντοσυνοικιών	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντοσυνοικία
αρχοντοχήρα	noun|dated	πλούσια χήρα
αρχοντοχωριάτες	=	αρχοντοχωριάτης
αρχοντοχωριάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αρχοντοχωριάτης
αρχοντοχωριάτης	noun	πλούσιος χωριάτης
αρχοντοχωριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αρχοντοχωριάτικο) του αρχοντοχωριάτικος	adv	με αρχοντοχωριάτικο τρόπο
αρχοντοχωριάτικε	adj	κλητική ενικού του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντοχωριάτικη
αρχοντοχωριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτικης	adj	γενική ενικού του αρχοντοχωριάτικη
αρχοντοχωριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτικος	adj	που έχει σχέση με αρχοντοχωριάτη, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν
αρχοντοχωριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχοντοχωριάτικος
αρχοντοχωριάτισσα	noun	θηλυκό του αρχοντοχωριάτης
αρχοντοχωριάτισσας	noun	γενική ενικού του αρχοντοχωριάτισσα
αρχοντοχωριάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντοχωριάτισσα
αρχοντοχωριατιά	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αρχοντοχωριάτη
αρχοντοχωριατιάς	=	αρχοντοχωριατιά
αρχοντοχωριατιές	=	αρχοντοχωριατιά
αρχοντοχωριατισμέ	noun	κλητική ενικού του αρχοντοχωριατισμός
αρχοντοχωριατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχοντοχωριατισμός
αρχοντοχωριατισμού	noun	γενική ενικού του αρχοντοχωριατισμός
αρχοντοχωριατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρχοντοχωριατισμός
αρχοντοχωριατισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρχοντοχωριατισμός
αρχοντοχωριατισμός	noun	άλλη μορφή του αρχοντοχωριατιά
αρχοντοχωριατισμών	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντοχωριατισμός
αρχοντοχωριατισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντοχωριάτισσα
αρχοντοχωριατιών	=	αρχοντοχωριατιά
αρχοντοχωριατών	=	αρχοντοχωριάτης
αρχοντόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντόπουλο
αρχοντόπουλο	noun	το παιδί τού άρχοντα ή του πλουσίου
αρχοντόπουλου	noun	γενική ενικού του αρχοντόπουλο
αρχοντόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντόπουλο
αρχοντόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοντόσπιτο
αρχοντόσπιτο	noun	σπίτι μεγάλο, με πολλές ανέσεις
αρχοντόσπιτου	noun	γενική ενικού του αρχοντόσπιτο
αρχοντόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του αρχοντόσπιτο
αρχοσαυρόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοσαυρόμορφο
αρχοσαυρόμορφε	adj	κλητική ενικού του αρχοσαυρόμορφος
αρχοσαυρόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχοσαυρόμορφη
αρχοσαυρόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρχοσαυρόμορφος
αρχοσαυρόμορφης	adj	γενική ενικού του αρχοσαυρόμορφη
αρχοσαυρόμορφο	=	αρχοσαυρόμορφος
αρχοσαυρόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρχοσαυρόμορφος
αρχοσαυρόμορφος	adj	που ανήκει στην ανθυφομοταξία: Αρχοσαυρόμορφα
αρχοσαυρόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρχοσαυρόμορφος
αρχοσαυρόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρχοσαυρόμορφος
αρχοσαυρόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρχοσαυρόμορφος
αρχοσπορίου	=	αρχοσπόριο
αρχοσπορίων	=	αρχοσπόριο
αρχοσπόρια	=	αρχοσπόριο
αρχοσπόριο	noun	κύτταρο ή ομάδα κυττάρων απ΄ όπου προέρχονται τα σπόρια
αρχοσπόριου	=	αρχοσπόριο
αρχουνταίνου	verb	πλουτίζω
αρχουντουχήρα	noun	η αρχοντοχήρα
αρχουσών	=	άρχων
αρχούσης	=	άρχων
αρχόμαστε	=	άρχω
αρχόμενα	=	αρχόμενος
αρχόμενε	=	αρχόμενος
αρχόμενες	=	αρχόμενος
αρχόμενη	=	αρχόμενος
αρχόμενης	=	αρχόμενος
αρχόμενο	=	αρχόμενος
αρχόμενοι	=	αρχόμενος
αρχόμενος	adj	που τελεί υπό την εξουσία ή διοίκηση άλλου, υποκείμενος στην εξουσία
αρχόμενου	=	αρχόμενος
αρχόμενους	=	αρχόμενος
αρχόμενων	=	αρχόμενος
αρχόντευα	=	αρχοντεύω
αρχόντευαν	=	αρχοντεύω
αρχόντευε	=	αρχοντεύω
αρχόντευες	=	αρχοντεύω
αρχόντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχόντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχόντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχόντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρχοντεύω
αρχόντισσα	noun	θηλυκό του άρχοντας
αρχόντισσας	noun	γενική ενικού του αρχόντισσα
αρχόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχόντισσα
αρχόντων	noun	γενική πληθυντικού του άρχοντας
αρχόσαυρε	=	αρχόσαυρος
αρχόσαυρο	=	αρχόσαυρος
αρχόσαυροι	=	αρχόσαυρος
αρχόσαυρος	noun	πρόγονος των δεινόσαυρων, ιχθυόσαυρων και κροκοδείλων
αρχόσαυρου	=	αρχόσαυρος
αρχόσαυρους	=	αρχόσαυρος
αρχόσαυρων	=	αρχόσαυρος
αρχύτερα	adv	πρωτύτερα, νωρίτερα
αρχών	noun	γενική πληθυντικού του αρχή
αρωγέ	adj	κλητική ενικού του αρωγός
αρωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωγή
αρωγή	noun	η βοήθεια, η συμπαράσταση
αρωγής	adj	γενική ενικού του αρωγή
αρωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρωγός
αρωγού	adj	γενική ενικού του αρωγός
αρωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρωγός
αρωγό	noun	αιτιατική ενικού του αρωγός
αρωγός	noun	αυτός που βοηθά, που συντρέχει
αρωγών	adj	γενική πληθυντικού του αρωγός
αρωδαμέ	=	αρωδαμός
αρωδαμοί	=	αρωδαμός
αρωδαμού	=	αρωδαμός
αρωδαμούς	=	αρωδαμός
αρωδαμό	=	αρωδαμός
αρωδαμός	noun	τρυφερός βλαστός, νέο κλωνάρι, το νέο φύλλωμα τών δέντρων τήν άνοιξη
αρωδαμών	=	αρωδαμός
αρωκάρια	noun	άλλη γραφή του αραουκάρια
αρωκάριας	=	αρωκάρια
αρωκάριες	=	αρωκάρια
αρωμάνικος	=	αρωμανικός
αρωμάτιζα	=	αρωματίζω
αρωμάτιζαν	=	αρωματίζω
αρωμάτιζε	=	αρωματίζω
αρωμάτιζες	=	αρωματίζω
αρωμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωμάτισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αρωματίζω
αρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άρωμα
αρωμανικά	noun	η αρωμανική γλώσσα: άλλη μορφή του αρωμουνικά
αρωμανικέ	=	αρωμανικός
αρωμανικές	=	αρωμανικός
αρωμανική	=	αρωμανικός
αρωμανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αρωμανική) του αρωμανικός
αρωμανικοί	=	αρωμανικός
αρωμανικού	=	αρωμανικός
αρωμανικούς	=	αρωμανικός
αρωμανικό	=	αρωμανικός
αρωμανικός	adj	που έχει σχέση με τους Αρωμάνους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς.
αρωμανικών	=	αρωμανικός
αρωματάσεις	=	αρωματάση
αρωματάσεων	=	αρωματάση
αρωματάση	noun	ένζυμο που καταλύει τη μετατροπή ανδρογόνων σε οιστρογόνα, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση των επιπέδων των φυλετικών ορμονών στους ιστούς
αρωματάσης	=	αρωματάση
αρωματίζαμε	=	αρωματίζω
αρωματίζαν	=	αρωματίζω
αρωματίζανε	=	αρωματίζω
αρωματίζατε	=	αρωματίζω
αρωματίζει	=	αρωματίζω
αρωματίζεις	=	αρωματίζω
αρωματίζετε	=	αρωματίζω
αρωματίζομαι	=	αρωματίζω
αρωματίζοντας	=	αρωματίζω
αρωματίζουμε	=	αρωματίζω
αρωματίζουν	=	αρωματίζω
αρωματίζουνε	=	αρωματίζω
αρωματίζω	verb	κάνω κάτι να ευωδιάζει
αρωματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίσαν	=	αρωματίζω
αρωματίσανε	=	αρωματίζω
αρωματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματίστηκα	=	αρωματίζω
αρωματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρωματίζω
αρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματικό
αρωματικέ	adj	κλητική ενικού του αρωματικός
αρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματική
αρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρωματικός
αρωματικής	adj	γενική ενικού του αρωματική
αρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρωματικός
αρωματικού	adj	γενική ενικού του αρωματικός
αρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρωματικός
αρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του αρωματικός
αρωματικός	adj	που έχει και αναδίδει ωραίο άρωμα
αρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του αρωματικός
αρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματισμένο
αρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του αρωματισμένος
αρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματισμένη
αρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρωματισμένος
αρωματισμένης	verb	γενική ενικού του αρωματισμένη
αρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αρωματισμένος
αρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρωματισμένος
αρωματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αρωματίζω
αρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρωματισμένος
αρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αρωματισμένος
αρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρωματισμένος
αρωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αρωματισμός
αρωματισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αρωματίζω
αρωματοδοχεία	=	αρωματοδοχείο
αρωματοδοχείο	noun	δοχείο το οποίο περιλαμβάνει άρωμα
αρωματοδοχείου	=	αρωματοδοχείο
αρωματοδοχείων	=	αρωματοδοχείο
αρωματοθεραπεία	noun	μέθοδος εναλλακτικής ιατρικής, στην οποία χρησιμοποιούνται αιθέρια έλαια φυτών
αρωματοθεραπείας	noun	γενική ενικού του αρωματοθεραπεία
αρωματοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματοθεραπεία
αρωματοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του αρωματοθεραπεία
αρωματοποιΐα	=	αρωματοποιία
αρωματοποιέ	noun	κλητική ενικού του αρωματοποιός
αρωματοποιία	noun	η παρασκευή αρωμάτων
αρωματοποιίας	noun	γενική ενικού του αρωματοποιία
αρωματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματοποιία
αρωματοποιεία	=	αρωματοποιείο
αρωματοποιείο	noun	εργαστήριο παρασκευής αρωμάτων
αρωματοποιείου	=	αρωματοποιείο
αρωματοποιείων	=	αρωματοποιείο
αρωματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του αρωματοποιία
αρωματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρωματοποιός
αρωματοποιού	noun	γενική ενικού του αρωματοποιός
αρωματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αρωματοποιός
αρωματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του αρωματοποιός
αρωματοποιός	noun	παρασκευαστής αρωμάτων
αρωματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του αρωματοποιός
αρωματοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματοπωλείο
αρωματοπωλείο	noun	το κατάστημα πώλησης αρωμάτων
αρωματοπωλείου	noun	γενική ενικού του αρωματοπωλείο
αρωματοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του αρωματοπωλείο
αρωματοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του αρωματοπώλισσα
αρωματοπωλών	=	αρωματοπώλης
αρωματοπώλες	=	αρωματοπώλης
αρωματοπώλη	=	αρωματοπώλης
αρωματοπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει αρώματα
αρωματοπώλισσα	=	αρωματοπώλης
αρωματοπώλισσας	noun	γενική ενικού του αρωματοπώλισσα
αρωματοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωματοπώλισσα
αρωματωδών	=	αρωματώδης
αρωματώδεις	=	αρωματώδης
αρωματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αρωματώδης
αρωματώδη	=	αρωματώδης
αρωματώδης	adj	αρωματικός
αρωματώδους	=	αρωματώδης
αρωματώδων	=	αρωματώδης
αρωμουνικά	noun	λατινογενής γλώσσα που μιλιέται σε διάφορες, κυρίως ορεινές, περιοχές των νοτίων Βαλκανίων.
αρωμουνικέ	adj	κλητική ενικού του αρωμουνικός
αρωμουνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρωμουνική
αρωμουνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρωμουνικός
αρωμουνικής	adj	γενική ενικού του αρωμουνική
αρωμουνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρωμουνικός
αρωμουνικού	adj	γενική ενικού του αρωμουνικός
αρωμουνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρωμουνικός
αρωμουνικό	adj	αιτιατική ενικού του αρωμουνικός
αρωμουνικός	adj	που έχει σχέση με τους Αρωμούνους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς.
αρωμουνικών	adj	γενική πληθυντικού του αρωμουνικός
αρωνίων	=	αρώνια
αρόδο	adv	αγκυροβολημένος έξω από το λιμάνι ή μακριά από το αγκυροβόλιο
αρόδου	adv	άλλη μορφή του αρόδο
αρόσεις	=	άροση
αρόσεων	=	άροση
αρόσεως	=	άροση
αρόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρόσιμο
αρόσιμε	adj	κλητική ενικού του αρόσιμος
αρόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρόσιμη
αρόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρόσιμος
αρόσιμης	adj	γενική ενικού του αρόσιμη
αρόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αρόσιμος
αρόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρόσιμος
αρόσιμος	adj	που μπορεί να οργωθεί και γενικότερα να καλλιεργηθεί ή είναι κατάλληλος γι' αυτό
αρόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρόσιμος
αρόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρόσιμος
αρόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρόσιμος
αρότρου	=	άροτρο
αρότρων	=	άροτρο
αρόω	verb	γεωργώ
αρύ	=	αρύς
αρύβαλλε	=	αρύβαλλος
αρύβαλλο	=	αρύβαλλος
αρύβαλλοι	=	αρύβαλλος
αρύβαλλος	noun	μικρό αγγείο στο οποίο φυλάσσονταν το λάδι των αθλητών στους αγώνες
αρύβαλλου	=	αρύβαλλος
αρύβαλλους	=	αρύβαλλος
αρύβαλλων	=	αρύβαλλος
αρύομαι	verb	αντλώ, αποκτώ κάτι από κάποιον ή από μια κατάσταση
αρύπαντα	=	αρύπαντος
αρύπαντε	=	αρύπαντος
αρύπαντες	=	αρύπαντος
αρύπαντη	=	αρύπαντος
αρύπαντης	=	αρύπαντος
αρύπαντο	=	αρύπαντος
αρύπαντοι	=	αρύπαντος
αρύπαντος	adj	καθαρός, που δεν έχει ρυπανθεί
αρύπαντου	=	αρύπαντος
αρύπαντους	=	αρύπαντος
αρύπαντων	=	αρύπαντος
αρύς	adj	που εμφανίζει κενά ή διαστήματα, αραιός
αρύταινα	noun	κουτάλα
αρύταινας	=	αρύταινα
αρύταινες	=	αρύταινα
αρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άρωμα
αρώματος	noun	γενική ενικού του άρωμα
αρών	=	αρά
αρώνια	noun	φυτό με κόκκινους και μοβ καρπούς το οποίο είναι γνωστό για τις αντιοξειδωτικές ουσίες και την ιδιαίτερη διατροφική του αξία
αρώνιας	=	αρώνια
αρώνιες	=	αρώνια
αρώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρώσιμο
αρώσιμε	adj	κλητική ενικού του αρώσιμος
αρώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρώσιμη
αρώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αρώσιμος
αρώσιμης	adj	γενική ενικού του αρώσιμη
αρώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αρώσιμος
αρώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρώσιμος
αρώσιμος	adj	άλλη γραφή του αρόσιμος
αρώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αρώσιμος
αρώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αρώσιμος
αρώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αρώσιμος
ας	particle	χρησιμοποιείται σε προτροπές
ασάλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασάλευτος	adv	χωρίς να σαλεύει
ασάλευτε	adj	κλητική ενικού του ασάλευτος
ασάλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασάλευτη
ασάλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασάλευτος
ασάλευτης	adj	γενική ενικού του ασάλευτη
ασάλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασάλευτος
ασάλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασάλευτος
ασάλευτος	adj	που δεν σαλεύει, τελείως ακίνητος
ασάλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασάλευτος
ασάλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασάλευτος
ασάλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασάλευτος
ασάλιωτα	=	ασάλιωτος
ασάλιωτε	=	ασάλιωτος
ασάλιωτες	=	ασάλιωτος
ασάλιωτη	=	ασάλιωτος
ασάλιωτης	=	ασάλιωτος
ασάλιωτο	=	ασάλιωτος
ασάλιωτοι	=	ασάλιωτος
ασάλιωτος	adj	αυτός που δεν είναι σαλιωμένος
ασάλιωτου	=	ασάλιωτος
ασάλιωτους	=	ασάλιωτος
ασάλιωτων	=	ασάλιωτος
ασάμινθε	=	ασάμινθος
ασάμινθο	=	ασάμινθος
ασάμινθοι	=	ασάμινθος
ασάμινθος	noun	λουτήρας, μπανιέρα
ασάνα	noun	σταθερή και ελεγχόμενη σωματική στάση στη γιόγκα, σχεδιασμένη να ευθυγραμμίζει το σώμα, να διευκολύνει τη συγκέντρωση και να καλλιεργεί τη σωματική και ψυχική ισορροπία
ασάνας	=	ασάνα
ασάνες	=	ασάνα
ασάνων	=	ασάνα
ασάπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασάπιστο
ασάπιστε	adj	κλητική ενικού του ασάπιστος
ασάπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασάπιστη
ασάπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασάπιστος
ασάπιστης	adj	γενική ενικού του ασάπιστη
ασάπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασάπιστος
ασάπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασάπιστος
ασάπιστος	adj	που δεν έχει σαπίσει
ασάπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασάπιστος
ασάπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασάπιστος
ασάπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασάπιστος
ασάφεια	noun	η έλλειψη σαφήνειας, αοριστία, γενικολογία
ασάφειας	noun	γενική ενικού του ασάφεια
ασάφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασάφεια
ασέβεια	noun	η ιδιότητα του ασεβούς, έλλειψη σεβασμού
ασέβειας	noun	γενική ενικού του ασέβεια
ασέβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασέβεια
ασέβημα	noun	λόγος ή πράξη ασεβής, ανευλάβεια
ασέβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασέβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασέβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασέβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασέλγει	=	ασελγώ
ασέλγεια	noun	συμπεριφορά που αποσκοπεί στην επίτευξη σεξουαλικής ικανοποίησης με μέσα ανήθικα ή ανεπίτρεπτα
ασέλγειας	noun	γενική ενικού του ασέλγεια
ασέλγειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασέλγεια
ασέλγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασέλγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασέλγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασέλγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασέληνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασέληνο
ασέληνε	adj	κλητική ενικού του ασέληνος
ασέληνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασέληνη
ασέληνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασέληνος
ασέληνης	adj	γενική ενικού του ασέληνη
ασέληνο	adj	αιτιατική ενικού του ασέληνος
ασέληνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασέληνος
ασέληνος	adj	που δεν έχει σελήνη, χωρίς να έχει κάνει την εμφάνισή της η σελήνη
ασέληνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασέληνος
ασέληνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασέληνος
ασέληνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασέληνος
ασέλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασέλωτος	adv|rare	με ασέλωτο τρόπο, χωρίς σέλα
ασέλωτε	=	ασέλωτος
ασέλωτες	=	ασέλωτος
ασέλωτη	=	ασέλωτος
ασέλωτης	=	ασέλωτος
ασέλωτο	=	ασέλωτος
ασέλωτοι	=	ασέλωτος
ασέλωτος	adj	που δεν τον έχουν σελώσει
ασέλωτου	=	ασέλωτος
ασέλωτους	=	ασέλωτος
ασέλωτων	=	ασέλωτος
ασέξουαλ	adj	άλλη γραφή του ασεξουαλικός
ασέξουαλς	noun	εναλλακτικός πληθυντικός της λέξης: "ασέξουαλ"
ασήκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασήκωτος	adv	χωρίς να μπορεί να σηκώσει ή να σηκωθεί
ασήκωτε	=	ασήκωτος
ασήκωτες	=	ασήκωτος
ασήκωτη	=	ασήκωτος
ασήκωτης	=	ασήκωτος
ασήκωτο	=	ασήκωτος
ασήκωτοι	=	ασήκωτος
ασήκωτος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον σηκώσει, πολύ βαρύς
ασήκωτου	=	ασήκωτος
ασήκωτους	=	ασήκωτος
ασήκωτων	=	ασήκωτος
ασήμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασήμαντο
ασήμαντε	adj	κλητική ενικού του ασήμαντος
ασήμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασήμαντη
ασήμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασήμαντος
ασήμαντης	adj	γενική ενικού του ασήμαντη
ασήμαντο	adj	αιτιατική ενικού του ασήμαντος
ασήμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασήμαντος
ασήμαντος	adj	που δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη αξία και έτσι δεν ξεχωρίζει από τους πολλούς
ασήμαντου	adj	γενική ενικού του ασήμαντος
ασήμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασήμαντος
ασήμαντων	adj	γενική πληθυντικού του ασήμαντος
ασήμι	noun	πολύτιμο λευκόχρωμο μέταλλο, ευρέως χρησιμοποιημένο στην κοσμηματοποιία
ασήμια	noun	τα ασημικά
ασήμωμα	noun	επένδυση ενός αντικειμένου με ασήμι, επαργύρωση
ασήμωνα	=	ασημώνω
ασήμωναν	=	ασημώνω
ασήμωνε	=	ασημώνω
ασήμωνες	=	ασημώνω
ασήμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασήμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασήμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασήμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασίγαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασίγαστος	adv	με ασίγαστο τρόπο
ασίγαστε	=	ασίγαστος
ασίγαστες	=	ασίγαστος
ασίγαστη	=	ασίγαστος
ασίγαστης	=	ασίγαστος
ασίγαστο	=	ασίγαστος
ασίγαστοι	=	ασίγαστος
ασίγαστος	adj	που δεν μπορεί να σιγήσει, να καταπραϋνθεί, άσβεστος
ασίγαστου	=	ασίγαστος
ασίγαστους	=	ασίγαστος
ασίγαστων	=	ασίγαστος
ασίγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασίγητος	adv	με ασίγητο τρόπο
ασίγητε	=	ασίγητος
ασίγητες	=	ασίγητος
ασίγητη	=	ασίγητος
ασίγητης	=	ασίγητος
ασίγητο	=	ασίγητος
ασίγητοι	=	ασίγητος
ασίγητος	adj	ο ασίγαστος
ασίγητου	=	ασίγητος
ασίγητους	=	ασίγητος
ασίγητων	=	ασίγητος
ασίκη	=	ασίκης
ασίκηδες	=	ασίκης
ασίκηδων	=	ασίκης
ασίκης	noun|vulgar	λεβέντης, μάγκας
ασίκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασίκικο
ασίκικε	adj	κλητική ενικού του ασίκικος
ασίκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασίκικη
ασίκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασίκικος
ασίκικης	adj	γενική ενικού του ασίκικη
ασίκικο	adj	αιτιατική ενικού του ασίκικος
ασίκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασίκικος
ασίκικος	adj	λεβέντικος, παλικαρίσιος
ασίκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασίκικος
ασίκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασίκικος
ασίκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασίκικος
ασίκισσα	=	ασίκης
ασίμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασίμωτο
ασίμωτε	adj	κλητική ενικού του ασίμωτος
ασίμωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασίμωτη
ασίμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασίμωτος
ασίμωτης	adj	γενική ενικού του ασίμωτη
ασίμωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασίμωτος
ασίμωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασίμωτος
ασίμωτος	adj|vulgar	απλησίαστος, απροσέγγιστος, απρόσιτος
ασίμωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασίμωτος
ασίμωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασίμωτος
ασίμωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασίμωτος
ασίτευτα	=	ασίτευτος
ασίτευτε	=	ασίτευτος
ασίτευτες	=	ασίτευτος
ασίτευτη	=	ασίτευτος
ασίτευτης	=	ασίτευτος
ασίτευτο	=	ασίτευτος
ασίτευτοι	=	ασίτευτος
ασίτευτος	adj	που δεν έχει σιτέψει
ασίτευτου	=	ασίτευτος
ασίτευτους	=	ασίτευτος
ασίτευτων	=	ασίτευτος
ασαβάνωτα	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτε	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτες	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτη	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτης	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτο	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτοι	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτος	adj	που δε σαβανώθηκε (για νεκρό)
ασαβάνωτου	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτους	=	ασαβάνωτος
ασαβάνωτων	=	ασαβάνωτος
ασαβούρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασαβούρωτος	adv|vulgar	χωρίς σαβούρα
ασαβούρωτε	adj	κλητική ενικού του ασαβούρωτος
ασαβούρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασαβούρωτη
ασαβούρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασαβούρωτος
ασαβούρωτης	adj	γενική ενικού του ασαβούρωτη
ασαβούρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασαβούρωτος
ασαβούρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασαβούρωτος
ασαβούρωτος	adj	που δεν έχει σαβούρα (για πλοίο)
ασαβούρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασαβούρωτος
ασαβούρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασαβούρωτος
ασαβούρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασαβούρωτος
ασαγήνευτα	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτε	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτες	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτη	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτης	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτο	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτοι	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτος	adj	που δε σαγηνεύεται ή δεν έχει σαγηνευτεί, ασυγκίνητος
ασαγήνευτου	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτους	=	ασαγήνευτος
ασαγήνευτων	=	ασαγήνευτος
ασαδα	abbrev	πληροφοριακό σύστημα που ψηφιοποιεί, αναλύει και συγκρίνει δακτυλικά αποτυπώματα για την ταυτοποίηση προσώπων με αυτοματοποιημένο τρόπο
ασαεδ	abbrev	Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού Ενόπλων Δυνάμεων
ασαλάγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασαλάγητο
ασαλάγητε	adj	κλητική ενικού του ασαλάγητος
ασαλάγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασαλάγητη
ασαλάγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασαλάγητος
ασαλάγητης	adj	γενική ενικού του ασαλάγητη
ασαλάγητο	adj	αιτιατική ενικού του ασαλάγητος
ασαλάγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασαλάγητος
ασαλάγητος	adj	που δεν τον έχουν σαλαγήσει
ασαλάγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασαλάγητος
ασαλάγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασαλάγητος
ασαλάγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασαλάγητος
ασαμάρωτα	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτε	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτες	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτη	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτης	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτο	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτοι	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτος	adj	αυτός που δεν έχει σαμαρωθεί, ο ξεσαμάρωτος
ασαμάρωτου	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτους	=	ασαμάρωτος
ασαμάρωτων	=	ασαμάρωτος
ασαμίνθου	=	ασάμινθος
ασαμίνθους	=	ασάμινθος
ασαμίνθων	=	ασάμινθος
ασαμικά	noun	γλώσσα που μιλιέται στο κράτος Ασάμ της Ινδίας
ασαμικών	=	ασαμικά
ασανίδωτα	=	ασανίδωτος
ασανίδωτε	=	ασανίδωτος
ασανίδωτες	=	ασανίδωτος
ασανίδωτη	=	ασανίδωτος
ασανίδωτης	=	ασανίδωτος
ασανίδωτο	=	ασανίδωτος
ασανίδωτοι	=	ασανίδωτος
ασανίδωτος	adj	που δεν έχει καλυφθεί με σανίδες
ασανίδωτου	=	ασανίδωτος
ασανίδωτους	=	ασανίδωτος
ασανίδωτων	=	ασανίδωτος
ασανσέρ	noun	σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου
ασανσεριτζή	=	ασανσεριτζής
ασανσεριτζήδες	=	ασανσεριτζής
ασανσεριτζήδων	=	ασανσεριτζής
ασανσεριτζής	noun	ο κατασκευαστής ασανσέρ
ασαπούνιστα	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστε	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστες	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστη	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστης	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστο	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστοι	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστος	adj	που δεν πλύθηκε με σαπούνι
ασαπούνιστου	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστους	=	ασαπούνιστος
ασαπούνιστων	=	ασαπούνιστος
ασαράντιστα	=	ασαράντιστος
ασαράντιστε	=	ασαράντιστος
ασαράντιστες	=	ασαράντιστος
ασαράντιστη	=	ασαράντιστος
ασαράντιστης	=	ασαράντιστος
ασαράντιστο	=	ασαράντιστος
ασαράντιστοι	=	ασαράντιστος
ασαράντιστος	adj	που δε σαράντισε, δε συμπλήρωσε σαράντα μέρες (για λεχώνα, βρέφος ή μωρό)
ασαράντιστου	=	ασαράντιστος
ασαράντιστους	=	ασαράντιστος
ασαράντιστων	=	ασαράντιστος
ασατίριστα	=	ασατίριστος
ασατίριστε	=	ασατίριστος
ασατίριστες	=	ασατίριστος
ασατίριστη	=	ασατίριστος
ασατίριστης	=	ασατίριστος
ασατίριστο	=	ασατίριστος
ασατίριστοι	=	ασατίριστος
ασατίριστος	adj	που δε διακωμωδήθηκε με σάτιρα
ασατίριστου	=	ασατίριστος
ασατίριστους	=	ασατίριστος
ασατίριστων	=	ασατίριστος
ασατύριστος	=	ασατίριστος
ασαφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασαφής
ασαφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασαφές
ασαφήνιστα	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστε	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστες	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστη	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστης	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστο	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστοι	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστος	adj	όχι αρκετά διευκρινισμένος, σκοτεινός
ασαφήνιστου	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστους	=	ασαφήνιστος
ασαφήνιστων	=	ασαφήνιστος
ασαφής	adj	που δεν είναι σαφής, δεν είναι ξεκάθαρος, δημιουργεί αμφιβολία
ασαφείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασαφής
ασαφειών	noun	γενική πληθυντικού του ασάφεια
ασαφούς	adj	γενική ενικού του ασαφής
ασαφών	adj	γενική πληθυντικού του ασαφής
ασαφώς	adv	με ασάφεια
ασβάρνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβάρνιστο
ασβάρνιστε	adj	κλητική ενικού του ασβάρνιστος
ασβάρνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβάρνιστη
ασβάρνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασβάρνιστος
ασβάρνιστης	adj	γενική ενικού του ασβάρνιστη
ασβάρνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασβάρνιστος
ασβάρνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβάρνιστος
ασβάρνιστος	adj	που δεν έχει σβαρνιστεί
ασβάρνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασβάρνιστος
ασβάρνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασβάρνιστος
ασβάρνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασβάρνιστος
ασβέ	noun	κλητική ενικού του ασβός
ασβέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβέστης
ασβέστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασβέστης
ασβέστης	noun	υλικό λευκού χρώματος που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για βάψιμο και απολύμανση επιφανειών (τοίχων, πεζοδρομίων)
ασβέστι	noun	ασβέστης
ασβέστια	=	ασβέστιο
ασβέστινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβέστινο
ασβέστινε	adj	κλητική ενικού του ασβέστινος
ασβέστινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβέστινη
ασβέστινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασβέστινος
ασβέστινης	adj	γενική ενικού του ασβέστινη
ασβέστινο	adj	αιτιατική ενικού του ασβέστινος
ασβέστινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβέστινος
ασβέστινος	adj	που έχει φτιαχτεί από ασβέστη
ασβέστινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασβέστινος
ασβέστινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασβέστινος
ασβέστινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασβέστινος
ασβέστιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 20 και χημικό σύμβολο το Ca
ασβέστιου	=	ασβέστιο
ασβέστιων	=	ασβέστιο
ασβέστου	=	άσβεστος
ασβέστους	=	άσβεστος
ασβέστωμα	noun	η ενέργεια του ασβεστώνω, το βάψιμο μιας επιφάνειας (τοίχου κλπ) με διάλυμα από ασβέστη και νερό
ασβέστων	=	άσβεστος
ασβέστωνα	=	ασβεστώνω
ασβέστωναν	=	ασβεστώνω
ασβέστωνε	=	ασβεστώνω
ασβέστωνες	=	ασβεστώνω
ασβέστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβέστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβέστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβέστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβέστωση	noun	η παρεμβατική προσθήκη ενώσεων ασβεστίου στο έδαφος
ασβέστωσης	=	ασβέστωση
ασβεστά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασβεστάς
ασβεστάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστάς
ασβεστάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστάδικο
ασβεστάδικο	noun	μαγαζί όπου μπορεί κανείς να αγοράσει ασβέστη
ασβεστάδικου	noun	γενική ενικού του ασβεστάδικο
ασβεστάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστάδικο
ασβεστάδων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστάς
ασβεστάς	noun	άνθρωπος που παράγει ή πουλάει ασβέστη / ιδιοκτήτης ή εργαζόμενος σε ασβεστοποιείο / ασβεστάδικο
ασβεστίου	noun	γενική ενικού του ασβέστιο
ασβεστίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστίτης
ασβεστίτη	=	ασβεστίτης
ασβεστίτης	noun	κρυσταλλικό ορυκτό από ανθρακικό ασβέστιο (CaCO₃), που απαντά κυρίως σε ασβεστολιθικά και μεταμορφωμένα πετρώματα και σχηματίζεται συχνά μέσω ιζηματογένεσης ή εξάτμισης
ασβεστίων	=	ασβέστιο
ασβεσταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεσταριό
ασβεσταριού	noun	γενική ενικού του ασβεσταριό
ασβεσταριό	noun	ασβεστοκάμινος
ασβεσταριών	noun	γενική πληθυντικού του ασβεσταριό
ασβεστιτικά	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικέ	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικές	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτική	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικής	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικοί	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικού	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικούς	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικό	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτικός	adj	που έχει σχέση με τον ασβεστίτη, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν ή περιέχει ασβεστίτη
ασβεστιτικών	=	ασβεστιτικός
ασβεστιτών	=	ασβεστίτης
ασβεστογάλατα	=	ασβεστόγαλα
ασβεστογάλατος	=	ασβεστόγαλα
ασβεστογάλων	=	ασβεστόγαλα
ασβεστογαλάτων	=	ασβεστόγαλα
ασβεστοκάμινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστοκάμινο
ασβεστοκάμινε	=	ασβεστοκάμινος
ασβεστοκάμινο	noun	καμίνι στο οποίο παρασκευάζεται ασβέστης
ασβεστοκάμινοι	=	ασβεστοκάμινος
ασβεστοκάμινος	noun	κάμινος στην οποία παρασκευάζεται ασβέστης
ασβεστοκάμινου	noun	γενική ενικού του ασβεστοκάμινο
ασβεστοκάμινους	=	ασβεστοκάμινος
ασβεστοκάμινων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστοκάμινο
ασβεστοκαμίνου	=	ασβεστοκάμινος
ασβεστοκαμίνους	=	ασβεστοκάμινος
ασβεστοκαμίνων	=	ασβεστοκάμινος
ασβεστοκονίαμα	noun	μείγμα από ασβέστη, άμμο και νερό, σε αναλογία 1 προς 2 ή 3, που χρησιμοποιείται στην οικοδομική ως συνδετικό υλικό και για επίχριση των επιφανειών των τοίχων (σοβάτισμα).
ασβεστοκονιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστοκονίαμα
ασβεστοκονιάματος	noun	γενική ενικού του ασβεστοκονίαμα
ασβεστοκονιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστοκονίαμα
ασβεστολίθου	noun	γενική ενικού του ασβεστόλιθος
ασβεστολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασβεστόλιθος
ασβεστολίθων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστόλιθος
ασβεστολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστολιθικό
ασβεστολιθικέ	adj	κλητική ενικού του ασβεστολιθικός
ασβεστολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστολιθική
ασβεστολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασβεστολιθικός
ασβεστολιθικής	adj	γενική ενικού του ασβεστολιθική
ασβεστολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβεστολιθικός
ασβεστολιθικού	adj	γενική ενικού του ασβεστολιθικός
ασβεστολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασβεστολιθικός
ασβεστολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του ασβεστολιθικός
ασβεστολιθικός	adj	που αποτελείται από ασβεστόλιθο ή περιέχει ασβεστόλιθο
ασβεστολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του ασβεστολιθικός
ασβεστοποίει	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποίησα	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποίησαν	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποίησε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποίησες	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποίηση	noun	η συσσώρευση αλάτων ασβεστίου σε ιστούς, φυσιολογικά (π.χ. στα οστά) ή παθολογικά (π.χ. σε αρτηρίες ή όργανα), που οδηγεί σε σκλήρυνση και αλλοίωση της λειτουργίας τους
ασβεστοποίησης	=	ασβεστοποίηση
ασβεστοποιήσαμε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιήσαν	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιήσανε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιήσατε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιήσει	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιήσεις	=	ασβεστοποίηση
ασβεστοποιήσεων	=	ασβεστοποίηση
ασβεστοποιήσεως	=	ασβεστοποίηση
ασβεστοποιήστε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιεί	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιείς	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιείτε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασβεστοποιημένος
ασβεστοποιούμαι	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούμε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούν	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούνε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσα	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσαμε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσαν	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσανε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσατε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσε	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιούσες	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοποιώ	verb	θερμαίνω υλικό που περιέχει ανθρακικό ασβέστιο, ώστε να μετατραπεί σε ασβέστη μέσω αποβολής διοξειδίου του άνθρακα
ασβεστοποιώντας	=	ασβεστοποιώ
ασβεστοπολτέ	=	ασβεστοπολτός
ασβεστοπολτοί	=	ασβεστοπολτός
ασβεστοπολτού	=	ασβεστοπολτός
ασβεστοπολτούς	=	ασβεστοπολτός
ασβεστοπολτό	=	ασβεστοπολτός
ασβεστοπολτός	noun	πολτός από ασβέστη, οικοδομική πρώτη ύλη
ασβεστοπολτών	=	ασβεστοπολτός
ασβεστού	noun|rare	θηλυκό του ασβεστάς
ασβεστούχα	=	ασβεστούχος
ασβεστούχας	=	ασβεστούχος
ασβεστούχε	=	ασβεστούχος
ασβεστούχες	=	ασβεστούχος
ασβεστούχη	=	ασβεστούχος
ασβεστούχης	=	ασβεστούχος
ασβεστούχο	=	ασβεστούχος
ασβεστούχοι	=	ασβεστούχος
ασβεστούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο ασβεστίου
ασβεστούχου	=	ασβεστούχος
ασβεστούχους	=	ασβεστούχος
ασβεστούχων	=	ασβεστούχος
ασβεστωδών	=	ασβεστώδης
ασβεστωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασβέστωμα
ασβεστωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστωμένο
ασβεστωμένε	verb	κλητική ενικού του ασβεστωμένος
ασβεστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστωμένη
ασβεστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασβεστωμένος
ασβεστωμένης	verb	γενική ενικού του ασβεστωμένη
ασβεστωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασβεστωμένος
ασβεστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβεστωμένος
ασβεστωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασβεστώνω
ασβεστωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασβεστωμένος
ασβεστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασβεστωμένος
ασβεστωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασβεστωμένος
ασβεστόγαλα	noun|vulgar	υδροξείδιο ασβεστίου
ασβεστόγαλας	=	ασβεστόγαλα
ασβεστόγαλες	=	ασβεστόγαλα
ασβεστόκτιστα	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστε	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστες	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστη	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστης	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστο	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστοι	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστος	adj	που είναι φτιαγμένος με ασβέστη
ασβεστόκτιστου	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστους	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόκτιστων	=	ασβεστόκτιστος
ασβεστόλιθε	noun	κλητική ενικού του ασβεστόλιθος
ασβεστόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του ασβεστόλιθος
ασβεστόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβεστόλιθος
ασβεστόλιθος	noun	ιζηματογενές ορυκτό πέτρωμα, αποτελούμενο κατά 50% από ασβεστίτη.
ασβεστόλιθου	noun	γενική ενικού του ασβεστόλιθος
ασβεστόλιθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασβεστόλιθος
ασβεστόλιθων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστόλιθος
ασβεστόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβεστόνερο
ασβεστόνερο	noun	διάλυμα ασβέστη σε νερό που χρησιμοποιείται ως στυπτικό φάρμακο, ή ως απολυμαντικό για την επίχριση ή το άσπρισμα τοίχων ή για την προετοιμασία παρασκευής γλυκών του κουταλιού
ασβεστόνερου	noun	γενική ενικού του ασβεστόνερο
ασβεστόνερων	noun	γενική πληθυντικού του ασβεστόνερο
ασβεστόχτιστα	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστε	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστες	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστη	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστης	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστο	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστοι	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστος	adj	άλλη μορφή του ασβεστόκτιστος
ασβεστόχτιστου	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστους	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστόχτιστων	=	ασβεστόχτιστος
ασβεστώδεις	=	ασβεστώδης
ασβεστώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασβεστώδης
ασβεστώδη	=	ασβεστώδης
ασβεστώδης	adj	που περιέχει ασβέστη
ασβεστώδους	=	ασβεστώδης
ασβεστώθηκα	=	ασβεστώνω
ασβεστώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβέστωμα
ασβεστώματος	noun	γενική ενικού του ασβέστωμα
ασβεστών	=	ασβέστης
ασβεστώναμε	=	ασβεστώνω
ασβεστώναν	=	ασβεστώνω
ασβεστώνανε	=	ασβεστώνω
ασβεστώνατε	=	ασβεστώνω
ασβεστώνει	=	ασβεστώνω
ασβεστώνεις	=	ασβεστώνω
ασβεστώνετε	=	ασβεστώνω
ασβεστώνομαι	=	ασβεστώνω
ασβεστώνοντας	=	ασβεστώνω
ασβεστώνουμε	=	ασβεστώνω
ασβεστώνουν	=	ασβεστώνω
ασβεστώνουνε	=	ασβεστώνω
ασβεστώνω	verb	βάφω μια επιφάνεια (πχ. έναν τοίχο) με διάλυμα από ασβέστη και νερό, συνήθως για να την ομορφύνω
ασβεστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώσαν	=	ασβεστώνω
ασβεστώσανε	=	ασβεστώνω
ασβεστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβέστωση
ασβεστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώσεων	=	ασβέστωση
ασβεστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβεστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασβεστώνω
ασβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβός
ασβολερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβολερό	adv	μαύρα
ασβολερέ	adj	κλητική ενικού του ασβολερός
ασβολερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασβολερή
ασβολερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασβολερός
ασβολερής	adj	γενική ενικού του ασβολερή
ασβολεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασβολερός
ασβολερού	adj	γενική ενικού του ασβολερός
ασβολερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασβολερός
ασβολερό	adj	αιτιατική ενικού του ασβολερός
ασβολερός	adj	μαύρος, σκοτεινός σαν την ασβόλη
ασβολερών	adj	γενική πληθυντικού του ασβολερός
ασβολών	=	ασβόλη
ασβού	noun	γενική ενικού του ασβός
ασβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασβός
ασβό	noun	αιτιατική ενικού του ασβός
ασβόλες	=	ασβόλη
ασβόλη	noun	αιθάλη, καπνιά, φούμο
ασβόλης	=	ασβόλη
ασβός	noun	παμφάγο θηλαστικό ζώο της οικογένειας Mustelidae, νυκτόβιο, με σκληρά νύχια στα μπροστινά του πόδια για σκάψιμο
ασβών	noun	γενική πληθυντικού του ασβός
ασγμε	abbrev	οργανισμός που συγκεντρώνει και εκπροσωπεί τα σωματεία γονέων μαθητών σ’ όλη την Ελλάδα, προωθώντας την επικοινωνία και συνεργασία σχολείων, οικογενειών και εκπαιδευτικών για τη βελτίωση του σχολικού περιβάλλοντος
ασδακ	abbrev	Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Αμύνης Κύπρου
ασδεν	abbrev	Η ΑΣΔΕΝ υπάγεται στο ΓΕΣ
ασδυ	abbrev	Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιων Υπηρεσιών
ασδυς	abbrev	Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Υποστήριξης Στρατού
ασεα	abbrev	κυβερνητικό όργανο στρατηγικού σχεδιασμού που χαράσσει την εθνική αμυντική πολιτική και συντονίζει τα συναρμόδια υπουργεία σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας
ασεαδ	abbrev	Ανώτατο Συμβούλιο Επίλυσης Αθλητικών Διαφορών
ασεαν	abbrev	ανώτερη σχολή επαγγελματικής κατάρτισης νοσηλευτριών με εξειδίκευση στην κατʼ οίκον και κοινοτική φροντίδα, που συνδύαζε θεωρητική εκπαίδευση με πρακτική άσκηση σε νοσοκομεία
ασεβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασεβής
ασεβέστατα	=	ασεβέστατος
ασεβέστατε	=	ασεβέστατος
ασεβέστατες	=	ασεβέστατος
ασεβέστατη	=	ασεβέστατος
ασεβέστατης	=	ασεβέστατος
ασεβέστατο	=	ασεβέστατος
ασεβέστατοι	=	ασεβέστατος
ασεβέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ασεβής
ασεβέστατου	=	ασεβέστατος
ασεβέστατους	=	ασεβέστατος
ασεβέστατων	=	ασεβέστατος
ασεβέστερα	=	ασεβής
ασεβέστερε	=	ασεβής
ασεβέστερες	=	ασεβής
ασεβέστερη	=	ασεβής
ασεβέστερης	=	ασεβής
ασεβέστερο	=	ασεβής
ασεβέστεροι	=	ασεβής
ασεβέστερος	=	ασεβής
ασεβέστερου	=	ασεβής
ασεβέστερους	=	ασεβής
ασεβέστερων	=	ασεβής
ασεβή	=	ασεβής
ασεβήματα	=	ασέβημα
ασεβήματος	=	ασέβημα
ασεβής	adj	που δείχνει έλλειψη σεβασμού, που δείχνει ασέβεια
ασεβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασεβώ
ασεβείς	=	ασεβής
ασεβειών	noun	γενική πληθυντικού του ασέβεια
ασεβημάτων	=	ασέβημα
ασεβούς	=	ασεβής
ασεβούσα	=	ασεβώ
ασεβώ	verb	δείχνω ασέβεια, περιφρόνηση στα θεία ή σε καθετί σεβαστό
ασεβών	=	ασεβής
ασεβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ασεβώ
ασεβώς	adv	με ασέβεια
ασεδο	abbrev	Ανώτατη Συντονιστική Επιτροπή Δημοσιοϋπαλληλικών Οργανώσεων
ασει	abbrev	Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα
ασεισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασεισμικό	adv	χωρίς να προκληθεί σεισμός
ασεισμικέ	adj	κλητική ενικού του ασεισμικός
ασεισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασεισμική
ασεισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασεισμικός
ασεισμικής	adj	γενική ενικού του ασεισμική
ασεισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασεισμικός
ασεισμικού	adj	γενική ενικού του ασεισμικός
ασεισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασεισμικός
ασεισμικό	adj	αιτιατική ενικού του ασεισμικός
ασεισμικός	adj	που δεν παρουσιάζει σεισμική δραστηριότητα, που δεν υπάρχει πιθανότητα να εκδηλώσει σεισμό
ασεισμικών	adj	γενική πληθυντικού του ασεισμικός
ασελγές	=	ασελγής
ασελγή	=	ασελγής
ασελγής	adj	που φέρεται με ασέλγεια ή τον χαρακτηρίζει η ασέλγεια
ασελγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσαν	=	ασελγώ
ασελγήσανε	=	ασελγώ
ασελγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσουνε	=	ασελγώ
ασελγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασελγώ
ασελγαίνω	verb	είμαι ασελγής ή διαπράττω ασέλγεια
ασελγεί	=	ασελγώ
ασελγείς	=	ασελγής
ασελγείτε	=	ασελγώ
ασελγειών	noun	γενική πληθυντικού του ασέλγεια
ασελγούμε	=	ασελγώ
ασελγούν	=	ασελγώ
ασελγούνε	=	ασελγώ
ασελγούς	=	ασελγής
ασελγούσα	=	ασελγώ
ασελγούσαμε	=	ασελγώ
ασελγούσαν	=	ασελγώ
ασελγούσανε	=	ασελγώ
ασελγούσατε	=	ασελγώ
ασελγούσε	=	ασελγώ
ασελγούσες	=	ασελγώ
ασελγώ	verb	είμαι ασελγής, κάνω ασελγείς πράξεις
ασελγών	=	ασελγής
ασελγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ασελγώ
ασελγώς	adv	με ασέλγεια
ασελιδοποίητα	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητε	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητες	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητη	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητης	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητο	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητοι	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητος	adj	που δεν έχει σελιδοποιηθεί
ασελιδοποίητου	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητους	=	ασελιδοποίητος
ασελιδοποίητων	=	ασελιδοποίητος
ασεξουαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασεξουαλικό
ασεξουαλικέ	adj	κλητική ενικού του ασεξουαλικός
ασεξουαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασεξουαλική
ασεξουαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασεξουαλικός
ασεξουαλικής	adj	γενική ενικού του ασεξουαλική
ασεξουαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασεξουαλικός
ασεξουαλικοτήτων	=	ασεξουαλικότητα
ασεξουαλικού	adj	γενική ενικού του ασεξουαλικός
ασεξουαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασεξουαλικός
ασεξουαλικό	adj	αιτιατική ενικού του ασεξουαλικός
ασεξουαλικός	adj	ο σχετικός με τον ασέξουαλ
ασεξουαλικότητα	noun	η έλλειψη ενδιαφέροντος για το σεξ
ασεξουαλικότητας	=	ασεξουαλικότητα
ασεξουαλικότητες	=	ασεξουαλικότητα
ασεξουαλικών	adj	γενική πληθυντικού του ασεξουαλικός
ασεπ	abbrev	ελληνική ανεξάρτητη αρχή για τη διασφάλιση της ορθότητας των προσλήψεων προσωπικού στον δημόσιο τομέα
ασερολών	=	ασερόλα
ασερόλα	noun	τροπικός θάμνος (Malpighia glabra) με κόκκινους, όξινους καρπούς που θυμίζουν κεράσι και ξεχωρίζουν για την υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη C και τις αντιοξειδωτικές τους ιδιότητες
ασερόλας	=	ασερόλα
ασερόλες	=	ασερόλα
ασετεμ	abbrev	σχολή υπαγόμενη στη ΣΕΛΕΤΕ στην οποία παρεχόταν παιδαγωγική τεχνική εκπαίδευση
ασετιλίνες	=	ασετιλίνη
ασετιλίνη	noun	απλοποιημένη γραφή του ασετυλίνη
ασετιλίνης	=	ασετιλίνη
ασετιλινών	=	ασετιλίνη
ασετυλίνες	=	ασετυλίνη
ασετυλίνη	noun	ακόρεστος υδρογονάνθρακας (C₂H₂), αέριο εύφλεκτο και άχρωμο
ασετυλίνης	=	ασετυλίνη
ασετυλινών	=	ασετυλίνη
ασετόν	noun	διαλυτικό υγρό (ακετόνη) που χρησιμοποιείται για να βγει το βερνίκι των νυχιών
ασημάδευτα	=	ασημάδευτος
ασημάδευτε	=	ασημάδευτος
ασημάδευτες	=	ασημάδευτος
ασημάδευτη	=	ασημάδευτος
ασημάδευτης	=	ασημάδευτος
ασημάδευτο	=	ασημάδευτος
ασημάδευτοι	=	ασημάδευτος
ασημάδευτος	adj	που δεν τον έχουν σημαδέψει
ασημάδευτου	=	ασημάδευτος
ασημάδευτους	=	ασημάδευτος
ασημάδευτων	=	ασημάδευτος
ασημένια	=	ασημένιος
ασημένιας	=	ασημένιος
ασημένιε	=	ασημένιος
ασημένιες	=	ασημένιος
ασημένιια	=	ασημένιος
ασημένιιο	=	ασημένιος
ασημένιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ασημένιος
ασημένιοι	=	ασημένιος
ασημένιος	adj	φτιαγμένος από ασήμι
ασημένιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ασημένιος
ασημένιους	=	ασημένιος
ασημένιων	=	ασημένιος
ασημή	=	ασημής
ασημής	adj	ασημένιος
ασημί	noun	το ασημένιο χρώμα
ασημαντοτήτων	=	ασημαντότητα
ασημαντότητα	noun	η ιδιότητα τού ασήμαντου
ασημαντότητας	noun	γενική ενικού του ασημαντότητα
ασημαντότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασημαντότητα
ασημείωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασημείωτος	adv	χωρίς να έχει σημειωθεί
ασημείωτε	=	ασημείωτος
ασημείωτες	=	ασημείωτος
ασημείωτη	=	ασημείωτος
ασημείωτης	=	ασημείωτος
ασημείωτο	=	ασημείωτος
ασημείωτοι	=	ασημείωτος
ασημείωτος	adj	ασημάδευτος, που δεν έχει σημειωθεί με διακριτό σημάδι
ασημείωτου	=	ασημείωτος
ασημείωτους	=	ασημείωτος
ασημείωτων	=	ασημείωτος
ασημιά	=	ασημί
ασημιάς	=	ασημής
ασημιές	=	ασημής
ασημικά	noun	αντικείμενα οικιακής χρήσης ή κοσμήματα από ασήμι
ασημικού	noun	γενική ενικού του ασημικό
ασημικό	noun	ασημένιο αντικείμενο ή σκεύος
ασημικών	noun	γενική πληθυντικού του ασημικό
ασημιοί	=	ασημής
ασημιού	noun	γενική ενικού του ασήμι
ασημιούς	=	ασημής
ασημιών	=	ασήμι
ασημογκρίζα	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζας	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζε	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζες	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζο	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζοι	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζος	adj	άλλη μορφή του ασημόγκριζος
ασημογκρίζου	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζους	=	ασημογκρίζος
ασημογκρίζων	=	ασημογκρίζος
ασημοκάντηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασημοκάντηλο
ασημοκάντηλο	noun	ασημένιο καντήλι
ασημοκάντηλου	noun	γενική ενικού του ασημοκάντηλο
ασημοκάντηλων	noun	γενική πληθυντικού του ασημοκάντηλο
ασημοκαπλαντισμένα	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένε	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένες	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένη	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένης	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένο	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένοι	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένος	adj	καπλαντισμένος με ασήμι
ασημοκαπλαντισμένου	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένους	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπλαντισμένων	=	ασημοκαπλαντισμένος
ασημοκαπνισμένα	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένε	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένες	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένη	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένης	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένο	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένοι	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένος	verb	επαργυρωμένος
ασημοκαπνισμένου	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένους	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοκαπνισμένων	=	ασημοκαπνισμένος
ασημοστόλιδα	=	ασημοστόλιδο
ασημοστόλιδο	noun	ασημένιο στολίδι
ασημοστόλιδου	=	ασημοστόλιδο
ασημοστόλιδων	=	ασημοστόλιδο
ασημοσυρμάτων	=	ασημόσυρμα
ασημοσύρματα	=	ασημόσυρμα
ασημοσύρματος	=	ασημόσυρμα
ασημοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ασημότητα
ασημοτυπία	noun	τεχνική αποτύπωσης σχεδίου με χρήση ασημένιου φύλλου ή ασημόχρωμου μελανιού, κυρίως για διακοσμητικούς ή εκδοτικούς σκοπούς σε πολυτελείς εκδόσεις και συσκευασίες
ασημοτυπίας	=	ασημοτυπία
ασημοτυπίες	=	ασημοτυπία
ασημοτυπιών	=	ασημοτυπία
ασημουργέ	noun	κλητική ενικού του ασημουργός
ασημουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασημουργός
ασημουργού	noun	γενική ενικού του ασημουργός
ασημουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασημουργός
ασημουργό	noun	αιτιατική ενικού του ασημουργός
ασημουργός	noun	αυτός που κατεργάζεται ασήμι και δημιουργεί ασημένια κοσμήματα
ασημουργών	noun	γενική πληθυντικού του ασημουργός
ασημωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασήμωμα
ασημωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασημωμένο
ασημωμένε	verb	κλητική ενικού του ασημωμένος
ασημωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασημωμένη
ασημωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασημωμένος
ασημωμένης	verb	γενική ενικού του ασημωμένη
ασημωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασημωμένος
ασημωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασημωμένος
ασημωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασημώνω
ασημωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασημωμένος
ασημωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασημωμένος
ασημωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασημωμένος
ασημόγκριζα	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζε	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζες	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζη	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζης	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζο	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζοι	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζος	adj	που το χρώμα του είναι ανάμεσα στο ασημί και το γκρίζο
ασημόγκριζου	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζους	=	ασημόγκριζος
ασημόγκριζων	=	ασημόγκριζος
ασημόγλαρε	=	ασημόγλαρος
ασημόγλαρο	=	ασημόγλαρος
ασημόγλαροι	=	ασημόγλαρος
ασημόγλαρος	noun	είδος γλάρου
ασημόγλαρου	=	ασημόγλαρος
ασημόγλαρους	=	ασημόγλαρος
ασημόγλαρων	=	ασημόγλαρος
ασημόσκονες	=	ασημόσκονη
ασημόσκονη	noun	λεπτή, μεταλλική σκόνη με ασημένιο χρώμα που αναμειγνύεται με κολλητικό υγρό και χρησιμεύει στην επαργύρωση αντικειμένων
ασημόσκονης	=	ασημόσκονη
ασημόσκονων	=	ασημόσκονη
ασημόσυρμα	noun	ασημένιο σύρμα
ασημότητα	noun	η ιδιότητα τού άσημου, ασημαντότητα, μετριότητα
ασημότητας	noun	γενική ενικού του ασημότητα
ασημότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασημότητα
ασημόχαρτα	=	ασημόχαρτο
ασημόχαρτο	noun	λεπτό, ασημόχρωμο υλικό σε μορφή φύλλου ή χαρτιού, που χρησιμοποιείται κυρίως για περιτύλιξη ή διακόσμηση, με συχνή χρήση και σε εορταστικά ή μαγειρικά συμφραζόμενα
ασημόχαρτου	=	ασημόχαρτο
ασημόχαρτων	=	ασημόχαρτο
ασημόχρωμα	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμε	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμες	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμη	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμης	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμο	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμοι	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμος	adj	που έχει ασημί χρώμα
ασημόχρωμου	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμους	=	ασημόχρωμος
ασημόχρωμων	=	ασημόχρωμος
ασημόχυτος	adj|literary	που είναι καλυμμένος με ασήμι
ασημώθηκα	=	ασημώνω
ασημώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασήμωμα
ασημώματος	noun	γενική ενικού του ασήμωμα
ασημώναμε	=	ασημώνω
ασημώναν	=	ασημώνω
ασημώνανε	=	ασημώνω
ασημώνατε	=	ασημώνω
ασημώνει	=	ασημώνω
ασημώνεις	=	ασημώνω
ασημώνετε	=	ασημώνω
ασημώνομαι	=	ασημώνω
ασημώνοντας	=	ασημώνω
ασημώνουμε	=	ασημώνω
ασημώνουν	=	ασημώνω
ασημώνουνε	=	ασημώνω
ασημώνω	verb	καλύπτω κάτι με λεπτή στρώση ασημιού ή το στολίζω με ελάσματα ή καλλιτεχνήματα από ασήμι
ασημώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσαν	=	ασημώνω
ασημώσανε	=	ασημώνω
ασημώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασημώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασημώνω
ασηπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασηπτικό	adv	με τρόπο που προλαμβάνει μια μόλυνση, με ασηπτικό τρόπο
ασηπτικέ	adj	κλητική ενικού του ασηπτικός
ασηπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασηπτική
ασηπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασηπτικός
ασηπτικής	adj	γενική ενικού του ασηπτική
ασηπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασηπτικός
ασηπτικού	adj	γενική ενικού του ασηπτικός
ασηπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασηπτικός
ασηπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ασηπτικός
ασηπτικός	adj	ο μη σηπτικός
ασηπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ασηπτικός
ασηψία	noun	η ιδιότητα τού άσηπτου
ασηψίας	noun	γενική ενικού του ασηψία
ασηψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασηψία
ασηψιών	noun	γενική πληθυντικού του ασηψία
ασθένεια	noun	η διαταραχή της κανονικής λειτουργίας ενός ζωντανού οργανισμού
ασθένειας	noun	γενική ενικού του ασθένεια
ασθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθένεια
ασθένησα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ασθενώ
ασθένησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθένησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθένησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασθενής
ασθενέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενέστερο
ασθενέστερε	adj	κλητική ενικού του ασθενέστερος
ασθενέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενέστερη
ασθενέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασθενέστερος
ασθενέστερης	adj	γενική ενικού του ασθενέστερη
ασθενέστερο	adj	αιτιατική ενικού του ασθενέστερος
ασθενέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασθενέστερος
ασθενέστερος	adj	που είναι πιο ασθενικός, πιο εξασθενημένος, πιο αδύναμος σε σύγκριση με άλλους, σε σύγκριση με το κανονικό, σε σύγκριση με τον εαυτό του σε άλλη χρονική στιγμή
ασθενέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασθενέστερος
ασθενέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασθενέστερος
ασθενέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασθενέστερος
ασθενή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασθενής
ασθενής	adj	που είναι άρρωστος	noun	ο άρρωστος, που πάσχει από μία ασθένεια
ασθενήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσαν	=	ασθενώ
ασθενήσανε	=	ασθενώ
ασθενήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσουνε	=	ασθενώ
ασθενήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασθενώ
ασθενεί	=	ασθενώ
ασθενείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενής
ασθενείτε	=	ασθενώ
ασθενειών	noun	γενική πληθυντικού του ασθένεια
ασθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενικό	adv	με τρόπο που δηλώνει κάποια αδυναμία ή καχεξία
ασθενικέ	adj	κλητική ενικού του ασθενικός
ασθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενική
ασθενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασθενικός
ασθενικής	adj	γενική ενικού του ασθενική
ασθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασθενικός
ασθενικοτήτων	=	ασθενικότητα
ασθενικοτήτών	=	ασθενικότητα
ασθενικού	adj	γενική ενικού του ασθενικός
ασθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασθενικός
ασθενικό	adj	αιτιατική ενικού του ασθενικός
ασθενικός	adj	αδύνατος, καχεκτικός
ασθενικότητα	noun	η ιδιότητα, η κατάσταση τού ασθενικού
ασθενικότητας	=	ασθενικότητα
ασθενικότητες	=	ασθενικότητα
ασθενικών	adj	γενική πληθυντικού του ασθενικός
ασθενοσφαιρών	=	ασθενόσφαιρα
ασθενοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθενοφόρο
ασθενοφόρο	noun	το όχημα για μεταφορά ασθενών στο νοσοκομείο
ασθενοφόρου	noun	γενική ενικού του ασθενοφόρο
ασθενοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ασθενοφόρο
ασθενούμε	=	ασθενώ
ασθενούν	=	ασθενώ
ασθενούνε	=	ασθενώ
ασθενούς	noun	γενική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ασθενής	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ασθενής
ασθενούσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ασθενώ
ασθενούσαμε	=	ασθενώ
ασθενούσαν	=	ασθενώ
ασθενούσανε	=	ασθενώ
ασθενούσατε	=	ασθενώ
ασθενούσε	=	ασθενώ
ασθενούσες	=	ασθενώ
ασθενόσφαιρα	noun	ημίρρευστο και παχύρρευστο στρώμα κάτω από τη λιθόσφαιρα, πάνω στο οποίο κινούνται οι τεκτονικές πλάκες, καθιστώντας εφικτά φαινόμενα όπως οι σεισμοί και η ηφαιστειακή δραστηριότητα
ασθενόσφαιρας	=	ασθενόσφαιρα
ασθενόσφαιρες	=	ασθενόσφαιρα
ασθενώ	verb|formal	αρρωσταίνω, νοσώ
ασθενών	noun	γενική πληθυντικού του ασθενής	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ασθενής
ασθενώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ασθενώ
ασθενώς	adv	με ασθενή τρόπο
ασθμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άσθμα
ασθμαίναμε	=	ασθμαίνω
ασθμαίναν	=	ασθμαίνω
ασθμαίνανε	=	ασθμαίνω
ασθμαίνατε	=	ασθμαίνω
ασθμαίνει	=	ασθμαίνω
ασθμαίνεις	=	ασθμαίνω
ασθμαίνετε	=	ασθμαίνω
ασθμαίνομε	=	ασθμαίνω
ασθμαίνον	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνοντα	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ασθμαίνω
ασθμαίνοντες	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνοντον	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνοντος	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνοντουσα	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνουμε	=	ασθμαίνω
ασθμαίνουν	=	ασθμαίνω
ασθμαίνουνε	=	ασθμαίνω
ασθμαίνουσα	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνουσας	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνουσες	=	ασθμαίνοντας
ασθμαίνω	verb	αναπνέω δύσκολα, πνευστιώ, λαχανιάζω
ασθμαίνων	=	ασθμαίνοντας
ασθμαινουσών	=	ασθμαίνοντας
ασθμαινούσης	=	ασθμαίνοντας
ασθμαινόντων	=	ασθμαίνοντας
ασθματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθματικό
ασθματικέ	adj	κλητική ενικού του ασθματικός
ασθματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασθματική
ασθματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασθματικός
ασθματικής	adj	γενική ενικού του ασθματική
ασθματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασθματικός
ασθματικού	adj	γενική ενικού του ασθματικός
ασθματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασθματικός
ασθματικό	adj	αιτιατική ενικού του ασθματικός
ασθματικός	adj	ο σχετικός με το άσθμα
ασθματικών	adj	γενική πληθυντικού του ασθματικός
ασιάνιζα	=	ασιανίζω
ασιάνιζαν	=	ασιανίζω
ασιάνιζε	=	ασιανίζω
ασιάνιζες	=	ασιανίζω
ασιάνισα	=	ασιανίζω
ασιάνισαν	=	ασιανίζω
ασιάνισε	=	ασιανίζω
ασιάνισες	=	ασιανίζω
ασιάτες	=	ασιάτης
ασιάτη	=	ασιάτης
ασιάτης	noun	ο Ασιάτης
ασιάτικα	=	ασιάτικος
ασιάτικε	=	ασιάτικος
ασιάτικες	=	ασιάτικος
ασιάτικη	=	ασιάτικος
ασιάτικης	=	ασιάτικος
ασιάτικο	=	ασιάτικος
ασιάτικοι	=	ασιάτικος
ασιάτικος	adj	άλλη γραφή του ασιατικός
ασιάτικου	=	ασιάτικος
ασιάτικους	=	ασιάτικος
ασιάτικων	=	ασιάτικος
ασιάτισσα	=	ασιάτης
ασιάτων	=	ασιάτης
ασιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιανό	adv	άλλη μορφή του ασιατικά
ασιανέ	adj	κλητική ενικού του ασιανός
ασιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιανή
ασιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασιανός
ασιανής	adj	γενική ενικού του ασιανή
ασιανίζαμε	=	ασιανίζω
ασιανίζαν	=	ασιανίζω
ασιανίζανε	=	ασιανίζω
ασιανίζατε	=	ασιανίζω
ασιανίζει	=	ασιανίζω
ασιανίζεις	=	ασιανίζω
ασιανίζετε	=	ασιανίζω
ασιανίζοντας	=	ασιανίζω
ασιανίζουμε	=	ασιανίζω
ασιανίζουν	=	ασιανίζω
ασιανίζουνε	=	ασιανίζω
ασιανίζω	verb	ακολουθώ ή μιμούμαι των ασιατικό τρόπο ζωής
ασιανίσαμε	=	ασιανίζω
ασιανίσαν	=	ασιανίζω
ασιανίσανε	=	ασιανίζω
ασιανίσατε	=	ασιανίζω
ασιανίσει	=	ασιανίζω
ασιανίστε	=	ασιανίζω
ασιανισμέ	=	ασιανισμός
ασιανισμοί	=	ασιανισμός
ασιανισμού	=	ασιανισμός
ασιανισμούς	=	ασιανισμός
ασιανισμό	=	ασιανισμός
ασιανισμός	noun	η μίμηση του τρόπου διαβίωσης των Ασιατών
ασιανισμών	=	ασιανισμός
ασιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασιανός
ασιανολογία	noun	επιστήμη που ερευνά τον πολιτισμό, την ιστορία και τη γλώσσα των λαών της Ασίας
ασιανολογίας	noun	γενική ενικού του ασιανολογία
ασιανολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιανολογία
ασιανολογικά	=	ασιανολογικός
ασιανολογικέ	=	ασιανολογικός
ασιανολογικές	=	ασιανολογικός
ασιανολογική	=	ασιανολογικός
ασιανολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασιανολογική) του ασιανολογικός
ασιανολογικοί	=	ασιανολογικός
ασιανολογικού	=	ασιανολογικός
ασιανολογικούς	=	ασιανολογικός
ασιανολογικό	=	ασιανολογικός
ασιανολογικός	adj	ο σχετικός με την ασιανολογία ή τους ασιανολόγους
ασιανολογικών	=	ασιανολογικός
ασιανολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ασιανολογία
ασιανολόγε	noun	κλητική ενικού του ασιανολόγος
ασιανολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ασιανολόγος
ασιανολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασιανολόγος
ασιανολόγος	noun	που ασχολείται με την ασιανολογία
ασιανολόγου	noun	γενική ενικού του ασιανολόγος
ασιανολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασιανολόγος
ασιανολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ασιανολόγος
ασιανού	adj	γενική ενικού του ασιανός
ασιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασιανός
ασιανό	adj	αιτιατική ενικού του ασιανός
ασιανός	adj	ο ασιατικός
ασιανών	adj	γενική πληθυντικού του ασιανός
ασιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιατικό	adv	με ασιατικό τρόπο
ασιατικέ	adj	κλητική ενικού του ασιατικός
ασιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιατική
ασιατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασιατικός
ασιατικής	adj	γενική ενικού του ασιατική
ασιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασιατικός
ασιατικού	adj	γενική ενικού του ασιατικός
ασιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασιατικός
ασιατικό	adj	αιτιατική ενικού του ασιατικός
ασιατικός	adj	που ανήκει ή αφορά στην Ασία
ασιατικών	adj	γενική πληθυντικού του ασιατικός
ασιατισμέ	=	ασιατισμός
ασιατισμοί	=	ασιατισμός
ασιατισμού	=	ασιατισμός
ασιατισμούς	=	ασιατισμός
ασιατισμό	=	ασιατισμός
ασιατισμός	noun	η μίμηση του ασιατικού τρόπου ζωής
ασιατισμών	=	ασιατισμός
ασιατών	=	ασιάτης
ασιγούρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιγούρευτο
ασιγούρευτε	adj	κλητική ενικού του ασιγούρευτος
ασιγούρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιγούρευτη
ασιγούρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασιγούρευτος
ασιγούρευτης	adj	γενική ενικού του ασιγούρευτη
ασιγούρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασιγούρευτος
ασιγούρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασιγούρευτος
ασιγούρευτος	adj	που δεν έχει σιγουρευτεί
ασιγούρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασιγούρευτος
ασιγούρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασιγούρευτος
ασιγούρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασιγούρευτος
ασιδέρωτα	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτε	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτες	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτη	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτης	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτο	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτοι	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτος	adj	που δε σιδερώθηκε
ασιδέρωτου	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτους	=	ασιδέρωτος
ασιδέρωτων	=	ασιδέρωτος
ασικλίκι	noun	λεβεντιά, παλικαριά
ασικλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασικλίκι
ασινόφιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασινόφιδο
ασινόφιδο	noun	άλλη ονομασία του φιδιού στεφανοφόρος
ασινόφιδου	noun	γενική ενικού του ασινόφιδο
ασινόφιδων	noun	γενική πληθυντικού του ασινόφιδο
ασιτία	noun	έλλειψη (λήψης) τροφής
ασιτίας	noun	γενική ενικού του ασιτία
ασιτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασιτία
ασιτιών	noun	γενική πληθυντικού του ασιτία
ασκάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκάλιστος	adv	χωρίς σκάλισμα, χωρίς να έχει σκαλιστεί
ασκάλιστε	=	ασκάλιστος
ασκάλιστες	=	ασκάλιστος
ασκάλιστη	=	ασκάλιστος
ασκάλιστης	=	ασκάλιστος
ασκάλιστο	=	ασκάλιστος
ασκάλιστοι	=	ασκάλιστος
ασκάλιστος	adj	που δεν έχει σκαλιστεί
ασκάλιστου	=	ασκάλιστος
ασκάλιστους	=	ασκάλιστος
ασκάλιστων	=	ασκάλιστος
ασκάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκάλωτο
ασκάλωτε	adj	κλητική ενικού του ασκάλωτος
ασκάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκάλωτη
ασκάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκάλωτος
ασκάλωτης	adj	γενική ενικού του ασκάλωτη
ασκάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασκάλωτος
ασκάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκάλωτος
ασκάλωτος	adj	που δεν έχει σκαλιά
ασκάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκάλωτος
ασκάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκάλωτος
ασκάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκάλωτος
ασκέ	noun	κλητική ενικού του ασκός
ασκέπαστα	=	ασκέπαστος
ασκέπαστε	=	ασκέπαστος
ασκέπαστες	=	ασκέπαστος
ασκέπαστη	=	ασκέπαστος
ασκέπαστης	=	ασκέπαστος
ασκέπαστο	=	ασκέπαστος
ασκέπαστοι	=	ασκέπαστος
ασκέπαστος	adj	που δεν τον έχουν σκεπάσει, που δεν έχει σκέπασμα
ασκέπαστου	=	ασκέπαστος
ασκέπαστους	=	ασκέπαστος
ασκέπαστων	=	ασκέπαστος
ασκέρι	noun|dated	το τμήμα άτακτου ή τακτικού στρατού
ασκέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκέρι
ασκήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκήμαινα	=	ασκημαίνω
ασκήμαιναν	=	ασκημαίνω
ασκήμαινε	=	ασκημαίνω
ασκήμαινες	=	ασκημαίνω
ασκήμια	noun	η ιδιότητα του άσχημου, το να έχει κάποιος δυσάρεστη όψη
ασκήμιας	=	ασκήμια
ασκήμιες	=	ασκήμια
ασκήμιζα	=	ασκημίζω
ασκήμιζαν	=	ασκημίζω
ασκήμιζε	=	ασκημίζω
ασκήμιζες	=	ασκημίζω
ασκήμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκήμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκήμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκήμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκήμυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκήμυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκήμυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκήμυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσαν	=	ασκώ
ασκήσανε	=	ασκώ
ασκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσκηση
ασκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του άσκηση
ασκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του άσκηση
ασκήσιμα	=	ασκήσιμος
ασκήσιμε	=	ασκήσιμος
ασκήσιμες	=	ασκήσιμος
ασκήσιμη	=	ασκήσιμος
ασκήσιμης	=	ασκήσιμος
ασκήσιμο	=	ασκήσιμος
ασκήσιμοι	=	ασκήσιμος
ασκήσιμος	adj	άτομο με μέτριο νοητικό περιορισμό, το οποίο, παρότι αδυνατεί να παρακολουθήσει τυπική εκπαίδευση, μπορεί να μάθει βασικές πρακτικές δεξιότητες και να ενταχθεί λειτουργικά σε προστατευμένο περιβάλλον
ασκήσιμου	=	ασκήσιμος
ασκήσιμους	=	ασκήσιμος
ασκήσιμων	=	ασκήσιμος
ασκήσου	=	ασκώ
ασκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσουνε	=	ασκώ
ασκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκώ
ασκήτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκήτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκήτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκήτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκήτρια	noun	θηλυκό του ασκητής
ασκήτριας	noun	γενική ενικού του ασκήτρια
ασκήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκήτρια
ασκί	noun	άλλη μορφή του ασκός
ασκίαστα	adv	χωρίς να έχει σκιαστεί
ασκίαστε	=	ασκίαστος
ασκίαστες	=	ασκίαστος
ασκίαστη	=	ασκίαστος
ασκίαστης	=	ασκίαστος
ασκίαστο	=	ασκίαστος
ασκίαστοι	=	ασκίαστος
ασκίαστος	adj	ο χωρίς σκιά
ασκίαστου	=	ασκίαστος
ασκίαστους	=	ασκίαστος
ασκίαστων	=	ασκίαστος
ασκίτες	=	ασκίτης
ασκίτη	=	ασκίτης
ασκίτης	noun	παθολογική συγκέντρωση υγρού στην περιτοναϊκή κοιλότητα, συνήθως ως εκδήλωση ηπατικής, καρδιακής ή άλλης σοβαρής νόσου
ασκαλντί	adv	παραλίγο
ασκαλωνίου	=	ασκαλώνιο
ασκαλωνίων	=	ασκαλώνιο
ασκαλώνια	=	ασκαλώνιο
ασκαλώνιο	noun	βολβός κρεμμυδιού με μικρό μέγεθος και ήπια, αρωματική γεύση, που χρησιμοποιείται ως λαχανικό και καρύκευμα, ιδίως στη γαλλική κουζίνα
ασκαλώνιου	=	ασκαλώνιο
ασκαλώνιων	=	ασκαλώνιο
ασκανδάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκανδάλιστος	adv	χωρίς σκανδαλισμό
ασκανδάλιστε	adj	κλητική ενικού του ασκανδάλιστος
ασκανδάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκανδάλιστη
ασκανδάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκανδάλιστος
ασκανδάλιστης	adj	γενική ενικού του ασκανδάλιστη
ασκανδάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασκανδάλιστος
ασκανδάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκανδάλιστος
ασκανδάλιστος	adj	που δεν σκανδαλίζεται, δεν υποκύπτει σε πειρασμούς
ασκανδάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκανδάλιστος
ασκανδάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκανδάλιστος
ασκανδάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκανδάλιστος
ασκαντάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκαντάλιστο
ασκαντάλιστε	adj	κλητική ενικού του ασκαντάλιστος
ασκαντάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκαντάλιστη
ασκαντάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκαντάλιστος
ασκαντάλιστης	adj	γενική ενικού του ασκαντάλιστη
ασκαντάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασκαντάλιστος
ασκαντάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκαντάλιστος
ασκαντάλιστος	adj	που δεν έχει δεχτεί σκανδαλιές σε βάρος του
ασκαντάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκαντάλιστος
ασκαντάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκαντάλιστος
ασκαντάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκαντάλιστος
ασκαρίδα	noun	μακρόστενο παρασιτικό σκουλήκι που ζει στο λεπτό έντερο ανθρώπων και ζώων, που μεταδίδεται κυρίως με μολυσμένα τρόφιμα ή νερό και προκαλεί διαταραχές στο πεπτικό σύστημα
ασκαρίδας	=	ασκαρίδα
ασκαρίδες	=	ασκαρίδα
ασκαρίδων	=	ασκαρίδα
ασκαρδαμυκτί	adv|archaic	χωρίς να ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα, με βλέμμα ατενές, ατενώς
ασκαψία	noun|dated	η ιδιότητα του άσκαφτου, το να μην έχει σκαφτεί κάποιος τόπος
ασκαψίας	noun	γενική ενικού του ασκαψία
ασκαψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκαψία
ασκαψιών	noun	γενική πληθυντικού του ασκαψία
ασκαύλι	noun	ο άσκαυλος
ασκαύλια	=	ασκαύλι
ασκαύλου	=	άσκαυλος
ασκαύλους	=	άσκαυλος
ασκαύλων	=	άσκαυλος
ασκε	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
ασκεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ασκώ
ασκείς	=	ασκώ
ασκείσαι	=	ασκώ
ασκείστε	=	ασκώ
ασκείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ασκούμαι
ασκείτε	=	ασκώ
ασκείτο	=	ασκώ
ασκελές	=	ασκελής
ασκελή	=	ασκελής
ασκελής	adj|dated	που δεν έχει σκέλη
ασκελείς	=	ασκελής
ασκελούς	=	ασκελής
ασκελών	=	ασκελής
ασκεπές	=	ασκεπής
ασκεπή	=	ασκεπής
ασκεπής	adj	που δεν φοράει καπέλο ή άλλο κάλυμμα της κεφαλής
ασκεπείς	=	ασκεπής
ασκεπούς	=	ασκεπής
ασκεπών	=	ασκεπής
ασκεριού	=	ασκέρι
ασκεριών	=	ασκέρι
ασκεψιά	noun	απερισκεψία, ασυλλογισιά
ασκεψιάς	=	ασκεψιά
ασκεψιές	=	ασκεψιά
ασκεψιών	=	ασκεψιά
ασκηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθήκαν	=	ασκώ
ασκηθήκανε	=	ασκώ
ασκηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκηθούνε	=	ασκώ
ασκηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκούμαι
ασκημάδα	noun	ασχημάδα
ασκημάδας	=	ασκημάδα
ασκημάδες	=	ασκημάδα
ασκημάδων	=	ασκημάδα
ασκημάνθρωπε	=	ασκημάνθρωπος
ασκημάνθρωπο	=	ασκημάνθρωπος
ασκημάνθρωποι	=	ασκημάνθρωπος
ασκημάνθρωπος	noun	άλλη μορφή του ασχημάνθρωπος
ασκημάνθρωπου	=	ασκημάνθρωπος
ασκημάνθρωπους	=	ασκημάνθρωπος
ασκημάντρα	=	ασκημάντρας
ασκημάντρας	noun	άλλη μορφή του ασχημάντρας
ασκημάντρες	=	ασκημάντρας
ασκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκημένο
ασκημένε	verb	κλητική ενικού του ασκημένος
ασκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκημένη
ασκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκημένος
ασκημένης	verb	γενική ενικού του ασκημένη
ασκημένο	verb	αιτιατική ενικού του ασκημένος
ασκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκημένος
ασκημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασκώ
ασκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκημένος
ασκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασκημένος
ασκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκημένος
ασκημίζαμε	=	ασκημίζω
ασκημίζαν	=	ασκημίζω
ασκημίζανε	=	ασκημίζω
ασκημίζατε	=	ασκημίζω
ασκημίζει	=	ασκημίζω
ασκημίζεις	=	ασκημίζω
ασκημίζετε	=	ασκημίζω
ασκημίζοντας	=	ασκημίζω
ασκημίζουμε	=	ασκημίζω
ασκημίζουν	=	ασκημίζω
ασκημίζουνε	=	ασκημίζω
ασκημίζω	verb	ασχημαίνω, ασχημίζω
ασκημίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσαν	=	ασκημίζω
ασκημίσανε	=	ασκημίζω
ασκημίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημίζω
ασκημαίναμε	=	ασκημαίνω
ασκημαίναν	=	ασκημαίνω
ασκημαίνανε	=	ασκημαίνω
ασκημαίνατε	=	ασκημαίνω
ασκημαίνει	=	ασκημαίνω
ασκημαίνεις	=	ασκημαίνω
ασκημαίνετε	=	ασκημαίνω
ασκημαίνοντας	=	ασκημαίνω
ασκημαίνουμε	=	ασκημαίνω
ασκημαίνουν	=	ασκημαίνω
ασκημαίνουνε	=	ασκημαίνω
ασκημαίνω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι δύσμορφο, ασχημαίνω
ασκημαντρών	=	ασκημάντρας
ασκημιά	noun	δυσμορφία, ασκήμια, ασχημία
ασκημιάς	=	ασκημιά
ασκημιές	=	ασκημιά
ασκημιών	=	ασκημιά
ασκημομούρα	=	ασκημομούρης
ασκημομούρας	=	ασκημομούρης
ασκημομούρες	=	ασκημομούρης
ασκημομούρη	=	ασκημομούρης
ασκημομούρηδες	=	ασκημομούρης
ασκημομούρηδων	=	ασκημομούρης
ασκημομούρης	adj	ασχημομούρης
ασκημομούρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκημομούρικο
ασκημομούρικε	adj	κλητική ενικού του ασκημομούρικος
ασκημομούρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκημομούρικη
ασκημομούρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκημομούρικος
ασκημομούρικης	adj	γενική ενικού του ασκημομούρικη
ασκημομούρικο	adj	αιτιατική ενικού του ασκημομούρικος
ασκημομούρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκημομούρικος
ασκημομούρικος	adj	άλλη μορφή του ασκημομούρης
ασκημομούρικου	adj	γενική ενικού του ασκημομούρικος
ασκημομούρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκημομούρικος
ασκημομούρικων	adj	γενική πληθυντικού του ασκημομούρικος
ασκημούλα	=	ασκημούλης
ασκημούλας	=	ασκημούλης
ασκημούλες	=	ασκημούλης
ασκημούλη	=	ασκημούλης
ασκημούληδες	=	ασκημούλης
ασκημούληδων	=	ασκημούλης
ασκημούλης	adj	ο κάπως άσχημος
ασκημούλικα	=	ασκημούλης
ασκημούλικο	=	ασκημούλης
ασκημούλικου	=	ασκημούλης
ασκημούλικων	=	ασκημούλης
ασκημούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκημούτσικος	adv	ασχημούτσικα
ασκημούτσικε	adj	κλητική ενικού του ασκημούτσικος
ασκημούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκημούτσικη
ασκημούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκημούτσικος
ασκημούτσικης	adj	γενική ενικού του ασκημούτσικη
ασκημούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ασκημούτσικος
ασκημούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκημούτσικος
ασκημούτσικος	adj	άλλη μορφή του ασχημούλης
ασκημούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκημούτσικος
ασκημούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκημούτσικος
ασκημούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκημούτσικος
ασκημύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύναν	=	ασκημαίνω
ασκημύνανε	=	ασκημαίνω
ασκημύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκημύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκημαίνω
ασκητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκητής
ασκητέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασκητεύω
ασκητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασκητής
ασκητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκητήριο
ασκητήριο	noun	το ενδιαίτημα ενός ασκητή
ασκητήριου	=	ασκητήριο
ασκητής	noun	ερημίτης, καλόγερος ή αναχωρητής που ζει με στερήσεις, μακριά από τον κόσμο
ασκηταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκηταριό
ασκηταριού	=	ασκηταριό
ασκηταριό	noun|vulgar	ενδιαίτημα ενός ασκητή
ασκηταριών	=	ασκηταριό
ασκητεία	noun	η ζωή τού ασκητή
ασκητείας	=	ασκητεία
ασκητείες	=	ασκητεία
ασκητειών	=	ασκητεία
ασκητεύω	verb	ζω σαν ασκητής, με εγκράτεια και λιτότητα
ασκητηρίου	noun	γενική ενικού του ασκητήριο
ασκητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ασκητήριο
ασκητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκητικό	adv	με ασκητικό τρόπο, με τον τρόπο των ασκητών
ασκητικέ	adj	κλητική ενικού του ασκητικός
ασκητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκητική
ασκητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκητικός
ασκητικής	adj	γενική ενικού του ασκητική
ασκητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκητικός
ασκητικού	adj	γενική ενικού του ασκητικός
ασκητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκητικός
ασκητικό	adj	αιτιατική ενικού του ασκητικός
ασκητικός	adj	που έχει σχέση με ασκητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ασκητικών	adj	γενική πληθυντικού του ασκητικός
ασκητικώς	adv|dated	ασκητικά
ασκητισμέ	noun	κλητική ενικού του ασκητισμός
ασκητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκητισμός
ασκητισμού	noun	γενική ενικού του ασκητισμός
ασκητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασκητισμός
ασκητισμό	noun	αιτιατική ενικού του ασκητισμός
ασκητισμός	noun	η επιδίωξη της ψυχικής τελειότητας με καθυπόταξη των φυσικών ορμών και καταπόνηση του σώματος
ασκητισμών	noun	γενική πληθυντικού του ασκητισμός
ασκητριών	noun	γενική πληθυντικού του ασκήτρια
ασκητών	noun	γενική πληθυντικού του ασκητής
ασκιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκί
ασκιαγράφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκιαγράφητο
ασκιαγράφητε	adj	κλητική ενικού του ασκιαγράφητος
ασκιαγράφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκιαγράφητη
ασκιαγράφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκιαγράφητος
ασκιαγράφητης	adj	γενική ενικού του ασκιαγράφητη
ασκιαγράφητο	adj	αιτιατική ενικού του ασκιαγράφητος
ασκιαγράφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκιαγράφητος
ασκιαγράφητος	adj	που δεν σκιαγραφήθηκε, δεν απεικονίστηκε στις γενικές του γραμμές
ασκιαγράφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκιαγράφητος
ασκιαγράφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκιαγράφητος
ασκιαγράφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκιαγράφητος
ασκιανάδα	noun	ίσκιος
ασκιανάδας	=	ασκιανάδα
ασκιανάδες	=	ασκιανάδα
ασκιανάδων	=	ασκιανάδα
ασκιανός	noun	σκιά
ασκιού	=	ασκί
ασκιτικά	=	ασκιτικός
ασκιτικέ	=	ασκιτικός
ασκιτικές	=	ασκιτικός
ασκιτική	=	ασκιτικός
ασκιτικής	=	ασκιτικός
ασκιτικοί	=	ασκιτικός
ασκιτικού	=	ασκιτικός
ασκιτικούς	=	ασκιτικός
ασκιτικό	=	ασκιτικός
ασκιτικός	adj	που έχει σχέση με ασκίτη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
ασκιτικών	=	ασκιτικός
ασκιτών	=	ασκίτης
ασκιών	=	ασκί
ασκλάβωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκλάβωτος	adv	χωρίς να έχει σκλαβωθεί
ασκλάβωτε	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτες	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτη	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτης	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτο	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτοι	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτος	adj	που δεν έχει σκλαβωθεί, ελεύθερος, αδούλωτος
ασκλάβωτου	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτους	=	ασκλάβωτος
ασκλάβωτων	=	ασκλάβωτος
ασκληπιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκληπιείο
ασκληπιείο	noun	αρχαίος ναός και ιερό τού Ασκληπιού
ασκληπιείου	noun	γενική ενικού του ασκληπιείο
ασκληπιείων	noun	γενική πληθυντικού του ασκληπιείο
ασκληραγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκληραγώγητο
ασκληραγώγητε	adj	κλητική ενικού του ασκληραγώγητος
ασκληραγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκληραγώγητη
ασκληραγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκληραγώγητος
ασκληραγώγητης	adj	γενική ενικού του ασκληραγώγητη
ασκληραγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του ασκληραγώγητος
ασκληραγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκληραγώγητος
ασκληραγώγητος	adj	που δεν έχει σκληραγωγηθεί
ασκληραγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκληραγώγητος
ασκληραγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκληραγώγητος
ασκληραγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκληραγώγητος
ασκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκός
ασκοειδές	=	ασκοειδής
ασκοειδή	=	ασκοειδής
ασκοειδής	adj	όμοιος με ασκό
ασκοειδείς	=	ασκοειδής
ασκοειδλες	=	ασκοειδής
ασκοειδούς	=	ασκοειδής
ασκοειδών	=	ασκοειδής
ασκομαντούρα	noun	ο άσκαυλος, το ασκαύλι
ασκομαντούρας	=	ασκομαντούρα
ασκομαντούρες	=	ασκομαντούρα
ασκομαντούρων	=	ασκομαντούρα
ασκομπαντούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκομπαντούρα
ασκομύκητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκομύκητας
ασκορβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκορβικό
ασκορβικέ	adj	κλητική ενικού του ασκορβικός
ασκορβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκορβική
ασκορβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκορβικός
ασκορβικής	adj	γενική ενικού του ασκορβική
ασκορβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκορβικός
ασκορβικού	adj	γενική ενικού του ασκορβικός
ασκορβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκορβικός
ασκορβικό	adj	αιτιατική ενικού του ασκορβικός
ασκορβικός	adj	που έχει σχέση με το ασκορβικό οξύ (C₆H₈O₆, βιταμίνη C) ή αναφέρεται σ’ αυτό
ασκορβικών	adj	γενική πληθυντικού του ασκορβικός
ασκορδουλάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκορδούλακας
ασκορδουλάκων	=	ασκορδούλακας
ασκορδούλακα	=	ασκορδούλακας
ασκορδούλακας	noun	ο βολβός, ο υπόγειος βλαστός του φυτού muscari comosum, γνωστός από την αρχαιότητα, από τον οποίο παρασκευάζονται τουρσιά και σχετικές σαλάτες, ιδιαίτερα στην Κρήτη.
ασκορδούλακες	=	ασκορδούλακας
ασκοτείνιαστα	adv	πριν σκοτεινιάσει, πριν πέσει το βράδυ
ασκοτείνιαστε	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστες	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστη	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστης	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστο	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστοι	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστος	adj	που δε σκοτείνιασε
ασκοτείνιαστου	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστους	=	ασκοτείνιαστος
ασκοτείνιαστων	=	ασκοτείνιαστος
ασκού	noun	γενική ενικού του ασκός
ασκούμαι	verb	ασκώ τον εαυτό μου
ασκούμασταν	=	ασκώ
ασκούμαστε	=	ασκώ
ασκούμε	=	ασκώ
ασκούμεν	=	ασκούμενος
ασκούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκούμενο
ασκούμενε	verb	κλητική ενικού του ασκούμενος
ασκούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκούμενη
ασκούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκούμενος
ασκούμενης	verb	γενική ενικού του ασκούμενη
ασκούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ασκούμενος
ασκούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκούμενος
ασκούμενος	verb	αυτός που ασκείται σε ένα επάγγελμα, καθώς ασκείται
ασκούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκούμενος
ασκούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασκούμενος
ασκούμενων	verb	γενική πληθυντικού του ασκούμενος
ασκούμουν	=	ασκώ
ασκούμουνα	=	ασκώ
ασκούν	=	ασκώ
ασκούνε	=	ασκώ
ασκούνται	=	ασκώ
ασκούνταν	=	ασκώ
ασκούντητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκούντητο
ασκούντητε	adj	κλητική ενικού του ασκούντητος
ασκούντητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκούντητη
ασκούντητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκούντητος
ασκούντητης	adj	γενική ενικού του ασκούντητη
ασκούντητο	adj	αιτιατική ενικού του ασκούντητος
ασκούντητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκούντητος
ασκούντητος	adj	που δεν τον έχουν σκουντήσει
ασκούντητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκούντητος
ασκούντητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκούντητος
ασκούντητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκούντητος
ασκούντο	=	ασκώ
ασκούπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκούπιστος	adv	χωρίς να έχει σκουπιστεί
ασκούπιστε	=	ασκούπιστος
ασκούπιστες	=	ασκούπιστος
ασκούπιστη	=	ασκούπιστος
ασκούπιστης	=	ασκούπιστος
ασκούπιστο	=	ασκούπιστος
ασκούπιστοι	=	ασκούπιστος
ασκούπιστος	adj	χώρος που δεν τον καθάρισαν με σκούπα
ασκούπιστου	=	ασκούπιστος
ασκούπιστους	=	ασκούπιστος
ασκούπιστων	=	ασκούπιστος
ασκούριαστα	=	ασκούριαστος
ασκούριαστε	=	ασκούριαστος
ασκούριαστες	=	ασκούριαστος
ασκούριαστη	=	ασκούριαστος
ασκούριαστης	=	ασκούριαστος
ασκούριαστο	=	ασκούριαστος
ασκούριαστοι	=	ασκούριαστος
ασκούριαστος	adj	που δε σκουριάζει ή δε σκούριασε, ανοξείδωτος
ασκούριαστου	=	ασκούριαστος
ασκούριαστους	=	ασκούριαστος
ασκούριαστων	=	ασκούριαστος
ασκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασκός
ασκούσα	=	ασκώ
ασκούσαμε	=	ασκώ
ασκούσαν	=	ασκώ
ασκούσανε	=	ασκώ
ασκούσασταν	=	ασκώ
ασκούσαστε	=	ασκώ
ασκούσατε	=	ασκώ
ασκούσε	=	ασκώ
ασκούσες	=	ασκώ
ασκούσουν	=	ασκώ
ασκούσουνα	=	ασκώ
ασκούφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκούφωτο
ασκούφωτε	adj	κλητική ενικού του ασκούφωτος
ασκούφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκούφωτη
ασκούφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκούφωτος
ασκούφωτης	adj	γενική ενικού του ασκούφωτη
ασκούφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασκούφωτος
ασκούφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκούφωτος
ασκούφωτος	adj	που δε φορά σκούφο
ασκούφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκούφωτος
ασκούφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκούφωτος
ασκούφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκούφωτος
ασκτ	abbrev	πανεπιστημιακή σχολή που διδάσκει τις εικαστικές τέχνες
ασκυρόστρωτα	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτε	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτες	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτη	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτης	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτο	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτοι	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτος	adj	που δεν τον έχουν σκυροστρώσει
ασκυρόστρωτου	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτους	=	ασκυρόστρωτος
ασκυρόστρωτων	=	ασκυρόστρωτος
ασκό	noun	αιτιατική ενικού του ασκός
ασκόλυμπρε	=	ασκόλυμπρος
ασκόλυμπρο	=	ασκόλυμπρος
ασκόλυμπροι	=	ασκόλυμπρος
ασκόλυμπρος	noun	βρώσιμο χόρτο από την Κρήτη, Σκόλυμος ο ισπανικός (Scolymus hispanicus)
ασκόλυμπρου	=	ασκόλυμπρος
ασκόλυμπρους	=	ασκόλυμπρος
ασκόλυμπρων	=	ασκόλυμπρος
ασκόνιστα	=	ασκόνιστος
ασκόνιστε	=	ασκόνιστος
ασκόνιστες	=	ασκόνιστος
ασκόνιστη	=	ασκόνιστος
ασκόνιστης	=	ασκόνιστος
ασκόνιστο	=	ασκόνιστος
ασκόνιστοι	=	ασκόνιστος
ασκόνιστος	adj	ο μη σκονισμένος
ασκόνιστου	=	ασκόνιστος
ασκόνιστους	=	ασκόνιστος
ασκόνιστων	=	ασκόνιστος
ασκόπευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκόπευτος	adv|rare	χωρίς να έχουν σκοπεύσει
ασκόπευτε	adj	κλητική ενικού του ασκόπευτος
ασκόπευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκόπευτη
ασκόπευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκόπευτος
ασκόπευτης	adj	γενική ενικού του ασκόπευτη
ασκόπευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασκόπευτος
ασκόπευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκόπευτος
ασκόπευτος	adj	ασημάδευτος
ασκόπευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκόπευτος
ασκόπευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκόπευτος
ασκόπευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκόπευτος
ασκόπως	adv|formal	άσκοπα
ασκόρπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκόρπιστος	adv	χωρίς να έχει σκορπιστεί
ασκόρπιστε	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστες	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστη	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστης	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστο	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστοι	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστος	adj	που δε σκορπίστηκε
ασκόρπιστου	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστους	=	ασκόρπιστος
ασκόρπιστων	=	ασκόρπιστος
ασκός	noun	είδος δοχείου ή σακιού από δέρμα ζώου για αποθήκευση και μεταφορά υγρών (νερό, κρασί κ.λπ.)
ασκότιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασκότιστος	adv	χωρίς να έχει σκοτιστεί
ασκότιστε	adj	κλητική ενικού του ασκότιστος
ασκότιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασκότιστη
ασκότιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασκότιστος
ασκότιστης	adj	γενική ενικού του ασκότιστη
ασκότιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασκότιστος
ασκότιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασκότιστος
ασκότιστος	adj	που δε σκεπάστηκε από σκοτάδι
ασκότιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασκότιστος
ασκότιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασκότιστος
ασκότιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασκότιστος
ασκότωτα	=	ασκότωτος
ασκότωτε	=	ασκότωτος
ασκότωτες	=	ασκότωτος
ασκότωτη	=	ασκότωτος
ασκότωτης	=	ασκότωτος
ασκότωτο	=	ασκότωτος
ασκότωτοι	=	ασκότωτος
ασκότωτος	adj	που δεν έχει σκοτωθεί ή δεν είναι δυνατόν να σκοτωθεί
ασκότωτου	=	ασκότωτος
ασκότωτους	=	ασκότωτος
ασκότωτων	=	ασκότωτος
ασκώ	verb	υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων
ασκών	noun	γενική πληθυντικού του ασκός
ασκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ασκώ
ασλάνη	=	ασλάνης
ασλάνηδες	=	ασλάνης
ασλάνηδων	=	ασλάνης
ασλάνης	noun	ανδρείος
ασλάνι	noun|dated	λιοντάρι
ασλάνια	=	ασλάνι
ασλανιού	=	ασλάνι
ασλανιών	=	ασλάνι
ασμ	abbrev	αρχικά του: Αριθμός Στρατολογικού Μητρώου
ασμάλτωτα	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτε	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτες	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτη	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτης	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτο	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτοι	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτος	adj	όχι επιχρισμένος με σμάλτο
ασμάλτωτου	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτους	=	ασμάλτωτος
ασμάλτωτων	=	ασμάλτωτος
ασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άσμα
ασμένως	adv|formal	ευχαρίστως, με πολλή χαρά, μετά χαράς
ασμίκρυντα	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντε	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντες	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντη	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντης	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντο	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντοι	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντος	adj	που δε σμικρύνθηκε ή δεν μπορεί να σμικρυνθεί
ασμίκρυντου	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντους	=	ασμίκρυντος
ασμίκρυντων	=	ασμίκρυντος
ασμίλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασμίλευτο
ασμίλευτε	adj	κλητική ενικού του ασμίλευτος
ασμίλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασμίλευτη
ασμίλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασμίλευτος
ασμίλευτης	adj	γενική ενικού του ασμίλευτη
ασμίλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασμίλευτος
ασμίλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασμίλευτος
ασμίλευτος	adj	που δεν έχει σμιλευτεί, δεν τον έχουν επεξεργαστεί με τη σμίλη
ασμίλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασμίλευτος
ασμίλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασμίλευτος
ασμίλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασμίλευτος
ασματικά	=	ασματικός
ασματικέ	=	ασματικός
ασματικές	=	ασματικός
ασματική	=	ασματικός
ασματικής	=	ασματικός
ασματικοί	=	ασματικός
ασματικού	=	ασματικός
ασματικούς	=	ασματικός
ασματικό	=	ασματικός
ασματικός	adj|formal	που έχει σχέση με άσμα (τραγούδι ή εκκλησιαστικό) ή αναφέρεται σʼ αυτό
ασματικών	=	ασματικός
ασματογράφε	=	ασματογράφος
ασματογράφο	=	ασματογράφος
ασματογράφοι	=	ασματογράφος
ασματογράφος	noun	ποιητής ή συνθέτης ασμάτων
ασματογράφου	=	ασματογράφος
ασματογράφους	=	ασματογράφος
ασματογράφων	=	ασματογράφος
ασμχος	abbrev	αντισμήναρχος
ασνα	abbrev	Ανώτερη Σχολή Ναυπηγών Αθήνας
ασο	abbrev	Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός
ασοβάντιστα	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστε	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστες	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστη	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστης	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστο	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστοι	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστος	adj	που δεν τον έχουν σοβαντίσει
ασοβάντιστου	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστους	=	ασοβάντιστος
ασοβάντιστων	=	ασοβάντιστος
ασοβάρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασοβάρευτο
ασοβάρευτε	adj	κλητική ενικού του ασοβάρευτος
ασοβάρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασοβάρευτη
ασοβάρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασοβάρευτος
ασοβάρευτης	adj	γενική ενικού του ασοβάρευτη
ασοβάρευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασοβάρευτος
ασοβάρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασοβάρευτος
ασοβάρευτος	adj|dated	που δεν είναι σοβαρός
ασοβάρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασοβάρευτος
ασοβάρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασοβάρευτος
ασοβάρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασοβάρευτος
ασοεε	abbrev	Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών
ασοπ	abbrev	Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής
ασορτί	adj	αυτό που ταιριάζει με άλλο, ταιριαστό	adv	ταιριαστά
ασουλούπωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασουλούπωτος	adv	χωρίς να έχει σουλουπωθεί
ασουλούπωτε	adj	κλητική ενικού του ασουλούπωτος
ασουλούπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασουλούπωτη
ασουλούπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασουλούπωτος
ασουλούπωτης	adj	γενική ενικού του ασουλούπωτη
ασουλούπωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασουλούπωτος
ασουλούπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασουλούπωτος
ασουλούπωτος	adj	που δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες
ασουλούπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασουλούπωτος
ασουλούπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασουλούπωτος
ασουλούπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασουλούπωτος
ασουρέ	=	ασουρές
ασουρέδες	=	ασουρές
ασουρέδων	=	ασουρές
ασουρές	noun	γλυκό που παρασκευάζεται από σπόρους, όσπρια, σιτάρι, ξηρούς καρπούς και φρούτα και σερβίρεται πασπαλισμένο με κανέλα και γαρνιρισμένο με ξηρούς καρπούς
ασουρούπωτα	adv	πριν έρθει το σούρουπο
ασούβλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασούβλιστος	adv	χωρίς να έχουν σουβλιστεί
ασούβλιστε	=	ασούβλιστος
ασούβλιστες	=	ασούβλιστος
ασούβλιστη	=	ασούβλιστος
ασούβλιστης	=	ασούβλιστος
ασούβλιστο	=	ασούβλιστος
ασούβλιστοι	=	ασούβλιστος
ασούβλιστος	adj	που δεν τον έχουν σουβλίσει
ασούβλιστου	=	ασούβλιστος
ασούβλιστους	=	ασούβλιστος
ασούβλιστων	=	ασούβλιστος
ασούρωτα	=	ασούρωτος
ασούρωτε	=	ασούρωτος
ασούρωτες	=	ασούρωτος
ασούρωτη	=	ασούρωτος
ασούρωτης	=	ασούρωτος
ασούρωτο	=	ασούρωτος
ασούρωτοι	=	ασούρωτος
ασούρωτος	adj	που δεν έχει σουρωθεί, αστράγγιστος
ασούρωτοςα	=	ασούρωτος
ασούρωτοςε	=	ασούρωτος
ασούρωτοςες	=	ασούρωτος
ασούρωτοςη	=	ασούρωτος
ασούρωτοςης	=	ασούρωτος
ασούρωτοςο	=	ασούρωτος
ασούρωτοςοι	=	ασούρωτος
ασούρωτοςος	=	ασούρωτος
ασούρωτοςου	=	ασούρωτος
ασούρωτοςους	=	ασούρωτος
ασούρωτοςων	=	ασούρωτος
ασούρωτου	=	ασούρωτος
ασούρωτους	=	ασούρωτος
ασούρωτων	=	ασούρωτος
ασούσσουμα	=	ασούσσουμος
ασούσσουμε	=	ασούσσουμος
ασούσσουμες	=	ασούσσουμος
ασούσσουμη	=	ασούσσουμος
ασούσσουμης	=	ασούσσουμος
ασούσσουμο	=	ασούσσουμος
ασούσσουμοι	=	ασούσσουμος
ασούσσουμος	adj	ο αγνώριστος που αλλοιώθηκε από ασθένεια ή ψυχικό πάθος.
ασούσσουμου	=	ασούσσουμος
ασούσσουμους	=	ασούσσουμος
ασούσσουμων	=	ασούσσουμος
ασούφρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασούφρωτο
ασούφρωτε	adj	κλητική ενικού του ασούφρωτος
ασούφρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασούφρωτη
ασούφρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασούφρωτος
ασούφρωτης	adj	γενική ενικού του ασούφρωτη
ασούφρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασούφρωτος
ασούφρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασούφρωτος
ασούφρωτος	adj	που δεν έχει σουφρώσει
ασούφρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασούφρωτος
ασούφρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασούφρωτος
ασούφρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασούφρωτος
ασπάδα	=	ασπράδα
ασπάδας	=	ασπράδα
ασπάδες	=	ασπράδα
ασπάδων	=	ασπράδα
ασπάζεσαι	=	ασπάζομαι
ασπάζεστε	=	ασπάζομαι
ασπάζεται	=	ασπάζομαι
ασπάζομαι	verb	φιλάω, αγκαλιάζω
ασπάζονται	=	ασπάζομαι
ασπάζονταν	=	ασπάζομαι
ασπάζου	=	ασπάζομαι
ασπάλαθε	noun	κλητική ενικού του ασπάλαθος
ασπάλαθο	noun	αιτιατική ενικού του ασπάλαθος
ασπάλαθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπάλαθος
ασπάλαθος	noun	(επιστημονική ονομάσια: Calycotome villosa, Καλυκοτόμη η εριότριχος) είδος θάμνου με πολλά αγκάθια.
ασπάλαθου	=	ασπάλαθος
ασπάλαθους	=	ασπάλαθος
ασπάλαθων	=	ασπάλαθος
ασπάλακα	=	ασπάλακας
ασπάλακας	noun	ο τυφλοπόντικας
ασπάλακες	=	ασπάλακας
ασπάσθηκα	=	ασπάζομαι
ασπάσθηκαν	=	ασπάζομαι
ασπάσθηκε	=	ασπάζομαι
ασπάσθηκες	=	ασπάζομαι
ασπάσου	=	ασπάζομαι
ασπάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπέδιστα	adv	χωρίς να έχει λουριά στα πόδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασπέδιστος
ασπέδιστε	adj	κλητική ενικού του ασπέδιστος
ασπέδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπέδιστη
ασπέδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπέδιστος
ασπέδιστης	adj	γενική ενικού του ασπέδιστη
ασπέδιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασπέδιστος
ασπέδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπέδιστος
ασπέδιστος	adj	που δεν έχει λουριά στα πόδια
ασπέδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπέδιστος
ασπέδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπέδιστος
ασπέδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπέδιστος
ασπέργιλλε	=	ασπέργιλλος
ασπέργιλλο	=	ασπέργιλλος
ασπέργιλλοι	=	ασπέργιλλος
ασπέργιλλος	noun	γένος μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ύλες και μπορεί να προκαλέσουν τροφική αλλοίωση ή λοιμώξεις στον άνθρωπο
ασπέργιλλου	=	ασπέργιλλος
ασπέργιλλους	=	ασπέργιλλος
ασπέργιλλων	=	ασπέργιλλος
ασπίδα	noun	προσωπικό αμυντικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που το κρατούσε μπροστά του ο πολεμιστής για να προφυλαχτεί
ασπίδας	=	ασπίδα
ασπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπίδα
ασπίδων	=	ασπίδα
ασπίλως	adv|formal	με άσπιλο τρόπο
ασπίλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπίλωτο
ασπίλωτε	adj	κλητική ενικού του ασπίλωτος
ασπίλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπίλωτη
ασπίλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπίλωτος
ασπίλωτης	adj	γενική ενικού του ασπίλωτη
ασπίλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασπίλωτος
ασπίλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπίλωτος
ασπίλωτος	adj	που δεν έχει σπιλωθεί
ασπίλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπίλωτος
ασπίλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπίλωτος
ασπίλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπίλωτος
ασπίτωτα	=	ασπίτωτος
ασπίτωτε	=	ασπίτωτος
ασπίτωτες	=	ασπίτωτος
ασπίτωτη	=	ασπίτωτος
ασπίτωτης	=	ασπίτωτος
ασπίτωτο	=	ασπίτωτος
ασπίτωτοι	=	ασπίτωτος
ασπίτωτος	adj|figurative	που δεν τον έχουν σπιτώσει
ασπίτωτου	=	ασπίτωτος
ασπίτωτους	=	ασπίτωτος
ασπίτωτων	=	ασπίτωτος
ασπαζόμασταν	=	ασπάζομαι
ασπαζόμαστε	=	ασπάζομαι
ασπαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπαζόμενο
ασπαζόμενε	verb	κλητική ενικού του ασπαζόμενος
ασπαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπαζόμενη
ασπαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπαζόμενος
ασπαζόμενης	verb	γενική ενικού του ασπαζόμενη
ασπαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ασπαζόμενος
ασπαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπαζόμενος
ασπαζόμενος	verb|dated	αυτός που ασπάζεται, φιλάει
ασπαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπαζόμενος
ασπαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασπαζόμενος
ασπαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού του ασπαζόμενος
ασπαζόμουν	=	ασπάζομαι
ασπαζόμουνα	=	ασπάζομαι
ασπαζόντουσαν	=	ασπάζομαι
ασπαζόσασταν	=	ασπάζομαι
ασπαζόσαστε	=	ασπάζομαι
ασπαζόσουν	=	ασπάζομαι
ασπαζόσουνα	=	ασπάζομαι
ασπαζόταν	=	ασπάζομαι
ασπαζότανε	=	ασπάζομαι
ασπαιτε	abbrev	Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Τεχνολογικού Τομέα με έδρα την Αθήνα που ιδρύθηκε το 2002 ως διάδοχος της Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε.
ασπαλάθου	noun	γενική ενικού του ασπάλαθος
ασπαλάθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασπάλαθος
ασπαλάθων	noun	γενική πληθυντικού του ασπάλαθος
ασπαλάκων	=	ασπάλακας
ασπαλαθιά	noun	άλλη μορφή του ασπάλαθος / σπαλαθιά
ασπαλαθιάς	=	ασπαλαθιά
ασπαλαθιές	=	ασπαλαθιά
ασπαλαθιών	=	ασπαλαθιά
ασπαραγίνες	=	ασπαραγίνη
ασπαραγίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
ασπαραγίνης	=	ασπαραγίνη
ασπαραγινών	=	ασπαραγίνη
ασπαργάνωτα	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτε	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτες	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτη	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτης	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτο	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτοι	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτος	adj	που δεν έχει τυλιχτεί με σπάργανα
ασπαργάνωτου	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτους	=	ασπαργάνωτος
ασπαργάνωτων	=	ασπαργάνωτος
ασπαρτάμες	=	ασπαρτάμη
ασπαρτάμη	noun	ολιγοθερμιδικό γλυκαντικό που προστίθενται ως υποκατάστατο της ζάχαρης σε τρόφιμα και ποτά
ασπαρτάμης	=	ασπαρτάμη
ασπαρτάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπαρτάριστο
ασπαρτάριστε	adj	κλητική ενικού του ασπαρτάριστος
ασπαρτάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπαρτάριστη
ασπαρτάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπαρτάριστος
ασπαρτάριστης	adj	γενική ενικού του ασπαρτάριστη
ασπαρτάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ασπαρτάριστος
ασπαρτάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπαρτάριστος
ασπαρτάριστος	adj|rare	που δεν σπαρταρά
ασπαρτάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπαρτάριστος
ασπαρτάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπαρτάριστος
ασπαρτάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπαρτάριστος
ασπαρταμών	=	ασπαρτάμη
ασπασθήκαμε	=	ασπάζομαι
ασπασθήκαν	=	ασπάζομαι
ασπασθήκανε	=	ασπάζομαι
ασπασθήκατε	=	ασπάζομαι
ασπασθεί	=	ασπάζομαι
ασπασθείς	=	ασπάζομαι
ασπασθείτε	=	ασπάζομαι
ασπασθούμε	=	ασπάζομαι
ασπασθούν	=	ασπάζομαι
ασπασθούνε	=	ασπάζομαι
ασπασθώ	=	ασπάζομαι
ασπασμέ	noun	κλητική ενικού του ασπασμός
ασπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπασμένο
ασπασμένε	verb	κλητική ενικού του ασπασμένος
ασπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπασμένη
ασπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπασμένος
ασπασμένης	verb	γενική ενικού του ασπασμένη
ασπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασπασμένος
ασπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπασμένος
ασπασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασπάζομαι
ασπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπασμένος
ασπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασπασμένος
ασπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπασμένος
ασπασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπασμός
ασπασμού	noun	γενική ενικού του ασπασμός
ασπασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ασπασμός
ασπασμό	noun	αιτιατική ενικού του ασπασμός
ασπασμός	noun	εγκάρδιος] χαιρετισμός, με φίλημα
ασπασμών	noun	γενική πληθυντικού του ασπασμός
ασπαστά	adv	με φιλί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασπαστός
ασπαστέ	adj	κλητική ενικού του ασπαστός
ασπαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπαστή
ασπαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπαστός
ασπαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστήκαν	=	ασπάζομαι
ασπαστήκανε	=	ασπάζομαι
ασπαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστής	adj	γενική ενικού του ασπαστή
ασπαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπαστός
ασπαστού	adj	γενική ενικού του ασπαστός
ασπαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστούνε	=	ασπάζομαι
ασπαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπαστός
ασπαστό	adj	αιτιατική ενικού του ασπαστός
ασπαστός	adj	αποδεκτός
ασπαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπάζομαι
ασπαστών	adj	γενική πληθυντικού του ασπαστός
ασπατάλευτα	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτε	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτες	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτη	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτης	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτο	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτοι	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτος	adj	άλλη μορφή του ασπατάλητος
ασπατάλευτου	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτους	=	ασπατάλευτος
ασπατάλευτων	=	ασπατάλευτος
ασπατάλητα	=	ασπατάλητος
ασπατάλητε	=	ασπατάλητος
ασπατάλητες	=	ασπατάλητος
ασπατάλητη	=	ασπατάλητος
ασπατάλητης	=	ασπατάλητος
ασπατάλητο	=	ασπατάλητος
ασπατάλητοι	=	ασπατάλητος
ασπατάλητος	adj	που δεν έχει σπαταληθεί
ασπατάλητου	=	ασπατάλητος
ασπατάλητους	=	ασπατάλητος
ασπατάλητων	=	ασπατάλητος
ασπε	abbrev	τριτοβάθμια συνδικαλιστική ένωση που εκπροσωπεί τους συλλόγους πολυτέκνων στην Ελλάδα
ασπεργίλλωση	noun	μυκητιασική λοίμωξη που προκαλείται από είδη του γένους Aspergillus, προσβάλλοντας κυρίως το αναπνευστικό σύστημα πτηνών και, σπανιότερα, ανθρώπων
ασπεργίλλωσης	=	ασπεργίλλωση
ασπεργιλλώσεις	=	ασπεργίλλωση
ασπεργιλλώσεων	=	ασπεργίλλωση
ασπεργκερικά	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικέ	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικές	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερική	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασπεργκερική) του ασπεργκερικός
ασπεργκερικοί	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικού	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικούς	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικό	=	ασπεργκερικός
ασπεργκερικός	adj	αυτός που παρουσιάζει συμπτώματα του συνδρόμου Άσπεργκερ
ασπεργκερικών	=	ασπεργκερικός
ασπερμία	noun	άλλη μορφή του ασπερματισμός
ασπερμίας	noun	γενική ενικού του ασπερμία
ασπερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπερμία
ασπερματισμέ	=	ασπερματισμός
ασπερματισμοί	=	ασπερματισμός
ασπερματισμού	=	ασπερματισμός
ασπερματισμούς	=	ασπερματισμός
ασπερματισμό	=	ασπερματισμός
ασπερματισμός	noun	ανικανότητα παραγωγής σπέρματος ή εκσπερμάτισης
ασπερματισμών	=	ασπερματισμός
ασπερμιών	noun	γενική πληθυντικού του ασπερμία
ασπιδοφόρα	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρας	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρε	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρες	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρη	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρο	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόροι	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρος	adj	αυτός που φέρει ασπίδα
ασπιδοφόρου	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρους	=	ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρων	=	ασπιδοφόρος
ασπιρίνες	=	ασπιρίνη
ασπιρίνη	noun	φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση
ασπιρίνης	noun	γενική ενικού του ασπιρίνη
ασπιρίνων	=	ασπιρίνη
ασπιρινών	=	ασπιρίνη
ασπλάχνια	noun|vulgar	άλλη μορφή του ασπλαχνία
ασπλάχνιας	noun	γενική ενικού του ασπλάχνια
ασπλάχνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπλάχνια
ασπλάχνως	adv|formal	άλλη μορφή του άσπλαχνα
ασπλαχνία	noun	το να είναι κάποιος άσπλαχνος, η ιδιότητα του άσπλαχνου
ασπλαχνίας	noun	γενική ενικού του ασπλαχνία
ασπλαχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπλαχνία
ασπλαχνιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ασπλαχνία
ασπλαχνιάς	=	ασπλαχνιά
ασπλαχνιές	=	ασπλαχνιά
ασπλαχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ασπλαχνία
ασπούδαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασπούδαστος	adv	χωρίς σπουδές
ασπούδαστε	=	ασπούδαστος
ασπούδαστες	=	ασπούδαστος
ασπούδαστη	=	ασπούδαστος
ασπούδαστης	=	ασπούδαστος
ασπούδαστο	=	ασπούδαστος
ασπούδαστοι	=	ασπούδαστος
ασπούδαστος	adj	που δεν έχει σπουδάσει, χωρίς παιδεία
ασπούδαστου	=	ασπούδαστος
ασπούδαστους	=	ασπούδαστος
ασπούδαστων	=	ασπούδαστος
ασπούδαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασπούδαχτος	adv	χωρίς σπουδές
ασπούδαχτε	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτες	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτη	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτης	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτο	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτοι	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτος	adj	άλλη μορφή του ασπούδαστος
ασπούδαχτου	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτους	=	ασπούδαχτος
ασπούδαχτων	=	ασπούδαχτος
ασπράγκαθα	=	ασπράγκαθο
ασπράγκαθο	noun	άλλη μορφή του ασπραγκαθιά
ασπράγκαθου	=	ασπράγκαθο
ασπράγκαθων	=	ασπράγκαθο
ασπράδα	noun	λευκότητα
ασπράδας	=	ασπράδα
ασπράδες	=	ασπράδα
ασπράδι	noun	το άσπρο μέρος του αυγού
ασπράδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπράδι
ασπράδων	=	ασπράδα
ασπρίζαμε	=	ασπρίζω
ασπρίζαν	=	ασπρίζω
ασπρίζανε	=	ασπρίζω
ασπρίζατε	=	ασπρίζω
ασπρίζει	=	ασπρίζω
ασπρίζεις	=	ασπρίζω
ασπρίζεσαι	=	ασπρίζω
ασπρίζεστε	=	ασπρίζω
ασπρίζεται	=	ασπρίζω
ασπρίζετε	=	ασπρίζω
ασπρίζομαι	=	ασπρίζω
ασπρίζομε	=	ασπρίζω
ασπρίζονται	=	ασπρίζω
ασπρίζονταν	=	ασπρίζω
ασπρίζοντας	=	ασπρίζω
ασπρίζουμε	=	ασπρίζω
ασπρίζουν	=	ασπρίζω
ασπρίζουνε	=	ασπρίζω
ασπρίζω	verb	κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό
ασπρίλα	noun	η λευκότητα
ασπρίλας	noun	γενική ενικού του ασπρίλα
ασπρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρίλα
ασπρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσαν	=	ασπρίζω
ασπρίσανε	=	ασπρίζω
ασπρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρισμα
ασπρίσματος	noun	γενική ενικού του άσπρισμα
ασπρίσομε	=	ασπρίζω
ασπρίσου	=	ασπρίζω
ασπρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίσουνε	=	ασπρίζω
ασπρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπρίστηκα	=	ασπρίζω
ασπρίστηκαν	=	ασπρίζω
ασπρίστηκε	=	ασπρίζω
ασπρίστηκες	=	ασπρίζω
ασπρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασπρίζω
ασπραγκαθιά	noun	κοινή ονομασία του φυτού Ασπάλαθος ο λαχναίος
ασπραγκαθιάς	=	ασπραγκαθιά
ασπραγκαθιές	=	ασπραγκαθιά
ασπραγκαθιών	=	ασπραγκαθιά
ασπραδιού	=	ασπράδι
ασπραδιών	=	ασπράδι
ασπρειδερά	=	ασπρειδερός
ασπρειδερέ	=	ασπρειδερός
ασπρειδερές	=	ασπρειδερός
ασπρειδερή	=	ασπρειδερός
ασπρειδερής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασπρειδερή) του ασπρειδερός
ασπρειδεροί	=	ασπρειδερός
ασπρειδερού	=	ασπρειδερός
ασπρειδερούς	=	ασπρειδερός
ασπρειδερό	=	ασπρειδερός
ασπρειδερός	adj	άλλη γραφή του ασπριδερός
ασπρειδερών	=	ασπρειδερός
ασπριδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασπριδερός	adv|rare	με ασπριδερό χρώμα
ασπριδερέ	adj	κλητική ενικού του ασπριδερός
ασπριδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπριδερή
ασπριδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπριδερός
ασπριδερής	adj	γενική ενικού του ασπριδερή
ασπριδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπριδερός
ασπριδερού	adj	γενική ενικού του ασπριδερός
ασπριδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπριδερός
ασπριδερό	adj	αιτιατική ενικού του ασπριδερός
ασπριδερός	adj	υπόλευκος
ασπριδερών	adj	γενική πληθυντικού του ασπριδερός
ασπριζόμασταν	=	ασπρίζω
ασπριζόμαστε	=	ασπρίζω
ασπριζόμουν	=	ασπρίζω
ασπριζόμουνα	=	ασπρίζω
ασπριζόντουσαν	=	ασπρίζω
ασπριζόσασταν	=	ασπρίζω
ασπριζόσαστε	=	ασπρίζω
ασπριζόσουν	=	ασπρίζω
ασπριζόσουνα	=	ασπρίζω
ασπριζόταν	=	ασπρίζω
ασπριζότανε	=	ασπρίζω
ασπρικά	noun|dated	ασπρόρουχα
ασπρικών	=	ασπρικά
ασπρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άσπρισμα
ασπρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρισμένο
ασπρισμένε	verb	κλητική ενικού του ασπρισμένος
ασπρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρισμένη
ασπρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπρισμένος
ασπρισμένης	verb	γενική ενικού του ασπρισμένη
ασπρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασπρισμένος
ασπρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπρισμένος
ασπρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασπρίζω
ασπρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπρισμένος
ασπρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασπρισμένος
ασπρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπρισμένος
ασπριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπριστής
ασπριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασπριστής
ασπριστήκαμε	=	ασπρίζω
ασπριστήκαν	=	ασπρίζω
ασπριστήκανε	=	ασπρίζω
ασπριστήκατε	=	ασπρίζω
ασπριστής	noun	εργάτης που ασβεστώνει τοίχους, υδροχρωματιστής, ασπριτζής
ασπριστεί	=	ασπρίζω
ασπριστείς	=	ασπρίζω
ασπριστείτε	=	ασπρίζω
ασπριστούμε	=	ασπρίζω
ασπριστούν	=	ασπρίζω
ασπριστούνε	=	ασπρίζω
ασπριστώ	=	ασπρίζω
ασπριστών	noun	γενική πληθυντικού του ασπριστής
ασπριτζή	=	ασπριτζής
ασπριτζήδες	=	ασπριτζής
ασπριτζήδων	=	ασπριτζής
ασπριτζής	noun	γενική συνώνυμη ονομασία του μπογιατζή
ασπροδέλφινα	=	ασπροδέλφινο
ασπροδέλφινο	noun	είδος φάλαινας με άσπρο χρώμα (λατινική ονομασία Delphinapterus leucas)
ασπροδέλφινου	=	ασπροδέλφινο
ασπροδέλφινων	=	ασπροδέλφινο
ασπροεντυμένα	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένε	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένες	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένη	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένης	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένο	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένοι	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένος	verb|literary	άλλη γραφή του ασπροντυμένος
ασπροεντυμένου	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένους	=	ασπροεντυμένος
ασπροεντυμένων	=	ασπροεντυμένος
ασπροθαλασσίτισσα	noun	θηλυκό του Ασπροθαλασσίτης, η Αιγαιοπελαγίτισσα
ασπροθαλασσίτισσας	=	ασπροθαλασσίτισσα
ασπροθαλασσίτισσες	=	ασπροθαλασσίτισσα
ασπροθαλασσιτισσών	=	ασπροθαλασσίτισσα
ασπροθύμαρα	=	ασπροθύμαρο
ασπροθύμαρο	noun	το φυτό Gnaphalum graecum
ασπροθύμαρου	=	ασπροθύμαρο
ασπροθύμαρων	=	ασπροθύμαρο
ασπροκίτρινα	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινε	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινες	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινη	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινης	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινο	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινοι	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινος	adj	που έχει χρώμα ανάμεσα στο άσπρο και το κίτρινο
ασπροκίτρινου	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινους	=	ασπροκίτρινος
ασπροκίτρινων	=	ασπροκίτρινος
ασπροκαλάμποκα	=	ασπροκαλάμποκο
ασπροκαλάμποκο	noun	κοινή ονομασία ποικιλίας καλαμποκιού, του φυτού σόργο, του γένους Σόργος που στην οικογένεια Αγρωστώδη, της τάξης Ποώδη με 60 περίπου είδη
ασπροκαλάμποκου	=	ασπροκαλάμποκο
ασπροκαλάμποκων	=	ασπροκαλάμποκο
ασπροκιτρίνιζα	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνιζαν	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνιζε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνιζες	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνισα	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνισαν	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνισε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρίνισες	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζαμε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζαν	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζανε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζατε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζει	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζεις	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζετε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζοντας	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζουμε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζουν	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζουνε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίζω	verb	κάνω κάτι ν’ αποκτήσει χρώμα ανοιχτό κίτρινο
ασπροκιτρινίσαμε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίσαν	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίσανε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίσατε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίσει	=	ασπροκιτρινίζω
ασπροκιτρινίστε	=	ασπροκιτρινίζω
ασπρολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρολούλουδο
ασπρολούλουδο	noun	κάθε φυτό που έχει άσπρα λουλούδια
ασπρολούλουδου	noun	γενική ενικού του ασπρολούλουδο
ασπρολούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του ασπρολούλουδο
ασπρομάλλα	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλας	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλες	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλη	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλληδες	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλληδων	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλης	adj	που έχει άσπρα μαλλιά
ασπρομάλλικα	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλικο	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλικου	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλικων	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλού	=	ασπρομάλλης
ασπρομάλλούσα	=	ασπρομάλλης
ασπρομαλλού	=	ασπρομάλλης
ασπρομαλλούδες	=	ασπρομάλλης
ασπρομαλλούς	=	ασπρομάλλης
ασπρομαλλούσα	=	ασπρομάλλης
ασπρομαλλούσας	=	ασπρομάλλης
ασπρομαλλούσες	=	ασπρομάλλης
ασπρομολόχα	noun	η αλθαία
ασπρομολόχας	=	ασπρομολόχα
ασπρομολόχες	=	ασπρομολόχα
ασπροντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροντυμένο
ασπροντυμένε	verb	κλητική ενικού του ασπροντυμένος
ασπροντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροντυμένη
ασπροντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπροντυμένος
ασπροντυμένης	verb	γενική ενικού του ασπροντυμένη
ασπροντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασπροντυμένος
ασπροντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπροντυμένος
ασπροντυμένος	verb	ο ντυμένος στα λευκά
ασπροντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπροντυμένος
ασπροντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασπροντυμένος
ασπροντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπροντυμένος
ασπροπάρη	=	ασπροπάρης
ασπροπάρηδες	=	ασπροπάρης
ασπροπάρηδων	=	ασπροπάρης
ασπροπάρης	noun	είδος γύπα (επιστημονική ονομασία: Neophron percnopterus)
ασπροπάρι	noun	ο ασπροπάρης, είδος γύπα (επιστημονική ονομασία: Neophron percnopterus)
ασπροπάρια	=	ασπροπάρι
ασπροπίνακα	=	ασπροπίνακας
ασπροπίνακας	noun	λείος λευκός πίνακας, ενίοτε μαγνητικός, που χρησιμοποιείται για γραφή ή σχεδίαση με μαρκαδόρους
ασπροπίνακες	=	ασπροπίνακας
ασπροπαριού	=	ασπροπάρι
ασπροπαριών	=	ασπροπάρι
ασπροπινάκων	=	ασπροπίνακας
ασπροποταμίτικα	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικε	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικες	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικη	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικης	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικο	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικοι	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικος	adj	που έχει σχέση με τον Ασπροπόταμο ή το Ασπροπόταμο ή αναφέρεται σ' αυτά
ασπροποταμίτικου	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικους	=	ασπροποταμίτικος
ασπροποταμίτικων	=	ασπροποταμίτικος
ασπροπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροπρόσωπο
ασπροπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του ασπροπρόσωπος
ασπροπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροπρόσωπη
ασπροπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπροπρόσωπος
ασπροπρόσωπης	adj	γενική ενικού του ασπροπρόσωπη
ασπροπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του ασπροπρόσωπος
ασπροπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπροπρόσωπος
ασπροπρόσωπος	adj	ο καθαρός, τίμιος άνθρωπος, που έχει λόγο να υπερηφανεύεται για κάτι, κάτι για το οποίο υπήρχε, απεναντίας, η πιθανότητα να εκτεθεί
ασπροπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπροπρόσωπος
ασπροπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπροπρόσωπος
ασπροπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπροπρόσωπος
ασπροπυργιώτικα	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικε	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικες	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικη	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικης	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικο	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικοι	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικος	adj	που έχει σχέση με τον Ασπρόπυργο ή τους Ασπροπυργιώτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
ασπροπυργιώτικου	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικους	=	ασπροπυργιώτικος
ασπροπυργιώτικων	=	ασπροπυργιώτικος
ασπρορουχά	=	ασπρορουχάς
ασπρορουχάδες	=	ασπρορουχάς
ασπρορουχάδικα	=	ασπρορουχάδικο
ασπρορουχάδικο	noun|dated	κατάστημα όπου κατασκευάζονται ή πωλούνται ασπρόρουχα
ασπρορουχάδικου	=	ασπρορουχάδικο
ασπρορουχάδικων	=	ασπρορουχάδικο
ασπρορουχάδων	=	ασπρορουχάς
ασπρορουχάς	noun|dated	κατασκευαστής ή πωλητής ασπρόρουχων
ασπρορουχού	noun|dated	γυναίκα που έραβε ασπρόρουχα
ασπρορουχούδες	=	ασπρορουχού
ασπρορουχούδων	=	ασπρορουχού
ασπρορουχούς	=	ασπρορουχού
ασπροσάνιδα	=	ασπροσάνιδο
ασπροσάνιδο	noun	άσπρη σανίδα
ασπροσάνιδου	=	ασπροσάνιδο
ασπροσάνιδων	=	ασπροσάνιδο
ασπρουδερός	=	ασπριδερός
ασπρουλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπρουλιάρης
ασπρουλιάρας	adj	γενική ενικού του ασπρουλιάρα
ασπρουλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρουλιάρα
ασπρουλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασπρουλιάρης
ασπρουλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρουλιάρης
ασπρουλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ασπρουλιάρης
ασπρουλιάρης	adj	άσπρος ή σχεδόν άσπρος (ασπροφέρνων)
ασπρουλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρουλιάρικο
ασπρουλιάρικε	adj	κλητική ενικού του ασπρουλιάρικος
ασπρουλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρουλιάρικη
ασπρουλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπρουλιάρικος
ασπρουλιάρικης	adj	γενική ενικού του ασπρουλιάρικη
ασπρουλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασπρουλιάρης
ασπρουλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπρουλιάρικος
ασπρουλιάρικος	adj	ωχρός, ξεθωριασμένος, ασπρουλιάρης
ασπρουλιάρικου	adj	γενική ενικού του ασπρουλιάρικο
ασπρουλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπρουλιάρικος
ασπρουλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ασπρουλιάρικο
ασπροφορήσαμε	=	ασπροφορώ
ασπροφορήσαν	=	ασπροφορώ
ασπροφορήσανε	=	ασπροφορώ
ασπροφορήσατε	=	ασπροφορώ
ασπροφορήσει	=	ασπροφορώ
ασπροφορήστε	=	ασπροφορώ
ασπροφορεί	=	ασπροφορώ
ασπροφορείς	=	ασπροφορώ
ασπροφορείτε	=	ασπροφορώ
ασπροφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροφορεμένο
ασπροφορεμένε	verb	κλητική ενικού του ασπροφορεμένος
ασπροφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροφορεμένη
ασπροφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπροφορεμένος
ασπροφορεμένης	verb	γενική ενικού του ασπροφορεμένη
ασπροφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασπροφορεμένος
ασπροφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπροφορεμένος
ασπροφορεμένος	verb	ο ασπροντυμένος
ασπροφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπροφορεμένος
ασπροφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασπροφορεμένος
ασπροφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπροφορεμένος
ασπροφορούμε	=	ασπροφορώ
ασπροφορούν	=	ασπροφορώ
ασπροφορούνε	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσα	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσαμε	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσαν	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσανε	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσατε	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσε	=	ασπροφορώ
ασπροφορούσες	=	ασπροφορώ
ασπροφορώ	verb	λευκοφορώ
ασπροφορώντας	=	ασπροφορώ
ασπροφρύδα	noun	θηλυκό του ασπροφρύδης
ασπροφρύδας	noun	γενική ενικού του ασπροφρύδα
ασπροφρύδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπροφρύδα
ασπροφρύδη	=	ασπροφρύδης
ασπροφρύδηδες	=	ασπροφρύδης
ασπροφρύδηδων	=	ασπροφρύδης
ασπροφρύδης	noun	που έχει άσπρα φρύδια
ασπροφόρει	=	ασπροφορώ
ασπροφόρησα	=	ασπροφορώ
ασπροφόρησαν	=	ασπροφορώ
ασπροφόρησε	=	ασπροφορώ
ασπροφόρησες	=	ασπροφορώ
ασπροχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασπρόχωμα
ασπροχωρίτες	=	ασπροχωρίτης
ασπροχωρίτη	=	ασπροχωρίτης
ασπροχωρίτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Ασπροχώρι
ασπροχωρίτισσα	=	ασπροχωρίτης
ασπροχωριτών	=	ασπροχωρίτης
ασπροχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρόχωμα
ασπροχώματος	noun	γενική ενικού του ασπρόχωμα
ασπρόμαυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρόμαυρο
ασπρόμαυρε	adj	κλητική ενικού του ασπρόμαυρος
ασπρόμαυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρόμαυρη
ασπρόμαυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπρόμαυρος
ασπρόμαυρης	adj	γενική ενικού του ασπρόμαυρη
ασπρόμαυρο	adj	αιτιατική ενικού του ασπρόμαυρος
ασπρόμαυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπρόμαυρος
ασπρόμαυρος	adj	μονοκόμματος, χωρίς μεσαίες αποχρώσεις του γκρι
ασπρόμαυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπρόμαυρος
ασπρόμαυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπρόμαυρος
ασπρόμαυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπρόμαυρος
ασπρόξανθα	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθε	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθες	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθη	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθης	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθο	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθοι	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθος	adj	που έχει χρώμα ανάμεσα στο άσπρο και το ξανθό
ασπρόξανθου	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθους	=	ασπρόξανθος
ασπρόξανθων	=	ασπρόξανθος
ασπρόξυλα	=	ασπρόξυλο
ασπρόξυλο	noun	ξύλο σπό το φυτό ευώνυμο το ευρωπαϊκό
ασπρόξυλου	=	ασπρόξυλο
ασπρόξυλων	=	ασπρόξυλο
ασπρόρουχα	=	ασπρόρουχο
ασπρόρουχο	noun	συνήθως στον πληθυντικό: ασπρόρουχα
ασπρόρουχου	noun	γενική ενικού του ασπρόρουχο
ασπρόρουχων	noun	γενική πληθυντικού του ασπρόρουχο
ασπρόχωμα	noun	λευκό αργιλώδες χώμα
ασπρόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπρόψαρο
ασπρόψαρο	noun	μικρό έως μεσαίο ψάρι του γλυκού νερού, με χρώμα αργυρόλευκο, που ζει σε ποτάμια και λίμνες της Ελλάδας και ανήκει στο είδος Leuciscus cephalus
ασπρόψαρου	=	ασπρόψαρο
ασπρόψαρων	=	ασπρόψαρο
ασπόνδυλα	noun	ζώα τα οποία δεν διαθέτουν σπονδυλική στήλη.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασπόνδυλος
ασπόνδυλε	adj	κλητική ενικού του ασπόνδυλος
ασπόνδυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασπόνδυλη
ασπόνδυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασπόνδυλος
ασπόνδυλης	adj	γενική ενικού του ασπόνδυλη
ασπόνδυλο	noun|figurative	αρνητικός χαρακτηρισμός χαμερπή ή δειλού ανθρώπου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασπόνδυλος
ασπόνδυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασπόνδυλος
ασπόνδυλος	adj	χωρίς σπονδυλική στήλη
ασπόνδυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασπόνδυλος
ασπόνδυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασπόνδυλος
ασπόνδυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασπόνδυλος
ασς	abbrev	συλλογικό όργανο της στρατιωτικής ηγεσίας που χαράσσει την ανώτατη πολιτική και στρατηγική των ενόπλων δυνάμεων
ασσίτες	=	ασσίτης
ασσίτη	=	ασσίτης
ασσίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που καταγόταν από την αιολική πόλη Άσσο της Τρωάδας στη Βόρεια Μικρασία
ασσασίνε	=	ασσασίνος
ασσασίνο	=	ασσασίνος
ασσασίνοι	=	ασσασίνος
ασσασίνος	noun	το μέλος της ισλαμικής αίρεσης του 11ου αιώνα των "Ασσασίνων"· επικεφαλής της ήταν ο Χασάν ιμπν Σαμπάχ ή αλλιώς "Γέρος του Βουνού", ο οποίος είχε ιδρύσει ένα αυτόνομο κρατίδιο με κέντρο το ορεινό οχυρό Αλαμούτ και στρατολογούσε αφοσιωμένους οπαδούς τους οποίους έστελνε σε αποστολές δολοφονίας
ασσασίνου	=	ασσασίνος
ασσασίνους	=	ασσασίνος
ασσασίνων	=	ασσασίνος
ασσιτών	=	ασσίτης
ασσυριακά	noun	η γλώσσα των Ασσυρίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασσυριακό
ασσυριακέ	adj	κλητική ενικού του ασσυριακός
ασσυριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασσυριακή
ασσυριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασσυριακός
ασσυριακής	adj	γενική ενικού του ασσυριακή
ασσυριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασσυριακός
ασσυριακού	adj	γενική ενικού του ασσυριακός
ασσυριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασσυριακός
ασσυριακό	adj	αιτιατική ενικού του ασσυριακός
ασσυριακός	adj	ο σχετικός με την Ασσυρία ή τους Ασσύριους
ασσυριακών	adj	γενική πληθυντικού του ασσυριακός
ασσυριολογία	noun	η μελέτη της ιστορίας, της γλώσσας και του πολιτισμού των Ασσυρίων
ασσυριολογίας	noun	γενική ενικού του ασσυριολογία
ασσυριολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασσυριολογία
ασσυριολογικά	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικέ	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικές	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογική	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασσυριολογική) του ασσυριολογικός
ασσυριολογικοί	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικού	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικούς	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικό	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογικός	adj	ο σχετικός με την ασσυριολογία ή τους ασσυριολόγους
ασσυριολογικών	=	ασσυριολογικός
ασσυριολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ασσυριολογία
ασσυριολόγε	=	ασσυριολόγος
ασσυριολόγο	=	ασσυριολόγος
ασσυριολόγοι	=	ασσυριολόγος
ασσυριολόγος	noun	ο μελετητής της ασσυριολογίας
ασσυριολόγου	=	ασσυριολόγος
ασσυριολόγους	=	ασσυριολόγος
ασσυριολόγων	=	ασσυριολόγος
ασσυροβαβυλωνιακή	=	ασσυροβαβυλωνιακός
ασσυροβαβυλωνιακό	=	ασσυροβαβυλωνιακός
ασσυροβαβυλωνιακός	adj	αυτός που αναφέρεται ή σχετίζεται με την αρχαία Ασσυρία και Βαβυλώνα ή τους Ασσύριους και Βαβυλώνιους και, ιδίως, με τον πολιτισμό τους
ασσόδυο	noun	παιχνίδι που παίζεται στο τάβλι
αστάθεια	noun	η έλλειψη σταθερότητας ενός αντικειμένου, όταν είναι ακίνητο ή κατά την κίνησή του
αστάθειας	noun	γενική ενικού του αστάθεια
αστάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστάθεια
αστάθμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστάθμητος	adv	ευμετάβλητα, τυχαία
αστάθμητε	adj	κλητική ενικού του αστάθμητος
αστάθμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστάθμητη
αστάθμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστάθμητος
αστάθμητης	adj	γενική ενικού του αστάθμητη
αστάθμητο	adj	αιτιατική ενικού του αστάθμητος
αστάθμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστάθμητος
αστάθμητος	adj|figurative	που δεν μπορεί να σταθμιστεί, να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί
αστάθμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστάθμητος
αστάθμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστάθμητος
αστάθμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστάθμητος
αστάθμιστα	=	αστάθμιστος
αστάθμιστε	=	αστάθμιστος
αστάθμιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστάθμιστη
αστάθμιστη	=	αστάθμιστος
αστάθμιστης	=	αστάθμιστος
αστάθμιστο	=	αστάθμιστος
αστάθμιστοι	=	αστάθμιστος
αστάθμιστος	adj	αζύγιστος, που δεν έχει σταθμιστεί ή δε σταθμίζεται
αστάθμιστου	=	αστάθμιστος
αστάθμιστους	=	αστάθμιστος
αστάθμιστων	=	αστάθμιστος
αστάρι	noun	υλικό που χρησιμοποιείται σαν πρώτη επίστρωση (υπόστρωμα) πάνω σε άλλα υλικά για να τα προστατέψει και ταυτόχρονα να βοηθήσει το βάψιμο τους
αστάρια	=	αστάρι
αστάρωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ασταρώνω
αστάρωνα	=	ασταρώνω
αστάρωναν	=	ασταρώνω
αστάρωνε	=	ασταρώνω
αστάρωνες	=	ασταρώνω
αστάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
αστάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
αστάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
αστάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
αστάρωτα	=	αστάρωτος
αστάρωτε	=	αστάρωτος
αστάρωτες	=	αστάρωτος
αστάρωτη	=	αστάρωτος
αστάρωτης	=	αστάρωτος
αστάρωτο	=	αστάρωτος
αστάρωτοι	=	αστάρωτος
αστάρωτος	adj	αφοδράριστος
αστάρωτου	=	αστάρωτος
αστάρωτους	=	αστάρωτος
αστάρωτων	=	αστάρωτος
αστάτια	=	αστάτιο
αστάτιο	noun	άλλη μορφή του άστατο
αστάτιου	=	αστάτιο
αστάτιων	=	αστάτιο
αστάτου	=	άστατο
αστάχυ	noun|vulgar	το στάχυ, το πάνω μέρος του βλαστού δημητριακών
αστέ	noun	κλητική ενικού του αστός
αστέγαστα	=	αστέγαστος
αστέγαστε	=	αστέγαστος
αστέγαστες	=	αστέγαστος
αστέγαστη	=	αστέγαστος
αστέγαστης	=	αστέγαστος
αστέγαστο	=	αστέγαστος
αστέγαστοι	=	αστέγαστος
αστέγαστος	adj	ο χωρίς στέγη, ασκέπαστος
αστέγαστου	=	αστέγαστος
αστέγαστους	=	αστέγαστος
αστέγαστων	=	αστέγαστος
αστέγνωτα	=	αστέγνωτος
αστέγνωτε	=	αστέγνωτος
αστέγνωτες	=	αστέγνωτος
αστέγνωτη	=	αστέγνωτος
αστέγνωτης	=	αστέγνωτος
αστέγνωτο	=	αστέγνωτος
αστέγνωτοι	=	αστέγνωτος
αστέγνωτος	adj	που δε στέγνωσε
αστέγνωτου	=	αστέγνωτος
αστέγνωτους	=	αστέγνωτος
αστέγνωτων	=	αστέγνωτος
αστέναχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστέναχτο
αστέναχτε	adj	κλητική ενικού του αστέναχτος
αστέναχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστέναχτη
αστέναχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστέναχτος
αστέναχτης	adj	γενική ενικού του αστέναχτη
αστέναχτο	adj	αιτιατική ενικού του αστέναχτος
αστέναχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστέναχτος
αστέναχτος	adj	λόγιο, που δεν στενάζει, δίχως να έχει κανένα καημό ή δίχως να τον φανερώνει
αστέναχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστέναχτος
αστέναχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστέναχτος
αστέναχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστέναχτος
αστένευτα	adv	χωρίς στένεμα
αστένευτε	adj	κλητική ενικού του αστένευτος
αστένευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστένευτη
αστένευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστένευτος
αστένευτης	adj	γενική ενικού του αστένευτη
αστένευτο	adj	αιτιατική ενικού του αστένευτος
αστένευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστένευτος
αστένευτος	adj	που δεν τον έχουν στενέψει
αστένευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστένευτος
αστένευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστένευτος
αστένευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστένευτος
αστέρα	=	αστέρας
αστέρας	noun	αυτόφωτο ουράνιο σώμα
αστέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστέρας
αστέρευτα	=	αστέρευτος
αστέρευτε	=	αστέρευτος
αστέρευτες	=	αστέρευτος
αστέρευτη	=	αστέρευτος
αστέρευτης	=	αστέρευτος
αστέρευτο	=	αστέρευτος
αστέρευτοι	=	αστέρευτος
αστέρευτος	adj	που δε στερεύει, ανεξάντλητος, αστείρευτος
αστέρευτου	=	αστέρευτος
αστέρευτους	=	αστέρευτος
αστέρευτων	=	αστέρευτος
αστέρι	noun	φωτεινό ουράνιο σώμα.
αστέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστέρι
αστέρινα	=	αστέρινος
αστέρινε	=	αστέρινος
αστέρινες	=	αστέρινος
αστέρινη	=	αστέρινος
αστέρινης	=	αστέρινος
αστέρινο	=	αστέρινος
αστέρινοι	=	αστέρινος
αστέρινος	adj	ο αποτελούμενος από αστέρες
αστέρινου	=	αστέρινος
αστέρινους	=	αστέρινος
αστέρινων	=	αστέρινος
αστέριωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστέριωτο
αστέριωτε	adj	κλητική ενικού του αστέριωτος
αστέριωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστέριωτη
αστέριωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστέριωτος
αστέριωτης	adj	γενική ενικού του αστέριωτη
αστέριωτο	adj	αιτιατική ενικού του αστέριωτος
αστέριωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστέριωτος
αστέριωτος	adj	που δε στεριώσει
αστέριωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστέριωτος
αστέριωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστέριωτος
αστέριωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστέριωτος
αστέρων	=	αστέρας
αστέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστές	=	αστή
αστή	noun	θηλυκό του αστός
αστήθι	noun|vulgar	άλλη μορφή του στήθι
αστήθια	=	αστήθι
αστήρ	noun|formal	άλλη μορφή του αστέρας / αστέρι
αστήρικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστήρικτος	adv	χωρίς στήριγμα, χωρίς στήριξη
αστήρικτε	adj	κλητική ενικού του αστήρικτος
αστήρικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστήρικτη
αστήρικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστήρικτος
αστήρικτης	adj	γενική ενικού του αστήρικτη
αστήρικτο	adj	αιτιατική ενικού του αστήρικτος
αστήρικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστήρικτος
αστήρικτος	adj	που δεν στηρίζεται κάπου, που δεν έχει φυσικό έρεισμα, στήριγμα ή στήριξη
αστήρικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστήρικτος
αστήρικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστήρικτος
αστήρικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστήρικτος
αστήριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστήριχτος	adv	χωρίς στήριγμα, χωρίς στήριξη
αστήριχτε	adj	κλητική ενικού του αστήριχτος
αστήριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστήριχτη
αστήριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστήριχτος
αστήριχτης	adj	γενική ενικού του αστήριχτη
αστήριχτο	adj	αιτιατική ενικού του αστήριχτος
αστήριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστήριχτος
αστήριχτος	adj	άλλη μορφή του αστήρικτος
αστήριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστήριχτος
αστήριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστήριχτος
αστήριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστήριχτος
αστής	=	αστή
αστίατρε	noun	κλητική ενικού του αστίατρος
αστίατρο	noun	αιτιατική ενικού του αστίατρος
αστίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστίατρος
αστίατρος	noun	κρατικός γιατρός που φροντίζει για τη δημόσια υγεία στις πόλεις
αστίατρου	=	αστίατρος
αστίατρους	=	αστίατρος
αστίατρων	=	αστίατρος
αστίλβωτα	=	αστίλβωτος
αστίλβωτε	=	αστίλβωτος
αστίλβωτες	=	αστίλβωτος
αστίλβωτη	=	αστίλβωτος
αστίλβωτης	=	αστίλβωτος
αστίλβωτο	=	αστίλβωτος
αστίλβωτοι	=	αστίλβωτος
αστίλβωτος	adj	ο μη στιλβωμένος, αγυάλιστος
αστίλβωτου	=	αστίλβωτος
αστίλβωτους	=	αστίλβωτος
αστίλβωτων	=	αστίλβωτος
ασταθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασταθής
ασταθή	adj	αιτιατική ενικού του ασταθής
ασταθής	adj	που χαρακτηρίζεται από αστάθεια
ασταθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασταθής
ασταθειών	noun	γενική πληθυντικού του αστάθεια
ασταθεροποίητος	adj|rare	που δεν τον έχουν σταθεροποιήσει
ασταθούς	adj	γενική ενικού του ασταθής
ασταθών	adj	γενική πληθυντικού του ασταθής
ασταθώς	adv	χωρίς σταθερότητα
αστακέ	noun	κλητική ενικού του αστακός
αστακοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστακός
αστακογαρίδα	noun	είδος γαρίδας (Penaeus caramota)
αστακογαρίδας	=	αστακογαρίδα
αστακογαρίδες	=	αστακογαρίδα
αστακογαρίδων	=	αστακογαρίδα
αστακοδεξαμενές	=	αστακοδεξαμενή
αστακοδεξαμενή	noun	μία από τις δεξαμενές αστακοτροφείου γλυκών υδάτων
αστακοδεξαμενής	=	αστακοδεξαμενή
αστακοδεξαμενών	=	αστακοδεξαμενή
αστακοκαραβίδα	noun	μεγάλο εδώδιμο θαλάσσιο μαλακόστρακο (Homarus gammarus), συγγενικό του αστακού, που ξεχωρίζει για τις δυνατές του δαγκάνες, τον σκληρό θώρακα και το εκλεκτό του κρέας
αστακοκαραβίδας	=	αστακοκαραβίδα
αστακοκαραβίδες	=	αστακοκαραβίδα
αστακοκαραβίδων	=	αστακοκαραβίδα
αστακομακαρονάδα	noun	μακαρονάδα με σάλτσα που έχει ως κύριο συστατικό τον αστακό
αστακομακαρονάδας	=	αστακομακαρονάδα
αστακομακαρονάδες	=	αστακομακαρονάδα
αστακομακαρονάδων	=	αστακομακαρονάδα
αστακοουρά	noun	η ουρά ενός αστακού
αστακοουράς	noun	γενική ενικού του αστακοουρά
αστακοουρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστακοουρά
αστακοουρών	=	αστακοουρά
αστακοτροφία	noun	η τέχνη εκτροφής αστακών σε αστακοτροφεία.
αστακοτροφίας	=	αστακοτροφία
αστακοτροφίες	=	αστακοτροφία
αστακοτροφεία	=	αστακοτροφείο
αστακοτροφείο	noun	εκτροφείο αστακών, θαλάσσιο ή γλυκών υδάτων
αστακοτροφείου	=	αστακοτροφείο
αστακοτροφείων	=	αστακοτροφείο
αστακοτροφιών	=	αστακοτροφία
αστακού	noun	γενική ενικού του αστακός
αστακούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστακός
αστακό	noun	αιτιατική ενικού του αστακός
αστακός	noun	θαλάσσιο ζώο που ανήκει στα Μαλακόστρακα και έχει ισχυρό κέλυφος και μεγάλες δαγκάνες
αστακόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστό αστακό
αστακόσουπας	noun	γενική ενικού του αστακόσουπα
αστακόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστακόσουπα
αστακόχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστακόχρωμο
αστακόχρωμε	adj	κλητική ενικού του αστακόχρωμος
αστακόχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστακόχρωμη
αστακόχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστακόχρωμος
αστακόχρωμης	adj	γενική ενικού του αστακόχρωμη
αστακόχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του αστακόχρωμος
αστακόχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστακόχρωμος
αστακόχρωμος	adj	που έχει το χρώμα του αστακού
αστακόχρωμου	adj	γενική ενικού του αστακόχρωμος
αστακόχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστακόχρωμος
αστακόχρωμων	adj	γενική πληθυντικού του αστακόχρωμος
αστακών	noun	γενική πληθυντικού του αστακός
ασταμάτηγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασταμάτηγο
ασταμάτηγε	adj	κλητική ενικού του ασταμάτηγος
ασταμάτηγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασταμάτηγη
ασταμάτηγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασταμάτηγος
ασταμάτηγης	adj	γενική ενικού του ασταμάτηγη
ασταμάτηγο	adj	αιτιατική ενικού του ασταμάτηγος
ασταμάτηγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασταμάτηγος
ασταμάτηγος	adj	άλλη μορφή του ασταμάτητος
ασταμάτηγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασταμάτηγος
ασταμάτηγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασταμάτηγος
ασταμάτηγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασταμάτηγος
ασταμάτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασταμάτητος	adv	με ασταμάτητο τρόπο, χωρίς σταματημό
ασταμάτητε	adj	κλητική ενικού του ασταμάτητος
ασταμάτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασταμάτητη
ασταμάτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασταμάτητος
ασταμάτητης	adj	γενική ενικού του ασταμάτητη
ασταμάτητο	adj	αιτιατική ενικού του ασταμάτητος
ασταμάτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασταμάτητος
ασταμάτητος	adj	που δε σταμάτησε, δε σταματάει ή δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει
ασταμάτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασταμάτητος
ασταμάτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασταμάτητος
ασταμάτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασταμάτητος
ασταριού	=	αστάρι
ασταριών	=	αστάρι
ασταρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αστάρωμα
ασταρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασταρωμένο
ασταρωμένε	verb	κλητική ενικού του ασταρωμένος
ασταρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασταρωμένη
ασταρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασταρωμένος
ασταρωμένης	verb	γενική ενικού του ασταρωμένη
ασταρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασταρωμένος
ασταρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασταρωμένος
ασταρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασταρώνω
ασταρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασταρωμένος
ασταρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασταρωμένος
ασταρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασταρωμένος
ασταρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστάρωμα
ασταρώματος	noun	γενική ενικού του αστάρωμα
ασταρώναμε	=	ασταρώνω
ασταρώναν	=	ασταρώνω
ασταρώνανε	=	ασταρώνω
ασταρώνατε	=	ασταρώνω
ασταρώνει	=	ασταρώνω
ασταρώνεις	=	ασταρώνω
ασταρώνετε	=	ασταρώνω
ασταρώνομαι	=	ασταρώνω
ασταρώνοντας	=	ασταρώνω
ασταρώνουμε	=	ασταρώνω
ασταρώνουν	=	ασταρώνω
ασταρώνουνε	=	ασταρώνω
ασταρώνω	verb	φοδράρω
ασταρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσαν	=	ασταρώνω
ασταρώσανε	=	ασταρώνω
ασταρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
ασταρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασταρώνω
αστασία	noun	αστάθεια, μη σταθερότητα
αστασίας	=	αστασία
αστασίες	=	αστασία
αστασιών	=	αστασία
ασταυροκόπητος	adj|rare	που δεν έχει σταυροκοπηθεί
ασταφίδιαστα	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστε	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστες	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστη	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστης	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστο	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστοι	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστος	adj	που δεν έχει σταφιδιάσει, δεν έχει μετατραπεί σε σταφίδα
ασταφίδιαστου	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστους	=	ασταφίδιαστος
ασταφίδιαστων	=	ασταφίδιαστος
ασταχυολόγητα	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητε	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητες	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητη	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητης	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητο	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητοι	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητος	adj	που δεν σταχυολογήθηκε, δεν αποθησαυρίστηκε
ασταχυολόγητου	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητους	=	ασταχυολόγητος
ασταχυολόγητων	=	ασταχυολόγητος
ασταύρωτα	=	ασταύρωτος
ασταύρωτε	=	ασταύρωτος
ασταύρωτες	=	ασταύρωτος
ασταύρωτη	=	ασταύρωτος
ασταύρωτης	=	ασταύρωτος
ασταύρωτο	=	ασταύρωτος
ασταύρωτοι	=	ασταύρωτος
ασταύρωτος	adj	που δε σταυρώθηκε. δε βρήκε μαρτυρικό θάνατο στο σταυρό
ασταύρωτου	=	ασταύρωτος
ασταύρωτους	=	ασταύρωτος
ασταύρωτων	=	ασταύρωτος
αστεΐζεσαι	=	αστεΐζομαι
αστεΐζεστε	=	αστεΐζομαι
αστεΐζεται	=	αστεΐζομαι
αστεΐζομαι	verb|formal	λέω αστεία
αστεΐζονται	=	αστεΐζομαι
αστεΐζονταν	=	αστεΐζομαι
αστεΐζου	=	αστεΐζομαι
αστεΐσου	=	αστεΐζομαι
αστεΐστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεΐστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεΐστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεΐστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστείος	adv	με αστείο τρόπο
αστείας	adj	γενική ενικού του αστεία
αστείε	adj	κλητική ενικού του αστείος
αστείες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεία
αστείο	adj	αιτιατική ενικού του αστείος	noun	ο λόγος που λέγεται με σκοπό τον αστεϊσμό, με εύθυμη διάθεση, για να προκαλέσει το γέλιο ή το χαμόγελο, όχι ως κάτι το σοβαρό
αστείοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστείος
αστείος	adj	που προκαλεί γέλιο, εύθυμη διάθεση
αστείου	adj	γενική ενικού του αστείος
αστείους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστείος
αστείρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστείρευτος	adv	με αστείρευτο τρόπο, χωρίς να στερεύει, να εξαντλείται
αστείρευτε	=	αστείρευτος
αστείρευτες	=	αστείρευτος
αστείρευτη	=	αστείρευτος
αστείρευτης	=	αστείρευτος
αστείρευτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αστείρευτος
αστείρευτοι	=	αστείρευτος
αστείρευτος	adj	που δεν στερεύει, δεν εξαντλείται, δεν σώνεται, δεν τελειώνει
αστείρευτου	=	αστείρευτος
αστείρευτους	=	αστείρευτος
αστείρευτων	=	αστείρευτος
αστείων	adj	γενική πληθυντικού του αστείος
αστεγές	=	αστεγής
αστεγή	=	αστεγής
αστεγής	adj|formal	που δεν έχει στέγη
αστεγία	noun	το να είναι κανείς άστεγος
αστεγίας	noun	γενική ενικού του αστεγία
αστεγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεγία
αστεγείς	=	αστεγής
αστεγιών	noun	γενική πληθυντικού του αστεγία
αστεγούς	=	αστεγής
αστεγών	=	αστεγής
αστειάκι	noun	υποκοριστικό του αστείο
αστειάκια	=	αστειάκι
αστειευθήκαμε	=	αστειεύομαι
αστειευθήκαν	=	αστειεύομαι
αστειευθήκανε	=	αστειεύομαι
αστειευθήκατε	=	αστειεύομαι
αστειευθεί	=	αστειεύομαι
αστειευθείς	=	αστειεύομαι
αστειευθείτε	=	αστειεύομαι
αστειευθούμε	=	αστειεύομαι
αστειευθούν	=	αστειεύομαι
αστειευθούνε	=	αστειεύομαι
αστειευθώ	=	αστειεύομαι
αστειευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτήκαν	=	αστειεύομαι
αστειευτήκανε	=	αστειεύομαι
αστειευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευτούνε	=	αστειεύομαι
αστειευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειευόμασταν	=	αστειεύομαι
αστειευόμαστε	=	αστειεύομαι
αστειευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστειευόμενο
αστειευόμενε	verb	κλητική ενικού του αστειευόμενος
αστειευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστειευόμενη
αστειευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστειευόμενος
αστειευόμενης	verb	γενική ενικού του αστειευόμενη
αστειευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αστειευόμενος
αστειευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστειευόμενος
αστειευόμενος	verb	αυτός που αστειεύεται, που χαριεντίζεται
αστειευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστειευόμενος
αστειευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστειευόμενος
αστειευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστειευόμενος
αστειευόμουν	=	αστειεύομαι
αστειευόμουνα	=	αστειεύομαι
αστειευόντουσαν	=	αστειεύομαι
αστειευόσασταν	=	αστειεύομαι
αστειευόσαστε	=	αστειεύομαι
αστειευόσουν	=	αστειεύομαι
αστειευόσουνα	=	αστειεύομαι
αστειευόταν	=	αστειεύομαι
αστειευότανε	=	αστειεύομαι
αστειεύεσαι	=	αστειεύομαι
αστειεύεστε	=	αστειεύομαι
αστειεύεται	=	αστειεύομαι
αστειεύθηκα	=	αστειεύομαι
αστειεύθηκαν	=	αστειεύομαι
αστειεύθηκε	=	αστειεύομαι
αστειεύθηκες	=	αστειεύομαι
αστειεύομαι	verb	λέω κάτι που απέχει λίγο από την πραγματικότητα, για αστείο, για πλάκα
αστειεύονται	=	αστειεύομαι
αστειεύονταν	=	αστειεύομαι
αστειεύσου	=	αστειεύομαι
αστειεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστειεύομαι
αστειολογήματα	=	αστειολόγημα
αστειολογήματος	=	αστειολόγημα
αστειολογημάτων	=	αστειολόγημα
αστειολογώ	verb	αστειεύομαι, ευφυολογώ
αστειολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αστειολογώ
αστειολόγημα	noun	συνώνυμο του αστεϊσμός
αστειοτήτων	=	αστειότητα
αστειότατα	=	αστείος
αστειότατε	=	αστείος
αστειότατες	=	αστείος
αστειότατη	=	αστείος
αστειότατης	=	αστείος
αστειότατο	=	αστείος
αστειότατοι	=	αστείος
αστειότατος	=	αστείος
αστειότατου	=	αστείος
αστειότατους	=	αστείος
αστειότατων	=	αστείος
αστειότερα	=	αστείος
αστειότερε	=	αστείος
αστειότερες	=	αστείος
αστειότερη	=	αστείος
αστειότερης	=	αστείος
αστειότερο	=	αστείος
αστειότεροι	=	αστείος
αστειότερος	=	αστείος
αστειότερου	=	αστείος
αστειότερους	=	αστείος
αστειότερων	=	αστείος
αστειότητα	noun|formal	αστεία λέξη ή πράξη
αστειότητας	=	αστειότητα
αστειότητες	=	αστειότητα
αστενοχώρητα	adv	με αστενοχώρητο τρόπο
αστενοχώρητε	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητες	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητη	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητης	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητο	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητοι	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητος	adj	που δεν στενοχωριέται ή δεν έχει στενοχωρηθεί
αστενοχώρητου	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητους	=	αστενοχώρητος
αστενοχώρητων	=	αστενοχώρητος
αστεράκι	noun	υποκοριστικό του αστέρι
αστεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεράκι
αστεράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεράτο
αστεράτε	adj	κλητική ενικού του αστεράτος
αστεράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεράτη
αστεράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστεράτος
αστεράτης	adj	γενική ενικού του αστεράτη
αστεράτο	adj	αιτιατική ενικού του αστεράτος
αστεράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστεράτος
αστεράτος	adj	που έχει άσπρο σημάδι στο μέτωπο
αστεράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστεράτος
αστεράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστεράτος
αστεράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστεράτος
αστερέωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερέωτο
αστερέωτε	adj	κλητική ενικού του αστερέωτος
αστερέωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερέωτη
αστερέωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστερέωτος
αστερέωτης	adj	γενική ενικού του αστερέωτη
αστερέωτο	adj	αιτιατική ενικού του αστερέωτος
αστερέωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστερέωτος
αστερέωτος	adj	που δε στερεώθηκε ή δεν μπορεί να στερεωθεί
αστερέωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστερέωτος
αστερέωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστερέωτος
αστερέωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστερέωτος
αστερία	=	αστερίας
αστερίας	noun	θαλάσσιο ζώο της τάξης των Αστεροειδών (Asteroidea)· η ονομασία προέρχεται από το χαρακτηριστικό σχήμα του που μοιάζει με αστέρι
αστερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερίας
αστερίσκε	noun	κλητική ενικού του αστερίσκος
αστερίσκο	noun	αιτιατική ενικού του αστερίσκος
αστερίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστερίσκος
αστερίσκος	noun	μικρό αστέρι
αστερίσκου	noun	γενική ενικού του αστερίσκος
αστερίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστερίσκος
αστερίσκων	noun	γενική πληθυντικού του αστερίσκος
αστεριού	=	αστέρι
αστερισμέ	noun	κλητική ενικού του αστερισμός
αστερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστερισμός
αστερισμού	noun	γενική ενικού του αστερισμός
αστερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστερισμός
αστερισμό	noun	αιτιατική ενικού του αστερισμός
αστερισμός	noun	σύνολο ή ομάδα από απλανείς αστέρες που όταν οι θέσεις τους διαμορφώνουν σχετικά σαφές σχήμα, οι αστρονόμοι το ονομάζουν με κάτι συναφές προς αυτό
αστερισμών	noun	γενική πληθυντικού του αστερισμός
αστεριών	=	αστέρι
αστεροειδές	=	αστεροειδής
αστεροειδή	=	αστεροειδής
αστεροειδής	noun	σώμα του ηλιακού συστήματος σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, μικρότερο από πλανήτη	adj	που μοιάζει με αστέρι, ακτινωτός
αστεροειδείς	=	αστεροειδής
αστεροειδούς	=	αστεροειδής
αστεροειδών	=	αστεροειδής
αστεροειδώς	adv	σε μορφή αστεριού, σε ακτινωτή διάταξη
αστεροεσσών	=	αστερόεσσα
αστερομάτα	noun	θηλυκό του αστερομάτης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστερομάτης
αστερομάτας	=	αστερομάτης
αστερομάτες	=	αστερομάτης
αστερομάτη	=	αστερομάτης
αστερομάτηδες	=	αστερομάτης
αστερομάτηδων	=	αστερομάτης
αστερομάτης	adj	που έχει μάτια λαμπερά σαν άστρα
αστερομάτικα	=	αστερομάτης
αστερομάτικο	=	αστερομάτης
αστερομάτικου	=	αστερομάτης
αστερομάτικων	=	αστερομάτης
αστερομάτισσα	=	αστερομάτης
αστεροματών	=	αστερομάτα
αστεροσκοπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεροσκοπείο
αστεροσκοπείο	noun	κτήριο με θόλο, προορισμένο για την παρατήρηση των ουράνιων σωμάτων με τη χρήση τηλεσκοπίων και άλλων ειδικών οργάνων
αστεροσκοπείου	noun	γενική ενικού του αστεροσκοπείο
αστεροσκοπείων	noun	γενική πληθυντικού του αστεροσκοπείο
αστεροσκόπε	=	αστεροσκόπος
αστεροσκόπο	=	αστεροσκόπος
αστεροσκόποι	=	αστεροσκόπος
αστεροσκόπος	noun	αστρονόμος
αστεροσκόπου	=	αστεροσκόπος
αστεροσκόπους	=	αστεροσκόπος
αστεροσκόπων	=	αστεροσκόπος
αστερωδών	=	αστερώδης
αστερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερωμένο
αστερωμένε	verb	κλητική ενικού του αστερωμένος
αστερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερωμένη
αστερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστερωμένος
αστερωμένης	verb	γενική ενικού του αστερωμένη
αστερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αστερωμένος
αστερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστερωμένος
αστερωμένος	verb	γεμάτος αστέρια
αστερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστερωμένος
αστερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστερωμένος
αστερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστερωμένος
αστερωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερωτό	adv	έχοντας αστερωτό σχήμα
αστερωτέ	adj	κλητική ενικού του αστερωτός
αστερωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστερωτή
αστερωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστερωτός
αστερωτής	adj	γενική ενικού του αστερωτή
αστερωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστερωτός
αστερωτού	adj	γενική ενικού του αστερωτός
αστερωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστερωτός
αστερωτό	adj	αιτιατική ενικού του αστερωτός
αστερωτός	adj	ακτινωτός
αστερωτών	adj	γενική πληθυντικού του αστερωτός
αστερόεις	adj|archaic	έναστρος, γεμάτος αστέρια
αστερόεν	=	αστερόεις
αστερόεσσα	noun	η σημαία των ΗΠΑ	adj|rare	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστερόεις
αστερόεσσας	=	αστερόεσσα
αστερόεσσες	=	αστερόεσσα
αστερώδεις	=	αστερώδης
αστερώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αστερώδης
αστερώδη	=	αστερώδης
αστερώδης	adj	που έχει πολλά αστέρια (π.χ. για ουρανό)
αστερώδους	=	αστερώδης
αστερώνω	verb	γεμίζω με άστρα
αστερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστερώνω
αστεφάνωτα	adv	χωρίς να του έχουν τοποθετήσει στεφάνι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστεφάνωτος
αστεφάνωτε	adj	κλητική ενικού του αστεφάνωτος
αστεφάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστεφάνωτη
αστεφάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστεφάνωτος
αστεφάνωτης	adj	γενική ενικού του αστεφάνωτη
αστεφάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του αστεφάνωτος
αστεφάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστεφάνωτος
αστεφάνωτος	adj	που δεν φορά στέφανο / στεφάνι
αστεφάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστεφάνωτος
αστεφάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστεφάνωτος
αστεφάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστεφάνωτος
αστεφές	=	αστεφής
αστεφή	=	αστεφής
αστεφής	adj	που δεν φέρει στεφάνι
αστεφείς	=	αστεφής
αστεφούς	=	αστεφής
αστεφών	=	αστεφής
αστεϊζομένη	=	αστεΐζομαι
αστεϊζομένης	=	αστεΐζομαι
αστεϊζομένου	=	αστεΐζομαι
αστεϊζομένους	=	αστεΐζομαι
αστεϊζομένων	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμασταν	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμαστε	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενα	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενε	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενες	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενη	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενης	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενο	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενοι	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενος	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενου	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενους	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμενων	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμουν	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόμουνα	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόντουσαν	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόσασταν	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόσαστε	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόσουν	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόσουνα	=	αστεΐζομαι
αστεϊζόταν	=	αστεΐζομαι
αστεϊζότανε	=	αστεΐζομαι
αστεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του αστεϊσμός
αστεϊσμένος	=	αστεΐζομαι
αστεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστεϊσμός
αστεϊσμού	noun	γενική ενικού του αστεϊσμός
αστεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστεϊσμός
αστεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του αστεϊσμός
αστεϊσμός	noun	αστείο, χωρατό
αστεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του αστεϊσμός
αστεϊστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστήκαν	=	αστεΐζομαι
αστεϊστήκανε	=	αστεΐζομαι
αστεϊστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστεϊστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστεΐζομαι
αστηθιού	=	αστήθι
αστηθιών	=	αστήθι
αστηθοσκόπητος	adj|rare	που δεν τον έχουν στηθοσκοπήσει
αστηλίτευτα	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτε	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτες	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτη	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτης	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτο	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτοι	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτος	adj	που δεν έχει στηλιτευτεί, δεν έχει επικριθεί δημόσια
αστηλίτευτου	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτους	=	αστηλίτευτος
αστηλίτευτων	=	αστηλίτευτος
αστιάτρου	noun	γενική ενικού του αστίατρος
αστιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστίατρος
αστιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αστίατρος
αστιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστιατρικό
αστιατρικέ	adj	κλητική ενικού του αστιατρικός
αστιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστιατρική
αστιατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστιατρικός
αστιατρικής	adj	γενική ενικού του αστιατρική
αστιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστιατρικός
αστιατρικού	adj	γενική ενικού του αστιατρικός
αστιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστιατρικός
αστιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του αστιατρικός
αστιατρικός	adj	ο σχετικός με τη δημόσια υγεία στις πόλεις
αστιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του αστιατρικός
αστιγμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστιγμάτιστος	adv	χωρίς να έχει στηγματιστεί
αστιγμάτιστε	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστες	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστη	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστης	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστο	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστοι	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστος	adj	ο χωρίς στίγματα, άστικτος
αστιγμάτιστου	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστους	=	αστιγμάτιστος
αστιγμάτιστων	=	αστιγμάτιστος
αστιγμία	noun	ο αστιγματισμός
αστιγμίας	=	αστιγμία
αστιγμίες	=	αστιγμία
αστιγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστιγματικό
αστιγματικέ	adj	κλητική ενικού του αστιγματικός
αστιγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστιγματική
αστιγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστιγματικός
αστιγματικής	adj	γενική ενικού του αστιγματική
αστιγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστιγματικός
αστιγματικού	adj	γενική ενικού του αστιγματικός
αστιγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστιγματικός
αστιγματικό	adj	αιτιατική ενικού του αστιγματικός
αστιγματικός	adj	που έχει σχέση με τον αστιγματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αστιγματικών	adj	γενική πληθυντικού του αστιγματικός
αστιγματισμέ	noun	κλητική ενικού του αστιγματισμός
αστιγματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστιγματισμός
αστιγματισμού	noun	γενική ενικού του αστιγματισμός
αστιγματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστιγματισμός
αστιγματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αστιγματισμός
αστιγματισμός	noun	πάθηση της όρασης.
αστιγματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αστιγματισμός
αστιγμιών	=	αστιγμία
αστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστικό	adv	συντηρητικά, όχι προοδευτικά
αστικέ	adj	κλητική ενικού του αστικός
αστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστική
αστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστικός
αστικής	adj	γενική ενικού του αστική
αστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστικός
αστικολόγε	=	αστικολόγος
αστικολόγο	=	αστικολόγος
αστικολόγοι	=	αστικολόγος
αστικολόγος	noun	νομικός που ασχολείται επιστημονικά ή επαγγελματικά με το αστικό δίκαιο και την ερμηνεία ή εφαρμογή του
αστικολόγου	=	αστικολόγος
αστικολόγους	=	αστικολόγος
αστικολόγων	=	αστικολόγος
αστικομεταφυσικός	adj|rare	αστικός και μεταφυσικός ταυτόχρονα
αστικοποίησα	=	αστικοποιώ
αστικοποίηση	noun	η ένταξη στην αστική τάξη, ενός ατόμου ή ενός τμήματος του πληθυσμού μιας περιοχής
αστικοποίησης	noun	γενική ενικού του αστικοποίηση
αστικοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστικοποίηση
αστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αστικοποίηση
αστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αστικοποίηση
αστικοποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αστικοποιούμαι
αστικοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστικοποιούμαι
αστικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστικοποιημένο
αστικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αστικοποιημένος
αστικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστικοποιημένη
αστικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστικοποιημένος
αστικοποιημένης	verb	γενική ενικού του αστικοποιημένη
αστικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αστικοποιημένος
αστικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστικοποιημένος
αστικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αστικοποιώ
αστικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστικοποιημένος
αστικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστικοποιημένος
αστικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστικοποιημένος
αστικοποιούμαι	verb	εντάσσομαι στην αστική τάξη
αστικοποιώ	verb	εντάσσω στην αστική τάξη ένα άτομο ή ένα τμήμα του αγροτικού ή εργατικού πληθυσμού
αστικοτήτων	=	αστικότητα
αστικού	adj	γενική ενικού του αστικός
αστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστικός
αστικό	adj	αιτιατική ενικού του αστικός	noun	το λεωφορείο που εξυπηρετεί τις μετακινήσεις μέσα στην πόλη (άστυ)
αστικός	adj	που έχει σχέση με το άστυ / πόλη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
αστικότητα	noun	η ιδιότητα του αστικού, που σχετίζεται με την κατοίκηση σε αστικά κέντρα
αστικότητας	=	αστικότητα
αστικότητες	=	αστικότητα
αστικών	adj	γενική πληθυντικού του αστικός
αστιλιζάριστα	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστε	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστες	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστη	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστης	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστο	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστοι	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστος	adj	που δεν έχει στιλιζαριστεί
αστιλιζάριστου	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστους	=	αστιλιζάριστος
αστιλιζάριστων	=	αστιλιζάριστος
αστιξία	noun	η έλλειψη στίξης
αστιξίας	noun	γενική ενικού του αστιξία
αστιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστιξία
αστιξιών	noun	γενική πληθυντικού του αστιξία
αστισμέ	noun	κλητική ενικού του αστισμός
αστισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστισμός
αστισμού	noun	γενική ενικού του αστισμός
αστισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστισμός
αστισμό	noun	αιτιατική ενικού του αστισμός
αστισμός	noun	η συγκέντρωση του πληθυσμού σε αστικά κέντρα και ο τρόπος ζωής σε αυτά
αστισμών	noun	γενική πληθυντικού του αστισμός
αστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστός
αστοίβαστα	=	αστοίβαστος
αστοίβαστε	=	αστοίβαστος
αστοίβαστες	=	αστοίβαστος
αστοίβαστη	=	αστοίβαστος
αστοίβαστης	=	αστοίβαστος
αστοίβαστο	=	αστοίβαστος
αστοίβαστοι	=	αστοίβαστος
αστοίβαστος	adj	που δεν έχει στοιβαχθεί, δεν έχει συγκεντρωθεί σε στοίβες
αστοίβαστου	=	αστοίβαστος
αστοίβαστους	=	αστοίβαστος
αστοίβαστων	=	αστοίβαστος
αστοίβαχτα	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτε	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτες	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτη	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτης	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτο	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτοι	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτος	adj	που δεν έχει στοιβαχθεί, δεν έχει συγκεντρωθεί σε στοίβες
αστοίβαχτου	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτους	=	αστοίβαχτος
αστοίβαχτων	=	αστοίβαχτος
αστοιχείωτα	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτε	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτες	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστοιχείωτος
αστοιχείωτης	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτο	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτοι	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτος	adj	που αγνοεί τα βασικά σημεία τέχνης, επαγγέλματος, επιστήμης
αστοιχείωτου	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτους	=	αστοιχείωτος
αστοιχείωτων	=	αστοιχείωτος
αστοιχειοθέτητα	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητε	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητες	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητη	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητης	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητο	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητοι	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητος	adj	που δεν έχει στοιχειοθετηθεί
αστοιχειοθέτητου	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητους	=	αστοιχειοθέτητος
αστοιχειοθέτητων	=	αστοιχειοθέτητος
αστοργία	noun	έλλειψη στοργής
αστοργίας	noun	γενική ενικού του αστοργία
αστοργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοργία
αστοργιών	noun	γενική πληθυντικού του αστοργία
αστουριανά	noun	η αστουριανή γλώσσα που μιλιέται στην Αστούρια της Ισπανίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστουριανός
αστουριανέ	=	αστουριανός
αστουριανές	=	αστουριανός
αστουριανή	=	αστουριανός
αστουριανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αστουριανή) του αστουριανός
αστουριανοί	=	αστουριανός
αστουριανού	=	αστουριανός
αστουριανούς	=	αστουριανός
αστουριανό	=	αστουριανός
αστουριανός	adj	ο σχετικός με την Αστούρια ή τους κατοίκους της
αστουριανών	=	αστουριανά
αστοχέψαμε	=	αστοχεύω
αστοχέψαν	=	αστοχεύω
αστοχέψανε	=	αστοχεύω
αστοχέψατε	=	αστοχεύω
αστοχέψει	=	αστοχεύω
αστοχέψτε	=	αστοχεύω
αστοχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσαν	=	αστοχώ
αστοχήσανε	=	αστοχώ
αστοχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστοχία	noun	αποτυχία κάποιου να πετύχει έναν στόχο
αστοχίας	noun	γενική ενικού του αστοχία
αστοχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοχία
αστοχασιά	noun	απερισκεψία, ακρισία
αστοχασιάς	noun	γενική ενικού του αστοχασιά
αστοχασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοχασιά
αστοχασιών	=	αστοχασιά
αστοχεί	=	αστοχώ
αστοχείς	=	αστοχώ
αστοχείτε	=	αστοχώ
αστοχεύαμε	=	αστοχεύω
αστοχεύαν	=	αστοχεύω
αστοχεύανε	=	αστοχεύω
αστοχεύατε	=	αστοχεύω
αστοχεύει	=	αστοχεύω
αστοχεύεις	=	αστοχεύω
αστοχεύετε	=	αστοχεύω
αστοχεύοντας	=	αστοχεύω
αστοχεύουμε	=	αστοχεύω
αστοχεύουν	=	αστοχεύω
αστοχεύουνε	=	αστοχεύω
αστοχεύω	verb|dated	άλλη μορφή του αστοχώ
αστοχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοχημένο
αστοχημένε	verb	κλητική ενικού του αστοχημένος
αστοχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοχημένη
αστοχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστοχημένος
αστοχημένης	verb	γενική ενικού του αστοχημένη
αστοχημένο	verb	αιτιατική ενικού του αστοχημένος
αστοχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστοχημένος
αστοχημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αστοχώ
αστοχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστοχημένος
αστοχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστοχημένος
αστοχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστοχημένος
αστοχιά	=	αστοχία
αστοχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοχισμένο
αστοχισμένε	verb	κλητική ενικού του αστοχισμένος
αστοχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστοχισμένη
αστοχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστοχισμένος
αστοχισμένης	verb	γενική ενικού του αστοχισμένη
αστοχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αστοχισμένος
αστοχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστοχισμένος
αστοχισμένος	verb	ξεχασμένος
αστοχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστοχισμένος
αστοχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστοχισμένος
αστοχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστοχισμένος
αστοχιών	noun	γενική πληθυντικού του αστοχία
αστοχούμε	=	αστοχώ
αστοχούν	=	αστοχώ
αστοχούνε	=	αστοχώ
αστοχούσα	=	αστοχώ
αστοχούσαμε	=	αστοχώ
αστοχούσαν	=	αστοχώ
αστοχούσανε	=	αστοχώ
αστοχούσατε	=	αστοχώ
αστοχούσε	=	αστοχώ
αστοχούσες	=	αστοχώ
αστοχώ	verb	δεν πετυχαίνω τον στόχο μου
αστοχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αστοχώ
αστού	noun	γενική ενικού του αστός
αστούμπιστος	adj|rare	που δεν τον έχουν στουμπίσει
αστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστός
αστράβες	=	αστράβη
αστράβη	noun	δοκάρι ή στήριγμα ανάμεσα στις εγκάρσιες δοκούς ενός πλοίου
αστράβης	=	αστράβη
αστράγαλε	noun	κλητική ενικού του αστράγαλος
αστράγαλο	noun	αιτιατική ενικού του αστράγαλος
αστράγαλοι	=	αστράγαλος
αστράγαλος	noun	το μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα
αστράγαλου	noun	γενική ενικού του αστράγαλος
αστράγαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστράγαλος
αστράγαλων	noun	γενική πληθυντικού του αστράγαλος
αστράγγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστράγγιστος	adv	χωρίς στράγγισμα
αστράγγιστε	=	αστράγγιστος
αστράγγιστες	=	αστράγγιστος
αστράγγιστη	=	αστράγγιστος
αστράγγιστης	=	αστράγγιστος
αστράγγιστο	=	αστράγγιστος
αστράγγιστοι	=	αστράγγιστος
αστράγγιστος	adj	που δε στραγγίστηκε, ασούρωτος
αστράγγιστου	=	αστράγγιστος
αστράγγιστους	=	αστράγγιστος
αστράγγιστων	=	αστράγγιστος
αστράγγιχτα	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτε	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτες	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτη	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτης	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτο	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτοι	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτος	adj	άλλη μορφή του αστράγγιστος
αστράγγιχτου	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτους	=	αστράγγιχτος
αστράγγιχτων	=	αστράγγιχτος
αστράκι	noun	λουλούδι του γένους Aster
αστράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστράκι
αστράμματα	=	άστραμμα
αστράμματος	=	άστραμμα
αστράπτω	=	αστράφτω
αστράτευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστράτευτος	adv	χωρίς να έχει στρατευτεί
αστράτευτε	=	αστράτευτος
αστράτευτες	=	αστράτευτος
αστράτευτη	=	αστράτευτος
αστράτευτης	=	αστράτευτος
αστράτευτο	=	αστράτευτος
αστράτευτοι	=	αστράτευτος
αστράτευτος	adj	που δεν υπηρέτησε ως στρατιώτης
αστράτευτου	=	αστράτευτος
αστράτευτους	=	αστράτευτος
αστράτευτων	=	αστράτευτος
αστράφταμε	=	αστράφτω
αστράφταν	=	αστράφτω
αστράφτανε	=	αστράφτω
αστράφτατε	=	αστράφτω
αστράφτε	=	αστράφτω
αστράφτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αστράφτω
αστράφτεις	=	αστράφτω
αστράφτετε	=	αστράφτω
αστράφτοντας	=	αστράφτω
αστράφτουμε	=	αστράφτω
αστράφτουν	=	αστράφτω
αστράφτουνε	=	αστράφτω
αστράφτω	verb	λαμποκοπώ, εκπέμπω λάμψη
αστράχα	noun	άλλη μορφή του αστρέχα
αστράχας	noun	γενική ενικού του αστράχα
αστράχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστράχα
αστράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψαν	=	αστράφτω
αστράψανε	=	αστράφτω
αστράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψουνε	=	αστράφτω
αστράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστράφτω
αστρέχα	noun	το γείσο μιας στέγης
αστρέχας	noun	γενική ενικού του αστρέχα
αστρέχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρέχα
αστρί	noun|literary	άλλη μορφή του άστρο / αστέρι
αστρίου	=	άστριος
αστρίους	=	άστριος
αστρίτες	=	αστρίτης
αστρίτη	=	αστρίτης
αστρίτης	noun	είδος φιδιού με σχετικά ισχυρό δηλητήριο
αστρίφωτα	=	αστρίφωτος
αστρίφωτε	=	αστρίφωτος
αστρίφωτες	=	αστρίφωτος
αστρίφωτη	=	αστρίφωτος
αστρίφωτης	=	αστρίφωτος
αστρίφωτο	=	αστρίφωτος
αστρίφωτοι	=	αστρίφωτος
αστρίφωτος	adj	ο χωρίς στρίφωμα
αστρίφωτου	=	αστρίφωτος
αστρίφωτους	=	αστρίφωτος
αστρίφωτων	=	αστρίφωτος
αστρίων	=	άστριος
αστραβών	=	αστράβη
αστραγάλου	noun	γενική ενικού του αστράγαλος
αστραγάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστράγαλος
αστραγάλων	noun	γενική πληθυντικού του αστράγαλος
αστραγαλιά	noun	αφαιρούμενες σανίδες που βρίσκονται στον πάτο μιας βάρκας
αστραγαλιάς	=	αστραγαλιά
αστραγαλιές	=	αστραγαλιά
αστραγαλιών	=	αστραγαλιά
αστραγγάλιστα	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστε	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστες	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστη	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστης	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστο	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστοι	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστος	adj	που δεν τον έχουν στραγγαλίσει
αστραγγάλιστου	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστους	=	αστραγγάλιστος
αστραγγάλιστων	=	αστραγγάλιστος
αστρακά	=	αστρακάς
αστρακάδες	=	αστρακάς
αστρακάδων	=	αστρακάς
αστρακάν	noun	άλλη μορφή του αστραχάν
αστρακάς	noun	άλλη μορφή του αστραχάν
αστρακιά	noun	κονίαμα με άμμο, ασβέστη και διάφορα θραύσματα (αρχαία ελληνική ὄστρακον) και επιστέγασμα κατασκευασμένο από τέτοιο υλικό
αστρακιάς	=	αστρακιά
αστρακιές	=	αστρακιά
αστρακιών	=	αστρακιά
αστρακωμένα	=	αστρακωμένος
αστρακωμένε	=	αστρακωμένος
αστρακωμένες	=	αστρακωμένος
αστρακωμένη	=	αστρακωμένος
αστρακωμένης	=	αστρακωμένος
αστρακωμένο	=	αστρακωμένος
αστρακωμένοι	=	αστρακωμένος
αστρακωμένος	verb|literary	που έχει γίνει σκληρός, στέρεος
αστρακωμένου	=	αστρακωμένος
αστρακωμένους	=	αστρακωμένος
αστρακωμένων	=	αστρακωμένος
αστρακώνω	verb	αλείφω με αστρακιά τη στέγη
αστραμμάτων	=	άστραμμα
αστραπάρι	noun	ο ασπροπάρης, είδος γύπα (επιστημονική ονομασία: Neophron percnopterus)
αστραπάρια	=	αστραπάρι
αστραπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστραπή
αστραπή	noun	το στιγμιαίο φωτεινό φαινόμενο που συνοδεύει τον κεραυνό	adv	πάρα πολύ γρήγορα, αστραπιαία, αστραπηδόν
αστραπής	=	αστραπή
αστραπαριού	=	αστραπάρι
αστραπαριών	=	αστραπάρι
αστραπηδόν	adv|formal	αστραπιαία
αστραπιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστραπιαίος	adv	με αστραπιαίο τρόπο, πάρα πολύ γρήγορα
αστραπιαίας	adj	γενική ενικού του αστραπιαία
αστραπιαίε	adj	αστραπιαίος, στην κλητική του ενικού
αστραπιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστραπιαία
αστραπιαίη	=	αστραπιαίος
αστραπιαίης	=	αστραπιαίος
αστραπιαίο	adj	αστραπιαίος, στην αιτιατική του ενικού
αστραπιαίοι	adj	αστραπιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
αστραπιαίος	adj	πάρα πολύ γρήγορος, σαν αστραπή
αστραπιαίου	adj	γενική ενικού του αστραπιαίος
αστραπιαίους	adj	αστραπιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
αστραπιαίων	=	αστραπιαίος
αστραπιαίως	adv|formal	αστραπιαία
αστραποβολά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αστραποβολώ
αστραποβολάω	=	αστραποβολώ
αστραποβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστραποβόλημα
αστραποβολήματος	noun	γενική ενικού του αστραποβόλημα
αστραποβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αστραποβόλημα
αστραποβολιού	=	αστραποβόλι
αστραποβολιών	=	αστραποβόλι
αστραποβολώ	verb	ρίχνω αστραπές ή κεραυνούς
αστραποβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αστραποβολάω / αστραποβολώ
αστραποβρόντι	noun	άλλη μορφή του αστραπόβροντο
αστραποβρόντια	=	αστραποβρόντι
αστραποβόλα	=	αστραποβόλος
αστραποβόλας	=	αστραποβόλος
αστραποβόλε	=	αστραποβόλος
αστραποβόλες	=	αστραποβόλος
αστραποβόλημα	noun	ακτινοβολία
αστραποβόλησα	=	αστραποβολώ
αστραποβόλι	noun	ο κεραυνός
αστραποβόλια	=	αστραποβόλι
αστραποβόλο	=	αστραποβόλος
αστραποβόλοι	=	αστραποβόλος
αστραποβόλος	adj|literary	που αστραποβολά
αστραποβόλου	=	αστραποβόλος
αστραποβόλους	=	αστραποβόλος
αστραποβόλων	=	αστραποβόλος
αστραποκαμένα	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένε	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένες	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένη	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένης	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένο	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένοι	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένος	verb	που κάηκε από κεραυνό
αστραποκαμένου	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένους	=	αστραποκαμένος
αστραποκαμένων	=	αστραποκαμένος
αστραποφεγγιά	noun	το φως από την αστραπή
αστραποφεγγιάς	=	αστραποφεγγιά
αστραποφεγγιές	=	αστραποφεγγιά
αστραποφεγγιών	=	αστραποφεγγιά
αστραπούλα	noun	υποκοριστικό του αστραπή
αστραπούλας	=	αστραπούλα
αστραπούλες	=	αστραπούλα
αστραπόβολα	=	αστραπόβολο
αστραπόβολο	noun|literary	ταυτόσημο με το αστραπόβροντο
αστραπόβολου	=	αστραπόβολο
αστραπόβολων	=	αστραπόβολο
αστραπόβροντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστραπόβροντο
αστραπόβροντο	noun	το φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο αστράφτει και βροντά
αστραπόβροντου	noun	γενική ενικού του αστραπόβροντο
αστραπόβροντων	noun	γενική πληθυντικού του αστραπόβροντο
αστραπόμορφα	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφε	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφες	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφη	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφης	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφο	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφοι	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφος	adj	που δίνει λάμψη, ανταύγεια σαν την αστραπή, όμοιος με αστραπή
αστραπόμορφου	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφους	=	αστραπόμορφος
αστραπόμορφων	=	αστραπόμορφος
αστραπόφεγγα	=	αστραπόφεγγο
αστραπόφεγγο	noun	ξαφνική λάμψη από αστραπή
αστραπόφεγγου	=	αστραπόφεγγο
αστραπόφεγγων	=	αστραπόφεγγο
αστραπόφιδα	=	αστραπόφιδο
αστραπόφιδο	noun	είδος μη δηλητηριώδους φιδιού
αστραπόφιδου	=	αστραπόφιδο
αστραπόφιδων	=	αστραπόφιδο
αστραπών	noun	γενική πληθυντικού του αστραπή
αστρατολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστρατολόγητος	adv	χωρίς να έχει στρατολογηθεί
αστρατολόγητε	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητες	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητη	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητης	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητο	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητοι	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητος	adj	που δε στρατολογήθηκε, αστράτευτος
αστρατολόγητου	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητους	=	αστρατολόγητος
αστρατολόγητων	=	αστρατολόγητος
αστρατοπέδευτα	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτε	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτες	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτη	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτης	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτο	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτοι	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτος	adj	που δε στρατοπέδευσε
αστρατοπέδευτου	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτους	=	αστρατοπέδευτος
αστρατοπέδευτων	=	αστρατοπέδευτος
αστραφτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστραφτερό	adv	που αστράφτουν
αστραφτερέ	adj	κλητική ενικού του αστραφτερός
αστραφτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστραφτερή
αστραφτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστραφτερός
αστραφτερής	adj	γενική ενικού του αστραφτερή
αστραφτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστραφτερός
αστραφτερού	adj	γενική ενικού του αστραφτερός
αστραφτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστραφτερός
αστραφτερό	adj	αιτιατική ενικού του αστραφτερός
αστραφτερός	adj	λαμπερός, που αστράφτει
αστραφτερών	adj	γενική πληθυντικού του αστραφτερός
αστραχά	=	αστραχάς
αστραχάδες	=	αστραχάς
αστραχάδων	=	αστραχάς
αστραχάν	noun	γούνα σκουρόχρωμη μαύρο ή γκρι φλις από νεογέννητα αρνιά καρακούλ από το Αστραχάν
αστραχάνικα	=	αστραχάνικος
αστραχάνικε	=	αστραχάνικος
αστραχάνικες	=	αστραχάνικος
αστραχάνικη	=	αστραχάνικος
αστραχάνικης	=	αστραχάνικος
αστραχάνικο	=	αστραχάνικος
αστραχάνικοι	=	αστραχάνικος
αστραχάνικος	adj	ο σχετικός με το Αστραχάν στη Ρωσία
αστραχάνικου	=	αστραχάνικος
αστραχάνικους	=	αστραχάνικος
αστραχάνικων	=	αστραχάνικος
αστραχάς	noun	άλλη μορφή του αστραχάν
αστραχιά	noun	άλλη μορφή του αστρέχα
αστραχιάς	=	αστραχιά
αστραχιές	=	αστραχιά
αστραχιών	=	αστραχιά
αστραψιά	noun	αστραπή, λάμψη
αστραψιάς	=	αστραψιά
αστραψιές	=	αστραψιά
αστραψιών	=	αστραψιά
αστρεχιά	noun	άλλη μορφή του αστρέχα
αστρεχιάς	=	αστρεχιά
αστρεχιές	=	αστρεχιά
αστρεχιών	=	αστρεχιά
αστριά	=	αστρί
αστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρικό	adv	όσον αφορά τους αστέρες
αστρικέ	adj	κλητική ενικού του αστρικός
αστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρική
αστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρικός
αστρικής	adj	γενική ενικού του αστρική
αστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρικός
αστρικού	adj	γενική ενικού του αστρικός
αστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστρικός
αστρικό	adj	αιτιατική ενικού του αστρικός
αστρικόν	=	αστρικός
αστρικός	adj	ο σχετικός με άστρα ή τον χώρο αυτών
αστρικών	adj	γενική πληθυντικού του αστρικός
αστριού	=	αστρί
αστριτών	=	αστρίτης
αστριών	=	αστρί
αστροβιολογία	noun	άλλη μορφή του βιοαστρονομία
αστροβιολογίας	noun	γενική ενικού του αστροβιολογία
αστροβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροβιολογία
αστροβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αστροβιολογία
αστροβιολόγε	=	αστροβιολόγος
αστροβιολόγο	=	αστροβιολόγος
αστροβιολόγοι	=	αστροβιολόγος
αστροβιολόγος	noun	επιστήμονας, βιολόγος, που ειδικεύεται στο πεδίο της αστροβιολογίας
αστροβιολόγου	=	αστροβιολόγος
αστροβιολόγους	=	αστροβιολόγος
αστροβιολόγων	=	αστροβιολόγος
αστροβολίδα	noun	ο διάττοντας
αστροβολίδας	=	αστροβολίδα
αστροβολίδες	=	αστροβολίδα
αστροβολίδων	=	αστροβολίδα
αστροβραδιά	noun	βραδιά που διοργανώνεται αστροπαρατήρηση
αστροβραδιάς	=	αστροβραδιά
αστροβραδιές	=	αστροβραδιά
αστροβραδιών	=	αστροβραδιά
αστρογεωλογία	noun	η μελέτη της εφαρμογής των νόμων της γεωλογίας σε άλλους πλανήτες
αστρογεωλογίας	=	αστρογεωλογία
αστρογεωλογίες	=	αστρογεωλογία
αστρογεωλογιών	=	αστρογεωλογία
αστροδίαιτα	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτε	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτες	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτη	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτης	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτο	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτοι	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτος	adj	που ζει στο ύπαιθρο, κάτω από τα άστρα
αστροδίαιτου	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτους	=	αστροδίαιτος
αστροδίαιτων	=	αστροδίαιτος
αστροκυττάρου	=	αστροκύτταρο
αστροκυττάρων	=	αστροκύτταρο
αστροκύτταρα	=	αστροκύτταρο
αστροκύτταρο	noun	κύτταρο της νευρογλοίας με διακλαδώσεις που ακτινοβολούν σαν άστρο, το οποίο στηρίζει, τρέφει και ρυθμίζει τη λειτουργία των νευρώνων
αστροκύτταρου	=	αστροκύτταρο
αστροκύτταρων	=	αστροκύτταρο
αστρολάβε	noun	κλητική ενικού του αστρολάβος
αστρολάβο	noun	αιτιατική ενικού του αστρολάβος
αστρολάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρολάβος
αστρολάβος	noun	όργανο που χρησίμευε παλιά στη ναυσιπλοΐα για τον προσδιορισμό του ύψους των αστεριών πάνω τον ορίζοντα
αστρολάβου	noun	γενική ενικού του αστρολάβος
αστρολάβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστρολάβος
αστρολάβων	noun	γενική πληθυντικού του αστρολάβος
αστρολογία	noun	μεταφυσική ερμηνεία των κινήσεων των κοσμικών σωμάτων (πλανητών, αστερισμών, αστέρων, δορυφόρων, μετεωριτών κτλ.) και της υποτιθέμενης επίδρασής τους στη ζωή των ανθρώπων και στον καθορισμό του μέλλοντός τους
αστρολογίας	noun	γενική ενικού του αστρολογία
αστρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρολογία
αστρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρολογικό	adv	από αστρολογική άποψη
αστρολογικέ	adj	κλητική ενικού του αστρολογικός
αστρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρολογική
αστρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρολογικός
αστρολογικής	adj	γενική ενικού του αστρολογική
αστρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρολογικός
αστρολογικού	adj	γενική ενικού του αστρολογικός
αστρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστρολογικός
αστρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του αστρολογικός
αστρολογικός	adj	σχετικός με την αστρολογία
αστρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του αστρολογικός
αστρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αστρολογία
αστρολούλουδα	=	αστρολούλουδο
αστρολούλουδο	noun	συνώνυμο του μπουράτζα
αστρολούλουδου	=	αστρολούλουδο
αστρολούλουδων	=	αστρολούλουδο
αστρολόγε	noun	κλητική ενικού του αστρολόγος
αστρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αστρολόγος
αστρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρολόγος
αστρολόγος	noun	που ασχολείται με την αστρολογία
αστρολόγου	noun	γενική ενικού του αστρολόγος
αστρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστρολόγος
αστρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αστρολόγος
αστρομαγικά	=	αστρομαγικός
αστρομαγικέ	=	αστρομαγικός
αστρομαγικές	=	αστρομαγικός
αστρομαγική	=	αστρομαγικός
αστρομαγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αστρομαγική) του αστρομαγικός
αστρομαγικοί	=	αστρομαγικός
αστρομαγικού	=	αστρομαγικός
αστρομαγικούς	=	αστρομαγικός
αστρομαγικό	=	αστρομαγικός
αστρομαγικός	adj	σχετικός με άστρα και μαγεία
αστρομαγικών	=	αστρομαγικός
αστρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στη μελέτη της κίνησης των άστρων
αστρομαντείας	=	αστρομαντεία
αστρομαντείες	=	αστρομαντεία
αστρομαντειών	=	αστρομαντεία
αστρομαντικές	=	αστρομαντική
αστρομαντική	noun	η πρόγνωση τού μέλλοντος από την παρατήρηση των άστρων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρομαντικός
αστρομαντικής	=	αστρομαντική
αστρομαντικών	=	αστρομαντική
αστρομετρία	noun	κλάδος της αστρονομίας που ασχολείται με τις ακριβείς θέσεις των ουράνιων σωμάτων
αστρομετρίας	noun	γενική ενικού του αστρομετρία
αστρομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρομετρία
αστρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρομετρικό
αστρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του αστρομετρικός
αστρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρομετρική
αστρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρομετρικός
αστρομετρικής	adj	γενική ενικού του αστρομετρική
αστρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρομετρικός
αστρομετρικού	adj	γενική ενικού του αστρομετρικός
αστρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστρομετρικός
αστρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του αστρομετρικός
αστρομετρικός	adj	σχετικός με την αστρομετρία
αστρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του αστρομετρικός
αστρομετριών	noun	γενική πληθυντικού του αστρομετρία
αστροναυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροναυτικό
αστροναυτικέ	adj	κλητική ενικού του αστροναυτικός
αστροναυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροναυτική
αστροναυτική	noun	η επιστήμη που προετοιμάζει και οργανώνει τα διαστημικά ταξίδια καθώς και η σχετική τεχνολογία
αστροναυτικής	adj	γενική ενικού του αστροναυτική
αστροναυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροναυτικός
αστροναυτικού	adj	γενική ενικού του αστροναυτικός
αστροναυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστροναυτικός
αστροναυτικό	adj	αιτιατική ενικού του αστροναυτικός
αστροναυτικός	adj	που έχει σχέση με τον αστροναύτη ή την αστροναυτική ή αναφέρεται σ’ αυτά
αστροναυτικών	adj	γενική πληθυντικού του αστροναυτικός
αστροναυτισσών	noun	γενική πληθυντικού του αστροναύτισσα
αστροναυτών	=	αστροναύτης
αστροναύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροναύτης
αστροναύτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αστροναύτης
αστροναύτης	noun	μέλος πληρώματος σε διαστημόπλοιο
αστροναύτισσα	noun	γυναίκα μέλος πληρώματος σε διαστημόπλοιο
αστροναύτισσας	noun	γενική ενικού του αστροναύτισσα
αστροναύτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροναύτισσα
αστρονομία	noun	η επιστήμη που μελετά τα ουράνια σώματα και τη δομή του σύμπαντος
αστρονομίας	noun	γενική ενικού του αστρονομία
αστρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρονομία
αστρονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρονομικό	adv	από αστρονομική άποψη
αστρονομικέ	adj	κλητική ενικού του αστρονομικός
αστρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρονομική
αστρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρονομικός
αστρονομικής	adj	γενική ενικού του αστρονομική
αστρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρονομικός
αστρονομικού	adj	γενική ενικού του αστρονομικός
αστρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστρονομικός
αστρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του αστρονομικός
αστρονομικός	adj	σχετικός με την αστρονομία
αστρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του αστρονομικός
αστρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του αστρονομία
αστρονόμε	noun	κλητική ενικού του αστρονόμος
αστρονόμο	noun	αιτιατική ενικού του αστρονόμος
αστρονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρονόμος
αστρονόμος	noun	επιστήμονας που μελετά τα άστρα και τα υπόλοιπα ουράνια σώματα
αστρονόμου	noun	γενική ενικού του αστρονόμος
αστρονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστρονόμος
αστρονόμων	noun	γενική πληθυντικού του αστρονόμος
αστροπάρτι	noun	οργανωμένη συγκέντρωση ερασιτεχνών αστρονόμων (αστροβραδιά) για αστροπαρατήρηση
αστροπαλίτες	=	αστροπαλίτης
αστροπαλίτη	=	αστροπαλίτης
αστροπαλίτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Αστροπαλιά, κοινή ονομασία της Αστυπάλαιας
αστροπαλίτισσα	=	αστροπαλίτης
αστροπαλιτών	=	αστροπαλίτης
αστροπαρατήρηση	noun	συστηματική παρακολούθηση ουράνιων σωμάτων και φαινομένων με γυμνό μάτι ή οπτικά όργανα, συνήθως στο πλαίσιο οργανωμένης δραστηριότητας
αστροπαρατήρησης	=	αστροπαρατήρηση
αστροπαρατηρήσεις	=	αστροπαρατήρηση
αστροπαρατηρήσεων	=	αστροπαρατήρηση
αστροπελέκι	noun|vulgar	κεραυνός
αστροπελέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροπελέκι
αστροπελεκιού	=	αστροπελέκι
αστροπελεκιών	=	αστροπελέκι
αστροσπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροσπαρμένο
αστροσπαρμένε	verb	κλητική ενικού του αστροσπαρμένος
αστροσπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροσπαρμένη
αστροσπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροσπαρμένος
αστροσπαρμένης	verb	γενική ενικού του αστροσπαρμένη
αστροσπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του αστροσπαρμένος
αστροσπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροσπαρμένος
αστροσπαρμένος	verb	συνώνυμο του αστρόσπαρτος
αστροσπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστροσπαρμένος
αστροσπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστροσπαρμένος
αστροσπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστροσπαρμένος
αστροστεφάνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστεφάνωτο
αστροστεφάνωτε	adj	κλητική ενικού του αστροστεφάνωτος
αστροστεφάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστεφάνωτη
αστροστεφάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροστεφάνωτος
αστροστεφάνωτης	adj	γενική ενικού του αστροστεφάνωτη
αστροστεφάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του αστροστεφάνωτος
αστροστεφάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροστεφάνωτος
αστροστεφάνωτος	adj	στεφανωμένος με αστέρια
αστροστεφάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστροστεφάνωτος
αστροστεφάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστροστεφάνωτος
αστροστεφάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστροστεφάνωτος
αστροστεφανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστεφανωμένο
αστροστεφανωμένε	verb	κλητική ενικού του αστροστεφανωμένος
αστροστεφανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστεφανωμένη
αστροστεφανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροστεφανωμένος
αστροστεφανωμένης	verb	γενική ενικού του αστροστεφανωμένη
αστροστεφανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αστροστεφανωμένος
αστροστεφανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροστεφανωμένος
αστροστεφανωμένος	verb	βλ. αστροστόλιστος
αστροστεφανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστροστεφανωμένος
αστροστεφανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστροστεφανωμένος
αστροστεφανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστροστεφανωμένος
αστροστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστολισμένο
αστροστολισμένε	verb	κλητική ενικού του αστροστολισμένος
αστροστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστολισμένη
αστροστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροστολισμένος
αστροστολισμένης	verb	γενική ενικού του αστροστολισμένη
αστροστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αστροστολισμένος
αστροστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροστολισμένος
αστροστολισμένος	verb	ο στολισμένος, διακοσμημένος με αστέρια
αστροστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστροστολισμένος
αστροστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστροστολισμένος
αστροστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστροστολισμένος
αστροστόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστόλιστο
αστροστόλιστε	adj	κλητική ενικού του αστροστόλιστος
αστροστόλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροστόλιστη
αστροστόλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροστόλιστος
αστροστόλιστης	adj	γενική ενικού του αστροστόλιστη
αστροστόλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αστροστόλιστος
αστροστόλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροστόλιστος
αστροστόλιστος	adj	ο γεμάτος αστέρια, ο στολισμένος, διακοσμημένος με αστέρια
αστροστόλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστροστόλιστος
αστροστόλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστροστόλιστος
αστροστόλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστροστόλιστος
αστροσωματιδιακά	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακέ	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακές	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακή	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακής	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακοί	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακού	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακούς	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακό	=	αστροσωματιδιακός
αστροσωματιδιακός	adj	που αφορά τη μελέτη σωματιδίων προερχόμενων ή σχετιζόμενων με αστρονομικά φαινόμενα και την αλληλεπίδρασή τους με την ύλη και την ακτινοβολία στο σύμπαν
αστροσωματιδιακών	=	αστροσωματιδιακός
αστροτουρισμέ	noun	κλητική ενικού του αστροτουρισμός
αστροτουρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροτουρισμός
αστροτουρισμού	noun	γενική ενικού του αστροτουρισμός
αστροτουρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστροτουρισμός
αστροτουρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αστροτουρισμός
αστροτουρισμός	noun	είδος τουρισμού που περιλαμβάνει επίσκεψη χώρων για την παρατήρηση ουράνιων σωμάτων και αστρονομικών φαινομένων
αστροτουρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αστροτουρισμός
αστροφέγγω	verb	φέγγω σαν άστρο
αστροφέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστροφέγγω
αστροφεγγές	=	αστροφεγγής
αστροφεγγή	=	αστροφεγγής
αστροφεγγής	adj	ο φωτιζόμενος από τη λάμψη των αστεριών, αστρόφεγγος
αστροφεγγείς	=	αστροφεγγής
αστροφεγγιά	noun	ο έναστρος ουρανός που δεν διαταράσσεται από άλλη πηγή φωτός, το αντιφέγγισμα των άστρων τη νύχτα χωρίς φεγγάρι
αστροφεγγιάς	noun	γενική ενικού του αστροφεγγιά
αστροφεγγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροφεγγιά
αστροφεγγιών	=	αστροφεγγιά
αστροφεγγούς	=	αστροφεγγής
αστροφεγγών	=	αστροφεγγής
αστροφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροφυσικό
αστροφυσικέ	adj	κλητική ενικού του αστροφυσικός
αστροφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροφυσική
αστροφυσική	noun	η επιστήμη της κοσμολογίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροφυσική
αστροφυσικής	adj	γενική ενικού του αστροφυσική
αστροφυσικο	=	αστροφυσικός
αστροφυσικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροφυσικός	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροφυσικός
αστροφυσικού	adj	γενική ενικού του αστροφυσικός
αστροφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστροφυσικός
αστροφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του αστροφυσικός
αστροφυσικός	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στην αστροφυσική	adj	σχετικός με την αστροφυσική
αστροφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του αστροφυσικός
αστροφωτογράφε	=	αστροφωτογράφος
αστροφωτογράφο	=	αστροφωτογράφος
αστροφωτογράφοι	=	αστροφωτογράφος
αστροφωτογράφος	noun	φωτογράφος που ειδικεύεται στη λήψη φωτογραφιών ουρανίων αντικειμένων
αστροφωτογράφου	=	αστροφωτογράφος
αστροφωτογράφους	=	αστροφωτογράφος
αστροφωτογράφων	=	αστροφωτογράφος
αστροφωτογραφία	noun	εξειδικευμένο είδος φωτογραφίας, το οποίο αποτελείται από έννοιες και τεχνικές που σχετίζονται με τη λήψη φωτογραφικών εικόνων αστρονομικών αντικειμένων
αστροφωτογραφίας	=	αστροφωτογραφία
αστροφωτογραφίες	=	αστροφωτογραφία
αστροφωτογραφιών	=	αστροφωτογραφία
αστροφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροφώτιστο
αστροφώτιστε	adj	κλητική ενικού του αστροφώτιστος
αστροφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστροφώτιστη
αστροφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστροφώτιστος
αστροφώτιστης	adj	γενική ενικού του αστροφώτιστη
αστροφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αστροφώτιστος
αστροφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροφώτιστος
αστροφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστροφώτιστος
αστροφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστροφώτιστος
αστροφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστροφώτιστος
αστροχημικά	=	αστροχημικός
αστροχημικέ	noun	κλητική ενικού του αστροχημικός
αστροχημικές	=	αστροχημικός
αστροχημική	=	αστροχημικός
αστροχημικής	=	αστροχημικός
αστροχημικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστροχημικός
αστροχημικού	noun	γενική ενικού του αστροχημικός
αστροχημικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστροχημικός
αστροχημικό	noun	αιτιατική ενικού του αστροχημικός
αστροχημικός	noun	επιστήμονας που μελετά τη χημεία που αφορά τα άστρα και τα άλλα ουράνια σώματα	adj	σχετικός με την αστροχημεία
αστροχημικών	noun	γενική πληθυντικού του αστροχημικός
αστρόσπαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρόσπαρτο
αστρόσπαρτε	adj	κλητική ενικού του αστρόσπαρτος
αστρόσπαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστρόσπαρτη
αστρόσπαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστρόσπαρτος
αστρόσπαρτης	adj	γενική ενικού του αστρόσπαρτη
αστρόσπαρτο	adj	αιτιατική ενικού του αστρόσπαρτος
αστρόσπαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστρόσπαρτος
αστρόσπαρτος	adj	σπαρμένος με άστρα
αστρόσπαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστρόσπαρτος
αστρόσπαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστρόσπαρτος
αστρόσπαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστρόσπαρτος
αστρόφεγγα	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγε	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγες	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγη	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγης	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγο	noun	η ανταύγεια των άστρων
αστρόφεγγοι	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγος	adj	ο φωτιζόμενος από τη λάμψη των αστεριών, αστροφεγγής
αστρόφεγγου	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγους	=	αστρόφεγγος
αστρόφεγγων	=	αστρόφεγγος
αστυΐατρος	=	αστίατρος
αστυκτηνίατρε	noun	κλητική ενικού του αστυκτηνίατρος
αστυκτηνίατρο	noun	αιτιατική ενικού του αστυκτηνίατρος
αστυκτηνίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυκτηνίατρος
αστυκτηνίατρος	noun	κτηνίατρος τής αστυκτηνιατρικής υπηρεσίας
αστυκτηνίατρου	=	αστυκτηνίατρος
αστυκτηνίατρους	=	αστυκτηνίατρος
αστυκτηνίατρων	=	αστυκτηνίατρος
αστυκτηνιάτρου	noun	γενική ενικού του αστυκτηνίατρος
αστυκτηνιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστυκτηνίατρος
αστυκτηνιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του αστυκτηνίατρος
αστυκτηνιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυκτηνιατρικό
αστυκτηνιατρικέ	adj	κλητική ενικού του αστυκτηνιατρικός
αστυκτηνιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυκτηνιατρική
αστυκτηνιατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυκτηνιατρικός
αστυκτηνιατρικής	adj	γενική ενικού του αστυκτηνιατρική
αστυκτηνιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυκτηνιατρικός
αστυκτηνιατρικού	adj	γενική ενικού του αστυκτηνιατρικός
αστυκτηνιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστυκτηνιατρικός
αστυκτηνιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του αστυκτηνιατρικός
αστυκτηνιατρικός	adj	ο αναφερόμενος στον αστυκτηνίατρο ή αυτός που γίνεται από αυτόν
αστυκτηνιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του αστυκτηνιατρικός
αστυνομία	noun	ομάδα ένστολων οπλισμένων ανθρώπων που είναι αρμόδιοι για την διατήρηση της δημόσιας τάξης σε μια περιοχή, την σύλληψη εγκληματιών και την διερεύνηση εγκλημάτων κτλ.
αστυνομίας	noun	γενική ενικού του αστυνομία
αστυνομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομία
αστυνομευμένος	=	αστυνομεύω
αστυνομευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομευτικό
αστυνομευτικέ	adj	κλητική ενικού του αστυνομευτικός
αστυνομευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομευτική
αστυνομευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυνομευτικός
αστυνομευτικής	adj	γενική ενικού του αστυνομευτική
αστυνομευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνομευτικός
αστυνομευτικού	adj	γενική ενικού του αστυνομευτικός
αστυνομευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστυνομευτικός
αστυνομευτικό	adj	αιτιατική ενικού του αστυνομευτικός
αστυνομευτικός	adj	που έχει σχέση με την αστυνόμευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αστυνομευτικών	adj	γενική πληθυντικού του αστυνομευτικός
αστυνομευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομευόμενο
αστυνομευόμενε	verb	κλητική ενικού του αστυνομευόμενος
αστυνομευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομευόμενη
αστυνομευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυνομευόμενος
αστυνομευόμενης	verb	γενική ενικού του αστυνομευόμενη
αστυνομευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αστυνομευόμενος
αστυνομευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνομευόμενος
αστυνομευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστυνομευόμενος
αστυνομευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστυνομευόμενος
αστυνομευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αστυνομευόμενος
αστυνομεύομαι	=	αστυνομεύω
αστυνομεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνόμευση
αστυνομεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύσεων	=	αστυνόμευση
αστυνομεύσεως	=	αστυνόμευση
αστυνομεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνομεύτηκα	=	αστυνομεύω
αστυνομεύω	verb	επιτηρώ μια περιοχή με αστυνομικές δυνάμεις που αποτρέπουν ή καταστέλλουν αξιόποινες πράξεις
αστυνομικά	noun	μυθιστορήματα ή ταινίες με αστυνομική πλοκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστυνομικός
αστυνομικέ	adj	κλητική ενικού του αστυνομικός
αστυνομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομική
αστυνομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυνομικός
αστυνομικής	adj	γενική ενικού του αστυνομική
αστυνομικίνα	noun	γυναίκα αστυνομικός
αστυνομικίνας	=	αστυνομικίνα
αστυνομικίνες	=	αστυνομικίνα
αστυνομικίνων	=	αστυνομικίνα
αστυνομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνομικός
αστυνομικογράφε	=	αστυνομικογράφος
αστυνομικογράφο	=	αστυνομικογράφος
αστυνομικογράφοι	=	αστυνομικογράφος
αστυνομικογράφος	noun	δημοσιογράφος που καλύπτει το αστυνομικό ρεπορτάζ
αστυνομικογράφου	=	αστυνομικογράφος
αστυνομικογράφους	=	αστυνομικογράφος
αστυνομικογράφων	=	αστυνομικογράφος
αστυνομικού	adj	γενική ενικού του αστυνομικός
αστυνομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αστυνομικός
αστυνομικό	adj	αιτιατική ενικού του αστυνομικός
αστυνομικός	noun	άνδρας ή γυναίκα μέλος της αστυνομίας, ένστολος επιφορτισμένος με το έργο της τήρησης της τάξης	adj	σχετικός με την αστυνομία
αστυνομικών	adj	γενική πληθυντικού του αστυνομικός
αστυνομισσών	noun	γενική πληθυντικού του αστυνόμισσα
αστυνομιών	noun	γενική πληθυντικού του αστυνομία
αστυνομοκρατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατία	noun	αστυνόμευση
αστυνομοκρατίας	noun	γενική ενικού του αστυνομοκρατία
αστυνομοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομοκρατία
αστυνομοκρατείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αστυνομοκρατούμαι
αστυνομοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αστυνομοκρατία
αστυνομοκρατούμαι	verb	κυριαρχούμαι, εξουσιάζομαι από την αστυνομία
αστυνομοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομοκρατούμενο
αστυνομοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του αστυνομοκρατούμενος
αστυνομοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνομοκρατούμενη
αστυνομοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αστυνομοκρατούμενος
αστυνομοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του αστυνομοκρατούμενη
αστυνομοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αστυνομοκρατούμενος
αστυνομοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνομοκρατούμενος
αστυνομοκρατούμενος	verb	αυτός που αστυνομοκρατείται
αστυνομοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αστυνομοκρατούμενος
αστυνομοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αστυνομοκρατούμενος
αστυνομοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αστυνομοκρατούμενος
αστυνόμε	noun	κλητική ενικού του αστυνόμος
αστυνόμευα	=	αστυνομεύω
αστυνόμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνόμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνόμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνόμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστυνομεύω
αστυνόμευση	noun	η επιτήρηση μιας περιοχής με αστυνομικές δυνάμεις που αποτρέπουν ή καταστέλλουν αξιόποινες πράξεις
αστυνόμευσης	=	αστυνόμευση
αστυνόμισσα	noun|rare	σύζυγος αστυνόμου
αστυνόμισσας	noun	γενική ενικού του αστυνόμισσα
αστυνόμισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυνόμισσα
αστυνόμο	noun	αιτιατική ενικού του αστυνόμος
αστυνόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αστυνόμος
αστυνόμος	noun	συνώνυμο του αστυνομικός
αστυνόμου	noun	γενική ενικού του αστυνόμος
αστυνόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αστυνόμος
αστυνόμων	noun	γενική πληθυντικού του αστυνόμος
αστυσία	noun	η έλλειψη στύσης
αστυσίας	noun	γενική ενικού του αστυσία
αστυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυσία
αστυσιών	noun	γενική πληθυντικού του αστυσία
αστυφιλία	noun	η τάση εγκατάλειψης των αγροτικών περιοχών και (μόνιμης) εγκατάστασης σε αστικά κέντρα
αστυφιλίας	=	αστυφιλία
αστυφιλίες	=	αστυφιλία
αστυφιλιών	=	αστυφιλία
αστυφυλάκων	=	αστυφύλακας
αστυφυλακές	=	αστυφυλακή
αστυφυλακή	noun	το σώμα και η υπηρεσία των αστυφυλάκων
αστυφυλακής	=	αστυφυλακή
αστυφυλακών	=	αστυφυλακή
αστυφύλακα	=	αστυφύλακας
αστυφύλακας	noun	ο/η αστυνομικός
αστυφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστυφύλακας
αστυφύλακος	=	αστυφύλακας
αστυφύλαξ	noun	ο αστυφύλακας στην καθαρεύουσα, σε χρήση στα νέα ελληνικά…
αστό	noun	αιτιατική ενικού του αστός
αστόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστόλιστος	adv	με αστόλιστο τρόπο, χωρίς στολισμό, χωρίς στολίδια
αστόλιστε	=	αστόλιστος
αστόλιστες	=	αστόλιστος
αστόλιστη	=	αστόλιστος
αστόλιστης	=	αστόλιστος
αστόλιστο	=	αστόλιστος
αστόλιστοι	=	αστόλιστος
αστόλιστος	adj	ακόσμητος, άκοσμος, λιτός, γυμνός
αστόλιστου	=	αστόλιστος
αστόλιστους	=	αστόλιστος
αστόλιστων	=	αστόλιστος
αστόμωτα	=	αστόμωτος
αστόμωτε	=	αστόμωτος
αστόμωτες	=	αστόμωτος
αστόμωτη	=	αστόμωτος
αστόμωτης	=	αστόμωτος
αστόμωτο	=	αστόμωτος
αστόμωτοι	=	αστόμωτος
αστόμωτος	adj	οξύς, κοφτερός, που δεν έχει στομώσει
αστόμωτου	=	αστόμωτος
αστόμωτους	=	αστόμωτος
αστόμωτων	=	αστόμωτος
αστός	noun	ο κάτοικος της πόλης
αστόχαστα	adv	χωρίς σκέψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αστόχαστος
αστόχαστε	=	αστόχαστος
αστόχαστες	=	αστόχαστος
αστόχαστη	=	αστόχαστος
αστόχαστης	=	αστόχαστος
αστόχαστο	=	αστόχαστος
αστόχαστοι	=	αστόχαστος
αστόχαστος	adj	αυτός δε σκέφτεται πριν ενεργήσει, που δρα απερίσκεπτα
αστόχαστου	=	αστόχαστος
αστόχαστους	=	αστόχαστος
αστόχαστων	=	αστόχαστος
αστόχει	=	αστοχώ
αστόχευα	=	αστοχεύω
αστόχευαν	=	αστοχεύω
αστόχευε	=	αστοχεύω
αστόχευες	=	αστοχεύω
αστόχεψα	=	αστοχεύω
αστόχεψαν	=	αστοχεύω
αστόχεψε	=	αστοχεύω
αστόχεψες	=	αστοχεύω
αστόχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστόχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστόχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστόχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αστοχώ
αστών	noun	γενική πληθυντικού του αστός
ασυγεφ	abbrev	πρώην ελληνικός δημόσιος φορέας ο οποίος ασχολούνταν με τη χρήση γεωργικών φαρμάκων
ασυγκάλυπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγκάλυπτος	adv	με ασυγκάλυπτο τρόπο
ασυγκάλυπτε	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτες	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτη	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτης	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτο	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτοι	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτος	adj	που δεν έχει συγκαλυφθεί ή δεν μπορεί να συγκαλυφθεί, ο φανερός
ασυγκάλυπτου	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτους	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκάλυπτων	=	ασυγκάλυπτος
ασυγκέντρωτα	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτε	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτες	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτη	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτης	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτο	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτοι	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτος	adj	που δε συγκεντρώθηκε
ασυγκέντρωτου	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτους	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέντρωτων	=	ασυγκέντρωτος
ασυγκέραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυγκέραστο
ασυγκέραστε	adj	κλητική ενικού του ασυγκέραστος
ασυγκέραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυγκέραστη
ασυγκέραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυγκέραστος
ασυγκέραστης	adj	γενική ενικού του ασυγκέραστη
ασυγκέραστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυγκέραστος
ασυγκέραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυγκέραστος
ασυγκέραστος	adj	που δεν είναι συγκερασμένος, που δεν έχει συγκεραστεί
ασυγκέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυγκέραστος
ασυγκέραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυγκέραστος
ασυγκέραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυγκέραστος
ασυγκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγκίνητος	adv	χωρίς να συγκινείται
ασυγκίνητε	adj	κλητική ενικού του ασυγκίνητος
ασυγκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυγκίνητη
ασυγκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυγκίνητος
ασυγκίνητης	adj	γενική ενικού του ασυγκίνητη
ασυγκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυγκίνητος
ασυγκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυγκίνητος
ασυγκίνητος	adj	που δε συγκινήθηκε ή συγκινείται
ασυγκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυγκίνητος
ασυγκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυγκίνητος
ασυγκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυγκίνητος
ασυγκαλύπτως	adv	με ασυγκάλυπτο τρόπο
ασυγκεφαλαίωτα	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτε	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτες	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτη	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτης	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτο	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτοι	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτος	adj	που δεν έχει συγκεφαλαιωθεί
ασυγκεφαλαίωτου	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτους	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκεφαλαίωτων	=	ασυγκεφαλαίωτος
ασυγκινησία	noun|formal	η έλλειψη συγκίνησης
ασυγκινησίας	noun	γενική ενικού του ασυγκινησία
ασυγκινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυγκινησία
ασυγκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυγκινησία
ασυγκράτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγκράτητος	adv	με ασυγκράτητο τρόπο, χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί
ασυγκράτητε	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητες	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητη	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητης	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ασυγκράτητος
ασυγκράτητοι	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητος	adj	που δεν αναχαιτίζεται, ακράτητος
ασυγκράτητου	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητους	=	ασυγκράτητος
ασυγκράτητων	=	ασυγκράτητος
ασυγκρίτως	adv|formal	άλλη μορφή του ασύγκριτα
ασυγκρότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγκρότητος	adv	με ασυγκρότητο τρόπο
ασυγκρότητε	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητες	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητη	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητης	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητο	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητοι	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητος	adj	που δεν έχει συγκροτηθεί, ανοργάνωτος
ασυγκρότητου	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητους	=	ασυγκρότητος
ασυγκρότητων	=	ασυγκρότητος
ασυγκόλλητα	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητε	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητες	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητη	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητης	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητο	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητοι	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητος	adj	που δεν έχει συγκολληθεί
ασυγκόλλητου	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητους	=	ασυγκόλλητος
ασυγκόλλητων	=	ασυγκόλλητος
ασυγνέφιαστος	=	ασυννέφιαστος
ασυγυρισιά	noun	η ακαταστασία, η έλλειψη συγυρίσματος
ασυγυρισιάς	=	ασυγυρισιά
ασυγυρισιές	=	ασυγυρισιά
ασυγυρισιών	=	ασυγυρισιά
ασυγχρονισμέ	=	ασυγχρονισμός
ασυγχρονισμοί	=	ασυγχρονισμός
ασυγχρονισμού	=	ασυγχρονισμός
ασυγχρονισμούς	=	ασυγχρονισμός
ασυγχρονισμό	=	ασυγχρονισμός
ασυγχρονισμός	noun	η έλλειψη συγχρονισμού
ασυγχρονισμών	=	ασυγχρονισμός
ασυγχρόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγχρόνιστος	adv	με ασυγχρόνιστο τρόπο
ασυγχρόνιστε	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστες	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστη	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστης	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστο	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστοι	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστος	adj	απροσάρμοστος στο ρεύμα τής εποχής του, οπισθοδρομικός
ασυγχρόνιστου	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστους	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρόνιστων	=	ασυγχρόνιστος
ασυγχρώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυγχρώτιστο
ασυγχρώτιστε	adj	κλητική ενικού του ασυγχρώτιστος
ασυγχρώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυγχρώτιστη
ασυγχρώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυγχρώτιστος
ασυγχρώτιστης	adj	γενική ενικού του ασυγχρώτιστη
ασυγχρώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυγχρώτιστος
ασυγχρώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυγχρώτιστος
ασυγχρώτιστος	adj	που δεν συγχρωτίζεται ή δεν μπορεί να συγχρωτιστεί
ασυγχρώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυγχρώτιστος
ασυγχρώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυγχρώτιστος
ασυγχρώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυγχρώτιστος
ασυγχώνευτα	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτε	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτες	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτη	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτης	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτο	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτοι	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτος	adj	που δεν έχει συγχωνευτεί, που παραμένει αυτοτελής
ασυγχώνευτου	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτους	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώνευτων	=	ασυγχώνευτος
ασυγχώρετος	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγχώρητος	adv	χωρίς συγχώρεση
ασυγχώρητε	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητες	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητη	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητης	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητο	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητοι	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητος	adj	που δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε
ασυγχώρητου	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητους	=	ασυγχώρητος
ασυγχώρητων	=	ασυγχώρητος
ασυγύριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυγύριστος	adv	χωρίς να έχει συγυριστεί
ασυγύριστε	=	ασυγύριστος
ασυγύριστες	=	ασυγύριστος
ασυγύριστη	=	ασυγύριστος
ασυγύριστης	=	ασυγύριστος
ασυγύριστο	=	ασυγύριστος
ασυγύριστοι	=	ασυγύριστος
ασυγύριστος	adj	ατημέλητος, απεριποίητος
ασυγύριστου	=	ασυγύριστος
ασυγύριστους	=	ασυγύριστος
ασυγύριστων	=	ασυγύριστος
ασυδαύλιστος	verb|rare	που δεν τον έχουν συνδαυλίσει
ασυδοσία	noun|formal	η ανεξέλεγκτη ελευθερία λόγου ή πράξεων ενός ατόμου ή οργανισμού, το να μην περιορίζεται κάποιος από κάποιον ηθικό ή νομικό φραγμό
ασυδοσίας	noun	γενική ενικού του ασυδοσία
ασυδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυδοσία
ασυδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυδοσία
ασυε	abbrev	Ανώτατη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή
ασυζήτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυζήτητος	adv	άλλη μορφή του ασυζητητί
ασυζήτητε	=	ασυζήτητος
ασυζήτητες	=	ασυζήτητος
ασυζήτητη	=	ασυζήτητος
ασυζήτητης	=	ασυζήτητος
ασυζήτητο	=	ασυζήτητος
ασυζήτητοι	=	ασυζήτητος
ασυζήτητος	adj	που δεν έχει συζητηθεί
ασυζήτητου	=	ασυζήτητος
ασυζήτητους	=	ασυζήτητος
ασυζήτητων	=	ασυζήτητος
ασυζητητί	adv|formal	για κάτι που το δεχόμαστε χωρίς συζήτηση
ασυκοφάντητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυκοφάντητος	adv	χωρίς να έχει συκοφαντηθεί
ασυκοφάντητε	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητες	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητη	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητης	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητο	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητοι	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητος	adj	αδιάβλητος, που δεν έχει συκοφαντηθεί
ασυκοφάντητου	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητους	=	ασυκοφάντητος
ασυκοφάντητων	=	ασυκοφάντητος
ασυλία	noun	η ιδιότητα ιερού χώρου ως απαραβίαστου
ασυλίας	noun	γενική ενικού του ασυλία
ασυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυλία
ασυλιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυλία
ασυλλογισιά	noun	αστοχασιά, απερισκεψία
ασυλλογισιάς	noun	γενική ενικού του ασυλλογισιά
ασυλλογισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυλλογισιά
ασυλλογισιών	=	ασυλλογισιά
ασυλλόγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυλλόγιστος	adv	με ασυλλόγιστο τρόπο
ασυλλόγιστε	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστες	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστη	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστης	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστο	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστοι	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστος	adj	απερίσκεπτος, αστόχαστος, επιπόλαιος
ασυλλόγιστου	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστους	=	ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστων	=	ασυλλόγιστος
ασυλοποίηση	noun	μακρόχρονη παραμονή και ένταξη ατόμου σε κλειστό ίδρυμα, με τρόπο που περιορίζει την αυτονομία του και ενισχύει την εξάρτησή του από το πλαίσιο αυτό
ασυλοποίησης	=	ασυλοποίηση
ασυλοποιήσεις	=	ασυλοποίηση
ασυλοποιήσεων	=	ασυλοποίηση
ασυμβάτως	adv	με ασύμβατο τρόπο
ασυμβίβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμβίβαστος	adv	με ασυμβίβαστο τρόπο, χωρίς συμβιβασμούς
ασυμβίβαστε	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστες	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστη	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστης	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστοι	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστος	adj	που δεν έχει συμβιβαστεί ή δε συμβιβάζεται, αδιάλλακτος
ασυμβίβαστου	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστους	=	ασυμβίβαστος
ασυμβίβαστων	=	ασυμβίβαστος
ασυμβατοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ασυμβατότητα
ασυμβατότητα	noun	η ιδιότητα τού ασύμβατου
ασυμβατότητας	noun	γενική ενικού του ασυμβατότητα
ασυμβατότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμβατότητα
ασυμβιβάστως	adv|dated	ασυμβίβαστα
ασυμβιβασία	noun|formal	η έλλειψη συμβιβασμού ή διάθεσης για συμβιβασμό
ασυμβιβασίας	noun	γενική ενικού του ασυμβιβασία
ασυμβιβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμβιβασία
ασυμβιβασιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυμβιβασία
ασυμβολικά	=	ασυμβολικός
ασυμβολικέ	=	ασυμβολικός
ασυμβολικές	=	ασυμβολικός
ασυμβολική	=	ασυμβολικός
ασυμβολικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασυμβολική) του ασυμβολικός
ασυμβολικοί	=	ασυμβολικός
ασυμβολικού	=	ασυμβολικός
ασυμβολικούς	=	ασυμβολικός
ασυμβολικό	=	ασυμβολικός
ασυμβολικός	adj	που δεν χρησιμοποιεί σύμβολα ή δεν συμβολίζει κάτι
ασυμβολικών	=	ασυμβολικός
ασυμβούλευτα	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτε	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτες	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτη	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτης	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτο	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτοι	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτος	adj	που ενεργεί χωρίς συμβουλή ή σύμβουλο
ασυμβούλευτου	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτους	=	ασυμβούλευτος
ασυμβούλευτων	=	ασυμβούλευτος
ασυμμάζευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμμάζευτος	adv	χωρίς να έχει συμμαζευτεί
ασυμμάζευτε	adj	κλητική ενικού του ασυμμάζευτος
ασυμμάζευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμάζευτη
ασυμμάζευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμμάζευτος
ασυμμάζευτης	adj	γενική ενικού του ασυμμάζευτη
ασυμμάζευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυμμάζευτος
ασυμμάζευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμμάζευτος
ασυμμάζευτος	adj	που δεν τον έχουν συμμαζέψει
ασυμμάζευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμμάζευτος
ασυμμάζευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμμάζευτος
ασυμμάζευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυμμάζευτος
ασυμμάζωχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμάζωχτο
ασυμμάζωχτε	adj	κλητική ενικού του ασυμμάζωχτος
ασυμμάζωχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμάζωχτη
ασυμμάζωχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμμάζωχτος
ασυμμάζωχτης	adj	γενική ενικού του ασυμμάζωχτη
ασυμμάζωχτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυμμάζωχτος
ασυμμάζωχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμμάζωχτος
ασυμμάζωχτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του ασυμμάζευτος
ασυμμάζωχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμμάζωχτος
ασυμμάζωχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμμάζωχτος
ασυμμάζωχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυμμάζωχτος
ασυμμετρία	noun	η έλλειψη συμμετρίας
ασυμμετρίας	noun	γενική ενικού του ασυμμετρία
ασυμμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμετρία
ασυμμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμετρικό
ασυμμετρικέ	adj	κλητική ενικού του ασυμμετρικός
ασυμμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμετρική
ασυμμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμμετρικός
ασυμμετρικής	adj	γενική ενικού του ασυμμετρική
ασυμμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμμετρικός
ασυμμετρικού	adj	γενική ενικού του ασυμμετρικός
ασυμμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμμετρικός
ασυμμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ασυμμετρικός
ασυμμετρικός	adj	που δεν είναι συμμετρικός
ασυμμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ασυμμετρικός
ασυμμετριών	noun	γενική πληθυντικού του ασυμμετρία
ασυμμόρφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ασυμμόρφωτο) του ασυμμόρφωτος	adv	χωρίς συμμόρφωση
ασυμμόρφωτε	adj	κλητική ενικού του ασυμμόρφωτος
ασυμμόρφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμμόρφωτη
ασυμμόρφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμμόρφωτος
ασυμμόρφωτης	adj	γενική ενικού του ασυμμόρφωτη
ασυμμόρφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυμμόρφωτος
ασυμμόρφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμμόρφωτος
ασυμμόρφωτος	adj	που δεν έχει συμμορφωθεί ή δεν μπορεί να συμμορφωθεί
ασυμμόρφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμμόρφωτος
ασυμμόρφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμμόρφωτος
ασυμμόρφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυμμόρφωτος
ασυμπάθεια	noun|formal	η έλλειψη συμπάθειας
ασυμπάθειας	noun	γενική ενικού του ασυμπάθεια
ασυμπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπάθεια
ασυμπάθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμπάθητος	adv	χωρίς να τον συμπαθούμε
ασυμπάθητε	adj	κλητική ενικού του ασυμπάθητος
ασυμπάθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπάθητη
ασυμπάθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμπάθητος
ασυμπάθητης	adj	γενική ενικού του ασυμπάθητη
ασυμπάθητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυμπάθητος
ασυμπάθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμπάθητος
ασυμπάθητος	adj	άλλη μορφή του ασυμπαθής
ασυμπάθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμπάθητος
ασυμπάθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμπάθητος
ασυμπάθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυμπάθητος
ασυμπάθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμπάθιστος	adv	χωρίς να τον συμπαθούμε
ασυμπάθιστε	adj	κλητική ενικού του ασυμπάθιστος
ασυμπάθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπάθιστη
ασυμπάθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμπάθιστος
ασυμπάθιστης	adj	γενική ενικού του ασυμπάθιστη
ασυμπάθιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυμπάθιστος
ασυμπάθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμπάθιστος
ασυμπάθιστος	adj	άλλη μορφή του ασυμπαθής
ασυμπάθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμπάθιστος
ασυμπάθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμπάθιστος
ασυμπάθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυμπάθιστος
ασυμπίεστα	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστε	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστες	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστη	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστης	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστο	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστοι	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστος	adj	που δεν έχει συμπιεστεί ή δεν επιδέχεται συμπίεση
ασυμπίεστου	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστους	=	ασυμπίεστος
ασυμπίεστων	=	ασυμπίεστος
ασυμπαθές	=	ασυμπαθής
ασυμπαθή	=	ασυμπαθής
ασυμπαθής	adj|formal	ο μη συμπαθής, αντιπαθητικός
ασυμπαθείς	=	ασυμπαθής
ασυμπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ασυμπάθεια
ασυμπαθούς	=	ασυμπαθής
ασυμπαθών	=	ασυμπαθής
ασυμπαθώς	adv	με ασυμπαθή τρόπο
ασυμπλήρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμπλήρωτος	adv	χωρίς να έχει συμπληρωθεί
ασυμπλήρωτε	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτες	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτη	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτης	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτο	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτοι	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτος	adj	που δε συμπληρώθηκε ή δεν επιδέχεται συμπλήρωση
ασυμπλήρωτου	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτους	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπλήρωτων	=	ασυμπλήρωτος
ασυμπονιά	noun|vulgar	η έλλειψη συμπόνιας
ασυμπονιάς	=	ασυμπονιά
ασυμπονιές	=	ασυμπονιά
ασυμπονιών	=	ασυμπονιά
ασυμπτωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπτωματικό
ασυμπτωματικέ	adj	κλητική ενικού του ασυμπτωματικός
ασυμπτωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπτωματική
ασυμπτωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμπτωματικός
ασυμπτωματικής	adj	γενική ενικού του ασυμπτωματική
ασυμπτωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμπτωματικός
ασυμπτωματικού	adj	γενική ενικού του ασυμπτωματικός
ασυμπτωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμπτωματικός
ασυμπτωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ασυμπτωματικός
ασυμπτωματικός	adj	που δεν εκδηλώνει συμπτώματα της ασθένειας (και συχνά ούτε αισθάνεται κάτι)
ασυμπτωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ασυμπτωματικός
ασυμπτωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπτωτικό
ασυμπτωτικέ	adj	κλητική ενικού του ασυμπτωτικός
ασυμπτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπτωτική
ασυμπτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμπτωτικός
ασυμπτωτικής	adj	γενική ενικού του ασυμπτωτική
ασυμπτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμπτωτικός
ασυμπτωτικού	adj	γενική ενικού του ασυμπτωτικός
ασυμπτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμπτωτικός
ασυμπτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ασυμπτωτικός
ασυμπτωτικός	adj	ο ασύμπτωτος
ασυμπτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ασυμπτωτικός
ασυμπόνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμπόνετος	adv	χωρίς συμπόνια, χωρίς συμπόνεση
ασυμπόνετε	adj	κλητική ενικού του ασυμπόνετος
ασυμπόνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμπόνετη
ασυμπόνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυμπόνετος
ασυμπόνετης	adj	γενική ενικού του ασυμπόνετη
ασυμπόνετο	adj	αιτιατική ενικού του ασυμπόνετος
ασυμπόνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυμπόνετος
ασυμπόνετος	adj	που δεν τον συμπόνεσαν
ασυμπόνετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυμπόνετος
ασυμπόνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυμπόνετος
ασυμπόνετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυμπόνετος
ασυμπόνια	noun|rare	η έλλειψη συμπόνιας
ασυμπόρευτος	adj|rare	που δεν έχει συμπορευτεί
ασυμφιλίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυμφιλίωτος	adv	με ασυμφιλίωτο τρόπο
ασυμφιλίωτε	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτες	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτη	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτης	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτο	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτοι	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτος	adj	που δεν έχει συμφιλιωθεί
ασυμφιλίωτου	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτους	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφιλίωτων	=	ασυμφιλίωτος
ασυμφωνία	noun	ανομοιότητα, διαφορά
ασυμφωνίας	noun	γενική ενικού του ασυμφωνία
ασυμφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυμφωνία
ασυμφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυμφωνία
ασυμφώνητα	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητε	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητες	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητη	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητης	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητο	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητοι	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητος	adj	ο χωρίς συμφωνία
ασυμφώνητου	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητους	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνητων	=	ασυμφώνητος
ασυμφώνιστος	=	ασυμφώνητος
ασυμψήφιστα	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστε	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστες	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστη	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστης	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστο	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστοι	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστος	adj	που δεν συμψηφίζεται
ασυμψήφιστου	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστους	=	ασυμψήφιστος
ασυμψήφιστων	=	ασυμψήφιστος
ασυνάθροιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνάθροιστο
ασυνάθροιστε	adj	κλητική ενικού του ασυνάθροιστος
ασυνάθροιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνάθροιστη
ασυνάθροιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνάθροιστος
ασυνάθροιστης	adj	γενική ενικού του ασυνάθροιστη
ασυνάθροιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνάθροιστος
ασυνάθροιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνάθροιστος
ασυνάθροιστος	adj	που δεν έχει συναθροιστεί
ασυνάθροιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνάθροιστος
ασυνάθροιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνάθροιστος
ασυνάθροιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνάθροιστος
ασυνάλλακτα	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτε	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτες	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτη	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτης	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτο	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτοι	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτος	adj|archaic	ακοινώνητος
ασυνάλλακτου	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτους	=	ασυνάλλακτος
ασυνάλλακτων	=	ασυνάλλακτος
ασυνάντητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνάντητο
ασυνάντητε	adj	κλητική ενικού του ασυνάντητος
ασυνάντητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνάντητη
ασυνάντητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνάντητος
ασυνάντητης	adj	γενική ενικού του ασυνάντητη
ασυνάντητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνάντητος
ασυνάντητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνάντητος
ασυνάντητος	adj|rare	που δεν έχει συναντηθεί με κάποιον άλλον
ασυνάντητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνάντητος
ασυνάντητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνάντητος
ασυνάντητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνάντητος
ασυνάρμοστα	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστε	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστες	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστη	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστης	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστο	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστοι	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστος	adj	που δεν έχει συναρμοστεί
ασυνάρμοστου	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστους	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρμοστων	=	ασυνάρμοστος
ασυνάρτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυνάρτητος	adv	με ασυνάρτητο τρόπο, λέγοντας ή κάνοντας ασυναρτησίες
ασυνάρτητε	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ασυνάρτητος
ασυνάρτητη	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητης	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητο	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητοι	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητος	adj	που είναι χωρίς λογική σύνδεση, χωρίς λογικό ειρμό
ασυνάρτητου	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητους	=	ασυνάρτητος
ασυνάρτητων	=	ασυνάρτητος
ασυνάχωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνάχωτο
ασυνάχωτε	adj	κλητική ενικού του ασυνάχωτος
ασυνάχωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνάχωτη
ασυνάχωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνάχωτος
ασυνάχωτης	adj	γενική ενικού του ασυνάχωτη
ασυνάχωτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνάχωτος
ασυνάχωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνάχωτος
ασυνάχωτος	adj	που δεν έχει συναχωθεί
ασυνάχωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνάχωτος
ασυνάχωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνάχωτος
ασυνάχωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνάχωτος
ασυνένωτα	=	ασυνένωτος
ασυνένωτε	=	ασυνένωτος
ασυνένωτες	=	ασυνένωτος
ασυνένωτη	=	ασυνένωτος
ασυνένωτης	=	ασυνένωτος
ασυνένωτο	=	ασυνένωτος
ασυνένωτοι	=	ασυνένωτος
ασυνένωτος	adj	που δεν έχει συνενωθεί
ασυνένωτου	=	ασυνένωτος
ασυνένωτους	=	ασυνένωτος
ασυνένωτων	=	ασυνένωτος
ασυνέπεια	noun	το να είναι κάποιος ασυνεπής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ασυνεπούς
ασυνέπειας	noun	γενική ενικού του ασυνέπεια
ασυνέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνέπεια
ασυνέτως	adv|dated	ασύνετα
ασυνέχεια	noun	η έλλειψη συνέχειας, τοπικής ή χρονικής
ασυνέχειας	noun	γενική ενικού του ασυνέχεια
ασυνέχειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνέχεια
ασυνέχιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνέχιστο
ασυνέχιστε	adj	κλητική ενικού του ασυνέχιστος
ασυνέχιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνέχιστη
ασυνέχιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνέχιστος
ασυνέχιστης	adj	γενική ενικού του ασυνέχιστη
ασυνέχιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνέχιστος
ασυνέχιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνέχιστος
ασυνέχιστος	adj	που δεν έχει συνεχιστεί
ασυνέχιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνέχιστος
ασυνέχιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνέχιστος
ασυνέχιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνέχιστος
ασυνήθεις	=	ασυνήθης
ασυνήθη	=	ασυνήθης
ασυνήθης	adj	ασυνήθιστος, σχετικά σπάνιος, ασύνηθος
ασυνήθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ασυνήθιστο) του ασυνήθιστος	adv	κατά τρόπο ή σε ποσότητα όχι συνηθισμένη
ασυνήθιστε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνήθιστος
ασυνήθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (ασυνήθιστη) του ασυνήθιστος
ασυνήθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους (ασυνήθιστη) του ασυνήθιστος
ασυνήθιστης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασυνήθιστη) του ασυνήθιστος
ασυνήθιστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνήθιστος
ασυνήθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνήθιστος
ασυνήθιστος	adj	που δεν έχει συνηθίσει κάτι
ασυνήθιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνήθιστος
ασυνήθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνήθιστος
ασυνήθιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ασυνήθιστος
ασυνήθους	=	ασυνήθης
ασυνήθων	=	ασυνήθης
ασυνήθως	adv|formal	με ασυνήθη τρόπο
ασυνίζητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνίζητο
ασυνίζητε	adj	κλητική ενικού του ασυνίζητος
ασυνίζητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνίζητη
ασυνίζητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνίζητος
ασυνίζητης	adj	γενική ενικού του ασυνίζητη
ασυνίζητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνίζητος
ασυνίζητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνίζητος
ασυνίζητος	adj	μη συνιζημένος
ασυνίζητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνίζητος
ασυνίζητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνίζητος
ασυνίζητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνίζητος
ασυναίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυναίρετος	adv	χωρίς συναίρεση
ασυναίρετε	adj	κλητική ενικού του ασυναίρετος
ασυναίρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυναίρετη
ασυναίρετη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυναίρετος
ασυναίρετης	adj	γενική ενικού του ασυναίρετη
ασυναίρετο	adj	αιτιατική ενικού του ασυναίρετος
ασυναίρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυναίρετος
ασυναίρετος	adj	που δεν έχει συναιρεθεί ή δε συναιρείται
ασυναίρετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυναίρετος
ασυναίρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυναίρετος
ασυναίρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυναίρετος
ασυναίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυναίσθητος	adv	με ασυναίσθητο τρόπο
ασυναίσθητε	adj	κλητική ενικού του ασυναίσθητος
ασυναίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυναίσθητη
ασυναίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυναίσθητος
ασυναίσθητης	adj	γενική ενικού του ασυναίσθητη
ασυναίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυναίσθητος
ασυναίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυναίσθητος
ασυναίσθητος	adj	ακούσιος, αθέλητος, χωρίς επίγνωση
ασυναίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυναίσθητος
ασυναίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυναίσθητος
ασυναίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυναίσθητος
ασυναγωνίστως	adv|formal	άλλη μορφή του ασυναγώνιστα
ασυναγώνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυναγώνιστος	adv	χωρίς να μπορούν να τον συναγωνιστούν
ασυναγώνιστε	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστες	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστη	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστης	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστο	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστοι	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστος	adj	ο εκτός συναγωνισμού, που δεν μπορεί κανείς να τον συναγωνιστεί
ασυναγώνιστου	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστους	=	ασυναγώνιστος
ασυναγώνιστων	=	ασυναγώνιστος
ασυναισθήτως	adv|dated	ασυναίσθητα
ασυναισθησία	noun|formal	το να είναι κάποιος ασυναίσθητος, η ιδιότητα του ασυναίσθητου
ασυναισθησίας	noun	γενική ενικού του ασυναισθησία
ασυναισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυναισθησία
ασυναισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυναισθησία
ασυναπάντητα	adv|rare	χωρίς να έχει συναπαντηθεί με κάποιον άλλον
ασυναπάντητε	adj	κλητική ενικού του ασυναπάντητος
ασυναπάντητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυναπάντητη
ασυναπάντητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυναπάντητος
ασυναπάντητης	adj	γενική ενικού του ασυναπάντητη
ασυναπάντητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυναπάντητος
ασυναπάντητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυναπάντητος
ασυναπάντητος	adj|rare	που δεν έχει συναπαντηθεί με κάποιον άλλον
ασυναπάντητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυναπάντητος
ασυναπάντητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυναπάντητος
ασυναπάντητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυναπάντητος
ασυναρμολόγητα	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητε	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητες	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητη	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητης	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητο	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητοι	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητος	adj	που δεν έχει συναρμολογηθεί ή δεν μπορεί να συναρμολογηθεί
ασυναρμολόγητου	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητους	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμολόγητων	=	ασυναρμολόγητος
ασυναρμόστου	=	ασυνάρμοστος
ασυναρμόστους	=	ασυνάρμοστος
ασυναρμόστων	=	ασυνάρμοστος
ασυναρτήτως	adv|dated	ασυνάρτητα
ασυναρτησία	noun	η έλλειψη λογικής σειράς και ειρμού
ασυναρτησίας	noun	γενική ενικού του ασυναρτησία
ασυναρτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυναρτησία
ασυναρτησιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυναρτησία
ασυνδεσιμικά	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικέ	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικές	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμική	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικής	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικοί	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικού	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικούς	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικό	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσιμικός	adj	connectionless: χωρίς την εγκαθίδρυση σταθερής σύνδεσης, με αποστολή και λήψη δεδομενογραμμάτων (datagrams) αυθαίρετα, χωρίς επιβεβαίωση αν παραλήφθηκαν, συνήθως με λιγότερη αξιοπιστία από μια σταθερή σύνδεση, αλλά με περισσότερη απλότητα και ταχύτητα
ασυνδεσιμικών	=	ασυνδεσιμικός
ασυνδεσμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ασυνδεσμική) του ασυνδεσμικός
ασυνδεσμικός	adj|rare	συνώνυμο του ασυνδεσιμικός
ασυνδιάλλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνδιάλλακτο
ασυνδιάλλακτε	adj	κλητική ενικού του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνδιάλλακτη
ασυνδιάλλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλακτης	adj	γενική ενικού του ασυνδιάλλακτη
ασυνδιάλλακτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλακτος	adj|formal	που δεν έχει συνδιαλλαγεί ή δεν μπορεί να συνδιαλλαγεί
ασυνδιάλλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνδιάλλακτος
ασυνδιάλλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνδιάλλαχτο
ασυνδιάλλαχτε	adj	κλητική ενικού του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδιάλλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνδιάλλαχτη
ασυνδιάλλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδιάλλαχτης	adj	γενική ενικού του ασυνδιάλλαχτη
ασυνδιάλλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδιάλλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδιάλλαχτος	adj|formal	που δεν έχει δυνδιαλλαγεί ή δεν μπορεί να δυνδιαλλαγεί
ασυνδιάλλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδιάλλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδιάλλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνδιάλλαχτος
ασυνδικάλιστα	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστε	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστες	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστη	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστης	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστο	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστοι	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστος	adj	που δεν είναι οργανωμένος σε συνδικαλιστική οργάνωση
ασυνδικάλιστου	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστους	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδικάλιστων	=	ασυνδικάλιστος
ασυνδυάστως	adv|dated	ασυνδύαστα
ασυνδύαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυνδύαστος	adv	με ασυνδύαστο τρόπο, χωρίς να συνδυάζονται
ασυνδύαστε	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστες	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστη	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστης	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστο	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστοι	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστος	adj	που δεν έχει συνδυασθεί ή δεν μπορεί να συνδυασθεί με άλλον
ασυνδύαστου	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστους	=	ασυνδύαστος
ασυνδύαστων	=	ασυνδύαστος
ασυνείδητα	adv	με ασυνείδητο τρόπο, χωρίς να καταλάβω ότι το κάνω
ασυνείδητε	adj	κλητική ενικού του ασυνείδητος
ασυνείδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνείδητη
ασυνείδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνείδητος
ασυνείδητης	adj	γενική ενικού του ασυνείδητη
ασυνείδητο	noun	το τμήμα του ψυχισμού του ανθρώπου που δεν γίνεται αντιληπτό σε συνειδητό επίπεδο
ασυνείδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνείδητος
ασυνείδητος	adj	ο χωρίς ηθική συνείδηση, που αδιαφορεί για την ηθική αξία ή απαξία των πράξεών του, πωρωμένος
ασυνείδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνείδητος
ασυνείδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνείδητος
ασυνείδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνείδητος
ασυνειδήτως	adv|dated	ασυνείδητα
ασυνειδησία	noun	ασυνείδητη πράξη, κακοήθεια
ασυνειδησίας	noun	γενική ενικού του ασυνειδησία
ασυνειδησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνειδησία
ασυνειδησιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυνειδησία
ασυνειδητοποίητα	=	ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητε	adj	κλητική ενικού του ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνειδητοποίητη
ασυνειδητοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητης	adj	γενική ενικού του ασυνειδητοποίητη
ασυνειδητοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητος	adj|formal	που δεν είναι συνειδητοποιημένος
ασυνειδητοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνειδητοποίητος
ασυνειδητοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνειδητοποίητος
ασυνεννοησία	noun	έλλειψη συνεννόησης
ασυνεννοησίας	noun	γενική ενικού του ασυνεννοησία
ασυνεννοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνεννοησία
ασυνεννοησιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυνεννοησία
ασυνεννόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυνεννόητος	adv	χωρίς συνεννόηση
ασυνεννόητε	adj	κλητική ενικού του ασυνεννόητος
ασυνεννόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνεννόητη
ασυνεννόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνεννόητος
ασυνεννόητης	adj	γενική ενικού του ασυνεννόητη
ασυνεννόητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνεννόητος
ασυνεννόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνεννόητος
ασυνεννόητος	adj	αυτός με τον οποίο δεν μπορεί κανείς να συνεννοηθεί
ασυνεννόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνεννόητος
ασυνεννόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνεννόητος
ασυνεννόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνεννόητος
ασυνεπές	=	ασυνεπής
ασυνεπή	=	ασυνεπής
ασυνεπής	adj	που δεν είναι συνεπής
ασυνεπείς	=	ασυνεπής
ασυνεπειών	noun	γενική πληθυντικού του ασυνέπεια
ασυνεπούς	=	ασυνεπής
ασυνεπών	=	ασυνεπής
ασυνεπώς	adv	με ασυνεπή τρόπο, με ασυνέπεια
ασυνεσία	noun	η έλλειψη σύνεσης, η απερισκεψία
ασυνεσίας	=	ασυνεσία
ασυνεσίες	=	ασυνεσία
ασυνεσιών	=	ασυνεσία
ασυνεχές	=	ασυνεχής
ασυνεχή	=	ασυνεχής
ασυνεχής	adj	που δεν έχει συνέχεια, διακεκομμένος
ασυνεχείς	=	ασυνεχής
ασυνεχειών	noun	γενική πληθυντικού του ασυνέχεια
ασυνεχούς	=	ασυνεχής
ασυνεχών	=	ασυνεχής
ασυνεχώς	adv|formal	με ασυνεχή τρόπο, με ασυνέχειες
ασυνθηκολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυνθηκολόγητος	adv	χωρίς συνθηκολόγηση
ασυνθηκολόγητε	adj	κλητική ενικού του ασυνθηκολόγητος
ασυνθηκολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνθηκολόγητη
ασυνθηκολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνθηκολόγητος
ασυνθηκολόγητης	adj	γενική ενικού του ασυνθηκολόγητη
ασυνθηκολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνθηκολόγητος
ασυνθηκολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνθηκολόγητος
ασυνθηκολόγητος	adj	που δεν έχει συνθηκολογήσει με άλλον ή δεν μπορεί να συνθηκολογήσει
ασυνθηκολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνθηκολόγητος
ασυνθηκολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνθηκολόγητος
ασυνθηκολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνθηκολόγητος
ασυννέφιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυννέφιαστος	adv	χωρίς σύννεφα
ασυννέφιαστε	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστες	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστη	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστης	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστο	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστοι	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστος	adj	ο χωρίς σύννεφα, ανέφελος, αίθριος, ξάστερος
ασυννέφιαστου	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστους	=	ασυννέφιαστος
ασυννέφιαστων	=	ασυννέφιαστος
ασυντάρακτα	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτε	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτες	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτη	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτης	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτο	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτοι	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτος	adj	που δεν συνταράσσεται ή δεν μπορεί να συνταραχτεί
ασυντάρακτου	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτους	=	ασυντάρακτος
ασυντάρακτων	=	ασυντάρακτος
ασυντέλεστα	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστε	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστες	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστη	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστης	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστο	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστοι	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστος	adj	ατέλειωτος
ασυντέλεστου	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστους	=	ασυντέλεστος
ασυντέλεστων	=	ασυντέλεστος
ασυντήρητα	=	ασυντήρητος
ασυντήρητε	=	ασυντήρητος
ασυντήρητες	=	ασυντήρητος
ασυντήρητη	=	ασυντήρητος
ασυντήρητης	=	ασυντήρητος
ασυντήρητο	=	ασυντήρητος
ασυντήρητοι	=	ασυντήρητος
ασυντήρητος	adj	που δε συντηρείται ή δεν είναι δυνατό να συντηρηθεί
ασυντήρητου	=	ασυντήρητος
ασυντήρητους	=	ασυντήρητος
ασυντήρητων	=	ασυντήρητος
ασυνταίριαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυνταίριαστος	adv	με ασυνταίριαστο τρόπο, χωρίς να συνταιριάζουν
ασυνταίριαστε	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστες	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστη	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστης	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστο	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστοι	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστος	adj	που δεν συνταιριάζεται ή δεν μπορεί να συνδυαστεί
ασυνταίριαστου	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστους	=	ασυνταίριαστος
ασυνταίριαστων	=	ασυνταίριαστος
ασυνταξία	noun	παράβαση κανόνων τού συντακτικού, σολοικισμός
ασυνταξίας	noun	γενική ενικού του ασυνταξία
ασυνταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνταξία
ασυνταξιών	noun	γενική πληθυντικού του ασυνταξία
ασυνταυτίστως	adv	χωρίς να έχουν συνταυτιστεί
ασυνταύτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνταύτιστο
ασυνταύτιστε	adj	κλητική ενικού του ασυνταύτιστος
ασυνταύτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνταύτιστη
ασυνταύτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνταύτιστος
ασυνταύτιστης	adj	γενική ενικού του ασυνταύτιστη
ασυνταύτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνταύτιστος
ασυνταύτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνταύτιστος
ασυνταύτιστος	adj	που δεν έχει συνταυτιστεί
ασυνταύτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνταύτιστος
ασυνταύτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνταύτιστος
ασυνταύτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνταύτιστος
ασυντρόφευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυντρόφευτος	adv	με ασυντρόφευτο τρόπο, χωρίς συντροφιά
ασυντρόφευτε	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτες	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτη	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτης	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτο	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτοι	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτος	adj	ο απομακρυσμένος, ξεμοναχιασμένος
ασυντρόφευτου	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτους	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφευτων	=	ασυντρόφευτος
ασυντρόφιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυντρόφιαστος	adv	με ασυντρόφιαστο τρόπο, χωρίς συντροφιά
ασυντρόφιαστε	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστες	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστη	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστης	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστο	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστοι	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστος	adj|rare	άλλη μορφή του ασυντρόφευτος
ασυντρόφιαστου	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστους	=	ασυντρόφιαστος
ασυντρόφιαστων	=	ασυντρόφιαστος
ασυντόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυντόνιστος	adv	με ασυντόνιστο τρόπο
ασυντόνιστε	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστες	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστη	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστης	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστο	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστοι	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστος	adj	που δεν έχει συντονιστεί, δεν κουρδίστηκε στον ίδιο τόνο
ασυντόνιστου	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστους	=	ασυντόνιστος
ασυντόνιστων	=	ασυντόνιστος
ασυνόδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυνόδευτος	adv	χωρίς συνοδεία, χωρίς να συνοδεύεται
ασυνόδευτε	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτες	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτη	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτης	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνόδευτος
ασυνόδευτοι	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτος	adj	ο χωρίς συνοδό ή συνοδεία
ασυνόδευτου	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτους	=	ασυνόδευτος
ασυνόδευτων	=	ασυνόδευτος
ασυνόρευτα	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτε	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτες	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτη	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτης	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτο	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτοι	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτος	adj	που δεν έχει με άλλον κοινά σύνορα
ασυνόρευτου	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτους	=	ασυνόρευτος
ασυνόρευτων	=	ασυνόρευτος
ασυνόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνόριστο
ασυνόριστε	adj	κλητική ενικού του ασυνόριστος
ασυνόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυνόριστη
ασυνόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυνόριστος
ασυνόριστης	adj	γενική ενικού του ασυνόριστη
ασυνόριστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυνόριστος
ασυνόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυνόριστος
ασυνόριστος	adj	συνώνυμο του ασύνορος, απεριόριστος, που δεν έχει σύνορο
ασυνόριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυνόριστος
ασυνόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυνόριστος
ασυνόριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυνόριστος
ασυρμάτου	=	ασύρματος
ασυρμάτους	=	ασύρματος
ασυρμάτων	=	ασύρματος
ασυρματίστρια	noun	ασυρματιστής
ασυρματίστριας	noun	γενική ενικού του ασυρματίστρια
ασυρματίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυρματίστρια
ασυρματικός	adj|rare	άλλη μορφή του ασύρματος
ασυρματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυρματιστής
ασυρματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασυρματιστής
ασυρματιστής	noun	χειριστής ασύρματου
ασυρματιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ασυρματίστρια
ασυρματιστών	noun	γενική πληθυντικού του ασυρματιστής
ασυρματοφόρα	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρας	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρε	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρες	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρη	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρης	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρο	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόροι	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρος	adj	που φέρει, που έχει ασύρματο
ασυρματοφόρου	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρους	=	ασυρματοφόρος
ασυρματοφόρων	=	ασυρματοφόρος
ασυσκεύαστα	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστε	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστες	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστη	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστης	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστο	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστοι	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστος	adj	ο μη συσκευασμένος, που δεν έχει πακεταριστεί
ασυσκεύαστου	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστους	=	ασυσκεύαστος
ασυσκεύαστων	=	ασυσκεύαστος
ασυσκότιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυσκότιστο
ασυσκότιστε	adj	κλητική ενικού του ασυσκότιστος
ασυσκότιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασυσκότιστη
ασυσκότιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασυσκότιστος
ασυσκότιστης	adj	γενική ενικού του ασυσκότιστη
ασυσκότιστο	adj	αιτιατική ενικού του ασυσκότιστος
ασυσκότιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασυσκότιστος
ασυσκότιστος	adj	που δεν έχει συσκοτιστεί
ασυσκότιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασυσκότιστος
ασυσκότιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασυσκότιστος
ασυσκότιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασυσκότιστος
ασυσπείρωτα	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτε	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτες	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτη	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτης	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτο	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτοι	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτος	adj	που δεν έχει συσπειρωθεί με άλλους γύρω από κάτι
ασυσπείρωτου	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτους	=	ασυσπείρωτος
ασυσπείρωτων	=	ασυσπείρωτος
ασυστηματικός	adj|formal	που στερείται συστήματος, οργάνωσης ή συνέπειας και δεν ακολουθεί σταθερή μέθοδο ή διάρθρωση.
ασυστηματοποίητα	adv	με ασυστηματοποίητο τρόπο
ασυστηματοποίητε	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητες	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητη	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητης	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητο	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητοι	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητος	adj	που δε συστηματοποιήθηκε
ασυστηματοποίητου	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητους	=	ασυστηματοποίητος
ασυστηματοποίητων	=	ασυστηματοποίητος
ασυστολία	noun	πλήρης και παρατεταμένη διακοπή της μηχανικής λειτουργίας της καρδιάς, με αποτέλεσμα την απουσία παλμού και κυκλοφορίας του αίματος
ασυστολίας	=	ασυστολία
ασυστολίες	=	ασυστολία
ασυστολιών	=	ασυστολία
ασυστόλως	adv|formal	ασύστολα
ασυσχέτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασυσχέτιστος	adv	με ασυσχέτιστο τρόπο
ασυσχέτιστε	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστες	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστη	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστης	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστο	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστοι	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστος	adj	που δε έχει συσχετιστεί με άλλον ή δεν επιδέχεται συσχέτιση
ασυσχέτιστου	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστους	=	ασυσχέτιστος
ασυσχέτιστων	=	ασυσχέτιστος
ασυχώρετα	=	ασυχώρετος
ασυχώρετε	=	ασυχώρετος
ασυχώρετες	=	ασυχώρετος
ασυχώρετη	=	ασυχώρετος
ασυχώρετης	=	ασυχώρετος
ασυχώρετο	=	ασυχώρετος
ασυχώρετοι	=	ασυχώρετος
ασυχώρετος	adj	που δε συγχωρείται, ανεπίτρεπτος, ασύγγνωστος, ασυγχώρητος
ασυχώρετου	=	ασυχώρετος
ασυχώρετους	=	ασυχώρετος
ασυχώρετων	=	ασυχώρετος
ασφάλεια	noun	το να νιώθει κάποιος ότι είναι ασφαλής απέναντι σε κινδύνους
ασφάλειας	noun	γενική ενικού του ασφάλεια
ασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλεια
ασφάλιζα	=	ασφαλίζω
ασφάλιζαν	=	ασφαλίζω
ασφάλιζε	=	ασφαλίζω
ασφάλιζες	=	ασφαλίζω
ασφάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφάλισης	noun	γενική ενικού του ασφάλιση
ασφάλισμα	noun	αποζημίωση (ή παροχή) που υποχρεούται κάποια ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σε ασφαλισμένο πελάτη της, όταν συμβεί ό,τι έχει προσυμφωνηθεί
ασφάλιστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλιστρο
ασφάλιστρο	noun	το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβάλει κάποιος σε μια ασφαλιστική εταιρεία, για να ασφαλίσει κάτι
ασφάλιστρου	=	ασφάλιστρο
ασφάλιστρων	=	ασφάλιστρο
ασφάλτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλτινο
ασφάλτινε	adj	κλητική ενικού του ασφάλτινος
ασφάλτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλτινη
ασφάλτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφάλτινος
ασφάλτινης	adj	γενική ενικού του ασφάλτινη
ασφάλτινο	adj	αιτιατική ενικού του ασφάλτινος
ασφάλτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφάλτινος
ασφάλτινος	adj	άλλη μορφή του ασφαλτικός
ασφάλτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασφάλτινος
ασφάλτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφάλτινος
ασφάλτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασφάλτινος
ασφάλτου	=	άσφαλτος
ασφάλτους	=	άσφαλτος
ασφάλτων	=	άσφαλτος
ασφάλτωνα	=	ασφαλτώνω
ασφάλτωναν	=	ασφαλτώνω
ασφάλτωνε	=	ασφαλτώνω
ασφάλτωνες	=	ασφαλτώνω
ασφάλτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφάλτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφάλτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφάλτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφάλτωση	noun	η επάλειψη με άσφαλτο, η ασφαλτόστρωση
ασφάλτωσης	=	ασφάλτωση
ασφέρδουκλας	noun	το φυτό ασφόδελος
ασφήνωτα	=	ασφήνωτος
ασφήνωτε	=	ασφήνωτος
ασφήνωτες	=	ασφήνωτος
ασφήνωτη	=	ασφήνωτος
ασφήνωτης	=	ασφήνωτος
ασφήνωτο	=	ασφήνωτος
ασφήνωτοι	=	ασφήνωτος
ασφήνωτος	adj	που δεν έχει σφηνώσει ή δεν είναι σφηνωμένος
ασφήνωτου	=	ασφήνωτος
ασφήνωτους	=	ασφήνωτος
ασφήνωτων	=	ασφήνωτος
ασφαγίαστα	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστε	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστες	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστη	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστης	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστο	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστοι	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστος	adj|formal	που δεν τον έχουν σφαγιάσει
ασφαγίαστου	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστους	=	ασφαγίαστος
ασφαγίαστων	=	ασφαγίαστος
ασφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαιρικό
ασφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του ασφαιρικός
ασφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαιρική
ασφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαιρικός
ασφαιρικής	adj	γενική ενικού του ασφαιρική
ασφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαιρικός
ασφαιρικού	adj	γενική ενικού του ασφαιρικός
ασφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφαιρικός
ασφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του ασφαιρικός
ασφαιρικός	adj	του οποίου η καμπύλη επιφάνεια δεν εφαρμόζει ακριβώς στο σχήμα μιας σφαίρας
ασφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του ασφαιρικός
ασφακόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφακόμελο
ασφακόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη ασφάκας
ασφακόμελου	noun	γενική ενικού του ασφακόμελο
ασφακόμελων	noun	γενική πληθυντικού του ασφακόμελο
ασφαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασφαλής
ασφαλέστατα	=	ασφαλής
ασφαλέστατε	=	ασφαλής
ασφαλέστατες	=	ασφαλής
ασφαλέστατη	=	ασφαλής
ασφαλέστατης	=	ασφαλής
ασφαλέστατο	=	ασφαλής
ασφαλέστατοι	=	ασφαλής
ασφαλέστατος	=	ασφαλής
ασφαλέστατου	=	ασφαλής
ασφαλέστατους	=	ασφαλής
ασφαλέστατων	=	ασφαλής
ασφαλέστερα	=	ασφαλής
ασφαλέστερε	=	ασφαλής
ασφαλέστερες	=	ασφαλής
ασφαλέστερη	=	ασφαλής
ασφαλέστερης	=	ασφαλής
ασφαλέστερο	=	ασφαλής
ασφαλέστεροι	=	ασφαλής
ασφαλέστερος	=	ασφαλής
ασφαλέστερου	=	ασφαλής
ασφαλέστερους	=	ασφαλής
ασφαλέστερων	=	ασφαλής
ασφαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλές
ασφαλής	adj	που δεν κινδυνεύει από επίθεση, ατύχημα, σφάλμα κλπ
ασφαλίζαμε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζαν	=	ασφαλίζω
ασφαλίζανε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζατε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζει	=	ασφαλίζω
ασφαλίζεις	=	ασφαλίζω
ασφαλίζεσαι	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίζεστε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίζεται	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίζετε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίζομε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζονται	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίζονταν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίζοντας	=	ασφαλίζω
ασφαλίζου	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίζουμε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζουν	=	ασφαλίζω
ασφαλίζουνε	=	ασφαλίζω
ασφαλίζω	verb	θέτω σε λειτουργία κάποιο μηχανισμό ασφάλειας
ασφαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίσαν	=	ασφαλίζω
ασφαλίσανε	=	ασφαλίζω
ασφαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλιση
ασφαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ασφάλιση
ασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ασφάλιση
ασφαλίσθηκα	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλίσιμο
ασφαλίσιμε	adj	κλητική ενικού του ασφαλίσιμος
ασφαλίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλίσιμη
ασφαλίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλίσιμος
ασφαλίσιμης	adj	γενική ενικού του ασφαλίσιμη
ασφαλίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ασφαλίσιμος
ασφαλίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαλίσιμος
ασφαλίσιμος	adj	που μπορεί να ασφαλιστεί, που είναι δυνατόν να ασφαλιστεί
ασφαλίσιμου	adj	γενική ενικού του ασφαλίσιμος
ασφαλίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφαλίσιμος
ασφαλίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασφαλίσιμος
ασφαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλισμα
ασφαλίσματος	noun	γενική ενικού του ασφάλισμα
ασφαλίσομε	=	ασφαλίζω
ασφαλίσου	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίσουνε	=	ασφαλίζω
ασφαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίστηκα	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίστηκαν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίστηκε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίστηκες	=	ασφαλίζομαι
ασφαλίστρια	noun	θηλυκό του ασφαλιστής
ασφαλίστριας	=	ασφαλίστρια
ασφαλίστριες	=	ασφαλίστρια
ασφαλίστρου	=	ασφάλιστρο
ασφαλίστρων	=	ασφάλιστρο
ασφαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλίζω
ασφαλίτες	=	ασφαλίτης
ασφαλίτη	=	ασφαλίτης
ασφαλίτης	noun	ο αστυνομικός που υπηρετούσε παλιότερα στην Ασφάλεια
ασφαλίτικα	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικε	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικες	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικη	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικης	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικο	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικοι	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικος	adj	που έχει σχέση με ασφαλίτη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
ασφαλίτικου	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικους	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτικων	=	ασφαλίτικος
ασφαλίτισσα	noun	θηλυκό του ασφαλίτης
ασφαλίτισσας	noun	γενική ενικού του ασφαλίτισσα
ασφαλίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλίτισσα
ασφαλείας	noun	γενική ενικού του ασφάλεια
ασφαλείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλής
ασφαλειομεσίτες	=	ασφαλειομεσίτης
ασφαλειομεσίτη	=	ασφαλειομεσίτης
ασφαλειομεσίτης	noun	κάποιος που ασχολείται με τις ασφάλειες και τα μεσιτικά
ασφαλειομεσιτών	=	ασφαλειομεσίτης
ασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του ασφάλεια
ασφαλιζομένου	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζομένους	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζομένων	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμασταν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόμαστε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόμενα	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενε	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενες	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενη	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενης	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενο	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενοι	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ασφαλίζω	noun	ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενου	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενους	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμενων	=	ασφαλιζόμενος
ασφαλιζόμουν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόμουνα	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόντουσαν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόσασταν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόσαστε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόσουν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόσουνα	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζόταν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιζότανε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλισιμοτήτων	=	ασφαλισιμότητα
ασφαλισιμότητα	noun	η ιδιότητα του ασφαλίσιμου
ασφαλισιμότητας	=	ασφαλισιμότητα
ασφαλισιμότητες	=	ασφαλισιμότητα
ασφαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασφάλισμα
ασφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλισμένο
ασφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ασφαλισμένος
ασφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλισμένη
ασφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλισμένος
ασφαλισμένης	verb	γενική ενικού του ασφαλισμένη
ασφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασφαλισμένος
ασφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαλισμένος
ασφαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασφαλίζω
ασφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασφαλισμένος
ασφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασφαλισμένος
ασφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασφαλισμένος
ασφαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλιστής
ασφαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ασφαλιστής
ασφαλιστήκαμε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιστήκαν	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιστήκανε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιστήκατε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλιστήριο
ασφαλιστήριας	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστήριε	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστήριες	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστήριο	noun	συμβόλαιο ασφάλισης
ασφαλιστήριοι	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστήριος	adj	ο σχετικός με μια ασφάλεια, με ένα συμβόλαιο μεταξύ ενός ασφαλιστή και ενός ασφαλιζομένου
ασφαλιστήριου	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστήριους	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστήριων	=	ασφαλιστήριος
ασφαλιστής	noun	το πρόσωπο (ιδιώτης επαγγελματίας, υπάλληλος ή ιδιοκτήτης εταιρείας) που διαχειρίζεται ασφαλιστικά προϊόντα (που ασφαλίζει) και, ιδιαίτερα, ο ασφαλιστικός πράκτορας ή ο ιδιοκτήτης ασφαλιστικής εταιρείας
ασφαλιστεί	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιστείς	=	ασφαλίζω
ασφαλιστείτε	=	ασφαλίζομαι
ασφαλιστηρίου	=	ασφαλιστήριο
ασφαλιστηρίων	=	ασφαλιστήριο
ασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλιστικό	adv	με τρόπο που παρέχει ασφάλεια
ασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ασφαλιστικός
ασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλιστική
ασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλιστικός
ασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του ασφαλιστική
ασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαλιστικός
ασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του ασφαλιστικός
ασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφαλιστικός
ασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ασφαλιστικός
ασφαλιστικός	adj	ο σχετικός με την ασφάλιση
ασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ασφαλιστικός
ασφαλιστούμε	=	ασφαλίζω
ασφαλιστούν	=	ασφαλίζω
ασφαλιστούνε	=	ασφαλίζω
ασφαλιστριών	=	ασφαλίστρια
ασφαλιστώ	=	ασφαλίζω
ασφαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ασφαλιστής
ασφαλιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ασφαλίτισσα
ασφαλιτών	=	ασφαλίτης
ασφαλούς	adj	γενική ενικού του ασφαλής
ασφαλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτικό
ασφαλτικέ	adj	κλητική ενικού του ασφαλτικός
ασφαλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτική
ασφαλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλτικός
ασφαλτικής	adj	γενική ενικού του ασφαλτική
ασφαλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτικός
ασφαλτικού	adj	γενική ενικού του ασφαλτικός
ασφαλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφαλτικός
ασφαλτικό	adj	αιτιατική ενικού του ασφαλτικός
ασφαλτικός	adj	που έχει σχέση με την άσφαλτο, αναφέρεται σ' αυτή ή αποτελείται από άσφαλτο
ασφαλτικών	adj	γενική πληθυντικού του ασφαλτικός
ασφαλτοδρόμου	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτοδρόμους	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτοδρόμων	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτολίμνες	=	ασφαλτολίμνη
ασφαλτολίμνη	noun	λίμνη που σχηματίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της από επιφανειακή άσφαλτο ή πίσσα .
ασφαλτολίμνης	=	ασφαλτολίμνη
ασφαλτολιμνών	=	ασφαλτολίμνη
ασφαλτοστρωθήκαμε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωθήκαν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωθήκανε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωθήκατε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωθεί	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωθείτε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασφαλτόστρωμα
ασφαλτοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτοστρωμένο
ασφαλτοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτοστρωμένη
ασφαλτοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωμένης	verb	γενική ενικού του ασφαλτοστρωμένη
ασφαλτοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωμένος	verb	στρωμένος με άσφαλτο
ασφαλτοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτοστρωνόμασταν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόμαστε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόμουν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόμουνα	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόντουσαν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόσασταν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόσαστε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόσουν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόσουνα	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνόταν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρωνότανε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώθηκα	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώθηκαν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώθηκε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώθηκες	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτόστρωμα
ασφαλτοστρώματος	noun	γενική ενικού του ασφαλτόστρωμα
ασφαλτοστρώναμε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώναν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνανε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνατε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνει	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνεις	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνεσαι	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνεστε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνεται	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνετε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνομαι	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνονται	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνονταν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνοντας	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνου	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνουμε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνουν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνουνε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώνω	verb	καλύπτω και επιστρώνω το οδόστρωμα (ή άλλη επιφάνεια) με άσφαλτο
ασφαλτοστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσαν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσανε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτόστρωση
ασφαλτοστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσεων	=	ασφαλτόστρωση
ασφαλτοστρώσεως	=	ασφαλτόστρωση
ασφαλτοστρώσου	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτοτάπητα	=	ασφαλτοτάπητας
ασφαλτοτάπητας	noun|formal	τάπητας, επίστρωση, από άσφαλτο
ασφαλτοτάπητες	=	ασφαλτοτάπητας
ασφαλτοταπήτων	=	ασφαλτοτάπητας
ασφαλτούχα	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχας	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχε	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχες	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχο	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχοι	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχος	adj	που περιέχει άσφαλτο
ασφαλτούχου	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχους	=	ασφαλτούχος
ασφαλτούχων	=	ασφαλτούχος
ασφαλτωδών	=	ασφαλτώδης
ασφαλτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτωμένο
ασφαλτωμένε	verb	κλητική ενικού του ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτωμένη
ασφαλτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένης	verb	γενική ενικού του ασφαλτωμένη
ασφαλτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασφαλτώνω
ασφαλτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασφαλτωμένος
ασφαλτόδρομε	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτόδρομο	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτόδρομοι	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτόδρομος	noun	δρόμος που τον έχουν ασφαλτώσει
ασφαλτόδρομου	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτόδρομους	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτόδρομων	=	ασφαλτόδρομος
ασφαλτόπανα	=	ασφαλτόπανο
ασφαλτόπανο	noun	ειδικό πανί από άσφαλτο που χρησιμοποιείται για στεγάνωση και μόνωση
ασφαλτόπανου	=	ασφαλτόπανο
ασφαλτόπανων	=	ασφαλτόπανο
ασφαλτόστρωμα	noun	επίστρωμα από άσφαλτο
ασφαλτόστρωμο	=	ασφαλτόστρωμα
ασφαλτόστρωνα	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωναν	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωνε	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωνες	=	ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτοστρώνω
ασφαλτόστρωση	noun	η επίστρωση με άσφαλτο
ασφαλτόστρωσης	=	ασφαλτόστρωση
ασφαλτόστρωτα	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτε	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτες	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτη	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτης	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτο	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτοι	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτος	adj	ο στρωμένος με άσφαλτο, ο ασφαλτοστρωμένος
ασφαλτόστρωτου	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτους	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτόστρωτων	=	ασφαλτόστρωτος
ασφαλτώδεις	=	ασφαλτώδης
ασφαλτώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασφαλτώδης
ασφαλτώδη	=	ασφαλτώδης
ασφαλτώδης	adj	άλλη μορφή του ασφαλτούχος
ασφαλτώδους	=	ασφαλτώδης
ασφαλτώναμε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώναν	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνανε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνατε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνει	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνεις	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνετε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνοντας	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνουμε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνουν	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνουνε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώνω	verb	ασφαλτοστρώνω, στρώνω με άσφαλτο
ασφαλτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώσαν	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώσανε	=	ασφαλτώνω
ασφαλτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφάλτωση
ασφαλτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώσεων	=	ασφάλτωση
ασφαλτώσεως	=	ασφάλτωση
ασφαλτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασφαλτώνω
ασφαλών	adj	γενική πληθυντικού του ασφαλής
ασφαλώς	adv	βέβαια, σίγουρα, οπωσδήποτε, φυσικά
ασφοδέλι	noun	ποώδες φυτό που φυτρώνει σε πέτρινα εδάφη ή λιβάδια, σύμβολο πένθους στην αρχαιότητα, το ασφοδίλι, ο ασφόδελος
ασφοδέλια	=	ασφοδέλι
ασφοδήλι	noun	το φυτό ασφόδελος
ασφοδήλια	=	ασφοδήλι
ασφοδίλι	noun	ποώδες φυτό που φυτρώνει σε πετρώδη εδάφη ή λιβάδια, σύμβολο τού πένθους στην αρχαιότητα, ο ασφόδελος, το ασφοδέλι
ασφοδίλια	=	ασφοδίλι
ασφοδελίνες	=	ασφοδελίνη
ασφοδελίνη	noun	το φυτό ασφόδελος
ασφοδελίνης	=	ασφοδελίνη
ασφοδελινών	=	ασφοδελίνη
ασφοδελιού	=	ασφοδέλι
ασφοδελιών	=	ασφοδέλι
ασφοδηλιού	=	ασφοδήλι
ασφοδηλιών	=	ασφοδήλι
ασφοδιλιού	=	ασφοδίλι
ασφοδιλιών	=	ασφοδίλι
ασφοντυλιού	=	ασφοντύλι
ασφοντυλιών	=	ασφοντύλι
ασφοντύλι	noun	το φυτό ασφόδελος
ασφοντύλια	=	ασφοντύλι
ασφουγγάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασφουγγάριστος	adv	χωρίς να έχει σφουγγαριστεί
ασφουγγάριστε	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστες	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστη	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστης	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστο	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστοι	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστος	adj	που δεν καθαρίστηκε με σφουγγάρισμα
ασφουγγάριστου	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστους	=	ασφουγγάριστος
ασφουγγάριστων	=	ασφουγγάριστος
ασφούγγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασφούγγιστος	adv	χωρίς να έχει σφουγγιστεί
ασφούγγιστε	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστες	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστη	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστης	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστο	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστοι	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστος	adj	που δε σφουγγίστηκε, δε σκουπίστηκε
ασφούγγιστου	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστους	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιστων	=	ασφούγγιστος
ασφούγγιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασφούγγιχτος	adv	χωρίς να έχει σφουγγιστεί
ασφούγγιχτε	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτες	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτη	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτης	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτο	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτοι	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτος	adj	που δε σφουγγίστηκε, δε σκουπίστηκε
ασφούγγιχτου	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτους	=	ασφούγγιχτος
ασφούγγιχτων	=	ασφούγγιχτος
ασφράγιστα	=	ασφράγιστος
ασφράγιστε	=	ασφράγιστος
ασφράγιστες	=	ασφράγιστος
ασφράγιστη	=	ασφράγιστος
ασφράγιστης	=	ασφράγιστος
ασφράγιστο	=	ασφράγιστος
ασφράγιστοι	=	ασφράγιστος
ασφράγιστος	adj	που δεν έχει σφραγίδα
ασφράγιστου	=	ασφράγιστος
ασφράγιστους	=	ασφράγιστος
ασφράγιστων	=	ασφράγιστος
ασφυγμία	noun	έλλειψη σφυγμών
ασφυγμίας	noun	γενική ενικού του ασφυγμία
ασφυγμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφυγμία
ασφυγμιών	noun	γενική πληθυντικού του ασφυγμία
ασφυκτιά	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιάς	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιάτε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφυκτικό	adv	με ασφυκτικό τρόπο
ασφυκτικέ	adj	κλητική ενικού του ασφυκτικός
ασφυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφυκτική
ασφυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφυκτικός
ασφυκτικής	adj	γενική ενικού του ασφυκτική
ασφυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφυκτικός
ασφυκτικού	adj	γενική ενικού του ασφυκτικός
ασφυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφυκτικός
ασφυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ασφυκτικός
ασφυκτικός	adj	που εμποδίζει την αναπνοή
ασφυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ασφυκτικός
ασφυκτικώς	adv|dated	ασφυκτικά, ασφυχτικά
ασφυκτιούμε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούν	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούνε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσα	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσαμε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσαν	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσανε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσατε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσε	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιούσες	=	ασφυκτιώ
ασφυκτιώ	verb|figurative	κατέχομαι από ασφυξία, δυσκολεύομαι να αναπνεύσω
ασφυκτιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ασφυκτιώ
ασφυξία	noun	δυσφορία από παρατεταμένο σταμάτημα τής αναπνοής
ασφυξίας	noun	γενική ενικού του ασφυξία
ασφυξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφυξία
ασφυξιογόνα	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνας	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνε	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνες	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνη	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνο	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνοι	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνος	adj	που οδηγεί στην ασφυξία, που την προκαλεί
ασφυξιογόνου	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνους	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιογόνων	=	ασφυξιογόνος
ασφυξιών	noun	γενική πληθυντικού του ασφυξία
ασφυχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφυχτικό	adv	άλλη μορφή του ασφυκτικά
ασφυχτικέ	adj	κλητική ενικού του ασφυχτικός
ασφυχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασφυχτική
ασφυχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασφυχτικός
ασφυχτικής	adj	γενική ενικού του ασφυχτική
ασφυχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασφυχτικός
ασφυχτικού	adj	γενική ενικού του ασφυχτικός
ασφυχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασφυχτικός
ασφυχτικό	adj	αιτιατική ενικού του ασφυχτικός
ασφυχτικός	adj	άλλη μορφή του ασφυκτικός
ασφυχτικών	adj	γενική πληθυντικού του ασφυχτικός
ασφόδελε	=	ασφόδελος
ασφόδελο	=	ασφόδελος
ασφόδελοι	=	ασφόδελος
ασφόδελος	noun	κρινοειδές ποώδες φυτό (Asphodeline lutea ή Asphodelus luteus)
ασφόδελου	=	ασφόδελος
ασφόδελους	=	ασφόδελος
ασφόδελων	=	ασφόδελος
ασφόντυλα	=	ασφόντυλος
ασφόντυλε	=	ασφόντυλος
ασφόντυλες	=	ασφόντυλος
ασφόντυλη	=	ασφόντυλος
ασφόντυλης	=	ασφόντυλος
ασφόντυλο	=	ασφόντυλος
ασφόντυλοι	=	ασφόντυλος
ασφόντυλος	noun	το φυτό ασφόδελος
ασφόντυλου	=	ασφόντυλος
ασφόντυλους	=	ασφόντυλος
ασφόντυλων	=	ασφόντυλος
ασχάλλω	verb	στενοχωριέμαι, οργίζομαι, αγανακτώ, δυσφορώ, βαρυγνωμώ, δυσανασχετώ για κάτι
ασχέτως	adv	άλλη μορφή του άσχετα άσχετα
ασχήμαινα	=	ασχημαίνω
ασχήμαιναν	=	ασχημαίνω
ασχήμαινε	=	ασχημαίνω
ασχήμαινες	=	ασχημαίνω
ασχήμια	noun	η ιδιότητα του άσχημου, του δυσάρεστου στις αισθήσεις
ασχήμιας	noun	γενική ενικού του ασχήμια
ασχήμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχήμια
ασχήμιζα	=	ασχημίζω
ασχήμιζαν	=	ασχημίζω
ασχήμιζε	=	ασχημίζω
ασχήμιζες	=	ασχημίζω
ασχήμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχήμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχήμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχήμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχήμυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχήμυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχήμυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχήμυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχήμων	=	άσχημων
ασχεδίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασχεδίαστος	adv	χωρίς να έχει σχεδιαστεί
ασχεδίαστε	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστες	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστη	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστης	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστο	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστοι	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστος	adj	ο μη σχεδιασμένος
ασχεδίαστου	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστους	=	ασχεδίαστος
ασχεδίαστων	=	ασχεδίαστος
ασχετίλα	noun|vulgar	η ασχετοσύνη, η παντελής έλλειψη γνώσης για κάποιο θέμα
ασχετίλας	noun	γενική ενικού του ασχετίλα
ασχετίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχετίλα
ασχετοσυνών	=	ασχετοσύνη
ασχετοσύνες	=	ασχετοσύνη
ασχετοσύνη	noun	πλήρης άγνοια ενός θέματος
ασχετοσύνης	=	ασχετοσύνη
ασχημάδα	noun	ασχήμια
ασχημάδας	=	ασχημάδα
ασχημάδες	=	ασχημάδα
ασχημάδων	=	ασχημάδα
ασχημάνθρωπε	=	ασχημάνθρωπος
ασχημάνθρωπο	=	ασχημάνθρωπος
ασχημάνθρωποι	=	ασχημάνθρωπος
ασχημάνθρωπος	noun	κακοφτιαγμένος, άσχημος άνθρωπος
ασχημάνθρωπου	=	ασχημάνθρωπος
ασχημάνθρωπους	=	ασχημάνθρωπος
ασχημάνθρωπων	=	ασχημάνθρωπος
ασχημάντρα	=	ασχημάντρας
ασχημάντρας	noun	άσχημος άντρας
ασχημάντρες	=	ασχημάντρας
ασχημάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασχημάτιστος	adv	χωρίς να έχει σχηματιστεί
ασχημάτιστε	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστες	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστη	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστης	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστο	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστοι	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστος	adj	που δεν έχει συγκροτηθεί
ασχημάτιστου	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστους	=	ασχημάτιστος
ασχημάτιστων	=	ασχημάτιστος
ασχημία	noun	πράξη άσχημη, βάρβαρη, απρεπής
ασχημίας	noun	γενική ενικού του ασχημία
ασχημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημία
ασχημίζαμε	=	ασχημίζω
ασχημίζαν	=	ασχημίζω
ασχημίζανε	=	ασχημίζω
ασχημίζατε	=	ασχημίζω
ασχημίζει	=	ασχημίζω
ασχημίζεις	=	ασχημίζω
ασχημίζετε	=	ασχημίζω
ασχημίζοντας	=	ασχημίζω
ασχημίζουμε	=	ασχημίζω
ασχημίζουν	=	ασχημίζω
ασχημίζουνε	=	ασχημίζω
ασχημίζω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον δύσμορφο, ασχημαίνω
ασχημίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσαν	=	ασχημίζω
ασχημίσανε	=	ασχημίζω
ασχημίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημίζω
ασχημαίναμε	=	ασχημαίνω
ασχημαίναν	=	ασχημαίνω
ασχημαίνανε	=	ασχημαίνω
ασχημαίνατε	=	ασχημαίνω
ασχημαίνει	=	ασχημαίνω
ασχημαίνεις	=	ασχημαίνω
ασχημαίνετε	=	ασχημαίνω
ασχημαίνοντας	=	ασχημαίνω
ασχημαίνουμε	=	ασχημαίνω
ασχημαίνουν	=	ασχημαίνω
ασχημαίνουνε	=	ασχημαίνω
ασχημαίνω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι δύσμορφο
ασχημαντρών	=	ασχημάντρας
ασχηματοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασχηματοποίητος	adv	με ασχηματοποίητο τρόπο
ασχηματοποίητε	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητες	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητη	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητης	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητο	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητοι	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητος	adj	που δεν έχει σχηματοποιηθεί
ασχηματοποίητου	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητους	=	ασχηματοποίητος
ασχηματοποίητων	=	ασχηματοποίητος
ασχημισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημισμένο
ασχημισμένε	verb	κλητική ενικού του ασχημισμένος
ασχημισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημισμένη
ασχημισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχημισμένος
ασχημισμένης	verb	γενική ενικού του ασχημισμένη
ασχημισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ασχημισμένος
ασχημισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχημισμένος
ασχημισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ασχημίζω
ασχημισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασχημισμένος
ασχημισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασχημισμένος
ασχημισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασχημισμένος
ασχημιών	noun	γενική πληθυντικού του ασχημία
ασχημομούρα	=	ασχημομούρης
ασχημομούρας	=	ασχημομούρης
ασχημομούρες	=	ασχημομούρης
ασχημομούρη	=	ασχημομούρης
ασχημομούρηδες	=	ασχημομούρης
ασχημομούρηδων	=	ασχημομούρης
ασχημομούρης	adj	που έχει πολύ άσχημο πρόσωπο, άσχημη μούρη, που είναι εξαιρετικά άσχημος
ασχημομούρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημομούρικο
ασχημομούρικε	adj	κλητική ενικού του ασχημομούρικος
ασχημομούρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημομούρικη
ασχημομούρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχημομούρικος
ασχημομούρικης	adj	γενική ενικού του ασχημομούρικη
ασχημομούρικο	adj	αιτιατική ενικού του ασχημομούρικος
ασχημομούρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχημομούρικος
ασχημομούρικος	adj	άλλη μορφή του ασχημομούρης
ασχημομούρικου	adj	γενική ενικού του ασχημομούρικος
ασχημομούρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασχημομούρικος
ασχημομούρικων	adj	γενική πληθυντικού του ασχημομούρικος
ασχημονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημονούσα	=	ασχημονώ
ασχημοντυμένα	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένε	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένες	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένη	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένης	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένο	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένοι	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένος	adj	που είναι άσχημα ντυμένος
ασχημοντυμένου	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένους	=	ασχημοντυμένος
ασχημοντυμένων	=	ασχημοντυμένος
ασχημονώ	verb	συμπεριφέρομαι άσεμνα, άπρεπα, διαπράττω ασχημίες, ανάρμοστες πράξεις
ασχημοσυνών	=	ασχημοσύνη
ασχημοσύνες	=	ασχημοσύνη
ασχημοσύνη	noun|formal	απρέπεια, άπρεπη ή άσεμνη συμπεριφορά
ασχημοσύνης	=	ασχημοσύνη
ασχημοφατσών	=	ασχημόφατσα
ασχημούλα	=	ασχημούλης
ασχημούλας	=	ασχημούλης
ασχημούλες	=	ασχημούλης
ασχημούλη	=	ασχημούλης
ασχημούληδες	=	ασχημούλης
ασχημούληδων	=	ασχημούλης
ασχημούλης	adj	σχετικά άσχημος
ασχημούλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημούλικο
ασχημούλικε	adj	κλητική ενικού του ασχημούλικος
ασχημούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημούλικη
ασχημούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχημούλικος
ασχημούλικης	adj	γενική ενικού του ασχημούλικη
ασχημούλικο	adj	αιτιατική ενικού του ασχημούλικος
ασχημούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχημούλικος
ασχημούλικος	adj	ασχημούτσικος, μη αντιπαθής άσχημος ή λίγο άσχημος
ασχημούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασχημούλικος
ασχημούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασχημούλικος
ασχημούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασχημούλικος
ασχημούτσικα	adv	άσχημα αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασχημούτσικος
ασχημούτσικε	adj	κλητική ενικού του ασχημούτσικος
ασχημούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημούτσικη
ασχημούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχημούτσικος
ασχημούτσικης	adj	γενική ενικού του ασχημούτσικη
ασχημούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ασχημούτσικος
ασχημούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχημούτσικος
ασχημούτσικος	adj	άλλη μορφή του ασχημούλης
ασχημούτσικου	adj	γενική ενικού του ασχημούτσικος
ασχημούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασχημούτσικος
ασχημούτσικων	adj	γενική πληθυντικού του ασχημούτσικος
ασχημόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημονώ
ασχημόπαπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημόπαπο
ασχημόπαπο	noun	ένα άτομο άσχημο, πολλές φορές όμως συμπαθητικό
ασχημόπαπου	noun	γενική ενικού του ασχημόπαπο
ασχημόπαπων	noun	γενική πληθυντικού του ασχημόπαπο
ασχημότατα	=	άσχημος
ασχημότατε	=	άσχημος
ασχημότατες	=	άσχημος
ασχημότατη	=	άσχημος
ασχημότατης	=	άσχημος
ασχημότατο	=	άσχημος
ασχημότατοι	=	άσχημος
ασχημότατος	=	άσχημος
ασχημότατου	=	άσχημος
ασχημότατους	=	άσχημος
ασχημότατων	=	άσχημος
ασχημότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημότερο
ασχημότερε	adj	κλητική ενικού του ασχημότερος
ασχημότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχημότερη
ασχημότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχημότερος
ασχημότερης	adj	γενική ενικού του ασχημότερη
ασχημότερο	adj	αιτιατική ενικού του ασχημότερος
ασχημότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχημότερος
ασχημότερος	adj	που είναι πιο άσχημος αισθητικά
ασχημότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασχημότερος
ασχημότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασχημότερος
ασχημότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασχημότερος
ασχημόφατσα	noun|vulgar	άσχημη φάτσα ή κάποιος που έχει άσχημη φάτσα
ασχημόφατσας	=	ασχημόφατσα
ασχημόφατσες	=	ασχημόφατσα
ασχημύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύναν	=	ασχημαίνω
ασχημύνανε	=	ασχημαίνω
ασχημύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχημύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχημαίνω
ασχολήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχολήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχολήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχολήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχόλημα
ασχολήματος	noun	γενική ενικού του ασχόλημα
ασχολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχόληση
ασχολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ασχόληση
ασχολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ασχόληση
ασχολήσου	=	ασχολούμαι
ασχολία	noun	η δραστηριότητα
ασχολίας	noun	γενική ενικού του ασχολία
ασχολίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασχολίαστος	adv	χωρίς σχόλιο, χωρίς σχολιασμό
ασχολίαστε	adj	κλητική ενικού του ασχολίαστος
ασχολίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχολίαστη
ασχολίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχολίαστος
ασχολίαστης	adj	γενική ενικού του ασχολίαστη
ασχολίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ασχολίαστος
ασχολίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχολίαστος
ασχολίαστος	adj	που δεν έχει σχόλια
ασχολίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασχολίαστος
ασχολίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασχολίαστος
ασχολίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασχολίαστος
ασχολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχολία
ασχολείσαι	=	ασχολούμαι
ασχολείστε	=	ασχολούμαι
ασχολείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ασχολούμαι
ασχολείτο	=	ασχολούμαι
ασχοληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθήκαν	=	ασχολούμαι
ασχοληθήκανε	=	ασχολούμαι
ασχοληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχοληθούνε	=	ασχολούμαι
ασχοληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασχολούμαι
ασχολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ασχόλημα
ασχολιέμαι	=	ασχολούμαι
ασχολιούνταν	=	ασχολούμαι
ασχολιόντουσαν	=	ασχολούμαι
ασχολιών	noun	γενική πληθυντικού του ασχολία
ασχολούμαι	verb	καταγίνομαι σε κάτι
ασχολούμασταν	=	ασχολούμαι
ασχολούμαστε	=	ασχολούμαι
ασχολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχολούμενο
ασχολούμενε	verb	κλητική ενικού του ασχολούμενος
ασχολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασχολούμενη
ασχολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασχολούμενος
ασχολούμενης	verb	γενική ενικού του ασχολούμενη
ασχολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ασχολούμενος
ασχολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασχολούμενος
ασχολούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ασχολούμαι
ασχολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασχολούμενος
ασχολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ασχολούμενος
ασχολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασχολούμενος
ασχολούμουν	=	ασχολούμαι
ασχολούνται	=	ασχολούμαι
ασχολούνταν	=	ασχολούμαι
ασχολούντο	=	ασχολούμαι
ασχολούσασταν	=	ασχολούμαι
ασχολούσαστε	=	ασχολούμαι
ασχολούσουν	=	ασχολούμαι
ασχόλημα	noun|rare	ασχολία, απασχόληση, ασχόληση
ασχόληση	noun|rare	ασχολία, απασχόληση, ασχόλημα
ασχόλησης	noun	γενική ενικού του ασχόληση
ασωμάτου	=	ασώματος
ασωτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασωτία	noun	η ιδιότητα του άσωτου
ασωτίας	noun	γενική ενικού του ασωτία
ασωτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασωτία
ασωτεία	=	ασωτία
ασωτεύω	verb	ζω άσωτα
ασωτιών	noun	γενική πληθυντικού του ασωτία
ασωφρόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασωφρόνιστος	adv	χωρίς σωφρονισμό
ασωφρόνιστε	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστες	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστη	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστης	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστο	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστοι	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστος	adj	που δε σωφρονίστηκε ή δε σωφρονίζεται, αδιόρθωτος
ασωφρόνιστου	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστους	=	ασωφρόνιστος
ασωφρόνιστων	=	ασωφρόνιστος
ασόβαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασόβαρο
ασόβαρε	adj	κλητική ενικού του ασόβαρος
ασόβαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασόβαρη
ασόβαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασόβαρος
ασόβαρης	adj	γενική ενικού του ασόβαρη
ασόβαρο	adj	αιτιατική ενικού του ασόβαρος
ασόβαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασόβαρος
ασόβαρος	adj	που δεν είναι σοβαρός
ασόβαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασόβαρος
ασόβαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασόβαρος
ασόβαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασόβαρος
ασόδιαστα	=	ασόδιαστος
ασόδιαστε	=	ασόδιαστος
ασόδιαστες	=	ασόδιαστος
ασόδιαστη	=	ασόδιαστος
ασόδιαστης	=	ασόδιαστος
ασόδιαστο	=	ασόδιαστος
ασόδιαστοι	=	ασόδιαστος
ασόδιαστος	adj	για σοδειά που δεν την έχουν μαζέψει, που δεν έγινε η συγκομιδή της
ασόδιαστου	=	ασόδιαστος
ασόδιαστους	=	ασόδιαστος
ασόδιαστων	=	ασόδιαστος
ασόδυα	=	ασόδυο
ασόδυο	noun|vulgar	ζαριά όπου το ένα ζάρι φέρνει άσο και το άλλο δύο
ασόδυου	=	ασόδυο
ασόδυων	=	ασόδυο
ασόλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασόλιαστο
ασόλιαστε	adj	κλητική ενικού του ασόλιαστος
ασόλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασόλιαστη
ασόλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασόλιαστος
ασόλιαστης	adj	γενική ενικού του ασόλιαστη
ασόλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ασόλιαστος
ασόλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασόλιαστος
ασόλιαστος	adj	που δεν έχει σολιαστεί
ασόλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασόλιαστος
ασόλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασόλιαστος
ασόλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασόλιαστος
ασόλοτλ	=	αξολότλ
ασόφου	=	άσοφος
ασόφους	=	άσοφος
ασόφων	=	άσοφος
ασύγγνωστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύγγνωστος	adv|formal	με ασύγγνωστο τρόπο
ασύγγνωστε	adj	κλητική ενικού του ασύγγνωστος
ασύγγνωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύγγνωστη
ασύγγνωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύγγνωστος
ασύγγνωστης	adj	γενική ενικού του ασύγγνωστη
ασύγγνωστο	adj	αιτιατική ενικού του ασύγγνωστος
ασύγγνωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύγγνωστος
ασύγγνωστος	adj	που δεν είναι δυνατόν να συγχωρεθεί
ασύγγνωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύγγνωστος
ασύγγνωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύγγνωστος
ασύγγνωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύγγνωστος
ασύγκλητα	=	ασύγκλητος
ασύγκλητε	=	ασύγκλητος
ασύγκλητες	=	ασύγκλητος
ασύγκλητη	=	ασύγκλητος
ασύγκλητης	=	ασύγκλητος
ασύγκλητο	=	ασύγκλητος
ασύγκλητοι	=	ασύγκλητος
ασύγκλητος	adj	που δεν έχει συγκληθεί
ασύγκλητου	=	ασύγκλητος
ασύγκλητους	=	ασύγκλητος
ασύγκλητων	=	ασύγκλητος
ασύγκριτα	adv	χωρίς δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί
ασύγκριτε	adj	κλητική ενικού του ασύγκριτος
ασύγκριτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύγκριτη
ασύγκριτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύγκριτος
ασύγκριτης	adj	γενική ενικού του ασύγκριτη
ασύγκριτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύγκριτος
ασύγκριτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύγκριτος
ασύγκριτος	adv	που δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί, γιατί είναι καλύτερος, ανώτερος ή διαφορετικός
ασύγκριτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύγκριτος
ασύγκριτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύγκριτος
ασύγκριτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύγκριτος
ασύγνωστος	=	ασύγγνωστος
ασύγχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύγχρονος	adv	με τρόπο ασύγχρονο, που δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα
ασύγχρονε	adj	κλητική ενικού του ασύγχρονος
ασύγχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύγχρονη
ασύγχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύγχρονος
ασύγχρονης	adj	γενική ενικού του ασύγχρονη
ασύγχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ασύγχρονος
ασύγχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύγχρονος
ασύγχρονος	adj	εναλλασόμενου ρεύματος
ασύγχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύγχρονος
ασύγχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύγχρονος
ασύγχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύγχρονος
ασύδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύδοτος	adv	με τρόπο ασύδοτο
ασύδοτε	adj	κλητική ενικού του ασύδοτος
ασύδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύδοτη
ασύδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύδοτος
ασύδοτης	adj	γενική ενικού του ασύδοτη
ασύδοτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύδοτος
ασύδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύδοτος
ασύδοτος	adj	που είναι απαλλαγμένος φόρων
ασύδοτου	adj	γενική ενικού του ασύδοτος
ασύδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύδοτος
ασύδοτων	adj	γενική πληθυντικού του ασύδοτος
ασύζευκτος	adj|rare	που παραμένει χωρίς ζεύξη ή σύνδεση με άλλο στοιχείο, είτε ως φυσική κατάσταση είτε ως εννοιολογική ιδιότητα
ασύλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύλητο
ασύλητε	adj	κλητική ενικού του ασύλητος
ασύλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύλητη
ασύλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύλητος
ασύλητης	adj	γενική ενικού του ασύλητη
ασύλητο	adj	αιτιατική ενικού του ασύλητος
ασύλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύλητος
ασύλητος	adj	που δε συλήθηκε, δε λεηλατήθηκε
ασύλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύλητος
ασύλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύλητος
ασύλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύλητος
ασύλληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύλληπτος	adv	με ασύλληπτο τρόπο
ασύλληπτε	adj	κλητική ενικού του ασύλληπτος
ασύλληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύλληπτη
ασύλληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύλληπτος
ασύλληπτης	adj	γενική ενικού του ασύλληπτη
ασύλληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύλληπτος
ασύλληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύλληπτος
ασύλληπτος	adj	που διαφεύγει τη σύλληψη
ασύλληπτου	adj	γενική ενικού του ασύλληπτος
ασύλληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύλληπτος
ασύλληπτων	adj	γενική πληθυντικού του ασύλληπτος
ασύλου	=	άσυλο
ασύλων	=	άσυλο
ασύμβατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύμβατο
ασύμβατε	adj	κλητική ενικού του ασύμβατος
ασύμβατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύμβατη
ασύμβατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύμβατος
ασύμβατης	adj	γενική ενικού του ασύμβατη
ασύμβατο	adj	αιτιατική ενικού του ασύμβατος
ασύμβατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύμβατος
ασύμβατος	adj	που δεν ταιριάζει με κάτι άλλο ή δεν συνεργάζεται καλά με κάτι άλλο· μη συμβατός
ασύμβατου	adj	γενική ενικού του ασύμβατος
ασύμβατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύμβατος
ασύμβατων	adj	γενική πληθυντικού του ασύμβατος
ασύμβλητα	=	ασύμβλητος
ασύμβλητε	=	ασύμβλητος
ασύμβλητες	=	ασύμβλητος
ασύμβλητη	=	ασύμβλητος
ασύμβλητης	=	ασύμβλητος
ασύμβλητο	=	ασύμβλητος
ασύμβλητοι	=	ασύμβλητος
ασύμβλητος	adj	που δεν έχει συνάψει με κάποιον συμβόλαιο ή σύμβαση
ασύμβλητου	=	ασύμβλητος
ασύμβλητους	=	ασύμβλητος
ασύμβλητων	=	ασύμβλητος
ασύμμετρα	adv	κατά τρόπο ασύμμετρο
ασύμμετρε	adj	κλητική ενικού του ασύμμετρος
ασύμμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύμμετρη
ασύμμετρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύμμετρος
ασύμμετρης	adj	γενική ενικού του ασύμμετρη
ασύμμετρο	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ασύμμετρος
ασύμμετροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύμμετρος
ασύμμετρος	adj	που δεν έχει συμμετρία
ασύμμετρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύμμετρος
ασύμμετρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύμμετρος
ασύμμετρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύμμετρος
ασύμπονος	adj|rare	που δεν συμπονεί
ασύμπτυκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύμπτυκτος	adv	με ασύμπτυκτο τρόπο
ασύμπτυκτε	adj	κλητική ενικού του ασύμπτυκτος
ασύμπτυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύμπτυκτη
ασύμπτυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύμπτυκτος
ασύμπτυκτης	adj	γενική ενικού του ασύμπτυκτη
ασύμπτυκτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύμπτυκτος
ασύμπτυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύμπτυκτος
ασύμπτυκτος	adj	που δεν έχει συμπτυχθεί ή δεν μπορεί να συμπτυχθεί
ασύμπτυκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύμπτυκτος
ασύμπτυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύμπτυκτος
ασύμπτυκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύμπτυκτος
ασύμπτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύμπτωτος	adv	χωρίς να συμπίπτουν
ασύμπτωτε	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτες	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτη	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτης	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτο	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτοι	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτος	adj	που δεν συμπίπτει με κάποιο ομοειδές αντικείμενο
ασύμπτωτου	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτους	=	ασύμπτωτος
ασύμπτωτων	=	ασύμπτωτος
ασύμφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύμφορος	adv	με ασύμφορο τρόπο, χωρίς να συμφέρει
ασύμφορε	=	ασύμφορος
ασύμφορες	=	ασύμφορος
ασύμφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύμφορος
ασύμφορης	=	ασύμφορος
ασύμφορο	=	ασύμφορος
ασύμφοροι	=	ασύμφορος
ασύμφορος	adj	που δεν είναι συμφέρων, αντίκειται στα συμφέροντα κάποιου, δεν είναι προς το συμφέρον του, δεν του εξασφαλίζει κέρδος ή άλλα οφέλη, δεν τον ευνοεί στον οικονομικό ή άλλους τομείς διαπραγμάτευσης, είναι απρόσφορος, ανωφελής
ασύμφορου	=	ασύμφορος
ασύμφορους	=	ασύμφορος
ασύμφορων	=	ασύμφορος
ασύμφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύμφωνος	adv	χωρίς να συμφωνούν
ασύμφωνε	=	ασύμφωνος
ασύμφωνες	=	ασύμφωνος
ασύμφωνη	=	ασύμφωνος
ασύμφωνης	=	ασύμφωνος
ασύμφωνο	=	ασύμφωνος
ασύμφωνοι	=	ασύμφωνος
ασύμφωνος	adj	όχι σύμφωνος
ασύμφωνου	=	ασύμφωνος
ασύμφωνους	=	ασύμφωνος
ασύμφωνων	=	ασύμφωνος
ασύναπτα	=	ασύναπτος
ασύναπτε	=	ασύναπτος
ασύναπτες	=	ασύναπτος
ασύναπτη	=	ασύναπτος
ασύναπτης	=	ασύναπτος
ασύναπτο	=	ασύναπτος
ασύναπτοι	=	ασύναπτος
ασύναπτος	adj	που δεν έχει συνδεθεί ή συσχετιστεί με άλλον
ασύναπτου	=	ασύναπτος
ασύναπτους	=	ασύναπτος
ασύναπτων	=	ασύναπτος
ασύναχτή	=	ασύναχτος
ασύναχτα	=	ασύναχτος
ασύναχτε	=	ασύναχτος
ασύναχτες	=	ασύναχτος
ασύναχτη	=	ασύναχτος
ασύναχτης	=	ασύναχτος
ασύναχτο	=	ασύναχτος
ασύναχτοι	=	ασύναχτος
ασύναχτος	adj	που δε συνάχτηκε, δε μαζεύτηκε
ασύναχτου	=	ασύναχτος
ασύναχτους	=	ασύναχτος
ασύναχτων	=	ασύναχτος
ασύνδετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύνδετος	adv	με ασύνδετο τρόπο, χωρίς σύνδεση
ασύνδετε	=	ασύνδετος
ασύνδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ασύνδετος
ασύνδετη	=	ασύνδετος
ασύνδετης	=	ασύνδετος
ασύνδετο	noun	η έλλειψη σύνδεσης
ασύνδετοι	=	ασύνδετος
ασύνδετος	adj	που δεν έχει συνδεθεί ή δεν μπορεί να συνδεθεί
ασύνδετου	=	ασύνδετος
ασύνδετους	=	ασύνδετος
ασύνδετων	=	ασύνδετος
ασύνειδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύνειδο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύνειδος
ασύνειδε	=	ασύνειδος
ασύνειδες	=	ασύνειδος
ασύνειδη	=	ασύνειδος
ασύνειδης	=	ασύνειδος
ασύνειδο	=	ασύνειδος
ασύνειδοι	=	ασύνειδος
ασύνειδος	adj	που λέγεται ή γίνεται χωρίς παρέμβαση της συνείδησης, χωρίς επίγνωση, μη συνειδητός
ασύνειδου	=	ασύνειδος
ασύνειδους	=	ασύνειδος
ασύνειδων	=	ασύνειδος
ασύνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύνετος	adv	με ασύνετο τρόπο, χωρίς σύνεση
ασύνετε	=	ασύνετος
ασύνετες	=	ασύνετος
ασύνετη	=	ασύνετος
ασύνετης	=	ασύνετος
ασύνετο	adj	αιτιατική ενικού του ασύνετος, αρσενικό γένος
ασύνετοι	=	ασύνετος
ασύνετος	adj	που δεν έχει σύνεση
ασύνετου	=	ασύνετος
ασύνετους	=	ασύνετος
ασύνετων	=	ασύνετος
ασύνηθες	=	ασυνήθης
ασύνορα	=	ασύνορος
ασύνορε	=	ασύνορος
ασύνορες	=	ασύνορος
ασύνορη	=	ασύνορος
ασύνορης	=	ασύνορος
ασύνορο	=	ασύνορος
ασύνοροι	=	ασύνορος
ασύνορος	adj	ο χωρίς σύνορα
ασύνορου	=	ασύνορος
ασύνορους	=	ασύνορος
ασύνορων	=	ασύνορος
ασύντακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύντακτος	adv	με ασύντακτο τρόπο
ασύντακτε	=	ασύντακτος
ασύντακτες	=	ασύντακτος
ασύντακτη	=	ασύντακτος
ασύντακτης	=	ασύντακτος
ασύντακτο	=	ασύντακτος
ασύντακτοι	=	ασύντακτος
ασύντακτος	adj	που δεν έχει συνταχθεί ακόμα
ασύντακτου	=	ασύντακτος
ασύντακτους	=	ασύντακτος
ασύντακτων	=	ασύντακτος
ασύνταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύνταχτος	adv	άλλη μορφή του ασύντακτα
ασύνταχτε	adj	κλητική ενικού του ασύνταχτος
ασύνταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύνταχτη
ασύνταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύνταχτος
ασύνταχτης	adj	γενική ενικού του ασύνταχτη
ασύνταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύνταχτος
ασύνταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύνταχτος
ασύνταχτος	adj	άλλη μορφή του ασύντακτος
ασύνταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύνταχτος
ασύνταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύνταχτος
ασύνταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύνταχτος
ασύντμητα	=	ασύντμητος
ασύντμητε	=	ασύντμητος
ασύντμητες	=	ασύντμητος
ασύντμητη	=	ασύντμητος
ασύντμητης	=	ασύντμητος
ασύντμητο	=	ασύντμητος
ασύντμητοι	=	ασύντμητος
ασύντμητος	adj	που είναι αδύνατο να συντμηθεί, να περικοπεί
ασύντμητοςα	=	ασύντμητος
ασύντμητοςε	=	ασύντμητος
ασύντμητοςες	=	ασύντμητος
ασύντμητοςη	=	ασύντμητος
ασύντμητοςης	=	ασύντμητος
ασύντμητοςο	=	ασύντμητος
ασύντμητοςοι	=	ασύντμητος
ασύντμητοςος	=	ασύντμητος
ασύντμητοςου	=	ασύντμητος
ασύντμητοςους	=	ασύντμητος
ασύντμητοςων	=	ασύντμητος
ασύντμητου	=	ασύντμητος
ασύντμητους	=	ασύντμητος
ασύντμητων	=	ασύντμητος
ασύντριπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύντριπτο
ασύντριπτε	adj	κλητική ενικού του ασύντριπτος
ασύντριπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύντριπτη
ασύντριπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύντριπτος
ασύντριπτης	adj	γενική ενικού του ασύντριπτη
ασύντριπτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύντριπτος
ασύντριπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύντριπτος
ασύντριπτος	adj|figurative	που δεν έχει συντριφτεί ή δεν μπορεί να συντριφτεί
ασύντριπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύντριπτος
ασύντριπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύντριπτος
ασύντριπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύντριπτος
ασύντριφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύντριφτο
ασύντριφτε	adj	κλητική ενικού του ασύντριφτος
ασύντριφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύντριφτη
ασύντριφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύντριφτος
ασύντριφτης	adj	γενική ενικού του ασύντριφτη
ασύντριφτο	adj	αιτιατική ενικού του ασύντριφτος
ασύντριφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύντριφτος
ασύντριφτος	adj|figurative	που δεν έχει συντριφτεί ή δεν μπορεί να συντριφτεί
ασύντριφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύντριφτος
ασύντριφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύντριφτος
ασύντριφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύντριφτος
ασύντυχα	=	ασύντυχος
ασύντυχε	=	ασύντυχος
ασύντυχες	=	ασύντυχος
ασύντυχη	=	ασύντυχος
ασύντυχης	=	ασύντυχος
ασύντυχο	=	ασύντυχος
ασύντυχοι	=	ασύντυχος
ασύντυχος	adj|literary	απρόσιτος, αμίλητος
ασύντυχου	=	ασύντυχος
ασύντυχους	=	ασύντυχος
ασύντυχων	=	ασύντυχος
ασύρματα	adv	με ασύρματο τρόπο, χωρίς τη μεσολάβηση καλωδίων
ασύρματε	adj	κλητική ενικού του ασύρματος
ασύρματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύρματη
ασύρματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύρματος
ασύρματης	adj	γενική ενικού του ασύρματη
ασύρματο	adj	αιτιατική ενικού του ασύρματος
ασύρματοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύρματος
ασύρματος	adj	που δεν συνδέεται με ένα καλώδιο / σύρμα με άλλη συσκευή ή δίκτυο	noun	συσκευή ηχητικής επικοινωνίας μεταξύ δύο σταθμών που δεν συνδέονται μεταξύ τους με καλώδιο
ασύρματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύρματος
ασύρματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύρματος
ασύρματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύρματος
ασύρτικο	noun	ελληνική ποικιλία λευκού σταφυλιού, γνωστή για τη φυσική οξύτητα και την ικανότητά της να παράγει ξηρά κρασιά με έντονο, ορυκτώδη χαρακτήρα
ασύρτικου	=	ασύρτικο
ασύστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύστατος	adv	με ασύστατο τρόπο
ασύστατε	=	ασύστατος
ασύστατες	=	ασύστατος
ασύστατη	=	ασύστατος
ασύστατης	=	ασύστατος
ασύστατο	=	ασύστατος
ασύστατοι	=	ασύστατος
ασύστατος	adj	αστήρικτος, αβάσιμος
ασύστατου	=	ασύστατος
ασύστατους	=	ασύστατος
ασύστατων	=	ασύστατος
ασύστολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύστολος	adv	χωρίς συστολή
ασύστολε	adj	κλητική ενικού του ασύστολος
ασύστολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύστολη
ασύστολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ασύστολος
ασύστολης	adj	γενική ενικού του ασύστολη
ασύστολο	adj	αιτιατική ενικού του ασύστολος
ασύστολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ασύστολος
ασύστολος	adj|formal	που γίνεται ή λέγεται χωρίς (ηθικές) συστολές
ασύστολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ασύστολος
ασύστολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ασύστολος
ασύστολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ασύστολος
ασύχαστα	adv	χωρίς να ησυχάζει, χωρίς ησυχία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύχαστος
ασύχαστε	=	ασύχαστος
ασύχαστες	=	ασύχαστος
ασύχαστη	=	ασύχαστος
ασύχαστης	=	ασύχαστος
ασύχαστο	=	ασύχαστος
ασύχαστοι	=	ασύχαστος
ασύχαστος	adj	που δεν ησυχάζει, που είναι διαρκώς σε δράση ή σε κίνηση
ασύχαστου	=	ασύχαστος
ασύχαστους	=	ασύχαστος
ασύχαστων	=	ασύχαστος
ασύχναστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύχναστος	adv	χωρίς να συχνάζουν κάπου
ασύχναστε	=	ασύχναστος
ασύχναστες	=	ασύχναστος
ασύχναστη	=	ασύχναστος
ασύχναστης	=	ασύχναστος
ασύχναστο	=	ασύχναστος
ασύχναστοι	=	ασύχναστος
ασύχναστος	adj	που σπάνια τον συχνάζει κάποιος, όπου σπάνια πηγαίνει κανείς
ασύχναστου	=	ασύχναστος
ασύχναστους	=	ασύχναστος
ασύχναστων	=	ασύχναστος
ασώματα	=	ασώματος
ασώματε	=	ασώματος
ασώματες	=	ασώματος
ασώματη	=	ασώματος
ασώματης	=	ασώματος
ασώματο	=	ασώματος
ασώματοι	=	ασώματος
ασώματος	adj	ο χωρίς σώμα
ασώματου	=	ασώματος
ασώματους	=	ασώματος
ασώματων	=	ασώματος
ασώπαστα	=	ασώπαστος
ασώπαστε	=	ασώπαστος
ασώπαστες	=	ασώπαστος
ασώπαστη	=	ασώπαστος
ασώπαστης	=	ασώπαστος
ασώπαστο	=	ασώπαστος
ασώπαστοι	=	ασώπαστος
ασώπαστος	adj	φλύαρος, που δε σωπαίνει
ασώπαστοςα	=	ασώπαστος
ασώπαστοςε	=	ασώπαστος
ασώπαστοςες	=	ασώπαστος
ασώπαστοςη	=	ασώπαστος
ασώπαστοςης	=	ασώπαστος
ασώπαστοςο	=	ασώπαστος
ασώπαστοςοι	=	ασώπαστος
ασώπαστοςος	=	ασώπαστος
ασώπαστοςου	=	ασώπαστος
ασώπαστοςους	=	ασώπαστος
ασώπαστοςων	=	ασώπαστος
ασώπαστου	=	ασώπαστος
ασώπαστους	=	ασώπαστος
ασώπαστων	=	ασώπαστος
ασώτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασώτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασώτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ασώτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ασωτεύω
ατ	noun	το σύμβολο @ που χρησιμοποιείται, για να αποστείλουμε ένα ηλεμήνυμα / e-mail
ατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατό
ατάγιστος	=	ατάιστος
ατάιστα	=	ατάιστος
ατάιστε	=	ατάιστος
ατάιστες	=	ατάιστος
ατάιστη	=	ατάιστος
ατάιστης	=	ατάιστος
ατάιστο	=	ατάιστος
ατάιστοι	=	ατάιστος
ατάιστος	adj	που δεν του έδωσαν να φάει, νηστικός
ατάιστου	=	ατάιστος
ατάιστους	=	ατάιστος
ατάιστων	=	ατάιστος
ατάκα	noun	ένδειξη να ξεκινήσει το επόμενο μουσικό κομμάτι αμέσως μετά το προηγούμενο, χωρίς παύση	adv	αμέσως
ατάκας	noun	γενική ενικού του ατάκα
ατάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατάκα
ατάκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατάκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατάκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατάκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατάκτως	adv|formal	άτακτα
ατάλαντα	=	ατάλαντος
ατάλαντε	=	ατάλαντος
ατάλαντες	=	ατάλαντος
ατάλαντη	=	ατάλαντος
ατάλαντης	=	ατάλαντος
ατάλαντο	=	ατάλαντος
ατάλαντοι	=	ατάλαντος
ατάλαντος	adj	χωρίς ταλέντο
ατάλαντου	adj	γενική ενικού του ατάλαντος
ατάλαντους	=	ατάλαντος
ατάλαντων	=	ατάλαντος
ατάρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατάρακτος	adv	με ατάρακτο τρόπο
ατάρακτε	adj	κλητική ενικού του ατάρακτος
ατάρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατάρακτη
ατάρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατάρακτος
ατάρακτης	adj	γενική ενικού του ατάρακτη
ατάρακτο	adj	αιτιατική ενικού του ατάρακτος
ατάρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατάρακτος
ατάρακτος	adj	που δεν ταράζεται
ατάρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατάρακτος
ατάρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατάρακτος
ατάρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατάρακτος
ατάραχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατάραχος	adv	άλλη μορφή του ατάρακτα
ατάραχε	adj	κλητική ενικού του ατάραχος
ατάραχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατάραχη
ατάραχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατάραχος
ατάραχης	adj	γενική ενικού του ατάραχη
ατάραχο	adj	αιτιατική ενικού του ατάραχος
ατάραχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατάραχος
ατάραχος	adj	άλλη μορφή του ατάρακτος
ατάραχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατάραχος
ατάραχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατάραχος
ατάραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατάραχτος	adv	άλλη μορφή του ατάρακτα
ατάραχτε	adj	κλητική ενικού του ατάραχτος
ατάραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατάραχτη
ατάραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατάραχτος
ατάραχτης	adj	γενική ενικού του ατάραχτη
ατάραχτο	adj	αιτιατική ενικού του ατάραχτος
ατάραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατάραχτος
ατάραχτος	adj	άλλη μορφή του ατάρακτος
ατάραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατάραχτος
ατάραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατάραχτος
ατάραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατάραχτος
ατάραχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατάραχος
ατάσθαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατάσθαλος	adv	με ατάσθαλο τρόπο
ατάσθαλε	=	ατάσθαλος
ατάσθαλες	=	ατάσθαλος
ατάσθαλη	=	ατάσθαλος
ατάσθαλης	=	ατάσθαλος
ατάσθαλο	=	ατάσθαλος
ατάσθαλοι	=	ατάσθαλος
ατάσθαλος	adj	ηθικά απαράδεκτος, απρεπής
ατάσθαλου	=	ατάσθαλος
ατάσθαλους	=	ατάσθαλος
ατάσθαλων	=	ατάσθαλος
ατάχτησα	=	αταχτώ
ατέ	adj	κλητική ενικού του ατός
ατέκμαρτα	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτε	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτες	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτη	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτης	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτο	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτοι	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτος	adj	άγνωστος, άδηλος, ασαφής
ατέκμαρτου	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτους	=	ατέκμαρτος
ατέκμαρτων	=	ατέκμαρτος
ατέλεια	noun	η έλλειψη υποχρέωσης για πληρωμή δασμών ή φόρων, η απαλλαγή από αυτούς.
ατέλειας	noun	γενική ενικού του ατέλεια
ατέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατέλεια
ατέλειωτα	adv	χωρίς τέλος, χωρίς πέρας
ατέλειωτες	=	ατελείωτες
ατέλειωτοι	=	ατελείωτοι
ατέλειωτος	=	ατελείωτος
ατέλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατέλευτο
ατέλευτε	adj	κλητική ενικού του ατέλευτος
ατέλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατέλευτη
ατέλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατέλευτος
ατέλευτης	adj	γενική ενικού του ατέλευτη
ατέλευτο	adj	αιτιατική ενικού του ατέλευτος
ατέλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατέλευτος
ατέλευτος	adj	ο ανολοκλήρωτος, ο απεράτωτος, ο ημιτελής, ο μισερός, αυτός που έχει αφεθεί στη μέση
ατέλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατέλευτος
ατέλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατέλευτος
ατέλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατέλευτος
ατένιζα	=	ατενίζω
ατένιζαν	=	ατενίζω
ατένιζε	=	ατενίζω
ατένιζες	=	ατενίζω
ατένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατέντωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατέντωτο
ατέντωτε	adj	κλητική ενικού του ατέντωτος
ατέντωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατέντωτη
ατέντωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατέντωτος
ατέντωτης	adj	γενική ενικού του ατέντωτη
ατέντωτο	adj	αιτιατική ενικού του ατέντωτος
ατέντωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατέντωτος
ατέντωτος	adj	ο μη τεντωμένος, που δεν τεντώθηκε ή δεν τεντώνεται, χαλαρός
ατέντωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατέντωτος
ατέντωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατέντωτος
ατέντωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατέντωτος
ατέρμαντα	=	ατέρμαντος
ατέρμαντε	=	ατέρμαντος
ατέρμαντες	=	ατέρμαντος
ατέρμαντη	=	ατέρμαντος
ατέρμαντης	=	ατέρμαντος
ατέρμαντο	=	ατέρμαντος
ατέρμαντοι	=	ατέρμαντος
ατέρμαντος	adj	που δεν έχει τέρμα, ατελείωτος
ατέρμαντου	=	ατέρμαντος
ατέρμαντους	=	ατέρμαντος
ατέρμαντων	=	ατέρμαντος
ατέρμον	=	ατέρμονας
ατέρμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατέρμονος	adv|formal	ατέλειωτα, ατελείωτα
ατέρμονας	adj	μορφή του ατέρμων με νεότερες καταλήξεις
ατέρμονε	adj	κλητική ενικού του ατέρμονος
ατέρμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατέρμονη
ατέρμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατέρμονος
ατέρμονης	adj	γενική ενικού του ατέρμονη
ατέρμονο	adj	αιτιατική ενικού του ατέρμονος
ατέρμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατέρμονος
ατέρμονονη	=	ατέρμονας
ατέρμονονο	=	ατέρμονας
ατέρμονος	adj	άλλη μορφή του ατέρμονας, του ατέρμων
ατέρμονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατέρμονος
ατέρμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατέρμονος
ατέρμονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατέρμονος
ατέρμων	=	ατέρμονας
ατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατή
ατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατός
ατής	adj	γενική ενικού του ατή
ατίθασα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατίθασο
ατίθασε	adj	κλητική ενικού του ατίθασος
ατίθασες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατίθαση
ατίθαση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατίθασος
ατίθασης	adj	γενική ενικού του ατίθαση
ατίθασο	adj	αιτιατική ενικού του ατίθασος
ατίθασοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατίθασος
ατίθασος	adj	που δεν είναι δυνατόν να τιθασευτεί, να εξημερωθεί
ατίθασου	adj	γενική ενικού του ατίθασος
ατίθασους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατίθασος
ατίθασων	adj	γενική πληθυντικού του ατίθασος
ατίμαζα	=	ατιμάζω
ατίμαζαν	=	ατιμάζω
ατίμαζε	=	ατιμάζω
ατίμαζες	=	ατιμάζω
ατίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατίμασμα	noun	το αποτέλεσμα του ατιμάζω
ατίμασμο	=	ατίμασμα
ατίμητα	=	ατίμητος
ατίμητε	=	ατίμητος
ατίμητες	=	ατίμητος
ατίμητη	=	ατίμητος
ατίμητης	=	ατίμητος
ατίμητο	=	ατίμητος
ατίμητοι	=	ατίμητος
ατίμητος	adj	αυτός που δεν έχει τιμηθεί
ατίμητου	=	ατίμητος
ατίμητους	=	ατίμητος
ατίμητων	=	ατίμητος
ατίμωση	noun	η προσβολή ή αφαίρεση της τιμής, της αξίας, της αξιοπρέπειας και της υπόληψης ενός ατόμου
ατίμωσης	noun	γενική ενικού του ατίμωση
ατίμωσιες	=	ατίμωση
ατίναχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατίναχτο
ατίναχτε	adj	κλητική ενικού του ατίναχτος
ατίναχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατίναχτη
ατίναχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατίναχτος
ατίναχτης	adj	γενική ενικού του ατίναχτη
ατίναχτο	adj	αιτιατική ενικού του ατίναχτος
ατίναχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατίναχτος
ατίναχτος	adj	αυτός που δεν τινάχτηκε
ατίναχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατίναχτος
ατίναχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατίναχτος
ατίναχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατίναχτος
ατα	abbrev	Ανεξάρτητα Τηλεοπτικά Στούντιο Αθηνών· ελληνική εταιρεία τηλεοπτικών παραγωγών (αναφέρεται και ως Studio ΑΤΑ ή στούντιο ΑΤΑ· προφέρεται άτα)
αταίριαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταίριαγος	adv	άλλη μορφή του αταίριαστα
αταίριαγε	adj	κλητική ενικού του αταίριαγος
αταίριαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταίριαγη
αταίριαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταίριαγος
αταίριαγης	adj	γενική ενικού του αταίριαγη
αταίριαγο	adj	αιτιατική ενικού του αταίριαγος
αταίριαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταίριαγος
αταίριαγος	adj	άλλη μορφή του αταίριαστος / αταίριαχτος
αταίριαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αταίριαγος
αταίριαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταίριαγος
αταίριαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αταίριαγος
αταίριαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταίριαστος	adv	κατά τρόπο αταίριαστο
αταίριαστε	adj	κλητική ενικού του αταίριαστος
αταίριαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταίριαστη
αταίριαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταίριαστος
αταίριαστης	adj	γενική ενικού του αταίριαστη
αταίριαστο	adj	αιτιατική ενικού του αταίριαστος
αταίριαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταίριαστος
αταίριαστος	adj	που δε ταιριάζει
αταίριαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αταίριαστος
αταίριαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταίριαστος
αταίριαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αταίριαστος
αταίριαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταίριαχτος	adv|vulgar	άλλη μορφή του αταίριαστα
αταίριαχτε	adj	κλητική ενικού του αταίριαχτος
αταίριαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταίριαχτη
αταίριαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταίριαχτος
αταίριαχτης	adj	γενική ενικού του αταίριαχτη
αταίριαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αταίριαχτος
αταίριαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταίριαχτος
αταίριαχτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αταίριαστος
αταίριαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αταίριαχτος
αταίριαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταίριαχτος
αταίριαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αταίριαχτος
αταβάνωτα	=	αταβάνωτος
αταβάνωτε	=	αταβάνωτος
αταβάνωτες	=	αταβάνωτος
αταβάνωτη	=	αταβάνωτος
αταβάνωτης	=	αταβάνωτος
αταβάνωτο	=	αταβάνωτος
αταβάνωτοι	=	αταβάνωτος
αταβάνωτος	adj	ο χωρίς ταβάνι, χωρίς οροφή
αταβάνωτου	=	αταβάνωτος
αταβάνωτους	=	αταβάνωτος
αταβάνωτων	=	αταβάνωτος
αταβικά	=	αταβικός
αταβικέ	=	αταβικός
αταβικές	=	αταβικός
αταβική	=	αταβικός
αταβικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αταβική) του αταβικός
αταβικοί	=	αταβικός
αταβικού	=	αταβικός
αταβικούς	=	αταβικός
αταβικό	=	αταβικός
αταβικός	adj|literary	που σχετίζεται με μια παλιότερη γενιά ή με έναν πρόγονο, συνώνυμο του αταβιστικός
αταβικών	=	αταβικός
αταβισμέ	noun	κλητική ενικού του αταβισμός
αταβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταβισμός
αταβισμού	noun	γενική ενικού του αταβισμός
αταβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αταβισμός
αταβισμό	noun	αιτιατική ενικού του αταβισμός
αταβισμός	noun	η επανεμφάνιση κληρονομικών χαρακτηριστικών προγόνου μετά από απουσία αρκετών γενιών
αταβισμών	noun	γενική πληθυντικού του αταβισμός
αταβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταβιστικό	adv|formal	με αταβιστικό τρόπο
αταβιστικέ	adj	κλητική ενικού του αταβιστικός
αταβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταβιστική
αταβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταβιστικός
αταβιστικής	adj	γενική ενικού του αταβιστική
αταβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταβιστικός
αταβιστικού	adj	γενική ενικού του αταβιστικός
αταβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταβιστικός
αταβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αταβιστικός
αταβιστικός	adj	σχετικός με τον αταβισμό
αταβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αταβιστικός
αταγία	noun	έλλειψη ταγείας, έλλειψη ταγού
αταγίας	noun	γενική ενικού του αταγία
αταγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταγία
αταγιών	noun	γενική πληθυντικού του αταγία
ατακάρω	verb|rare	είμαι ατακαδόρος, μιλώ λέγοντας ατάκες
ατακαδόρα	noun	θηλυκό του ατακαδόρος
ατακαδόρας	=	ατακαδόρα
ατακαδόρε	=	ατακαδόρος
ατακαδόρες	=	ατακαδόρα
ατακαδόρο	=	ατακαδόρος
ατακαδόροι	=	ατακαδόρος
ατακαδόρος	noun	πρόσωπο που εκφράζεται συχνά με ευφυείς, σύντομες και χιουμοριστικές φράσεις, αφήνοντας εντύπωση ετοιμότητας και πνεύματος
ατακαδόρου	=	ατακαδόρος
ατακαδόρους	=	ατακαδόρος
ατακαδόρων	=	ατακαδόρος
ατακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατακτώ
ατακτοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατακτοποίητος	adv	με ατακτοποίητο τρόπο, χωρίς τακτοποίηση
ατακτοποίητε	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητες	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητη	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητης	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητο	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητοι	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητος	adj	που δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα σε κάποια θέση
ατακτοποίητου	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητους	=	ατακτοποίητος
ατακτοποίητων	=	ατακτοποίητος
ατακτώ	verb	κάνω αταξίες
αταλάντευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταλάντευτος	adv	σταθερά, αμετακίνητα, με αταλάντευτο τρόπο
αταλάντευτε	=	αταλάντευτος
αταλάντευτες	=	αταλάντευτος
αταλάντευτη	=	αταλάντευτος
αταλάντευτης	=	αταλάντευτος
αταλάντευτο	=	αταλάντευτος
αταλάντευτοι	=	αταλάντευτος
αταλάντευτος	adj	που δεν ταλαντεύεται
αταλάντευτου	=	αταλάντευτος
αταλάντευτους	=	αταλάντευτος
αταλάντευτων	=	αταλάντευτος
αταλάντου	=	ατάλαντος
αταλάντους	=	ατάλαντος
αταλάντων	=	ατάλαντος
αταλαιπώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταλαιπώρητος	adv	με αταλαιπώρητο τρόπο, χωρίς ταλαιπωρία
αταλαιπώρητε	adj	κλητική ενικού του αταλαιπώρητος
αταλαιπώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταλαιπώρητη
αταλαιπώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταλαιπώρητος
αταλαιπώρητης	adj	γενική ενικού του αταλαιπώρητη
αταλαιπώρητο	adj	αιτιατική ενικού του αταλαιπώρητος
αταλαιπώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταλαιπώρητος
αταλαιπώρητος	adj	που δεν υποβλήθηκε ση δοκιμασία του αυστηρού ελέγχου
αταλαιπώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αταλαιπώρητος
αταλαιπώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταλαιπώρητος
αταλαιπώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αταλαιπώρητος
αταξία	noun	η απουσία τάξης, η έλλειψη οργάνωσης και τακτοποίησης
αταξίας	noun	γενική ενικού του αταξία
αταξίδευτα	=	αταξίδευτος
αταξίδευτε	=	αταξίδευτος
αταξίδευτες	=	αταξίδευτος
αταξίδευτη	=	αταξίδευτος
αταξίδευτης	=	αταξίδευτος
αταξίδευτο	=	αταξίδευτος
αταξίδευτοι	=	αταξίδευτος
αταξίδευτος	adj	που δεν ταξίδεψε ακόμη
αταξίδευτου	=	αταξίδευτος
αταξίδευτους	=	αταξίδευτος
αταξίδευτων	=	αταξίδευτος
αταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταξία
αταξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταξικό
αταξικέ	adj	κλητική ενικού του αταξικός
αταξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταξική
αταξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταξικός
αταξικής	adj	γενική ενικού του αταξική
αταξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταξικός
αταξικού	adj	γενική ενικού του αταξικός
αταξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταξικός
αταξικό	adj	αιτιατική ενικού του αταξικός
αταξικός	adj	ο χωρίς κοινωνικές τάξεις
αταξικών	adj	γενική πληθυντικού του αταξικός
αταξινόμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταξινόμητο
αταξινόμητε	adj	κλητική ενικού του αταξινόμητος
αταξινόμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταξινόμητη
αταξινόμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αταξινόμητος
αταξινόμητης	adj	γενική ενικού του αταξινόμητη
αταξινόμητο	adj	αιτιατική ενικού του αταξινόμητος
αταξινόμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αταξινόμητος
αταξινόμητος	adj	που δεν έχει ταξινομηθεί ή δεν μπορεί να ταξινομηθεί
αταξινόμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αταξινόμητος
αταξινόμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αταξινόμητος
αταξινόμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αταξινόμητος
αταξιών	noun	γενική πληθυντικού του αταξία
αταπείνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταπείνωτος	adv	χωρίς να ταπεινώνεται, χωρίς ταπείνωση
αταπείνωτε	=	αταπείνωτος
αταπείνωτες	=	αταπείνωτος
αταπείνωτη	=	αταπείνωτος
αταπείνωτης	=	αταπείνωτος
αταπείνωτο	=	αταπείνωτος
αταπείνωτοι	=	αταπείνωτος
αταπείνωτος	adj	που δεν ταπεινώθηκε ή δε δέχεται ταπεινώσεις
αταπείνωτου	=	αταπείνωτος
αταπείνωτους	=	αταπείνωτος
αταπείνωτων	=	αταπείνωτος
αταρίχευτα	=	αταρίχευτος
αταρίχευτε	=	αταρίχευτος
αταρίχευτες	=	αταρίχευτος
αταρίχευτη	=	αταρίχευτος
αταρίχευτης	=	αταρίχευτος
αταρίχευτο	=	αταρίχευτος
αταρίχευτοι	=	αταρίχευτος
αταρίχευτος	adj	που δεν ταριχεύθηκε
αταρίχευτου	=	αταρίχευτος
αταρίχευτους	=	αταρίχευτος
αταρίχευτων	=	αταρίχευτος
αταραξία	noun	ψυχική γαλήνη
αταραξίας	noun	γενική ενικού του αταραξία
αταραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αταραξία
αταραξιών	noun	γενική πληθυντικού του αταραξία
ατασθαλία	noun	ηθική αταξία, απρέπεια, παράβαση νόμου ή καθήκοντος
ατασθαλίας	noun	γενική ενικού του ατασθαλία
ατασθαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατασθαλία
ατασθαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ατασθαλία
αταχτοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αταχτοποίητος	adv	με αταχτοποίητο τρόπο, χωρίς τακτοποίηση
αταχτοποίητε	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητες	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητη	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητης	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητο	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητοι	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητος	adj	ατακτοποίητος
αταχτοποίητου	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητους	=	αταχτοποίητος
αταχτοποίητων	=	αταχτοποίητος
αταχτώ	verb	κάνω αταξίες
αταύτιστα	=	αταύτιστος
αταύτιστε	=	αταύτιστος
αταύτιστες	=	αταύτιστος
αταύτιστη	=	αταύτιστος
αταύτιστης	=	αταύτιστος
αταύτιστο	=	αταύτιστος
αταύτιστοι	=	αταύτιστος
αταύτιστος	adj	που δεν ταυτίζεται
αταύτιστου	=	αταύτιστος
αταύτιστους	=	αταύτιστος
αταύτιστων	=	αταύτιστος
ατγος	abbrev	άλλη μορφή του Αντγος
ατδ	abbrev	συντομογραφία του αφηρημένος τύπος δεδομένων
ατείχιστα	=	ατείχιστος
ατείχιστε	=	ατείχιστος
ατείχιστες	=	ατείχιστος
ατείχιστη	=	ατείχιστος
ατείχιστης	=	ατείχιστος
ατείχιστο	=	ατείχιστος
ατείχιστοι	=	ατείχιστος
ατείχιστος	adj	ο μη περιβαλλόμενος από προστατευτικό τείχος, ανοχύρωτος
ατείχιστου	=	ατείχιστος
ατείχιστους	=	ατείχιστος
ατείχιστων	=	ατείχιστος
ατεζάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατεζάριστο
ατεζάριστε	adj	κλητική ενικού του ατεζάριστος
ατεζάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατεζάριστη
ατεζάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατεζάριστος
ατεζάριστης	adj	γενική ενικού του ατεζάριστη
ατεζάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ατεζάριστος
ατεζάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατεζάριστος
ατεζάριστος	adj	που δεν έχει τεζαριστεί, δεν έχει τεντωθεί
ατεζάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατεζάριστος
ατεζάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατεζάριστος
ατεζάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατεζάριστος
ατει	abbrev	Ανώτατο Εκπαιδευτικό Τεχνολογικό Ίδρυμα
ατεκμηρίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατεκμηρίωτο
ατεκμηρίωτε	adj	κλητική ενικού του ατεκμηρίωτος
ατεκμηρίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατεκμηρίωτη
ατεκμηρίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατεκμηρίωτος
ατεκμηρίωτης	adj	γενική ενικού του ατεκμηρίωτη
ατεκμηρίωτο	adj	αιτιατική ενικού του ατεκμηρίωτος
ατεκμηρίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατεκμηρίωτος
ατεκμηρίωτος	adj	ο μη τεκμηριωμένος, που δεν στηρίζεται σε αποδείξεις ή βάσιμα επιχειρήματα
ατεκμηρίωτου	adj	γενική ενικού του ατεκμηρίωτος
ατεκμηρίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατεκμηρίωτος
ατεκμηρίωτων	adj	γενική πληθυντικού του ατεκμηρίωτος
ατεκνία	noun	η έλλειψη παιδιών ή η αδυναμία να αποκτήσει κανείς παιδιά
ατεκνίας	noun	γενική ενικού του ατεκνία
ατεκνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατεκνία
ατεκνιών	noun	γενική πληθυντικού του ατεκνία
ατελές	=	ατελής
ατελέσφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατελέσφορος	adv	με ατελέσφορο τρόπο
ατελέσφορε	adj	κλητική ενικού του ατελέσφορος
ατελέσφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατελέσφορη
ατελέσφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατελέσφορος
ατελέσφορης	adj	γενική ενικού του ατελέσφορη
ατελέσφορο	adj	αιτιατική ενικού του ατελέσφορος
ατελέσφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατελέσφορος
ατελέσφορος	adj	χωρίς αποτέλεσμα, που δεν έχει πετύχει το σκοπό του
ατελέσφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατελέσφορος
ατελέσφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατελέσφορος
ατελέσφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατελέσφορος
ατελή	=	ατελής
ατελής	adj	με ατέλειες, όχι τέλειος, όχι ολοκληρωμένος
ατελείς	=	ατελής
ατελείωτα	=	ατέλειωτα
ατελείωτε	=	ατελείωτος
ατελείωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατελείωτη
ατελείωτη	=	ατελείωτος
ατελείωτης	=	ατελείωτος
ατελείωτο	=	ατελείωτος
ατελείωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατελείωτος
ατελείωτος	adj	που δεν έχει τελειώσει ακόμα, ανολοκλήρωτος
ατελείωτου	=	ατελείωτος
ατελείωτους	=	ατελείωτος
ατελείωτων	=	ατελείωτος
ατελειοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατελειοποίητο
ατελειοποίητε	adj	κλητική ενικού του ατελειοποίητος
ατελειοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατελειοποίητη
ατελειοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατελειοποίητος
ατελειοποίητης	adj	γενική ενικού του ατελειοποίητη
ατελειοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ατελειοποίητος
ατελειοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατελειοποίητος
ατελειοποίητος	adj	που δεν έχει τελειοποιηθεί, που παρουσιάζει ατέλειες
ατελειοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατελειοποίητος
ατελειοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατελειοποίητος
ατελειοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατελειοποίητος
ατελειών	noun	γενική πληθυντικού του ατέλεια
ατελεκτασία	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία ένα μέρος του πνεύμονα δεν εκπτύσσεται ή καταρρέει, με αποτέλεσμα να μην αερίζεται σωστά, είτε εκ γενετής είτε λόγω απόφραξης ή πίεσης στους αεραγωγούς
ατελεκτασίας	=	ατελεκτασία
ατελεκτασίες	=	ατελεκτασία
ατελεκτασιών	=	ατελεκτασία
ατελεσφόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατελεσφόρητος	adv|formal	άλλη μορφή του ατελέσφορα
ατελεσφόρητε	adj	κλητική ενικού του ατελεσφόρητος
ατελεσφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατελεσφόρητη
ατελεσφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατελεσφόρητος
ατελεσφόρητης	adj	γενική ενικού του ατελεσφόρητη
ατελεσφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ατελεσφόρητος
ατελεσφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατελεσφόρητος
ατελεσφόρητος	adj|formal	άλλη μορφή του ατελέσφορος
ατελεσφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατελεσφόρητος
ατελεσφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατελεσφόρητος
ατελεσφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατελεσφόρητος
ατελεύτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατελεύτητος	adv|formal	ατελείωτα, ατέλειωτα
ατελεύτητε	=	ατελεύτητος
ατελεύτητες	=	ατελεύτητος
ατελεύτητη	=	ατελεύτητος
ατελεύτητης	=	ατελεύτητος
ατελεύτητο	=	ατελεύτητος
ατελεύτητοι	=	ατελεύτητος
ατελεύτητος	adj	αυτός που δεν έχει, δε βρίσκει τέλος, δεν τελειώνει
ατελεύτητου	=	ατελεύτητος
ατελεύτητους	=	ατελεύτητος
ατελεύτητων	=	ατελεύτητος
ατελιέ	noun	εργαστήριο ζωγράφου, γλύπτη ή άλλου καλλιτέχνη
ατελούς	=	ατελής
ατελών	=	ατελής
ατελώνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατελώνιστος	adv	χωρίς να έχουν περάσει τελωνείο
ατελώνιστε	adj	κλητική ενικού του ατελώνιστος
ατελώνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατελώνιστη
ατελώνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατελώνιστος
ατελώνιστης	adj	γενική ενικού του ατελώνιστη
ατελώνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατελώνιστος
ατελώνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατελώνιστος
ατελώνιστος	adj	που δεν έχει περάσει τελωνείο
ατελώνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατελώνιστος
ατελώνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατελώνιστος
ατελώνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατελώνιστος
ατελώς	adv	χωρίς υποχρέωση καταβολής κάποιου ειδικού φόρου, με ατέλεια φόρου, δωρεάν
ατεμάχιστα	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστε	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστες	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστη	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστης	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστο	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστοι	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστος	adj	ακομμάτιαστος
ατεμάχιστου	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστους	=	ατεμάχιστος
ατεμάχιστων	=	ατεμάχιστος
ατενές	=	ατενής
ατενή	=	ατενής
ατενής	adj|formal	που έχει στραφεί και κοιτάζει μπροστά του και μακριά, πολύ εκτεταμένος, αχανής, προσηλωμένος κάπου
ατενίζαμε	=	ατενίζω
ατενίζαν	=	ατενίζω
ατενίζανε	=	ατενίζω
ατενίζατε	=	ατενίζω
ατενίζει	=	ατενίζω
ατενίζεις	=	ατενίζω
ατενίζετε	=	ατενίζω
ατενίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ατενίζω
ατενίζουμε	=	ατενίζω
ατενίζουν	=	ατενίζω
ατενίζουνε	=	ατενίζω
ατενίζω	verb	κρατώ καρφωμένο το βλέμμα μου, ή γενικότερα την προσοχή μου, κάπου
ατενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσαν	=	ατενίζω
ατενίσανε	=	ατενίζω
ατενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατενίζω
ατενείς	=	ατενής
ατενούς	=	ατενής
ατενών	=	ατενής
ατενώς	adv|formal	προσηλωμένα, ατενίζοντας επίμονα
ατερμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατερμάτιστος	adv	χωρίς να τερματίζει
ατερμάτιστε	adj	κλητική ενικού του ατερμάτιστος
ατερμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατερμάτιστη
ατερμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατερμάτιστος
ατερμάτιστης	adj	γενική ενικού του ατερμάτιστη
ατερμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατερμάτιστος
ατερμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατερμάτιστος
ατερμάτιστος	adj	που δεν τερματίστηκε, ατέλειωτος, απεραίωτος
ατερμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατερμάτιστος
ατερμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατερμάτιστος
ατερμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατερμάτιστος
ατερμοσυνών	=	ατερμοσύνη
ατερμοσύνες	=	ατερμοσύνη
ατερμοσύνη	noun|archaic	η απεραντοσύνη
ατερμοσύνης	=	ατερμοσύνη
ατερμόνων	=	ατέρμονας
ατεχνία	noun	το να είναι κάποιος άτεχνος, η ιδιότητα του άτεχνου
ατεχνίας	noun	γενική ενικού του ατεχνία
ατεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατεχνία
ατεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ατεχνία
ατζά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ατζάς
ατζάρδος	noun	τολμηρός, επιτήδειος
ατζάς	noun	γάμπα
ατζέντα	noun	ημερολόγιο μικρού μεγέθους με ειδικά σημεία για σημειώσεις
ατζέντας	noun	γενική ενικού του ατζέντα
ατζέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζέντα
ατζέντη	=	ατζέντης
ατζέντηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζέντης
ατζέντηδων	=	ατζέντης
ατζέντης	noun	πρόσωπο που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση υποθέσεων (ιδίως καλλιτεχνών) με αμοιβή
ατζέντισσα	noun	θηλυκό του ατζέντης
ατζέντισσας	=	ατζέντισσα
ατζέντισσες	=	ατζέντισσα
ατζί	noun	γάμπα, κνήμη
ατζαμή	=	ατζαμής
ατζαμήδες	=	ατζαμής
ατζαμήδων	=	ατζαμής
ατζαμής	noun	που δε γνωρίζει καλά την τέχνη του με αποτέλεσμα να κάνει συχνά λάθη
ατζαμίδικα	adv	με αδέξιο τρόπο
ατζαμίδικε	adj	κλητική ενικού του ατζαμίδικος
ατζαμίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζαμίδικη
ατζαμίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατζαμίδικος
ατζαμίδικης	adj	γενική ενικού του ατζαμίδικη
ατζαμίδικο	adj	αιτιατική ενικού του ατζαμίδικος
ατζαμίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατζαμίδικος
ατζαμίδικος	adj	κακοφτιαγμένος, φτιαγμένος αδέξια, χωρίς τέχνη
ατζαμίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατζαμίδικος
ατζαμίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατζαμίδικος
ατζαμίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατζαμίδικος
ατζαμοσυνών	=	ατζαμοσύνη
ατζαμοσύνες	=	ατζαμοσύνη
ατζαμοσύνη	noun	η έλλειψη τέχνης στην εργασία
ατζαμοσύνης	=	ατζαμοσύνη
ατζαμού	=	ατζαμής
ατζεμλής	noun	ο καταγόμενος από την Περσία, λέξη που ήταν σε χρήση την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
ατζεντισσών	=	ατζέντισσα
ατζιά	=	ατζί
ατζιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζιδιά
ατζιού	=	ατζί
ατζιτάτο	adv	τρικυμιωδώς, με ένταση και πάθος
ατζιών	=	ατζί
ατζούγα	noun	άλλη γραφή του αντσούγια
ατζούγας	noun	γενική ενικού του ατζούγα
ατζούγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζούγα
ατζούγια	noun	άλλη γραφή του αντσούγια
ατζούγιας	noun	γενική ενικού του ατζούγια
ατζούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζούγια
ατζούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατζούρι
ατηγάνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατηγάνητο
ατηγάνητε	adj	κλητική ενικού του ατηγάνητος
ατηγάνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατηγάνητη
ατηγάνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατηγάνητος
ατηγάνητης	adj	γενική ενικού του ατηγάνητη
ατηγάνητο	adj	αιτιατική ενικού του ατηγάνητος
ατηγάνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατηγάνητος
ατηγάνητος	adj	που δεν έχει τηγανιστεί
ατηγάνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατηγάνητος
ατηγάνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατηγάνητος
ατηγάνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατηγάνητος
ατηγάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατηγάνιστο
ατηγάνιστε	adj	κλητική ενικού του ατηγάνιστος
ατηγάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατηγάνιστη
ατηγάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατηγάνιστος
ατηγάνιστης	adj	γενική ενικού του ατηγάνιστη
ατηγάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατηγάνιστος
ατηγάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατηγάνιστος
ατηγάνιστος	adj	που δεν έχει τηγανιστεί
ατηγάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατηγάνιστος
ατηγάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατηγάνιστος
ατηγάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατηγάνιστος
ατηγάνιτος	=	ατηγάνιστος
ατηκ	abbrev	Αρχή ΤΗλεπικοινωνιών Κύπρου
ατηλεγράφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατηλεγράφητο
ατηλεγράφητε	adj	κλητική ενικού του ατηλεγράφητος
ατηλεγράφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατηλεγράφητη
ατηλεγράφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατηλεγράφητος
ατηλεγράφητης	adj	γενική ενικού του ατηλεγράφητη
ατηλεγράφητο	adj	αιτιατική ενικού του ατηλεγράφητος
ατηλεγράφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατηλεγράφητος
ατηλεγράφητος	adj	που δεν έχει τηλεγραφηθεί ή δεν μπορεί να τηλεγραφηθεί
ατηλεγράφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατηλεγράφητος
ατηλεγράφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατηλεγράφητος
ατηλεγράφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατηλεγράφητος
ατημέλεια	noun|formal	άλλη μορφή του ατημελησία
ατημέλειας	noun	γενική ενικού του ατημέλεια
ατημέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατημέλεια
ατημέλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατημέλητος	adv	με ατημέλητο τρόπο
ατημέλητατημέλητα	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητε	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητες	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητη	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητης	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητο	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητοι	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητος	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητου	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητους	=	ατημέλητος
ατημέλητατημέλητων	=	ατημέλητος
ατημέλητε	=	ατημέλητος
ατημέλητες	=	ατημέλητος
ατημέλητη	=	ατημέλητος
ατημέλητης	=	ατημέλητος
ατημέλητο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ατημέλητος
ατημέλητοι	=	ατημέλητος
ατημέλητος	adj	αφρόντιστος στην εξωτερική εμφάνιση
ατημέλητου	=	ατημέλητος
ατημέλητους	=	ατημέλητος
ατημέλητων	=	ατημέλητος
ατημελειών	noun	γενική πληθυντικού του ατημέλεια
ατημελησία	noun|formal	η ιδιότητα του ατημέλητου
ατημελησίας	noun	γενική ενικού του ατημελησία
ατημελησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατημελησία
ατημελησιά	noun|rare	άλλη μορφή του ατημελησία
ατημελησιών	noun	γενική πληθυντικού του ατημελησία
ατθιδογράφε	=	ατθιδογράφος
ατθιδογράφο	=	ατθιδογράφος
ατθιδογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατθιδογράφος
ατθιδογράφος	noun	ιστοριογράφος (αρχαίας) ιστορίας της Αττικής
ατθιδογράφου	=	ατθιδογράφος
ατθιδογράφους	=	ατθιδογράφος
ατθιδογράφων	=	ατθιδογράφος
ατια	abbrev	γενική ονομασία για περίεργα και αταυτοποίητα αντικείμενα που γίνονται ορατά στον ουρανό και αποδίδονται από διάφορους σε επισκέψεις εξωγήινων
ατιθάσευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιθάσευτο
ατιθάσευτε	adj	κλητική ενικού του ατιθάσευτος
ατιθάσευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιθάσευτη
ατιθάσευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιθάσευτος
ατιθάσευτης	adj	γενική ενικού του ατιθάσευτη
ατιθάσευτο	adj	αιτιατική ενικού του ατιθάσευτος
ατιθάσευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιθάσευτος
ατιθάσευτος	adj	που δεν τιθασεύεται ή δεν μπορεί να τιθασευτεί
ατιθάσευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατιθάσευτος
ατιθάσευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατιθάσευτος
ατιθάσευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατιθάσευτος
ατιμάζαμε	=	ατιμάζω
ατιμάζαν	=	ατιμάζω
ατιμάζανε	=	ατιμάζω
ατιμάζατε	=	ατιμάζω
ατιμάζει	=	ατιμάζω
ατιμάζεις	=	ατιμάζω
ατιμάζεσαι	=	ατιμάζομαι
ατιμάζεστε	=	ατιμάζομαι
ατιμάζεται	=	ατιμάζομαι
ατιμάζετε	=	ατιμάζω
ατιμάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ατιμάζω
ατιμάζονται	=	ατιμάζομαι
ατιμάζονταν	=	ατιμάζομαι
ατιμάζοντας	=	ατιμάζω
ατιμάζου	=	ατιμάζομαι
ατιμάζουμε	=	ατιμάζω
ατιμάζουν	=	ατιμάζω
ατιμάζουνε	=	ατιμάζω
ατιμάζω	verb	ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να στερήσω από κάποιον την τιμή και υπόληψή του
ατιμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάσαν	=	ατιμάζω
ατιμάσανε	=	ατιμάζω
ατιμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάσθηκα	=	ατιμάζω
ατιμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατίμασμα
ατιμάσματος	noun	γενική ενικού του ατίμασμα
ατιμάσου	=	ατιμάζομαι
ατιμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμάστηκα	=	ατιμάζομαι
ατιμάστηκαν	=	ατιμάζομαι
ατιμάστηκε	=	ατιμάζομαι
ατιμάστηκες	=	ατιμάζομαι
ατιμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατιμάζω
ατιμία	noun	το να είναι κάποιος άτιμος, να μην έχει τιμιότητα
ατιμίας	noun	γενική ενικού του ατιμία
ατιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμία
ατιμαζόμασταν	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόμαστε	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόμουν	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόμουνα	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόντουσαν	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόσασταν	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόσαστε	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόσουν	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόσουνα	=	ατιμάζομαι
ατιμαζόταν	=	ατιμάζομαι
ατιμαζότανε	=	ατιμάζομαι
ατιμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ατίμασμα
ατιμασμέ	=	ατιμασμός
ατιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμασμένο
ατιμασμένε	verb	κλητική ενικού του ατιμασμένος
ατιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμασμένη
ατιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιμασμένος
ατιμασμένης	verb	γενική ενικού του ατιμασμένη
ατιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ατιμασμένος
ατιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιμασμένος
ατιμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ατιμάζω
ατιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατιμασμένος
ατιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ατιμασμένος
ατιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατιμασμένος
ατιμασμοάτων	noun	γενική πληθυντικού του ατιμασμός
ατιμασμοί	=	ατιμασμός
ατιμασμού	=	ατιμασμός
ατιμασμούς	=	ατιμασμός
ατιμασμό	=	ατιμασμός
ατιμασμόατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμασμός
ατιμασμόατος	noun	γενική ενικού του ατιμασμός
ατιμασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ατιμάζω
ατιμασμών	=	ατιμασμός
ατιμαστές	=	ατιμαστής
ατιμαστή	=	ατιμαστής
ατιμαστήκαμε	=	ατιμάζομαι
ατιμαστήκαν	=	ατιμάζομαι
ατιμαστήκανε	=	ατιμάζομαι
ατιμαστήκατε	=	ατιμάζομαι
ατιμαστής	noun	αυτός που ατιμάζει
ατιμαστεί	=	ατιμάζομαι
ατιμαστείτε	=	ατιμάζομαι
ατιμαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμαστικό
ατιμαστικέ	adj	κλητική ενικού του ατιμαστικός
ατιμαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμαστική
ατιμαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιμαστικός
ατιμαστικής	adj	γενική ενικού του ατιμαστική
ατιμαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιμαστικός
ατιμαστικού	adj	γενική ενικού του ατιμαστικός
ατιμαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατιμαστικός
ατιμαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ατιμαστικός
ατιμαστικός	adj	που συμβάλλει στην ατίμωση
ατιμαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ατιμαστικός
ατιμαστών	=	ατιμαστής
ατιμιών	=	ατιμία
ατιμολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμολόγητο
ατιμολόγητε	adj	κλητική ενικού του ατιμολόγητος
ατιμολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμολόγητη
ατιμολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιμολόγητος
ατιμολόγητης	adj	γενική ενικού του ατιμολόγητη
ατιμολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του ατιμολόγητος
ατιμολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιμολόγητος
ατιμολόγητος	adj	που δεν έχει τιμολογηθεί, δεν έχει καθοριστεί η τιμή του
ατιμολόγητου	adj	γενική ενικού του ατιμολόγητος
ατιμολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατιμολόγητος
ατιμολόγητων	adj	γενική πληθυντικού του ατιμολόγητος
ατιμωρησία	noun	η έλλειψη τιμωρίας
ατιμωρησίας	noun	γενική ενικού του ατιμωρησία
ατιμωρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμωρησία
ατιμωρησιών	noun	γενική πληθυντικού του ατιμωρησία
ατιμωρητί	adv	χωρίς τιμωρία, χωρίς ποινή, ατιμώρητα
ατιμωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμωτικό
ατιμωτικέ	adj	κλητική ενικού του ατιμωτικός
ατιμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμωτική
ατιμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιμωτικός
ατιμωτικής	adj	γενική ενικού του ατιμωτική
ατιμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιμωτικός
ατιμωτικού	adj	γενική ενικού του ατιμωτικός
ατιμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατιμωτικός
ατιμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ατιμωτικός
ατιμωτικός	adj	που προκαλεί την ατίμωση κάποιου, που ατιμάζει
ατιμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ατιμωτικός
ατιμώρητα	adv	χωρίς τιμωρία
ατιμώρητε	adj	κλητική ενικού του ατιμώρητος
ατιμώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιμώρητη
ατιμώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιμώρητος
ατιμώρητης	adj	γενική ενικού του ατιμώρητη
ατιμώρητο	adj	αιτιατική ενικού του ατιμώρητος
ατιμώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιμώρητος
ατιμώρητος	adj	που δεν έχει τιμωρηθεί
ατιμώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατιμώρητος
ατιμώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατιμώρητος
ατιμώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατιμώρητος
ατιμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατίμωση
ατιμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ατίμωση
ατιμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ατίμωση
ατιτλοφόρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιτλοφόρητο
ατιτλοφόρητε	adj	κλητική ενικού του ατιτλοφόρητος
ατιτλοφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατιτλοφόρητη
ατιτλοφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατιτλοφόρητος
ατιτλοφόρητης	adj	γενική ενικού του ατιτλοφόρητη
ατιτλοφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του ατιτλοφόρητος
ατιτλοφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατιτλοφόρητος
ατιτλοφόρητος	adj	που δεν έχει τίτλο
ατιτλοφόρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατιτλοφόρητος
ατιτλοφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατιτλοφόρητος
ατιτλοφόρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατιτλοφόρητος
ατλάζι	noun	γυαλιστερό και λείο ύφασμα από μετάξι (και βαμβάκι, λινό ή μαλλί)
ατλάζια	=	ατλάζι
ατλάζινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατλάζινο
ατλάζινε	adj	κλητική ενικού του ατλάζινος
ατλάζινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατλάζινη
ατλάζινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατλάζινος
ατλάζινης	adj	γενική ενικού του ατλάζινη
ατλάζινο	adj	αιτιατική ενικού του ατλάζινος
ατλάζινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατλάζινος
ατλάζινος	adj	άλλη μορφή του ατλαζένιος
ατλάζινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατλάζινος
ατλάζινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατλάζινος
ατλάζινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατλάζινος
ατλάντων	=	άτλαντας
ατλαζένια	=	ατλαζένιος
ατλαζένιας	=	ατλαζένιος
ατλαζένιε	=	ατλαζένιος
ατλαζένιες	=	ατλαζένιος
ατλαζένιο	=	ατλαζένιος
ατλαζένιοι	=	ατλαζένιος
ατλαζένιος	adj	κατασκευασμένος από ατλάζι, που αποτελείται από ατλάζι
ατλαζένιου	=	ατλαζένιος
ατλαζένιους	=	ατλαζένιος
ατλαζένιων	=	ατλαζένιος
ατλαζιού	=	ατλάζι
ατλαζιών	=	ατλάζι
ατλαζωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατλαζωτό	adv	με ατλάζι
ατλαζωτέ	adj	κλητική ενικού του ατλαζωτός
ατλαζωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατλαζωτή
ατλαζωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατλαζωτός
ατλαζωτής	adj	γενική ενικού του ατλαζωτή
ατλαζωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατλαζωτός
ατλαζωτού	adj	γενική ενικού του ατλαζωτός
ατλαζωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατλαζωτός
ατλαζωτό	adj	αιτιατική ενικού του ατλαζωτός
ατλαζωτός	adj	άλλη μορφή του ατλαζένιος
ατλαζωτών	adj	γενική πληθυντικού του ατλαζωτός
ατλαντίστρια	noun|rare	θηλυκό του ατλαντιστής
ατλαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατλαντικό
ατλαντικέ	adj	κλητική ενικού του ατλαντικός
ατλαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατλαντική
ατλαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατλαντικός
ατλαντικής	adj	γενική ενικού του ατλαντική
ατλαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατλαντικός
ατλαντικού	adj	γενική ενικού του ατλαντικός
ατλαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατλαντικός
ατλαντικό	adj	αιτιατική ενικού του ατλαντικός
ατλαντικός	adj	που έχει σχέση με τον Άτλαντα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
ατλαντικών	adj	γενική πληθυντικού του ατλαντικός
ατλαντισμέ	=	ατλαντισμός
ατλαντισμοί	=	ατλαντισμός
ατλαντισμού	=	ατλαντισμός
ατλαντισμούς	=	ατλαντισμός
ατλαντισμό	=	ατλαντισμός
ατλαντισμός	noun	η φιλοσοφία συνεργασίας μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής, στο πλαίσιο του NATO
ατλαντισμών	=	ατλαντισμός
ατλαντιστές	=	ατλαντιστής
ατλαντιστή	=	ατλαντιστής
ατλαντιστής	noun	κάποιος που υποστηρίζει τον ατλαντισμό
ατλαντιστών	=	ατλαντιστής
ατλαντομεσογειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατλαντομεσογειακός
ατλαντομεσογειακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ατλαντομεσογειακός
ατλαντομεσογειακός	adj|dated	που σχετίζεται τη λεγόμενη «Ατλαντομεσογειακή φυλή»
ατμ	abbrev	μηχάνημα αυτόματων συναλλαγών (π.χ. σε τράπεζες)
ατμάκατε	=	ατμάκατος
ατμάκατο	=	ατμάκατος
ατμάκατοι	=	ατμάκατος
ατμάκατος	noun	μικρό σκάφος, άκατος, που φέρει ατμομηχανή
ατμάμαξα	noun	η ατμοκίνητη άμαξα, τα πρώτα αυτοκίνητα πριν την εφεύρεση της μηχανής εσωτερικής καύσης
ατμάμαξας	noun	γενική ενικού του ατμάμαξα
ατμάμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμάμαξα
ατμέ	noun	κλητική ενικού του ατμός
ατμήλατα	=	ατμήλατος
ατμήλατε	=	ατμήλατος
ατμήλατες	=	ατμήλατος
ατμήλατη	=	ατμήλατος
ατμήλατης	=	ατμήλατος
ατμήλατο	=	ατμήλατος
ατμήλατοι	=	ατμήλατος
ατμήλατος	adj|formal	που κινείται με την ενέργεια του ατμό
ατμήλατου	=	ατμήλατος
ατμήλατους	=	ατμήλατος
ατμήλατων	=	ατμήλατος
ατμήρεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ατμήρης
ατμήρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατμήρης
ατμήρη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ατμήρης
ατμήρης	adj|formal	ατμοκίνητος
ατμήρους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ατμήρης
ατμήρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ατμήρης
ατμήτως	adv	χωρίς τμήση
ατμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμίδα
ατμίζαμε	=	ατμίζω
ατμίζαν	=	ατμίζω
ατμίζανε	=	ατμίζω
ατμίζατε	=	ατμίζω
ατμίζει	=	ατμίζω
ατμίζεις	=	ατμίζω
ατμίζετε	=	ατμίζω
ατμίζοντας	=	ατμίζω
ατμίζουμε	=	ατμίζω
ατμίζουν	=	ατμίζω
ατμίζουνε	=	ατμίζω
ατμίζω	verb	«καπνίζω» ηλεκτρονικό τσιγάρο
ατμίσαμε	=	ατμίζω
ατμίσαν	=	ατμίζω
ατμίσανε	=	ατμίζω
ατμίσατε	=	ατμίζω
ατμίσει	=	ατμίζω
ατμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτμιση
ατμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του άτμιση
ατμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του άτμιση
ατμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άτμισμα
ατμίσματος	noun	γενική ενικού του άτμισμα
ατμίστε	=	ατμίζω
ατμίστρια	noun	θηλυκό του ατμιστής
ατμίστριας	=	ατμίστρια
ατμίστριες	=	ατμίστρια
ατμακάτου	=	ατμάκατος
ατμακάτους	=	ατμάκατος
ατμακάτων	=	ατμάκατος
ατμαμάξαης	=	ατμάμαξα
ατμαμαξών	noun	γενική πληθυντικού του ατμάμαξα
ατμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άτμισμα
ατμιστές	=	ατμιστής
ατμιστή	=	ατμιστής
ατμιστής	noun	ο «καπνιστής» ηλεκτρονικού τσιγάρου
ατμιστριών	=	ατμίστρια
ατμιστών	=	ατμιστής
ατμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατμός
ατμοβαρίδα	noun	παλαιότερη ονομασία ατμοκίνητης κανονιοφόρου.
ατμοβαρίδας	=	ατμοβαρίδα
ατμοβαρίδες	=	ατμοβαρίδα
ατμοβαρίδων	=	ατμοβαρίδα
ατμοβραστήρα	=	ατμοβραστήρας
ατμοβραστήρας	noun	συνώνυμο του ατμομάγειρας
ατμοβραστήρες	=	ατμοβραστήρας
ατμοβραστήρων	=	ατμοβραστήρας
ατμοβόλα	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατμοβόλο
ατμοβόλο	noun	όπλο που εκτοξεύει ατμό
ατμοβόλου	=	ατμοβόλο
ατμοβόλων	=	ατμοβόλο
ατμοδρομώνων	=	ατμοδρόμωνας
ατμοδρόμωνα	=	ατμοδρόμωνας
ατμοδρόμωνας	noun	παλαιότερος τύπος πολεμικού σκάφους, ξύλινου ή μεταλλικού ιστιοφόρου, που έφερε και ατμομηχανή.
ατμοδρόμωνες	=	ατμοδρόμωνας
ατμοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοηλεκτρικό
ατμοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του ατμοηλεκτρικός
ατμοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοηλεκτρική
ατμοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατμοηλεκτρικός
ατμοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του ατμοηλεκτρική
ατμοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατμοηλεκτρικός
ατμοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του ατμοηλεκτρικός
ατμοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατμοηλεκτρικός
ατμοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του ατμοηλεκτρικός
ατμοηλεκτρικός	adj	που παράγει ηλεκτρισμό με τη συνδρομή του ατμού
ατμοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του ατμοηλεκτρικός
ατμοημιολία	noun	ημιολία με βοηθητική ατμομηχανή
ατμοημιολίας	=	ατμοημιολία
ατμοημιολίες	=	ατμοημιολία
ατμοημιολιών	=	ατμοημιολία
ατμοθεραπεία	noun|rare	απόπειρα θεραπείας με έκθεση μέρους (ή ολόκληρου) του σώματος σε θεραπευτικούς ατμούς ή ατμό
ατμοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ατμοθεραπεία
ατμοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοθεραπεία
ατμοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ατμοθεραπεία
ατμοκίνηση	noun	η κίνηση που δημιουργείται με τη χρήση του ατμού
ατμοκίνησης	noun	γενική ενικού του ατμοκίνηση
ατμοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοκίνητο
ατμοκίνητε	adj	κλητική ενικού του ατμοκίνητος
ατμοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοκίνητη
ατμοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατμοκίνητος
ατμοκίνητης	adj	γενική ενικού του ατμοκίνητη
ατμοκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του ατμοκίνητος
ατμοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατμοκίνητος
ατμοκίνητος	adj	αυτός που κινείται με τη δύναμη του ατμού
ατμοκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατμοκίνητος
ατμοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατμοκίνητος
ατμοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατμοκίνητος
ατμοκαθαριστές	=	ατμοκαθαριστής
ατμοκαθαριστή	=	ατμοκαθαριστής
ατμοκαθαριστήρα	=	ατμοκαθαριστήρας
ατμοκαθαριστήρας	noun	μηχάνημα που καθαρίζει με τη βοήθεια του ατμού
ατμοκαθαριστήρες	=	ατμοκαθαριστήρας
ατμοκαθαριστήρων	=	ατμοκαθαριστήρας
ατμοκαθαριστής	noun	μηχάνημα που καθαρίζει με τη βοήθεια του ατμού
ατμοκαθαριστών	=	ατμοκαθαριστής
ατμοκινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοκίνηση
ατμοκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ατμοκίνηση
ατμοκινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ατμοκίνηση
ατμοκινητήρα	=	ατμοκινητήρας
ατμοκινητήρας	noun	κινητήρας που λειτουργεί με την ενέργεια του ατμού
ατμοκινητήρες	=	ατμοκινητήρας
ατμοκινητήρων	=	ατμοκινητήρας
ατμολέβητα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ατμολέβητας
ατμολέβητας	noun	λέβητας που λειτουργεί με την δύναμη του ατμού
ατμολέβητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμολέβητας
ατμολεβήτων	=	ατμολέβητας
ατμομάγειρα	=	ατμομάγειρας
ατμομάγειρας	noun	συσκευή μαγειρέματος σε ατμό
ατμομάγειρες	=	ατμομάγειρας
ατμομαγείρων	=	ατμομάγειρας
ατμομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμομηχανή
ατμομηχανή	noun	μηχανή που λειτουργεί χάρη στον ατμό και μετατρέπει εν μέρει τη θερμότητα σε κινητική ενέργεια, παλαιού τύπου κινητήρια μηχανή τρένων
ατμομηχανής	noun	ατμομηχανή, στη γενική του ενικού
ατμομηχανικέ	=	ατμομηχανικός
ατμομηχανικοί	=	ατμομηχανικός
ατμομηχανικού	=	ατμομηχανικός
ατμομηχανικούς	=	ατμομηχανικός
ατμομηχανικό	=	ατμομηχανικός
ατμομηχανικός	noun	μηχανικός ατμομηχανής
ατμομηχανικών	=	ατμομηχανικός
ατμομηχανών	noun	ατμομηχανή, στη γενική του πληθυντικού
ατμοπαγίδα	noun	συσκευή ή κατασκευή που παγιδεύει / κατακρατεί τον ατμό
ατμοπαγίδας	=	ατμοπαγίδα
ατμοπαγίδες	=	ατμοπαγίδα
ατμοπαγίδων	=	ατμοπαγίδα
ατμοπλοΐα	noun	η συγκοινωνία που διεξάγεται με ατμόπλοια
ατμοπλοΐας	noun	γενική ενικού του ατμοπλοΐα
ατμοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοπλοΐα
ατμοπλοίου	=	ατμόπλοιο
ατμοπλοίων	=	ατμόπλοιο
ατμοπλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοπλοϊκό
ατμοπλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοπλοϊκή
ατμοπλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊκής	adj	γενική ενικού του ατμοπλοϊκή
ατμοπλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊκού	adj	γενική ενικού του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊκός	adj	που έχει σχέση με την ατμοπλοΐα ή τα ατμόπλοια, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
ατμοπλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ατμοπλοϊκός
ατμοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ατμοπλοΐα
ατμοποίει	=	ατμοποιώ
ατμοποίησα	=	ατμοποιώ
ατμοποίησαν	=	ατμοποιώ
ατμοποίησε	=	ατμοποιώ
ατμοποίησες	=	ατμοποιώ
ατμοποίηση	noun	η διαδικασία της μετατροπής του νερού σε ατμό με τη βοήθεια της θερμότητας
ατμοποίησης	noun	γενική ενικού του ατμοποίηση
ατμοποιήσαμε	=	ατμοποιώ
ατμοποιήσαν	=	ατμοποιώ
ατμοποιήσανε	=	ατμοποιώ
ατμοποιήσατε	=	ατμοποιώ
ατμοποιήσει	=	ατμοποιώ
ατμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοποίηση
ατμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ατμοποίηση
ατμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ατμοποίηση
ατμοποιήστε	=	ατμοποιώ
ατμοποιεί	=	ατμοποιώ
ατμοποιείς	=	ατμοποιώ
ατμοποιείτε	=	ατμοποιώ
ατμοποιημένα	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένε	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένες	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένη	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένης	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένο	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένοι	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ατμοποιώ
ατμοποιημένου	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένους	=	ατμοποιημένος
ατμοποιημένων	=	ατμοποιημένος
ατμοποιούμε	=	ατμοποιώ
ατμοποιούν	=	ατμοποιώ
ατμοποιούνε	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσα	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσαμε	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσαν	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσανε	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσατε	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσε	=	ατμοποιώ
ατμοποιούσες	=	ατμοποιώ
ατμοποιώ	verb	μετατρέπω ουσία από στερεή ή υγρή μορφή σε αέρια μέσω θέρμανσης ή άλλης διεργασίας
ατμοποιώντας	=	ατμοποιώ
ατμοσίδερα	=	ατμοσίδερο
ατμοσίδερο	noun	συσκευή σιδερώματος (σίδερο) το οποίο έχει και τη δυνατότητα παραγωγής ατμού
ατμοσίδερου	=	ατμοσίδερο
ατμοσίδερων	=	ατμοσίδερο
ατμοστρόβιλε	=	ατμοστρόβιλος
ατμοστρόβιλο	=	ατμοστρόβιλος
ατμοστρόβιλοι	=	ατμοστρόβιλος
ατμοστρόβιλος	noun	η ατμοτουρμπίνα
ατμοστρόβιλου	=	ατμοστρόβιλος
ατμοστρόβιλους	=	ατμοστρόβιλος
ατμοστρόβιλων	=	ατμοστρόβιλος
ατμοσφαίρα	noun|dated	η ατμόσφαιρα
ατμοσφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοσφαιρικό
ατμοσφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοσφαιρική
ατμοσφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρικής	adj	γενική ενικού του ατμοσφαιρική
ατμοσφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρικοτήτων	=	ατμοσφαιρικότητα
ατμοσφαιρικού	adj	γενική ενικού του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρικός	adj	που αφορά την ατμόσφαιρα
ατμοσφαιρικότητα	noun|formal	η ικανότητα ενός χώρου, έργου ή στιγμής να αποπνέει ιδιαίτερο αισθητικό ή συναισθηματικό κλίμα που επηρεάζει την εμπειρία του δέκτη
ατμοσφαιρικότητας	=	ατμοσφαιρικότητα
ατμοσφαιρικότητες	=	ατμοσφαιρικότητα
ατμοσφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του ατμοσφαιρικός
ατμοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του ατμόσφαιρα
ατμοτελωνίδα	noun|dated	πλοίο που χρησιμοποιούνταν από τις τελωνειακές υπηρεσίες, κινούμενο με ατμό
ατμοτελωνίδας	=	ατμοτελωνίδα
ατμοτελωνίδες	=	ατμοτελωνίδα
ατμοτελωνίδων	=	ατμοτελωνίδα
ατμοτουρμπίνα	noun	τουρμπίνα που κινείται με τη δύναμη του ατμού
ατμοτουρμπίνας	noun	γενική ενικού του ατμοτουρμπίνα
ατμοτουρμπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμοτουρμπίνα
ατμοτουρμπινών	noun	γενική πληθυντικού του ατμοτουρμπίνα
ατμοτροχιοδρόμου	=	ατμοτροχιόδρομος
ατμοτροχιοδρόμους	=	ατμοτροχιόδρομος
ατμοτροχιοδρόμων	=	ατμοτροχιόδρομος
ατμοτροχιόδρομε	=	ατμοτροχιόδρομος
ατμοτροχιόδρομο	=	ατμοτροχιόδρομος
ατμοτροχιόδρομοι	=	ατμοτροχιόδρομος
ατμοτροχιόδρομος	noun|dated	τραμ (τροχιόδρομος) κινούμενο με ατμομηχανή
ατμού	noun	γενική ενικού του ατμός
ατμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ατμός
ατμωδών	=	ατμώδης
ατμό	noun	αιτιατική ενικού του ατμός
ατμόβραστα	=	ατμόβραστος
ατμόβραστε	=	ατμόβραστος
ατμόβραστες	=	ατμόβραστος
ατμόβραστη	=	ατμόβραστος
ατμόβραστης	=	ατμόβραστος
ατμόβραστο	=	ατμόβραστος
ατμόβραστοι	=	ατμόβραστος
ατμόβραστος	adj	φαγητό που έχει μαγειρευτεί στον ατμό
ατμόβραστου	=	ατμόβραστος
ατμόβραστους	=	ατμόβραστος
ατμόβραστων	=	ατμόβραστος
ατμόιππε	=	ατμόιππος
ατμόιππο	=	ατμόιππος
ατμόιπποι	=	ατμόιππος
ατμόιππος	noun	μονάδα μέτρησης για την ισχύ μιας ατμομηχανής
ατμόιππου	=	ατμόιππος
ατμόιππους	=	ατμόιππος
ατμόιππων	=	ατμόιππος
ατμόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμόλουτρο
ατμόλουτρο	noun	λουτρό με καυτό ατμό.
ατμόλουτρου	noun	γενική ενικού του ατμόλουτρο
ατμόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του ατμόλουτρο
ατμόμυλε	=	ατμόμυλος
ατμόμυλο	=	ατμόμυλος
ατμόμυλοι	=	ατμόμυλος
ατμόμυλος	noun|dated	μύλος ο οποίος λειτουργούσε με ατμομηχανή
ατμόμυλου	=	ατμόμυλος
ατμόμυλους	=	ατμόμυλος
ατμόμυλων	=	ατμόμυλος
ατμόπλοια	=	ατμόπλοιο
ατμόπλοιο	noun	πλοίο του οποίου οι κινητήρες χρησιμοποιούν την πίεση του ατμού
ατμόπλοιου	=	ατμόπλοιο
ατμόπλοιων	=	ατμόπλοιο
ατμός	noun	νερό ή άλλο υγρό σε αέρια μορφή, προϊόν εξάτμισης ή βρασμού, που για νερό γίνεται σε θερμοκρασίες πέρα από τους 100^οC
ατμόσφαιρα	noun	η μάζα αερίων που βρίσκεται γύρω από ένα πλανήτη ή δορυφόρο.
ατμόσφαιρας	noun	γενική ενικού του ατμόσφαιρα
ατμόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατμόσφαιρα
ατμώδεις	=	ατμώδης
ατμώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ατμώδης
ατμώδη	=	ατμώδης
ατμώδης	adj	σχετικός με ατμό, ή γεμάτος με ατμό
ατμώδους	=	ατμώδης
ατμών	noun	γενική πληθυντικού του ατμός
ατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατός
ατοίμαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατοίμαστος	adv	ανέτοιμα
ατοίμαστε	adj	κλητική ενικού του ατοίμαστος
ατοίμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοίμαστη
ατοίμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατοίμαστος
ατοίμαστης	adj	γενική ενικού του ατοίμαστη
ατοίμαστο	adj	αιτιατική ενικού του ατοίμαστος
ατοίμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατοίμαστος
ατοίμαστος	adj|vulgar	ανετοίμαστος, ανέτοιμος
ατοίμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατοίμαστος
ατοίμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατοίμαστος
ατοίμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατοίμαστος
ατοιχογράφητα	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητε	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητες	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητη	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητης	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητο	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητοι	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητος	adj	που δεν έχει τοιχογραφηθεί
ατοιχογράφητου	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητους	=	ατοιχογράφητος
ατοιχογράφητων	=	ατοιχογράφητος
ατοιχοκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατοιχοκόλλητος	adv	{χωρίς τοιχοκόλληση
ατοιχοκόλλητε	adj	κλητική ενικού του ατοιχοκόλλητος
ατοιχοκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοιχοκόλλητη
ατοιχοκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατοιχοκόλλητος
ατοιχοκόλλητης	adj	γενική ενικού του ατοιχοκόλλητη
ατοιχοκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του ατοιχοκόλλητος
ατοιχοκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατοιχοκόλλητος
ατοιχοκόλλητος	adj	που δεν έχει τοιχοκολληθεί
ατοιχοκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατοιχοκόλλητος
ατοιχοκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατοιχοκόλλητος
ατοιχοκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατοιχοκόλλητος
ατολμία	noun	η έλλειψη θάρρους ή τόλμης
ατολμίας	noun	γενική ενικού του ατολμία
ατολμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατολμία
ατολμιών	noun	γενική πληθυντικού του ατολμία
ατολών	=	ατόλη
ατομία	noun	η εγγενής αδυναμία τομής/κοπής, η ιδιότητα κάποιου πράγματος να μην κόβεται ή να μην διαιρείται διαιρείται
ατομίας	noun	γενική ενικού του ατομία
ατομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομία
ατομίκευα	=	ατομικεύω
ατομίκευαν	=	ατομικεύω
ατομίκευε	=	ατομικεύω
ατομίκευες	=	ατομικεύω
ατομίκευσα	=	ατομικεύω
ατομίκευσαν	=	ατομικεύω
ατομίκευσε	=	ατομικεύω
ατομίκευσες	=	ατομικεύω
ατομίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ατομικεύω
ατομίκευσης	noun	γενική ενικού του ατομίκευση
ατομίστρια	noun	θηλυκό του ατομιστής
ατομίστριας	noun	γενική ενικού του ατομίστρια
ατομίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομίστρια
ατομιζέρ	noun	ψεκαστήρας, βαποριζατέρ
ατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικό	adv	κατά τρόπο ατομικό, ως άτομο και όχι ως μέρος ενός συνόλου
ατομικέ	adj	κλητική ενικού του ατομικός
ατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομική
ατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατομικός
ατομικής	adj	γενική ενικού του ατομική
ατομικίστρια	noun	ατομικιστής
ατομικίστριας	noun	γενική ενικού του ατομικίστρια
ατομικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικίστρια
ατομικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικευμένο
ατομικευμένε	verb	κλητική ενικού του ατομικευμένος
ατομικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικευμένη
ατομικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατομικευμένος
ατομικευμένης	verb	γενική ενικού του ατομικευμένη
ατομικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ατομικευμένος
ατομικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομικευμένος
ατομικευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ατομικεύω
ατομικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατομικευμένος
ατομικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ατομικευμένος
ατομικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατομικευμένος
ατομικεύαμε	=	ατομικεύω
ατομικεύαν	=	ατομικεύω
ατομικεύανε	=	ατομικεύω
ατομικεύατε	=	ατομικεύω
ατομικεύει	=	ατομικεύω
ατομικεύεις	=	ατομικεύω
ατομικεύετε	=	ατομικεύω
ατομικεύοντας	=	ατομικεύω
ατομικεύουμε	=	ατομικεύω
ατομικεύουν	=	ατομικεύω
ατομικεύουνε	=	ατομικεύω
ατομικεύσαμε	=	ατομικεύω
ατομικεύσαν	=	ατομικεύω
ατομικεύσανε	=	ατομικεύω
ατομικεύσατε	=	ατομικεύω
ατομικεύσει	=	ατομικεύω
ατομικεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομίκευση
ατομικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ατομίκευση
ατομικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ατομίκευση
ατομικεύστε	=	ατομικεύω
ατομικεύω	verb	εξατομικεύω
ατομικισμέ	noun	κλητική ενικού του ατομικισμός
ατομικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομικισμός
ατομικισμού	noun	γενική ενικού του ατομικισμός
ατομικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ατομικισμός
ατομικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ατομικισμός
ατομικισμός	noun|formal	η μονομερής προσήλωση του ατόμου στον εαυτό του και τα δικά του συμφέροντα
ατομικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ατομικισμός
ατομικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικιστής
ατομικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ατομικιστής
ατομικιστής	noun	άλλη μορφή του ατομιστής
ατομικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικιστικό	adv	με σκοπό το προσωπικό συμφέρον
ατομικιστικέ	adj	κλητική ενικού του ατομικιστικός
ατομικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικιστική
ατομικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατομικιστικός
ατομικιστικής	adj	γενική ενικού του ατομικιστική
ατομικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομικιστικός
ατομικιστικού	adj	γενική ενικού του ατομικιστικός
ατομικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατομικιστικός
ατομικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ατομικιστικός
ατομικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ατομικιστή ή τον ατομικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
ατομικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ατομικιστικός
ατομικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ατομικίστρια
ατομικιστών	noun	γενική πληθυντικού του ατομικιστής
ατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομικός
ατομικοποίηση	noun|rare	η εξατομίκευση
ατομικοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ατομικότητα
ατομικού	adj	γενική ενικού του ατομικός
ατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατομικός
ατομικό	adj	αιτιατική ενικού του ατομικός
ατομικός	adj	που αφορά ένα άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
ατομικότητα	noun	η ιδιότητα του ατόμου, του καθενός ως ξεχωριστής οντότητας· του ατομικού, της ιδιαιτερότητας σε σχέση με τους άλλους
ατομικότητας	noun	γενική ενικού του ατομικότητα
ατομικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομικότητα
ατομικών	adj	γενική πληθυντικού του ατομικός
ατομικώς	adv|formal	ατομικά, κατά μόνας
ατομισμέ	noun	κλητική ενικού του ατομισμός
ατομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομισμός
ατομισμού	noun	γενική ενικού του ατομισμός
ατομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ατομισμός
ατομισμό	noun	αιτιατική ενικού του ατομισμός
ατομισμός	noun	η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοινωνία αποτελείται κατά κύριο λόγο από ένα σύνολο ιδιοτελών ατόμων παρά από διάφορες κοινωνικές ομάδες
ατομισμών	noun	γενική πληθυντικού του ατομισμός
ατομιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομιστής
ατομιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ατομιστής
ατομιστής	noun	ατομικός φιλόσοφος
ατομιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομιστικό	adv	με σκοπό την εξυπηρέτηση ενός ατόμου
ατομιστικέ	adj	κλητική ενικού του ατομιστικός
ατομιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομιστική
ατομιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατομιστικός
ατομιστικής	adj	γενική ενικού του ατομιστική
ατομιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομιστικός
ατομιστικού	adj	γενική ενικού του ατομιστικός
ατομιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατομιστικός
ατομιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ατομιστικός
ατομιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ατομιστή ή τον ατομισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
ατομιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ατομιστικός
ατομιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ατομίστρια
ατομιστών	noun	γενική πληθυντικού του ατομιστής
ατομιών	noun	γενική πληθυντικού του ατομία
ατομοκεντρικά	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικέ	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικές	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρική	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικής	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικοί	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικού	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικούς	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικό	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρικός	adj	ενέργεια ή αντίληψη που θέτει το άτομο στο επίκεντρο της δραστηριότητας ή του ενδιαφέροντος
ατομοκεντρικών	=	ατομοκεντρικός
ατομοκεντρισμέ	=	ατομοκεντρισμός
ατομοκεντρισμοί	=	ατομοκεντρισμός
ατομοκεντρισμού	=	ατομοκεντρισμός
ατομοκεντρισμούς	=	ατομοκεντρισμός
ατομοκεντρισμό	=	ατομοκεντρισμός
ατομοκεντρισμός	noun	θεωρία και πρακτική που βάζει στο κέντρο ή θεωρεί σημαντικότερο το άτομο κι όχι την κοινωνία
ατομοκεντρισμών	=	ατομοκεντρισμός
ατομοκράτης	noun|rare	ατομιστής, ατομικιστής
ατομοκρατία	noun|rare	ατομισμός, ατομικισμός
ατομοκρατίας	noun	γενική ενικού του ατομοκρατία
ατομοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομοκρατία
ατομοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομοκρατικό
ατομοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ατομοκρατικός
ατομοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατομοκρατική
ατομοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατομοκρατικός
ατομοκρατικής	adj	γενική ενικού του ατομοκρατική
ατομοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατομοκρατικός
ατομοκρατικού	adj	γενική ενικού του ατομοκρατικός
ατομοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατομοκρατικός
ατομοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ατομοκρατικός
ατομοκρατικός	adj|rare	ατομιστικός, ατομικιστικός
ατομοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ατομοκρατικός
ατομοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ατομοκρατία
ατονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσαν	=	ατονώ
ατονήσανε	=	ατονώ
ατονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ατόνηση
ατονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ατόνηση
ατονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατονία	noun	η σωματική (ή / και πνευματική) αδυναμία
ατονίας	noun	γενική ενικού του ατονία
ατονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατονία
ατονεί	=	ατονώ
ατονείς	=	ατονώ
ατονείτε	=	ατονώ
ατονημένος	=	ατονώ
ατονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατονικό
ατονικέ	adj	κλητική ενικού του ατονικός
ατονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατονική
ατονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατονικός
ατονικής	adj	γενική ενικού του ατονική
ατονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατονικός
ατονικοτήτων	=	ατονικότητα
ατονικού	adj	γενική ενικού του ατονικός
ατονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατονικός
ατονικό	adj	αιτιατική ενικού του ατονικός
ατονικός	adj	που έχει σχέση με την ατονία, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
ατονικότητα	noun	η έλλειψη ενός καθορισμένου τονικού κέντρου κατά τη σύνθεση ενός μουσικού έργου
ατονικότητας	=	ατονικότητα
ατονικότητες	=	ατονικότητα
ατονικών	adj	γενική πληθυντικού του ατονικός
ατονιών	noun	γενική πληθυντικού του ατονία
ατονούμε	=	ατονώ
ατονούν	=	ατονώ
ατονούνε	=	ατονώ
ατονούσα	=	ατονώ
ατονούσαμε	=	ατονώ
ατονούσαν	=	ατονώ
ατονούσανε	=	ατονώ
ατονούσατε	=	ατονώ
ατονούσε	=	ατονώ
ατονούσες	=	ατονώ
ατονώ	verb|figurative	εξασθενώ, εξαντλούμαι
ατονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ατονώ
ατοξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοξικό
ατοξικέ	adj	κλητική ενικού του ατοξικός
ατοξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοξική
ατοξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατοξικός
ατοξικής	adj	γενική ενικού του ατοξική
ατοξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατοξικός
ατοξικού	adj	γενική ενικού του ατοξικός
ατοξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατοξικός
ατοξικό	adj	αιτιατική ενικού του ατοξικός
ατοξικός	adj	που δεν είναι τοξικός
ατοξικών	adj	γενική πληθυντικού του ατοξικός
ατοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόπημα
ατοπήματος	noun	γενική ενικού του ατόπημα
ατοπία	noun	το να είναι κάποιος άτοπος, η ιδιότητα του άτοπου
ατοπίας	noun	γενική ενικού του ατοπία
ατοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοπία
ατοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ατόπημα
ατοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοπικό
ατοπικέ	adj	κλητική ενικού του ατοπικός
ατοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοπική
ατοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατοπικός
ατοπικής	adj	γενική ενικού του ατοπική
ατοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατοπικός
ατοπικού	adj	γενική ενικού του ατοπικός
ατοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατοπικός
ατοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ατοπικός
ατοπικός	adj	που έχει προδιάθεση για αλλεργίες και εμφανίζει αλλεργικές αντιδράσεις λόγω κληρονομικής προδιάθεσης	noun	αυτός που εμφανίζει ατοπία, δηλαδή προδιάθεση για αλλεργίες και αλλεργικές αντιδράσεις λόγω κληρονομικής προδιάθεσης
ατοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ατοπικός
ατοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ατοπία
ατοποθέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοποθέτητο
ατοποθέτητε	adj	κλητική ενικού του ατοποθέτητος
ατοποθέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατοποθέτητη
ατοποθέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατοποθέτητος
ατοποθέτητης	adj	γενική ενικού του ατοποθέτητη
ατοποθέτητο	adj	αιτιατική ενικού του ατοποθέτητος
ατοποθέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατοποθέτητος
ατοποθέτητος	adj|figurative	που δεν τοποθετήθηκε ή δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποια θέση
ατοποθέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατοποθέτητος
ατοποθέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατοποθέτητος
ατοποθέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατοποθέτητος
ατορνάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατορνάριστο
ατορνάριστε	adj	κλητική ενικού του ατορνάριστος
ατορνάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατορνάριστη
ατορνάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατορνάριστος
ατορνάριστης	adj	γενική ενικού του ατορνάριστη
ατορνάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ατορνάριστος
ατορνάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατορνάριστος
ατορνάριστος	adj|rare	άλλη μορφή του ατόρνευτος
ατορνάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατορνάριστος
ατορνάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατορνάριστος
ατορνάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατορνάριστος
ατού	noun	οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει	adj	γενική ενικού του ατός
ατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατός
ατράκτου	noun	γενική ενικού του άτρακτος
ατράκτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του άτρακτος
ατράκτων	noun	γενική πληθυντικού του άτρακτος
ατράνταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατράνταχτος	adv	με ατράνταχτο τρόπο
ατράνταχτε	adj	κλητική ενικού του ατράνταχτος
ατράνταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατράνταχτη
ατράνταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατράνταχτος
ατράνταχτης	adj	γενική ενικού του ατράνταχτη
ατράνταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ατράνταχτος
ατράνταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατράνταχτος
ατράνταχτος	adj|figurative	που δεν μπορεί να τρανταχτεί, να κλονιστεί
ατράνταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατράνταχτος
ατράνταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατράνταχτος
ατράνταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατράνταχτος
ατρέπτως	adv|archaic	αμετάβλητα, αναλλοίωτα
ατρίου	=	άτριο
ατρίχωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρίχωτο
ατρίχωτε	adj	κλητική ενικού του ατρίχωτος
ατρίχωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρίχωτη
ατρίχωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατρίχωτος
ατρίχωτης	adj	γενική ενικού του ατρίχωτη
ατρίχωτο	adj	αιτιατική ενικού του ατρίχωτος
ατρίχωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατρίχωτος
ατρίχωτος	adj	άλλη μορφή του άτριχος
ατρίχωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατρίχωτος
ατρίχωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατρίχωτος
ατρίχωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατρίχωτος
ατρίων	=	άτριο
ατραγούδητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατραγούδητο
ατραγούδητε	adj	κλητική ενικού του ατραγούδητος
ατραγούδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατραγούδητη
ατραγούδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατραγούδητος
ατραγούδητης	adj	γενική ενικού του ατραγούδητη
ατραγούδητο	adj	αιτιατική ενικού του ατραγούδητος
ατραγούδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατραγούδητος
ατραγούδητος	adj	που δεν έχει τραγουδιστεί
ατραγούδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατραγούδητος
ατραγούδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατραγούδητος
ατραγούδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατραγούδητος
ατραγούδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατραγούδιστος	adv	χωρίς τραγούδισμα, χωρίς τραγούδι
ατραγούδιστε	adj	κλητική ενικού του ατραγούδιστος
ατραγούδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατραγούδιστη
ατραγούδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατραγούδιστος
ατραγούδιστης	adj	γενική ενικού του ατραγούδιστη
ατραγούδιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατραγούδιστος
ατραγούδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατραγούδιστος
ατραγούδιστος	adj	που δεν έχει τραγουδιστεί
ατραγούδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατραγούδιστος
ατραγούδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατραγούδιστος
ατραγούδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατραγούδιστος
ατρακάριστα	=	ατρακάριστος
ατρακάριστε	=	ατρακάριστος
ατρακάριστες	=	ατρακάριστος
ατρακάριστη	=	ατρακάριστος
ατρακάριστης	=	ατρακάριστος
ατρακάριστο	=	ατρακάριστος
ατρακάριστοι	=	ατρακάριστος
ατρακάριστος	adj	που δεν έχει τρακαριστεί
ατρακάριστου	=	ατρακάριστος
ατρακάριστους	=	ατρακάριστος
ατρακάριστων	=	ατρακάριστος
ατρακτίδια	=	ατρακτίδιο
ατρακτίδιο	noun	μικρή άτρακτος
ατρακτίδιου	=	ατρακτίδιο
ατρακτίδιων	=	ατρακτίδιο
ατρακτοειδές	=	ατρακτοειδής
ατρακτοειδή	=	ατρακτοειδής
ατρακτοειδής	adj	που έχει το σχήμα ατράκτου, που μοιάζει με άτρακτο
ατρακτοειδείς	=	ατρακτοειδής
ατρακτοειδούς	=	ατρακτοειδής
ατρακτοειδών	=	ατρακτοειδής
ατραξιόν	noun	αυτό που προσελκύει την προσοχή των θεατών ή επισκεπτών
ατραπέ	noun	κλητική ενικού του ατραπός
ατραποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατραπός
ατραπού	noun	γενική ενικού του ατραπός
ατραπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ατραπός
ατραπό	noun	αιτιατική ενικού του ατραπός
ατραπός	noun|formal	μονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθεί κανείς
ατραπών	noun	γενική πληθυντικού του ατραπός
ατρατάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρατάριστο
ατρατάριστε	adj	κλητική ενικού του ατρατάριστος
ατρατάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρατάριστη
ατρατάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατρατάριστος
ατρατάριστης	adj	γενική ενικού του ατρατάριστη
ατρατάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ατρατάριστος
ατρατάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατρατάριστος
ατρατάριστος	adj	που δεν τον έχουν τρατάρει
ατρατάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατρατάριστος
ατρατάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατρατάριστος
ατρατάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατρατάριστος
ατραυμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατραυμάτιστο
ατραυμάτιστε	adj	κλητική ενικού του ατραυμάτιστος
ατραυμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατραυμάτιστη
ατραυμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατραυμάτιστος
ατραυμάτιστης	adj	γενική ενικού του ατραυμάτιστη
ατραυμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατραυμάτιστος
ατραυμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατραυμάτιστος
ατραυμάτιστος	adj	που δεν έχει τραυματιστεί
ατραυμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατραυμάτιστος
ατραυμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατραυμάτιστος
ατραυμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατραυμάτιστος
ατραυματικά	=	ατραυματικός
ατραυματικέ	=	ατραυματικός
ατραυματικές	=	ατραυματικός
ατραυματική	=	ατραυματικός
ατραυματικής	=	ατραυματικός
ατραυματικοί	=	ατραυματικός
ατραυματικού	=	ατραυματικός
ατραυματικούς	=	ατραυματικός
ατραυματικό	=	ατραυματικός
ατραυματικός	adj	που αφορά τεχνική, όργανο ή διαδικασία σχεδιασμένα να μην προκαλούν ή να ελαχιστοποιούν ιστική βλάβη
ατραυματικών	=	ατραυματικός
ατρετσαρίστα	=	ατρετσαρίστας
ατρετσαρίστας	noun	ο φροντιστής του θεάτρου
ατρετσαρίστες	=	ατρετσαρίστας
ατρετσαριστών	=	ατρετσαρίστας
ατρησία	noun	απουσία φυσιολογικού ανοίγματος στο σώμα (εκ γενετής ή επίκτητη)
ατρησίας	noun	γενική ενικού του ατρησία
ατρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρησία
ατρησιών	noun	γενική πληθυντικού του ατρησία
ατριβές	=	ατριβής
ατριβή	=	ατριβής
ατριβής	adj|archaic	δύσβατος, απάτητος
ατριβείς	=	ατριβής
ατριβούς	=	ατριβής
ατριβών	=	ατριβής
ατρομοκράτητα	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητε	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητες	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητη	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητης	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητο	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητοι	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητος	adj	που δεν έχει τρομοκρατηθεί
ατρομοκράτητου	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητους	=	ατρομοκράτητος
ατρομοκράτητων	=	ατρομοκράτητος
ατροπίνες	=	ατροπίνη
ατροπίνη	noun	δηλητηριώδης χημική ουσία που παράγεται από το φυτό μπελαντόνα.
ατροπίνης	noun	γενική ενικού του ατροπίνη
ατροπινών	=	ατροπίνη
ατροποποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατροποποίητος	adv	χωρίς τροποποίηση
ατροποποίητε	adj	κλητική ενικού του ατροποποίητος
ατροποποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροποποίητη
ατροποποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατροποποίητος
ατροποποίητης	adj	γενική ενικού του ατροποποίητη
ατροποποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ατροποποίητος
ατροποποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατροποποίητος
ατροποποίητος	adj	που δεν έχει τροποποιηθεί
ατροποποίητοςα	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςε	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςες	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςη	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςης	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςο	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςοι	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςος	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςου	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςους	=	ατροποποίητος
ατροποποίητοςων	=	ατροποποίητος
ατροποποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατροποποίητος
ατροποποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατροποποίητος
ατροποποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατροποποίητος
ατροφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσαν	=	ατροφώ
ατροφήσανε	=	ατροφώ
ατροφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατροφία	noun	η ασθενική κατάσταση ενός οργάνου ως προς τις διαστάσεις και τη λειτουργικότητά του, που οφείλεται σε τραύμα, ασθένεια ή σε ελλιπή χρήση του
ατροφίας	noun	γενική ενικού του ατροφία
ατροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφία
ατροφεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ατροφώ
ατροφείς	=	ατροφώ
ατροφείτε	=	ατροφώ
ατροφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφημένο
ατροφημένε	verb	κλητική ενικού του ατροφημένος
ατροφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφημένη
ατροφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατροφημένος
ατροφημένης	verb	γενική ενικού του ατροφημένη
ατροφημένο	verb	αιτιατική ενικού του ατροφημένος
ατροφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατροφημένος
ατροφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ατροφώ
ατροφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατροφημένος
ατροφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ατροφημένος
ατροφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατροφημένος
ατροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφικό
ατροφικέ	adj	κλητική ενικού του ατροφικός
ατροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφική
ατροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατροφικός
ατροφικής	adj	γενική ενικού του ατροφική
ατροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατροφικός
ατροφικοτήτων	=	ατροφικότητα
ατροφικού	adj	γενική ενικού του ατροφικός
ατροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατροφικός
ατροφικό	adj	αιτιατική ενικού του ατροφικός
ατροφικός	adj	που σχετίζεται με την ατροφία, αναφέρεται σ' αυτή ή πάσχει απ' αυτή
ατροφικότητα	noun	το να είναι κάποιος ατροφικός, η ιδιότητα του ατροφικού
ατροφικότητας	=	ατροφικότητα
ατροφικότητες	=	ατροφικότητα
ατροφικών	adj	γενική πληθυντικού του ατροφικός
ατροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ατροφία
ατροφοδότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφοδότητο
ατροφοδότητε	adj	κλητική ενικού του ατροφοδότητος
ατροφοδότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατροφοδότητη
ατροφοδότητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατροφοδότητος
ατροφοδότητης	adj	γενική ενικού του ατροφοδότητη
ατροφοδότητο	adj	αιτιατική ενικού του ατροφοδότητος
ατροφοδότητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατροφοδότητος
ατροφοδότητος	adj	που δεν έχει τροφοδοτηθεί ή δεν μπορεί να τροφοδοτηθεί
ατροφοδότητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατροφοδότητος
ατροφοδότητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατροφοδότητος
ατροφοδότητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατροφοδότητος
ατροφούμε	=	ατροφώ
ατροφούν	=	ατροφώ
ατροφούνε	=	ατροφώ
ατροφούσα	=	ατροφώ
ατροφούσαμε	=	ατροφώ
ατροφούσαν	=	ατροφώ
ατροφούσανε	=	ατροφώ
ατροφούσατε	=	ατροφώ
ατροφούσε	=	ατροφώ
ατροφούσες	=	ατροφώ
ατροφώ	verb	υποφέρω από ατροφία, έχω ατονήσει, είμαι καχεκτικός
ατροφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ατροφώ
ατρωσία	noun	η ιδιότητα του άτρωτου, το να είναι κάποιος άτρωτος
ατρωσίας	noun	γενική ενικού του ατρωσία
ατρωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρωσία
ατρωσιών	noun	γενική πληθυντικού του ατρωσία
ατρόμητα	adv	κάποιος κάνει κάτι χωρίς τρόμο
ατρόμητε	=	ατρόμητος
ατρόμητες	=	ατρόμητος
ατρόμητη	=	ατρόμητος
ατρόμητης	=	ατρόμητος
ατρόμητο	=	ατρόμητος
ατρόμητοι	=	ατρόμητος
ατρόμητος	adj	που δεν καταλαμβάνεται ποτέ από τρόμο, άφοβος
ατρόμητου	=	ατρόμητος
ατρόμητους	=	ατρόμητος
ατρόμητων	=	ατρόμητος
ατρόπου	=	άτροπος
ατρόπους	=	άτροπος
ατρόπων	=	άτροπος
ατρόφει	=	ατροφώ
ατρόφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατρόφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατρόφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατρόφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατροφώ
ατρόχιστα	=	ατρόχιστος
ατρόχιστε	=	ατρόχιστος
ατρόχιστες	=	ατρόχιστος
ατρόχιστη	=	ατρόχιστος
ατρόχιστης	=	ατρόχιστος
ατρόχιστο	=	ατρόχιστος
ατρόχιστοι	=	ατρόχιστος
ατρόχιστος	adj	που δεν είναι ακονισμένος, που δεν έχει τροχιστεί
ατρόχιστου	=	ατρόχιστος
ατρόχιστους	=	ατρόχιστος
ατρόχιστων	=	ατρόχιστος
ατρύγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατρύγητος	adv	χωρίς τρύγο
ατρύγητε	adj	κλητική ενικού του ατρύγητος
ατρύγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρύγητη
ατρύγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατρύγητος
ατρύγητης	adj	γενική ενικού του ατρύγητη
ατρύγητο	adj	αιτιατική ενικού του ατρύγητος
ατρύγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατρύγητος
ατρύγητος	adj	που δεν έχει τρυγηθεί
ατρύγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατρύγητος
ατρύγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατρύγητος
ατρύγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατρύγητος
ατρύπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρύπητο
ατρύπητε	adj	κλητική ενικού του ατρύπητος
ατρύπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατρύπητη
ατρύπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατρύπητος
ατρύπητης	adj	γενική ενικού του ατρύπητη
ατρύπητο	adj	αιτιατική ενικού του ατρύπητος
ατρύπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατρύπητος
ατρύπητος	adj	που δεν έχει τρυπηθεί
ατρύπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατρύπητος
ατρύπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατρύπητος
ατρύπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατρύπητος
ατσάκιστα	adv	χωρίς να έχουν τσακιστεί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατσάκιστος
ατσάκιστε	adj	κλητική ενικού του ατσάκιστος
ατσάκιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάκιστη
ατσάκιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσάκιστος
ατσάκιστης	adj	γενική ενικού του ατσάκιστη
ατσάκιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσάκιστος
ατσάκιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσάκιστος
ατσάκιστος	adj	που δεν τον έχουν τσακίσει ή δεν μπορούν να τον τσακίσουν
ατσάκιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσάκιστος
ατσάκιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσάκιστος
ατσάκιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσάκιστος
ατσάλι	noun	κράμα σιδήρου με άνθρακα, μηχανικά και θερμικά επεξεργασμένο με περιεκτικότητα σε άνθρακα που δεν υπερβαίνει το 2,11%, το οποίο αντιστοιχεί στο όριο διαλυτότητας του άνθρακα στο σίδηρο (για τον χάλυβα η περιεκτικότητα του κράματος σε άνθρακα μπορεί να είναι πολύ υψηλότερη)
ατσάλια	=	ατσάλι
ατσάλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάλινο
ατσάλινας	=	ατσάλινος
ατσάλινε	adj	κλητική ενικού του ατσάλινος
ατσάλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάλινη
ατσάλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσάλινος
ατσάλινης	adj	γενική ενικού του ατσάλινη
ατσάλινο	adj	αιτιατική ενικού του ατσάλινος
ατσάλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσάλινος
ατσάλινος	adj	που είναι φτιαγμένος από ατσάλι
ατσάλινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσάλινος
ατσάλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσάλινος
ατσάλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσάλινος
ατσάλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ατσαλώνω
ατσάλωνα	=	ατσαλώνω
ατσάλωναν	=	ατσαλώνω
ατσάλωνε	=	ατσαλώνω
ατσάλωνες	=	ατσαλώνω
ατσάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσάλωση	noun	άλλη μορφή του ατσάλωμα
ατσάλωσης	noun	γενική ενικού του ατσάλωση
ατσάπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάπιστο
ατσάπιστε	adj	κλητική ενικού του ατσάπιστος
ατσάπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάπιστη
ατσάπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσάπιστος
ατσάπιστης	adj	γενική ενικού του ατσάπιστη
ατσάπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσάπιστος
ατσάπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσάπιστος
ατσάπιστος	adj	που δεν έχει τσαπιστεί
ατσάπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσάπιστος
ατσάπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσάπιστος
ατσάπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσάπιστος
ατσίγγανε	=	ατσίγγανος
ατσίγγανη	=	ατσίγγανος
ατσίγγανο	=	ατσίγγανος
ατσίγγανοι	=	ατσίγγανος
ατσίγγανος	noun	άτομο της φυλής των αθίγγανων, νομαδικός λαός της Ευρώπης, καταγόμενος από την Ινδία.
ατσίγγανου	=	ατσίγγανος
ατσίγγανους	=	ατσίγγανος
ατσίγγανων	=	ατσίγγανος
ατσίδα	noun|figurative	πολύ έξυπνος άνθρωπος, καπάτσος
ατσίδας	noun	μορφή αρσενικού για το θηλυκό ατσίδα
ατσίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσίδας
ατσίδων	noun	γενική πληθυντικού του ατσίδας
ατσίκνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατσίκνιστος	adv	χωρίς τσίκνισμα
ατσίκνιστε	adj	κλητική ενικού του ατσίκνιστος
ατσίκνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσίκνιστη
ατσίκνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσίκνιστος
ατσίκνιστης	adj	γενική ενικού του ατσίκνιστη
ατσίκνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσίκνιστος
ατσίκνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσίκνιστος
ατσίκνιστος	adj	που δεν έχει τσικνιστεί ή δεν έχει τσικνίσει
ατσίκνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσίκνιστος
ατσίκνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσίκνιστος
ατσίκνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσίκνιστος
ατσαλάκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατσαλάκωτος	adv	χωρίς τσαλάκωμα
ατσαλάκωτε	adj	κλητική ενικού του ατσαλάκωτος
ατσαλάκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσαλάκωτη
ατσαλάκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσαλάκωτος
ατσαλάκωτης	adj	γενική ενικού του ατσαλάκωτη
ατσαλάκωτο	adj	αιτιατική ενικού του ατσαλάκωτος
ατσαλάκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσαλάκωτος
ατσαλάκωτος	noun	που δεν τσαλακώθηκε ή δεν μπορεί να τσαλακωθεί
ατσαλάκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσαλάκωτος
ατσαλάκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσαλάκωτος
ατσαλάκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσαλάκωτος
ατσαλένια	=	ατσαλένιος
ατσαλένιας	=	ατσαλένιος
ατσαλένιε	=	ατσαλένιος
ατσαλένιες	=	ατσαλένιος
ατσαλένιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ατσαλένιος
ατσαλένιοι	=	ατσαλένιος
ατσαλένιος	adj	άλλη μορφή του ατσάλινος
ατσαλένιου	=	ατσαλένιος
ατσαλένιους	=	ατσαλένιος
ατσαλένιων	=	ατσαλένιος
ατσαλίνα	noun	πεπλατυσμένο μεταλλικό σύρμα που χρησιμοποιείται για να διαπεράσει σωληνώσεις ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ώστε να διευκολυνθεί το πέρασμα των καλωδιώσεων
ατσαλίνας	=	ατσαλίνα
ατσαλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσαλίνα
ατσαλίνων	=	ατσαλίνα
ατσαλιά	noun	η ιδιότητα του άτσαλου, τονα είναι κάτι (ή κάποιος) άτσαλο(ς)
ατσαλιάς	noun	γενική ενικού του ατσαλιά
ατσαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσαλιά
ατσαλιού	=	ατσάλι
ατσαλιών	=	ατσαλιά
ατσαλολαμαρίνα	noun	λαμαρίνα από ατσάλι
ατσαλολαμαρίνας	=	ατσαλολαμαρίνα
ατσαλολαμαρίνες	=	ατσαλολαμαρίνα
ατσαλολαμαρίνων	=	ατσαλολαμαρίνα
ατσαλοπροκών	=	ατσαλόπροκα
ατσαλοσυνών	=	ατσαλοσύνη
ατσαλοσυρμάτων	=	ατσαλόσυρμα
ατσαλοσύνες	=	ατσαλοσύνη
ατσαλοσύνη	noun	άλλη μορφή του ατσαλιά
ατσαλοσύνης	=	ατσαλοσύνη
ατσαλοσύρματα	=	ατσαλόσυρμα
ατσαλοσύρματος	=	ατσαλόσυρμα
ατσαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ατσάλωμα
ατσαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσαλωμένο
ατσαλωμένε	verb	κλητική ενικού του ατσαλωμένος
ατσαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσαλωμένη
ατσαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσαλωμένος
ατσαλωμένης	verb	γενική ενικού του ατσαλωμένη
ατσαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ατσαλωμένος
ατσαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσαλωμένος
ατσαλωμένος	verb	επενδυμένος με ατσάλι
ατσαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσαλωμένος
ατσαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ατσαλωμένος
ατσαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσαλωμένος
ατσαλόπροκα	noun	ατσάλινη πρόκα κατάλληλη για κάρφωμα σε μπετόν
ατσαλόπροκας	=	ατσαλόπροκα
ατσαλόπροκες	=	ατσαλόπροκα
ατσαλόσυρμα	noun	ατσαλένιο σύρμα
ατσαλώθηκα	=	ατσαλώνω
ατσαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάλωμα
ατσαλώματος	noun	γενική ενικού του ατσάλωμα
ατσαλώναμε	=	ατσαλώνω
ατσαλώναν	=	ατσαλώνω
ατσαλώνανε	=	ατσαλώνω
ατσαλώνατε	=	ατσαλώνω
ατσαλώνει	=	ατσαλώνω
ατσαλώνεις	=	ατσαλώνω
ατσαλώνετε	=	ατσαλώνω
ατσαλώνομαι	=	ατσαλώνω
ατσαλώνοντας	=	ατσαλώνω
ατσαλώνουμε	=	ατσαλώνω
ατσαλώνουν	=	ατσαλώνω
ατσαλώνουνε	=	ατσαλώνω
ατσαλώνω	verb|figurative	κάνω κάποιον/κάτι ανθεκτικό σαν το ατσάλι, ενισχύω τις αντιστάσεις του, θωρακίζω απέναντι στις αντιξοότητες
ατσαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώσαν	=	ατσαλώνω
ατσαλώσανε	=	ατσαλώνω
ατσαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσάλωση
ατσαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ατσάλωση
ατσαλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ατσάλωση
ατσαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατσαλώνω
ατσεκούρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσεκούρωτο
ατσεκούρωτε	adj	κλητική ενικού του ατσεκούρωτος
ατσεκούρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσεκούρωτη
ατσεκούρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσεκούρωτος
ατσεκούρωτης	adj	γενική ενικού του ατσεκούρωτη
ατσεκούρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ατσεκούρωτος
ατσεκούρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσεκούρωτος
ατσεκούρωτος	adj|figurative	που δεν τον έχουν τσεκουρώσει
ατσεκούρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσεκούρωτος
ατσεκούρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσεκούρωτος
ατσεκούρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσεκούρωτος
ατσελεράντο	noun	με αυξανόμενη ρυθμική ταχύτητα
ατσερολών	=	ατσερόλα
ατσερόλα	noun	άλλη μορφή του ασερόλα
ατσερόλας	=	ατσερόλα
ατσερόλες	=	ατσερόλα
ατσιγάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσιγάριστο
ατσιγάριστε	adj	κλητική ενικού του ατσιγάριστος
ατσιγάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσιγάριστη
ατσιγάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσιγάριστος
ατσιγάριστης	adj	γενική ενικού του ατσιγάριστη
ατσιγάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσιγάριστος
ατσιγάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσιγάριστος
ατσιγάριστος	adj	που δεν έχει τσιγαριστεί
ατσιγάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσιγάριστος
ατσιγάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσιγάριστος
ατσιγάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσιγάριστος
ατσιγαρία	noun	το να μην έχει κανείς καθόλου τσιγάρα και μάλιστα για αρκετό καιρό, συνήθως επειδή του λείπουν τα χρήματα να αγοράσει
ατσιγαρίας	noun	γενική ενικού του ατσιγαρία
ατσιγαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσιγαρία
ατσιγαριών	noun	γενική πληθυντικού του ατσιγαρία
ατσιγγάνου	=	ατσίγγανος
ατσιγγάνους	=	ατσίγγανος
ατσιγγάνων	=	ατσίγγανος
ατσιγγανίδα	=	ατσίγγανος
ατσιδισμέ	=	ατσιδισμός
ατσιδισμοί	=	ατσιδισμός
ατσιδισμού	=	ατσιδισμός
ατσιδισμούς	=	ατσιδισμός
ατσιδισμό	=	ατσιδισμός
ατσιδισμός	noun	η ιδιότητα του ανθρώπου που είναι ατσίδα
ατσιδισμών	=	ατσιδισμός
ατσιδοσύνες	=	ατσιδοσύνη
ατσιδοσύνη	noun	η ιδιότητα του ανθρώπου που είναι ατσίδα
ατσιδοσύνης	=	ατσιδοσύνη
ατσιμεντάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσιμεντάριστο
ατσιμεντάριστε	adj	κλητική ενικού του ατσιμεντάριστος
ατσιμεντάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσιμεντάριστη
ατσιμεντάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσιμεντάριστος
ατσιμεντάριστης	adj	γενική ενικού του ατσιμεντάριστη
ατσιμεντάριστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσιμεντάριστος
ατσιμεντάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσιμεντάριστος
ατσιμεντάριστος	adj	που δεν τον έχουν τσιμεντάρει
ατσιμεντάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσιμεντάριστος
ατσιμεντάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσιμεντάριστος
ατσιμεντάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσιμεντάριστος
ατσουρούφλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσουρούφλιστο
ατσουρούφλιστε	adj	κλητική ενικού του ατσουρούφλιστος
ατσουρούφλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσουρούφλιστη
ατσουρούφλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσουρούφλιστος
ατσουρούφλιστης	adj	γενική ενικού του ατσουρούφλιστη
ατσουρούφλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσουρούφλιστος
ατσουρούφλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσουρούφλιστος
ατσουρούφλιστος	adj	που δεν έχει τσουρουφλιστεί
ατσουρούφλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσουρούφλιστος
ατσουρούφλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσουρούφλιστος
ατσουρούφλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσουρούφλιστος
ατσούγκριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ατσούγκριστος	adv	χωρίς να έχουν τσουγκριστεί
ατσούγκριστε	adj	κλητική ενικού του ατσούγκριστος
ατσούγκριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσούγκριστη
ατσούγκριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσούγκριστος
ατσούγκριστης	adj	γενική ενικού του ατσούγκριστη
ατσούγκριστο	adj	αιτιατική ενικού του ατσούγκριστος
ατσούγκριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσούγκριστος
ατσούγκριστος	adj	που δεν τον έχουν τσουγκρίσει
ατσούγκριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσούγκριστος
ατσούγκριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσούγκριστος
ατσούγκριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσούγκριστος
ατσούμπαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσούμπαλο
ατσούμπαλε	adj	κλητική ενικού του ατσούμπαλος
ατσούμπαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσούμπαλη
ατσούμπαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσούμπαλος
ατσούμπαλης	adj	γενική ενικού του ατσούμπαλη
ατσούμπαλο	adj	αιτιατική ενικού του ατσούμπαλος
ατσούμπαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσούμπαλος
ατσούμπαλος	adj	αφρόντιστος, ατημέλητος
ατσούμπαλου	adj	γενική ενικού του ατσούμπαλος
ατσούμπαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσούμπαλος
ατσούμπαλων	adj	γενική πληθυντικού του ατσούμπαλος
ατσούτσουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσούτσουνο
ατσούτσουνε	adj	κλητική ενικού του ατσούτσουνος
ατσούτσουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατσούτσουνη
ατσούτσουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατσούτσουνος
ατσούτσουνης	adj	γενική ενικού του ατσούτσουνη
ατσούτσουνο	adj	αιτιατική ενικού του ατσούτσουνος
ατσούτσουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατσούτσουνος
ατσούτσουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατσούτσουνος
ατσούτσουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατσούτσουνος
ατσούτσουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατσούτσουνος
αττάβυρε	=	αττάβυρος
αττάβυρο	=	αττάβυρος
αττάβυρος	noun	βουνό της Ελλάδας, στη Ρόδο
αττάβυρου	=	αττάβυρος
ατταπουλγίτες	=	ατταπουλγίτης
ατταπουλγίτη	=	ατταπουλγίτης
ατταπουλγίτης	noun	ένυδρο αργιλοπυριτικό ορυκτό (Mg,Al)₂Si₄O₁₀(OH)·4(H₂O), με μεγάλη ικανότητα απορρόφησης νερού
ατταπουλγιτών	=	ατταπουλγίτης
αττικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττικό
αττικάρχες	=	αττικάρχης
αττικάρχη	=	αττικάρχης
αττικάρχης	noun	ανώτατος επικεφαλής αστυνομικών ή διοικητικών υπηρεσιών της περιφέρειας Αττικής
αττικέ	adj	κλητική ενικού του αττικός
αττικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττική
αττική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αττικός
αττικής	adj	γενική ενικού του αττική
αττικίζον	=	αττικίζων
αττικίζοντα	=	αττικίζων
αττικίζοντες	=	αττικίζων
αττικίζοντος	=	αττικίζων
αττικίζουσα	noun	η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι αττικιστές
αττικίζουσας	noun	γενική ενικού του αττικίζουσα
αττικίζουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττικίζουσα
αττικίζω	verb	μιλώ ή γράφω όπως οι αρχαίοι αττικοί συγγραφείς
αττικίζων	verb	που αττικίζει, που έχει τα χαρακτηριστικά της αρχαίας αττικής διαλέκτου
αττικίστρια	=	αττικιστής
αττικίστριας	noun	γενική ενικού του αττικίστρια
αττικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττικίστρια
αττικαρχών	=	αττικάρχης
αττικιζουσών	=	αττικίζων
αττικιζούσας	=	αττικίζουσα
αττικιζούσης	=	αττικίζων
αττικιζόντων	=	αττικίζων
αττικισμέ	noun	κλητική ενικού του αττικισμός
αττικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αττικισμός
αττικισμού	noun	γενική ενικού του αττικισμός
αττικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αττικισμός
αττικισμό	noun	αιτιατική ενικού του αττικισμός
αττικισμός	noun|formal	η τάση κάποιου να αττικίζει
αττικισμών	noun	γενική πληθυντικού του αττικισμός
αττικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττικιστής
αττικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αττικιστής
αττικιστής	noun|formal	αυτός που αττικίζει
αττικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττικιστικό
αττικιστικέ	adj	κλητική ενικού του αττικιστικός
αττικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αττικιστική
αττικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αττικιστικός
αττικιστικής	adj	γενική ενικού του αττικιστική
αττικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αττικιστικός
αττικιστικού	adj	γενική ενικού του αττικιστικός
αττικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αττικιστικός
αττικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αττικιστικός
αττικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αττικιστή ή τον αττικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
αττικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αττικιστικός
αττικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αττικίστρια
αττικιστών	noun	γενική πληθυντικού του αττικιστής
αττικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αττικός
αττικού	adj	γενική ενικού του αττικός
αττικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αττικός
αττικό	adj	αιτιατική ενικού του αττικός
αττικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην Αττική ή την Αθήνα
αττικών	adj	γενική πληθυντικού του αττικός
ατυπία	noun	παρουσία μορφολογικών ή λειτουργικών χαρακτηριστικών που αποκλίνουν από το φυσιολογικό πρότυπο
ατυπίας	=	ατυπία
ατυπίες	=	ατυπία
ατυπικά	=	ατυπικός
ατυπικέ	=	ατυπικός
ατυπικές	=	ατυπικός
ατυπική	=	ατυπικός
ατυπικής	=	ατυπικός
ατυπικοί	=	ατυπικός
ατυπικού	=	ατυπικός
ατυπικούς	=	ατυπικός
ατυπικό	=	ατυπικός
ατυπικός	adj	που παρεκκλίνει από το σύνηθες ή αναμενόμενο, χωρίς να ακολουθεί καθιερωμένα πρότυπα ή χαρακτηριστικά
ατυπικών	=	ατυπικός
ατυπιών	=	ατυπία
ατυχές	=	ατυχής
ατυχή	=	ατυχής
ατυχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατύχημα
ατυχήματος	noun	γενική ενικού του ατύχημα
ατυχής	adj|formal	άλλη μορφή του άτυχος
ατυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατυχία	noun	Η έλλειψη τύχης.
ατυχίας	noun	γενική ενικού του ατυχία
ατυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατυχία
ατυχείς	=	ατυχής
ατυχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ατύχημα
ατυχηματάκι	noun	υποκοριστικό του ατύχημα
ατυχηματάκια	=	ατυχηματάκι
ατυχηματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ατυχηματική) του ατυχηματικός
ατυχηματικός	adj|rare	που έχει σχέση με ατύχημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
ατυχιών	noun	γενική πληθυντικού του ατυχία
ατυχούς	=	ατυχής
ατυχούσα	=	ατυχώ
ατυχώ	verb	αποτυγχάνω επειδή ήμουν άτυχος
ατυχών	=	ατυχής
ατυχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ατυχώ
ατυχώς	adv|formal	κατά κακή τύχη
ατό	adj	αιτιατική ενικού του ατός
ατόλες	=	ατόλη
ατόλη	noun	σύμπλεγμα κοραλλιογενών υφάλων ή νήσων
ατόλης	=	ατόλη
ατόλμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόλμητο
ατόλμητε	adj	κλητική ενικού του ατόλμητος
ατόλμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόλμητη
ατόλμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατόλμητος
ατόλμητης	adj	γενική ενικού του ατόλμητη
ατόλμητο	adj	αιτιατική ενικού του ατόλμητος
ατόλμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατόλμητος
ατόλμητος	adj|rare	άλλη μορφή του άτολμος
ατόλμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατόλμητος
ατόλμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατόλμητος
ατόλμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατόλμητος
ατόμου	noun	γενική ενικού του άτομο
ατόμων	noun	γενική πληθυντικού του άτομο
ατόνει	=	ατονώ
ατόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατονώ
ατόνηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ατονώ
ατόνησης	noun	γενική ενικού του ατόνηση
ατόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόνιστο
ατόνιστε	adj	κλητική ενικού του ατόνιστος
ατόνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόνιστη
ατόνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατόνιστος
ατόνιστης	adj	γενική ενικού του ατόνιστη
ατόνιστο	adj	αιτιατική ενικού του ατόνιστος
ατόνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατόνιστος
ατόνιστος	adj	που δεν έχει τονιστεί
ατόνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατόνιστος
ατόνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατόνιστος
ατόνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατόνιστος
ατόπημα	noun	η ακατάλληλη για τις περιστάσεις και συνθήκες ενέργεια
ατόπου	=	άτοπος
ατόπους	=	άτοπος
ατόπων	=	άτοπος
ατόρνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόρνευτο
ατόρνευτε	adj	κλητική ενικού του ατόρνευτος
ατόρνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατόρνευτη
ατόρνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατόρνευτος
ατόρνευτης	adj	γενική ενικού του ατόρνευτη
ατόρνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ατόρνευτος
ατόρνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατόρνευτος
ατόρνευτος	adj	που δεν έχει δεχτεί επεξεργασία από τόρνο
ατόρνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατόρνευτος
ατόρνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατόρνευτος
ατόρνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατόρνευτος
ατός	adj|literary	μόνος, χωρίς τη βοήθεια ή τη συνεργασία άλλου
ατόφια	adv	τελείως, εξ ολοκλήρου, χωρίς να λείπει τίποτα
ατόφιας	=	ατόφιος
ατόφιε	=	ατόφιος
ατόφιες	=	ατόφιος
ατόφιια	=	ατόφιος
ατόφιιο	=	ατόφιος
ατόφιο	=	ατόφιος
ατόφιοι	=	ατόφιος
ατόφιος	adj	ολόκληρος, που δεν του λείπει τίποτα
ατόφιου	=	ατόφιος
ατόφιους	=	ατόφιος
ατόφιων	=	ατόφιος
ατύλιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατύλιχτο
ατύλιχτε	adj	κλητική ενικού του ατύλιχτος
ατύλιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ατύλιχτη
ατύλιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ατύλιχτος
ατύλιχτης	adj	γενική ενικού του ατύλιχτη
ατύλιχτο	adj	αιτιατική ενικού του ατύλιχτος
ατύλιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ατύλιχτος
ατύλιχτος	adj	που δεν έχει τυλιχτεί ή δεν μπορεί να τυλιχτεί
ατύλιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ατύλιχτος
ατύλιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ατύλιχτος
ατύλιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ατύλιχτος
ατύπως	adv|formal	άλλη μορφή του άτυπα
ατύπωτα	=	ατύπωτος
ατύπωτε	=	ατύπωτος
ατύπωτες	=	ατύπωτος
ατύπωτη	=	ατύπωτος
ατύπωτης	=	ατύπωτος
ατύπωτο	=	ατύπωτος
ατύπωτοι	=	ατύπωτος
ατύπωτος	adj	που δεν έχει τυπωθεί
ατύπωτου	=	ατύπωτος
ατύπωτους	=	ατύπωτος
ατύπωτων	=	ατύπωτος
ατύχημα	noun	δυσάρεστο γεγονός από ατυχία
ατύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ατυχώ
ατών	adj	γενική πληθυντικού του ατός
αυγά	noun	άλλη γραφή του αβγά (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγό)
αυγάζαμε	=	αυγάζω
αυγάζαν	=	αυγάζω
αυγάζανε	=	αυγάζω
αυγάζατε	=	αυγάζω
αυγάζει	=	αυγάζω
αυγάζεις	=	αυγάζω
αυγάζεσαι	=	αυγάζω
αυγάζεστε	=	αυγάζω
αυγάζεται	=	αυγάζω
αυγάζετε	=	αυγάζω
αυγάζομαι	=	αυγάζω
αυγάζονται	=	αυγάζω
αυγάζονταν	=	αυγάζω
αυγάζοντας	=	αυγάζω
αυγάζουμε	=	αυγάζω
αυγάζουν	=	αυγάζω
αυγάζουνε	=	αυγάζω
αυγάζω	verb|formal	φωτίζω, λάμπω
αυγάσαμε	=	αυγάζω
αυγάσαν	=	αυγάζω
αυγάσανε	=	αυγάζω
αυγάσατε	=	αυγάζω
αυγάσει	=	αυγάζω
αυγάσου	=	αυγάζω
αυγάστε	=	αυγάζω
αυγάστηκα	=	αυγάζω
αυγάστηκαν	=	αυγάζω
αυγάστηκε	=	αυγάζω
αυγάστηκες	=	αυγάζω
αυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγή
αυγή	noun	η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα
αυγής	=	αυγή
αυγίτες	=	αυγίτης
αυγίτη	=	αυγίτης
αυγίτης	noun	είδος πρασινωπού ή μαυριδερού ορυκτού κρυστάλλου (Ca(Mg,Fe,Al)(Al,Si)₂O₆)
αυγαζόμασταν	=	αυγάζω
αυγαζόμαστε	=	αυγάζω
αυγαζόμουν	=	αυγάζω
αυγαζόμουνα	=	αυγάζω
αυγαζόντουσαν	=	αυγάζω
αυγαζόσασταν	=	αυγάζω
αυγαζόσαστε	=	αυγάζω
αυγαζόσουν	=	αυγάζω
αυγαζόσουνα	=	αυγάζω
αυγαζόταν	=	αυγάζω
αυγαζότανε	=	αυγάζω
αυγαστήκαμε	=	αυγάζω
αυγαστήκαν	=	αυγάζω
αυγαστήκανε	=	αυγάζω
αυγαστήκατε	=	αυγάζω
αυγαστεί	=	αυγάζω
αυγαστείτε	=	αυγάζω
αυγατίζω	=	αβγατίζω
αυγατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγάτισμα
αυγαταίνω	=	αβγατίζω
αυγερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγερινό	adv|poetic	κατά την αυγή
αυγερινέ	adj	κλητική ενικού του αυγερινός
αυγερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγερινή
αυγερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγερινός
αυγερινής	adj	γενική ενικού του αυγερινή
αυγερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγερινός
αυγερινού	adj	γενική ενικού του αυγερινός
αυγερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυγερινός
αυγερινό	adj	αιτιατική ενικού του αυγερινός
αυγερινός	adj	άλλη μορφή του αυγινός
αυγερινών	adj	γενική πληθυντικού του αυγερινός
αυγινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγινό	adv|poetic	κατά την αυγή
αυγινέ	adj	κλητική ενικού του αυγινός
αυγινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγινή
αυγινή	noun|poetic	άλλη μορφή του αυγή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγινός
αυγινής	adj	γενική ενικού του αυγινή
αυγινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγινός
αυγινού	adj	γενική ενικού του αυγινός
αυγινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυγινός
αυγινό	adj	αιτιατική ενικού του αυγινός
αυγινός	adj	που γίνεται, συμβαίνει, υπάρχει ή εμφανίζεται την αυγή
αυγινών	adj	γενική πληθυντικού του αυγινός
αυγιτών	=	αυγίτης
αυγοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αυγοειδής
αυγοειδή	adj	αιτιατική ενικού του αυγοειδής
αυγοειδής	adj	άλλη μορφή του αβγοειδής
αυγοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγοειδής
αυγοειδούς	adj	γενική ενικού του αυγοειδής
αυγοειδών	adj	γενική πληθυντικού του αυγοειδής
αυγοθήκες	=	αυγοθήκη
αυγοθήκη	noun	άλλη γραφή του αβγοθήκη
αυγοθήκης	=	αυγοθήκη
αυγοθηκών	=	αυγοθήκη
αυγοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγοκομμένο
αυγοκομμένε	verb	κλητική ενικού του αυγοκομμένος
αυγοκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγοκομμένη
αυγοκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγοκομμένος
αυγοκομμένης	verb	γενική ενικού του αυγοκομμένη
αυγοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυγοκομμένος
αυγοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγοκομμένος
αυγοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυγοκομμένος
αυγοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυγοκομμένος
αυγοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυγοκομμένος
αυγοκουλουρών	=	αυγοκουλούρα
αυγοκουλούρα	noun	κουλούρα με (πασχαλινά) αβγά
αυγοκουλούρας	=	αυγοκουλούρα
αυγοκουλούρες	=	αυγοκουλούρα
αυγοκούλουρα	noun	άλλη γραφή του αβγοκούλουρα
αυγοκούλουρων	=	αυγοκούλουρα
αυγοκόβω	verb	άλλη γραφή του αβγοκόβω
αυγολέμονα	=	αυγολέμονο
αυγολέμονο	noun	άλλη γραφή του αβγολέμονο
αυγολέμονου	=	αυγολέμονο
αυγολέμονων	=	αυγολέμονο
αυγομαντεία	noun	Η χρήση αυγών για την πρόβλεψη του μέλλοντος.
αυγομαντείας	=	αυγομαντεία
αυγομαντείες	=	αυγομαντεία
αυγομαντειών	=	αυγομαντεία
αυγοσαλάτας	noun	γενική ενικού του αυγοσαλάτα
αυγοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγοσαλάτα
αυγοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του αυγοσαλάτα
αυγοτάραχα	=	αυγοτάραχο
αυγοτάραχο	noun	άλλη γραφή του αβγοτάραχο
αυγοτάραχου	=	αυγοτάραχο
αυγοτάραχων	=	αυγοτάραχο
αυγοτέμπερα	noun	άλλη γραφή του αβγοτέμπερα
αυγοτέμπερας	=	αυγοτέμπερα
αυγοτέμπερες	=	αυγοτέμπερα
αυγοτροφές	=	αυγοτροφή
αυγοτροφή	noun	άλλη γραφή του αβγοτροφή
αυγοτροφής	=	αυγοτροφή
αυγοτροφών	=	αυγοτροφή
αυγουλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αυγουλάς
αυγουλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουλάς
αυγουλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουλάδικο
αυγουλάδικο	noun	το μαγαζί του αυγουλά
αυγουλάδικου	noun	γενική ενικού του αυγουλάδικο
αυγουλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του αυγουλάδικο
αυγουλάδων	noun	γενική πληθυντικού του αυγουλάς
αυγουλάκι	noun	παρωχημένη γραφή του αβγουλάκι
αυγουλάκια	=	αυγουλάκι
αυγουλάς	noun|vulgar	άλλη γραφή του αβγουλάς
αυγουλάτα	=	αυγουλάτο
αυγουλάτο	noun	άλλη γραφή του αβγουλάτο
αυγουλάτου	=	αυγουλάτο
αυγουλάτων	=	αυγουλάτο
αυγουλίλα	noun	άλλη γραφή του αβγουλίλα
αυγουλίλας	=	αυγουλίλα
αυγουλίλες	=	αυγουλίλα
αυγουλιέρα	noun	άλλη γραφή του αβγουλιέρα
αυγουλιέρας	=	αυγουλιέρα
αυγουλιέρες	=	αυγουλιέρα
αυγουλομάτα	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτας	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουλομάτης
αυγουλομάτη	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτηδες	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτηδων	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτης	noun	άλλη γραφή του αβγουλομάτης
αυγουλομάτικα	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτικο	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτικου	=	αυγουλομάτης
αυγουλομάτικων	=	αυγουλομάτης
αυγουλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουλωτό
αυγουλωτέ	adj	κλητική ενικού του αβιογενετικός
αυγουλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουλωτή
αυγουλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγουλωτός
αυγουλωτής	adj	γενική ενικού του αυγουλωτή
αυγουλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγουλωτός
αυγουλωτού	adj	γενική ενικού του αυγουλωτός
αυγουλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυγουλωτός
αυγουλωτό	adj	αιτιατική ενικού του αυγουλωτός
αυγουλωτός	adj	παλιότερη γραφή του αβγουλωτός
αυγουλωτών	adj	γενική πληθυντικού του αυγουλωτός
αυγουστίνε	=	αυγουστίνος
αυγουστίνεια	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειας	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειε	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειες	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειο	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειοι	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειος	adj	που έχει σχέση με τον Αυγουστίνο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αυγουστίνειου	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειους	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνειων	=	αυγουστίνειος
αυγουστίνο	=	αυγουστίνος
αυγουστίνοι	=	αυγουστίνος
αυγουστίνος	noun	μοναχός του τάγματος του αγίου Αυγουστίνου, αυγουστίνειος μοναχός
αυγουστίνου	=	αυγουστίνος
αυγουστίνους	=	αυγουστίνος
αυγουστίνων	=	αυγουστίνος
αυγουστιά	noun	η χρονική περίοδος του Αυγούστου
αυγουστιάς	=	αυγουστιά
αυγουστιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυγουστιάτικος	adv	κατά τη διάρκεια του Αυγούστου
αυγουστιάτικε	adj	κλητική ενικού του αυγουστιάτικος
αυγουστιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουστιάτικη
αυγουστιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγουστιάτικος
αυγουστιάτικης	adj	γενική ενικού του αυγουστιάτικη
αυγουστιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του αυγουστιάτικος
αυγουστιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγουστιάτικος
αυγουστιάτικος	adj	που συμβαίνει κατά τον Αύγουστο
αυγουστιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυγουστιάτικος
αυγουστιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυγουστιάτικος
αυγουστιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυγουστιάτικος
αυγουστιές	=	αυγουστιά
αυγουστιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουστιανό
αυγουστιανέ	adj	κλητική ενικού του αυγουστιανός
αυγουστιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγουστιανή
αυγουστιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγουστιανός
αυγουστιανής	adj	γενική ενικού του αυγουστιανή
αυγουστιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγουστιανός
αυγουστιανού	adj	γενική ενικού του αυγουστιανός
αυγουστιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυγουστιανός
αυγουστιανό	adj	αιτιατική ενικού του αυγουστιανός
αυγουστιανός	adj	άλλη μορφή του αυγουστιάτικος
αυγουστιανών	adj	γενική πληθυντικού του αυγουστιανός
αυγουστινιανά	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανέ	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανές	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανή	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αυγουστινιανή) του αυγουστινιανός
αυγουστινιανοί	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανού	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανούς	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανό	=	αυγουστινιανός
αυγουστινιανός	adj	σχετικός με τον Άγιο Αυγουστίνο
αυγουστινιανών	=	αυγουστινιανός
αυγουστιών	=	αυγουστιά
αυγού	=	αυγό
αυγούλα	noun	υποκοριστικό του αυγή
αυγούλας	noun	γενική ενικού του αυγούλα
αυγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγούλα
αυγούλι	noun	υποκοριστικό του αυγό
αυγούλια	=	αυγούλι
αυγωμένα	=	αυγωμένος
αυγωμένε	=	αυγωμένος
αυγωμένες	=	αυγωμένος
αυγωμένη	=	αυγωμένος
αυγωμένης	=	αυγωμένος
αυγωμένο	=	αυγωμένος
αυγωμένοι	=	αυγωμένος
αυγωμένος	verb	άλλη γραφή του αβγωμένος
αυγωμένου	=	αυγωμένος
αυγωμένους	=	αυγωμένος
αυγωμένων	=	αυγωμένος
αυγό	noun	μη ετυμολογική γραφή του αβγό με δίφθογγο -αυ- που εξακολουθεί (αρχή 21ου αιώνα) να βρίσκεται σε ευρεία χρήση
αυγόκοψα	=	αυγοκόβω
αυγόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγόσχημο
αυγόσχημε	adj	κλητική ενικού του αυγόσχημος
αυγόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγόσχημη
αυγόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυγόσχημος
αυγόσχημης	adj	γενική ενικού του αυγόσχημη
αυγόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του αυγόσχημος
αυγόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυγόσχημος
αυγόσχημου	adj	γενική ενικού του αυγόσχημος
αυγόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυγόσχημος
αυγόσχημων	adj	γενική πληθυντικού του αυγόσχημος
αυγότσουφλο	=	αβγότσουφλο
αυγόφετα	noun	άλλη γραφή του αβγόφετα
αυγόφετας	=	αυγόφετα
αυγόφετες	=	αυγόφετα
αυγόφετων	=	αυγόφετα
αυγών	=	αυγή
αυδμ	abbrev	ο κατώτερος αξιωματικός ή υπαξιωματικός που εκτελεί χρέη διοίκησης σε στρατιωτική μονάδα, μετά την αποχώρηση του διοικητή και των επιτελικών στελεχών της μονάδας, με την παρέλευση του ωραρίου εργασίας τους, κατά κανόνα από το απόγευμα μιας ημέρας μέχρι το πρωί της επομένης, καθώς και κατά τις αργίες
αυθάδεια	noun	η ιδιότητα του αυθάδους, η θρασύτητα
αυθάδειας	noun	γενική ενικού του αυθάδεια
αυθάδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθάδεια
αυθάδεις	=	αυθάδης
αυθάδες	=	αυθάδης
αυθάδη	=	αυθάδης
αυθάδης	adj	που δεν δείχνει σεβασμό
αυθάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθάδικο
αυθάδικε	adj	κλητική ενικού του αυθάδικος
αυθάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθάδικη
αυθάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθάδικος
αυθάδικης	adj	γενική ενικού του αυθάδικη
αυθάδικο	adj	αιτιατική ενικού του αυθάδικος
αυθάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθάδικος
αυθάδικος	adj	δύσχρηστη μορφή του αυθάδης
αυθάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυθάδικος
αυθάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθάδικος
αυθάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυθάδικος
αυθάδους	=	αυθάδης
αυθάδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αυθάδης
αυθέντες	=	αυθέντης
αυθέντη	=	αυθέντης
αυθέντης	noun	ο απόλυτος άρχοντας
αυθαίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθαίρετο	adv	άλλη μορφή του αυθαιρέτως
αυθαίρετε	adj	κλητική ενικού του αυθαίρετος
αυθαίρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθαίρετη
αυθαίρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθαίρετος
αυθαίρετης	adj	γενική ενικού του αυθαίρετη
αυθαίρετο	noun	οτιδήποτε έχει κτιστεί χωρίς σχετική νόμιμη άδεια
αυθαίρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθαίρετος
αυθαίρετος	adj	που δε βασίζεται στη λογική ή σε αρχές
αυθαίρετου	adj	γενική ενικού του αυθαίρετος
αυθαίρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθαίρετος
αυθαίρετων	adj	γενική πληθυντικού του αυθαίρετος
αυθαδέστατα	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατε	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατες	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατη	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατης	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατο	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατοι	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του αυθάδης, εξαιρετικά αυθάδης
αυθαδέστατου	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατους	=	αυθαδέστατος
αυθαδέστατων	=	αυθαδέστατος
αυθαδίαζα	=	αυθαδιάζω
αυθαδίαζαν	=	αυθαδιάζω
αυθαδίαζε	=	αυθαδιάζω
αυθαδίαζες	=	αυθαδιάζω
αυθαδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδειών	noun	γενική πληθυντικού του αυθάδεια
αυθαδεστάτη	=	αυθαδέστατος
αυθαδεστάτης	=	αυθαδέστατος
αυθαδεστάτου	=	αυθαδέστατος
αυθαδεστάτους	=	αυθαδέστατος
αυθαδεστάτων	=	αυθαδέστατος
αυθαδιάζαμε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζαν	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζανε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζατε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζει	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζεις	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζετε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζοντας	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζουμε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζουν	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζουνε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάζω	verb	μιλώ με αυθάδη τρόπο, με αυθάδεια
αυθαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσαν	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάσανε	=	αυθαδιάζω
αυθαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαδιάζω
αυθαιρέτει	=	αυθαιρετώ
αυθαιρέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρέτου	=	αυθαίρετο
αυθαιρέτων	=	αυθαίρετο
αυθαιρέτως	adv	με αυθαίρετο τρόπο, χωρίς καμία άδεια ή υπακοή σε νόμους ή αρχές
αυθαιρεσία	noun	η ιδιότητα του αυθαίρετου
αυθαιρεσίας	noun	γενική ενικού του αυθαιρεσία
αυθαιρεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθαιρεσία
αυθαιρεσιών	noun	γενική πληθυντικού του αυθαιρεσία
αυθαιρετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσαν	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετήσανε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθαιρετώ
αυθαιρετεί	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετείς	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετείτε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούμε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούν	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούνε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσα	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσαμε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσαν	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσανε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσατε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσε	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετούσες	=	αυθαιρετώ
αυθαιρετώ	verb	φέρομαι αυθαίρετα
αυθαιρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αυθαιρετώ
αυθεντία	noun	η ιδιότητα αδιαμφισβήτητου κύρους
αυθεντίας	noun	γενική ενικού του αυθεντία
αυθεντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθεντία
αυθεντικά	adv	με αυθεντικό τρόπο, έγκυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθεντικό
αυθεντικέ	adj	κλητική ενικού του αυθεντικός
αυθεντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθεντική
αυθεντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθεντικός
αυθεντικής	adj	γενική ενικού του αυθεντική
αυθεντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθεντικός
αυθεντικοποίηση	noun	η επαλήθευση της ταυτότητας ενός χρήστη που εκτελεί εφαρμογή, συνδέεται σε δίκτυο, ή ζητά πρόσβαση σε ψηφιακό υλικό
αυθεντικοποίησης	=	αυθεντικοποίηση
αυθεντικοποιήσεις	=	αυθεντικοποίηση
αυθεντικοποιήσεων	=	αυθεντικοποίηση
αυθεντικοτήτων	=	αυθεντικότητα
αυθεντικού	adj	γενική ενικού του αυθεντικός
αυθεντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθεντικός
αυθεντικό	adj	αιτιατική ενικού του αυθεντικός
αυθεντικός	adj	που δημιουργήθηκε πράγματι από τον ίδιο τον κατονομαζόμενο ως δημιουργό του και δεν αποτελεί αντίγραφο
αυθεντικότα	=	αυθεντικός
αυθεντικότε	=	αυθεντικός
αυθεντικότερα	=	αυθεντικός
αυθεντικότερε	=	αυθεντικός
αυθεντικότερες	=	αυθεντικός
αυθεντικότερη	=	αυθεντικός
αυθεντικότερης	=	αυθεντικός
αυθεντικότερο	=	αυθεντικός
αυθεντικότεροι	=	αυθεντικός
αυθεντικότερος	=	αυθεντικός
αυθεντικότερου	=	αυθεντικός
αυθεντικότερους	=	αυθεντικός
αυθεντικότερων	=	αυθεντικός
αυθεντικότες	=	αυθεντικός
αυθεντικότη	=	αυθεντικός
αυθεντικότης	=	αυθεντικός
αυθεντικότητα	noun	το να είναι κάποιος αυθεντικός, η ιδιότητα του αυθεντικού
αυθεντικότητας	noun	γενική ενικού του αυθεντικότητα
αυθεντικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθεντικότητα
αυθεντικότο	=	αυθεντικός
αυθεντικότοι	=	αυθεντικός
αυθεντικότος	=	αυθεντικός
αυθεντικότου	=	αυθεντικός
αυθεντικότους	=	αυθεντικός
αυθεντικότων	=	αυθεντικός
αυθεντικών	adj	γενική πληθυντικού του αυθεντικός
αυθεντικώς	adv|formal	άλλη μορφή του αυθεντικά
αυθεντιών	noun	γενική πληθυντικού του αυθεντία
αυθεντών	=	αυθέντης
αυθημερόν	adv	μέσα στην ίδια μέρα
αυθορμήτως	adv|formal	άλλη μορφή του αυθόρμητα
αυθορμησία	noun	το να είναι κάποιος αυθόρμητος ή να φέρεται αυθόρμητα
αυθορμησίας	noun	γενική ενικού του αυθορμησία
αυθορμησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθορμησία
αυθορμησιά	=	αυθορμησία
αυθορμησιών	noun	γενική πληθυντικού του αυθορμησία
αυθορμητισμέ	noun	κλητική ενικού του αυθορμητισμός
αυθορμητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθορμητισμός
αυθορμητισμού	noun	γενική ενικού του αυθορμητισμός
αυθορμητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυθορμητισμός
αυθορμητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυθορμητισμός
αυθορμητισμός	noun	το να είναι κάποιος αυθόρμητος, η ιδιότητα του αυθόρμητου
αυθορμητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυθορμητισμός
αυθυπέρβαση	noun	υπέρβαση του εαυτού, το ξεπέρασμα των αδυναμιών
αυθυπέρβασης	=	αυθυπέρβαση
αυθυπαρξία	noun	η ιδιότητα του αυθύπαρκτου, το να υπάρχει κάτι από μόνο του, χωρίς η ύπαρξή του να εξαρτάται από κάτι άλλο
αυθυπαρξίας	noun	γενική ενικού του αυθυπαρξία
αυθυπαρξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθυπαρξία
αυθυπαρξιών	noun	γενική πληθυντικού του αυθυπαρξία
αυθυπερβάσεις	=	αυθυπέρβαση
αυθυπερβάσεων	=	αυθυπέρβαση
αυθυποβάλλομαι	verb	υποβάλλομαι από μόνος μου σε κάτι (μια ιδέα κ.λπ.)
αυθυποβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυθυποβάλλομαι
αυθυποβολές	=	αυθυποβολή
αυθυποβολή	noun	το να υποβάλλει κάποιος στον εαυτό του μια σκέψη ή ιδέα, κι αυτό να δρα περιοριστικά πάνω του
αυθυποβολής	=	αυθυποβολή
αυθυποβολών	=	αυθυποβολή
αυθυποστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθυπόσταση
αυθυποστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυθυπόσταση
αυθυποστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυθυπόσταση
αυθυποστασία	noun|formal	η ιδιότητα ή η κατάσταση του αυθυπόστατου
αυθυποστασίας	noun	γενική ενικού του αυθυποστασία
αυθυποστασίεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθυποστασία
αυθυποστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθυποστασία
αυθυποστασίεων	noun	γενική πληθυντικού του αυθυποστασία
αυθυποστασιών	noun	γενική πληθυντικού του αυθυποστασία
αυθυπόσταση	noun	οντότητα που υφίσταται από μόνη της, αυτοτελώς και ανεξάρτητα
αυθυπόστασης	noun	γενική ενικού του αυθυπόσταση
αυθυπόστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυθυπόστατος	adv|formal	με αυθυπόστατο τρόπο
αυθυπόστατε	adj	κλητική ενικού του αυθυπόστατος
αυθυπόστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθυπόστατη
αυθυπόστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθυπόστατος
αυθυπόστατης	adj	γενική ενικού του αυθυπόστατη
αυθυπόστατο	=	αυθυπόστατος
αυθυπόστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθυπόστατος
αυθυπόστατος	adj|formal	που έχει τη δική του υπόσταση, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από άλλους και άλλα
αυθυπόστατοςη	=	αυθυπόστατος
αυθυπόστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυθυπόστατος
αυθυπόστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθυπόστατος
αυθυπόστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυθυπόστατος
αυθωρί	adv|formal	άλλη μορφή του αυθωρεί
αυθωρεί	adv|formal	αμέσως, πάραυτα
αυθόρμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυθόρμητος	adv	με αυθόρμητο τρόπο, με αυθορμησία, με αυθορμητισμό
αυθόρμητε	adj	κλητική ενικού του αυθόρμητος
αυθόρμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθόρμητη
αυθόρμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθόρμητος
αυθόρμητης	adj	γενική ενικού του αυθόρμητη
αυθόρμητο	adj	αιτιατική ενικού του αυθόρμητος
αυθόρμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθόρμητος
αυθόρμητος	adj	που γίνεται χωρίς να λογαριάσει κανείς τις συνέπειές της και χωρίς προηγούμενο σχέδιο
αυθόρμητου	adj	γενική ενικού του αυθόρμητος
αυθόρμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθόρμητος
αυθόρμητων	adj	γενική πληθυντικού του αυθόρμητος
αυθύπαρκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθύπαρκτο
αυθύπαρκτε	adj	κλητική ενικού του αυθύπαρκτος
αυθύπαρκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθύπαρκτη
αυθύπαρκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθύπαρκτος
αυθύπαρκτης	adj	γενική ενικού του αυθύπαρκτη
αυθύπαρκτο	adj	αιτιατική ενικού του αυθύπαρκτος
αυθύπαρκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθύπαρκτος
αυθύπαρκτος	adj	που υπάρχει από μόνος του, που η ύπαρξή του δεν οφείλεται στην ύπαρξη ή συνδρομή άλλου
αυθύπαρκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυθύπαρκτος
αυθύπαρκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθύπαρκτος
αυθύπαρκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυθύπαρκτος
αυθύπαρχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθύπαρχτο
αυθύπαρχτε	adj	κλητική ενικού του αυθύπαρχτος
αυθύπαρχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυθύπαρχτη
αυθύπαρχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυθύπαρχτος
αυθύπαρχτης	adj	γενική ενικού του αυθύπαρχτη
αυθύπαρχτο	adj	αιτιατική ενικού του αυθύπαρχτος
αυθύπαρχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυθύπαρχτος
αυθύπαρχτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αυθύπαρκτος
αυθύπαρχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυθύπαρχτος
αυθύπαρχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυθύπαρχτος
αυθύπαρχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυθύπαρχτος
αυλάκι	noun	τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
αυλάκια	=	αυλάκι
αυλάκιαζα	=	αυλακιάζω
αυλάκιαζαν	=	αυλακιάζω
αυλάκιαζε	=	αυλακιάζω
αυλάκιαζες	=	αυλακιάζω
αυλάκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλάκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλάκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλάκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλάκιασμα	noun	το αποτέλεσμα του αυλακιάζω
αυλάκιζα	=	αυλακίζω
αυλάκιζαν	=	αυλακίζω
αυλάκιζε	=	αυλακίζω
αυλάκιζες	=	αυλακίζω
αυλάκισα	=	αυλακίζω
αυλάκισαν	=	αυλακίζω
αυλάκισε	=	αυλακίζω
αυλάκισες	=	αυλακίζω
αυλάκισμα	noun	το αποτέλεσμα του αυλακίζω
αυλάκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυλακώνω
αυλάκων	=	αύλακα
αυλάκωνα	=	αυλακώνω
αυλάκωναν	=	αυλακώνω
αυλάκωνε	=	αυλακώνω
αυλάκωνες	=	αυλακώνω
αυλάκωσα	=	αυλακώνω
αυλάκωσαν	=	αυλακώνω
αυλάκωσε	=	αυλακώνω
αυλάκωσεις	=	αυλάκωση
αυλάκωσες	=	αυλακώνω
αυλάκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυλακώνω, αυλακιά, αυλάκιασμα
αυλάκωσης	noun	γενική ενικού του αυλάκωση
αυλάρχες	=	αυλάρχης
αυλάρχη	=	αυλάρχης
αυλάρχης	noun	ο επικεφαλής της αυλής του παλατιού
αυλέ	noun	κλητική ενικού του αυλός
αυλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλή
αυλή	noun	υπαίθριος περιφραγμένος χώρος που ανήκει σε ένα σπίτι-κτήριο
αυλής	noun	γενική ενικού του αυλή
αυλήτρια	noun	θηλυκό του αυλητής
αυλήτριας	noun	γενική ενικού του αυλήτρια
αυλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλήτρια
αυλαία	noun	βαριά κουρτίνα που χωρίζει τη σκηνή ενός θεάτρου από το χώρο των θεατών
αυλαίας	noun	γενική ενικού του αυλαία
αυλαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλαία
αυλαιών	noun	γενική πληθυντικού του αυλαία
αυλακάρη	=	αυλακάρης
αυλακάρηδες	=	αυλακάρης
αυλακάρηδων	=	αυλακάρης
αυλακάρης	noun|dated	ο υπεύθυνος για τη χρήση του νερού (για πότισμα, άλεσμα σε νερόμυλο κ.λπ.) που ρέει σε μια αύλακα / ένα αυλάκι
αυλακίζαμε	=	αυλακίζω
αυλακίζαν	=	αυλακίζω
αυλακίζανε	=	αυλακίζω
αυλακίζατε	=	αυλακίζω
αυλακίζει	=	αυλακίζω
αυλακίζεις	=	αυλακίζω
αυλακίζετε	=	αυλακίζω
αυλακίζοντας	=	αυλακίζω
αυλακίζουμε	=	αυλακίζω
αυλακίζουν	=	αυλακίζω
αυλακίζουνε	=	αυλακίζω
αυλακίζω	verb	σκάβω αυλάκια, προκειμένου να φυτέψω
αυλακίσαμε	=	αυλακίζω
αυλακίσαν	=	αυλακίζω
αυλακίσανε	=	αυλακίζω
αυλακίσατε	=	αυλακίζω
αυλακίσει	=	αυλακίζω
αυλακίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλάκισμα
αυλακίσματος	noun	γενική ενικού του αυλάκισμα
αυλακίστε	=	αυλακίζω
αυλακιά	noun	αυλάκι
αυλακιάζαμε	=	αυλακιάζω
αυλακιάζαν	=	αυλακιάζω
αυλακιάζανε	=	αυλακιάζω
αυλακιάζατε	=	αυλακιάζω
αυλακιάζει	=	αυλακιάζω
αυλακιάζεις	=	αυλακιάζω
αυλακιάζετε	=	αυλακιάζω
αυλακιάζοντας	=	αυλακιάζω
αυλακιάζουμε	=	αυλακιάζω
αυλακιάζουν	=	αυλακιάζω
αυλακιάζουνε	=	αυλακιάζω
αυλακιάζω	verb	σκάβω αυλάκια, προκειμένου να φυτέψω
αυλακιάς	noun	γενική ενικού του αυλακιά
αυλακιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσαν	=	αυλακιάζω
αυλακιάσανε	=	αυλακιάζω
αυλακιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλάκιασμα
αυλακιάσματος	noun	γενική ενικού του αυλάκιασμα
αυλακιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυλακιάζω
αυλακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλακιά
αυλακιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αυλάκιασμα
αυλακιού	=	αυλάκι
αυλακισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αυλάκισμα
αυλακιών	=	αυλάκι
αυλακωθήκαμε	=	αυλακώνομαι
αυλακωθήκαν	=	αυλακώνομαι
αυλακωθήκανε	=	αυλακώνομαι
αυλακωθήκατε	=	αυλακώνομαι
αυλακωθεί	=	αυλακώνομαι
αυλακωθείτε	=	αυλακώνομαι
αυλακωμάτων	=	αυλάκωμα
αυλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλακωμένο
αυλακωμένε	verb	κλητική ενικού του αυλακωμένος
αυλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλακωμένη
αυλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυλακωμένος
αυλακωμένης	verb	γενική ενικού του αυλακωμένη
αυλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυλακωμένος
αυλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυλακωμένος
αυλακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυλακώνω
αυλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυλακωμένος
αυλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυλακωμένος
αυλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυλακωμένος
αυλακωνόμασταν	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόμαστε	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόμουν	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόμουνα	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόντουσαν	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόσασταν	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόσαστε	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόσουν	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόσουνα	=	αυλακώνομαι
αυλακωνόταν	=	αυλακώνομαι
αυλακωνότανε	=	αυλακώνομαι
αυλακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλακωτό	adv	με αυλακώσεις
αυλακωτέ	adj	κλητική ενικού του αυλακωτός
αυλακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλακωτή
αυλακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυλακωτός
αυλακωτής	adj	γενική ενικού του αυλακωτή
αυλακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυλακωτός
αυλακωτού	adj	γενική ενικού του αυλακωτός
αυλακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυλακωτός
αυλακωτό	adj	αιτιατική ενικού του αυλακωτός
αυλακωτός	adj	που έχει αυλάκια πάνω του
αυλακωτών	adj	γενική πληθυντικού του αυλακωτός
αυλακώθηκα	=	αυλακώνομαι
αυλακώθηκαν	=	αυλακώνομαι
αυλακώθηκε	=	αυλακώνομαι
αυλακώθηκες	=	αυλακώνομαι
αυλακώματα	=	αυλάκωμα
αυλακώματος	=	αυλάκωμα
αυλακώναμε	=	αυλακώνω
αυλακώναν	=	αυλακώνω
αυλακώνανε	=	αυλακώνω
αυλακώνατε	=	αυλακώνω
αυλακώνει	=	αυλακώνω
αυλακώνεις	=	αυλακώνω
αυλακώνεσαι	=	αυλακώνομαι
αυλακώνεστε	=	αυλακώνομαι
αυλακώνεται	=	αυλακώνομαι
αυλακώνετε	=	αυλακώνω
αυλακώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αυλακώνω
αυλακώνονται	=	αυλακώνομαι
αυλακώνονταν	=	αυλακώνομαι
αυλακώνοντας	=	αυλακώνω
αυλακώνου	=	αυλακώνομαι
αυλακώνουμε	=	αυλακώνω
αυλακώνουν	=	αυλακώνω
αυλακώνουνε	=	αυλακώνω
αυλακώνω	verb	σκάβω αυλάκια, προκειμένου να φυτέψω
αυλακώσαμε	=	αυλακώνω
αυλακώσαν	=	αυλακώνω
αυλακώσανε	=	αυλακώνω
αυλακώσατε	=	αυλακώνω
αυλακώσει	=	αυλακώνω
αυλακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλάκωση
αυλακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυλάκωση
αυλακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυλάκωση
αυλακώσου	=	αυλακώνομαι
αυλακώστε	=	αυλακώνω
αυλαρχία	noun	το αξίωμα ενός αυλάρχη
αυλαρχίας	noun	γενική ενικού του αυλαρχία
αυλαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλαρχία
αυλαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλαρχείο
αυλαρχείο	noun	η έδρα ενός αυλάρχη
αυλαρχείου	noun	γενική ενικού του αυλαρχείο
αυλαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του αυλαρχείο
αυλαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αυλαρχία
αυλαρχών	=	αυλάρχης
αυλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλητής
αυλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αυλητής
αυλητής	noun	ο μουσικός που παίζει αυλό
αυλητρίδα	noun	θηλυκό του αυλητής
αυλητρίδας	=	αυλητρίδα
αυλητρίδες	=	αυλητρίδα
αυλητρίδων	=	αυλητρίδα
αυλητριών	noun	γενική πληθυντικού του αυλήτρια
αυλητών	noun	γενική πληθυντικού του αυλητής
αυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλικό	adv	με τον τρόπο των αυλικών
αυλικέ	adj	κλητική ενικού του αυλικός
αυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλική
αυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυλικός
αυλικής	adj	γενική ενικού του αυλική
αυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυλικός
αυλικού	adj	γενική ενικού του αυλικός
αυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυλικός
αυλικό	adj	αιτιατική ενικού του αυλικός
αυλικός	noun	μέλος της ηγεμονικής αυλής	adj	που έχει σχέση με την αυλή κάποιου ηγεμόνα, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν
αυλικών	adj	γενική πληθυντικού του αυλικός
αυλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυλός
αυλοθύρων	=	αυλόθυρα
αυλοθύρών	=	αυλόθυρα
αυλοκολάκων	=	αυλοκόλακας
αυλοκολακεία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός αυλοκόλακα
αυλοκολακείας	noun	γενική ενικού του αυλοκολακεία
αυλοκολακείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλοκολακεία
αυλοκολακειών	noun	γενική πληθυντικού του αυλοκολακεία
αυλοκόλακα	=	αυλοκόλακας
αυλοκόλακας	noun	αυτός που κολακεύει τη βασιλική αυλή, το βασιλιά ή τους αυλικούς
αυλοκόλακες	=	αυλοκόλακας
αυλοπορτών	=	αυλόπορτα
αυλού	noun	γενική ενικού του αυλός
αυλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυλός
αυλωθητήρα	=	αυλωθητήρας
αυλωθητήρας	noun	είδος κινητήρα τζετ που κατά την ώθηση πιέζει τον αέρα σ’ έναν ειδικό αυλό
αυλωθητήρες	=	αυλωθητήρας
αυλωθητήρων	=	αυλωθητήρας
αυλωνίτικα	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικε	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικες	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικη	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικης	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικο	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικοι	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Αυλώνας ή τους κατοίκους του
αυλωνίτικου	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικους	=	αυλωνίτικος
αυλωνίτικων	=	αυλωνίτικος
αυλό	noun	αιτιατική ενικού του αυλός
αυλόγυρε	=	αυλόγυρος
αυλόγυρο	=	αυλόγυρος
αυλόγυροι	=	αυλόγυρος
αυλόγυρος	noun	η αυλή γύρω από κάποιο κτίσμα
αυλόγυρου	=	αυλόγυρος
αυλόγυρους	=	αυλόγυρος
αυλόγυρων	=	αυλόγυρος
αυλόδουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλόδουλο
αυλόδουλε	adj	κλητική ενικού του αυλόδουλος
αυλόδουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλόδουλη
αυλόδουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυλόδουλος
αυλόδουλης	adj	γενική ενικού του αυλόδουλη
αυλόδουλο	adj	αιτιατική ενικού του αυλόδουλος
αυλόδουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυλόδουλος
αυλόδουλος	adj	που φέρεται με δουλοπρέπεια προς τη βασιλική αυλή, το βασιλιά ή τους αυλικούς
αυλόδουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυλόδουλος
αυλόδουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυλόδουλος
αυλόδουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυλόδουλος
αυλόθυρα	noun	η αυλόπορτα
αυλόθυρας	noun	γενική ενικού του αυλόθυρα
αυλόθυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλόθυρα
αυλόπορτα	noun	η πόρτα της αυλής
αυλόπορτας	noun	γενική ενικού του αυλόπορτα
αυλόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυλόπορτα
αυλός	noun	πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
αυλότοιχε	=	αυλότοιχος
αυλότοιχο	=	αυλότοιχος
αυλότοιχοι	=	αυλότοιχος
αυλότοιχος	noun	τοίχος γύρω από κάποια αυλή
αυλότοιχου	=	αυλότοιχος
αυλότοιχους	=	αυλότοιχος
αυλότοιχων	=	αυλότοιχος
αυλών	noun	γενική πληθυντικού του αυλός
αυνανίζεσαι	=	αυνανίζομαι
αυνανίζεστε	=	αυνανίζομαι
αυνανίζεται	=	αυνανίζομαι
αυνανίζομαι	verb	αυτοϊκανοποιούμαι σεξουαλικά
αυνανίζονται	=	αυνανίζομαι
αυνανίζονταν	=	αυνανίζομαι
αυνανίσου	=	αυνανίζομαι
αυνανίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανίστρια	noun	κάποια που αυνανίζεται
αυνανίστριας	=	αυνανίστρια
αυνανίστριες	=	αυνανίστρια
αυνανιζόμασταν	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόμαστε	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόμενα	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενε	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενες	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενη	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενης	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενο	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενοι	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιζόμενου	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενους	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμενων	=	αυνανιζόμενος
αυνανιζόμουν	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόμουνα	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόντουσαν	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόσασταν	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόσαστε	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόσουν	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόσουνα	=	αυνανίζομαι
αυνανιζόταν	=	αυνανίζομαι
αυνανιζότανε	=	αυνανίζομαι
αυνανισμέ	noun	κλητική ενικού του αυνανισμός
αυνανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυνανισμός
αυνανισμού	noun	γενική ενικού του αυνανισμός
αυνανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυνανισμός
αυνανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυνανισμός
αυνανισμός	noun	η σεξουαλική αυτοϊκανοποίηση
αυνανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυνανισμός
αυνανιστές	=	αυνανιστής
αυνανιστή	=	αυνανιστής
αυνανιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστήκαν	=	αυνανίζομαι
αυνανιστήκανε	=	αυνανίζομαι
αυνανιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστής	noun	κάποιος που αυνανίζεται
αυνανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστικά	=	αυνανιστικός
αυνανιστικέ	=	αυνανιστικός
αυνανιστικές	=	αυνανιστικός
αυνανιστική	=	αυνανιστικός
αυνανιστικής	=	αυνανιστικός
αυνανιστικοί	=	αυνανιστικός
αυνανιστικού	=	αυνανιστικός
αυνανιστικούς	=	αυνανιστικός
αυνανιστικό	=	αυνανιστικός
αυνανιστικός	noun	που έχει σχέση με αυνανιστή ή αυνανισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
αυνανιστικών	=	αυνανιστικός
αυνανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστούνε	=	αυνανίζομαι
αυνανιστριών	=	αυνανίστρια
αυνανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυνανίζομαι
αυνανιστών	=	αυνανιστής
αυξάναμε	=	αυξάνω
αυξάναν	=	αυξάνω
αυξάνανε	=	αυξάνω
αυξάνατε	=	αυξάνω
αυξάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αυξάνω
αυξάνεις	=	αυξάνω
αυξάνεσαι	=	αυξάνω
αυξάνεστε	=	αυξάνω
αυξάνεται	=	αυξάνω
αυξάνετε	=	αυξάνω
αυξάνομαι	verb	γίνομαι μεγαλύτερος σε μέγεθος, ποσότητα, όγκο κλπ
αυξάνομε	=	αυξάνω
αυξάνονται	=	αυξάνω
αυξάνονταν	=	αυξάνω
αυξάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αυξάνω
αυξάνου	=	αυξάνομαι
αυξάνουμε	=	αυξάνω
αυξάνουν	=	αυξάνω
αυξάνουνε	=	αυξάνω
αυξάνω	verb	μεγαλώνω την ποσότητα
αυξήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσαν	=	αυξάνω
αυξήσανε	=	αυξάνω
αυξήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αύξηση
αυξήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αύξηση
αυξήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αύξηση
αυξήσομε	=	αυξάνω
αυξήσου	=	αυξάνω
αυξήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσουνε	=	αυξάνω
αυξήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αυξίνες	=	αυξίνη
αυξίνη	noun	γενικό όνομα ουσίας που ρυθμίζει την ανάπτυξη των φυτών τόσο σε βαθμό κυττάρων όσο και σε άλλες λειτουργίες.
αυξίνης	=	αυξίνη
αυξαίνω	verb	άλλη μορφή του αυξάνω
αυξανόμασταν	=	αυξάνω
αυξανόμαστε	=	αυξάνω
αυξανόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξανόμενο
αυξανόμενε	adj	κλητική ενικού του αυξανόμενος
αυξανόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξανόμενη
αυξανόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυξανόμενος
αυξανόμενης	adj	γενική ενικού του αυξανόμενη
αυξανόμενο	adj	αιτιατική ενικού του αυξανόμενος
αυξανόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυξανόμενος
αυξανόμενος	verb	που αυξάνεται
αυξανόμενου	verb	γενική ενικού του αυξανόμενος
αυξανόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυξανόμενος
αυξανόμενων	adj	γενική πληθυντικού του αυξανόμενος
αυξανόμουν	=	αυξάνω
αυξανόμουνα	=	αυξάνω
αυξανόντουσαν	=	αυξάνω
αυξανόσασταν	=	αυξάνω
αυξανόσαστε	=	αυξάνω
αυξανόσουν	=	αυξάνω
αυξανόσουνα	=	αυξάνω
αυξανόταν	=	αυξάνω
αυξανότανε	=	αυξάνω
αυξηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθήκαν	=	αυξάνω
αυξηθήκανε	=	αυξάνω
αυξηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξηθούνε	=	αυξάνω
αυξηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
αυξημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξημένο
αυξημένε	verb	κλητική ενικού του αυξημένος
αυξημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξημένη
αυξημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυξημένος
αυξημένης	verb	γενική ενικού του αυξημένη
αυξημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυξημένος
αυξημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυξημένος
αυξημένος	verb	που έχει αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν ή είναι μεγαλύτερος από το αναμενόμενο
αυξημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυξημένος
αυξημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυξημένος
αυξημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυξημένος
αυξητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξητικό
αυξητικέ	adj	κλητική ενικού του αυξητικός
αυξητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξητική
αυξητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυξητικός
αυξητικής	adj	γενική ενικού του αυξητική
αυξητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυξητικός
αυξητικού	adj	γενική ενικού του αυξητικός
αυξητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυξητικός
αυξητικό	adj	αιτιατική ενικού του αυξητικός
αυξητικός	adj	που αναφέρεται στην αύξηση
αυξητικών	adj	γενική πληθυντικού του αυξητικός
αυξινών	=	αυξίνη
αυξομείωνα	=	αυξομειώνω
αυξομείωναν	=	αυξομειώνω
αυξομείωνε	=	αυξομειώνω
αυξομείωνες	=	αυξομειώνω
αυξομείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομείωση	noun	η εναλλαγή αύξησης και μείωσης με περιοδικό ή μη περιοδικό ρυθμό
αυξομείωσης	noun	γενική ενικού του αυξομείωση
αυξομειούμενος	=	αυξομειώνω
αυξομειωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθήκαν	=	αυξομειώνω
αυξομειωθήκανε	=	αυξομειώνω
αυξομειωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωθούνε	=	αυξομειώνω
αυξομειωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξομειωμένο
αυξομειωμένε	verb	κλητική ενικού του αυξομειωμένος
αυξομειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξομειωμένη
αυξομειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυξομειωμένος
αυξομειωμένης	verb	γενική ενικού του αυξομειωμένη
αυξομειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυξομειωμένος
αυξομειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυξομειωμένος
αυξομειωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυξομειώνω
αυξομειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυξομειωμένος
αυξομειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυξομειωμένος
αυξομειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυξομειωμένος
αυξομειωνόμασταν	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόμαστε	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόμουν	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόμουνα	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόντουσαν	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόσασταν	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόσαστε	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόσουν	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόσουνα	=	αυξομειώνω
αυξομειωνόταν	=	αυξομειώνω
αυξομειωνότανε	=	αυξομειώνω
αυξομειωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξομειωτικό
αυξομειωτικέ	adj	κλητική ενικού του αυξομειωτικός
αυξομειωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξομειωτική
αυξομειωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυξομειωτικός
αυξομειωτικής	adj	γενική ενικού του αυξομειωτική
αυξομειωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυξομειωτικός
αυξομειωτικού	adj	γενική ενικού του αυξομειωτικός
αυξομειωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυξομειωτικός
αυξομειωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αυξομειωτικός
αυξομειωτικός	adj	που έχει σχέση με την αυξομείωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
αυξομειωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αυξομειωτικός
αυξομειώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνομαι
αυξομειώναμε	=	αυξομειώνω
αυξομειώναν	=	αυξομειώνω
αυξομειώνανε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνατε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνει	=	αυξομειώνω
αυξομειώνεις	=	αυξομειώνω
αυξομειώνεσαι	=	αυξομειώνω
αυξομειώνεστε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνεται	=	αυξομειώνω
αυξομειώνετε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνομαι	=	αυξομειώνω
αυξομειώνομε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνονται	=	αυξομειώνω
αυξομειώνονταν	=	αυξομειώνω
αυξομειώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώνουμε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνουν	=	αυξομειώνω
αυξομειώνουνε	=	αυξομειώνω
αυξομειώνω	verb	αυξάνω και μειώνω επαναλαμβάνοντας διαδοχικά την όλη διαδικασία
αυξομειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσαν	=	αυξομειώνω
αυξομειώσανε	=	αυξομειώνω
αυξομειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυξομείωση
αυξομειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυξομείωση
αυξομειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυξομείωση
αυξομειώσομε	=	αυξομειώνω
αυξομειώσου	=	αυξομειώνω
αυξομειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσουνε	=	αυξομειώνω
αυξομειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξομειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξομειώνω
αυξορρυθμίσεις	=	αυξορρύθμιση
αυξορρυθμίσεων	=	αυξορρύθμιση
αυξορρύθμιση	noun	αύξηση της κυτταρικής δραστηριότητας, της παραγωγής πρωτεϊνών και της μεταγραφής RNA
αυξορρύθμισης	=	αυξορρύθμιση
αυξοτήτων	=	αυξότητα
αυξουσών	noun	γενική πληθυντικού του αύξουσα
αυξούσης	=	αύξων
αυξόντων	=	αύξων
αυξότητα	noun	άλλη μορφή του αύξηση
αυξότητας	=	αυξότητα
αυξότητες	=	αυξότητα
αυξότροφα	=	αυξότροφος
αυξότροφε	=	αυξότροφος
αυξότροφες	=	αυξότροφος
αυξότροφη	=	αυξότροφος
αυξότροφης	=	αυξότροφος
αυξότροφο	=	αυξότροφος
αυξότροφοι	=	αυξότροφος
αυξότροφος	adj	μεταλλαγμένο στέλεχος μικροοργανισμού που απαιτεί παράγοντες ανάπτυξης περισσότερους από εκείνους που απαιτεί ο αρχικός (άγριος) τύπος του.
αυξότροφου	=	αυξότροφος
αυξότροφους	=	αυξότροφος
αυξότροφων	=	αυξότροφος
αυριανά	noun	ό,τι πρόκειται να συμβεί ή θα συμβεί αύριο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυριανό
αυριανέ	adj	κλητική ενικού του αυριανός
αυριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυριανή
αυριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυριανός
αυριανής	adj	γενική ενικού του αυριανή
αυριανισμέ	=	αυριανισμός
αυριανισμοί	=	αυριανισμός
αυριανισμού	=	αυριανισμός
αυριανισμούς	=	αυριανισμός
αυριανισμό	=	αυριανισμός
αυριανισμός	noun	δημοσιογραφικός λαϊκισμός
αυριανισμών	=	αυριανισμός
αυριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυριανός
αυριανού	adj	γενική ενικού του αυριανός
αυριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυριανός
αυριανό	adj	αιτιατική ενικού του αυριανός
αυριανός	adj	που αναφέρεται στο αύριο ή έχει σχέση με το αύριο
αυριανών	adj	γενική πληθυντικού του αυριανός
αυροφίλητος	adj|formal	που τον χαϊδεύει απαλά ο άνεμος, που τον αγγίζει ελαφρά η αύρα
αυρών	noun	γενική πληθυντικού του αύρα
αυστηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστηρό	adv	με αυστηρό τρόπο, με αυστηρότητα
αυστηράς	=	αυστηρός
αυστηρέ	adj	κλητική ενικού του αυστηρός
αυστηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστηρή
αυστηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυστηρός
αυστηρής	adj	γενική ενικού του αυστηρή
αυστηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυστηρός
αυστηροποίηση	noun	το να κάνω κάτι πιο αυστηρό, λιγότερο χαλαρό
αυστηροποίησης	=	αυστηροποίηση
αυστηροποιήσεις	=	αυστηροποίηση
αυστηροποιήσεων	=	αυστηροποίηση
αυστηροτήτων	=	αυστηρότητα
αυστηρού	adj	γενική ενικού του αυστηρός
αυστηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυστηρός
αυστηρό	adj	αιτιατική ενικού του αυστηρός
αυστηρός	adj	που εξαναγκάζει άλλους να τηρούν τους νόμους χωρίς παρέκκλιση
αυστηρότατα	=	αυστηρός
αυστηρότατε	=	αυστηρός
αυστηρότατες	=	αυστηρός
αυστηρότατη	=	αυστηρός
αυστηρότατης	=	αυστηρός
αυστηρότατο	=	αυστηρός
αυστηρότατοι	=	αυστηρός
αυστηρότατος	=	αυστηρός
αυστηρότατου	=	αυστηρός
αυστηρότατους	=	αυστηρός
αυστηρότατων	=	αυστηρός
αυστηρότερα	=	αυστηρός
αυστηρότερε	=	αυστηρός
αυστηρότερες	=	αυστηρός
αυστηρότερη	=	αυστηρός
αυστηρότερης	=	αυστηρός
αυστηρότερο	=	αυστηρός
αυστηρότεροι	=	αυστηρός
αυστηρότερος	=	αυστηρός
αυστηρότερου	=	αυστηρός
αυστηρότερους	=	αυστηρός
αυστηρότερων	=	αυστηρός
αυστηρότητα	noun	η ιδιότητα του να είναι κανείς αυστηρός
αυστηρότητας	noun	γενική ενικού του αυστηρότητα
αυστηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστηρότητα
αυστηρών	adj	γενική πληθυντικού του αυστηρός
αυστραλέ	=	αυστραλός
αυστραλέζα	=	αυστραλός
αυστραλέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστραλέζικο
αυστραλέζικε	adj	κλητική ενικού του αυστραλέζικος
αυστραλέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστραλέζικη
αυστραλέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυστραλέζικος
αυστραλέζικης	adj	γενική ενικού του αυστραλέζικη
αυστραλέζικο	adj	αιτιατική ενικού του αυστραλέζικος
αυστραλέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυστραλέζικος
αυστραλέζικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αυστραλιανός
αυστραλέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυστραλέζικος
αυστραλέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυστραλέζικος
αυστραλέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυστραλέζικος
αυστραλέζος	=	αυστραλός
αυστραλές	=	αυστραλή
αυστραλή	noun	η Αυστραλή
αυστραλής	=	αυστραλή
αυστραλιακά	=	αυστραλιακός
αυστραλιακέ	=	αυστραλιακός
αυστραλιακές	=	αυστραλιακός
αυστραλιακή	=	αυστραλιακός
αυστραλιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αυστραλιακή) του αυστραλιακός
αυστραλιακοί	=	αυστραλιακός
αυστραλιακού	=	αυστραλιακός
αυστραλιακούς	=	αυστραλιακός
αυστραλιακό	=	αυστραλιακός
αυστραλιακός	adj	άλλη γραφή του αυστραλιανός
αυστραλιακών	=	αυστραλιακός
αυστραλιανά	=	αυστραλιανός
αυστραλιανέ	=	αυστραλιανός
αυστραλιανές	=	αυστραλιανός
αυστραλιανή	=	αυστραλιανός
αυστραλιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αυστραλιανή) του αυστραλιανός
αυστραλιανοί	=	αυστραλιανός
αυστραλιανού	=	αυστραλιανός
αυστραλιανούς	=	αυστραλιανός
αυστραλιανό	=	αυστραλιανός
αυστραλιανός	adj	ο σχετικός με την Αυστραλία ή τους Αυστραλούς
αυστραλιανών	=	αυστραλιανός
αυστραλοί	=	αυστραλός
αυστραλογεννημένα	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένε	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένες	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένη	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένης	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένο	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένοι	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένος	adj	άτομο που γεννήθηκε στην Αυστραλία, ανεξαρτήτως καταγωγής, συχνά με έμφαση σε παιδιά μεταναστών που μεγάλωσαν εκεί
αυστραλογεννημένου	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένους	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλογεννημένων	=	αυστραλογεννημένος
αυστραλοειδές	=	αυστραλοειδής
αυστραλοειδή	=	αυστραλοειδής
αυστραλοειδής	adj	που έχει στοιχεία της φυλής των γηγενών κατοίκων της Ωκεανίας
αυστραλοειδείς	=	αυστραλοειδής
αυστραλοειδούς	=	αυστραλοειδής
αυστραλοειδών	=	αυστραλοειδής
αυστραλοπίθηκε	noun	κλητική ενικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπίθηκο	noun	αιτιατική ενικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπίθηκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπίθηκος	noun	γένος ανθρωπιδών
αυστραλοπίθηκου	noun	γενική ενικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπίθηκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπίθηκων	noun	γενική πληθυντικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπιθήκου	noun	γενική ενικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπιθήκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλοπιθήκων	noun	γενική πληθυντικού του αυστραλοπίθηκος
αυστραλού	=	αυστραλός
αυστραλούς	=	αυστραλός
αυστραλό	=	αυστραλός
αυστραλός	noun	ο Αυστραλός
αυστραλών	=	αυστραλός
αυστριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστριακό
αυστριακέ	adj	κλητική ενικού του αυστριακός
αυστριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυστριακή
αυστριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυστριακός
αυστριακής	adj	γενική ενικού του αυστριακή
αυστριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυστριακός
αυστριακού	adj	γενική ενικού του αυστριακός
αυστριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυστριακός
αυστριακό	adj	αιτιατική ενικού του αυστριακός
αυστριακός	adj	ο σχετικός με την Αυστρία ή τους Αυστριακούς
αυστριακών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αυστριακός
αυστροφασισμέ	=	αυστροφασισμός
αυστροφασισμοί	=	αυστροφασισμός
αυστροφασισμού	=	αυστροφασισμός
αυστροφασισμούς	=	αυστροφασισμός
αυστροφασισμό	=	αυστροφασισμός
αυστροφασισμός	noun	χαρακτηρισμός του πολιτικού κινήματος (και της ιδεολογίας του) που κυβέρνησε την Αυστρία την περίοδο 1933-1938, που συνδύαζε αρχές του ιταλικού φασισμού, όπως ο κορπορατισμός, με παραδοσιακές συντηρητικές αξίες του αυστριακού καθολικισμού
αυστροφασισμών	=	αυστροφασισμός
αυτά	pron	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αυτό) του αυτός
αυτάδελφε	noun	κλητική ενικού του αυτάδελφος
αυτάδελφο	noun	αιτιατική ενικού του αυτάδελφος
αυτάδελφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτάδελφος
αυτάδελφος	noun	αδελφός (και από τους δύο γονείς, όχι ετεροθαλής)
αυτάδελφου	noun	γενική ενικού του αυτάδελφος
αυτάδελφους	=	αυτάδελφος
αυτάδελφων	noun	γενική πληθυντικού του αυτάδελφος
αυτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτάκι
αυτάξια	=	αυτάξιος
αυτάξιας	=	αυτάξιος
αυτάξιε	=	αυτάξιος
αυτάξιες	=	αυτάξιος
αυτάξιο	=	αυτάξιος
αυτάξιοι	=	αυτάξιος
αυτάξιος	adj|formal	που τον χαρακτηρίζει η αυταξία
αυτάξιου	=	αυτάξιος
αυτάξιους	=	αυτάξιος
αυτάξιων	=	αυτάξιος
αυτάρεσκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτάρεσκος	adv|formal	με αυτάρεσκο τρόπο, με αυταρέσκεια
αυτάρεσκε	adj	κλητική ενικού του αυτάρεσκος
αυτάρεσκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτάρεσκη
αυτάρεσκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτάρεσκος
αυτάρεσκης	adj	γενική ενικού του αυτάρεσκη
αυτάρεσκο	adj	αιτιατική ενικού του αυτάρεσκος
αυτάρεσκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτάρεσκος
αυτάρεσκος	adj	που ευχαριστιέται θαυμάζοντας τον εαυτό του και τις πραγματικές ή υποθετικές αρετές του
αυτάρεσκου	adj	γενική ενικού του αυτάρεσκος
αυτάρεσκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτάρεσκος
αυτάρεσκων	adj	γενική πληθυντικού του αυτάρεσκος
αυτάρκεια	noun	η ιδιότητα του αυτάρκους, η πληρότητα σχετικά με όλα τα αναγκαία, η έλλειψη ανάγκης για εξωτερική βοήθεια
αυτάρκειας	noun	γενική ενικού του αυτάρκεια
αυτάρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτάρκεια
αυτάρκεις	=	αυτάρκης
αυτάρκη	=	αυτάρκης
αυτάρκης	adj	που ικανοποιεί μόνος του τις ανάγκες του
αυτάρκους	=	αυτάρκης
αυτάρκων	=	αυτάρκης
αυτέ	=	τα
αυτές	pron	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους (αυτή) του αυτός
αυτή	pron	ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του αυτός
αυτήκοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτήκοο
αυτήκοε	adj	κλητική ενικού του αυτήκοος
αυτήκοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτήκοη
αυτήκοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτήκοος
αυτήκοης	adj	γενική ενικού του αυτήκοη
αυτήκοο	adj	αιτιατική ενικού του αυτήκοος
αυτήκοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτήκοος
αυτήκοος	adj	που άκουσε ο ίδιος κάτι, με τα ίδια του τα αφτιά
αυτήκοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτήκοος
αυτήκοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτήκοος
αυτήκοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτήκοος
αυτήν	pron	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους (αυτή) του αυτός
αυτής	pron	γενική ενικού, θηλυκού γένους του αυτός
αυτί	noun	άλλη γραφή του αφτί
αυταγάπες	=	αυταγάπη
αυταγάπη	noun	η αγάπη για τον εαυτό μας, ο σεβασμός και η εκτίμηση προς τον εαυτό μας
αυταγάπης	=	αυταγάπη
αυταδέλφες	=	αυταδέλφη
αυταδέλφη	noun	αυτάδελφος
αυταδέλφης	=	αυταδέλφη
αυταδέλφισσα	noun	αυτάδελφος
αυταδέλφισσας	noun	γενική ενικού του αυταδέλφισσα
αυταδέλφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταδέλφισσα
αυταδέλφου	noun	γενική ενικού του αυτάδελφος
αυταδέλφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτάδελφος
αυταδέλφων	noun	γενική πληθυντικού του αυτάδελφος
αυταδελφισσών	noun	γενική πληθυντικού του αυταδέλφισσα
αυταδελφών	=	αυταδέλφη
αυτανάλυση	noun	άλλη μορφή του αυτοανάλυση
αυτανάλυσης	=	αυτανάλυση
αυτανάφλεξη	noun	ανάφλεξη χωρίς εξωτερική πηγή θερμότητας
αυτανάφλεξης	=	αυτανάφλεξη
αυταναλύσεις	=	αυτανάλυση
αυταναλύσεων	=	αυτανάλυση
αυταναφλέγεσαι	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέγεστε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέγεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αυταναφλέγομαι
αυταναφλέγομαι	verb	αναφλέγομαι από μόνος μου
αυταναφλέγονται	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέγονταν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέγου	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέξεις	=	αυτανάφλεξη
αυταναφλέξεων	=	αυτανάφλεξη
αυταναφλέξεως	=	αυτανάφλεξη
αυταναφλέξου	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέχτηκα	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέχτηκαν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέχτηκε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλέχτηκες	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγμένος	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόμασταν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόμαστε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόμουν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόμουνα	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόντουσαν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόσασταν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόσαστε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόσουν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόσουνα	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγόταν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεγότανε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεχτήκαμε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεχτήκαν	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεχτήκανε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεχτήκατε	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεχτεί	=	αυταναφλέγομαι
αυταναφλεχτείτε	=	αυταναφλέγομαι
αυταξία	noun|formal	η ύπαρξη ή η απόδοση αξίας σε κάποιον ή κάτι για λόγους που εκπορεύονται απ’ αυτό(ν) το(ν) ίδιο(ν)
αυταξίας	noun	γενική ενικού του αυταξία
αυταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταξία
αυταξιολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταξιολόγηση
αυταξιολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυταξιολόγηση
αυταξιολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυταξιολόγηση
αυταξιολόγηση	noun	άλλη μορφή του αυτοαξιολόγηση
αυταξιολόγησης	noun	γενική ενικού του αυταξιολόγηση
αυταξιοτήτων	=	αυταξιότητα
αυταξιότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή ή συμπεριφορά του αυτάξιου
αυταξιότητας	=	αυταξιότητα
αυταξιότητες	=	αυταξιότητα
αυταξιών	noun	γενική πληθυντικού του αυταξία
αυταπάγγελατος	=	αυτεπάγγελτος
αυταπάρνηση	noun	το να απαρνιέται κάποιος τον εαυτό του για τους άλλους, να θυσιάζει τα συμφέροντα του για καλό σκοπό
αυταπάρνησης	=	αυταπάρνηση
αυταπάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταπάτη
αυταπάτη	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα
αυταπάτης	=	αυταπάτη
αυταπαρνήσεις	=	αυταπάρνηση
αυταπαρνήσεων	=	αυταπάρνηση
αυταπαρνήσεως	=	αυταπάρνηση
αυταπασχολούμαι	verb	άλλη μορφή του αυτοαπασχολούμαι
αυταπατάσαι	=	αυταπατώμαι
αυταπατάσθε	=	αυταπατώμαι
αυταπατάστε	=	αυταπατώμαι
αυταπατάται	=	αυταπατώμαι
αυταπατήθηκα	=	αυταπατώμαι
αυταπατήθηκαν	=	αυταπατώμαι
αυταπατήθηκε	=	αυταπατώμαι
αυταπατήθηκες	=	αυταπατώμαι
αυταπατήσου	=	αυταπατώμαι
αυταπατηθήκαμε	=	αυταπατώμαι
αυταπατηθήκαν	=	αυταπατώμαι
αυταπατηθήκανε	=	αυταπατώμαι
αυταπατηθήκατε	=	αυταπατώμαι
αυταπατηθεί	=	αυταπατώμαι
αυταπατηθείτε	=	αυταπατώμαι
αυταπατημένος	=	αυταπατώμαι
αυταπατιέμαι	=	αυταπατώμαι
αυταπατόμασταν	=	αυταπατώμαι
αυταπατόμαστε	=	αυταπατώμαι
αυταπατόμουν	=	αυταπατώμαι
αυταπατόνταν	=	αυταπατώμαι
αυταπατόντουσαν	=	αυταπατώμαι
αυταπατόσασταν	=	αυταπατώμαι
αυταπατόσουν	=	αυταπατώμαι
αυταπατόταν	=	αυταπατώμαι
αυταπατώμαι	verb|formal	ξεγελώ τον εαυτό μου, τον εξαπατώ
αυταπατώμεθα	=	αυταπατώμαι
αυταπατών	=	αυταπάτη
αυταπατώνται	=	αυταπατώμαι
αυταπόδεικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυταπόδεικτος	adv	με αυταπόδεικτο τρόπο
αυταπόδεικτε	adj	κλητική ενικού του αυταπόδεικτος
αυταπόδεικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταπόδεικτη
αυταπόδεικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυταπόδεικτος
αυταπόδεικτης	adj	γενική ενικού του αυταπόδεικτη
αυταπόδεικτο	adj	αιτιατική ενικού του αυταπόδεικτος
αυταπόδεικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυταπόδεικτος
αυταπόδεικτος	adj	που αποδεικνύεται από μόνος του, που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη απόδειξη
αυταπόδεικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυταπόδεικτος
αυταπόδεικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυταπόδεικτος
αυταπόδεικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυταπόδεικτος
αυταπόδειχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυταπόδειχτος	adv	άλλη μορφή του αυταπόδεικτα
αυταπόδειχτε	adj	κλητική ενικού του αυταπόδειχτος
αυταπόδειχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταπόδειχτη
αυταπόδειχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυταπόδειχτος
αυταπόδειχτης	adj	γενική ενικού του αυταπόδειχτη
αυταπόδειχτο	adj	αιτιατική ενικού του αυταπόδειχτος
αυταπόδειχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυταπόδειχτος
αυταπόδειχτος	adj	άλλη μορφή του αυταπόδεικτος
αυταπόδειχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυταπόδειχτος
αυταπόδειχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυταπόδειχτος
αυταπόδειχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυταπόδειχτος
αυταρέσκεια	noun	η αίσθηση του να είναι κανείς ικανοποιημένος από τον εαυτό του, αγνοώντας τις αδυναμίες του ή πιθανές αντιξοότητες
αυταρέσκειας	noun	γενική ενικού του αυταρέσκεια
αυταρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταρέσκεια
αυταρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του αυταρέσκεια
αυταρκειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτάρκεια
αυταρχία	noun	ο αυταρχισμός, η αυταρχικότητα
αυταρχίας	noun	γενική ενικού του αυταρχία
αυταρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταρχία
αυταρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταρχικό	adv	δεσποτικά, αυθαίρετα
αυταρχικέ	adj	κλητική ενικού του αυταρχικός
αυταρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταρχική
αυταρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυταρχικός
αυταρχικής	adj	γενική ενικού του αυταρχική
αυταρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυταρχικός
αυταρχικοτήτων	=	αυταρχικότητα
αυταρχικού	adj	γενική ενικού του αυταρχικός
αυταρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυταρχικός
αυταρχικό	adj	αιτιατική ενικού του αυταρχικός
αυταρχικός	adj	που ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις
αυταρχικότητα	noun	το να είναι κάποιος αυταρχικός, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αυταρχικού
αυταρχικότητας	noun	γενική ενικού του αυταρχικότητα
αυταρχικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυταρχικότητα
αυταρχικών	adj	γενική πληθυντικού του αυταρχικός
αυταρχισμέ	noun	κλητική ενικού του αυταρχισμός
αυταρχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυταρχισμός
αυταρχισμού	noun	γενική ενικού του αυταρχισμός
αυταρχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυταρχισμός
αυταρχισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυταρχισμός
αυταρχισμός	noun	η αυταρχικότητα
αυταρχισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυταρχισμός
αυταρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αυταρχία
αυτασφάλεια	noun	η προσωπική ασφάλεια κάποιου, η ασφάλεια που νιώθει ή έχει
αυτασφάλειας	noun	γενική ενικού του αυτασφάλεια
αυτασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτασφάλεια
αυτασφάλισες	=	αυτασφάλιση
αυτασφάλιση	noun	η διαδικασία που κάνει κάποιος να ασφαλίσει ο ίδιος τον εαυτό του
αυτασφάλισης	noun	γενική ενικού του αυτασφάλιση
αυτασφαλίζεσαι	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίζεστε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίζεται	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίζομαι	verb	ασφαλίζω τον εαυτό μου καταβάλλοντας προσωπικά τις εισφορές χωρίς μεσολάβηση εργοδότη
αυτασφαλίζονται	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίζονταν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίζου	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτασφάλιση
αυτασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτασφάλιση
αυτασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτασφάλιση
αυτασφαλίσου	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίστηκα	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίστηκαν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίστηκε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλίστηκες	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτασφάλεια
αυτασφαλιζόμασταν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόμαστε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόμενα	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενε	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενες	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενη	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενης	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενο	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενοι	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόμενου	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενους	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμενων	=	αυτασφαλιζόμενος
αυτασφαλιζόμουν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόμουνα	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόντουσαν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόσασταν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόσαστε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόσουν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόσουνα	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζόταν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιζότανε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλισμένα	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένε	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένες	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένη	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένης	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένο	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένοι	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλισμένου	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένους	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλισμένων	=	αυτασφαλισμένος
αυτασφαλιστήκαμε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιστήκαν	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιστήκανε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιστήκατε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιστεί	=	αυτασφαλίζομαι
αυτασφαλιστείτε	=	αυτασφαλίζομαι
αυτείνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτείνο
αυτείνε	adj	κλητική ενικού του αυτείνος
αυτείνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτείνη
αυτείνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτείνος
αυτείνης	adj	γενική ενικού του αυτείνη
αυτείνο	adj	αιτιατική ενικού του αυτείνος
αυτείνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτείνος
αυτείνος	pron|vulgar	αυτός
αυτείνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτείνος
αυτείνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτείνος
αυτείνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτείνος
αυτεγκλωβισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτεγκλωβισμός
αυτεγκλωβισμένα	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένε	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένες	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένη	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένης	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένο	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένοι	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοεγκλωβίζομαι
αυτεγκλωβισμένου	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένους	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμένων	=	αυτεγκλωβισμένος
αυτεγκλωβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτεγκλωβισμός
αυτεγκλωβισμού	noun	γενική ενικού του αυτεγκλωβισμός
αυτεγκλωβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτεγκλωβισμός
αυτεγκλωβισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτεγκλωβισμός
αυτεγκλωβισμός	noun	άλλη μορφή του αυτοεγκλβωισμός
αυτεγκλωβισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτεγκλωβισμός
αυτεμβολίου	=	αυτεμβόλιο
αυτεμβολίων	=	αυτεμβόλιο
αυτεμβόλια	=	αυτεμβόλιο
αυτεμβόλιο	noun	εμβόλιο που παρασκευάζεται με την καλλιέργεια του νοσογόνου μικροβίου, το οποίο λαμβάνεται απ' τον ίδιο τον ασθενή
αυτεμβόλιου	=	αυτεμβόλιο
αυτενέργει	=	αυτενεργώ
αυτενέργεια	noun	ενέργεια που προέρχεται από την ελεύθερη βούληση κάποιου
αυτενέργειας	noun	γενική ενικού του αυτενέργεια
αυτενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτενέργεια
αυτενέργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενέργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενέργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενέργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενέργητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτενέργητος	adv	με αυτενέργητο τρόπο
αυτενέργητε	adj	κλητική ενικού του αυτενέργητος
αυτενέργητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτενέργητη
αυτενέργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτενέργητος
αυτενέργητης	adj	γενική ενικού του αυτενέργητη
αυτενέργητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτενέργητος
αυτενέργητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτενέργητος
αυτενέργητος	adj|formal	που ενεργεί ή δρα ανεξάρτητα από εξωτερικούς παράγοντες
αυτενέργητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτενέργητος
αυτενέργητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτενέργητος
αυτενέργητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτενέργητος
αυτενδοσκόπηση	noun	άλλη μορφή του αυτοενδοσκόπηση
αυτενεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτενεργό	adv	άλλη μορφή του αυτενέργητα
αυτενεργέ	adj	κλητική ενικού του αυτενεργός
αυτενεργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτενεργή
αυτενεργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτενεργός
αυτενεργής	adj	γενική ενικού του αυτενεργή
αυτενεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσαν	=	αυτενεργώ
αυτενεργήσανε	=	αυτενεργώ
αυτενεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτενεργώ
αυτενεργεί	=	αυτενεργώ
αυτενεργείς	=	αυτενεργώ
αυτενεργείτε	=	αυτενεργώ
αυτενεργείών	=	αυτενέργεια
αυτενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτενέργεια
αυτενεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτενεργός
αυτενεργού	adj	γενική ενικού του αυτενεργός
αυτενεργούμε	=	αυτενεργώ
αυτενεργούν	=	αυτενεργώ
αυτενεργούνε	=	αυτενεργώ
αυτενεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτενεργός
αυτενεργούσα	=	αυτενεργώ
αυτενεργούσαμε	=	αυτενεργώ
αυτενεργούσαν	=	αυτενεργώ
αυτενεργούσανε	=	αυτενεργώ
αυτενεργούσατε	=	αυτενεργώ
αυτενεργούσε	=	αυτενεργώ
αυτενεργούσες	=	αυτενεργώ
αυτενεργό	adj	αιτιατική ενικού του αυτενεργός
αυτενεργός	adj|formal	άλλη μορφή του αυτενέργητος
αυτενεργώ	verb	ενεργώ με δική μου βούληση
αυτενεργών	adj	γενική πληθυντικού του αυτενεργός
αυτενεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αυτενεργώ
αυτεξήγητα	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητε	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητες	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητη	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητης	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητο	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητοι	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητος	adj|formal	που είναι δυνατόν να εξηγηθεί από μόνος του
αυτεξήγητου	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητους	=	αυτεξήγητος
αυτεξήγητων	=	αυτεξήγητος
αυτεξουσιοτήτων	=	αυτεξουσιότητα
αυτεξουσιότητα	noun	το να είναι κάποιος αυτεξούσιος, η ιδιότητα του αυτεξούσιου
αυτεξουσιότητας	=	αυτεξουσιότητα
αυτεξουσιότητες	=	αυτεξουσιότητα
αυτεξούσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτεξούσιος	adv|formal	με αυτεξούσιο τρόπο, με αυτεξουσιότητα
αυτεξούσιας	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιε	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιες	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιο	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιοι	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιος	adj	που εξουσιάζει τον εαυτό του, ο κύριος του εαυτού του, ο μη υποκείμενος στην εξουσία άλλου, ανεξάρτητος, ελεύθερος.
αυτεξούσιου	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιους	=	αυτεξούσιος
αυτεξούσιων	=	αυτεξούσιος
αυτεπάγγελτα	adv	με αυτεπάγγελτο τρόπο, αυτόβουλα, η δίωξη που ασκείται από την εισαγγελία με βάση τη νομοθεσία χωρίς να προαπαιτείται έγκληση ή μήνυση (σε αντιδιαστολή προς τα αδικήματα που διώκονται μόνον όταν κάποιος ιδιώτης κινεί τη διαδικασία με μήνυση ή άλλα ένδικα μέσα)
αυτεπάγγελτε	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτες	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτη	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτης	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτο	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτοι	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτος	adj	αυτός που γίνεται από μόνος του χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου
αυτεπάγγελτου	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτους	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπάγγελτων	=	αυτεπάγγελτος
αυτεπίγνωση	noun	άλλη μορφή του αυτοεπίγνωση, η αυτογνωσία
αυτεπίγνωσης	noun	γενική ενικού του αυτεπίγνωση
αυτεπίστροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτεπίστροφο
αυτεπίστροφε	adj	κλητική ενικού του αυτεπίστροφος
αυτεπίστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτεπίστροφη
αυτεπίστροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτεπίστροφος
αυτεπίστροφης	adj	γενική ενικού του αυτεπίστροφη
αυτεπίστροφο	adj	αιτιατική ενικού του αυτεπίστροφος
αυτεπίστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτεπίστροφος
αυτεπίστροφος	adj	αυτός ο οποίος επιστρέφει από μόνος του εκεί από όπου ξεκίνησε
αυτεπίστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτεπίστροφος
αυτεπίστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτεπίστροφος
αυτεπίστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτεπίστροφος
αυτεπαγγέλτως	adv	με αυτεπάγγελτο τρόπο
αυτεπαγωγέα	=	αυτεπαγωγέας
αυτεπαγωγέας	noun	κάθε εξωκυτταρική ουσία (μόρια σηματοδότησης) που παράγεται από βακτήρια, στο πλαίσιο διαδικασίας επικοινωνίας των βακτηριακών κυττάρων
αυτεπαγωγές	=	αυτεπαγωγή
αυτεπαγωγέων	=	αυτεπαγωγέας
αυτεπαγωγή	noun	ιδιότητα ηλεκτρικού αγωγού κατά την οποία μία μεταβολή στην ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος που τον διαρρέει δημιουργεί μία ηλεκτρεγερτική δύναμη (τάση) στα άκρα του σύμφωνα με τον τύπο ;v(t)=Ldi(t)/dt, όπου L ο συντελεστής αυτεπαγωγής.
αυτεπαγωγής	=	αυτεπαγωγή
αυτεπαγωγείς	=	αυτεπαγωγέας
αυτεπαγωγών	=	αυτεπαγωγή
αυτεπαρκές	=	αυτεπαρκής
αυτεπαρκή	=	αυτεπαρκής
αυτεπαρκής	adj	ο αυτάρκης
αυτεπαρκείς	=	αυτεπαρκής
αυτεπαρκούς	=	αυτεπαρκής
αυτεπαρκών	=	αυτεπαρκής
αυτεπιγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτεπίγνωση
αυτεπιγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτεπίγνωση
αυτεπιγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτεπίγνωση
αυτεπιστασία	noun	η φροντίδα και επιστασία της κατασκευής ενός τεχνικού έργου από τον οργανισμό, το πρόσωπο κ.λπ. που ενδιαφέρεται άμεσα για το έργο αυτό
αυτεπιστασίας	noun	γενική ενικού του αυτεπιστασία
αυτεπιστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτεπιστασία
αυτεπιστασιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτεπιστασία
αυτερωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτερωτισμός
αυτερωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτερωτισμός
αυτερωτισμού	noun	γενική ενικού του αυτερωτισμός
αυτερωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτερωτισμός
αυτερωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτερωτισμός
αυτερωτισμός	noun	άλλη μορφή του αυτοερωτισμός
αυτερωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτερωτισμός
αυτηκοΐα	noun	το να είναι κάποιος αυτήκοος
αυτηκοΐας	noun	γενική ενικού του αυτηκοΐα
αυτηκοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτηκοΐα
αυτηκοϊών	noun	γενική πληθυντικού του αυτηκοΐα
αυτηνής	=	αυτής
αυτιά	=	αυτί
αυτιάδες	=	αυτιάς
αυτιάδων	=	αυτιάς
αυτιάζομαι	verb	άλλη γραφή του αφτιάζομαι
αυτιάς	noun	άλλη μορφή του αφτιάς
αυτιάστηκα	=	αυτιάζομαι
αυτιού	=	αυτί
αυτισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτισμός
αυτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτισμός
αυτισμού	noun	γενική ενικού του αυτισμός
αυτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτισμός
αυτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτισμός
αυτισμός	noun	ψυχοπαθολογική πάθηση που σαν χαρακτηριστικό της έχει -εκτός των άλλων- την ελλιπή κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία και την στερεότυπη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά
αυτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτισμός
αυτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτιστικό
αυτιστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτιστικός
αυτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτιστική
αυτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτιστικός
αυτιστικής	adj	γενική ενικού του αυτιστική
αυτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτιστικός
αυτιστικού	adj	γενική ενικού του αυτιστικός
αυτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτιστικός
αυτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτιστικός
αυτιστικός	noun	αυτός που πάσχει από αυτισμό	adj	που έχει σχέση με τον αυτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αυτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτιστικός
αυτιών	=	αυτί
αυτνός	pron	αυτός, τούτος εδώ
αυτοΐαση	noun	η δυνατότητα που έχει κάποιος ή κάτι να γιατρέψει τον εαυτό του
αυτοΐασης	noun	γενική ενικού του αυτοΐαση
αυτοάμυνα	noun	η άμυνα που εξασφαλίζουμε για τον εαυτό μας
αυτοάμυνας	noun	γενική ενικού του αυτοάμυνα
αυτοάμυνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοάμυνα
αυτοάνοσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοάνοσο
αυτοάνοσε	adj	κλητική ενικού του αυτοάνοσος
αυτοάνοσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοάνοση
αυτοάνοση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοάνοσος
αυτοάνοσης	adj	γενική ενικού του αυτοάνοση
αυτοάνοσο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοάνοσος
αυτοάνοσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοάνοσος
αυτοάνοσος	adj	για νόσημα που αποδίδεται σε διαταραχές του ανοσοποιητικού κατά τις οποίες για διάφορους λόγους ο οργανισμός αντιμετωπίζει δικά του στοιχεία ως ξένα και επιτίθεται ουσιαστικά στον εαυτό του
αυτοάνοσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοάνοσος
αυτοάνοσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοάνοσος
αυτοάνοσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοάνοσος
αυτοάπειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοάπειρο
αυτοάπειρε	adj	κλητική ενικού του αυτοάπειρος
αυτοάπειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοάπειρη
αυτοάπειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοάπειρος
αυτοάπειρης	adj	γενική ενικού του αυτοάπειρη
αυτοάπειρο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοάπειρος
αυτοάπειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοάπειρος
αυτοάπειρος	adj	άπειρος από μόνος του
αυτοάπειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοάπειρος
αυτοάπειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοάπειρος
αυτοάπειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοάπειρος
αυτοέκδοση	noun	η διαδικασία κατά την οποία ο δημιουργός αναλαμβάνει ο ίδιος την έκδοση και διάθεση του έργου του, χωρίς μεσολάβηση εκδοτικού οίκου
αυτοέκδοσης	=	αυτοέκδοση
αυτοέκφραση	noun	η προσωπική διαδικασία με την οποία το άτομο αποδίδει προς τα έξω (εξωτερικεύει) την εσωτερική του ταυτότητα —σκέψεις, συναισθήματα, αξίες ή δημιουργικές ιδέες— με λόγο, πράξη ή τέχνη
αυτοέκφρασης	=	αυτοέκφραση
αυτοέλεγχε	noun	κλητική ενικού του αυτοέλεγχος
αυτοέλεγχο	noun	αιτιατική ενικού του αυτοέλεγχος
αυτοέλεγχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοέλεγχος
αυτοέλεγχος	noun	ο έλεγχος πάνω στον εαυτό μας, η αυτοσυγκράτηση, η αυτοκυριαρχία
αυτοέλεγχου	=	αυτοέλεγχος
αυτοέλεγχους	=	αυτοέλεγχος
αυτοέλεγχων	=	αυτοέλεγχος
αυτοέπαινε	=	αυτοέπαινος
αυτοέπαινο	=	αυτοέπαινος
αυτοέπαινοι	=	αυτοέπαινος
αυτοέπαινος	noun	ο έπαινος του εαυτού μας
αυτοέπαινου	=	αυτοέπαινος
αυτοέπαινους	=	αυτοέπαινος
αυτοέπαινων	=	αυτοέπαινος
αυτοί	pron	ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτός
αυτοαθωωθήκαμε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωθήκαν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωθήκανε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωθήκατε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωθεί	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωθείτε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωμένος	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόμασταν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόμαστε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόμουν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόμουνα	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόντουσαν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόσασταν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόσαστε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόσουν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόσουνα	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνόταν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωνότανε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωωτικά	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικέ	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικές	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτική	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικής	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικη	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικο	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικοί	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικού	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικούς	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικό	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωωτικός	adj	που αποσκοπεί στην αθώωση ή την απαλλαγή του ίδιου του εαυτού από ευθύνες, σφάλματα ή ενοχές
αυτοαθωωτικών	=	αυτοαθωωτικός
αυτοαθωώθηκα	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώθηκαν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώθηκε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώθηκες	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώνεσαι	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώνεστε	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώνεται	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώνομαι	verb	αθωώνω τον εαυτό μου
αυτοαθωώνονται	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώνονταν	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώνου	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοαθωώσου	=	αυτοαθωώνομαι
αυτοακρωτηριασμέ	=	αυτοακρωτηριασμός
αυτοακρωτηριασμοί	=	αυτοακρωτηριασμός
αυτοακρωτηριασμού	=	αυτοακρωτηριασμός
αυτοακρωτηριασμούς	=	αυτοακρωτηριασμός
αυτοακρωτηριασμό	=	αυτοακρωτηριασμός
αυτοακρωτηριασμός	noun	η εκούσια πρόκληση βλάβης / ακρωτηριασμού στο ίδιο το σώμα, χωρίς απαραίτητα πρόθεση αυτοκτονίας
αυτοακρωτηριασμών	=	αυτοακρωτηριασμός
αυτοακυρωθήκαμε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωθήκαν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωθήκανε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωθήκατε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωθεί	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωθείτε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοακυρωμένο
αυτοακυρωμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοακυρωμένη
αυτοακυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωμένης	verb	γενική ενικού του αυτοακυρωμένη
αυτοακυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωμένος	verb	αυτός που ακυρώνει το εαυτό του
αυτοακυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοακυρωμένος
αυτοακυρωνόμασταν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόμαστε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόμουν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόμουνα	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόντουσαν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόσασταν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόσαστε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόσουν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόσουνα	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνόταν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωνότανε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοακυρωτικό
αυτοακυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοακυρωτική
αυτοακυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρωτικής	adj	γενική ενικού του αυτοακυρωτική
αυτοακυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρωτικού	adj	γενική ενικού του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρωτικός	adj	αυτός που ακυρώνει το εαυτό του
αυτοακυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοακυρωτικός
αυτοακυρώθηκα	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώθηκαν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώθηκε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώθηκες	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώνεσαι	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώνεστε	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώνεται	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώνομαι	verb|formal	παύω, ακούσια ή εκούσια, να διατηρώ την ισχύ ή το κύρος μου, εξουδετερώνοντας ο ίδιος το αποτέλεσμα των ενεργειών ή των λόγων μου
αυτοακυρώνονται	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώνονταν	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώνου	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακυρώσεις	=	αυτοακύρωση
αυτοακυρώσεων	=	αυτοακύρωση
αυτοακυρώσου	=	αυτοακυρώνομαι
αυτοακύρωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοακυρώνομαι
αυτοακύρωσης	=	αυτοακύρωση
αυτοαμυνθήκαμε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνθήκαν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνθήκανε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνθήκατε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνθεί	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνθείτε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόμασταν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόμαστε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόμουν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόμουνα	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόντουσαν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόσασταν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόσαστε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόσουν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόσουνα	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνόταν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνότανε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμυνών	=	αυτοάμυνα
αυτοαμφισβήτηση	noun	η ενέργεια του αυτοαμφισβητούμαι, η ενέργεια αυτού που αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό ως προς τις ικανότητές του
αυτοαμφισβήτησης	noun	γενική ενικού του αυτοαμφισβήτηση
αυτοαμφισβητήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαμφισβήτηση
αυτοαμφισβητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοαμφισβήτηση
αυτοαμφισβητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοαμφισβήτηση
αυτοαμύνεσαι	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνεστε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνεται	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνης	=	αυτοάμυνα
αυτοαμύνθηκα	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνθηκαν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνθηκε	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνθηκες	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνομαι	verb	προβάλλω αυτοάμυνα
αυτοαμύνονται	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνονταν	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνου	=	αυτοαμύνομαι
αυτοαμύνσου	=	αυτοαμύνομαι
αυτοανάδειξη	noun	το να αναδεικνύει κάποιος τον εαυτό του
αυτοανάδειξης	noun	γενική ενικού του αυτοανάδειξη
αυτοανάλυση	noun	συνειδητή και δομημένη διερεύνηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των κινήτρων ενός ατόμου από το ίδιο, με σκοπό την αυτογνωσία και την προσωπική βελτίωση
αυτοανάλυσης	=	αυτοανάλυση
αυτοανάφλεξη	noun|rare	άλλη μορφή του αυτανάφλεξη
αυτοαναίρεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοαναιρώ / αυτοαναιρούμαι
αυτοαναίρεσης	noun	γενική ενικού του αυτοαναίρεση
αυτοαναγορεύομαι	verb|formal	οικειοποιούμαι αυθαίρετα τίτλο, ρόλο ή ιδιότητα, παρουσιάζοντάς με ως κάτοχό τους
αυτοαναδείξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοανάδειξη
αυτοαναδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοανάδειξη
αυτοαναδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοανάδειξη
αυτοαναιρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναίρεση
αυτοαναιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοαναίρεση
αυτοαναιρέσεως	noun	γενική ενικού του αυτοαναίρεση
αυτοαναιρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναιρούμαι
αυτοαναιρούμαι	verb|formal	αναιρώ τον εαυτό μου
αυτοαναιρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναιρούμενο
αυτοαναιρούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοαναιρούμενος
αυτοαναιρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναιρούμενη
αυτοαναιρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοαναιρούμενος
αυτοαναιρούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοαναιρούμενη
αυτοαναιρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοαναιρούμενος
αυτοαναιρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναιρούμενος
αυτοαναιρούμενος	verb	αυτός που αυτοαναιρείται, που αναιρεί τον εαυτό του
αυτοαναιρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοαναιρούμενος
αυτοαναιρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοαναιρούμενος
αυτοαναιρούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αυτοαναιρούμενος
αυτοανακηρυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοανακηρυγμένο
αυτοανακηρυγμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοανακηρυγμένη
αυτοανακηρυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυγμένης	verb	γενική ενικού του αυτοανακηρυγμένη
αυτοανακηρυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυγμένος	verb	που έχει κηρύξει τον εαυτό του
αυτοανακηρυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοανακηρυγμένος
αυτοανακηρυχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρυχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρύσσομαι	verb	απονέμω στον εαυτό μου κάποιο αξίωμα χωρίς να έχω την έγκριση άλλων αρμοδίων ατόμων
αυτοανακηρύχθηκα	=	αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρύχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρύχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρύχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοανακηρύχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοανακηρύσσομαι
αυτοαναλυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθήκαν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθήκανε	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυμένος	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόμασταν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόμαστε	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόμουν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόμουνα	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόντουσαν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόσασταν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόσαστε	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόσουν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόσουνα	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυόταν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλυότανε	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύεσαι	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύεστε	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύεται	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύομαι	verb	αναλύω τον εαυτό μου
αυτοαναλύονται	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύονταν	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύου	=	αυτοαναλύομαι
αυτοαναλύσεις	=	αυτοανάλυση
αυτοαναλύσεων	=	αυτοανάλυση
αυτοαναλύσου	=	αυτοαναλύομαι
αυτοανανεώνομαι	verb|formal	ανανεώνω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοαναφλέγεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αυτοαναφλέγομαι
αυτοαναφλέξιμα	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμε	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμες	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμη	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμης	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμο	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμοι	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμος	adj	που αναφλέγεται από μόνος του
αυτοαναφλέξιμου	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμους	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφλέξιμων	=	αυτοαναφλέξιμος
αυτοαναφορά	noun|formal	αναφορά του ατόμου στον εαυτό του, τονίζοντας δικές του ιδιότητες, εμπειρίες ή συναισθήματα
αυτοαναφοράς	=	αυτοαναφορά
αυτοαναφορές	=	αυτοαναφορά
αυτοαναφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναφορικό
αυτοαναφορικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναφορική
αυτοαναφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορικής	adj	γενική ενικού του αυτοαναφορική
αυτοαναφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορικοτήτων	=	αυτοαναφορικότητα
αυτοαναφορικού	adj	γενική ενικού του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορικός	adj	που αναφέρεται στον εαυτό του
αυτοαναφορικότητα	noun	το ν' αναφέρεται κάποιος στον εαυτό του, με αυτοαναφορές
αυτοαναφορικότητας	=	αυτοαναφορικότητα
αυτοαναφορικότητες	=	αυτοαναφορικότητα
αυτοαναφορικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοαναφορικός
αυτοαναφορών	=	αυτοαναφορά
αυτοανοσία	noun	νοσηρή διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος κατά την οποία κάποιος οργανισμός αντιμετωπίζει δικά του στοιχεία ως ξένα και επιτίθεται ουσιαστικά στον εαυτό του (στους ιστούς ή τα όργανά του)
αυτοανοσίας	noun	γενική ενικού του αυτοανοσία
αυτοανοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοανοσία
αυτοανοσιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοανοσία
αυτοανοσοποίηση	noun	η αυτοανοσία
αυτοανοσοποίησης	noun	γενική ενικού του αυτοανοσοποίηση
αυτοανοσοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοανοσοποίηση
αυτοανοσοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοανοσοποίηση
αυτοανοσοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοανοσοποίηση
αυτοαντίληψη	noun	η αντίληψη που έχει κάποιος για τον εαυτό του
αυτοαντίληψης	noun	γενική ενικού του αυτοαντίληψη
αυτοαντίσωμα	noun	αντίσωμα που σχηματίζεται ως απόκριση σε αυτοαντιγόνο που παράγεται από τον ίδιο τον οργανισμό
αυτοαντιγόνα	=	αυτοαντιγόνο
αυτοαντιγόνο	noun	οποιοδήποτε αντιγόνο που διεγείρει τα αυτοαντισώματα στον οργανισμό που το παρήγαγε
αυτοαντιγόνου	=	αυτοαντιγόνο
αυτοαντιγόνων	=	αυτοαντιγόνο
αυτοαντιλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαντίληψη
αυτοαντιλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοαντίληψη
αυτοαντιλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοαντίληψη
αυτοαντισωμάτων	=	αυτοαντίσωμα
αυτοαντισώματα	noun	πρωτεΐνες του ανοσοποιητικού συστήματος που αναγνωρίζουν και προσβάλλουν κύτταρα ή μόρια του ίδιου του οργανισμού
αυτοαντισώματος	=	αυτοαντίσωμα
αυτοαξιολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαξιολόγηση
αυτοαξιολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοαξιολόγηση
αυτοαξιολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοαξιολόγηση
αυτοαξιολογούμαι	verb	αξιολογώ μόνος την εργασία μου
αυτοαξιολόγηση	noun	ή (καθημερινός λόγος) η αξιολόγηση του εαυτού μου βάσει καθορισμένων κριτηρίων
αυτοαξιολόγησης	noun	γενική ενικού του αυτοαξιολόγηση
αυτοαπασχολήσεις	=	αυτοαπασχόληση
αυτοαπασχολήσεων	=	αυτοαπασχόληση
αυτοαπασχολούμαι	verb	εργάζομαι μόνος μου χωρίς να έχω εργοδότη
αυτοαπασχολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαπασχολούμενο
αυτοαπασχολούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαπασχολούμενη
αυτοαπασχολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχολούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοαπασχολούμενη
αυτοαπασχολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχολούμενος	verb	που αυτοαπασχολείται, που δεν έχει εργοδότη αλλά δουλεύει σε δική του δουλειά
αυτοαπασχολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοαπασχολούμενος
αυτοαπασχόληση	noun	μορφή εργασίας κατά την οποία το άτομο δραστηριοποιείται επαγγελματικά με δική του ευθύνη και για ίδιο όφελος, χωρίς εξαρτημένη σχέση με εργοδότη
αυτοαπασχόλησης	=	αυτοαπασχόληση
αυτοαπογραφές	=	αυτοαπογραφή
αυτοαπογραφή	noun	η καταγραφή, η καταχώριση των στοιχείων μιας απογραφής απευθείας από τους ίδιους τους απογραφόμενους - καταγραφόμενους, χωρίς τη μεσολάβηση απογραφέα ή αρμόδιας υπηρεσίας (λ.χ. μητρώου) υπεύθυνης για τη διενέργειά της
αυτοαπογραφής	=	αυτοαπογραφή
αυτοαπογραφών	=	αυτοαπογραφή
αυτοαποκαλούμαι	verb	απονέμω στον εαυτό μου κάποιο αξίωμα, χωρίς να έχω την έγκριση άλλων αρμοδίων ατόμων
αυτοαποκαλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαποκαλούμενο
αυτοαποκαλούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαποκαλούμενη
αυτοαποκαλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαλούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοαποκαλούμενη
αυτοαποκαλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαλούμενος	verb	που απονέμει στον εαυτό του κάποιο αξίωμα χωρίς να έχω την έγκριση άλλων αρμοδίων ατόμων
αυτοαποκαλούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαλούμενων	verb	γενική πληθυντικού του αυτοαποκαλούμενος
αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση	noun	προσπάθειες αποκαπιταλιστικοποίησης με ίδιες δυνάμεις ενός κοινωνικού συνόλου
αυτοαποκαπιταλιστικοποίησης	=	αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση
αυτοαποκαπιταλιστικοποιήσεις	=	αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση
αυτοαποκαπιταλιστικοποιήσεων	=	αυτοαποκαπιταλιστικοποίηση
αυτοαποκλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαποκληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοαποκαλούμαι
αυτοαπομονώσεις	=	αυτοαπομόνωση
αυτοαπομονώσεων	=	αυτοαπομόνωση
αυτοαπομόνωση	noun	η εκούσια απομόνωση, το θέσιμο του εαυτού μας σε απομόνωση
αυτοαπομόνωσης	=	αυτοαπομόνωση
αυτοαποτίμηση	noun	το να αποτιμά κάποιος τον εαυτό του
αυτοαποτίμησης	noun	γενική ενικού του αυτοαποτίμηση
αυτοαποτελεσματικοτήτων	=	αυτοαποτελεσματικότητα
αυτοαποτελεσματικότητα	noun	η πίστη στην ικανότητα κάποιου να ολοκληρώσει τα καθήκοντά του και να επιτύχει στόχους του
αυτοαποτελεσματικότητας	=	αυτοαποτελεσματικότητα
αυτοαποτελεσματικότητες	=	αυτοαποτελεσματικότητα
αυτοαποτιμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαποτίμηση
αυτοαποτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοαποτίμηση
αυτοαποτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοαποτίμηση
αυτοαπουκαλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοαποκαλούμενο
αυτοασφάλιση	noun|rare	άλλη μορφή του αυτασφάλιση
αυτοασφαλίζεσαι	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίζεστε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίζεται	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίζομαι	verb	άλλη μορφή του αυτασφαλίζομαι
αυτοασφαλίζονται	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίζονταν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίζου	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίσου	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίστηκα	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίστηκαν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίστηκε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλίστηκες	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόμασταν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόμαστε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόμουν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόμουνα	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόντουσαν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόσασταν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόσαστε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόσουν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόσουνα	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζόταν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιζότανε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλισμένος	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιστήκαμε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιστήκαν	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιστήκανε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιστήκατε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιστεί	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοασφαλιστείτε	=	αυτοασφαλίζομαι
αυτοβαθμολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβαθμολόγηση
αυτοβαθμολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοβαθμολόγηση
αυτοβαθμολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοβαθμολόγηση
αυτοβαθμολόγηση	noun	το να βαθμολογεί κάποιος τον εαυτό του ή το δικό του γραπτό
αυτοβαθμολόγησης	noun	γενική ενικού του αυτοβαθμολόγηση
αυτοβελτίωση	noun	τεχνική βελτίωσης του ανθρώπινου χαρακτήρα
αυτοβελτίωσης	=	αυτοβελτίωση
αυτοβελτιώσεις	=	αυτοβελτίωση
αυτοβελτιώσεων	=	αυτοβελτίωση
αυτοβιογράφε	=	αυτοβιογράφος
αυτοβιογράφημα	noun|dated	η αυτοβιογραφία
αυτοβιογράφηση	noun|dated	η αυτοβιογραφία καθώς και η διαδικασία συγγραφής αυτοβιογραφίας
αυτοβιογράφησης	noun	γενική ενικού του αυτοβιογράφηση
αυτοβιογράφο	=	αυτοβιογράφος
αυτοβιογράφοι	=	αυτοβιογράφος
αυτοβιογράφος	noun	που γράφει αυτοβιογραφία
αυτοβιογράφου	=	αυτοβιογράφος
αυτοβιογράφους	=	αυτοβιογράφος
αυτοβιογράφων	=	αυτοβιογράφος
αυτοβιογραφήθηκα	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφήθηκαν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφήθηκε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφήθηκες	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογράφημα
αυτοβιογραφήματος	noun	γενική ενικού του αυτοβιογράφημα
αυτοβιογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογράφηση
αυτοβιογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοβιογράφηση
αυτοβιογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοβιογράφηση
αυτοβιογραφήσου	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφία	noun	η βιογραφία της οποίας ο συγγραφέας είναι το ίδιο το πρόσωπο που βιογραφείται
αυτοβιογραφίας	noun	γενική ενικού του αυτοβιογραφία
αυτοβιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφία
αυτοβιογραφείσαι	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφείστε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφείται	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφηθήκαμε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφηθήκαν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφηθήκανε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφηθήκατε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφηθεί	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφηθείτε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοβιογράφημα
αυτοβιογραφημένος	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφικό
αυτοβιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφική
αυτοβιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφικής	adj	γενική ενικού του αυτοβιογραφική
αυτοβιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφικού	adj	γενική ενικού του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοβιογραφία ή τον αυτοβιογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αυτοβιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοβιογραφικός
αυτοβιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοβιογραφία
αυτοβιογραφούμαι	verb	γράφω την αυτοβιογραφία μου
αυτοβιογραφούμασταν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούμαστε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφούμενο
αυτοβιογραφούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφούμενη
αυτοβιογραφούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοβιογραφούμενη
αυτοβιογραφούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοβιογραφούμενος
αυτοβιογραφούμουν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούνται	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούνταν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούσασταν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούσαστε	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβιογραφούσουν	=	αυτοβιογραφούμαι
αυτοβοήθεια	noun	το να βοηθάει κάποιος τον εαυτό του
αυτοβοήθειας	=	αυτοβοήθεια
αυτοβοήθειες	=	αυτοβοήθεια
αυτοβοεί	adv|archaic	αμέσως
αυτοβοηθειών	=	αυτοβοήθεια
αυτοβουλία	noun	το να είναι κάποιος αυτόβουλος
αυτοβουλίας	noun	γενική ενικού του αυτοβουλία
αυτοβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοβουλία
αυτοβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοβουλία
αυτοβούλως	adv|formal	με δική του θέληση και βούληση, με αυτοβουλία
αυτογένεση	noun	η αβιογένεση
αυτογένεσης	=	αυτογένεση
αυτογαμία	noun	η αυτογονιμοποίηση
αυτογαμίας	noun	γενική ενικού του αυτογαμία
αυτογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογαμία
αυτογαμιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτογαμία
αυτογελοιοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποίησης	=	αυτογελοιοποίηση
αυτογελοιοποιήθηκα	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιήθηκαν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιήθηκε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιήθηκες	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιήσεις	=	αυτογελοιοποίηση
αυτογελοιοποιήσεων	=	αυτογελοιοποίηση
αυτογελοιοποιήσου	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιείσαι	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιείστε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιείται	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιηθήκαμε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιηθήκαν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιηθήκανε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιηθήκατε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιηθεί	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιηθείτε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιημένα	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένε	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένες	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένη	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένης	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένο	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένοι	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιημένου	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένους	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιημένων	=	αυτογελοιοποιημένος
αυτογελοιοποιούμαι	verb	ενεργώ ή εκφράζομαι με τρόπο που μειώνει το κύρος μου και προκαλεί χλευασμό ή περιφρόνηση προς το ίδιο μου το πρόσωπο
αυτογελοιοποιούμασταν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούμαστε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούμουν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούνται	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούνταν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούσασταν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούσαστε	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογελοιοποιούσουν	=	αυτογελοιοποιούμαι
αυτογενές	=	αυτογενής
αυτογενέσεις	=	αυτογένεση
αυτογενέσεων	=	αυτογένεση
αυτογενή	=	αυτογενής
αυτογενής	adj	που δημιουργείται, εξελίσσεται ή λειτουργεί αποκλειστικά από δικούς του πόρους ή στοιχεία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση
αυτογενείς	=	αυτογενής
αυτογενούς	=	αυτογενής
αυτογενών	=	αυτογενής
αυτογκόλ	noun	γκολ που σημειώνει παίκτης στέλνοντας κατά λάθος την μπάλα στο δικό του τέρμα
αυτογνωσία	noun	το να γνωρίζει κάποιος καλά τον εαυτό του σε όλες του τις εκφάνσεις
αυτογνωσίας	noun	γενική ενικού του αυτογνωσία
αυτογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογνωσία
αυτογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτογνωσία
αυτογνωστών	=	αυτογνώστης
αυτογνώστες	=	αυτογνώστης
αυτογνώστη	=	αυτογνώστης
αυτογνώστης	noun	που έχει αυτογνωσία
αυτογνώστρια	=	αυτογνώστης
αυτογονιμοποίησεις	=	αυτογονιμοποίηση
αυτογονιμοποίηση	noun	η γονιμοποίηση των ωαρίων από τα σπέρματα στο εσωτερικό του ίδιου όντος
αυτογονιμοποίησης	noun	γενική ενικού του αυτογονιμοποίηση
αυτογονιμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογονιμοποίηση
αυτογονιμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτογονιμοποίηση
αυτογονιμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτογονιμοποίηση
αυτογραφία	noun	τυπογραφική λιθογραφική μέθοδος τύπωσης σε λίθινη επιφάνεια ενός χειρόγραφου κειμένου ή σχεδίου
αυτογραφίας	noun	γενική ενικού του αυτογραφία
αυτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογραφία
αυτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογραφικό
αυτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του αυτογραφικός
αυτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογραφική
αυτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτογραφικός
αυτογραφικής	adj	γενική ενικού του αυτογραφική
αυτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτογραφικός
αυτογραφικού	adj	γενική ενικού του αυτογραφικός
αυτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτογραφικός
αυτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτογραφικός
αυτογραφικός	adj	που έχει σχέση με την αυτογραφία ή το αυτόγραφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αυτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτογραφικός
αυτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτογραφία
αυτογυναικοφιλία	noun|rare	παραφιλική τάση ενός αρσενικού ατόμου να διεγείρεται σεξουαλικά από την ιδέα πως είναι γυναίκα, η οποία διαμορφώνει και μια θεωρία γύρω από τη βάση της παρενδυσίας (τρανσβεστισμός), καθώς και ορισμένους τύπους διεμφυλικότητας (τρανσεξουαλισμός) από άνδρα σε γυναίκα
αυτογυναικοφιλίας	noun	γενική ενικού του αυτογυναικοφιλία
αυτογυναικοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτογυναικοφιλία
αυτογυναικοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτογυναικοφιλία
αυτοδέσμευα	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευαν	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευες	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευσα	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευσαν	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευσε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευσες	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοδεσμεύω
αυτοδέσμευσης	noun	γενική ενικού του αυτοδέσμευση
αυτοδίδακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίδακτο
αυτοδίδακτε	adj	κλητική ενικού του αυτοδίδακτος
αυτοδίδακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίδακτη
αυτοδίδακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδίδακτος
αυτοδίδακτης	adj	γενική ενικού του αυτοδίδακτη
αυτοδίδακτο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδίδακτος
αυτοδίδακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίδακτος
αυτοδίδακτος	adj	που έχει διδαχτεί από μόνος του κάτι που γνωρίζει (σχετικά ή πολύ) καλά
αυτοδίδακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδίδακτος
αυτοδίδακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδίδακτος
αυτοδίδακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδίδακτος
αυτοδίδαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίδαχτο
αυτοδίδαχτε	adj	κλητική ενικού του αυτοδίδαχτος
αυτοδίδαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίδαχτη
αυτοδίδαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδίδαχτος
αυτοδίδαχτης	adj	γενική ενικού του αυτοδίδαχτη
αυτοδίδαχτο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδίδαχτος
αυτοδίδαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίδαχτος
αυτοδίδαχτος	adj	άλλη μορφή του αυτοδίδακτος
αυτοδίδαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδίδαχτος
αυτοδίδαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδίδαχτος
αυτοδίδαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδίδαχτος
αυτοδίκαια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίκαιο	adv	με αυτοδίκαιο τρόπο
αυτοδίκαιε	adj	κλητική ενικού του αυτοδίκαιος
αυτοδίκαιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίκαιη
αυτοδίκαιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδίκαιος
αυτοδίκαιης	adj	γενική ενικού του αυτοδίκαιη
αυτοδίκαιο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδίκαιος
αυτοδίκαιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδίκαιος
αυτοδίκαιος	adj	που υπάρχει, συμβαίνει ή γίνεται από μόνος του, αμέσως μετά την εμφάνιση ενός άλλου γεγονότος και ως νομική συνέπεια αυτού, χωρίς να χρειάζεται κάποια άλλη διαδικασία ή απόφαση
αυτοδίκαιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδίκαιος
αυτοδίκαιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδίκαιος
αυτοδίκαιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδίκαιος
αυτοδίκει	=	αυτοδικώ
αυτοδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδεσμευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδεσμευμένο
αυτοδεσμευμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδεσμευμένη
αυτοδεσμευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευμένης	verb	γενική ενικού του αυτοδεσμευμένη
αυτοδεσμευμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδεσμευμένος
αυτοδεσμευτήκαμε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευτήκαν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευτήκανε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευτήκατε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευτεί	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευτείτε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόμασταν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόμαστε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόμουν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόμουνα	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόντουσαν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόσασταν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόσαστε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόσουν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόσουνα	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευόταν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμευότανε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύαμε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύαν	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύανε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύατε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύει	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύεις	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύεσαι	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύεστε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύεται	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύετε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύονται	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύονταν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύοντας	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύου	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύουμε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύουν	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύουνε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύσαμε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύσαν	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύσανε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύσατε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύσει	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδέσμευση
αυτοδεσμεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδέσμευση
αυτοδεσμεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδέσμευση
αυτοδεσμεύσου	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύστε	=	αυτοδεσμεύω
αυτοδεσμεύτηκα	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύτηκαν	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύτηκε	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύτηκες	=	αυτοδεσμεύομαι
αυτοδεσμεύω	verb	δεσμεύω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοδημιούργητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδημιούργητο
αυτοδημιούργητε	adj	κλητική ενικού του αυτοδημιούργητος
αυτοδημιούργητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδημιούργητη
αυτοδημιούργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδημιούργητος
αυτοδημιούργητης	adj	γενική ενικού του αυτοδημιούργητη
αυτοδημιούργητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδημιούργητος
αυτοδημιούργητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδημιούργητος
αυτοδημιούργητος	adj	που κατάφερε να επιτύχει στη ζωή του σε διάφορους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό κ.λπ.) βασιζόμενος μόνο στις δικές του δυνάμεις κι όχι σε άλλους
αυτοδημιούργητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδημιούργητος
αυτοδημιούργητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδημιούργητος
αυτοδημιούργητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδημιούργητος
αυτοδιάγνωση	noun	διάγνωση που γίνεται από τον ίδιο τον ασθενή
αυτοδιάγνωσης	=	αυτοδιάγνωση
αυτοδιάθεση	noun	το δικαίωμα ενός λαού να επιλέγει τη μορφή διακυβέρνησης και το πολιτικό καθεστώς καθώς και να ρυθμίζει την εθνική του υπόσταση
αυτοδιάθεσης	noun	γενική ενικού του αυτοδιάθεση
αυτοδιάλυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοδιαλύομαι
αυτοδιάλυσης	noun	γενική ενικού του αυτοδιάλυση
αυτοδιάψευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιάψευσης	noun	γενική ενικού του αυτοδιάψευση
αυτοδιέγερση	noun	η διέγερση που επιτυγχάνει κάποιος ή κάτι από μόνο(ς) του
αυτοδιέγερσης	noun	γενική ενικού του αυτοδιέγερση
αυτοδιαγνωστικά	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικέ	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικές	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστική	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αυτοδιαγνωστική) του αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικοί	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικού	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικούς	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικό	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνωστικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοδιάγνωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αυτοδιαγνωστικών	=	αυτοδιαγνωστικός
αυτοδιαγνώσεις	=	αυτοδιάγνωση
αυτοδιαγνώσεων	=	αυτοδιάγνωση
αυτοδιαθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιάθεση
αυτοδιαθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιάθεση
αυτοδιαθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιάθεση
αυτοδιακυβέρνηση	noun	η διακυβέρνηση ενός κράτους με πολιτικούς από το ίδιο το κράτος
αυτοδιακυβέρνησης	noun	γενική ενικού του αυτοδιακυβέρνηση
αυτοδιακυβερνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιακυβέρνηση
αυτοδιακυβερνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιακυβέρνηση
αυτοδιακυβερνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιακυβέρνηση
αυτοδιαλυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθήκαν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθήκανε	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυμένος	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόμασταν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόμαστε	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόμενος	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόμουν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόμουνα	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόντουσαν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόσασταν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόσαστε	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόσουν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόσουνα	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυόταν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλυότανε	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύεσαι	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύεστε	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύεται	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύομαι	verb	διαλύομαι από μόνος μου, χωρίς να χρειαστεί εξωτερική επέμβαση
αυτοδιαλύονται	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύονταν	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύου	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιαλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιάλυση
αυτοδιαλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιάλυση
αυτοδιαλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιάλυση
αυτοδιαλύσου	=	αυτοδιαλύομαι
αυτοδιασυρμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοδιασύρομαι
αυτοδιασύρομαι	verb|formal	διασύρω τον ίδιο μου τον εαυτό, τον ντροπιάζω
αυτοδιαφήμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφήμισης	noun	γενική ενικού του αυτοδιαφήμιση
αυτοδιαφημίζεσαι	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίζεστε	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίζεται	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίζομαι	verb	διαφημίζω εμένα, επαινώ τον εαυτό μου
αυτοδιαφημίζονται	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίζονταν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίζου	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαφήμιση
αυτοδιαφημίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιαφήμιση
αυτοδιαφημίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιαφήμιση
αυτοδιαφημίσου	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόμασταν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόμαστε	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόμουν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόμουνα	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόντουσαν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόσασταν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόσαστε	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόσουν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόσουνα	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζόταν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιζότανε	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαφημισμένο
αυτοδιαφημισμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαφημισμένη
αυτοδιαφημισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημισμένης	verb	γενική ενικού του αυτοδιαφημισμένη
αυτοδιαφημισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδιαφημισμένος
αυτοδιαφημιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστήκαν	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστήκανε	=	αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαφημιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαφημίζομαι
αυτοδιαχείριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχείρισης	noun	γενική ενικού του αυτοδιαχείριση
αυτοδιαχειρίζεσαι	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίζεστε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίζεται	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίζομαι	verb	διαχειρίζομαι ή διευθύνω σαν εργοδότης ή διευθύνων σύμβουλος μια εταιρία ή έναν οργανισμό, στα οποία είμαι εργαζόμενος ή απασχολούμενος
αυτοδιαχειρίζονται	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίζονταν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίζου	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχείριση
αυτοδιαχειρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιαχείριση
αυτοδιαχειρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιαχείριση
αυτοδιαχειρίσου	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίστηκα	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίστηκαν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίστηκε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειρίστηκες	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόμασταν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόμαστε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχειριζόμενο
αυτοδιαχειριζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχειριζόμενη
αυτοδιαχειριζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοδιαχειριζόμενη
αυτοδιαχειριζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδιαχειριζόμενος
αυτοδιαχειριζόμουν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόμουνα	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόντουσαν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόσασταν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόσαστε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόσουν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόσουνα	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζόταν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριζότανε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστήκαμε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστήκαν	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστήκανε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστήκατε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστεί	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστείτε	=	αυτοδιαχειρίζομαι
αυτοδιαχειριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχειριστικό
αυτοδιαχειριστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαχειριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχειριστική
αυτοδιαχειριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαχειριστικής	adj	γενική ενικού του αυτοδιαχειριστική
αυτοδιαχειριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαχειριστικού	adj	γενική ενικού του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαχειριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαχειριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαχειριστικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοδιαχείριση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αυτοδιαχειριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοδιαχειριστικός
αυτοδιαψευδόμασταν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόμαστε	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόμουν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόμουνα	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόντουσαν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόσασταν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόσαστε	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόσουν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόσουνα	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδόταν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευδότανε	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευσμένος	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστήκαν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστήκανε	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψευστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύδεσαι	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύδεστε	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύδεται	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύδομαι	verb	διαψεύδω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοδιαψεύδονται	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύδονταν	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύδου	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιάψευση
αυτοδιαψεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιάψευση
αυτοδιαψεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιάψευση
αυτοδιαψεύσου	=	αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιαψεύστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιαψεύδομαι
αυτοδιδάκτως	adv|archaic	άλλη μορφή του αυτοδίδακτα
αυτοδιδακτικά	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικέ	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικές	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτική	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικής	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικοί	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικού	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικούς	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικό	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδακτικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοδιδασκαλία ή αναφέρεται σʼ αυτή
αυτοδιδακτικών	=	αυτοδιδακτικός
αυτοδιδασκαλία	noun|formal	διαδικασία κατά την οποία το άτομο μαθαίνει και αναπτύσσει δεξιότητες ή γνώσεις με δική του πρωτοβουλία, σχεδιάζοντας και καθοδηγώντας μόνο του τη μαθησιακή του πορεία
αυτοδιδασκαλίας	=	αυτοδιδασκαλία
αυτοδιδασκαλίες	=	αυτοδιδασκαλία
αυτοδιδασκαλιών	=	αυτοδιδασκαλία
αυτοδιδαχές	=	αυτοδιδαχή
αυτοδιδαχή	noun|dated	η αυτοδιδασκαλία
αυτοδιδαχής	=	αυτοδιδαχή
αυτοδιδαχών	=	αυτοδιδαχή
αυτοδιεγέρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιέγερση
αυτοδιεγέρσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιέγερση
αυτοδιεγέρσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιέγερση
αυτοδιευθύνσεις	=	αυτοδιεύθυνση
αυτοδιευθύνσεων	=	αυτοδιεύθυνση
αυτοδιεύθυνση	noun	η διαδικασία μέσω της οποίας ένας εργαζόμενος διευθύνει ως εργοδότης μία εταιρεία ή έναν οργανισμό
αυτοδιεύθυνσης	=	αυτοδιεύθυνση
αυτοδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσαν	=	αυτοδικώ
αυτοδικήσανε	=	αυτοδικώ
αυτοδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδικώ
αυτοδικία	noun	η επιδίωξη αποκατάστασης αδίκου παρακάμπτοντας την νόμιμη δικαστική οδό
αυτοδικίας	noun	γενική ενικού του αυτοδικία
αυτοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδικία
αυτοδικαίως	adv	δικαιωματικά, χωρίς άλλη ενέργεια, το να επέρχονται έννομα αποτελέσματα, χωρίς να απαιτείται η δήλωση της βούλησης του ενδιαφερομένου ή τρίτου
αυτοδικαίωση	noun|formal	η δικαίωση που δίνει κάποιος στον εαυτό του
αυτοδικαίωσης	noun	γενική ενικού του αυτοδικαίωση
αυτοδικαίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδικαίωτο
αυτοδικαίωτε	adj	κλητική ενικού του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδικαίωτη
αυτοδικαίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαίωτης	adj	γενική ενικού του αυτοδικαίωτη
αυτοδικαίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαίωτος	adj|formal	που δικαιώνει ο ίδιος τον εαυτό του
αυτοδικαίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδικαίωτος
αυτοδικαιωτικά	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικέ	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικές	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτική	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αυτοδικαιωτική) του αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικοί	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικού	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικούς	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικό	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιωτικός	adj|formal	που δικαιώνει ο ίδιος τον εαυτό του
αυτοδικαιωτικών	=	αυτοδικαιωτικός
αυτοδικαιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδικαίωση
αυτοδικαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδικαίωση
αυτοδικαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδικαίωση
αυτοδικεί	=	αυτοδικώ
αυτοδικείς	=	αυτοδικώ
αυτοδικείτε	=	αυτοδικώ
αυτοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδικία
αυτοδικούμε	=	αυτοδικώ
αυτοδικούν	=	αυτοδικώ
αυτοδικούνε	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσα	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσαμε	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσαν	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσανε	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσατε	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσε	=	αυτοδικώ
αυτοδικούσες	=	αυτοδικώ
αυτοδικώ	verb	ανταποδίδω κάποιο αδίκημα τιμωρώντας εγώ ο ίδιος τον δράστη και μην περιμένοντας ή εμπιστευόμενος τη θεσμική δικαιοσύνη
αυτοδικώντας	=	αυτοδικώ
αυτοδιοίκηση	noun	διοίκηση χωρίς εξάρτηση
αυτοδιοίκησης	noun	γενική ενικού του αυτοδιοίκηση
αυτοδιοίκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοίκητο
αυτοδιοίκητε	adj	κλητική ενικού του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοίκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοίκητη
αυτοδιοίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοίκητης	adj	γενική ενικού του αυτοδιοίκητη
αυτοδιοίκητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοίκητος	adj	που αυτοδιοικείται
αυτοδιοίκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοίκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοίκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδιοίκητος
αυτοδιοικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοίκηση
αυτοδιοικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιοίκηση
αυτοδιοικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοδιοίκηση
αυτοδιοικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιοικούμαι
αυτοδιοικητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοικητικό
αυτοδιοικητικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοικητική
αυτοδιοικητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικητικής	adj	γενική ενικού του αυτοδιοικητική
αυτοδιοικητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικητικού	adj	γενική ενικού του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικητικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικητικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοδιοίκηση, την αφορά ή αναφέρεται σ' αυτή
αυτοδιοικητικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοδιοικητικός
αυτοδιοικούμαι	verb	έχω διοικητική αυτονομία, αυτοτέλεια
αυτοδιοικούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοικούμενο
αυτοδιοικούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιοικούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοικούμενη
αυτοδιοικούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιοικούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοδιοικούμενη
αυτοδιοικούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιοικούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιοικούμενος	verb	που αυτοδιοικείται
αυτοδιοικούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιοικούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιοικούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδιοικούμενος
αυτοδιορίζεσαι	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίζεστε	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίζεται	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίζομαι	verb	διορίζω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοδιορίζονται	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίζονταν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίζου	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίσου	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορθώνομαι	verb|rare	διορθώνω τον εαυτό μου
αυτοδιοριζόμασταν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόμαστε	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόμουν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόμουνα	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόντουσαν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόσασταν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόσαστε	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόσουν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόσουνα	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζόταν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριζότανε	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορισθέν	=	αυτοδιορισθείς
αυτοδιορισθείς	verb|formal	που διόρισε τον εαυτό του
αυτοδιορισθείσα	=	αυτοδιορισθείς
αυτοδιορισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοδιορισμός
αυτοδιορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιορισμένο
αυτοδιορισμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιορισμένη
αυτοδιορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμένης	verb	γενική ενικού του αυτοδιορισμένη
αυτοδιορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδιορισμένος
αυτοδιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιορισμός
αυτοδιορισμού	noun	γενική ενικού του αυτοδιορισμός
αυτοδιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιορισμός
αυτοδιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοδιορισμός
αυτοδιορισμός	noun|rare	το αποτέλεσμα του αυτοδιορίζομαι
αυτοδιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιορισμός
αυτοδιοριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστήκαν	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστήκανε	=	αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοδιορίζομαι
αυτοδιπλασιάζεσαι	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζεστε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζεται	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομέ	noun	κλητική ενικού του αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομα	noun	αιτιατική ενικού του αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομαι	verb	επιτυγχάνω αυτοδιπλασιασμό
αυτοδιπλασιάζομοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομού	noun	γενική ενικού του αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομό	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομός	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζομών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζονται	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζονταν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάζου	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάσου	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάστηκα	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάστηκαν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάστηκε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιάστηκες	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόμασταν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόμαστε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόμουν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόμουνα	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόντουσαν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόσασταν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόσαστε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόσουν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόσουνα	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζόταν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαζότανε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοδιπλασιασμός
αυτοδιπλασιασμένος	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιπλασιασμός
αυτοδιπλασιασμού	noun	γενική ενικού του αυτοδιπλασιασμός
αυτοδιπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιπλασιασμός
αυτοδιπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοδιπλασιασμός
αυτοδιπλασιασμός	noun	ο διπλασιασμός κάποιου πράγματος (όπως κύτταρο, μόριο) που το ίδιο το πράγμα επιτυγχάνει από μόνο του
αυτοδιπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδιπλασιασμός
αυτοδιπλασιαστήκαμε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαστήκαν	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαστήκανε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαστήκατε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαστεί	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιπλασιαστείτε	=	αυτοδιπλασιάζομαι
αυτοδιόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιόριστο
αυτοδιόριστε	adj	κλητική ενικού του αυτοδιόριστος
αυτοδιόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιόριστη
αυτοδιόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδιόριστος
αυτοδιόριστης	adj	γενική ενικού του αυτοδιόριστη
αυτοδιόριστο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδιόριστος
αυτοδιόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδιόριστος
αυτοδιόριστος	adj	που διόρισε τον εαυτό του
αυτοδιόριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδιόριστος
αυτοδιόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδιόριστος
αυτοδιόριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδιόριστος
αυτοδραστικά	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικέ	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικές	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστική	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικής	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικοί	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικοτήτων	=	αυτοδραστικότητα
αυτοδραστικού	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικούς	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικό	=	αυτοδραστικός
αυτοδραστικός	adj	που δρα αυτόβουλα
αυτοδραστικότητα	noun	αυτονομία δράσης, μη εξαρτώμενη δραστικότητα
αυτοδραστικότητας	=	αυτοδραστικότητα
αυτοδραστικότητες	=	αυτοδραστικότητα
αυτοδραστικών	=	αυτοδραστικός
αυτοδυναμία	noun	η ιδιότητα του αυτοδύναμου· η στήριξη κάποιου στις προσωπικές του δυνάμεις χωρίς τη συνδρομή ξένων δυνάμεων
αυτοδυναμίας	noun	γενική ενικού του αυτοδυναμία
αυτοδυναμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδυναμία
αυτοδυναμιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοδυναμία
αυτοδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (αυτοδύναμο) του αυτοδύναμος	adv	με αυτοδύναμο τρόπο
αυτοδύναμε	adj	κλητική ενικού του αυτοδύναμος
αυτοδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοδύναμη
αυτοδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοδύναμος
αυτοδύναμης	adj	γενική ενικού του αυτοδύναμη
αυτοδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοδύναμος
αυτοδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοδύναμος
αυτοδύναμος	adj	που μπορεί να προχωρήσει σε ένα έργο στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις
αυτοδύναμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοδύναμος
αυτοδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοδύναμος
αυτοδύναμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοδύναμος
αυτοεγκλωβίζεσαι	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίζεστε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίζεται	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίζομαι	verb	εγκλωβίζω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοεγκλωβίζονται	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίζονταν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίζου	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίσου	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίστηκα	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίστηκαν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίστηκε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβίστηκες	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόμασταν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόμαστε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόμουν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόμουνα	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόντουσαν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόσασταν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόσαστε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόσουν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόσουνα	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζόταν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιζότανε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοεγκλωβισμός
αυτοεγκλωβισμένος	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοεγκλωβισμός
αυτοεγκλωβισμού	noun	γενική ενικού του αυτοεγκλωβισμός
αυτοεγκλωβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοεγκλωβισμός
αυτοεγκλωβισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοεγκλωβισμός
αυτοεγκλωβισμός	noun	εγκλωβισμός κάποιου από τον εαυτό του
αυτοεγκλωβισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεγκλωβισμός
αυτοεγκλωβιστήκαμε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιστήκαν	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιστήκανε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιστήκατε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιστεί	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεγκλωβιστείτε	=	αυτοεγκλωβίζομαι
αυτοεικόνα	noun	η εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του
αυτοεικόνας	=	αυτοεικόνα
αυτοεικόνες	=	αυτοεικόνα
αυτοεικόνων	=	αυτοεικόνα
αυτοειρωνεία	noun	το να ειρωνεύεται κάποιος τον εαυτό του
αυτοειρωνείας	noun	γενική ενικού του αυτοειρωνεία
αυτοειρωνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοειρωνεία
αυτοειρωνειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοειρωνεία
αυτοειρωνευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοειρωνευόμενο
αυτοειρωνευόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοειρωνευόμενος
αυτοειρωνευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοειρωνευόμενη
αυτοειρωνευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοειρωνευόμενος
αυτοειρωνευόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοειρωνευόμενη
αυτοειρωνευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοειρωνευόμενος
αυτοειρωνευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοειρωνευόμενος
αυτοειρωνευόμενος	verb	που ειρωνεύεται τον εαυτό του
αυτοειρωνευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοειρωνευόμενος
αυτοειρωνευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοειρωνευόμενος
αυτοειρωνευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοειρωνευόμενος
αυτοεκδοτών	=	αυτοεκδότης
αυτοεκδόσεις	=	αυτοέκδοση
αυτοεκδόσεων	=	αυτοέκδοση
αυτοεκδότες	=	αυτοεκδότης
αυτοεκδότη	=	αυτοεκδότης
αυτοεκδότης	noun	ο δημιουργός αναλαμβάνει ο ίδιος την έκδοση και διάθεση του έργου του, χωρίς μεσολάβηση εκδοτικού οίκου
αυτοεκπαίδευση	noun	διαδικασία απόκτησης γνώσεων ή δεξιοτήτων με προσωπική πρωτοβουλία και χωρίς συστηματική καθοδήγηση από άλλους
αυτοεκπαίδευσης	=	αυτοεκπαίδευση
αυτοεκπαιδεύσεις	=	αυτοεκπαίδευση
αυτοεκπαιδεύσεων	=	αυτοεκπαίδευση
αυτοεκπλήρωση	noun	επίτευξη προσωπικών στόχων και ανάπτυξη του ατόμου έως την πλήρη αξιοποίηση των ικανοτήτων και επιθυμιών του
αυτοεκπλήρωσης	=	αυτοεκπλήρωση
αυτοεκπληρούμενα	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενε	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενες	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενη	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενης	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενο	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενοι	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενος	verb	που τείνει να εκπληρωθεί μόνο και μόνο επειδή προβλέφθηκε
αυτοεκπληρούμενου	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενους	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρούμενων	=	αυτοεκπληρούμενος
αυτοεκπληρώσεις	=	αυτοεκπλήρωση
αυτοεκπληρώσεων	=	αυτοεκπλήρωση
αυτοεκτίμηση	noun	η εκτίμηση που έχει κάποιος για τον εαυτό του
αυτοεκτίμησης	noun	γενική ενικού του αυτοεκτίμηση
αυτοεκτιμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεκτίμηση
αυτοεκτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεκτίμηση
αυτοεκτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοεκτίμηση
αυτοεκφράσεις	=	αυτοέκφραση
αυτοεκφράσεων	=	αυτοέκφραση
αυτοεκφραστικά	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικέ	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικές	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστική	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικής	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικοί	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικού	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικούς	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικό	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφραστικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοέκφραση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αυτοεκφραστικών	=	αυτοεκφραστικός
αυτοεκφυλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεκφυλιστικό
αυτοεκφυλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοεκφυλιστικός
αυτοεκφυλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεκφυλιστική
αυτοεκφυλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοεκφυλιστικός
αυτοεκφυλιστικής	adj	γενική ενικού του αυτοεκφυλιστική
αυτοεκφυλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοεκφυλιστικός
αυτοεκφυλιστικού	adj	γενική ενικού του αυτοεκφυλιστικός
αυτοεκφυλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοεκφυλιστικός
αυτοεκφυλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοεκφυλιστικός
αυτοεκφυλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοεκφυλιστικός
αυτοελέγχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελέγχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελέγχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελέγχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελέγχομαι	verb	ελέγχω τον εαυτό μου
αυτοελέγχου	noun	γενική ενικού του αυτοέλεγχος
αυτοελέγχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοέλεγχος
αυτοελέγχων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοέλεγχος
αυτοελεγχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοελεγχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοελέγχομαι
αυτοεμπιστοσύνη	noun|dated	η αυτοπεποίθηση
αυτοεμπιστοσύνης	=	αυτοεμπιστοσύνη
αυτοεμπλοκές	=	αυτοεμπλοκή
αυτοεμπλοκή	noun	η εμπλοκή συστατικών του ίδιου συνόλου
αυτοεμπλοκής	=	αυτοεμπλοκή
αυτοεμπλοκών	=	αυτοεμπλοκή
αυτοενίσχυση	noun	η ενίσχυση που δίνουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας
αυτοενίσχυσης	noun	γενική ενικού του αυτοενίσχυση
αυτοενισχύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοενίσχυση
αυτοενισχύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοενίσχυση
αυτοενισχύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοενίσχυση
αυτοεξαίρεση	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος εξαιρεί τον εαυτό του
αυτοεξαίρεσης	=	αυτοεξαίρεση
αυτοεξαιρέσεις	=	αυτοεξαίρεση
αυτοεξαιρέσεων	=	αυτοεξαίρεση
αυτοεξευτελίζομαι	verb|formal	εξευτελίζω τον ίδιο μου τον εαυτό, τον ντροπιάζω
αυτοεξευτελισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοεξευτελίζομαι
αυτοεξολοθρεύομαι	verb|rare	εξολοθρεύω τον εαυτό μου
αυτοεξοντώνομαι	verb|formal	η εκούσια ή ακούσια οδήγηση του εαυτού μου σε πλήρη σωματική, ψυχική ή ηθική εξόντωση, μέχρι σημείου αφανισμού
αυτοεξοντώσεις	=	αυτοεξόντωση
αυτοεξοντώσεων	=	αυτοεξόντωση
αυτοεξορία	noun	η ηθελημένη απομάκρυνση κάποιου από την πατρίδα του για προσωπικούς ή και κοινωνικοπολιτικούς λόγους
αυτοεξορίας	noun	γενική ενικού του αυτοεξορία
αυτοεξορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξορία
αυτοεξορίζεσαι	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίζεστε	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίζεται	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίζομαι	verb	εξορίζομαι εκούσια
αυτοεξορίζονται	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίζονταν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίζου	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίσου	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορίστου	=	αυτοεξόριστος
αυτοεξορίστους	=	αυτοεξόριστος
αυτοεξορίστων	=	αυτοεξόριστος
αυτοεξοριζόμασταν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόμαστε	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόμουν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόμουνα	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόντουσαν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόσασταν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόσαστε	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόσουν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόσουνα	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζόταν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριζότανε	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξορισμένο
αυτοεξορισμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοεξορισμένος
αυτοεξορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξορισμένη
αυτοεξορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοεξορισμένος
αυτοεξορισμένης	verb	γενική ενικού του αυτοεξορισμένη
αυτοεξορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοεξορισμένος
αυτοεξορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξορισμένος
αυτοεξορισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοεξορίζομαι
αυτοεξορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοεξορισμένος
αυτοεξορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοεξορισμένος
αυτοεξορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοεξορισμένος
αυτοεξοριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστήκαν	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστήκανε	=	αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεξορίζομαι
αυτοεξοριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεξορία
αυτοεξοφλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξόφληση
αυτοεξοφλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεξόφληση
αυτοεξοφλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοεξόφληση
αυτοεξυπηρέτηση	noun	η ικανότητα ή η ενέργεια της εξυπηρέτησης ενός ατόμου από τον ίδιο του τον εαυτό κι όχι από άλλους
αυτοεξυπηρέτησης	noun	γενική ενικού του αυτοεξυπηρέτηση
αυτοεξυπηρετήθηκα	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετήθηκαν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετήθηκε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετήθηκες	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξυπηρέτηση
αυτοεξυπηρετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεξυπηρέτηση
αυτοεξυπηρετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοεξυπηρέτηση
αυτοεξυπηρετήσου	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετείσαι	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετείστε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετείται	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετηθήκαμε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετηθήκαν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετηθήκανε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετηθήκατε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετηθεί	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετηθείτε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετημένος	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούμαι	verb	μπορώ και εξυπηρετώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, χωρίς να περιμένω από άλλους (για άτομα με κινητικά ή άλλα προβλήματα)
αυτοεξυπηρετούμασταν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούμαστε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούμουν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούνται	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούνταν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούσασταν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούσαστε	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξυπηρετούσουν	=	αυτοεξυπηρετούμαι
αυτοεξόντωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοεξοντώνομαι
αυτοεξόντωσης	=	αυτοεξόντωση
αυτοεξόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξόριστο
αυτοεξόριστε	adj	κλητική ενικού του αυτοεξόριστος
αυτοεξόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξόριστη
αυτοεξόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοεξόριστος
αυτοεξόριστης	adj	γενική ενικού του αυτοεξόριστη
αυτοεξόριστο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοεξόριστος
αυτοεξόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοεξόριστος
αυτοεξόριστος	adj	που έχει αυτοεξοριστεί (συνήθως εκούσια)
αυτοεξόριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοεξόριστος
αυτοεξόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοεξόριστος
αυτοεξόριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοεξόριστος
αυτοεξόφληση	noun	η εξόφληση που γίνεται από μόνη της, καθώς έτσι έχει κανονιστεί από πριν
αυτοεξόφλησης	noun	γενική ενικού του αυτοεξόφληση
αυτοεπίγνωση	noun	επίγνωση του εαυτού μας, η αυτογνωσία το «γνώθι σαυτόν»
αυτοεπίγνωσης	=	αυτοεπίγνωση
αυτοεπίδειξη	noun|formal	η συνειδητή ή ασυνείδητη προβολή των προσωπικών ιδιοτήτων, ικανοτήτων ή επιτευγμάτων με σκοπό την εντύπωση στους άλλους
αυτοεπίδειξης	=	αυτοεπίδειξη
αυτοεπαίνου	=	αυτοέπαινος
αυτοεπαίνους	=	αυτοέπαινος
αυτοεπαίνων	=	αυτοέπαινος
αυτοεπαινέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινέσου	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινείσαι	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινείστε	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινείται	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθήκαν	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθήκανε	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινεμένος	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούμαι	verb	επαινώ τον εαυτό μου
αυτοεπαινούμασταν	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούμαστε	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούμενος	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούμουν	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούνται	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούνταν	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούσασταν	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούσαστε	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπαινούσουν	=	αυτοεπαινούμαι
αυτοεπενδυόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεπενδυόμενο
αυτοεπενδυόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπενδυόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεπενδυόμενη
αυτοεπενδυόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπενδυόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοεπενδυόμενη
αυτοεπενδυόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπενδυόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπενδυόμενος	verb	που επενδύεται από μόνος του
αυτοεπενδυόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπενδυόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπενδυόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοεπενδυόμενος
αυτοεπιβάλλομαι	verb|formal	επιβάλλομαι ο ίδιος στον εαυτό μου
αυτοεπιβαλλόμενα	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενε	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενες	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενη	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενης	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενο	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενοι	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοεπιβάλλομαι
αυτοεπιβαλλόμενου	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενους	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβαλλόμενων	=	αυτοεπιβαλλόμενος
αυτοεπιβεβαίωση	noun	όταν κάποιος νιώθει επιβεβαιωμένος για τον εαυτό του και τις επιλογές του
αυτοεπιβεβαίωσης	noun	γενική ενικού του αυτοεπιβεβαίωση
αυτοεπιβεβαιωθήκαμε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωθήκαν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωθήκανε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωθήκατε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωθεί	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωθείτε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωμένος	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόμασταν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόμαστε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόμουν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόμουνα	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόντουσαν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόσασταν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόσαστε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόσουν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόσουνα	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνόταν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιωνότανε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώθηκα	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώθηκαν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώθηκε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώθηκες	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώνεσαι	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώνεστε	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώνεται	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώνομαι	verb	εκδηλώνω στάσεις ή ενεργώ με σκοπό να πείσω τον εαυτό μου ή τους άλλους για την αξία και τη σημασία μου
αυτοεπιβεβαιώνονται	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώνονταν	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώνου	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιβεβαιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεπιβεβαίωση
αυτοεπιβεβαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεπιβεβαίωση
αυτοεπιβεβαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοεπιβεβαίωση
αυτοεπιβεβαιώσου	=	αυτοεπιβεβαιώνομαι
αυτοεπιγνώσεις	=	αυτοεπίγνωση
αυτοεπιγνώσεων	=	αυτοεπίγνωση
αυτοεπιδείξεις	=	αυτοεπίδειξη
αυτοεπιδείξεων	=	αυτοεπίδειξη
αυτοεπιδιορθώσεις	=	αυτοεπιδιόρθωση
αυτοεπιδιορθώσεων	=	αυτοεπιδιόρθωση
αυτοεπιδιόρθωση	noun	η επιδιόρθωση με ίδια μέσα, για κάτι που διορθώνεται από μόνο του
αυτοεπιδιόρθωσης	=	αυτοεπιδιόρθωση
αυτοεπικονίαση	noun	(βοτανική): η επικονίαση που συμβαίνει στο ίδιο το φυτό.
αυτοεπικονίασης	noun	γενική ενικού του αυτοεπικονίαση
αυτοεπικονιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεπικονίαση
αυτοεπικονιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεπικονίαση
αυτοεπικονιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοεπικονίαση
αυτοεποπτεία	noun	η εποπτεία του εαυτού μας
αυτοεποπτείας	noun	γενική ενικού του αυτοεποπτεία
αυτοεποπτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοεποπτεία
αυτοεποπτειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοεποπτεία
αυτοερεθισμέ	=	αυτοερεθισμός
αυτοερεθισμοί	=	αυτοερεθισμός
αυτοερεθισμού	=	αυτοερεθισμός
αυτοερεθισμούς	=	αυτοερεθισμός
αυτοερεθισμό	=	αυτοερεθισμός
αυτοερεθισμός	noun	η πρόκληση σεξουαλικής διέγερσης από το ίδιο το άτομο στον εαυτό του, η αυτοϊκανοποίηση
αυτοερεθισμών	=	αυτοερεθισμός
αυτοερωτισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοερωτισμός
αυτοερωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοερωτισμός
αυτοερωτισμού	noun	γενική ενικού του αυτοερωτισμός
αυτοερωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοερωτισμός
αυτοερωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοερωτισμός
αυτοερωτισμός	noun	το να ερωτεύεται κάποιος τον εαυτό του
αυτοερωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοερωτισμός
αυτοευθυγράμμιση	noun|rare	η αυτόματη ευθυγράμμιση
αυτοευθυγράμμισης	noun	γενική ενικού του αυτοευθυγράμμιση
αυτοευθυγραμμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοευθυγράμμιση
αυτοευθυγραμμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοευθυγράμμιση
αυτοευθυγραμμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοευθυγράμμιση
αυτοθέσμιση	noun	η δυνατότητα που έχουν οι πολίτες να επιζητούν, να επιλέγουν και να διαμορφώνουν τους θεσμούς ή τους νόμους της πολιτείας τους
αυτοθέσμισης	noun	γενική ενικού του αυτοθέσμιση
αυτοθαυμάζεσαι	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάζεστε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάζεται	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάζομαι	verb	θαυμάζω τον εαυτό μου
αυτοθαυμάζονται	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάζονταν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάζω	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάσου	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάστηκα	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάστηκαν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάστηκε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμάστηκες	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόμασταν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόμαστε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόμουν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόμουνα	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόντουσαν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόσασταν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόσαστε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόσουν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόσουνα	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζόταν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαζότανε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμασμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοθαυμασμός
αυτοθαυμασμένος	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοθαυμασμός
αυτοθαυμασμού	noun	γενική ενικού του αυτοθαυμασμός
αυτοθαυμασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοθαυμασμός
αυτοθαυμασμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοθαυμασμός
αυτοθαυμασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμασμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοθαυμασμός
αυτοθαυμαστήκαμε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαστήκαν	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαστήκανε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαστήκατε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαστεί	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθαυμαστείτε	=	αυτοθαυμάζομαι
αυτοθεραπεία	noun	η αυτοΐαση
αυτοθεραπείας	noun	γενική ενικού του αυτοθεραπεία
αυτοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοθεραπεία
αυτοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοθεραπεία
αυτοθεραπεύομαι	verb	θεραπεύω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοθεσμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοθέσμιση
αυτοθεσμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοθέσμιση
αυτοθεσμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοθέσμιση
αυτοθυσία	noun	η εκούσια θυσία ενός ατόμου προς όφελος άλλου
αυτοθυσίας	noun	γενική ενικού του αυτοθυσία
αυτοθυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοθυσία
αυτοθυσιάζεσαι	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάζεστε	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάζεται	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάζομαι	verb	θυσιάζομαι εκούσια
αυτοθυσιάζονται	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάζονταν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάζου	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάσου	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόμασταν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόμαστε	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοθυσιαζόμενο
αυτοθυσιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοθυσιαζόμενη
αυτοθυσιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοθυσιαζόμενη
αυτοθυσιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοθυσιαζόμενος
αυτοθυσιαζόμουν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόμουνα	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόντουσαν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόσασταν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόσαστε	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόσουν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόσουνα	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζόταν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαζότανε	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιασμένος	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστήκαν	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστήκανε	=	αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοθυσιάζομαι
αυτοθυσιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοθυσία
αυτοκάθαρση	noun	αυτοκαθαρισμός
αυτοκάθαρσης	noun	γενική ενικού του αυτοκάθαρση
αυτοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκέφαλο
αυτοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του αυτοκέφαλος
αυτοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκέφαλη
αυτοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκέφαλος
αυτοκέφαλης	adj	γενική ενικού του αυτοκέφαλη
αυτοκέφαλο	noun	το να είναι μια εκκλησία αυτοκέφαλη
αυτοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκέφαλος
αυτοκέφαλος	adj	που έχει δική του διοίκηση και εξουσία, ανεξάρτητα από άλλο κέντρο διοίκησης και εξουσίας
αυτοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκέφαλος
αυτοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκέφαλος
αυτοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκέφαλος
αυτοκίνηση	noun	κίνηση που δίνεται από εγγενείς δυνάμεις, χωρίς εξωτερική ώθηση
αυτοκίνησης	=	αυτοκίνηση
αυτοκίνητα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκίνητο
αυτοκίνητε	adj	κλητική ενικού του αυτοκίνητος
αυτοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκίνητη
αυτοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκίνητος
αυτοκίνητης	adj	γενική ενικού του αυτοκίνητη
αυτοκίνητο	noun	μηχανοκίνητο όχημα που φέρει κινητήρα και δεξαμενή με καύσιμα, που του δίνουν τη δυνατότητα να είναι αυτόνομο
αυτοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκίνητος
αυτοκίνητος	adj	που κινείται με δικές του δυνάμεις ή μέσα
αυτοκίνητοςα	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςε	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςες	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςη	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςης	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςο	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςοι	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςος	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςου	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςους	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητοςων	=	αυτοκίνητος
αυτοκίνητου	adj	γενική ενικού του αυτοκίνητος
αυτοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκίνητος
αυτοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκίνητος
αυτοκαθάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκάθαρση
αυτοκαθάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκάθαρση
αυτοκαθάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοκάθαρση
αυτοκαθαιρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρέσου	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρείσαι	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρείστε	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρείται	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθήκαν	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθήκανε	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρεμένος	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούμαι	verb	καθαιρούμαι από μόνος μου
αυτοκαθαιρούμασταν	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούμαστε	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούμενος	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούμουν	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούνται	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούνταν	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούσασταν	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούσαστε	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαιρούσουν	=	αυτοκαθαιρούμαι
αυτοκαθαρίζομαι	verb	καθαρίζομαι (αυτόματα) μόνος μου
αυτοκαθαριζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθαριζόμενο
αυτοκαθαριζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαριζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθαριζόμενη
αυτοκαθαριζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαριζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοκαθαριζόμενη
αυτοκαθαριζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαριζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαριζόμενος	verb	που καθαρίζεται μόνος του
αυτοκαθαριζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαριζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαριζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκαθαριζόμενος
αυτοκαθαρισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρισμού	noun	γενική ενικού του αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρισμός	noun	ο αυτόματος καθαρισμός (μιας συσκευής)
αυτοκαθαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοκαθαρμός
αυτοκαθαρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθαρμός
αυτοκαθαρμού	noun	γενική ενικού του αυτοκαθαρμός
αυτοκαθαρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαθαρμός
αυτοκαθαρμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοκαθαρμός
αυτοκαθαρμός	noun	αυτοκαθαρισμός
αυτοκαθαρμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκαθαρμός
αυτοκαθορίζαμε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζαν	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζανε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζατε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζει	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζεις	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζεσαι	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίζεστε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίζεται	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίζετε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζονται	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίζονταν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίζοντας	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζου	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίζουμε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζουν	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζουνε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίζω	verb	καθορίζω ο ίδιος ό,τι με αφορά
αυτοκαθορίσαμε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίσαν	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίσανε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίσατε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίσει	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίσου	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίστε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορίστηκα	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίστηκαν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίστηκε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορίστηκες	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόμασταν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόμαστε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόμουν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόμουνα	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόντουσαν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόσασταν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόσαστε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόσουν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόσουνα	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζόταν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριζότανε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοκαθορισμός
αυτοκαθορισμένος	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθορισμός
αυτοκαθορισμού	noun	γενική ενικού του αυτοκαθορισμός
αυτοκαθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαθορισμός
αυτοκαθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοκαθορισμός
αυτοκαθορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαθορίζω
αυτοκαθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκαθορισμός
αυτοκαθοριστήκαμε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριστήκαν	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριστήκανε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριστήκατε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριστεί	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριστείτε	=	αυτοκαθορίζομαι
αυτοκαθοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθοριστικό
αυτοκαθοριστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθοριστική
αυτοκαθοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθοριστικής	adj	γενική ενικού του αυτοκαθοριστική
αυτοκαθοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθοριστικού	adj	γενική ενικού του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθοριστικός	adj	που έχει σχέση με τον αυτοκαθορισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αυτοκαθοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκαθοριστικός
αυτοκαθόριζα	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόριζαν	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόριζε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόριζες	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόρισα	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόρισαν	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόρισε	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκαθόρισες	=	αυτοκαθορίζω
αυτοκακολογούμαι	verb|rare	κακολογώ τον εαυτό μου
αυτοκαλάθι	noun	καλάθι που πετυχαίνει ένας παίκτης στο μπάσκετ κατά λάθος, στην μπασκέτα της δικής του ομάδας
αυτοκαλάθια	=	αυτοκαλάθι
αυτοκαλαθιού	=	αυτοκαλάθι
αυτοκαλαθιών	=	αυτοκαλάθι
αυτοκαλλιέργεια	noun	το να καλλιεργείς ο ίδιος τα κτήματά σου
αυτοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του αυτοκαλλιέργεια
αυτοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαλλιέργεια
αυτοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκαλλιέργεια
αυτοκατάκριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατακρίνομαι
αυτοκατάκρισης	=	αυτοκατάκριση
αυτοκατάκτηση	noun|formal	η κατάκτηση του εαυτού μας
αυτοκατάλυση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαταλύομαι
αυτοκατάργησα	=	αυτοκαταργώ
αυτοκατάργησαν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκατάργησε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκατάργησες	=	αυτοκαταργώ
αυτοκατάργηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαταργώ
αυτοκατάργησης	noun	γενική ενικού του αυτοκατάργηση
αυτοκαταδίκες	=	αυτοκαταδίκη
αυτοκαταδίκη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδίκης	=	αυτοκαταδίκη
αυτοκαταδικάζεσαι	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάζεστε	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάζεται	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάζομαι	verb	καταδικάζω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοκαταδικάζονται	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάζονταν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάζου	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάσου	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόμασταν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόμαστε	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόμουν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόμουνα	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόντουσαν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόσασταν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόσαστε	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόσουν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόσουνα	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζόταν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαζότανε	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταδικασμένο
αυτοκαταδικασμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταδικασμένη
αυτοκαταδικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικασμένης	verb	γενική ενικού του αυτοκαταδικασμένη
αυτοκαταδικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκαταδικασμένος
αυτοκαταδικαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστήκαν	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστήκανε	=	αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταδικάζομαι
αυτοκαταδικών	=	αυτοκαταδίκη
αυτοκατακρίνομαι	verb	κατακρίνω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοκατακρίσεις	=	αυτοκατάκριση
αυτοκατακρίσεων	=	αυτοκατάκριση
αυτοκαταλύομαι	verb|rare	καταλύω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοκατανάλωση	noun	η κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών από τους ίδιους που τα παράγουν
αυτοκατανάλωσης	noun	γενική ενικού του αυτοκατανάλωση
αυτοκαταναλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταναλωτικό
αυτοκαταναλωτικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταναλωτική
αυτοκαταναλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλωτικής	adj	γενική ενικού του αυτοκαταναλωτική
αυτοκαταναλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλωτικού	adj	γενική ενικού του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλωτικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοκατανάλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
αυτοκαταναλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκαταναλωτικός
αυτοκαταναλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκατανάλωση
αυτοκαταναλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκατανάλωση
αυτοκαταναλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοκατανάλωση
αυτοκατανοήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκατανόηση
αυτοκατανοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκατανόηση
αυτοκατανοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοκατανόηση
αυτοκατανοούμαι	verb	κατανοώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοκατανόηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατανοούμαι
αυτοκατανόησης	noun	γενική ενικού του αυτοκατανόηση
αυτοκαταξίωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκαταξιώνω
αυτοκαταξιώνω	verb|formal	καταξιώνω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοκαταργήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργήσαμε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργήσαν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργήσανε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργήσατε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργήσει	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκατάργηση
αυτοκαταργήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκατάργηση
αυτοκαταργήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοκατάργηση
αυτοκαταργήσου	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργήστε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργεί	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργείς	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργείσαι	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργείστε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργείται	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργείτε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθήκαν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργηθήκανε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταργημένο
αυτοκαταργημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταργημένη
αυτοκαταργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργημένης	verb	γενική ενικού του αυτοκαταργημένη
αυτοκαταργημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοκαταργούμαι
αυτοκαταργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκαταργημένος
αυτοκαταργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούμασταν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούμαστε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούμε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταργούμενο
αυτοκαταργούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταργούμενη
αυτοκαταργούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοκαταργούμενη
αυτοκαταργούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκαταργούμενος
αυτοκαταργούμουν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούνε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούνται	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούνταν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσα	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσαμε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσαν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσανε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσασταν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσαστε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσατε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσε	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσες	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργούσουν	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταργώ	verb	καταργώ τον εαυτό μου
αυτοκαταργώντας	=	αυτοκαταργώ
αυτοκαταστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστρέφομαι	verb	καταστρέφομαι από κάτι που κάνω εγώ ο ίδιος ή επειδή φταίω εγώ ο ίδιος
αυτοκαταστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκαταστρέφομαι
αυτοκαταστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταστροφή
αυτοκαταστροφή	noun	η συνειδητή ή ασυνείδητη διαδικασία με την οποία ένα άτομο, ομάδα ή σύστημα οδηγεί τον εαυτό του σε καταστροφή, παρακμή ή αφανισμό
αυτοκαταστροφής	=	αυτοκαταστροφή
αυτοκαταστροφικά	adv	προκαλώντας την αυτοκαταστροφή (κάποιου)
αυτοκαταστροφικέ	adj	κλητική ενικού του αβιογενετικός
αυτοκαταστροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταστροφική
αυτοκαταστροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφικής	adj	γενική ενικού του αυτοκαταστροφική
αυτοκαταστροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφικοτήτων	=	αυτοκαταστροφικότητα
αυτοκαταστροφικού	adj	γενική ενικού του αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφικός	adj	που προκαλεί την αυτοκαταστροφή του
αυτοκαταστροφικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφικότητας	=	αυτοκαταστροφικότητα
αυτοκαταστροφικότητες	=	αυτοκαταστροφικότητα
αυτοκαταστροφικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκαταστροφικός
αυτοκαταστροφών	=	αυτοκαταστροφή
αυτοκατευθυνόμενα	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενε	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενες	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενη	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενης	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενο	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενοι	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενος	adj	που καθορίζει μόνος του την πορεία ή τον τρόπο δράσης του, χωρίς άμεση εξωτερική παρέμβαση
αυτοκατευθυνόμενου	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενους	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμενων	=	αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκατεύθυνση
αυτοκατευθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκατεύθυνση
αυτοκατευθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοκατεύθυνση
αυτοκατεύθυνση	noun	κίνηση κάποιου οχήματος χωρίς την παρέμβαση ή παρεμβολή κάποιου χειριστή
αυτοκατεύθυνσης	noun	γενική ενικού του αυτοκατεύθυνση
αυτοκατηγορία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατηγορούμαι
αυτοκατηγορίας	noun	γενική ενικού του αυτοκατηγορία
αυτοκατηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκατηγορία
αυτοκατηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκατηγορία
αυτοκατηγορούμαι	verb	κατηγορώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοκατηγορούμενα	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενε	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενες	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενη	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενης	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενο	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενοι	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοκατηγορούμαι
αυτοκατηγορούμενου	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενους	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγορούμενων	=	αυτοκατηγορούμενος
αυτοκατηγόρια	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοκατηγορούμαι
αυτοκατηγόριας	=	αυτοκατηγόρια
αυτοκατηγόριες	=	αυτοκατηγόρια
αυτοκατοπτρισμέ	=	αυτοκατοπτρισμός
αυτοκατοπτρισμοί	=	αυτοκατοπτρισμός
αυτοκατοπτρισμού	=	αυτοκατοπτρισμός
αυτοκατοπτρισμούς	=	αυτοκατοπτρισμός
αυτοκατοπτρισμό	=	αυτοκατοπτρισμός
αυτοκατοπτρισμός	noun|formal	η άμεση ή έμμεση αναφορά του συγγραφέα ενός (λογοτεχνικού) έργου στο συγκεκριμένο κείμενό του ή σε άλλο προγενέστερο
αυτοκατοπτρισμών	=	αυτοκατοπτρισμός
αυτοκεφαλία	noun	το να είναι μια εκκλησία αυτοκέφαλη
αυτοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του αυτοκεφαλία
αυτοκεφαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκεφαλία
αυτοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκεφαλία
αυτοκινήσεις	=	αυτοκίνηση
αυτοκινήσεων	=	αυτοκίνηση
αυτοκινήτου	noun	γενική ενικού του αυτοκίνητο
αυτοκινήτων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκίνητο
αυτοκινητάδα	noun	βόλτα με αυτοκίνητο
αυτοκινητάδας	noun	γενική ενικού του αυτοκινητάδα
αυτοκινητάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητάδα
αυτοκινητάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητάδικο
αυτοκινητάδων	=	αυτοκινητάδα
αυτοκινητάκι	noun	υποκοριστικό του αυτοκίνητο
αυτοκινητάκια	=	αυτοκινητάκι
αυτοκινητάμαξα	noun	αυτοκινούμενο επιβατικό σιδηροδρομικό όχημα, βαγόνι τρένου που διαθέτει δική του μηχανή
αυτοκινητάμαξας	noun	γενική ενικού του αυτοκινητάμαξα
αυτοκινητάμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητάμαξα
αυτοκινητίστρια	noun	γυναίκα αυτοκινητιστής
αυτοκινητίστριας	noun	γενική ενικού του αυτοκινητίστρια
αυτοκινητίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητίστρια
αυτοκινηταμαξών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητάμαξα
αυτοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητικό
αυτοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκινητικός
αυτοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητική
αυτοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκινητικός
αυτοκινητικής	adj	γενική ενικού του αυτοκινητική
αυτοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητικός
αυτοκινητικού	adj	γενική ενικού του αυτοκινητικός
αυτοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκινητικός
αυτοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκινητικός
αυτοκινητικός	adj	που κινείται μόνος του
αυτοκινητικόςά	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςέ	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςές	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςή	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςής	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςοί	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςού	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςούς	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςό	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςός	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικόςών	=	αυτοκινητικός
αυτοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκινητικός
αυτοκινητισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοκινητισμός
αυτοκινητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητισμός
αυτοκινητισμού	noun	γενική ενικού του αυτοκινητισμός
αυτοκινητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκινητισμός
αυτοκινητισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοκινητισμός
αυτοκινητισμός	noun	η ενασχόληση με το αυτοκίνητο σε ερασιτεχνική βάση
αυτοκινητισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητισμός
αυτοκινητιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητιστής
αυτοκινητιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αυτοκινητιστής
αυτοκινητιστής	noun	επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου
αυτοκινητιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητιστικό
αυτοκινητιστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητιστική
αυτοκινητιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστικής	adj	γενική ενικού του αυτοκινητιστική
αυτοκινητιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστικού	adj	γενική ενικού του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αυτοκινητιστή ή αναφέρεται σʼ αυτόν
αυτοκινητιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκινητιστικός
αυτοκινητιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητίστρια
αυτοκινητιστών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητιστής
αυτοκινητοβιομηχανία	noun	ο κλάδος της βιομηχανίας που ασχολείται με το αυτοκίνητο
αυτοκινητοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του αυτοκινητοβιομηχανία
αυτοκινητοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητοβιομηχανία
αυτοκινητοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητοβιομηχανία
αυτοκινητογέφυρα	noun	γέφυρα από την οποία διέρχονται κυρίως ή μόνο αυτοκίνητα
αυτοκινητογέφυρας	=	αυτοκινητογέφυρα
αυτοκινητογέφυρες	=	αυτοκινητογέφυρα
αυτοκινητογεφυρών	=	αυτοκινητογέφυρα
αυτοκινητοδρομία	noun	αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων
αυτοκινητοδρομίας	noun	γενική ενικού του αυτοκινητοδρομία
αυτοκινητοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητοδρομία
αυτοκινητοδρομίου	noun	γενική ενικού του αυτοκινητοδρόμιο
αυτοκινητοδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητοδρόμιο
αυτοκινητοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητοδρομία
αυτοκινητοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητοδρόμιο
αυτοκινητοδρόμιο	noun	πίστα όπου διεξάγονται αγώνες ταχύτητας αυτοκινήτων ή οι σχετικές δοκιμές
αυτοκινητοδρόμιου	=	αυτοκινητοδρόμιο
αυτοκινητοδρόμου	noun	γενική ενικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητοθυρίδα	noun	εποχούμενη (σε αυτοκίνητο) τραπεζική θυρίδα
αυτοκινητοθυρίδας	=	αυτοκινητοθυρίδα
αυτοκινητοθυρίδες	=	αυτοκινητοθυρίδα
αυτοκινητοθυρίδων	=	αυτοκινητοθυρίδα
αυτοκινητοπομπές	=	αυτοκινητοπομπή
αυτοκινητοπομπή	noun	πολλά αυτοκίνητα που ταξιδεύουν μαζί αποτελώντας ένα οργανικό σύνολο
αυτοκινητοπομπής	=	αυτοκινητοπομπή
αυτοκινητοπομπών	=	αυτοκινητοπομπή
αυτοκινητοτράπεζα	noun	τράπεζα ή τραπεζικό υποκατάστημα σε αυτοκίνητο
αυτοκινητοτράπεζας	noun	γενική ενικού του αυτοκινητοτράπεζα
αυτοκινητοτράπεζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητοτράπεζα
αυτοκινητοτραπεζών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητοτράπεζα
αυτοκινητόδρομε	noun	κλητική ενικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητόδρομο	noun	αιτιατική ενικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητόδρομος	noun	μεγάλος πλατύς δρόμος με πολλές λωρίδες, προορισμένος μόνο για την κυκλοφορία οχημάτων, συνήθως έξω από τις πόλεις
αυτοκινητόδρομου	noun	γενική ενικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητόδρομους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητόδρομων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκινητόδρομος
αυτοκινητόσπιτα	=	αυτοκινητόσπιτο
αυτοκινητόσπιτο	noun	αυτοκίνητο που έχει και χώρο κατοίκησης
αυτοκινητόσπιτου	=	αυτοκινητόσπιτο
αυτοκινητόσπιτων	=	αυτοκινητόσπιτο
αυτοκινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινούμενο
αυτοκινούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοκινούμενος
αυτοκινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινούμενη
αυτοκινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκινούμενος
αυτοκινούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοκινούμενη
αυτοκινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοκινούμενος
αυτοκινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκινούμενος
αυτοκινούμενος	verb	συνώνυμο του αυτοκίνητος
αυτοκινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκινούμενος
αυτοκινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκινούμενος
αυτοκινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκινούμενος
αυτοκλήτως	adv|formal	άλλη μορφή του αυτόκλητα
αυτοκολλητάκι	noun	μικρό αυτοκόλλητο
αυτοκολλητάκια	=	αυτοκολλητάκι
αυτοκοροϊδέψου	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεμένος	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευτήκαμε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευτήκαν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευτήκανε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευτήκατε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευτεί	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευτείτε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόμασταν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόμαστε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόμουν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόμουνα	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόντουσαν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόσασταν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόσαστε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόσουν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόσουνα	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευόταν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδευότανε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύεσαι	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύεστε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύεται	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύομαι	verb	κοροϊδεύω τον εαυτό μου
αυτοκοροϊδεύονται	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύονταν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύου	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύτηκα	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύτηκαν	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύτηκε	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκοροϊδεύτηκες	=	αυτοκοροϊδεύομαι
αυτοκράτειρα	noun	θηλυκό του αυτοκράτωρ, γυναίκα σε αυτοκρατορικό θρόνο
αυτοκράτειρας	=	αυτοκράτειρα
αυτοκράτειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκράτειρα
αυτοκράτειρων	=	αυτοκράτειρα
αυτοκράτορ	=	αυτοκράτωρ
αυτοκράτορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αυτοκράτορας
αυτοκράτορας	noun	τίτλος μοναρχών, όπως στην αρχαία Ρώμη, το Βυζάντιο, την Κίνα, κ.α. ο ηγέτης μιας αυτοκρατορίας
αυτοκράτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκράτορας
αυτοκράτορος	=	αυτοκράτωρ
αυτοκράτωρ	noun|formal	ο αυτοκράτορας
αυτοκρατία	noun|dated	ο σολιψισμός
αυτοκρατίας	noun	γενική ενικού του αυτοκρατία
αυτοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκρατία
αυτοκρατειρών	=	αυτοκράτειρα
αυτοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκρατία
αυτοκρατορία	noun	η εξουσία του αυτοκράτορα
αυτοκρατορίας	noun	γενική ενικού του αυτοκρατορία
αυτοκρατορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκρατορία
αυτοκρατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκρατορικό	adv	με αυτοκρατορικό τρόπο
αυτοκρατορικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκρατορική
αυτοκρατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικής	adj	γενική ενικού του αυτοκρατορική
αυτοκρατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικού	adj	γενική ενικού του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει ή προσιδιάζει στον αυτοκράτορα
αυτοκρατορικότατα	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατε	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατες	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατη	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατης	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατο	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατοι	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατος	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατου	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατους	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότατων	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερα	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερε	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερες	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερη	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερης	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερο	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότεροι	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερος	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερου	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερους	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικότερων	=	αυτοκρατορικός
αυτοκρατορικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκρατορικός
αυτοκρατορισσών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκρατόρισσα
αυτοκρατοριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκρατορία
αυτοκρατόρισσα	noun	άλλη μορφή του αυτοκράτειρα, θηλυκό του αυτοκράτορας
αυτοκρατόρισσας	noun	γενική ενικού του αυτοκρατόρισσα
αυτοκρατόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκρατόρισσα
αυτοκρατόρων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκράτορας
αυτοκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτοκριτικός	adv	με αυτοκριτικό τρόπο
αυτοκριτικάρομαι	verb	κριτικάρω τον εαυτό μου, κάνω αυτοκριτική
αυτοκριτικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκριτικός
αυτοκριτικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκριτική
αυτοκριτική	noun	η κριτική που κάνουμε στον εαυτό μας, κυρίως για λανθασμένες επιλογές ή παραλείψεις
αυτοκριτικής	adj	γενική ενικού του αυτοκριτική
αυτοκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκριτικός
αυτοκριτικού	adj	γενική ενικού του αυτοκριτικός
αυτοκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκριτικός
αυτοκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκριτικός
αυτοκριτικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοκριτική ή γίνεται με αυτοκριτική
αυτοκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκριτικός
αυτοκτονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσαν	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονήσανε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσουνε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτονία	noun	η πράξη με την οποία κάποιος βάζει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του
αυτοκτονίας	noun	γενική ενικού του αυτοκτονία
αυτοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκτονία
αυτοκτονεί	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονείς	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονείτε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκτονικό
αυτοκτονικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοκτονικός
αυτοκτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκτονική
αυτοκτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκτονικός
αυτοκτονικής	adj	γενική ενικού του αυτοκτονική
αυτοκτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκτονικός
αυτοκτονικοτήτων	=	αυτοκτονικότητα
αυτοκτονικού	adj	γενική ενικού του αυτοκτονικός
αυτοκτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκτονικός
αυτοκτονικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκτονικός
αυτοκτονικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοκτονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αυτοκτονικότητα	noun	η τάση για αυτοκτονία
αυτοκτονικότητας	=	αυτοκτονικότητα
αυτοκτονικότητες	=	αυτοκτονικότητα
αυτοκτονικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοκτονικός
αυτοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκτονία
αυτοκτονούμαι	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούμε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούν	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούνε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσα	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσαμε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσαν	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσανε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσατε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσε	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονούσες	=	αυτοκτονώ
αυτοκτονώ	verb	σκοτώνω ο ίδιος τον εαυτού μου με τη θέλησή μου
αυτοκτονώντας	=	αυτοκτονώ
αυτοκτόνα	=	αυτοκτόνος
αυτοκτόνε	noun	κλητική ενικού του αυτοκτόνος
αυτοκτόνει	=	αυτοκτονώ
αυτοκτόνες	=	αυτοκτόνος
αυτοκτόνη	=	αυτοκτόνος
αυτοκτόνης	=	αυτοκτόνος
αυτοκτόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοκτονώ
αυτοκτόνο	noun	αιτιατική ενικού του αυτοκτόνος
αυτοκτόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκτόνος
αυτοκτόνος	noun	που προκαλεί ο ίδιος το θάνατό του
αυτοκτόνου	noun	γενική ενικού του αυτοκτόνος
αυτοκτόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκτόνος
αυτοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκτόνος
αυτοκυβέρνηση	noun	η ανεξάρτητη και αυτόνομη διακυβέρνηση και διοίκηση
αυτοκυβέρνησης	noun	γενική ενικού του αυτοκυβέρνηση
αυτοκυβέρνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβέρνητο
αυτοκυβέρνητε	adj	κλητική ενικού του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβέρνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβέρνητη
αυτοκυβέρνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβέρνητης	adj	γενική ενικού του αυτοκυβέρνητη
αυτοκυβέρνητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβέρνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβέρνητος	adj|rare	που αυτοκυβερνάται
αυτοκυβέρνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβέρνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβέρνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκυβέρνητος
αυτοκυβερνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβέρνηση
αυτοκυβερνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκυβέρνηση
αυτοκυβερνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοκυβέρνηση
αυτοκυβερνιέμαι	verb|rare	αυτοδιοικούμαι, έχω αυτοκυβέρνηση
αυτοκυβερνώμαι	verb|rare	αυτοδιοικούμαι, έχω αυτοκυβέρνηση
αυτοκυβερνώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβερνώμενο
αυτοκυβερνώμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυβερνώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβερνώμενη
αυτοκυβερνώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυβερνώμενης	verb	γενική ενικού του αυτοκυβερνώμενη
αυτοκυβερνώμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυβερνώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυβερνώμενος	verb|rare	που αυτοκυβερνάται
αυτοκυβερνώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυβερνώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυβερνώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκυβερνώμενος
αυτοκυριαρχία	noun	το να κυριαρχεί κάποιος στον εαυτό του, ο έλεγχος που ασκεί κάποιος στις αντιδράσεις ή στις πράξεις του, δαμάζοντας τα συναισθήματά του και τα πάθη του
αυτοκυριαρχίας	noun	γενική ενικού του αυτοκυριαρχία
αυτοκυριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκυριαρχία
αυτοκυριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοκυριαρχία
αυτοκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκόλλητο
αυτοκόλλητε	adj	κλητική ενικού του αυτοκόλλητος
αυτοκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοκόλλητη
αυτοκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοκόλλητος
αυτοκόλλητης	adj	γενική ενικού του αυτοκόλλητη
αυτοκόλλητο	noun	αντικείμενο που έχει κολλώδη επιφάνεια, αντικείμενο σχεδιασμένο να κολλάει
αυτοκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοκόλλητος
αυτοκόλλητος	adj	που κολλάει από μόνος του, χωρίς χρήση επιπλέον κόλλας
αυτοκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοκόλλητος
αυτοκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοκόλλητος
αυτοκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοκόλλητος
αυτολήθη	noun	βιωματική παύση
αυτολεξεί	adv|formal	χρησιμοποιώντας ακριβώς τα ίδια λόγια και την ίδια διατύπωση
αυτολογοκρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκρίνομαι	verb	λογοκρίνω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτολογοκριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτολογοκριμένο
αυτολογοκριμένε	verb	κλητική ενικού του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτολογοκριμένη
αυτολογοκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκριμένης	verb	γενική ενικού του αυτολογοκριμένη
αυτολογοκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκριμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτολογοκριμένος
αυτολογοκρισία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτολογοκρίνομαι
αυτολογοκρισίας	noun	γενική ενικού του αυτολογοκρισία
αυτολογοκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτολογοκρισία
αυτολογοκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτολογοκρισία
αυτολυπήσεις	=	αυτολύπηση
αυτολυπήσεων	=	αυτολύπηση
αυτολύπησες	=	αυτολύπηση
αυτολύπηση	noun|formal	η συναισθηματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο στρέφει τον οίκτο και τη λύπη προς τον ίδιο του τον εαυτό, συχνά αισθανόμενο αδυναμία ή αδικία
αυτολύπησης	=	αυτολύπηση
αυτολύσεις	=	αυτόλυση
αυτολύσεων	=	αυτόλυση
αυτομάτως	adv	άλλη μορφή του αυτόματα
αυτομασάζ	noun	η εφαρμογή τεχνικών μάλαξης από το ίδιο το άτομο στο σώμα του για χαλάρωση, ανακούφιση ή τόνωση
αυτομαστιγώνομαι	verb	μαστιγώνω τον εαυτό μου
αυτοματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοματικό
αυτοματικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοματικός
αυτοματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοματική
αυτοματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοματικός
αυτοματικής	adj	γενική ενικού του αυτοματική
αυτοματικη	=	αυτοματικός
αυτοματικο	=	αυτοματικός
αυτοματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοματικός
αυτοματικού	adj	γενική ενικού του αυτοματικός
αυτοματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοματικός
αυτοματικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοματικός
αυτοματικός	adj	αυτός που συντελείται μόνος του, αυτόματα
αυτοματικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοματικός
αυτοματισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοματισμός
αυτοματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοματισμός
αυτοματισμού	noun	γενική ενικού του αυτοματισμός
αυτοματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοματισμός
αυτοματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοματισμός
αυτοματισμός	noun	η αυτόματη λειτουργία μιας μηχανής, χωρίς άλλη παρέμβαση πέρα από την αρχική
αυτοματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοματισμός
αυτοματοποίει	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοματοποιώ
αυτοματοποίησης	noun	γενική ενικού του αυτοματοποίηση
αυτοματοποιήθηκα	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήθηκαν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήθηκε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήθηκες	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσαν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσανε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοματοποίηση
αυτοματοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοματοποίηση
αυτοματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοματοποίηση
αυτοματοποιήσου	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιεί	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιείς	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιείσαι	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιείστε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιείται	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιείτε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιηθήκαμε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιηθήκαν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιηθήκανε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιηθήκατε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιηθεί	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιηθείτε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοματοποιημένο
αυτοματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοματοποιημένη
αυτοματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιημένης	verb	γενική ενικού του αυτοματοποιημένη
αυτοματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοματοποιώ
αυτοματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοματοποιημένος
αυτοματοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούμασταν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούμαστε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούμε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούμουν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούνε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούνται	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούνταν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσα	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσαμε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσαν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσανε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσασταν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσαστε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσατε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσε	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσες	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιούσουν	=	αυτοματοποιώ
αυτοματοποιώ	verb	κάνω κάτι να λειτουργεί αυτόματα
αυτοματοποιώντας	=	αυτοματοποιώ
αυτομείωση	noun	η διαδικασία του αυτομειώνω
αυτομείωσης	=	αυτομείωση
αυτομειώσεις	=	αυτομείωση
αυτομειώσεων	=	αυτομείωση
αυτομελέτες	=	αυτομελέτη
αυτομελέτη	noun	η αυτοδιδασκαλία
αυτομελέτης	=	αυτομελέτη
αυτομελετών	=	αυτομελέτη
αυτομετάγγιση	noun	η μετάγγιση σε κάποιον δικού του αίματος, που σε προηγούμενη φάση τού είχε αφαιρεθεί
αυτομετάγγισης	noun	γενική ενικού του αυτομετάγγιση
αυτομεταγγίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτομετάγγιση
αυτομεταγγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτομετάγγιση
αυτομεταγγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτομετάγγιση
αυτομεταμοσχεύσεις	=	αυτομεταμόσχευση
αυτομεταμοσχεύσεων	=	αυτομεταμόσχευση
αυτομεταμόσχευση	noun	ιατρική πράξη κατά την οποία ιστός ή όργανο αφαιρείται από ένα άτομο και επανατοποθετείται στο ίδιο σώμα, ώστε να αποκατασταθεί ή να βελτιωθεί η λειτουργία του
αυτομεταμόσχευσης	=	αυτομεταμόσχευση
αυτομολά	=	αυτομολώ
αυτομολάγαμε	=	αυτομολώ
αυτομολάγανε	=	αυτομολώ
αυτομολάγατε	=	αυτομολώ
αυτομολάει	=	αυτομολώ
αυτομολάμε	=	αυτομολώ
αυτομολάν	=	αυτομολώ
αυτομολάνε	=	αυτομολώ
αυτομολάς	=	αυτομολώ
αυτομολάτε	=	αυτομολώ
αυτομολάω	=	αυτομολώ
αυτομολήθηκα	=	αυτομολώ
αυτομολήθηκαν	=	αυτομολώ
αυτομολήθηκε	=	αυτομολώ
αυτομολήθηκες	=	αυτομολώ
αυτομολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσαν	=	αυτομολώ
αυτομολήσανε	=	αυτομολώ
αυτομολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτομόληση
αυτομολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσεων	=	αυτομόληση
αυτομολήσομε	=	αυτομολώ
αυτομολήσου	=	αυτομολώ
αυτομολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσουνε	=	αυτομολώ
αυτομολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομολία	noun	η αυτομόληση
αυτομολίας	noun	γενική ενικού του αυτομολία
αυτομολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτομολία
αυτομοληθήκαμε	=	αυτομολώ
αυτομοληθήκαν	=	αυτομολώ
αυτομοληθήκανε	=	αυτομολώ
αυτομοληθήκατε	=	αυτομολώ
αυτομοληθεί	=	αυτομολώ
αυτομοληθείς	=	αυτομολώ
αυτομοληθείτε	=	αυτομολώ
αυτομοληθούμε	=	αυτομολώ
αυτομοληθούν	=	αυτομολώ
αυτομοληθούνε	=	αυτομολώ
αυτομοληθώ	=	αυτομολώ
αυτομολημένος	=	αυτομολώ
αυτομολιέμαι	=	αυτομολώ
αυτομολιέσαι	=	αυτομολώ
αυτομολιέστε	=	αυτομολώ
αυτομολιέται	=	αυτομολώ
αυτομολιούνται	=	αυτομολώ
αυτομολιούνταν	=	αυτομολώ
αυτομολιόμασταν	=	αυτομολώ
αυτομολιόμαστε	=	αυτομολώ
αυτομολιόμουν	=	αυτομολώ
αυτομολιόμουνα	=	αυτομολώ
αυτομολιόνται	=	αυτομολώ
αυτομολιόνταν	=	αυτομολώ
αυτομολιόντανε	=	αυτομολώ
αυτομολιόντουσαν	=	αυτομολώ
αυτομολιόσασταν	=	αυτομολώ
αυτομολιόσαστε	=	αυτομολώ
αυτομολιόσουν	=	αυτομολώ
αυτομολιόσουνα	=	αυτομολώ
αυτομολιόταν	=	αυτομολώ
αυτομολιότανε	=	αυτομολώ
αυτομολιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτομολία
αυτομολούμε	=	αυτομολώ
αυτομολούν	=	αυτομολώ
αυτομολούνε	=	αυτομολώ
αυτομολούσα	=	αυτομολώ
αυτομολούσαμε	=	αυτομολώ
αυτομολούσαν	=	αυτομολώ
αυτομολούσανε	=	αυτομολώ
αυτομολούσατε	=	αυτομολώ
αυτομολούσε	=	αυτομολώ
αυτομολούσες	=	αυτομολώ
αυτομολύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτομόλυνση
αυτομολύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτομόλυνση
αυτομολύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτομόλυνση
αυτομολώ	verb	καταφεύγω στις τάξεις του εχθρού
αυτομολώντας	=	αυτομολώ
αυτομορφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτομόρφωση
αυτομορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτομόρφωση
αυτομορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτομόρφωση
αυτομόλα	=	αυτομολώ
αυτομόλαγα	=	αυτομολώ
αυτομόλαγαν	=	αυτομολώ
αυτομόλαγε	=	αυτομολώ
αυτομόλαγες	=	αυτομολώ
αυτομόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτομολώ
αυτομόληση	noun	η εκούσια προσχώρηση στο αντίπαλο στρατόπεδο (για στρατιωτικούς, μυστικούς πράκτορες κλπ)
αυτομόλησης	=	αυτομόληση
αυτομόλου	noun	γενική ενικού του αυτόμολος
αυτομόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτόμολος
αυτομόλυνση	noun	η μόλυνση που προκαλείται από μικρόβια που ήδη υπάρχουν στον οργανισμό κάποιου
αυτομόλυνσης	noun	γενική ενικού του αυτομόλυνση
αυτομόλων	noun	γενική πληθυντικού του αυτόμολος
αυτομόρφωση	noun	το να μορφώνει κάποιος τον εαυτό του
αυτομόρφωσης	noun	γενική ενικού του αυτομόρφωση
αυτονομάζεσαι	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάζεστε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάζεται	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάζομαι	verb	ονομάζω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτονομάζονται	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάζονταν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάζου	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάσου	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάστηκα	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάστηκαν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάστηκε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομάστηκες	=	αυτονομάζομαι
αυτονομήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομήσαμε	=	αυτονομώ
αυτονομήσαν	=	αυτονομώ
αυτονομήσανε	=	αυτονομώ
αυτονομήσατε	=	αυτονομώ
αυτονομήσει	=	αυτονομώ
αυτονομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονόμηση
αυτονομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτονόμηση
αυτονομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτονόμηση
αυτονομήσου	=	αυτονομούμαι
αυτονομήστε	=	αυτονομώ
αυτονομία	noun	το δικαίωμα ενός συνόλου ανθρώπων να ρυθμίζουν ανεξάρτητα, μόνοι τους, τους νόμους, τη λειτουργία και τη δραστηριότητά τους, δίχως εξωτερικές επεμβάσεις
αυτονομίας	noun	γενική ενικού του αυτονομία
αυτονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομία
αυτονομίστρια	noun	θηλυκό του αυτονομιστής
αυτονομίστριας	noun	γενική ενικού του αυτονομίστρια
αυτονομίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομίστρια
αυτονομαζόμασταν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόμαστε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομαζόμενο
αυτονομαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομαζόμενη
αυτονομαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτονομαζόμενη
αυτονομαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αυτονομάζομαι
αυτονομαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτονομαζόμενος
αυτονομαζόμουν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόμουνα	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόντουσαν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόσασταν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόσαστε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόσουν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόσουνα	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζόταν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαζότανε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομασμένο
αυτονομασμένε	verb	κλητική ενικού του αυτονομασμένος
αυτονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομασμένη
αυτονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτονομασμένος
αυτονομασμένης	verb	γενική ενικού του αυτονομασμένη
αυτονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτονομασμένος
αυτονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτονομασμένος
αυτονομασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτονομάζομαι
αυτονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτονομασμένος
αυτονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτονομασμένος
αυτονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτονομασμένος
αυτονομαστήκαμε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαστήκαν	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαστήκανε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαστήκατε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαστεί	=	αυτονομάζομαι
αυτονομαστείτε	=	αυτονομάζομαι
αυτονομεί	=	αυτονομώ
αυτονομείς	=	αυτονομώ
αυτονομείσαι	=	αυτονομούμαι
αυτονομείστε	=	αυτονομούμαι
αυτονομείται	=	αυτονομούμαι
αυτονομείτε	=	αυτονομώ
αυτονομηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθήκαν	=	αυτονομούμαι
αυτονομηθήκανε	=	αυτονομούμαι
αυτονομηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτονομούμαι
αυτονομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομημένο
αυτονομημένε	verb	κλητική ενικού του αυτονομημένος
αυτονομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομημένη
αυτονομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτονομημένος
αυτονομημένης	verb	γενική ενικού του αυτονομημένη
αυτονομημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτονομημένος
αυτονομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτονομημένος
αυτονομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτονομούμαι
αυτονομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτονομημένος
αυτονομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτονομημένος
αυτονομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτονομημένος
αυτονομιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομιστής
αυτονομιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αυτονομιστής
αυτονομιστής	noun	αυτός που επιδιώκει την ανεξαρτησία ή αυτονομία μιας περιοχής, χώρας κ.λπ.
αυτονομιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομιστικό	adv	με αυτονομιστικό τρόπο
αυτονομιστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτονομιστικός
αυτονομιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτονομιστική
αυτονομιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτονομιστικός
αυτονομιστικής	adj	γενική ενικού του αυτονομιστική
αυτονομιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτονομιστικός
αυτονομιστικού	adj	γενική ενικού του αυτονομιστικός
αυτονομιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτονομιστικός
αυτονομιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτονομιστικός
αυτονομιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αυτονομιστή και τις επιδιώξεις του ή αναφέρεται σ’ αυτά
αυτονομιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτονομιστικός
αυτονομιστριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτονομίστρια
αυτονομιστών	noun	γενική πληθυντικού του αυτονομιστής
αυτονομιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτονομία
αυτονομούμαι	verb	γίνομαι αυτόνομος, επιδιώκω (ή/και πετυχαίνω) την αυτονομία μου
αυτονομούμασταν	=	αυτονομούμαι
αυτονομούμαστε	=	αυτονομούμαι
αυτονομούμε	=	αυτονομώ
αυτονομούμουν	=	αυτονομούμαι
αυτονομούν	=	αυτονομώ
αυτονομούνε	=	αυτονομώ
αυτονομούνται	=	αυτονομούμαι
αυτονομούνταν	=	αυτονομούμαι
αυτονομούσα	=	αυτονομώ
αυτονομούσαμε	=	αυτονομώ
αυτονομούσαν	=	αυτονομώ
αυτονομούσανε	=	αυτονομώ
αυτονομούσασταν	=	αυτονομούμαι
αυτονομούσαστε	=	αυτονομούμαι
αυτονομούσατε	=	αυτονομώ
αυτονομούσε	=	αυτονομώ
αυτονομούσες	=	αυτονομώ
αυτονομούσουν	=	αυτονομούμαι
αυτονομώ	verb	κάνω κάτι ή κάποιον αυτόνομο
αυτονομώντας	=	αυτονομώ
αυτονυκτί	adv|archaic	την ίδια νύχτα
αυτονόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτονόητος	adv	με αυτονόητο τρόπο
αυτονόητε	=	αυτονόητος
αυτονόητες	=	αυτονόητος
αυτονόητη	=	αυτονόητος
αυτονόητης	=	αυτονόητος
αυτονόητο	=	αυτονόητος
αυτονόητοι	=	αυτονόητος
αυτονόητος	adj	που γίνεται κατανοητός και αποδεκτός από μόνος του, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για ιδιαίτερες εξηγήσεις ή αποδείξεις
αυτονόητου	=	αυτονόητος
αυτονόητους	=	αυτονόητος
αυτονόητων	=	αυτονόητος
αυτονόμει	=	αυτονομώ
αυτονόμησα	=	αυτονομώ
αυτονόμησαν	=	αυτονομώ
αυτονόμησε	=	αυτονομώ
αυτονόμησες	=	αυτονομώ
αυτονόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτονομούμαι
αυτονόμησης	noun	γενική ενικού του αυτονόμηση
αυτονόμου	=	αυτόνομος
αυτοοικολογία	noun	κλάδος της οικολογίας που μελετά συγκεκριμένους οργανισμούς και τις αντιδράσεις τους με φυσικούς παράγοντες
αυτοοικολογίας	=	αυτοοικολογία
αυτοοικολογίες	=	αυτοοικολογία
αυτοοικολογιών	=	αυτοοικολογία
αυτοομοιοτήτων	=	αυτοομοιότητα
αυτοομοιότητα	noun	μαθηματική ιδιότητα κατά την οποία ένα σχήμα ή δομή παρουσιάζει την ίδια μορφή ή κανονικότητα σε διαφορετικές κλίμακες, έτσι ώστε τμήματά του να αναπαράγουν το όλο ή άλλα τμήματά του
αυτοομοιότητας	=	αυτοομοιότητα
αυτοομοιότητες	=	αυτοομοιότητα
αυτοονομάζεσαι	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάζεστε	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάζεται	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάζομαι	verb	ονομάζω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοονομάζονται	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάζονταν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάζου	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάσου	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόμασταν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόμαστε	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοονομαζόμενο
αυτοονομαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοονομαζόμενη
αυτοονομαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοονομαζόμενη
αυτοονομαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοονομαζόμενος
αυτοονομαζόμουν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόμουνα	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόντουσαν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόσασταν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόσαστε	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόσουν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόσουνα	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζόταν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαζότανε	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοονομασμένο
αυτοονομασμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοονομασμένος
αυτοονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοονομασμένη
αυτοονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοονομασμένος
αυτοονομασμένης	verb	γενική ενικού του αυτοονομασμένη
αυτοονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοονομασμένος
αυτοονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοονομασμένος
αυτοονομασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοονομάζομαι
αυτοονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοονομασμένος
αυτοονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοονομασμένος
αυτοονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοονομασμένος
αυτοονομαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστήκαν	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστήκανε	=	αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοονομαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοονομάζομαι
αυτοοργάνωση	noun	η διαδικασία μέσω της οποίας ένας οργανισμός πραγματοποιεί εσωτερική οργάνωση
αυτοοργάνωσης	=	αυτοοργάνωση
αυτοοργανωτικά	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικέ	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικές	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτική	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικής	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικοί	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικού	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικούς	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικό	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανωτικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοοργάνωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αυτοοργανωτικών	=	αυτοοργανωτικός
αυτοοργανώσεις	=	αυτοοργάνωση
αυτοοργανώσεων	=	αυτοοργάνωση
αυτοπάθεια	noun	η δήλωση της επιστροφής της δράσης ή ενέργειας του υποκειμένου σ' αυτό το ίδιο
αυτοπάθειας	noun	γενική ενικού του αυτοπάθεια
αυτοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπάθεια
αυτοπαγίδευση	noun	η παγίδευση του εαυτού μας από εμάς τους ίδιους
αυτοπαγίδευσης	noun	γενική ενικού του αυτοπαγίδευση
αυτοπαγιδευμένος	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευτήκαμε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευτήκαν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευτήκανε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευτήκατε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευτεί	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευτείτε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόμασταν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόμαστε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόμουν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόμουνα	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόντουσαν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόσασταν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόσαστε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόσουν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόσουνα	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευόταν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδευότανε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύεσαι	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύεστε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύεται	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύομαι	verb	η διαδικασία παγίδευσης του εαυτού
αυτοπαγιδεύονται	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύονταν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαγίδευση
αυτοπαγιδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπαγίδευση
αυτοπαγιδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπαγίδευση
αυτοπαγιδεύσου	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύτηκα	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύτηκαν	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύτηκε	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαγιδεύτηκες	=	αυτοπαγιδεύομαι
αυτοπαθές	=	αυτοπαθής
αυτοπαθή	=	αυτοπαθής
αυτοπαθής	adj	για ρήμα του οποίου η ενέργεια επιστρέφει στο υποκείμενο
αυτοπαθείς	=	αυτοπαθής
αυτοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπάθεια
αυτοπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαθητικό
αυτοπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοπαθητικός
αυτοπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαθητική
αυτοπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπαθητικός
αυτοπαθητικής	adj	γενική ενικού του αυτοπαθητική
αυτοπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαθητικός
αυτοπαθητικού	adj	γενική ενικού του αυτοπαθητικός
αυτοπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπαθητικός
αυτοπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοπαθητικός
αυτοπαθητικός	adj	άλλη μορφή του αυτοπαθής
αυτοπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοπαθητικός
αυτοπαθούς	=	αυτοπαθής
αυτοπαθών	=	αυτοπαθής
αυτοπαθώς	adv|archaic	εξ ιδίας πείρας
αυτοπαλίνδρομή	=	αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαλίνδρομο
αυτοπαλίνδρομε	adj	κλητική ενικού του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαλίνδρομη
αυτοπαλίνδρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομης	adj	γενική ενικού του αυτοπαλίνδρομη
αυτοπαλίνδρομο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομος	adj	που σχετίζεται με την αυτοπαλινδρόμηση ή αναφέρεται σ' αυτή
αυτοπαλίνδρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλίνδρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπαλίνδρομος
αυτοπαλινδρομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαλινδρόμηση
αυτοπαλινδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπαλινδρόμηση
αυτοπαλινδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπαλινδρόμηση
αυτοπαλινδρόμηση	noun	η χρήση σταθμισμένου δείγματος δεδομένων από προηγούμενες μετρήσεις για την πρόβλεψη μελλοντικών αποτελεσμάτων
αυτοπαλινδρόμησης	noun	γενική ενικού του αυτοπαλινδρόμηση
αυτοπαράδοση	noun	φορολογική διαδικασία κατά την οποία ο ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης μεταβιβάζει εγγράφως στον εαυτό του, ως ιδιώτη, περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης
αυτοπαράδοσης	=	αυτοπαράδοση
αυτοπαραγωγές	=	αυτοπαραγωγή
αυτοπαραγωγή	noun	η παραγωγή με ίδιες δυνάμεις
αυτοπαραγωγής	=	αυτοπαραγωγή
αυτοπαραγωγών	=	αυτοπαραγωγή
αυτοπαραδόσεις	=	αυτοπαράδοση
αυτοπαραδόσεων	=	αυτοπαράδοση
αυτοπαρακίνηση	noun	το να παρακινούμε τον εαυτό μας
αυτοπαρακίνησης	noun	γενική ενικού του αυτοπαρακίνηση
αυτοπαρακινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρακίνηση
αυτοπαρακινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπαρακίνηση
αυτοπαρακινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπαρακίνηση
αυτοπαραπέμπομαι	verb	που παραπέμπομαι αυτοβούλως
αυτοπαρατήρει	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατήρησα	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατήρησαν	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατήρησε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατήρησες	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατήρηση	noun	η συνειδητή παρακολούθηση και αξιολόγηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεων κάποιου, με σκοπό την κατανόηση και τον έλεγχο του εαυτού
αυτοπαρατήρησης	=	αυτοπαρατήρηση
αυτοπαρατηρήσαμε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρήσαν	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρήσανε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρήσατε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρήσει	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρήσεις	=	αυτοπαρατήρηση
αυτοπαρατηρήσεων	=	αυτοπαρατήρηση
αυτοπαρατηρήστε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρεί	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρείς	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρείτε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρησία	noun	άλλη μορφή του αυτοπαρατήρηση
αυτοπαρατηρησίας	=	αυτοπαρατηρησία
αυτοπαρατηρησίες	=	αυτοπαρατηρησία
αυτοπαρατηρησιών	=	αυτοπαρατηρησία
αυτοπαρατηρητές	=	αυτοπαρατηρητής
αυτοπαρατηρητή	=	αυτοπαρατηρητής
αυτοπαρατηρητής	noun	κάποιος που αυτοπαρατηρεί
αυτοπαρατηρητικά	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικέ	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικές	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητική	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικής	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικοί	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικού	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικούς	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικό	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητικός	adj	που έχει σχέση με την αυτοπαρατήρηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αυτοπαρατηρητικών	=	αυτοπαρατηρητικός
αυτοπαρατηρητών	=	αυτοπαρατηρητής
αυτοπαρατηρούμε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούμενα	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενε	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενες	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενη	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενης	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενο	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενοι	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούμενου	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενους	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούμενων	=	αυτοπαρατηρούμενος
αυτοπαρατηρούν	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούνε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσα	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσαμε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσαν	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσανε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσατε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσε	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρούσες	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρατηρώ	verb	διεξάγω αυτοπαρατήρηση
αυτοπαρατηρώντας	=	αυτοπαρατηρώ
αυτοπαρηγορήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορήσου	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορίας	noun	γενική ενικού του αυτοπαρηγορία
αυτοπαρηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρηγορία
αυτοπαρηγορείσαι	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορείστε	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορείται	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθήκαν	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθήκανε	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορημένος	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγοριά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγοριάς	=	αυτοπαρηγοριά
αυτοπαρηγοριέμαι	verb	παρηγορώ τον εαυτό μου
αυτοπαρηγοριές	=	αυτοπαρηγοριά
αυτοπαρηγοριέσαι	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριέστε	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριέται	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριούνται	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριούνταν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόμασταν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόμαστε	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόμουν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόμουνα	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόνταν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόντανε	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόντουσαν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόσασταν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόσαστε	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόσουν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόσουνα	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριόταν	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριότανε	=	αυτοπαρηγοριέμαι
αυτοπαρηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπαρηγορία
αυτοπαρηγορούμαι	verb	παρηγορώ τον εαυτό μου
αυτοπαρηγορούμασταν	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούμαστε	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούμουν	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούνται	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούνταν	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούσασταν	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούσαστε	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρηγορούσουν	=	αυτοπαρηγορούμαι
αυτοπαρουσίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσίασης	noun	γενική ενικού του αυτοπαρουσίαση
αυτοπαρουσιάζομαι	verb	παρουσιάζω τον εαυτό μου
αυτοπαρουσιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσίαση
αυτοπαρουσιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπαρουσίαση
αυτοπαρουσιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπαρουσίαση
αυτοπαρουσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσιαζόμενο
αυτοπαρουσιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσιαζόμενη
αυτοπαρουσιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιαζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοπαρουσιαζόμενη
αυτοπαρουσιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπαρουσιαζόμενος
αυτοπαρουσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσιασμένο
αυτοπαρουσιασμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσιασμένη
αυτοπαρουσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιασμένης	verb	γενική ενικού του αυτοπαρουσιασμένη
αυτοπαρουσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπαρουσιασμένος
αυτοπαρουσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπαρουσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπαρουσιάζομαι
αυτοπειθάρχηση	noun	άλλη μορφή του αυτοπειθαρχία
αυτοπειθάρχησης	noun	γενική ενικού του αυτοπειθάρχηση
αυτοπειθαρχήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπειθάρχηση
αυτοπειθαρχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπειθάρχηση
αυτοπειθαρχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπειθάρχηση
αυτοπειθαρχία	noun	η ικανότητα ένος προσώπου να καταστέλλει τις συναισθηματικες του παρορμήσεις, έναντι της υπερίσχυσης της βούλησής του, σε σχεση με κάποιο στόχο και τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίτευξή του
αυτοπειθαρχίας	noun	γενική ενικού του αυτοπειθαρχία
αυτοπειθαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπειθαρχία
αυτοπειθαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπειθαρχία
αυτοπεποίθηση	noun	η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι
αυτοπεποίθησης	=	αυτοπεποίθηση
αυτοπεποιθήσεις	=	αυτοπεποίθηση
αυτοπεποιθήσεων	=	αυτοπεποίθηση
αυτοπεποιθήσεως	=	αυτοπεποίθηση
αυτοπεραίωση	noun	αυτόματη τακτοποίηση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων
αυτοπεραίωσης	=	αυτοπεραίωση
αυτοπεραιώσεις	=	αυτοπεραίωση
αυτοπεραιώσεων	=	αυτοπεραίωση
αυτοπεριορίζεσαι	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίζεστε	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίζεται	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίζομαι	verb	θέτω εκούσια περιορισμούς στον εαυτό μου
αυτοπεριορίζονται	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίζονταν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίσου	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόμασταν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόμαστε	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόμουν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόμουνα	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόντουσαν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόσασταν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόσαστε	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόσουν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόσουνα	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζόταν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριζότανε	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοπεριορισμός
αυτοπεριορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριορισμένο
αυτοπεριορισμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριορισμένη
αυτοπεριορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμένης	verb	γενική ενικού του αυτοπεριορισμένη
αυτοπεριορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπεριορισμένος
αυτοπεριορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριορισμός
αυτοπεριορισμού	noun	γενική ενικού του αυτοπεριορισμός
αυτοπεριορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπεριορισμός
αυτοπεριορισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοπεριορισμός
αυτοπεριορισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριορισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπεριορισμός
αυτοπεριοριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστήκαν	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστήκανε	=	αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριοριστικό
αυτοπεριοριστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριοριστική
αυτοπεριοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστικής	adj	γενική ενικού του αυτοπεριοριστική
αυτοπεριοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστικού	adj	γενική ενικού του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστικός	adj	που έχει σχέση με τον αυτοπεριορισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή οδηγεί σ’ αυτόν
αυτοπεριοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοπεριοριστικός
αυτοπεριοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπεριορίζομαι
αυτοπεριπλοκές	=	αυτοπεριπλοκή
αυτοπεριπλοκή	noun	η εμπλοκή συστατικών του ίδιου συνόλου
αυτοπεριπλοκής	=	αυτοπεριπλοκή
αυτοπεριπλοκών	=	αυτοπεριπλοκή
αυτοπεριστροφές	=	αυτοπεριστροφή
αυτοπεριστροφή	noun	η στροφορμή περιστροφής
αυτοπεριστροφής	=	αυτοπεριστροφή
αυτοπεριστροφών	=	αυτοπεριστροφή
αυτοπεψία	noun	έλκος του στομάχου με δική του έκκριση γαστρικού υγρού
αυτοπεψίας	=	αυτοπεψία
αυτοπεψίες	=	αυτοπεψία
αυτοπεψιών	=	αυτοπεψία
αυτοπορτρέτα	=	αυτοπορτρέτο
αυτοπορτρέτο	noun	η αυτοπροσωπογραφία
αυτοπορτρέτου	=	αυτοπορτρέτο
αυτοπορτρέτων	=	αυτοπορτρέτο
αυτοπραγμάτωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοπραγματώνομαι
αυτοπραγμάτωσης	noun	γενική ενικού του αυτοπραγμάτωση
αυτοπραγματοποιούμαι	verb|formal	αναπτύσσομαι, ολοκληρώνομαι
αυτοπραγματώνομαι	verb|formal	αναπτύσσομαι, ολοκληρώνομαι
αυτοπραγματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπραγμάτωση
αυτοπραγματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπραγμάτωση
αυτοπραγματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπραγμάτωση
αυτοπροαίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτοπροαίρετος	adv|formal	με αυτοπροαίρετο τρόπο
αυτοπροαίρετε	adj	κλητική ενικού του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαίρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροαίρετη
αυτοπροαίρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαίρετης	adj	γενική ενικού του αυτοπροαίρετη
αυτοπροαίρετο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαίρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαίρετος	adj|formal	που ενεργεί ελεύθερα, με τη θέλησή του, με δική του προαίρεση
αυτοπροαίρετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαίρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαίρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπροαίρετος
αυτοπροαιρέτως	adv|dated	αυτοπροαίρετα
αυτοπροβάλλομαι	verb	προβάλλω τον εαυτό μου, επιδεικνύομαι
αυτοπροβολές	=	αυτοπροβολή
αυτοπροβολή	noun	η ενέργεια του αυτάρεσκου, που προβάλλει τον εαυτό του, κάνει φιγούρα, επιδεικνύει υπερβολικά τα ταλέντα του ή τα επιτεύγματά του
αυτοπροβολής	=	αυτοπροβολή
αυτοπροβολών	=	αυτοπροβολή
αυτοπρομηθευτές	=	αυτοπρομηθευτής
αυτοπρομηθευτή	=	αυτοπρομηθευτής
αυτοπρομηθευτής	noun	που παράγει και προμηθεύει τον εαυτό του με ένα προϊόν αντί της εξωτερικής αγοράς
αυτοπρομηθευτών	=	αυτοπρομηθευτής
αυτοπροσδιορίζεσαι	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίζεστε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίζεται	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίζομαι	verb	προσδιορίζω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοπροσδιορίζονται	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίζονταν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίζου	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίσου	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίστηκα	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίστηκαν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίστηκε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορίστηκες	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόμασταν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόμαστε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόμουν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόμουνα	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόντουσαν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόσασταν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόσαστε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόσουν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόσουνα	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζόταν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριζότανε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοπροσδιορισμός
αυτοπροσδιορισμένος	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροσδιορισμός
αυτοπροσδιορισμού	noun	γενική ενικού του αυτοπροσδιορισμός
αυτοπροσδιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπροσδιορισμός
αυτοπροσδιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοπροσδιορισμός
αυτοπροσδιορισμός	noun	η επιλογή-απόδοση-ερμηνεία των ιδιοτήτων κάποιου για-προς τον εαυτό του, ο υποκειμενικός προσδιορισμός του εαυτού
αυτοπροσδιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπροσδιορισμός
αυτοπροσδιοριστήκαμε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριστήκαν	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριστήκανε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριστήκατε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριστεί	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσδιοριστείτε	=	αυτοπροσδιορίζομαι
αυτοπροσκαλούμαι	verb	προσκαλώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοπροστασία	noun	η προστασία του εαυτού μας που εξασφαλίζεται με δικές μας ενέργειες ή μέσα
αυτοπροστασίας	noun	γενική ενικού του αυτοπροστασία
αυτοπροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροστασία
αυτοπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπροστασία
αυτοπροστατεύομαι	verb	προστατεύω τον εαυτό μου μόνος μου
αυτοπροσωπογράφε	=	αυτοπροσωπογράφος
αυτοπροσωπογράφο	=	αυτοπροσωπογράφος
αυτοπροσωπογράφοι	=	αυτοπροσωπογράφος
αυτοπροσωπογράφος	noun	που κάνει αυτοπροσωπογραφίες
αυτοπροσωπογράφου	=	αυτοπροσωπογράφος
αυτοπροσωπογράφους	=	αυτοπροσωπογράφος
αυτοπροσωπογράφων	=	αυτοπροσωπογράφος
αυτοπροσωπογραφήθηκα	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφήθηκαν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφήθηκε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφήθηκες	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφήσου	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφία	noun	προσωπογραφία / πορτρέτο που παριστάνει κάποιον ζωγράφο κι έχει ζωγραφιστεί απ’ τον ίδιο
αυτοπροσωπογραφίας	noun	γενική ενικού του αυτοπροσωπογραφία
αυτοπροσωπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροσωπογραφία
αυτοπροσωπογραφείσαι	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφείστε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφείται	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφηθήκαμε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφηθήκαν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφηθήκανε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφηθήκατε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφηθεί	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφηθείτε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφημένος	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπροσωπογραφία
αυτοπροσωπογραφούμαι	verb	σχεδιάζω την αυτοπροσωπογραφία μου
αυτοπροσωπογραφούμασταν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούμαστε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούμουν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούνται	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούνταν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούσασταν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούσαστε	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσωπογραφούσουν	=	αυτοπροσωπογραφούμαι
αυτοπροσώπως	adv	με τη φυσική (αυτοπρόσωπη) παρουσία του ίδιου του προσώπου στο οποίο αναφερόμαστε
αυτοπροτάσεις	=	αυτοπρόταση
αυτοπροτάσεων	=	αυτοπρόταση
αυτοπροτείνομαι	verb|formal	προτείνω ο ίδιος τον εαυτό μου για κάποιο αξίωμα ή θέση
αυτοπροτεινόμενα	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενε	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενες	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενη	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενης	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενο	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενοι	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοπροτείνομαι
αυτοπροτεινόμενου	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενους	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροτεινόμενων	=	αυτοπροτεινόμενος
αυτοπροωθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροώθηση
αυτοπροωθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπροώθηση
αυτοπροωθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπροώθηση
αυτοπροωθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροωθούμενο
αυτοπροωθούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροωθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροωθούμενη
αυτοπροωθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροωθούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοπροωθούμενη
αυτοπροωθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροωθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροωθούμενος	verb	που προωθείται από μόνος του
αυτοπροωθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροωθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροωθούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπροωθούμενος
αυτοπροώθηση	noun	το να προωθείται (να ωθείται προς τα εμπρός) κάποιος από μόνος του
αυτοπροώθησης	noun	γενική ενικού του αυτοπροώθηση
αυτοπρόσωπα	=	αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπρόσωπη
αυτοπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπης	adj	γενική ενικού του αυτοπρόσωπη
αυτοπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπος	adj	που γίνεται με την παρουσία του ίδιου του προσώπου, χωρίς πληρεξούσιο
αυτοπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπρόσωπος
αυτοπρόταση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοπροτείνομαι
αυτοπρότασης	=	αυτοπρόταση
αυτοπτών	=	αυτόπτης
αυτοπυροβολήθηκα	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολήθηκαν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολήθηκε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολήθηκες	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολήσου	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολείσαι	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολείστε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολείται	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβοληθήκαμε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβοληθήκαν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβοληθήκανε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβοληθήκατε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβοληθεί	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβοληθείτε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολημένος	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούμαι	verb	πυροβολώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοπυροβολούμασταν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούμαστε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούμουν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούνται	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούνταν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούσασταν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούσαστε	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροβολούσουν	=	αυτοπυροβολούμαι
αυτοπυροδότηση	noun|rare	η αυτόματη πυροδότηση, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση
αυτοπυρπολήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπολήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπολήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπολήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπυρπόληση
αυτοπυρπολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοπυρπόληση
αυτοπυρπολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοπυρπόληση
αυτοπυρποληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρποληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπυρπολημένο
αυτοπυρπολημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοπυρπολημένη
αυτοπυρπολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολημένης	verb	γενική ενικού του αυτοπυρπολημένη
αυτοπυρπολημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοπυρπολημένος
αυτοπυρπολούμαι	verb	πυρπολώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοπυρπόληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοπυρπολούμαι
αυτοπυρπόλησης	noun	γενική ενικού του αυτοπυρπόληση
αυτοραδιογράφημα	noun	φωτογραφική πλάκα ραδιενεργών περιοχών σ΄ ένα ιστό που έχουν σημανθεί προηγουμένως με ραδιοϊσότοπο
αυτοραδιογραφήματα	=	αυτοραδιογράφημα
αυτοραδιογραφήματος	=	αυτοραδιογράφημα
αυτοραδιογραφία	noun	τεχνική καταγραφής της κατανομής ραδιενεργών ενώσεων σε βιολογικά ή άλλα δείγματα, μέσω επαφής του δείγματος με φωτογραφική ή φθορίζουσα επιφάνεια που εκτίθεται στις εκπεμπόμενες ακτινοβολίες
αυτοραδιογραφίας	=	αυτοραδιογραφία
αυτοραδιογραφίες	=	αυτοραδιογραφία
αυτοραδιογραφημάτων	=	αυτοραδιογράφημα
αυτοραδιογραφιών	=	αυτοραδιογραφία
αυτορευστοποιούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτορευστοποιούμενο
αυτορευστοποιούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτορευστοποιούμενος
αυτορευστοποιούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτορευστοποιούμενη
αυτορευστοποιούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτορευστοποιούμενος
αυτορευστοποιούμενης	verb	γενική ενικού του αυτορευστοποιούμενη
αυτορευστοποιούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτορευστοποιούμενος
αυτορευστοποιούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτορευστοποιούμενος
αυτορευστοποιούμενος	verb	αυτό που από την ίδια την λειτουργία του παρέχει το ποσό για την αποπληρωμή του κεφαλαίου που απαιτήθηκε (συνήθως μέσω δανεισμού) για την απόκτησή του
αυτορευστοποιούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτορευστοποιούμενος
αυτορευστοποιούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτορευστοποιούμενος
αυτορευστοποιούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτορευστοποιούμενος
αυτορρυθμίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αυτορρυθμίζομαι
αυτορρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτορρύθμιση
αυτορρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτορρύθμιση
αυτορρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτορρύθμιση
αυτορρύθμιση	noun	η ρύθμιση που γίνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, το πράγμα, την ομάδα ή τον οργανισμό
αυτορρύθμισης	noun	γενική ενικού του αυτορρύθμιση
αυτορυθμίζεσαι	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίζεστε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίζομαι	verb|formal	ρυθμίζω ο ίδιος τον εαυτό μου, εκ του αυτομάτου
αυτορυθμίζονται	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίζονταν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίζου	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίσεις	=	αυτορύθμιση
αυτορυθμίσεων	=	αυτορύθμιση
αυτορυθμίσου	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίστηκα	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίστηκαν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίστηκε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμίστηκες	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόμασταν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόμαστε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόμενα	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενε	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενες	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενη	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενης	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενο	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενοι	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόμενου	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενους	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμενων	=	αυτορυθμιζόμενος
αυτορυθμιζόμουν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόμουνα	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόντουσαν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόσασταν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόσαστε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόσουν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόσουνα	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζόταν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιζότανε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμισμένα	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένε	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένες	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένη	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένης	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένο	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένοι	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμισμένου	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένους	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμισμένων	=	αυτορυθμισμένος
αυτορυθμιστήκαμε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιστήκαν	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιστήκανε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιστήκατε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιστεί	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιστείτε	=	αυτορυθμίζομαι
αυτορυθμιστικά	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικέ	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικές	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστική	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικής	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικοί	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικού	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικούς	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικό	=	αυτορυθμιστικός
αυτορυθμιστικός	adj	που έχει σχέση με την αυτορύθμιση ή αναφέρεται σʼ αυτή
αυτορυθμιστικών	=	αυτορυθμιστικός
αυτορύθμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτορυθμίζομαι
αυτορύθμισης	=	αυτορύθμιση
αυτορύθμιστα	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστε	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστες	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστη	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστης	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστο	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστοι	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστος	adj	άλλη μορφή του αυτορυθμιζόμενος
αυτορύθμιστου	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστους	=	αυτορύθμιστος
αυτορύθμιστων	=	αυτορύθμιστος
αυτοσαρκάζομαι	verb	ειρωνεύομαι τον ίδιο μου τον εαυτό
αυτοσαρκασμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοσαρκασμός
αυτοσαρκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσαρκασμός
αυτοσαρκασμού	noun	γενική ενικού του αυτοσαρκασμός
αυτοσαρκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσαρκασμός
αυτοσαρκασμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοσαρκασμός
αυτοσαρκασμός	noun	το να σαρκάζει κάποιος τον εαυτό του
αυτοσαρκασμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσαρκασμός
αυτοσαρκαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσαρκαστικός	adv	με αυτοσαρκαστικό τρόπο
αυτοσαρκαστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοσαρκαστικός
αυτοσαρκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσαρκαστική
αυτοσαρκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσαρκαστικός
αυτοσαρκαστικής	adj	γενική ενικού του αυτοσαρκαστική
αυτοσαρκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσαρκαστικός
αυτοσαρκαστικού	adj	γενική ενικού του αυτοσαρκαστικός
αυτοσαρκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσαρκαστικός
αυτοσαρκαστικό	adj	αιτιατική ενικού του θετικός
αυτοσαρκαστικός	adj	αυτός που αυτοσαρκάζεται, διακωμωδεί τον ίδιο του τον εαυτό, εκφράζεται με αυτοσαρκασμό
αυτοσαρκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοσαρκαστικός
αυτοσατιρισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοσατιρισμός
αυτοσατιρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσατιρισμός
αυτοσατιρισμού	noun	γενική ενικού του αυτοσατιρισμός
αυτοσατιρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσατιρισμός
αυτοσατιρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοσατιρισμός
αυτοσατιρισμός	noun	το να σατιρίζει κάποιος τον εαυτό του
αυτοσατιρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσατιρισμός
αυτοσεβασμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοσεβασμός
αυτοσεβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσεβασμός
αυτοσεβασμού	noun	γενική ενικού του αυτοσεβασμός
αυτοσεβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσεβασμός
αυτοσεβασμό	=	αυτοσεβασμός
αυτοσεβασμός	noun	ο σεβασμός και η εκτίμηση που νιώθουμε προς τον εαυτό μας, προς το πρόσωπό μας, συναίσθημα που μας βοηθά να φερόμαστε με αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας μειωτικές για την ηθική μας αξιοπρέπεια και αξία πράξεις και ενέργειες
αυτοσεβασμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσεβασμός
αυτοσκοπέ	noun	κλητική ενικού του αυτοσκοπός
αυτοσκοποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσκοπός
αυτοσκοπού	noun	γενική ενικού του αυτοσκοπός
αυτοσκοπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσκοπός
αυτοσκοπό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοσκοπός
αυτοσκοπός	noun|formal	το να αποτελεί κάτι από μόνο του σκοπό, να μη χρησιμεύει ως μέσο για να επιτευχθεί κάτι άλλο
αυτοσκοπών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσκοπός
αυτοσπορά	noun	φυσική αναπαραγωγή φυτού μέσω σπόρων που διασπείρονται και βλαστάνουν χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση
αυτοσποράς	=	αυτοσπορά
αυτοσπορές	=	αυτοσπορά
αυτοσπορών	=	αυτοσπορά
αυτοστέγαση	noun	η απόκτηση κατοικίας με προσωπικά μέσα και φροντίδες
αυτοστέγασης	=	αυτοστέγαση
αυτοστεγάσεις	=	αυτοστέγαση
αυτοστεγάσεων	=	αυτοστέγαση
αυτοστερεογράμματα	=	αυτοστερεόγραμμα
αυτοστερεογράμματος	=	αυτοστερεόγραμμα
αυτοστερεογραμμάτων	=	αυτοστερεόγραμμα
αυτοστερεόγραμμα	noun	στερεόγραμμα μιας εικόνας το οποίο είναι σχεδιασμένο να «ξεγελά» τον ανθρώπινο εγκέφαλο έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται μία τρισδιάστατη εικόνα (3D) σε μία δισδιάστατη απεικόνιση.
αυτοστιγμής	adv|formal	ακαριαία, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα
αυτοστιγμεί	adv|formal	ακαριαία, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα
αυτοστοχασμέ	=	αυτοστοχασμός
αυτοστοχασμοί	=	αυτοστοχασμός
αυτοστοχασμού	=	αυτοστοχασμός
αυτοστοχασμούς	=	αυτοστοχασμός
αυτοστοχασμό	=	αυτοστοχασμός
αυτοστοχασμός	noun	αυτενδοσκόπηση
αυτοστοχασμών	=	αυτοστοχασμός
αυτοσυγκέντρωση	noun	η ικανότητα μεγάλης προσήλωσης κάποιου σε ένα θέμα, ώστε να μπορέσει να το σκεφτεί διεξοδικά
αυτοσυγκέντρωσης	=	αυτοσυγκέντρωση
αυτοσυγκεντρωθήκαμε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωθήκαν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωθήκανε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωθήκατε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωθεί	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωθείτε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωμένα	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένε	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένες	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένη	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένης	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένο	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένοι	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωμένου	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένους	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωμένων	=	αυτοσυγκεντρωμένος
αυτοσυγκεντρωνόμασταν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόμαστε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόμουν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόμουνα	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόντουσαν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόσασταν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόσαστε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόσουν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόσουνα	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνόταν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρωνότανε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώθηκα	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώθηκαν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώθηκε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώθηκες	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώνεσαι	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώνεστε	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώνεται	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώνομαι	verb	κατευθύνω συνειδητά την προσοχή και τη σκέψη μου σε κάτι συγκεκριμένο ή στον εαυτό μου, με σκοπό την πνευματική πειθαρχία και την εσωτερική ισορροπία
αυτοσυγκεντρώνονται	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώνονταν	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώνου	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκεντρώσεις	=	αυτοσυγκέντρωση
αυτοσυγκεντρώσεων	=	αυτοσυγκέντρωση
αυτοσυγκεντρώσου	=	αυτοσυγκεντρώνομαι
αυτοσυγκράτημα	noun|rare	άλλη μορφή του αυτοσυγκράτηση
αυτοσυγκράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοσυγκρατούμαι
αυτοσυγκράτησης	noun	γενική ενικού του αυτοσυγκράτηση
αυτοσυγκράτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκράτητο
αυτοσυγκράτητε	adj	κλητική ενικού του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκράτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκράτητη
αυτοσυγκράτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκράτητης	adj	γενική ενικού του αυτοσυγκράτητη
αυτοσυγκράτητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκράτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκράτητος	adj	που αυτοσυγκρατείται
αυτοσυγκράτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκράτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκράτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσυγκράτητος
αυτοσυγκρατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκράτημα
αυτοσυγκρατήματος	noun	γενική ενικού του αυτοσυγκράτημα
αυτοσυγκρατήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκράτηση
αυτοσυγκρατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσυγκράτηση
αυτοσυγκρατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοσυγκράτηση
αυτοσυγκρατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσυγκράτημα
αυτοσυγκρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκρατημένο
αυτοσυγκρατημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκρατημένη
αυτοσυγκρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατημένης	verb	γενική ενικού του αυτοσυγκρατημένη
αυτοσυγκρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατημένος	verb	που αυτοσυγκρατείται
αυτοσυγκρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσυγκρατημένος
αυτοσυγκρατούμαι	verb	συγκρατώ τον εαυτό μου (ιδίως στις συναισθηματικές εκδηλώσεις και εξάρσεις)
αυτοσυγχαίρομαι	verb	συγχαίρω τον εαυτό μου
αυτοσυμβάσεις	=	αυτοσύμβαση
αυτοσυμβάσεων	=	αυτοσύμβαση
αυτοσυμπλήρωση	noun	η δυνατότητα μιας εφαρμογής να προβλέπει την υπόλοιπη λέξη που πληκτρολογεί ένας χρήστης
αυτοσυμπλήρωσης	=	αυτοσυμπλήρωση
αυτοσυμπληρώσεις	=	αυτοσυμπλήρωση
αυτοσυμπληρώσεων	=	αυτοσυμπλήρωση
αυτοσυνένωση	noun	(στη σχεσιακή άλγεβρα) η συνένωση (join) μιάς σχέσης (ή πίνακα) με τον εαυτό της, που χρησιμοποιείται όταν πλειάδες (γραμμές) αναφέρονται σε άλλες πλειάδες μέσα στην ίδια σχέση
αυτοσυνένωσης	=	αυτοσυνένωση
αυτοσυναίσθημα	noun	η εκτίμηση που έχει ή δεν έχει κάποιος για τον εαυτό του και τα συναισθήματα που απορρέουν απ’ αυτή
αυτοσυναίσθηση	noun|formal	αυτογνωσία, αυτεπίγνωση, αυτοσυνείδηση
αυτοσυναίσθησης	=	αυτοσυναίσθηση
αυτοσυναισθήματα	=	αυτοσυναίσθημα
αυτοσυναισθήματος	=	αυτοσυναίσθημα
αυτοσυναισθήσεις	=	αυτοσυναίσθηση
αυτοσυναισθήσεων	=	αυτοσυναίσθηση
αυτοσυναισθημάτων	=	αυτοσυναίσθημα
αυτοσυνείδηση	noun	επίγνωση του εαυτού του, η αναγνώριση της ύπαρξης του ως ξεχωριστού από άλλα όντα στον κόσμο
αυτοσυνείδησης	=	αυτοσυνείδηση
αυτοσυνειδήσεις	=	αυτοσυνείδηση
αυτοσυνειδήσεων	=	αυτοσυνείδηση
αυτοσυνειδητοποίει	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποίησα	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποίησαν	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποίησε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποίησες	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποίηση	noun|formal	η συνειδητοποίηση του εαυτού μας και της κατάστασής του
αυτοσυνειδητοποίησης	noun	γενική ενικού του αυτοσυνειδητοποίηση
αυτοσυνειδητοποιήσαμε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιήσαν	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιήσανε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιήσατε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιήσει	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυνειδητοποίηση
αυτοσυνειδητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσυνειδητοποίηση
αυτοσυνειδητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοσυνειδητοποίηση
αυτοσυνειδητοποιήστε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιεί	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιείς	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιείτε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιημένα	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένε	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένες	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένη	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένης	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένο	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένοι	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιημένου	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένους	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιημένων	=	αυτοσυνειδητοποιημένος
αυτοσυνειδητοποιούμε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούν	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούνε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσα	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσαμε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσαν	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσανε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσατε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσε	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιούσες	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνειδητοποιώ	verb|formal	αποκτώ αυτοσυνειδητοποίηση
αυτοσυνειδητοποιώντας	=	αυτοσυνειδητοποιώ
αυτοσυνενώσεις	=	αυτοσυνένωση
αυτοσυνενώσεων	=	αυτοσυνένωση
αυτοσυντήρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντήρησης	noun	γενική ενικού του αυτοσυντήρηση
αυτοσυντήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντήρητο
αυτοσυντήρητε	adj	κλητική ενικού του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντήρητη
αυτοσυντήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντήρητης	adj	γενική ενικού του αυτοσυντήρητη
αυτοσυντήρητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντήρητος	adj	που αυτοσυντηρείται
αυτοσυντήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσυντήρητος
αυτοσυντηρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντήρηση
αυτοσυντηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσυντήρηση
αυτοσυντηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοσυντήρηση
αυτοσυντηρήσου	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρείσαι	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρείστε	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρείται	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθήκαν	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθήκανε	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρημένο
αυτοσυντηρημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρημένη
αυτοσυντηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρημένης	verb	γενική ενικού του αυτοσυντηρημένη
αυτοσυντηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσυντηρημένος
αυτοσυντηρησία	noun|rare	άλλη μορφή του αυτοσυντήρηση
αυτοσυντηρησίας	noun	γενική ενικού του αυτοσυντηρησία
αυτοσυντηρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρησία
αυτοσυντηρησιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσυντηρησία
αυτοσυντηρούμαι	verb	συντηρώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, με δικά μου μέσα και πόρους
αυτοσυντηρούμασταν	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούμαστε	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρούμενο
αυτοσυντηρούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρούμενη
αυτοσυντηρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοσυντηρούμενη
αυτοσυντηρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσυντηρούμενος
αυτοσυντηρούμουν	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούνται	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούνταν	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούσασταν	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούσαστε	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυντηρούσουν	=	αυτοσυντηρούμαι
αυτοσυστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσύσταση
αυτοσυστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσύσταση
αυτοσυστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοσύσταση
αυτοσυστήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστήνομαι	verb	συστήνω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοσυσταίνομαι	=	αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυστηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσυστήνομαι
αυτοσυσχέτιση	noun	η συσχέτιση μεταξύ των τιμών ενός σήματος με τις τιμές του ίδιου σήματος σε διαδοχικές χρονικές περιόδους
αυτοσυσχέτισης	noun	γενική ενικού του αυτοσυσχέτιση
αυτοσυσχετίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσυσχέτιση
αυτοσυσχετίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσυσχέτιση
αυτοσυσχετίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοσυσχέτιση
αυτοσχέδια	adv	χωρίς προγραμματισμό, απρομελέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιας	=	αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιε	=	αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιες	=	αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιοι	=	αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιος	adj	χαρακτηρισμός για κάποιον που αυτοσχεδιάζει
αυτοσχέδιου	=	αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσχέδιος
αυτοσχέδιων	=	αυτοσχέδιος
αυτοσχεδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδίασμα	noun	το αποτέλεσμα του αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδίαστο
αυτοσχεδίαστε	adj	κλητική ενικού του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδίαστη
αυτοσχεδίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίαστης	adj	γενική ενικού του αυτοσχεδίαστη
αυτοσχεδίαστο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίαστος	adj	άλλη μορφή του αυτοσχέδιος
αυτοσχεδίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσχεδίαστος
αυτοσχεδίως	adv|dated	αυτοσχέδια
αυτοσχεδιάζω	verb	ενεργώ αυθόρμητα, έχοντας ή μη προηγούμενη γνώση στο αντικείμενο, χωρίς να έχω προετοιμαστεί ή να έχω προσχεδιάσει κάτι
αυτοσχεδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδίαση
αυτοσχεδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδίασμα
αυτοσχεδιάσματος	noun	γενική ενικού του αυτοσχεδίασμα
αυτοσχεδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιάστρια	noun	θηλυκό του αυτοσχεδιαστής
αυτοσχεδιάστριας	noun	γενική ενικού του αυτοσχεδιάστρια
αυτοσχεδιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιάστρια
αυτοσχεδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσχεδίασμα
αυτοσχεδιασμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοσχεδιασμός
αυτοσχεδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμένο
αυτοσχεδιασμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμένη
αυτοσχεδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμένης	verb	γενική ενικού του αυτοσχεδιασμένη
αυτοσχεδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοσχεδιασμένος
αυτοσχεδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμός
αυτοσχεδιασμού	noun	γενική ενικού του αυτοσχεδιασμός
αυτοσχεδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμός
αυτοσχεδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοσχεδιασμός
αυτοσχεδιασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αυτοσχεδιάζω
αυτοσχεδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσχεδιασμός
αυτοσχεδιαστές	=	αυτοσχεδιαστής
αυτοσχεδιαστή	=	αυτοσχεδιαστής
αυτοσχεδιαστής	noun	αυτός που αυτοσχεδιάζει
αυτοσχεδιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιαστικό
αυτοσχεδιαστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιαστική
αυτοσχεδιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστικής	adj	γενική ενικού του αυτοσχεδιαστική
αυτοσχεδιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστικού	adj	γενική ενικού του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστικός	adj	που έχει σχέση με τον αυτοσχεδιασμό ή τον αυτοσχεδιαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
αυτοσχεδιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοσχεδιαστικός
αυτοσχεδιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοσχεδιάστρια
αυτοσχεδιαστών	=	αυτοσχεδιαστής
αυτοσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αυτόσωμα
αυτοσωματικά	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικέ	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικές	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματική	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικής	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικοί	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικού	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικούς	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικό	=	αυτοσωματικός
αυτοσωματικός	adj	που έχει σχέση με το αυτόσωμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
αυτοσωματικών	=	αυτοσωματικός
αυτοσωμικά	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικέ	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικές	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμική	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικής	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικοί	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικού	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικούς	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικό	=	αυτοσωμικός
αυτοσωμικός	adj	που έχει σχέση με το αυτόσωμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
αυτοσωμικών	=	αυτοσωμικός
αυτοσύμβαση	noun	δικαιοπραξία κατά την οποία το ίδιο πρόσωπο ενεργεί ταυτόχρονα για λογαριασμό του και ως εκπρόσωπος άλλου μέρους, συνάπτοντας σύμβαση με τον εαυτό του
αυτοσύμβασης	=	αυτοσύμβαση
αυτοσύσταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοσυστήνομαι
αυτοσύστασης	noun	γενική ενικού του αυτοσύσταση
αυτοσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόσωμα
αυτοσώματος	noun	γενική ενικού του αυτόσωμα
αυτοτέλεια	noun	η μη ύπαρξη εξάρτησης από οτιδήποτε και οποιονδήποτε, η ανεξαρτησία
αυτοτέλειας	noun	γενική ενικού του αυτοτέλεια
αυτοτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτέλεια
αυτοτέστ	noun|rare	το σελφ τεστ
αυτοτήτων	=	αυτότητα
αυτοτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αυτοτελής
αυτοτελή	adj	αιτιατική ενικού του αυτοτελής
αυτοτελής	adj	ανεξάρτητος, που έχει ανεξάρτητη ύπαρξη
αυτοτελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτελής
αυτοτελείωση	noun	το να (μπορεί να) οδηγήσει κάποιος τον εαυτό του στην τελείωση
αυτοτελείωσης	noun	γενική ενικού του αυτοτελείωση
αυτοτελείών	=	αυτοτέλεια
αυτοτελειοποίηση	noun	το να (μπορεί να) τελειοποιεί κάποιος τον εαυτό του
αυτοτελειοποίησης	noun	γενική ενικού του αυτοτελειοποίηση
αυτοτελειοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτελειοποίηση
αυτοτελειοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοτελειοποίηση
αυτοτελειοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοτελειοποίηση
αυτοτελειών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοτέλεια
αυτοτελειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτελείωση
αυτοτελειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοτελείωση
αυτοτελειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοτελείωση
αυτοτελούς	adj	γενική ενικού του αυτοτελής
αυτοτελών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοτελής
αυτοτελώς	adv	με αυτοτέλεια, χωρίς εξάρτηση από κάτι ή κάποιον άλλο
αυτοτιμωρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρήσου	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρίας	noun	γενική ενικού του αυτοτιμωρία
αυτοτιμωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτιμωρία
αυτοτιμωρείσαι	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρείστε	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρείται	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθήκαν	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθήκανε	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτιμωρημένο
αυτοτιμωρημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτιμωρημένη
αυτοτιμωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωρημένης	verb	γενική ενικού του αυτοτιμωρημένη
αυτοτιμωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοτιμωρημένος
αυτοτιμωριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοτιμωρία
αυτοτιμωρούμαι	verb	τιμωρώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοτιμωρούμασταν	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούμαστε	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούμουν	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούνται	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούνταν	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούσασταν	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούσαστε	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιμωρούσουν	=	αυτοτιμωρούμαι
αυτοτιτλοφορήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτιτλοφορούμαι
αυτοτιτλοφορούμαι	verb	δίνω μόνος μου ένα όνομα/χαρακτηριστικό/αξίωμα στον εαυτό μου χωρίς απαραίτητα να μου ανήκει/με χαρακτηρίζει
αυτοτομία	noun	(ζωολογία): η συνειδητή απόρριψη μέρους του σώματος ενός οργανισμού έναντι επίθεσης ή κάποιου κινδύνου, όπως π.χ. συμβαίνει με την απόρριψη της ουράς της σαύρας.
αυτοτομίας	=	αυτοτομία
αυτοτομίες	=	αυτοτομία
αυτοτομιών	=	αυτοτομία
αυτοτραυματία	=	αυτοτραυματίας
αυτοτραυματίας	noun	που έχει αυτοτραυματιστεί
αυτοτραυματίες	=	αυτοτραυματίας
αυτοτραυματίζεσαι	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίζεστε	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίζεται	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίζομαι	verb	τραυματίζω ο ίδιος (εκούσια) τον εαυτό μου
αυτοτραυματίζονται	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίζονταν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίζου	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίσου	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόμασταν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόμαστε	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόμουν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόμουνα	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόντουσαν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόσασταν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόσαστε	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόσουν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόσουνα	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζόταν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιζότανε	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοτραυματισμός
αυτοτραυματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτραυματισμένο
αυτοτραυματισμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτραυματισμένη
αυτοτραυματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμένης	verb	γενική ενικού του αυτοτραυματισμένη
αυτοτραυματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοτραυματισμένος
αυτοτραυματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοτραυματισμός
αυτοτραυματισμού	noun	γενική ενικού του αυτοτραυματισμός
αυτοτραυματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοτραυματισμός
αυτοτραυματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοτραυματισμός
αυτοτραυματισμός	noun	το αποτέλεσμα του αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοτραυματισμός
αυτοτραυματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστήκαν	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστήκανε	=	αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτραυματίζομαι
αυτοτραυματιών	=	αυτοτραυματίας
αυτοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφικό
αυτοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοτροφικός
αυτοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφική
αυτοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοτροφικός
αυτοτροφικής	adj	γενική ενικού του αυτοτροφική
αυτοτροφικη	=	αυτοτροφικός
αυτοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφικός
αυτοτροφικού	adj	γενική ενικού του αυτοτροφικός
αυτοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοτροφικός
αυτοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοτροφικός
αυτοτροφικός	adj	αυτός που αναφέρεται στην τροφή των αυτότροφων οργανισμών.
αυτοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοτροφικός
αυτοτροφοδοτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδότηση
αυτοτροφοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοτροφοδότηση
αυτοτροφοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοτροφοδότηση
αυτοτροφοδοτήσου	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτείσαι	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτείστε	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτείται	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθήκαν	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθήκανε	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτημένο
αυτοτροφοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτημένη
αυτοτροφοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτημένης	verb	γενική ενικού του αυτοτροφοδοτημένη
αυτοτροφοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοτροφοδοτημένος
αυτοτροφοδοτούμαι	verb	τροφοδοτώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοτροφοδοτούμασταν	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούμαστε	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτούμενο
αυτοτροφοδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτούμενη
αυτοτροφοδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμενης	verb	γενική ενικού του αυτοτροφοδοτούμενη
αυτοτροφοδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοτροφοδοτούμενος
αυτοτροφοδοτούμουν	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούνται	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούνταν	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούσασταν	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούσαστε	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδοτούσουν	=	αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοτροφοδοτούμαι
αυτοτροφοδότησης	noun	γενική ενικού του αυτοτροφοδότηση
αυτουνού	=	αυτού
αυτουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτουργό	adv	με αυτουργό τρόπο
αυτουργέ	adj	κλητική ενικού του αυτουργός
αυτουργία	noun	η ιδιότητα που έχει το άτομο το οποίο είναι αυτουργός
αυτουργίας	noun	γενική ενικού του αυτουργία
αυτουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτουργία
αυτουργιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτουργία
αυτουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτουργός
αυτουργού	adj	γενική ενικού του αυτουργός
αυτουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτουργός
αυτουργό	adj	αιτιατική ενικού του αυτουργός
αυτουργός	noun	ο άνδρας ή η γυναίκα που διαπράττει ένα ποινικό αδίκημα ως δράστης ή μετέχει έμμεσα σε αυτό σε σημαντικό βαθμό
αυτουργών	adj	γενική πληθυντικού του αυτουργός
αυτουσίως	adv|formal	άλλη μορφή του αυτούσια· χωρίς καμία μεταβολή ή αλλαγή, έχοντας την ίδια ακριβώς ουσία
αυτοφαγία	noun	ο ανακυκλωτικός μηχανισμός του μεγαλύτερου ποσοστού της θρέψης βασισμένος στην πρωτεϊνική διάσπαση σε αμινοξέα
αυτοφαγίας	noun	γενική ενικού του αυτοφαγία
αυτοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοφαγία
αυτοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοφαγία
αυτοφθορισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοφθορισμός
αυτοφθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοφθορισμός
αυτοφθορισμού	noun	γενική ενικού του αυτοφθορισμός
αυτοφθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοφθορισμός
αυτοφθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοφθορισμός
αυτοφθορισμός	noun	φθορισμός που προκαλείται μόνος του, χωρίς εξωτερική επέμβαση
αυτοφθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοφθορισμός
αυτοφοβία	noun	η φοβία κάποιου να μείνει μόνος του ή (γενικότερα) η φοβία του εαυτού του
αυτοφοβίας	=	αυτοφοβία
αυτοφοβίες	=	αυτοφοβία
αυτοφοβιών	=	αυτοφοβία
αυτοφροντίδα	noun	η φροντίδα του εαυτού μας
αυτοφροντίδας	=	αυτοφροντίδα
αυτοφροντίδες	=	αυτοφροντίδα
αυτοφροντίδων	=	αυτοφροντίδα
αυτοφυές	=	αυτοφυής
αυτοφυή	=	αυτοφυής
αυτοφυής	adj	που φυτρώνει μόνος του
αυτοφυείς	=	αυτοφυής
αυτοφυλόφιλα	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλε	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλες	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλη	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλης	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλο	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλοι	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλος	noun	άτομο που αισθάνεται σεξουαλική έλξη προς τον ίδιο	adj	που σχετίζεται με σεξουαλική έλξη προς τον εαυτό
αυτοφυλόφιλου	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλους	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυλόφιλων	=	αυτοφυλόφιλος
αυτοφυούς	=	αυτοφυής
αυτοφυόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοφυόμενος
αυτοφυών	=	αυτοφυής
αυτοφυώς	adv	με αυτοφυή τρόπο
αυτοφωράκηδες	=	αυτοφωράκιας
αυτοφωράκηδων	=	αυτοφωράκιας
αυτοφωράκια	=	αυτοφωράκιας
αυτοφωράκιας	noun	άτομο που παρουσιάζεται ως υπεύθυνος νυχτερινού κέντρου ώστε να κλειστεί προσωρινά στο αυτόφωρο, αντί του πραγματικού υπευθύνου, σε περιπτώσεις αυτόφωρης δίωξης λόγω παραβίασης του ωραρίου λειτουργίας
αυτοφωτογράφιση	noun	σέλφι, φωτογραφικό αυτοπορτρέτο
αυτοφωτογράφισης	noun	γενική ενικού του αυτοφωτογράφιση
αυτοφωτογραφία	noun	άλλη μορφή του αυτοφωτογράφιση
αυτοφωτογραφίας	=	αυτοφωτογραφία
αυτοφωτογραφίες	=	αυτοφωτογραφία
αυτοφωτογραφίζεσαι	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίζεστε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίζεται	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίζομαι	verb	φωτογραφίζω ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοφωτογραφίζονται	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίζονταν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίζου	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοφωτογράφιση
αυτοφωτογραφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοφωτογράφιση
αυτοφωτογραφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοφωτογράφιση
αυτοφωτογραφίσου	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίστηκα	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίστηκαν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίστηκε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφίστηκες	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόμασταν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόμαστε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόμουν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόμουνα	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόντουσαν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόσασταν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόσαστε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόσουν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόσουνα	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζόταν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιζότανε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφισμένος	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιστήκαμε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιστήκαν	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιστήκανε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιστήκατε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιστεί	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιστείτε	=	αυτοφωτογραφίζομαι
αυτοφωτογραφιών	=	αυτοφωτογραφία
αυτοφύομαι	verb	φύομαι από μόνος μου, φυτρώνω χωρίς ξένη παρέμβαση
αυτοφώρου	=	αυτόφωρο
αυτοφώρων	=	αυτόφωρο
αυτοχαρακτηρίζεσαι	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίζεστε	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίζεται	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίζομαι	verb	χαρακτηρίζω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοχαρακτηρίζονται	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίζονταν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίζου	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίσου	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόμασταν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόμαστε	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόμουν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόμουνα	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόντουσαν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόσασταν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόσαστε	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόσουν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόσουνα	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζόταν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριζότανε	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοχαρακτηρισμός
αυτοχαρακτηρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμένο
αυτοχαρακτηρισμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμένη
αυτοχαρακτηρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμένης	verb	γενική ενικού του αυτοχαρακτηρισμένη
αυτοχαρακτηρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοχαρακτηρισμένος
αυτοχαρακτηρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμός
αυτοχαρακτηρισμού	noun	γενική ενικού του αυτοχαρακτηρισμός
αυτοχαρακτηρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμός
αυτοχαρακτηρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοχαρακτηρισμός
αυτοχαρακτηρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοχαρακτηρισμός
αυτοχαρακτηριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστήκαν	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστήκανε	=	αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχαρακτηριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχαρακτηρίζομαι
αυτοχείρων	=	αυτόχειρας
αυτοχειρί	adv|archaic	με το ίδιο του το χέρι
αυτοχειρία	noun|formal	αυτοκτονία
αυτοχειρίας	noun	γενική ενικού του αυτοχειρία
αυτοχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειρία
αυτοχειριάζεσαι	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάζεστε	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάζεται	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάζομαι	verb|formal	αυτοκτονώ
αυτοχειριάζονται	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάζονταν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάζου	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάσου	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόμασταν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόμαστε	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριαζόμενο
αυτοχειριαζόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριαζόμενη
αυτοχειριαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοχειριαζόμενη
αυτοχειριαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοχειριαζόμενος
αυτοχειριαζόμουν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόμουνα	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόντουσαν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόσασταν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόσαστε	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόσουν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόσουνα	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζόταν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαζότανε	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριασμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοχειριασμός
αυτοχειριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριασμένο
αυτοχειριασμένε	verb	κλητική ενικού του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριασμένη
αυτοχειριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμένης	verb	γενική ενικού του αυτοχειριασμένη
αυτοχειριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοχειριασμένος
αυτοχειριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριασμός
αυτοχειριασμού	noun	γενική ενικού του αυτοχειριασμός
αυτοχειριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχειριασμός
αυτοχειριασμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοχειριασμός
αυτοχειριασμός	noun|formal	η αυτοκτονία
αυτοχειριασμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοχειριασμός
αυτοχειριαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστήκαν	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστήκανε	=	αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριαστικό
αυτοχειριαστικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριαστική
αυτοχειριαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστικής	adj	γενική ενικού του αυτοχειριαστική
αυτοχειριαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστικού	adj	γενική ενικού του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστικός	adj|rare	που έχει σχέση με τον αυτοχειριασμό ή τον αυτόχειρα ή αναφέρεται σ’ αυτούς
αυτοχειριαστικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοχειριαστικός
αυτοχειριαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοχειριάζομαι
αυτοχειριών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοχειρία
αυτοχειροτονούμαι	verb	χειροτονώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοχειροτόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειροτόνητο
αυτοχειροτόνητε	adj	κλητική ενικού του αυτοχειροτόνητος
αυτοχειροτόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειροτόνητη
αυτοχειροτόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοχειροτόνητος
αυτοχειροτόνητης	adj	γενική ενικού του αυτοχειροτόνητη
αυτοχειροτόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτοχειροτόνητος
αυτοχειροτόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχειροτόνητος
αυτοχειροτόνητος	adj	που έχει ο ίδιος χειροτονήσει τον εαυτό του
αυτοχειροτόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοχειροτόνητος
αυτοχειροτόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχειροτόνητος
αυτοχειροτόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοχειροτόνητος
αυτοχθονία	noun	η ιδιότητα του αυτόχθονος
αυτοχθονίας	=	αυτοχθονία
αυτοχθονίες	=	αυτοχθονία
αυτοχθονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχθονικό
αυτοχθονικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοχθονικός
αυτοχθονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχθονική
αυτοχθονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοχθονικός
αυτοχθονικής	adj	γενική ενικού του αυτοχθονική
αυτοχθονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχθονικός
αυτοχθονικού	adj	γενική ενικού του αυτοχθονικός
αυτοχθονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχθονικός
αυτοχθονικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοχθονικός
αυτοχθονικός	adj	που έχει σχέση με τον αυτόχθονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αυτοχθονικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοχθονικός
αυτοχθονισμέ	noun	κλητική ενικού του αυτοχθονισμός
αυτοχθονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοχθονισμός
αυτοχθονισμού	noun	γενική ενικού του αυτοχθονισμός
αυτοχθονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αυτοχθονισμός
αυτοχθονισμό	noun	αιτιατική ενικού του αυτοχθονισμός
αυτοχθονισμός	noun|dated	πολιτική τάση που εκδηλώθηκε στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους και υποστήριζε ότι οι αυτόχθονες πρέπει να έχουν περισσότερα πολιτικά δικαιώματα από τους ομογενείς, κυρίως τους Φαναριώτες
αυτοχθονισμών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοχθονισμός
αυτοχθονιστές	=	αυτοχθονιστής
αυτοχθονιστή	=	αυτοχθονιστής
αυτοχθονιστής	noun|dated	αυτός που υποστηρίζει τον αυτοχθονισμό
αυτοχθονιστών	=	αυτοχθονιστής
αυτοχθονιών	=	αυτοχθονία
αυτοχθόνων	=	αυτόχθονας
αυτοχρηματοδοτήθηκα	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτήθηκαν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτήθηκε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτήθηκες	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτήσαμε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτήσαν	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτήσανε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτήσατε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτήσει	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοχρηματοδότηση
αυτοχρηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοχρηματοδότηση
αυτοχρηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοχρηματοδότηση
αυτοχρηματοδοτήσου	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτήστε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτεί	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτείς	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτείσαι	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτείστε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτείται	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτείτε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτηθήκαμε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτηθήκαν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτηθήκανε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτηθήκατε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτηθεί	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτηθείτε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτημένος	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούμαι	verb	χρηματοδοτώ μια επιχείρηση ή αντλώ κεφάλαια από τα κέρδη της ίδιας της επιχείρησης
αυτοχρηματοδοτούμασταν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούμαστε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούμε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούμενα	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενε	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενες	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενη	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενης	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενο	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενοι	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούμενου	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενους	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμενων	=	αυτοχρηματοδοτούμενος
αυτοχρηματοδοτούμουν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούν	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούνε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούνται	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούνταν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούσα	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσαμε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσαν	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσανε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσασταν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούσαστε	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτούσατε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσες	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδοτούσουν	=	αυτοχρηματοδοτούμαι
αυτοχρηματοδοτώ	verb	παρέχω στον εαυτό μου ή στην επιχείρησή μου τα απαραίτητα κεφάλαια για τη λειτουργία ή την ανάπτυξή της, χωρίς να καταφεύγω σε εξωτερικό δανεισμό ή επενδυτές
αυτοχρηματοδοτώντας	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδότησα	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδότησαν	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδότησε	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδότησες	=	αυτοχρηματοδοτώ
αυτοχρηματοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοχρηματοδοτούμαι, η χρηματοδότηση μιας επιχείρησης και η άντληση κεφαλαίων από τα κέρδη της ίδιας της επιχείρησης
αυτοχρηματοδότησης	noun	γενική ενικού του αυτοχρηματοδότηση
αυτοχρόων	=	αυτόχρους
αυτοψία	noun	η αυτοπρόσωπη έρευνα και εξέταση ενός τόπου ή αντικειμένου από έναν ειδικό, ιδιαίτερα για να διερευνηθεί ένα έγκλημα ή για να εξακριβωθούν τα αίτια μιας βλάβης, ατυχήματος κλπ
αυτοψίας	noun	γενική ενικού του αυτοψία
αυτοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοψία
αυτοψηλάφηση	noun	η διαδικασία αυτοεξέτασης κυρίως για την πρόληψη κάποιων ασθενειών ή τη διάγνωσή τους σε πρώιμο στάδιο
αυτοψηλάφησης	=	αυτοψηλάφηση
αυτοψηλαφήσεις	=	αυτοψηλάφηση
αυτοψηλαφήσεων	=	αυτοψηλάφηση
αυτοψιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοψία
αυτοϊάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοΐαση
αυτοϊάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοΐαση
αυτοϊάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοΐαση
αυτοϊάται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αυτοϊώμαι
αυτοϊκανοποίηση	noun	το να είναι κανείς ικανοποιημένος από τον εαυτό του, τα επιτεύγματά του ή την κατάστασή του
αυτοϊκανοποίησης	noun	γενική ενικού του αυτοϊκανοποίηση
αυτοϊκανοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϊκανοποίηση
αυτοϊκανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοϊκανοποίηση
αυτοϊκανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοϊκανοποίηση
αυτοϊκανοποιήσου	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιείσαι	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιείστε	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιείται	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθήκαν	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθήκανε	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϊκανοποιημένο
αυτοϊκανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϊκανοποιημένη
αυτοϊκανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιημένης	verb	γενική ενικού του αυτοϊκανοποιημένη
αυτοϊκανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιημένος	verb	ο αυνανιζόμενος
αυτοϊκανοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοϊκανοποιημένος
αυτοϊκανοποιούμαι	verb	ικανοποιώ τον εαυτό μου
αυτοϊκανοποιούμασταν	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούμαστε	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούμουν	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούνται	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούνταν	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούσασταν	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούσαστε	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊκανοποιούσουν	=	αυτοϊκανοποιούμαι
αυτοϊώμαι	verb	αυτοθεραπεύομαι
αυτοϋμνολογία	noun|rare	η υμνολόγηση του εαυτού μας
αυτοϋμνολογίας	noun	γενική ενικού του αυτοϋμνολογία
αυτοϋμνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋμνολογία
αυτοϋμνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αυτοϋμνολογία
αυτοϋπέρβαση	noun|formal	η υπέρβαση του (παλαιού) εαυτού μας
αυτοϋπέρβασης	noun	γενική ενικού του αυτοϋπέρβαση
αυτοϋπερβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋπέρβαση
αυτοϋπερβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοϋπέρβαση
αυτοϋπερβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοϋπέρβαση
αυτοϋπονομευμένος	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτήκαν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτήκανε	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόμασταν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόμαστε	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋπονομευόμενο
αυτοϋπονομευόμενε	verb	κλητική ενικού του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋπονομευόμενη
αυτοϋπονομευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμενης	verb	γενική ενικού του αυτοϋπονομευόμενη
αυτοϋπονομευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτοϋπονομευόμενος
αυτοϋπονομευόμουν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόμουνα	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόντουσαν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόσασταν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόσαστε	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόσουν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόσουνα	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευόταν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομευότανε	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύεσαι	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύεστε	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύεται	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύομαι	verb	υπονομεύω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου
αυτοϋπονομεύονται	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύονταν	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύου	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋπονόμευση
αυτοϋπονομεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αυτοϋπονόμευση
αυτοϋπονομεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αυτοϋπονόμευση
αυτοϋπονομεύσου	=	αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονομεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονόμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοϋπονομεύομαι
αυτοϋπονόμευσης	noun	γενική ενικού του αυτοϋπονόμευση
αυτοϋποτιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋποτιμητικό
αυτοϋποτιμητικέ	adj	κλητική ενικού του αυτοϋποτιμητικός
αυτοϋποτιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋποτιμητική
αυτοϋποτιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτοϋποτιμητικός
αυτοϋποτιμητικής	adj	γενική ενικού του αυτοϋποτιμητική
αυτοϋποτιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτοϋποτιμητικός
αυτοϋποτιμητικού	adj	γενική ενικού του αυτοϋποτιμητικός
αυτοϋποτιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτοϋποτιμητικός
αυτοϋποτιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του αυτοϋποτιμητικός
αυτοϋποτιμητικός	adj|formal	που υπονομεύει τον εαυτό του
αυτοϋποτιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του αυτοϋποτιμητικός
αυτού	pron	γενική ενικού του αυτός	adv	εκεί
αυτούθε	adv|vulgar	από εκεί, εκεί
αυτούνα	=	αυτούνος
αυτούνες	=	αυτούνος
αυτούνη	=	αυτούνος
αυτούνης	=	αυτούνος
αυτούνο	=	αυτούνος
αυτούνοι	=	αυτούνος
αυτούνος	pron|vulgar	άλλη μορφή του αυτός
αυτούνου	=	αυτούνος
αυτούνους	=	αυτούνος
αυτούνων	=	αυτούνος
αυτούς	pron	αυτός, στην αιτιατική του πληθυντικού του αρσενικού γένους
αυτούσια	adv	χωρίς μεταβολή ή αλλαγή, έχοντας την ίδια ακριβώς ουσία
αυτούσιας	=	αυτούσιος
αυτούσιε	=	αυτούσιος
αυτούσιες	=	αυτούσιος
αυτούσιο	=	αυτούσιος
αυτούσιοι	=	αυτούσιος
αυτούσιος	adj	αυτός που είναι χωρίς καμμία αλλαγή, που έχει ακριβώς την ίδια ουσία που είχε πριν
αυτούσιου	=	αυτούσιος
αυτούσιους	=	αυτούσιος
αυτούσιων	=	αυτούσιος
αυτωθήκαμε	=	αυτώνω
αυτωθήκαν	=	αυτώνω
αυτωθήκανε	=	αυτώνω
αυτωθήκατε	=	αυτώνω
αυτωθεί	=	αυτώνω
αυτωθείς	=	αυτώνω
αυτωθείτε	=	αυτώνω
αυτωθούμε	=	αυτώνω
αυτωθούν	=	αυτώνω
αυτωθούνε	=	αυτώνω
αυτωθώ	=	αυτώνω
αυτωμένος	=	αυτώνω
αυτωνόμασταν	=	αυτώνω
αυτωνόμαστε	=	αυτώνω
αυτωνόμουν	=	αυτώνω
αυτωνόμουνα	=	αυτώνω
αυτωνόντουσαν	=	αυτώνω
αυτωνόσασταν	=	αυτώνω
αυτωνόσαστε	=	αυτώνω
αυτωνόσουν	=	αυτώνω
αυτωνόσουνα	=	αυτώνω
αυτωνόταν	=	αυτώνω
αυτωνότανε	=	αυτώνω
αυτωνύμου	=	αυτώνυμο
αυτωνύμων	=	αυτώνυμο
αυτό	pron	ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του αυτός
αυτόβουλα	=	αυτόβουλος
αυτόβουλε	adj	κλητική ενικού του αυτόβουλος
αυτόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόβουλη
αυτόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόβουλος
αυτόβουλης	adj	γενική ενικού του αυτόβουλη
αυτόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του αυτόβουλος
αυτόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόβουλος
αυτόβουλος	adj|formal	που έχει δική του ανεξάρτητη θέληση και βούληση
αυτόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόβουλος
αυτόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόβουλος
αυτόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτόβουλος
αυτόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόγραφο
αυτόγραφε	adj	κλητική ενικού του αυτόγραφος
αυτόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόγραφη
αυτόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόγραφος
αυτόγραφης	adj	γενική ενικού του αυτόγραφη
αυτόγραφο	noun	σημείωμα με αφιέρωση και την υπογραφή ενός συγγραφέα, ηθοποιού, μουσικού κλπ που δίνεται ως αναμνηστικό σε έναν θαυμαστή του
αυτόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόγραφος
αυτόγραφος	adj	που έχει γραφεί με το ίδιο το χέρι του συγγραφέα του
αυτόγραφου	noun	γενική ενικού του αυτόγραφο
αυτόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόγραφος
αυτόγραφων	noun	γενική πληθυντικού του αυτόγραφο
αυτόγυρα	=	αυτόγυρο
αυτόγυρο	noun	συνώνυμο του γυροπλάνο
αυτόγυρου	=	αυτόγυρο
αυτόγυρων	=	αυτόγυρο
αυτόδηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόδηλο
αυτόδηλε	adj	κλητική ενικού του αυτόδηλος
αυτόδηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόδηλη
αυτόδηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόδηλος
αυτόδηλης	adj	γενική ενικού του αυτόδηλη
αυτόδηλο	adj	αιτιατική ενικού του αυτόδηλος
αυτόδηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόδηλος
αυτόδηλος	adj|formal	που δηλώνεται από μόνος του, που δεν χρειάζεται άλλες αποδείξεις ή εξηγήσεις
αυτόδηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόδηλος
αυτόδηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόδηλος
αυτόδηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτόδηλος
αυτόζυμα	=	αυτόζυμο
αυτόζυμο	noun	άλλη μορφή του εφτάζυμο
αυτόζυμου	=	αυτόζυμο
αυτόζυμων	=	αυτόζυμο
αυτόθι	adv	σε αυτό το μέρος, παραπέμπει τον αναγνώστη σε κάποια σελίδα
αυτόκαυστα	=	αυτόκαυστο
αυτόκαυστο	noun	κλειστό δοχείο ή συσκευή που αντέχει υψηλή πίεση και θερμοκρασία, χρησιμοποιούμενο για αποστείρωση ή για χημικές διεργασίες σε συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας μεγαλύτερες από τις κανονικές
αυτόκαυστου	=	αυτόκαυστο
αυτόκαυστων	=	αυτόκαυστο
αυτόκλειστα	=	αυτόκλειστο
αυτόκλειστο	noun	αυτόκαυστο
αυτόκλειστου	=	αυτόκλειστο
αυτόκλειστων	=	αυτόκλειστο
αυτόκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόκλητο	adv	με αυτόκλητο τρόπο, χωρίς να έχει προσκληθεί
αυτόκλητε	adj	κλητική ενικού του αυτόκλητος
αυτόκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόκλητη
αυτόκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόκλητος
αυτόκλητης	adj	γενική ενικού του αυτόκλητη
αυτόκλητο	adj	αιτιατική ενικού του αυτόκλητος
αυτόκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόκλητος
αυτόκλητος	adj|formal	που παρευρίσκεται ή επεμβαίνει χωρίς να έχει προσκληθεί
αυτόκλητου	adj	γενική ενικού του αυτόκλητος
αυτόκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόκλητος
αυτόκλητων	adj	γενική πληθυντικού του αυτόκλητος
αυτόλογα	=	αυτόλογος
αυτόλογε	=	αυτόλογος
αυτόλογες	=	αυτόλογος
αυτόλογη	=	αυτόλογος
αυτόλογης	=	αυτόλογος
αυτόλογο	=	αυτόλογος
αυτόλογοι	=	αυτόλογος
αυτόλογος	adj	που αφορά βιολογικό υλικό (όπως αίμα, κύτταρα, ιστός ή μόσχευμα) που προέρχεται από τον ίδιο τον οργανισμό στον οποίο επανεισάγεται ή χρησιμοποιείται θεραπευτικά
αυτόλογου	=	αυτόλογος
αυτόλογους	=	αυτόλογος
αυτόλογων	=	αυτόλογος
αυτόλυση	noun	αυτοδιάσπαση
αυτόλυσης	=	αυτόλυση
αυτόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόματο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτόματος
αυτόματε	adj	κλητική ενικού του αυτόματος
αυτόματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόματη
αυτόματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόματος
αυτόματης	adj	γενική ενικού του αυτόματη
αυτόματο	noun	φορητό, αυτόματα επαναφορτιζόμενο, πυροβόλο όπλο, μεσαίου μεγέθους κατάλληλο κυρίως για κοντινές αποστάσεις	adj	αιτιατική ενικού του αυτόματος
αυτόματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόματος
αυτόματος	adj	που λειτουργεί ή κινείται, χωρίς να παρεμβαίνει άμεσα και συνεχώς κάποιος
αυτόματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόματος
αυτόματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόματος
αυτόματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτόματος
αυτόμελα	=	αυτόμελος
αυτόμελε	=	αυτόμελος
αυτόμελες	=	αυτόμελος
αυτόμελη	=	αυτόμελος
αυτόμελης	=	αυτόμελος
αυτόμελο	noun	τροπάριο με σταθερή μελωδία και μέτρο, που λειτουργεί ως πρότυπο για τη σύνθεση προσόμοιων ύμνων
αυτόμελοι	=	αυτόμελος
αυτόμελος	adj	συνώνυμο του ιδιόμελος
αυτόμελου	=	αυτόμελος
αυτόμελους	=	αυτόμελος
αυτόμελων	=	αυτόμελος
αυτόμοια	=	αυτόμοιος
αυτόμοιας	=	αυτόμοιος
αυτόμοιε	=	αυτόμοιος
αυτόμοιες	=	αυτόμοιος
αυτόμοιο	=	αυτόμοιος
αυτόμοιοι	=	αυτόμοιος
αυτόμοιος	adj	όμοιος με τον εαυτό του
αυτόμοιου	=	αυτόμοιος
αυτόμοιους	=	αυτόμοιος
αυτόμοιων	=	αυτόμοιος
αυτόμολα	=	αυτόμολος
αυτόμολε	noun	κλητική ενικού του αυτόμολος
αυτόμολες	=	αυτόμολος
αυτόμολη	=	αυτόμολος
αυτόμολης	=	αυτόμολος
αυτόμολο	noun	αιτιατική ενικού του αυτόμολος
αυτόμολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόμολος
αυτόμολος	noun	αυτός που αυτομόλησε, που κατέφυγε στις τάξεις του εχθρού
αυτόμολου	=	αυτόμολος
αυτόμολους	=	αυτόμολος
αυτόμολων	=	αυτόμολος
αυτόν	adj	αιτιατική ενικού του αυτός
αυτόνοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόνοο
αυτόνοε	adj	κλητική ενικού του αυτόνοος
αυτόνοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόνοη
αυτόνοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόνοος
αυτόνοης	adj	γενική ενικού του αυτόνοη
αυτόνομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αυτόνομος	adv	με αυτόνομο τρόπο
αυτόνομε	adj	κλητική ενικού του αυτόνομος
αυτόνομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόνομη
αυτόνομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόνομος
αυτόνομης	adj	γενική ενικού του αυτόνομη
αυτόνομο	adj	αιτιατική ενικού του αυτόνομος
αυτόνομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόνομος
αυτόνομος	adj	που βρίσκεται σε καθεστώς αυτονομίας, που καθορίζει μόνος του τους νόμους
αυτόνομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόνομος
αυτόνομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόνομος
αυτόνομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτόνομος
αυτόνοο	adj	αιτιατική ενικού του αυτόνοος
αυτόνοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόνοος
αυτόνοος	adj	αυτόβουλος, που αποφασίζει μόνος του, που δεν χειραγωγείται
αυτόνοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόνοος
αυτόνοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόνοος
αυτόνοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτόνοος
αυτόπτες	=	αυτόπτης
αυτόπτη	=	αυτόπτης
αυτόπτης	noun	που βλέπει κάτι με τα ίδια του τα μάτια
αυτόπτις	noun	θηλυκό του αυτόπτης
αυτόρριζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόρριζο
αυτόρριζε	adj	κλητική ενικού του αυτόρριζος
αυτόρριζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτόρριζη
αυτόρριζη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτόρριζος
αυτόρριζης	adj	γενική ενικού του αυτόρριζη
αυτόρριζο	adj	αιτιατική ενικού του αυτόρριζος
αυτόρριζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτόρριζος
αυτόρριζος	adj	που φύτρωσε μόνο του, που βγήκε από σπόρο κι όχι από εμβολιασμό / μπόλιασμα
αυτόρριζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόρριζος
αυτόρριζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτόρριζος
αυτόρριζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτόρριζος
αυτός	pron	τρίτο ενικό πρόσωπο, εγώ
αυτόσωμα	noun	βιολογικός όρος που δηλώνει κάθε χρωμόσωμα που δεν σχετίζεται με τον καθορισμό του φύλου, φέροντας γονίδια υπεύθυνα για τις σωματικές και λειτουργικές ιδιότητες του οργανισμού
αυτότητα	noun	η κατάσταση ως έχει
αυτότητας	=	αυτότητα
αυτότητες	=	αυτότητα
αυτότροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτότροφο
αυτότροφε	adj	κλητική ενικού του αυτότροφος
αυτότροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυτότροφη
αυτότροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυτότροφος
αυτότροφης	adj	γενική ενικού του αυτότροφη
αυτότροφο	adj	αιτιατική ενικού του αυτότροφος
αυτότροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυτότροφος
αυτότροφος	adj	που παράγει τις απαραίτητες οργανικές ουσίες για τη διατήρηση κι επέκταση της κατάστασής του χωρίς την κατανάλωση άλλων ζωντανών οργανισμών, π.χ. μέσω φωτοσύνθεσης
αυτότροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυτότροφος
αυτότροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυτότροφος
αυτότροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυτότροφος
αυτόφυτα	=	αυτόφυτος
αυτόφυτε	=	αυτόφυτος
αυτόφυτες	=	αυτόφυτος
αυτόφυτη	=	αυτόφυτος
αυτόφυτης	=	αυτόφυτος
αυτόφυτο	=	αυτόφυτος
αυτόφυτοι	=	αυτόφυτος
αυτόφυτος	adj	αυτοφυής
αυτόφυτου	=	αυτόφυτος
αυτόφυτους	=	αυτόφυτος
αυτόφυτων	=	αυτόφυτος
αυτόφωρα	=	αυτόφωρος
αυτόφωρε	=	αυτόφωρος
αυτόφωρες	=	αυτόφωρος
αυτόφωρη	=	αυτόφωρος
αυτόφωρης	=	αυτόφωρος
αυτόφωρο	noun	κοινή ονομασία των ειδικών δικαστηρίων που δικάζουν, άμεσα, δράστες που συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αυτόφωρος
αυτόφωροι	=	αυτόφωρος
αυτόφωρος	adj	που τον βλέπουν τη στιγμή που κάνει κάτι
αυτόφωρου	=	αυτόφωρος
αυτόφωρους	=	αυτόφωρος
αυτόφωρων	=	αυτόφωρος
αυτόφωτα	=	αυτόφωτος
αυτόφωτε	=	αυτόφωτος
αυτόφωτες	=	αυτόφωτος
αυτόφωτη	=	αυτόφωτος
αυτόφωτης	=	αυτόφωτος
αυτόφωτο	=	αυτόφωτος
αυτόφωτοι	=	αυτόφωτος
αυτόφωτος	adj	που παράγει φως από μόνος του
αυτόφωτου	=	αυτόφωτος
αυτόφωτους	=	αυτόφωτος
αυτόφωτων	=	αυτόφωτος
αυτόχειρ	noun	άλλη μορφή του αυτόχειρας
αυτόχειρα	=	αυτόχειρας
αυτόχειρας	noun	που βάζει ο ίδιος τέλος στην ζωή του, που αυτοκτονεί
αυτόχειρες	=	αυτόχειρας
αυτόχθον	=	αυτόχθονας
αυτόχθονα	=	αυτόχθονας
αυτόχθονας	adj	μορφή του αυτόχθων με νεότερες καταλήξεις
αυτόχθονες	=	αυτόχθονας
αυτόχθονον	=	αυτόχθονας
αυτόχθονος	=	αυτόχθονας
αυτόχθονων	=	αυτόχθονας
αυτόχθων	=	αυτόχθονας
αυτόχρημα	adv	με όλη τη σημασία της λέξης, κυριολεκτικά
αυτόχροα	=	αυτόχρους
αυτόχροες	=	αυτόχρους
αυτόχρου	=	αυτόχρους
αυτόχρουν	=	αυτόχρους
αυτόχρους	adj	άλλη μορφή του ιδιόχρωμος
αυτόχρωμα	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμε	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμες	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμη	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμης	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμο	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμοι	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμος	adj	άλλη μορφή του ιδιόχρωμος
αυτόχρωμου	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμους	=	αυτόχρωμος
αυτόχρωμων	=	αυτόχρωμος
αυτώθηκα	=	αυτώνω
αυτώθηκαν	=	αυτώνω
αυτώθηκε	=	αυτώνω
αυτώθηκες	=	αυτώνω
αυτών	pron	αιτιατική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αυτός
αυτώναμε	=	αυτώνω
αυτώναν	=	αυτώνω
αυτώνανε	=	αυτώνω
αυτώνατε	=	αυτώνω
αυτώνει	=	αυτώνω
αυτώνεις	=	αυτώνω
αυτώνεσαι	=	αυτώνω
αυτώνεστε	=	αυτώνω
αυτώνεται	=	αυτώνω
αυτώνετε	=	αυτώνω
αυτώνομαι	=	αυτώνω
αυτώνομε	=	αυτώνω
αυτώνονται	=	αυτώνω
αυτώνονταν	=	αυτώνω
αυτώνοντας	=	αυτώνω
αυτώνουμε	=	αυτώνω
αυτώνουν	=	αυτώνω
αυτώνουνε	=	αυτώνω
αυτώνυμα	=	αυτώνυμο
αυτώνυμο	noun	το εγγενές όνομα
αυτώνυμου	=	αυτώνυμο
αυτώνω	verb|vulgar	λέγεται αντί άλλου ρήματος, όταν ο ομιλητής δεν βρίσκει ή δεν θέλει να χρησιμοποιήσει την ακριβή λέξη
αυτώσαμε	=	αυτώνω
αυτώσαν	=	αυτώνω
αυτώσανε	=	αυτώνω
αυτώσατε	=	αυτώνω
αυτώσει	=	αυτώνω
αυτώσεις	=	αυτώνω
αυτώσετε	=	αυτώνω
αυτώσομε	=	αυτώνω
αυτώσου	=	αυτώνω
αυτώσουμε	=	αυτώνω
αυτώσουν	=	αυτώνω
αυτώσουνε	=	αυτώνω
αυτώστε	=	αυτώνω
αυτώσω	=	αυτώνω
αυυτοαναιρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυυτοαναιρούμενο
αυυτοαναιρούμενε	verb	κλητική ενικού του αυυτοαναιρούμενος
αυυτοαναιρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυυτοαναιρούμενη
αυυτοαναιρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυυτοαναιρούμενος
αυυτοαναιρούμενης	verb	γενική ενικού του αυυτοαναιρούμενη
αυυτοαναιρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αυυτοαναιρούμενος
αυυτοαναιρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυυτοαναιρούμενος
αυυτοαναιρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοαναιρώ
αυυτοαναιρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυυτοαναιρούμενος
αυυτοαναιρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αυυτοαναιρούμενος
αυυτοαναιρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυυτοαναιρούμενος
αυχάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχάριστο
αυχάριστε	adj	κλητική ενικού του αυχάριστος
αυχάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχάριστη
αυχάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυχάριστος
αυχάριστης	adj	γενική ενικού του αυχάριστη
αυχάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αυχάριστος
αυχάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυχάριστος
αυχάριστος	adj	αγνώμων
αυχάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αυχάριστος
αυχάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυχάριστος
αυχάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αυχάριστος
αυχένα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αυχένας
αυχένας	noun	ο σβέρκος, ο τράχηλος
αυχένες	=	αυχένας
αυχένια	=	αυχένιος
αυχένιας	=	αυχένιος
αυχένιε	=	αυχένιος
αυχένιες	=	αυχένιος
αυχένιο	=	αυχένιος
αυχένιοι	=	αυχένιος
αυχένιος	adj|formal	που έχει σχέση με τον αυχένα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αυχένιου	=	αυχένιος
αυχένιους	=	αυχένιος
αυχένιων	=	αυχένιος
αυχένων	=	αυχένας
αυχαριστία	noun	αχαριστία (επτανησιακή διάλεκτος), εναλλακτική γραφή του αφχαριστία
αυχαριστίας	noun	γενική ενικού του αυχαριστία
αυχαριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχαριστία
αυχαριστιών	noun	γενική πληθυντικού του αυχαριστία
αυχενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχενικό
αυχενικέ	adj	κλητική ενικού του αυχενικός
αυχενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχενική
αυχενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυχενικός
αυχενικής	adj	γενική ενικού του αυχενική
αυχενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυχενικός
αυχενικού	adj	γενική ενικού του αυχενικός
αυχενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυχενικός
αυχενικό	adj	αιτιατική ενικού του αυχενικός	noun	το αυχενικό σύνδρομο
αυχενικός	adj	που έχει σχέση με τον αυχένα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αυχενικών	adj	γενική πληθυντικού του αυχενικός
αυχενιού	adj	γενική ενικού του αυχενικό
αυχμέ	=	αυχμός
αυχμηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχμηρό
αυχμηρέ	adj	κλητική ενικού του αυχμηρός
αυχμηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυχμηρή
αυχμηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αυχμηρός
αυχμηρής	adj	γενική ενικού του αυχμηρή
αυχμηρα	=	αυχμηρός
αυχμηρε	=	αυχμηρός
αυχμηρες	=	αυχμηρός
αυχμηρη	=	αυχμηρός
αυχμηρης	=	αυχμηρός
αυχμηρο	=	αυχμηρός
αυχμηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αυχμηρός
αυχμηροι	=	αυχμηρός
αυχμηρος	=	αυχμηρός
αυχμηρου	=	αυχμηρός
αυχμηρους	=	αυχμηρός
αυχμηρού	adj	γενική ενικού του αυχμηρός
αυχμηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αυχμηρός
αυχμηρων	=	αυχμηρός
αυχμηρό	adj	αιτιατική ενικού του αυχμηρός
αυχμηρός	adj|archaic	τραχύς
αυχμηρών	adj	γενική πληθυντικού του αυχμηρός
αυχμοί	=	αυχμός
αυχμού	=	αυχμός
αυχμούς	=	αυχμός
αυχμό	=	αυχμός
αυχμός	noun|archaic	καιρικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από ζέστη, ανομβρία και ξηρασία
αυχμών	=	αυχμός
αφtιασίδωτα	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτε	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτες	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτη	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτης	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτο	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτοι	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτος	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτου	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτους	=	αφτιασίδωτος
αφtιασίδωτων	=	αφτιασίδωτος
αφάγωτα	adv	χωρίς να έχουν φαγωθεί
αφάγωτε	=	αφάγωτος
αφάγωτες	=	αφάγωτος
αφάγωτη	=	αφάγωτος
αφάγωτης	=	αφάγωτος
αφάγωτο	=	αφάγωτος
αφάγωτοι	=	αφάγωτος
αφάγωτος	adj|rare	που δεν έχει φάει
αφάγωτου	=	αφάγωτος
αφάγωτους	=	αφάγωτος
αφάγωτων	=	αφάγωτος
αφάλι	noun|vulgar	ομφαλός, ομφάλιος λώρος
αφάλια	=	αφάλι
αφάνα	noun	κάθε άγριος και ακανθώδης θάμνος
αφάνας	noun	γενική ενικού του αφάνα
αφάνεια	noun	το να είναι κάποιος αφανής, η ιδιότητα του αφανούς
αφάνειας	noun	γενική ενικού του αφάνεια
αφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάνεια
αφάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάνα
αφάνιζα	=	αφανίζω
αφάνιζαν	=	αφανίζω
αφάνιζε	=	αφανίζω
αφάνιζες	=	αφανίζω
αφάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφάνισμα	noun|rare	άλλη μορφή του αφανισμός
αφάνταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφάνταστος	adv	σε αφάνταστα μεγέθη, μέτρα ή όρια
αφάνταστε	adj	κλητική ενικού του αφάνταστος
αφάνταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάνταστη
αφάνταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφάνταστος
αφάνταστης	adj	γενική ενικού του αφάνταστη
αφάνταστο	adj	αιτιατική ενικού του αφάνταστος
αφάνταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφάνταστος
αφάνταστος	adj	τόσο πολύς ή μεγάλος, που ξεπερνά κάποια μέτρα ή όρια
αφάνταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφάνταστος
αφάνταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφάνταστος
αφάνταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφάνταστος
αφάσκιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάσκιωτο
αφάσκιωτε	adj	κλητική ενικού του αφάσκιωτος
αφάσκιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάσκιωτη
αφάσκιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφάσκιωτος
αφάσκιωτης	adj	γενική ενικού του αφάσκιωτη
αφάσκιωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφάσκιωτος
αφάσκιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφάσκιωτος
αφάσκιωτος	adj	που δεν έχει φασκιωθεί
αφάσκιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφάσκιωτος
αφάσκιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφάσκιωτος
αφάσκιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφάσκιωτος
αφάτνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάτνωτο
αφάτνωτε	adj	κλητική ενικού του αφάτνωτος
αφάτνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάτνωτη
αφάτνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφάτνωτος
αφάτνωτης	adj	γενική ενικού του αφάτνωτη
αφάτνωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφάτνωτος
αφάτνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφάτνωτος
αφάτνωτος	adj	που δεν έχει φατνώματα
αφάτνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφάτνωτος
αφάτνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφάτνωτος
αφάτνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφάτνωτος
αφέγγαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέγγαρο
αφέγγαρε	adj	κλητική ενικού του αφέγγαρος
αφέγγαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέγγαρη
αφέγγαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφέγγαρος
αφέγγαρης	adj	γενική ενικού του αφέγγαρη
αφέγγαρο	adj	αιτιατική ενικού του αφέγγαρος
αφέγγαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφέγγαρος
αφέγγαρος	adj	που δεν έχει φεγγάρι, χωρίς να έχει κάνει την εμφάνισή του το φεγγάρι
αφέγγαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφέγγαρος
αφέγγαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφέγγαρος
αφέγγαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφέγγαρος
αφέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφέλεια	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός αφελούς
αφέλειας	noun	γενική ενικού του αφέλεια
αφέλειες	noun	τα μαλλιά που αφήνονται ελεύθερα μπροστά και καλύπτουν το κούτελο
αφέντες	=	αφέντης
αφέντευα	=	αφεντεύω
αφέντευαν	=	αφεντεύω
αφέντευε	=	αφεντεύω
αφέντευες	=	αφεντεύω
αφέντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφέντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφέντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφέντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφέντη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφέντης
αφέντης	noun	ο ηγεμόνας
αφέντισσα	noun	θηλυκό του αφέντης
αφέντισσας	noun	γενική ενικού του αφέντισσα
αφέντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέντισσα
αφέντρα	noun	θηλυκό του αφέντης
αφέντρας	noun	γενική ενικού του αφέντρα
αφέντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέντρα
αφές	=	αφή
αφέσεις	=	άφεση
αφέσεων	=	άφεση
αφέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέσιμο
αφέσιμε	adj	κλητική ενικού του αφέσιμος
αφέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέσιμη
αφέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφέσιμος
αφέσιμης	adj	γενική ενικού του αφέσιμη
αφέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αφέσιμος
αφέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφέσιμος
αφέσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να συγχωρηθεί
αφέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφέσιμος
αφέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφέσιμος
αφέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφέσιμος
αφέσου	=	αφήνω
αφέτες	=	αφέτης
αφέτη	=	αφέτης
αφέτης	noun	το άτομο που δίνει κάποιο σύνθημα για να ξεκινήσει ένας αγώνας ταχύτητας
αφέψημα	noun	το προϊόν του βρασμού μέσα σε νερό διάφορων φυτικών φαρμακευτικών ή αρωματικών ουσιών
αφέψηση	noun	η διαδικασία παρασκευής αφεψήματος με τη μέθοδο εξαγωγής φυτικών ουσιών με βρασμό
αφέψησης	noun	γενική ενικού του αφέψηση
αφή	noun	μία από τις πέντε αισθήσεις
αφήγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφηγούμαι
αφήγηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφηγούμαι
αφήγησης	noun	γενική ενικού του αφήγηση
αφήκα	=	αφήνω
αφήκαμε	=	αφήνω
αφήκατε	=	αφήνω
αφήκει	=	αφήνω
αφήκεις	=	αφήνω
αφήκετε	=	αφήνω
αφήκουμε	=	αφήνω
αφήκουν	=	αφήνω
αφήκουνε	=	αφήνω
αφήκω	=	αφήνω
αφήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφήλιο
αφήλιο	noun	το σημείο της τροχιάς ενός σώματος γύρω από τον ήλιο, που βρίσκεται μακρύτερα από αυτόν
αφήλιου	noun	γενική ενικού του αφήλιο
αφήλιων	noun	γενική πληθυντικού του αφήλιο
αφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφημα
αφήματος	noun	γενική ενικού του άφημα
αφήναμε	=	αφήνω
αφήναν	=	αφήνω
αφήνανε	=	αφήνω
αφήνατε	=	αφήνω
αφήνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αφήνω
αφήνεις	=	αφήνω
αφήνεσαι	=	αφήνω
αφήνεστε	=	αφήνω
αφήνεται	=	αφήνω
αφήνετε	=	αφήνω
αφήνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφήνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφήνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφήνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφήνιασμα	noun	άτακτη εφόρμηση
αφήνομαι	verb	με αφήνουν
αφήνομε	=	αφήνω
αφήνονται	=	αφήνω
αφήνονταν	=	αφήνω
αφήνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφήνω
αφήνου	=	αφήνω
αφήνουμε	=	αφήνω
αφήνουν	=	αφήνω
αφήνουνε	=	αφήνω
αφήνω	verb	χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα
αφής	=	αφή
αφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσαν	=	αφήνω
αφήσανε	=	αφήνω
αφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσουνε	=	αφήνω
αφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνω
αφίδα	noun	γενική ονομασία διαφόρων παρασιτικών εντόμων όπως φυλλοξήρα, σιταρόψειρα
αφίδας	noun	γενική ενικού του αφίδα
αφίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίδα
αφίδρωση	noun|formal	άλλη μορφή του εφίδρωση
αφίδρωσης	noun	γενική ενικού του αφίδρωση
αφίλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίλευτο
αφίλευτε	adj	κλητική ενικού του αφίλευτος
αφίλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίλευτη
αφίλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφίλευτος
αφίλευτης	adj	γενική ενικού του αφίλευτη
αφίλευτο	adj	αιτιατική ενικού του αφίλευτος
αφίλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφίλευτος
αφίλευτος	adj	που δεν τον έχουν φιλέψει
αφίλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφίλευτος
αφίλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφίλευτος
αφίλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφίλευτος
αφίλητα	=	αφίλητος
αφίλητε	=	αφίλητος
αφίλητες	=	αφίλητος
αφίλητη	=	αφίλητος
αφίλητης	=	αφίλητος
αφίλητο	=	αφίλητος
αφίλητοι	=	αφίλητος
αφίλητος	adj	που δεν έχει δεχτεί φιλί (κυρίως ερωτικό)
αφίλητου	=	αφίλητος
αφίλητους	=	αφίλητος
αφίλητων	=	αφίλητος
αφίλιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίλιωτο
αφίλιωτε	adj	κλητική ενικού του αφίλιωτος
αφίλιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίλιωτη
αφίλιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφίλιωτος
αφίλιωτης	adj	γενική ενικού του αφίλιωτη
αφίλιωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφίλιωτος
αφίλιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφίλιωτος
αφίλιωτος	adj|vulgar	που δεν έχει φιλιώσει με κάποιον
αφίλιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφίλιωτος
αφίλιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφίλιωτος
αφίλιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφίλιωτος
αφίμωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίμωτο
αφίμωτε	adj	κλητική ενικού του αφίμωτος
αφίμωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίμωτη
αφίμωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφίμωτος
αφίμωτης	adj	γενική ενικού του αφίμωτη
αφίμωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφίμωτος
αφίμωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφίμωτος
αφίμωτος	adj	που δεν έχει φιμωθεί
αφίμωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφίμωτος
αφίμωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφίμωτος
αφίμωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφίμωτος
αφίνω	=	αφήνω
αφίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφιξη
αφίξεων	noun	γενική πληθυντικού του άφιξη
αφίξεως	=	άφιξη
αφίππευα	=	αφιππεύω
αφίππευαν	=	αφιππεύω
αφίππευε	=	αφιππεύω
αφίππευες	=	αφιππεύω
αφίππευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφίππευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφίππευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφίππευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφίππευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφιππεύω
αφίππευσης	noun	γενική ενικού του αφίππευση
αφίσα	noun	φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνεται κάτι δημόσια
αφίσας	noun	γενική ενικού του αφίσα
αφίσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίσα
αφίσσα	=	αφίσα
αφίσταμαι	verb	στέκομαι μακριά από κάτι, έχω μεγάλη απόσταση από κάτι
αφίχθη	=	αφικνούμαι
αφίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφίχθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του αφικνούμαι
αφίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφίχθην	verb|dated	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του αφικνούμαι: έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου
αφίχθησαν	verb|formal	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου (αφίχθην) του αφικνούμαι: έφτασαν, έφτασαν στον προορισμό τους
αφαίμαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαίμαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαίμαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαίμαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαίμαξη	noun	παραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο για θεραπευτικούς λόγους
αφαίμαξης	noun	γενική ενικού του αφαίμαξη
αφαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαίρεση	noun	η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, παίρνω από κάποιον κάτι χωρίς τη συναίνεσή του, με τη βία, εφαρμόζοντας μια ποινή κλπ.
αφαίρεσης	noun	γενική ενικού του αφαίρεση
αφαγία	noun	το να μην τρώει κάποιος ή να μην θέλει να τρώει
αφαγίας	noun	γενική ενικού του αφαγία
αφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαγία
αφαγιά	noun	άλλη μορφή του αφαγία
αφαγιάς	noun	γενική ενικού του αφαγιά
αφαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαγιά
αφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του αφαγία
αφαιμάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαίμαξη
αφαιμάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξεων	noun	γενική πληθυντικού του αφαίμαξη
αφαιμάξεως	noun|formal	γενική ενικού του αφαίμαξη
αφαιμάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιμάσσω
αφαιμάσσομαι	=	αφαιμάσσω
αφαιμάσσω	verb	προκαλώ αφαίμαξη
αφαιμαξομετάγγιση	noun	η αφαίρεση μεγάλου τμήματος ή του συνόλου του αίματος κάποιου και η μετάγγιση άλλου από συμβατό δότη
αφαιμαξομετάγγισης	noun	γενική ενικού του αφαιμαξομετάγγιση
αφαιμαξομεταγγίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιμαξομετάγγιση
αφαιμαξομεταγγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφαιμαξομετάγγιση
αφαιμαξομεταγγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφαιμαξομετάγγιση
αφαιρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσαν	=	αφαιρώ
αφαιρέσανε	=	αφαιρώ
αφαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαίρεση
αφαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφαίρεση
αφαιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφαίρεση
αφαιρέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρέσιμο
αφαιρέσιμε	adj	κλητική ενικού του αφαιρέσιμος
αφαιρέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρέσιμη
αφαιρέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφαιρέσιμος
αφαιρέσιμης	adj	γενική ενικού του αφαιρέσιμη
αφαιρέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του αφαιρέσιμος
αφαιρέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφαιρέσιμος
αφαιρέσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να αφαιρεθεί
αφαιρέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφαιρέσιμος
αφαιρέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφαιρέσιμος
αφαιρέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφαιρέσιμος
αφαιρέσου	=	αφαιρώ
αφαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσουνε	=	αφαιρώ
αφαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρώ
αφαιρέτες	=	αφαιρέτης
αφαιρέτη	=	αφαιρέτης
αφαιρέτης	noun	άλλη μορφή του αφαιρετέος
αφαιρεί	=	αφαιρώ
αφαιρείς	=	αφαιρώ
αφαιρείσαι	=	αφαιρώ
αφαιρείστε	=	αφαιρώ
αφαιρείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αφαιρούμαι
αφαιρείτε	=	αφαιρώ
αφαιρείτο	=	αφαιρώ
αφαιρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθήκαν	=	αφαιρώ
αφαιρεθήκανε	=	αφαιρώ
αφαιρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεθούνε	=	αφαιρώ
αφαιρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαιρούμαι
αφαιρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρεμένο
αφαιρεμένε	verb	κλητική ενικού του αφαιρεμένος
αφαιρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρεμένη
αφαιρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφαιρεμένος
αφαιρεμένης	verb	γενική ενικού του αφαιρεμένη
αφαιρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφαιρεμένος
αφαιρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφαιρεμένος
αφαιρεμένος	verb	που έχει αφαιρεθεί.
αφαιρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφαιρεμένος
αφαιρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφαιρεμένος
αφαιρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφαιρεμένος
αφαιρετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρετό	adv	με αφαιρετό τρόπο
αφαιρετέ	adj	κλητική ενικού του αφαιρετός
αφαιρετέα	=	αφαιρετέος
αφαιρετέας	=	αφαιρετέος
αφαιρετέε	=	αφαιρετέος
αφαιρετέες	=	αφαιρετέος
αφαιρετέο	=	αφαιρετέος
αφαιρετέοι	=	αφαιρετέος
αφαιρετέος	noun	ο αριθμός που αφαιρείται από έναν άλλο, ο οποίος ονομάζεται μειωτέος	adj	που πρέπει ή πρόκειται να αφαιρεθεί
αφαιρετέου	=	αφαιρετέος
αφαιρετέους	=	αφαιρετέος
αφαιρετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρετή
αφαιρετέων	=	αφαιρετέος
αφαιρετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφαιρετός
αφαιρετής	adj	γενική ενικού του αφαιρετή
αφαιρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρετικό	adv	με αφαιρετικό τρόπο
αφαιρετικέ	adj	κλητική ενικού του αφαιρετικός
αφαιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαιρετική
αφαιρετική	noun	πτώση που δηλώνει την αφαίρεση και κατ᾿ επέκταση την απομάκρυνση· στα ελληνικά η πτώση αυτή είχε ήδη αχρηστευθεί πριν τη γνωστή αρχαιότητα και οι χρήσεις της πέρασαν στις πλάγιες πτώσεις της γενικής και δοτικής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφαιρετικός
αφαιρετικής	adj	γενική ενικού του αφαιρετική
αφαιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφαιρετικός
αφαιρετικού	adj	γενική ενικού του αφαιρετικός
αφαιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφαιρετικός
αφαιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του αφαιρετικός
αφαιρετικός	adj	που έχει σχέση με την αφαίρεση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την χρησιμοποιεί, με την έννοια της σχηματοποίησης ή της γενίκευσης
αφαιρετικότατα	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατε	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατες	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατη	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατης	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατο	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατοι	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατος	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατου	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατους	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότατων	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερα	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερε	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερες	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερη	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερης	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερο	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότεροι	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερος	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερου	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερους	=	αφαιρετικός
αφαιρετικότερων	=	αφαιρετικός
αφαιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του αφαιρετικός
αφαιρετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφαιρετός
αφαιρετού	adj	γενική ενικού του αφαιρετός
αφαιρετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφαιρετός
αφαιρετό	adj	αιτιατική ενικού του αφαιρετός
αφαιρετός	adj	που μπορεί να αφαιρεθεί
αφαιρετών	adj	γενική πληθυντικού του αφαιρετός
αφαιρούμαι	verb	με αφαιρούν
αφαιρούμασταν	=	αφαιρώ
αφαιρούμαστε	=	αφαιρώ
αφαιρούμε	=	αφαιρώ
αφαιρούμενος	=	αφαιρώ
αφαιρούμουν	=	αφαιρώ
αφαιρούμουνα	=	αφαιρώ
αφαιρούν	=	αφαιρώ
αφαιρούνε	=	αφαιρώ
αφαιρούνται	=	αφαιρώ
αφαιρούνταν	=	αφαιρώ
αφαιρούντο	=	αφαιρώ
αφαιρούσα	=	αφαιρώ
αφαιρούσαμε	=	αφαιρώ
αφαιρούσαν	=	αφαιρώ
αφαιρούσανε	=	αφαιρώ
αφαιρούσατε	=	αφαιρώ
αφαιρούσε	=	αφαιρώ
αφαιρούσες	=	αφαιρώ
αφαιρούσουν	=	αφαιρώ
αφαιρούσουνα	=	αφαιρώ
αφαιρώ	verb	παίρνω ένα κομμάτι ή ένα μέρος από ένα σύνολο ή μια ομάδα
αφαιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφαιρώ
αφακέλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφακέλωτο
αφακέλωτε	adj	κλητική ενικού του αφακέλωτος
αφακέλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφακέλωτη
αφακέλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφακέλωτος
αφακέλωτης	adj	γενική ενικού του αφακέλωτη
αφακέλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφακέλωτος
αφακέλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφακέλωτος
αφακέλωτος	adj	που δεν έχει φακελωθεί
αφακέλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφακέλωτος
αφακέλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφακέλωτος
αφακέλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφακέλωτος
αφαλάτωνα	=	αφαλατώνω
αφαλάτωναν	=	αφαλατώνω
αφαλάτωνε	=	αφαλατώνω
αφαλάτωνες	=	αφαλατώνω
αφαλάτωσα	=	αφαλατώνω
αφαλάτωσαν	=	αφαλατώνω
αφαλάτωσε	=	αφαλατώνω
αφαλάτωσες	=	αφαλατώνω
αφαλάτωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφαλατώνω, η διαδικασία αφαίρεσης του αλατιού από το (θαλασσινό) νερό, ώστε να γίνει πόσιμο ή και για άλλες χρήσεις
αφαλάτωσης	noun	γενική ενικού του αφαλάτωση
αφαλέ	noun	κλητική ενικού του αφαλός
αφαλατικά	=	αφαλατικό
αφαλατικού	=	αφαλατικό
αφαλατικό	noun	ειδικό υγρό διάλυμα που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση αλάτων και επικαθίσεων από το νερό ή από επιφάνειες που έρχονται σε επαφή με αυτό
αφαλατικών	=	αφαλατικό
αφαλατωθήκαμε	=	αφαλατώνω
αφαλατωθήκαν	=	αφαλατώνω
αφαλατωθήκανε	=	αφαλατώνω
αφαλατωθήκατε	=	αφαλατώνω
αφαλατωθεί	=	αφαλατώνω
αφαλατωθείτε	=	αφαλατώνω
αφαλατωμένος	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόμασταν	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόμαστε	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόμουν	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόμουνα	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόντουσαν	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόσασταν	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόσαστε	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόσουν	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόσουνα	=	αφαλατώνω
αφαλατωνόταν	=	αφαλατώνω
αφαλατωνότανε	=	αφαλατώνω
αφαλατώθηκα	=	αφαλατώνω
αφαλατώθηκαν	=	αφαλατώνω
αφαλατώθηκε	=	αφαλατώνω
αφαλατώθηκες	=	αφαλατώνω
αφαλατώναμε	=	αφαλατώνω
αφαλατώναν	=	αφαλατώνω
αφαλατώνανε	=	αφαλατώνω
αφαλατώνατε	=	αφαλατώνω
αφαλατώνει	=	αφαλατώνω
αφαλατώνεις	=	αφαλατώνω
αφαλατώνεσαι	=	αφαλατώνω
αφαλατώνεστε	=	αφαλατώνω
αφαλατώνεται	=	αφαλατώνω
αφαλατώνετε	=	αφαλατώνω
αφαλατώνομαι	=	αφαλατώνω
αφαλατώνονται	=	αφαλατώνω
αφαλατώνονταν	=	αφαλατώνω
αφαλατώνοντας	=	αφαλατώνω
αφαλατώνουμε	=	αφαλατώνω
αφαλατώνουν	=	αφαλατώνω
αφαλατώνουνε	=	αφαλατώνω
αφαλατώνω	verb	αφαιρώ το αλάτι από το (θαλασσινό) νερό, ώστε να γίνει πόσιμο ή και για άλλες χρήσεις
αφαλατώσαμε	=	αφαλατώνω
αφαλατώσαν	=	αφαλατώνω
αφαλατώσανε	=	αφαλατώνω
αφαλατώσατε	=	αφαλατώνω
αφαλατώσει	=	αφαλατώνω
αφαλατώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφαλάτωση
αφαλατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφαλάτωση
αφαλατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφαλάτωση
αφαλατώσου	=	αφαλατώνω
αφαλατώστε	=	αφαλατώνω
αφαλιού	=	αφάλι
αφαλιών	=	αφάλι
αφαλκίδευτα	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτε	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτες	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτη	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτης	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτο	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτοι	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτος	adj	που δεν έχει φαλκιδευτεί, που δεν έχει υποσκαφθεί ή υπονομευθεί
αφαλκίδευτου	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτους	=	αφαλκίδευτος
αφαλκίδευτων	=	αφαλκίδευτος
αφαλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφαλός
αφαλοκομμάτων	=	αφαλόκομμα
αφαλοκοπιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του αφαλοκόψιμο
αφαλοκοπιάς	=	αφαλοκοπιά
αφαλοκοπιές	=	αφαλοκοπιά
αφαλοκοπιών	=	αφαλοκοπιά
αφαλοκοπώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του αφαλοκόβω
αφαλοκοψίματα	=	αφαλοκόψιμο
αφαλοκοψίματος	=	αφαλοκόψιμο
αφαλοκοψιμάτων	=	αφαλοκόψιμο
αφαλοκόβαμε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβαν	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβανε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβατε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβει	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβεις	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβετε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβομαι	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβοντας	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβουμε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβουν	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβουνε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόβω	verb|vulgar	κόβω τον ομφάλιο λώρο βρέφους που μόλις γεννήθηκε
αφαλοκόμματα	=	αφαλόκομμα
αφαλοκόμματος	=	αφαλόκομμα
αφαλοκόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψαν	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόψανε	=	αφαλοκόβω
αφαλοκόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψιμο	noun|vulgar	η ομφαλοτομία
αφαλοκόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλοκόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλού	noun	γενική ενικού του αφαλός
αφαλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφαλός
αφαλό	noun	αιτιατική ενικού του αφαλός
αφαλόκοβα	=	αφαλοκόβω
αφαλόκοβαν	=	αφαλοκόβω
αφαλόκοβε	=	αφαλοκόβω
αφαλόκοβες	=	αφαλοκόβω
αφαλόκομμα	noun|vulgar	η ομφαλοτομία
αφαλόκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλόκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλόκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλόκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφαλοκόβω
αφαλός	noun	μικρή κοιλότητα στο κέντρο περίπου της κοιλιάς, το σημάδι που απομένει από το κόψιμο του ομφάλιου λώρου αμέσως μετά τη γέννηση
αφαλών	noun	γενική πληθυντικού του αφαλός
αφανάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανάτιστο
αφανάτιστε	adj	κλητική ενικού του αφανάτιστος
αφανάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανάτιστη
αφανάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφανάτιστος
αφανάτιστης	adj	γενική ενικού του αφανάτιστη
αφανάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφανάτιστος
αφανάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφανάτιστος
αφανάτιστος	adj	που δεν φανατίζεται ή δεν έχει φανατιστεί
αφανάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφανάτιστος
αφανάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφανάτιστος
αφανάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφανάτιστος
αφανέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφανέρωτος	adv	με αφανέρωτο τρόπο, χωρίς να γίνει κάτι φανερό, χωρίς να φανερωθεί
αφανέρωτε	adj	κλητική ενικού του αφανέρωτος
αφανέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανέρωτη
αφανέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφανέρωτος
αφανέρωτης	adj	γενική ενικού του αφανέρωτη
αφανέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφανέρωτος
αφανέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφανέρωτος
αφανέρωτος	adj	που δεν έχει φανερωθεί
αφανέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφανέρωτος
αφανέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφανέρωτος
αφανέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφανέρωτος
αφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αφανής
αφανή	adj	αιτιατική ενικού του αφανής
αφανής	adj	αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες
αφανίζαμε	=	αφανίζω
αφανίζαν	=	αφανίζω
αφανίζανε	=	αφανίζω
αφανίζατε	=	αφανίζω
αφανίζει	=	αφανίζω
αφανίζεις	=	αφανίζω
αφανίζεσαι	=	αφανίζω
αφανίζεστε	=	αφανίζω
αφανίζεται	=	αφανίζω
αφανίζετε	=	αφανίζω
αφανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αφανίζω
αφανίζομε	=	αφανίζω
αφανίζονται	=	αφανίζω
αφανίζονταν	=	αφανίζω
αφανίζοντας	=	αφανίζω
αφανίζουμε	=	αφανίζω
αφανίζουν	=	αφανίζω
αφανίζουνε	=	αφανίζω
αφανίζω	verb	καταστρέφω ολοκληρωτικά, κάνω κάτι να παύει να υπάρχει
αφανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσαν	=	αφανίζω
αφανίσανε	=	αφανίζω
αφανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφάνισμα
αφανίσματος	noun	γενική ενικού του αφάνισμα
αφανίσομε	=	αφανίζω
αφανίσου	=	αφανίζω
αφανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίσουνε	=	αφανίζω
αφανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζω
αφανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανής
αφανειών	noun	γενική πληθυντικού του αφάνεια
αφανιζόμασταν	=	αφανίζω
αφανιζόμαστε	=	αφανίζω
αφανιζόμενος	=	αφανίζω
αφανιζόμουν	=	αφανίζω
αφανιζόμουνα	=	αφανίζω
αφανιζόντουσαν	=	αφανίζω
αφανιζόσασταν	=	αφανίζω
αφανιζόσαστε	=	αφανίζω
αφανιζόσουν	=	αφανίζω
αφανιζόσουνα	=	αφανίζω
αφανιζόταν	=	αφανίζω
αφανιζότανε	=	αφανίζω
αφανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφάνισμα
αφανισμέ	noun	κλητική ενικού του αφανισμός
αφανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανισμένο
αφανισμένε	verb	κλητική ενικού του αφανισμένος
αφανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανισμένη
αφανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφανισμένος
αφανισμένης	verb	γενική ενικού του αφανισμένη
αφανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφανισμένος
αφανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφανισμένος
αφανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφανίζω
αφανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφανισμένος
αφανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφανισμένος
αφανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφανισμένος
αφανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφανισμός
αφανισμού	noun	γενική ενικού του αφανισμός
αφανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφανισμός
αφανισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφανισμός
αφανισμός	noun	το αποτέλεσμα του ρήματος αφανίζω, η πλήρης εξάλειψη ή εξόντωση ανθρώπων, πολιτισμών κλπ
αφανισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφανισμός
αφανιστές	=	αφανιστής
αφανιστή	=	αφανιστής
αφανιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστήκαν	=	αφανίζω
αφανιστήκανε	=	αφανίζω
αφανιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστής	noun	αυτός που αφανίζει
αφανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανιστικό
αφανιστικέ	adj	κλητική ενικού του αφανιστικός
αφανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφανιστική
αφανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφανιστικός
αφανιστικής	adj	γενική ενικού του αφανιστική
αφανιστικα	=	αφανιστικός
αφανιστικε	=	αφανιστικός
αφανιστικες	=	αφανιστικός
αφανιστικη	=	αφανιστικός
αφανιστικης	=	αφανιστικός
αφανιστικο	=	αφανιστικός
αφανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφανιστικός
αφανιστικοι	=	αφανιστικός
αφανιστικος	=	αφανιστικός
αφανιστικου	=	αφανιστικός
αφανιστικους	=	αφανιστικός
αφανιστικού	adj	γενική ενικού του αφανιστικός
αφανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφανιστικός
αφανιστικων	=	αφανιστικός
αφανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αφανιστικός
αφανιστικός	adj	που έχει σχέση με τον αφανισμό ή τον αφανιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
αφανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αφανιστικός
αφανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστούνε	=	αφανίζω
αφανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφανίζομαι
αφανιστών	=	αφανιστής
αφανούς	adj	γενική ενικού του αφανής
αφαντάστως	adv|formal	άλλη μορφή του αφάνταστα
αφανών	adj	γενική πληθυντικού του αφανής
αφανώς	adv	με αφανή τρόπο, στην αφάνεια
αφαρπάζομαι	=	αφαρπάζω
αφαρπάζω	verb	αρπάζω κάτι ξαφνικά και βίαια: "η δύναμη του τυφώνα είναι τόση που μπορεί ν` αφαρπάξει μεγάλα δέντρα ή και ανθρώπους" ≈ συνώνυμα: αποσπώ, παρασύρω
αφαρπάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφαρπάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφαρπάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφαρπάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφαρπάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφαρπάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφαρπάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφαρπάζω
αφασία	noun	η απώλεια της γλωσσικής ικανότητας (κατανόησης ή χρήσης γραπτού ή προφορικού λόγου) που οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη (ή άλλους λόγους)
αφασίας	noun	γενική ενικού του αφασία
αφασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφασία
αφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφασικό
αφασικέ	adj	κλητική ενικού του αβιογενετικός
αφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφασική
αφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφασικός
αφασικής	adj	γενική ενικού του αφασική
αφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφασικός
αφασικού	adj	γενική ενικού του αφασικός
αφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφασικός
αφασικό	adj	αιτιατική ενικού του αφασικός
αφασικός	adj	σχετικός με την αφασία
αφασικών	adj	γενική πληθυντικού του αφασικός
αφασιών	noun	γενική πληθυντικού του αφασία
αφατρίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφατρίαστο
αφατρίαστε	adj	κλητική ενικού του αφατρίαστος
αφατρίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφατρίαστη
αφατρίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφατρίαστος
αφατρίαστης	adj	γενική ενικού του αφατρίαστη
αφατρίαστο	adj	αιτιατική ενικού του αφατρίαστος
αφατρίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφατρίαστος
αφατρίαστος	adj	που δεν έχει αναμειχθεί ή ανακατευτεί σε φατρίες
αφατρίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφατρίαστος
αφατρίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφατρίαστος
αφατρίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφατρίαστος
αφατριάστως	adv|formal	με αφατρίαστο τρόπο, αμερόληπτα
αφγάνι	noun	το εθνικό νόμισμα του Αφγανιστάν
αφγανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφγανικό
αφγανικέ	adj	κλητική ενικού του αφγανικός
αφγανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφγανική
αφγανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφγανικός
αφγανικής	adj	γενική ενικού του αφγανική
αφγανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφγανικός
αφγανικού	adj	γενική ενικού του αφγανικός
αφγανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφγανικός
αφγανικό	adj	αιτιατική ενικού του αφγανικός
αφγανικός	adj	που προέρχεται από το Αφγανιστάν ή είναι σχετικός με τη χώρα αυτή και τους κατοίκους της
αφγανικών	adj	γενική πληθυντικού του αφγανικός
αφε	abbrev	επίσημο πιστοποιητικό που εκδίδει η Ελληνική φορολογική αρχή και πιστοποιεί ότι ο φορολογούμενος είναι φορολογικά ενήμερος για τις συναλλαγές του με το Δημόσιο και τρίτους
αφεγγές	=	αφεγγής
αφεγγή	=	αφεγγής
αφεγγής	adj	άλλη μορφή του άφεγγος
αφεγγείς	=	αφεγγής
αφεγγούς	=	αφεγγής
αφεγγών	=	αφεγγής
αφεδρώνα	=	αφεδρώνας
αφεδρώνας	noun|formal	ο πρωκτός
αφεδρώνες	=	αφεδρώνας
αφεδρώνων	=	αφεδρώνας
αφεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθήκαν	=	αφήνω
αφεθήκανε	=	αφήνω
αφεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφεθούνε	=	αφήνω
αφεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
αφειδές	=	αφειδής
αφειδή	=	αφειδής
αφειδής	adj	αυτός που δεν τσιγγουνεύεται σε κάτι
αφειδία	noun|archaic	η ιδιότητα του αφειδούς, η έλλειψη φειδούς
αφειδίας	noun	γενική ενικού του αφειδία
αφειδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφειδία
αφειδείς	=	αφειδής
αφειδιών	noun	γενική πληθυντικού του αφειδία
αφειδούς	=	αφειδής
αφειδώλευτα	adv	με αφειδώλευτο τρόπο
αφειδώλευτε	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτες	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτη	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτης	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτο	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτοι	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτος	adj	αυτός που παρέχεται απλόχερα, χωρίς φειδώ, δηλαδή χωρίς οικονομία, χωρίς μέτρο.
αφειδώλευτου	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτους	=	αφειδώλευτος
αφειδώλευτων	=	αφειδώλευτος
αφειδών	=	αφειδής
αφειδώς	adv	με γενναιοδωρία, σπατάλη, άφθονα, χωρίς φειδώ
αφελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αφελής
αφελέστατα	=	αφελής
αφελέστατε	=	αφελής
αφελέστατες	=	αφελής
αφελέστατη	=	αφελής
αφελέστατης	=	αφελής
αφελέστατο	=	αφελής
αφελέστατοι	=	αφελής
αφελέστατος	=	αφελής
αφελέστατου	=	αφελής
αφελέστατους	=	αφελής
αφελέστατων	=	αφελής
αφελέστερα	=	αφελής
αφελέστερε	=	αφελής
αφελέστερες	=	αφελής
αφελέστερη	=	αφελής
αφελέστερης	=	αφελής
αφελέστερο	=	αφελής
αφελέστεροι	=	αφελής
αφελέστερος	=	αφελής
αφελέστερου	=	αφελής
αφελέστερους	=	αφελής
αφελέστερων	=	αφελής
αφελή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφελές
αφελής	adj	άνθρωπος που δε σκέφτεται τα πράγματα σε βάθος ή που αφήνεται και εξαπατάται από άλλους
αφελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφελής
αφελειών	noun	γενική πληθυντικού του αφέλεια
αφελλήνιζα	=	αφελληνίζω
αφελλήνιζαν	=	αφελληνίζω
αφελλήνιζε	=	αφελληνίζω
αφελλήνιζες	=	αφελληνίζω
αφελλήνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελλήνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελλήνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελλήνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίζαμε	=	αφελληνίζω
αφελληνίζαν	=	αφελληνίζω
αφελληνίζανε	=	αφελληνίζω
αφελληνίζατε	=	αφελληνίζω
αφελληνίζει	=	αφελληνίζω
αφελληνίζεις	=	αφελληνίζω
αφελληνίζετε	=	αφελληνίζω
αφελληνίζομαι	verb	χάνω την ελληνική εθνική μου ταυτότητα, παύω να είμαι ή να νιώθω Έλληνας
αφελληνίζοντας	=	αφελληνίζω
αφελληνίζουμε	=	αφελληνίζω
αφελληνίζουν	=	αφελληνίζω
αφελληνίζουνε	=	αφελληνίζω
αφελληνίζω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι να χάσει τον ελληνικό του χαρακτήρα, την ελληνικότητά του
αφελληνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίσαν	=	αφελληνίζω
αφελληνίσανε	=	αφελληνίζω
αφελληνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζω
αφελληνισμέ	noun	κλητική ενικού του αφελληνισμός
αφελληνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφελληνισμένο
αφελληνισμένε	verb	κλητική ενικού του αφελληνισμένος
αφελληνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφελληνισμένη
αφελληνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφελληνισμένος
αφελληνισμένης	verb	γενική ενικού του αφελληνισμένη
αφελληνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφελληνισμένος
αφελληνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφελληνισμένος
αφελληνισμένος	verb	που έχει αφελληνιστεί, που έχει χάσει την ελληνική εθνική του ταυτότητα
αφελληνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφελληνισμένος
αφελληνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφελληνισμένος
αφελληνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφελληνισμένος
αφελληνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφελληνισμός
αφελληνισμού	noun	γενική ενικού του αφελληνισμός
αφελληνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφελληνισμός
αφελληνισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφελληνισμός
αφελληνισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αφελληνίζω, η αφαίρεση της ελληνικότητας ή η απώλειά της
αφελληνισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφελληνισμός
αφελληνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελληνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφελληνίζομαι
αφελούς	adj	γενική ενικού του αφελής
αφελών	adj	γενική πληθυντικού του αφελής
αφελώς	adv	με αφέλεια
αφενημερώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφενημέρωση
αφεντάδες	=	αφέντης
αφεντάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφεντάδικος	adv|vulgar	με τρόπο που ταιριάζει σε αφέντη
αφεντάδικε	adj	κλητική ενικού του αφεντάδικος
αφεντάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντάδικη
αφεντάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφεντάδικος
αφεντάδικης	adj	γενική ενικού του αφεντάδικη
αφεντάδικο	adj	αιτιατική ενικού του αφεντάδικος
αφεντάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφεντάδικος
αφεντάδικος	adj|vulgar	που ταιριάζει σε αφέντη
αφεντάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφεντάδικος
αφεντάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφεντάδικος
αφεντάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφεντάδικος
αφεντάδων	=	αφέντης
αφεντάνθρωπε	=	αφεντάνθρωπος
αφεντάνθρωπο	=	αφεντάνθρωπος
αφεντάνθρωποι	=	αφεντάνθρωπος
αφεντάνθρωπος	noun|dated	αρχοντάνθρωπος
αφεντάνθρωπου	=	αφεντάνθρωπος
αφεντάνθρωπους	=	αφεντάνθρωπος
αφεντάνθρωπων	=	αφεντάνθρωπος
αφεντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψαν	=	αφεντεύω
αφεντέψανε	=	αφεντεύω
αφεντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφεντεύω
αφεντανθρώπου	=	αφεντάνθρωπος
αφεντανθρώπους	=	αφεντάνθρωπος
αφεντανθρώπων	=	αφεντάνθρωπος
αφεντεύαμε	=	αφεντεύω
αφεντεύαν	=	αφεντεύω
αφεντεύανε	=	αφεντεύω
αφεντεύατε	=	αφεντεύω
αφεντεύει	=	αφεντεύω
αφεντεύεις	=	αφεντεύω
αφεντεύετε	=	αφεντεύω
αφεντεύομαι	=	αφεντεύω
αφεντεύοντας	=	αφεντεύω
αφεντεύουμε	=	αφεντεύω
αφεντεύουν	=	αφεντεύω
αφεντεύουνε	=	αφεντεύω
αφεντεύω	verb	είμαι αφέντης
αφεντιά	noun	αρχοντιά, μεγαλοπρέπεια
αφεντιάς	noun	γενική ενικού του αφεντιά
αφεντιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντιά
αφεντικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντικό
αφεντικέ	adj	κλητική ενικού του αφεντικός
αφεντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντική
αφεντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφεντικός
αφεντικής	adj	γενική ενικού του αφεντική
αφεντικίνα	noun	γυναίκα που είναι το αφεντικό κάποιου
αφεντικίνας	=	αφεντικίνα
αφεντικίνες	=	αφεντικίνα
αφεντικίνων	=	αφεντικίνα
αφεντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφεντικός
αφεντικού	noun	γενική ενικού του αφεντικό
αφεντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφεντικός
αφεντικό	noun	το άτομο που είναι ανώτερο ιεραρχικά
αφεντικός	noun	το αφεντικό	adj|rare	που έχει σχέση με τον αφέντη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ανήκει σ’ αυτόν
αφεντικών	noun	γενική πληθυντικού του αφεντικό
αφεντιών	=	αφεντιά
αφεντομουτσουνάρα	noun	αντί της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός ή ο εαυτός / πρόσωπο
αφεντομουτσουνάρας	=	αφεντομουτσουνάρα
αφεντομουτσουνάρες	=	αφεντομουτσουνάρα
αφεντοχωριάτες	=	αφεντοχωριάτης
αφεντοχωριάτη	=	αφεντοχωριάτης
αφεντοχωριάτης	noun	ο αρχοντοχωριάτης
αφεντοχωριάτισσα	=	αφεντοχωριάτης
αφεντοχωριατών	=	αφεντοχωριάτης
αφεντόπαιδα	=	αφεντόπαιδο
αφεντόπαιδο	noun	το παιδί (συνήθως ο γιος) ενός αφέντη
αφεντόπαιδου	=	αφεντόπαιδο
αφεντόπαιδων	=	αφεντόπαιδο
αφεντόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφεντόπουλο
αφεντόπουλο	noun	το παιδί (συνήθως ο γιος) ενός αφέντη
αφεντόπουλου	noun	γενική ενικού του αφεντόπουλο
αφεντόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του αφεντόπουλο
αφεντών	=	αφέντης
αφενός	conj|formal	από τη μια (πλευρά ή μεριά)
αφερέγγυα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφερέγγυος	adv	με αφερέγγυο τρόπο, με αφερεγγυότητα
αφερέγγυας	=	αφερέγγυος
αφερέγγυε	=	αφερέγγυος
αφερέγγυες	=	αφερέγγυος
αφερέγγυη	=	αφερέγγυος
αφερέγγυης	=	αφερέγγυος
αφερέγγυο	=	αφερέγγυος
αφερέγγυοι	=	αφερέγγυος
αφερέγγυος	adj	που δεν παρέχει καμία εγγύηση
αφερέγγυου	=	αφερέγγυος
αφερέγγυους	=	αφερέγγυος
αφερέγγυων	=	αφερέγγυος
αφερίμ	intj|dated	μπράβο, εύγε
αφερεγγυοτήτων	=	αφερεγγυότητα
αφερεγγυότητα	noun	η έλλειψη φερεγγυότητας, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αφερέγγυου
αφερεγγυότητας	noun	γενική ενικού του αφερεγγυότητα
αφερεγγυότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφερεγγυότητα
αφερμάτιζα	=	αφερματίζω
αφερμάτιζαν	=	αφερματίζω
αφερμάτιζε	=	αφερματίζω
αφερμάτιζες	=	αφερματίζω
αφερμάτισα	=	αφερματίζω
αφερμάτισαν	=	αφερματίζω
αφερμάτισε	=	αφερματίζω
αφερμάτισες	=	αφερματίζω
αφερμάτιση	noun	συνώνυμο του αφερματισμός
αφερμάτισης	=	αφερμάτιση
αφερματίζαμε	=	αφερματίζω
αφερματίζαν	=	αφερματίζω
αφερματίζανε	=	αφερματίζω
αφερματίζατε	=	αφερματίζω
αφερματίζει	=	αφερματίζω
αφερματίζεις	=	αφερματίζω
αφερματίζετε	=	αφερματίζω
αφερματίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφερματίζω
αφερματίζουμε	=	αφερματίζω
αφερματίζουν	=	αφερματίζω
αφερματίζουνε	=	αφερματίζω
αφερματίζω	verb	αφαιρώ έρμα (συνήθως από πλοίο ή σκάφος)
αφερματίσαμε	=	αφερματίζω
αφερματίσαν	=	αφερματίζω
αφερματίσανε	=	αφερματίζω
αφερματίσατε	=	αφερματίζω
αφερματίσει	=	αφερματίζω
αφερματίσεις	=	αφερμάτιση
αφερματίσεων	=	αφερμάτιση
αφερματίστε	=	αφερματίζω
αφερματισμέ	noun	κλητική ενικού του αφερματισμός
αφερματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφερματισμένο
αφερματισμένε	verb	κλητική ενικού του αφερματισμένος
αφερματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφερματισμένη
αφερματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφερματισμένος
αφερματισμένης	verb	γενική ενικού του αφερματισμένη
αφερματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφερματισμένος
αφερματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφερματισμένος
αφερματισμένου	verb	γενική ενικού του αφερματισμένος
αφερματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφερματισμένος
αφερματισμένων	verb	γενική πληθυντικού του αφερματισμένος
αφερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφερματισμός
αφερματισμού	noun	γενική ενικού του αφερματισμός
αφερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφερματισμός
αφερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφερματισμός
αφερματισμός	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αφερματίζω
αφερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφερματισμός
αφεστώς	adj|archaic	που αφίσταται
αφεστώτος	adj	γενική ενικού του αφεστώς
αφετέρου	conj|formal	από την άλλη (πλευρά ή μεριά)
αφετήρια	=	αφετήριος
αφετήριας	=	αφετήριος
αφετήριε	=	αφετήριος
αφετήριες	=	αφετήριος
αφετήριο	=	αφετήριος
αφετήριοι	=	αφετήριος
αφετήριος	adj|formal	άλλη μορφή του αφετηριακός
αφετήριου	=	αφετήριος
αφετήριους	=	αφετήριος
αφετήριων	=	αφετήριος
αφετηρία	noun	το σημείο από το οποίο ξεκινάει κάποιος
αφετηρίας	noun	γενική ενικού του αφετηρία
αφετηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφετηρία
αφετηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφετηριακός	adv	αρχικά, εξαρχής
αφετηριακέ	adj	κλητική ενικού του αφετηριακός
αφετηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφετηριακή
αφετηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφετηριακός
αφετηριακής	adj	γενική ενικού του αφετηριακή
αφετηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφετηριακός
αφετηριακού	adj	γενική ενικού του αφετηριακός
αφετηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφετηριακός
αφετηριακό	adj	αιτιατική ενικού του αφετηριακός
αφετηριακός	adj	που έχει σχέση με την αφετηρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
αφετηριακών	adj	γενική πληθυντικού του αφετηριακός
αφετηριών	noun	γενική πληθυντικού του αφετηρία
αφετουόζο	adv	τρυφερά και αργά
αφετών	=	αφέτης
αφεψήματα	=	αφέψημα
αφεψήματος	=	αφέψημα
αφεψήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφέψηση
αφεψήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφέψηση
αφεψήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφέψηση
αφεψημάτων	=	αφέψημα
αφεύκτως	adv|formal	άλλη μορφή του άφευκτα
αφηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφήγημα
αφηγήματος	noun	γενική ενικού του αφήγημα
αφηγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφήγηση
αφηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφήγηση
αφηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφήγηση
αφηγήσου	=	αφηγούμαι
αφηγήτρια	=	αφηγητής
αφηγήτριας	noun	γενική ενικού του αφηγήτρια
αφηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγήτρια
αφηγείσαι	=	αφηγούμαι
αφηγείστε	=	αφηγούμαι
αφηγείται	=	αφηγούμαι
αφηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθήκαν	=	αφηγούμαι
αφηγηθήκανε	=	αφηγούμαι
αφηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηγούμαι
αφηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφήγημα
αφηγημένος	=	αφηγούμαι
αφηγηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγηματικό	adv	με αφηγηματικό τρόπο
αφηγηματικέ	adj	κλητική ενικού του αφηγηματικός
αφηγηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγηματική
αφηγηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφηγηματικός
αφηγηματικής	adj	γενική ενικού του αφηγηματική
αφηγηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφηγηματικός
αφηγηματικοτήτων	=	αφηγηματικότητα
αφηγηματικού	adj	γενική ενικού του αφηγηματικός
αφηγηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφηγηματικός
αφηγηματικό	adj	αιτιατική ενικού του αφηγηματικός
αφηγηματικός	adj	σχετικός με την αφήγηση
αφηγηματικότητα	noun	η ικανότητα αφήγησης
αφηγηματικότητας	=	αφηγηματικότητα
αφηγηματικότητες	=	αφηγηματικότητα
αφηγηματικών	adj	γενική πληθυντικού του αφηγηματικός
αφηγηματολογία	noun	λογοτεχνικός κλάδος με αντικείμενο τη δομή των αφηγημάτων, αλλά και την ίδια την αφήγηση
αφηγηματολογίας	noun	γενική ενικού του αφηγηματολογία
αφηγηματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγηματολογία
αφηγηματολογικά	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικέ	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικές	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογική	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αφηγηματολογική) του αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικοί	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικού	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικούς	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικό	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογικός	adj	σχετικός με την αφηγηματολογία
αφηγηματολογικών	=	αφηγηματολογικός
αφηγηματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αφηγηματολογία
αφηγηματολόγε	=	αφηγηματολόγος
αφηγηματολόγο	=	αφηγηματολόγος
αφηγηματολόγοι	=	αφηγηματολόγος
αφηγηματολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την αφηγηματολογία
αφηγηματολόγου	=	αφηγηματολόγος
αφηγηματολόγους	=	αφηγηματολόγος
αφηγηματολόγων	=	αφηγηματολόγος
αφηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγητής
αφηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφηγητής
αφηγητής	noun	αυτός που αφηγείται, που εξιστορεί
αφηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγητικό
αφηγητικέ	adj	κλητική ενικού του αφηγητικός
αφηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηγητική
αφηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφηγητικός
αφηγητικής	adj	γενική ενικού του αφηγητική
αφηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφηγητικός
αφηγητικού	adj	γενική ενικού του αφηγητικός
αφηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφηγητικός
αφηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του αφηγητικός
αφηγητικός	adj	που έχει σχέση με τον αφηγητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αφηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του αφηγητικός
αφηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του αφηγήτρια
αφηγητών	noun	γενική πληθυντικού του αφηγητής
αφηγούμαι	verb	λέω, αναφέρω, παρουσιάζω γεγονότα με συνεχή ροή λόγου
αφηγούμασταν	=	αφηγούμαι
αφηγούμαστε	=	αφηγούμαι
αφηγούμουν	=	αφηγούμαι
αφηγούνται	=	αφηγούμαι
αφηγούνταν	=	αφηγούμαι
αφηγούσασταν	=	αφηγούμαι
αφηγούσαστε	=	αφηγούμαι
αφηγούσουν	=	αφηγούμαι
αφηλίου	noun	γενική ενικού του αφήλιο
αφηλίων	noun	γενική πληθυντικού του αφήλιο
αφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του άφημα
αφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφημένο
αφημένε	verb	κλητική ενικού του αφημένος
αφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφημένη
αφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφημένος
αφημένης	verb	γενική ενικού του αφημένη
αφημένο	verb	αιτιατική ενικού του αφημένος
αφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφημένος
αφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφήνω
αφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφημένος
αφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφημένος
αφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφημένος
αφηνίασα	=	αφηνιάζω
αφηνίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφηνιάζω
αφηνίασης	noun	γενική ενικού του αφηνίαση
αφηνίασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφηνιάζω
αφηνιάζω	verb	για άλογο, όταν γίνεται ανεξέλεγκτο και δεν υπακούσει στα ηνία
αφηνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφηνίαση
αφηνιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφηνίαση
αφηνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηνίασμα
αφηνιάσματος	noun	γενική ενικού του αφηνίασμα
αφηνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηνιάζω
αφηνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφηνίασμα
αφηνιασμέ	noun	κλητική ενικού του αφηνιασμός
αφηνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηνιασμένο
αφηνιασμένε	verb	κλητική ενικού του αφηνιασμένος
αφηνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηνιασμένη
αφηνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφηνιασμένος
αφηνιασμένης	verb	γενική ενικού του αφηνιασμένη
αφηνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφηνιασμένος
αφηνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφηνιασμένος
αφηνιασμένος	verb	που έχει αφηνιάσει
αφηνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφηνιασμένος
αφηνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφηνιασμένος
αφηνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφηνιασμένος
αφηνιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφηνιασμός
αφηνιασμού	noun	γενική ενικού του αφηνιασμός
αφηνιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφηνιασμός
αφηνιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αφηνιασμός
αφηνιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφηνιάζω
αφηνιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αφηνιασμός
αφηνόμασταν	=	αφήνω
αφηνόμαστε	=	αφήνω
αφηνόμουν	=	αφήνω
αφηνόμουνα	=	αφήνω
αφηνόντουσαν	=	αφήνω
αφηνόσασταν	=	αφήνω
αφηνόσαστε	=	αφήνω
αφηνόσουν	=	αφήνω
αφηνόσουνα	=	αφήνω
αφηνόταν	=	αφήνω
αφηνότανε	=	αφήνω
αφηρημάδα	noun	η κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο μη συγκεντρωμένος, ο αφηρημένος
αφηρημάδας	=	αφηρημάδα
αφηρημάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηρημάδα
αφηρημάδων	=	αφηρημάδα
αφηρημένα	adv	με αφηρημένο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφηρημένος
αφηρημένε	adj	κλητική ενικού του αφηρημένος
αφηρημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηρημένη
αφηρημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφηρημένος
αφηρημένης	adj	γενική ενικού του αφηρημένη
αφηρημένο	adj	αιτιατική ενικού του αφηρημένος
αφηρημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφηρημένος
αφηρημένος	verb	που δεν έχει εστιάσει την προσοχή του ή σκέφτεται διαφορετικά πράγματα από αυτά που συζητιούνται ή συμβαίνουν
αφηρημένου	verb	γενική ενικού του αφηρημένος
αφηρημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφηρημένος
αφηρημένων	adj	γενική πληθυντικού του αφηρημένος
αφηρωίζαμε	=	αφηρωίζω
αφηρωίζαν	=	αφηρωίζω
αφηρωίζανε	=	αφηρωίζω
αφηρωίζατε	=	αφηρωίζω
αφηρωίζει	=	αφηρωίζω
αφηρωίζεις	=	αφηρωίζω
αφηρωίζετε	=	αφηρωίζω
αφηρωίζοντας	=	αφηρωίζω
αφηρωίζουμε	=	αφηρωίζω
αφηρωίζουν	=	αφηρωίζω
αφηρωίζουνε	=	αφηρωίζω
αφηρωίζω	verb	μετατρέπω κάποιον σε ήρωα προς τον οποίο απονέμεται λατρεία
αφηρωίσαμε	=	αφηρωίζω
αφηρωίσαν	=	αφηρωίζω
αφηρωίσανε	=	αφηρωίζω
αφηρωίσατε	=	αφηρωίζω
αφηρωίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφηρωίζω
αφηρωισμέ	=	αφηρωισμός
αφηρωισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηρωισμένο
αφηρωισμένε	verb	κλητική ενικού του αφηρωισμένος
αφηρωισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφηρωισμένη
αφηρωισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφηρωισμένος
αφηρωισμένης	verb	γενική ενικού του αφηρωισμένη
αφηρωισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφηρωισμένος
αφηρωισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφηρωισμένος
αφηρωισμένος	verb|formal	που έχει μετατραπεί σε ήρωα και του απονέμεται λατρεία
αφηρωισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφηρωισμένος
αφηρωισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφηρωισμένος
αφηρωισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφηρωισμένος
αφηρωισμοί	=	αφηρωισμός
αφηρωισμού	=	αφηρωισμός
αφηρωισμούς	=	αφηρωισμός
αφηρωισμό	=	αφηρωισμός
αφηρωισμός	noun	η εξύψωση ενός νεκρού σε ήρωα προς τον οποίο απονέμονται θρησκευτικές και άλλες τιμές
αφηρωισμών	=	αφηρωισμός
αφηρώιζα	=	αφηρωίζω
αφηρώιζαν	=	αφηρωίζω
αφηρώιζε	=	αφηρωίζω
αφηρώιζες	=	αφηρωίζω
αφηρώισα	=	αφηρωίζω
αφηρώισαν	=	αφηρωίζω
αφηρώισε	=	αφηρωίζω
αφηρώισες	=	αφηρωίζω
αφης	abbrev	συλλογικό σύστημα ανακύκλωσης που οργανώνει τη συγκέντρωση, μεταφορά και επεξεργασία χρησιμοποιημένων φορητών μπαταριών στην Ελλάδα, με στόχο την περιβαλλοντική προστασία και την αξιοποίηση των υλικών τους
αφθήκαμε	=	άπτομαι
αφθήκαν	=	άπτομαι
αφθήκανε	=	άπτομαι
αφθήκατε	=	άπτομαι
αφθαρσία	noun	το να είναι κάτι (ή κάποιος) άφθαρτο(ς), να μην φθείρεται, αλλά να διατηρεί την αρχική του κατάσταση ή ιδιότητες αναλλοίωτες, παρ’ όλο το πέρασμα του χρόνου
αφθαρσίας	noun	γενική ενικού του αφθαρσία
αφθαρσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφθαρσία
αφθαρσιών	noun	γενική πληθυντικού του αφθαρσία
αφθεί	=	άπτομαι
αφθείτε	=	άπτομαι
αφθιταλίτες	=	αφθιταλίτης
αφθιταλίτη	=	αφθιταλίτης
αφθιταλίτης	noun	εβαπορίτης που αποτελείται από άλατα του θείο και του καλίου
αφθιταλιτών	=	αφθιταλίτης
αφθονία	noun|figurative	ποσότητα πολύ μεγάλη ή μεγαλύτερη απ' αυτή που χρειάζεται, υπερδιάθεση, υπερεπάρκεια
αφθονίας	noun	γενική ενικού του αφθονία
αφθονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφθονία
αφθονεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αφθονώ
αφθονείς	=	αφθονώ
αφθονείτε	=	αφθονώ
αφθονιών	noun	γενική πληθυντικού του αφθονία
αφθονοπάροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφθονοπάροχο
αφθονοπάροχε	adj	κλητική ενικού του αφθονοπάροχος
αφθονοπάροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφθονοπάροχη
αφθονοπάροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφθονοπάροχος
αφθονοπάροχης	adj	γενική ενικού του αφθονοπάροχη
αφθονοπάροχο	adj	αιτιατική ενικού του αφθονοπάροχος
αφθονοπάροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφθονοπάροχος
αφθονοπάροχος	adj|rare	πλουσιοπάροχος, δαψιλής
αφθονοπάροχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφθονοπάροχος
αφθονοπάροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφθονοπάροχος
αφθονοπάροχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφθονοπάροχος
αφθονούμε	=	αφθονώ
αφθονούν	=	αφθονώ
αφθονούνε	=	αφθονώ
αφθονούσα	=	αφθονώ
αφθονούσαμε	=	αφθονώ
αφθονούσαν	=	αφθονώ
αφθονούσανε	=	αφθονώ
αφθονούσατε	=	αφθονώ
αφθονούσε	=	αφθονώ
αφθονούσες	=	αφθονώ
αφθονότερα	=	αφθονότερος
αφθονότερε	=	αφθονότερος
αφθονότερες	=	αφθονότερος
αφθονότερη	=	αφθονότερος
αφθονότερης	=	αφθονότερος
αφθονότερο	=	αφθονότερος
αφθονότεροι	=	αφθονότερος
αφθονότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του άφθονος
αφθονότερου	=	αφθονότερος
αφθονότερους	=	αφθονότερος
αφθονότερων	=	αφθονότερος
αφθονώ	verb	είμαι σε αφθονία, σε μεγάλη ποσότητα
αφθονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφθονώ
αφθωδών	=	αφθώδης
αφθόνως	adv|formal	άλλη μορφή του άφθονα
αφθώδεις	=	αφθώδης
αφθώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αφθώδης
αφθώδη	=	αφθώδης
αφθώδης	adj	που αναφέρεται ή προκαλείται από άφθα
αφθώδους	=	αφθώδης
αφθών	noun	γενική πληθυντικού του άφθα
αφιέρωμα	noun	το ανάθημα, το τάμα
αφιέρωνα	=	αφιερώνω
αφιέρωναν	=	αφιερώνω
αφιέρωνε	=	αφιερώνω
αφιέρωνες	=	αφιερώνω
αφιέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιέρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφιερώνω
αφιέρωσης	noun	γενική ενικού του αφιέρωση
αφιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιδρωτικό
αφιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αφιδρωτικός
αφιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιδρωτική
αφιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιδρωτικός
αφιδρωτικής	adj	γενική ενικού του αφιδρωτική
αφιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιδρωτικός
αφιδρωτικού	adj	γενική ενικού του αφιδρωτικός
αφιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιδρωτικός
αφιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αφιδρωτικός
αφιδρωτικός	adj|formal	άλλη μορφή του εφιδρωτικός
αφιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αφιδρωτικός
αφιδρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίδρωση
αφιδρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφίδρωση
αφιδρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφίδρωση
αφιδρώσηεις	=	αφίδρωση
αφιδρώσηεων	=	αφίδρωση
αφιδών	noun	γενική πληθυντικού του αφίδα
αφιεραρχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιεραρχημένο
αφιεραρχημένε	verb	κλητική ενικού του αφιεραρχημένος
αφιεραρχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιεραρχημένη
αφιεραρχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιεραρχημένος
αφιεραρχημένης	verb	γενική ενικού του αφιεραρχημένη
αφιεραρχημένο	verb	αιτιατική ενικού του αφιεραρχημένος
αφιεραρχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιεραρχημένος
αφιεραρχημένος	verb	που δεν είναι ιεραρχημένος, που δεν έχει ιεραρχηθεί
αφιεραρχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιεραρχημένος
αφιεραρχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφιεραρχημένος
αφιεραρχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιεραρχημένος
αφιερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθήκαν	=	αφιερώνω
αφιερωθήκανε	=	αφιερώνω
αφιερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφιέρωμα
αφιερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιερωμένο
αφιερωμένε	verb	κλητική ενικού του αφιερωμένος
αφιερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιερωμένη
αφιερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιερωμένος
αφιερωμένης	verb	γενική ενικού του αφιερωμένη
αφιερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφιερωμένος
αφιερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιερωμένος
αφιερωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφιερώνω
αφιερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιερωμένος
αφιερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφιερωμένος
αφιερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιερωμένος
αφιερωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιερωματικό	adv	με αφιερωματικό τρόπο
αφιερωματικέ	adj	κλητική ενικού του αφιερωματικός
αφιερωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιερωματική
αφιερωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιερωματικός
αφιερωματικής	adj	γενική ενικού του αφιερωματική
αφιερωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιερωματικός
αφιερωματικού	adj	γενική ενικού του αφιερωματικός
αφιερωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιερωματικός
αφιερωματικό	adj	αιτιατική ενικού του αφιερωματικός
αφιερωματικός	adj	που έχεισχέση με αφιέρωμα, αναφέρεται σ' αυτό ή συμβάλλει σ' αυτό
αφιερωματικών	adj	γενική πληθυντικού του αφιερωματικός
αφιερωνόμασταν	=	αφιερώνω
αφιερωνόμαστε	=	αφιερώνω
αφιερωνόμουν	=	αφιερώνω
αφιερωνόμουνα	=	αφιερώνω
αφιερωνόντουσαν	=	αφιερώνω
αφιερωνόσασταν	=	αφιερώνω
αφιερωνόσαστε	=	αφιερώνω
αφιερωνόσουν	=	αφιερώνω
αφιερωνόσουνα	=	αφιερώνω
αφιερωνόταν	=	αφιερώνω
αφιερωνότανε	=	αφιερώνω
αφιερωτές	=	αφιερωτής
αφιερωτή	=	αφιερωτής
αφιερωτήρια	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριας	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριε	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριες	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριο	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριοι	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριος	adj	που έχει σχέση με αφιέρωση ή αναφέρεται σ' αυτήν
αφιερωτήριου	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριους	=	αφιερωτήριος
αφιερωτήριων	=	αφιερωτήριος
αφιερωτής	noun	αυτός που αφιερώνει κάτι σε κάποιον
αφιερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιερωτικό
αφιερωτικέ	adj	κλητική ενικού του αφιερωτικός
αφιερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιερωτική
αφιερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιερωτικός
αφιερωτικής	adj	γενική ενικού του αφιερωτική
αφιερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιερωτικός
αφιερωτικού	adj	γενική ενικού του αφιερωτικός
αφιερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιερωτικός
αφιερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αφιερωτικός
αφιερωτικός	adj	που αφιερώνει ή σχετίζεται με αφιέρωση
αφιερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αφιερωτικός
αφιερωτών	=	αφιερωτής
αφιερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνομαι
αφιερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιέρωμα
αφιερώματος	noun	γενική ενικού του αφιέρωμα
αφιερώναμε	=	αφιερώνω
αφιερώναν	=	αφιερώνω
αφιερώνανε	=	αφιερώνω
αφιερώνατε	=	αφιερώνω
αφιερώνει	=	αφιερώνω
αφιερώνεις	=	αφιερώνω
αφιερώνεσαι	=	αφιερώνω
αφιερώνεστε	=	αφιερώνω
αφιερώνεται	=	αφιερώνω
αφιερώνετε	=	αφιερώνω
αφιερώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αφιερώνω
αφιερώνονται	=	αφιερώνω
αφιερώνονταν	=	αφιερώνω
αφιερώνοντας	=	αφιερώνω
αφιερώνουμε	=	αφιερώνω
αφιερώνουν	=	αφιερώνω
αφιερώνουνε	=	αφιερώνω
αφιερώνω	verb	προσφέρω κάτι στον Θεό
αφιερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώσαν	=	αφιερώνω
αφιερώσανε	=	αφιερώνω
αφιερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιέρωση
αφιερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφιέρωση
αφιερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφιέρωση
αφιερώσου	=	αφιερώνω
αφιερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
αφιερώτρές	=	αφιερώτρια
αφιερώτρή	=	αφιερώτρια
αφιερώτρής	=	αφιερώτρια
αφιερώτρια	noun	θηλυκό του αφιερωτής
αφιερώτρών	=	αφιερώτρια
αφικνουμένων	verb	γενική πληθυντικού του αφικνούμενος
αφικνούμαι	verb|archaic	φτάνω σε έναν τόπο ερχόμενος από αλλού
αφικνούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφικνούμενο
αφικνούμενε	verb	κλητική ενικού του αφικνούμενος
αφικνούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφικνούμενη
αφικνούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφικνούμενος
αφικνούμενης	verb	γενική ενικού του αφικνούμενη
αφικνούμενο	verb	αιτιατική ενικού του αφικνούμενος
αφικνούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφικνούμενος
αφικνούμενος	verb	που μόλις φτάνει κάπου, καθώς καταφθάνει
αφικνούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφικνούμενος
αφικνούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφικνούμενος
αφικνούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφικνούμενος
αφιλάνθρωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφιλάνθρωπος	adv	με αφιλάνθρωπο τρόπο
αφιλάνθρωπε	adj	κλητική ενικού του αφιλάνθρωπος
αφιλάνθρωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλάνθρωπη
αφιλάνθρωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλάνθρωπος
αφιλάνθρωπης	adj	γενική ενικού του αφιλάνθρωπη
αφιλάνθρωπο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλάνθρωπος
αφιλάνθρωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλάνθρωπος
αφιλάνθρωπος	adj	που δεν είναι φιλάνθρωπος, που φέρεται με αφιλανθρωπία
αφιλάνθρωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλάνθρωπος
αφιλάνθρωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλάνθρωπος
αφιλάνθρωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλάνθρωπος
αφιλία	noun|formal	έλλειψη φιλίας
αφιλίας	noun	γενική ενικού του αφιλία
αφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλία
αφιλανθρωπία	noun	η έλλειψη φιλανθρωπίας, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αφιλάνθρωπου
αφιλανθρωπίας	noun	γενική ενικού του αφιλανθρωπία
αφιλανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλανθρωπία
αφιλανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλανθρωπία
αφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλία
αφιλοκέρδεια	noun|formal	η ιδιότητα του αφιλοκερδούς, το να υπάρχουν άλλα κίνητρα και όχι η επιθυμία για κέρδος
αφιλοκέρδειας	noun	γενική ενικού του αφιλοκέρδεια
αφιλοκέρδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοκέρδεια
αφιλοκαλία	noun|formal	ακαλαισθησία
αφιλοκαλίας	noun	γενική ενικού του αφιλοκαλία
αφιλοκαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοκαλία
αφιλοκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλοκαλία
αφιλοκερδές	noun|formal	άλλη μορφή του αφιλοκέρδεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αφιλοκερδής
αφιλοκερδή	=	αφιλοκερδής
αφιλοκερδής	adj	που δεν ενδιαφέρεται για το κέρδος, δεν είναι ο βασικός του σκοπός
αφιλοκερδείς	=	αφιλοκερδής
αφιλοκερδειών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλοκέρδεια
αφιλοκερδούς	=	αφιλοκερδής
αφιλοκερδών	adj	γενική πληθυντικού του αφιλοκερδής
αφιλοκερδώς	adv	με αφιλοκέρδεια, χωρίς να επιδιώκεται το προσωπικό κέρδος, ανιδιοτελώς
αφιλομουσία	noun	η ιδιότητα και η συμπεριφορά ενός αφιλόμουσου
αφιλομουσίας	noun	γενική ενικού του αφιλομουσία
αφιλομουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλομουσία
αφιλομουσιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλομουσία
αφιλονίκητα	adj	άλλη μορφή του αδιαφιλονίκητα
αφιλονίκητε	adj	κλητική ενικού του αφιλονίκητος
αφιλονίκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλονίκητη
αφιλονίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλονίκητος
αφιλονίκητης	adj	γενική ενικού του αφιλονίκητη
αφιλονίκητο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλονίκητος
αφιλονίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλονίκητος
αφιλονίκητος	adj	άλλη μορφή του αδιαφιλονίκητος
αφιλονίκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλονίκητος
αφιλονίκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλονίκητος
αφιλονίκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλονίκητος
αφιλοξενία	noun	η προφανής απροθυμία να φιλοξενήσει κάποιος κάποιον
αφιλοξενίας	=	αφιλοξενία
αφιλοξενίες	=	αφιλοξενία
αφιλοξενιών	=	αφιλοξενία
αφιλοπατρία	noun	το να είναι κάποιος αφιλόπατρις, η έλλειψη φιλοπατρίας
αφιλοπατρίας	noun	γενική ενικού του αφιλοπατρία
αφιλοπατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοπατρία
αφιλοπατριών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλοπατρία
αφιλοπρόσωπα	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπε	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπες	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπη	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπης	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπο	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωποι	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπος	adj|literary	που δεν έχει φιλοπροσωπία, ο αμερόληπτος
αφιλοπρόσωπου	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπους	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοπρόσωπων	=	αφιλοπρόσωπος
αφιλοστοργία	noun	το να είναι κάποιος αφιλόστοργος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αφιλόστοργου
αφιλοστοργίας	noun	γενική ενικού του αφιλοστοργία
αφιλοστοργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοστοργία
αφιλοστοργιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλοστοργία
αφιλοσόφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφιλοσόφητος	adv	με αφιλοσόφητο τρόπο
αφιλοσόφητε	adj	κλητική ενικού του αφιλοσόφητος
αφιλοσόφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοσόφητη
αφιλοσόφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλοσόφητος
αφιλοσόφητης	adj	γενική ενικού του αφιλοσόφητη
αφιλοσόφητο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλοσόφητος
αφιλοσόφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλοσόφητος
αφιλοσόφητος	adj	που δεν είναι φιλοσοφημένος
αφιλοσόφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλοσόφητος
αφιλοσόφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλοσόφητος
αφιλοσόφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλοσόφητος
αφιλοτιμί	=	αφιλοτιμία
αφιλοτιμία	noun	η έλλειψη φιλοτιμίας ή η έλλειψη φιλότιμου
αφιλοτιμίας	noun	γενική ενικού του αφιλοτιμία
αφιλοτιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοτιμία
αφιλοτιμιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του αφιλοτιμία
αφιλοτιμιάς	=	αφιλοτιμιά
αφιλοτιμιές	=	αφιλοτιμιά
αφιλοτιμιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλοτιμία
αφιλοφρονήτως	adv|formal	με αφιλοφρόνητο τρόπο
αφιλοφρόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοφρόνητο
αφιλοφρόνητε	adj	κλητική ενικού του αφιλοφρόνητος
αφιλοφρόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοφρόνητη
αφιλοφρόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλοφρόνητος
αφιλοφρόνητης	adj	γενική ενικού του αφιλοφρόνητη
αφιλοφρόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλοφρόνητος
αφιλοφρόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλοφρόνητος
αφιλοφρόνητος	adj	που δεν φιλοφρονείται
αφιλοφρόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλοφρόνητος
αφιλοφρόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλοφρόνητος
αφιλοφρόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλοφρόνητος
αφιλοχρήματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοχρήματο
αφιλοχρήματε	adj	κλητική ενικού του αφιλοχρήματος
αφιλοχρήματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοχρήματη
αφιλοχρήματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλοχρήματος
αφιλοχρήματης	adj	γενική ενικού του αφιλοχρήματη
αφιλοχρήματο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλοχρήματος
αφιλοχρήματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλοχρήματος
αφιλοχρήματος	adj	που δεν τον ενδιαφέρει (πολύ) το χρήμα
αφιλοχρήματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλοχρήματος
αφιλοχρήματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλοχρήματος
αφιλοχρήματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλοχρήματος
αφιλοχρηματία	noun	απουσία αγάπης προς το χρήμα, η ιδιότητα του αφιλοχρήματου
αφιλοχρηματίας	noun	γενική ενικού του αφιλοχρηματία
αφιλοχρηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλοχρηματία
αφιλοχρηματιών	noun	γενική πληθυντικού του αφιλοχρηματία
αφιλτράριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλτράριστο
αφιλτράριστε	adj	κλητική ενικού του αφιλτράριστος
αφιλτράριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλτράριστη
αφιλτράριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλτράριστος
αφιλτράριστης	adj	γενική ενικού του αφιλτράριστη
αφιλτράριστο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλτράριστος
αφιλτράριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλτράριστος
αφιλτράριστος	adj	που δεν έχει φιλτραριστεί
αφιλτράριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλτράριστος
αφιλτράριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλτράριστος
αφιλτράριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλτράριστος
αφιλόδοξος	adj|formal	που δεν είναι φιλόδοξος
αφιλόκαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόκαλο
αφιλόκαλε	adj	κλητική ενικού του αφιλόκαλος
αφιλόκαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόκαλη
αφιλόκαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλόκαλος
αφιλόκαλης	adj	γενική ενικού του αφιλόκαλη
αφιλόκαλο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλόκαλος
αφιλόκαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλόκαλος
αφιλόκαλος	adj|formal	ακαλαίσθητος
αφιλόκαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλόκαλος
αφιλόκαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλόκαλος
αφιλόκαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλόκαλος
αφιλόκερδα	adv	άλλη μορφή του αφιλοκερδώς
αφιλόκερδε	adj	κλητική ενικού του αφιλόκερδος
αφιλόκερδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόκερδη
αφιλόκερδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλόκερδος
αφιλόκερδης	adj	γενική ενικού του αφιλόκερδη
αφιλόκερδο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλόκερδος
αφιλόκερδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλόκερδος
αφιλόκερδος	adj|rare	άλλη μορφή του αφιλοκερδής
αφιλόκερδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλόκερδος
αφιλόκερδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλόκερδος
αφιλόκερδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλόκερδος
αφιλόμουσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόμουσο
αφιλόμουσε	adj	κλητική ενικού του αφιλόμουσος
αφιλόμουσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόμουση
αφιλόμουση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλόμουσος
αφιλόμουσης	adj	γενική ενικού του αφιλόμουση
αφιλόμουσο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλόμουσος
αφιλόμουσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλόμουσος
αφιλόμουσος	adj	που δεν του αρέσει η μουσική
αφιλόμουσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλόμουσος
αφιλόμουσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλόμουσος
αφιλόμουσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλόμουσος
αφιλόξενα	adv	με αφιλόξενο τρόπο
αφιλόξενε	adj	κλητική ενικού του αφιλόξενος
αφιλόξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόξενη
αφιλόξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλόξενος
αφιλόξενης	adj	γενική ενικού του αφιλόξενη
αφιλόξενο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλόξενος
αφιλόξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλόξενος
αφιλόξενος	adj	που δεν είναι πρόθυμος να φιλοξενήσει κάποιον
αφιλόξενου	adj	γενική ενικού του αφιλόξενος
αφιλόξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλόξενος
αφιλόξενων	adj	γενική πληθυντικού του αφιλόξενος
αφιλόπατρι	=	αφιλόπατρις
αφιλόπατρις	adj|formal	που δεν αγαπάει την πατρίδα του
αφιλόστοργα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφιλόστοργος	adv	με αφιλόστοργο τρόπο
αφιλόστοργε	adj	κλητική ενικού του αφιλόστοργος
αφιλόστοργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλόστοργη
αφιλόστοργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλόστοργος
αφιλόστοργης	adj	γενική ενικού του αφιλόστοργη
αφιλόστοργο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλόστοργος
αφιλόστοργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλόστοργος
αφιλόστοργος	adj|formal	που δεν είναι φιλόστοργος
αφιλόστοργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλόστοργος
αφιλόστοργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλόστοργος
αφιλόστοργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλόστοργος
αφιλότεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλότεχνο
αφιλότεχνε	adj	κλητική ενικού του αφιλότεχνος
αφιλότεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλότεχνη
αφιλότεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλότεχνος
αφιλότεχνης	adj	γενική ενικού του αφιλότεχνη
αφιλότεχνο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλότεχνος
αφιλότεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλότεχνος
αφιλότεχνος	adj	που δεν είναι φιλότεχνος
αφιλότεχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιλότεχνος
αφιλότεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλότεχνος
αφιλότεχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιλότεχνος
αφιλότιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλότιμο
αφιλότιμε	adj	κλητική ενικού του αφιλότιμος
αφιλότιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιλότιμη
αφιλότιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιλότιμος
αφιλότιμης	adj	γενική ενικού του αφιλότιμη
αφιλότιμο	adj	αιτιατική ενικού του αφιλότιμος
αφιλότιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιλότιμος
αφιλότιμος	adj	που δεν έχει φιλότιμο, που δε νοιάζεται για την υπόληψη ή την τιμή
αφιλότιμου	adj	γενική ενικού του αφιλότιμος
αφιλότιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφιλότιμος
αφιλότιμων	adj	γενική πληθυντικού του αφιλότιμος
αφινικά	=	αφινικός
αφινικέ	=	αφινικός
αφινικές	=	αφινικός
αφινική	=	αφινικός
αφινικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αφινική) του αφινικός
αφινικοί	=	αφινικός
αφινικού	=	αφινικός
αφινικούς	=	αφινικός
αφινικό	=	αφινικός
αφινικός	adj	για θεώρηση της μελέτης του χώρου, συνδεδεμένη με τις ιδιότητες των παράλληλων γραμμών και τους μετασχηματισμούς τους, συνδεδεμένη με τα διανύσματα, παρακάμπτοντας αξιώματα της ευκλείδειας θεώρησης, όπως το μήκος.
αφινικών	=	αφινικός
αφιονίζαμε	=	αφιονίζω
αφιονίζαν	=	αφιονίζω
αφιονίζανε	=	αφιονίζω
αφιονίζατε	=	αφιονίζω
αφιονίζει	=	αφιονίζω
αφιονίζεις	=	αφιονίζω
αφιονίζεσαι	=	αφιονίζω
αφιονίζεστε	=	αφιονίζω
αφιονίζεται	=	αφιονίζω
αφιονίζετε	=	αφιονίζω
αφιονίζομαι	verb	φανατίζομαι
αφιονίζονται	=	αφιονίζω
αφιονίζονταν	=	αφιονίζω
αφιονίζοντας	=	αφιονίζω
αφιονίζουμε	=	αφιονίζω
αφιονίζουν	=	αφιονίζω
αφιονίζουνε	=	αφιονίζω
αφιονίζω	verb	δίνω σε κάποιον αφιόνι, ναρκώνω
αφιονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίσαν	=	αφιονίζω
αφιονίσανε	=	αφιονίζω
αφιονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιόνισμα
αφιονίσματος	noun	γενική ενικού του αφιόνισμα
αφιονίσου	=	αφιονίζω
αφιονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιονιζόμασταν	=	αφιονίζω
αφιονιζόμαστε	=	αφιονίζω
αφιονιζόμουν	=	αφιονίζω
αφιονιζόμουνα	=	αφιονίζω
αφιονιζόντουσαν	=	αφιονίζω
αφιονιζόσασταν	=	αφιονίζω
αφιονιζόσαστε	=	αφιονίζω
αφιονιζόσουν	=	αφιονίζω
αφιονιζόσουνα	=	αφιονίζω
αφιονιζόταν	=	αφιονίζω
αφιονιζότανε	=	αφιονίζω
αφιονιού	=	αφιόνι
αφιονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφιόνισμα
αφιονισμέ	noun	κλητική ενικού του αφιονισμός
αφιονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιονισμένο
αφιονισμένε	verb	κλητική ενικού του αφιονισμένος
αφιονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφιονισμένη
αφιονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφιονισμένος
αφιονισμένης	verb	γενική ενικού του αφιονισμένη
αφιονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφιονισμένος
αφιονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιονισμένος
αφιονισμένος	verb	αυτός που έχει πάρει αφιόνι
αφιονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφιονισμένος
αφιονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφιονισμένος
αφιονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφιονισμένος
αφιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφιονισμός
αφιονισμού	noun	γενική ενικού του αφιονισμός
αφιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφιονισμός
αφιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφιονισμός
αφιονισμός	noun	το αποτέλεσμα του αφιονίζω
αφιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφιονισμός
αφιονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστήκαν	=	αφιονίζω
αφιονιστήκανε	=	αφιονίζω
αφιονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιονίζομαι
αφιονιών	=	αφιόνι
αφιουνλής	noun	οξύθυμος, αφιονισμένος
αφιππεύαμε	=	αφιππεύω
αφιππεύαν	=	αφιππεύω
αφιππεύανε	=	αφιππεύω
αφιππεύατε	=	αφιππεύω
αφιππεύει	=	αφιππεύω
αφιππεύεις	=	αφιππεύω
αφιππεύετε	=	αφιππεύω
αφιππεύοντας	=	αφιππεύω
αφιππεύουμε	=	αφιππεύω
αφιππεύουν	=	αφιππεύω
αφιππεύουνε	=	αφιππεύω
αφιππεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύσαν	=	αφιππεύω
αφιππεύσανε	=	αφιππεύω
αφιππεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφίππευση
αφιππεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφίππευση
αφιππεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφίππευση
αφιππεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφιππεύω
αφιππεύω	verb|formal	κατεβαίνω από το άλογο
αφισοκολλά	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάει	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάμε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάν	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάνε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάς	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάτε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλάω	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήσαν	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλήσανε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισοκόλληση
αφισοκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήσεων	=	αφισοκόλληση
αφισοκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκολλήτρια	noun	θηλυκό του αφισοκολλητής
αφισοκολλήτριας	noun	γενική ενικού του αφισοκολλήτρια
αφισοκολλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισοκολλήτρια
αφισοκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισοκολλημένο
αφισοκολλημένε	verb	κλητική ενικού του αφισοκολλημένος
αφισοκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισοκολλημένη
αφισοκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφισοκολλημένος
αφισοκολλημένης	verb	γενική ενικού του αφισοκολλημένη
αφισοκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του αφισοκολλημένος
αφισοκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφισοκολλημένος
αφισοκολλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφισοκολλώ
αφισοκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφισοκολλημένος
αφισοκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφισοκολλημένος
αφισοκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφισοκολλημένος
αφισοκολλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισοκολλητής
αφισοκολλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφισοκολλητής
αφισοκολλητής	noun	άτομο που κολλάει αφίσες εθελοντικά ή επαγγελματικά
αφισοκολλητριών	noun	γενική πληθυντικού του αφισοκολλήτρια
αφισοκολλητών	noun	γενική πληθυντικού του αφισοκολλητής
αφισοκολλούμαι	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούμε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούν	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούνε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσα	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσαμε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσαν	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσανε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσατε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσε	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλούσες	=	αφισοκολλώ
αφισοκολλώ	verb	κολλώ αφίσες (σε τοίχους)
αφισοκολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκόλλα	=	αφισοκολλώ
αφισοκόλλαγε	=	αφισοκολλώ
αφισοκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφισοκολλώ
αφισοκόλληση	noun	η διαδικασία επικόλλησης αφισών σε τοίχους ή ταμπλό, σε υπαίθριους χώρους, για προβολή δραστηριοτήτων και ενημέρωση του κόσμου
αφισοκόλλησης	=	αφισοκόλληση
αφισορυπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισορύπανση
αφισορυπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφισορύπανση
αφισορυπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφισορύπανση
αφισορύπανση	noun	η υπερβολική αφισοκόλληση που ρυπαίνει αισθητικά και πρακτικά
αφισορύπανσης	noun	γενική ενικού του αφισορύπανση
αφισούλα	noun	υποκοριστικό του αφίσα
αφισούλας	noun	γενική ενικού του αφισούλα
αφισούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφισούλα
αφισών	noun	γενική πληθυντικού του αφίσα
αφιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφικνούμαι
αφιόνι	noun	το φυτό "μήκων η υπνοφόρος", που παράγει το όπιο
αφιόνια	=	αφιόνι
αφιόνιζα	=	αφιονίζω
αφιόνιζαν	=	αφιονίζω
αφιόνιζε	=	αφιονίζω
αφιόνιζες	=	αφιονίζω
αφιόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιονίζω
αφιόνισμα	noun	άλλη μορφή του αφιονισμός
αφκιασίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφκιασίδωτο
αφκιασίδωτε	adj	κλητική ενικού του αφκιασίδωτος
αφκιασίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφκιασίδωτη
αφκιασίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφκιασίδωτος
αφκιασίδωτης	adj	γενική ενικού του αφκιασίδωτη
αφκιασίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφκιασίδωτος
αφκιασίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφκιασίδωτος
αφκιασίδωτος	adj	άλλη μορφή του αφτιασίδωτος
αφκιασίδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφκιασίδωτος
αφκιασίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφκιασίδωτος
αφκιασίδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφκιασίδωτος
αφλατοξίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφλατοξίνη
αφλατοξίνη	noun	μια ομάδα χημικά παρόμοιων δηλητηριωδών και καρκινογόνων ουσιών, που παράγoνται από ορισμένους μύκητες (μυκοτοξίνες) του γένους Aspergillus, που μπορεί να μολύνουν τα τρόφιμα και να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των ανθρώπων και των ζώων
αφλατοξίνης	=	αφλατοξίνη
αφλατοξινών	=	αφλατοξίνη
αφλεγές	=	αφλεγής
αφλεγή	=	αφλεγής
αφλεγής	adj	άλλη μορφή του άφλεκτος
αφλεγείς	=	αφλεγής
αφλεγούς	=	αφλεγής
αφλεγών	=	αφλεγής
αφλογίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφλογιστώ
αφλογιστία	noun	το να μην λειτουργήσει κάποιος πυροδοτικός μηχανισμός
αφλογιστίας	noun	γενική ενικού του αφλογιστία
αφλογιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφλογιστία
αφλογιστιών	noun	γενική πληθυντικού του αφλογιστία
αφλογιστώ	verb|rare	παθαίνω αφλογιστία
αφλογιστώντας	verb|rare	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφλογιστώ
αφμ	abbrev	ο αριθμός μητρώου υπόχρεων φορολογίας φυσικών και νομικών προσώπων, σύμφωνα με την κείμενη σχετική νομοθεσία.
αφνίου	noun	γενική ενικού του άφνιο
αφοί	abbrev	τύπος που απαντά σε επωνυμίες επιχειρήσεων
αφοβία	noun	η ιδιότητα του άφοβου, η έλλειψη φόβου
αφοβίας	noun	γενική ενικού του αφοβία
αφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοβία
αφοβιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του αφοβία
αφοβιάς	=	αφοβιά
αφοβιές	=	αφοβιά
αφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του αφοβία
αφοβνία	=	αφοβία
αφοβνίας	=	αφοβία
αφοβνίες	=	αφοβία
αφογκράζομαι	verb|rare	άλλη μορφή του αφουγκράζομαι
αφοδευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφόδευμα
αφοδευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοδευτήριο
αφοδευτήριο	noun	το ειδικά διαμορφωμένο μέρος όπου κάποιος αφοδεύει
αφοδευτήριου	=	αφοδευτήριο
αφοδευτηρίου	noun	γενική ενικού του αφοδευτήριο
αφοδευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του αφοδευτήριο
αφοδεύαμε	=	αφοδεύω
αφοδεύαν	=	αφοδεύω
αφοδεύανε	=	αφοδεύω
αφοδεύατε	=	αφοδεύω
αφοδεύει	=	αφοδεύω
αφοδεύεις	=	αφοδεύω
αφοδεύετε	=	αφοδεύω
αφοδεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόδευμα
αφοδεύματος	noun	γενική ενικού του αφόδευμα
αφοδεύομε	=	αφοδεύω
αφοδεύοντας	=	αφοδεύω
αφοδεύουμε	=	αφοδεύω
αφοδεύουν	=	αφοδεύω
αφοδεύουνε	=	αφοδεύω
αφοδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσαν	=	αφοδεύω
αφοδεύσανε	=	αφοδεύω
αφοδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόδευση
αφοδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφόδευση
αφοδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφόδευση
αφοδεύσομε	=	αφοδεύω
αφοδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσουνε	=	αφοδεύω
αφοδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφοδεύω	verb|formal	αποβάλλω τα υπολείμματα της πέψης από το σώμα μου
αφοδράριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοδράριστο
αφοδράριστε	adj	κλητική ενικού του αφοδράριστος
αφοδράριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοδράριστη
αφοδράριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφοδράριστος
αφοδράριστης	adj	γενική ενικού του αφοδράριστη
αφοδράριστο	adj	αιτιατική ενικού του αφοδράριστος
αφοδράριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφοδράριστος
αφοδράριστος	adj	που δεν έχει φοδραριστεί
αφοδράριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφοδράριστος
αφοδράριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφοδράριστος
αφοδράριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφοδράριστος
αφομοίωνα	=	αφομοιώνω
αφομοίωναν	=	αφομοιώνω
αφομοίωνε	=	αφομοιώνω
αφομοίωνες	=	αφομοιώνω
αφομοίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοίωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω
αφομοίωσης	noun	γενική ενικού του αφομοίωση
αφομοιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθήκαν	=	αφομοιώνω
αφομοιωθήκανε	=	αφομοιώνω
αφομοιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφομοιωμένος	adv	με αφομοιωμένο τρόπο
αφομοιωμένε	verb	κλητική ενικού του αφομοιωμένος
αφομοιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφομοιωμένη
αφομοιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφομοιωμένος
αφομοιωμένης	verb	γενική ενικού του αφομοιωμένη
αφομοιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφομοιωμένος
αφομοιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφομοιωμένος
αφομοιωμένος	verb	που έχει αφομοιωθεί, που έχει γίνει όμοιος με το περιβάλλον του έχοντας χάσει κάποια στοιχεία της αρχικής του ταυτότητας
αφομοιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφομοιωμένος
αφομοιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφομοιωμένος
αφομοιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφομοιωμένος
αφομοιωνόμασταν	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόμαστε	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόμουν	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόμουνα	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόντουσαν	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόσασταν	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόσαστε	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόσουν	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόσουνα	=	αφομοιώνω
αφομοιωνόταν	=	αφομοιώνω
αφομοιωνότανε	=	αφομοιώνω
αφομοιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφομοιωτικό	adv	με αφομοιωτικό τρόπο, αφομοιώνοντας
αφομοιωτικέ	adj	κλητική ενικού του αφομοιωτικός
αφομοιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφομοιωτική
αφομοιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφομοιωτικός
αφομοιωτικής	adj	γενική ενικού του αφομοιωτική
αφομοιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφομοιωτικός
αφομοιωτικού	adj	γενική ενικού του αφομοιωτικός
αφομοιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφομοιωτικός
αφομοιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αφομοιωτικός
αφομοιωτικός	adj	που αφομοιώνει, δηλαδή απορροφά και ενσωματώνει μέσα του κάτι άλλο, το καθιστά όμοιό του ενώ πριν αυτό δεν ήταν, που έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα να ενσωματώνει
αφομοιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αφομοιωτικός
αφομοιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιώθηκε	=	αφομοιώνω
αφομοιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνομαι
αφομοιώναμε	=	αφομοιώνω
αφομοιώναν	=	αφομοιώνω
αφομοιώνανε	=	αφομοιώνω
αφομοιώνατε	=	αφομοιώνω
αφομοιώνει	=	αφομοιώνω
αφομοιώνεις	=	αφομοιώνω
αφομοιώνεσαι	=	αφομοιώνω
αφομοιώνεστε	=	αφομοιώνω
αφομοιώνεται	=	αφομοιώνω
αφομοιώνετε	=	αφομοιώνω
αφομοιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώνονται	=	αφομοιώνω
αφομοιώνονταν	=	αφομοιώνω
αφομοιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώνουμε	=	αφομοιώνω
αφομοιώνουν	=	αφομοιώνω
αφομοιώνουνε	=	αφομοιώνω
αφομοιώνω	verb	κάνω κάτι όμοιο με άλλο
αφομοιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώσαν	=	αφομοιώνω
αφομοιώσανε	=	αφομοιώνω
αφομοιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφομοίωση
αφομοιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφομοίωση
αφομοιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφομοίωση
αφομοιώσιμα	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμε	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμες	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμη	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμης	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμο	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμοι	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμος	adj	που μπορεί να αφομοιωθεί
αφομοιώσιμου	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμους	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσιμων	=	αφομοιώσιμος
αφομοιώσου	=	αφομοιώνω
αφομοιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφομοιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφομοιώνω
αφοπλίζαμε	=	αφοπλίζω
αφοπλίζαν	=	αφοπλίζω
αφοπλίζανε	=	αφοπλίζω
αφοπλίζατε	=	αφοπλίζω
αφοπλίζει	=	αφοπλίζω
αφοπλίζεις	=	αφοπλίζω
αφοπλίζετε	=	αφοπλίζω
αφοπλίζομαι	=	αφοπλίζω
αφοπλίζοντας	=	αφοπλίζω
αφοπλίζουμε	=	αφοπλίζω
αφοπλίζουν	=	αφοπλίζω
αφοπλίζουνε	=	αφοπλίζω
αφοπλίζω	verb	αφαιρώ από κάποιον τα όπλα
αφοπλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίσαν	=	αφοπλίζω
αφοπλίσανε	=	αφοπλίζω
αφοπλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφόπλιση
αφοπλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφόπλιση
αφοπλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλίστηκα	=	αφοπλίζω
αφοπλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφοπλισμέ	noun	κλητική ενικού του αφοπλισμός
αφοπλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοπλισμένο
αφοπλισμένε	verb	κλητική ενικού του αφοπλισμένος
αφοπλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοπλισμένη
αφοπλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφοπλισμένος
αφοπλισμένης	verb	γενική ενικού του αφοπλισμένη
αφοπλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφοπλισμένος
αφοπλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφοπλισμένος
αφοπλισμένος	verb	άτομο ή μηχάνημα από το οποίο έχει αφαιρεθεί ο οπλισμός
αφοπλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφοπλισμένος
αφοπλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφοπλισμένος
αφοπλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφοπλισμένος
αφοπλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφοπλισμός
αφοπλισμού	noun	γενική ενικού του αφοπλισμός
αφοπλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφοπλισμός
αφοπλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφοπλισμός
αφοπλισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφοπλίζω
αφοπλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφοπλισμός
αφοπλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφοπλιστικός	adv	με αφοπλιστικό τρόπο
αφοπλιστικέ	adj	κλητική ενικού του αφοπλιστικός
αφοπλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοπλιστική
αφοπλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφοπλιστικός
αφοπλιστικής	adj	γενική ενικού του αφοπλιστική
αφοπλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφοπλιστικός
αφοπλιστικού	adj	γενική ενικού του αφοπλιστικός
αφοπλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφοπλιστικός
αφοπλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αφοπλιστικός
αφοπλιστικός	adj	που κατακτά τους άλλους με κάποια αρετή ή προσόν του, που σταματά με το προσόν αυτό οποιαδήποτε τάση του άλλου για αρνητική ή επιθετική συμπεριφορά, που γοητεύει
αφοπλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αφοπλιστικός
αφορά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αφορώ
αφορία	noun|formal	το να μην είναι το έδαφος εύφορο και γόνιμο
αφορίας	noun	γενική ενικού του αφορία
αφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορία
αφορίζαμε	=	αφορίζω
αφορίζαν	=	αφορίζω
αφορίζανε	=	αφορίζω
αφορίζατε	=	αφορίζω
αφορίζει	=	αφορίζω
αφορίζεις	=	αφορίζω
αφορίζεσαι	=	αφορίζω
αφορίζεστε	=	αφορίζω
αφορίζεται	=	αφορίζω
αφορίζετε	=	αφορίζω
αφορίζομαι	=	αφορίζω
αφορίζομε	=	αφορίζω
αφορίζονται	=	αφορίζω
αφορίζονταν	=	αφορίζω
αφορίζοντας	=	αφορίζω
αφορίζουμε	=	αφορίζω
αφορίζουν	=	αφορίζω
αφορίζουνε	=	αφορίζω
αφορίζω	verb	διώχνω από την Εκκλησία, επιβάλλω ποινή αφορισμού
αφορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσαν	=	αφορίζω
αφορίσανε	=	αφορίζω
αφορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσομε	=	αφορίζω
αφορίσου	=	αφορίζω
αφορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίσουνε	=	αφορίζω
αφορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορίστηκα	=	αφορίζω
αφορίστηκαν	=	αφορίζω
αφορίστηκε	=	αφορίζω
αφορίστηκες	=	αφορίζω
αφορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφορδακέ	noun	κλητική ενικού του αφορδακός
αφορδακοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορδακός
αφορδακού	noun	γενική ενικού του αφορδακός
αφορδακούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφορδακός
αφορδακό	noun	αιτιατική ενικού του αφορδακός
αφορδακών	noun	γενική πληθυντικού του αφορδακός
αφορεσμέ	noun	κλητική ενικού του αφορεσμός
αφορεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορεσμένο
αφορεσμένε	verb	κλητική ενικού του αφορεσμένος
αφορεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορεσμένη
αφορεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφορεσμένος
αφορεσμένης	verb	γενική ενικού του αφορεσμένη
αφορεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφορεσμένος
αφορεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορεσμένος
αφορεσμένος	verb	που τον έχει αφορίσει η Εκκλησία
αφορεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφορεσμένος
αφορεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφορεσμένος
αφορεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφορεσμένος
αφορεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορεσμός
αφορεσμού	noun	γενική ενικού του αφορεσμός
αφορεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφορεσμός
αφορεσμό	noun	αιτιατική ενικού του αφορεσμός
αφορεσμός	noun|vulgar	άλλη μορφή του αφορισμός
αφορεσμών	noun	γενική πληθυντικού του αφορεσμός
αφοριζόμασταν	=	αφορίζω
αφοριζόμαστε	=	αφορίζω
αφοριζόμουν	=	αφορίζω
αφοριζόμουνα	=	αφορίζω
αφοριζόντουσαν	=	αφορίζω
αφοριζόσασταν	=	αφορίζω
αφοριζόσαστε	=	αφορίζω
αφοριζόσουν	=	αφορίζω
αφοριζόσουνα	=	αφορίζω
αφοριζόταν	=	αφορίζω
αφοριζότανε	=	αφορίζω
αφορισμέ	noun	κλητική ενικού του αφορισμός
αφορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορισμένο
αφορισμένε	verb	κλητική ενικού του αφορισμένος
αφορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορισμένη
αφορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφορισμένος
αφορισμένης	verb	γενική ενικού του αφορισμένη
αφορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφορισμένος
αφορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορισμένος
αφορισμένος	verb	που έχει δεχτεί αφορισμό
αφορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφορισμένος
αφορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφορισμένος
αφορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφορισμένος
αφορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορισμός
αφορισμού	noun	γενική ενικού του αφορισμός
αφορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφορισμός
αφορισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφορισμός
αφορισμός	noun	εκκλησιαστική ποινή με την οποία μέλος ενός χριστιανικού δόγματος αποκλείεται εντελώς από τη χριστιανική κοινότητα, ως τιμωρία για πολύ σοβαρά αμαρτήματα στα οποία περιέπεσε
αφορισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφορισμός
αφοριστήκαμε	=	αφορίζω
αφοριστήκαν	=	αφορίζω
αφοριστήκανε	=	αφορίζω
αφοριστήκατε	=	αφορίζω
αφοριστεί	=	αφορίζω
αφοριστείς	=	αφορίζω
αφοριστείτε	=	αφορίζω
αφοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοριστικό	adv	με αφοριστικό τρόπο, με αφορισμού
αφοριστικέ	adj	κλητική ενικού του αφοριστικός
αφοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοριστική
αφοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφοριστικός
αφοριστικής	adj	γενική ενικού του αφοριστική
αφοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφοριστικός
αφοριστικού	adj	γενική ενικού του αφοριστικός
αφοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφοριστικός
αφοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αφοριστικός
αφοριστικός	adj	που αναφέρεται στον εκκλησιαστικό αφορισμό
αφοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αφοριστικός
αφοριστούμε	=	αφορίζω
αφοριστούν	=	αφορίζω
αφοριστούνε	=	αφορίζω
αφοριστώ	=	αφορίζω
αφοριών	noun	γενική πληθυντικού του αφορία
αφορμάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφορμάριστος	adv	με αφορμάριστο τρόπο
αφορμάριστε	adj	κλητική ενικού του αφορμάριστος
αφορμάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορμάριστη
αφορμάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφορμάριστος
αφορμάριστης	adj	γενική ενικού του αφορμάριστη
αφορμάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αφορμάριστος
αφορμάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορμάριστος
αφορμάριστος	adj	που δεν έχει φορμαριστεί
αφορμάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφορμάριστος
αφορμάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφορμάριστος
αφορμάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφορμάριστος
αφορμάται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αφορμώμαι
αφορμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορμή
αφορμή	noun	το τελευταίο χρονικά ή αξιολογικά αίτιο
αφορμής	=	αφορμή
αφορμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρμηση
αφορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφόρμηση
αφορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφόρμηση
αφορμίζαμε	=	αφορμίζω
αφορμίζαν	=	αφορμίζω
αφορμίζανε	=	αφορμίζω
αφορμίζατε	=	αφορμίζω
αφορμίζει	=	αφορμίζω
αφορμίζεις	=	αφορμίζω
αφορμίζεσαι	=	αφορμίζω
αφορμίζεστε	=	αφορμίζω
αφορμίζεται	=	αφορμίζω
αφορμίζετε	=	αφορμίζω
αφορμίζομαι	=	αφορμίζω
αφορμίζονται	=	αφορμίζω
αφορμίζονταν	=	αφορμίζω
αφορμίζοντας	=	αφορμίζω
αφορμίζουμε	=	αφορμίζω
αφορμίζουν	=	αφορμίζω
αφορμίζουνε	=	αφορμίζω
αφορμίζω	verb|vulgar	κακοφορμίζω
αφορμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίσαν	=	αφορμίζω
αφορμίσανε	=	αφορμίζω
αφορμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρμισμα
αφορμίσματος	noun	γενική ενικού του αφόρμισμα
αφορμίσου	=	αφορμίζω
αφορμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμίστε	=	αφορμίζω
αφορμίστηκα	=	αφορμίζω
αφορμίστηκαν	=	αφορμίζω
αφορμίστηκε	=	αφορμίζω
αφορμίστηκες	=	αφορμίζω
αφορμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφορμιζόμασταν	=	αφορμίζω
αφορμιζόμαστε	=	αφορμίζω
αφορμιζόμουν	=	αφορμίζω
αφορμιζόμουνα	=	αφορμίζω
αφορμιζόντουσαν	=	αφορμίζω
αφορμιζόσασταν	=	αφορμίζω
αφορμιζόσαστε	=	αφορμίζω
αφορμιζόσουν	=	αφορμίζω
αφορμιζόσουνα	=	αφορμίζω
αφορμιζόταν	=	αφορμίζω
αφορμιζότανε	=	αφορμίζω
αφορμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφόρμισμα
αφορμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορμισμένο
αφορμισμένε	verb	κλητική ενικού του αφορμισμένος
αφορμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορμισμένη
αφορμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφορμισμένος
αφορμισμένης	verb	γενική ενικού του αφορμισμένη
αφορμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφορμισμένος
αφορμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορμισμένος
αφορμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφορμίζω
αφορμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφορμισμένος
αφορμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφορμισμένος
αφορμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφορμισμένος
αφορμιστήκαμε	=	αφορμίζω
αφορμιστήκαν	=	αφορμίζω
αφορμιστήκανε	=	αφορμίζω
αφορμιστήκατε	=	αφορμίζω
αφορμιστεί	=	αφορμίζω
αφορμιστείτε	=	αφορμίζω
αφορμώμαι	verb	ξεκινώ από κάπου, έχω κάτι ως αφόρμηση
αφορμών	=	αφορμή
αφορολογήτου	=	αφορολόγητο
αφορολογήτων	=	αφορολόγητα
αφορολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφορολόγητος	adv	χωρίς φορολόγηση
αφορολόγητε	adj	κλητική ενικού του αφορολόγητος
αφορολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφορολόγητη
αφορολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφορολόγητος
αφορολόγητης	adj	γενική ενικού του αφορολόγητη
αφορολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αφορολόγητος
αφορολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφορολόγητος
αφορολόγητος	adj	που δεν φορολογείται, δεν έχει φορολογηθεί ή δεν μπορεί να φορολογηθεί
αφορολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφορολόγητος
αφορολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφορολόγητος
αφορολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφορολόγητος
αφορούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του αφορώ
αφορούνε	=	αφορά
αφορούσα	=	αφορώ
αφορούσαν	=	αφορά
αφορούσανε	=	αφορά
αφορούσε	=	αφορά
αφορώ	verb	αναφέρομαι σε κάτι, σχετίζομαι με κάτι
αφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφορώ
αφοσίωση	noun	το αποτέλεσμα του αφοσιώνομαι
αφοσίωσης	noun	γενική ενικού του αφοσίωση
αφοσιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθήκαν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωθήκανε	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωθούνε	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφοσιωμένος	adv	με αφοσιωμένο τρόπο, με αφοσίωση
αφοσιωμένε	verb	κλητική ενικού του αφοσιωμένος
αφοσιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοσιωμένη
αφοσιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφοσιωμένος
αφοσιωμένης	verb	γενική ενικού του αφοσιωμένη
αφοσιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφοσιωμένος
αφοσιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφοσιωμένος
αφοσιωμένος	verb	που έχει αφοσιωθεί σε κάτι ή σε κάποιον
αφοσιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφοσιωμένος
αφοσιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφοσιωμένος
αφοσιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφοσιωμένος
αφοσιωνόμασταν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόμαστε	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόμουν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόμουνα	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόντουσαν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόσασταν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόσαστε	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόσουν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόσουνα	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνόταν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιωνότανε	=	αφοσιώνομαι
αφοσιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοσιώνομαι
αφοσιώνεσαι	=	αφοσιώνομαι
αφοσιώνεστε	=	αφοσιώνομαι
αφοσιώνεται	=	αφοσιώνομαι
αφοσιώνομαι	verb	αφιερώνομαι ολόψυχα σε κάποιον ή κάτι
αφοσιώνονται	=	αφοσιώνομαι
αφοσιώνονταν	=	αφοσιώνομαι
αφοσιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφοσίωση
αφοσιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφοσίωση
αφοσιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφοσίωση
αφοσιώσου	=	αφοσιώνομαι
αφουγκράζεσαι	=	αφουγκράζομαι
αφουγκράζεστε	=	αφουγκράζομαι
αφουγκράζεται	=	αφουγκράζομαι
αφουγκράζομαι	verb	προσέχω, για να ακούσω κάθε πιθανό ήχο
αφουγκράζονται	=	αφουγκράζομαι
αφουγκράζονταν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούγκρασμα
αφουγκράσματος	noun	γενική ενικού του αφούγκρασμα
αφουγκράσου	=	αφουγκράζομαι
αφουγκράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκράστρα	noun	θηλυκό του αφουγκραστής
αφουγκράστρας	noun	γενική ενικού του αφουγκράστρα
αφουγκράστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφουγκράστρα
αφουγκραζόμασταν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόμαστε	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόμουν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόμουνα	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόντουσαν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόσασταν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόσαστε	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόσουν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόσουνα	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζόταν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραζότανε	=	αφουγκράζομαι
αφουγκρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφούγκρασμα
αφουγκραστές	=	αφουγκραστής
αφουγκραστή	=	αφουγκραστής
αφουγκραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστήκαν	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραστήκανε	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστής	noun	αυτός που αφουγκράζεται
αφουγκραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστούνε	=	αφουγκράζομαι
αφουγκραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφουγκράζομαι
αφουγκραστών	=	αφουγκραστής
αφουράδα	noun	φοράδα
αφουράδας	=	αφουράδα
αφουράδες	=	αφουράδα
αφουράδων	=	αφουράδα
αφουρτούνιαστα	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστε	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστες	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστη	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστης	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστο	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστοι	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστος	adj	που δεν έχει τρικυμία
αφουρτούνιαστου	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστους	=	αφουρτούνιαστος
αφουρτούνιαστων	=	αφουρτούνιαστος
αφού	conj	εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο
αφούγκρασμα	noun|rare	το αποτέλεσμα του αφουγκράζομαι
αφούντωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούντωτο
αφούντωτε	adj	κλητική ενικού του αφούντωτος
αφούντωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούντωτη
αφούντωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφούντωτος
αφούντωτης	adj	γενική ενικού του αφούντωτη
αφούντωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφούντωτος
αφούντωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφούντωτος
αφούντωτος	adj	που δεν έχει φουντώσει
αφούντωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφούντωτος
αφούντωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφούντωτος
αφούντωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφούντωτος
αφούρνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούρνιστο
αφούρνιστε	adj	κλητική ενικού του αφούρνιστος
αφούρνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούρνιστη
αφούρνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφούρνιστος
αφούρνιστης	adj	γενική ενικού του αφούρνιστη
αφούρνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφούρνιστος
αφούρνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφούρνιστος
αφούρνιστος	adj	που δεν έχει φουρνιστεί, δεν έχει μπει σε φούρνο
αφούρνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφούρνιστος
αφούρνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφούρνιστος
αφούρνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφούρνιστος
αφούς	=	αφοί
αφούχτιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούχτιαστο
αφούχτιαστε	adj	κλητική ενικού του αφούχτιαστος
αφούχτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούχτιαστη
αφούχτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφούχτιαστος
αφούχτιαστης	adj	γενική ενικού του αφούχτιαστη
αφούχτιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αφούχτιαστος
αφούχτιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφούχτιαστος
αφούχτιαστος	adj	άλλη μορφή του αχούφτωτος
αφούχτιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφούχτιαστος
αφούχτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφούχτιαστος
αφούχτιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφούχτιαστος
αφούχτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούχτωτο
αφούχτωτε	adj	κλητική ενικού του αφούχτωτος
αφούχτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφούχτωτη
αφούχτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφούχτωτος
αφούχτωτης	adj	γενική ενικού του αφούχτωτη
αφούχτωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφούχτωτος
αφούχτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφούχτωτος
αφούχτωτος	adj	άλλη μορφή του αχούφτωτος
αφούχτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφούχτωτος
αφούχτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφούχτωτος
αφούχτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφούχτωτος
αφράτα	=	αφράτος
αφράτε	=	αφράτος
αφράτεμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφρατεύω
αφράτες	=	αφράτος
αφράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφράτος
αφράτης	=	αφράτος
αφράτο	=	αφράτος
αφράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφράτος
αφράτος	adj	που έχει την υφή του αφρού, φουσκωμένος και μαλακός
αφράτου	=	αφράτος
αφράτους	=	αφράτος
αφράτων	=	αφράτος
αφρέ	noun	κλητική ενικού του αφρός
αφρίζαμε	=	αφρίζω
αφρίζαν	=	αφρίζω
αφρίζανε	=	αφρίζω
αφρίζατε	=	αφρίζω
αφρίζει	=	αφρίζω
αφρίζεις	=	αφρίζω
αφρίζετε	=	αφρίζω
αφρίζοντας	=	αφρίζω
αφρίζουμε	=	αφρίζω
αφρίζουν	=	αφρίζω
αφρίζουνε	=	αφρίζω
αφρίζω	verb	βγάζω αφρούς στην επιφάνειά μου
αφρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσαν	=	αφρίζω
αφρίσανε	=	αφρίζω
αφρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άφρισμα
αφρίσματος	noun	γενική ενικού του άφρισμα
αφρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφρίζω
αφραγκία	noun|vulgar	έλλειψη χρημάτων
αφραγκίας	noun	γενική ενικού του αφραγκία
αφραγκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφραγκία
αφραγκιών	noun	γενική πληθυντικού του αφραγκία
αφρατεμένα	=	αφρατεμένος
αφρατεμένε	=	αφρατεμένος
αφρατεμένες	=	αφρατεμένος
αφρατεμένη	=	αφρατεμένος
αφρατεμένης	=	αφρατεμένος
αφρατεμένο	=	αφρατεμένος
αφρατεμένοι	=	αφρατεμένος
αφρατεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφρατεύω
αφρατεμένου	=	αφρατεμένος
αφρατεμένους	=	αφρατεμένος
αφρατεμένων	=	αφρατεμένος
αφρατεύω	verb	κάνω κάτι αφράτο
αφρεσκάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρεσκάριστο
αφρεσκάριστε	adj	κλητική ενικού του αφρεσκάριστος
αφρεσκάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρεσκάριστη
αφρεσκάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρεσκάριστος
αφρεσκάριστης	adj	γενική ενικού του αφρεσκάριστη
αφρεσκάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αφρεσκάριστος
αφρεσκάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρεσκάριστος
αφρεσκάριστος	adj	που δεν έχει φρεσκαριστεί
αφρεσκάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρεσκάριστος
αφρεσκάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρεσκάριστος
αφρεσκάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρεσκάριστος
αφριά	noun	αφρός
αφριάς	=	αφριά
αφριές	=	αφριά
αφρικάανς	noun	μία από τις επίσημες γλώσσες της Νότιας Αφρικής που ανήκει στην ομάδα των γερμανικών γλωσσών και είναι πλησιέστερη στην ολλανδική
αφρικάνα	=	αφρικάνος
αφρικάνε	=	αφρικάνος
αφρικάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρικάνικο
αφρικάνικε	adj	κλητική ενικού του αφρικάνικος
αφρικάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρικάνικη
αφρικάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρικάνικος
αφρικάνικης	adj	γενική ενικού του αφρικάνικη
αφρικάνικο	adj	αιτιατική ενικού του αφρικάνικος
αφρικάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρικάνικος
αφρικάνικος	=	αφρικανικός
αφρικάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρικάνικος
αφρικάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρικάνικος
αφρικάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρικάνικος
αφρικάνο	=	αφρικάνος
αφρικάνοι	=	αφρικάνος
αφρικάνος	noun	άλλη μορφή του αφρικανός
αφρικάνου	=	αφρικάνος
αφρικάνους	=	αφρικάνος
αφρικάνων	=	αφρικάνος
αφρικανά	=	αφρικανός
αφρικανέ	=	αφρικανός
αφρικανές	=	αφρικανός
αφρικανή	=	αφρικανός
αφρικανής	=	αφρικανός
αφρικανικά	adv	με τον τρόπο των Αφρικανών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρικανικό
αφρικανικέ	adj	κλητική ενικού του αφρικανικός
αφρικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρικανική
αφρικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρικανικός
αφρικανικής	adj	γενική ενικού του αφρικανική
αφρικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρικανικός
αφρικανικού	adj	γενική ενικού του αφρικανικός
αφρικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρικανικός
αφρικανικό	adj	αιτιατική ενικού του αφρικανικός
αφρικανικός	adj	που ανήκει ή αφορά στην Αφρική
αφρικανικών	adj	γενική πληθυντικού του αφρικανικός
αφρικανοί	=	αφρικανός
αφρικανοασιατικά	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικέ	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικές	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατική	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αφρικανοασιατική) του αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικοί	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικού	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικούς	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικό	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανοασιατικός	adj	σχετικός με τους Αφρικανοασιάτες
αφρικανοασιατικών	=	αφρικανοασιατικός
αφρικανολλανδικά	noun|rare	συνώνυμο του αφρικάανς
αφρικανού	=	αφρικανός
αφρικανούς	=	αφρικανός
αφρικανό	=	αφρικανός
αφρικανός	noun	ο Αφρικανός
αφρικανών	=	αφρικανός
αφρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άφρισμα
αφρισμέ	noun	κλητική ενικού του αφρισμός
αφρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρισμένο
αφρισμένε	verb	κλητική ενικού του αφρισμένος
αφρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρισμένη
αφρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρισμένος
αφρισμένης	verb	γενική ενικού του αφρισμένη
αφρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφρισμένος
αφρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρισμένος
αφρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφρίζω
αφρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρισμένος
αφρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφρισμένος
αφρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρισμένος
αφρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρισμός
αφρισμού	noun	γενική ενικού του αφρισμός
αφρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφρισμός
αφρισμό	noun	αιτιατική ενικού του αφρισμός
αφρισμός	noun|rare	το αποτέλεσμα του αφρίζω
αφρισμών	noun	γενική πληθυντικού του αφρισμός
αφριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφριστό
αφριστέ	adj	κλητική ενικού του αφριστός
αφριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφριστή
αφριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφριστός
αφριστής	adj	γενική ενικού του αφριστή
αφριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφριστικό
αφριστικέ	adj	κλητική ενικού του αφριστικός
αφριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφριστική
αφριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφριστικός
αφριστικής	adj	γενική ενικού του αφριστική
αφριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφριστικός
αφριστικού	adj	γενική ενικού του αφριστικός
αφριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφριστικός
αφριστικό	adj	αιτιατική ενικού του αφριστικός
αφριστικός	adj	που συμβάλλει στην παραγωγή αφρού
αφριστικών	adj	γενική πληθυντικού του αφριστικός
αφριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφριστός
αφριστού	adj	γενική ενικού του αφριστός
αφριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφριστός
αφριστό	adj	αιτιατική ενικού του αφριστός
αφριστός	adj	που αφρίζει ή δημιουργεί αφρούς
αφριστών	adj	γενική πληθυντικού του αφριστός
αφριών	=	αφριά
αφροέλληνα	=	αφροέλληνας
αφροέλληνας	noun	Αφροέλληνας, Έλληνας αφρικανικής καταγωγής
αφροέλληνες	=	αφροέλληνας
αφροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρός
αφροαμερικανέ	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανή	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανίδα	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροαμερικανικό
αφροαμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροαμερικανική
αφροαμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανικής	adj	γενική ενικού του αφροαμερικανική
αφροαμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανικού	adj	γενική ενικού του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανικός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με Αφροαμερικανό
αφροαμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του αφροαμερικανικός
αφροαμερικανοί	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανού	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανούς	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανό	=	αφροαμερικανός
αφροαμερικανός	noun	ο Αφροαμερικανός
αφροαμερικανών	=	αφροαμερικανός
αφροασιατικά	=	αφροασιατικός
αφροασιατικέ	=	αφροασιατικός
αφροασιατικές	=	αφροασιατικός
αφροασιατική	=	αφροασιατικός
αφροασιατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αφροασιατική) του αφροασιατικός
αφροασιατικοί	=	αφροασιατικός
αφροασιατικού	=	αφροασιατικός
αφροασιατικούς	=	αφροασιατικός
αφροασιατικό	=	αφροασιατικός
αφροασιατικός	adj	ο σχετικός με τους Αφροασιάτες
αφροασιατικών	=	αφροασιατικός
αφρογάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόγαλα
αφρογάλατος	noun	γενική ενικού του αφρόγαλα
αφρογέννητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρογέννητο
αφρογέννητε	adj	κλητική ενικού του αφρογέννητος
αφρογέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρογέννητη
αφρογέννητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρογέννητος
αφρογέννητης	adj	γενική ενικού του αφρογέννητη
αφρογέννητο	adj	αιτιατική ενικού του αφρογέννητος
αφρογέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρογέννητος
αφρογέννητος	adj|poetic	που γεννιέται από τον / στον αφρό της θάλασσας
αφρογέννητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρογέννητος
αφρογέννητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρογέννητος
αφρογέννητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρογέννητος
αφρογαλάτων	noun	γενική πληθυντικού του αφρόγαλα
αφροδίσια	noun	γιορτή προς τιμήν της Αφροδίτης
αφροδίσιας	=	αφροδίσιος
αφροδίσιε	=	αφροδίσιος
αφροδίσιες	=	αφροδίσιος
αφροδίσιο	adj	αιτιατική ενικού του αφροδίσιος	noun	το αφροδίσιο νόσημα, η λοίμωξη που μεταδίδεται με τη γενετήσια επαφή
αφροδίσιοι	=	αφροδίσιος
αφροδίσιος	adj	αυτός που σχετίζεται με τη θεά Αφροδίτη
αφροδίσιου	=	αφροδίσιος
αφροδίσιους	=	αφροδίσιος
αφροδίσιων	=	αφροδίσιος
αφροδισία	noun	η σεξουαλικότητα
αφροδισίας	=	αφροδισία
αφροδισίασα	=	αφροδισιάζω
αφροδισίες	=	αφροδισία
αφροδισιάζω	verb	Αφήνομαι στις αφροδίσιες ηδονές, δίνομαι στην ερωτική πράξη, συνουσιάζομαι, κάνω έρωτα, κάνω σεξ.
αφροδισιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιακό
αφροδισιακέ	adj	κλητική ενικού του αφροδισιακός
αφροδισιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιακή
αφροδισιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφροδισιακός
αφροδισιακής	adj	γενική ενικού του αφροδισιακή
αφροδισιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιακός
αφροδισιακού	adj	γενική ενικού του αφροδισιακός
αφροδισιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφροδισιακός
αφροδισιακό	adj	αιτιατική ενικού του αφροδισιακός	noun	ουσία ή σκεύασμα που ανεβάζει την ερωτική διάθεση
αφροδισιακός	adj	που αυξάνει την ερωτική διάθεση
αφροδισιακών	adj	γενική πληθυντικού του αφροδισιακός
αφροδισιασμά	=	αφροδισιασμός
αφροδισιασμέ	noun	κλητική ενικού του αφροδισιασμός
αφροδισιασμές	=	αφροδισιασμός
αφροδισιασμή	=	αφροδισιασμός
αφροδισιασμής	=	αφροδισιασμός
αφροδισιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιασμός
αφροδισιασμού	noun	γενική ενικού του αφροδισιασμός
αφροδισιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφροδισιασμός
αφροδισιασμό	noun	αιτιατική ενικού του αφροδισιασμός
αφροδισιασμός	noun	η σαρκική συνεύρεση και ο εξ αυτής αισθησιασμός
αφροδισιασμών	noun	γενική πληθυντικού του αφροδισιασμός
αφροδισιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιαστής
αφροδισιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφροδισιαστής
αφροδισιαστής	noun|rare	ο φιλήδονος, ο ηδονιστής
αφροδισιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφροδισιαστικός
αφροδισιαστών	noun	γενική πληθυντικού του αφροδισιαστής
αφροδισιολογία	noun	ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα
αφροδισιολογίας	noun	γενική ενικού του αφροδισιολογία
αφροδισιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιολογία
αφροδισιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αφροδισιολογία
αφροδισιολόγε	noun	κλητική ενικού του αφροδισιολόγος
αφροδισιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του αφροδισιολόγος
αφροδισιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφροδισιολόγος
αφροδισιολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στη θεραπεία των αφροδισίων νοσημάτων
αφροδισιολόγου	noun	γενική ενικού του αφροδισιολόγος
αφροδισιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφροδισιολόγος
αφροδισιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του αφροδισιολόγος
αφροδισιών	=	αφροδισία
αφροελλήνων	=	αφροέλληνας
αφροκαραϊβικά	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικέ	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικές	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβική	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικής	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικοί	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικού	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικούς	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικό	=	αφροκαραϊβικός
αφροκαραϊβικός	adj	που σχετίζεται με τον πολιτισμό, τη μουσική ή τις παραδόσεις που προέρχονται από τη συνύπαρξη αφρικανικών και καραϊβικών στοιχείων
αφροκαραϊβικών	=	αφροκαραϊβικός
αφροκεντρισμέ	=	αφροκεντρισμός
αφροκεντρισμού	=	αφροκεντρισμός
αφροκεντρισμό	=	αφροκεντρισμός
αφροκεντρισμός	noun	ιδεολογικό ρεύμα που τοποθετεί την Αφρική και τους πολιτισμούς της στο επίκεντρο της ιστορικής ερμηνείας και της πολιτισμικής ταυτότητας, τονίζοντας την πρωταρχική συμβολή τους στην εξέλιξη της ανθρωπότητας
αφρολέξ	noun	μαλακό συνθετικό υλικό που μοιάζει με σφουγγάρι
αφρομηλιά	noun	ποικιλία μηλιάς
αφρομηλιάς	=	αφρομηλιά
αφρομηλιές	=	αφρομηλιά
αφρομηλιών	=	αφρομηλιά
αφρομύζηθρα	=	αφρομύζηθρο
αφρομύζηθρο	noun	η εκλεκτή μυζήθρα πριν το αλάτισμα
αφρομύζηθρου	=	αφρομύζηθρο
αφρομύζηθρων	=	αφρομύζηθρο
αφρονημάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρονημάτιστο
αφρονημάτιστε	adj	κλητική ενικού του αφρονημάτιστος
αφρονημάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρονημάτιστη
αφρονημάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρονημάτιστος
αφρονημάτιστης	adj	γενική ενικού του αφρονημάτιστη
αφρονημάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφρονημάτιστος
αφρονημάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρονημάτιστος
αφρονημάτιστος	adj	που δεν έχει φρονηματιστεί ή δεν μπορεί να φρονηματιστεί
αφρονημάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρονημάτιστος
αφρονημάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρονημάτιστος
αφρονημάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρονημάτιστος
αφροντισία	noun|rare	άλλη μορφή του αφροντισιά
αφροντισίας	noun	γενική ενικού του αφροντισία
αφροντισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροντισία
αφροντισιά	noun|rare	ανεμελιά, ξενοιασιά
αφροντισιάς	noun	γενική ενικού του αφροντισιά
αφροντισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροντισιά
αφροντισιών	noun	γενική πληθυντικού του αφροντισία
αφροντούζ	noun	υγρό καθαριστικό σώματος που χρησιμοποιείται αντί του σαπουνιού
αφροντούς	noun	υγρό καθαριστικό σώματος που χρησιμοποιείται αντί του σαπουνιού
αφροξυλιά	noun	θάμνος ή μικρό δέντρο που έχει μαλακό και ελαφρύ ξύλο όταν είναι σε νεαρή ηλικία (ακτή η μέλαινα)
αφροξυλιάς	=	αφροξυλιά
αφροξυλιές	=	αφροξυλιά
αφροξυλιών	=	αφροξυλιά
αφροπλασμένα	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένε	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένες	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένη	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένης	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένο	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένοι	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένος	adj	αφράτος, σαν πλασμένος από αφρό, συνήθως για κοπέλες
αφροπλασμένου	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένους	=	αφροπλασμένος
αφροπλασμένων	=	αφροπλασμένος
αφροστέφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροστέφανο
αφροστέφανε	adj	κλητική ενικού του αφροστέφανος
αφροστέφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροστέφανη
αφροστέφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφροστέφανος
αφροστέφανης	adj	γενική ενικού του αφροστέφανη
αφροστέφανο	adj	αιτιατική ενικού του αφροστέφανος
αφροστέφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφροστέφανος
αφροστέφανος	adj|figurative	στεφανωμένος με αφρό, γεμάτος αφρό
αφροστέφανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφροστέφανος
αφροστέφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφροστέφανος
αφροστέφανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφροστέφανος
αφροστεφανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροστεφανωμένο
αφροστεφανωμένε	verb	κλητική ενικού του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφροστεφανωμένη
αφροστεφανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμένης	verb	γενική ενικού του αφροστεφανωμένη
αφροστεφανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμένος	verb|figurative	στεφανωμένος με αφρό, γεμάτος αφρό
αφροστεφανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφροστεφανωμένος
αφροστεφανώνω	verb|figurative	στεφανώνω με αφρό
αφροσυνών	=	αφροσύνη
αφροσύνες	=	αφροσύνη
αφροσύνη	noun	η ιδιότητα του άφρονα
αφροσύνης	=	αφροσύνη
αφρουκούμαι	verb	ακούω με προσοχή
αφροχείλι	=	αφρόχειλο
αφρού	noun	γενική ενικού του αφρός
αφρούρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρούρητο
αφρούρητε	adj	κλητική ενικού του αφρούρητος
αφρούρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρούρητη
αφρούρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρούρητος
αφρούρητης	adj	γενική ενικού του αφρούρητη
αφρούρητο	adj	αιτιατική ενικού του αφρούρητος
αφρούρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρούρητος
αφρούρητος	adj	που δεν φρουρείται ή δεν μπορεί να φρουρηθεί
αφρούρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρούρητος
αφρούρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρούρητος
αφρούρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρούρητος
αφρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αφρός
αφρυγάνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρυγάνιστο
αφρυγάνιστε	adj	κλητική ενικού του αφρυγάνιστος
αφρυγάνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρυγάνιστη
αφρυγάνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρυγάνιστος
αφρυγάνιστης	adj	γενική ενικού του αφρυγάνιστη
αφρυγάνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφρυγάνιστος
αφρυγάνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρυγάνιστος
αφρυγάνιστος	adj	που δεν έχει φρυγανιστεί
αφρυγάνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρυγάνιστος
αφρυγάνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρυγάνιστος
αφρυγάνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρυγάνιστος
αφρωδών	adj	γενική πληθυντικού του αφρώδης
αφρό	noun	αιτιατική ενικού του αφρός
αφρόγαλα	noun	κρεμώδες υλικό, λιπαρή ουσία σαν αφρός, που αποσπάται από το νωπό γάλα με φυγοκέντριση
αφρόγαλο	noun	άλλη μορφή του αφρόγαλα
αφρόγαλου	=	αφρόγαλο
αφρόγαλων	=	αφρόγαλο
αφρόδιχτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόδιχτο
αφρόδιχτο	noun	δίχτυ που χρησιμοποιείται στο να ψαρεύει κάποιος αφρόψαρα
αφρόδιχτου	=	αφρόδιχτο
αφρόδιχτων	=	αφρόδιχτο
αφρόκρεμα	noun|figurative	το πιο εκλεκτό υποσύνολο ενός συνόλου
αφρόκρεμας	noun	γενική ενικού του αφρόκρεμα
αφρόκρεμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόκρεμα
αφρόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόλουτρο
αφρόλουτρο	noun	υγρό αρωματικό σαπούνι μπάνιου
αφρόλουτρου	noun	γενική ενικού του αφρόλουτρο
αφρόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του αφρόλουτρο
αφρόντιστα	adv	χωρίς φροντίδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφρόντιστος
αφρόντιστε	adj	κλητική ενικού του αφρόντιστος
αφρόντιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόντιστη
αφρόντιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρόντιστος
αφρόντιστης	adj	γενική ενικού του αφρόντιστη
αφρόντιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφρόντιστος
αφρόντιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρόντιστος
αφρόντιστος	adj	που δεν τον φρόντισαν
αφρόντιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρόντιστος
αφρόντιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρόντιστος
αφρόντιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρόντιστος
αφρόνων	adj	γενική πληθυντικού του άφρων
αφρόξυλα	=	αφρόξυλο
αφρόξυλο	noun	το ξύλο της αφροξυλιάς
αφρόξυλου	=	αφρόξυλο
αφρόξυλων	=	αφρόξυλο
αφρόπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόπλαστο
αφρόπλαστε	adj	κλητική ενικού του αφρόπλαστος
αφρόπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόπλαστη
αφρόπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφρόπλαστος
αφρόπλαστης	adj	γενική ενικού του αφρόπλαστη
αφρόπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του αφρόπλαστος
αφρόπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφρόπλαστος
αφρόπλαστος	adj|literary	αφρογέννητος
αφρόπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφρόπλαστος
αφρόπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφρόπλαστος
αφρόπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφρόπλαστος
αφρός	noun	σύνολο φυσαλίδων που συγκεντρώνονται στην επιφάνεια ενός υγρού
αφρόστοκοα	=	αφρόστοκος
αφρόστοκοο	=	αφρόστοκος
αφρόστοκοου	=	αφρόστοκος
αφρόστοκος	noun	είδος ελαφριού στόκου ο οποίος δε συρρικνώνεται
αφρόστοκοων	=	αφρόστοκος
αφρόχειλα	=	αφρόχειλο
αφρόχειλο	noun|figurative	το χείλος, το απώτατο άκρο
αφρόχειλου	=	αφρόχειλο
αφρόχειλων	=	αφρόχειλο
αφρόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφρόψαρο
αφρόψαρο	noun	ψάρι του αφρού· μικρό ψάρι που ζει σε μικρό βάθος
αφρόψαρου	noun	γενική ενικού του αφρόψαρο
αφρόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του αφρόψαρο
αφρώδεις	=	αφρώδης
αφρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αφρώδης
αφρώδη	=	αφρώδης
αφρώδης	adj	που αφρίζει όταν ανοίγεται
αφρώδους	adj	γενική ενικού του αφρώδης
αφρών	noun	γενική πληθυντικού του αφρός
αφτί	noun	το όργανο της ακοής
αφτιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφτί
αφτιάδες	=	αφτιάς
αφτιάδων	=	αφτιάς
αφτιάζεσαι	=	αφτιάζομαι
αφτιάζεστε	=	αφτιάζομαι
αφτιάζεται	=	αφτιάζομαι
αφτιάζομαι	verb|vulgar	ακούω κάτι εντείνοντας την προσοχή μου προς αυτό τον σκοπό
αφτιάζονται	=	αφτιάζομαι
αφτιάζονταν	=	αφτιάζομαι
αφτιάζου	=	αφτιάζομαι
αφτιάς	noun	κάποιος που έχει μεγάλα αφτιά
αφτιάσου	=	αφτιάζομαι
αφτιάστηκα	=	αφτιάζομαι
αφτιάστηκαν	=	αφτιάζομαι
αφτιάστηκε	=	αφτιάζομαι
αφτιάστηκες	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόμασταν	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόμαστε	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόμουν	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόμουνα	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόντουσαν	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόσασταν	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόσαστε	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόσουν	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόσουνα	=	αφτιάζομαι
αφτιαζόταν	=	αφτιάζομαι
αφτιαζότανε	=	αφτιάζομαι
αφτιασίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφτιασίδωτο
αφτιασίδωτε	adj	κλητική ενικού του αφτιασίδωτος
αφτιασίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφτιασίδωτη
αφτιασίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφτιασίδωτος
αφτιασίδωτης	adj	γενική ενικού του αφτιασίδωτη
αφτιασίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφτιασίδωτος
αφτιασίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφτιασίδωτος
αφτιασίδωτος	adj	που δεν έχει φτιασιδωθεί
αφτιασίδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφτιασίδωτος
αφτιασίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφτιασίδωτος
αφτιασίδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφτιασίδωτος
αφτιασμένος	=	αφτιάζομαι
αφτιαστήκαμε	=	αφτιάζομαι
αφτιαστήκαν	=	αφτιάζομαι
αφτιαστήκανε	=	αφτιάζομαι
αφτιαστήκατε	=	αφτιάζομαι
αφτιαστεί	=	αφτιάζομαι
αφτιαστείτε	=	αφτιάζομαι
αφτιού	noun	γενική ενικού του αφτί
αφτιών	noun	γενική πληθυντικού του αφτί
αφτρών	noun	γενική πληθυντικού του άφτρα
αφυΐα	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αφυούς, η έλλειψη ευφυΐας
αφυΐας	noun	γενική ενικού του αφυΐα
αφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυΐα
αφυές	=	αφυής
αφυή	=	αφυής
αφυής	adj	που δεν έχει ευφυία
αφυίών	=	αφυΐα
αφυγράναμε	=	αφυγραίνω
αφυγράναν	=	αφυγραίνω
αφυγράνανε	=	αφυγραίνω
αφυγράνατε	=	αφυγραίνω
αφυγράνει	=	αφυγραίνω
αφυγράνετε	=	αφυγραίνω
αφυγράνθηκα	=	αφυγραίνομαι
αφυγράνθηκαν	=	αφυγραίνομαι
αφυγράνθηκε	=	αφυγραίνομαι
αφυγράνθηκες	=	αφυγραίνομαι
αφυγράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύγρανση
αφυγράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφύγρανση
αφυγράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφύγρανση
αφυγράνσου	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίναμε	=	αφυγραίνω
αφυγραίναν	=	αφυγραίνω
αφυγραίνανε	=	αφυγραίνω
αφυγραίνατε	=	αφυγραίνω
αφυγραίνει	=	αφυγραίνω
αφυγραίνεις	=	αφυγραίνω
αφυγραίνεσαι	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίνεστε	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίνεται	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίνετε	=	αφυγραίνω
αφυγραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος αφυγραίνω
αφυγραίνονται	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίνονταν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίνοντας	=	αφυγραίνω
αφυγραίνου	=	αφυγραίνομαι
αφυγραίνουμε	=	αφυγραίνω
αφυγραίνουν	=	αφυγραίνω
αφυγραίνουνε	=	αφυγραίνω
αφυγραίνω	verb	μειώνω ή αφαιρώ την υγρασία από κάποιο χώρο
αφυγραινόμασταν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόμαστε	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόμουν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόμουνα	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόντουσαν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόσασταν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόσαστε	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόσουν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόσουνα	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινόταν	=	αφυγραίνομαι
αφυγραινότανε	=	αφυγραίνομαι
αφυγρανθήκαμε	=	αφυγραίνομαι
αφυγρανθήκαν	=	αφυγραίνομαι
αφυγρανθήκανε	=	αφυγραίνομαι
αφυγρανθήκατε	=	αφυγραίνομαι
αφυγρανθεί	=	αφυγραίνομαι
αφυγρανθείτε	=	αφυγραίνομαι
αφυγραντήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αφυγραντήρας
αφυγραντήρας	noun	συσκευή που αφαιρεί την ατμοσφαιρική υγρασία ενός χώρου μέσω υγροποίησης
αφυγραντήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυγραντήρας
αφυγραντήρων	noun	γενική πληθυντικού του αφυγραντήρας
αφυγραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυγραντικό
αφυγραντικέ	adj	κλητική ενικού του αφυγραντικός
αφυγραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυγραντική
αφυγραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφυγραντικός
αφυγραντικής	adj	γενική ενικού του αφυγραντική
αφυγραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφυγραντικός
αφυγραντικού	adj	γενική ενικού του αφυγραντικός
αφυγραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφυγραντικός
αφυγραντικό	adj	αιτιατική ενικού του αφυγραντικός
αφυγραντικός	adj	που σχετίζεται με την αφύγρανση ή συντελεί σ' αυτή
αφυγραντικών	adj	γενική πληθυντικού του αφυγραντικός
αφυγρασμένος	=	αφυγραίνομαι
αφυδάτωνα	=	αφυδατώνω
αφυδάτωναν	=	αφυδατώνω
αφυδάτωνε	=	αφυδατώνω
αφυδάτωνες	=	αφυδατώνω
αφυδάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδάτωση	noun	η ενέργεια του αφυδατώνω
αφυδάτωσης	noun	γενική ενικού του αφυδάτωση
αφυδάτωσις	=	αφυδάτωση
αφυδατωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθήκαν	=	αφυδατώνω
αφυδατωθήκανε	=	αφυδατώνω
αφυδατωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωθούνε	=	αφυδατώνω
αφυδατωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυδατωμένο
αφυδατωμένε	verb	κλητική ενικού του αφυδατωμένος
αφυδατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυδατωμένη
αφυδατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφυδατωμένος
αφυδατωμένης	verb	γενική ενικού του αφυδατωμένη
αφυδατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφυδατωμένος
αφυδατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφυδατωμένος
αφυδατωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφυδατώνω
αφυδατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφυδατωμένος
αφυδατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφυδατωμένος
αφυδατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφυδατωμένος
αφυδατωνόμασταν	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόμαστε	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόμουν	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόμουνα	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόντουσαν	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόσασταν	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόσαστε	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόσουν	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόσουνα	=	αφυδατώνω
αφυδατωνόταν	=	αφυδατώνω
αφυδατωνότανε	=	αφυδατώνω
αφυδατώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνομαι
αφυδατώναμε	=	αφυδατώνω
αφυδατώναν	=	αφυδατώνω
αφυδατώνανε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνατε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνει	=	αφυδατώνω
αφυδατώνεις	=	αφυδατώνω
αφυδατώνεσαι	=	αφυδατώνω
αφυδατώνεστε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνεται	=	αφυδατώνω
αφυδατώνετε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνομαι	=	αφυδατώνω
αφυδατώνομε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνονται	=	αφυδατώνω
αφυδατώνονταν	=	αφυδατώνω
αφυδατώνοντας	=	αφυδατώνω
αφυδατώνουμε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνουν	=	αφυδατώνω
αφυδατώνουνε	=	αφυδατώνω
αφυδατώνω	verb	αφαιρώ την υγρασία ή το νερό από κάτι
αφυδατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσαν	=	αφυδατώνω
αφυδατώσανε	=	αφυδατώνω
αφυδατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυδάτωση
αφυδατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφυδάτωση
αφυδατώσεως	=	αφυδάτωση
αφυδατώσομε	=	αφυδατώνω
αφυδατώσου	=	αφυδατώνω
αφυδατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσουνε	=	αφυδατώνω
αφυδατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυδατώνω
αφυδρογονάσεις	=	αφυδρογονάση
αφυδρογονάσεων	=	αφυδρογονάση
αφυδρογονάση	noun	ένζυμο που καταλύει την απομάκρυνση ατόμων υδρογόνου από μια ένωση και τη μεταφορά τους σε δέκτη
αφυδρογονάσης	=	αφυδρογονάση
αφυδρογονώνω	verb	επιχειρώ αφυδρογόνωση
αφυδρογονώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυδρογόνωση
αφυδρογονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφυδρογόνωση
αφυδρογονώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφυδρογόνωση
αφυδρογόνωση	noun	η με χημική αντίδραση, διεργασία, αφαίρεσης ατόμου υδρογόνου από μία χημική ένωση
αφυδρογόνωσης	noun	γενική ενικού του αφυδρογόνωση
αφυείς	=	αφυής
αφυλαξία	noun	η έλλειψη προστασίας απέναντι σε ασθένειες
αφυλαξίας	=	αφυλαξία
αφυλαξίες	=	αφυλαξία
αφυλαξιών	=	αφυλαξία
αφυλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυλετικό
αφυλετικέ	adj	κλητική ενικού του αφυλετικός
αφυλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυλετική
αφυλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφυλετικός
αφυλετικής	adj	γενική ενικού του αφυλετική
αφυλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφυλετικός
αφυλετικού	adj	γενική ενικού του αφυλετικός
αφυλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφυλετικός
αφυλετικό	adj	αιτιατική ενικού του αφυλετικός
αφυλετικός	adj	o άεθνος, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε φυλή, αυτός που δεν αποδέχεται τις φυλές
αφυλετικών	adj	γενική πληθυντικού του αφυλετικός
αφυούς	=	αφυής
αφυπηρέτει	=	αφυπηρετώ
αφυπηρέτησα	=	αφυπηρετώ
αφυπηρέτησαν	=	αφυπηρετώ
αφυπηρέτησε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρέτησες	=	αφυπηρετώ
αφυπηρέτηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφυπηρετώ, η έξοδος λειτουργού από την ενεργό υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης
αφυπηρέτησης	noun	γενική ενικού του αφυπηρέτηση
αφυπηρετήσαμε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετήσαν	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετήσανε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετήσαντα	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετήσαντες	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετήσαντος	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετήσας	verb	μετοχή ενεργητικού αορίστου (αφυπηρέτησα) του ρήματος αφυπηρετώ
αφυπηρετήσασα	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετήσασας	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετήσασες	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετήσατε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετήσει	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυπηρέτηση
αφυπηρετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφυπηρέτηση
αφυπηρετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφυπηρέτηση
αφυπηρετήστε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετεί	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετείς	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετείτε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετησάντων	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετησάσης	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετησασών	=	αφυπηρετήσας
αφυπηρετουσών	=	αφυπηρετών
αφυπηρετούμε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούν	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούνε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούντα	=	αφυπηρετών
αφυπηρετούντες	=	αφυπηρετών
αφυπηρετούντος	=	αφυπηρετών
αφυπηρετούντων	=	αφυπηρετών
αφυπηρετούσα	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσαμε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσαν	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσανε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσας	=	αφυπηρετών
αφυπηρετούσατε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσε	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσες	=	αφυπηρετώ
αφυπηρετούσης	=	αφυπηρετών
αφυπηρετώ	verb|formal	μετά από την περάτωση της στρατιωτικής μου θητείας παίρνω απολυτήριο από το στρατό
αφυπηρετών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφυπηρετώ
αφυπηρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αφυπηρετώ
αφυπνίζαμε	=	αφυπνίζω
αφυπνίζαν	=	αφυπνίζω
αφυπνίζανε	=	αφυπνίζω
αφυπνίζατε	=	αφυπνίζω
αφυπνίζει	=	αφυπνίζω
αφυπνίζεις	=	αφυπνίζω
αφυπνίζετε	=	αφυπνίζω
αφυπνίζομαι	verb	ξυπνώ
αφυπνίζοντας	=	αφυπνίζω
αφυπνίζουμε	=	αφυπνίζω
αφυπνίζουν	=	αφυπνίζω
αφυπνίζουνε	=	αφυπνίζω
αφυπνίζω	verb	ξυπνώ κάποιον
αφυπνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίσαν	=	αφυπνίζω
αφυπνίσανε	=	αφυπνίζω
αφυπνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύπνιση
αφυπνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του αφύπνιση
αφυπνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του αφύπνιση
αφυπνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφυπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυπνισμένο
αφυπνισμένε	verb	κλητική ενικού του αφυπνισμένος
αφυπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυπνισμένη
αφυπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφυπνισμένος
αφυπνισμένης	verb	γενική ενικού του αφυπνισμένη
αφυπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αφυπνισμένος
αφυπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφυπνισμένος
αφυπνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου αφυπνίζω
αφυπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφυπνισμένος
αφυπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αφυπνισμένος
αφυπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφυπνισμένος
αφυπνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυπνιστικό
αφυπνιστικέ	adj	κλητική ενικού του αφυπνιστικός
αφυπνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφυπνιστική
αφυπνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφυπνιστικός
αφυπνιστικής	adj	γενική ενικού του αφυπνιστική
αφυπνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφυπνιστικός
αφυπνιστικού	adj	γενική ενικού του αφυπνιστικός
αφυπνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφυπνιστικός
αφυπνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του αφυπνιστικός
αφυπνιστικός	adj	που προκαλεί την αφύπνιση, που ξυπνά
αφυπνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του αφυπνιστικός
αφυπνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυπνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζομαι
αφυϊών	noun	γενική πληθυντικού του αφυΐα
αφυών	=	αφυής
αφχαριστία	noun	αγνωμοσύνη, αχαριστία (επτανησιακή διάλεκτος) (σπανιότερη εναλλακτική γραφή αυχαριστία)
αφχαριστίας	noun	γενική ενικού του αφχαριστία
αφχαριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφχαριστία
αφχαριστιών	noun	γενική πληθυντικού του αφχαριστία
αφωνία	noun	το να είναι κάποιος άφωνος (μόνιμα, μόνιμη απώλεια φωνής, ή προσωρινά)
αφωνίας	noun	γενική ενικού του αφωνία
αφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωνία
αφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του αφωνία
αφωνόληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωνόληκτο
αφωνόληκτε	adj	κλητική ενικού του αφωνόληκτος
αφωνόληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωνόληκτη
αφωνόληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφωνόληκτος
αφωνόληκτης	adj	γενική ενικού του αφωνόληκτη
αφωνόληκτο	adj	αιτιατική ενικού του αφωνόληκτος
αφωνόληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφωνόληκτος
αφωνόληκτος	adj	που το θέμα του λήγει σε άφωνο σύμφωνο
αφωνόληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφωνόληκτος
αφωνόληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφωνόληκτος
αφωνόληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφωνόληκτος
αφωνόληχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωνόληχτο
αφωνόληχτε	adj	κλητική ενικού του αφωνόληχτος
αφωνόληχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωνόληχτη
αφωνόληχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφωνόληχτος
αφωνόληχτης	adj	γενική ενικού του αφωνόληχτη
αφωνόληχτο	adj	αιτιατική ενικού του αφωνόληχτος
αφωνόληχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφωνόληχτος
αφωνόληχτος	adj	άλλη μορφή του αφωνόληκτος
αφωνόληχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφωνόληχτος
αφωνόληχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφωνόληχτος
αφωνόληχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφωνόληχτος
αφωταγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωταγώγητο
αφωταγώγητε	adj	κλητική ενικού του αφωταγώγητος
αφωταγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφωταγώγητη
αφωταγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφωταγώγητος
αφωταγώγητης	adj	γενική ενικού του αφωταγώγητη
αφωταγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του αφωταγώγητος
αφωταγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφωταγώγητος
αφωταγώγητος	adj	που δεν έχει φωταγωγηθεί
αφωταγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφωταγώγητος
αφωταγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφωταγώγητος
αφωταγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφωταγώγητος
αφόδευα	=	αφοδεύω
αφόδευαν	=	αφοδεύω
αφόδευε	=	αφοδεύω
αφόδευες	=	αφοδεύω
αφόδευμα	noun|formal	ό,τι αφοδεύει κάποιος
αφόδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφόδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφόδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφόδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοδεύω
αφόδευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αφοδεύω· επίσημη και κόσμια λέξη για το χέσιμο
αφόδευσης	noun	γενική ενικού του αφόδευση
αφόπλιζα	=	αφοπλίζω
αφόπλιζαν	=	αφοπλίζω
αφόπλιζε	=	αφοπλίζω
αφόπλιζες	=	αφοπλίζω
αφόπλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφόπλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφόπλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφόπλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
αφόπλιση	noun	ο αφοπλισμός
αφόπλισης	noun	γενική ενικού του αφόπλιση
αφόπλισων	=	αφόπλιση
αφόρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρετο
αφόρετε	adj	κλητική ενικού του αφόρετος
αφόρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρετη
αφόρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφόρετος
αφόρετης	adj	γενική ενικού του αφόρετη
αφόρετο	adj	αιτιατική ενικού του αφόρετος
αφόρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφόρετος
αφόρετος	adj	που δεν έχει φορεθεί
αφόρετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφόρετος
αφόρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφόρετος
αφόρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφόρετος
αφόρητα	adv	τόσο πολύ που δεν μπορώ να το αντέξω
αφόρητε	adj	κλητική ενικού του αφόρητος
αφόρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρητη
αφόρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφόρητος
αφόρητης	adj	γενική ενικού του αφόρητη
αφόρητο	adj	αιτιατική ενικού του αφόρητος
αφόρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφόρητος
αφόρητος	adj	που δεν μπορεί κανείς να τον αντέξει ή να τον αντιμετωπίσει
αφόρητου	adj	γενική ενικού του αφόρητος
αφόρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφόρητος
αφόρητων	adj	γενική πληθυντικού του αφόρητος
αφόριζα	=	αφορίζω
αφόριζαν	=	αφορίζω
αφόριζε	=	αφορίζω
αφόριζες	=	αφορίζω
αφόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορίζω
αφόρμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφορμώμαι
αφόρμησης	noun	γενική ενικού του αφόρμηση
αφόρμιζα	=	αφορμίζω
αφόρμιζαν	=	αφορμίζω
αφόρμιζε	=	αφορμίζω
αφόρμιζες	=	αφορμίζω
αφόρμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφόρμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφόρμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφόρμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφορμίζω
αφόρμισμα	noun	το κακοφόρμισμα
αφόρτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρτιστο
αφόρτιστε	adj	κλητική ενικού του αφόρτιστος
αφόρτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρτιστη
αφόρτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφόρτιστος
αφόρτιστης	adj	γενική ενικού του αφόρτιστη
αφόρτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφόρτιστος
αφόρτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφόρτιστος
αφόρτιστος	adj	που δεν έχει φορτιστεί
αφόρτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφόρτιστος
αφόρτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφόρτιστος
αφόρτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφόρτιστος
αφόρτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρτωτο
αφόρτωτε	adj	κλητική ενικού του αφόρτωτος
αφόρτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφόρτωτη
αφόρτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφόρτωτος
αφόρτωτης	adj	γενική ενικού του αφόρτωτη
αφόρτωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφόρτωτος
αφόρτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφόρτωτος
αφόρτωτος	adj	που δεν έχει φορτωθεί
αφόρτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφόρτωτος
αφόρτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφόρτωτος
αφόρτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφόρτωτος
αφότου	conj	από τότε που
αφύγραινα	=	αφυγραίνω
αφύγραιναν	=	αφυγραίνω
αφύγραινε	=	αφυγραίνω
αφύγραινες	=	αφυγραίνω
αφύγρανα	=	αφυγραίνω
αφύγραναν	=	αφυγραίνω
αφύγρανε	=	αφυγραίνω
αφύγρανες	=	αφυγραίνω
αφύγρανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφυγραίνω
αφύγρανσης	noun	γενική ενικού του αφύγρανση
αφύλαγος	=	αφύλαχτος
αφύλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφύλακτος	adv	χωρίς φύλαξη, χωρίς επιτήρηση
αφύλακτε	adj	κλητική ενικού του αφύλακτος
αφύλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύλακτη
αφύλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφύλακτος
αφύλακτης	adj	γενική ενικού του αφύλακτη
αφύλακτο	adj	αιτιατική ενικού του αφύλακτος
αφύλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφύλακτος
αφύλακτος	adj	ο μη φυλασσόμενος χώρος ή άνθρωπος, ο μη φρουρούμενος από πιθανή απειλή ή κίνδυνο
αφύλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφύλακτος
αφύλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφύλακτος
αφύλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφύλακτος
αφύλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφύλαχτος	adv	άλλη μορφή του αφύλακτα
αφύλαχτε	=	αφύλαχτος
αφύλαχτες	=	αφύλαχτος
αφύλαχτη	=	αφύλαχτος
αφύλαχτης	=	αφύλαχτος
αφύλαχτο	=	αφύλαχτος
αφύλαχτοι	=	αφύλαχτος
αφύλαχτος	adj	ο μη φυλασσόμενος, ο αφύλακτος
αφύλαχτου	=	αφύλαχτος
αφύλαχτους	=	αφύλαχτος
αφύλαχτων	=	αφύλαχτος
αφύπνιζα	=	αφυπνίζω
αφύπνιζαν	=	αφυπνίζω
αφύπνιζε	=	αφυπνίζω
αφύπνιζες	=	αφυπνίζω
αφύπνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφύπνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφύπνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφύπνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφυπνίζω
αφύπνιση	noun	το ξύπνημα
αφύπνισης	noun	γενική ενικού του αφύπνιση
αφύσικα	adv	με αφύσικο τρόπο
αφύσικε	adj	κλητική ενικού του αφύσικος
αφύσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύσικη
αφύσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφύσικος
αφύσικης	adj	γενική ενικού του αφύσικη
αφύσικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αφύσικος
αφύσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφύσικος
αφύσικος	adj	που δεν είναι συμβατός ή είναι αντίθετος με τους φυσικούς νόμους
αφύσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφύσικος
αφύσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφύσικος
αφύσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφύσικος
αφύτευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύτευτο
αφύτευτε	adj	κλητική ενικού του αφύτευτος
αφύτευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύτευτη
αφύτευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφύτευτος
αφύτευτης	adj	γενική ενικού του αφύτευτη
αφύτευτο	adj	αιτιατική ενικού του αφύτευτος
αφύτευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφύτευτος
αφύτευτος	adj	που δεν έχει φυτευτεί
αφύτευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφύτευτος
αφύτευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφύτευτος
αφύτευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφύτευτος
αφύτρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύτρωτο
αφύτρωτε	adj	κλητική ενικού του αφύτρωτος
αφύτρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφύτρωτη
αφύτρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφύτρωτος
αφύτρωτης	adj	γενική ενικού του αφύτρωτη
αφύτρωτο	adj	αιτιατική ενικού του αφύτρωτος
αφύτρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφύτρωτος
αφύτρωτος	adj	που δεν έχει φυτρώσει
αφύτρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφύτρωτος
αφύτρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφύτρωτος
αφύτρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφύτρωτος
αφών	=	αφή
αφώτιστα	adv	πριν ξημερώσει
αφώτιστε	adj	κλητική ενικού του αφώτιστος
αφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αφώτιστη
αφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αφώτιστος
αφώτιστης	adj	γενική ενικού του αφώτιστη
αφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αφώτιστος
αφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αφώτιστος
αφώτιστος	adj	που δεν έχει φωτιστεί
αφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αφώτιστος
αφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αφώτιστος
αφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφώτιστος
αχ	intj	επιφώνημα για να δηλωθεί
αχά	intj	επιφώνημα που δηλώνει ειρωνεία, αποδοκιμασία, περιπαικτικό σχολιασμό κ.λπ.
αχάιδευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάιδευτο
αχάιδευτε	adj	κλητική ενικού του αχάιδευτος
αχάιδευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάιδευτη
αχάιδευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάιδευτος
αχάιδευτης	adj	γενική ενικού του αχάιδευτη
αχάιδευτο	adj	αιτιατική ενικού του αχάιδευτος
αχάιδευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάιδευτος
αχάιδευτος	adj	που δεν τον έχουν χαϊδέψει
αχάιδευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάιδευτος
αχάιδευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάιδευτος
αχάιδευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάιδευτος
αχάλαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάλαγο
αχάλαγε	adj	κλητική ενικού του αχάλαγος
αχάλαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάλαγη
αχάλαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάλαγος
αχάλαγης	adj	γενική ενικού του αχάλαγη
αχάλαγο	adj	αιτιατική ενικού του αχάλαγος
αχάλαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάλαγος
αχάλαγος	adj	που δεν ενοχλείται
αχάλαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάλαγος
αχάλαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάλαγος
αχάλαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάλαγος
αχάλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάλαστο
αχάλαστε	adj	κλητική ενικού του αχάλαστος
αχάλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάλαστη
αχάλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάλαστος
αχάλαστης	adj	γενική ενικού του αχάλαστη
αχάλαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχάλαστος
αχάλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάλαστος
αχάλαστος	adj	που δεν χαλάει η δεν έχει χαλάσει
αχάλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάλαστος
αχάλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάλαστος
αχάλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάλαστος
αχάμναινα	=	αχαμναίνω
αχάμναιναν	=	αχαμναίνω
αχάμναινε	=	αχαμναίνω
αχάμναινες	=	αχαμναίνω
αχάμνια	noun	το να είναι κάποιος αχαμνός, η ιδιότητα του αχαμνού
αχάμνιας	noun	γενική ενικού του αχάμνια
αχάμνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάμνια
αχάμνυνα	=	αχαμναίνω
αχάμνυναν	=	αχαμναίνω
αχάμνυνε	=	αχαμναίνω
αχάμνυνες	=	αχαμναίνω
αχάμπαρος	adj|rare	άσχετος, ανίδεος, αδιάφορος
αχάνεια	noun|formal	το άπειρο, η απεραντοσύνη
αχάνειας	noun	γενική ενικού του αχάνεια
αχάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάνεια
αχάραγα	adv	πολύ πρωί, πριν ακόμα χαράξει η νέα ημέρα, προτού φέξει
αχάραγε	adj	κλητική ενικού του αχάραγος
αχάραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάραγη
αχάραγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάραγος
αχάραγης	adj	γενική ενικού του αχάραγη
αχάραγο	adj	αιτιατική ενικού του αχάραγος
αχάραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάραγος
αχάραγος	adj	άλλη μορφή του αχάρακτος
αχάραγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάραγος
αχάραγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάραγος
αχάραγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάραγος
αχάρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάρακτο
αχάρακτε	adj	κλητική ενικού του αχάρακτος
αχάρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάρακτη
αχάρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάρακτος
αχάρακτης	adj	γενική ενικού του αχάρακτη
αχάρακτο	adj	αιτιατική ενικού του αχάρακτος
αχάρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάρακτος
αχάρακτος	adj	που δεν έχει χαραχτεί
αχάρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάρακτος
αχάρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάρακτος
αχάρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάρακτος
αχάραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάραχτο
αχάραχτε	adj	κλητική ενικού του αχάραχτος
αχάραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάραχτη
αχάραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάραχτος
αχάραχτης	adj	γενική ενικού του αχάραχτη
αχάραχτο	adj	αιτιατική ενικού του αχάραχτος
αχάραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάραχτος
αχάραχτος	adj	άλλη μορφή του αχάρακτος
αχάραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάραχτος
αχάραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάραχτος
αχάραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάραχτος
αχάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχάριστος	adv	με αχάριστο τρόπο, με αχαριστία
αχάριστε	adj	κλητική ενικού του αχάριστος
αχάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχάριστη
αχάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχάριστος
αχάριστης	adj	γενική ενικού του αχάριστη
αχάριστο	adj	αιτιατική ενικού του αχάριστος
αχάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχάριστος
αχάριστος	adj	που δεν εκτιμά και δεν αναγνωρίζει το καλό που του έκανε κάποιος άλλος
αχάριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχάριστος
αχάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχάριστος
αχάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχάριστος
αχάτες	=	αχάτης
αχάτη	=	αχάτης
αχάτης	noun	μη κρυσταλλική μορφή του χαλαζία
αχάτών	=	αχάτης
αχέ	noun	κλητική ενικού του αχός
αχέπανς	noun	άτομο μέλος του ΑΧΕΠΑ
αχίλλεια	noun	βότανο με θεραπευτικές ιδιότητες
αχίλλειας	noun	γενική ενικού του αχίλλεια
αχίλλειε	=	αχίλλειος
αχίλλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχίλλεια
αχίλλειο	=	αχίλλειος
αχίλλειοι	=	αχίλλειος
αχίλλειος	adj	που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον Αχιλλέα κυρίως στην έκφραση
αχίλλειου	=	αχίλλειος
αχίλλειους	=	αχίλλειος
αχίλλειων	=	αχίλλειος
αχαΐρευτα	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτε	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτες	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτη	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτης	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτο	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτοι	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτος	adj	αυτός που δεν έχει προκοπή, χαΐρι ο ανεπρόκοπος, ακαμάτης
αχαΐρευτου	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτους	=	αχαΐρευτος
αχαΐρευτων	=	αχαΐρευτος
αχαίνια	=	αχαίνιο
αχαίνιο	noun	μικρός, ξηρός, μονόσπερμος και αδιάρρηκτος καρπός, του οποίου το λεπτό περικάρπιο περιβάλλει τον μοναδικό σπόρο χωρίς να συμφύεται στενά μαζί του και χωρίς να ανοίγει κατά την ωρίμανση για την απελευθέρωσή του
αχαίνιου	=	αχαίνιο
αχαίνιων	=	αχαίνιο
αχαινίου	=	αχαίνιο
αχαινίων	=	αχαίνιο
αχαλίνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχαλίνωτος	adv|figurative	με αχαλίνωτο τρόπο, χωρίς χαλινάρι ή χαλιναγώγηση
αχαλίνωτε	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτες	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτη	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτης	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτο	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτοι	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτος	adj	χωρίς χαλινό
αχαλίνωτου	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτους	=	αχαλίνωτος
αχαλίνωτων	=	αχαλίνωτος
αχαλασία	noun	αδυναμία του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα να χαλαρώσει με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσφαγία, παλινδρόμηση και απώλεια βάρους
αχαλασίας	=	αχαλασία
αχαλασίες	=	αχαλασία
αχαλασιών	=	αχαλασία
αχαλιναγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχαλιναγώγητος	adv|figurative	χωρίς χαλιναγώγηση
αχαλιναγώγητε	adj	κλητική ενικού του αχαλιναγώγητος
αχαλιναγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαλιναγώγητη
αχαλιναγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχαλιναγώγητος
αχαλιναγώγητης	adj	γενική ενικού του αχαλιναγώγητη
αχαλιναγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του αχαλιναγώγητος
αχαλιναγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχαλιναγώγητος
αχαλιναγώγητος	adj	που δεν έχει χαλιναγωγηθεί ή δεν μπορεί να χαλιναγωγηθεί
αχαλιναγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχαλιναγώγητος
αχαλιναγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχαλιναγώγητος
αχαλιναγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχαλιναγώγητος
αχαλκογράφητα	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητε	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητες	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητη	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητης	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητο	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητοι	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητος	adj	που δεν έχει χαλκογαφηθεί
αχαλκογράφητου	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητους	=	αχαλκογράφητος
αχαλκογράφητων	=	αχαλκογράφητος
αχαλύβδωτα	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτε	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτες	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτη	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτης	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτο	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτοι	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτος	adj	που δεν έχει χαλυβδωθεί
αχαλύβδωτου	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτους	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβδωτων	=	αχαλύβδωτος
αχαλύβωτος	adj|figurative	άλλη μορφή του αχαλύβδωτος
αχαμνά	adv	χωρίς ένταση, ασθενικά, χαλαρά	noun|vulgar	τα αντρικά γεννητικά όργανα
αχαμνάδα	noun	το να είναι κάποιος αχαμνός, η ιδιότητα του αχαμνού
αχαμνάδας	noun	γενική ενικού του αχαμνάδα
αχαμνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαμνάδα
αχαμνέ	adj	κλητική ενικού του αχαμνός
αχαμνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαμνή
αχαμνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχαμνός
αχαμνής	adj	γενική ενικού του αχαμνή
αχαμναίναμε	=	αχαμναίνω
αχαμναίναν	=	αχαμναίνω
αχαμναίνανε	=	αχαμναίνω
αχαμναίνατε	=	αχαμναίνω
αχαμναίνει	=	αχαμναίνω
αχαμναίνεις	=	αχαμναίνω
αχαμναίνετε	=	αχαμναίνω
αχαμναίνοντας	=	αχαμναίνω
αχαμναίνουμε	=	αχαμναίνω
αχαμναίνουν	=	αχαμναίνω
αχαμναίνουνε	=	αχαμναίνω
αχαμναίνω	verb|literary	γίνομαι (πιο) αχαμνός
αχαμνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχαμνός
αχαμνού	adj	γενική ενικού του αχαμνός
αχαμνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχαμνός
αχαμνό	adj	αιτιατική ενικού του αχαμνός
αχαμνός	adj	αδύνατος, λεπτός
αχαμνύναμε	=	αχαμναίνω
αχαμνύναν	=	αχαμναίνω
αχαμνύνανε	=	αχαμναίνω
αχαμνύνατε	=	αχαμναίνω
αχαμνύνει	=	αχαμναίνω
αχαμνύνετε	=	αχαμναίνω
αχαμνών	adj	γενική πληθυντικού του αχαμνός
αχανέ	=	αχανής
αχανέδες	=	αχανής
αχανέδων	=	αχανής
αχανές	=	αχανής
αχανή	=	αχανής
αχανής	adj	τεράστιος σε έκταση, απέραντος
αχανείς	=	αχανής
αχανειών	noun	γενική πληθυντικού του αχάνεια
αχανούς	=	αχανής
αχανών	=	αχανής
αχαράκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαράκωτο
αχαράκωτε	adj	κλητική ενικού του αχαράκωτος
αχαράκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαράκωτη
αχαράκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχαράκωτος
αχαράκωτης	adj	γενική ενικού του αχαράκωτη
αχαράκωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχαράκωτος
αχαράκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχαράκωτος
αχαράκωτος	adj	που δεν έχει χαρακωθεί
αχαράκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχαράκωτος
αχαράκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχαράκωτος
αχαράκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχαράκωτος
αχαρακτήριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχαρακτήριστος	adv	με αχαρακτήριστο τρόπο
αχαρακτήριστε	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστες	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστη	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστης	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστο	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστοι	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστος	adj	που δεν έχει χαρακτηριστεί
αχαρακτήριστου	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστους	=	αχαρακτήριστος
αχαρακτήριστων	=	αχαρακτήριστος
αχαραχτήριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχαραχτήριστος	adv	άλλη μορφή του αχαρακτήριστα
αχαραχτήριστε	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστες	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστη	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστης	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστο	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστοι	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστος	adj	αχαρακτήριστος
αχαραχτήριστου	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστους	=	αχαραχτήριστος
αχαραχτήριστων	=	αχαραχτήριστος
αχαριστία	noun	η ιδιότητα του αχάριστου
αχαριστίας	noun	γενική ενικού του αχαριστία
αχαριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαριστία
αχαριστιών	noun	γενική πληθυντικού του αχαριστία
αχαρτζιλίκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαρτζιλίκωτο
αχαρτζιλίκωτε	adj	κλητική ενικού του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτζιλίκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαρτζιλίκωτη
αχαρτζιλίκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτζιλίκωτης	adj	γενική ενικού του αχαρτζιλίκωτη
αχαρτζιλίκωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτζιλίκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτζιλίκωτος	adj	που δεν του έχει δοθεί ή δεν του δίνεται χαρτζιλίκι
αχαρτζιλίκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτζιλίκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτζιλίκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχαρτζιλίκωτος
αχαρτογράφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαρτογράφητο
αχαρτογράφητε	adj	κλητική ενικού του αχαρτογράφητος
αχαρτογράφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαρτογράφητη
αχαρτογράφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχαρτογράφητος
αχαρτογράφητης	adj	γενική ενικού του αχαρτογράφητη
αχαρτογράφητο	adj	αιτιατική ενικού του αχαρτογράφητος
αχαρτογράφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχαρτογράφητος
αχαρτογράφητος	adj	που είναι άγνωστος ως περιοχή, δεν έχει χαρτογραφηθεί με ακρίβεια, δεν έχει εξερευνηθεί
αχαρτογράφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχαρτογράφητος
αχαρτογράφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχαρτογράφητος
αχαρτογράφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχαρτογράφητος
αχαρτοσήμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαρτοσήμαντο
αχαρτοσήμαντε	adj	κλητική ενικού του αχαρτοσήμαντος
αχαρτοσήμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχαρτοσήμαντη
αχαρτοσήμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχαρτοσήμαντος
αχαρτοσήμαντης	adj	γενική ενικού του αχαρτοσήμαντη
αχαρτοσήμαντο	adj	αιτιατική ενικού του αχαρτοσήμαντος
αχαρτοσήμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχαρτοσήμαντος
αχαρτοσήμαντος	adj	που δεν έχει χαρτοσημανθεί
αχαρτοσήμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχαρτοσήμαντος
αχαρτοσήμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχαρτοσήμαντος
αχαρτοσήμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχαρτοσήμαντος
αχατών	=	αχάτης
αχαχούχα	intj	επιφώνημα που δηλώνει ειρωνεία, αποδοκιμασία, περιπαικτικό σχολιασμό κ.λπ.
αχαϊκά	=	αχαϊκός
αχαϊκέ	=	αχαϊκός
αχαϊκές	=	αχαϊκός
αχαϊκή	=	αχαϊκός
αχαϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αχαϊκή) του αχαϊκός
αχαϊκοί	=	αχαϊκός
αχαϊκού	=	αχαϊκός
αχαϊκούς	=	αχαϊκός
αχαϊκό	=	αχαϊκός
αχαϊκός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην Αχαΐα και τους Αχαιούς
αχαϊκών	=	αχαϊκός
αχε	abbrev	ανώνυμη εταιρεία με αποκλειστικό αντικείμενο τη μεσολάβηση σε χρηματιστηριακές συναλλαγές
αχείλι	noun|vulgar	χείλος
αχείλια	=	αχείλι
αχείμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχείμαντο
αχείμαντε	adj	κλητική ενικού του αχείμαντος
αχείμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχείμαντη
αχείμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχείμαντος
αχείμαντης	adj	γενική ενικού του αχείμαντη
αχείμαντο	adj	αιτιατική ενικού του αχείμαντος
αχείμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχείμαντος
αχείμαντος	adj|archaic	ήσυχος, γαλήνιος, ατάραχος
αχείμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχείμαντος
αχείμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχείμαντος
αχείμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχείμαντος
αχείμαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχείμαστο
αχείμαστε	adj	κλητική ενικού του αχείμαστος
αχείμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχείμαστη
αχείμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχείμαστος
αχείμαστης	adj	γενική ενικού του αχείμαστη
αχείμαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχείμαστος
αχείμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχείμαστος
αχείμαστος	adj	που δεν ταράζεται, ο γαλήνιος, ο πράος
αχείμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχείμαστος
αχείμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχείμαστος
αχείμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχείμαστος
αχειλιού	=	αχείλι
αχειλιών	=	αχείλι
αχειράφετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειράφετο
αχειράφετε	adj	κλητική ενικού του αχειράφετος
αχειράφετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειράφετη
αχειράφετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειράφετος
αχειράφετης	adj	γενική ενικού του αχειράφετη
αχειράφετο	adj	αιτιατική ενικού του αχειράφετος
αχειράφετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειράφετος
αχειράφετος	adj|dated	άλλη μορφή του αχειραφέτητος
αχειράφετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειράφετος
αχειράφετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειράφετος
αχειράφετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειράφετος
αχειρίδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειρίδωτο
αχειρίδωτε	adj	κλητική ενικού του αχειρίδωτος
αχειρίδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειρίδωτη
αχειρίδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειρίδωτος
αχειρίδωτης	adj	γενική ενικού του αχειρίδωτη
αχειρίδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχειρίδωτος
αχειρίδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειρίδωτος
αχειρίδωτος	adj|formal	που δεν έχει μανίκια
αχειρίδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειρίδωτος
αχειρίδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειρίδωτος
αχειρίδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειρίδωτος
αχειραγωγήτως	adv|formal	χωρίς χειραγώγηση
αχειραγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχειραγώγητος	adv	χωρίς χειραγώγηση
αχειραγώγητε	adj	κλητική ενικού του αχειραγώγητος
αχειραγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειραγώγητη
αχειραγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειραγώγητος
αχειραγώγητης	adj	γενική ενικού του αχειραγώγητη
αχειραγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του αχειραγώγητος
αχειραγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειραγώγητος
αχειραγώγητος	adj	που δεν έχει χειραγωγηθεί ή δεν είναι δυνατόν να χειραγωγηθεί
αχειραγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειραγώγητος
αχειραγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειραγώγητος
αχειραγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειραγώγητος
αχειραφέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειραφέτητο
αχειραφέτητε	adj	κλητική ενικού του αχειραφέτητος
αχειραφέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειραφέτητη
αχειραφέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειραφέτητος
αχειραφέτητης	adj	γενική ενικού του αχειραφέτητη
αχειραφέτητο	adj	αιτιατική ενικού του αχειραφέτητος
αχειραφέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειραφέτητος
αχειραφέτητος	adj	που δεν έχει χειραφετηθεί
αχειραφέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειραφέτητος
αχειραφέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειραφέτητος
αχειραφέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειραφέτητος
αχειροθέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειροθέτητο
αχειροθέτητε	adj	κλητική ενικού του αχειροθέτητος
αχειροθέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειροθέτητη
αχειροθέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειροθέτητος
αχειροθέτητης	adj	γενική ενικού του αχειροθέτητη
αχειροθέτητο	adj	αιτιατική ενικού του αχειροθέτητος
αχειροθέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειροθέτητος
αχειροθέτητος	adj	που δεν έχει χειροθετηθεί
αχειροθέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειροθέτητος
αχειροθέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειροθέτητος
αχειροθέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειροθέτητος
αχειροποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχειροποίητος	adv	με αχειροποίητο τρόπο
αχειροποίητε	=	αχειροποίητος
αχειροποίητες	=	αχειροποίητος
αχειροποίητη	=	αχειροποίητος
αχειροποίητης	=	αχειροποίητος
αχειροποίητο	=	αχειροποίητος
αχειροποίητοι	=	αχειροποίητος
αχειροποίητος	adj	που δεν κατασκευάσθηκε από ανθρώπινο χέρι αλλά με θαυματουργική ενέργεια
αχειροποίητου	=	αχειροποίητος
αχειροποίητους	=	αχειροποίητος
αχειροποίητων	=	αχειροποίητος
αχειροτόνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχειροτόνητος	adv	με αχειροτόνητο τρόπο, χωρίς χειροτόνηση
αχειροτόνητε	adj	κλητική ενικού του αχειροτόνητος
αχειροτόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειροτόνητη
αχειροτόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειροτόνητος
αχειροτόνητης	adj	γενική ενικού του αχειροτόνητη
αχειροτόνητο	adj	αιτιατική ενικού του αχειροτόνητος
αχειροτόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειροτόνητος
αχειροτόνητος	adj	που δεν έχει χειροτονηθεί
αχειροτόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειροτόνητος
αχειροτόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειροτόνητος
αχειροτόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειροτόνητος
αχειρούργητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειρούργητο
αχειρούργητε	adj	κλητική ενικού του αχειρούργητος
αχειρούργητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχειρούργητη
αχειρούργητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχειρούργητος
αχειρούργητης	adj	γενική ενικού του αχειρούργητη
αχειρούργητο	adj	αιτιατική ενικού του αχειρούργητος
αχειρούργητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχειρούργητος
αχειρούργητος	adj	που δεν έχει χειρουργηθεί
αχειρούργητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχειρούργητος
αχειρούργητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχειρούργητος
αχειρούργητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχειρούργητος
αχεπευ	abbrev	ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και στη διαχείριση χρηματιστηριακών συναλλαγών
αχερόντεια	=	αχερόντειος
αχερόντειας	=	αχερόντειος
αχερόντειε	=	αχερόντειος
αχερόντειες	=	αχερόντειος
αχερόντειο	=	αχερόντειος
αχερόντειοι	=	αχερόντειος
αχερόντειος	adj	που έχει σχέση με τον Αχέροντα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αχερόντειου	=	αχερόντειος
αχερόντειους	=	αχερόντειος
αχερόντειων	=	αχερόντειος
αχερόντια	=	αχερόντιος
αχερόντιας	=	αχερόντιος
αχερόντιε	=	αχερόντιος
αχερόντιες	=	αχερόντιος
αχερόντιο	=	αχερόντιος
αχερόντιοι	=	αχερόντιος
αχερόντιος	adj	που έχει σχέση με τον Αχέροντα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
αχερόντιου	=	αχερόντιος
αχερόντιους	=	αχερόντιος
αχερόντιων	=	αχερόντιος
αχερώνα	=	αχυρώνας
αχερώνας	=	αχυρώνας
αχερώνες	=	αχυρώνας
αχερώνων	=	αχυρώνας
αχεσιά	noun|vulgar	δυσκοιλιότητα, σφίξη
αχεσιάς	=	αχεσιά
αχεσιές	=	αχεσιά
αχεσιών	=	αχεσιά
αχηβάδα	noun	οστρακοφόρο μαλάκιο
αχηβάδας	=	αχηβάδα
αχηβάδες	=	αχηβάδα
αχηβάδων	=	αχηβάδα
αχητούρα	noun	θόρυβος
αχητούρας	=	αχητούρα
αχητούρες	=	αχητούρα
αχητούρων	=	αχητούρα
αχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθοφορικά	adj	η αμοιβή ενός αχθοφόρου
αχθοφορικέ	adj	κλητική ενικού του αχθοφορικός
αχθοφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχθοφορική
αχθοφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχθοφορικός
αχθοφορικής	adj	γενική ενικού του αχθοφορική
αχθοφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχθοφορικός
αχθοφορικού	adj	γενική ενικού του αχθοφορικός
αχθοφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχθοφορικός
αχθοφορικό	adj	αιτιατική ενικού του αχθοφορικός
αχθοφορικός	adj	που έχει σχέση με τον αχθοφόρο, ανήκει σ' αυτόν ή αναφέρεται σ' αυτόν
αχθοφορικών	adj	γενική πληθυντικού του αχθοφορικός
αχθοφόρε	noun	κλητική ενικού του αχθοφόρος
αχθοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του αχθοφόρος
αχθοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχθοφόρος
αχθοφόρος	noun	πρόσωπο που μεταφέρει αποσκευές ή άλλα φορτία
αχθοφόρου	noun	γενική ενικού του αχθοφόρος
αχθοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αχθοφόρος
αχθοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του αχθοφόρος
αχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος άγομαι
αχθών	=	άχθος
αχιβάδα	noun	οστρακοφόρο μαλάκιο
αχιβάδας	=	αχιβάδα
αχιβάδες	=	αχιβάδα
αχιβάδων	=	αχιβάδα
αχιλλέα	noun	άλλη μορφή του αχίλλεια
αχιλλέας	=	αχιλλέα
αχιλλέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχιλλέα
αχιλλείου	=	αχίλλειος
αχιλλείους	=	αχίλλειος
αχιλλείων	=	αχίλλειος
αχιλλειών	noun	γενική πληθυντικού του αχίλλεια
αχιλλεών	noun	γενική πληθυντικού του αχιλλέα
αχινέ	noun	κλητική ενικού του αχινός
αχινέε	=	αχινέος
αχινέο	=	αχινέος
αχινέοι	=	αχινέος
αχινέος	noun	άλλη μορφή του αχινός
αχινέου	=	αχινέος
αχινέους	=	αχινέος
αχινέων	=	αχινέος
αχινιέ	noun	κλητική ενικού του αχινιός
αχινιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχινιός
αχινιού	noun	γενική ενικού του αχινιός
αχινιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αχινιός
αχινιό	noun	αιτιατική ενικού του αχινιός
αχινιός	noun	άλλη μορφή του αχινός
αχινιών	noun	γενική πληθυντικού του αχινιός
αχινοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχινός
αχινομακαρονάδα	noun	μακαρονάδα με αχινούς
αχινομακαρονάδας	=	αχινομακαρονάδα
αχινομακαρονάδες	=	αχινομακαρονάδα
αχινομακαρονάδων	=	αχινομακαρονάδα
αχινοσαλάτα	noun	σαλάτα με αχινό
αχινοσαλάτας	=	αχινοσαλάτα
αχινοσαλάτες	=	αχινοσαλάτα
αχινοσαλατών	=	αχινοσαλάτα
αχινού	noun	γενική ενικού του αχινός
αχινούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αχινός
αχινό	noun	αιτιατική ενικού του αχινός
αχινός	noun	θαλάσσιο ζώο με ασβεστολιθικό κέλυφος που καλύπτεται από αγκάθια
αχινόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τους βραστούς αχινούς
αχινόσουπας	noun	γενική ενικού του αχινόσουπα
αχινόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχινόσουπα
αχινών	noun	γενική πληθυντικού του αχινός
αχιουρές	noun	κρητική ονομασία του ασουρέ, πολίτικου γλυκού απο όσπρια, σπόρους, ξηρούς καρπούς και φρούτα.
αχιόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχιόνιστο
αχιόνιστε	adj	κλητική ενικού του αχιόνιστος
αχιόνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχιόνιστη
αχιόνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχιόνιστος
αχιόνιστης	adj	γενική ενικού του αχιόνιστη
αχιόνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αχιόνιστος
αχιόνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχιόνιστος
αχιόνιστος	adj	που δεν έχει χιονίσει πάνω του ή κατά τη διάρκειας του
αχιόνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχιόνιστος
αχιόνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχιόνιστος
αχιόνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχιόνιστος
αχλάδα	noun	η αχλαδιά
αχλάδας	=	αχλάδα
αχλάδες	=	αχλάδα
αχλάδι	noun	ο εδώδιμος καρπός της αχλαδιάς, μικρό φρούτο που έχει πράσινη φλούδα, γλυκιά σάρκα, μικρούς σπόρους και ωοειδές σχήμα με στενό λαιμό προς το κοτσάνι
αχλάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλάδι
αχλάδων	=	αχλάδα
αχλές	=	αχλή
αχλή	noun|formal	θολούρα της ατμόσφαιρας που προέρχεται από ατμοσφαιρική υγρασία, σκόνη και (κατ’ επέκταση) ομίχλη, καταχνιά
αχλής	=	αχλή
αχλαδιά	noun	οπωροφόρο δέντρο του γένους Pyrus, με ωοειδή φύλλα και με καρπούς τα αχλάδια
αχλαδιάς	noun	γενική ενικού του αχλαδιά
αχλαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλαδιά
αχλαδιού	=	αχλάδι
αχλαδιών	=	αχλάδι
αχλαδομηλιά	noun	οπωροφόρο δέντρο (είδος Pyrus pyrifolia) της οικογένειας Ροδίδες το οποίο συγγενεύει με την αχλαδιά και τη μηλιά
αχλαδομηλιάς	=	αχλαδομηλιά
αχλαδομηλιές	=	αχλαδομηλιά
αχλαδομηλιών	=	αχλαδομηλιά
αχλαδόκρασα	=	αχλαδόκρασο
αχλαδόκρασο	noun	ο απιδίτης
αχλαδόκρασου	=	αχλαδόκρασο
αχλαδόκρασων	=	αχλαδόκρασο
αχλαδόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλαδόμηλο
αχλαδόμηλο	noun	ο εδώδιμος καρπός της αχλαδομηλιάς, φρούτο που έχει μορφή μήλου και γεύση μεταξύ αχλαδιού και μήλου, ιδιαίτερα εύγευστο
αχλαδόμηλου	noun	γενική ενικού του αχλαδόμηλο
αχλαδόμηλων	noun	γενική πληθυντικού του αχλαδόμηλο
αχλαδόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλαδόσχημο
αχλαδόσχημε	adj	κλητική ενικού του αχλαδόσχημος
αχλαδόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλαδόσχημη
αχλαδόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχλαδόσχημος
αχλαδόσχημης	adj	γενική ενικού του αχλαδόσχημη
αχλαδόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του αχλαδόσχημος
αχλαδόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχλαδόσχημος
αχλαδόσχημος	adj	που έχει σχήμα αχλαδιού
αχλαδόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχλαδόσχημος
αχλαδόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχλαδόσχημος
αχλαδόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχλαδόσχημος
αχλεύαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχλεύαστος	adv	με αχλεύαστο τρόπο, χωρίς χλευασμό
αχλεύαστε	adj	κλητική ενικού του αχλεύαστος
αχλεύαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλεύαστη
αχλεύαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχλεύαστος
αχλεύαστης	adj	γενική ενικού του αχλεύαστη
αχλεύαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχλεύαστος
αχλεύαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχλεύαστος
αχλεύαστος	adj	που δεν τον έχουν χλευάσει
αχλεύαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχλεύαστος
αχλεύαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχλεύαστος
αχλεύαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχλεύαστος
αχλωρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλωρωτικό
αχλωρωτικέ	adj	κλητική ενικού του αχλωρωτικός
αχλωρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλωρωτική
αχλωρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχλωρωτικός
αχλωρωτικής	adj	γενική ενικού του αχλωρωτική
αχλωρωτικη	=	αχλωρωτικός
αχλωρωτικο	=	αχλωρωτικός
αχλωρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχλωρωτικός
αχλωρωτικού	adj	γενική ενικού του αχλωρωτικός
αχλωρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχλωρωτικός
αχλωρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του αχλωρωτικός
αχλωρωτικός	adj	αυτός που στερείται χλωροφύλλης.
αχλωρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του αχλωρωτικός
αχλύ	noun	αιτιατική και κλητική ενικού του αχλύς
αχλύες	=	αχλύς
αχλύος	=	αχλύς
αχλύς	noun|formal	αρχαιοπρεπής μορφή του αχλή
αχλύων	=	αχλύς
αχλών	=	αχλή
αχμάκη	=	αχμάκης
αχμάκηδες	=	αχμάκης
αχμάκηδων	=	αχμάκης
αχμάκης	noun|vulgar	κουτός, ανόητος
αχμάκισσα	=	αχμάκης
αχμάκισσας	noun	γενική ενικού του αχμάκισσα
αχμάκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχμάκισσα
αχμακισσών	noun	γενική πληθυντικού του αχμάκισσα
αχμιμικά	noun	η παλαιότερη διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην Αίγυπτο, στην περιοχή της πόλης Αχμίμ (Πανόπολη)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχμιμικός
αχνά	adv	με αχνό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνό
αχνάδα	noun	αχνός
αχνάδας	noun	γενική ενικού του αχνάδα
αχνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνάδα
αχνάρι	noun	το αποτύπωμα του πέλματος ανθρώπου ή ζώου, πατημασιά
αχνάρια	=	αχνάρι
αχνέ	adj	κλητική ενικού του αχνός
αχνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνή
αχνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνός
αχνής	adj	γενική ενικού του αχνή
αχνίζαμε	=	αχνίζω
αχνίζαν	=	αχνίζω
αχνίζανε	=	αχνίζω
αχνίζατε	=	αχνίζω
αχνίζει	=	αχνίζω
αχνίζεις	=	αχνίζω
αχνίζετε	=	αχνίζω
αχνίζομαι	=	αχνίζω
αχνίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αχνίζω
αχνίζουμε	=	αχνίζω
αχνίζουν	=	αχνίζω
αχνίζουνε	=	αχνίζω
αχνίζω	verb	βγάζω αχνούς
αχνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίσαν	=	αχνίζω
αχνίσανε	=	αχνίζω
αχνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχνισμα
αχνίσματος	noun	γενική ενικού του άχνισμα
αχνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχνίστηκα	=	αχνίζω
αχνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνίζω
αχναριού	=	αχνάρι
αχναριών	=	αχνάρι
αχνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του άχνισμα
αχνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνισμένο
αχνισμένε	verb	κλητική ενικού του αχνισμένος
αχνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνισμένη
αχνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνισμένος
αχνισμένης	verb	γενική ενικού του αχνισμένη
αχνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του αχνισμένος
αχνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνισμένος
αχνισμένος	=	αχνίζω
αχνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχνισμένος
αχνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αχνισμένος
αχνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχνισμένος
αχνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνιστό	adv	με αχνιστό τρόπο, αχνίζοντας
αχνιστέ	adj	κλητική ενικού του αχνιστός
αχνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνιστή
αχνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνιστός
αχνιστής	adj	γενική ενικού του αχνιστή
αχνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνιστός
αχνιστού	adj	γενική ενικού του αχνιστός
αχνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνιστός
αχνιστό	adj	αιτιατική ενικού του αχνιστός
αχνιστός	adj	που αχνίζει, βγάζει αχνούς επειδή έχει υψηλή θερμοκρασία
αχνιστών	adj	γενική πληθυντικού του αχνιστός
αχνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνός
αχνοδιάγραφε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιάγραψε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραφα	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραφαν	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραφε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραφες	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραψα	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραψαν	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραψε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιέγραψες	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφαμε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφαν	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφανε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφατε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφει	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφεις	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφετε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφοντας	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφουμε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφουν	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφουνε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράφω	verb	διαγράφω αχνά
αχνοδιαγράψαμε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράψαν	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράψανε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράψατε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράψει	=	αχνοδιαγράφω
αχνοδιαγράψτε	=	αχνοδιαγράφω
αχνοζωγραφισμένα	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένε	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένες	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένη	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένης	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένο	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένοι	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένος	adj	που έχει ζωγραφιστεί αχνά ή έχει καταντήσει αχνός από την πολυκαιρία
αχνοζωγραφισμένου	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένους	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοζωγραφισμένων	=	αχνοζωγραφισμένος
αχνοκέρι	noun	το κεράκι που φέγγει αδύναμα
αχνοκέρια	=	αχνοκέρι
αχνοτρέμω	verb|literary	τρέμω ελαφρά
αχνοφάνηκα	=	αχνοφαίνομαι
αχνοφέγγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του αχνοφέγγω
αχνοφέγγω	verb	φέγγω αχνά
αχνοφέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνοφαίνομαι	verb	φαίνομαι αμυδρά
αχνοφεγγιά	noun	το αποτέλεσμα του αχνοφέγγω
αχνοφεγγιάς	=	αχνοφεγγιά
αχνοφεγγιές	=	αχνοφεγγιά
αχνοφεγγιών	=	αχνοφεγγιά
αχνοφωτίζω	verb	φωτίζω αχνά
αχνοφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνοφώτιστο
αχνοφώτιστε	adj	κλητική ενικού του αχνοφώτιστος
αχνοφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνοφώτιστη
αχνοφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνοφώτιστος
αχνοφώτιστης	adj	γενική ενικού του αχνοφώτιστη
αχνοφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αχνοφώτιστος
αχνοφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνοφώτιστος
αχνοφώτιστος	adj|literary	που φωτίζεται αχνά
αχνοφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχνοφώτιστος
αχνοφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνοφώτιστος
αχνοφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχνοφώτιστος
αχνού	adj	γενική ενικού του αχνός
αχνούδιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνούδιαστο
αχνούδιαστε	adj	κλητική ενικού του αχνούδιαστος
αχνούδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνούδιαστη
αχνούδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνούδιαστος
αχνούδιαστης	adj	γενική ενικού του αχνούδιαστη
αχνούδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχνούδιαστος
αχνούδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνούδιαστος
αχνούδιαστος	adj	άλλη μορφή του άχνουδος
αχνούδιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχνούδιαστος
αχνούδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνούδιαστος
αχνούδιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχνούδιαστος
αχνούδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνούδωτο
αχνούδωτε	adj	κλητική ενικού του αχνούδωτος
αχνούδωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνούδωτη
αχνούδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνούδωτος
αχνούδωτης	adj	γενική ενικού του αχνούδωτη
αχνούδωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχνούδωτος
αχνούδωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνούδωτος
αχνούδωτος	adj	άλλη μορφή του άχνουδος
αχνούδωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχνούδωτος
αχνούδωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνούδωτος
αχνούδωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχνούδωτος
αχνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνός
αχνό	adj	αιτιατική ενικού του αχνός
αχνόγραμμα	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμε	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμες	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμη	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμης	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμο	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμοι	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμος	adj	που οι γραμμές του είναι ο αχνές
αχνόγραμμου	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμους	=	αχνόγραμμος
αχνόγραμμων	=	αχνόγραμμος
αχνός	adj	που τον διακρίνεις με δυσκολία, διόλου έντονος, σαν να τον κρύβει ομίχλη ή ατμός, αδιόρατος	noun	ο ατμός που αναδύεται από κάτι που βράζει ή που έχει υψηλή θερμοκρασία σε σύγκριση με το περιβάλλον (π.χ. η ανθρώπινη πνοή όταν κάποιος βρίσκεται σε ψυχρό περιβάλλον)
αχνότρεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνότρεμο
αχνότρεμε	adj	κλητική ενικού του αχνότρεμος
αχνότρεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνότρεμη
αχνότρεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνότρεμος
αχνότρεμης	adj	γενική ενικού του αχνότρεμη
αχνότρεμο	adj	αιτιατική ενικού του αχνότρεμος
αχνότρεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνότρεμος
αχνότρεμος	adj|literary	που τρέμει ελαφρά
αχνότρεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχνότρεμος
αχνότρεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνότρεμος
αχνότρεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχνότρεμος
αχνόφεγγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνόφεγγο
αχνόφεγγο	noun	το αποτέλεσμα του αχνοφέγγω
αχνόφεγγου	noun	γενική ενικού του αχνόφεγγο
αχνόφεγγων	noun	γενική πληθυντικού του αχνόφεγγο
αχνόφεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνόφεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνόφεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνόφεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχνοφέγγω
αχνόφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνόφωτο
αχνόφωτε	adj	κλητική ενικού του αχνόφωτος
αχνόφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχνόφωτη
αχνόφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχνόφωτος
αχνόφωτης	adj	γενική ενικού του αχνόφωτη
αχνόφωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχνόφωτος
αχνόφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχνόφωτος
αχνόφωτος	adj|literary	που φωτίζει ή φωτίζεται αχνά
αχνόφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχνόφωτος
αχνόφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχνόφωτος
αχνόφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχνόφωτος
αχνών	adj	γενική πληθυντικού του αχνός
αχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχός
αχολέριαστος	adj|dated	που δεν έχει χολεριάσει
αχολογά	=	αχολογώ
αχολογάει	=	αχολογώ
αχολογάμε	=	αχολογώ
αχολογάν	=	αχολογώ
αχολογάνε	=	αχολογώ
αχολογάς	=	αχολογώ
αχολογάτε	=	αχολογώ
αχολογάω	=	αχολογώ
αχολογές	=	αχολογή
αχολογή	noun	το αποτέλεσμα του αχολογώ
αχολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχολόγημα
αχολογήματος	noun	γενική ενικού του αχολόγημα
αχολογής	=	αχολογή
αχολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσαν	=	αχολογώ
αχολογήσανε	=	αχολογώ
αχολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του αχολόγημα
αχολογιού	=	αχολόι
αχολογιών	=	αχολόι
αχολογούμε	=	αχολογώ
αχολογούν	=	αχολογώ
αχολογούνε	=	αχολογώ
αχολογούσα	=	αχολογώ
αχολογούσαμε	=	αχολογώ
αχολογούσαν	=	αχολογώ
αχολογούσανε	=	αχολογώ
αχολογούσατε	=	αχολογώ
αχολογούσε	=	αχολογώ
αχολογούσες	=	αχολογώ
αχολογώ	verb|literary	παράγω αχό
αχολογών	=	αχολογή
αχολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αχολογάω / αχολογώ
αχολόγα	=	αχολογώ
αχολόγαγε	=	αχολογώ
αχολόγημα	noun	το αποτέλεσμα του αχολογώ
αχολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αχολογώ
αχολόγια	=	αχολόι
αχολόι	noun	θόρυβος, αχός
αχονδροπλασία	noun	(βιολογία): ανώμαλη ανάπτυξη χόνδρων, συνηθέστερη μορφή της οποίας είναι ο ανθρώπινος νανισμός.
αχονδροπλασίας	=	αχονδροπλασία
αχονδροπλασίες	=	αχονδροπλασία
αχονδροπλασιών	=	αχονδροπλασία
αχορήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορήγητο
αχορήγητε	adj	κλητική ενικού του αχορήγητος
αχορήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορήγητη
αχορήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχορήγητος
αχορήγητης	adj	γενική ενικού του αχορήγητη
αχορήγητο	adj	αιτιατική ενικού του αχορήγητος
αχορήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχορήγητος
αχορήγητος	adj	που δεν έχει χορηγηθεί
αχορήγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχορήγητος
αχορήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχορήγητος
αχορήγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχορήγητος
αχορτάριαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορτάριαγο
αχορτάριαγε	adj	κλητική ενικού του αχορτάριαγος
αχορτάριαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορτάριαγη
αχορτάριαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχορτάριαγος
αχορτάριαγης	adj	γενική ενικού του αχορτάριαγη
αχορτάριαγο	adj	αιτιατική ενικού του αχορτάριαγος
αχορτάριαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχορτάριαγος
αχορτάριαγος	adj	άλλη μορφή του αχορτάριαστος, που δεν έχει χορταριάσει
αχορτάριαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχορτάριαγος
αχορτάριαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχορτάριαγος
αχορτάριαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχορτάριαγος
αχορτάριαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορτάριαστο
αχορτάριαστε	adj	κλητική ενικού του αχορτάριαστος
αχορτάριαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορτάριαστη
αχορτάριαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχορτάριαστος
αχορτάριαστης	adj	γενική ενικού του αχορτάριαστη
αχορτάριαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχορτάριαστος
αχορτάριαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχορτάριαστος
αχορτάριαστος	adj	που δεν έχει χορταριάσει
αχορτάριαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχορτάριαστος
αχορτάριαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχορτάριαστος
αχορτάριαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχορτάριαστος
αχορταγιά	noun|vulgar	το να μην χορταίνει κάποιος
αχορταγιάς	noun	γενική ενικού του αχορταγιά
αχορταγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορταγιά
αχορταγιών	=	αχορταγιά
αχορτασιά	noun	το να μην χορταίνει κάποιος
αχορτασιάς	noun	γενική ενικού του αχορτασιά
αχορτασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχορτασιά
αχορτασιών	=	αχορτασιά
αχουζούρευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχουζούρευτο
αχουζούρευτε	adj	κλητική ενικού του αχουζούρευτος
αχουζούρευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχουζούρευτη
αχουζούρευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχουζούρευτος
αχουζούρευτης	adj	γενική ενικού του αχουζούρευτη
αχουζούρευτο	adj	αιτιατική ενικού του αχουζούρευτος
αχουζούρευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχουζούρευτος
αχουζούρευτος	adj|dated	που δεν χουζουρεύει ή δεν συνηθίζει να χουζουρεύει
αχουζούρευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχουζούρευτος
αχουζούρευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχουζούρευτος
αχουζούρευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχουζούρευτος
αχουριού	=	αχούρι
αχουριών	=	αχούρι
αχού	noun	γενική ενικού του αχός	intj	άλλη μορφή του άχου
αχούρι	noun	στάβλος αλόγων ή γαϊδάρων
αχούρια	=	αχούρι
αχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αχός
αχούφτιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχούφτιαστο
αχούφτιαστε	adj	κλητική ενικού του αχούφτιαστος
αχούφτιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχούφτιαστη
αχούφτιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχούφτιαστος
αχούφτιαστης	adj	γενική ενικού του αχούφτιαστη
αχούφτιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχούφτιαστος
αχούφτιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχούφτιαστος
αχούφτιαστος	adj	άλλη μορφή του αχούφτωτος
αχούφτιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχούφτιαστος
αχούφτιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχούφτιαστος
αχούφτιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχούφτιαστος
αχούφτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχούφτωτο
αχούφτωτε	adj	κλητική ενικού του αχούφτωτος
αχούφτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχούφτωτη
αχούφτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχούφτωτος
αχούφτωτης	adj	γενική ενικού του αχούφτωτη
αχούφτωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχούφτωτος
αχούφτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχούφτωτος
αχούφτωτος	adj	που δεν τον έχουν χουφτώσει
αχούφτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχούφτωτος
αχούφτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχούφτωτος
αχούφτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχούφτωτος
αχρέωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρέωτος	adv	χωρίς χρέωση
αχρέωτε	adj	κλητική ενικού του αχρέωτος
αχρέωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρέωτη
αχρέωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρέωτος
αχρέωτης	adj	γενική ενικού του αχρέωτη
αχρέωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχρέωτος
αχρέωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρέωτος
αχρέωτος	adj	που δεν έχει χρεωθεί, που δεν έχει χρέη
αχρέωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρέωτος
αχρέωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρέωτος
αχρέωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρέωτος
αχρήματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρήματο
αχρήματε	adj	κλητική ενικού του αχρήματος
αχρήματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρήματη
αχρήματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρήματος
αχρήματης	adj	γενική ενικού του αχρήματη
αχρήματο	adj	αιτιατική ενικού του αχρήματος
αχρήματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρήματος
αχρήματος	adj	που δεν έχει χρήματα
αχρήματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρήματος
αχρήματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρήματος
αχρήματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρήματος
αχρήστευα	=	αχρηστεύω
αχρήστευαν	=	αχρηστεύω
αχρήστευε	=	αχρηστεύω
αχρήστευες	=	αχρηστεύω
αχρήστευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αχρηστεύω
αχρήστευσης	noun	γενική ενικού του αχρήστευση
αχρήστεψα	=	αχρηστεύω
αχρήστεψαν	=	αχρηστεύω
αχρήστεψε	=	αχρηστεύω
αχρήστεψες	=	αχρηστεύω
αχρεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρείος	adv	κατά τρόπο αχρείο
αχρείας	=	αχρείος
αχρείαστα	=	αχρείαστος
αχρείαστε	=	αχρείαστος
αχρείαστες	=	αχρείαστος
αχρείαστη	=	αχρείαστος
αχρείαστης	=	αχρείαστος
αχρείαστο	=	αχρείαστος
αχρείαστοι	=	αχρείαστος
αχρείαστος	adj	που δεν είναι αναγκαίος ή χρήσιμος
αχρείαστου	=	αχρείαστος
αχρείαστους	=	αχρείαστος
αχρείαστων	=	αχρείαστος
αχρείε	=	αχρείος
αχρείες	=	αχρείος
αχρείο	=	αχρείος
αχρείοι	=	αχρείος
αχρείος	adj	βαρύς απαξιωτικός χαρακτηρισμός κάποιου με ανήθικη, ανέντιμη συμπεριφορά
αχρείου	=	αχρείος
αχρείους	=	αχρείος
αχρείων	=	αχρείος
αχρειολογήσαμε	=	αχρειολογώ
αχρειολογήσαν	=	αχρειολογώ
αχρειολογήσανε	=	αχρειολογώ
αχρειολογήσατε	=	αχρειολογώ
αχρειολογήσει	=	αχρειολογώ
αχρειολογήστε	=	αχρειολογώ
αχρειολογία	noun|rare	τον να λέει κάποιος αχρεία πράγματα
αχρειολογίας	noun	γενική ενικού του αχρειολογία
αχρειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρειολογία
αχρειολογεί	=	αχρειολογώ
αχρειολογείς	=	αχρειολογώ
αχρειολογείτε	=	αχρειολογώ
αχρειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρειολογία
αχρειολογούμε	=	αχρειολογώ
αχρειολογούν	=	αχρειολογώ
αχρειολογούνε	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσα	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσαμε	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσαν	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσανε	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσατε	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσε	=	αχρειολογώ
αχρειολογούσες	=	αχρειολογώ
αχρειολογώ	verb|formal	λέω αχρειολογίες
αχρειολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αχρειολογώ
αχρειολόγει	=	αχρειολογώ
αχρειολόγησα	=	αχρειολογώ
αχρειολόγησαν	=	αχρειολογώ
αχρειολόγησε	=	αχρειολογώ
αχρειολόγησες	=	αχρειολογώ
αχρειολόγος	noun|rare	που λέει αχρεία πράγματα
αχρειοτήτων	=	αχρειότητα
αχρειόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρειόγλωσσο
αχρειόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του αχρειόγλωσσος
αχρειόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρειόγλωσση
αχρειόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρειόγλωσσος
αχρειόγλωσσης	adj	γενική ενικού του αχρειόγλωσση
αχρειόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του αχρειόγλωσσος
αχρειόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρειόγλωσσος
αχρειόγλωσσος	adj|rare	που λέει αχρεία πράγματα
αχρειόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρειόγλωσσος
αχρειόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρειόγλωσσος
αχρειόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρειόγλωσσος
αχρειόλογο	noun|formal	άλλη μορφή του αχρειολογία
αχρειόστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρειόστομο
αχρειόστομε	adj	κλητική ενικού του αχρειόστομος
αχρειόστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρειόστομη
αχρειόστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρειόστομος
αχρειόστομης	adj	γενική ενικού του αχρειόστομη
αχρειόστομο	adj	αιτιατική ενικού του αχρειόστομος
αχρειόστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρειόστομος
αχρειόστομος	adj|formal	ο αισχρολόγος, ο αχρειολόγος
αχρειόστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρειόστομος
αχρειόστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρειόστομος
αχρειόστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρειόστομος
αχρειότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του αχρείου
αχρειότητας	noun	γενική ενικού του αχρειότητα
αχρειότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρειότητα
αχρεωστήτως	adv|formal	χωρίς να χρωστούνται, χωρίς να οφείλονται, χωρίς να τα δικαιούται κάποιος
αχρεώστητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρεώστητος	adv	άλλη μορφή του αχρεωστήτως
αχρεώστητε	adj	κλητική ενικού του αχρεώστητος
αχρεώστητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρεώστητη
αχρεώστητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρεώστητος
αχρεώστητης	adj	γενική ενικού του αχρεώστητη
αχρεώστητο	adj	αιτιατική ενικού του αχρεώστητος
αχρεώστητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρεώστητος
αχρεώστητος	adj|formal	που δεν χρωστιέται, που δεν οφείλεται, που δεν τον δικαιούται κάποιος
αχρεώστητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρεώστητος
αχρεώστητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρεώστητος
αχρεώστητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρεώστητος
αχρημάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρημάτιστο
αχρημάτιστε	adj	κλητική ενικού του αχρημάτιστος
αχρημάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρημάτιστη
αχρημάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρημάτιστος
αχρημάτιστης	adj	γενική ενικού του αχρημάτιστη
αχρημάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αχρημάτιστος
αχρημάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρημάτιστος
αχρημάτιστος	adj	που δεν χρηματίζεται ή δεν έχει χρηματιστεί
αχρημάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρημάτιστος
αχρημάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρημάτιστος
αχρημάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρημάτιστος
αχρηματία	noun	το να είναι κάποιος αχρήματος, να μην έχει χρήματα
αχρηματίας	noun	γενική ενικού του αχρηματία
αχρηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρηματία
αχρηματιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρηματία
αχρηματοδότητα	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητε	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητες	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητη	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητης	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητο	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητοι	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητος	adj	που δεν χρηματοδοτείται ή δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί
αχρηματοδότητου	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητους	=	αχρηματοδότητος
αχρηματοδότητων	=	αχρηματοδότητος
αχρησία	noun	η έλλειψη χρήσης κάποιου πράγματος, η μη χρησιμοποίησή του
αχρησίας	noun	γενική ενικού του αχρησία
αχρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρησία
αχρησίμευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρησίμευτο
αχρησίμευτε	adj	κλητική ενικού του αχρησίμευτος
αχρησίμευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρησίμευτη
αχρησίμευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρησίμευτος
αχρησίμευτης	adj	γενική ενικού του αχρησίμευτη
αχρησίμευτο	adj	αιτιατική ενικού του αχρησίμευτος
αχρησίμευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρησίμευτος
αχρησίμευτος	adj	αυτός που δεν χρησιμεύει
αχρησίμευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρησίμευτος
αχρησίμευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρησίμευτος
αχρησίμευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρησίμευτος
αχρησιμοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρησιμοποίητος	adv	χωρίς να χρησιμοποιείται
αχρησιμοποίητε	adj	κλητική ενικού του αχρησιμοποίητος
αχρησιμοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρησιμοποίητη
αχρησιμοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρησιμοποίητος
αχρησιμοποίητης	adj	γενική ενικού του αχρησιμοποίητη
αχρησιμοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του αχρησιμοποίητος
αχρησιμοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρησιμοποίητος
αχρησιμοποίητος	adj	αυτός που δεν χρησιμοποιείται
αχρησιμοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρησιμοποίητος
αχρησιμοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρησιμοποίητος
αχρησιμοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρησιμοποίητος
αχρησιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρησία
αχρηστέψαμε	=	αχρηστεύω
αχρηστέψαν	=	αχρηστεύω
αχρηστέψανε	=	αχρηστεύω
αχρηστέψατε	=	αχρηστεύω
αχρηστέψει	=	αχρηστεύω
αχρηστέψτε	=	αχρηστεύω
αχρηστία	noun	η ιδιότητα του άχρηστου
αχρηστίας	noun	γενική ενικού του αχρηστία
αχρηστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρηστία
αχρηστευμένος	=	αχρηστεύω
αχρηστευτήκαμε	=	αχρηστεύω
αχρηστευτήκαν	=	αχρηστεύω
αχρηστευτήκανε	=	αχρηστεύω
αχρηστευτήκατε	=	αχρηστεύω
αχρηστευτεί	=	αχρηστεύω
αχρηστευτείτε	=	αχρηστεύω
αχρηστευόμασταν	=	αχρηστεύω
αχρηστευόμαστε	=	αχρηστεύω
αχρηστευόμουν	=	αχρηστεύω
αχρηστευόμουνα	=	αχρηστεύω
αχρηστευόντουσαν	=	αχρηστεύω
αχρηστευόσασταν	=	αχρηστεύω
αχρηστευόσαστε	=	αχρηστεύω
αχρηστευόσουν	=	αχρηστεύω
αχρηστευόσουνα	=	αχρηστεύω
αχρηστευόταν	=	αχρηστεύω
αχρηστευότανε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύαμε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύαν	=	αχρηστεύω
αχρηστεύανε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύατε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύει	=	αχρηστεύω
αχρηστεύεις	=	αχρηστεύω
αχρηστεύεσαι	=	αχρηστεύω
αχρηστεύεστε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύεται	=	αχρηστεύω
αχρηστεύετε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύθηκα	=	αχρηστεύω
αχρηστεύομαι	=	αχρηστεύω
αχρηστεύονται	=	αχρηστεύω
αχρηστεύονταν	=	αχρηστεύω
αχρηστεύοντας	=	αχρηστεύω
αχρηστεύου	=	αχρηστεύω
αχρηστεύουμε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύουν	=	αχρηστεύω
αχρηστεύουνε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρήστευση
αχρηστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του αχρήστευση
αχρηστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του αχρήστευση
αχρηστεύσου	=	αχρηστεύω
αχρηστεύτηκα	=	αχρηστεύω
αχρηστεύτηκαν	=	αχρηστεύω
αχρηστεύτηκε	=	αχρηστεύω
αχρηστεύτηκες	=	αχρηστεύω
αχρηστεύω	verb	καταστρέφω τον μηχανισμό λειτουργίας ενός πράγματος, καθιστώ κάτι άχρηστο και ακατάλληλο για χρήση
αχρηστιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρηστία
αχρονικά	=	αχρονικός
αχρονικέ	=	αχρονικός
αχρονικές	=	αχρονικός
αχρονική	=	αχρονικός
αχρονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (αχρονική) του αχρονικός
αχρονικοί	=	αχρονικός
αχρονικού	=	αχρονικός
αχρονικούς	=	αχρονικός
αχρονικό	=	αχρονικός
αχρονικός	adj	που δεν λαμβάνει υπόψη τον χρόνο, δεν τον ακολουθεί, δεν παρακολουθεί την εξέλιξή του
αχρονικών	=	αχρονικός
αχρονολογήτως	adv|dated	αχρονολόγητα
αχρονολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρονολόγητος	adv	με αχρονολόγητο τρόπο, χωρίς χρονολόγηση
αχρονολόγητε	adj	κλητική ενικού του αχρονολόγητος
αχρονολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρονολόγητη
αχρονολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρονολόγητος
αχρονολόγητης	adj	γενική ενικού του αχρονολόγητη
αχρονολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αχρονολόγητος
αχρονολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρονολόγητος
αχρονολόγητος	adj	που δεν έχει χρονολογηθεί ή δεν μπορεί να χρονολογηθεί
αχρονολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρονολόγητος
αχρονολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρονολόγητος
αχρονολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρονολόγητος
αχρωμάτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρωμάτιστος	adv|figurative	χωρίς χρωματισμό, χωρίς χρώμα
αχρωμάτιστε	adj	κλητική ενικού του αχρωμάτιστος
αχρωμάτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρωμάτιστη
αχρωμάτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρωμάτιστος
αχρωμάτιστης	adj	γενική ενικού του αχρωμάτιστη
αχρωμάτιστο	adj	αιτιατική ενικού του αχρωμάτιστος
αχρωμάτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρωμάτιστος
αχρωμάτιστος	adj|figurative	που δεν έχει χρωματιστεί
αχρωμάτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρωμάτιστος
αχρωμάτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρωμάτιστος
αχρωμάτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρωμάτιστος
αχρωμία	noun|figurative	το να είναι κάποιος άχρωμος, να μην έχει χρώμα
αχρωμίας	noun	γενική ενικού του αχρωμία
αχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρωμία
αχρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρωματικό
αχρωματικέ	adj	κλητική ενικού του αχρωματικός
αχρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρωματική
αχρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρωματικός
αχρωματικής	adj	γενική ενικού του αχρωματική
αχρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρωματικός
αχρωματικού	adj	γενική ενικού του αχρωματικός
αχρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρωματικός
αχρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του αχρωματικός
αχρωματικός	adj	ο στερούμενος απόχρωσης π.χ. λευκός, γκρίζος και μαύρος
αχρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του αχρωματικός
αχρωματοψία	noun	ασθένεια στην οποία ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται ένα η περισσότερα βασικά χρώματα (κόκκινο, πράσινο, μπλε), αλλά μόνο τα σχήματα
αχρωματοψίας	noun	γενική ενικού του αχρωματοψία
αχρωματοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρωματοψία
αχρωματοψιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρωματοψία
αχρωματωπία	noun	άλλη μορφή του αχρωματοψία
αχρωματωπίας	noun	γενική ενικού του αχρωματωπία
αχρωματωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρωματωπία
αχρωματωπιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρωματωπία
αχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του αχρωμία
αχρόνιαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιαγο
αχρόνιαγε	adj	κλητική ενικού του αχρόνιαγος
αχρόνιαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιαγη
αχρόνιαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρόνιαγος
αχρόνιαγης	adj	γενική ενικού του αχρόνιαγη
αχρόνιαγο	adj	αιτιατική ενικού του αχρόνιαγος
αχρόνιαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιαγος
αχρόνιαγος	adj	άλλη μορφή του αχρόνιαστος
αχρόνιαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρόνιαγος
αχρόνιαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρόνιαγος
αχρόνιαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρόνιαγος
αχρόνιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρόνιαστος	adv	χωρίς να έχει χρονίσει, χωρίς να έχει κλείσει χρόνο
αχρόνιαστε	adj	κλητική ενικού του αχρόνιαστος
αχρόνιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιαστη
αχρόνιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρόνιαστος
αχρόνιαστης	adj	γενική ενικού του αχρόνιαστη
αχρόνιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχρόνιαστος
αχρόνιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιαστος
αχρόνιαστος	adj	αχρόνιστος
αχρόνιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρόνιαστος
αχρόνιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρόνιαστος
αχρόνιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρόνιαστος
αχρόνιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχρόνιστος	adv	χωρίς να έχει χρονίσει, χωρίς να έχει κλείσει χρόνο
αχρόνιστε	adj	κλητική ενικού του αχρόνιστος
αχρόνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιστη
αχρόνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχρόνιστος
αχρόνιστης	adj	γενική ενικού του αχρόνιστη
αχρόνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αχρόνιστος
αχρόνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχρόνιστος
αχρόνιστος	adj	αυτός που δεν έχει χρονίσει
αχρόνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχρόνιστος
αχρόνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχρόνιστος
αχρόνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχρόνιστος
αχρύσωτα	=	αχρύσωτος
αχρύσωτε	=	αχρύσωτος
αχρύσωτες	=	αχρύσωτος
αχρύσωτη	=	αχρύσωτος
αχρύσωτης	=	αχρύσωτος
αχρύσωτο	=	αχρύσωτος
αχρύσωτοι	=	αχρύσωτος
αχρύσωτος	adj	που δεν έχει επικαλυφθεί με χρυσό ή δεν έχει βαφεί σε τέτοιο χρώμα
αχρύσωτου	=	αχρύσωτος
αχρύσωτους	=	αχρύσωτος
αχρύσωτων	=	αχρύσωτος
αχς	abbrev	ανώτατο θεσμικό όργανο με αρμοδιότητα γνωμοδότησης και ρύθμισης σε θέματα χημείας και χημικής νομοθεσίας
αχτένιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτένιστο
αχτένιστε	adj	κλητική ενικού του αχτένιστος
αχτένιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτένιστη
αχτένιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχτένιστος
αχτένιστης	adj	γενική ενικού του αχτένιστη
αχτένιστο	adj	αιτιατική ενικού του αχτένιστος
αχτένιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχτένιστος
αχτένιστος	adj	που δεν τον έχουν χτενίσει
αχτένιστου	adj	γενική ενικού του αχτένιστος
αχτένιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχτένιστος
αχτένιστων	adj	γενική πληθυντικού του αχτένιστος
αχτίδα	noun	γραμμή φωτός, άλλη γραφή του ακτίνα
αχτίδας	=	αχτίδα
αχτίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτίδα
αχτίδων	=	αχτίδα
αχτίνα	noun	λαϊκότροπη εκφορά της ακτίνας (λέξη που γράφεται πάντως και ακτίδα και αχτίδα καθώς το κάπα εκφέρεται συχνά ως χι και το δέλτα προέκυψε ακολουθώντας την ηχητική άλλων θηλυκών της τρίτης κλίσης των αρχαίων ελληνικών, λ.χ. των ελπίς-ελπίδος, πατρίς-πατρίδος, ασπίς-ασπίδος)
αχτίνας	=	αχτίνα
αχτίνες	=	αχτίνα
αχτίνων	=	αχτίνα
αχταρμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του αχταρμάς
αχταρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχταρμάς
αχταρμάδων	noun	γενική πληθυντικού του αχταρμάς
αχταρμάς	noun	ανακάτεμα, μπέρδεμα, ανάμιξη· χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια, όταν γίνεται κακή ανάμιξη υλικών, όταν γενικότερα αντί να διευθετηθεί μια κατάσταση γίνεται άνω-κάτω και επικρατεί τελικά σύγχυση
αχτιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτιδωτό	adv	άλλη μορφή του ακτινωτά
αχτιδωτέ	adj	κλητική ενικού του αχτιδωτός
αχτιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτιδωτή
αχτιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχτιδωτός
αχτιδωτής	adj	γενική ενικού του αχτιδωτή
αχτιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχτιδωτός
αχτιδωτού	adj	γενική ενικού του αχτιδωτός
αχτιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχτιδωτός
αχτιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του αχτιδωτός
αχτιδωτός	adj	άλλη μορφή του ακτινωτός
αχτιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του αχτιδωτός
αχτινωτός	=	αχτιδωτός
αχτύπητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτύπητο
αχτύπητε	adj	κλητική ενικού του αχτύπητος
αχτύπητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχτύπητη
αχτύπητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχτύπητος
αχτύπητης	adj	γενική ενικού του αχτύπητη
αχτύπητο	adj	αιτιατική ενικού του αχτύπητος
αχτύπητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχτύπητος
αχτύπητος	adj	που δεν έχει κτυπηθεί
αχτύπητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχτύπητος
αχτύπητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχτύπητος
αχτύπητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχτύπητος
αχυράνθρωπε	=	αχυράνθρωπος
αχυράνθρωπο	=	αχυράνθρωπος
αχυράνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχυράνθρωπος
αχυράνθρωπος	noun	ομοίωμα ανθρώπου από άχυρο
αχυράνθρωπου	=	αχυράνθρωπος
αχυράνθρωπους	=	αχυράνθρωπος
αχυράνθρωπων	=	αχυράνθρωπος
αχυρένια	=	αχυρένιος
αχυρένιας	=	αχυρένιος
αχυρένιε	=	αχυρένιος
αχυρένιες	=	αχυρένιος
αχυρένιο	=	αχυρένιος
αχυρένιοι	=	αχυρένιος
αχυρένιος	adj	που έχει κατασκευαστεί από άχυρο
αχυρένιου	=	αχυρένιος
αχυρένιους	=	αχυρένιος
αχυρένιων	=	αχυρένιος
αχυρανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αχυράνθρωπος
αχυροκαλυβών	noun	γενική πληθυντικού του αχυροκαλύβα
αχυροκαλύβα	noun	καλύβα από άχυρο
αχυροκαλύβας	noun	γενική ενικού του αχυροκαλύβα
αχυροκαλύβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχυροκαλύβα
αχυροσκεπές	=	αχυροσκεπή
αχυροσκεπή	noun	σκεπή φτιαγμένη από άχυρο
αχυροσκεπής	=	αχυροσκεπή
αχυροσκεπών	=	αχυροσκεπή
αχυροστρωμάτων	=	αχυρόστρωμα
αχυροστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχυροστρωμένο
αχυροστρωμένε	verb	κλητική ενικού του αχυροστρωμένος
αχυροστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχυροστρωμένη
αχυροστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχυροστρωμένος
αχυροστρωμένης	verb	γενική ενικού του αχυροστρωμένη
αχυροστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του αχυροστρωμένος
αχυροστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχυροστρωμένος
αχυροστρωμένος	verb	στρωμένος με άχυρα
αχυροστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχυροστρωμένος
αχυροστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του αχυροστρωμένος
αχυροστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχυροστρωμένος
αχυροστρώματα	=	αχυρόστρωμα
αχυροστρώματος	=	αχυρόστρωμα
αχυρωδών	=	αχυρώδης
αχυρόστρωμα	noun	στρώμα φτιαγμένο από άχυρο
αχυρόχρωμα	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμε	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμες	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμη	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμης	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμο	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμοι	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμος	adj	που έχει το χρώμα τού άχυρου
αχυρόχρωμου	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμους	=	αχυρόχρωμος
αχυρόχρωμων	=	αχυρόχρωμος
αχυρώδεις	=	αχυρώδης
αχυρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αχυρώδης
αχυρώδη	=	αχυρώδης
αχυρώδης	adj	που είναι γεμάτος άχυρα
αχυρώδους	=	αχυρώδης
αχυρώνα	=	αχυρώνας
αχυρώνας	noun	κτίσμα που φυλάνε το άχυρο και μερικές φορές χρησιμοποιείται ταυτόχρονα σαν σταύλος
αχυρώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχυρώνας
αχυρώνων	=	αχυρώνας
αχωνεψιά	noun|figurative	το να μην χωνεύεις κάτι (ή κάποιον)
αχωνεψιάς	=	αχωνεψιά
αχωνεψιές	=	αχωνεψιά
αχωνεψιών	=	αχωνεψιά
αχωροθέτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχωροθέτητο
αχωροθέτητε	adj	κλητική ενικού του αχωροθέτητος
αχωροθέτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχωροθέτητη
αχωροθέτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχωροθέτητος
αχωροθέτητης	adj	γενική ενικού του αχωροθέτητη
αχωροθέτητο	adj	αιτιατική ενικού του αχωροθέτητος
αχωροθέτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχωροθέτητος
αχωροθέτητος	adj	που δεν έχει χωροθετηθεί
αχωροθέτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχωροθέτητος
αχωροθέτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχωροθέτητος
αχωροθέτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχωροθέτητος
αχό	noun	αιτιατική ενικού του αχός
αχόλιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχόλιαστος	adv|literary	με αχόλιαστο τρόπο
αχόλιαστε	adj	κλητική ενικού του αχόλιαστος
αχόλιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχόλιαστη
αχόλιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχόλιαστος
αχόλιαστης	adj	γενική ενικού του αχόλιαστη
αχόλιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αχόλιαστος
αχόλιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχόλιαστος
αχόλιαστος	adj|literary	άλλη μορφή του άχολος
αχόλιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχόλιαστος
αχόλιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχόλιαστος
αχόλιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχόλιαστος
αχόρταγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχόρταγος	adv	με αχόρταγο τρόπο, χωρίς να χορταίνουν
αχόρταγε	adj	κλητική ενικού του αχόρταγος
αχόρταγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχόρταγη
αχόρταγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχόρταγος
αχόρταγης	adj	γενική ενικού του αχόρταγη
αχόρταγο	adj	αιτιατική ενικού του αχόρταγος
αχόρταγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχόρταγος
αχόρταγος	adj	άλλη μορφή του αχόρταστος
αχόρταγου	adj	γενική ενικού του αχόρταγος
αχόρταγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχόρταγος
αχόρταγων	adj	γενική πληθυντικού του αχόρταγος
αχόρταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αχόρταστος	adv	με αχόρταστο τρόπο, χωρίς να χορταίνουν
αχόρταστε	adj	κλητική ενικού του αχόρταστος
αχόρταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχόρταστη
αχόρταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχόρταστος
αχόρταστης	adj	γενική ενικού του αχόρταστη
αχόρταστο	adj	αιτιατική ενικού του αχόρταστος
αχόρταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχόρταστος
αχόρταστος	adj	που δε χορταίνει
αχόρταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχόρταστος
αχόρταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχόρταστος
αχόρταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχόρταστος
αχός	noun	συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος
αχύλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχύλωτο
αχύλωτε	adj	κλητική ενικού του αχύλωτος
αχύλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχύλωτη
αχύλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχύλωτος
αχύλωτης	adj	γενική ενικού του αχύλωτη
αχύλωτο	adj	αιτιατική ενικού του αχύλωτος
αχύλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχύλωτος
αχύλωτος	adj	που δεν έχει χυλώσει
αχύλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχύλωτος
αχύλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχύλωτος
αχύλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχύλωτος
αχώ	verb	ηχώ
αχών	noun	γενική πληθυντικού του αχός
αχώνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώνευτο
αχώνευτε	adj	κλητική ενικού του αχώνευτος
αχώνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώνευτη
αχώνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχώνευτος
αχώνευτης	adj	γενική ενικού του αχώνευτη
αχώνευτο	adj	αιτιατική ενικού του αχώνευτος
αχώνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχώνευτος
αχώνευτος	adj	που δεν έχει χωνευτεί, δεν έχει περάσει από το πεπτικό σύστημα
αχώνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχώνευτος
αχώνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχώνευτος
αχώνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχώνευτος
αχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αχώ
αχώρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώρετο
αχώρετε	adj	κλητική ενικού του αχώρετος
αχώρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώρετη
αχώρετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχώρετος
αχώρετης	adj	γενική ενικού του αχώρετη
αχώρετο	adj	αιτιατική ενικού του αχώρετος
αχώρετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχώρετος
αχώρετος	adj|rare	που δεν χωράει κάπου ή δεν είναι δυνατόν να χωρέσει
αχώρετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχώρετος
αχώρετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχώρετος
αχώρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχώρετος
αχώρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώρητο
αχώρητε	adj	κλητική ενικού του αχώρητος
αχώρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώρητη
αχώρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχώρητος
αχώρητης	adj	γενική ενικού του αχώρητη
αχώρητο	adj	αιτιατική ενικού του αχώρητος
αχώρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχώρητος
αχώρητος	adj|rare	που δεν χωράει κάπου ή δεν είναι δυνατόν να χωρέσει
αχώρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχώρητος
αχώρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχώρητος
αχώρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχώρητος
αχώριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώριστο
αχώριστε	adj	κλητική ενικού του αχώριστος
αχώριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχώριστη
αχώριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αχώριστος
αχώριστης	adj	γενική ενικού του αχώριστη
αχώριστο	adj	αιτιατική ενικού του αχώριστος
αχώριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αχώριστος
αχώριστος	adj	που δεν είναι δυνατόν τον χωρίσεις, αδιαίρετος
αχώριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αχώριστος
αχώριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αχώριστος
αχώριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αχώριστος
αψά	adv	άλλη μορφή του αψιά
αψάδα	noun	η ερεθιστική για τη μύτη και τη γλώσσα, χαρκτηριστική γεύση και οσμή ενός ξινού και με έντονη γεύση τροφίμου ή υγρού (λεμονιού, ξυδιού, κρεμμυδιού, τζιντζερ κ.λπ.)
αψάδας	noun	γενική ενικού του αψάδα
αψάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψάδα
αψέκαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψέκαστο
αψέκαστε	adj	κλητική ενικού του αψέκαστος
αψέκαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψέκαστη
αψέκαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψέκαστος
αψέκαστης	adj	γενική ενικού του αψέκαστη
αψέκαστο	adj	αιτιατική ενικού του αψέκαστος
αψέκαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψέκαστος
αψέκαστος	adj|figurative	που δεν έχει ψεκαστεί
αψέκαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψέκαστος
αψέκαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψέκαστος
αψέκαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψέκαστος
αψέντι	noun	δυνατό οινοπνευματώδες ποτό με κύρια συστατικά την άψινθο και το γλυκάνισο
αψέντια	=	αψέντι
αψήλου	adv|literary	ψηλά
αψήφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψήφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψήφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψήφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψήφιση	noun	απείθεια, ανυπακοή, περιφρόνηση, μεταφορικά: γράψιμο
αψήφιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψήφιστο	adv	χρησιμοποιείται κυρίως με το ρήμα παίρνω, στη φράση π.χ. το πήρε αψήφιστα, υποδηλώνοντας ότι κάτι έγινε χωρίς περίσκεψη, με τους ενεργούντες να θεωρούν ένα θέμα πιο ασήμαντο από όσο ήταν ή και να μην αντιδρούν διόλου σε ένα δεδομένο ζήτημα, υποτιμώντας τις συνέπειές του και θεωρώντας το άξιο να αγνοηθεί ή πάντως όχι άξιο ιδιαίτερης προσοχής
αψήφιστε	adj	κλητική ενικού του αψήφιστος
αψήφιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψήφιστη
αψήφιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψήφιστος
αψήφιστης	adj	γενική ενικού του αψήφιστη
αψήφιστο	adj	αιτιατική ενικού του αψήφιστος
αψήφιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψήφιστος
αψήφιστος	adj	που δεν έχει ψηφιστεί, δεν τον έχουν ψηφίσει (για άψυχα, π.χ. για νόμο ή νομοσχέδιο, αλλά και για βουλευτές ή πολιτικούς εν γένει)
αψήφιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψήφιστος
αψήφιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψήφιστος
αψήφιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψήφιστος
αψίδα	noun	η καμάρα, η κατασκευή με σχήμα καμπύλο που μοιάζει με του τόξου
αψίδας	=	αψίδα
αψίδες	=	αψίδα
αψίδωμα	noun	η αψίδα
αψίδων	=	αψίδα
αψίδωνα	=	αψιδώνω
αψίδωναν	=	αψιδώνω
αψίδωνε	=	αψιδώνω
αψίδωνες	=	αψιδώνω
αψίδωσα	=	αψιδώνω
αψίδωσαν	=	αψιδώνω
αψίδωσε	=	αψιδώνω
αψίδωσες	=	αψιδώνω
αψίδωση	noun	η αψίδα
αψίδωσης	noun	γενική ενικού του αψίδωση
αψίθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οξύθυμος	adv	με αψίθυμο τρόπο
αψίθυμε	adj	κλητική ενικού του αψίθυμος
αψίθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίθυμη
αψίθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψίθυμος
αψίθυμης	adj	γενική ενικού του αψίθυμη
αψίθυμο	adj	αιτιατική ενικού του αψίθυμος
αψίθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψίθυμος
αψίθυμος	adj	που εξοργίζεται εύκολα
αψίθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψίθυμος
αψίθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψίθυμος
αψίθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψίθυμος
αψίκορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αψίκορος	adv	με αψίκορο τρόπο
αψίκορε	adj	κλητική ενικού του αψίκορος
αψίκορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίκορη
αψίκορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψίκορος
αψίκορης	adj	γενική ενικού του αψίκορη
αψίκορο	adj	αιτιατική ενικού του αψίκορος
αψίκοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψίκορος
αψίκορος	adj	οξύθυμος, ευέξαπτος
αψίκορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψίκορος
αψίκορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψίκορος
αψίκορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψίκορος
αψίνθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίνθιο
αψίνθιο	noun	αψιθιά
αψίνθιον	=	αψιθιά
αψίνθιου	noun	γενική ενικού του αψίνθιο
αψίνθιων	noun	γενική πληθυντικού του αψίνθιο
αψίνθου	=	άψινθος
αψίνθους	=	άψινθος
αψίνθων	=	άψινθος
αψίχολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίχολο
αψίχολε	adj	κλητική ενικού του αψίχολος
αψίχολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίχολη
αψίχολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψίχολος
αψίχολης	adj	γενική ενικού του αψίχολη
αψίχολο	adj	αιτιατική ενικού του αψίχολος
αψίχολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψίχολος
αψίχολος	adj|rare	ο αψίθυμος, αψίκορος
αψίχολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψίχολος
αψίχολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψίχολος
αψίχολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψίχολος
αψαλίδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αψαλίδιστος	adv|figurative	με αψαλίδιστο τρόπο
αψαλίδιστε	adj	κλητική ενικού του αψαλίδιστος
αψαλίδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψαλίδιστη
αψαλίδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψαλίδιστος
αψαλίδιστης	adj	γενική ενικού του αψαλίδιστη
αψαλίδιστο	adj	αιτιατική ενικού του αψαλίδιστος
αψαλίδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψαλίδιστος
αψαλίδιστος	adj	που δεν έχει ψαλιδιστεί
αψαλίδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψαλίδιστος
αψαλίδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψαλίδιστος
αψαλίδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψαλίδιστος
αψαχούλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αψαχούλευτος	adv	χωρίς ψαχούλεμα
αψαχούλευτε	adj	κλητική ενικού του αψαχούλευτος
αψαχούλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψαχούλευτη
αψαχούλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψαχούλευτος
αψαχούλευτης	adj	γενική ενικού του αψαχούλευτη
αψαχούλευτο	adj	αιτιατική ενικού του αψαχούλευτος
αψαχούλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψαχούλευτος
αψαχούλευτος	adj	που δεν έχει ψαχουλευτεί
αψαχούλευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψαχούλευτος
αψαχούλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψαχούλευτος
αψαχούλευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψαχούλευτος
αψείς	=	αψύς
αψεγάδιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψεγάδιαστο
αψεγάδιαστε	adj	κλητική ενικού του αψεγάδιαστος
αψεγάδιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψεγάδιαστη
αψεγάδιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψεγάδιαστος
αψεγάδιαστης	adj	γενική ενικού του αψεγάδιαστη
αψεγάδιαστο	adj	αιτιατική ενικού του αψεγάδιαστος
αψεγάδιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψεγάδιαστος
αψεγάδιαστος	adj	που δεν έχει κανένα ψεγάδι, κανένα ελάττωμα
αψεγάδιαστου	adj	γενική ενικού του αψεγάδιαστος
αψεγάδιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψεγάδιαστος
αψεγάδιαστων	adj	γενική πληθυντικού του αψεγάδιαστος
αψεντιού	=	αψέντι
αψεντιών	=	αψέντι
αψευδές	=	αψευδής
αψευδή	=	αψευδής
αψευδής	adj	που σίγουρα δεν αποτελεί ψεύδος, που είναι αδύνατον να διαψευσθεί, βεβαιωμένα ακριβής
αψευδείς	=	αψευδής
αψευδούς	=	αψευδής
αψευδών	=	αψευδής
αψηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψηλό	adv	υψηλά, σε υψηλό τόπο, εκεί πάνω
αψηλάφητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αψηλάφητος	adv	με αψηλάφητο τρόπο, χωρίς ψηλάφηση
αψηλάφητε	adj	κλητική ενικού του αψηλάφητος
αψηλάφητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψηλάφητη
αψηλάφητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψηλάφητος
αψηλάφητης	adj	γενική ενικού του αψηλάφητη
αψηλάφητο	adj	αιτιατική ενικού του αψηλάφητος
αψηλάφητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψηλάφητος
αψηλάφητος	adj	που δεν έχει ψηλαφηθεί
αψηλάφητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψηλάφητος
αψηλάφητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψηλάφητος
αψηλάφητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψηλάφητος
αψηλέ	adj	κλητική ενικού του αψηλός
αψηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψηλή
αψηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψηλός
αψηλής	adj	γενική ενικού του αψηλή
αψηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψηλός
αψηλού	adj	γενική ενικού του αψηλός
αψηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψηλός
αψηλό	adj	αιτιατική ενικού του αψηλός
αψηλός	adj	ο ψηλός
αψηλών	adj	γενική πληθυντικού του αψηλός
αψηλώνω	=	ψηλώνω
αψηφάω	=	αψηφώ
αψηφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αψηφώ
αψηφιά	noun|literary	άλλη μορφή του αψιθιά
αψηφιάς	=	αψηφιά
αψηφιές	=	αψηφιά
αψηφισιά	noun	το να αψηφά κάποιος κάτι
αψηφισιάς	=	αψηφισιά
αψηφισιές	=	αψηφισιά
αψηφισιών	=	αψηφισιά
αψηφιών	=	αψηφιά
αψηφώ	verb	δεν δίνω την ανάλογη σημασία σε έναν κίνδυνο ή μια απειλή ή σε κάτι δυσάρεστο, επειδή με παροτρύνει σε δράση ένα ισχυρότερο κίνητρο
αψιά	adv	με αψύ τρόπο ή γεύση
αψιάς	=	αψύς
αψιέ	=	αψιός
αψιές	=	αψύς
αψιδοειδές	=	αψιδοειδής
αψιδοειδή	=	αψιδοειδής
αψιδοειδής	adj	που το σχήμα του μοιάζει με αψίδα
αψιδοειδείς	=	αψιδοειδής
αψιδοειδούς	=	αψιδοειδής
αψιδοειδών	=	αψιδοειδής
αψιδοστάτες	=	αψιδοστάτης
αψιδοστάτη	=	αψιδοστάτης
αψιδοστάτης	noun	το στήριγμα μιας αψίδας, κυρίως σε ναούς
αψιδοστατών	=	αψιδοστάτης
αψιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του αψίδωμα
αψιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιδωτό	adv	σε σχήμα / μορφή αψίδας
αψιδωτέ	adj	κλητική ενικού του αψιδωτός
αψιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιδωτή
αψιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψιδωτός
αψιδωτής	adj	γενική ενικού του αψιδωτή
αψιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψιδωτός
αψιδωτού	adj	γενική ενικού του αψιδωτός
αψιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψιδωτός
αψιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του αψιδωτός
αψιδωτός	adj	που έχει αψίδα ή αψίδες
αψιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του αψιδωτός
αψιδόλιθε	=	αψιδόλιθος
αψιδόλιθο	=	αψιδόλιθος
αψιδόλιθοι	=	αψιδόλιθος
αψιδόλιθος	noun	ο θολίτης
αψιδόλιθου	=	αψιδόλιθος
αψιδόλιθους	=	αψιδόλιθος
αψιδόλιθων	=	αψιδόλιθος
αψιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίδωμα
αψιδώματος	noun	γενική ενικού του αψίδωμα
αψιδώναμε	=	αψιδώνω
αψιδώναν	=	αψιδώνω
αψιδώνανε	=	αψιδώνω
αψιδώνατε	=	αψιδώνω
αψιδώνει	=	αψιδώνω
αψιδώνεις	=	αψιδώνω
αψιδώνετε	=	αψιδώνω
αψιδώνοντας	=	αψιδώνω
αψιδώνουμε	=	αψιδώνω
αψιδώνουν	=	αψιδώνω
αψιδώνουνε	=	αψιδώνω
αψιδώνω	verb	σχηματίζω αψίδα
αψιδώσαμε	=	αψιδώνω
αψιδώσαν	=	αψιδώνω
αψιδώσανε	=	αψιδώνω
αψιδώσατε	=	αψιδώνω
αψιδώσει	=	αψιδώνω
αψιδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψίδωση
αψιδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του αψίδωση
αψιδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του αψίδωση
αψιδώστε	=	αψιδώνω
αψιθιά	noun|vulgar	η άψινθος
αψιθιάς	noun	γενική ενικού του αψιθιά
αψιθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιθιά
αψιθιών	=	αψιθιά
αψιθυμία	noun	το να είναι κάποιος αψίθυμος
αψιθυμίας	noun	γενική ενικού του αψιθυμία
αψιθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιθυμία
αψιθυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιθυμικό
αψιθυμικέ	adj	κλητική ενικού του αψιθυμικός
αψιθυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιθυμική
αψιθυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψιθυμικός
αψιθυμικής	adj	γενική ενικού του αψιθυμική
αψιθυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψιθυμικός
αψιθυμικού	adj	γενική ενικού του αψιθυμικός
αψιθυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψιθυμικός
αψιθυμικό	adj	αιτιατική ενικού του αψιθυμικός
αψιθυμικός	adj	που έχει σχέση με την αψιθυμία ή τον αψίθυμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
αψιθυμικών	adj	γενική πληθυντικού του αψιθυμικός
αψιθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του αψιθυμία
αψιλία	noun|vulgar	η έλλειψη χρημάτων
αψιλίας	noun	γενική ενικού του αψιλία
αψιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιλία
αψιλιών	noun	γενική πληθυντικού του αψιλία
αψιμαχία	noun	όχι ιδιαίτερα έντονη σύγκρουση αντιπάλων ενόπλων δυνάμεων, μάλλον ασήμαντη σύγκρουση
αψιμαχίας	noun	γενική ενικού του αψιμαχία
αψιμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιμαχία
αψιμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του αψιμαχία
αψιμαχώ	verb	προχωρώ σε όχι ιδιαίτερα σκληρές στρατιωτικές συγκρούσεις με τις ένοπλες δυνάμεις αντιπάλου, χωρίς ιδιαίτερα κέρδη και απώλειες εκατέρωθεν
αψιμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αψιμαχώ
αψιμυθίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιμυθίωτο
αψιμυθίωτε	adj	κλητική ενικού του αψιμυθίωτος
αψιμυθίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιμυθίωτη
αψιμυθίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψιμυθίωτος
αψιμυθίωτης	adj	γενική ενικού του αψιμυθίωτη
αψιμυθίωτο	adj	αιτιατική ενικού του αψιμυθίωτος
αψιμυθίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψιμυθίωτος
αψιμυθίωτος	adj	που δεν είναι καλλωπισμένος με ψιμύθια
αψιμυθίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψιμυθίωτος
αψιμυθίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψιμυθίωτος
αψιμυθίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψιμυθίωτος
αψινθιά	noun	άλλη μορφή του αψιθιά
αψινθιάς	=	αψινθιά
αψινθιές	=	αψινθιά
αψινθιών	=	αψινθιά
αψιοί	=	αψύς
αψιού	=	αψύς
αψιούς	=	αψύς
αψιφιά	noun	άλλη μορφή του αψιθιά
αψιφιάς	=	αψιφιά
αψιφιές	=	αψιφιά
αψιφιών	=	αψιφιά
αψιχάλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιχάλιστο
αψιχάλιστε	adj	κλητική ενικού του αψιχάλιστος
αψιχάλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψιχάλιστη
αψιχάλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψιχάλιστος
αψιχάλιστης	adj	γενική ενικού του αψιχάλιστη
αψιχάλιστο	adj	αιτιατική ενικού του αψιχάλιστος
αψιχάλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψιχάλιστος
αψιχάλιστος	adj	που κατά τη διάρκειά του δεν ψιχαλίζει
αψιχάλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψιχάλιστος
αψιχάλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψιχάλιστος
αψιχάλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψιχάλιστος
αψιό	=	αψιός
αψιός	adj	άλλη μορφή του αψύς
αψιών	=	αψύς
αψιώνω	verb	ζεσταίνομαι
αψού	intj	ηχομιμητική λέξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηριστικό ήχο του φταρνίσματος
αψυχαγώγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αψυχαγώγητος	adv	με αψυχαγώγητο τρόπο, χωρίς ψυχαγωγία
αψυχαγώγητε	adj	κλητική ενικού του αψυχαγώγητος
αψυχαγώγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψυχαγώγητη
αψυχαγώγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψυχαγώγητος
αψυχαγώγητης	adj	γενική ενικού του αψυχαγώγητη
αψυχαγώγητο	adj	αιτιατική ενικού του αψυχαγώγητος
αψυχαγώγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψυχαγώγητος
αψυχαγώγητος	adj	που δεν έχει ψυχαγωγηθεί ή δεν τον έχουν ψυχαγωγήσει
αψυχαγώγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψυχαγώγητος
αψυχαγώγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψυχαγώγητος
αψυχαγώγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψυχαγώγητος
αψυχολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψυχολόγητο	adv	με τρόπο που δεν μαρτυρεί ώριμη, ψύχραιμη σκέψη, που δείχνει να μην είναι αποτέλεσμα περίσκεψης και προβληματισμού για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού, αλλά που μοιάζει απεναντίας παράλογος, χωρίς να μπορούν να ερμηνευτούν με λογική ή με ψυχολογικούς κανόνες τα κίνητρα και οι στόχοι του ενεργούντος
αψυχολόγητε	adj	κλητική ενικού του αψυχολόγητος
αψυχολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψυχολόγητη
αψυχολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψυχολόγητος
αψυχολόγητης	adj	γενική ενικού του αψυχολόγητη
αψυχολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του αψυχολόγητος
αψυχολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψυχολόγητος
αψυχολόγητος	adj	η ενέργεια που δεν μπορεί να ερμηνευτεί με τους βασικούς κανόνες της ψυχολογίας ή και της κοινής λογικής, που μπορεί να χαρακτηριστεί παράλογη ή αδικαιολόγητη ή κουτή ή άσκοπη ή άστοχη καθώς δεν επιφέρει ικανό όφελος για εκείνον που προχώρησε σε αυτήν
αψυχολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψυχολόγητος
αψυχολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψυχολόγητος
αψυχολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψυχολόγητος
αψυχοπόνετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψυχοπόνετο
αψυχοπόνετε	adj	κλητική ενικού του αψυχοπόνετος
αψυχοπόνετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψυχοπόνετη
αψυχοπόνετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψυχοπόνετος
αψυχοπόνετης	adj	γενική ενικού του αψυχοπόνετη
αψυχοπόνετο	adj	αιτιατική ενικού του αψυχοπόνετος
αψυχοπόνετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψυχοπόνετος
αψυχοπόνετος	adj	ο άπονος, ο σκληρόκαρδος, ο σκληρόψυχος, ο ανελέητος, που δεν αισθάνεται λύπηση, οίκτο
αψυχοπόνετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψυχοπόνετος
αψυχοπόνετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψυχοπόνετος
αψυχοπόνετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψυχοπόνετος
αψύ	=	αψύς
αψύς	adj	που έχει πολύ έντονη, ερεθιστική γεύση, πικάντικη ή καυτερή
αψύτητα	noun|rare	η ιδιότητα του αψύ / αψιού
αψύχραντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψύχραντο
αψύχραντε	adj	κλητική ενικού του αψύχραντος
αψύχραντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψύχραντη
αψύχραντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψύχραντος
αψύχραντης	adj	γενική ενικού του αψύχραντη
αψύχραντο	adj	αιτιατική ενικού του αψύχραντος
αψύχραντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψύχραντος
αψύχραντος	adj	που δεν έχει ψυχρανθεί
αψύχραντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψύχραντος
αψύχραντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψύχραντος
αψύχραντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψύχραντος
αψύχωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψύχωτο
αψύχωτε	adj	κλητική ενικού του αψύχωτος
αψύχωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψύχωτη
αψύχωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψύχωτος
αψύχωτης	adj	γενική ενικού του αψύχωτη
αψύχωτο	adj	αιτιατική ενικού του αψύχωτος
αψύχωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψύχωτος
αψύχωτος	adj	που δεν τον έχουν εμψυχώσει, δεν του έχουν δώσει θάρρος
αψύχωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψύχωτος
αψύχωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψύχωτος
αψύχωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψύχωτος
αψών	noun	γενική πληθυντικού του άψα
αψώνιστα	adv	χωρίς να τον έχουν ψωνίσει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αψώνιστος
αψώνιστε	adj	κλητική ενικού του αψώνιστος
αψώνιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αψώνιστη
αψώνιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αψώνιστος
αψώνιστης	adj	γενική ενικού του αψώνιστη
αψώνιστο	adj	αιτιατική ενικού του αψώνιστος
αψώνιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αψώνιστος
αψώνιστος	adj	που δεν τον έχουν ψωνίσει
αψώνιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του αψώνιστος
αψώνιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αψώνιστος
αψώνιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αψώνιστος
αψώνω	verb	ανάβω, πυρώνω
αϊ	=	άγιος
αϊβάρ	noun	άλλη γραφή του άϊβαρ
αϊβασιλιάτικος	=	αγιοβασιλιάτικος
αϊβασιλοπιτών	=	αϊβασιλόπιτα
αϊβασιλόπιτα	noun	άλλη μορφή του αγιοβασιλόπιτα
αϊβασιλόπιτας	=	αϊβασιλόπιτα
αϊβασιλόπιτες	=	αϊβασιλόπιτα
αϊδημητριάτικα	=	αϊδημητριάτικο
αϊδημητριάτικο	noun|vulgar	άλλη μορφή του αγιοδημητριάτικο
αϊδημητριάτικος	adj|rare	άλλη μορφή του αγιοδημητριάτικος
αϊδημητριάτικου	=	αϊδημητριάτικο
αϊδημητριάτικων	=	αϊδημητριάτικο
αϊδονιού	=	αϊδόνι
αϊδονιών	=	αϊδόνι
αϊδόνι	noun	παλαιότερη γραφή του αηδόνι
αϊδόνια	=	αϊδόνι
αϊκίντο	noun	ιαπωνική πολεμική τέχνη που εστιάζει στην αρμονική συνεργασία με την ενέργεια του αντιπάλου, χρησιμοποιώντας κυκλικές κινήσεις για την εξουδετέρωση των επιθέσεων χωρίς βία
αϊκιού	noun	ο δείκτης νοημοσύνης
αϊλάινερ	noun	καλλυντικό προϊόν που χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει ένα καθαρό και έντονο περίγραμμα γύρω από τα μάτια, συνήθως κατά μήκος της γραμμής των βλεφαρίδων
αϊμάρα	noun	γλώσσα των ιθαγενών των Άνδεων που μιλιέται στα σύνορα μεταξύ Βολιβίας, Περού και Χιλής
αϊνστάνια	=	αϊνστάνιο
αϊνστάνιο	noun	άλλη ονομασία για το αϊνσταΐνιο
αϊνστάνιου	=	αϊνστάνιο
αϊνσταΐνιο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 99 και χημικό σύμβολο το Es
αϊνστανίου	=	αϊνστάνιο
αϊνστανίων	=	αϊνστάνιο
αϊνσταϊνίου	=	αϊνσταΐνιο
αϊράνι	noun	άλλη μορφή του αριάνι, ξινόγαλο, ποτό με γιαούρτι αραιωμένο με νερό
αϊράνια	=	αϊράνι
αϊρανιού	=	αϊράνι
αϊρανιών	=	αϊράνι
αϊτέ	noun	κλητική ενικού του αϊτός
αϊτινά	noun	η κρεολή γλώσσα που μιλιέται στην Αϊτή
αϊτινών	=	αϊτινά
αϊτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αϊτός
αϊτονυχισσών	noun	γενική πληθυντικού του αϊτονύχισσα
αϊτονύχη	=	αϊτονύχης
αϊτονύχηδες	=	αϊτονύχης
αϊτονύχηδων	=	αϊτονύχης
αϊτονύχης	noun	άλλη μορφή του αετονύχης
αϊτονύχισσα	noun	θηλυκό του αϊτονύχης
αϊτονύχισσας	noun	γενική ενικού του αϊτονύχισσα
αϊτονύχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αϊτονύχισσα
αϊτοφωλιά	noun	άλλη μορφή του αετοφωλιά
αϊτοφωλιάς	=	αϊτοφωλιά
αϊτοφωλιές	=	αϊτοφωλιά
αϊτοφωλιών	=	αϊτοφωλιά
αϊτού	noun	γενική ενικού του αϊτός
αϊτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αϊτός
αϊτό	noun	αιτιατική ενικού του αϊτός
αϊτόπουλα	=	αϊτόπουλο
αϊτόπουλο	noun	υποκοριστικό του αϊτός
αϊτόπουλου	=	αϊτόπουλο
αϊτόπουλων	=	αϊτόπουλο
αϊτός	noun	άλλη μορφή του αετός
αϊτών	noun	γενική πληθυντικού του αϊτός
αϋλισμέ	noun	κλητική ενικού του αϋλισμός
αϋλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αϋλισμός
αϋλισμού	noun	γενική ενικού του αϋλισμός
αϋλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του αϋλισμός
αϋλισμό	noun	αιτιατική ενικού του αϋλισμός
αϋλισμός	noun	θεωρία σύμφωνα με την οποία ο φυσικός κόσμος υπάρχει μόνο όταν γίνεται συνειδητά αντιληπτός από μια ψυχή
αϋλισμών	noun	γενική πληθυντικού του αϋλισμός
αϋπνία	noun	το να μην κοιμάται κανείς κατά τη διάρκεια της νύχτας
αϋπνίας	noun	γενική ενικού του αϋπνία
αϋπνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αϋπνία
αϋπνιών	noun	γενική πληθυντικού του αϋπνία
αόκνως	adv|dated	άοκνα
αόμματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αόμματο
αόμματε	adj	κλητική ενικού του αόμματος
αόμματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αόμματη
αόμματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αόμματος
αόμματης	adj	γενική ενικού του αόμματη
αόμματο	adj	αιτιατική ενικού του αόμματος
αόμματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αόμματος
αόμματος	adj	αυτός που δεν έχει μάτια
αόμματου	adj	γενική ενικού του αόμματος
αόμματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αόμματος
αόμματων	adj	γενική πληθυντικού του αόμματος
αόρατα	adv	με αόρατο τρόπο, χωρίς να φαινόμαστε
αόρατε	adj	κλητική ενικού του αόρατος
αόρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αόρατη
αόρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αόρατος
αόρατης	adj	γενική ενικού του αόρατη
αόρατο	adj	αιτιατική ενικού του αόρατος
αόρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αόρατος
αόρατος	adj	που δεν είναι ορατός, που είναι αδύνατον να τον δεις
αόρατου	adj	γενική ενικού του αόρατος
αόρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αόρατος
αόρατων	adj	γενική πληθυντικού του αόρατος
αόριστα	adv	με αόριστο τρόπο
αόριστε	noun	κλητική ενικού του αόριστος
αόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αόριστη
αόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αόριστος
αόριστης	adj	γενική ενικού του αόριστη
αόριστο	noun	αιτιατική ενικού του αόριστος
αόριστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αόριστος
αόριστος	adj	ανεπαρκώς καθορισμένος, ασαφής	noun	χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει συνοπτικά κάτι που έγινε στο παρελθόν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο
αόριστου	noun	γενική ενικού του αόριστος
αόριστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του αόριστος
αόριστων	noun	γενική πληθυντικού του αόριστος
αύγαζα	=	αυγάζω
αύγαζαν	=	αυγάζω
αύγαζε	=	αυγάζω
αύγαζες	=	αυγάζω
αύγασα	=	αυγάζω
αύγασαν	=	αυγάζω
αύγασε	=	αυγάζω
αύγασες	=	αυγάζω
αύθαδες	=	αυθάδης
αύθις	adv|archaic	μονοτονική γραφή του αὖθις: για ακόμη μία φορά, πάλι, εκ νέου
αύλακα	noun	το αυλάκι
αύλακας	noun	εγκεφαλική πτύχωση του άνω εγκεφάλου (cerebrum)
αύλακες	=	αύλακα
αύλαξ	noun|archaic	η αρχαία μορφή του αύλακας / αύλακα
αύλεια	=	αύλειος
αύλειας	=	αύλειος
αύλειε	=	αύλειος
αύλειες	=	αύλειος
αύλειο	=	αύλειος
αύλειοι	=	αύλειος
αύλειος	adj|formal	της αυλής, που ανήκει ή αναφέρεται στην αυλή
αύλειου	=	αύλειος
αύλειους	=	αύλειος
αύλειων	=	αύλειος
αύξαινα	=	αυξάνω
αύξαιναν	=	αυξάνω
αύξαινε	=	αυξάνω
αύξαινες	=	αυξάνω
αύξανα	=	αυξάνω
αύξαναν	=	αυξάνω
αύξανε	=	αυξάνω
αύξανες	=	αυξάνω
αύξησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αύξησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αύξησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αύξησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αυξάνω
αύξηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυξάνω, η πρόκληση ανόδου στην ποσότητα ή στην αριθμητική τιμή
αύξησης	noun	γενική ενικού του αύξηση
αύξον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αύξων
αύξοντα	verb	αιτιατική ενικού του αύξων αλλά και τύπος γενικής και κλητικής όταν ως ονομαστική χρησιμοποιειται η λέξη αύξοντας
αύξοντας	=	αύξων
αύξοντες	=	αύξων
αύξοντος	=	αύξων
αύξουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αύξων
αύξουσας	noun	γενική ενικού του αύξουσα
αύξουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αύξουσα
αύξων	adj	που αυξάνει σταδιακά και συνήθως σταθερά
αύρα	noun	το ελαφρό αεράκι που γίνεται ελάχιστα αισθητό
αύρας	noun	γενική ενικού του αύρα
αύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αύρα
αύριο	adv	κατά τη διάρκεια της μέρας που έρχεται μετά από τη σημερινή	noun	το άμεσο μέλλον, η επόμενη μέρα
αύτανδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αύτανδρο
αύτανδρε	adj	κλητική ενικού του αύτανδρος
αύτανδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αύτανδρη
αύτανδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αύτανδρος
αύτανδρης	adj	γενική ενικού του αύτανδρη
αύτανδρο	adj	αιτιατική ενικού του αύτανδρος
αύτανδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αύτανδρος
αύτανδρος	adj	με όλους τους επιβάτες και το πλήρωμα
αύτανδρου	adj	γενική ενικού του αύτανδρος
αύτανδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του αύτανδρος
αύτανδρων	adj	γενική πληθυντικού του αύτανδρος
αύταρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αυτάρκης
αύτη	verb|formal	άλλη μορφή του αυτή
αύτωνα	=	αυτώνω
αύτωναν	=	αυτώνω
αύτωνε	=	αυτώνω
αύτωνες	=	αυτώνω
αύτωσα	=	αυτώνω
αύτωσαν	=	αυτώνω
αύτωσε	=	αυτώνω
αύτωσες	=	αυτώνω
αώρου	=	άωρος
αώρους	=	άωρος
αώρων	=	άωρος
αώρως	adv|formal	άλλη μορφή του άωρα
αἰδεσιμότατος	=	αιδεσιμότατος
αἰθεροβάμον	=	αἰθεροβάμων
αἰθεροβάμων	adj	αιθεροβάμων
αἰσθητός	adj	πολυτονική γραφή του αισθητός
αἰσχροκερδῶ	verb	πολυτονική γραφή του αισχροκερδώ
αἰσχρολογῶ	verb	πολυτονική γραφή του αισχρολογώ
αἰσχυνόμενος	=	αισχύνομαι
αἰώρα	noun	πολυτονική γραφή του αιώρα
αἱ	=	γωνιακός
αἱματόρροια	noun	η αιματόρροια
αὐταρχικότης	noun	αυταρχικότητα
αὐτοκίνητον	noun	το αυτοκίνητο
αὐτονοήτως	adv	αυτονόητα
αὐτονόμως	adv	αυτόνομα
αὐτουσίως	adv	αυτούσια
αὐτούσιος	adj	πολυτονική γραφή του αυτούσιος
αὖλαξ	=	αύλαξ
β	=	βόρειος
β-λακτάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του β-λακτάμη
βάβα	=	βαβά
βάβες	=	βάβω
βάβισμα	noun	το γάβγισμα
βάβω	noun	η γιαγιά
βάβων	=	βάβω
βάβως	=	βάβω
βάγια	noun	κλαδιά από διάφορα φυτά (φοίνικας, μυρτιά, δάφνη) που δίνονται στην εκκλησία την Κυριακή των Βαΐων
βάγιας	noun	γενική ενικού του βάγια
βάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάγια
βάγιζα	=	βαγίζω
βάγιζαν	=	βαγίζω
βάγιζε	=	βαγίζω
βάγιζες	=	βαγίζω
βάγιο	noun	κλαδί από διάφορα φυτά (φοίνικας, μυρτιά, δάφνη) που δίνεται στην εκκλησία την Κυριακή των Βαΐων
βάγιου	noun	γενική ενικού του βάγιο
βάγισα	=	βαγίζω
βάγισαν	=	βαγίζω
βάγισε	=	βαγίζω
βάγισες	=	βαγίζω
βάγιων	noun	γενική πληθυντικού του βάγιο
βάδην	noun	άθλημα ταχύτητας στο οποίο ο αθλητής δεν επιτρέπεται να έχει ταυτόχρονα και τα δύο πόδια στον αέρα	adv	με κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη
βάδιζα	=	βαδίζω
βάδιζαν	=	βαδίζω
βάδιζε	=	βαδίζω
βάδιζες	=	βαδίζω
βάδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βάδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βάδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βάδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βάδιση	noun	το κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη
βάδισης	=	βάδιση
βάδισμα	noun	το κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη
βάζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάζο
βάζαμε	=	βάζω
βάζαν	=	βάζω
βάζανε	=	βάζω
βάζατε	=	βάζω
βάζε	=	βάζω
βάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
βάζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
βάζελε	=	βάζελος
βάζελο	=	βάζελος
βάζελοι	=	βάζελος
βάζελος	noun|slang	οπαδός ή φίλαθλος της ομάδας του Παναθηναϊκού
βάζελου	=	βάζελος
βάζελους	=	βάζελος
βάζελων	=	βάζελος
βάζετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
βάζο	noun	πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό
βάζομε	=	βάζω
βάζοντας	=	βάζω
βάζου	noun	γενική ενικού του βάζο
βάζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
βάζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
βάζουνε	verb	άλλη μορφή του βάζουν· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βάζω
βάζω	verb	μετακινώ κάτι και το αφήνω σε ένα σημείο
βάζων	noun	γενική πληθυντικού του βάζο
βάθαινα	=	βαθαίνω
βάθαιναν	=	βαθαίνω
βάθαινε	=	βαθαίνω
βάθαινες	=	βαθαίνω
βάθεμα	noun	το μέρος όπου κάτι γίνεται πιο βαθύ
βάθη	noun	το βαθύτερο μέρος ή τμήμα κάποιου πράγματος
βάθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθος, λαϊκότροπος τύπος αντί του βάθη
βάθος	noun	η διάσταση μιας κοιλότητας από το πάνω στόμιό της προς τα κάτω
βάθους	noun	γενική ενικού του βάθος
βάθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθρο
βάθρακας	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) ο βάτραχος
βάθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθρακας
βάθρακοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάθρακας
βάθρο	noun	βάση στην οποία στηρίζεται κάποιο αντικείμενο για επίδειξη
βάθρου	noun	γενική ενικού του βάθρο
βάθρων	noun	γενική πληθυντικού του βάθρο
βάθυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βάθυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βάθυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βάθυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βάθυνση	noun	το να κάνω κάτι πιο βαθύ, πιο κοίλο
βάθυνσης	noun	γενική ενικού του βάθυνση
βάι	intj|vulgar	για έκφραση λύπης, σχετλιασμού, θρήνου ή καημού
βάια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάιο
βάιλε	=	βάιλος
βάιλο	=	βάιλος
βάιλοι	=	βάιλος
βάιλος	noun	ο πρέσβης της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη
βάιλου	=	βάιλος
βάιμπερ	noun	διαδικτυακή εφαρμογή επικοινωνίας σε κινητές συσκευές και υπολογιστές, που προσφέρει δωρεάν και επί πληρωμή φωνητικές κλήσεις, μηνύματα και ανταλλαγή πολυμέσων μέσω ίντερνετ
βάιο	=	βάγιο
βάιου	noun	γενική ενικού του βάιο
βάιραλ	adj|informal	που έγινε πολύ διαδεδομένος, δημοφιλής και γνωστός στο διαδίκτυο, συνήθως σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα
βάιων	noun	γενική πληθυντικού του βάιο
βάκιλε	noun	κλητική ενικού του βάκιλος
βάκιλο	noun	αιτιατική ενικού του βάκιλος
βάκιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάκιλος
βάκιλος	noun	το γενικό όνομα βακτηρίου με σχήμα ράβδου και ειδικότερα ομάδας μορφών που παράγουν σπόρια
βάκιλου	=	βάκιλος
βάκιλους	=	βάκιλος
βάκρα	noun	άσπρη προβατίνα με μαύρα στίγματα στο πρόσωπο (ή και στα πόδια)
βάκρινα	=	βάκρινος
βάκρινας	=	βάκρινος
βάκρινε	=	βάκρινος
βάκρινες	=	βάκρινος
βάκρινη	=	βάκρινος
βάκρινο	=	βάκρινος
βάκρινοι	=	βάκρινος
βάκρινος	adj	που έχει πρόσωπο με πολλά μαύρα στίγματα και λευκό σώμα
βάκρινου	=	βάκρινος
βάκρινους	=	βάκρινος
βάκρινων	=	βάκρινος
βάκτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάκτρο
βάκτρο	noun|formal	βακτηρία
βάκτρου	noun	γενική ενικού του βάκτρο
βάκτρων	noun	γενική πληθυντικού του βάκτρο
βάκχευα	=	βακχεύω
βάκχευαν	=	βακχεύω
βάκχευε	=	βακχεύω
βάκχευες	=	βακχεύω
βάκχευσα	=	βακχεύω
βάκχευσαν	=	βακχεύω
βάκχευσε	=	βακχεύω
βάκχευσες	=	βακχεύω
βάλαμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
βάλαν	=	βάζω
βάλανε	verb	άλλη μορφή του έβαλαν· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω	noun	κλητική ενικού του βάλανος
βάλανο	=	βάλανος
βάλανοι	=	βάλανος
βάλανος	noun	το άκρο του πέους, αυτό που συνήθως καλύπτεται από την ακροποσθία
βάλατε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βάζω
βάλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
βάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάζω
βάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
βάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάλλω
βάλθηκα	verb	α' ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος βάζω
βάλθηκαν	=	βάζω
βάλθηκε	=	βάζω
βάλθηκες	=	βάζω
βάλλαμε	=	βάλλω
βάλλαν	=	βάλλω
βάλλανε	=	βάλλω
βάλλατε	=	βάλλω
βάλλε	=	βάλλω
βάλλει	=	βάλλω
βάλλεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βάλλω
βάλλεσαι	=	βάλλω
βάλλεστε	=	βάλλω
βάλλεται	=	βάλλω
βάλλετε	=	βάλλω
βάλλομαι	verb	βάλλουν εναντίον μου (συνηθίζεται κυρίως σε συγκεκριμένες, καθιερωμένες από παλιότερα εκφράσεις)
βάλλομε	=	βάλλω
βάλλονται	=	βάλλω
βάλλονταν	=	βάλλω
βάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βάλλω
βάλλου	=	βάλλω
βάλλουμε	=	βάλλω
βάλλουν	=	βάλλω
βάλλουνε	=	βάλλω
βάλλω	verb	εκτελώ βολή, ρίχνω ένα βλήμα
βάλομε	=	βάλλω
βάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
βάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
βάλουνε	=	βάλλω
βάλσαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάλσαμο
βάλσαμο	noun	το ανθοφόρο φυτό του γένους Υπερικόν (Hypericum), της οικογένειας Υπερικίδες (Hypericaceae) (είδος: Υπερικόν το διάτρητον / Hypericum perforatum)
βάλσαμου	noun	γενική ενικού του βάλσαμο
βάλσαμων	noun	γενική πληθυντικού του βάλσαμο
βάλσαρα	=	βαλσάρω
βάλσαραν	=	βαλσάρω
βάλσαρε	=	βαλσάρω
βάλσαρες	=	βαλσάρω
βάλσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού βάζω
βάλσου	=	βάζω
βάλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάζω	noun	κλητική ενικού του βάλτος
βάλτο	noun	αιτιατική ενικού του βάλτος
βάλτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάλτος
βάλτος	noun	η έκταση γης πλημμυρισμένη από γλυκό νερό με χαρακτηριστική βλάστηση από καλαμιώνες και βούρλα
βάλτου	noun	γενική ενικού του βάλτος
βάλτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάλτος
βάλτωμα	noun	το αποτέλεσμα του βαλτώνω
βάλτων	noun	γενική πληθυντικού του βάλτος
βάλτωνα	=	βαλτώνω
βάλτωναν	=	βαλτώνω
βάλτωνε	=	βαλτώνω
βάλτωνες	=	βαλτώνω
βάλτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βάλτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βάλτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βάλτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
βάμβακας	noun|formal	άλλη μορφή του βαμβάκι
βάμβακος	noun	γενική ενικού του βάμβαξ
βάμμα	noun	υψηλής συγκέντρωσης εκχύλισμα βοτάνων ή άλλου ευδιάλυτου υλικού σε αλκοολούχο διάλυμα
βάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάμμα
βάμματος	noun	γενική ενικού του βάμμα
βάμπιρε	=	βάμπιρος
βάμπιρο	=	βάμπιρος
βάμπιροι	=	βάμπιρος
βάμπιρος	noun	άλλη μορφή του βαμπίρ
βάμπιρου	=	βάμπιρος
βάμπιρους	=	βάμπιρος
βάμπιρων	=	βάμπιρος
βάνα	noun	ο διακόπτης που εμποδίζει (όταν τον κλείνουμε) και επιτρέπει (όταν τον ανοίγουμε) τη ροή του νερού (ή άλλου υγρού) σ’ ένα δίκτυο σωληνώσεων
βάνας	noun	γενική ενικού του βάνα
βάναυσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βάναυσος	adv	με βάναυσο τρόπο
βάναυσε	=	βάναυσος
βάναυσες	=	βάναυσος
βάναυση	=	βάναυσος
βάναυσης	=	βάναυσος
βάναυσο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βάναυσος
βάναυσοι	=	βάναυσος
βάναυσος	adj	σκληρός και βίαιος απέναντι σε άλλους ανθρώπους
βάναυσου	=	βάναυσος
βάναυσους	=	βάναυσος
βάναυσων	=	βάναυσος
βάνδαλα	=	βάνδαλος
βάνδαλε	noun	κλητική ενικού του βάνδαλος
βάνδαλες	=	βάνδαλος
βάνδαλη	=	βάνδαλος
βάνδαλης	=	βάνδαλος
βάνδαλο	noun	αιτιατική ενικού του βάνδαλος
βάνδαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάνδαλος
βάνδαλος	noun	άλλη μορφή του Βάνδαλος	adj	που καταστρέφει (ιδίως μνημεία, έργα τέχνης) χωρίς λόγο
βάνδαλου	noun	γενική ενικού του βάνδαλος
βάνδαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάνδαλος
βάνδαλων	noun	γενική πληθυντικού του βάνδαλος
βάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του βάνω
βάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάνα
βάνω	verb|vulgar	βάζω
βάπτιζα	=	βαπτίζω
βάπτιζαν	=	βαπτίζω
βάπτιζε	=	βαπτίζω
βάπτιζες	=	βαπτίζω
βάπτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βάπτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βάπτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βάπτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βάπτιση	noun	άλλη μορφή του βάφτιση
βάπτισης	noun	γενική ενικού του βάπτιση
βάπτισμα	noun	μυστήριο της εκκλησίας με το οποίο ο κατηχούμενος γίνεται χριστιανός (από συγγραφείς σχετικούς με την εκκλησία συχνά γράφεται με κεφαλαίο «Βάπτισμα»)
βάρα	=	βαράω
βάραγα	=	βαράω
βάραγαν	=	βαράω
βάραγε	=	βαράω
βάραγες	=	βαράω
βάραθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάραθρο
βάραινα	=	βαραίνω
βάραιναν	=	βαραίνω
βάραινε	=	βαραίνω
βάραινες	=	βαραίνω
βάρβαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρβαρο
βάρβαρε	adj	κλητική ενικού του βάρβαρος
βάρβαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρβαρη
βάρβαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βάρβαρος
βάρβαρης	adj	γενική ενικού του βάρβαρη
βάρβαρο	adj	αιτιατική ενικού του βάρβαρος
βάρβαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάρβαρος
βάρβαρον	=	βάρβαρος
βάρβαρος	adj	απαίδευτος, απολίτιστος, χυδαίος	noun	που δεν έχει ελληνική καταγωγή
βάρβαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βάρβαρος
βάρβαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βάρβαρος
βάρβαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βάρβαρος
βάρβιτε	=	βάρβιτος
βάρβιτο	=	βάρβιτος
βάρβιτοι	=	βάρβιτος
βάρβιτος	noun	έγχορδο αρχαίο μουσικό όργανο, παραλλαγή της λύρας
βάρβιτου	=	βάρβιτος
βάρβιτους	=	βάρβιτος
βάρβιτων	=	βάρβιτος
βάρδα	intj	πρόσεξε, πρόσεχε, φυλάξου
βάρδε	noun	κλητική ενικού του βάρδος
βάρδια	noun	η εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό, κ.α.)
βάρδιας	noun	γενική ενικού του βάρδια
βάρδιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρδια
βάρδο	noun	αιτιατική ενικού του βάρδος
βάρδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάρδος
βάρδος	noun	ποιητής και τραγουδιστής στους αρχαίους Κέλτες που εξυμνούσε ηγεμόνες και ήρωες, κρατώντας έτσι ζωντανή την προφορική ιστορική παράδοση αυτών των λαών
βάρδου	noun	γενική ενικού του βάρδος
βάρδουλα	=	βάρδουλο
βάρδουλο	noun	λωρίδα από δέρμα ή άλλο υλικό στο κάτω τμήμα ενός παπουτσιού, πάνω στο οποίο καρφώνεται ή ράβεται η σόλα
βάρδουλου	=	βάρδουλο
βάρδουλων	=	βάρδουλο
βάρδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάρδος
βάρδων	noun	γενική πληθυντικού του βάρδος
βάρεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βαρώ
βάρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαράω
βάρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαράω
βάρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαράω
βάρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαράω
βάρη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρος
βάρια	=	βάριο
βάριο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 56, ατομικό βάρος 137,33 και χημικό σύμβολο το Ba
βάριον	noun	το βάριο
βάριου	=	βάριο
βάριων	=	βάριο
βάρκα	noun	μικρό θαλάσσιο σκάφος, ξύλινο, μεταλλικό, ή πλαστικό, με κοίλη κατασκευή που κινείται με κουπιά, ή πανιά (ιστία) ή με φερόμενη μικρή εξωλέμβια μηχανή
βάρκας	noun	γενική ενικού του βάρκα
βάρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρκα
βάρνα	noun	κοινωνική τάξη στον ινδουισμό
βάρνας	=	βάρνα
βάρος	noun	η ιδιότητα κάθε σώματος να πέφτει προς τα κάτω όταν αφήνεται ελεύθερο· μετριέται με τη ζυγαριά
βάρους	noun	γενική ενικού του βάρος
βάρσαμα	=	βάρσαμο
βάρσαμε	=	βάρσαμος
βάρσαμο	noun	άλλη μορφή του βάλσαμο
βάρσαμοι	=	βάρσαμος
βάρσαμος	noun	δυόσμος
βάρσαμου	=	βάρσαμο
βάρσαμων	=	βάρσαμο
βάρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βάρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βάρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βάρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βάρυπνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βάρυπνος	adv	με βάρυπνο τρόπο ή κατάσταση
βάρυπνε	adj	κλητική ενικού του βάρυπνος
βάρυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρυπνη
βάρυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βάρυπνος
βάρυπνης	adj	γενική ενικού του βάρυπνη
βάρυπνο	adj	αιτιατική ενικού του βάρυπνος
βάρυπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάρυπνος
βάρυπνος	adj	που έχει βαρύ ύπνο
βάρυπνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βάρυπνος
βάρυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βάρυπνος
βάρυπνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βάρυπνος
βάσανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάσανο
βάσανε	=	βάσανος
βάσανο	noun	κάτι (ή κάποιος) που μας ταλαιπωρεί, μας φθείρει, μας βασανίζει
βάσανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάσανος
βάσανος	noun|archaic	ο εξαντλητικός έλεγχος, για να εξακριβώσουμε ότι κάτι είναι σωστό, ακριβές ή γνήσιο
βάσανου	=	βάσανο
βάσει	adv|formal	με βάση κάτι, σύμφωνα με κάτι
βάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάση
βάσεων	noun	γενική πληθυντικού του βάση
βάσεως	noun|formal	γενική ενικού του βάση
βάση	noun	το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης
βάσης	noun	γενική ενικού του βάση
βάσιζα	=	βασίζω
βάσιζαν	=	βασίζω
βάσιζε	=	βασίζω
βάσιζες	=	βασίζω
βάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βάσιμος	adv	σίγουρα, βέβαια, ασφαλώς
βάσιμε	adj	κλητική ενικού του βάσιμος
βάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάσιμη
βάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βάσιμος
βάσιμης	adj	γενική ενικού του βάσιμη
βάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βάσιμος
βάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάσιμος
βάσιμος	adj	που στηρίζεται πάνω σε κάτι λογικό και πραγματικό, που μπορεί να υποστηρίζεται με επιχειρήματα ή με αναφορά σε υπαρκτά δεδομένα
βάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βάσιμος
βάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βάσιμος
βάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βάσιμος
βάσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βάσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βάσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βάσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βάσκαινα	=	βασκαίνω
βάσκαιναν	=	βασκαίνω
βάσκαινε	=	βασκαίνω
βάσκαινες	=	βασκαίνω
βάσκαμα	noun	το αποτέλεσμα του βασκαίνω, το μάτιασμα
βάσκανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βάσκαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βάσκανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βάσκανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βάσκανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βάσκανος
βάσκανης	adj	γενική ενικού του βάσκανη
βάσκανο	adj	αιτιατική ενικού του βάσκανος
βάσκανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάσκανος
βάσκανος	adj|formal	που βασκαίνει
βάσκανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βάσκανος
βάσκανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βάσκανος
βάσκανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βάσκανος
βάστα	=	βαστάω
βάσταγα	=	βαστάω
βάσταγαν	=	βαστάω
βάσταγε	=	βαστάω
βάσταγες	=	βαστάω
βάσταγμα	noun	το αποτέλεσμα του βαστάζω / βαστώ
βάσταζα	=	βαστάζω
βάσταζαν	=	βαστάζω
βάσταζε	=	βαστάζω
βάσταζες	=	βαστάζω
βάσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βάσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βάσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βάσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βάστηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βάστηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βάστηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βάστηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βάσω	=	βασιλική
βάτα	noun	στρώμα υλικού, συνήθως από βαμβάκι, που μπαίνει κάτω από το εξωτερικό ύφασμα, για να ενίσχυσει κάποιο σημείο, συνήθως τους ώμους
βάτας	noun	γενική ενικού του βάτα
βάτε	noun	κλητική ενικού του βάτος
βάτεμα	noun	η ενέργεια του βατεύω
βάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτα
βάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βάτο	noun	ο βάτος .
βάτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάτος
βάτος	noun	θάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά
βάτου	noun	γενική ενικού του βάτος
βάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάτος
βάτραχε	noun	κλητική ενικού του βάτραχος
βάτραχο	noun	αιτιατική ενικού του βάτραχος
βάτραχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάτραχος
βάτραχος	noun	μικρό ζώο που ανήκει στην τάξη των άνουρων (χωρίς ουρά) αμφίβιων· τα πίσω πόδια του είναι μεγαλύτερα και τα δάχτυλά είναι ενωμένα με μεμβράνη· όταν είναι στην ξηρά μετακινείται με άλματα
βάτραχου	noun	γενική ενικού του βάτραχος
βάτραχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάτραχος
βάτραχων	noun	γενική πληθυντικού του βάτραχος
βάτσινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτσινο
βάτσινο	noun	το βατόμουρο
βάτσινου	noun	γενική ενικού του βάτσινο
βάτσινων	noun	γενική πληθυντικού του βάτσινο
βάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάτος
βάυλε	=	βάυλος
βάυλο	=	βάυλος
βάυλοι	=	βάυλος
βάυλος	noun	άλλη γραφή του βάιλος
βάυλου	=	βάυλος
βάφαμε	=	βάφω
βάφαν	=	βάφω
βάφανε	=	βάφω
βάφατε	=	βάφω
βάφε	=	βάφω
βάφει	=	βάφω
βάφεις	=	βάφω
βάφεσαι	=	βάφω
βάφεστε	=	βάφω
βάφεται	=	βάφω
βάφετε	=	βάφω
βάφηκα	=	βάφω
βάφηκαν	=	βάφω
βάφηκε	=	βάφω
βάφηκες	=	βάφω
βάφλα	noun	γλυκιά τηγανίτα σε κυψελωτή μορφή
βάφλας	noun	γενική ενικού του βάφλα
βάφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάφλα
βάφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βάφω
βάφομε	=	βάφω
βάφονται	=	βάφω
βάφονταν	=	βάφω
βάφοντας	=	βάφω
βάφουμε	=	βάφω
βάφουν	=	βάφω
βάφουνε	=	βάφω
βάφτε	=	βάφω
βάφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βάφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βάφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βάφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βάφτιζα	=	βαφτίζω
βάφτιζαν	=	βαφτίζω
βάφτιζε	=	βαφτίζω
βάφτιζες	=	βαφτίζω
βάφτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βάφτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βάφτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βάφτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βάφτιση	noun	η τελετουργική βύθιση στο νερό ενός ανθρώπου, που σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας πνευματικής πορείας
βάφτισης	noun	γενική ενικού του βάφτιση
βάφτισμα	noun	βάπτισμα
βάφω	verb	καλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με χρώμα
βάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψαν	=	βάφω
βάψανε	=	βάφω
βάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψε	=	βάφω
βάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
βάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψεων	noun	γενική πληθυντικού του βάψη
βάψεως	noun|formal	γενική ενικού του βάψη
βάψη	noun|rare	το βάψιμο
βάψης	noun	γενική ενικού του βάψη
βάψιμο	noun	η ενέργεια του βάφω
βάψομε	=	βάφω
βάψου	=	βάφω
βάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψουνε	=	βάφω
βάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
βάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
βέβαια	adv	εκφράζει τη βεβαιότητά για κάτι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέβαιος
βέβαιας	=	βέβαιος
βέβαιε	adj	κλητική ενικού του βέβαιος
βέβαιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέβαιη
βέβαιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέβαιος
βέβαιης	adj	γενική ενικού του βέβαιη
βέβαιο	adj	αιτιατική ενικού του βέβαιος
βέβαιοι	adj	ονομαστική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βέβαιος
βέβαιος	adj	που δεν έχει αμφιβολίες για ένα θέμα, που δεν αμφισβητεί τις πληροφορίες ή την άποψή του
βέβαιου	adj	γενική ενικού του βέβαιος
βέβαιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βέβαιος
βέβαιων	adj	γενική πληθυντικού του βέβαιος
βέβηλα	adv	με βέβηλο τρόπο
βέβηλε	adj	κλητική ενικού του βέβηλος
βέβηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέβηλη
βέβηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέβηλος
βέβηλης	adj	γενική ενικού του βέβηλη
βέβηλο	adj	αιτιατική ενικού του βέβηλος
βέβηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βέβηλος
βέβηλος	adj	που βεβηλώνει (παραβιάζει) έναν ιερό χώρο με την παρουσία του ή με ασεβείς πράξεις και καταστροφές μέσα σ' αυτόν
βέβηλου	adj	γενική ενικού του βέβηλος
βέβηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βέβηλος
βέβηλων	adj	γενική πληθυντικού του βέβηλος
βέγγε	noun	για βένγκε, βέγκε, βέγγε
βέγκαν	noun|rare	άλλη μορφή του βίγκαν
βέγκε	noun	για βένγκε, βέγκε, βέγγε
βέδεες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέδες
βέδες	noun	τα ιερά βιβλία των ινδουιστών, με ύμνους και τελετουργικούς στίχους
βέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλο
βέλαζα	=	βελάζω
βέλαζαν	=	βελάζω
βέλαζε	=	βελάζω
βέλαζες	=	βελάζω
βέλαξα	=	βελάζω
βέλαξαν	=	βελάζω
βέλαξε	=	βελάζω
βέλαξες	=	βελάζω
βέλασα	=	βελάζω
βέλασαν	=	βελάζω
βέλασε	=	βελάζω
βέλασες	=	βελάζω
βέλασμα	noun	η χαρακτηριστική φωνή (μπε) των αιγοπροβάτων
βέλβετ	adj	που αφορά τυπογραφικό χαρτί λείας και απαλά γυαλιστερής υφής, που χρησιμοποιείται κυρίως σε αφίσες και έντυπα πολυτελείας
βέλγα	=	βέλγος
βέλγε	=	βέλγος
βέλγικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλγικο
βέλγικε	adj	κλητική ενικού του βέλγικος
βέλγικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλγικη
βέλγικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέλγικος
βέλγικης	adj	γενική ενικού του βέλγικη
βέλγικο	adj	αιτιατική ενικού του βέλγικος
βέλγικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βέλγικος
βέλγικος	adj	άλλη μορφή του βελγικός
βέλγικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βέλγικος
βέλγικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βέλγικος
βέλγικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βέλγικος
βέλγο	=	βέλγος
βέλγοι	=	βέλγος
βέλγος	noun	ο Βέλγος
βέλγου	=	βέλγος
βέλγους	=	βέλγος
βέλγων	=	βέλγος
βέλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλος
βέλκρο	noun	είδος μηχανικού κουμπώματος από συνθετικό ύφασμα, που λειτουργεί με την αλληλοπρόσφυση μικρών γαντζωτών ινών και βρόχων, επιτρέποντας ισχυρό κλείσιμο και εύκολο άνοιγμα
βέλο	noun	λεπτό διάφανο δικτυωτό κάλυμμα του καπέλου ή/και του προσώπου μιας γυναίκας
βέλος	noun	η σαΐτα του τόξου
βέλου	noun	γενική ενικού του βέλο
βέλους	=	βέλος
βέλτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλτιστο
βέλτιστε	adj	κλητική ενικού του βέλτιστος
βέλτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλτιστη
βέλτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέλτιστος
βέλτιστης	adj	γενική ενικού του βέλτιστη
βέλτιστο	adj	αιτιατική ενικού του βέλτιστος
βέλτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βέλτιστος
βέλτιστος	adj	ο πιο καλός, ο πιο δυνατός
βέλτιστου	adj	γενική ενικού του βέλτιστος
βέλτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βέλτιστος
βέλτιστων	adj	γενική πληθυντικού του βέλτιστος
βέλων	noun	γενική πληθυντικού του βέλο
βένγκε	noun	άλλη μορφή του βεγκέ
βένδα	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Νότια Αφρική.
βένετα	=	βένετος
βένετε	=	βένετος
βένετες	=	βένετος
βένετη	=	βένετος
βένετης	=	βένετος
βένετο	=	βένετος
βένετοι	=	βένετος
βένετος	adj	ο γαλάζιος
βένετου	=	βένετος
βένετους	=	βένετος
βένετων	=	βένετος
βένθος	noun	το σύνολο των έμβιων οργανισμών που ζουν και αναπτύσσονται στο βυθό των θαλασσών ή και λιμνών
βέντο	noun	άνεμος
βέξιμον	noun	βήξιμο
βέρα	noun	το ένα από το ζεύγος δαχτυλιδιών του αρραβώνα ή του γάμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέρος
βέρας	noun	γενική ενικού του βέρα	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βέρα) του βέρος
βέργα	noun	κομμένο λεπτό κλαδί χωρίς φύλλα
βέργας	noun	γενική ενικού του βέργα
βέργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέργα
βέρε	=	βέρος
βέρες	noun	πληθυντικού του βέρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (βέρα) του βέρος
βέρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βέρος
βέροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βέρος
βέρος	adj	αληθινός και γνήσιος, αυτόχθονας, γηγενής
βέρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του βέρος
βέρους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βέρος
βέρσο	noun	η πίσω σελίδα χειρογράφου ή εντύπου, σε αντιδιαστολή με την μπροστινή (ρέκτο)
βέρσους	adv	για δήλωση σύγκρισης ή αντιπαράθεσης με κάτι άλλο, συνήθως σε αντιδιαστολή δύο επιλογών ή πλευρών
βέρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του βέρος
βέσπα	noun	μικρό δίκυκλο όχημα με κινητήρα και με προστατευτικό αντιανεμικό κάλυμμα
βέσπας	noun	γενική ενικού του βέσπα
βέσπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέσπα
βέτεξ	noun|rare	άλλη προφορά του βετέξ κατά τα γερμανικά
βέτο	noun	η αρνητική παρέμβαση για να σταματήσει μια διαδικασία, η άρνησή της, εφ όσον μία χώρα ή ένας φορέας ή ένα άτομο έχει το δικαίωμα (ή το κύρος) από το νόμο (ή από θέση ισχύος).
βέχω	verb	βήχω
βήμα	noun	η κίνηση που κάνουμε όταν φέρνουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κατά το βάδισμα
βήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βήμα
βήματος	noun	γενική ενικού του βήμα
βήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξαν	=	βήχω
βήξανε	=	βήχω
βήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βήχω
βήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξιμο	noun	η ενέργεια του βήχω
βήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βήχω
βήρυλλε	=	βήρυλλος
βήρυλλο	=	βήρυλλος
βήρυλλος	noun	κρυσταλλικό ορυκτό που δίνει μερικά είδη πολύτιμων λίθων· από αυτό εξάγεται και το βηρύλλιο
βήσαλα	=	βήσαλο
βήσαλο	noun|formal	είδος δομικού υλικού (τούβλου)
βήσαλου	=	βήσαλο
βήσαλων	=	βήσαλο
βήτα	noun	το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (β, κεφαλαίο: Β)
βήχα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βήχας
βήχαμε	=	βήχω
βήχαν	=	βήχω
βήχανε	=	βήχω
βήχας	noun	απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
βήχατε	=	βήχω
βήχε	=	βήχω
βήχει	=	βήχω
βήχεις	=	βήχω
βήχες	=	βήχας
βήχετε	=	βήχω
βήχια	=	βήχιο
βήχιο	noun	πολυετές ποώδες φυτό της οικογένειας των Αστεροειδών (Asteraceae) που προέρχεται από την Ευρώπη και μέρη της Κεντρικής Ασίας
βήχιου	=	βήχιο
βήχιων	=	βήχιο
βήχοντας	=	βήχω
βήχουμε	=	βήχω
βήχουν	=	βήχω
βήχουνε	=	βήχω
βήχω	verb	εκπνέω απότομα και σπασμωδικά παράγοντας ταυτόχρονα τραχύ ήχο
βία	noun	ενέργεια που προκαλεί καταστροφή
βίαζα	=	βιάζω
βίαζαν	=	βιάζω
βίαζε	=	βιάζω
βίαζες	=	βιάζω
βίαια	adv	με τρόπο βίαιο, με βία
βίαιε	adj	κλητική ενικού του βίαιος
βίαιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίαιη
βίαιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βίαιος
βίαιης	adj	γενική ενικού του βίαιη
βίαιο	adj	αιτιατική ενικού του βίαιος
βίαιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βίαιος
βίαιος	adj	που φέρεται με βία, που μεταχειρίζεται βία
βίαιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βίαιος
βίαιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βίαιος
βίαιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βίαιος
βίας	noun	γενική ενικού του βία
βίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βίβα	intj	άλλη μορφή του εβίβα
βίβερε	verb|formal	στη φράση βίβερε περικολοζαμέντε
βίβλε	=	βίβλος
βίβλο	noun	αιτιατική ενικού του βίβλος
βίβλοι	=	βίβλος
βίβλος	noun	Για τα θρησκευτικά έγγραφα, δείτε Βίβλος
βίβλου	=	βίβλος
βίβλους	=	βίβλος
βίβλων	=	βίβλος
βίγκαν	noun	άνθρωπος που απέχει από οποιαδήποτε τροφή ζωικής προέλευσης (περιλαβανομένου και του γάλακτος) και οποιοδήποτε προϊόν ζωικής εκμετάλλευσης	adj	η ιδιότητα του να είναι κάποιος ή κάτι βίγκαν
βίγλα	noun	σημείο από το οποίο μπορεί κάποιος να παρατηρεί τη γύρω περιοχή, παρατηρητήριο
βίγλας	noun	γενική ενικού του βίγλα
βίγλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίγλα
βίγλιζα	=	βιγλίζω
βίγλιζαν	=	βιγλίζω
βίγλιζε	=	βιγλίζω
βίγλιζες	=	βιγλίζω
βίγλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βίγλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βίγλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βίγλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βίδα	noun	μηχανικό εξάρτημα με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια
βίδας	=	βίδα
βίδες	=	βίδα
βίδρα	noun	η ενυδρίδα
βίδρας	noun	γενική ενικού του βίδρα
βίδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίδρα
βίδωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βιδώνω
βίδωνα	=	βιδώνω
βίδωναν	=	βιδώνω
βίδωνε	=	βιδώνω
βίδωνες	=	βιδώνω
βίδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βίδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βίδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βίδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βίε	noun	κλητική ενικού του βίος
βίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βία
βίζα	noun	άδεια εισόδου σε μια χώρα που εκδίδεται από τις αρχές της χώρας αυτής και δίνεται σε ξένους πολίτες με την θεώρηση και την επικύρωση διαβατηρίων ή άλλων εγγράφων τους
βίζας	noun	γενική ενικού του βίζα
βίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίζα
βίζιτα	noun|dated	η επίσκεψη
βίζιτας	noun	γενική ενικού του βίζιτα
βίζιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίζιτα
βίκε	noun	κλητική ενικού του βίκος
βίκι	noun	ιστοχώρος συνεργασίας, όπου ο καθένας που έχει πρόσβαση σε αυτόν, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξή του
βίκο	noun	αιτιατική ενικού του βίκος
βίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βίκος
βίκος	noun	ψυχανθές φυτό (vicia sativa) κατάλληλο και για ζωοτροφή
βίκου	noun	γενική ενικού του βίκος
βίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βίκος
βίκων	noun	γενική πληθυντικού του βίκος
βίλα	noun	πολυτελής κατοικία, συνήθως παράκτια ή στην εξοχή, με πολλά δωμάτια, αλλά όχι απαραίτητα μεγάλη έκταση
βίλας	noun	γενική ενικού του βίλα
βίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίλα
βίντατζ	adj	παλιός, από έτος παραγωγής αρκετά παλιό, χωρίς φθορές και αλλοιώσεις
βίντεα	=	βίντεο
βίντεο	noun	σύστημα εγγραφής και αναπαραγωγής κινούμενων εικόνων με ήχο (VHS, Beta, Hi8, κ.λπ.)∙ διακρίνεται πλέον σε αναλογικό και ψηφιακό
βίντεου	=	βίντεο
βίντεων	=	βίντεο
βίντζι	noun	άλλη μορφή του βίντσι
βίντζια	=	βίντζι
βίντσι	noun	μηχάνημα ή κατασκευή για την ανύψωση βαρών (σε αποβάθρα, πλοίο ή αλλού)
βίντσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίντσι
βίο	noun	αιτιατική ενικού του βίος
βίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βίος
βίος	noun	η ζωή
βίου	noun	γενική ενικού του βίος
βίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βίος
βίπερ	noun	βιβλίο μικρού σχήματος, φθηνό, με εύκαμπτο εξώφυλλο, συνήθως με αστυνομικό ή αισθηματικό περιεχόμενο
βίρα	intj	παράγγελμα: σήκωσε, τράβα, ανέβασε κάποιο αντικείμενο, όπως πανί, σημαία, ή άγκυρα.	noun	το βιράρισμα, η διαδικασία του ανεβάσματος ενός αντικειμένου όπως ένα πανί, μία σημαία, ή της άγκυρας στο πλοίο.
βίσαλο	noun	άλλη γραφή του βήσαλο
βίσονα	=	βίσονας
βίσονας	noun	είδος άγριου και μεγαλόσωμου ζώου που ανήκει στην οικογένεια των βοοειδών, το οποίο ζει κυρίως στην Αμερική (Bison bison) και στην Ευρώπη (Bison bonasus)
βίσονες	=	βίσονας
βίσωνα	=	βίσωνας
βίσωνας	noun	άλλη γραφή του βίσονας
βίσωνες	=	βίσωνας
βίτζι	noun	άλλη μορφή του βίντσι
βίτζια	=	βίτζι
βίτσα	noun|vulgar	ευλύγιστη και λεπτή βέργα
βίτσας	noun	γενική ενικού του βίτσα
βίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίτσα
βίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίτσιο
βίτσιζα	=	βιτσίζω
βίτσιζαν	=	βιτσίζω
βίτσιζε	=	βιτσίζω
βίτσιζες	=	βιτσίζω
βίτσιο	noun	ιδιόρρυθμη ή παράξενη συνήθεια
βίτσιου	noun	γενική ενικού του βίτσιο
βίτσισα	=	βιτσίζω
βίτσισαν	=	βιτσίζω
βίτσισε	=	βιτσίζω
βίτσισες	=	βιτσίζω
βίτσιων	noun	γενική πληθυντικού του βίτσιο
βίωμα	noun	εμπειρία που αποκτά κάποιος όταν έχει ζήσει ένα σημαντικό ή καθοριστικό γεγονός προσωπικά
βίων	noun	γενική πληθυντικού του βίος
βίωνα	=	βιώνω
βίωναν	=	βιώνω
βίωνε	=	βιώνω
βίωνες	=	βιώνω
βίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βίωση	noun	το να βιώνει κάποιος μια κατάσταση, ένα γεγονός
βίωσης	=	βίωση
βα	abbrev	βορειοανατολικά
βαΐλου	=	βάιλος
βαΐλους	=	βάιλος
βαΐλων	=	βάιλος
βαένι	noun	άλλη μορφή του βαγένι
βαένια	=	βαένι
βαίναμε	=	βαίνω
βαίναν	=	βαίνω
βαίνανε	=	βαίνω
βαίνατε	=	βαίνω
βαίνε	=	βαίνω
βαίνει	=	βαίνω
βαίνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαίνω
βαίνετε	=	βαίνω
βαίνομε	=	βαίνω
βαίνοντας	=	βαίνω
βαίνουμε	=	βαίνω
βαίνουν	=	βαίνω
βαίνουνε	=	βαίνω
βαίνω	verb|formal	βαδίζω, πηγαίνω
βαΰλου	=	βάυλος
βαΰλους	=	βάυλος
βαΰλων	=	βάυλος
βαβά	noun	το χτύπημα, η πληγή
βαβάδιζα	=	βαβαδίζω
βαβάδιζαν	=	βαβαδίζω
βαβάδιζε	=	βαβαδίζω
βαβάδιζες	=	βαβαδίζω
βαβάδισα	=	βαβαδίζω
βαβάδισαν	=	βαβαδίζω
βαβάδισε	=	βαβαδίζω
βαβάδισες	=	βαβαδίζω
βαβάς	=	βαβά
βαβέλ	noun	κατάσταση απόλυτης αταξίας ή χαοτικής πολυφωνίας, όπου κυριαρχεί η ασυμφωνία και η έλλειψη συνεννόησης
βαβίζω	verb	βρίζω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
βαβίσματα	=	βάβισμα
βαβίσματος	=	βάβισμα
βαβαδίζαμε	=	βαβαδίζω
βαβαδίζαν	=	βαβαδίζω
βαβαδίζανε	=	βαβαδίζω
βαβαδίζατε	=	βαβαδίζω
βαβαδίζει	=	βαβαδίζω
βαβαδίζεις	=	βαβαδίζω
βαβαδίζετε	=	βαβαδίζω
βαβαδίζοντας	=	βαβαδίζω
βαβαδίζουμε	=	βαβαδίζω
βαβαδίζουν	=	βαβαδίζω
βαβαδίζουνε	=	βαβαδίζω
βαβαδίζω	verb	μπεμπεκίζω, βγάζω άναρθρους ήχου, βγάζω ήχους σαν μωρό ή άτομο με νοητική υστέρηση/καθυστέρηση
βαβαδίσαμε	=	βαβαδίζω
βαβαδίσαν	=	βαβαδίζω
βαβαδίσανε	=	βαβαδίζω
βαβαδίσατε	=	βαβαδίζω
βαβαδίσει	=	βαβαδίζω
βαβαδίστε	=	βαβαδίζω
βαβαλίζω	verb	φροντίζω, περιποιούμαι
βαβαρικά	=	βαβαρικός
βαβαρικέ	=	βαβαρικός
βαβαρικές	=	βαβαρικός
βαβαρική	=	βαβαρικός
βαβαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βαβαρική) του βαβαρικός
βαβαρικοί	=	βαβαρικός
βαβαρικού	=	βαβαρικός
βαβαρικούς	=	βαβαρικός
βαβαρικό	=	βαβαρικός
βαβαρικός	adj	άλλη μορφή του βαυαρικός
βαβαρικών	=	βαβαρικός
βαβαροκρατία	noun	άλλη μορφή του Βαυαροκρατία
βαβαροκρατίας	=	βαβαροκρατία
βαβαροκρατίες	=	βαβαροκρατία
βαβαροκρατιών	=	βαβαροκρατία
βαβεσίωση	noun	συνώνυμο του πιροπλάσμωση
βαβεσίωσης	noun	γενική ενικού του βαβεσίωση
βαβεσιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαβεσίωση
βαβεσιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαβεσίωση
βαβεσιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαβεσίωση
βαβισμάτων	=	βάβισμα
βαβουΐνος	=	μπαμπουίνος
βαβουίνε	=	βαβουίνος
βαβουίνο	=	βαβουίνος
βαβουίνοι	=	βαβουίνος
βαβουίνος	noun	ο μπαμπουίνος
βαβουίνου	=	βαβουίνος
βαβουίνους	=	βαβουίνος
βαβουίνων	=	βαβουίνος
βαβουκλί	noun|dated	είδος (βαμβακερού) γυναικείου ενδύματος
βαβουκλιά	=	βαβουκλί
βαβουκλιού	=	βαβουκλί
βαβουκλιών	=	βαβουκλί
βαβούλι	noun	το άνθος του βαμβακιού
βαβούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαβούλι
βαβούρα	noun	φασαρία, οχλοβοή, κοσμοχαλασιά, θόρυβος, βόμβος, αναστάτωση, σαματάς (με την έννοια «θόρυβος»)
βαβούρας	noun	γενική ενικού του βαβούρα
βαβούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαβούρα
βαβυλωνία	noun	η ασυνεννοησία, η έλλειψη επικοινωνίας, η σύγχυση
βαβυλωνίας	noun	γενική ενικού του βαβυλωνία
βαβυλωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαβυλωνία
βαβυλωνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαβυλωνιακό
βαβυλωνιακέ	adj	κλητική ενικού του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαβυλωνιακή
βαβυλωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιακής	adj	γενική ενικού του βαβυλωνιακή
βαβυλωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιακού	adj	γενική ενικού του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιακός	adj	ο σχετικός με τη Βαβυλώνα
βαβυλωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του βαβυλωνιακός
βαβυλωνιών	noun	γενική πληθυντικού του βαβυλωνία
βαβυλώνια	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιας	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιε	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιες	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιη	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιης	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιο	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιοι	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιος	adj	που ανήκει ή προέρχεται από τη Βαβυλώνα ή, γενικά, τη Βαβυλωνία
βαβυλώνιου	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιους	=	βαβυλώνιος
βαβυλώνιων	=	βαβυλώνιος
βαγένι	noun	βαρέλι που προορίζεται για αποθήκευση κρασιού
βαγένια	=	βαγένι
βαγίζαμε	=	βαγίζω
βαγίζαν	=	βαγίζω
βαγίζανε	=	βαγίζω
βαγίζατε	=	βαγίζω
βαγίζει	=	βαγίζω
βαγίζεις	=	βαγίζω
βαγίζετε	=	βαγίζω
βαγίζοντας	=	βαγίζω
βαγίζουμε	=	βαγίζω
βαγίζουν	=	βαγίζω
βαγίζουνε	=	βαγίζω
βαγίζω	verb	λυγίζω (από τους πολλούς καρπούς)
βαγίσαμε	=	βαγίζω
βαγίσαν	=	βαγίζω
βαγίσανε	=	βαγίζω
βαγίσατε	=	βαγίζω
βαγίσει	=	βαγίζω
βαγίστε	=	βαγίζω
βαγαμπόντης	=	μπαγαπόντης
βαγαποντιά	noun	μπαγαποντιά
βαγαποντιάς	=	βαγαποντιά
βαγαποντιές	=	βαγαποντιά
βαγαποντιών	=	βαγαποντιά
βαγαπόντη	=	βαγαπόντης
βαγαπόντηδες	=	βαγαπόντης
βαγαπόντηδων	=	βαγαπόντης
βαγαπόντης	adj|dated	άλλη μορφή του μπαγαπόντης
βαγαπόντικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγαπόντικο
βαγαπόντικε	adj	κλητική ενικού του βαγαπόντικος
βαγαπόντικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγαπόντικη
βαγαπόντικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαγαπόντικος
βαγαπόντικης	adj	γενική ενικού του βαγαπόντικη
βαγαπόντικο	adj	αιτιατική ενικού του βαγαπόντικος
βαγαπόντικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαγαπόντικος
βαγαπόντικος	adj	μπαγαπόντικος
βαγαπόντικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαγαπόντικος
βαγαπόντικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαγαπόντικος
βαγαπόντικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαγαπόντικος
βαγγέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγγέλιο
βαγγέλιο	noun	το ευαγγέλιο
βαγγέλιου	noun	γενική ενικού του βαγγέλιο
βαγγέλιων	noun	γενική πληθυντικού του βαγγέλιο
βαγενά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαγενάς
βαγενάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγενάς
βαγενάδων	noun	γενική πληθυντικού του βαγενάς
βαγενάρη	=	βαγενάρης
βαγενάρηδες	=	βαγενάρης
βαγενάρηδων	=	βαγενάρης
βαγενάρης	noun	ο υπεύθυνος για το βαγεναριό
βαγενάς	noun|dated	βαρελάς
βαγεναρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγεναρείο
βαγεναρείο	noun	αποθηκευτικός χώρος, όπου φυλάσσεται το κρασί ενός μοναστηριού
βαγεναρείου	noun	γενική ενικού του βαγεναρείο
βαγεναρείων	noun	γενική πληθυντικού του βαγεναρείο
βαγεναριά	=	βαγεναριό
βαγεναριού	=	βαγεναριό
βαγεναριό	noun	άλλη μορφή του βαγεναρείο: αποθηκευτικός χώρος, όπου φυλάσσεται το κρασί ενός μοναστηριού
βαγεναριών	=	βαγεναριό
βαγενιού	=	βαγένι
βαγενιών	=	βαγένι
βαγιά	noun	κοινό όνομα ορισμένων ειδών των φυτών δάφνη και φοίνικας
βαγιάς	=	βαγιά
βαγιές	=	βαγιά
βαγιοβδομάδα	noun|vulgar	η εβδομάδα πριν από την Kυριακή των Bαΐων
βαγιοβδομάδας	=	βαγιοβδομάδα
βαγιοβδομάδες	=	βαγιοβδομάδα
βαγιοβδομάδων	=	βαγιοβδομάδα
βαγιοφόρα	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρας	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρε	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρες	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρο	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόροι	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρος	noun	η εορτή της Κυριακής των Βαΐων	adj	που κρατά βάγια
βαγιοφόρου	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρους	=	βαγιοφόρος
βαγιοφόρων	=	βαγιοφόρος
βαγιόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγιόκλαδο
βαγιόκλαδο	noun	κλαδί βαγιάς
βαγιόκλαδου	noun	γενική ενικού του βαγιόκλαδο
βαγιόκλαδων	noun	γενική πληθυντικού του βαγιόκλαδο
βαγιόκλαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγιόκλαρο
βαγιόκλαρο	noun	κλαδί βαγιάς
βαγιόκλαρου	noun	γενική ενικού του βαγιόκλαρο
βαγιόκλαρων	noun	γενική πληθυντικού του βαγιόκλαρο
βαγιών	noun	γενική πληθυντικού του βάγια
βαγκνεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγκνεριστής
βαγκνεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαγκνεριστής
βαγκνεριστής	noun	που θεωρεί κορυφαίο μουσουργό τον Βάγκνερ στην επική μουσική, για την διακύμανση των συναισθημάτων και κυρίως την υψηλοφροσύνη που αυτή προκαλεί
βαγκνεριστών	noun	γενική πληθυντικού του βαγκνεριστής
βαγκονλί	noun	η κλινάμαξα
βαγονέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγονέτο
βαγονέτο	noun	μικρό ανοιχτό βαγόνι που χρησιμοποιείται σε ορυχεία
βαγονέτου	noun	γενική ενικού του βαγονέτο
βαγονέτων	noun	γενική πληθυντικού του βαγονέτο
βαγονιού	=	βαγόνι
βαγονιών	=	βαγόνι
βαγοτομές	=	βαγοτομή
βαγοτομή	noun	χειρουργική τομή ή διακοπή του πνευμονογαστρικού νεύρου, ώστε να μειωθεί η παραγωγή γαστρικού οξέος και να αντιμετωπισθούν παθήσεις όπως το έλκος του στομάχου
βαγοτομής	=	βαγοτομή
βαγοτομών	=	βαγοτομή
βαγόνι	noun	σιδηροδρομικό όχημα χωρίς δική του μηχανή, μέρος ενός συρμού
βαγόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαγόνι
βαδίζαμε	=	βαδίζω
βαδίζαν	=	βαδίζω
βαδίζανε	=	βαδίζω
βαδίζατε	=	βαδίζω
βαδίζει	=	βαδίζω
βαδίζεις	=	βαδίζω
βαδίζετε	=	βαδίζω
βαδίζομε	=	βαδίζω
βαδίζοντας	=	βαδίζω
βαδίζουμε	=	βαδίζω
βαδίζουν	=	βαδίζω
βαδίζουνε	=	βαδίζω
βαδίζω	verb	κινούμαι, προχωρώ, περπατώ
βαδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσαν	=	βαδίζω
βαδίσανε	=	βαδίζω
βαδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσεων	=	βάδιση
βαδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάδισμα
βαδίσματος	noun	γενική ενικού του βάδισμα
βαδίσομε	=	βαδίζω
βαδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίσουνε	=	βαδίζω
βαδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδίστρια	noun	θηλυκό του βαδιστής
βαδίστριας	=	βαδίστρια
βαδίστριες	=	βαδίστρια
βαδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
βαδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάδισμα
βαδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαδιστής
βαδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαδιστής
βαδιστής	noun	αθλητής που ασχολείται με το αγώνισμα του βάδην
βαδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαδιστικό
βαδιστικέ	adj	κλητική ενικού του βαδιστικός
βαδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαδιστική
βαδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαδιστικός
βαδιστικής	adj	γενική ενικού του βαδιστική
βαδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαδιστικός
βαδιστικού	adj	γενική ενικού του βαδιστικός
βαδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαδιστικός
βαδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βαδιστικός
βαδιστικός	adj	αυτός που έχει την ικανότητα να βαδίζει
βαδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βαδιστικός
βαδιστριών	=	βαδίστρια
βαδιστών	noun	γενική πληθυντικού του βαδιστής
βαε	abbrev	κατηγορία επαγγελμάτων που θεωρούνται ιδιαίτερα κοπιαστικά ή επικίνδυνα για την υγεία, με αποτέλεσμα να προβλέπονται ειδικά εργασιακά και ασφαλιστικά μέτρα
βαενιού	=	βαένι
βαενιών	=	βαένι
βαζάκι	noun	μικρό βάζο
βαζάκια	=	βαζάκι
βαζγκεστίζω	verb	εγκαταλείπω, παραιτούμαι απο
βαζεκτομές	=	βαζεκτομή
βαζεκτομή	noun	χειρουργική μικροεπέμβαση με σκοπό να εμποδιστεί η απελευθέρωση του σπέρματος κατά την εκσπερμάτωση, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική αντισύλληψη
βαζεκτομής	=	βαζεκτομή
βαζεκτομών	=	βαζεκτομή
βαζελίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαζελίνη
βαζελίνη	noun	ιατρική λιπαντική ουσία
βαζελίνης	=	βαζελίνη
βαζελινών	=	βαζελίνη
βαζιβουζούκε	=	βαζιβουζούκος
βαζιβουζούκο	=	βαζιβουζούκος
βαζιβουζούκοι	=	βαζιβουζούκος
βαζιβουζούκος	noun	άλλη μορφή του βασιβουζούκος
βαζιβουζούκου	=	βαζιβουζούκος
βαζιβουζούκους	=	βαζιβουζούκος
βαζιβουζούκων	=	βαζιβουζούκος
βαζοπρεσίνες	=	βαζοπρεσίνη
βαζοπρεσίνη	noun	πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από τον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης και ρυθμίζει την κατακράτηση νερού και την αρτηριακή πίεση μέσω της δράσης της στους νεφρούς και στα αγγεία εμφανίζοντας αντιδιουρητική δράση
βαζοπρεσίνης	=	βαζοπρεσίνη
βαζοπρεσινών	=	βαζοπρεσίνη
βαθέα	=	βαθύς
βαθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθεμα
βαθέματος	noun	γενική ενικού του βάθεμα
βαθέος	=	βαθύς
βαθέων	=	βαθύς
βαθαίναμε	=	βαθαίνω
βαθαίναν	=	βαθαίνω
βαθαίνανε	=	βαθαίνω
βαθαίνατε	=	βαθαίνω
βαθαίνει	=	βαθαίνω
βαθαίνεις	=	βαθαίνω
βαθαίνετε	=	βαθαίνω
βαθαίνοντας	=	βαθαίνω
βαθαίνουμε	=	βαθαίνω
βαθαίνουν	=	βαθαίνω
βαθαίνουνε	=	βαθαίνω
βαθαίνω	verb	κάνω κάτι πιο βαθύ
βαθεία	=	βαθύς
βαθείας	=	βαθύς
βαθείες	=	βαθύς
βαθείς	=	βαθύς
βαθειών	=	βαθύς
βαθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάθεμα
βαθιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύς	adv	σε μεγάλο βάθος
βαθιάς	=	βαθύς
βαθιές	=	βαθύς
βαθιοί	=	βαθύς
βαθιού	=	βαθύς
βαθιούς	=	βαθύς
βαθιών	=	βαθύς
βαθιώτικα	=	βαθιώτικος
βαθιώτικε	=	βαθιώτικος
βαθιώτικες	=	βαθιώτικος
βαθιώτικη	=	βαθιώτικος
βαθιώτικης	=	βαθιώτικος
βαθιώτικο	=	βαθιώτικος
βαθιώτικοι	=	βαθιώτικος
βαθιώτικος	adj	ο σχετικός με το Βαθύ ή τους κατοίκους του
βαθιώτικου	=	βαθιώτικος
βαθιώτικους	=	βαθιώτικος
βαθιώτικων	=	βαθιώτικος
βαθμέ	noun	κλητική ενικού του βαθμός
βαθμίδα	noun	σκαλοπάτι, αναβαθμός
βαθμίδας	=	βαθμίδα
βαθμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμίδα
βαθμίδων	=	βαθμίδα
βαθμηδόν	adv	σιγά σιγά, σταδιακά
βαθμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθμιαίος	adv	σιγά σιγά, όχι απότομα
βαθμιαίας	adj	γενική ενικού του βαθμιαία
βαθμιαίε	adj	βαθμιαίος, στην κλητική του ενικού
βαθμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμιαία
βαθμιαίο	adj	βαθμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
βαθμιαίοι	adj	βαθμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
βαθμιαίος	adj	που εξελίσσεται βήμα προς βήμα, με έναν σταθερό αλλά όχι πολύ γρήγορο ρυθμό
βαθμιαίου	adj	γενική ενικού του βαθμιαίος
βαθμιαίους	adj	βαθμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
βαθμιαίων	=	βαθμιαίος
βαθμιαίως	adv|formal	άλλη μορφή του βαθμιαία
βαθμιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαθμιδωτός	adv	με βαθμιδωτό τρόπο
βαθμιδωτέ	adj	κλητική ενικού του βαθμιδωτός
βαθμιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμιδωτή
βαθμιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθμιδωτός
βαθμιδωτής	adj	γενική ενικού του βαθμιδωτή
βαθμιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμιδωτός
βαθμιδωτού	adj	γενική ενικού του βαθμιδωτός
βαθμιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθμιδωτός
βαθμιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του βαθμιδωτός
βαθμιδωτός	adj	του οποίου η δομή έχει βαθμίδες
βαθμιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του βαθμιδωτός
βαθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμός
βαθμοημέρα	noun	μονάδα μέτρησης θέρμανσης ή ψύξης, που υπολογίζεται ως συνάρτηση του χρόνου που ποικίλλει ανάλογα με τη θερμοκρασία.
βαθμοημέρας	=	βαθμοημέρα
βαθμοημέρες	=	βαθμοημέρα
βαθμοημερών	=	βαθμοημέρα
βαθμοθέτει	=	βαθμοθετώ
βαθμοθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμοθέτης
βαθμοθέτη	=	βαθμοθέτης
βαθμοθέτης	noun	αυτός που θέτει βαθμούς
βαθμοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθέτηση	noun	η ενέργεια του βαθμοθετώ, η βαθμολόγηση
βαθμοθέτησης	=	βαθμοθέτηση
βαθμοθήρα	=	βαθμοθήρας
βαθμοθήρας	noun	για μαθητή, σπουδαστή, φοιτητή που επιδιώκει με εμμονή να πάρει ψηλούς βαθμούς στα μαθήματά του
βαθμοθήρες	=	βαθμοθήρας
βαθμοθεσία	noun|rare	η βαθμολόγηση
βαθμοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήσαν	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετήσανε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμοθέτηση
βαθμοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήσεων	=	βαθμοθέτηση
βαθμοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμοθετώ
βαθμοθετεί	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετείς	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετείτε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμοθετημένο
βαθμοθετημένε	adj	κλητική ενικού του βαθμοθετημένος
βαθμοθετημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμοθετημένη
βαθμοθετημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθμοθετημένος
βαθμοθετημένης	adj	γενική ενικού του βαθμοθετημένη
βαθμοθετημένο	adj	αιτιατική ενικού του βαθμοθετημένος
βαθμοθετημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμοθετημένος
βαθμοθετημένος	verb|rare	που έχει βαθμοθετηθεί, συνηθέστερα βαθμονομημένος
βαθμοθετημένου	adj	γενική ενικού του βαθμοθετημένος
βαθμοθετημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθμοθετημένος
βαθμοθετημένων	adj	γενική πληθυντικού του βαθμοθετημένος
βαθμοθετούμε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούν	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούνε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσα	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσαμε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσαν	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσανε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσατε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσε	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετούσες	=	βαθμοθετώ
βαθμοθετώ	verb	καθορίζω τον βαθμό, βαθμολογώ
βαθμοθετών	=	βαθμοθέτης
βαθμοθετώντας	=	βαθμοθετώ
βαθμοθηρία	noun	η επιδίωξη ενός μαθητή, σπουδαστή, φοιτητή να πάρει όσο το δυνατόν ψηλότερους βαθμούς στα μαθήματά του, το κυνήγι του βαθμού ως αυτοσκοπός
βαθμοθηρίας	=	βαθμοθηρία
βαθμοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμοθηρία
βαθμοθηρικά	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικέ	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικές	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρική	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικής	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικοί	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικού	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικούς	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικό	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηρικός	adj	που έχει σχέση με βαθμοθηρία ή βαθμοθήρα ή αναφέρεται σʼ αυτά
βαθμοθηρικών	=	βαθμοθηρικός
βαθμοθηριών	=	βαθμοθηρία
βαθμοθηρών	=	βαθμοθήρας
βαθμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολόγηση
βαθμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήσεων	=	βαθμολόγηση
βαθμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογήτρια	=	βαθμολογητής
βαθμολογήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογήτρια
βαθμολογία	noun	ο βαθμός που έβαλε σε κάποιον ή κάτι ένας βαθμολογητής
βαθμολογίας	noun	γενική ενικού του βαθμολογία
βαθμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογία
βαθμολογίου	noun	γενική ενικού του βαθμολόγιο
βαθμολογίων	noun	γενική πληθυντικού του βαθμολόγιο
βαθμολογημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογημένο
βαθμολογημένε	adj	κλητική ενικού του βαθμολογημένος
βαθμολογημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογημένη
βαθμολογημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθμολογημένος
βαθμολογημένης	adj	γενική ενικού του βαθμολογημένη
βαθμολογημένο	adj	αιτιατική ενικού του βαθμολογημένος
βαθμολογημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογημένος
βαθμολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολογημένου	verb	γενική ενικού του βαθμολογημένος
βαθμολογημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθμολογημένος
βαθμολογημένων	adj	γενική πληθυντικού του βαθμολογημένος
βαθμολογητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογητής
βαθμολογητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαθμολογητής
βαθμολογητής	noun	αυτός που βαθμολογεί, που βάζει βαθμό σε κάποιον ή κάτι
βαθμολογητών	noun	γενική πληθυντικού του βαθμολογητής
βαθμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογικό	adv	όσον αφορά στη βαθμολογία
βαθμολογικέ	adj	κλητική ενικού του βαθμολογικός
βαθμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογική
βαθμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθμολογικός
βαθμολογικής	adj	γενική ενικού του βαθμολογική
βαθμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμολογικός
βαθμολογικού	adj	γενική ενικού του βαθμολογικός
βαθμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθμολογικός
βαθμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βαθμολογικός
βαθμολογικός	adj	σχετικός με τη βαθμολογία
βαθμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βαθμολογικός
βαθμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βαθμολογία
βαθμολογούμαι	=	βαθμολογώ
βαθμολογώ	verb	βάζω έναν βαθμό σε κάτι ή κάποιον αξιολογώντας την επίδοσή του
βαθμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμολογώ
βαθμολόγηση	noun	η αξιολόγηση με βαθμούς και η ένταξη σε μια κλίμακα ανάλογα με τους βαθμούς που έχουν αποδοθεί
βαθμολόγησης	=	βαθμολόγηση
βαθμολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμολόγιο
βαθμολόγιο	noun	κατάλογος καταγραφής της βαθμολογίας
βαθμολόγιου	=	βαθμολόγιο
βαθμολόγιων	=	βαθμολόγιο
βαθμομέτρησα	=	βαθμομετρώ
βαθμομέτρησαν	=	βαθμομετρώ
βαθμομέτρησε	=	βαθμομετρώ
βαθμομέτρησες	=	βαθμομετρώ
βαθμομέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βαθμομετρώ
βαθμομέτρησης	=	βαθμομέτρηση
βαθμομέτρου	=	βαθμόμετρο
βαθμομέτρων	=	βαθμόμετρο
βαθμομετρήθηκα	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήθηκαν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήθηκε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήθηκες	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήσαμε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήσαν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήσανε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήσατε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήσει	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήσεις	=	βαθμομέτρηση
βαθμομετρήσεων	=	βαθμομέτρηση
βαθμομετρήσου	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρήστε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρεί	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρείς	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρείσαι	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρείστε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρείται	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρείτε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρηθήκαμε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρηθήκαν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρηθήκανε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρηθήκατε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρηθεί	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρηθείτε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρημένα	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένε	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένες	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένη	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένης	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένο	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένοι	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαθμομετρώ
βαθμομετρημένου	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένους	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρημένων	=	βαθμομετρημένος
βαθμομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαθμομετρικός	adv	με βαθμομετρικό τρόπο
βαθμομετρικέ	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρικές	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρική	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρικής	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρικοί	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρικού	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρικούς	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βαθμομετρικός
βαθμομετρικός	adj	που έχει σχέση με βαθμομέτρηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
βαθμομετρικών	=	βαθμομετρικός
βαθμομετρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βαθμομετρώ
βαθμομετρούμασταν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούμαστε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούμε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούμουν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούνε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούνται	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούνταν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσα	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσαμε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσαν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσανε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσασταν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσαστε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσατε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσε	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσες	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρούσουν	=	βαθμομετρώ
βαθμομετρώ	verb	μετρώ ή υπολογίζω την ένταση, το επίπεδο ή τον αριθμό βαθμών ή βαθμίδων σε μια κλίμακα μέτρησης
βαθμομετρώντας	=	βαθμομετρώ
βαθμονομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήσαν	=	βαθμονομώ
βαθμονομήσανε	=	βαθμονομώ
βαθμονομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμονόμηση
βαθμονομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαθμονόμηση
βαθμονομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαθμονόμηση
βαθμονομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονομία	noun	η βαθμονόμηση
βαθμονομίας	noun	γενική ενικού του βαθμονομία
βαθμονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμονομία
βαθμονομεί	=	βαθμονομώ
βαθμονομείς	=	βαθμονομώ
βαθμονομείτε	=	βαθμονομώ
βαθμονομημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμονομημένο
βαθμονομημένε	adj	κλητική ενικού του βαθμονομημένος
βαθμονομημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθμονομημένη
βαθμονομημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθμονομημένος
βαθμονομημένης	adj	γενική ενικού του βαθμονομημένη
βαθμονομημένο	adj	αιτιατική ενικού του βαθμονομημένος
βαθμονομημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμονομημένος
βαθμονομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαθμονομώ: που έχει βαθμονομηθεί
βαθμονομημένου	verb	γενική ενικού του βαθμονομημένος
βαθμονομημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθμονομημένος
βαθμονομημένων	adj	γενική πληθυντικού του βαθμονομημένος
βαθμονομητές	=	βαθμονομητής
βαθμονομητή	=	βαθμονομητής
βαθμονομητής	noun	άλλη μορφή του βαθμονόμος
βαθμονομητών	=	βαθμονομητής
βαθμονομιών	noun	γενική πληθυντικού του βαθμονομία
βαθμονομούμαι	=	βαθμονομώ
βαθμονομούμε	=	βαθμονομώ
βαθμονομούν	=	βαθμονομώ
βαθμονομούνε	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσα	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσαμε	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσαν	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσανε	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσατε	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσε	=	βαθμονομώ
βαθμονομούσες	=	βαθμονομώ
βαθμονομώ	verb	χωρίζω την κλίμακα σε βαθμούς
βαθμονομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονόμε	=	βαθμονόμος
βαθμονόμει	=	βαθμονομώ
βαθμονόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθμονομώ
βαθμονόμηση	noun	χάραξη βαθμολογικής κλίμακας σε επιστημονικό όργανο
βαθμονόμησης	noun	γενική ενικού του βαθμονόμηση
βαθμονόμο	=	βαθμονόμος
βαθμονόμοι	=	βαθμονόμος
βαθμονόμος	noun	άνθρωπος ή όργανο που βαθμονομεί
βαθμονόμου	=	βαθμονόμος
βαθμονόμους	=	βαθμονόμος
βαθμονόμων	=	βαθμονόμος
βαθμοφόρε	=	βαθμοφόρος
βαθμοφόρο	=	βαθμοφόρος
βαθμοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθμοφόρος
βαθμοφόρος	noun	στον στρατό, αυτός που φέρει βαθμό ανώτερο του στρατιώτη
βαθμοφόρου	noun	γενική ενικού του βαθμοφόρος
βαθμοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαθμοφόρος
βαθμοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του βαθμοφόρος
βαθμού	noun	γενική ενικού του βαθμός
βαθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαθμός
βαθμούχα	=	βαθμούχος
βαθμούχε	=	βαθμούχος
βαθμούχο	=	βαθμούχος
βαθμούχοι	=	βαθμούχος
βαθμούχος	adj	που έχει κάποιον βαθμό, συνήθως ανώτερο, ο βαθμοφόρος
βαθμούχου	=	βαθμούχος
βαθμούχους	=	βαθμούχος
βαθμούχων	=	βαθμούχος
βαθμωτά	=	βαθμωτό
βαθμωτέ	=	βαθμωτός
βαθμωτές	=	βαθμωτός
βαθμωτή	=	βαθμωτός
βαθμωτής	=	βαθμωτός
βαθμωτοί	=	βαθμωτός
βαθμωτού	=	βαθμωτό
βαθμωτούς	=	βαθμωτός
βαθμωτό	noun	μια ποσότητα που έχει μόνο μέτρο
βαθμωτός	adj	χαρακτηρισμός ενός μεγέθους που εκφράζεται μόνο με έναν αριθμητικό δείκτη και δεν εξαρτάται από κατεύθυνση ή προσανατολισμό
βαθμωτών	=	βαθμωτό
βαθμό	=	βαθμός
βαθμόμετρα	=	βαθμόμετρο
βαθμόμετρο	noun	όργανο σχεδιασμένο να μετρά και να δείχνει την τιμή κάποιου μεγέθους σε βαθμούς, όπως τη θερμοκρασία ή το εύρος μιας γωνίας
βαθμόμετρου	=	βαθμόμετρο
βαθμόμετρων	=	βαθμόμετρο
βαθμός	noun	υποδιαίρεση μιας κλίμακας μέτρησης
βαθμών	noun	γενική πληθυντικού του βαθμός
βαθομέτρηση	noun	η μέτρηση του βάθους
βαθομέτρησης	noun	γενική ενικού του βαθομέτρηση
βαθομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθομέτρηση
βαθομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαθομέτρηση
βαθομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαθομέτρηση
βαθομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθομετρικό
βαθομετρικέ	adj	κλητική ενικού του βαθομετρικός
βαθομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθομετρική
βαθομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθομετρικός
βαθομετρικής	adj	γενική ενικού του βαθομετρική
βαθομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθομετρικός
βαθομετρικού	adj	γενική ενικού του βαθομετρικός
βαθομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθομετρικός
βαθομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του βαθομετρικός
βαθομετρικός	adj	σχετικός με τη βαθομέτρηση
βαθομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του βαθομετρικός
βαθουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθουλό
βαθουλέ	adj	κλητική ενικού του βαθουλός
βαθουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθουλή
βαθουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθουλός
βαθουλής	adj	γενική ενικού του βαθουλή
βαθουλαίνω	=	βαθουλώνω
βαθουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθουλός
βαθουλού	adj	γενική ενικού του βαθουλός
βαθουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθουλός
βαθουλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαθούλωμα
βαθουλωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθουλωμένο
βαθουλωμένε	adj	κλητική ενικού του βαθουλωμένος
βαθουλωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθουλωμένη
βαθουλωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθουλωμένος
βαθουλωμένης	adj	γενική ενικού του βαθουλωμένη
βαθουλωμένο	adj	αιτιατική ενικού του βαθουλωμένος
βαθουλωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθουλωμένος
βαθουλωμένος	verb	που έχει βαθουλωθεί
βαθουλωμένου	verb	γενική ενικού του βαθουλωμένος
βαθουλωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθουλωμένος
βαθουλωμένων	adj	γενική πληθυντικού του βαθουλωμένος
βαθουλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθουλωτό	adv	με βαθουλώματα
βαθουλωτέ	adj	κλητική ενικού του βαθουλωτός
βαθουλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθουλωτή
βαθουλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθουλωτός
βαθουλωτής	adj	γενική ενικού του βαθουλωτή
βαθουλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθουλωτός
βαθουλωτού	adj	γενική ενικού του βαθουλωτός
βαθουλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθουλωτός
βαθουλωτό	adj	αιτιατική ενικού του βαθουλωτός
βαθουλωτός	adj	που σχηματίζει ένα βαθούλωμα στην επιφάνειά του
βαθουλωτών	adj	γενική πληθυντικού του βαθουλωτός
βαθουλό	adj	αιτιατική ενικού του βαθουλός
βαθουλός	adj	σχετικά βαθύς
βαθουλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθούλωμα
βαθουλώματος	noun	γενική ενικού του βαθούλωμα
βαθουλών	adj	γενική πληθυντικού του βαθουλός
βαθουλώναμε	=	βαθουλώνω
βαθουλώναν	=	βαθουλώνω
βαθουλώνανε	=	βαθουλώνω
βαθουλώνατε	=	βαθουλώνω
βαθουλώνει	=	βαθουλώνω
βαθουλώνεις	=	βαθουλώνω
βαθουλώνετε	=	βαθουλώνω
βαθουλώνομαι	=	βαθουλώνω
βαθουλώνοντας	=	βαθουλώνω
βαθουλώνουμε	=	βαθουλώνω
βαθουλώνουν	=	βαθουλώνω
βαθουλώνουνε	=	βαθουλώνω
βαθουλώνω	verb	δημιουργώ ένα βαθούλωμα σε μια επιφάνεια, κάνω κάτι κοίλο, δημιουργώ μια κοιλότητα
βαθουλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσαν	=	βαθουλώνω
βαθουλώσανε	=	βαθουλώνω
βαθουλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθουλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθούλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού βαθουλώνω
βαθούλωνα	=	βαθουλώνω
βαθούλωναν	=	βαθουλώνω
βαθούλωνε	=	βαθουλώνω
βαθούλωνες	=	βαθουλώνω
βαθούλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθούλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθούλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθούλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθουλώνω
βαθράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάθρακας
βαθυγάλαζα	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζε	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζες	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζη	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζης	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζο	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζοι	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζος	adj	που έχει βαθύ γαλανό χρώμα
βαθυγάλαζου	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζους	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλαζων	=	βαθυγάλαζος
βαθυγάλανα	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανε	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανες	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανη	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανης	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανο	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανοι	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανος	adj	που έχει σκούρο γαλανό, βαθύ γαλανό χρώμα
βαθυγάλανου	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανους	=	βαθυγάλανος
βαθυγάλανων	=	βαθυγάλανος
βαθυκάστανος	adj|rare	που έχει ένα βαθύ / έντονο καστανό χρώμα
βαθυκόκκινα	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινε	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινες	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινη	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινης	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινο	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινοι	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινος	adj	που έχει βαθύ σκούρο κόκκινο χρώμα
βαθυκόκκινου	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινους	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόκκινων	=	βαθυκόκκινος
βαθυκόρος	noun	είναι το πλωτό μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την εκβάθυνση και τον καθαρισμού του βυθού λιμένων
βαθυκύανα	=	βαθυκύανος
βαθυκύανε	=	βαθυκύανος
βαθυκύανες	=	βαθυκύανος
βαθυκύανη	=	βαθυκύανος
βαθυκύανης	=	βαθυκύανος
βαθυκύανο	=	βαθυκύανος
βαθυκύανοι	=	βαθυκύανος
βαθυκύανος	adj|formal	ταυτόσημο με το βαθυγάλαζος
βαθυκύανου	=	βαθυκύανος
βαθυκύανους	=	βαθυκύανος
βαθυκύανων	=	βαθυκύανος
βαθυλάκκου	=	βαθύλακκος
βαθυλάκκους	=	βαθύλακκος
βαθυλάκκων	=	βαθύλακκος
βαθυμέτρηση	noun	άλλη μορφή του βαθυμετρία
βαθυμέτρησης	noun	γενική ενικού του βαθυμέτρηση
βαθυμέτρου	=	βαθύμετρο
βαθυμέτρων	=	βαθύμετρο
βαθυμετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυμέτρηση
βαθυμετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαθυμέτρηση
βαθυμετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαθυμέτρηση
βαθυμετρία	noun	κλάδος της ωκεανογραφίας που έχει ως αντικείμενο τη μέτρηση του βάθους του θαλάσσιου (ή ποτάμιου ή λιμναίου) βυθού καθώς και τον προσδιορισμό της μορφολογίας του
βαθυμετρίας	noun	γενική ενικού του βαθυμετρία
βαθυμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυμετρία
βαθυμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυμετρικό
βαθυμετρικέ	adj	κλητική ενικού του βαθυμετρικός
βαθυμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυμετρική
βαθυμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθυμετρικός
βαθυμετρικής	adj	γενική ενικού του βαθυμετρική
βαθυμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθυμετρικός
βαθυμετρικού	adj	γενική ενικού του βαθυμετρικός
βαθυμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθυμετρικός
βαθυμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του βαθυμετρικός
βαθυμετρικός	adj	που έχει σχέση με τη βαθυμετρία ή το βαθύμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτά
βαθυμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του βαθυμετρικός
βαθυμετριών	noun	γενική πληθυντικού του βαθυμετρία
βαθυνοιών	noun	γενική πληθυντικού του βαθύνοια
βαθυνόων	=	βαθύνους
βαθυπελαγικά	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικέ	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικές	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγική	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βαθυπελαγική) του βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικοί	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικού	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικούς	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικό	=	βαθυπελαγικός
βαθυπελαγικός	adj	που ζει στα βάθη της θάλασσας, του πελάγους, η σχετίζεται με αυτά
βαθυπελαγικών	=	βαθυπελαγικός
βαθυπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυπερατό
βαθυπερατέ	adj	κλητική ενικού του βαθυπερατός
βαθυπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυπερατή
βαθυπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθυπερατός
βαθυπερατής	adj	γενική ενικού του βαθυπερατή
βαθυπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθυπερατός
βαθυπερατού	adj	γενική ενικού του βαθυπερατός
βαθυπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθυπερατός
βαθυπερατό	adj	αιτιατική ενικού του βαθυπερατός
βαθυπερατός	adj	(ηλεκτρολογία) (Για φίλτρο) το οποίο επιτρέπει τη διέλευση μόνο συχνοτήτων,μικρότερων μίας δοσμένης συχνότητας αποκοπής.
βαθυπερατών	adj	γενική πληθυντικού του βαθυπερατός
βαθυπράσινα	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινε	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινες	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινη	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινης	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινο	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινοι	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινος	adj	που έχει βαθύ (σκούρο) πράσινο χρώμα
βαθυπράσινου	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινους	=	βαθυπράσινος
βαθυπράσινων	=	βαθυπράσινος
βαθυπύθμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυπύθμενο
βαθυπύθμενε	verb	κλητική ενικού του βαθυπύθμενος
βαθυπύθμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυπύθμενη
βαθυπύθμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθυπύθμενος
βαθυπύθμενης	verb	γενική ενικού του βαθυπύθμενη
βαθυπύθμενο	verb	αιτιατική ενικού του βαθυπύθμενος
βαθυπύθμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθυπύθμενος
βαθυπύθμενος	adj	που έχει πυθμένα σε μεγάλο βάθος
βαθυπύθμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαθυπύθμενος
βαθυπύθμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαθυπύθμενος
βαθυπύθμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθυπύθμενος
βαθυσεβάστως	adv|archaic	με βαθύ / πολύ σεβασμό
βαθυσκάφη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυσκάφος
βαθυσκάφος	noun	ειδικής κατασκευής αυτοπροωθούμενο υποβρύχιο σκάφος, που επιτρέπει την παρατήρηση και εξερεύνηση στα μεγάλα βάθη των ωκεανών, αποτελούμενο από μια σφαιρική καμπίνα για το πλήρωμα (παρόμοια με τη βαθύσφαιρα), η οποία αιωρείται κάτω από έναν πλωτήρα γεμάτο με κάποιο ελαφρύ και μη συμπιεζόμενο υγρό, συνήθως βενζίνη
βαθυσκάφους	noun	γενική ενικού του βαθυσκάφος
βαθυσκαφές	=	βαθυσκαφής
βαθυσκαφή	=	βαθυσκαφής
βαθυσκαφής	adj	σκαμμένος βαθιά
βαθυσκαφείς	=	βαθυσκαφής
βαθυσκαφούς	=	βαθυσκαφής
βαθυσκαφών	=	βαθυσκάφος
βαθυστόχαστα	adv	με τρόπο που εκφράζει μεγάλη σκέψη
βαθυστόχαστε	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστες	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστη	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστης	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστο	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστοι	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστος	adj	που έχει τη συνήθεια να σκέφτεται βαθιά, αναλυτικά το κάθε πράγμα
βαθυστόχαστου	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστους	=	βαθυστόχαστος
βαθυστόχαστων	=	βαθυστόχαστος
βαθυσφαίρα	noun|rare	άλλη μορφή του βαθύσφαιρα
βαθυσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του βαθύσφαιρα
βαθυτήτων	=	βαθύτητα
βαθυτυπία	noun	μέθοδος εκτύπωσης, που χρησιμοποιεί ως εκτυπωτική πλάκα ένα χάλκινο κύλινδρο εσώγλυφα χαραγμένο
βαθυτυπίας	noun	γενική ενικού του βαθυτυπία
βαθυτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθυτυπία
βαθυτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του βαθυτυπία
βαθυχόρδου	=	βαθύχορδο
βαθυχόρδων	=	βαθύχορδο
βαθύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύς
βαθύβια	=	βαθύβιος
βαθύβιας	=	βαθύβιος
βαθύβιε	=	βαθύβιος
βαθύβιες	=	βαθύβιος
βαθύβιο	=	βαθύβιος
βαθύβιοι	=	βαθύβιος
βαθύβιος	noun	άμορφη, βλεννώδους υφής μάζα που εντοπίστηκε από τον Τόμας Χάξλεϋ (1825-1895) στα βάθη του Ατλαντικού Ωκεανού	adj	συνώνυμο του βαθυπελαγικός
βαθύβιου	=	βαθύβιος
βαθύβιους	=	βαθύβιος
βαθύβιων	=	βαθύβιος
βαθύγνωμα	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμε	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμες	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμη	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμης	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμο	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμοι	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμος	adj|formal	που έχει τη συνήθεια να σκέφτεται πολύ και με λεπτομέρειες
βαθύγνωμου	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμους	=	βαθύγνωμος
βαθύγνωμων	=	βαθύγνωμος
βαθύλακκε	=	βαθύλακκος
βαθύλακκο	=	βαθύλακκος
βαθύλακκοι	=	βαθύλακκος
βαθύλακκος	noun	περιοχή με μεγάλο όρυγμα, έναν βαθύ λάκκο
βαθύλακκου	=	βαθύλακκος
βαθύμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύμετρο
βαθύμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση του βάθους
βαθύμετρου	=	βαθύμετρο
βαθύμετρων	=	βαθύμετρο
βαθύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύναν	=	βαθαίνω
βαθύνανε	=	βαθαίνω
βαθύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνοα	=	βαθύνους
βαθύνοες	=	βαθύνους
βαθύνοια	noun	αγχίνοια, εμβρίθεια, οξύνοια
βαθύνοιας	noun	γενική ενικού του βαθύνοια
βαθύνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύνοια
βαθύνου	=	βαθύνους
βαθύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνους	adj|formal	εμβριθής, βαθυστόχαστος
βαθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθυνση
βαθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του βάθυνση
βαθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του βάθυνση
βαθύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαθαίνω
βαθύνω	verb	βαθαίνω
βαθύπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύπεδο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βαθύπεδο) του βαθύπεδος
βαθύπεδε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύπεδος
βαθύπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (βαθύπεδη) του βαθύπεδος
βαθύπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους (βαθύπεδη) του βαθύπεδος
βαθύπεδης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βαθύπεδη) του βαθύπεδος
βαθύπεδο	noun|formal	πεδιάδα που βρίσκεται χαμηλότερα από την επιφάνεια της θάλασσας	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύπεδος
βαθύπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύπεδος
βαθύπεδος	adj|rare	που έχει μια χαμηλή πεδιάδα ανάμεσα σε βουνά
βαθύπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύπεδος	noun	γενική ενικού του βαθύπεδο
βαθύπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύπεδος
βαθύπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύπεδος	noun	γενική πληθυντικού του βαθύπεδο
βαθύπλουτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύπλουτο
βαθύπλουτε	adj	κλητική ενικού του βαθύπλουτος
βαθύπλουτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύπλουτη
βαθύπλουτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύπλουτος
βαθύπλουτης	adj	γενική ενικού του βαθύπλουτη
βαθύπλουτο	adj	αιτιατική ενικού του βαθύπλουτος
βαθύπλουτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθύπλουτος
βαθύπλουτος	adj	πάρα πολύ πλούσιος
βαθύπλουτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύπλουτος
βαθύπλουτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθύπλουτος
βαθύπλουτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύπλουτος
βαθύρριζα	=	βαθύρριζος
βαθύρριζε	=	βαθύρριζος
βαθύρριζες	=	βαθύρριζος
βαθύρριζη	=	βαθύρριζος
βαθύρριζης	=	βαθύρριζος
βαθύρριζο	=	βαθύρριζος
βαθύρριζοι	=	βαθύρριζος
βαθύρριζος	adj	που έχει βαθιές ρίζες
βαθύρριζου	=	βαθύρριζος
βαθύρριζους	=	βαθύρριζος
βαθύρριζων	=	βαθύρριζος
βαθύς	adj	την 'αντίθετη' διάσταση του ύψους (απόσταση προς τον ουρανό), την απόσταση δηλαδή προς την γη.
βαθύσκια	=	βαθύσκιος
βαθύσκιας	=	βαθύσκιος
βαθύσκιε	=	βαθύσκιος
βαθύσκιες	=	βαθύσκιος
βαθύσκιο	=	βαθύσκιος
βαθύσκιοι	=	βαθύσκιος
βαθύσκιος	adj	που έχει βαθύ (πυκνό) ίσκιο, ο βαθύσκιωτος
βαθύσκιου	=	βαθύσκιος
βαθύσκιους	=	βαθύσκιος
βαθύσκιων	=	βαθύσκιος
βαθύσκιωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύσκιωτο
βαθύσκιωτε	adj	κλητική ενικού του βαθύσκιωτος
βαθύσκιωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύσκιωτη
βαθύσκιωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύσκιωτος
βαθύσκιωτης	adj	γενική ενικού του βαθύσκιωτη
βαθύσκιωτο	adj	αιτιατική ενικού του βαθύσκιωτος
βαθύσκιωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθύσκιωτος
βαθύσκιωτος	adj	που έχει βαθύ (πυκνό) ίσκιο, ο βαθύσκιος
βαθύσκιωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύσκιωτος
βαθύσκιωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθύσκιωτος
βαθύσκιωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύσκιωτος
βαθύσφαιρα	noun	ατσαλένιο σκάφος σφαιρικού σχήματος, που καταδύεται (επαδρωμένο ή όχι) σε μεγάλα βάθη, δεμένο με καλώδιο από κάποιο πλοίο, προκειμένου να γίνουν υποθαλάσσιες παρατηρήσεις
βαθύσφαιρας	noun	γενική ενικού του βαθύσφαιρα
βαθύσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύσφαιρα
βαθύτατα	adv	εξαιρετικά βαθιά
βαθύτατε	=	βαθύτατος
βαθύτατες	=	βαθύτατος
βαθύτατη	=	βαθύτατος
βαθύτατης	=	βαθύτατος
βαθύτατο	=	βαθύτατος
βαθύτατοι	=	βαθύτατος
βαθύτατος	adj	υπερθετικός βαθμός του βαθύς εξαιρετικά βαθύς
βαθύτατου	=	βαθύτατος
βαθύτατους	=	βαθύτατος
βαθύτατων	=	βαθύτατος
βαθύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύτερο
βαθύτερε	adj	κλητική ενικού του βαθύτερος
βαθύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύτερη
βαθύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύτερος
βαθύτερης	adj	γενική ενικού του βαθύτερη
βαθύτερο	adj	αιτιατική ενικού του βαθύτερος
βαθύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθύτερος
βαθύτερος	adj	που είναι κυριολεκτικά πιο βαθύς
βαθύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύτερος
βαθύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθύτερος
βαθύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύτερος
βαθύτητα	noun	το βάθος
βαθύτητας	=	βαθύτητα
βαθύτητες	=	βαθύτητα
βαθύτομος	adj|formal	που έχει βαθιά τομή
βαθύφωνα	=	βαθύφωνος
βαθύφωνε	=	βαθύφωνος
βαθύφωνες	=	βαθύφωνος
βαθύφωνη	=	βαθύφωνος
βαθύφωνης	=	βαθύφωνος
βαθύφωνο	=	βαθύφωνος
βαθύφωνοι	=	βαθύφωνος
βαθύφωνος	adj	που έχει ιδιαίτερα βαθειά ανδρική φωνή
βαθύφωνου	=	βαθύφωνος
βαθύφωνους	=	βαθύφωνος
βαθύφωνων	=	βαθύφωνος
βαθύχορδα	=	βαθύχορδο
βαθύχορδο	noun	το κοντραμπάσο
βαθύχορδου	=	βαθύχορδο
βαθύχορδων	=	βαθύχορδο
βαθύχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύχρωμο
βαθύχρωμε	adj	κλητική ενικού του βαθύχρωμος
βαθύχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαθύχρωμη
βαθύχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύχρωμος
βαθύχρωμης	adj	γενική ενικού του βαθύχρωμη
βαθύχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του βαθύχρωμος
βαθύχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαθύχρωμος
βαθύχρωμος	adj	που έχει βαθύ χρώμα, σκούρο χρώμα
βαθύχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαθύχρωμος
βαθύχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαθύχρωμος
βαθύχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαθύχρωμος
βαθών	=	βάθος
βακέσιο	noun	οι διακοπές
βακέτα	noun	δέρμα από ενήλικα βοοειδή που χρησιμοποιείται για την κατασκευή δερμάτινων ειδών
βακέτας	noun	γενική ενικού του βακέτα
βακέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακέτα
βακίλου	noun	γενική ενικού του βάκιλος
βακίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάκιλος
βακίλων	noun	γενική πληθυντικού του βάκιλος
βακαλάε	noun	κλητική ενικού του βακαλάος
βακαλάο	noun	αιτιατική ενικού του βακαλάος
βακαλάοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακαλάος
βακαλάος	noun	ο μπακαλιάρος
βακαλάου	noun	γενική ενικού του βακαλάος
βακαλάους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βακαλάος
βακαλάων	noun	γενική πληθυντικού του βακαλάος
βακελίτες	=	βακελίτης
βακελίτη	=	βακελίτης
βακελίτης	noun	είδος πλαστικού (τεχνητή ρητίνη που προκύπτει από τη συμπύκνωση μιας φαινόλης με φορμαλδεΰδη), που χρησιμοποιείται για την κατασκευή διαφόρων αντικειμένων καθημερινής χρήσης ή για την επάλειψη επιφανειών με υγρό βακελίτη, προκειμένου να στεγανοποιηθούν ή να γίνουν σκληρές και ανθεκτικές
βακελιτών	=	βακελίτης
βακετών	noun	γενική πληθυντικού του βακέτα
βακιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακιλικό
βακιλικέ	adj	κλητική ενικού του βακιλικός
βακιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακιλική
βακιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακιλικός
βακιλικής	adj	γενική ενικού του βακιλική
βακιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακιλικός
βακιλικού	adj	γενική ενικού του βακιλικός
βακιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακιλικός
βακιλικό	adj	αιτιατική ενικού του βακιλικός
βακιλικός	adj	ο σχετικός με βάκιλο
βακιλικών	adj	γενική πληθυντικού του βακιλικός
βακιλόμορφα	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφε	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφες	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφη	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφης	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφο	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφοι	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφος	adj	αυτός που έχει ραβδοειδές σχήμα, όπως ο βάκιλος, ή που φέρει μια από τις βασικές μορφές του, παράγοντας σπόρια
βακιλόμορφου	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφους	=	βακιλόμορφος
βακιλόμορφων	=	βακιλόμορφος
βακκίνια	=	βακκίνιο
βακκίνιο	noun	μύρτιλλο
βακκίνιου	=	βακκίνιο
βακκίνιων	=	βακκίνιο
βακουφίου	=	βακούφιο
βακουφίων	=	βακούφιο
βακουφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακουφικό
βακουφικέ	adj	κλητική ενικού του βακουφικός
βακουφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακουφική
βακουφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακουφικός
βακουφικής	adj	γενική ενικού του βακουφική
βακουφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακουφικός
βακουφικού	adj	γενική ενικού του βακουφικός
βακουφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακουφικός
βακουφικό	adj	αιτιατική ενικού του βακουφικός
βακουφικός	adj	που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό
βακουφικών	adj	γενική πληθυντικού του βακουφικός
βακουφιού	=	βακούφι
βακουφιών	=	βακούφι
βακούφι	noun	το κτήμα που έχει δοθεί/αφιερωθεί από τον ιδιοκτήτη του σε μοναστήρι ή ιερό καθίδρυμα
βακούφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακούφι
βακούφικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακούφικο
βακούφικε	adj	κλητική ενικού του βακούφικος
βακούφικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακούφικη
βακούφικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακούφικος
βακούφικης	adj	γενική ενικού του βακούφικη
βακούφικο	adj	αιτιατική ενικού του βακούφικος
βακούφικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακούφικος
βακούφικος	adj	που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό
βακούφικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βακούφικος
βακούφικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακούφικος
βακούφικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βακούφικος
βακούφιο	noun|formal	άλλη μορφή του βακούφι
βακούφιου	=	βακούφιο
βακρύζω	verb	δακρύζω
βακτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτήριο
βακτήριο	noun	οργανισμός που ανήκει στο αυτόνομο βασίλειο μονοκύτταρων μικροοργανισμών που ζουν σαν σαπρόφυτα ή σαν παράσιτα
βακτήριου	=	βακτήριο
βακτηρία	noun	μπαστούνι
βακτηρίας	noun	γενική ενικού του βακτηρία
βακτηρίασης	noun	γενική ενικού του βακτηρίαση
βακτηρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηρίδιο
βακτηρίδιο	noun	το βακτήριο
βακτηρίδιου	=	βακτηρίδιο
βακτηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηρία
βακτηρίου	noun	γενική ενικού του βακτήριο
βακτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του βακτήριο
βακτηρίωση	noun	ασθένεια ζώων ή κυρίως φυτών που προκαλείται από βακτήρια
βακτηρίωσης	noun	γενική ενικού του βακτηρίωση
βακτηριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηρίαση
βακτηριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του βακτηρίαση
βακτηριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του βακτηρίαση
βακτηριαιμία	noun	Η παρουσία βακτηρίων στο αίμα.
βακτηριαιμίας	=	βακτηριαιμία
βακτηριαιμίες	=	βακτηριαιμία
βακτηριαιμιών	=	βακτηριαιμία
βακτηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριακό
βακτηριακέ	adj	κλητική ενικού του βακτηριακός
βακτηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριακή
βακτηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακτηριακός
βακτηριακής	adj	γενική ενικού του βακτηριακή
βακτηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακτηριακός
βακτηριακού	adj	γενική ενικού του βακτηριακός
βακτηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακτηριακός
βακτηριακό	adj	αιτιατική ενικού του βακτηριακός
βακτηριακός	adj	που αφορά τα βακτήρια
βακτηριακών	adj	γενική πληθυντικού του βακτηριακός
βακτηριδίου	noun	γενική ενικού του βακτηρίδιο
βακτηριδίων	noun	γενική πληθυντικού του βακτηρίδιο
βακτηριοκτόνα	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνας	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνε	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνες	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνο	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνοι	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνος	adj	που σκοτώνει τα βακτήρια
βακτηριοκτόνου	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνους	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριοκτόνων	=	βακτηριοκτόνος
βακτηριολογία	noun	κλάδος της μικροβιολογίας που μελετά τα βακτήρια
βακτηριολογίας	noun	γενική ενικού του βακτηριολογία
βακτηριολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριολογία
βακτηριολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριολογικό
βακτηριολογικέ	adj	κλητική ενικού του βακτηριολογικός
βακτηριολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριολογική
βακτηριολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακτηριολογικός
βακτηριολογικής	adj	γενική ενικού του βακτηριολογική
βακτηριολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακτηριολογικός
βακτηριολογικού	adj	γενική ενικού του βακτηριολογικός
βακτηριολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακτηριολογικός
βακτηριολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βακτηριολογικός
βακτηριολογικός	adj	σχετικός με τη βακτηριολογία και τα βακτηρίδια
βακτηριολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βακτηριολογικός
βακτηριολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βακτηριολογία
βακτηριολόγε	=	βακτηριολόγος
βακτηριολόγο	=	βακτηριολόγος
βακτηριολόγοι	=	βακτηριολόγος
βακτηριολόγος	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στη βακτηριολογία
βακτηριολόγου	=	βακτηριολόγος
βακτηριολόγους	=	βακτηριολόγος
βακτηριολόγων	=	βακτηριολόγος
βακτηριοσίνες	=	βακτηριοσίνη
βακτηριοσίνη	noun	πρωτεΐνη τοξίνη που παράγεται από βακτήρια και είναι θανατηφόρα για άλλα βακτήρια
βακτηριοσίνης	=	βακτηριοσίνη
βακτηριοσινών	=	βακτηριοσίνη
βακτηριοστάσεις	=	βακτηριόσταση
βακτηριοστάσεων	=	βακτηριόσταση
βακτηριοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριοστατικό
βακτηριοστατικέ	adj	κλητική ενικού του βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηριοστατική
βακτηριοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικής	adj	γενική ενικού του βακτηριοστατική
βακτηριοστατικη	=	βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικο	=	βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικού	adj	γενική ενικού του βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του βακτηριοστατικός
βακτηριοστατικός	adj	ο ικανός να αναστείλει την ανάπτυξη βακτηρίου
βακτηριοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του βακτηριοστατικός
βακτηριοφάγα	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοφάγε	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοφάγο	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοφάγοι	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοφάγος	adj	ιός που προσβάλλει βακτήρια
βακτηριοφάγου	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοφάγους	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοφάγων	=	βακτηριοφάγος
βακτηριοχλωροφυλλών	=	βακτηριοχλωροφύλλη
βακτηριοχλωροφύλλες	=	βακτηριοχλωροφύλλη
βακτηριοχλωροφύλλη	noun	μορφή χλωροφύλλης που κατέχουν τα πράσινα βακτήρια
βακτηριοχλωροφύλλης	=	βακτηριοχλωροφύλλη
βακτηριόσταση	noun	η αναστολή της ανάπτυξης των βακτηρίωνχωρίς τη θανάτωσή τους
βακτηριόστασης	=	βακτηριόσταση
βακτηριών	noun	γενική πληθυντικού του βακτηρία
βακτηριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακτηρίωση
βακτηριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βακτηρίωση
βακτηριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βακτηρίωση
βακτριανές	=	βακτριανή
βακτριανή	noun	είδος ασιατικής καμήλας με δύο καμπούρες
βακτριανής	=	βακτριανή
βακτριανών	=	βακτριανή
βακχίζω	verb	παραπίνω, μεθάω απ' το πολύ ποτό
βακχεία	noun	οργιαστική τελετή, μανία ή ευθυμία προς τιμήν του Βάκχου, του Διονύσου
βακχείας	noun	γενική ενικού του βακχεία
βακχείε	=	βακχείος
βακχείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακχεία
βακχείο	=	βακχείος
βακχείοι	=	βακχείος
βακχείος	adj	μέτρο που αποτελείται από δύο μακρές και μία βραχεία συλλαβή (- - ∪ και αργότερα ∪ - -)
βακχείου	=	βακχείος
βακχείους	=	βακχείος
βακχείων	=	βακχείος
βακχειών	noun	γενική πληθυντικού του βακχεία
βακχευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακχευτής
βακχευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βακχευτής
βακχευτής	noun	που τον κατέχει βακχική μανία
βακχευτριών	noun	γενική πληθυντικού του βακχεύτρια
βακχευτών	noun	γενική πληθυντικού του βακχευτής
βακχεύαμε	=	βακχεύω
βακχεύαν	=	βακχεύω
βακχεύανε	=	βακχεύω
βακχεύατε	=	βακχεύω
βακχεύει	=	βακχεύω
βακχεύεις	=	βακχεύω
βακχεύετε	=	βακχεύω
βακχεύοντας	=	βακχεύω
βακχεύουμε	=	βακχεύω
βακχεύουν	=	βακχεύω
βακχεύουνε	=	βακχεύω
βακχεύσαμε	=	βακχεύω
βακχεύσαν	=	βακχεύω
βακχεύσανε	=	βακχεύω
βακχεύσατε	=	βακχεύω
βακχεύσει	=	βακχεύω
βακχεύστε	=	βακχεύω
βακχεύτρια	noun	θηλυκό του βακχευτής
βακχεύτριας	noun	γενική ενικού του βακχεύτρια
βακχεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακχεύτρια
βακχεύω	verb	μετέχω σε βακχικές τελετές
βακχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακχικό	adv	με τον τρόπο τού Βάκχου ή των βακχευτών
βακχικέ	adj	κλητική ενικού του βακχικός
βακχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βακχική
βακχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βακχικός
βακχικής	adj	γενική ενικού του βακχική
βακχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βακχικός
βακχικού	adj	γενική ενικού του βακχικός
βακχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βακχικός
βακχικό	adj	αιτιατική ενικού του βακχικός
βακχικός	adj	σχετικός με το Βάκχο
βακχικών	adj	γενική πληθυντικού του βακχικός
βαλάνου	=	βάλανος
βαλάνους	=	βάλανος
βαλάντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλάντιο
βαλάντιο	noun	το πορτοφόλι, το πουγκί
βαλάντιου	=	βαλάντιο
βαλάντιων	=	βαλάντιο
βαλάντωμα	noun	το αποτέλεσμα τού βαλαντώνω
βαλάντωνα	=	βαλαντώνω
βαλάντωναν	=	βαλαντώνω
βαλάντωνε	=	βαλαντώνω
βαλάντωνες	=	βαλαντώνω
βαλάντωσα	=	βαλαντώνω
βαλάντωσαν	=	βαλαντώνω
βαλάντωσε	=	βαλαντώνω
βαλάντωσες	=	βαλαντώνω
βαλάνων	=	βάλανος
βαλέ	=	βαλές
βαλέδες	=	βαλές
βαλέδων	=	βαλές
βαλέντσια	noun	ποικιλία πορτοκαλιάς γνωστή για τους καρπούς της που ξεχωρίζουν για τη γλυκιά γεύση και τον άφθονο χυμό
βαλέντσιας	=	βαλέντσια
βαλέντσιες	=	βαλέντσια
βαλέρ	noun	η χρονική διαφορά (συνήθως μίας ή λίγων ημερών) μεταξύ της κατάθεσης ενός χρηματικού ποσού και αρχής τοκοφορίας και της δυνατότητας ανάληψής του
βαλές	noun	υπηρέτης
βαλή	=	βαλής
βαλήδες	=	βαλής
βαλήδων	=	βαλής
βαλής	noun|dated	ο διοικητής βιλαετιού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
βαλίνες	=	βαλίνη
βαλίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
βαλίνης	=	βαλίνη
βαλίτζα	noun|dated	άλλη μορφή του βαλίτσα
βαλίτζας	=	βαλίτζα
βαλίτζες	=	βαλίτζα
βαλίτσα	noun	αποσκευή σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με σκληρά τοιχώματα, για τη μεταφορά ρούχων
βαλίτσας	noun	γενική ενικού του βαλίτσα
βαλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλίτσα
βαλαά	=	βαλαάς
βαλαάδες	=	βαλαάς
βαλαάδων	=	βαλαάς
βαλαάς	noun	ελληνόφωνος] εξισλαμισμένος], ο κάτοικος της περιοχής Βοΐου Κοζάνης που εξισλαμίστηκε κατά την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατικής περιόδου και το 1924 λόγω του θρησκεύματος ανταλλάχθηκε με Έλληνες του Πόντου
βαλανίδι	noun	ο καρπός της βαλανιδιάς, του πουρναριού κλπ
βαλανίδια	=	βαλανίδι
βαλανίτιδα	noun	φλεγμονή της βαλάνου του πέους
βαλανίτιδας	=	βαλανίτιδα
βαλανίτιδες	=	βαλανίτιδα
βαλανίτιδων	=	βαλανίτιδα
βαλανεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλανείο
βαλανείο	noun|formal	χώρος λουτρών
βαλανείου	noun	γενική ενικού του βαλανείο
βαλανείων	noun	γενική πληθυντικού του βαλανείο
βαλανευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλανευτικό
βαλανευτικέ	adj	κλητική ενικού του βαλανευτικός
βαλανευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλανευτική
βαλανευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλανευτικός
βαλανευτικής	adj	γενική ενικού του βαλανευτική
βαλανευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλανευτικός
βαλανευτικού	adj	γενική ενικού του βαλανευτικός
βαλανευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλανευτικός
βαλανευτικό	adj	αιτιατική ενικού του βαλανευτικός
βαλανευτικός	adj	που έχει σχέση με βαλανείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
βαλανευτικών	adj	γενική πληθυντικού του βαλανευτικός
βαλανιδιά	noun	άλλη μορφή του βελανιδιά
βαλανιδιάς	noun	γενική ενικού του βαλανιδιά
βαλανιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλανιδιά
βαλανιδιού	=	βαλανίδι
βαλανιδιών	=	βαλανίδι
βαλανιδόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλανιδόψωμο
βαλανιδόψωμο	noun	άλλη μορφή του βελανιδόψωμο
βαλανιδόψωμου	noun	γενική ενικού του βαλανιδόψωμο
βαλανιδόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του βαλανιδόψωμο
βαλαντίου	=	βαλάντιο
βαλαντίων	=	βαλάντιο
βαλαντωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαλάντωμα
βαλαντώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλάντωμα
βαλαντώματος	noun	γενική ενικού του βαλάντωμα
βαλαντώναμε	=	βαλαντώνω
βαλαντώναν	=	βαλαντώνω
βαλαντώνανε	=	βαλαντώνω
βαλαντώνατε	=	βαλαντώνω
βαλαντώνει	=	βαλαντώνω
βαλαντώνεις	=	βαλαντώνω
βαλαντώνετε	=	βαλαντώνω
βαλαντώνοντας	=	βαλαντώνω
βαλαντώνουμε	=	βαλαντώνω
βαλαντώνουν	=	βαλαντώνω
βαλαντώνουνε	=	βαλαντώνω
βαλαντώνω	verb	εξαντλούμαι, κουράζομαι
βαλαντώσαμε	=	βαλαντώνω
βαλαντώσαν	=	βαλαντώνω
βαλαντώσανε	=	βαλαντώνω
βαλαντώσατε	=	βαλαντώνω
βαλαντώσει	=	βαλαντώνω
βαλαντώστε	=	βαλαντώνω
βαλβίδα	noun	το ειδικό μέρος του σταδίου από το οποίο αθλητής εκτελεί ρίψεις ή το σημείο αποτυπώματος άλματος
βαλβίδας	=	βαλβίδα
βαλβίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλβίδα
βαλβίδων	noun	γενική πληθυντικού του βαλβίδα
βαλβιδικά	=	βαλβιδικός
βαλβιδικέ	=	βαλβιδικός
βαλβιδικές	=	βαλβιδικός
βαλβιδική	=	βαλβιδικός
βαλβιδικής	=	βαλβιδικός
βαλβιδικοί	=	βαλβιδικός
βαλβιδικού	=	βαλβιδικός
βαλβιδικούς	=	βαλβιδικός
βαλβιδικό	=	βαλβιδικός
βαλβιδικός	adj	που έχει σχέση με τη βαλβίδα (της καρδιάς) ή αναφέρεται σ’ αυτή
βαλβιδικών	=	βαλβιδικός
βαλβιδοπάθεια	noun	δυσλειτουργία ή πάθηση / ασθένεια (π.χ. στένωση κ.ά.) σε κάποια καρδιακή βαλβίδα
βαλβιδοπάθειας	noun	γενική ενικού του βαλβιδοπάθεια
βαλβιδοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλβιδοπάθεια
βαλβιδοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του βαλβιδοπάθεια
βαλβιδοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλβιδοπλαστικό
βαλβιδοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του βαλβιδοπλαστικός
βαλβιδοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλβιδοπλαστική
βαλβιδοπλαστική	noun	η χειρουργική αποκατάσταση της μιτροειδούς καρδιακής βαλβίδας (ή άλλων βαλβίδων ή φλεβών)
βαλβιδοπλαστικής	adj	γενική ενικού του βαλβιδοπλαστική
βαλβιδοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλβιδοπλαστικός
βαλβιδοπλαστικού	adj	γενική ενικού του βαλβιδοπλαστικός
βαλβιδοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλβιδοπλαστικός
βαλβιδοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του βαλβιδοπλαστικός
βαλβιδοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με τη βαλβιδοπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
βαλβιδοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του βαλβιδοπλαστικός
βαλβιδοστάσια	=	βαλβιδοστάσιο
βαλβιδοστάσιο	noun	κατασκευή ή σύστημα με βαλβίδες για τη ρύθμιση της ροής φυσικού αερίου (ή άλλων αερίων ή υγρών)
βαλβιδοστάσιου	=	βαλβιδοστάσιο
βαλβιδοστάσιων	=	βαλβιδοστάσιο
βαλβιδοστασίου	=	βαλβιδοστάσιο
βαλβιδοστασίων	=	βαλβιδοστάσιο
βαλβολίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλβολίνη
βαλβολίνη	noun	είδος ορυκτελαίου που χρησιμεύει ως λιπαντικό μηχανών, κιβωτίου ταχυτήτων, διαφορικών κ.λπ.
βαλβολίνης	=	βαλβολίνη
βαλβολινών	=	βαλβολίνη
βαλδένσιοι	noun	μέλη Χριστιανικού κινήματος του Μεσαίωνα, του οποίου μέλη εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα σε διάφορες χώρες
βαλελίκι	noun	διοικητική περιφέρεια υπό τη διοίκηση του βαλή
βαλελίκια	=	βαλελίκι
βαλελικιού	=	βαλελίκι
βαλελικιών	=	βαλελίκι
βαλεντσιών	=	βαλέντσια
βαλεριάνα	noun	δικοτυλήδονο φυτό (Valeriana officinalis) που τα τα μέρη του χρησιμοποιούνται για φαρμακευτικούς αλλά και για καλλωπιστικούς λόγους
βαλεριάνας	noun	γενική ενικού του βαλεριάνα
βαλεριάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλεριάνα
βαλθήκαμε	=	βάζω
βαλθήκαν	=	βάζω
βαλθήκανε	=	βάζω
βαλθήκατε	=	βάζω
βαλθεί	=	βάζω
βαλθείς	=	βάζω
βαλθείτε	=	βάζω
βαλθούμε	=	βάζω
βαλθούν	=	βάζω
βαλθούνε	=	βάζω
βαλθώ	=	βάζω
βαλιδέ	noun	μητέρα, μάνα
βαλιντέ	noun	μητέρα, μάνα
βαλινών	=	βαλίνη
βαλιτζών	=	βαλίτζα
βαλιτσάκι	noun	μικρή βαλίτσα
βαλιτσάκια	=	βαλιτσάκι
βαλιτσάρα	noun	μεγεθυντικό του βαλίτσα
βαλιτσάρας	=	βαλιτσάρα
βαλιτσάρες	=	βαλιτσάρα
βαλιτσούλα	noun	υποκοριστικό του: βαλίτσα
βαλιτσούλας	noun	γενική ενικού του βαλιτσούλα
βαλιτσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλιτσούλα
βαλιτσών	noun	γενική πληθυντικού του βαλίτσα
βαλκανιάδα	noun	διαγωνισμός σε διάφορα θέματα ή τομείς (αθλητικό, καλλιτεχνικό κ.λπ.) μεταξύ εκπροσώπων των βαλκανικων χωρών
βαλκανιάδας	=	βαλκανιάδα
βαλκανιάδες	=	βαλκανιάδα
βαλκανιάδων	=	βαλκανιάδα
βαλκανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανικό	adv	σύμφωνα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των βαλκανικών λαών
βαλκανικέ	adj	κλητική ενικού του βαλκανικός
βαλκανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανική
βαλκανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλκανικός
βαλκανικής	adj	γενική ενικού του βαλκανική
βαλκανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλκανικός
βαλκανικού	adj	γενική ενικού του βαλκανικός
βαλκανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλκανικός
βαλκανικό	adj	αιτιατική ενικού του βαλκανικός
βαλκανικός	adj	σχετικός με τα Βαλκάνια
βαλκανικών	adj	γενική πληθυντικού του βαλκανικός
βαλκανιολογία	noun	άλλη μορφή του βαλκανολογία
βαλκανιολογίας	=	βαλκανιολογία
βαλκανιολογίες	=	βαλκανιολογία
βαλκανιολογικά	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικέ	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικές	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογική	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βαλκανιολογική) του βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικοί	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικού	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικούς	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικό	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογικός	adj	άλλη μορφή του βαλκανολογικός
βαλκανιολογικών	=	βαλκανιολογικός
βαλκανιολογιών	=	βαλκανιολογία
βαλκανιολόγε	=	βαλκανιολόγος
βαλκανιολόγο	=	βαλκανιολόγος
βαλκανιολόγοι	=	βαλκανιολόγος
βαλκανιολόγος	noun	άλλη μορφή του βαλκανολόγος
βαλκανιολόγου	=	βαλκανιολόγος
βαλκανιολόγους	=	βαλκανιολόγος
βαλκανιολόγων	=	βαλκανιολόγος
βαλκανιονίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανιονίκης
βαλκανιονίκη	=	βαλκανιονίκης
βαλκανιονίκης	noun	αθλητής που έχει πάρει μετάλλιο στους βαλκανικούς αγώνες, αθλητική διοργάνωση στίβου όπου συμμετείχαν οι χώρες των Βαλκανίων
βαλκανιονικών	=	βαλκανιονίκης
βαλκανολογία	noun	η εξέταση της ιστορίας και των πολιτικών προβλημάτων της βαλκανικής χερσονήσου
βαλκανολογίας	noun	γενική ενικού του βαλκανολογία
βαλκανολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανολογία
βαλκανολογικά	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικέ	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικές	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογική	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικής	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικοί	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικού	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικούς	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικό	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογικός	adj	σχετικός με τη βαλκανολογία ή τους βαλκανολόγους
βαλκανολογικών	=	βαλκανολογικός
βαλκανολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βαλκανολογία
βαλκανολόγε	noun	κλητική ενικού του βαλκανολόγος
βαλκανολόγο	noun	αιτιατική ενικού του βαλκανολόγος
βαλκανολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλκανολόγος
βαλκανολόγος	noun	ο ειδικός στην ιστορία και τα πολιτικά προβλήματα της βαλκανικής χερσονήσου
βαλκανολόγου	noun	γενική ενικού του βαλκανολόγος
βαλκανολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαλκανολόγος
βαλκανολόγων	noun	γενική πληθυντικού του βαλκανολόγος
βαλκανοποίει	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποίησα	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποίησαν	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποίησε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποίησες	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βαλκανοποιώ
βαλκανοποίησης	noun	γενική ενικού του βαλκανοποίηση
βαλκανοποιήθηκα	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιήσαμε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιήσαν	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιήσανε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιήσατε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιήσει	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανοποίηση
βαλκανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαλκανοποίηση
βαλκανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαλκανοποίηση
βαλκανοποιήστε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιεί	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιείς	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιείτε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανοποιημένο
βαλκανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλκανοποιημένη
βαλκανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιημένης	verb	γενική ενικού του βαλκανοποιημένη
βαλκανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαλκανοποιώ
βαλκανοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαλκανοποιημένος
βαλκανοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούμε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούν	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούνε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσα	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσαμε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσαν	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσανε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσατε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσε	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιούσες	=	βαλκανοποιώ
βαλκανοποιώ	verb	κατακερματίζω ή διασπώ μια περιοχή σε μικρότερα κράτη ή περιοχές, που συχνά έχουν εχθρικές σχέσεις ή δεν συνεργάζονται μεταξύ τους
βαλκανοποιώντας	=	βαλκανοποιώ
βαλλίστρα	noun	πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που χρησιμοποιούσε μηχανισμό παρόμοιο με του τόξου για να εκτοξεύει βλήματα διαφόρων ειδών, πέτρες ή βέλη
βαλλίστρας	noun	γενική ενικού του βαλλίστρα
βαλλίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλλίστρα
βαλλισμέ	noun	κλητική ενικού του βαλλισμός
βαλλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλλισμός
βαλλισμού	noun	γενική ενικού του βαλλισμός
βαλλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαλλισμός
βαλλισμό	noun	αιτιατική ενικού του βαλλισμός
βαλλισμός	noun|dated	χορευτική κίνηση, χοροπήδημα, σκίρτημα
βαλλισμών	noun	γενική πληθυντικού του βαλλισμός
βαλλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλλιστικό
βαλλιστικέ	adj	κλητική ενικού του βαλλιστικός
βαλλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλλιστική
βαλλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλλιστικός
βαλλιστικής	adj	γενική ενικού του βαλλιστική
βαλλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλλιστικός
βαλλιστικού	adj	γενική ενικού του βαλλιστικός
βαλλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλλιστικός
βαλλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βαλλιστικός
βαλλιστικός	adj	σχετικός με το βαλλισμό
βαλλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βαλλιστικός
βαλλιστρών	noun	γενική πληθυντικού του βαλλίστρα
βαλλομένων	verb	γενική πληθυντικού του βαλλόμενος
βαλλονικά	noun	μη απλοποιημένη γραφή του βαλονικά	adj	μη απλοποιημένη γραφή του βαλονικά, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλλονικό
βαλλόμασταν	=	βάλλω
βαλλόμαστε	=	βάλλω
βαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλλόμενο
βαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του βαλλόμενος
βαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλλόμενη
βαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλλόμενος
βαλλόμενης	verb	γενική ενικού του βαλλόμενη
βαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του βαλλόμενος
βαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλλόμενος
βαλλόμενος	verb	που βάλλεται, καθώς βάλλεται
βαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαλλόμενος
βαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαλλόμενος
βαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαλλόμενος
βαλλόμουν	=	βάλλω
βαλλόμουνα	=	βάλλω
βαλλόντουσαν	=	βάλλω
βαλλόσασταν	=	βάλλω
βαλλόσαστε	=	βάλλω
βαλλόσουν	=	βάλλω
βαλλόσουνα	=	βάλλω
βαλλόταν	=	βάλλω
βαλλότανε	=	βάλλω
βαλμά	=	βαλμάς
βαλμάδες	=	βαλμάς
βαλμάδων	=	βαλμάς
βαλμάς	noun	βοσκός ή εκτροφέας μεγάλων ζώων (αλόγων, μουλαριών, βοδιών κ.λπ.)· ιπποφορβός, ζωέμπορος
βαλμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλμένο
βαλμένε	adj	κλητική ενικού του βαλμένος
βαλμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλμένη
βαλμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλμένος
βαλμένης	adj	γενική ενικού του βαλμένη
βαλμένο	adj	αιτιατική ενικού του βαλμένος
βαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλμένος
βαλμένος	verb	που τον έχουν βάλει σε ένα σημείο, τοποθετημένος
βαλμένου	verb	γενική ενικού του βαλμένος
βαλμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλμένος
βαλμένων	adj	γενική πληθυντικού του βαλμένος
βαλμαδιά	=	βαλμαδιό
βαλμαδιού	=	βαλμαδιό
βαλμαδιό	noun	βουστάσιο
βαλμαδιών	=	βαλμαδιό
βαλμαριά	=	βαλμαριό
βαλμαριού	=	βαλμαριό
βαλμαριό	noun	αγέλη αλόγων που προορίζεται ιδίως για εργασία στο αλώνισμα
βαλμαριών	=	βαλμαριό
βαλονικά	noun	η βαλονική διάλεκτος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλονικό
βαλονικών	=	βαλονικά
βαλς	noun	είδος μουσικής σε ρυθμό 3/4 ή 3/8
βαλσάκι	noun	υποκοριστικό του βαλς
βαλσάκια	=	βαλσάκι
βαλσάμικα	=	βαλσάμικο
βαλσάμικο	noun	άλλη μορφή του μπαλσάμικο
βαλσάμικου	=	βαλσάμικο
βαλσάμικων	=	βαλσάμικο
βαλσάμου	=	βάλσαμο
βαλσάμωμα	noun	η ταρίχευση, κυρίως ζώων ή πουλιών
βαλσάμων	=	βάλσαμο
βαλσάμωνα	=	βαλσαμώνω
βαλσάμωναν	=	βαλσαμώνω
βαλσάμωνε	=	βαλσαμώνω
βαλσάμωνες	=	βαλσαμώνω
βαλσάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσάμωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού βαλσαμώνω
βαλσάμωσης	noun	γενική ενικού του βαλσάμωση
βαλσάραμε	=	βαλσάρω
βαλσάραν	=	βαλσάρω
βαλσάρανε	=	βαλσάρω
βαλσάρατε	=	βαλσάρω
βαλσάρει	=	βαλσάρω
βαλσάρεις	=	βαλσάρω
βαλσάρετε	=	βαλσάρω
βαλσάροντας	=	βαλσάρω
βαλσάρουμε	=	βαλσάρω
βαλσάρουν	=	βαλσάρω
βαλσάρουνε	=	βαλσάρω
βαλσάρω	verb	χορεύω βαλς
βαλσίματα	=	βάλσιμο
βαλσίματος	=	βάλσιμο
βαλσαμέλαια	=	βαλσαμέλαιο
βαλσαμέλαιο	noun	φυτικό έλαιο που προκύπτει από την έγχυση ανθέων βαλσαμόχορτου σε ελαιόλαδο, χρησιμοποιούμενο παραδοσιακά ως καταπραϋντικό και επουλωτικό για το δέρμα και τους μυς
βαλσαμέλαιου	=	βαλσαμέλαιο
βαλσαμέλαιων	=	βαλσαμέλαιο
βαλσαμελαίου	=	βαλσαμέλαιο
βαλσαμελαίων	=	βαλσαμέλαιο
βαλσαμωθήκαμε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθήκαν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθήκανε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθήκατε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθεί	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθείς	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθείτε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθούμε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθούν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθούνε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωθώ	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαλσάμωμα
βαλσαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλσαμωμένο
βαλσαμωμένε	verb	κλητική ενικού του βαλσαμωμένος
βαλσαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλσαμωμένη
βαλσαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλσαμωμένος
βαλσαμωμένης	verb	γενική ενικού του βαλσαμωμένη
βαλσαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαλσαμωμένος
βαλσαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλσαμωμένος
βαλσαμωμένος	verb	που έχει βαλσαμωθεί
βαλσαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαλσαμωμένος
βαλσαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαλσαμωμένος
βαλσαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαλσαμωμένος
βαλσαμωνόμασταν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόμαστε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόμουν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόμουνα	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόντουσαν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόσασταν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόσαστε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόσουν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόσουνα	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνόταν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμωνότανε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμόλαδα	=	βαλσαμόλαδο
βαλσαμόλαδο	noun	άλλη μορφή του βαλσαμέλαιο
βαλσαμόλαδου	=	βαλσαμόλαδο
βαλσαμόλαδων	=	βαλσαμόλαδο
βαλσαμόχορτα	=	βαλσαμόχορτο
βαλσαμόχορτο	noun	το βάλσαμο, το σπαθόχορτο
βαλσαμόχορτου	=	βαλσαμόχορτο
βαλσαμόχορτων	=	βαλσαμόχορτο
βαλσαμώθηκα	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώθηκαν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώθηκε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώθηκες	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλσάμωμα
βαλσαμώματος	noun	γενική ενικού του βαλσάμωμα
βαλσαμώναμε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώναν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνανε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνατε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνει	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνεις	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνεσαι	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνεστε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνεται	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνετε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνομαι	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνομε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνονται	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνονταν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνοντας	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνουμε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνουν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνουνε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώνω	verb	ταριχεύω, κυρίως ζώα ή πουλιά
βαλσαμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσαν	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώσανε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαλσάμωση
βαλσαμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαλσάμωση
βαλσαμώσομε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώσου	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσουνε	=	βαλσαμώνω
βαλσαμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσαμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλσαμώνω
βαλσιμάτων	=	βάλσιμο
βαλτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτό
βαλτέ	adj	κλητική ενικού του βαλτός
βαλτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτή
βαλτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλτός
βαλτής	adj	γενική ενικού του βαλτή
βαλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτικό
βαλτικέ	adj	κλητική ενικού του βαλτικός
βαλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτική
βαλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλτικός
βαλτικής	adj	γενική ενικού του βαλτική
βαλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλτικός
βαλτικού	adj	γενική ενικού του βαλτικός
βαλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλτικός
βαλτικό	adj	αιτιατική ενικού του βαλτικός
βαλτικός	adj	σχετικός με τις βαλτικές χώρες ή τη Βαλτική Θάλασσα
βαλτικών	adj	γενική πληθυντικού του βαλτικός
βαλτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλτός
βαλτονέρι	noun	άλλη γραφή του βαλτόνερο
βαλτονέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτονέρι
βαλτονεριού	=	βαλτονέρι
βαλτονεριών	=	βαλτονέρι
βαλτοποταμίδα	noun	πουλί (επιστημονική ονομασία: Acrocephalus palustris) της οικογένειας των ακροκεφαλίδων
βαλτοποταμίδας	=	βαλτοποταμίδα
βαλτοποταμίδες	=	βαλτοποταμίδα
βαλτοποταμίδων	=	βαλτοποταμίδα
βαλτοτρύγγων	=	βαλτότρυγγας
βαλτοτόπι	noun	τόπος με βάλτους, άλλη μορφή του βαλτότοπος
βαλτοτόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτοτόπι
βαλτού	adj	γενική ενικού του βαλτός
βαλτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαλτός
βαλτωδών	=	βαλτώδης
βαλτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάλτωμα
βαλτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτωμένο
βαλτωμένε	verb	κλητική ενικού του βαλτωμένος
βαλτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτωμένη
βαλτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαλτωμένος
βαλτωμένης	verb	γενική ενικού του βαλτωμένη
βαλτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαλτωμένος
βαλτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλτωμένος
βαλτωμένος	verb	γεμάτος βάλτους, ελώδης
βαλτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαλτωμένος
βαλτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαλτωμένος
βαλτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαλτωμένος
βαλτό	adj	αιτιατική ενικού του βαλτός
βαλτόμπουφε	=	βαλτόμπουφος
βαλτόμπουφο	=	βαλτόμπουφος
βαλτόμπουφοι	=	βαλτόμπουφος
βαλτόμπουφος	noun	είδος κουκουβάγιας του είδους Asio flammeus (Άσιος ο φλογώδης)
βαλτόμπουφου	=	βαλτόμπουφος
βαλτόμπουφους	=	βαλτόμπουφος
βαλτόμπουφων	=	βαλτόμπουφος
βαλτόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλτόνερο
βαλτόνερο	noun	στάσιμο νερό των βάλτων
βαλτόνερου	=	βαλτόνερο
βαλτόνερων	=	βαλτόνερο
βαλτόπαπια	noun	είδος πάπιας
βαλτόπαπιας	=	βαλτόπαπια
βαλτόπαπιες	=	βαλτόπαπια
βαλτόπαπιων	=	βαλτόπαπια
βαλτός	adj	που τον έχουν βάλει, που βάλθηκε, που είναι βαλμένος
βαλτότοπε	=	βαλτότοπος
βαλτότοπο	=	βαλτότοπος
βαλτότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαλτότοπος
βαλτότοπος	noun	τόπος με λιμνάζοντα νερά, έλη, βάλτος
βαλτότοπου	=	βαλτότοπος
βαλτότοπους	=	βαλτότοπος
βαλτότοπων	=	βαλτότοπος
βαλτότρυγγα	=	βαλτότρυγγας
βαλτότρυγγας	noun	είδος πουλιού
βαλτότρυγγες	=	βαλτότρυγγας
βαλτώδεις	=	βαλτώδης
βαλτώδες	=	βαλτώδης
βαλτώδη	=	βαλτώδης
βαλτώδης	adj	που καλύπτεται από βάλτους
βαλτώδους	=	βαλτώδης
βαλτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάλτωμα
βαλτώματος	noun	γενική ενικού του βάλτωμα
βαλτών	adj	γενική πληθυντικού του βαλτός
βαλτώναμε	=	βαλτώνω
βαλτώναν	=	βαλτώνω
βαλτώνανε	=	βαλτώνω
βαλτώνατε	=	βαλτώνω
βαλτώνει	=	βαλτώνω
βαλτώνεις	=	βαλτώνω
βαλτώνετε	=	βαλτώνω
βαλτώνοντας	=	βαλτώνω
βαλτώνουμε	=	βαλτώνω
βαλτώνουν	=	βαλτώνω
βαλτώνουνε	=	βαλτώνω
βαλτώνω	verb	μετατρέπομαι σε βάλτο
βαλτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσαν	=	βαλτώνω
βαλτώσανε	=	βαλτώνω
βαλτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαλτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαλτώνω
βαμβάκι	noun	το φυτό βαμβακιά
βαμβάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβάκι
βαμβακά	=	βαμβακάς
βαμβακάδα	noun	συνώνυμο του βαμβακίαση
βαμβακάδας	=	βαμβακάδα
βαμβακάδες	=	βαμβακάς
βαμβακάδων	=	βαμβακάς
βαμβακάς	noun|dated	συνώνυμο του βαμβακέμπορος
βαμβακέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακέλαιο
βαμβακέλαιο	noun	το λάδι που βγαίνει από τους σπόρους του βαμβακιού
βαμβακέλαιου	noun	γενική ενικού του βαμβακέλαιο
βαμβακέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακέλαιο
βαμβακέμπορε	=	βαμβακέμπορος
βαμβακέμπορο	=	βαμβακέμπορος
βαμβακέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαμβακέμπορος
βαμβακέμπορος	noun	αυτός/αυτή που εμπορεύεται βαμβάκι
βαμβακέμπορου	=	βαμβακέμπορος
βαμβακέμπορους	=	βαμβακέμπορος
βαμβακέμπορων	=	βαμβακέμπορος
βαμβακένια	=	βαμβακένιος
βαμβακένιας	=	βαμβακένιος
βαμβακένιε	=	βαμβακένιος
βαμβακένιες	=	βαμβακένιος
βαμβακένιο	=	βαμβακένιος
βαμβακένιοι	=	βαμβακένιος
βαμβακένιος	adj	άλλη μορφή του βαμβακερός (που έχει κατασκευαστεί από βαμβάκι)
βαμβακένιου	=	βαμβακένιος
βαμβακένιους	=	βαμβακένιος
βαμβακένιων	=	βαμβακένιος
βαμβακίαση	noun	ασθένεια φυτών, που οφείλεται στο έντομο με την κοινή ονομασία βαμβακόψειρα, της οποίας κύριο σύμπτωμα είναι η εμφάνιση στον κορμό του φυτού υλικού που μοιάζει με βαμβάκι
βαμβακίασης	=	βαμβακίαση
βαμβακαποθήκες	=	βαμβακαποθήκη
βαμβακαποθήκη	noun	χώρος αποθήκευσης του βαμβακιού
βαμβακαποθήκης	=	βαμβακαποθήκη
βαμβακαποθηκών	=	βαμβακαποθήκη
βαμβακεμπόρου	=	βαμβακέμπορος
βαμβακεμπόρους	=	βαμβακέμπορος
βαμβακεμπόρων	=	βαμβακέμπορος
βαμβακερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακερό
βαμβακερέ	adj	κλητική ενικού του βαμβακερός
βαμβακερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακερή
βαμβακερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαμβακερός
βαμβακερής	adj	γενική ενικού του βαμβακερή
βαμβακεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαμβακερός
βαμβακερού	adj	γενική ενικού του βαμβακερός
βαμβακερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαμβακερός
βαμβακερό	adj	αιτιατική ενικού του βαμβακερός
βαμβακερός	adj	ο φτιαγμένος από βαμβάκι.
βαμβακερών	adj	γενική πληθυντικού του βαμβακερός
βαμβακιά	noun	φυτό του γένους Gossypium με πλατιά φύλλα τρίλοβα έως επτάλοβα, το οποίο καλλιεργείται για τις ίνες του (το βαμβάκι)
βαμβακιάς	noun	γενική ενικού του βαμβακιά
βαμβακιάσεις	=	βαμβακίαση
βαμβακιάσεων	=	βαμβακίαση
βαμβακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακιά
βαμβακιού	noun	γενική ενικού του βαμβάκι
βαμβακιών	noun	γενική πληθυντικού του βαμβάκι
βαμβακοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια βαμβακιού
βαμβακοκαλλιέργειας	=	βαμβακοκαλλιέργεια
βαμβακοκαλλιέργειες	=	βαμβακοκαλλιέργεια
βαμβακοκαλλιεργειών	=	βαμβακοκαλλιέργεια
βαμβακοκαλλιεργητές	=	βαμβακοκαλλιεργητής
βαμβακοκαλλιεργητή	=	βαμβακοκαλλιεργητής
βαμβακοκαλλιεργητής	noun	αυτός που καλλιεργεί βαμβάκι· βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοκαλλιεργητών	=	βαμβακοκαλλιεργητής
βαμβακομάλλινα	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινε	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινες	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινη	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινης	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινο	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινοι	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινος	adj	που έχει υφανθεί με μαλλί και βαμβάκι, που περιέχει ίνες και από τις δύο πρώτες ύλες ύφανσης
βαμβακομάλλινου	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινους	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακομάλλινων	=	βαμβακομάλλινος
βαμβακονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακόνημα
βαμβακονήματος	noun	γενική ενικού του βαμβακόνημα
βαμβακονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακόνημα
βαμβακοπαραγωγά	=	βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγέ	=	βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγές	=	βαμβακοπαραγωγή
βαμβακοπαραγωγή	noun	η παραγωγή βαμβακιού
βαμβακοπαραγωγής	=	βαμβακοπαραγωγή
βαμβακοπαραγωγο	=	βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαμβακοπαραγωγός	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγος	=	βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγού	=	βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγούς	=	βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του βαμβακοπαραγωγός	noun	αιτιατική ενικού του βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπαραγωγός	noun	ο άνθρωπος παραγωγός βαμβακιού	adj	που παράγει βαμβάκι
βαμβακοπαραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακοπαραγωγός	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του βαμβακοπαραγωγός
βαμβακοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακόπιτα
βαμβακοσυλλέκτες	=	βαμβακοσυλλέκτης
βαμβακοσυλλέκτη	=	βαμβακοσυλλέκτης
βαμβακοσυλλέκτης	noun	εργάτης που δουλεύει στη συλλογή του βαμβακιού
βαμβακοσυλλέκτρια	=	βαμβακοσυλλέκτης
βαμβακοσυλλεκτών	=	βαμβακοσυλλέκτης
βαμβακουργία	noun	η επεξεργασία ή η κατεργασία βαμβακιού, με σκοπό την δημιουργία κλωστών, καθώς και η σχετική βιομηχανία ή βιοτεχνία
βαμβακουργίας	noun	γενική ενικού του βαμβακουργία
βαμβακουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακουργία
βαμβακουργεία	=	βαμβακουργείο
βαμβακουργείο	noun	χώρος, εργαστήριο ή βιομηχανία όπου επεξεργάζονται ή κατεργάζονται βαμβάκι
βαμβακουργείου	=	βαμβακουργείο
βαμβακουργείων	=	βαμβακουργείο
βαμβακουργιών	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακουργία
βαμβακοφυτεία	noun	φυτεία σπαρμένη με βαμβάκι
βαμβακοφυτείας	noun	γενική ενικού του βαμβακοφυτεία
βαμβακοφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακοφυτεία
βαμβακοφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακοφυτεία
βαμβακοφόρα	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρας	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρε	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρες	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρο	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόροι	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρος	adj|formal	που φέρει (στην άκρη του) βαμβάκι
βαμβακοφόρου	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρους	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοφόρων	=	βαμβακοφόρος
βαμβακοχώραφα	=	βαμβακοχώραφο
βαμβακοχώραφο	noun	χωράφι στο οποίο έχει σπαρεί βαμβάκι
βαμβακοχώραφου	=	βαμβακοχώραφο
βαμβακοχώραφων	=	βαμβακοχώραφο
βαμβακού	noun|dated	η εμπόρισσα βαμβακιού, η βαμβακέμπορος
βαμβακούδες	=	βαμβακού
βαμβακούδων	=	βαμβακού
βαμβακούλα	noun	λουλούδι της οικογένειας πελαργόνι
βαμβακούλας	=	βαμβακούλα
βαμβακούλες	=	βαμβακούλα
βαμβακούς	=	βαμβακού
βαμβακόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακόμελο
βαμβακόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη βαμβακιάς
βαμβακόμελου	noun	γενική ενικού του βαμβακόμελο
βαμβακόμελων	noun	γενική πληθυντικού του βαμβακόμελο
βαμβακόνημα	noun	νήμα (κλωστή) από βαμβάκι
βαμβακόπιτα	noun	είδος ζωοτροφής που προέρχεται από το σπόρο του βαμβακιού, από τον οποίο έχει αφαιρεθεί το βαμβακέλαιο
βαμβακόπιτας	noun	γενική ενικού του βαμβακόπιτα
βαμβακόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμβακόπιτα
βαμβακόσπορε	=	βαμβακόσπορος
βαμβακόσπορο	=	βαμβακόσπορος
βαμβακόσποροι	=	βαμβακόσπορος
βαμβακόσπορος	noun	ο σπόρος του βαμβακιού
βαμβακόσπορου	=	βαμβακόσπορος
βαμβακόσπορους	=	βαμβακόσπορος
βαμβακόσπορων	=	βαμβακόσπορος
βαμβακώνας	noun|rare	βαμβακοφυτεία
βαμβούσα	noun	άλλη μορφή του μπαμπού
βαμβούσας	=	βαμβούσα
βαμβούσες	=	βαμβούσα
βαμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάμμα
βαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμμένο
βαμμένε	verb	κλητική ενικού του βαμμένος
βαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαμμένη
βαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαμμένος
βαμμένης	verb	γενική ενικού του βαμμένη
βαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαμμένος
βαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαμμένος
βαμμένος	verb	που έχει βαφτεί
βαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαμμένος
βαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαμμένος
βαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαμμένος
βαμπ	noun|dated	γυναίκα που με τη γοητεία και τη σαγήνη της ασκεί ακαταμάχητη έλξη και συνδέεται στερεοτυπικά με τον τύπο της «μοιραίας» φιγούρας, ιδιαίτερα όπως διαμορφώθηκε στον κινηματογράφο των αρχών του 20ού αιώνα
βαμπάκι	noun	άλλη μορφή του βαμβάκι
βαμπάκια	=	βαμπάκι
βαμπίρ	noun	το είδος νυχτερίδας που τρέφεται και με το αίμα διαφόρων ζώων
βαμπακά	=	βαμπακάς
βαμπακάδα	noun	συνώνυμο του βαμβακίαση, άλλη μορφή του βαμβακάδα
βαμπακάδας	=	βαμπακάδα
βαμπακάδες	=	βαμπακάς
βαμπακάδων	=	βαμπακάς
βαμπακάς	noun|dated	συνώνυμο του βαμβακέμπορος
βαμπακερά	=	βαμπακερός
βαμπακερέ	=	βαμπακερός
βαμπακερές	=	βαμπακερός
βαμπακερή	=	βαμπακερός
βαμπακερής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βαμπακερή) του βαμπακερός
βαμπακεροί	=	βαμπακερός
βαμπακερού	=	βαμπακερός
βαμπακερούς	=	βαμπακερός
βαμπακερό	=	βαμπακερός
βαμπακερός	adj	βαμβακερός
βαμπακερών	=	βαμπακερός
βαμπακιού	=	βαμπάκι
βαμπακιών	=	βαμπάκι
βαμπακόσπορε	=	βαμπακόσπορος
βαμπακόσπορο	=	βαμπακόσπορος
βαμπακόσποροι	=	βαμπακόσπορος
βαμπακόσπορος	noun	άλλη μορφή του βαμβακόσπορος
βαμπακόσπορου	=	βαμπακόσπορος
βαμπακόσπορους	=	βαμπακόσπορος
βαμπακόσπορων	=	βαμπακόσπορος
βαμπιρικά	=	βαμπιρικός
βαμπιρικέ	=	βαμπιρικός
βαμπιρικές	=	βαμπιρικός
βαμπιρική	=	βαμπιρικός
βαμπιρικής	=	βαμπιρικός
βαμπιρικοί	=	βαμπιρικός
βαμπιρικού	=	βαμπιρικός
βαμπιρικούς	=	βαμπιρικός
βαμπιρικό	=	βαμπιρικός
βαμπιρικός	adj	που έχει σχέση με βαμπίρ ή αναφέρεται σʼ αυτό
βαμπιρικών	=	βαμπιρικός
βαμπιρισμέ	=	βαμπιρισμός
βαμπιρισμοί	=	βαμπιρισμός
βαμπιρισμού	=	βαμπιρισμός
βαμπιρισμούς	=	βαμπιρισμός
βαμπιρισμό	=	βαμπιρισμός
βαμπιρισμός	noun	η δοξασία ή παράδοση που αναγνωρίζει την ύπαρξη βαμπίρ και τη δράση τους στον κόσμο των ζωντανών
βαμπιρισμών	=	βαμπιρισμός
βαν	noun	όχημα κλειστού τύπου και μεσαίου μεγέθους, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά εμπορευμάτων, εξοπλισμού ή μικρού αριθμού επιβατών
βανάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βανάδιο
βανάδιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 23, ατομικό βάρος 50,9414 και χημικό σύμβολο το V
βανάδιου	noun	γενική ενικού του βανάδιο
βανάδιων	noun	γενική πληθυντικού του βανάδιο
βανάκι	noun	υποκοριστικό του βαν
βανάκια	=	βανάκι
βανάνα	noun	η μπανάνα
βανίλια	noun	είδος αρωματικού φυτού
βανίλιας	noun	γενική ενικού του βανίλια
βανίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βανίλια
βανίλλια	=	βανίλια
βαναδίου	noun	γενική ενικού του βανάδιο
βαναδιούχα	=	βαναδιούχος
βαναδιούχας	=	βαναδιούχος
βαναδιούχε	=	βαναδιούχος
βαναδιούχες	=	βαναδιούχος
βαναδιούχο	=	βαναδιούχος
βαναδιούχοι	=	βαναδιούχος
βαναδιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο βαναδίου
βαναδιούχου	=	βαναδιούχος
βαναδιούχους	=	βαναδιούχος
βαναδιούχων	=	βαναδιούχος
βαναυσοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του βαναυσότητα
βαναυσουργήματα	=	βαναυσούργημα
βαναυσουργήματος	=	βαναυσούργημα
βαναυσουργημάτων	=	βαναυσούργημα
βαναυσούργημα	noun	έργο που προσβάλλει την ανθρωπιά μας από ηθική ή αισθητική άποψη
βαναυσότης	noun	η βαναυσότητα
βαναυσότητα	noun	η ιδιότητα του βάναυσου
βαναυσότητας	noun	γενική ενικού του βαναυσότητα
βαναυσότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαναυσότητα
βανγκαρντισμέ	=	βανγκαρντισμός
βανγκαρντισμοί	=	βανγκαρντισμός
βανγκαρντισμού	=	βανγκαρντισμός
βανγκαρντισμούς	=	βανγκαρντισμός
βανγκαρντισμό	=	βανγκαρντισμός
βανγκαρντισμός	noun	κίνημα αμφισβήτησης (βλέπε αβανγκαρντισμός)
βανγκαρντισμών	=	βανγκαρντισμός
βανγκαρντιστές	=	βανγκαρντιστής
βανγκαρντιστή	=	βανγκαρντιστής
βανγκαρντιστής	noun	οπαδός κινήματος (βλέπε αβανγκαρντιστής)
βανγκαρντιστών	=	βανγκαρντιστής
βανδάλιζα	=	βανδαλίζω
βανδάλιζαν	=	βανδαλίζω
βανδάλιζε	=	βανδαλίζω
βανδάλιζες	=	βανδαλίζω
βανδάλισα	=	βανδαλίζω
βανδάλισαν	=	βανδαλίζω
βανδάλισε	=	βανδαλίζω
βανδάλισες	=	βανδαλίζω
βανδάλου	noun|formal	γενική ενικού του βάνδαλος
βανδάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάνδαλος
βανδάλων	noun	γενική πληθυντικού του βάνδαλος
βανδαλίζαμε	=	βανδαλίζω
βανδαλίζαν	=	βανδαλίζω
βανδαλίζανε	=	βανδαλίζω
βανδαλίζατε	=	βανδαλίζω
βανδαλίζει	=	βανδαλίζω
βανδαλίζεις	=	βανδαλίζω
βανδαλίζεσαι	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίζεστε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίζεται	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίζετε	=	βανδαλίζω
βανδαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βανδαλίζω
βανδαλίζονται	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίζονταν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίζοντας	=	βανδαλίζω
βανδαλίζου	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίζουμε	=	βανδαλίζω
βανδαλίζουν	=	βανδαλίζω
βανδαλίζουνε	=	βανδαλίζω
βανδαλίζω	verb	γίνομαι βάνδαλος, κάνω βανδαλισμούς
βανδαλίσαμε	=	βανδαλίζω
βανδαλίσαν	=	βανδαλίζω
βανδαλίσανε	=	βανδαλίζω
βανδαλίσατε	=	βανδαλίζω
βανδαλίσει	=	βανδαλίζω
βανδαλίσου	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίστε	=	βανδαλίζω
βανδαλίστηκα	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίστηκαν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίστηκε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλίστηκες	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόμασταν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόμαστε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόμουν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόμουνα	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόντουσαν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόσασταν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόσαστε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόσουν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόσουνα	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζόταν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιζότανε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βανδαλικό, ουδέτερο του βανδαλικός	adv	κατά βανδαλικό τρόπο
βανδαλικέ	adj	κλητική ενικού του βανδαλικός
βανδαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βανδαλική
βανδαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βανδαλικός
βανδαλικής	adj	γενική ενικού του βανδαλική
βανδαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βανδαλικός
βανδαλικού	adj	γενική ενικού του βανδαλικός
βανδαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βανδαλικός
βανδαλικό	adj	αιτιατική ενικού του βανδαλικός
βανδαλικός	adj	που αφορά τους Βανδάλους
βανδαλικών	adj	γενική πληθυντικού του βανδαλικός
βανδαλισμέ	noun	κλητική ενικού του βανδαλισμός
βανδαλισμένος	=	βανδαλίζομαι
βανδαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βανδαλισμός
βανδαλισμού	noun	γενική ενικού του βανδαλισμός
βανδαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βανδαλισμός
βανδαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του βανδαλισμός
βανδαλισμός	noun	άσκοπη καταστροφή αγαθών, ή έργων τέχνης
βανδαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του βανδαλισμός
βανδαλιστήκαμε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιστήκαν	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιστήκανε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιστήκατε	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιστεί	=	βανδαλίζομαι
βανδαλιστείτε	=	βανδαλίζομαι
βανιλίνες	=	βανιλίνη
βανιλίνη	noun	υποκατάστατο της βανίλιας
βανιλίνης	=	βανιλίνη
βανιλινών	=	βανιλίνη
βανιλιών	=	βανίλια
βανοστάσια	=	βανοστάσιο
βανοστάσιο	noun	κατασκευή ή σύστημα με βάνες για τη ρύθμιση της ροής φυσικού αερίου (ή άλλων αερίων ή υγρών)
βανοστάσιου	=	βανοστάσιο
βανοστάσιων	=	βανοστάσιο
βανοστασίου	=	βανοστάσιο
βανοστασίων	=	βανοστάσιο
βαντιλατέρ	noun	άλλη προφορά του βεντιλατέρ κατά τα γαλλικά
βανών	noun	γενική πληθυντικού του βάνα
βαοβάβ	noun	άλλη μορφή του μπαομπάμπ
βαπέρ	noun	συσκευή παραγωγής ατμού
βαποράκι	noun	το μικρό βαπόρι
βαποράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαποράκι
βαποράρα	noun|vulgar	πολύ μεγάλο βαπόρι
βαποράρας	noun	γενική ενικού του βαποράρα
βαποράρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαποράρα
βαπορίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαπορίσιος
βαπορίσιας	=	βαπορίσιος
βαπορίσιε	=	βαπορίσιος
βαπορίσιες	=	βαπορίσιος
βαπορίσιια	=	βαπορίσιος
βαπορίσιιο	=	βαπορίσιος
βαπορίσιο	=	βαπορίσιος
βαπορίσιοι	=	βαπορίσιος
βαπορίσιος	adj	σχετικός με το βαπόρι
βαπορίσιου	=	βαπορίσιος
βαπορίσιους	=	βαπορίσιος
βαπορίσιων	=	βαπορίσιος
βαποριά	noun	η ποσότητα φορτίου που μπορεί να μεταφέρει ένα βαπόρι
βαποριάς	noun	γενική ενικού του βαποριά
βαποριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαποριά
βαποριζατέρ	noun	ψεκαστήρας, ατομιζέρ
βαποριού	=	βαπόρι
βαποριών	=	βαπόρι
βαπτίζαμε	=	βαπτίζω
βαπτίζαν	=	βαπτίζω
βαπτίζανε	=	βαπτίζω
βαπτίζατε	=	βαπτίζω
βαπτίζει	=	βαπτίζω
βαπτίζεις	verb	λογιότερη μορφή του βαφτίζεις: β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαπτίζω
βαπτίζεσαι	=	βαπτίζω
βαπτίζεστε	=	βαπτίζω
βαπτίζεται	=	βαπτίζω
βαπτίζετε	=	βαπτίζω
βαπτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βαπτίζω
βαπτίζομε	=	βαπτίζω
βαπτίζονται	=	βαπτίζω
βαπτίζονταν	=	βαπτίζω
βαπτίζοντας	=	βαπτίζω
βαπτίζουμε	=	βαπτίζω
βαπτίζουν	=	βαπτίζω
βαπτίζουνε	=	βαπτίζω
βαπτίζω	verb	άλλη μορφή του βαφτίζω
βαπτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίσαν	=	βαπτίζω
βαπτίσανε	=	βαπτίζω
βαπτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάπτιση
βαπτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του βάπτιση
βαπτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του βάπτιση
βαπτίσθηκα	=	βαπτίζω
βαπτίσια	noun	βαφτίσια
βαπτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάπτισμα
βαπτίσματος	noun	γενική ενικού του βάπτισμα
βαπτίσομε	=	βαπτίζω
βαπτίσου	=	βαπτίζω
βαπτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίσουνε	=	βαπτίζω
βαπτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτίστηκα	=	βαπτίζω
βαπτίστηκαν	=	βαπτίζω
βαπτίστηκε	=	βαπτίζω
βαπτίστηκες	=	βαπτίζω
βαπτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαπτίζω
βαπτιζόμασταν	=	βαπτίζω
βαπτιζόμαστε	=	βαπτίζω
βαπτιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτιζόμενο
βαπτιζόμενε	verb	κλητική ενικού του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτιζόμενη
βαπτιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμενης	verb	γενική ενικού του βαπτιζόμενη
βαπτιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος βαπτίζω
βαπτιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαπτιζόμενος
βαπτιζόμουν	=	βαπτίζω
βαπτιζόμουνα	=	βαπτίζω
βαπτιζόντουσαν	=	βαπτίζω
βαπτιζόσασταν	=	βαπτίζω
βαπτιζόσαστε	=	βαπτίζω
βαπτιζόσουν	=	βαπτίζω
βαπτιζόσουνα	=	βαπτίζω
βαπτιζόταν	=	βαπτίζω
βαπτιζότανε	=	βαπτίζω
βαπτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάπτισμα
βαπτισμέ	noun	κλητική ενικού του βαπτισμός
βαπτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτισμένο
βαπτισμένε	verb	κλητική ενικού του βαπτισμένος
βαπτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτισμένη
βαπτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαπτισμένος
βαπτισμένης	verb	γενική ενικού του βαπτισμένη
βαπτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαπτισμένος
βαπτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαπτισμένος
βαπτισμένος	verb	που βαπτίστηκε
βαπτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαπτισμένος
βαπτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαπτισμένος
βαπτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαπτισμένος
βαπτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαπτισμός
βαπτισμού	noun	γενική ενικού του βαπτισμός
βαπτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαπτισμός
βαπτισμό	noun	αιτιατική ενικού του βαπτισμός
βαπτισμός	noun	η βάπτιση, το βάπτισμα
βαπτισμών	noun	γενική πληθυντικού του βαπτισμός
βαπτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτιστής
βαπτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαπτιστής
βαπτιστήκαμε	=	βαπτίζω
βαπτιστήκαν	=	βαπτίζω
βαπτιστήκανε	=	βαπτίζω
βαπτιστήκατε	=	βαπτίζω
βαπτιστήρια	=	βαπτιστήριο
βαπτιστήριο	noun	ανεξάρτητο ή παρακείμενο κτίσμα ναού, διαμορφωμένο για την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος, συχνά με κεντρική κολυμβήθρα και πλούσιο διάκοσμο
βαπτιστήριου	=	βαπτιστήριο
βαπτιστήριων	=	βαπτιστήριο
βαπτιστής	noun	προσωνύμιο του Αγ.
βαπτιστεί	=	βαπτίζω
βαπτιστείς	=	βαπτίζω
βαπτιστείτε	=	βαπτίζω
βαπτιστηρίου	=	βαπτιστήριο
βαπτιστηρίων	=	βαπτιστήριο
βαπτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτιστικό
βαπτιστικέ	adj	κλητική ενικού του βαπτιστικός
βαπτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπτιστική
βαπτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαπτιστικός
βαπτιστικής	adj	γενική ενικού του βαπτιστική
βαπτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαπτιστικός
βαπτιστικού	adj	γενική ενικού του βαπτιστικός
βαπτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαπτιστικός
βαπτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βαπτιστικός
βαπτιστικός	adj	σχετικός με τη βάφτιση
βαπτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βαπτιστικός
βαπτιστούμε	=	βαπτίζω
βαπτιστούν	=	βαπτίζω
βαπτιστούνε	=	βαπτίζω
βαπτιστώ	=	βαπτίζω
βαπτιστών	noun	γενική πληθυντικού του βαπτιστής
βαπόρι	noun	το ατμόπλοιο, γενικά το μηχανοκίνητο πλοίο (όχι ιστιοφόρο)
βαπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαπόρι
βαρά	=	βαράω
βαράγαμε	=	βαράω
βαράγανε	=	βαράω
βαράγατε	=	βαράω
βαράει	=	βαράω
βαράθρου	noun	γενική ενικού του βάραθρο
βαράθρων	noun	γενική πληθυντικού του βάραθρο
βαράθρωση	noun	το γκρέμισμα σε κάποιο βάραθρο
βαράθρωσης	noun	γενική ενικού του βαράθρωση
βαράθρωσις	noun	βαράθρωση
βαράκι	noun	αντικείμενο με λαβή και βαρη στις δύο του άκρες, για τη γύμναση των χεριών
βαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαράκι
βαράμε	=	βαράω
βαράν	=	βαράω
βαράνε	=	βαράω
βαράς	=	βαράω
βαράτε	=	βαράω
βαράω	verb|vulgar	χτυπάω
βαρέα	=	βαρύς
βαρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρέλα	noun	μεγάλο βαρέλι
βαρέλας	noun	γενική ενικού του βαρέλα
βαρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρέλα
βαρέλι	noun	μεγάλο δοχείο σε σχήμα κυλίνδρου, κανονικού ή με κυρτά τοιχώματα, για την αποθήκευση κυρίως υγρών
βαρέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρέλι
βαρέλων	=	βαρέλα
βαρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάρεμα
βαρέματος	noun	γενική ενικού του βάρεμα
βαρέος	=	βαρύς
βαρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσαν	=	βαράω
βαρέσανε	=	βαράω
βαρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσουνε	=	βαράω
βαρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαράω
βαρέων	=	βαρύς
βαρήκοα	=	βαρήκοος
βαρήκοε	=	βαρήκοος
βαρήκοες	=	βαρήκοος
βαρήκοη	=	βαρήκοος
βαρήκοης	=	βαρήκοος
βαρήκοο	=	βαρήκοος
βαρήκοοι	=	βαρήκοος
βαρήκοος	adj	που έχει μειωμένη ικανότητα ακοής
βαρήκοου	=	βαρήκοος
βαρήκοους	=	βαρήκοος
βαρήκοων	=	βαρήκοος
βαρίδι	noun	μικρό μεταλλικό αντικείμενο που προσθέτει βάρος
βαρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρίδι
βαρίου	noun	γενική ενικού του βάριο
βαρίσκω	verb	χτυπώ, πληγώνω
βαρίστα	=	βαρίστας
βαρίστας	noun	βοηθός διαιτητή σε αγώνα ποδοσφαίρου, ο οποίος ελέγχει άμεσα ορισμένες σημαντικές ή κρίσιμες αποφάσεις του διαιτητή κάνοντας χρήση οπτικοακουστικών μέσων (καταγραφή των φάσεων του αγώνα σε βίντεο)
βαρίστες	=	βαρίστας
βαρίτες	=	βαρίτης
βαρίτη	=	βαρίτης
βαρίτης	noun	οξείδιο του βαρίου (BaO)
βαρίων	=	βάριο
βαραίναμε	=	βαραίνω
βαραίναν	=	βαραίνω
βαραίνανε	=	βαραίνω
βαραίνατε	=	βαραίνω
βαραίνει	=	βαραίνω
βαραίνεις	=	βαραίνω
βαραίνετε	=	βαραίνω
βαραίνομε	=	βαραίνω
βαραίνοντας	=	βαραίνω
βαραίνουμε	=	βαραίνω
βαραίνουν	=	βαραίνω
βαραίνουνε	=	βαραίνω
βαραίνω	verb	βάζω βάρος πάνω σε κάτι ή κάποιον
βαραθρωδών	=	βαραθρώδης
βαραθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαραθρωμένο
βαραθρωμένε	verb	κλητική ενικού του βαραθρωμένος
βαραθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαραθρωμένη
βαραθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαραθρωμένος
βαραθρωμένης	verb	γενική ενικού του βαραθρωμένη
βαραθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαραθρωμένος
βαραθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαραθρωμένος
βαραθρωμένος	verb	που έχει πέσει ή ριχτεί σε βάραθρο
βαραθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαραθρωμένος
βαραθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαραθρωμένος
βαραθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαραθρωμένος
βαραθρώδεις	=	βαραθρώδης
βαραθρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βαραθρώδης
βαραθρώδη	=	βαραθρώδης
βαραθρώδης	adj	αυτός που έχει μορφή βάραθρου
βαραθρώδους	=	βαραθρώδης
βαραθρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαράθρωση
βαραθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βαράθρωση
βαραθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βαράθρωση
βαραισθησία	noun	η ιδιότητα του οργανισμού να αντιλαμβάνεται το βάρος μέσω συνδυασμού της αφής και της εν τω βάθει αίσθησης
βαραισθησίας	=	βαραισθησία
βαραισθησίες	=	βαραισθησία
βαραισθησιών	=	βαραισθησία
βαρβάκι	noun	το κιρκινέζι, κοινή ονομασία για το είδος Κίρκος ο οξύπτερος ή για άλλο είδος γερακιού
βαρβάκια	=	βαρβάκι
βαρβάρα	noun	το γλυκό ασουρές
βαρβάρας	=	βαρβάρα
βαρβάρες	=	βαρβάρα
βαρβάριζα	=	βαρβαρίζω
βαρβάριζαν	=	βαρβαρίζω
βαρβάριζε	=	βαρβαρίζω
βαρβάριζες	=	βαρβαρίζω
βαρβάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβάρου	=	βάρβαρος
βαρβάρους	=	βάρβαρος
βαρβάρων	=	βάρβαρος
βαρβάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβάτο
βαρβάτε	adj	κλητική ενικού του βαρβάτος
βαρβάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβάτη
βαρβάτευα	=	βαρβατεύω
βαρβάτευαν	=	βαρβατεύω
βαρβάτευε	=	βαρβατεύω
βαρβάτευες	=	βαρβατεύω
βαρβάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρβάτος
βαρβάτης	adj	γενική ενικού του βαρβάτη
βαρβάτιαζα	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιαζαν	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιαζε	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιαζες	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιασα	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιασαν	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιασε	=	βαρβατιάζω
βαρβάτιασες	=	βαρβατιάζω
βαρβάτο	adj	αιτιατική ενικού του βαρβάτος
βαρβάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρβάτος
βαρβάτος	adj	όχι ευνουχισμένος, που χρησιμοποιείται για αναπαραγωγή
βαρβάτου	adj	γενική ενικού του βαρβάτος
βαρβάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρβάτος
βαρβάτων	adj	γενική πληθυντικού του βαρβάτος
βαρβίτου	=	βάρβιτος
βαρβίτους	=	βάρβιτος
βαρβίτων	=	βάρβιτος
βαρβαρίζαμε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζαν	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζανε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζατε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζει	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζεις	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζετε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζοντας	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζουμε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζουν	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζουνε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίζω	verb	συμπεριφέρομαι σαν βάρβαρος ή μιλάω σαν βάρβαρος (σε «σπαστά» ελληνικά, ασυνάρτητα ή ακατανόητα)
βαρβαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσαν	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίσανε	=	βαρβαρίζω
βαρβαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβαρίζω
βαρβαρικά	adv	μιλώντας μια βαρβαρική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβαρικό
βαρβαρικέ	adj	κλητική ενικού του βαρβαρικός
βαρβαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβαρική
βαρβαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρβαρικός
βαρβαρικής	adj	γενική ενικού του βαρβαρική
βαρβαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρβαρικός
βαρβαρικού	adj	γενική ενικού του βαρβαρικός
βαρβαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρβαρικός
βαρβαρικό	adj	αιτιατική ενικού του βαρβαρικός
βαρβαρικός	adj	σχετικός με τους βαρβάρους
βαρβαρικών	adj	γενική πληθυντικού του βαρβαρικός
βαρβαρισμέ	noun	κλητική ενικού του βαρβαρισμός
βαρβαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρβαρισμός
βαρβαρισμού	noun	γενική ενικού του βαρβαρισμός
βαρβαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαρβαρισμός
βαρβαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του βαρβαρισμός
βαρβαρισμός	noun	λανθασμένος τρόπος ομιλίας (και γραφής) που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση φτιαχτών ή διαφοροποιημένων λέξεων και την παραβίαση των γραμματικών κανόνων ή και την αισθητική της γλώσσας.
βαρβαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του βαρβαρισμός
βαρβαριστί	adv|formal	χρησιμοποιώντας μια ξένη (βαρβαρική) γλώσσα
βαρβαροσυνών	=	βαρβαροσύνη
βαρβαροσύνες	=	βαρβαροσύνη
βαρβαροσύνη	noun	η ιδιότητα του βάρβαρου, η αγένεια
βαρβαροσύνης	=	βαρβαροσύνη
βαρβαροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του βαρβαρότητα
βαρβαρόηχα	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχε	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχες	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχη	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχης	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχο	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχοι	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχος	adj	που έχει βάρβαρο, άγριο ήχο
βαρβαρόηχου	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχους	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρόηχων	=	βαρβαρόηχος
βαρβαρότατα	=	βάρβαρος
βαρβαρότατε	=	βάρβαρος
βαρβαρότατες	=	βάρβαρος
βαρβαρότατη	=	βάρβαρος
βαρβαρότατης	=	βάρβαρος
βαρβαρότατο	=	βάρβαρος
βαρβαρότατοι	=	βάρβαρος
βαρβαρότατος	=	βάρβαρος
βαρβαρότατου	=	βάρβαρος
βαρβαρότατους	=	βάρβαρος
βαρβαρότατων	=	βάρβαρος
βαρβαρότερα	=	βάρβαρος
βαρβαρότερε	=	βάρβαρος
βαρβαρότερες	=	βάρβαρος
βαρβαρότερη	=	βάρβαρος
βαρβαρότερης	=	βάρβαρος
βαρβαρότερο	=	βάρβαρος
βαρβαρότεροι	=	βάρβαρος
βαρβαρότερος	=	βάρβαρος
βαρβαρότερου	=	βάρβαρος
βαρβαρότερους	=	βάρβαρος
βαρβαρότερων	=	βάρβαρος
βαρβαρότητα	noun	η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον βάρβαρο
βαρβαρότητας	noun	γενική ενικού του βαρβαρότητα
βαρβαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβαρότητα
βαρβαρόφωνα	noun	πληθυντικός αριθμός του βαρβαρόφωνον (παρωχημένο, καθαρεύουσα, μουσικά όργανα) παραδοσιακά πνευστά όργανα όπως η γκάιντα, η πίπιζα, η ασκομαντούρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνε	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνες	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνη	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνης	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνο	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνοι	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνος	adj|dated	που μιλάει ξένη γλώσσα, ξενόγλωσσος
βαρβαρόφωνου	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνους	=	βαρβαρόφωνος
βαρβαρόφωνων	=	βαρβαρόφωνος
βαρβατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψαν	=	βαρβατεύω
βαρβατέψανε	=	βαρβατεύω
βαρβατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρβατεύω
βαρβατίλα	noun	η δυσοσμία αρσενικών ζώων την εποχή του ζευγαρώματος
βαρβατίλας	noun	γενική ενικού του βαρβατίλα
βαρβατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβατίλα
βαρβατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβατεμένο
βαρβατεμένε	verb	κλητική ενικού του βαρβατεμένος
βαρβατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβατεμένη
βαρβατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρβατεμένος
βαρβατεμένης	verb	γενική ενικού του βαρβατεμένη
βαρβατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαρβατεμένος
βαρβατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρβατεμένος
βαρβατεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βαρβατεύω
βαρβατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρβατεμένος
βαρβατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρβατεμένος
βαρβατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρβατεμένος
βαρβατεύαμε	=	βαρβατεύω
βαρβατεύαν	=	βαρβατεύω
βαρβατεύανε	=	βαρβατεύω
βαρβατεύατε	=	βαρβατεύω
βαρβατεύει	=	βαρβατεύω
βαρβατεύεις	=	βαρβατεύω
βαρβατεύετε	=	βαρβατεύω
βαρβατεύοντας	=	βαρβατεύω
βαρβατεύουμε	=	βαρβατεύω
βαρβατεύουν	=	βαρβατεύω
βαρβατεύουνε	=	βαρβατεύω
βαρβατεύω	verb|vulgar	καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή
βαρβατιά	noun	η έντονη αντρική ερωτική ορμή
βαρβατιάζαμε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζαν	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζανε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζατε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζει	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζεις	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζετε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζοντας	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζουμε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζουν	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζουνε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάζω	verb|vulgar	καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή
βαρβατιάς	=	βαρβατιά
βαρβατιάσαμε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάσαν	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάσανε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάσατε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάσει	=	βαρβατιάζω
βαρβατιάστε	=	βαρβατιάζω
βαρβατιές	=	βαρβατιά
βαρβατιών	=	βαρβατιά
βαρβατοτήτων	=	βαρβατότητα
βαρβατότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του βαρβάτου, το να είναι κάποιος βαρβάτος
βαρβατότητας	=	βαρβατότητα
βαρβατότητες	=	βαρβατότητα
βαρβιτουρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρβιτουρικό
βαργεστημένα	=	βαργεστημένος
βαργεστημένε	=	βαργεστημένος
βαργεστημένες	=	βαργεστημένος
βαργεστημένη	=	βαργεστημένος
βαργεστημένης	=	βαργεστημένος
βαργεστημένο	=	βαργεστημένος
βαργεστημένοι	=	βαργεστημένος
βαργεστημένος	verb	άλλη γραφή του βαριεστημένος
βαργεστημένου	=	βαργεστημένος
βαργεστημένους	=	βαργεστημένος
βαργεστημένων	=	βαργεστημένος
βαρδάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαρδάρης
βαρδάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρδάρης
βαρδάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του βαρδάρης
βαρδάρης	noun	βορειοδυτικός άνεμος στην περιοχή του ποταμού Αξιού
βαρδαβέλα	noun	το σχοινί ή η μεταλλική βέργα από το οποίο φέρεται το πανί αντένας ιστιοφόρου πλοίου, ο ιστιούχος.
βαρδαβέλας	noun	γενική ενικού του βαρδαβέλα
βαρδαβέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρδαβέλα
βαρδαλάντζα	noun	μεγάλη κεραία σε πλοίο όπου δένονται οι βάρκες
βαρδαλάντζας	=	βαρδαλάντζα
βαρδαλάντζες	=	βαρδαλάντζα
βαρδαλάντζων	=	βαρδαλάντζα
βαρδατέντα	noun	καθένα από τα τεντωμένα σχοινιά που στηρίζουν μια σκηνή
βαρδατέντας	noun	γενική ενικού του βαρδατέντα
βαρδατέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρδατέντα
βαρδατεντών	noun	γενική πληθυντικού του βαρδατέντα
βαρδιάνε	noun	κλητική ενικού του βαρδιάνος
βαρδιάνο	noun	αιτιατική ενικού του βαρδιάνος
βαρδιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρδιάνος
βαρδιάνος	noun|rare	ο φρουρός, ο σκοπός
βαρδιάνου	noun	γενική ενικού του βαρδιάνος
βαρδιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαρδιάνος
βαρδιάνων	noun	γενική πληθυντικού του βαρδιάνος
βαρδιάτορας	noun|rare	φρουρός, σκοπός
βαρδιάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρδιάτορας
βαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του βάρδια
βαρεία	noun	τονικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής που αντικαθιστά την οξεία μόνο στη λήγουσα και εφόσον δεν ακολουθεί σημείο στίξης· η κλίση της είναι αντίθετη από της οξείας, ξεκινάει δηλαδή από αριστερά πάνω και καταλήγει δεξιά κάτω (`)
βαρείας	noun	γενική ενικού του βαρεία
βαρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρεία
βαρείς	=	βαρύς
βαρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθήκαν	=	βαριέμαι
βαρεθήκανε	=	βαριέμαι
βαρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρεθούνε	=	βαριέμαι
βαρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
βαρειών	noun	γενική πληθυντικού του βαρεία
βαρελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαρελάς
βαρελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελάς
βαρελάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελάδικο
βαρελάδικο	noun	το εργαστήριο κατασκευής βαρελιών
βαρελάδικου	noun	γενική ενικού του βαρελάδικο
βαρελάδικων	noun	γενική πληθυντικού του βαρελάδικο
βαρελάδων	noun	γενική πληθυντικού του βαρελάς
βαρελάκι	noun	υποκοριστικό του βαρέλι, μικρών διαστάσεων βαρέλι
βαρελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελάκι
βαρελάς	noun	ο κατασκευαστής βαρελιών
βαρελίσια	=	βαρελίσιος
βαρελίσιας	=	βαρελίσιος
βαρελίσιε	=	βαρελίσιος
βαρελίσιες	=	βαρελίσιος
βαρελίσιια	=	βαρελίσιος
βαρελίσιιο	=	βαρελίσιος
βαρελίσιο	=	βαρελίσιος
βαρελίσιοι	=	βαρελίσιος
βαρελίσιος	adj	για ποτό που μένει αποθηκευμένο σε βαρέλι, δηλαδή δεν έχει εμφιαλωθεί
βαρελίσιου	=	βαρελίσιος
βαρελίσιους	=	βαρελίσιος
βαρελίσιων	=	βαρελίσιος
βαρελιού	noun	γενική ενικού του βαρέλι
βαρελιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρέλι
βαρελοθήκη	noun|figurative	θήκη στην οποία τοποθετούνται βαρέλια
βαρελοποιέ	noun	κλητική ενικού του βαρελοποιός
βαρελοποιία	noun	εργαστήριο ή βιοτεχνία κατασκευής βαρελιών
βαρελοποιίας	noun	γενική ενικού του βαρελοποιία
βαρελοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελοποιία
βαρελοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρελοποιία
βαρελοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρελοποιός
βαρελοποιού	noun	γενική ενικού του βαρελοποιός
βαρελοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαρελοποιός
βαρελοποιό	noun	αιτιατική ενικού του βαρελοποιός
βαρελοποιός	noun	ο κατασκευαστής βαρελιών, ο βαρελάς
βαρελοποιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρελοποιός
βαρελοσάνιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελοσάνιδο
βαρελοσάνιδο	noun	το σανίδι ενός βαρελιού
βαρελοσάνιδου	noun	γενική ενικού του βαρελοσάνιδο
βαρελοσάνιδων	noun	γενική πληθυντικού του βαρελοσάνιδο
βαρελοσανίδα	noun	σανίδα βαρελιού, σανίδα που έχει υποστεί ειδική επεξεργασία κοπής και ελαφριάς κύρτωσης για τη κατασκευή βαρελιού
βαρελοσανίδας	=	βαρελοσανίδα
βαρελοσανίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελοσανίδα
βαρελοσανίδων	=	βαρελοσανίδα
βαρελοσανίς	noun	βαρελοσανίδα
βαρελοστεφάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελοστεφάνη
βαρελοστεφάνη	noun	εξωτερική μεταλλική στεφάνη που συγκρατεί σε σύμπτυξη τις βαρελοσανίδες
βαρελοστεφάνης	=	βαρελοστεφάνη
βαρελοστεφανών	=	βαρελοστεφάνη
βαρελοφρόνων	=	βαρελόφρων
βαρελότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρελότο
βαρελότο	noun	εκρηκτική συσκευή μικρής ισχύος που παράγει ισχυρό κρότο και χρησιμοποιείται συνήθως σε εορτασμούς
βαρελότου	noun	γενική ενικού του βαρελότο
βαρελότων	noun	γενική πληθυντικού του βαρελότο
βαρελόφρον	=	βαρελόφρων
βαρελόφρονα	=	βαρελόφρων
βαρελόφρονας	=	βαρελόφρων
βαρελόφρονες	=	βαρελόφρων
βαρελόφρονος	=	βαρελόφρων
βαρελόφρων	noun|archaic	χιουμοριστικός ευφημισμός, σε λόγιο ύφος, για τον λάτρη του κρασιού, τον μεθύστακα, για το υποτιθέμενο μέλος μιας παράταξης αδιόρθωτων μπεκρήδων
βαρεμάρα	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βαριέται
βαρεμάρας	noun	γενική ενικού του βαρεμάρα
βαρεμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρεμάρα
βαρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάρεμα
βαρεμέ	noun	κλητική ενικού του βαρεμός
βαρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρεμένο
βαρεμένε	verb	κλητική ενικού του βαρεμένος
βαρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρεμένη
βαρεμένη	=	βαρεμένος
βαρεμένης	verb	γενική ενικού του βαρεμένη
βαρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαρεμένος
βαρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρεμένος
βαρεμένος	verb	που τον έχουν βαρέσει, δαρμένος
βαρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρεμένος
βαρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρεμένος
βαρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρεμένος
βαρεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρεμός
βαρεμού	noun	γενική ενικού του βαρεμός
βαρεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαρεμός
βαρεμό	noun	αιτιατική ενικού του βαρεμός
βαρεμός	noun|rare	άλλη μορφή του βάρεμα
βαρεμών	noun	γενική πληθυντικού του βαρεμός
βαρεσάρη	=	βαρεσάρης
βαρεσάρηδες	=	βαρεσάρης
βαρεσάρηδων	=	βαρεσάρης
βαρεσάρης	adj	τεμπέλης
βαρετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρετό	adv	κατά τρόπο που προκαλεί βαρεμάρα
βαρετέ	adj	κλητική ενικού του βαρετός
βαρετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρετή
βαρετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρετός
βαρετής	adj	γενική ενικού του βαρετή
βαρετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρετός
βαρετού	adj	γενική ενικού του βαρετός
βαρετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρετός
βαρετό	adj	αιτιατική ενικού του βαρετός
βαρετός	adj	που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον ή εναλλαγές και επομένως προκαλεί βαρεμάρα, ανία
βαρετών	adj	γενική πληθυντικού του βαρετός
βαρηκοΐα	noun	η πάθηση του βαρήκοου, η μειωμένη ικανότητα ακοής
βαρηκοΐας	noun	γενική ενικού του βαρηκοΐα
βαρηκοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρηκοΐα
βαρηκοϊών	noun	γενική πληθυντικού του βαρηκοΐα
βαρηκούω	verb	βαριακούω
βαρηλάτες	=	βαρηλάτης
βαρηλάτη	=	βαρηλάτης
βαρηλάτης	adj	φλύαρος
βαρηλατών	=	βαρηλάτης
βαριά	adv	με βαρύ τρόπο	noun	βαρύ σφυρί με μακριά λαβή, που πρέπει να το κρατήσει κανείς και με τα δυο χέρια, το οποίο χρησιμεύει κυρίως στο σπάσιμο επιφανειών και κατασκευών
βαριάκουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριάκουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριάκουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριάκουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριάντ	noun	άλλη μορφή του βαριάντα
βαριάντα	noun	παραλλαγή στιλ σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο παιξίματος
βαριάντας	noun	γενική ενικού του βαριάντα
βαριάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαριάντα
βαριάς	noun	γενική ενικού του βαριά
βαριέμαι	verb	νιώθω βαρεμάρα, ανία, πλήξη
βαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαριά
βαριέσαι	=	βαριέμαι
βαριέστε	=	βαριέμαι
βαριέστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριέστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριέστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριέστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριέται	=	βαριέμαι
βαριακούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριακούω
βαριακούω	verb	δεν ακούω πολύ καλά, έχω βαρηκοΐα
βαριανασαίνω	verb	ανασαίνω βαριά, με δυσκολία
βαριαναστέναζα	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστέναζαν	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστέναζε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστέναζες	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστέναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστέναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστέναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστέναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζαμε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζαν	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζανε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζατε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζει	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζεις	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζετε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζοντας	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζουμε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζουν	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζουνε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάζω	verb	αναστενάζω βαριά (με έντονο τρόπο), συνήθως σε ένδειξη μεγάλου πόνου, ανησυχίας, απογοήτευσης κλπ
βαριαναστενάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξαν	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξανε	=	βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστενάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριαναστενάζω
βαριαναστεναγμέ	noun	κλητική ενικού του βαριαναστεναγμός
βαριαναστεναγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαριαναστεναγμός
βαριαναστεναγμού	noun	γενική ενικού του βαριαναστεναγμός
βαριαναστεναγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαριαναστεναγμός
βαριαναστεναγμό	noun	αιτιατική ενικού του βαριαναστεναγμός
βαριαναστεναγμός	noun	ο βαρύς αναστεναγμός, το βαρύ βογκητό
βαριαναστεναγμών	noun	γενική πληθυντικού του βαριαναστεναγμός
βαριαντών	noun	γενική πληθυντικού του βαριάντα
βαριατρικά	=	βαριατρικός
βαριατρικέ	=	βαριατρικός
βαριατρικές	=	βαριατρική
βαριατρική	noun	σύγχρονος ιατρικός κλάδος που ασχολείται με την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας με τη συμβολή πολλών ιατρικών ειδικοτήτων (ενδοκρινολογία, ψυχολογία, διατροφολογία, χειρουργική κ.ά.)
βαριατρικής	=	βαριατρική
βαριατρικη	=	βαριατρικός
βαριατρικο	=	βαριατρικός
βαριατρικοί	=	βαριατρικός
βαριατρικού	=	βαριατρικός
βαριατρικούς	=	βαριατρικός
βαριατρικό	=	βαριατρικός
βαριατρικός	adj	που έχει σχέση με τη βαριατρική ή αναφέρεται σʼ αυτή
βαριατρικών	=	βαριατρική
βαριδιού	=	βαρίδι
βαριδιών	=	βαρίδι
βαριεμάρα	noun	βαρεμάρα
βαριεμάρας	=	βαριεμάρα
βαριεμάρες	=	βαριεμάρα
βαριεστίζω	verb	αισθάνομαι ανία, πλήξη, κούραση, για να κάνω κάτι
βαριεστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαριεστίζω
βαριεστημάρα	noun	πλήξη, ανία, αποκάμωμα, έλλειψη όρεξης για να κάνω κάτι λόγω τεμπελιάς ή κορεσμού
βαριεστημάρας	noun	γενική ενικού του βαριεστημάρα
βαριεστημάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαριεστημάρα
βαριεστημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαριεστημένο
βαριεστημένε	adj	κλητική ενικού του βαριεστημένος
βαριεστημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαριεστημένη
βαριεστημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαριεστημένος
βαριεστημένης	adj	γενική ενικού του βαριεστημένη
βαριεστημένο	adj	αιτιατική ενικού του βαριεστημένος
βαριεστημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαριεστημένος
βαριεστημένος	verb	που αισθάνεται ανία, πλήξη, κούραση για να κάνει κάτι
βαριεστημένου	verb	γενική ενικού του βαριεστημένος
βαριεστημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαριεστημένος
βαριεστημένων	adj	γενική πληθυντικού του βαριεστημένος
βαριεστιμάρα	noun	βαριεστημάρα
βαριεστιμάρας	=	βαριεστιμάρα
βαριεστιμάρες	=	βαριεστιμάρα
βαριεστισμάρα	noun	βαριεστημάρα
βαριεστισμάρας	=	βαριεστισμάρα
βαριεστισμάρες	=	βαριεστισμάρα
βαριεστώ	verb	βαριεστίζω
βαριεστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαριεστώ
βαριετέ	noun	ψυχαγωγική παράσταση με διάφορα νούμερα (μουσικά, χορευτικά, ταχυδακτυλουργικά κ.λπ.)
βαριοί	=	βαρύς
βαριοκάρδιζα	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδιζαν	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδιζε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδιζες	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδισα	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδισαν	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδισε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκάρδισες	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζαμε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζαν	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζανε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζατε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζει	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζεις	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζετε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζοντας	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζουμε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζουν	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζουνε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίζω	verb|literary	άλλη μορφή του βαρυκαρδίζω: στενοχωρώ
βαριοκαρδίσαμε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίσαν	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίσανε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίσατε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίσει	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκαρδίστε	=	βαριοκαρδίζω
βαριοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι βαριά και βαθειά, έχω πολύ βαρύ και βαθύ ύπνο
βαριοπούλα	noun	σφυρί με μεγάλη, βαριά κεφαλή και σχετικά κοντή λαβή, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για σπάσιμο· (κυριολεκτικά) μικρή βαριά
βαριοπούλας	=	βαριοπούλα
βαριοπούλες	=	βαριοπούλα
βαριού	=	βαρύς
βαριούνται	=	βαριέμαι
βαριούνταν	=	βαριέμαι
βαριούς	=	βαρύς
βαριούχα	=	βαριούχος
βαριούχε	=	βαριούχος
βαριούχο	=	βαριούχος
βαριούχοι	=	βαριούχος
βαριούχος	adj	για ουσία που περιέχει βάριο
βαριούχου	=	βαριούχος
βαριούχους	=	βαριούχος
βαριούχων	=	βαριούχος
βαριστών	=	βαρίστας
βαριτών	=	βαρίτης
βαριωτών	=	βαριώτης
βαριόμασταν	=	βαριέμαι
βαριόμαστε	=	βαριέμαι
βαριόμοιρα	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρε	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρες	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρη	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρης	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρο	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιροι	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρος	adj	που η μοίρα τον έχει χτυπήσει με βαριά χτυπήματα
βαριόμοιρου	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρους	=	βαριόμοιρος
βαριόμοιρων	=	βαριόμοιρος
βαριόμουν	=	βαριέμαι
βαριόμουνα	=	βαριέμαι
βαριόνται	=	βαριέμαι
βαριόνταν	=	βαριέμαι
βαριόντανε	=	βαριέμαι
βαριόντουσαν	=	βαριέμαι
βαριόσασταν	=	βαριέμαι
βαριόσαστε	=	βαριέμαι
βαριόσουν	=	βαριέμαι
βαριόσουνα	=	βαριέμαι
βαριόταν	=	βαριέμαι
βαριότανε	=	βαριέμαι
βαριών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του βαρύς
βαριώτες	=	βαριώτης
βαριώτη	=	βαριώτης
βαριώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Βάρη
βαριώτισσα	=	βαριώτης
βαρκά	=	βαρκό
βαρκάδα	noun	βόλτα σε θάλασσα ή σε λίμνη με βάρκα
βαρκάδας	=	βαρκάδα
βαρκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρκάδα
βαρκάδων	=	βαρκάδα
βαρκάκι	noun	μικρή βάρκα
βαρκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρκάκι
βαρκάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαρκάρης
βαρκάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρκάρης
βαρκάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του βαρκάρης
βαρκάρης	noun	ο ιδιοκτήτης μιας βάρκας ή ο κωπηλάτης που την κινεί
βαρκάρισσα	noun	αυτή που έχει ή οδηγεί μια βάρκα
βαρκάρισσας	noun	γενική ενικού του βαρκάρισσα
βαρκάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρκάρισσα
βαρκαδιάτικα	noun|vulgar	η αμοιβή που λαμβάνει κάποιος βαρκάρης, ο ναύλος για τη ναύλωση μιας βάρκας
βαρκαδιάτικων	noun	γενική πληθυντικού του βαρκαδιάτικο
βαρκαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του βαρκάρισσα
βαρκαρόλα	noun	τραγούδι ή μουσική σύνθεση με ρομαντικό, λικνιστικό χαρακτήρα, όπως των γονδολιέρηδων της Βενετίας
βαρκαρόλας	noun	γενική ενικού του βαρκαρόλα
βαρκαρόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρκαρόλα
βαρκιζιωτών	=	βαρκιζιώτης
βαρκιζιώτες	=	βαρκιζιώτης
βαρκιζιώτη	=	βαρκιζιώτης
βαρκιζιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τη Βάρκιζα
βαρκιζιώτισσα	=	βαρκιζιώτης
βαρκού	=	βαρκό
βαρκούλα	noun	μικρή βάρκα
βαρκούλας	=	βαρκούλα
βαρκούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρκούλα
βαρκούμαι	verb	βαριέμαι
βαρκό	noun	βαλτώδης τοποθεσία
βαρκών	noun	γενική πληθυντικού του βάρκα
βαροβαθμίδα	noun	ο ρυθμός μεταβολής της ατμοσφαιρικής πίεσης ανά μονάδα απόστασης, που καθορίζει την ένταση και κατεύθυνση της δύναμης που κινεί τις αέριες μάζες
βαροβαθμίδας	=	βαροβαθμίδα
βαροβαθμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαροβαθμίδα
βαροβαθμίδων	=	βαροβαθμίδα
βαρογκομώ	=	βαρυγκομάω
βαρομέτρου	=	βαρόμετρο
βαρομέτρων	=	βαρόμετρο
βαρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρομετρικό
βαρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του βαρομετρικός
βαρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρομετρική
βαρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρομετρικός
βαρομετρικής	adj	γενική ενικού του βαρομετρική
βαρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρομετρικός
βαρομετρικού	adj	γενική ενικού του βαρομετρικός
βαρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρομετρικός
βαρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του βαρομετρικός
βαρομετρικός	adj	σχετικός με το βαρόμετρο
βαρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του βαρομετρικός
βαρονέτε	noun	κλητική ενικού του βαρονέτος
βαρονέτο	noun	αιτιατική ενικού του βαρονέτος
βαρονέτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρονέτος
βαρονέτος	noun	τίτλος ευγενείας δυτικοευρωπαϊκών λαών, μεταξύ βαρόνου και ιππότη
βαρονέτου	noun	γενική ενικού του βαρονέτος
βαρονέτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαρονέτος
βαρονέτων	noun	γενική πληθυντικού του βαρονέτος
βαρονία	noun	η επικράτεια ενός βαρόνου
βαρονίας	noun	γενική ενικού του βαρονία
βαρονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρονία
βαρονίς	noun	θηλυκό του βαρόνος
βαρονιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρονία
βαρονών	=	βαρόνη
βαροτραυμάτων	=	βαρότραυμα
βαροτραύμα	noun	άλλη μορφή του βαρότραυμα
βαροτραύματα	=	βαρότραυμα
βαροτραύματος	=	βαρότραυμα
βαρουξή	=	βαρουξής
βαρουξήδες	=	βαρουξής
βαρουξήδων	=	βαρουξής
βαρουξής	noun	χρυσοχόος
βαρούλκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρούλκο
βαρούλκο	noun	μηχανή για την έλξη μεγάλου βάρους
βαρούλκου	noun	γενική ενικού του βαρούλκο
βαρούλκων	noun	γενική πληθυντικού του βαρούλκο
βαρούμε	=	βαράω
βαρούν	=	βαράω
βαρούνε	=	βαράω
βαρούσα	=	βαράω
βαρούσαμε	=	βαράω
βαρούσαν	=	βαράω
βαρούσανε	=	βαράω
βαρούσατε	=	βαράω
βαρούσε	=	βαράω
βαρούσες	=	βαράω
βαρσάμου	=	βάρσαμος
βαρσάμους	=	βάρσαμος
βαρσάμων	=	βάρσαμος
βαρυαύλου	=	βαρύαυλος
βαρυαύλους	=	βαρύαυλος
βαρυαύλων	=	βαρύαυλος
βαρυγκομά	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάει	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάμε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάν	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάνε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάς	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάτε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομάω	verb	δυσανασχετώ λόγω δυσφορίας
βαρυγκομήσαμε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομήσαν	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομήσανε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομήσατε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομήσει	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομήστε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκομισμένο
βαρυγκομισμένε	verb	κλητική ενικού του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκομισμένη
βαρυγκομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομισμένης	verb	γενική ενικού του βαρυγκομισμένη
βαρυγκομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαρυγκομάω / βαρυγκομώ
βαρυγκομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρυγκομισμένος
βαρυγκομιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρυγκόμια
βαρυγκομούμε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούν	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούνε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσα	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσαμε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσαν	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσανε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσατε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομούσες	=	βαρυγκομάω
βαρυγκομώ	verb	άλλη μορφή του βαρυγκομάω
βαρυγκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαρυγκομάω / βαρυγκομώ
βαρυγκωμά	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάει	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάμε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάν	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάνε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάς	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάτε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμάω	verb	άλλη μορφή του βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσαν	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμήσανε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκωμιά
βαρυγκωμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκωμισμένο
βαρυγκωμισμένε	verb	κλητική ενικού του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκωμισμένη
βαρυγκωμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμισμένης	verb	γενική ενικού του βαρυγκωμισμένη
βαρυγκωμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμισμένος	verb	ετυμολογική γραφή του βαρυγκομισμένος - μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκωμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρυγκωμισμένος
βαρυγκωμιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρυγκώμια
βαρυγκωμούμε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούν	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούνε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσα	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσαμε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσαν	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσανε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσατε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμούσες	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκωμώ	verb	ετυμολογική γραφή του βαρυγκομώ
βαρυγκωμώντας	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκόμα	=	βαρυγκομάω
βαρυγκόμαγε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκόμησα	=	βαρυγκομάω
βαρυγκόμησαν	=	βαρυγκομάω
βαρυγκόμησε	=	βαρυγκομάω
βαρυγκόμησες	=	βαρυγκομάω
βαρυγκόμια	noun	άλλη γραφή του βαρυγκώμια
βαρυγκόμιας	noun	γενική ενικού του βαρυγκόμια
βαρυγκόμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκόμια
βαρυγκώμα	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκώμαγε	=	βαρυγκωμάω
βαρυγκώμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκώμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκώμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκώμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυγκωμώ
βαρυγκώμια	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαρυγκωμώ
βαρυγκώμιας	noun	γενική ενικού του βαρυγκώμια
βαρυγκώμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυγκώμια
βαρυγομαρκάρα	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρας	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρες	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρη	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρηδες	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρηδων	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρης	adj	ο φορτωμένος
βαρυγομαρκάρικα	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρικο	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρικου	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυγομαρκάρικων	=	βαρυγομαρκάρης
βαρυθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσαν	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμήσανε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθυμία	noun|formal	η βαριά διάθεση
βαρυθυμίας	noun	γενική ενικού του βαρυθυμία
βαρυθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυθυμία
βαρυθυμεί	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμείς	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμείτε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυθυμιά
βαρυθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του βαρυθυμία
βαρυθυμούμε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούν	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούνε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσα	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσαμε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσαν	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσανε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσατε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσε	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμούσες	=	βαρυθυμώ
βαρυθυμώ	verb	είμαι βαρύθυμος
βαρυθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθύμει	=	βαρυθυμώ
βαρυθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυθυμώ
βαρυκάρδιζα	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδιζαν	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδιζε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδιζες	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκάρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαιριά	noun|vulgar	κακός καιρός, κακοκαιρία
βαρυκαιριάς	=	βαρυκαιριά
βαρυκαιριές	=	βαρυκαιριά
βαρυκαιριών	=	βαρυκαιριά
βαρυκαρδίζαμε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζαν	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζανε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζατε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζει	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζεις	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζετε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζοντας	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζουμε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζουν	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζουνε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίζω	verb|literary	στενοχωρώ
βαρυκαρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσαν	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσανε	=	βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκαρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
βαρυκολυώ	verb	διστάζω
βαρυνθήκαμε	=	βαρύνομαι
βαρυνθήκαν	=	βαρύνομαι
βαρυνθήκανε	=	βαρύνομαι
βαρυνθήκατε	=	βαρύνομαι
βαρυνθεί	=	βαρύνομαι
βαρυνθείτε	=	βαρύνομαι
βαρυνουσών	=	βαρύνων
βαρυνούσης	=	βαρύνων
βαρυνόμασταν	=	βαρύνομαι
βαρυνόμαστε	=	βαρύνομαι
βαρυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυνόμενο
βαρυνόμενε	verb	κλητική ενικού του βαρυνόμενος
βαρυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυνόμενη
βαρυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυνόμενος
βαρυνόμενης	verb	γενική ενικού του βαρυνόμενη
βαρυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του βαρυνόμενος
βαρυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυνόμενος
βαρυνόμενος	verb	που βαρύνεται από κάτι, καθώς βαρύνεται, επειδή βαρύνεται, που τελεί υπό το βάρος κατηγοριών, φόρου κ.λπ.
βαρυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρυνόμενος
βαρυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρυνόμενος
βαρυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού του βαρυνόμενος
βαρυνόμουν	=	βαρύνομαι
βαρυνόμουνα	=	βαρύνομαι
βαρυνόντουσαν	=	βαρύνομαι
βαρυνόντων	=	βαρύνων
βαρυνόσασταν	=	βαρύνομαι
βαρυνόσαστε	=	βαρύνομαι
βαρυνόσουν	=	βαρύνομαι
βαρυνόσουνα	=	βαρύνομαι
βαρυνόταν	=	βαρύνομαι
βαρυνότανε	=	βαρύνομαι
βαρυονίου	=	βαρυόνιο
βαρυονίων	=	βαρυόνιο
βαρυονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυονικό
βαρυονικέ	adj	κλητική ενικού του βαρυονικός
βαρυονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυονική
βαρυονική	noun	η μελέτη των βαρυονίων σε συστήματα και ο σχηματισμός βαρυτικών πεδίων από αυτά	adj	που σχετίζεται με τα βαρυόνιο|βαρυόνιο και εμμέσως την βαρύτητα (βαρυονική στατιστική)
βαρυονικής	adj	γενική ενικού του βαρυονική
βαρυονικη	=	βαρυονικός
βαρυονικο	=	βαρυονικός
βαρυονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυονικός
βαρυονικού	adj	γενική ενικού του βαρυονικός
βαρυονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρυονικός
βαρυονικό	adj	αιτιατική ενικού του βαρυονικός
βαρυονικός	adj	που σχετίζεται με τα βαρυόνια
βαρυονικών	adj	γενική πληθυντικού του βαρυονικός
βαρυπένθει	=	βαρυπενθώ
βαρυπένθησα	=	βαρυπενθώ
βαρυπένθησαν	=	βαρυπενθώ
βαρυπένθησε	=	βαρυπενθώ
βαρυπένθησες	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθές	=	βαρυπενθής
βαρυπενθή	=	βαρυπενθής
βαρυπενθής	adj|formal	που πενθεί βαριά, που έχει βαρύ πένθος
βαρυπενθήσαμε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθήσαν	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθήσανε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθήσατε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθήσει	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθήστε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθεί	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθείς	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθείτε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούμε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούν	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούνε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούς	=	βαρυπενθής
βαρυπενθούσα	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούσαμε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούσαν	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούσανε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούσατε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούσε	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθούσες	=	βαρυπενθώ
βαρυπενθώ	verb	έχω βαρύ πένθος, πενθώ βαριά
βαρυπενθών	adj	ο βαρυπενθής
βαρυπενθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαρυπενθώ
βαρυπνά	=	βαρυπνάς
βαρυπνάδες	=	βαρυπνάς
βαρυπνάδων	=	βαρυπνάς
βαρυπνάς	noun	ο εφιάλτης (όνειρο)
βαρυποινίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυποινίτης
βαρυποινίτη	=	βαρυποινίτης
βαρυποινίτης	noun	αυτός που εκτίει βαριά ποινή πολύχρονης φυλάκισης
βαρυποινίτισσα	noun	βαρυποινίτης
βαρυποινίτισσας	noun	γενική ενικού του βαρυποινίτισσα
βαρυποινίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυποινίτισσα
βαρυποινιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του βαρυποινίτισσα
βαρυποινιτών	=	βαρυποινίτης
βαρυσήμαντα	adv	με τρόπο βαρυσήμαντο
βαρυσήμαντε	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντες	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντη	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντης	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντο	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντοι	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντος	adj	που έχει ή αναμένεται να έχει μεγάλη βαρύτητα και μεγάλη σημασία, πολύ σημαντικός
βαρυσήμαντου	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντους	=	βαρυσήμαντος
βαρυσήμαντων	=	βαρυσήμαντος
βαρυσημάντως	adv	βαρυσήμαντα
βαρυστομάχιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομάχιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομάχιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομάχιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομάχιασμα	noun	το αποτέλεσμα του βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιά	noun	η ενόχληση που γίνεται αντιληπτή ως βάρος στο στομάχι μετά από την κατανάλωση ή μεγάλης ποσότητας φαγητού ή τροφής που προκαλεί προβλήματα στην πέψη
βαρυστομαχιάζω	verb	νιώθω ένα βάρος, μια δυσφορία στο στομάχι επειδή έφαγα πολύ ή έφαγα βαριά φαγητά
βαρυστομαχιάς	noun	γενική ενικού του βαρυστομαχιά
βαρυστομαχιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυστομάχιασμα
βαρυστομαχιάσματος	noun	γενική ενικού του βαρυστομάχιασμα
βαρυστομαχιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυστομαχιάζω
βαρυστομαχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυστομαχιά
βαρυστομαχιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαρυστομάχιασμα
βαρυστομαχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυστομαχιασμένο
βαρυστομαχιασμένε	verb	κλητική ενικού του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυστομαχιασμένη
βαρυστομαχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιασμένης	verb	γενική ενικού του βαρυστομαχιασμένη
βαρυστομαχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιασμένος	verb	που νιώθει δυσφορία και βάρος στο στομάχι επειδή έφαγε πολύ
βαρυστομαχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρυστομαχιασμένος
βαρυστομαχιών	=	βαρυστομαχιά
βαρυστόμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυστόμαχο
βαρυστόμαχε	adj	κλητική ενικού του βαρυστόμαχος
βαρυστόμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυστόμαχη
βαρυστόμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυστόμαχος
βαρυστόμαχης	adj	γενική ενικού του βαρυστόμαχη
βαρυστόμαχο	adj	αιτιατική ενικού του βαρυστόμαχος
βαρυστόμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυστόμαχος
βαρυστόμαχος	adj|rare	που κάνει «βαρύ» το στομάχι, που μας βαρυστομαχιάζει
βαρυστόμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρυστόμαχος
βαρυστόμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρυστόμαχος
βαρυστόμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρυστόμαχος
βαρυτήμετρα	=	βαρυτήμετρο
βαρυτήμετρο	noun	όργανο με το οποίο επιχειρείται η βαρυτημετρία, η μέτρηση των μεταβολών της έντασης της βαρύτητας του γήινου πεδίου
βαρυτήμετρου	=	βαρυτήμετρο
βαρυτήμετρων	=	βαρυτήμετρο
βαρυτήτων	=	βαρύτητα
βαρυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυτικό
βαρυτικέ	adj	κλητική ενικού του βαρυτικός
βαρυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυτική
βαρυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυτικός
βαρυτικής	adj	γενική ενικού του βαρυτική
βαρυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυτικός
βαρυτικού	adj	γενική ενικού του βαρυτικός
βαρυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρυτικός
βαρυτικό	adj	αιτιατική ενικού του βαρυτικός
βαρυτικός	adj	σχετικός με τη δύναμη της βαρύτητας
βαρυτικών	adj	γενική πληθυντικού του βαρυτικός
βαρυφαίνεται	verb	ενοχλεί, (με) δυσαρεστεί
βαρυφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυφορτωμένο
βαρυφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυφορτωμένη
βαρυφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτωμένης	verb	γενική ενικού του βαρυφορτωμένη
βαρυφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρυφορτωμένος
βαρυφορτώνω	verb	βλ. παραφορτώνω
βαρυχειμωνιά	noun	εξαιρετικά βαρύς χειμώνας
βαρυχειμωνιάς	noun	γενική ενικού του βαρυχειμωνιά
βαρυχειμωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρυχειμωνιά
βαρυχειμωνιών	=	βαρυχειμωνιά
βαρυόνια	=	βαρυόνιο
βαρυόνιο	noun	βαρύ υποατομικό σωματίδιο που δημιουργείται από τον συνδυασμό τριών κουάρκ
βαρυόνιου	=	βαρυόνιο
βαρυόνιων	=	βαρυόνιο
βαρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρόμετρο
βαρόμετρο	noun	ειδικό όργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης
βαρόμετρον	noun	το βαρόμετρο
βαρόμετρου	=	βαρόμετρο
βαρόνε	noun	κλητική ενικού του βαρόνος
βαρόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρόνη
βαρόνη	noun	η κάτοχος αυτού του τίτλου ευγενείας και επικεφαλής μιας βαρονίας
βαρόνης	noun	γενική ενικού του βαρόνη
βαρόνο	noun	αιτιατική ενικού του βαρόνος
βαρόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρόνος
βαρόνος	noun	κατώτερος τίτλος ευγενείας
βαρόνου	noun	γενική ενικού του βαρόνος
βαρόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαρόνος
βαρόνων	noun	γενική πληθυντικού του βαρόνος
βαρότραυμα	noun	κάκωση ιστών ή οργάνων που προκαλείται από αιφνίδια ή έντονη διαφορά πίεσης ανάμεσα στο σώμα και το περιβάλλον (ιδίως σε αφτιά, πνεύμονες, παραρρίνιους κόλπους κ.λπ.)
βαρύ	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βαρύς
βαρύαυλε	noun	κλητική ενικού του βαρύαυλος
βαρύαυλο	noun	αιτιατική ενικού του βαρύαυλος
βαρύαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρύαυλος
βαρύαυλος	noun|formal	το φαγκότο
βαρύαυλου	=	βαρύαυλος
βαρύαυλους	=	βαρύαυλος
βαρύαυλων	=	βαρύαυλος
βαρύγδουπα	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπε	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπες	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπη	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπης	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπο	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουποι	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπος	adj	αυτός που προκαλεί κρότο, ο βροντερός
βαρύγδουπου	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπους	=	βαρύγδουπος
βαρύγδουπων	=	βαρύγδουπος
βαρύγλυκε	=	βαρύγλυκος
βαρύγλυκο	=	βαρύγλυκος
βαρύγλυκοι	=	βαρύγλυκος
βαρύγλυκος	noun	είδος ελληνικού καφέ με μεγάλη περιεκτικότητα σε καφέ και άφθονη ζάχαρη, που σερβίρεται συνήθως με πλούσιο καϊμάκι
βαρύγλυκου	=	βαρύγλυκος
βαρύγλυκους	=	βαρύγλυκος
βαρύγλυκων	=	βαρύγλυκος
βαρύγλωσσα	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσε	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσες	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσση	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσης	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσο	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσοι	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσος	adj|dated	που βαριέται να μιλήσει
βαρύγλωσσου	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσους	=	βαρύγλωσσος
βαρύγλωσσων	=	βαρύγλωσσος
βαρύθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαρύθυμος	adv	με βαρύθυμο, τρόπο, με βαρυθυμία, με κακοκεφιά
βαρύθυμε	adj	κλητική ενικού του βαρύθυμος
βαρύθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρύθυμη
βαρύθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρύθυμος
βαρύθυμης	adj	γενική ενικού του βαρύθυμη
βαρύθυμο	adj	αιτιατική ενικού του βαρύθυμος
βαρύθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρύθυμος
βαρύθυμος	adj	που δεν βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση
βαρύθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρύθυμος
βαρύθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρύθυμος
βαρύθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρύθυμος
βαρύκεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρύκεντρο
βαρύκεντρο	noun	το κέντρο βάρους ενός σώματος
βαρύκεντρου	noun	γενική ενικού του βαρύκεντρο
βαρύκεντρων	noun	γενική πληθυντικού του βαρύκεντρο
βαρύμαγκα	=	βαρύμαγκας
βαρύμαγκας	noun	ο πολύ μάγκας
βαρύμαγκες	=	βαρύμαγκας
βαρύμαγκων	=	βαρύμαγκας
βαρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύναν	=	βαραίνω
βαρύνανε	=	βαραίνω
βαρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύνεσαι	=	βαρύνομαι
βαρύνεστε	=	βαρύνομαι
βαρύνεται	=	βαρύνομαι
βαρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύνθηκα	=	βαρύνομαι
βαρύνθηκαν	=	βαρύνομαι
βαρύνθηκε	=	βαρύνομαι
βαρύνθηκες	=	βαρύνομαι
βαρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βαρύνω
βαρύνομε	=	βαραίνω
βαρύνον	=	βαρύνων
βαρύνοντα	=	βαρύνων
βαρύνονται	=	βαρύνομαι
βαρύνονταν	=	βαρύνομαι
βαρύνοντας	=	βαρύνω
βαρύνοντες	=	βαρύνων
βαρύνοντος	=	βαρύνων
βαρύνου	=	βαρύνομαι
βαρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαραίνω
βαρύνουνε	=	βαρύνω
βαρύνουσα	=	βαρύνων
βαρύνουσας	=	βαρύνων
βαρύνουσες	=	βαρύνων
βαρύνσου	=	βαρύνομαι
βαρύντε	=	βαρύνω
βαρύνω	verb	επιβαρύνω
βαρύνων	verb|formal	σημαντικός, σπουδαίος
βαρύς	adj	που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά
βαρύτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρύτατος	adv	πολύ βαριά
βαρύτατε	=	βαρύτατος
βαρύτατες	=	βαρύτατος
βαρύτατη	=	βαρύτατος
βαρύτατης	=	βαρύτατος
βαρύτατο	=	βαρύτατος
βαρύτατοι	=	βαρύτατος
βαρύτατος	adj	πολύ βαρύς, πολύ αρνητικός, πολύ σοβαρός ως προς τη σημασία και / ή τις επιπτώσεις του
βαρύτατου	=	βαρύτατος
βαρύτατους	=	βαρύτατος
βαρύτατων	=	βαρύτατος
βαρύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρύτερο
βαρύτερε	adj	κλητική ενικού του βαρύτερος
βαρύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαρύτερη
βαρύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαρύτερος
βαρύτερης	adj	γενική ενικού του βαρύτερη
βαρύτερο	adj	αιτιατική ενικού του βαρύτερος
βαρύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρύτερος
βαρύτερος	adj	που είναι πιο βαρύς, που έχει μεγαλύτερη βαρύτητα
βαρύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαρύτερος
βαρύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαρύτερος
βαρύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαρύτερος
βαρύτητα	noun	η ιδιότητα που έχει ο βαρύς
βαρύτητας	=	βαρύτητα
βαρύτητες	=	βαρύτητα
βαρύτιμα	=	βαρύτιμος
βαρύτιμε	=	βαρύτιμος
βαρύτιμες	=	βαρύτιμος
βαρύτιμη	=	βαρύτιμος
βαρύτιμης	=	βαρύτιμος
βαρύτιμο	=	βαρύτιμος
βαρύτιμοι	=	βαρύτιμος
βαρύτιμος	adj	που έχει υψηλή τιμή ή μεγάλη αξία (χρησιμοποιείται συνήθως για πολύτιμα αντικείμενα)
βαρύτιμου	=	βαρύτιμος
βαρύτιμους	=	βαρύτιμος
βαρύτιμων	=	βαρύτιμος
βαρύτονα	=	βαρύτονος
βαρύτονε	=	βαρύτονος
βαρύτονες	=	βαρύτονος
βαρύτονη	=	βαρύτονος
βαρύτονης	=	βαρύτονος
βαρύτονο	=	βαρύτονος
βαρύτονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαρύτονος
βαρύτονος	adj	που δεν τονίζεται στη λήγουσα συλλαβή	noun	ανδρική φωνή που καλύπτει περιοχή ψηλότερη από τον μπάσο και χαμηλότερη από τον τενόρο
βαρύτονου	=	βαρύτονος
βαρύτονους	=	βαρύτονος
βαρύτονων	=	βαρύτονος
βαρύχνω	verb	χτυπώ, πληγώνω
βαρώ	verb	σπανιότερος τύπος του βαράω
βαρών	noun	γενική πληθυντικού του βάρος
βαρώνε	=	βαρώνος
βαρώνη	=	βαρώνος
βαρώνο	=	βαρώνος
βαρώνοι	=	βαρώνος
βαρώνος	noun	άλλη γραφή του βαρόνος κατά την παλιότερη πολυτονική γραφή: βαρῶνος
βαρώνου	=	βαρώνος
βαρώνους	=	βαρώνος
βαρώντας	=	βαράω
βαρώνων	=	βαρώνος
βασάλτες	=	βασάλτης
βασάλτη	=	βασάλτης
βασάλτης	noun	ηφαιστειογενές πέτρωμα με χρώμα από γκρίζο έως μαύρο, που σχηματίζεται από την ταχεία ψύξη βασαλτικής λάβας
βασάνιζα	=	βασανίζω
βασάνιζαν	=	βασανίζω
βασάνιζε	=	βασανίζω
βασάνιζες	=	βασανίζω
βασάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασάνισμα	noun	βασανισμός
βασάνου	noun	γενική ενικού του βάσανο
βασάνους	=	βάσανος
βασάνων	noun	γενική πληθυντικού του βάσανο
βασίδια	=	βασίδιο
βασίδιο	noun	μια μικρή δομή, σε σχήμα ράβδου, που βρίσκεται στους βασιδιομύκητες και φέρει τέσσερα σπόρια στις άκρες μικρών προεξοχών
βασίδιου	=	βασίδιο
βασίδιων	=	βασίδιο
βασίζαμε	=	βασίζω
βασίζαν	=	βασίζω
βασίζανε	=	βασίζω
βασίζατε	=	βασίζω
βασίζει	=	βασίζω
βασίζεις	=	βασίζω
βασίζεσαι	=	βασίζω
βασίζεστε	=	βασίζω
βασίζεται	adj	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βασίζομαι
βασίζετε	=	βασίζω
βασίζομαι	verb	παίρνω σοβαρά υπόψη μου κάτι και το χρησιμοποιώ ως βάση για να προχωρήσω σε μια ενέργεια
βασίζομε	=	βασίζω
βασίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βασίζομαι
βασίζονταν	=	βασίζω
βασίζοντας	=	βασίζω
βασίζουμε	=	βασίζω
βασίζουν	=	βασίζω
βασίζουνε	=	βασίζω
βασίζω	verb	χρησιμοποιώ κάτι ως βάση, αφετηρία ή στήριγμα για περαιτέρω ενέργειες
βασίλεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασίλειο
βασίλειο	noun	χώρα που διοικείται από έναν βασιλιά
βασίλειος	=	βασιλική
βασίλειου	noun	γενική ενικού του βασίλειο
βασίλειων	=	βασίλειο
βασίλεμα	noun	δύση
βασίλευα	=	βασιλεύω
βασίλευαν	=	βασιλεύω
βασίλευε	=	βασιλεύω
βασίλευες	=	βασιλεύω
βασίλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλεψε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βασιλεύω
βασίλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασίλισσα	noun	γυναίκα που ασκεί τη βασιλική εξουσία
βασίλισσας	noun	γενική ενικού του βασίλισσα
βασίλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασίλισσα
βασίμως	adv	(παρωχημένο, λόγιο & (καθαρεύουσα)) βάσιμα
βασίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσαν	=	βασίζω
βασίσανε	=	βασίζω
βασίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσομε	=	βασίζω
βασίσου	=	βασίζω
βασίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίσουνε	=	βασίζω
βασίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζω
βασαλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασαλτικό
βασαλτικέ	adj	κλητική ενικού του βασαλτικός
βασαλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασαλτική
βασαλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασαλτικός
βασαλτικής	adj	γενική ενικού του βασαλτική
βασαλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασαλτικός
βασαλτικού	adj	γενική ενικού του βασαλτικός
βασαλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασαλτικός
βασαλτικό	adj	αιτιατική ενικού του βασαλτικός
βασαλτικός	adj	αποτελούμενος από βασάλτη
βασαλτικών	adj	γενική πληθυντικού του βασαλτικός
βασαλτών	=	βασάλτης
βασανάκι	noun	μικρό βάσανο, κάτι που μας βασανίζει αλλά το βλέπουμε με τρυφερότητα
βασανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανάκι
βασανίζαμε	=	βασανίζω
βασανίζαν	=	βασανίζω
βασανίζανε	=	βασανίζω
βασανίζατε	=	βασανίζω
βασανίζει	=	βασανίζω
βασανίζεις	=	βασανίζω
βασανίζεσαι	=	βασανίζω
βασανίζεστε	=	βασανίζω
βασανίζεται	=	βασανίζω
βασανίζετε	=	βασανίζω
βασανίζομαι	verb	υφίσταμαι βασανιστήρια
βασανίζομε	=	βασανίζω
βασανίζονται	=	βασανίζω
βασανίζονταν	=	βασανίζω
βασανίζοντας	=	βασανίζω
βασανίζουμε	=	βασανίζω
βασανίζουν	=	βασανίζω
βασανίζουνε	=	βασανίζω
βασανίζω	verb	ταλαιπωρώ κάποιον, τον παιδεύω
βασανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσαν	=	βασανίζω
βασανίσανε	=	βασανίζω
βασανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασάνισμα
βασανίσματος	noun	γενική ενικού του βασάνισμα
βασανίσομε	=	βασανίζω
βασανίσου	=	βασανίζω
βασανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίσουνε	=	βασανίζω
βασανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανίστρια	noun	αυτή που υποβάλλει κάποιον άλλον σε σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια
βασανίστριας	noun	γενική ενικού του βασανίστρια
βασανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανίστρια
βασανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
βασανίτες	=	βασανίτης
βασανίτη	=	βασανίτης
βασανίτης	noun	είδος ορυκτού με χημικό τύπο CaSO4·0.5(H2O) ή 2CaSO4·H2O
βασανιζόμασταν	=	βασανίζω
βασανιζόμαστε	=	βασανίζω
βασανιζόμουν	=	βασανίζω
βασανιζόμουνα	=	βασανίζω
βασανιζόντουσαν	=	βασανίζω
βασανιζόσασταν	=	βασανίζω
βασανιζόσαστε	=	βασανίζω
βασανιζόσουν	=	βασανίζω
βασανιζόσουνα	=	βασανίζω
βασανιζόταν	=	βασανίζω
βασανιζότανε	=	βασανίζω
βασανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βασάνισμα
βασανισμέ	noun	κλητική ενικού του βασανισμός
βασανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανισμένο
βασανισμένε	verb	κλητική ενικού του βασανισμένος
βασανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανισμένη
βασανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασανισμένος
βασανισμένης	verb	γενική ενικού του βασανισμένη
βασανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βασανισμένος
βασανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασανισμένος
βασανισμένος	verb	που έχει υποστεί βασανιστήρια
βασανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασανισμένος
βασανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασανισμένος
βασανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασανισμένος
βασανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασανισμός
βασανισμού	noun	γενική ενικού του βασανισμός
βασανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βασανισμός
βασανισμό	noun	αιτιατική ενικού του βασανισμός
βασανισμός	noun	η ενέργεια του βασανίζω, το βασανιστήριο
βασανισμών	noun	γενική πληθυντικού του βασανισμός
βασανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανιστής
βασανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βασανιστής
βασανιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστήκαν	=	βασανίζω
βασανιστήκανε	=	βασανίζω
βασανιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστήρια	noun	συστηματική πρόκληση σωματικού πόνου εις βάρος κρατουμένου, με χρήση πολλές φορές ειδικών οργάνων, που αποσκοπεί στην απόσπαση μιας μαρτυρίας ή απλώς στον εξευτελισμό του βασανιζόμενου
βασανιστήριο	noun	η ενέργεια που αποσκοπεί στην κακοποίηση κάποιου με σωματικό ή / και ψυχικό τρόπο, προκαλώντας του πόνο ή αγωνία, με σκοπό να τιμωρηθεί, να καταρρεύσει ψυχολογικά ή να αναγκαστεί να κάνει κάτι (βλέπε και βασανιστήρια)
βασανιστήριου	=	βασανιστήριο
βασανιστής	noun	αυτός που υποβάλλει κάποιον άλλον σε σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια
βασανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστηρίου	noun	γενική ενικού του βασανιστήριο
βασανιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του βασανιστήριο
βασανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανιστικό	adv	με βασανιστικό τρόπο
βασανιστικέ	adj	κλητική ενικού του βασανιστικός
βασανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασανιστική
βασανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασανιστικός
βασανιστικής	adj	γενική ενικού του βασανιστική
βασανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασανιστικός
βασανιστικού	adj	γενική ενικού του βασανιστικός
βασανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασανιστικός
βασανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βασανιστικός
βασανιστικός	adj	σχετικός με βασανιστήρια
βασανιστικότατα	=	βασανιστικός
βασανιστικότατε	=	βασανιστικός
βασανιστικότατες	=	βασανιστικός
βασανιστικότατη	=	βασανιστικός
βασανιστικότατης	=	βασανιστικός
βασανιστικότατο	=	βασανιστικός
βασανιστικότατοι	=	βασανιστικός
βασανιστικότατος	=	βασανιστικός
βασανιστικότατου	=	βασανιστικός
βασανιστικότατους	=	βασανιστικός
βασανιστικότατων	=	βασανιστικός
βασανιστικότερα	=	βασανιστικός
βασανιστικότερε	=	βασανιστικός
βασανιστικότερες	=	βασανιστικός
βασανιστικότερη	=	βασανιστικός
βασανιστικότερης	=	βασανιστικός
βασανιστικότερο	=	βασανιστικός
βασανιστικότεροι	=	βασανιστικός
βασανιστικότερος	=	βασανιστικός
βασανιστικότερου	=	βασανιστικός
βασανιστικότερους	=	βασανιστικός
βασανιστικότερων	=	βασανιστικός
βασανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βασανιστικός
βασανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστούνε	=	βασανίζω
βασανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βασανίστρια
βασανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασανίζομαι
βασανιστών	noun	γενική πληθυντικού του βασανιστής
βασανιτών	=	βασανίτης
βασεόφιλα	noun	ένας από τους τρεις τύπους κοκκιοκυττάρων του αίματος· σπάνια λευκοκύτταρα που φέρουν μεγάλα κοκκία, τα οποία απελευθερώνουν ουσίες όπως η ισταμίνη και η ηπαρίνη, παίζοντας ρόλο σε αλλεργικές αντιδράσεις και στη ρύθμιση της φλεγμονής
βασεόφιλε	=	βασεόφιλος
βασεόφιλες	=	βασεόφιλος
βασεόφιλη	=	βασεόφιλος
βασεόφιλης	=	βασεόφιλος
βασεόφιλο	=	βασεόφιλος
βασεόφιλοι	=	βασεόφιλος
βασεόφιλος	adj	που αφορά κύτταρα ή ιστικά συστατικά που έχουν χημική συγγένεια προς τις βασικές χρωστικές και γι’ αυτό προσλαμβάνουν έντονα χρώματα (συνήθως ερυθροϊώδη) κατά τη μικροσκοπική χρώση
βασεόφιλου	=	βασεόφιλος
βασεόφιλους	=	βασεόφιλος
βασεόφιλων	=	βασεόφιλα
βασιβουζουκισμέ	noun	κλητική ενικού του βασιβουζουκισμός
βασιβουζουκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιβουζουκισμός
βασιβουζουκισμού	noun	γενική ενικού του βασιβουζουκισμός
βασιβουζουκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βασιβουζουκισμός
βασιβουζουκισμό	noun	αιτιατική ενικού του βασιβουζουκισμός
βασιβουζουκισμός	noun	η απείθαρχη, σκληρή και άτακτη συμπεριφορά
βασιβουζουκισμών	noun	γενική πληθυντικού του βασιβουζουκισμός
βασιβουζούκε	noun	κλητική ενικού του βασιβουζούκος
βασιβουζούκο	noun	αιτιατική ενικού του βασιβουζούκος
βασιβουζούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιβουζούκος
βασιβουζούκος	noun	o άτακτος στρατιώτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
βασιβουζούκου	noun	γενική ενικού του βασιβουζούκος
βασιβουζούκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βασιβουζούκος
βασιβουζούκων	noun	γενική πληθυντικού του βασιβουζούκος
βασιδιομυκήτων	=	βασιδιομύκητας
βασιδιομύκητα	=	βασιδιομύκητας
βασιδιομύκητας	noun	μύκητας που αναπαράγεται / πολλαπλασιάζεται με βασίδια, ειδικά αναπαραγωγικά όργανα
βασιδιομύκητες	=	βασιδιομύκητας
βασιζόμασταν	=	βασίζω
βασιζόμαστε	=	βασίζω
βασιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιζόμενο
βασιζόμενε	verb	κλητική ενικού του βασιζόμενος
βασιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιζόμενη
βασιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασιζόμενος
βασιζόμενης	verb	γενική ενικού του βασιζόμενη
βασιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του βασιζόμενος
βασιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιζόμενος
βασιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος βασίζω
βασιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασιζόμενος
βασιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασιζόμενος
βασιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασιζόμενος
βασιζόμουν	=	βασίζομαι
βασιζόμουνα	=	βασίζω
βασιζόντουσαν	=	βασίζω
βασιζόσασταν	=	βασίζω
βασιζόσαστε	=	βασίζω
βασιζόσουν	=	βασίζω
βασιζόσουνα	=	βασίζω
βασιζόταν	=	βασίζω
βασιζότανε	=	βασίζω
βασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασικό	adv	όσον αφορά τη βάση ενός ζητήματος, τα στοιχειώδη ή κυριότερα μέρη του
βασικέ	adj	κλητική ενικού του βασικός
βασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασική
βασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασικός
βασικής	adj	γενική ενικού του βασική
βασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασικός
βασικοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασικοκυτταρικό
βασικοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του βασικοκυτταρικός
βασικοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασικοκυτταρική
βασικοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασικοκυτταρικός
βασικοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του βασικοκυτταρική
βασικοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασικοκυτταρικός
βασικοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του βασικοκυτταρικός
βασικοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασικοκυτταρικός
βασικοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του βασικοκυτταρικός
βασικοκυτταρικός	adj	που προκύπτει από βασικά κύτταρα, δηλαδή κύτταρα που βρίσκονται στο κατώτερο στρώμα της επιδερμίδας
βασικοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του βασικοκυτταρικός
βασικοτήτων	=	βασικότητα
βασικού	adj	γενική ενικού του βασικός
βασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασικός
βασικό	adj	αιτιατική ενικού του βασικός
βασικός	adj	θεμέλιος, πρωταρχικός
βασικότατα	=	βασικός
βασικότατε	=	βασικός
βασικότατες	=	βασικός
βασικότατη	=	βασικός
βασικότατης	=	βασικός
βασικότατο	=	βασικός
βασικότατοι	=	βασικός
βασικότατος	=	βασικός
βασικότατου	=	βασικός
βασικότατους	=	βασικός
βασικότατων	=	βασικός
βασικότερα	=	βασικός
βασικότερε	=	βασικός
βασικότερες	=	βασικός
βασικότερη	=	βασικός
βασικότερης	=	βασικός
βασικότερο	=	βασικός
βασικότεροι	=	βασικός
βασικότερος	=	βασικός
βασικότερου	=	βασικός
βασικότερους	=	βασικός
βασικότερων	=	βασικός
βασικότητα	noun	αλκαλικότητα
βασικότητας	=	βασικότητα
βασικότητες	=	βασικότητα
βασικών	adj	γενική πληθυντικού του βασικός
βασιλέ	=	βασιλές
βασιλέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βασιλέας
βασιλέας	noun	άλλη μορφή του βασιλιάς
βασιλέδες	=	βασιλές
βασιλέδων	=	βασιλές
βασιλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασίλεμα
βασιλέματος	noun	γενική ενικού του βασίλεμα
βασιλές	noun	δημώδης τύπος του βασιλέας, ο βασιλιάς
βασιλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψαν	=	βασιλεύω
βασιλέψανε	=	βασιλεύω
βασιλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψομε	=	βασιλεύω
βασιλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψουνε	=	βασιλεύω
βασιλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλέων	noun	γενική πληθυντικού του βασιλέας
βασιλέως	=	βασιλέας
βασιλίδα	noun	η βασίλισσα, συνήθως σε μεταφορική χρήση
βασιλίδας	=	βασιλίδα
βασιλίδες	=	βασιλίδα
βασιλίδων	=	βασιλίδα
βασιλίκι	noun|vulgar	το βασιλικό αξίωμα
βασιλίκια	=	βασιλίκι
βασιλίς	noun|archaic	άλλη μορφή του βασιλίδα
βασιλίσκε	=	βασιλίσκος
βασιλίσκο	=	βασιλίσκος
βασιλίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιλίσκος
βασιλίσκος	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν ασήμαντο βασιλιά
βασιλίσκου	=	βασιλίσκος
βασιλίσκους	=	βασιλίσκος
βασιλίσκων	=	βασιλίσκος
βασιλίσσης	=	βασίλισσα
βασιλαετέ	=	βασιλαετός
βασιλαετοί	=	βασιλαετός
βασιλαετού	=	βασιλαετός
βασιλαετούς	=	βασιλαετός
βασιλαετό	=	βασιλαετός
βασιλαετός	noun	είδος αετού
βασιλαετών	=	βασιλαετός
βασιλεία	noun	το αξίωμα του βασιλιά
βασιλείας	noun	γενική ενικού του βασιλεία
βασιλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλεία
βασιλείου	=	βασίλειο
βασιλείς	=	βασιλέας
βασιλείων	noun	γενική πληθυντικού του βασίλειο
βασιλειδιανισμέ	=	βασιλειδιανισμός
βασιλειδιανισμοί	=	βασιλειδιανισμός
βασιλειδιανισμού	=	βασιλειδιανισμός
βασιλειδιανισμούς	=	βασιλειδιανισμός
βασιλειδιανισμό	=	βασιλειδιανισμός
βασιλειδιανισμός	noun	κίνημα γνωστικισμού του 2ου αιώνα, με ιδρυτή τον Βασιλείδη, που αναπτύχθηκε ιδιαιτέρως στην Αλεξάνδρεια
βασιλειδιανισμών	=	βασιλειδιανισμός
βασιλειών	noun	γενική πληθυντικού του βασιλεία
βασιλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βασίλεμα
βασιλεμέ	=	βασιλεμός
βασιλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλεμένο
βασιλεμένε	verb	κλητική ενικού του βασιλεμένος
βασιλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλεμένη
βασιλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασιλεμένος
βασιλεμένης	verb	γενική ενικού του βασιλεμένη
βασιλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του βασιλεμένος
βασιλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιλεμένος
βασιλεμένος	=	βασιλεύω
βασιλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασιλεμένος
βασιλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασιλεμένος
βασιλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασιλεμένος
βασιλεμοί	=	βασιλεμός
βασιλεμού	=	βασιλεμός
βασιλεμούς	=	βασιλεμός
βασιλεμό	=	βασιλεμός
βασιλεμός	noun	το ηλιοβασίλεμα, ο χρόνος της δύσης του ήλιου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
βασιλεμών	=	βασιλεμός
βασιλευομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασιλευόμενος
βασιλευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλευόμενο
βασιλευόμενε	verb	κλητική ενικού του βασιλευόμενος
βασιλευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλευόμενη
βασιλευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασιλευόμενος
βασιλευόμενης	verb	γενική ενικού του βασιλευόμενη
βασιλευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του βασιλευόμενος
βασιλευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιλευόμενος
βασιλευόμενος	verb	λέξη που χρησιμοποιειται πλέον κυρίως για καθεστώτα και πολιτεύματα στα οποία η κεφαλή του κράτους είναι ένας βασιλιάς με συνήθως τυπικές και ενίοτε ουσιαστικές αρμοδιότητες
βασιλευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασιλευόμενος
βασιλευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασιλευόμενος
βασιλευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασιλευόμενος
βασιλεύαμε	=	βασιλεύω
βασιλεύαν	=	βασιλεύω
βασιλεύανε	=	βασιλεύω
βασιλεύατε	=	βασιλεύω
βασιλεύει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύετε	=	βασιλεύω
βασιλεύομε	=	βασιλεύω
βασιλεύουμε	=	βασιλεύω
βασιλεύουν	=	βασιλεύω
βασιλεύουνε	=	βασιλεύω
βασιλεύουσα	=	βασιλεύω
βασιλεύς	=	βασιλιάς
βασιλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασιλεύω
βασιλεύω	verb	είμαι ο βασιλιάς μιας χώρας και την κυβερνώ
βασιλιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βασιλιάς
βασιλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλιάς
βασιλιάδων	noun	γενική πληθυντικού του βασιλιάς
βασιλιάς	noun	ο κληρονομικός πολιτικός ή/και στρατιωτικός ηγέτης μιας φυλής ή ενός κράτους που κυβερνά μόνος του με απόλυτη εξουσία ή περιστοιχιζόμενος από ένα συμβούλιο ή κοινοβούλιο
βασιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλικό	adv	με βασιλικές ανέσεις, σαν βασιλιάδες
βασιλικέ	adj	κλητική ενικού του βασιλικός
βασιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλική
βασιλική	noun	τύπος χριστιανικού ναού με ορθογώνια κάτοψη που προέρχεται από παρόμοια μεγάλα κτήρια των ρωμαϊκών χρόνων· διαιρείται με δύο (ή σπάνια τέσσερις) σειρές κιόνων, που διατρέχουν τον επιμήκη άξονα, σε τρία (ή πέντε) κλίτη· στη δυτική είσοδό της υπάρχει ξεχωριστός χώρος για τους κατηχούμενους, ο νάρθηκας, ενώ στο ανατολικό άκρο της υπάρχει η αψίδα του ιερού· μετά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες προστέθηκε και τρούλος στη στέγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασιλικός
βασιλικής	adj	γενική ενικού του βασιλική
βασιλικιού	=	βασιλίκι
βασιλικιών	=	βασιλίκι
βασιλικιώτικα	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικε	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικες	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικη	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικης	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικο	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικοι	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Βασιλικά ή τη Βασιλική ή το Βασιλικό ή τους κατοίκους τους
βασιλικιώτικου	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικους	=	βασιλικιώτικος
βασιλικιώτικων	=	βασιλικιώτικος
βασιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασιλικός
βασιλικού	adj	γενική ενικού του βασιλικός
βασιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασιλικός
βασιλικό	adj	αιτιατική ενικού του βασιλικός
βασιλικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά
βασιλικότατα	=	βασιλικός
βασιλικότατε	=	βασιλικός
βασιλικότατες	=	βασιλικός
βασιλικότατη	=	βασιλικός
βασιλικότατης	=	βασιλικός
βασιλικότατο	=	βασιλικός
βασιλικότατοι	=	βασιλικός
βασιλικότατος	=	βασιλικός
βασιλικότατου	=	βασιλικός
βασιλικότατους	=	βασιλικός
βασιλικότατων	=	βασιλικός
βασιλικότερα	=	βασιλικός
βασιλικότερε	=	βασιλικός
βασιλικότερες	=	βασιλικός
βασιλικότερη	=	βασιλικός
βασιλικότερης	=	βασιλικός
βασιλικότερο	=	βασιλικός
βασιλικότεροι	=	βασιλικός
βασιλικότερος	=	βασιλικός
βασιλικότερου	=	βασιλικός
βασιλικότερους	=	βασιλικός
βασιλικότερων	=	βασιλικός
βασιλικών	adj	γενική πληθυντικού του βασιλικός
βασιλισσών	noun	γενική πληθυντικού του βασίλισσα
βασιλιᾶς	noun	πολυτονική γραφή του βασιλιάς
βασιλοκουλούρα	noun	είδος κουλούρας που παρασκευάζεται την πρωτοχρονιά ή την παραμονή της
βασιλοκουλούρας	=	βασιλοκουλούρα
βασιλοκουλούρες	=	βασιλοκουλούρα
βασιλοκούλουρα	=	βασιλοκούλουρο
βασιλοκούλουρο	noun	άλλη μορφή του βασιλοκουλούρα
βασιλοκούλουρου	=	βασιλοκούλουρο
βασιλοκούλουρων	=	βασιλοκούλουρο
βασιλοκτονία	noun	η δολοφονία του βασιλιά ή μέλους της βασιλικής οικογένειας
βασιλοκτονίας	=	βασιλοκτονία
βασιλοκτονίες	=	βασιλοκτονία
βασιλοκτονιών	=	βασιλοκτονία
βασιλοκτόνα	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκτόνε	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκτόνο	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκτόνοι	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκτόνος	adj	ο φονέας ενός βασιλιά
βασιλοκτόνου	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκτόνους	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκτόνων	=	βασιλοκτόνος
βασιλοκόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλοκόρη
βασιλοκόρη	noun	η κόρη του βασιλιά, η βασιλοπούλα
βασιλοκόρης	=	βασιλοκόρη
βασιλομήτορ	=	βασιλομήτωρ
βασιλομήτορα	=	βασιλομήτωρ
βασιλομήτορες	=	βασιλομήτωρ
βασιλομήτορος	=	βασιλομήτωρ
βασιλομήτωρ	noun|formal	η μητέρα του βασιλιά ή της βασίλισσας
βασιλομανίταρα	=	βασιλομανίταρο
βασιλομανίταρο	noun	κοινή ονομασία του μανιταριού «βωλίτης ο εδώδιμος»
βασιλομανίταρου	=	βασιλομανίταρο
βασιλομανίταρων	=	βασιλομανίταρο
βασιλομητόρων	=	βασιλομήτωρ
βασιλοπαίδι	noun	το παιδί του βασιλιά
βασιλοπαίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλοπαίδι
βασιλοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του βασιλόπιτα
βασιλοπούλα	noun	η κόρη ενός βασιλιά· κυρίως σε παραμύθια
βασιλοπούλας	noun	γενική ενικού του βασιλοπούλα
βασιλοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλοπούλα
βασιλοφρόνων	=	βασιλόφρονας
βασιλόπιτα	noun	η πίτα που κόβεται την Πρωτοχρονιά, εορτή του Αγίου Βασιλείου, και έχει κρυμμένο μέσα της ένα φλουρί· αυτός που θα βρει το φλουρί στο κομμάτι του θεωρείται ότι θα έχει την εύνοια της τύχης κατά τη νέα χρονιά
βασιλόπιτας	noun	γενική ενικού του βασιλόπιτα
βασιλόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλόπιτα
βασιλόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιλόπουλο
βασιλόπουλο	noun	νεαρός γιος του βασιλιά (θηλυκό βασιλοπούλα)
βασιλόπουλου	noun	γενική ενικού του βασιλόπουλο
βασιλόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του βασιλόπουλο
βασιλόφρον	=	βασιλόφρονας
βασιλόφρονα	=	βασιλόφρονας
βασιλόφρονας	noun	μορφή του βασιλόφρων με νεότερες καταλήξεις	adj	μορφή του βασιλόφρων με νεότερες καταλήξεις
βασιλόφρονες	=	βασιλόφρονας
βασιλόφρονον	=	βασιλόφρονας
βασιλόφρονος	=	βασιλόφρονας
βασιλόφρονων	=	βασιλόφρονας
βασιλόφρων	=	βασιλόφρονας
βασιλόψωμα	=	βασιλόψωμο
βασιλόψωμο	noun	παραδοσιακό ελληνικό ψωμί που φτιάχνεται την Πρωτοχρονιά σε ορισμένες περιοχές
βασιλόψωμου	=	βασιλόψωμο
βασιλόψωμων	=	βασιλόψωμο
βασιμοτήτων	=	βασιμότητα
βασιμότης	noun	βασιμότητα
βασιμότητα	noun	η ιδιότητα του βάσιμου
βασιμότητας	noun	γενική ενικού του βασιμότητα
βασιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασιμότητα
βασισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασισμένο
βασισμένε	verb	κλητική ενικού του βασισμένος
βασισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασισμένη
βασισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασισμένος
βασισμένης	verb	γενική ενικού του βασισμένη
βασισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βασισμένος
βασισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασισμένος
βασισμένος	verb	που έχει βασιστεί πάνω σε κάτι άλλο (συνήθως για πνευματικό-καλλιτεχνικό έργο)
βασισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασισμένος
βασισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασισμένος
βασισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασισμένος
βασιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστήκαν	=	βασίζω
βασιστήκανε	=	βασίζω
βασιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασιστούνε	=	βασίζω
βασιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασίζομαι
βασκάθηκα	=	βασκαίνω
βασκάθηκαν	=	βασκαίνω
βασκάθηκε	=	βασκαίνω
βασκάθηκες	=	βασκαίνω
βασκάματα	=	βάσκαμα
βασκάματος	=	βάσκαμα
βασκάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάναν	=	βασκαίνω
βασκάνανε	=	βασκαίνω
βασκάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνομαι	=	βασκάνω
βασκάνομε	=	βασκαίνω
βασκάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνουνε	=	βασκαίνω
βασκάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βασκαίνω
βασκάνω	verb	ματιάζω
βασκάσου	=	βασκαίνω
βασκαίναμε	=	βασκαίνω
βασκαίναν	=	βασκαίνω
βασκαίνανε	=	βασκαίνω
βασκαίνατε	=	βασκαίνω
βασκαίνει	=	βασκαίνω
βασκαίνεις	=	βασκαίνω
βασκαίνεσαι	=	βασκαίνω
βασκαίνεστε	=	βασκαίνω
βασκαίνεται	=	βασκαίνω
βασκαίνετε	=	βασκαίνω
βασκαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βασκαίνω
βασκαίνομε	=	βασκαίνω
βασκαίνονται	=	βασκαίνω
βασκαίνονταν	=	βασκαίνω
βασκαίνοντας	=	βασκαίνω
βασκαίνουμε	=	βασκαίνω
βασκαίνουν	=	βασκαίνω
βασκαίνουνε	=	βασκαίνω
βασκαίνω	verb	ματιάζω
βασκαθήκαμε	=	βασκαίνω
βασκαθήκαν	=	βασκαίνω
βασκαθήκανε	=	βασκαίνω
βασκαθήκατε	=	βασκαίνω
βασκαθεί	=	βασκαίνω
βασκαθείς	=	βασκαίνω
βασκαθείτε	=	βασκαίνω
βασκαθούμε	=	βασκαίνω
βασκαθούν	=	βασκαίνω
βασκαθούνε	=	βασκαίνω
βασκαθώ	=	βασκαίνω
βασκαινόμασταν	=	βασκαίνω
βασκαινόμαστε	=	βασκαίνω
βασκαινόμουν	=	βασκαίνω
βασκαινόμουνα	=	βασκαίνω
βασκαινόντουσαν	=	βασκαίνω
βασκαινόσασταν	=	βασκαίνω
βασκαινόσαστε	=	βασκαίνω
βασκαινόσουν	=	βασκαίνω
βασκαινόσουνα	=	βασκαίνω
βασκαινόταν	=	βασκαίνω
βασκαινότανε	=	βασκαίνω
βασκαμάτων	=	βάσκαμα
βασκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκαμένο
βασκαμένε	verb	κλητική ενικού του βασκαμένος
βασκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκαμένη
βασκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασκαμένος
βασκαμένης	verb	γενική ενικού του βασκαμένη
βασκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του βασκαμένος
βασκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασκαμένος
βασκαμένος	verb	που τον έχουν βασκάνει, ο ματιασμένος
βασκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασκαμένος
βασκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασκαμένος
βασκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασκαμένος
βασκανία	noun	η (μαγικού τύπου) κακή επίδραση που ασκείται πάνω σε κάποιον (ή κάτι) από άνθρωπο ο οποίος κοιτάζει με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο
βασκανίας	noun	γενική ενικού του βασκανία
βασκανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκανία
βασκανιών	noun	γενική πληθυντικού του βασκανία
βασκαντήρα	noun	φυλαχτό ή άλλη κατασκευή που θεωρείται ότι προφυλάσσει από την βασκανία
βασκαντήρας	=	βασκαντήρα
βασκαντήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκαντήρα
βασκαντήρων	=	βασκαντήρα
βασκαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκαντικό
βασκαντικέ	adj	κλητική ενικού του βασκαντικός
βασκαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκαντική
βασκαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασκαντικός
βασκαντικής	adj	γενική ενικού του βασκαντική
βασκαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασκαντικός
βασκαντικού	adj	γενική ενικού του βασκαντικός
βασκαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασκαντικός
βασκαντικό	adj	αιτιατική ενικού του βασκαντικός
βασκαντικός	adj	βάσκανος
βασκαντικών	adj	γενική πληθυντικού του βασκαντικός
βασκικά	noun	που μιλιέται στις βασκικές επαρχίες της Γαλλίας και της Ισπανίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασκικό
βασκικέ	=	βασκικός
βασκικές	=	βασκικός
βασκική	=	βασκικός
βασκικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βασκική) του βασκικός
βασκικοί	=	βασκικός
βασκικού	=	βασκικός
βασκικούς	=	βασκικός
βασκικό	=	βασκικός
βασκικός	adj	που έχει σχέση με τους Βάσκους ή αναφέρεται σε αυτούς
βασκικών	=	βασκικά
βασοπρεσίνες	=	βασοπρεσίνη
βασοπρεσίνη	noun	αντιδιουρητική ορμόνη (ADH), που εκκρίνεται από την οπίσθια υπόφυση και αυξάνει την πίεση του αίματος
βασοπρεσίνης	=	βασοπρεσίνη
βασοπρεσινών	=	βασοπρεσίνη
βασσιλική	=	βασιλική
βαστά	=	βαστάω
βαστάγαμε	=	βαστάω
βαστάγανε	=	βαστάω
βαστάγατε	=	βαστάω
βαστάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάσταγμα
βαστάγματος	noun	γενική ενικού του βάσταγμα
βαστάει	=	βαστάω
βαστάζαμε	=	βαστάζω
βαστάζαν	=	βαστάζω
βαστάζανε	=	βαστάζω
βαστάζατε	=	βαστάζω
βαστάζε	noun	κλητική ενικού του βαστάζος
βαστάζει	=	βαστάζω
βαστάζεις	=	βαστάζω
βαστάζεσαι	=	βαστάζω
βαστάζεστε	=	βαστάζω
βαστάζεται	=	βαστάζω
βαστάζετε	=	βαστάζω
βαστάζο	noun	αιτιατική ενικού του βαστάζος
βαστάζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαστάζος
βαστάζομαι	=	βαστάζω
βαστάζομε	=	βαστάζω
βαστάζονται	=	βαστάζω
βαστάζονταν	=	βαστάζω
βαστάζοντας	=	βαστάζω
βαστάζος	noun|vulgar	ο αχθοφόρος
βαστάζου	noun	γενική ενικού του βαστάζος
βαστάζουμε	=	βαστάζω
βαστάζουν	=	βαστάζω
βαστάζουνε	=	βαστάζω
βαστάζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαστάζος
βαστάζω	verb	σηκώνω κάτι (στους ώμους μου)
βαστάζων	noun	γενική πληθυντικού του βαστάζος
βαστάμε	=	βαστάω
βαστάν	=	βαστάω
βαστάνε	=	βαστάω
βαστάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξαν	=	βαστάω
βαστάξανε	=	βαστάω
βαστάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξομε	=	βαστάζω
βαστάξου	=	βαστάω
βαστάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξουνε	=	βαστάω
βαστάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάζω
βαστάς	=	βαστάω
βαστάτε	=	βαστάω
βαστάχτε	=	βαστάζω
βαστάχτηκα	=	βαστάω
βαστάχτηκαν	=	βαστάω
βαστάχτηκε	=	βαστάω
βαστάχτηκες	=	βαστάω
βαστάω	verb	κρατώ, στηρίζω
βαστήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξαν	=	βαστάω
βαστήξανε	=	βαστάω
βαστήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξομε	=	βαστάζω
βαστήξου	=	βαστάω
βαστήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξουνε	=	βαστάω
βαστήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαστάω
βαστήχτηκα	=	βαστάω
βαστήχτηκαν	=	βαστάω
βαστήχτηκε	=	βαστάω
βαστήχτηκες	=	βαστάω
βασταγές	=	βασταγή
βασταγή	noun	οτιδήποτε μπορεί και βαστάει κάποιος, ό,τι μπορεί να κρατήσει
βασταγής	=	βασταγή
βασταγερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασταγερό	adv	με βασταγερό τρόπο
βασταγερέ	adj	κλητική ενικού του βασταγερός
βασταγερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασταγερή
βασταγερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασταγερός
βασταγερής	adj	γενική ενικού του βασταγερή
βασταγεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασταγερός
βασταγερού	adj	γενική ενικού του βασταγερός
βασταγερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βασταγερός
βασταγερό	adj	αιτιατική ενικού του βασταγερός
βασταγερός	adj	στερεός, γερός
βασταγερών	adj	γενική πληθυντικού του βασταγερός
βασταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάσταγμα
βασταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασταγμένο
βασταγμένε	verb	κλητική ενικού του βασταγμένος
βασταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βασταγμένη
βασταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βασταγμένος
βασταγμένης	verb	γενική ενικού του βασταγμένη
βασταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του βασταγμένος
βασταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βασταγμένος
βασταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βαστάζω και βαστάω-βαστώ
βασταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βασταγμένος
βασταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βασταγμένος
βασταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βασταγμένος
βασταγό	=	αβασταγό
βασταγών	=	βασταγή
βασταζόμασταν	=	βαστάζω
βασταζόμαστε	=	βαστάζω
βασταζόμουν	=	βαστάζω
βασταζόμουνα	=	βαστάζω
βασταζόντουσαν	=	βαστάζω
βασταζόσασταν	=	βαστάζω
βασταζόσαστε	=	βαστάζω
βασταζόσουν	=	βαστάζω
βασταζόσουνα	=	βαστάζω
βασταζόταν	=	βαστάζω
βασταζότανε	=	βαστάζω
βασταχτήκαμε	=	βαστάω
βασταχτήκαν	=	βαστάω
βασταχτήκανε	=	βαστάω
βασταχτήκατε	=	βαστάω
βασταχτεί	=	βαστάω
βασταχτείς	=	βαστάω
βασταχτείτε	=	βαστάω
βασταχτούμε	=	βαστάω
βασταχτούν	=	βαστάω
βασταχτούνε	=	βαστάω
βασταχτώ	=	βαστάω
βαστηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαστηγμένο
βαστηγμένε	verb	κλητική ενικού του βαστηγμένος
βαστηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαστηγμένη
βαστηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαστηγμένος
βαστηγμένης	verb	γενική ενικού του βαστηγμένη
βαστηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαστηγμένος
βαστηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαστηγμένος
βαστηγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βαστάζω και βαστάω-βαστώ
βαστηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαστηγμένος
βαστηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαστηγμένος
βαστηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαστηγμένος
βαστηχτήκαμε	=	βαστάω
βαστηχτήκαν	=	βαστάω
βαστηχτήκανε	=	βαστάω
βαστηχτήκατε	=	βαστάω
βαστηχτεί	=	βαστάω
βαστηχτείς	=	βαστάω
βαστηχτείτε	=	βαστάω
βαστηχτούμε	=	βαστάω
βαστηχτούν	=	βαστάω
βαστηχτούνε	=	βαστάω
βαστηχτώ	=	βαστάω
βαστιέμαι	verb	συγκρατούμαι
βαστιέσαι	=	βαστάω
βαστιέστε	=	βαστάω
βαστιέται	=	βαστάω
βαστιούνται	=	βαστάω
βαστιούνταν	=	βαστάω
βαστιόμασταν	=	βαστάω
βαστιόμαστε	=	βαστάω
βαστιόμουν	=	βαστάω
βαστιόμουνα	=	βαστάω
βαστιόνταν	=	βαστάω
βαστιόντανε	=	βαστάω
βαστιόντουσαν	=	βαστάω
βαστιόσασταν	=	βαστάω
βαστιόσουν	=	βαστάω
βαστιόσουνα	=	βαστάω
βαστιόταν	=	βαστάω
βαστιότανε	=	βαστάω
βαστούμε	=	βαστάω
βαστούν	=	βαστάω
βαστούνε	=	βαστάω
βαστούσα	=	βαστάω
βαστούσαμε	=	βαστάω
βαστούσαν	=	βαστάω
βαστούσανε	=	βαστάω
βαστούσατε	=	βαστάω
βαστούσε	=	βαστάω
βαστούσες	=	βαστάω
βαστώ	=	βαστάω
βαστώντας	=	βαστάω
βατ	noun	η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο.
βατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βατό) του βατός	adv	με βατό τρόπο
βατέ	adj	κλητική ενικού του βατός
βατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάτεμα
βατέματος	noun	γενική ενικού του βάτεμα
βατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (βατή) του βατός
βατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύω
βατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους (βατή) του βατός
βατήρα	=	βατήρας
βατήρας	noun	είδος βάθρου επιμήκους ή και πεπλατυσμένου, που χρησιμοποιούν οι αθλητές ή και άλλοι
βατήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατήρας
βατήρων	=	βατήρας
βατής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βατή) του βατός
βατίστα	noun	είδος λεπτού λινού ή βαμβακερού υφάσματος
βατίστας	noun	γενική ενικού του βατίστα
βατίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατίστα
βατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βάτεμα
βατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατεμένο
βατεμένε	verb	κλητική ενικού του βατεμένος
βατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατεμένη
βατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βατεμένος
βατεμένης	verb	γενική ενικού του βατεμένη
βατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του βατεμένος
βατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βατεμένος
βατεμένος	verb	που έχει βατευτεί, που έχει ζευγαρωθεί
βατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βατεμένος
βατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βατεμένος
βατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βατεμένος
βατερλό	noun|figurative	εξουθενωτική ήττα
βατευτές	=	βατευτής
βατευτή	=	βατευτής
βατευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτής	noun	αυτός που βατεύει
βατευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατευτών	=	βατευτής
βατεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βατεύω
βατεύομαι	verb	γονιμοποιούμαι, ζευγαρώνω
βατεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκάλισε
βατεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βατεύομαι
βατεύω	verb	ζευγαρώνω με το θηλυκό
βατικανά	=	βατικανός
βατικανέ	=	βατικανός
βατικανές	=	βατικανός
βατικανή	=	βατικανός
βατικανής	=	βατικανός
βατικανοί	=	βατικανός
βατικανού	=	βατικανός
βατικανούς	=	βατικανός
βατικανό	=	βατικανός
βατικανός	adj	που αναφέρεται στο Βατικανό, κρατίδιο της Ευρώπης
βατικανών	=	βατικανός
βατιστών	noun	γενική πληθυντικού του βατίστα
βατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βατός
βατομέτρου	=	βατόμετρο
βατομέτρων	=	βατόμετρο
βατομουριά	noun	φυλλοβόλος αγκαθωτός θάμνος (λατινικό όνομα Rubus ulmifolius) με οδοντωτά φύλλα και μικρά λευκά ή ρόδινα άνθη, που παράγει μικρούς κοκκινόμαυρους εδώδιμους καρπούς, τα βατόμουρα
βατομουριάς	noun	γενική ενικού του βατομουριά
βατομουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατομουριά
βατομουριών	=	βατομουριά
βατοτήτων	=	βατότητα
βατού	adj	γενική ενικού του βατός
βατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βατός
βατράχι	noun	ο βάτραχος
βατράχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατράχι
βατράχου	noun	γενική ενικού του βάτραχος
βατράχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βάτραχος
βατράχων	noun	γενική πληθυντικού του βάτραχος
βατραχάκι	noun	μικρός βάτραχος
βατραχάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατραχάκι
βατραχάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του βατραχάνθρωπος
βατραχάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του βατραχάνθρωπος
βατραχάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βατραχάνθρωπος
βατραχάνθρωπος	noun	αυτός που έχει εκπαιδευτεί για τη διεξαγωγή υποβρύχιων δραστηριοτήτων
βατραχάνθρωπου	noun	γενική ενικού του βατραχάνθρωπος
βατραχάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βατραχάνθρωπος
βατραχάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του βατραχάνθρωπος
βατραχίνα	noun	θηλυκός βάτραχος
βατραχίνας	=	βατραχίνα
βατραχίνες	=	βατραχίνα
βατραχίνων	=	βατραχίνα
βατραχανθρώπου	noun	γενική ενικού του βατραχάνθρωπος
βατραχανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βατραχάνθρωπος
βατραχανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του βατραχάνθρωπος
βατραχιού	=	βατράχι
βατραχιών	=	βατράχι
βατραχοειδές	=	βατραχοειδής
βατραχοειδή	=	βατραχοειδής
βατραχοειδής	adj	που μοιάζει με βάτραχο
βατραχοειδείς	=	βατραχοειδής
βατραχοειδούς	=	βατραχοειδής
βατραχοειδών	=	βατραχοειδής
βατραχοπέδιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατραχοπέδιλο
βατραχοπέδιλο	noun	μακρύ πέδιλο με πλατιά άκρη που φοριέται από κολυμβητές και βατραχανθρώπους, για να κολυμπούν ταχύτερα και με μεγαλύτερη ευκινησία
βατραχοπέδιλου	noun	γενική ενικού του βατραχοπέδιλο
βατραχοπέδιλων	noun	γενική πληθυντικού του βατραχοπέδιλο
βατραχοπεδιλάκι	noun	υποκοριστικό του βατραχοπέδιλο
βατραχοπεδιλάκια	=	βατραχοπεδιλάκι
βατραχοπόδαρα	noun	τα πίσω άκρα του βατράχου, που χρησιμοποιούνται και ως γαστρονομικό έδεσμα σε ορισμένες κουζίνες
βατραχοπόδαρο	noun	βατραχοπόδαρα: (γαστρονομία) τα πίσω άκρα του βατράχου, που χρησιμοποιούνται και ως γαστρονομικό έδεσμα σε ορισμένες κουζίνες
βατραχοπόδαρου	=	βατραχοπόδαρο
βατραχοπόδαρων	=	βατραχοπόδαρο
βατραχοφαγία	noun	η βρώση βατράχων
βατραχοφαγίας	noun	γενική ενικού του βατραχοφαγία
βατραχοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατραχοφαγία
βατραχοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του βατραχοφαγία
βατραχόσουπα	noun	ανύπαρκτο είδος σούπας, λέξη που χρησιμοποιείται περιπαικτικά
βατραχόσουπας	=	βατραχόσουπα
βατραχόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατραχόσουπα
βατραχόψαρα	=	βατραχόψαρο
βατραχόψαρο	noun	η πεσκανδρίτσα (Lophius piscatorius)
βατραχόψαρου	=	βατραχόψαρο
βατραχόψαρων	=	βατραχόψαρο
βατσέλι	noun	λεκανίτσα
βατσέλια	=	βατσέλι
βατσίνα	noun	το κυκλικό σημάδι που αφήνει στο χέρι (ή στο πόδι) το εμβόλιο της ευλογιάς
βατσίναρα	=	βατσινάρω
βατσίναραν	=	βατσινάρω
βατσίναρε	=	βατσινάρω
βατσίναρες	=	βατσινάρω
βατσίνας	noun	γενική ενικού του βατσίνα
βατσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατσίνα
βατσίνιαζα	=	βατσινιάζω
βατσίνιαζαν	=	βατσινιάζω
βατσίνιαζε	=	βατσινιάζω
βατσίνιαζες	=	βατσινιάζω
βατσίνιασα	=	βατσινιάζω
βατσίνιασαν	=	βατσινιάζω
βατσίνιασε	=	βατσινιάζω
βατσίνιασες	=	βατσινιάζω
βατσελιού	=	βατσέλι
βατσελιών	=	βατσέλι
βατσιμάνη	=	βατσιμάνης
βατσιμάνηδες	=	βατσιμάνης
βατσιμάνηδων	=	βατσιμάνης
βατσιμάνης	noun	φύλακας παροπλισμένου πλοίου
βατσινάραμε	=	βατσινάρω
βατσινάραν	=	βατσινάρω
βατσινάρανε	=	βατσινάρω
βατσινάρατε	=	βατσινάρω
βατσινάρει	=	βατσινάρω
βατσινάρεις	=	βατσινάρω
βατσινάρεσαι	=	βατσινάρω
βατσινάρεστε	=	βατσινάρω
βατσινάρεται	=	βατσινάρω
βατσινάρετε	=	βατσινάρω
βατσινάρισα	=	βατσινάρω
βατσινάρισαν	=	βατσινάρω
βατσινάρισε	=	βατσινάρω
βατσινάρισες	=	βατσινάρω
βατσινάρομαι	=	βατσινάρω
βατσινάρονται	=	βατσινάρω
βατσινάρονταν	=	βατσινάρω
βατσινάροντας	=	βατσινάρω
βατσινάρουμε	=	βατσινάρω
βατσινάρουν	=	βατσινάρω
βατσινάρουνε	=	βατσινάρω
βατσινάρτε	=	βατσινάρω
βατσινάρω	verb	άλλη μορφή του βατσινιάζω
βατσιναρίσου	=	βατσινάρω
βατσιναρίστηκα	=	βατσινάρω
βατσιναρίστηκαν	=	βατσινάρω
βατσιναρίστηκε	=	βατσινάρω
βατσιναρίστηκες	=	βατσινάρω
βατσιναριζόμασταν	=	βατσινάρω
βατσιναριζόμαστε	=	βατσινάρω
βατσιναριζόμουν	=	βατσινάρω
βατσιναριζόμουνα	=	βατσινάρω
βατσιναριζόντουσαν	=	βατσινάρω
βατσιναριζόσασταν	=	βατσινάρω
βατσιναριζόσαστε	=	βατσινάρω
βατσιναριζόσουν	=	βατσινάρω
βατσιναριζόσουνα	=	βατσινάρω
βατσιναριζόταν	=	βατσινάρω
βατσιναριζότανε	=	βατσινάρω
βατσιναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατσιναρισμένο
βατσιναρισμένε	verb	κλητική ενικού του βατσιναρισμένος
βατσιναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατσιναρισμένη
βατσιναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βατσιναρισμένος
βατσιναρισμένης	verb	γενική ενικού του βατσιναρισμένη
βατσιναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βατσιναρισμένος
βατσιναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βατσιναρισμένος
βατσιναρισμένος	verb	ο εμβολιασμένος (παρωχημένη μετοχή αλλά και ρήμα που χρησιμοποιούνται σπανίως)
βατσιναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βατσιναρισμένος
βατσιναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βατσιναρισμένος
βατσιναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βατσιναρισμένος
βατσιναριστήκαμε	=	βατσινάρω
βατσιναριστήκαν	=	βατσινάρω
βατσιναριστήκανε	=	βατσινάρω
βατσιναριστήκατε	=	βατσινάρω
βατσιναριστεί	=	βατσινάρω
βατσιναριστείτε	=	βατσινάρω
βατσινιά	noun	βάτος, βατομουριά
βατσινιάζαμε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζαν	=	βατσινιάζω
βατσινιάζανε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζατε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζει	=	βατσινιάζω
βατσινιάζεις	=	βατσινιάζω
βατσινιάζεσαι	=	βατσινιάζω
βατσινιάζεστε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζεται	=	βατσινιάζω
βατσινιάζετε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζομαι	=	βατσινιάζω
βατσινιάζονται	=	βατσινιάζω
βατσινιάζονταν	=	βατσινιάζω
βατσινιάζοντας	=	βατσινιάζω
βατσινιάζουμε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζουν	=	βατσινιάζω
βατσινιάζουνε	=	βατσινιάζω
βατσινιάζω	verb	εμβολιάζω με δαμαλίδα
βατσινιάς	=	βατσινιά
βατσινιάσαμε	=	βατσινιάζω
βατσινιάσαν	=	βατσινιάζω
βατσινιάσανε	=	βατσινιάζω
βατσινιάσατε	=	βατσινιάζω
βατσινιάσει	=	βατσινιάζω
βατσινιάσου	=	βατσινιάζω
βατσινιάστε	=	βατσινιάζω
βατσινιάστηκα	=	βατσινιάζω
βατσινιάστηκαν	=	βατσινιάζω
βατσινιάστηκε	=	βατσινιάζω
βατσινιάστηκες	=	βατσινιάζω
βατσινιές	=	βατσινιά
βατσινιαζόμασταν	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόμαστε	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόμουν	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόμουνα	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόντουσαν	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόσασταν	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόσαστε	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόσουν	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόσουνα	=	βατσινιάζω
βατσινιαζόταν	=	βατσινιάζω
βατσινιαζότανε	=	βατσινιάζω
βατσινιασμένος	=	βατσινιάζω
βατσινιαστήκαμε	=	βατσινιάζω
βατσινιαστήκαν	=	βατσινιάζω
βατσινιαστήκανε	=	βατσινιάζω
βατσινιαστήκατε	=	βατσινιάζω
βατσινιαστεί	=	βατσινιάζω
βατσινιαστείτε	=	βατσινιάζω
βατσινιών	=	βατσινιά
βατσινών	noun	γενική πληθυντικού του βατσίνα
βαττάρισμα	noun|rare	τραύλισμα
βατταρίζω	verb|rare	τραυλίζω
βατταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαττάρισμα
βατταρίσματος	noun	γενική ενικού του βαττάρισμα
βατταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαττάρισμα
βατταρισμέ	noun	κλητική ενικού του βατταρισμός
βατταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βατταρισμός
βατταρισμού	noun	γενική ενικού του βατταρισμός
βατταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βατταρισμός
βατταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του βατταρισμός
βατταρισμός	noun|rare	τραύλισμα
βατταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του βατταρισμός
βαττολογία	noun|formal	η φλυαρία και η πολυλογία (συναντάται ιδιαίτερα στην προσευχή)
βαττολογίας	noun	γενική ενικού του βαττολογία
βαττολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαττολογία
βαττολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βαττολογία
βαττολογώ	verb|archaic	φλυαρώ
βαττολόγε	=	βαττολόγος
βαττολόγο	=	βαττολόγος
βαττολόγοι	=	βαττολόγος
βαττολόγος	adj|archaic	που βαττολογεί
βαττολόγου	=	βαττολόγος
βαττολόγους	=	βαττολόγος
βαττολόγων	=	βαττολόγος
βατωδών	=	βατώδης
βατωρών	=	βατώρα
βατό	adj	αιτιατική ενικού του βατός
βατόμετρα	=	βατόμετρο
βατόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της ισχύος της ηλεκτρικής ενέργειας σε βατ
βατόμετρου	=	βατόμετρο
βατόμετρων	=	βατόμετρο
βατόμουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βατόμουρο
βατόμουρο	noun	ο καρπός της βατομουριάς, μικρό χυμώδες κοκκινόμαυρο σύνθετο φρούτο από το οποίο φτιάχνονται μαρμελάδα, πίτες κι άλλα γλυκά
βατόμουρου	noun	γενική ενικού του βατόμουρο
βατόμουρων	noun	γενική πληθυντικού του βατόμουρο
βατός	adj	που μπορεί κανείς να τον διαβεί
βατότης	noun	βατότητα
βατότητα	noun	η ιδιότητα του βατού
βατότητας	=	βατότητα
βατότητες	=	βατότητα
βατώδεις	=	βατώδης
βατώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βατώδης
βατώδη	=	βατώδης
βατώδης	adj	γεμάτος βάτους
βατώδους	=	βατώδης
βατών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του βατός
βατώρα	noun	της ηλεκτρικής ενέργειας, ίση με την ισχύ ενός βατ που χρησιμοποιείται σε μία ώρα, η οποία χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της κατανάλωσης
βατώρας	=	βατώρα
βατώρες	=	βατώρα
βαυαρικά	noun	γερμανική γλώσσα που μιλιέται στη Βαυαρία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαυαρικός
βαυαρικέ	adj	κλητική ενικού του βαυαρικός
βαυαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαυαρική
βαυαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαυαρικός
βαυαρικής	adj	γενική ενικού του βαυαρική
βαυαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαυαρικός
βαυαρικού	adj	γενική ενικού του βαυαρικός
βαυαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαυαρικός
βαυαρικό	adj	αιτιατική ενικού του βαυαρικός
βαυαρικός	adj	σχετικός με τη Βαυαρία και τους Βαυαρούς
βαυαρικών	adj	γενική πληθυντικού του βαυαρικός
βαυαροκρατία	noun	άλλη μορφή του Βαυαροκρατία
βαυαροκρατίας	=	βαυαροκρατία
βαυαροκρατίες	=	βαυαροκρατία
βαυαροκρατιών	=	βαυαροκρατία
βαυδμ	abbrev	ο βοηθός του ΑΥΔΜ
βαυκάλημα	noun|dated	νανούρισμα
βαυκάλιζα	=	βαυκαλίζω
βαυκάλιζαν	=	βαυκαλίζω
βαυκάλιζε	=	βαυκαλίζω
βαυκάλιζες	=	βαυκαλίζω
βαυκάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκάλισε	=	βαυκαλίζω
βαυκάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκάλισμα	noun	ταυτόσημο με το βαυκάλημα
βαυκαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαυκάλημα
βαυκαλήματος	noun	γενική ενικού του βαυκάλημα
βαυκαλίζαμε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζαν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζανε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζατε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζει	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζεις	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζεσαι	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζεστε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζεται	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζετε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζομαι	verb	παραμυθιάζομαι, εξαπατώ ή καθησυχάζω τον εαυτό μου με ψεύτικες προσδοκίες
βαυκαλίζονται	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζονταν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίζου	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζουμε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζουν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζουνε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίζω	verb	εξαπατώ ή καθησυχάζω κάποιον με ψεύτικες προσδοκίες
βαυκαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίσαν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίσανε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίσματα	=	βαυκάλισμα
βαυκαλίσματος	=	βαυκάλισμα
βαυκαλίσου	=	βαυκαλίζω
βαυκαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζω
βαυκαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βαυκάλημα
βαυκαλιζόμασταν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόμαστε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόμουν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόμουνα	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόντουσαν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόσασταν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόσαστε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόσουν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόσουνα	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζόταν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιζότανε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλισμάτων	=	βαυκάλισμα
βαυκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαυκαλισμένο
βαυκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του βαυκαλισμένος
βαυκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαυκαλισμένη
βαυκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαυκαλισμένος
βαυκαλισμένης	verb	γενική ενικού του βαυκαλισμένη
βαυκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαυκαλισμένος
βαυκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαυκαλισμένος
βαυκαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βαυκαλίζω
βαυκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαυκαλισμένος
βαυκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαυκαλισμένος
βαυκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαυκαλισμένος
βαυκαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστήκαν	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιστήκανε	=	βαυκαλίζω
βαυκαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαυκαλίζομαι
βαυκαλώ	verb	άλλη μορφή του βαυκαλίζω
βαυκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαυκαλώ
βαφέα	=	βαφέας
βαφέας	noun	αυτός που βάφει, συνήθως κατ' επάγγελμα, κυρίως μέταλλα, αυτοκίνητα ή υφάσματα
βαφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφή
βαφέων	=	βαφέας
βαφέως	=	βαφέας
βαφή	noun	η ενέργεια του βάφω, το βάψιμο
βαφήκαμε	=	βάφω
βαφήκαν	=	βάφω
βαφήκανε	=	βάφω
βαφήκατε	=	βάφω
βαφής	=	βαφή
βαφεί	=	βάφω
βαφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφείο
βαφείο	noun	εργαστήριο/εγκατάσταση βαφής (υφασμάτων ή μετάλλων)
βαφείου	noun	γενική ενικού του βαφείο
βαφείς	=	βαφέας
βαφείτε	=	βάφω
βαφείων	noun	γενική πληθυντικού του βαφείο
βαφιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαφιάς
βαφιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφιάς
βαφιάδων	noun	γενική πληθυντικού του βαφιάς
βαφιάς	noun	βαφέας, μπογιατζής
βαφικά	noun	τα κατάλληλα υλικά και σύνεργα που χρησιμοποιεί κάποιος ηθοποιός, προκειμένου να βαφτεί για μια παράσταση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφικό
βαφικέ	adj	κλητική ενικού του βαφικός
βαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφική
βαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαφικός
βαφικής	adj	γενική ενικού του βαφική
βαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαφικός
βαφικού	adj	γενική ενικού του βαφικός
βαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαφικός
βαφικό	adj	αιτιατική ενικού του βαφικός
βαφικός	adj	που σχετίζεται με τη βαφή, αναφέρεται σ’ αυτή ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι’ αυτή
βαφικών	adj	γενική πληθυντικού του βαφικός
βαφλιέρα	noun	ψηστιέρα για βάφλες
βαφλιέρας	=	βαφλιέρα
βαφλιέρες	=	βαφλιέρα
βαφλών	=	βάφλα
βαφούμε	=	βάφω
βαφούν	=	βάφω
βαφούνε	=	βάφω
βαφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτήκαν	=	βάφω
βαφτήκανε	=	βάφω
βαφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτίζαμε	=	βαφτίζω
βαφτίζαν	=	βαφτίζω
βαφτίζανε	=	βαφτίζω
βαφτίζατε	=	βαφτίζω
βαφτίζει	=	βαφτίζω
βαφτίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βαφτίζω
βαφτίζεσαι	=	βαφτίζω
βαφτίζεστε	=	βαφτίζω
βαφτίζεται	=	βαφτίζω
βαφτίζετε	=	βαφτίζω
βαφτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βαφτίζω
βαφτίζονται	=	βαφτίζω
βαφτίζονταν	=	βαφτίζω
βαφτίζοντας	=	βαφτίζω
βαφτίζουμε	=	βαφτίζω
βαφτίζουν	=	βαφτίζω
βαφτίζουνε	=	βαφτίζω
βαφτίζω	verb	τελώ το μυστήριο της βάφτισης
βαφτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίσαν	=	βαφτίζω
βαφτίσανε	=	βαφτίζω
βαφτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάφτιση
βαφτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του βάφτιση
βαφτίσεως	noun	γενική ενικού του βάφτιση, μίμηση του λόγιου τύπου βαπτίσεως με [pt] > [ft]
βαφτίσια	noun	η τελετή της βάπτισης ενός παιδιού
βαφτίσματα	=	βάφτισμα
βαφτίσματος	=	βάφτισμα
βαφτίσου	=	βαφτίζω
βαφτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζω
βαφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτιζόμασταν	=	βαφτίζω
βαφτιζόμαστε	=	βαφτίζω
βαφτιζόμουν	=	βαφτίζω
βαφτιζόμουνα	=	βαφτίζω
βαφτιζόντουσαν	=	βαφτίζω
βαφτιζόσασταν	=	βαφτίζω
βαφτιζόσαστε	=	βαφτίζω
βαφτιζόσουν	=	βαφτίζω
βαφτιζόσουνα	=	βαφτίζω
βαφτιζόταν	=	βαφτίζω
βαφτιζότανε	=	βαφτίζω
βαφτικά	noun	σύνεργα ή προϊόντα με τα οποία γίνεται το μακιγιάζ
βαφτικών	=	βαφτικά
βαφτισιμιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτισιμιό
βαφτισιμιάς	=	βαφτισιμιά
βαφτισιμιέ	noun	κλητική ενικού του βαφτισιμιός
βαφτισιμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτισιμιά
βαφτισιμιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαφτισιμιός
βαφτισιμιού	noun	γενική ενικού του βαφτισιμιός
βαφτισιμιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βαφτισιμιός
βαφτισιμιό	noun	αιτιατική ενικού του βαφτισιμιός
βαφτισιμιός	noun	αυτός που έχει βαφτιστεί σε σχέση με τον ανάδοχό (νονό) του
βαφτισιμιών	noun	γενική πληθυντικού του βαφτισιμιός
βαφτισμάτων	=	βάφτισμα
βαφτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτισμένο
βαφτισμένε	verb	κλητική ενικού του βαφτισμένος
βαφτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτισμένη
βαφτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαφτισμένος
βαφτισμένης	verb	γενική ενικού του βαφτισμένη
βαφτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βαφτισμένος
βαφτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαφτισμένος
βαφτισμένος	verb	βαπτισμένος
βαφτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βαφτισμένος
βαφτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βαφτισμένος
βαφτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαφτισμένος
βαφτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτιστής
βαφτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βαφτιστής
βαφτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστήκαν	=	βαφτίζω
βαφτιστήκανε	=	βαφτίζω
βαφτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστήρα	noun	η βαφτισιμιά (ή αναδεξιμιά ή αναδεκτή)
βαφτιστήρας	=	βαφτιστήρα
βαφτιστήρες	=	βαφτιστήρα
βαφτιστήρι	noun	το παιδί που έχει βαφτίσει κάποιος
βαφτιστήρια	=	βαφτιστήρι
βαφτιστήρων	=	βαφτιστήρα
βαφτιστής	noun	βαπτιστής
βαφτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστηράκι	noun	υποκοριστικό του βαφτιστήρι
βαφτιστηράκια	=	βαφτιστηράκι
βαφτιστηριού	=	βαφτιστήρι
βαφτιστηριών	=	βαφτιστήρι
βαφτιστικά	noun	τα ρύχα που φοράει κάποιος όταν βαφτίζεται	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτιστικό
βαφτιστικέ	adj	κλητική ενικού του βαφτιστικός
βαφτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαφτιστική
βαφτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαφτιστικός
βαφτιστικής	adj	γενική ενικού του βαφτιστική
βαφτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βαφτιστικός
βαφτιστικού	adj	γενική ενικού του βαφτιστικός
βαφτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βαφτιστικός
βαφτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βαφτιστικός	noun	το όνομα που παίρνει κάποιος όταν βαφτίζεται
βαφτιστικός	adj	που αναφέρεται στη βάφτιση
βαφτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βαφτιστικός
βαφτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαφτίζομαι
βαφτιστών	noun	γενική πληθυντικού του βαφτιστής
βαφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφτούνε	=	βάφω
βαφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάφομαι
βαφόμασταν	=	βάφω
βαφόμαστε	=	βάφω
βαφόμουν	=	βάφω
βαφόμουνα	=	βάφω
βαφόντουσαν	=	βάφω
βαφόσασταν	=	βάφω
βαφόσαστε	=	βάφω
βαφόσουν	=	βάφω
βαφόσουνα	=	βάφω
βαφόταν	=	βάφω
βαφότανε	=	βάφω
βαφώ	=	βάφω
βαφών	=	βαφή
βαχ	intj	επιφώνημα που δηλώνει λύπη, θλίψη, απογοήτευση κ.ά.
βαχαμπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαχαμπιστής
βαψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάψιμο
βαψίματος	noun	γενική ενικού του βάψιμο
βαψιμάτων	=	βάψιμο
βαψομάλληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαψομάλλης
βαψομαλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαψομαλιάς
βαψομαλλιάς	noun|rare	αυτός που βάφει τα μαλλιά του
βαψομαλλού	noun|rare	αυτή που βάφει τα μαλλιά της
βαϊοφόρα	=	βαϊοφόρος
βαϊοφόρε	=	βαϊοφόρος
βαϊοφόρο	=	βαϊοφόρος
βαϊοφόροι	=	βαϊοφόρος
βαϊοφόρος	adj	που κρατάει βάγια
βαϊοφόρου	=	βαϊοφόρος
βαϊοφόρους	=	βαϊοφόρος
βαϊοφόρων	=	βαϊοφόρος
βγάζαμε	=	βγάζω
βγάζαν	=	βγάζω
βγάζανε	=	βγάζω
βγάζατε	=	βγάζω
βγάζε	=	βγάζω
βγάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βγάζω
βγάζεις	=	βγάζω
βγάζεσαι	=	βγάζω
βγάζεστε	=	βγάζω
βγάζεται	=	βγάζω
βγάζετε	=	βγάζω
βγάζομαι	=	βγάζω
βγάζομε	=	βγάζω
βγάζονται	=	βγάζω
βγάζονταν	=	βγάζω
βγάζοντας	=	βγάζω
βγάζου	=	βγάζω
βγάζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βγάζω
βγάζουν	=	βγάζω
βγάζουνε	=	βγάζω
βγάζω	verb	μεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του
βγάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλαν	=	βγάζω
βγάλανε	=	βγάζω
βγάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλε	=	βγάζω
βγάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλθηκα	=	βγάζω
βγάλθηκαν	=	βγάζω
βγάλθηκε	=	βγάζω
βγάλθηκες	=	βγάζω
βγάλομε	=	βγάζω
βγάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλουνε	=	βγάζω
βγάλσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βγάζω
βγάλσου	=	βγάζω
βγάλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγάζω
βγάνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του βγάζω
βγάτε	=	βγαίνω
βγέστε	=	βγαίνω
βγήκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγήκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγήκανε	=	βγαίνω
βγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγήκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγήκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγία	noun	η βία
βγαίναμε	=	βγαίνω
βγαίναν	=	βγαίνω
βγαίνανε	=	βγαίνω
βγαίνατε	=	βγαίνω
βγαίνε	=	βγαίνω
βγαίνει	=	βγαίνω
βγαίνεις	=	βγαίνω
βγαίνετε	=	βγαίνω
βγαίνομε	=	βγαίνω
βγαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βγαίνω
βγαίνουμε	=	βγαίνω
βγαίνουν	=	βγαίνω
βγαίνουνε	=	βγαίνω
βγαίνω	verb	προχωρώ ώστε να βρεθώ έξω από ένα κλειστό χώρο
βγαζόμασταν	=	βγάζω
βγαζόμαστε	=	βγάζω
βγαζόμουν	=	βγάζω
βγαζόμουνα	=	βγάζω
βγαζόντουσαν	=	βγάζω
βγαζόσασταν	=	βγάζω
βγαζόσαστε	=	βγάζω
βγαζόσουν	=	βγάζω
βγαζόσουνα	=	βγάζω
βγαζόταν	=	βγάζω
βγαζότανε	=	βγάζω
βγαλθήκαμε	=	βγάζω
βγαλθήκαν	=	βγάζω
βγαλθήκανε	=	βγάζω
βγαλθήκατε	=	βγάζω
βγαλθεί	=	βγάζω
βγαλθείς	=	βγάζω
βγαλθείτε	=	βγάζω
βγαλθούμε	=	βγάζω
βγαλθούν	=	βγάζω
βγαλθούνε	=	βγάζω
βγαλθώ	=	βγάζω
βγαλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βγαλμένο
βγαλμένε	verb	κλητική ενικού του βγαλμένος
βγαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βγαλμένη
βγαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βγαλμένος
βγαλμένης	verb	γενική ενικού του βγαλμένη
βγαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του βγαλμένος
βγαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βγαλμένος
βγαλμένος	=	βγαίνω
βγαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βγαλμένος
βγαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βγαλμένος
βγαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βγαλμένος
βγαλσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βγάλσιμο
βγαλσίματος	noun	γενική ενικού του βγάλσιμο
βγαλσιμάτων	=	βγάλσιμο
βγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του βγαίνω
βγιάζω	verb	βιάζω
βγιενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βγιενικό
βγιενικέ	adj	κλητική ενικού του βγιενικός
βγιενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βγιενική
βγιενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βγιενικός
βγιενικής	adj	γενική ενικού του βγιενική
βγιενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βγιενικός
βγιενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βγιενικός
βγιενικό	adj	αιτιατική ενικού του βγιενικός
βγιενικών	adj	γενική πληθυντικού του βγιενικός
βγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βγούνε	=	βγαίνω
βγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βγαίνω
βδ	abbrev	βορειοδυτικός, βορειοδυτική, βορειοδυτικό
βδέλλα	noun	μικρό σκουληκάκι που ζει προσκολλημένο σε άλλα ζώα (συνήθως θηλαστικά) και τρέφεται πίνοντας αίμα.
βδέλλας	noun	γενική ενικού του βδέλλα
βδέλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδέλλα
βδέλυγμα	noun	αυτό που προκαλεί αηδία, αποστροφή
βδία	noun	καλοκαιρία, ιδιωματική λέξη που συνηθίζεται να λέγεται στη Νάξο και σε άλλα νησιά στις Κυκλάδες, συνηθέστερα από ψαράδες.
βδελλάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδελλάτο
βδελλάτε	adj	κλητική ενικού του βδελλάτος
βδελλάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδελλάτη
βδελλάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βδελλάτος
βδελλάτης	adj	γενική ενικού του βδελλάτη
βδελλάτο	adj	αιτιατική ενικού του βδελλάτος
βδελλάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βδελλάτος
βδελλάτος	adj	αυτός που φέρεται με βδέλλες
βδελλάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βδελλάτος
βδελλάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βδελλάτος
βδελλάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βδελλάτος
βδελλιάζω	=	αβδελλιάζω
βδελλοπωλών	=	βδελλοπώλης
βδελλοπώλες	=	βδελλοπώλης
βδελλοπώλη	=	βδελλοπώλης
βδελλοπώλης	noun|dated	ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών
βδελλών	noun	γενική πληθυντικού του βδέλλα
βδελυγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βδέλυγμα
βδελυγμέ	noun	κλητική ενικού του βδελυγμός
βδελυγμία	noun|formal	αηδία, αποστροφή, σιχαμάρα, σιχασιά
βδελυγμίας	noun	γενική ενικού του βδελυγμία
βδελυγμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδελυγμία
βδελυγμιών	noun	γενική πληθυντικού του βδελυγμία
βδελυγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βδελυγμός
βδελυγμού	noun	γενική ενικού του βδελυγμός
βδελυγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βδελυγμός
βδελυγμό	noun	αιτιατική ενικού του βδελυγμός
βδελυγμός	noun|archaic	βδελυγμία, αποστροφή
βδελυγμών	noun	γενική πληθυντικού του βδελυγμός
βδελυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδελυρό	adv	με βδελυρό τρόπο
βδελυρέ	adj	κλητική ενικού του βδελυρός
βδελυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδελυρή
βδελυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βδελυρός
βδελυρής	adj	γενική ενικού του βδελυρή
βδελυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βδελυρός
βδελυρού	adj	γενική ενικού του βδελυρός
βδελυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βδελυρός
βδελυρό	adj	αιτιατική ενικού του βδελυρός
βδελυρός	adj|formal	που προκαλεί αηδία
βδελυρών	adj	γενική πληθυντικού του βδελυρός
βδελυχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελυχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδέλυγμα
βδελύγματος	noun	γενική ενικού του βδέλυγμα
βδελύσσομαι	verb	αισθάνομαι ηθική αποστροφή, απεχθάνομαι, σιχαίνομαι
βδελύττομαι	verb	άλλη μορφή του βδελύσσομαι
βδελύχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελύχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελύχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδελύχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βδελύσσομαι
βδομάδα	noun	άλλη μορφή του εβδομάδα
βδομάδας	=	βδομάδα
βδομάδες	=	βδομάδα
βδομάδων	=	βδομάδα
βδομαδιάρη	=	βδομαδιάρης
βδομαδιάρηδες	=	βδομαδιάρης
βδομαδιάρηδων	=	βδομαδιάρης
βδομαδιάρης	noun	μοναχός που εφημερεύει σε κάποιο διακόνημα για χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας
βδομαδιάτικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδομαδιάτικο
βδομαδιάτικε	adj	κλητική ενικού του βδομαδιάτικος
βδομαδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βδομαδιάτικη
βδομαδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βδομαδιάτικος
βδομαδιάτικης	adj	γενική ενικού του βδομαδιάτικη
βδομαδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του βδομαδιάτικος	noun	η χρηματική αμοιβή σε ημερομίσθιες ή ωρομίσθιες εργασίες που πληρώνεται για την εργασία μιας βδομάδας
βδομαδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βδομαδιάτικος
βδομαδιάτικος	adj	προφορική εκφορά του εβδομαδιάτικος, συνήθως για αμοιβή εργασίας ή για δουλειές και γενικά για κάτι που συμβαίνει ανά εβδομάδα
βδομαδιάτικου	noun	γενική ενικού του βδομαδιάτικο
βδομαδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βδομαδιάτικος
βδομαδιάτικων	noun	γενική πληθυντικού του βδομαδιάτικο
βε	noun	λαιμόκοψη ρούχου που σχηματίζει γωνία σαν το γράμμα V
βεβήλωνα	=	βεβηλώνω
βεβήλωναν	=	βεβηλώνω
βεβήλωνε	=	βεβηλώνω
βεβήλωνες	=	βεβηλώνω
βεβήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβήλωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βεβηλώνω
βεβήλωσης	noun	γενική ενικού του βεβήλωση
βεβαία	=	βέβαιος
βεβαίωνα	=	βεβαιώνω
βεβαίωναν	=	βεβαιώνω
βεβαίωνε	=	βεβαιώνω
βεβαίωνες	=	βεβαιώνω
βεβαίως	adv	εκφράσει βεβαιότητα ή σιγουριά για κάτι
βεβαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαίωση	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος βεβαιώνει κάτι, διαβεβαίωση
βεβαίωσης	noun	γενική ενικού του βεβαίωση
βεβαιοί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βεβαιώ
βεβαιοίς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βεβαιώ
βεβαιοίτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βεβαιώ
βεβαιοτάτη	=	βεβαιότατος
βεβαιοτάτης	=	βεβαιότατος
βεβαιοτάτου	=	βεβαιότατος
βεβαιοτάτους	=	βεβαιότατος
βεβαιοτάτων	=	βεβαιότατος
βεβαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του βεβαιότητα
βεβαιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθήκαν	=	βεβαιώνω
βεβαιωθήκανε	=	βεβαιώνω
βεβαιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθείσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωθείσα
βεβαιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωθούνε	=	βεβαιώνω
βεβαιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωμένο
βεβαιωμένε	verb	κλητική ενικού του βεβαιωμένος
βεβαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωμένη
βεβαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαιωμένος
βεβαιωμένης	verb	γενική ενικού του βεβαιωμένη
βεβαιωμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βεβαιωμένος
βεβαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωμένος
βεβαιωμένος	verb	σίγουρος ή πεπεισμένος για κάτι
βεβαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβαιωμένος
βεβαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βεβαιωμένος
βεβαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβαιωμένος
βεβαιων	=	βεβαιών
βεβαιωνόμασταν	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόμαστε	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόμουν	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόμουνα	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόντουσαν	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόσασταν	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόσαστε	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόσουν	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόσουνα	=	βεβαιώνω
βεβαιωνόταν	=	βεβαιώνω
βεβαιωνότανε	=	βεβαιώνω
βεβαιωσών	=	βεβαιών
βεβαιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωτικό
βεβαιωτικέ	adj	κλητική ενικού του βεβαιωτικός
βεβαιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωτική
βεβαιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαιωτικός
βεβαιωτικής	adj	γενική ενικού του βεβαιωτική
βεβαιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαιωτικός
βεβαιωτικού	adj	γενική ενικού του βεβαιωτικός
βεβαιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεβαιωτικός
βεβαιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του βεβαιωτικός
βεβαιωτικός	adj	που (επι)βεβαιώνει
βεβαιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του βεβαιωτικός
βεβαιόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιόπιστο
βεβαιόπιστε	adj	κλητική ενικού του βεβαιόπιστος
βεβαιόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιόπιστη
βεβαιόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαιόπιστος
βεβαιόπιστης	adj	γενική ενικού του βεβαιόπιστη
βεβαιόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του βεβαιόπιστος
βεβαιόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαιόπιστος
βεβαιόπιστος	adj|rare	που είναι βέβαιος στην πίστη του
βεβαιόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβαιόπιστος
βεβαιόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεβαιόπιστος
βεβαιόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβαιόπιστος
βεβαιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιότατο	adv	οπωσδήποτε, εξάπαντος, απόλυτα βέβαια
βεβαιότατε	adj	κλητική ενικού του βεβαιότατος
βεβαιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιότατη
βεβαιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαιότατος
βεβαιότατης	adj	γενική ενικού του βεβαιότατη
βεβαιότατο	adj	αιτιατική ενικού του βεβαιότατος
βεβαιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαιότατος
βεβαιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του βέβαιος απόλυτα βέβαιος, εκατό τοις εκατό σίγουρος
βεβαιότατου	adj	γενική ενικού του βεβαιότατος
βεβαιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεβαιότατος
βεβαιότατων	adj	γενική πληθυντικού του βεβαιότατος
βεβαιότερα	=	βεβαιότερος
βεβαιότερε	=	βεβαιότερος
βεβαιότερες	=	βεβαιότερος
βεβαιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαιότερος
βεβαιότερης	=	βεβαιότερος
βεβαιότερο	adj	αιτιατική ενικού του βεβαιότερος
βεβαιότεροι	=	βεβαιότερος
βεβαιότερος	adj	περισσότερο βέβαιος, πιο σίγουρος
βεβαιότερου	=	βεβαιότερος
βεβαιότερους	=	βεβαιότερος
βεβαιότερων	=	βεβαιότερος
βεβαιότητα	noun	το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες
βεβαιότητας	noun	γενική ενικού του βεβαιότητα
βεβαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαιότητα
βεβαιώ	verb|formal	άλλη μορφή του βεβαιώνω
βεβαιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
βεβαιών	verb	αυτός που επιβεβαιώνει
βεβαιώναμε	=	βεβαιώνω
βεβαιώναν	=	βεβαιώνω
βεβαιώνανε	=	βεβαιώνω
βεβαιώνατε	=	βεβαιώνω
βεβαιώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βεβαιώνω
βεβαιώνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώνεσαι	=	βεβαιώνω
βεβαιώνεστε	=	βεβαιώνω
βεβαιώνεται	=	βεβαιώνω
βεβαιώνετε	=	βεβαιώνω
βεβαιώνομαι	verb	δηλώνεται από κάποιον η αλήθεια μιας πρότασης
βεβαιώνομε	=	βεβαιώνω
βεβαιώνονται	=	βεβαιώνω
βεβαιώνονταν	=	βεβαιώνω
βεβαιώνοντας	=	βεβαιώνω
βεβαιώνουμε	=	βεβαιώνω
βεβαιώνουν	=	βεβαιώνω
βεβαιώνουνε	=	βεβαιώνω
βεβαιώντα	=	βεβαιών
βεβαιώντας	=	βεβαιών
βεβαιώντες	=	βεβαιών
βεβαιώντος	=	βεβαιών
βεβαιώντων	=	βεβαιών
βεβαιώνω	verb	δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης
βεβαιώσα	=	βεβαιών
βεβαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσαν	=	βεβαιώνω
βεβαιώσανε	=	βεβαιώνω
βεβαιώσας	=	βεβαιών
βεβαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαίωση
βεβαιώσες	=	βεβαιών
βεβαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βεβαίωση
βεβαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βεβαίωση
βεβαιώσης	=	βεβαιών
βεβαιώσομε	=	βεβαιώνω
βεβαιώσου	=	βεβαιώνω
βεβαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσουνε	=	βεβαιώνω
βεβαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
βεβαπτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαπτισμένο
βεβαπτισμένε	verb	κλητική ενικού του βεβαπτισμένος
βεβαπτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαπτισμένη
βεβαπτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαπτισμένος
βεβαπτισμένης	verb	γενική ενικού του βεβαπτισμένη
βεβαπτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βεβαπτισμένος
βεβαπτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαπτισμένος
βεβαπτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβαπτισμένος
βεβαπτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βεβαπτισμένος
βεβαπτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβαπτισμένος
βεβαρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαρημένο
βεβαρημένε	verb	κλητική ενικού του βεβαρημένος
βεβαρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαρημένη
βεβαρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαρημένος
βεβαρημένης	verb	γενική ενικού του βεβαρημένη
βεβαρημένο	verb	αιτιατική ενικού του βεβαρημένος
βεβαρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαρημένος
βεβαρημένος	verb	που φέρει ένα βάρος, κάτι αρνητικό· επιβαρυμένος
βεβαρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβαρημένος
βεβαρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βεβαρημένος
βεβαρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβαρημένος
βεβαρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαρυμένο
βεβαρυμένε	verb	κλητική ενικού του βεβαρυμένος
βεβαρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβαρυμένη
βεβαρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβαρυμένος
βεβαρυμένης	verb	γενική ενικού του βεβαρυμένη
βεβαρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του βεβαρυμένος
βεβαρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβαρυμένος
βεβαρυμένος	verb|formal	που έχει βαρυνθεί ή επιβαρυνθεί
βεβαρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβαρυμένος
βεβαρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βεβαρυμένος
βεβαρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβαρυμένος
βεβηλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβηλωμένο
βεβηλωμένε	verb	κλητική ενικού του βεβηλωμένος
βεβηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβηλωμένη
βεβηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβηλωμένος
βεβηλωμένης	verb	γενική ενικού του βεβηλωμένη
βεβηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βεβηλωμένος
βεβηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβηλωμένος
βεβηλωμένος	verb	που έχει βεβηλωθεί
βεβηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβηλωμένος
βεβηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βεβηλωμένος
βεβηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβηλωμένος
βεβηλωτές	=	βεβηλωτής
βεβηλωτή	=	βεβηλωτής
βεβηλωτής	noun	κάποιος που βεβηλώνει
βεβηλωτών	=	βεβηλωτής
βεβηλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνομαι
βεβηλώναμε	=	βεβηλώνω
βεβηλώναν	=	βεβηλώνω
βεβηλώνανε	=	βεβηλώνω
βεβηλώνατε	=	βεβηλώνω
βεβηλώνει	=	βεβηλώνω
βεβηλώνεις	=	βεβηλώνω
βεβηλώνετε	=	βεβηλώνω
βεβηλώνομαι	verb	με καταστρέφουν και διαλύομαι.
βεβηλώνοντας	=	βεβηλώνω
βεβηλώνουμε	=	βεβηλώνω
βεβηλώνουν	=	βεβηλώνω
βεβηλώνουνε	=	βεβηλώνω
βεβηλώνω	verb	παραβιάζω έναν ιερό χώρο με ασεβείς πράξεις ή/και καταστροφές μέσα σ' αυτόν
βεβηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώσαν	=	βεβηλώνω
βεβηλώσανε	=	βεβηλώνω
βεβηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβήλωση
βεβηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βεβήλωση
βεβηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βεβήλωση
βεβηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβηλώνω
βεβιασμένα	adv	βιαστικά και αναγκαστικά, πιεστικά, χωρίς καλή προετοιμασία, όχι αυθόρμητα, με προσπάθεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αβάδιστος
βεβιασμένε	verb	κλητική ενικού του βεβιασμένος
βεβιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβιασμένη
βεβιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεβιασμένος
βεβιασμένης	verb	γενική ενικού του βεβιασμένη
βεβιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βεβιασμένος
βεβιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεβιασμένος
βεβιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος βιάζω (σε επιθετική λειτουργία)
βεβιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεβιασμένος
βεβιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βεβιασμένος
βεβιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεβιασμένος
βεβλαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβλαμμένο
βεβλαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβλαμμένη
βεβλαμμένης	verb	γενική ενικού του βεβλαμμένη
βεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβλημένο
βεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβλημένη
βεβλημένης	verb	γενική ενικού του βεβλημένη
βεβλημένος	=	βάλλω
βεβυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβυσμένο
βεβυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεβυσμένη
βεβυσμένης	verb	γενική ενικού του βεβυσμένη
βεγγέρα	noun	η επίσκεψη σε σπίτι που συνήθως κρατάει μέχρι αργά
βεγγέρας	noun	γενική ενικού του βεγγέρα
βεγγέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεγγέρα
βεγγέριζα	=	βεγγερίζω
βεγγέριζαν	=	βεγγερίζω
βεγγέριζε	=	βεγγερίζω
βεγγέριζες	=	βεγγερίζω
βεγγέρισα	=	βεγγερίζω
βεγγέρισαν	=	βεγγερίζω
βεγγέρισε	=	βεγγερίζω
βεγγέρισες	=	βεγγερίζω
βεγγέρων	=	βεγγέρα
βεγγαλέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεγγαλέζικο
βεγγαλέζικε	adj	κλητική ενικού του βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεγγαλέζικη
βεγγαλέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικης	adj	γενική ενικού του βεγγαλέζικη
βεγγαλέζικο	adj	αιτιατική ενικού του βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικος	adj	που έχει σχέση με την Βεγγάλη ή αναφέρεται σ' αυτή την περιοχή ή τους κατοίκους της
βεγγαλέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεγγαλέζικος
βεγγαλικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεγγαλικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βεγγαλικός
βεγγαλικέ	adj	κλητική ενικού του βεγγαλικός
βεγγαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεγγαλική
βεγγαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεγγαλικός
βεγγαλικής	adj	γενική ενικού του βεγγαλική
βεγγαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεγγαλικός
βεγγαλικού	noun	γενική ενικού του βεγγαλικό
βεγγαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεγγαλικός
βεγγαλικό	noun	πυροτέχνημα, που ρίχνεται στον αέρα, εκρήγνυται και αφήνει πολύχρωμες λάμψεις
βεγγαλικός	adj	που έχει σχέση με τη Βεγγάλη, κατάγεται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
βεγγαλικών	noun	γενική πληθυντικού του βεγγαλικό
βεγγερίζαμε	=	βεγγερίζω
βεγγερίζαν	=	βεγγερίζω
βεγγερίζανε	=	βεγγερίζω
βεγγερίζατε	=	βεγγερίζω
βεγγερίζει	=	βεγγερίζω
βεγγερίζεις	=	βεγγερίζω
βεγγερίζετε	=	βεγγερίζω
βεγγερίζοντας	=	βεγγερίζω
βεγγερίζουμε	=	βεγγερίζω
βεγγερίζουν	=	βεγγερίζω
βεγγερίζουνε	=	βεγγερίζω
βεγγερίζω	verb	συμμετέχω σε μια βεγγέρα
βεγγερίσαμε	=	βεγγερίζω
βεγγερίσαν	=	βεγγερίζω
βεγγερίσανε	=	βεγγερίζω
βεγγερίσατε	=	βεγγερίζω
βεγγερίσει	=	βεγγερίζω
βεγγερίστε	=	βεγγερίζω
βεγγερών	=	βεγγέρα
βεγκέ	noun	σκληρό και ανθεκτικό τροπικό ξύλο του δέντρου Millettia laurentii, αφρικανικής προέλευσης, χαρακτηριστικό για τις σκούρες νευρώσεις του και τη χρήση του σε έπιπλα και διακόσμηση
βεγκέρα	=	βεγγέρα
βεγόνια	noun	άλλη μορφή του μπιγκόνια
βεγόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεγόνια
βεδεών	noun	γενική πληθυντικού του βέδες
βεδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεδικό
βεδικέ	adj	κλητική ενικού του βεδικός
βεδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεδική
βεδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεδικός
βεδικής	adj	γενική ενικού του βεδική
βεδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεδικός
βεδικού	adj	γενική ενικού του βεδικός
βεδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεδικός
βεδικό	adj	αιτιατική ενικού του βεδικός
βεδικός	adj	που έχει σχέση με τις βέδες ή το βεδισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
βεδικών	adj	γενική πληθυντικού του βεδικός
βεδισμέ	noun	κλητική ενικού του βεδισμός
βεδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεδισμός
βεδισμού	noun	γενική ενικού του βεδισμός
βεδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βεδισμός
βεδισμό	noun	αιτιατική ενικού του βεδισμός
βεδισμός	noun	αρχαία ινδική θρησκεία που βασίζεται στις βέδες
βεδισμών	noun	γενική πληθυντικού του βεδισμός
βεδουίνα	=	βεδουίνος
βεδουίνε	noun	κλητική ενικού του βεδουίνος
βεδουίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεδουίνα
βεδουίνο	noun	αιτιατική ενικού του βεδουίνος
βεδουίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεδουίνος
βεδουίνος	noun	νομάδας της ερήμου στη Β. Αφρική
βεδουίνου	noun	γενική ενικού του βεδουίνος
βεδουίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βεδουίνος
βεδουίνων	noun	γενική πληθυντικού του βεδουίνος
βεδούρα	noun	μέτρο όγκου, κυριότερα για δημητριακά
βεδούρας	=	βεδούρα
βεδούρες	=	βεδούρα
βεδούρι	=	βεδούρα
βεδούρων	=	βεδούρα
βεε	abbrev	θεσμικό όργανο που εκπροσωπεί και στηρίζει τις βιοτεχνικές επιχειρήσεις της χώρας, παρέχοντας υπηρεσίες, προτάσεις πολιτικής και συμβουλευτική προς τα μέλη του και την Πολιτεία
βεελζεβούλ	noun	άλλη μορφή του βελζεβούλ
βεζίρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βεζίρης
βεζίρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεζίρης
βεζίρηδων	=	βεζίρης
βεζίρης	noun	ανώτατος διοικητικός αξιωματούχος ισλαμικών μοναρχιών παλιότερων εποχών
βεζιροπούλα	noun	η κόρη ενός βεζίρη
βεζιροπούλας	noun	γενική ενικού του βεζιροπούλα
βεζιροπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεζιροπούλα
βεζιρόπουλα	=	βεζιρόπουλο
βεζιρόπουλο	noun	ο νεαρής ηλικίας γιος ενός βεζίρη
βεζιρόπουλου	=	βεζιρόπουλο
βεζιρόπουλων	=	βεζιρόπουλο
βεηλέρβεη	=	βεηλέρβεης
βεηλέρβεης	noun	άλλη μορφή του μπεηλέρμπεης
βεηλερβέηδες	=	βεηλέρβεης
βεηλερβέηδων	=	βεηλέρβεης
βεκίλη	=	βεκίλης
βεκίληδες	=	βεκίλης
βεκίληδων	=	βεκίλης
βεκίλης	noun|dated	εκπρόσωπος, πληρεξούσιος, εντολοδόχος
βελάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελάγιο
βελάγιο	noun	το σύνολο των "ανοιγμένων" πανιών που φέρει ένα ιστιοφόρο, κατά τον χρόνο που ιστιοδρομεί
βελάγιου	noun	γενική ενικού του βελάγιο
βελάγιων	noun	γενική πληθυντικού του βελάγιο
βελάδα	noun|dated	παλιότερο επίσημο μαύρο ανδρικό σακάκι, παρόμοιο με αυτό του φράκου
βελάδας	=	βελάδα
βελάδες	=	βελάδα
βελάδων	=	βελάδα
βελάζαμε	=	βελάζω
βελάζαν	=	βελάζω
βελάζανε	=	βελάζω
βελάζατε	=	βελάζω
βελάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βελάζω
βελάζεις	=	βελάζω
βελάζετε	=	βελάζω
βελάζομε	=	βελάζω
βελάζοντας	=	βελάζω
βελάζουμε	=	βελάζω
βελάζουν	=	βελάζω
βελάζουνε	=	βελάζω
βελάζω	verb	κάνω τη χαρακτηριστική φωνή μπε
βελάκι	noun	υποκοριστικό του βέλος
βελάκια	=	βελάκι
βελάξαμε	=	βελάζω
βελάξαν	=	βελάζω
βελάξανε	=	βελάζω
βελάξατε	=	βελάζω
βελάξει	=	βελάζω
βελάξεις	=	βελάζω
βελάξετε	=	βελάζω
βελάξομε	=	βελάζω
βελάξουμε	=	βελάζω
βελάξουν	=	βελάζω
βελάξουνε	=	βελάζω
βελάξτε	=	βελάζω
βελάξω	=	βελάζω
βελάσαμε	=	βελάζω
βελάσαν	=	βελάζω
βελάσανε	=	βελάζω
βελάσατε	=	βελάζω
βελάσει	=	βελάζω
βελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλασμα
βελάσματος	noun	γενική ενικού του βέλασμα
βελάστε	=	βελάζω
βελάχτε	=	βελάζω
βελέντζα	noun	μάλλινο χειροποίητο (σε παραδοσιακό αργαλειό) κλινοσκέπασμα, φτιαγμένο από μαλλί προβάτου (κυρίως) αλλά και γίδας
βελέντζας	noun	γενική ενικού του βελέντζα
βελέντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελέντζα
βελέσι	noun	γυναικεία ενδυμασία (φούστα), από τη μέση έως τους αστραγάλους, συνήθως μάλλινη, υφαντή
βελέσια	=	βελέσι
βελανίδι	noun	ο καρπός της βελανιδιάς και άλλων δέντρων ή θάμνων (π.χ. του πουρναριού)
βελανίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελανίδι
βελανιδένια	=	βελανιδένιος
βελανιδένιας	=	βελανιδένιος
βελανιδένιε	=	βελανιδένιος
βελανιδένιες	=	βελανιδένιος
βελανιδένιο	=	βελανιδένιος
βελανιδένιοι	=	βελανιδένιος
βελανιδένιος	adj	φιταγμένος από ξύλο βελανιδιάς, ο δρύινος
βελανιδένιου	=	βελανιδένιος
βελανιδένιους	=	βελανιδένιος
βελανιδένιων	=	βελανιδένιος
βελανιδιά	noun	Quercus ψηλό κι αιωνόβιο δέντρο πεδινών ή ορεινών περιοχών με σκληρά φύλλα
βελανιδιάς	noun	γενική ενικού του βελανιδιά
βελανιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελανιδιά
βελανιδιού	=	βελανίδι
βελανιδιών	=	βελανιδιά
βελανιδόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βαλανιδόψωμο
βελανιδόψωμο	noun	ψωμί φτιαγμένο από αλεύρι που έχει προκύψει από την κατεργασία βελανιδιών
βελανιδόψωμου	noun	γενική ενικού του βελανιδόψωμο
βελανιδόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του βελανιδόψωμο
βελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βέλασμα
βελατούρα	noun	λευκό ή άλλου χρώματος προπαρασκευαστικό στρώμα βαφής, με ισχυρή καλυπτικότητα, που εφαρμόζεται σε επιφάνειες, ώστε να εξασφαλίσει ομοιογενή βάση και καλύτερη πρόσφυση του τελικού χρώματος
βελατούρας	=	βελατούρα
βελατούρες	=	βελατούρα
βελατούρων	=	βελατούρα
βελγίδα	=	βέλγος
βελγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελγικό
βελγικέ	adj	κλητική ενικού του βελγικός
βελγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελγική
βελγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελγικός
βελγικής	adj	γενική ενικού του βελγική
βελγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελγικός
βελγικού	adj	γενική ενικού του βελγικός
βελγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βελγικός
βελγικό	adj	αιτιατική ενικού του βελγικός
βελγικός	adj	που προέρχεται από το Βέλγιο ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή η τους κατοίκους της
βελγικών	adj	γενική πληθυντικού του βελγικός
βελεντζών	noun	γενική πληθυντικού του βελέντζα
βελεσιού	=	βελέσι
βελεσιών	=	βελέσι
βελζεβούλ	noun	ο Σατανάς
βελζεβούλη	=	βελζεβούλης
βελζεβούληδες	=	βελζεβούλης
βελζεβούληδων	=	βελζεβούλης
βελζεβούλης	noun|vulgar	άλλη μορφή του βελζεβούλ
βεληγκέκας	noun|dated	άτομο που επιχειρεί να επιβληθεί με σκληρότητα ή εκφοβισμό, συχνά καταχρηστικά και αυταρχικά
βεληνεκές	noun	η μέγιστη οριζόντια μετατόπιση ενός σώματος, όταν αυτό εκτελεί οριζόντια βολή (η απόσταση από το σημείο βολής έως το σημείο πρόσκρουσης)
βεληνεκή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεληνεκές
βεληνεκούς	noun	γενική ενικού του βεληνεκές
βεληνεκών	=	βεληνεκές
βελοειδές	=	βελοειδής
βελοειδή	=	βελοειδής
βελοειδής	adj	όμοιος με βέλος.
βελοειδείς	=	βελοειδής
βελοειδούς	=	βελοειδής
βελοειδών	=	βελοειδής
βελοθήκη	noun|rare	η θήκη για τα βέλη
βελονάκηδες	=	βελονάκιας
βελονάκηδων	=	βελονάκιας
βελονάκι	noun	μικρή βελόνα με καμπή στο άκρο της για πλέξιμο δαντέλας
βελονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονάκι
βελονάκιας	noun|slang	ο ηρωινομανής (στη γλώσσα των κακοποιών)
βελονίδα	noun|formal	το ψάρι ζαργάνα
βελονίδας	=	βελονίδα
βελονίδες	=	βελονίδα
βελονίδων	=	βελονίδα
βελονίστρια	noun	θηλυκό του βελονιστής
βελονίστριας	noun	γενική ενικού του βελονίστρια
βελονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονίστρια
βελονιά	noun	το πέρασμα της κλωστής με βελόνα μέσα από ύφασμα που ράβεται ή κεντιέται
βελονιάζαμε	=	βελονιάζω
βελονιάζαν	=	βελονιάζω
βελονιάζανε	=	βελονιάζω
βελονιάζατε	=	βελονιάζω
βελονιάζει	=	βελονιάζω
βελονιάζεις	=	βελονιάζω
βελονιάζεσαι	=	βελονιάζω
βελονιάζεστε	=	βελονιάζω
βελονιάζεται	=	βελονιάζω
βελονιάζετε	=	βελονιάζω
βελονιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βελονιάζω
βελονιάζονται	=	βελονιάζω
βελονιάζονταν	=	βελονιάζω
βελονιάζοντας	=	βελονιάζω
βελονιάζουμε	=	βελονιάζω
βελονιάζουν	=	βελονιάζω
βελονιάζουνε	=	βελονιάζω
βελονιάζω	verb	περνώ από την τρύπα ενός βελονιού μια κλωστή
βελονιάς	noun	γενική ενικού του βελονιά
βελονιάσαμε	=	βελονιάζω
βελονιάσαν	=	βελονιάζω
βελονιάσανε	=	βελονιάζω
βελονιάσατε	=	βελονιάζω
βελονιάσει	=	βελονιάζω
βελονιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελόνιασμα
βελονιάσματος	noun	γενική ενικού του βελόνιασμα
βελονιάσου	=	βελονιάζω
βελονιάστε	=	βελονιάζω
βελονιάστηκα	=	βελονιάζω
βελονιάστηκαν	=	βελονιάζω
βελονιάστηκε	=	βελονιάζω
βελονιάστηκες	=	βελονιάζω
βελονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονιά
βελονιαζόμασταν	=	βελονιάζω
βελονιαζόμαστε	=	βελονιάζω
βελονιαζόμουν	=	βελονιάζω
βελονιαζόμουνα	=	βελονιάζω
βελονιαζόντουσαν	=	βελονιάζω
βελονιαζόσασταν	=	βελονιάζω
βελονιαζόσαστε	=	βελονιάζω
βελονιαζόσουν	=	βελονιάζω
βελονιαζόσουνα	=	βελονιάζω
βελονιαζόταν	=	βελονιάζω
βελονιαζότανε	=	βελονιάζω
βελονιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βελόνιασμα
βελονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονιασμένο
βελονιασμένε	verb	κλητική ενικού του βελονιασμένος
βελονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονιασμένη
βελονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελονιασμένος
βελονιασμένης	verb	γενική ενικού του βελονιασμένη
βελονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βελονιασμένος
βελονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελονιασμένος
βελονιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βελονιάζω
βελονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βελονιασμένος
βελονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βελονιασμένος
βελονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βελονιασμένος
βελονιαστήκαμε	=	βελονιάζω
βελονιαστήκαν	=	βελονιάζω
βελονιαστήκανε	=	βελονιάζω
βελονιαστήκατε	=	βελονιάζω
βελονιαστεί	=	βελονιάζω
βελονιαστείτε	=	βελονιάζω
βελονιού	=	βελόνι
βελονισμέ	noun	κλητική ενικού του βελονισμός
βελονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελονισμός
βελονισμού	noun	γενική ενικού του βελονισμός
βελονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βελονισμός
βελονισμό	noun	αιτιατική ενικού του βελονισμός
βελονισμός	noun	παραδοσιακή κινέζικη θεραπευτική τεχνική που συνίσταται στη χρήση βελονών οι οποίες τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος για να θεραπεύσουν τον πόνο ή κάποιες ασθένειες
βελονισμών	noun	γενική πληθυντικού του βελονισμός
βελονιστές	=	βελονιστής
βελονιστή	=	βελονιστής
βελονιστής	noun	που ασκεί τον βελονισμό
βελονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βελονίστρια
βελονιστών	=	βελονιστής
βελονιών	=	βελονιά
βελονοειδές	=	βελονοειδής
βελονοειδή	=	βελονοειδής
βελονοειδής	adj	που μοιάζει με βελόνα: λεπτό, μακρόστενο και μυτερό
βελονοειδείς	=	βελονοειδής
βελονοειδούς	=	βελονοειδής
βελονοειδών	=	βελονοειδής
βελονοθήκες	=	βελονοθήκη
βελονοθήκη	noun	μικρή θήκη για βελόνες, συνήθως φτιαγμένη από μέταλλο ή ύφασμα
βελονοθήκης	=	βελονοθήκη
βελονοθεραπεία	noun	θεραπεία διαφόρων παθήσεων με τη χρήση βελονών
βελονοθεραπείας	noun	γενική ενικού του βελονοθεραπεία
βελονοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονοθεραπεία
βελονοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του βελονοθεραπεία
βελονοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονοθεραπευτικό
βελονοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του βελονοθεραπευτικός
βελονοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονοθεραπευτική
βελονοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελονοθεραπευτικός
βελονοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του βελονοθεραπευτική
βελονοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελονοθεραπευτικός
βελονοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του βελονοθεραπευτικός
βελονοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βελονοθεραπευτικός
βελονοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του βελονοθεραπευτικός
βελονοθεραπευτικός	adj	που έχει σχέση με τη βελονοθεραπεία, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
βελονοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του βελονοθεραπευτικός
βελονοθηκών	=	βελονοθήκη
βελονοποιέ	=	βελονοποιός
βελονοποιοί	=	βελονοποιός
βελονοποιού	=	βελονοποιός
βελονοποιούς	=	βελονοποιός
βελονοποιό	=	βελονοποιός
βελονοποιός	noun	αυτός που ασχολείται με την κατασκευή βελονών
βελονοποιών	=	βελονοποιός
βελονοφύλαξ	noun|formal	ο χειριστής του κλειδιού αλλαγής («βελόνης») σε σιδηροδρομική γραμμή
βελονωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονωτό
βελονωτέ	adj	κλητική ενικού του βελονωτός
βελονωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελονωτή
βελονωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελονωτός
βελονωτής	adj	γενική ενικού του βελονωτή
βελονωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελονωτός
βελονωτού	adj	γενική ενικού του βελονωτός
βελονωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βελονωτός
βελονωτό	adj	αιτιατική ενικού του βελονωτός
βελονωτός	adj|rare	άλλη μορφή του βελονοειδής
βελονωτών	adj	γενική πληθυντικού του βελονωτός
βελονότρυπα	noun	η τρύπα μιας βελόνας, ενός βελονιού
βελονότρυπας	=	βελονότρυπα
βελονότρυπες	=	βελονότρυπα
βελονότρυπων	=	βελονότρυπα
βελονών	noun	γενική πληθυντικού του βελόνα
βελουδένια	=	βελουδένιος
βελουδένιας	=	βελουδένιος
βελουδένιε	=	βελουδένιος
βελουδένιες	=	βελουδένιος
βελουδένιο	=	βελουδένιος
βελουδένιοι	=	βελουδένιος
βελουδένιος	adj	άλλη μορφή του βελούδινος
βελουδένιου	=	βελουδένιος
βελουδένιους	=	βελουδένιος
βελουδένιων	=	βελουδένιος
βελουδόπαπια	noun	είδος πάπιας
βελουδόπαπιας	=	βελουδόπαπια
βελουδόπαπιες	=	βελουδόπαπια
βελουδόπαπιων	=	βελουδόπαπια
βελουτέ	adj	που έχει βελούδινη υφή και απαλότητα
βελουχιού	=	βελούχι
βελουχιών	=	βελούχι
βελούδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελούδο
βελούδινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελούδινο
βελούδινε	adj	κλητική ενικού του βελούδινος
βελούδινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελούδινη
βελούδινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελούδινος
βελούδινης	adj	γενική ενικού του βελούδινη
βελούδινο	adj	αιτιατική ενικού του βελούδινος
βελούδινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελούδινος
βελούδινος	adj	φτιαγμένος από βελούδο
βελούδινου	adj	γενική ενικού του βελούδινος
βελούδινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βελούδινος
βελούδινων	adj	γενική πληθυντικού του βελούδινος
βελούδο	noun	είδος πολυτελούς υφάσματος από βαμβάκι, μετάξι ή μαλλί
βελούδου	noun	γενική ενικού του βελούδο
βελούδων	noun	γενική πληθυντικού του βελούδο
βελούχι	noun	πηγή απ' όπου πηγάζει πολύ νερό και (κατ’ επέκταση) τα κτίσματα που χτίζονται κοντά σ’ αυτή
βελούχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελούχι
βελτίωνα	=	βελτιώνω
βελτίωναν	=	βελτιώνω
βελτίωνε	=	βελτιώνω
βελτίωνες	=	βελτιώνω
βελτίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτίωση	noun	η αλλαγή προς το καλύτερο
βελτίωσης	noun	γενική ενικού του βελτίωση
βελτιοδοξία	noun|rare	η άποψη ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος (να βελτιωθεί) αν ο άνθρωπος το προσπαθήσει
βελτιστοποίει	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποίησα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποίησαν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποίησε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποίησες	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βελτιστοποιώ
βελτιστοποίησης	noun	γενική ενικού του βελτιστοποίηση
βελτιστοποιήθηκα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήθηκαν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήθηκε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήθηκες	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσαμε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσαν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσανε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσατε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσει	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελτιστοποίηση
βελτιστοποιήσετε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βελτιστοποίηση
βελτιστοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βελτιστοποίηση
βελτιστοποιήσου	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσουμε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσουν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσουνε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήστε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιήσω	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιεί	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιείς	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιείσαι	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιείστε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιείται	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιείτε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιείτο	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθήκαμε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθήκαν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθήκανε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθήκατε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθεί	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθείς	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθείτε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθούμε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθούν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθούνε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιηθώ	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιημένα	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένε	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένες	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένη	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένης	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένο	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένοι	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βελτιστοποιώ
βελτιστοποιημένου	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένους	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιημένων	=	βελτιστοποιημένος
βελτιστοποιούμαι	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούμασταν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούμαστε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούμε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούμενος	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούμουν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούμουνα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούνε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούνται	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούνταν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούντο	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσαμε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσαν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσανε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσατε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσες	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσουν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιούσουνα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόμασταν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόμαστε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόμουν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόμουνα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόνταν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόντανε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόντουσαν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόσασταν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόσαστε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόσουν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόσουνα	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιόταν	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιότανε	=	βελτιστοποιώ
βελτιστοποιώ	verb	κάνω κάτι βέλτιστο
βελτιστοποιώντας	=	βελτιστοποιώ
βελτιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθήκαν	=	βελτιώνω
βελτιωθήκανε	=	βελτιώνω
βελτιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωθούνε	=	βελτιώνω
βελτιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελτιωμένο
βελτιωμένε	adj	κλητική ενικού του βελτιωμένος
βελτιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελτιωμένη
βελτιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελτιωμένος
βελτιωμένης	adj	γενική ενικού του βελτιωμένη
βελτιωμένο	adj	αιτιατική ενικού του βελτιωμένος
βελτιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελτιωμένος
βελτιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βελτιώνω που έχει βελτιωθεί
βελτιωμένου	verb	γενική ενικού του βελτιωμένος
βελτιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βελτιωμένος
βελτιωμένων	adj	γενική πληθυντικού του βελτιωμένος
βελτιωνόμασταν	=	βελτιώνω
βελτιωνόμαστε	=	βελτιώνω
βελτιωνόμουν	=	βελτιώνω
βελτιωνόμουνα	=	βελτιώνω
βελτιωνόντουσαν	=	βελτιώνω
βελτιωνόσασταν	=	βελτιώνω
βελτιωνόσαστε	=	βελτιώνω
βελτιωνόσουν	=	βελτιώνω
βελτιωνόσουνα	=	βελτιώνω
βελτιωνόταν	=	βελτιώνω
βελτιωνότανε	=	βελτιώνω
βελτιωτές	=	βελτιωτής
βελτιωτή	=	βελτιωτής
βελτιωτής	noun	κάθε μηχανισμός, συσκευή ή πρόσωπο που έχει ως σκοπό να αναβαθμίζει ή να βελτιώνει την απόδοση, την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά κάποιου υλικού, συστήματος ή οργανισμού
βελτιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελτιωτικό	adv	κατά τρόπο που βελτιώνει
βελτιωτικέ	adj	κλητική ενικού του βελτιωτικός
βελτιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελτιωτική
βελτιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βελτιωτικός
βελτιωτικής	adj	γενική ενικού του βελτιωτική
βελτιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βελτιωτικός
βελτιωτικού	adj	γενική ενικού του βελτιωτικός
βελτιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βελτιωτικός
βελτιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του βελτιωτικός
βελτιωτικός	adj	που βελτιώνει κάτι
βελτιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του βελτιωτικός
βελτιωτών	=	βελτιωτής
βελτιόδοξος	adj|rare	κάποιος που πιστεύει ότι ο κόσμος μπορεί να βελτιωθεί
βελτιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνομαι
βελτιώναμε	=	βελτιώνω
βελτιώναν	=	βελτιώνω
βελτιώνανε	=	βελτιώνω
βελτιώνατε	=	βελτιώνω
βελτιώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βελτιώνω
βελτιώνεις	=	βελτιώνω
βελτιώνεσαι	=	βελτιώνω
βελτιώνεστε	=	βελτιώνω
βελτιώνεται	=	βελτιώνω
βελτιώνετε	=	βελτιώνω
βελτιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βελτιώνω
βελτιώνομε	=	βελτιώνω
βελτιώνονται	=	βελτιώνω
βελτιώνονταν	=	βελτιώνω
βελτιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βελτιώνω
βελτιώνουμε	=	βελτιώνω
βελτιώνουν	=	βελτιώνω
βελτιώνουνε	=	βελτιώνω
βελτιώνω	verb	κάνω (κάτι) καλύτερο
βελτιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσαν	=	βελτιώνω
βελτιώσανε	=	βελτιώνω
βελτιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελτίωση
βελτιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βελτίωση
βελτιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βελτίωση
βελτιώσιμα	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμε	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμες	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμη	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμης	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμο	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμοι	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμος	adj	που μπορεί να βελτιωθεί, να γίνει καλύτερος
βελτιώσιμου	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμους	=	βελτιώσιμος
βελτιώσιμων	=	βελτιώσιμος
βελτιώσομε	=	βελτιώνω
βελτιώσου	=	βελτιώνω
βελτιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσουνε	=	βελτιώνω
βελτιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελτιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βελτιώνω
βελόνα	noun	εργαλείο για ράψιμο με αιχμηρή άκρη και μικρό δακτύλιο για το πέρασμα της κλωστής
βελόνας	noun	γενική ενικού του βελόνα
βελόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελόνα
βελόνη	noun|dated	βελόνα
βελόνης	=	βελόνη
βελόνι	noun	άλλη μορφή του βελόνα
βελόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του βελόνι
βελόνιαζα	=	βελονιάζω
βελόνιαζαν	=	βελονιάζω
βελόνιαζε	=	βελονιάζω
βελόνιαζες	=	βελονιάζω
βελόνιασα	=	βελονιάζω
βελόνιασαν	=	βελονιάζω
βελόνιασε	=	βελονιάζω
βελόνιασες	=	βελονιάζω
βελόνιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βελονιάζω
βελών	=	βέλος
βενέτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενέτικο
βενέτικε	adj	κλητική ενικού του βενέτικος
βενέτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενέτικη
βενέτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενέτικος
βενέτικης	adj	γενική ενικού του βενέτικη
βενέτικο	adj	αιτιατική ενικού του βενέτικος
βενέτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενέτικος
βενέτικος	adj	άλλη μορφή του βενετικός
βενέτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βενέτικος
βενέτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενέτικος
βενέτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βενέτικος
βενγκέ	noun	άλλη μορφή του βεγκέ
βενεδικτίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενεδικτίνη
βενεδικτίνη	noun	κιτρινόχρωμο γαλλικό ηδύποτο που παρασκευάζεται από διάφορα αρωματικά φυτά
βενεδικτίνης	=	βενεδικτίνη
βενεδικτίνος	adj	που ανήκει στην τάξη του αγίου Βενεδίκτου
βενεδικτινών	=	βενεδικτίνη
βενετικά	noun	ιταλική διάλεκτος που μιλιέται στην Ιταλία στην περιοχή της Βενετίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενετικό
βενετικέ	adj	κλητική ενικού του βενετικός
βενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενετική
βενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενετικός
βενετικής	adj	γενική ενικού του βενετική
βενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενετικός
βενετικού	adj	γενική ενικού του βενετικός
βενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενετικός
βενετικό	adj	αιτιατική ενικού του βενετικός
βενετικός	adj	που έχει σχέση με την Βενετία, ανήκει σ’ αυτήν, προέρχεται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
βενετικών	adj	γενική πληθυντικού του βενετικός
βενετοκρατούμενα	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενε	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενες	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενη	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενης	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενο	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενοι	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενος	verb	που βρίσκεται υπό την κατοχή Βενετών
βενετοκρατούμενου	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενους	=	βενετοκρατούμενος
βενετοκρατούμενων	=	βενετοκρατούμενος
βενετσάνα	noun	άλλη μορφή του Βενετσιάνα
βενετσάνας	=	βενετσάνα
βενετσάνες	=	βενετσάνα
βενετσιάνικα	noun	άλλη μορφή του βενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βενετσιάνικος
βενετσιάνικε	adj	κλητική ενικού του βενετσιάνικος
βενετσιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενετσιάνικη
βενετσιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενετσιάνικος
βενετσιάνικης	adj	γενική ενικού του βενετσιάνικη
βενετσιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του βενετσιάνικος
βενετσιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενετσιάνικος
βενετσιάνικος	adj	άλλη μορφή του βενετικός
βενετσιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βενετσιάνικος
βενετσιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενετσιάνικος
βενετσιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βενετσιάνικος
βενζένια	=	βενζένιο
βενζένιο	noun	το βενζόλιο
βενζένιου	=	βενζένιο
βενζένιων	=	βενζένιο
βενζίνα	noun	η βενζίνη (το καύσιμο)
βενζίνας	noun	γενική ενικού του βενζίνα
βενζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζίνα
βενζίνη	noun	υγρό με πτητική κι εύφλεκτη ιδιότητα και με χαρακτηριστική και έντονη οσμή, το οποίο παράγεται από την επεξεργασία του αργού πετρελαίου και χρησιμοποιείται ως καύσιμο σε μηχανές εσωτερικής καύσεως.
βενζίνης	=	βενζίνη
βενζαλδεΰδες	=	βενζαλδεΰδη
βενζαλδεΰδη	noun	αρωματική οργανική χημική ένωση (C7H6O ή C6H5CHO)
βενζαλδεΰδης	=	βενζαλδεΰδη
βενζαλδεϋδών	=	βενζαλδεΰδη
βενζανθρακένια	=	βενζανθρακένιο
βενζανθρακένιο	noun	αρωματικός υδρογονάνθρακας με τέσσερις συγχωνευμένους δακτυλίους, που ανήκει στις πολυκυκλικές αρωματικές ενώσεις και σχηματίζεται κυρίως κατά την ατελή καύση οργανικών υλών, θεωρείται τοξική και δυνητικά καρκινογόνος ουσία
βενζανθρακένιου	=	βενζανθρακένιο
βενζανθρακένιων	=	βενζανθρακένιο
βενζανθρακενίου	=	βενζανθρακένιο
βενζανθρακενίων	=	βενζανθρακένιο
βενζεναμίνη	=	ανιλίνη
βενζινά	=	βενζινάς
βενζινάδες	=	βενζινάς
βενζινάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινάδικο
βενζινάδικο	noun	κατάστημα λιανικής πώλησης υγρών καυσίμων με αντλίες που μεταφέρουν κατευθείαν τη βενζίνη ή το πετρέλαιο στο ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων
βενζινάδικου	noun	γενική ενικού του βενζινάδικο
βενζινάδικων	noun	γενική πληθυντικού του βενζινάδικο
βενζινάδων	=	βενζινάς
βενζινάκατε	=	βενζινάκατος
βενζινάκατο	=	βενζινάκατος
βενζινάκατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενζινάκατος
βενζινάκατος	noun	μεγάλη βάρκα (άκατος) που κινείται με βενζινοκινητήρα
βενζινάροτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινάροτρο
βενζινάροτρο	noun	άροτρο που για την κίνησή του χρησιμοποιείται μηχανή που καίει βενζίνη
βενζινάροτρον	noun	το βενζινάροτρο
βενζινάροτρου	noun	γενική ενικού του βενζινάροτρο
βενζινάροτρων	noun	γενική πληθυντικού του βενζινάροτρο
βενζινάς	noun|vulgar	ο βενζινοπώλης
βενζινακάτου	=	βενζινάκατος
βενζινακάτους	=	βενζινάκατος
βενζινακάτων	=	βενζινάκατος
βενζιναντλία	noun	αντλία που αντλεί βενζίνα από κάποιο αποθηκευτικό χώρο και την μεταφέρει αλλού
βενζιναντλίας	noun	γενική ενικού του βενζιναντλία
βενζιναντλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζιναντλία
βενζιναντλιών	noun	γενική πληθυντικού του βενζιναντλία
βενζινοκίνητα	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητε	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητες	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητη	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητης	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητο	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητοι	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητος	adj	για όχημα που κινείται με κινητήρα που καίει βενζίνη
βενζινοκίνητου	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητους	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκίνητων	=	βενζινοκίνητος
βενζινοκινητήρα	=	βενζινοκινητήρας
βενζινοκινητήρας	noun	κινητήρας εσωτερικής καύσης που λειτουργεί με βενζίνη
βενζινοκινητήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινοκινητήρας
βενζινοκινητήρων	=	βενζινοκινητήρας
βενζινοκολλών	noun	γενική πληθυντικού του βενζινόκολλα
βενζινομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινομηχανή
βενζινομηχανή	noun	κινητήρας που χρησιμοποιεί ως καύσιμη ύλη τη βενζίνη
βενζινομηχανής	=	βενζινομηχανή
βενζινομηχανών	=	βενζινομηχανή
βενζινοπωλισσών	=	βενζινοπώλισσα
βενζινοπωλών	=	βενζινοπώλης
βενζινοπώλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινοπώλης
βενζινοπώλη	=	βενζινοπώλης
βενζινοπώληδες	=	βενζινοπώλης
βενζινοπώληδων	=	βενζινοπώλης
βενζινοπώλης	noun	επαγγελματίας που πουλά βενζίνη
βενζινοπώλισσα	noun	γένος θηλυκό του ουσιαστικού βενζινοπώλης, η γυναίκα βενζινοπώλης
βενζινοπώλισσας	=	βενζινοπώλισσα
βενζινοπώλισσες	=	βενζινοπώλισσα
βενζινόκολλα	noun	κόλλα που παρασκευάζεται με βάση τη βενζίνη
βενζινόκολλας	noun	γενική ενικού του βενζινόκολλα
βενζινόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινόκολλα
βενζινόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζινόπλοιο
βενζινόπλοιο	noun	πλοίο, με κινητήρα βενζίνης ή πετρελαίου
βενζινόπλοιου	noun	γενική ενικού του βενζινόπλοιο
βενζινόπλοιων	noun	γενική πληθυντικού του βενζινόπλοιο
βενζινών	noun	γενική πληθυντικού του βενζίνα
βενζοδιαζεπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζοδιαζεπίνη
βενζοδιαζεπίνη	noun	ομάδα συνθετικών ψυχοδραστικών ουσιών που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, μειώνοντας την ένταση του άγχους και προκαλώντας ηρεμιστικά, υπνωτικά και μυοχαλαρωτικά αποτελέσματα
βενζοδιαζεπίνης	=	βενζοδιαζεπίνη
βενζοδιαζεπινών	=	βενζοδιαζεπίνη
βενζολίου	=	βενζόλιο
βενζολίων	=	βενζόλιο
βενζολικά	=	βενζολικός
βενζολικέ	=	βενζολικός
βενζολικές	=	βενζολικός
βενζολική	=	βενζολικός
βενζολικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βενζολική) του βενζολικός
βενζολικοί	=	βενζολικός
βενζολικού	=	βενζολικός
βενζολικούς	=	βενζολικός
βενζολικό	=	βενζολικός
βενζολικός	adj	που έχει σχέση με το βενζόλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
βενζολικών	=	βενζολικός
βενζολών	=	βενζόλη
βενζοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζοϊκό
βενζοϊκέ	adj	κλητική ενικού του βενζοϊκός
βενζοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενζοϊκή
βενζοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενζοϊκός
βενζοϊκής	adj	γενική ενικού του βενζοϊκή
βενζοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενζοϊκός
βενζοϊκού	adj	γενική ενικού του βενζοϊκός
βενζοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενζοϊκός
βενζοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του βενζοϊκός
βενζοϊκός	adj	που έχει σχέση με τη βενζόη, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
βενζοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του βενζοϊκός
βενζοών	=	βενζόη
βενζυλικά	=	βενζυλικός
βενζυλικέ	=	βενζυλικός
βενζυλικές	=	βενζυλικός
βενζυλική	=	βενζυλικός
βενζυλικής	=	βενζυλικός
βενζυλικοί	=	βενζυλικός
βενζυλικού	=	βενζυλικός
βενζυλικούς	=	βενζυλικός
βενζυλικό	=	βενζυλικός
βενζυλικός	adj	χημικός όρος που χαρακτηρίζει ουσίες ή ομάδες που περιέχουν ή σχετίζονται με τη ρίζα βενζυλ– (–CH₂–C₆H₅), δηλαδή τον υποκαταστάτη που προέρχεται από το βενζόλιο μέσω της απομάκρυνσης ενός ατόμου υδρογόνου από το μεθυλένιο
βενζυλικών	=	βενζυλικός
βενζόες	=	βενζόη
βενζόη	noun	ρητινώδης ουσία που λαμβάνεται από ένα δέντρο στη Σουμάτρα και χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις (στη χρωματοποιία, στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία κ.λπ.
βενζόης	=	βενζόη
βενζόλες	=	βενζόλη
βενζόλη	noun	άλλη μορφή του βενζόλιο
βενζόλης	=	βενζόλη
βενζόλια	=	βενζόλιο
βενζόλιο	noun	οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα και υδρογόνο (μοριακός τύπος: C₆H₆)
βενζόλιου	=	βενζόλιο
βενζόλιων	=	βενζόλιο
βενθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενθικό
βενθικέ	adj	κλητική ενικού του βενθικός
βενθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενθική
βενθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενθικός
βενθικής	adj	γενική ενικού του βενθική
βενθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενθικός
βενθικού	adj	γενική ενικού του βενθικός
βενθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενθικός
βενθικό	adj	αιτιατική ενικού του βενθικός
βενθικός	adj	ο σχετιζόμενος γενικά με το βένθος
βενθικών	adj	γενική πληθυντικού του βενθικός
βενθοπελαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενθοπελαγικό
βενθοπελαγικέ	adj	κλητική ενικού του βενθοπελαγικός
βενθοπελαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενθοπελαγική
βενθοπελαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενθοπελαγικός
βενθοπελαγικής	adj	γενική ενικού του βενθοπελαγική
βενθοπελαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενθοπελαγικός
βενθοπελαγικού	adj	γενική ενικού του βενθοπελαγικός
βενθοπελαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενθοπελαγικός
βενθοπελαγικό	adj	αιτιατική ενικού του βενθοπελαγικός
βενθοπελαγικός	adj	χαρακτηρισμός ζώνης του πυθμένα η οποία εκτείνεται περίπου 200 μέτρα πάνω από αυτόν αλλά και χαρακτηρισμός των ψαριών που ζουν σε αυτό το μεγάλο βάθος -για ψάρια που κινούνται στη ζώνη αυτή και όχι πάνω στον πυθμένα.
βενθοπελαγικών	adj	γενική πληθυντικού του βενθοπελαγικός
βενθόβια	=	βενθόβιος
βενθόβιας	=	βενθόβιος
βενθόβιε	=	βενθόβιος
βενθόβιες	=	βενθόβιος
βενθόβιο	=	βενθόβιος
βενθόβιοι	=	βενθόβιος
βενθόβιος	adj	ο οργανισμός που διαβιεί στο βυθό
βενθόβιου	=	βενθόβιος
βενθόβιους	=	βενθόβιος
βενθόβιων	=	βενθόβιος
βενιαμίν	noun	ο υστερότοκος, το στερνοπαίδι
βενιζελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενιζελικό
βενιζελικέ	adj	κλητική ενικού του βενιζελικός
βενιζελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βενιζελική
βενιζελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βενιζελικός
βενιζελικής	adj	γενική ενικού του βενιζελική
βενιζελικιά	=	βενιζελικός
βενιζελικιάς	=	βενιζελικός
βενιζελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βενιζελικός
βενιζελικού	adj	γενική ενικού του βενιζελικός
βενιζελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βενιζελικός
βενιζελικό	adj	αιτιατική ενικού του βενιζελικός
βενιζελικός	adj	ο σχετικός με πολιτικό με το όνομα Βενιζέλος, την πολιτική του ή το κόμμα του, ειδικότερα του Ελευθέριου Βενιζέλου
βενιζελικών	adj	γενική πληθυντικού του βενιζελικός
βενιζελισμέ	=	βενιζελισμός
βενιζελισμοί	=	βενιζελισμός
βενιζελισμού	=	βενιζελισμός
βενιζελισμούς	=	βενιζελισμός
βενιζελισμό	=	βενιζελισμός
βενιζελισμός	noun	πολιτικό κίνημα στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 με σκοπό τον αστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδας κατά τα πρότυπα των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών, σε συνδυασμό με την εκπλήρωση του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας
βενιζελισμών	=	βενιζελισμός
βεντάγια	noun	άλλη μορφή του βεντάλια
βεντάγιας	noun	γενική ενικού του βεντάγια
βεντάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεντάγια
βεντάλια	noun	πτυσσόμενο αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να κάνεις αέρα.
βεντάλιας	noun	γενική ενικού του βεντάλια
βεντάλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεντάλια
βεντέμα	noun	πλούσια εσοδεία
βεντέμας	=	βεντέμα
βεντέμες	=	βεντέμα
βεντέτα	noun	η αίσθηση της υποχρέωσης (αντ)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε στον ίδιο ή την οικογένεια του, καθώς και οι ενέργειες (π.χ. φόνοι) που γίνονται στα πλαίσια αυτά
βεντέτας	noun	γενική ενικού του βεντέτα
βεντέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεντέτα
βεντέτιζα	=	βεντετίζω
βεντέτιζαν	=	βεντετίζω
βεντέτιζε	=	βεντετίζω
βεντέτιζες	=	βεντετίζω
βεντέτισα	=	βεντετίζω
βεντέτισαν	=	βεντετίζω
βεντέτισε	=	βεντετίζω
βεντέτισες	=	βεντετίζω
βενταγιών	noun	γενική πληθυντικού του βεντάγια
βεντετίζαμε	=	βεντετίζω
βεντετίζαν	=	βεντετίζω
βεντετίζανε	=	βεντετίζω
βεντετίζατε	=	βεντετίζω
βεντετίζει	=	βεντετίζω
βεντετίζεις	=	βεντετίζω
βεντετίζετε	=	βεντετίζω
βεντετίζοντας	=	βεντετίζω
βεντετίζουμε	=	βεντετίζω
βεντετίζουν	=	βεντετίζω
βεντετίζουνε	=	βεντετίζω
βεντετίζω	verb	φέρομαι σαν βεντέτα, δηλαδή σαν πρόσωπο (κυρίως του θεάματος: ηθοποιός, τραγουδιστής) που έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη και (ενδεχομένως) έχει εκκεντρική, υπεροπτική ή αλαζονική συμπεριφορά
βεντετίσαμε	=	βεντετίζω
βεντετίσαν	=	βεντετίζω
βεντετίσανε	=	βεντετίζω
βεντετίσατε	=	βεντετίζω
βεντετίσει	=	βεντετίζω
βεντετίστε	=	βεντετίζω
βεντετισμέ	noun	κλητική ενικού του βεντετισμός
βεντετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεντετισμός
βεντετισμού	noun	γενική ενικού του βεντετισμός
βεντετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βεντετισμός
βεντετισμό	noun	αιτιατική ενικού του βεντετισμός
βεντετισμός	noun	το να βεντετίζει κάποιος, να φέρεται σαν βεντέτα
βεντετισμών	noun	γενική πληθυντικού του βεντετισμός
βεντετών	noun	γενική πληθυντικού του βεντέτα
βεντιλατέρ	noun	συνώνυμο του εξαεριστήρας, αεριστήρας
βεντονίτες	=	βεντονίτης
βεντονίτη	=	βεντονίτης
βεντονίτης	noun	άλλη μορφή του μπεντονίτης
βεντονιτών	=	βεντονίτης
βεντουζών	noun	γενική πληθυντικού του βεντούζα
βεντούζα	noun	γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό
βεντούζας	noun	γενική ενικού του βεντούζα
βεντούζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεντούζα
βεντούζων	=	βεντούζα
βεξιλολογία	noun	σημαιολογία
βεξιλολογίας	=	βεξιλολογία
βεξιλολογίες	=	βεξιλολογία
βεξιλολογιών	=	βεξιλολογία
βεράντα	noun	σχετικά ευρύχωρο μπαλκόνι με στέγη ή χωρίς
βεράντας	noun	γενική ενικού του βεράντα
βεράντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεράντα
βεράτι	noun|dated	άλλη μορφή του μπεράτι
βεράτια	=	βεράτι
βεράτιο	noun|formal	άλλη μορφή του μπεράτι
βεράτιου	=	βεράτιο
βεράτιων	=	βεράτιο
βερέμη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βερέμης
βερέμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερέμης
βερέμηδων	=	βερέμης
βερέμης	noun|dated	άνθρωπος καχεκτικός και αδύναμος
βερέμι	noun|dated	φυματίωση, φθίση, χτικιό
βερέμια	=	βερέμι
βερέμισσα	=	βερέμης
βερίκοκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερίκοκο
βερίκοκο	noun	ο καρπός της βερικοκιάς
βερίκοκου	noun	γενική ενικού του βερίκοκο
βερίκοκων	noun	γενική πληθυντικού του βερίκοκο
βερίνα	noun	το στρίψιμο ενός σχοινιού, συρματόσχοινου ή καλωδίου, ο κόμπος
βερίνας	noun	γενική ενικού του βερίνα
βερίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερίνα
βεραμάν	adj	ανοιχτό πράσινο
βεραντάκι	noun	υποκοριστικό του βεράντα
βεραντάκια	=	βεραντάκι
βεραντούλα	noun	υποκοριστικό του βεράντα
βεραντούλας	noun	γενική ενικού του βεραντούλα
βεραντούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεραντούλα
βεραντών	noun	γενική πληθυντικού του βεράντα
βερατιού	=	βεράτι
βερατιών	=	βεράτι
βερβένα	noun	πόα (Verbena officinalis) με πικρά γλυκοσίδια και αιθέρια έλαια, γνωστό στη λαϊκή ιατρική ως καταπραϋντικό και χαλαρωτικό βότανο
βερβένας	=	βερβένα
βερβένες	=	βερβένα
βερβέρα	noun	φλυαρία
βερβενών	=	βερβένα
βερβερίτσα	noun	ο σκίουρος
βερβερίτσας	noun	γενική ενικού του βερβερίτσα
βερβερίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερβερίτσα
βερβερικά	=	βερβερικός
βερβερικέ	=	βερβερικός
βερβερικές	=	βερβερικός
βερβερική	=	βερβερικός
βερβερικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βερβερική) του βερβερικός
βερβερικοί	=	βερβερικός
βερβερικού	=	βερβερικός
βερβερικούς	=	βερβερικός
βερβερικό	=	βερβερικός
βερβερικός	adj	ο σχετικός με τους Βέρβερους
βερβερικών	=	βερβερικός
βεργάδι	noun	το νεαρό κατσίκι
βεργάδια	=	βεργάδι
βεργάλι	noun	μικρή βέργα
βεργίτσα	noun	υποκοριστικό του βέργα
βεργίτσας	=	βεργίτσα
βεργίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεργίτσα
βεργαδιού	=	βεργάδι
βεργαδιών	=	βεργάδι
βεργαντίνο	noun	Δείτε μπεργαντί.
βεργολυγερές	=	βεργολυγερή
βεργολυγερή	noun|literary	κοπέλα λεπτή, ψηλή και λυγερή (σαν βέργα)
βεργολυγερής	=	βεργολυγερή
βεργολυγερών	=	βεργολυγερή
βεργούλα	noun	βέργα μικρού μήκους
βεργούλας	noun	γενική ενικού του βεργούλα
βεργούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεργούλα
βεργών	noun	γενική πληθυντικού του βέργα
βερεμιού	=	βερέμι
βερεμιών	=	βερέμι
βερεσέ	noun	η αγορά ή η πώληση με πίστωση, με τρόπο βερεσέ	adv	επί πιστώσει
βερεσέδες	=	βερεσές
βερεσέδια	=	βερεσέ
βερεσέδων	=	βερεσές
βερεσές	noun	το χρεωστούμενο, αυτό που χρωστάει κάποιος για την αγορά προϊόντος με πίστωση
βερζεβούλη	=	βερζεβούλης
βερζεβούληδες	=	βερζεβούλης
βερζεβούληδων	=	βερζεβούλης
βερζεβούλης	noun|vulgar	άλλη μορφή του βελζεβούλ
βερικοκέλαια	=	βερικοκέλαιο
βερικοκέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από σπόρους βερίκοκου
βερικοκέλαιου	=	βερικοκέλαιο
βερικοκέλαιων	=	βερικοκέλαιο
βερικοκί	noun	χρώμα στην απόχρωση του βερίκοκου	adj	που έχει την απόχρωση του βερίκοκου
βερικοκελαίου	=	βερικοκέλαιο
βερικοκελαίων	=	βερικοκέλαιο
βερικοκιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο (του είδους Prunus armeniaca) με πλατιά αβγοειδή φύλλα και άσπρα ή ροζ άνθη, που παράγει καρπό το βερίκοκο
βερικοκιάς	noun	γενική ενικού του βερικοκιά
βερικοκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερικοκιά
βερικοκιού	=	βερικοκί
βερικοκιών	=	βερικοκιά
βερικοκκέα	noun	η βερικοκιά
βερινών	noun	γενική πληθυντικού του βερίνα
βεριτάμπλ	adj	ο γνήσιος, ο αληθινός
βερμιγιόν	noun	απόχρωση έντονου κόκκινου με πορτοκαλί τόνους, που προκύπτει παραδοσιακά από το ορυκτό κιννάβαρι και χρησιμοποιείται συχνά στη ζωγραφική και τη διακοσμητική τέχνη
βερμικουλίτες	=	βερμικουλίτης
βερμικουλίτη	=	βερμικουλίτης
βερμικουλίτης	noun	ορυκτό (ένυδρο πυριτικό άλας) που σε διογκωμένη μορφή χρησιμοποιείται ως μονωτικό και εδαφοβελτιωτικό
βερμικουλιτών	=	βερμικουλίτης
βερμουδάκι	noun	υποκοριστικό του βερμούδα
βερμουδάκια	=	βερμουδάκι
βερμουδίτσα	noun	υποκοριστικό του βερμούδα
βερμουδίτσας	=	βερμουδίτσα
βερμουδίτσες	=	βερμουδίτσα
βερμουτάκι	noun	υποκοριστικό του βερμούτ
βερμουτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερμουτάκι
βερμούδα	noun	είδος παντελονιού το μήκος του οποίου φτάνει μέχρι το γόνατο
βερμούδας	=	βερμούδα
βερμούδες	=	βερμούδα
βερμούδων	=	βερμούδα
βερμούτ	noun	οινοπνευματώδες ηδύποτο, που το πίνουν (συνήθως) ως απεριτίφ.
βερμπάσκα	=	βερμπάσκο
βερμπάσκο	noun	φλόμος
βερμπάσκου	=	βερμπάσκο
βερμπάσκων	=	βερμπάσκο
βερμπαλίστρια	noun	θηλυκό του βερμπαλιστής
βερμπαλίστριας	noun	γενική ενικού του βερμπαλίστρια
βερμπαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερμπαλίστρια
βερμπαλισμέ	noun	κλητική ενικού του βερμπαλισμός
βερμπαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βερμπαλισμός
βερμπαλισμού	noun	γενική ενικού του βερμπαλισμός
βερμπαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βερμπαλισμός
βερμπαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του βερμπαλισμός
βερμπαλισμός	noun	η χρήση πομπωδών λέξεων και εκφράσεων χωρίς νόημα προς εντυπωσιασμό του ακροατηρίου
βερμπαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του βερμπαλισμός
βερμπαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερμπαλιστής
βερμπαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βερμπαλιστής
βερμπαλιστής	noun	αυτός που χρησιμοποιεί στο λόγο του πομπώδεις λέξεις και εντυπωσιακά εκφραστικά σχήματα, χωρίς όμως σαφήνεια ή ουσία
βερμπαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βερμπαλιστικός	adv	με βερμπαλιστικό τρόπο
βερμπαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερμπαλιστική
βερμπαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστικής	adj	γενική ενικού του βερμπαλιστική
βερμπαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστικού	adj	γενική ενικού του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον βερμπαλισμό ή τον βερμπαλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
βερμπαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βερμπαλιστικός
βερμπαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βερμπαλίστρια
βερμπαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του βερμπαλιστής
βερνίκι	noun	ουσία που χρησιμοποιείται στην επίστρωση διάφορων επιφανειών, για να προσδώσει λάμψη, προστασία από φθορές ή και χρώμα
βερνίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερνίκι
βερνίκιον	noun	βερνίκι
βερνίκωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βερνικώνω, η επάλειψη ενός πράγματος με βερνίκι
βερνίκωνα	=	βερνικώνω
βερνίκωναν	=	βερνικώνω
βερνίκωνε	=	βερνικώνω
βερνίκωνες	=	βερνικώνω
βερνίκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνίκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνίκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνίκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικιού	=	βερνίκι
βερνικιών	=	βερνίκι
βερνικωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθήκαν	=	βερνικώνω
βερνικωθήκανε	=	βερνικώνω
βερνικωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωθούνε	=	βερνικώνω
βερνικωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βερνίκωμα
βερνικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερνικωμένο
βερνικωμένε	verb	κλητική ενικού του βερνικωμένος
βερνικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερνικωμένη
βερνικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βερνικωμένος
βερνικωμένης	verb	γενική ενικού του βερνικωμένη
βερνικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βερνικωμένος
βερνικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βερνικωμένος
βερνικωμένος	verb	που έχει επιστρωθεί με βερνίκι
βερνικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βερνικωμένος
βερνικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βερνικωμένος
βερνικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βερνικωμένος
βερνικωνόμασταν	=	βερνικώνω
βερνικωνόμαστε	=	βερνικώνω
βερνικωνόμουν	=	βερνικώνω
βερνικωνόμουνα	=	βερνικώνω
βερνικωνόντουσαν	=	βερνικώνω
βερνικωνόσασταν	=	βερνικώνω
βερνικωνόσαστε	=	βερνικώνω
βερνικωνόσουν	=	βερνικώνω
βερνικωνόσουνα	=	βερνικώνω
βερνικωνόταν	=	βερνικώνω
βερνικωνότανε	=	βερνικώνω
βερνικώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνομαι
βερνικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βερνίκωμα
βερνικώματος	noun	γενική ενικού του βερνίκωμα
βερνικώναμε	=	βερνικώνω
βερνικώναν	=	βερνικώνω
βερνικώνανε	=	βερνικώνω
βερνικώνατε	=	βερνικώνω
βερνικώνει	=	βερνικώνω
βερνικώνεις	=	βερνικώνω
βερνικώνεσαι	=	βερνικώνω
βερνικώνεστε	=	βερνικώνω
βερνικώνεται	=	βερνικώνω
βερνικώνετε	=	βερνικώνω
βερνικώνομαι	verb	επαλείφομαι με βερνίκι
βερνικώνομε	=	βερνικώνω
βερνικώνονται	=	βερνικώνω
βερνικώνονταν	=	βερνικώνω
βερνικώνοντας	=	βερνικώνω
βερνικώνουμε	=	βερνικώνω
βερνικώνουν	=	βερνικώνω
βερνικώνουνε	=	βερνικώνω
βερνικώνω	verb	επαλείφω κάτι με βερνίκι
βερνικώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσαν	=	βερνικώνω
βερνικώσανε	=	βερνικώνω
βερνικώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσομε	=	βερνικώνω
βερνικώσου	=	βερνικώνω
βερνικώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσουνε	=	βερνικώνω
βερνικώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνικώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βερνικώνω
βερνισάζ	noun|rare	το «άνοιγμα» μιας έκθεσης (ζωγραφικής, γλυπτικής κ.λπ.) σε επιλεγμένο κοινό πριν από την ημερομηνία που η έκθεση θα είναι επισκέψιμη από κάθε ενδιαφερόμενο και ανοιχτή στο κοινό
βεροιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεροιώτικο
βεροιώτικε	adj	κλητική ενικού του βεροιώτικος
βεροιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βεροιώτικη
βεροιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βεροιώτικος
βεροιώτικης	adj	γενική ενικού του βεροιώτικη
βεροιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του βεροιώτικος
βεροιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βεροιώτικος
βεροιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Βέροια και τους κατοίκους της
βεροιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βεροιώτικος
βεροιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βεροιώτικος
βεροιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βεροιώτικος
βερολινέζικα	=	βερολινέζικος
βερολινέζικε	=	βερολινέζικος
βερολινέζικες	=	βερολινέζικος
βερολινέζικη	=	βερολινέζικος
βερολινέζικης	=	βερολινέζικος
βερολινέζικο	=	βερολινέζικος
βερολινέζικοι	=	βερολινέζικος
βερολινέζικος	adj	που έχει σχέση με το Βερολίνο ή τους Βερολινέζους ή αναφέρεται σ’ αυτά
βερολινέζικου	=	βερολινέζικος
βερολινέζικους	=	βερολινέζικος
βερολινέζικων	=	βερολινέζικος
βερονίκες	=	βερονίκη
βερονίκη	noun	κοινή ονομασία των φυτών (πόες) του γένους Veronica, της οικογένειας Plantaginaceae (παλαιότερη ταξινόμηση στην οικογένεια Scrophulariaceae)
βερονίκης	=	βερονίκη
βερονικών	=	βερονίκη
βερσιόν	noun	η εκδοχή
βερυκοκιά	noun	άλλη γραφή του βερικοκιά
βερυκοκιάς	=	βερυκοκιά
βερυκοκιές	=	βερυκοκιά
βερυκοκιών	=	βερυκοκιά
βερόνικα	noun	άλλη ονομασία του φυτού βερονίκη
βερόνικας	=	βερόνικα
βερόνικες	=	βερόνικα
βερόνικων	=	βερόνικα
βερύκοκα	=	βερύκοκο
βερύκοκκο	=	βερίκοκο
βερύκοκκον	noun	άλλη γραφή του βερίκοκκον
βερύκοκο	noun	άλλη γραφή του βερίκοκο
βερύκοκου	=	βερύκοκο
βερύκοκων	=	βερύκοκο
βερών	noun	γενική πληθυντικού του βέρα
βεσέ	noun	το αποχωρητήριο, ο καμπινές
βεσπάκι	noun	υποκοριστικό του βέσπα
βεσπάκια	=	βεσπάκι
βεσπών	noun	γενική πληθυντικού του βέσπα
βεστάρχης	noun|obsolete	τιμητικός αυλικός τίτλος στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, έβδομος στην ιεραρχία των είκοσι δύο αυλικών τίτλων
βεστιάρια	=	βεστιάριο
βεστιάριο	noun	ο χώρος σε θέατρο για τα κοστούμια των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στις παραστάσεις
βεστιάριου	=	βεστιάριο
βεστιάριων	=	βεστιάριο
βεστιαρίου	=	βεστιάριο
βεστιαρίων	=	βεστιάριο
βεστφαλικά	=	βεστφαλικός
βεστφαλικέ	=	βεστφαλικός
βεστφαλικές	=	βεστφαλικός
βεστφαλική	=	βεστφαλικός
βεστφαλικής	=	βεστφαλικός
βεστφαλικοί	=	βεστφαλικός
βεστφαλικού	=	βεστφαλικός
βεστφαλικούς	=	βεστφαλικός
βεστφαλικό	=	βεστφαλικός
βεστφαλικός	adj	ο σχετικός με τη Βεστφαλία
βεστφαλικών	=	βεστφαλικός
βετέξ	noun	απορροφητικό συνθετικό πανί για τον καθαρισμό επιφανειών
βεταΐνες	=	βεταΐνη
βεταΐνη	noun	οργανική ένωση που λειτουργεί ως δωρητής μεθυλομάδων σε βιοχημικές διεργασίες και συμβάλλει στη ρύθμιση της ωσμωτικότητας και του μεταβολισμού των κυττάρων
βεταΐνης	=	βεταΐνη
βεταϊνών	=	βεταΐνη
βετεράνε	noun	κλητική ενικού του βετεράνος
βετεράνο	noun	αιτιατική ενικού του βετεράνος
βετεράνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βετεράνος
βετεράνος	noun	παλαίμαχος, παλιός πολεμιστής
βετεράνου	noun	γενική ενικού του βετεράνος
βετεράνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βετεράνος
βετεράνων	noun	γενική πληθυντικού του βετεράνος
βετζετέριαν	noun	άτομο που αποφεύγει την κατανάλωση κρέατος και ψαριών, επιλέγοντας διατροφή κυρίως φυτικής προέλευσης για λόγους υγείας, πίστης ή πεποιθήσεων	adj	που σχετίζεται με άτομο που αποφεύγει την κατανάλωση κρέατος και ψαριών, επιλέγοντας διατροφή κυρίως φυτικής προέλευσης για λόγους υγείας, πίστης ή πεποιθήσεων ή με τρόφιμο που πληροί αυτά τα χαρακτηριστικά
βετουλιού	=	βετούλι
βετουλιών	=	βετούλι
βετούλι	noun	νεαρή γίδα ή νεαρός τράγος, ηλικίας περίπου ενός έτους, κατσικάκι
βετούλια	=	βετούλι
βημάτιζα	=	βηματίζω
βημάτιζαν	=	βηματίζω
βημάτιζε	=	βηματίζω
βημάτιζες	=	βηματίζω
βημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βήμα
βηματάκι	noun	υποκοριστικό του βήμα
βηματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματάκι
βηματάρη	=	βηματάρης
βηματάρηδες	=	βηματάρης
βηματάρηδων	=	βηματάρης
βηματάρης	noun	μοναχός που είναι υπεύθυνος για το Άγιο Βήμα σε καθολικό ή άλλη μοναστηριακή εκκλησία
βηματίζαμε	=	βηματίζω
βηματίζαν	=	βηματίζω
βηματίζανε	=	βηματίζω
βηματίζατε	=	βηματίζω
βηματίζει	=	βηματίζω
βηματίζεις	=	βηματίζω
βηματίζετε	=	βηματίζω
βηματίζομε	=	βηματίζω
βηματίζοντας	=	βηματίζω
βηματίζουμε	=	βηματίζω
βηματίζουν	=	βηματίζω
βηματίζουνε	=	βηματίζω
βηματίζω	verb	κάνω βήματα, περπατώ, συνήθως πέρα δώθε
βηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσαν	=	βηματίζω
βηματίσανε	=	βηματίζω
βηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσομε	=	βηματίζω
βηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσουνε	=	βηματίζω
βηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βηματίζω
βηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματικό
βηματικέ	adj	κλητική ενικού του βηματικός
βηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματική
βηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βηματικός
βηματικής	adj	γενική ενικού του βηματική
βηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βηματικός
βηματικού	adj	γενική ενικού του βηματικός
βηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βηματικός
βηματικό	adj	αιτιατική ενικού του βηματικός
βηματικός	adj	που εξελίσσεται βήμα προς βήμα
βηματικών	adj	γενική πληθυντικού του βηματικός
βηματισμέ	noun	κλητική ενικού του βηματισμός
βηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βηματισμός
βηματισμού	noun	γενική ενικού του βηματισμός
βηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βηματισμός
βηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του βηματισμός
βηματισμός	noun	η ενέργεια του βηματίζω
βηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του βηματισμός
βηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματοδότηση
βηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βηματοδότηση
βηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βηματοδότηση
βηματοδοτών	=	βηματοδότης
βηματοδότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματοδότης
βηματοδότη	=	βηματοδότης
βηματοδότης	noun	η συσκευή που εμφυτεύεται σε ασθενείς με αρρυθμίες και ρυθμίζει τον καρδιακό παλμό
βηματοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βηματοδοτώ
βηματοδότησης	noun	γενική ενικού του βηματοδότηση
βηματοπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματοπορικό
βηματοπορικέ	adj	κλητική ενικού του βηματοπορικός
βηματοπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βηματοπορική
βηματοπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βηματοπορικός
βηματοπορικής	adj	γενική ενικού του βηματοπορική
βηματοπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βηματοπορικός
βηματοπορικού	adj	γενική ενικού του βηματοπορικός
βηματοπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βηματοπορικός
βηματοπορικό	adj	αιτιατική ενικού του βηματοπορικός
βηματοπορικός	adj	που γίνεται βήμα-βήμα, σταδιακά, σημειωτόν
βηματοπορικών	adj	γενική πληθυντικού του βηματοπορικός
βημόθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βημόθυρο
βημόθυρο	noun	το ένα από τα δυο φύλλα της Ωραία Πύλης του Αγίου Βήματος, συνήθως χρησιμοποιούμενο στον πληθυντικό (βημόθυρα)
βημόθυρου	=	βημόθυρο
βημόθυρων	=	βημόθυρο
βηξ	noun|archaic	ο βήχας
βηξίματα	=	βήξιμο
βηξίματος	noun	γενική ενικού του βήξιμο
βηξιμάτων	=	βήξιμο
βηρυλλίου	noun	γενική ενικού του βηρύλλιο
βηρυλλίων	=	βηρύλλιο
βηρύλλια	=	βηρύλλιο
βηρύλλιο	noun	χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 4 και χημικό σύμβολο το Be
βηρύλλιον	noun	βηρύλλιο
βηρύλλιου	=	βηρύλλιο
βηρύλλου	=	βήρυλλος
βησάλου	=	βήσαλο
βησάλων	=	βήσαλο
βησιγοτθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βησιγοτθικό
βησιγοτθικέ	adj	κλητική ενικού του βησιγοτθικός
βησιγοτθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βησιγοτθική
βησιγοτθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βησιγοτθικός
βησιγοτθικής	adj	γενική ενικού του βησιγοτθική
βησιγοτθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βησιγοτθικός
βησιγοτθικού	adj	γενική ενικού του βησιγοτθικός
βησιγοτθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βησιγοτθικός
βησιγοτθικό	adj	αιτιατική ενικού του βησιγοτθικός
βησιγοτθικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στους Βησιγότθους
βησιγοτθικών	adj	γενική πληθυντικού του βησιγοτθικός
βησιγότθε	=	βησιγότθος
βησιγότθο	=	βησιγότθος
βησιγότθοι	=	βησιγότθος
βησιγότθος	noun	ο Βησιγότθος
βησιγότθου	=	βησιγότθος
βησιγότθους	=	βησιγότθος
βησιγότθων	=	βησιγότθος
βητά	=	βητάς
βητάδες	=	βητάς
βητάδων	=	βητάς
βητάς	noun	μαθητής στρατιωτικής σχολής που έχει διακριτικό βαθμό βήτα
βηχαλάκι	noun	υποκοριστικό του βήχας
βηχαλάκια	=	βηχαλάκι
βηχών	=	βήχας
βιάγκρα	noun	εμπορικό φάρμακο με δραστική ουσία τη σιλδεναφίλη, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας
βιάζαμε	=	βιάζω
βιάζαν	=	βιάζω
βιάζανε	=	βιάζω
βιάζατε	=	βιάζω
βιάζε	=	βιάζω
βιάζει	=	βιάζω
βιάζεις	=	βιάζω
βιάζεσαι	=	βιάζομαι
βιάζεστε	=	βιάζομαι
βιάζεται	=	βιάζομαι
βιάζετε	=	βιάζω
βιάζομαι	verb	παθητική φωνή του βιάζω: πέφτω θύμα βιασμού
βιάζομε	=	βιάζω
βιάζονται	=	βιάζομαι
βιάζονταν	=	βιάζομαι
βιάζοντας	=	βιάζω
βιάζου	=	βιάζομαι
βιάζουμε	=	βιάζω
βιάζουν	=	βιάζω
βιάζουνε	=	βιάζω
βιάζω	verb	εξαναγκάζω άλλο άτομο σε σεξουαλική πράξη, διαπράττω βιασμό
βιάρισμα	noun	η καμπύλη σιμότητας ενός πλοίου
βιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάσαν	=	βιάζω
βιάσανε	=	βιάζω
βιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάσε	=	βιάζω
βιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάση	noun|literary	η βιασύνη
βιάσης	=	βιάση
βιάσομε	=	βιάζω
βιάσου	=	βιάζομαι
βιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάσουνε	=	βιάζω
βιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του βιάζω σημασία: μου άσκησαν βία
βιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζω
βιάτζα	=	βιάτζο
βιάτζο	noun	η περιήγηση, ο περίπατος
βιάτζου	=	βιάτζο
βιάτζων	=	βιάτζο
βια	noun	βία, βιασύνη
βιαίως	adv|formal	βίαια
βιαζόμασταν	=	βιάζομαι
βιαζόμαστε	=	βιάζομαι
βιαζόμουν	=	βιάζομαι
βιαζόμουνα	=	βιάζομαι
βιαζόντουσαν	=	βιάζομαι
βιαζόσασταν	=	βιάζομαι
βιαζόσαστε	=	βιάζομαι
βιαζόσουν	=	βιάζομαι
βιαζόσουνα	=	βιάζομαι
βιαζόταν	=	βιάζομαι
βιαζότανε	=	βιάζομαι
βιαιοπράγει	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπράγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπράγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπράγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπράγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσαν	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσανε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοπραγία	noun	η πράξη βίαιη, η εκδήλωση ωμής βίας
βιαιοπραγίας	noun	γενική ενικού του βιαιοπραγία
βιαιοπραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιαιοπραγία
βιαιοπραγεί	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγείς	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγείτε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγιών	noun	γενική πληθυντικού του βιαιοπραγία
βιαιοπραγούμε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούν	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούνε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσα	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσαμε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσαν	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσανε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσατε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσε	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγούσες	=	βιαιοπραγώ
βιαιοπραγώ	verb	φέρομαι βίαια, συμπεριφέρομαι με βία
βιαιοπραγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βιαιοπραγώ
βιαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του βιαιότητα
βιαιότατα	=	βίαιος
βιαιότατε	=	βίαιος
βιαιότατες	=	βίαιος
βιαιότατη	=	βίαιος
βιαιότατης	=	βίαιος
βιαιότατο	=	βίαιος
βιαιότατοι	=	βίαιος
βιαιότατος	=	βίαιος
βιαιότατου	=	βίαιος
βιαιότατους	=	βίαιος
βιαιότατων	=	βίαιος
βιαιότερα	=	βιαιότερος
βιαιότερε	=	βιαιότερος
βιαιότερες	=	βιαιότερος
βιαιότερη	=	βιαιότερος
βιαιότερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του βιαιότερος
βιαιότερο	=	βιαιότερος
βιαιότεροι	=	βιαιότερος
βιαιότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του βίαιος
βιαιότερου	=	βιαιότερος
βιαιότερους	=	βιαιότερος
βιαιότερων	=	βιαιότερος
βιαιότητα	noun	το να είναι κάποιος βίαιος, η ιδιότητα του βίαιου
βιαιότητας	noun	γενική ενικού του βιαιότητα
βιαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιαιότητα
βιαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιάρισμα
βιαρίσματος	noun	γενική ενικού του βιάρισμα
βιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βιάρισμα
βιας	=	βια
βιασμέ	noun	κλητική ενικού του βιασμός
βιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιασμένο
βιασμένε	verb	κλητική ενικού του βιασμένος
βιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιασμένη
βιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιασμένος
βιασμένηη	=	βιασμένος
βιασμένηο	=	βιασμένος
βιασμένης	verb	γενική ενικού του βιασμένη
βιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βιασμένος
βιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιασμένος
βιασμένος	verb	που έχει βιαστεί (εξαναγκαστεί σε σεξουαλική πράξη)
βιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιασμένος
βιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιασμένος
βιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιασμένος
βιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιασμός
βιασμού	noun	γενική ενικού του βιασμός
βιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιασμός
βιασμό	noun	αιτιατική ενικού του βιασμός
βιασμός	noun	ο εξαναγκασμός ενός ατόμου σε σεξουαλική συνεύρεση ενάντια στη θέλησή του
βιασμών	noun	γενική πληθυντικού του βιασμός
βιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιαστής
βιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βιαστής
βιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστήκαν	=	βιάζομαι
βιαστήκανε	=	βιάζομαι
βιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστής	noun	αυτός που βιάζει, που εξαναγκάζει άλλο άτομο σε σεξουαλική πράξη, που διαπράττει βιασμό
βιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βιαστικό) του βιαστικός	adv	με βιασύνη, γρήγορα και ίσως πρόχειρα
βιαστικέ	adj	κλητική ενικού του βιαστικός
βιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιαστική
βιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιαστικός
βιαστικής	adj	γενική ενικού του βιαστική
βιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιαστικός
βιαστικού	adj	γενική ενικού του βιαστικός
βιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιαστικός
βιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του βιαστικός
βιαστικός	adj	που βιάζεται, που σπεύδει, που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του διαθέσιμο για να κάνει κάτι
βιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του βιαστικός
βιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστούνε	=	βιάζω
βιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιάζομαι
βιαστών	noun	γενική πληθυντικού του βιαστής
βιασυνών	=	βιασύνη
βιασύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιασύνη
βιασύνη	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιάζεται
βιασύνης	=	βιασύνη
βιβάρι	noun|dated	θαλάσσιος χώρος που έχει περιφραχτεί κατάλληλα και χρησιμοποιείται σαν ιχθυοτροφείο
βιβάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβάρι
βιβάριο	noun|dated	άλλη μορφή του βιβάρι
βιβάριου	=	βιβάριο
βιβάριων	=	βιβάριο
βιβαρίου	=	βιβάριο
βιβαρίων	=	βιβάριο
βιβαριού	=	βιβάρι
βιβαριών	=	βιβάρι
βιβλία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλίο
βιβλίο	noun	χειρόγραφα ή τυπωμένα φύλλα χαρτιού ίδιου μεγέθους και σχήματος, τα οποία έχουν συρραφεί από τη μία πλευρά και καλύπτονται με εξώφυλλα.
βιβλίου	noun	γενική ενικού του βιβλίο
βιβλίων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλίο
βιβλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιάρα
βιβλιάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιάριο
βιβλιάριο	noun	δεμένο έντυπο (σαν βιβλίο) μικρού σχήματος με χώρο στις σελίδες του για εγγραφές από διάφορες αρχές και υπηρεσίες με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο κάτοχός του
βιβλιάριου	=	βιβλιάριο
βιβλιάριων	=	βιβλιάριο
βιβλιαγορά	noun	η αγορά του βιβλίου
βιβλιαγοράς	=	βιβλιαγορά
βιβλιαγορές	=	βιβλιαγορά
βιβλιαγορών	=	βιβλιαγορά
βιβλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιακό	adv	όσον αφορά το βιβλίο
βιβλιακέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιακός
βιβλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιακή
βιβλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιακός
βιβλιακής	adj	γενική ενικού του βιβλιακή
βιβλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιακός
βιβλιακού	adj	γενική ενικού του βιβλιακός
βιβλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιακός
βιβλιακό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιακός
βιβλιακός	adj	που έχει σχέση με το βιβλίο ή αναφέρεται σ’ αυτό
βιβλιακών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιακός
βιβλιαράκι	noun	βιβλίο μικρού σχήματος και/ή με λίγες σελίδες
βιβλιαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιαράκι
βιβλιαρίου	=	βιβλιάριο
βιβλιαρίων	=	βιβλιάριο
βιβλιεκδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεκδοτικό
βιβλιεκδοτικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεκδοτική
βιβλιεκδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτικής	adj	γενική ενικού του βιβλιεκδοτική
βιβλιεκδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτικού	adj	γενική ενικού του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτικός	adj	σχετικός με την έκδοση βιβλίων
βιβλιεκδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιεκδοτικός
βιβλιεκδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιεκδότρια
βιβλιεκδοτών	=	βιβλιεκδότης
βιβλιεκδότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεκδότης
βιβλιεκδότη	=	βιβλιεκδότης
βιβλιεκδότης	noun	ο εκδότης βιβλίων
βιβλιεκδότριας	noun	γενική ενικού του βιβλιεκδότρια
βιβλιεκδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεκδότρια
βιβλιεμπορίου	=	βιβλιεμπόριο
βιβλιεμπορίων	=	βιβλιεμπόριο
βιβλιεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεμπορικό
βιβλιεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεμπορική
βιβλιεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπορικής	adj	γενική ενικού του βιβλιεμπορική
βιβλιεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπορικού	adj	γενική ενικού του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπορικός	adj	σχετικός με το βιβλιεμπόριο
βιβλιεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιεμπορικός
βιβλιεμπόρια	=	βιβλιεμπόριο
βιβλιεμπόριο	noun	το εμπόριο βιβλίων
βιβλιεμπόριου	=	βιβλιεμπόριο
βιβλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλικό
βιβλικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλικός
βιβλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλική
βιβλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλικός
βιβλικής	adj	γενική ενικού του βιβλική
βιβλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλικός
βιβλικού	adj	γενική ενικού του βιβλικός
βιβλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλικός
βιβλικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλικός
βιβλικός	adj	ο σχετικός με την Βίβλο ή σε πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρονται σ΄αυτή
βιβλικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλικός
βιβλιογνωσία	noun	η ευρεία γνώση σχετικά με τα βιβλία
βιβλιογνωσίας	=	βιβλιογνωσία
βιβλιογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογνωσία
βιβλιογνωσιών	=	βιβλιογνωσία
βιβλιογνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογνωστικό
βιβλιογνωστικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογνωστική
βιβλιογνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστικής	adj	γενική ενικού του βιβλιογνωστική
βιβλιογνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστικού	adj	γενική ενικού του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστικός	adj	σχετικός με τους βιβλιογνώστες και τη βιβλιογνωσία
βιβλιογνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιογνωστικός
βιβλιογνωστών	=	βιβλιογνώστης
βιβλιογνώστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογνώστης
βιβλιογνώστη	=	βιβλιογνώστης
βιβλιογνώστης	noun	αυτός που έχει πολλές γνώσεις σχετικά με τα βιβλία
βιβλιογράφε	=	βιβλιογράφος
βιβλιογράφει	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογράφησα	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογράφησαν	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογράφησε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογράφησες	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογράφο	=	βιβλιογράφος
βιβλιογράφοι	=	βιβλιογράφος
βιβλιογράφος	noun	άτομο του οποίου η απασχόληση είναι η βιβλιογραφία
βιβλιογράφου	=	βιβλιογράφος
βιβλιογράφους	=	βιβλιογράφος
βιβλιογράφων	=	βιβλιογράφος
βιβλιογραφήσαμε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφήσαν	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφήσανε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφήσατε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφήσει	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφήστε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφία	noun	σύνολο βιβλίων σχετικών με ένα θέμα
βιβλιογραφίας	noun	γενική ενικού του βιβλιογραφία
βιβλιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογραφία
βιβλιογραφεί	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφείς	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφείτε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφημένα	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένε	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένες	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένη	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένης	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένο	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένοι	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένος	adj	που τον έχουν βιβλιογραφήσει, τον έχουν καταχωρίσει σε βιβλιογραφική βάση
βιβλιογραφημένου	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένους	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφημένων	=	βιβλιογραφημένος
βιβλιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογραφικό
βιβλιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογραφική
βιβλιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφικής	adj	γενική ενικού του βιβλιογραφική
βιβλιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφικού	adj	γενική ενικού του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφικός	adj	σχετικός με τη βιβλιογραφία
βιβλιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιογραφικός
βιβλιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιογραφία
βιβλιογραφούμε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούν	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούνε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσα	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσαμε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσαν	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσανε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσατε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσε	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφούσες	=	βιβλιογραφώ
βιβλιογραφώ	verb	δημιουργώ βιβλιογραφικές καταχωρίσεις δημοσιευμάτων
βιβλιογραφώντας	=	βιβλιογραφώ
βιβλιοδέτει	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδέτης
βιβλιοδέτη	=	βιβλιοδέτης
βιβλιοδέτης	noun	αυτός που ασχολείται με τη βιβλιοδετική
βιβλιοδέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδέτηση	noun	η βιβλιοδεσία
βιβλιοδέτησης	=	βιβλιοδέτηση
βιβλιοδέτρια	=	βιβλιοδέτης
βιβλιοδέτριας	noun	γενική ενικού του βιβλιοδέτρια
βιβλιοδέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδέτρια
βιβλιοδεσία	noun	η τέχνη της συρραφής σελίδων ή τευχών ώστε να αποτελέσουν βιβλίο καθώς και η κατασκευή της ράχης και του εξωφύλλου του
βιβλιοδεσίας	noun	γενική ενικού του βιβλιοδεσία
βιβλιοδεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδεσία
βιβλιοδεσιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοδεσία
βιβλιοδετήθηκα	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετήθηκαν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετήθηκε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετήθηκες	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσαν	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσανε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδέτηση
βιβλιοδετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσεων	=	βιβλιοδέτηση
βιβλιοδετήσου	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετεί	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετείο
βιβλιοδετείο	noun	το εργαστήριο ή ο βιοτεχνικός, βιομηχανικός χώρος όπου γίνονται βιβλιοδεσίες
βιβλιοδετείου	noun	γενική ενικού του βιβλιοδετείο
βιβλιοδετείς	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετείσαι	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετείστε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετείται	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετείτε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετείων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοδετείο
βιβλιοδετηθήκαμε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετηθήκαν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετηθήκανε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετηθήκατε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετηθεί	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετηθείτε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετημένο
βιβλιοδετημένε	verb	κλητική ενικού του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετημένη
βιβλιοδετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετημένης	verb	γενική ενικού του βιβλιοδετημένη
βιβλιοδετημένο	verb	αιτιατική ενικού του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετημένος	verb	που έχει βιβλιοδετηθεί, που έχει δεθεί σε βιβλίο
βιβλιοδετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιβλιοδετημένος
βιβλιοδετικά	noun	τα έξοδα βιβλιοδεσίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετικό
βιβλιοδετικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετική
βιβλιοδετική	noun	η τέχνη της βιβλιοδεσίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετικής	adj	γενική ενικού του βιβλιοδετική
βιβλιοδετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετικού	adj	γενική ενικού του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετικός	adj	σχετικός με τη βιβλιοδεσία και/ή τους βιβλιοδέτες
βιβλιοδετικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιοδετικός
βιβλιοδετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούμασταν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούμαστε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούμε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούμουν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούν	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούνε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούνται	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούνταν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούσα	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσαμε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσαν	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσανε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσασταν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούσαστε	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετούσατε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσε	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσες	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοδετούσουν	=	βιβλιοδετούμαι
βιβλιοδετριών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοδέτρια
βιβλιοδετώ	verb	δένω ένα βιβλίο, συρράπτω τις σελίδες ή τα τεύχη που το αποτελούν και κατασκευάζω τη ράχη και το εξώφυλλό του
βιβλιοδετών	=	βιβλιοδέτης
βιβλιοδετώντας	=	βιβλιοδετώ
βιβλιοθήκες	=	βιβλιοθήκη
βιβλιοθήκη	noun	δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα.
βιβλιοθήκης	=	βιβλιοθήκη
βιβλιοθεραπεία	noun	η ανάγνωση επιλεγμένων βιβλίων για θεραπευτικούς λόγους
βιβλιοθεραπείας	=	βιβλιοθεραπεία
βιβλιοθεραπείες	=	βιβλιοθεραπεία
βιβλιοθεραπειών	=	βιβλιοθεραπεία
βιβλιοθηκάριε	noun	κλητική ενικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκάριο	noun	αιτιατική ενικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκάριος	noun	ο υπεύθυνος μιας βιβλιοθήκης
βιβλιοθηκάριου	noun	γενική ενικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκάριους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκάριων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκαρίου	noun	γενική ενικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκαρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκαρίων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοθηκάριος
βιβλιοθηκονομία	noun	η επιστήμη της ταξινόμησης των βιβλίων και της διαχείρισης βιβλιοθηκών
βιβλιοθηκονομίας	noun	γενική ενικού του βιβλιοθηκονομία
βιβλιοθηκονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοθηκονομία
βιβλιοθηκονομικά	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικέ	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικές	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομική	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικής	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικοί	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικού	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικούς	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικό	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομικός	adj	που σχετίζεται με τον βιβλιοθηκονόμο ή τη βιβλιοθηκονομία
βιβλιοθηκονομικών	=	βιβλιοθηκονομικός
βιβλιοθηκονομιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοθηκονομία
βιβλιοθηκονόμε	noun	κλητική ενικού του βιβλιοθηκονόμος
βιβλιοθηκονόμο	noun	αιτιατική ενικού του βιβλιοθηκονόμος
βιβλιοθηκονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοθηκονόμος
βιβλιοθηκονόμος	noun	αυτός/αυτή που έχει σπουδάσει βιβλιοθηκονομία και διαχειρίζεται βιβλιοθήκες
βιβλιοθηκονόμου	noun	γενική ενικού του βιβλιοθηκονόμος
βιβλιοθηκονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοθηκονόμος
βιβλιοθηκονόμων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοθηκονόμος
βιβλιοθηκών	=	βιβλιοθήκη
βιβλιοκάπηλε	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκάπηλο	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκάπηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκάπηλος	noun	έμπορος βιβλίων (ειδικά άσεμνου ή επιλήψιμου περιεχομένου)
βιβλιοκάπηλου	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκάπηλους	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκάπηλων	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκαπήλου	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκαπήλους	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκαπήλων	=	βιβλιοκάπηλος
βιβλιοκαπηλία	noun	η έκνομη ανατύπωση και το εμπόριο βιβλίων
βιβλιοκαπηλίας	noun	γενική ενικού του βιβλιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλεία	noun	άλλη γραφή του βιβλιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλείας	=	βιβλιοκαπηλεία
βιβλιοκαπηλείες	=	βιβλιοκαπηλεία
βιβλιοκαπηλειών	=	βιβλιοκαπηλεία
βιβλιοκαπηλιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοκαπηλία
βιβλιοκαφέ	noun	χώρος που συνδυάζει λειτουργίες βιβλιοπωλείου και καφετέριας, προσφέροντας ταυτόχρονα αγορά ή ανάγνωση βιβλίων με τη δυνατότητα καφέ και μικρών εκδηλώσεων πολιτιστικού χαρακτήρα
βιβλιοκλοπές	=	βιβλιοκλοπή
βιβλιοκλοπή	noun	η ενέργεια ενός βιβλιοκλόπου
βιβλιοκλοπής	=	βιβλιοκλοπή
βιβλιοκλοπών	=	βιβλιοκλοπή
βιβλιοκλόπε	=	βιβλιοκλόπος
βιβλιοκλόπο	=	βιβλιοκλόπος
βιβλιοκλόποι	=	βιβλιοκλόπος
βιβλιοκλόπος	noun	που κλέβει βιβλία
βιβλιοκλόπου	=	βιβλιοκλόπος
βιβλιοκλόπους	=	βιβλιοκλόπος
βιβλιοκλόπων	=	βιβλιοκλόπος
βιβλιοκρισία	noun	η κριτική ενός βιβλίου ή γενικά κάποιου συγγραφικού έργου
βιβλιοκρισίας	noun	γενική ενικού του βιβλιοκρισία
βιβλιοκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοκρισία
βιβλιοκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοκρισία
βιβλιοκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοκριτικό
βιβλιοκριτικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιοκριτικός
βιβλιοκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοκριτική
βιβλιοκριτική	noun	η βιβλιοκρισία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιοκριτικός
βιβλιοκριτικής	adj	γενική ενικού του βιβλιοκριτική
βιβλιοκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοκριτικός
βιβλιοκριτικού	adj	γενική ενικού του βιβλιοκριτικός
βιβλιοκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοκριτικός
βιβλιοκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιοκριτικός
βιβλιοκριτικός	adj	σχετικός με τη βιβλιοκρισία
βιβλιοκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιοκριτικός
βιβλιολάτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιολάτρης
βιβλιολάτρη	=	βιβλιολάτρης
βιβλιολάτρης	noun	αυτός που αγαπά πολύ την ανάγνωση βιβλίων
βιβλιολάτρισσα	=	βιβλιολάτρης
βιβλιολάτρισσας	noun	γενική ενικού του βιβλιολάτρισσα
βιβλιολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιολάτρισσα
βιβλιολατρία	noun|rare	η βιβλιοφιλία
βιβλιολατρίας	noun	γενική ενικού του βιβλιολατρία
βιβλιολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιολατρία
βιβλιολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιολάτρισσα
βιβλιολατριών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιολατρία
βιβλιολατρών	=	βιβλιολάτρης
βιβλιολογία	noun	η μελέτη διαφόρων θεμάτων σχετικών με το βιβλίο (π.χ. τυπογραφία, τυπογραφικά εμβλήματα κ.λπ.)
βιβλιολογίας	noun	γενική ενικού του βιβλιολογία
βιβλιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιολογία
βιβλιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιολογία
βιβλιομανές	=	βιβλιομανής
βιβλιομανή	=	βιβλιομανής
βιβλιομανής	adj	που έχει μανία με την ανάγνωση βιβλίων ή που επιδιώκει να έχει στην κατοχή του πολλά (σπάνια ή πολύτιμα) βιβλία
βιβλιομανία	noun	η ιδιότητα του βιβλιομανή, που έχει μανία με την ανάγνωση βιβλίων ή που επιδιώκει να έχει στην κατοχή του πολλά (σπάνια ή πολύτιμα) βιβλία
βιβλιομανίας	noun	γενική ενικού του βιβλιομανία
βιβλιομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιομανία
βιβλιομανείς	=	βιβλιομανής
βιβλιομανιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιομανία
βιβλιομανούς	=	βιβλιομανής
βιβλιομανών	=	βιβλιομανής
βιβλιοπαραγωγές	=	βιβλιοπαραγωγή
βιβλιοπαραγωγή	noun	η συγγραφή και έκδοση βιβλίων
βιβλιοπαραγωγής	=	βιβλιοπαραγωγή
βιβλιοπαραγωγών	=	βιβλιοπαραγωγή
βιβλιοπαρουσίαση	noun	η παρουσίαση στο κοινό (μέσω γραπτού κειμένου ή ειδικής εκδήλωσης) ενός βιβλίου, συνήθως κάποιου που εκδόθηκε πρόσφατα
βιβλιοπαρουσίασης	noun	γενική ενικού του βιβλιοπαρουσίαση
βιβλιοπαρουσιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπαρουσίαση
βιβλιοπαρουσιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοπαρουσίαση
βιβλιοπαρουσιάσεως	noun	γενική ενικού του βιβλιοπαρουσίαση
βιβλιοπροτάσεις	=	βιβλιοπρόταση
βιβλιοπροτάσεων	=	βιβλιοπρόταση
βιβλιοπρόταση	noun	η παρουσίαση και πρόταση για ανάγνωση συγκεκριμένων βιβλίων
βιβλιοπρότασης	=	βιβλιοπρόταση
βιβλιοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπωλείο
βιβλιοπωλείο	noun	κατάστημα που εμπορεύεται βιβλία και πιθανώς είδη χαρτικών / γραφικών
βιβλιοπωλείου	noun	γενική ενικού του βιβλιοπωλείο
βιβλιοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοπωλείο
βιβλιοπωλεῖον	=	βιβλιοπωλείο
βιβλιοπωλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπωλικό
βιβλιοπωλικέ	adj	κλητική ενικού του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπωλική
βιβλιοπωλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικής	adj	γενική ενικού του βιβλιοπωλική
βιβλιοπωλικική	=	βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικικό	=	βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικού	adj	γενική ενικού του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικό	adj	αιτιατική ενικού του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλικός	adj	σχετικός με τους βιβλιοπώλες ή τα βιβιβλιοπωλεία
βιβλιοπωλικών	adj	γενική πληθυντικού του βιβλιοπωλικός
βιβλιοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοπώλισσα
βιβλιοπωλών	=	βιβλιοπώλης
βιβλιοπώλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπώλης
βιβλιοπώλη	=	βιβλιοπώλης
βιβλιοπώληδες	=	βιβλιοπώλης
βιβλιοπώληδων	=	βιβλιοπώλης
βιβλιοπώλης	noun	έμπορος που πουλάει βιβλία, που διατηρεί βιβλιοπωλείο
βιβλιοπώλισσα	noun	η έμπορος που πουλάει βιβλία, αυτή που διατηρεί βιβλιοπωλείο
βιβλιοπώλισσας	noun	γενική ενικού του βιβλιοπώλισσα
βιβλιοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοπώλισσα
βιβλιοσήμου	=	βιβλιόσημο
βιβλιοσήμων	=	βιβλιόσημο
βιβλιοστάτες	=	βιβλιοστάτης
βιβλιοστάτη	=	βιβλιοστάτης
βιβλιοστάτης	noun	είδος στηρίγματος για βιβλία τοποθετημένα όρθια σε ράφια βιβλιοθήκης
βιβλιοστατών	=	βιβλιοστάτης
βιβλιοσυλλέκτες	=	βιβλιοσυλλέκτης
βιβλιοσυλλέκτη	=	βιβλιοσυλλέκτης
βιβλιοσυλλέκτης	noun	ο συλλέκτης σπάνιων βιβλίων
βιβλιοσυλλέκτριας	noun	γενική ενικού του βιβλιοσυλλέκτρια
βιβλιοσυλλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοσυλλέκτρια
βιβλιοσυλλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοσυλλέκτρια
βιβλιοσυλλεκτών	=	βιβλιοσυλλέκτης
βιβλιοτεχνία	noun	η τέχνη της κατασκευής βιβλίων (βιβλιοδεσία, στοιχειοθεσία, εκτύπωση κ.λπ.)
βιβλιοτεχνίας	noun	γενική ενικού του βιβλιοτεχνία
βιβλιοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοτεχνία
βιβλιοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοτεχνία
βιβλιοφάγε	noun	κλητική ενικού του βιβλιοφάγος
βιβλιοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του βιβλιοφάγος
βιβλιοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοφάγος
βιβλιοφάγος	noun|figurative	αυτός που διαβάζει πολλά βιβλία σε μικρό χρόνο, βιβλιομανής
βιβλιοφάγου	noun	γενική ενικού του βιβλιοφάγος
βιβλιοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιοφάγος
βιβλιοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοφάγος
βιβλιοφίλου	noun	γενική ενικού του βιβλιόφιλος
βιβλιοφίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιβλιόφιλος
βιβλιοφίλων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιόφιλος
βιβλιοφαγία	noun	η μανιώδης ανάγνωση βιβλίων
βιβλιοφαγίας	=	βιβλιοφαγία
βιβλιοφαγίες	=	βιβλιοφαγία
βιβλιοφαγιών	=	βιβλιοφαγία
βιβλιοφιλία	noun	η αγάπη για το βιβλίο και την ανάγνωση
βιβλιοφιλίας	noun	γενική ενικού του βιβλιοφιλία
βιβλιοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοφιλία
βιβλιοφιλικά	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικέ	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικές	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλική	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικής	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικοί	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικού	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικούς	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικό	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλικός	adj	που σχετίζεται με τον βιβλιόφιλο ή τη βιβλιοφιλία
βιβλιοφιλικών	=	βιβλιοφιλικός
βιβλιοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοφιλία
βιβλιοφυλάκων	=	βιβλιοφύλακας
βιβλιοφύλακα	=	βιβλιοφύλακας
βιβλιοφύλακας	noun	βιβλιοθηκάριος
βιβλιοφύλακες	=	βιβλιοφύλακας
βιβλιοχαρτοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοχαρτοπωλείο
βιβλιοχαρτοπωλείο	noun	κατάστημα όπου πωλούνται βιβλία, χαρτικά είδη και γραφική ύλη
βιβλιοχαρτοπωλείου	noun	γενική ενικού του βιβλιοχαρτοπωλείο
βιβλιοχαρτοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοχαρτοπωλείο
βιβλιοχαρτοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιοχαρτοπώλισσα
βιβλιοχαρτοπωλών	=	βιβλιοχαρτοπώλης
βιβλιοχαρτοπώλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοχαρτοπώλης
βιβλιοχαρτοπώλη	=	βιβλιοχαρτοπώλης
βιβλιοχαρτοπώλης	noun	αυτός που πουλάει βιβλία και χαρτικά
βιβλιοχαρτοπώλισσας	noun	γενική ενικού του βιβλιοχαρτοπώλισσα
βιβλιοχαρτοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιοχαρτοπώλισσα
βιβλιοψειρών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιόψειρα
βιβλισμέ	noun	κλητική ενικού του βιβλισμός
βιβλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλισμός
βιβλισμού	noun	γενική ενικού του βιβλισμός
βιβλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιβλισμός
βιβλισμό	noun	αιτιατική ενικού του βιβλισμός
βιβλισμός	noun	οι γλωσσικές και λεκτικές ιδιοτυπίες που απαντούν στην Βίβλο
βιβλισμών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλισμός
βιβλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιστής
βιβλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βιβλιστής
βιβλιστής	noun	που μελετάει και ερμηνεύει τη Βίβλο
βιβλιστών	noun	γενική πληθυντικού του βιβλιστής
βιβλιόσημα	=	βιβλιόσημο
βιβλιόσημο	noun	το σήμα που τυπώνεται στο εσώφυλλο βιβλίου και δείχνει τον εκδοτικό οίκο που είναι ιδιοκτήτης του.
βιβλιόσημον	noun	βιβλιόσημο
βιβλιόσημου	=	βιβλιόσημο
βιβλιόσημων	=	βιβλιόσημο
βιβλιόφιλα	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλε	noun	κλητική ενικού του βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλες	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλη	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλης	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλο	noun	αιτιατική ενικού του βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλος	noun	αυτός αγαπά τα βιβλία και την ανάγνωση	adj	που αγαπά τα βιβλία και την ανάγνωση
βιβλιόφιλου	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλους	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόφιλων	=	βιβλιόφιλος
βιβλιόψειρα	noun	έντομο που βρίσκεται μέσα σε βιβλία και τα καταστρέφει
βιβλιόψειρας	noun	γενική ενικού του βιβλιόψειρα
βιβλιόψειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιβλιόψειρα
βιγκανισμέ	=	βιγκανισμός
βιγκανισμοί	=	βιγκανισμός
βιγκανισμού	=	βιγκανισμός
βιγκανισμούς	=	βιγκανισμός
βιγκανισμό	=	βιγκανισμός
βιγκανισμός	noun	αντίληψη για τη ζωή, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αποφεύγεται κάθε είδους σκληρότητα έναντι των ζώων για την απόκτηση τροφής, ρουχισμού ή η εκμετάλλευσή τους από τους ανθρώπους για κάθε ανάλογο σκοπό
βιγκανισμών	=	βιγκανισμός
βιγκανόμετρα	=	βιγκανόμετρο
βιγκανόμετρο	noun	υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά το πόσο βίγκαν είναι κάποιος
βιγκανόμετρου	=	βιγκανόμετρο
βιγκανόμετρων	=	βιγκανόμετρο
βιγλάτορα	=	βιγλάτορας
βιγλάτορας	noun	φρουρός, σκοπός, παρατηρητής
βιγλάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιγλάτορας
βιγλίζαμε	=	βιγλίζω
βιγλίζαν	=	βιγλίζω
βιγλίζανε	=	βιγλίζω
βιγλίζατε	=	βιγλίζω
βιγλίζει	=	βιγλίζω
βιγλίζεις	=	βιγλίζω
βιγλίζετε	=	βιγλίζω
βιγλίζοντας	=	βιγλίζω
βιγλίζουμε	=	βιγλίζω
βιγλίζουν	=	βιγλίζω
βιγλίζουνε	=	βιγλίζω
βιγλίζω	verb	παρατηρώ, εξερευνώ με το βλέμμα
βιγλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσαν	=	βιγλίζω
βιγλίσανε	=	βιγλίζω
βιγλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω
βιγλατόρισσα	noun|literary	θηλυκό του βιγλάτορας
βιγλατόρισσας	noun	γενική ενικού του βιγλατόρισσα
βιγλατόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιγλατόρισσα
βιγλατόρων	=	βιγλάτορας
βιγλών	noun	γενική πληθυντικού του βίγλα
βιγνονία	=	μπιγκόνια
βιγορεξία	noun	η νευρωτική εμμονή για την ανάπτυξη περισσότερης μυϊκής μάζας και τη δημιουργία τέλειου σώματος, η οποία εμφανίζεται συχνότερα στους άνδρες, καθώς οι αισθητικοί κανόνες της αρρενωπότητας δίνουν έμφαση στη μυϊκή μάζα έναντι άλλων πτυχών
βιγορεξίας	=	βιγορεξία
βιγορεξίες	=	βιγορεξία
βιγορεξιών	=	βιγορεξία
βιγόνια	noun	άλλη μορφή του μπιγκόνια
βιγόνιας	=	βιγόνια
βιγόνιες	=	βιγόνια
βιδάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιδάνιο
βιδάνιο	noun|slang	το ποσοστό από τα κέρδη χαρτοπαιχτικών παιχνιδιών που παρακρατούνται από κάποιον (τσιρίμπαση, λέσχη, καφενείο κ.λπ.)
βιδάνιου	noun	γενική ενικού του βιδάνιο
βιδάνιων	noun	γενική πληθυντικού του βιδάνιο
βιδέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιδέλο
βιδέλο	noun	το μοσχάρι
βιδέλου	noun	γενική ενικού του βιδέλο
βιδέλων	noun	γενική πληθυντικού του βιδέλο
βιδερίτες	=	βιδερίτης
βιδερίτη	=	βιδερίτης
βιδερίτης	noun	είδος ορυκτού
βιδεριτών	=	βιδερίτης
βιδολόγε	noun	κλητική ενικού του βιδολόγος
βιδολόγο	noun	αιτιατική ενικού του βιδολόγος
βιδολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιδολόγος
βιδολόγος	noun	ατσάλινο εργαλείο με το οποίο χαράζονται σπειρώματα (βόλτες) στην εξωτερική επιφάνεια σωλήνων, μεταλλικών ράβδων κ.ά.
βιδολόγου	noun	γενική ενικού του βιδολόγος
βιδολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιδολόγος
βιδολόγων	noun	γενική πληθυντικού του βιδολόγος
βιδρών	noun	γενική πληθυντικού του βίδρα
βιδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδωμάτων	=	βίδωμα
βιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιδωμένο
βιδωμένε	verb	κλητική ενικού του βιδωμένος
βιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιδωμένη
βιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιδωμένος
βιδωμένης	verb	γενική ενικού του βιδωμένη
βιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βιδωμένος
βιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιδωμένος
βιδωμένος	verb	που έχει βιδωθεί
βιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιδωμένος
βιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιδωμένος
βιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιδωμένος
βιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιδωτό	adv	με βίδωμα, βιδώνοντας
βιδωτέ	adj	κλητική ενικού του βιδωτός
βιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιδωτή
βιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιδωτός
βιδωτήρι	noun	εργαλείο με το οποίο βιδώνουμε
βιδωτήρια	=	βιδωτήρι
βιδωτής	adj	γενική ενικού του βιδωτή
βιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιδωτός
βιδωτού	adj	γενική ενικού του βιδωτός
βιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιδωτός
βιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του βιδωτός
βιδωτός	adj	που βιδώνει.
βιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του βιδωτός
βιδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνομαι
βιδώματα	=	βίδωμα
βιδώματος	=	βίδωμα
βιδών	noun	γενική πληθυντικού του βίδα
βιδώναμε	=	βιδώνω
βιδώναν	=	βιδώνω
βιδώνανε	=	βιδώνω
βιδώνατε	=	βιδώνω
βιδώνει	=	βιδώνω
βιδώνεις	=	βιδώνω
βιδώνετε	=	βιδώνω
βιδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βιδώνω
βιδώνοντας	=	βιδώνω
βιδώνουμε	=	βιδώνω
βιδώνουν	=	βιδώνω
βιδώνουνε	=	βιδώνω
βιδώνω	verb	περιστρέφω μια βίδα ώστε να εισχωρήσει σε ειδική θέση ή σε υλικό και να στερεώσει κάτι
βιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσαν	=	βιδώνω
βιδώσανε	=	βιδώνω
βιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιδώνω
βιενέζα	noun	άλλη γραφή του Βιεννέζα
βιενέζας	=	βιενέζα
βιενέζε	=	βιενέζος
βιενέζες	=	βιενέζα
βιενέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιενέζικο
βιενέζικε	adj	κλητική ενικού του βιενέζικος
βιενέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιενέζικη
βιενέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιενέζικος
βιενέζικης	adj	γενική ενικού του βιενέζικη
βιενέζικο	adj	αιτιατική ενικού του βιενέζικος
βιενέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιενέζικος
βιενέζικος	adj	άλλη γραφή του βιεννέζικος
βιενέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιενέζικος
βιενέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιενέζικος
βιενέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιενέζικος
βιενέζο	=	βιενέζος
βιενέζοι	=	βιενέζος
βιενέζος	noun	άλλη γραφή του Βιεννέζος
βιενέζου	=	βιενέζος
βιενέζους	=	βιενέζος
βιενέζων	=	βιενέζος
βιεννέζα	noun	θηλυκό του Βιεννέζος
βιεννέζας	=	βιεννέζα
βιεννέζες	=	βιεννέζα
βιεννέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιεννέζικο
βιεννέζικε	adj	κλητική ενικού του βιεννέζικος
βιεννέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιεννέζικη
βιεννέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιεννέζικος
βιεννέζικης	adj	γενική ενικού του βιεννέζικη
βιεννέζικο	adj	αιτιατική ενικού του βιεννέζικος
βιεννέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιεννέζικος
βιεννέζικος	adj	που έχει σχέση με τη Βιέννη, ανήκει σ’ αυτή, αναφέρεται σ’ αυτή ή κατάγεται απ’ αυτή
βιεννέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιεννέζικος
βιεννέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιεννέζικος
βιεννέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιεννέζικος
βιεννέζος	=	βιεννέζα
βιεννέζων	=	βιεννέζα
βιενουά	adj	επιθετικός χαρακτηρισμός για τρόφιμα ή ροφήματα που παρασκευάζονται σύμφωνα με τη βιεννέζικη παράδοση, συχνά με προσθήκη σαντιγί ή με συγκεκριμένο τρόπο μαγειρέματος
βιετναμέζικα	noun	τα βιετναμικά
βιετναμέζικε	adj	κλητική ενικού του βιετναμέζικος
βιετναμέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιετναμέζικη
βιετναμέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιετναμέζικος
βιετναμέζικης	adj	γενική ενικού του βιετναμέζικη
βιετναμέζικο	adj	αιτιατική ενικού του βιετναμέζικος
βιετναμέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιετναμέζικος
βιετναμέζικος	adj	βιετναμικός
βιετναμέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιετναμέζικος
βιετναμέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιετναμέζικος
βιετναμέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιετναμέζικος
βιετναμικά	noun	η γλώσσα που μιλιέται στο Βιετνάμ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιετναμικό
βιετναμικέ	adj	κλητική ενικού του βιετναμικός
βιετναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιετναμική
βιετναμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιετναμικός
βιετναμικής	adj	γενική ενικού του βιετναμική
βιετναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιετναμικός
βιετναμικού	adj	γενική ενικού του βιετναμικός
βιετναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιετναμικός
βιετναμικό	adj	αιτιατική ενικού του βιετναμικός
βιετναμικός	adj	σχετικός με το Βιετνάμ
βιετναμικών	adj	γενική πληθυντικού του βιετναμικός
βιζέρ	noun	εξάρτημα ή οπτικό όργανο μηχανήματος που επιτρέπει την όραση μέσα από αυτό
βιζαβί	adv	αντίκρυ
βιζιτού	noun|vulgar	η πόρνη (κυριολεκτικά αυτή που κάνει βίζιτες)
βιζιτούδες	=	βιζιτού
βιζιτούδων	=	βιζιτού
βιζιτούς	=	βιζιτού
βιζιτών	noun	γενική πληθυντικού του βίζιτα
βιζόν	noun	σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελίδων (κουνάβια, βίδρες, νυφίτσες κ.λπ.).
βιζών	=	βίζα
βικάριε	=	βικάριος
βικάριο	=	βικάριος
βικάριοι	=	βικάριος
βικάριος	noun	επίτροπος, τοποτηρητής, αρχιεπίσκοπος, αναπληρωτής, αντι- (με την έννοια αναπληρωτής στη θέση κάποιου κι όχι αντίθετος με)
βικάριου	=	βικάριος
βικάριους	=	βικάριος
βικάριων	=	βικάριος
βικαρίου	=	βικάριος
βικαρίους	=	βικάριος
βικαρίων	=	βικάριος
βικαριάτο	noun	έδρα καθολικού αρχιεπισκόπου (αρχιεπισκοπής), έδρα καθολικού αποστολικού τοποτηρητή
βικιεγχείρημα	noun	συλλογικό ψηφιακό έργο που βασίζεται σε λογισμικό τύπου wiki, διαμορφώνεται από ανοιχτή, συνεργατική συνεισφορά χρηστών και συνήθως περιλαμβάνει ελεύθερο περιεχόμενο και κοινές αρχές λειτουργίας
βικιεγχειρήματα	=	βικιεγχείρημα
βικιεγχειρήματος	=	βικιεγχείρημα
βικιεγχειρημάτων	=	βικιεγχείρημα
βικιπαιδίστρια	=	βικιπαιδιστής
βικιπαιδιστές	=	βικιπαιδιστής
βικιπαιδιστή	=	βικιπαιδιστής
βικιπαιδιστής	noun	συνεισφέρων στη Βικιπαίδεια, συντάκτης της Βικιπαίδειας
βικιπαιδιστών	=	βικιπαιδιστής
βικιποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βικιποιημένη
βικιποιημένης	verb	γενική ενικού του βικιποιημένη
βικτοριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βικτοριανό
βικτοριανέ	adj	κλητική ενικού του βικτοριανός
βικτοριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βικτοριανή
βικτοριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βικτοριανός
βικτοριανής	adj	γενική ενικού του βικτοριανή
βικτοριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βικτοριανός
βικτοριανού	adj	γενική ενικού του βικτοριανός
βικτοριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βικτοριανός
βικτοριανό	adj	αιτιατική ενικού του βικτοριανός
βικτοριανός	adj	που αναφέρεται στην εποχή διακυβέρνησης της Αγγλίας από τη βασίλισσα Βικτόρια
βικτοριανών	adj	γενική πληθυντικού του βικτοριανός
βικτωριανά	=	βικτωριανός
βικτωριανέ	=	βικτωριανός
βικτωριανές	=	βικτωριανός
βικτωριανή	=	βικτωριανός
βικτωριανής	=	βικτωριανός
βικτωριανοί	=	βικτωριανός
βικτωριανού	=	βικτωριανός
βικτωριανούς	=	βικτωριανός
βικτωριανό	=	βικτωριανός
βικτωριανός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην περίοδο της βασιλείας της βασίλισσας Βικτωρίας (1837–1901)
βικτωριανών	=	βικτωριανός
βιλάνος	noun|obsolete	φτωχός χωριάτης, αγρότης, σε ορισμένες περιόδους ή περιοχές αγρότης που έγινε δουλοπάροικος (κολίγος) έχοντας χάσει τα χτήματά του
βιλάρα	noun	μεγάλη, εντυπωσιακή και πανάκριβη βίλα
βιλάρας	noun	γενική ενικού του βιλάρα
βιλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιλάρα
βιλίτσα	noun	υποκοριστικό του βίλα
βιλίτσας	noun	γενική ενικού του βιλίτσα
βιλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιλίτσα
βιλαέτι	noun	διοικητική περιφέρεια υπό τη διοίκηση του βαλή, το βαλελίκι
βιλαέτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιλαέτι
βιλαέτιο	noun	το βιλαέτι
βιλαέτιον	=	βιλαέτι
βιλαέτιου	=	βιλαέτιο
βιλαετίου	=	βιλαέτιο
βιλαετίων	=	βιλαέτιο
βιλαετιού	=	βιλαέτι
βιλαετιών	=	βιλαέτι
βιλλαρά	=	βιλλαράς
βιλλαράδες	=	βιλλαράς
βιλλαράδων	=	βιλλαράς
βιλλαράς	noun	ψωλαράς
βιλών	noun	γενική πληθυντικού του βίλα
βιμπράτο	noun	η ελαφρά διακύμανση ενός ήχου ή ενός μουσικού φθόγγου, που προκαλεί την αίσθηση ενός παλλόμενου ήχου ή μουσικού φθόγγου, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητά του.
βιμπράφωνα	=	βιμπράφωνο
βιμπράφωνο	noun	κρουστό μουσικό όργανο που μοιάζει με μεταλλόφωνο, αλλά κάθε πλάκα που παράγει ήχο συνδέεται με ειδικό αντηχείο, που δίνει στον ήχο ένα χαρακτηριστικό βιμπράτο· παίζεται με μπαγκέτες
βιμπράφωνου	=	βιμπράφωνο
βιμπράφωνων	=	βιμπράφωνο
βιμπραφωνίστα	=	βιμπραφωνίστας
βιμπραφωνίστας	noun	οργανοπαίκτης που παίζει βιμπράφωνο
βιμπραφωνίστες	=	βιμπραφωνίστας
βιμπραφωνιστών	=	βιμπραφωνίστας
βιμπραφόν	noun	το βιμπράφωνο με γαλλική προφορά
βιμπραφώνου	=	βιμπράφωνο
βιμπραφώνων	=	βιμπράφωνο
βινίλ	noun	άλλη μορφή του βινύλ
βινεγκρέτ	noun	δροσερή σάλτσα από λάδι, ξίδι και αλάτι, συχνά με αρωματικά χόρτα, που προστίθεται σε σαλάτες
βινιέτα	noun	σχεδίασμα που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στην αρχή ή στο τέλος κεφαλαίων βιβλίων ή ως πλαίσιο των σελίδων
βινιέτας	noun	γενική ενικού του βινιέτα
βινιέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βινιέτα
βινιετάρισμα	noun	μείωση της φωτεινότητας (σκοτείνιασμα) και του κορεσμού χρωμάτων στην περιφέρεια της φωτογραφίας σε σύγκριση με την εικόνα με το κέντρο.
βινιετών	noun	γενική πληθυντικού του βινιέτα
βιντάζ	adj	άλλη μορφή του βίντατζ
βιντεάκι	noun	υποκοριστικό του βίντεο
βιντεάκια	=	βιντεάκι
βιντεάρα	noun	σπουδαίο βίντεο
βιντεάρας	=	βιντεάρα
βιντεάρες	=	βιντεάρα
βιντεακιού	=	βιντεάκι
βιντεακιών	=	βιντεάκι
βιντεογράφε	=	βιντεογράφος
βιντεογράφει	=	βιντεογραφώ
βιντεογράφησα	=	βιντεογραφώ
βιντεογράφησαν	=	βιντεογραφώ
βιντεογράφησε	=	βιντεογραφώ
βιντεογράφησες	=	βιντεογραφώ
βιντεογράφηση	noun	η εγγραφή βίντεο σε κάποιο κατάλληλο μέσο
βιντεογράφησης	=	βιντεογράφηση
βιντεογράφο	=	βιντεογράφος
βιντεογράφοι	=	βιντεογράφος
βιντεογράφος	noun	ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη και δημιουργία βίντεο
βιντεογράφου	=	βιντεογράφος
βιντεογράφους	=	βιντεογράφος
βιντεογράφων	=	βιντεογράφος
βιντεογραφήσαμε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφήσαν	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφήσανε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφήσατε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφήσει	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφήσεις	=	βιντεογράφηση
βιντεογραφήσεων	=	βιντεογράφηση
βιντεογραφήστε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφία	noun	λίστα με ταινίες, ντοκιμαντέρ κ.λπ., καμωμένη με διάφορα κριτήρια
βιντεογραφίας	=	βιντεογραφία
βιντεογραφίες	=	βιντεογραφία
βιντεογραφεί	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφείς	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφείτε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφιών	=	βιντεογραφία
βιντεογραφούμε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούν	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούνε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσα	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσαμε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσαν	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσανε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσατε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσε	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφούσες	=	βιντεογραφώ
βιντεογραφώ	verb	αποτυπώνω γεγονός ή εικόνες με τη χρήση βιντεοκάμερας ή άλλου μέσου λήψης κινούμενης εικόνας
βιντεογραφώντας	=	βιντεογραφώ
βιντεοδίσκε	=	βιντεοδίσκος
βιντεοδίσκο	=	βιντεοδίσκος
βιντεοδίσκοι	=	βιντεοδίσκος
βιντεοδίσκος	noun	οπτικός δίσκος στον οποίο έχουν εγγραφεί δεδομένα βίντεο τα οποία μπορούν να αναπαραχθούν από συγκεκριμένες συσκευές
βιντεοδίσκου	=	βιντεοδίσκος
βιντεοδίσκους	=	βιντεοδίσκος
βιντεοδίσκων	=	βιντεοδίσκος
βιντεοδιαφήμιση	noun	διαφήμιση που χρησιμοποιεί ως βασικό μέσο το βίντεο / την προβολή βίντεο
βιντεοδιαφήμισης	noun	γενική ενικού του βιντεοδιαφήμιση
βιντεοδιαφημίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοδιαφήμιση
βιντεοδιαφημίσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοδιαφήμιση
βιντεοδιαφημίσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιντεοδιαφήμιση
βιντεοεγγραφές	=	βιντεοεγγραφή
βιντεοεγγραφή	noun	η εγγραφή βίντεο σε κάποιο κατάλληλο μέσο
βιντεοεγγραφής	=	βιντεοεγγραφή
βιντεοεγγραφών	=	βιντεοεγγραφή
βιντεοεγκατάσταση	noun	καλλιτεχνικό έργο που συνδυάζει προβολές βίντεο με τον χώρο της παρουσίασης, διαμορφώνοντας μια πολυδιάστατη εμπειρία για τον θεατή
βιντεοεγκατάστασης	=	βιντεοεγκατάσταση
βιντεοεγκαταστάσεις	=	βιντεοεγκατάσταση
βιντεοεγκαταστάσεων	=	βιντεοεγκατάσταση
βιντεοενδοσκοπίου	=	βιντεοενδοσκόπιο
βιντεοενδοσκοπίων	=	βιντεοενδοσκόπιο
βιντεοενδοσκόπια	=	βιντεοενδοσκόπιο
βιντεοενδοσκόπιο	noun	ενδοσκόπιο που καταγράφει βίντεο
βιντεοενδοσκόπιου	=	βιντεοενδοσκόπιο
βιντεοενδοσκόπιων	=	βιντεοενδοσκόπιο
βιντεοεφημερίδα	noun	ηλεκτρονική εφημερίδα που παρουσιάζει τα θέματά της (κυρίως) με βίντεο
βιντεοεφημερίδας	=	βιντεοεφημερίδα
βιντεοεφημερίδες	=	βιντεοεφημερίδα
βιντεοεφημερίδων	=	βιντεοεφημερίδα
βιντεοθήκες	=	βιντεοθήκη
βιντεοθήκη	noun	συλλογή με βιντεοκασέτες ή (κατ’ επέκταση) αρχείο με βιντεοκασέτες καθώς και το σχετικό έπιπλο ή ντουλάπι όπου φυλάσσονται
βιντεοθήκης	=	βιντεοθήκη
βιντεοθηκών	=	βιντεοθήκη
βιντεοκάμερα	noun	κάμερα λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων και ήχου, σε αναλογικό και ψηφιακό βίντεο
βιντεοκάμερας	noun	γενική ενικού του βιντεοκάμερα
βιντεοκάμερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοκάμερα
βιντεοκαμερών	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοκάμερα
βιντεοκασέτα	noun|dated	κασέτα με μαγνητική ταινία στην οποία μπορεί να αποθηκευτεί οπτικοακουστικό υλικό (βίντεο)
βιντεοκασέτας	noun	γενική ενικού του βιντεοκασέτα
βιντεοκασέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοκασέτα
βιντεοκασετών	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοκασέτα
βιντεοκλάμπ	noun|dated	κατάστημα από το οποίο νοικιάζουμε ή αγοράζουμε βιντεοκασέτες
βιντεοκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοκλήση
βιντεοκλήσεων	=	βιντεοκλήση
βιντεοκλήση	noun	μορφή τηλεπικοινωνίας που επιτρέπει την ταυτόχρονη μετάδοση ήχου και βίντεο μεταξύ δύο ή περισσότερων χρηστών σε πραγματικό χρόνο, χρησιμοποιώντας κατάλληλες συσκευές (π.χ. κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές) και δίκτυα επικοινωνίας (π.χ. διαδίκτυο)
βιντεοκλήσης	=	βιντεοκλήση
βιντεολέσχες	=	βιντεολέσχη
βιντεολέσχη	noun|dated	κατάστημα όπου μπορούσες να γίνεις μέλος και να νοικιάσεις ή να αγοράσεις ταινίες σε μορφή βιντεοκασετών (VHS)
βιντεολέσχης	=	βιντεολέσχη
βιντεολήπτες	=	βιντεολήπτης
βιντεολήπτη	=	βιντεολήπτης
βιντεολήπτης	noun	αυτός που κινηματογραφεί και καταγράφει βίντεο (επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά)
βιντεολήπτρια	noun	θηλυκό του βιντεολήπτης
βιντεολήπτριας	=	βιντεολήπτρια
βιντεολήπτριες	=	βιντεολήπτρια
βιντεολεσχών	=	βιντεολέσχη
βιντεοληπτικά	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικέ	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικές	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτική	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικής	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικοί	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικού	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικούς	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικό	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτικός	adj	που έχει σχέση με τη βιντεοληψία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βιντεοληπτικών	=	βιντεοληπτικός
βιντεοληπτριών	=	βιντεολήπτρια
βιντεοληπτών	=	βιντεολήπτης
βιντεοληψία	noun	η λήψη βίντεο
βιντεοληψίας	=	βιντεοληψία
βιντεοληψίες	=	βιντεοληψία
βιντεοληψιών	=	βιντεοληψία
βιντεολότο	noun	άλλη γραφή του βιντεολόττο
βιντεολόττο	noun	ηλεκτρονικό τυχερό παιχνίδι σε μηχανήματα με οθόνη, όπου η έκβαση βασίζεται σε τυχαία επιλογή συμβόλων
βιντεομήνυμα	noun	σύντομο οπτικοακουστικό μήνυμα που καταγράφεται σε βίντεο και αποστέλλεται ηλεκτρονικά για προσωπική ή επαγγελματική επικοινωνία
βιντεομανές	=	βιντεομανής
βιντεομανή	=	βιντεομανής
βιντεομανής	adj	που παρακολουθεί φανατικά βιντεοταινίες
βιντεομανείς	=	βιντεομανής
βιντεομανούς	=	βιντεομανής
βιντεομανών	=	βιντεομανής
βιντεομηνυμάτων	=	βιντεομήνυμα
βιντεομηνύματα	=	βιντεομήνυμα
βιντεομηνύματος	=	βιντεομήνυμα
βιντεοοθονών	=	βιντεοοθόνη
βιντεοοθόνες	=	βιντεοοθόνη
βιντεοοθόνη	noun	ηλεκτρονική εγκατάσταση από συνδυασμένες οθόνες που λειτουργούν ως ενιαία μεγάλη επιφάνεια προβολής εικόνας —και συχνά ήχου— για χρήση σε δημόσιους χώρους ή εκδηλώσεις
βιντεοοθόνης	=	βιντεοοθόνη
βιντεοπαιχνίδι	noun	παιχνίδι που παίζεται με τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών
βιντεοπαιχνίδια	=	βιντεοπαιχνίδι
βιντεοπαιχνιδιού	=	βιντεοπαιχνίδι
βιντεοπαιχνιδιών	=	βιντεοπαιχνίδι
βιντεοπειρατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοπειρατής
βιντεοπειρατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βιντεοπειρατής
βιντεοπειρατής	noun	πρόσωπο που ασχολείται με τη βιντεοπειρατεία
βιντεοπειρατεία	noun	η παραγωγή και εμπορία παράνομων αντιγράφων ταινιών σε βιντεοκασέτες
βιντεοπειρατείας	noun	γενική ενικού του βιντεοπειρατεία
βιντεοπειρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοπειρατεία
βιντεοπειρατειών	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοπειρατεία
βιντεοπειρατών	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοπειρατής
βιντεοπροβολέα	=	βιντεοπροβολέας
βιντεοπροβολέας	noun	συσκευή που μπορεί να προβάλλει βίντεο σε μια επιφάνεια απέναντί της
βιντεοπροβολές	=	βιντεοπροβολή
βιντεοπροβολέων	=	βιντεοπροβολέας
βιντεοπροβολή	noun	παρουσίαση με προβολή βίντεο
βιντεοπροβολής	=	βιντεοπροβολή
βιντεοπροβολείς	=	βιντεοπροβολέας
βιντεοπροβολών	=	βιντεοπροβολή
βιντεοπροτζέκτορα	=	βιντεοπροτζέκτορας
βιντεοπροτζέκτορας	noun	άλλη μορφή του βιντεοπροβολέας
βιντεοπροτζέκτορες	=	βιντεοπροτζέκτορας
βιντεοπροτζεκτόρων	=	βιντεοπροτζέκτορας
βιντεοσκοπήθηκα	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπήθηκαν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπήθηκε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπήθηκες	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπήσαμε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπήσαν	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπήσανε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπήσατε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπήσει	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκόπηση
βιντεοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοσκόπηση
βιντεοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιντεοσκόπηση
βιντεοσκοπήσου	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπήστε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπίου	=	βιντεοσκόπιο
βιντεοσκοπίων	=	βιντεοσκόπιο
βιντεοσκοπεί	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπείς	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπείσαι	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπείστε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπείται	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπείτε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπηθήκαμε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπηθήκαν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπηθήκανε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπηθήκατε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπηθεί	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπηθείτε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκοπημένο
βιντεοσκοπημένε	verb	κλητική ενικού του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκοπημένη
βιντεοσκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπημένης	verb	γενική ενικού του βιντεοσκοπημένη
βιντεοσκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιντεοσκοπημένος
βιντεοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκοπικό
βιντεοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκοπική
βιντεοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπικής	adj	γενική ενικού του βιντεοσκοπική
βιντεοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπικού	adj	γενική ενικού του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με βιντεοσκόπηση ή αναφέρεται σ' αυτή
βιντεοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του βιντεοσκοπικός
βιντεοσκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούμασταν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούμαστε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούμε	verb	α' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούμουν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούν	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούνε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούνται	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούνταν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούσα	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσαμε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσαν	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσανε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσασταν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούσαστε	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπούσατε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσες	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκοπούσουν	=	βιντεοσκοπούμαι
βιντεοσκοπώ	verb	καταγράφω μια σκηνή (εικόνα και ήχο) σε βίντεο
βιντεοσκοπώντας	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκόπει	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκόπησα	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκόπησαν	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκόπησε	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκόπησες	=	βιντεοσκοπώ
βιντεοσκόπηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βιντεοσκοπώ, η καταγραφή μιας σκηνής (της εικόνας και του ήχου) σε βίντεο
βιντεοσκόπησης	noun	γενική ενικού του βιντεοσκόπηση
βιντεοσκόπια	=	βιντεοσκόπιο
βιντεοσκόπιο	noun	μηχανή με την οποία επιχειρείται βιντεοσκόπηση
βιντεοσκόπιου	=	βιντεοσκόπιο
βιντεοτέξ	noun|dated	σύστημα που μεταδίδει κείμενο με διάφορες πληροφορίες σε τηλεοράσεις ή άλλες ανάλογες συσκευές
βιντεοτέξτ	noun|dated	άλλη γραφή του βιντεοτέξ
βιντεοτέχνες	=	βιντεοτέχνη
βιντεοτέχνη	noun	μορφή εικαστικής δημιουργίας που αξιοποιεί το μέσο τού βίντεο για την παραγωγή και προβολή καλλιτεχνικών έργων, συχνά με έμφαση στην πειραματική χρήση της εικόνας και του ήχου
βιντεοτέχνης	=	βιντεοτέχνη
βιντεοταινία	noun	ταινία (κινηματογραφικό έργο) αποτυπωμένη σε μαγνητικό μέσο (βίντεο VHS)
βιντεοταινίας	noun	γενική ενικού του βιντεοταινία
βιντεοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιντεοταινία
βιντεοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του βιντεοταινία
βιντεοτεχνών	=	βιντεοτέχνη
βιντεοτηλέφωνα	=	βιντεοτηλέφωνο
βιντεοτηλέφωνο	noun	τηλεπικοινωνιακή συσκευή που συνδυάζει ήχο και εικόνα, επιτρέποντας στους συνομιλητές να βλέπουν και να ακούν ο ένας τον άλλον σε πραγματικό χρόνο
βιντεοτηλέφωνου	=	βιντεοτηλέφωνο
βιντεοτηλέφωνων	=	βιντεοτηλέφωνο
βιντεοτηλεφώνου	=	βιντεοτηλέφωνο
βιντεοτηλεφώνων	=	βιντεοτηλέφωνο
βιντζιού	=	βίντζι
βιντζιών	=	βίντζι
βιντς	noun	άλλη μορφή του βίντσι
βιντσιού	=	βίντσι
βιντσιών	=	βίντσι
βινυλίου	=	βινύλιο
βινυλίτης	noun|rare	άλλη μορφή του βινύλιο (ως υλικό για την κατασκευή διαφόρων πραγμάτων)
βινυλίων	=	βινύλιο
βινυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βινυλικό
βινυλικέ	adj	κλητική ενικού του βινυλικός
βινυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βινυλική
βινυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βινυλικός
βινυλικής	adj	γενική ενικού του βινυλική
βινυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βινυλικός
βινυλικού	adj	γενική ενικού του βινυλικός
βινυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βινυλικός
βινυλικό	adj	αιτιατική ενικού του βινυλικός
βινυλικός	adj	που έχει σχέση με το βινύλιο, αναφέρεται σ’ αυτό ή είναι κατασκευασμένος απ’ αυτό
βινυλικών	adj	γενική πληθυντικού του βινυλικός
βινυλοχλωρίδια	=	βινυλοχλωρίδιο
βινυλοχλωρίδιο	noun	το χλωραιθένιο
βινυλοχλωρίδιου	=	βινυλοχλωρίδιο
βινυλοχλωρίδιων	=	βινυλοχλωρίδιο
βινυλοχλωριδίου	=	βινυλοχλωρίδιο
βινυλοχλωριδίων	=	βινυλοχλωρίδιο
βινύλ	noun|rare	άλλη μορφή του βινύλιο
βινύλια	=	βινύλιο
βινύλιο	noun	χημική οργανική ρίζα (−CH=CH₂)
βινύλιου	=	βινύλιο
βινύλιων	=	βινύλιο
βιοαέρια	=	βιοαέριο
βιοαέριο	noun	αέριο καύσιμο το οποίο δημιουργείται αποσύνθεση οργανικής ύλης χωρίς οξυγόνο
βιοαέριου	=	βιοαέριο
βιοαγροδιατροφές	=	βιοαγροδιατροφή
βιοαγροδιατροφή	noun	η διατροφή με βιολογικά αγροτικά προϊόντα
βιοαγροδιατροφής	=	βιοαγροδιατροφή
βιοαγροδιατροφών	=	βιοαγροδιατροφή
βιοαγροκτήματα	=	βιοαγρόκτημα
βιοαγροκτήματος	=	βιοαγρόκτημα
βιοαγροκτημάτων	=	βιοαγρόκτημα
βιοαγρόκτημα	noun	αγροτική εκμετάλλευση που καλλιεργεί και παράγει προϊόντα με μεθόδους βιολογικής γεωργίας, χωρίς χημικές ουσίες και με σεβασμό στο περιβάλλον
βιοαερίου	=	βιοαέριο
βιοαερίων	=	βιοαέριο
βιοαερίωση	noun	η διαδικασία παραγωγής βιοαερίου μέσω αποσύνθεσης της βιομάζας
βιοαερίωσης	=	βιοαερίωση
βιοαεριώσεις	=	βιοαερίωση
βιοαεριώσεων	=	βιοαερίωση
βιοαιθανολών	=	βιοαιθανόλη
βιοαιθανόλες	=	βιοαιθανόλη
βιοαιθανόλη	noun	αιθανόλη (αιθυλική αλκοόλη, C₂H₅OH) που παράγεται με βιολογικό τρόπο (συνήθως με ειδική καλλιέργεια ενεργειακών φυτών) και χρησιμοποιείται ως καύσιμο
βιοαιθανόλης	=	βιοαιθανόλη
βιοαισθητήρα	=	βιοαισθητήρας
βιοαισθητήρας	noun	αισθητήρας στον μεταλλάκτη του οποίου συνδέεται βιολογικό υλικό ή υλικό βιομιμητή
βιοαισθητήρες	=	βιοαισθητήρας
βιοαισθητήρων	=	βιοαισθητήρας
βιοακουστική	noun	διεπιστημονικός τομέας που εξετάζει την παραγωγή, τη μετάδοση και την αντίληψη ήχων από ζώα και ανθρώπους, μελετώντας τόσο τη βιολογική λειτουργία όσο και τις οικολογικές συνέπειες αυτών των ηχητικών σημάτων
βιοακουστικής	=	βιοακουστική
βιοανάδραση	noun	μέθοδος κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του σώματος παρακολουθούνται με ειδικά όργανα και παρουσιάζονται στον ασθενή, ώστε με εξάσκηση να αποκτήσει τη δυνατότητα να τις ρυθμίζει συνειδητά
βιοανάδρασης	=	βιοανάδραση
βιοαναδράσεις	=	βιοανάδραση
βιοαναδράσεων	=	βιοανάδραση
βιοαναλυτικά	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικέ	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικές	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτική	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικής	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικοί	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικού	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικούς	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικό	=	βιοαναλυτικός
βιοαναλυτικός	adj	που αφορά τη μελέτη και τον προσδιορισμό χημικών ουσιών και διεργασιών σε βιολογικά δείγματα με ειδικές αναλυτικές μεθόδους
βιοαναλυτικών	=	βιοαναλυτικός
βιοανατροφοδοτήσεις	=	βιοανατροφοδότηση
βιοανατροφοδοτήσεων	=	βιοανατροφοδότηση
βιοανατροφοδότηση	noun	η βιοανάδραση
βιοανατροφοδότησης	=	βιοανατροφοδότηση
βιοαντιδραστήρα	=	βιοαντιδραστήρας
βιοαντιδραστήρας	noun	η συσκευή με την οποία προκαλείται χημική αντίδραση με τη δράση ενός βιολογικού καταλύτη
βιοαντιδραστήρες	=	βιοαντιδραστήρας
βιοαντιδραστήρων	=	βιοαντιδραστήρας
βιοαπειλές	=	βιοαπειλή
βιοαπειλή	noun	απειλή για την υγεία ή την ασφάλεια που προέρχεται από βιολογικό παράγοντα (μικρόβιο, ιό, παράσιτο) και μπορεί να είναι φυσική, όπως η εξάπλωση μιας επιδημίας, ή τεχνητή, όπως η χρήση βιολογικών όπλων
βιοαπειλής	=	βιοαπειλή
βιοαπειλών	=	βιοαπειλή
βιοαποβλήτου	=	βιοαπόβλητο
βιοαποβλήτων	=	βιοαπόβλητο
βιοαποδομήσεις	=	βιοαποδόμηση
βιοαποδομήσεων	=	βιοαποδόμηση
βιοαποδομήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοαποδομήσιμο
βιοαποδομήσιμε	adj	κλητική ενικού του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδομήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοαποδομήσιμη
βιοαποδομήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδομήσιμης	adj	γενική ενικού του βιοαποδομήσιμη
βιοαποδομήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδομήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδομήσιμος	adj	ο βιοδιασπώμενος
βιοαποδομήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδομήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδομήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιοαποδομήσιμος
βιοαποδόμηση	noun	η βιοδιάσπαση
βιοαποδόμησης	=	βιοαποδόμηση
βιοαποικοδομήσεις	=	βιοαποικοδόμηση
βιοαποικοδομήσεων	=	βιοαποικοδόμηση
βιοαποικοδομήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοαποικοδομήσιμο
βιοαποικοδομήσιμε	adj	κλητική ενικού του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοαποικοδομήσιμη
βιοαποικοδομήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομήσιμης	adj	γενική ενικού του βιοαποικοδομήσιμη
βιοαποικοδομήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομήσιμος	adj	που μπορεί να αποικοδομηθεί με βιολογικούς τρόπους
βιοαποικοδομήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιοαποικοδομήσιμος
βιοαποικοδομησιμοτήτων	=	βιοαποικοδομησιμότητα
βιοαποικοδομησιμότητα	noun	η ικανότητα ενός υλικού ή ουσίας να διασπάται φυσικά από μικροοργανισμούς σε απλά, ακίνδυνα συστατικά που ενσωματώνονται ξανά στο περιβάλλον
βιοαποικοδομησιμότητας	=	βιοαποικοδομησιμότητα
βιοαποικοδομησιμότητες	=	βιοαποικοδομησιμότητα
βιοαποικοδόμηση	noun	η βιοδιάσπαση
βιοαποικοδόμησης	=	βιοαποικοδόμηση
βιοαπορρίμματα	noun	τα βιοαπόβλητα
βιοαπορριμμάτων	=	βιοαπορρίμματα
βιοαπορροφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοαπορρόφηση
βιοαπορροφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιοαπορρόφηση
βιοαπορροφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιοαπορρόφηση
βιοαπορρόφηση	noun	η απορρόφηση μιας ουσίας από κάποιον οργανισμό
βιοαπορρόφησης	noun	γενική ενικού του βιοαπορρόφηση
βιοαπόβλητα	noun	οργανικά κατάλοιπα φυτικής ή ζωικής προέλευσης που απορρίπτονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και μπορούν να υποστούν φυσική αποδόμηση
βιοαπόβλητο	noun	απόβλητο που έχει υποστεί ειδική επεξεργασία, ώστε να μπορεί να βιοδιασπαστεί, αποικοδομηθεί ή ανακυκλωθεί
βιοαπόβλητου	=	βιοαπόβλητο
βιοαπόβλητων	=	βιοαπόβλητο
βιοαρχαιολογία	noun	κλάδος της αρχαιολογίας ο οποίος πραγματοποιεί βιολογικές μελέτες σε σκελετούς έμβιων όντων σε αρχαιολογικές ανασκαφές
βιοαρχαιολογίας	=	βιοαρχαιολογία
βιοαρχαιολογίες	=	βιοαρχαιολογία
βιοαρχαιολογιών	=	βιοαρχαιολογία
βιοαστροναυτικές	=	βιοαστροναυτική
βιοαστροναυτική	noun	κλάδος της επιστήμης της αστροναυτικής που μελετά τις συνθήκες διαβίωσης στο διάστημα και στα άλλα ουράνια σώματα (από βιολογικής, ιατρικής και συμπεριφορικής απόψεως)
βιοαστροναυτικής	=	βιοαστροναυτική
βιοαστροναυτικών	=	βιοαστροναυτική
βιοαστρονομία	noun	διεπιστημονικός κλάδος που εξετάζει το θέμα ύπαρξης ζωής πέρα από τον πλανήτη γη
βιοαστρονομίας	noun	γενική ενικού του βιοαστρονομία
βιοαστρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοαστρονομία
βιοαστρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοαστρονομία
βιοαστροχημεία	noun	πλήρη πειραματικά και θεωρητικά μοντέλα όλης τις ιστορίας της ζωής
βιοαστροχημείας	=	βιοαστροχημεία
βιοαστροχημείες	=	βιοαστροχημεία
βιοαστροχημειών	=	βιοαστροχημεία
βιοασφάλεια	noun	προστασία των οικοσυστημάτων και του ανθρώπου από ενδεχόμενη βλάβη από βιολογικούς παράγοντες, όπως μολυσματικά μικρόβια ή τροποποιημένα γονίδια
βιοασφάλειας	=	βιοασφάλεια
βιοασφάλειες	=	βιοασφάλεια
βιοασφαλειών	=	βιοασφάλεια
βιογένεση	noun	η δημιουργία νέων ζωντανών οργανισμών από προϋπάρχουσα ζωή
βιογένεσης	noun	γενική ενικού του βιογένεση
βιογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογένεση
βιογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιογένεση
βιογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιογένεση
βιογενετικά	=	βιογενετικός
βιογενετικέ	=	βιογενετικός
βιογενετικές	=	βιογενετική
βιογενετική	noun	οι θεωρίες και οι μελέτες που ασχολούνται με τη γένεση και εξέλιξη της ζωής
βιογενετικής	=	βιογενετική
βιογενετικοί	=	βιογενετικός
βιογενετικού	=	βιογενετικός
βιογενετικούς	=	βιογενετικός
βιογενετικό	=	βιογενετικός
βιογενετικός	adj	που έχει σχέση με τη βιογενετική ή αναφέρεται σʼ αυτή
βιογενετικών	=	βιογενετική
βιογεωγραφία	noun	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την γεωγραφική κατανομή και δυναμική όλων των οργανισμών
βιογεωγραφίας	noun	γενική ενικού του βιογεωγραφία
βιογεωγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογεωγραφία
βιογεωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογεωγραφικό
βιογεωγραφικέ	adj	κλητική ενικού του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογεωγραφική
βιογεωγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφικής	adj	γενική ενικού του βιογεωγραφική
βιογεωγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφικού	adj	γενική ενικού του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφικός	adj	που έχει σχέση με την βιογεωγραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βιογεωγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του βιογεωγραφικός
βιογεωγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του βιογεωγραφία
βιογεωχημικά	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικέ	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικές	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημική	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικής	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικοί	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικού	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικούς	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικό	=	βιογεωχημικός
βιογεωχημικός	adj	που αφορά τις αλληλεπιδράσεις βιολογικών, γεωλογικών και χημικών διεργασιών μέσα σε ένα οικοσύστημα
βιογεωχημικών	=	βιογεωχημικός
βιογλωσσολογία	noun	διεπιστημονικό πεδίο που εξετάζει πώς οι βιολογικοί μηχανισμοί του ανθρώπου θεμελιώνουν, περιορίζουν και διαμορφώνουν την ικανότητα για γλώσσα
βιογλωσσολογίας	=	βιογλωσσολογία
βιογλωσσολογίες	=	βιογλωσσολογία
βιογλωσσολογιών	=	βιογλωσσολογία
βιογλωσσολόγε	=	βιογλωσσολόγος
βιογλωσσολόγο	=	βιογλωσσολόγος
βιογλωσσολόγοι	=	βιογλωσσολόγος
βιογλωσσολόγος	noun	γλωσσολόγος ειδικευμένος στην βιογλωσσολογία
βιογλωσσολόγου	=	βιογλωσσολόγος
βιογλωσσολόγους	=	βιογλωσσολόγος
βιογλωσσολόγων	=	βιογλωσσολόγος
βιογονία	noun	η βιογένεση
βιογονίας	noun	γενική ενικού του βιογονία
βιογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογονία
βιογονιών	noun	γενική πληθυντικού του βιογονία
βιογράφε	noun	κλητική ενικού του βιογράφος
βιογράφει	=	βιογραφώ
βιογράφησα	=	βιογραφώ
βιογράφησαν	=	βιογραφώ
βιογράφησε	=	βιογραφώ
βιογράφησες	=	βιογραφώ
βιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του βιογράφος
βιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιογράφος
βιογράφος	noun	αυτός που γράφει μια βιογραφία
βιογράφου	noun	γενική ενικού του βιογράφος
βιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιογράφος
βιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του βιογράφος
βιογραφήσαμε	=	βιογραφώ
βιογραφήσαν	=	βιογραφώ
βιογραφήσανε	=	βιογραφώ
βιογραφήσατε	=	βιογραφώ
βιογραφήσει	=	βιογραφώ
βιογραφήστε	=	βιογραφώ
βιογραφία	noun	γραπτή αφήγηση της ζωής ενός ανθρώπου
βιογραφίας	noun	γενική ενικού του βιογραφία
βιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογραφία
βιογραφεί	=	βιογραφώ
βιογραφείς	=	βιογραφώ
βιογραφείτε	=	βιογραφώ
βιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογραφικό
βιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του βιογραφικός
βιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιογραφική
βιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιογραφικός
βιογραφικής	adj	γενική ενικού του βιογραφική
βιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιογραφικός
βιογραφικού	adj	γενική ενικού του βιογραφικός
βιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιογραφικός
βιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του βιογραφικός	noun	το βιογραφικό σημείωμα
βιογραφικός	adj	σχετικός με τη βιογραφία
βιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του βιογραφικός
βιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του βιογραφία
βιογραφούμε	=	βιογραφώ
βιογραφούν	=	βιογραφώ
βιογραφούνε	=	βιογραφώ
βιογραφούσα	=	βιογραφώ
βιογραφούσαμε	=	βιογραφώ
βιογραφούσαν	=	βιογραφώ
βιογραφούσανε	=	βιογραφώ
βιογραφούσατε	=	βιογραφώ
βιογραφούσε	=	βιογραφώ
βιογραφούσες	=	βιογραφώ
βιογραφώ	verb	είμαι ή γίνομαι βιογράφος
βιογραφώντας	=	βιογραφώ
βιοδείκτες	=	βιοδείκτης
βιοδείκτη	=	βιοδείκτης
βιοδείκτης	noun	μετρήσιμος δείκτης που εντοπίζει διαταραχές στην φυσιολογική λειτουργία ενός οργανισμού
βιοδεδομένα	noun	δεδομένα βιολογικού υλικού
βιοδεδομένων	=	βιοδεδομένα
βιοδεικτών	=	βιοδείκτης
βιοδηλωτικά	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικέ	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικές	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτική	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικής	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικοί	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικού	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικούς	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικό	=	βιοδηλωτικός
βιοδηλωτικός	adj	που σχετίζεται με ίχνη ή ενδείξεις της παρουσίας ζωντανών οργανισμών
βιοδηλωτικών	=	βιοδηλωτικός
βιοδιάσπα	=	βιοδιασπώ
βιοδιάσπαγε	=	βιοδιασπώ
βιοδιάσπαση	noun	χημική διαδικασία κατά την οποία τα υλικά μεταβολίζονται σε διοξείδιο του άνθρακα (CO2), νερό και βιομάζα με τη βοήθεια μικροοργανισμών, δηλαδή μέσω βιολογικών διεργασιών
βιοδιάσπασης	=	βιοδιάσπαση
βιοδιάσπησα	=	βιοδιασπώ
βιοδιάσπησαν	=	βιοδιασπώ
βιοδιάσπησε	=	βιοδιασπώ
βιοδιάσπησες	=	βιοδιασπώ
βιοδιαθέσιμα	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμε	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμες	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμη	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμης	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμο	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμοι	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμος	adj	που έχει τη δυνατότητα να απορροφηθεί από έναν οργανισμό και να φτάσει στην κυκλοφορία του αίματος ή στο σημείο δράσης του, ώστε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά
βιοδιαθέσιμου	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμους	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθέσιμων	=	βιοδιαθέσιμος
βιοδιαθεσιμοτήτων	=	βιοδιαθεσιμότητα
βιοδιαθεσιμότητα	noun	το κλάσμα της δραστικής ουσίας φαρμάκου που χορηγούμενο φθάνει στο στόχο, εκτός της ενδοφλέβιας έκχυσης
βιοδιαθεσιμότητας	=	βιοδιαθεσιμότητα
βιοδιαθεσιμότητες	=	βιοδιαθεσιμότητα
βιοδιασπά	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάει	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάμε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάν	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάνε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάς	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάσεις	=	βιοδιάσπαση
βιοδιασπάσεων	=	βιοδιάσπαση
βιοδιασπάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδιασπάσιμο
βιοδιασπάσιμε	adj	κλητική ενικού του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδιασπάσιμη
βιοδιασπάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάσιμης	adj	γενική ενικού του βιοδιασπάσιμη
βιοδιασπάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάσιμος	adj	που μπορεί να βιοδιασπαστεί
βιοδιασπάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιοδιασπάσιμος
βιοδιασπάτε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπάω	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπήσαμε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπήσαν	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπήσανε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπήσατε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπήσει	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπήστε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπασιμοτήτων	=	βιοδιασπασιμότητα
βιοδιασπασιμότητα	noun	η ικανότητα ενός υλικού να αποσυντίθεται με βιολογικό τρόπο, ιδίως με την δράση μικροοργανισμών
βιοδιασπασιμότητας	=	βιοδιασπασιμότητα
βιοδιασπασιμότητες	=	βιοδιασπασιμότητα
βιοδιασπούμε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούν	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούνε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσα	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσαμε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσαν	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσανε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσατε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσε	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπούσες	=	βιοδιασπώ
βιοδιασπώ	verb	αποικοδομώ
βιοδιασπώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βιοδιασπώ
βιοδιασπώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδιασπώμενο
βιοδιασπώμενε	verb	κλητική ενικού του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδιασπώμενη
βιοδιασπώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώμενης	verb	γενική ενικού του βιοδιασπώμενη
βιοδιασπώμενο	verb	αιτιατική ενικού του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώμενος	verb	που διασπάται με τη δράση βιολογικών παραγόντων, κυρίως μικροοργανισμών
βιοδιασπώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιοδιασπώμενος
βιοδιασπώντας	=	βιοδιασπώ
βιοδιατήρηση	noun	προσπάθεια διατήρησης ειδών και οικοσυστημάτων
βιοδιατήρησης	noun	γενική ενικού του βιοδιατήρηση
βιοδιατηρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδιατήρηση
βιοδιατηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιοδιατήρηση
βιοδιατηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιοδιατήρηση
βιοδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδραστικό
βιοδραστικέ	adj	κλητική ενικού του βιοδραστικός
βιοδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδραστική
βιοδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοδραστικός
βιοδραστικής	adj	γενική ενικού του βιοδραστική
βιοδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοδραστικός
βιοδραστικού	adj	γενική ενικού του βιοδραστικός
βιοδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοδραστικός
βιοδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοδραστικός
βιοδραστικός	adj	που έχει επίδραση σε ζωντανούς οργανισμούς
βιοδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοδραστικός
βιοδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδυναμικό
βιοδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του βιοδυναμικός
βιοδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοδυναμική
βιοδυναμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοδυναμικός
βιοδυναμικής	adj	γενική ενικού του βιοδυναμική
βιοδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοδυναμικός
βιοδυναμικού	adj	γενική ενικού του βιοδυναμικός
βιοδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοδυναμικός
βιοδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοδυναμικός
βιοδυναμικός	adj	που έχει σχέση με τη βιολογική γεωργία και τις επιδράσεις διαφόρων ορατών και αόρατων δυνάμεων σ’ αυτή, σύμφωνα και με τις απόψεις τού Ρούντολφ Στάινερ
βιοδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοδυναμικός
βιοεκτυπωτές	=	βιοεκτυπωτής
βιοεκτυπωτή	=	βιοεκτυπωτής
βιοεκτυπωτής	noun	εκτυπωτής που εκτυπώνει βιοϋλικό ή κάποια βιολογική δομή
βιοεκτυπωτών	=	βιοεκτυπωτής
βιοεκτυπώσεις	=	βιοεκτύπωση
βιοεκτυπώσεων	=	βιοεκτύπωση
βιοεκτύπωση	noun	δημιουργία ανθρώπινων οργάνων (ή εν γένει οργάνων ζωντανών οργανισμών) με μέθοδο τρισδιάστατης εκτύπωσης, τεχνική της βιοτεχνολογίας
βιοεκτύπωσης	=	βιοεκτύπωση
βιοενέργεια	noun	η ενέργεια που δημιουργείται από βιομάζα
βιοενέργειας	=	βιοενέργεια
βιοενέργειες	=	βιοενέργεια
βιοενεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοενεργό
βιοενεργέ	adj	κλητική ενικού του βιοενεργός
βιοενεργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοενεργή
βιοενεργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοενεργός
βιοενεργής	adj	γενική ενικού του βιοενεργή
βιοενεργειακά	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακέ	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακές	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακή	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακής	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακοί	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακού	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακούς	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακό	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειακός	adj	που σχετίζεται με την αξιοποίηση βιομάζας και άλλων οργανικών πόρων για την παραγωγή ενέργειας
βιοενεργειακών	=	βιοενεργειακός
βιοενεργειών	=	βιοενέργεια
βιοενεργητικές	=	βιοενεργητική
βιοενεργητική	noun	κλάδος της φυσιολογίας που μελετά τις μεταβολές της ενέργειας στους ζωντανούς οργανισμούς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοενεργητικός
βιοενεργητικής	=	βιοενεργητική
βιοενεργητικών	=	βιοενεργητική
βιοενεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοενεργός
βιοενεργού	adj	γενική ενικού του βιοενεργός
βιοενεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοενεργός
βιοενεργό	adj	αιτιατική ενικού του βιοενεργός
βιοενεργός	adj	που έχει επίδραση σε ζωντανούς οργανισμούς
βιοενεργών	adj	γενική πληθυντικού του βιοενεργός
βιοεπαγρυπνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοεπαγρύπνηση
βιοεπαγρυπνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιοεπαγρύπνηση
βιοεπαγρυπνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιοεπαγρύπνηση
βιοεπαγρύπνηση	noun	επαγρύπνηση και μέτρα προφύλαξης για βιολογικούς λόγους
βιοεπαγρύπνησης	noun	γενική ενικού του βιοεπαγρύπνηση
βιοεπιστήμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοεπιστήμη
βιοεπιστήμη	noun	ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της, από τα μόρια και τα κύτταρα έως τα οικοσυστήματα
βιοεπιστήμης	=	βιοεπιστήμη
βιοεπιστήμονα	=	βιοεπιστήμονας
βιοεπιστήμονας	noun	επιστήμονας που ερευνά φαινόμενα της ζωής και των οργανισμών μέσα από έναν κλάδο των βιοεπιστημών, αξιοποιώντας θεωρητικές και εφαρμοσμένες μεθόδους
βιοεπιστήμονες	=	βιοεπιστήμονας
βιοεπιστημόνων	=	βιοεπιστήμονας
βιοεπιστημών	noun	γενική πληθυντικού του βιοεπιστήμη
βιοεπιτήρηση	noun	η επιστήμη της επιτήρησης / παρακολούθησης εμφάνισης ασθενειών
βιοεπιτήρησης	=	βιοεπιτήρηση
βιοεπιτηρήσεις	=	βιοεπιτήρηση
βιοεπιτηρήσεων	=	βιοεπιτήρηση
βιοεργογραφία	noun	βιογραφία εμπλουτισμένη με τα έργα ενός καλλιτέχνη
βιοεργογραφίας	=	βιοεργογραφία
βιοεργογραφίες	=	βιοεργογραφία
βιοεργογραφιών	=	βιοεργογραφία
βιοζωνών	=	βιοζώνη
βιοζώνες	=	βιοζώνη
βιοζώνη	noun	στρωματογραφική ενότητα που οριοθετείται από την παρουσία ή εξάπλωση συγκεκριμένων απολιθωμάτων και χρησιμοποιείται για τη χρονολόγηση και συσχέτιση γεωλογικών στρωμάτων
βιοζώνης	=	βιοζώνη
βιοηθικά	=	βιοηθικός
βιοηθικέ	=	βιοηθικός
βιοηθικές	=	βιοηθική
βιοηθική	noun	κλάδος της ηθικής που μελετά τις επιπτώσεις των νέων ανακαλύψεων της ιατρικής, της γενετικής και της βιολογίας στον άνθρωπο, καθώς επίσης και τον ενδεδειγμένο τρόπο διαχείρισης του γενετικού υλικού
βιοηθικής	=	βιοηθική
βιοηθικοί	=	βιοηθικός
βιοηθικού	=	βιοηθικός
βιοηθικούς	=	βιοηθικός
βιοηθικό	=	βιοηθικός
βιοηθικός	adj	που έχει σχέση με τη βιοηθική ή αναφέρεται σʼ αυτή
βιοηθικών	=	βιοηθική
βιοηλεκτρικά	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικέ	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικές	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρική	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βιοηλεκτρική) του βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικοί	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικού	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικούς	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικό	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρικός	adj	που έχει σχέση με τον βιοηλεκτρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
βιοηλεκτρικών	=	βιοηλεκτρικός
βιοηλεκτρισμέ	=	βιοηλεκτρισμός
βιοηλεκτρισμοί	=	βιοηλεκτρισμός
βιοηλεκτρισμού	=	βιοηλεκτρισμός
βιοηλεκτρισμούς	=	βιοηλεκτρισμός
βιοηλεκτρισμό	=	βιοηλεκτρισμός
βιοηλεκτρισμός	noun	ηλεκτρικά σήματα ή κύκλωμα που δημιουργείται σ' έναν οργανισμό (όπως στους νευρώνες, τους μυς κ.α.)
βιοηλεκτρισμών	=	βιοηλεκτρισμός
βιοθεραπεία	noun	θεραπεία που βασίζεται σε βιολογικές ή ολιστικές προσεγγίσεις
βιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του βιοθεραπεία
βιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοθεραπεία
βιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του βιοθεραπεία
βιοκάρβουνα	=	βιοκάρβουνο
βιοκάρβουνο	noun	είδος άνθρακα που χρησιμοποιείται ως λίπασμα για το χώμα
βιοκάρβουνου	=	βιοκάρβουνο
βιοκάρβουνων	=	βιοκάρβουνο
βιοκίνδυνε	=	βιοκίνδυνος
βιοκίνδυνο	=	βιοκίνδυνος
βιοκίνδυνοι	=	βιοκίνδυνος
βιοκίνδυνος	noun	κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία ή την ασφάλεια ενός ανθρώπου, ζώου ή φυτού λόγω της έκθεσης σε βιολογικούς παράγοντες (μικροοργανισμούς —βακτήρια, ιούς, μύκητες—, τοξίνες κ.λπ.)
βιοκαλλιέργεια	noun	καλλιέργεια τροφίμων που γίνεται μόνο με φυσικά μέσα
βιοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του βιοκαλλιέργεια
βιοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοκαλλιέργεια
βιοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του βιοκαλλιέργεια
βιοκαλλιεργητές	=	βιοκαλλιεργητής
βιοκαλλιεργητή	=	βιοκαλλιεργητής
βιοκαλλιεργητής	noun	ο αγρότης που ασχολείται με βιοκαλλιέργεια
βιοκαλλιεργητών	=	βιοκαλλιεργητής
βιοκατάλυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βιοκαταλύω
βιοκατάλυσης	=	βιοκατάλυση
βιοκαταλυτών	=	βιοκαταλύτης
βιοκαταλύσεις	=	βιοκατάλυση
βιοκαταλύσεων	=	βιοκατάλυση
βιοκαταλύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοκαταλύτης
βιοκαταλύτη	=	βιοκαταλύτης
βιοκαταλύτης	noun	κάθε φυσική ουσία, συνήθως ένζυμο ή παρόμοιο μόριο, που ρυθμίζει και επιταχύνει χημικές αντιδράσεις μέσα στους ζωντανούς οργανισμούς, χωρίς να καταναλώνεται κατά τη διάρκειά τους
βιοκαταλύω	verb	επιδρώ σε μια βιοχημική αντίδραση με τρόπο που να τη διευκολύνω ή να την επιταχύνω, χωρίς να αλλοιώνομαι κατά τη διαδικασία
βιοκαταναλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοκαταναλωτής
βιοκαταναλωτή	=	βιοκαταναλωτής
βιοκαταναλωτής	noun	άτομο που επιλέγει και χρησιμοποιεί προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας ή βιολογικής παραγωγής, συνήθως με γνώμονα την υγεία και το περιβάλλον
βιοκαταναλωτριών	=	βιοκαταναλώτρια
βιοκαταναλωτών	=	βιοκαταναλωτής
βιοκαταναλώτρια	noun	άτομο που επιλέγει και χρησιμοποιεί προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας ή βιολογικής παραγωγής, συνήθως με γνώμονα την υγεία και το περιβάλλον
βιοκαταναλώτριας	=	βιοκαταναλώτρια
βιοκαταναλώτριες	=	βιοκαταναλώτρια
βιοκαυσίμου	=	βιοκαύσιμο
βιοκαυσίμων	=	βιοκαύσιμο
βιοκαύσιμα	=	βιοκαύσιμο
βιοκαύσιμο	noun	καύσιμο που έχει παραχθεί από βιομάζα, π.χ. από την καλλιέργεια ειδικώς τροποποιημένων φυτών
βιοκαύσιμου	=	βιοκαύσιμο
βιοκεντρικά	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικέ	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικές	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρική	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικής	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικοί	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικού	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικούς	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικό	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρικός	adj	που έχει σχέση με τον βιοκεντρισμό ή αναφέρεται σʼ αυτόν
βιοκεντρικών	=	βιοκεντρικός
βιοκεντρισμέ	=	βιοκεντρισμός
βιοκεντρισμοί	=	βιοκεντρισμός
βιοκεντρισμού	=	βιοκεντρισμός
βιοκεντρισμούς	=	βιοκεντρισμός
βιοκεντρισμό	=	βιοκεντρισμός
βιοκεντρισμός	noun	φιλοσοφική και ηθική προσέγγιση που τοποθετεί κάθε μορφή ζωής στο επίκεντρο της ηθικής αξίας, απορρίπτοντας την αποκλειστική υπεροχή του ανθρώπου, καθώς θεωρείται ότι η φύση και όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν εγγενή αξία, ανεξάρτητη από τη χρησιμότητά τους στον άνθρωπο
βιοκεντρισμών	=	βιοκεντρισμός
βιοκινδύνου	=	βιοκίνδυνος
βιοκινδύνους	=	βιοκίνδυνος
βιοκινδύνων	=	βιοκίνδυνος
βιοκινητικά	=	βιοκινητικός
βιοκινητικέ	=	βιοκινητικός
βιοκινητικές	=	βιοκινητική
βιοκινητική	noun	κλάδος που εξετάζει τις μηχανικές και φυσιολογικές αρχές της κίνησης μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς, με στόχο την κατανόηση της ανάπτυξης, της λειτουργίας και της προσαρμογής τους
βιοκινητικής	=	βιοκινητική
βιοκινητικοί	=	βιοκινητικός
βιοκινητικού	=	βιοκινητικός
βιοκινητικούς	=	βιοκινητικός
βιοκινητικό	=	βιοκινητικός
βιοκινητικός	adj	που έχει σχέση με τη βιοκινητική ή αναφέρεται σʼ αυτή
βιοκινητικών	=	βιοκινητική
βιοκλιματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοκλιματικό
βιοκλιματικέ	adj	κλητική ενικού του βιοκλιματικός
βιοκλιματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοκλιματική
βιοκλιματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοκλιματικός
βιοκλιματικής	adj	γενική ενικού του βιοκλιματική
βιοκλιματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοκλιματικός
βιοκλιματικού	adj	γενική ενικού του βιοκλιματικός
βιοκλιματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοκλιματικός
βιοκλιματικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοκλιματικός
βιοκλιματικός	adj	που αποσκοπεί στο καλύτερο δυνατό μικροκλίμα με τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση ενέργειας
βιοκλιματικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοκλιματικός
βιοκλιματολογία	noun	επιστήμη που μελετά την επίδραση του κλίματος στους ζώντες οργανισμούς
βιοκλιματολογίας	noun	γενική ενικού του βιοκλιματολογία
βιοκλιματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοκλιματολογία
βιοκλιματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοκλιματολογία
βιοκλιματολόγε	=	βιοκλιματολόγος
βιοκλιματολόγο	=	βιοκλιματολόγος
βιοκλιματολόγοι	=	βιοκλιματολόγος
βιοκλιματολόγος	noun	επιστήμονας ο οποίος μελετά τη βιοκλιματολογία
βιοκλιματολόγου	=	βιοκλιματολόγος
βιοκλιματολόγους	=	βιοκλιματολόγος
βιοκλιματολόγων	=	βιοκλιματολόγος
βιοκοινοτήτων	=	βιοκοινότητα
βιοκοινότητα	noun	το σύνολο των ζωντανών οργανισμών ενός βιοτόπου
βιοκοινότητας	=	βιοκοινότητα
βιοκοινότητες	=	βιοκοινότητα
βιοκόσμου	=	βιόκοσμος
βιοκόσμους	=	βιόκοσμος
βιοκόσμων	=	βιόκοσμος
βιολάτορα	=	βιολάτορας
βιολάτορας	noun	βιολιστής
βιολάτορες	=	βιολάτορας
βιολέ	noun	το βιολετί χρώμα	adj	βιολετής, βιολετί
βιολέτα	noun	κοινή ονομασία καλλωπιστικών φυτών του γένους Ίον (Viola) της οικογένειας των Ιοειδών καθώς και το άνθος των φυτών αυτών
βιολέτας	noun	γενική ενικού του βιολέτα
βιολέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολέτα
βιολί	noun	έγχορδο μουσικό όργανο με τέσσερις χορδές που παίζεται με δοξάρι.
βιολίστα	noun	θηλυκό του βιολίστας
βιολίστας	noun	μουσικός που ειδικεύεται στο παίξιμο της βιόλας
βιολίστες	=	βιολίστας
βιολίστρια	=	βιολιστής
βιολίστριας	noun	γενική ενικού του βιολίστρια
βιολίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολίστρια
βιολατόρων	=	βιολάτορας
βιολειτουργικά	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικέ	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικές	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργική	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικής	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικοί	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικού	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικούς	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικό	=	βιολειτουργικός
βιολειτουργικός	adj	σχετικός με την βιολειτουργία
βιολειτουργικών	=	βιολειτουργικός
βιολετή	=	βιολετής
βιολετής	adj	που έχει το μοβ χρώμα μιας βιολέτας, μπλε μοβ
βιολετί	adj	το μοβ χρώμα της βιολέτας
βιολετιά	=	βιολετής
βιολετιάς	=	βιολετής
βιολετιές	=	βιολετής
βιολετιοί	=	βιολετής
βιολετιού	=	βιολετής
βιολετιούς	=	βιολετής
βιολετιών	=	βιολετής
βιολετών	noun	γενική πληθυντικού του βιολέτα
βιολιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολί
βιολιού	noun	γενική ενικού του βιολί
βιολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολιστής
βιολιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βιολιστής
βιολιστής	noun	ο μουσικός που παίζει βιολί
βιολιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βιολίστρια
βιολιστών	noun	γενική πληθυντικού του βιολίστας (που παίζει βιόλα)
βιολιτζή	=	βιολιτζής
βιολιτζήδες	=	βιολιτζής
βιολιτζήδων	=	βιολιτζής
βιολιτζής	noun|vulgar	ο βιολιστής
βιολιών	=	βιολί
βιολογία	noun	επιστήμη η οποία ασχολείται με τη μελέτη όλων των ζωντανών οργανισμών
βιολογίας	noun	γενική ενικού του βιολογία
βιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολογία
βιολογικά	noun	τα προϊόντα που έχουν παραχθεί με βιολογικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολογικό
βιολογικέ	adj	κλητική ενικού του βιολογικός
βιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολογική
βιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιολογικός
βιολογικής	adj	γενική ενικού του βιολογική
βιολογικιά	=	βιολογικός
βιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιολογικός
βιολογικού	adj	γενική ενικού του βιολογικός
βιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιολογικός
βιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βιολογικός
βιολογικός	adj	σχετικός με τη βιολογία
βιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βιολογικός
βιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιολογία
βιολολυρών	=	βιολόλυρα
βιολονίστα	=	βιολονίστας
βιολονίστας	noun	o βιολιστής
βιολονίστες	=	βιολονίστας
βιολονίστρια	noun	θηλυκό του βιολονιστής
βιολονίστριας	=	βιολονίστρια
βιολονίστριες	=	βιολονίστρια
βιολονιστριών	=	βιολονίστρια
βιολονιστών	=	βιολονίστας
βιολοντσέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολοντσέλο
βιολοντσέλο	noun	έγχορδο μουσικό όργανο της κατηγορίας του βιολιού, μεγαλύτερο από τη βιόλα και μικρότερο από το κοντραμπάσο
βιολοντσέλου	noun	γενική ενικού του βιολοντσέλο
βιολοντσέλων	noun	γενική πληθυντικού του βιολοντσέλο
βιολοντσελίστα	noun	θηλυκό του βιολοντσελίστας
βιολοντσελίστας	noun	αυτός που παίζει βιολοντσέλο
βιολοντσελίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολοντσελίστας
βιολοντσελίστρια	noun	άλλη μορφή του βιολοντσελίστα, θηλυκό του βιολοντσελίστας
βιολοντσελίστριας	noun	γενική ενικού του βιολοντσελίστρια
βιολοντσελίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιολοντσελίστρια
βιολοντσελιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βιολοντσελίστρια
βιολοντσελιστών	=	βιολοντσελίστας
βιολόγε	noun	κλητική ενικού του βιολόγος
βιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του βιολόγος
βιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιολόγος
βιολόγος	noun	ο επιστήμονας ο οποίος ασχολείται με τη μελέτη της φύσης και των ζωντανών οργανισμών και εξερευνά τους κανόνες που διέπουν τις λειτουργίες τους
βιολόγου	noun	γενική ενικού του βιολόγος
βιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιολόγος
βιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του βιολόγος
βιολόλυρα	noun	παραδοσιακό κρητικό έγχορδο, ενδιάμεσο ανάμεσα στη λύρα και το βιολί, με τέσσερις χορδές και μορφή που θυμίζει μικρό βιολί
βιολόλυρας	=	βιολόλυρα
βιολόλυρες	=	βιολόλυρα
βιολόσχημα	=	βιολόσχημος
βιολόσχημε	=	βιολόσχημος
βιολόσχημες	=	βιολόσχημος
βιολόσχημη	=	βιολόσχημος
βιολόσχημης	=	βιολόσχημος
βιολόσχημο	=	βιολόσχημος
βιολόσχημοι	=	βιολόσχημος
βιολόσχημος	adj	που έχει σχήμα βιολιού
βιολόσχημου	=	βιολόσχημος
βιολόσχημους	=	βιολόσχημος
βιολόσχημων	=	βιολόσχημος
βιολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιόλυση
βιολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιόλυση
βιολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιόλυση
βιομάζα	noun	Με τον όρο βιομάζα αποκαλείται οποιοδήποτε υλικό που παράγεται από ζωντανούς οργανισμούς (όπως είναι το ξύλο και άλλα προϊόντα του δάσους, υπολείμματα καλλιεργειών, κτηνοτροφικά απόβλητα, απόβλητα βιομηχανιών τροφίμων κ.λπ.) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο για παραγωγή ενέργειας.
βιομάζας	noun	γενική ενικού του βιομάζα
βιομάζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομάζα
βιομήχανε	noun	κλητική ενικού του βιομήχανος
βιομήχανο	noun	αιτιατική ενικού του βιομήχανος
βιομήχανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομήχανος
βιομήχανος	noun	ο ιδιοκτήτης βιομηχανίας
βιομήχανου	=	βιομήχανος
βιομήχανους	=	βιομήχανος
βιομήχανων	=	βιομήχανος
βιομαγνητικά	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικέ	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικές	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητική	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικής	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικοί	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικού	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικούς	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικό	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητικός	adj	που αφορά την αλληλεπίδραση των ζωντανών οργανισμών με τα μαγνητικά πεδία και τις επιδράσεις τους στη βιολογική λειτουργία
βιομαγνητικών	=	βιομαγνητικός
βιομαγνητισμέ	=	βιομαγνητισμός
βιομαγνητισμοί	=	βιομαγνητισμός
βιομαγνητισμού	=	βιομαγνητισμός
βιομαγνητισμούς	=	βιομαγνητισμός
βιομαγνητισμό	=	βιομαγνητισμός
βιομαγνητισμός	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο οι ζωντανοί οργανισμοί παράγουν, αισθάνονται ή επηρεάζονται από μαγνητικά πεδία στο πλαίσιο των φυσιολογικών τους λειτουργιών
βιομαγνητισμών	=	βιομαγνητισμός
βιομαζών	noun	γενική πληθυντικού του βιομάζα
βιομαθηματικά	noun	κλάδος των μαθηματικών που αναπτύσσει μοντέλα και μεθόδους για την κατανόηση και πρόβλεψη βιολογικών και ιατρικών φαινομένων
βιομαθηματικών	=	βιομαθηματικά
βιομεθάνια	=	βιομεθάνιο
βιομεθάνιο	noun	μεθάνιο που παράγεται με βιολογικό τρόπο
βιομεθάνιου	=	βιομεθάνιο
βιομεθάνιων	=	βιομεθάνιο
βιομεθανίου	=	βιομεθάνιο
βιομεθανίων	=	βιομεθάνιο
βιομεμβράνες	=	βιομεμβράνη
βιομεμβράνη	noun	το βιοφίλμ
βιομεμβράνης	=	βιομεμβράνη
βιομεμβρανών	=	βιομεμβράνη
βιομετατροπές	=	βιομετατροπή
βιομετατροπή	noun	διαδικασία κατά την οποία μικροοργανισμοί ή βιολογικοί μηχανισμοί μετασχηματίζουν οργανικές ύλες σε νέα, αξιοποιήσιμα προϊόντα ή μορφές ενέργειας
βιομετατροπής	=	βιομετατροπή
βιομετατροπών	=	βιομετατροπή
βιομετεωρολογία	noun	η μελέτη και εξέταση της σχέσης μετεωρολογίας και έμβιων οργανισμών
βιομετεωρολογίας	noun	γενική ενικού του βιομετεωρολογία
βιομετεωρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομετεωρολογία
βιομετεωρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιομετεωρολογία
βιομετρία	noun	η μέτρηση διαφόρων βιολογικών παραμέτρων και χαρακτηριστικών των έμβιων ζωϊκών ειδών και ειδικότερα του ανθρώπου και η στατιστική ανάλυση αυτών
βιομετρίας	noun	γενική ενικού του βιομετρία
βιομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομετρία
βιομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομετρικό
βιομετρικέ	adj	κλητική ενικού του βιομετρικός
βιομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομετρική
βιομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιομετρικός
βιομετρικής	adj	γενική ενικού του βιομετρική
βιομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομετρικός
βιομετρικού	adj	γενική ενικού του βιομετρικός
βιομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιομετρικός
βιομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του βιομετρικός
βιομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη βιομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βιομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του βιομετρικός
βιομετριών	noun	γενική πληθυντικού του βιομετρία
βιομηχάνου	noun	γενική ενικού του βιομήχανος
βιομηχάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιομήχανος
βιομηχάνων	noun	γενική πληθυντικού του βιομήχανος
βιομηχανία	noun	τομέας παραγωγής προϊόντων που γίνεται κυρίως με τη χρήση μηχανών για την κατεργασία ή μεταποίηση πρώτων υλών
βιομηχανίας	noun	γενική ενικού του βιομηχανία
βιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανία
βιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανικό	adv	με βιομηχανικό τρόπο, από μια βιομηχανία
βιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του βιομηχανικός
βιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανική
βιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιομηχανικός
βιομηχανικής	adj	γενική ενικού του βιομηχανική
βιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανικός
βιομηχανικοεργοστασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανικοεργοστασιακό
βιομηχανικοεργοστασιακέ	adj	κλητική ενικού του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικοεργοστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανικοεργοστασιακή
βιομηχανικοεργοστασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικοεργοστασιακής	adj	γενική ενικού του βιομηχανικοεργοστασιακή
βιομηχανικοεργοστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικοεργοστασιακού	adj	γενική ενικού του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικοεργοστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικοεργοστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικοεργοστασιακός	adj	που έχει σχέση με βιομηχανία ή εργοστάσιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
βιομηχανικοεργοστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του βιομηχανικοεργοστασιακός
βιομηχανικού	adj	γενική ενικού του βιομηχανικός
βιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιομηχανικός
βιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του βιομηχανικός
βιομηχανικός	adj	που αναφέρεται στη βιομηχανία ή στο βιομήχανο, ανήκει ή σχετίζεται μαζί τους
βιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του βιομηχανικός
βιομηχανισμέ	noun	κλητική ενικού του βιομηχανισμός
βιομηχανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανισμός
βιομηχανισμού	noun	γενική ενικού του βιομηχανισμός
βιομηχανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιομηχανισμός
βιομηχανισμό	noun	αιτιατική ενικού του βιομηχανισμός
βιομηχανισμός	noun	θεωρία και πρακτική που τοποθετεί τη βιομηχανία σε ανώτερη θέση σε σχέση με άλλους οικονομικούς τομείς
βιομηχανισμών	noun	γενική πληθυντικού του βιομηχανισμός
βιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του βιομηχανία
βιομηχανοποίει	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποίησα	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποίησαν	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποίησε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποίησες	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποίησης	noun	γενική ενικού του βιομηχανοποίηση
βιομηχανοποίησις	noun	η βιομηχανοποίηση
βιομηχανοποιήσαμε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιήσαν	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιήσανε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιήσατε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιήσει	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποίηση
βιομηχανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιομηχανοποίηση
βιομηχανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιομηχανοποίηση
βιομηχανοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποιήσιμο
βιομηχανοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποιήσιμη
βιομηχανοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του βιομηχανοποιήσιμη
βιομηχανοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήσιμος	adj	που μπορεί να βιομηχανοποιηθεί
βιομηχανοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιομηχανοποιήσιμος
βιομηχανοποιήστε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιεί	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιείς	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιείτε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποιημένο
βιομηχανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποιημένη
βιομηχανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιημένης	verb	γενική ενικού του βιομηχανοποιημένη
βιομηχανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιομηχανοποιημένος
βιομηχανοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούμε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούν	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούνε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσα	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσαμε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσαν	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσανε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσατε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσε	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιούσες	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοποιώ	verb	μετατρέπω μια βιοτεχνία (ή γενικότερα παραγωγή βασιζόμενη σε χειρωνακτική εργασία) σε βιομηχανία με την εισαγωγή μηχανών στην παραγωγική διαδικασία
βιομηχανοποιώντας	=	βιομηχανοποιώ
βιομηχανοστάσια	=	βιομηχανοστάσιο
βιομηχανοστάσιο	noun	κτηριακό συγκρότημα που έχει μόνιμα προσαρμοσμένες σημαντικές εγκαταστάσεις για τη λειτουργία βιομηχανίας ή για την παραγωγή, επεξεργασία ή αποθήκευση βιομηχανικών προϊόντων
βιομηχανοστάσιου	=	βιομηχανοστάσιο
βιομηχανοστάσιων	=	βιομηχανοστάσιο
βιομηχανοστασίου	=	βιομηχανοστάσιο
βιομηχανοστασίων	=	βιομηχανοστάσιο
βιομορίου	=	βιομόριο
βιομορίων	=	βιομόριο
βιομοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομοριακό
βιομοριακέ	adj	κλητική ενικού του βιομοριακός
βιομοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομοριακή
βιομοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιομοριακός
βιομοριακής	adj	γενική ενικού του βιομοριακή
βιομοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιομοριακός
βιομοριακού	adj	γενική ενικού του βιομοριακός
βιομοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιομοριακός
βιομοριακό	adj	αιτιατική ενικού του βιομοριακός
βιομοριακός	adj	που σχετίζεται με βιομόριο ή αναφέρεται σ’ αυτό
βιομοριακών	adj	γενική πληθυντικού του βιομοριακός
βιομόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιομόριο
βιομόριο	noun	μόριο, όπως πρωτεΐνη, νουκλεϊκό οξύ, λιπίδιο ή υδατάνθρακας, που υπάρχει φυσιολογικά σε ζωντανούς οργανισμούς και συμμετέχει στις βιολογικές τους λειτουργίες
βιομόριου	=	βιομόριο
βιομόριων	=	βιομόριο
βιονανοτεχνολογία	noun	η βιολογική εφαρμογή της νανοτεχνολογίας
βιονανοτεχνολογίας	=	βιονανοτεχνολογία
βιονανοτεχνολογίες	=	βιονανοτεχνολογία
βιονανοτεχνολογιών	=	βιονανοτεχνολογία
βιονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιονικό
βιονικέ	adj	κλητική ενικού του βιονικός
βιονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιονική
βιονική	noun	τεχνολογικός κλάδος που προσπαθεί να εφαρμόσει αρχές και μεθόδους της βιολογίας σε (ηλεκτρονικές) μηχανές
βιονικής	adj	γενική ενικού του βιονική
βιονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιονικός
βιονικού	adj	γενική ενικού του βιονικός
βιονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιονικός
βιονικό	adj	αιτιατική ενικού του βιονικός
βιονικός	adj	σχετιζόμενος με την βιονική
βιονικών	adj	γενική πληθυντικού του βιονικός
βιονομία	noun	η μελέτη των οργανισμών σε σχέση και με το περιβάλλον στο οποίο ζουν
βιονομίας	noun	γενική ενικού του βιονομία
βιονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιονομία
βιονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιονομικό	adv	από βιονομικής άποψης ή πλευράς
βιονομικέ	adj	κλητική ενικού του βιονομικός
βιονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιονομική
βιονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιονομικός
βιονομικής	adj	γενική ενικού του βιονομική
βιονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιονομικός
βιονομικού	adj	γενική ενικού του βιονομικός
βιονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιονομικός
βιονομικό	adj	αιτιατική ενικού του βιονομικός
βιονομικός	adj	που έχει σχέση με την βιονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βιονομικών	adj	γενική πληθυντικού του βιονομικός
βιονομιών	noun	γενική πληθυντικού του βιονομία
βιοξήρανση	noun	διαδικασία αφαίρεσης της υγρασίας από βιοδιασπώμενα υλικά απορριμάτων, με σκοπό τη μείωση του βάρους τους
βιοξήρανσης	=	βιοξήρανση
βιοξηράνσεις	=	βιοξήρανση
βιοξηράνσεων	=	βιοξήρανση
βιοοικολογία	noun	κλάδος της οικολογίας που εξετάζει τις σχέσεις οργανισμών μεταξύ τους και με το φυσικό τους περιβάλλον, ερμηνεύοντας τα πρότυπα συμβίωσης και προσαρμογής τους
βιοοικολογίας	=	βιοοικολογία
βιοοικολογίες	=	βιοοικολογία
βιοοικολογιών	=	βιοοικολογία
βιοπάλη	noun	ο καθημερινός αγώνας (ιδίως των φτωχών) για την εξασφάλιση των αναγκαίων για την επιβίωση
βιοπάλης	=	βιοπάλη
βιοπαθολογία	noun	ιατρικός κλάδος που μελετά την παθολογία των οργάνων, των όγκων κ.ά.
βιοπαθολογίας	noun	γενική ενικού του βιοπαθολογία
βιοπαθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπαθολογία
βιοπαθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπαθολογικό
βιοπαθολογικέ	adj	κλητική ενικού του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπαθολογική
βιοπαθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογικής	adj	γενική ενικού του βιοπαθολογική
βιοπαθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογικού	adj	γενική ενικού του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογικός	noun	που έχει σχέση με τον βιοπαθολόγο ή τη βιοπαθολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
βιοπαθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοπαθολογικός
βιοπαθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοπαθολογία
βιοπαθολόγε	=	βιοπαθολόγος
βιοπαθολόγο	=	βιοπαθολόγος
βιοπαθολόγοι	=	βιοπαθολόγος
βιοπαθολόγος	noun	ιατρός που έχει ειδικευτεί στην βιοπαθολογία
βιοπαθολόγου	=	βιοπαθολόγος
βιοπαθολόγους	=	βιοπαθολόγος
βιοπαθολόγων	=	βιοπαθολόγος
βιοπαλαίστρια	noun	θηλυκό του βιοπαλαιστής
βιοπαλαίστριας	noun	γενική ενικού του βιοπαλαίστρια
βιοπαλαίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπαλαίστρια
βιοπαλαιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπαλαιστής
βιοπαλαιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βιοπαλαιστής
βιοπαλαιστής	noun	ο άνθρωπος που δουλεύει σκληρά για να βγάλει τα προς το ζην
βιοπαλαιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βιοπαλαίστρια
βιοπαλαιστών	noun	γενική πληθυντικού του βιοπαλαιστής
βιοπαραγωγές	=	βιοπαραγωγή
βιοπαραγωγή	noun	παραγωγή νέων υλικών με τη βοήθεια ζωντανών οργανισμών (κυττάρων)
βιοπαραγωγής	=	βιοπαραγωγή
βιοπαραγωγών	=	βιοπαραγωγή
βιοπειρατεία	noun	η κατοχύρωση από -συνήθως μεγάλες και ισχυρές- φαρμακευτικές εταιρείες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (πατέντας) των φαρμακευτικών ιδιοτήτων ενός φυτού, ώστε να εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος τις ιδιότητες αυτές, χωρίς να επιτρέπουν σε άλλους να τις χρησιμοποιούν και χωρίς να αποδίδουν ποσοστά από τα κέρδη που αποκομίζουν
βιοπειρατείας	noun	γενική ενικού του βιοπειρατεία
βιοπειρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπειρατεία
βιοπειρατειών	noun	γενική πληθυντικού του βιοπειρατεία
βιοπληροφορικές	=	βιοπληροφορική
βιοπληροφορική	noun	διεπιστημονικός τομέας που συνδιάζει νευρικά και ψηφιακά κυκλώματα, βιολογικά και τεχνητά συστήματα
βιοπληροφορικής	=	βιοπληροφορική
βιοπληροφορικών	=	βιοπληροφορική
βιοποικιλοτήτων	=	βιοποικιλότητα
βιοποικιλότητα	noun	η ποικιλία ζωντανών οργανισμών (μικροοργανισμών, φυτών, ζώων) που ανήκουν σε ένα περιβάλλον
βιοποικιλότητας	=	βιοποικιλότητα
βιοποικιλότητες	=	βιοποικιλότητα
βιοπολιτικές	=	βιοπολιτική
βιοπολιτική	noun	η πολιτική για το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα
βιοπολιτικής	=	βιοπολιτική
βιοπολιτικών	=	βιοπολιτική
βιοπολυμερές	noun	μακρομόριο που σχηματίζεται από επαναλαμβανόμενες οργανικές μονάδες και προέρχεται από βιολογικές διεργασίες ή οργανισμούς, όπως οι πρωτεΐνες, τα νουκλεϊκά οξέα και οι πολυσακχαρίτες
βιοπολυμερή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπολυμερές
βιοπολυμερούς	=	βιοπολυμερές
βιοπολυμερών	=	βιοπολυμερές
βιοπορίζεσαι	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίζεστε	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίζεται	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίζομαι	verb	εξασφαλίζω τα απαραίτητα προς το ζην με την προσωπική μου εργασία
βιοπορίζονται	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίζονταν	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίζου	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίσου	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίστηκα	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίστηκαν	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίστηκε	=	βιοπορίζομαι
βιοπορίστηκες	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόμασταν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόμαστε	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόμουν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόμουνα	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόντουσαν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόσασταν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόσαστε	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόσουν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόσουνα	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζόταν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριζότανε	=	βιοπορίζομαι
βιοπορισμέ	noun	κλητική ενικού του βιοπορισμός
βιοπορισμένος	=	βιοπορίζομαι
βιοπορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοπορισμός
βιοπορισμού	noun	γενική ενικού του βιοπορισμός
βιοπορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιοπορισμός
βιοπορισμό	noun	αιτιατική ενικού του βιοπορισμός
βιοπορισμός	noun	η εργασία και η συνακόλουθη εξασφάλιση της επιβίωσης και της ζωής
βιοπορισμών	noun	γενική πληθυντικού του βιοπορισμός
βιοποριστήκαμε	=	βιοπορίζομαι
βιοποριστήκαν	=	βιοπορίζομαι
βιοποριστήκανε	=	βιοπορίζομαι
βιοποριστήκατε	=	βιοπορίζομαι
βιοποριστεί	=	βιοπορίζομαι
βιοποριστείτε	=	βιοπορίζομαι
βιοποριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοποριστικό	adv	για βιοπορισμό
βιοποριστικέ	adj	κλητική ενικού του βιοποριστικός
βιοποριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοποριστική
βιοποριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοποριστικός
βιοποριστικής	adj	γενική ενικού του βιοποριστική
βιοποριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοποριστικός
βιοποριστικού	adj	γενική ενικού του βιοποριστικός
βιοποριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοποριστικός
βιοποριστικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοποριστικός
βιοποριστικός	adj	που έχει σχέση με τον βιοπορισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
βιοποριστικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοποριστικός
βιοποριστικῶς	adv	βιοποριστικά
βιοπραγία	noun	άλλη μορφή του βιαιοπραγία
βιοπραγίας	=	βιοπραγία
βιοπραγίες	=	βιοπραγία
βιοπραγιών	=	βιοπραγία
βιοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπτικό
βιοπτικέ	adj	κλητική ενικού του βιοπτικός
βιοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοπτική
βιοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοπτικός
βιοπτικής	adj	γενική ενικού του βιοπτική
βιοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοπτικός
βιοπτικού	adj	γενική ενικού του βιοπτικός
βιοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοπτικός
βιοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοπτικός
βιοπτικός	adj	που έχει σχέση με την βιοψία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βιοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοπτικός
βιορομποτικές	=	βιορομποτική
βιορομποτική	noun	γνώση ή επιστήμη που αφορά τα βιορομπότ
βιορομποτικής	=	βιορομποτική
βιορομποτικών	=	βιορομποτική
βιορρυθμό	noun	αιτιατική ενικού του βιορρυθμός
βιορυθμέ	noun	κλητική ενικού του βιορυθμός
βιορυθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιορυθμικό
βιορυθμικέ	adj	κλητική ενικού του βιορυθμικός
βιορυθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιορυθμική
βιορυθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιορυθμικός
βιορυθμικής	adj	γενική ενικού του βιορυθμική
βιορυθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιορυθμικός
βιορυθμικού	adj	γενική ενικού του βιορυθμικός
βιορυθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιορυθμικός
βιορυθμικό	adj	αιτιατική ενικού του βιορυθμικός
βιορυθμικός	adj	που έχει σχέση με τον βιορυθμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
βιορυθμικών	adj	γενική πληθυντικού του βιορυθμικός
βιορυθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιορυθμός
βιορυθμού	noun	γενική ενικού του βιορυθμός
βιορυθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιορυθμός
βιορυθμό	noun	αιτιατική ενικού του βιορυθμός, άλλη γραφή του βιορρυθμό
βιορυθμός	noun	κάθε φαινόμενο ή δραστηριότητα ενός οργανισμού που έχει μια περιοδικότητα
βιορυθμών	noun	γενική πληθυντικού του βιορυθμός
βιορύθμου	=	βιόρυθμος
βιορύθμους	=	βιόρυθμος
βιορύθμων	=	βιόρυθμος
βιος	noun|vulgar	η περιουσία ενός ανθρώπου
βιοσοφία	noun	η βιοθεωρία
βιοσοφίας	noun	γενική ενικού του βιοσοφία
βιοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοσοφία
βιοσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοσοφία
βιοσπηλαιολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τα έμβια όντα (χλωρίδα και πανίδα) που κατοικούν σε σπήλαια
βιοσπηλαιολογίας	noun	γενική ενικού του βιοσπηλαιολογία
βιοσπηλαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοσπηλαιολογία
βιοσπηλαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοσπηλαιολογία
βιοσταθεροποίηση	noun	διεργασία κατά την οποία οργανικά υπολείμματα υφίστανται βιολογική αποδόμηση, ώστε να μετατραπούν σε σταθερό και αβλαβές υλικό, συνήθως μέσω κομποστοποίησης
βιοσταθεροποίησης	=	βιοσταθεροποίηση
βιοσταθεροποιήσεις	=	βιοσταθεροποίηση
βιοσταθεροποιήσεων	=	βιοσταθεροποίηση
βιοστατιστικά	=	βιοστατιστικός
βιοστατιστικέ	=	βιοστατιστικός
βιοστατιστικές	=	βιοστατιστική
βιοστατιστική	noun	η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων στην ιατρική ή τη βιολογία
βιοστατιστικής	=	βιοστατιστική
βιοστατιστικοί	=	βιοστατιστικός
βιοστατιστικού	=	βιοστατιστικός
βιοστατιστικούς	=	βιοστατιστικός
βιοστατιστικό	=	βιοστατιστικός
βιοστατιστικός	adj	που έχει σχέση με την βιοστατιστική ή αναφέρεται σʼ αυτή
βιοστατιστικών	=	βιοστατιστική
βιοστρωμάτων	=	βιόστρωμα
βιοστρωματογραφία	noun	υποκατηγορία της στρωματογραφίας που χρησιμοποιεί απολιθώματα για τον καθορισμό, τη συσχέτιση και τη χρονολόγηση των στρωμάτων των πετρωμάτων
βιοστρωματογραφίας	=	βιοστρωματογραφία
βιοστρωματογραφίες	=	βιοστρωματογραφία
βιοστρωματογραφιών	=	βιοστρωματογραφία
βιοστρώματα	=	βιόστρωμα
βιοστρώματος	=	βιόστρωμα
βιοσυμβατά	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατέ	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατές	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατή	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατής	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατοί	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατοτήτων	=	βιοσυμβατότητα
βιοσυμβατού	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατούς	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατό	=	βιοσυμβατός
βιοσυμβατός	adj	που μπορεί να ενσωματωθεί σε ζωντανό οργανισμό χωρίς να προκαλεί τοξική αντίδραση ή απόρριψη από το ανοσοποιητικό του
βιοσυμβατότητα	noun	η ιδιότητα υλικού να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οργανισμό, χωρίς να προκαλεί βλαπτική βιολογική αντίδραση
βιοσυμβατότητας	=	βιοσυμβατότητα
βιοσυμβατότητες	=	βιοσυμβατότητα
βιοσυμβατών	=	βιοσυμβατός
βιοσυνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοσύνθεση
βιοσυνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιοσύνθεση
βιοσυνθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιοσύνθεση
βιοσυνθετικά	adv	με βιοσυνθετικό τρόπο
βιοσυνθετικέ	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικές	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετική	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικής	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικοί	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικού	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικούς	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικό	=	βιοσυνθετικός
βιοσυνθετικός	adj	που σχετίζεται με ή προκύπτει από τη διαδικασία παραγωγής οργανικών μορίων μέσω βιολογικών μηχανισμών
βιοσυνθετικών	=	βιοσυνθετικός
βιοσυσσωρεύσεις	=	βιοσυσσώρευση
βιοσυσσωρεύσεων	=	βιοσυσσώρευση
βιοσυσσωρεύσιμα	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμε	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμες	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμη	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμης	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμο	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμοι	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμος	adj	που έχει σχέση με τη βιοσυσσώρευση ή αναφέρεται σʼ αυτή
βιοσυσσωρεύσιμου	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμους	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύσιμων	=	βιοσυσσωρεύσιμος
βιοσυσσωρεύω	verb	συσσωρεύω σταδιακά στον οργανισμό ζωντανών όντων χημικές ουσίες —συχνά τοξικές— μέσω πρόσληψης από το περιβάλλον ή την τροφή
βιοσυσσώρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βιοσυσσωρεύω
βιοσυσσώρευσης	=	βιοσυσσώρευση
βιοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του βιόσφαιρα
βιοσύνθεση	noun	η δημιουργία οργανικών ενώσεων μέσα σε έναν ζωντανό οργανισμό
βιοσύνθεσης	noun	γενική ενικού του βιοσύνθεση
βιοτές	=	βιοτή
βιοτέχνες	=	βιοτέχνης
βιοτέχνη	=	βιοτέχνης
βιοτέχνης	noun	ιδιοκτήτης βιοτεχνίας, ασχολούμενος με τη βιοτεχνία
βιοτέχνιδα	=	βιοτέχνης
βιοτέχνισσα	=	βιοτέχνης
βιοτή	noun|literary	η ζωή, ο βίος
βιοτής	=	βιοτή
βιοτίνες	=	βιοτίνη
βιοτίνη	noun	υδατοδιαλυτή βιταμίνη του συμπλέγματος Β, που λειτουργεί ως συνένζυμο σε αντιδράσεις μεταβολισμού, ιδιαίτερα λιπαρών οξέων και αμινοξέων
βιοτίνης	=	βιοτίνη
βιοτεχνία	noun	παραγωγικός κλάδος του δευτερογενούς τομέα
βιοτεχνίας	noun	γενική ενικού του βιοτεχνία
βιοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνία
βιοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνικό
βιοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του βιοτεχνικός
βιοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνική
βιοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοτεχνικός
βιοτεχνικής	adj	γενική ενικού του βιοτεχνική
βιοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνικός
βιοτεχνικού	adj	γενική ενικού του βιοτεχνικός
βιοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοτεχνικός
βιοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοτεχνικός
βιοτεχνικός	adj	σχετικός με τους βιοτέχνες και τη βιοτεχνία
βιοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοτεχνικός
βιοτεχνικῶς	adv	βιοτεχνικά
βιοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοτεχνία
βιοτεχνολογία	noun	η χρήση ζωντανών οργανισμών (κυρίως μικροοργανισμών) σε βιομηχανικές, γεωργικές, ιατρικές και άλλες τεχνολογικές εφαρμογές
βιοτεχνολογίας	noun	γενική ενικού του βιοτεχνολογία
βιοτεχνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνολογία
βιοτεχνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνολογικό	adv	όσον αφορά τη βιοτεχνολογία
βιοτεχνολογικέ	adj	κλητική ενικού του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνολογική
βιοτεχνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογικής	adj	γενική ενικού του βιοτεχνολογική
βιοτεχνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογικού	adj	γενική ενικού του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογικός	adj	ο σχετικός με τη βιοτεχνολογία
βιοτεχνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοτεχνολογικός
βιοτεχνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοτεχνολογία
βιοτεχνολόγε	=	βιοτεχνολόγος
βιοτεχνολόγο	=	βιοτεχνολόγος
βιοτεχνολόγοι	=	βιοτεχνολόγος
βιοτεχνολόγος	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με τη βιοτεχνολογία
βιοτεχνολόγου	=	βιοτεχνολόγος
βιοτεχνολόγους	=	βιοτεχνολόγος
βιοτεχνολόγων	=	βιοτεχνολόγος
βιοτεχνών	=	βιοτέχνης
βιοτικά	noun	τα σχετικά με τον βίο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτικό
βιοτικέ	adj	κλητική ενικού του βιοτικός
βιοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτική
βιοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοτικός
βιοτικής	adj	γενική ενικού του βιοτική
βιοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοτικός
βιοτικού	adj	γενική ενικού του βιοτικός
βιοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοτικός
βιοτικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοτικός
βιοτικός	adj	ο σχετικός με το βίο, με τον τρόπο ζωής
βιοτικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοτικός
βιοτινών	=	βιοτίνη
βιοτοξίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτοξίνη
βιοτοξίνη	noun	φυσική τοξική ουσία που παράγεται από ζωντανούς μικροοργανισμούς ή άλλα βιολογικά συστήματα και μπορεί, όταν εισέλθει στον ανθρώπινο ή ζωικό οργανισμό μέσω τροφής, νερού ή επαφής, να προκαλέσει δηλητηρίαση ή παθολογικές αντιδράσεις
βιοτοξίνης	=	βιοτοξίνη
βιοτοξινών	=	βιοτοξίνη
βιοτράπεζα	noun	«τράπεζα» (αποθετήριο) βιολογικού υλικού (ανθρώπων ή άλλων έμβιων όντων)
βιοτράπεζας	noun	γενική ενικού του βιοτράπεζα
βιοτράπεζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτράπεζα
βιοτραπεζών	noun	γενική πληθυντικού του βιοτράπεζα
βιοτρομοκράτες	=	βιοτρομοκράτης
βιοτρομοκράτη	=	βιοτρομοκράτης
βιοτρομοκράτης	noun	κάποιος που ασκεί βιοτρομοκρατία
βιοτρομοκράτισσα	=	βιοτρομοκράτης
βιοτρομοκρατία	noun	η χρήση ή απειλή χρήσης βιολογικών παραγόντων (μικροοργανισμών, τοξινών κ.ά.) με σκοπό την πρόκληση φόβου, μαζικών απωλειών ή κοινωνικής αποσταθεροποίησης
βιοτρομοκρατίας	=	βιοτρομοκρατία
βιοτρομοκρατίες	=	βιοτρομοκρατία
βιοτρομοκρατιών	=	βιοτρομοκρατία
βιοτρομοκρατών	=	βιοτρομοκράτης
βιοτσίπ	noun	μικροτσίπ που περιέχει DNA ή άλλες παρόμοιες δομές και / ή που εμφυτεύεται / τοποθετείται σε έμβιο ον
βιοτυπολογία	noun	η μελέτη βιοτύπων
βιοτυπολογίας	noun	γενική ενικού του βιοτυπολογία
βιοτυπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοτυπολογία
βιοτυπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοτυπολογία
βιοτόπου	noun	γενική ενικού του βιότοπος
βιοτύπου	=	βιότυπος
βιοτύπους	=	βιότυπος
βιοτύπων	=	βιότυπος
βιοτών	=	βιοτή
βιοφίλμ	noun	λεπτό σύμπλεγμα μικροοργανισμών που αναπτύσσονται πάνω σε επιφάνειες, σχηματίζοντας προστατευτική και ανθεκτική βιολογική μεμβράνη
βιοφαρμακευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοφαρμακευτικό
βιοφαρμακευτικέ	adj	κλητική ενικού του βιοφαρμακευτικός
βιοφαρμακευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοφαρμακευτική
βιοφαρμακευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοφαρμακευτικός
βιοφαρμακευτικής	adj	γενική ενικού του βιοφαρμακευτική
βιοφαρμακευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοφαρμακευτικός
βιοφαρμακευτικού	adj	γενική ενικού του βιοφαρμακευτικός
βιοφαρμακευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοφαρμακευτικός
βιοφαρμακευτικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοφαρμακευτικός
βιοφαρμακευτικός	adj	που αφορά φάρμακα ή φαρμακευτικά σκευάσματα που παράγονται με τη χρήση βιοτεχνολογίας
βιοφαρμακευτικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοφαρμακευτικός
βιοφθορισμέ	=	βιοφθορισμός
βιοφθορισμοί	=	βιοφθορισμός
βιοφθορισμού	=	βιοφθορισμός
βιοφθορισμούς	=	βιοφθορισμός
βιοφθορισμό	=	βιοφθορισμός
βιοφθορισμός	noun	φωταύγεια που προκαλείται από κάποιον ζωντανό οργανισμό κατ' επίδραση εξωτερικών παραγόντων και δεν πρέπει να συγχέεται με την βιοφωταύγεια
βιοφθορισμών	=	βιοφθορισμός
βιοφλαβονοειδή	noun	άλλη μορφή του φλαβονοειδή
βιοφλαβονοειδών	=	βιοφλαβονοειδή
βιοφυσικά	=	βιοφυσικός
βιοφυσικέ	=	βιοφυσικός
βιοφυσικές	=	βιοφυσική
βιοφυσική	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τα φυσικά φαινόμενα που συνδέονται με τα έμβια όντα
βιοφυσικής	=	βιοφυσική
βιοφυσικοί	=	βιοφυσικός
βιοφυσικού	=	βιοφυσικός
βιοφυσικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιοφυσικός	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιοφυσικός
βιοφυσικό	=	βιοφυσικός
βιοφυσικός	noun	ερευνητής που μελετά τα βιολογικά φαινόμενα με εργαλεία και μεθόδους της φυσικής, διερευνώντας πώς οι φυσικοί νόμοι διέπουν τις λειτουργίες της ζωής	adj	που έχει σχέση με τη βιοφυσική ή τους βιοφυσικούς ή αναφέρεται σʼ αυτά
βιοφυσικών	=	βιοφυσική
βιοφωσφορισμέ	noun	κλητική ενικού του βιοφωσφορισμός
βιοφωσφορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοφωσφορισμός
βιοφωσφορισμού	noun	γενική ενικού του βιοφωσφορισμός
βιοφωσφορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιοφωσφορισμός
βιοφωσφορισμό	noun	αιτιατική ενικού του βιοφωσφορισμός
βιοφωσφορισμός	noun	η εκπομπή φωτός από ζώντες οργανισμούς, η λάμψη που προκαλείται από βιοχημική αντίδραση
βιοφωσφορισμών	noun	γενική πληθυντικού του βιοφωσφορισμός
βιοφωταυγειών	noun	γενική πληθυντικού του βιοφωταύγεια
βιοφωταύγεια	noun	φωταύγεια ζωντανών οργανισμών, που προκαλείται από εσωτερική βιοχημική αντίδραση
βιοφωταύγειας	noun	γενική ενικού του βιοφωταύγεια
βιοφωταύγειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοφωταύγεια
βιοφωτογραφία	noun	η φωτογραφία που απεικονίζει διάφορες μικροβιολογικές, κυτταρικές ή άλλες δομές ή διεργασίες
βιοφωτογραφίας	noun	γενική ενικού του βιοφωτογραφία
βιοφωτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοφωτογραφία
βιοφωτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοφωτογραφία
βιοχημεία	noun	ο διεπιστημονικός κλάδος της χημείας και της βιολογίας που μελετά τις χημικές αντιδράσεις που πραγματοποιούνται στους ζωντανούς οργανισμούς
βιοχημείας	noun	γενική ενικού του βιοχημεία
βιοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοχημεία
βιοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του βιοχημεία
βιοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοχημικό	adv	από βιοχημική άποψη
βιοχημικέ	adj	κλητική ενικού του βιοχημικός
βιοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοχημική
βιοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοχημικός
βιοχημικής	adj	γενική ενικού του βιοχημική
βιοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοχημικός
βιοχημικού	adj	γενική ενικού του βιοχημικός
βιοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοχημικός
βιοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοχημικός
βιοχημικός	noun	ειδικός στην βιοχημεία	adj	ο σχετικός με τη βιοχημεία
βιοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοχημικός
βιοχρονολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοχρονολόγηση
βιοχρονολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βιοχρονολόγηση
βιοχρονολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βιοχρονολόγηση
βιοχρονολόγηση	noun	η χρονολόγηση πετρωμάτων με βάση το βιολογικό υλικό που σώζεται ανάμεσά τους
βιοχρονολόγησης	noun	γενική ενικού του βιοχρονολόγηση
βιοψία	noun	εξέταση σε μικροσκόπιο κάποιου τμήματος ενός ιστού που έχει αφαιρεθεί από ζώντα οργανισμό για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς λόγους
βιοψίας	noun	γενική ενικού του βιοψία
βιοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοψία
βιοψιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοψία
βιοψυχοκοινωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοψυχοκοινωνικό
βιοψυχοκοινωνικέ	adj	κλητική ενικού του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχοκοινωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοψυχοκοινωνική
βιοψυχοκοινωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχοκοινωνικής	adj	γενική ενικού του βιοψυχοκοινωνική
βιοψυχοκοινωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχοκοινωνικού	adj	γενική ενικού του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχοκοινωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχοκοινωνικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχοκοινωνικός	adj	που αφορά τόσο βιολογικούς όσο και ψυχικούς ή κοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχοσωματική υγεία κάποιου ή σχετίζεται μ’ αυτούς
βιοψυχοκοινωνικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοψυχοκοινωνικός
βιοψυχολογία	noun	άλλη μορφή του ψυχοβιολογία
βιοψυχολογίας	noun	γενική ενικού του βιοψυχολογία
βιοψυχολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοψυχολογία
βιοψυχολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοψυχολογία
βιοϊατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοϊατρικό
βιοϊατρικέ	adj	κλητική ενικού του βιοϊατρικός
βιοϊατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοϊατρική
βιοϊατρική	noun	η εφαρμογή εξετάσεων, αρχών και μεθόδων της βιολογίας, της βιοχημείας και της ιατρικής στη θεραπεία ασθενειών και την ίαση
βιοϊατρικής	adj	γενική ενικού του βιοϊατρική
βιοϊατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιοϊατρικός
βιοϊατρικού	adj	γενική ενικού του βιοϊατρικός
βιοϊατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιοϊατρικός
βιοϊατρικό	adj	αιτιατική ενικού του βιοϊατρικός
βιοϊατρικός	adj	που έχει σχέση με την βιολογία και την ιατρική ή αφορά και τις δύο
βιοϊατρικών	adj	γενική πληθυντικού του βιοϊατρικός
βιοϊσοδυναμία	noun	συγκριτική ιδιότητα των φαρμάκων που παρουσιάζουν ίδια βιοδιαθεσιμότητα τόσο σε έκταση όσο και σε ρυθμό.
βιοϊσοδυναμίας	noun	γενική ενικού του βιοϊσοδυναμία
βιοϊσοδυναμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοϊσοδυναμία
βιοϊσοδυναμιών	noun	γενική πληθυντικού του βιοϊσοδυναμία
βιοϋλικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιοϋλικό
βιοϋλικού	=	βιοϋλικό
βιοϋλικό	noun	φυσικό ή τεχνητό υλικό που το τοποθετούν (μόνιμα ή για κάποιο χρονικό διάστημα) σε επαφή με ιστούς ή άλλα όργανα και διασφαλίζει την υγεία ή την ποιότητα ζωή του ασθενή
βιοϋλικών	=	βιοϋλικό
βιούμενος	=	βιώνω
βιπ	noun|rare	άτομο που θεωρείται ότι ξεχωρίζει λόγω κοινωνικής θέσης, φήμης ή οικονομικής ισχύος και απολαμβάνει ειδική μεταχείριση
βιπερ	=	βίπερ
βιπεράκι	noun	υποκοριστικό για το βίπερ
βιπεράκια	=	βιπεράκι
βιράζ	noun	στροφή με εσωτερική κλίση όπως στον στίβο (σε αγωνίσματα του στίβου στο κουλουάρ)
βιράρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βιράρω
βιραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιράρισμα
βιραρίσματος	noun	γενική ενικού του βιράρισμα
βιραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βιράρισμα
βιρμανικά	noun	η γλώσσα της Βιρμανίας
βιρμανικέ	adj	κλητική ενικού του βιρμανικός
βιρμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιρμανική
βιρμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιρμανικός
βιρμανικής	adj	γενική ενικού του βιρμανική
βιρμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιρμανικός
βιρμανικού	adj	γενική ενικού του βιρμανικός
βιρμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιρμανικός
βιρμανικό	adj	αιτιατική ενικού του βιρμανικός
βιρμανικός	adj	ο σχετικός με τη Βιρμανία
βιρμανικών	adj	γενική πληθυντικού του βιρμανικός
βιρτουόζα	noun	θηλυκό του βιρτουόζος
βιρτουόζας	noun	γενική ενικού του βιρτουόζα
βιρτουόζε	=	βιρτουόζος
βιρτουόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιρτουόζα
βιρτουόζικος	adj|rare	που έχει σχέση με βιρτουόζο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
βιρτουόζο	noun	αιτιατική ενικού του βιρτουόζος
βιρτουόζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιρτουόζος
βιρτουόζος	noun	αυτός που είναι επιδέξιος σε καλλιτεχνικές ή άλλες δραστηριότητες, ο δεξιοτέχνης
βιρτουόζου	noun	γενική ενικού του βιρτουόζος
βιρτουόζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιρτουόζος
βιρτουόζων	noun	γενική πληθυντικού του βιρτουόζος
βιρύλλιο	=	βηρύλλιο
βισκόζ	noun	ύφασμα κατασκευασμένο από βισκόζη
βισκόζες	=	βισκόζη
βισκόζη	noun	κολλώδης ουσία που χρησιμοποιείται στην παραγωγή του σελοφάν και άλλων ουσιών με βάση την κυτταρίνη
βισκόζης	=	βισκόζη
βισμουθίου	=	βισμούθιο
βισμουθιούχα	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχας	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχε	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχες	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχο	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχοι	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο βισμουθίου
βισμουθιούχου	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχους	=	βισμουθιούχος
βισμουθιούχων	=	βισμουθιούχος
βισμούθια	=	βισμούθιο
βισμούθιο	noun	χημικό στοιχείο, μέταλλο με ατομικό αριθμό 83 και χημικό σύμβολο το Bi
βισμούθιον	noun	το βισμούθιο
βισμούθιου	=	βισμούθιο
βισμούθιων	=	βισμούθιο
βισόνων	=	βίσονας
βισώνων	=	βίσωνας
βιτέξ	noun|rare	άλλη προφορά του βετέξ
βιταλισμέ	noun	κλητική ενικού του βιταλισμός
βιταλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιταλισμός
βιταλισμού	noun	γενική ενικού του βιταλισμός
βιταλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιταλισμός
βιταλισμό	noun	αιτιατική ενικού του βιταλισμός
βιταλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι τα βιολογικά φαινόμενα οφείλονται σε μια ανεξήγητη επιστημονικά κρυφή ζωτική δύναμη ή αρχή (vis vitalis)
βιταλισμών	noun	γενική πληθυντικού του βιταλισμός
βιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιταλιστικό
βιταλιστικέ	adj	κλητική ενικού του βιταλιστικός
βιταλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιταλιστική
βιταλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιταλιστικός
βιταλιστικής	adj	γενική ενικού του βιταλιστική
βιταλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιταλιστικός
βιταλιστικού	adj	γενική ενικού του βιταλιστικός
βιταλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιταλιστικός
βιταλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βιταλιστικός
βιταλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον βιταλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
βιταλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βιταλιστικός
βιταμίνα	noun	άλλη μορφή του βιταμίνη
βιταμίνας	noun	γενική ενικού του βιταμίνα
βιταμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιταμίνη
βιταμίνη	noun	κατηγορία οργανικών ενώσεων απαραίτητων για τη διατήρηση της ζωής
βιταμίνης	=	βιταμίνη
βιταμινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιταμινικό
βιταμινικέ	adj	κλητική ενικού του βιταμινικός
βιταμινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιταμινική
βιταμινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιταμινικός
βιταμινικής	adj	γενική ενικού του βιταμινική
βιταμινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιταμινικός
βιταμινικού	adj	γενική ενικού του βιταμινικός
βιταμινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιταμινικός
βιταμινικό	adj	αιτιατική ενικού του βιταμινικός
βιταμινικός	adj	που έχει σχέση με τις βιταμίνες ή αναφέρεται σ' αυτές
βιταμινικών	adj	γενική πληθυντικού του βιταμινικός
βιταμινούχα	=	βιταμινούχος
βιταμινούχας	=	βιταμινούχος
βιταμινούχε	=	βιταμινούχος
βιταμινούχες	=	βιταμινούχος
βιταμινούχο	=	βιταμινούχος
βιταμινούχοι	=	βιταμινούχος
βιταμινούχος	adj	το σκεύασμα ή το τρόφιμο ή το ρόφημα που περιέχει βιταμίνες, που είναι πλούσιο σε αυτές
βιταμινούχου	=	βιταμινούχος
βιταμινούχους	=	βιταμινούχος
βιταμινούχων	=	βιταμινούχος
βιταμινών	noun	γενική πληθυντικού του βιταμίνα
βιτζιού	=	βίτζι
βιτζιρέλα	=	βιτζιρέλο
βιτζιρέλο	noun	περιστρεφόμενο εργαλείο που χρησιμοποιείται με το χέρι ή ηλεκτρικά για να ασκήσει τάση σε σκοινί
βιτζιρέλου	=	βιτζιρέλο
βιτζιρέλων	=	βιτζιρέλο
βιτζιών	=	βίτζι
βιτρίνα	noun	η προθήκη καταστήματος όπου τοποθετούνται επιλεγμένα εμπορεύματα πίσω από τζάμι, ώστε να είναι ορατά από το δρόμο
βιτρίνας	noun	γενική ενικού του βιτρίνα
βιτρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτρίνα
βιτρινούλα	noun	υποκοριστικό του βιτρίνα
βιτρινούλας	noun	γενική ενικού του βιτρινούλα
βιτρινούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτρινούλα
βιτρινών	noun	γενική πληθυντικού του βιτρίνα
βιτριολίστρια	noun	θηλυκό του βιτριολιστής, η θύτρια που ρίχνει βιτριόλι
βιτριολίστριας	=	βιτριολίστρια
βιτριολίστριες	=	βιτριολίστρια
βιτριολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτριολικό
βιτριολικέ	adj	κλητική ενικού του βιτριολικός
βιτριολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτριολική
βιτριολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιτριολικός
βιτριολικής	adj	γενική ενικού του βιτριολική
βιτριολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιτριολικός
βιτριολικού	adj	γενική ενικού του βιτριολικός
βιτριολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιτριολικός
βιτριολικό	adj	αιτιατική ενικού του βιτριολικός
βιτριολικός	adj	που είναι φτιαγμένος από βιτριόλι, το περιέχει ή αναφέρεται σ' αυτό
βιτριολικών	adj	γενική πληθυντικού του βιτριολικός
βιτριολιού	=	βιτριόλι
βιτριολισμέ	=	βιτριολισμός
βιτριολισμοί	=	βιτριολισμός
βιτριολισμού	=	βιτριολισμός
βιτριολισμούς	=	βιτριολισμός
βιτριολισμό	=	βιτριολισμός
βιτριολισμός	noun	επίθεση με ρίψη βιτριολιού
βιτριολισμών	=	βιτριολισμός
βιτριολιστές	=	βιτριολιστής
βιτριολιστή	=	βιτριολιστής
βιτριολιστής	noun	ο θύτης που ρίχνει βιτριόλι
βιτριολιστριών	=	βιτριολίστρια
βιτριολιστών	=	βιτριολιστής
βιτριολιών	=	βιτριόλι
βιτριόλι	noun	χημική ένωση με μοριακό τύπο H2SO4.
βιτριόλια	=	βιτριόλι
βιτριόλιον	noun	βιτριόλι
βιτρό	noun	το υαλογράφημα
βιτρώ	noun	μορφή ζωγραφικής σε γυαλί που επιτρέπει στο φως να το διαπερνά
βιτσέα	noun	άλλη μορφή του βιτσιά
βιτσίζαμε	=	βιτσίζω
βιτσίζαν	=	βιτσίζω
βιτσίζανε	=	βιτσίζω
βιτσίζατε	=	βιτσίζω
βιτσίζει	=	βιτσίζω
βιτσίζεις	=	βιτσίζω
βιτσίζετε	=	βιτσίζω
βιτσίζοντας	=	βιτσίζω
βιτσίζουμε	=	βιτσίζω
βιτσίζουν	=	βιτσίζω
βιτσίζουνε	=	βιτσίζω
βιτσίζω	verb	χτυπώ με βίτσα
βιτσίσαμε	=	βιτσίζω
βιτσίσαν	=	βιτσίζω
βιτσίσανε	=	βιτσίζω
βιτσίσατε	=	βιτσίζω
βιτσίσει	=	βιτσίζω
βιτσίστε	=	βιτσίζω
βιτσιά	noun	χτύπημα με μια βίτσα
βιτσιάς	noun	γενική ενικού του βιτσιά
βιτσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτσιά
βιτσιόζα	noun	θηλυκό του βιτσιόζος
βιτσιόζας	noun	γενική ενικού του βιτσιόζα
βιτσιόζε	noun	κλητική ενικού του βιτσιόζος
βιτσιόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτσιόζα
βιτσιόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτσιόζικο
βιτσιόζικε	adj	κλητική ενικού του βιτσιόζικος
βιτσιόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιτσιόζικη
βιτσιόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιτσιόζικος
βιτσιόζικης	adj	γενική ενικού του βιτσιόζικη
βιτσιόζικο	adj	αιτιατική ενικού του βιτσιόζικος
βιτσιόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιτσιόζικος
βιτσιόζικος	adj	που έχει σχέση με το βίτσιο ή τον βιτσιόζο, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
βιτσιόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιτσιόζικος
βιτσιόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιτσιόζικος
βιτσιόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιτσιόζικος
βιτσιόζο	noun	αιτιατική ενικού του βιτσιόζος
βιτσιόζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιτσιόζος
βιτσιόζος	adj	αυτός που έχει βίτσια
βιτσιόζου	noun	γενική ενικού του βιτσιόζος
βιτσιόζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βιτσιόζος
βιτσιόζων	noun	γενική πληθυντικού του βιτσιόζος
βιτσιών	=	βιτσιά
βιτσών	noun	γενική πληθυντικού του βίτσα
βιχουέλα	noun	είδος εξάχορδης κιθάρας στην Ισπανία του 15ου και 16ου αιώνα
βιχουέλας	noun	γενική ενικού του βιχουέλα
βιχουέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιχουέλα
βιωθήκαμε	=	βιώνω
βιωθήκαν	=	βιώνω
βιωθήκανε	=	βιώνω
βιωθήκατε	=	βιώνω
βιωθεί	=	βιώνω
βιωθείς	=	βιώνω
βιωθείτε	=	βιώνω
βιωθούμε	=	βιώνω
βιωθούν	=	βιώνω
βιωθούνε	=	βιώνω
βιωθώ	=	βιώνω
βιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βίωμα
βιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιωμένο
βιωμένε	verb	κλητική ενικού του βιωμένος
βιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιωμένη
βιωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του βιωμένος
βιωμένης	verb	γενική ενικού του βιωμένη
βιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βιωμένος
βιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιωμένος
βιωμένος	verb	που έχει βιωθεί, που τον (την, το...) έχει ζήσει κάποιος
βιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιωμένος
βιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βιωμένος
βιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιωμένος
βιωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιωματικό
βιωματικέ	adj	κλητική ενικού του βιωματικός
βιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιωματική
βιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιωματικός
βιωματικής	adj	γενική ενικού του βιωματική
βιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιωματικός
βιωματικοτήτων	=	βιωματικότητα
βιωματικού	adj	γενική ενικού του βιωματικός
βιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιωματικός
βιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του βιωματικός
βιωματικός	adj	που αναφέρεται στα βιώματα ή που προϋποθέτει τη βίωση κάποιων εμπειριών
βιωματικότητα	noun	η ύπαρξη βιωμάτων, προσωπικών εμπειριών
βιωματικότητας	=	βιωματικότητα
βιωματικότητες	=	βιωματικότητα
βιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του βιωματικός
βιωνόμασταν	=	βιώνω
βιωνόμαστε	=	βιώνω
βιωνόμουν	=	βιώνω
βιωνόμουνα	=	βιώνω
βιωνόντουσαν	=	βιώνω
βιωνόσασταν	=	βιώνω
βιωνόσαστε	=	βιώνω
βιωνόσουν	=	βιώνω
βιωνόσουνα	=	βιώνω
βιωνόταν	=	βιώνω
βιωνότανε	=	βιώνω
βιωσιμοτήτων	=	βιωσιμότητα
βιωσιμότητα	noun	η ιδιότητα του βιώσιμου, η ικανότητα ενός πράγματος να συνεχίσει την ύπαρξή του
βιωσιμότητας	noun	γενική ενικού του βιωσιμότητα
βιωσιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιωσιμότητα
βιόκοσμε	=	βιόκοσμος
βιόκοσμο	=	βιόκοσμος
βιόκοσμοι	=	βιόκοσμος
βιόκοσμος	noun	το σύνολο των έμβιων όντων (χλωρίδα και πανίδα) μιας περιοχής
βιόκοσμου	=	βιόκοσμος
βιόκοσμους	=	βιόκοσμος
βιόκοσμων	=	βιόκοσμος
βιόλα	noun	έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαθύτερο ήχο
βιόλας	noun	γενική ενικού του βιόλα
βιόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιόλα
βιόλυση	noun	η αποσύνθεση των ιστών και ο επακόλουθος θάνατος ενός οργανισμού
βιόλυσης	noun	γενική ενικού του βιόλυση
βιόρυθμε	=	βιόρυθμος
βιόρυθμο	=	βιόρυθμος
βιόρυθμοι	=	βιόρυθμος
βιόρυθμος	noun	άλλη μορφή του βιορυθμός
βιόρυθμου	=	βιόρυθμος
βιόρυθμους	=	βιόρυθμος
βιόρυθμων	=	βιόρυθμος
βιόστρωμα	noun	γεωλογικός σχηματισμός που αποτελείται από σχετικά ομοιόμορφο και εκτεταμένο στρώμα οργανικών καταλοίπων, συνήθως απολιθωμένων
βιόσφαιρα	noun	(γεωγραφία) το σύνολο των ζωντανών οργανισμών και ο χώρος που αναπτύσσονται και αναπαράγονται στη Γη
βιόσφαιρας	noun	γενική ενικού του βιόσφαιρα
βιόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιόσφαιρα
βιότοπε	=	βιότοπος
βιότοπο	=	βιότοπος
βιότοποι	=	βιότοπος
βιότοπος	noun	η περιοχή που προσφέρει σε μια βιοκοινότητα σχετικά ομοιόμορφες συνθήκες ζωής
βιότοπου	=	βιότοπος
βιότοπους	=	βιότοπος
βιότοπων	=	βιότοπος
βιότυπε	=	βιότυπος
βιότυπο	=	βιότυπος
βιότυποι	=	βιότυπος
βιότυπος	noun	ομάδα ανθρώπων με κοινά επίκτητα ή κληρονομημένα χαρακτηριστικά (γενετικά, μορφολογικά, συμπεριφορικά κ.ά.), που τους διαφοροποιούν από άλλες παρόμοιες ομάδες
βιότυπου	=	βιότυπος
βιότυπους	=	βιότυπος
βιότυπων	=	βιότυπος
βιώθηκα	=	βιώνω
βιώθηκαν	=	βιώνω
βιώθηκε	=	βιώνω
βιώθηκες	=	βιώνω
βιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίωμα
βιώματος	noun	γενική ενικού του βίωμα
βιών	noun	γενική πληθυντικού του βία
βιώναμε	=	βιώνω
βιώναν	=	βιώνω
βιώνανε	=	βιώνω
βιώνατε	=	βιώνω
βιώνει	=	βιώνω
βιώνεις	=	βιώνω
βιώνεσαι	=	βιώνω
βιώνεστε	=	βιώνω
βιώνεται	=	βιώνω
βιώνετε	=	βιώνω
βιώνομαι	=	βιώνω
βιώνομε	=	βιώνω
βιώνονται	=	βιώνω
βιώνονταν	=	βιώνω
βιώνοντας	=	βιώνω
βιώνουμε	=	βιώνω
βιώνουν	=	βιώνω
βιώνουνε	=	βιώνω
βιώνω	verb	ζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με συνειδητό και έντονο τρόπο
βιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσαν	=	βιώνω
βιώσανε	=	βιώνω
βιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσεων	=	βίωση
βιώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιώσιμο
βιώσιμε	adj	κλητική ενικού του βιώσιμος
βιώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βιώσιμη
βιώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βιώσιμος
βιώσιμης	adj	γενική ενικού του βιώσιμη
βιώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βιώσιμος
βιώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βιώσιμος
βιώσιμος	adj|figurative	που μπορεί να επιζήσει, να διατηρηθεί στη ζωή, να έχει διάρκεια
βιώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βιώσιμος
βιώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βιώσιμος
βιώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βιώσιμος
βιώσομε	=	βιώνω
βιώσου	=	βιώνω
βιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσουνε	=	βιώνω
βιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βιώνω
βκατίζω	verb	αβγατίζω
βλ	abbrev	βικιλεξικό
βλάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάβη
βλάβη	noun	φθορά, ζημιά, αλλοίωση
βλάβης	=	βλάβη
βλάγκος	adj	ασπρότριχος, ανοιχτού κόκκινου χρώματος
βλάκα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βλάκας
βλάκας	noun	αυτός που έχει χαμηλή νοημοσύνη ή που συμπεριφέρεται χωρίς σκέψη
βλάκες	=	βλάκας
βλάκευα	=	βλακεύω
βλάκευαν	=	βλακεύω
βλάκευε	=	βλακεύω
βλάκευες	=	βλακεύω
βλάκευσα	=	βλακεύω
βλάκευσαν	=	βλακεύω
βλάκευσε	=	βλακεύω
βλάκευσες	=	βλακεύω
βλάμη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βλάμης
βλάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάμης
βλάμηδων	noun	γενική πληθυντικού του βλάμης
βλάμης	noun	σύντροφος, φίλος
βλάμισσα	noun	θηλυκό του βλάμης
βλάμισσας	noun	γενική ενικού του βλάμισσα
βλάμισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάμισσα
βλάμπουρον	noun	φλάμπουρο
βλάος	noun	βλάβη, βλάβος
βλάπταμε	=	βλάπτω
βλάπταν	=	βλάπτω
βλάπτανε	=	βλάπτω
βλάπτατε	=	βλάπτω
βλάπτε	=	βλάπτω
βλάπτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλάπτω
βλάπτεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλάπτω
βλάπτεσαι	=	βλάπτω
βλάπτεσθε	=	βλάπτω
βλάπτεστε	=	βλάπτω
βλάπτεται	=	βλάπτω
βλάπτετε	=	βλάπτω
βλάπτομαι	=	βλάπτω
βλάπτομε	=	βλάπτω
βλάπτονται	=	βλάπτω
βλάπτονταν	=	βλάπτω
βλάπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλάπτω
βλάπτουμε	=	βλάπτω
βλάπτουν	=	βλάπτω
βλάπτουνε	=	βλάπτω
βλάπτω	verb	προκαλώ σωματική ή ψυχολογική ζημιά σε κάποιον
βλάσταινα	=	βλασταίνω
βλάσταιναν	=	βλασταίνω
βλάσταινε	=	βλασταίνω
βλάσταινες	=	βλασταίνω
βλάστες	=	βλάστη
βλάστη	noun	άλλη μορφή του βλαστός
βλάστημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βλασταίνω
βλάστημε	adj	κλητική ενικού του βλάστημος
βλάστημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάστημη
βλάστημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλάστημος
βλάστημης	adj	γενική ενικού του βλάστημη
βλάστημο	adj	αιτιατική ενικού του βλάστημος
βλάστημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλάστημος
βλάστημος	adj	άλλη μορφή του βλάσφημος
βλάστημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλάστημος
βλάστημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλάστημος
βλάστημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλάστημος
βλάστης	=	βλάστη
βλάστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλάστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλάστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλάστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλάστηση	noun	το σύνολο των φυτών σε ένα φυσικό τοπίο
βλάστησης	noun	γενική ενικού του βλάστηση
βλάστιζα	=	βλαστίζω
βλάστιζαν	=	βλαστίζω
βλάστιζε	=	βλαστίζω
βλάστιζες	=	βλαστίζω
βλάστισα	=	βλαστίζω
βλάστισαν	=	βλαστίζω
βλάστισε	=	βλαστίζω
βλάστισες	=	βλαστίζω
βλάσφημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βλάσφημος	adv	με βλάσφημο τρόπο
βλάσφημε	adj	κλητική ενικού του βλάσφημος
βλάσφημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάσφημη
βλάσφημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλάσφημος
βλάσφημης	adj	γενική ενικού του βλάσφημη
βλάσφημο	adj	αιτιατική ενικού του βλάσφημος
βλάσφημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλάσφημος
βλάσφημος	adj	που (εξυ)βρίζει το θείο αλλά και τους ανθρώπους, που χρησιμοποιεί βρισιές ή λέξεις που θεωρούνται χυδαίες
βλάσφημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλάσφημος
βλάσφημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλάσφημος
βλάσφημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλάσφημος
βλάττα	noun|dated	είδος κατσαρίδας
βλάττας	=	βλάττα
βλάττες	=	βλάττη
βλάττη	noun|dated	άλλη μορφή του βλάττα
βλάττης	=	βλάττη
βλάφθηκαν	=	βλάπτω
βλάφθηκε	=	βλάπτω
βλάφθηκες	=	βλάπτω
βλάφτει	=	βλάπτει
βλάφτηκα	=	βλάπτω
βλάφτω	=	βλάπτω
βλάχα	noun	Βλάχα / θηλυκό του βλάχος
βλάχαρε	=	βλάχαρος
βλάχαρο	=	βλάχαρος
βλάχαροι	=	βλάχαρος
βλάχαρος	noun	μεγεθυντικό του βλάχος: ο άξεστος άνθρωπος
βλάχαρου	=	βλάχαρος
βλάχαρους	=	βλάχαρος
βλάχαρων	=	βλάχαρος
βλάχας	noun	γενική ενικού του βλάχα
βλάχε	noun	κλητική ενικού του βλάχος
βλάχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάχα
βλάχικα	=	βλάχικος
βλάχικε	adj	κλητική ενικού του βλάχικος
βλάχικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάχικη
βλάχικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλάχικος
βλάχικης	adj	γενική ενικού του βλάχικη
βλάχικο	adj	αιτιατική ενικού του βλάχικος
βλάχικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλάχικος
βλάχικος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους βλάχους ή τους χαρακτηρίζει
βλάχικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλάχικος
βλάχικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλάχικος
βλάχικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλάχικος
βλάχο	noun	αιτιατική και κλητική ενικού του βλάχος
βλάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλάχος
βλάχος	noun	που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη
βλάχου	noun	γενική ενικού του βλάχος
βλάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βλάχος
βλάχων	noun	γενική πληθυντικού του βλάχος
βλάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψαν	=	βλάπτω
βλάψανε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψε	=	βλάπτω
βλάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βλάπτω
βλάψομε	=	βλάπτω
βλάψου	=	βλάπτω
βλάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψουνε	=	βλάπτω
βλάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλάπτω
βλέμμα	noun	η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι, η ματιά
βλέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλέμμα
βλέμματος	noun	γενική ενικού του βλέμμα
βλέννα	noun	ημιδιάφανο, γλοιώδες και πυκνόρρευστο υγρό που εκκρίνουν κάποιοι αδένες
βλέννας	noun	γενική ενικού του βλέννα
βλέννες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλέννα
βλέπαμε	=	βλέπω
βλέπαν	=	βλέπω
βλέπανε	=	βλέπω
βλέπατε	=	βλέπω
βλέπε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος βλέπω
βλέπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπεσαι	=	βλέπω
βλέπεστε	=	βλέπω
βλέπεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βλέπω
βλέπομε	=	βλέπω
βλέπονται	=	βλέπω
βλέπονταν	=	βλέπω
βλέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλέπω
βλέπου	=	βλέπω
βλέπουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του βλέπω
βλέπω	verb	αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη αντικειμένων με τα μάτια μου
βλέφαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλέφαρο
βλέφαρο	noun	λεπτή μεμβράνη δέρματος που καθώς κινείται καλύπτει το μάτι
βλέφαρου	=	βλέφαρο
βλέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλέψη
βλέψεων	=	βλέψη
βλέψη	noun	σκοπός στον οποίο αποβλέπει κανείς
βλέψης	=	βλέψη
βλήθηκα	=	βάλλω
βλήθηκαν	=	βάλλω
βλήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του βάλλω
βλήθηκες	=	βάλλω
βλήμα	noun	καθετί που ρίχνεται εναντίον ενός στόχου και, κυρίως, με βλητικό μηχανισμό όπλου και με σκοπό να προκαλέσει βλάβη
βλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλήμα
βλήματος	noun	γενική ενικού του βλήμα
βλήσου	=	βάλλω
βλήτα	noun	πρώτος πληθυντικός του βλήτο.
βλήτο	noun	άλλη μορφή του βλίτο
βλήτου	=	βλήτο
βλήτρα	=	βλήτρο
βλήτρο	noun	κυλινδρικό στέλεχος, συνήθως από μέταλλο και σπανιότερα από άλλο υλικό, με πεπλατυσμένη την μία άκρη του και ελικώσεις στον κορμό, που χρησιμοποιείται για συνδέσεις, στερεώσεις και συναρμολογήσεις
βλήτρου	=	βλήτρο
βλήτρων	=	βλήτρο
βλήτων	=	βλήτο
βλίτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλίτο
βλίτο	noun	ποώδες μονοετές εδώδιμο φυτό (χόρτο) με πράσινα φύλλα, (επιστημονική ονομασία Amaranthus blitum), που τρώγεται συνήθως βραστό
βλίτου	noun	γενική ενικού του βλίτο
βλίτων	noun	γενική πληθυντικού του βλίτο
βλαβερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαβερό	adv	κατά τρόπο βλαβερό
βλαβερέ	adj	κλητική ενικού του βλαβερός
βλαβερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαβερή
βλαβερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαβερός
βλαβερής	adj	γενική ενικού του βλαβερή
βλαβεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαβερός
βλαβεροτήτων	=	βλαβερότητα
βλαβερού	adj	γενική ενικού του βλαβερός
βλαβερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαβερός
βλαβερό	adj	αιτιατική ενικού του βλαβερός
βλαβερός	adj	που προξενεί βλάβη
βλαβερότης	noun	η βλαβερότητα
βλαβερότητα	noun	η ιδιότητα του βλαβερού
βλαβερότητας	noun	γενική ενικού του βλαβερότητα
βλαβερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαβερότητα
βλαβερών	adj	γενική πληθυντικού του βλαβερός
βλαβοληπτικά	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικέ	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικές	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτική	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικής	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικοί	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικού	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικούς	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικό	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληπτικός	adj|formal	που έχει σχέση με βλαβοληψία ή αναφέρεται σʼ αυτή
βλαβοληπτικών	=	βλαβοληπτικός
βλαβοληψία	noun|formal	η καταγραφή και παραλαβή αναγγελίας για την ύπαρξη τεχνικής ή λειτουργικής βλάβης, ιδίως σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας
βλαβοληψίας	=	βλαβοληψία
βλαβοληψίες	=	βλαβοληψία
βλαβοληψιών	=	βλαβοληψία
βλαβών	=	βλάβη
βλαισά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαισό
βλαισέ	adj	κλητική ενικού του βλαισός
βλαισές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαισή
βλαισή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαισός
βλαισής	adj	γενική ενικού του βλαισή
βλαισοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαισός
βλαισοποδία	noun	η δυσμορφία των ποδιών, κατά την οποία τα γόνατα είναι στραμμένα προς τα μέσα
βλαισοποδίας	noun	γενική ενικού του βλαισοποδία
βλαισοποδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαισοποδία
βλαισοποδιών	noun	γενική πληθυντικού του βλαισοποδία
βλαισοπόδων	=	βλαισόπους
βλαισού	adj	γενική ενικού του βλαισός
βλαισούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαισός
βλαισό	adj	αιτιατική ενικού του βλαισός
βλαισόποδα	=	βλαισόπους
βλαισόποδες	=	βλαισόπους
βλαισόποδος	=	βλαισόπους
βλαισόπουν	=	βλαισόπους
βλαισόπους	adj	που έχει βλαισοποδία
βλαισός	adj	που έχει στραβά πόδια, που τα γόνατά του είναι στραμμένα προς τα μέσα
βλαισών	adj	γενική πληθυντικού του βλαισός
βλακέντιος	noun	βλάκας, ανόητος
βλακεία	noun	ανοησία
βλακείας	noun	γενική ενικού του βλακεία
βλακείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλακεία
βλακειών	noun	γενική πληθυντικού του βλακεία
βλακεύαμε	=	βλακεύω
βλακεύαν	=	βλακεύω
βλακεύανε	=	βλακεύω
βλακεύατε	=	βλακεύω
βλακεύει	=	βλακεύω
βλακεύεις	=	βλακεύω
βλακεύετε	=	βλακεύω
βλακεύοντας	=	βλακεύω
βλακεύουμε	=	βλακεύω
βλακεύουν	=	βλακεύω
βλακεύουνε	=	βλακεύω
βλακεύσαμε	=	βλακεύω
βλακεύσαν	=	βλακεύω
βλακεύσανε	=	βλακεύω
βλακεύσατε	=	βλακεύω
βλακεύσει	=	βλακεύω
βλακεύστε	=	βλακεύω
βλακεύω	verb	φέρομαι ανόητα, είμαι βλάκας
βλακοκρατία	noun	η επικράτηση της βλακείας, ιδιαίτερα στον δημοσιονομικό και πολιτικό χώρο
βλακοκρατίας	=	βλακοκρατία
βλακοκρατίες	=	βλακοκρατία
βλακοκρατιών	=	βλακοκρατία
βλακωδών	=	βλακώδης
βλακωδώς	adv	κατά βλακώδη τρόπο, σα βλάκας
βλακόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλακόμετρο
βλακόμετρο	noun	ο πολύ βλάκας
βλακόμετρου	noun	γενική ενικού του βλακόμετρο
βλακόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του βλακόμετρο
βλακόμουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλακόμουτρο
βλακόμουτρο	noun	που έχει μούτρο βλάκα
βλακόμουτρου	noun	γενική ενικού του βλακόμουτρο
βλακόμουτρων	noun	γενική πληθυντικού του βλακόμουτρο
βλακός	=	βλαξ
βλακώδεις	=	βλακώδης
βλακώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βλακώδης
βλακώδη	=	βλακώδης
βλακώδης	adj	που χαρακτηρίζεται από βλακεία
βλακώδους	=	βλακώδης
βλακών	=	βλάκας
βλαμάκι	noun|dated	υποκοριστικό του βλάμης
βλαμάκια	=	βλαμάκι
βλαμισσών	noun	γενική πληθυντικού του βλάμισσα
βλαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαμμένο
βλαμμένε	verb	κλητική ενικού του βλαμμένος
βλαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαμμένη
βλαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαμμένος
βλαμμένης	verb	γενική ενικού του βλαμμένη
βλαμμένο	=	βλαμμένος
βλαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαμμένος
βλαμμένος	verb	που δεν δουλεύει καλά το μυαλό του ή έχει ψυχική ανισορροπία
βλαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλαμμένος
βλαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βλαμμένος
βλαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλαμμένος
βλαξ	adj|formal	άλλη μορφή του βλάκας
βλαπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαπτικό	adv	με βλαπτικό τρόπο
βλαπτικέ	adj	κλητική ενικού του βλαπτικός
βλαπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαπτική
βλαπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαπτικός
βλαπτικής	adj	γενική ενικού του βλαπτική
βλαπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαπτικός
βλαπτικοτήτων	=	βλαπτικότητα
βλαπτικού	adj	γενική ενικού του βλαπτικός
βλαπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαπτικός
βλαπτικό	adj	αιτιατική ενικού του βλαπτικός
βλαπτικός	adj	που βλάπτει
βλαπτικότης	noun	η βλαπτικότητα
βλαπτικότητα	noun	η ικανότητα του να βλάπτει κάποιος
βλαπτικότητας	noun	γενική ενικού του βλαπτικότητα
βλαπτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαπτικότητα
βλαπτικών	adj	γενική πληθυντικού του βλαπτικός
βλαπτικώς	adv|dated	βλαπτικά
βλαπτόμασταν	=	βλάπτω
βλαπτόμαστε	=	βλάπτω
βλαπτόμουν	=	βλάπτω
βλαπτόμουνα	=	βλάπτω
βλαπτόντουσαν	=	βλάπτω
βλαπτόσασταν	=	βλάπτω
βλαπτόσαστε	=	βλάπτω
βλαπτόσουν	=	βλάπτω
βλαπτόσουνα	=	βλάπτω
βλαπτόταν	=	βλάπτω
βλαπτότανε	=	βλάπτω
βλαστάνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλαστάνω
βλαστάνω	verb	άλλη μορφή του βλασταίνω
βλαστάρι	noun	ο νέος βλαστός
βλαστάρια	=	βλαστάρι
βλαστέ	noun	κλητική ενικού του βλαστός
βλαστήμα	=	βλαστημώ
βλαστήμαγα	=	βλαστημώ
βλαστήμαγε	=	βλαστημώ
βλαστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλάστημα
βλαστήματος	noun	γενική ενικού του βλάστημα
βλαστήμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστήμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστήμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστήμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστήμια	noun	βρισιά που ξεστομίζει κάποιος προσβάλλοντας το Θεό ή ιερά πρόσωπα
βλαστήμιας	noun	γενική ενικού του βλαστήμια
βλαστήμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστήμια
βλαστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσαν	=	βλασταίνω
βλαστήσανε	=	βλασταίνω
βλαστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βλάστηση
βλαστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βλάστηση
βλαστήσομε	=	βλασταίνω
βλαστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσουνε	=	βλασταίνω
βλαστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασταίνω
βλαστίδια	=	βλαστίδιο
βλαστίδιο	noun	πρώιμο στάδιο του εμβρύου, όπου το γονιμοποιημένο ωάριο σχηματίζει κοίλη σφαίρα από κύτταρα γύρω από εσωτερικό υγρό
βλαστίδιου	=	βλαστίδιο
βλαστίδιων	=	βλαστίδιο
βλαστίζαμε	=	βλαστίζω
βλαστίζαν	=	βλαστίζω
βλαστίζανε	=	βλαστίζω
βλαστίζατε	=	βλαστίζω
βλαστίζει	=	βλαστίζω
βλαστίζεις	=	βλαστίζω
βλαστίζετε	=	βλαστίζω
βλαστίζοντας	=	βλαστίζω
βλαστίζουμε	=	βλαστίζω
βλαστίζουν	=	βλαστίζω
βλαστίζουνε	=	βλαστίζω
βλαστίζω	verb	άλλη μορφή του βλασταίνω
βλαστίσαμε	=	βλαστίζω
βλαστίσαν	=	βλαστίζω
βλαστίσανε	=	βλαστίζω
βλαστίσατε	=	βλαστίζω
βλαστίσει	=	βλαστίζω
βλαστίστε	=	βλαστίζω
βλασταίναμε	=	βλασταίνω
βλασταίναν	=	βλασταίνω
βλασταίνανε	=	βλασταίνω
βλασταίνατε	=	βλασταίνω
βλασταίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βλασταίνω
βλασταίνεις	=	βλασταίνω
βλασταίνετε	=	βλασταίνω
βλασταίνομε	=	βλασταίνω
βλασταίνοντας	=	βλασταίνω
βλασταίνουμε	=	βλασταίνω
βλασταίνουν	=	βλασταίνω
βλασταίνουνε	=	βλασταίνω
βλασταίνω	verb	εμφανίζω βλαστό
βλασταριού	=	βλαστάρι
βλασταριών	=	βλαστάρι
βλαστημά	=	βλαστημώ
βλαστημάει	=	βλαστημώ
βλαστημάμε	=	βλαστημώ
βλαστημάν	=	βλαστημώ
βλαστημάνε	=	βλαστημώ
βλαστημάς	=	βλαστημώ
βλαστημάτε	=	βλαστημώ
βλαστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βλάστημα
βλαστημάω	verb	άλλη μορφή του βλασφημώ
βλαστημήθηκα	=	βλαστημώ
βλαστημήθηκαν	=	βλαστημώ
βλαστημήθηκε	=	βλαστημώ
βλαστημήθηκες	=	βλαστημώ
βλαστημήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσαν	=	βλαστημώ
βλαστημήσανε	=	βλαστημώ
βλαστημήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσου	=	βλαστημώ
βλαστημήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστημώ
βλαστημηθήκαμε	=	βλαστημώ
βλαστημηθήκαν	=	βλαστημώ
βλαστημηθήκανε	=	βλαστημώ
βλαστημηθήκατε	=	βλαστημώ
βλαστημηθεί	=	βλαστημώ
βλαστημηθείτε	=	βλαστημώ
βλαστημημένος	=	βλαστημώ
βλαστημιά	noun	άλλη γραφή του βλαστήμια
βλαστημιάρα	=	βλαστημιάρης
βλαστημιάρη	=	βλαστημιάρης
βλαστημιάρηδες	=	βλαστημιάρης
βλαστημιάρηδων	=	βλαστημιάρης
βλαστημιάρης	noun	βλάστημος
βλαστημιάς	=	βλαστημιά
βλαστημιέμαι	=	βλαστημώ
βλαστημιές	=	βλαστημιά
βλαστημιέσαι	=	βλαστημώ
βλαστημιέστε	=	βλαστημώ
βλαστημιέται	=	βλαστημώ
βλαστημιούνται	=	βλαστημώ
βλαστημιούνταν	=	βλαστημώ
βλαστημιόμασταν	=	βλαστημώ
βλαστημιόμαστε	=	βλαστημώ
βλαστημιόμουν	=	βλαστημώ
βλαστημιόμουνα	=	βλαστημώ
βλαστημιόνταν	=	βλαστημώ
βλαστημιόντανε	=	βλαστημώ
βλαστημιόντουσαν	=	βλαστημώ
βλαστημιόσασταν	=	βλαστημώ
βλαστημιόσαστε	=	βλαστημώ
βλαστημιόσουν	=	βλαστημώ
βλαστημιόσουνα	=	βλαστημώ
βλαστημιόταν	=	βλαστημώ
βλαστημιότανε	=	βλαστημώ
βλαστημιών	noun	γενική πληθυντικού του βλαστήμια
βλαστημούμε	=	βλαστημώ
βλαστημούν	=	βλαστημώ
βλαστημούνε	=	βλαστημώ
βλαστημούσα	=	βλαστημώ
βλαστημούσαμε	=	βλαστημώ
βλαστημούσαν	=	βλαστημώ
βλαστημούσανε	=	βλαστημώ
βλαστημούσατε	=	βλαστημώ
βλαστημούσε	=	βλαστημώ
βλαστημούσες	=	βλαστημώ
βλαστημώ	verb	βρίζω, κυρίως ιερά πράγματα, (λαϊκότροπο) άλλη μορφή του βλασφημώ
βλαστημώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλαστημάω / βλαστημώ
βλαστητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστητικό
βλαστητικέ	adj	κλητική ενικού του βλαστητικός
βλαστητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστητική
βλαστητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαστητικός
βλαστητικής	adj	γενική ενικού του βλαστητική
βλαστητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαστητικός
βλαστητικού	adj	γενική ενικού του βλαστητικός
βλαστητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαστητικός
βλαστητικό	adj	αιτιατική ενικού του βλαστητικός
βλαστητικός	adj	που έχει σχέση με τη βλάστηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
βλαστητικών	adj	γενική πληθυντικού του βλαστητικός
βλαστιδίου	=	βλαστίδιο
βλαστιδίων	=	βλαστίδιο
βλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστικό
βλαστικέ	adj	κλητική ενικού του βλαστικός
βλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστική
βλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαστικός
βλαστικής	adj	γενική ενικού του βλαστική
βλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαστικός
βλαστικοτήτων	=	βλαστικότητα
βλαστικού	adj	γενική ενικού του βλαστικός
βλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαστικός
βλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του βλαστικός
βλαστικός	adj	που έχει σχέση με τη βλάστηση ή τον βλαστό, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
βλαστικότης	noun	η βλαστικότητα
βλαστικότητα	noun	η ικανότητα προς βλάστηση, η τάση κάποιου σπόρου να βλαστήσει
βλαστικότητας	=	βλαστικότητα
βλαστικότητες	=	βλαστικότητα
βλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του βλαστικός
βλαστισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστισμένο
βλαστισμένε	verb	κλητική ενικού του βλαστισμένος
βλαστισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστισμένη
βλαστισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαστισμένος
βλαστισμένης	verb	γενική ενικού του βλαστισμένη
βλαστισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βλαστισμένος
βλαστισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαστισμένος
βλαστισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βλαστίζω
βλαστισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλαστισμένος
βλαστισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βλαστισμένος
βλαστισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλαστισμένος
βλαστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαστός
βλαστοκυττάρου	=	βλαστοκύτταρο
βλαστοκυττάρων	=	βλαστοκύτταρο
βλαστοκυτταρικά	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικέ	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικές	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρική	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικής	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικοί	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικού	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικούς	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικό	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκυτταρικός	adj	που έχει σχέση με βλαστοκύτταρα ή αναφέρεται σʼ αυτά
βλαστοκυτταρικών	=	βλαστοκυτταρικός
βλαστοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστοκύτταρο
βλαστοκύτταρο	noun	πρωτογενές κύτταρο χωρίς εξειδίκευση, ικανό να αυτοανανεώνεται επʼ άπειρον και να διαφοροποιείται σε διάφορους τύπους κυττάρων, αποτελώντας βασική πηγή για την ανάπτυξη ιστών και για εφαρμογές στην αναγεννητική ιατρική
βλαστοκύτταρου	=	βλαστοκύτταρο
βλαστολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστολόγημα
βλαστολογήματος	noun	γενική ενικού του βλαστολόγημα
βλαστολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσαν	=	βλαστολογώ
βλαστολογήσανε	=	βλαστολογώ
βλαστολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολογεί	=	βλαστολογώ
βλαστολογείς	=	βλαστολογώ
βλαστολογείτε	=	βλαστολογώ
βλαστολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βλαστολόγημα
βλαστολογούμε	=	βλαστολογώ
βλαστολογούν	=	βλαστολογώ
βλαστολογούνε	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσα	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσαμε	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσαν	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσανε	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσατε	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσε	=	βλαστολογώ
βλαστολογούσες	=	βλαστολογώ
βλαστολογώ	verb	κόβω κάποιους βλαστούς ενός φυτού, προκειμένου να αναπτυχθεί ανετότερα και απρόσκοπτα
βλαστολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολόγει	=	βλαστολογώ
βλαστολόγημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βλαστολογώ
βλαστολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλαστολογώ
βλαστομυκήτων	=	βλαστομύκητας
βλαστομυκητίαση	noun	ασθένεια που προσβάλλει το δέρμα ή / και εσωτερικά όργανα και προκαλείται από βλαστομύκητα (Blastomyces dermatitidis)
βλαστομυκητίασης	noun	γενική ενικού του βλαστομυκητίαση
βλαστομυκητίασις	noun	η βλαστομυκητίαση
βλαστομυκητιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαστομυκητίαση
βλαστομυκητιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του βλαστομυκητίαση
βλαστομυκητιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του βλαστομυκητίαση
βλαστομύκης	noun	ο βλαστομύκητας
βλαστομύκητα	=	βλαστομύκητας
βλαστομύκητας	noun	μύκητας που προκαλεί βλαστομυκητίαση
βλαστομύκητες	=	βλαστομύκητας
βλαστού	noun	γενική ενικού του βλαστός
βλαστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βλαστός
βλαστό	noun	αιτιατική ενικού του βλαστός
βλαστός	noun	μέρος φυτού που στηρίζει τα φύλλα και τα άνθη και μεταφέρει νερό από τις ρίζες στα φύλλα
βλαστών	noun	γενική πληθυντικού του βλαστός
βλασφήμει	=	βλασφημώ
βλασφήμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφήμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφήμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφήμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφήμια	=	βλαστήμια
βλασφημήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήσαν	=	βλασφημώ
βλασφημήσανε	=	βλασφημώ
βλασφημήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημήστε	=	βλασφημώ
βλασφημήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλασφημώ
βλασφημία	noun	λόγος προσβλητικός για το Θεό ή τα ιερά πρόσωπα
βλασφημίας	noun	γενική ενικού του βλασφημία
βλασφημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλασφημία
βλασφημεί	=	βλασφημώ
βλασφημείς	=	βλασφημώ
βλασφημείτε	=	βλασφημώ
βλασφημιών	noun	γενική πληθυντικού του βλασφημία
βλασφημούμε	=	βλασφημώ
βλασφημούν	=	βλασφημώ
βλασφημούνε	=	βλασφημώ
βλασφημούσα	=	βλασφημώ
βλασφημούσαμε	=	βλασφημώ
βλασφημούσαν	=	βλασφημώ
βλασφημούσανε	=	βλασφημώ
βλασφημούσατε	=	βλασφημώ
βλασφημούσε	=	βλασφημώ
βλασφημούσες	=	βλασφημώ
βλασφημώ	verb	είμαι βλάσφημος
βλασφημώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλασφημώ
βλατί	noun|dated	πολύτιμο πορφυρό ύφασμα
βλατίδα	noun	μικρό έπαρμα του δέρματος <0,5 εκατ. προεξέχει και είναι ψηλαφητό
βλατίδας	=	βλατίδα
βλατίδες	=	βλατίδα
βλατίδων	=	βλατίδα
βλατιά	=	βλατί
βλατιού	=	βλατί
βλατιών	=	βλατί
βλαττούδα	noun|dated	άλλη μορφή του βλάττα
βλαττών	=	βλάττη
βλαφθήκαμε	=	βλάπτω
βλαφθήκαν	=	βλάπτω
βλαφθήκανε	=	βλάπτω
βλαφθήκατε	=	βλάπτω
βλαφθεί	=	βλάπτω
βλαφθείς	=	βλάπτω
βλαφθείτε	=	βλάπτω
βλαφθούμε	=	βλάπτω
βλαφθούν	=	βλάπτω
βλαφθούνε	=	βλάπτω
βλαχάβεια	=	βλαχάβειος
βλαχάβειας	=	βλαχάβειος
βλαχάβειε	=	βλαχάβειος
βλαχάβειες	=	βλαχάβειος
βλαχάβειο	=	βλαχάβειος
βλαχάβειοι	=	βλαχάβειος
βλαχάβειος	adj	που έχει σχέση με τον Βλαχάβα, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν
βλαχάβειου	=	βλαχάβειος
βλαχάβειους	=	βλαχάβειος
βλαχάβειων	=	βλαχάβειος
βλαχάκι	noun	υποκοριστικό του βλάχος
βλαχάκια	=	βλαχάκι
βλαχάρα	noun	μεγεθυντικό του βλάχα: η άξεστη γυναίκα
βλαχάρας	=	βλαχάρα
βλαχάρες	=	βλαχάρα
βλαχαδερά	=	βλαχαδερό
βλαχαδερού	=	βλαχαδερό
βλαχαδερό	noun	άτομο που προέρχεται από χωριό και δεν μπορεί ακόμα να εγκλιματιστεί στη ζωή της πόλης
βλαχαδερών	=	βλαχαδερό
βλαχιά	noun	το σύνολο των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν έναν βλάχο, έναν άνθρωπο από χωριό χωρίς καλούς τρόπους και επίπεδο
βλαχιάς	noun	γενική ενικού του βλαχιά
βλαχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχιά
βλαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχικό
βλαχικέ	adj	κλητική ενικού του βλαχικός
βλαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχική
βλαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαχικός
βλαχικής	adj	γενική ενικού του βλαχική
βλαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαχικός
βλαχικού	adj	γενική ενικού του βλαχικός
βλαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαχικός
βλαχικό	adj	αιτιατική ενικού του βλαχικός
βλαχικός	adj	άλλη μορφή του βλάχικος
βλαχικών	adj	γενική πληθυντικού του βλαχικός
βλαχιών	=	βλαχιά
βλαχογιάπη	=	βλαχογιάπης
βλαχογιάπηδες	=	βλαχογιάπης
βλαχογιάπηδων	=	βλαχογιάπης
βλαχογιάπης	noun	αυτός που προσπαθεί να έχει συμπεριφορά γιάπη, ενώ στην πραγματικότητα έχει αγροίκη και άξεστη συμπεριφορά
βλαχογιάπισσα	=	βλαχογιάπης
βλαχοδήμαρχε	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδήμαρχο	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδήμαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαχοδήμαρχος
βλαχοδήμαρχος	noun	δήμαρχος σε μικρό χωριό που προβάλλεται ως σπουδαίος
βλαχοδήμαρχου	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδήμαρχους	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδημάρχου	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδημάρχους	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδημάρχων	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοδημαρχίνα	=	βλαχοδήμαρχος
βλαχοκυριλέ	=	βλαχοκυριλές
βλαχοκυριλέδες	=	βλαχοκυριλές
βλαχοκυριλέδων	=	βλαχοκυριλές
βλαχοκυριλές	noun|slang	κάποιος που προσπαθεί να φανεί κύριος και καλλιεργημένος, ενώ δεν είναι
βλαχοκυριλού	=	βλαχοκυριλές
βλαχομπαρόκ	noun	τάση επίδειξης και υπερβολής που μαρτυρεί κακό γούστο και νεοπλουτισμό
βλαχοπούλα	noun	νεαρή βλάχα, κοπέλα από τη φυλή των Βλάχων ή γενικότερα από χωριό κτηνοτρόφων
βλαχοπούλας	noun	γενική ενικού του βλαχοπούλα
βλαχοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχοπούλα
βλαχοπούλου	=	βλαχόπουλο
βλαχουριά	=	βλαχουριό
βλαχουριού	=	βλαχουριό
βλαχουριό	noun	το βλαχαδερό
βλαχουριών	=	βλαχουριό
βλαχοφωνία	noun	η ομιλία στη βλάχικη γλώσσα, η γνώση των βλάχικων
βλαχοφωνίας	=	βλαχοφωνία
βλαχοχωριού	=	βλαχοχώρι
βλαχοχωριών	=	βλαχοχώρι
βλαχοχώρι	noun	ένα χωριό Βλάχων
βλαχοχώρια	=	βλαχοχώρι
βλαχόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχόπουλο
βλαχόπουλο	noun	μικρός / νεαρός Βλάχος
βλαχόπουλον	=	βλαχόπουλο
βλαχόπουλου	noun	γενική ενικού του βλαχόπουλο
βλαχόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του βλαχόπουλο
βλαχόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχόφωνο
βλαχόφωνε	adj	κλητική ενικού του βλαχόφωνος
βλαχόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχόφωνη
βλαχόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλαχόφωνος
βλαχόφωνης	adj	γενική ενικού του βλαχόφωνη
βλαχόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του βλαχόφωνος
βλαχόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλαχόφωνος
βλαχόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα βλάχικα
βλαχόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλαχόφωνος
βλαχόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλαχόφωνος
βλαχόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλαχόφωνος
βλαψίματα	=	βλάψιμο
βλαψίματος	=	βλάψιμο
βλαψίφρον	=	βλαψίφρων
βλαψίφρονα	=	βλαψίφρων
βλαψίφρονες	=	βλαψίφρων
βλαψίφρονος	=	βλαψίφρων
βλαψίφρων	adj|archaic	φρενοβλαβής
βλαψιμάτων	=	βλάψιμο
βλαψιφρόνων	=	βλαψίφρων
βλεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βλέμμα
βλεμματικά	=	βλεμματικός
βλεμματικέ	=	βλεμματικός
βλεμματικές	=	βλεμματικός
βλεμματική	=	βλεμματικός
βλεμματικής	=	βλεμματικός
βλεμματικοί	=	βλεμματικός
βλεμματικού	=	βλεμματικός
βλεμματικούς	=	βλεμματικός
βλεμματικό	=	βλεμματικός
βλεμματικός	adj	που έχει σχέση με το βλέμμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
βλεμματικών	=	βλεμματικός
βλεννογονεκτομές	=	βλεννογονεκτομή
βλεννογονεκτομή	noun	χειρουργική επέμβαση με την οποία αφαιρείται παθολογικό υλικό που φέρει την δυσπλασία ή τον πρώιμο καρκίνο
βλεννογονεκτομής	=	βλεννογονεκτομή
βλεννογονεκτομών	=	βλεννογονεκτομή
βλεννογόνα	=	βλεννογόνος
βλεννογόνας	=	βλεννογόνος
βλεννογόνε	=	βλεννογόνος
βλεννογόνες	=	βλεννογόνος
βλεννογόνο	=	βλεννογόνος
βλεννογόνοι	=	βλεννογόνος
βλεννογόνος	noun	υγρός και μαλακός ιστός που επενδύει εσωτερικές κοιλότητες του σώματος, εκκρίνοντας βλέννα για προστασία και λίπανση	adj	που εκκρίνει βλέννα
βλεννογόνου	=	βλεννογόνος
βλεννογόνους	=	βλεννογόνος
βλεννογόνων	=	βλεννογόνος
βλεννολυτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννολυτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννολυτικό, ουδέτερο του βλεννολυτικός
βλεννολυτικέ	adj	κλητική ενικού του βλεννολυτικός
βλεννολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννολυτική
βλεννολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλεννολυτικός
βλεννολυτικής	adj	γενική ενικού του βλεννολυτική
βλεννολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλεννολυτικός
βλεννολυτικού	adj	γενική ενικού του βλεννολυτικός
βλεννολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλεννολυτικός
βλεννολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του βλεννολυτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που προκαλεί λύση της βλέννας και βοηθάει στην απόχρεμψη των βρογχικών εκκρίσεων
βλεννολυτικός	adj	που προκαλεί λύση της βλέννας, διαλύει τη βλέννα, βοηθά στην απόχρεμψη μειώνοντας το ιξώδες των βρογχικών εκκρίσεων
βλεννολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του βλεννολυτικός
βλεννορραγία	noun	άλλη μορφή του βλεννόρροια
βλεννορραγίας	noun	γενική ενικού του βλεννορραγία
βλεννορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννορραγία
βλεννορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του βλεννορραγία
βλεννορροιών	noun	γενική πληθυντικού του βλεννόρροια
βλεννορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννορροϊκό
βλεννορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννορροϊκή
βλεννορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκής	adj	γενική ενικού του βλεννορροϊκή
βλεννορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκού	adj	γενική ενικού του βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκός	adj	που έχει σχέση με την βλεννόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή
βλεννορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του βλεννορροϊκός
βλεννωδών	=	βλεννώδης
βλεννόρροια	noun	αφροδίσιο λοιμώδες νόσημα
βλεννόρροιας	noun	γενική ενικού του βλεννόρροια
βλεννόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεννόρροια
βλεννώδεις	=	βλεννώδης
βλεννώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βλεννώδης
βλεννώδη	=	βλεννώδης
βλεννώδης	adj	που μοιάζει με βλέννα ή περιέχει βλέννα
βλεννώδους	=	βλεννώδης
βλεννών	noun	γενική πληθυντικού του βλέννα
βλεπάτορα	=	βλεπάτορας
βλεπάτορας	noun	παρατηρητής, φύλακας, επόπτης
βλεπάτορες	=	βλεπάτορας
βλεπές	noun	ο αγροφύλακας
βλεπόμασταν	=	βλέπω
βλεπόμαστε	=	βλέπω
βλεπόμουν	=	βλέπω
βλεπόμουνα	=	βλέπω
βλεπόντουσαν	=	βλέπω
βλεπόσασταν	=	βλέπω
βλεπόσαστε	=	βλέπω
βλεπόσουν	=	βλέπω
βλεπόσουνα	=	βλέπω
βλεπόταν	=	βλέπω
βλεπότανε	=	βλέπω
βλεφάριζα	=	βλεφαρίζω
βλεφάριζαν	=	βλεφαρίζω
βλεφάριζε	=	βλεφαρίζω
βλεφάριζες	=	βλεφαρίζω
βλεφάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βλεφαρίζω
βλεφάρου	noun	γενική ενικού του βλέφαρο
βλεφάρων	noun	γενική πληθυντικού του βλέφαρο
βλεφαρίδα	noun	λεπτή κοντή τρίχα που βγαίνει στις άκρες των βλεφάρων και προστατεύει τα μάτια
βλεφαρίδας	=	βλεφαρίδα
βλεφαρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεφαρίδα
βλεφαρίδων	=	βλεφαρίδα
βλεφαρίζαμε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζαν	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζανε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζατε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζει	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζεις	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζετε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζοντας	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζουμε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζουν	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζουνε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίζω	verb	κουνώ τα βλέφαρα (ανοιγοκλείνοντάς τα)
βλεφαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσαν	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίσανε	=	βλεφαρίζω
βλεφαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεφάρισμα
βλεφαρίσματος	noun	γενική ενικού του βλεφάρισμα
βλεφαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλεφαρίζω
βλεφαρίτιδα	noun	πάθηση ματιών,που περιλαμβάνει ερεθισμό,κοκκίνισμα και απώλεια βλεφαρίδων
βλεφαρίτιδας	=	βλεφαρίτιδα
βλεφαρίτιδες	=	βλεφαρίτιδα
βλεφαρίτιδων	=	βλεφαρίτιδα
βλεφαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεφαριασμένο
βλεφαριασμένε	verb	κλητική ενικού του βλεφαριασμένος
βλεφαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεφαριασμένη
βλεφαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλεφαριασμένος
βλεφαριασμένης	verb	γενική ενικού του βλεφαριασμένη
βλεφαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βλεφαριασμένος
βλεφαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλεφαριασμένος
βλεφαριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βλεφαρίζω / βλεφαριάζω
βλεφαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλεφαριασμένος
βλεφαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βλεφαριασμένος
βλεφαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλεφαριασμένος
βλεφαριδοφόρα	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρας	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρε	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρες	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρο	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόροι	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρος	adj	αυτός που φέρει βλεφαρίδες
βλεφαριδοφόρου	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρους	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαριδοφόρων	=	βλεφαριδοφόρος
βλεφαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεφαρικό
βλεφαρικέ	adj	κλητική ενικού του βλεφαρικός
βλεφαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλεφαρική
βλεφαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλεφαρικός
βλεφαρικής	adj	γενική ενικού του βλεφαρική
βλεφαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλεφαρικός
βλεφαρικού	adj	γενική ενικού του βλεφαρικός
βλεφαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλεφαρικός
βλεφαρικό	adj	αιτιατική ενικού του βλεφαρικός
βλεφαρικός	adj	σχετικός με τα βλέφαρα
βλεφαρικών	adj	γενική πληθυντικού του βλεφαρικός
βλεφαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βλεφάρισμα
βλεφαροπλαστικές	=	βλεφαροπλαστική
βλεφαροπλαστική	noun	πλαστική χειρουργική επέμβαση στα βλέφαρα
βλεφαροπλαστικής	=	βλεφαροπλαστική
βλεφαροπλαστικών	=	βλεφαροπλαστική
βλεφαροπτώσεις	=	βλεφαρόπτωση
βλεφαροπτώσεων	=	βλεφαρόπτωση
βλεφαρόπτωση	noun	παθολογική καθίζηση του άνω βλεφάρου, η οποία μπορεί να περιορίζει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το οπτικό πεδίο
βλεφαρόπτωσης	=	βλεφαρόπτωση
βλεφαρόσπασμε	=	βλεφαρόσπασμος
βλεφαρόσπασμο	=	βλεφαρόσπασμος
βλεφαρόσπασμοι	=	βλεφαρόσπασμος
βλεφαρόσπασμος	noun	σύσπαση των βλεφάρων ενός ατόμου που συμβαίνει ακούσια
βλεφαρόσπασμου	=	βλεφαρόσπασμος
βλεφαρόσπασμους	=	βλεφαρόσπασμος
βλεφαρόσπασμων	=	βλεφαρόσπασμος
βληθήκαμε	=	βάλλω
βληθήκαν	=	βάλλω
βληθήκανε	=	βάλλω
βληθήκατε	=	βάλλω
βληθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου παθητικής φωνής του βάλλω
βληθείς	=	βάλλω
βληθείσα	=	βάλλω
βληθείτε	=	βάλλω
βληθούμε	=	βάλλω
βληθούν	=	βάλλω
βληθούνε	=	βάλλω
βληθώ	=	βάλλω
βλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βλήμα
βλησίδι	noun	εύρημα, θησαυρός
βλησίδια	=	βλησίδι
βλησιδιού	=	βλησίδι
βλησιδιών	=	βλησίδι
βλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλητικό
βλητικέ	adj	κλητική ενικού του βλητικός
βλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλητική
βλητική	noun	η γνώση για τη ρίψη, κίνηση, βεληνεκές κ.ά. των βλημάτων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλητικός
βλητικής	adj	γενική ενικού του βλητική
βλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλητικός
βλητικού	adj	γενική ενικού του βλητικός
βλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλητικός
βλητικό	adj	αιτιατική ενικού του βλητικός
βλητικός	adj	ο σχετικός με βολή
βλητικών	adj	γενική πληθυντικού του βλητικός
βληχές	=	βληχή
βληχή	noun|formal	το βέλασμα
βληχής	=	βληχή
βληχών	=	βληχή
βλογά	=	βλογάω
βλογάγαμε	=	βλογάω
βλογάγανε	=	βλογάω
βλογάγατε	=	βλογάω
βλογάει	=	βλογάω
βλογάμε	=	βλογάω
βλογάν	=	βλογάω
βλογάνε	=	βλογάω
βλογάς	=	βλογάω
βλογάτε	=	βλογάω
βλογάω	verb	ευλογώ
βλογήθηκα	=	βλογάω
βλογήθηκαν	=	βλογάω
βλογήθηκε	=	βλογάω
βλογήθηκες	=	βλογάω
βλογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσαν	=	βλογάω
βλογήσανε	=	βλογάω
βλογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσου	=	βλογάω
βλογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλογηθήκαμε	=	βλογάω
βλογηθήκαν	=	βλογάω
βλογηθήκανε	=	βλογάω
βλογηθήκατε	=	βλογάω
βλογηθεί	=	βλογάω
βλογηθείτε	=	βλογάω
βλογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογημένο
βλογημένε	verb	κλητική ενικού του βλογημένος
βλογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογημένη
βλογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλογημένος
βλογημένης	verb	γενική ενικού του βλογημένη
βλογημένο	verb	αιτιατική ενικού του βλογημένος
βλογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλογημένος
βλογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βλογώ και βλογάω
βλογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλογημένος
βλογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βλογημένος
βλογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλογημένος
βλογιά	noun	η ασθένεια ευλογιά
βλογιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλογιάρης
βλογιάρας	adj	γενική ενικού του βλογιάρα
βλογιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογιάρα
βλογιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βλογιάρης
βλογιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογιάρης
βλογιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του βλογιάρης
βλογιάρης	adj|vulgar	που πάσχει από ευλογιά
βλογιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογιάρικο
βλογιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του βλογιάρης
βλογιάρικου	adj	γενική ενικού του βλογιάρικο
βλογιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του βλογιάρικο
βλογιάς	noun	γενική ενικού του βλογιά
βλογιέμαι	=	βλογάω
βλογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογιά
βλογιέσαι	=	βλογάω
βλογιέστε	=	βλογάω
βλογιέται	=	βλογάω
βλογιοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογιοκομμένο
βλογιοκομμένε	verb	κλητική ενικού του βλογιοκομμένος
βλογιοκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλογιοκομμένη
βλογιοκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλογιοκομμένος
βλογιοκομμένης	verb	γενική ενικού του βλογιοκομμένη
βλογιοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του βλογιοκομμένος
βλογιοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλογιοκομμένος
βλογιοκομμένος	verb	άτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο που παρέμειναν μετά την αποθεραπεία από ευλογιά
βλογιοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βλογιοκομμένος
βλογιοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βλογιοκομμένος
βλογιοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βλογιοκομμένος
βλογιούνται	=	βλογάω
βλογιούνταν	=	βλογάω
βλογιόμασταν	=	βλογάω
βλογιόμαστε	=	βλογάω
βλογιόμουν	=	βλογάω
βλογιόμουνα	=	βλογάω
βλογιόνταν	=	βλογάω
βλογιόντανε	=	βλογάω
βλογιόντουσαν	=	βλογάω
βλογιόσασταν	=	βλογάω
βλογιόσαστε	=	βλογάω
βλογιόσουν	=	βλογάω
βλογιόσουνα	=	βλογάω
βλογιόταν	=	βλογάω
βλογιότανε	=	βλογάω
βλογιών	=	βλογιά
βλογκ	noun	διαδικτυακό ημερολόγιο ή σελίδα που εστιάζει κυρίως στη δημοσίευση βίντεο, συνδυάζοντας προσωπικό ή θεματικό περιεχόμενο με μορφή ιστολογίου
βλογούδια	noun	είδος μικρού πρόσφορου
βλογούμε	=	βλογάω
βλογούν	=	βλογάω
βλογούνε	=	βλογάω
βλογούσα	=	βλογάω
βλογούσαμε	=	βλογάω
βλογούσαν	=	βλογάω
βλογούσανε	=	βλογάω
βλογούσατε	=	βλογάω
βλογούσε	=	βλογάω
βλογούσες	=	βλογάω
βλογώ	=	βλογάω
βλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βλογάω
βλοημένοι	noun	πληθυντικός αριθμός του βλοημένος, ιδιωματικός τύπος του ευλογημένοι
βλοσυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλοσυρό	adv	με αγριωπό βλέμμα
βλοσυρέ	adj	κλητική ενικού του βλοσυρός
βλοσυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλοσυρή
βλοσυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βλοσυρός
βλοσυρής	adj	γενική ενικού του βλοσυρή
βλοσυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βλοσυρός
βλοσυροτήτων	=	βλοσυρότητα
βλοσυρού	adj	γενική ενικού του βλοσυρός
βλοσυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βλοσυρός
βλοσυρό	adj	αιτιατική ενικού του βλοσυρός
βλοσυρός	adj	που έχει αυστηρό, αγριωπό βλέμμα
βλοσυρότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος βλοσυρός, η ιδιότητα του βλοσυρού
βλοσυρότητας	noun	γενική ενικού του βλοσυρότητα
βλοσυρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλοσυρότητα
βλοσυρών	adj	γενική πληθυντικού του βλοσυρός
βλυσίδι	noun	η χρηματική ενίσχυση - επένδυση που κατέβαλε κάθε μέλος του πληρώματος εμπορικού πλοίου, από τα κέρδη του, ανά επόμενο ταξίδι, επί τουρκοκρατίας και λίγο μετά την ανεξαρτησία.
βλυσίδια	=	βλυσίδι
βλυσιδιού	=	βλυσίδι
βλυσιδιών	=	βλυσίδι
βλυχά	=	βλυχός
βλυχέ	=	βλυχός
βλυχές	=	βλυχός
βλυχή	=	βλυχός
βλυχής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βλυχή) του βλυχός
βλυχοί	=	βλυχός
βλυχού	=	βλυχός
βλυχούς	=	βλυχός
βλυχό	=	βλυχός
βλυχός	adj	ο γλυφός
βλυχών	=	βλυχός
βλωμέ	=	βλωμός
βλωμοί	=	βλωμός
βλωμού	=	βλωμός
βλωμούς	=	βλωμός
βλωμό	=	βλωμός
βλωμός	noun	μπουκιά
βλωμών	=	βλωμός
βλόγα	=	βλογάω
βλόγαγα	=	βλογάω
βλόγαγαν	=	βλογάω
βλόγαγε	=	βλογάω
βλόγαγες	=	βλογάω
βλόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλογώ
βλόγκερ	noun	άτομο που δημιουργεί και διαχειρίζεται βλογκ, αναρτώντας συστηματικά βίντεο με προσωπικό ή θεματικό περιεχόμενο
βλόκκος	=	φλόκκος
βοά	=	βοώ
βοάς	=	βοώ
βοάτε	=	βοώ
βοές	=	βοή
βοή	noun	εξακολουθητικός, ακαθόριστος, συγκεχυμένος ή υπόκωφος θόρυβος
βοήθα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του βοηθάω
βοήθαγα	=	βοηθάω
βοήθαγαν	=	βοηθάω
βοήθαγε	=	βοηθάω
βοήθαγες	=	βοηθάω
βοήθεια	noun	η ενέργεια που στοχεύει στην υποστήριξη, στην ενίσχυση, στην προστασία ή στην ανακούφιση κάποιου	intj	λέγεται από κάποιον που βρίσκεται σε κίνδυνο, όταν κάνει έκκληση για προστασία
βοήθειας	noun	γενική ενικού του βοήθεια
βοήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοήθεια
βοήθημα	noun	το χρηματικό ποσό που δίνεται σε κάποιον για να καλύψει ένα μέρος των αναγκών του
βοήθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοήθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοήθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοήθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοήλατα	=	βοήλατος
βοήλατε	=	βοήλατος
βοήλατες	=	βοήλατος
βοήλατη	=	βοήλατος
βοήλατης	=	βοήλατος
βοήλατο	=	βοήλατος
βοήλατοι	=	βοήλατος
βοήλατος	adj|formal	που σέρνεται από βόδια
βοήλατου	=	βοήλατος
βοήλατους	=	βοήλατος
βοήλατων	=	βοήλατος
βοής	=	βοή
βοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
βοακ	abbrev	ονομασία αυτοκινητοδρόμου στην Κρήτη
βογάρισμα	noun	η ενέργεια του βογάρω, η ώθηση ενός πλοίου, συνηθέστερα από ρυμουλκό
βογαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βογάρισμα
βογαρίσματος	noun	γενική ενικού του βογάρισμα
βογαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βογάρισμα
βογγάω	verb	άλλη μορφή του βογκώ
βογγήματα	=	βόγγημα
βογγήματος	=	βόγγημα
βογγημάτων	=	βόγγημα
βογγητά	=	βογγητό
βογγητού	=	βογγητό
βογγητό	noun	άλλη μορφή του βογκητό
βογγητών	=	βογγητό
βογγομαχώ	verb	παλεύω με αγωνία και πόνο, εκφράζοντας την ταλαιπωρία μου με βογκητά
βογγώ	verb	άλλη μορφή του βογκώ
βογιάρε	=	βογιάρος
βογιάρο	=	βογιάρος
βογιάροι	=	βογιάρος
βογιάρος	noun|dated	Ρώσος αριστοκράτης
βογιάρου	=	βογιάρος
βογιάρους	=	βογιάρος
βογιάρων	=	βογιάρος
βογκά	=	βογκάω
βογκάγαμε	=	βογκάω
βογκάγανε	=	βογκάω
βογκάγατε	=	βογκάω
βογκάει	=	βογκάω
βογκάμε	=	βογκάω
βογκάν	=	βογκάω
βογκάνε	=	βογκάω
βογκάς	=	βογκάω
βογκάτε	=	βογκάω
βογκάω	verb	βγάζω δυνατή και άναρθρη κραυγή που προέρχεται μάλλον από δυσάρεστα αισθήματα, κυρίως πόνο
βογκήματα	=	βόγκημα
βογκήματος	=	βόγκημα
βογκήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξαν	=	βογκάω
βογκήξανε	=	βογκάω
βογκήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξουνε	=	βογκάω
βογκήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βογκήσαμε	=	βογκάω
βογκήσαν	=	βογκάω
βογκήσανε	=	βογκάω
βογκήσατε	=	βογκάω
βογκήσει	=	βογκάω
βογκήσεις	=	βογκάω
βογκήσετε	=	βογκάω
βογκήσουμε	=	βογκάω
βογκήσουν	=	βογκάω
βογκήσουνε	=	βογκάω
βογκήστε	=	βογκάω
βογκήσω	=	βογκάω
βογκίζω	verb	βογκώ, βγάζω βαθύ στεναγμό, άναρθρη φωνή, πονάω
βογκημάτων	=	βόγκημα
βογκητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βογκητό
βογκητού	noun	γενική ενικού του βογκητό
βογκητό	noun	ο βαθύς αναστεναγμός από ηδονή ή πόνο, άναρθρη φωνή, βόγκος
βογκητών	noun	γενική πληθυντικού του βογκητό
βογκούμε	=	βογκάω
βογκούν	=	βογκάω
βογκούνε	=	βογκάω
βογκούσα	=	βογκάω
βογκούσαμε	=	βογκάω
βογκούσαν	=	βογκάω
βογκούσανε	=	βογκάω
βογκούσατε	=	βογκάω
βογκούσε	=	βογκάω
βογκούσες	=	βογκάω
βογκώ	verb	άλλη μορφή του βογκάω
βογκώντας	=	βογκάω
βογομιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βογομιλικός
βογομιλικέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του βογομιλικός
βογομιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του βογομιλικός
βογομιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βογομιλικός
βογομιλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του βογομιλικός
βογομιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βογομιλικός
βογομιλικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του βογομιλικός
βογομιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βογομιλικός
βογομιλικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βογομιλικός
βογομιλικός	adj	που σχετίζεται με την αίρεση του Βογομιλισμού
βογομιλικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του βογομιλικός
βογομιλισμέ	noun	κλητική του βογομιλισμός
βογομιλισμού	noun	γενική του βογομιλισμός
βογομιλισμό	noun	αιτιατική του βογομιλισμός
βογομιλισμός	noun	άλλη μορφή του Βογομιλισμός
βοδάλαφα	=	βοδάλαφο
βοδάλαφο	noun|literary	ο τάρανδος
βοδάλαφου	=	βοδάλαφο
βοδάλαφων	=	βοδάλαφο
βοδάμαξα	noun	άλλη μορφή του βοϊδάμαξα
βοδάμαξας	noun	γενική ενικού του βοδάμαξα
βοδάμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοδάμαξα
βοδαμαξών	noun	γενική πληθυντικού του βοδάμαξα
βοδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοδινό
βοδινέ	adj	κλητική ενικού του βοδινός
βοδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοδινή
βοδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοδινός
βοδινής	adj	γενική ενικού του βοδινή
βοδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοδινός
βοδινού	adj	γενική ενικού του βοδινός
βοδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοδινός
βοδινό	adj	αιτιατική ενικού του βοδινός
βοδινός	adj	σχετικός με το κρέας του βοδιού
βοδινών	adj	γενική πληθυντικού του βοδινός
βοδιού	noun	γενική ενικού του βόδι
βοδιών	noun	γενική πληθυντικού του βόδι
βοεβοδάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοεβοδάτο
βοεβοδάτο	noun	παλαιότερη διοικητική διαίρεση σε σλαβικές χώρες και στην Ευρωπαϊκή Τουρκία
βοεβοδάτου	noun	γενική ενικού του βοεβοδάτο
βοεβοδάτων	noun	γενική πληθυντικού του βοεβοδάτο
βοεβόδα	=	βοεβόδας
βοεβόδας	noun	τίτλος διοικητή του βοεβοδάτου
βοεβόδες	=	βοεβόδας
βοεβόδων	=	βοεβόδας
βοερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοερό	adv	κάνοντας θόρυβο, με βοή
βοερέ	adj	κλητική ενικού του βοερός
βοερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοερή
βοερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοερός
βοερής	adj	γενική ενικού του βοερή
βοεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοερός
βοερού	adj	γενική ενικού του βοερός
βοερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοερός
βοερό	adj	αιτιατική ενικού του βοερός
βοερός	adj	γεμάτος βοή, πολυθόρυβος
βοερών	adj	γενική πληθυντικού του βοερός
βοηθά	=	βοηθάω
βοηθάγαμε	=	βοηθάω
βοηθάγαν	=	βοηθάω
βοηθάγανε	=	βοηθάω
βοηθάγατε	=	βοηθάω
βοηθάει	=	βοηθάω
βοηθάμε	=	βοηθάω
βοηθάν	=	βοηθάω
βοηθάνε	=	βοηθάω
βοηθάς	=	βοηθάω
βοηθάτε	=	βοηθάω
βοηθάω	verb	προσφέρω βοήθεια σε κάποιον, συμβάλλω στην προσπάθειά του να καταφέρει κάτι, διευκολύνω μια ενέργειά του, του προσφέρω υποστήριξη
βοηθέ	noun	κλητική ενικού του βοηθός
βοηθήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοήθημα
βοηθήματος	noun	γενική ενικού του βοήθημα
βοηθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσαν	=	βοηθάω
βοηθήσανε	=	βοηθάω
βοηθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσου	=	βοηθάω
βοηθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσουνε	=	βοηθάω
βοηθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθώ
βοηθεί	=	βοηθάω
βοηθείας	=	βοήθεια
βοηθείς	=	βοηθάω
βοηθείσθε	=	βοηθάω
βοηθείτε	=	βοηθάω
βοηθείτο	=	βοηθάω
βοηθειών	noun	γενική πληθυντικού του βοήθεια
βοηθηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθήκαν	=	βοηθάω
βοηθηθήκανε	=	βοηθάω
βοηθηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθηθούνε	=	βοηθάω
βοηθηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοηθιέμαι
βοηθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βοήθημα
βοηθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοηθημένο
βοηθημένε	verb	κλητική ενικού του βοηθημένος
βοηθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοηθημένη
βοηθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοηθημένος
βοηθημένης	verb	γενική ενικού του βοηθημένη
βοηθημένο	verb	αιτιατική ενικού του βοηθημένος
βοηθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοηθημένος
βοηθημένος	verb	που έχει βοηθηθεί
βοηθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βοηθημένος
βοηθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βοηθημένος
βοηθημένων	verb	γενική πληθυντικού του βοηθημένος
βοηθηματούχε	=	βοηθηματούχος
βοηθηματούχο	=	βοηθηματούχος
βοηθηματούχοι	=	βοηθηματούχος
βοηθηματούχος	noun	αυτός που δικαούται και λαμβάνει κάποιο βοήθημα
βοηθηματούχου	=	βοηθηματούχος
βοηθηματούχους	=	βοηθηματούχος
βοηθηματούχων	=	βοηθηματούχος
βοηθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοηθητικό	adv	κατά βοηθητικό τρόπο
βοηθητικέ	adj	κλητική ενικού του βοηθητικός
βοηθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοηθητική
βοηθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοηθητικός
βοηθητικής	adj	γενική ενικού του βοηθητική
βοηθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοηθητικός
βοηθητικού	adj	γενική ενικού του βοηθητικός
βοηθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοηθητικός
βοηθητικό	adj	αιτιατική ενικού του βοηθητικός
βοηθητικός	adj	που βοηθάει
βοηθητικότατα	=	βοηθητικός
βοηθητικότατε	=	βοηθητικός
βοηθητικότατες	=	βοηθητικός
βοηθητικότατη	=	βοηθητικός
βοηθητικότατης	=	βοηθητικός
βοηθητικότατο	=	βοηθητικός
βοηθητικότατοι	=	βοηθητικός
βοηθητικότατος	=	βοηθητικός
βοηθητικότατου	=	βοηθητικός
βοηθητικότατους	=	βοηθητικός
βοηθητικότατων	=	βοηθητικός
βοηθητικότερα	=	βοηθητικός
βοηθητικότερε	=	βοηθητικός
βοηθητικότερες	=	βοηθητικός
βοηθητικότερη	=	βοηθητικός
βοηθητικότερης	=	βοηθητικός
βοηθητικότερο	=	βοηθητικός
βοηθητικότεροι	=	βοηθητικός
βοηθητικότερος	=	βοηθητικός
βοηθητικότερου	=	βοηθητικός
βοηθητικότερους	=	βοηθητικός
βοηθητικότερων	=	βοηθητικός
βοηθητικών	adj	γενική πληθυντικού του βοηθητικός
βοηθιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βοηθάω / βοηθώ
βοηθιέσαι	=	βοηθάω
βοηθιέστε	=	βοηθάω
βοηθιέται	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος βοηθιέμαι παθητικού του βοηθάω
βοηθιούνται	=	βοηθάω
βοηθιούνταν	=	βοηθάω
βοηθιόμασταν	=	βοηθάω
βοηθιόμαστε	=	βοηθάω
βοηθιόμουν	=	βοηθάω
βοηθιόμουνα	=	βοηθάω
βοηθιόνταν	=	βοηθάω
βοηθιόντανε	=	βοηθάω
βοηθιόντουσαν	=	βοηθάω
βοηθιόσασταν	=	βοηθάω
βοηθιόσαστε	=	βοηθάω
βοηθιόσουν	=	βοηθάω
βοηθιόσουνα	=	βοηθάω
βοηθιόταν	=	βοηθάω
βοηθιότανε	=	βοηθάω
βοηθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοηθός
βοηθού	noun	γενική ενικού του βοηθός
βοηθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βοηθώ
βοηθούμε	=	βοηθάω
βοηθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοηθούμενο
βοηθούμενε	verb	κλητική ενικού του βοηθούμενος
βοηθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοηθούμενη
βοηθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοηθούμενος
βοηθούμενης	verb	γενική ενικού του βοηθούμενη
βοηθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του βοηθούμενος
βοηθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοηθούμενος
βοηθούμενος	verb	που δέχεται βοήθεια από κάποιους, ενώ λαμβάνει βοήθεια, καθώς την λαμβάνει, επειδή τη λαμβάνει
βοηθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βοηθούμενος
βοηθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βοηθούμενος
βοηθούμενων	verb	γενική πληθυντικού του βοηθούμενος
βοηθούν	=	βοηθάω
βοηθούνε	=	βοηθάω
βοηθούνεν	=	βοηθάω
βοηθούνενε	=	βοηθάω
βοηθούντο	=	βοηθάω
βοηθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βοηθός
βοηθούσα	=	βοηθάω
βοηθούσαv	=	βοηθάω
βοηθούσαvε	=	βοηθάω
βοηθούσαμε	=	βοηθάω
βοηθούσαν	=	βοηθάω
βοηθούσανε	=	βοηθάω
βοηθούσατε	=	βοηθάω
βοηθούσε	=	βοηθάω
βοηθούσες	=	βοηθάω
βοηθό	noun	αιτιατική ενικού του βοηθός
βοηθός	noun	που βοηθάει, που συνδράμει
βοηθώ	verb	άλλη μορφή του βοηθάω
βοηθών	noun	γενική πληθυντικού του βοηθός
βοηθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βοηθώ
βοηλάτες	=	βοηλάτης
βοηλάτη	=	βοηλάτης
βοηλάτης	noun	άλλη μορφή του βοϊδολάτης
βοηλατών	=	βοηλάτης
βοημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοημικό
βοημικέ	adj	κλητική ενικού του βοημικός
βοημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοημική
βοημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοημικός
βοημικής	adj	γενική ενικού του βοημική
βοημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοημικός
βοημικού	adj	γενική ενικού του βοημικός
βοημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοημικός
βοημικό	adj	αιτιατική ενικού του βοημικός
βοημικός	adj	σχετικός με τη Βοημία ή τους Βοημούς
βοημικών	adj	γενική πληθυντικού του βοημικός
βοηυημάτων	=	βοήθημα
βοθρία	=	βοθρίο
βοθρίο	noun	μικρή, συνήθως στρογγυλή εσοχή ή κοιλότητα σε επιφάνεια, που παρατηρείται σε φυσικά σώματα ή ιστούς
βοθρίου	=	βοθρίο
βοθρίων	=	βοθρίο
βοθρατζή	=	βοθρατζής
βοθρατζήδες	=	βοθρατζής
βοθρατζήδων	=	βοθρατζής
βοθρατζής	noun	οδηγός, ή βοηθός ειδικού οχήματος εκκένωσης βόθρων, βοθρατζίδικου
βοθρατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοθρατζίδικο
βοθρατζίδικο	noun	βυτιοφόρο όχημα που αδειάζει βόθρους και μεταφέρει τα απόβλητα σε χαβούζα ή άλλο χώρο
βοθρατζίδικου	noun	γενική ενικού του βοθρατζίδικο
βοθρατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του βοθρατζίδικο
βοθροκαθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοθροκαθαριστής
βοθροκαθαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βοθροκαθαριστής
βοθροκαθαριστής	noun	ο υπάλληλος που επιτελεί έργο καθαρισμού
βοθροκαθαριστών	noun	γενική πληθυντικού του βοθροκαθαριστής
βοθρολυμάτων	=	βοθρολύματα
βοθρολύματα	noun	τα λύματα του βόθρου
βοιδιού	=	βόιδι
βοιδιών	=	βόιδι
βοιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοιωτικό
βοιωτικέ	adj	κλητική ενικού του βοιωτικός
βοιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοιωτική
βοιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοιωτικός
βοιωτικής	adj	γενική ενικού του βοιωτική
βοιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοιωτικός
βοιωτικού	adj	γενική ενικού του βοιωτικός
βοιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοιωτικός
βοιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του βοιωτικός
βοιωτικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Βοιωτία
βοιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του βοιωτικός
βοκαμβίλια	noun	άλλη μορφή του βουκαμβίλια
βοκαμβίλιας	=	βοκαμβίλια
βοκαμβίλιες	=	βοκαμβίλια
βολά	noun|literary	φορά
βολάν	noun	το τιμόνι του αυτοκινήτου
βολάς	=	βολά
βολέ	noun	δυνατό σουτ που εκτελείται όταν η μπάλα είναι στον αέρα
βολέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόλεμα
βολέματος	noun	γενική ενικού του βόλεμα
βολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολή
βολέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψαν	=	βολεύω
βολέψανε	=	βολεύω
βολέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψεων	=	βόλεψη
βολέψομε	=	βολεύω
βολέψου	=	βολεύω
βολέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψουνε	=	βολεύω
βολέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βολή	noun	η άνεση, η βόλεψη
βολής	=	βολή
βολίδα	noun	μεταλλικό όργανο για βυθομετρήσεις
βολίδας	=	βολίδα
βολίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολίδα
βολίδων	=	βολίδα
βολίζω	verb	βυθομετρώ με βολίδα (κοινώς σκαντάγιο)
βολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόλισμα
βολίσματος	noun	γενική ενικού του βόλισμα
βολαπιούκ	noun	άλλη μορφή του βολαπούκ
βολαπούκ	noun	τεχνητή γλώσσα δημιουργημένη από γερμανό ιερέα γύρω στο 1880
βολαστονίτες	=	βολαστονίτης
βολαστονίτη	=	βολαστονίτης
βολαστονίτης	noun	πυριτικό ορυκτό του ασβεστίου (Ca₃Si₃O₉)
βολαστονιτών	=	βολαστονίτης
βολβέ	noun	κλητική ενικού του βολβός
βολβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολβός
βολβοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βολβοειδής
βολβοειδή	adj	αιτιατική ενικού του βολβοειδής
βολβοειδής	adj	που έχει σχήμα βολβού
βολβοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολβοειδής
βολβοειδούς	adj	γενική ενικού του βολβοειδής
βολβοειδών	adj	γενική πληθυντικού του βολβοειδής
βολβού	noun	γενική ενικού του βολβός
βολβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βολβός
βολβωδών	=	βολβώδης
βολβό	noun	αιτιατική ενικού του βολβός
βολβόριζα	noun	πληθυντικός αριθμός του βολβόριζος, φυτά που η ρίζα τους είναι βολβός
βολβόριζου	noun	γενική ενικού του βολβόριζο
βολβόριζων	noun	γενική πληθυντικού του βολβόριζο
βολβός	noun	ο υπόγειος βλαστός μερικών φυτών που εκτελεί αποταμιευτική λειτουργία, καλύπτεται από χιτώνες σε πολλές στρώσεις ή φολίδες, έχει σφαιρικό σχήμα και καταλήγει σε μια οξεία προεξοχή (οφθαλμό), από την οποία αναπτύσσεται ο υπέργειος βλαστός
βολβόσχημα	=	βολβόσχημος
βολβόσχημε	=	βολβόσχημος
βολβόσχημες	=	βολβόσχημος
βολβόσχημη	=	βολβόσχημος
βολβόσχημης	=	βολβόσχημος
βολβόσχημο	=	βολβόσχημος
βολβόσχημοι	=	βολβόσχημος
βολβόσχημος	adj	που έχει σχήμα βολβού
βολβόσχημου	=	βολβόσχημος
βολβόσχημους	=	βολβόσχημος
βολβόσχημων	=	βολβόσχημος
βολβώδεις	=	βολβώδης
βολβώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βολβώδης
βολβώδη	=	βολβώδης
βολβώδης	adj	αυτός που φέρει βολβό
βολβώδους	=	βολβώδης
βολβών	noun	γενική πληθυντικού του βολβός
βολεί	verb	βολεύει
βολεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βόλεμα
βολεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολεμένο
βολεμένε	verb	κλητική ενικού του βολεμένος
βολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολεμένη
βολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βολεμένος
βολεμένης	verb	γενική ενικού του βολεμένη
βολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του βολεμένος
βολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολεμένος
βολεμένος	verb	που έχει βολευτεί	noun	που έχει βολευτεί, έχει συμβιβαστεί χωρίς να αντιδρά σε μία -προσωπικά συμφέρουσα- κατάσταση
βολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βολεμένος
βολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βολεμένος
βολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βολεμένος
βολετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολετό	adv	με βολετό τρόπο
βολετέ	adj	κλητική ενικού του βολετός
βολετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολετή
βολετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βολετός
βολετής	adj	γενική ενικού του βολετή
βολετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολετός
βολετού	adj	γενική ενικού του βολετός
βολετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βολετός
βολετό	adj	αιτιατική ενικού του βολετός
βολετός	adj	που βολεύει
βολετών	adj	γενική πληθυντικού του βολετός
βολευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτήκαν	=	βολεύω
βολευτήκανε	=	βολεύω
βολευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευτούνε	=	βολεύω
βολευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολευόμασταν	=	βολεύω
βολευόμαστε	=	βολεύω
βολευόμουν	=	βολεύω
βολευόμουνα	=	βολεύω
βολευόντουσαν	=	βολεύω
βολευόσασταν	=	βολεύω
βολευόσαστε	=	βολεύω
βολευόσουν	=	βολεύω
βολευόσουνα	=	βολεύω
βολευόταν	=	βολεύω
βολευότανε	=	βολεύω
βολεψάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολεψάκιας
βολεψάκηδων	=	βολεψάκιας
βολεψάκια	=	βολεψάκιας
βολεψάκιας	noun	αυτός που κοιτάει να βολευτεί, προσέχει μόνο τον εαυτό του, την πάρτη του, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο
βολεψιματία	=	βολεψιματίας
βολεψιματίας	noun|slang	άτομο χαρακτηριζόμενο από το βόλεμα, που λειτουργεί χωρίς αρχές, με στόχο να εξυπηρετεί τα καθαρά προσωπικά του συμφέροντα
βολεψιματίες	=	βολεψιματίας
βολεψιματιών	=	βολεψιματίας
βολεϊμπολίστα	=	βολεϊμπολίστας
βολεϊμπολίστας	noun	ο αθλητής του βόλεϊ
βολεϊμπολίστες	=	βολεϊμπολίστας
βολεϊμπολίστρια	noun	θηλυκό του βολεϊμπολίστας
βολεϊμπολίστριας	=	βολεϊμπολίστρια
βολεϊμπολίστριες	=	βολεϊμπολίστρια
βολεϊμπολιστριών	=	βολεϊμπολίστρια
βολεϊμπολιστών	=	βολεϊμπολίστας
βολεύαμε	=	βολεύω
βολεύαν	=	βολεύω
βολεύανε	=	βολεύω
βολεύατε	=	βολεύω
βολεύει	=	βολεύω
βολεύεις	=	βολεύω
βολεύεσαι	=	βολεύω
βολεύεστε	=	βολεύω
βολεύεται	=	βολεύω
βολεύετε	=	βολεύω
βολεύομαι	verb	φροντίζω να έχω τα απαραίτητα ή την άνεσή μου, σωματικά ή ψυχικά ή οικονομικά, τακτοποιούμαι, εξασφαλίζομαι, δεν ανησυχώ, κατασταλάζω, ηρεμώ
βολεύομε	=	βολεύω
βολεύονται	=	βολεύω
βολεύονταν	=	βολεύω
βολεύοντας	=	βολεύω
βολεύουμε	=	βολεύω
βολεύουν	=	βολεύω
βολεύουνε	=	βολεύω
βολεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύομαι
βολεύω	verb	τακτοποιώ πράγματα, ώστε να χωρέσουν κάπου
βολιβιανά	=	βολιβιανός
βολιβιανέ	=	βολιβιανός
βολιβιανές	=	βολιβιανός
βολιβιανή	=	βολιβιανός
βολιβιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βολιβιανή) του βολιβιανός
βολιβιανοί	=	βολιβιανός
βολιβιανού	=	βολιβιανός
βολιβιανούς	=	βολιβιανός
βολιβιανό	=	βολιβιανός
βολιβιανός	adj	ο σχετικός με τη Βολιβία ή τους Βολιβιανούς
βολιβιανών	=	βολιβιανός
βολιδοσκοπήθηκα	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήθηκαν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήθηκε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήθηκες	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσαν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσανε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσεων	=	βολιδοσκόπηση
βολιδοσκοπήσου	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσουνε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπεί	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπείς	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπείσαι	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπείστε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπείται	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπείτε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπείτο	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθήκαμε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθήκαν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθήκανε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθήκατε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθεί	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθείς	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθείτε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθούμε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθούν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθούνε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπηθώ	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολιδοσκοπημένο
βολιδοσκοπημένε	verb	κλητική ενικού του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολιδοσκοπημένη
βολιδοσκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπημένης	verb	γενική ενικού του βολιδοσκοπημένη
βολιδοσκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βολιδοσκοπημένος
βολιδοσκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούμασταν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούμαστε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούμε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούμενος	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούμουν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούμουνα	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούνε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούνται	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούνταν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούντο	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσα	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσαμε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσαν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσανε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσασταν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσαστε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσατε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσε	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσες	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσουν	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπούσουνα	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκοπώ	verb	προσπαθώ να αντιληφθώ και να ανιχνεύσω τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις προθέσεις κάποιου άλλου, χωρίς να αποκαλύπτω τις δικές μου
βολιδοσκοπώντας	=	βολιδοσκοπώ
βολιδοσκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολιδοσκοπώ
βολιδοσκόπηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βολιδοσκοπώ
βολιδοσκόπησης	=	βολιδοσκόπηση
βολιδοσκόπησις	noun	η βολιδοσκόπηση
βολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολικό	adv	με τρόπο βολικό, άνετο
βολικέ	adj	κλητική ενικού του βολικός
βολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολική
βολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βολικός
βολικής	adj	γενική ενικού του βολική
βολικιά	=	βολικός
βολικιάς	=	βολικός
βολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολικός
βολικού	adj	γενική ενικού του βολικός
βολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βολικός
βολικό	adj	αιτιατική ενικού του βολικός
βολικός	adj	που μας εξυπηρετεί και δεν μας δημιουργεί προβλήματα, μας βολεύει
βολικότατα	=	βολικός
βολικότατε	=	βολικός
βολικότατες	=	βολικός
βολικότατη	=	βολικός
βολικότατης	=	βολικός
βολικότατο	=	βολικός
βολικότατοι	=	βολικός
βολικότατος	=	βολικός
βολικότατου	=	βολικός
βολικότατους	=	βολικός
βολικότατων	=	βολικός
βολικότερα	=	βολικός
βολικότερε	=	βολικός
βολικότερες	=	βολικός
βολικότερη	=	βολικός
βολικότερης	=	βολικός
βολικότερο	=	βολικός
βολικότεροι	=	βολικός
βολικότερος	=	βολικός
βολικότερου	=	βολικός
βολικότερους	=	βολικός
βολικότερων	=	βολικός
βολικών	adj	γενική πληθυντικού του βολικός
βολιού	=	βόλι
βολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βόλισμα
βολιών	=	βόλι
βολιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολιώτικο
βολιώτικε	adj	κλητική ενικού του βολιώτικος
βολιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολιώτικη
βολιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βολιώτικος
βολιώτικης	adj	γενική ενικού του βολιώτικη
βολιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του βολιώτικος
βολιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολιώτικος
βολιώτικος	adj	που έχει σχέση με τον Βόλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
βολιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βολιώτικος
βολιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βολιώτικος
βολιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βολιώτικος
βολοβάν	noun	μικρό, συνήθως στρογγυλό σκεύασμα από σφολιάτα, που σερβίρεται γεμιστό με αλμυρή ή γλυκιά γέμιση
βολοδέρνω	verb	περιπλανιέμαι
βολοκοπήθηκα	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπήθηκαν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπήθηκε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπήθηκες	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπήσαμε	=	βολοκοπώ
βολοκοπήσαν	=	βολοκοπώ
βολοκοπήσανε	=	βολοκοπώ
βολοκοπήσατε	=	βολοκοπώ
βολοκοπήσει	=	βολοκοπώ
βολοκοπήσου	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπήστε	=	βολοκοπώ
βολοκοπεί	=	βολοκοπώ
βολοκοπείς	=	βολοκοπώ
βολοκοπείσαι	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπείστε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπείται	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπείτε	=	βολοκοπώ
βολοκοπηθήκαμε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπηθήκαν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπηθήκανε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπηθήκατε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπηθεί	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπηθείτε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπημένος	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βολοκοπώ
βολοκοπούμασταν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούμαστε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούμε	=	βολοκοπώ
βολοκοπούμουν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούν	=	βολοκοπώ
βολοκοπούνε	=	βολοκοπώ
βολοκοπούνται	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούνταν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούσα	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσαμε	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσαν	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσανε	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσασταν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούσαστε	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπούσατε	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσε	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσες	=	βολοκοπώ
βολοκοπούσουν	=	βολοκοπούμαι
βολοκοπώ	verb	σβαρνίζω
βολοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βολοκοπώ
βολοκόπε	noun	κλητική ενικού του βολοκόπος
βολοκόπει	=	βολοκοπώ
βολοκόπησα	=	βολοκοπώ
βολοκόπησαν	=	βολοκοπώ
βολοκόπησε	=	βολοκοπώ
βολοκόπησες	=	βολοκοπώ
βολοκόπο	noun	αιτιατική ενικού του βολοκόπος
βολοκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολοκόπος
βολοκόπος	noun|dated	η σβάρνα
βολοκόπου	noun	γενική ενικού του βολοκόπος
βολοκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βολοκόπος
βολοκόπων	noun	γενική πληθυντικού του βολοκόπος
βολονταρισμέ	noun	κλητική ενικού του βολονταρισμός
βολονταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολονταρισμός
βολονταρισμού	noun	γενική ενικού του βολονταρισμός
βολονταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βολονταρισμός
βολονταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του βολονταρισμός
βολονταρισμός	noun	η βουλησιαρχία
βολονταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του βολονταρισμός
βολτ	noun	μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής τάσης (σύμβολο: V)
βολτάζ	noun	η χρησιμοποιούμενη τάση του ρεύματος σε ηλεκτρικό κύκλωμα, που μετριέται σε βολτ (V)
βολτάμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολτάμετρο
βολτάμετρο	noun	όργανο που μετράει την ποσότητα ηλεκτρικού φορτίου μέσω της μέτρησης της μάζας του υλικού που κατακάθεται ή απελευθερώνεται στην κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση
βολτάμετρον	noun	βολτάμετρο
βολτάμετρου	=	βολτάμετρο
βολτάμετρων	=	βολτάμετρο
βολτάρω	verb	κάνω μια βόλτα
βολτίτσα	noun	υποκοριστικό του βόλτα
βολτίτσας	noun	γενική ενικού του βολτίτσα
βολτίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολτίτσα
βολταδόρε	=	βολταδόρος
βολταδόρισσα	=	βολταδόρος
βολταδόρο	=	βολταδόρος
βολταδόροι	=	βολταδόρος
βολταδόρος	noun|informal	χαλαρός περιπατητής με σκοπό την αναψυχή
βολταδόρου	=	βολταδόρος
βολταδόρους	=	βολταδόρος
βολταδόρων	=	βολταδόρος
βολταμέτρου	noun	γενική ενικού του βολτάμετρο
βολταμέτρων	noun	γενική πληθυντικού του βολτάμετρο
βολταμπέρ	noun	της αέργου ισχύος του ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία ισούται με το γινόμενο βολτ με αμπέρ.
βολταϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολταϊκό
βολταϊκέ	adj	κλητική ενικού του βολταϊκός
βολταϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολταϊκή
βολταϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βολταϊκός
βολταϊκής	adj	γενική ενικού του βολταϊκή
βολταϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βολταϊκός
βολταϊκού	adj	γενική ενικού του βολταϊκός
βολταϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βολταϊκός
βολταϊκό	adj	αιτιατική ενικού του βολταϊκός
βολταϊκός	adj	που έχει σχέση με τα βολτ ή (γενικότερα) με το σύστημα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ή αναφέρεται σ’ αυτά
βολταϊκών	adj	γενική πληθυντικού του βολταϊκός
βολτομέτρου	=	βολτόμετρο
βολτομέτρων	=	βολτόμετρο
βολτούλα	noun	υποκοριστικό του βόλτα
βολτούλας	noun	γενική ενικού του βολτούλα
βολτούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βολτούλα
βολτόμετρα	=	βολτόμετρο
βολτόμετρο	noun	το όργανο που μετράει ηλεκτρική τάση
βολτόμετρου	=	βολτόμετρο
βολτόμετρων	=	βολτόμετρο
βολφράμια	=	βολφράμιο
βολφράμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 74 και χημικό σύμβολο το W
βολφράμιου	=	βολφράμιο
βολφραμίου	noun	γενική ενικού του βολφράμιο
βολφραμίων	=	βολφράμιο
βολφραμιούχα	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχας	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχε	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχες	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχο	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχοι	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο βολφραμίου
βολφραμιούχου	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχους	=	βολφραμιούχος
βολφραμιούχων	=	βολφραμιούχος
βολόδερνα	=	βολοδέρνω
βολών	=	βολή
βομβάρδα	noun|dated	η μπομπάρδα
βομβάρδας	noun	γενική ενικού του βομβάρδα
βομβάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβάρδα
βομβάρδιζα	=	βομβαρδίζω
βομβάρδιζαν	=	βομβαρδίζω
βομβάρδιζε	=	βομβαρδίζω
βομβάρδιζες	=	βομβαρδίζω
βομβάρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβάρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβάρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβάρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβίδα	noun	μικρή βόμβα
βομβίδας	noun	γενική ενικού του βομβίδα
βομβίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβίδα
βομβίδων	noun	γενική πληθυντικού του βομβίδα
βομβίζω	verb|rare	άλλη μορφή του βομβώ: παράγω ήχο βόμβου
βομβίνος	=	βόμβος
βομβίστρια	=	βομβιστής
βομβίστριας	noun	γενική ενικού του βομβίστρια
βομβίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβίστρια
βομβαρδίζαμε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζαν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζανε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζατε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζει	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζεις	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζεσαι	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζεστε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζεται	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζετε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίζομε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζονται	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζονταν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζοντας	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζουμε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζουν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζουνε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίζω	verb	επιτίθεμαι ρίχνοντας βόμβες ή βλήματα
βομβαρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσαν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίσανε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσομε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίσου	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίσουνε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδίστηκα	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίστηκαν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίστηκε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίστηκες	=	βομβαρδίζω
βομβαρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βομβαρδίζω
βομβαρδιζόμασταν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόμαστε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόμουν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόμουνα	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόντουσαν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόσασταν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόσαστε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόσουν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόσουνα	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζόταν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιζότανε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδισμέ	noun	κλητική ενικού του βομβαρδισμός
βομβαρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδισμένο
βομβαρδισμένε	verb	κλητική ενικού του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδισμένη
βομβαρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμένης	verb	γενική ενικού του βομβαρδισμένη
βομβαρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμένος	verb	που έχει βομβαρδιστεί
βομβαρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βομβαρδισμένος
βομβαρδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδισμός
βομβαρδισμού	noun	γενική ενικού του βομβαρδισμός
βομβαρδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βομβαρδισμός
βομβαρδισμό	noun	αιτιατική ενικού του βομβαρδισμός
βομβαρδισμός	noun	επίθεση εναντίον ενός στόχου ή μιας πόλης με τη ρίψη βομβών από αεροπλάνα ή πυροβολικό
βομβαρδισμών	noun	γενική πληθυντικού του βομβαρδισμός
βομβαρδιστές	=	βομβαρδιστής
βομβαρδιστή	=	βομβαρδιστής
βομβαρδιστήκαμε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστήκαν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστήκανε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστήκατε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστής	noun|dated	κάποιος που βομβαρδίζει
βομβαρδιστεί	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστείς	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστείτε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδιστικό
βομβαρδιστικέ	adj	κλητική ενικού του βομβαρδιστικός
βομβαρδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδιστική
βομβαρδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βομβαρδιστικός
βομβαρδιστικής	adj	γενική ενικού του βομβαρδιστική
βομβαρδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βομβαρδιστικός
βομβαρδιστικού	adj	γενική ενικού του βομβαρδιστικός
βομβαρδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βομβαρδιστικός
βομβαρδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βομβαρδιστικός	noun	βομβαρδιστικό αεροσκάφος
βομβαρδιστικός	adj	ο σχετικός με τη ρίψη βομβών
βομβαρδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βομβαρδιστικός
βομβαρδιστούμε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστούν	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστούνε	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστώ	=	βομβαρδίζω
βομβαρδιστών	=	βομβαρδιστής
βομβαρδών	noun	γενική πληθυντικού του βομβάρδα
βομβεί	=	βομβώ
βομβείς	=	βομβώ
βομβείτε	=	βομβώ
βομβητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβητής
βομβητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βομβητής
βομβητής	noun	συσκευή που μέσω ηχητικών βόμβων σε ειδοποιεί για κάτι (μια κλήση κ.λπ.)
βομβητών	noun	γενική πληθυντικού του βομβητής
βομβιδοβόλα	=	βομβιδοβόλο
βομβιδοβόλο	noun	όπλο που ρίχνει βομβίδες
βομβιδοβόλου	=	βομβιδοβόλο
βομβιδοβόλων	=	βομβιδοβόλο
βομβιδοφόρα	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρας	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρε	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρες	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρο	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόροι	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρος	adj	αυτός που φέρει βομβίδα ή βομβίδες, ή οπλοβομβίδες
βομβιδοφόρου	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρους	=	βομβιδοφόρος
βομβιδοφόρων	=	βομβιδοφόρος
βομβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβιστής
βομβιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βομβιστής
βομβιστής	noun	αυτός που προκαλεί ή αποπειράται να προκαλέσει έκρηξη βόμβας
βομβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβιστικό
βομβιστικέ	adj	κλητική ενικού του βομβιστικός
βομβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβιστική
βομβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βομβιστικός
βομβιστικής	adj	γενική ενικού του βομβιστική
βομβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βομβιστικός
βομβιστικού	adj	γενική ενικού του βομβιστικός
βομβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βομβιστικός
βομβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βομβιστικός
βομβιστικός	adj	σχετικός με βομβιστές
βομβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βομβιστικός
βομβιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βομβίστρια
βομβιστών	noun	γενική πληθυντικού του βομβιστής
βομβούμε	=	βομβώ
βομβούν	=	βομβώ
βομβούνε	=	βομβώ
βομβούσα	=	βομβώ
βομβούσαμε	=	βομβώ
βομβούσαν	=	βομβώ
βομβούσανε	=	βομβώ
βομβούσατε	=	βομβώ
βομβούσε	=	βομβώ
βομβούσες	=	βομβώ
βομβυκίου	=	βομβύκιο
βομβυκίων	=	βομβύκιο
βομβυκοτροφία	noun	η συστηματική εκτροφή βομβύκων για οικονομική εκμετάλλευση
βομβυκοτροφίας	=	βομβυκοτροφία
βομβυκοτροφίες	=	βομβυκοτροφία
βομβυκοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβυκοτροφικό
βομβυκοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβυκοτροφική
βομβυκοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφικής	adj	γενική ενικού του βομβυκοτροφική
βομβυκοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφικού	adj	γενική ενικού του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφικός	adj	που αναφέρεται στη βομβυκοτροφία
βομβυκοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του βομβυκοτροφικός
βομβυκοτροφιών	=	βομβυκοτροφία
βομβυκοτρόφε	=	βομβυκοτρόφος
βομβυκοτρόφο	=	βομβυκοτρόφος
βομβυκοτρόφοι	=	βομβυκοτρόφος
βομβυκοτρόφος	noun	που ασκεί σαν επάγγελμα την βομβυκοτροφία
βομβυκοτρόφου	=	βομβυκοτρόφος
βομβυκοτρόφους	=	βομβυκοτρόφος
βομβυκοτρόφων	=	βομβυκοτρόφος
βομβόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβόπληκτο
βομβόπληκτε	adj	κλητική ενικού του βομβόπληκτος
βομβόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βομβόπληκτη
βομβόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βομβόπληκτος
βομβόπληκτης	adj	γενική ενικού του βομβόπληκτη
βομβόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του βομβόπληκτος
βομβόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βομβόπληκτος
βομβόπληκτος	adj	που έχει υποστεί καταστροφές από βομβαρδισμό· αυτός του οποίου η κατοικία και, γενικότερα, οι εγκαταστάσεις που του ανήκουν, έχουν βομβαρδιστεί
βομβόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βομβόπληκτος
βομβόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βομβόπληκτος
βομβόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βομβόπληκτος
βομβύκια	=	βομβύκιο
βομβύκιο	noun	το περίβλημα της προνύμφης ορισμένων εντόμων, κυρίως του μεταξοσκώληκα
βομβύκιου	=	βομβύκιο
βομβύκιων	=	βομβύκιο
βομβύκων	=	βόμβυκας
βομβώ	verb	παράγω ήχο βόμβου
βομβών	noun	γενική πληθυντικού του βόμβα
βομβώντας	=	βομβώ
βομπάρδες	=	βομβάρδα
βοναπαρτισμέ	noun	κλητική ενικού του βοναπαρτισμός
βοναπαρτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοναπαρτισμός
βοναπαρτισμού	noun	γενική ενικού του βοναπαρτισμός
βοναπαρτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βοναπαρτισμός
βοναπαρτισμό	noun	αιτιατική ενικού του βοναπαρτισμός
βοναπαρτισμός	noun	πολιτικό φαινόμενο κατά το οποίο η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που έχει τη λαϊκή αποδοχή, κυβερνά αυταρχικά και, ακόμη κι αν πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα λαϊκά συμφέροντα, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τους στόχους μιας ολιγαρχίας
βοναπαρτισμών	noun	γενική πληθυντικού του βοναπαρτισμός
βοντβίλ	noun	θεατρικό είδος που γνώρισε μεγάλη δημοφιλία στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στον Καναδά από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930
βοοειδές	=	βοοειδής
βοοειδή	=	βοοειδής
βοοειδής	adj	που μοιάζει με βόδι
βοοειδείς	=	βοοειδής
βοοειδούς	=	βοοειδής
βοοειδών	noun	γενική πληθυντικού του βοοειδή
βοοτροφία	noun	η οργανωμένη εκτροφή βοοειδών για παραγωγή γάλακτος, κρέατος ή άλλων προϊόντων
βοοτροφίας	=	βοοτροφία
βοοτροφίες	=	βοοτροφία
βοοτροφικά	=	βοοτροφικός
βοοτροφικέ	=	βοοτροφικός
βοοτροφικές	=	βοοτροφικός
βοοτροφική	=	βοοτροφικός
βοοτροφικής	=	βοοτροφικός
βοοτροφικοί	=	βοοτροφικός
βοοτροφικού	=	βοοτροφικός
βοοτροφικούς	=	βοοτροφικός
βοοτροφικό	=	βοοτροφικός
βοοτροφικός	adj	που έχει σχέση με τη βοοτροφία ή τον βοοτρόφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
βοοτροφικών	=	βοοτροφικός
βοοτροφιών	=	βοοτροφία
βοοτρόφε	=	βοοτρόφος
βοοτρόφο	=	βοοτρόφος
βοοτρόφοι	=	βοοτρόφος
βοοτρόφος	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με την βοοτροφία
βοοτρόφου	=	βοοτρόφος
βοοτρόφους	=	βοοτρόφος
βοοτρόφων	=	βοοτρόφος
βοούμε	=	βοώ
βοούν	=	βοώ
βοούσα	=	βοώ
βοούσαμε	=	βοώ
βοούσαν	=	βοώ
βοούσατε	=	βοώ
βοούσε	=	βοώ
βοούσες	=	βοώ
βορά	noun	η τροφή σαρκοφάγων ζώων
βοράκων	=	βόρακας
βοράς	noun	γενική ενικού του βορά
βορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορά
βορίου	noun	γενική ενικού του βόριο
βορίων	=	βόριο
βορβοροφάγος	adj|rare	που τρέφεται με βόρβορο, λάσπη, βούρκο
βορβοροφαγία	noun|figurative	η ενέργεια ενός βορβοροφάγου, ενός βυθοκόρου
βορβοροφαγίας	noun	γενική ενικού του βορβοροφαγία
βορβοροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορβοροφαγία
βορβοροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του βορβοροφαγία
βορβορυγμέ	noun	κλητική ενικού του βορβορυγμός
βορβορυγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορβορυγμός
βορβορυγμού	noun	γενική ενικού του βορβορυγμός
βορβορυγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βορβορυγμός
βορβορυγμό	noun	αιτιατική ενικού του βορβορυγμός
βορβορυγμός	noun|archaic	γουργούρισμα, γουργουρητό
βορβορυγμών	noun	γενική πληθυντικού του βορβορυγμός
βορβορωδών	=	βορβορώδης
βορβορώδεις	=	βορβορώδης
βορβορώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βορβορώδης
βορβορώδη	=	βορβορώδης
βορβορώδης	adj	που μοιάζει με βόρβορο
βορβορώδους	=	βορβορώδης
βορβόλακας	=	βρικόλακας
βορβόρου	noun	γενική ενικού του βόρβορος
βορβόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόρβορος
βορβόρων	noun	γενική πληθυντικού του βόρβορος
βοργονών	noun	γενική πληθυντικού του βοργόνα
βοργόνα	noun	με αυτό το όνομα (αντί της γοργόνας της οποίας αποτελεί παραφθορά) χαρακτηρίζουν οι ντόπιοι κάτοικοι της νήσου Καρπάθου γυναίκες "ελεύθερου ήθους", αποτελεί δε τοπική υβριστική έκφραση
βοργόνας	noun	γενική ενικού του βοργόνα
βοργόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοργόνα
βορδονάρη	=	βορδονάρης
βορδονάρηδες	=	βορδονάρης
βορδονάρηδων	=	βορδονάρης
βορδονάρης	noun|dated	σταβλάρχης, υπεύθυνος του βορδοναριού
βορδοναρειά	=	βορδοναρειό
βορδοναρειού	=	βορδοναρειό
βορδοναρειό	noun|dated	άλλη γραφή του βορδοναριό
βορδοναρειών	=	βορδοναρειό
βορδοναριά	=	βορδοναριό
βορδοναριού	=	βορδοναριό
βορδοναριό	noun|dated	στάβλος
βορδοναριών	=	βορδοναριό
βορείου	=	βόρειος
βορείους	=	βόρειος
βορείων	=	βόρειος
βορείως	adv|formal	βόρεια, στα βόρεια
βορειανατολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειανατολικό	adv	βορειοανατολικά
βορειανατολικέ	adj	κλητική ενικού του βορειανατολικός
βορειανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειανατολική
βορειανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειανατολικός
βορειανατολικής	adj	γενική ενικού του βορειανατολική
βορειανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειανατολικός
βορειανατολικού	adj	γενική ενικού του βορειανατολικός
βορειανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειανατολικός
βορειανατολικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειανατολικός
βορειανατολικός	adj	βορειοανατολικός
βορειανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειανατολικός
βορειοαμερικάνικα	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικε	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικες	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικη	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικης	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικο	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικοι	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικος	adj	άλλη μορφή του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικάνικου	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικους	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικάνικων	=	βορειοαμερικάνικος
βορειοαμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοαμερικανικό
βορειοαμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοαμερικανική
βορειοαμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικανικής	adj	γενική ενικού του βορειοαμερικανική
βορειοαμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικανικού	adj	γενική ενικού του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοαμερικανικός
βορειοαμερικανικός	adj	ο σχετικός με την Βόρεια Αμερική (Καναδά, ΗΠΑ)
βορειοαμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοαμερικανικός
βορειοανατολικά	noun	η βορειοανατολική πλευρά ή κατεύθυνση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοανατολικό
βορειοανατολικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοανατολικός
βορειοανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοανατολική
βορειοανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοανατολικός
βορειοανατολικής	adj	γενική ενικού του βορειοανατολική
βορειοανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοανατολικός
βορειοανατολικού	adj	γενική ενικού του βορειοανατολικός
βορειοανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοανατολικός
βορειοανατολικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοανατολικός
βορειοανατολικός	adj	που βρίσκεται προς το σημείο του ορίζοντα μεταξύ βορρά και ανατολής
βορειοανατολικότερα	adv	συγκριτικός βαθμός του βορειοανατολικά
βορειοανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοανατολικός
βορειοασιατικά	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικέ	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικές	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατική	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βορειοασιατική) του βορειοασιατικός
βορειοασιατικοί	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικού	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικούς	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικό	=	βορειοασιατικός
βορειοασιατικός	adj	ο σχετικός με το Βόρειο Ασία (χώρες, λαούς, πολιτισμούς)
βορειοασιατικών	=	βορειοασιατικός
βορειοατλαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοατλαντικό
βορειοατλαντικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοατλαντικός
βορειοατλαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοατλαντική
βορειοατλαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοατλαντικός
βορειοατλαντικής	adj	γενική ενικού του βορειοατλαντική
βορειοατλαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοατλαντικός
βορειοατλαντικού	adj	γενική ενικού του βορειοατλαντικός
βορειοατλαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοατλαντικός
βορειοατλαντικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοατλαντικός
βορειοατλαντικός	adj	ο σχετικός με τον Βόρειο Ατλαντικό (έκταση, χώρες, συμμαχία, σύμφωνα, ακτές, λιμένες, κ.λπ.)
βορειοατλαντικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοατλαντικός
βορειοαφρικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοαφρικανικό
βορειοαφρικανικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοαφρικανικός
βορειοαφρικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοαφρικανική
βορειοαφρικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοαφρικανικός
βορειοαφρικανικής	adj	γενική ενικού του βορειοαφρικανική
βορειοαφρικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοαφρικανικός
βορειοαφρικανικού	adj	γενική ενικού του βορειοαφρικανικός
βορειοαφρικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοαφρικανικός
βορειοαφρικανικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοαφρικανικός
βορειοαφρικανικός	adj	ο σχετικός με τη Βόρεια Αφρική (χώρες, λαούς, γεωγραφία)
βορειοαφρικανικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοαφρικανικός
βορειοβιετναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοβιετναμικό
βορειοβιετναμικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοβιετναμικός
βορειοβιετναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοβιετναμική
βορειοβιετναμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοβιετναμικός
βορειοβιετναμικής	adj	γενική ενικού του βορειοβιετναμική
βορειοβιετναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοβιετναμικός
βορειοβιετναμικού	adj	γενική ενικού του βορειοβιετναμικός
βορειοβιετναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοβιετναμικός
βορειοβιετναμικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοβιετναμικός
βορειοβιετναμικός	adj	ο σχετικός με το Βόρειο Βιετνάμ
βορειοβιετναμικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοβιετναμικός
βορειοδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοδυτικό	adv	προς τη βορειοδυτική κατεύθυνση, στο βορειοδυτικό μέρος
βορειοδυτικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοδυτικός
βορειοδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοδυτική
βορειοδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοδυτικός
βορειοδυτικής	adj	γενική ενικού του βορειοδυτική
βορειοδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοδυτικός
βορειοδυτικού	adj	γενική ενικού του βορειοδυτικός
βορειοδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοδυτικός
βορειοδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοδυτικός
βορειοδυτικός	adj	που βρίσκεται προς το σημείο του ορίζοντα μεταξύ βορρά και δύσης
βορειοδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοδυτικός
βορειοειρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοειρηνικό
βορειοειρηνικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοειρηνικός
βορειοειρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοειρηνική
βορειοειρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοειρηνικός
βορειοειρηνικής	adj	γενική ενικού του βορειοειρηνική
βορειοειρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοειρηνικός
βορειοειρηνικού	adj	γενική ενικού του βορειοειρηνικός
βορειοειρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοειρηνικός
βορειοειρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοειρηνικός
βορειοειρηνικός	adj	ο σχετικός με το Βόρειο Ειρηνικό ωκεανό (έκταση, χώρες, νησιά, λιμένες, αεροδρόμια κ.λπ.)
βορειοειρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοειρηνικός
βορειοελλαδίτες	=	βορειοελλαδίτης
βορειοελλαδίτη	=	βορειοελλαδίτης
βορειοελλαδίτης	noun	ο καταγόμενος από την Βόρεια Ελλάδα
βορειοελλαδίτικα	=	βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικε	adj	κλητική ενικού του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοελλαδίτικη
βορειοελλαδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικης	adj	γενική ενικού του βορειοελλαδίτικη
βορειοελλαδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικος	adj	αυτός που έχει σχέση με την Βόρεια Ελλάδα ή προέρχεται από αυτή
βορειοελλαδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βορειοελλαδίτικος
βορειοελλαδίτισσα	noun	η καταγόμενη από την Βόρεια Ελλάδα
βορειοελλαδίτισσας	noun	γενική ενικού του βορειοελλαδίτισσα
βορειοελλαδίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοελλαδίτισσα
βορειοελλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοελλαδικό
βορειοελλαδικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοελλαδική
βορειοελλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδικής	adj	γενική ενικού του βορειοελλαδική
βορειοελλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδικού	adj	γενική ενικού του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδικός	adj	σχετικός με τη Βόρειο Ελλάδα
βορειοελλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοελλαδικός
βορειοελλαδιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του βορειοελλαδίτισσα
βορειοελλαδιτών	=	βορειοελλαδίτης
βορειοευρωπαία	noun	θηλυκό του Βορειοευρωπαίος
βορειοευρωπαίας	=	βορειοευρωπαία
βορειοευρωπαίες	=	βορειοευρωπαία
βορειοευρωπαίων	=	βορειοευρωπαία
βορειοευρωπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοευρωπαϊκό
βορειοευρωπαϊκέ	adj	κλητική ενικού του βορειοευρωπαϊκός
βορειοευρωπαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοευρωπαϊκή
βορειοευρωπαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοευρωπαϊκός
βορειοευρωπαϊκής	adj	γενική ενικού του βορειοευρωπαϊκή
βορειοευρωπαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοευρωπαϊκός
βορειοευρωπαϊκού	adj	γενική ενικού του βορειοευρωπαϊκός
βορειοευρωπαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοευρωπαϊκός
βορειοευρωπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοευρωπαϊκός
βορειοευρωπαϊκός	adj	ο σχετικός με χώρες και λαούς της Βόρειας Ευρώπης
βορειοευρωπαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοευρωπαϊκός
βορειοηπειρωτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοηπειρωτάκι
βορειοηπειρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοηπειρωτικό
βορειοηπειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοηπειρωτική
βορειοηπειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτικής	adj	γενική ενικού του βορειοηπειρωτική
βορειοηπειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτικού	adj	γενική ενικού του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτικός	adj	σχετικός με τη Βόρειο Ήπειρο
βορειοηπειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοηπειρωτικός
βορειοηπειρωτοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοηπειρωτοπούλα
βορειοηπειρωτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοηπειρωτόπουλο
βορειοκορεατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοκορεατικό
βορειοκορεατικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοκορεατικός
βορειοκορεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοκορεατική
βορειοκορεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοκορεατικός
βορειοκορεατικής	adj	γενική ενικού του βορειοκορεατική
βορειοκορεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοκορεατικός
βορειοκορεατικού	adj	γενική ενικού του βορειοκορεατικός
βορειοκορεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοκορεατικός
βορειοκορεατικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοκορεατικός
βορειοκορεατικός	adj	ο σχετικός με τη Βόρεια Κορέα
βορειοκορεατικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοκορεατικός
βορειομακεδονίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειομακεδονίτικο
βορειομακεδονίτικε	adj	κλητική ενικού του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειομακεδονίτικη
βορειομακεδονίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονίτικης	adj	γενική ενικού του βορειομακεδονίτικη
βορειομακεδονίτικο	adj	αιτιατική ενικού του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονίτικος	adj	άλλη μορφή του βορειομακεδονικός
βορειομακεδονίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βορειομακεδονίτικος
βορειομακεδονικά	noun	η γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας
βορειομακεδονικέ	adj	κλητική ενικού του βορειομακεδονικός
βορειομακεδονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειομακεδονική
βορειομακεδονική	noun	η γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας
βορειομακεδονικής	adj	γενική ενικού του βορειομακεδονική
βορειομακεδονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειομακεδονικός
βορειομακεδονικού	adj	γενική ενικού του βορειομακεδονικός
βορειομακεδονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειομακεδονικός
βορειομακεδονικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειομακεδονικός
βορειομακεδονικός	adj	που έχει σχέση με τη Βόρεια Μακεδονία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
βορειομακεδονικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειομακεδονικός
βορειοσιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοσιατικό
βορειοσιατικέ	adj	κλητική ενικού του βορειοσιατικός
βορειοσιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορειοσιατική
βορειοσιατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορειοσιατικός
βορειοσιατικής	adj	γενική ενικού του βορειοσιατική
βορειοσιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορειοσιατικός
βορειοσιατικού	adj	γενική ενικού του βορειοσιατικός
βορειοσιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορειοσιατικός
βορειοσιατικό	adj	αιτιατική ενικού του βορειοσιατικός
βορειοσιατικών	adj	γενική πληθυντικού του βορειοσιατικός
βορειοϊταλικά	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικέ	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικές	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλική	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βορειοϊταλική) του βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικοί	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικού	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικούς	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικό	=	βορειοϊταλικός
βορειοϊταλικός	adj	που έχει σχέση με τη βόρεια Ιταλία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
βορειοϊταλικών	=	βορειοϊταλικός
βορειότατα	=	βόρειος
βορειότατε	=	βόρειος
βορειότατες	=	βόρειος
βορειότατη	=	βόρειος
βορειότατης	=	βόρειος
βορειότατο	=	βόρειος
βορειότατοι	=	βόρειος
βορειότατος	=	βόρειος
βορειότατου	=	βόρειος
βορειότατους	=	βόρειος
βορειότατων	=	βόρειος
βορειότερα	=	βόρειος
βορειότερε	=	βόρειος
βορειότερες	=	βόρειος
βορειότερη	=	βόρειος
βορειότερης	=	βόρειος
βορειότερο	=	βόρειος
βορειότεροι	=	βόρειος
βορειότερος	=	βόρειος
βορειότερου	=	βόρειος
βορειότερους	=	βόρειος
βορειότερων	=	βόρειος
βορηά	=	βορηάς
βορηάδες	=	βορηάς
βορηάδων	=	βορηάς
βορηάς	noun|dated	άλλη γραφή του βοριάς
βοριά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βοριάς
βοριάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοριάς
βοριάδων	noun	γενική πληθυντικού του βοριάς
βοριάς	noun	ο βόρειος άνεμος
βοριαδάκι	noun	ασθενής βόρειος άνεμος
βοριαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοριαδάκι
βορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορικό
βορικέ	adj	κλητική ενικού του βορικός
βορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορική
βορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορικός
βορικής	adj	γενική ενικού του βορική
βορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορικός
βορικού	adj	γενική ενικού του βορικός
βορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορικός
βορικό	noun	το βορικό οξύ
βορικός	adj	που έχει σχέση με το βόριο, αναφέρεται σ’ αυτό ή περιέχει βόριο
βορικών	adj	γενική πληθυντικού του βορικός
βορινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορινό	adv	προς τον βορρά
βορινέ	adj	κλητική ενικού του βορινός
βορινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βορινή
βορινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βορινός
βορινής	adj	γενική ενικού του βορινή
βορινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βορινός
βορινού	adj	γενική ενικού του βορινός
βορινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βορινός
βορινό	adj	αιτιατική ενικού του βορινός
βορινός	adj	βόρειος, που κοιτάει προς το βορρά
βορινών	adj	γενική πληθυντικού του βορινός
βοριούχα	=	βοριούχος
βοριούχας	=	βοριούχος
βοριούχε	=	βοριούχος
βοριούχες	=	βοριούχος
βοριούχο	=	βοριούχος
βοριούχοι	=	βοριούχος
βοριούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο βορίου
βοριούχου	=	βοριούχος
βοριούχους	=	βοριούχος
βοριούχων	=	βοριούχος
βορρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βορράς
βορράδες	=	βορράς
βορράδων	=	βορράς
βορράς	noun	ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αυτό που βρίσκεται αριστερά μας όταν αντικρίζουμε την ανατολή
βορράστρι	noun|literary	άστρο του βοριά
βορράστρια	=	βορράστρι
βορραστριού	=	βορράστρι
βορραστριών	=	βορράστρι
βορός	noun	περιφραγμένη αυλή σπιτιού
βορών	=	βορά
βοσκά	=	βοσκώ
βοσκάγαμε	=	βοσκώ
βοσκάγανε	=	βοσκώ
βοσκάγατε	=	βοσκώ
βοσκάει	=	βοσκώ
βοσκάμε	=	βοσκώ
βοσκάν	=	βοσκώ
βοσκάνε	=	βοσκώ
βοσκάς	=	βοσκώ
βοσκάτε	=	βοσκώ
βοσκάω	verb	βόσκω
βοσκέ	noun	κλητική ενικού του βοσκός
βοσκές	=	βοσκή
βοσκή	noun	η ενέργεια του βόσκω
βοσκήθηκα	=	βόσκω
βοσκήθηκαν	=	βόσκω
βοσκήθηκε	=	βόσκω
βοσκήθηκες	=	βόσκω
βοσκήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόσκημα
βοσκήματος	noun	γενική ενικού του βόσκημα
βοσκής	=	βοσκή
βοσκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσαν	=	βοσκώ
βοσκήσανε	=	βοσκώ
βοσκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βόσκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόσκηση
βοσκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσεων	=	βόσκηση
βοσκήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκήσιμο
βοσκήσιμε	adj	κλητική ενικού του βοσκήσιμος
βοσκήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκήσιμη
βοσκήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοσκήσιμος
βοσκήσιμης	adj	γενική ενικού του βοσκήσιμη
βοσκήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βοσκήσιμος
βοσκήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοσκήσιμος
βοσκήσιμος	adj|formal	που μπορεί να βοσκηθεί ή είναι κατάλληλος για βόσκηση
βοσκήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βοσκήσιμος
βοσκήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοσκήσιμος
βοσκήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βοσκήσιμος
βοσκήσομε	=	βόσκω
βοσκήσου	=	βόσκω
βοσκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσουνε	=	βόσκω
βοσκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βοσκαρίδι	noun	ο νεαρός βοσκός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
βοσκαρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκαρίδι
βοσκαριδιού	=	βοσκαρίδι
βοσκαριδιών	=	βοσκαρίδι
βοσκηθήκαμε	=	βόσκω
βοσκηθήκαν	=	βόσκω
βοσκηθήκανε	=	βόσκω
βοσκηθήκατε	=	βόσκω
βοσκηθεί	=	βόσκω
βοσκηθείς	=	βόσκω
βοσκηθείτε	=	βόσκω
βοσκηθούμε	=	βόσκω
βοσκηθούν	=	βόσκω
βοσκηθούνε	=	βόσκω
βοσκηθώ	=	βόσκω
βοσκημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βόσκημα
βοσκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκημένο
βοσκημένε	verb	κλητική ενικού του βοσκημένος
βοσκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκημένη
βοσκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοσκημένος
βοσκημένης	verb	γενική ενικού του βοσκημένη
βοσκημένο	verb	αιτιατική ενικού του βοσκημένος
βοσκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοσκημένος
βοσκημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βοσκάω-βοσκώ και βόσκω
βοσκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βοσκημένος
βοσκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βοσκημένος
βοσκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βοσκημένος
βοσκιέμαι	=	βοσκάω
βοσκιέσαι	=	βοσκάω
βοσκιέστε	=	βοσκάω
βοσκιέται	=	βοσκάω
βοσκικά	=	βοσκικός
βοσκικέ	=	βοσκικός
βοσκικές	=	βοσκικός
βοσκική	=	βοσκικός
βοσκικής	=	βοσκικός
βοσκικοί	=	βοσκικός
βοσκικού	=	βοσκικός
βοσκικούς	=	βοσκικός
βοσκικό	=	βοσκικός
βοσκικός	adj	που έχει σχέση με τον βοσκό ή τη βοσκή ή αναφέρεται σ’ αυτά
βοσκικών	=	βοσκικός
βοσκιούνται	=	βοσκάω
βοσκιούνταν	=	βοσκάω
βοσκιόμασταν	=	βοσκάω
βοσκιόμαστε	=	βοσκάω
βοσκιόμουν	=	βοσκάω
βοσκιόμουνα	=	βοσκάω
βοσκιόνται	=	βοσκάω
βοσκιόνταν	=	βοσκάω
βοσκιόντανε	=	βοσκάω
βοσκιόντουσαν	=	βοσκάω
βοσκιόσασταν	=	βοσκάω
βοσκιόσαστε	=	βοσκάω
βοσκιόσουν	=	βοσκάω
βοσκιόσουνα	=	βοσκάω
βοσκιόταν	=	βοσκάω
βοσκιότανε	=	βοσκάω
βοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοσκός
βοσκοπούλα	noun	θηλυκό του βοσκόπουλο, νεαρή κοπέλα που βόσκει ζώα, πρόβατα ή γίδια
βοσκοπούλας	noun	γενική ενικού του βοσκοπούλα
βοσκοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκοπούλα
βοσκοτοπιού	=	βοσκοτόπι
βοσκοτοπιών	=	βοσκοτόπι
βοσκοτόπι	noun	άλλη μορφή του βοσκότοπος
βοσκοτόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκοτόπι
βοσκοτόπων	noun	γενική πληθυντικού του βοσκότοπος
βοσκοφορτώσεις	=	βοσκοφόρτωση
βοσκοφορτώσεων	=	βοσκοφόρτωση
βοσκοφόρτωση	noun|formal	ο δείκτης που εκφράζει πόσα ζώα μπορούν να βόσκουν σ’ έναν συγκεκριμένο βοσκότοπο για ορισμένο χρόνο χωρίς να υποβαθμίζεται η βλάστηση
βοσκοφόρτωσης	=	βοσκοφόρτωση
βοσκοϊκανοτήτων	=	βοσκοϊκανότητα
βοσκοϊκανότητα	noun|formal	το μέγιστο πλήθος ζώων που μπορεί να τραφεί σε έναν βοσκότοπο για συγκεκριμένο χρόνο, χωρίς να μειώνεται η φυσική ανανέωση και η παραγωγικότητά του
βοσκοϊκανότητας	=	βοσκοϊκανότητα
βοσκοϊκανότητες	=	βοσκοϊκανότητα
βοσκού	noun	γενική ενικού του βοσκός
βοσκούμε	=	βοσκώ
βοσκούν	=	βοσκώ
βοσκούνε	=	βοσκώ
βοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βοσκός
βοσκούσα	=	βοσκώ
βοσκούσαμε	=	βοσκώ
βοσκούσαν	=	βοσκώ
βοσκούσανε	=	βοσκώ
βοσκούσατε	=	βοσκώ
βοσκούσε	=	βοσκώ
βοσκούσες	=	βοσκώ
βοσκό	noun	αιτιατική ενικού του βοσκός
βοσκόμασταν	=	βόσκω
βοσκόμαστε	=	βόσκω
βοσκόμουν	=	βόσκω
βοσκόμουνα	=	βόσκω
βοσκόντουσαν	=	βόσκω
βοσκόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκόπουλο
βοσκόπουλο	noun	νεαρός βοσκός
βοσκόπουλου	noun	γενική ενικού του βοσκόπουλο
βοσκόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του βοσκόπουλο
βοσκός	noun	αυτός που ασχολείται με τη βόσκηση των ζώων, τα οδηγεί στους βοσκότοπους και τα επιτηρεί
βοσκόσασταν	=	βόσκω
βοσκόσαστε	=	βόσκω
βοσκόσουν	=	βόσκω
βοσκόσουνα	=	βόσκω
βοσκόταν	=	βόσκω
βοσκότανε	=	βόσκω
βοσκότοπε	=	βοσκότοπος
βοσκότοπο	=	βοσκότοπος
βοσκότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοσκότοπος
βοσκότοπος	noun	οποιαδήποτε περιοχή κατάλληλη για ελεύθερη βοσκή, π.χ. λιβάδια, κατάφυτες πλαγιές βουνών κ.λπ. όπου παρέχουν πλούσια χορτονομή
βοσκότοπου	=	βοσκότοπος
βοσκότοπους	=	βοσκότοπος
βοσκότοπων	noun	γενική πληθυντικού του βοσκότοπος
βοσκώ	verb	άλλη μορφή του βόσκω
βοσκών	noun	γενική πληθυντικού του βοσκός
βοσκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βοσκάω / βοσκώ
βοσνιακά	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Βοσνία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσνιακός
βοσνιακέ	=	βοσνιακός
βοσνιακές	=	βοσνιακός
βοσνιακή	=	βοσνιακός
βοσνιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βοσνιακή) του βοσνιακός
βοσνιακοί	=	βοσνιακός
βοσνιακού	=	βοσνιακός
βοσνιακούς	=	βοσνιακός
βοσνιακό	=	βοσνιακός
βοσνιακός	adj	σχετικός με τη Βοσνία και τους Βοσνίους
βοσνιακών	=	βοσνιακά
βοσπόρεια	=	βοσπόρειος
βοσπόρειας	=	βοσπόρειος
βοσπόρειε	=	βοσπόρειος
βοσπόρειες	=	βοσπόρειος
βοσπόρειο	=	βοσπόρειος
βοσπόρειοι	=	βοσπόρειος
βοσπόρειος	adj	ο σχετικός με τον Βόσπορο ή τους κατοίκους του
βοσπόρειου	=	βοσπόρειος
βοσπόρειους	=	βοσπόρειος
βοσπόρειων	=	βοσπόρειος
βοστερίτσα	=	γουστερίτσα
βοστρυχίζω	verb|rare	σχηματίζω βόστρυχους
βοστρυχοειδές	=	βοστρυχοειδής
βοστρυχοειδή	=	βοστρυχοειδής
βοστρυχοειδής	adj	που μοιάζει με βόστρυχο
βοστρυχοειδείς	=	βοστρυχοειδής
βοστρυχοειδούς	=	βοστρυχοειδής
βοστρυχοειδών	=	βοστρυχοειδής
βοστρυχωδών	=	βοστρυχώδης
βοστρυχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βοστρύχωμα
βοστρυχωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοστρυχωτό
βοστρυχωτέ	adj	κλητική ενικού του βοστρυχωτός
βοστρυχωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοστρυχωτή
βοστρυχωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοστρυχωτός
βοστρυχωτής	adj	γενική ενικού του βοστρυχωτή
βοστρυχωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοστρυχωτός
βοστρυχωτού	adj	γενική ενικού του βοστρυχωτός
βοστρυχωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοστρυχωτός
βοστρυχωτό	adj	αιτιατική ενικού του βοστρυχωτός
βοστρυχωτός	adj	που μοιάζει με βόστρυχο
βοστρυχωτών	adj	γενική πληθυντικού του βοστρυχωτός
βοστρυχώδεις	=	βοστρυχώδης
βοστρυχώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βοστρυχώδης
βοστρυχώδη	=	βοστρυχώδης
βοστρυχώδης	adj	που μοιάζει με βόστρυχο
βοστρυχώδους	=	βοστρυχώδης
βοστρυχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοστρύχωμα
βοστρυχώματος	noun	γενική ενικού του βοστρύχωμα
βοστρυχώνω	verb|rare	άλλη μορφή του βοστρυχίζω
βοστρυχώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοστρύχωση
βοστρυχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βοστρύχωση
βοστρυχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βοστρύχωση
βοστρυχῶ	verb	άλλη μορφή του βοστρυχίζω
βοστρύχου	=	βόστρυχος
βοστρύχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόστρυχος
βοστρύχωμα	noun|rare	άλλη μορφή του βοστρύχωση
βοστρύχων	=	βόστρυχος
βοστρύχωση	noun	η ύπαρξη ή δημιουργία βοστρύχων, πλεξούδιασμα, κατσάρωμα μαλλιών
βοστρύχωσης	noun	γενική ενικού του βοστρύχωση
βοστρύχωσις	noun	το βοστρύχισμα, το κατσάρωμα
βοτάνι	noun	φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες
βοτάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτάνι
βοτάνιζα	=	βοτανίζω
βοτάνιζαν	=	βοτανίζω
βοτάνιζε	=	βοτανίζω
βοτάνιζες	=	βοτανίζω
βοτάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτάνισμα	noun	η διαδικασία του βοτανίζω, η αφαίρεση και το καθάρισμα των αγριόχορτων και των ζιζανίων από έκταση που καλλιεργείται ή πρόκειται να καλλιεργηθεί
βοτάνου	noun	γενική ενικού του βότανο
βοτάνων	=	βότανο
βοτίλια	noun	η μποτίλια
βοτανίζαμε	=	βοτανίζω
βοτανίζαν	=	βοτανίζω
βοτανίζανε	=	βοτανίζω
βοτανίζατε	=	βοτανίζω
βοτανίζει	=	βοτανίζω
βοτανίζεις	=	βοτανίζω
βοτανίζετε	=	βοτανίζω
βοτανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βοτανίζω
βοτανίζοντας	=	βοτανίζω
βοτανίζουμε	=	βοτανίζω
βοτανίζουν	=	βοτανίζω
βοτανίζουνε	=	βοτανίζω
βοτανίζω	verb	ξεριζώνω τα αγριόχορτα από καλλιεργημένη γη
βοτανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσαν	=	βοτανίζω
βοτανίσανε	=	βοτανίζω
βοτανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτάνισμα
βοτανίσματος	noun	γενική ενικού του βοτάνισμα
βοτανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βοτανίζω
βοτανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανικό
βοτανικέ	adj	κλητική ενικού του βοτανικός
βοτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανική
βοτανική	noun	η βιοφυτολογία, ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών και ιδιαίτερα της μορφής, της ανάπτυξης και της αναπαραγωγής τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτανικός
βοτανικής	adj	γενική ενικού του βοτανική
βοτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτανικός
βοτανικού	adj	γενική ενικού του βοτανικός
βοτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοτανικός
βοτανικό	adj	αιτιατική ενικού του βοτανικός
βοτανικός	adj	που έχει σχέση με τη βοτανική, τα βότανα ή τα φυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
βοτανικών	adj	γενική πληθυντικού του βοτανικός
βοτανιού	=	βοτάνι
βοτανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βοτάνισμα
βοτανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανισμένο
βοτανισμένε	verb	κλητική ενικού του βοτανισμένος
βοτανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανισμένη
βοτανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτανισμένος
βοτανισμένης	verb	γενική ενικού του βοτανισμένη
βοτανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βοτανισμένος
βοτανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτανισμένος
βοτανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βοτανίζω
βοτανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βοτανισμένος
βοτανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βοτανισμένος
βοτανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βοτανισμένος
βοτανιών	=	βοτάνι
βοτανοθεραπεία	noun	θεραπευτική πρακτική που αξιοποιεί φυτά ή φυτικά παρασκευάσματα για την πρόληψη, την ανακούφιση ή την αντιμετώπιση παθήσεων και διαταραχών της υγείας
βοτανοθεραπείας	=	βοτανοθεραπεία
βοτανοθεραπείες	=	βοτανοθεραπεία
βοτανοθεραπειών	=	βοτανοθεραπεία
βοτανοθεραπευτικές	=	βοτανοθεραπευτική
βοτανοθεραπευτική	noun	άλλη μορφή του βοτανοθεραπεία
βοτανοθεραπευτικής	=	βοτανοθεραπευτική
βοτανοθεραπευτικών	=	βοτανοθεραπευτική
βοτανολογήσαμε	=	βοτανολογώ
βοτανολογήσαν	=	βοτανολογώ
βοτανολογήσανε	=	βοτανολογώ
βοτανολογήσατε	=	βοτανολογώ
βοτανολογήσει	=	βοτανολογώ
βοτανολογήστε	=	βοτανολογώ
βοτανολογία	noun	βοτανική
βοτανολογίας	noun	γενική ενικού του βοτανολογία
βοτανολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογία
βοτανολογίου	=	βοτανολόγιο
βοτανολογίων	=	βοτανολόγιο
βοτανολογεί	=	βοτανολογώ
βοτανολογείς	=	βοτανολογώ
βοτανολογείτε	=	βοτανολογώ
βοτανολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογημένο
βοτανολογημένε	verb	κλητική ενικού του βοτανολογημένος
βοτανολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογημένη
βοτανολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτανολογημένος
βοτανολογημένης	verb	γενική ενικού του βοτανολογημένη
βοτανολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του βοτανολογημένος
βοτανολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογημένος
βοτανολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βοτανολογώ
βοτανολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βοτανολογημένος
βοτανολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βοτανολογημένος
βοτανολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βοτανολογημένος
βοτανολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογικό
βοτανολογικέ	adj	κλητική ενικού του βοτανολογικός
βοτανολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογική
βοτανολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτανολογικός
βοτανολογικής	adj	γενική ενικού του βοτανολογική
βοτανολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτανολογικός
βοτανολογικού	adj	γενική ενικού του βοτανολογικός
βοτανολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοτανολογικός
βοτανολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βοτανολογικός
βοτανολογικός	adj	που έχει σχέση με την βοτανολογία ή τον βοτανολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
βοτανολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βοτανολογικός
βοτανολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βοτανολογία
βοτανολογούμε	=	βοτανολογώ
βοτανολογούν	=	βοτανολογώ
βοτανολογούνε	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσα	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσαμε	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσαν	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσανε	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσατε	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσε	=	βοτανολογώ
βοτανολογούσες	=	βοτανολογώ
βοτανολογώ	verb	είμαι βοτανολόγος
βοτανολογώντας	=	βοτανολογώ
βοτανολόγε	noun	κλητική ενικού του βοτανολόγος
βοτανολόγει	=	βοτανολογώ
βοτανολόγησα	=	βοτανολογώ
βοτανολόγησαν	=	βοτανολογώ
βοτανολόγησε	=	βοτανολογώ
βοτανολόγησες	=	βοτανολογώ
βοτανολόγια	=	βοτανολόγιο
βοτανολόγιο	noun	βιβλίο ή κατάλογος που παρουσιάζει και περιγράφει φυτά, συχνά με εικόνες και πληροφορίες για τις ιδιότητές τους·
βοτανολόγιου	=	βοτανολόγιο
βοτανολόγιων	=	βοτανολόγιο
βοτανολόγο	noun	αιτιατική ενικού του βοτανολόγος
βοτανολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτανολόγος
βοτανολόγος	noun	ο/η επιστήμονας που ειδικεύεται στη βοτανική
βοτανολόγου	noun	γενική ενικού του βοτανολόγος
βοτανολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βοτανολόγος
βοτανολόγων	noun	γενική πληθυντικού του βοτανολόγος
βοτανομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση βοτάνων
βοτανομαντείας	=	βοτανομαντεία
βοτανομαντείες	=	βοτανομαντεία
βοτανομαντειών	=	βοτανομαντεία
βοτουλίωση	noun	η αλλαντίαση
βοτουλίωσης	noun	γενική ενικού του βοτουλίωση
βοτουλινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτουλινικό
βοτουλινικέ	adj	κλητική ενικού του βοτουλινικός
βοτουλινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτουλινική
βοτουλινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτουλινικός
βοτουλινικής	adj	γενική ενικού του βοτουλινική
βοτουλινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτουλινικός
βοτουλινικού	adj	γενική ενικού του βοτουλινικός
βοτουλινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοτουλινικός
βοτουλινικό	adj	αιτιατική ενικού του βοτουλινικός
βοτουλινικός	adj	που έχει σχέση με τον βοτουλισμό / βοτουλίωση / αλλαντίαση ή αναφέρεται σ’ αυτά
βοτουλινικών	adj	γενική πληθυντικού του βοτουλινικός
βοτουλισμέ	noun	κλητική ενικού του βοτουλισμός
βοτουλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτουλισμός
βοτουλισμού	noun	γενική ενικού του βοτουλισμός
βοτουλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βοτουλισμός
βοτουλισμό	noun	αιτιατική ενικού του βοτουλισμός
βοτουλισμός	noun	η αλλαντίαση
βοτουλισμών	noun	γενική πληθυντικού του βοτουλισμός
βοτουλιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτουλίωση
βοτουλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βοτουλίωση
βοτουλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βοτουλίωση
βοτρυοειδές	=	βοτρυοειδής
βοτρυοειδή	=	βοτρυοειδής
βοτρυοειδής	adj|formal	που μοιάζει με βότρυ
βοτρυοειδείς	=	βοτρυοειδής
βοτρυοειδούς	=	βοτρυοειδής
βοτρυοειδών	=	βοτρυοειδής
βοτρυωδών	=	βοτρυώδης
βοτρυώδεις	=	βοτρυώδης
βοτρυώδες	=	βοτρυώδης
βοτρυώδη	=	βοτρυώδης
βοτρυώδης	adj|formal	άλλη μορφή του βοτρυοειδής: που μοιάζει με βότρυ ή που είναι γεμάτος βότρυς
βοτρυώδους	=	βοτρυώδης
βοτρύτης	noun	ασθένεια των φυτών που οφείλεται στο μύκητα Botrytis cinerea
βοτσαλάκι	noun	υποκοριστικό του βότσαλο, μικρό βότσαλο (συνήθως παραλίας)
βοτσαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτσαλάκι
βοτσαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτσαλωτό
βοτσαλωτέ	adj	κλητική ενικού του βοτσαλωτός
βοτσαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοτσαλωτή
βοτσαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοτσαλωτός
βοτσαλωτής	adj	γενική ενικού του βοτσαλωτή
βοτσαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοτσαλωτός
βοτσαλωτού	adj	γενική ενικού του βοτσαλωτός
βοτσαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοτσαλωτός
βοτσαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του βοτσαλωτός
βοτσαλωτός	adj	γεμάτος / αποτελούμενος - συνιστάμενος από βότσαλα
βοτσαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του βοτσαλωτός
βοτσιού	=	βότσι
βοτσιών	=	βότσι
βου	noun	ο δεύτερος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας
βουΐζω	verb	άλλη γραφή του βουίζω
βουές	=	βουή
βουή	noun	άλλη μορφή του βοή
βουής	=	βουή
βουίζαμε	=	βουίζω
βουίζαν	=	βουίζω
βουίζανε	=	βουίζω
βουίζατε	=	βουίζω
βουίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βουίζω
βουίζεις	=	βουίζω
βουίζετε	=	βουίζω
βουίζοντας	=	βουίζω
βουίζουμε	=	βουίζω
βουίζουν	=	βουίζω
βουίζουνε	=	βουίζω
βουίζω	verb	παράγω έναν χαρακτηριστικό και ενοχλητικό θόρυβο (βουητό ή βόμβο)
βουίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βουίσαμε	=	βουίζω
βουίσαν	=	βουίζω
βουίσανε	=	βουίζω
βουίσατε	=	βουίζω
βουίσει	=	βουίζω
βουίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούισμα
βουίσματος	noun	γενική ενικού του βούισμα
βουίστε	=	βουίζω
βουαλά	particle	ιδού
βουβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβό	adv	με βουβό τρόπο, χωρίς λόγια, χωρίς ήχο
βουβάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβάλα	noun	το θηλυκό βουβάλι
βουβάλας	=	βουβάλα
βουβάλες	=	βουβάλα
βουβάλι	noun	(Bubalus bubalis) είδος άγριου και μεγαλόσωμου βοοειδούς με κοντό και αραιό τρίχωμα και μακριά κέρατα, το οποίο ζει κυρίως στην Ασία και την Αφρική
βουβάλια	=	βουβάλι
βουβάλων	=	βουβάλα
βουβάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάναν	=	βουβαίνω
βουβάνανε	=	βουβαίνω
βουβάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βουβέ	adj	κλητική ενικού του βουβός
βουβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβή
βουβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουβός
βουβής	adj	γενική ενικού του βουβή
βουβαίναμε	=	βουβαίνω
βουβαίναν	=	βουβαίνω
βουβαίνανε	=	βουβαίνω
βουβαίνατε	=	βουβαίνω
βουβαίνει	=	βουβαίνω
βουβαίνεις	=	βουβαίνω
βουβαίνετε	=	βουβαίνω
βουβαίνομαι	verb	χάνω την ικανότητα της ομιλίας, γίνομαι βουβός
βουβαίνοντας	=	βουβαίνω
βουβαίνουμε	=	βουβαίνω
βουβαίνουν	=	βουβαίνω
βουβαίνουνε	=	βουβαίνω
βουβαίνω	verb	στερώ από κάποιον την ικανότητα της ομιλίας, τον κάνω βουβό
βουβαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουβαίνομαι
βουβαινόμουν	=	βουβαίνομαι
βουβαλίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουβαλίσιος
βουβαλίσιας	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιε	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιες	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιο	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιοι	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιος	adj	που έχει σχέση με βουβάλι, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
βουβαλίσιου	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιους	=	βουβαλίσιος
βουβαλίσιων	=	βουβαλίσιος
βουβαλιού	=	βουβάλι
βουβαλιών	=	βουβάλι
βουβαλόπαιδο	=	παιδοβούβαλος
βουβαλών	=	βουβάλα
βουβαμάρα	noun	η κατάσταση του βουβού
βουβαμάρας	noun	γενική ενικού του βουβαμάρα
βουβαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβαμάρα
βουβαμέ	noun	κλητική ενικού του βουβαμός
βουβαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβαμένο
βουβαμένε	verb	κλητική ενικού του βουβαμένος
βουβαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβαμένη
βουβαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουβαμένος
βουβαμένης	verb	γενική ενικού του βουβαμένη
βουβαμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουβαμένος
βουβαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουβαμένος
βουβαμένος	verb	που δεν μιλάει, που έχει βουβαθεί
βουβαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουβαμένος
βουβαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουβαμένος
βουβαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουβαμένος
βουβαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουβαμός
βουβαμού	noun	γενική ενικού του βουβαμός
βουβαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βουβαμός
βουβαμό	noun	αιτιατική ενικού του βουβαμός
βουβαμός	noun	άλλη μορφή του βουβαμάρα
βουβαμών	noun	γενική πληθυντικού του βουβαμός
βουβιάζαμε	=	βουβιάζω
βουβιάζαν	=	βουβιάζω
βουβιάζανε	=	βουβιάζω
βουβιάζατε	=	βουβιάζω
βουβιάζει	=	βουβιάζω
βουβιάζεις	=	βουβιάζω
βουβιάζετε	=	βουβιάζω
βουβιάζοντας	=	βουβιάζω
βουβιάζουμε	=	βουβιάζω
βουβιάζουν	=	βουβιάζω
βουβιάζουνε	=	βουβιάζω
βουβιάζω	verb	χωρίζω σε μερίδια
βουβιάσαμε	=	βουβιάζω
βουβιάσαν	=	βουβιάζω
βουβιάσανε	=	βουβιάζω
βουβιάσατε	=	βουβιάζω
βουβιάσει	=	βουβιάζω
βουβιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούβιασμα
βουβιάσματος	noun	γενική ενικού του βούβιασμα
βουβιάστε	=	βουβιάζω
βουβιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούβιασμα
βουβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουβός
βουβουζέλα	noun	πλαστική καραμούζα σε σχήμα τρομπέτας που τη φυσούν οι οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων στη Ν. Αφρική
βουβουζέλας	=	βουβουζέλα
βουβουζέλες	=	βουβουζέλα
βουβουζέλων	=	βουβουζέλα
βουβού	adj	γενική ενικού του βουβός
βουβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουβός
βουβωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβωνικό
βουβωνικέ	adj	κλητική ενικού του βουβωνικός
βουβωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβωνική
βουβωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουβωνικός
βουβωνικής	adj	γενική ενικού του βουβωνική
βουβωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουβωνικός
βουβωνικού	adj	γενική ενικού του βουβωνικός
βουβωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουβωνικός
βουβωνικό	adj	αιτιατική ενικού του βουβωνικός
βουβωνικός	adj	που έχει σχέση με τον βουβώνα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
βουβωνικών	adj	γενική πληθυντικού του βουβωνικός
βουβωνοκήλες	=	βουβωνοκήλη
βουβωνοκήλη	noun	κήλη στον βουβώνα
βουβωνοκήλης	=	βουβωνοκήλη
βουβωνοκηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβωνοκηλικό
βουβωνοκηλικέ	adj	κλητική ενικού του βουβωνοκηλικός
βουβωνοκηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουβωνοκηλική
βουβωνοκηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουβωνοκηλικός
βουβωνοκηλικής	adj	γενική ενικού του βουβωνοκηλική
βουβωνοκηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουβωνοκηλικός
βουβωνοκηλικού	adj	γενική ενικού του βουβωνοκηλικός
βουβωνοκηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουβωνοκηλικός
βουβωνοκηλικό	adj	αιτιατική ενικού του βουβωνοκηλικός
βουβωνοκηλικός	adj	που έχει σχέση με την βουβωνοκήλη ή αναφέρεται σ’ αυτή
βουβωνοκηλικών	adj	γενική πληθυντικού του βουβωνοκηλικός
βουβό	adj	αιτιατική ενικού του βουβός
βουβόκυκνε	=	βουβόκυκνος
βουβόκυκνο	=	βουβόκυκνος
βουβόκυκνοι	=	βουβόκυκνος
βουβόκυκνος	noun	είδος λευκού κύκνου ο οποίος έχει ένα μαύρο εξόγκωμα στο ράμφος του
βουβόκυκνου	=	βουβόκυκνος
βουβόκυκνους	=	βουβόκυκνος
βουβόκυκνων	=	βουβόκυκνος
βουβός	adj	που δεν μπορεί να μιλήσει
βουβών	noun	γενική πληθυντικού του βούβα	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του βουβός
βουβώνα	=	βουβώνας
βουβώνας	noun	η κάτω απόληξη του κορμού, το τμήμα ανάμεσα στο πάνω μέρος των ποδιών και της κοιλιάς, η περιοχή γύρω από τα γεννητικά όργανα
βουβώνες	=	βουβώνας
βουβώνων	=	βουβώνας
βουγονία	noun|formal	αρχαία πεποίθηση ή λογοτεχνικό μοτίβο, κατά το οποίο οι μέλισσες «γεννιούνται» αυτόματα από το κουφάρι αγελάδας (επρόκειτο κυρίως για ποιητικό σύμβολο αναγέννησης και ζωής μέσα από τον θάνατο)
βουδίστριας	noun	γενική ενικού του βουδίστρια
βουδίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουδίστρια
βουδδιστικός	adj	δείτε: βουδιστικός
βουδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουδικό
βουδικέ	adj	κλητική ενικού του βουδικός
βουδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουδική
βουδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουδικός
βουδικής	adj	γενική ενικού του βουδική
βουδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουδικός
βουδικού	adj	γενική ενικού του βουδικός
βουδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουδικός
βουδικό	adj	αιτιατική ενικού του βουδικός
βουδικός	adj	που αφορά τον Βούδα
βουδικών	adj	γενική πληθυντικού του βουδικός
βουδιού	=	βούδι
βουδισμέ	noun	κλητική ενικού του βουδισμός
βουδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουδισμός
βουδισμού	noun	γενική ενικού του βουδισμός
βουδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βουδισμός
βουδισμό	noun	αιτιατική ενικού του βουδισμός
βουδισμός	noun	θρησκεία με προέλευση από τη βόρεια Ινδία, που βασίστηκε στα διδάγματα του Βούδα
βουδισμών	noun	γενική πληθυντικού του βουδισμός
βουδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουδιστής
βουδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βουδιστής
βουδιστής	noun	ο πιστός του βουδισμού
βουδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουδιστικό
βουδιστικέ	adj	κλητική ενικού του βουδιστικός
βουδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουδιστική
βουδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουδιστικός
βουδιστικής	adj	γενική ενικού του βουδιστική
βουδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουδιστικός
βουδιστικού	adj	γενική ενικού του βουδιστικός
βουδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουδιστικός
βουδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του βουδιστικός
βουδιστικός	adj	σχετικός με τον βουδισμό
βουδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του βουδιστικός
βουδιστριών	noun	γενική πληθυντικού του βουδίστρια
βουδιστών	noun	γενική πληθυντικού του βουδιστής
βουδιών	=	βούδι
βουερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουερό	adv	με βουερό τρόπο
βουερέ	adj	κλητική ενικού του βουερός
βουερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουερή
βουερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουερός
βουερής	adj	γενική ενικού του βουερή
βουεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουερός
βουερού	adj	γενική ενικού του βουερός
βουερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουερός
βουερό	adj	αιτιατική ενικού του βουερός
βουερός	adj	που δημιουργεί έναν ήχο σαν βουή (βοή)
βουερών	adj	γενική πληθυντικού του βουερός
βουζών	noun	γενική πληθυντικού του βούζα
βουητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουητό
βουητού	noun	γενική ενικού του βουητό
βουητό	noun	ο συνεχής ήχος, ακαθόριστος, συνήθως χαμηλών συχνοτήτων
βουητών	noun	γενική πληθυντικού του βουητό
βουθούλων	=	βούθουλας
βουιδοκέλι	noun	κελί για βόδια
βουιδοκέλια	=	βουιδοκέλι
βουιδοκελιού	=	βουιδοκέλι
βουιδοκελιών	=	βουιδοκέλι
βουισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούισμα
βουκέντρα	noun	ξύλινη βέργα η οποία χρησιμοποιείτο από τους αγρότες κατά τη διάρκεια οργώματος με βόδια, η οποία στη μία άκρη είχε μεταλλική βάση για να καθαρίζουν το αλέτρι και στην άλλη της άκρη ήταν αιχμηρή, ούτως ώστε να κεντρίζει τα βόδια
βουκέντρας	noun	γενική ενικού του βουκέντρα
βουκέντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουκέντρα
βουκέντρι	noun	άλλη μορφή του βουκέντρα
βουκέντρια	=	βουκέντρι
βουκίτσα	noun|vulgar	υποκοριστικό του βούκα
βουκίτσας	noun	γενική ενικού του βουκίτσα
βουκίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουκίτσα
βουκαμβίλια	noun|formal	άλλη μορφή του μπουκαμβίλια
βουκαμβίλιας	noun	γενική ενικού του βουκαμβίλια
βουκαμβίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουκαμβίλια
βουκελλάριος	noun	ο φύλακας του άρτου, εκείνος που κουβαλούσε τις τροφές των βυζαντινών στρατιωτών ώστε να μην επιβαρύνονται και με αυτές στις εκστρατείες τους (αναφορά του Κωνστναντίνου του Πορφυρογέννητου)
βουκεντριού	=	βουκέντρι
βουκεντριών	=	βουκέντρι
βουκεντρών	noun	γενική πληθυντικού του βουκέντρα
βουκεφάλα	noun	είδος πουλιού
βουκεφάλας	=	βουκεφάλα
βουκεφάλες	=	βουκεφάλα
βουκεφάλων	=	βουκεφάλα
βουκιά	noun	άλλη εκφορά της λέξης μπουκιά
βουκιάς	=	βουκιά
βουκιές	=	βουκιά
βουκολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουκολικό
βουκολικέ	adj	κλητική ενικού του βουκολικός
βουκολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουκολική
βουκολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουκολικός
βουκολικής	adj	γενική ενικού του βουκολική
βουκολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουκολικός
βουκολικού	adj	γενική ενικού του βουκολικός
βουκολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουκολικός
βουκολικό	adj	αιτιατική ενικού του βουκολικός
βουκολικός	adj	ο ποιμενικός, αυτός που έχει σχέση ή αναφέρεται στον βοσκό, ή στη ποιμενική ζωή
βουκολικών	adj	γενική πληθυντικού του βουκολικός
βουκολικῶς	adv	βουκολικά
βουκράνια	=	βουκράνιο
βουκράνιο	noun	διακοσμητικό μοτίβο της αρχαιότητας που παριστάνει κεφαλή (θυσιασμένου) ταύρου ή βοδιού, συχνά σε εμπρόσθια όψη και ενσωματωμένη σε αρχιτεκτονικά ή λατρευτικά στοιχεία
βουκράνιου	=	βουκράνιο
βουκράνιων	=	βουκράνιο
βουκόλε	noun	κλητική ενικού του βουκόλος
βουκόλο	noun	αιτιατική ενικού του βουκόλος
βουκόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουκόλος
βουκόλος	noun	ο βοσκός βοδιών, ο γελαδάρης
βουκόλου	noun	γενική ενικού του βουκόλος
βουκόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βουκόλος
βουκόλων	noun	γενική πληθυντικού του βουκόλος
βουλές	=	βουλή
βουλή	noun	το νομοθετικό σώμα
βουλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουλής	=	βουλή
βουλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούληση
βουλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βούληση
βουλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βούληση
βουλίζαμε	=	βουλίζω
βουλίζαν	=	βουλίζω
βουλίζανε	=	βουλίζω
βουλίζατε	=	βουλίζω
βουλίζει	=	βουλίζω
βουλίζεις	=	βουλίζω
βουλίζετε	=	βουλίζω
βουλίζομαι	verb	πέφτω, γκρεμίζομαι
βουλίζοντας	=	βουλίζω
βουλίζουμε	=	βουλίζω
βουλίζουν	=	βουλίζω
βουλίζουνε	=	βουλίζω
βουλίζω	verb	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
βουλίσαμε	=	βουλίζω
βουλίσαν	=	βουλίζω
βουλίσανε	=	βουλίζω
βουλίσατε	=	βουλίζω
βουλίσει	=	βουλίζω
βουλίστε	=	βουλίζω
βουλβοδυνία	noun	χρόνιος πόνος ή αίσθηση τσουξίματος που εντοπίζεται στην περιοχή του αιδοίου και στον προθάλαμο του κόλπου και έχει πολλές φορές απροσδιόριστα αίτια
βουλβοδυνίας	=	βουλβοδυνία
βουλβοδυνίες	=	βουλβοδυνία
βουλβοδυνιών	=	βουλβοδυνία
βουλγάρικα	noun	άλλη μορφή του βουλγαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλγάρικος
βουλγάρικε	adj	κλητική ενικού του βουλγάρικος
βουλγάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλγάρικη
βουλγάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλγάρικος
βουλγάρικης	adj	γενική ενικού του βουλγάρικη
βουλγάρικο	adj	αιτιατική ενικού του βουλγάρικος
βουλγάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλγάρικος
βουλγάρικος	adj	άλλη μορφή του βουλγαρικός
βουλγάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουλγάρικος
βουλγάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουλγάρικος
βουλγάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουλγάρικος
βουλγαρικά	noun	η βουλγαρική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στη Βουλγαρία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλγαρικός
βουλγαρικέ	adj	κλητική ενικού του βουλγαρικός
βουλγαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλγαρική
βουλγαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλγαρικός
βουλγαρικής	adj	γενική ενικού του βουλγαρική
βουλγαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλγαρικός
βουλγαρικού	adj	γενική ενικού του βουλγαρικός
βουλγαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουλγαρικός
βουλγαρικό	adj	αιτιατική ενικού του βουλγαρικός
βουλγαρικός	adj	σχετικός με τη Βουλγαρία ή τους Βουλγάρους
βουλγαρικών	adj	γενική πληθυντικού του βουλγαρικός
βουλγαριστί	adv|formal	στα βουλγαρικά, στη βουλγαρική γλώσσα
βουλγαροφάγε	=	βουλγαροφάγος
βουλγαροφάγο	=	βουλγαροφάγος
βουλγαροφάγοι	=	βουλγαροφάγος
βουλγαροφάγος	noun	χαρακτηρισμός πολεμιστή που σκοτώνει Βούλγαρους
βουλγαροφάγου	=	βουλγαροφάγος
βουλγαροφάγους	=	βουλγαροφάγος
βουλγαροφάγων	=	βουλγαροφάγος
βουλγαροφωνία	noun	η ομιλία στη βουλγαρική γλώσσα, η γνώση των βουλγαρικών
βουλγαροφωνίας	=	βουλγαροφωνία
βουλγαρόφωνα	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνε	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνες	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνη	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνης	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνο	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνοι	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνος	adj	που μιλάει τη βουλγαρική γλώσσα
βουλγαρόφωνου	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνους	=	βουλγαρόφωνος
βουλγαρόφωνων	=	βουλγαρόφωνος
βουλεβάρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλεβάρτο
βουλεβάρτο	noun|dated	λεωφόρος
βουλεβάρτου	noun	γενική ενικού του βουλεβάρτο
βουλεβάρτων	noun	γενική πληθυντικού του βουλεβάρτο
βουλευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούλευμα
βουλευτά	=	βουλευτής
βουλευτάδες	=	βουλευτής
βουλευτάδων	=	βουλευτής
βουλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλευτής
βουλευτή	noun	γενική ενικού του βουλευτής, αρσενικό
βουλευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλευτήριο
βουλευτήριο	noun	το κτήριο στο οποίο συνεδρίαζε η βουλή μιας αρχαίας πόλης
βουλευτήριου	=	βουλευτήριο
βουλευτής	noun	μέλος του κοινοβουλίου
βουλευτία	noun|formal	άλλη γραφή του βουλευτεία
βουλευτίνα	noun	γυναίκα βουλευτής
βουλευτίνας	=	βουλευτίνα
βουλευτίνες	=	βουλευτίνα
βουλευτίνων	=	βουλευτίνα
βουλευτεία	noun	η ιδιότητα του βουλευτή, το βουλευτιλίκι
βουλευτείας	=	βουλευτεία
βουλευτείες	=	βουλευτεία
βουλευτειών	=	βουλευτεία
βουλευτηλίκι	noun|vulgar	άλλη γραφή του βουλευτιλίκι
βουλευτηλίκια	=	βουλευτηλίκι
βουλευτηρίου	=	βουλευτήριο
βουλευτηρίων	=	βουλευτήριο
βουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλευτικό
βουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του βουλευτικός
βουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλευτική
βουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλευτικός
βουλευτικής	adj	γενική ενικού του βουλευτική
βουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλευτικός
βουλευτικού	adj	γενική ενικού του βουλευτικός
βουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουλευτικός
βουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του βουλευτικός	noun	το ένα από τα δύο σώματα (το άλλο ήταν το πενταμελές εκτελεστικό) που συστάθηκαν με βάση τις αποφάσεις των πρώτων εθνοσυνελεύσεων και αποτελούσαν την πολιτική ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατά την επανάσταση του '21· αποτελούνταν από 70 μέλη και ασκούσε τη νομοθετική εξουσία
βουλευτικός	adj	σχετικός με τους βουλευτές
βουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του βουλευτικός
βουλευτιλίκι	noun|vulgar	η ιδιότητα του βουλευτή
βουλευτιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλευτιλίκι
βουλευτοκρατία	noun	η υπέρμετρη παρέμβαση βουλευτών σε διοικητικές δραστηριότητες και αποφάσεις
βουλευτοκρατίας	noun	γενική ενικού του βουλευτοκρατία
βουλευτοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλευτοκρατία
βουλευτοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του βουλευτοκρατία
βουλευτού	=	βουλευτής
βουλευτριών	noun	γενική πληθυντικού του βουλεύτρια
βουλευτών	noun	γενική πληθυντικού του βουλευτής
βουλεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούλευμα
βουλεύματος	noun	γενική ενικού του βούλευμα
βουλεύομαι	verb|formal	σκέφτομαι
βουλεύτρια	noun	γυναίκα βουλευτής
βουλεύτριας	noun	γενική ενικού του βουλεύτρια
βουλεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλεύτρια
βουληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βούλομαι
βουλησιαρχία	noun	θεωρία και φιλοσοφική τάση που δίνει προτεραιότητα στη βούληση και στο συναίσθημα σε σχέση με το νου και τη νόηση
βουλησιαρχίας	noun	γενική ενικού του βουλησιαρχία
βουλησιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλησιαρχία
βουλησιαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλησιαρχικό
βουλησιαρχικέ	adj	κλητική ενικού του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλησιαρχική
βουλησιαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχικής	adj	γενική ενικού του βουλησιαρχική
βουλησιαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχικού	adj	γενική ενικού του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχικός	adj	που έχει σχέση με την βουλησιαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βουλησιαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του βουλησιαρχικός
βουλησιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του βουλησιαρχία
βουλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλητικό
βουλητικέ	adj	κλητική ενικού του βουλητικός
βουλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλητική
βουλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλητικός
βουλητικής	adj	γενική ενικού του βουλητική
βουλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλητικός
βουλητικού	adj	γενική ενικού του βουλητικός
βουλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουλητικός
βουλητικό	adj	αιτιατική ενικού του βουλητικός
βουλητικός	adj	που σχετίζεται με ή αναφέρεται στην βούληση
βουλητικών	adj	γενική πληθυντικού του βουλητικός
βουλιάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούλιαγμα
βουλιάγματος	noun	γενική ενικού του βούλιαγμα
βουλιάζαμε	=	βουλιάζω
βουλιάζαν	=	βουλιάζω
βουλιάζανε	=	βουλιάζω
βουλιάζατε	=	βουλιάζω
βουλιάζει	=	βουλιάζω
βουλιάζεις	=	βουλιάζω
βουλιάζετε	=	βουλιάζω
βουλιάζομε	=	βουλιάζω
βουλιάζοντας	=	βουλιάζω
βουλιάζουμε	=	βουλιάζω
βουλιάζουν	=	βουλιάζω
βουλιάζουνε	=	βουλιάζω
βουλιάζω	verb	βυθίζω
βουλιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξαν	=	βουλιάζω
βουλιάξανε	=	βουλιάζω
βουλιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξομε	=	βουλιάζω
βουλιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξουνε	=	βουλιάζω
βουλιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούλιασμα
βουλιάσματος	noun	γενική ενικού του βούλιασμα
βουλιάχτε	=	βουλιάζω
βουλιέμαι	verb|vulgar	θέλω, επιθυμώ
βουλιαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούλιαγμα
βουλιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλιαγμένο
βουλιαγμένε	verb	κλητική ενικού του βουλιαγμένος
βουλιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλιαγμένη
βουλιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλιαγμένος
βουλιαγμένης	verb	γενική ενικού του βουλιαγμένη
βουλιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουλιαγμένος
βουλιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλιαγμένος
βουλιαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βουλιάζω
βουλιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουλιαγμένος
βουλιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουλιαγμένος
βουλιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουλιαγμένος
βουλιαγμενιωτών	=	βουλιαγμενιώτης
βουλιαγμενιώτες	=	βουλιαγμενιώτης
βουλιαγμενιώτη	=	βουλιαγμενιώτης
βουλιαγμενιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Βουλιαγμένη
βουλιαγμενιώτισσα	=	βουλιαγμενιώτης
βουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούλιασμα
βουλιμία	noun	η λαιμαργία, η υπερβολική επιθυμία για κατανάλωση φαγητού και ικανοποίηση της ανάγκης για τροφή
βουλιμίας	noun	γενική ενικού του βουλιμία
βουλιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλιμία
βουλιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλιμικό
βουλιμικέ	adj	κλητική ενικού του βουλιμικός
βουλιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλιμική
βουλιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλιμικός
βουλιμικής	adj	γενική ενικού του βουλιμική
βουλιμικιά	=	βουλιμικός
βουλιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλιμικός
βουλιμικού	adj	γενική ενικού του βουλιμικός
βουλιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουλιμικός
βουλιμικό	adj	αιτιατική ενικού του βουλιμικός
βουλιμικός	noun	που πάσχει από βουλιμία	adj	σχετικός με τη βουλιμία
βουλιμικών	adj	γενική πληθυντικού του βουλιμικός
βουλιμιώ	verb|archaic	πάσχω από βουλιμία, είμαι βουλιμικός
βουλιμιών	noun	γενική πληθυντικού του βουλιμία
βουλιώτικα	=	βουλιώτικος
βουλιώτικε	=	βουλιώτικος
βουλιώτικες	=	βουλιώτικος
βουλιώτικη	=	βουλιώτικος
βουλιώτικης	=	βουλιώτικος
βουλιώτικο	=	βουλιώτικος
βουλιώτικοι	=	βουλιώτικος
βουλιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Βούλα ή τους κατοίκους της
βουλιώτικου	=	βουλιώτικος
βουλιώτικους	=	βουλιώτικος
βουλιώτικων	=	βουλιώτικος
βουλιώτισσα	noun	είδος ελιάς (δέντρο)
βουλκανιζατέρ	noun	συνεργείο που ασχολείται με την επιδιόρθωση και τοποθέτηση των ελαστικών οχημάτων, το οποίο είναι, συνήθως, και κατάστημα πώλησης, ζυγοστάθμισης και ευθυγράμμισής τους
βουλκανισμέ	noun	κλητική ενικού του βουλκανισμός
βουλκανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλκανισμός
βουλκανισμού	noun	γενική ενικού του βουλκανισμός
βουλκανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βουλκανισμός
βουλκανισμό	noun	αιτιατική ενικού του βουλκανισμός
βουλκανισμός	noun	η χημική επεξεργασία του καουτσούκ με θείο για τη βελτίωση των φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων του
βουλκανισμών	noun	γενική πληθυντικού του βουλκανισμός
βουλλών	noun	γενική πληθυντικού του βούλλα
βουλλώνω	verb|rare	άλλη γραφή του βουλώνω κατά το μεσαιωνικό βουλλώνω
βουλοκέρι	noun	παχύρρευστη ουσία, μείγμα διαφόρων ρητινικών ουσιών, που στερεοποιείται γρήγορα στον αέρα και χρησιμοποιείται για τη σφράγιση επιστολών, εγγράφων, δεμάτων, φιαλών κ.λπ.
βουλοκέρια	=	βουλοκέρι
βουλοκεριού	=	βουλοκέρι
βουλοκεριών	=	βουλοκέρι
βουλουσέρνου	verb	ισιώνω το έδαφος από τους χωμάτινους σβώλους που δημιουργούνται μετά το όργωμα
βουλουσυρίζου	verb	συνώνυμο του βουλουσέρνου
βουλωθήκαμε	=	βουλώνω
βουλωθήκαν	=	βουλώνω
βουλωθήκανε	=	βουλώνω
βουλωθήκατε	=	βουλώνω
βουλωθεί	=	βουλώνω
βουλωθείς	=	βουλώνω
βουλωθείτε	=	βουλώνω
βουλωθούμε	=	βουλώνω
βουλωθούν	=	βουλώνω
βουλωθούνε	=	βουλώνω
βουλωθώ	=	βουλώνω
βουλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούλωμα
βουλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλωμένο
βουλωμένε	verb	κλητική ενικού του βουλωμένος
βουλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουλωμένη
βουλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουλωμένος
βουλωμένης	verb	γενική ενικού του βουλωμένη
βουλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουλωμένος
βουλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουλωμένος
βουλωμένος	verb	που τον έχουν βουλώσει
βουλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουλωμένος
βουλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουλωμένος
βουλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουλωμένος
βουλωνόμασταν	=	βουλώνω
βουλωνόμαστε	=	βουλώνω
βουλωνόμουν	=	βουλώνω
βουλωνόμουνα	=	βουλώνω
βουλωνόντουσαν	=	βουλώνω
βουλωνόσασταν	=	βουλώνω
βουλωνόσαστε	=	βουλώνω
βουλωνόσουν	=	βουλώνω
βουλωνόσουνα	=	βουλώνω
βουλωνόταν	=	βουλώνω
βουλωνότανε	=	βουλώνω
βουλόσυρου	noun	ειδικό εξάρτημα που φέρει καρφιά, το οποίο προσαρμόζεται πίσω από το αλέτρι και χρησιμεύει στην ισοπέδωση του οργωμένου χωριαφιού
βουλώθηκα	=	βουλώνω
βουλώθηκαν	=	βουλώνω
βουλώθηκε	=	βουλώνω
βουλώθηκες	=	βουλώνω
βουλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούλωμα
βουλώματος	noun	γενική ενικού του βούλωμα
βουλών	noun	γενική πληθυντικού του βούλα
βουλώναμε	=	βουλώνω
βουλώναν	=	βουλώνω
βουλώνανε	=	βουλώνω
βουλώνατε	=	βουλώνω
βουλώνει	=	βουλώνω
βουλώνεις	=	βουλώνω
βουλώνεσαι	=	βουλώνω
βουλώνεστε	=	βουλώνω
βουλώνεται	=	βουλώνω
βουλώνετε	=	βουλώνω
βουλώνομαι	verb	Με βουλώνουν δηλαδη με κλείνουν στεγανά με βούλωμα.
βουλώνομε	=	βουλώνω
βουλώνονται	=	βουλώνω
βουλώνονταν	=	βουλώνω
βουλώνοντας	=	βουλώνω
βουλώνουμε	=	βουλώνω
βουλώνουν	=	βουλώνω
βουλώνουνε	=	βουλώνω
βουλώνω	verb	κλείνω στεγανά κάτι χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα
βουλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσαν	=	βουλώνω
βουλώσανε	=	βουλώνω
βουλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσομε	=	βουλώνω
βουλώσου	=	βουλώνω
βουλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσουνε	=	βουλώνω
βουλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βουνά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουνό
βουνάκι	noun|literary	υποκοριστικό του βουνό
βουνάκια	=	βουνάκι
βουνί	noun	το βουνό (δείτε αυτή τη λέξη)
βουνίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουνίσιος
βουνίσιας	=	βουνίσιος
βουνίσιε	=	βουνίσιος
βουνίσιες	=	βουνίσιος
βουνίσιο	=	βουνίσιος
βουνίσιοι	=	βουνίσιος
βουνίσιος	noun	ορεσίβιος	adj	που έχει σχέση με το βουνό, ανήκει σ’ αυτό, κατάγεται ή προέρχεται απ’ αυτό ή κατοικεί σ’ αυτό
βουνίσιου	=	βουνίσιος
βουνίσιους	=	βουνίσιος
βουνίσιων	=	βουνίσιος
βουνίτες	=	βουνίτης
βουνίτη	=	βουνίτης
βουνίτης	noun	που κατοικεί σε ορεινή περιοχή, στο βουνό
βουναλάκι	noun	υποκοριστικό του βουνό
βουναλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουναλάκι
βουνιά	noun	άλλη γραφή του σβουνιά
βουνιάς	=	βουνιά
βουνιές	=	βουνιά
βουνιού	=	βουνί
βουνιτών	=	βουνίτης
βουνιών	=	βουνί
βουνιώτικα	=	βουνιώτικος
βουνιώτικε	=	βουνιώτικος
βουνιώτικες	=	βουνιώτικος
βουνιώτικη	=	βουνιώτικος
βουνιώτικης	=	βουνιώτικος
βουνιώτικο	=	βουνιώτικος
βουνιώτικοι	=	βουνιώτικος
βουνιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Βουνί, Βουνό ή Βούνοι ή τους κατοίκους του
βουνιώτικου	=	βουνιώτικος
βουνιώτικους	=	βουνιώτικος
βουνιώτικων	=	βουνιώτικος
βουνοκορυφές	=	βουνοκορυφή
βουνοκορυφή	noun	λογιότερη μορφή του βουνοκορφή
βουνοκορυφής	=	βουνοκορυφή
βουνοκορυφών	=	βουνοκορυφή
βουνοκορφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουνοκορφή
βουνοκορφή	noun	η κορυφή ενός βουνού
βουνοκορφής	=	βουνοκορφή
βουνοκορφών	=	βουνοκορφή
βουνοπλάγι	noun|vulgar	η βουνοπλαγιά
βουνοπλάγια	=	βουνοπλάγι
βουνοπλαγιά	noun	η πλαγιά ενός βουνού
βουνοπλαγιάς	noun	γενική ενικού του βουνοπλαγιά
βουνοπλαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουνοπλαγιά
βουνοπλαγιού	=	βουνοπλάγι
βουνοπλαγιών	=	βουνοπλαγιά
βουνοποριά	noun	στενό πέρασμα που διασχίζει ένα βουνό
βουνοποριάς	=	βουνοποριά
βουνοποριές	=	βουνοποριά
βουνοποριών	=	βουνοποριά
βουνοσειρά	noun	η οροσειρά
βουνοσειράς	=	βουνοσειρά
βουνοσειρές	=	βουνοσειρά
βουνοσειρών	=	βουνοσειρά
βουνοχεντρών	=	βουνόχεντρα
βουνού	noun	γενική ενικού του βουνό
βουντού	noun	αφροκαραϊβική λατρευτική παράδοση με ρίζες στις δυτικοαφρικανικές δοξασίες, που συνδυάζει στοιχεία ανιμισμού και καθολικισμού και στηρίζεται στην επίκληση πνευμάτων μέσω τελετουργιών
βουνωδών	=	βουνώδης
βουνό	noun	μεγάλο ύψωμα του εδάφους
βουνόχεντρα	noun	κοινή ονομασία του φιδιού οθωμανική οχιά
βουνόχεντρας	=	βουνόχεντρα
βουνόχεντρες	=	βουνόχεντρα
βουνώδεις	=	βουνώδης
βουνώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βουνώδης
βουνώδη	=	βουνώδης
βουνώδης	adj	που μοιάζει με βουνό
βουνώδους	=	βουνώδης
βουνών	noun	γενική πληθυντικού του βουνό
βουρ	intj	χρησιμοποιείται ως ένδειξη βιασύνης, ορμής
βουρβουλάκισμα	noun	θορυβώδες ανάβλυσμα υγρού
βουρβουλακίδα	noun	μπουρμπουλήθρα, φυσαλίδα
βουρβουλακίδας	=	βουρβουλακίδα
βουρβουλακίδες	=	βουρβουλακίδα
βουρβουλακίδων	=	βουρβουλακίδα
βουρβουλακίζω	verb	αναβλύζω θορυβωδώς, αναπηδώ
βουρβουλακίσματα	=	βουρβουλάκισμα
βουρβουλακίσματος	=	βουρβουλάκισμα
βουρβουλακητό	noun	θορυβώδες ανάβλυσμα υγρού
βουρβουλακισμάτων	=	βουρβουλάκισμα
βουρβουλακώ	verb	αναβλύζω θορυβωδώς, αναπηδώ
βουρβούλακας	=	βρικόλακας
βουρβόλακας	=	βρικόλακας
βουργράβε	=	βουργράβος
βουργράβο	=	βουργράβος
βουργράβοι	=	βουργράβος
βουργράβος	noun	μεσαιωνικό γερμανικό αξίωμα και τίτλος ευγενείας για άρχοντα ενός κάστρου, εκπρόσωπο του ηγεμόνα, με διοικητικές, δικαστικές και στρατιωτικές εξουσίες σε μια περιοχή που του δινόταν ως φέουδο
βουργράβου	=	βουργράβος
βουργράβους	=	βουργράβος
βουργράβων	=	βουργράβος
βουρδουλιά	noun	χτύπημα με το βούρδουλα
βουρδουλιάς	noun	γενική ενικού του βουρδουλιά
βουρδουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρδουλιά
βουρδουλιών	=	βουρδουλιά
βουρδουνάρι	noun	χοντρό σχοινί που χρησιμεύει στο δέσιμο των ζώων
βουρδουνάρια	=	βουρδουνάρι
βουρδουναρειά	=	βουρδουναρειό
βουρδουναρειού	=	βουρδουναρειό
βουρδουναρειό	noun|dated	άλλη μορφή του βορδοναριό
βουρδουναρειών	=	βουρδουναρειό
βουρδουναριού	=	βουρδουνάρι
βουρδουναριών	=	βουρδουνάρι
βουρδούλων	=	βούρδουλας
βουρκάρι	noun	άλλη μορφή του βούρκος
βουρκάρια	=	βουρκάρι
βουρκαριού	=	βουρκάρι
βουρκαριών	=	βουρκάρι
βουρκολάκων	=	βουρκόλακας
βουρκολακιάζω	verb|dated	βρικολακιάζω
βουρκονέρι	noun	άλλη μορφή του βουρκόνερο
βουρκονέρια	=	βουρκονέρι
βουρκοτόπι	noun	άλλη μορφή του βουρκότοπος
βουρκοτόπια	=	βουρκοτόπι
βουρκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούρκωμα
βουρκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρκωμένο
βουρκωμένε	verb	κλητική ενικού του βουρκωμένος
βουρκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρκωμένη
βουρκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουρκωμένος
βουρκωμένης	verb	γενική ενικού του βουρκωμένη
βουρκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουρκωμένος
βουρκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουρκωμένος
βουρκωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βουρκώνω
βουρκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουρκωμένος
βουρκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουρκωμένος
βουρκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουρκωμένος
βουρκόλακα	=	βουρκόλακας
βουρκόλακας	noun|dated	ο βρικόλακας
βουρκόλακες	=	βουρκόλακας
βουρκόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρκόνερο
βουρκόνερο	noun	το νερό του βούρκου
βουρκόνερου	noun	γενική ενικού του βουρκόνερο
βουρκόνερων	noun	γενική πληθυντικού του βουρκόνερο
βουρκότοπε	=	βουρκότοπος
βουρκότοπο	=	βουρκότοπος
βουρκότοποι	=	βουρκότοπος
βουρκότοπος	noun	περιοχή με βούρκους
βουρκότοπου	=	βουρκότοπος
βουρκότοπους	=	βουρκότοπος
βουρκότοπων	=	βουρκότοπος
βουρκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρκωμα
βουρκώματος	noun	γενική ενικού του βούρκωμα
βουρκώναμε	=	βουρκώνω
βουρκώναν	=	βουρκώνω
βουρκώνανε	=	βουρκώνω
βουρκώνατε	=	βουρκώνω
βουρκώνει	=	βουρκώνω
βουρκώνεις	=	βουρκώνω
βουρκώνετε	=	βουρκώνω
βουρκώνοντας	=	βουρκώνω
βουρκώνουμε	=	βουρκώνω
βουρκώνουν	=	βουρκώνω
βουρκώνουνε	=	βουρκώνω
βουρκώνω	verb|figurative	θλίβομαι και δακρύζω ή ετοιμάζομαι να κλάψω
βουρκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσαν	=	βουρκώνω
βουρκώσανε	=	βουρκώνω
βουρκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βουρλίζαμε	=	βουρλίζω
βουρλίζαν	=	βουρλίζω
βουρλίζανε	=	βουρλίζω
βουρλίζατε	=	βουρλίζω
βουρλίζει	=	βουρλίζω
βουρλίζεις	=	βουρλίζω
βουρλίζετε	=	βουρλίζω
βουρλίζοντας	=	βουρλίζω
βουρλίζουμε	=	βουρλίζω
βουρλίζουν	=	βουρλίζω
βουρλίζουνε	=	βουρλίζω
βουρλίζω	verb	τρελαίνω κάποιον, τον κάνω έξαλλο
βουρλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσαν	=	βουρλίζω
βουρλίσανε	=	βουρλίζω
βουρλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρλισμα
βουρλίσματος	noun	γενική ενικού του βούρλισμα
βουρλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βουρλισιά	noun	τρέλα
βουρλισιάς	=	βουρλισιά
βουρλισιές	=	βουρλισιά
βουρλισιών	=	βουρλισιά
βουρλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούρλισμα
βουρλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρλισμένο
βουρλισμένε	verb	κλητική ενικού του βουρλισμένος
βουρλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρλισμένη
βουρλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουρλισμένος
βουρλισμένης	verb	γενική ενικού του βουρλισμένη
βουρλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουρλισμένος
βουρλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουρλισμένος
βουρλισμένος	verb	που έχει βουρλιστεί, ταραγμένος ή έξαλλος
βουρλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουρλισμένος
βουρλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουρλισμένος
βουρλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουρλισμένος
βουρλών	noun	γενική πληθυντικού του βούρλα
βουρτσάκι	noun	υποκοριστικό του βούρτσα
βουρτσάκια	=	βουρτσάκι
βουρτσίζαμε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζαν	=	βουρτσίζω
βουρτσίζανε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζατε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζει	=	βουρτσίζω
βουρτσίζεις	=	βουρτσίζω
βουρτσίζεσαι	=	βουρτσίζω
βουρτσίζεστε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζεται	=	βουρτσίζω
βουρτσίζετε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίζομε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζονται	=	βουρτσίζω
βουρτσίζονταν	=	βουρτσίζω
βουρτσίζοντας	=	βουρτσίζω
βουρτσίζουμε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζουν	=	βουρτσίζω
βουρτσίζουνε	=	βουρτσίζω
βουρτσίζω	verb	καθαρίζω κάτι χρησιμοποιώντας μια βούρτσα
βουρτσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσαν	=	βουρτσίζω
βουρτσίσανε	=	βουρτσίζω
βουρτσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρτσισμα
βουρτσίσματος	noun	γενική ενικού του βούρτσισμα
βουρτσίσομε	=	βουρτσίζω
βουρτσίσου	=	βουρτσίζω
βουρτσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίσουνε	=	βουρτσίζω
βουρτσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βουρτσιά	noun	η κίνηση μιας βούρτσας, καθώς κάποιος βουρτσίζει
βουρτσιάς	noun	γενική ενικού του βουρτσιά
βουρτσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρτσιά
βουρτσιζόμασταν	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόμαστε	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόμουν	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόμουνα	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόντουσαν	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόσασταν	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόσαστε	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόσουν	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόσουνα	=	βουρτσίζω
βουρτσιζόταν	=	βουρτσίζω
βουρτσιζότανε	=	βουρτσίζω
βουρτσισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούρτσισμα
βουρτσισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρτσισμένο
βουρτσισμένε	verb	κλητική ενικού του βουρτσισμένος
βουρτσισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουρτσισμένη
βουρτσισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουρτσισμένος
βουρτσισμένης	verb	γενική ενικού του βουρτσισμένη
βουρτσισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουρτσισμένος
βουρτσισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουρτσισμένος
βουρτσισμένος	verb	που τον έχουν βουρτσίσει, τον έχουν γυαλίσει με βούρτσα
βουρτσισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουρτσισμένος
βουρτσισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουρτσισμένος
βουρτσισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουρτσισμένος
βουρτσιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστήκαν	=	βουρτσίζω
βουρτσιστήκανε	=	βουρτσίζω
βουρτσιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιστούνε	=	βουρτσίζω
βουρτσιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζομαι
βουρτσιών	=	βουρτσιά
βουρτσών	noun	γενική πληθυντικού του βούρτσα
βουστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουστάσιο
βουστάσιο	noun	εγκατάσταση για την εκτροφή βοοειδών
βουστάσιου	=	βουστάσιο
βουστάσιων	=	βουστάσιο
βουστασίου	=	βουστάσιο
βουστασίων	=	βουστάσιο
βουστροφηδόν	adv	που η φορά της γραφής αλλάζει σε κάθε σειρά
βουτά	=	βουτάω
βουτάγαμε	=	βουτάω
βουτάγανε	=	βουτάω
βουτάγατε	=	βουτάω
βουτάει	=	βουτάω
βουτάμε	=	βουτάω
βουτάν	=	βουτάω
βουτάνε	=	βουτάω
βουτάνια	=	βουτάνιο
βουτάνιο	noun	οργανική χημική ένωση άνθρακα και υδρογόνου (χημικός τύπος C₄H₁₀)
βουτάνιου	=	βουτάνιο
βουτάνιων	=	βουτάνιο
βουτάς	=	βουτάω
βουτάτε	=	βουτάω
βουτάω	verb|figurative	βάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω
βουτήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούτηγμα
βουτήγματος	noun	γενική ενικού του βούτηγμα
βουτήματα	noun	η κοινή ονομασία όλων των προϊόντων αρτοποιίας που χρησιμεύουν σαν συνοδευτικά του καφέ ή άλλου αφεψήματος και συνήθως καταναλώνονται αφού βουτηχτούν στο αφέψημα
βουτήματος	noun	γενική ενικού του βούτημα
βουτήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξαν	=	βουτάω
βουτήξανε	=	βουτάω
βουτήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξομε	=	βουτάω
βουτήξου	=	βουτάω
βουτήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξουνε	=	βουτάω
βουτήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βουτήχτε	=	βουτάω
βουτήχτηκα	=	βουτάω
βουτήχτηκαν	=	βουτάω
βουτήχτηκε	=	βουτάω
βουτήχτηκες	=	βουτάω
βουταδιένια	=	βουταδιένιο
βουταδιένιο	noun	ακόρεστος υδρογονάνθρακας (CH₂=CH-CH=CH₂)
βουταδιένιου	=	βουταδιένιο
βουταδιένιων	=	βουταδιένιο
βουτανάλη	noun	οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, οξυγόνο και υδρογόνο, με μοριακό τύπο C₄H₈O
βουτανίου	noun	γενική ενικού του βουτάνιο
βουτανίων	=	βουτάνιο
βουτανολών	=	βουτανόλη
βουτανονιτρίλια	=	βουτανονιτρίλιο
βουτανονιτρίλιο	noun	νιτρίλιο με σύντομο συντακτικό τύπο CH₃CH₂CH₂CN
βουτανονιτρίλιου	=	βουτανονιτρίλιο
βουτανονιτρίλιων	=	βουτανονιτρίλιο
βουτανονιτριλίου	=	βουτανονιτρίλιο
βουτανονιτριλίων	=	βουτανονιτρίλιο
βουτανόλες	=	βουτανόλη
βουτανόλη	noun	οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, οξυγόνο και υδρογόνο (C₄H₉OH)
βουτανόλης	=	βουτανόλη
βουτηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούτηγμα
βουτηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτηγμένο
βουτηγμένε	verb	κλητική ενικού του βουτηγμένος
βουτηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτηγμένη
βουτηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουτηγμένος
βουτηγμένης	verb	γενική ενικού του βουτηγμένη
βουτηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουτηγμένος
βουτηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουτηγμένος
βουτηγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βουτώ και βουτάω
βουτηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουτηγμένος
βουτηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουτηγμένος
βουτηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουτηγμένος
βουτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βούτημα
βουτηματάκι	noun	υποκοριστικό του βούτημα
βουτηματάκια	=	βουτηματάκι
βουτηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτηχτό	adv	με βουτηχτό τρόπο
βουτηχτάδες	=	βουτηχτής
βουτηχτάδων	=	βουτηχτής
βουτηχτάρα	noun	είδος υδρόβιων πουλιών της οικογένειας Πυγοποδίδες (Podicipedidae) της τάξης Πυγοποδόμορφα (Podicipediformes)
βουτηχτάρας	=	βουτηχτάρα
βουτηχτάρες	=	βουτηχτάρα
βουτηχτάρι	noun	υδρόβιο πτηνό που βουτά στο νερό για να πιάσει ψάρια
βουτηχτάρια	=	βουτηχτάρι
βουτηχτάρων	=	βουτηχτάρα
βουτηχτέ	adj	κλητική ενικού του βουτηχτός
βουτηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτηχτή
βουτηχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουτηχτός
βουτηχτήκαμε	=	βουτάω
βουτηχτήκαν	=	βουτάω
βουτηχτήκανε	=	βουτάω
βουτηχτήκατε	=	βουτάω
βουτηχτής	noun	αυτός που βουτάει	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βουτηχτή) του βουτηχτός
βουτηχταριού	=	βουτηχτάρι
βουτηχταριών	=	βουτηχτάρι
βουτηχτεί	=	βουτάω
βουτηχτείς	=	βουτάω
βουτηχτείτε	=	βουτάω
βουτηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουτηχτός
βουτηχτού	adj	γενική ενικού του βουτηχτός
βουτηχτούμε	=	βουτάω
βουτηχτούν	=	βουτάω
βουτηχτούνε	=	βουτάω
βουτηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουτηχτός
βουτηχτό	adj	αιτιατική ενικού του βουτηχτός
βουτηχτός	adj	που μπορεί να βουτηχτεί ή να βουτήξει
βουτηχτώ	=	βουτάω
βουτηχτών	adj	γενική πληθυντικού του βουτηχτός
βουτιά	noun	η είσοδος στο νερό (σε θάλασσα, λίμνη ή ποταμό)
βουτιάς	noun	γενική ενικού του βουτιά
βουτιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βουτάω / βουτώ
βουτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτιά
βουτιέσαι	=	βουτάω
βουτιέστε	=	βουτάω
βουτιέται	=	βουτάω
βουτιούνται	=	βουτάω
βουτιούνταν	=	βουτάω
βουτιόμασταν	=	βουτάω
βουτιόμαστε	=	βουτάω
βουτιόμουν	=	βουτάω
βουτιόμουνα	=	βουτάω
βουτιόνται	=	βουτάω
βουτιόνταν	=	βουτάω
βουτιόντανε	=	βουτάω
βουτιόντουσαν	=	βουτάω
βουτιόσασταν	=	βουτάω
βουτιόσαστε	=	βουτάω
βουτιόσουν	=	βουτάω
βουτιόσουνα	=	βουτάω
βουτιόταν	=	βουτάω
βουτιότανε	=	βουτάω
βουτιών	=	βουτιά
βουτομιού	=	βουτόμι
βουτομιών	=	βουτόμι
βουτοποιέ	=	βουτοποιός
βουτοποιοί	=	βουτοποιός
βουτοποιού	=	βουτοποιός
βουτοποιούς	=	βουτοποιός
βουτοποιό	=	βουτοποιός
βουτοποιός	noun|dated	γελαδάρης
βουτοποιών	=	βουτοποιός
βουτούμε	=	βουτάω
βουτούν	=	βουτάω
βουτούνε	=	βουτάω
βουτούσα	=	βουτάω
βουτούσαμε	=	βουτάω
βουτούσαν	=	βουτάω
βουτούσανε	=	βουτάω
βουτούσατε	=	βουτάω
βουτούσε	=	βουτάω
βουτούσες	=	βουτάω
βουτροφία	noun	η εκτροφή βοοειδών
βουτροφίας	noun	γενική ενικού του βουτροφία
βουτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτροφία
βουτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του βουτροφία
βουτρόφε	=	βουτρόφος
βουτρόφο	=	βουτρόφος
βουτρόφοι	=	βουτρόφος
βουτρόφος	noun	ο εκτροφέας βοοειδών
βουτρόφου	=	βουτρόφος
βουτρόφους	=	βουτρόφος
βουτρόφων	=	βουτρόφος
βουτσά	=	βουτσάς
βουτσάδες	=	βουτσάς
βουτσάδων	=	βουτσάς
βουτσάς	noun|vulgar	ο βαρελοποιός
βουτσέλα	noun	μικρό βαρέλι
βουτσέλας	=	βουτσέλα
βουτσέλες	=	βουτσέλα
βουτσέλων	=	βουτσέλα
βουτσί	noun|dated	το βαρέλι
βουτσιά	=	βουτσί
βουτσινά	=	βουτσινάς
βουτσινάδες	=	βουτσινάς
βουτσινάδων	=	βουτσινάς
βουτσινάς	noun|dated	βαρελάς, βαρελοποιός
βουτσιού	=	βουτσί
βουτσιών	=	βουτσί
βουτυλίου	=	βουτύλιο
βουτυλίων	=	βουτύλιο
βουτυρά	=	βουτυράς
βουτυράδες	=	βουτυράς
βουτυράδων	=	βουτυράς
βουτυράς	noun	που φτιάχνει βούτυρο
βουτυράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βουτηράτο) του βουτυράτος
βουτυράτε	adj	κλητική ενικού του βουτυράτος
βουτυράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυράτη
βουτυράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουτυράτος
βουτυράτης	adj	γενική ενικού του βουτυράτη
βουτυράτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βουτυράτος
βουτυράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουτυράτος
βουτυράτος	adj	που περιέχει βούτυρο
βουτυράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουτυράτος
βουτυράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουτυράτος
βουτυράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουτυράτος
βουτυρέλαια	=	βουτυρέλαιο
βουτυρέλαιο	noun	γαλακτοκομικό λίπος υψηλής καθαρότητας που προκύπτει από την απομάκρυνση του νερού και των στερεών του βουτύρου
βουτυρέλαιου	=	βουτυρέλαιο
βουτυρέλαιων	=	βουτυρέλαιο
βουτυρένια	=	βουτυρένιος
βουτυρένιας	=	βουτυρένιος
βουτυρένιε	=	βουτυρένιος
βουτυρένιες	=	βουτυρένιος
βουτυρένιο	=	βουτυρένιος
βουτυρένιοι	=	βουτυρένιος
βουτυρένιος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του βούτυρου
βουτυρένιου	=	βουτυρένιος
βουτυρένιους	=	βουτυρένιος
βουτυρένιων	=	βουτυρένιος
βουτυρίλα	noun	η (έντονη και ενίοτε ανυπόφορη οσμή ή γεύση του βούτυρου
βουτυρίλας	=	βουτυρίλα
βουτυρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρίλα
βουτυραλδεΰδη	=	βουτανάλη
βουτυρελαίου	=	βουτυρέλαιο
βουτυρελαίων	=	βουτυρέλαιο
βουτυριέρα	noun	σκεύος όπου βάζουμε το βούτυρο για σερβίρισμα
βουτυριέρας	noun	γενική ενικού του βουτυριέρα
βουτυριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυριέρα
βουτυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρικό
βουτυρικέ	adj	κλητική ενικού του βουτυρικός
βουτυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρική
βουτυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουτυρικός
βουτυρικής	adj	γενική ενικού του βουτυρική
βουτυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουτυρικός
βουτυρικού	adj	γενική ενικού του βουτυρικός
βουτυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βουτυρικός
βουτυρικό	adj	αιτιατική ενικού του βουτυρικός
βουτυρικός	adj	σχετικός με το βούτυρο
βουτυρικών	adj	γενική πληθυντικού του βουτυρικός
βουτυρογάλακτος	=	βουτυρόγαλα
βουτυρογάλατα	=	βουτυρόγαλα
βουτυρογάλατος	=	βουτυρόγαλα
βουτυρογαλάτων	=	βουτυρόγαλα
βουτυροκομία	noun	η παρασκευή του βουτύρου
βουτυροκομίας	noun	γενική ενικού του βουτυροκομία
βουτυροκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυροκομία
βουτυροκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυροκομείο
βουτυροκομείο	noun	το μέρος όπου παρασκευάζεται το βούτυρο
βουτυροκομείου	noun	γενική ενικού του βουτυροκομείο
βουτυροκομείων	noun	γενική πληθυντικού του βουτυροκομείο
βουτυροκομιών	noun	γενική πληθυντικού του βουτυροκομία
βουτυροκόμε	noun	κλητική ενικού του βουτυροκόμος
βουτυροκόμο	noun	αιτιατική ενικού του βουτυροκόμος
βουτυροκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουτυροκόμος
βουτυροκόμος	noun	ο παρασκευαστής του βουτύρου
βουτυροκόμου	noun	γενική ενικού του βουτυροκόμος
βουτυροκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βουτυροκόμος
βουτυροκόμων	noun	γενική πληθυντικού του βουτυροκόμος
βουτυρομπεμπέ	=	βουτυρομπεμπές
βουτυρομπεμπέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρομπεμπές
βουτυρομπεμπέδων	=	βουτυρομπεμπές
βουτυρομπεμπές	noun	το βουτυρόπαιδο
βουτυροποιέ	=	βουτυροποιός
βουτυροποιία	noun	η βουτυροκομία
βουτυροποιίας	=	βουτυροποιία
βουτυροποιίες	=	βουτυροποιία
βουτυροποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυροποιείο
βουτυροποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής βουτύρου
βουτυροποιείου	noun	γενική ενικού του βουτυροποιείο
βουτυροποιείων	noun	γενική πληθυντικού του βουτυροποιείο
βουτυροποιιών	=	βουτυροποιία
βουτυροποιοί	=	βουτυροποιός
βουτυροποιού	=	βουτυροποιός
βουτυροποιούς	=	βουτυροποιός
βουτυροποιό	=	βουτυροποιός
βουτυροποιός	noun	βουτυροκόμος
βουτυροποιών	=	βουτυροποιός
βουτυροπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυροπωλείο
βουτυροπωλείο	noun	το κατάστημα όπου πωλείται βούτυρο
βουτυροπωλείου	noun	γενική ενικού του βουτυροπωλείο
βουτυροπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του βουτυροπωλείο
βουτυροπωλών	=	βουτυροπώλης
βουτυροπώλες	=	βουτυροπώλης
βουτυροπώλη	=	βουτυροπώλης
βουτυροπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει βούτυρο
βουτυρωδών	=	βουτυρώδης
βουτυρωθήκαμε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωθήκαν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωθήκανε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωθήκατε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωθεί	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωθείς	=	βουτυρώνω
βουτυρωθείτε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωθούμε	=	βουτυρώνω
βουτυρωθούν	=	βουτυρώνω
βουτυρωθούνε	=	βουτυρώνω
βουτυρωθώ	=	βουτυρώνω
βουτυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρωμένο
βουτυρωμένε	verb	κλητική ενικού του βουτυρωμένος
βουτυρωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρωμένη
βουτυρωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βουτυρωμένος
βουτυρωμένης	verb	γενική ενικού του βουτυρωμένη
βουτυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βουτυρωμένος
βουτυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βουτυρωμένος
βουτυρωμένος	verb	αλειμμένος με βούτυρο
βουτυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βουτυρωμένος
βουτυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βουτυρωμένος
βουτυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουτυρωμένος
βουτυρωνόμασταν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόμαστε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόμουν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόμουνα	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόντουσαν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόσασταν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόσαστε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόσουν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόσουνα	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνόταν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρωνότανε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρόγαλα	noun	το υγρό που μένει μετά από τη διαδικασία παραγωγής βουτύρου από γάλα πλήρες σε λιπαρά
βουτυρόγαλο	=	βουτυρόγαλα
βουτυρόγαλου	noun	γενική ενικού του βουτυρόγαλο
βουτυρόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του βουτυρόγαλο
βουτυρόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βουτυρόπαιδο
βουτυρόπαιδο	noun	υπερβολικά καλομαθημένο αγόρι σε πολλή περιποίηση
βουτυρόπαιδου	noun	γενική ενικού του βουτυρόπαιδο
βουτυρόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του βουτυρόπαιδο
βουτυρώδεις	=	βουτυρώδης
βουτυρώδες	=	βουτυρώδης
βουτυρώδη	=	βουτυρώδης
βουτυρώδης	adj	που μοιάζει με βούτυρο
βουτυρώδους	=	βουτυρώδης
βουτυρώθηκα	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώθηκαν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώθηκε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώθηκες	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώναμε	=	βουτυρώνω
βουτυρώναν	=	βουτυρώνω
βουτυρώνανε	=	βουτυρώνω
βουτυρώνατε	=	βουτυρώνω
βουτυρώνει	=	βουτυρώνω
βουτυρώνεις	=	βουτυρώνω
βουτυρώνεσαι	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώνεστε	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώνεται	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώνετε	=	βουτυρώνω
βουτυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώνομε	=	βουτυρώνω
βουτυρώνονται	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώνονταν	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώνοντας	=	βουτυρώνω
βουτυρώνου	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώνουμε	=	βουτυρώνω
βουτυρώνουν	=	βουτυρώνω
βουτυρώνουνε	=	βουτυρώνω
βουτυρώνω	verb	αλείφω με βούτυρο
βουτυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσαν	=	βουτυρώνω
βουτυρώσανε	=	βουτυρώνω
βουτυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσομε	=	βουτυρώνω
βουτυρώσου	=	βουτυρώνομαι
βουτυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσουνε	=	βουτυρώνω
βουτυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτόμι	noun	κοινή ονομασία για το φυτό Σκίρπος ο λιμναίος, Scirpus lacustris
βουτόμια	=	βουτόμι
βουτύλια	=	βουτύλιο
βουτύλιο	noun	χημική ρίζα με τέσσερα άτομα άνθρακα, προερχόμενη από το βουτάνιο, ή συνθετικό πολυμερές που χρησιμοποιείται για ανθεκτικά ελαστικά και μονωτικά υλικά
βουτύλιου	=	βουτύλιο
βουτύλιων	=	βουτύλιο
βουτύρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούτυρο, αντί του βούτυρα στην κοινή νεοελληνική
βουτύρου	noun	γενική ενικού του βούτυρο
βουτύρων	=	βούτυρο
βουτύρωνα	=	βουτυρώνω
βουτύρωναν	=	βουτυρώνω
βουτύρωνε	=	βουτυρώνω
βουτύρωνες	=	βουτυρώνω
βουτύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτυρώνω
βουτώ	verb	λιγότερο συνηθισμένη μορφή του βουτάω
βουτώντας	=	βουτάω
βουτώς	=	βουτώ
βουχάρα	=	μπουχάρα
βουών	=	βουή
βοχών	=	βόχα
βοωδών	=	βοώδης
βοϊβοδίνα	noun	η σύζυγος του βοϊβόδα
βοϊβοδίνας	=	βοϊβοδίνα
βοϊβοδίνες	=	βοϊβοδίνα
βοϊβοδίνων	=	βοϊβοδίνα
βοϊβόδα	=	βοϊβόδας
βοϊβόδας	noun	άλλη μορφή του βοεβόδας
βοϊβόδες	=	βοϊβόδας
βοϊβόδων	=	βοϊβόδας
βοϊδάμαξα	noun	άμαξα που τη σέρνουν βόδια
βοϊδάμαξας	noun	γενική ενικού του βοϊδάμαξα
βοϊδάμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοϊδάμαξα
βοϊδίσιος	adj	που ανήκει ή προέρχεται από ή χαρακτηρίζει ένα βόδι
βοϊδαμαξών	noun	γενική πληθυντικού του βοϊδάμαξα
βοϊδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοϊδινό
βοϊδινέ	adj	κλητική ενικού του βοϊδινός
βοϊδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοϊδινή
βοϊδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοϊδινός
βοϊδινής	adj	γενική ενικού του βοϊδινή
βοϊδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοϊδινός
βοϊδινού	adj	γενική ενικού του βοϊδινός
βοϊδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βοϊδινός
βοϊδινό	adj	αιτιατική ενικού του βοϊδινός
βοϊδινός	adj	βοδινός
βοϊδινών	adj	γενική πληθυντικού του βοϊδινός
βοϊδολάτες	=	βοϊδολάτης
βοϊδολάτη	=	βοϊδολάτης
βοϊδολάτης	noun	ο βοσκός βοδιών
βοϊδολατών	=	βοϊδολάτης
βοϊδομάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοϊδομάτης, που έχει μεγάλα μάτια
βοϊδομάτας	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτες	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτη	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτηδες	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτηδων	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτης	adj	που έχει μεγάλα μάτια, όπως ένα βόδι
βοϊδομάτικα	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτικο	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτικου	=	βοϊδομάτης
βοϊδομάτικων	=	βοϊδομάτης
βοϊδοπουτσών	noun	γενική πληθυντικού του βοϊδόπουτσα
βοϊδοσβουνιά	noun	τα κόπρανα του βοδιού
βοϊδοσβουνιάς	=	βοϊδοσβουνιά
βοϊδοσβουνιές	=	βοϊδοσβουνιά
βοϊδοσβουνιών	=	βοϊδοσβουνιά
βοϊδοσχολές	=	βοϊδοσχολή
βοϊδοσχολή	noun	μειωτικός χαρακτηρισμός για σχολή ή εκπαιδευτικό ίδρυμα που θεωρείται κατώτερο, με χαμηλή ποιότητα διδασκαλίας και περιορισμένο κύρος
βοϊδοσχολής	=	βοϊδοσχολή
βοϊδοσχολών	=	βοϊδοσχολή
βοϊδοτόμαρα	=	βοϊδοτόμαρο
βοϊδοτόμαρο	noun	τομάρι βοδιού
βοϊδοτόμαρου	=	βοϊδοτόμαρο
βοϊδοτόμαρων	=	βοϊδοτόμαρο
βοϊδόμυγα	noun	χοντρή μύγα της οποίας το θηλυκό τρέφεται από το αίμα των ζώων
βοϊδόμυγας	=	βοϊδόμυγα
βοϊδόμυγες	=	βοϊδόμυγα
βοϊδόμυγων	=	βοϊδόμυγα
βοϊδόνευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοϊδόνευρο
βοϊδόνευρο	noun	άλλη μορφή του βούνευρο
βοϊδόνευρου	noun	γενική ενικού του βοϊδόνευρο
βοϊδόνευρων	noun	γενική πληθυντικού του βοϊδόνευρο
βοϊδόπουτσα	noun|vulgar	μαστίγιο από τεντωμένο, συνεστραμμένο και ξεραμένο μόριο βοδιού
βοϊδόπουτσας	noun	γενική ενικού του βοϊδόπουτσα
βοϊδόπουτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοϊδόπουτσα
βούα	noun	οριζόντιος ιστός του αργαλειού· (κατ’ επέκταση) αργαλειός
βούβα	noun	μερίδιο^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
βούβαινα	=	βουβαίνω
βούβαιναν	=	βουβαίνω
βούβαινε	=	βουβαίνω
βούβαινες	=	βουβαίνω
βούβαλε	=	βούβαλος
βούβαλο	=	βούβαλος
βούβαλοι	=	βούβαλος
βούβαλος	noun	άλλη μορφή του βουβάλι
βούβαλου	=	βούβαλος
βούβαλους	=	βούβαλος
βούβαλων	=	βούβαλος
βούβανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βούβαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βούβανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βούβανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουβαίνω
βούβας	noun	γενική ενικού του βούβα
βούβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούβα
βούβιαζα	=	βουβιάζω
βούβιαζαν	=	βουβιάζω
βούβιαζε	=	βουβιάζω
βούβιαζες	=	βουβιάζω
βούβιασα	=	βουβιάζω
βούβιασαν	=	βουβιάζω
βούβιασε	=	βουβιάζω
βούβιασες	=	βουβιάζω
βούβιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βουβιάζω
βούδι	noun	το βόδι
βούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούδι
βούζα	noun	κοιλιά
βούζας	noun	γενική ενικού του βούζα
βούζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούζα
βούζια	noun	ποώδες πολυετές φυτό (Ακτέα η Ήβουλη–Sambucus ebulus), γνωστότερο στην κοινή ελληνική ως αγριοκουφοξυλιά, αφροξυλιά ή βρομοξυλιά
βούθουλα	=	βούθουλας
βούθουλας	noun	λάκκος με νερό, βόθρος
βούθουλες	=	βούθουλας
βούιζα	=	βουίζω
βούιζαν	=	βουίζω
βούιζε	=	βουίζω
βούιζες	=	βουίζω
βούιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βούιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βούιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βούιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουίζω
βούισα	=	βουίζω
βούισαν	=	βουίζω
βούισε	=	βουίζω
βούισες	=	βουίζω
βούισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουίζω
βούκα	noun|vulgar	η μπουκιά
βούκας	noun	γενική ενικού του βούκα
βούκερε	noun	κλητική ενικού του βούκερος
βούκερο	noun	αιτιατική ενικού του βούκερος
βούκεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βούκερος
βούκερος	noun	πουλί που ανήκει στο γένος Βούκερος (Buceros) της οικογένειας των Βουκερόμορφων (Bucerotidae), τα οποία έχουν χαρακτηριστικά μεγάλο ράμφος και ζουν συνήθως σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα
βούκερου	=	βούκερος
βούκερους	=	βούκερος
βούκερων	=	βούκερος
βούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούκα
βούκινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούκινο
βούκινο	noun|dated	χάλκινη (ή από άλλο υλικό) σάλπιγγα, την οποία αρχικά χρησιμοποιούσαν κατά τους Βυζαντινούς χρόνους σαν κάλεσμα στη μάχη, αλλά και για να δίνονται διαταγές κατά την διάρκεια της μάχης, αφού ο θόρυβος ήταν απαγορευτικός για τη χρήση άλλου μέσου.
βούκινου	noun	γενική ενικού του βούκινο
βούκινων	noun	γενική πληθυντικού του βούκινο
βούκρανα	=	βούκρανο
βούκρανο	noun	άλλη μορφή του βουκράνιο
βούκρανου	=	βούκρανο
βούκρανων	=	βούκρανο
βούλα	noun	η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει
βούλας	noun	γενική ενικού του βούλα
βούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούλα
βούλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βούλομαι
βούλευμα	noun	η απόφαση, η γνωμοδότηση
βούληση	noun	η επιθυμία προς επιδίωξη κάποιου σκοπού
βούλησης	noun	γενική ενικού του βούληση
βούλιαγμα	noun	το αποτέλεσμα του βουλιάζω
βούλιαζα	=	βουλιάζω
βούλιαζαν	=	βουλιάζω
βούλιαζε	=	βουλιάζω
βούλιαζες	=	βουλιάζω
βούλιαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βούλιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βούλιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βούλιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλιάζω
βούλιασμα	noun	άλλη μορφή του βούλιαγμα
βούλιζα	=	βουλίζω
βούλιζαν	=	βουλίζω
βούλιζε	=	βουλίζω
βούλιζες	=	βουλίζω
βούλισα	=	βουλίζω
βούλισαν	=	βουλίζω
βούλισε	=	βουλίζω
βούλισες	=	βουλίζω
βούλλα	noun	άλλη γραφή του βούλα κατά το μεσαιωνικό βούλλα
βούλλας	noun	γενική ενικού του βούλλα
βούλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούλλα
βούλομαι	verb	επιθυμώ, θέλω
βούλωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουλώνω
βούλωνα	=	βουλώνω
βούλωναν	=	βουλώνω
βούλωνε	=	βουλώνω
βούλωνες	=	βουλώνω
βούλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βούλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βούλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βούλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουλώνω
βούνευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούνευρο
βούνευρο	noun	μαστίγιο από τεντωμένο, συνεστραμμένο και ξεραμένο μόριο βοδιού ή από τον αυχενικό του τένοντα
βούνευρου	noun	γενική ενικού του βούνευρο
βούνευρων	noun	γενική πληθυντικού του βούνευρο
βούπα	=	γόπα
βούρα	noun	χούφτα, παλάμη, δράκα
βούρδουλα	=	βούρδουλας
βούρδουλας	noun	το μαστίγιο
βούρδουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρδουλας
βούρκε	noun	κλητική ενικού του βούρκος
βούρκο	noun	αιτιατική ενικού του βούρκος
βούρκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βούρκος
βούρκος	noun	νερά που είναι στάσιμα, βρόμικα και δύσοσμα
βούρκου	noun	γενική ενικού του βούρκος
βούρκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βούρκος
βούρκωμα	noun	το αποτέλεσμα του βουρκώνω
βούρκων	noun	γενική πληθυντικού του βούρκος
βούρκωνα	=	βουρκώνω
βούρκωναν	=	βουρκώνω
βούρκωνε	=	βουρκώνω
βούρκωνες	=	βουρκώνω
βούρκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βούρκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βούρκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βούρκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρκώνω
βούρλα	noun	η μανία, η τρέλα
βούρλας	noun	γενική ενικού του βούρλα
βούρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρλα
βούρλιζα	=	βουρλίζω
βούρλιζαν	=	βουρλίζω
βούρλιζε	=	βουρλίζω
βούρλιζες	=	βουρλίζω
βούρλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βούρλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βούρλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βούρλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρλίζω
βούρλισμα	noun	το αποτέλεσμα του βουρλίζω
βούρλο	noun	ποώδες αειθαλές υδρόφιλο φυτό του γένους Juncus, με κυλινδρικό βλαστό και φύλλα μακρόστενα και συνήθως κυλινδρικά επίσης· τα άνθη του είναι μικρά, και από τα φύλλα του φτιάχνονται καλάθια
βούρλου	noun	γενική ενικού του βούρλο
βούρλων	noun	γενική πληθυντικού του βούρλο
βούρνα	noun	η γούρνα του νεροχύτη
βούρνας	noun	γενική ενικού του βούρνα
βούρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρνα
βούρτσα	noun	εργαλείο με σκληρές φυσικές ή συνθετικές ή συρμάτινες τρίχες, που χρησιμοποιείται για καθαρισμό, βάψιμο, χτένισμα ή γυάλισμα
βούρτσας	noun	γενική ενικού του βούρτσα
βούρτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούρτσα
βούρτσιζα	=	βουρτσίζω
βούρτσιζαν	=	βουρτσίζω
βούρτσιζε	=	βουρτσίζω
βούρτσιζες	=	βουρτσίζω
βούρτσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βούρτσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βούρτσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βούρτσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουρτσίζω
βούρτσισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουρτσίζω
βούτα	verb	β' ενικό προστακτικής του ρήματος βουτώ	noun|vulgar	η αρπαγή, η κλεψιά
βούταγα	=	βουτάω
βούταγαν	=	βουτάω
βούταγε	=	βουτάω
βούταγες	=	βουτάω
βούτας	=	βούτα
βούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούτα
βούτηγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βουτώ
βούτημα	noun	γλύκισμα ή άλλο παρασκεύασμα που τρώγεται μαζί με καφέ, τσάι, κ.ά. - συνήθως βουτώντας το μέσα στο φλιτζάνι (π.χ. κουλουράκι, κριτσίνι, κ.ά.)
βούτηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βούτηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βούτηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βούτηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βουτώ
βούτομα	noun	κοινή ονομασία για το φυτό Σκίρπος ο λιμναίος, Scirpus lacustris
βούτομο	noun	κοινή ονομασία για το φυτό Σκίρπος ο λιμναίος, Scirpus lacustris
βούτομου	=	βούτομο
βούτομων	=	βούτομο
βούτυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βούτυρο
βούτυρο	noun	λιπαρό τρόφιμο με υπόλευκο ή κίτρινο χρώμα που γίνεται από το γάλα ή ορισμένα φυτά κι έχει μαγειρική ζαχαροπλαστική χρήση
βούτυρου	noun	γενική ενικού του βούτυρο
βούτυρων	=	βούτυρο
βούφε	=	βούφος
βούφο	=	βούφος
βούφοι	=	βούφος
βούφος	noun|dated	άλλη μορφή του μπούφος
βούφου	=	βούφος
βούφους	=	βούφος
βούφων	=	βούφος
βοώ	verb	κραυγάζω, φωνάζω δυνατά
βοώδεις	=	βοώδης
βοώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βοώδης
βοώδη	=	βοώδης
βοώδης	adj	που μοιάζει με βόδι ή έχει κάποια από τα χαρακτηριστικά του, π.χ. δύναμη
βοώδους	=	βοώδης
βοών	=	βόας
βοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βοώ
βράβευα	=	βραβεύω
βράβευαν	=	βραβεύω
βράβευε	=	βραβεύω
βράβευες	=	βραβεύω
βράβευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βράβευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βράβευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βράβευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βράβευση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του βραβεύω· η απονομή ενός βραβείου
βράβευσης	noun	γενική ενικού του βράβευση
βράγχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράγχιο
βράγχιο	noun	ένα από τα όργανα με τα οποία αναπνέουν τα ψάρια και τα αμφίβια ζώα
βράγχιου	=	βράγχιο
βράγχιων	=	βράγχιο
βράδι	=	βράδυ
βράδια	=	βράδυ
βράδιαζα	=	βραδιάζω
βράδιαζαν	=	βραδιάζω
βράδιαζε	=	βραδιάζει
βράδιαζες	=	βραδιάζω
βράδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βράδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βράδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βράδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βράδιασμα	noun	το να βραδιάζει, να πλησιάζει το βράδυ, η νύχτα
βράδισα	=	βραδιάζω
βράδυ	noun	το μέρος του εικοσιτετραώρου που αρχίζει μετά τη δύση του ήλιου, διαρκεί μερικές ώρες και το διαδέχεται η νύχτα
βράδυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραδύνω
βράδυνσης	noun	γενική ενικού του βράδυνση
βράδυνσις	noun	η βράδυνση
βράζαμε	=	βράζω
βράζαν	=	βράζω
βράζανε	=	βράζω
βράζατε	=	βράζω
βράζε	=	βράζω
βράζει	=	βράζω
βράζεις	=	βράζω
βράζεσαι	=	βράζω
βράζεστε	=	βράζω
βράζεται	=	βράζω
βράζετε	=	βράζω
βράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βράζω
βράζομε	=	βράζω
βράζονται	=	βράζω
βράζονταν	=	βράζω
βράζοντας	=	βράζω
βράζουμε	=	βράζω
βράζουν	=	βράζω
βράζουνε	=	βράζω
βράζω	verb	για υγρό του οποίου η θερμοκρασία έχει ανέλθει στο σημείο βρασμού, κοχλάζει και μεγάλο μέρος της μάζας του μετατρέπεται σε αέριο
βράκα	noun	είδος παντελονιού που φτάνει μέχρι τα γόνατα και σχηματίζει πολύ φαρδιές πτυχώσεις
βράκας	noun	γενική ενικού του βράκα
βράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράκα
βράκτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράκτιο
βράκτιο	noun	τροποποιημένο φύλλο, συνήθως μικρό και μερικές φορές χρωματιστό, που βρίσκεται στη βάση άνθους, ανθικού ποδίσκου ή ταξιανθίας και συχνά λειτουργεί προστατευτικά ή υποστηρικτικά
βράκτιου	noun	γενική ενικού του βράκτιο
βράκτιων	noun	γενική πληθυντικού του βράκτιο
βράνες	=	βράνη
βράνη	noun	υποθετικό αντικείμενο που ταλαντώνεται σύμφωνα με τη θεωρία υπερχορδών
βράνης	=	βράνη
βράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράσαν	=	βράζω
βράσανε	=	βράζω
βράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράσε	=	βράζω
βράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βράζω
βράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράση
βράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράσεων	noun	γενική πληθυντικού του βράση
βράσεως	noun|formal	γενική ενικού του βράσις
βράση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βράζω
βράσης	noun	γενική ενικού του βράση
βράσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βράζω
βράσκες	=	βράσκη
βράσκη	noun	η κράμβη
βράσκης	=	βράσκη
βράσομε	=	βράζω
βράσου	=	βράζω
βράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράσουνε	=	βράζω
βράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράστηκα	=	βράζω
βράστηκαν	=	βράζω
βράστηκε	=	βράζω
βράστηκες	=	βράζω
βράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βράζω
βράχε	noun	κλητική ενικού του βράχος
βράχηκα	=	βρέχω
βράχηκαν	=	βρέχω
βράχηκε	=	βρέχω
βράχηκες	=	βρέχω
βράχια	noun	μεγάλες πέτρες στην θάλασσα
βράχιου	noun	γενική ενικού του βράχιο
βράχιων	noun	γενική πληθυντικού του βράχιο
βράχμα	noun	θεός της ινδουιστικής θρησκείας
βράχμαν	noun	η απρόσωπη και απόλυτη αρχή που θεμελιώνει και διαπερνά όλη την ύπαρξη
βράχνα	noun	η βραχνάδα
βράχνας	=	βράχνα
βράχνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράχνα
βράχνιαζα	=	βραχνιάζω
βράχνιασα	=	βραχνιάζω
βράχνιασμα	noun	το αποτέλεσμα του βραχνιάζω
βράχο	noun	αιτιατική ενικού του βράχος
βράχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βράχος
βράχος	noun	μεγάλος όγκος από πέτρα
βράχου	noun	γενική ενικού του βράχος
βράχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βράχος
βράχυνα	=	βραχύνω
βράχυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραχύνω
βράχυνσης	noun	γενική ενικού του βράχυνση
βράχων	noun	γενική πληθυντικού του βράχος
βρέβια	=	βρέβιο
βρέβιο	noun	επίσημο έγγραφο ή κώδικας μονής ή ναού που αναγράφει ονόματα (κτιτόρων, αφιερωτών, δωρητών κ.λπ.), προκειμένου να μνημονεύονται κατά την προσκομιδή ή σε άλλες περιπτώσεις
βρέβιου	=	βρέβιο
βρέβιων	=	βρέβιο
βρέγμα	noun	το μέρος ενός κρανίου πάνω από το μέτωπο, το ψηλότερο σημείο του κρανίου, όταν το κεφάλι βρίσκεται σε ανατομική θέση
βρέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρέγμα
βρέγματος	noun	γενική ενικού του βρέγμα
βρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρέθηκαν	=	βρίσκω
βρέθηκε	=	βρίσκω
βρέθηκες	=	βρίσκω
βρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξαν	=	βρέχω
βρέξανε	=	βρέχω
βρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξε	=	βρέχω
βρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βρέχω
βρέξιμος	adj|formal	που έχει την ιδιότητα να απορροφά ή να καλύπτεται από νερό χωρίς να το απωθεί
βρέξομε	=	βρέχω
βρέξου	=	βρέχω
βρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξουνε	=	βρέχω
βρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχω
βρέσιμο	noun|vulgar	η (τυχαία) εύρεση, η ανεύρεση
βρέσου	=	ευρίσκομαι
βρέστε	=	βρίσκω
βρέτα	=	βρέτο
βρέτο	noun	άλλη μορφή του βρετό
βρέτου	=	βρέτο
βρέτων	=	βρέτο
βρέφη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρέφος
βρέφος	noun	το πολύ μικρό παιδί στους πρώτους μήνες της ζωής του
βρέφους	=	βρέφος
βρέχαμε	=	βρέχω
βρέχαν	=	βρέχω
βρέχανε	=	βρέχω
βρέχατε	=	βρέχω
βρέχε	=	βρέχω
βρέχει	verb	για τη βροχόπτωση, το φυσικό φαινόμενο της βροχής, ρίχνει βροχή, πέφτει βροχή
βρέχεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βρέχω
βρέχεσαι	=	βρέχω
βρέχεστε	=	βρέχω
βρέχεται	=	βρέχω
βρέχετε	=	βρέχω
βρέχομαι	verb	μέση και παθητική μορφή του: βρέχω
βρέχομε	=	βρέχω
βρέχονται	=	βρέχω
βρέχονταν	=	βρέχω
βρέχοντας	=	βρέχω
βρέχουμε	=	βρέχω
βρέχουν	=	βρέχω
βρέχουνε	=	βρέχω
βρέχω	verb	υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
βρήκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρήκαν	=	βρίσκω
βρήκανε	=	βρίσκω
βρήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρήκε	=	βρίσκω
βρήκες	=	βρίσκω
βρίζα	noun	η σίκαλη
βρίζαμε	=	βρίζω
βρίζαν	=	βρίζω
βρίζανε	=	βρίζω
βρίζας	noun	γενική ενικού του βρίζα
βρίζατε	=	βρίζω
βρίζε	=	βρίζω
βρίζει	=	βρίζω
βρίζεις	=	βρίζω
βρίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρίζα
βρίζεσαι	=	βρίζω
βρίζεστε	=	βρίζω
βρίζεται	=	βρίζω
βρίζετε	=	βρίζω
βρίζομαι	verb	για δύο ή περισσότερους ανθρώπους που βρίζει ο ένας τον άλλον
βρίζομε	=	βρίζω
βρίζονται	=	βρίζω
βρίζονταν	=	βρίζω
βρίζοντας	=	βρίζω
βρίζου	=	βρίζω
βρίζουμε	=	βρίζω
βρίζουν	=	βρίζω
βρίζουνε	=	βρίζω
βρίζω	verb	εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία
βρίθει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βρίθω
βρίθεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βρίθω
βρίθω	verb|archaic	είμαι γεμάτος
βρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσαν	=	βρίζω
βρίσανε	=	βρίζω
βρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσε	=	βρίζω
βρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βρίζω
βρίσκαμε	=	βρίσκω
βρίσκαν	=	βρίσκω
βρίσκανε	=	βρίσκω
βρίσκατε	=	βρίσκω
βρίσκε	=	βρίσκω
βρίσκει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βρίσκω
βρίσκεις	=	βρίσκω
βρίσκεσαι	=	βρίσκω
βρίσκεστε	=	βρίσκω
βρίσκεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βρίσκομαι
βρίσκετε	=	βρίσκω
βρίσκομαι	verb	είμαι σε έναν συγκεκριμένο τόπο
βρίσκομε	=	βρίσκω
βρίσκονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του βρίσκομαι
βρίσκονταν	=	βρίσκω
βρίσκοντας	=	βρίσκω
βρίσκου	=	βρίσκω
βρίσκουμε	=	βρίσκω
βρίσκουν	=	βρίσκω
βρίσκουνε	=	βρίσκω
βρίσκω	verb	τελειώνω επιτυχώς μία αναζήτηση
βρίσομε	=	βρίζω
βρίσου	=	βρίζω
βρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίσουνε	=	βρίζω
βρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βρίστηκα	=	βρίζω
βρίστηκαν	=	βρίζω
βρίστηκε	=	βρίζω
βρίστηκες	=	βρίζω
βρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζω
βραβεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραβείο
βραβείο	noun	τιμητική υλική ή ηθική ανταμοιβή
βραβείου	noun	γενική ενικού του βραβείο
βραβείων	noun	γενική πληθυντικού του βραβείο
βραβευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραβευμένο
βραβευμένε	verb	κλητική ενικού του βραβευμένος
βραβευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραβευμένη
βραβευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραβευμένος
βραβευμένης	verb	γενική ενικού του βραβευμένη
βραβευμένο	verb	αιτιατική ενικού του βραβευμένος
βραβευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραβευμένος
βραβευμένος	verb	που έχει πάρει βραβείο
βραβευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραβευμένος
βραβευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βραβευμένος
βραβευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραβευμένος
βραβευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτήκαν	=	βραβεύω
βραβευτήκανε	=	βραβεύω
βραβευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευτούνε	=	βραβεύω
βραβευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβευόμασταν	=	βραβεύω
βραβευόμαστε	=	βραβεύω
βραβευόμενος	=	βραβεύομαι
βραβευόμουν	=	βραβεύω
βραβευόμουνα	=	βραβεύω
βραβευόντουσαν	=	βραβεύω
βραβευόσασταν	=	βραβεύω
βραβευόσαστε	=	βραβεύω
βραβευόσουν	=	βραβεύω
βραβευόσουνα	=	βραβεύω
βραβευόταν	=	βραβεύω
βραβευότανε	=	βραβεύω
βραβεύαμε	=	βραβεύω
βραβεύαν	=	βραβεύω
βραβεύανε	=	βραβεύω
βραβεύατε	=	βραβεύω
βραβεύει	=	βραβεύω
βραβεύεις	=	βραβεύω
βραβεύεσαι	=	βραβεύω
βραβεύεστε	=	βραβεύω
βραβεύεται	=	βραβεύω
βραβεύετε	=	βραβεύω
βραβεύθηκα	=	βραβεύομαι
βραβεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βραβεύω· τιμώμαι με βραβείο
βραβεύομε	=	βραβεύω
βραβεύονται	=	βραβεύω
βραβεύονταν	=	βραβεύω
βραβεύοντας	=	βραβεύω
βραβεύουμε	=	βραβεύω
βραβεύουν	=	βραβεύω
βραβεύουνε	=	βραβεύω
βραβεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσαν	=	βραβεύω
βραβεύσανε	=	βραβεύω
βραβεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράβευση
βραβεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του βράβευση
βραβεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του βράβευση
βραβεύσιμα	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμε	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμες	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμη	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμης	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμο	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμοι	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμος	adj	αυτός που αξίζει τη βράβευση
βραβεύσιμου	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμους	=	βραβεύσιμος
βραβεύσιμων	=	βραβεύσιμος
βραβεύσομε	=	βραβεύω
βραβεύσου	=	βραβεύω
βραβεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσουνε	=	βραβεύω
βραβεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραβεύω
βραβεύτε	=	βραβεύω
βραβεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραβεύομαι
βραβεύω	verb	απονέμω ένα βραβείο
βραγιά	noun	ξεχωριστό τμήμα κήπου φυτεμένο με λουλούδια ή καλλιεργημένο με λαχανικά (ίδιου τύπου ή ποικιλίας συνήθως και σε σειρές)
βραγιάς	=	βραγιά
βραγιές	=	βραγιά
βραγιών	=	βραγιά
βραγχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραγχιακό
βραγχιακέ	adj	κλητική ενικού του βραγχιακός
βραγχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραγχιακή
βραγχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραγχιακός
βραγχιακής	adj	γενική ενικού του βραγχιακή
βραγχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραγχιακός
βραγχιακού	adj	γενική ενικού του βραγχιακός
βραγχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραγχιακός
βραγχιακό	adj	αιτιατική ενικού του βραγχιακός
βραγχιακός	adj	σχετικός με τα βράγχια
βραγχιακών	adj	γενική πληθυντικού του βραγχιακός
βραδάκι	noun	το βράδυ, η ώρα που αρχίζει να βραδιάζει
βραδάκια	=	βραδάκι
βραδέα	=	βραδύς
βραδέος	=	βραδύς
βραδέων	=	βραδύς
βραδέως	adv	με μικρή ταχύτητα, αργά
βραδεία	=	βραδύς
βραδείας	=	βραδύς
βραδείες	=	βραδύς
βραδείς	=	βραδύς
βραδειών	=	βραδύς
βραδιά	noun	το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπάρχει σκοτάδι, οι ώρες της νύχτας στο σύνολό τους ή ένα μέρος τους
βραδιάζαμε	=	βραδιάζω
βραδιάζαν	=	βραδιάζω
βραδιάζανε	=	βραδιάζω
βραδιάζατε	=	βραδιάζω
βραδιάζει	verb	έρχεται το βράδυ, πέφτει σιγά σιγά το σκοτάδι
βραδιάζεις	=	βραδιάζω
βραδιάζετε	=	βραδιάζω
βραδιάζομαι	=	βραδιάζω
βραδιάζοντας	=	βραδιάζω
βραδιάζουμε	=	βραδιάζω
βραδιάζουν	=	βραδιάζω
βραδιάζουνε	=	βραδιάζω
βραδιάζω	verb	φτάνει το βράδυ ενώ εξακολουθώ να κάνω κάτι ή να βρίσκομαι κάπου
βραδιάς	noun	γενική ενικού του βραδιά
βραδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσαν	=	βραδιάζω
βραδιάσανε	=	βραδιάζω
βραδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράδιασμα
βραδιάσματος	noun	γενική ενικού του βράδιασμα
βραδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδιάζω
βραδιάτικα	adv	κατά το βράδυ
βραδιάτικε	adj	κλητική ενικού του βραδιάτικος
βραδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδιάτικη
βραδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραδιάτικος
βραδιάτικης	adj	γενική ενικού του βραδιάτικη
βραδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του βραδιάτικος	adv	άλλη μορφή του βραδιάτικα
βραδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραδιάτικος
βραδιάτικος	adj	άλλη μορφή του βραδινός
βραδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραδιάτικος
βραδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραδιάτικος
βραδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραδιάτικος
βραδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδιά
βραδιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδιανό
βραδιανέ	adj	κλητική ενικού του βραδιανός
βραδιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδιανή
βραδιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραδιανός
βραδιανής	adj	γενική ενικού του βραδιανή
βραδιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραδιανός
βραδιανού	adj	γενική ενικού του βραδιανός
βραδιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραδιανός
βραδιανό	noun	ποικιλία σταφυλιού που καλλιεργείται μόνον στην Εύβοια και σε λίγες άλλες περιοχές της Κεντρικής Ελλάδας
βραδιανός	adj|literary	που έχει σχέση με το βράδυ, βραδινός
βραδιανών	adj	γενική πληθυντικού του βραδιανός
βραδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βράδιασμα
βραδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδινό	adv	όπως ταιριάζει στο βράδυ
βραδινέ	adj	κλητική ενικού του βραδινός
βραδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδινή
βραδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραδινός
βραδινής	adj	γενική ενικού του βραδινή
βραδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραδινός
βραδινού	adj	γενική ενικού του βραδινός
βραδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραδινός
βραδινό	adj	αιτιατική ενικού του βραδινός	noun	βραδινό φαγητό, το δείπνο
βραδινός	adj	που αναφέρεται στο βράδυ ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του
βραδινών	adj	γενική πληθυντικού του βραδινός
βραδιού	=	βράδυ
βραδιών	=	βραδιά
βραδυάτικα	adv	αργά το βράδυ
βραδυαρρυθμία	noun	καρδιακή δυσλειτουργία κατά την οποία διαταράσσεται ο καρδιακός ρυθμός και παρατηρούνται λιγότεροι από 50-60 καρδιακοί παλμοί το λεπτό
βραδυαρρυθμίας	noun	γενική ενικού του βραδυαρρυθμία
βραδυαρρυθμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυαρρυθμία
βραδυαρρυθμιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυαρρυθμία
βραδυγλωσσία	noun	το να είναι κάποιος βραδύγλωσσος, η ιδιότητα του βραδύγλωσσου
βραδυγλωσσίας	noun	γενική ενικού του βραδυγλωσσία
βραδυγλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυγλωσσία
βραδυγλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυγλωσσία
βραδυγλωττώ	verb	βραδυγλωσσώ, βραδυγλωσσίζω, αργομιλώ
βραδυδικία	noun	η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης
βραδυδικίας	noun	γενική ενικού του βραδυδικία
βραδυδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυδικία
βραδυδικιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυδικία
βραδυκίνητα	adv	με βραδείες, αργές κινήσεις, σταδιακά, σιγά σιγά
βραδυκίνητε	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητες	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητη	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητης	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητο	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητοι	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητος	adj|formal	που κινείται με χαρακτηριστική βραδύτητα
βραδυκίνητου	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητους	=	βραδυκίνητος
βραδυκίνητων	=	βραδυκίνητος
βραδυκαρδία	noun	διαταραχή του ρυθμού λειτουργίας της καρδιάς με μεγάλη μείωση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς
βραδυκαρδίας	noun	γενική ενικού του βραδυκαρδία
βραδυκαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυκαρδία
βραδυκαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυκαρδία
βραδυκινίνες	=	βραδυκινίνη
βραδυκινίνη	noun	πεπτιδική ουσία του αίματος που προκαλεί αγγειοδιαστολή και ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση, ενώ σε υπερβολική παραγωγή συμβάλλει σε φλεγμονώδεις και υποτασικές αντιδράσεις
βραδυκινίνης	=	βραδυκινίνη
βραδυκινησία	noun	παθολογική επιβράδυνση της εκούσιας κινητικής δραστηριότητας, που εκδηλώνεται ως δυσχέρεια στην έναρξη, στη διατήρηση ή στην ποσότητα (π.χ. σταδιακή μείωση της ταχύτητας ή του εύρους) επαναλαμβανόμενων κινήσεων
βραδυκινησίας	=	βραδυκινησία
βραδυκινησίες	=	βραδυκινησία
βραδυκινησιών	=	βραδυκινησία
βραδυκινινών	=	βραδυκινίνη
βραδυνοιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδύνοια
βραδυνόων	=	βραδύνους
βραδυπνοιών	=	βραδύπνοια
βραδυπορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπορία	noun	η πορεία που γίνεται με αργό ρυθμό
βραδυπορίας	noun	γενική ενικού του βραδυπορία
βραδυπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυπορία
βραδυποριών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυπορία
βραδυπορώ	verb	προχωρώ αργά, με αργό ρυθμό
βραδυπορών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπόδων	=	βραδύπους
βραδυπόρα	=	βραδυπόρος
βραδυπόρας	=	βραδυπόρος
βραδυπόρε	=	βραδυπόρος
βραδυπόρες	=	βραδυπόρος
βραδυπόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραδυπορώ
βραδυπόρο	=	βραδυπόρος
βραδυπόροι	=	βραδυπόρος
βραδυπόρος	adj	που περπατάει αργά
βραδυπόρου	=	βραδυπόρος
βραδυπόρους	=	βραδυπόρος
βραδυπόρων	=	βραδυπόρος
βραδυσφυγμία	noun	που η καρδιά του χτυπάει με λίγους σφυγμούς ανά λεπτό
βραδυσφυγμίας	noun	γενική ενικού του βραδυσφυγμία
βραδυσφυγμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυσφυγμία
βραδυσφυγμιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυσφυγμία
βραδυτήτων	=	βραδύτητα
βραδυφαγία	noun	το να τρως σιγά σιγά
βραδυφαγίας	noun	γενική ενικού του βραδυφαγία
βραδυφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυφαγία
βραδυφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του βραδυφαγία
βραδυφλεγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βραδυφλεγής
βραδυφλεγή	adj	αιτιατική ενικού του βραδυφλεγής
βραδυφλεγής	adj	που καίγεται αργά
βραδυφλεγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδυφλεγής
βραδυφλεγούς	adj	γενική ενικού του βραδυφλεγής
βραδυφλεγών	adj	γενική πληθυντικού του βραδυφλεγής
βραδυψυχισμέ	=	βραδυψυχισμός
βραδυψυχισμοί	=	βραδυψυχισμός
βραδυψυχισμού	=	βραδυψυχισμός
βραδυψυχισμούς	=	βραδυψυχισμός
βραδυψυχισμό	=	βραδυψυχισμός
βραδυψυχισμός	noun	βραδύς ψυχικός ρυθμός (σκέψη, κίνηση, ομιλία)
βραδυψυχισμών	=	βραδυψυχισμός
βραδύ	=	βραδύς
βραδύγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδύγλωσσο
βραδύγλωσσε	adj	κλητική ενικού του βραδύγλωσσος
βραδύγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδύγλωσση
βραδύγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραδύγλωσσος
βραδύγλωσσης	adj	γενική ενικού του βραδύγλωσση
βραδύγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του βραδύγλωσσος
βραδύγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραδύγλωσσος
βραδύγλωσσος	adj	αυτός που μιλάει βραδέως, αργά, σιγά
βραδύγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραδύγλωσσος
βραδύγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραδύγλωσσος
βραδύγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραδύγλωσσος
βραδύκαυστα	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστε	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστες	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστη	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστης	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστο	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστοι	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστος	adj	που καίγεται αργά
βραδύκαυστου	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστους	=	βραδύκαυστος
βραδύκαυστων	=	βραδύκαυστος
βραδύνοα	=	βραδύνους
βραδύνοες	=	βραδύνους
βραδύνοια	noun	το χαρακτηριστικό του βραδύνου, η βραδύτητα στη σκέψη, κατανόηση, αντίληψη
βραδύνοιας	noun	γενική ενικού του βραδύνοια
βραδύνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραδύνοια
βραδύνου	=	βραδύνους
βραδύνουν	=	βραδύνους
βραδύνους	adj|formal	που σκέπτεται ή αντιλαμβάνεται κάτι με χαρακτηριστική βραδύτητα
βραδύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράδυνση
βραδύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του βράδυνση
βραδύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του βράδυνση
βραδύνω	verb|formal	κάνω κάτι πιο βραδύ
βραδύπνοια	noun	η παθολογικά αργή αναπνοή, με μειωμένο αριθμό αναπνευστικών κινήσεων ανά λεπτό, που μπορεί να οφείλεται σε νευρολογικές διαταραχές, φαρμακευτική αγωγή ή μεταβολικές ανισορροπίες
βραδύπνοιας	=	βραδύπνοια
βραδύπνοιες	=	βραδύπνοια
βραδύποδα	=	βραδύπους
βραδύποδας	noun	μικρά θηλαστικά (50-75 εκ. ύψος, 4-7 κιλά βάρος) της οικογένειας των Βραδυποδιδών (Bradypodidae) που ζουν στις τροπικές ζώνες της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής
βραδύποδες	=	βραδύπους
βραδύποδος	=	βραδύπους
βραδύπορα	=	βραδύπορος
βραδύπορε	=	βραδύπορος
βραδύπορες	=	βραδύπορος
βραδύπορη	=	βραδύπορος
βραδύπορης	=	βραδύπορος
βραδύπορο	=	βραδύπορος
βραδύποροι	=	βραδύπορος
βραδύπορος	adj	που περπατάει αργά
βραδύπορου	=	βραδύπορος
βραδύπορους	=	βραδύπορος
βραδύπορων	=	βραδύπορος
βραδύπουν	=	βραδύπους
βραδύπους	adj	αργοκίνητος, που περπατάει αργά	noun|formal	άλλη μορφή του βραδύποδας
βραδύρυθμος	adj|rare	συνώνυμο του αργόρυθμος
βραδύς	adj	που κινείται ή γίνεται με μικρή ταχύτητα
βραδύτατα	=	βραδύς
βραδύτατε	=	βραδύς
βραδύτατες	=	βραδύς
βραδύτατη	=	βραδύς
βραδύτατης	=	βραδύς
βραδύτατο	=	βραδύς
βραδύτατοι	=	βραδύς
βραδύτατος	=	βραδύς
βραδύτατου	=	βραδύς
βραδύτατους	=	βραδύς
βραδύτατων	=	βραδύς
βραδύτερα	=	βραδύς
βραδύτερε	=	βραδύς
βραδύτερες	=	βραδύς
βραδύτερη	=	βραδύς
βραδύτερης	=	βραδύς
βραδύτερο	=	βραδύς
βραδύτεροι	=	βραδύς
βραδύτερος	=	βραδύς
βραδύτερου	=	βραδύς
βραδύτερους	=	βραδύς
βραδύτερων	=	βραδύς
βραδύτητα	noun	το να είναι κάποιος βραδύς, η ιδιότητα του βραδέος, του αργού
βραδύτητας	=	βραδύτητα
βραδύτητες	=	βραδύτητα
βραζιλιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραζιλιάνικο	adv	με τον τρόπο των Βραζιλιάνων
βραζιλιάνικε	adj	κλητική ενικού του βραζιλιάνικος
βραζιλιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραζιλιάνικη
βραζιλιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραζιλιάνικος
βραζιλιάνικης	adj	γενική ενικού του βραζιλιάνικη
βραζιλιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του βραζιλιάνικος
βραζιλιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραζιλιάνικος
βραζιλιάνικος	adj	που έχει σχέση με τη Βραζιλία ή τους Βραζιλιάνους, ανήκει σ' αυτά ή αναφέρεται σ' αυτά
βραζιλιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραζιλιάνικος
βραζιλιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραζιλιάνικος
βραζιλιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραζιλιάνικος
βραζιλιανά	=	βραζιλιανός
βραζιλιανέ	=	βραζιλιανός
βραζιλιανές	=	βραζιλιανός
βραζιλιανή	=	βραζιλιανός
βραζιλιανής	=	βραζιλιανός
βραζιλιανοί	=	βραζιλιανός
βραζιλιανού	=	βραζιλιανός
βραζιλιανούς	=	βραζιλιανός
βραζιλιανό	=	βραζιλιανός
βραζιλιανός	adj	άλλη μορφή του βραζιλιάνικος
βραζιλιανών	adj	γενική πληθυντικού του βραζιλιανός
βραζόμασταν	=	βράζω
βραζόμαστε	=	βράζω
βραζόμουν	=	βράζω
βραζόμουνα	=	βράζω
βραζόντουσαν	=	βράζω
βραζόσασταν	=	βράζω
βραζόσαστε	=	βράζω
βραζόσουν	=	βράζω
βραζόσουνα	=	βράζω
βραζόταν	=	βράζω
βραζότανε	=	βράζω
βρακά	=	βρακάς
βρακάδες	=	βρακάς
βρακάδων	=	βρακάς
βρακάκι	noun	μικρό βρακί (εσώρουχο)
βρακάκια	=	βρακάκι
βρακάς	noun	λέξη μεσαιωνική και μεταγενέστερη, που μέχρι το 1930 περίπου ήταν σε χρήση (αρκετά περιορισμένη πλέον) και χρησιμοποιείτο σε αντιδιαστολή προς τον φουστανελά ή φουστανελοφόρο - συνήθως σήμαινε τους Φράγκους και γενικά τους δυτικούς
βρακί	noun	κάτω εσώρουχο που καλύπτει τη λεκάνη
βρακιά	=	βρακί
βρακιού	=	βρακί
βρακιών	=	βρακί
βρακοζωνιού	=	βρακοζώνι
βρακοζωνιών	=	βρακοζώνι
βρακοζωνών	noun	γενική πληθυντικού του βρακοζώνα
βρακοζώνας	noun	γενική ενικού του βρακοζώνα
βρακοζώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρακοζώνα
βρακοζώνι	noun	ζώνη που συγκρατεί τη βράκα ή το βρακί στη μέση
βρακοζώνια	=	βρακοζώνι
βρακοφόρα	=	βρακοφόρος
βρακοφόρας	=	βρακοφόρος
βρακοφόρε	=	βρακοφόρος
βρακοφόρες	=	βρακοφόρος
βρακοφόρο	=	βρακοφόρος
βρακοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρακοφόρος	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρακοφόρος
βρακοφόρος	noun	αυτός που φοράει βράκα, συνήθως οι νησιώτες π.χ. ο Κρητικός, ο Κυπραίος κ.α.	adj	που φοράει βράκα
βρακοφόρου	=	βρακοφόρος
βρακοφόρους	=	βρακοφόρος
βρακοφόρων	=	βρακοφόρος
βρακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρακωμένο
βρακωμένε	verb	κλητική ενικού του βρακωμένος
βρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρακωμένη
βρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρακωμένος
βρακωμένης	verb	γενική ενικού του βρακωμένη
βρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βρακωμένος
βρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρακωμένος
βρακωμένος	verb	που φορά βρακί και παντελόνι
βρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρακωμένος
βρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρακωμένος
βρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρακωμένος
βρακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρακώνομαι
βρακών	noun	γενική πληθυντικού του βράκα
βρακώνομαι	verb	φοράω τη βράκα ή το παντελόνι μου
βρανών	=	βράνη
βρασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράσιμο
βρασίματος	noun	γενική ενικού του βράσιμο
βρασιά	noun	η αλκοολική ζύμωση και η ολοκλήρωση της παρασκευής μπίρας ή άλλου σχετικού ποτού
βρασιάς	=	βρασιά
βρασιές	=	βρασιά
βρασιμάτων	=	βράσιμο
βρασιών	=	βρασιά
βρασκών	=	βράσκη
βρασμέ	noun	κλητική ενικού του βρασμός
βρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρασμένο
βρασμένε	verb	κλητική ενικού του βρασμένος
βρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρασμένη
βρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρασμένος
βρασμένης	adj	γενική ενικού του βρασμένη
βρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βρασμένος
βρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρασμένος
βρασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βράζω
βρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρασμένος
βρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρασμένος
βρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρασμένος
βρασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρασμός
βρασμού	noun	γενική ενικού του βρασμός
βρασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρασμός
βρασμό	noun	αιτιατική ενικού του βρασμός
βρασμός	noun	το φαινόμενο που συνοδεύει τη μετάβαση ενός υγρού σε αέριο, όταν εξάτμιση γίνεται σε όλη τη μάζα του υγρού κι όχι μόνον επιφανειακά
βρασμών	noun	γενική πληθυντικού του βρασμός
βραστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραστό
βραστέ	adj	κλητική ενικού του βραστός
βραστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραστή
βραστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραστός
βραστήκαμε	=	βράζω
βραστήκαν	=	βράζω
βραστήκανε	=	βράζω
βραστήκατε	=	βράζω
βραστήρ	noun	ο βραστήρας
βραστήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βραστήρας
βραστήρας	noun	το μαγειρικό σκεύος για το βράσιμο του νερού
βραστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραστήρας
βραστήρων	=	βραστήρας
βραστής	adj	γενική ενικού του βραστή
βραστεί	=	βράζω
βραστείς	=	βράζω
βραστείτε	=	βράζω
βραστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραστερό
βραστερέ	adj	κλητική ενικού του βραστερός
βραστερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραστερή
βραστερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραστερός
βραστερής	adj	γενική ενικού του βραστερή
βραστεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραστερός
βραστερού	adj	γενική ενικού του βραστερός
βραστερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραστερός
βραστερό	adj	αιτιατική ενικού του βραστερός
βραστερός	adj	που εύκολα βράζει
βραστερών	adj	γενική πληθυντικού του βραστερός
βραστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραστός
βραστού	adj	γενική ενικού του βραστός
βραστούμε	=	βράζω
βραστούν	=	βράζω
βραστούνε	=	βράζω
βραστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραστός
βραστό	adj	αιτιατική ενικού του βραστός
βραστός	adj	μαγειρεμένος με βράση
βραστώ	=	βράζω
βραστών	adj	γενική πληθυντικού του βραστός
βρατσέρα	noun	άλλη μορφή του μπρατσέρα
βρατσέρας	=	βρατσέρα
βρατσέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρατσέρα
βραχάκι	noun	μικρός βράχος
βραχάκια	noun	μικρά κομμάτια σοκολάτας αναμεμειγμένα με ξηρούς καρπούς, που σκληραίνουν σε ακανόνιστο σχήμα μετά την ψύξη
βραχέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύ, ουδέτερου του βραχύς
βραχέος	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του βραχύς
βραχέων	=	βραχύς
βραχέως	adv|formal	με βραχύ τρόπο, με συντομία
βραχήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχήκαν	=	βρέχω
βραχήκανε	=	βρέχω
βραχήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχίονα	=	βραχίονας
βραχίονας	noun	το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα
βραχίονες	=	βραχίονας
βραχίων	noun|obsolete	ο βραχίονας
βραχεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχεία	adj	θηλυκό του βραχύς, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού
βραχείας	=	βραχύς
βραχείες	=	βραχύς
βραχείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθέτου βραχύς
βραχείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχειών	=	βραχύς
βραχιολάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχιολάτο
βραχιολάτε	adj	κλητική ενικού του βραχιολάτος
βραχιολάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχιολάτη
βραχιολάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχιολάτος
βραχιολάτης	adj	γενική ενικού του βραχιολάτη
βραχιολάτο	adj	αιτιατική ενικού του βραχιολάτος
βραχιολάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχιολάτος
βραχιολάτος	adj	αυτός που φέρει βραχιόλι ή βραχιόλια
βραχιολάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχιολάτος
βραχιολάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχιολάτος
βραχιολάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχιολάτος
βραχιολιού	=	βραχιόλι
βραχιολιών	=	βραχιόλι
βραχιονίου	=	βραχιόνιο
βραχιονίων	=	βραχιόνιο
βραχιονοπλαστικές	=	βραχιονοπλαστική
βραχιονοπλαστική	noun	αισθητική ή επανορθωτική επέμβαση για τη διαμόρφωση και σύσφιξη του δέρματος και των ιστών των βραχιόνων
βραχιονοπλαστικής	=	βραχιονοπλαστική
βραχιονοπλαστικών	=	βραχιονοπλαστική
βραχιόλι	noun	κόσμημα, στρογγυλού σχήματος, που φοριέται στον καρπό του χεριού
βραχιόλια	=	βραχιόλι
βραχιόνια	=	βραχιόνιος
βραχιόνιας	=	βραχιόνιος
βραχιόνιε	=	βραχιόνιος
βραχιόνιες	=	βραχιόνιος
βραχιόνιο	noun	μακρό οστό του βραχίονα, που συνδέει την ωμοπλάτη με τα οστά του αντιβραχίου
βραχιόνιοι	=	βραχιόνιος
βραχιόνιος	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο βραχίονα
βραχιόνιου	=	βραχιόνιος
βραχιόνιους	=	βραχιόνιος
βραχιόνιων	=	βραχιόνιος
βραχιόνων	=	βραχίονας
βραχμάν	noun	άλλη μορφή του βράχμα
βραχμάνα	=	βραχμάνας
βραχμάνας	noun	άλλη μορφή του βραχμάνος
βραχμάνε	=	βραχμάνος
βραχμάνες	=	βραχμάνας
βραχμάνο	=	βραχμάνος
βραχμάνοι	=	βραχμάνος
βραχμάνος	noun	μέλος ιερατικής κάστας (βάρνας) στον Ινδουισμό
βραχμάνου	=	βραχμάνος
βραχμάνους	=	βραχμάνος
βραχμάνων	noun	βραχμάνος / γενική πληθυντικού του βραχμάνας
βραχμανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχμανικό
βραχμανικέ	adj	κλητική ενικού του βραχμανικός
βραχμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχμανική
βραχμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχμανικός
βραχμανικής	adj	γενική ενικού του βραχμανική
βραχμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχμανικός
βραχμανικού	adj	γενική ενικού του βραχμανικός
βραχμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχμανικός
βραχμανικό	adj	αιτιατική ενικού του βραχμανικός
βραχμανικός	adj	που αναφέρεται στους βραχμάνους και το βραχμανισμό
βραχμανικών	adj	γενική πληθυντικού του βραχμανικός
βραχμανισμέ	noun	κλητική ενικού του βραχμανισμός
βραχμανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχμανισμός
βραχμανισμού	noun	γενική ενικού του βραχμανισμός
βραχμανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βραχμανισμός
βραχμανισμό	noun	αιτιατική ενικού του βραχμανισμός
βραχμανισμός	noun	η θρησκεία των βραχμάνων
βραχμανισμών	noun	γενική πληθυντικού του βραχμανισμός
βραχμανιστές	=	βραχμανιστής
βραχμανιστή	=	βραχμανιστής
βραχμανιστής	noun	αυτός που πιστεύει στον βραχμανισμό
βραχμανιστών	=	βραχμανιστής
βραχνά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βραχνάς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βραχνός
βραχνάδα	noun	η ιδιότητα του βραχνού, η τραχύτητα στη φωνή εξαιτίας ασθένειας ή ιδιομορφίας των φωνητικών χορδών
βραχνάδας	=	βραχνάδα
βραχνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχνάς
βραχνάδων	noun	γενική πληθυντικού του βραχνάς
βραχνάς	noun	νυχτερινός εφιάλτης που, κατά τη λαϊκή παράδοση, οφείλεται σε μια δαιμονική οντότητα η οποία κάθεται πάνω στο στήθος του κοιμώμενου και δυσκολεύει την αναπνοή του
βραχνέ	adj	κλητική ενικού του βραχνός
βραχνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχνή
βραχνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχνός
βραχνής	adj	γενική ενικού του βραχνή
βραχνιάζω	verb	γίνομαι βραχνός, αποκτώ βραχνή φωνή
βραχνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράχνιασμα
βραχνιάσματος	noun	γενική ενικού του βράχνιασμα
βραχνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχνιάζω
βραχνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βράχνιασμα
βραχνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχνιασμένο
βραχνιασμένε	verb	κλητική ενικού του βραχνιασμένος
βραχνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχνιασμένη
βραχνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχνιασμένος
βραχνιασμένης	verb	γενική ενικού του βραχνιασμένη
βραχνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βραχνιασμένος
βραχνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχνιασμένος
βραχνιασμένος	verb	που έχει βραχνιάσει, που έχει βραχνάδα στο λαιμό από καταπόνηση ή κρύωμα
βραχνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχνιασμένος
βραχνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βραχνιασμένος
βραχνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχνιασμένος
βραχνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχνός
βραχνού	adj	γενική ενικού του βραχνός
βραχνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχνός
βραχνό	adj	αιτιατική ενικού του βραχνός
βραχνός	adj	τραχύς, όχι πολύ καθαρός
βραχνόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχνόφωνο
βραχνόφωνε	adj	κλητική ενικού του βραχνόφωνος
βραχνόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχνόφωνη
βραχνόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχνόφωνος
βραχνόφωνης	adj	γενική ενικού του βραχνόφωνη
βραχνόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του βραχνόφωνος
βραχνόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχνόφωνος
βραχνόφωνος	adj	αυτός που μιλάει με βραχνιασμένη φωνή
βραχνόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχνόφωνος
βραχνόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχνόφωνος
βραχνόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχνόφωνος
βραχνών	adj	γενική πληθυντικού του βραχνός
βραχογραφία	noun	ζωγραφική παράσταση σε βράχο ή τοιχώματα σπηλαίου
βραχογραφίας	noun	γενική ενικού του βραχογραφία
βραχογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχογραφία
βραχογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του βραχογραφία
βραχοκιρκίνεζα	=	βραχοκιρκίνεζο
βραχοκιρκίνεζο	noun	είδος πουλιού
βραχοκιρκίνεζου	=	βραχοκιρκίνεζο
βραχοκιρκίνεζων	=	βραχοκιρκίνεζο
βραχομάζα	noun	γεωλογικός σχηματισμός που αποτελείται από σύνολο πετρωμάτων με κοινή συνεκτικότητα και μηχανική συμπεριφορά, τα οποία λειτουργούν ως ενιαίο σώμα
βραχομάζας	=	βραχομάζα
βραχομάζες	=	βραχομάζα
βραχομαζών	=	βραχομάζα
βραχομηχανικές	=	βραχομηχανική
βραχομηχανική	noun	η επιστήμη που μελετά τις αρχές μηχανικής συμπεριφοράς βράχου ή βραχώδους εδάφους
βραχομηχανικής	=	βραχομηχανική
βραχομηχανικών	=	βραχομηχανική
βραχονήσι	noun	μορφη βραχονησίδα
βραχονήσια	=	βραχονήσι
βραχονησίδα	noun	έρημο βραχώδες νησάκι στο οποίο δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί μόνιμος πληθυσμός ούτε να υπάρξει αυτόνομη οικονομική ζωή
βραχονησίδας	noun	γενική ενικού του βραχονησίδα
βραχονησίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχονησίδα
βραχονησίδων	noun	γενική πληθυντικού του βραχονησίδα
βραχονησιού	=	βραχονήσι
βραχονησιών	=	βραχονήσι
βραχοσκεπές	=	βραχοσκεπή
βραχοσκεπή	noun	φυσικός σχηματισμός που προκύπτει από τη μερική διάβρωση ή αποσάθρωση βραχωδών πρανών, δημιουργώντας προστατευμένους χώρους που συχνά αξιοποιήθηκαν από ανθρώπους ήδη από την παλαιολιθική εποχή
βραχοσκεπής	=	βραχοσκεπή
βραχοσκεπών	=	βραχοσκεπή
βραχοσύντριφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχοσύντριφτο
βραχοσύντριφτε	adj	κλητική ενικού του βραχοσύντριφτος
βραχοσύντριφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχοσύντριφτη
βραχοσύντριφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχοσύντριφτος
βραχοσύντριφτης	adj	γενική ενικού του βραχοσύντριφτη
βραχοσύντριφτο	adj	αιτιατική ενικού του βραχοσύντριφτος
βραχοσύντριφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχοσύντριφτος
βραχοσύντριφτος	adj|poetic	που έχει συντριβεί σε βράχους
βραχοσύντριφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχοσύντριφτος
βραχοσύντριφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχοσύντριφτος
βραχοσύντριφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχοσύντριφτος
βραχούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχούνε	=	βρέχω
βραχυβιοτήτων	=	βραχυβιότητα
βραχυβιότητα	noun|formal	η ολιγοζωία
βραχυβιότητας	=	βραχυβιότητα
βραχυβιότητες	=	βραχυβιότητα
βραχυγναθία	noun	άλλη μορφή του βραχυγναθισμός
βραχυγναθίας	=	βραχυγναθία
βραχυγναθίες	=	βραχυγναθία
βραχυγναθισμέ	=	βραχυγναθισμός
βραχυγναθισμοί	=	βραχυγναθισμός
βραχυγναθισμού	=	βραχυγναθισμός
βραχυγναθισμούς	=	βραχυγναθισμός
βραχυγναθισμό	=	βραχυγναθισμός
βραχυγναθισμός	noun	ανατομική ανωμαλία κατά την οποία η κάτω γνάθος είναι μικρότερη από το φυσιολογικό, προκαλώντας ασυμμετρία ή προβολή τής άνω
βραχυγναθισμών	=	βραχυγναθισμός
βραχυγναθιών	=	βραχυγναθία
βραχυγραφία	noun	συντομογραφία
βραχυγραφίας	noun	γενική ενικού του βραχυγραφία
βραχυγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυγραφία
βραχυγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βραχυγραφικός	adv	με βραχυγραφίες
βραχυγραφικέ	adj	κλητική ενικού του βραχυγραφικός
βραχυγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυγραφική
βραχυγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυγραφικός
βραχυγραφικής	adj	γενική ενικού του βραχυγραφική
βραχυγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχυγραφικός
βραχυγραφικού	adj	γενική ενικού του βραχυγραφικός
βραχυγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχυγραφικός
βραχυγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του βραχυγραφικός
βραχυγραφικός	adj	που έχει σχέση με την βραχυγραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βραχυγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του βραχυγραφικός
βραχυγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του βραχυγραφία
βραχυθεραπεία	noun	ιατρική μέθοδος ακτινοθεραπείας όπου η ραδιενεργός πηγή εμφυτεύεται απευθείας στον ιστό ή πλησίον της βλάβης, ώστε η ακτινοβολία να δράσει τοπικά
βραχυθεραπείας	=	βραχυθεραπεία
βραχυθεραπείες	=	βραχυθεραπεία
βραχυθεραπειών	=	βραχυθεραπεία
βραχυκατάληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυκατάληκτο
βραχυκατάληκτε	adj	κλητική ενικού του βραχυκατάληκτος
βραχυκατάληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυκατάληκτη
βραχυκατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυκατάληκτος
βραχυκατάληκτης	adj	γενική ενικού του βραχυκατάληκτη
βραχυκατάληκτο	adj	αιτιατική ενικού του βραχυκατάληκτος
βραχυκατάληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχυκατάληκτος
βραχυκατάληκτος	adj	που έχει βραχεία κατάληξη
βραχυκατάληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχυκατάληκτος
βραχυκατάληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχυκατάληκτος
βραχυκατάληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχυκατάληκτος
βραχυκυκλωθήκαμε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθήκαν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθήκανε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθήκατε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθεί	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθείς	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθείτε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθούμε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθούν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθούνε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωθώ	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βραχυκύκλωμα
βραχυκυκλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυκυκλωμένο
βραχυκυκλωμένε	verb	κλητική ενικού του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυκυκλωμένη
βραχυκυκλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωμένης	verb	γενική ενικού του βραχυκυκλωμένη
βραχυκυκλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωμένος	verb	που έχει υποστεί βραχυκύκλωμα
βραχυκυκλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχυκυκλωμένος
βραχυκυκλωνόμασταν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόμαστε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόμουν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόμουνα	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόντουσαν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόσασταν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόσαστε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόσουν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόσουνα	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνόταν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωνότανε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλωτήρα	=	βραχυκυκλωτήρας
βραχυκυκλωτήρας	noun	ηλεκτρικά αγώγιμο μέσο που συνδέει δύο σημεία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος χωρίς μόνιμη κόλληση (συνήθως για δοκιμαστική χρήση), με πιό γνωστούς τους βραχυκυκλωτήρες ακίδων (τζαμπεράκια) και τα καλώδια βραχυκύκλωσης
βραχυκυκλωτήρες	=	βραχυκυκλωτήρας
βραχυκυκλωτήρων	=	βραχυκυκλωτήρας
βραχυκυκλώθηκα	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώθηκαν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώθηκε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώθηκες	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυκύκλωμα
βραχυκυκλώματος	noun	γενική ενικού του βραχυκύκλωμα
βραχυκυκλώναμε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώναν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνανε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνατε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνει	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνεις	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνεσαι	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνεστε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνεται	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνετε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνομαι	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνομε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνονται	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνονταν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνοντας	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνουμε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνουν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνουνε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώνω	verb	συνδέω δύο σημεία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος με αγωγό μηδενικής ή μικρής αντίστασης
βραχυκυκλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσαν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσανε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσομε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσου	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσουνε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκυκλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωμα	noun	(στον ηλεκτρισμό) η απευθείας ένωση των δύο πόλων ηλεκτρικής πηγής, χωρίς την παρεμβολή κάποιου καταναλωτή (αντίστασης, πυκνωτή, πηνίου κτλ).
βραχυκύκλωνα	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωναν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωνε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωνες	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωσαν	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωσε	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωσες	=	βραχυκυκλώνω
βραχυκύκλωση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βραχυκυκλώνω
βραχυλογήσαμε	=	βραχυλογώ
βραχυλογήσαν	=	βραχυλογώ
βραχυλογήσανε	=	βραχυλογώ
βραχυλογήσατε	=	βραχυλογώ
βραχυλογήσει	=	βραχυλογώ
βραχυλογήστε	=	βραχυλογώ
βραχυλογία	noun	η συντομία στα λόγια, λακωνισμός
βραχυλογίας	noun	γενική ενικού του βραχυλογία
βραχυλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυλογία
βραχυλογεί	=	βραχυλογώ
βραχυλογείς	=	βραχυλογώ
βραχυλογείτε	=	βραχυλογώ
βραχυλογικά	adv	με βραχυλογικό τρόπο
βραχυλογικέ	adj	κλητική ενικού του βραχυλογικός
βραχυλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυλογική
βραχυλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυλογικός
βραχυλογικής	adj	γενική ενικού του βραχυλογική
βραχυλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχυλογικός
βραχυλογικού	adj	γενική ενικού του βραχυλογικός
βραχυλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχυλογικός
βραχυλογικό	adj	αιτιατική ενικού του βραχυλογικός
βραχυλογικός	adj	που είναι βραχύλογος
βραχυλογικών	adj	γενική πληθυντικού του βραχυλογικός
βραχυλογικώς	adv|formal	με βραχυλογικό τρόπο
βραχυλογιών	noun	γενική πληθυντικού του βραχυλογία
βραχυλογούμε	=	βραχυλογώ
βραχυλογούν	=	βραχυλογώ
βραχυλογούνε	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσα	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσαμε	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσαν	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσανε	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσατε	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσε	=	βραχυλογώ
βραχυλογούσες	=	βραχυλογώ
βραχυλογώ	verb|formal	είμαι βραχύλογος
βραχυλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βραχυλογώ
βραχυλόγει	=	βραχυλογώ
βραχυλόγησα	=	βραχυλογώ
βραχυλόγησαν	=	βραχυλογώ
βραχυλόγησε	=	βραχυλογώ
βραχυλόγησες	=	βραχυλογώ
βραχυμεσοχρόνια	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιας	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιε	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιες	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιο	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιοι	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιος	adj	που διαρκεί μικρό ή λίγο πιο εκτεταμένο χρονικό διάστημα
βραχυμεσοχρόνιου	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιους	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυμεσοχρόνιων	=	βραχυμεσοχρόνιος
βραχυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυντικό
βραχυντικέ	adj	κλητική ενικού του βραχυντικός
βραχυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυντική
βραχυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυντικός
βραχυντικής	adj	γενική ενικού του βραχυντική
βραχυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχυντικός
βραχυντικού	adj	γενική ενικού του βραχυντικός
βραχυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχυντικός
βραχυντικό	adj	αιτιατική ενικού του βραχυντικός
βραχυντικός	adj	που έχει σχέση με την βράχυνση, αναφέρεται σ' αυτή ή συντελεί σ' αυτή
βραχυντικών	adj	γενική πληθυντικού του βραχυντικός
βραχυπρόθεσμα	adv	για μικρή χρονική διάρκεια μετά από μια δεδομένη στιγμή, για λίγο
βραχυπρόθεσμε	adj	κλητική ενικού του βραχυπρόθεσμος
βραχυπρόθεσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχυπρόθεσμη
βραχυπρόθεσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυπρόθεσμος
βραχυπρόθεσμης	adj	γενική ενικού του βραχυπρόθεσμη
βραχυπρόθεσμο	adj	αιτιατική ενικού του βραχυπρόθεσμος
βραχυπρόθεσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχυπρόθεσμος
βραχυπρόθεσμος	adj	που έχει μικρή διάρκεια, που λήγει σύντομα
βραχυπρόθεσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχυπρόθεσμος
βραχυπρόθεσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχυπρόθεσμος
βραχυπρόθεσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχυπρόθεσμος
βραχυτήτων	=	βραχύτητα
βραχυχίτων	noun	άλλη μορφή του βραχυχίτωνας
βραχυχίτωνα	=	βραχυχίτωνας
βραχυχίτωνας	noun	γένος δέντρων και θάμνων της οικογένειας Malvaceae, με παχύ κορμό, δερματώδη φύλλα και κοκκινωπά άνθη, ιθαγενές της Αυστραλίας και καλλιεργούμενο ως καλλωπιστικό
βραχυχίτωνες	=	βραχυχίτωνας
βραχυχιτώνων	=	βραχυχίτωνας
βραχυχρονίως	adv	σε σύντομο χρονικό διάστημα
βραχυχρόνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιας	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιε	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιες	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιο	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιοι	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιος	adj	που έχει σχετικά μικρή χρονική διάρκεια
βραχυχρόνιου	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιους	=	βραχυχρόνιος
βραχυχρόνιων	=	βραχυχρόνιος
βραχωδών	adj	γενική πληθυντικού του βραχώδης
βραχωνύμιο	noun|rare	ονομασία βράχου
βραχόκηπε	=	βραχόκηπος
βραχόκηπο	=	βραχόκηπος
βραχόκηποι	=	βραχόκηπος
βραχόκηπος	noun	είδος κήπου που διακοσμείται με πέτρες και βράχους σε διάφορα μεγέθη
βραχόκηπου	=	βραχόκηπος
βραχόκηπους	=	βραχόκηπος
βραχόκηπων	=	βραχόκηπος
βραχότοπε	=	βραχότοπος
βραχότοπο	=	βραχότοπος
βραχότοποι	=	βραχότοπος
βραχότοπος	noun	τόπος γεμάτος βράχια
βραχότοπου	=	βραχότοπος
βραχότοπους	=	βραχότοπος
βραχότοπων	=	βραχότοπος
βραχύ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουδέτερου του βραχύς
βραχύβια	=	βραχύβιος
βραχύβιας	=	βραχύβιος
βραχύβιε	=	βραχύβιος
βραχύβιες	=	βραχύβιος
βραχύβιο	=	βραχύβιος
βραχύβιοι	=	βραχύβιος
βραχύβιος	adj	που έχει σύντομη ζωή, που υπάρχει για μικρό χρονικό διάστημα
βραχύβιου	=	βραχύβιος
βραχύβιους	=	βραχύβιος
βραχύβιων	=	βραχύβιος
βραχύγναθα	=	βραχύγναθος
βραχύγναθε	=	βραχύγναθος
βραχύγναθες	=	βραχύγναθος
βραχύγναθη	=	βραχύγναθος
βραχύγναθης	=	βραχύγναθος
βραχύγναθο	=	βραχύγναθος
βραχύγναθοι	=	βραχύγναθος
βραχύγναθος	adj	που πάσχει από βραχυγναθισμό, που έχει ασυνήθιστα κοντή ή υποανεπτυγμένη κάτω γνάθο, με αποτέλεσμα η κάτω σιαγόνα να υπολείπεται τής άνω
βραχύγναθου	=	βραχύγναθος
βραχύγναθους	=	βραχύγναθος
βραχύγναθων	=	βραχύγναθος
βραχύινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύινο
βραχύινε	adj	κλητική ενικού του βραχύινος
βραχύινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύινη
βραχύινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχύινος
βραχύινης	adj	γενική ενικού του βραχύινη
βραχύινο	adj	αιτιατική ενικού του βραχύινος
βραχύινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχύινος
βραχύινος	adj	που έχει μικρές ίνες, μικρές απολήξεις
βραχύινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχύινος
βραχύινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχύινος
βραχύινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχύινος
βραχύκαννα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύκαννο
βραχύκαννε	adj	κλητική ενικού του βραχύκαννος
βραχύκαννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύκαννη
βραχύκαννη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχύκαννος
βραχύκαννης	adj	γενική ενικού του βραχύκαννη
βραχύκαννο	adj	αιτιατική ενικού του βραχύκαννος
βραχύκαννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχύκαννος
βραχύκαννος	adj	που έχει κοντή κάννη
βραχύκαννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχύκαννος
βραχύκαννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχύκαννος
βραχύκαννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχύκαννος
βραχύλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύλογο
βραχύλογε	adj	κλητική ενικού του βραχύλογος
βραχύλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύλογη
βραχύλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχύλογος
βραχύλογης	adj	γενική ενικού του βραχύλογη
βραχύλογο	adj	αιτιατική ενικού του βραχύλογος
βραχύλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχύλογος
βραχύλογος	adj|formal	που εκφράζεται με συντομία (και -συνήθως- με ευστοχία)
βραχύλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχύλογος
βραχύλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχύλογος
βραχύλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχύλογος
βραχύνθηκα	=	βραχύνω
βραχύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βραχύνω
βραχύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βράχυνση
βραχύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του βράχυνση
βραχύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του βράχυνση
βραχύνω	verb	κάνω κάτι βραχύ ή βραχύτερο
βραχύς	adj	σύντομος σε διάρκεια
βραχύσωμα	=	βραχύσωμος
βραχύσωμε	=	βραχύσωμος
βραχύσωμες	=	βραχύσωμος
βραχύσωμη	=	βραχύσωμος
βραχύσωμης	=	βραχύσωμος
βραχύσωμο	=	βραχύσωμος
βραχύσωμοι	=	βραχύσωμος
βραχύσωμος	adj	που έχει μικρό (βραχύ) σε διαστάσεις σώμα
βραχύσωμου	=	βραχύσωμος
βραχύσωμους	=	βραχύσωμος
βραχύσωμων	=	βραχύσωμος
βραχύτατα	=	βραχύς
βραχύτατε	=	βραχύς
βραχύτατες	=	βραχύς
βραχύτατη	=	βραχύς
βραχύτατης	=	βραχύς
βραχύτατο	=	βραχύς
βραχύτατοι	=	βραχύς
βραχύτατος	=	βραχύς
βραχύτατου	=	βραχύς
βραχύτατους	=	βραχύς
βραχύτατων	=	βραχύς
βραχύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύτερο
βραχύτερε	adj	κλητική ενικού του βραχύτερος
βραχύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύτερη
βραχύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχύτερος
βραχύτερης	adj	γενική ενικού του βραχύτερη
βραχύτερο	adj	αιτιατική ενικού του βραχύτερος
βραχύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχύτερος
βραχύτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του βραχύς
βραχύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχύτερος
βραχύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχύτερος
βραχύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχύτερος
βραχύτητα	noun	η ιδιότητα του βραχέος, το να είναι κάποιος βραχύς, μικρός ή σύντομος
βραχύτητας	=	βραχύτητα
βραχύτητες	=	βραχύτητα
βραχύφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύφωνο
βραχύφωνε	adj	κλητική ενικού του βραχύφωνος
βραχύφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύφωνη
βραχύφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχύφωνος
βραχύφωνης	adj	γενική ενικού του βραχύφωνη
βραχύφωνο	adj	αιτιατική ενικού του βραχύφωνος
βραχύφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βραχύφωνος
βραχύφωνος	adj	αυτός που μιλάει με φωνή περιορισμένης έντασης
βραχύφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βραχύφωνος
βραχύφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχύφωνος
βραχύφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχύφωνος
βραχύχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύχρονο
βραχύχρονε	adj	κλητική ενικού του βραχύχρονος
βραχύχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύχρονη
βραχύχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βραχύχρονος
βραχύχρονης	adj	γενική ενικού του βραχύχρονη
βραχύχρονο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βραχύχρονος
βραχύχρονοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βραχύχρονος
βραχύχρονος	adj	που γίνεται σε σύντομο χρόνο
βραχύχρονου	adj	γενική ενικού του βραχύχρονος
βραχύχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βραχύχρονος
βραχύχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βραχύχρονος
βραχώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρέχομαι
βραχώδεις	=	βραχώδης
βραχώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βραχώδης
βραχώδη	=	βραχώδης
βραχώδης	adj	που έχει πολλούς βράχους
βραχώδους	adj	γενική ενικού του βραχώδης
βρε	intj	ανάλογα με τον τρόπο που λέγεται δηλώνει αντίστοιχα βρισιά, περιφρόνηση, θαυμασμό αλλά και οικειότητα όπως
βρείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρεβίου	=	βρέβιο
βρεβίων	=	βρέβιο
βρεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βρέγμα
βρεγμένα	=	βρεγμένος
βρεγμένε	=	βρεγμένος
βρεγμένες	=	βρεγμένος
βρεγμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεγμένος
βρεγμένης	=	βρεγμένος
βρεγμένο	=	βρεγμένος
βρεγμένοι	=	βρεγμένος
βρεγμένος	verb	αυτός που έχει βραχεί, μουσκεμένος
βρεγμένου	=	βρεγμένος
βρεγμένους	=	βρεγμένος
βρεγμένων	=	βρεγμένος
βρεγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεγματικό
βρεγματικέ	adj	κλητική ενικού του βρεγματικός
βρεγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεγματική
βρεγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεγματικός
βρεγματικής	adj	γενική ενικού του βρεγματική
βρεγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεγματικός
βρεγματικού	adj	γενική ενικού του βρεγματικός
βρεγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρεγματικός
βρεγματικό	adj	αιτιατική ενικού του βρεγματικός	noun	οστό που βρίσκεται στο κρανίο
βρεγματικός	adj	που σχετίζεται με το βρέγμα, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
βρεγματικών	adj	γενική πληθυντικού του βρεγματικός
βρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθήκαν	=	βρίσκω
βρεθήκανε	=	βρίσκω
βρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρεθούνε	=	βρίσκω
βρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
βρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρεκεκέξ	intj	λέξη που αποδίδει τη φωνή του βάτραχου
βρεκτηρία	noun	βρέχτης, καταβρεχτήρι, ραντιστήρι
βρεκτηρίας	noun	γενική ενικού του βρεκτηρία
βρεκτηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεκτηρία
βρεκτηριών	noun	γενική πληθυντικού του βρεκτηρία
βρεμένος	=	βρέχω
βρεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρέξιμο
βρεξίματος	noun	γενική ενικού του βρέξιμο
βρεξιμάτων	=	βρέξιμο
βρες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του βρίσκω
βρεσίδι	noun	ό,τι βρίσκει κάποιος (τυχαία)
βρεσίδια	=	βρεσίδι
βρεσίματα	=	βρέσιμο
βρεσίματος	=	βρέσιμο
βρεσιδιού	=	βρεσίδι
βρεσιδιών	=	βρεσίδι
βρεσιμάτων	=	βρέσιμο
βρετά	=	βρετό
βρετίκια	noun	η αμοιβή που δίνεται σε κάποιον που βρήκε κάτι χαμένο, τα εύρετρα
βρετανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρετανικό	adv	στα βρετανικά αγγλικά
βρετανικέ	adj	κλητική ενικού του βρετανικός
βρετανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρετανική
βρετανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρετανικός
βρετανικής	adj	γενική ενικού του βρετανική
βρετανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρετανικός
βρετανικού	adj	γενική ενικού του βρετανικός
βρετανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρετανικός
βρετανικό	adj	αιτιατική ενικού του βρετανικός
βρετανικός	adj	ο σχετικός με τη Βρετανία, ο αγγλικός.
βρετανικών	adj	γενική πληθυντικού του βρετανικός
βρετονικά	noun	η βρετονική γλώσσα, κελτικής καταγωγής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρετονικό
βρετονικέ	adj	κλητική ενικού του βρετονικός
βρετονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρετονική
βρετονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρετονικός
βρετονικής	adj	γενική ενικού του βρετονική
βρετονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρετονικός
βρετονικού	adj	γενική ενικού του βρετονικός
βρετονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρετονικός
βρετονικό	adj	ουδέτερο του βρετονικός
βρετονικός	adj	σχετικός με τη Βρετάνη ή ο προερχόμενος από τη Βρετάνη
βρετονικών	adj	γενική πληθυντικού του βρετονικός
βρετού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρετός	noun	γενική ενικού του βρετό
βρετό	noun	αίνιγμα, γρίφος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βρετός
βρετών	=	βρετό
βρεφάκι	noun|rare	υποκοριστικό του βρέφος
βρεφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφικό
βρεφικέ	adj	κλητική ενικού του βρεφικός
βρεφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφική
βρεφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεφικός
βρεφικής	adj	γενική ενικού του βρεφική
βρεφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφικός
βρεφικού	adj	γενική ενικού του βρεφικός
βρεφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρεφικός
βρεφικό	adj	αιτιατική ενικού του βρεφικός
βρεφικός	adj	σχετικός με τα βρέφη
βρεφικών	adj	γενική πληθυντικού του βρεφικός
βρεφοδόχε	=	βρεφοδόχος
βρεφοδόχο	=	βρεφοδόχος
βρεφοδόχοι	=	βρεφοδόχος
βρεφοδόχος	noun	η ειδική θήκη που βρίσκεται έξω από τα βρεφοκομεία κάποιων χωρών (παλιότερα και στην Ελλάδα) για την υποδοχή των έκθετων βρεφών
βρεφοδόχου	=	βρεφοδόχος
βρεφοδόχους	=	βρεφοδόχος
βρεφοδόχων	=	βρεφοδόχος
βρεφοζυγέ	noun	κλητική ενικού του βρεφοζυγός
βρεφοζυγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφοζυγός
βρεφοζυγού	noun	γενική ενικού του βρεφοζυγός
βρεφοζυγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρεφοζυγός
βρεφοζυγό	noun	αιτιατική ενικού του βρεφοζυγός
βρεφοζυγός	noun	ζυγαριά για το ζύγισμα των βρεφών
βρεφοζυγών	noun	γενική πληθυντικού του βρεφοζυγός
βρεφοκομήσαμε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομήσαν	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομήσανε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομήσατε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομήσει	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομήστε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομία	noun	η επιστήμη της φροντίδας των νεογνών / βρεφών
βρεφοκομίας	noun	γενική ενικού του βρεφοκομία
βρεφοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομία
βρεφοκομεί	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομείο
βρεφοκομείο	noun	το νοσηλευτικό ίδρυμα που περιθάλπει και φροντίζει ορφανά ή εγκατελειμμένα βρέφη
βρεφοκομείου	noun	γενική ενικού του βρεφοκομείο
βρεφοκομείς	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομείτε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του βρεφοκομείο
βρεφοκομεῖον	noun	βρεφοκομείο
βρεφοκομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομημένο
βρεφοκομημένε	verb	κλητική ενικού του βρεφοκομημένος
βρεφοκομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομημένη
βρεφοκομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεφοκομημένος
βρεφοκομημένης	verb	γενική ενικού του βρεφοκομημένη
βρεφοκομημένο	verb	αιτιατική ενικού του βρεφοκομημένος
βρεφοκομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομημένος
βρεφοκομημένος	verb	αυτός που τον έχουν βρεφοκομήσει
βρεφοκομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρεφοκομημένος
βρεφοκομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρεφοκομημένος
βρεφοκομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρεφοκομημένος
βρεφοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομικό
βρεφοκομικέ	adj	κλητική ενικού του βρεφοκομικός
βρεφοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομική
βρεφοκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεφοκομικός
βρεφοκομικής	adj	γενική ενικού του βρεφοκομική
βρεφοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκομικός
βρεφοκομικού	adj	γενική ενικού του βρεφοκομικός
βρεφοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρεφοκομικός
βρεφοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του βρεφοκομικός
βρεφοκομικός	adj	που έχει σχέση με τον βρεφοκόμο ή τη βρεφοκομία ή αναφέρεται σ’ αυτά
βρεφοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του βρεφοκομικός
βρεφοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του βρεφοκομία
βρεφοκομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βρεφοκομώ
βρεφοκομούμε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούν	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούνε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσα	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσαμε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσαν	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσανε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσατε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομούσες	=	βρεφοκομώ
βρεφοκομώ	verb	περιποιούμαι βρέφος (σε σπίτι) ή βρέφη (σε βρεφοκομείο), τα ανατρέφω
βρεφοκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βρεφοκομώ
βρεφοκρατουσών	=	βρεφοκρατούσα
βρεφοκρατούσα	noun	εικονογραφικός τύπος της Θεοτόκου στον οποίο απεικονίζεται να κρατάει το θείο βρέφος
βρεφοκρατούσας	=	βρεφοκρατούσα
βρεφοκρατούσες	=	βρεφοκρατούσα
βρεφοκτονία	noun	η δολοφονία ενός βρέφους
βρεφοκτονίας	noun	γενική ενικού του βρεφοκτονία
βρεφοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκτονία
βρεφοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του βρεφοκτονία
βρεφοκτόνε	noun	κλητική ενικού του βρεφοκτόνος
βρεφοκτόνο	noun	αιτιατική ενικού του βρεφοκτόνος
βρεφοκτόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκτόνος
βρεφοκτόνος	noun	που έχει σκοτώσει ένα βρέφος
βρεφοκτόνου	noun	γενική ενικού του βρεφοκτόνος
βρεφοκτόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρεφοκτόνος
βρεφοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του βρεφοκτόνος
βρεφοκόμε	noun	κλητική ενικού του βρεφοκόμος
βρεφοκόμει	=	βρεφοκομώ
βρεφοκόμησα	=	βρεφοκομώ
βρεφοκόμησαν	=	βρεφοκομώ
βρεφοκόμησε	=	βρεφοκομώ
βρεφοκόμησες	=	βρεφοκομώ
βρεφοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του βρεφοκόμος
βρεφοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφοκόμος
βρεφοκόμος	noun	αυτός/αυτή που φροντίζει τα βρέφη σε νοσοκομείο, μαιευτήριο, κλινική, βρεφοκομείο
βρεφοκόμου	noun	γενική ενικού του βρεφοκόμος
βρεφοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρεφοκόμος
βρεφοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του βρεφοκόμος
βρεφολόγε	=	βρεφολόγος
βρεφολόγο	=	βρεφολόγος
βρεφολόγοι	=	βρεφολόγος
βρεφολόγος	noun	ειδικός στη βρεφολογία
βρεφολόγου	=	βρεφολόγος
βρεφολόγους	=	βρεφολόγος
βρεφολόγων	=	βρεφολόγος
βρεφονηπιαγωγέ	=	βρεφονηπιαγωγός
βρεφονηπιαγωγοί	=	βρεφονηπιαγωγός
βρεφονηπιαγωγού	=	βρεφονηπιαγωγός
βρεφονηπιαγωγούς	=	βρεφονηπιαγωγός
βρεφονηπιαγωγό	=	βρεφονηπιαγωγός
βρεφονηπιαγωγός	noun	νηπιαγωγός σε βρεφονηπιακό σταθμό
βρεφονηπιαγωγών	=	βρεφονηπιαγωγός
βρεφονηπιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφονηπιακό
βρεφονηπιακέ	adj	κλητική ενικού του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεφονηπιακή
βρεφονηπιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιακής	adj	γενική ενικού του βρεφονηπιακή
βρεφονηπιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιακού	adj	γενική ενικού του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιακό	adj	αιτιατική ενικού του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιακός	adj	σχετικός με τα βρέφη και τα νήπια
βρεφονηπιακών	adj	γενική πληθυντικού του βρεφονηπιακός
βρεφονηπιοκομία	noun	η ειδίκευση για τη φροντίδα και την απασχόληση των βρεφών
βρεφονηπιοκομίας	=	βρεφονηπιοκομία
βρεφονηπιοκομίες	=	βρεφονηπιοκομία
βρεφονηπιοκομικά	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικέ	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικές	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομική	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (βρεφονηπιοκομική) του βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικοί	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικού	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικούς	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικό	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομικός	adj	ο σχετικός με τη βρεφονηπιοκομία ή τους βρεφονηπιοκόμους
βρεφονηπιοκομικών	=	βρεφονηπιοκομικός
βρεφονηπιοκομιών	=	βρεφονηπιοκομία
βρεφονηπιοκόμε	=	βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοκόμο	=	βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοκόμοι	=	βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοκόμος	noun	άτομο εξειδικευμένο στη φροντίδα και την απασχόληση βρεφών
βρεφονηπιοκόμου	=	βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοκόμους	=	βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοκόμων	=	βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοτρόφε	=	βρεφονηπιοτρόφος
βρεφονηπιοτρόφο	=	βρεφονηπιοτρόφος
βρεφονηπιοτρόφοι	=	βρεφονηπιοτρόφος
βρεφονηπιοτρόφος	noun	άτομο που προσέχει βρέφη, βρεφονηπιοκόμος
βρεφονηπιοτρόφου	=	βρεφονηπιοτρόφος
βρεφονηπιοτρόφους	=	βρεφονηπιοτρόφος
βρεφονηπιοτρόφων	=	βρεφονηπιοτρόφος
βρεφωδών	=	βρεφώδης
βρεφώδεις	=	βρεφώδης
βρεφώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βρεφώδης
βρεφώδη	=	βρεφώδης
βρεφώδης	adj	σχετικός με βρέφος
βρεφώδους	=	βρεφώδης
βρεφών	=	βρέφος
βρεχάμενα	noun	τα ύφαλα ενός πλεούμενου
βρεχάμενε	verb	κλητική ενικού του βρεχάμενος
βρεχάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεχάμενη
βρεχάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεχάμενος
βρεχάμενης	verb	γενική ενικού του βρεχάμενη
βρεχάμενο	verb	αιτιατική ενικού του βρεχάμενος
βρεχάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεχάμενος
βρεχάμενος	verb|vulgar	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος βρέχω
βρεχάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρεχάμενος
βρεχάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρεχάμενος
βρεχάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρεχάμενος
βρεχτοκούκι	noun|rare	σπάνιος ενικός αριθμός της λέξης βρεχτοκούκια
βρεχτοκούκια	noun	φαγητό από ξερά κουκιά που τα μουλιάζουν στο νερό, για να μαλακώσουν και να μαγειρευτούν / φαγωθούν
βρεχτούρα	noun|dated	σκεύος με τρύπες στο στόμιο, κατάλληλο για ράντισμα
βρεχτούρας	=	βρεχτούρα
βρεχτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεχτούρα
βρεχόμασταν	=	βρέχω
βρεχόμαστε	=	βρέχω
βρεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεχόμενο
βρεχόμενε	verb	κλητική ενικού του βρεχόμενος
βρεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρεχόμενη
βρεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρεχόμενος
βρεχόμενης	verb	γενική ενικού του βρεχόμενη
βρεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του βρεχόμενος
βρεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρεχόμενος
βρεχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος βρέχω
βρεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρεχόμενος
βρεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρεχόμενος
βρεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρεχόμενος
βρεχόμουν	=	βρέχω
βρεχόμουνα	=	βρέχω
βρεχόντουσαν	=	βρέχω
βρεχόσασταν	=	βρέχω
βρεχόσαστε	=	βρέχω
βρεχόσουν	=	βρέχω
βρεχόσουνα	=	βρέχω
βρεχόταν	=	βρέχω
βρεχότανε	=	βρέχω
βριγαντίνο	noun	Δείτε μπεργαντί.
βριζονιού	noun	γενική ενικού του βριζόνι
βριζονιών	=	βριζόνι
βριζωνιού	=	βριζώνι
βριζωνιών	=	βριζώνι
βριζόμασταν	=	βρίζω
βριζόμαστε	=	βρίζω
βριζόμουν	=	βρίζω
βριζόμουνα	=	βρίζω
βριζόνι	noun	χειροκίνητος ανελκυστήρας με δίχτυ ή καλάθι, με τον οποίο μπορούμε να μεταφέρουμε ανθρώπους ή αντικείμενα από υψηλότερο σε χαμηλότερο μέρος και το αντίθετο
βριζόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βριζόνι
βριζόντουσαν	=	βρίζω
βριζόσασταν	=	βρίζω
βριζόσαστε	=	βρίζω
βριζόσουν	=	βρίζω
βριζόσουνα	=	βρίζω
βριζόταν	=	βρίζω
βριζότανε	=	βρίζω
βριζών	noun	γενική πληθυντικού του βρίζα
βριζώνι	noun	άλλη γραφή του βριζόνι
βριζώνια	=	βριζώνι
βρικολάκιασμα	noun	το αποτέλεσμα του βρικολακιάζω
βρικολάκων	=	βρικόλακας
βρικολακιάζω	verb	γίνομαι βρικόλακας
βρικολακιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρικολάκιασμα
βρικολακιάσματος	noun	γενική ενικού του βρικολάκιασμα
βρικολακιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρικολακιάζω
βρικολακιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βρικολάκιασμα
βρικολακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρικολακιασμένο
βρικολακιασμένε	verb	κλητική ενικού του βρικολακιασμένος
βρικολακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρικολακιασμένη
βρικολακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρικολακιασμένος
βρικολακιασμένης	verb	γενική ενικού του βρικολακιασμένη
βρικολακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του βρικολακιασμένος
βρικολακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρικολακιασμένος
βρικολακιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βρικολακιάζω
βρικολακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρικολακιασμένος
βρικολακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρικολακιασμένος
βρικολακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρικολακιασμένος
βρικόλακα	=	βρικόλακας
βρικόλακας	noun	ο νεκρός που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, βγαίνει τη νύχτα από τον τάφο του και τρέφεται με αίμα ζωντανών
βρικόλακες	=	βρικόλακας
βριλησσιωτών	=	βριλησσιώτης
βριλησσιώτες	=	βριλησσιώτης
βριλησσιώτη	=	βριλησσιώτης
βριλησσιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τα Βριλήσσια
βριλησσιώτικα	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικε	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικες	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικη	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικης	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικο	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικοι	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Βριλήσσια ή τους κατοίκους τους
βριλησσιώτικου	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικους	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτικων	=	βριλησσιώτικος
βριλησσιώτισσα	=	βριλησσιώτης
βρισίδι	noun	η εκτόξευση ή η ανταλλαγή ύβρεων
βρισίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρισίδι
βρισίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρίσιμο
βρισίματος	noun	γενική ενικού του βρίσιμο
βρισιά	noun	η προσβλητική λέξη ή η φράση εναντίον κάποιου
βρισιάς	noun	γενική ενικού του βρισιά
βρισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρισιά
βρισιδιού	=	βρισίδι
βρισιδιών	=	βρισίδι
βρισιμάτων	=	βρίσιμο
βρισιών	=	βρισιά
βρισκόμασταν	=	βρίσκω
βρισκόμαστε	=	βρίσκω
βρισκόμενος	=	βρίσκω
βρισκόμουν	=	βρίσκω
βρισκόμουνα	=	βρίσκω
βρισκόντουσαν	=	βρίσκω
βρισκόσασταν	=	βρίσκω
βρισκόσαστε	=	βρίσκω
βρισκόσουν	=	βρίσκω
βρισκόσουνα	=	βρίσκω
βρισκόταν	=	βρίσκω
βρισκότανε	=	βρίσκω
βρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρισμένο
βρισμένε	verb	κλητική ενικού του βρισμένος
βρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρισμένη
βρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρισμένος
βρισμένης	verb	γενική ενικού του βρισμένη
βρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βρισμένος
βρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρισμένος
βρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βρίζω
βρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρισμένος
βρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρισμένος
βρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρισμένος
βριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστήκαν	=	βρίζω
βριστήκανε	=	βρίζω
βριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριστούνε	=	βρίζω
βριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίζομαι
βριτσίλα	noun	ερεθισμός του δέρματος
βριτσίλας	=	βριτσίλα
βριτσίλες	=	βριτσίλα
βρογχίδια	=	βρογχίδιο
βρογχίδιο	noun	η συνέχεια του βρόγχου, όπως διακλαδίζεται μέσα στους πνεύμονες και σχηματίζει το βρογχικό δέντρο
βρογχίδιου	=	βρογχίδιο
βρογχίου	=	βρόγχιο
βρογχίτες	=	βρογχίτης
βρογχίτη	=	βρογχίτης
βρογχίτης	noun	άλλη μορφή του βρογχίτιδα
βρογχίτι	=	βρογχίτις
βρογχίτιδα	noun	αρρώστια του αναπνευστικού συστήματος που εκδηλώνεται με φλεγμονή και ερεθισμό στο βλεννογόνο των βρόγχων
βρογχίτιδας	=	βρογχίτιδα
βρογχίτιδες	=	βρογχίτιδα
βρογχίτιδος	=	βρογχίτις
βρογχίτιδων	=	βρογχίτιδα
βρογχίτις	noun	μονοτονική γραφή του βρογχῖτις, η βρογχίτιδα
βρογχίων	=	βρόγχιο
βρογχεκτασία	noun	ασυνήθιστη διαστολή των βρόγχων, που οφείλεται σε παθολογικά αίτια
βρογχεκτασίας	noun	γενική ενικού του βρογχεκτασία
βρογχεκτασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχεκτασία
βρογχεκτασιών	noun	γενική πληθυντικού του βρογχεκτασία
βρογχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχιακό
βρογχιακέ	adj	κλητική ενικού του βρογχιακός
βρογχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχιακή
βρογχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρογχιακός
βρογχιακής	adj	γενική ενικού του βρογχιακή
βρογχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχιακός
βρογχιακού	adj	γενική ενικού του βρογχιακός
βρογχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρογχιακός
βρογχιακό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχιακός
βρογχιακός	adj	άλλη μορφή του βρογχικός
βρογχιακών	adj	γενική πληθυντικού του βρογχιακός
βρογχιδίου	=	βρογχίδιο
βρογχιδίων	=	βρογχίδιο
βρογχικά	noun	αρρώστια των βρόγχων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχικό
βρογχικέ	adj	κλητική ενικού του βρογχικός
βρογχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχική
βρογχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρογχικός
βρογχικής	adj	γενική ενικού του βρογχική
βρογχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχικός
βρογχικού	adj	γενική ενικού του βρογχικός
βρογχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρογχικός
βρογχικό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχικός
βρογχικός	adj	που έχει σχέση με τους βρόγχους, ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς.
βρογχικών	adj	γενική πληθυντικού του βρογχικός
βρογχιολίου	=	βρογχιόλιο
βρογχιολίτιδα	noun	λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού, που προσβάλλει κυρίως μικρά παιδιά
βρογχιολίτιδας	=	βρογχιολίτιδα
βρογχιολίτιδες	=	βρογχιολίτιδα
βρογχιολίτιδων	=	βρογχιολίτιδα
βρογχιολίων	=	βρογχιόλιο
βρογχισμέ	noun	κλητική ενικού του βρογχισμός
βρογχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχισμός
βρογχισμού	noun	γενική ενικού του βρογχισμός
βρογχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρογχισμός
βρογχισμό	noun	αιτιατική ενικού του βρογχισμός
βρογχισμός	noun	σπασμωδική συστολή βρόγχων
βρογχισμών	noun	γενική πληθυντικού του βρογχισμός
βρογχιτίδων	=	βρογχίτις
βρογχιτών	=	βρογχίτης
βρογχιόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχιόλιο
βρογχιόλιο	noun	η λεπτή τελική διακλάδωση των βρόγχων, μέσω της οποίας ο αέρας κατανέμεται στα κυψελίδια των πνευμόνων
βρογχιόλιου	=	βρογχιόλιο
βρογχιόλιων	=	βρογχιόλιο
βρογχοδιασταλτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοδιασταλτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοδιασταλτικό, ουδέτερο του βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτικέ	=	βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτικές	=	βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτική	=	βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτικής	=	βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτικοί	=	βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτικού	=	βρογχοδιασταλτικό
βρογχοδιασταλτικούς	=	βρογχοδιασταλτικός
βρογχοδιασταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχοδιασταλτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που διευκολύνει την αναπνοή και βοηθούν στην αντιμετώπιση του βρογχόσπασμου
βρογχοδιασταλτικός	adj	φάρμακο που συμβάλλει στη διαστολή των βρόγχων και στη διευκόλυνση της αναπνοής
βρογχοδιασταλτικών	=	βρογχοδιασταλτικό
βρογχοκήλες	=	βρογχοκήλη
βρογχοκήλη	noun	η ανώμαλη διόγκωση μέρους της μπροστινής βάσης του λαιμού, εξαιτίας προβλημάτων του θυρεοειδούς
βρογχοκήλης	=	βρογχοκήλη
βρογχοκηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοκηλικό
βρογχοκηλικέ	adj	κλητική ενικού του βρογχοκηλικός
βρογχοκηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοκηλική
βρογχοκηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρογχοκηλικός
βρογχοκηλικής	adj	γενική ενικού του βρογχοκηλική
βρογχοκηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχοκηλικός
βρογχοκηλικού	adj	γενική ενικού του βρογχοκηλικός
βρογχοκηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρογχοκηλικός
βρογχοκηλικό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχοκηλικός
βρογχοκηλικός	adj	που έχει σχέση με την βρογχοκήλη ή αναφέρεται σ’ αυτή
βρογχοκηλικών	adj	γενική πληθυντικού του βρογχοκηλικός
βρογχοκυψελιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοκυψελιδικό
βρογχοκυψελιδικέ	adj	κλητική ενικού του βρογχοκυψελιδικός
βρογχοκυψελιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοκυψελιδική
βρογχοκυψελιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρογχοκυψελιδικός
βρογχοκυψελιδικής	adj	γενική ενικού του βρογχοκυψελιδική
βρογχοκυψελιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχοκυψελιδικός
βρογχοκυψελιδικού	adj	γενική ενικού του βρογχοκυψελιδικός
βρογχοκυψελιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρογχοκυψελιδικός
βρογχοκυψελιδικό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχοκυψελιδικός
βρογχοκυψελιδικός	adj	που αφορά τους βρόγχους και τις κυψελίδες του πνεύμονα
βρογχοκυψελιδικών	adj	γενική πληθυντικού του βρογχοκυψελιδικός
βρογχολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχολογικό
βρογχολογικέ	adj	κλητική ενικού του βρογχολογικός
βρογχολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχολογική
βρογχολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρογχολογικός
βρογχολογικής	adj	γενική ενικού του βρογχολογική
βρογχολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχολογικός
βρογχολογικού	adj	γενική ενικού του βρογχολογικός
βρογχολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρογχολογικός
βρογχολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχολογικός
βρογχολογικός	adj	που έχει σχέση με την βρογχολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
βρογχολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βρογχολογικός
βρογχοπνευμονία	noun	αρρώστια που εκδηλώνεται με φλεγμονή στους βρόγχους και σε σημεία του πνεύμονα
βρογχοπνευμονίας	noun	γενική ενικού του βρογχοπνευμονία
βρογχοπνευμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοπνευμονία
βρογχοπνευμονιών	noun	γενική πληθυντικού του βρογχοπνευμονία
βρογχοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοσκόπηση
βρογχοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βρογχοσκόπηση
βρογχοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βρογχοσκόπηση
βρογχοσκοπίου	=	βρογχοσκόπιο
βρογχοσκοπίων	=	βρογχοσκόπιο
βρογχοσκόπηση	noun	τρόπος εξέτασης των βρόγχων με βρογχοσκόπιο
βρογχοσκόπησης	noun	γενική ενικού του βρογχοσκόπηση
βρογχοσκόπησις	noun	βρογχοσκόπηση
βρογχοσκόπια	=	βρογχοσκόπιο
βρογχοσκόπιο	noun	συσκευή, - (ενδοσκοπικό όργανο) -, με το οποίο επιχειρείται βρογχοσκόπηση
βρογχοσκόπιον	noun	βρογχοσκόπιο
βρογχοσκόπιου	=	βρογχοσκόπιο
βρογχοτομία	noun	η χειρουργική εκτομή των βρόγχων
βρογχοτομίας	noun	γενική ενικού του βρογχοτομία
βρογχοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοτομία
βρογχοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του βρογχοτομία
βρογχοϋπεζωκοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοϋπεζωκοτικό
βρογχοϋπεζωκοτικέ	adj	κλητική ενικού του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχοϋπεζωκοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρογχοϋπεζωκοτική
βρογχοϋπεζωκοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχοϋπεζωκοτικής	adj	γενική ενικού του βρογχοϋπεζωκοτική
βρογχοϋπεζωκοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχοϋπεζωκοτικού	adj	γενική ενικού του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχοϋπεζωκοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχοϋπεζωκοτικό	adj	αιτιατική ενικού του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχοϋπεζωκοτικός	adj	που έχει σχέση με τους βρόγχους και τον υπεζωκότα ή αναφέρεται σ’ αυτά
βρογχοϋπεζωκοτικών	adj	γενική πληθυντικού του βρογχοϋπεζωκοτικός
βρογχόσπασμε	=	βρογχόσπασμος
βρογχόσπασμο	=	βρογχόσπασμος
βρογχόσπασμοι	=	βρογχόσπασμος
βρογχόσπασμος	noun	σπασμωδική συστολή βρόγχων
βρογχόσπασμου	=	βρογχόσπασμος
βρογχόσπασμους	=	βρογχόσπασμος
βρογχόσπασμων	=	βρογχόσπασμος
βρογχῖτις	noun	η βρογχίτιδα
βρολβέ	noun	κλητική ενικού του βρολβός
βρολβλέ	noun	κλητική ενικού του βρολβλός
βρολβλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρολβλός
βρολβλού	noun	γενική ενικού του βρολβλός
βρολβλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρολβλός
βρολβλό	noun	αιτιατική ενικού του βρολβλός
βρολβλός	noun	ο βολβός (Κρήτη, όπως λέγεται ειδικότερα στη περιοχή Μαδάρες όπου και φυτρώνει σε μεγάλο αριθμό)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
βρολβλών	noun	γενική πληθυντικού του βρολβλός
βρολβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρολβός
βρολβού	noun	γενική ενικού του βρολβός
βρολβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρολβός
βρολβό	noun	αιτιατική ενικού του βρολβός
βρολβός	noun	ο βολβός (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
βρολβών	noun	γενική πληθυντικού του βρολβός
βρομά	=	βρομάω
βρομάγαμε	=	βρομάω
βρομάγανε	=	βρομάω
βρομάγατε	=	βρομάω
βρομάει	=	βρομάω
βρομάμε	=	βρομάω
βρομάν	=	βρομάω
βρομάνε	=	βρομάω
βρομάνθρωπε	=	βρομάνθρωπος
βρομάνθρωπο	=	βρομάνθρωπος
βρομάνθρωποι	=	βρομάνθρωπος
βρομάνθρωπος	noun	κακού χαρακτήρα και συμπεριφοράς άνθρωπος
βρομάνθρωπου	=	βρομάνθρωπος
βρομάνθρωπους	=	βρομάνθρωπος
βρομάνθρωπων	=	βρομάνθρωπος
βρομάς	=	βρομάω
βρομάτε	=	βρομάω
βρομάω	verb	έχω άσχημη οσμή
βρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσαν	=	βρομάω
βρομήσανε	=	βρομάω
βρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσουνε	=	βρομάω
βρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομώ
βρομίδιο	=	βρωμίδιο
βρομίζαμε	=	βρομίζω
βρομίζαν	=	βρομίζω
βρομίζανε	=	βρομίζω
βρομίζατε	=	βρομίζω
βρομίζει	=	βρομίζω
βρομίζεις	=	βρομίζω
βρομίζεσαι	=	βρομίζομαι
βρομίζεστε	=	βρομίζομαι
βρομίζεται	=	βρομίζομαι
βρομίζετε	=	βρομίζω
βρομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βρομίζω
βρομίζονται	=	βρομίζομαι
βρομίζονταν	=	βρομίζομαι
βρομίζοντας	=	βρομίζω
βρομίζου	=	βρομίζομαι
βρομίζουμε	=	βρομίζω
βρομίζουν	=	βρομίζω
βρομίζουνε	=	βρομίζω
βρομίζω	verb	λερώνω, κάνω κάτι βρόμικο
βρομίου	=	βρόμιο
βρομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίσαν	=	βρομίζω
βρομίσανε	=	βρομίζω
βρομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόμισμα
βρομίσματος	noun	γενική ενικού του βρόμισμα
βρομίσου	=	βρομίζομαι
βρομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίστηκα	=	βρομίζομαι
βρομίστηκαν	=	βρομίζομαι
βρομίστηκε	=	βρομίζομαι
βρομίστηκες	=	βρομίζομαι
βρομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζω
βρομίων	=	βρόμιο
βρομερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομερό	adv	με βρομερό τρόπο
βρομερέ	adj	κλητική ενικού του βρομερός
βρομερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομερή
βρομερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομερός
βρομερής	adj	γενική ενικού του βρομερή
βρομεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρομερός
βρομεροτήτων	=	βρομερότητα
βρομερού	adj	γενική ενικού του βρομερός
βρομερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρομερός
βρομερό	adj	αιτιατική ενικού του βρομερός
βρομερός	adj	που μυρίζει άσχημα, που βρομάει, που ζέχνει
βρομερότης	noun	βρομερότητα, η ιδιότητα του βρομερού
βρομερότητα	noun	το να είναι κάποιος βρομερός, η ιδιότητα του βρομερού
βρομερότητας	=	βρομερότητα
βρομερότητες	=	βρομερότητα
βρομερών	adj	γενική πληθυντικού του βρομερός
βρομιά	noun	άλλη μορφή του βρόμα
βρομιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομιάρης
βρομιάρας	adj	γενική ενικού του βρομιάρα
βρομιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομιάρα
βρομιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βρομιάρης
βρομιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομιάρης
βρομιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του βρομιάρης
βρομιάρης	adj	που είναι μονίμως βρόμικος	noun	ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βρομιάρης
βρομιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομιάρικο
βρομιάρικε	adj	κλητική ενικού του βρομιάρικος
βρομιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομιάρικη
βρομιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομιάρικος
βρομιάρικης	adj	γενική ενικού του βρομιάρικη
βρομιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βρομιάρης
βρομιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρομιάρικος
βρομιάρικος	adj	βρομιάρης, βρομερός
βρομιάρικου	adj	γενική ενικού του βρομιάρικο
βρομιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρομιάρικος
βρομιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του βρομιάρικο
βρομιάς	noun	γενική ενικού του βρομιά
βρομιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομιά
βρομιζόμασταν	=	βρομίζομαι
βρομιζόμαστε	=	βρομίζομαι
βρομιζόμουν	=	βρομίζομαι
βρομιζόμουνα	=	βρομίζομαι
βρομιζόντουσαν	=	βρομίζομαι
βρομιζόσασταν	=	βρομίζομαι
βρομιζόσαστε	=	βρομίζομαι
βρομιζόσουν	=	βρομίζομαι
βρομιζόσουνα	=	βρομίζομαι
βρομιζόταν	=	βρομίζομαι
βρομιζότανε	=	βρομίζομαι
βρομισιά	noun|rare	το αποτέλεσμα του βρομίζω
βρομισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βρόμισμα
βρομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομισμένο
βρομισμένε	verb	κλητική ενικού του βρομισμένος
βρομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομισμένη
βρομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομισμένος
βρομισμένης	verb	γενική ενικού του βρομισμένη
βρομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βρομισμένος
βρομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρομισμένος
βρομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βρομίζω
βρομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρομισμένος
βρομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρομισμένος
βρομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρομισμένος
βρομιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστήκαν	=	βρομίζομαι
βρομιστήκανε	=	βρομίζομαι
βρομιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομίζομαι
βρομιών	=	βρομιά
βρομογλωσσών	noun	γενική πληθυντικού του βρομόγλωσσα
βρομογούρουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομογούρουνο
βρομογούρουνο	noun	το λασπωμένο, βρόμικο γουρούνι	adj	για άξεστο, βρόμικο ή πρόστυχο άτομο
βρομογούρουνου	noun	γενική ενικού του βρομογούρουνο
βρομογούρουνων	noun	γενική πληθυντικού του βρομογούρουνο
βρομοδουλειά	noun	δουλειά / εργασία που κάποιος δεν θέλει και τόσο να κάνει, γιατί είναι βρόμικη, δύσκολη κ.λπ.
βρομοδουλειάς	noun	γενική ενικού του βρομοδουλειά
βρομοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομοδουλειά
βρομοδουλειών	=	βρομοδουλειά
βρομοθήλυκα	=	βρομοθήλυκο
βρομοθήλυκο	noun	χαρακτηρισμός για γυναίκα που θεωρείται ανήθικη, πρόστυχη ή ανάρμοστη στη συμπεριφορά της
βρομοθήλυκου	=	βρομοθήλυκο
βρομοθήλυκων	=	βρομοθήλυκο
βρομοκοπά	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάει	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάμε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάν	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάνε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάς	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάτε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπάω	verb	βρομάω πολύ, μυρίζω με μια άσχημη και βαριά οσμή
βρομοκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσαν	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπήσανε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρομοκοπώ
βρομοκοπούμε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούν	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούνε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσα	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσαμε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσαν	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσανε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσατε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσε	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπούσες	=	βρομοκοπάω
βρομοκοπώ	verb	σπανιότερη μορφή του βρομοκοπάω
βρομοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βρομοκοπάω
βρομοκουβέντες	noun	λόγια ή φράσεις χυδαίου, προσβλητικού ή απρεπούς περιεχομένου, που προσβάλλουν την ευπρέπεια της ομιλίας
βρομοκουβεντών	=	βρομοκουβέντες
βρομοκόπα	=	βρομοκοπάω
βρομοκόπαγα	=	βρομοκοπάω
βρομοκόπαγε	=	βρομοκοπάω
βρομοκόπησα	=	βρομοκοπάω
βρομοκόπησαν	=	βρομοκοπάω
βρομοκόπησε	=	βρομοκοπάω
βρομοκόπησες	=	βρομοκοπάω
βρομονέρι	noun|rare	άλλη μορφή του βρομόνερο
βρομοπόδαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομοπόδαρο
βρομοπόδαρε	adj	κλητική ενικού του βρομοπόδαρος
βρομοπόδαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομοπόδαρη
βρομοπόδαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομοπόδαρος
βρομοπόδαρης	adj	γενική ενικού του βρομοπόδαρη
βρομοπόδαρο	noun	βρόμικο πόδι ή με άσχημη μυρωδιά	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βρομοπόδαρος
βρομοπόδαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρομοπόδαρος
βρομοπόδαρος	adj	που έχει δύσοσμα πόδια
βρομοπόδαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρομοπόδαρος
βρομοπόδαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρομοπόδαρος
βρομοπόδαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρομοπόδαρος
βρομοστομάτων	noun	γενική πληθυντικού του βρομόστομα
βρομοστόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόστομα
βρομοστόματος	noun	γενική ενικού του βρομόστομα
βρομούμε	=	βρομάω
βρομούν	=	βρομάω
βρομούνε	=	βρομάω
βρομούσα	noun	έντομο με δυσάρεστη οσμή	verb	α' ενικό του παρατατικού του ρήματος βρομάω
βρομούσαμε	=	βρομάω
βρομούσαν	=	βρομάω
βρομούσανε	=	βρομάω
βρομούσας	noun	γενική ενικού του βρομούσα
βρομούσατε	=	βρομάω
βρομούσε	=	βρομάω
βρομούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομούσα
βρομόγλωσσα	noun	χαρακτηρισμός προσώπου που μιλάει άσχημα, αισχρά ή συκοφαντικά
βρομόγλωσσας	noun	γενική ενικού του βρομόγλωσσα
βρομόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του βρομόγλωσσος
βρομόγλωσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόγλωσσα
βρομόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομόγλωσσος
βρομόγλωσσης	adj	γενική ενικού του βρομόγλωσση
βρομόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του βρομόγλωσσος
βρομόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρομόγλωσσος
βρομόγλωσσος	adj	που μιλάει άσχημα, αισχρά, χυδαία ή συκοφαντικά
βρομόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρομόγλωσσος
βρομόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρομόγλωσσος
βρομόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρομόγλωσσος
βρομόκαιρε	=	βρομόκαιρος
βρομόκαιρο	=	βρομόκαιρος
βρομόκαιροι	=	βρομόκαιρος
βρομόκαιρος	noun	παλιόκαιρος, κακοκαιρία
βρομόκαιρου	=	βρομόκαιρος
βρομόκαιρους	=	βρομόκαιρος
βρομόκαιρων	=	βρομόκαιρος
βρομόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόλογο
βρομόλογο	noun	χυδαίος, άσχημος ή αισχρός λόγος
βρομόλογου	noun	γενική ενικού του βρομόλογο
βρομόλογων	noun	γενική πληθυντικού του βρομόλογο
βρομόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόνερο
βρομόνερο	noun	βρόμικο νερό
βρομόνερου	noun	γενική ενικού του βρομόνερο
βρομόνερων	noun	γενική πληθυντικού του βρομόνερο
βρομόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόξυλο
βρομόξυλο	noun	μεγάλο ξυλοκόπημα
βρομόξυλου	noun	γενική ενικού του βρομόξυλο
βρομόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του βρομόξυλο
βρομόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόπαιδο
βρομόπαιδο	noun	το παλιόπαιδο
βρομόπαιδου	noun	γενική ενικού του βρομόπαιδο
βρομόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του βρομόπαιδο
βρομόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόσκυλο
βρομόσκυλο	noun	βρομερό -και κακό- σκυλί
βρομόσκυλου	noun	γενική ενικού του βρομόσκυλο
βρομόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του βρομόσκυλο
βρομόστομα	noun	η βρομόγλωσσα
βρομόστομε	adj	κλητική ενικού του βρομόστομος
βρομόστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόστομη
βρομόστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρομόστομος
βρομόστομης	adj	γενική ενικού του βρομόστομη
βρομόστομο	adj	αιτιατική ενικού του βρομόστομος
βρομόστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρομόστομος
βρομόστομος	adj	ο βρομόγλωσσος, που λέει κακά λόγια
βρομόστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρομόστομος
βρομόστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρομόστομος
βρομόστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρομόστομος
βρομόχερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρομόχερο
βρομόχερο	noun	βρόμικο χέρι
βρομόχερου	=	βρομόχερο
βρομόχερων	=	βρομόχερο
βρομόχορτα	=	βρομόχορτο
βρομόχορτο	noun	η ντατούρα
βρομόχορτου	=	βρομόχορτο
βρομόχορτων	=	βρομόχορτο
βρομύλε	=	βρομύλος
βρομύλο	=	βρομύλος
βρομύλοι	=	βρομύλος
βρομύλος	noun|formal	άλλη μορφή του βρομιάρης
βρομύλου	=	βρομύλος
βρομύλους	=	βρομύλος
βρομύλων	=	βρομύλος
βρομώ	verb	σπανιότερος τύπος του βρομάω
βρομώντας	=	βρομάω
βροντά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του βροντώ
βροντάγαμε	=	βροντάω
βροντάγανε	=	βροντάω
βροντάγατε	=	βροντάω
βροντάει	=	βροντάω
βροντάμε	=	βροντάω
βροντάν	=	βροντάω
βροντάνε	=	βροντάω
βροντάς	=	βροντάω
βροντάτε	=	βροντάω
βροντάω	verb	παράγω βροντή
βροντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροντή
βροντή	noun	δυνατός κι εξακολουθητικός κρότος που ακούγεται μετά από την εμφάνιση μιας αστραπής
βροντήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόντημα
βροντήματος	noun	γενική ενικού του βρόντημα
βροντήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξαν	=	βροντάω
βροντήξανε	=	βροντάω
βροντήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξουνε	=	βροντάω
βροντήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντώ
βροντής	=	βροντή
βροντήσαμε	=	βροντάω
βροντήσαν	=	βροντάω
βροντήσανε	=	βροντάω
βροντήσατε	=	βροντάω
βροντήσει	=	βροντάω
βροντήσεις	=	βροντάω
βροντήσετε	=	βροντάω
βροντήσουμε	=	βροντάω
βροντήσουν	=	βροντάω
βροντήσουνε	=	βροντάω
βροντήστε	=	βροντάω
βροντήσω	=	βροντάω
βροντεία	=	βροντείο
βροντείο	noun	μηχανισμός των αρχαίων θεάτρων για την παραγωγή του κρότου των βροντών
βροντείου	=	βροντείο
βροντείων	=	βροντείο
βροντερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροντερό	adv	κάνοντας μεγάλο θόρυβο, με βροντή
βροντερέ	adj	κλητική ενικού του βροντερός
βροντερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροντερή
βροντερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βροντερός
βροντερής	adj	γενική ενικού του βροντερή
βροντεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βροντερός
βροντερού	adj	γενική ενικού του βροντερός
βροντερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βροντερός
βροντερό	adj	αιτιατική ενικού του βροντερός
βροντερός	adj	δυνατός σε ένταση και εντυπωσιακός σαν τη βροντή
βροντερών	adj	γενική πληθυντικού του βροντερός
βροντηγμένος	=	βροντάω
βροντημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βρόντημα
βροντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροντημένο
βροντημένε	verb	κλητική ενικού του βροντημένος
βροντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροντημένη
βροντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βροντημένος
βροντημένης	verb	γενική ενικού του βροντημένη
βροντημένο	verb	αιτιατική ενικού του βροντημένος
βροντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βροντημένος
βροντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βροντώ και βροντάω
βροντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βροντημένος
βροντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βροντημένος
βροντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βροντημένος
βροντοκοπώ	verb	χτυπάω δυνατά και επίμονα (π.χ. μια πόρτα για να μου ανοίξουν), προκαλώ βρόντο
βροντολυρών	=	βροντόλυρα
βροντοσαύρου	noun	γενική ενικού του βροντόσαυρος
βροντοσαύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βροντόσαυρος
βροντοσαύρων	noun	γενική πληθυντικού του βροντόσαυρος
βροντοφωνάζαμε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζαν	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζανε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζατε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζει	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζεις	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζετε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζουμε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζουν	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζουνε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάζω	verb	φωνάζω, μιλάω δυνατά με βροντερή φωνή
βροντοφωνάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξαν	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξανε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βροντοφωνάζω
βροντοφωνώ	verb|rare	άλλη μορφή του βροντοφωνάζω
βροντοφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βροντοφωνώ
βροντοφώναζα	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναζαν	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναζε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναζες	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναξα	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναξαν	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναξε	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώναξες	=	βροντοφωνάζω
βροντοφώνως	adv|formal	άλλη μορφή του βροντόφωνα
βροντοχτυπά	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάγαμε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάγανε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάγατε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάει	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάμε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάνε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάς	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάτε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπάω	verb|literary	άλλη μορφή του βροντοχτυπώ
βροντοχτυπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροντοχτύπημα
βροντοχτυπήσαμε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσαν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσανε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσατε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσει	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσεις	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσετε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσουμε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσουν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσουνε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήστε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπήσω	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούμε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούνε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσα	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσαμε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσαν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσανε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσατε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπούσες	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτυπώ	verb|literary	χτυπώ με δύναμη ή θόρυβο
βροντοχτυπώντας	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπα	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπαγα	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπαγαν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπαγε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπαγες	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπησα	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπησαν	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπησε	=	βροντοχτυπάω
βροντοχτύπησες	=	βροντοχτυπάω
βροντούμε	=	βροντάω
βροντούν	=	βροντάω
βροντούνε	=	βροντάω
βροντούσα	=	βροντάω
βροντούσαμε	=	βροντάω
βροντούσαν	=	βροντάω
βροντούσανε	=	βροντάω
βροντούσατε	=	βροντάω
βροντούσε	=	βροντάω
βροντούσες	=	βροντάω
βροντωδών	=	βροντώδης
βροντόλαλα	=	βροντόλαλος
βροντόλαλε	=	βροντόλαλος
βροντόλαλες	=	βροντόλαλος
βροντόλαλη	=	βροντόλαλος
βροντόλαλης	=	βροντόλαλος
βροντόλαλο	=	βροντόλαλος
βροντόλαλοι	=	βροντόλαλος
βροντόλαλος	adj|literary	που έχει βροντερή φωνή
βροντόλαλου	=	βροντόλαλος
βροντόλαλους	=	βροντόλαλος
βροντόλαλων	=	βροντόλαλος
βροντόλυρα	noun	είδος κρητικής λύρας με μεγαλύτερο και βαθύτερο σκάφος, που αποδίδει βαρύτερο, δυνατό και μπάσο ήχο
βροντόλυρας	=	βροντόλυρα
βροντόλυρες	=	βροντόλυρα
βροντόσαυρε	noun	κλητική ενικού του βροντόσαυρος
βροντόσαυρο	noun	αιτιατική ενικού του βροντόσαυρος
βροντόσαυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βροντόσαυρος
βροντόσαυρου	noun	γενική ενικού του βροντόσαυρος
βροντόσαυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βροντόσαυρος
βροντόσαυρων	noun	γενική πληθυντικού του βροντόσαυρος
βροντόφωνα	adv	με βροντερή φωνή
βροντόφωνε	=	βροντόφωνος
βροντόφωνες	=	βροντόφωνος
βροντόφωνη	=	βροντόφωνος
βροντόφωνης	=	βροντόφωνος
βροντόφωνο	=	βροντόφωνος
βροντόφωνοι	=	βροντόφωνος
βροντόφωνος	adj	που η φωνή του είναι βροντερή, βροντώδης
βροντόφωνου	=	βροντόφωνος
βροντόφωνους	=	βροντόφωνος
βροντόφωνων	=	βροντόφωνος
βροντώ	verb	λιγότερο συχνή μορφή του βροντάω
βροντώδεις	=	βροντώδης
βροντώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βροντώδης
βροντώδη	=	βροντώδης
βροντώδης	adj	άλλη μορφή του βροντερός
βροντώδους	=	βροντώδης
βροντών	noun	γενική πληθυντικού του βροντή
βροντώντας	=	βροντάω
βρουβών	noun	γενική πληθυντικού του βρούβα
βρουκέλα	noun	μικρό βακτήριο που προκαλεί λοιμώξεις στα ζώα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο, προκαλώντας βρουκέλωση ή μελιταίο πυρετό
βρουκέλας	=	βρουκέλα
βρουκέλες	=	βρουκέλα
βρουκέλωση	noun	μολυσματική νόσος που προκαλείται από βρουκέλες, χαρακτηρίζεται από παρατεταμένο πυρετό, κακουχία και προσβολή διαφόρων οργάνων, και μεταδίδεται συνήθως από ζώα ή μη παστεριωμένα προϊόντα τους
βρουκέλωσης	=	βρουκέλωση
βρουκίτες	=	βρουκίτης
βρουκίτη	=	βρουκίτης
βρουκίτης	noun	ορυκτό οξείδιο του τιτανίου
βρουκελών	=	βρουκέλα
βρουκελώσεις	=	βρουκέλωση
βρουκελώσεων	=	βρουκέλωση
βρουκιτών	=	βρουκίτης
βρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βροχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχή
βροχή	noun	μορφή υετού, σταγόνες νερού που πέφτουν από τα σύννεφα
βροχής	=	βροχή
βροχίλα	noun|rare	η μυρωδιά που αναδύεται μετά από βροχή
βροχίλας	noun	γενική ενικού του βροχίλα
βροχίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχίλα
βροχερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχερό
βροχερέ	adj	κλητική ενικού του βροχερός
βροχερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχερή
βροχερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βροχερός
βροχερής	adj	γενική ενικού του βροχερή
βροχεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βροχερός
βροχερού	adj	γενική ενικού του βροχερός
βροχερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βροχερός
βροχερό	adj	αιτιατική ενικού του βροχερός
βροχερός	adj	που τείνει προς τη βροχή
βροχερών	adj	γενική πληθυντικού του βροχερός
βροχηδόν	adv	σαν τη βροχή, με μεγάλη συχνότητα.
βροχικά	noun	άλλη μορφή του βρογχικά
βροχικών	=	βροχικά
βροχιού	=	βρόχι
βροχιών	=	βρόχι
βροχοδάση	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχοδάσος
βροχοδάσος	noun	πυκνό τροπικό ή εύκρατο δάσος με πλούσια βλάστηση, που διατηρείται χάρη στις συνεχείς ή άφθονες βροχοπτώσεις όλου του έτους
βροχοδάσους	=	βροχοδάσος
βροχοδασών	=	βροχοδάσος
βροχοκουρτίνα	noun	τοπική και συνήθως έντονη βροχόπτωση, η οποία από απόσταση μοιάζει με κουρτίνα
βροχοκουρτίνας	=	βροχοκουρτίνα
βροχοκουρτίνες	=	βροχοκουρτίνα
βροχοκουρτινών	=	βροχοκουρτίνα
βροχομέτρου	=	βροχόμετρο
βροχομέτρων	=	βροχόμετρο
βροχομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχομετρικό
βροχομετρικέ	adj	κλητική ενικού του βροχομετρικός
βροχομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχομετρική
βροχομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βροχομετρικός
βροχομετρικής	adj	γενική ενικού του βροχομετρική
βροχομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βροχομετρικός
βροχομετρικού	adj	γενική ενικού του βροχομετρικός
βροχομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βροχομετρικός
βροχομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του βροχομετρικός
βροχομετρικός	adj	ο σχετικός με βροχόμετρο
βροχομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του βροχομετρικός
βροχοποιέ	noun	κλητική ενικού του βροχοποιός
βροχοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βροχοποιός
βροχοποιού	noun	γενική ενικού του βροχοποιός
βροχοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βροχοποιός
βροχοποιό	noun	αιτιατική ενικού του βροχοποιός
βροχοποιός	noun	αυτός που επιδιώκει να φέρει βροχή εν μέσω ξηρασίας και προσπαθεί να πείσει ότι έχει αυτήν την ικανότητα
βροχοποιών	noun	γενική πληθυντικού του βροχοποιός
βροχοπροστασία	noun	προστασία απ’ τη βροχή
βροχοπροστασίας	noun	γενική ενικού του βροχοπροστασία
βροχοπροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχοπροστασία
βροχοπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του βροχοπροστασία
βροχοπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχόπτωση
βροχοπτώσεων	=	βροχόπτωση
βροχοστάλα	noun|literary	η σταγόνα της βροχής
βροχοστάλας	=	βροχοστάλα
βροχοστάλες	=	βροχοστάλα
βροχοσύννεφα	=	βροχοσύννεφο
βροχοσύννεφο	noun	σύννεφο από το οποίο προκαλείται βροχόπτωση
βροχοσύννεφου	=	βροχοσύννεφο
βροχοσύννεφων	=	βροχοσύννεφο
βροχούλα	noun	υποκοριστικό του βροχή, σύντομη ή απαλή, σιγανή βροχή
βροχούλας	=	βροχούλα
βροχούλες	=	βροχούλα
βροχωδών	=	βροχώδης
βροχόλουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχόλουρο
βροχόλουρο	noun	το βρόχι
βροχόλουρου	noun	γενική ενικού του βροχόλουρο
βροχόλουρων	noun	γενική πληθυντικού του βροχόλουρο
βροχόμετρα	=	βροχόμετρο
βροχόμετρο	noun	μετεωρολογικό όργανο μέτρησης της βροχόπτωσης
βροχόμετρου	=	βροχόμετρο
βροχόμετρων	=	βροχόμετρο
βροχόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βροχόνερο
βροχόνερο	noun	το βρόχινο νερό, το νερό της βροχής
βροχόνερου	noun	γενική ενικού του βροχόνερο
βροχόνερων	noun	γενική πληθυντικού του βροχόνερο
βροχόπτωση	noun	η πτώση βροχής
βροχόπτωσης	=	βροχόπτωση
βροχώδεις	=	βροχώδης
βροχώδες	=	βροχώδης
βροχώδη	=	βροχώδης
βροχώδης	adj|formal	που συνοδεύεται από (πολλές και δυνατές) βροχές
βροχώδους	=	βροχώδης
βροχών	=	βροχή
βρούβα	noun	είδος φαγώσιμου άγριου χόρτου της οικογένειας των Σταυρανθών
βρούβας	noun	γενική ενικού του βρούβα
βρούβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρούβα
βρούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρούνε	=	βρίσκω
βρούχε	=	βρούχος
βρούχο	=	βρούχος
βρούχοι	=	βρούχος
βρούχος	noun	βρυχηθμός, ήχος όμοιος με βρυχηθμό
βρούχου	=	βρούχος
βρούχους	=	βρούχος
βρούχων	=	βρούχος
βρυγμέ	=	βρυγμός
βρυγμοί	=	βρυγμός
βρυγμού	=	βρυγμός
βρυγμούς	=	βρυγμός
βρυγμό	=	βρυγμός
βρυγμός	noun	το σφίξιμο ή τρίξιμο των δοντιών το οποίο γίνεται ασυναίσθητα κατά τη διάρκεια του ύπνου ή λόγω άγχους
βρυγμών	=	βρυγμός
βρυκολάκων	=	βρυκόλακας
βρυκολακιάζω	verb|dated	άλλη γραφή του βρικολακιάζω
βρυκόλακα	=	βρυκόλακας
βρυκόλακας	noun	άλλη γραφή του βρικόλακας (διαδομένη κυρίως παλαιότερα)
βρυκόλακες	=	βρυκόλακας
βρυξελλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρυξελλιώτικο
βρυξελλιώτικε	adj	κλητική ενικού του βρυξελλιώτικος
βρυξελλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρυξελλιώτικη
βρυξελλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρυξελλιώτικος
βρυξελλιώτικης	adj	γενική ενικού του βρυξελλιώτικη
βρυξελλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του βρυξελλιώτικος
βρυξελλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρυξελλιώτικος
βρυξελλιώτικος	adj	σχετικός με τις Βρυξέλλες
βρυξελλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρυξελλιώτικος
βρυξελλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρυξελλιώτικος
βρυξελλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρυξελλιώτικος
βρυξελλών	noun	γενική ενικού του Βρυξέλλες
βρυσάκι	noun	υποκοριστικό του βρύση
βρυσάκια	=	βρυσάκι
βρυσομάνα	noun|vulgar	βρύση ή πηγή απ’ όπου τρέχει πολύ νερό
βρυσομάνας	noun	γενική ενικού του βρυσομάνα
βρυσομάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρυσομάνα
βρυσούλα	noun	υποκοριστικό του βρύση
βρυσούλας	=	βρυσούλα
βρυσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρυσούλα
βρυσών	=	βρύση
βρυχά	=	βρυχώμαι
βρυχάγαμε	=	βρυχώμαι
βρυχάγανε	=	βρυχώμαι
βρυχάγατε	=	βρυχώμαι
βρυχάει	=	βρυχώμαι
βρυχάμε	=	βρυχώμαι
βρυχάν	=	βρυχώμαι
βρυχάνε	=	βρυχώμαι
βρυχάς	=	βρυχώμαι
βρυχάσθε	=	βρυχώμαι
βρυχάτε	=	βρυχώμαι
βρυχάω	=	βρυχώμαι
βρυχήθηκα	=	βρυχώμαι
βρυχήθηκαν	=	βρυχιέμαι
βρυχήθηκε	=	βρυχιέμαι
βρυχήθηκες	=	βρυχιέμαι
βρυχήσαμε	=	βρυχώμαι
βρυχήσαν	=	βρυχώμαι
βρυχήσανε	=	βρυχώμαι
βρυχήσατε	=	βρυχώμαι
βρυχήσει	=	βρυχώμαι
βρυχήσεις	=	βρυχώμαι
βρυχήσετε	=	βρυχώμαι
βρυχήσομε	=	βρυχώμαι
βρυχήσου	=	βρυχιέμαι
βρυχήσουμε	=	βρυχώμαι
βρυχήσουν	=	βρυχώμαι
βρυχήσουνε	=	βρυχώμαι
βρυχήστε	=	βρυχώμαι
βρυχήσω	=	βρυχώμαι
βρυχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθήκαν	=	βρυχιέμαι
βρυχηθήκανε	=	βρυχιέμαι
βρυχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθμέ	noun	κλητική ενικού του βρυχηθμός
βρυχηθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρυχηθμός
βρυχηθμού	noun	γενική ενικού του βρυχηθμός
βρυχηθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρυχηθμός
βρυχηθμό	noun	αιτιατική ενικού του βρυχηθμός
βρυχηθμός	noun	η κραυγή ή το μούγκρισμα μερικών άγριων θηρίων και κυρίως του λιονταριού
βρυχηθμών	noun	γενική πληθυντικού του βρυχηθμός
βρυχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχηθούνε	=	βρυχώμαι
βρυχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρυχώμαι
βρυχημένος	=	βρυχώμαι
βρυχιέμαι	verb	λιγότερο επίσημη μορφή του βρυχώμαι
βρυχιέσαι	=	βρυχιέμαι
βρυχιέστε	=	βρυχιέμαι
βρυχιέται	=	βρυχιέμαι
βρυχιούνται	=	βρυχιέμαι
βρυχιούνταν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόμασταν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόμαστε	=	βρυχιέμαι
βρυχιόμουν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόμουνα	=	βρυχιέμαι
βρυχιόνταν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόντανε	=	βρυχιέμαι
βρυχιόντουσαν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόσασταν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόσαστε	=	βρυχιέμαι
βρυχιόσουν	=	βρυχιέμαι
βρυχιόσουνα	=	βρυχιέμαι
βρυχιόταν	=	βρυχιέμαι
βρυχιότανε	=	βρυχιέμαι
βρυχούμε	=	βρυχώμαι
βρυχούν	=	βρυχώμαι
βρυχούνε	=	βρυχώμαι
βρυχούσα	=	βρυχώμαι
βρυχούσαμε	=	βρυχώμαι
βρυχούσαν	=	βρυχώμαι
βρυχούσανε	=	βρυχώμαι
βρυχούσατε	=	βρυχώμαι
βρυχούσε	=	βρυχώμαι
βρυχούσες	=	βρυχώμαι
βρυχώ	=	βρυχώμαι
βρυχώμαι	verb	βγάζω βαθιά και βροντερή κραυγή, παράγω δυνατό ήχο
βρυχώμεθα	=	βρυχώμαι
βρυχώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρυχώμενο
βρυχώμενε	verb	κλητική ενικού του βρυχώμενος
βρυχώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρυχώμενη
βρυχώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρυχώμενος
βρυχώμενης	verb	γενική ενικού του βρυχώμενη
βρυχώμενο	verb	αιτιατική ενικού του βρυχώμενος
βρυχώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρυχώμενος
βρυχώμενος	verb	που βρυχάται κυριολεκτικά ή μεταφορικά, ενώ βρυχάται, καθώς βρυχάται, με το να βρυχάται
βρυχώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρυχώμενος
βρυχώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βρυχώμενος
βρυχώμενων	verb	γενική πληθυντικού του βρυχώμενος
βρυχώντας	=	βρυχώμαι
βρυωδών	=	βρυώδης
βρυώδεις	=	βρυώδης
βρυώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βρυώδης
βρυώδη	=	βρυώδης
βρυώδης	adj	σχετικός ή κατάσπαρτος με βρύα
βρυώδους	=	βρυώδης
βρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκω
βρωμά	=	βρωμώ
βρωμάει	=	βρωμώ
βρωμάμε	=	βρωμώ
βρωμάν	=	βρωμώ
βρωμάνε	=	βρωμώ
βρωμάς	=	βρωμώ
βρωμάτε	=	βρωμώ
βρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βρώμα
βρωμάω	=	βρωμώ
βρωμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσαν	=	βρωμώ
βρωμήσανε	=	βρωμώ
βρωμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρωμάω
βρωμίδια	=	βρωμίδιο
βρωμίδιο	noun	οποιαδήποτε παράγωγη ουσία στο μόριο της οποίας φέρεται άτομο βρωμίου, όπως π.χ. βρωμίδιο του καλίου
βρωμίδιου	=	βρωμίδιο
βρωμίου	noun	γενική ενικού του βρώμιο
βρωμίων	=	βρώμιο
βρωμίωση	noun	η με χημική αντίδραση αντικατάσταση, η προσθήκη ατόμων βρωμίου στο μόριο μιας χημικής ένωσης
βρωμίωσης	noun	γενική ενικού του βρωμίωση
βρωματοχημεία	noun	χημικός κλάδος που σχετίζεται με την παρασκευή ή συντήρηση τροφίμων
βρωματοχημείας	noun	γενική ενικού του βρωματοχημεία
βρωματοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωματοχημεία
βρωματοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του βρωματοχημεία
βρωμερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμερό
βρωμερέ	adj	κλητική ενικού του βρωμερός
βρωμερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμερή
βρωμερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρωμερός
βρωμερής	adj	γενική ενικού του βρωμερή
βρωμεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρωμερός
βρωμερού	adj	γενική ενικού του βρωμερός
βρωμερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρωμερός
βρωμερό	adj	αιτιατική ενικού του βρωμερός
βρωμερός	adj	άλλη γραφή του βρομερός
βρωμερών	adj	γενική πληθυντικού του βρωμερός
βρωμιάρα	=	βρωμιάρης
βρωμιάρας	=	βρωμιάρης
βρωμιάρες	=	βρωμιάρης
βρωμιάρη	=	βρωμιάρης
βρωμιάρηδες	=	βρωμιάρης
βρωμιάρηδων	=	βρωμιάρης
βρωμιάρης	adj	άλλη μορφή του βρομιάρης
βρωμιάρικα	=	βρωμιάρης
βρωμιάρικο	=	βρωμιάρης
βρωμιάρικου	=	βρωμιάρης
βρωμιάρικων	=	βρωμιάρης
βρωμιδίου	=	βρωμίδιο
βρωμιδίων	=	βρωμίδιο
βρωμιδρωσία	noun|rare	παρωχημένη γραφή βρομιδρωσία η δύσοσμη εφίδρωση, επιπλοκή της υπερίδρωσης
βρωμιούχα	=	βρωμιούχος
βρωμιούχας	=	βρωμιούχος
βρωμιούχε	=	βρωμιούχος
βρωμιούχες	=	βρωμιούχος
βρωμιούχο	=	βρωμιούχος
βρωμιούχοι	=	βρωμιούχος
βρωμιούχος	adj	αυτός {ένωση} που περιλαμβάνει στο μόριό του/της άτομο βρωμίου
βρωμιούχου	=	βρωμιούχος
βρωμιούχους	=	βρωμιούχος
βρωμιούχων	=	βρωμιούχος
βρωμιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμίωση
βρωμιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του βρωμίωση
βρωμιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του βρωμίωση
βρωμοθήλυκα	=	βρωμοθήλυκο
βρωμοθήλυκο	noun	άλλη γραφή του βρομοθήλυκο
βρωμοθήλυκου	=	βρωμοθήλυκο
βρωμοθήλυκων	=	βρωμοθήλυκο
βρωμοκαπιταλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμοκαπιταλιστής
βρωμοκουβέντες	noun	άλλη γραφή του βρομοκουβέντες
βρωμοκουβεντών	=	βρωμοκουβέντες
βρωμοπήγαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμοπήγαδο
βρωμοπόδαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμοπόδαρο
βρωμοπόδαρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του βρωμοπόδαρος	noun|figurative	άλλη γραφή του βρομοπόδαρο
βρωμοπόδαρου	=	βρωμοπόδαρο
βρωμοπόδαρων	=	βρωμοπόδαρο
βρωμορουφιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρωμορουφιάνος
βρωμούμε	=	βρωμώ
βρωμούν	=	βρωμώ
βρωμούνε	=	βρωμώ
βρωμούσα	=	βρωμώ
βρωμούσαμε	=	βρωμώ
βρωμούσαν	=	βρωμώ
βρωμούσανε	=	βρωμώ
βρωμούσατε	=	βρωμώ
βρωμούσε	=	βρωμώ
βρωμούσες	=	βρωμώ
βρωμόκαιρος	=	βρομόκαιρος
βρωμόχερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρωμόχερο
βρωμόχερο	noun|figurative	άλλη γραφή του βρομόχερο
βρωμόχερου	=	βρωμόχερο
βρωμόχερων	=	βρωμόχερο
βρωμώ	verb	άλλη μορφή του βρομώ
βρωμώντας	=	βρωμώ
βρωσιμοτήτων	=	βρωσιμότητα
βρωσιμότητα	noun	η καταλληλότητα για βρώση, ιδιότητα για κάτι που μπορεί να φαγωθεί
βρωσιμότητας	=	βρωσιμότητα
βρωσιμότητες	=	βρωσιμότητα
βρόγχε	noun	κλητική ενικού του βρόγχος
βρόγχια	=	βρόγχιο
βρόγχιο	noun	το βρογχιόλιο
βρόγχιου	=	βρόγχιο
βρόγχιων	=	βρόγχιο
βρόγχο	noun	αιτιατική ενικού του βρόγχος
βρόγχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρόγχος
βρόγχος	noun	σωλήνας του αναπνευστικού συστήματος, συνέχεια της τραχείας.
βρόγχου	noun	γενική ενικού του βρόγχος
βρόγχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρόγχος
βρόγχων	noun	γενική πληθυντικού του βρόγχος
βρόμα	noun	δυσάρεστη μυρωδιά
βρόμαγα	=	βρομάω
βρόμαγαν	=	βρομάω
βρόμαγε	=	βρομάω
βρόμαγες	=	βρομάω
βρόμας	noun	γενική ενικού του βρόμα
βρόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόμα
βρόμη	noun	η ετυμολογικά ορθή γραφή της λέξης βρώμη (που είναι η καθιερωμένη / πιο συνηθισμένη γραφή)
βρόμης	=	βρόμη
βρόμησα	=	βρομάω
βρόμησαν	=	βρομάω
βρόμησε	=	βρομάω
βρόμησες	=	βρομάω
βρόμια	=	βρόμιο
βρόμιζα	=	βρομίζω
βρόμιζαν	=	βρομίζω
βρόμιζε	=	βρομίζω
βρόμιζες	=	βρομίζω
βρόμικα	adv	με βρόμικο τρόπο
βρόμικε	adj	κλητική ενικού του βρόμικος
βρόμικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόμικη
βρόμικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρόμικος
βρόμικης	adj	γενική ενικού του βρόμικη
βρόμικια	=	βρόμικος
βρόμικιας	=	βρόμικος
βρόμικο	adj	αιτιατική ενικού του βρόμικος	noun	χορταστικό σάντουιτς από καντίνα στο δρόμο
βρόμικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρόμικος
βρόμικος	adj	που δεν είναι καθαρός
βρόμικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρόμικος
βρόμικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρόμικος
βρόμικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρόμικος
βρόμιο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 35 και χημικό σύμβολο το Br.
βρόμιον	noun	το βρόμιο
βρόμιου	=	βρόμιο
βρόμισα	=	βρομίζω
βρόμισαν	=	βρομίζω
βρόμισε	=	βρομίζω
βρόμισες	=	βρομίζω
βρόμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βρομίζω
βρόντα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του βροντάω
βρόνταγα	=	βροντάω
βρόνταγαν	=	βροντάω
βρόνταγε	=	βροντάω
βρόνταγες	=	βροντάω
βρόντε	noun	κλητική ενικού του βρόντος
βρόντημα	noun	ο κρότος, ο ισχυρός θόρυβος που προκαλείται όταν βροντάει κάτι, συνήθως μια πόρτα που κλείνει απότομα από τον άνεμο ή τον εκνευρισμό εκείνου που φεύγει/μπαίνει
βρόντηξα	=	βροντάω
βρόντηξαν	=	βροντάω
βρόντηξε	=	βροντάω
βρόντηξες	=	βροντάω
βρόντησα	=	βροντάω
βρόντησαν	=	βροντάω
βρόντησε	=	βροντάω
βρόντησες	=	βροντάω
βρόντο	noun	αιτιατική ενικού του βρόντος
βρόντοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρόντος
βρόντος	noun	ο ήχος της βροντής
βρόντου	noun	γενική ενικού του βρόντος
βρόντους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρόντος
βρόντων	noun	γενική πληθυντικού του βρόντος
βρόχε	noun	κλητική ενικού του βρόχος
βρόχι	noun|vulgar	θηλιά (με ειδικό μηχανισμό) με την οποία παγιδεύουμε (μικρά) θηράματα
βρόχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόχι
βρόχινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόχινο
βρόχινε	adj	κλητική ενικού του βρόχινος
βρόχινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρόχινη
βρόχινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρόχινος
βρόχινης	adj	γενική ενικού του βρόχινη
βρόχινο	adj	αιτιατική ενικού του βρόχινος
βρόχινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρόχινος
βρόχινος	adj	ο προερχόμενος από νερά βροχής ή που σχετίζεται με βροχόπτωση
βρόχινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρόχινος
βρόχινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρόχινος
βρόχινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρόχινος
βρόχο	noun	αιτιατική ενικού του βρόχος
βρόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρόχος
βρόχος	noun|formal	θηλιά σε μία κρεμάλα
βρόχου	noun	γενική ενικού του βρόχος
βρόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βρόχος
βρόχων	noun	γενική πληθυντικού του βρόχος
βρύα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρύο
βρύο	noun	μικρή πρασινωπή πόα, χωρίς άνθη και καρπούς, που καλύπτει βράχια, κορμούς δέντρων κ.λπ. και ευδοκιμεί συνήθως σε υγρά περιβάλλοντα
βρύου	noun	γενική ενικού του βρύο
βρύσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρύση
βρύση	noun	το μεταλλικό, συνήθως, εξάρτημα με διακόπτη που διακόπτει ή επιτρέπει και ρυθμίζει την παροχή νερού ή άλλου υγρού
βρύσης	noun	γενική ενικού του βρύση
βρύχα	=	βρυχώμαι
βρύχαγα	=	βρυχώμαι
βρύχαγαν	=	βρυχώμαι
βρύχαγε	=	βρυχώμαι
βρύχαγες	=	βρυχώμαι
βρύχησα	=	βρυχώμαι
βρύχησαν	=	βρυχώμαι
βρύχησε	=	βρυχώμαι
βρύχησες	=	βρυχώμαι
βρύων	noun	γενική πληθυντικού του βρύο
βρώμα	noun	συχνή, σφαλερή γραφή του βρόμα για την ορθογραφία
βρώμαγε	=	βρωμώ
βρώμας	=	βρώμα
βρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρώμα
βρώματος	noun	γενική ενικού του βρώμα
βρώμε	=	βρώμος
βρώμες	=	βρώμα
βρώμη	noun	δημητριακό (επιστημονική ονομασία Avena sativa)
βρώμης	=	βρώμη
βρώμησα	=	βρωμώ
βρώμησαν	=	βρωμώ
βρώμησε	=	βρωμώ
βρώμησες	=	βρωμώ
βρώμια	=	βρώμιο
βρώμικα	=	βρώμικος
βρώμικε	=	βρώμικος
βρώμικες	=	βρώμικος
βρώμικη	=	βρώμικος
βρώμικης	=	βρώμικος
βρώμικια	=	βρώμικος
βρώμικιας	=	βρώμικος
βρώμικο	=	βρώμικος
βρώμικοι	=	βρώμικος
βρώμικος	adj	παρωχημένη γραφή του βρόμικος
βρώμικου	=	βρώμικος
βρώμικους	=	βρώμικος
βρώμικων	=	βρώμικος
βρώμιο	noun	άλλη γραφή του βρόμιο που δεν θεωρείται σωστή (βλ. σημειώσεις)
βρώμιον	noun	το βρόμιο
βρώμιου	=	βρώμιο
βρώμο	=	βρώμος
βρώμοι	=	βρώμος
βρώμος	noun	ο τεμπέλης
βρώμου	=	βρώμος
βρώμους	=	βρώμος
βρώμων	=	βρώμος
βρώσεις	=	βρώση
βρώσεων	=	βρώση
βρώση	noun|formal	φάγωμα, κατανάλωση τροφής, τροφίμων
βρώσης	=	βρώση
βρώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρώσιμο
βρώσιμε	adj	κλητική ενικού του βρώσιμος
βρώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρώσιμη
βρώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βρώσιμος
βρώσιμης	adj	γενική ενικού του βρώσιμη
βρώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του βρώσιμος
βρώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βρώσιμος
βρώσιμος	adj	που μπορεί να φαγωθεί, που είναι κατάλληλος για τροφή
βρώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βρώσιμος
βρώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βρώσιμος
βρώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βρώσιμος
βστ	abbrev	Βάση Στρατιωτικού Ταχυδρομείου
βυζά	=	βυζί
βυζάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύζαγμα
βυζάγματος	noun	γενική ενικού του βύζαγμα
βυζάκι	noun	υποκοριστικό του βυζί
βυζάκια	=	βυζάκι
βυζάνω	verb	άλλη μορφή του βυζαίνω
βυζάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξαν	=	βυζαίνω
βυζάξανε	=	βυζαίνω
βυζάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξομε	=	βυζαίνω
βυζάξου	=	βυζαίνω
βυζάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξουνε	=	βυζαίνω
βυζάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυζαίνω
βυζάρα	noun	μεγάλο βυζί
βυζάρας	=	βυζάρα
βυζάρες	=	βυζάρα
βυζάστηκα	=	βυζαίνω
βυζάστρα	noun|literary	γυναίκα που θηλάζει ξένο μωρό, συνήθως με αμοιβή, η παραμάνα
βυζάστρας	=	βυζάστρα
βυζάστρες	=	βυζάστρα
βυζάχτε	=	βυζαίνω
βυζάχτηκα	=	βυζαίνω
βυζάχτηκαν	=	βυζαίνω
βυζάχτηκε	=	βυζαίνω
βυζάχτηκες	=	βυζαίνω
βυζάχτρα	noun	άλλη μορφή του βυζάστρα
βυζάχτρας	=	βυζάχτρα
βυζάχτρες	=	βυζάχτρα
βυζί	noun|vulgar	ο μαστός
βυζαίναμε	=	βυζαίνω
βυζαίναν	=	βυζαίνω
βυζαίνανε	=	βυζαίνω
βυζαίνατε	=	βυζαίνω
βυζαίνει	=	βυζαίνω
βυζαίνεις	=	βυζαίνω
βυζαίνεσαι	=	βυζαίνω
βυζαίνεστε	=	βυζαίνω
βυζαίνεται	=	βυζαίνω
βυζαίνετε	=	βυζαίνω
βυζαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βυζαίνω
βυζαίνομε	=	βυζαίνω
βυζαίνονται	=	βυζαίνω
βυζαίνονταν	=	βυζαίνω
βυζαίνοντας	=	βυζαίνω
βυζαίνουμε	=	βυζαίνω
βυζαίνουν	=	βυζαίνω
βυζαίνουνε	=	βυζαίνω
βυζαίνω	verb	θηλάζω
βυζαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βύζαγμα
βυζαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαγμένο
βυζαγμένε	verb	κλητική ενικού του βυζαγμένος
βυζαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαγμένη
βυζαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυζαγμένος
βυζαγμένης	verb	γενική ενικού του βυζαγμένη
βυζαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του βυζαγμένος
βυζαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυζαγμένος
βυζαγμένος	verb	που έχει βυζάξει, που τον έχουν θηλάσει
βυζαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βυζαγμένος
βυζαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βυζαγμένος
βυζαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βυζαγμένος
βυζαινόμασταν	=	βυζαίνω
βυζαινόμαστε	=	βυζαίνω
βυζαινόμουν	=	βυζαίνω
βυζαινόμουνα	=	βυζαίνω
βυζαινόντουσαν	=	βυζαίνω
βυζαινόσασταν	=	βυζαίνω
βυζαινόσαστε	=	βυζαίνω
βυζαινόσουν	=	βυζαίνω
βυζαινόσουνα	=	βυζαίνω
βυζαινόταν	=	βυζαίνω
βυζαινότανε	=	βυζαίνω
βυζανιάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζανιάρικο
βυζανιάρικο	noun	παιδί που θηλάζει ή γενικότερα μικρής ηλικίας
βυζανιάρικου	noun	γενική ενικού του βυζανιάρικο
βυζανιάρικων	noun	γενική πληθυντικού του βυζανιάρικο
βυζαντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βυζαντινός	adv	με βυζαντινό τρόπο
βυζαντινέ	adj	κλητική ενικού του βυζαντινός
βυζαντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινή
βυζαντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυζαντινός
βυζαντινής	adj	γενική ενικού του βυζαντινή
βυζαντινισμέ	noun	κλητική ενικού του βυζαντινισμός
βυζαντινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινισμός
βυζαντινισμού	noun	γενική ενικού του βυζαντινισμός
βυζαντινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βυζαντινισμός
βυζαντινισμό	noun	αιτιατική ενικού του βυζαντινισμός
βυζαντινισμός	noun	το να ζει κάποιος σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα της εποχής του Βυζαντινού πολιτισμού
βυζαντινισμών	noun	γενική πληθυντικού του βυζαντινισμός
βυζαντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινός
βυζαντινολογήσαμε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογήσαν	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογήσανε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογήσατε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογήσει	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογήστε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τη βυζαντινή ιστορία και πολιτισμό
βυζαντινολογίας	noun	γενική ενικού του βυζαντινολογία
βυζαντινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινολογία
βυζαντινολογεί	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογείς	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογείτε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινολογικό
βυζαντινολογικέ	adj	κλητική ενικού του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινολογική
βυζαντινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογικής	adj	γενική ενικού του βυζαντινολογική
βυζαντινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογικού	adj	γενική ενικού του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογικός	adj	που έχει σχέση με την βυζαντινολογία ή τους βυζαντινολόγους ή αναφέρεται σ’ αυτά
βυζαντινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του βυζαντινολογικός
βυζαντινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του βυζαντινολογία
βυζαντινολογούμε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούν	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούνε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσα	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσαμε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσαν	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσανε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσατε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογούσες	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολογώ	verb	συζητώ ατέρμονα και ασχολούμαι με λεπτομέρειες και τύπους, χωρίς να στοχεύω (σ)την ουσία
βυζαντινολογώντας	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολόγε	noun	κλητική ενικού του βυζαντινολόγος
βυζαντινολόγει	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολόγησα	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολόγησαν	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολόγησε	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολόγησες	=	βυζαντινολογώ
βυζαντινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του βυζαντινολόγος
βυζαντινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινολόγος
βυζαντινολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τη βυζαντινή ιστορία, τέχνη, πολιτισμό
βυζαντινολόγου	noun	γενική ενικού του βυζαντινολόγος
βυζαντινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βυζαντινολόγος
βυζαντινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του βυζαντινολόγος
βυζαντινοπρεπές	=	βυζαντινοπρεπής
βυζαντινοπρεπή	=	βυζαντινοπρεπής
βυζαντινοπρεπής	adj	που ταιριάζει στο Βυζάντιο ή τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στον τρόπο ζωής, τη φιλοσοφία ή τις πρακτικές που ακολουθούνταν τότε
βυζαντινοπρεπείς	=	βυζαντινοπρεπής
βυζαντινοπρεπούς	=	βυζαντινοπρεπής
βυζαντινοπρεπών	=	βυζαντινοπρεπής
βυζαντινού	adj	γενική ενικού του βυζαντινός
βυζαντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βυζαντινός
βυζαντινό	adj	αιτιατική ενικού του βυζαντινός
βυζαντινός	adj	σχετικός με την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία που είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη (το αρχαίο Βυζάντιο)
βυζαντινότροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινότροπο
βυζαντινότροπε	adj	κλητική ενικού του βυζαντινότροπος
βυζαντινότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινότροπη
βυζαντινότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυζαντινότροπος
βυζαντινότροπης	adj	γενική ενικού του βυζαντινότροπη
βυζαντινότροπο	adj	αιτιατική ενικού του βυζαντινότροπος
βυζαντινότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυζαντινότροπος
βυζαντινότροπος	adj	βυζαντινοπρεπής
βυζαντινότροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βυζαντινότροπος
βυζαντινότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βυζαντινότροπος
βυζαντινότροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βυζαντινότροπος
βυζαντινών	adj	γενική πληθυντικού του βυζαντινός
βυζαρού	noun	γυναίκα με μεγάλα βυζιά
βυζαρούδες	=	βυζαρού
βυζαρούδων	=	βυζαρού
βυζαρούς	=	βυζαρού
βυζασμένος	=	βυζαίνω
βυζαστάρι	noun|vulgar	βρέφος που θηλάζει
βυζαστάρια	=	βυζαστάρι
βυζασταρούδι	noun|vulgar	βρέφος που θηλάζει
βυζασταρούδια	=	βυζασταρούδι
βυζαχτήκαμε	=	βυζαίνω
βυζαχτήκαν	=	βυζαίνω
βυζαχτήκανε	=	βυζαίνω
βυζαχτήκατε	=	βυζαίνω
βυζαχτεί	=	βυζαίνω
βυζαχτείς	=	βυζαίνω
βυζαχτείτε	=	βυζαίνω
βυζαχτούμε	=	βυζαίνω
βυζαχτούν	=	βυζαίνω
βυζαχτούνε	=	βυζαίνω
βυζαχτώ	=	βυζαίνω
βυζιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυζί
βυζιού	=	βυζί
βυζιών	=	βυζί
βυζομαλακία	noun	σεξουαλική πρακτική κατά την οποία ο άντρας αυνανίζεται κινώντας το πέος του ανάμεσα στα στήθη της γυναίκας
βυζομαλακίας	=	βυζομαλακία
βυζομαλακίες	=	βυζομαλακία
βυζομαλακιών	=	βυζομαλακία
βυζοτουλουππαναγιώννω	verb	βυζαίνω, τουλουππίζω και μεγαλώνω (αναγιώννω) ένα μωρό
βυζοτράβηγμα	noun	τράβηγμα του βυζιού για να βγει το μητρικό γάλα
βυζοτραβήγματα	=	βυζοτράβηγμα
βυζοτραβήγματος	=	βυζοτράβηγμα
βυζοτραβηγμάτων	=	βυζοτράβηγμα
βυζοχαράδρα	noun|informal	η περιοχή ανάμεσα σε δυο γυναικεία στήθη
βυζοχαράδρας	=	βυζοχαράδρα
βυζοχαράδρες	=	βυζοχαράδρα
βυζοχαραδρών	=	βυζοχαράδρα
βυζού	noun	γυναίκα με μεγάλα βυζιά
βυζούδες	=	βυζού
βυζούδων	=	βυζού
βυζούς	=	βυζού
βυθάω	verb|rare	άλλη μορφή του βυθίζω
βυθέ	noun	κλητική ενικού του βυθός
βυθίζαμε	=	βυθίζω
βυθίζαν	=	βυθίζω
βυθίζανε	=	βυθίζω
βυθίζατε	=	βυθίζω
βυθίζει	=	βυθίζω
βυθίζεις	=	βυθίζω
βυθίζεσαι	=	βυθίζω
βυθίζεστε	=	βυθίζω
βυθίζεται	=	βυθίζω
βυθίζετε	=	βυθίζω
βυθίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βυθίζω
βυθίζομε	=	βυθίζω
βυθίζονται	=	βυθίζω
βυθίζονταν	=	βυθίζω
βυθίζοντας	=	βυθίζω
βυθίζουμε	=	βυθίζω
βυθίζουν	=	βυθίζω
βυθίζουνε	=	βυθίζω
βυθίζω	verb	κάνω κάτι να κατέβει μέχρι το βυθό -κυρίως της θάλασσας
βυθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίσαν	=	βυθίζω
βυθίσανε	=	βυθίζω
βυθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύθιση
βυθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του βύθιση
βυθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του βύθιση
βυθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύθισμα
βυθίσματος	noun	γενική ενικού του βύθισμα
βυθίσομε	=	βυθίζω
βυθίσου	=	βυθίζω
βυθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίσουνε	=	βυθίζω
βυθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθίστηκα	=	βυθίζω
βυθίστηκαν	=	βυθίζω
βυθίστηκε	=	βυθίζω
βυθίστηκες	=	βυθίζω
βυθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βυθιζόμασταν	=	βυθίζω
βυθιζόμαστε	=	βυθίζω
βυθιζόμουν	=	βυθίζω
βυθιζόμουνα	=	βυθίζω
βυθιζόντουσαν	=	βυθίζω
βυθιζόσασταν	=	βυθίζω
βυθιζόσαστε	=	βυθίζω
βυθιζόσουν	=	βυθίζω
βυθιζόσουνα	=	βυθίζω
βυθιζόταν	=	βυθίζω
βυθιζότανε	=	βυθίζω
βυθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βύθισμα
βυθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθισμένο
βυθισμένε	verb	κλητική ενικού του βυθισμένος
βυθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθισμένη
βυθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυθισμένος
βυθισμένης	verb	γενική ενικού του βυθισμένη
βυθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του βυθισμένος
βυθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθισμένος
βυθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βυθίζω
βυθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βυθισμένος
βυθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βυθισμένος
βυθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βυθισμένος
βυθιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστήκαν	=	βυθίζω
βυθιστήκανε	=	βυθίζω
βυθιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιστούνε	=	βυθίζω
βυθιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθίζομαι
βυθιότητα	noun|rare	η κατάσταση αυτού που έχει πέσει σε βύθος
βυθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθός
βυθοκορήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοκόρημα
βυθοκορήματος	noun	γενική ενικού του βυθοκόρημα
βυθοκορήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοκόρηση
βυθοκορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βυθοκόρηση
βυθοκορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βυθοκόρηση
βυθοκορημάτων	noun	γενική πληθυντικού του βυθοκόρημα
βυθοκορώ	verb	κάνω βυθοκόρηση με βυθοκόρο
βυθοκόρε	noun	κλητική ενικού του βυθοκόρος
βυθοκόρημα	noun	ό,τι καθαρίζει ή ανασύρει η βυθοκόρος (λάσπη, πέτρες κ.λπ.)
βυθοκόρηση	noun	η απομάκρυνση υλικών από το βυθό υδάτινου πόρου (θάλασσα, λίμνη, ποτάμι) με τη χρήση βυθοκόρου
βυθοκόρησης	noun	γενική ενικού του βυθοκόρηση
βυθοκόρο	noun	αιτιατική ενικού του βυθοκόρος
βυθοκόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθοκόρος
βυθοκόρος	noun	ειδικό βοηθητικό ναυπήγημα, αυτοκινούμενο ή μη, που χρησιμοποιείται για την εκβάθυνση λιμανιών, πορθμών, καναλιών, ποταμών και λιμνών ή για την εκμετάλλευση προσχωματικών κοιτασμάτων (όπως π.χ. κοιτάσματα χρυσού)
βυθοκόρου	noun	γενική ενικού του βυθοκόρος
βυθοκόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βυθοκόρος
βυθοκόρων	noun	γενική πληθυντικού του βυθοκόρος
βυθομέτρηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βυθομετρώ
βυθομέτρησης	noun	γενική ενικού του βυθομέτρηση
βυθομέτρησις	noun	βυθομέτρηση
βυθομετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθομέτρηση
βυθομετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βυθομέτρηση
βυθομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βυθομέτρηση
βυθομετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθομετρώ
βυθομετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθομετρημένο
βυθομετρημένε	verb	κλητική ενικού του βυθομετρημένος
βυθομετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθομετρημένη
βυθομετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυθομετρημένος
βυθομετρημένης	verb	γενική ενικού του βυθομετρημένη
βυθομετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του βυθομετρημένος
βυθομετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθομετρημένος
βυθομετρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βυθομετρώ
βυθομετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βυθομετρημένος
βυθομετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βυθομετρημένος
βυθομετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βυθομετρημένος
βυθομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθομετρικό
βυθομετρικέ	adj	κλητική ενικού του βυθομετρικός
βυθομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθομετρική
βυθομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυθομετρικός
βυθομετρικής	adj	γενική ενικού του βυθομετρική
βυθομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθομετρικός
βυθομετρικού	adj	γενική ενικού του βυθομετρικός
βυθομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βυθομετρικός
βυθομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του βυθομετρικός
βυθομετρικός	adj	ο σχετικός με βυθόμετρο, ή βυθομέτρηση
βυθομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του βυθομετρικός
βυθομετρώ	verb	υπολογίζω με κατάλληλες μετρήσεις το βάθος του όγκου μιας φυσικής υδάτινης μάζας
βυθοπλάνα	=	βυθοπλάνο
βυθοπλάνο	noun	υποβρύχιο σκάφος που χρησιμοποιεί δυνάμεις άνωσης, όπως τα αεροπλάνα, για την κίνησή του
βυθοπλάνου	=	βυθοπλάνο
βυθοπλάνων	=	βυθοπλάνο
βυθοσκοπήθηκα	=	βυθοσκοπούμαι
βυθοσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσαν	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσανε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκόπηση
βυθοσκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βυθοσκόπηση
βυθοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βυθοσκόπηση
βυθοσκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπίου	=	βυθοσκόπιο
βυθοσκοπίων	=	βυθοσκόπιο
βυθοσκοπεί	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπείς	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπείτε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκοπημένο
βυθοσκοπημένε	verb	κλητική ενικού του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκοπημένη
βυθοσκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπημένης	verb	γενική ενικού του βυθοσκοπημένη
βυθοσκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου βυθοσκοπώ
βυθοσκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βυθοσκοπημένος
βυθοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκοπικό
βυθοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκοπική
βυθοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπικής	adj	γενική ενικού του βυθοσκοπική
βυθοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπικού	adj	γενική ενικού του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με την βυθοσκόπηση ή το βυθοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
βυθοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του βυθοσκοπικός
βυθοσκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούμε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούν	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούνε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσα	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσαμε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσαν	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσανε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσατε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπούσες	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκοπώ	verb	παρατηρώ (με βυθοσκόπιο ή αυτοψία) τον βυθό (θάλασσας, λίμνης, ποταμού κ.λπ.)
βυθοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βυθοσκοπώ
βυθοσκόπει	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκόπησα	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκόπησαν	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκόπησε	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκόπησες	=	βυθοσκοπώ
βυθοσκόπηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βυθοσκοπώ
βυθοσκόπησης	noun	γενική ενικού του βυθοσκόπηση
βυθοσκόπια	=	βυθοσκόπιο
βυθοσκόπιο	noun	συσκευή με την οποία οι αλιείς εξετάζουν το βυθό σε ρηχά νερά
βυθοσκόπιον	noun	βυθοσκόπιο
βυθοσκόπιου	=	βυθοσκόπιο
βυθού	noun	γενική ενικού του βυθός
βυθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βυθός
βυθό	noun	αιτιατική ενικού του βυθός
βυθόμετρα	=	βυθόμετρο
βυθόμετρο	noun	ηλεκτρονική συσκευή πομποδέκτης που μετρά το βάθος (ύψος) του βυθού από την επιφάνεια της θάλασσας, ή λίμνης ή ποταμού.
βυθόμετρου	=	βυθόμετρο
βυθόμετρων	=	βυθόμετρο
βυθός	noun	ο πυθμένας θάλασσας, λίμνης ή ποταμού, το έδαφος που βρίσκεται κάτω από το νερό
βυθώ	verb|rare	άλλη μορφή του βυθίζω
βυθών	noun	γενική πληθυντικού του βυθός
βυνοποίει	=	βυνοποιώ
βυνοποίησα	=	βυνοποιώ
βυνοποίησαν	=	βυνοποιώ
βυνοποίησε	=	βυνοποιώ
βυνοποίησες	=	βυνοποιώ
βυνοποίηση	noun	η διαδικασία επεξεργασίας του κριθαριού και παρασκευής μπίρας
βυνοποίησης	noun	γενική ενικού του βυνοποίηση
βυνοποιήσαμε	=	βυνοποιώ
βυνοποιήσαν	=	βυνοποιώ
βυνοποιήσανε	=	βυνοποιώ
βυνοποιήσατε	=	βυνοποιώ
βυνοποιήσει	=	βυνοποιώ
βυνοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυνοποίηση
βυνοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του βυνοποίηση
βυνοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του βυνοποίηση
βυνοποιήστε	=	βυνοποιώ
βυνοποιία	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο παραγωγής μπίρας
βυνοποιίας	noun	γενική ενικού του βυνοποιία
βυνοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυνοποιία
βυνοποιεί	=	βυνοποιώ
βυνοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυνοποιείο
βυνοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο παραγωγής μπίρας
βυνοποιείου	noun	γενική ενικού του βυνοποιείο
βυνοποιείς	=	βυνοποιώ
βυνοποιείτε	=	βυνοποιώ
βυνοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του βυνοποιείο
βυνοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του βυνοποιία
βυνοποιούμε	=	βυνοποιώ
βυνοποιούν	=	βυνοποιώ
βυνοποιούνε	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσα	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσαμε	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσαν	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσανε	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσατε	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσε	=	βυνοποιώ
βυνοποιούσες	=	βυνοποιώ
βυνοποιώ	verb	μετατρέπω το κριθάρι σε βύνη
βυνοποιώντας	=	βυνοποιώ
βυνοσάκχαρα	=	βυνοσάκχαρο
βυνοσάκχαρο	noun	σάκχαρο που παράγεται από την κατεργασία βύνης
βυνοσάκχαρον	noun	βυνοσάκχαρο
βυνοσάκχαρου	=	βυνοσάκχαρο
βυνοσάκχαρων	=	βυνοσάκχαρο
βυνοσακχάρου	=	βυνοσάκχαρο
βυνοσακχάρων	=	βυνοσάκχαρο
βυνών	=	βύνη
βυρσοδέψες	=	βυρσοδέψης
βυρσοδέψη	=	βυρσοδέψης
βυρσοδέψης	noun	ο τεχνίτης/βιοτέχνης που κατεργάζεται δέρματα
βυρσοδέψις	=	βυρσοδέψης
βυρσοδεψία	noun	η τέχνη του βυρσοδέψη, η κατεργασία δερμάτων
βυρσοδεψίας	noun	γενική ενικού του βυρσοδεψία
βυρσοδεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυρσοδεψία
βυρσοδεψεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυρσοδεψείο
βυρσοδεψείο	noun	το εργαστήριο κατεργασίας δερμάτων
βυρσοδεψείου	noun	γενική ενικού του βυρσοδεψείο
βυρσοδεψείων	noun	γενική πληθυντικού του βυρσοδεψείο
βυρσοδεψικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυρσοδεψικό
βυρσοδεψικέ	adj	κλητική ενικού του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυρσοδεψική
βυρσοδεψική	noun	η τέχνη του βυρσοδέψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψικής	adj	γενική ενικού του βυρσοδεψική
βυρσοδεψικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψικού	adj	γενική ενικού του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψικό	adj	αιτιατική ενικού του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψικός	adj	που έχει σχέση με τον βυροσδέψη ή το βυρσοδεψείο ή αναφέρεται σ’ αυτά
βυρσοδεψικών	adj	γενική πληθυντικού του βυρσοδεψικός
βυρσοδεψιών	noun	γενική πληθυντικού του βυρσοδεψία
βυρσοδεψών	=	βυρσοδέψης
βυρσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βύρσωμα
βυρσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύρσωμα
βυρσώματος	noun	γενική ενικού του βύρσωμα
βυρσών	noun	γενική πληθυντικού του βύρσα
βυρωνισμέ	noun	κλητική ενικού του βυρωνισμός
βυρωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βυρωνισμός
βυρωνισμού	noun	γενική ενικού του βυρωνισμός
βυρωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βυρωνισμός
βυρωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του βυρωνισμός
βυρωνισμός	noun	η μίμηση της λογοτεχνικής γραφής, του ύφους ή/και της ζωής του (Λόρδου) Βύρωνα
βυρωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του βυρωνισμός
βυρωνιωτών	=	βυρωνιώτης
βυρωνιώτες	=	βυρωνιώτης
βυρωνιώτη	=	βυρωνιώτης
βυρωνιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τον Βύρωνα
βυρωνιώτικα	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικε	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικες	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικη	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικης	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικο	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικοι	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Βύρωνα ή τους κατοίκους του
βυρωνιώτικου	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικους	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτικων	=	βυρωνιώτικος
βυρωνιώτισσα	=	βυρωνιώτης
βυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του βύσμα
βυσμάτωσα	=	βυσματώνω
βυσμάτωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βυσματώνω
βυσμάτωσης	=	βυσμάτωση
βυσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βυσματικός	adv|figurative	με βυσματικό τρόπο
βυσματικέ	=	βυσματικός
βυσματικές	=	βυσματικός
βυσματική	=	βυσματικός
βυσματικής	=	βυσματικός
βυσματικοί	=	βυσματικός
βυσματικού	=	βυσματικός
βυσματικούς	=	βυσματικός
βυσματικό	=	βυσματικός
βυσματικός	adj	που έχει σχέση με το βύσμα κάποιου καλωδίου ή αναφέρεται σʼ αυτό
βυσματικών	=	βυσματικός
βυσματωμένος	=	βυσματώνω
βυσματώθηκα	=	βυσματώνω
βυσματώνομαι	=	βυσματώνω
βυσματώνω	verb	ενώνω κάτι με βύσμα
βυσματώσεις	=	βυσμάτωση
βυσματώσεων	=	βυσμάτωση
βυσσινάδα	noun	αναψυκτικό που παρασκευάζεται από σιρόπι βύσσινων διαλυμένο σε νερό
βυσσινάδας	=	βυσσινάδα
βυσσινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυσσινάδα
βυσσινάδων	=	βυσσινάδα
βυσσινέα	noun	η βυσσινιά
βυσσινή	=	βυσσινής
βυσσινής	adj	που έχει βυσσινί χρώμα, το χρώμα του βύσσινου
βυσσινί	noun	το χρώμα του βύσσινου	adj	άκλιτος τύπος του βυσσινής για όλα τα γένη
βυσσινία	=	βυσσινί
βυσσινιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βυσσινής	noun	μια ποικιλία της κερασιάς, (είδος Prunus cerasus), με μεγάλα ελλειψοειδή φύλλα και μικρούς κόκκινους καρπούς οι οποίοι είναι πιο ξινοί από τα κεράσια και χρησιμοποιούνται κυρίως στο μαγείρεμα
βυσσινιάς	noun	γενική ενικού του βυσσινιά
βυσσινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυσσινιά
βυσσινιοί	=	βυσσινής
βυσσινιού	=	βυσσινής
βυσσινιούς	=	βυσσινής
βυσσινιών	=	βυσσινής
βυσσινόκηπε	=	βυσσινόκηπος
βυσσινόκηπο	=	βυσσινόκηπος
βυσσινόκηποι	=	βυσσινόκηπος
βυσσινόκηπος	noun	κτήμα που περιλαμβάνει έκταση με βυσσινιές και κήπο
βυσσινόκηπου	=	βυσσινόκηπος
βυσσινόκηπους	=	βυσσινόκηπος
βυσσινόκηπων	=	βυσσινόκηπος
βυσσοδομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσαν	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομήσανε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βυσσοδομώ
βυσσοδομεί	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομείς	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομείτε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούμε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούν	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούνε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσα	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσαμε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσαν	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσανε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσατε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομούσες	=	βυσσοδομώ
βυσσοδομώ	verb	ενεργώ με ύπουλο, δόλιο και παρασκηνιακό τρόπο, σχεδιάζω και προγραμματίζω κρυφά
βυσσοδομώντας	=	βυσσοδομώ
βυσσοδόμει	=	βυσσοδομώ
βυσσοδόμησα	=	βυσσοδομώ
βυσσοδόμησαν	=	βυσσοδομώ
βυσσοδόμησε	=	βυσσοδομώ
βυσσοδόμησες	=	βυσσοδομώ
βυτία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυτίο
βυτίο	noun	μεγάλο δοχείο, συνήθως κυλινδρικό για την αποθήκευση και μεταφορά υγρών, καυσίμων
βυτίον	noun	βυτίο
βυτίου	noun	γενική ενικού του βυτίο
βυτίων	noun	γενική πληθυντικού του βυτίο
βυτιοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυτιοφόρο
βυτιοφόρας	=	βυτιοφόρος
βυτιοφόρε	=	βυτιοφόρος
βυτιοφόρες	=	βυτιοφόρος
βυτιοφόρο	noun	φορτηγό με μεγάλο κυλινδρικό δοχείο (βυτίο) για την μεταφορά διάφορων υγρών, κυρίως του πετρελαίου
βυτιοφόροι	=	βυτιοφόρος
βυτιοφόρος	adj	που σε ειδικό βυτίο μεταφέρει διάφορα υγρά
βυτιοφόρου	noun	γενική ενικού του βυτιοφόρο
βυτιοφόρους	=	βυτιοφόρος
βυτιοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του βυτιοφόρο
βωβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωβό
βωβέ	adj	κλητική ενικού του βωβός
βωβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωβή
βωβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βωβός
βωβής	adj	γενική ενικού του βωβή
βωβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βωβός
βωβού	adj	γενική ενικού του βωβός
βωβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βωβός
βωβό	adj	αιτιατική ενικού του βωβός
βωβός	adj|formal	βουβός
βωβών	adj	γενική πληθυντικού του βωβός
βωλάκα	noun	σβόλος γης, χοντρός βόλος από χώμα
βωλάκας	noun	γενική ενικού του βωλάκα
βωλάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωλάκα
βωλοδέρνω	verb	ετυμολογική γραφή του βολοδέρνω κατά τη σημασία του βόλος
βωλόδερνα	=	βωλοδέρνω
βωμέ	noun	κλητική ενικού του βωμός
βωμίσκο	=	βωμίσκος
βωμίσκοι	=	βωμίσκος
βωμίσκος	noun	υποκοριστικό του βωμός
βωμίσκου	=	βωμίσκος
βωμίσκους	=	βωμίσκος
βωμίσκων	=	βωμίσκος
βωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βωμός
βωμολοχία	noun	η χρήση άσεμνων ή υβριστικών λέξεων και φράσεων
βωμολοχίας	noun	γενική ενικού του βωμολοχία
βωμολοχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωμολοχία
βωμολοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωμολοχικό
βωμολοχικέ	adj	κλητική ενικού του βωμολοχικός
βωμολοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωμολοχική
βωμολοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βωμολοχικός
βωμολοχικής	adj	γενική ενικού του βωμολοχική
βωμολοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βωμολοχικός
βωμολοχικού	adj	γενική ενικού του βωμολοχικός
βωμολοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του βωμολοχικός
βωμολοχικό	adj	αιτιατική ενικού του βωμολοχικός
βωμολοχικός	adj	σχετικός με βωμολοχίες
βωμολοχικών	adj	γενική πληθυντικού του βωμολοχικός
βωμολοχιών	noun	γενική πληθυντικού του βωμολοχία
βωμολοχώ	verb	χυδαιολογώ, λέω κουβέντες ή λέξεις αισχρές, χυδαίες
βωμολοχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος βωμολοχώ
βωμολόχε	noun	κλητική ενικού του βωμολόχος
βωμολόχο	noun	αιτιατική ενικού του βωμολόχος
βωμολόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βωμολόχος
βωμολόχος	noun	αισχρολόγος
βωμολόχου	noun	γενική ενικού του βωμολόχος
βωμολόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βωμολόχος
βωμολόχων	noun	γενική πληθυντικού του βωμολόχος
βωμού	noun	γενική ενικού του βωμός
βωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του βωμός
βωμό	noun	αιτιατική ενικού του βωμός
βωμός	noun	οποιαδήποτε δομή, ακόμα και μία απλή μεγάλη πέτρα, πάνω στην οποία γίνονται θυσίες («θυσιαστήριο») και γενικότερα προσφορές υλικών αγαθών σε κάποια υπερφυσική οντότητα (θεότητα, δαίμονα, πνεύμα) για θρησκευτικούς σκοπούς
βωμών	noun	γενική πληθυντικού του βωμός
βωξίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βωξίτης
βωξίτη	=	βωξίτης
βωξίτης	noun	πέτρωμα που χρησιμοποιείται κυρίως ως μετάλλευμα για την παραγωγή του αλουμινίου
βωξιτών	=	βωξίτης
βωτρίδων	=	βώτριδα
βόα	=	βόας
βόας	noun	μεγάλο φίδι
βόγγα	=	βογκάω
βόγγαγα	=	βογκάω
βόγγαγαν	=	βογκάω
βόγγαγε	=	βογκάω
βόγγαγες	=	βογκάω
βόγγε	=	βόγγος
βόγγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βογγώ
βόγγηξα	=	βογκάω
βόγγηξαν	=	βογκάω
βόγγηξε	=	βογκάω
βόγγηξες	=	βογκάω
βόγγησα	=	βογκάω
βόγγησαν	=	βογκάω
βόγγησε	=	βογκάω
βόγγησες	=	βογκάω
βόγγο	=	βόγγος
βόγγοι	=	βόγγος
βόγγος	noun	άλλη μορφή του βογκητό / βογγητό
βόγγου	=	βόγγος
βόγγους	=	βόγγος
βόγγων	=	βόγγος
βόγκα	=	βογκάω
βόγκαγα	=	βογκάω
βόγκαγαν	=	βογκάω
βόγκαγε	=	βογκάω
βόγκαγες	=	βογκάω
βόγκε	noun	κλητική ενικού του βόγκος
βόγκημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βογκώ
βόγκηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βόγκηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βόγκηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βόγκηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βογκάω
βόγκησα	=	βογκάω
βόγκησαν	=	βογκάω
βόγκησε	=	βογκάω
βόγκησες	=	βογκάω
βόγκο	noun	αιτιατική ενικού του βόγκος
βόγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόγκος
βόγκος	noun	άλλη μορφή του βογκητό / βογγητό
βόγκου	noun	γενική ενικού του βόγκος
βόγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόγκος
βόγκων	noun	γενική πληθυντικού του βόγκος
βόδι	noun	μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του.
βόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόδι
βόεια	=	βόειος
βόειας	=	βόειος
βόειε	=	βόειος
βόειες	=	βόειος
βόειο	=	βόειος
βόειοι	=	βόειος
βόειος	adj|formal	βοδινός
βόειου	=	βόειος
βόειους	=	βόειος
βόειων	=	βόειος
βόες	=	βόας
βόηθα	=	βοηθάω
βόηθαγα	=	βοηθάω
βόηθαγε	=	βοηθάω
βόηθαγες	=	βοηθάω
βόηθησα	=	βοηθάω
βόηθησε	=	βοηθάω
βόηθησες	=	βοηθάω
βόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
βόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
βόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
βόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
βόθρε	noun	κλητική ενικού του βόθρος
βόθρο	noun	αιτιατική ενικού του βόθρος
βόθροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόθρος
βόθρος	noun	σκεπασμένος μεγάλος λάκκος, που χρησιμοποιείται για να συγκεντρώνονται και να απορροφούνται, σταδιακά από το έδαφος, τα σπιτικά απόβλητα
βόθρου	noun	γενική ενικού του βόθρος
βόθρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόθρος
βόθρων	noun	γενική πληθυντικού του βόθρος
βόιβοντας	noun|dated	άλλη μορφή του βοεβόδας
βόιδι	noun	το βόδι
βόιδια	=	βόιδι
βόλε	noun	κλητική ενικού του βόλος
βόλεμα	noun	η τακτοποίηση σε μια άνετη ή ασφαλή θέση, συνήθως ανθρώπων
βόλευα	=	βολεύω
βόλευαν	=	βολεύω
βόλευε	=	βολεύω
βόλευες	=	βολεύω
βόλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βόλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βόλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βόλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βολεύω
βόλεψη	noun|vulgar	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος εξασφαλίζει άνεση ή σταθερότητα στη δουλειά και στη ζωή του, συχνά με τρόπο που δίνει προτεραιότητα στην προσωπική ευκολία
βόλεψης	=	βόλεψη
βόλεϊ	noun	ομαδικό άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των έξι ατόμων σε γήπεδο χωρισμένο στη μέση με δίχτυ· κάθε ομάδα προσπαθεί να ρίξει την μπάλα στη μεριά των αντιπάλων, ώστε να ακουμπήσει στο έδαφος ή να αναγκάσει τους αντιπάλους να τη βγάλουν εκτός αγωνιστικού χώρου
βόλι	noun	το σφαιρίδιο από μολύβι που χρησιμοποιούσαν στα πρώτα πυροβόλα όπλα σαν σφαίρα
βόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόλι
βόλισμα	noun	η εργασία και το αποτέλεσμα του βολίζω
βόλιτα	noun	βόλτα
βόλο	noun	αιτιατική ενικού του βόλος
βόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόλος
βόλος	noun	άλλη γραφή του βώλος (ορθογραφική απλοποίηση, ήδη από την (ελληνιστική κοινή))
βόλου	noun	γενική ενικού του βόλος
βόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόλος
βόλτα	noun	διάνυση μίας απόστασης με τα πόδια ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, με ή χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό, για αναψυχή
βόλτας	noun	γενική ενικού του βόλτα
βόλτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόλτα
βόλων	noun	γενική πληθυντικού του βόλος
βόμβα	noun	συσκευή γεμάτη εκρηκτικά, χρησιμοποιούμενη για την καταστροφή πραγμάτων
βόμβας	noun	γενική ενικού του βόμβα
βόμβε	noun	κλητική ενικού του βόμβος
βόμβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόμβα
βόμβο	noun	αιτιατική ενικού του βόμβος
βόμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόμβος
βόμβος	noun	συνεχής θόρυβος χαμηλής συχνότητας και μικρής ή μεσαίας έντασης, παρόμοιος με αυτόν που παράγεται από το πέταγμα εντόμων
βόμβου	noun	γενική ενικού του βόμβος
βόμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόμβος
βόμβυκα	=	βόμβυκας
βόμβυκας	noun	ο μεταξοσκώληκας
βόμβυκες	=	βόμβυκας
βόμβυξ	noun|archaic	επιστημονική ονομασία του βόμβυκας, όπως στο είδος Bombyx mori (Βόμβυξ της μουριάς) ο μεταξοσκώληκας
βόμβων	noun	γενική πληθυντικού του βόμβος
βόρακα	=	βόρακας
βόρακας	noun	ένυδρο ορυκτό του βορίου
βόρακες	=	βόρακας
βόρβορε	noun	κλητική ενικού του βόρβορος
βόρβορο	noun	αιτιατική ενικού του βόρβορος
βόρβοροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόρβορος
βόρβορος	noun	λάσπη με ακαθαρσίες και δυσοσμία που εμφανίζεται στον πυθμένα υδάτινων εκτάσεων (π.χ. λιμάνια, ποτάμια, λίμνες κ.λπ.)
βόρβορου	noun	γενική ενικού του βόρβορος
βόρβορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόρβορος
βόρβορων	noun	γενική πληθυντικού του βόρβορος
βόρεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βόρειος
βόρειας	adj	γενική ενικού του βόρεια
βόρειε	adj	κλητική ενικού του βόρειος
βόρειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βόρεια
βόρειο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βόρειος
βόρειοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόρειος
βόρειος	adj	που βρίσκεται στο βορρά
βόρειου	adj	γενική ενικού του βόρειος
βόρειους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βόρειος
βόρειων	adj	γενική πληθυντικού του βόρειος
βόρια	=	βόριο
βόριο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο (συμβολίζεται διεθνώς με το B), με μαύρο χρώμα.
βόριον	noun	το βόριο
βόριου	=	βόριο
βόρτο	noun	θολωτή είσοδος
βόσκα	=	βοσκώ
βόσκαγα	=	βοσκώ
βόσκαγαν	=	βοσκώ
βόσκαγε	=	βοσκώ
βόσκαγες	=	βοσκώ
βόσκαμε	=	βόσκω
βόσκαν	=	βόσκω
βόσκανε	=	βόσκω
βόσκατε	=	βόσκω
βόσκε	=	βόσκω
βόσκει	=	βόσκω
βόσκεις	=	βόσκω
βόσκεσαι	=	βόσκω
βόσκεστε	=	βόσκω
βόσκεται	=	βόσκω
βόσκετε	=	βόσκω
βόσκημα	noun	η βόσκηση
βόσκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βόσκησαμε	=	βόσκω
βόσκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βόσκησανε	=	βόσκω
βόσκησατε	=	βόσκω
βόσκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βόσκησει	=	βόσκω
βόσκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βόσκω
βόσκηση	noun	η ενέργεια του βόσκω· βοσκή
βόσκησης	=	βόσκηση
βόσκησις	noun	βόσκηση
βόσκηστε	=	βόσκω
βόσκομαι	=	βόσκω
βόσκομε	=	βόσκω
βόσκονται	=	βόσκω
βόσκονταν	=	βόσκω
βόσκοντας	=	βόσκω
βόσκουμε	=	βόσκω
βόσκουν	=	βόσκω
βόσκουνε	=	βόσκω
βόσκω	verb	τρώω χορτάρι σε λιβάδι
βόστρυχε	noun	κλητική ενικού του βόστρυχος
βόστρυχο	noun	αιτιατική ενικού του βόστρυχος
βόστρυχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βόστρυχος
βόστρυχος	noun|archaic	η μπούκλα, η τούφα από κατσαρά μαλλιά
βόστρυχου	=	βόστρυχος
βόστρυχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του βόστρυχος
βότανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βότανο
βότανο	noun	ποώδες φυτό
βότανου	=	βότανο
βότανων	=	βότανο
βότκα	noun	οινοπνευματώδες ποτό ρωσικής προέλευσης
βότκας	noun	γενική ενικού του βότκα
βότκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βότκα
βότρυς	noun|formal	τo τσαμπί και ιδιαίτερα το σταφύλι
βότσαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βότσαλο
βότσαλο	noun	μικρή πέτρα που την έχει στρογγυλέψει και λειάνει το νερό της θάλασσας, λίμνης ή ποταμού
βότσαλου	noun	γενική ενικού του βότσαλο
βότσαλων	noun	γενική πληθυντικού του βότσαλο
βότσι	noun	κώνος καλαμποκιού
βότσια	=	βότσι
βόχα	noun	η μπόχα
βόχας	=	βόχα
βόχες	=	βόχα
βόωψ	noun	κυριολεκτικά: που έχει μεγάλα μάτια: σε χρήση για το ταξινομικό γένος Βόωψ βόωψ, για το ψάρι του γένους Βόωψ, τη γόπα
βύδρα	=	βίδρα
βύζαγμα	noun	η ενέργεια του ρήματος βυζαίνω, το θήλασμα, ο θηλασμός
βύζαινα	=	βυζαίνω
βύζαιναν	=	βυζαίνω
βύζαινε	=	βυζαίνω
βύζαινες	=	βυζαίνω
βύζαξα	=	βυζαίνω
βύζαξαν	=	βυζαίνω
βύζαξε	=	βυζαίνω
βύζαξες	=	βυζαίνω
βύζασα	=	βυζαίνω
βύθη	=	βύθος
βύθια	=	βύθιος
βύθιας	=	βύθιος
βύθιε	=	βύθιος
βύθιες	=	βύθιος
βύθιζα	=	βυθίζω
βύθιζαν	=	βυθίζω
βύθιζε	=	βυθίζω
βύθιζες	=	βυθίζω
βύθιο	=	βύθιος
βύθιοι	=	βύθιος
βύθιος	adj|formal	που βρίσκεται ή ζει στον βυθό
βύθιου	=	βύθιος
βύθιους	=	βύθιος
βύθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βυθίζω
βύθισαν	=	βυθίζω
βύθισε	=	βυθίζω
βύθισες	=	βυθίζω
βύθιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βυθίζω
βύθισης	noun	γενική ενικού του βύθιση
βύθισις	noun	η βύθιση
βύθισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βυθίζω
βύθιων	=	βύθιος
βύθος	noun|dated	άλλη μορφή του βυθός
βύθους	=	βύθος
βύνες	=	βύνη
βύνη	noun	προϊόν που προκύπτει με κατεργασία του κριθαριού ή άλλων δημητριακών και χρησιμοποιείται στην παραγωγή μπίρας και τροφίμων
βύνης	=	βύνη
βύρσα	noun|formal	κατεργασμένο δέρμα ζώου με μεγάλη αντοχή σε φθορές λόγω σκληρής χρήσης
βύρσας	noun	γενική ενικού του βύρσα
βύρσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύρσα
βύρσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύρσινο
βύρσινε	adj	κλητική ενικού του βύρσινος
βύρσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύρσινη
βύρσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βύρσινος
βύρσινης	adj	γενική ενικού του βύρσινη
βύρσινο	adj	αιτιατική ενικού του βύρσινος
βύρσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βύρσινος
βύρσινος	adj	δερμάτινος
βύρσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βύρσινος
βύρσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βύρσινος
βύρσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βύρσινος
βύρσωμα	noun	η επένδυση με δέρμα
βύσαλο	noun	κεραμίδι, θραύσμα κεραμιδιού ή τούβλου
βύσμα	noun	αρσενική υποδοχή λήψης ρεύματος
βύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύσμα
βύσματος	noun	γενική ενικού του βύσμα
βύσσε	=	βύσσος
βύσσινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύσσινο
βύσσινε	adj	κλητική ενικού του βύσσινος
βύσσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βύσσινη
βύσσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βύσσινος
βύσσινης	adj	γενική ενικού του βύσσινη
βύσσινο	noun	ο μικρός σφαιρικός καρπός του δέντρου της βυσσινιάς (Prunus cerasus)
βύσσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βύσσινος
βύσσινον	noun	το βύσσινο
βύσσινος	adj|dated	βυσσινόχρους, βυσσινής
βύσσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του βύσσινος
βύσσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του βύσσινος
βύσσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βύσσινος
βύσσο	=	βύσσος
βύσσοι	=	βύσσος
βύσσος	noun	λόγιος όρος για το μετάξι της θάλασσας
βύσσου	=	βύσσος
βύσσους	=	βύσσος
βύσσων	=	βύσσος
βώκε	=	βώκος
βώκο	=	βώκος
βώκοι	=	βώκος
βώκος	noun	ηλίθιος
βώκου	=	βώκος
βώκους	=	βώκος
βώκων	=	βώκος
βώλε	=	βώλος
βώλο	=	βώλος
βώλοι	=	βώλος
βώλος	noun	γυάλινο (ή κι από άλλο υλικό) σφαιρίδιο
βώλου	=	βώλος
βώλους	noun	άμορφη μάζα
βώλων	=	βώλος
βώπα	=	γόπα
βώτριδα	noun|formal	ο σκόρος
βώτριδας	=	βώτριδα
βώτριδες	=	βώτριδα
γ	=	βρόντημα
γʹ	=	αποβαίνω
γάβανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάβανο
γάβανε	=	γάβανος
γάβανο	noun	δοχείο (συνήθως ξύλινο και στρογγυλό, που κλείνει με καπάκι)
γάβανοι	=	γάβανος
γάβανος	noun	άλλη μορφή του γάβανο
γάβανου	noun	γενική ενικού του γάβανο
γάβανους	=	γάβανος
γάβανων	noun	γενική πληθυντικού του γάβανο
γάββρε	=	γάββρος
γάββρο	=	γάββρος
γάββροι	=	γάββρος
γάββρος	noun	πυριγενές πέτρωμα
γάββρου	=	γάββρος
γάββρους	=	γάββρος
γάββρων	=	γάββρος
γάβγιζα	=	γαβγίζω
γάβγιζαν	=	γαβγίζω
γάβγιζε	=	γαβγίζω
γάβγιζες	=	γαβγίζω
γάβγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γάβγισαν	=	γαβγίζω
γάβγισε	=	γαβγίζω
γάβγισες	=	γαβγίζω
γάβγισμα	noun	η κραυγή του σκύλου
γάβλιζα	=	γαβλίζω
γάβλισα	=	γαβλίζω
γάβρος	noun	το δέντρο με την επιστημονική ονομασία Carpinus
γάγγλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάγγλιο
γάγγλιο	noun	ανατομικό νευρικό στοιχείο
γάγγλιου	=	γάγγλιο
γάγγλιων	=	γάγγλιο
γάγγραινα	noun	νέκρωση και σήψη ιστών του σώματος ως συνέπεια παύσης της κυκλοφορίας του αίματος
γάγγραινας	=	γάγγραινα
γάγγραινες	=	γάγγραινα
γάγλα	noun	στροφή, καμπύλη δρόμου
γάδαρε	=	γάδαρος
γάδαρο	=	γάδαρος
γάδαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάδαρος
γάδαρος	noun	άλλη μορφή του γάιδαρος
γάδαρου	=	γάδαρος
γάδαρους	=	γάδαρος
γάδε	=	γάδος
γάδο	=	γάδος
γάδοι	=	γάδος
γάδος	noun	μπακαλιάρος
γάδου	=	γάδος
γάδους	=	γάδος
γάδων	=	γάδος
γάζα	noun	αποστειρωμένο λινό ή βαμβακερό ύφασμα, πολύ λεπτό, για κάλυψη τραυμάτων
γάζας	noun	γενική ενικού του γάζα
γάζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάζα
γάζωμα	noun	το ράψιμο στη ραπτομηχανή
γάζωνα	=	γαζώνω
γάζωναν	=	γαζώνω
γάζωνε	=	γαζώνω
γάζωνες	=	γαζώνω
γάζωσα	=	γαζώνω
γάζωσαν	=	γαζώνω
γάζωσε	=	γαζώνω
γάζωσες	=	γαζώνω
γάιδαρε	noun	κλητική ενικού του γάιδαρος
γάιδαρο	noun	αιτιατική ενικού του γάιδαρος
γάιδαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάιδαρος
γάιδαρος	noun	κατοικίδιο (και σπανιότερα άγριο) θηλαστικό της οικογένειας του αλόγου, το οποίο χρησιμοποιείται ως υποζύγιο (επιστημονική ονομασία: Equus asinus)
γάιδαρου	=	γάιδαρος
γάιδαρους	=	γάιδαρος
γάιδαρων	=	γάιδαρος
γάιτα	noun	άλλη μορφή του γαΐτα
γάιτας	=	γάιτα
γάιτες	=	γάιτα
γάλα	noun	θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους
γάλακτος	noun	γενική ενικού του γάλα
γάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάλα
γάλατος	noun	γενική ενικού του γάλα
γάλε	=	γάλος
γάλλιζα	=	γαλλίζω
γάλλιζαν	=	γαλλίζω
γάλλιζε	=	γαλλίζω
γάλλιζες	=	γαλλίζω
γάλλιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 31 και χημικό σύμβολο το Ga
γάλλισα	=	γαλλίζω
γάλλισαν	=	γαλλίζω
γάλλισε	=	γαλλίζω
γάλλισες	=	γαλλίζω
γάλο	=	γάλος
γάλοι	=	γάλος
γάλος	noun	η αρσενική γαλοπούλα
γάλου	=	γάλος
γάλους	=	γάλος
γάλων	=	γάλος
γάμα	noun	το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (γ, κεφαλαίο: Γ)	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος γαμώ
γάμαγα	=	γαμάω
γάμαγαν	=	γαμάω
γάμαγε	=	γαμάω
γάμαγες	=	γαμάω
γάμε	noun	κλητική ενικού του γάμος
γάμημα	noun|vulgar	το γαμήσι, η συνουσία
γάμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γάμησαν	=	γαμάω
γάμησε	=	γαμάω
γάμησες	=	γαμάω
γάμμα	=	γάμα
γάμο	noun	αιτιατική ενικού του γάμος
γάμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάμος
γάμος	noun	η επίσημη τελετή ένωσης δύο ατόμων, η γαμήλια τελετή
γάμου	noun	γενική ενικού του γάμος
γάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γάμος
γάμπα	noun	το πίσω σαρκώδες μέρος της κνήμης
γάμπαρα	=	γάμπαρη
γάμπαρας	=	γάμπαρη
γάμπαρες	=	γάμπαρη
γάμπαρη	noun	είδος γαρίδας (Penaeus kerathurus)
γάμπας	noun	γενική ενικού του γάμπα
γάμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάμπα
γάμπια	noun	είδος τετράγωνου ιστίου πάνω από την μαΐστρα
γάμπιας	noun	γενική ενικού του γάμπια
γάμπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάμπια
γάμπριζα	=	γαμπρίζω
γάμπριζαν	=	γαμπρίζω
γάμπριζε	=	γαμπρίζω
γάμπριζες	=	γαμπρίζω
γάμπρισα	=	γαμπρίζω
γάμπρισαν	=	γαμπρίζω
γάμπρισε	=	γαμπρίζω
γάμπρισες	=	γαμπρίζω
γάμων	noun	γενική πληθυντικού του γάμος
γάνα	noun	η σκουριά που σχηματίζεται στα χάλκινα σκεύη που δεν τα έχουμε γανώσει
γάνας	noun	γενική ενικού του γάνα
γάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάνα
γάνιαζα	=	γανιάζω
γάνιαζαν	=	γανιάζω
γάνιαζε	=	γανιάζω
γάνιαζες	=	γανιάζω
γάνιασα	=	γανιάζω
γάνιασαν	=	γανιάζω
γάνιασε	=	γανιάζω
γάνιασες	=	γανιάζω
γάντζε	noun	κλητική ενικού του γάντζος
γάντζο	noun	αιτιατική ενικού του γάντζος
γάντζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάντζος
γάντζος	noun	μεταλλικό άγκιστρο για να κρεμιούνται ή να σηκώνονται βάρη
γάντζου	noun	γενική ενικού του γάντζος
γάντζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γάντζος
γάντζωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γαντζώνω
γάντζων	noun	γενική πληθυντικού του γάντζος
γάντζωνα	=	γαντζώνω
γάντζωναν	=	γαντζώνω
γάντζωνε	=	γαντζώνω
γάντζωνες	=	γαντζώνω
γάντζωσα	=	γαντζώνω
γάντζωσαν	=	γαντζώνω
γάντζωσε	=	γαντζώνω
γάντζωσες	=	γαντζώνω
γάντι	noun	κάλυμμα για την προστασία του χεριού, από μαλλί, δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που εφαρμόζει τις περισσότερες φορές σε κάθε δάχτυλο, ή σε όλα με χωριστό τον αντιτακτό αντίχειρα
γάντια	=	γάντι
γάντσος	=	γάντζος
γάνωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γανώνω
γάνωνα	=	γανώνω
γάνωναν	=	γανώνω
γάνωνε	=	γανώνω
γάνωνες	=	γανώνω
γάνωσα	=	γανώνω
γάνωσαν	=	γανώνω
γάνωσε	=	γανώνω
γάνωσες	=	γανώνω
γάρα	=	γάρο
γάργαρα	=	γάργαρος
γάργαρε	adj	κλητική ενικού του γάργαρος
γάργαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάργαρη
γάργαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γάργαρος
γάργαρης	adj	γενική ενικού του γάργαρη
γάργαρο	adj	αιτιατική ενικού του γάργαρος
γάργαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάργαρος
γάργαρος	adj	που ρέει διαυγής και κελαρυστός
γάργαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γάργαρος
γάργαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γάργαρος
γάργαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γάργαρος
γάρε	noun	κλητική ενικού του γάρος
γάριασα	=	γαριάζω
γάριασμα	noun	το αποτέλεσμα του γαριάζω
γάρμπο	noun	το γάρμπος (κομψότητα)
γάρμπος	noun	η κομψότητα, η χάρη, η καλή εφαρμογή
γάρμπους	=	γάρμπος
γάρνιρα	=	γαρνίρω
γάρνιραν	=	γαρνίρω
γάρνιρε	=	γαρνίρω
γάρνιρες	=	γαρνίρω
γάρο	noun	αιτιατική ενικού του γάρος
γάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάρος
γάρος	noun	το αλατισμένο νερό, στο οποίο συντηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.).
γάρου	noun	γενική ενικού του γάρος
γάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γάρος
γάρων	noun	γενική πληθυντικού του γάρος
γάσα	noun	η θηλιά στην άκρη του σκοινιού που χρησιμοποιείται για να δένεται εύκολα στη δέστρα ενός σκάφους ή στη μπίντα του λιμανιού
γάσας	noun	γενική ενικού του γάσα
γάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάσα
γάστρα	noun	μεταλλικό ή πήλινο μαγειρικό σκεύος, το οποίο αφού θερμανθεί κατάλληλα, τοποθετείται πάνω από το ταψί με το φαγητό συμβάλλοντας στο ψήσιμό του από την επάνω πλευρά
γάστρας	noun	γενική ενικού του γάστρα
γάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάστρα
γάτα	noun	κατοικίδιο τετράποδο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών.
γάταρε	=	γάταρος
γάταρο	=	γάταρος
γάταροι	=	γάταρος
γάταρος	noun	μεγάλος ογκώδης γάτος
γάταρου	=	γάταρος
γάταρους	=	γάταρος
γάταρων	=	γάταρος
γάτας	noun	γενική ενικού του γάτα
γάτε	noun	κλητική ενικού του γάτος
γάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάτα
γάτη	=	γάτης
γάτης	noun	ο γάτος ή και η γάτα
γάτο	noun	αιτιατική ενικού του γάτος
γάτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάτος
γάτος	noun	το αρσενικό της γάτας
γάτου	noun	γενική ενικού του γάτος
γάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γάτος
γάτρα	noun	ίχνος ζώου, φασαρία
γάτσιαζα	=	γατσιάζω
γάτσιαζαν	=	γατσιάζω
γάτσιαζε	=	γατσιάζω
γάτσιαζες	=	γατσιάζω
γάτσιασα	=	γατσιάζω
γάτσιασαν	=	γατσιάζω
γάτσιασε	=	γατσιάζω
γάτσιασες	=	γατσιάζω
γάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάτος
γάϊδαρε	=	γάιδαρε
γάϊδαρο	=	γάιδαρο
γάϊδαροι	=	γάιδαροι
γάϊδαρος	=	γάιδαρος
γέεννα	noun	κόλαση που διαρκεί αιώνια και δεν έχει τέλος, η παντοτινή τιμωρία
γέεννας	=	γέεννα
γέλα	=	γελάω
γέλαγα	=	γελάω
γέλαγαν	=	γελάω
γέλαγε	=	γελάω
γέλαγες	=	γελάω
γέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελώ
γέλασαν	=	γελάω
γέλασε	=	γελάω
γέλασες	=	γελάω
γέλασμα	noun	άλλη μορφή του ξεγέλασμα
γέλες	=	γέλη
γέλη	noun|formal	το τζελ
γέλης	=	γέλη
γέλια	=	γέλιο
γέλιο	noun	αυθόρμητη ηχηρή έκφραση χαράς ή ευχαρίστησης, αντίδραση σε κάτι αστείο, η οποία παράγεται από γρήγορες κινήσεις του διαφράγματος και των κοιλιακών μυών
γέλιου	noun	γενική ενικού του γέλιο
γέλιων	noun	γενική πληθυντικού του γέλιο
γέλωτας	noun	το γέλιο
γέμα	noun	άλλη μορφή του γιόμα
γέμελα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέμελο
γέμελε	adj	κλητική ενικού του γέμελος
γέμελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέμελη
γέμελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γέμελος
γέμελης	adj	γενική ενικού του γέμελη
γέμελο	adj	αιτιατική ενικού του γέμελος
γέμελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γέμελος
γέμελος	adj|dated	δίδυμος
γέμελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γέμελος
γέμελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γέμελος
γέμελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γέμελος
γέμιζα	=	γεμίζω
γέμιζαν	=	γεμίζω
γέμιζε	=	γεμίζω
γέμιζες	=	γεμίζω
γέμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γέμισαν	=	γεμίζω
γέμισε	=	γεμίζω
γέμισες	=	γεμίζω
γέμιση	noun	το υλικό (τυρί, ρύζι κλπ) που προστίθεται και γεμίζει το εσωτερικό μιας πίτας, ενός γεμιστού λαχανικού, μιας γαλοπούλας, ενός τοστ κλπ
γέμισης	noun	γενική ενικού του γέμιση
γέμισις	noun	η γέμιση
γέμισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γεμίζω
γένεια	noun	άλλη γραφή για τα γένια
γένεση	noun	οι απαρχές, η δημιουργία ενός φαινομένου και η εξέλιξή του μέχρι την πλήρη διαμόρφωσή του
γένεσης	noun	γενική ενικού του γένεση
γένεσις	=	γένεση
γένη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ος
γένηκα	=	γένομαι
γένι	noun	οι τρίχες στο προσώπο και τα μάγουλα, κυρίως των ανδρών, που έχουν μακρύνει
γένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γένι
γέννα	noun	η ενέργεια του γεννώ, ο τοκετός
γένναγα	=	γεννάω
γένναγαν	=	γεννάω
γένναγε	=	γεννάω
γένναγες	=	γεννάω
γέννας	noun	γενική ενικού του γέννα
γέννες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέννα
γέννημα	noun	το αποτέλεσμα του γεννώ
γέννησα	=	γεννάω
γέννησαν	=	γεννάω
γέννησε	=	γεννάω
γέννησες	=	γεννάω
γέννηση	noun	στα θηλαστικά είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα έμβρυο εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του
γέννησης	noun	γενική ενικού του γέννηση
γέννησις	=	γέννηση
γένοιτο	verb	ας γίνει, μακάρι να γίνει
γένομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του γίνομαι
γένος	noun	ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς, ευρύτερο από την οικογένεια
γένους	noun	γενική ενικού του γένος
γένωμα	noun	το γονιδίωμα
γέρακα	=	γέρακας
γέρακας	noun	αρσενική μορφή της λέξης γεράκι
γέρακες	=	γέρακας
γέρας	noun|obsolete	βραβείο, έπαθλο, αριστείο
γέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γέρασαν	=	γερνάω
γέρασε	verb	γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος γερνάω / γερνώ
γέρασες	=	γερνάω
γέρασμα	noun	το να γερνάει κάποιος, η γήρανση
γέρε	=	γέρος
γέρευα	=	γερεύω
γέρευαν	=	γερεύω
γέρευε	=	γερεύω
γέρευες	=	γερεύω
γέρεψα	=	γερεύω
γέρεψαν	=	γερεύω
γέρεψε	=	γερεύω
γέρεψες	=	γερεύω
γέρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέρικο
γέρικε	adj	κλητική ενικού του γέρικος
γέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέρικη
γέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γέρικος
γέρικης	adj	γενική ενικού του γέρικη
γέρικο	adj	αιτιατική ενικού του γέρικος
γέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γέρικος
γέρικος	adj	που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ηλικιωμένο · που έχει πια γεράσει
γέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γέρικος
γέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γέρικος
γέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γέρικος
γέρμα	noun	η ώρα που ο ήλιος γέρνει, το ηλιοβασίλεμα, η δύση
γέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέρμα
γέρματος	noun	γενική ενικού του γέρμα
γέρνα	=	γερνάω
γέρναγα	=	γερνάω
γέρναγαν	=	γερνάω
γέρναγε	=	γερνάω
γέρναγες	=	γερνάω
γέρναμε	=	γέρνω
γέρναν	=	γέρνω
γέρνανε	=	γέρνω
γέρνατε	=	γέρνω
γέρνε	=	γέρνω
γέρνει	=	γέρνω
γέρνεις	=	γέρνω
γέρνετε	=	γέρνω
γέρνομε	=	γέρνω
γέρνοντας	=	γέρνω
γέρνουμε	=	γέρνω
γέρνουν	=	γέρνω
γέρνουνε	=	γέρνω
γέρνω	verb	κάνω κάτι να αποκτήσει κλίση, να αποκλίνει από τον κατακόρυφο άξονα
γέρο	=	γέρος
γέροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γέρος
γέροντα	=	γέροντας
γέροντας	noun	ηλικιωμένος άντρας, γέρος (ως προσφώνηση δείχνει σεβασμό)
γέροντες	=	γέροντας
γέρος	noun	πολύ μεγάλος σε ηλικία, ηλικιωμένος
γέρου	=	γέρος
γέρους	=	γέρος
γέρσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γέρνω
γέρων	=	γέρος
γέσμαν	noun	άλλη μορφή του γιέσμαν
γέτι	noun	άλλη μορφή του γιέτι
γέφυρα	noun	κατασκευή που επιτρέπει το πέρασμα ανθρώπων, οχημάτων κλπ. πάνω από ποτάμια, χαράδρες, θαλάσσια στενά ή άλλα φυσικά ή ανθρωπογενή εμπόδια
γέφυρας	noun	γενική ενικού του γέφυρα
γέφυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέφυρα
γήγερτον	noun	το ανάχωμα
γήινα	=	γήινος
γήινε	=	γήινος
γήινες	=	γήινος
γήινη	=	γήινος
γήινης	=	γήινος
γήινο	=	γήινος
γήινοι	=	γήινος
γήινος	adj	που αναφέρεται στη γη	noun	ο κάτοικος του πλανήτη Γη
γήινου	=	γήινος
γήινους	=	γήινος
γήινων	=	γήινος
γήλιος	noun|literary	τύπος της δημοτικής και ποιητική μορφή για το ήλιος
γήλοφε	=	γήλοφος
γήλοφο	=	γήλοφος
γήλοφοι	=	γήλοφος
γήλοφος	noun	μικρός λόφος από χώμα
γήλοφου	=	γήλοφος
γήλοφους	=	γήλοφος
γήλοφων	=	γήλοφος
γήπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γήπεδο
γήπεδο	noun	μεγάλη επίπεδη έκταση γης
γήπεδου	=	γήπεδο
γήρανση	noun	το γέρασμα, η αύξηση της ηλικίας σε συνδυασμό τις αλλοιώσεις που προκύπτουν στον οργανισμό
γήρανσης	noun	γενική ενικού του γήρανση
γήρας	noun	τα γηρατειά, η γεροντική ηλικία
γήρατα	=	γήρας
γήρατος	noun	γενική ενικού του γήρας
γήτεμα	noun	το ξόρκι, το μαγικό
γήτευα	=	γητεύω
γήτευαν	=	γητεύω
γήτευε	=	γητεύω
γήτευες	=	γητεύω
γήτεψα	=	γητεύω
γήτεψαν	=	γητεύω
γήτεψε	=	γητεύω
γήτεψες	=	γητεύω
γίββων	=	γίββωνας
γίββωνα	=	γίββωνας
γίββωνας	noun	πίθηκος των τροπικών δάσων της Ασίας, με μεγάλα χέρια, χωρίς ουρά
γίββωνες	=	γίββωνας
γίββωνων	=	γίββωνας
γίβεντο	noun	ντροπή
γίγα	=	γίγαντας
γίγαντα	=	γίγαντας
γίγαντας	noun	μυθικό ον που συναντάται σε πολλές από τις μυθολογίες του κόσμου· ανθρωπόμορφος αλλά με ύψος και δύναμη πολλές φορές μεγαλύτερα από του κανονικού ανθρώπου
γίγαντες	noun	ποικιλία φασολιών τα οποία καταναλώνονται μόνο ξερά
γίγαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γίγαρτο
γίγαρτο	noun|archaic	το κουκούτσι του σταφυλιού
γίγαρτου	=	γίγαρτο
γίγαρτων	=	γίγαρτο
γίγας	=	γίγαντας
γίγγλυμε	=	γίγγλυμος
γίγγλυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γίγγλυμος
γίγγλυμο	=	γίγγλυμος
γίγγλυμοι	=	γίγγλυμος
γίγγλυμος	noun	η κλείδωση, η άρθρωση δύο οστών έτσι ώστε η εξοχή του ενός να εισέρχεται και να περιστρέφεται ελεύθερα μέσα στην εσοχή του άλλου	adj	που μοιάζει με γίγγλυμο
γίγγλυμου	=	γίγγλυμος
γίγγλυμους	=	γίγγλυμος
γίγλυμος	=	γίγγλυμος
γίγνεσθαι	noun|formal	η διαρκής εξέλιξη, διαμόρφωση ή μετατροπή των πραγμάτων, η σύνθεση που προκύπτει μέσα από τις συγκρούσεις
γίδα	noun	η κατσίκα
γίδας	noun	γενική ενικού του γίδα
γίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γίδα
γίδι	noun	το κατσίκι
γίδια	noun	κοπάδι από γίδια
γίδινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γίδινο
γίδινε	adj	κλητική ενικού του γίδινος
γίδινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γίδινη
γίδινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γίδινος
γίδινης	adj	γενική ενικού του γίδινη
γίδινο	adj	αιτιατική ενικού του γίδινος
γίδινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γίδινος
γίδινος	adj	κατσικίσιος
γίδινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γίδινος
γίδινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γίδινος
γίδινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γίδινος
γίναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίναν	=	γίνομαι
γίνανε	=	γίνομαι
γίνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίνε	=	γίνομαι
γίνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίνεσαι	=	γίνομαι
γίνεστε	=	γίνομαι
γίνεται	verb	β΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του γίνομαι
γίνετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεστώτα του γίνομαι
γίνηκα	=	γίνομαι
γίνηκαν	=	γίνομαι
γίνηκε	=	γίνομαι
γίνηκες	=	γίνομαι
γίνομαι	verb	λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη
γίνονται	=	γίνομαι
γίνονταν	=	γίνομαι
γίνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίνουνε	=	γίνομαι
γίντις	noun	γερμανική γλώσσα που μιλιόταν από τις εβραϊκές κοινότητες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης από το Μεσαίωνα έως τον 20ό αιώνα.	adj	που έχει σχέση με τη γλώσσα γίντις
γίνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
γίνωμα	noun	η ωρίμαση, το ωρίμασμα
γα	noun	ο τρίτος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αποτελείται από εφτά, συνολικά
γαΐδαρος	=	γάιδαρος
γαΐτα	noun	μικρό ξύλινο πλεούμενο με στενή πρύμνη, επίπεδο πυθμένα και ιστία ή κουπιά, που χρησιμοποιείται κυρίως για παράκτια αλιεία και ήπιες θαλάσσιες μετακινήσεις
γαΐτας	=	γαΐτα
γαΐτες	=	γαΐτα
γαία	noun	η Γη
γαίας	noun	γενική ενικού του γαία
γαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαία
γαίμα	=	αίμα
γαβ	intj	λέξη που αποδίδει τη φωνή του σκύλου
γαβάθα	noun	παραδοσιακό βαθύ ανοιχτό σκεύος για φαγητό μεγάλου σχήματος
γαβάθας	=	γαβάθα
γαβάθες	=	γαβάθα
γαβάνα	noun	άλλη μορφή του γάβανο
γαβάνας	noun	γενική ενικού του γαβάνα
γαβάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαβάνα
γαβάνι	noun	άλλη μορφή του γάβανο
γαβάνια	=	γαβάνι
γαβάνου	=	γάβανος
γαβάνους	=	γάβανος
γαβάνων	=	γάβανος
γαβάρα	noun|dated	παλιός τύπος ιστιοφόρου πολεμικού πλοίου
γαβάρας	noun	γαβάρα, στη γενική του ενικού
γαβάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαβάρα
γαβαθά	=	γαβαθάς
γαβαθάδες	=	γαβαθάς
γαβαθάδων	=	γαβαθάς
γαβαθάκι	noun	υποκοριστικό του γαβάθα
γαβαθάκια	=	γαβαθάκι
γαβαθάς	noun	ο κατασκευαστής ή πωλητής γαβαθών
γαβαθούλα	noun	υποκοριστικό του γαβάθα
γαβαθούλας	=	γαβαθούλα
γαβαθούλες	=	γαβαθούλα
γαβαθωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαβαθωτό
γαβαθωτέ	adj	κλητική ενικού του γαβαθωτός
γαβαθωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαβαθωτή
γαβαθωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαβαθωτός
γαβαθωτής	adj	γενική ενικού του γαβαθωτή
γαβαθωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαβαθωτός
γαβαθωτού	adj	γενική ενικού του γαβαθωτός
γαβαθωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαβαθωτός
γαβαθωτό	adj	αιτιατική ενικού του γαβαθωτός
γαβαθωτός	adj	που έχει το σχήμα της γαβάθας
γαβαθωτών	adj	γενική πληθυντικού του γαβαθωτός
γαβαθών	=	γαβάθα
γαβανιού	=	γαβάνι
γαβανιών	=	γαβάνι
γαβγίζαμε	=	γαβγίζω
γαβγίζαν	=	γαβγίζω
γαβγίζανε	=	γαβγίζω
γαβγίζατε	=	γαβγίζω
γαβγίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γαβγίζω
γαβγίζεις	=	γαβγίζω
γαβγίζετε	=	γαβγίζω
γαβγίζομε	=	γαβγίζω
γαβγίζοντας	=	γαβγίζω
γαβγίζουμε	=	γαβγίζω
γαβγίζουν	=	γαβγίζω
γαβγίζουνε	=	γαβγίζω
γαβγίζω	verb	βγάζω την κραυγή γαβ
γαβγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσαν	=	γαβγίζω
γαβγίσανε	=	γαβγίζω
γαβγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάβγισμα
γαβγίσματος	noun	γενική ενικού του γάβγισμα
γαβγίσομε	=	γαβγίζω
γαβγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσουνε	=	γαβγίζω
γαβγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαβγίζω
γαβγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάβγισμα
γαβιάλες	=	γαβιάλης
γαβιάλη	=	γαβιάλης
γαβιάλης	noun	ερπετό της οικογένειας των Γαβιαλιδών και της τάξης των Κροκοδειλίων, ο οποίος ζει στην Ινδική χερσόνησο και ονομάζεται επίσης ιχθυοφάγος/ψαροφάγος κροκόδειλος
γαβιαλών	=	γαβιάλης
γαβλίζω	verb	γαβγίζω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
γαβλίσω	=	γαβλίζω
γαβλισμένος	=	γαβλίζω
γαβράνι	noun	το πουλί Corvus monedula (είδος μικρόσωμου κορακιού)
γαβράνια	=	γαβράνι
γαβρανιού	=	γαβράνι
γαβρανιών	=	γαβράνι
γαβριά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γαβριάς
γαβριάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαβριάς
γαβριάδων	noun	γενική πληθυντικού του γαβριάς
γαβριάς	noun|dated	έξυπνο παιδάκι που τριγυρίζει
γαγάτης	noun	είδος μαύρου ορυκτού άνθρακα με μεγάλη σκληρότητα.
γαγγλίου	=	γάγγλιο
γαγγλίων	=	γάγγλιο
γαγγλιακά	=	γαγγλιακός
γαγγλιακέ	=	γαγγλιακός
γαγγλιακές	=	γαγγλιακός
γαγγλιακή	=	γαγγλιακός
γαγγλιακής	=	γαγγλιακός
γαγγλιακοί	=	γαγγλιακός
γαγγλιακού	=	γαγγλιακός
γαγγλιακούς	=	γαγγλιακός
γαγγλιακό	=	γαγγλιακός
γαγγλιακός	adj	που έχει σχέση με τα γάγγλια, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά
γαγγλιακών	=	γαγγλιακός
γαγγλιοπάθεια	noun	πάθηση των γαγγλίων
γαγγλιοπάθειας	noun	γενική ενικού του γαγγλιοπάθεια
γαγγλιοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαγγλιοπάθεια
γαγγλιοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του γαγγλιοπάθεια
γαγγλιωδών	=	γαγγλιώδης
γαγγλιώδεις	=	γαγγλιώδης
γαγγλιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαγγλιώδης
γαγγλιώδη	=	γαγγλιώδης
γαγγλιώδης	adj	σχετικός με γάγγλια
γαγγλιώδους	=	γαγγλιώδης
γαγγραινιάζω	verb	παθαίνω γάγγραινα
γαγγραινιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
γαγγραινιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαγγραινιασμένο
γαγγραινιασμένε	verb	κλητική ενικού του γαγγραινιασμένος
γαγγραινιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαγγραινιασμένη
γαγγραινιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαγγραινιασμένος
γαγγραινιασμένης	verb	γενική ενικού του γαγγραινιασμένη
γαγγραινιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαγγραινιασμένος
γαγγραινιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαγγραινιασμένος
γαγγραινιασμένος	verb	που έχει πάθει γάγγραινα
γαγγραινιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαγγραινιασμένος
γαγγραινιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαγγραινιασμένος
γαγγραινιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαγγραινιασμένος
γαγγραινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαγγραινικό
γαγγραινικέ	adj	κλητική ενικού του γαγγραινικός
γαγγραινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαγγραινική
γαγγραινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαγγραινικός
γαγγραινικής	adj	γενική ενικού του γαγγραινική
γαγγραινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαγγραινικός
γαγγραινικού	adj	γενική ενικού του γαγγραινικός
γαγγραινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαγγραινικός
γαγγραινικό	adj	αιτιατική ενικού του γαγγραινικός
γαγγραινικός	adj	χαρακτηριστικός της γάγγραινας
γαγγραινικών	adj	γενική πληθυντικού του γαγγραινικός
γαγγραινούμαι	verb	γαγγραινιάζω
γαγγραινώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαγγραινώδης
γαγγραινώδης	adj	που μοιάζει με τη γάγγραινα
γαγγραινών	=	γάγγραινα
γαγκάβα	noun	αλιευτικό εργαλείο
γαδάρα	noun	άλλη μορφή του γαϊδούρα
γαδάρας	noun	γενική ενικού του γαδάρα
γαδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαδάρα
γαδάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γάδαρος
γαδάρου	=	γάδαρος
γαδάρους	=	γάδαρος
γαδάρων	=	γάδαρος
γαδίνι	noun	μεγάλο βαθύ πήλινο πιάτο
γαδα	abbrev	Το διοικητικό κέντρο των αστυνομικών επιχειρήσεων στην Αττική, με γραφεία, κρατητήρια και άλλες υπηρεσίες στη Λ. Αλεξάνδρας της Αθήνας
γαδολίνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 64, ατομικό βάρος 157,25 και χημικό σύμβολο το Gd
γαδολινίου	noun	γενική ενικού του γαδολίνιο
γαδολινιούχα	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχας	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχε	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχες	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχο	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχοι	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο γαδολινίου
γαδολινιούχου	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχους	=	γαδολινιούχος
γαδολινιούχων	=	γαδολινιούχος
γαελικά	noun	ομάδα των κελτικών γλωσσών της Σκοτίας, της γαλλικής Βρετάνης, της Κορνουάλης, της Ουαλίας, και της Ιρλανδίας, της Νήσου του Μαν.
γαελικέ	=	γαελικός
γαελικές	=	γαελικός
γαελική	noun	άλλη μορφή του γαελικά
γαελικής	=	γαελικός
γαελικοί	=	γαελικός
γαελικού	=	γαελικός
γαελικούς	=	γαελικός
γαελικό	=	γαελικός
γαελικός	adj	που σχετίζεται με τους Κέλτες της Ιρλανδίας και της Σκωτίας, τη γλώσσα, τον πολιτισμό ή την παράδοσή τους
γαελικών	=	γαελικά
γαζέλα	noun	αντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο
γαζέλας	noun	γενική ενικού του γαζέλα
γαζέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζέλα
γαζέπι	noun	οργή θεού
γαζέπια	=	γαζέπι
γαζέτα	noun	το δίλεπτο μεταλλικό κέρμα των Ενετών
γαζέτας	noun	γενική ενικού του γαζέτα
γαζέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζέτα
γαζή	=	γαζής
γαζήδες	=	γαζής
γαζήδων	=	γαζής
γαζής	noun	μουσουλμάνος που μάχεται τους εχθρούς του Ισλάμ καθώς και τιμητικός τίτλος συνοδευμένος με προνόμια που δίδονταν σ' αυτούς
γαζί	noun	πυκνή ραφή που γίνεται με ραπτομηχανή
γαζία	noun	καλλωπιστικό δέντρο της οικογένειας των Μιμοζιδών, που τα κίτρινα λουλούδια του σχηματίζουν τσαμπιά (Ακακία η φαρνέσιος ή Ακακία η φαρνεζιανή)
γαζίας	noun	γενική ενικού του γαζία
γαζίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζία
γαζελών	noun	γενική πληθυντικού του γαζέλα
γαζεπιού	=	γαζέπι
γαζεπιών	=	γαζέπι
γαζετατζής	noun	εφημεριδοπώλης
γαζετών	noun	γενική πληθυντικού του γαζέτα
γαζιά	=	γαζί
γαζιού	=	γαζί
γαζιών	noun	γενική πληθυντικού του γαζία
γαζωμάτων	=	γάζωμα
γαζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζωμένο
γαζωμένε	verb	κλητική ενικού του γαζωμένος
γαζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζωμένη
γαζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαζωμένος
γαζωμένης	verb	γενική ενικού του γαζωμένη
γαζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαζωμένος
γαζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαζωμένος
γαζωμένος	verb	που έχει γαζωθεί
γαζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαζωμένος
γαζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαζωμένος
γαζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαζωμένος
γαζωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζωτό	adv	με γαζί
γαζωτέ	adj	κλητική ενικού του γαζωτός
γαζωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαζωτή
γαζωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαζωτός
γαζωτής	noun	εργαζόμενος που γαζώνει	adj	γενική ενικού του γαζωτή
γαζωτικός	adj|rare	που έχει σχέση με γάζωμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
γαζωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαζωτός
γαζωτού	adj	γενική ενικού του γαζωτός
γαζωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαζωτός
γαζωτριών	=	γαζώτρια
γαζωτό	adj	αιτιατική ενικού του γαζωτός
γαζωτός	adj	που έχει ραφτεί ή διακοσμηθεί με γαζί
γαζωτών	adj	γενική πληθυντικού του γαζωτός
γαζώματα	=	γάζωμα
γαζώματος	=	γάζωμα
γαζών	noun	γενική πληθυντικού του γάζα
γαζώναμε	=	γαζώνω
γαζώναν	=	γαζώνω
γαζώνανε	=	γαζώνω
γαζώνατε	=	γαζώνω
γαζώνει	=	γαζώνω
γαζώνεις	=	γαζώνω
γαζώνετε	=	γαζώνω
γαζώνοντας	=	γαζώνω
γαζώνουμε	=	γαζώνω
γαζώνουν	=	γαζώνω
γαζώνουνε	=	γαζώνω
γαζώνω	verb	ράβω στη ραπτομηχανή
γαζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσαν	=	γαζώνω
γαζώσανε	=	γαζώνω
γαζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαζώνω
γαζώτρια	noun	εργάτρια που δουλεύει στη ραπτομηχανή και γαζώνει
γαζώτριας	=	γαζώτρια
γαζώτριες	=	γαζώτρια
γαιάνθρακα	=	γαιάνθρακας
γαιάνθρακας	noun	ο άνθρακας που εξορύσσεται από τη γη, ο ορυκτός άνθρακας
γαιάνθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαιάνθρακας
γαιανθράκων	=	γαιάνθρακας
γαιανθρακαποθήκες	=	γαιανθρακαποθήκη
γαιανθρακαποθήκη	noun|formal	καρβουναποθήκη
γαιανθρακαποθήκης	=	γαιανθρακαποθήκη
γαιανθρακαποθηκών	=	γαιανθρακαποθήκη
γαιανθρακοφόρα	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρας	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρε	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρες	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρο	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόροι	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρος	adj	που φέρει στο έδαφος γαιάνθρακες (για περιοχή συνήθως)
γαιανθρακοφόρου	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρους	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακοφόρων	=	γαιανθρακοφόρος
γαιανθρακωρυχεία	=	γαιανθρακωρυχείο
γαιανθρακωρυχείο	noun	ορυχείο που βγάζει γαιάνθρακες
γαιανθρακωρυχείου	=	γαιανθρακωρυχείο
γαιανθρακωρυχείων	=	γαιανθρακωρυχείο
γαιογνωρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαιογνώρισμα
γαιογνωρίσματος	noun	γενική ενικού του γαιογνώρισμα
γαιογνωρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαιογνώρισμα
γαιογνώρισμα	noun	λοφίσκος από χώμα, γήλοφος, γεώλοφος, σωρός από χώμα που σωρεύεται σε συγκεκριμένο ύψος και σχήμα ώστε κατά την εκσκαφή περιοχής, από το εξαχθέν χώμα να υπολογίζεται το βάθος στο οποίο αυτή έχει φθάσει ή για την εξαγωγή άλλων συναφών συμπερασμάτων
γαιοδάμασμα	noun	Από την σειρά «Άβαταρ: Ο Τελευταίος Ανεμοδαμαστής» (2005), για να περιγραφεί η τεχνική των ατόμων που διαφεντεύουν το στοιχείο της γης και τα οποία κατάγονται από το Βασίλειο της Γης.
γαιοδαμάσματα	=	γαιοδάμασμα
γαιοδαμάσματος	=	γαιοδάμασμα
γαιοδαμασμάτων	=	γαιοδάμασμα
γαιοδεσποτών	=	γαιοδεσπότης
γαιοδεσπότες	=	γαιοδεσπότης
γαιοδεσπότη	=	γαιοδεσπότης
γαιοδεσπότης	noun|dated	ο κάτοχος (μεγάλης) έκτασης γης
γαιοκτήμον	=	γαιοκτήμων
γαιοκτήμονα	=	γαιοκτήμονας
γαιοκτήμονας	noun	ο ιδιοκτήτης (μεγάλης) έκτασης γης
γαιοκτήμονες	=	γαιοκτήμονας
γαιοκτήμονος	=	γαιοκτήμων
γαιοκτήμων	noun	ο ιδιοκτήτης (μεγάλης) έκτασης γης
γαιοκτημόνων	=	γαιοκτήμονας
γαιοκτησία	noun	η απόκτηση γης
γαιοκτησίας	noun	γενική ενικού του γαιοκτησία
γαιοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαιοκτησία
γαιοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του γαιοκτησία
γαιοκτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαιοκτητικό
γαιοκτητικέ	adj	κλητική ενικού του γαιοκτητικός
γαιοκτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαιοκτητική
γαιοκτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαιοκτητικός
γαιοκτητικής	adj	γενική ενικού του γαιοκτητική
γαιοκτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαιοκτητικός
γαιοκτητικού	adj	γενική ενικού του γαιοκτητικός
γαιοκτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαιοκτητικός
γαιοκτητικό	adj	αιτιατική ενικού του γαιοκτητικός
γαιοκτητικός	adj	που σχετίζεται με τη γαιοκτησία ή τον γαιοκτήμονα ή αναφέρεται σ’ αυτά
γαιοκτητικών	adj	γενική πληθυντικού του γαιοκτητικός
γαιοπροσόδου	=	γαιοπρόσοδος
γαιοπροσόδους	=	γαιοπρόσοδος
γαιοπροσόδων	=	γαιοπρόσοδος
γαιοπρόσοδε	=	γαιοπρόσοδος
γαιοπρόσοδο	=	γαιοπρόσοδος
γαιοπρόσοδοι	=	γαιοπρόσοδος
γαιοπρόσοδος	noun	το εισόδημα ενός γαιοκτήμονα από το ενοίκιο που εισπράττει από κάποιον ο οποίος νοίκιασε (με ετήσιο ενοίκιο) τη γη του πρώτου και την εκμεταλλεύεται παραγωγικά, ένα από τα βασικότερα μη δεδουλευμένα εισοδήματα και βασικό στοιχείο αντιπαράθεσης στις οικονομικές θεωρίες
γαιοράματα	=	γαιόραμα
γαιοράματος	=	γαιόραμα
γαιοραμάτων	=	γαιόραμα
γαιοσάκου	noun	γενική ενικού του γαιόσακος
γαιοσάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαιόσακος
γαιοσάκων	noun	γενική πληθυντικού του γαιόσακος
γαιοφάγα	=	γαιοφάγος
γαιοφάγας	=	γαιοφάγος
γαιοφάγε	=	γαιοφάγος
γαιοφάγες	=	γαιοφάγος
γαιοφάγο	=	γαιοφάγος
γαιοφάγοι	=	γαιοφάγος
γαιοφάγος	adj	που τρώει τη γη
γαιοφάγου	=	γαιοφάγος
γαιοφάγους	=	γαιοφάγος
γαιοφάγων	=	γαιοφάγος
γαιοχώσεις	=	γαιόχωση
γαιοχώσεων	=	γαιόχωση
γαιοϊκανοτήτων	=	γαιοϊκανότητα
γαιοϊκανότητα	noun	η δυνατότητα ενός τμήματος της γης να χρησιμοποιείται για διάφορους σκοπούς, διατηρώντας την παραγωγική του αξία
γαιοϊκανότητας	=	γαιοϊκανότητα
γαιοϊκανότητες	=	γαιοϊκανότητα
γαιτών	=	γάιτα
γαιωδών	=	γαιώδης
γαιόραμα	noun	απεικόνιση της γήινης επιφάνειας που ξεπερνά τα συνηθισμένα επίπεδα γεωγραφικά μοντέλα, καθώς συνήθως πρόκειται για μια πιο ρεαλιστική ή πανοραμική αναπαράσταση (όπως ένας μεγάλος χάρτης, σφαίρα ή τρισδιάστατη κατασκευή) μεγάλης κλίμακας
γαιόσακε	noun	κλητική ενικού του γαιόσακος
γαιόσακο	noun	αιτιατική ενικού του γαιόσακος
γαιόσακοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαιόσακος
γαιόσακος	noun	σακί γεμισμένο με χώμα και άλλες ουσίες χαμηλής αξίας, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόχειρο οχύρωμα όταν χρειάζεται (π.χ. στον πόλεμο)
γαιόσακου	noun	γενική ενικού του γαιόσακος
γαιόσακους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαιόσακος
γαιόσακων	noun	γενική πληθυντικού του γαιόσακος
γαιότοιχε	=	γαιότοιχος
γαιότοιχο	=	γαιότοιχος
γαιότοιχοι	=	γαιότοιχος
γαιότοιχος	noun	τοίχος (συνήθως μαντρότοιχος) φτιαγμένος από λάσπη
γαιότοιχου	=	γαιότοιχος
γαιότοιχους	=	γαιότοιχος
γαιότοιχων	=	γαιότοιχος
γαιόχωση	noun	η συσσώρευση άμμου ή χώματος (π.χ. σε χυτήρια κοντά στο καλούπι)
γαιόχωσης	=	γαιόχωση
γαιώδεις	=	γαιώδης
γαιώδες	=	γαιώδης
γαιώδη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του γαιώδης
γαιώδης	adj	άλλη μορφή του γεώδης
γαιώδους	=	γαιώδης
γαιών	noun	γενική πληθυντικού του γαία
γακ	abbrev	Τα ΓΑΚ αποτελούν την κυρίαρχη και αυτοτελή κρατική αρχειακή υπηρεσία της Ελλάδας.
γαλάζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλάζιο
γαλάζιας	=	γαλάζιος
γαλάζιε	=	γαλάζιος
γαλάζιες	=	γαλάζιος
γαλάζιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γαλάζιος	noun	το χρώμα του ουρανού
γαλάζιοι	=	γαλάζιος
γαλάζιος	adj	που έχει το χρώμα του ουρανού
γαλάζιου	noun	γενική ενικού του γαλάζιο
γαλάζιους	=	γαλάζιος
γαλάζιων	noun	γενική πληθυντικού του γαλάζιο
γαλάκτωμα	noun	γαλακτώδες καλλυντικό για τον καθαρισμό και την ενυδάτωση του προσώπου
γαλάρι	noun	μικρό προβάτου ή κατσικιού το οποίο ακόμα θηλάζει
γαλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλάρι
γαλάριας	=	γαλάριος
γαλάριε	=	γαλάριος
γαλάριες	=	γαλάριος
γαλάριο	=	γαλάριος
γαλάριοι	=	γαλάριος
γαλάριος	adj	για ζώα που δίνουν πολύ γάλα ή απλώς γάλα (γαλάρια ως ουσιαστικό: οι κατσίκες και οι προβατίνες)
γαλάριου	=	γαλάριος
γαλάριους	=	γαλάριος
γαλάριων	=	γαλάριος
γαλάτη	noun	άλλη μορφή του αλάτη
γαλάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάλα
γαλέε	noun	κλητική ενικού του γαλέος
γαλέο	noun	αιτιατική ενικού του γαλέος
γαλέοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλέος
γαλέος	noun	είδος ψαριού της Mεσογείου που ανήκει στην οικογένεια των καρχαριοειδών (συγγενεύει με το σκυλόψαρο)
γαλέου	noun	γενική ενικού του γαλέος
γαλέους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαλέος
γαλέρα	noun	παλιό πολεμικό ιστιοφόρο με κουπιά
γαλέρας	noun	γενική ενικού του γαλέρα
γαλέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλέρα
γαλές	=	γαλή
γαλέτα	noun	είδος ψωμιού υπερβολικά αφυδατωμένου και σκληρού που χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό
γαλέτας	noun	γενική ενικού του γαλέτα
γαλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλέτα
γαλέων	noun	γενική πληθυντικού του γαλέος
γαλή	noun	μονοτονική γραφή του γαλῆ, η γάτα
γαλήνεμα	noun	η αποκατάσταση της γαλήνης στον ψυχισμό ή σε ένα φυσικό στοιχείο, όπως η θάλασσα
γαλήνη	noun	η ήρεμη κατάσταση της θάλασσας ή της ατμόσφαιρας, γενικά
γαλήνης	=	γαλήνη
γαλήνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλήνιος
γαλήνιας	adj	γενική ενικού του γαλήνια
γαλήνιε	adj	κλητική ενικού του γαλήνιος
γαλήνιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλήνια
γαλήνιο	adj	αιτιατική ενικού του γαλήνιος
γαλήνιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλήνιος
γαλήνιος	adj	που χαρακτηρίζεται από γαλήνη, ηρεμία
γαλήνιου	adj	γενική ενικού του γαλήνιος
γαλήνιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλήνιος
γαλήνιων	adj	γενική πληθυντικού του γαλήνιος
γαλής	=	γαλή
γαλί	noun	η γαλοπούλα
γαλίφα	=	γαλίφης
γαλίφας	=	γαλίφης
γαλίφες	=	γαλίφης
γαλίφη	=	γαλίφης
γαλίφηδες	=	γαλίφης
γαλίφηδων	=	γαλίφης
γαλίφης	adj	κόλακας
γαλίφικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλίφικο
γαλίφικε	adj	κλητική ενικού του γαλίφικος
γαλίφικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλίφικη
γαλίφικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλίφικος
γαλίφικης	adj	γενική ενικού του γαλίφικη
γαλίφικο	adj	αιτιατική ενικού του γαλίφικος
γαλίφικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλίφικος
γαλίφικος	adj	που χαρακτηρίζει τον γαλίφη
γαλίφικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλίφικος
γαλίφικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλίφικος
γαλίφικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλίφικος
γαλαδερφέ	=	γαλαδερφός
γαλαδερφές	=	γαλαδερφή
γαλαδερφή	noun	η ομογάλακτη αδελφή
γαλαδερφής	=	γαλαδερφή
γαλαδερφοί	=	γαλαδερφός
γαλαδερφού	=	γαλαδερφός
γαλαδερφούς	=	γαλαδερφός
γαλαδερφό	=	γαλαδερφός
γαλαδερφός	noun	ο ομογάλακτος αδελφός
γαλαδερφών	=	γαλαδερφή
γαλαζοαίματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοαίματο
γαλαζοαίματε	adj	κλητική ενικού του γαλαζοαίματος
γαλαζοαίματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοαίματη
γαλαζοαίματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαζοαίματος
γαλαζοαίματης	adj	γενική ενικού του γαλαζοαίματη
γαλαζοαίματο	adj	αιτιατική ενικού του γαλαζοαίματος
γαλαζοαίματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοαίματος
γαλαζοαίματος	adj	που ανήκει σε βασιλική ή αριστοκρατική οικογένεια (και ειρωνικό)
γαλαζοαίματου	adj	γενική ενικού του γαλαζοαίματος
γαλαζοαίματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαζοαίματος
γαλαζοαίματων	adj	γενική πληθυντικού του γαλαζοαίματος
γαλαζοπράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοπράσινο
γαλαζοπράσινε	adj	κλητική ενικού του γαλαζοπράσινος
γαλαζοπράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοπράσινη
γαλαζοπράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαζοπράσινος
γαλαζοπράσινης	adj	γενική ενικού του γαλαζοπράσινη
γαλαζοπράσινο	adj	αιτιατική ενικού του γαλαζοπράσινος
γαλαζοπράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοπράσινος
γαλαζοπράσινος	adj	φυσική ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου χρώματος, απόχρωση που είναι ανάμεσα στο γαλάζιο και στο πράσινο (με κυρίαρχο το πρώτο)
γαλαζοπράσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλαζοπράσινος
γαλαζοπράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαζοπράσινος
γαλαζοπράσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλαζοπράσινος
γαλαζοφρουρέ	noun	κλητική ενικού του γαλαζοφρουρός
γαλαζοφρουροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαζοφρουρός
γαλαζοφρουρού	noun	γενική ενικού του γαλαζοφρουρός
γαλαζοφρουρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαλαζοφρουρός
γαλαζοφρουρό	noun	αιτιατική ενικού του γαλαζοφρουρός
γαλαζοφρουρός	noun	στέλεχος του κόμματος της ΝΔ (Νέας Δημοκρατίας) εντεταλμένο στον εργασιακό ή σπουδαστικό του χώρο να προωθεί και να διαφυλάττει τη γραμμή του κόμματος
γαλαζοφρουρών	noun	γενική πληθυντικού του γαλαζοφρουρός
γαλαζωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζωπό
γαλαζωπέ	adj	κλητική ενικού του γαλαζωπός
γαλαζωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζωπή
γαλαζωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαζωπός
γαλαζωπής	adj	γενική ενικού του γαλαζωπή
γαλαζωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαζωπός
γαλαζωπού	adj	γενική ενικού του γαλαζωπός
γαλαζωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαζωπός
γαλαζωπό	adj	αιτιατική ενικού του γαλαζωπός
γαλαζωπός	adj	που έχει γαλάζια απόχρωση, αλλά δεν είναι ακριβώς γαλάζιος
γαλαζωπών	adj	γενική πληθυντικού του γαλαζωπός
γαλαζόπετρα	noun	ο θειικός χαλκός, αλλιώς θειοχαλκίνη
γαλαζόπετρας	noun	γενική ενικού του γαλαζόπετρα
γαλαζόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαζόπετρα
γαλαθηνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαθηνό
γαλαθηνέ	adj	κλητική ενικού του γαλαθηνός
γαλαθηνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαθηνή
γαλαθηνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαθηνός
γαλαθηνής	adj	γενική ενικού του γαλαθηνή
γαλαθηνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαθηνός
γαλαθηνού	adj	γενική ενικού του γαλαθηνός
γαλαθηνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαθηνός
γαλαθηνό	adj	αιτιατική ενικού του γαλαθηνός
γαλαθηνός	adj	παιδί ή μικρό θηλαστικό ζώο που ακόμη θηλάζει
γαλαθηνών	adj	γενική πληθυντικού του γαλαθηνός
γαλακταγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακταγωγό
γαλακταγωγέ	adj	κλητική ενικού του γαλακταγωγός
γαλακταγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακταγωγός
γαλακταγωγού	adj	γενική ενικού του γαλακταγωγός
γαλακταγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακταγωγός
γαλακταγωγό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακταγωγός
γαλακταγωγός	adj	που συμβάλλει στην αύξηση της έκκρισης γάλακτος
γαλακταγωγών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακταγωγός
γαλακτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτερό
γαλακτερέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτερός
γαλακτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτερή
γαλακτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλακτερός
γαλακτερής	adj	γενική ενικού του γαλακτερή
γαλακτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτερός
γαλακτερού	adj	γενική ενικού του γαλακτερός
γαλακτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτερός
γαλακτερό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτερός
γαλακτερός	adj	που δίνει πολύ γάλα
γαλακτερών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτερός
γαλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτικό
γαλακτικέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτικός
γαλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτική
γαλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλακτικός
γαλακτικής	adj	γενική ενικού του γαλακτική
γαλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτικός
γαλακτικού	adj	γενική ενικού του γαλακτικός
γαλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτικός
γαλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτικός
γαλακτικός	adj	σχετικός με το γάλα
γαλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτικός
γαλακτοβάκιλε	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβάκιλο	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβάκιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβάκιλος	noun	βακτήριο σε σχήμα ράβδου που διασπά τα σάκχαρα παράγοντας γαλακτικό οξύ, συμβάλλοντας στη ζύμωση και στην υγεία της εντερικής χλωρίδας
γαλακτοβάκιλου	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβάκιλους	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβάκιλων	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβακίλου	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβακίλους	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβακίλων	=	γαλακτοβάκιλος
γαλακτοβιομηχανία	noun	βιομηχανία εμφιάλωσης - τυποποίησης γάλακτος
γαλακτοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του γαλακτοβιομηχανία
γαλακτοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοβιομηχανία
γαλακτοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοβιομηχανία
γαλακτογονία	noun	η γαλουχία, η γαλακτογένεση
γαλακτογονίας	noun	γενική ενικού του γαλακτογονία
γαλακτογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτογονία
γαλακτογονιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτογονία
γαλακτογόνα	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνας	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνε	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνες	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνο	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνοι	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνος	adj	που συμβάλλει στη γαλακτογονία
γαλακτογόνου	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνους	=	γαλακτογόνος
γαλακτογόνων	=	γαλακτογόνος
γαλακτοειδές	=	γαλακτοειδής
γαλακτοειδή	=	γαλακτοειδής
γαλακτοειδής	adj	που χρωματικά ή γευστικά μοιάζει με γάλα
γαλακτοειδείς	=	γαλακτοειδής
γαλακτοειδούς	=	γαλακτοειδής
γαλακτοειδών	=	γαλακτοειδής
γαλακτοκομία	noun	ο κλάδος της οικονομίας που ασχολείται με την παραγωγή και συσκευασία προϊόντων γάλακτος (όπως γάλα, τυρί, γιαούρτι, βούτυρο) και την πώληση αυτών
γαλακτοκομίας	noun	γενική ενικού του γαλακτοκομία
γαλακτοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοκομία
γαλακτοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοκομείο
γαλακτοκομείο	noun	Η μονάδα παραγωγής γάλακτος
γαλακτοκομείου	noun	γενική ενικού του γαλακτοκομείο
γαλακτοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοκομείο
γαλακτοκομικά	noun	τρόφιμα που παράγονται από το γάλα (βούτυρο, γιαούρτι, κρέμα, τυρί...)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοκομικό
γαλακτοκομικέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοκομική
γαλακτοκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομικής	adj	γενική ενικού του γαλακτοκομική
γαλακτοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομικού	adj	γενική ενικού του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομικός	adj	που αναφέρεται στη γαλακτοκομία και τα παράγωγα προϊόντα του γάλακτος (τυριά, γιαούρτια, βούτυρο)
γαλακτοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτοκομικός
γαλακτοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοκομία
γαλακτοκόμε	=	γαλακτοκόμος
γαλακτοκόμο	=	γαλακτοκόμος
γαλακτοκόμοι	=	γαλακτοκόμος
γαλακτοκόμος	noun	αγρότης, κτηνοτρόφος, τεχνίτης ή ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με την παραγωγή γάλακτος
γαλακτοκόμου	=	γαλακτοκόμος
γαλακτοκόμους	=	γαλακτοκόμος
γαλακτοκόμων	=	γαλακτοκόμος
γαλακτομέτρου	=	γαλακτόμετρο
γαλακτομέτρων	=	γαλακτόμετρο
γαλακτομπούρεκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτομπούρεκο
γαλακτομπούρεκο	noun	γλυκό ταψιού με βάση το σιμιγδάλι, που αποτελείται από κρέμα τυλιγμένη μέσα σε φύλλο κρούστας
γαλακτομπούρεκου	noun	γενική ενικού του γαλακτομπούρεκο
γαλακτομπούρεκων	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτομπούρεκο
γαλακτοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγό
γαλακτοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγή
γαλακτοπαραγωγή	noun	η παραγωγή γάλακτος
γαλακτοπαραγωγής	adj	γενική ενικού του γαλακτοπαραγωγή
γαλακτοπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγικό
γαλακτοπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγική
γαλακτοπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του γαλακτοπαραγωγική
γαλακτοπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγικός	adj	σχετικός με την παραγωγή γάλακτος
γαλακτοπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγικός
γαλακτοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοπαραγωγός	adj	ο παραγωγός γάλακτος (παλιότερα και ο βοσκός, ο τσομπάνης), ο άνθρωπος ή η μονάδα (και γαλακτοπαραγωγική)
γαλακτοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοποίει	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποίησα	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποίησαν	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποίησε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποίησες	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποίηση	noun	η μετατροπή σε γάλα
γαλακτοποίησης	noun	γενική ενικού του γαλακτοποίηση
γαλακτοποίησις	noun	η γαλακτοποίηση
γαλακτοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιό
γαλακτοποιέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτοποιός
γαλακτοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσαν	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσανε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποίηση
γαλακτοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοποίηση
γαλακτοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γαλακτοποίηση
γαλακτοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοποιεί	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιείς	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιείτε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιημένο
γαλακτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιημένη
γαλακτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιημένης	verb	γενική ενικού του γαλακτοποιημένη
γαλακτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γαλακτοποιώ
γαλακτοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλακτοποιημένος
γαλακτοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιητικό
γαλακτοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιητική
γαλακτοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιητικής	adj	γενική ενικού του γαλακτοποιητική
γαλακτοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιητικού	adj	γενική ενικού του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιητικός	adj	που παίρνει μέρος στη γαλακτοποίηση ή έχει σχέση μ’ αυτή
γαλακτοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτοποιητικός
γαλακτοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοποιός
γαλακτοποιού	adj	γενική ενικού του γαλακτοποιός
γαλακτοποιούμε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούν	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούνε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλακτοποιός
γαλακτοποιούσα	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούσαμε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούσαν	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούσανε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούσατε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούσε	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιούσες	=	γαλακτοποιώ
γαλακτοποιό	adj	αιτιατική ενικού του γαλακτοποιός
γαλακτοποιός	adj	που παράγει γάλα	noun	συνώνυμο του γαλακτοπαραγωγός
γαλακτοποιώ	verb	παράγω γάλα
γαλακτοποιών	adj	γενική πληθυντικού του γαλακτοποιός
γαλακτοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γαλακτοποιώ
γαλακτοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπωλείο
γαλακτοπωλείο	noun	το κατάστημα όπου πουλιέται γάλα και το γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως γιαούρτι
γαλακτοπωλείου	noun	γενική ενικού του γαλακτοπωλείο
γαλακτοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοπωλείο
γαλακτοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοπώλισσα
γαλακτοπωλών	=	γαλακτοπώλης
γαλακτοπώλες	=	γαλακτοπώλης
γαλακτοπώλη	=	γαλακτοπώλης
γαλακτοπώλης	noun	ο πωλητής γάλακτος και γαλακτομικών προϊόντων
γαλακτοπώλισσα	=	γαλακτοπώλης
γαλακτοπώλισσας	noun	γενική ενικού του γαλακτοπώλισσα
γαλακτοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοπώλισσα
γαλακτορροιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτόρροια
γαλακτοσάκχαρα	=	γαλακτοσάκχαρο
γαλακτοσάκχαρο	noun	το φυσικό σάκχαρο που περιέχεται στο επίσης φυσικό γάλα, οι φυσικοι υδατάνθρακες του γάλακτος (γλυκόζη, ολιγοσακχαρίτες, γαλακτόζη)
γαλακτοσάκχαρον	noun	γαλακτοσάκχαρο
γαλακτοσάκχαρου	=	γαλακτοσάκχαρο
γαλακτοσακχάρου	=	γαλακτοσάκχαρο
γαλακτοσακχάρων	=	γαλακτοσάκχαρο
γαλακτοτροφία	noun	η (ενίοτε αποκλειστική) διατροφή με γάλα ή παράγωγά του
γαλακτοτροφίας	noun	γενική ενικού του γαλακτοτροφία
γαλακτοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοτροφία
γαλακτοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοτροφία
γαλακτοτροφουσών	=	γαλακτοτροφούσα
γαλακτοτροφούσα	noun	εικονογραφικός τύπος της Θεοτόκου στον οποίο απεικονίζεται να θηλάζει το θείο βρέφος
γαλακτοτροφούσας	=	γαλακτοτροφούσα
γαλακτοτροφούσες	=	γαλακτοτροφούσα
γαλακτοφάγα	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγας	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγε	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγες	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγο	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγοι	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγος	adj	που τρέφεται (ενίοτε αποκλειστικά) με γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα
γαλακτοφάγου	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγους	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφάγων	=	γαλακτοφάγος
γαλακτοφαγία	noun	η γαλακτοτροφία
γαλακτοφαγίας	noun	γενική ενικού του γαλακτοφαγία
γαλακτοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτοφαγία
γαλακτοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλακτοφαγία
γαλακτοφόρα	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρας	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρε	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρες	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρο	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόροι	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρος	adj	που φέρνει γάλα, που κατεβάζει γάλα, που παράγει γάλα (γυναίκα ή ζώο)
γαλακτοφόρου	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρους	=	γαλακτοφόρος
γαλακτοφόρων	=	γαλακτοφόρος
γαλακτούχα	=	γαλακτούχος
γαλακτούχας	=	γαλακτούχος
γαλακτούχε	=	γαλακτούχος
γαλακτούχες	=	γαλακτούχος
γαλακτούχο	=	γαλακτούχος
γαλακτούχοι	=	γαλακτούχος
γαλακτούχος	adj	που περιέχει γάλα
γαλακτούχου	=	γαλακτούχος
γαλακτούχους	=	γαλακτούχος
γαλακτούχων	=	γαλακτούχος
γαλακτωδών	=	γαλακτώδης
γαλακτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαλάκτωμα
γαλακτωματοποίηση	noun	η διαδικασία δημιουργίας γαλακτώματος
γαλακτωματοποίησης	=	γαλακτωματοποίηση
γαλακτωματοποιήσεις	=	γαλακτωματοποίηση
γαλακτωματοποιήσεων	=	γαλακτωματοποίηση
γαλακτωματοποιώ	verb	δημιουργώ, ή παρασκευάζω γαλάκτωμα
γαλακτόζη	noun	μονοσακχαρίτης υδατάνθρακας ο οποιος μαζί με τη γλυκόζη σχηματίζουν τη λακτόζη, δισακχαρίτη που απαντά στο γάλα
γαλακτόζης	=	γαλακτόζη
γαλακτόμετρα	=	γαλακτόμετρο
γαλακτόμετρο	noun	συσκευή που επιτρέπει να κρίνει κανείς την ποιότητα του γάλακτος και ιδιαίτερα την περιεκτικότητά του σε ανθόγαλα
γαλακτόμετρου	=	γαλακτόμετρο
γαλακτόμετρων	=	γαλακτόμετρο
γαλακτόρροια	noun	ασθένεια, εξαιτίας της οποίας χωρίς άλλη αιτία τρέχει γάλα από τα στήθη ενός θηλυκού
γαλακτόρροιας	noun	γενική ενικού του γαλακτόρροια
γαλακτόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλακτόρροια
γαλακτόχρωμα	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμε	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμες	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμη	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμης	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμο	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμοι	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμος	adj	που έχει χρώμα παρόμοιο με αυτό του γάλακτος, άσπρος σαν το γάλα
γαλακτόχρωμου	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμους	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτόχρωμων	=	γαλακτόχρωμος
γαλακτώδεις	=	γαλακτώδης
γαλακτώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαλακτώδης
γαλακτώδη	=	γαλακτώδης
γαλακτώδης	adj	που μοιάζει με το γάλα είτε στο χρώμα είτε στη σύσταση
γαλακτώδους	=	γαλακτώδης
γαλακτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλάκτωμα
γαλακτώματος	noun	γενική ενικού του γαλάκτωμα
γαλανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλανό
γαλανάδα	noun	η απόχρωση του γαλανού, το γαλανό χρώμα σε μεγάλη έκταση, που πλημμυρίζει και γεμίζει το μάτι
γαλανάδας	=	γαλανάδα
γαλανάδες	=	γαλανάδα
γαλανάδων	=	γαλανάδα
γαλανέ	adj	κλητική ενικού του γαλανός
γαλανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλανή
γαλανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλανός
γαλανής	adj	γενική ενικού του γαλανή
γαλαναδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαναδιώτικο
γαλαναδιώτικε	adj	κλητική ενικού του γαλαναδιώτικος
γαλαναδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαναδιώτικη
γαλαναδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαναδιώτικος
γαλαναδιώτικης	adj	γενική ενικού του γαλαναδιώτικη
γαλαναδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του γαλαναδιώτικος
γαλαναδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαναδιώτικος
γαλαναδιώτικος	adj	ο σχετικός με το χωριό Γαλανάδο
γαλαναδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλαναδιώτικος
γαλαναδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαναδιώτικος
γαλαναδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλαναδιώτικος
γαλανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλανός
γαλανομάτα	noun	θηλυκό του γαλανομάτης
γαλανομάτας	=	γαλανομάτης
γαλανομάτες	=	γαλανομάτης
γαλανομάτη	=	γαλανομάτης
γαλανομάτηδες	=	γαλανομάτης
γαλανομάτηδων	=	γαλανομάτης
γαλανομάτης	adj	που έχει γαλάζια μάτια
γαλανομάτικα	=	γαλανομάτης
γαλανομάτικε	=	γαλανομάτικος
γαλανομάτικες	=	γαλανομάτικος
γαλανομάτικη	=	γαλανομάτικος
γαλανομάτικης	=	γαλανομάτικος
γαλανομάτικο	=	γαλανομάτης
γαλανομάτικοι	=	γαλανομάτικος
γαλανομάτικος	adj	που έχει σχέση με γαλανομάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
γαλανομάτικου	=	γαλανομάτης
γαλανομάτικους	=	γαλανομάτικος
γαλανομάτικων	=	γαλανομάτης
γαλανομάτισσα	=	γαλανομάτης
γαλανοματούσα	noun|literary	άλλη μορφή του γαλανομάτα
γαλανοματούσας	=	γαλανοματούσα
γαλανοματούσες	=	γαλανοματούσα
γαλανοματών	=	γαλανομάτα
γαλανοπράσινα	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινε	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινες	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινη	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινης	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινο	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινοι	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινος	adj	άλλη μορφή του γαλαζοπράσινος
γαλανοπράσινου	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινους	=	γαλανοπράσινος
γαλανοπράσινων	=	γαλανοπράσινος
γαλανού	adj	γενική ενικού του γαλανός
γαλανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλανός
γαλαντομία	noun	το να είναι κάποιος γαλαντόμος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του γαλαντόμου
γαλαντομίας	noun	γενική ενικού του γαλαντομία
γαλαντομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαντομία
γαλαντομιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλαντομία
γαλαντόμα	noun	ανοιχτοχέρα, χουβαρντού
γαλαντόμας	=	γαλαντόμος
γαλαντόμε	=	γαλαντόμος
γαλαντόμες	=	γαλαντόμος
γαλαντόμο	=	γαλαντόμος
γαλαντόμοι	=	γαλαντόμος
γαλαντόμος	adj	που φέρεται γενναιόδωρα, χωρίς να κάνει τσιγγουνιές
γαλαντόμου	=	γαλαντόμος
γαλαντόμους	=	γαλαντόμος
γαλαντόμων	=	γαλαντόμος
γαλανό	adj	αιτιατική ενικού του γαλανός
γαλανόλευκα	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκε	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκες	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκη	noun	η ελληνική σημαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλανόλευκος
γαλανόλευκης	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκο	noun	γαλάζιο και λευκό
γαλανόλευκοι	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκος	adj	που έχει χρώμα γαλανόλευκο και γαλανό και λευκό χρώμα
γαλανόλευκου	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκους	=	γαλανόλευκος
γαλανόλευκων	=	γαλανόλευκος
γαλανός	adj	ανοιχτός γαλάζιος
γαλανών	adj	γενική πληθυντικού του γαλανός
γαλαξία	=	γαλαξίας
γαλαξίας	noun	κάθε σύνολο που αποτελείται από συγκεντρωμένους αστέρες, σκόνη, αέρια και άλλες μορφές ύλης, το οποίο βρίσκεται στο σύμπαν και στο οποίο ασκείται βαρυτική έλξη μεταξύ των στοιχείων του
γαλαξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαξίας
γαλαξειδιώτικα	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικε	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικες	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικη	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικης	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικο	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικοι	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικος	adj	άλλη γραφή του γαλαξιδιώτικος
γαλαξειδιώτικου	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικους	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξειδιώτικων	=	γαλαξειδιώτικος
γαλαξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαξιακό
γαλαξιακέ	adj	κλητική ενικού του γαλαξιακός
γαλαξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαξιακή
γαλαξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαξιακός
γαλαξιακής	adj	γενική ενικού του γαλαξιακή
γαλαξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαξιακός
γαλαξιακού	adj	γενική ενικού του γαλαξιακός
γαλαξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαξιακός
γαλαξιακό	adj	αιτιατική ενικού του γαλαξιακός
γαλαξιακός	adj	που έχει σχέση με γαλαξίες ή που προέρχεται από αυτούς
γαλαξιακών	adj	γενική πληθυντικού του γαλαξιακός
γαλαξιδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαξιδιώτικο
γαλαξιδιώτικε	adj	κλητική ενικού του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαξιδιώτικη
γαλαξιδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιδιώτικης	adj	γενική ενικού του γαλαξιδιώτικη
γαλαξιδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιδιώτικος	adj	που έχει σχέση με το Γαλαξίδι ή τους Γαλαξιδιώτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
γαλαξιδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλαξιδιώτικος
γαλαξιών	=	γαλαξίας
γαλαρία	noun	η στοά υπόγεια, τούνελ σε ορυχεία ή γενικά κάτω από τη γη, όμως συνηθως για τεχνητό έργο με ξύλινη υποστήριξη και όχι για φυσικό υπόγειο διάδρομο
γαλαρίας	noun	γενική ενικού του γαλαρία
γαλαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλαρία
γαλαριού	=	γαλάρι
γαλαριών	noun	γενική πληθυντικού του γαλαρία
γαλατά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γαλατάς
γαλατάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατάς
γαλατάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατάδικο
γαλατάδικο	noun	κατάστημα στο οποίο πωλείται ή σερβίρεται γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως γιαούρτι κλπ.
γαλατάδικου	noun	γενική ενικού του γαλατάδικο
γαλατάδικων	noun	γενική πληθυντικού του γαλατάδικο
γαλατάδων	noun	γενική πληθυντικού του γαλατάς
γαλατάς	noun	αυτός που πουλάει γάλα
γαλατένια	=	γαλατένιος
γαλατένιας	=	γαλατένιος
γαλατένιε	=	γαλατένιος
γαλατένιες	=	γαλατένιος
γαλατένιο	=	γαλατένιος
γαλατένιοι	=	γαλατένιος
γαλατένιος	adj	φτιαγμένος από γάλα, που έχει ως βασικό συστατικό το γάλα
γαλατένιου	=	γαλατένιος
γαλατένιους	=	γαλατένιος
γαλατένιων	=	γαλατένιος
γαλατίλα	noun	ελαφριά, συχνά δυσάρεστη, μυρωδιά ή επίγευση που θυμίζει γάλα
γαλατίλας	=	γαλατίλα
γαλατίλες	=	γαλατίλα
γαλατερά	noun	τα γαλακτοκομικά προϊόντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατερό
γαλατερέ	adj	κλητική ενικού του γαλατερός
γαλατερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατερή
γαλατερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλατερός
γαλατερής	adj	γενική ενικού του γαλατερή
γαλατεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλατερός
γαλατερού	adj	γενική ενικού του γαλατερός
γαλατερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλατερός
γαλατερό	adj	αιτιατική ενικού του γαλατερός
γαλατερός	adj	ο πλήρης γάλακτος, με πολύ γάλα
γαλατερών	adj	γενική πληθυντικού του γαλατερός
γαλατιέρα	noun	δοχείο για τη φύλαξη του γάλακτος ή για το βράσιμό του, όταν δεν υπήρχε ο βραστήρας
γαλατιέρας	noun	γενική ενικού του γαλατιέρα
γαλατιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατιέρα
γαλατιερών	noun	γενική πληθυντικού του γαλατιέρα
γαλατικά	noun	υπερώνυμο για τις ηπειρωτικές κελτικές γλώσσες που εξαφανίστηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα (6ο μ.Χ. αιώνα)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γαλατικός
γαλατικέ	adj	κλητική ενικού του γαλατικός
γαλατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατική
γαλατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλατικός
γαλατικής	adj	γενική ενικού του γαλατική
γαλατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλατικός
γαλατικού	adj	γενική ενικού του γαλατικός
γαλατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλατικός
γαλατικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλατικός
γαλατικός	adj	σχετικός με τη Γαλατία και τους Γαλάτες
γαλατικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλατικός
γαλατιωτών	=	γαλατιώτης
γαλατιώτες	=	γαλατιώτης
γαλατιώτη	=	γαλατιώτης
γαλατιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Γαλατάς
γαλατιώτισσα	=	γαλατιώτης
γαλατομπούρεκα	=	γαλατομπούρεκο
γαλατομπούρεκο	noun	γαλακτομπούρεκο
γαλατομπούρεκου	=	γαλατομπούρεκο
γαλατομπούρεκων	=	γαλατομπούρεκο
γαλατοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του γαλατόπιτα
γαλατού	=	γαλατάς
γαλατούχα	=	γαλατούχος
γαλατούχας	=	γαλατούχος
γαλατούχε	=	γαλατούχος
γαλατούχες	=	γαλατούχος
γαλατούχο	=	γαλατούχος
γαλατούχοι	=	γαλατούχος
γαλατούχος	adj	άλλη μορφή του γαλακτούχος
γαλατούχου	=	γαλατούχος
γαλατούχους	=	γαλατούχος
γαλατούχων	=	γαλατούχος
γαλατσίδα	noun	αγριόχορτο που περιέχει γαλακτώδη χυμό
γαλατσίδας	=	γαλατσίδα
γαλατσίδες	=	γαλατσίδα
γαλατσίδων	=	γαλατσίδα
γαλατσιώτικα	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικε	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικες	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικη	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικης	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικο	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικοι	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικος	adj	ο σχετικός με το Γαλάτσι ή τους κατοίκους του
γαλατσιώτικου	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικους	=	γαλατσιώτικος
γαλατσιώτικων	=	γαλατσιώτικος
γαλατόμαγκα	=	γαλατόμαγκας
γαλατόμαγκας	noun|slang	ο συμπαθητικός μάγκας, νεαρός κακομαθημένος (στη γλώσσα των κακοποιών)
γαλατόμαγκες	=	γαλατόμαγκας
γαλατόμαγκων	=	γαλατόμαγκας
γαλατόπιτα	noun	γλύκισμα με πολύ γάλα, ζάχαρη, σιμιγδάλι, βούτυρο, αβγά και φύλλο (φτιάχνεται και δίχως φύλλο)
γαλατόπιτας	noun	γενική ενικού του γαλατόπιτα
γαλατόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατόπιτα
γαλατόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το γάλα
γαλατόσουπας	noun	γενική ενικού του γαλατόσουπα
γαλατόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλατόσουπα
γαλβάνι	noun	η επικάλυψη η οποία υπάρχει σε γαλβανισμένες μεταλλικές επιφάνειες
γαλβάνια	=	γαλβάνι
γαλβάνιζα	=	γαλβανίζω
γαλβάνιζαν	=	γαλβανίζω
γαλβάνιζε	=	γαλβανίζω
γαλβάνιζες	=	γαλβανίζω
γαλβάνισα	=	γαλβανίζω
γαλβάνισαν	=	γαλβανίζω
γαλβάνισε	=	γαλβανίζω
γαλβάνισες	=	γαλβανίζω
γαλβάνιση	noun	ο γαλβανισμός, τα σχετικά με το συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα
γαλβάνισης	=	γαλβάνιση
γαλβάνισμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του γαλβανίζω
γαλβανίζαμε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζαν	=	γαλβανίζω
γαλβανίζανε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζατε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζει	=	γαλβανίζω
γαλβανίζεις	=	γαλβανίζω
γαλβανίζεσαι	=	γαλβανίζω
γαλβανίζεστε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζεται	=	γαλβανίζω
γαλβανίζετε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γαλβανίζω
γαλβανίζομε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζονται	=	γαλβανίζω
γαλβανίζονταν	=	γαλβανίζω
γαλβανίζοντας	=	γαλβανίζω
γαλβανίζουμε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζουν	=	γαλβανίζω
γαλβανίζουνε	=	γαλβανίζω
γαλβανίζω	verb	γενικά επιμεταλλώνω, περνάω λεπτό στρώμα μετάλλου σε άλλο μέταλλο
γαλβανίσαμε	=	γαλβανίζω
γαλβανίσαν	=	γαλβανίζω
γαλβανίσανε	=	γαλβανίζω
γαλβανίσατε	=	γαλβανίζω
γαλβανίσει	=	γαλβανίζω
γαλβανίσεις	=	γαλβάνιση
γαλβανίσετε	=	γαλβανίζω
γαλβανίσεων	=	γαλβάνιση
γαλβανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλβάνισμα
γαλβανίσματος	noun	γενική ενικού του γαλβάνισμα
γαλβανίσομε	=	γαλβανίζω
γαλβανίσου	=	γαλβανίζω
γαλβανίσουμε	=	γαλβανίζω
γαλβανίσουν	=	γαλβανίζω
γαλβανίσουνε	=	γαλβανίζω
γαλβανίστε	=	γαλβανίζω
γαλβανίστηκα	=	γαλβανίζω
γαλβανίστηκαν	=	γαλβανίζω
γαλβανίστηκε	=	γαλβανίζω
γαλβανίστηκες	=	γαλβανίζω
γαλβανίσω	=	γαλβανίζω
γαλβανιζέ	adj	γαλβανισμένος
γαλβανιζόμασταν	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόμαστε	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόμουν	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόμουνα	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόντουσαν	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόσασταν	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόσαστε	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόσουν	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόσουνα	=	γαλβανίζω
γαλβανιζόταν	=	γαλβανίζω
γαλβανιζότανε	=	γαλβανίζω
γαλβανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλβανικό
γαλβανικέ	adj	κλητική ενικού του γαλβανικός
γαλβανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλβανική
γαλβανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλβανικός
γαλβανικής	adj	γενική ενικού του γαλβανική
γαλβανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλβανικός
γαλβανικού	adj	γενική ενικού του γαλβανικός
γαλβανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλβανικός
γαλβανικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλβανικός
γαλβανικός	adj	σχετικός με το γαλβανισμό
γαλβανικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλβανικός
γαλβανιού	=	γαλβάνι
γαλβανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαλβάνισμα
γαλβανισμέ	noun	κλητική ενικού του γαλβανισμός
γαλβανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλβανισμένο
γαλβανισμένε	verb	κλητική ενικού του γαλβανισμένος
γαλβανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλβανισμένη
γαλβανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλβανισμένος
γαλβανισμένης	verb	γενική ενικού του γαλβανισμένη
γαλβανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαλβανισμένος
γαλβανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλβανισμένος
γαλβανισμένος	verb	ηλεκτρολυτικά επιψευδαργυρωμένο μέταλλο για αντιδιαβρωτική προστασία
γαλβανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλβανισμένος
γαλβανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαλβανισμένος
γαλβανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλβανισμένος
γαλβανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλβανισμός
γαλβανισμού	noun	γενική ενικού του γαλβανισμός
γαλβανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαλβανισμός
γαλβανισμό	noun	αιτιατική ενικού του γαλβανισμός
γαλβανισμός	noun	η επικάλυψη αντικειμένων (εξωτερική και εσωτερική) με ψευδάργυρο (επιψευδαργύρωση)
γαλβανισμών	noun	γενική πληθυντικού του γαλβανισμός
γαλβανιστές	=	γαλβανιστής
γαλβανιστή	=	γαλβανιστής
γαλβανιστήκαμε	=	γαλβανίζω
γαλβανιστήκαν	=	γαλβανίζω
γαλβανιστήκανε	=	γαλβανίζω
γαλβανιστήκατε	=	γαλβανίζω
γαλβανιστής	noun	ο τεχνίτης που προβαίνει σε γαλβάνισμα μεταλλικών αντικειμένων
γαλβανιστεί	=	γαλβανίζω
γαλβανιστείς	=	γαλβανίζω
γαλβανιστείτε	=	γαλβανίζω
γαλβανιστούμε	=	γαλβανίζω
γαλβανιστούν	=	γαλβανίζω
γαλβανιστούνε	=	γαλβανίζω
γαλβανιστώ	=	γαλβανίζω
γαλβανιστών	=	γαλβανιστής
γαλβανιών	=	γαλβάνι
γαλβανομέτρου	=	γαλβανόμετρο
γαλβανομέτρων	=	γαλβανόμετρο
γαλβανοπλαστικές	=	γαλβανοπλαστική
γαλβανοπλαστική	noun	επιμετάλλωση με ηλεκτρολυτική μέθοδο
γαλβανοπλαστικής	=	γαλβανοπλαστική
γαλβανοπλαστικών	=	γαλβανοπλαστική
γαλβανοσκοπίου	=	γαλβανοσκόπιο
γαλβανοσκοπίων	=	γαλβανοσκόπιο
γαλβανοσκόπια	=	γαλβανοσκόπιο
γαλβανοσκόπιο	noun	ιδιαίτερα ευαίσθητο όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ηλεκτρικού ρεύματος με ασθενή ένταση
γαλβανοσκόπιου	=	γαλβανοσκόπιο
γαλβανόμετρα	=	γαλβανόμετρο
γαλβανόμετρο	noun	όργανο μέτρησης μικρών εντάσεων του ηλεκτρικού ρεύματος
γαλβανόμετρον	noun	γαλβανόμετρο
γαλβανόμετρου	=	γαλβανόμετρο
γαλβανόμετρων	=	γαλβανόμετρο
γαλεάγρα	noun|archaic	πιεστήριο με ειδικό κοχλιωτό μηχανισμό για την σύνθλιψη ελιών, σταφυλιών κ.λπ.
γαλεάγρας	=	γαλεάγρα
γαλεάγρες	=	γαλεάγρα
γαλεαγρών	=	γαλεάγρα
γαλερών	noun	γενική πληθυντικού του γαλέρα
γαλεόττα	noun	άλλη γραφή του γαλιότα
γαλεόττας	=	γαλεόττα
γαλεόττες	=	γαλεόττα
γαληνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαληνό
γαληνέ	adj	κλητική ενικού του γαληνός
γαληνέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλήνεμα
γαληνέματος	noun	γενική ενικού του γαλήνεμα
γαληνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαληνή
γαληνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαληνεύω
γαληνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαληνός
γαληνής	adj	γενική ενικού του γαληνή
γαληνίτες	=	γαληνίτης
γαληνίτη	=	γαληνίτης
γαληνίτης	noun	ορυκτό μετάλλευμα του μολύβδου (χημικός τύπος: PbS - θειούχος μόλυβδος)
γαληνεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαλήνεμα
γαληνεμέ	noun	κλητική ενικού του γαληνεμός
γαληνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαληνεμένο
γαληνεμένε	verb	κλητική ενικού του γαληνεμένος
γαληνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαληνεμένη
γαληνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαληνεμένος
γαληνεμένης	verb	γενική ενικού του γαληνεμένη
γαληνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαληνεμένος
γαληνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαληνεμένος
γαληνεμένος	verb	που έχει βρει τη γαλήνη, που έχει γαληνέψει μετά από μια περίοδο αναταραχής
γαληνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαληνεμένος
γαληνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαληνεμένος
γαληνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαληνεμένος
γαληνεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαληνεμός
γαληνεμού	noun	γενική ενικού του γαληνεμός
γαληνεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαληνεμός
γαληνεμό	noun	αιτιατική ενικού του γαληνεμός
γαληνεμός	noun	το γαλήνεμα
γαληνεμών	noun	γενική πληθυντικού του γαληνεμός
γαληνεύω	verb	ηρεμώ με ευχάριστο τρόπο και κυριαρχούμαι από γαλήνη
γαληνιάζω	verb	γαληνεύω, ηρεμώ (για τη θάλασσα)
γαληνιαία	=	γαληνιαίος
γαληνιαίας	=	γαληνιαίος
γαληνιαίε	=	γαληνιαίος
γαληνιαίες	=	γαληνιαίος
γαληνιαίο	=	γαληνιαίος
γαληνιαίοι	=	γαληνιαίος
γαληνιαίος	adj	γαλήνιος
γαληνιαίου	=	γαληνιαίος
γαληνιαίους	=	γαληνιαίος
γαληνιαίων	=	γαληνιαίος
γαληνικά	=	γαληνικός
γαληνικέ	=	γαληνικός
γαληνικές	=	γαληνικός
γαληνική	=	γαληνικός
γαληνικής	=	γαληνικός
γαληνικοί	=	γαληνικός
γαληνικού	=	γαληνικός
γαληνικούς	=	γαληνικός
γαληνικό	=	γαληνικός
γαληνικός	adj|dated	που γιατρεύει σύμφωνα με τις διδαχές του Γαληνού
γαληνικών	=	γαληνικός
γαληνιτών	=	γαληνίτης
γαληνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαληνός
γαληνοτάτη	noun	επίθετο με το οποίο προσαγορεύονταν ηγεμονίδες κατά το Μεσαίωνα.
γαληνοτάτης	=	γαληνότατος
γαληνοτάτου	=	γαληνότατος
γαληνοτάτους	=	γαληνότατος
γαληνοτάτων	=	γαληνότατος
γαληνοτήτων	=	γαληνότητα
γαληνού	adj	γενική ενικού του γαληνός
γαληνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαληνός
γαληνό	adj	αιτιατική ενικού του γαληνός
γαληνός	adj	γαλήνιος, ήρεμος, πράος, καθησυχασμένος
γαληνότατα	=	γαληνότατος
γαληνότατε	=	γαληνότατος
γαληνότατες	=	γαληνότατος
γαληνότατη	=	γαληνότατος
γαληνότατης	=	γαληνότατος
γαληνότατο	=	γαληνότατος
γαληνότατοι	=	γαληνότατος
γαληνότατος	adj	επίθετο με το οποίο προσαγορεύονταν ηγεμόνες κατά το Μεσαίωνα
γαληνότατου	=	γαληνότατος
γαληνότατους	=	γαληνότατος
γαληνότατων	=	γαληνότατος
γαληνότητα	noun	Γαληνότητα, το αξίωμα των Γαληνοτάτων Αυτοκρατόρων στο Μεσαίωνα.
γαληνότητας	=	γαληνότητα
γαληνότητες	=	γαληνότητα
γαληνών	adj	γενική πληθυντικού του γαληνός
γαλιά	=	γαλί
γαλιάντρα	noun	ωδικό πουλί
γαλιάντρας	noun	γενική ενικού του γαλιάντρα
γαλιάντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλιάντρα
γαλικιανά	noun	η επίσημη (μαζί με τα ισπανικά) γλώσσα της Γαλικίας (αυτόνομη επαρχία στη βορειοδυτική Ισπανία).	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλικιανό
γαλικιανέ	=	γαλικιανός
γαλικιανές	=	γαλικιανός
γαλικιανή	=	γαλικιανός
γαλικιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γαλικιανή) του γαλικιανός
γαλικιανοί	=	γαλικιανός
γαλικιανού	=	γαλικιανός
γαλικιανούς	=	γαλικιανός
γαλικιανό	=	γαλικιανός
γαλικιανός	adj	ο σχετικός με τη Γαλικία ή τους κατοίκους της
γαλικιανών	=	γαλικιανά
γαλικιών	noun	γενική πληθυντικού του Γαλικία
γαλιού	=	γαλί
γαλιφιά	noun	κολακεία
γαλιφιάς	noun	γενική ενικού του γαλιφιά
γαλιφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλιφιά
γαλιφιών	=	γαλιφιά
γαλιότα	noun	ελαφρύ κωπήλατο πολεμικό σκάφος σε χρήση στη προεπαναστατική περίοδο
γαλιότας	noun	γενική ενικού του γαλιότα
γαλιότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλιότα
γαλιόττα	noun	άλλη γραφή του γαλιότα
γαλιόττας	=	γαλιόττα
γαλιόττες	=	γαλιόττα
γαλιών	=	γαλί
γαλιώτα	noun	άλλη γραφή του γαλιότα
γαλιώτας	=	γαλιώτα
γαλιώτες	=	γαλιώτα
γαλλίζαμε	=	γαλλίζω
γαλλίζαν	=	γαλλίζω
γαλλίζανε	=	γαλλίζω
γαλλίζατε	=	γαλλίζω
γαλλίζει	=	γαλλίζω
γαλλίζεις	=	γαλλίζω
γαλλίζετε	=	γαλλίζω
γαλλίζοντας	=	γαλλίζω
γαλλίζουμε	=	γαλλίζω
γαλλίζουν	=	γαλλίζω
γαλλίζουνε	=	γαλλίζω
γαλλίζω	verb	συμπεριφέρομαι σαν Γάλλος, ασπάζομαι τους γαλλικούς τρόπους
γαλλίου	noun	γενική ενικού του γάλλιο
γαλλίσαμε	=	γαλλίζω
γαλλίσαν	=	γαλλίζω
γαλλίσανε	=	γαλλίζω
γαλλίσατε	=	γαλλίζω
γαλλίσει	=	γαλλίζω
γαλλίστε	=	γαλλίζω
γαλλικά	noun	η γαλλική γλώσσα, η γλώσσα που μιλούν στη Γαλλία και στις πρώην αποικίες της, στο Βέλγιο και στις πρώην αποικίες της, και στην Ελβετία	adv	στη γαλλική γλώσσα
γαλλικέ	adj	κλητική ενικού του γαλλικός
γαλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλλική
γαλλική	noun	η γαλλική γλώσσα, τα γαλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλλικός
γαλλικής	adj	γενική ενικού του γαλλική
γαλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλλικός
γαλλικού	adj	γενική ενικού του γαλλικός
γαλλικούλια	noun	τα γαλλικά, η γαλλική γλώσσα
γαλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλλικός
γαλλικό	adj	αιτιατική ενικού του γαλλικός
γαλλικός	adj	που αναφέρεται στην Γαλλία και στους Γάλλους
γαλλικών	adj	γενική πληθυντικού του γαλλικός
γαλλιούχα	=	γαλλιούχος
γαλλιούχας	=	γαλλιούχος
γαλλιούχε	=	γαλλιούχος
γαλλιούχες	=	γαλλιούχος
γαλλιούχο	=	γαλλιούχος
γαλλιούχοι	=	γαλλιούχος
γαλλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο γαλλίου
γαλλιούχου	=	γαλλιούχος
γαλλιούχους	=	γαλλιούχος
γαλλιούχων	=	γαλλιούχος
γαλλισμέ	noun	κλητική ενικού του γαλλισμός
γαλλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλλισμός
γαλλισμού	noun	γενική ενικού του γαλλισμός
γαλλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαλλισμός
γαλλισμό	noun	αιτιατική ενικού του γαλλισμός
γαλλισμός	noun	ιδιωματισμός της γαλλικής γλώσσας
γαλλισμών	noun	γενική πληθυντικού του γαλλισμός
γαλλιστί	adv|formal	στα γαλλικά, στη γαλλική γλώσσα
γαλλιότα	noun	άλλη γραφή του γαλιότα
γαλλιότας	=	γαλλιότα
γαλλιότες	=	γαλλιότα
γαλλιών	noun	γενική πληθυντικού του Γαλλία
γαλλομάθεια	noun	η γνώση της γαλλικής γλώσσας και του γαλλικού πολιτισμού
γαλλομάθειας	noun	γενική ενικού του γαλλομάθεια
γαλλομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλλομάθεια
γαλλομαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γαλλομαθής
γαλλομαθή	adj	αιτιατική ενικού του γαλλομαθής
γαλλομαθής	adj	αυτός που γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα
γαλλομαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλλομαθής
γαλλομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του γαλλομάθεια
γαλλομαθούς	adj	γενική ενικού του γαλλομαθής
γαλλομαθών	adj	γενική πληθυντικού του γαλλομαθής
γαλλομανία	noun	ο υπερβολικός θαυμασμός προς την Γαλλία και τη γαλλική κουλτούρα
γαλλομανίας	=	γαλλομανία
γαλλομανίες	=	γαλλομανία
γαλλομανιών	=	γαλλομανία
γαλλοπρεπές	=	γαλλοπρεπής
γαλλοπρεπή	=	γαλλοπρεπής
γαλλοπρεπής	adj	που φέρεται σύμφωνα με τους τρόπους, τα έθιμα και τις παραδόσεις των Γάλλων
γαλλοπρεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλλοπρεπής
γαλλοπρεπούς	=	γαλλοπρεπής
γαλλοπρεπών	=	γαλλοπρεπής
γαλλοπροβηγκιανά	noun	ομάδα γλωσσικών ιδιωμάτων που εντοπίζονται σε ένα τμήμα της περιοχής Lyonnais της Γαλλίας, στις περιοχές της γαλλόφωνης Ελβετίας (εκτός της Ντελεμόν), στη Σαβοΐα και στις κοιλάδες τις ΒΔ Ιταλίας (Αοστή και Σοανά).
γαλλοπροβηγκιανών	=	γαλλοπροβηγκιανά
γαλλοτραφέν	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφέντα	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφέντες	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφέντος	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφέντων	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφές	=	γαλλοτραφής
γαλλοτραφή	=	γαλλοτραφής
γαλλοτραφής	adj	που έχει γαλουχηθεί με τη γαλλική κουλτούρα
γαλλοτραφείς	adj	άλλη μορφή του γαλλοτραφής
γαλλοτραφείσα	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφείσας	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφείσες	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφείσης	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφεισών	=	γαλλοτραφείς
γαλλοτραφούς	=	γαλλοτραφής
γαλλοτραφών	=	γαλλοτραφής
γαλλοφιλία	noun	η συμπάθεια κάποιου προς τον γαλλικό πολιτισμό
γαλλοφιλίας	=	γαλλοφιλία
γαλλοφιλίες	=	γαλλοφιλία
γαλλοφιλιών	=	γαλλοφιλία
γαλλοφωνία	noun	η ομιλία στη γαλλική γλώσσα και η γλώσση των γαλλικών
γαλλοφωνίας	=	γαλλοφωνία
γαλλόφιλα	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλε	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλες	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλη	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλης	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλο	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλλόφιλος
γαλλόφιλος	adj	που συμπαθεί τον γαλλικό πολιτισμό
γαλλόφιλου	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλους	=	γαλλόφιλος
γαλλόφιλων	=	γαλλόφιλος
γαλλόφωνα	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνε	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνες	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνη	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνης	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνο	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνοι	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα γαλλικά	noun	που είναι γαλλόφωνος
γαλλόφωνου	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνους	=	γαλλόφωνος
γαλλόφωνων	=	γαλλόφωνος
γαλομαχία	noun	μάχη μεταξύ γάλων
γαλομαχίας	=	γαλομαχία
γαλομαχίες	=	γαλομαχία
γαλομαχιών	=	γαλομαχία
γαλονά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γαλονάς
γαλονάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλονάς
γαλονάδων	noun	γενική πληθυντικού του γαλονάς
γαλονάς	noun	ο αξιωματικός, αυτός που έχει γαλόνια
γαλονάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλονάτο
γαλονάτε	adj	κλητική ενικού του γαλονάτος
γαλονάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλονάτη
γαλονάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλονάτος
γαλονάτης	adj	γενική ενικού του γαλονάτη
γαλονάτο	adj	αιτιατική ενικού του γαλονάτος
γαλονάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλονάτος
γαλονάτος	adj	ο φέρων γαλονιού, αυτός που έχει εξουσία, αξιωματικός με διακριτικό
γαλονάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλονάτος
γαλονάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαλονάτος
γαλονάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλονάτος
γαλονιού	=	γαλόνι
γαλονιών	=	γαλόνι
γαλονού	=	γαλονάς
γαλονούδες	=	γαλονάς
γαλονούδων	=	γαλονάς
γαλονούς	=	γαλονάς
γαλοπουλών	=	γαλοπούλα
γαλοπούλα	noun	οικόσιτο πουλί της οικογένειας Meleagrididae (Υποοικογένεια: Μελεαγρίδες/Meleagridinae.
γαλοπούλας	noun	γενική ενικού του γαλοπούλα
γαλοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλοπούλα
γαλοτσών	noun	γενική πληθυντικού του γαλότσα
γαλοτυριού	=	γαλοτύρι
γαλοτυριών	=	γαλοτύρι
γαλοτύρι	noun	είδος τυροκομικού προϊόντος που παρασκευάζεται χωρίς μαγιά
γαλοτύρια	=	γαλοτύρι
γαλουχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλούχηση
γαλουχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήσεων	=	γαλούχηση
γαλουχήσεως	=	γαλούχηση
γαλουχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχώ
γαλουχία	noun	η μητρική παραγωγή γάλακτος και ο θηλασμός ενός βρέφους
γαλουχίας	noun	γενική ενικού του γαλουχία
γαλουχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλουχία
γαλουχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαλουχούμαι
γαλουχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλουχημένο
γαλουχημένε	verb	κλητική ενικού του γαλουχημένος
γαλουχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλουχημένη
γαλουχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαλουχημένος
γαλουχημένης	verb	γενική ενικού του γαλουχημένη
γαλουχημένο	verb	αιτιατική ενικού του γαλουχημένος
γαλουχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαλουχημένος
γαλουχημένος	verb	που έχει γαλουχηθεί με κάτι, έχει μεγαλώσει από πολύ μικρός με συγκεκριμένες συνήθειες, ιδέες, αντιλήψεις, οράματα κ.λπ.
γαλουχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλουχημένος
γαλουχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαλουχημένος
γαλουχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαλουχημένος
γαλουχιών	noun	γενική πληθυντικού του γαλουχία
γαλουχούμαι	verb	ανατρέφομαι και διαπαιδαγωγούμαι με κάποιες ιδέες, συνήθειες, ιδανικά κ.λπ.
γαλουχούσα	=	γαλουχώ
γαλουχώ	verb	ανατρέφω κάποιον και τον διαπαιδαγωγώ με κάποιες ιδέες, συνήθειες, ιδανικά κ.λπ.
γαλούχησα	=	γαλουχώ
γαλούχηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γαλουχώ
γαλούχησης	=	γαλούχηση
γαλούχησις	noun	γαλούχηση
γαλόνι	noun	αγγλοσαξωνική μονάδα όγκου, ίσο με 4,405 λίτρα (ξηρό γαλόνι στις ΗΠΑ) ή 3,785 λίτρα (υγρό γαλόνι στις ΗΠΑ) ή 4,454 λίτρα (αυτοκρατορικό γαλόνι στο Ηνωμένο Βασίλειο)
γαλόνια	=	γαλόνι
γαλόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλόπουλο
γαλόπουλο	noun	η μικρή γαλοπούλα
γαλόπουλου	noun	γενική ενικού του γαλόπουλο
γαλόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του γαλόπουλο
γαλόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο συστατικό τη γαλοπούλα
γαλόσουπας	=	γαλόσουπα
γαλόσουπες	=	γαλόσουπα
γαλότσα	noun	μπότα αδιάβροχη από καουτσούκ ή δέρμα που χρησιμοποιείται στη βροχή, στο χιόνι και, κυρίως, για αγροτικές εργασίες
γαλότσας	noun	γενική ενικού του γαλότσα
γαλότσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαλότσα
γαλόχοντρε	=	γαλόχοντρος
γαλόχοντρο	=	γαλόχοντρος
γαλόχοντροι	=	γαλόχοντρος
γαλόχοντρος	adj	χαρακτηρισμός τραχανά, ο οποίος φτιάχνεται από φρέσκο γάλα και σιτάρι.
γαλόχοντρου	=	γαλόχοντρος
γαλόχοντρους	=	γαλόχοντρος
γαλόχοντρων	=	γαλόχοντρος
γαλών	=	γαλή
γαμά	=	γαμάω
γαμάγαμε	=	γαμάω
γαμάγανε	=	γαμάω
γαμάγατε	=	γαμάω
γαμάει	=	γαμάω
γαμάμε	=	γαμάω
γαμάν	=	γαμάω
γαμάνε	=	γαμάω
γαμάς	=	γαμάω
γαμάτα	adv	χρησιμοποιείται για να περιγράψει θετικές ή ευχάριστες καταστάσεις, υπέροχα, περίφημα, πολύ ωραία, καταπληκτικά, εξαιρετικά
γαμάτε	adj	κλητική ενικού του γαμάτος
γαμάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμάτη
γαμάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμάτος
γαμάτης	adj	γενική ενικού του γαμάτη
γαμάτο	adj	αιτιατική ενικού του γαμάτος
γαμάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμάτος
γαμάτος	adj|vulgar	πολύ καλός, εκπληκτικός, εξαιρετικά θετικός
γαμάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαμάτος
γαμάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαμάτος
γαμάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαμάτος
γαμάω	verb|vulgar	συμμετέχω σε σεξουαλική επαφή με ενεργητικό ρόλο (λέγεται κυρίως για τον άντρα)
γαμέτες	=	γαμέτης
γαμέτη	=	γαμέτης
γαμέτης	noun	το αναπαραγωγικό κύτταρο που έχει μόνο το ήμισυ του συνήθους αριθμού χρωματοσωμάτων
γαμήθηκα	=	γαμιέμαι
γαμήθηκαν	=	γαμάω
γαμήθηκε	=	γαμάω
γαμήθηκες	=	γαμάω
γαμήλια	=	γαμήλιος
γαμήλιας	=	γαμήλιος
γαμήλιε	=	γαμήλιος
γαμήλιες	=	γαμήλιος
γαμήλιο	=	γαμήλιος
γαμήλιοι	=	γαμήλιος
γαμήλιος	adj	που αναφέρεται στη σύναψη του γάμου και την τελετή
γαμήλιου	=	γαμήλιος
γαμήλιους	=	γαμήλιος
γαμήλιων	=	γαμήλιος
γαμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάμημα
γαμήματος	noun	γενική ενικού του γάμημα
γαμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσαν	=	γαμάω
γαμήσανε	=	γαμάω
γαμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσι	noun	η συνουσία
γαμήσια	=	γαμήσι
γαμήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμήσιμο
γαμήσιμε	adj	κλητική ενικού του γαμήσιμος
γαμήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμήσιμη
γαμήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμήσιμος
γαμήσιμης	adj	γενική ενικού του γαμήσιμη
γαμήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του γαμήσιμος
γαμήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμήσιμος
γαμήσιμος	adj	πρόσωπο που αξίζει να έχεις μαζί του ερωτική επαφή
γαμήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαμήσιμος
γαμήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαμήσιμος
γαμήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαμήσιμος
γαμήσομε	=	γαμάω
γαμήσου	verb	β' ενικ. προστακτικής παθητικού αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσουνε	=	γαμάω
γαμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμώ
γαμίδι	noun	το αποτέλεσμα του γαμησιού
γαμίδια	=	γαμίδι
γαμίκο	=	γαμίκος
γαμίκοι	=	γαμίκος
γαμίκος	noun|vulgar	αυτός που γαμάει συχνά, που έχει πολλές επιτυχίες στον τομέα αυτό
γαμίκου	=	γαμίκος
γαμίκουλα	=	γαμίκουλας
γαμίκουλας	noun|vulgar	άλλη μορφή του γαμιάς
γαμίκουλες	=	γαμίκουλας
γαμίκους	=	γαμίκος
γαμίκων	=	γαμίκος
γαμβρέ	noun	κλητική ενικού του γαμβρός
γαμβρίκι	noun	η προίκα
γαμβρίκια	=	γαμβρίκι
γαμβριάτικος	=	γαμπριάτικος
γαμβρικιού	=	γαμβρίκι
γαμβρικιών	=	γαμβρίκι
γαμβροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμβρός
γαμβρού	noun	γενική ενικού του γαμβρός
γαμβρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαμβρός
γαμβρό	noun	αιτιατική ενικού του γαμβρός
γαμβρός	noun	άλλη μορφή του γαμπρός
γαμβρών	noun	γενική πληθυντικού του γαμβρός
γαμετάγγεια	=	γαμετάγγειο
γαμετάγγειο	noun	(βοτανική): το όργανο των κατώτερων φυτών που παράγονται οι γαμέτες
γαμετάγγειου	=	γαμετάγγειο
γαμεταγγείου	=	γαμετάγγειο
γαμεταγγείων	=	γαμετάγγειο
γαμετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γαμετικός
γαμετικέ	=	γαμετικός
γαμετικές	=	γαμετικός
γαμετική	=	γαμετικός
γαμετικής	=	γαμετικός
γαμετικοί	=	γαμετικός
γαμετικού	=	γαμετικός
γαμετικούς	=	γαμετικός
γαμετικό	=	γαμετικός
γαμετικός	adj	που σχετίζεται με τα γαμετικά κύτταρα, δηλαδή τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια, ή γενικότερα με τη διαδικασία της αναπαραγωγής μέσω γαμετών
γαμετικών	=	γαμετικός
γαμετογένεση	noun	η διαδικασία όπου από διπλοειδή κύτταρα δημιουργούνται με μειωτική διαίρεση οι απλοειδείς γαμέτες
γαμετογένεσης	=	γαμετογένεση
γαμετογενέσεις	=	γαμετογένεση
γαμετογενέσεων	=	γαμετογένεση
γαμετοκυττάρου	=	γαμετοκύτταρο
γαμετοκυττάρων	=	γαμετοκύτταρο
γαμετοκύτταρα	=	γαμετοκύτταρο
γαμετοκύτταρο	noun	ζωικό ή φυτικό κύτταρο που με τη μείωση μετατρέπεται σε γαμέτη
γαμετοκύτταρου	=	γαμετοκύτταρο
γαμετόφυτο	noun	η φάση ζωής του φυτού κατά την οποία τα κύτταρά του φέρουν απλοειδείς πυρήνες, και από τα οποία δημιουργούνται τα γεννητικά κύτταρά του (γαμέτες).
γαμετών	=	γαμέτης
γαμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθήκαν	=	γαμάω
γαμηθήκανε	=	γαμάω
γαμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηθούνε	=	γαμάω
γαμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμιέμαι
γαμηλίου	=	γαμήλιος
γαμηλίους	=	γαμήλιος
γαμηλίων	=	γαμήλιος
γαμηλιοτήτων	=	γαμηλιότητα
γαμηλιότητα	noun	δημογραφικός δείκτης που εκφράζει τη συχνότητα σύναψης γάμων μέσα σε έναν πληθυσμό, σε ορισμένο χρονικό διάστημα
γαμηλιότητας	=	γαμηλιότητα
γαμηλιότητες	=	γαμηλιότητα
γαμηλιώτης	noun|dated	ο προσκεκλημένος σε γάμο
γαμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάμημα
γαμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμημένο
γαμημένε	verb	κλητική ενικού του γαμημένος
γαμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμημένη
γαμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμημένος
γαμημένης	verb	γενική ενικού του γαμημένη
γαμημένο	verb	αιτιατική ενικού του γαμημένος
γαμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμημένος
γαμημένος	=	γαμιέμαι
γαμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαμημένος
γαμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαμημένος
γαμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαμημένος
γαμησιάτικα	noun|vulgar	χρήματα που πληρώνονται άδικα ή χωρίς υπαιτιότητα, συνήθως ως αποτέλεσμα εξαπάτησης ή κακοτυχίας
γαμησιάτικων	=	γαμησιάτικα
γαμησιού	=	γαμήσι
γαμησιών	=	γαμήσι
γαμηστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γαμηστερός	adv|figurative	με γαμηστερό τρόπο
γαμηστερέ	=	γαμηστερός
γαμηστερές	=	γαμηστερός
γαμηστερή	=	γαμηστερός
γαμηστερής	=	γαμηστερός
γαμηστεροί	=	γαμηστερός
γαμηστερού	=	γαμηστερός
γαμηστερούς	=	γαμηστερός
γαμηστερό	=	γαμηστερός
γαμηστερός	adj|vulgar	άτομο με έντονη ή αξιοσημείωτη σεξουαλική ικανότητα ή δραστηριότητα
γαμηστερών	=	γαμηστερός
γαμηστρώνα	=	γαμηστρώνας
γαμηστρώνας	noun	τόπος ερωτικής συνεύρεσης, ενίοτε κρυφής (συνήθως ξενοδοχείο ή διαμέρισμα)
γαμηστρώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμηστρώνα
γαμηστρώνων	=	γαμηστρώνας
γαμιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γαμιάς
γαμιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμιάς
γαμιάδων	noun	γενική πληθυντικού του γαμιάς
γαμιάς	noun|vulgar	αυτός που γαμάει πολύ και έχει μεγάλη σεξουαλική δραστηριότητα
γαμιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γαμάω / γαμώ
γαμιέσαι	=	γαμάω
γαμιέστε	=	γαμάω
γαμιέται	=	γαμάω
γαμιδιού	=	γαμίδι
γαμιδιών	=	γαμίδι
γαμικά	=	γαμικός
γαμικέ	=	γαμικός
γαμικές	=	γαμικός
γαμική	=	γαμικός
γαμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γαμική) του γαμικός
γαμικοί	=	γαμικός
γαμικού	=	γαμικός
γαμικούς	=	γαμικός
γαμικό	=	γαμικός
γαμικός	adj	ο σχετικός με το γάμο
γαμικών	=	γαμικός
γαμιού	=	γαμιάς
γαμιούνται	=	γαμάω
γαμιούνταν	=	γαμάω
γαμισιάτικα	noun|vulgar	άλλη γραφή του γαμησιάτικα
γαμισιάτικων	=	γαμισιάτικα
γαμιστερά	=	γαμιστερός
γαμιστερέ	=	γαμιστερός
γαμιστερές	=	γαμιστερός
γαμιστερή	=	γαμιστερός
γαμιστερής	=	γαμιστερός
γαμιστεροί	=	γαμιστερός
γαμιστερού	=	γαμιστερός
γαμιστερούς	=	γαμιστερός
γαμιστερό	=	γαμιστερός
γαμιστερός	adj|slang	άλλη μορφή του γαμάτος
γαμιστερών	=	γαμιστερός
γαμιστρώνα	=	γαμιστρώνας
γαμιστρώνας	noun	άλλη μορφή του γαμηστρώνας
γαμιστρώνες	=	γαμιστρώνας
γαμιστρώνων	=	γαμιστρώνας
γαμιόλα	noun|vulgar	αυτή που γαμιέται- υβριστικός χαρακτηρισμός
γαμιόλας	noun	γενική ενικού του γαμιόλα
γαμιόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμιόλα
γαμιόλη	=	γαμιόλης
γαμιόληδες	=	γαμιόλης
γαμιόληδων	=	γαμιόλης
γαμιόλης	noun|vulgar	κυριολεκτικά αυτός/ή που γαμιέται, στην πράξη: υβριστικός χαρακτηρισμός
γαμιόμασταν	=	γαμάω
γαμιόμαστε	=	γαμάω
γαμιόμουν	=	γαμιέμαι
γαμιόμουνα	=	γαμάω
γαμιόνται	=	γαμάω
γαμιόνταν	=	γαμάω
γαμιόντανε	=	γαμάω
γαμιόντουσαν	=	γαμάω
γαμιόσασταν	=	γαμάω
γαμιόσαστε	=	γαμάω
γαμιόσουν	=	γαμάω
γαμιόσουνα	=	γαμάω
γαμιόταν	=	γαμάω
γαμιότανε	=	γαμάω
γαμιώτης	noun|dated	άλλη μορφή του γαμηλιώτης, ο προσκεκλημένος σε γάμο
γαμοβάπτιση	noun	κοινή τελετή κατά την οποία συνδυάζονται ο γάμος ενός ζευγαριού και η βάφτιση του παιδιού τους σε μία ενιαία εορταστική πράξη
γαμοβάπτισης	=	γαμοβάπτιση
γαμοβάφτιση	noun	άλλη μορφή του γαμοβάπτιση
γαμοβάφτισης	=	γαμοβάφτιση
γαμοβαπτίσεις	=	γαμοβάπτιση
γαμοβαπτίσεων	=	γαμοβάπτιση
γαμοβαφτίσεις	=	γαμοβάφτιση
γαμοβαφτίσεων	=	γαμοβάφτιση
γαμομέρα	noun|slang	άσχημη, κακότυχη ημέρα
γαμομέρας	noun	γενική ενικού του γαμομέρα
γαμομέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμομέρα
γαμομερών	noun	γενική πληθυντικού του γαμομέρα
γαμοπίλαφα	=	γαμοπίλαφο
γαμοπίλαφο	noun	κρητικό πιλάφι, μαγειρεμένο σε ζωμό κατσικιού / αρνιού, είναι πιάτο που σερβίρεται παραδοσιακά σε γάμους αλλά και σε εστιατόρια ως τοπική σπεσιαλιτέ
γαμοπίλαφου	=	γαμοπίλαφο
γαμοπίλαφων	=	γαμοπίλαφο
γαμούμε	=	γαμάω
γαμούν	=	γαμάω
γαμούνε	=	γαμάω
γαμούσα	=	γαμάω
γαμούσαμε	=	γαμάω
γαμούσαν	=	γαμάω
γαμούσανε	=	γαμάω
γαμούσατε	=	γαμάω
γαμούσε	=	γαμάω
γαμούσες	=	γαμάω
γαμπά	=	γαμπάς
γαμπάδες	=	γαμπάς
γαμπάδων	=	γαμπάς
γαμπάρα	noun|dated	άλλη μορφή του γαβάρα
γαμπάρας	noun	γενική ενικού του γαμπάρα
γαμπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμπάρα
γαμπάς	noun	μάλλινο πανωφόρι-Μάλλινη παραδοσιακή κάπα(πανοφώρι) των Βοσκών
γαμπρέ	noun	κλητική ενικού του γαμπρός
γαμπρίζαμε	=	γαμπρίζω
γαμπρίζαν	=	γαμπρίζω
γαμπρίζανε	=	γαμπρίζω
γαμπρίζατε	=	γαμπρίζω
γαμπρίζει	=	γαμπρίζω
γαμπρίζεις	=	γαμπρίζω
γαμπρίζετε	=	γαμπρίζω
γαμπρίζοντας	=	γαμπρίζω
γαμπρίζουμε	=	γαμπρίζω
γαμπρίζουν	=	γαμπρίζω
γαμπρίζουνε	=	γαμπρίζω
γαμπρίζω	verb	εμφανίζομαι και συμπεριφέρομαι με σκοπό να βρω ερωτικό σύντροφο
γαμπρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσαν	=	γαμπρίζω
γαμπρίσανε	=	γαμπρίζω
γαμπρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαμπρίζω
γαμπριάτικα	noun	τα γαμπριάτικα ρούχα, τα ρούχα που φοράει ο γαμπρός στη γαμήλια τελετή
γαμπριάτικε	adj	κλητική ενικού του γαμπριάτικος
γαμπριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμπριάτικη
γαμπριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμπριάτικος
γαμπριάτικης	adj	γενική ενικού του γαμπριάτικη
γαμπριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του γαμπριάτικος
γαμπριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμπριάτικος
γαμπριάτικος	adj	που αναφέρεται στο γαμπρό σε σχέση με την τελετή του γάμου
γαμπριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαμπριάτικος
γαμπριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαμπριάτικος
γαμπριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαμπριάτικος
γαμπριλίκι	noun	η συμπεριφορά και εμφάνιση κάποιου ως γαμπρού, που φιλοδοξεί να γίνει κυριολεκτικά γαμπρός ή που θέλει απλώς να κατακτήσει ερωτικά μια κοπέλα
γαμπριλίκια	=	γαμπριλίκι
γαμπροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμπρός
γαμπρού	noun	γενική ενικού του γαμπρός
γαμπρούλη	=	γαμπρούλης
γαμπρούληδες	=	γαμπρούλης
γαμπρούληδων	=	γαμπρούλης
γαμπρούλης	noun	υποκοριστικό του γαμπρός
γαμπρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαμπρός
γαμπρό	noun	αιτιατική ενικού του γαμπρός
γαμπρός	noun	ο άντρας που παντρεύεται ή νυμφεύεται
γαμπρών	noun	γενική πληθυντικού του γαμπρός
γαμψά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμψό
γαμψέ	adj	κλητική ενικού του γαμψός
γαμψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμψή
γαμψή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμψός
γαμψής	adj	γενική ενικού του γαμψή
γαμψοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμψός
γαμψοδακτυλία	noun	η παραμόρφωση των δακτύλων, ώστε να φαίνονται γαμψά
γαμψοδακτυλίας	noun	γενική ενικού του γαμψοδακτυλία
γαμψοδακτυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμψοδακτυλία
γαμψοδακτυλιών	noun	γενική πληθυντικού του γαμψοδακτυλία
γαμψού	adj	γενική ενικού του γαμψός
γαμψούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαμψός
γαμψό	adj	αιτιατική ενικού του γαμψός
γαμψός	adj	κυρτός και οξύς (μυτερός ή αιχμηρός)
γαμψών	adj	γενική πληθυντικού του γαμψός
γαμψώνυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμψώνυχο
γαμψώνυχε	adj	κλητική ενικού του γαμψώνυχος
γαμψώνυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμψώνυχη
γαμψώνυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαμψώνυχος
γαμψώνυχης	adj	γενική ενικού του γαμψώνυχη
γαμψώνυχο	adj	αιτιατική ενικού του γαμψώνυχος
γαμψώνυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαμψώνυχος
γαμψώνυχος	adj	που έχει γαμψά νύχια
γαμψώνυχου	adj	γενική ενικού του γαμψώνυχος
γαμψώνυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαμψώνυχος
γαμψώνυχων	adj	γενική πληθυντικού του γαμψώνυχος
γαμωσταυρίδι	noun|informal	προσβολή των θείων με χυδαιολογίες
γαμωσταυρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαμωσταυρίδι
γαμωσταυριδιού	=	γαμωσταυρίδι
γαμωσταυριδιών	=	γαμωσταυρίδι
γαμόσταυρα	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρε	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρες	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρη	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρης	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρο	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυροι	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρος	adj	αυτός που είναι άξιος να δεχτεί τη σχετική ύβρη
γαμόσταυρου	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρους	=	γαμόσταυρος
γαμόσταυρων	=	γαμόσταυρος
γαμώ	=	γαμάω
γαμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γαμάω / γαμώ
γαμώτο	noun	η αξιοπρέπεια, ο εγωισμός	intj|vulgar	έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης
γανιάζαμε	=	γανιάζω
γανιάζαν	=	γανιάζω
γανιάζανε	=	γανιάζω
γανιάζατε	=	γανιάζω
γανιάζει	=	γανιάζω
γανιάζεις	=	γανιάζω
γανιάζετε	=	γανιάζω
γανιάζοντας	=	γανιάζω
γανιάζουμε	=	γανιάζω
γανιάζουν	=	γανιάζω
γανιάζουνε	=	γανιάζω
γανιάζω	verb	αποκτώ γάνα, μαυρίζω
γανιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανιάζω
γανιάσαμε	=	γανιάζω
γανιάσαν	=	γανιάζω
γανιάσανε	=	γανιάζω
γανιάσατε	=	γανιάζω
γανιάσει	=	γανιάζω
γανιάστε	=	γανιάζω
γανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γανιασμένο
γανιασμένε	verb	κλητική ενικού του γανιασμένος
γανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γανιασμένη
γανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γανιασμένος
γανιασμένης	verb	γενική ενικού του γανιασμένη
γανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γανιασμένος
γανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γανιασμένος
γανιασμένος	verb	που έχει γανιάσει
γανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γανιασμένος
γανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γανιασμένος
γανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γανιασμένος
γανοδέρματα	=	γανόδερμα
γανοδέρματος	=	γανόδερμα
γανοδερμάτων	=	γανόδερμα
γαντζωθήκαμε	=	γαντζώνω
γαντζωθήκαν	=	γαντζώνω
γαντζωθήκανε	=	γαντζώνω
γαντζωθήκατε	=	γαντζώνω
γαντζωθεί	=	γαντζώνω
γαντζωθείτε	=	γαντζώνω
γαντζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάντζωμα
γαντζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαντζωμένο
γαντζωμένε	verb	κλητική ενικού του γαντζωμένος
γαντζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαντζωμένη
γαντζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαντζωμένος
γαντζωμένης	verb	γενική ενικού του γαντζωμένη
γαντζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαντζωμένος
γαντζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαντζωμένος
γαντζωμένος	verb	που κρατιέται σφιχτά πάνω σε κάτι ή κάποιον
γαντζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαντζωμένος
γαντζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαντζωμένος
γαντζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαντζωμένος
γαντζωνόμασταν	=	γαντζώνω
γαντζωνόμαστε	=	γαντζώνω
γαντζωνόμουν	=	γαντζώνω
γαντζωνόμουνα	=	γαντζώνω
γαντζωνόντουσαν	=	γαντζώνω
γαντζωνόσασταν	=	γαντζώνω
γαντζωνόσαστε	=	γαντζώνω
γαντζωνόσουν	=	γαντζώνω
γαντζωνόσουνα	=	γαντζώνω
γαντζωνόταν	=	γαντζώνω
γαντζωνότανε	=	γαντζώνω
γαντζωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαντζωτό
γαντζωτέ	adj	κλητική ενικού του γαντζωτός
γαντζωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαντζωτή
γαντζωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαντζωτός
γαντζωτής	adj	γενική ενικού του γαντζωτή
γαντζωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαντζωτός
γαντζωτού	adj	γενική ενικού του γαντζωτός
γαντζωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαντζωτός
γαντζωτό	adj	αιτιατική ενικού του γαντζωτός
γαντζωτός	adj	που είναι πιασμένος ή που μπορεί να πιαστεί (έτσι όπως είναι κατασκευασμένος) με γάντζο
γαντζωτών	adj	γενική πληθυντικού του γαντζωτός
γαντζόκλειδα	=	γαντζόκλειδο
γαντζόκλειδο	noun	εργαλείο με λαβή και ημικυκλική απόληξη η οποία έχει πρόσθετα στην άκρη προεξοχή σαν γάντζο
γαντζόκλειδου	=	γαντζόκλειδο
γαντζόκλειδων	=	γαντζόκλειδο
γαντζώθηκα	=	γαντζώνω
γαντζώθηκαν	=	γαντζώνω
γαντζώθηκε	=	γαντζώνω
γαντζώθηκες	=	γαντζώνω
γαντζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάντζωμα
γαντζώματος	noun	γενική ενικού του γάντζωμα
γαντζώναμε	=	γαντζώνω
γαντζώναν	=	γαντζώνω
γαντζώνανε	=	γαντζώνω
γαντζώνατε	=	γαντζώνω
γαντζώνει	=	γαντζώνω
γαντζώνεις	=	γαντζώνω
γαντζώνεσαι	=	γαντζώνω
γαντζώνεστε	=	γαντζώνω
γαντζώνεται	=	γαντζώνω
γαντζώνετε	=	γαντζώνω
γαντζώνομαι	=	γαντζώνω
γαντζώνονται	=	γαντζώνω
γαντζώνονταν	=	γαντζώνω
γαντζώνοντας	=	γαντζώνω
γαντζώνου	=	γαντζώνω
γαντζώνουμε	=	γαντζώνω
γαντζώνουν	=	γαντζώνω
γαντζώνουνε	=	γαντζώνω
γαντζώνω	verb	πιάνω κάτι με γάντζο, το στερεώνω με αυτόν
γαντζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσαν	=	γαντζώνω
γαντζώσανε	=	γαντζώνω
γαντζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσου	=	γαντζώνω
γαντζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαντζώνω
γαντιού	=	γάντι
γαντιών	=	γάντι
γαντοκουκλών	=	γαντόκουκλα
γαντοφορεμένα	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένε	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένες	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένη	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένης	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένο	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένοι	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένος	verb	που φοράει γάντια
γαντοφορεμένου	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένους	=	γαντοφορεμένος
γαντοφορεμένων	=	γαντοφορεμένος
γαντόκουκλα	noun	κούκλα που κινείται με το χέρι, το οποίο εισάγεται στο εσωτερικό της, χρησιμοποιούμενη κυρίως σε παραστάσεις κουκλοθέατρου
γαντόκουκλας	=	γαντόκουκλα
γαντόκουκλες	=	γαντόκουκλα
γανωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάνωμα
γανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γανωμένο
γανωμένε	verb	κλητική ενικού του γανωμένος
γανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γανωμένη
γανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γανωμένος
γανωμένης	verb	γενική ενικού του γανωμένη
γανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γανωμένος
γανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γανωμένος
γανωμένος	verb	που έχει υποστεί γάνωμα
γανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γανωμένος
γανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γανωμένος
γανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γανωμένος
γανωματάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γανωματάδικο
γανωματάδικο	noun	κατάστημα του γανωματή
γανωματάδικου	noun	γενική ενικού του γανωματάδικο
γανωματάδικων	noun	γενική πληθυντικού του γανωματάδικο
γανωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γανωτής
γανωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γανωτής
γανωτής	noun	ο τεχνίτης που γανώνει χάλκινα μαγειρικά σκεύη
γανωτών	noun	γενική πληθυντικού του γανωτής
γανόδερμα	noun	λευκός βασιδιομύκητας (basidiomycete macrofungus), που ανήκει στην οικογένεια μυκήτων Polyporacea
γανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάνωμα
γανώματος	noun	γενική ενικού του γάνωμα
γανών	noun	γενική πληθυντικού του γάνα
γανώναμε	=	γανώνω
γανώναν	=	γανώνω
γανώνανε	=	γανώνω
γανώνατε	=	γανώνω
γανώνει	=	γανώνω
γανώνεις	=	γανώνω
γανώνετε	=	γανώνω
γανώνοντας	=	γανώνω
γανώνουμε	=	γανώνω
γανώνουν	=	γανώνω
γανώνουνε	=	γανώνω
γανώνω	verb	επαλείφω με ένα στρώμα κασσίτερου για προστασία
γανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσαν	=	γανώνω
γανώσανε	=	γανώνω
γανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γανώνω
γαρ	conj	ως αιτιολογικός σύνδεσμος εισάγει νέα πρόταση και παίρνει την έννοια του καθώς είναι.
γαρής	adj	γενική ενικού του γαρή
γαρίδα	noun	καρίς· μαλακόστρακο ζώο που ανήκει στην τάξη των καρκινοειδών με διαφανές ή ροδαλό χρώμα, δέκα πόδια και νόστιμη σάρκα
γαρίδας	noun	γενική ενικού του γαρίδα
γαρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρίδα
γαρίδων	=	γαρίδα
γαρίφαλα	=	γαρίφαλο
γαρίφαλο	noun	το άνθος της γαριφαλιάς (Dianthus caryophyllus)· έχει διάφορα χρώματα, λεπτό άρωμα και πολύ πυκνά πέταλα
γαρίφαλου	=	γαρίφαλο
γαρίφαλων	=	γαρίφαλο
γαργάλα	=	γαργαλώ
γαργάλεμα	noun	γαργαλητό
γαργάλευα	=	γαργαλεύω
γαργάλευαν	=	γαργαλεύω
γαργάλευε	=	γαργαλεύω
γαργάλευες	=	γαργαλεύω
γαργάλεψα	=	γαργαλεύω
γαργάλεψαν	=	γαργαλεύω
γαργάλεψε	=	γαργαλεύω
γαργάλεψες	=	γαργαλεύω
γαργάλημα	noun	η ενέργεια του γαργαλώ
γαργάλιζα	=	γαργαλίζω
γαργάλιζαν	=	γαργαλίζω
γαργάλιζε	=	γαργαλίζω
γαργάλιζες	=	γαργαλίζω
γαργάλισα	=	γαργαλίζω
γαργάλισαν	=	γαργαλίζω
γαργάλισε	=	γαργαλίζω
γαργάλισες	=	γαργαλίζω
γαργάλισμα	noun	γαργαλητό
γαργάρα	noun	το πλύσιμο του λάρυγγα με νερό ή κάποιο διάλυμα το οποίο δεν καταπίνουμε, αλλά, με γερμένο το κεφάλι προς τα πίσω, το κρατάμε στο ύψος της σταφυλής και το ανακινούμε εκπνέοντας
γαργάρας	noun	γενική ενικού του γαργάρα
γαργάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργάρα
γαργάριζα	=	γαργαρίζω
γαργάριζαν	=	γαργαρίζω
γαργάριζε	=	γαργαρίζω
γαργάριζες	=	γαργαρίζω
γαργάρισα	=	γαργαρίζω
γαργάρισαν	=	γαργαρίζω
γαργάρισε	=	γαργαρίζω
γαργάρισες	=	γαργαρίζω
γαργάρισμα	noun	κελάρυσμα
γαργαλάω	=	γαργαλώ
γαργαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργάλεμα
γαργαλέματος	noun	γενική ενικού του γαργάλεμα
γαργαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψαν	=	γαργαλεύω
γαργαλέψανε	=	γαργαλεύω
γαργαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψομε	=	γαργαλεύω
γαργαλέψου	=	γαργαλεύω
γαργαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψουνε	=	γαργαλεύω
γαργαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλεύω
γαργαλήθηκα	=	γαργαλιέμαι
γαργαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργάλημα
γαργαλήματος	noun	γενική ενικού του γαργάλημα
γαργαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλώ
γαργαλίζαμε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζαν	=	γαργαλίζω
γαργαλίζανε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζατε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζει	=	γαργαλίζω
γαργαλίζεις	=	γαργαλίζω
γαργαλίζεσαι	=	γαργαλίζω
γαργαλίζεστε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζεται	=	γαργαλίζω
γαργαλίζετε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζομαι	=	γαργαλίζω
γαργαλίζομε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζονται	=	γαργαλίζω
γαργαλίζονταν	=	γαργαλίζω
γαργαλίζοντας	=	γαργαλίζω
γαργαλίζουμε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζουν	=	γαργαλίζω
γαργαλίζουνε	=	γαργαλίζω
γαργαλίζω	verb	γαργαλώ
γαργαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσαν	=	γαργαλίζω
γαργαλίσανε	=	γαργαλίζω
γαργαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργάλισμα
γαργαλίσματος	=	γαργάλισμα
γαργαλίσομε	=	γαργαλίζω
γαργαλίσου	=	γαργαλίζω
γαργαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίσουνε	=	γαργαλίζω
γαργαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλίστηκα	=	γαργαλίζω
γαργαλίστηκαν	=	γαργαλίζω
γαργαλίστηκε	=	γαργαλίζω
γαργαλίστηκες	=	γαργαλίζω
γαργαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλίζω
γαργαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαργάλεμα
γαργαλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλεμένο
γαργαλεμένε	verb	κλητική ενικού του γαργαλεμένος
γαργαλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλεμένη
γαργαλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαργαλεμένος
γαργαλεμένης	verb	γενική ενικού του γαργαλεμένη
γαργαλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαργαλεμένος
γαργαλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαργαλεμένος
γαργαλεμένος	=	γαργαλεύω
γαργαλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαργαλεμένος
γαργαλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαργαλεμένος
γαργαλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαργαλεμένος
γαργαλευτήκαμε	=	γαργαλεύω
γαργαλευτήκαν	=	γαργαλεύω
γαργαλευτήκανε	=	γαργαλεύω
γαργαλευτήκατε	=	γαργαλεύω
γαργαλευτεί	=	γαργαλεύω
γαργαλευτείς	=	γαργαλεύω
γαργαλευτείτε	=	γαργαλεύω
γαργαλευτούμε	=	γαργαλεύω
γαργαλευτούν	=	γαργαλεύω
γαργαλευτούνε	=	γαργαλεύω
γαργαλευτώ	=	γαργαλεύω
γαργαλευόμασταν	=	γαργαλεύω
γαργαλευόμαστε	=	γαργαλεύω
γαργαλευόμουν	=	γαργαλεύω
γαργαλευόμουνα	=	γαργαλεύω
γαργαλευόντουσαν	=	γαργαλεύω
γαργαλευόσασταν	=	γαργαλεύω
γαργαλευόσαστε	=	γαργαλεύω
γαργαλευόσουν	=	γαργαλεύω
γαργαλευόσουνα	=	γαργαλεύω
γαργαλευόταν	=	γαργαλεύω
γαργαλευότανε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύαμε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύαν	=	γαργαλεύω
γαργαλεύανε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύατε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύει	=	γαργαλεύω
γαργαλεύεις	=	γαργαλεύω
γαργαλεύεσαι	=	γαργαλεύω
γαργαλεύεστε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύεται	=	γαργαλεύω
γαργαλεύετε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύομαι	=	γαργαλεύω
γαργαλεύομε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύονται	=	γαργαλεύω
γαργαλεύονταν	=	γαργαλεύω
γαργαλεύοντας	=	γαργαλεύω
γαργαλεύουμε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύουν	=	γαργαλεύω
γαργαλεύουνε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύτε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύτηκα	=	γαργαλεύω
γαργαλεύτηκαν	=	γαργαλεύω
γαργαλεύτηκε	=	γαργαλεύω
γαργαλεύτηκες	=	γαργαλεύω
γαργαλεύω	verb	γαργαλώ
γαργαληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαργαλιέμαι
γαργαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαργάλημα
γαργαλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλημένο
γαργαλημένε	verb	κλητική ενικού του γαργαλημένος
γαργαλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλημένη
γαργαλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαργαλημένος
γαργαλημένης	verb	γενική ενικού του γαργαλημένη
γαργαλημένο	verb	αιτιατική ενικού του γαργαλημένος
γαργαλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαργαλημένος
γαργαλημένος	verb	που τον έχουν γαργαλήσει
γαργαλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαργαλημένος
γαργαλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαργαλημένος
γαργαλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαργαλημένος
γαργαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλητό
γαργαλητού	noun	γενική ενικού του γαργαλητό
γαργαλητό	noun	η ενέργεια του γαργαλάω αλλά και το αίσθημα που βιώνει εκείνος που τον γαργαλούν (κνησμός, φαγούρα, αντανακλαστική ανάγκη να γελάσει, ερεθισμό ή ερωτική διέγερση)
γαργαλητών	noun	γενική πληθυντικού του γαργαλητό
γαργαλιάρα	=	γαργαλιάρης
γαργαλιάρη	=	γαργαλιάρης
γαργαλιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλιάρης
γαργαλιάρηδων	=	γαργαλιάρης
γαργαλιάρης	noun	που γαργαλάει ή γαργαλιέται εύκολα
γαργαλιάρικο	=	γαργαλιάρης
γαργαλιέμαι	verb	κάποιος με γαργαλάει και νιώθω
γαργαλιζόμασταν	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόμαστε	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόμουν	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόμουνα	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόντουσαν	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόσασταν	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόσαστε	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόσουν	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόσουνα	=	γαργαλίζω
γαργαλιζόταν	=	γαργαλίζω
γαργαλιζότανε	=	γαργαλίζω
γαργαλισμάτων	=	γαργάλισμα
γαργαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλισμένο
γαργαλισμένε	verb	κλητική ενικού του γαργαλισμένος
γαργαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλισμένη
γαργαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαργαλισμένος
γαργαλισμένης	verb	γενική ενικού του γαργαλισμένη
γαργαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαργαλισμένος
γαργαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαργαλισμένος
γαργαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαργαλισμένος
γαργαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαργαλισμένος
γαργαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαργαλισμένος
γαργαλιστήκαμε	=	γαργαλίζω
γαργαλιστήκαν	=	γαργαλίζω
γαργαλιστήκανε	=	γαργαλίζω
γαργαλιστήκατε	=	γαργαλίζω
γαργαλιστεί	=	γαργαλίζω
γαργαλιστείς	=	γαργαλίζω
γαργαλιστείτε	=	γαργαλίζω
γαργαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλιστικό	adv	με γαργαλιστικό τρόπο
γαργαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του γαργαλιστικός
γαργαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαλιστική
γαργαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαργαλιστικός
γαργαλιστικής	adj	γενική ενικού του γαργαλιστική
γαργαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαργαλιστικός
γαργαλιστικού	adj	γενική ενικού του γαργαλιστικός
γαργαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαργαλιστικός
γαργαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του γαργαλιστικός
γαργαλιστικός	adj	που προκαλεί γαργάλισμα
γαργαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του γαργαλιστικός
γαργαλιστούμε	=	γαργαλίζω
γαργαλιστούν	=	γαργαλίζω
γαργαλιστούνε	=	γαργαλίζω
γαργαλιστώ	=	γαργαλίζω
γαργαλώ	verb	ακουμπώ ανάλαφρα και κατ' επανάληψη με την άκρη των δαχτύλων μου μια ευαίσθητη περιοχή του σώματος ενός άλλου με σκοπό να του προκαλέσω ένα περίεργο ερέθισμα που οδηγεί σε ανακλαστικές κινήσεις του σώματος και γέλιο
γαργαντούα	=	γαργαντούας
γαργαντούας	noun	πρόσωπο υπερβολικά λαίμαργο ή αχόρταγο, που τρώει ή ζητά χωρίς μέτρο
γαργαντούες	=	γαργαντούας
γαργαντούων	=	γαργαντούας
γαργαρέτας	noun	γενική ενικού του Γαργαρέτα
γαργαρίζαμε	=	γαργαρίζω
γαργαρίζαν	=	γαργαρίζω
γαργαρίζανε	=	γαργαρίζω
γαργαρίζατε	=	γαργαρίζω
γαργαρίζει	=	γαργαρίζω
γαργαρίζεις	=	γαργαρίζω
γαργαρίζετε	=	γαργαρίζω
γαργαρίζοντας	=	γαργαρίζω
γαργαρίζουμε	=	γαργαρίζω
γαργαρίζουν	=	γαργαρίζω
γαργαρίζουνε	=	γαργαρίζω
γαργαρίζω	verb	κελαρύζω
γαργαρίσαμε	=	γαργαρίζω
γαργαρίσαν	=	γαργαρίζω
γαργαρίσανε	=	γαργαρίζω
γαργαρίσατε	=	γαργαρίζω
γαργαρίσει	=	γαργαρίζω
γαργαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργάρισμα
γαργαρίσματος	noun	γενική ενικού του γαργάρισμα
γαργαρίστε	=	γαργαρίζω
γαργαρεττών	noun	γενική πληθυντικού του Γαργαρέττα
γαργαρετών	noun	γενική πληθυντικού του Γαργαρέτα
γαργαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαργάρισμα
γαργαρισμέ	noun	κλητική ενικού του γαργαρισμός
γαργαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαργαρισμός
γαργαρισμού	noun	γενική ενικού του γαργαρισμός
γαργαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαργαρισμός
γαργαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του γαργαρισμός
γαργαρισμός	noun	η γαργάρα
γαργαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του γαργαρισμός
γαργαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαριστό
γαργαριστέ	adj	κλητική ενικού του γαργαριστός
γαργαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαργαριστή
γαργαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαργαριστός
γαργαριστής	adj	γενική ενικού του γαργαριστή
γαργαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαργαριστός
γαργαριστού	adj	γενική ενικού του γαργαριστός
γαργαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαργαριστός
γαργαριστό	adj	αιτιατική ενικού του γαργαριστός
γαργαριστός	adj	ο γάργαρος
γαργαριστών	adj	γενική πληθυντικού του γαργαριστός
γαργερά	=	γαργερός
γαργερέ	=	γαργερός
γαργερές	=	γαργερός
γαργερή	=	γαργερός
γαργερής	=	γαργερός
γαργεροί	=	γαργερός
γαργερού	=	γαργερός
γαργερούς	=	γαργερός
γαργερό	=	γαργερός
γαργερός	adj	βρόμικος, ρυπαρός
γαργερών	=	γαργερός
γαρδέλι	noun	η καρδερίνα
γαρδέλια	=	γαρδέλι
γαρδένια	noun	αειθαλές καλλωπιστικό φυτό του γένους Gardenia με γυαλιστερά φύλλα και λευκά λουλούδια που αναδίδουν ένα χαρακτηριστικό άρωμα
γαρδένιας	noun	γενική ενικού του γαρδένια
γαρδένιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρδένια
γαρδελιού	=	γαρδέλι
γαρδελιών	=	γαρδέλι
γαρδικιώτικα	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικε	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικες	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικη	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικης	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικο	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικοι	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικος	adj	ο σχετικός με το Γαρδίκι ή τους κατοίκους του
γαρδικιώτικου	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικους	=	γαρδικιώτικος
γαρδικιώτικων	=	γαρδικιώτικος
γαρδούμπα	noun	φαγητό από έντερα αρνιού ή κατσικιού, τυλιγμένα μαζί με άλλα εντόσθια σε μορφή μικρού δέματος και ψημένα στο φούρνο
γαρδούμπας	noun	γενική ενικού του γαρδούμπα
γαρδούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρδούμπα
γαριάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γαριάζω
γαριάζω	verb|dated	βρομίζω, λερώνω ή λερώνομαι
γαριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάριασμα
γαριάσματος	noun	γενική ενικού του γάριασμα
γαριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαριάζω
γαριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γάριασμα
γαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριασμένο
γαριασμένε	verb	κλητική ενικού του γαριασμένος
γαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριασμένη
γαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαριασμένος
γαριασμένης	verb	γενική ενικού του γαριασμένη
γαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαριασμένος
γαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαριασμένος
γαριασμένος	verb	που έχει γαριάσει, που έχει χάσει τη λάμψη του
γαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαριασμένος
γαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαριασμένος
γαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαριασμένος
γαριδάκι	noun	μικρή γαρίδα
γαριδάκια	=	γαριδάκι
γαριδομακαρονάδα	noun	μακαρονάδα με γαρίδες
γαριδομακαρονάδας	=	γαριδομακαρονάδα
γαριδομακαρονάδες	=	γαριδομακαρονάδα
γαριδομακαρονάδων	=	γαριδομακαρονάδα
γαριδοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστές γαρίδες
γαριδοσαλάτας	noun	γενική ενικού του γαριδοσαλάτα
γαριδοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριδοσαλάτα
γαριδοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του γαριδοσαλάτα
γαριδοχορτόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τις βραστές γαρίδες με χόρτα
γαριδοχορτόσουπας	noun	γενική ενικού του γαριδοχορτόσουπα
γαριδοχορτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριδοχορτόσουπα
γαριδούλα	noun	μικρή γαρίδα
γαριδούλας	noun	γενική ενικού του γαριδούλα
γαριδούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριδούλα
γαριδόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τις βραστές γαρίδες
γαριδόσουπας	noun	γενική ενικού του γαριδόσουπα
γαριδόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριδόσουπα
γαριφάλου	=	γαρίφαλο
γαριφάλων	=	γαρίφαλο
γαριφαλάκι	noun	υποκοριστικό του γαρίφαλο
γαριφαλάκια	=	γαριφαλάκι
γαριφαλέλαια	=	γαριφαλέλαιο
γαριφαλέλαιο	noun	αρωματικό αιθέριο έλαιο που προέρχεται από τα άνθη ή τα φύλλα του γαρίφαλου και χρησιμοποιείται για τις θεραπευτικές και απολυμαντικές του ιδιότητες
γαριφαλέλαιου	=	γαριφαλέλαιο
γαριφαλέλαιων	=	γαριφαλέλαιο
γαριφαλελαίου	=	γαριφαλέλαιο
γαριφαλελαίων	=	γαριφαλέλαιο
γαριφαλιά	noun	καλλωπιστικό φυτό (Dianthus caryophyllus) με κόκκινα, λευκά ή ροζ άνθη
γαριφαλιάς	=	γαριφαλιά
γαριφαλιές	=	γαριφαλιά
γαριφαλιών	=	γαριφαλιά
γαρλίνα	=	γαρλίνο
γαρλίνο	noun	δίπλοκο ναυτικό σχοινί με το οποίο ανεβοκατεβαίνει η άγκυρα ή γίνεται ρυμούλκηση
γαρλίνου	=	γαρλίνο
γαρλίνων	=	γαρλίνο
γαρμπάτα	=	γαρμπάτος
γαρμπάτε	=	γαρμπάτος
γαρμπάτες	=	γαρμπάτος
γαρμπάτη	=	γαρμπάτος
γαρμπάτης	=	γαρμπάτος
γαρμπάτο	=	γαρμπάτος
γαρμπάτοι	=	γαρμπάτος
γαρμπάτος	adj	κομψός, γαρμπόζος
γαρμπάτου	=	γαρμπάτος
γαρμπάτους	=	γαρμπάτος
γαρμπάτων	=	γαρμπάτος
γαρμπή	=	γαρμπής
γαρμπής	noun	ο νοτιοδυτικός άνεμος
γαρμπίλι	noun	αδρανές με διάμετρο ίση ή μικρότερη από μισό πόντο, μικρό χαλίκι
γαρμπίλια	=	γαρμπίλι
γαρμπιλιού	=	γαρμπίλι
γαρμπιλιών	=	γαρμπίλι
γαρμπόζος	adj	κομψός, φινετσάτος
γαρνίραμε	=	γαρνίρω
γαρνίραν	=	γαρνίρω
γαρνίρανε	=	γαρνίρω
γαρνίρατε	=	γαρνίρω
γαρνίρει	=	γαρνίρω
γαρνίρεις	=	γαρνίρω
γαρνίρεσαι	=	γαρνίρω
γαρνίρεστε	=	γαρνίρω
γαρνίρεται	=	γαρνίρω
γαρνίρετε	=	γαρνίρω
γαρνίριζα	=	γαρνίρω
γαρνίριζαν	=	γαρνίρω
γαρνίριζε	=	γαρνίρω
γαρνίριζες	=	γαρνίρω
γαρνίρισα	=	γαρνίρω
γαρνίρισαν	=	γαρνίρω
γαρνίρισε	=	γαρνίρω
γαρνίρισες	=	γαρνίρω
γαρνίρισμα	noun	διακόσμηση φαγητού με γαρνιτούρα
γαρνίρομαι	=	γαρνίρω
γαρνίρομε	=	γαρνίρω
γαρνίρονται	=	γαρνίρω
γαρνίρονταν	=	γαρνίρω
γαρνίροντας	=	γαρνίρω
γαρνίρουμε	=	γαρνίρω
γαρνίρουν	=	γαρνίρω
γαρνίρουνε	=	γαρνίρω
γαρνίρω	verb	προσθέτω κάτι σαν γαρνιτούρα
γαρνιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρνίρισμα
γαρνιρίσματος	noun	γενική ενικού του γαρνίρισμα
γαρνιρίσου	=	γαρνίρω
γαρνιρίστηκα	=	γαρνίρω
γαρνιρίστηκαν	=	γαρνίρω
γαρνιρίστηκε	=	γαρνίρω
γαρνιρίστηκες	=	γαρνίρω
γαρνιριζόμασταν	=	γαρνίρω
γαρνιριζόμαστε	=	γαρνίρω
γαρνιριζόμουν	=	γαρνίρω
γαρνιριζόμουνα	=	γαρνίρω
γαρνιριζόντουσαν	=	γαρνίρω
γαρνιριζόσασταν	=	γαρνίρω
γαρνιριζόσαστε	=	γαρνίρω
γαρνιριζόσουν	=	γαρνίρω
γαρνιριζόσουνα	=	γαρνίρω
γαρνιριζόταν	=	γαρνίρω
γαρνιριζότανε	=	γαρνίρω
γαρνιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαρνίρισμα
γαρνιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρνιρισμένο
γαρνιρισμένε	verb	κλητική ενικού του γαρνιρισμένος
γαρνιρισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρνιρισμένη
γαρνιρισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαρνιρισμένος
γαρνιρισμένης	verb	γενική ενικού του γαρνιρισμένη
γαρνιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γαρνιρισμένος
γαρνιρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαρνιρισμένος
γαρνιρισμένος	verb	που έχει γαρνιριστεί
γαρνιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαρνιρισμένος
γαρνιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γαρνιρισμένος
γαρνιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαρνιρισμένος
γαρνιριστήκαμε	=	γαρνίρω
γαρνιριστήκαν	=	γαρνίρω
γαρνιριστήκανε	=	γαρνίρω
γαρνιριστήκατε	=	γαρνίρω
γαρνιριστεί	=	γαρνίρω
γαρνιριστείς	=	γαρνίρω
γαρνιριστείτε	=	γαρνίρω
γαρνιριστούμε	=	γαρνίρω
γαρνιριστούν	=	γαρνίρω
γαρνιριστούνε	=	γαρνίρω
γαρνιριστώ	=	γαρνίρω
γαρνιτούρας	noun	γενική ενικού του γαρνιτούρα
γαρνιτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρνιτούρα
γαρουφάλου	=	γαρούφαλο
γαρουφάλων	=	γαρούφαλο
γαρουφαλιά	noun|vulgar	η γαρυφαλλιά
γαρουφαλιάς	noun	γενική ενικού του γαρουφαλιά
γαρουφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρουφαλιά
γαρουφαλιών	=	γαρουφαλιά
γαρού	adj	γενική ενικού του γαρός
γαρούφαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρούφαλο
γαρούφαλλο	=	γαρύφαλλο
γαρούφαλο	noun|vulgar	άλλη μορφή του γαρίφαλο
γαρούφαλου	noun	γενική ενικού του γαρούφαλο
γαρούφαλων	noun	γενική πληθυντικού του γαρούφαλο
γαρυφάλλου	=	γαρύφαλλο
γαρυφάλλων	=	γαρύφαλλο
γαρυφαλλάκια	noun	άλλη γραφή του γαριφαλάκια → ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριφαλάκι
γαρυφαλλιά	noun	άλλη μορφή του γαριφαλιά
γαρυφαλλιάς	=	γαρυφαλλιά
γαρυφαλλιές	noun	άλλη γραφή του γαριφαλιές → ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαριφαλιά
γαρυφαλλιών	=	γαρυφαλλιά
γαρύφαλλα	noun	άλλη γραφή του γαρίφαλα → ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαρίφαλο
γαρύφαλλο	noun	άλλη γραφή του γαρίφαλο
γαρύφαλλου	=	γαρύφαλλο
γαρύφαλλων	=	γαρύφαλλο
γαρύφαλο	=	γαρύφαλλο
γασμούλε	noun	κλητική ενικού του γασμούλος
γασμούλο	noun	αιτιατική ενικού του γασμούλος
γασμούλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γασμούλος
γασμούλος	noun|obsolete	χαρακτηρισμός στη μεσαιωνική Πελοπόννησο (Μωριάς) κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας για τα τέκνα μεικτών γάμων Φράγκων-Ελλήνων (συνήθως Φράγκων με Ελληνίδες)
γασμούλου	noun	γενική ενικού του γασμούλος
γασμούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γασμούλος
γασμούλων	noun	γενική πληθυντικού του γασμούλος
γαστέρα	noun	κοιλιά
γαστέρας	=	γαστέρα
γαστέρες	=	γαστέρα
γαστέρων	=	γαστέρα
γαστερόποδου	noun	γενική ενικού του γαστερόποδο
γαστερόποδων	noun	γενική πληθυντικού του γαστερόποδο
γαστρίμαργα	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργε	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργες	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργη	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργης	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργο	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργοι	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργος	adj	φαγάς, λαίμαργος, λιχούδης
γαστρίμαργου	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργους	=	γαστρίμαργος
γαστρίμαργων	=	γαστρίμαργος
γαστρίνες	=	γαστρίνη
γαστρίνη	noun	πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται στο στομάχι και ρυθμίζει την παραγωγή γαστρικού οξέος, διευκολύνοντας τη διαδικασία της πέψης
γαστρίνης	=	γαστρίνη
γαστρίτιδα	noun	φλεγμονή του βλεννογόνου του στομάχου, οξείας ή χρόνιας μορφής
γαστρίτιδας	noun	γενική ενικού του γαστρίτιδα
γαστρίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρίτιδα
γαστρίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του γαστρίτιδα
γαστραλγία	noun	έντονος πόνος στο στομάχι
γαστραλγίας	noun	γενική ενικού του γαστραλγία
γαστραλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστραλγία
γαστραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του γαστραλγία
γαστρεκτομές	=	γαστρεκτομή
γαστρεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση τμήματος στομάχου
γαστρεκτομής	=	γαστρεκτομή
γαστρεκτομών	=	γαστρεκτομή
γαστρεντερίτιδα	noun	οξεία ή χρόνια φλεγμονώδης διαταραχή του γαστρεντερικού σωλήνα —συνήθως λοιμώδους αιτιολογίας— που χαρακτηρίζεται κυρίως από διάρροια, εμέτους και κοιλιακό άλγος
γαστρεντερίτιδας	=	γαστρεντερίτιδα
γαστρεντερίτιδες	=	γαστρεντερίτιδα
γαστρεντερίτιδων	=	γαστρεντερίτιδα
γαστρεντερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερικό
γαστρεντερικέ	adj	κλητική ενικού του γαστρεντερικός
γαστρεντερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερική
γαστρεντερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαστρεντερικός
γαστρεντερικής	adj	γενική ενικού του γαστρεντερική
γαστρεντερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερικός
γαστρεντερικού	adj	γενική ενικού του γαστρεντερικός
γαστρεντερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαστρεντερικός
γαστρεντερικό	adj	αιτιατική ενικού του γαστρεντερικός
γαστρεντερικός	adj	που αναφέρεται στην κοιλιά και τα έντερα, γενικότερα στο πεπτικό σύστημα
γαστρεντερικών	adj	γενική πληθυντικού του γαστρεντερικός
γαστρεντεριτίδων	=	γαστρεντερίτιδα
γαστρεντερολογία	noun	ειδικότητα της ιατρικής που έχει ως αντικείμενο τις παθήσεις της κοιλιάς και των εντέρων, γενικότερα του πεπτικού συστήματος
γαστρεντερολογίας	noun	γενική ενικού του γαστρεντερολογία
γαστρεντερολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερολογία
γαστρεντερολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερολογικό
γαστρεντερολογικέ	adj	κλητική ενικού του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερολογική
γαστρεντερολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογικής	adj	γενική ενικού του γαστρεντερολογική
γαστρεντερολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογικού	adj	γενική ενικού του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογικός	adj	που έχει σχέση με τον γαστρεντερολόγο ή την γαστρεντερολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
γαστρεντερολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γαστρεντερολογικός
γαστρεντερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γαστρεντερολογία
γαστρεντερολόγε	noun	κλητική ενικού του γαστρεντερολόγος
γαστρεντερολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γαστρεντερολόγος
γαστρεντερολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαστρεντερολόγος
γαστρεντερολόγος	noun	γιατρός με ειδικότητα την γαστρεντερολογία, που ασχολείται με τις παθήσεις της κοιλιάς και των εντέρων, γενικότερα του πεπτικού συτήματος
γαστρεντερολόγου	noun	γενική ενικού του γαστρεντερολόγος
γαστρεντερολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαστρεντερολόγος
γαστρεντερολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γαστρεντερολόγος
γαστρεντερῖτις	noun	η γαστρεντερίτιδα
γαστριδίωση	noun	η διεργασία κατά την οποία ένα πρώιμο έμβρυο μεταζώου (βλαστίδιο) μετατρέπεται σε γαστρίδιο παράγοντας 2-3 είδη βλαστικών δερμάτων, (εξώδερμα, ενδόδερμα και ενίοτε μεσόδερμα)
γαστριδίωσης	=	γαστριδίωση
γαστριδιώσεις	=	γαστριδίωση
γαστριδιώσεων	=	γαστριδίωση
γαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρικό
γαστρικέ	adj	κλητική ενικού του γαστρικός
γαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρική
γαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαστρικός
γαστρικής	adj	γενική ενικού του γαστρική
γαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαστρικός
γαστρικού	adj	γενική ενικού του γαστρικός
γαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαστρικός
γαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του γαστρικός
γαστρικός	adj	σχετικός με τη γαστέρα
γαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του γαστρικός
γαστριμαργία	noun|formal	η τάση για κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας εκλεκτού φαγητού ή ποτού
γαστριμαργίας	noun	γενική ενικού του γαστριμαργία
γαστριμαργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστριμαργία
γαστριμαργικά	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικέ	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικές	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργική	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γαστριμαργική) του γαστριμαργικός
γαστριμαργικοί	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικού	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικούς	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικό	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργικός	adj	σχετικός με την γαστριμαργία
γαστριμαργικών	=	γαστριμαργικός
γαστριμαργιών	noun	γενική πληθυντικού του γαστριμαργία
γαστρινών	=	γαστρίνη
γαστριτίδων	noun	γενική πληθυντικού του γαστρίτιδα
γαστροδωδεκαδακτυλικά	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικέ	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικές	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλική	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικής	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικοί	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικού	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικούς	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικό	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροδωδεκαδακτυλικός	adj	που έχει σχέση με τη γαστέρα και τον δωδεκαδάκτυλο ή αναφέρεται σʼ αυτά
γαστροδωδεκαδακτυλικών	=	γαστροδωδεκαδακτυλικός
γαστροκνήμιε	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνήμιο	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνήμιοι	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνήμιος	adj	ανατομικός μυς που σχηματίζει το κυρτό τμήμα της γάμπας και συμβάλλει στην κάμψη του ποδιού προς τα κάτω
γαστροκνήμιου	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνήμιους	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνήμιων	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνημίου	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνημίους	=	γαστροκνήμιος
γαστροκνημίων	=	γαστροκνήμιος
γαστρονομία	noun	η τέχνη της μαγειρικής ενός πλούσιου, απολαυστικού και εκλεκτού γεύματος
γαστρονομίας	noun	γενική ενικού του γαστρονομία
γαστρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρονομία
γαστρονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρονομικό
γαστρονομικέ	adj	κλητική ενικού του γαστρονομικός
γαστρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρονομική
γαστρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαστρονομικός
γαστρονομικής	adj	γενική ενικού του γαστρονομική
γαστρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαστρονομικός
γαστρονομικού	adj	γενική ενικού του γαστρονομικός
γαστρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαστρονομικός
γαστρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του γαστρονομικός
γαστρονομικός	adj	σχετικός με τη γαστρονομία και την απόλαυση του καλού φαγητού
γαστρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του γαστρονομικός
γαστρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του γαστρονομία
γαστρονόμε	=	γαστρονόμος
γαστρονόμο	=	γαστρονόμος
γαστρονόμοι	=	γαστρονόμος
γαστρονόμος	noun	που ασχολείται με τη γαστρονομία
γαστρονόμου	=	γαστρονόμος
γαστρονόμους	=	γαστρονόμος
γαστρονόμων	=	γαστρονόμος
γαστροοισοφαγίτιδα	noun	ασθένεια κατά την οποία το στομάχι και ο οισοφάγος παρουσιάζουν φλεγμονή
γαστροοισοφαγίτιδας	=	γαστροοισοφαγίτιδα
γαστροοισοφαγίτιδες	=	γαστροοισοφαγίτιδα
γαστροοισοφαγίτιδων	=	γαστροοισοφαγίτιδα
γαστροοισοφαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστροοισοφαγικό
γαστροοισοφαγικέ	adj	κλητική ενικού του γαστροοισοφαγικός
γαστροοισοφαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστροοισοφαγική
γαστροοισοφαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαστροοισοφαγικός
γαστροοισοφαγικής	adj	γενική ενικού του γαστροοισοφαγική
γαστροοισοφαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαστροοισοφαγικός
γαστροοισοφαγικού	adj	γενική ενικού του γαστροοισοφαγικός
γαστροοισοφαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαστροοισοφαγικός
γαστροοισοφαγικό	adj	αιτιατική ενικού του γαστροοισοφαγικός
γαστροοισοφαγικός	adj	που έχει σχέση με τη γαστέρα / στομάχι και τον οισοφάγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
γαστροοισοφαγικών	adj	γενική πληθυντικού του γαστροοισοφαγικός
γαστροπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης στομάχου
γαστροπάθειας	noun	γενική ενικού του γαστροπάθεια
γαστροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστροπάθεια
γαστροπάρεση	noun	ιατρική πάθηση σύμφωνα με την οποία το φαγητό παραμένει στο στομάχι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το φυσιολογικό λόγω απουσίας ή ανεπαρκούς λειτουργίας του μυϊκού συστήματος του στομάχου
γαστροπάρεσης	=	γαστροπάρεση
γαστροπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του γαστροπάθεια
γαστροπαρέσεις	=	γαστροπάρεση
γαστροπαρέσεων	=	γαστροπάρεση
γαστροπλαστικές	=	γαστροπλαστική
γαστροπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση με την οποία τροποποιείται το μέγεθος ή/και η μορφή του στομάχου, ώστε να μειωθεί η πρόσληψη τροφής και να αντιμετωπισθεί η σοβαρή παχυσαρκία
γαστροπλαστικής	=	γαστροπλαστική
γαστροπλαστικών	=	γαστροπλαστική
γαστρορραγία	noun	αιμορραγία του στομάχου που οφείλεται σε πεπτικό έλκος, λήψη φαρμάκων, κιρσούς οισοφάγου, οισοφαγίτιδα και σε διάφορα νεοπλάσματα
γαστρορραγίας	noun	γενική ενικού του γαστρορραγία
γαστρορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστρορραγία
γαστρορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του γαστρορραγία
γαστροσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστροσκόπηση
γαστροσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γαστροσκόπηση
γαστροσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γαστροσκόπηση
γαστροσκοπία	noun	άλλη μορφή του γαστροσκόπηση
γαστροσκοπίας	noun	γενική ενικού του γαστροσκοπία
γαστροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαστροσκοπία
γαστροσκοπίου	=	γαστροσκόπιο
γαστροσκοπίων	=	γαστροσκόπιο
γαστροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του γαστροσκοπία
γαστροσκόπηση	noun	εξέταση του στομάχου με γαστροσκόπιο
γαστροσκόπησης	noun	γενική ενικού του γαστροσκόπηση
γαστροσκόπια	=	γαστροσκόπιο
γαστροσκόπιο	noun	ειδική συσκευή, - ενδοσκόπιο -, με την οποία επιχειρείται η γαστροσκόπηση
γαστροσκόπιου	=	γαστροσκόπιο
γαστροστομία	noun	ειδικό σωληνάκι που τοποθετείται με χειρουργική επέμβαση στο στομάχι ασθενούς, ώστε να χορηγείται τροφή, υγρά και φάρμακα σε όποιον δεν μπορεί να τα λάβει από το στόμα, αλλά και να αφαιρείται ό,τι κρίνεται ιατρικώς απαραίτητο (υγρά, αέρας κ.λπ.)
γαστροστομίας	=	γαστροστομία
γαστροστομίες	=	γαστροστομία
γαστροστομιών	=	γαστροστομία
γαστρών	=	γάστρα
γατάκι	noun	υποκοριστικό του γάτα
γατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατάκι
γατάρα	noun	μεγάλη και ογκώδης γάτα
γατάρας	=	γατάρα
γατάρες	=	γατάρα
γατί	noun	γάτα
γατίσια	=	γατίσιος
γατίσιας	=	γατίσιος
γατίσιε	=	γατίσιος
γατίσιες	=	γατίσιος
γατίσιο	=	γατίσιος
γατίσιοι	=	γατίσιος
γατίσιος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει σε μία γάτα
γατίσιου	=	γατίσιος
γατίσιους	=	γατίσιος
γατίσιων	=	γατίσιος
γατζία	noun	η γαζία
γατζίας	=	γατζία
γατζίες	=	γατζία
γατζιών	=	γατζία
γατιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατί
γατιού	=	γατί
γατιών	=	γατί
γατοκέφαλα	=	γατοκέφαλο
γατοκέφαλο	noun	κυριολεκτικά: το κεφάλι της γάτας
γατοκέφαλου	=	γατοκέφαλο
γατοκέφαλων	=	γατοκέφαλο
γατονιού	=	γατόνι
γατονιών	=	γατόνι
γατονουρά	noun	η γατοουρά, κάτι ασήμαντο (όπως λέμε "έσταξε η ουρά του γαϊδάρου")
γατοπαρδάκι	noun	υποκοριστικό του γατόπαρδος
γατοπαρδάκια	=	γατοπαρδάκι
γατοπορτών	=	γατόπορτα
γατοτροφές	=	γατοτροφή
γατοτροφή	noun	ζωοτροφή για γάτες
γατοτροφής	=	γατοτροφή
γατοτροφών	=	γατοτροφή
γατούλα	noun	υποκοριστικό του γάτα
γατούλας	noun	γενική ενικού του γατούλα
γατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατούλα
γατσιάζαμε	=	γατσιάζω
γατσιάζαν	=	γατσιάζω
γατσιάζανε	=	γατσιάζω
γατσιάζατε	=	γατσιάζω
γατσιάζει	=	γατσιάζω
γατσιάζεις	=	γατσιάζω
γατσιάζετε	=	γατσιάζω
γατσιάζοντας	=	γατσιάζω
γατσιάζουμε	=	γατσιάζω
γατσιάζουν	=	γατσιάζω
γατσιάζουνε	=	γατσιάζω
γατσιάζω	verb	άλλη μορφή του κατσιάζω
γατσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσαν	=	γατσιάζω
γατσιάσανε	=	γατσιάζω
γατσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γατσιάζω
γατσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατσιασμένο
γατσιασμένε	verb	κλητική ενικού του γατσιασμένος
γατσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατσιασμένη
γατσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γατσιασμένος
γατσιασμένης	verb	γενική ενικού του γατσιασμένη
γατσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γατσιασμένος
γατσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γατσιασμένος
γατσιασμένος	verb	που έχει γατσιάσει
γατσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γατσιασμένος
γατσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γατσιασμένος
γατσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γατσιασμένος
γατόδεντρα	=	γατόδεντρο
γατόδεντρο	noun	κατασκευή σε σχήμα δέντρου που χρησιμεύει σε οικόσιτες γάτες να αναρριχώνται, καθώς και να ξύνουν τα νύχια τους
γατόδεντρου	=	γατόδεντρο
γατόδεντρων	=	γατόδεντρο
γατόνι	noun|slang	γάτα, εύστροφος
γατόνια	=	γατόνι
γατόπαρδε	=	γατόπαρδος
γατόπαρδο	=	γατόπαρδος
γατόπαρδοι	=	γατόπαρδος
γατόπαρδος	noun	αιλουροειδές θηλαστικό, κίτρινο με μαύρες βούλες, γνωστό για την ταχύτητά του (Acinonyx jubatus)
γατόπαρδου	=	γατόπαρδος
γατόπαρδους	=	γατόπαρδος
γατόπαρδων	=	γατόπαρδος
γατόπορτα	noun	ειδικό άνοιγμα σε πόρτα, μπαλκονόπορτα κ.α. που επιτρέπει σε μια γάτα να περάσει όταν αυτή είναι κλειστή
γατόπορτας	=	γατόπορτα
γατόπορτες	=	γατόπορτα
γατόφιδα	=	γατόφιδο
γατόφιδο	noun	το αγιόφιδο
γατόφιδου	=	γατόφιδο
γατόφιδων	=	γατόφιδο
γατόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατόφιλο
γατόφιλε	adj	κλητική ενικού του γατόφιλος
γατόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γατόφιλη
γατόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γατόφιλος
γατόφιλης	adj	γενική ενικού του γατόφιλη
γατόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του γατόφιλος
γατόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γατόφιλος
γατόφιλος	adj	που αγαπά τις γάτες, που προτιμά τις γάτες από άλλα ζώα
γατόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γατόφιλος
γατόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γατόφιλος
γατόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γατόφιλος
γατόψαρα	=	γατόψαρο
γατόψαρο	noun	ψάρι γλυκού νερού της βόρειας Αμερικής (ΗΠΑ και Καναδά)
γατόψαρου	=	γατόψαρο
γατόψαρων	=	γατόψαρο
γατών	noun	γενική πληθυντικού του γάτα
γαυ	intj|dated	άλλη γραφή του γαβ (ενίοτε εκλαμβάνεται ως γαφ)
γαυγίζον	=	γαυγίζων
γαυγίζουσα	=	γαυγίζων
γαυγίζων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γαυγίζω
γαυριάζαμε	=	γαυριάζω
γαυριάζαν	=	γαυριάζω
γαυριάζανε	=	γαυριάζω
γαυριάζατε	=	γαυριάζω
γαυριάζει	=	γαυριάζω
γαυριάζεις	=	γαυριάζω
γαυριάζετε	=	γαυριάζω
γαυριάζοντας	=	γαυριάζω
γαυριάζουμε	=	γαυριάζω
γαυριάζουν	=	γαυριάζω
γαυριάζουνε	=	γαυριάζω
γαυριάζω	verb|vulgar	καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή
γαυριάσαμε	=	γαυριάζω
γαυριάσαν	=	γαυριάζω
γαυριάσανε	=	γαυριάζω
γαυριάσατε	=	γαυριάζω
γαυριάσει	=	γαυριάζω
γαυριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαύριασμα
γαυριάσματος	noun	γενική ενικού του γαύριασμα
γαυριάστε	=	γαυριάζω
γαυριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαύριασμα
γαυριώ	verb|vulgar	καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή
γαυριώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γαυριώ
γαϊδάρα	noun	άλλη μορφή του γαϊδούρα
γαϊδάρας	noun	γενική ενικού του γαϊδάρα
γαϊδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδάρα
γαϊδάρου	=	γάιδαρος
γαϊδάρους	=	γάιδαρος
γαϊδάρων	=	γάιδαρος
γαϊδαράκος	=	γάιδαρος
γαϊδουρά	=	γαϊδουράς
γαϊδουράγκαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουράγκαθο
γαϊδουράγκαθο	noun	κοινή ονομασία του φυτού του είδους Onopordum acanthium
γαϊδουράγκαθου	noun	γενική ενικού του γαϊδουράγκαθο
γαϊδουράγκαθων	noun	γενική πληθυντικού του γαϊδουράγκαθο
γαϊδουράδες	=	γαϊδουράς
γαϊδουράδων	=	γαϊδουράς
γαϊδουράκι	noun	μικρός γάιδαρος
γαϊδουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουράκι
γαϊδουράς	noun|vulgar	ο ονηγός
γαϊδουρίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιας	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιε	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιες	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιο	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιοι	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιος	adj	γαϊδουρινός, σχετικός με το γάιδαρο
γαϊδουρίσιου	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιους	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουρίσιων	=	γαϊδουρίσιος
γαϊδουραγγουριά	noun|vulgar	η πικραγγουριά
γαϊδουραγγουριάς	=	γαϊδουραγγουριά
γαϊδουραγγουριές	=	γαϊδουραγγουριά
γαϊδουραγγουριών	=	γαϊδουραγγουριά
γαϊδουριά	noun|figurative	η ανάγωγη συμπεριφορά
γαϊδουριάρα	=	γαϊδουριάρης
γαϊδουριάρη	=	γαϊδουριάρης
γαϊδουριάρηδες	=	γαϊδουριάρης
γαϊδουριάρηδων	=	γαϊδουριάρης
γαϊδουριάρης	noun	που έχει γαϊδούρια
γαϊδουριάς	noun	γενική ενικού του γαϊδουριά
γαϊδουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουριά
γαϊδουρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρινό	adv	με γαϊδουρινό τρόπο, με τρόπο που θυμίζει χαρακτηριστικό του γαϊδάρου
γαϊδουρινέ	adj	κλητική ενικού του γαϊδουρινός
γαϊδουρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρινή
γαϊδουρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαϊδουρινός
γαϊδουρινής	adj	γενική ενικού του γαϊδουρινή
γαϊδουρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρινός
γαϊδουρινού	adj	γενική ενικού του γαϊδουρινός
γαϊδουρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαϊδουρινός
γαϊδουρινό	adj	αιτιατική ενικού του γαϊδουρινός
γαϊδουρινός	adj	που αφορά ή αναφέρεται στον γάιδαρο
γαϊδουρινών	adj	γενική πληθυντικού του γαϊδουρινός
γαϊδουριού	noun	γενική ενικού του γαϊδούρι
γαϊδουριών	noun	γενική πληθυντικού του γαϊδούρι
γαϊδουρογάιδαρε	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογάιδαρο	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογάιδαροι	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογάιδαρος	noun|figurative	εξαιρετικά αγενές ή αχάριστο πρόσωπο
γαϊδουρογάιδαρου	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογάιδαρους	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογάιδαρων	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογαϊδάρου	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογαϊδάρους	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογαϊδάρων	=	γαϊδουρογάιδαρος
γαϊδουρογυρεύω	verb|dated	ψάχνω γάιδαρο που εξαφανίστηκε, ώστε να τον επιστρέψω πίσω
γαϊδουρογύρευα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος γαϊδουρογυρεύω
γαϊδουρογύρευε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος γαϊδουρογυρεύω
γαϊδουροδένω	verb|dated	δένω έναν γάιδαρο, ώστε να μείνει στη θέση του
γαϊδουροκαβαλαρία	noun	το ταξίδι με όνους (το καβαλαρία ως επίρρημα σήμαινε να πηγαίνεις κάπου έφιππος, αλλά το άλογο ήταν πάντα ακριβό ζώο στη συντήρηση και στην αγορά, ενώ το γαϊδουράκι, πιο προσιτό στις φτωχές οικογένειες και πιο υπομονετικό)
γαϊδουροκαβαλαρίας	noun	γενική ενικού του γαϊδουροκαβαλαρία
γαϊδουροκαβαλαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουροκαβαλαρία
γαϊδουροκαβαλαριών	noun	γενική πληθυντικού του γαϊδουροκαβαλαρία
γαϊδουροκαλόκαιρα	=	γαϊδουροκαλόκαιρο
γαϊδουροκαλόκαιρο	noun	καλοκαίρι με θερμοκρασίες μεγαλύτερες από τις συνήθεις
γαϊδουροκαλόκαιρου	=	γαϊδουροκαλόκαιρο
γαϊδουροκαλόκαιρων	=	γαϊδουροκαλόκαιρο
γαϊδουρολάτες	=	γαϊδουρολάτης
γαϊδουρολάτη	=	γαϊδουρολάτης
γαϊδουρολάτης	noun	ο ονηγός
γαϊδουρολατών	=	γαϊδουρολάτης
γαϊδουρομουλάρα	noun	γυναίκα κακότροπη
γαϊδουρομουλάρας	=	γαϊδουρομουλάρα
γαϊδουρομουλάρες	=	γαϊδουρομουλάρα
γαϊδουρομούλαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρομούλαρο
γαϊδουρομούλαρο	noun	μουλάρι γεννημένο από γαϊδούρα
γαϊδουρομούλαρου	=	γαϊδουρομούλαρο
γαϊδουρομούλαρων	=	γαϊδουρομούλαρο
γαϊδουροφωνάρα	noun	φωνή άγρια και δυνατή σαν του γαϊδουριού
γαϊδουροφωνάρας	noun	γενική ενικού του γαϊδουροφωνάρα
γαϊδουροφωνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουροφωνάρα
γαϊδουρόβηχα	=	γαϊδουρόβηχας
γαϊδουρόβηχας	noun	ένας άγριος, ξερός, κουραστικός βήχας
γαϊδουρόβηχες	=	γαϊδουρόβηχας
γαϊδουρόβηχων	=	γαϊδουρόβηχας
γαϊδουρόκομπε	=	γαϊδουρόκομπος
γαϊδουρόκομπο	=	γαϊδουρόκομπος
γαϊδουρόκομποι	=	γαϊδουρόκομπος
γαϊδουρόκομπος	noun	είδος κόμπου
γαϊδουρόκομπου	=	γαϊδουρόκομπος
γαϊδουρόκομπους	=	γαϊδουρόκομπος
γαϊδουρόκομπων	=	γαϊδουρόκομπος
γαϊδουρόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρόφωνο
γαϊδουρόφωνε	adj	κλητική ενικού του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρόφωνη
γαϊδουρόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόφωνης	adj	γενική ενικού του γαϊδουρόφωνη
γαϊδουρόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόφωνος	adj	που έχει γαϊδουροφωνάρα
γαϊδουρόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γαϊδουρόφωνος
γαϊδουρόψαρα	=	γαϊδουρόψαρο
γαϊδουρόψαρο	noun	θαλάσσιο ψάρι (Gaidropsarus mediterraneus) των βραχωδών βυθών της Μεσογείου, συγγενές του γάδου, με μακρύ σώμα και παχύ κεφάλι, γνωστό για τη σκληρή σάρκα και την ανθεκτικότητά του
γαϊδουρόψαρου	=	γαϊδουρόψαρο
γαϊδουρόψαρων	=	γαϊδουρόψαρο
γαϊδούρα	noun	ο θηλυκός γάιδαρος
γαϊδούρας	noun	γενική ενικού του γαϊδούρα
γαϊδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊδούρα
γαϊδούρι	noun	συνώνυμο του γάιδαρος
γαϊδούρια	=	γαϊδούρι
γαϊτάνι	noun	έντεχνα πλεγμένο κορδόνι με τρεις μεταξωτές κλωστές (κοτσίδα) ή τέσσερεις (τεχρίλι), ή και μάλλινο ή βαμβακερό, που στόλιζε τα ρούχα στο κάτω μέρος των μανικιών και στον ποδόγυρο
γαϊτάνια	=	γαϊτάνι
γαϊτάνωμα	noun|dated	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γαϊτανώνω
γαϊτάνωνα	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωναν	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωνε	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωνες	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωσα	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωσαν	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωσε	=	γαϊτανώνω
γαϊτάνωσες	=	γαϊτανώνω
γαϊτανά	=	γαϊτανάς
γαϊτανάδες	=	γαϊτανάς
γαϊτανάδων	=	γαϊτανάς
γαϊτανάκι	noun	αποκριάτικο έθιμο αλλά και παιχνίδι, όπου οι άνθρωποι παίρνουν την άκρη από ένα μακρύ κορδόνι που το άλλο άκρο του είναι στερεωμένο σε ένα κεντρικό κοντάρι και γυρνούν γύρω-γύρω ή κάνουν συγκεκριμένες κινήσεις, ώστε να πλεχθεί κανονικό γαϊτάνι σαν πλεξούδα
γαϊτανάκια	=	γαϊτανάκι
γαϊτανάς	noun|dated	αυτός που κατασκευάζει ή/και πουλάει γαϊτάνια
γαϊτανιού	=	γαϊτάνι
γαϊτανιών	=	γαϊτάνι
γαϊτανοφρυδούσα	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρυδούσας	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρυδούσες	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδα	noun|vulgar	αυτή που έχει φρύδια σαν γαϊτάνι, όμορφα και λεπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδας	noun	γενική ενικού του γαϊτανοφρύδα
γαϊτανοφρύδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊτανοφρύδα
γαϊτανοφρύδη	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδηδες	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδηδων	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδης	adj	αρσενικό τού γαϊτανοφρύδα
γαϊτανοφρύδικα	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδικο	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδικου	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδικων	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανοφρύδούσα	=	γαϊτανοφρύδης
γαϊτανωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γαϊτάνωμα
γαϊτανωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊτανωτό
γαϊτανωτέ	adj	κλητική ενικού του γαϊτανωτός
γαϊτανωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊτανωτή
γαϊτανωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γαϊτανωτός
γαϊτανωτής	adj	γενική ενικού του γαϊτανωτή
γαϊτανωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαϊτανωτός
γαϊτανωτού	adj	γενική ενικού του γαϊτανωτός
γαϊτανωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γαϊτανωτός
γαϊτανωτό	adj	αιτιατική ενικού του γαϊτανωτός
γαϊτανωτός	adj|dated	στολισμένος ή κεντημένος με γαϊτάνι
γαϊτανωτών	adj	γενική πληθυντικού του γαϊτανωτός
γαϊτανόφρυδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊτανόφρυδο
γαϊτανόφρυδο	noun|literary	φρύδι σαν γαϊτάνι, όμορφο και λεπτό
γαϊτανόφρυδου	noun	γενική ενικού του γαϊτανόφρυδο
γαϊτανόφρυδων	noun	γενική πληθυντικού του γαϊτανόφρυδο
γαϊτανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γαϊτάνωμα
γαϊτανώματος	noun	γενική ενικού του γαϊτάνωμα
γαϊτανώναμε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώναν	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνανε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνατε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνει	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνεις	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνετε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνοντας	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνουμε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνουν	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνουνε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώνω	verb|dated	στολίζω με γαϊτάνι, διακοσμώ, ευπρεπίζω
γαϊτανώσαμε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώσαν	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώσανε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώσατε	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώσει	=	γαϊτανώνω
γαϊτανώστε	=	γαϊτανώνω
γαϊτών	=	γαΐτα
γαύρε	noun	κλητική ενικού του γαύρος
γαύριαζα	=	γαυριάζω
γαύριαζαν	=	γαυριάζω
γαύριαζε	=	γαυριάζω
γαύριαζες	=	γαυριάζω
γαύριασα	=	γαυριάζω
γαύριασαν	=	γαυριάζω
γαύριασε	=	γαυριάζω
γαύριασες	=	γαυριάζω
γαύριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γαυριάζω
γαύρο	noun	αιτιατική ενικού του γαύρος
γαύροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γαύρος
γαύρος	noun	μικρό ψάρι με επιστημονική ονομασία Engraulis encrasicholus
γαύρου	noun	γενική ενικού του γαύρος
γαύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γαύρος
γαύρων	noun	γενική πληθυντικού του γαύρος
γγ	abbrev	συντομογραφία του γενική γραμματεία
γγάστρωνα	=	γγαστρώνω
γγάστρωναν	=	γγαστρώνω
γγάστρωνε	=	γγαστρώνω
γγάστρωνες	=	γγαστρώνω
γγάστρωσα	=	γγαστρώνω
γγάστρωσαν	=	γγαστρώνω
γγάστρωσε	=	γγαστρώνω
γγάστρωσες	=	γγαστρώνω
γγα	abbrev	δημόσιος διοικητικός φορέας της Ελλάδας που χαράσσει και εφαρμόζει την κρατική πολιτική για τον αθλητισμό, επιβλέποντας αθλητικούς οργανισμούς και προγράμματα, μέρος του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού
γγαε	abbrev	κρατικός φορέας της Ελλάδας αρμόδιος για τον συντονισμό της πολιτικής προς τον απόδημο ελληνισμό, την καλλιέργεια δεσμών με τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού και τη στήριξη της διασποράς
γγαστρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνομαι
γγαστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γγαστρωμένο
γγαστρωμένε	verb	κλητική ενικού του γγαστρωμένος
γγαστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γγαστρωμένη
γγαστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γγαστρωμένος
γγαστρωμένης	verb	γενική ενικού του γγαστρωμένη
γγαστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γγαστρωμένος
γγαστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γγαστρωμένος
γγαστρωμένος	verb	άλλη γραφή του γκαστρωμένος
γγαστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γγαστρωμένος
γγαστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γγαστρωμένος
γγαστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γγαστρωμένος
γγαστρώναμε	=	γγαστρώνω
γγαστρώναν	=	γγαστρώνω
γγαστρώνανε	=	γγαστρώνω
γγαστρώνατε	=	γγαστρώνω
γγαστρώνει	=	γγαστρώνω
γγαστρώνεις	=	γγαστρώνω
γγαστρώνετε	=	γγαστρώνω
γγαστρώνομαι	verb	άλλη γραφή του γκαστρώνομαι
γγαστρώνοντας	=	γγαστρώνω
γγαστρώνουμε	=	γγαστρώνω
γγαστρώνουν	=	γγαστρώνω
γγαστρώνουνε	=	γγαστρώνω
γγαστρώνω	verb	άλλη γραφή του γκαστρώνω
γγαστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσαν	=	γγαστρώνω
γγαστρώσανε	=	γγαστρώνω
γγαστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγαστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γγαστρώνω
γγβ	abbrev	δημόσιος φορέας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων ο οποίος ασχολείται με ζητήματα βιομηχανίας
γγδβμνγ	abbrev	διοικητικός φορέας του ελληνικού υπουργείου Παιδείας που σχεδιάζει και υλοποιεί πολιτικές για τη διά βίου εκπαίδευση, την κατάρτιση ενηλίκων και την υποστήριξη της νέας γενιάς
γγδε	abbrev	ελληνική δημόσια υπηρεσία που ασχολείται με τις δημόσιες επενδύσεις
γγε	abbrev	ελληνική δημόσια υπηρεσία που ασχολείται με το εμπόριο
γγεε	abbrev	ελληνική δημόσια αρχή υπεύθυνη για ζητήματα ενημέρωσης σχετικά με το κυβερνητικό έργο
γγετ	abbrev	ελληνική δημόσια υπηρεσία (Γενική Γραμματεία) που ασχολείται με ζητήματα έρευνας και τεχνολογίας
γγιφ	abbrev	ελληνική δημόσια αρχή η οποία μεριμνά για την καταπολέμηση φαινομένων ανισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών
γγκ	abbrev	ελληνικός κρατικός φορέας που προστατεύει τα δικαιώματα των καταναλωτών, εποπτεύει την αγορά και μεριμνά για την τήρηση των κανόνων εμπορικής συναλλαγής
γγνγ	abbrev	δημόσια υπηρεσία που σχεδιάζει και υλοποιεί κρατικές πολιτικές για τη στήριξη, την εκπαίδευση και τη συμμετοχή της νεολαίας στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή
γγοσαε	abbrev	υπηρεσιακός φορέας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που μεριμνά για τον οικονομικό προγραμματισμό, τον έλεγχο δαπανών και τη διαχείριση επενδύσεων που σχετίζονται με την άμυνα
γγπ	abbrev	ο γενικός γραμματέας μιας ελληνικής περιφέρειας
γγππ	abbrev	ελληνικός κρατικός φορέας υπεύθυνος για την πολιτική προστασία στη χώρα
γγπς	abbrev	υπηρεσία του υπουργείου Οικονομικών που αναπτύσσει ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα όπως το TAXIS
γδ	abbrev	θηλυκό άκλιτο υπηρεσία ενός θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
γδάραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάραν	=	γδέρνω
γδάρανε	=	γδέρνω
γδάρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρε	=	γδέρνω
γδάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρθηκα	=	γδέρνω
γδάρθηκαν	=	γδέρνω
γδάρθηκε	=	γδέρνω
γδάρθηκες	=	γδέρνω
γδάρομε	=	γδέρνω
γδάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρουνε	=	γδέρνω
γδάρσιμο	noun	η ενέργεια με την οποία γδέρνω, η αφαίρεση του δέρματος ενός ζώου
γδάρσου	=	γδέρνω
γδάρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδάρτες	=	γδάρτης
γδάρτη	=	γδάρτης
γδάρτης	noun|dated	αυτός που γδέρνει σφάγια
γδάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνω
γδέρναμε	=	γδέρνω
γδέρναν	=	γδέρνω
γδέρνανε	=	γδέρνω
γδέρνατε	=	γδέρνω
γδέρνε	=	γδέρνω
γδέρνει	=	γδέρνω
γδέρνεις	=	γδέρνω
γδέρνεσαι	=	γδέρνω
γδέρνεστε	=	γδέρνω
γδέρνεται	=	γδέρνω
γδέρνετε	=	γδέρνω
γδέρνομαι	=	γδέρνω
γδέρνομε	=	γδέρνω
γδέρνονται	=	γδέρνω
γδέρνονταν	=	γδέρνω
γδέρνοντας	=	γδέρνω
γδέρνουμε	=	γδέρνω
γδέρνουν	=	γδέρνω
γδέρνουνε	=	γδέρνω
γδέρνω	verb	αφαιρώ εξολοκλήρου το δέρμα από ένα νεκρό ζώο
γδαπ	abbrev	ελληνική δημόσια υπηρεσία η οποία ασχολείται με την κατάρτιση και την επίβλεψη αναπτυξιακών προγραμμάτων
γδαπκ	abbrev	κεντρική υπηρεσία του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού που εποπτεύει την προστασία, διαχείριση και ανάδειξη των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας
γδαρθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθήκαν	=	γδέρνω
γδαρθήκανε	=	γδέρνω
γδαρθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρθούνε	=	γδέρνω
γδαρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδέρνομαι
γδαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδαρμένο
γδαρμένε	verb	κλητική ενικού του γδαρμένος
γδαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδαρμένη
γδαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γδαρμένος
γδαρμένης	verb	γενική ενικού του γδαρμένη
γδαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του γδαρμένος
γδαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γδαρμένος
γδαρμένος	verb	που έχει γδαρθεί
γδαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γδαρμένος
γδαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γδαρμένος
γδαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γδαρμένος
γδαρσίματα	=	γδάρσιμο
γδαρσίματος	=	γδάρσιμο
γδαρσιμάτων	=	γδάρσιμο
γδαρτών	=	γδάρτης
γδδ	abbrev	υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (πρώην Γεωργίας)
γδδε	abbrev	υπηρεσία του ελληνικού υπουργείου οικονομικών η οποία πραγματοποιεί δημοσιονομικούς ελέγχους
γδδλ	abbrev	παλαιότερη ονομασία (πριν το 1960) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους
γδδοδ	abbrev	υπηρεσία του ελληνικού υπουργείου εσωτερικών η οποία ασχολείται με ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης
γδδυ	abbrev	υπηρεσία δημοσίων φορέων η οποία υποστηρίζει τις διοικητικές λειτουργίες τους
γδεα	abbrev	κρατική υπηρεσία που ιδρύθηκε το 1959 και είχε ως έργο της το συντονισμό όλων των υπηρεσιών που παρακολουθούσαν και δίωκαν τις δραστηριότητες της Αριστεράς
γδερνόμασταν	=	γδέρνω
γδερνόμαστε	=	γδέρνω
γδερνόμουν	=	γδέρνω
γδερνόμουνα	=	γδέρνω
γδερνόντουσαν	=	γδέρνω
γδερνόσασταν	=	γδέρνω
γδερνόσαστε	=	γδέρνω
γδερνόσουν	=	γδέρνω
γδερνόσουνα	=	γδέρνω
γδερνόταν	=	γδέρνω
γδερνότανε	=	γδέρνω
γδικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδικιέμαι
γδικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδικημένο
γδικημένε	verb	κλητική ενικού του γδικημένος
γδικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδικημένη
γδικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γδικημένος
γδικημένης	verb	γενική ενικού του γδικημένη
γδικημένο	verb	αιτιατική ενικού του γδικημένος
γδικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γδικημένος
γδικημένος	verb|vulgar	που τον έχουν εκδικηθεί
γδικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γδικημένος
γδικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γδικημένος
γδικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γδικημένος
γδικιέμαι	verb|vulgar	εκδικούμαι
γδικιωμέ	noun	κλητική ενικού του γδικιωμός
γδικιωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γδικιωμός
γδικιωμού	noun	γενική ενικού του γδικιωμός
γδικιωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γδικιωμός
γδικιωμό	noun	αιτιατική ενικού του γδικιωμός
γδικιωμός	noun|vulgar	η εκδίκηση
γδικιωμών	noun	γενική πληθυντικού του γδικιωμός
γδκπ	abbrev	υπηρεσία του ελληνικού υπουργείου Εσωτερικών υπεύθυνο για τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού
γδουριού	=	γδούρι
γδουριών	=	γδούρι
γδούπε	noun	κλητική ενικού του γδούπος
γδούπο	noun	αιτιατική ενικού του γδούπος
γδούποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γδούπος
γδούπος	noun	ονομασία για κάθε υπόκωφο και απότομο ήχο
γδούπου	noun	γενική ενικού του γδούπος
γδούπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γδούπος
γδούπων	noun	γενική πληθυντικού του γδούπος
γδούρι	noun	γυμνός· ο χαμένος σε τυχερά παιχνίδια
γδούρια	=	γδούρι
γδτκ	abbrev	συντομογραφία του γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή
γδυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδυμένο
γδυμένε	verb	κλητική ενικού του γδυμένος
γδυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδυμένη
γδυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γδυμένος
γδυμένης	verb	γενική ενικού του γδυμένη
γδυμένο	verb	αιτιατική ενικού του γδυμένος
γδυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γδυμένος
γδυμένος	verb	ξεντυμένος
γδυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γδυμένος
γδυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γδυμένος
γδυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γδυμένος
γδυμνά	=	γδυμνός
γδυμνέ	=	γδυμνός
γδυμνές	=	γδυμνός
γδυμνή	=	γδυμνός
γδυμνής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γδυμνή) του γδυμνός
γδυμνοί	=	γδυμνός
γδυμνού	=	γδυμνός
γδυμνούς	=	γδυμνός
γδυμνό	=	γδυμνός
γδυμνός	adj	γυμνός
γδυμνών	=	γδυμνός
γδυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδύσιμο
γδυσίματος	noun	γενική ενικού του γδύσιμο
γδυσιμάτων	=	γδύσιμο
γδυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδυτό
γδυτέ	adj	κλητική ενικού του γδυτός
γδυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γδυτή
γδυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γδυτός
γδυτής	adj	γενική ενικού του γδυτή
γδυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γδυτός
γδυτού	adj	γενική ενικού του γδυτός
γδυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γδυτός
γδυτό	adj	αιτιατική ενικού του γδυτός
γδυτός	adj	χωρίς ρούχα, γυμνός
γδυτών	adj	γενική πληθυντικού του γδυτός
γδύναμε	=	γδύνω
γδύναν	=	γδύνω
γδύνανε	=	γδύνω
γδύνατε	=	γδύνω
γδύνε	=	γδύνω
γδύνει	=	γδύνω
γδύνεις	=	γδύνω
γδύνετε	=	γδύνω
γδύνοντας	=	γδύνω
γδύνουμε	=	γδύνω
γδύνουν	=	γδύνω
γδύνουνε	=	γδύνω
γδύνω	verb	βγάζω τα ρούχα κάποιου, τον ξεντύνω
γδύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσαν	=	γδύνω
γδύσανε	=	γδύνω
γδύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσε	=	γδύνω
γδύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσιμο	noun	η ενέργεια του γδύνομαι, το να βγάζει κανείς τα ρούχα του
γδύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γδύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γδύνω
γε	abbrev	Γυμναστική Εταιρεία
γείραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείραν	=	γέρνω
γείρανε	=	γέρνω
γείρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρε	=	γέρνω
γείρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρομε	=	γέρνω
γείρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρουνε	=	γέρνω
γείρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γέρνω
γείσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γείσο
γείσο	noun	το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους
γείσου	noun	γενική ενικού του γείσο
γείσωμα	noun	γείσο κτηρίου
γείσων	noun	γενική πληθυντικού του γείσο
γείτονα	=	γείτονας
γείτονας	noun	άτομο που κατοικεί κοντά σε κάποιον άλλον
γείτονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γείτονας
γείτσες	intj	ευχή σε κάποιον που φτερνίστηκε (να έχει την υγειά του)
γείωμα	noun|slang	εκδήλωση αδιαφορίας ή απόρριψη κάποιου, συνήθως σε ερωτικό ή κοινωνικό πλαίσιο
γείωνα	=	γειώνω
γείωναν	=	γειώνω
γείωνε	=	γειώνω
γείωνες	=	γειώνω
γείωσα	=	γειώνω
γείωσαν	=	γειώνω
γείωσε	=	γειώνω
γείωσες	=	γειώνω
γείωση	noun	αγώγιμη σύνδεση με τη γη ή άλλο δοχείο μηδενικού δυναμικού
γείωσης	noun	γενική ενικού του γείωση
γεα	abbrev	η ανώτατη ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας
γεγέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεγές
γεγές	noun|rare	άλλη γραφή του γιεγιές
γεγενημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γεγενημένος
γεγενημένε	verb	κλητική ενικού του γεγενημένος
γεγενημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεγενημένη
γεγενημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεγενημένος
γεγενημένης	verb	γενική ενικού του γεγενημένη
γεγενημένο	verb	αιτιατική ενικού του γεγενημένος
γεγενημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεγενημένος
γεγενημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεγενημένος
γεγενημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γεγενημένος
γεγενημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεγενημένος
γεγονοτικός	adj|formal	που έχει σχέση με γεγονότα, βασίζεται ή αναφέρεται σʼ αυτά
γεγονοτολογικά	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικέ	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικές	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογική	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικής	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικοί	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικού	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικούς	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικό	=	γεγονοτολογικός
γεγονοτολογικός	adj	σχετικός με την γεγονοτολογία
γεγονοτολογικών	=	γεγονοτολογικός
γεγονός	noun	κάτι που έχει γίνει, που έχει πράγματι συμβεί στο παρελθόν
γεγονότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεγονός
γεγονότος	noun	γενική ενικού του γεγονός
γεγονότων	noun	γενική πληθυντικού του γεγονός
γεδδ	abbrev	θεσμός της ελληνικής κυβέρνησης ο οποίος είχε ως αποστολή τον εντοπισμό και την επίλυση ζητημάτων διαφθοράς και κακοδιοίκησης
γεεθα	abbrev	η ανώτατη ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων (στρατού ξηράς, ναυτικού και αεροπορίας) της Ελλάδας (προγενέστερη ονομασία: Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, ΑΕΔ)
γειά	=	χαίρε
γεια	intj	οικείος χαιρετισμός όταν κάποιος έρχεται ή φεύγει
γειας	=	γεια
γειρτά	adv	στο πλάι, με κάποια κλίση
γειρτέ	=	γειρτός
γειρτές	=	γειρτός
γειρτή	=	γειρτός
γειρτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γειρτή) του γειρτός
γειρτοί	=	γειρτός
γειρτού	=	γειρτός
γειρτούς	=	γειρτός
γειρτό	=	γειρτός
γειρτός	adj	που παρουσιάζει κάποια κλίση, που εμφανίζεται στο πλάι
γειρτών	=	γειρτός
γεισωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γείσωμα
γεισώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γείσωμα
γεισώματος	noun	γενική ενικού του γείσωμα
γειτνίαζα	=	γειτνιάζω
γειτνίασα	=	γειτνιάζω
γειτνίαση	noun	το να είναι κανείς γείτονας με κάποιον
γειτνίασης	=	γειτνίαση
γειτνιάζον	=	γειτνιάζων
γειτνιάζοντα	=	γειτνιάζων
γειτνιάζοντας	=	γειτνιάζω
γειτνιάζοντες	=	γειτνιάζων
γειτνιάζοντος	=	γειτνιάζων
γειτνιάζουσα	=	γειτνιάζων
γειτνιάζουσας	=	γειτνιάζων
γειτνιάζουσες	=	γειτνιάζων
γειτνιάζω	verb|formal	γειτονεύω
γειτνιάζων	verb	αυτός που βρίσκεται κοντά σε κάποιον, γειτονικός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
γειτνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτνίαση
γειτνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάσεων	=	γειτνίαση
γειτνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτνιάζω
γειτνιαζουσών	=	γειτνιάζων
γειτνιαζούσης	=	γειτνιάζων
γειτνιαζόντων	=	γειτνιάζων
γειτονέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτόνεμα
γειτονέματος	noun	γενική ενικού του γειτόνεμα
γειτονέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψαν	=	γειτονεύω
γειτονέψανε	=	γειτονεύω
γειτονέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψομε	=	γειτονεύω
γειτονέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψουνε	=	γειτονεύω
γειτονέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γειτονεύω
γειτονία	noun|formal	κατάσταση ή σχέση που συνδέει όμορες περιοχές, πρόσωπα ή κράτη, ιδίως όταν χαρακτηρίζεται από ειρηνική ή συνεργατική συνύπαρξη
γειτονίας	=	γειτονία
γειτονίες	=	γειτονία
γειτονεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γειτόνεμα
γειτονεμένος	=	γειτονεύω
γειτονεύαμε	=	γειτονεύω
γειτονεύαν	=	γειτονεύω
γειτονεύανε	=	γειτονεύω
γειτονεύατε	=	γειτονεύω
γειτονεύει	=	γειτονεύω
γειτονεύεις	=	γειτονεύω
γειτονεύετε	=	γειτονεύω
γειτονεύομε	=	γειτονεύω
γειτονεύοντας	=	γειτονεύω
γειτονεύουμε	=	γειτονεύω
γειτονεύουν	=	γειτονεύω
γειτονεύουνε	=	γειτονεύω
γειτονεύω	verb	είμαι γείτονας με κάποιον (για έμψυχα)
γειτονιά	noun	το σύνολο από γειτονικά σπίτια, το οποίο αποτελεί τμήμα της συνοικίας
γειτονιάς	noun	γενική ενικού του γειτονιά
γειτονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτονιά
γειτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτονικό
γειτονικέ	adj	κλητική ενικού του γειτονικός
γειτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτονική
γειτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γειτονικός
γειτονικής	adj	γενική ενικού του γειτονική
γειτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γειτονικός
γειτονικού	adj	γενική ενικού του γειτονικός
γειτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γειτονικός
γειτονικό	adj	αιτιατική ενικού του γειτονικός
γειτονικός	adj	που βρίσκεται κοντά σε κάποιον ή κάτι άλλο
γειτονικών	adj	γενική πληθυντικού του γειτονικός
γειτονισσών	noun	γενική πληθυντικού του γειτόνισσα
γειτονιών	=	γειτονιά
γειτονοπούλα	noun	κορίτσι ή κοπέλα της γειτονιάς
γειτονοπούλας	noun	γενική ενικού του γειτονοπούλα
γειτονοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτονοπούλα
γειτονόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτονόπουλο
γειτονόπουλο	noun	παιδί που κατοικεί κοντά στο σπίτι κάποιου
γειτονόπουλου	noun	γενική ενικού του γειτονόπουλο
γειτονόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του γειτονόπουλο
γειτόνεμα	noun	το να είσαι γείτονας
γειτόνευα	=	γειτονεύω
γειτόνευαν	=	γειτονεύω
γειτόνευε	=	γειτονεύω
γειτόνευες	=	γειτονεύω
γειτόνεψα	=	γειτονεύω
γειτόνεψαν	=	γειτονεύω
γειτόνεψε	=	γειτονεύω
γειτόνεψες	=	γειτονεύω
γειτόνισσα	=	γείτονας
γειτόνισσας	noun	γενική ενικού του γειτόνισσα
γειτόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειτόνισσα
γειτόνοι	=	γείτονας
γειτόνους	=	γείτονας
γειτόνων	=	γείτονας
γειωμάτων	=	γείωμα
γειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειωμένο
γειωμένε	verb	κλητική ενικού του γειωμένος
γειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γειωμένη
γειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γειωμένος
γειωμένης	verb	γενική ενικού του γειωμένη
γειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γειωμένος
γειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γειωμένος
γειωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γειώνω
γειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γειωμένος
γειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γειωμένος
γειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γειωμένος
γειωτές	=	γειωτής
γειωτή	=	γειωτής
γειωτής	noun	αγωγός ή σύστημα αγωγών που τοποθετείται στο έδαφος, ώστε να εξασφαλίζει τη σύνδεση μιας ηλεκτρικής εγκατάστασης με τη γη για λόγους ασφάλειας ή λειτουργίας
γειωτών	=	γειωτής
γειώματα	=	γείωμα
γειώματος	=	γείωμα
γειώναμε	=	γειώνω
γειώναν	=	γειώνω
γειώνανε	=	γειώνω
γειώνατε	=	γειώνω
γειώνει	=	γειώνω
γειώνεις	=	γειώνω
γειώνετε	=	γειώνω
γειώνομαι	=	γειώνω
γειώνοντας	=	γειώνω
γειώνουμε	=	γειώνω
γειώνουν	=	γειώνω
γειώνουνε	=	γειώνω
γειώνω	verb	παρέχω ηλεκτρική γείωση σε κάποιο αντικείμενο
γειώσαμε	=	γειώνω
γειώσαν	=	γειώνω
γειώσανε	=	γειώνω
γειώσατε	=	γειώνω
γειώσει	=	γειώνω
γειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γείωση
γειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γείωση
γειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γείωση
γειώστε	=	γειώνω
γειώσω	=	γειώνω
γελ	abbrev	δευτεροβάθμια μονάδα εκπαίδευσης γενικού προσανατολισμού στην Ελλάδα
γελά	=	γελάω
γελάγαμε	=	γελάω
γελάγανε	=	γελάω
γελάγατε	=	γελάω
γελάδα	noun	η αγελάδα
γελάδας	=	γελάδα
γελάδες	=	γελάδα
γελάδι	noun	ταύρος ή αγελάδα
γελάδια	=	γελάδι
γελάδων	=	γελάδα
γελάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γελάω
γελάκι	noun	υποκοριστικό του γέλιο
γελάκια	=	γελάκι
γελάμε	=	γελάω
γελάν	=	γελάω
γελάνε	=	γελάω
γελάς	=	γελάω
γελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσαν	=	γελάω
γελάσανε	=	γελάω
γελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέλασμα
γελάσματος	noun	γενική ενικού του γέλασμα
γελάσομε	=	γελάω
γελάσου	=	γελάω
γελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάσουνε	=	γελάω
γελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάστηκα	=	γελάω
γελάστηκαν	=	γελάω
γελάστηκε	=	γελάω
γελάστηκες	=	γελάω
γελάστρα	noun	θηλυκό του γελαστής
γελάστρας	noun	γενική ενικού του γελάστρα
γελάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελάστρα
γελάστρια	noun	θηλυκό του γελαστής
γελάστριας	noun	γενική ενικού του γελάστρια
γελάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελάστρια
γελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελώ
γελάτε	=	γελάω
γελάω	verb	αντιδρώ με γέλιο, με χαρά
γελέκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελέκο
γελέκο	noun	άλλη μορφή του γιλέκο
γελέκου	noun	γενική ενικού του γελέκο
γελέκων	noun	γενική πληθυντικού του γελέκο
γελαδάρη	=	γελαδάρης
γελαδάρηδες	=	γελαδάρης
γελαδάρηδων	=	γελαδάρης
γελαδάρης	noun	άλλη μορφή του αγελαδάρης (θηλυκό γελαδάρισσα)
γελαδάρισσα	noun	θηλυκό του γελαδάρης, άλλη μορφή του αγελαδάρισσα
γελαδάρισσας	noun	γενική ενικού του γελαδάρισσα
γελαδάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαδάρισσα
γελαδίσια	=	γελαδίσιος
γελαδίσιας	=	γελαδίσιος
γελαδίσιε	=	γελαδίσιος
γελαδίσιες	=	γελαδίσιος
γελαδίσιο	=	γελαδίσιος
γελαδίσιοι	=	γελαδίσιος
γελαδίσιος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αγελαδίσιος
γελαδίσιου	=	γελαδίσιος
γελαδίσιους	=	γελαδίσιος
γελαδίσιων	=	γελαδίσιος
γελαδαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του γελαδάρισσα
γελαδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαδινό
γελαδινέ	adj	κλητική ενικού του γελαδινός
γελαδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαδινή
γελαδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελαδινός
γελαδινής	adj	γενική ενικού του γελαδινή
γελαδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελαδινός
γελαδινού	adj	γενική ενικού του γελαδινός
γελαδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γελαδινός
γελαδινό	adj	αιτιατική ενικού του γελαδινός
γελαδινός	adj|vulgar	άλλη μορφή του αγελαδινός
γελαδινών	adj	γενική πληθυντικού του γελαδινός
γελαδιού	=	γελάδι
γελαδιών	=	γελάδι
γελασίνε	=	γελασίνος
γελασίνο	=	γελασίνος
γελασίνοι	=	γελασίνος
γελασίνος	noun	δόντι που φαίνεται καθώς γελάμε
γελασίνου	=	γελασίνος
γελασίνους	=	γελασίνος
γελασίνων	=	γελασίνος
γελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γέλασμα
γελασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελασμένο
γελασμένε	verb	κλητική ενικού του γελασμένος
γελασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελασμένη
γελασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελασμένος
γελασμένης	verb	γενική ενικού του γελασμένη
γελασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γελασμένος
γελασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελασμένος
γελασμένος	verb	που γελάει
γελασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γελασμένος
γελασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γελασμένος
γελασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γελασμένος
γελαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαστό	adv	με γέλιο ή με χαμόγελο, με καλή διάθεση
γελαστέ	adj	κλητική ενικού του γελαστός
γελαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαστή
γελαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελαστός
γελαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστήκαν	=	γελάω
γελαστήκανε	=	γελάω
γελαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του γελαστός	noun|rare	αυτός που αστειεύεται, που χαριεντίζεται ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
γελαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαστικό
γελαστικέ	adj	κλητική ενικού του γελαστικός
γελαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελαστική
γελαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελαστικός
γελαστικής	adj	γενική ενικού του γελαστική
γελαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελαστικός
γελαστικού	adj	γενική ενικού του γελαστικός
γελαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γελαστικός
γελαστικό	adj	αιτιατική ενικού του γελαστικός
γελαστικός	adj	που προκαλεί γέλιο
γελαστικών	adj	γενική πληθυντικού του γελαστικός
γελαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελαστός
γελαστού	adj	γενική ενικού του γελαστός
γελαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστούνε	=	γελάω
γελαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γελαστός
γελαστριών	noun	γενική πληθυντικού του γελάστρια
γελαστρών	noun	γενική πληθυντικού του γελάστρα
γελαστό	adj	αιτιατική ενικού του γελαστός
γελαστός	adj	που έχει χαρούμενη έκφραση, που χαμογελά, που συνηθίζει να γελά, να χαμογελά, να δείχνει ή να είναι σε ευχάριστη διάθεση
γελαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελιέμαι
γελαστών	adj	γενική πληθυντικού του γελαστός
γελεκάκι	noun	υποκοριστικό του γελέκο, άλλη μορφή του γιλεκάκι
γελεκάκια	=	γελεκάκι
γελιέμαι	verb	με γελούν, με ξεγελούν, με εξαπατούν
γελιέσαι	=	γελάω
γελιέστε	=	γελάω
γελιέται	=	γελάω
γελιούνται	=	γελάω
γελιούνταν	=	γελάω
γελιόμασταν	=	γελάω
γελιόμαστε	=	γελάω
γελιόμουν	=	γελάω
γελιόμουνα	=	γελάω
γελιόνται	=	γελάω
γελιόνταν	=	γελάω
γελιόντανε	=	γελάω
γελιόντουσαν	=	γελάω
γελιόσασταν	=	γελάω
γελιόσαστε	=	γελάω
γελιόσουν	=	γελάω
γελιόσουνα	=	γελάω
γελιόταν	=	γελάω
γελιότανε	=	γελάω
γελοία	adv	με γελοίο τρόπο
γελοίας	=	γελοίος
γελοίε	=	γελοίος
γελοίες	=	γελοίος
γελοίο	adj	αιτιατική ενικού του γελοίος
γελοίοι	=	γελοίος
γελοίος	adj	που προκαλεί το γέλιο
γελοίου	=	γελοίος
γελοίους	=	γελοίος
γελοίων	=	γελοίος
γελογλάρονα	=	γελογλάρονο
γελογλάρονο	noun	είδος γλαρονιού
γελογλάρονου	=	γελογλάρονο
γελογλάρονων	=	γελογλάρονο
γελοιογράφε	noun	κλητική ενικού του γελοιογράφος
γελοιογράφημα	noun	άλλη μορφή του γελοιογραφία
γελοιογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γελοιογραφώ
γελοιογράφησης	=	γελοιογράφηση
γελοιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του γελοιογράφος
γελοιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελοιογράφος
γελοιογράφος	noun	δημιουργός σκίτσων που σατιρίζουν την επικαιρότητα και δημοσιεύονται στον τύπο
γελοιογράφου	noun	γενική ενικού του γελοιογράφος
γελοιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γελοιογράφος
γελοιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του γελοιογράφος
γελοιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογράφημα
γελοιογραφήματος	noun	γενική ενικού του γελοιογράφημα
γελοιογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογράφηση
γελοιογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήσεων	=	γελοιογράφηση
γελοιογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιογραφία	noun	σκίτσο που σατιρίζει την επικαιρότητα και δημοσιεύεται στον τύπο
γελοιογραφίας	noun	γενική ενικού του γελοιογραφία
γελοιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφία
γελοιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γελοιογράφημα
γελοιογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφημένο
γελοιογραφημένε	verb	κλητική ενικού του γελοιογραφημένος
γελοιογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφημένη
γελοιογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελοιογραφημένος
γελοιογραφημένης	verb	γενική ενικού του γελοιογραφημένη
γελοιογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του γελοιογραφημένος
γελοιογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφημένος
γελοιογραφημένος	verb	που έχει γελοιογραφηθεί
γελοιογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γελοιογραφημένος
γελοιογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γελοιογραφημένος
γελοιογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γελοιογραφημένος
γελοιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφικό
γελοιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του γελοιογραφικός
γελοιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφική
γελοιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελοιογραφικός
γελοιογραφικής	adj	γενική ενικού του γελοιογραφική
γελοιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελοιογραφικός
γελοιογραφικού	adj	γενική ενικού του γελοιογραφικός
γελοιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γελοιογραφικός
γελοιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του γελοιογραφικός
γελοιογραφικός	adj	σχετικός με τη γελοιογραφία
γελοιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του γελοιογραφικός
γελοιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του γελοιογραφία
γελοιογραφώ	verb	σχολιάζω σατιρικά κάτι ή κάποιον δημιουργώντας μια γελοιογραφία
γελοιογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γελοιογραφώ
γελοιοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γελοιοποιώ
γελοιοποίησης	noun	γενική ενικού του γελοιοποίηση
γελοιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιοποίηση
γελοιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γελοιοποίηση
γελοιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γελοιοποίηση
γελοιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιώ
γελοιοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γελοιοποιούμαι
γελοιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιοποιημένο
γελοιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του γελοιοποιημένος
γελοιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιοποιημένη
γελοιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γελοιοποιημένος
γελοιοποιημένης	verb	γενική ενικού του γελοιοποιημένη
γελοιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του γελοιοποιημένος
γελοιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελοιοποιημένος
γελοιοποιημένος	verb	που έχει γελοιοποιηθεί
γελοιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γελοιοποιημένος
γελοιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γελοιοποιημένος
γελοιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γελοιοποιημένος
γελοιοποιούμαι	verb	Γίνομαι περίγελος, φαίνομαι γελοίος, εξευτελίζομαι
γελοιοποιώ	verb	κάνω κάποιον ή κάτι να φαίνεται γελοίος
γελοιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του γελοιότητα
γελοιωδών	=	γελοιώδης
γελοιωδώς	adv|dated	γελοία, κατά γελοίο τρόπο
γελοιότητα	noun	η ιδιότητα του γελοίου (ενός ισχυρισμού, γεγονότος, φράσης, πράξης)
γελοιότητας	noun	γενική ενικού του γελοιότητα
γελοιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γελοιότητα
γελοιώδεις	=	γελοιώδης
γελοιώδες	=	γελοιώδης
γελοιώδη	=	γελοιώδης
γελοιώδης	adj	γελοίος, για γέλια, όχι όμως ο αστεία γελοίος, που σε κάνει να γελάς, ο απωθητικά γελοίος, ο εκνευριστικά γελοίος, ο εξωφρενικά άτοπος
γελοιώδους	=	γελοιώδης
γελούμε	=	γελάω
γελούν	=	γελάω
γελούνε	=	γελάω
γελούσα	=	γελάω
γελούσαμε	=	γελάω
γελούσαν	=	γελάω
γελούσανε	=	γελάω
γελούσατε	=	γελάω
γελούσε	=	γελάω
γελούσες	=	γελάω
γελωτοθεραπεία	noun	μέθοδος ψυχοσωματικής ενίσχυσης που αξιοποιεί το γέλιο για τη μείωση του στρες και την υποστήριξη της υγείας
γελωτοθεραπείας	=	γελωτοθεραπεία
γελωτοθεραπείες	=	γελωτοθεραπεία
γελωτοθεραπειών	=	γελωτοθεραπεία
γελωτοποιέ	noun	κλητική ενικού του γελωτοποιός
γελωτοποιία	noun	η κωμική δραστηριότητα του γελωτοποιού
γελωτοποιίας	=	γελωτοποιία
γελωτοποιίες	=	γελωτοποιία
γελωτοποιιών	=	γελωτοποιία
γελωτοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γελωτοποιός
γελωτοποιού	noun	γενική ενικού του γελωτοποιός
γελωτοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γελωτοποιός
γελωτοποιό	noun	αιτιατική ενικού του γελωτοποιός
γελωτοποιός	noun	κωμικός που διασκέδαζε τη βασιλική αυλή
γελωτοποιών	noun	γενική πληθυντικού του γελωτοποιός
γελώ	verb	άλλη μορφή του γελάω
γελών	=	γέλη
γελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γελάω / γελώ
γεμάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμάτο
γεμάτε	adj	κλητική ενικού του γεμάτος
γεμάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμάτη
γεμάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεμάτος
γεμάτης	adj	γενική ενικού του γεμάτη
γεμάτο	adj	αιτιατική ενικού του γεμάτος
γεμάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεμάτος
γεμάτος	adj	που δε χωράει άλλο, πλήρης
γεμάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεμάτος
γεμάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεμάτος
γεμάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεμάτος
γεμίζαμε	=	γεμίζω
γεμίζαν	=	γεμίζω
γεμίζανε	=	γεμίζω
γεμίζατε	=	γεμίζω
γεμίζει	=	γεμίζω
γεμίζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γεμίζω
γεμίζεσαι	=	γεμίζω
γεμίζεστε	=	γεμίζω
γεμίζεται	=	γεμίζω
γεμίζετε	=	γεμίζω
γεμίζομαι	=	γεμίζω
γεμίζομε	=	γεμίζω
γεμίζονται	=	γεμίζω
γεμίζονταν	=	γεμίζω
γεμίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γεμίζω
γεμίζουμε	=	γεμίζω
γεμίζουν	=	γεμίζω
γεμίζουνε	=	γεμίζω
γεμίζω	verb	κάνω κάτι να είναι γεμάτο
γεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίσαν	=	γεμίζω
γεμίσανε	=	γεμίζω
γεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέμιση
γεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του γέμιση
γεμίσεως	=	γέμιση
γεμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέμισμα
γεμίσματος	noun	γενική ενικού του γέμισμα
γεμίσομε	=	γεμίζω
γεμίσου	=	γεμίζω
γεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίσουνε	=	γεμίζω
γεμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεμίστηκα	=	γεμίζω
γεμίστηκαν	=	γεμίζω
γεμίστηκε	=	γεμίζω
γεμίστηκες	=	γεμίζω
γεμίστρια	noun	το μηχανικό τμήμα το οποίο τροφοδοτεί ένα μη φορητό όπλο
γεμίστριας	=	γεμίστρια
γεμίστριες	=	γεμίστρια
γεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεμίζω
γεματούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεματούτσικο
γεματούτσικε	adj	κλητική ενικού του γεματούτσικος
γεματούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεματούτσικη
γεματούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεματούτσικος
γεματούτσικης	adj	γενική ενικού του γεματούτσικη
γεματούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του γεματούτσικος
γεματούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεματούτσικος
γεματούτσικος	adj	ευγενικό ή τρυφερό επίθετο για να χαρακτηριστεί κάποιος ευτραφής, λίγο πιο γεμάτος από το κανονικό, παχύς προς το αρκετά παχύς
γεματούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεματούτσικος
γεματούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεματούτσικος
γεματούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεματούτσικος
γεμε	abbrev	Γενική Επιθεώρηση Μέσης Εκπαίδευσης: παλαιότερη διοικητική υπηρεσία (ανά εκπαιδευτική περιφέρεια) του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
γεμεκλίκι	noun|dated	σοδειά λαδιού
γεμεκλίκια	=	γεμεκλίκι
γεμενί	noun	μαντίλι για το κεφάλι
γεμενιά	=	γεμενί
γεμενιού	=	γεμενί
γεμενιών	=	γεμενί
γεμη	abbrev	μητρώο καταχώρισης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα
γεμιζή	=	γεμιζής
γεμιζήδες	=	γεμιζής
γεμιζήδων	=	γεμιζής
γεμιζής	noun	άλλη μορφή του γεμιτζής (ο ναυτικός)
γεμιζίστικα	noun	ο ρουχισμός (η στολή) του ναυτικού
γεμιζόμασταν	=	γεμίζω
γεμιζόμαστε	=	γεμίζω
γεμιζόμουν	=	γεμίζω
γεμιζόμουνα	=	γεμίζω
γεμιζόντουσαν	=	γεμίζω
γεμιζόσασταν	=	γεμίζω
γεμιζόσαστε	=	γεμίζω
γεμιζόσουν	=	γεμίζω
γεμιζόσουνα	=	γεμίζω
γεμιζόταν	=	γεμίζω
γεμιζότανε	=	γεμίζω
γεμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γέμισμα
γεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμισμένο
γεμισμένε	verb	κλητική ενικού του γεμισμένος
γεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμισμένη
γεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεμισμένος
γεμισμένης	verb	γενική ενικού του γεμισμένη
γεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γεμισμένος
γεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεμισμένος
γεμισμένος	verb	ο γεμάτος, αλλά με κάπως ενεργητική, ρηματική σημασία, που τον έχει γεμίσει κάποιος από κάτι, (γεμάτος χαρά, αλλά γεμισμένο ποτήρι)
γεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεμισμένος
γεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γεμισμένος
γεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεμισμένος
γεμιστά	noun	παραδοσιακό ελληνικό λαδερό φαγητό του φούρνου που παρασκευάζεται από ντομάτες και πιπεριές που γεμίζονται με ρύζι (παραλλαγή και με κιμά, κουκουνάρια, σταφίδες) με γαρνιτούρα πατάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμιστό, ουδέτερο του γεμιστός
γεμιστέ	adj	κλητική ενικού του γεμιστός
γεμιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμιστή
γεμιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεμιστός
γεμιστήκαμε	=	γεμίζω
γεμιστήκαν	=	γεμίζω
γεμιστήκανε	=	γεμίζω
γεμιστήκατε	=	γεμίζω
γεμιστήρα	noun	άλλη μορφή του γεμιστήρας
γεμιστήρας	noun	θήκη με φυσίγγια που τοποθετείται σε επαναληπτικό όπλο
γεμιστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμιστήρας
γεμιστήρων	=	γεμιστήρας
γεμιστής	noun	αυτός που γεμίζει	adj	γενική ενικού του γεμιστή
γεμιστεί	=	γεμίζω
γεμιστείτε	=	γεμίζω
γεμιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεμιστός
γεμιστού	adj	γενική ενικού του γεμιστός
γεμιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεμιστός
γεμιστριών	=	γεμίστρια
γεμιστό	adj	αιτιατική ενικού του γεμιστός
γεμιστός	adj	που τον έχουν γεμίσει με κάτι
γεμιστών	adj	γενική πληθυντικού του γεμιστός
γεμιτζή	=	γεμιτζής
γεμιτζήδες	=	γεμιτζής
γεμιτζήδων	=	γεμιτζής
γεμιτζής	noun	ο ναυτικός, ιδίως ο έμπειρος
γεμοθεραπεία	noun	ένας ιδιαίτερος κλάδος της φυτοθεραπείας, ο οποίος βασίζεται στη θεραπευτική δύναμη των νεαρών βλαστών, ριζών και ανθέων των φυτών
γεμοθεραπείας	=	γεμοθεραπεία
γεμοθεραπείες	=	γεμοθεραπεία
γεμοθεραπειών	=	γεμοθεραπεία
γεμολογία	noun	επιστημονικός κλάδος της ορυκτολογίας που ασχολείται με την εκτίμηση και την πιστοποίηση της γνησιότητας των πολύτιμων λίθων
γεμολογίας	=	γεμολογία
γεμολογίες	=	γεμολογία
γεμολογικά	=	γεμολογικός
γεμολογικέ	=	γεμολογικός
γεμολογικές	=	γεμολογικός
γεμολογική	=	γεμολογικός
γεμολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γεμολογική) του γεμολογικός
γεμολογικοί	=	γεμολογικός
γεμολογικού	=	γεμολογικός
γεμολογικούς	=	γεμολογικός
γεμολογικό	=	γεμολογικός
γεμολογικός	adj	σχετικός με την γεμολογία
γεμολογικών	=	γεμολογικός
γεμολογιών	=	γεμολογία
γεμολόγε	noun	κλητική ενικού του γεμολόγος
γεμολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γεμολόγος
γεμολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεμολόγος
γεμολόγος	noun	επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στους πολύτιμους λίθους
γεμολόγου	noun	γενική ενικού του γεμολόγος
γεμολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεμολόγος
γεμολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γεμολόγος
γεμοφέγγαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεμοφέγγαρο
γεμοφέγγαρο	noun	η πανσέληνος
γεμοφέγγαρου	noun	γενική ενικού του γεμοφέγγαρο
γεμοφέγγαρων	noun	γενική πληθυντικού του γεμοφέγγαρο
γεμοφεγγαριά	noun	η πανσέληνος
γεμοφεγγαριάς	=	γεμοφεγγαριά
γεμοφεγγαριές	=	γεμοφεγγαριά
γεμοφεγγαριών	=	γεμοφεγγαριά
γεμόφεγγα	=	γεμόφεγγο
γεμόφεγγο	noun	η πανσέληνος
γεμόφεγγου	=	γεμόφεγγο
γεμόφεγγων	=	γεμόφεγγο
γεν	noun	άλλη μορφή του γιεν
γενάκι	noun	υποκοριστικό του γένι
γενάκια	=	γενάκι
γενάρχες	=	γενάρχης
γενάρχη	=	γενάρχης
γενάρχης	noun	ο πρώτος ονομαστός πρόγονος οικογένειας, έθνους ή γένους
γενάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενάτο
γενάτε	adj	κλητική ενικού του γενάτος
γενάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενάτη
γενάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενάτος
γενάτης	adj	γενική ενικού του γενάτη
γενάτο	adj	αιτιατική ενικού του γενάτος
γενάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενάτος
γενάτος	adj	που έχει γένια, ο μουσάτος
γενάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γενάτος
γενάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενάτος
γενάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γενάτος
γενέθλια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενέθλιος	noun	η επέτειος της γέννησης κάποιου, σύμφωνα με την ημερομηνία, και η γιορτή της
γενέθλιας	=	γενέθλιος
γενέθλιε	=	γενέθλιος
γενέθλιες	=	γενέθλιος
γενέθλιο	noun	χριστιανική εορτή που τιμά τη γέννηση ιερού προσώπου
γενέθλιοι	=	γενέθλιος
γενέθλιος	adj	που αναφέρεται στη γέννηση
γενέθλιου	=	γενέθλιος
γενέθλιους	=	γενέθλιος
γενέθλιων	=	γενέθλιος
γενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γένεση
γενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του γένεση
γενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του γένεση
γενέσθαι	verb|archaic	γίνει, μόνον σε αρχαιοπρεπείς εκφράσεις όπως: το δέον γενέσθαι, τι δέον γενέσθαι, τι μέλλει γενέσθαι
γενέτειρα	noun|formal	η πόλη όπου γεννήθηκε κάποιος, η ιδιαίτερη πατρίδα του
γενέτειρας	noun	γενική ενικού του γενέτειρα
γενέτειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενέτειρα
γενήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενίκευα	=	γενικεύω
γενίκευαν	=	γενικεύω
γενίκευε	=	γενικεύω
γενίκευες	=	γενικεύω
γενίκευσα	=	γενικεύω
γενίκευσαν	=	γενικεύω
γενίκευσε	=	γενικεύω
γενίκευσες	=	γενικεύω
γενίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γενικεύω
γενίκευσης	=	γενίκευση
γενίκευσις	noun	η γενίκευση
γενίτσαρε	noun	κλητική ενικού του γενίτσαρος
γενίτσαρο	noun	αιτιατική ενικού του γενίτσαρος
γενίτσαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενίτσαρος
γενίτσαρος	noun	στρατιώτης του οθωμανικού πεζικού, που ανήκε σε επίλεκτο σώμα που το συγκροτούσαν απαχθέντες εξισλαμισμένοι Χριστιανοί σε μικρή ηλικία (δείτε και παιδομάζωμα)
γενίτσαρου	noun	γενική ενικού του γενίτσαρος
γενίτσαρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γενίτσαρος
γενίτσαρων	noun	γενική πληθυντικού του γενίτσαρος
γεναριάτικα	adv	την περίοδο του Ιανουαρίου
γεναριάτικε	adj	κλητική ενικού του γεναριάτικος
γεναριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεναριάτικη
γεναριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεναριάτικος
γεναριάτικης	adj	γενική ενικού του γεναριάτικη
γεναριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του γεναριάτικος
γεναριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεναριάτικος
γεναριάτικος	adj	του Γενάρη, του Ιανουαρίου
γεναριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεναριάτικος
γεναριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεναριάτικος
γεναριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεναριάτικος
γεναρχών	=	γενάρχης
γενε	abbrev	υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας με αντικείμενο την εύρεση εργασίας σε άνεργους ναυτικούς
γενεά	noun	η γενιά, οι άνθρωποι που ανήκουν σε μια ηλικιακή ομάδα
γενεάς	noun	γενική ενικού του γενεά
γενεές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεά
γενεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γένομαι
γενείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενεακά	=	γενεακός
γενεακέ	=	γενεακός
γενεακές	=	γενεακός
γενεακή	=	γενεακός
γενεακής	=	γενεακός
γενεακοί	=	γενεακός
γενεακού	=	γενεακός
γενεακούς	=	γενεακός
γενεακό	=	γενεακός
γενεακός	adj	που έχει σχέση με τη γενεά / γενιά ή αναφέρεται σ’ αυτή
γενεακών	=	γενεακός
γενεαλογία	noun	η αναζήτηση και η απαρίθμηση των προγόνων ενός ατόμου ή μίας οικογένειας
γενεαλογίας	noun	γενική ενικού του γενεαλογία
γενεαλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεαλογία
γενεαλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεαλογικό
γενεαλογικέ	adj	κλητική ενικού του γενεαλογικός
γενεαλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεαλογική
γενεαλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενεαλογικός
γενεαλογικής	adj	γενική ενικού του γενεαλογική
γενεαλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενεαλογικός
γενεαλογικού	adj	γενική ενικού του γενεαλογικός
γενεαλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενεαλογικός
γενεαλογικό	adj	αιτιατική ενικού του γενεαλογικός
γενεαλογικός	adj	σχετικός με τη γενεαλογία
γενεαλογικών	adj	γενική πληθυντικού του γενεαλογικός
γενεαλογιών	noun	γενική πληθυντικού του γενεαλογία
γενεαλογώ	verb|rare	είμαι ή γίνομαι γενεαλόγος
γενεαλόγε	=	γενεαλόγος
γενεαλόγο	=	γενεαλόγος
γενεαλόγοι	=	γενεαλόγος
γενεαλόγος	noun	ερευνητής που μελετά και τεκμηριώνει τη γενετική ή ιστορική καταγωγή ατόμων και οικογενειών
γενεαλόγου	=	γενεαλόγος
γενεαλόγους	=	γενεαλόγος
γενεαλόγων	=	γενεαλόγος
γενεθλίου	=	γενέθλιο
γενεθλίων	noun	γενική πληθυντικού του γενέθλια
γενειάδα	noun	το μακρύ γένι
γενειάδας	=	γενειάδα
γενειάδες	=	γενειάδα
γενειάδων	=	γενειάδα
γενειοφόρε	noun	κλητική ενικού του γενειοφόρος
γενειοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του γενειοφόρος
γενειοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενειοφόρος
γενειοφόρος	noun	που έχει γένι
γενειοφόρου	noun	γενική ενικού του γενειοφόρος
γενειοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γενειοφόρος
γενειοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του γενειοφόρος
γενεσιουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεσιουργό
γενεσιουργέ	adj	κλητική ενικού του γενεσιουργός
γενεσιουργές	=	γενεσιουργός
γενεσιουργή	=	γενεσιουργός
γενεσιουργής	=	γενεσιουργός
γενεσιουργία	noun	δημιουργία
γενεσιουργίας	noun	γενική ενικού του γενεσιουργία
γενεσιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεσιουργία
γενεσιουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεσιουργικό
γενεσιουργικέ	adj	κλητική ενικού του γενεσιουργικός
γενεσιουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενεσιουργική
γενεσιουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενεσιουργικός
γενεσιουργικής	adj	γενική ενικού του γενεσιουργική
γενεσιουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενεσιουργικός
γενεσιουργικού	adj	γενική ενικού του γενεσιουργικός
γενεσιουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενεσιουργικός
γενεσιουργικό	adj	αιτιατική ενικού του γενεσιουργικός
γενεσιουργικός	adj	που προκαλεί τη γένεση
γενεσιουργικών	adj	γενική πληθυντικού του γενεσιουργικός
γενεσιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του γενεσιουργία
γενεσιουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενεσιουργός
γενεσιουργού	adj	γενική ενικού του γενεσιουργός
γενεσιουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενεσιουργός
γενεσιουργό	adj	αιτιατική ενικού του γενεσιουργός
γενεσιουργός	adj|formal	που έχει ως αποτέλεσμα τη γένεση ενός πράγματος
γενεσιουργών	adj	γενική πληθυντικού του γενεσιουργός
γενετή	noun	η γέννηση· απαντά στη φράση εκ γενετής
γενετήσια	=	γενετήσιος
γενετήσιας	=	γενετήσιος
γενετήσιε	=	γενετήσιος
γενετήσιες	=	γενετήσιος
γενετήσιο	=	γενετήσιος
γενετήσιοι	=	γενετήσιος
γενετήσιος	adj	που αναφέρεται στην συνουσία αρσενικού και θηλυκού και την αναπαραγωγή
γενετήσιου	=	γενετήσιος
γενετήσιους	=	γενετήσιος
γενετήσιων	=	γενετήσιος
γενετειρών	noun	γενική πληθυντικού του γενέτειρα
γενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενετικό	adv	σχετικά με τα γονίδια και την επιστήμη της γενετικής
γενετικέ	adj	κλητική ενικού του γενετικός
γενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενετική
γενετική	noun	επιστήμη της κληρονομικότητας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενετικός
γενετικής	adj	γενική ενικού του γενετική
γενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενετικός
γενετικού	adj	γενική ενικού του γενετικός
γενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενετικός
γενετικό	adj	αιτιατική ενικού του γενετικός
γενετικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στη γένεση
γενετικών	adj	γενική πληθυντικού του γενετικός
γενετιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενετιστής
γενετιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γενετιστής
γενετιστής	noun	επιστήμονας που ασχολείται με τη γενετική
γενετιστών	noun	γενική πληθυντικού του γενετιστής
γενεών	=	γενεά
γενιά	noun	το γένος
γενιάς	noun	γενική ενικού του γενιά
γενιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενιά
γενικά	adv	από συνολική άποψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικό
γενικέ	adj	κλητική ενικού του γενικός
γενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενική
γενική	noun	πτώση που δηλώνει τον κτήτορα, ή την αξία, τη διαίρεση και άλλες ιδιότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενικός
γενικής	adj	γενική ενικού του γενική
γενικευθήκαμε	=	γενικεύω
γενικευθήκαν	=	γενικεύω
γενικευθήκανε	=	γενικεύω
γενικευθήκατε	=	γενικεύω
γενικευθεί	=	γενικεύω
γενικευθείς	=	γενικεύω
γενικευθείτε	=	γενικεύω
γενικευθούμε	=	γενικεύω
γενικευθούν	=	γενικεύω
γενικευθούνε	=	γενικεύω
γενικευθώ	=	γενικεύω
γενικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικευμένο
γενικευμένε	verb	κλητική ενικού του γενικευμένος
γενικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικευμένη
γενικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενικευμένος
γενικευμένης	verb	γενική ενικού του γενικευμένη
γενικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του γενικευμένος
γενικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενικευμένος
γενικευμένος	verb	που έχει γενικευτεί
γενικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γενικευμένος
γενικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γενικευμένος
γενικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γενικευμένος
γενικευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτήκαν	=	γενικεύω
γενικευτήκανε	=	γενικεύω
γενικευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικευτικό	adv	με γενικευτικό τρόπο, γενικεύοντας
γενικευτικέ	adj	κλητική ενικού του γενικευτικός
γενικευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικευτική
γενικευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενικευτικός
γενικευτικής	adj	γενική ενικού του γενικευτική
γενικευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενικευτικός
γενικευτικού	adj	γενική ενικού του γενικευτικός
γενικευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενικευτικός
γενικευτικό	adj	αιτιατική ενικού του γενικευτικός
γενικευτικός	adj	που γενικεύει
γενικευτικών	adj	γενική πληθυντικού του γενικευτικός
γενικευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευτούνε	=	γενικεύω
γενικευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύομαι
γενικευόμασταν	=	γενικεύω
γενικευόμαστε	=	γενικεύω
γενικευόμενος	=	γενικεύω
γενικευόμουν	=	γενικεύομαι
γενικευόμουνα	=	γενικεύω
γενικευόντουσαν	=	γενικεύω
γενικευόσασταν	=	γενικεύω
γενικευόσαστε	=	γενικεύω
γενικευόσουν	=	γενικεύω
γενικευόσουνα	=	γενικεύω
γενικευόταν	=	γενικεύω
γενικευότανε	=	γενικεύω
γενικεύαμε	=	γενικεύω
γενικεύαν	=	γενικεύω
γενικεύανε	=	γενικεύω
γενικεύατε	=	γενικεύω
γενικεύει	=	γενικεύω
γενικεύεις	=	γενικεύω
γενικεύεσαι	=	γενικεύω
γενικεύεστε	=	γενικεύω
γενικεύεται	=	γενικεύω
γενικεύετε	=	γενικεύω
γενικεύθηκα	=	γενικεύω
γενικεύθηκαν	=	γενικεύω
γενικεύθηκε	=	γενικεύω
γενικεύθηκες	=	γενικεύω
γενικεύομαι	verb	ξεκινώντας από κάτι μερικό επεκτείνομαι σε ένα ευρύτερο σύνολο
γενικεύομε	=	γενικεύω
γενικεύονται	=	γενικεύω
γενικεύονταν	=	γενικεύω
γενικεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γενικεύω
γενικεύουμε	=	γενικεύω
γενικεύουν	=	γενικεύω
γενικεύουνε	=	γενικεύω
γενικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσαν	=	γενικεύω
γενικεύσανε	=	γενικεύω
γενικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενίκευση
γενικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσεων	=	γενίκευση
γενικεύσιμα	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμε	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμες	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμη	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμης	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμο	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμοι	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμος	adj	που μπορεί να γενικευτεί
γενικεύσιμου	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμους	=	γενικεύσιμος
γενικεύσιμων	=	γενικεύσιμος
γενικεύσομε	=	γενικεύω
γενικεύσου	=	γενικεύω
γενικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσουνε	=	γενικεύω
γενικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικεύω
γενικεύτηκα	=	γενικεύομαι
γενικεύτηκαν	=	γενικεύω
γενικεύτηκε	=	γενικεύω
γενικεύτηκες	=	γενικεύω
γενικεύω	verb	ξεκινώντας από κάτι ειδικό αναφέρομαι σε ένα γενικότερο θέμα ή βγάζω γενικότερα συμπεράσματα
γενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενικός
γενικολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γενικολογώ
γενικολογία	noun	η γενική και αόριστη αναφορά σε ένα θέμα
γενικολογίας	=	γενικολογία
γενικολογίες	=	γενικολογία
γενικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικολογικό
γενικολογικέ	adj	κλητική ενικού του γενικολογικός
γενικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικολογική
γενικολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενικολογικός
γενικολογικής	adj	γενική ενικού του γενικολογική
γενικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενικολογικός
γενικολογικού	adj	γενική ενικού του γενικολογικός
γενικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενικολογικός
γενικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γενικολογικός
γενικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γενικολογικός
γενικολογιών	=	γενικολογία
γενικολογώ	verb	λέω γενικολογίες
γενικολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γενικολογώ
γενικοσχετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικοσχετικό
γενικοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του γενικότητα
γενικού	adj	γενική ενικού του γενικός
γενικούρα	noun|slang	πρόχειρη και σχετικά αγενής λέξη για τη γενίκευση, την κουραστική ή σκόπιμα αποπροσανατολιστική γενικολογία, με έντονη αρνητική χροιά για το συνομιλητή
γενικούρας	noun	γενική ενικού του γενικούρα
γενικούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικούρα
γενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενικός
γενικό	adj	αιτιατική ενικού του γενικός
γενικόλογα	=	γενικόλογος
γενικόλογε	=	γενικόλογος
γενικόλογες	=	γενικόλογος
γενικόλογη	=	γενικόλογος
γενικόλογης	=	γενικόλογος
γενικόλογο	=	γενικόλογος
γενικόλογοι	=	γενικόλογος
γενικόλογος	adj	που αναφέρεται γενικά και αόριστα σε κάποιο θέμα
γενικόλογου	=	γενικόλογος
γενικόλογους	=	γενικόλογος
γενικόλογων	=	γενικόλογος
γενικός	adj	που αναφέρεται σε όλους ή σχετίζεται με το σύνολο μιας ομάδας	noun	ο κεντρικός διακόπτης του ρεύματος
γενικότατα	=	γενικός
γενικότατε	=	γενικός
γενικότατες	=	γενικός
γενικότατη	=	γενικός
γενικότατης	=	γενικός
γενικότατο	=	γενικός
γενικότατοι	=	γενικός
γενικότατος	=	γενικός
γενικότατου	=	γενικός
γενικότατους	=	γενικός
γενικότατων	=	γενικός
γενικότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γενικότερος	adv	συγκριτικός βαθμός του γενικά / γενικώς
γενικότερε	adj	κλητική ενικού του γενικότερος
γενικότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικότερη
γενικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενικότερος
γενικότερης	adj	γενική ενικού του γενικότερη
γενικότερο	adj	αιτιατική ενικού του γενικότερος
γενικότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενικότερος
γενικότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του γενικός
γενικότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γενικότερος
γενικότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενικότερος
γενικότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γενικότερος
γενικότης	noun	η γενικότητα
γενικότητα	noun	η ασάφεια, η αοριστολογία ή η έκφραση με αόριστο τρόπο, ο μη συγκεκριμένος προσδιορισμός
γενικότητας	noun	γενική ενικού του γενικότητα
γενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενικότητα
γενικών	adj	γενική πληθυντικού του γενικός
γενικώς	adv|formal	γενικά
γενιού	=	γένι
γενιτσάρου	noun	γενική ενικού του γενίτσαρος
γενιτσάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γενίτσαρος
γενιτσάρων	noun	γενική πληθυντικού του γενίτσαρος
γενιτσαρικά	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικέ	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικές	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρική	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικής	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικοί	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του γενιτσαρικός
γενιτσαρικούς	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικό	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρικός	adj	που έχει σχέση με γενίτσαρο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
γενιτσαρικών	=	γενιτσαρικός
γενιτσαρισμέ	noun	κλητική ενικού του γενιτσαρισμός
γενιτσαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενιτσαρισμός
γενιτσαρισμού	noun	γενική ενικού του γενιτσαρισμός
γενιτσαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γενιτσαρισμός
γενιτσαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του γενιτσαρισμός
γενιτσαρισμός	noun	η στρατολόγηση γενιτσάρων
γενιτσαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του γενιτσαρισμός
γενιών	=	γενιά
γεννά	=	γεννάω
γεννάγαμε	=	γεννάω
γεννάγανε	=	γεννάω
γεννάγατε	=	γεννάω
γεννάδα	=	γεννάδας
γεννάδας	noun|literary	ο ευγενής, ο γενναίος
γεννάδες	=	γεννάδας
γεννάδων	=	γεννάδας
γεννάει	=	γεννάω
γεννάμε	=	γεννάω
γεννάν	=	γεννάω
γεννάνε	=	γεννάω
γεννάς	=	γεννάω
γεννάτε	=	γεννάω
γεννάω	verb	φέρνω στον κόσμο μια νέα ζωή
γεννήθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι
γεννήθηκαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι
γεννήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι
γεννήθηκες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του γεννιέμαι
γεννήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέννημα
γεννήματος	noun	γενική ενικού του γέννημα
γεννήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήσαν	=	γεννάω
γεννήσανε	=	γεννάω
γεννήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέννηση
γεννήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γέννηση
γεννήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γέννηση
γεννήσομε	=	γεννάω
γεννήσου	=	γεννάω
γεννήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήσουνε	=	γεννάω
γεννήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήστρα	noun	κατασκευή ή θάλαμος ενυδρείου που χρησιμοποιείται για την ασφαλή γέννηση και προστασία των νεογέννητων ψαριών από τους ενήλικους
γεννήστρας	=	γεννήστρα
γεννήστρες	=	γεννήστρα
γεννήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννώ
γεννήτορα	=	γεννήτορας
γεννήτορας	noun	ο γονιός
γεννήτορες	=	γεννήτορας
γεννήτρα	noun|figurative	αυτή που γεννάει, μάνα
γεννήτρας	=	γεννήτρα
γεννήτρες	=	γεννήτρα
γεννήτρια	noun	συσκευή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος
γεννήτριας	noun	γενική ενικού του γεννήτρια
γεννήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεννήτρια
γενναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενναίος	adv	με γενναιότητα
γενναίας	adj	γενική ενικού του γενναία
γενναίε	adj	γενναίος, στην κλητική του ενικού
γενναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενναία
γενναίο	adj	γενναίος, στην αιτιατική του ενικού
γενναίοι	adj	γενναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
γενναίος	adj	που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, που αντιμετωπίζει τους κινδύνους ή τις αντιξοότητες χωρίς να δειλιάσει, που δείχνει θάρρος και ταυτόχρονα υψηλό ήθος
γενναίου	adj	γενική ενικού του γενναίος
γενναίους	adj	γενναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
γενναίων	adj	γενική πληθυντικού του γενναίος
γενναιοδωρία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του γενναιόδωρου
γενναιοδωρίας	noun	γενική ενικού του γενναιοδωρία
γενναιοδωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενναιοδωρία
γενναιοδώρως	adv	γενναιόδωρα
γενναιοτήτων	=	γενναιότητα
γενναιοφροσυνών	=	γενναιοφροσύνη
γενναιοφροσύνες	=	γενναιοφροσύνη
γενναιοφροσύνη	noun|formal	μεγαλοψυχία, γενναιοδωρία
γενναιοφροσύνης	=	γενναιοφροσύνη
γενναιοφρόνων	=	γενναιόφρων
γενναιοφρόνως	adv	με γενναιοφροσύνη
γενναιοψυχία	noun	η γενναιότητα, το να έχεις γενναία ψυχή
γενναιοψυχίας	noun	γενική ενικού του γενναιοψυχία
γενναιοψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενναιοψυχία
γενναιόδωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενναιόδωρο	adv	με γενναιοδωρία, χωρίς φειδώ, χωρίς τσιγκουνιά
γενναιόδωρε	adj	κλητική ενικού του γενναιόδωρος
γενναιόδωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενναιόδωρη
γενναιόδωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενναιόδωρος
γενναιόδωρης	adj	γενική ενικού του γενναιόδωρη
γενναιόδωρο	adj	αιτιατική ενικού του γενναιόδωρος
γενναιόδωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενναιόδωρος
γενναιόδωρος	adj	αυτός που δίνει περισσότερο από ό,τι είναι αναγκαίο, που δίνει χωρίς να υπολογίζει
γενναιόδωρου	adj	γενική ενικού του γενναιόδωρος
γενναιόδωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενναιόδωρος
γενναιόδωρων	adj	γενική πληθυντικού του γενναιόδωρος
γενναιόκαρδα	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδε	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδες	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδη	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδης	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδο	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδοι	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδος	adj	που έχει γενναία καρδιά, γενναίο φρόνημα
γενναιόκαρδου	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδους	=	γενναιόκαρδος
γενναιόκαρδων	=	γενναιόκαρδος
γενναιότατα	=	γενναίος
γενναιότατε	=	γενναίος
γενναιότατες	=	γενναίος
γενναιότατη	=	γενναίος
γενναιότατης	=	γενναίος
γενναιότατο	=	γενναίος
γενναιότατοι	=	γενναίος
γενναιότατος	=	γενναίος
γενναιότατου	=	γενναίος
γενναιότατους	=	γενναίος
γενναιότατων	=	γενναίος
γενναιότερα	=	γενναίος
γενναιότερε	=	γενναίος
γενναιότερες	=	γενναίος
γενναιότερη	=	γενναίος
γενναιότερης	=	γενναίος
γενναιότερο	=	γενναίος
γενναιότεροι	=	γενναίος
γενναιότερος	=	γενναίος
γενναιότερου	=	γενναίος
γενναιότερους	=	γενναίος
γενναιότερων	=	γενναίος
γενναιότητα	noun	η ιδιότητα του γενναίου
γενναιότητας	noun	γενική ενικού του γενναιότητα
γενναιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενναιότητα
γενναιόφρον	=	γενναιόφρων
γενναιόφρονα	=	γενναιόφρων
γενναιόφρονας	adj|formal	μορφή του γενναιόφρων με νεότερες καταλήξεις: μεγαλόψυχος
γενναιόφρονες	=	γενναιόφρων
γενναιόφρονον	=	γενναιόφρονας
γενναιόφρονος	=	γενναιόφρων
γενναιόφρονων	=	γενναιόφρονας
γενναιόφρων	adj|formal	ο μεγαλόψυχος
γενναιόψυχα	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχε	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχες	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχη	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχης	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχο	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχοι	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχος	adj	γενναίος, που διακρίνεται για τη γενναιότητά του
γενναιόψυχου	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχους	=	γενναιόψυχος
γενναιόψυχων	=	γενναιόψυχος
γεννηθέν	=	γεννηθείς
γεννηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθήκαν	=	γεννάω
γεννηθήκανε	=	γεννάω
γεννηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθείσα	=	γεννηθείς
γεννηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννηθούνε	=	γεννάω
γεννηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννιέμαι
γεννημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γέννημα
γεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεννημένο
γεννημένε	verb	κλητική ενικού του γεννημένος
γεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεννημένη
γεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεννημένος
γεννημένης	verb	γενική ενικού του γεννημένη
γεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του γεννημένος
γεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεννημένος
γεννημένος	verb	που έχει/είχε γεννηθεί
γεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεννημένος
γεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γεννημένος
γεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεννημένος
γεννησιμιού	noun	γενική ενικού του γεννησιμιό
γεννησιμιό	noun	η γέννηση· συνήθως στη φράση από γεννησιμιού (του)
γεννηστρών	=	γεννήστρα
γεννητάτα	noun	πληθυντικός αριθμός του γεννητάτο
γεννητάτο	noun	ιδιότητα εκ γενετής
γεννητάτου	=	γεννητάτο
γεννητάτων	=	γεννητάτο
γεννητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γεννητικός
γεννητικέ	adj	κλητική ενικού του γεννητικός
γεννητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεννητική
γεννητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεννητικός
γεννητικής	adj	γενική ενικού του γεννητική
γεννητικη	=	γεννητικός
γεννητικο	=	γεννητικός
γεννητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεννητικός
γεννητικοτήτων	=	γεννητικότητα
γεννητικού	adj	γενική ενικού του γεννητικός
γεννητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεννητικός
γεννητικό	adj	αιτιατική ενικού του γεννητικός
γεννητικός	adj	που αναφέρεται στην διαδικασία της σεξουαλικής αναπαραγωγής
γεννητικότης	noun	η γεννητικότητα
γεννητικότητα	noun	ο λόγος των ετήσιων γεννήσεων προς τον πληθυσμό μιας χώρας
γεννητικότητας	noun	γενική ενικού του γεννητικότητα
γεννητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεννητικότητα
γεννητικών	adj	γενική πληθυντικού του γεννητικός
γεννητούρια	noun	η γέννηση ενός μωρού
γεννητριών	noun	γενική πληθυντικού του γεννήτρια
γεννητόρων	=	γεννήτορας
γεννιέμαι	verb	έρχομαι στη ζωή με τη διαδικασία του τοκετού
γεννιέσαι	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γεννιέμαι
γεννιέστε	=	γεννάω
γεννιέται	=	γεννάω
γεννιούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του γεννώ
γεννιούνταν	=	γεννάω
γεννιόμασταν	=	γεννάω
γεννιόμαστε	=	γεννάω
γεννιόμουν	=	γεννάω
γεννιόμουνα	=	γεννάω
γεννιόνται	=	γεννάω
γεννιόνταν	=	γεννάω
γεννιόντανε	=	γεννάω
γεννιόντουσαν	=	γεννάω
γεννιόσασταν	=	γεννάω
γεννιόσαστε	=	γεννάω
γεννιόσουν	=	γεννάω
γεννιόσουνα	=	γεννάω
γεννιόταν	=	γεννάω
γεννιότανε	=	γεννάω
γεννοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεννοβολώ
γεννοβολώ	verb	γεννώ πολλά παιδιά και πολύ συχνά
γεννοφάσκια	noun	οι φασκιές του νεογγένητου, συνήθως στην έκφραση από τα γεννοφάσκια μου (σου, του, κλπ)
γεννούμε	=	γεννάω
γεννούν	=	γεννάω
γεννούνε	=	γεννάω
γεννούσα	=	γεννάω
γεννούσαμε	=	γεννάω
γεννούσαν	=	γεννάω
γεννούσανε	=	γεννάω
γεννούσατε	=	γεννάω
γεννούσε	=	γεννάω
γεννούσες	=	γεννάω
γεννώ	verb	άλλη μορφή του γεννάω
γεννών	=	γέννα
γεννώντας	=	γεννάω
γενοβέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενοβέζικο
γενοβέζικε	adj	κλητική ενικού του γενοβέζικος
γενοβέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενοβέζικη
γενοβέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενοβέζικος
γενοβέζικης	adj	γενική ενικού του γενοβέζικη
γενοβέζικο	adj	αιτιατική ενικού του γενοβέζικος
γενοβέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενοβέζικος
γενοβέζικος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην ή προέρχεται από τη Γένοβα της Ιταλίας
γενοβέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γενοβέζικος
γενοβέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενοβέζικος
γενοβέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γενοβέζικος
γενοκτονία	noun	η συστηματική, σκόπιμη και μαζική εξόντωση και αφανισμός ενός ολόκληρου έθνους ή φυλετικής ομάδας (με δολοφονίες, πρόκληση σωματικών ή ψυχικών τραυμάτων, εμποδισμό των γεννήσεων, εκτοπισμό κ.ά.)
γενοκτονίας	noun	γενική ενικού του γενοκτονία
γενοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενοκτονία
γενοκτονικά	=	γενοκτονικός
γενοκτονικέ	=	γενοκτονικός
γενοκτονικές	=	γενοκτονικός
γενοκτονική	=	γενοκτονικός
γενοκτονικής	=	γενοκτονικός
γενοκτονικοί	=	γενοκτονικός
γενοκτονικού	=	γενοκτονικός
γενοκτονικούς	=	γενοκτονικός
γενοκτονικό	=	γενοκτονικός
γενοκτονικός	adj	που έχει σχέση με τη γενοκτονία ή αναφέρεται σʼ αυτή
γενοκτονικών	=	γενοκτονικός
γενοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του γενοκτονία
γενοκτόνε	=	γενοκτόνος
γενοκτόνο	=	γενοκτόνος
γενοκτόνοι	=	γενοκτόνος
γενοκτόνος	noun	αυτός που έχει προβεί σε γενοκτονία
γενοκτόνου	=	γενοκτόνος
γενοκτόνους	=	γενοκτόνος
γενοκτόνων	=	γενοκτόνος
γενομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενομικό
γενομικέ	adj	κλητική ενικού του γενομικός
γενομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενομική
γενομική	noun	η καταγραφή, χαρτογράφηση και μελέτη του συνόλου των γονιδίων ενός οργανισμού
γενομικής	adj	γενική ενικού του γενομική
γενομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενομικός
γενομικού	adj	γενική ενικού του γενομικός
γενομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενομικός
γενομικό	adj	αιτιατική ενικού του γενομικός
γενομικός	adj	που έχει σχέση με το γονιδίωμα ή τη γονιδιωματική ή αναφέρεται σ' αυτά
γενομικών	adj	γενική πληθυντικού του γενομικός
γενοτύπου	=	γενότυπος
γενοτύπους	=	γενότυπος
γενοτύπων	=	γενότυπος
γενούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενούνε	=	γίνομαι
γεντιανές	=	γεντιανή
γεντιανή	noun	ποώδες φυτό (της οικογένειας Gentianaceae) ορεινών κυρίως περιοχών με έντονα χρώματα ανθέων και ρίζα πικρή, γνωστή για τη χρήση της ως τονωτικό και φαρμακευτικό μέσο
γεντιανής	=	γεντιανή
γεντιανών	=	γεντιανή
γενωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γένωμα
γενόμενα	=	γενόμενος
γενόμενε	=	γενόμενος
γενόμενες	=	γενόμενος
γενόμενη	=	γενόμενος
γενόμενης	=	γενόμενος
γενόμενο	=	γενόμενος
γενόμενοι	=	γενόμενος
γενόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος γίνομαι
γενόμενου	=	γενόμενος
γενόμενους	=	γενόμενος
γενόμενων	=	γενόμενος
γενόμουν	=	γένομαι
γενόσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενόσημο
γενόσημε	adj	κλητική ενικού του γενόσημος
γενόσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γενόσημη
γενόσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γενόσημος
γενόσημης	adj	γενική ενικού του γενόσημη
γενόσημο	noun	το φάρμακο με όμοια ποσοτική και ποιοτική σύνθεση και δραστικότητα με άλλο φάρμακο, του οποίου έχουν λήξει τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας (πατέντα)
γενόσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γενόσημος
γενόσημος	adj	που έχει σχέση με τα γενόσημα ή αναφέρεται σ' αυτά
γενόσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γενόσημος
γενόσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γενόσημος
γενόσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γενόσημος
γενότυπε	=	γενότυπος
γενότυπο	=	γενότυπος
γενότυποι	=	γενότυπος
γενότυπος	noun	άλλη μορφή του γονότυπος
γενότυπου	=	γενότυπος
γενότυπους	=	γενότυπος
γενότυπων	=	γενότυπος
γενώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γένομαι
γενώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γένωμα
γενώματος	noun	γενική ενικού του γένωμα
γενών	noun	γενική πληθυντικού του γένος
γερά	adv	σταθερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερό
γεράκι	noun	γενική ονομασία αρπαχτικών ημερόβιων πτηνών με γαμψά νύχια και ράμφος, μακριές φτερούγες και οξύτατη όραση
γεράκια	=	γεράκι
γεράκων	=	γέρακας
γεράματα	noun	η γεροντική ηλικία
γεράνι	noun	μικρό καλλωπιστικό ποώδες φυτό (λατινικό όνομα Pelargonium zonale) με πλατιά οδοντωτά νεφροειδή φύλλα και άσπρα, ροζ ή κόκκινα άνθη.
γεράνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεράνι
γεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσαν	=	γερνάω
γεράσανε	=	γερνάω
γεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γέρασμα
γεράσματος	noun	γενική ενικού του γέρασμα
γεράσομε	=	γερνάω
γεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσουνε	=	γερνάω
γεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερνώ
γερέ	adj	κλητική ενικού του γερός
γερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερή
γερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψαν	=	γερεύω
γερέψανε	=	γερεύω
γερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερέψτε	=	γερεύω
γερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γερεύω
γερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερός
γερής	adj	γενική ενικού του γερή
γεραίρω	verb	συγχαίρω
γεραιέ	adj	κλητική ενικού του γεραιός
γεραιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεραιή
γεραιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεραιός
γεραιής	adj	γενική ενικού του γεραιή
γεραιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεραιός
γεραιού	adj	γενική ενικού του γεραιός
γεραιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεραιός
γεραιό	adj	αιτιατική ενικού του γεραιός
γεραιών	adj	γενική πληθυντικού του γεραιός
γερακάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γερακάρης
γερακάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερακάρης
γερακάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του γερακάρης
γερακάρης	noun	ο εκπαιδευτής γερακιών
γερακίνα	noun	το θηλυκό γεράκι
γερακίνας	=	γερακίνα
γερακίνες	=	γερακίνα
γερακίνων	=	γερακίνα
γερακίσια	=	γερακίσιος
γερακίσιας	=	γερακίσιος
γερακίσιε	=	γερακίσιος
γερακίσιες	=	γερακίσιος
γερακίσιο	=	γερακίσιος
γερακίσιοι	=	γερακίσιος
γερακίσιος	adj	που έχει σχέση με γεράκι, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
γερακίσιου	=	γερακίσιος
γερακίσιους	=	γερακίσιος
γερακίσιων	=	γερακίσιος
γερακαετέ	=	γερακαετός
γερακαετοί	=	γερακαετός
γερακαετού	=	γερακαετός
γερακαετούς	=	γερακαετός
γερακαετό	=	γερακαετός
γερακαετός	noun	είδος αετού
γερακαετών	=	γερακαετός
γερακαριώτικα	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικε	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικες	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικη	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικης	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικο	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικοι	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Γερακάρι ή τους κατοίκους του
γερακαριώτικου	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικους	=	γερακαριώτικος
γερακαριώτικων	=	γερακαριώτικος
γερακιού	noun	γενική ενικού του γεράκι
γερακιών	=	γεράκι
γεραμάτων	=	γεράματα
γερανέ	noun	κλητική ενικού του γερανός
γερανίστα	=	γερανίστας
γερανίστας	noun	χειριστής γερανού / γερανογέφυρας
γερανίστες	=	γερανίστας
γερανατζής	noun	ο ιδιοκτήτης ή οδηγός γερανοφόρου οχήματος
γερανιού	=	γεράνι
γερανιστών	=	γερανίστας
γερανιών	=	γεράνι
γερανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερανός
γερανογέφυρα	noun	σύνθετο ανυψωτικό μηχάνημα για τη μετακίνηση φορτίων σε έναν χώρο σχήματος ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου· στις δύο απέναντι πλευρές (πχ τοίχους) αυτού του χώρου είναι στερεωμένες ψηλά ράγες πάνω στις οποίες μπορούν να κινηθούν μία ή δύο δοκοί· από τις δοκούς κρέμεται ένας γερανός που μπορεί να μετακινηθεί κατά μήκος αυτών· έτσι το σύστημα μπορεί να κινηθεί οριζοντίως και καθέτως στο σύνολο του χώρου για να μετακινήσει φορτία μέσα σε αυτόν
γερανογέφυρας	noun	γενική ενικού του γερανογέφυρα
γερανογέφυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερανογέφυρα
γερανογεφυρών	noun	γενική πληθυντικού του γερανογέφυρα
γερανοφόρα	=	γερανοφόρος
γερανοφόρας	=	γερανοφόρος
γερανοφόρε	=	γερανοφόρος
γερανοφόρες	=	γερανοφόρος
γερανοφόρο	=	γερανοφόρος
γερανοφόροι	=	γερανοφόρος
γερανοφόρος	adj	που φέρει γερανό ή γερανούς
γερανοφόρου	=	γερανοφόρος
γερανοφόρους	=	γερανοφόρος
γερανοφόρων	=	γερανοφόρος
γερανού	noun	γενική ενικού του γερανός
γερανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γερανός
γερανό	noun	αιτιατική ενικού του γερανός
γερανός	noun	μεγαλόσωμο υδρόβιο πτηνό με μακριά πόδια, μακρύ ράμφος και λαιμό
γερανών	noun	γενική πληθυντικού του γερανός
γεραρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεραρό
γεραράς	=	γεραρός
γεραρέ	adj	κλητική ενικού του γεραρός
γεραρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεραρή
γεραρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεραρός
γεραρής	adj	γενική ενικού του γεραρή
γεραροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεραρός
γεραρού	adj	γενική ενικού του γεραρός
γεραρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεραρός
γεραρό	adj	αιτιατική ενικού του γεραρός
γεραρός	adj|archaic	αξιοσέβαστος, σεβαστός
γεραρών	adj	γενική πληθυντικού του γεραρός
γερασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γέρασμα
γερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερασμένο
γερασμένε	verb	κλητική ενικού του γερασμένος
γερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερασμένη
γερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερασμένος
γερασμένης	verb	γενική ενικού του γερασμένη
γερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γερασμένος
γερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερασμένος
γερασμένος	verb	που έχει γεράσει
γερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γερασμένος
γερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γερασμένος
γερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γερασμένος
γερατειά	noun	τα γηρατειά, τα γεράματα, η γεροντική ηλικία
γερατειών	=	γερατειά
γερεύαμε	=	γερεύω
γερεύαν	=	γερεύω
γερεύανε	=	γερεύω
γερεύατε	=	γερεύω
γερεύει	=	γερεύω
γερεύεις	=	γερεύω
γερεύετε	=	γερεύω
γερεύοντας	=	γερεύω
γερεύουμε	=	γερεύω
γερεύουν	=	γερεύω
γερεύουνε	=	γερεύω
γερεύω	verb	γίνομαι καλά, συνέρχομαι μετά από ασθένεια, αναρρώνω
γερμά	=	γερμάς
γερμάδες	=	γερμάς
γερμάδων	=	γερμάς
γερμάνιο	noun	χημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομικό αριθμό 32 και χημικό σύμβολο το Ge
γερμάς	noun	άλλη μορφή του γιαρμάς
γερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γέρμα
γερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμένο
γερμένε	verb	κλητική ενικού του γερμένος
γερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμένη
γερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερμένος
γερμένης	verb	γενική ενικού του γερμένη
γερμένο	verb	αιτιατική ενικού του γερμένος
γερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμένος
γερμένος	verb	που έχει γείρει
γερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γερμένος
γερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γερμένος
γερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γερμένος
γερμανέ	=	γερμανός
γερμανίδα	=	γερμανός
γερμανίου	noun	γενική ενικού του γερμάνιο
γερμαναράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμαναράς
γερμαναράς	noun	Γερμανός
γερμανικά	adv	χρησιμοποιώντας τη γερμανική γλώσσα	noun	η γερμανική γλώσσα
γερμανικέ	adj	κλητική ενικού του γερμανικός
γερμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανική
γερμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερμανικός
γερμανικής	adj	γενική ενικού του γερμανική
γερμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανικός
γερμανικού	adj	γενική ενικού του γερμανικός
γερμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γερμανικός
γερμανικό	adj	αιτιατική ενικού του γερμανικός	noun|slang	η σκοπιά 2:00 π.μ. - 4:00 π.μ. (δηλαδή μετά τα μεσάνυχτα και προ μεσημβρίας)
γερμανικός	adj	σχετικός με τη Γερμανία ή τους Γερμανούς, ή που αναφέρεται σε αυτά
γερμανικών	adj	γενική πληθυντικού του γερμανικός
γερμανιούχα	=	γερμανιούχος
γερμανιούχας	=	γερμανιούχος
γερμανιούχε	=	γερμανιούχος
γερμανιούχες	=	γερμανιούχος
γερμανιούχο	=	γερμανιούχος
γερμανιούχοι	=	γερμανιούχος
γερμανιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο γερμανίου
γερμανιούχου	=	γερμανιούχος
γερμανιούχους	=	γερμανιούχος
γερμανιούχων	=	γερμανιούχος
γερμανισμέ	noun	κλητική ενικού του γερμανισμός
γερμανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανισμός
γερμανισμού	noun	γενική ενικού του γερμανισμός
γερμανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γερμανισμός
γερμανισμό	noun	αιτιατική ενικού του γερμανισμός
γερμανισμός	noun	το σύνολο των Γερμανών, κυρίως ως προς τα κοινά τους πολιτισμικά και άλλα στοιχεία και χαρακτηριστικά
γερμανισμών	noun	γενική πληθυντικού του γερμανισμός
γερμανιών	noun	γενική πληθυντικού του Γερμανία
γερμανοί	=	γερμανός
γερμανοδουλόφρονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανοδουλόφρονας
γερμανοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανοκίνητος
γερμανολάγνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανολάγνος
γερμανολιγούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανολιγούρης
γερμανομάθεια	noun	η γνώση της γερμανικής γλώσσας
γερμανομάθειας	noun	γενική ενικού του γερμανομάθεια
γερμανομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανομάθεια
γερμανομαθές	=	γερμανομαθής
γερμανομαθή	=	γερμανομαθής
γερμανομαθής	adj	αυτός που γνωρίζει τη γερμανική γλώσσα
γερμανομαθείς	=	γερμανομαθής
γερμανομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του γερμανομάθεια
γερμανομαθούς	=	γερμανομαθής
γερμανομαθών	=	γερμανομαθής
γερμανομαντούροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανομαντούρος
γερμανοποιημένα	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένε	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένες	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένη	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένης	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένο	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένοι	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένος	adj	που έχει γαλουχηθεί με τη γερμανική κουλτούρα ή έχει μεγαλώσει στη Γερμανία
γερμανοποιημένου	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένους	=	γερμανοποιημένος
γερμανοποιημένων	=	γερμανοποιημένος
γερμανοτραφές	=	γερμανοτραφής
γερμανοτραφή	=	γερμανοτραφής
γερμανοτραφής	adj	που έχει γαλουχηθεί με τη γερμανική κουλτούρα
γερμανοτραφείς	=	γερμανοτραφής
γερμανοτραφούς	=	γερμανοτραφής
γερμανοτραφών	=	γερμανοτραφής
γερμανοτσολιά	=	γερμανοτσολιάς
γερμανοτσολιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανοτσολιάς
γερμανοτσολιάδων	=	γερμανοτσολιάς
γερμανοτσολιάς	noun	μέλος στα τάγματα ασφαλείας που συνεργάστηκαν με τους γερμανούς ναζί στην περίδο της Κατοχής στην Ελλάδα
γερμανοφασίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανοφασίστας
γερμανοφιλία	noun	τα φιλικά συναισθήματα για τη Γερμανία, το γερμανικό λαό και πολιτισμό
γερμανοφιλίας	=	γερμανοφιλία
γερμανοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανοφιλία
γερμανοφιλιών	=	γερμανοφιλία
γερμανοφονιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερμανοφονιάς
γερμανοϊταλικά	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικέ	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικές	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλική	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γερμανοϊταλική) του γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικοί	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικού	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικούς	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικό	=	γερμανοϊταλικός
γερμανοϊταλικός	adj	που έχει σχέση με τη Γερμανία και την Ιταλία ή με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
γερμανοϊταλικών	=	γερμανοϊταλικός
γερμανού	=	γερμανός
γερμανούς	=	γερμανός
γερμανό	=	γερμανός
γερμανόδουλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανόδουλος
γερμανός	noun	ο Γερμανός
γερμανόφιλα	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλε	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλες	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλη	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλης	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλο	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανόφιλος
γερμανόφιλος	adj	που τρέφει φιλικά αισθήματα και θαυμασμό για τη Γερμανία, το λαό της και τον πολιτισμό της ή υποστηρίζει τη γερμανική πολιτική και τα γερμανικά συμφέροντα
γερμανόφιλου	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλους	=	γερμανόφιλος
γερμανόφιλων	=	γερμανόφιλος
γερμανόφωνα	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνε	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνες	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνη	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνης	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνο	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερμανόφωνος
γερμανόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα γερμανικά
γερμανόφωνου	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνους	=	γερμανόφωνος
γερμανόφωνων	=	γερμανόφωνος
γερμανών	=	γερμανός
γερνά	=	γερνάω
γερνάγαμε	=	γερνάω
γερνάγανε	=	γερνάω
γερνάγατε	=	γερνάω
γερνάει	=	γερνάω
γερνάμε	=	γερνάω
γερνάν	=	γερνάω
γερνάνε	=	γερνάω
γερνάς	=	γερνάω
γερνάτε	=	γερνάω
γερνάω	verb	γίνομαι γέρος
γερνούμε	=	γερνάω
γερνούν	=	γερνάω
γερνούνε	=	γερνάω
γερνούσα	=	γερνάω
γερνούσαμε	=	γερνάω
γερνούσαν	=	γερνάω
γερνούσανε	=	γερνάω
γερνούσατε	=	γερνάω
γερνούσε	=	γερνάω
γερνούσες	=	γερνάω
γερνώ	verb	άλλη μορφή του γερνάω
γερνώντας	=	γερνάω
γεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερός
γεροβολιά	noun	άλλη μορφή του γυροβολιά
γεροβολιάς	=	γεροβολιά
γεροβολιές	=	γεροβολιά
γεροβολιών	=	γεροβολιά
γερογκρινιάρα	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρας	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρες	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρη	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρηδες	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρηδων	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρης	adj	που γκρινιάζει συνεχώς
γερογκρινιάρικα	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρικο	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρικου	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρικων	=	γερογκρινιάρης
γερογκρινιάρο	=	γερογκρινιάρης
γεροδεμένα	=	γεροδεμένος
γεροδεμένε	=	γεροδεμένος
γεροδεμένες	=	γεροδεμένος
γεροδεμένη	=	γεροδεμένος
γεροδεμένης	=	γεροδεμένος
γεροδεμένο	=	γεροδεμένος
γεροδεμένοι	=	γεροδεμένος
γεροδεμένος	verb	που έχει μυώδες, γυμνασμένο σώμα
γεροδεμένου	=	γεροδεμένος
γεροδεμένους	=	γεροδεμένος
γεροδεμένων	=	γεροδεμένος
γεροκομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεροκομώ
γεροκομείο	=	γηροκομείο
γεροκομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροκομημένο
γεροκομημένε	verb	κλητική ενικού του γεροκομημένος
γεροκομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροκομημένη
γεροκομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεροκομημένος
γεροκομημένης	verb	γενική ενικού του γεροκομημένη
γεροκομημένο	verb	αιτιατική ενικού του γεροκομημένος
γεροκομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροκομημένος
γεροκομημένος	=	γηροκομημένος
γεροκομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεροκομημένος
γεροκομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γεροκομημένος
γεροκομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεροκομημένος
γεροκομώ	verb	φροντίζω έναν ηλικιωμένο, συνήθως της οικογένειάς μου
γεροκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γεροκομώ
γεροκούσαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροκούσαλο
γεροκούσαλο	noun	γέρος που υποφέρει απ’ τα γηρατειά και δεν επικοινωνεί καλά με το περιβάλλον του
γεροκούσαλου	noun	γενική ενικού του γεροκούσαλο
γεροκούσαλων	noun	γενική πληθυντικού του γεροκούσαλο
γερομπαμπαλή	=	γερομπαμπαλής
γερομπαμπαλήδες	=	γερομπαμπαλής
γερομπαμπαλήδων	=	γερομπαμπαλής
γερομπαμπαλής	noun	ξεμωραμένος ηλικιωμένος που συχνά συμπεριφέρεται ανόητα
γερομπισμπίκη	=	γερομπισμπίκης
γερομπισμπίκηδες	=	γερομπισμπίκης
γερομπισμπίκηδων	=	γερομπισμπίκης
γερομπισμπίκης	noun	γέρος κακότροπος ή δύστροπος, που συνήθως κυνηγάει ερωτικά μικρότερης ηλικίας γυναίκες
γεροντάκι	noun	ένας αδύναμος γέροντας
γεροντάκια	=	γεροντάκι
γεροντάκο	noun	αιτιατική ενικού του γεροντάκος
γεροντάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντάκος
γεροντάκος	noun	γέροντας
γεροντάκου	noun	γενική ενικού του γεροντάκος
γεροντάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεροντάκος
γεροντάκων	noun	γενική πληθυντικού του γεροντάκος
γεροντάματα	noun	η γεροντική ηλικία
γεροντία	noun	ο ηγούμενος και το ηγουμενικό συμβούλιο ενός μοναστηριού
γεροντίας	=	γεροντία
γεροντίαση	noun	άλλη μορφή του γεροντισμός
γεροντίασης	noun	γενική ενικού του γεροντίαση
γεροντίες	=	γεροντία
γεροντίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντίστικο
γεροντίστικε	adj	κλητική ενικού του γεροντίστικος
γεροντίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντίστικη
γεροντίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεροντίστικος
γεροντίστικης	adj	γενική ενικού του γεροντίστικη
γεροντίστικο	adj	αιτιατική ενικού του γεροντίστικος
γεροντίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντίστικος
γεροντίστικος	adj	που χαρακτηρίζει ένα γέροντα (αλλά πιθανόν λέγεται και για κάποιον νεότερο)
γεροντίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεροντίστικος
γεροντίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεροντίστικος
γεροντίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεροντίστικος
γεροντιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντίαση
γεροντιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του γεροντίαση
γεροντιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του γεροντίαση
γεροντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντικό	adv	με τρόπο που χαρακτηρίζει άτομα προχωρημένης ηλικίας
γεροντικέ	adj	κλητική ενικού του γεροντικός
γεροντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντική
γεροντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεροντικός
γεροντικής	adj	γενική ενικού του γεροντική
γεροντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντικός
γεροντικού	adj	γενική ενικού του γεροντικός
γεροντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεροντικός
γεροντικό	adj	αιτιατική ενικού του γεροντικός
γεροντικός	adj	σχετικός με τα γερατειά ή τους γέροντες
γεροντικών	adj	γενική πληθυντικού του γεροντικός
γεροντισμέ	noun	κλητική ενικού του γεροντισμός
γεροντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντισμός
γεροντισμού	noun	γενική ενικού του γεροντισμός
γεροντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεροντισμός
γεροντισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεροντισμός
γεροντισμός	noun	η πρόωρη εμφάνιση χαρακτηριστικών γέρου σε άτομα νεαρής ηλικίας
γεροντισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντισμός
γεροντισσών	noun	γενική πληθυντικού του γερόντισσα
γεροντιών	=	γεροντία
γεροντοέρωτα	=	γεροντοέρωτας
γεροντοέρωτας	noun	έρωτας μεγάλου σε ηλικία ατόμου προς άλλο άτομο
γεροντοέρωτες	=	γεροντοέρωτας
γεροντοερώτων	=	γεροντοέρωτας
γεροντοκοριλίκι	noun	ο γεροντοκορισμός
γεροντοκοριλίκια	=	γεροντοκοριλίκι
γεροντοκοριλικιού	=	γεροντοκοριλίκι
γεροντοκοριλικιών	=	γεροντοκοριλίκι
γεροντοκορισμέ	noun	κλητική ενικού του γεροντοκορισμός
γεροντοκορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντοκορισμός
γεροντοκορισμού	noun	γενική ενικού του γεροντοκορισμός
γεροντοκορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεροντοκορισμός
γεροντοκορισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεροντοκορισμός
γεροντοκορισμός	noun	η κατάσταση της γεροντοκόρης κυρίως τον περασμένο αιώνα, η μοναξιά, η έλλειψη απογόνων, η στέρηση της οικογενειακής χαράς και κοινωνικής ένταξης, συχνά η στρυφνάδα, ο πουριτανισμός, η παραξενιά ή και ο φθόνος, η πικρία
γεροντοκορισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντοκορισμός
γεροντοκορών	=	γεροντοκόρη
γεροντοκρατία	noun	η κυριαρχία στην πολιτική εξουσία και το δημόσιο χώρο ατόμων της τρίτης ηλικίας, η οποία έχει ως επακόλουθο την επικράτηση του συντηρητισμού, την ανάσχεση της προόδου, την αύξηση της ανεργίας των νέων και μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις
γεροντοκρατίας	noun	γενική ενικού του γεροντοκρατία
γεροντοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντοκρατία
γεροντοκρατείται	=	γεροντοκρατούμαι
γεροντοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντοκρατία
γεροντοκρατούμαι	verb|formal	όταν η εξουσία ανήκει σε άτομα της τρίτης ηλικίας
γεροντοκόρα	=	γεροντοκόρος
γεροντοκόρε	=	γεροντοκόρος
γεροντοκόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντοκόρη
γεροντοκόρη	noun	η ώριμη γυναίκα που δεν έχει παντρευτεί
γεροντοκόρης	=	γεροντοκόρη
γεροντοκόρο	=	γεροντοκόρος
γεροντοκόροι	=	γεροντοκόρος
γεροντοκόρος	noun	ανύπαντρος άνδρας που βρίσκεται στη μέση ή τρίτη ηλικία
γεροντοκόρου	=	γεροντοκόρος
γεροντοκόρους	=	γεροντοκόρος
γεροντοκόρων	=	γεροντοκόρος
γεροντολάγνε	=	γεροντολάγνος
γεροντολάγνο	=	γεροντολάγνος
γεροντολάγνοι	=	γεροντολάγνος
γεροντολάγνος	noun	άτομο που αισθάνεται έντονη ερωτική έλξη προς άτομα σημαντικά μεγαλύτερης ηλικίας
γεροντολάγνου	noun	γενική ενικού του γεροντολάγνος
γεροντολάγνους	=	γεροντολάγνος
γεροντολάγνων	=	γεροντολάγνος
γεροντολαγνία	noun|slang	η ιδιότητα του γεροντολάγνου
γεροντολαγνίας	=	γεροντολαγνία
γεροντολαγνίες	=	γεροντολαγνία
γεροντολαγνεία	noun	η ιδιότητα του γεροντολάγνου
γεροντολαγνείας	=	γεροντολαγνεία
γεροντολαγνείες	=	γεροντολαγνεία
γεροντολαγνειών	=	γεροντολαγνεία
γεροντολαγνιών	=	γεροντολαγνία
γεροντολογία	noun	η μελέτη των ηλικιωμένων και της διαδικασίας της γήρανσης από βιολογική, κοινωνική, οικονομική άποψη.
γεροντολογίας	noun	γενική ενικού του γεροντολογία
γεροντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντολογία
γεροντολογικά	=	γεροντολογικός
γεροντολογικέ	=	γεροντολογικός
γεροντολογικές	=	γεροντολογικός
γεροντολογική	=	γεροντολογικός
γεροντολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γεροντολογική) του γεροντολογικός
γεροντολογικοί	=	γεροντολογικός
γεροντολογικού	=	γεροντολογικός
γεροντολογικούς	=	γεροντολογικός
γεροντολογικό	=	γεροντολογικός
γεροντολογικός	adj	σχετικός με την γεροντολογία
γεροντολογικών	=	γεροντολογικός
γεροντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντολογία
γεροντολόγε	noun	κλητική ενικού του γεροντολόγος
γεροντολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γεροντολόγος
γεροντολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντολόγος
γεροντολόγος	noun	γιατρός που πήρε ειδικότητα στη γεροντολογία, γιατρός ειδικός στην αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας κατά την τρίτη ηλικία
γεροντολόγου	noun	γενική ενικού του γεροντολόγος
γεροντολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεροντολόγος
γεροντολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γεροντολόγος
γεροντομορφία	noun	ο γεροντισμός
γεροντομορφίας	noun	γενική ενικού του γεροντομορφία
γεροντομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντομορφία
γεροντομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του γεροντομορφισμός
γεροντομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντομορφισμός
γεροντομορφισμού	noun	γενική ενικού του γεροντομορφισμός
γεροντομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεροντομορφισμός
γεροντομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεροντομορφισμός
γεροντομορφισμός	noun	ο γεροντισμός
γεροντομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντομορφισμός
γεροντομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντομορφία
γεροντομπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντομπασμένο
γεροντομπασμένε	verb	κλητική ενικού του γεροντομπασμένος
γεροντομπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντομπασμένη
γεροντομπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεροντομπασμένος
γεροντομπασμένης	verb	γενική ενικού του γεροντομπασμένη
γεροντομπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γεροντομπασμένος
γεροντομπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροντομπασμένος
γεροντομπασμένος	verb	που έχει μπει στη γεροντική ηλικία, έχει φτάσει σ’ αυτήν
γεροντομπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεροντομπασμένος
γεροντομπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γεροντομπασμένος
γεροντομπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεροντομπασμένος
γεροντοπαλίκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντοπαλίκαρο
γεροντοπαλίκαρο	noun	άντρας που παραμένει άγαμος σε ώριμη ηλικία
γεροντοπαλίκαρου	noun	γενική ενικού του γεροντοπαλίκαρο
γεροντοπαλίκαρων	noun	γενική πληθυντικού του γεροντοπαλίκαρο
γεροντοπιάσματα	=	γεροντόπιασμα
γεροντοπιάσματος	=	γεροντόπιασμα
γεροντοπιασμάτων	=	γεροντόπιασμα
γεροντοφιλία	noun	η αναζήτηση ηλικιωμένου ερωτικού συντρόφου
γεροντοφιλίας	noun	γενική ενικού του γεροντοφιλία
γεροντοφιλίες	=	γεροντοφιλία
γεροντοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του γεροντοφιλία
γεροντόπαχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροντόπαχο
γεροντόπαχο	noun	το πάχος, ιδίως στην κοιλιά, ως ένδειξη γήρατος
γεροντόπαχου	noun	γενική ενικού του γεροντόπαχο
γεροντόπαχων	noun	γενική πληθυντικού του γεροντόπαχο
γεροντόπιασμα	noun|literary	παιδί που αποκτήθηκε από ηλικιωμένο πατέρα
γεροντόφιλα	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλε	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλες	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλη	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλης	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλο	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλοι	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλος	adj	αυτός ο οποίος έλκεται σεξουαλικά από ηλικιωμένους
γεροντόφιλου	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλους	=	γεροντόφιλος
γεροντόφιλων	=	γεροντόφιλος
γεροξεκούτα	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτας	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτες	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτη	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτηδες	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτηδων	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτης	adj	ο ηλικιωμένος που τα έχει χάσει, ο μεγάλης ηλικίας άνδρας ή γυναίκα των οποίων οι πνευματικές λειτουργίες πλέον υπολείπονται
γεροξεκούτικα	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτικο	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτικου	=	γεροξεκούτης
γεροξεκούτικων	=	γεροξεκούτης
γεροξούρα	=	γεροξούρας
γεροξούρας	noun	γέρος (που εκνευρίζεται και γκρινιάζει με το παραμικρό)
γεροξούρες	=	γεροξούρας
γεροξούρη	=	γεροξούρης
γεροξούρηδες	=	γεροξούρης
γεροξούρηδων	=	γεροξούρης
γεροξούρης	noun	άλλη μορφή του γεροξούρας
γεροπαράξενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροπαράξενο
γεροπαράξενε	adj	κλητική ενικού του γεροπαράξενος
γεροπαράξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεροπαράξενη
γεροπαράξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεροπαράξενος
γεροπαράξενης	adj	γενική ενικού του γεροπαράξενη
γεροπαράξενο	adj	αιτιατική ενικού του γεροπαράξενος
γεροπαράξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεροπαράξενος
γεροπαράξενος	adj	που έχει πολλές παράξενες ή ιδιότροπες συμπεριφορές
γεροπαράξενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεροπαράξενος
γεροπαράξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεροπαράξενος
γεροπαράξενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεροπαράξενος
γεροπαραλυμένα	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένε	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένες	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένη	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένης	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένο	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένοι	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένος	verb	ο έκφυλος γέρος
γεροπαραλυμένου	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένους	=	γεροπαραλυμένος
γεροπαραλυμένων	=	γεροπαραλυμένος
γεροσυνών	=	γεροσύνη
γεροσύνες	=	γεροσύνη
γεροσύνη	noun|formal	τα γηρατειά, τα γεράματα
γεροσύνης	=	γεροσύνη
γερουλιού	=	γερούλι
γερουλιών	=	γερούλι
γερουνδίου	noun	γενική ενικού του γερούνδιο
γερουνδίων	noun	γενική πληθυντικού του γερούνδιο
γερουνδιακά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουνδιακό
γερουνδιακέ	adj	κλητική ενικού του γερουνδιακός
γερουνδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουνδιακή
γερουνδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερουνδιακός
γερουνδιακής	adj	γενική ενικού του γερουνδιακή
γερουνδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερουνδιακός
γερουνδιακού	noun	γενική ενικού του γερουνδιακό
γερουνδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γερουνδιακός
γερουνδιακό	noun	λατινικό ρηματικό επίθετο που δηλώνει ότι πρέπει ή αξίζει να γίνει αυτό που εκφράζει το ρήμα από το οποίο προέρχεται
γερουνδιακός	adj	σχετικός με το γερούνδιο, που αφορά το γερούνδιο
γερουνδιακών	noun	γενική πληθυντικού του γερουνδιακό
γερουσία	noun	πολιτικό σώμα από γέροντες, σε αρχαίες αλλά και μεσαιωνικές πόλεις, στο οποίο συμμετείχαν "οι ηλικίαν έχοντες" ή πρεσβύτεροι.
γερουσίας	noun	γενική ενικού του γερουσία
γερουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουσία
γερουσιάστρια	noun	θηλυκό του γερουσιαστής
γερουσιάστριας	noun	γενική ενικού του γερουσιάστρια
γερουσιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουσιάστρια
γερουσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουσιαστής
γερουσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γερουσιαστής
γερουσιαστής	noun	το μέλος της γερουσίας, σε χώρες με δύο νομοθετικά σώματα
γερουσιαστίνα	noun	θηλυκό του γερουσιαστής
γερουσιαστίνας	noun	γενική ενικού του γερουσιαστίνα
γερουσιαστίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουσιαστίνα
γερουσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουσιαστικό
γερουσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του γερουσιαστικός
γερουσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερουσιαστική
γερουσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερουσιαστικός
γερουσιαστικής	adj	γενική ενικού του γερουσιαστική
γερουσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερουσιαστικός
γερουσιαστικού	adj	γενική ενικού του γερουσιαστικός
γερουσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γερουσιαστικός
γερουσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του γερουσιαστικός
γερουσιαστικός	adj	σχετικός με τη γερουσία ή τους γερουσιαστές
γερουσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του γερουσιαστικός
γερουσιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του γερουσιάστρια
γερουσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του γερουσιαστής
γερουσιών	noun	γενική πληθυντικού του γερουσία
γεροφτιαγμένα	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένε	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένες	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένη	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένης	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένο	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένοι	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένος	adj	κατασκευασμένος με στιβαρό τρόπο, ώστε να αντέχει στη φθορά και τη χρήση
γεροφτιαγμένου	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένους	=	γεροφτιαγμένος
γεροφτιαγμένων	=	γεροφτιαγμένος
γερού	adj	γενική ενικού του γερός
γερούλι	noun	φυτό της οικογένειας των Στρυχνοειδών (Hyoscyamus albus) που χρησιμοποιείται τόσο ως ηρεμιστικό όσο και ως δηλητήριο
γερούλια	=	γερούλι
γερούνδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερούνδιο
γερούνδιο	noun	ρηματικό ουσιαστικό, αντίστοιχο στη λειτουργία του με το έναρθρο απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής
γερούνδιον	noun	το γερούνδιο
γερούνδιου	=	γερούνδιο
γερούνδιων	=	γερούνδιο
γερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γερός
γερσίματα	=	γέρσιμο
γερσίματος	=	γέρσιμο
γερσιμάτων	=	γέρσιμο
γερτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερτό	adv	στο πλάι, γειρτά
γερτέ	adj	κλητική ενικού του γερτός
γερτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερτή
γερτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερτός
γερτής	adj	γενική ενικού του γερτή
γερτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γερτός
γερτού	adj	γενική ενικού του γερτός
γερτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γερτός
γερτό	adj	αιτιατική ενικού του γερτός
γερτός	adj	γειρτός
γερτών	adj	γενική πληθυντικού του γερτός
γερό	adj	αιτιατική ενικού του γερός
γερόλυκε	=	γερόλυκος
γερόλυκο	=	γερόλυκος
γερόλυκοι	=	γερόλυκος
γερόλυκος	noun	ένας γερασμένος λύκος
γερόλυκου	=	γερόλυκος
γερόλυκους	=	γερόλυκος
γερόλυκων	=	γερόλυκος
γερόντια	=	γερόντιο
γερόντιο	noun	ο ηλικιωμένος άνδρας, αλλά με υποτιμητική σημασία, με περιφρόνηση
γερόντιου	=	γερόντιο
γερόντισσα	noun	γέροντας
γερόντισσας	noun	γενική ενικού του γερόντισσα
γερόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γερόντισσα
γερόντιων	=	γερόντιο
γερόντοι	=	γέροντας
γερόντους	=	γέροντας
γερόντων	noun	γενική πληθυντικού του γέρων
γερός	adj	δυνατός, που έχει σωματική δύναμη
γερότατα	=	γερός
γερότατε	=	γερός
γερότατες	=	γερός
γερότατη	=	γερός
γερότατης	=	γερός
γερότατο	=	γερός
γερότατοι	=	γερός
γερότατος	=	γερός
γερότατου	=	γερός
γερότατους	=	γερός
γερότατων	=	γερός
γερότερα	=	γερός
γερότερε	=	γερός
γερότερες	=	γερός
γερότερη	=	γερός
γερότερης	=	γερός
γερότερο	=	γερός
γερότεροι	=	γερός
γερότερος	=	γερός
γερότερου	=	γερός
γερότερους	=	γερός
γερότερων	=	γερός
γερών	adj	γενική πληθυντικού του γερός
γες	abbrev	Γενικό Επιτελείο Στρατού, η ανώτατη ηγεσία του Στρατού Ξηράς
γεσυ	abbrev	το Γενικό Σύστημα Υγείας, ο κρατικός οργανισμός ασφάλισης και υγείας της Κύπρου
γετα	abbrev	διεύθυνση των ΕΛΤΑ, υπεύθυνη για τον εκτελωνισμό αντικειμένων
γευδ	abbrev	συμβουλευτική υπηρεσία για δανειολήπτες
γευθήκαμε	=	γεύομαι
γευθήκαν	=	γεύομαι
γευθήκανε	=	γεύομαι
γευθήκατε	=	γεύομαι
γευθεί	=	γεύομαι
γευθείς	=	γεύομαι
γευθείτε	=	γεύομαι
γευθούμε	=	γεύομαι
γευθούν	=	γεύομαι
γευθούνε	=	γεύομαι
γευθώ	=	γεύομαι
γευμάτιζα	=	γευματίζω
γευμάτιζαν	=	γευματίζω
γευμάτιζε	=	γευματίζω
γευμάτιζες	=	γευματίζω
γευμάτισα	=	γευματίζω
γευμάτισαν	=	γευματίζω
γευμάτισε	=	γευματίζω
γευμάτισες	=	γευματίζω
γευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γεύμα
γευματίζαμε	=	γευματίζω
γευματίζαν	=	γευματίζω
γευματίζανε	=	γευματίζω
γευματίζατε	=	γευματίζω
γευματίζει	=	γευματίζω
γευματίζεις	=	γευματίζω
γευματίζετε	=	γευματίζω
γευματίζοντας	=	γευματίζω
γευματίζουμε	=	γευματίζω
γευματίζουν	=	γευματίζω
γευματίζουνε	=	γευματίζω
γευματίζω	verb	παίρνω ένα γεύμα, τρώω
γευματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσαν	=	γευματίζω
γευματίσανε	=	γευματίζω
γευματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γευματίζω
γευματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γευματισμένο
γευματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γευματισμένη
γευματισμένης	verb	γενική ενικού του γευματισμένη
γευσιγνωσία	noun	η διαδικασία αξιολόγησης μιας τροφής με σκοπό την εκτίμησή της σε επίπεδο οσμής, γεύσης, χρώματος και συνοχής
γευσιγνωσίας	=	γευσιγνωσία
γευσιγνωσίες	=	γευσιγνωσία
γευσιγνωσιών	=	γευσιγνωσία
γευσιγνωστικά	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικέ	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικές	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστική	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικής	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικοί	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικού	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικούς	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικό	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστικός	adj	που σχετίζεται με τη γευσιγνωσία
γευσιγνωστικών	=	γευσιγνωστικός
γευσιγνωστών	=	γευσιγνώστης
γευσιγνώστες	=	γευσιγνώστης
γευσιγνώστη	=	γευσιγνώστης
γευσιγνώστης	noun	ειδικός στην κριτική γεύσεων φαγητών και ιδίως κρασιών
γευσιγνώστρια	=	γευσιγνώστης
γευστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γευστικό
γευστικέ	adj	κλητική ενικού του γευστικός
γευστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γευστική
γευστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γευστικός
γευστικής	adj	γενική ενικού του γευστική
γευστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γευστικός
γευστικοτήτων	=	γευστικότητα
γευστικού	adj	γενική ενικού του γευστικός
γευστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γευστικός
γευστικό	adj	αιτιατική ενικού του γευστικός
γευστικός	adj	σχετικός με τη γεύση
γευστικότητα	noun	η όμορφη γεύση, η νοστιμιά σε τρόφιμο ή ποτό
γευστικότητας	noun	γενική ενικού του γευστικότητα
γευστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γευστικότητα
γευστικών	adj	γενική πληθυντικού του γευστικός
γευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτήκαν	=	γεύομαι
γευτήκανε	=	γεύομαι
γευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευτούνε	=	γεύομαι
γευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεύομαι
γευόμασταν	=	γεύομαι
γευόμαστε	=	γεύομαι
γευόμουν	=	γεύομαι
γευόμουνα	=	γεύομαι
γευόντουσαν	=	γεύομαι
γευόσασταν	=	γεύομαι
γευόσαστε	=	γεύομαι
γευόσουν	=	γεύομαι
γευόσουνα	=	γεύομαι
γευόταν	=	γεύομαι
γευότανε	=	γεύομαι
γεφυρά	=	γεφυράς
γεφυράδες	=	γεφυράς
γεφυράδων	=	γεφυράς
γεφυράκι	noun	μικρή γέφυρα
γεφυράκια	=	γεφυράκι
γεφυράς	noun|vulgar	γεφυροποιός
γεφυριού	noun	γενική ενικού του γεφύρι
γεφυριών	=	γεφύρι
γεφυροπαρεγκεφαλιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικό
γεφυροπαρεγκεφαλιδικέ	adj	κλητική ενικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπαρεγκεφαλιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδική
γεφυροπαρεγκεφαλιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπαρεγκεφαλιδικής	adj	γενική ενικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδική
γεφυροπαρεγκεφαλιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπαρεγκεφαλιδικού	adj	γενική ενικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπαρεγκεφαλιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπαρεγκεφαλιδικό	adj	αιτιατική ενικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπαρεγκεφαλιδικός	adj	που αφορά την περιοχή ανάμεσα στην παρεγκεφαλίδα και στη γέφυρα του εγκέφαλου
γεφυροπαρεγκεφαλιδικών	adj	γενική πληθυντικού του γεφυροπαρεγκεφαλιδικός
γεφυροπλάστιγγα	noun	είδος ζυγαριάς που βρίσκεται συνήθως στο έδαφος και χρησιμοποιείται κυρίως για να ζυγίζονται οχήματα
γεφυροπλάστιγγας	noun	γενική ενικού του γεφυροπλάστιγγα
γεφυροπλάστιγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυροπλάστιγγα
γεφυροπλαστιγγών	noun	γενική πληθυντικού του γεφυροπλάστιγγα
γεφυροποιέ	noun	κλητική ενικού του γεφυροποιός
γεφυροποιία	noun	η κατασκευή γεφυρών
γεφυροποιίας	noun	γενική ενικού του γεφυροποιία
γεφυροποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυροποιία
γεφυροποιιών	noun	γενική πληθυντικού του γεφυροποιία
γεφυροποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεφυροποιός
γεφυροποιού	noun	γενική ενικού του γεφυροποιός
γεφυροποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεφυροποιός
γεφυροποιό	noun	αιτιατική ενικού του γεφυροποιός
γεφυροποιός	noun	αυτός (αρχιτέκτονας, μηχανικός, τεχνίτης κ.λπ.) που κατασκευάζει γέφυρες
γεφυροποιών	noun	γενική πληθυντικού του γεφυροποιός
γεφυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γεφύρωμα
γεφυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυρωμένο
γεφυρωμένε	verb	κλητική ενικού του γεφυρωμένος
γεφυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυρωμένη
γεφυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεφυρωμένος
γεφυρωμένης	verb	γενική ενικού του γεφυρωμένη
γεφυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γεφυρωμένος
γεφυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεφυρωμένος
γεφυρωμένος	verb	που έχει καλυφθεί με γέφυρα
γεφυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γεφυρωμένος
γεφυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γεφυρωμένος
γεφυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γεφυρωμένος
γεφυρωτές	=	γεφυρωτής
γεφυρωτή	=	γεφυρωτής
γεφυρωτής	noun|figurative	γεφυροποιός
γεφυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυρωτικό
γεφυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του γεφυρωτικός
γεφυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφυρωτική
γεφυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεφυρωτικός
γεφυρωτικής	adj	γενική ενικού του γεφυρωτική
γεφυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεφυρωτικός
γεφυρωτικού	adj	γενική ενικού του γεφυρωτικός
γεφυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεφυρωτικός
γεφυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του γεφυρωτικός
γεφυρωτικός	adj	που επιτρέπει τη γεφύρωση
γεφυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του γεφυρωτικός
γεφυρωτών	=	γεφυρωτής
γεφυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφύρωμα
γεφυρώματος	noun	γενική ενικού του γεφύρωμα
γεφυρών	noun	γενική πληθυντικού του γέφυρα
γεφυρώνω	verb	συνδέω με γέφυρα δύο σημεία που χωρίζονται από κενό
γεφυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεφύρωση
γεφυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώσεων	=	γεφύρωση
γεφυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γεφυρώνω
γεφύρι	noun	η μικρή γέφυρα
γεφύρια	=	γεφύρι
γεφύρωμα	noun	η σύνδεση δύο σημείων με γέφυρα, η γεφύρωση
γεφύρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γεφυρώνω
γεφύρωσης	=	γεφύρωση
γεωακτινοβολία	noun	μορφή φυσικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από το υπέδαφος ή τη γήινη δομή και θεωρείται ότι επηρεάζει βιολογικούς οργανισμούς και τον άνθρωπο
γεωακτινοβολίας	=	γεωακτινοβολία
γεωακτινοβολίες	=	γεωακτινοβολία
γεωακτινοβολιών	=	γεωακτινοβολία
γεωαντίκλινα	=	γεωαντίκλινο
γεωαντίκλινο	noun	ανύψωση του γήινου φλοιού, με ανάπτυξη προς κάποιον επιμήκη άξονα
γεωαντίκλινου	=	γεωαντίκλινο
γεωαντίκλινων	=	γεωαντίκλινο
γεωαντικλίνου	=	γεωαντίκλινο
γεωαντικλίνων	=	γεωαντίκλινο
γεωβιολογία	noun	η διεπιστημονική μελέτη που έχει τη συνδρομή της γεωλογίας και της βιολογίας
γεωβιολογίας	=	γεωβιολογία
γεωβιολογίες	=	γεωβιολογία
γεωβιολογιών	=	γεωβιολογία
γεωβιολόγε	=	γεωβιολόγος
γεωβιολόγο	=	γεωβιολόγος
γεωβιολόγοι	=	γεωβιολόγος
γεωβιολόγος	noun	επιστήμονας ειδικός στη γεωβιολογία
γεωβιολόγου	=	γεωβιολόγος
γεωβιολόγους	=	γεωβιολόγος
γεωβιολόγων	=	γεωβιολόγος
γεωβιονομία	noun	επιστήμη που ασχολείται με τη διαβίωση ζώντων οργανισμών και την γεωγραφική κατανομή τους
γεωβιονομίας	noun	γενική ενικού του γεωβιονομία
γεωβιονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωβιονομία
γεωβιονομιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωβιονομία
γεωβοτανικές	=	γεωβοτανική
γεωβοτανική	noun|dated	η φυτογεωγραφία
γεωβοτανικής	=	γεωβοτανική
γεωβοτανικών	=	γεωβοτανική
γεωγλυφικά	=	γεωγλυφικό
γεωγλυφικού	=	γεωγλυφικό
γεωγλυφικό	noun	σχήμα που έχει σχεδιαστεί στο έδαφος με φυσικά στοιχεία του περιβάλλοντος (με πέτρες / χώμα ή χαλίκια που έχουν μετακινηθεί)
γεωγλυφικών	=	γεωγλυφικό
γεωγλύφου	=	γεώγλυφο
γεωγλύφων	=	γεώγλυφο
γεωγονία	noun	η επιστήμη που μελετά τις συνθήκες γένεσης και διαμόρφωσης του πλανήτη γη
γεωγονίας	noun	γενική ενικού του γεωγονία
γεωγονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωγονία
γεωγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωγονικό
γεωγονικέ	adj	κλητική ενικού του γεωγονικός
γεωγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωγονική
γεωγονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωγονικός
γεωγονικής	adj	γενική ενικού του γεωγονική
γεωγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωγονικός
γεωγονικού	adj	γενική ενικού του γεωγονικός
γεωγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωγονικός
γεωγονικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωγονικός
γεωγονικός	adj	σχετικός με τη γεωγονία
γεωγονικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωγονικός
γεωγονιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωγονία
γεωγράφε	noun	κλητική ενικού του γεωγράφος
γεωγράφο	noun	αιτιατική ενικού του γεωγράφος
γεωγράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωγράφος
γεωγράφος	noun	ο επιστήμονας που μελετά τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός τόπου και/ή τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την οικονομία ενός τόπου· ο ειδικός στη γεωγραφία
γεωγράφου	noun	γενική ενικού του γεωγράφος
γεωγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωγράφος
γεωγράφων	noun	γενική πληθυντικού του γεωγράφος
γεωγραφία	noun	η επιστήμη που μελετά τη φυσική διαμόρφωση της επιφάνειας της γης, τον χωρισμό της σε κράτη καθώς και τον πληθυσμό και την οικονομία των κρατών αυτών
γεωγραφίας	noun	γενική ενικού του γεωγραφία
γεωγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωγραφία
γεωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωγραφικό
γεωγραφικέ	adj	κλητική ενικού του γεωγραφικός
γεωγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωγραφική
γεωγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωγραφικός
γεωγραφικής	adj	γενική ενικού του γεωγραφική
γεωγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωγραφικός
γεωγραφικού	adj	γενική ενικού του γεωγραφικός
γεωγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωγραφικός
γεωγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωγραφικός
γεωγραφικόν	=	γεωγραφικός
γεωγραφικός	adj	σχετικός με τη γεωγραφία
γεωγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωγραφικός
γεωγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωγραφία
γεωδίαιτα	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτε	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτες	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτη	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτης	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτο	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτοι	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτος	adj	που ζει μέσα στη γη, στο χώμα
γεωδίαιτου	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτους	=	γεωδίαιτος
γεωδίαιτων	=	γεωδίαιτος
γεωδαίτει	=	γεωδαιτώ
γεωδαίτες	=	γεωδαίτης
γεωδαίτη	=	γεωδαίτης
γεωδαίτης	noun	επιστήμονας του κλάδου της γεωδαισίας
γεωδαίτησα	=	γεωδαιτώ
γεωδαίτησαν	=	γεωδαιτώ
γεωδαίτησε	=	γεωδαιτώ
γεωδαίτησες	=	γεωδαιτώ
γεωδαισία	noun	επιστήμη που προσδιορίζει με υψηλή ακρίβεια το σχήμα, το μέγεθος και το βαρυτικό πεδίο της Γης, καθώς και τις θέσεις και μετακινήσεις σημείων επάνω στην [[επιφάνεια||επιφάνειά]] της, ώστε να καταστεί δυνατή η αξιόπιστη χαρτογράφηση και μέτρηση του πλανήτη
γεωδαισίας	noun	γενική ενικού του γεωδαισία
γεωδαισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδαισία
γεωδαισιακά	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακέ	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακές	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακή	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακής	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακοί	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακού	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακούς	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακό	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιακός	adj	που έχει σχέση με γεωδαισία ή αναφέρεται σʼ αυτή
γεωδαισιακών	=	γεωδαισιακός
γεωδαισιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωδαισία
γεωδαιτήσαμε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτήσαν	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτήσανε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτήσατε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτήσει	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτήστε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτεί	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτείς	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτείτε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδαιτικό
γεωδαιτικέ	adj	κλητική ενικού του γεωδαιτικός
γεωδαιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδαιτική
γεωδαιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωδαιτικός
γεωδαιτικής	adj	γενική ενικού του γεωδαιτική
γεωδαιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωδαιτικός
γεωδαιτικού	adj	γενική ενικού του γεωδαιτικός
γεωδαιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωδαιτικός
γεωδαιτικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωδαιτικός
γεωδαιτικός	adj	σχετικός με τη γεωδαισία
γεωδαιτικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωδαιτικός
γεωδαιτικώς	adv	με γεωδαιτικό τρόπο, από γεωδαιτικής πλευράς
γεωδαιτούμε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούν	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούνε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσα	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσαμε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσαν	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσανε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσατε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσε	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτούσες	=	γεωδαιτώ
γεωδαιτώ	verb	είμαι γεωδαίτης, εφαρμόζω γεωδαιτικές πρακτικές
γεωδαιτών	=	γεωδαίτης
γεωδαιτώντας	=	γεωδαιτώ
γεωδεδομένα	noun	ψηφιακές πληροφορίες που συνδέονται με συγκεκριμένη θέση στην επιφάνεια της Γης και αποτυπώνουν φυσικά ή ανθρωπογενή χαρακτηριστικά του χώρου
γεωδεδομένο	=	γεωδεδομένα
γεωδεδομένου	=	γεωδεδομένα
γεωδεδομένων	=	γεωδεδομένα
γεωδιαμορφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδιαμόρφωση
γεωδιαμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γεωδιαμόρφωση
γεωδιαμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γεωδιαμόρφωση
γεωδιαμόρφωση	noun	η διαμόρφωση ενός πλανήτη ή δορυφόρου (όχι σκάφους) έτσι ώστε να φιλοξενεί γήινη ζωή με πρότυπο την Γη
γεωδιαμόρφωσης	noun	γενική ενικού του γεωδιαμόρφωση
γεωδιασκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδιασκόπηση
γεωδιασκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γεωδιασκόπηση
γεωδιασκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γεωδιασκόπηση
γεωδιασκόπηση	noun	η εξέταση του υπεδάφους, με σκοπό την διακρίβωση της δομής του ή την εύρεση κοιτασμάτων (υδρογονονανθράκων, μεταλλευμάτων κ.ά.)
γεωδιασκόπησης	noun	γενική ενικού του γεωδιασκόπηση
γεωδιατήρηση	noun	συνετή χρήση και προστασία του γεωλογικού περιβάλλοντος μέσα στα πλαίσια μιας βιώσιμης ανάπτυξης
γεωδιατήρησης	=	γεωδιατήρηση
γεωδιατηρήσεις	=	γεωδιατήρηση
γεωδιατηρήσεων	=	γεωδιατήρηση
γεωδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδυναμικό	adv	σχετικά με τη μεταβολή του γήινου φλοιού
γεωδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του γεωδυναμικός
γεωδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωδυναμική
γεωδυναμική	noun	ο κλάδος της γεωφυσικής που μελετά τις διαδικασίες παραμόρφωσης του μανδύα και του φλοιού των πλανητών, καθώς και τους προκύπτοντες σεισμούς και ηφαιστειότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωδυναμικός
γεωδυναμικής	adj	γενική ενικού του γεωδυναμική
γεωδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωδυναμικός
γεωδυναμικού	adj	γενική ενικού του γεωδυναμικός
γεωδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωδυναμικός
γεωδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωδυναμικός
γεωδυναμικός	adj	σχετικός με τη γεωδυναμική
γεωδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωδυναμικός
γεωδών	=	γεώδης
γεωειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γεωειδής
γεωειδή	=	γεωειδές
γεωειδούς	=	γεωειδές
γεωειδών	=	γεωειδές
γεωενεργειακά	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακέ	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του γεωενεργειακός
γεωενεργειακή	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακής	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακοί	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακού	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακούς	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακό	=	γεωενεργειακός
γεωενεργειακός	adj	που χαρακτηρίζει φυσικό δυναμικό ή ροή ενέργειας που προέρχεται από γεωλογικές διεργασίες (π.χ. τεκτονικά ρήγματα, υπόγειες ροές θερμότητας) και αξιοποιείται ή εξετάζεται σε σχέση με περιβαλλοντικές και τεχνολογικές εφαρμογές
γεωενεργειακών	=	γεωενεργειακός
γεωεντοπισμέ	noun	κλητική ενικού του γεωεντοπισμός
γεωεντοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωεντοπισμός
γεωεντοπισμού	noun	γενική ενικού του γεωεντοπισμός
γεωεντοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωεντοπισμός
γεωεντοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεωεντοπισμός
γεωεντοπισμός	noun	ο εντοπισμός της γεωγραφικής θέσης κάποιου με τη βοήθεια ειδικής συσκευής GPS
γεωεντοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεωεντοπισμός
γεωεπιστήμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωεπιστήμη
γεωεπιστήμη	noun	συνηθίζεται στον πληθυντικό) μία από τις επιστήμες που μελετούν τη Γη και το περιβάλλον της
γεωεπιστήμης	=	γεωεπιστήμη
γεωεπιστημών	noun	γενική πληθυντικού του γεωεπιστήμη
γεωθερμία	noun	η θερμική ενέργεια η οποία από το εσωτερικό της Γης φτάνει στην επιφάνεια
γεωθερμίας	noun	γενική ενικού του γεωθερμία
γεωθερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμία
γεωθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμικό	adv	από γεωθερμική άποψη
γεωθερμικέ	adj	κλητική ενικού του γεωθερμικός
γεωθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμική
γεωθερμική	noun	άλλη μορφή του γεωθερμία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωθερμικός
γεωθερμικής	adj	γενική ενικού του γεωθερμική
γεωθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμικός
γεωθερμικού	adj	γενική ενικού του γεωθερμικός
γεωθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωθερμικός
γεωθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωθερμικός
γεωθερμικός	adj	σχετικός με τη γεωθερμία
γεωθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωθερμικός
γεωθερμιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωθερμία
γεωθερμοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμοηλεκτρικό
γεωθερμοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωθερμοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμοηλεκτρική
γεωθερμοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωθερμοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του γεωθερμοηλεκτρική
γεωθερμοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωθερμοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωθερμοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωθερμοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωθερμοηλεκτρικός	adj	που αφορά την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από γεωθερμία
γεωθερμοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωθερμοηλεκτρικός
γεωκάλυψη	noun	οτιδήποτε (φυσικό ή τεχνητό) καλύπτει το έδαφος, την επιφάνεια της γης
γεωκάλυψης	noun	γενική ενικού του γεωκάλυψη
γεωκαλύψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωκάλυψη
γεωκαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του γεωκάλυψη
γεωκαλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του γεωκάλυψη
γεωκαρπία	noun	η ωρίμανση του καρπού ενός φυτού μέσα στη γη
γεωκαρπίας	noun	γενική ενικού του γεωκαρπία
γεωκαρπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωκαρπία
γεωκαρπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωκαρπικό
γεωκαρπικέ	adj	κλητική ενικού του γεωκαρπικός
γεωκαρπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωκαρπική
γεωκαρπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωκαρπικός
γεωκαρπικής	adj	γενική ενικού του γεωκαρπική
γεωκαρπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωκαρπικός
γεωκαρπικού	adj	γενική ενικού του γεωκαρπικός
γεωκαρπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωκαρπικός
γεωκαρπικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωκαρπικός
γεωκαρπικός	adj	που αφορά τη γεωκαρπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
γεωκαρπικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωκαρπικός
γεωκαρπιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωκαρπία
γεωκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γεωκεντρικός	adv	θεωρώντας τη Γη σαν κέντρο του σύμπαντος
γεωκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του γεωκεντρικός
γεωκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωκεντρική
γεωκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωκεντρικός
γεωκεντρικής	adj	γενική ενικού του γεωκεντρική
γεωκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωκεντρικός
γεωκεντρικού	adj	γενική ενικού του γεωκεντρικός
γεωκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωκεντρικός
γεωκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωκεντρικός
γεωκεντρικός	adj	σχετικός με τη θεώρηση της Γης ως κέντρου του κόσμου
γεωκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωκεντρικός
γεωκεντρισμέ	=	γεωκεντρισμός
γεωκεντρισμοί	=	γεωκεντρισμός
γεωκεντρισμού	=	γεωκεντρισμός
γεωκεντρισμούς	=	γεωκεντρισμός
γεωκεντρισμό	=	γεωκεντρισμός
γεωκεντρισμός	noun	η κοσμολογική αντίληψη κατά την οποία η Γη θεωρείται ακίνητο κέντρο του σύμπαντος και όλα τα ουράνια σώματα (ήλιος κ.λπ.) κινούνται γύρω της
γεωκεντρισμών	=	γεωκεντρισμός
γεωλογία	noun	η επιστήμη που μελετά την ιστορία και τη σύσταση του στερεού φλοιού της γης
γεωλογίας	noun	γενική ενικού του γεωλογία
γεωλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωλογία
γεωλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωλογικό	adv	από γεωλογική άποψη
γεωλογικέ	adj	κλητική ενικού του γεωλογικός
γεωλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωλογική
γεωλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωλογικός
γεωλογικής	adj	γενική ενικού του γεωλογική
γεωλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωλογικός
γεωλογικού	adj	γενική ενικού του γεωλογικός
γεωλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωλογικός
γεωλογικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωλογικός
γεωλογικός	adj	σχετικός με τη γεωλογία
γεωλογικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωλογικός
γεωλογιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωλογία
γεωλόγε	noun	κλητική ενικού του γεωλόγος
γεωλόγο	noun	αιτιατική ενικού του γεωλόγος
γεωλόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωλόγος
γεωλόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τα πετρώματα και την ιστορία του στερεού φλοιού της Γης
γεωλόγου	noun	γενική ενικού του γεωλόγος
γεωλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωλόγος
γεωλόγων	noun	γενική πληθυντικού του γεωλόγος
γεωμάντης	noun	κάποιος που εξασκεί τη γεωμαντεία
γεωμέτρες	=	γεωμέτρης
γεωμέτρη	=	γεωμέτρης
γεωμέτρης	noun	που ασχολείται με τη γεωμετρία
γεωμήλοις	noun	δοτική πληθυντικού του γεώμηλον
γεωμήλου	noun	γενική ενικού του γεώμηλο
γεωμήλων	noun	γενική πληθυντικού του γεώμηλο
γεωμήλῳ	noun	δοτική ενικού του γεώμηλον
γεωμαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμαγνητικό	adv	από γεωμαγνητική άποψη
γεωμαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμαγνητική
γεωμαγνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητικής	adj	γενική ενικού του γεωμαγνητική
γεωμαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητικού	adj	γενική ενικού του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητικός	adj	σχετικός με τον γεωμαγνητισμό
γεωμαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωμαγνητικός
γεωμαγνητισμέ	noun	κλητική ενικού του γεωμαγνητισμός
γεωμαγνητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωμαγνητισμός
γεωμαγνητισμού	noun	γενική ενικού του γεωμαγνητισμός
γεωμαγνητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωμαγνητισμός
γεωμαγνητισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεωμαγνητισμός
γεωμαγνητισμός	noun	ο μαγνητισμός της γης
γεωμαγνητισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεωμαγνητισμός
γεωμαθηματικά	noun	κλάδος των γεωεπιστημών που εφαρμόζει μαθηματικά μοντέλα και υπολογιστικές μεθόδους για την ανάλυση γεωλογικών διεργασιών και δεδομένων
γεωμαθηματικών	=	γεωμαθηματικά
γεωμαντεία	noun	μορφή μαντικής που επιχειρεί να αντλήσει απαντήσεις για μελλοντικά ή κρυφά γεγονότα μέσω τυχαίων σχηματισμών στη γη —όπως γραμμές, σημάδια ή ρίψεις μικρών αντικειμένων στο έδαφος— των οποίων το νόημα ερμηνεύεται βάσει καθιερωμένων συμβολισμών
γεωμαντείας	=	γεωμαντεία
γεωμαντείες	=	γεωμαντεία
γεωμαντειών	=	γεωμαντεία
γεωματικές	=	γεωματική
γεωματική	noun	η επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την συλλογή, καταγραφή, ανάλυση, διαχείριση και παρουσίαση (γεω)χωρικών πληροφοριών
γεωματικής	=	γεωματική
γεωματικών	=	γεωματική
γεωμεμβράνες	=	γεωμεμβράνη
γεωμεμβράνη	noun	λεπτό, συνθετικό φύλλο μεγάλης αντοχής που χρησιμοποιείται στη γεωτεχνική μηχανική για τη στεγανοποίηση ή μόνωση εδαφικών κατασκευών, ώστε να αποτρέπεται η διαρροή υγρών ή η ρύπανση / μόλυνση
γεωμεμβράνης	=	γεωμεμβράνη
γεωμεμβρανών	=	γεωμεμβράνη
γεωμετρία	noun	κλάδος των μαθηματικών που μελετά τα σχήματα, τα μεγέθη τους, τη σχετική θέση τους και τις ιδιότητες του χώρου
γεωμετρίας	noun	γενική ενικού του γεωμετρία
γεωμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμετρία
γεωμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμετρικό	adv	με γεωμετρικό τρόπο
γεωμετρικέ	adj	κλητική ενικού του γεωμετρικός
γεωμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμετρική
γεωμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωμετρικός
γεωμετρικής	adj	γενική ενικού του γεωμετρική
γεωμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωμετρικός
γεωμετρικοτήτων	=	γεωμετρικότητα
γεωμετρικού	adj	γενική ενικού του γεωμετρικός
γεωμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωμετρικός
γεωμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωμετρικός
γεωμετρικός	adj	σχετικός με τη γεωμετρία
γεωμετρικότητα	noun	ιδιότητα μορφής ή διάταξης που χαρακτηρίζεται από σαφήνεια γραμμών, συμμετρία και κανονικότητα, παραπέμποντας σε γεωμετρική οργάνωση του χώρου
γεωμετρικότητας	=	γεωμετρικότητα
γεωμετρικότητες	=	γεωμετρικότητα
γεωμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωμετρικός
γεωμετριών	noun	γενική πληθυντικού του γεωμετρία
γεωμετρών	=	γεωμέτρης
γεωμηχανική	noun	η προσπάθεια βελτίωσης του κλίματος της γης με τη συνδρομή μηχανικών μέσων και γενικότερη ανθρώπινη παρέμβαση
γεωμηχανικής	=	γεωμηχανική
γεωμορφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμορφή
γεωμορφή	noun	φυσικός σχηματισμός της γήινης επιφάνειας που προκύπτει από γεωλογικές διεργασίες και τη δράση εξωγενών ή ενδογενών παραγόντων
γεωμορφής	=	γεωμορφή
γεωμορφολογία	noun	κλάδος της φυσικής γεωγραφίας που εξετάζει τη μορφή του αναγλύφου της γης και την εξέλιξή του
γεωμορφολογίας	noun	γενική ενικού του γεωμορφολογία
γεωμορφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωμορφολογία
γεωμορφολογικά	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικέ	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικές	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογική	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γεωμορφολογική) του γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικοί	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικού	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικούς	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικό	=	γεωμορφολογικός
γεωμορφολογικός	adj	σχετικός με την γεωμορφολογία
γεωμορφολογικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του γεωμορφολογικός
γεωμορφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωμορφολογία
γεωμορφών	=	γεωμορφή
γεωμυθολογία	noun	γεωλογικά γεγονότα που απηχούνται σε μυθολογικές αναφορές
γεωμυθολογίας	=	γεωμυθολογία
γεωμυθολογίες	=	γεωμυθολογία
γεωμυθολογιών	=	γεωμυθολογία
γεωμόρου	noun	γενική ενικού του γεώμορο
γεωμόρων	noun	γενική πληθυντικού του γεώμορο
γεωοικονομία	noun	κλάδος που εξετάζει πώς οι φυσικοί πόροι, η γεωγραφική θέση και οι χωρικές συνθήκες επηρεάζουν την οικονομική ισχύ, το εμπόριο και τις διεθνείς οικονομικές στρατηγικές κρατών και περιφερειών
γεωοικονομίας	noun	γενική ενικού του γεωοικονομία
γεωοικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωοικονομία
γεωοικονομικά	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικέ	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικές	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομική	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικής	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικοί	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικού	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικούς	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικό	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομικός	adj	που έχει σχέση με τη γεωοικονομία ή αναφέρεται σʼ αυτή
γεωοικονομικών	=	γεωοικονομικός
γεωοικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωοικονομία
γεωπάρκα	=	γεωπάρκο
γεωπάρκο	noun	προστατευόμενη περιοχή με ιδιαίτερο γεωλογικό, οικολογικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον
γεωπάρκου	=	γεωπάρκο
γεωπάρκων	=	γεωπάρκο
γεωπαθητικά	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικέ	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικές	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητική	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικής	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικοί	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικού	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικούς	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικό	=	γεωπαθητικός
γεωπαθητικός	adj	που χαρακτηρίζει παράγοντα ή περιοχή της Γης που θεωρείται ότι επηρεάζει δυσμενώς την υγεία ή την ευεξία λόγω φυσικών ή ηλεκτρομαγνητικών ακτινοβολιών (π.χ. υπόγεια νερά, τεκτονικές γραμμές, γεωμαγνητικές ανωμαλίες)
γεωπαθητικών	=	γεωπαθητικός
γεωπαθογόνα	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνας	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνε	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνες	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνο	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνοι	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνος	adj	άλλη μορφή του γεωπαθητικός
γεωπαθογόνου	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνους	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθογόνων	=	γεωπαθογόνος
γεωπαθολογία	noun	κλάδος παραϊατρικής έρευνας που εξετάζει πώς φυσικές ή τεχνητές γεωενεργειακές επιδράσεις (π.χ. υπόγειες ροές, ρήγματα, ηλεκτρομαγνητικά πεδία) συνδέονται με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον
γεωπαθολογίας	=	γεωπαθολογία
γεωπαθολογίες	=	γεωπαθολογία
γεωπαθολογιών	=	γεωπαθολογία
γεωπεριβάλλον	noun	το σύνολο των γεωλογικών και γεωμορφολογικών γνωρισμάτων ενός τόπου που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αλληλεπιδρά με το έδαφος, τους πόρους και τις φυσικές διεργασίες του
γεωπεριβάλλοντα	=	γεωπεριβάλλον
γεωπεριβάλλοντος	=	γεωπεριβάλλον
γεωπεριβαλλοντικά	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικέ	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικές	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντική	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικής	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικοί	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικού	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικούς	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικό	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλοντικός	adj	που έχει σχέση με το γεωπεριβάλλον ή αναφέρεται σʼ αυτό
γεωπεριβαλλοντικών	=	γεωπεριβαλλοντικός
γεωπεριβαλλόντων	=	γεωπεριβάλλον
γεωπλήσια	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιας	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιε	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιες	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιη	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιης	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιο	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιοι	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιος	adj	που βρίσκεται κοντά στη γη
γεωπλήσιου	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιους	=	γεωπλήσιος
γεωπλήσιων	=	γεωπλήσιος
γεωπληροφορία	noun	η πληροφορία που εξάγεται από την ανάλυση, επεξεργασία, και μοντελοποίηση γεωγραφικών δεδομένων (όπως συντεταγμένες, τοπογραφικά στοιχεία, ή δορυφορικές εικόνες), με τη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών, για την κατανόηση, χαρτογράφηση, και διαχείριση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος
γεωπληροφορίας	=	γεωπληροφορία
γεωπληροφορίες	=	γεωπληροφορία
γεωπληροφορικά	=	γεωπληροφορικός
γεωπληροφορικέ	=	γεωπληροφορικός
γεωπληροφορικές	=	γεωπληροφορική
γεωπληροφορική	noun	κλάδος που συνδυάζει τη γεωγραφία με την επιστήμη υπολογιστών για τη συλλογή, ανάλυση και αξιοποίηση χωρικών και χρονικών δεδομένων, ώστε να υποστηρίζονται εφαρμογές έρευνας και λήψης αποφάσεων στο περιβάλλον, στις γεωεπιστήμες και στην τεχνική πράξη
γεωπληροφορικής	=	γεωπληροφορική
γεωπληροφορικοί	=	γεωπληροφορικός
γεωπληροφορικού	=	γεωπληροφορικός
γεωπληροφορικούς	=	γεωπληροφορικός
γεωπληροφορικό	=	γεωπληροφορικός
γεωπληροφορικός	adj	που έχει σχέση με τη γεωπληροφορική ή αναφέρεται σʼ αυτή	noun	που ειδικεύεται στη γεωπληροφορική
γεωπληροφορικών	=	γεωπληροφορική
γεωπληροφοριών	=	γεωπληροφορία
γεωποικιλοτήτων	=	γεωποικιλότητα
γεωποικιλότητα	noun|formal	επιστημονικός όρος που αναφέρεται στην ποικιλομορφία των γεωλογικών (πετρώματα, ορυκτά, απολιθώματα), γεωμορφολογικών (τοπία, φυσικές διεργασίες) και εδαφικών χαρακτηριστικών στον πλανήτη Γη
γεωποικιλότητας	=	γεωποικιλότητα
γεωποικιλότητες	=	γεωποικιλότητα
γεωπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωπολιτικό	adv	από γεωπολιτική άποψη
γεωπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του γεωπολιτικός
γεωπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωπολιτική
γεωπολιτική	noun	η επίδραση της γεωγραφικής θέσης ενός κράτους στην (εξωτερική και οικονομική του) πολιτική καθώς και η μελέτη της επίδρασης αυτής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωπολιτικός
γεωπολιτικής	adj	γενική ενικού του γεωπολιτική
γεωπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωπολιτικός
γεωπολιτικού	adj	γενική ενικού του γεωπολιτικός
γεωπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωπολιτικός
γεωπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωπολιτικός
γεωπολιτικός	adj	σχετικός με τη γεωπολιτική
γεωπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωπολιτικός
γεωπολιτισμέ	noun	κλητική ενικού του γεωπολιτισμός
γεωπολιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωπολιτισμός
γεωπολιτισμού	noun	γενική ενικού του γεωπολιτισμός
γεωπολιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωπολιτισμός
γεωπολιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεωπολιτισμός
γεωπολιτισμός	noun	η χρήση του πολιτισμού για την ενίσχυση της δύναμης και ισχύος ενός κράτους
γεωπολιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεωπολιτισμός
γεωπονία	noun	επιστήμη που ασχολείται με την καλλιέργεια της γης
γεωπονίας	noun	γενική ενικού του γεωπονία
γεωπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωπονία
γεωπονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωπονικό
γεωπονικέ	adj	κλητική ενικού του γεωπονικός
γεωπονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωπονική
γεωπονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωπονικός
γεωπονικής	adj	γενική ενικού του γεωπονική
γεωπονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωπονικός
γεωπονικού	adj	γενική ενικού του γεωπονικός
γεωπονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωπονικός
γεωπονικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωπονικός
γεωπονικός	adj	που έχει σχέση με τη γεωπονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
γεωπονικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωπονικός
γεωπονιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωπονία
γεωπυραμίδα	noun	φυσικός σχηματισμός που μοιάζει με πυραμίδα
γεωπυραμίδας	=	γεωπυραμίδα
γεωπυραμίδες	=	γεωπυραμίδα
γεωπυραμίδων	=	γεωπυραμίδα
γεωπόνε	noun	κλητική ενικού του γεωπόνος
γεωπόνο	noun	αιτιατική ενικού του γεωπόνος
γεωπόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωπόνος
γεωπόνος	noun	επιστήμονας του κλάδου της γεωπονίας, ο "γιατρός" των φυτών
γεωπόνου	noun	γενική ενικού του γεωπόνος
γεωπόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωπόνος
γεωπόνων	noun	γενική πληθυντικού του γεωπόνος
γεωράματα	=	γεώραμα
γεωράματος	=	γεώραμα
γεωραμάτων	=	γεώραμα
γεωργέ	noun	κλητική ενικού του γεωργός
γεωργία	noun	το σύνολο των εργασιών που αφορούν στην καλλιέργεια φυτών με σκοπό την παραγωγή τροφίμων ή άλλων αγαθών
γεωργίας	noun	γενική ενικού του γεωργία
γεωργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωργία
γεωργιανά	noun	που μιλιέται στη Γεωργία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωργιανό
γεωργιανών	=	γεωργιανά
γεωργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωργικό
γεωργικέ	adj	κλητική ενικού του γεωργικός
γεωργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωργική
γεωργική	noun	η τέχνη της γεωργίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωργικός
γεωργικής	adj	γενική ενικού του γεωργική
γεωργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωργικός
γεωργικού	adj	γενική ενικού του γεωργικός
γεωργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωργικός
γεωργικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωργικός
γεωργικός	adj	σχετικός με τη γεωργία
γεωργικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωργικός
γεωργιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωργία
γεωργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωργός
γεωργοκτηνοτροφία	noun	η (επαγγελματική) ενασχόληση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία
γεωργοκτηνοτροφίας	=	γεωργοκτηνοτροφία
γεωργοκτηνοτροφίες	=	γεωργοκτηνοτροφία
γεωργοκτηνοτροφικά	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικέ	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικές	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφική	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γεωργοκτηνοτροφική) του γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικοί	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικού	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικούς	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικό	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφικός	adj	που έχει σχέση με την γεωργοκτηνοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
γεωργοκτηνοτροφικών	=	γεωργοκτηνοτροφικός
γεωργοκτηνοτροφιών	=	γεωργοκτηνοτροφία
γεωργοκτηνοτρόφε	=	γεωργοκτηνοτρόφος
γεωργοκτηνοτρόφο	=	γεωργοκτηνοτρόφος
γεωργοκτηνοτρόφοι	=	γεωργοκτηνοτρόφος
γεωργοκτηνοτρόφος	noun	γεωργός και κτηνοτρόφος
γεωργοκτηνοτρόφου	=	γεωργοκτηνοτρόφος
γεωργοκτηνοτρόφους	=	γεωργοκτηνοτρόφος
γεωργοκτηνοτρόφων	=	γεωργοκτηνοτρόφος
γεωργοοικονομικά	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικέ	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικές	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομική	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γεωργοοικονομική) του γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικοί	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικού	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικούς	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικό	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομικός	adj	ο σχετικός με τη γεωργία και την οικονομία
γεωργοοικονομικών	=	γεωργοοικονομικός
γεωργοοικονομολόγε	=	γεωργοοικονομολόγος
γεωργοοικονομολόγο	=	γεωργοοικονομολόγος
γεωργοοικονομολόγοι	=	γεωργοοικονομολόγος
γεωργοοικονομολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά την παραγωγή, διαχείριση και οικονομική οργάνωση του αγροτικού τομέα και των αγροτικών επιχειρήσεων
γεωργοοικονομολόγου	=	γεωργοοικονομολόγος
γεωργοοικονομολόγους	=	γεωργοοικονομολόγος
γεωργοοικονομολόγων	=	γεωργοοικονομολόγος
γεωργοπτηνοτροφικός	adj|rare	που σχετίζεται ή αφορά τη γεωργία και την πτηνοτροφία
γεωργού	noun	γενική ενικού του γεωργός
γεωργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωργός
γεωργό	noun	αιτιατική ενικού του γεωργός
γεωργός	noun	αυτός που ζει καλλιεργώντας τη γη
γεωργών	noun	γενική πληθυντικού του γεωργός
γεωσεισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωσεισμικό
γεωσεισμικέ	adj	κλητική ενικού του γεωσεισμικός
γεωσεισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωσεισμική
γεωσεισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωσεισμικός
γεωσεισμικής	adj	γενική ενικού του γεωσεισμική
γεωσεισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωσεισμικός
γεωσεισμικού	adj	γενική ενικού του γεωσεισμικός
γεωσεισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωσεισμικός
γεωσεισμικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωσεισμικός
γεωσεισμικός	adj	που έχει σχέση με τους γήινους σεισμούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς
γεωσεισμικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωσεισμικός
γεωσκοπία	noun	η εξέταση του εσωτερικού της γης και όσων συντελούνται εκεί
γεωσκοπίας	noun	γενική ενικού του γεωσκοπία
γεωσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωσκοπία
γεωσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του γεωσκοπία
γεωσκωλήκων	=	γεωσκώληκας
γεωσκώληκα	=	γεωσκώληκας
γεωσκώληκας	noun	σκουλήκι που ζει στο χώμα, συνήθως όπου υπάρχει μεγάλη υγρασία
γεωσκώληκες	=	γεωσκώληκας
γεωσμίνες	=	γεωσμίνη
γεωσμίνη	noun	οργανική ένωση με χαρακτηριστικό άρωμα χώματος, που παράγεται κυρίως από μικροοργανισμούς του εδάφους και ευθύνεται για τη μυρωδιά της βροχής πάνω στη γη
γεωσμίνης	=	γεωσμίνη
γεωσμινών	=	γεωσμίνη
γεωστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωστατικό
γεωστατικέ	adj	κλητική ενικού του γεωστατικός
γεωστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωστατική
γεωστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του γεωστατικός
γεωστατικής	adj	γενική ενικού του γεωστατική
γεωστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωστατικός
γεωστατικού	adj	γενική ενικού του γεωστατικός
γεωστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωστατικός
γεωστατικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωστατικός
γεωστατικός	adj	που έχει γεωσύγχρονη τροχιά ώστε να φαίνεται στατικός από την Γη
γεωστατικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωστατικός
γεωστατιστικά	=	γεωστατιστικός
γεωστατιστικέ	=	γεωστατιστικός
γεωστατιστικές	=	γεωστατιστική
γεωστατιστική	noun	κλάδος της εφαρμοσμένης στατιστικής που αναλύει και προβλέπει τη χωρική μεταβολή φυσικών ή περιβαλλοντικών φαινομένων με βάση δεδομένα θέσης και απόστασης
γεωστατιστικής	=	γεωστατιστική
γεωστατιστικοί	=	γεωστατιστικός
γεωστατιστικού	=	γεωστατιστικός
γεωστατιστικούς	=	γεωστατιστικός
γεωστατιστικό	=	γεωστατιστικός
γεωστατιστικός	adj	που έχει σχέση με τη γεωστατιστική ή αναφέρεται σʼ αυτή
γεωστατιστικών	=	γεωστατιστική
γεωστρατηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γεωστρατηγικός	adv	με γεωστρατηγικό τρόπο, από γεωστρατηγικής απόψεως
γεωστρατηγικέ	=	γεωστρατηγικός
γεωστρατηγικές	=	γεωστρατηγικός
γεωστρατηγική	noun	κλάδος της στρατηγικής ανάλυσης που μελετά πώς η γεωγραφία —φυσική και ανθρωπογεωγραφία— διαμορφώνει τους στόχους, τα μέσα και τις προτεραιότητες της ισχύος κρατών ή συμμαχιών στη διεθνή πολιτική
γεωστρατηγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του γεωστρατηγικός
γεωστρατηγικοί	=	γεωστρατηγικός
γεωστρατηγικού	=	γεωστρατηγικός
γεωστρατηγικούς	=	γεωστρατηγικός
γεωστρατηγικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γεωστρατηγικός
γεωστρατηγικός	adj	που έχει σχέση με τη γεωστρατηγική ή αναφέρεται σʼ αυτή
γεωστρατηγικών	=	γεωστρατηγικός
γεωστροφικά	=	γεωστροφικός
γεωστροφικέ	=	γεωστροφικός
γεωστροφικές	=	γεωστροφικός
γεωστροφική	=	γεωστροφικός
γεωστροφικής	=	γεωστροφικός
γεωστροφικοί	=	γεωστροφικός
γεωστροφικού	=	γεωστροφικός
γεωστροφικούς	=	γεωστροφικός
γεωστροφικό	=	γεωστροφικός
γεωστροφικός	adj	που αφορά άνεμο ή κίνηση του αέρα που ισορροπεί ανάμεσα στη δύναμη πίεσης και στη Δύναμη Κοριόλις, κι έτσι ακολουθεί σχεδόν ευθεία πορεία παράλληλα με τις ισοβαρείς, εξαιτίας της περιστροφής της Γης
γεωστροφικών	=	γεωστροφικός
γεωσυγκλίνου	=	γεωσύγκλινο
γεωσυγκλίνων	=	γεωσύγκλινο
γεωσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του γεώσφαιρα
γεωσύγκλινα	=	γεωσύγκλινο
γεωσύγκλινο	noun	λωρίδα, ζώνη ή επιμήκης "λεκάνη" στα περιθώρια των ηπείρων της γης που δέχεται ιζήματα
γεωσύγκλινου	=	γεωσύγκλινο
γεωσύγχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωσύγχρονο
γεωσύγχρονε	adj	κλητική ενικού του γεωσύγχρονος
γεωσύγχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωσύγχρονη
γεωσύγχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωσύγχρονος
γεωσύγχρονης	adj	γενική ενικού του γεωσύγχρονη
γεωσύγχρονο	adj	αιτιατική ενικού του γεωσύγχρονος
γεωσύγχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωσύγχρονος
γεωσύγχρονος	adj	που περιφέρεται γύρω από τη Γη με την ίδια γωνιακή ταχύτητα, έτσι ώστε να παραμένει σταθερά πάνω από το ίδιο σημείο της επιφάνειας της Γης
γεωσύγχρονου	adj	γενική ενικού του γεωσύγχρονος
γεωσύγχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωσύγχρονος
γεωσύγχρονων	adj	γενική πληθυντικού του γεωσύγχρονος
γεωτεε	abbrev	δημόσια υπηρεσία με στόχο τη διεύρυνση και προώθηση των γνώσεων στους κλάδους της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της δασολογίας, της αλιείας και της διαχείρισης των ορυκτών και υδάτινων πόρων.
γεωτεκτονικές	=	γεωτεκτονική
γεωτεκτονική	noun	η τεκτονική γεωλογικών πλακών
γεωτεκτονικής	=	γεωτεκτονική
γεωτεκτονικών	=	γεωτεκτονική
γεωτεμάχια	=	γεωτεμάχιο
γεωτεμάχιο	noun|formal	τμήμα γης με ή χωρίς κτίσματα στο οποίο ασκούνται εμπράγματα δικαιώματα
γεωτεμάχιου	=	γεωτεμάχιο
γεωτεμαχίου	=	γεωτεμάχιο
γεωτεμαχίων	=	γεωτεμάχιο
γεωτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτεχνικό	adv	σχετικά με την κατάσταση του εδάφους ως προς ό,τι χτίζεται πάνω σε αυτό
γεωτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του γεωτεχνικός
γεωτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτεχνική
γεωτεχνική	noun	κλάδος της γεωλογίας που μελετά το έδαφος σε σχέση με τις κατασκευές που γίνονται σ' αυτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωτεχνικός
γεωτεχνικής	adj	γενική ενικού του γεωτεχνική
γεωτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωτεχνικός
γεωτεχνικού	adj	γενική ενικού του γεωτεχνικός
γεωτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωτεχνικός
γεωτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωτεχνικός
γεωτεχνικός	adj	σχετικός με τη γεωτεχνική
γεωτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωτεχνικός
γεωτεχνολογία	noun	τεχνολογία που χρησιμοποιείται στις γεωλογικές μελέτες
γεωτεχνολογίας	=	γεωτεχνολογία
γεωτεχνολογίες	=	γεωτεχνολογία
γεωτεχνολογιών	=	γεωτεχνολογία
γεωτοπία	=	γεωτοπίο
γεωτοπίο	noun|formal	τοπίο με κάποιο ιδιαίτερο γεωλογικό χαρακτηριστικό (που ενδιαφέρει τόσο τους τουρίστες όσο και τους γεωλόγους)
γεωτοπίου	=	γεωτοπίο
γεωτοπίων	=	γεωτοπίο
γεωτουρισμέ	=	γεωτουρισμός
γεωτουρισμοί	=	γεωτουρισμός
γεωτουρισμού	=	γεωτουρισμός
γεωτουρισμούς	=	γεωτουρισμός
γεωτουρισμό	=	γεωτουρισμός
γεωτουρισμός	noun	σύγχρονη μορφή εναλλακτικού τουρισμού που προσελκύει επισκέπτες σε περιοχές με ιδιαίτερο γεωλογικό ενδιαφέρον και γεωποικιλότητα
γεωτουρισμών	=	γεωτουρισμός
γεωτρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεώτρηση
γεωτρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γεώτρηση
γεωτρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γεώτρηση
γεωτρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτρητικό
γεωτρητικέ	adj	κλητική ενικού του γεωτρητικός
γεωτρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτρητική
γεωτρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωτρητικός
γεωτρητικής	adj	γενική ενικού του γεωτρητική
γεωτρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωτρητικός
γεωτρητικού	adj	γενική ενικού του γεωτρητικός
γεωτρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωτρητικός
γεωτρητικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωτρητικός
γεωτρητικός	adj	που έχει σχέση με την γεώτρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
γεωτρητικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωτρητικός
γεωτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτροπικό
γεωτροπικέ	adj	κλητική ενικού του γεωτροπικός
γεωτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτροπική
γεωτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωτροπικός
γεωτροπικής	adj	γενική ενικού του γεωτροπική
γεωτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωτροπικός
γεωτροπικού	adj	γενική ενικού του γεωτροπικός
γεωτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωτροπικός
γεωτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωτροπικός
γεωτροπικός	adj	που έχει σχέση με τον γεωτροπισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
γεωτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωτροπικός
γεωτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του γεωτροπισμός
γεωτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωτροπισμός
γεωτροπισμού	noun	γενική ενικού του γεωτροπισμός
γεωτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γεωτροπισμός
γεωτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του γεωτροπισμός
γεωτροπισμός	noun	ο επηρεασμός της ανάπτυξης των μερών ενός φυτού (βλαστός, ρίζα κ.λπ.) από τη γήινη βαρύτητα
γεωτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του γεωτροπισμός
γεωτρύπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωτρύπανο
γεωτρύπανο	noun	μεγάλο τρυπάνι που χρησιμοποιείται για γεωτρήσεις
γεωτρύπανου	noun	γενική ενικού του γεωτρύπανο
γεωτρύπανων	noun	γενική πληθυντικού του γεωτρύπανο
γεωτόπου	=	γεώτοπος
γεωτόπους	=	γεώτοπος
γεωτόπων	=	γεώτοπος
γεωυδρολογικά	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικέ	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικές	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογική	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικής	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικοί	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικού	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικούς	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικό	=	γεωυδρολογικός
γεωυδρολογικός	adj	σχετικός με την γεωυδρολογία
γεωυδρολογικών	=	γεωυδρολογικός
γεωυλικά	=	γεωυλικό
γεωυλικού	=	γεωυλικό
γεωυλικό	noun	οποιοδήποτε υλικό γεωλογικής προέλευσης
γεωυλικών	=	γεωυλικό
γεωυφάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωύφασμα
γεωυφάσματος	noun	γενική ενικού του γεωύφασμα
γεωυφασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γεωύφασμα
γεωφαγία	noun	η χρήση του χώματος ως τροφής
γεωφαγίας	=	γεωφαγία
γεωφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεώφραγμα
γεωφράγματος	noun	γενική ενικού του γεώφραγμα
γεωφραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γεώφραγμα
γεωφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωφυσικό	adv	από γεωφυσική άποψη
γεωφυσικέ	adj	κλητική ενικού του γεωφυσικός
γεωφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωφυσική
γεωφυσική	noun	επιστημονικός τομέας με αντικείμενο κυρίως τη μορφολογία της γης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωφυσικός
γεωφυσικής	adj	γενική ενικού του γεωφυσική
γεωφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωφυσικός
γεωφυσικού	adj	γενική ενικού του γεωφυσικός
γεωφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωφυσικός
γεωφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωφυσικός
γεωφυσικός	noun	ο επιστήμονας που είναι ειδικευμένος στη γεωφυσική	adj	σχετικός με τη γεωφυσική
γεωφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωφυσικός
γεωφώνου	=	γεώφωνο
γεωφώνων	=	γεώφωνο
γεωχημεία	noun	επιστήμη που μελετά τη χημική σύνθηση στρωμάτων του φλοιού της γης και γενικά τη στερέα μάζα και από άλλους πλανήτες
γεωχημείας	noun	γενική ενικού του γεωχημεία
γεωχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωχημεία
γεωχημειών	noun	γενική πληθυντικού του γεωχημεία
γεωχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωχημικό	adv	από γεωχημική άποψη
γεωχημικέ	adj	κλητική ενικού του γεωχημικός
γεωχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωχημική
γεωχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωχημικός
γεωχημικής	adj	γενική ενικού του γεωχημική
γεωχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωχημικός
γεωχημικού	adj	γενική ενικού του γεωχημικός
γεωχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωχημικός
γεωχημικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωχημικός
γεωχημικός	noun	ο επιστήμονας που είναι ειδικευμένος στη γεωχημεία	adj	σχετικός με τη γεωχημεία
γεωχημικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωχημικός
γεωχωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωχωρικό
γεωχωρικέ	adj	κλητική ενικού του γεωχωρικός
γεωχωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεωχωρική
γεωχωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γεωχωρικός
γεωχωρικής	adj	γενική ενικού του γεωχωρική
γεωχωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γεωχωρικός
γεωχωρικού	adj	γενική ενικού του γεωχωρικός
γεωχωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γεωχωρικός
γεωχωρικό	adj	αιτιατική ενικού του γεωχωρικός
γεωχωρικός	adj	που αφορά τη συγκέντρωση δεδομένων για τον προσδιορισμό ενός χώρου
γεωχωρικών	adj	γενική πληθυντικού του γεωχωρικός
γεωύφασμα	noun	υδατοδιαπερατό ύφασμα από διάφορα υλικά που χρησιμοποιείται σε γεωτεχνικά έργα, στην οδοποιία, στη βοτανική, την οικοδομική κ.λπ.
γεύεσαι	=	γεύομαι
γεύεστε	=	γεύομαι
γεύεται	=	γεύομαι
γεύθηκα	=	γεύομαι
γεύθηκαν	=	γεύομαι
γεύθηκε	=	γεύομαι
γεύθηκες	=	γεύομαι
γεύμα	noun	η τροφή που καταναλώνει κάποιος σε τακτά διαστήματα της ημέρας
γεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεύμα
γεύματος	noun	γενική ενικού του γεύμα
γεύομαι	verb	νιώθω τη γεύση ενός φαγητού ή ποτού που δοκιμάζω
γεύονται	=	γεύομαι
γεύονταν	=	γεύομαι
γεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεύση
γεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του γεύση
γεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του γεύση
γεύση	noun	μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα των τροφών και των υγρών στο στόμα ανάλογα με τον τρόπο που ερεθίζουν τη γλώσσα
γεύσης	adj	γενική ενικού του γεύση
γεύτηκα	=	γεύομαι
γεύτηκαν	=	γεύομαι
γεύτηκε	=	γεύομαι
γεύτηκες	=	γεύομαι
γεώγλυφα	=	γεώγλυφο
γεώγλυφο	noun	μοτίβο ή σχέδιο στο έδαφος κατασκευασμένο από υλικά του τοπίου, συνήθως από βράχους, πέτρες ή χαλίκια
γεώγλυφου	=	γεώγλυφο
γεώδεις	=	γεώδης
γεώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γεώδης
γεώδη	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του γεώδης
γεώδης	adj	που είναι όμοιος με γη ή έχει το χρώμα της γης, του χώματος
γεώδους	=	γεώδης
γεώμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεώμηλο
γεώμηλο	noun	άλλη μορφή του γεώμηλον
γεώμηλον	noun	το γεώμηλο· κοινώς πατάτα, το φυτό στρύχνος ο κονδυλόρριζος (Solanum tuberosum)
γεώμηλου	=	γεώμηλο
γεώμορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεώμορο
γεώμορο	noun	η ποσότητα, το μερτικό που δίνει ο καλλιεργητής της γης στον ιδιοκτήτη της
γεώμορου	=	γεώμορο
γεώραμα	noun	απεικόνιση άλλη μορφή του γαιόραμα
γεώσφαιρα	noun	το στερεό εξωτερικό κέλυφος της Γης μαζί με το εσωτερικό της μέρος, η γήινη σφαίρα
γεώσφαιρας	noun	γενική ενικού του γεώσφαιρα
γεώσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γεώσφαιρα
γεώτοπε	=	γεώτοπος
γεώτοπο	=	γεώτοπος
γεώτοποι	=	γεώτοπος
γεώτοπος	noun	τόπος που παρουσιάζει ενδιαφέρον από γεωλογικής ή γεωμορφολογικής άποψης (περισσότερο για τους τουρίστες παρά για τους γεωλόγους)
γεώτοπου	=	γεώτοπος
γεώτοπους	=	γεώτοπος
γεώτοπων	=	γεώτοπος
γεώτρηση	noun	τρύπα μικρής διαμέτρου και μεγάλου μήκους η οποία ορύσσεται με ειδικό μηχανισμό, το γεωτρύπανο, με σκοπό είτε την έρευνα του υπεδάφους (γεωλογικές έρευνες) είτε την εκμετάλλευση των πόρων του (άντληση νερού, πετρελαίου, φυσικού αερίου)
γεώτρησης	noun	γενική ενικού του γεώτρηση
γεώφραγμα	noun	φράγμα σε σημείο της γης, σε ροή ύδατος, ώστε να σχηματιστεί τεχνητή λίμνη
γεώφυτα	noun	φυτά που περνούν την περίοδο δυσμενών συνθηκών (π.χ. ψύχος ή ξηρασία) διατηρώντας τα όργανα επιβίωσής τους κάτω από το έδαφος, όπως βολβούς, κονδύλους ή ριζώματα
γεώφυτων	=	γεώφυτα
γεώφωνα	=	γεώφωνο
γεώφωνο	noun	όργανο μέτρησης μηχανικών δονήσεων των στερεών σωμάτων, το οποίο μετατρέπει τις μηχανικές διακυμάνσεις σε ηλεκτρικές, αναπαράγει δηλαδή τη μορφή τους σε ηλεκτρικό σήμα
γεώφωνου	=	γεώφωνο
γεώφωνων	=	γεώφωνο
γη	noun|figurative	το σύνολο των κατοίκων του πλανήτη Γη
γηγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γηγενής
γηγενή	adj	αιτιατική ενικού του γηγενής
γηγενής	adj	που έχει γεννηθεί στη γη που κατοικεί, ο ιθαγενής, ο ντόπιος
γηγενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηγενής
γηγενούς	adj	γενική ενικού του γηγενής
γηγενών	adj	γενική πληθυντικού του γηγενής
γηθοσύνη	noun|archaic	χαρά, ευχαρίστηση
γηλόφου	=	γήλοφος
γηλόφους	=	γήλοφος
γηλόφων	=	γήλοφος
γημόρος	noun	γαιοκτήμονας
γηπέδου	noun	γενική ενικού του γήπεδο
γηπέδων	noun	γενική πληθυντικού του γήπεδο
γηπεδικά	=	γηπεδικός
γηπεδικέ	=	γηπεδικός
γηπεδικές	=	γηπεδικός
γηπεδική	=	γηπεδικός
γηπεδικής	=	γηπεδικός
γηπεδικοί	=	γηπεδικός
γηπεδικού	=	γηπεδικός
γηπεδικούς	=	γηπεδικός
γηπεδικό	=	γηπεδικός
γηπεδικός	adj	που έχει σχέση με το γήπεδο ή αναφέρεται σʼ αυτό
γηπεδικών	=	γηπεδικός
γηπεδοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γηπεδοποιώ, η επέκταση φαινομένων των γηπέδων, όπως η άκριτη στοίχιση πίσω από ομάδες, ο φανατισμός, ο χουλιγκανισμός, σε άλλους χώρους, πχ στην πολιτική ζωή
γηπεδοποίησης	noun	γενική ενικού του γηπεδοποίηση
γηπεδοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηπεδοποίηση
γηπεδοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γηπεδοποίηση
γηπεδοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γηπεδοποίηση
γηπεδοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηπεδοποιημένο
γηπεδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηπεδοποιημένη
γηπεδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιημένης	verb	γενική ενικού του γηπεδοποιημένη
γηπεδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γηπεδοποιώ
γηπεδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γηπεδοποιημένος
γηπεδοποιώ	verb|rare	μετατρέπω μια έκταση σε γήπεδο
γηπεδοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γηπεδοποιώ
γηπεδούχα	=	γηπεδούχος
γηπεδούχας	=	γηπεδούχος
γηπεδούχε	=	γηπεδούχος
γηπεδούχες	=	γηπεδούχος
γηπεδούχο	=	γηπεδούχος
γηπεδούχοι	=	γηπεδούχος
γηπεδούχος	noun	η ομάδα που αγωνίζεται στο δικό της γήπεδο, στην έδρα της	adj	που αγωνίζεται στο δικό του γήπεδο, στην έδρα του
γηπεδούχου	=	γηπεδούχος
γηπεδούχους	=	γηπεδούχος
γηπεδούχων	=	γηπεδούχος
γηράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γήρανση
γηράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του γήρανση
γηράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του γήρανση
γηράσκω	verb|formal	γερνάω
γηράτων	=	γήρας
γηρίατρε	=	γηρίατρος
γηρίατρο	=	γηρίατρος
γηρίατροι	=	γηρίατρος
γηρίατρος	noun	γιατρός εξειδικευμένος στη γηριατρική
γηρίατρου	=	γηρίατρος
γηρίατρους	=	γηρίατρος
γηρίατρων	=	γηρίατρος
γηραιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηραιός
γηραιάς	=	γηραιός
γηραιέ	adj	κλητική ενικού του γηραιός
γηραιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηραιή
γηραιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηραιός
γηραιής	adj	γενική ενικού του γηραιή
γηραιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηραιός
γηραιού	adj	γενική ενικού του γηραιός
γηραιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γηραιός
γηραιό	adj	αιτιατική ενικού του γηραιός
γηραιός	adj|formal	λόγια μορφή για τις λέξεις γέρος, γέροντας: ηλικιωμένος ή φθαρμένος άνθρωπος ή αντικείμενο
γηραιότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηραιότερο
γηραιότερε	adj	κλητική ενικού του γηραιότερος
γηραιότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηραιότερη
γηραιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηραιότερος
γηραιότερης	adj	γενική ενικού του γηραιότερη
γηραιότερο	adj	αιτιατική ενικού του γηραιότερος
γηραιότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηραιότερος
γηραιότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του γηραιός: πιο μεγάλης ηλικίας
γηραιότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γηραιότερος
γηραιότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γηραιότερος
γηραιότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γηραιότερος
γηραιών	adj	γενική πληθυντικού του γηραιός
γηραλέα	=	γηραλέος
γηραλέας	=	γηραλέος
γηραλέε	=	γηραλέος
γηραλέες	=	γηραλέος
γηραλέο	=	γηραλέος
γηραλέοι	=	γηραλέος
γηραλέος	adj	ηλικιωμένος, παλιός, γερασμένος
γηραλέου	=	γηραλέος
γηραλέους	=	γηραλέος
γηραλέων	=	γηραλέος
γηραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηραντικό
γηραντικέ	adj	κλητική ενικού του γηραντικός
γηραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηραντική
γηραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηραντικός
γηραντικής	adj	γενική ενικού του γηραντική
γηραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηραντικός
γηραντικού	adj	γενική ενικού του γηραντικός
γηραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γηραντικός
γηραντικό	adj	αιτιατική ενικού του γηραντικός
γηραντικός	adj	που συμβάλλει ή συντελεί στη γήρανση
γηραντικών	adj	γενική πληθυντικού του γηραντικός
γηρασμέ	noun	κλητική ενικού του γηρασμός
γηρασμένος	=	γερασμένος
γηρασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηρασμός
γηρασμού	noun	γενική ενικού του γηρασμός
γηρασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γηρασμός
γηρασμό	noun	αιτιατική ενικού του γηρασμός
γηρασμός	noun	η διαδικασία της γήρανσης έμβιου πλάσματος ή κάποιου οργάνου ή χαρακτηριστικού του
γηρασμών	noun	γενική πληθυντικού του γηρασμός
γηρατειά	noun	η χρονική περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος φτάνει σε μια μεγαλύτερη ηλικία
γηρατειών	=	γηρατειά
γηριάτρου	=	γηρίατρος
γηριάτρους	=	γηρίατρος
γηριάτρων	=	γηρίατρος
γηριατρικά	adv	σύμφωνα με τους κανόνες της γηριατρικής
γηριατρικέ	adj	κλητική ενικού του γηριατρικός
γηριατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηριατρική
γηριατρική	noun	Κλάδος της ιατρικής που μελετά την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των ασθενειών των ηλικιωμένων.
γηριατρικής	adj	γενική ενικού του γηριατρική
γηριατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηριατρικός
γηριατρικού	adj	γενική ενικού του γηριατρικός
γηριατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γηριατρικός
γηριατρικό	adj	αιτιατική ενικού του γηριατρικός
γηριατρικός	adj	σχετικός με, ή αναφερόμενος, στη γηριατρική
γηριατρικών	adj	γενική πληθυντικού του γηριατρικός
γηροκομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσεων	=	γηροκόμηση
γηροκομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γηροκομώ
γηροκομία	noun	η φροντίδα των γερόντων
γηροκομίας	=	γηροκομία
γηροκομίες	=	γηροκομία
γηροκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηροκομείο
γηροκομείο	noun	το ίδρυμα που φιλοξενεί σε μόνιμη βάση άτομα της τρίτης ηλικίας
γηροκομείου	noun	γενική ενικού του γηροκομείο
γηροκομείων	noun	γενική πληθυντικού του γηροκομείο
γηροκομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηροκομημένο
γηροκομημένε	verb	κλητική ενικού του γηροκομημένος
γηροκομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηροκομημένη
γηροκομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηροκομημένος
γηροκομημένης	verb	γενική ενικού του γηροκομημένη
γηροκομημένο	verb	αιτιατική ενικού του γηροκομημένος
γηροκομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηροκομημένος
γηροκομημένος	verb	που έχει γηροκομηθεί
γηροκομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γηροκομημένος
γηροκομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γηροκομημένος
γηροκομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γηροκομημένος
γηροκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηροκομικό
γηροκομικέ	adj	κλητική ενικού του γηροκομικός
γηροκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γηροκομική
γηροκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γηροκομικός
γηροκομικής	adj	γενική ενικού του γηροκομική
γηροκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γηροκομικός
γηροκομικού	adj	γενική ενικού του γηροκομικός
γηροκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γηροκομικός
γηροκομικό	adj	αιτιατική ενικού του γηροκομικός
γηροκομικός	adj	σχετικός με τη γηροκομία
γηροκομικών	adj	γενική πληθυντικού του γηροκομικός
γηροκομιών	=	γηροκομία
γηροκομώ	verb	φροντίζω έναν ηλικιωμένο, ιδίως της οικογένειάς μου
γηροκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γηροκομώ
γηροκόμε	=	γηροκόμος
γηροκόμηση	noun	η φροντίδα των γερόντων συνήθως από τα παιδιά τους αλλά συχνά και απο επαγγελματίες γηροκόμους
γηροκόμησης	=	γηροκόμηση
γηροκόμο	=	γηροκόμος
γηροκόμοι	=	γηροκόμος
γηροκόμος	noun	που είναι ειδικός στο να φροντίζει ηλικιωμένους ή που πάντως ασκεί αυτό το επάγγελμα
γηροκόμου	=	γηροκόμος
γηροκόμους	=	γηροκόμος
γηροκόμων	=	γηροκόμος
γης	noun|vulgar	η γη
γητέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γήτεμα
γητέματος	noun	γενική ενικού του γήτεμα
γητέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψαν	=	γητεύω
γητέψανε	=	γητεύω
γητέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψομε	=	γητεύω
γητέψου	=	γητεύω
γητέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψουνε	=	γητεύω
γητέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γητεύω
γητειά	noun	ξόρκι, μαγικό, γοητεία μάγισσας για να πετύχει κάτι
γητειάς	noun	γενική ενικού του γητειά
γητειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γητειά
γητειών	=	γητειά
γητεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γήτεμα
γητεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γητεμένο
γητεμένε	verb	κλητική ενικού του γητεμένος
γητεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γητεμένη
γητεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γητεμένος
γητεμένης	verb	γενική ενικού του γητεμένη
γητεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γητεμένος
γητεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γητεμένος
γητεμένος	verb	που έχει γητευτεί
γητεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γητεμένος
γητεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γητεμένος
γητεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γητεμένος
γητευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γητευτής
γητευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γητευτής
γητευτήκαμε	=	γητεύω
γητευτήκαν	=	γητεύω
γητευτήκανε	=	γητεύω
γητευτήκατε	=	γητεύω
γητευτής	noun	που μαγεύει, που γητεύει (τα άγρια θηρία κυρίως)
γητευτεί	=	γητεύω
γητευτείς	=	γητεύω
γητευτείτε	=	γητεύω
γητευτούμε	=	γητεύω
γητευτούν	=	γητεύω
γητευτούνε	=	γητεύω
γητευτώ	=	γητεύω
γητευτών	noun	γενική πληθυντικού του γητευτής
γητευόμασταν	=	γητεύω
γητευόμαστε	=	γητεύω
γητευόμουν	=	γητεύω
γητευόμουνα	=	γητεύω
γητευόντουσαν	=	γητεύω
γητευόσασταν	=	γητεύω
γητευόσαστε	=	γητεύω
γητευόσουν	=	γητεύω
γητευόσουνα	=	γητεύω
γητευόταν	=	γητεύω
γητευότανε	=	γητεύω
γητεύαμε	=	γητεύω
γητεύαν	=	γητεύω
γητεύανε	=	γητεύω
γητεύατε	=	γητεύω
γητεύει	=	γητεύω
γητεύεις	=	γητεύω
γητεύεσαι	=	γητεύω
γητεύεστε	=	γητεύω
γητεύεται	=	γητεύω
γητεύετε	=	γητεύω
γητεύομαι	=	γητεύω
γητεύομε	=	γητεύω
γητεύονται	=	γητεύω
γητεύονταν	=	γητεύω
γητεύοντας	=	γητεύω
γητεύουμε	=	γητεύω
γητεύουν	=	γητεύω
γητεύουνε	=	γητεύω
γητεύτε	=	γητεύω
γητεύτηκα	=	γητεύω
γητεύτηκαν	=	γητεύω
γητεύτηκε	=	γητεύω
γητεύτηκες	=	γητεύω
γητεύτρα	=	γητευτής
γητεύτρας	noun	γενική ενικού του γητεύτρα
γητεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γητεύτρα
γητεύω	verb	μαγεύω, κάνω μάγια, κάνω γητειές
γηῶμα	noun|rare	το πρωινό γεύμα, ιδιάζουσα παρωχημένη γραφή του γιόμα ως μορφή του γεῦμα όπως στο Λεξικό του Βυζάντιου Σκαρλάτου
γι	=	για
γιά	pron	πολυτονική γραφή του για
γιάγμα	noun	τουρκική διαταγή λεηλασίας - λαφυραγωγίας, στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης του 1821, που χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχα ως επιφώνημα και από Έλληνες καπετάνιους - οπλαρχηγούς και ρεΐσηδες
γιάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιάγμα
γιάγματος	noun	γενική ενικού του γιάγμα
γιάμπολη	noun	βότανο από είδος γλυκόριζας, της glycyrrhiza glabra (γλυκίρρζα η άτριχος)
γιάμπολης	=	γιάμπολη
γιάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάναν	=	γιαίνω
γιάνανε	=	γιαίνω
γιάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάνε	=	γιαίνω
γιάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάνκα	noun	ευρωπαϊκός εύθυμος χορός των αρχών της δεκαετίας του 1960, που έχει καταστεί κλασικός
γιάνκη	=	γιάνκης
γιάνκηδες	=	γιάνκης
γιάνκηδων	=	γιάνκης
γιάνκης	noun	ο λευκός Αμερικανός από τις ΗΠΑ
γιάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάντα	conj	γιατί
γιάντε	=	γιαίνω
γιάντες	noun	παιχνίδι μνήμης, στο οποίο χάνει ο παίκτης που παίρνει στα χέρια του ένα αντικείμενο από ένα συμπαίκτη του, χωρίς να πεί κάποια προκαθορισμένη φράση, όπως «το ξέρω» ή «το θυμάμαι» και ο νικητής κάνει γιάντες
γιάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιαίνω
γιάπη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιάπης
γιάπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιάπης
γιάπηδων	noun	γενική πληθυντικού του γιάπης
γιάπης	noun	τεχνοκράτης, συνήθως νεαρής ηλικίας με καλοπληρωμένη δουλειά και τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από υπερκατανάλωση και τάσεις επίδειξης της προσωπικής του ζωής
γιάπικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γιάπικος	adv	με γιάπικο τρόπο
γιάπικε	=	γιάπικος
γιάπικες	=	γιάπικος
γιάπικη	=	γιάπικος
γιάπικης	=	γιάπικος
γιάπικο	=	γιάπικος
γιάπικοι	=	γιάπικος
γιάπικος	adj	που έχει σχέση με γιάπη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
γιάπικου	=	γιάπικος
γιάπικους	=	γιάπικος
γιάπικων	=	γιάπικος
γιάπισσα	=	γιάπης
γιάρδα	noun	το ναυπηγείο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
γιάρδας	noun	γενική ενικού του γιάρδα
γιάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιάρδα
γιάρμπορο	noun	χέρι χωρίς ονέρ, με λιμά κάτω από το 9 ή το 10
γιάτρεμα	noun	η ίαση μιας ασθένειας, η γιατρειά
γιάτρευα	=	γιατρεύω
γιάτρευαν	=	γιατρεύω
γιάτρευε	=	γιατρεύω
γιάτρευες	=	γιατρεύω
γιάτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιάτρεψαν	=	γιατρεύω
γιάτρεψε	=	γιατρεύω
γιάτρεψες	=	γιατρεύω
γιάτρισσα	noun|vulgar	γυναίκα γιατρός, γιατρίνα
γιάτρισσας	noun	γενική ενικού του γιάτρισσα
γιάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιάτρισσα
γιάφκα	noun	μυστικός χώρος στον οποίο συγκεντρώνονται τα μέλη συνωμοτικής οργάνωσης, όπου φυλάσσεται παράνομο υλικό και εξοπλισμός
γιάφκας	noun	γενική ενικού του γιάφκα
γιάφκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιάφκα
γιάχνιζα	=	γιαχνίζω
γιάχνιζαν	=	γιαχνίζω
γιάχνιζε	=	γιαχνίζω
γιάχνιζες	=	γιαχνίζω
γιάχνισα	=	γιαχνίζω
γιάχνισαν	=	γιαχνίζω
γιάχνισε	=	γιαχνίζω
γιάχνισες	=	γιαχνίζω
γιέσμαν	noun	άτομο που —χωρίς να προβάλλει αντιρρήσεις— συμφωνεί πάντα με όσα του ζητούν άλλοι (συνήθως προϊστάμενοι ή φίλοι), κυρίως για να γλυκάνει τη σχέση ή να αποσπάσει εύνοια
γιέτι	noun	υποτιθέμενο ανθρωπομορφικό ον της λαϊκής παράδοσης των Ιμαλαΐων, περιγραφόμενο ως μεγαλόσωμο και τριχωτό πλάσμα που ζει σε ορεινές περιοχές και παραμένει ατεκμηρίωτο επιστημονικά
για	prep	δηλώνει την αιτία	conj	ή διαζευτικό
γιαίναμε	=	γιαίνω
γιαίναν	=	γιαίνω
γιαίνανε	=	γιαίνω
γιαίνατε	=	γιαίνω
γιαίνε	=	γιαίνω
γιαίνει	=	γιαίνω
γιαίνεις	=	γιαίνω
γιαίνετε	=	γιαίνω
γιαίνοντας	=	γιαίνω
γιαίνουμε	=	γιαίνω
γιαίνουν	=	γιαίνω
γιαίνουνε	=	γιαίνω
γιαίνω	verb	θεραπεύω, γιατρεύω
γιαβάς	adv	αργά, σιγανά
γιαβάς-γιαβάς	adv|dated	σιγά σιγά
γιαβάσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαβάσικο
γιαβάσικε	adj	κλητική ενικού του γιαβάσικος
γιαβάσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαβάσικη
γιαβάσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαβάσικος
γιαβάσικης	adj	γενική ενικού του γιαβάσικη
γιαβάσικο	adj	αιτιατική ενικού του γιαβάσικος
γιαβάσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαβάσικος
γιαβάσικος	adj	ο αργός
γιαβάσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιαβάσικος
γιαβάσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαβάσικος
γιαβάσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιαβάσικος
γιαβέρες	=	γιαβέρης
γιαβέρη	=	γιαβέρης
γιαβέρης	noun|dated	σωματοφύλακας
γιαβερών	=	γιαβέρης
γιαβουκλού	noun	μνηστή, αρραβωνιαστικιά
γιαβουκλούδες	=	γιαβουκλού
γιαβουκλούδων	=	γιαβουκλού
γιαβουκλούς	noun	μνηστήρας, αρραβωνιαστικός
γιαβρί	noun	γιαβρί μου: μικρό μου, μωρό μου, ψυχή μου (τρυφερή προσφώνηση)
γιαβριά	=	γιαβρί
γιαβριού	=	γιαβρί
γιαβριών	=	γιαβρί
γιαβρούμ	intj	μωρό μου, (ως θωπευτική προσφώνηση) σε προσφιλές πρόσωπο, κατ΄ επέκταση αγάπη μου
γιαγερμέ	=	γιαγερμός
γιαγερμοί	=	γιαγερμός
γιαγερμού	=	γιαγερμός
γιαγερμούς	=	γιαγερμός
γιαγερμό	=	γιαγερμός
γιαγερμός	noun	επιστροφή
γιαγερμών	=	γιαγερμός
γιαγιά	noun	η μητέρα του πατέρα ή της μητέρας μου
γιαγιάδες	=	γιαγιά
γιαγιάδων	=	γιαγιά
γιαγιάκα	noun	υποκοριστικό του γιαγιά
γιαγιάκας	noun	γενική ενικού του γιαγιάκα
γιαγιάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαγιάκα
γιαγιάς	=	γιαγιά
γιαγιές	=	γιαγιά
γιαγιαδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαγιαδίστικο
γιαγιαδίστικε	adj	κλητική ενικού του γιαγιαδίστικος
γιαγιαδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαγιαδίστικη
γιαγιαδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαγιαδίστικος
γιαγιαδίστικης	adj	γενική ενικού του γιαγιαδίστικη
γιαγιαδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του γιαγιαδίστικος
γιαγιαδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαγιαδίστικος
γιαγιαδίστικος	adj|informal	αυτός που θυμίζει, σχετίζεται ή παραπέμπει νοερώς σε γιαγιά
γιαγιαδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιαγιαδίστικος
γιαγιαδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαγιαδίστικος
γιαγιαδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιαγιαδίστικος
γιαγιούλα	noun	υποκοριστικό του γιαγιά
γιαγιούλας	noun	γενική ενικού του γιαγιούλα
γιαγιούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαγιούλα
γιαγκίνι	noun|dated	πυρκαγιά
γιαγκιλίκι	noun	έρωτας
γιαγκιλίκια	=	γιαγκιλίκι
γιαγκιλικιού	=	γιαγκιλίκι
γιαγκιλικιών	=	γιαγκιλίκι
γιαγλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαγλίδικο
γιαγλίδικε	adj	κλητική ενικού του γιαγλίδικος
γιαγλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαγλίδικη
γιαγλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαγλίδικος
γιαγλίδικης	adj	γενική ενικού του γιαγλίδικη
γιαγλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του γιαγλίδικος
γιαγλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαγλίδικος
γιαγλίδικος	adj	που έχει παρασκευαστεί με πολύ λάδι ή λίπος, λιπαρός, παχύς
γιαγλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιαγλίδικος
γιαγλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαγλίδικος
γιαγλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιαγλίδικος
γιαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γιάγμα
γιαείντα	=	γιάντα
γιαζατζή	=	γιαζατζής
γιαζατζήδες	=	γιαζατζής
γιαζατζήδων	=	γιαζατζής
γιαζατζής	noun|dated	άλλη μορφή του γιαζιτζής
γιαζητζή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιαζητζής, σπάνια γραφή του γιαζιτζή
γιαζητζής	noun|dated	άλλη γραφή του γιαζιτζής
γιαζιτζή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιαζιτζής
γιαζιτζήδες	=	γιαζιτζής
γιαζιτζήδων	=	γιαζιτζής
γιαζιτζής	noun|dated	επί Τουρκοκρατίας, ο γραμματέας, ο γραφέας
γιακ	noun	βοοειδή που ζουν στα Ιμαλάια, το Θιβέτ και τις στέπες της Μογγολίας και της νότιας Σιβηρίας.
γιακά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιακάς
γιακάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιακάς
γιακάδων	noun	γενική πληθυντικού του γιακάς
γιακάς	noun	το τμήμα του ρούχου που βρίσκεται γύρω από το λαιμό
γιακαδάκι	noun	υποκοριστικό του γιακάς
γιακαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιακαδάκι
γιακαράντα	noun	άλλη μορφή του τζακαράντα
γιακαράντας	=	γιακαράντα
γιακαράντες	=	γιακαράντα
γιακαράντων	=	γιακαράντα
γιακουτικά	noun	τουρκικής καταγωγής που μιλιέται στη Σιβηρία και τη Γιακουτία
γιακουτικέ	adj	κλητική ενικού του γιακουτικός
γιακουτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιακουτική
γιακουτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιακουτικός
γιακουτικής	adj	γενική ενικού του γιακουτική
γιακουτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιακουτικός
γιακουτικού	adj	γενική ενικού του γιακουτικός
γιακουτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιακουτικός
γιακουτικό	adj	αιτιατική ενικού του γιακουτικός
γιακουτικός	adj	σχετικός με έναν τουρκο-μογγολικό λαό, τη γλώσσα του (γιακουτικά) και τον πολιτισμό του
γιακουτικών	adj	γενική πληθυντικού του γιακουτικός
γιαλέ	noun	κλητική ενικού του γιαλός
γιαλέλι	noun	τραγούδι
γιαλί	noun	άλλη γραφή του γυαλί
γιαλαντζί	adj	ψεύτικος	adv	ψεύτικα
γιαλιά	=	γιαλί
γιαλιού	=	γιαλί
γιαλιών	=	γιαλί
γιαλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαλός
γιαλού	noun	γενική ενικού του γιαλός
γιαλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιαλός
γιαλτρανά	=	γιαλτρανός
γιαλτρανέ	=	γιαλτρανός
γιαλτρανές	=	γιαλτρανός
γιαλτρανή	=	γιαλτρανός
γιαλτρανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γιαλτρανή) του γιαλτρανός
γιαλτρανοί	=	γιαλτρανός
γιαλτρανού	=	γιαλτρανός
γιαλτρανούς	=	γιαλτρανός
γιαλτρανό	=	γιαλτρανός
γιαλτρανός	adj	ο σχετικός με τα Γιάλτρα της Εύβοιας ή τους κατοίκους της
γιαλτρανών	=	γιαλτρανός
γιαλό	noun	αιτιατική ενικού του γιαλός
γιαλόκλειστα	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστε	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστες	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστη	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστης	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστο	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστοι	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστος	adj	ο περίκλειστος από γιαλό, αυτός που περιβάλλεται από θάλασσα, συνεπώς η νήσος.
γιαλόκλειστου	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστους	=	γιαλόκλειστος
γιαλόκλειστων	=	γιαλόκλειστος
γιαλός	noun	η ακρογιαλιά, προσβάσιμη ακτή
γιαλών	noun	γενική πληθυντικού του γιαλός
γιαμάκι	noun	βοηθός, τσιράκι
γιαμαλής	noun	υφασματέμπορος
γιανίστης	noun|formal	γενική ενικού του Γιάνιστα
γιανγκ	noun	η θετική και δυναμική αρχή στην κινεζική κοσμολογική σκέψη, που εκφράζει την κίνηση, το φως και την ενεργητική δράση σε συμπληρωματική αντίστιξη προς το γιν
γιαννίστης	noun|formal	γενική ενικού του Γιάννιστα
γιαννιτσιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαννιτσιώτικο
γιαννιτσιώτικε	adj	κλητική ενικού του γιαννιτσιώτικος
γιαννιτσιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαννιτσιώτικη
γιαννιτσιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαννιτσιώτικος
γιαννιτσιώτικης	adj	γενική ενικού του γιαννιτσιώτικη
γιαννιτσιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του γιαννιτσιώτικος
γιαννιτσιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαννιτσιώτικος
γιαννιτσιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Γιαννιτσά ή το Γιαννίτσι ή τη Γιαννιτσού ή τους κατοίκους τους
γιαννιτσιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιαννιτσιώτικος
γιαννιτσιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαννιτσιώτικος
γιαννιτσιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιαννιτσιώτικος
γιαννιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαννιώτικο
γιαννιώτικε	adj	κλητική ενικού του γιαννιώτικος
γιαννιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαννιώτικη
γιαννιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαννιώτικος
γιαννιώτικης	adj	γενική ενικού του γιαννιώτικη
γιαννιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του γιαννιώτικος
γιαννιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαννιώτικος
γιαννιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Γιάννενα και τους κατοίκους
γιαννιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιαννιώτικος
γιαννιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαννιώτικος
γιαννιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιαννιώτικος
γιαουρτά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιαουρτάς
γιαουρτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαουρτάς
γιαουρτάδικα	=	γιαουρτάδικο
γιαουρτάδικο	noun	κατάστημα όπου πωλούνται γιαούρτια
γιαουρτάδικου	=	γιαουρτάδικο
γιαουρτάδικων	=	γιαουρτάδικο
γιαουρτάδων	noun	γενική πληθυντικού του γιαουρτάς
γιαουρτάκι	noun	υποκοριστικό του γιαούρτι
γιαουρτάκια	=	γιαουρτάκι
γιαουρτάς	noun	κάποιος που πουλάει ή φτιάχνει γιαούρτι
γιαουρτιού	noun	γενική ενικού του γιαούρτι
γιαουρτιών	=	γιαούρτι
γιαουρτλού	noun	άλλη μορφή του γιογουρτλού
γιαουρτομυζήθρα	noun	η ξινομυζήθρα
γιαουρτομυζήθρας	=	γιαουρτομυζήθρα
γιαουρτομυζήθρες	=	γιαουρτομυζήθρα
γιαουρτομυζήθρων	=	γιαουρτομυζήθρα
γιαουρτοπιτών	=	γιαουρτόπιτα
γιαουρτοπόλεμε	noun	κλητική ενικού του γιαουρτοπόλεμος
γιαουρτοπόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του γιαουρτοπόλεμος
γιαουρτοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαουρτοπόλεμος
γιαουρτοπόλεμος	noun	παιχνίδι με πέταμα γιαουρτιών
γιαουρτοπόλεμου	=	γιαουρτοπόλεμος
γιαουρτοπόλεμους	=	γιαουρτοπόλεμος
γιαουρτοπόλεμων	=	γιαουρτοπόλεμος
γιαουρτού	=	γιαουρτάς
γιαουρτωμάτων	=	γιαούρτωμα
γιαουρτωμένα	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένε	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένες	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένη	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένης	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένο	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένοι	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γιαουρτώνω
γιαουρτωμένου	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένους	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτωμένων	=	γιαουρτωμένος
γιαουρτόπιτα	noun	είδος πίτας ή γλυκού των οποίων βασικό συστατικό είναι το γιαούρτι
γιαουρτόπιτας	=	γιαουρτόπιτα
γιαουρτόπιτες	=	γιαουρτόπιτα
γιαουρτόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το γιαούρτι και ζωμό κότας
γιαουρτόσουπας	noun	γενική ενικού του γιαουρτόσουπα
γιαουρτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαουρτόσουπα
γιαουρτώματα	=	γιαούρτωμα
γιαουρτώματος	=	γιαούρτωμα
γιαουρτώναμε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώναν	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνανε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνατε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνει	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνεις	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνετε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνομαι	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνοντας	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνουμε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνουν	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνουνε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώνω	verb	εκσφενδονίζω γιαούρτι εναντίον κάποιου με σκοπό να τον μειώσω ηθικά, να τον προσβάλω
γιαουρτώσαμε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώσαν	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώσανε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώσατε	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώσει	=	γιαουρτώνω
γιαουρτώστε	=	γιαουρτώνω
γιαούρτη	noun	άλλη μορφή του γιαούρτι
γιαούρτι	noun	γαλακτοκομικό παρασκεύασμα, το οποίο συχνά συσκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο σε κεσέδες ή γαβάθες
γιαούρτια	=	γιαούρτι
γιαούρτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γιαουρτώνω
γιαούρτωνα	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωναν	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωνε	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωνες	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωσα	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωσαν	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωσε	=	γιαουρτώνω
γιαούρτωσες	=	γιαουρτώνω
γιαπί	noun	ημιτελής οικοδομή
γιαπιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαπί
γιαπιού	=	γιαπί
γιαπιτζή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιαπιτζής
γιαπιτζήδες	=	γιαπιτζής
γιαπιτζήδων	=	γιαπιτζής
γιαπιτζής	noun|dated	χτίστης, οικοδόμος
γιαπιών	=	γιαπί
γιαπράκι	noun	ντολμαδάκι (αμπελόφυλλο τυλιγμένο και γεμισμένο με κιμά)
γιαπράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαπράκι
γιαπωνέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαπωνέζικο	adv	χρησιμοποιώντας την ιαπωνική γλώσσα
γιαπωνέζικε	adj	κλητική ενικού του γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαπωνέζικη
γιαπωνέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικης	adj	γενική ενικού του γιαπωνέζικη
γιαπωνέζικικη	=	γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικικια	=	γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικικο	=	γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικο	adj	αιτιατική ενικού του γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικος	adj	ιαπωνικός
γιαπωνέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαπωνέζικος
γιαπωνέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιαπωνέζικος
γιαρά	noun	πληγή, ανοιχτή πληγή, τραύμα
γιαράδες	=	γιαράς
γιαράς	noun	άλλη μορφή του γιαρά (θηλυκό): η πληγή, το τραύμα
γιαραμπή	=	γιαραμπής
γιαραμπήδες	=	γιαραμπής
γιαραμπήδων	=	γιαραμπής
γιαραμπής	noun|dated	ο Θεός
γιαρατίζω	verb	θεραπεύω
γιαρδών	noun	γενική πληθυντικού του γιάρδα
γιαρμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιαρμάς
γιαρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαρμάς
γιαρμάδων	noun	γενική πληθυντικού του γιαρμάς
γιαρμάς	noun	ποικιλία ροδάκινου
γιαροσίτες	=	γιαροσίτης
γιαροσίτη	=	γιαροσίτης
γιαροσίτης	noun	ένυδρο θειικό άλας του καλίου και του (τρισθενούς) σιδήρου (χημικός τύπος: KFe₃⁺³ (SO₄)₂(OH)₆)
γιαροσιτών	=	γιαροσίτης
γιασεμάκι	noun	υποκοριστικό του γιασεμί
γιασεμάκια	=	γιασεμάκι
γιασεμί	noun	αναρριχώμενος θάμνος του γένους Ίασμος, αγγειόσπερμων δικότυλων θαμνωδών καλλωπιστικών φυτών, της οικογένεια των Ελαιοειδών (Oleaceae).
γιασεμιά	=	γιασεμί
γιασεμιού	=	γιασεμί
γιασεμιών	=	γιασεμί
γιασεμόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιασεμόλαδο
γιασεμόλαδο	noun|vulgar	ιασμέλαιο
γιασεμόλαδου	noun	γενική ενικού του γιασεμόλαδο
γιασεμόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του γιασεμόλαδο
γιασμάκι	noun	καλύπτρα του προσώπου των μουσουλμάνων γυναικών
γιασμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιασμάκι
γιασουμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιασουμάκι
γιαστίκι	noun	μαξιλαροθήκη
γιαστίκια	=	γιαστίκι
γιαστικιού	=	γιαστίκι
γιαστικιών	=	γιαστίκι
γιατάκι	noun	κρεβάτι, κατάλυμα, το οίκημα όπου μένει κάποιος
γιατάκια	=	γιατάκι
γιατί	conj	αιτιολογικός σύνδεσμος που αναφέρεται στον λόγο την αιτία ή τον σκοπό μιας πράξης	particle	ερωτηματικό μόριο που αναφέρεται στον λόγο, την αιτία ή τον σκοπό μιας πράξης
γιαταγάνα	noun	μεγεθυντικό του γιαταγάνι
γιαταγάνας	=	γιαταγάνα
γιαταγάνες	=	γιαταγάνα
γιαταγάνι	noun	είδος πλατιού και καμπυλωτού σπαθιού, που χρησιμοποιούσαν στους πολέμους μουσουλμανικοί λαοί από τον 16ο ως τον 19ο αι.
γιαταγάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαταγάνι
γιαταγάνιού	=	γιαταγάνι
γιαταγάνιών	=	γιαταγάνι
γιαταγάνων	=	γιαταγάνα
γιαταγανιού	=	γιαταγάνι
γιαταγανιών	=	γιαταγάνι
γιατείντα	=	γιάντα
γιατρέ	noun	κλητική ενικού του γιατρός
γιατρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιάτρεμα
γιατρέματος	noun	γενική ενικού του γιάτρεμα
γιατρέσα	=	γιατρός
γιατρέσας	noun	γενική ενικού του γιατρέσα
γιατρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιατρέσα
γιατρέσσα	noun	παρωχημένη γραφή του γιατρέσα
γιατρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψαν	=	γιατρεύω
γιατρέψανε	=	γιατρεύω
γιατρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψομε	=	γιατρεύω
γιατρέψου	=	γιατρεύω
γιατρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψουνε	=	γιατρεύω
γιατρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύω
γιατρίνα	=	γιατρός
γιατρίνας	=	γιατρός
γιατρίνες	=	γιατρός
γιατρίνων	=	γιατρός
γιατρεία	=	γιατρείο
γιατρείες	=	γιατρειά
γιατρείο	noun	το ιατρείο
γιατρείου	=	γιατρείο
γιατρείων	=	γιατρείο
γιατρειά	noun	η θεραπεία, η απαλλαγή από μια αρρώστια
γιατρειάς	noun	γενική ενικού του γιατρειά
γιατρειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιατρειά
γιατρειών	=	γιατρειά
γιατρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γιάτρεμα
γιατρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιατρεμένο
γιατρεμένε	verb	κλητική ενικού του γιατρεμένος
γιατρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιατρεμένη
γιατρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιατρεμένος
γιατρεμένης	verb	γενική ενικού του γιατρεμένη
γιατρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιατρεμένος
γιατρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιατρεμένος
γιατρεμένος	verb	που έχει ιαθεί, γιατρευτεί, πουέχει βρει την υγεία του, σωματικά ή ψυχικα
γιατρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιατρεμένος
γιατρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιατρεμένος
γιατρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιατρεμένος
γιατρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτήκαν	=	γιατρεύω
γιατρευτήκανε	=	γιατρεύω
γιατρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευτούνε	=	γιατρεύω
γιατρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατρεύομαι
γιατρευόμασταν	=	γιατρεύω
γιατρευόμαστε	=	γιατρεύω
γιατρευόμουν	=	γιατρεύω
γιατρευόμουνα	=	γιατρεύω
γιατρευόντουσαν	=	γιατρεύω
γιατρευόσασταν	=	γιατρεύω
γιατρευόσαστε	=	γιατρεύω
γιατρευόσουν	=	γιατρεύω
γιατρευόσουνα	=	γιατρεύω
γιατρευόταν	=	γιατρεύω
γιατρευότανε	=	γιατρεύω
γιατρεύαμε	=	γιατρεύω
γιατρεύαν	=	γιατρεύω
γιατρεύανε	=	γιατρεύω
γιατρεύατε	=	γιατρεύω
γιατρεύει	=	γιατρεύω
γιατρεύεις	=	γιατρεύω
γιατρεύεσαι	=	γιατρεύω
γιατρεύεστε	=	γιατρεύω
γιατρεύεται	=	γιατρεύω
γιατρεύετε	=	γιατρεύω
γιατρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γιατρεύω
γιατρεύομε	=	γιατρεύω
γιατρεύονται	=	γιατρεύω
γιατρεύονταν	=	γιατρεύω
γιατρεύοντας	=	γιατρεύω
γιατρεύουμε	=	γιατρεύω
γιατρεύουν	=	γιατρεύω
γιατρεύουνε	=	γιατρεύω
γιατρεύτε	=	γιατρεύω
γιατρεύτηκα	=	γιατρεύω
γιατρεύτηκαν	=	γιατρεύω
γιατρεύτηκε	=	γιατρεύω
γιατρεύτηκες	=	γιατρεύω
γιατρεύω	verb	θεραπεύω έναν ασθενή, τον κάνω καλά, του δίνω την υγεία του
γιατρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιατρικό
γιατρικού	noun	γενική ενικού του γιατρικό
γιατρικό	noun	το φάρμακο για μια ασθένεια
γιατρικών	noun	γενική πληθυντικού του γιατρικό
γιατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του γιάτρισσα
γιατροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιατρός
γιατροπορέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύομαι
γιατροπορέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύω
γιατροπορέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύομαι
γιατροπορευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύομαι
γιατροπορευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιατροπορεύομαι
γιατροπορεύομαι	verb	παριστάνω το γιατρό του εαυτού μου, κάνω τα γιατρό και προσπαθώ να κάνω καλά εμένα ή κάποιον άλλο με ό,τι μπορώ να σκαρφιστώ χωρίς να είμαι ειδικός, εφαρμόζω πρόχειρες θεραπείες, γιατροσόφια
γιατροπορεύω	verb	δίνω σε κάποιον πρόχειρη ιατρική φροντίδα και θεραπεία
γιατροσοφιού	=	γιατροσόφι
γιατροσοφιών	=	γιατροσόφι
γιατροσόφι	noun	πρακτική θεραπεία αμφίβολης επιστημονικής εγκυρότητας
γιατροσόφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιατροσόφι
γιατρουδάκι	noun	συνώνυμο του γιατρουδάκος
γιατρουδάκια	=	γιατρουδάκι
γιατρουδάκο	=	γιατρουδάκος
γιατρουδάκοι	=	γιατρουδάκος
γιατρουδάκος	noun	νεαρός γιατρός χωρίς πείρα
γιατρουδάκου	=	γιατρουδάκος
γιατρουδάκους	=	γιατρουδάκος
γιατρουδάκων	=	γιατρουδάκος
γιατρού	noun	γενική ενικού του γιατρός
γιατρούδι	noun|dated	ο γιατρουδάκος
γιατρούδια	=	γιατρούδι
γιατρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιατρός
γιατρό	noun	αιτιατική ενικού του γιατρός
γιατρός	noun	αυτός ή αυτή που έχει το δικαίωμα να ασκεί την ιατρική αφού αποκτήσει ένα δίπλωμα που αντιστοιχεί σε ανάλογες σπουδές
γιατρόφιδα	=	γιατρόφιδο
γιατρόφιδο	noun	κοινή ονομασία για το φίδι λαφίτης του Ασκληπιού
γιατρόφιδου	=	γιατρόφιδο
γιατρόφιδων	=	γιατρόφιδο
γιατρών	noun	γενική πληθυντικού του γιατρός
γιαφκών	noun	γενική πληθυντικού του γιάφκα
γιαχβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαχβικό
γιαχβικέ	adj	κλητική ενικού του γιαχβικός
γιαχβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαχβική
γιαχβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαχβικός
γιαχβικής	adj	γενική ενικού του γιαχβική
γιαχβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαχβικός
γιαχβικού	adj	γενική ενικού του γιαχβικός
γιαχβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαχβικός
γιαχβικό	adj	αιτιατική ενικού του γιαχβικός
γιαχβικός	adj	ο σχετιζόμενος ή αναφερόμενος στον Θεό Γιαχβέ
γιαχβικών	adj	γενική πληθυντικού του γιαχβικός
γιαχβισμέ	=	γιαχβισμός
γιαχβισμοί	=	γιαχβισμός
γιαχβισμού	=	γιαχβισμός
γιαχβισμούς	=	γιαχβισμός
γιαχβισμό	=	γιαχβισμός
γιαχβισμός	noun	η λατρεία του Θεού Γιαχβέ
γιαχβισμών	=	γιαχβισμός
γιαχβιστής	noun	ο λάτρης του Γιαχβέ, εκείνος που ασκεί τη θρησκεία του Γιαχβέ (του Γιαχβισμού)
γιαχνίζαμε	=	γιαχνίζω
γιαχνίζαν	=	γιαχνίζω
γιαχνίζανε	=	γιαχνίζω
γιαχνίζατε	=	γιαχνίζω
γιαχνίζει	=	γιαχνίζω
γιαχνίζεις	=	γιαχνίζω
γιαχνίζετε	=	γιαχνίζω
γιαχνίζοντας	=	γιαχνίζω
γιαχνίζουμε	=	γιαχνίζω
γιαχνίζουν	=	γιαχνίζω
γιαχνίζουνε	=	γιαχνίζω
γιαχνίζω	verb	μαγειρεύω γιαχνί
γιαχνίσαμε	=	γιαχνίζω
γιαχνίσαν	=	γιαχνίζω
γιαχνίσανε	=	γιαχνίζω
γιαχνίσατε	=	γιαχνίζω
γιαχνίσει	=	γιαχνίζω
γιαχνίστε	=	γιαχνίζω
γιαχνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαχνιστό	adv	άλλη μορφή του γιαχνί
γιαχνιστέ	adj	κλητική ενικού του γιαχνιστός
γιαχνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιαχνιστή
γιαχνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιαχνιστός
γιαχνιστής	adj	γενική ενικού του γιαχνιστή
γιαχνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιαχνιστός
γιαχνιστού	adj	γενική ενικού του γιαχνιστός
γιαχνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιαχνιστός
γιαχνιστό	adj	αιτιατική ενικού του γιαχνιστός
γιαχνιστός	adj	που μαγειρεύτηκε γιαχνί
γιαχνιστών	adj	γενική πληθυντικού του γιαχνιστός
γιαχοβά	=	γιαχοβάς
γιαχοβάδες	=	γιαχοβάς
γιαχοβάδων	=	γιαχοβάς
γιαχοβάς	noun	άλλη μορφή του ιεχωβάς
γιαχοβού	noun	άλλη μορφή του ιεχωβού
γιαχοβούδες	=	γιαχοβού
γιαχοβούδων	=	γιαχοβού
γιαχοβούς	=	γιαχοβού
γιαχουντή	=	γιαχουντής
γιαχουντήδες	=	γιαχουντής
γιαχουντήδων	=	γιαχουντής
γιαχουντής	noun	ο Εβραίος, ο Ιουδαίος
γιαχωβά	=	γιαχωβάς
γιαχωβάδες	=	γιαχωβάς
γιαχωβάδων	=	γιαχωβάς
γιαχωβάς	noun	άλλη μορφή του ιεχωβάς
γιαχωβού	noun	άλλη μορφή του ιεχωβού
γιαχωβούδες	=	γιαχωβού
γιαχωβούδων	=	γιαχωβού
γιαχωβούς	=	γιαχωβού
γιβερελίνες	=	γιβερελίνη
γιβερελίνη	noun	είδος φερομόνης που σχετίζεται με την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή των φυτών.
γιβερελίνης	=	γιβερελίνη
γιβερελινών	=	γιβερελίνη
γιγάντεια	=	γιγάντειος
γιγάντειας	=	γιγάντειος
γιγάντειε	=	γιγάντειος
γιγάντειες	=	γιγάντειος
γιγάντειο	=	γιγάντειος
γιγάντειοι	=	γιγάντειος
γιγάντειος	adj	γιγαντιαίος
γιγάντειου	=	γιγάντειος
γιγάντειους	=	γιγάντειος
γιγάντειων	=	γιγάντειος
γιγάντεμα	noun	η αύξηση του μεγέθους σε πολύ μεγάλες διαστάσεις, είτε υλικές είτε μεταφορικά αν πρόκειται για αφηρημημένη έννοια
γιγάντια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγάντιο
γιγάντιας	=	γιγάντιος
γιγάντιε	=	γιγάντιος
γιγάντιες	=	γιγάντιος
γιγάντιο	=	γιγάντιος
γιγάντιοι	=	γιγάντιος
γιγάντιος	adj	άλλη μορφή του γιγαντιαίος
γιγάντιου	=	γιγάντιος
γιγάντιους	=	γιγάντιος
γιγάντισσα	noun	γίγαντας
γιγάντισσας	noun	γενική ενικού του γιγάντισσα
γιγάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγάντισσα
γιγάντιων	=	γιγάντιος
γιγάντωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γιγαντώνω
γιγάντων	=	γίγαντας
γιγάντωνα	=	γιγαντώνω
γιγάντωναν	=	γιγαντώνω
γιγάντωνε	=	γιγαντώνω
γιγάντωνες	=	γιγαντώνω
γιγάντωσα	=	γιγαντώνω
γιγάντωσαν	=	γιγαντώνω
γιγάντωσε	=	γιγαντώνω
γιγάντωσες	=	γιγαντώνω
γιγάντωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γιγαντώνω
γιγάντωσης	=	γιγάντωση
γιγαβάτ	noun	μονάδα μέτρησης της ισχύος η οποία ισούται με ένα δισεκατομμύριο βατ
γιγαβατωρών	=	γιγαβατώρα
γιγαβατώρα	noun	μονάδα μέτρησης της ενέργειας· εκφράζει την ενέργεια που παράγεται ή καταναλώνεται σε μία ώρα από μηχανή ισχύος ενός γιγαβάτ
γιγαβατώρας	=	γιγαβατώρα
γιγαβατώρες	=	γιγαβατώρα
γιγαμπάιτ	noun	συνήθως μονάδα μέτρησης μέσου αποθήκευσης (μνήμη) και είναι ίσο με 2³⁰ = 1.073.741.824 bytes
γιγαντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγάντεμα
γιγαντέματος	noun	γενική ενικού του γιγάντεμα
γιγαντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γιγάντεμα
γιγαντεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντεμένο
γιγαντεμένε	verb	κλητική ενικού του γιγαντεμένος
γιγαντεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντεμένη
γιγαντεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιγαντεμένος
γιγαντεμένης	verb	γενική ενικού του γιγαντεμένη
γιγαντεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιγαντεμένος
γιγαντεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιγαντεμένος
γιγαντεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γιγαντεύω
γιγαντεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιγαντεμένος
γιγαντεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιγαντεμένος
γιγαντεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιγαντεμένος
γιγαντεύω	verb	άλλη μορφή του γιγαντώνω
γιγαντιαία	adj	στην ονομαστική του ενικού
γιγαντιαίας	adj	γενική ενικού του γιγαντιαία
γιγαντιαίε	adj	γιγαντιαίος, στην κλητική του ενικού
γιγαντιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντιαία
γιγαντιαίο	adj	γιγαντιαίος, στην αιτιατική του ενικού
γιγαντιαίοι	adj	γιγαντιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
γιγαντιαίος	adj	μεγάλων διαστάσεων, κυριολεκτικά ή με τη μεταφορική έννοια, αυτός που θυμίζει, ταιριάζει, αρμόζει σε Γίγαντα, πελώριος, τεράστιος
γιγαντιαίου	adj	γενική ενικού του γιγαντιαίος
γιγαντιαίους	adj	γιγαντιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
γιγαντιαίων	=	γιγαντιαίος
γιγαντισμέ	noun	κλητική ενικού του γιγαντισμός
γιγαντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιγαντισμός
γιγαντισμού	noun	γενική ενικού του γιγαντισμός
γιγαντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιγαντισμός
γιγαντισμό	noun	αιτιατική ενικού του γιγαντισμός
γιγαντισμός	noun	η ιδιότητα του γιγαντιαίου ή η τάση να αποκτήσει κάτι γιγαντιαίο μέγεθος
γιγαντισμών	noun	γενική πληθυντικού του γιγαντισμός
γιγαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του γιγάντισσα
γιγαντοαφίσα	noun	αφίσα μεγάλων διαστάσεων που στήνεται πάνω σε κτήρια ή μεγάλες εξέδρες, έτσι ώστε να φαίνεται και να μπορεί να διαβαστεί από μακριά
γιγαντοαφίσας	noun	γενική ενικού του γιγαντοαφίσα
γιγαντοαφίσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντοαφίσα
γιγαντοαφισών	noun	γενική πληθυντικού του γιγαντοαφίσα
γιγαντομαχία	noun|figurative	ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων προσωπικοτήτων, αθλητών και άλλων
γιγαντομαχίας	noun	γενική ενικού του γιγαντομαχία
γιγαντομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντομαχία
γιγαντομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του γιγαντομαχία
γιγαντοοθονών	=	γιγαντοοθόνη
γιγαντοοθόνες	=	γιγαντοοθόνη
γιγαντοοθόνη	noun	οθόνη μεγάλων διαστάσεων που στήνεται σε πλατείες και, γενικότερα, σε ευρείς δημόσιους χώρους, κατά τη διάρκεια μεγάλων εκδηλώσεων (εκλογικές αναμετρήσεις, αθλητικές συναντήσεις, κλπ.)
γιγαντοοθόνης	=	γιγαντοοθόνη
γιγαντοπανό	noun	γιγάντιο πανό, τεράστιο
γιγαντούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντούμενο
γιγαντούμενε	verb	κλητική ενικού του γιγαντούμενος
γιγαντούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντούμενη
γιγαντούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιγαντούμενος
γιγαντούμενης	verb	γενική ενικού του γιγαντούμενη
γιγαντούμενο	verb	αιτιατική ενικού του γιγαντούμενος
γιγαντούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιγαντούμενος
γιγαντούμενος	verb	που γιγαντούται (γιγαντώνεται)
γιγαντούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιγαντούμενος
γιγαντούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιγαντούμενος
γιγαντούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιγαντούμενος
γιγαντωδών	=	γιγαντώδης
γιγαντωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθήκαν	=	γιγαντώνω
γιγαντωθήκανε	=	γιγαντώνω
γιγαντωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιγαντώνομαι
γιγαντωμάτων	=	γιγάντωμα
γιγαντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντωμένο
γιγαντωμένε	verb	κλητική ενικού του γιγαντωμένος
γιγαντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιγαντωμένη
γιγαντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιγαντωμένος
γιγαντωμένης	verb	γενική ενικού του γιγαντωμένη
γιγαντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιγαντωμένος
γιγαντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιγαντωμένος
γιγαντωμένος	verb	που έχει αυξηθεί ή ενταθεί πάρα πολύ
γιγαντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιγαντωμένος
γιγαντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιγαντωμένος
γιγαντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιγαντωμένος
γιγαντωνόμασταν	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόμαστε	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόμουν	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόμουνα	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόντουσαν	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόσασταν	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόσαστε	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόσουν	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόσουνα	=	γιγαντώνω
γιγαντωνόταν	=	γιγαντώνω
γιγαντωνότανε	=	γιγαντώνω
γιγαντόγλαρε	=	γιγαντόγλαρος
γιγαντόγλαρο	=	γιγαντόγλαρος
γιγαντόγλαροι	=	γιγαντόγλαρος
γιγαντόγλαρος	noun	είδος γλάρου
γιγαντόγλαρου	=	γιγαντόγλαρος
γιγαντόγλαρους	=	γιγαντόγλαρος
γιγαντόγλαρων	=	γιγαντόγλαρος
γιγαντόσωμα	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμε	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμες	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμη	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμης	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμο	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμοι	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμος	adj	αυτός που μοιάζει με γίγαντα στις διαστάσεις, ο πάρα πολύ μεγαλόσωμος
γιγαντόσωμου	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμους	=	γιγαντόσωμος
γιγαντόσωμων	=	γιγαντόσωμος
γιγαντώδεις	=	γιγαντώδης
γιγαντώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γιγαντώδης
γιγαντώδη	=	γιγαντώδης
γιγαντώδης	adj	σχετικός με γίγαντα, πολύ μεγάλος, εύσωμος
γιγαντώδους	=	γιγαντώδης
γιγαντώθηκα	=	γιγαντώνομαι
γιγαντώθηκαν	=	γιγαντώνω
γιγαντώθηκε	=	γιγαντώνω
γιγαντώθηκες	=	γιγαντώνω
γιγαντώματα	=	γιγάντωμα
γιγαντώματος	=	γιγάντωμα
γιγαντώναμε	=	γιγαντώνω
γιγαντώναν	=	γιγαντώνω
γιγαντώνανε	=	γιγαντώνω
γιγαντώνατε	=	γιγαντώνω
γιγαντώνει	=	γιγαντώνω
γιγαντώνεις	=	γιγαντώνω
γιγαντώνεσαι	=	γιγαντώνω
γιγαντώνεστε	=	γιγαντώνω
γιγαντώνεται	=	γιγαντώνω
γιγαντώνετε	=	γιγαντώνω
γιγαντώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γιγαντώνω
γιγαντώνονται	=	γιγαντώνω
γιγαντώνονταν	=	γιγαντώνω
γιγαντώνοντας	=	γιγαντώνω
γιγαντώνουμε	=	γιγαντώνω
γιγαντώνουν	=	γιγαντώνω
γιγαντώνουνε	=	γιγαντώνω
γιγαντώνω	verb	δίνω πολύ μεγάλες διαστάσεις σε κάτι
γιγαντώσαμε	=	γιγαντώνω
γιγαντώσαν	=	γιγαντώνω
γιγαντώσανε	=	γιγαντώνω
γιγαντώσατε	=	γιγαντώνω
γιγαντώσει	=	γιγαντώνω
γιγαντώσεις	=	γιγάντωση
γιγαντώσεων	=	γιγάντωση
γιγαντώσου	=	γιγαντώνω
γιγαντώστε	=	γιγαντώνω
γιγατόνε	=	γιγατόνος
γιγατόνο	=	γιγατόνος
γιγατόνοι	=	γιγατόνος
γιγατόνος	noun	μονάδα μέτρησης της ισχύος έκρηξης μίας βόμβας
γιγατόνου	=	γιγατόνος
γιγατόνους	=	γιγατόνος
γιγατόνων	=	γιγατόνος
γιγαχέρτζ	noun	μονάδα συχνότητας ίση με ένα δισεκατομμύριο κύκλους ανά δευτερόλεπτο (10⁹ Hz), χρησιμοποιούμενη για να περιγράφει ρυθμούς επαναλαμβανόμενων φαινομένων σε κύματα και ταλαντώσεις
γιγαχέρτς	noun	άλλη μορφή του γιγαχέρτζ
γιγγλύμου	=	γίγγλυμος
γιγγλύμους	=	γίγγλυμος
γιγγλύμων	=	γίγγλυμος
γιδά	=	γιδάς
γιδάδες	=	γιδάς
γιδάδων	=	γιδάς
γιδάκι	=	γίδα
γιδάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιδάρης
γιδάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιδάρης
γιδάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του γιδάρης
γιδάρης	noun	ο γιδοβοσκός
γιδάς	noun	ο γιδάρης, γιδοβοσκός
γιδίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιδίσιος
γιδίσιας	=	γιδίσιος
γιδίσιε	=	γιδίσιος
γιδίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιδίσια
γιδίσιο	=	γιδίσιος
γιδίσιοι	=	γιδίσιος
γιδίσιος	adj	σχετικός με το γίδι ή τη γίδα (κατσίκα)
γιδίσιου	=	γιδίσιος
γιδίσιους	=	γιδίσιος
γιδίσιων	=	γιδίσιος
γιδιά	noun	ασκί
γιδιάς	=	γιδιά
γιδιές	=	γιδιά
γιδιού	=	γίδι
γιδιών	=	γίδι
γιδοβοσκέ	noun	κλητική ενικού του γιδοβοσκός
γιδοβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιδοβοσκός
γιδοβοσκού	noun	γενική ενικού του γιδοβοσκός
γιδοβοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιδοβοσκός
γιδοβοσκό	noun	αιτιατική ενικού του γιδοβοσκός
γιδοβοσκός	noun	ο βοσκός που έχει γίδες, κατσίκες
γιδοβοσκών	noun	γενική πληθυντικού του γιδοβοσκός
γιδογραβιέρα	noun	γραβιέρα παρασκευασμένη με γίδινο γάλα
γιδογραβιέρας	=	γιδογραβιέρα
γιδογραβιέρες	=	γιδογραβιέρα
γιδογραβιερών	=	γιδογραβιέρα
γιδοπροβάτων	=	γιδοπρόβατα
γιδοπρόβατα	noun	κοπάδι από γίδια και πρόβατα
γιδοστέφανα	=	γιδοστέφανο
γιδοστέφανο	noun	κολάρο για κουδούνα κατσικιού
γιδοστέφανος	=	γιδοστέφανο
γιδοστέφανου	=	γιδοστέφανο
γιδοστέφανων	=	γιδοστέφανο
γιδοτόμαρα	=	γιδοτόμαρο
γιδοτόμαρο	noun	το τομάρι / δέρμα μιας γίδας / κατσίκας
γιδοτόμαρου	=	γιδοτόμαρο
γιδοτόμαρων	=	γιδοτόμαρο
γιδόστρατα	noun	απόκρημνο, στενό, ανηφορικό μονοπάτι
γιδόστρατας	noun	γενική ενικού του γιδόστρατα
γιδόστρατες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιδόστρατα
γιδών	noun	γενική πληθυντικού του γίδα
γιε	noun	κλητική ενικού του γιος
γιεγιέ	=	γιεγιές
γιεγιέδες	=	γιεγιές
γιεγιέδικος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά ή που αφορά τους γιεγιέδες
γιεγιέδων	=	γιεγιές
γιεγιές	noun	νεαρός της δεκαετίας του 1960 και του 1970 με μακριά μαλλιά και έξαλλο για την εποχή ντύσιμο, που ακούει ξένη ροκ μουσική
γιεν	noun	το νόμισμα της Ιαπωνίας
γιλέκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιλέκο
γιλέκο	noun	ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κουστουμιού)
γιλέκου	noun	γενική ενικού του γιλέκο
γιλέκων	noun	γενική πληθυντικού του γιλέκο
γιλεκάκι	noun	υποκοριστικό του γιλέκο
γιλεκάκια	=	γιλεκάκι
γιν	noun	η ήπια και δεκτική αρχή της κινεζικής κοσμολογίας, που συνδέεται με τη γαλήνη, το σκοτάδι και τη στατικότητα και λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ενεργό και φωτεινό γιανγκ
γινάτευα	=	γινατεύω
γινάτευαν	=	γινατεύω
γινάτευε	=	γινατεύω
γινάτευες	=	γινατεύω
γινάτευσα	=	γινατεύω
γινάτευσαν	=	γινατεύω
γινάτευσε	=	γινατεύω
γινάτευσες	=	γινατεύω
γινάτι	noun|vulgar	άλλη μορφή του ινάτι
γινάτια	=	γινάτι
γινήκαμε	=	γίνομαι
γινήκαν	=	γίνομαι
γινήκανε	=	γίνομαι
γινήκατε	=	γίνομαι
γινατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γινατεμένο
γινατεμένε	verb	κλητική ενικού του γινατεμένος
γινατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γινατεμένη
γινατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γινατεμένος
γινατεμένης	verb	γενική ενικού του γινατεμένη
γινατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γινατεμένος
γινατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γινατεμένος
γινατεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γινατεύω
γινατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γινατεμένος
γινατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γινατεμένος
γινατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γινατεμένος
γινατεύαμε	=	γινατεύω
γινατεύαν	=	γινατεύω
γινατεύανε	=	γινατεύω
γινατεύατε	=	γινατεύω
γινατεύει	=	γινατεύω
γινατεύεις	=	γινατεύω
γινατεύετε	=	γινατεύω
γινατεύοντας	=	γινατεύω
γινατεύουμε	=	γινατεύω
γινατεύουν	=	γινατεύω
γινατεύουνε	=	γινατεύω
γινατεύσαμε	=	γινατεύω
γινατεύσαν	=	γινατεύω
γινατεύσανε	=	γινατεύω
γινατεύσατε	=	γινατεύω
γινατεύσει	=	γινατεύω
γινατεύστε	=	γινατεύω
γινατεύω	verb	θυμώνω, οργίζομαι
γινατιού	=	γινάτι
γινατιών	=	γινάτι
γινεί	=	γίνομαι
γινείς	=	γίνομαι
γινείτε	=	γίνομαι
γινομένου	noun	γενική ενικού του γινόμενο
γινομένων	noun	γενική πληθυντικού του γινόμενο
γινούμε	=	γίνομαι
γινούν	=	γίνομαι
γινούνε	=	γίνομαι
γινωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γίνωμα
γινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γινωμένο
γινωμένε	verb	κλητική ενικού του γινωμένος
γινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γινωμένη
γινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γινωμένος
γινωμένης	verb	γενική ενικού του γινωμένη
γινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γινωμένος
γινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γινωμένος
γινωμένος	verb	που έχει ωριμάσει
γινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γινωμένος
γινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γινωμένος
γινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γινωμένος
γινόμασταν	=	γίνομαι
γινόμαστε	=	γίνομαι
γινόμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γινόμενο
γινόμενο	noun	το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού δύο ή περισσότερων παραγόντων
γινόμενου	=	γινόμενο
γινόμουν	=	γίνομαι
γινόμουνα	=	γίνομαι
γινόντουσαν	=	γίνομαι
γινόρτο	noun	όνειρο
γινόσασταν	=	γίνομαι
γινόσαστε	=	γίνομαι
γινόσουν	=	γίνομαι
γινόσουνα	=	γίνομαι
γινόταν	=	γίνομαι
γινότανε	=	γίνομαι
γινώ	=	γίνομαι
γινώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γίνωμα
γινώματος	noun	γενική ενικού του γίνωμα
γινώσκω	verb	ξέρω, γνωρίζω
γιο	noun	αιτιατική ενικού του γιος
γιογιό	noun	παιδικό παιχνίδι που αποτελείται από δύο συνδεδεμένους δίσκους και ένα νήμα δεμένο μεταξύ τους
γιογουρτλού	noun	φαγητό, το οποίο έχει τουρκική προέλευση, με κρέας πάνω σε πικάντικες πίτες μέσα σε γιαούρτι, με γαρνίρισμα από ντομάτες, κρεμμύδι και μυρωδικά
γιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιος
γιοκ	adv|vulgar	καθόλου, τίποτα, όχι	intj|vulgar	καθόλου, τίποτα, όχι
γιολτζή	=	γιολτζής
γιολτζήδες	=	γιολτζής
γιολτζήδων	=	γιολτζής
γιολτζής	noun	οδοιπόρος / ταξιδευτής / επιβάτης πλοίου
γιομάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιομάτο
γιομάτε	adj	κλητική ενικού του γιομάτος
γιομάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιομάτη
γιομάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιομάτος
γιομάτης	adj	γενική ενικού του γιομάτη
γιομάτο	adj	αιτιατική ενικού του γιομάτος
γιομάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιομάτος
γιομάτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του γεμάτος
γιομάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιομάτος
γιομάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιομάτος
γιομάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιομάτος
γιομίζαμε	=	γιομίζω
γιομίζαν	=	γιομίζω
γιομίζανε	=	γιομίζω
γιομίζατε	=	γιομίζω
γιομίζει	=	γιομίζω
γιομίζεις	=	γιομίζω
γιομίζεσαι	=	γιομίζω
γιομίζεστε	=	γιομίζω
γιομίζεται	=	γιομίζω
γιομίζετε	=	γιομίζω
γιομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γιομίζω
γιομίζονται	=	γιομίζω
γιομίζονταν	=	γιομίζω
γιομίζοντας	=	γιομίζω
γιομίζουμε	=	γιομίζω
γιομίζουν	=	γιομίζω
γιομίζουνε	=	γιομίζω
γιομίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του γεμίζω
γιομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίσαν	=	γιομίζω
γιομίσανε	=	γιομίζω
γιομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίσεων	noun	γενική πληθυντικού του γιόμιση
γιομίσου	=	γιομίζω
γιομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιομίστηκα	=	γιομίζω
γιομίστηκαν	=	γιομίζω
γιομίστηκε	=	γιομίζω
γιομίστηκες	=	γιομίζω
γιομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομίζω
γιοματάρι	noun	κρασί που προέρχεται από βαρέλι που μόλις ανοίχθηκε.
γιοματάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιοματάρι
γιοματαριού	=	γιοματάρι
γιοματαριών	=	γιοματάρι
γιομιζόμασταν	=	γιομίζω
γιομιζόμαστε	=	γιομίζω
γιομιζόμουν	=	γιομίζω
γιομιζόμουνα	=	γιομίζω
γιομιζόντουσαν	=	γιομίζω
γιομιζόσασταν	=	γιομίζω
γιομιζόσαστε	=	γιομίζω
γιομιζόσουν	=	γιομίζω
γιομιζόσουνα	=	γιομίζω
γιομιζόταν	=	γιομίζω
γιομιζότανε	=	γιομίζω
γιομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιομισμένο
γιομισμένε	verb	κλητική ενικού του γιομισμένος
γιομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιομισμένη
γιομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιομισμένος
γιομισμένης	verb	γενική ενικού του γιομισμένη
γιομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιομισμένος
γιομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιομισμένος
γιομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γιομίζω
γιομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιομισμένος
γιομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιομισμένος
γιομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιομισμένος
γιομιστήκαμε	=	γιομίζω
γιομιστήκαν	=	γιομίζω
γιομιστήκανε	=	γιομίζω
γιομιστήκατε	=	γιομίζω
γιομιστεί	=	γιομίζω
γιομιστείτε	=	γιομίζω
γιομοφέγγαρα	=	γιομοφέγγαρο
γιομοφέγγαρο	noun|literary	η πανσέληνος
γιομοφέγγαρου	=	γιομοφέγγαρο
γιομοφέγγαρων	=	γιομοφέγγαρο
γιομόζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του γεμίζω
γιομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιομόζω
γιορντάνι	noun	το περιδέραιο
γιορντάνια	=	γιορντάνι
γιορντανιού	=	γιορντάνι
γιορντανιών	=	γιορντάνι
γιορούμπα	noun	γλώσσα που μιλιέται σε ορισμένες περιοχές της Νιγηρίας, του Μπενίν και του Τογκό
γιορτάδες	noun|vulgar	οι γιορτές
γιορτάδων	=	γιορτάδες
γιορτάζαμε	=	γιορτάζω
γιορτάζαν	=	γιορτάζω
γιορτάζανε	=	γιορτάζω
γιορτάζατε	=	γιορτάζω
γιορτάζει	=	γιορτάζω
γιορτάζεις	=	γιορτάζω
γιορτάζεσαι	=	γιορτάζω
γιορτάζεστε	=	γιορτάζω
γιορτάζεται	=	γιορτάζω
γιορτάζετε	=	γιορτάζω
γιορτάζομαι	verb	που έχω γιορτή (στο γ πρόσωπο)
γιορτάζομε	=	γιορτάζω
γιορτάζονται	=	γιορτάζω
γιορτάζονταν	=	γιορτάζω
γιορτάζοντας	=	γιορτάζω
γιορτάζου	=	γιορτάζω
γιορτάζουμε	=	γιορτάζω
γιορτάζουν	=	γιορτάζω
γιορτάζουνε	=	γιορτάζω
γιορτάζω	verb	έχω την γιορτή μου (ονομαστική, γενέθλια)
γιορτάρα	=	γιορτάρης
γιορτάρας	=	γιορτάρης
γιορτάρες	=	γιορτάρης
γιορτάρη	=	γιορτάρης
γιορτάρηδες	=	γιορτάρης
γιορτάρηδων	=	γιορτάρης
γιορτάρης	adj|dated	που έχει σχέση με γιορτές ή αναφέρεται σʼ αυτές
γιορτάρικα	=	γιορτάρης
γιορτάρικο	=	γιορτάρης
γιορτάρικου	=	γιορτάρης
γιορτάρικων	=	γιορτάρης
γιορτάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσαν	=	γιορτάζω
γιορτάσανε	=	γιορτάζω
γιορτάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσι	noun	η διασκέδαση
γιορτάσια	=	γιορτάσι
γιορτάσματα	=	γιόρτασμα
γιορτάσματος	=	γιόρτασμα
γιορτάσομε	=	γιορτάζω
γιορτάσου	=	γιορτάζω
γιορτάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάσουνε	=	γιορτάζω
γιορτάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτάστηκα	=	γιορτάζω
γιορτάστηκαν	=	γιορτάζω
γιορτάστηκε	=	γιορτάζω
γιορτάστηκες	=	γιορτάζω
γιορτάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζω
γιορτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτή
γιορτή	noun	ημέρα αφιερωμένη σε έναν άγιο ή σημαντικό θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό γεγονός, η οποία συνοδεύεται από δημόσιες εκδηλώσεις ή κοινωνικές συγκεντρώσεις προς τιμήν αυτού του γεγονότος
γιορτής	=	γιορτή
γιορταζόμασταν	=	γιορτάζω
γιορταζόμαστε	=	γιορτάζω
γιορταζόμουν	=	γιορτάζω
γιορταζόμουνα	=	γιορτάζω
γιορταζόντουσαν	=	γιορτάζω
γιορταζόσασταν	=	γιορτάζω
γιορταζόσαστε	=	γιορτάζω
γιορταζόσουν	=	γιορτάζω
γιορταζόσουνα	=	γιορτάζω
γιορταζόταν	=	γιορτάζω
γιορταζότανε	=	γιορτάζω
γιορτασιού	=	γιορτάσι
γιορτασιών	=	γιορτάσι
γιορτασμάτων	=	γιόρτασμα
γιορτασμέ	noun	κλητική ενικού του γιορτασμός
γιορτασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτασμένο
γιορτασμένε	verb	κλητική ενικού του γιορτασμένος
γιορτασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτασμένη
γιορτασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιορτασμένος
γιορτασμένης	verb	γενική ενικού του γιορτασμένη
γιορτασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιορτασμένος
γιορτασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιορτασμένος
γιορτασμένος	=	γιορτάζω
γιορτασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιορτασμένος
γιορτασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιορτασμένος
γιορτασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιορτασμένος
γιορτασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιορτασμός
γιορτασμού	noun	γενική ενικού του γιορτασμός
γιορτασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιορτασμός
γιορτασμό	noun	αιτιατική ενικού του γιορτασμός
γιορτασμός	noun	ο εορτασμός
γιορτασμών	noun	γενική πληθυντικού του γιορτασμός
γιορταστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορταστής
γιορταστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γιορταστής
γιορταστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστήκαν	=	γιορτάζω
γιορταστήκανε	=	γιορτάζω
γιορταστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστής	noun	ο εορτάζων, εκείνος που γιορτάζει
γιορταστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορταστικό	adv	με γιορταστικό τρόπο, εορταστικά
γιορταστικέ	adj	κλητική ενικού του γιορταστικός
γιορταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορταστική
γιορταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιορταστικός
γιορταστικής	adj	γενική ενικού του γιορταστική
γιορταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιορταστικός
γιορταστικού	adj	γενική ενικού του γιορταστικός
γιορταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιορταστικός
γιορταστικό	adj	αιτιατική ενικού του γιορταστικός
γιορταστικός	adj	σχετικός με τη γιορτή, εορταστικός
γιορταστικών	adj	γενική πληθυντικού του γιορταστικός
γιορταστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστούνε	=	γιορτάζω
γιορταστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιορτάζομαι
γιορταστών	noun	γενική πληθυντικού του γιορταστής
γιορτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτερό	adv	γιορτινά, εορταστικά
γιορτερέ	adj	κλητική ενικού του γιορτερός
γιορτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτερή
γιορτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιορτερός
γιορτερής	adj	γενική ενικού του γιορτερή
γιορτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιορτερός
γιορτερού	adj	γενική ενικού του γιορτερός
γιορτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιορτερός
γιορτερό	adj	αιτιατική ενικού του γιορτερός
γιορτερός	adj	γιορτινός, εορταστικός
γιορτερών	adj	γενική πληθυντικού του γιορτερός
γιορτιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτιάτικο
γιορτιάτικε	adj	κλητική ενικού του γιορτιάτικος
γιορτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτιάτικη
γιορτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιορτιάτικος
γιορτιάτικης	adj	γενική ενικού του γιορτιάτικη
γιορτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του γιορτιάτικος
γιορτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιορτιάτικος
γιορτιάτικος	adj	εορταστικός, εορτινός, γιορταστικός σχετικό με γιορτή
γιορτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιορτιάτικος
γιορτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιορτιάτικος
γιορτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιορτιάτικος
γιορτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτινό	adv	με γιορτινό, εορταστικό τρόπο
γιορτινέ	adj	κλητική ενικού του γιορτινός
γιορτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιορτινή
γιορτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιορτινός
γιορτινής	adj	γενική ενικού του γιορτινή
γιορτινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιορτινός
γιορτινού	adj	γενική ενικού του γιορτινός
γιορτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιορτινός
γιορτινό	adj	αιτιατική ενικού του γιορτινός
γιορτινός	adj	που έχει σχέση με γιορτή, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή
γιορτινών	adj	γενική πληθυντικού του γιορτινός
γιορτοφορεμένα	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένε	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένες	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένη	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένης	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένο	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένοι	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένος	verb	αυτός που είναι γιορτινά ντυμένος
γιορτοφορεμένου	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένους	=	γιορτοφορεμένος
γιορτοφορεμένων	=	γιορτοφορεμένος
γιορτών	=	γιορτή
γιος	noun	πρώτου βαθμού συγγένειας απόγονος αρσενικού φύλου
γιοσμαρίνι	noun	δεντρολίβανο
γιοσμαρίνια	=	γιοσμαρίνι
γιοσμαρινιού	=	γιοσμαρίνι
γιοσμαρινιών	=	γιοσμαρίνι
γιοτ	noun	θαλαμηγός
γιου	noun	γενική ενικού του γιος
γιου-ες-μπι	noun	διεπαφή δεδομένων και τροφοδοσίας που χρησιμοποιείται για την άμεση και γρήγορη σύνδεση και επικοινωνία ηλεκτρονικών συσκευών
γιου-πι-ες	noun	συσκευή ή σύστημα που παρέχει σχεδόν ακαριαία τροφοδοσία έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση που διακοπεί η κύρια τροφοδοσία
γιουάν	noun	βασική νομισματική μονάδα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, η οποία λειτουργεί ως επίσημο νόμισμα και λογιστική μονάδα της χώρας (κωδικός: CNY)
γιουβέτσι	noun	φαγητό που αποτελείται κυρίως από κρέας και κριθαράκι (μανέστρα)
γιουβέτσια	=	γιουβέτσι
γιουβαρλάκι	noun	μείγμα από κιμά και ρύζι με σφαιρικό σχήμα
γιουβαρλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουβαρλάκι
γιουβετσάδα	noun	άλλη μορφή του γιουβέτσι
γιουβετσάδας	=	γιουβετσάδα
γιουβετσάδες	=	γιουβετσάδα
γιουβετσάδων	=	γιουβετσάδα
γιουβετσιού	=	γιουβέτσι
γιουβετσιών	=	γιουβέτσι
γιουγκοσλάβικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γιουγκοσλάβικος
γιουγκοσλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουγκοσλαβικό
γιουγκοσλαβικέ	adj	κλητική ενικού του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουγκοσλαβική
γιουγκοσλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβικής	adj	γενική ενικού του γιουγκοσλαβική
γιουγκοσλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβικού	adj	γενική ενικού του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβικός	adj	σχετικός με τη Γιουγκοσλαβία και τους Γιουγκοσλάβους
γιουγκοσλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του γιουγκοσλαβικός
γιουγκοσλαβισμέ	=	γιουγκοσλαβισμός
γιουγκοσλαβισμοί	=	γιουγκοσλαβισμός
γιουγκοσλαβισμού	=	γιουγκοσλαβισμός
γιουγκοσλαβισμούς	=	γιουγκοσλαβισμός
γιουγκοσλαβισμό	=	γιουγκοσλαβισμός
γιουγκοσλαβισμός	noun	εθνικισμός / πατριωτισμός που επικεντρώνεται στους Γιουγκοσλάβους, δηλαδή σε μια ταυτότητα που αναφέρεται σε μία μοναδική ενωμένη Νοτιοσλαβία με σλαβικές κατοικημένες περιοχές της νοτιοανατολικής Ευρώπης
γιουγκοσλαβισμών	=	γιουγκοσλαβισμός
γιουζερνέιμ	noun	άλλη μορφή του γιούζερ νέιμ
γιουκαλίλι	noun	χαβανέζικο έγχορδο μουσικό όργανο στο σχήμα κιθάρας με τέσσερις χορδές
γιουλιού	=	γιούλι
γιουλιών	=	γιούλι
γιουλτζή	=	γιουλτζής
γιουλτζήδες	=	γιουλτζής
γιουλτζήδων	=	γιουλτζής
γιουλτζής	noun	άλλη μορφή του γιολτζής
γιουνίπερε	=	γιουνίπερος
γιουνίπερο	=	γιουνίπερος
γιουνίπεροι	=	γιουνίπερος
γιουνίπερος	noun	η άρκευθος
γιουνίπερου	=	γιουνίπερος
γιουνίπερους	=	γιουνίπερος
γιουνίπερων	=	γιουνίπερος
γιουργιάραμε	=	γιουργιάρω
γιουργιάραν	=	γιουργιάρω
γιουργιάρανε	=	γιουργιάρω
γιουργιάρατε	=	γιουργιάρω
γιουργιάρει	=	γιουργιάρω
γιουργιάρεις	=	γιουργιάρω
γιουργιάρετε	=	γιουργιάρω
γιουργιάροντας	=	γιουργιάρω
γιουργιάρουμε	=	γιουργιάρω
γιουργιάρουν	=	γιουργιάρω
γιουργιάρουνε	=	γιουργιάρω
γιουργιάρω	verb	ορμάω, βάζω κάτι κάπου κάνοντας προσπάθεια
γιουρδέλι	noun	κουβάς, συνήθως ξύλινος, που χρησιμοποιείται σε πηγάδια, σε πλοία ή για το άρμεγμα
γιουρντίζω	verb	επιτίθεμαι, ορμώ
γιουροβίζιον	noun	ετήσιος τηλεοπτικός διαγωνισμός τραγουδιού ευρωπαϊκής προέλευσης, όπου χώρες μέλη τής EBU —και ορισμένες εκτός Ευρώπης— παρουσιάζουν πρωτότυπα έργα με στόχο τη διεθνή προβολή και τη βαθμολογική διάκριση
γιουροβιζιονικά	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικέ	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικές	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονική	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικής	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικοί	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικού	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικούς	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικό	=	γιουροβιζιονικός
γιουροβιζιονικός	adj	ο σχετικός με τη Γιουροβίζιον
γιουροβιζιονικών	=	γιουροβιζιονικός
γιουρογκρούπ	noun	η ευρωομάδα
γιουροκάπ	noun	ευρωπαϊκή αθλητική διοργάνωση ή το τρόπαιο που απονέμεται στον νικητή της
γιουρομπάσκετ	noun	άλλη μορφή του ευρωμπάσκετ
γιουροπόλ	noun	η ευρωαστυνομία
γιουροστάτ	noun	άλλη μορφή του γιούροστατ
γιουρουσιού	=	γιουρούσι
γιουρουσιών	=	γιουρούσι
γιουροφάν	noun	ένθερμος οπαδός της γιουροβίζιον
γιουρούσι	noun	η έφοδος, η επίθεση
γιουρούσια	=	γιουρούσι
γιουρτιού	=	γιούρτι
γιουρτιών	=	γιούρτι
γιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιος
γιουσουρούμ	noun	το κέντρο της Αθήνας με παλιατζίδικα
γιουσουφάκι	noun	νεαρό αγόρι και ερωτικός σύντροφος
γιουσουφάκια	=	γιουσουφάκι
γιουτιούμπ	noun	διαδικτυακή πλατφόρμα όπου χρήστες ανεβάζουν, μοιράζονται και παρακολουθούν βίντεο με ελεύθερη (ή επί πληρωμή) πρόσβαση και η οποία λειτουργεί ως τεράστιο δημόσιο αρχείο οπτικοακουστικού περιεχομένου
γιουτλανδικά	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικέ	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικές	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδική	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γιουτλανδική) του γιουτλανδικός
γιουτλανδικοί	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικού	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικούς	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικό	=	γιουτλανδικός
γιουτλανδικός	adj	σχετικός με τη Γιουτλάνδη
γιουτλανδικών	=	γιουτλανδικός
γιουτούμπερ	noun	χρήστης του μέσου κοινωνικής δικτύωσης και διαμοιρασμού βίντεο YouTube ή κυρίως δημιουργός βίντεο, ο οποίος επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά τα αναρτά / ανεβάζει στο YouTube
γιουτόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουτόσχοινο
γιουτόσχοινο	noun	συνηθέστερα λεπτό καραβόσχοινο που κατασκευάζεται από το φυτό Γιούτα και χρησιμοποιείται ως έμπολο στα συρματόσχοινα
γιουτόσχοινου	noun	γενική ενικού του γιουτόσχοινο
γιουτόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του γιουτόσχοινο
γιουτώ	verb	ταιριάζω, βολεύω
γιουτών	=	γιούτα
γιουφκά	=	γιουφκάς
γιουφκάδες	=	γιουφκάς
γιουφκάδων	=	γιουφκάς
γιουφκάς	noun	λεπτό φύλλο για πίτες και μπουρέκια, από την τούρκικη κουζίνα
γιουχάιζα	=	γιουχαΐζω
γιουχάιζαν	=	γιουχαΐζω
γιουχάιζε	=	γιουχαΐζω
γιουχάιζες	=	γιουχαΐζω
γιουχάισα	=	γιουχαΐζω
γιουχάισαν	=	γιουχαΐζω
γιουχάισε	=	γιουχαΐζω
γιουχάισες	=	γιουχαΐζω
γιουχάισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γιουχάρω, η αποδοκιμασία με φωνές όπως ου και γιούχα
γιουχάρισμα	noun	γιουχάισμα, το αποτέλεσμα και η ενέργεια του γιουχαΐζω ή γιουχάρω, η εκδήλωση έντονης αποδοκιμασίας με γιούχα ή με ουουου
γιουχάρω	verb	αποδοκιμάζω με φωνές
γιουχαΐζαμε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζαν	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζανε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζατε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζει	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζεις	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζεσαι	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζεστε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζεται	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζετε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζομαι	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζομε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζονται	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζονταν	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζοντας	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζουμε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζουν	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζουνε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐζω	verb	άλλη μορφή του γιουχάρω
γιουχαΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσαν	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐσανε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουχάισμα
γιουχαΐσματος	noun	γενική ενικού του γιουχάισμα
γιουχαΐσομε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐσου	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐσουνε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαΐστηκα	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐστηκαν	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐστηκε	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐστηκες	=	γιουχαΐζω
γιουχαΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γιουχαΐζω
γιουχαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουχάρισμα
γιουχαρίσματος	noun	γενική ενικού του γιουχάρισμα
γιουχαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γιουχάρισμα
γιουχαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουχαρισμένο
γιουχαρισμένε	verb	κλητική ενικού του γιουχαρισμένος
γιουχαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουχαρισμένη
γιουχαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιουχαρισμένος
γιουχαρισμένης	verb	γενική ενικού του γιουχαρισμένη
γιουχαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιουχαρισμένος
γιουχαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιουχαρισμένος
γιουχαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γιουχάρω
γιουχαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιουχαρισμένος
γιουχαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιουχαρισμένος
γιουχαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιουχαρισμένος
γιουχαρώ	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόμασταν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόμαστε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόμουν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόμουνα	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόντουσαν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόσασταν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόσαστε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόσουν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόσουνα	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζόταν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊζότανε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γιουχάισμα
γιουχαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του γιουχαϊσμός
γιουχαϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουχαϊσμένο
γιουχαϊσμένε	verb	κλητική ενικού του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιουχαϊσμένη
γιουχαϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμένης	verb	γενική ενικού του γιουχαϊσμένη
γιουχαϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμένος	verb	που τον έχουν αποδοκιμάσει έντονα και μαζικά με κραυγές γιούχα ή και με παρατεταμένο ουουου
γιουχαϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γιουχαϊσμένος
γιουχαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γιουχαϊσμός
γιουχαϊσμού	noun	γενική ενικού του γιουχαϊσμός
γιουχαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γιουχαϊσμός
γιουχαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του γιουχαϊσμός
γιουχαϊσμός	noun	γιουχάισμα, το αποτέλεσμα και η ενέργεια του γιουχαΐζω, η εκδήλωση έντονης αποδοκιμασίας με γιούχα ή με ουουου
γιουχαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του γιουχαϊσμός
γιουχαϊστήκαμε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστήκαν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστήκανε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστήκατε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστεί	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστείς	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστείτε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστούμε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστούν	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστούνε	=	γιουχαΐζω
γιουχαϊστώ	=	γιουχαΐζω
γιοφυριού	=	γιοφύρι
γιοφυριών	=	γιοφύρι
γιοφύλλι	noun	η αγριοβιολέτα
γιοφύρι	noun	άλλη μορφή του γεφύρι
γιοφύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιοφύρι
γιούζου	noun	εσπεριδοειδές από την Ιαπωνία, με το όνομα Citrus junos
γιούκα	noun	καλλωπιστικό φυτό με κορμό ξυλώδη και μακρυά φύλλα
γιούκε	=	γιούκος
γιούκο	=	γιούκος
γιούκοι	=	γιούκος
γιούκος	noun|vulgar	στοίβα με στρωσίδια
γιούκου	=	γιούκος
γιούκους	=	γιούκος
γιούκων	=	γιούκος
γιούλι	noun	ο μενεξές ή ο υάκινθος
γιούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιούλι
γιούλμπασι	noun	άλλη μορφή του γκιούλμπασι
γιούνι	noun	παρτίδα παιχνιδιού
γιούνισεξ	adj	που ταιριάζει και στα δύο φύλα
γιούπι	intj	δηλώνει μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό
γιούργια	adv	άλλη μορφή του γιούρια
γιούργιαρα	=	γιουργιάρω
γιούργιαραν	=	γιουργιάρω
γιούργιαρε	=	γιουργιάρω
γιούργιαρες	=	γιουργιάρω
γιούρια	noun	η έφοδος	intj	εμπρός, ορμάτε!
γιούρο	noun	δημοφιλής ονομασία του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου εθνικών ομάδων, που διεξάγεται περιοδικά και αναδεικνύει την πρωταθλήτρια Ευρώπης
γιούρογκρουπ	noun	η ευρωομάδα
γιούροπολ	noun	η ευρωαστυνομία
γιούροστατ	noun	η στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπεύθυνη για τη συγκέντρωση, την ενοποίηση και τη δημοσίευση συγκρίσιμων στατιστικών στοιχείων για χώρες-μέλη, έτσι ώστε να υποστηρίζονται οι ευρωπαϊκές πολιτικές και να ενισχύεται η πληροφόρηση των πολιτών
γιούρτη	noun	είδος μεγάλης σκηνής που χρησιμοποιούν οι Μογγόλοι
γιούρτι	noun|dated	χωράφι, οικόπεδο πίσω από το σπίτι
γιούρτια	=	γιούρτι
γιούσουρι	noun	είδος μαύρου κοραλλιού, με το οποίο κατασκευάζονται κοσμήματα, φυλαχτά, κομπολόγια κ.α.
γιούτα	noun	ποώδες τροπικό φυτό του γένους Corchorus που καλλιεργείται για τον μακρύ, ανθεκτικό βλαστό του, από τον οποίο παράγονται τραχιές κλωστοϋφαντουργικές ίνες για σάκους, σχοινιά και υφάσματα
γιούτας	=	γιούτα
γιούτες	=	γιούτα
γιούφτε	=	γιούφτος
γιούφτισσα	=	γιούφτος
γιούφτο	=	γιούφτος
γιούφτοι	=	γιούφτος
γιούφτος	noun|dated	ο γύφτος
γιούφτου	=	γιούφτος
γιούφτους	=	γιούφτος
γιούφτων	=	γιούφτος
γιούχα	intj	επιφώνημα που δηλώνει αποδοκιμασία
γιρλάντα	noun	επίμηκες διακοσμητικό πλέγμα από άνθη, φύλλα κ.ά.
γιρλάντας	noun	γενική ενικού του γιρλάντα
γιρλάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιρλάντα
γιρλαντών	noun	γενική πληθυντικού του γιρλάντα
γιστέρνα	noun	άλλη μορφή του κιστέρνα, η στέρνα
γιστέρνας	=	γιστέρνα
γιστέρνες	=	γιστέρνα
γιστερνών	=	γιστέρνα
γιωμένος	=	γιώνω
γιων	noun	γενική πληθυντικού του γιος
γιωργία	=	γεωργία
γιωτ	=	γιοτ
γιωτά	=	γιωτάς
γιωτάδες	=	γιωτάς
γιωτάδων	=	γιωτάς
γιωτάς	noun|slang	αυτός που κατά τη θητεία του στον στρατό λαμβάνει κατάταξη σωματικής ικανότητας 3ης ή 4ης κατηγορίας (Ι3 και Ι4 αντίστοιχα, σε κλίμακα από 1 μέχρι 5), τα οποία δηλώνουν μειωμένες υποχρεώσεις ως στρατεύσιμου λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, σωματικού, ψυχικού ή ψυχιατρικού
γιωταχή	=	γιωταχής
γιωταχήδες	=	γιωταχής
γιωταχήδων	=	γιωταχής
γιωταχής	noun	ο οδηγός ή ο κάτοχος αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης (Ι.Χ.) και όχι ο οδηγός επαγγελματικού [όχημα|οχήματος]]
γιωταχί	noun	επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης (Ι.Χ.)
γιωτού	=	γιωτάς
γιόγκα	noun	ινδικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα που αφορά ασκήσεις σωματικές ή διανοητικές
γιόγκι	noun	ο ασκητής που εφαρμόζει κάποιο τύπο γιόγκα ή γενικά ένα άτομο που και δίχως να ασκητεύει, πάντως ασκεί διαρκώς κάποια μορφή γιόγκα
γιόκα	=	γιόκας
γιόκας	noun	τρυφερός χαρακτηρισμός για το αρσενικό παιδί (ή ειρωνικά για το κακομαθημένο αγόρι προς τον ένα ή και τους δύο γονείς του)
γιόλο	noun	καλοπερασάκιας, ακρατής, που προβάλλει παράλληλα ως ηθικό έρεισμα και αξία το δικαίωμα στην ακραία καλοπέραση και τα άσκοπα ρίσκα	intj|slang	αρκτικόλεξο ζεις μόνο μια φορά
γιόμα	noun	το μεσημεριανό φαγητό	verb	β' ενικό προστακτικής του ρήματος γιομίζω ή γιομώνω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
γιόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γιόμα
γιόματος	noun	γενική ενικού του γιόμα
γιόμιζα	=	γιομίζω
γιόμιζαν	=	γιομίζω
γιόμιζε	=	γιομίζω
γιόμιζες	=	γιομίζω
γιόμισα	=	γιομίζω
γιόμισαν	=	γιομίζω
γιόμισε	=	γιομίζω
γιόμισες	=	γιομίζω
γιόμιση	noun|vulgar	άλλη μορφή του γέμιση
γιόμισης	noun	γενική ενικού του γιόμιση
γιόρταζα	=	γιορτάζω
γιόρταζαν	=	γιορτάζω
γιόρταζε	=	γιορτάζω
γιόρταζες	=	γιορτάζω
γιόρτασα	=	γιορτάζω
γιόρτασαν	=	γιορτάζω
γιόρτασε	=	γιορτάζω
γιόρτασες	=	γιορτάζω
γιόρτασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γιορτάζω, ο εορτασμός
γιός	noun	πολυτονική γραφή του γιος
γιότσα	noun	μεγάλο κακό, συμφορά
γιώναμε	=	γιώνω
γιώναν	=	γιώνω
γιώνανε	=	γιώνω
γιώνατε	=	γιώνω
γιώνε	=	γιώνω
γιώνει	=	γιώνω
γιώνεις	=	γιώνω
γιώνετε	=	γιώνω
γιώνοντας	=	γιώνω
γιώνουμε	=	γιώνω
γιώνουν	=	γιώνω
γιώνουνε	=	γιώνω
γιώνω	verb	σκουριάζω, έχω υποστεί οξείδωση
γιώσαμε	=	γιώνω
γιώσαν	=	γιώνω
γιώσανε	=	γιώνω
γιώσατε	=	γιώνω
γιώσε	=	γιώνω
γιώσει	=	γιώνω
γιώστε	=	γιώνω
γιώτα	noun	το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ι, κεφαλαίο: Ι)
γιώτας	=	γιώτα
γιώτες	=	γιώτα
γιώτινγκ	noun	άλλη γραφή του γιότινγκ
γκ	abbrev	ονομασία για το σύνολο των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή των κρατικών οργανισμών που διαχειρίζονται τους δημόσιους πόρους και εφαρμόζουν την κυβερνητική πολιτική
γκάβακα	=	γκάβακας
γκάβακας	noun	μεγεθυντικό του γκαβός, στραβούλιακας
γκάβακες	=	γκάβακας
γκάβιζα	=	γκαβίζω
γκάβιζαν	=	γκαβίζω
γκάβιζε	=	γκαβίζω
γκάβιζες	=	γκαβίζω
γκάβισα	=	γκαβίζω
γκάβισαν	=	γκαβίζω
γκάβισε	=	γκαβίζω
γκάβισες	=	γκαβίζω
γκάβωνα	=	γκαβώνω
γκάβωναν	=	γκαβώνω
γκάβωνε	=	γκαβώνω
γκάβωνες	=	γκαβώνω
γκάβωσα	=	γκαβώνω
γκάβωσαν	=	γκαβώνω
γκάβωσε	=	γκαβώνω
γκάβωσες	=	γκαβώνω
γκάγκανο	=	γκάγκανος
γκάγκανος	noun	μεγάλο ράμφος πτηνού	adj	ξερός, κατάξερος, άλλη γραφή του γκάργκανος συνήθως σε χρήση στο ουδέτερο: γκάγκανο
γκάγκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκάγκαρο
γκάγκαρε	=	γκάγκαρος
γκάγκαρο	noun	είδος μάνταλου τρόπον τινά, κομμάτι ξύλου που κρεμόταν πίσω από την πόρτα της αυλής με σκοινί (στερεωμένο από πάνω) και όταν ο άνθρωπος άφηνε την πόρτα ελεύθερη, αυτό με το βάρος του την ασφάλιζε από μέσα
γκάγκαροι	=	γκάγκαρος
γκάγκαρος	noun	ο βέρος Αθηναίος
γκάγκαρου	noun	γενική ενικού του γκάγκαρο
γκάγκαρους	=	γκάγκαρος
γκάγκαρων	noun	γενική πληθυντικού του γκάγκαρο
γκάζι	noun	φωταέριο
γκάζια	=	γκάζι
γκάζωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκαζώνω
γκάζωνα	=	γκαζώνω
γκάζωναν	=	γκαζώνω
γκάζωνε	=	γκαζώνω
γκάζωνες	=	γκαζώνω
γκάζωσα	=	γκαζώνω
γκάζωσαν	=	γκαζώνω
γκάζωσε	=	γκαζώνω
γκάζωσες	=	γκαζώνω
γκάιδα	=	γκάιντα
γκάιντα	noun	πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από ασκί, επιστόμιο και δύο η περισσότερους αυλούς
γκάιντας	noun	γενική ενικού του γκάιντα
γκάιντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκάιντα
γκάλοπ	noun	δημοσκόπηση
γκάμα	noun|dated	η κλίμακα
γκάμας	noun	γενική ενικού του γκάμα
γκάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκάμα
γκάνγκστερ	noun	αυτός που ανήκει σε μια συμμορία, σε μια ομάδα του οργανωμένου εγκλήματος
γκάου	noun	χαζός, ανόητος, βλάκας
γκάου-μπίου	noun	άσχετος, βλάκας, αυτός που δεν ξέρει τι του γίνεται, που είναι φευγάτος
γκάρατζ	noun	είδος αυτοσχέδιας ροκ μουσικής που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ και τον Καναδά στα μέσα της δεκαετίας τού 1960 και χρησιμοποιεί δυναμικό, ακατέργαστο ήχο με παραμόρφωση στις ηλεκτρικές κιθάρες και εκφραστική, σποραδικά επιθετική ερμηνεία
γκάργκανος	adj	ξερός, κατάξερος, συνήθως σε χρήση στο ουδέτερο: γκάργκανο
γκάριζα	=	γκαρίζω
γκάριζαν	=	γκαρίζω
γκάριζε	=	γκαρίζω
γκάριζες	=	γκαρίζω
γκάριξα	=	γκαρίζω
γκάριξαν	=	γκαρίζω
γκάριξε	=	γκαρίζω
γκάριξες	=	γκαρίζω
γκάρισα	=	γκαρίζω
γκάρισαν	=	γκαρίζω
γκάρισε	=	γκαρίζω
γκάρισες	=	γκαρίζω
γκάρισμα	noun	η φωνή του γαϊδάρου
γκάστρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του γκάστρωμα
γκάστρωμα	noun	το αποτέλεσμα του γκαστρώνω
γκάστρωνα	=	γκαστρώνω
γκάστρωναν	=	γκαστρώνω
γκάστρωνε	=	γκαστρώνω
γκάστρωνες	=	γκαστρώνω
γκάστρωσα	=	γκαστρώνω
γκάστρωσαν	=	γκαστρώνω
γκάστρωσε	=	γκαστρώνω
γκάστρωσες	=	γκαστρώνω
γκάτζετ	noun	ηλεκτρονική συσκευή, συνήθως μικρού μεγέθους, που ενσωματώνει τις τελευταίες εξελίξεις της τεχνολογίας (π.χ. κινητό τηλέφωνο, ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, MP3 player κ.λπ.)
γκάφα	noun	λάθος πράξη ή λόγος που προέρχεται από απερισκεψία και εκθέτει είτε αυτόν που την έκανε είτε κάποιο φιλικό άτομο
γκάφας	noun	γενική ενικού του γκάφα
γκάφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκάφα
γκέι	noun	ο ομοφυλόφιλος άνδρας (σπανίως και για λεσβία)
γκέιζερ	noun	φυσικό άνοιγμα του εδάφους που εκτοξεύει κατά διαστήματα πολύ θερμό νερό και ατμό λόγω συσσώρευσης υπόγειας πίεσης
γκέιλικ	noun	αναγνωρισμένες γλώσσες των βρετανικών νήσων, η γαελική γλωσσική οικογένεια
γκέιμαρα	=	γκεϊμάρω
γκέιμαραν	=	γκεϊμάρω
γκέιμαρε	=	γκεϊμάρω
γκέιμαρες	=	γκεϊμάρω
γκέισα	noun	Γιαπωνέζα, ειδικά εκπαιδευμένη στην παραδοσιακή τελετουργία του τσαγιού, το τραγούδι και τον χορό, που κρατάει συντροφιά σε άντρες και τους διασκεδάζει, δεν είναι όμως ιερόδουλος
γκέισας	noun	γενική ενικού του γκέισα
γκέισες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκέισα
γκέκας	noun	ράτσα σκύλου με μαύρο κι ανοιχτό καφέ κοντό τρίχωμα, ειδικευμένου στο κυνήγι
γκέκο	noun	μικρή σαύρα της οικογένειας Gekkonidae με νυχτόβιες συνήθειες και εξαιρετική ικανότητα προσκόλλησης χάρη στις μικροδομές των πελμάτων της, που της επιτρέπουν να κινείται με άνεση σε λείες ή κάθετες επιφάνειες
γκέλα	noun	η αδυναμία κίνησης στο τάβλι και το χάσιμο της σειράς επειδή, με βάση τη ζαριά, δεν υπάρχει ελεύθερη θέση να μετακινηθούν τα πούλια
γκέλας	noun	γενική ενικού του γκέλα
γκέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκέλα
γκέμι	noun	το χαλινάρι
γκέμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκέμι
γκέστα	noun	καμώματα, νάζια
γκέτα	noun	κάλυμμα της γάμπας ή του χεριού, τμήμα στολής στρατιωτών αρχικά
γκέτας	noun	γενική ενικού του γκέτα
γκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκέτα
γκέτο	noun	εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν
γκίγκα	noun	άλλη μορφή του γιγαμπάιτ
γκίδα	noun	μονάδα βάρους , μία γκίδα + μια ουγκιά
γκίδας	=	γκίδα
γκίδες	=	γκίδα
γκίδων	=	γκίδα
γκίζα	noun	είδος μυζήθρας, λευκό και μαλακό τυρί, που παρασκευάζεται από τυρόγαλο και είναι κατάλληλο για την παρασκευή διαφόρων ειδών πίτας
γκίζας	=	γκίζα
γκίζες	=	γκίζα
γκίζω	=	αγγίζω
γκίμπαλ	noun	συσκευή που εξουδετερώνει τους κραδασμούς και κρατά στην επιθυμητή οριζόντια, κάθετη ή άλλη θέση μια συσκευή (πυξίδα, φωτογραφική μηχανή κ.λπ.)
γκίνια	noun	η συνεχής κακοτυχία (ιδίως στην χαρτοπαιξία)
γκίνιας	noun	γενική ενικού του γκίνια
γκίνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκίνια
γκαβά	noun	τα μάτια (σε ένδειξη δυσφορίας, αν κάποιος δε βλέπει κάτι)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (γκαβό) του γκαβός
γκαβέ	adj	κλητική ενικού του γκαβός
γκαβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαβή
γκαβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαβός
γκαβής	adj	γενική ενικού του γκαβή
γκαβίζαμε	=	γκαβίζω
γκαβίζαν	=	γκαβίζω
γκαβίζανε	=	γκαβίζω
γκαβίζατε	=	γκαβίζω
γκαβίζει	=	γκαβίζω
γκαβίζεις	=	γκαβίζω
γκαβίζετε	=	γκαβίζω
γκαβίζοντας	=	γκαβίζω
γκαβίζουμε	=	γκαβίζω
γκαβίζουν	=	γκαβίζω
γκαβίζουνε	=	γκαβίζω
γκαβίζω	verb	είμαι γκαβός
γκαβίσαμε	=	γκαβίζω
γκαβίσαν	=	γκαβίζω
γκαβίσανε	=	γκαβίζω
γκαβίσατε	=	γκαβίζω
γκαβίσει	=	γκαβίζω
γκαβίστε	=	γκαβίζω
γκαβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκαβός
γκαβομάρα	noun	στραβομάρα
γκαβομάρας	=	γκαβομάρα
γκαβομάρες	=	γκαβομάρα
γκαβού	adj	γενική ενικού του γκαβός
γκαβούλιακα	=	γκαβούλιακας
γκαβούλιακας	noun	υποκοριστικό του γκαβός
γκαβούλιακες	=	γκαβούλιακας
γκαβούλιακων	=	γκαβούλιακας
γκαβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκαβός
γκαβωθήκαμε	=	γκαβώνομαι
γκαβωθήκαν	=	γκαβώνομαι
γκαβωθήκανε	=	γκαβώνομαι
γκαβωθήκατε	=	γκαβώνομαι
γκαβωθεί	=	γκαβώνομαι
γκαβωθείτε	=	γκαβώνομαι
γκαβωμάρα	noun	άλλη γραφή του γκαβομάρα
γκαβωμάρας	noun	γενική ενικού του γκαβωμάρα
γκαβωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαβωμάρα
γκαβωμένος	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόμασταν	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόμαστε	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόμουν	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόμουνα	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόντουσαν	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόσασταν	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόσαστε	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόσουν	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόσουνα	=	γκαβώνομαι
γκαβωνόταν	=	γκαβώνομαι
γκαβωνότανε	=	γκαβώνομαι
γκαβό	adj	αιτιατική ενικού του γκαβός
γκαβός	adj	αλλήθωρος, στραβός
γκαβώθηκα	=	γκαβώνομαι
γκαβώθηκαν	=	γκαβώνομαι
γκαβώθηκε	=	γκαβώνομαι
γκαβώθηκες	=	γκαβώνομαι
γκαβών	adj	γενική πληθυντικού του γκαβός
γκαβώναμε	=	γκαβώνω
γκαβώναν	=	γκαβώνω
γκαβώνανε	=	γκαβώνω
γκαβώνατε	=	γκαβώνω
γκαβώνει	=	γκαβώνω
γκαβώνεις	=	γκαβώνω
γκαβώνεσαι	=	γκαβώνομαι
γκαβώνεστε	=	γκαβώνομαι
γκαβώνεται	=	γκαβώνομαι
γκαβώνετε	=	γκαβώνω
γκαβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γκαβώνω
γκαβώνονται	=	γκαβώνομαι
γκαβώνονταν	=	γκαβώνομαι
γκαβώνοντας	=	γκαβώνω
γκαβώνου	=	γκαβώνομαι
γκαβώνουμε	=	γκαβώνω
γκαβώνουν	=	γκαβώνω
γκαβώνουνε	=	γκαβώνω
γκαβώνω	verb	προκαλώ σε κάποιον προσωρινή ή μόνιμη απώλεια της καθαρής όρασης ή τον κάνω να χάσει την ευκρίνεια της όρασής του (στιγμιαία, παροδικά ή προοδευτικά), συνήθως από έντονο φως ή απότομο ερέθισμα
γκαβώσαμε	=	γκαβώνω
γκαβώσαν	=	γκαβώνω
γκαβώσανε	=	γκαβώνω
γκαβώσατε	=	γκαβώνω
γκαβώσει	=	γκαβώνω
γκαβώσου	=	γκαβώνομαι
γκαβώστε	=	γκαβώνω
γκαγκ	noun	σύντομη και συχνά απροσδόκητη κωμική πράξη ή ατάκα που διακόπτει τη ροή μιας σκηνής, για να προκαλέσει άμεσο γέλιο
γκαγκά	adj	ο νοητικά καθυστερημένος
γκαγκάβα	noun	επαγγελματικό αλιευτικό εργαλείο κυρίως στη σπογγαλιεία που σύρεται στο βυθό φέροντας σχετικό σάκο
γκαγκάνα	=	γκάγκανος
γκαγκάνιαζα	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιαζαν	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιαζε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιαζες	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιασα	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιασαν	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιασε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάνιασες	=	γκαγκανιάζω
γκαγκάρου	=	γκάγκαρος
γκαγκάρους	=	γκάγκαρος
γκαγκάρων	=	γκάγκαρος
γκαγκαβούζικα	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικε	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικες	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικη	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικης	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικο	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικοι	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικος	adj	ο σχετικός με τους Γκαγκαβούζηδες
γκαγκαβούζικου	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικους	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκαβούζικων	=	γκαγκαβούζικος
γκαγκανιάζαμε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζαν	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζανε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζατε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζει	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζεις	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζετε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζοντας	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζουμε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζουν	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζουνε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάζω	verb	φτάνω σε έντονη σωματική ή ψυχική εξάντληση, μέχρι τα όρια της αντοχής, συχνά από ζέστη, δίψα ή επίμονη προσπάθεια
γκαγκανιάσαμε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάσαν	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάσανε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάσατε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάσει	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανιάστε	=	γκαγκανιάζω
γκαγκανομύτης	noun	που έχει μύτη που μοιάζει με ράμφος πουλιού
γκαγκαούζ	noun	τουρκική γλώσσα που ομιλείται στην Μολδαβία και στα νότια Βαλκάνια
γκαζά	noun|dated	μικρός βόλος (μπίλια), με τον οποίο έπαιζαν παλιότερα τα παιδιά
γκαζάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζάδικο
γκαζάδικο	noun	τάνκερ, πετρελαιοφόρο πλοίο
γκαζάδικου	noun	γενική ενικού του γκαζάδικο
γκαζάδικων	noun	γενική πληθυντικού του γκαζάδικο
γκαζάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζάκιας
γκαζάκηδων	=	γκαζάκιας
γκαζάκι	noun	μικρή συσκευή που λειτουργεί με φιάλη (υγρ)αερίου και χρησιμοποιείται για πρόχειρο μαγείρεμα ή βράσιμο ροφημάτων
γκαζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζάκι
γκαζάκιας	noun|slang	νεαρός κυρίως οδηγός που επιδεικνύει επιθετική οδήγηση με υπερβολικές επιταχύνσεις και ριψοκίνδυνο ύφος
γκαζάς	=	γκαζά
γκαζέλα	noun|dated	άλλη μορφή του γαζέλα
γκαζέλας	=	γκαζέλα
γκαζέλες	=	γκαζέλα
γκαζές	=	γκαζά
γκαζακιού	noun	γενική ενικού του γκαζάκι (σπάνιος και αδόκιμος τύπος)
γκαζελών	=	γκαζέλα
γκαζιά	noun	απότομη επιτάχυνση ενός οχήματος
γκαζιάρα	=	γκαζιάρης
γκαζιάρας	=	γκαζιάρης
γκαζιάρες	=	γκαζιάρης
γκαζιάρη	=	γκαζιάρης
γκαζιάρηδες	=	γκαζιάρης
γκαζιάρηδων	=	γκαζιάρης
γκαζιάρης	adj|slang	νεαρός κυρίως οδηγός που επιδεικνύει επιθετική οδήγηση με υπερβολικές επιταχύνσεις και ριψοκίνδυνο ύφος
γκαζιάρικα	=	γκαζιάρης
γκαζιάρικο	=	γκαζιάρης
γκαζιάρικου	=	γκαζιάρης
γκαζιάρικων	=	γκαζιάρης
γκαζιάς	noun	γενική ενικού του γκαζιά
γκαζιέρα	noun	η συσκευή που λειτουργεί με γκάζι και χρησιμεύει κυρίως στο μαγείρεμα
γκαζιέρας	noun	γενική ενικού του γκαζιέρα
γκαζιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζιέρα
γκαζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζιά
γκαζιεράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζιεράδικο
γκαζιερατζή	=	γκαζιερατζής
γκαζιερατζήδες	=	γκαζιερατζής
γκαζιερατζήδων	=	γκαζιερατζής
γκαζιερατζής	noun	ο τεχνίτης που επιδιορθώνει γκαζιέρες
γκαζιού	=	γκάζι
γκαζιών	=	γκάζι
γκαζοζέν	noun	φορτηγό αυτοκίνητο ή λεωφορείο πολύ συνηθισμένο κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο λόγω έλλειψης καυσίμων που ήταν ειδικά διασκευασμένο ούτως ώστε ο κινητήρας του να λειτουργούσε με καύσιμο το αέριο που παρασκευαζόταν από τη μερική καύση ξύλων με τα οποία τροφοδοτείτο ειδικός λέβητας που ήταν εγκατεστημένος στο όχημα γι' αυτό το σκοπό
γκαζοντενεκέ	=	γκαζοντενεκές
γκαζοντενεκέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζοντενεκές
γκαζοντενεκέδων	=	γκαζοντενεκές
γκαζοντενεκές	noun	κυβικό δοχείο από λαμαρίνα
γκαζοτανάλια	noun|dated	ρυθμιζόμενη πένσα με αρθρωτή διάταξη που επιτρέπει στο άνοιγμά της να μεταβάλλεται, ώστε να πιάνει με ασφάλεια και να σφίγγει σωλήνες και κυλινδρικά ή άλλα αντικείμενα
γκαζοτανάλιας	=	γκαζοτανάλια
γκαζοτανάλιες	=	γκαζοτανάλια
γκαζοταναλιών	=	γκαζοτανάλια
γκαζοφιάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζοφιάλη
γκαζοφονιά	=	γκαζοφονιάς
γκαζοφονιάδες	=	γκαζοφονιάς
γκαζοφονιάδων	=	γκαζοφονιάς
γκαζοφονιάς	noun|slang	οδηγός που επιδίδεται σε ακραία και επικίνδυνη ταχύτητα, μετατρέποντας την ανάγκη για εντυπωσιασμό σε πραγματική απειλή για τους γύρω
γκαζωθήκαμε	=	γκαζώνω
γκαζωθήκαν	=	γκαζώνω
γκαζωθήκανε	=	γκαζώνω
γκαζωθήκατε	=	γκαζώνω
γκαζωθεί	=	γκαζώνω
γκαζωθείτε	=	γκαζώνω
γκαζωμάτων	=	γκάζωμα
γκαζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζωμένο
γκαζωμένε	verb	κλητική ενικού του γκαζωμένος
γκαζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζωμένη
γκαζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαζωμένος
γκαζωμένης	verb	γενική ενικού του γκαζωμένη
γκαζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γκαζωμένος
γκαζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκαζωμένος
γκαζωμένος	verb	που έχει υπερβολική ταχύτητα
γκαζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γκαζωμένος
γκαζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γκαζωμένος
γκαζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γκαζωμένος
γκαζωνόμασταν	=	γκαζώνω
γκαζωνόμαστε	=	γκαζώνω
γκαζωνόμουν	=	γκαζώνω
γκαζωνόμουνα	=	γκαζώνω
γκαζωνόντουσαν	=	γκαζώνω
γκαζωνόσασταν	=	γκαζώνω
γκαζωνόσαστε	=	γκαζώνω
γκαζωνόσουν	=	γκαζώνω
γκαζωνόσουνα	=	γκαζώνω
γκαζωνόταν	=	γκαζώνω
γκαζωνότανε	=	γκαζώνω
γκαζόζα	noun	αεριούχο αναψυκτικό
γκαζόζας	noun	γενική ενικού του γκαζόζα
γκαζόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζόζα
γκαζόλαμπα	noun	λάμπα (φωτιστικό) που καίει γκάζι ή πετρέλαιο
γκαζόλαμπας	noun	γενική ενικού του γκαζόλαμπα
γκαζόλαμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαζόλαμπα
γκαζόμετρα	=	γκαζόμετρο
γκαζόμετρο	noun|dated	συσκευή που χρησιμοποιείται για να αποθηκεύεται κάποιο αέριο ή να μετριέται η ροή ενός αερίου, ιδίως σε κάποιο εργαστήριο χημείας
γκαζόμετρου	=	γκαζόμετρο
γκαζόμετρων	=	γκαζόμετρο
γκαζόν	noun	χαμηλή και πυκνή χλόη που καλύπτει κήπους, πάρκα και στάδια
γκαζώθηκα	=	γκαζώνω
γκαζώθηκαν	=	γκαζώνω
γκαζώθηκε	=	γκαζώνω
γκαζώθηκες	=	γκαζώνω
γκαζώματα	=	γκάζωμα
γκαζώματος	=	γκάζωμα
γκαζών	=	γκαζά
γκαζώναμε	=	γκαζώνω
γκαζώναν	=	γκαζώνω
γκαζώνανε	=	γκαζώνω
γκαζώνατε	=	γκαζώνω
γκαζώνει	=	γκαζώνω
γκαζώνεις	=	γκαζώνω
γκαζώνεσαι	=	γκαζώνω
γκαζώνεστε	=	γκαζώνω
γκαζώνεται	=	γκαζώνω
γκαζώνετε	=	γκαζώνω
γκαζώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γκαζώνω
γκαζώνονται	=	γκαζώνω
γκαζώνονταν	=	γκαζώνω
γκαζώνοντας	=	γκαζώνω
γκαζώνουμε	=	γκαζώνω
γκαζώνουν	=	γκαζώνω
γκαζώνουνε	=	γκαζώνω
γκαζώνω	verb	πατάω απότομα γκάζι και επιταχύνω ξαφνικά το όχημά μου
γκαζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσαν	=	γκαζώνω
γκαζώσανε	=	γκαζώνω
γκαζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσου	=	γκαζώνω
γκαζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαζώνω
γκαιμπελίσκε	=	γκαιμπελίσκος
γκαιμπελίσκο	=	γκαιμπελίσκος
γκαιμπελίσκοι	=	γκαιμπελίσκος
γκαιμπελίσκος	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε άνθρωπο που προπαγανδίζει μία γνώμη / άποψη / ιδέα με ύπουλα μέσα, χρησιμοποιώντας ψεύτικα στοιχεία και την τακτική της επανάληψης συνεχώς των ίδιων πραγμάτων, για να πείσει όλο και περισσότερους (έχει αποδοθεί στον Γκαίμπελς η χρήση της τακτικής: «πες, πες, κάτι θα μείνει»)
γκαιμπελίσκου	=	γκαιμπελίσκος
γκαιμπελίσκους	=	γκαιμπελίσκος
γκαιμπελίσκων	=	γκαιμπελίσκος
γκαιμπελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαιμπελικό
γκαιμπελικέ	adj	κλητική ενικού του γκαιμπελικός
γκαιμπελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαιμπελική
γκαιμπελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαιμπελικός
γκαιμπελικής	adj	γενική ενικού του γκαιμπελική
γκαιμπελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκαιμπελικός
γκαιμπελικού	adj	γενική ενικού του γκαιμπελικός
γκαιμπελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκαιμπελικός
γκαιμπελικό	adj	αιτιατική ενικού του γκαιμπελικός
γκαιμπελικός	adj	που έχει σχέση με τον Γιόζεφ Γκαίμπελς, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
γκαιμπελικών	adj	γενική πληθυντικού του γκαιμπελικός
γκαλά	noun	επίσημη δεξίωση, δείπνο, συνήθως προς τιμήν εξεχουσών προσωπικοτήτων
γκαλερί	noun	η αίθουσα στην οποία εκτίθενται έργα τέχνης, συνήθως προς πώληση
γκαλερίστα	=	γκαλερίστας
γκαλερίστας	noun	ο ιδιοκτήτης μιας γκαλερί
γκαλερίστες	=	γκαλερίστας
γκαλεριστών	=	γκαλερίστας
γκαλοπατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαλοπατζής
γκαλόπ	noun	ο καλπασμός του αλόγου
γκαμήλα	noun	άλλη γραφή του καμήλα
γκαμήλας	noun	γενική ενικού του γκαμήλα
γκαμήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαμήλα
γκαμηλών	noun	γενική πληθυντικού του γκαμήλα
γκαμπί	noun	είδος ανοιγμάτων στο οποίο ο ένας παίκτης θυσιάζει ένα κομμάτι με σκοπό την απόκτηση καλύτερης τακτικής θέσης
γκαμπαρντίνα	noun	άλλη μορφή του καμπαρντίνα
γκαμπαρντίνας	=	γκαμπαρντίνα
γκαμπαρντίνες	=	γκαμπαρντίνα
γκαμπαρντινών	=	γκαμπαρντίνα
γκαμσίζα	=	γκαμσίζης
γκαμσίζας	=	γκαμσίζης
γκαμσίζες	=	γκαμσίζης
γκαμσίζη	=	γκαμσίζης
γκαμσίζηδες	=	γκαμσίζης
γκαμσίζηδων	=	γκαμσίζης
γκαμσίζης	adj	ο αναίσθητος, ο άπονος, ο αδιάφορος
γκαμσίζικα	=	γκαμσίζης
γκαμσίζικο	=	γκαμσίζης
γκαμσίζικου	=	γκαμσίζης
γκαμσίζικων	=	γκαμσίζης
γκανάζ	noun	άλλη μορφή του γκανάς
γκανάς	noun	είδος σάλτσας σοκολάτας, η οποία χρησιμοποιείται ως επικάλυψη γλυκισμάτων.
γκανέζα	noun	θηλυκό του Γκανέζος
γκανέζας	=	γκανέζα
γκανέζε	=	γκανέζος
γκανέζες	=	γκανέζα
γκανέζο	=	γκανέζος
γκανέζοι	=	γκανέζος
γκανέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Γκάνα
γκανέζου	=	γκανέζος
γκανέζους	=	γκανέζος
γκανέζων	=	γκανέζος
γκανγκ	noun	άλλη μορφή του γκαγκ
γκανγκστερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκανγκστερικό	adv	με τρόπο που θυμίζει γκάνγκστερ
γκανγκστερικέ	adj	κλητική ενικού του γκανγκστερικός
γκανγκστερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκανγκστερική
γκανγκστερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκανγκστερικός
γκανγκστερικής	adj	γενική ενικού του γκανγκστερική
γκανγκστερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκανγκστερικός
γκανγκστερικού	adj	γενική ενικού του γκανγκστερικός
γκανγκστερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκανγκστερικός
γκανγκστερικό	adj	αιτιατική ενικού του γκανγκστερικός
γκανγκστερικός	adj	που έχει σχέση με παράνομες δραστηριότηες του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ
γκανγκστερικών	adj	γενική πληθυντικού του γκανγκστερικός
γκανγκστερισμέ	noun	κλητική ενικού του γκανγκστερισμός
γκανγκστερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκανγκστερισμός
γκανγκστερισμού	noun	γενική ενικού του γκανγκστερισμός
γκανγκστερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γκανγκστερισμός
γκανγκστερισμό	noun	αιτιατική ενικού του γκανγκστερισμός
γκανγκστερισμός	noun	η παράνομη δραστηριότητασ που παραπέμπει στο οργανωμένο έγκλημα του περασμένου αιώνα στις ΗΠΑ (για τις σύγχονες συμμορίες των ΗΠΑ, χρησιμοποιείται συνήθως η λέξη παράνομες ομάδες, συμμορίες, οργανωμένο έγκλημα, πόλεμος συμμοριών κ.λπ.)
γκανγκστερισμών	noun	γενική πληθυντικού του γκανγκστερισμός
γκανιάν	adj	άλογο που θεωρείται φαβορί για μια κούρσα
γκανιότα	noun	ποσοστό που καταβάλλει αυτός που κερδίζει στη λέσχη
γκανιότας	noun	γενική ενικού του γκανιότα
γκανιότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκανιότα
γκαντέμα	noun	η άτυχη, που την βρίσκουν αναποδιές, αλλά που συχνά γκαντεμιάζει και τους άλλους, τους φέρνει κακοτυχία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαντέμης
γκαντέμη	=	γκαντέμης
γκαντέμηδες	=	γκαντέμης
γκαντέμηδων	=	γκαντέμης
γκαντέμης	noun	αυτός που προκαλεί κακή τύχη στους γύρω του
γκαντέμικα	=	γκαντέμικος
γκαντέμικε	=	γκαντέμικος
γκαντέμικες	=	γκαντέμικος
γκαντέμικη	=	γκαντέμικος
γκαντέμικης	=	γκαντέμικος
γκαντέμικο	=	γκαντέμικος
γκαντέμικοι	=	γκαντέμικος
γκαντέμικος	adj	που έχει σχέση με γκαντέμη ή γκαντεμιά ή αναφέρεται σʼ αυτά
γκαντέμικου	=	γκαντέμικος
γκαντέμικους	=	γκαντέμικος
γκαντέμικων	=	γκαντέμικος
γκαντέμισσα	=	γκαντέμης
γκαντέμω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαντέμης, άλλη μορφή της λέξης γκαντέμα
γκαντέμως	=	γκαντέμω
γκαντεμιά	noun	γρουσουζιά, κακοτυχία, γκίνια, ατυχία
γκαντεμιάζω	verb	προκαλώ - προξενώ κακοτυχία
γκαντεμιάς	noun	γενική ενικού του γκαντεμιά
γκαντεμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαντεμιά
γκαντεμιασμένα	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένε	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένες	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένη	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένης	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένο	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένοι	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένος	verb	ιδιαίτερα άτυχος, γκαντέμης
γκαντεμιασμένου	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένους	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιασμένων	=	γκαντεμιασμένος
γκαντεμιών	=	γκαντεμιά
γκαουλάιτερ	noun	ο εξαρτημένος χωροδεσπότης γερμανικής περιοχής κατά τον μεσαίωνα
γκαουλάιτερς	=	γκαουλάιτερ
γκαράζ	noun	υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, ώστε να σταθμεύονται και να φυλάσσονται αυτοκίνητα
γκαράζι	noun|vulgar	άλλη μορφή του γκαράζ
γκαράζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαράζι
γκαρίγκ	noun	μεσογειακή θαμνώδης βλάστηση
γκαρίγκες	=	γκαρίγκ
γκαρίζαμε	=	γκαρίζω
γκαρίζαν	=	γκαρίζω
γκαρίζανε	=	γκαρίζω
γκαρίζατε	=	γκαρίζω
γκαρίζει	=	γκαρίζω
γκαρίζεις	=	γκαρίζω
γκαρίζετε	=	γκαρίζω
γκαρίζομε	=	γκαρίζω
γκαρίζοντας	=	γκαρίζω
γκαρίζουμε	=	γκαρίζω
γκαρίζουν	=	γκαρίζω
γκαρίζουνε	=	γκαρίζω
γκαρίζω	verb	βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή του γαϊδάρου
γκαρίλα	noun	φωνή άγρια και δυνατή σαν του γαϊδουριού
γκαρίλας	noun	γενική ενικού του γκαρίλα
γκαρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαρίλα
γκαρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξαν	=	γκαρίζω
γκαρίξανε	=	γκαρίζω
γκαρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξομε	=	γκαρίζω
γκαρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξουνε	=	γκαρίζω
γκαρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαρίζω
γκαρίσαμε	=	γκαρίζω
γκαρίσαν	=	γκαρίζω
γκαρίσανε	=	γκαρίζω
γκαρίσατε	=	γκαρίζω
γκαρίσει	=	γκαρίζω
γκαρίσεις	=	γκαρίζω
γκαρίσετε	=	γκαρίζω
γκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκάρισμα
γκαρίσματος	noun	γενική ενικού του γκάρισμα
γκαρίσομε	=	γκαρίζω
γκαρίσουμε	=	γκαρίζω
γκαρίσουν	=	γκαρίζω
γκαρίσουνε	=	γκαρίζω
γκαρίστε	=	γκαρίζω
γκαρίσω	=	γκαρίζω
γκαραζιέρη	=	γκαραζιέρης
γκαραζιέρηδες	=	γκαραζιέρης
γκαραζιέρηδων	=	γκαραζιέρης
γκαραζιέρης	noun	ιδιοκτήτης ή υπάλληλος ενός γκαράζ
γκαραζιού	=	γκαράζι
γκαραζιών	=	γκαράζι
γκαραζοπορτών	=	γκαραζόπορτα
γκαραζόπορτα	noun	η πόρτα ενός γκαράζ
γκαραζόπορτας	=	γκαραζόπορτα
γκαραζόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαραζόπορτα
γκαραντί	noun	η εγγύηση	adj	εγγυημένος
γκαργκαβανιά	noun	η πασχαλιά
γκαργκανιάζω	verb|rare	ξεραίνω / καταξεραίνω, ξεροκαίω, σχεδόν καρβουνιάζω, / μαυρίζω
γκαργκανιασμένος	verb|rare	ξεραμένος, σχεδόν καμένος
γκαρδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γκαρδιακός	adv|vulgar	εγκάρδια
γκαρδιακέ	adj	κλητική ενικού του γκαρδιακός
γκαρδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαρδιακή
γκαρδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαρδιακός
γκαρδιακής	adj	γενική ενικού του γκαρδιακή
γκαρδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκαρδιακός
γκαρδιακού	adj	γενική ενικού του γκαρδιακός
γκαρδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκαρδιακός
γκαρδιακό	adj	αιτιατική ενικού του γκαρδιακός
γκαρδιακός	adj	επιστήθιος, πολύ αγαπημένος
γκαρδιακών	adj	γενική πληθυντικού του γκαρδιακός
γκαρδιλάγκος	noun|vulgar	λαιμός, λάρυγγας
γκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γκάρισμα
γκαρμπολάχανα	=	γκαρμπολάχανο
γκαρμπολάχανο	noun	το καρμπολάχανο
γκαρμπολάχανου	=	γκαρμπολάχανο
γκαρμπολάχανων	=	γκαρμπολάχανο
γκαρνταρόμπα	noun	χώρος, σε μουσείο ή άλλο μέρος, όπου οι επισκέπτες αφήνουν τα πανωφόρια τους, μεγάλες τσάντες, ομπρέλες, κ.λπ. κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους, δωρεάν ή έναντι μικρού ποσού
γκαρνταρόμπας	noun	γενική ενικού του γκαρνταρόμπα
γκαρνταρόμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαρνταρόμπα
γκαρσονάκι	noun	μικρής ηλικίας γκαρσόνι
γκαρσονάκια	=	γκαρσονάκι
γκαρσονακιού	=	γκαρσονάκι
γκαρσονακιών	=	γκαρσονάκι
γκαρσονιέρα	noun	διαμέρισμα με ένα μικρό δωμάτιο
γκαρσονιέρας	noun	γενική ενικού του γκαρσονιέρα
γκαρσονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαρσονιέρα
γκαρσονιέρων	=	γκαρσονιέρα
γκαρσονιού	=	γκαρσόνι
γκαρσονιών	=	γκαρσόνι
γκαρσόν	noun	συνώνυμο του γκαρσόνι
γκαρσόνα	noun	αυτή που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ., η σερβιτόρα
γκαρσόνας	=	γκαρσόνα
γκαρσόνες	=	γκαρσόνα
γκαρσόνι	noun	ο σερβιτόρος
γκαρσόνια	=	γκαρσόνι
γκαρσόνων	=	γκαρσόνα
γκασμά	=	γκασμάς
γκασμάδες	=	γκασμάς
γκασμάδων	=	γκασμάς
γκασμάς	noun|vulgar	μορφή προφοράς του κασμάς
γκασπάτσο	noun	παραδοσιακή σούπα της Ισπανίας
γκασταρμπάιτερ	noun	ο μη Γερμανός εργάτης στη Γερμανία
γκαστριά	noun|vulgar	άλλη μορφή του γκάστρωμα
γκαστριάς	=	γκαστριά
γκαστριές	=	γκαστριά
γκαστριών	=	γκαστριά
γκαστρωθήκαμε	=	γκαστρώνω
γκαστρωθήκαν	=	γκαστρώνω
γκαστρωθήκανε	=	γκαστρώνω
γκαστρωθήκατε	=	γκαστρώνω
γκαστρωθεί	=	γκαστρώνω
γκαστρωθείς	=	γκαστρώνω
γκαστρωθείτε	=	γκαστρώνω
γκαστρωθούμε	=	γκαστρώνω
γκαστρωθούν	=	γκαστρώνω
γκαστρωθούνε	=	γκαστρώνω
γκαστρωθώ	=	γκαστρώνω
γκαστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γκάστρωμα
γκαστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαστρωμένο
γκαστρωμένε	verb	κλητική ενικού του γκαστρωμένος
γκαστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκαστρωμένη
γκαστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκαστρωμένος
γκαστρωμένης	verb	γενική ενικού του γκαστρωμένη
γκαστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γκαστρωμένος
γκαστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκαστρωμένος
γκαστρωμένος	verb	έγκυος
γκαστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γκαστρωμένος
γκαστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γκαστρωμένος
γκαστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γκαστρωμένος
γκαστρωνόμασταν	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόμαστε	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόμουν	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόμουνα	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόντουσαν	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόσασταν	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόσαστε	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόσουν	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόσουνα	=	γκαστρώνω
γκαστρωνόταν	=	γκαστρώνω
γκαστρωνότανε	=	γκαστρώνω
γκαστρώθηκα	=	γκαστρώνω
γκαστρώθηκαν	=	γκαστρώνω
γκαστρώθηκε	=	γκαστρώνω
γκαστρώθηκες	=	γκαστρώνω
γκαστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκάστρωμα
γκαστρώματος	noun	γενική ενικού του γκάστρωμα
γκαστρώναμε	=	γκαστρώνω
γκαστρώναν	=	γκαστρώνω
γκαστρώνανε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνατε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνει	=	γκαστρώνω
γκαστρώνεις	=	γκαστρώνω
γκαστρώνεσαι	=	γκαστρώνω
γκαστρώνεστε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνεται	=	γκαστρώνω
γκαστρώνετε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνομαι	=	γκαστρώνω
γκαστρώνομε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνονται	=	γκαστρώνω
γκαστρώνονταν	=	γκαστρώνω
γκαστρώνοντας	=	γκαστρώνω
γκαστρώνουμε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνουν	=	γκαστρώνω
γκαστρώνουνε	=	γκαστρώνω
γκαστρώνω	verb	καθιστώ (κάποιαν) έγκυο
γκαστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσαν	=	γκαστρώνω
γκαστρώσανε	=	γκαστρώνω
γκαστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσομε	=	γκαστρώνω
γκαστρώσου	=	γκαστρώνω
γκαστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσουνε	=	γκαστρώνω
γκαστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκαστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκαστρώνω
γκατζέλα	noun	η γαϊδούρα
γκατζετάκηδες	=	γκατζετάκιας
γκατζετάκηδων	=	γκατζετάκιας
γκατζετάκια	=	γκατζετάκιας
γκατζετάκιας	noun	ο φανατικός αγοραστής και γνώστης χρήσης γκάτζετ
γκατζολιού	=	γκατζόλι
γκατζολιών	=	γκατζόλι
γκατζόλι	noun|dated	γαϊδούρι (χρησιμοποιείται ακόμα, κυρίως στον Έβρο)
γκατζόλια	=	γκατζόλι
γκαφάλι	noun	απαξιωτικός χαρακτηρισμός για άτομο αμόρφωτο και μειωμένης αντίληψης, με έλλειψη γούστου και φινέτσας
γκαφάλια	=	γκαφάλι
γκαφαδόρε	=	γκαφαδόρος
γκαφαδόρο	=	γκαφαδόρος
γκαφαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκαφαδόρος
γκαφαδόρος	noun	αυτός που συχνά πέφτει σε γκάφες
γκαφαδόρου	=	γκαφαδόρος
γκαφαδόρους	=	γκαφαδόρος
γκαφαδόρων	=	γκαφαδόρος
γκαφαλιού	=	γκαφάλι
γκαφαλιών	=	γκαφάλι
γκαφατζή	=	γκαφατζής
γκαφατζήδες	=	γκαφατζής
γκαφατζήδων	=	γκαφατζής
γκαφατζής	noun	αυτός που διαπράττει ή που περιπίπτει σε λάθη, γκάφες
γκαφατζού	noun	αυτή που έχει τάση να κάνει γκάφες
γκαφατζούδες	=	γκαφατζού
γκαφατζούδων	=	γκαφατζού
γκαφατζούς	=	γκαφατζού
γκαφρά	noun|slang	τα χρήματα, τα φράγκα
γκαϊντατζή	=	γκαϊντατζής
γκαϊντατζήδες	=	γκαϊντατζής
γκαϊντατζήδων	=	γκαϊντατζής
γκαϊντατζής	noun|vulgar	κάποιος που (επαγγελματικά) παίζει γκάιντα
γκεβεζελίκι	noun	άλλη γραφή του γκεβεζιλίκι
γκεβεζελίκια	=	γκεβεζελίκι
γκεβεζελικιού	=	γκεβεζελίκι
γκεβεζελικιών	=	γκεβεζελίκι
γκεβεζιλίκι	noun	το να μιλάει κανείς ακατάπαυστα
γκεβεζιλίκια	=	γκεβεζιλίκι
γκεβεζιλικιού	=	γκεβεζιλίκι
γκεβεζιλικιών	=	γκεβεζιλίκι
γκεζέριζα	=	γκεζερίζω
γκεζέριζαν	=	γκεζερίζω
γκεζέριζε	=	γκεζερίζω
γκεζέριζες	=	γκεζερίζω
γκεζέρισα	=	γκεζερίζω
γκεζέρισαν	=	γκεζερίζω
γκεζέρισε	=	γκεζερίζω
γκεζέρισες	=	γκεζερίζω
γκεζεράω	verb	άλλη μορφή του γκιζερίζω
γκεζερίζαμε	=	γκεζερίζω
γκεζερίζαν	=	γκεζερίζω
γκεζερίζανε	=	γκεζερίζω
γκεζερίζατε	=	γκεζερίζω
γκεζερίζει	=	γκεζερίζω
γκεζερίζεις	=	γκεζερίζω
γκεζερίζετε	=	γκεζερίζω
γκεζερίζοντας	=	γκεζερίζω
γκεζερίζουμε	=	γκεζερίζω
γκεζερίζουν	=	γκεζερίζω
γκεζερίζουνε	=	γκεζερίζω
γκεζερίζω	verb	άλλη μορφή του γκιζερίζω
γκεζερίσαμε	=	γκεζερίζω
γκεζερίσαν	=	γκεζερίζω
γκεζερίσανε	=	γκεζερίζω
γκεζερίσατε	=	γκεζερίζω
γκεζερίσει	=	γκεζερίζω
γκεζερίστε	=	γκεζερίζω
γκεισών	noun	γενική πληθυντικού του γκέισα
γκελ	noun	αναπήδημα ενός αντικειμένου που πέφτει στο έδαφος
γκελάρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γκελάρω
γκελάρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκελάρω, αναπηδώ
γκελάρω	verb	προσκρούω σε επιφάνεια και αναπηδώ λόγω ελαστικότητας
γκελαρίσματα	=	γκελάρισμα
γκελαρίσματος	=	γκελάρισμα
γκελαρισμάτων	=	γκελάρισμα
γκελενίτες	=	γκελενίτης
γκελενίτη	=	γκελενίτης
γκελενίτης	noun	ασβεστοαργιλοπυριτικó ορυκτό (Ca2Al2SiO7)
γκελενιτών	=	γκελενίτης
γκελμπερί	noun	σιδερένιο ραβδί για τη διευθέτηση των ξύλων στο τζάκι
γκελών	noun	γενική πληθυντικού του γκέλα
γκεμιού	=	γκέμι
γκεμιών	=	γκέμι
γκεμπελίσκε	=	γκεμπελίσκος
γκεμπελίσκο	=	γκεμπελίσκος
γκεμπελίσκοι	=	γκεμπελίσκος
γκεμπελίσκος	noun	άλλη γραφή του γκαιμπελίσκος
γκεμπελίσκου	=	γκεμπελίσκος
γκεμπελίσκους	=	γκεμπελίσκος
γκεμπελίσκων	=	γκεμπελίσκος
γκεμπελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκεμπελικό
γκεμπελικέ	adj	κλητική ενικού του γκεμπελικός
γκεμπελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκεμπελική
γκεμπελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκεμπελικός
γκεμπελικής	adj	γενική ενικού του γκεμπελική
γκεμπελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκεμπελικός
γκεμπελικού	adj	γενική ενικού του γκεμπελικός
γκεμπελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκεμπελικός
γκεμπελικό	adj	αιτιατική ενικού του γκεμπελικός
γκεμπελικός	adj	άλλη γραφή του γκαιμπελικός
γκεμπελικών	adj	γενική πληθυντικού του γκεμπελικός
γκεμπελισμέ	=	γκεμπελισμός
γκεμπελισμοί	=	γκεμπελισμός
γκεμπελισμού	=	γκεμπελισμός
γκεμπελισμούς	=	γκεμπελισμός
γκεμπελισμό	=	γκεμπελισμός
γκεμπελισμός	noun|formal	συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας με οργανωμένες τεχνικές προπαγάνδας που στοχεύουν στον έλεγχο της κοινής γνώμης, συχνά μέσω επανάληψης ψευδών ή δυσφημιστικών ισχυρισμών
γκεμπελισμών	=	γκεμπελισμός
γκερντάνι	noun	το προγούλι
γκερντάνια	=	γκερντάνι
γκερντανιού	=	γκερντάνι
γκερντανιών	=	γκερντάνι
γκεσέμη	=	γκεσέμης
γκεσέμηδες	=	γκεσέμης
γκεσέμηδων	=	γκεσέμης
γκεσέμης	noun	το γκεσέμι ή κεσέμι
γκεσέμι	noun	άλλη μορφή του κεσέμι
γκεσέμια	=	γκεσέμι
γκεσεμιού	=	γκεσέμι
γκεσεμιών	=	γκεσέμι
γκεσουίτες	=	γκεσουίτης
γκεσουίτη	=	γκεσουίτης
γκεσουίτης	noun|literary	άλλη μορφή του ιησουίτης
γκεσουιτών	=	γκεσουίτης
γκεστ	noun	άλλη μορφή του γκεστ σταρ
γκεστάλτ	noun	το οργανωμένο όλον (λειτουργικό σύνολο) που συντελεί/συναποτελεί/διαμορφώνει/σχηματίζει μια ολότητα/ενότητα (ενιαίο σύνολο) ανώτερο απ' την άθροιση των μελών του
γκεστάπο	noun	η «Μυστική Κρατική Αστυνομία» της Ναζιστικής Γερμανίας
γκεσταπίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκεσταπίτης
γκετοποίει	=	γκετοποιώ
γκετοποίησα	=	γκετοποιώ
γκετοποίησαν	=	γκετοποιώ
γκετοποίησε	=	γκετοποιώ
γκετοποίησες	=	γκετοποιώ
γκετοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκετοποιώ
γκετοποίησης	=	γκετοποίηση
γκετοποιήθηκα	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιήθηκαν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιήθηκε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιήθηκες	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιήσαμε	=	γκετοποιώ
γκετοποιήσαν	=	γκετοποιώ
γκετοποιήσανε	=	γκετοποιώ
γκετοποιήσατε	=	γκετοποιώ
γκετοποιήσει	=	γκετοποιώ
γκετοποιήσεις	=	γκετοποίηση
γκετοποιήσεων	=	γκετοποίηση
γκετοποιήσου	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιήστε	=	γκετοποιώ
γκετοποιεί	=	γκετοποιώ
γκετοποιείς	=	γκετοποιώ
γκετοποιείσαι	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιείστε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιείται	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιείτε	=	γκετοποιώ
γκετοποιηθήκαμε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιηθήκαν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιηθήκανε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιηθήκατε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιηθεί	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιηθείτε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιημένα	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένε	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένες	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένη	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένης	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένο	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένοι	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκετοποιώ
γκετοποιημένου	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένους	=	γκετοποιημένος
γκετοποιημένων	=	γκετοποιημένος
γκετοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γκετοποιώ
γκετοποιούμασταν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούμαστε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούμε	=	γκετοποιώ
γκετοποιούμουν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούν	=	γκετοποιώ
γκετοποιούνε	=	γκετοποιώ
γκετοποιούνται	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούνταν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούσα	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσαμε	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσαν	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσανε	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσασταν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούσαστε	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιούσατε	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσε	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσες	=	γκετοποιώ
γκετοποιούσουν	=	γκετοποιούμαι
γκετοποιώ	verb	οδηγώ σε κατάσταση κοινωνικής απομόνωσης και αποκλεισμού, παρόμοια με εκείνη ενός γκέτο
γκετοποιώντας	=	γκετοποιώ
γκετών	noun	γενική πληθυντικού του γκέτα
γκεϊμάραμε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάραν	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρανε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρατε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρει	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρεις	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρετε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρισα	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρισαν	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρισε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρισες	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάροντας	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρουμε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρουν	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρουνε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμάρω	verb|informal	παίζω διαδικτυακό παιχνίδι
γκεϊμαρίσαμε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμαρίσαν	=	γκεϊμάρω
γκεϊμαρίσανε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμαρίσατε	=	γκεϊμάρω
γκεϊμαρίσει	=	γκεϊμάρω
γκεϊμαρίστε	=	γκεϊμάρω
γκεϊσών	noun	γενική πληθυντικού του γκέισα
γκζαν	noun	παιδί
γκι	noun	πράσινο φυτό που χρησιμοποιείται ως στολισμός κυρίως τα Χριστούγεννα
γκιαούρ	noun	άκλιτη μορφή του γκιαούρης
γκιαούρη	=	γκιαούρης
γκιαούρηδες	=	γκιαούρης
γκιαούρηδων	=	γκιαούρης
γκιαούρης	noun	υβριστική ονομασία των μη μουσουλμάνων, των απίστων χριστιανών
γκιαούρισσα	=	γκιαούρης
γκιζέρι	noun	περίπατος, βόλτα
γκιζέρια	=	γκιζέρι
γκιζέριζα	=	γκιζερίζω
γκιζέριζαν	=	γκιζερίζω
γκιζέριζε	=	γκιζερίζω
γκιζέριζες	=	γκιζερίζω
γκιζέρισα	=	γκιζερίζω
γκιζέρισαν	=	γκιζερίζω
γκιζέρισε	=	γκιζερίζω
γκιζέρισες	=	γκιζερίζω
γκιζεράω	verb	άλλη μορφή του γκιζερίζω
γκιζερίζαμε	=	γκιζερίζω
γκιζερίζαν	=	γκιζερίζω
γκιζερίζανε	=	γκιζερίζω
γκιζερίζατε	=	γκιζερίζω
γκιζερίζει	=	γκιζερίζω
γκιζερίζεις	=	γκιζερίζω
γκιζερίζετε	=	γκιζερίζω
γκιζερίζοντας	=	γκιζερίζω
γκιζερίζουμε	=	γκιζερίζω
γκιζερίζουν	=	γκιζερίζω
γκιζερίζουνε	=	γκιζερίζω
γκιζερίζω	verb	τριγυρνάω
γκιζερίσαμε	=	γκιζερίζω
γκιζερίσαν	=	γκιζερίζω
γκιζερίσανε	=	γκιζερίζω
γκιζερίσατε	=	γκιζερίζω
γκιζερίσει	=	γκιζερίζω
γκιζερίστε	=	γκιζερίζω
γκιζεριού	=	γκιζέρι
γκιζεριών	=	γκιζέρι
γκιλοτίνα	noun	μηχανικό όργανο που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για εκτέλεση με αποκεφαλισμό
γκιλοτίνας	noun	γενική ενικού του γκιλοτίνα
γκιλοτίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκιλοτίνα
γκιλοτινών	noun	γενική πληθυντικού του γκιλοτίνα
γκινέα	noun	παλαιό αγγλικό χρυσό νόμισμα που ισοδυναμούσε με 21 σελίνια
γκινέας	noun	γενική ενικού του γκινέα
γκινέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκινέα
γκινεών	noun	γενική πληθυντικού του γκινέα
γκινιαδόρε	=	γκινιαδόρος
γκινιαδόρο	=	γκινιαδόρος
γκινιαδόροι	=	γκινιαδόρος
γκινιαδόρος	adj	που φέρνει κακή τύχη
γκινιαδόρου	=	γκινιαδόρος
γκινιαδόρους	=	γκινιαδόρος
γκινιαδόρων	=	γκινιαδόρος
γκινισιά	noun	αυλάκωση μικρού βάθους πάνω σε ξύλινη επιφάνεια με ειδικό εργαλείο
γκινιόζος	adj	που φέρνει κακή τύχη
γκιογκιό	noun	άλλη μορφή του γιογιό, καθοικάκι
γκιοζλεμέ	=	γκιοζλεμές
γκιοζλεμέδες	=	γκιοζλεμές
γκιοζλεμέδων	=	γκιοζλεμές
γκιοζλεμές	noun	είδος αλμυρού ψωμιού τουρκικής προέλευσης, κενό στο ενδιάμεσο ώστε να γεμίζεται με διάφορα υλικά
γκιουβέτσι	noun	γιουβέτσι
γκιουβέτσια	=	γκιουβέτσι
γκιουβετσιού	=	γκιουβέτσι
γκιουβετσιών	=	γκιουβέτσι
γκιουγκιούλης	noun	αλλήθωρος
γκιουλέκα	=	γκιουλέκας
γκιουλέκας	noun|dated	χαρακτηρισμός για άντρα σκληρό και φοβερό, που προκαλεί δέος ή φόβο
γκιουλέκηδες	=	γκιουλέκας
γκιουλέκηδων	=	γκιουλέκας
γκιούλμπασι	noun	παραδοσιακό έδεσμα με μαριναρισμένα κομμάτια κρέατος ―από αρνί, χοιρινό ή μοσχαρίσιο κρέας― τα οποία ψήνονται σε γάστρα ή κλεισμένα σε λαδόκολλα με τυρί, σκόρδο και λαχανικά, ώστε να μαλακώσουν και να μείνουν ζουμερά
γκιούμι	noun|dated	καρδάρι, μεταλλικό δοχείο στο οποίο μάζευαν το γάλα οι κτηνοτρόφοι μετά από το άρμεγμα
γκιούμια	=	γκιούμι
γκιπούρ	noun	είδος δαντέλας με ανάγλυφα μοτίβα ενωμένα με αραιό πλέγμα ή κενό υπόβαθρο, που δημιουργεί εντυπωσιακό διάκοσμο σε υφάσματα ή ενδύματα
γκιρίζι	noun	μέρος που παροχετεύονται τα άχρηστα νερά
γκιρίζια	=	γκιρίζι
γκιριζιού	=	γκιρίζι
γκιριζιών	=	γκιρίζι
γκισάρι	noun	είδος πουλιού
γκισάρια	=	γκισάρι
γκισέ	noun	θυρίδα συναλλαγών
γκισαριού	=	γκισάρι
γκισαριών	=	γκισάρι
γκιόλα	noun	λιμνούλα που σχηματίζεται από συγκέντρωση υδάτων μετά από βροχή
γκιόνη	=	γκιόνης
γκιόνηδες	=	γκιόνης
γκιόνηδων	=	γκιόνης
γκιόνης	noun	ώτος ο σκωψ, είδος μικρής κουκουβάγιας
γκιόσα	noun	μεγάλη σε ηλικία προβατίνα ή γίδα
γκιόσας	noun	γενική ενικού του γκιόσα
γκιόσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκιόσα
γκιώνη	noun	γενική ενικού του γκιώνης
γκιώνηδες	=	γκιώνης
γκιώνηδων	=	γκιώνης
γκιώνης	noun	άλλη γραφή του γκιόνης
γκλάβα	noun	κεφάλι, μυαλό
γκλάβας	noun	γενική ενικού του γκλάβα
γκλάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκλάβα
γκλάμουρ	noun|slang	γοητεία, αίγλη
γκλάμπινγκ	noun	πολυτελές κάμπινγκ
γκλάσνοστ	noun|dated	η διαφάνεια (ιδίως αυτή στην πολιτική και την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης, όπως -στα λόγια- είχε θέσει ως στόχο ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ)
γκλάσο	=	γλάσο
γκλίτερ	noun	η χρυσόσκονη
γκλίτσα	noun	το μπαστούνι του βοσκού, μακρύ ξύλινο ραβδί, κυρτό στο πάνω μέρος, που χρησιμεύει σε πολλά, κυρίως όμως για να πιάνονται τα ζώα από τα πόδια, ώστε να διευκολύνεται το άρμεγμα ή και σε άλλες περιπτώσεις
γκλίτσαρα	=	γκλιτσάρω
γκλίτσαραν	=	γκλιτσάρω
γκλίτσαρε	=	γκλιτσάρω
γκλίτσαρες	=	γκλιτσάρω
γκλίτσας	noun	γενική ενικού του γκλίτσα
γκλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκλίτσα
γκλαβανές	=	γκλαβανή
γκλαβανή	noun|dated	ξύλινη καταπακτή δαπέδου που οδηγεί σε υπόγειο
γκλαβανής	=	γκλαβανή
γκλαβανών	=	γκλαβανή
γκλαμουράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκλαμουράτο
γκλαμουράτε	adj	κλητική ενικού του γκλαμουράτος
γκλαμουράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκλαμουράτη
γκλαμουράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκλαμουράτος
γκλαμουράτης	adj	γενική ενικού του γκλαμουράτη
γκλαμουράτο	adj	αιτιατική ενικού του γκλαμουράτος
γκλαμουράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκλαμουράτος
γκλαμουράτος	noun|slang	που είναι γκλαμουράτος	adj|slang	που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από γκλαμουριά
γκλαμουράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γκλαμουράτος
γκλαμουράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκλαμουράτος
γκλαμουράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γκλαμουράτος
γκλαμουριά	noun|slang	αίγλη, ελκυστικότητα
γκλαμουριάς	=	γκλαμουριά
γκλαμουριές	=	γκλαμουριά
γκλαμουριών	=	γκλαμουριά
γκλασάρισμα	=	γλασάρισμα
γκλασάρω	verb	άλλη μορφή του γλασάρω
γκλασέ	noun	δες γλασέ
γκλασαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκλασάρισμα
γκλασαρίσματος	noun	γενική ενικού του γκλασάρισμα
γκλασαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γκλασάρισμα
γκλισάντο	noun	τεχνική παιξίματος διαδοχικών φθόγγων με γλίστρημα
γκλιτς	noun|informal	λειτουργία εφαρμογής ή άλλου προγράμματος που δε δουλεύει ως αναμένεται
γκλιτσάραμε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάραν	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρανε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρατε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρει	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρεις	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρετε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκλιτσάρω
γκλιτσάροντας	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρουμε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρουν	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρουνε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρτε	=	γκλιτσάρω
γκλιτσάρω	verb|informal	χάνω την αναμενομένη μου λειτουργία, παθαίνω γκλιτς και δεν αποδίδω σωστά
γκλιτσαρίσματα	=	γκλιτσάρισμα
γκλιτσαρίσματος	=	γκλιτσάρισμα
γκλιτσαρισμάτων	=	γκλιτσάρισμα
γκλιτσαρισμένα	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένε	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένες	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένη	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένης	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένο	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένοι	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένος	verb|informal	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκλιτσάρω
γκλιτσαρισμένου	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένους	=	γκλιτσαρισμένος
γκλιτσαρισμένων	=	γκλιτσαρισμένος
γκλομπ	noun	άλλη μορφή του κλομπ
γκλομπαλίστρια	=	γκλομπαλιστής
γκλομπαλισμέ	=	γκλομπαλισμός
γκλομπαλισμοί	=	γκλομπαλισμός
γκλομπαλισμού	=	γκλομπαλισμός
γκλομπαλισμούς	=	γκλομπαλισμός
γκλομπαλισμό	=	γκλομπαλισμός
γκλομπαλισμός	noun	παγκοσμιοποίηση
γκλομπαλισμών	=	γκλομπαλισμός
γκλομπαλιστές	=	γκλομπαλιστής
γκλομπαλιστή	=	γκλομπαλιστής
γκλομπαλιστής	noun	ο οπαδός του γκλομπαλισμού
γκλομπαλιστών	=	γκλομπαλιστής
γκλοπ	=	γκλομπ
γκλος	noun	καλλυντικό μακιγιάζ με υφή γέλης που δίνει στα χείλη γυαλάδα και διαφάνεια, ενίοτε με ελαφρύ χρωματισμό
γκλουβάιν	noun	ζεστό κρασί με διάφορα υλικά (μπαχαρικά, ζάχαρη, μπράντι, φρούτα κ.λπ.), που σερβίρεται παραδοσιακά στη Γερμανία και την Αυστρία, σε υπαίθριες αγορές όπως αυτή των Χριστουγέννων (Weihnachtsmarkt)
γκλουονίου	=	γκλουόνιο
γκλουονίων	=	γκλουόνιο
γκλουόνια	=	γκλουόνιο
γκλουόνιο	noun	θεμελιώδες σωματίδιο που δρα ως φορέας της ισχυρής πυρηνικής δύναμης και είναι υπεύθυνο για τη σύνδεση των κουάρκ μεταξύ τους, εξασφαλίζοντας έτσι τη συνοχή των αδρονίων (όπως είναι τα πρωτόνια και τα νετρόνια)
γκλουόνιου	=	γκλουόνιο
γκλουόνιων	=	γκλουόνιο
γκλόκενσπιλ	noun	είδος μεταλλόφωνου κρουστου οργάνου
γκνου	noun	είδος βοοειδούς
γκοβέρνα	=	γκοβέρνο
γκοβέρνο	noun|dated	η κυβέρνηση
γκοβέρνου	=	γκοβέρνο
γκοβέρνων	=	γκοβέρνο
γκογκ	noun	άλλη μορφή του γκονγκ
γκογκόβια	noun	οι όρχεις
γκογκόφια	noun	άλλη μορφή του γκογκόβια
γκοθά	=	γκοθάς
γκοθάδες	=	γκοθάς
γκοθάδων	=	γκοθάς
γκοθάς	noun|slang	πρόσωπο —συνήθως νεαρής ηλικίας— που υιοθετεί αισθητική και στάση ζωής με σκοτεινό και μελαγχολικό ύφος, εμπνευσμένο από τη γκόθικ υποκουλτούρα
γκοθού	noun	θηλυκό του γκοθάς
γκοθούδες	=	γκοθού
γκοθούδων	=	γκοθού
γκοθούς	=	γκοθού
γκολ	noun	τρόπος σκοραρίσματος όταν η μπάλα περνά ανάμεσα στο οριζόντιο και τα δύο κατακόρυφα δοκάρια του τέρματος
γκολάκι	noun	υποκοριστικό του γκολ
γκολάκια	=	γκολάκι
γκολάρα	noun	μεγεθυντικό του γκολ
γκολάρας	=	γκολάρα
γκολάρες	=	γκολάρα
γκολκήπερ	noun	άλλη μορφή του γκολκίπερ
γκολκίπερ	noun	ο τερματοφύλακας
γκολπόστ	noun	καθένα από τα τρία μακρόστενα δοκάρια σε σχήμα Π, που μαζί με το δίχτυ ορίζουν την εστία / τέρμα ενός γηπέδου ποδοσφαίρου, χάντμπολ κ.λπ.
γκολτζή	=	γκολτζής
γκολτζήδες	=	γκολτζής
γκολτζήδων	=	γκολτζής
γκολτζής	noun	παίκτης που βάζει πολλά γκολ
γκολφ	noun	παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερα χτυπήματα
γκολφέρ	noun	άλλη μορφή του γκόλφερ
γκομένιαζα	=	γκομενιάζω
γκομένιαζαν	=	γκομενιάζω
γκομένιαζε	=	γκομενιάζω
γκομένιαζες	=	γκομενιάζω
γκομένιασα	=	γκομενιάζω
γκομένιασαν	=	γκομενιάζω
γκομένιασε	=	γκομενιάζω
γκομένιασες	=	γκομενιάζω
γκομένιζα	=	γκομενίζω
γκομένιζαν	=	γκομενίζω
γκομένιζε	=	γκομενίζω
γκομένιζες	=	γκομενίζω
γκομένισα	=	γκομενίζω
γκομένισαν	=	γκομενίζω
γκομένισε	=	γκομενίζω
γκομένισες	=	γκομενίζω
γκομενάκηδες	=	γκομενάκιας
γκομενάκηδων	=	γκομενάκιας
γκομενάκι	noun	υποκοριστικό του γκόμενα
γκομενάκια	=	γκομενάκιας
γκομενάκιας	noun	αυτός που έχει συνεχώς το μυαλό του στις γκόμενες και έχει επιτυχία στις επαφές του με το άλλο φύλο
γκομενάκος	=	γκόμενος
γκομενάρα	noun	πολύ γκόμενα
γκομενάρας	noun	γενική ενικού του γκομενάρα
γκομενάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκομενάρα
γκομενάρων	=	γκομενάρα
γκομενίζαμε	=	γκομενίζω
γκομενίζαν	=	γκομενίζω
γκομενίζανε	=	γκομενίζω
γκομενίζατε	=	γκομενίζω
γκομενίζει	=	γκομενίζω
γκομενίζεις	=	γκομενίζω
γκομενίζετε	=	γκομενίζω
γκομενίζοντας	=	γκομενίζω
γκομενίζουμε	=	γκομενίζω
γκομενίζουν	=	γκομενίζω
γκομενίζουνε	=	γκομενίζω
γκομενίζω	verb	κυνηγάω γκόμενες (ή γκόμενους), φλερτάρω
γκομενίσαμε	=	γκομενίζω
γκομενίσαν	=	γκομενίζω
γκομενίσανε	=	γκομενίζω
γκομενίσατε	=	γκομενίζω
γκομενίσει	=	γκομενίζω
γκομενίστε	=	γκομενίζω
γκομενίστικα	=	γκομενίστικος
γκομενίστικε	=	γκομενίστικος
γκομενίστικες	=	γκομενίστικος
γκομενίστικη	=	γκομενίστικος
γκομενίστικης	=	γκομενίστικος
γκομενίστικο	=	γκομενίστικος
γκομενίστικοι	=	γκομενίστικος
γκομενίστικος	adj	που έχει σχέση με γκόμενα ή αναφέρεται σʼ αυτή
γκομενίστικου	=	γκομενίστικος
γκομενίστικους	=	γκομενίστικος
γκομενίστικων	=	γκομενίστικος
γκομενίτσα	noun	υποκοριστικό του: γκόμενα
γκομενίτσας	noun	γενική ενικού του γκομενίτσα
γκομενίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκομενίτσα
γκομενιάζαμε	=	γκομενιάζω
γκομενιάζαν	=	γκομενιάζω
γκομενιάζανε	=	γκομενιάζω
γκομενιάζατε	=	γκομενιάζω
γκομενιάζει	=	γκομενιάζω
γκομενιάζεις	=	γκομενιάζω
γκομενιάζετε	=	γκομενιάζω
γκομενιάζοντας	=	γκομενιάζω
γκομενιάζουμε	=	γκομενιάζω
γκομενιάζουν	=	γκομενιάζω
γκομενιάζουνε	=	γκομενιάζω
γκομενιάζω	verb	άλλη μορφή του γκομενίζω
γκομενιάρα	=	γκομενιάρης
γκομενιάρας	=	γκομενιάρης
γκομενιάρες	=	γκομενιάρης
γκομενιάρη	=	γκομενιάρης
γκομενιάρηδες	=	γκομενιάρης
γκομενιάρηδων	=	γκομενιάρης
γκομενιάρης	noun	ερωτιάρης που εναλλάσσεται ερωτικούς συντρόφους
γκομενιάρικα	=	γκομενιάρης
γκομενιάρικο	=	γκομενιάρης
γκομενιάρικου	=	γκομενιάρης
γκομενιάρικων	=	γκομενιάρης
γκομενιάσαμε	=	γκομενιάζω
γκομενιάσαν	=	γκομενιάζω
γκομενιάσανε	=	γκομενιάζω
γκομενιάσατε	=	γκομενιάζω
γκομενιάσει	=	γκομενιάζω
γκομενιάστε	=	γκομενιάζω
γκομενικά	=	γκομενικός
γκομενικέ	=	γκομενικός
γκομενικές	=	γκομενικός
γκομενική	=	γκομενικός
γκομενικής	=	γκομενικός
γκομενικοί	=	γκομενικός
γκομενικού	=	γκομενικός
γκομενικούς	=	γκομενικός
γκομενικό	=	γκομενικός
γκομενικός	adj	που έχει σχέση με τον γκόμενο ή την γκόμενα ή αναφέρεται σ’ αυτούς
γκομενικών	=	γκομενικός
γκομενιλίκι	noun|vulgar	η προσπάθεια εύρεσης γκόμενων
γκομενιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκομενιλίκι
γκομενοδουλειά	noun	η ενασχόληση με ερωτικά ζητήματα
γκομενοδουλειάς	=	γκομενοδουλειά
γκομενοδουλειές	=	γκομενοδουλειά
γκομενοδουλειών	=	γκομενοδουλειά
γκομενότσαρκα	noun	τσάρκα (περίπατος) με γκόμενες
γκομενότσαρκας	noun	γενική ενικού του γκομενότσαρκα
γκομενότσαρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκομενότσαρκα
γκομενότσαρκων	=	γκομενότσαρκα
γκομπλέν	noun	είδος κεντήματος και ταπετσαρίας
γκομών	noun	γενική πληθυντικού του γκόμα
γκονγκ	noun	μεταλλικό κρουστό όργανο, αποτελούμενο από κρεμαστό δίσκο που χτυπιέται με επενδεδυμένο σφυρί και παράγει βαθύ, διαρκή ήχο, χρησιμοποιούμενο τόσο στη μουσική όσο και ως ηχητικό σήμα εκδηλώσεων
γκοργκοντζόλα	noun	είδος ιταλικού τυριού από αγελαδινό γάλα, παρόμοιο σε όψη και γεύση με το ροκφόρ
γκοργκοντζόλας	=	γκοργκοντζόλα
γκοργκοντζόλες	=	γκοργκοντζόλα
γκοριτσιά	noun	άλλη μορφή του γκορτσιά
γκοριτσιάς	=	γκοριτσιά
γκοριτσιές	=	γκοριτσιά
γκοριτσιών	=	γκοριτσιά
γκορτσά	noun|vulgar	άλλη μορφή του γκορτσιά: η αγριαχλαδιά
γκορτσάς	=	γκορτσά
γκορτσές	=	γκορτσά
γκορτσιά	noun	η αγριαχλαδιά
γκορτσιάς	noun	γενική ενικού του γκορτσιά
γκορτσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκορτσιά
γκορτσιών	=	γκορτσιά
γκορτσών	=	γκορτσά
γκουάβα	noun	τροπικό φρούτο με αρωματική, μαλακή σάρκα και λεπτή φλούδα, που προέρχεται από το τροπικό δέντρο Psidium guajava και χρησιμοποιείται ευρέως σε χυμούς, γλυκίσματα και νωπή κατανάλωση
γκουάβας	=	γκουάβα
γκουάβες	=	γκουάβα
γκουάς	noun	αδιαφανής τύπος χρώματος, διάλυμα κόλλας και μελιού, κατάλληλο για υδατογραφίες
γκουίρο	noun	κρουστό όργανο της Λατινικής Αμερικής.
γκουαβών	=	γκουάβα
γκουακαμόλε	noun	άλλη μορφή του γουακαμόλε
γκουανό	noun	σωροί από περιττώματα πουλιών ή νυχτερίδων καθώς και το λίπασμα που παράγεται απ’ αυτά
γκουαρανί	noun	ιθαγενών που μιλιέται στην Παραγουάη, στη βόρεια Αργεντινή, στην ανατολική Βολιβία, στη νότια και βορειοανατολική Βραζιλία
γκουβέρνα	=	γκουβέρνο
γκουβέρνο	noun	άλλη μορφή του γκοβέρνο
γκουβέρνου	=	γκουβέρνο
γκουβέρνων	=	γκουβέρνο
γκουβερνάντα	noun	η παραμάνα (γυναίκα)
γκουβερνάντας	noun	γενική ενικού του γκουβερνάντα
γκουβερνάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκουβερνάντα
γκουβερναντών	noun	γενική πληθυντικού του γκουβερνάντα
γκουγκλ	noun	διαδικτυακή υπηρεσία αναζήτησης που εντοπίζει και ταξινομεί πληροφορίες από τον παγκόσμιο ιστό, λειτουργώντας ως κύριο εργαλείο πρόσβασης σε ψηφιακό περιεχόμενο
γκουγκλάραμε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάραν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρανε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρατε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρει	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρεις	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρεσαι	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρεστε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρεται	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρετε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάριζα	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάριζαν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάριζε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάριζες	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρισα	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρισαν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρισε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρισες	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκουγκλάρω
γκουγκλάρομαι	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρομε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρονται	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρονταν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάροντας	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρου	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρουμε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρουν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρουνε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρτε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλάρω	verb|informal	αναζητώ πληροφορίες για κάτι στο διαδίκτυο
γκουγκλίζαμε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζαν	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζανε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζατε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζει	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζεις	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζετε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζομε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζοντας	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζουμε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζουν	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζουνε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίζω	verb	συνώνυμο του γκουγκλάρω
γκουγκλίσαμε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσαν	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσανε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσατε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσει	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσεις	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσετε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσομε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσουμε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσουν	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσουνε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίστε	=	γκουγκλίζω
γκουγκλίσω	=	γκουγκλίζω
γκουγκλαρίσαμε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίσαν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίσανε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίσατε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίσει	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίσματα	=	γκουγκλάρισμα
γκουγκλαρίσματος	=	γκουγκλάρισμα
γκουγκλαρίσου	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίστε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίστηκα	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίστηκαν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίστηκε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρίστηκες	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρισμάτων	=	γκουγκλάρισμα
γκουγκλαρισμένος	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαριστήκαμε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαριστήκαν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαριστήκανε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαριστήκατε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαριστεί	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαριστείτε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόμασταν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόμαστε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόμουν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόμουνα	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόντουσαν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόσασταν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόσαστε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόσουν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόσουνα	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρόταν	=	γκουγκλάρω
γκουγκλαρότανε	=	γκουγκλάρω
γκουγκλισμένος	=	γκουγκλίζω
γκουλάγκ	noun	στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., όπου εξορίζονταν οι πάσης φύσεως αντιφρονούντες πολιτικοί κρατούμενοι, ύποπτοι
γκουμουρουξή	=	γκουμουρουξής
γκουμουρουξήδες	=	γκουμουρουξής
γκουμουρουξήδων	=	γκουμουρουξής
γκουμουρουξής	noun	τελώνης
γκουμούτσα	noun|slang	αντικείμενο μεγάλο και άκομψο
γκουμούτσας	noun	γενική ενικού του γκουμούτσα
γκουμούτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκουμούτσα
γκουργκούλι	noun	στρογγυλή πέτρα
γκουρμέ	noun	που του/της αρέσει το εκλεκτό φαγητό καθώς και η ανακάλυψη νέων και ενδιαφερουσών γεύσεων	adj	που σχετίζεται με το εκλεκτό φαγητό ή αναφέρεται σ’ αυτό
γκουρού	noun|figurative	καθοδηγητής, αυθεντία
γκουσμάνια	noun	καλλωπιστικό επίφυτο με βράκτια τα οποία έχουν διαφορετικό χρώμα από τα υπόλοιπα (Guzmania Gkousmania)
γκουστέρα	noun	άλλη μορφή του γουστέρα
γκουστέρας	=	γκουστέρα
γκουστέρες	=	γκουστέρα
γκουστερίτσα	=	γουστερίτσα
γκουστερών	=	γκουστέρα
γκουτζαράτι	noun	που μιλιέται στην πολιτεία Γκουτζαράτ της δυτικής Ινδίας
γκουχ	intj	ήχος βηξίματος
γκοφρέ	adj	ανάγλυφος, που έχει ανάγλυφη επιφάνεια
γκοφρέτα	noun	ένα είδος μπισκότου με φύλλα ζύμης με επιφάνεια γκοφρέ και στρώσεις κρέμας (συνήθως σοκολάτας)
γκοφρέτας	noun	γενική ενικού του γκοφρέτα
γκοφρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκοφρέτα
γκοφρετών	noun	γενική πληθυντικού του γκοφρέτα
γκούβα	=	γούβα
γκούγκλαρα	=	γκουγκλάρω
γκούγκλαραν	=	γκουγκλάρω
γκούγκλαρε	=	γκουγκλάρω
γκούγκλαρες	=	γκουγκλάρω
γκούγκλιζα	=	γκουγκλίζω
γκούγκλιζαν	=	γκουγκλίζω
γκούγκλιζε	=	γκουγκλίζω
γκούγκλιζες	=	γκουγκλίζω
γκούγκλισα	=	γκουγκλίζω
γκούγκλισαν	=	γκουγκλίζω
γκούγκλισε	=	γκουγκλίζω
γκούγκλισες	=	γκουγκλίζω
γκούγκολ	noun	[10^100], αριθμός ισοδύναμος με το δέκα υψωμένο στην εκατοστή δύναμη
γκούγκολπλεξ	noun	[10^(10^100)], αριθμός ισοδύναμος με το δέκα υψωμένο στην γκουγκολιοστή δύναμη (την δύναμη του γκούγκολ)
γκούιρο	noun	άλλη μορφή του γκουίρο (συνηθισμένη προφορά)
γκούλαγκ	=	γκουλάγκ
γκούλας	noun	μαγειρευτό ουγγρικής προέλευσης, συνήθως με κομμάτια βοδινού ή μοσχαριού που σιγοβράζουν με λαχανικά και πάπρικα
γκούντα	noun	είδος τυριού
γκούσα	noun	ο πρόλοβος των πτηνών
γκούτζης	noun	ο χαζός
γκούχου	intj	άλλη γραφή του γκουχ
γκπ	abbrev	κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις διαδικασίες υπηρεσιακής λειτουργίας ενός οργανισμού
γκπδ	abbrev	κανονισμός του δικαίου της ΕΕ σχετικός με την προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικότητας στην ΕΕ και στον ΕΟΧ
γκράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρας
γκράδων	noun	γενική πληθυντικού του γκρας
γκράινταρα	=	γκραϊντάρω
γκράινταραν	=	γκραϊντάρω
γκράινταρε	=	γκραϊντάρω
γκράινταρες	=	γκραϊντάρω
γκράνα	noun	σκληρό τυρί ωρίμανσης με κοκκώδη υφή και έντονη, πικάντικη γεύση, συγγενικό με την παρμεζάνα και χρησιμοποιούμενο κυρίως τριμμένο σε ζυμαρικά
γκράνας	=	γκράνα
γκράνες	=	γκράνα
γκράπα	noun	ιταλικό αλκοολούχο ποτό
γκράπας	noun	γενική ενικού του γκράπα
γκράπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκράπα
γκράφιτι	noun	μορφή τέχνης που συνίσταται στη ζωγραφική, ή στην αναγραφή και σχεδιασμό κειμένου, σε τοίχο ή άλλη επιφάνεια σε δημόσια θέα, που συνήθως πραγματοποιείται χωρίς άδεια
γκρέιντερ	noun	τύπος χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμοποιείται για ισοπεδωθούν χωμάτινες επιφάνειες
γκρέιπ-φρουτ	=	γκρέιπφρουτ
γκρέιπφρουτ	noun	οπωροφόρο δέντρο της τάξης των σαπινδωδών, του γένους κίτρος και της οικογένειας των ρυτοειδών (= εσπεριδοειδών)
γκρέκα	noun	ο μαίανδρος
γκρέκας	=	γκρέκα
γκρέκες	=	γκρέκα
γκρέμιζα	=	γκρεμίζω
γκρέμιζαν	=	γκρεμίζω
γκρέμιζε	=	γκρεμίζω
γκρέμιζες	=	γκρεμίζω
γκρέμισα	=	γκρεμίζω
γκρέμισαν	=	γκρεμίζω
γκρέμισε	=	γκρεμίζω
γκρέμισες	=	γκρεμίζω
γκρέμισμα	noun	ρίψη, ή πτώση σε γκρεμό
γκρέξιτ	noun	πολιτικός, οικονομικός και δημοσιογραφικός όρος περί εξόδου της Ελλάδας από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ
γκρέϊπφρουτ	=	γκρέιπφρουτ
γκρήκλις	noun	άλλη γραφή του γκρίκλις
γκρίζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκρίζος
γκρίζας	adj	γενική ενικού του γκρίζα
γκρίζε	adj	κλητική ενικού του γκρίζος
γκρίζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρίζα
γκρίζη	=	γκρίζος
γκρίζο	=	γκρίζος
γκρίζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκρίζος
γκρίζος	adj	που έχει το χρώμα της στάχτης, ανάμεσα στο μαύρο και το λευκό
γκρίζου	adj	γενική ενικού του γκρίζος
γκρίζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκρίζος
γκρίζων	adj	γενική πληθυντικού του γκρίζος
γκρίκλις	noun	η γραφή λέξεων της ελληνικής γλώσσας με λατινικούς χαρακτήρες
γκρίκο	noun	η ελληνική διάλεκτος, του ιδιώματος Απουλίας (περιοχής Σαλέντο) με αρχαϊκά, μεσαιωνικά και ιταλικά στοιχεία που αναπτύχθηκε στο περιβάλλον της Κάτω Ιταλίας, της νότιας Ιταλίας
γκρίνια	noun	τα συνεχή παράπονα, η εριστική διάθεση και συμπεριφορά
γκρίνιαζα	=	γκρινιάζω
γκρίνιαζαν	=	γκρινιάζω
γκρίνιαζε	=	γκρινιάζω
γκρίνιαζες	=	γκρινιάζω
γκρίνιαξα	=	γκρινιάζω
γκρίνιαξαν	=	γκρινιάζω
γκρίνιαξε	=	γκρινιάζω
γκρίνιαξες	=	γκρινιάζω
γκρίνιας	noun	γενική ενικού του γκρίνια
γκρίνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρίνια
γκρίφι	noun	άλλη μορφή του αγγρίφι
γκρίφια	=	γκρίφι
γκρα	noun	άλλη μορφή του γκρας
γκραβαρίτες	=	γκραβαρίτης
γκραβαρίτη	=	γκραβαρίτης
γκραβαρίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τα Γκράβαρα
γκραβαρίτισσα	=	γκραβαρίτης
γκραβαριτών	=	γκραβαρίτης
γκραβούρα	noun	μέθοδος χαρακτικής πάνω σε ένα σκληρό υλικό, συνήθως χρησιμοποιούμενη από καλλιτέχνες.
γκραβούρας	noun	γενική ενικού του γκραβούρα
γκραβούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκραβούρα
γκραβούρων	=	γκραβούρα
γκραμ	noun	όρος που δηλώνει την ιδιότητα των βακτηρίων να συγκρατούν ή όχι το αρχικό μοβ χρώμα της χρώσης κατά Gram, ιδιότητα που χρησιμοποιείται για τη βασική ταξινόμησή τους σε gram θετικά και gram αρνητικά
γκραμσιανή	=	γκραμσιανός
γκραμσιανό	=	γκραμσιανός
γκραμσιανός	adj	σύμφωνος με τις θεωρήσεις του Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος πίστευε ότι η άρχουσα τάξη δεν κρατά την εξουσία μόνο με φυσική δύναμη, αλλά και πολιτιστικής και ιδεολογικής συναίνεσης
γκραν	adj|rare	χαρακτηρισμός για κάτι που ξεχωρίζει σε μέγεθος ή επιβλητικότητα, αποδίδοντας αίσθηση λαμπρότητας ή υψηλού κύρους
γκρανκάσα	noun	μεγάλο τύμπανο με δυνατό μπάσο ήχο
γκρανκάσας	noun	γενική ενικού του γκρανκάσα
γκρανκάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρανκάσα
γκρανκασών	=	γκρανκάσα
γκραντζ	noun	είδος εναλλακτικής ροκ με πανκ επιρροές
γκρανών	=	γκράνα
γκρας	noun	είδος παλιού οπισθογεμούς τουφεκιού
γκρατέν	adj	άλλη μορφή του ογκρατέν
γκρατινέ	adj	για φαγητό ψημένο με επικάλυψη που έχει ροδίσει και δημιουργήσει λεπτή, τραγανή κρούστα
γκραφίτι	noun|rare	άλλη γραφή του γκράφιτι, σύμφωνα με τον τονισμό της αγγλικής λέξης
γκραφιτά	=	γκραφιτάς
γκραφιτάδες	=	γκραφιτάς
γκραφιτάδων	=	γκραφιτάς
γκραφιτάς	noun	ο καλλιτέχνης ή δημιουργός που χρησιμοποιεί τον αστικό ιστό (τοίχους, τρένα, ρολά καταστημάτων) ως καμβά, παρεμβαίνοντας στον δημόσιο χώρο με τη χρήση σπρέι ή μαρκαδόρων, ενώ η δράση του κυμαίνεται από την απλή αναγραφή ψευδωνύμου (tagging) έως τη δημιουργία σύνθετων εικαστικών έργων, συχνά ισορροπώντας ανάμεσα στην παρανομία και την καλλιτεχνική έκφραση
γκραφιτού	=	γκραφιτάς
γκραϊντάραμε	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάραν	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρανε	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρατε	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρει	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρεις	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρετε	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκραϊντάρω
γκραϊντάροντας	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρουμε	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρουν	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρουνε	=	γκραϊντάρω
γκραϊντάρω	verb	παίζω παιχνίδι για πολλή ώρα, συνήθως με σκοπό να βελτιώσω τον χαρακτήρα μου αποκτώντας αντικείμενα των οποίων οι πιθανότητες απόκτησης (drop rates) είναι χαμηλές
γκραϊνταρίσματα	=	γκραϊντάρισμα
γκραϊνταρίσματος	=	γκραϊντάρισμα
γκραϊνταρισμάτων	=	γκραϊντάρισμα
γκρεκών	=	γκρέκα
γκρελίνες	=	γκρελίνη
γκρελίνη	noun	άλλη ονομασία της γρελίνης
γκρελίνης	=	γκρελίνη
γκρελινών	=	γκρελίνη
γκρεμέ	noun	κλητική ενικού του γκρεμός
γκρεμίζαμε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζαν	=	γκρεμίζω
γκρεμίζανε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζατε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζει	=	γκρεμίζω
γκρεμίζεις	=	γκρεμίζω
γκρεμίζεσαι	=	γκρεμίζω
γκρεμίζεστε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζεται	=	γκρεμίζω
γκρεμίζετε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζομαι	verb	με γκρεμίζουν ή γκρεμίζομαι μόνος μου, καταβαραθρώνομαι
γκρεμίζομε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζονται	=	γκρεμίζω
γκρεμίζονταν	=	γκρεμίζω
γκρεμίζοντας	=	γκρεμίζω
γκρεμίζου	=	γκρεμίζω
γκρεμίζουμε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζουν	=	γκρεμίζω
γκρεμίζουνε	=	γκρεμίζω
γκρεμίζω	verb	ρίχνω σε γκρεμό
γκρεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσαν	=	γκρεμίζω
γκρεμίσανε	=	γκρεμίζω
γκρεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρέμισμα
γκρεμίσματος	noun	γενική ενικού του γκρέμισμα
γκρεμίσομε	=	γκρεμίζω
γκρεμίσου	=	γκρεμίζω
γκρεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίσουνε	=	γκρεμίζω
γκρεμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμίστηκα	=	γκρεμίζω
γκρεμίστηκαν	=	γκρεμίζω
γκρεμίστηκε	=	γκρεμίζω
γκρεμίστηκες	=	γκρεμίζω
γκρεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζω
γκρεμιζόμασταν	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόμαστε	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόμουν	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόμουνα	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόντουσαν	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόσασταν	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόσαστε	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόσουν	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόσουνα	=	γκρεμίζω
γκρεμιζόταν	=	γκρεμίζω
γκρεμιζότανε	=	γκρεμίζω
γκρεμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γκρέμισμα
γκρεμισμέ	=	γκρεμισμός
γκρεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρεμισμένο
γκρεμισμένε	verb	κλητική ενικού του γκρεμισμένος
γκρεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρεμισμένη
γκρεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκρεμισμένος
γκρεμισμένης	verb	γενική ενικού του γκρεμισμένη
γκρεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γκρεμισμένος
γκρεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκρεμισμένος
γκρεμισμένος	verb	που τον έχουν γκρεμίσει κυριολεκτικά (για κτίσμα) ή μεταφορικά για κάτι μη υλικό (π.χ. για όνειρα)
γκρεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γκρεμισμένος
γκρεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γκρεμισμένος
γκρεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γκρεμισμένος
γκρεμισμοί	=	γκρεμισμός
γκρεμισμού	=	γκρεμισμός
γκρεμισμούς	=	γκρεμισμός
γκρεμισμό	=	γκρεμισμός
γκρεμισμός	noun	το γκρέμισμα
γκρεμισμών	=	γκρεμισμός
γκρεμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστήκαν	=	γκρεμίζω
γκρεμιστήκανε	=	γκρεμίζω
γκρεμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμιστούνε	=	γκρεμίζω
γκρεμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμίζομαι
γκρεμνά	noun|literary	άλλη μορφή του γκρεμνοί
γκρεμνέ	noun	κλητική ενικού του γκρεμνός
γκρεμνοί	noun|literary	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκρεμνός
γκρεμνού	noun	γενική ενικού του γκρεμνός
γκρεμνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γκρεμνός
γκρεμνό	noun	αιτιατική ενικού του γκρεμνός
γκρεμνός	noun|literary	άλλη μορφή του γκρεμός
γκρεμνών	noun	γενική πληθυντικού του γκρεμνός
γκρεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκρεμός
γκρεμοτσάκιζα	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκιζαν	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκιζε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκιζες	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκισα	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκισαν	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκισε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκισες	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσάκισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζαμε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζαν	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζανε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζατε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζει	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζεις	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζετε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζομαι	verb	πέφτω και τραυματίζομαι, ακόμα κι από μικρή σκάλα (υπερβάλλοντας για κάποιο ατύχημα ή θέλοντας κάποιος να δείξει το απρόσμενο, ότι από κάτι χαμηλό όπως ένα σκαμπό έπεσε και χτύπησε τόσο άσχημα, σαν να έπεσε σε γκρεμό)
γκρεμοτσακίζοντας	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζουμε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζουν	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζουνε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίζω	verb	ρίχνω κάποιον σε γκρεμό ή σε απότομο τόπο, ώστε να τσακιστεί
γκρεμοτσακίσαμε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίσαν	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίσανε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίσατε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίσει	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρεμοτσάκισμα
γκρεμοτσακίσματος	noun	γενική ενικού του γκρεμοτσάκισμα
γκρεμοτσακίστε	=	γκρεμοτσακίζω
γκρεμοτσακισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γκρεμοτσάκισμα
γκρεμοτσακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρεμοτσακισμένο
γκρεμοτσακισμένε	verb	κλητική ενικού του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρεμοτσακισμένη
γκρεμοτσακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακισμένης	verb	γενική ενικού του γκρεμοτσακισμένη
γκρεμοτσακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακισμένος	verb	που τον έχουν ρίξει ή έχει πέσει από ψηλά σε μεγάλο βάθος και έχει τσακιστεί (έμψυχο ή άψυχο)
γκρεμοτσακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γκρεμοτσακισμένος
γκρεμοτσακιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμοτσακιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρεμοτσακίζομαι
γκρεμού	noun	γενική ενικού του γκρεμός
γκρεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γκρεμός
γκρεμό	noun	αιτιατική ενικού του γκρεμός
γκρεμός	noun	μεγάλο απότομο κόψιμο, σχεδόν κατακόρυφο, σε βραχώδες τοπίο
γκρεμών	noun	γενική πληθυντικού του γκρεμός
γκρενά	noun	το γκρενά χρώμα	adj	που έχει το σκούρο κόκκινο χρώμα του ροδιού
γκρι	noun	το αποτέλεσμα της ανάμειξης λευκού και μαύρου
γκριζάρισα	=	γκριζάρω
γκριζάρισμα	noun	το να γίνεσαι γκρίζος, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκριζάρω
γκριζάρω	verb	γίνομαι γκρίζος
γκριζαρίσματα	=	γκριζάρισμα
γκριζαρίσματος	=	γκριζάρισμα
γκριζαρισμάτων	=	γκριζάρισμα
γκριζογάλανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριζογάλανο
γκριζογάλανε	adj	κλητική ενικού του γκριζογάλανος
γκριζογάλανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριζογάλανη
γκριζογάλανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκριζογάλανος
γκριζογάλανης	adj	γενική ενικού του γκριζογάλανη
γκριζογάλανο	adj	αιτιατική ενικού του γκριζογάλανος
γκριζογάλανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκριζογάλανος
γκριζογάλανος	adj	που το χρώμα του είναι συνδυασμός των γκρίζου και του γαλάζιου
γκριζογάλανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γκριζογάλανος
γκριζογάλανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκριζογάλανος
γκριζογάλανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γκριζογάλανος
γκριζομάλλα	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλας	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλες	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλη	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλληδες	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλληδων	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλης	adj	αυτός που έχει γκρίζα μαλλιά
γκριζομάλλικα	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλικο	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλικου	=	γκριζομάλλης
γκριζομάλλικων	=	γκριζομάλλης
γκριζομάτα	=	γκριζομάτης
γκριζομάτας	=	γκριζομάτης
γκριζομάτες	=	γκριζομάτης
γκριζομάτη	=	γκριζομάτης
γκριζομάτηδες	=	γκριζομάτης
γκριζομάτηδων	=	γκριζομάτης
γκριζομάτης	adj	αυτός που έχει γκρίζα μάτια
γκριζομάτικα	=	γκριζομάτης
γκριζομάτικο	=	γκριζομάτης
γκριζομάτικου	=	γκριζομάτης
γκριζομάτικων	=	γκριζομάτης
γκριζομαλλούσα	=	γκριζομάλλης
γκριζομαλλούσας	=	γκριζομάλλης
γκριζομαλλούσες	=	γκριζομάλλης
γκριζοπράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριζοπράσινο
γκριζοπράσινε	adj	κλητική ενικού του γκριζοπράσινος
γκριζοπράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριζοπράσινη
γκριζοπράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκριζοπράσινος
γκριζοπράσινης	adj	γενική ενικού του γκριζοπράσινη
γκριζοπράσινο	adj	αιτιατική ενικού του γκριζοπράσινος
γκριζοπράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκριζοπράσινος
γκριζοπράσινος	adj	που το χρώμα του είναι συνδυασμός των γκρίζου και πρασίνου, ή που είναι πράσινος με γκρίζες αποχρώσεις
γκριζοπράσινου	adj	γενική ενικού του γκριζοπράσινος
γκριζοπράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκριζοπράσινος
γκριζοπράσινων	adj	γενική πληθυντικού του γκριζοπράσινος
γκριζωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριζωπό
γκριζωπέ	adj	κλητική ενικού του γκριζωπός
γκριζωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριζωπή
γκριζωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκριζωπός
γκριζωπής	adj	γενική ενικού του γκριζωπή
γκριζωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γκριζωπός
γκριζωπού	adj	γενική ενικού του γκριζωπός
γκριζωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γκριζωπός
γκριζωπό	adj	αιτιατική ενικού του γκριζωπός
γκριζωπός	adj	που μοιάζει λίγο γκρίζος, αλλά δεν είναι ακριβώς γκρι, έχει μια απόχρωση του γκρίζου
γκριζωπών	adj	γενική πληθυντικού του γκριζωπός
γκριζόλα	noun	η πυξιδοθήκη
γκριζόλας	=	γκριζόλα
γκριζόλες	=	γκριζόλα
γκριλ	noun	η σχάρα
γκριμάτσα	noun	έκφραση του προσώπου, μορφασμός
γκριμάτσας	noun	γενική ενικού του γκριμάτσα
γκριμάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριμάτσα
γκρινιάζαμε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζαν	=	γκρινιάζω
γκρινιάζανε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζατε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζει	=	γκρινιάζω
γκρινιάζεις	=	γκρινιάζω
γκρινιάζετε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζομε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζοντας	=	γκρινιάζω
γκρινιάζουμε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζουν	=	γκρινιάζω
γκρινιάζουνε	=	γκρινιάζω
γκρινιάζω	verb	παραπονιέμαι διαρκώς ή πάντως παραπάνω από το μέσο όρο
γκρινιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξαν	=	γκρινιάζω
γκρινιάξανε	=	γκρινιάζω
γκρινιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξομε	=	γκρινιάζω
γκρινιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξουνε	=	γκρινιάζω
γκρινιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γκρινιάζω
γκρινιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γκρινιάρης
γκρινιάρας	adj	γενική ενικού του γκρινιάρα
γκρινιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρινιάρα
γκρινιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γκρινιάρης
γκρινιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρινιάρης
γκρινιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του γκρινιάρης
γκρινιάρης	noun	είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού	adj	που γκρινιάζει συχνά, που παραπονιέται για τα πάντα
γκρινιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γκρινιάρικος	adv	με γκρινιάρικο τρόπο, με γκρίνια
γκρινιάρικε	=	γκρινιάρικος
γκρινιάρικες	=	γκρινιάρικος
γκρινιάρικη	=	γκρινιάρικος
γκρινιάρικης	=	γκρινιάρικος
γκρινιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γκρινιάρης
γκρινιάρικοι	=	γκρινιάρικος
γκρινιάρικος	adj	που έχει σχέση με γκρινιάρη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
γκρινιάρικου	adj	γενική ενικού του γκρινιάρικο
γκρινιάρικους	=	γκρινιάρικος
γκρινιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του γκρινιάρικο
γκρινιάχτε	=	γκρινιάζω
γκριφόν	noun	κατηγορία σκύλων που ξεχωρίζει για το σκληρό, τραχύ τρίχωμα και την χαρακτηριστική γενειάδα στο ρύγχος, περιλαμβάνοντας φυλές που εκτείνονται από ανθεκτικούς κυνηγούς έως αφοσιωμένους συντρόφους
γκρο	noun	το βαρύ μεταξωτό ύφασμα με ειδικό στημόνι
γκροσσών	noun	γενική πληθυντικού του γκρόσσα
γκροτέσκ	adj	άλλη μορφή του γκροτέσκος
γκροτέσκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκροτέσκο
γκροτέσκας	=	γκροτέσκος
γκροτέσκε	=	γκροτέσκος
γκροτέσκες	=	γκροτέσκος
γκροτέσκο	noun	το χονδροειδές	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γκροτέσκος
γκροτέσκοι	=	γκροτέσκος
γκροτέσκος	adj	που έχει απαίσια, τρομακτική ή περίεργη εμφάνιση και (ως εκ τούτου) φαίνεται ή είναι αλλόκοτος, γελοίος, κακόγουστος, χονδροειδής, ακαλαίσθητος, αποκρουστικός ή γελοιογραφικός
γκροτέσκου	noun	γενική ενικού του γκροτέσκο
γκροτέσκους	=	γκροτέσκος
γκροτέσκων	noun	γενική πληθυντικού του γκροτέσκο
γκρουμ	noun	υπάλληλος σε ξενοδοχείο, πλοίο ή αλλού, που συνήθως φορά ειδική στολή και τακτοποεί τον χώρο ή μεταφέρει αποσκευές ή άλλα αντικείμενα
γκρουπ	noun	μικρή ομάδα ανθρώπων
γκρουπάκι	noun	υποκοριστικό του γκρουπ
γκρουπάκια	=	γκρουπάκι
γκρουπάρισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκρουπάρω
γκρουπάρω	verb	σχηματίζω ένα γκρουπ, μια ομάδα
γκρουπιέρη	=	γκρουπιέρης
γκρουπιέρηδες	=	γκρουπιέρης
γκρουπιέρηδων	=	γκρουπιέρης
γκρουπιέρης	noun	άλλη μορφή του κρουπιέρης
γκρουπιέρισσα	noun	άλλη μορφή του κρουπιέρισσα
γκρουπιέρισσας	noun	γενική ενικού του γκρουπιέρισσα
γκρουπιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρουπιέρισσα
γκρουπιερισσών	noun	γενική πληθυντικού του γκρουπιέρισσα
γκρουπούσκουλα	=	γκρουπούσκουλο
γκρουπούσκουλο	noun	μικρή ομάδα, ιδιαίτερα στην πολιτική
γκρουπούσκουλου	=	γκρουπούσκουλο
γκρουπούσκουλων	=	γκρουπούσκουλο
γκρρρ	intj	επιφώνημα που δηλώνει εκνευρισμό
γκρόβερ	noun	είδος κομμένης ροδέλας που χρησιμεύει για τη διατήρηση του σφιξίματος
γκρόσσα	noun	ένα σύνολο δώδεκα δωδεκάδων (δηλαδή 144) από κάτι (ως μονάδα μέτρησης)
γκρόσσας	noun	γενική ενικού του γκρόσσα
γκρόσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκρόσσα
γκόγκες	noun	παραδοσιακό ζυμαρικό της Λακωνίας και της Αργολίδας
γκόγκιζες	noun	παραδοσιακό ζυμαρικό της Λακωνίας και της Αργολίδας
γκόθικ	noun	νεανική μουσική υποκουλτούρα που συνδυάζει σκοτεινή αισθητική, μουσικές και καλλιτεχνικές επιλογές με έμφαση στο μελαγχολικό και το υπαρξιακό, καθώς και ιδιαίτερο στιλ ένδυσης εμπνευσμένο από μεσαιωνικά και μπαρόκ μοτίβα και ξεκίνησε τέλη δεκαετίας του 70 στο Ηνωμένο Βασίλειο
γκόλμπολ	noun	ομαδικό παραολυμπιακό παιχνίδι για άτομα με προβλήματα όρασης, στο οποίο οι παίκτες επιχειρούν να πετύχουν γκολ κυλώντας ή ρίχνοντας μια ηχητική μπάλα προς την αντίπαλη εστία, ενώ προσανατολίζονται κυρίως από τον ήχο της
γκόλφερ	noun	αθλητής ή αθλήτρια που παίζει γκολφ, συμμετέχοντας σε αγώνες ή προπονήσεις με στόχο την επίτευξη ακριβών και τεχνικών χτυπημάτων μιας μικρής μπάλας προς διαδοχικές οπές
γκόλφι	noun	εγκόλπιο, φυλαχτό
γκόμα	noun	άλλη μορφή του γόμα
γκόμας	noun	γενική ενικού του γκόμα
γκόμενα	noun|vulgar	η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις
γκόμενας	noun	γενική ενικού του γκόμενα
γκόμενε	=	γκόμενος
γκόμενες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκόμενα
γκόμενο	=	γκόμενος
γκόμενοι	=	γκόμενος
γκόμενος	noun|vulgar	ερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις
γκόμενου	=	γκόμενος
γκόμενους	=	γκόμενος
γκόμενων	=	γκόμενος
γκόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκόμα
γκόρτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκόρτσο
γκόρτσο	noun	ο καρπός της αγριαχλαδιάς
γκόρτσου	noun	γενική ενικού του γκόρτσο
γκόρτσων	noun	γενική πληθυντικού του γκόρτσο
γκόσπελ	noun	αφραμερικάνικη θρησκευτική μουσική
γκώναμε	=	γκώνω
γκώναν	=	γκώνω
γκώνανε	=	γκώνω
γκώνατε	=	γκώνω
γκώνε	=	γκώνω
γκώνει	=	γκώνω
γκώνεις	=	γκώνω
γκώνετε	=	γκώνω
γκώνοντας	=	γκώνω
γκώνουμε	=	γκώνω
γκώνουν	=	γκώνω
γκώνουνε	=	γκώνω
γκώνω	verb|vulgar	μπουχτίζω, αισθάνομαι κορεσμό, συνήθως απ' το πολύ φαγητό, αλλά και μεταφορικά
γκώσαμε	=	γκώνω
γκώσαν	=	γκώνω
γκώσανε	=	γκώνω
γκώσατε	=	γκώνω
γκώσε	=	γκώνω
γκώσει	=	γκώνω
γκώστε	=	γκώνω
γλάκι	noun	το τρέξιμο
γλάκια	=	γλάκιο
γλάκιο	noun	άλλη γραφή του γλάκι
γλάκιου	=	γλάκιο
γλάκιων	=	γλάκιο
γλάνα	=	γλάνι
γλάνι	noun	παιδί, αλητόπαιδο, παλιόπαιδο
γλάρε	noun	κλητική ενικού του γλάρος
γλάρο	noun	αιτιατική ενικού του γλάρος
γλάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλάρος
γλάρος	noun	θαλασσινό πουλί
γλάρου	noun	γενική ενικού του γλάρος
γλάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλάρος
γλάρωμα	noun	το χρονικό διάστημα που προηγείται του ύπνου, όταν το άτομο γαληνεύει και αρχίζουν να κλείνουν τα μάτια του
γλάρων	noun	γενική πληθυντικού του γλάρος
γλάρωσα	=	γλαρώνω
γλάσα	=	γλάσο
γλάσνοστ	noun|dated	άλλη προφορά της γκλάσνοστ
γλάσο	noun	γυαλιστερή και λεία επικάλυψη ορισμένων γλυκισμάτων, που γίνεται κυρίως με ζάχαρη και ασπράδι αβγού
γλάσου	=	γλάσο
γλάστρα	noun	δοχείο, συνήθως από πηλό ή πλαστικό, το οποίο γεμίζουμε με χώμα και φυτεύουμε ένα φυτό, κυρίως λουλούδια ή μυρωδικά
γλάστρας	noun	γενική ενικού του γλάστρα
γλάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλάστρα
γλάσων	=	γλάσο
γλέντα	=	γλεντάω
γλένταγα	=	γλεντάω
γλένταγαν	=	γλεντάω
γλένταγε	=	γλεντάω
γλένταγες	=	γλεντάω
γλέντησα	=	γλεντάω
γλέντησαν	=	γλεντάω
γλέντησε	=	γλεντάω
γλέντησες	=	γλεντάω
γλέντι	noun	έντονη διασκέδαση, συνήθως με ποτό χορό και τραγούδι
γλέντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλέντι
γλήγορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (γλήγορο) του γλήγορος	adv|vulgar	άλλη μορφή του γρήγορα
γλήγορε	=	γλήγορος
γλήγορες	=	γλήγορος
γλήγορη	=	γλήγορος
γλήγορης	=	γλήγορος
γλήγορο	=	γλήγορος
γλήγοροι	=	γλήγορος
γλήγορος	adj|vulgar	άλλη μορφή του γρήγορος
γλήγορου	=	γλήγορος
γλήγορους	=	γλήγορος
γλήγορων	=	γλήγορος
γλήνι	noun	ψάρι (Tinca tinca) των γλυκών υδάτων, βλεννώδες, στιλπνό και γλιστερό στην αφή, μοναδικό του γένους Tinca κοινώς «λευκίσκος»
γλήνια	=	γλήνι
γλήορα	=	γρήγορα
γλίνα	noun	το χοιρινό λίπος
γλίνας	noun	γενική ενικού του γλίνα
γλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλίνα
γλίσα	noun	γλίτσα
γλίσας	=	γλίσα
γλίσες	=	γλίσα
γλίστρα	noun	οποιοσδήποτε ολισθηρός τόπος
γλίστραγα	=	γλιστράω
γλίστραγαν	=	γλιστράω
γλίστραγε	=	γλιστράω
γλίστραγες	=	γλιστράω
γλίστρας	noun	γενική ενικού του γλίστρα
γλίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλίστρα
γλίστρημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γλιστρώ
γλίστρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλίστρησαν	=	γλιστράω
γλίστρησε	=	γλιστράω
γλίστρησες	=	γλιστράω
γλίσχρα	=	γλίσχρος
γλίσχρο	=	γλίσχρος
γλίσχρος	adj	πενιχρός, ανεπαρκής, λίγος, μικρός
γλίτσα	noun	βρόμικη στρώση από λίπη ή άλλα υπολείμματα φαγητών, που κολλάει στα μαγειρικά σκεύη ή αλλού
γλίτσας	noun	γενική ενικού του γλίτσα
γλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλίτσα
γλίτσιαζα	=	γλιτσιάζω
γλίτσιαζαν	=	γλιτσιάζω
γλίτσιαζε	=	γλιτσιάζω
γλίτσιαζες	=	γλιτσιάζω
γλίτσιασα	=	γλιτσιάζω
γλίτσιασαν	=	γλιτσιάζω
γλίτσιασε	=	γλιτσιάζω
γλίτσιασες	=	γλιτσιάζω
γλίτσιασμα	noun	το αποτέλεσμα του γλιτσιάζω
γλίτωνα	=	γλιτώνω
γλίτωναν	=	γλιτώνω
γλίτωνε	=	γλιτώνω
γλίτωνες	=	γλιτώνω
γλίτωσα	=	γλιτώνω
γλίτωσαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του γλιτώνω
γλίτωσε	=	γλιτώνω
γλίτωσες	=	γλιτώνω
γλαγολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαγολιτικό
γλαγολιτικέ	adj	κλητική ενικού του γλαγολιτικός
γλαγολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαγολιτική
γλαγολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλαγολιτικός
γλαγολιτικής	adj	γενική ενικού του γλαγολιτική
γλαγολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλαγολιτικός
γλαγολιτικού	adj	γενική ενικού του γλαγολιτικός
γλαγολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλαγολιτικός
γλαγολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του γλαγολιτικός
γλαγολιτικός	adj	που αναφέρεται στο Γλαγολιτικό αλφάβητο ή το γράμμα г ή έχει σχέση μ' αυτά
γλαγολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του γλαγολιτικός
γλαδίολε	=	γλαδίολος
γλαδίολο	=	γλαδίολος
γλαδίολοι	=	γλαδίολος
γλαδίολος	noun	άλλη μορφή του γλαδιόλα
γλαδίολου	=	γλαδίολος
γλαδίολους	=	γλαδίολος
γλαδίολων	=	γλαδίολος
γλαδιολών	noun	γενική πληθυντικού του γλαδιόλα
γλαδιόλα	noun	καλλωπιστικό φυτό με φύλλα πράσινου χρώματος, μυτερά και σπαθοειδή, και όμορφα άνθη κατά μήκος του βλαστού
γλαδιόλας	noun	γενική ενικού του γλαδιόλα
γλαδιόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαδιόλα
γλαδιόλου	=	γλαδίολος
γλαδιόλους	=	γλαδίολος
γλαδιόλων	=	γλαδίολος
γλακητής	noun	γρήγορος δρομέας, αυτός που τρέχει γρήγορα
γλακώ	verb	τρέχω να προφτάσω, να αποφύγω κάτι ή για να καταφύγω κάπου
γλαρά	=	γλαρός
γλαρέ	=	γλαρός
γλαρές	=	γλαρός
γλαρή	=	γλαρός
γλαρής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γλαρή) του γλαρός
γλαροί	=	γλαρός
γλαροδολωμάτων	=	γλαροδόλωμα
γλαροδολώματα	=	γλαροδόλωμα
γλαροδολώματος	=	γλαροδόλωμα
γλαροδόλωμα	noun	λέγεται για έναν ανόητο, κουτό άνθρωπο
γλαρονιού	=	γλαρόνι
γλαρονιών	=	γλαρόνι
γλαροπουλιού	=	γλαροπούλι
γλαροπουλιών	=	γλαροπούλι
γλαροπούλι	noun	ο γλάρος
γλαροπούλια	=	γλαροπούλι
γλαροφωλιά	noun	η φωλιά του γλάρου
γλαροφωλιάς	noun	γενική ενικού του γλαροφωλιά
γλαροφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαροφωλιά
γλαροφωλιών	=	γλαροφωλιά
γλαρού	=	γλαρός
γλαρούς	=	γλαρός
γλαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλάρωμα
γλαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαρωμένο
γλαρωμένε	verb	κλητική ενικού του γλαρωμένος
γλαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαρωμένη
γλαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλαρωμένος
γλαρωμένης	verb	γενική ενικού του γλαρωμένη
γλαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλαρωμένος
γλαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλαρωμένος
γλαρωμένος	verb	νυσταγμένος
γλαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλαρωμένος
γλαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλαρωμένος
γλαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλαρωμένος
γλαρό	=	γλαρός
γλαρόνι	noun	πουλί που μοιάζει με γλάρο, αλλά μικρότερο
γλαρόνια	=	γλαρόνι
γλαρός	adj|literary	ήρεμος, γαλήνιος
γλαρόσουπα	noun	ανύπαρκτο είδος σούπας.
γλαρόσουπας	=	γλαρόσουπα
γλαρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαρόσουπα
γλαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλάρωμα
γλαρώματος	noun	γενική ενικού του γλάρωμα
γλαρών	=	γλαρός
γλαρώνω	verb	κλείνουν τα μάτια μου από κούραση ή νύστα, πέφτω σε κατάσταση υπνηλίας
γλαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλαρώνω
γλασάρισμα	noun	η επικάλυψη ενός γλυκίσματος με γκλάσο
γλασάρω	verb	καλύπτω με γλάσο (ένα γλυκό)
γλασέ	noun	λεπτό και στιλπνό χαρτί με χρωματιστή, γυαλιστερή όψη στη μία πλευρά, που χρησιμοποιείται κυρίως σε χειροτεχνίες και διακοσμήσεις	adj	που τον έχουν επικαλύψει με γλάσο
γλασαρίσματα	=	γλασάρισμα
γλασαρίσματος	=	γλασάρισμα
γλασαρισμάτων	=	γλασάρισμα
γλασσέ	noun	δες γλασέ
γλαστράκι	=	γλάστρα
γλαστρικός	adj|formal	που έχει σχέση με γλάστρα, αναφέρεται σʼ αυτή ή καλλιεργείται σʼ αυτή
γλαστροθήκες	=	γλαστροθήκη
γλαστροθήκη	noun	βάση για γλάστρα
γλαστροθήκης	=	γλαστροθήκη
γλαστροθηκών	=	γλαστροθήκη
γλαστρούλα	=	γλάστρα
γλαστρών	noun	γενική πληθυντικού του γλάστρα
γλαυκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γλαυκός
γλαυκέ	adj	κλητική ενικού του γλαυκός
γλαυκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαυκή
γλαυκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλαυκός
γλαυκής	adj	γενική ενικού του γλαυκή
γλαυκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλαυκός
γλαυκοτήτων	=	γλαυκότητα
γλαυκού	adj	γενική ενικού του γλαυκός
γλαυκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλαυκός
γλαυκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλαύκωμα
γλαυκό	adj	αιτιατική ενικού του γλαυκός	noun	ανοιχτό γαλάζιο χρώμα
γλαυκός	adj	ο ανοιχτός γαλάζιος (στο χρώμα της θάλασσας ή του ουρανού)
γλαυκότητα	noun|formal	η ιδιότητα του γλαυκού, το αστραφτερό γαλάζιο χρώμα
γλαυκότητας	=	γλαυκότητα
γλαυκότητες	=	γλαυκότητα
γλαυκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαύκωμα
γλαυκώματος	noun	γενική ενικού του γλαύκωμα
γλαυκών	adj	γενική πληθυντικού του γλαυκός	noun	γενική πληθυντικού του γλαύκα
γλαφυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαφυρό	adv	με γλαφυρό τρόπο
γλαφυρέ	adj	κλητική ενικού του γλαφυρός
γλαφυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαφυρή
γλαφυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλαφυρός
γλαφυρής	adj	γενική ενικού του γλαφυρή
γλαφυραίνω	verb	καθιστώ τον λόγο μου πιο παραστατικό κι ευχάριστο
γλαφυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλαφυρός
γλαφυροτήτων	=	γλαφυρότητα
γλαφυρού	adj	γενική ενικού του γλαφυρός
γλαφυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλαφυρός
γλαφυρό	adj	αιτιατική ενικού του γλαφυρός
γλαφυρός	adj	που περιγράφει κάτι με παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικό πλούτο
γλαφυρότητα	noun	η ιδιότητα του γλαφυρού, η παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικός πλούτος στην περιγραφή
γλαφυρότητας	noun	γενική ενικού του γλαφυρότητα
γλαφυρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαφυρότητα
γλαφυρών	adj	γενική πληθυντικού του γλαφυρός
γλαύκα	noun	η κουκουβάγια
γλαύκας	noun	γενική ενικού του γλαύκα
γλαύκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλαύκα
γλαύκωμα	noun	πάθηση της όρασης που συνοδεύεται από αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης
γλείφαμε	=	γλείφω
γλείφαν	=	γλείφω
γλείφανε	=	γλείφω
γλείφατε	=	γλείφω
γλείφε	=	γλείφω
γλείφει	=	γλείφω
γλείφεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλείφω
γλείφεσαι	=	γλείφω
γλείφεστε	=	γλείφω
γλείφεται	=	γλείφω
γλείφετε	=	γλείφω
γλείφομαι	verb	γλείφω μέρος του σώματός μου με τη γλώσσα μου
γλείφομε	=	γλείφω
γλείφονται	=	γλείφω
γλείφονταν	=	γλείφω
γλείφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλείφω
γλείφου	=	γλείφω
γλείφουμε	=	γλείφω
γλείφουν	=	γλείφω
γλείφουνε	=	γλείφω
γλείφτε	=	γλείφω
γλείφτες	=	γλείφτης
γλείφτη	=	γλείφτης
γλείφτηκα	=	γλείφω
γλείφτηκαν	=	γλείφω
γλείφτηκε	=	γλείφω
γλείφτηκες	=	γλείφω
γλείφτης	noun	ο ταπεινός κόλακας
γλείφτρα	=	γλείφτης
γλείφτρας	noun	γενική ενικού του γλείφτρα
γλείφτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλείφτρα
γλείφω	verb	εφαρμόζω και γλιστράω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι
γλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψαν	=	γλείφω
γλείψανε	=	γλείφω
γλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψε	=	γλείφω
γλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψιμο	noun	η ενέργεια του γλείφω
γλείψομε	=	γλείφω
γλείψου	=	γλείφω
γλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψουνε	=	γλείφω
γλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφω
γλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλειμμένο
γλειμμένε	verb	κλητική ενικού του γλειμμένος
γλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλειμμένη
γλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλειμμένος
γλειμμένης	verb	γενική ενικού του γλειμμένη
γλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλειμμένος
γλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλειμμένος
γλειμμένος	verb	που τον έχουν γλείψει
γλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλειμμένος
γλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλειμμένος
γλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλειμμένος
γλειφιντζουριού	=	γλειφιντζούρι
γλειφιντζουριών	=	γλειφιντζούρι
γλειφιντζούρι	noun	γλειφιτζούρι
γλειφιντζούρια	=	γλειφιντζούρι
γλειφιτζουριού	=	γλειφιτζούρι
γλειφιτζουριών	=	γλειφιτζούρι
γλειφιτζούρι	noun	παιδικό γλύκισμα από καραμέλα με μικρό ξύλινο ή πλαστικό στέλεχος
γλειφιτζούρια	=	γλειφιτζούρι
γλειφομουνιού	=	γλειφομούνι
γλειφομουνιών	=	γλειφομούνι
γλειφομούνι	noun|slang	η αιδοιολειξία
γλειφομούνια	=	γλειφομούνι
γλειφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτήκαν	=	γλείφω
γλειφτήκανε	=	γλείφω
γλειφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτούνε	=	γλείφω
γλειφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλείφομαι
γλειφτών	=	γλείφτης
γλειφόμασταν	=	γλείφω
γλειφόμαστε	=	γλείφω
γλειφόμουν	=	γλείφω
γλειφόμουνα	=	γλείφω
γλειφόντουσαν	=	γλείφω
γλειφόσασταν	=	γλείφω
γλειφόσαστε	=	γλείφω
γλειφόσουν	=	γλείφω
γλειφόσουνα	=	γλείφω
γλειφόταν	=	γλείφω
γλειφότανε	=	γλείφω
γλειψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλείψιμο
γλειψίματος	noun	γενική ενικού του γλείψιμο
γλειψιμάτων	=	γλείψιμο
γλειψιματία	=	γλειψιματίας
γλειψιματίας	noun	ο ταπεινός κόλακας
γλειψιματίες	=	γλειψιματίας
γλειψιματιών	=	γλειψιματίας
γλεντά	=	γλεντάω
γλεντάγαμε	=	γλεντάω
γλεντάγανε	=	γλεντάω
γλεντάγατε	=	γλεντάω
γλεντάει	=	γλεντάω
γλεντάκι	=	γλέντι
γλεντάμε	=	γλεντάω
γλεντάν	=	γλεντάω
γλεντάνε	=	γλεντάω
γλεντάς	=	γλεντάω
γλεντάτε	=	γλεντάω
γλεντάω	verb	διασκεδάζω, περνάω καλά
γλεντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσαν	=	γλεντάω
γλεντήσανε	=	γλεντάω
γλεντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσουνε	=	γλεντάω
γλεντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντώ
γλεντζέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική του γλεντζές
γλεντζέδες	=	γλεντζές
γλεντζέδικα	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικε	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικες	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικη	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικης	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικο	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικοι	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικος	adj	που έχει σχέση με γλεντζέ ή αναφέρεται σʼ αυτόν
γλεντζέδικου	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικους	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδικων	=	γλεντζέδικος
γλεντζέδων	=	γλεντζές
γλεντζές	noun	που του αρέσει να γλεντάει, να διασκεδάζει
γλεντζού	noun	θηλυκό του γλεντζές
γλεντζούδες	=	γλεντζού
γλεντζούδων	=	γλεντζού
γλεντζούς	=	γλεντζού
γλεντιού	=	γλέντι
γλεντιστάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλεντιστής
γλεντιών	=	γλέντι
γλεντοκοπάω	verb	ασυναίρετη μορφή του γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλεντοκόπημα
γλεντοκοπήματος	noun	γενική ενικού του γλεντοκόπημα
γλεντοκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλεντοκοπώ
γλεντοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλεντοκόπημα
γλεντοκοπιού	=	γλεντοκόπι
γλεντοκοπιών	=	γλεντοκόπι
γλεντοκοπώ	verb	συνηρημένη μορφή του γλεντοκοπάω, γλεντάω έντονα, για πολλή ώρα, συνηθίζω να γλεντάω
γλεντοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλεντοκοπάω / γλεντοκοπώ
γλεντοκόπε	=	γλεντοκόπος
γλεντοκόπημα	noun	το παρατεταμένο, έντονο γλέντι
γλεντοκόπησα	=	γλεντοκοπάω
γλεντοκόπι	noun	μακρόχρονο μεγάλο γλέντι
γλεντοκόπια	=	γλεντοκόπι
γλεντοκόπο	=	γλεντοκόπος
γλεντοκόποι	=	γλεντοκόπος
γλεντοκόπος	noun	ο γλεντζές
γλεντοκόπου	=	γλεντοκόπος
γλεντοκόπους	=	γλεντοκόπος
γλεντοκόπων	=	γλεντοκόπος
γλεντούμε	=	γλεντάω
γλεντούν	=	γλεντάω
γλεντούνε	=	γλεντάω
γλεντούσα	=	γλεντάω
γλεντούσαμε	=	γλεντάω
γλεντούσαν	=	γλεντάω
γλεντούσανε	=	γλεντάω
γλεντούσατε	=	γλεντάω
γλεντούσε	=	γλεντάω
γλεντούσες	=	γλεντάω
γλεντώ	verb	άλλη μορφή του γλεντάω
γλεντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλεντάω / γλεντώ
γλετζέ	=	γλετζές
γλετζέδες	=	γλετζές
γλετζέδων	=	γλετζές
γλετζές	noun	άλλη μορφή του γλεντζές
γλευκών	=	γλεύκος
γλεύκη	=	γλεύκος
γλεύκος	noun	Υγρό προϊόν που προκύπτει από νωπά σταφύλια, φυσικά ή με φυσικές επεξεργασίες.
γλεύκους	=	γλεύκος
γληνά	=	γληνός
γληνέ	=	γληνός
γληνές	=	γληνός
γληνή	=	γληνός
γληνής	=	γληνός
γληνιού	=	γλήνι
γληνιών	=	γλήνι
γληνοί	=	γληνός
γληνού	=	γληνός
γληνούς	=	γληνός
γληνό	=	γληνός
γληνός	adj	αυτός που λάμπει, στιλπνός, γυαλιστερός, λείος, τρυφερός
γληνών	=	γληνός
γλινών	noun	γενική πληθυντικού του γλίνα
γλιστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιστερό	adv	με γλιστερό τρόπο
γλιστερέ	adj	κλητική ενικού του γλιστερός
γλιστερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιστερή
γλιστερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλιστερός
γλιστερής	adj	γενική ενικού του γλιστερή
γλιστεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλιστερός
γλιστερού	adj	γενική ενικού του γλιστερός
γλιστερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλιστερός
γλιστερό	adj	αιτιατική ενικού του γλιστερός
γλιστερός	adj	που είναι επικίνδυνο να γλιστρήσει κανείς πάνω του
γλιστερών	adj	γενική πληθυντικού του γλιστερός
γλιστρά	=	γλιστράω
γλιστράγαμε	=	γλιστράω
γλιστράγανε	=	γλιστράω
γλιστράγατε	=	γλιστράω
γλιστράει	=	γλιστράω
γλιστράμε	=	γλιστράω
γλιστράν	=	γλιστράω
γλιστράνε	=	γλιστράω
γλιστράς	=	γλιστράω
γλιστράτε	=	γλιστράω
γλιστράω	verb	κινούμαι εφαπτόμενος σε μια λεία επιφάνεια χωρίς τριβή
γλιστρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλίστρημα
γλιστρήματος	noun	γενική ενικού του γλίστρημα
γλιστρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσαν	=	γλιστράω
γλιστρήσανε	=	γλιστράω
γλιστρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσουνε	=	γλιστράω
γλιστρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιστρώ
γλιστρίδα	noun	άλλη μορφή του γλυστρίδα
γλιστρίδας	=	γλιστρίδα
γλιστρίδες	=	γλιστρίδα
γλιστρίδων	=	γλιστρίδα
γλιστρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλίστρημα
γλιστρούμε	=	γλιστράω
γλιστρούν	=	γλιστράω
γλιστρούνε	=	γλιστράω
γλιστρούσα	=	γλιστράω
γλιστρούσαμε	=	γλιστράω
γλιστρούσαν	=	γλιστράω
γλιστρούσανε	=	γλιστράω
γλιστρούσατε	=	γλιστράω
γλιστρούσε	=	γλιστράω
γλιστρούσες	=	γλιστράω
γλιστρώ	verb	άλλη μορφή του γλιστράω
γλιστρώντας	=	γλιστράω
γλισχροτήτων	=	γλισχρότητα
γλισχρότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι γλίσχρο(ς)
γλισχρότητας	=	γλισχρότητα
γλισχρότητες	=	γλισχρότητα
γλισών	=	γλίσα
γλιτσίνα	noun	καλωπιστικό φυτό με μοβ ταξιανθίες (Wisteria sinensis)
γλιτσίνας	noun	γενική ενικού του γλιτσίνα
γλιτσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσίνα
γλιτσερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσερό
γλιτσερέ	adj	κλητική ενικού του γλιτσερός
γλιτσερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσερή
γλιτσερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλιτσερός
γλιτσερής	adj	γενική ενικού του γλιτσερή
γλιτσεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλιτσερός
γλιτσερού	adj	γενική ενικού του γλιτσερός
γλιτσερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλιτσερός
γλιτσερό	adj	αιτιατική ενικού του γλιτσερός
γλιτσερός	adj	που έχει γλίτσα στην επιφάνειά του
γλιτσερών	adj	γενική πληθυντικού του γλιτσερός
γλιτσιάζαμε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζαν	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζανε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζατε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζει	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζεις	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζετε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζοντας	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζουμε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζουν	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζουνε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάζω	verb	πιάνω γλίτσα
γλιτσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσιάρικο
γλιτσιάρικε	adj	κλητική ενικού του γλιτσιάρικος
γλιτσιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσιάρικη
γλιτσιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλιτσιάρικος
γλιτσιάρικης	adj	γενική ενικού του γλιτσιάρικη
γλιτσιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του γλιτσιάρικος
γλιτσιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλιτσιάρικος
γλιτσιάρικος	adj	άλλη γραφή του γλιτσερός
γλιτσιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλιτσιάρικος
γλιτσιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλιτσιάρικος
γλιτσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλιτσιάρικος
γλιτσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσαν	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάσανε	=	γλιτσιάζω
γλιτσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλίτσιασμα
γλιτσιάσματος	noun	γενική ενικού του γλίτσιασμα
γλιτσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτσιάζω
γλιτσιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλίτσιασμα
γλιτσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσιασμένο
γλιτσιασμένε	verb	κλητική ενικού του γλιτσιασμένος
γλιτσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτσιασμένη
γλιτσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλιτσιασμένος
γλιτσιασμένης	verb	γενική ενικού του γλιτσιασμένη
γλιτσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλιτσιασμένος
γλιτσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλιτσιασμένος
γλιτσιασμένος	verb	που έχει πιάσει γλίτσα
γλιτσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλιτσιασμένος
γλιτσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλιτσιασμένος
γλιτσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλιτσιασμένος
γλιτσών	=	γλίτσα
γλιτωμέ	noun	κλητική ενικού του γλιτωμός
γλιτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτωμένο
γλιτωμένε	verb	κλητική ενικού του γλιτωμένος
γλιτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλιτωμένη
γλιτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλιτωμένος
γλιτωμένης	verb	γενική ενικού του γλιτωμένη
γλιτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλιτωμένος
γλιτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλιτωμένος
γλιτωμένος	verb	που έχει γλιτώσει κάτι, που έχει ξεφύγει από κάτι
γλιτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλιτωμένος
γλιτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλιτωμένος
γλιτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλιτωμένος
γλιτωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλιτωμός
γλιτωμού	noun	γενική ενικού του γλιτωμός
γλιτωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλιτωμός
γλιτωμό	noun	αιτιατική ενικού του γλιτωμός
γλιτωμός	noun	άλλη γραφή του γλυτωμός: Η γραφή με -ι- είναι ορθογραφική απλοποίηση
γλιτωμών	noun	γενική πληθυντικού του γλιτωμός
γλιτώναμε	=	γλιτώνω
γλιτώναν	=	γλιτώνω
γλιτώνανε	=	γλιτώνω
γλιτώνατε	=	γλιτώνω
γλιτώνει	=	γλιτώνω
γλιτώνεις	=	γλιτώνω
γλιτώνετε	=	γλιτώνω
γλιτώνομε	=	γλιτώνω
γλιτώνοντας	=	γλιτώνω
γλιτώνουμε	=	γλιτώνω
γλιτώνουν	=	γλιτώνω
γλιτώνουνε	=	γλιτώνω
γλιτώνω	verb	σώζω κάποιον από επικείμενο κίνδυνο, βλάβη ή ζημία
γλιτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσαν	=	γλιτώνω
γλιτώσανε	=	γλιτώνω
γλιτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσομε	=	γλιτώνω
γλιτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσουνε	=	γλιτώνω
γλιτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλιτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλιτώνω
γλκ	abbrev	υπηρεσία του ελληνικού κράτους που παρακολουθεί και συντονίζει τη δημοσιονομική διαχείριση, μεριμνώντας για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και τον έλεγχο των δημόσιων δαπανών
γλοιέ	=	γλοιός
γλοιοί	=	γλοιός
γλοιοβλάστωμα	noun	ο πιο κοινός και ο πιο επιθετικός τύπος πρωταρχικού εγκεφαλικού όγκου
γλοιοβλαστωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλοιοβλάστωμα
γλοιοβλαστώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλοιοβλάστωμα
γλοιοβλαστώματος	noun	γενική ενικού του γλοιοβλάστωμα
γλοιοτήτων	=	γλοιότητα
γλοιού	=	γλοιός
γλοιούς	=	γλοιός
γλοιωδών	=	γλοιώδης
γλοιωδώς	adv|formal	με γλοιώδη τρόπο
γλοιό	=	γλοιός
γλοιός	noun	γλοιώδης
γλοιότητα	noun|formal	η ιδιότητα τού γλοιού, τού γλοιώδους
γλοιότητας	=	γλοιότητα
γλοιότητες	=	γλοιότητα
γλοιώδεις	=	γλοιώδης
γλοιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γλοιώδης
γλοιώδη	=	γλοιώδης
γλοιώδης	adj	που είναι καλυμμένος με γλίτσα ή, γενικά, με κάποια παχύρρευστη και γλιστερή ουσία, και προκαλεί αίσθημα αηδίας
γλοιώδους	=	γλοιώδης
γλοιών	=	γλοιός
γλορίζω	verb	είμαι βουλιμικός, προκαλώ βουλιμία
γλουτέ	noun	κλητική ενικού του γλουτός
γλουτένες	=	γλουτένη
γλουτένη	noun	κύρια πρωτεΐνη των δημητριακών (ιδιαίτερα του σιταριού) η οποία συμβάλλει στην ελαστικότητα της ζύμης και στη δομή του ψημένου ψωμιού
γλουτένης	=	γλουτένη
γλουταμίνες	=	γλουταμίνη
γλουταμίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
γλουταμίνης	=	γλουταμίνη
γλουταμικά	=	γλουταμικός
γλουταμικέ	=	γλουταμικός
γλουταμικές	=	γλουταμικός
γλουταμική	=	γλουταμικός
γλουταμικής	=	γλουταμικός
γλουταμικοί	=	γλουταμικός
γλουταμικού	=	γλουταμικός
γλουταμικούς	=	γλουταμικός
γλουταμικό	=	γλουταμικός
γλουταμικός	adj	άλλη μορφή του γλουταμινικός
γλουταμικών	=	γλουταμικός
γλουταμινεργικά	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικέ	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικές	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργική	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικής	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικοί	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικού	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικούς	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικό	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της γλουταμίνης
γλουταμινεργικών	=	γλουταμινεργικός
γλουταμινικά	=	γλουταμινικός
γλουταμινικέ	=	γλουταμινικός
γλουταμινικές	=	γλουταμινικός
γλουταμινική	=	γλουταμινικός
γλουταμινικής	=	γλουταμινικός
γλουταμινικοί	=	γλουταμινικός
γλουταμινικού	=	γλουταμινικός
γλουταμινικούς	=	γλουταμινικός
γλουταμινικό	=	γλουταμινικός
γλουταμινικός	adj	που έχει σχέση με το γλουταμίνη ή αναφέρεται σʼ αυτή
γλουταμινικών	=	γλουταμινικός
γλουταμινών	=	γλουταμίνη
γλουτενών	=	γλουτένη
γλουτιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλουτιαίος
γλουτιαίας	adj	γενική ενικού του γλουτιαία
γλουτιαίε	adj	γλουτιαίος, στην κλητική του ενικού
γλουτιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλουτιαία
γλουτιαίο	adj	γλουτιαίος, στην αιτιατική του ενικού
γλουτιαίοι	adj	γλουτιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
γλουτιαίος	adj	ο σχετικός με οστά, μυώνες του γλουτού, ο αναφερόμενος στην περιοχή του γλουτού
γλουτιαίου	adj	γενική ενικού του γλουτιαίος
γλουτιαίους	adj	γλουτιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
γλουτιαίων	=	γλουτιαίος
γλουτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλουτός
γλουτολίνη	noun|rare	υδατοδιαλυτή συγκολλητική ύλη σε σκόνη ή πάστα, χρησιμοποιούμενη κυρίως για ταπετσαρίες και ελαφρές χάρτινες επιφάνειες
γλουτού	noun	γενική ενικού του γλουτός
γλουτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλουτός
γλουτό	noun	αιτιατική ενικού του γλουτός
γλουτός	noun|formal	το καθένα από τα δύο σαρκώδη ημισφαίρια που σχηματίζονται στην πίσω πλευρά του ανθρώπινου σώματος, χαμηλά, μεταξύ της μέσης και των μηρών, η περιοχή αριστερά και δεξιά από τον πρωκτό
γλουτών	noun	γενική πληθυντικού του γλουτός
γλυκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκό	adv	με γλυκό τρόπο
γλυκάδα	noun	το να είναι κάποιος γλυκός, η ιδιότητα του γλυκού
γλυκάδας	noun	γενική ενικού του γλυκάδα
γλυκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκάδα
γλυκάδι	noun|dated	το ξίδι (κατ’ ευφημισμόν)
γλυκάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκάδι
γλυκάθηκα	=	γλυκαίνω
γλυκάθηκαν	=	γλυκαίνω
γλυκάθηκε	=	γλυκαίνω
γλυκάθηκες	=	γλυκαίνω
γλυκάκι	noun	υποκοριστικό του γλυκό
γλυκάκια	=	γλυκάκι
γλυκάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάναν	=	γλυκαίνω
γλυκάνανε	=	γλυκαίνω
γλυκάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνισα	=	γλυκάνισο
γλυκάνισε	=	γλυκάνισος
γλυκάνισο	noun	μονοετές φυτό (Pimpinella anisum) με κιτρινόλευκα άνθη και καρπούς που αποτελούνται ο καθένας από δυο μικρούς αρωματικούς σπόρους κολλημένους μεταξύ τους.
γλυκάνισοι	=	γλυκάνισος
γλυκάνισος	noun	άλλη μορφή του γλυκάνισο
γλυκάνισου	=	γλυκάνισο
γλυκάνισους	=	γλυκάνισος
γλυκάνισων	=	γλυκάνισο
γλυκάνομε	=	γλυκαίνω
γλυκάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνουνε	=	γλυκαίνω
γλυκάνσεις	=	γλύκανση
γλυκάνσεων	=	γλύκανση
γλυκάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνω
γλυκέ	adj	κλητική ενικού του γλυκός
γλυκέα	=	γλυκύς
γλυκέος	=	γλυκύς
γλυκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκή
γλυκέων	=	γλυκύς
γλυκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκός
γλυκής	adj	γενική ενικού του γλυκή
γλυκίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκίδιο
γλυκίδιο	noun	απλός υδατάνθρακας με μικρό μοριακό βάρος που λειτουργεί ως βασική δομική μονάδα των μεγαλύτερων σακχάρων
γλυκίδιου	=	γλυκίδιο
γλυκίδιων	=	γλυκίδιο
γλυκίζαμε	=	γλυκίζω
γλυκίζαν	=	γλυκίζω
γλυκίζανε	=	γλυκίζω
γλυκίζατε	=	γλυκίζω
γλυκίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γλυκίζω
γλυκίζεις	=	γλυκίζω
γλυκίζετε	=	γλυκίζω
γλυκίζοντας	=	γλυκίζω
γλυκίζουμε	=	γλυκίζω
γλυκίζουν	=	γλυκίζω
γλυκίζουνε	=	γλυκίζω
γλυκίζω	verb	έχω κάπως γλυκιά (ίσως και σε ανεπιθύμητο βαθμό) γεύση
γλυκίνες	=	γλυκίνη
γλυκίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη
γλυκίνης	=	γλυκίνη
γλυκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσαν	=	γλυκίζω
γλυκίσανε	=	γλυκίζω
γλυκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλύκισμα
γλυκίσματος	noun	γενική ενικού του γλύκισμα
γλυκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκίζω
γλυκαίναμε	=	γλυκαίνω
γλυκαίναν	=	γλυκαίνω
γλυκαίνανε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνατε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνει	=	γλυκαίνω
γλυκαίνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλυκαίνω
γλυκαίνεσαι	=	γλυκαίνω
γλυκαίνεστε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνεται	=	γλυκαίνω
γλυκαίνετε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνομαι	verb	γίνομαι ή με κάνουν γλυκό
γλυκαίνομε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνονται	=	γλυκαίνω
γλυκαίνονταν	=	γλυκαίνω
γλυκαίνοντας	=	γλυκαίνω
γλυκαίνου	=	γλυκαίνω
γλυκαίνουμε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνουν	=	γλυκαίνω
γλυκαίνουνε	=	γλυκαίνω
γλυκαίνω	verb	κάνω κάτι γλυκό προσθέτοντας γλυκαντική ουσία ή σάκχαρο
γλυκαγονών	=	γλυκαγόνη
γλυκαγόνες	=	γλυκαγόνη
γλυκαγόνη	noun	ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, ενεργοποιώντας τη διάσπαση του γλυκογόνου σε γλυκόζη στο ήπαρ
γλυκαγόνης	=	γλυκαγόνη
γλυκαδιού	=	γλυκάδι
γλυκαδιών	=	γλυκάδι
γλυκαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθήκαν	=	γλυκαίνω
γλυκαθήκανε	=	γλυκαίνω
γλυκαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαθούνε	=	γλυκαίνω
γλυκαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκαίνομαι
γλυκαιμία	noun	το επίπεδο περιεκτικότητας της γλυκόζης (του σακχάρου) στο αίμα
γλυκαιμίας	noun	γενική ενικού του γλυκαιμία
γλυκαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαιμία
γλυκαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαιμικό
γλυκαιμικέ	adj	κλητική ενικού του γλυκαιμικός
γλυκαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαιμική
γλυκαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκαιμικός
γλυκαιμικής	adj	γενική ενικού του γλυκαιμική
γλυκαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκαιμικός
γλυκαιμικού	adj	γενική ενικού του γλυκαιμικός
γλυκαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκαιμικός
γλυκαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του γλυκαιμικός
γλυκαιμικός	adj	που έχει σχέση με τη γλυκαιμία, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί
γλυκαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του γλυκαιμικός
γλυκαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του γλυκαιμία
γλυκαινόμασταν	=	γλυκαίνω
γλυκαινόμαστε	=	γλυκαίνω
γλυκαινόμουν	=	γλυκαίνω
γλυκαινόμουνα	=	γλυκαίνω
γλυκαινόντουσαν	=	γλυκαίνω
γλυκαινόσασταν	=	γλυκαίνω
γλυκαινόσαστε	=	γλυκαίνω
γλυκαινόσουν	=	γλυκαίνω
γλυκαινόσουνα	=	γλυκαίνω
γλυκαινόταν	=	γλυκαίνω
γλυκαινότανε	=	γλυκαίνω
γλυκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαμένο
γλυκαμένε	verb	κλητική ενικού του γλυκαμένος
γλυκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαμένη
γλυκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκαμένος
γλυκαμένης	verb	γενική ενικού του γλυκαμένη
γλυκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλυκαμένος
γλυκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκαμένος
γλυκαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γλυκαίνω
γλυκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκαμένος
γλυκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλυκαμένος
γλυκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκαμένος
γλυκανάλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκανάλατο
γλυκανάλατε	adj	κλητική ενικού του γλυκανάλατος
γλυκανάλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκανάλατη
γλυκανάλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκανάλατος
γλυκανάλατης	adj	γενική ενικού του γλυκανάλατη
γλυκανάλατο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκανάλατος
γλυκανάλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκανάλατος
γλυκανάλατος	adj	χαρακτηρισμός ανθρώπου και κατάστασης (κυρίως προσώπου) που έχει γλυκερή συμπεριφορά αλλά δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον
γλυκανάλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκανάλατος
γλυκανάλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκανάλατος
γλυκανάλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκανάλατος
γλυκανίσου	=	γλυκάνισο
γλυκανίσων	=	γλυκάνισο
γλυκαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαντικό
γλυκαντικέ	adj	κλητική ενικού του γλυκαντικός
γλυκαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκαντική
γλυκαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκαντικός
γλυκαντικής	adj	γενική ενικού του γλυκαντική
γλυκαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκαντικός
γλυκαντικού	adj	γενική ενικού του γλυκαντικός
γλυκαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκαντικός
γλυκαντικό	adj	αιτιατική ενικού του γλυκαντικός
γλυκαντικός	adj	που προστίθεται για να προσδώσει πιο γλυκιά γεύση
γλυκαντικών	adj	γενική πληθυντικού του γλυκαντικός
γλυκαπαντοχές	=	γλυκαπαντοχή
γλυκαπαντοχή	noun	γλυκιά προσμονή (όπως αγαπημένου προσώπου)
γλυκαπαντοχής	=	γλυκαπαντοχή
γλυκαπαντοχών	=	γλυκαπαντοχή
γλυκασμέ	=	γλυκασμός
γλυκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκασμός
γλυκασμού	=	γλυκασμός
γλυκασμούς	=	γλυκασμός
γλυκασμό	=	γλυκασμός
γλυκασμός	noun	γλυκύτητα, χαρά, ευχαρίστηση
γλυκασμών	=	γλυκασμός
γλυκατζή	=	γλυκατζής
γλυκατζήδες	=	γλυκατζής
γλυκατζήδων	=	γλυκατζής
γλυκατζής	noun	αυτός που του αρέσουν πάρα πολύ τα γλυκά
γλυκατζού	noun	θηλυκό του γλυκατζής
γλυκατζούδες	=	γλυκατζού
γλυκατζούδων	=	γλυκατζού
γλυκατζούς	=	γλυκατζού
γλυκεία	=	γλυκύς
γλυκείας	=	γλυκύς
γλυκείες	=	γλυκύς
γλυκείς	=	γλυκύς
γλυκειών	=	γλυκύς
γλυκερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκερό	adv	με γλυκερό τρόπο
γλυκερέ	adj	κλητική ενικού του γλυκερός
γλυκερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκερή
γλυκερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκερός
γλυκερής	adj	γενική ενικού του γλυκερή
γλυκερία	noun	ποώδες φυτό (της οικογένειας Gramineae) των υγροτόπων με λεπτούς, καλαμοειδείς βλαστούς και πυκνή φυλλική μάζα, που σχηματίζει συστάδες σε παραποτάμιες και ελώδεις ζώνες
γλυκερίας	=	γλυκερία
γλυκερίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκερίδιο
γλυκερίδιο	noun	βιοχημική ένωση που σχηματίζεται όταν η γλυκερίνη εστεροποιείται με λιπαρά οξέα, αποτελώντας βασικό δομικό στοιχείο των λιπιδίων
γλυκερίδιου	=	γλυκερίδιο
γλυκερίδιων	=	γλυκερίδιο
γλυκερίες	=	γλυκερία
γλυκερίνες	=	γλυκερίνη
γλυκερίνη	noun	η γλυκερόλη, γνωστή και ως γλυκερίνη ή προπανο-1,2,3-τριόλη ή 1,2,3-προπανοτριόλη C3H5(OH), είναι άχρωμο, άοσμο, υγροσκοπικό, γλυκό στη γεύση υγρό, ανήκει στις πολυόλες ή πολυαλκοόλες (sugar alcohols) μαζί με την ερυθριτόλη, ισομαλτιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη, μαννιτόλη, σορβιτόλη και ξυλιτόλη και έχει τρία υδροξυλιόντα τα οποία ευθύνονται για την διαλυτότητα στο νερό
γλυκερίνης	=	γλυκερίνη
γλυκεριδίου	=	γλυκερίδιο
γλυκεριδίων	=	γλυκερίδιο
γλυκερινών	=	γλυκερίνη
γλυκεριών	=	γλυκερία
γλυκεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκερός
γλυκερολών	=	γλυκερόλη
γλυκεροτήτων	=	γλυκερότητα
γλυκερού	adj	γενική ενικού του γλυκερός
γλυκερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκερός
γλυκερό	adj	αιτιατική ενικού του γλυκερός
γλυκερόλες	=	γλυκερόλη
γλυκερόλη	noun	άλλη ονομασία της γλυκερίνης
γλυκερόλης	=	γλυκερόλη
γλυκερός	adj	που είναι κάπως γλυκός στη γεύση, όμως όχι ιδιαίτερα ευχάριστος
γλυκερότητα	noun	η ιδιότητα του γλυκερού, το να είναι κάποιος γλυκερός
γλυκερότητας	=	γλυκερότητα
γλυκερότητες	=	γλυκερότητα
γλυκερών	adj	γενική πληθυντικού του γλυκερός
γλυκιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκός
γλυκιάς	=	γλυκός
γλυκιές	=	γλυκύς
γλυκιδίου	=	γλυκίδιο
γλυκιδίων	=	γλυκίδιο
γλυκινών	=	γλυκίνη
γλυκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλύκισμα
γλυκιών	=	γλυκύς
γλυκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκός
γλυκοαίματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοαίματο
γλυκοαίματε	adj	κλητική ενικού του γλυκοαίματος
γλυκοαίματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοαίματη
γλυκοαίματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοαίματος
γλυκοαίματης	adj	γενική ενικού του γλυκοαίματη
γλυκοαίματο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκοαίματος
γλυκοαίματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοαίματος
γλυκοαίματος	adj	αξιαγάπητος, συμπαθητικός, ελκυστικός
γλυκοαίματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοαίματος
γλυκοαίματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοαίματος
γλυκοαίματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοαίματος
γλυκοασπάζομαι	verb|dated	ασπάζομαι γλυκά
γλυκοβραδιάζει	verb	βραδιάζει γλυκά
γλυκοβύζαστα	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστε	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστες	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστη	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστης	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστο	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστοι	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστος	adj|literary	γλυκός
γλυκοβύζαστου	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστους	=	γλυκοβύζαστος
γλυκοβύζαστων	=	γλυκοβύζαστος
γλυκογονογένεση	noun	η διαδικασία σύνθεσης του γλυκογόνου, που διεγείρεται από την ινσουλίνη
γλυκογονογένεσης	noun	γενική ενικού του γλυκογονογένεση
γλυκογονογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκογονογένεση
γλυκογονογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκογονογένεση
γλυκογονογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του γλυκογονογένεση
γλυκογονολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκογονόλυση
γλυκογονολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκογονόλυση
γλυκογονολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του γλυκογονόλυση
γλυκογονόλυση	noun	η διαδικασία αποδόμησης του γλυκογόνου
γλυκογονόλυσης	noun	γενική ενικού του γλυκογονόλυση
γλυκογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκογόνο
γλυκογόνο	noun	πολυσακχαρίτης που αποτελείται από μόρια γλυκόζης, που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενέργειας ενός κυττάρου
γλυκογόνου	noun	γενική ενικού του γλυκογόνο
γλυκογόνων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκογόνο
γλυκοζαμίνες	=	γλυκοζαμίνη
γλυκοζαμίνη	noun	βιοχημική ένωση που προέρχεται από τη γλυκόζη και λειτουργεί ως βασικό δομικό συστατικό πολλών πολυσακχαριτών των ιστών στήριξης, ιδίως στον χόνδρο και σε άλλους συνδετικούς ιστούς
γλυκοζαμίνης	=	γλυκοζαμίνη
γλυκοζαμινών	=	γλυκοζαμίνη
γλυκοζαχαρώνω	verb|rare	κοιτάζω με ερωτική ή κτητική διάθεση κάποιον ή κάτι
γλυκοζουρία	noun	παρουσία γλυκόζης στα ούρα σε επίπεδα υψηλότερα από τα φυσιολογικά, ως συνέπεια υπερβαίνουσας πρόσληψης ή διαταραγμένης νεφρικής επαναρρόφησης
γλυκοζουρίας	=	γλυκοζουρία
γλυκοζουρίες	=	γλυκοζουρία
γλυκοζουριών	=	γλυκοζουρία
γλυκοζών	=	γλυκόζη
γλυκοθωράω	verb	ταυτόσημο με το γλυκοκοιτάζω
γλυκοθωρήματα	=	γλυκοθώρημα
γλυκοθωρήματος	=	γλυκοθώρημα
γλυκοθωρημάτων	=	γλυκοθώρημα
γλυκοθωριέμαι	=	γλυκοθωράω
γλυκοθωρούσα	=	γλυκοθωράω
γλυκοθωρώ	verb	άλλη μορφή του γλυκοθωράω
γλυκοθώρημα	noun	ταυτόσημο με το γλυκοκοίταγμα
γλυκοκοίταγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταζα	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταζαν	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταζε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταζες	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταξα	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταξαν	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταξε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοίταξες	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι πολύ καλά, έχω ευχάριστο ύπνο
γλυκοκοιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι
γλυκοκοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκοιμισμένο
γλυκοκοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκοιμισμένη
γλυκοκοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιμισμένης	verb	γενική ενικού του γλυκοκοιμισμένη
γλυκοκοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γλυκοκοιμάμαι: που τον έχει πάρει γλυκά λυκά ο ύπνος και κοιμάται ανάλαφρα
γλυκοκοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοκοιμισμένος
γλυκοκοιτάγματα	=	γλυκοκοίταγμα
γλυκοκοιτάγματος	=	γλυκοκοίταγμα
γλυκοκοιτάζαμε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζαν	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζανε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζατε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζει	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζεις	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζετε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζοντας	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζουμε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζουν	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζουνε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάζω	verb	κοιτάζω κάποια ή κάποιον με ερωτική διάθεση, ρίχνω βλέμμα που δηλώνει τρυφερή ή υπαινικτική έλξη προς ένα πρόσωπο
γλυκοκοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξαν	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξανε	=	γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκοιτάζω
γλυκοκοιταγμάτων	=	γλυκοκοίταγμα
γλυκοκοιταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκοιταγμένο
γλυκοκοιταγμένε	verb	κλητική ενικού του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκοιταγμένη
γλυκοκοιταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιταγμένης	verb	γενική ενικού του γλυκοκοιταγμένη
γλυκοκοιταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιταγμένος	verb	που κάποια τον έχει γλυκοκοιτάξει (ή κάποιος την έχει γλυκκοιτάξει), για ερωτικό βλέμμα συνήθως
γλυκοκοιταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοκοιταγμένος
γλυκοκοιτώ	verb	άλλη μορφή του γλυκοκοιτάζω
γλυκοκολοκυθών	=	γλυκοκολοκύθα
γλυκοκολοκύθα	noun	είδος κολοκύθας
γλυκοκολοκύθας	=	γλυκοκολοκύθα
γλυκοκολοκύθες	=	γλυκοκολοκύθα
γλυκοκορτικοειδή	noun	μια από τις ομάδες των κορτικοειδών, δηλαδή των ορμονών που εκκρίνονται από το φλοιό των επινεφριδίων -ή συνθετικά ανάλογά τους
γλυκοκουβέντα	noun	κουβέντα που γίνεται με γλυκύτητα και ευπροσηγορία
γλυκοκουβέντας	noun	γενική ενικού του γλυκοκουβέντα
γλυκοκουβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκουβέντα
γλυκοκουβεντιάζω	verb|literary	κουβεντιάζω με τρόπο γλυκό και ευπροσήγορο
γλυκοκουβεντιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοκουβεντιάζω
γλυκοκουβεντιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκουβεντιασμένο
γλυκοκουβεντιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοκουβεντιασμένη
γλυκοκουβεντιασμένης	verb	γενική ενικού του γλυκοκουβεντιασμένη
γλυκολέμονα	=	γλυκολέμονο
γλυκολέμονο	noun	φρούτο με πράσινη φλούδα. που μοιάζει σε σχήμα, μέγεθος και υφή με λεμόνι αλλά που έχει γλυκύτερη γεύση
γλυκολέμονου	=	γλυκολέμονο
γλυκολέμονων	=	γλυκολέμονο
γλυκολύσεις	=	γλυκόλυση
γλυκολύσεων	=	γλυκόλυση
γλυκολών	=	γλυκόλη
γλυκομίλει	=	γλυκομιλώ
γλυκομίλημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γλυκομιλώ
γλυκομίλησα	=	γλυκομιλώ
γλυκομίλησαν	=	γλυκομιλώ
γλυκομίλησε	=	γλυκομιλώ
γλυκομίλησες	=	γλυκομιλώ
γλυκομίλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γλυκομίλητος	adv	με γλυκομίλητο τρόπο
γλυκομίλητε	adj	κλητική ενικού του γλυκομίλητος
γλυκομίλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκομίλητη
γλυκομίλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκομίλητος
γλυκομίλητης	adj	γενική ενικού του γλυκομίλητη
γλυκομίλητο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκομίλητος
γλυκομίλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκομίλητος
γλυκομίλητος	adj	που μιλάει γλυκά
γλυκομίλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκομίλητος
γλυκομίλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκομίλητος
γλυκομίλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκομίλητος
γλυκομηλιά	noun	γενικός χαρακτηρισμός μηλιάς που παράγει γλυκούς εύχυμους καρπούς σε αντίθεση με την ξινομηλιά
γλυκομηλιάς	=	γλυκομηλιά
γλυκομηλιές	=	γλυκομηλιά
γλυκομηλιών	=	γλυκομηλιά
γλυκομιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκομίλημα
γλυκομιλήματος	noun	γενική ενικού του γλυκομίλημα
γλυκομιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσαν	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλήσανε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκομιλώ
γλυκομιλεί	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλείς	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλείτε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκομίλημα
γλυκομιλούμε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούν	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούνε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσα	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσαμε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσαν	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσανε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσατε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσε	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλούσες	=	γλυκομιλώ
γλυκομιλώ	verb	μιλάω (σε κάποιον) γλυκά, με γλυκύτητα και προσήνεια
γλυκομιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλυκομιλάω / γλυκομιλώ
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητό
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητέ	adj	κλητική ενικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητής	adj	γενική ενικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητή
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητού	adj	γενική ενικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητό	adj	αιτιατική ενικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός	adj	αυτός που έχει υποστεί ωραία επεξεργασία με μόλυβδο υπό φωτιά και με πέλεκυ
γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητών	adj	γενική πληθυντικού του γλυκομολυβδοκαντηλοπελεκητός
γλυκομπίζελα	=	γλυκομπίζελο
γλυκομπίζελο	noun	συνώνυμο του ζαχαρομπίζελο
γλυκομπίζελου	=	γλυκομπίζελο
γλυκομπίζελων	=	γλυκομπίζελο
γλυκοπατάτα	noun	είδος πατάτας με γλυκιά γεύση
γλυκοπατάτας	noun	γενική ενικού του γλυκοπατάτα
γλυκοπατάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοπατάτα
γλυκοπατατών	noun	γενική πληθυντικού του γλυκοπατάτα
γλυκοπρωτεΐνες	=	γλυκοπρωτεΐνη
γλυκοπρωτεΐνη	noun	πρωτεΐνη που περιέχει υδατάνθρακες ομοιοπολικά συνδεδεμένους με πλευρικές αλυσίδες αμινοξέων
γλυκοπρωτεΐνης	=	γλυκοπρωτεΐνη
γλυκοπρωτεϊνικά	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικέ	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικές	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνική	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικής	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικοί	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικού	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικούς	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικό	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνικός	adj	που έχει σχέση με τη γλυκοπρωτεΐνη ή αναφέρεται σ’ αυτή
γλυκοπρωτεϊνικών	=	γλυκοπρωτεϊνικός
γλυκοπρωτεϊνών	=	γλυκοπρωτεΐνη
γλυκοπύρηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοπύρηνο
γλυκοπύρηνε	adj	κλητική ενικού του γλυκοπύρηνος
γλυκοπύρηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοπύρηνη
γλυκοπύρηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοπύρηνος
γλυκοπύρηνης	adj	γενική ενικού του γλυκοπύρηνη
γλυκοπύρηνο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκοπύρηνος
γλυκοπύρηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοπύρηνος
γλυκοπύρηνος	adj	που η ψίχα στο κουκούτσι του είναι γλυκιά
γλυκοπύρηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοπύρηνος
γλυκοπύρηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοπύρηνος
γλυκοπύρηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοπύρηνος
γλυκοσάλιαζα	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιαζαν	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιαζε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιαζες	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιασα	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιασαν	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιασε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιασες	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσάλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γλυκοσαλιάζω
γλυκοσίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοσίδη
γλυκοσίδη	noun	μόριο στο οποίο μια ομάδα σακχάρου (η γλυκόνη) συνδέεται με μια ομάδα χωρίς σάκχαρο (αγλυκόνη) με τη συνδρομή ενός ατόμου αζώτου ή οξυγόνου και έπειτα από υδρόλυση αποδίδει ένα σάκχαρο και ένα ή περισσότερα πρόσθετα προϊόντα
γλυκοσίδης	=	γλυκοσίδη
γλυκοσαλίζω	verb	νιώθω κάποια ικανοποίηση
γλυκοσαλιάζαμε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζαν	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζανε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζατε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζει	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζεις	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζετε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζοντας	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζουμε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζουν	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζουνε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάζω	verb	ποθώ πολύ κάτι, μου τρέχουν τα σάλια γι’ αυτό
γλυκοσαλιάσαμε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάσαν	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάσανε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάσατε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάσει	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοσάλιασμα
γλυκοσαλιάσματος	noun	γενική ενικού του γλυκοσάλιασμα
γλυκοσαλιάστε	=	γλυκοσαλιάζω
γλυκοσαλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκοσάλιασμα
γλυκοσαμίνες	=	γλυκοσαμίνη
γλυκοσαμίνη	noun	βιοχημική ένωση που προέρχεται από τη γλυκόζη και λειτουργεί ως βασικό δομικό συστατικό πολλών πολυσακχαριτών των ιστών στήριξης, ιδίως στον χόνδρο και σε άλλους συνδετικούς ιστούς
γλυκοσαμίνης	=	γλυκοσαμίνη
γλυκοσαμινών	=	γλυκοσαμίνη
γλυκοσιδών	=	γλυκοσίδη
γλυκοτιτίβιζα	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβιζαν	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβιζε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβιζες	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβισα	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβισαν	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβισε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτίβισες	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζαμε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζαν	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζανε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζατε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζει	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζεις	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζετε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζοντας	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζουμε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζουν	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζουνε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίζω	verb	τιτιβίζω γλυκά
γλυκοτιτιβίσαμε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίσαν	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίσανε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίσατε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίσει	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτιτιβίστε	=	γλυκοτιτιβίζω
γλυκοτραγουδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοτραγουδημένο
γλυκοτραγουδημένε	verb	κλητική ενικού του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοτραγουδημένη
γλυκοτραγουδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδημένης	verb	γενική ενικού του γλυκοτραγουδημένη
γλυκοτραγουδημένο	verb	αιτιατική ενικού του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γλυκοτραγουδώ
γλυκοτραγουδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοτραγουδημένος
γλυκοτραγουδώ	verb	τραγουδώ γλυκά, με τρυφερότητα
γλυκοτσούτσουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοτσούτσουνο
γλυκοτσούτσουνε	adj	κλητική ενικού του γλυκοτσούτσουνος
γλυκοτσούτσουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοτσούτσουνη
γλυκοτσούτσουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοτσούτσουνος
γλυκοτσούτσουνης	adj	γενική ενικού του γλυκοτσούτσουνη
γλυκοτσούτσουνο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκοτσούτσουνος
γλυκοτσούτσουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοτσούτσουνος
γλυκοτσούτσουνος	adj	γλυκούλης ή / και με καλές επιδόσεις στο σεξ
γλυκοτσούτσουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοτσούτσουνος
γλυκοτσούτσουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοτσούτσουνος
γλυκοτσούτσουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοτσούτσουνος
γλυκουλίνι	noun	προσφώνηση που δηλώνει τρυφερή και παιχνιδιάρικη διάθεση και στοργή προς προσφιλή πρόσωπα
γλυκουλίνια	=	γλυκουλίνι
γλυκοφέγγει	verb	γλυκοχαράζει, ξημερώνει, μόλις αρχίζει να φέγγει ο ήλιος
γλυκοφέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοφέγγει
γλυκοφέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφέγγει
γλυκοφίλα	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφίλαγε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφίλημα	noun	γλυκό, τρυφερό φιλί
γλυκοφίλησα	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφίλησαν	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφίλησε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφίλησες	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλά	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάει	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάμε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάν	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάνε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάς	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάτε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλάω	verb	άλλη γραφή του γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοφίλημα
γλυκοφιλήματος	noun	γενική ενικού του γλυκοφίλημα
γλυκοφιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσαν	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσανε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκοφίλημα
γλυκοφιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοφιλημένο
γλυκοφιλημένε	verb	κλητική ενικού του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοφιλημένη
γλυκοφιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλημένης	verb	γενική ενικού του γλυκοφιλημένη
γλυκοφιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γλυκοφιλώ
γλυκοφιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκοφιλημένος
γλυκοφιλούμε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούν	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούνε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσα	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσαμε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσαν	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσανε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσατε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσε	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλούσες	=	γλυκοφιλώ
γλυκοφιλώ	verb	φιλώ γλυκά, με τρυφερότητα
γλυκοφιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλυκοφιλάω / γλυκοφιλώ
γλυκοχάραμα	noun	το λυκαυγές, το πρώτο φως στον ουρανό πριν την ανατολή
γλυκοχαιρέτα	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρέταγε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρέτησα	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρέτησαν	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρέτησε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρέτησες	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετά	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάει	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάμε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάν	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάνε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάς	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάτε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετάω	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετήσαμε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετήσαν	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετήσανε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετήσατε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετήσει	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετήστε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούμε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούν	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούνε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσα	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσαμε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσαν	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσανε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσατε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσε	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετούσες	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαιρετώ	verb	χαιρετώ θερμά / γλυκά / τρυφερά
γλυκοχαιρετώντας	=	γλυκοχαιρετώ
γλυκοχαράζει	verb	προσωπικό ή απρόσωπο ρήμα ανατέλλει η καινούρια ημέρα με ρόδινο φως
γλυκοχαράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκοχάραμα
γλυκοχαράματος	noun	γενική ενικού του γλυκοχάραμα
γλυκοχαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυκοχαράζει
γλυκοχαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυκοχαράζει
γλυκοχαραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκοχάραμα
γλυκού	adj	γενική ενικού του γλυκός
γλυκούλα	=	γλυκούλης
γλυκούλας	=	γλυκούλης
γλυκούλες	=	γλυκούλης
γλυκούλη	=	γλυκούλης
γλυκούληδες	=	γλυκούλης
γλυκούληδων	=	γλυκούλης
γλυκούλης	adj	για κάποιον
γλυκούλικα	=	γλυκούλης
γλυκούλικε	=	γλυκούλικος
γλυκούλικες	=	γλυκούλικος
γλυκούλικη	=	γλυκούλικος
γλυκούλικης	=	γλυκούλικος
γλυκούλικο	=	γλυκούλης
γλυκούλικοι	=	γλυκούλικος
γλυκούλικος	adj	υποκοριστικό του γλυκός
γλυκούλικου	=	γλυκούλης
γλυκούλικους	=	γλυκούλικος
γλυκούλικων	=	γλυκούλης
γλυκούλο	=	γλυκούλης
γλυκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκός
γλυκούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκούτσικο
γλυκούτσικε	adj	κλητική ενικού του γλυκούτσικος
γλυκούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκούτσικη
γλυκούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκούτσικος
γλυκούτσικης	adj	γενική ενικού του γλυκούτσικη
γλυκούτσικια	=	γλυκούτσικος
γλυκούτσικιας	=	γλυκούτσικος
γλυκούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκούτσικος
γλυκούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκούτσικος
γλυκούτσικος	adj	που έχει μια απαλή γλυκύτητα
γλυκούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκούτσικος
γλυκούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκούτσικος
γλυκούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκούτσικος
γλυκυτήτων	=	γλυκύτητα
γλυκό	noun	παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής με γλυκιά γεύση, φτιαγμένο με ζάχαρη ή μέλι	adj	αιτιατική ενικού του γλυκός
γλυκόζες	=	γλυκόζη
γλυκόζη	noun	στερεό κρυσταλλικό σώμα, ευδιάλυτο στο νερό, με γλυκιά γεύση, που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και στην παρασκευή οινοπνεύματος
γλυκόζης	=	γλυκόζη
γλυκόηχα	=	γλυκόηχος
γλυκόηχε	=	γλυκόηχος
γλυκόηχες	=	γλυκόηχος
γλυκόηχη	=	γλυκόηχος
γλυκόηχης	=	γλυκόηχος
γλυκόηχο	=	γλυκόηχος
γλυκόηχοι	=	γλυκόηχος
γλυκόηχος	adj	που ακούγεται ευχάριστα
γλυκόηχου	=	γλυκόηχος
γλυκόηχους	=	γλυκόηχος
γλυκόηχων	=	γλυκόηχος
γλυκόλαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόλαλο
γλυκόλαλε	adj	κλητική ενικού του γλυκόλαλος
γλυκόλαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόλαλη
γλυκόλαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόλαλος
γλυκόλαλης	adj	γενική ενικού του γλυκόλαλη
γλυκόλαλο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόλαλος
γλυκόλαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόλαλος
γλυκόλαλος	adj	που ακούγεται όμορφα και γλυκά, ιδίως όταν τραγουδά
γλυκόλαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκόλαλος
γλυκόλαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόλαλος
γλυκόλαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκόλαλος
γλυκόλες	=	γλυκόλη
γλυκόλη	noun	διυδρική αλκοόλη που σχετίζεται με την αιθυλική αλκοόλη και χρησιμοποιείται σε αντιψυκτικά, απορρυπαντικά, βερνίκια, διαλύτες κ.λπ.
γλυκόλης	=	γλυκόλη
γλυκόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόλογο
γλυκόλογε	=	γλυκόλογος
γλυκόλογες	=	γλυκόλογος
γλυκόλογη	=	γλυκόλογος
γλυκόλογης	=	γλυκόλογος
γλυκόλογο	noun	η τρυφερή, γλυκιά κουβέντα, συνήθως η ερωτική
γλυκόλογοι	=	γλυκόλογος
γλυκόλογος	adj	για λόγια που γλυκαίνουν, όταν λέγονται
γλυκόλογου	noun	γενική ενικού του γλυκόλογο
γλυκόλογους	=	γλυκόλογος
γλυκόλογων	noun	γενική πληθυντικού του γλυκόλογο
γλυκόλυση	noun	διαδοχική ενζυματική διεργασία κατά την οποία η γλυκόζη μετατρέπεται σε πυροσταφυλικό οξύ με ταυτόχρονη παραγωγή μικρής ποσότητας ενέργειας
γλυκόλυσης	=	γλυκόλυση
γλυκόμηλα	=	γλυκόμηλο
γλυκόμηλο	noun	το γλυκό μήλο, το φιρίκι ή οποιαδήποτε ποικιλία με μήλα πιο γλυκά από το συνηθισμένο, ο καρπός της γλυκομηλιάς
γλυκόμηλου	=	γλυκόμηλο
γλυκόμηλων	=	γλυκόμηλο
γλυκόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόμορφο
γλυκόμορφε	adj	κλητική ενικού του γλυκόμορφος
γλυκόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόμορφη
γλυκόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόμορφος
γλυκόμορφης	adj	γενική ενικού του γλυκόμορφη
γλυκόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόμορφος
γλυκόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόμορφος
γλυκόμορφος	adj	που έχει όμορφα-αρμονικά χαρακτηριστικά, καλόσχημος
γλυκόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκόμορφος
γλυκόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόμορφος
γλυκόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκόμορφος
γλυκόξινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόξινο
γλυκόξινε	adj	κλητική ενικού του γλυκόξινος
γλυκόξινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόξινη
γλυκόξινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόξινος
γλυκόξινης	adj	γενική ενικού του γλυκόξινη
γλυκόξινο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόξινος
γλυκόξινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόξινος
γλυκόξινος	adj	που είναι ταυτόχρονα γλυκός και ξινός
γλυκόξινου	adj	γενική ενικού του γλυκόξινος
γλυκόξινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόξινος
γλυκόξινων	adj	γενική πληθυντικού του γλυκόξινος
γλυκόπικρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπικρο
γλυκόπικρε	adj	κλητική ενικού του γλυκόπικρος
γλυκόπικρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπικρη
γλυκόπικρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόπικρος
γλυκόπικρης	adj	γενική ενικού του γλυκόπικρη
γλυκόπικρο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόπικρος
γλυκόπικροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπικρος
γλυκόπικρος	adj	που είναι ταυτόχρονα γλυκός και πικρός ή (μεταφορικά, κατ’ επέκταση) ευχάριστος και δυσάρεστος
γλυκόπικρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκόπικρος
γλυκόπικρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόπικρος
γλυκόπικρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκόπικρος
γλυκόπιοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπιοτο
γλυκόπιοτε	adj	κλητική ενικού του γλυκόπιοτος
γλυκόπιοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπιοτη
γλυκόπιοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόπιοτος
γλυκόπιοτης	adj	γενική ενικού του γλυκόπιοτη
γλυκόπιοτο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόπιοτος
γλυκόπιοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπιοτος
γλυκόπιοτος	adj	που πίνεται με ευχαρίστηση
γλυκόπιοτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκόπιοτος
γλυκόπιοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόπιοτος
γλυκόπιοτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκόπιοτος
γλυκόπνοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπνοο
γλυκόπνοε	adj	κλητική ενικού του γλυκόπνοος
γλυκόπνοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπνοη
γλυκόπνοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόπνοος
γλυκόπνοης	adj	γενική ενικού του γλυκόπνοη
γλυκόπνοο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόπνοος
γλυκόπνοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόπνοος
γλυκόπνοος	adj	που πνέει απαλά, γλυκά
γλυκόπνοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκόπνοος
γλυκόπνοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόπνοος
γλυκόπνοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκόπνοος
γλυκόριζα	noun	ποώδες φυτό του οποίου οι ρίζες έχουν γλυκιά γεύση και χρησιμοποιούνται στη φαρμακοποιία, ζαχαροπλαστική, αρτοποιία κ.α.
γλυκόριζας	=	γλυκόριζα
γλυκόριζες	=	γλυκόριζα
γλυκόριζων	=	γλυκόριζα
γλυκόρριζα	=	γλυκόριζα
γλυκός	adj	που έχει τη γεύση της ζάχαρης, του μελιού
γλυκόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόφωνο
γλυκόφωνε	adj	κλητική ενικού του γλυκόφωνος
γλυκόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκόφωνη
γλυκόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκόφωνος
γλυκόφωνης	adj	γενική ενικού του γλυκόφωνη
γλυκόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκόφωνος
γλυκόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκόφωνος
γλυκόφωνος	adj	άλλη μορφή του γλυκύφωνος
γλυκόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκόφωνος
γλυκόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκόφωνος
γλυκόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκόφωνος
γλυκύ	noun	βλέπε γλυκός
γλυκύλαλα	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλε	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλες	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλη	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλης	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλο	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλοι	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλος	adj	άλλη μορφή του γλυκόλαλος
γλυκύλαλου	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλους	=	γλυκύλαλος
γλυκύλαλων	=	γλυκύλαλος
γλυκύμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκύμορφο
γλυκύμορφε	adj	κλητική ενικού του γλυκύμορφος
γλυκύμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκύμορφη
γλυκύμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκύμορφος
γλυκύμορφης	adj	γενική ενικού του γλυκύμορφη
γλυκύμορφο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκύμορφος
γλυκύμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκύμορφος
γλυκύμορφος	adj	που έχει όμορφα-αρμονικά χαρακτηριστικά, καλόσχημος
γλυκύμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκύμορφος
γλυκύμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκύμορφος
γλυκύμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκύμορφος
γλυκύριζα	=	γλυκόριζα
γλυκύρριζα	=	γλυκόριζα
γλυκύς	adj	μορφή του γλυκός
γλυκύτατα	=	γλυκύς
γλυκύτατε	=	γλυκύς
γλυκύτατες	=	γλυκύς
γλυκύτατη	=	γλυκύς
γλυκύτατης	=	γλυκύς
γλυκύτατο	=	γλυκύς
γλυκύτατοι	=	γλυκύς
γλυκύτατος	=	γλυκύς
γλυκύτατου	=	γλυκύς
γλυκύτατους	=	γλυκύς
γλυκύτατων	=	γλυκύς
γλυκύτερα	=	γλυκύς
γλυκύτερε	=	γλυκύς
γλυκύτερες	=	γλυκύς
γλυκύτερη	=	γλυκύς
γλυκύτερης	=	γλυκύς
γλυκύτερο	=	γλυκύς
γλυκύτεροι	=	γλυκύς
γλυκύτερος	=	γλυκύς
γλυκύτερου	=	γλυκύς
γλυκύτερους	=	γλυκύς
γλυκύτερων	=	γλυκύς
γλυκύτητα	noun	η ιδιότητα του γλυκού ή η σχετική αίσθηση
γλυκύτητας	=	γλυκύτητα
γλυκύτητες	=	γλυκύτητα
γλυκύφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκύφωνο
γλυκύφωνε	adj	κλητική ενικού του γλυκύφωνος
γλυκύφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυκύφωνη
γλυκύφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυκύφωνος
γλυκύφωνης	adj	γενική ενικού του γλυκύφωνη
γλυκύφωνο	adj	αιτιατική ενικού του γλυκύφωνος
γλυκύφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυκύφωνος
γλυκύφωνος	adj	που έχει γλυκιά, όμορφη φωνή
γλυκύφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυκύφωνος
γλυκύφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυκύφωνος
γλυκύφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυκύφωνος
γλυκών	adj	γενική πληθυντικού του γλυκός
γλυμένος	=	γλύφω
γλυμίζω	verb	λαξεύω, αφαιρώ με ειδικά εργαλεία τμήματα από έναν όγκο σκληρού υλικού, ξύλου ή πέτρας, για να δημιουργήσω ένα γλυπτό
γλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυμμένο
γλυμμένε	verb	κλητική ενικού του γλυμμένος
γλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυμμένη
γλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυμμένος
γλυμμένης	verb	γενική ενικού του γλυμμένη
γλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλυμμένος
γλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυμμένος
γλυμμένος	verb	που τον έχουν λαξέψει
γλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυμμένος
γλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλυμμένος
γλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυμμένος
γλυναδιωτισσών	=	γλυναδιώτισσα
γλυναδιώτισσα	noun	θηλυκό του Γλυναδιώτης, η Ναξιώτισσα που κατοικεί στο Γλυνάδο ή κατάγεται από το χωριό αυτό
γλυναδιώτισσας	=	γλυναδιώτισσα
γλυναδιώτισσες	=	γλυναδιώτισσα
γλυπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυπτό
γλυπτέ	adj	κλητική ενικού του γλυπτός
γλυπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυπτή
γλυπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυπτός
γλυπτής	adj	γενική ενικού του γλυπτή
γλυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυπτικό
γλυπτικέ	adj	κλητική ενικού του γλυπτικός
γλυπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυπτική
γλυπτική	noun	η τέχνη του γλύπτη, της δημιουργίας τρισδιάστατων ή ανάγλυφων κατασκευών και δημιουργημάτων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυπτικός
γλυπτικής	adj	γενική ενικού του γλυπτική
γλυπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυπτικός
γλυπτικού	adj	γενική ενικού του γλυπτικός
γλυπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυπτικός
γλυπτικό	adj	αιτιατική ενικού του γλυπτικός
γλυπτικός	adj	που έχει σχέση με τον γλύπτη ή τη γλυπτική ή αναφέρεται σ’ αυτά
γλυπτικών	adj	γενική πληθυντικού του γλυπτικός
γλυπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυπτός
γλυπτοθήκες	=	γλυπτοθήκη
γλυπτοθήκη	noun	μουσείο όπου εκτίθενται γλυπτά
γλυπτοθήκης	=	γλυπτοθήκη
γλυπτοθηκών	=	γλυπτοθήκη
γλυπτού	adj	γενική ενικού του γλυπτός
γλυπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυπτός
γλυπτριών	noun	γενική πληθυντικού του γλύπτρια
γλυπτό	adj	αιτιατική ενικού του γλυπτός	noun	Το αποτέλεσμα του γλύφειν: έργο τέχνης που αναπαριστά μια μορφή σε τρεις διαστάσεις.
γλυπτός	adj	που έχει γλυφεί, έχει λαξευτεί σε κάποιο (σχετικά σκληρό) υλικό
γλυπτών	adj	γενική πληθυντικού του γλυπτός
γλυσίνα	noun	είδος αναρριχώμενου φυτού με μοβ άνθη, (επιστημονική ονομασία: Wisteria sinensis)
γλυσίνας	=	γλυσίνα
γλυσίνες	=	γλυσίνη
γλυσίνη	noun	άλλη γραφή του γλυκίνη
γλυσίνης	=	γλυσίνη
γλυσινών	=	γλυσίνη
γλυστρίδα	noun	ποώδες και χαμηλό φυτό (Portulaca oleracea) με σαρκώδη φύλλα και τρυφερούς βλαστούς, που χρησιμοποιείται κυρίως ως ωμό εδώδιμο λαχανικό σε σαλάτες λόγω της δροσερής και ελαφρώς όξινης γεύσης του
γλυστρίδας	=	γλυστρίδα
γλυστρίδες	=	γλυστρίδα
γλυστρίδων	=	γλυστρίδα
γλυτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλύτωμα
γλυτωμέ	noun	κλητική ενικού του γλυτωμός
γλυτωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυτωμός
γλυτωμού	noun	γενική ενικού του γλυτωμός
γλυτωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλυτωμός
γλυτωμό	noun	αιτιατική ενικού του γλυτωμός
γλυτωμός	noun	το αποτέλεσμα τού γλυτώνω
γλυτωμών	noun	γενική πληθυντικού του γλυτωμός
γλυτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλύτωμα
γλυτώματος	noun	γενική ενικού του γλύτωμα
γλυτώναμε	=	γλυτώνω
γλυτώναν	=	γλυτώνω
γλυτώνανε	=	γλυτώνω
γλυτώνατε	=	γλυτώνω
γλυτώνει	=	γλυτώνω
γλυτώνεις	=	γλυτώνω
γλυτώνετε	=	γλυτώνω
γλυτώνοντας	=	γλυτώνω
γλυτώνουμε	=	γλυτώνω
γλυτώνουν	=	γλυτώνω
γλυτώνουνε	=	γλυτώνω
γλυτώνω	verb	ετυμολογική γραφή του γλιτώνω
γλυτώσαμε	=	γλυτώνω
γλυτώσαν	=	γλυτώνω
γλυτώσανε	=	γλυτώνω
γλυτώσατε	=	γλυτώνω
γλυτώσει	=	γλυτώνω
γλυτώστε	=	γλυτώνω
γλυφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυφό	adv	με γλυφό τρόπο, με γλυφότητα
γλυφάδα	noun	αλμυρότητα, που έχει την ιδιότητα του γλυφού, η γεύση της αλισάχνης
γλυφάδας	noun	γενική ενικού του γλυφάδα
γλυφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυφάδα
γλυφάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάναν	=	γλυφαίνω
γλυφάνανε	=	γλυφαίνω
γλυφάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφαίνω
γλυφέ	adj	κλητική ενικού του γλυφός
γλυφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυφή
γλυφή	noun	λάξευμα, σκάλισμα, σμίλευση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυφός
γλυφής	adj	γενική ενικού του γλυφή
γλυφίδα	noun	μικρό αιχμηρό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη λάξευση, για τη γλυφή, ή για το πέρασμα σε στενά διάκενα
γλυφίδας	=	γλυφίδα
γλυφίδες	=	γλυφίδα
γλυφίδων	=	γλυφίδα
γλυφίζαμε	=	γλυφίζω
γλυφίζαν	=	γλυφίζω
γλυφίζανε	=	γλυφίζω
γλυφίζατε	=	γλυφίζω
γλυφίζει	=	γλυφίζω
γλυφίζεις	=	γλυφίζω
γλυφίζετε	=	γλυφίζω
γλυφίζοντας	=	γλυφίζω
γλυφίζουμε	=	γλυφίζω
γλυφίζουν	=	γλυφίζω
γλυφίζουνε	=	γλυφίζω
γλυφίζω	verb	άλλη μορφή του γλυφαίνω
γλυφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίσαν	=	γλυφίζω
γλυφίσανε	=	γλυφίζω
γλυφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφίστε	=	γλυφίζω
γλυφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλυφίζω
γλυφαίναμε	=	γλυφαίνω
γλυφαίναν	=	γλυφαίνω
γλυφαίνανε	=	γλυφαίνω
γλυφαίνατε	=	γλυφαίνω
γλυφαίνει	=	γλυφαίνω
γλυφαίνεις	=	γλυφαίνω
γλυφαίνετε	=	γλυφαίνω
γλυφαίνοντας	=	γλυφαίνω
γλυφαίνουμε	=	γλυφαίνω
γλυφαίνουν	=	γλυφαίνω
γλυφαίνουνε	=	γλυφαίνω
γλυφαίνω	verb	γίνομαι ή είμαι γλυφός
γλυφαδιώτικα	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικε	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικες	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικη	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικης	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικο	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικοι	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Γλυφάδα ή τους κατοίκους της
γλυφαδιώτικου	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικους	=	γλυφαδιώτικος
γλυφαδιώτικων	=	γλυφαδιώτικος
γλυφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυφός
γλυφοσάτες	=	γλυφοσάτη
γλυφοσάτη	noun	οργανοφωσφορική ένωση που χρησιμοποιείται ως ζιζανιοκτόνο
γλυφοσάτης	=	γλυφοσάτη
γλυφοσατών	=	γλυφοσάτη
γλυφοτήτων	=	γλυφότητα
γλυφού	adj	γενική ενικού του γλυφός
γλυφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυφός
γλυφούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυφούτσικο
γλυφούτσικε	adj	κλητική ενικού του γλυφούτσικος
γλυφούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλυφούτσικη
γλυφούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλυφούτσικος
γλυφούτσικης	adj	γενική ενικού του γλυφούτσικη
γλυφούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του γλυφούτσικος
γλυφούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλυφούτσικος
γλυφούτσικος	adj	υποκοριστικό του γλυφός
γλυφούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλυφούτσικος
γλυφούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλυφούτσικος
γλυφούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλυφούτσικος
γλυφτήκαμε	=	γλύφομαι
γλυφτήκαν	=	γλύφομαι
γλυφτήκανε	=	γλύφομαι
γλυφτήκατε	=	γλύφομαι
γλυφτεί	=	γλύφομαι
γλυφτείτε	=	γλύφομαι
γλυφό	adj	αιτιατική ενικού του γλυφός
γλυφόμασταν	=	γλύφομαι
γλυφόμαστε	=	γλύφομαι
γλυφόμουν	=	γλύφομαι
γλυφόμουνα	=	γλύφομαι
γλυφόντουσαν	=	γλύφομαι
γλυφός	adj	κάπως αλμυρός
γλυφόσασταν	=	γλύφομαι
γλυφόσαστε	=	γλύφομαι
γλυφόσουν	=	γλύφομαι
γλυφόσουνα	=	γλύφομαι
γλυφόταν	=	γλύφομαι
γλυφότανε	=	γλύφομαι
γλυφότητα	noun	η ιδιότητα το γλυφού, το να είναι κάποιος ή κάτι γλυφό(ς)
γλυφότητας	=	γλυφότητα
γλυφότητες	=	γλυφότητα
γλυφών	adj	γενική πληθυντικού του γλυφός
γλυχαιμία	noun|archaic	άλλη μορφή του γλυκαιμία
γλωσσά	=	γλωσσάς
γλωσσάδες	=	γλωσσάς
γλωσσάδικα	=	γλωσσάς
γλωσσάδικο	=	γλωσσάς
γλωσσάδικου	=	γλωσσάς
γλωσσάδικων	=	γλωσσάς
γλωσσάδων	=	γλωσσάς
γλωσσάκι	=	γλώσσα
γλωσσάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσάριο
γλωσσάριο	noun	μικρο ερμηνευτικό λεξικό για ειδικούς όρους, για ορολογία
γλωσσάριου	=	γλωσσάριο
γλωσσάς	adj	που λέει πολλά με αυθάδη τρόπο, που βγάζει γλώσσα	noun	που είναι γλωσσάς
γλωσσέψαμε	=	γλωσσεύω
γλωσσέψαν	=	γλωσσεύω
γλωσσέψανε	=	γλωσσεύω
γλωσσέψατε	=	γλωσσεύω
γλωσσέψει	=	γλωσσεύω
γλωσσέψτε	=	γλωσσεύω
γλωσσήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλώσσημα
γλωσσήματος	noun	γενική ενικού του γλώσσημα
γλωσσίδα	noun	άλλη μορφή του γλωττίδα
γλωσσίδας	=	γλωσσίδα
γλωσσίδες	=	γλωσσίδα
γλωσσίδι	noun	οποιοδήποτε αντικείμενο το οποίο έχει σχήμα γλώσσας
γλωσσίδια	=	γλωσσίδι
γλωσσίδων	=	γλωσσίδα
γλωσσίτιδα	noun	οξύ ή χρόνιο φλεγμονώδες οίδημα της γλώσσας που μεταβάλλει την υφή, το χρώμα και τη λειτουργία της, συνήθως λόγω λοίμωξης, αλλεργίας ή ελλείψεων (βιταμινών, π.χ.
γλωσσίτιδας	=	γλωσσίτιδα
γλωσσίτιδες	=	γλωσσίτιδα
γλωσσίτιδων	=	γλωσσίτιδα
γλωσσίτικα	=	γλωσσίτικο
γλωσσίτικο	noun	εξαφανισμένη ράτσα προβάτου ενδημικού της Σκοπέλου
γλωσσίτικου	=	γλωσσίτικο
γλωσσίτικων	=	γλωσσίτικο
γλωσσίτσα	noun	η μικρή γλώσσα (σημασία: γλώσσα σε στόμα)
γλωσσίτσας	noun	γενική ενικού του γλωσσίτσα
γλωσσίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσίτσα
γλωσσαλγία	noun	πόνος στη γλώσσα
γλωσσαλγίας	noun	γενική ενικού του γλωσσαλγία
γλωσσαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσαλγία
γλωσσαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσαλγία
γλωσσαμυντορισμέ	noun	κλητική ενικού του γλωσσαμυντορισμός
γλωσσαμυντορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσαμυντορισμός
γλωσσαμυντορισμού	noun	γενική ενικού του γλωσσαμυντορισμός
γλωσσαμυντορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσαμυντορισμός
γλωσσαμυντορισμό	noun	αιτιατική ενικού του γλωσσαμυντορισμός
γλωσσαμυντορισμός	noun	η θεωρία και πρακτική ενός γλωσσαμύντορα, η προσπάθεια στήριξης και χρήσης της καθαρεύουσας ή αρχαιοπρεπούς γλώσσας
γλωσσαμυντορισμών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσαμυντορισμός
γλωσσαμυντόρων	=	γλωσσαμύντωρ
γλωσσαμύντορ	=	γλωσσαμύντωρ
γλωσσαμύντορα	=	γλωσσαμύντωρ
γλωσσαμύντορας	noun	ο υπέρμαχος της καθαρεύουσας
γλωσσαμύντορες	=	γλωσσαμύντωρ
γλωσσαμύντορος	=	γλωσσαμύντωρ
γλωσσαμύντωρ	noun|formal	παλιότερη, λόγια μορφή του γλωσσαμύντορας
γλωσσαρίου	noun	γενική ενικού του γλωσσάριο
γλωσσαρίων	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσάριο
γλωσσεύαμε	=	γλωσσεύω
γλωσσεύαν	=	γλωσσεύω
γλωσσεύανε	=	γλωσσεύω
γλωσσεύατε	=	γλωσσεύω
γλωσσεύει	=	γλωσσεύω
γλωσσεύεις	=	γλωσσεύω
γλωσσεύετε	=	γλωσσεύω
γλωσσεύοντας	=	γλωσσεύω
γλωσσεύουμε	=	γλωσσεύω
γλωσσεύουν	=	γλωσσεύω
γλωσσεύουνε	=	γλωσσεύω
γλωσσεύω	verb	φλυαρώ, πολυλογώ, ιδίως με αυθάδη τρόπο
γλωσσημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γλώσσημα
γλωσσηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσηματικό
γλωσσηματικέ	adj	κλητική ενικού του γλωσσηματικός
γλωσσηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσηματική
γλωσσηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλωσσηματικός
γλωσσηματικής	adj	γενική ενικού του γλωσσηματική
γλωσσηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσηματικός
γλωσσηματικού	adj	γενική ενικού του γλωσσηματικός
γλωσσηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσηματικός
γλωσσηματικό	adj	αιτιατική ενικού του γλωσσηματικός
γλωσσηματικός	adj	που έχει σχέση με το γλώσσημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
γλωσσηματικών	adj	γενική πληθυντικού του γλωσσηματικός
γλωσσιδιού	=	γλωσσίδι
γλωσσιδιών	=	γλωσσίδι
γλωσσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσικό
γλωσσικέ	adj	κλητική ενικού του γλωσσικός
γλωσσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσική
γλωσσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλωσσικός
γλωσσικής	adj	γενική ενικού του γλωσσική
γλωσσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσικός
γλωσσικού	adj	γενική ενικού του γλωσσικός
γλωσσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσικός
γλωσσικό	adj	αιτιατική ενικού του γλωσσικός
γλωσσικός	adj	ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο
γλωσσικών	adj	γενική πληθυντικού του γλωσσικός
γλωσσογεωγραφία	noun	γλωσσολογικός κλάδος που ασχολείται με τις διαλέκτους μιας γεωγραφικής περιοχής και τις μελετά
γλωσσογεωγραφίας	noun	γενική ενικού του γλωσσογεωγραφία
γλωσσογεωγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσογεωγραφία
γλωσσογεωγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσογεωγραφία
γλωσσογράφε	=	γλωσσογράφος
γλωσσογράφο	=	γλωσσογράφος
γλωσσογράφοι	=	γλωσσογράφος
γλωσσογράφος	noun	που ασχολείται με τη γλωσσογραφία συλλέγοντας και ερμηνεύοντας δύσχρηστες λέξεις, τις «γλώσσες»
γλωσσογράφου	=	γλωσσογράφος
γλωσσογράφους	=	γλωσσογράφος
γλωσσογράφων	=	γλωσσογράφος
γλωσσογραφία	noun	ο συγκεκριμένος τρόπος, (τεχνική), ερμηνείας και σχολιασμού απαρχαιωμένων γλωσσών ως και η γεωγραφική εξάπλωση αυτού του τρόπου από τους γλωσσογράφους
γλωσσογραφίας	=	γλωσσογραφία
γλωσσογραφίες	=	γλωσσογραφία
γλωσσογραφιών	=	γλωσσογραφία
γλωσσοδέτες	=	γλωσσοδέτης
γλωσσοδέτη	=	γλωσσοδέτης
γλωσσοδέτης	noun	σύνθετη λέξη ή σειρά λέξεων που είναι δύσκολο να προφερθεί με μεγάλη ταχύτητα, λόγω των παρηχήσεων ή των ελαφρών παραλλαγών στα φωνήεντα ή τα σύμφωνα που περιλαμβάνει.
γλωσσοδετών	=	γλωσσοδέτης
γλωσσοκοπάνα	noun	η γλωσσού, που μιλάει και πολύ και τσουχτερά, με αυθάδεια
γλωσσοκοπάνας	noun	γενική ενικού του γλωσσοκοπάνα
γλωσσοκοπάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοκοπάνα
γλωσσολογία	noun	η μελέτη της ανθρώπινης γλώσσας γενικά, αλλά και της κάθε επιμέρους γλώσσας
γλωσσολογίας	noun	γενική ενικού του γλωσσολογία
γλωσσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσολογία
γλωσσολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσολογικό	adv	εξετάζοντας κάτι από γλωσσολογική σκοπιά
γλωσσολογικέ	adj	κλητική ενικού του γλωσσολογικός
γλωσσολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσολογική
γλωσσολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλωσσολογικός
γλωσσολογικής	adj	γενική ενικού του γλωσσολογική
γλωσσολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσολογικός
γλωσσολογικού	adj	γενική ενικού του γλωσσολογικός
γλωσσολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσολογικός
γλωσσολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γλωσσολογικός
γλωσσολογικός	adj	ο σχετικός με την επισήμη της γλωσσολογίας
γλωσσολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γλωσσολογικός
γλωσσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσολογία
γλωσσολόγε	noun	κλητική ενικού του γλωσσολόγος
γλωσσολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γλωσσολόγος
γλωσσολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσολόγος
γλωσσολόγος	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στην δομή και την ιστορία, εξέλιξη της γλώσσας
γλωσσολόγου	noun	γενική ενικού του γλωσσολόγος
γλωσσολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσολόγος
γλωσσολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσολόγος
γλωσσομάθεια	noun	το να είναι κάποιος γλωσσομαθής, η ιδιότητα του γλωσσομαθούς
γλωσσομάθειας	noun	γενική ενικού του γλωσσομάθεια
γλωσσομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσομάθεια
γλωσσομαθές	=	γλωσσομαθής
γλωσσομαθή	=	γλωσσομαθής
γλωσσομαθής	adj	που γνωρίζει ικανοποιητικά ξένες γλώσσες
γλωσσομαθείς	=	γλωσσομαθής
γλωσσομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσομάθεια
γλωσσομαθούς	=	γλωσσομαθής
γλωσσομαθών	=	γλωσσομαθής
γλωσσοπίεστρο	noun	εργαλείο με το οποίο ένας γιατρός πιέζει τη γλώσσα προς τα κάτω, έτσι ώστε να μπορέσει να εξετάσει το εσωτερικό της στοματικής κοιλότητας
γλωσσοπλάστες	=	γλωσσοπλάστης
γλωσσοπλάστη	=	γλωσσοπλάστης
γλωσσοπλάστης	noun	αυτός που κατασκευάζει ή συνθέτει λέξεις
γλωσσοπλάστρια	noun	θηλυκό του γλωσσοπλάστης
γλωσσοπλάστριας	noun	γενική ενικού του γλωσσοπλάστρια
γλωσσοπλάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοπλάστρια
γλωσσοπλασία	noun	η λεξιπλασία
γλωσσοπλασίας	noun	γενική ενικού του γλωσσοπλασία
γλωσσοπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοπλασία
γλωσσοπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσοπλασία
γλωσσοπλαστία	noun	η εργασία ενός γλωσσοπλάστη
γλωσσοπλαστίας	noun	γενική ενικού του γλωσσοπλαστία
γλωσσοπλαστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοπλαστία
γλωσσοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοπλαστικό
γλωσσοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοπλαστική
γλωσσοπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστικής	adj	γενική ενικού του γλωσσοπλαστική
γλωσσοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστικού	adj	γενική ενικού του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με την γλωσσοπλαστία ή τον γλωσσοπλάστη ή αναφέρεται σ’ αυτά
γλωσσοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του γλωσσοπλαστικός
γλωσσοπλαστιών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσοπλαστία
γλωσσοπλαστριών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσοπλάστρια
γλωσσοπλαστών	=	γλωσσοπλάστης
γλωσσοτομία	noun|formal	το κόψιμο (τμήματος) της γλώσσας, ως πράξη επιβολής τιμωρίας
γλωσσοτομίας	noun	γενική ενικού του γλωσσοτομία
γλωσσοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοτομία
γλωσσοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του γλωσσοτομία
γλωσσοτρώγω	verb	μιλώ φθονερά για κάποιον και ζηλεύω την καλή του τύχη ή τις επιτυχίες του και ως εκ τούτου τον γρουσουζεύω
γλωσσοτρώω	verb	άλλη μορφή του γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάνε	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφάω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γλωσσοτρώγω
γλωσσοφαγιά	noun	η γρουσουζιά που οφείλεται στο ότι άλλοι "παίρνουν στο στόμα τους" κάποιον, μιλάνε φθονερά για αυτόν, τον ματιάζουν, τον βασκάνουν με όσα λένε για κάτι θετικό που έχει
γλωσσοφαγιάς	noun	γενική ενικού του γλωσσοφαγιά
γλωσσοφαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοφαγιά
γλωσσοφαγιών	=	γλωσσοφαγιά
γλωσσοφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοφαγωμένο
γλωσσοφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοφαγωμένη
γλωσσοφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφαγωμένης	verb	γενική ενικού του γλωσσοφαγωμένη
γλωσσοφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφαγωμένος	verb	που τον έχουν γλωσσοφάει, τον έχουν κακολογήσει
γλωσσοφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γλωσσοφαγωμένος
γλωσσοφιλώ	verb	φιλιέμαι με γλώσσα στο στόμα, (καταγλωττίζω)
γλωσσού	noun	θηλυκό του γλωσσάς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γλωσσάς
γλωσσούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσού
γλωσσούδικα	=	γλωσσάς
γλωσσούδικο	=	γλωσσάς
γλωσσούδικου	=	γλωσσάς
γλωσσούδικων	=	γλωσσάς
γλωσσούδων	=	γλωσσάς
γλωσσούς	=	γλωσσάς
γλωσσόφιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωσσόφιλο
γλωσσόφιλο	noun	φιλί στο οποίο χρησιμοποιείται και η γλώσσα με κάποιο τρόπο
γλωσσόφιλου	=	γλωσσόφιλο
γλωσσόφιλων	=	γλωσσόφιλο
γλωσσών	noun	γενική πληθυντικού του γλώσσα
γλωττίδα	noun	το άνοιγμα ανάμεσα στις φωνητικές πτυχές
γλωττίδας	=	γλωττίδα
γλωττίδες	=	γλωττίδα
γλωττίδων	=	γλωττίδα
γλωχίνα	noun	πέταλο αορτικής βαλβίδας
γλωχίνας	noun	γενική ενικού του γλωχίνα
γλωχίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλωχίνα
γλωχινών	noun	γενική πληθυντικού του γλωχίνα
γλόμπε	noun	κλητική ενικού του γλόμπος
γλόμπο	noun	αιτιατική ενικού του γλόμπος
γλόμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γλόμπος
γλόμπος	noun	το γυάλινο περίβλημα μιας λάμπας που φωτίζει
γλόμπου	noun	γενική ενικού του γλόμπος
γλόμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γλόμπος
γλόμπων	noun	γενική πληθυντικού του γλόμπος
γλύκα	noun	το χαρακτηριστικό του γλυκού ή/και απολαυστικού σε τρόφιμο, άνθρωπο, κατάσταση, συμπεριφορά κ.ά
γλύκαινα	=	γλυκαίνω
γλύκαιναν	=	γλυκαίνω
γλύκαινε	=	γλυκαίνω
γλύκαινες	=	γλυκαίνω
γλύκανα	=	γλυκαίνω
γλύκαναν	=	γλυκαίνω
γλύκανε	=	γλυκαίνω
γλύκανες	=	γλυκαίνω
γλύκανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γλυκαίνω
γλύκανσης	=	γλύκανση
γλύκας	noun	ο πολυαγαπημένος
γλύκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλύκα
γλύκιζα	=	γλυκίζω
γλύκιζαν	=	γλυκίζω
γλύκιζε	=	γλυκίζω
γλύκιζες	=	γλυκίζω
γλύκισα	=	γλυκίζω
γλύκισαν	=	γλυκίζω
γλύκισε	=	γλυκίζω
γλύκισες	=	γλυκίζω
γλύκισμα	noun	το γλυκό (παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής)
γλύμμα	noun	κοίλωμα ή σκάλισμα που γίνεται με γλυφή
γλύπτες	=	γλύπτης
γλύπτη	noun	αιτιατική ενικού του γλύπτης
γλύπτης	noun	καλλιτέχνης που δημιουργεί τριδιάστατα έργα σε σκληρό υλικό (όπως μάρμαρο, πέτρα, ξύλο, μέταλλο)
γλύπτρια	noun	θηλυκό του γλύπτης
γλύπτριας	noun	γενική ενικού του γλύπτρια
γλύπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλύπτρια
γλύστρα	noun	οποιοσδήποτε ολισθηρός τόπος
γλύστρας	=	γλύστρα
γλύστρες	=	γλύστρα
γλύτωμα	noun	άλλη μορφή του γλυτωμός
γλύτωνα	=	γλυτώνω
γλύτωναν	=	γλυτώνω
γλύτωνε	=	γλυτώνω
γλύτωνες	=	γλυτώνω
γλύτωσα	=	γλυτώνω
γλύτωσαν	=	γλυτώνω
γλύτωσε	=	γλυτώνω
γλύτωσες	=	γλυτώνω
γλύφα	noun	η γλυφάδα
γλύφαινα	=	γλυφαίνω
γλύφαιναν	=	γλυφαίνω
γλύφαινε	=	γλυφαίνω
γλύφαινες	=	γλυφαίνω
γλύφαμε	=	γλύφω
γλύφαν	=	γλύφω
γλύφανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλύφανο
γλύφαναν	=	γλυφαίνω
γλύφανε	=	γλυφαίνω
γλύφανες	=	γλυφαίνω
γλύφανο	noun	εργαλείο για λάξευση
γλύφανου	noun	γενική ενικού του γλύφανο
γλύφανων	noun	γενική πληθυντικού του γλύφανο
γλύφας	=	γλύφα
γλύφατε	=	γλύφω
γλύφε	=	γλύφω
γλύφει	=	γλύφω
γλύφεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλύφω
γλύφες	=	γλύφα
γλύφεσαι	=	γλύφομαι
γλύφεστε	=	γλύφομαι
γλύφεται	=	γλύφομαι
γλύφετε	=	γλύφω
γλύφιζα	=	γλυφίζω
γλύφιζαν	=	γλυφίζω
γλύφιζε	=	γλυφίζω
γλύφιζες	=	γλυφίζω
γλύφισα	=	γλυφίζω
γλύφισαν	=	γλυφίζω
γλύφισε	=	γλυφίζω
γλύφισες	=	γλυφίζω
γλύφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γλύφω
γλύφονται	=	γλύφομαι
γλύφονταν	=	γλύφομαι
γλύφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γλύφω
γλύφος	noun	η συγκεκριμένη εικαστική παρουσίαση συμβόλου (γράμματος, αριθμού, μαθηματικού συμβόλου, κλπ)
γλύφου	=	γλύφομαι
γλύφουμε	=	γλύφω
γλύφουν	=	γλύφω
γλύφουνε	=	γλύφω
γλύφτηκα	=	γλύφομαι
γλύφτηκαν	=	γλύφομαι
γλύφτηκε	=	γλύφομαι
γλύφτηκες	=	γλύφομαι
γλύφω	verb|dated	λαξεύω, επεξεργάζομαι την πέτρα ή άλλο σκληρό υλικό με σκοπό την παραγωγή ενός γλυπτού
γλύψαμε	=	γλύφω
γλύψαν	=	γλύφω
γλύψανε	=	γλύφω
γλύψατε	=	γλύφω
γλύψε	=	γλύφω
γλύψει	=	γλύφω
γλύψου	=	γλύφομαι
γλύψτε	=	γλύφω
γλώσσα	noun	ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, που αποτελεί το αισθητήριο όργανο της γεύσης.
γλώσσας	noun	γενική ενικού του γλώσσα
γλώσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γλώσσα
γλώσσευα	=	γλωσσεύω
γλώσσευαν	=	γλωσσεύω
γλώσσευε	=	γλωσσεύω
γλώσσευες	=	γλωσσεύω
γλώσσεψα	=	γλωσσεύω
γλώσσεψαν	=	γλωσσεύω
γλώσσεψε	=	γλωσσεύω
γλώσσεψες	=	γλωσσεύω
γλώσσημα	noun	απαρχαιωμένη λέξη που δεν γνωρίζουμε τη σημασία της και είναι αναγκαίο να την ερμηνεύσουμε
γν	abbrev	Γενικό Νοσοκομείο
γνάθε	noun	κλητική ενικού του γνάθος
γνάθο	noun	αιτιατική ενικού του γνάθος
γνάθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνάθος
γνάθος	noun	κόκκαλο του προσώπου που στηρίζει τα δόντια
γνάθου	noun	γενική ενικού του γνάθος
γνάθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γνάθος
γνάθων	noun	γενική πληθυντικού του γνάθος
γνάφαλα	=	γνάφαλο
γνάφαλο	noun	τα κομμάτια από τρίχες ή μαλλιά ζώων, τα οποία είναι κατάλληλα για κλώσιμο ή για γέμισμα μαξιλαριών, στρωμάτων κ.λπ.
γνέθαμε	=	γνέθω
γνέθαν	=	γνέθω
γνέθανε	=	γνέθω
γνέθατε	=	γνέθω
γνέθε	=	γνέθω
γνέθει	=	γνέθω
γνέθεις	=	γνέθω
γνέθετε	=	γνέθω
γνέθομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γνέθω
γνέθοντας	=	γνέθω
γνέθουμε	=	γνέθω
γνέθουν	=	γνέθω
γνέθουνε	=	γνέθω
γνέθω	verb	μετατρέπω σε μορφή νήματος μαλλί ή άλλο υλικό, χρησιμοποιώντας ανάλογο εργαλείο
γνέμα	noun	νεύμα
γνέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνέμα
γνέματος	noun	γενική ενικού του γνέμα
γνέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσαν	=	γνέθω
γνέσανε	=	γνέθω
γνέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσε	=	γνέθω
γνέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσιμο	noun	η διαδικασία που εκφράζει το ρήμα γνέθω, η διαδικασία μετατροπής βαμβακιού ή μαλλιού σε νήμα
γνέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέθω
γνέφαλα	=	γνέφαλο
γνέφαλο	noun	τα κομμάτια από τρίχες ή μαλλιά ζώων, τα οποία είναι κατάλληλα για κλώσιμο ή για γέμισμα μαξιλαριών, στρωμάτων κ.λπ.
γνέφαμε	=	γνέφω
γνέφαν	=	γνέφω
γνέφανε	=	γνέφω
γνέφατε	=	γνέφω
γνέφε	=	γνέφω
γνέφει	=	γνέφω
γνέφεις	=	γνέφω
γνέφετε	=	γνέφω
γνέφη	=	γνέφος
γνέφι	noun|literary	άλλη μορφή του γνέφος
γνέφια	=	γνέφι
γνέφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γνέφω
γνέφος	noun|literary	το σύννεφο
γνέφουμε	=	γνέφω
γνέφουν	=	γνέφω
γνέφουνε	=	γνέφω
γνέφους	=	γνέφος
γνέφω	verb	κάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι ή με τα μάτια συνεννοούμαι με κάποιον
γνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψαν	=	γνέφω
γνέψανε	=	γνέφω
γνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψε	=	γνέφω
γνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψιμο	noun	κίνηση του χεριού ή του κεφαλιού με την οποία απευθυνόμαστε σε κάποιον, συχνά για να τον καλέσουμε κοντά μας ή να του δώσουμε ένα άλλο μήνυμα
γνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνέφω
γνήσια	adv	με γνήσιο τρόπο, αληθινά
γνήσιας	=	γνήσιος
γνήσιε	=	γνήσιος
γνήσιες	=	γνήσιος
γνήσιο	=	γνήσιος
γνήσιοι	=	γνήσιος
γνήσιος	adj	που έχει τα αυθεντικά χαρακτηριστικά του είδους του, την προέλευση ή την ποιότητα που του αποδίδεται, που είναι αυτό που πραγματικά δηλώνεται, χωρίς να έχει νοθευτεί και χωρίς να αποτελεί απομίμηση
γνήσιου	=	γνήσιος
γνήσιους	=	γνήσιος
γνήσιων	=	γνήσιος
γνα	abbrev	Το Γ.Ν.Α. είναι το μεγαλύτερο νοσοκομείο της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, υπάγεται στο ΓΕΑ και έχει συμβληθεί με το ΕΣΥ
γναθιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γναθιαίος
γναθιαίας	adj	γενική ενικού του γναθιαία
γναθιαίε	adj	γναθιαίος, στην κλητική του ενικού
γναθιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθιαία
γναθιαίο	adj	γναθιαίος, στην αιτιατική του ενικού
γναθιαίοι	adj	γναθιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
γναθιαίος	adj	άλλη μορφή του γναθικός
γναθιαίου	adj	γενική ενικού του γναθιαίος
γναθιαίους	adj	γναθιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
γναθιαίων	=	γναθιαίος
γναθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθικό
γναθικέ	adj	κλητική ενικού του γναθικός
γναθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθική
γναθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γναθικός
γναθικής	adj	γενική ενικού του γναθική
γναθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γναθικός
γναθικού	adj	γενική ενικού του γναθικός
γναθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γναθικός
γναθικό	adj	αιτιατική ενικού του γναθικός
γναθικός	adj	που έχει σχέση με την γνάθο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν
γναθικών	adj	γενική πληθυντικού του γναθικός
γναθοπροσωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθοπροσωπικό
γναθοπροσωπικέ	adj	κλητική ενικού του γναθοπροσωπικός
γναθοπροσωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθοπροσωπική
γναθοπροσωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γναθοπροσωπικός
γναθοπροσωπικής	adj	γενική ενικού του γναθοπροσωπική
γναθοπροσωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γναθοπροσωπικός
γναθοπροσωπικού	adj	γενική ενικού του γναθοπροσωπικός
γναθοπροσωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γναθοπροσωπικός
γναθοπροσωπικό	adj	αιτιατική ενικού του γναθοπροσωπικός
γναθοπροσωπικός	adj	που αφορά τη γνάθο και το πρόσωπο
γναθοπροσωπικών	adj	γενική πληθυντικού του γναθοπροσωπικός
γναθοφόρα	=	γναθοφόρος
γναθοφόρας	=	γναθοφόρος
γναθοφόρε	=	γναθοφόρος
γναθοφόρες	=	γναθοφόρος
γναθοφόρο	=	γναθοφόρος
γναθοφόροι	=	γναθοφόρος
γναθοφόρος	adj	αυτός που φέρει γνάθο
γναθοφόρου	=	γναθοφόρος
γναθοφόρους	=	γναθοφόρος
γναθοφόρων	=	γναθοφόρος
γναθοχειρουργέ	noun	κλητική ενικού του γναθοχειρουργός
γναθοχειρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθοχειρουργικό
γναθοχειρουργικέ	adj	κλητική ενικού του γναθοχειρουργικός
γναθοχειρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γναθοχειρουργική
γναθοχειρουργική	noun	η χειρουργική της γνάθου και της γύρω περιοχής
γναθοχειρουργικής	adj	γενική ενικού του γναθοχειρουργική
γναθοχειρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γναθοχειρουργικός
γναθοχειρουργικού	adj	γενική ενικού του γναθοχειρουργικός
γναθοχειρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γναθοχειρουργικός
γναθοχειρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του γναθοχειρουργικός
γναθοχειρουργικός	adj	που έχει σχέση με τον γναθοχειρουργό ή τη γναθοχειρουργική ή αναφέρεται σ’ αυτά
γναθοχειρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του γναθοχειρουργικός
γναθοχειρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γναθοχειρουργός
γναθοχειρουργού	noun	γενική ενικού του γναθοχειρουργός
γναθοχειρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γναθοχειρουργός
γναθοχειρουργό	noun	αιτιατική ενικού του γναθοχειρουργός
γναθοχειρουργός	noun	ειδικός στη γναθοχειρουργική
γναθοχειρουργών	noun	γενική πληθυντικού του γναθοχειρουργός
γναφέα	=	γναφέας
γναφέας	noun|formal	βυρσοδέψης
γναφέων	=	γναφέας
γναφέως	=	γναφέας
γναφεία	=	γναφείο
γναφείο	noun|formal	βυρσοδεψείο
γναφείου	=	γναφείο
γναφείς	=	γναφέας
γναφείων	=	γναφείο
γναφευτικές	=	γναφευτική
γναφευτική	noun	η τέχνη του γναφέα
γναφευτικής	=	γναφευτική
γναφευτικών	=	γναφευτική
γνεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γνέμα
γνεσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνέσιμο
γνεσίματος	noun	γενική ενικού του γνέσιμο
γνεσιμάτων	=	γνέσιμο
γνεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνεσμένο
γνεσμένε	verb	κλητική ενικού του γνεσμένος
γνεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνεσμένη
γνεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνεσμένος
γνεσμένης	verb	γενική ενικού του γνεσμένη
γνεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του γνεσμένος
γνεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνεσμένος
γνεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γνέθω
γνεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γνεσμένος
γνεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γνεσμένος
γνεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γνεσμένος
γνευσίου	=	γνεύσιος
γνευσίους	=	γνεύσιος
γνευσίων	=	γνεύσιος
γνευσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνευσιακό
γνευσιακέ	adj	κλητική ενικού του γνευσιακός
γνευσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνευσιακή
γνευσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνευσιακός
γνευσιακής	adj	γενική ενικού του γνευσιακή
γνευσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνευσιακός
γνευσιακού	adj	γενική ενικού του γνευσιακός
γνευσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνευσιακός
γνευσιακό	adj	αιτιατική ενικού του γνευσιακός
γνευσιακός	adj	που έχει σχέση με τον γνεύσιο, ανήκει σ’ αυτόν, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον περιέχει
γνευσιακών	adj	γενική πληθυντικού του γνευσιακός
γνεφιού	=	γνέφι
γνεφιών	=	γνέφι
γνεφών	=	γνέφος
γνεψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνέψιμο
γνεψίματος	noun	γενική ενικού του γνέψιμο
γνεψιμάτων	=	γνέψιμο
γνεύσιε	=	γνεύσιος
γνεύσιο	=	γνεύσιος
γνεύσιοι	=	γνεύσιος
γνεύσιος	noun	είδος πετρώματος αρκετά διαδεδομένου, που μοιάζει με γρανίτη και που έχει σχηματιστεί από μεταμόρφωση πυριγενών αλλά και ιζηματογενών πετρωμάτων και περιέχει χαλαζία, άστριο κ.ά.
γνεύσιου	=	γνεύσιος
γνεύσιους	=	γνεύσιος
γνεύσιων	=	γνεύσιος
γνησιοτήτων	=	γνησιότητα
γνησιότητα	noun	η αυθεντικότητα, η ιδιότητα του γνήσιου
γνησιότητας	noun	γενική ενικού του γνησιότητα
γνησιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνησιότητα
γνοιάζει	=	γνοιασμένος
γνοιάζεσαι	=	γνοιασμένος
γνοιάζεστε	=	γνοιασμένος
γνοιάζεται	=	γνοιασμένος
γνοιάζομαι	=	γνοιασμένος
γνοιάζονται	=	γνοιασμένος
γνοιάζονταν	=	γνοιασμένος
γνοιάζουν	=	γνοιασμένος
γνοιάξει	=	γνοιασμένος
γνοιάξου	=	γνοιασμένος
γνοιάξουν	=	γνοιασμένος
γνοιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνοιάση
γνοιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του γνοιάση
γνοιάση	noun	έγνοια, φροντίδα, μέριμνα
γνοιάσης	noun	γενική ενικού του γνοιάση
γνοιάστηκα	=	γνοιασμένος
γνοιάστηκαν	=	γνοιασμένος
γνοιάστηκε	=	γνοιασμένος
γνοιάστηκες	=	γνοιασμένος
γνοιαζόμασταν	=	γνοιασμένος
γνοιαζόμαστε	=	γνοιασμένος
γνοιαζόμουν	=	γνοιασμένος
γνοιαζόμουνα	=	γνοιασμένος
γνοιαζόντουσαν	=	γνοιασμένος
γνοιαζόσασταν	=	γνοιασμένος
γνοιαζόσαστε	=	γνοιασμένος
γνοιαζόσουν	=	γνοιασμένος
γνοιαζόσουνα	=	γνοιασμένος
γνοιαζόταν	=	γνοιασμένος
γνοιαζότανε	=	γνοιασμένος
γνοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνοιασμένο
γνοιασμένε	verb	κλητική ενικού του γνοιασμένος
γνοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνοιασμένη
γνοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνοιασμένος
γνοιασμένης	verb	γενική ενικού του γνοιασμένη
γνοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γνοιασμένος
γνοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνοιασμένος
γνοιασμένος	verb	που έχει έγνοιες στο μυαλό του
γνοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γνοιασμένος
γνοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γνοιασμένος
γνοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γνοιασμένος
γνοιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστήκαν	=	γνοιασμένος
γνοιαστήκανε	=	γνοιασμένος
γνοιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνοιαστικό
γνοιαστικέ	adj	κλητική ενικού του γνοιαστικός
γνοιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνοιαστική
γνοιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνοιαστικός
γνοιαστικής	adj	γενική ενικού του γνοιαστική
γνοιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνοιαστικός
γνοιαστικού	adj	γενική ενικού του γνοιαστικός
γνοιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνοιαστικός
γνοιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του γνοιαστικός
γνοιαστικός	adj	που γνοιάζεται
γνοιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του γνοιαστικός
γνοιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνοιαστούνε	=	γνοιασμένος
γνοιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνοιάζομαι
γνωμάτευση	noun	η γνώμη, η εκτίμηση, η έγκυρη άποψη του ειδικού και αρμόδιου σε μια επιστήμη
γνωμάτευσης	noun	γενική ενικού του γνωμάτευση
γνωματεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμάτευση
γνωματεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του γνωμάτευση
γνωματεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του γνωμάτευση
γνωματεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωματεύω
γνωματεύω	verb	δίνω μία γνωμάτευση ως ειδικός επί ενός θέματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητά μου
γνωμηγέτες	=	γνωμηγέτης
γνωμηγέτη	=	γνωμηγέτης
γνωμηγέτης	noun	άλλη μορφή του γνωμηγήτορας
γνωμηγήτορα	=	γνωμηγήτορας
γνωμηγήτορας	noun	αυτός (άνθρωπος ή παράγοντας) που διαμορφώνει την κοινή γνώμη
γνωμηγήτορες	=	γνωμηγήτορας
γνωμηγετών	=	γνωμηγέτης
γνωμηγητόρων	=	γνωμηγήτορας
γνωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμικό
γνωμικέ	adj	κλητική ενικού του γνωμικός
γνωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμική
γνωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωμικός
γνωμικής	adj	γενική ενικού του γνωμική
γνωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωμικός
γνωμικού	adj	γενική ενικού του γνωμικός
γνωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωμικός
γνωμικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γνωμικός	noun	το απόφθεγμα, γνώμη παρουσιασμένη αξιωματικά
γνωμικός	adj	που έχει σχέση με μια αλήθεια γενικά αποδεκτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
γνωμικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωμικός
γνωμοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσαν	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσανε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμοδότηση
γνωμοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γνωμοδότηση
γνωμοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γνωμοδότηση
γνωμοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδοτεί	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτείς	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτείτε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμοδοτικό
γνωμοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμοδοτική
γνωμοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτικής	adj	γενική ενικού του γνωμοδοτική
γνωμοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτικού	adj	γενική ενικού του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτικός	adj	που έχει σχέση με την παροχή γνώμης από αρμόδιο και ειδικό άτομο, συμβούλιο, φορέα
γνωμοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωμοδοτικός
γνωμοδοτούμε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούν	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούνε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσα	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσαμε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσαν	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσανε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσατε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτούσες	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του γνωμοδότρια
γνωμοδοτώ	verb	δίνω ως ειδικός και αρμόδιος τη γνώμη μου για κάτι
γνωμοδοτών	=	γνωμοδότης
γνωμοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γνωμοδοτώ
γνωμοδότει	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδότες	=	γνωμοδότης
γνωμοδότη	=	γνωμοδότης
γνωμοδότης	noun	αυτός πως ως ειδικός σε κάτι εκφέρει γνώμη
γνωμοδότησα	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδότησαν	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδότησε	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδότησες	=	γνωμοδοτώ
γνωμοδότηση	noun	η εκφρασμένη έγκυρη γνώμη νομικού σώματος ή οργάνου, π.χ. του νομικού συμβουλίου του κράτους, ανώτερου δικαστικού, ανεξάρτητης αρχής κ.λπ.
γνωμοδότησης	noun	γενική ενικού του γνωμοδότηση
γνωμοδότρια	noun	θηλυκό του γνωμοδότης
γνωμοδότριας	noun	γενική ενικού του γνωμοδότρια
γνωμοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμοδότρια
γνωμολογήσαμε	=	γνωμολογώ
γνωμολογήσαν	=	γνωμολογώ
γνωμολογήσανε	=	γνωμολογώ
γνωμολογήσατε	=	γνωμολογώ
γνωμολογήσει	=	γνωμολογώ
γνωμολογήστε	=	γνωμολογώ
γνωμολογία	noun	συλλογή γνωμικών
γνωμολογίας	noun	γενική ενικού του γνωμολογία
γνωμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμολογία
γνωμολογεί	=	γνωμολογώ
γνωμολογείς	=	γνωμολογώ
γνωμολογείτε	=	γνωμολογώ
γνωμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμολογικό
γνωμολογικέ	adj	κλητική ενικού του γνωμολογικός
γνωμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωμολογική
γνωμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωμολογικός
γνωμολογικής	adj	γενική ενικού του γνωμολογική
γνωμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωμολογικός
γνωμολογικού	adj	γενική ενικού του γνωμολογικός
γνωμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωμολογικός
γνωμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γνωμολογικός
γνωμολογικός	adj	ο σχετικός με τη γνωμολογία
γνωμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωμολογικός
γνωμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γνωμολογία
γνωμολογούμε	=	γνωμολογώ
γνωμολογούν	=	γνωμολογώ
γνωμολογούνε	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσα	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσαμε	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσαν	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσανε	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσατε	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσε	=	γνωμολογώ
γνωμολογούσες	=	γνωμολογώ
γνωμολογώ	verb	συλλέγω γνωμικά
γνωμολογώντας	=	γνωμολογώ
γνωμολόγε	=	γνωμολόγος
γνωμολόγησα	=	γνωμολογώ
γνωμολόγησαν	=	γνωμολογώ
γνωμολόγησε	=	γνωμολογώ
γνωμολόγησες	=	γνωμολογώ
γνωμολόγο	=	γνωμολόγος
γνωμολόγοι	=	γνωμολόγος
γνωμολόγος	noun	που εκφράζεται με γνωμικά ή αποφθέγματα
γνωμολόγου	=	γνωμολόγος
γνωμολόγους	=	γνωμολόγος
γνωμολόγων	=	γνωμολόγος
γνωμόνων	=	γνώμονας
γνωμών	=	γνώμη
γνωρίζαμε	=	γνωρίζω
γνωρίζαν	=	γνωρίζω
γνωρίζανε	=	γνωρίζω
γνωρίζατε	=	γνωρίζω
γνωρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γνωρίζω
γνωρίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γνωρίζω
γνωρίζεσαι	=	γνωρίζω
γνωρίζεστε	=	γνωρίζω
γνωρίζεται	=	γνωρίζω
γνωρίζετε	=	γνωρίζω
γνωρίζομαι	verb	έχω σχέσεις, επαφή, γνωριμία με κάποιον
γνωρίζομε	=	γνωρίζω
γνωρίζον	=	γνωρίζων
γνωρίζοντα	=	γνωρίζων
γνωρίζονται	=	γνωρίζω
γνωρίζονταν	=	γνωρίζω
γνωρίζοντας	=	γνωρίζω
γνωρίζοντες	=	γνωρίζων
γνωρίζοντος	=	γνωρίζων
γνωρίζουμε	=	γνωρίζω
γνωρίζουν	=	γνωρίζω
γνωρίζουνε	=	γνωρίζω
γνωρίζουσα	adj	αυτή που γνωρίζει
γνωρίζουσας	=	γνωρίζων
γνωρίζουσες	=	γνωρίζων
γνωρίζω	verb	ξέρω
γνωρίζων	verb	αυτός που γνωρίζει
γνωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσαν	=	γνωρίζω
γνωρίσανε	=	γνωρίζω
γνωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώρισμα
γνωρίσματος	noun	γενική ενικού του γνώρισμα
γνωρίσομε	=	γνωρίζω
γνωρίσου	=	γνωρίζω
γνωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίσουνε	=	γνωρίζω
γνωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωρίστηκα	=	γνωρίζω
γνωρίστηκαν	=	γνωρίζω
γνωρίστηκε	=	γνωρίζω
γνωρίστηκες	=	γνωρίζω
γνωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνωριζουσών	=	γνωρίζων
γνωριζούσης	=	γνωρίζων
γνωριζόμασταν	=	γνωρίζω
γνωριζόμαστε	=	γνωρίζω
γνωριζόμουν	=	γνωρίζω
γνωριζόμουνα	=	γνωρίζω
γνωριζόντουσαν	=	γνωρίζω
γνωριζόντων	=	γνωρίζων
γνωριζόσασταν	=	γνωρίζω
γνωριζόσαστε	=	γνωρίζω
γνωριζόσουν	=	γνωρίζω
γνωριζόσουνα	=	γνωρίζω
γνωριζόταν	=	γνωρίζω
γνωριζότανε	=	γνωρίζω
γνωριμία	noun	η κοινωνική σχέση κατά την οποία γινόμαστε οικείοι με κάποιον άλλο
γνωριμίας	noun	γενική ενικού του γνωριμία
γνωριμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωριμία
γνωριμίων	=	γνωριμία
γνωριμιά	noun	γνωριμία
γνωριμιάς	=	γνωριμιά
γνωριμιές	=	γνωριμιά
γνωριμιών	noun	γενική πληθυντικού του γνωριμία
γνωριμότητα	noun|rare	η γνωριμία, η αναγνώριση
γνωρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γνώρισμα
γνωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωρισμένο
γνωρισμένε	=	γνωρισμένος
γνωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωρισμένη
γνωρισμένη	=	γνωρισμένος
γνωρισμένης	verb	γενική ενικού του γνωρισμένη
γνωρισμένο	=	γνωρισμένος
γνωρισμένοι	=	γνωρισμένος
γνωρισμένος	verb	που έχει γνωριστεί
γνωρισμένου	=	γνωρισμένος
γνωρισμένους	=	γνωρισμένος
γνωρισμένων	=	γνωρισμένος
γνωριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστήκαν	=	γνωρίζω
γνωριστήκανε	=	γνωρίζω
γνωριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωριστούνε	=	γνωρίζω
γνωριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γνωρίζομαι
γνωσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιακό
γνωσιακέ	adj	κλητική ενικού του γνωσιακός
γνωσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιακή
γνωσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωσιακός
γνωσιακής	adj	γενική ενικού του γνωσιακή
γνωσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωσιακός
γνωσιακού	adj	γενική ενικού του γνωσιακός
γνωσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωσιακός
γνωσιακό	adj	αιτιατική ενικού του γνωσιακός
γνωσιακός	adj	που έχει σχέση με τη γνώση ή αναφέρεται σ' αυτήν
γνωσιακών	adj	γενική πληθυντικού του γνωσιακός
γνωσιοεπιστήμες	=	γνωσιοεπιστήμη
γνωσιοεπιστήμη	noun	διεπιστημονικό πεδίο που ερευνά πώς ο ανθρώπινος νους —μέσα από νευρωνικές, ψυχολογικές, γλωσσικές και υπολογιστικές διεργασίες— παράγει, οργανώνει και χρησιμοποιεί τη γνώση
γνωσιοεπιστήμης	=	γνωσιοεπιστήμη
γνωσιοεπιστημών	=	γνωσιοεπιστήμη
γνωσιοθεωρία	noun	η γνωσιολογία
γνωσιοθεωρίας	=	γνωσιοθεωρία
γνωσιοθεωρίες	=	γνωσιοθεωρία
γνωσιοθεωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιοθεωρητικό
γνωσιοθεωρητικέ	adj	κλητική ενικού του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιοθεωρητική
γνωσιοθεωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωρητικής	adj	γενική ενικού του γνωσιοθεωρητική
γνωσιοθεωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωρητικού	adj	γενική ενικού του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωρητικός	adj	που έχει σχέση με τη γνωσιοθεωρία ή αναφέρεται σʼ αυτή
γνωσιοθεωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωσιοθεωρητικός
γνωσιοθεωριών	=	γνωσιοθεωρία
γνωσιολογία	noun	ο κλάδος της φιλοσοφίας που διερευνά τα ερωτήματα τα σχετικά με το δυνατό και τις πηγές της γνώσης
γνωσιολογίας	noun	γενική ενικού του γνωσιολογία
γνωσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιολογία
γνωσιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιολογικό	adv	όσον αφορά τη γνωσιολογία
γνωσιολογικέ	adj	κλητική ενικού του γνωσιολογικός
γνωσιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωσιολογική
γνωσιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωσιολογικός
γνωσιολογικής	adj	γενική ενικού του γνωσιολογική
γνωσιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωσιολογικός
γνωσιολογικού	adj	γενική ενικού του γνωσιολογικός
γνωσιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωσιολογικός
γνωσιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γνωσιολογικός
γνωσιολογικός	adj	που αναφέρεται στη γνωσιολογία
γνωσιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωσιολογικός
γνωσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γνωσιολογία
γνωστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστό
γνωστέ	adj	κλητική ενικού του γνωστός
γνωστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστή
γνωστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστός
γνωστής	adj	γενική ενικού του γνωστή
γνωστεύω	verb	βάζω μυαλό, γίνομαι γνωστικός, παύω να είμαι ίσως επιπόλαιος ή οτιδήποτε αλλο θεωρούσα ότι δεν έδειχνε εξυπνάδα από πλευράς μου
γνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γνωστικός	adv	με γνωστικό τρόπο, με τον τρόπο του γνωστικού
γνωστικέ	adj	κλητική ενικού του γνωστικός
γνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστική
γνωστική	noun	το τι συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστικός
γνωστικής	adj	γενική ενικού του γνωστική
γνωστικισμέ	noun	κλητική ενικού του γνωστικισμός
γνωστικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωστικισμός
γνωστικισμού	noun	γενική ενικού του γνωστικισμός
γνωστικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γνωστικισμός
γνωστικισμό	noun	αιτιατική ενικού του γνωστικισμός
γνωστικισμός	noun	ένα θρησκευτικό και φιλοσοφικό κίνημα των πρώτων χριστιανικών αιώνων που συνδύαζε στοιχεία από τον Χριστιανισμό, την ελληνική φιλοσοφία και ανατολικές θρησκευτικές παραδόσεις και το οποίο πίστευε ότι η σωτηρία προκύπτει μέσω της «γνώσης» του θείου, δηλαδή μέσω μιας εσωτερικής, μυστικιστικής και βιωματικής αποκάλυψης της θείας αλήθειας
γνωστικισμών	noun	γενική πληθυντικού του γνωστικισμός
γνωστικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστικιστικό
γνωστικιστικέ	adj	κλητική ενικού του γνωστικιστικός
γνωστικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστικιστική
γνωστικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστικιστικός
γνωστικιστικής	adj	γενική ενικού του γνωστικιστική
γνωστικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωστικιστικός
γνωστικιστικού	adj	γενική ενικού του γνωστικιστικός
γνωστικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωστικιστικός
γνωστικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του γνωστικιστικός
γνωστικιστικός	adj	που αναφέρεται ή ακολουθεί τη διδασκαλία του γνωστικισμού
γνωστικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωστικιστικός
γνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωστικός
γνωστικού	adj	γενική ενικού του γνωστικός
γνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωστικός
γνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του γνωστικός
γνωστικός	adj	που αναφέρεται στη γνώση ή στη διαδικασία με την οποία αποκτάται	noun	ο οπαδός της διδασκαλίας του γνωστικισμού
γνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του γνωστικός
γνωστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωστός
γνωστοποίησα	=	γνωστοποιώ
γνωστοποίησαν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποίησε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποίησες	=	γνωστοποιώ
γνωστοποίηση	noun	η ενημέρωση αρμοδίων, υπευθύνων ή γενικά του πολίτη για κάτι που χρειάζεται να ξέρει, η κοινοποίηση, η ανακοίνωση
γνωστοποίησης	=	γνωστοποίηση
γνωστοποιήθηκα	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιήθηκαν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιήθηκε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιήθηκες	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιήσαμε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσαν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσανε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσατε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσει	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσεις	=	γνωστοποίηση
γνωστοποιήσετε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσεων	=	γνωστοποίηση
γνωστοποιήσεως	=	γνωστοποίηση
γνωστοποιήσου	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιήσουμε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσουν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσουνε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήστε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιήσω	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιεί	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιείς	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιείσαι	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιείστε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιείται	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιείτε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιείτο	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιηθήκαμε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιηθήκαν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιηθήκανε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιηθήκατε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιηθεί	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιηθείς	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιηθείτε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιηθούμε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιηθούν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιηθούνε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιηθώ	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστοποιημένο
γνωστοποιημένε	verb	κλητική ενικού του γνωστοποιημένος
γνωστοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνωστοποιημένη
γνωστοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνωστοποιημένος
γνωστοποιημένης	verb	γενική ενικού του γνωστοποιημένη
γνωστοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του γνωστοποιημένος
γνωστοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνωστοποιημένος
γνωστοποιημένος	verb	που τον έχουν καταστήσει γνωστό, που έχει δημοσιοποιηθεί, ανακοινωθεί, που κάποιοι έχουν ενημερωθεί για αυτόν
γνωστοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γνωστοποιημένος
γνωστοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γνωστοποιημένος
γνωστοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γνωστοποιημένος
γνωστοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γνωστοποιώ
γνωστοποιούμασταν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούμαστε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούμε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούμενος	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούμουν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούμουνα	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούνε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούνται	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούνταν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούντο	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσα	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσαμε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσαν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσανε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσασταν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούσαστε	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούσατε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσες	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιούσουν	=	γνωστοποιούμαι
γνωστοποιούσουνα	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόμασταν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόμαστε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόμουν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόμουνα	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόνταν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόντανε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόντουσαν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόσασταν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόσαστε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόσουν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόσουνα	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιόταν	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιότανε	=	γνωστοποιώ
γνωστοποιώ	verb	κάνω γνωστό κάτι σε κάποιον, πληροφορώ για κάτι
γνωστοποιώντας	=	γνωστοποιώ
γνωστού	adj	γενική ενικού του γνωστός
γνωστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνωστός
γνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του γνώστρια
γνωστό	adj	αιτιατική ενικού του γνωστός
γνωστός	adj	που τον γνωρίζουμε ή τον αναγνωρίζουμε ή θεωρείται συνηθισμένος	noun	κάποιος που τον γνωρίζω καλά ή τον έχω συναντήσει ή μας έχουν συστήσει
γνωστότατα	=	γνωστότατος
γνωστότατε	=	γνωστότατος
γνωστότατες	=	γνωστότατος
γνωστότατη	=	γνωστότατος
γνωστότατης	=	γνωστότατος
γνωστότατο	=	γνωστότατος
γνωστότατοι	=	γνωστότατος
γνωστότατος	adj	γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο
γνωστότατου	=	γνωστότατος
γνωστότατους	=	γνωστότατος
γνωστότατων	=	γνωστότατος
γνωστών	adj	γενική πληθυντικού του γνωστός
γνόφος	noun	σκοτεινιά, αντάρα, ομίχλη, θυελλώδης καιρός
γνώμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώμη
γνώμη	noun	η άποψη κάποιου για ένα ζήτημα
γνώμης	=	γνώμη
γνώμονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γνώμονας
γνώμονας	noun	όργανο που χαράζει ορθές γωνίες ή κάθετες γραμμές
γνώμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώμονας
γνώμων	=	νηογνώμων
γνώρα	noun	το να γνωρίζουμε κάποιον
γνώρας	noun	γενική ενικού του γνώρα
γνώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώρα
γνώριζα	=	γνωρίζω
γνώριζαν	=	γνωρίζω
γνώριζε	=	γνωρίζω
γνώριζες	=	γνωρίζω
γνώριμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώριμο
γνώριμε	adj	κλητική ενικού του γνώριμος
γνώριμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώριμη
γνώριμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γνώριμος
γνώριμης	adj	γενική ενικού του γνώριμη
γνώριμο	adj	αιτιατική ενικού του γνώριμος
γνώριμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γνώριμος
γνώριμος	adj	που τον γνωρίζει κάποιος, που ίσως τον συναναστρέφεται ίσως και όχι, πάντως έχει κάποια σχέση με αυτόν, τον έχει γνωρίσει στο παρελθόν
γνώριμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γνώριμος
γνώριμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γνώριμος
γνώριμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γνώριμος
γνώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γνωρίζω
γνώρισαν	=	γνωρίζω
γνώρισε	=	γνωρίζω
γνώρισες	=	γνωρίζω
γνώρισμα	noun	χαρακτηριστικό, κάτι που εμφανίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα ή κατηγορία και μας επιτρέπει να το αναγνωρίσουμε και να το διακρίνουμε από άλλα
γνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώση
γνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γνώση
γνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γνώση
γνώση	noun	το να γνωρίζει κάποιος κάτι
γνώσης	noun	γενική ενικού του γνώση
γνώστες	=	γνώστης
γνώστη	=	γνώστης
γνώστης	noun	κάποιος που γνωρίζει καλά, έχει εμπειρία ή καλή γνώση κάποιου θέματος ή προσώπου
γνώστρια	noun	κάποια που γνωρίζει καλά, έχει εμπειρία ή καλή γνώση κάποιου θέματος ή προσώπου
γνώστριας	noun	γενική ενικού του γνώστρια
γνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γνώστρια
γοήτευα	=	γοητεύω
γοήτευαν	=	γοητεύω
γοήτευε	=	γοητεύω
γοήτευες	=	γοητεύω
γοήτευσα	=	γοητεύω
γοήτευσαν	=	γοητεύω
γοήτευσε	=	γοητεύω
γοήτευσες	=	γοητεύω
γοήτεψα	=	γοητεύω
γοήτεψαν	=	γοητεύω
γοήτεψε	=	γοητεύω
γοήτεψες	=	γοητεύω
γοβάκι	noun	υποκοριστικό του γόβα
γοβάκια	=	γοβάκι
γοβίτσα	noun	υποκοριστικό του γόβα
γοβίτσας	noun	γενική ενικού του γοβίτσα
γοβίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοβίτσα
γογγητό	=	γογγυτό
γογγυλιού	=	γογγύλι
γογγυλιών	=	γογγύλι
γογγυλών	=	γογγύλη
γογγυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γόγγυσμα
γογγυσμέ	noun	κλητική ενικού του γογγυσμός
γογγυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γογγυσμός
γογγυσμού	noun	γενική ενικού του γογγυσμός
γογγυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γογγυσμός
γογγυσμό	noun	αιτιατική ενικού του γογγυσμός
γογγυσμός	noun	βογκητό από πόνο, δυσφορία ή αγανάκτηση
γογγυσμών	noun	γενική πληθυντικού του γογγυσμός
γογγυτά	=	γογγυτό
γογγυτού	=	γογγυτό
γογγυτό	noun	ο γογγυσμός, το παράπονο, το βογκητό, ο βαθύς στεναγμός από ηδονή ή πόνο, η άναρθρη φωνή
γογγυτών	=	γογγυτό
γογγύζαμε	=	γογγύζω
γογγύζαν	=	γογγύζω
γογγύζανε	=	γογγύζω
γογγύζατε	=	γογγύζω
γογγύζει	=	γογγύζω
γογγύζεις	=	γογγύζω
γογγύζετε	=	γογγύζω
γογγύζομε	=	γογγύζω
γογγύζοντας	=	γογγύζω
γογγύζουμε	=	γογγύζω
γογγύζουν	=	γογγύζω
γογγύζουνε	=	γογγύζω
γογγύζω	verb	εκφράζω παράπονο, αγανάκτηση ή δυσφορία (ενίοτε και με λαρυγγισμούς)
γογγύλες	=	γογγύλη
γογγύλη	noun|formal	άλλη μορφή του γογγύλι
γογγύλης	=	γογγύλη
γογγύλι	noun	ποώδες φυτό της οικογένειας των Σταυρανθών, συγγενές του λάχανου
γογγύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γογγύλι
γογγύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξομε	=	γογγύζω
γογγύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξουνε	=	γογγύζω
γογγύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γογγύζω
γογγύσαμε	=	γογγύζω
γογγύσαν	=	γογγύζω
γογγύσανε	=	γογγύζω
γογγύσατε	=	γογγύζω
γογγύσει	=	γογγύζω
γογγύσεις	=	γογγύζω
γογγύσετε	=	γογγύζω
γογγύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόγγυσμα
γογγύσματος	noun	γενική ενικού του γόγγυσμα
γογγύσομε	=	γογγύζω
γογγύσουμε	=	γογγύζω
γογγύσουν	=	γογγύζω
γογγύσουνε	=	γογγύζω
γογγύστε	=	γογγύζω
γογγύσω	=	γογγύζω
γογγύχτε	=	γογγύζω
γοδέρω	verb	ευημερώ, απολαμβάνω τα αγαθά της ζωής
γοεβ	abbrev	Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων
γοερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοερό	adv	θρηνητικά, με γογγυτά, με έντονους λυγμούς, με βογκητό ηχηρό
γοερέ	adj	κλητική ενικού του γοερός
γοερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοερή
γοερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοερός
γοερής	adj	γενική ενικού του γοερή
γοεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοερός
γοερού	adj	γενική ενικού του γοερός
γοερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γοερός
γοερό	adj	αιτιατική ενικού του γοερός
γοερός	adj	ο έντονα θρηνητικός
γοερών	adj	γενική πληθυντικού του γοερός
γοησσών	noun	γενική πληθυντικού του γόησσα
γοητέψαμε	=	γοητεύω
γοητέψατε	=	γοητεύω
γοητέψει	=	γοητεύω
γοητέψεις	=	γοητεύω
γοητέψετε	=	γοητεύω
γοητέψομε	=	γοητεύω
γοητέψου	=	γοητεύω
γοητέψουμε	=	γοητεύω
γοητέψουν	=	γοητεύω
γοητέψουνε	=	γοητεύω
γοητέψτε	=	γοητεύω
γοητέψω	=	γοητεύω
γοητεία	noun	η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
γοητείας	noun	γενική ενικού του γοητεία
γοητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοητεία
γοητειών	noun	γενική πληθυντικού του γοητεία
γοητευθήκαμε	=	γοητεύω
γοητευθήκαν	=	γοητεύω
γοητευθήκανε	=	γοητεύω
γοητευθήκατε	=	γοητεύω
γοητευθεί	=	γοητεύω
γοητευθείς	=	γοητεύω
γοητευθείτε	=	γοητεύω
γοητευθούμε	=	γοητεύω
γοητευθούν	=	γοητεύω
γοητευθούνε	=	γοητεύω
γοητευθώ	=	γοητεύω
γοητευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοητευμένο
γοητευμένε	verb	κλητική ενικού του γοητευμένος
γοητευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοητευμένη
γοητευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοητευμένος
γοητευμένης	verb	γενική ενικού του γοητευμένη
γοητευμένο	verb	αιτιατική ενικού του γοητευμένος
γοητευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοητευμένος
γοητευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γοητεύω
γοητευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γοητευμένος
γοητευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γοητευμένος
γοητευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γοητευμένος
γοητευτήκαμε	=	γοητεύω
γοητευτήκαν	=	γοητεύω
γοητευτήκανε	=	γοητεύω
γοητευτήκατε	=	γοητεύω
γοητευτεί	=	γοητεύω
γοητευτείς	=	γοητεύω
γοητευτείτε	=	γοητεύω
γοητευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοητευτικό	adv	με γοητευτικό τρόπο, γοητεύοντας ή προσπαθώντας να γοητεύσει
γοητευτικέ	adj	κλητική ενικού του γοητευτικός
γοητευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοητευτική
γοητευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοητευτικός
γοητευτικής	adj	γενική ενικού του γοητευτική
γοητευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοητευτικός
γοητευτικού	adj	γενική ενικού του γοητευτικός
γοητευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γοητευτικός
γοητευτικό	adj	αιτιατική ενικού του γοητευτικός
γοητευτικός	adj	που έχει γοητεία, που γοητεύει ή προσπαθεί να γοητεύσει
γοητευτικών	adj	γενική πληθυντικού του γοητευτικός
γοητευτούμε	=	γοητεύω
γοητευτούν	=	γοητεύω
γοητευτούνε	=	γοητεύω
γοητευτώ	=	γοητεύω
γοητευόμασταν	=	γοητεύω
γοητευόμαστε	=	γοητεύω
γοητευόμουν	=	γοητεύω
γοητευόμουνα	=	γοητεύω
γοητευόντουσαν	=	γοητεύω
γοητευόσασταν	=	γοητεύω
γοητευόσαστε	=	γοητεύω
γοητευόσουν	=	γοητεύω
γοητευόσουνα	=	γοητεύω
γοητευόταν	=	γοητεύω
γοητευότανε	=	γοητεύω
γοητεύαμε	=	γοητεύω
γοητεύαν	=	γοητεύω
γοητεύανε	=	γοητεύω
γοητεύατε	=	γοητεύω
γοητεύει	=	γοητεύω
γοητεύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γοητεύω
γοητεύεσαι	=	γοητεύω
γοητεύεστε	=	γοητεύω
γοητεύεται	=	γοητεύω
γοητεύετε	=	γοητεύω
γοητεύθηκα	=	γοητεύω
γοητεύθηκαν	=	γοητεύω
γοητεύθηκε	=	γοητεύω
γοητεύθηκες	=	γοητεύω
γοητεύομαι	=	γοητεύω
γοητεύομε	=	γοητεύω
γοητεύονται	=	γοητεύω
γοητεύονταν	=	γοητεύω
γοητεύοντας	=	γοητεύω
γοητεύου	=	γοητεύω
γοητεύουμε	=	γοητεύω
γοητεύουν	=	γοητεύω
γοητεύουνε	=	γοητεύω
γοητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσαν	=	γοητεύω
γοητεύσανε	=	γοητεύω
γοητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσομε	=	γοητεύω
γοητεύσου	=	γοητεύω
γοητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσουνε	=	γοητεύω
γοητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γοητεύω
γοητεύτε	=	γοητεύω
γοητεύτηκα	=	γοητεύω
γοητεύτηκαν	=	γοητεύω
γοητεύτηκε	=	γοητεύω
γοητεύτηκες	=	γοητεύω
γοητεύω	verb	ελκύω ερωτικά
γοκ	abbrev	Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός
γολάνα	noun	λαιμαριά ζώων
γολέτα	noun	δικάταρτο ιστιοφόρο
γολέτας	noun	γενική ενικού του γολέτα
γολέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γολέτα
γολέττα	noun	άλλη γραφή του γολέτα
γολέττας	noun	γενική ενικού του γολέττα
γολέττες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γολέττα
γολγοθά	=	γολγοθάς
γολγοθάδες	=	γολγοθάς
γολγοθάδων	=	γολγοθάς
γολγοθάς	noun	ακολουθία δυσκολιών και ταλαιπωριών που συμβαίνουν σε κάποιον
γολεττών	noun	γενική πληθυντικού του γολέττα
γολετών	noun	γενική πληθυντικού του γολέτα
γομάρι	noun	φορτίο που μεταφέρεται από ζώο
γομάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γομάρι
γομαλάκα	noun	ρητίνη που προέρχεται από έντομο που ζει σε κλαδιά δέντρων της Νότιας Αμερικής και χρησιμοποιείται κυρίως σαν βερνίκι
γομαλάκας	=	γομαλάκα
γομαλάκες	=	γομαλάκα
γομαλάκων	=	γομαλάκα
γομαλάστιχα	noun|dated	άλλη μορφή του γομολάστιχα
γομαράκι	noun	για κάποιον (πιθανόν και άξεστο) μεγαλόσωμο άνδρα, αλλά όχι αρκετά μεγαλόσωμο ώστε να χαρακτηριστεί γομάρι
γομαράκια	=	γομαράκι
γομαριού	=	γομάρι
γομαριών	=	γομάρι
γομολάστιχα	noun	το αντικείμενο φτιαγμένο από καουτσούκ ή άλλη σχετική ελαστική ύλη, με το οποίο σβήνουμε κάτι το οποίο έχει γραφτεί (με μολύβι, σπανιότερα με στιλό ή άλλο τρόπο)
γομολάστιχας	noun	γενική ενικού του γομολάστιχα
γομολάστιχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γομολάστιχα
γομολάστιχων	=	γομολάστιχα
γομφίε	noun	κλητική ενικού του γομφίος
γομφίο	noun	αιτιατική ενικού του γομφίος
γομφίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γομφίος
γομφίος	noun	ο τραπεζίτης (το δόντι)
γομφίου	noun	γενική ενικού του γομφίος
γομφίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γομφίος
γομφίων	noun	γενική πληθυντικού του γομφίος
γομφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόμφωση
γομφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γόμφωση
γομφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γόμφωση
γομωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γομωμένο
γομωμένε	verb	κλητική ενικού του γομωμένος
γομωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γομωμένη
γομωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γομωμένος
γομωμένης	verb	γενική ενικού του γομωμένη
γομωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γομωμένος
γομωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γομωμένος
γομωμένος	verb	γεμισμένος με μπαρούτι και με το βόλι
γομωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γομωμένος
γομωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γομωμένος
γομωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γομωμένος
γομωτήρα	=	γομωτήρας
γομωτήρας	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για να κάνουμε γόμωση
γομωτήρες	=	γομωτήρας
γομωτήρων	=	γομωτήρας
γομώ	verb	άλλη μορφή του γομώνω
γομών	noun	γενική πληθυντικού του γόμα
γομώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γομώνω
γομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γομώ
γομώνω	verb	γεμίζω κάτι πλήρως
γομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γομώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόμωση
γομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γόμωση
γομώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γόμωση
γομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γομώνω
γονάδες	noun	οι εξειδικευμένοι αδένες του αναπαραγωγικού συστήματος που παράγουν γαμέτες και εκκρίνουν ορμόνες που ρυθμίζουν τη σεξουαλική ωρίμανση και τη γονιμότητα
γονάδων	=	γονάδες
γονάτιζα	=	γονατίζω
γονάτιζαν	=	γονατίζω
γονάτιζε	=	γονατίζω
γονάτιζες	=	γονατίζω
γονάτισα	=	γονατίζω
γονάτισαν	=	γονατίζω
γονάτισε	=	γονατίζω
γονάτισες	=	γονατίζω
γονάτισμα	noun	το λύγισμα των γονάτων και η στήριξη σε αυτά
γονάτου	=	γόνατο
γονάτων	noun	γενική πληθυντικού του γόνα
γονέα	=	γονέας
γονέας	noun	ο γονιός, ο πατέρας/μπαμπάς ή η μητέρα/μαμά
γονές	=	γονή
γονέων	noun	γενική πληθυντικού του γονέας
γονέως	=	γονέας
γονή	noun	γέννημα, φύτρα, απόγονος, παιδί
γονής	=	γονή
γονίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονίδιο
γονίδιο	noun	βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς, τμήμα του χρωματοσώματος που μεταβιβάζει πληροφορίες από το ένα κύτταρο σε άλλο και κατ' επέκταση από τη μια γενιά στην άλλη
γονίδιου	=	γονίδιο
γονίμως	adv	γόνιμα
γοναδοτροπίνες	=	γοναδοτροπίνη
γοναδοτροπίνη	noun	είδος ορμόνης που συμβάλλει στην φυσιολογική ανάπτυξη και ωρίμαση των γεννητικών κυττάρων και για την παραγωγή στεροειδών από τις γονάδες
γοναδοτροπίνης	=	γοναδοτροπίνη
γοναδοτροπινών	=	γοναδοτροπίνη
γονατίζαμε	=	γονατίζω
γονατίζαν	=	γονατίζω
γονατίζανε	=	γονατίζω
γονατίζατε	=	γονατίζω
γονατίζει	=	γονατίζω
γονατίζεις	=	γονατίζω
γονατίζετε	=	γονατίζω
γονατίζοντας	=	γονατίζω
γονατίζουμε	=	γονατίζω
γονατίζουν	=	γονατίζω
γονατίζουνε	=	γονατίζω
γονατίζω	verb	χαμηλώνω και στηρίζω το σώμα μου στα γόνατά μου ή στο ένα γόνατο
γονατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσαν	=	γονατίζω
γονατίσανε	=	γονατίζω
γονατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονάτισμα
γονατίσματος	noun	γενική ενικού του γονάτισμα
γονατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονατίζω
γονατιά	noun	χτύπημα με το γόνατο
γονατιάς	=	γονατιά
γονατιές	=	γονατιά
γονατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γονάτισμα
γονατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονατισμένο
γονατισμένε	verb	κλητική ενικού του γονατισμένος
γονατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονατισμένη
γονατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονατισμένος
γονατισμένης	verb	γενική ενικού του γονατισμένη
γονατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γονατισμένος
γονατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονατισμένος
γονατισμένος	verb|figurative	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γονατίζω
γονατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γονατισμένος
γονατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γονατισμένος
γονατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γονατισμένος
γονατιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονατιστό	adv	όντας πεσμένος στα γόνατα
γονατιστέ	adj	κλητική ενικού του γονατιστός
γονατιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονατιστή
γονατιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονατιστός
γονατιστήρι	noun	χαμηλός πάγκος γονατίσματος προσευχής, συνήθως από ξύλο, με επένδυση στο πάνω μέρος με μαλακό υλικό
γονατιστήρια	=	γονατιστήρι
γονατιστής	adj	γενική ενικού του γονατιστή
γονατιστηριού	=	γονατιστήρι
γονατιστηριών	=	γονατιστήρι
γονατιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονατιστός
γονατιστού	adj	γενική ενικού του γονατιστός
γονατιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γονατιστός
γονατιστό	adj	αιτιατική ενικού του γονατιστός
γονατιστός	adj	πεσμένος στα γόνατα
γονατιστών	adj	γενική πληθυντικού του γονατιστός
γονατιών	=	γονατιά
γονατογράφημα	noun	άλλη μορφή του γονατογραφία
γονατογραφήματα	=	γονατογράφημα
γονατογραφήματος	=	γονατογράφημα
γονατογραφία	noun	γραμμένο στο γόνατο, προχειροδουλειά, δουλειά του ποδαριού
γονατογραφίας	=	γονατογραφία
γονατογραφίες	=	γονατογραφία
γονατογραφημάτων	=	γονατογράφημα
γονατογραφιών	=	γονατογραφία
γονατωδών	=	γονατώδης
γονατώδεις	=	γονατώδης
γονατώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γονατώδης
γονατώδη	=	γονατώδης
γονατώδης	adj	σχετικός με γόνατο
γονατώδους	=	γονατώδης
γονδολιέρη	=	γονδολιέρης
γονδολιέρηδες	=	γονδολιέρης
γονδολιέρηδων	=	γονδολιέρης
γονδολιέρης	noun	ο κωπηλάτης που οδηγεί μια γόνδολα
γονδολών	=	γόνδολα
γονείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονέας: ο πατέρας και η μητέρα
γονεϊκά	=	γονεϊκός
γονεϊκέ	=	γονεϊκός
γονεϊκές	=	γονεϊκός
γονεϊκή	=	γονεϊκός
γονεϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γονεϊκή) του γονεϊκός
γονεϊκοί	=	γονεϊκός
γονεϊκοτήτων	=	γονεϊκότητα
γονεϊκού	=	γονεϊκός
γονεϊκούς	=	γονεϊκός
γονεϊκό	=	γονεϊκός
γονεϊκός	adj	γονικός
γονεϊκότητα	noun	ο ρόλος και η ιδιότητα που αποκτά ένας γονέας, η διαδικασία δηλαδή ανατροφής και μόρφωσης ενός παιδιού από την γέννηση έως και την ενηλικίωσή του.
γονεϊκότητας	=	γονεϊκότητα
γονεϊκότητες	=	γονεϊκότητα
γονεϊκών	=	γονεϊκός
γονιέ	noun	κλητική ενικού του γονιός
γονιδίου	noun	γενική ενικού του γονίδιο
γονιδίωμα	noun	(ιατρική) το σύνολο της γενετικής πληροφορίας που είναι αποθηκευμένη στο DNA ενός κυττάρου ή στο DNA (ή και RNA) ενός ιού.
γονιδίων	noun	γενική πληθυντικού του γονίδιο
γονιδιακά	=	γονιδιακός
γονιδιακέ	=	γονιδιακός
γονιδιακές	=	γονιδιακός
γονιδιακή	=	γονιδιακός
γονιδιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γονιδιακή) του γονιδιακός
γονιδιακοί	=	γονιδιακός
γονιδιακού	=	γονιδιακός
γονιδιακούς	=	γονιδιακός
γονιδιακό	=	γονιδιακός
γονιδιακός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο γονίδιο
γονιδιακών	=	γονιδιακός
γονιδιοθεραπεία	noun	θεραπευτική μέθοδος που επιχειρεί την αντιμετώπιση νόσων μέσω στοχευμένης τροποποίησης ή αντικατάστασης γονιδίων στα κύτταρα του ασθενούς, ώστε να αποκαθίσταται η φυσιολογική τους λειτουργία
γονιδιοθεραπείας	=	γονιδιοθεραπεία
γονιδιοθεραπείες	=	γονιδιοθεραπεία
γονιδιοθεραπειών	=	γονιδιοθεραπεία
γονιδιοτοξικά	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικέ	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικές	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξική	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικής	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικοί	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικοτήτων	=	γονιδιοτοξικότητα
γονιδιοτοξικού	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικούς	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικό	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιοτοξικός	adj	που έχει την ικανότητα να βλάπτει άμεσα το DNA ή άλλες δομές του γενετικού υλικού, προκαλώντας μεταλλάξεις, χρωμοσωμικές αλλοιώσεις ή μηχανισμούς που οδηγούν σε γενετική αστάθεια
γονιδιοτοξικότητα	noun	άλλη μορφή του γονοτοξικότητα
γονιδιοτοξικότητας	=	γονιδιοτοξικότητα
γονιδιοτοξικότητες	=	γονιδιοτοξικότητα
γονιδιοτοξικών	=	γονιδιοτοξικός
γονιδιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γονιδίωμα
γονιδιωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιδιωματικό
γονιδιωματικέ	adj	κλητική ενικού του γονιδιωματικός
γονιδιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιδιωματική
γονιδιωματική	noun	η καταγραφή, χαρτογράφηση και μελέτη του συνόλου των γονιδίων ενός οργανισμού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονιδιωματικός
γονιδιωματικής	adj	γενική ενικού του γονιδιωματική
γονιδιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονιδιωματικός
γονιδιωματικού	adj	γενική ενικού του γονιδιωματικός
γονιδιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γονιδιωματικός
γονιδιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του γονιδιωματικός
γονιδιωματικός	adj	που έχει σχέση με το γονιδίωμα ή τη γονιδιωματική ή αναφέρεται σ' αυτά
γονιδιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του γονιδιωματικός
γονιδιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιδίωμα
γονιδιώματος	noun	γενική ενικού του γονιδίωμα
γονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονικό
γονικέ	adj	κλητική ενικού του γονικός
γονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονική
γονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονικός
γονικής	adj	γενική ενικού του γονική
γονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονικός
γονικού	adj	γενική ενικού του γονικός
γονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γονικός
γονικό	adj	αιτιατική ενικού του γονικός
γονικός	adj	σχετικός με τους γονείς
γονικών	adj	γενική πληθυντικού του γονικός
γονιμικά	=	γονιμικός
γονιμικέ	=	γονιμικός
γονιμικές	=	γονιμικός
γονιμική	=	γονιμικός
γονιμικής	=	γονιμικός
γονιμικοί	=	γονιμικός
γονιμικού	=	γονιμικός
γονιμικούς	=	γονιμικός
γονιμικό	=	γονιμικός
γονιμικός	adj	που έχει σχέση με τη γονιμότητα ή αναφέρεται σʼ αυτή
γονιμικών	=	γονιμικός
γονιμοποίει	=	γονιμοποιώ
γονιμοποίησα	=	γονιμοποιώ
γονιμοποίησαν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποίησε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποίησεις	=	γονιμοποίηση
γονιμοποίησες	=	γονιμοποιώ
γονιμοποίηση	noun	η ενέργεια που καθιστά γόνιμο κάποιον-κάποιαν-κάτι
γονιμοποίησης	=	γονιμοποίηση
γονιμοποιά	=	γονιμοποιός
γονιμοποιέ	=	γονιμοποιός
γονιμοποιήθηκα	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήθηκαν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήθηκε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήθηκες	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήσαν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήσανε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιμοποίηση
γονιμοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήσεων	=	γονιμοποίηση
γονιμοποιήσεως	=	γονιμοποίηση
γονιμοποιήσου	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιώ
γονιμοποιεί	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιείς	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιείσαι	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιείστε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιείται	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιείτε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθήκαν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιηθήκανε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γονιμοποιούμαι
γονιμοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιμοποιημένο
γονιμοποιημένε	verb	κλητική ενικού του γονιμοποιημένος
γονιμοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιμοποιημένη
γονιμοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονιμοποιημένος
γονιμοποιημένης	verb	γενική ενικού του γονιμοποιημένη
γονιμοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του γονιμοποιημένος
γονιμοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονιμοποιημένος
γονιμοποιημένος	verb	που έχει γονιμοποιηθεί (ωάριο, γη, βασίλισσα μελισσών, αβγό)
γονιμοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γονιμοποιημένος
γονιμοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γονιμοποιημένος
γονιμοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γονιμοποιημένος
γονιμοποιοί	=	γονιμοποιός
γονιμοποιού	=	γονιμοποιός
γονιμοποιούμαι	verb	γίνομαι γόνιμος, γίνομαι αντικείμενο γονιμοποίησης κυριολεκτικά ή και μεταφορικά
γονιμοποιούμασταν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούμαστε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούμε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούμουν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούνε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούνται	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούνταν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούς	=	γονιμοποιός
γονιμοποιούσα	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσαμε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσαν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσανε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσασταν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσαστε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσατε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσε	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσες	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιούσουν	=	γονιμοποιώ
γονιμοποιό	=	γονιμοποιός
γονιμοποιός	adj|figurative	που γονιμοποιεί
γονιμοποιώ	verb	(για οργανισμούς κυρίως άνδρα ή αρσενικό ζώο) συμβάλλω έτσι, ώστε να γεννηθεί ή να παραχθεί ένας νέος οργανισμός (άνθρωπος, ζώο, φυτό) με τη διαδικασία της αναπαραγωγής
γονιμοποιών	=	γονιμοποιός
γονιμοποιώντας	=	γονιμοποιώ
γονιμοτήτων	=	γονιμότητα
γονιμότατα	=	γόνιμος
γονιμότατε	=	γόνιμος
γονιμότατες	=	γόνιμος
γονιμότατη	=	γόνιμος
γονιμότατης	=	γόνιμος
γονιμότατο	=	γόνιμος
γονιμότατοι	=	γόνιμος
γονιμότατος	=	γόνιμος
γονιμότατου	=	γόνιμος
γονιμότατους	=	γόνιμος
γονιμότατων	=	γόνιμος
γονιμότερα	=	γόνιμος
γονιμότερε	=	γόνιμος
γονιμότερες	=	γόνιμος
γονιμότερη	=	γόνιμος
γονιμότερης	=	γόνιμος
γονιμότερο	=	γόνιμος
γονιμότεροι	=	γόνιμος
γονιμότερος	=	γόνιμος
γονιμότερου	=	γόνιμος
γονιμότερους	=	γόνιμος
γονιμότερων	=	γόνιμος
γονιμότης	noun	η γονιμότητα
γονιμότητα	noun	η ικανότητα αναπαραγωγής, η ιδιότητα του γόνιμου
γονιμότητας	noun	γενική ενικού του γονιμότητα
γονιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονιμότητα
γονιοί	noun	άλλη εκφορά του πληθυντικου γονείς
γονιού	noun	γενική ενικού του γονιός
γονιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γονιός
γονιό	noun	αιτιατική ενικού του γονιός
γονιός	noun|vulgar	ο γονέας
γονιών	noun	γενική πληθυντικού του γονιός
γονοκοκκικά	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικέ	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικές	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκική	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικής	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικοί	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικού	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικούς	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικό	=	γονοκοκκικός
γονοκοκκικός	adj	που έχει σχέση με γονόκοκκο ή οφείλεται σʼ αυτόν
γονοκοκκικών	=	γονοκοκκικός
γονορροιών	noun	γενική πληθυντικού του γονόρροια
γονορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονορροϊκό
γονορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του γονορροϊκός
γονορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονορροϊκή
γονορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονορροϊκός
γονορροϊκής	adj	γενική ενικού του γονορροϊκή
γονορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονορροϊκός
γονορροϊκού	adj	γενική ενικού του γονορροϊκός
γονορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γονορροϊκός
γονορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του γονορροϊκός
γονορροϊκός	adj	που σχετίζεται με ή προκαλείται από γονόρροια
γονορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του γονορροϊκός
γονοτοξικά	=	γονοτοξικός
γονοτοξικέ	=	γονοτοξικός
γονοτοξικές	=	γονοτοξικός
γονοτοξική	=	γονοτοξικός
γονοτοξικής	=	γονοτοξικός
γονοτοξικοί	=	γονοτοξικός
γονοτοξικοτήτων	=	γονοτοξικότητα
γονοτοξικού	=	γονοτοξικός
γονοτοξικούς	=	γονοτοξικός
γονοτοξικό	=	γονοτοξικός
γονοτοξικός	adj	άλλη μορφή του γονιδιοτοξικός
γονοτοξικότητα	noun	η ικανότητα φυσικού ή χημικού παράγοντα να προκαλεί βλάβες στο DNA ή σε άλλα στοιχεία του γενετικού υλικού, με πιθανό επακόλουθο μεταλλάξεις, κληρονομικές ανωμαλίες ή/και καρκινογένεση
γονοτοξικότητας	=	γονοτοξικότητα
γονοτοξικότητες	=	γονοτοξικότητα
γονοτοξικών	=	γονοτοξικός
γονοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονοτυπικό	adv	όσον αφορά τον γονότυπο
γονοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του γονοτυπικός
γονοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονοτυπική
γονοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονοτυπικός
γονοτυπικής	adj	γενική ενικού του γονοτυπική
γονοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονοτυπικός
γονοτυπικού	adj	γενική ενικού του γονοτυπικός
γονοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γονοτυπικός
γονοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του γονοτυπικός
γονοτυπικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στον γονότυπο
γονοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του γονοτυπικός
γονοτύπου	noun	γενική ενικού του γονότυπος
γονοτύπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γονότυπος
γονοτύπων	noun	γενική πληθυντικού του γονότυπος
γονοχωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γονοχωριστικός
γονοχωριστικέ	adj	κλητική ενικού του γονοχωριστικός
γονοχωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονοχωριστική
γονοχωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γονοχωριστικός
γονοχωριστικής	adj	γενική ενικού του γονοχωριστική
γονοχωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονοχωριστικός
γονοχωριστικού	adj	γενική ενικού του γονοχωριστικός
γονοχωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γονοχωριστικός
γονοχωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του γονοχωριστικός
γονοχωριστικός	adj	χαρακτηρισμός για ζωικό είδος που έχει διακριτά αρσενικά και θηλυκά άτομα, δηλαδή άτομα που το γεννητικό τους σύστημα παράγει αποκλειστικά σπερματοζωάρια και άλλα που το γεννητικό τους σύστημα παράγει αποκλειστικά ωάρια
γονοχωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του γονοχωριστικός
γονυκλινές	=	γονυκλινής
γονυκλινή	=	γονυκλινής
γονυκλινής	adj|archaic	που έχει γονατίσει
γονυκλινείς	=	γονυκλινής
γονυκλινούς	=	γονυκλινής
γονυκλινών	=	γονυκλινής
γονυκλινώς	adv|archaic	με γονυκλινή τρόπο
γονυκλισία	noun|formal	το γονάτισμα, ιδίως αυτό που γίνεται για λόγους θρησκευτικούς και ικετευτικούς
γονυκλισίας	noun	γενική ενικού του γονυκλισία
γονυκλισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονυκλισία
γονυκλισιών	noun	γενική πληθυντικού του γονυκλισία
γονυκλυσίας	noun	γενική ενικού του γονυκλυσία
γονυκλυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονυκλυσία
γονυπετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γονυπετής
γονυπετή	=	γονυπετής
γονυπετής	adj	γονατιστός, συνήθως σε ένδειξη σεβασμού ή σε αναζήτηση ελέους, ικετευτικός, ταπεινωμένος
γονυπετείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονυπετής
γονυπετούς	=	γονυπετής
γονυπετώ	verb|formal	γονατίζω
γονυπετών	=	γονυπετής
γονυπετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γονυπετώ
γονυπετώς	adv	γονατιστά
γονόκοκκε	=	γονόκοκκος
γονόκοκκο	=	γονόκοκκος
γονόκοκκοι	=	γονόκοκκος
γονόκοκκος	noun	βακτήριο του γένους Neisseria που εγκαθίσταται κυρίως στις βλεννογόνες επιφάνειες του ανθρώπου και ευθύνεται για τη λοιμώδη νόσο της γονόρροιας
γονόκοκκου	=	γονόκοκκος
γονόκοκκους	=	γονόκοκκος
γονόκοκκων	=	γονόκοκκος
γονόρροια	noun	η βλεννόρροια
γονόρροιας	noun	γενική ενικού του γονόρροια
γονόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γονόρροια
γονότυπε	noun	κλητική ενικού του γονότυπος
γονότυπο	noun	αιτιατική ενικού του γονότυπος
γονότυποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γονότυπος
γονότυπος	noun	το σύνολο των γονιδιακών πληροφοριών που καθορίζουν τις κληρονομικές ιδιότητες ενός οργανισμού και αποτελούν τη βάση της φαινοτυπικής του έκφρασης
γονότυπου	noun	γενική ενικού του γονότυπος
γονότυπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γονότυπος
γονότυπων	noun	γενική πληθυντικού του γονότυπος
γονών	=	γονή
γορίλα	=	γορίλας
γορίλας	noun	απλοποιημένη γραφή του γορίλλας
γορίλες	=	γορίλας
γορίλλα	=	γορίλλας
γορίλλας	noun	το μεγαλύτερο εν ζωή είδος πιθήκου.
γορίλλες	=	γορίλλας
γορίλλων	=	γορίλλας
γορίλων	=	γορίλας
γοργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοργό	adv	γρήγορα
γοργέ	adj	κλητική ενικού του γοργός
γοργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοργή
γοργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοργός
γοργής	adj	γενική ενικού του γοργή
γοργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοργός
γοργοεπήκοα	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοε	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοες	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοη	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοης	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοο	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοοι	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοος	adj	{λέγεται για την Παναγία) που ακούει κάποιον γρήγορα, που σπεύδει στην έκκληση κάποιου
γοργοεπήκοου	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοους	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπήκοων	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπηκόου	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπηκόους	=	γοργοεπήκοος
γοργοεπηκόων	=	γοργοεπήκοος
γοργοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοργοκίνητο
γοργοκίνητε	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητες	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητη	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητης	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητο	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητοι	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητος	adj	που κινείται γρήγορα
γοργοκίνητου	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητους	=	γοργοκίνητος
γοργοκίνητων	=	γοργοκίνητος
γοργοκυλά	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάει	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάμε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάν	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάνε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάς	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάτε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλάω	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλήσαμε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλήσαν	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλήσανε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλήσατε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλήσει	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλήστε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούμε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούν	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούνε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσα	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσαμε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσαν	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσανε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσατε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσε	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλούσες	=	γοργοκυλώ
γοργοκυλώ	verb	κυλώ γοργά
γοργοκυλώντας	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλα	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλαγε	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλησα	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλησαν	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλησε	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλησες	=	γοργοκυλώ
γοργοκύλιστα	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστε	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστες	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστη	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστης	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστο	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστοι	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστος	adj	που γοργοκυλά
γοργοκύλιστου	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστους	=	γοργοκύλιστος
γοργοκύλιστων	=	γοργοκύλιστος
γοργονείου	=	γοργόνειο
γοργονείων	=	γοργόνειο
γοργοπερπατώ	verb|literary	περπατώ γοργά
γοργοπόδαρα	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρε	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρες	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρη	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρης	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρο	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαροι	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρος	adj	που είναι γρήγορος στα πόδια, που τρέχει γρήγορα
γοργοπόδαρου	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρους	=	γοργοπόδαρος
γοργοπόδαρων	=	γοργοπόδαρος
γοργοτάξιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοργοτάξιδο
γοργοτάξιδε	adj	κλητική ενικού του γοργοτάξιδος
γοργοτάξιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοργοτάξιδη
γοργοτάξιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοργοτάξιδος
γοργοτάξιδης	adj	γενική ενικού του γοργοτάξιδη
γοργοτάξιδο	adj	αιτιατική ενικού του γοργοτάξιδος
γοργοτάξιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοργοτάξιδος
γοργοτάξιδος	adj	που ταξιδεύει γρήγορα
γοργοτάξιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γοργοτάξιδος
γοργοτάξιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γοργοτάξιδος
γοργοτάξιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γοργοτάξιδος
γοργοτήτων	=	γοργότητα
γοργού	adj	γενική ενικού του γοργός
γοργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γοργός
γοργό	adj	αιτιατική ενικού του γοργός
γοργόνα	noun	μυθικό πλάσμα της θάλασσας, το οποίο έχει μορφή γυναίκας (με κορμό, χέρια και κεφάλι, από τη μέση και πάνω) και ψαριού (με λέπια και ουρά, από τη μέση και κάτω)
γοργόνας	=	γοργόνα
γοργόνεια	=	γοργόνειο
γοργόνειο	noun	το κεφάλι της Γοργώς ή Μέδουσας, που σκότωσε ο Περσέας και στόλιζε την ασπίδα της Αθηνάς, επειδή, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε· απεικονίζεται ως αποτροπαϊκό σύμβολο σε ασπίδες, κοσμήματα (πχ σε πόρπες), ψηφιδωτά κλπ
γοργόνειου	=	γοργόνειο
γοργόνειων	=	γοργόνειο
γοργόνες	=	γοργόνα
γοργός	adj	γρήγορος και με ζωηράδα, σβελτάδα
γοργότατα	=	γοργός
γοργότατε	=	γοργός
γοργότατες	=	γοργός
γοργότατη	=	γοργός
γοργότατης	=	γοργός
γοργότατο	=	γοργός
γοργότατοι	=	γοργός
γοργότατος	=	γοργός
γοργότατου	=	γοργός
γοργότατους	=	γοργός
γοργότατων	=	γοργός
γοργότερα	=	γοργός
γοργότερε	=	γοργός
γοργότερες	=	γοργός
γοργότερη	=	γοργός
γοργότερης	=	γοργός
γοργότερο	=	γοργός
γοργότεροι	=	γοργός
γοργότερος	=	γοργός
γοργότερου	=	γοργός
γοργότερους	=	γοργός
γοργότερων	=	γοργός
γοργότητα	noun	το να είναι κάποιος γοργός, η ιδιότητα του γοργού
γοργότητας	=	γοργότητα
γοργότητες	=	γοργότητα
γοργόφτερα	=	γοργόφτερος
γοργόφτερε	=	γοργόφτερος
γοργόφτερες	=	γοργόφτερος
γοργόφτερη	=	γοργόφτερος
γοργόφτερης	=	γοργόφτερος
γοργόφτερο	=	γοργόφτερος
γοργόφτεροι	=	γοργόφτερος
γοργόφτερος	adj	που πετάει με μεγάλη ταχύτητα
γοργόφτερου	=	γοργόφτερος
γοργόφτερους	=	γοργόφτερος
γοργόφτερων	=	γοργόφτερος
γοργών	adj	γενική πληθυντικού του γοργός
γοριλλών	=	γορίλλας
γοριλών	=	γορίλας
γοτθικά	noun	εξαφανισμένη ανατολικογερμανική γλώσσα που μιλιόταν από τους Γότθους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοτθικό
γοτθικέ	adj	κλητική ενικού του γοτθικός
γοτθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γοτθική
γοτθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γοτθικός
γοτθικής	adj	γενική ενικού του γοτθική
γοτθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοτθικός
γοτθικού	adj	γενική ενικού του γοτθικός
γοτθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γοτθικός
γοτθικό	adj	αιτιατική ενικού του γοτθικός
γοτθικός	adj	σχετικός με τους Γότθους
γοτθικών	adj	γενική πληθυντικού του γοτθικός
γοτθισμέ	noun	κλητική ενικού του γοτθισμός
γοτθισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοτθισμός
γοτθισμού	noun	γενική ενικού του γοτθισμός
γοτθισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γοτθισμός
γοτθισμό	noun	αιτιατική ενικού του γοτθισμός
γοτθισμός	noun	ο γοτθικός ρυθμός στην τέχνη, την αρχιτεκτονική και τα προφορικά ή γραπτά έπη
γοτθισμών	noun	γενική πληθυντικού του γοτθισμός
γου	noun	το γάμα (το γράμμα)
γουέστερν	noun	κινηματογραφικό έργο με καουμπόιδες
γουίκεντ	noun	σαββατοκύριακο
γουίντσερφ	noun	η ιστιοσανίδα
γουακαμόλε	noun	μεξικάνικη σάλτσα με βάση το αβοκάντο
γουανίνες	=	γουανίνη
γουανίνη	noun	μια από τις βάσεις της πουρίνης, που περιέχονται στα νουκλεϊνικά οξέα
γουανίνης	=	γουανίνη
γουανινών	=	γουανίνη
γουανό	noun	άλλη μορφή του γκουανό
γουβά	=	γουβάς
γουβάδες	=	γουβάς
γουβάδων	=	γουβάς
γουβάς	noun	άλλη μορφή του κουβάς
γουβίτσα	noun	υποκοριστικό του γούβα
γουβίτσας	noun	γενική ενικού του γουβίτσα
γουβίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουβίτσα
γουβαδάκι	noun	κουβαδάκι
γουβαδάκια	=	γουβαδάκι
γουβιάζαμε	=	γουβιάζω
γουβιάζαν	=	γουβιάζω
γουβιάζανε	=	γουβιάζω
γουβιάζατε	=	γουβιάζω
γουβιάζει	=	γουβιάζω
γουβιάζεις	=	γουβιάζω
γουβιάζετε	=	γουβιάζω
γουβιάζοντας	=	γουβιάζω
γουβιάζουμε	=	γουβιάζω
γουβιάζουν	=	γουβιάζω
γουβιάζουνε	=	γουβιάζω
γουβιάζω	verb	δημιουργώ γούβα, κοιλότητα
γουβιάσαμε	=	γουβιάζω
γουβιάσαν	=	γουβιάζω
γουβιάσανε	=	γουβιάζω
γουβιάσατε	=	γουβιάζω
γουβιάσει	=	γουβιάζω
γουβιάστε	=	γουβιάζω
γουβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γούβωμα
γουβωτά	=	γουβωτός
γουβωτέ	=	γουβωτός
γουβωτές	=	γουβωτός
γουβωτή	=	γουβωτός
γουβωτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γουβωτή) του γουβωτός
γουβωτοί	=	γουβωτός
γουβωτού	=	γουβωτός
γουβωτούς	=	γουβωτός
γουβωτό	=	γουβωτός
γουβωτός	adj	που είναι βαθουλός, που έχει γούβα
γουβωτών	=	γουβωτός
γουβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούβωμα
γουβώματος	noun	γενική ενικού του γούβωμα
γουβών	noun	γενική πληθυντικού του γούβα
γουβώναμε	=	γουβώνω
γουβώναν	=	γουβώνω
γουβώνανε	=	γουβώνω
γουβώνατε	=	γουβώνω
γουβώνει	=	γουβώνω
γουβώνεις	=	γουβώνω
γουβώνετε	=	γουβώνω
γουβώνοντας	=	γουβώνω
γουβώνουμε	=	γουβώνω
γουβώνουν	=	γουβώνω
γουβώνουνε	=	γουβώνω
γουβώνω	verb	δημιουργώ γούβα, κοιλότητα
γουβώσαμε	=	γουβώνω
γουβώσαν	=	γουβώνω
γουβώσανε	=	γουβώνω
γουβώσατε	=	γουβώνω
γουβώσει	=	γουβώνω
γουβώστε	=	γουβώνω
γουδί	noun	το σκεύος που χρησιμοποιείται για κοπάνισμα διάφορων υλικών και ανάμειξη μειγμάτων, όπως η σκορδαλιά· το υλικό τοποθετείται στο κοίλο μέρος και δουλεύεται με το γουδοχέρι
γουδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουδί
γουδιού	=	γουδί
γουδιών	=	γουδί
γουδοχέρι	noun	ο κόπανος ενός γουδιού
γουδοχέρια	=	γουδοχέρι
γουδοχεριού	=	γουδοχέρι
γουδοχεριών	=	γουδοχέρι
γουδόχερα	=	γουδόχερο
γουδόχερο	noun	άλλη μορφή του γουδοχέρι
γουδόχερου	=	γουδόχερο
γουδόχερων	=	γουδόχερο
γουεμπμάστερ	noun|rare	πρόσωπο που οργανώνει, συντηρεί και επιβλέπει το περιεχόμενο, τη λειτουργία και την τεχνική ασφάλεια μιας ιστοσελίδας
γουικιπαίδεια	noun	άλλη μορφή του βικιπαίδεια
γουικιπαίδειας	=	γουικιπαίδεια
γουικιπαίδειες	=	γουικιπαίδεια
γουικιπαιδειών	=	γουικιπαίδεια
γουιντσέρφερ	noun	αυτός που κάνει γουίντ σέρφινγκ (πλεύση με ιστιοσανίδα)
γουιντσέρφερς	=	γουιντσέρφερ
γουλί	noun	ο (τρυφερός) βλαστός των λαχανικών ή χορταρικών, ο μίσχος	adv|figurative	κουρεμένος με τρόπο ώστε να φαίνεται σαν γουλί: ο κοντοκουρεμένος, ο κουρεμένος με την ψιλή
γουλίζω	verb	τρώω
γουλιά	noun	η κατάποση μικρής ποσότητας υγρού
γουλιάς	noun	γενική ενικού του γουλιά
γουλιάστρα	noun	πρωτόγαλα των γιδοπροβάτων
γουλιάστρας	=	γουλιάστρα
γουλιάστρες	=	γουλιάστρα
γουλιέλμος	noun	(ιδιωματικό, Ιωνία (Σμύρνη), Ναύσταθμος) ξύλινο εργαλείο με λεπίδα όπως η πλάνη
γουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουλιά
γουλιανέ	noun	κλητική ενικού του γουλιανός
γουλιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουλιανός
γουλιανού	noun	γενική ενικού του γουλιανός
γουλιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γουλιανός
γουλιανό	noun	αιτιατική ενικού του γουλιανός
γουλιανός	noun	είδος ψαριού του γλυκού νερού (Silurus glanis)
γουλιανών	noun	γενική πληθυντικού του γουλιανός
γουλιαστρών	=	γουλιάστρα
γουλιού	=	γουλί
γουλιών	=	γουλιά
γουλόζος	adj|rare	που τρώει πολύ, ο λαίμαργος, πολυφαγάς, λιχούδης
γουμένισσα	noun|literary	άλλη μορφή του ηγουμένισσα
γουμένισσας	noun	γενική ενικού του γουμένισσα
γουμένισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουμένισσα
γουμενέτα	noun	είδος μικρού κάλω
γουμενέτας	=	γουμενέτα
γουμενέτες	=	γουμενέτα
γουμενέτο	noun	άλλη μορφή του γουμενέτα
γουμενέτου	=	γουμενέτο
γουμενέτων	=	γουμενέτο
γουμενισσών	noun	γενική πληθυντικού του γουμένισσα
γουμενών	=	γούμενα
γουνάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνάδικο
γουνάδικο	noun	γουναράδικο
γουνάδικου	noun	άλλη μορφή του γουναράδικου, γενική ενικού του γουνάδικο
γουνάδικων	noun	γενική πληθυντικού του γουνάδικο
γουνάκι	noun	υποκοριστικό του γούνα
γουνάκια	=	γουνάκι
γουνάρηδες	=	γούναρης
γουνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνάριο
γουνάριε	=	γουνάριος
γουνάριο	noun	μικρό τμήμα γούνας
γουνάριοι	=	γουνάριος
γουνάριος	noun	ο έμπορος γουναρικών στην Κωνσταντινούπολη
γουνάριου	noun	γενική ενικού του γουνάριο
γουνάριους	=	γουνάριος
γουνάριων	noun	γενική πληθυντικού του γουνάριο
γουνάτα	=	γουνάτος
γουνάτε	=	γουνάτος
γουνάτες	=	γουνάτος
γουνάτη	=	γουνάτος
γουνάτης	=	γουνάτος
γουνάτο	=	γουνάτος
γουνάτοι	=	γουνάτος
γουνάτος	adj	αυτός που είναι κατασκευασμένος από γούνα
γουνάτου	=	γουνάτος
γουνάτους	=	γουνάτος
γουνάτων	=	γουνάτος
γουνέμπορε	=	γουνέμπορος
γουνέμπορο	=	γουνέμπορος
γουνέμποροι	=	γουνέμπορος
γουνέμπορος	noun	έμπορος γούνας
γουνέμπορου	=	γουνέμπορος
γουνέμπορους	=	γουνέμπορος
γουνέμπορων	=	γουνέμπορος
γουνίτσα	noun	μικρή γούνα
γουνίτσας	noun	γενική ενικού του γουνίτσα
γουνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνίτσα
γουναρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γουναράς
γουναράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουναράς
γουναράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουναράδικο
γουναράδικο	noun	το εργαστήριο ή το κατάστημα του γουναρά
γουναράδικου	noun	γενική ενικού του γουναράδικο
γουναράδικων	noun	γενική πληθυντικού του γουναράδικο
γουναράδων	noun	γενική πληθυντικού του γουναράς
γουναράς	noun	αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει γούνες
γουναραίε	=	γουναραίος
γουναραίο	=	γουναραίος
γουναραίοι	=	γουναραίος
γουναραίος	noun	ο έμπορος γουναρικών στην Κωνσταντινούπολη
γουναραίου	=	γουναραίος
γουναραίους	=	γουναραίος
γουναραίων	=	γουναραίος
γουναρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουναρικό
γουναρική	noun|rare	άλλη μορφή του γουνοποιία
γουναρικού	noun	γενική ενικού του γουναρικό
γουναρικό	noun	ρούχο από γούνα ζώου
γουναρικών	noun	γενική πληθυντικού του γουναρικό
γουνεμπορία	noun	η δραστηριότητα του γουνεμπόρου
γουνεμπορίας	noun	γενική ενικού του γουνεμπορία
γουνεμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνεμπορία
γουνεμπόρου	=	γουνέμπορος
γουνεμπόρους	=	γουνέμπορος
γουνεμπόρων	=	γουνέμπορος
γουνοβαφές	=	γουνοβαφή
γουνοβαφή	noun	φυτική ή ορυκτή χρωστική βαφής γουνών
γουνοβαφής	=	γουνοβαφή
γουνοβαφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνοβαφείο
γουνοβαφείο	noun	εξειδικευμένο εργαστήριο/βιοτεχνία βαφής γουνών
γουνοβαφείου	noun	γενική ενικού του γουνοβαφείο
γουνοβαφείων	noun	γενική πληθυντικού του γουνοβαφείο
γουνοβαφών	=	γουνοβαφή
γουνοδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνόδερμα
γουνοδέρματος	noun	γενική ενικού του γουνόδερμα
γουνοδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γουνόδερμα
γουνοποιέ	=	γουνοποιός
γουνοποιία	noun	η κατεργασία και εμπορία γουνοφόρων δερμάτων
γουνοποιίας	noun	γενική ενικού του γουνοποιία
γουνοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουνοποιία
γουνοποιοί	=	γουνοποιός
γουνοποιού	=	γουνοποιός
γουνοποιούς	=	γουνοποιός
γουνοποιό	=	γουνοποιός
γουνοποιός	noun	που κατασκευάζει, επιδιορθώνει ή μεταποιεί γούνινα ενδύματα ή είδη
γουνοποιών	=	γουνοποιός
γουνοτεχνίτες	=	γουνοτεχνίτης
γουνοτεχνίτη	=	γουνοτεχνίτης
γουνοτεχνίτης	noun	ο γουνοποιός
γουνοτεχνιτών	=	γουνοτεχνίτης
γουνοφόρα	=	γουνοφόρος
γουνοφόρας	=	γουνοφόρος
γουνοφόρε	=	γουνοφόρος
γουνοφόρες	=	γουνοφόρος
γουνοφόρο	=	γουνοφόρος
γουνοφόροι	=	γουνοφόρος
γουνοφόρος	adj	αυτός που φέρει γούνα
γουνοφόρου	=	γουνοφόρος
γουνοφόρους	=	γουνοφόρος
γουνοφόρων	=	γουνοφόρος
γουνόδερμα	noun	το δέρμα ενός ζώο μαζί με τη γούνα του
γουοκ	noun	κινέζικο μαγειρικό σκεύος που μοιάζει με βαθύ τηγάνι
γουοτεργκέιτ	noun|rare	χαρακτηρισμός για πολιτική υπόθεση όπου η αυθαιρεσία της εξουσίας συνοδεύεται από μυστικές ενέργειες και προσπάθεια συγκάλυψης, οδηγώντας σε θεσμική κρίση
γουργουρίζαμε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζαν	=	γουργουρίζω
γουργουρίζανε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζατε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γουργουρίζω
γουργουρίζεις	=	γουργουρίζω
γουργουρίζετε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζομε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζοντας	=	γουργουρίζω
γουργουρίζουμε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζουν	=	γουργουρίζω
γουργουρίζουνε	=	γουργουρίζω
γουργουρίζω	verb	παράγω συγκεκριμένο ήχο από το στομάχι ή τα έντερα, λόγω της μετακίνησης υγρών ή αερίων, ο οποίος συνήθως δηλώνει χώνεψη ή πείνα
γουργουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσαν	=	γουργουρίζω
γουργουρίσανε	=	γουργουρίζω
γουργουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουργούρισμα
γουργουρίσματος	noun	γενική ενικού του γουργούρισμα
γουργουρίσομε	=	γουργουρίζω
γουργουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσουνε	=	γουργουρίζω
γουργουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργουρητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουργουρητό
γουργουρητού	noun	γενική ενικού του γουργουρητό
γουργουρητό	noun	το αποτέλεσμα του γουργουρίζω
γουργουρητών	noun	γενική πληθυντικού του γουργουρητό
γουργουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γουργούρισμα
γουργουρισμέ	noun	κλητική ενικού του γουργουρισμός
γουργουρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουργουρισμός
γουργουρισμού	noun	γενική ενικού του γουργουρισμός
γουργουρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γουργουρισμός
γουργουρισμό	noun	αιτιατική ενικού του γουργουρισμός
γουργουρισμός	noun	άλλη μορφή του γουργουρητό
γουργουρισμών	noun	γενική πληθυντικού του γουργουρισμός
γουργούρα	noun	άλλη μορφή του γουργούρισμα
γουργούρας	=	γουργούρα
γουργούρες	=	γουργούρα
γουργούριζα	=	γουργουρίζω
γουργούριζαν	=	γουργουρίζω
γουργούριζε	=	γουργουρίζω
γουργούριζες	=	γουργουρίζω
γουργούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γουργουρίζω
γουργούρισαν	=	γουργουρίζω
γουργούρισε	=	γουργουρίζω
γουργούρισες	=	γουργουρίζω
γουργούρισμα	noun	άλλη μορφή του γουργουρητό
γουργούρων	=	γουργούρα
γουριού	=	γούρι
γουριών	=	γούρι
γουρλή	=	γουρλής
γουρλήδες	=	γουρλής
γουρλήδων	=	γουρλής
γουρλής	noun	εκείνος που φέρνει καλοτυχία
γουρλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλίδικο	adv	που φέρνει ή έφερε τύχη
γουρλίδικε	adj	κλητική ενικού του γουρλίδικος
γουρλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλίδικη
γουρλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρλίδικος
γουρλίδικης	adj	γενική ενικού του γουρλίδικη
γουρλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του γουρλίδικος
γουρλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρλίδικος
γουρλίδικος	adj	που φέρνει τύχη, που φέρνει γούρι
γουρλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουρλίδικος
γουρλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γουρλίδικος
γουρλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουρλίδικος
γουρλομάτα	noun	θηλυκό του γουρλομάτης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρλομάτης
γουρλομάτας	noun	γενική ενικού του γουρλομάτα
γουρλομάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλομάτα
γουρλομάτη	=	γουρλομάτης
γουρλομάτηδες	=	γουρλομάτης
γουρλομάτηδων	=	γουρλομάτης
γουρλομάτης	noun	γουρλομάτης	adj	που έχει γουρλωμένα (εξογκωμένα) μάτια
γουρλομάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλομάτικο
γουρλομάτικε	adj	κλητική ενικού του γουρλομάτικος
γουρλομάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλομάτικη
γουρλομάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρλομάτικος
γουρλομάτικης	adj	γενική ενικού του γουρλομάτικη
γουρλομάτικο	adj	αιτιατική ενικού του γουρλομάτικος
γουρλομάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρλομάτικος
γουρλομάτικος	noun	άλλη μορφή του γουρλομάτης	adj	άλλη μορφή του γουρλομάτης
γουρλομάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουρλομάτικος
γουρλομάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γουρλομάτικος
γουρλομάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουρλομάτικος
γουρλού	noun	θηλυκό του γουρλής
γουρλούδες	=	γουρλού
γουρλούδων	=	γουρλού
γουρλούς	=	γουρλού
γουρλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γούρλωμα
γουρλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλωμένο
γουρλωμένε	verb	κλητική ενικού του γουρλωμένος
γουρλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλωμένη
γουρλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρλωμένος
γουρλωμένης	verb	γενική ενικού του γουρλωμένη
γουρλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γουρλωμένος
γουρλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρλωμένος
γουρλωμένος	verb	που έχει γουρλώσει, που έχει τα μάτια ορθάνοιχτα (από τρόμο ή έκπληξη)
γουρλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουρλωμένος
γουρλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γουρλωμένος
γουρλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουρλωμένος
γουρλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλωτό
γουρλωτέ	adj	κλητική ενικού του γουρλωτός
γουρλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρλωτή
γουρλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρλωτός
γουρλωτής	adj	γενική ενικού του γουρλωτή
γουρλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρλωτός
γουρλωτού	adj	γενική ενικού του γουρλωτός
γουρλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γουρλωτός
γουρλωτό	adj	αιτιατική ενικού του γουρλωτός
γουρλωτός	adj	που έχει τα μάτια γουρλωμένα
γουρλωτών	adj	γενική πληθυντικού του γουρλωτός
γουρλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούρλωμα
γουρλώματος	noun	γενική ενικού του γούρλωμα
γουρλώναμε	=	γουρλώνω
γουρλώναν	=	γουρλώνω
γουρλώνανε	=	γουρλώνω
γουρλώνατε	=	γουρλώνω
γουρλώνει	=	γουρλώνω
γουρλώνεις	=	γουρλώνω
γουρλώνετε	=	γουρλώνω
γουρλώνοντας	=	γουρλώνω
γουρλώνουμε	=	γουρλώνω
γουρλώνουν	=	γουρλώνω
γουρλώνουνε	=	γουρλώνω
γουρλώνω	verb	έχω υπερβολικά ανοικτά τα μάτια μου (επειδή εξεπλάγην ή φοβήθηκα ή...)
γουρλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσαν	=	γουρλώνω
γουρλώσανε	=	γουρλώνω
γουρλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γουρλώνω
γουρμάζω	verb	ωριμάζω
γουρμάσματα	=	γούρμασμα
γουρμάσματος	=	γούρμασμα
γουρμασμάτων	=	γούρμασμα
γουρμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρμασμένο
γουρμασμένε	verb	κλητική ενικού του γουρμασμένος
γουρμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρμασμένη
γουρμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρμασμένος
γουρμασμένης	verb	γενική ενικού του γουρμασμένη
γουρμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γουρμασμένος
γουρμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρμασμένος
γουρμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γουρμάζω
γουρμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουρμασμένος
γουρμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γουρμασμένος
γουρμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουρμασμένος
γουρνομύτα	noun|rare	θηλυκό του γουρνομύτης
γουρνομύτης	noun|rare	άλλη μορφή του γουρουνομύτης
γουρνοπασχαλιά	noun|dated	το σφάξιμο γουρουνιού το διάστημα του δωδεκαήμερου (με τελετουργικό τρόπο καθώς και τα σχετικά έθιμα που το συνοδεύουν)
γουρνοπασχαλιάς	=	γουρνοπασχαλιά
γουρνοπασχαλιές	=	γουρνοπασχαλιά
γουρνοπασχαλιών	=	γουρνοπασχαλιά
γουρνοπούλα	noun	θηλυκό γουρουνόπουλο, συνήθως αναφέρεται έτσι στην Πελοπόννησο
γουρνοπούλας	=	γουρνοπούλα
γουρνοπούλες	=	γουρνοπούλα
γουρουνά	=	γουρουνάς
γουρουνάδες	=	γουρουνάς
γουρουνάδων	=	γουρουνάς
γουρουνάκι	noun	μικρό γουρούνι
γουρουνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνάκι
γουρουνάνθρωπε	=	γουρουνάνθρωπος
γουρουνάνθρωπο	=	γουρουνάνθρωπος
γουρουνάνθρωποι	=	γουρουνάνθρωπος
γουρουνάνθρωπος	noun	αυτός που έχει συμπεριφορά του γουρουνιού
γουρουνάνθρωπου	=	γουρουνάνθρωπος
γουρουνάνθρωπους	=	γουρουνάνθρωπος
γουρουνάνθρωπων	=	γουρουνάνθρωπος
γουρουνάς	noun	ο χοιροβοσκός· αυτός που εκτρέφει ή εμπορεύεται γουρούνια
γουρουνίζω	verb	συμπεριφέρομαι, ή ζω, όπως το γουρούνι
γουρουνίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρουνίσιος
γουρουνίσιας	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιε	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνίσια
γουρουνίσιια	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιιο	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιο	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιοι	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιος	adj	που αναφέρεται σε ή έχει σχέση με γουρούνι
γουρουνίσιου	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιους	=	γουρουνίσιος
γουρουνίσιων	=	γουρουνίσιος
γουρουνιά	noun	γουρουνίσια συμπεριφορά
γουρουνιάς	=	γουρουνιά
γουρουνιές	=	γουρουνιά
γουρουνιού	noun	γενική ενικού του γουρούνι
γουρουνιών	noun	γενική πληθυντικού του γουρούνι
γουρουνοβοσκέ	=	γουρουνοβοσκός
γουρουνοβοσκοί	=	γουρουνοβοσκός
γουρουνοβοσκού	=	γουρουνοβοσκός
γουρουνοβοσκούς	=	γουρουνοβοσκός
γουρουνοβοσκό	=	γουρουνοβοσκός
γουρουνοβοσκός	noun	αυτός που βόσκει γουρούνια
γουρουνοβοσκών	=	γουρουνοβοσκός
γουρουνοδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνόδερμα
γουρουνοδέρματος	noun	γενική ενικού του γουρουνόδερμα
γουρουνοδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γουρουνόδερμα
γουρουνοειδές	=	γουρουνοειδής
γουρουνοειδή	=	γουρουνοειδής
γουρουνοειδής	adj	αυτός που μοιάζει με γουρούνι
γουρουνοειδείς	=	γουρουνοειδής
γουρουνοειδες	=	γουρουνοειδής
γουρουνοειδης	=	γουρουνοειδής
γουρουνοειδούς	=	γουρουνοειδής
γουρουνοειδών	=	γουρουνοειδής
γουρουνοκεφαλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνοκεφαλή
γουρουνομάντρι	noun	ο χώρος εκτροφής γουρουνιών
γουρουνομαθημένα	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένε	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένες	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένη	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένης	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένο	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένοι	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένος	verb	αυτός που (έχει μάθει να) ζει όπως τα γουρούνια
γουρουνομαθημένου	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένους	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομαθημένων	=	γουρουνομαθημένος
γουρουνομούρα	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρας	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρες	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρη	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρηδες	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρηδων	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρης	adj	που έχει μούρη που μοιάζει με αυτή του γουρουνιού
γουρουνομούρικα	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρικο	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρικου	=	γουρουνομούρης
γουρουνομούρικων	=	γουρουνομούρης
γουρουνομύτα	=	γουρουνομύτης
γουρουνομύτη	=	γουρουνομύτης
γουρουνομύτηδες	=	γουρουνομύτης
γουρουνομύτηδων	=	γουρουνομύτης
γουρουνομύτης	noun	αυτός που έχει γουρουνίσια μύτη, δηλαδή μεγάλα ρουθούνια
γουρουνομύτικος	adj|rare	που έχει σχέση με γουρουνομύτη, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν
γουρουνοπέτσι	noun	το γουρουνοτόμαρο
γουρουνοπετσών	=	γουρουνόπετσα
γουρουνοπούλα	noun	θηλυκό του γουρουνόπουλο
γουρουνοπούλας	noun	γενική ενικού του γουρουνοπούλα
γουρουνοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνοπούλα
γουρουνοτρίχες	=	γουρουνοτρίχης
γουρουνοτρίχη	=	γουρουνοτρίχης
γουρουνοτρίχης	noun	αυτός που έχει γουρουνίσιες τρίχες, σκληρές τρίχες
γουρουνοτριχών	=	γουρουνοτρίχης
γουρουνοτσάρουχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνοτσάρουχο
γουρουνοτσάρουχο	noun	τσαρούχι φτιαγμένο από γουρουνόδερμα
γουρουνοτσάρουχου	noun	γενική ενικού του γουρουνοτσάρουχο
γουρουνοτσάρουχων	noun	γενική πληθυντικού του γουρουνοτσάρουχο
γουρουνοτόμαρα	=	γουρουνοτόμαρο
γουρουνοτόμαρο	noun	η προβιά του γουρουνιού
γουρουνοτόμαρου	=	γουρουνοτόμαρο
γουρουνοτόμαρων	=	γουρουνοτόμαρο
γουρουνόδερμα	noun	δέρμα γουρουνιού
γουρουνόμαντρα	noun	περιορισμένος χώρος εκτροφής γουρουνιών
γουρουνόμαντρας	=	γουρουνόμαντρα
γουρουνόμαντρες	=	γουρουνόμαντρα
γουρουνόμαντρων	=	γουρουνόμαντρα
γουρουνόμουτρα	=	γουρουνόμουτρο
γουρουνόμουτρο	noun	το ρύγχος του γουρουνιού
γουρουνόμουτρου	=	γουρουνόμουτρο
γουρουνόμουτρων	=	γουρουνόμουτρο
γουρουνόπετσα	noun	η πέτσα του γουρουνιού, το γουρουνοτόμαρο
γουρουνόπετσας	=	γουρουνόπετσα
γουρουνόπετσε	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσες	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετση	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσης	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσο	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσοι	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσος	adj	χοντρόπετσος
γουρουνόπετσου	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσους	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπετσων	=	γουρουνόπετσος
γουρουνόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνόπουλο
γουρουνόπουλο	noun	υποκοριστικό του γουρούνι
γουρουνόπουλου	noun	γενική ενικού του γουρουνόπουλο
γουρουνόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του γουρουνόπουλο
γουρουνότριχα	noun	η σκληρή τρίχα του γουρουνιού
γουρουνότριχας	=	γουρουνότριχα
γουρουνότριχε	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρουνότριχα
γουρουνότριχη	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχης	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχο	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχοι	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχος	adj	αυτός που έχει γουρουνίσιες τρίχες, σκληρές τρίχες
γουρουνότριχου	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχους	=	γουρουνότριχος
γουρουνότριχων	=	γουρουνότριχος
γουρούνα	noun	το θηλυκό γουρούνι
γουρούνας	noun	γενική ενικού του γουρούνα
γουρούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρούνα
γουρούνι	noun	είδος οικόσιτου θηλαστικού, ο χοίρος, το είδος Sus scrofa domesticus
γουρούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρούνι
γουρσουζέψαμε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζέψαν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζέψανε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζέψατε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζέψει	=	γουρσουζεύω
γουρσουζέψου	=	γουρσουζεύω
γουρσουζέψτε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρσουζεμένο
γουρσουζεμένε	verb	κλητική ενικού του γουρσουζεμένος
γουρσουζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρσουζεμένη
γουρσουζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρσουζεμένος
γουρσουζεμένης	verb	γενική ενικού του γουρσουζεμένη
γουρσουζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γουρσουζεμένος
γουρσουζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρσουζεμένος
γουρσουζεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γουρσουζεύω
γουρσουζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουρσουζεμένος
γουρσουζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γουρσουζεμένος
γουρσουζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουρσουζεμένος
γουρσουζευτήκαμε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευτήκαν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευτήκανε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευτήκατε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευτεί	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευτείτε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόμασταν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόμαστε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόμουν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόμουνα	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόντουσαν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόσασταν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόσαστε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόσουν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόσουνα	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευόταν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζευότανε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύαμε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύαν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύανε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύατε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύει	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύεις	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύεσαι	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύεστε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύεται	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύετε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύομαι	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύονται	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύονταν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύοντας	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύου	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύουμε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύουν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύουνε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύτηκα	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύτηκαν	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύτηκε	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύτηκες	=	γουρσουζεύω
γουρσουζεύω	verb	άλλη μορφή του γρουσουζεύω
γουρσουζιά	noun	άλλη μορφή του γρουσουζιά
γουρσουζιάς	=	γουρσουζιά
γουρσουζιές	=	γουρσουζιά
γουρσουζιών	=	γουρσουζιά
γουρσούζευα	=	γουρσουζεύω
γουρσούζευαν	=	γουρσουζεύω
γουρσούζευε	=	γουρσουζεύω
γουρσούζευες	=	γουρσουζεύω
γουρσούζεψα	=	γουρσουζεύω
γουρσούζεψαν	=	γουρσουζεύω
γουρσούζεψε	=	γουρσουζεύω
γουρσούζεψες	=	γουρσουζεύω
γουρσούζης	adj|dated	άλλη μορφή του γρουσούζης
γουρσούζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρσούζικο
γουρσούζικε	adj	κλητική ενικού του γουρσούζικος
γουρσούζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουρσούζικη
γουρσούζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουρσούζικος
γουρσούζικης	adj	γενική ενικού του γουρσούζικη
γουρσούζικο	adj	αιτιατική ενικού του γουρσούζικος
γουρσούζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουρσούζικος
γουρσούζικος	adj	που φέρνει γρουσουζιά και κακή τύχη
γουρσούζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουρσούζικος
γουρσούζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γουρσούζικος
γουρσούζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουρσούζικος
γουστάραμε	=	γουστάρω
γουστάραν	=	γουστάρω
γουστάρανε	=	γουστάρω
γουστάρατε	=	γουστάρω
γουστάρει	=	γουστάρω
γουστάρεις	=	γουστάρω
γουστάρετε	=	γουστάρω
γουστάριζα	=	γουστάρω
γουστάριζαν	=	γουστάρω
γουστάριζε	=	γουστάρω
γουστάριζες	=	γουστάρω
γουστάρισα	=	γουστάρω
γουστάρισαν	=	γουστάρω
γουστάρισε	=	γουστάρω
γουστάρισες	=	γουστάρω
γουστάρομε	=	γουστάρω
γουστάροντας	=	γουστάρω
γουστάρουμε	=	γουστάρω
γουστάρουν	=	γουστάρω
γουστάρουνε	=	γουστάρω
γουστάρω	verb	μου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ
γουστέρα	noun	μεγάλη και συνήθως πράσινη σαύρα (Lacerta viridis) που ζει σε ηλιόλουστους, ξηρούς βιότοπους και κινείται ταχύτατα ανάμεσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση
γουστέρας	noun	γενική ενικού του γουστέρα
γουστέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουστέρα
γουστερίτσα	noun	η τοιχόσαυρα (Podarcis muralis) που συναντιέται σε όλη την Ευρώπη
γουστερίτσας	noun	γενική ενικού του γουστερίτσα
γουστερίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουστερίτσα
γουστερών	noun	γενική πληθυντικού του γουστέρα
γουστόζα	noun	θηλυκό του γουστόζος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουστόζος
γουστόζας	noun	γενική ενικού του γουστόζα
γουστόζε	noun	κλητική ενικού του γουστόζος
γουστόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουστόζα
γουστόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γουστόζικος	adv	με γουστόζικο τρόπο
γουστόζικε	adj	κλητική ενικού του γουστόζικος
γουστόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουστόζικη
γουστόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γουστόζικος
γουστόζικης	adj	γενική ενικού του γουστόζικη
γουστόζικο	adj	αιτιατική ενικού του γουστόζικος
γουστόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουστόζικος
γουστόζικος	adj	που έχει γούστο
γουστόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γουστόζικος
γουστόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γουστόζικος
γουστόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γουστόζικος
γουστόζο	noun	αιτιατική ενικού του γουστόζος
γουστόζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γουστόζος
γουστόζος	noun	που είναι γουστόζος	adj	που τον κάνουμε γούστο και μας διασκεδάζει, ευχάριστος
γουστόζου	noun	γενική ενικού του γουστόζος
γουστόζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γουστόζος
γουστόζων	noun	γενική πληθυντικού του γουστόζος
γουταπέρκα	noun	ρητινώδης ουσία που βρίσκεται στον χυμό διαφόρων τροπικών φυτών, κυρίως του γένους Dichopsishttp://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/22703-goytaperka
γουταπέρκας	noun	γενική ενικού του γουταπέρκα
γουταπέρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γουταπέρκα
γουφ	noun	συνώνυμο του γαβ
γουφάρι	noun	άλλη μορφή του γοφάρι
γουφάρια	=	γουφάρι
γουφαριού	=	γουφάρι
γουφαριών	=	γουφάρι
γουόκμαν	noun	φορητή συσκευή αναπαραγωγής ήχου (μαγνητόφωνο ή CD player) με ακουστικά
γουόλοφ	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Σενεγάλη
γουόρντ	noun	πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου που χρησιμοποιείται για τη σύνταξη, μορφοποίηση, διόρθωση και εκτύπωση εγγράφων
γουών	=	γούνα
γοφάρι	noun	το ψάρι του είδους Τεμνόδους ο άλτης (Pomatomus saltatrix) που μοιάζει με λαβράκι
γοφάρια	=	γοφάρι
γοφέ	noun	κλητική ενικού του γοφός
γοφαριού	=	γοφάρι
γοφαριών	=	γοφάρι
γοφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γοφός
γοφού	noun	γενική ενικού του γοφός
γοφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γοφός
γοφό	noun	αιτιατική ενικού του γοφός
γοφός	noun|informal	η περιοχή του σώματος γύρω από το άνω τμήμα του μηρού και την άρθρωση του ισχίου
γοφών	noun	γενική πληθυντικού του γοφός
γοϊδελικές	=	γοϊδελική
γοϊδελική	noun	κλάδος κέλτικων γλωσσών, τα ιρλανδικά, τα μανξ και τα σκωτικά γαελικά / γοϊδελική γλώσσα
γοϊδελικής	=	γοϊδελική
γοϊδελικών	=	γοϊδελική
γούβα	noun	μικρή κοιλότητα στο έδαφος που συγκεντρώνει νερά
γούβας	noun	γενική ενικού του γούβα
γούβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούβα
γούβιαζα	=	γουβιάζω
γούβιαζαν	=	γουβιάζω
γούβιαζε	=	γουβιάζω
γούβιαζες	=	γουβιάζω
γούβιασα	=	γουβιάζω
γούβιασαν	=	γουβιάζω
γούβιασε	=	γουβιάζω
γούβιασες	=	γουβιάζω
γούβωμα	noun	το αποτέλεσμα του γουβώνω
γούβωνα	=	γουβώνω
γούβωναν	=	γουβώνω
γούβωνε	=	γουβώνω
γούβωνες	=	γουβώνω
γούβωσα	=	γουβώνω
γούβωσαν	=	γουβώνω
γούβωσε	=	γουβώνω
γούβωσες	=	γουβώνω
γούγλη	=	γούγλης
γούγληδες	=	γούγλης
γούγληδων	=	γούγλης
γούγλης	noun|informal	άλλη μορφή του γκουγκλ
γούλα	noun	αποφλοιωμένο λάχανο, ή είδος κράμβης (αγριολάχανο) ή τεύτλο
γούλας	noun	γενική ενικού του γούλα
γούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούλα
γούμενα	noun|dated	το καραβόσχοινο, το παλαμάρι
γούμενας	=	γούμενα
γούμενε	=	γούμενος
γούμενες	=	γούμενα
γούμενο	=	γούμενος
γούμενοι	=	γούμενος
γούμενος	noun|poetic	άλλη μορφή του ηγούμενος
γούμενου	=	γούμενος
γούμενους	=	γούμενος
γούμενων	=	γούμενος
γούνα	noun	το πλούσιο και απαλό τρίχωμα μερικών ζώων
γούναρη	=	γούναρης
γούναρηδων	=	γούναρης
γούναρης	noun|dated	ο γουναράς
γούνας	noun	γενική ενικού του γούνα
γούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούνα
γούνινα	=	γούνινος
γούνινε	=	γούνινος
γούνινες	=	γούνινος
γούνινη	=	γούνινος
γούνινης	=	γούνινος
γούνινο	=	γούνινος
γούνινοι	=	γούνινος
γούνινος	adj	κατασκευασμένος από γούνα
γούνινου	=	γούνινος
γούνινους	=	γούνινος
γούνινων	=	γούνινος
γούπα	=	γόπα
γούπατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούπατο
γούπατο	noun	γούβα, βαθούλωμα
γούπατου	noun	γενική ενικού του γούπατο
γούπατων	noun	γενική πληθυντικού του γούπατο
γούρι	noun	η καλοτυχία
γούρια	=	γούρι
γούρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούρικο
γούρικε	adj	κλητική ενικού του γούρικος
γούρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούρικη
γούρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γούρικος
γούρικης	adj	γενική ενικού του γούρικη
γούρικο	adj	αιτιατική ενικού του γούρικος
γούρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γούρικος
γούρικος	adj	που φέρνει καλή τύχη
γούρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γούρικος
γούρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γούρικος
γούρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γούρικος
γούρλωμα	noun	το να γουρλώνει κανείς τα μάτια
γούρλωνα	=	γουρλώνω
γούρλωναν	=	γουρλώνω
γούρλωνε	=	γουρλώνω
γούρλωνες	=	γουρλώνω
γούρλωσα	=	γουρλώνω
γούρλωσαν	=	γουρλώνω
γούρλωσε	=	γουρλώνω
γούρλωσες	=	γουρλώνω
γούρμα	=	γούρμος
γούρμασμα	noun	η ωρίμανση
γούρμε	=	γούρμος
γούρμες	=	γούρμος
γούρμη	=	γούρμος
γούρμης	=	γούρμος
γούρμο	=	γούρμος
γούρμοι	=	γούρμος
γούρμος	adj	ώριμος
γούρμου	=	γούρμος
γούρμους	=	γούρμος
γούρμων	=	γούρμος
γούρνα	noun	φυσική εδαφική κοιλότητα, μικρών διαστάσεων, που συγκεντρώνει νερά
γούρνας	noun	γενική ενικού του γούρνα
γούρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούρνα
γούστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γούστο
γούσταρα	=	γουστάρω
γούσταραν	=	γουστάρω
γούσταρε	=	γουστάρω
γούσταρες	=	γουστάρω
γούστο	noun	η αντίληψη που έχει κάποιος για αισθητικά ζητήματα ή θέματα σχετικά με το ωραίο
γούστου	noun	γενική ενικού του γούστο
γούστων	noun	γενική πληθυντικού του γούστο
γούτε	=	γούτος
γούτο	=	γούτος
γούτοι	=	γούτος
γούτος	noun	αρσενικό περιστέρι
γούτου	=	γούτος
γούτους	=	γούτος
γούτων	=	γούτος
γούφερ	noun	μεγάφωνο που αναπαράγει ήχους χαμηλών συχνοτήτων
γπς	abbrev	Γυμναστικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος
γράδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γράδο
γράδαρα	=	γραδάρω
γράδαραν	=	γραδάρω
γράδαρε	=	γραδάρω
γράδαρες	=	γραδάρω
γράδο	noun	όργανο που μετρά την πυκνότητα ενός υγρού, το πυκνόμετρο ή αραιόμετρο
γράδου	noun	γενική ενικού του γράδο
γράδων	noun	γενική πληθυντικού του γράδο
γράμμα	noun	σύμβολο ή χαρακτήρας του αλφάβητου, το οποίο αντιστοιχεί σε ένα φθόγγο
γράμματα	noun	το συνολικό έργο της λογοτεχνίας και της επιστήμης
γράμματος	noun	γενική ενικού του γράμμα
γράμμωσα	=	γραμμώνω
γράμμωση	noun	καλοσχηματισμένοι μύωνες λόγω εκγύμνασης
γράμμωσης	=	γράμμωση
γράνα	noun	τάφρος που καλύπτεται με νερό
γράνας	noun	γενική ενικού του γράνα
γράνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γράνα
γράπα	noun	άλλη μορφή του γκράπα
γράπας	=	γράπα
γράπες	=	γράπα
γράπωμα	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του γραπώνω
γράπωνα	=	γραπώνω
γράπωναν	=	γραπώνω
γράπωνε	=	γραπώνω
γράπωνες	=	γραπώνω
γράπωσα	=	γραπώνω
γράπωσαν	=	γραπώνω
γράπωσε	=	γραπώνω
γράπωσες	=	γραπώνω
γράσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γράσο
γράσο	noun	υλικό, σε μορφή κρέμας, που χρησιμεύει για τη λίπανση κινούμενων εξαρτημάτων μηχανών
γράσου	noun	γενική ενικού του γράσο
γράσων	noun	γενική πληθυντικού του γράσο
γράφαμε	=	γράφω
γράφαν	=	γράφω
γράφανε	=	γράφω
γράφατε	=	γράφω
γράφε	=	γράφω
γράφει	=	γράφω
γράφεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γράφω
γράφεσαι	=	γράφω
γράφεστε	=	γράφω
γράφεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του γράφω
γράφετε	=	γράφω
γράφηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του γράφω
γράφηκαν	=	γράφω
γράφηκε	=	γράφω
γράφηκες	=	γράφω
γράφημα	noun	σύμβολο του γραπτού λόγου που παριστάνει ένα φώνημα ή ένα συνδυασμό φωνημάτων
γράφο	=	γράφος
γράφοι	=	γράφος
γράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γράφω
γράφομε	verb|formal	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γράφω, άλλη μορφή του γράφουμε
γράφον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γράφων
γράφοντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γράφων
γράφονται	=	γράφω
γράφονταν	=	γράφω
γράφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γράφω
γράφοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γράφων
γράφοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γράφων
γράφος	noun	δομή όπου ένα σύνολο αντικειμένων είναι με κάποιον τρόπο ανά ζεύγη συσχετισμένα.
γράφου	=	γράφος
γράφουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του γράφω
γράφουν	=	γράφω
γράφουνε	=	γράφω
γράφους	=	γράφος
γράφουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γράφων
γράφουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του γράφων
γράφουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του γράφων
γράφτε	=	γράφω
γράφτηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του γράφω
γράφτηκαν	=	γράφω
γράφτηκε	=	γράφω
γράφτηκες	=	γράφω
γράφω	verb	σχεδιάζω σύμβολα (γράμματα, αριθμούς) πάνω σε κάποια επιφάνεια
γράφων	verb	που γράφει
γράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψαν	=	γράφω
γράψανε	=	γράφω
γράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψε	=	γράφω
γράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γράφω
γράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψιμο	noun	η ενέργεια του γράφω
γράψομε	=	γράφω
γράψου	=	γράφω
γράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψουνε	=	γράφω
γράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γράφω
γράψω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου (έγραψα) του γράφω
γρέγε	noun	κλητική ενικού του γρέγος
γρέγο	noun	αιτιατική ενικού του γρέγος
γρέγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρέγος
γρέγος	noun	ο βορειοανατολικός άνεμος
γρέγου	noun	γενική ενικού του γρέγος
γρέγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρέγος
γρέγων	noun	γενική πληθυντικού του γρέγος
γρέζι	noun	ανωμαλία που προέκυψε στην επιφάνεια ενός αντικειμένου κατά την κοπή του, συνήθως μεταλλικού
γρέζια	=	γρέζι
γρέκι	noun	η καλύβα, το πρόχειρο σπίτι μαζί με την στάνη που μένει ο βοσκός
γρέντζα	=	γρέντζος
γρέντζο	=	γρέντζος
γρέντζος	adj	τραχύς, σκληρός
γρήγορα	adv	με μεγάλη ταχύτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γρήγορος
γρήγορε	adj	κλητική ενικού του γρήγορος
γρήγορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρήγορη
γρήγορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρήγορος
γρήγορης	adj	γενική ενικού του γρήγορη
γρήγορο	adj	αιτιατική ενικού του γρήγορος
γρήγοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρήγορος
γρήγορος	adj	που μπορεί να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα καθώς κινείται
γρήγορου	adj	γενική ενικού του γρήγορος
γρήγορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρήγορος
γρήγορων	adj	γενική πληθυντικού του γρήγορος
γρίβας	noun	το ψαρό (γκρίζο) άλογο
γρίβνα	noun	άλλη γραφή του χρίβνια
γρίβνας	=	γρίβνα
γρίβνες	=	γρίβνα
γρίκα	=	γρικώ
γρίκαγε	=	γρικώ
γρίκησα	=	γρικώ
γρίκησαν	=	γρικώ
γρίκησε	=	γρικώ
γρίκησες	=	γρικώ
γρίλια	noun	το καθένα από τα μικρά οριζόντια ορθογώνια κομμάτια ξύλου που αποτελούν μέρος ενός παντζουριού και σχηματίζουν μεταξύ τους διάκενα που επιτρέπουν στον αέρα να μπαίνει από τα παράθυρα, όταν αυτά είναι κλειστά
γρίλιας	noun	γενική ενικού του γρίλια
γρίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρίλια
γρίνα	noun	η γρίνια, η γκρίνια
γρίνας	noun	γενική ενικού του γρίνα
γρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρίνα
γρίνια	noun	το γρίνιασμα, η φαγωμάρα, η διχόνοια
γρίνιαζα	=	γρινιάζω
γρίνιαζαν	=	γρινιάζω
γρίνιαζε	=	γρινιάζω
γρίνιαζες	=	γρινιάζω
γρίνιαξα	=	γρινιάζω
γρίνιαξαν	=	γρινιάζω
γρίνιαξε	=	γρινιάζω
γρίνιαξες	=	γρινιάζω
γρίνιας	noun	γενική ενικού του γρίνια
γρίνιασμα	noun|rare	η γκρίνια, η φαγωμάρα, η διχόνοια, το διαρκές παράπονο, η μουρμούρα, το ανικανοποίητο
γρίνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρίνια
γρίπε	noun	κλητική ενικού του γρίπος
γρίπες	=	γρίπη
γρίπη	noun	μεταδοτική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος.
γρίπης	=	γρίπη
γρίπο	noun	αιτιατική ενικού του γρίπος
γρίποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρίπος
γρίπος	noun	μέσο αλίευσης που μοιάζει με την τράτα· τα δίχτυα ρίχνονται σε λίμνες ή θάλασσα με ομαλό πυθμένα καλύπτοντας μεγάλη έκταση και τραβούνται με σχοινιά
γρίπου	noun	γενική ενικού του γρίπος
γρίπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρίπος
γρίππες	=	γρίππη
γρίππη	noun|dated	άλλη γραφή του γρίπη
γρίππης	=	γρίππη
γρίπων	noun	γενική πληθυντικού του γρίπος
γρίφε	noun	κλητική ενικού του γρίφος
γρίφο	noun	αιτιατική ενικού του γρίφος
γρίφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρίφος
γρίφος	noun	πνευματικό παιχνίδι που διατυπώνεται συνήθως σε μορφή ερώτησης και απαιτεί σκέψη για την επίλυσή του
γρίφου	noun	γενική ενικού του γρίφος
γρίφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρίφος
γρίφων	noun	γενική πληθυντικού του γρίφος
γραΐδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραΐδιο
γραΐδιο	noun	η γριούλα, πολύ ηλικιωμένη και αδυνατισμένη γυναίκα, ανήμπορη και μικροκαμωμένη.
γραΐδιου	=	γραΐδιο
γραία	noun	χρησιμοποιείται πια ως ουσιαστικό, ως κομψότερος τύπος του όρου «γριά», αλλά στην αρχαία γλώσσα είχε ειδικά στις πλάγιες πτώσεις χρήση επιθέτου (γραῖος, γραῖα, γραῖον) και σήμαινε το παλιό και φθαρμένο αντικείμενο ή τον ηλικιωμένο άνδρα και γυναίκα, π.χ.
γραίας	=	γραία
γραίγε	=	γραίγος
γραίγο	=	γραίγος
γραίγοι	=	γραίγος
γραίγος	noun	ετυμολογική γραφή του γρέγος για συσχετισμό προς το Γραικός
γραίγου	=	γραίγος
γραίγους	=	γραίγος
γραίγων	=	γραίγος
γραίες	=	γραία
γραβάτα	noun	υφασμάτινη λωρίδα που δένεται στο λαιμό, συνηθέστερα από τους άνδρες, και συνοδεύει συνήθως επίσημη ενδυμασία
γραβάτας	noun	γενική ενικού του γραβάτα
γραβάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβάτα
γραβατάκηδες	=	γραβατάκιας
γραβατάκηδων	=	γραβατάκιας
γραβατάκια	=	γραβατάκιας
γραβατάκιας	noun|vulgar	πρόσωπο που θεωρείται πως ανήκει στο κατεστημένο —συνήθως με «καλή» κοινωνική/επαγγελματική θέση— και εκφράζει απόψεις ή έχει συμπεριφορές που κρίνονται ως «γραφειοκρατικές», «τυπολατρικές» ή «ξερόλες»
γραβατίτσα	noun	υποκοριστικό του γραβάτα
γραβατίτσας	noun	γενική ενικού του γραβατίτσα
γραβατίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβατίτσα
γραβατοφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβατοφορεμένο
γραβατοφορεμένε	verb	κλητική ενικού του γραβατοφορεμένος
γραβατοφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβατοφορεμένη
γραβατοφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραβατοφορεμένος
γραβατοφορεμένης	verb	γενική ενικού του γραβατοφορεμένη
γραβατοφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γραβατοφορεμένος
γραβατοφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραβατοφορεμένος
γραβατοφορεμένος	verb	που φοράει γραβάτα
γραβατοφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραβατοφορεμένος
γραβατοφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραβατοφορεμένος
γραβατοφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραβατοφορεμένος
γραβατούλα	noun	υποκοριστικό του γραβάτα
γραβατούλας	noun	γενική ενικού του γραβατούλα
γραβατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβατούλα
γραβατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβατωμένο
γραβατωμένε	verb	κλητική ενικού του γραβατωμένος
γραβατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβατωμένη
γραβατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραβατωμένος
γραβατωμένης	verb	γενική ενικού του γραβατωμένη
γραβατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γραβατωμένος
γραβατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραβατωμένος
γραβατωμένος	verb	που φοράει γραβάτα
γραβατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραβατωμένος
γραβατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραβατωμένος
γραβατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραβατωμένος
γραβατών	noun	γενική πληθυντικού του γραβάτα
γραβιέρα	noun	είδος ελληνικού σκληρού κίτρινου τυριού
γραβιέρας	noun	γενική ενικού του γραβιέρα
γραβιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβιέρα
γραβιεροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του γραβιερόπιτα
γραβιερόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό την γραβιέρα
γραβιερόπιτας	noun	γενική ενικού του γραβιερόπιτα
γραβιερόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραβιερόπιτα
γραγούδα	noun	πήλινο τσουκάλι ή δοχείο
γραδάραμε	=	γραδάρω
γραδάραν	=	γραδάρω
γραδάρανε	=	γραδάρω
γραδάρατε	=	γραδάρω
γραδάρει	=	γραδάρω
γραδάρεις	=	γραδάρω
γραδάρετε	=	γραδάρω
γραδάριζα	=	γραδάρω
γραδάριζαν	=	γραδάρω
γραδάριζε	=	γραδάρω
γραδάριζες	=	γραδάρω
γραδάρισα	=	γραδάρω
γραδάρισαν	=	γραδάρω
γραδάρισε	=	γραδάρω
γραδάρισες	=	γραδάρω
γραδάρομε	=	γραδάρω
γραδάροντας	=	γραδάρω
γραδάρουμε	=	γραδάρω
γραδάρουν	=	γραδάρω
γραδάρουνε	=	γραδάρω
γραδάρτε	=	γραδάρω
γραδάρω	verb	μετρώ την πυκνότητα ενός υγρού με το γράδο
γραδαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραδαρισμένο
γραδαρισμένε	verb	κλητική ενικού του γραδαρισμένος
γραδαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραδαρισμένη
γραδαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραδαρισμένος
γραδαρισμένης	verb	γενική ενικού του γραδαρισμένη
γραδαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γραδαρισμένος
γραδαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραδαρισμένος
γραδαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γραδάρω
γραδαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραδαρισμένος
γραδαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραδαρισμένος
γραδαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραδαρισμένος
γραδελάδα	noun	μεταλλική σχάρα
γραδελάδας	=	γραδελάδα
γραδελάδες	=	γραδελάδα
γραδελάδων	=	γραδελάδα
γραιγολεβάντε	=	γραιγολεβάντες
γραιγολεβάντες	noun	ετυμολογική γραφή του γρεγολεβάντες με συσχετισμό προς το Γραικός
γραιγολεβάντηδες	=	γραιγολεβάντες
γραιγολεβάντηδων	=	γραιγολεβάντες
γραιγοτραμουντάνα	noun	ετυμολογική γραφή του γρεγοτραμουντάνα με συσχετισμό προς το Γραικός
γραιγοτραμουντάνας	=	γραιγοτραμουντάνα
γραιγοτραμουντάνες	=	γραιγοτραμουντάνα
γραιγοτραμουντάνων	=	γραιγοτραμουντάνα
γραικικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραικικό
γραικικέ	adj	κλητική ενικού του γραικικός
γραικικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραικική
γραικική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραικικός
γραικικής	adj	γενική ενικού του γραικική
γραικικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραικικός
γραικικού	adj	γενική ενικού του γραικικός
γραικικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραικικός
γραικικό	adj	αιτιατική ενικού του γραικικός
γραικικός	adj	που έχει σχέση με Γραικό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
γραικικών	adj	γενική πληθυντικού του γραικικός
γραικιστί	adv	δημωδώς ελληνότροπα
γραικοβούλγαρε	=	γραικοβούλγαρος
γραικοβούλγαρο	=	γραικοβούλγαρος
γραικοβούλγαροι	=	γραικοβούλγαρος
γραικοβούλγαρος	noun	Βούλγαρος ελληνικής καταγωγής
γραικοβούλγαρου	=	γραικοβούλγαρος
γραικοβούλγαρους	=	γραικοβούλγαρος
γραικοβούλγαρων	=	γραικοβούλγαρος
γραικοτουρκικά	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικέ	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικές	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκική	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γραικοτουρκική) του γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικοί	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικού	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικούς	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικό	=	γραικοτουρκικός
γραικοτουρκικός	adj	που αναφέρεται στους Έλληνες (Γραικούς) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
γραικοτουρκικών	=	γραικοτουρκικός
γραικυλισμέ	=	γραικυλισμός
γραικυλισμοί	=	γραικυλισμός
γραικυλισμού	=	γραικυλισμός
γραικυλισμούς	=	γραικυλισμός
γραικυλισμό	=	γραικυλισμός
γραικυλισμός	noun	χαρακτηρισμός κάποιου που εγκαταλείπει την δική του πολιτιστική παράδοση και προσλαμβάνει κάποια άλλη παράδοση
γραικυλισμών	=	γραικυλισμός
γραικύλε	noun	κλητική ενικού του γραικύλος
γραικύλο	noun	αιτιατική ενικού του γραικύλος
γραικύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραικύλος
γραικύλος	noun	υποταγμένος αναξιοπρεπής, δουλοπρεπής Έλληνας
γραικύλου	noun	γενική ενικού του γραικύλος
γραικύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γραικύλος
γραικύλων	noun	γενική πληθυντικού του γραικύλος
γραιών	=	γραία
γραμμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμάριο
γραμμάριο	noun	μονάδα μέτρησης της μάζας, το ένα χιλιοστό του κιλού
γραμμάριου	=	γραμμάριο
γραμμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμάτιο
γραμμάτιο	noun	χρεώγραφο με το οποίο ο εκδότης του αναγνωρίζει το χρέος προς το δανειστή και εγγυάται την πληρωμή του σε συγκεκριμένη ημερομηνία
γραμμάτιου	=	γραμμάτιο
γραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γράμμα
γραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμένο
γραμμένε	verb	κλητική ενικού του γραμμένος
γραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμένη
γραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμένος
γραμμένης	verb	γενική ενικού του γραμμένη
γραμμένο	adj	αιτιατική ενικού του γραμμένος	noun	το πεπρωμένο
γραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμένος
γραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γράφω, που έχει γραφτεί
γραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραμμένος
γραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραμμένος
γραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραμμένος
γραμμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμή
γραμμή	noun	το συνεχόμενο ίχνος διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, η διαδρομή που χαράσσει ένα κινούμενο σημείο στον χώρο.	adv	κατευθείαν
γραμμής	=	γραμμή
γραμμαρίου	noun	γενική ενικού του γραμμάριο
γραμμαρίων	noun	γενική πληθυντικού του γραμμάριο
γραμματέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γραμματέας
γραμματέας	noun	έμπιστος υπάλληλος και στενός συνεργάτης ενός επιχειρηματία, επιστήμονα, πολιτικού, ηγεμόνα κλπ που διεκπεραιώνει κυρίως την αλληλογραφία του
γραμματέων	noun	γενική πληθυντικού του γραμματέας / γραμματεύς
γραμματέως	=	γραμματέας
γραμματίου	noun	γενική ενικού του γραμμάτιο
γραμματίων	noun	γενική πληθυντικού του γραμμάτιο
γραμματεία	noun	το σύνολο των έργων του γραπτού λόγου που γράφτηκαν σε μια γλώσσα σε μια ιστορική περίοδο
γραμματείας	noun	γενική ενικού του γραμματεία
γραμματείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματεία
γραμματείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματέας
γραμματειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματειακό	adv	όσον αφορά τη γραμματεία
γραμματειακέ	adj	κλητική ενικού του γραμματειακός
γραμματειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματειακή
γραμματειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμματειακός
γραμματειακής	adj	γενική ενικού του γραμματειακή
γραμματειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμματειακός
γραμματειακού	adj	γενική ενικού του γραμματειακός
γραμματειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμματειακός
γραμματειακό	adj	αιτιατική ενικού του γραμματειακός
γραμματειακός	adj	που αναφέρεται στη γραμματεία
γραμματειακών	adj	γενική πληθυντικού του γραμματειακός
γραμματειών	noun	γενική πληθυντικού του γραμματεία
γραμματεύς	=	γραμματέας
γραμματιζούμενα	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενε	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενες	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενη	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενης	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενο	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενοι	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενος	verb	ο μορφωμένος, ο γραμματισμένος (με ελαφρώς ειρωνική απόχρωση κάποτε)
γραμματιζούμενου	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενους	=	γραμματιζούμενος
γραμματιζούμενων	=	γραμματιζούμενος
γραμματικά	adv	όσον αφορά στη γραμματική
γραμματικέ	adj	κλητική ενικού του γραμματικός
γραμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματική
γραμματική	noun	το σύνολο των γραμματικών κανόνων που διέπουν τον προφορικό και γραπτό λόγο μιας γλώσσας (φωνολογία, μορφολογία, συντακτικό)
γραμματικής	adj	γενική ενικού του γραμματική
γραμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμματικός
γραμματικοποίηση	noun	η εξελικτική πορεία κατά την οποία ένα αρχικά λεξικό στοιχείο περιορίζει το σημασιολογικό του εύρος και μετατρέπεται σε γραμματικό δείκτη που υπηρετεί συντακτικές λειτουργίες
γραμματικοποίησης	=	γραμματικοποίηση
γραμματικοποιήσεις	=	γραμματικοποίηση
γραμματικοποιήσεων	=	γραμματικοποίηση
γραμματικοσυντακτικά	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικέ	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικές	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτική	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικής	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικοί	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικού	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικούς	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικό	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοσυντακτικός	adj	που έχει σχέση με τη γραμματική και το συντακτικό ή αναφέρεται σʼ αυτά
γραμματικοσυντακτικών	=	γραμματικοσυντακτικός
γραμματικοτήτων	=	γραμματικότητα
γραμματικού	adj	γενική ενικού του γραμματικός
γραμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμματικός
γραμματικό	adj	αιτιατική ενικού του γραμματικός
γραμματικός	adj	που αναφέρεται στα γράμματα και τις γνώσεις	noun|vulgar	ο γραμματέας
γραμματικότητα	noun	η ιδιότητα μιας λέξης ή γλωσσικής έκφρασης να συμμορφώνεται με τους κανόνες μορφολογίας και σύνταξης ενός συγκεκριμένου γλωσσικού συστήματος
γραμματικότητας	=	γραμματικότητα
γραμματικότητες	=	γραμματικότητα
γραμματικών	adj	γενική πληθυντικού του γραμματικός
γραμματικώς	=	γραμματικά
γραμματισμέ	=	γραμματισμός
γραμματισμένα	=	γραμματισμένος
γραμματισμένε	=	γραμματισμένος
γραμματισμένες	=	γραμματισμένος
γραμματισμένη	=	γραμματισμένος
γραμματισμένης	=	γραμματισμένος
γραμματισμένο	=	γραμματισμένος
γραμματισμένοι	=	γραμματισμένος
γραμματισμένος	verb	ο μορφωμένος
γραμματισμένου	=	γραμματισμένος
γραμματισμένους	=	γραμματισμένος
γραμματισμένων	=	γραμματισμένος
γραμματισμοί	=	γραμματισμός
γραμματισμού	=	γραμματισμός
γραμματισμούς	=	γραμματισμός
γραμματισμό	=	γραμματισμός
γραμματισμός	noun	η εξοικείωση του ατόμου με συνθετότερα συστήματα επικοινωνίας και κώδικες, τα οποία και μπορεί να διαχειριστεί.
γραμματισμών	=	γραμματισμός
γραμματκέ	=	γραμματκός
γραμματκοί	=	γραμματκός
γραμματκού	=	γραμματκός
γραμματκούδ	noun	ο μαθητής
γραμματκούς	=	γραμματκός
γραμματκό	=	γραμματκός
γραμματκός	noun	ο δάσκαλος
γραμματκών	=	γραμματκός
γραμματογραφία	noun	η γραφιστική μελέτη της σχεδίασης των γραμμάτων και της ιστορίας της γραφής
γραμματογραφίας	noun	γενική ενικού του γραμματογραφία
γραμματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματογραφία
γραμματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του γραμματογραφία
γραμματοδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδάσκαλος	noun|dated	ο δάσκαλος για τα στοιχειώδη γράμματα, γραφή και ανάγνωση
γραμματοδιδάσκαλου	=	γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του γραμματοδιδάσκαλος
γραμματοθυρίδα	noun	μικρή θυρίδα ή ειδικό κιβώτιο σε κτήριο ή ταχυδρομείο, όπου ο ταχυδρόμος εναποθέτει και φυλάσσεται προσωρινά η έντυπη αλληλογραφία
γραμματοθυρίδας	=	γραμματοθυρίδα
γραμματοθυρίδες	=	γραμματοθυρίδα
γραμματοθυρίδων	=	γραμματοθυρίδα
γραμματοκιβωτίου	noun	γενική ενικού του γραμματοκιβώτιο
γραμματοκιβωτίων	noun	γενική πληθυντικού του γραμματοκιβώτιο
γραμματοκιβώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματοκιβώτιο
γραμματοκιβώτιο	noun	μικρό κιβώτιο με σχισμή, τοποθετημένο έξω από το σπίτι ή στην είσοδο της πολυκατοικίας, μέσα στο οποίο παραδίδει ο ταχυδρόμος την αλληλογραφία μας
γραμματοκιβώτιον	noun	το γραμματοκιβώτιο
γραμματοκιβώτιου	=	γραμματοκιβώτιο
γραμματοκομιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματοκομιστής
γραμματοκομιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γραμματοκομιστής
γραμματοκομιστής	noun|dated	αυτός που μεταφέρει και παραδίδει επιστολές σε κάποιον
γραμματοκομιστών	noun	γενική πληθυντικού του γραμματοκομιστής
γραμματολογία	noun	ο κλάδος της επιστήμης που μελετά την ιστορία της γραμματείας (λογοτεχνίας) ενός έθνους, μιας εποχής κλπ
γραμματολογίας	noun	γενική ενικού του γραμματολογία
γραμματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματολογία
γραμματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματολογικό
γραμματολογικέ	adj	κλητική ενικού του γραμματολογικός
γραμματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματολογική
γραμματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμματολογικός
γραμματολογικής	adj	γενική ενικού του γραμματολογική
γραμματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμματολογικός
γραμματολογικού	adj	γενική ενικού του γραμματολογικός
γραμματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμματολογικός
γραμματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γραμματολογικός
γραμματολογικός	adj	ο σχετικός με τη γραμματολογία
γραμματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γραμματολογικός
γραμματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γραμματολογία
γραμματολόγε	=	γραμματολόγος
γραμματολόγο	=	γραμματολόγος
γραμματολόγοι	=	γραμματολόγος
γραμματολόγος	noun	ο μελετητής που εξετάζει συστηματικά την ιστορία, την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας ενός τόπου ή μιας περιόδου, αξιοποιώντας φιλολογικά και ιστορικά δεδομένα για την ερμηνεία των έργων
γραμματολόγου	=	γραμματολόγος
γραμματολόγους	=	γραμματολόγος
γραμματολόγων	=	γραμματολόγος
γραμματοσήμαινα	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμαιναν	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμαινε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμαινες	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμανα	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμαναν	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμανε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμανες	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γραμματοσημαίνω
γραμματοσήμανσης	noun	γενική ενικού του γραμματοσήμανση
γραμματοσήμανσις	noun	η γραμματοσήμανη
γραμματοσήμου	=	γραμματόσημο
γραμματοσήμων	=	γραμματόσημο
γραμματοσειρά	noun	μια σειρά, ένα σύνολο γραμμάτων, σημείων στίξης, αριθμών κ.λπ., με κοινό σχεδιασμό, αισθητική και χαρακτηριστικά στοιχεία
γραμματοσειράς	noun	γενική ενικού του γραμματοσειρά
γραμματοσειρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματοσειρά
γραμματοσειρών	=	γραμματοσειρά
γραμματοσημάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάναν	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνανε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματοσήμανση
γραμματοσημάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του γραμματοσήμανση
γραμματοσημάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του γραμματοσήμανση
γραμματοσημάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίναμε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίναν	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνανε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνατε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνει	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνεις	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνετε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνοντας	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνουμε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνουν	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνουνε	=	γραμματοσημαίνω
γραμματοσημαίνω	verb	επικολλώ γραμματόσημο
γραμματοσημοσυλλέκτες	=	γραμματοσημοσυλλέκτης
γραμματοσημοσυλλέκτη	=	γραμματοσημοσυλλέκτης
γραμματοσημοσυλλέκτης	noun|dated	ο φιλοτελιστής
γραμματοσημοσυλλεκτών	=	γραμματοσημοσυλλέκτης
γραμματοσυλλέκτες	=	γραμματοσυλλέκτης
γραμματοσυλλέκτη	=	γραμματοσυλλέκτης
γραμματοσυλλέκτης	noun	που συλλέγει τα γράμματα / επιστολές (από γραμματοκιβώτια ή αλλού)
γραμματοσυλλέκτρια	noun	θηλυκό του γραμματοσυλλέκτης
γραμματοσυλλέκτριας	noun	γενική ενικού του γραμματοσυλλέκτρια
γραμματοσυλλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματοσυλλέκτρια
γραμματοσυλλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του γραμματοσυλλέκτρια
γραμματοσυλλεκτών	=	γραμματοσυλλέκτης
γραμματόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμματόσημο
γραμματόσημο	noun	χάρτινο ένσημο μικρών διαστάσεων, το οποίο εκδίδεται από την Ταχυδρομική Υπηρεσία, για να επικολλάται σε γράμματα, δέματα και έντυπα ως απόδειξη προπληρωμής του ταχυδρομικού τέλους
γραμματόσημον	noun	το γραμματόσημο
γραμματόσημου	=	γραμματόσημο
γραμματόσημων	=	γραμματόσημο
γραμμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμικό	adv	με γραμμικό τρόπο
γραμμικέ	adj	κλητική ενικού του γραμμικός
γραμμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμική
γραμμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμικός
γραμμικής	adj	γενική ενικού του γραμμική
γραμμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμικός
γραμμικοτήτων	=	γραμμικότητα
γραμμικού	adj	γενική ενικού του γραμμικός
γραμμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμμικός
γραμμικό	adj	αιτιατική ενικού του γραμμικός
γραμμικός	adj	ο σχετικός με γραμμή
γραμμικότητα	noun	η ιδιότητα του γραμμικού
γραμμικότητας	noun	γενική ενικού του γραμμικότητα
γραμμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμικότητα
γραμμικών	adj	γενική πληθυντικού του γραμμικός
γραμμοάτομα	=	γραμμοάτομο
γραμμοάτομο	noun	η ποσότητα ενός χημικού στοιχείου, εκφρασμένη σε γραμμάρια, που ισοδυναμεί με το σχετικό ατομικό του βάρος και χρησιμοποιείται ως βασική μονάδα σε υπολογισμούς χημικών ποσοτήτων
γραμμοάτομου	=	γραμμοάτομο
γραμμοάτομων	=	γραμμοάτομο
γραμμοατόμου	=	γραμμοάτομο
γραμμοατόμων	=	γραμμοάτομο
γραμμογράφε	noun	κλητική ενικού του γραμμογράφος
γραμμογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του γραμμογραφώ
γραμμογράφηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γραμμογραφώ
γραμμογράφησης	noun	γενική ενικού του γραμμογράφηση
γραμμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του γραμμογράφος
γραμμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμογράφος
γραμμογράφος	noun|dated	όργανο με το οποίο σχεδιάζουμε διάφορες γραμμές
γραμμογράφου	noun	γενική ενικού του γραμμογράφος
γραμμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γραμμογράφος
γραμμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του γραμμογράφος
γραμμογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογράφημα
γραμμογραφήματος	noun	γενική ενικού του γραμμογράφημα
γραμμογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογράφηση
γραμμογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γραμμογράφηση
γραμμογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γραμμογράφηση
γραμμογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμογραφία	noun	ο τρόπος σχεδίασης καθώς και η σημασία των διαφόρων τύπων γραμμών
γραμμογραφίας	noun	γενική ενικού του γραμμογραφία
γραμμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφία
γραμμογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γραμμογράφημα
γραμμογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφημένο
γραμμογραφημένε	verb	κλητική ενικού του γραμμογραφημένος
γραμμογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφημένη
γραμμογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμογραφημένος
γραμμογραφημένης	verb	γενική ενικού του γραμμογραφημένη
γραμμογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του γραμμογραφημένος
γραμμογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφημένος
γραμμογραφημένος	verb	που έχει γραμμογραφηθεί
γραμμογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραμμογραφημένος
γραμμογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραμμογραφημένος
γραμμογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραμμογραφημένος
γραμμογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφικό
γραμμογραφικέ	adj	κλητική ενικού του γραμμογραφικός
γραμμογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφική
γραμμογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμογραφικός
γραμμογραφικής	adj	γενική ενικού του γραμμογραφική
γραμμογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμογραφικός
γραμμογραφικού	adj	γενική ενικού του γραμμογραφικός
γραμμογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμμογραφικός
γραμμογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του γραμμογραφικός
γραμμογραφικός	adj	που έχει σχέση με την γραμμογραφία ή τον γραμμογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
γραμμογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του γραμμογραφικός
γραμμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του γραμμογραφία
γραμμογραφώ	verb|dated	σχεδιάζω γραμμές με γραμμογράφο
γραμμογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γραμμογραφώ
γραμμοειδές	=	γραμμοειδής
γραμμοειδή	=	γραμμοειδής
γραμμοειδής	adj	που μοιάζει με γραμμή, που έχει τέτοιο σχήμα
γραμμοειδείς	=	γραμμοειδής
γραμμοειδούς	=	γραμμοειδής
γραμμοειδών	=	γραμμοειδής
γραμμοειδώς	adv|archaic	έχοντας σχήμα γραμμής
γραμμοκωδίκων	=	γραμμοκώδικας
γραμμοκώδικα	=	γραμμοκώδικας
γραμμοκώδικας	noun	σύνολο παράλληλων ανισόπαχων γραμμών, που περιέχει πληροφορίες που αφορούν το προϊόν στο οποίο αναγράφεται
γραμμοκώδικες	=	γραμμοκώδικας
γραμμολογία	noun	η διάταξη των σιδηροδρομικών γραμμών σε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο
γραμμολογίας	=	γραμμολογία
γραμμολογίες	=	γραμμολογία
γραμμολογιών	=	γραμμολογία
γραμμομορίου	=	γραμμομόριο
γραμμομορίων	=	γραμμομόριο
γραμμομόρια	=	γραμμομόριο
γραμμομόριο	noun	η ποσότητα μιας χημικής ουσίας, σε γραμμάρια, που αντιστοιχεί στο σχετικό μοριακό της βάρος και λειτουργεί ως πρακτική μονάδα μέτρησης για τις στοιχειομετρικές σχέσεις των αντιδράσεων
γραμμομόριου	=	γραμμομόριο
γραμμομόριων	=	γραμμομόριο
γραμμοσκίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γραμμοσκιάζω, η τεχνική απόδοσης σκιάς ή τονικής διαβάθμισης σε εικόνα ή κείμενο με πυκνές, λεπτές και συνήθως παράλληλες γραμμές που δημιουργούν την αίσθηση επιφάνειας ή βάθους
γραμμοσκίασης	=	γραμμοσκίαση
γραμμοσκιάζω	verb	εφαρμόζω γραμμοσκίαση
γραμμοσκιάσεις	=	γραμμοσκίαση
γραμμοσκιάσεων	=	γραμμοσκίαση
γραμμοσκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμοσκιασμένο
γραμμοσκιασμένε	verb	κλητική ενικού του γραμμοσκιασμένος
γραμμοσκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμοσκιασμένη
γραμμοσκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμοσκιασμένος
γραμμοσκιασμένης	verb	γενική ενικού του γραμμοσκιασμένη
γραμμοσκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γραμμοσκιασμένος
γραμμοσκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμοσκιασμένος
γραμμοσκιασμένος	verb	που έχει γραμμοσκιαστεί
γραμμοσκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραμμοσκιασμένος
γραμμοσκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραμμοσκιασμένος
γραμμοσκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραμμοσκιασμένος
γραμμοστρεφές	=	γραμμοστρεφής
γραμμοστρεφή	=	γραμμοστρεφής
γραμμοστρεφής	noun	που είναι προσανατολισμένος στη γραμμή δρομολογίων
γραμμοστρεφείς	=	γραμμοστρεφής
γραμμοστρεφούς	=	γραμμοστρεφής
γραμμοστρεφών	=	γραμμοστρεφής
γραμμοσυρτών	=	γραμμοσύρτης
γραμμοσύρτες	=	γραμμοσύρτης
γραμμοσύρτη	=	γραμμοσύρτης
γραμμοσύρτης	noun	εργαλείο με το οποίο σχεδιάζουμε γραμμές
γραμμοφώνου	=	γραμμόφωνο
γραμμοφώνων	=	γραμμόφωνο
γραμμοϊσοδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμοϊσοδύναμο
γραμμοϊσοδύναμε	adj	κλητική ενικού του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμοϊσοδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμοϊσοδύναμη
γραμμοϊσοδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμοϊσοδύναμης	adj	γενική ενικού του γραμμοϊσοδύναμη
γραμμοϊσοδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμοϊσοδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμοϊσοδύναμος	adj	που αφορά τη σχέση δύο πινάκων, που οι γραμμικές εξισώσεις σε κάθε σειρά του ενός πίνακα έχουν αντιστοιχία λύσεων στην ίδια σειρά του άλλου πίνακα
γραμμοϊσοδύναμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμοϊσοδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμοϊσοδύναμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραμμοϊσοδύναμος
γραμμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμωμένο
γραμμωμένε	verb	κλητική ενικού του γραμμωμένος
γραμμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμωμένη
γραμμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμωμένος
γραμμωμένης	verb	γενική ενικού του γραμμωμένη
γραμμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γραμμωμένος
γραμμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμωμένος
γραμμωμένος	verb	που έχει γραμμές, στον οποίο φαίνονται γραμμές, αδύνατος
γραμμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραμμωμένος
γραμμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραμμωμένος
γραμμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραμμωμένος
γραμμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμωτό	adv|rare	έχοντας γραμμές, γραμμώσεις ή ραβδώσεις
γραμμωτέ	adj	κλητική ενικού του γραμμωτός
γραμμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραμμωτή
γραμμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραμμωτός
γραμμωτής	adj	γενική ενικού του γραμμωτή
γραμμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραμμωτός
γραμμωτού	adj	γενική ενικού του γραμμωτός
γραμμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραμμωτός
γραμμωτό	adj	αιτιατική ενικού του γραμμωτός
γραμμωτός	adj	που χαρακτηρίζεται από γραμμές ή ραβδώσεις
γραμμωτών	adj	γενική πληθυντικού του γραμμωτός
γραμμόφωνα	=	γραμμόφωνο
γραμμόφωνο	noun	συσκευή για την αναπαραγωγή ήχου από δίσκους
γραμμόφωνον	noun	το γραμμόφωνο
γραμμόφωνου	=	γραμμόφωνο
γραμμόφωνων	=	γραμμόφωνο
γραμμώθηκα	=	γραμμώνω
γραμμών	noun	γενική πληθυντικού του γραμμή
γραμμώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γραμμώνω
γραμμώνω	verb	κάνω τους μύες καλοσχηματισμένους με εκγύμναση, γυμναστική
γραμμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γράμμωση
γραμμώσεων	noun	γενική ενικού του γράμμωση
γρανάζι	noun	οδοντωτός τροχός που σε ζεύγη χρησιμοποιείται για την μετάδοση κίνησης
γρανάζια	=	γρανάζι
γρανάτες	=	γρανάτης
γρανάτη	=	γρανάτης
γρανάτης	noun	ομάδα πυριτικών ορυκτών με ποικίλη χημική σύσταση (ασβέστιο, σίδηρος, μαγνήσιο, μαγγάνιο, αργίλιο, σίδηρος, χρώμιο, μαγγάνιο
γρανίτα	noun	ένα είδος παγωτού, που φτιάχνεται από χυμό φρούτων και συνήθως το πίνουμε με καλαμάκι
γρανίτας	noun	γενική ενικού του γρανίτα
γρανίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρανίτα
γρανίτη	=	γρανίτης
γρανίτης	noun	σκληρό πυριγενές και εκρηξιγενές σκληρό πέτρωμα με κοκκώδη ιστό
γρανίτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρανίτινο
γρανίτινε	adj	κλητική ενικού του γρανίτινος
γρανίτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρανίτινη
γρανίτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρανίτινος
γρανίτινης	adj	γενική ενικού του γρανίτινη
γρανίτινο	adj	αιτιατική ενικού του γρανίτινος
γρανίτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρανίτινος
γρανίτινος	adj	ο γρανιτένιος
γρανίτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρανίτινος
γρανίτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρανίτινος
γρανίτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρανίτινος
γραναζιού	=	γρανάζι
γραναζιών	=	γρανάζι
γραναζωτά	=	γραναζωτός
γραναζωτέ	=	γραναζωτός
γραναζωτές	=	γραναζωτός
γραναζωτή	=	γραναζωτός
γραναζωτής	=	γραναζωτός
γραναζωτοί	=	γραναζωτός
γραναζωτού	=	γραναζωτός
γραναζωτούς	=	γραναζωτός
γραναζωτό	=	γραναζωτός
γραναζωτός	adj	που έχει γρανάζια ή λειτουργεί μ’ αυτά
γραναζωτών	=	γραναζωτός
γρανατών	=	γρανάτης
γρανιτένια	=	γρανιτένιος
γρανιτένιας	=	γρανιτένιος
γρανιτένιε	=	γρανιτένιος
γρανιτένιες	=	γρανιτένιος
γρανιτένιο	=	γρανιτένιος
γρανιτένιοι	=	γρανιτένιος
γρανιτένιος	adj	που είναι από γρανίτη
γρανιτένιου	=	γρανιτένιος
γρανιτένιους	=	γρανιτένιος
γρανιτένιων	=	γρανιτένιος
γρανιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρανιτικό
γρανιτικέ	adj	κλητική ενικού του γρανιτικός
γρανιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρανιτική
γρανιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρανιτικός
γρανιτικής	adj	γενική ενικού του γρανιτική
γρανιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρανιτικός
γρανιτικού	adj	γενική ενικού του γρανιτικός
γρανιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρανιτικός
γρανιτικό	adj	αιτιατική ενικού του γρανιτικός
γρανιτικός	adj	που περιέχει γρανίτη
γρανιτικών	adj	γενική πληθυντικού του γρανιτικός
γρανιτσιώτικα	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικε	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικες	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικη	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικης	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικο	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικοι	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Γρανίτσα ή τους κατοίκους της
γρανιτσιώτικου	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικους	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτσιώτικων	=	γρανιτσιώτικος
γρανιτωδών	=	γρανιτώδης
γρανιτώδεις	=	γρανιτώδης
γρανιτώδες	=	γρανιτώδης
γρανιτώδη	=	γρανιτώδης
γρανιτώδης	adj	που έχει ή περιέχει γρανίτη ή μοιάζει με γρανίτη
γρανιτώδους	=	γρανιτώδης
γρανιτών	noun	γενική πληθυντικού του γρανίτα
γραντίζω	verb	βρίσκω τον μπελά μου
γρανών	noun	γενική πληθυντικού του γράνα
γραπτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραπτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραπτό
γραπτέ	adj	κλητική ενικού του γραπτός
γραπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραπτή
γραπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραπτός
γραπτής	adj	γενική ενικού του γραπτή
γραπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραπτός
γραπτού	adj	γενική ενικού του γραπτός
γραπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραπτός
γραπτό	adj	αιτιατική ενικού του γραπτός	noun	οτιδήποτε πρέπει να παραδώσει ένας εξεταζόμενος το οποίο έχει γράψει ή συμπληρώσει προσωπικά κατά τη διάρκεια γραπτής εξέτασης
γραπτός	adj	ο γραμμένος, αυτός που βρίσκεται και σε γραπτή μορφή, ο γραφτός, λέξη που συχνά χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή προς τον προφορικό
γραπτών	adj	γενική πληθυντικού του γραπτός
γραπτώς	adv	γράφοντας, χρησιμοποιώντας τη γραφή, με γραπτό κείμενο ή έγγραφο
γραπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνομαι
γραπωμάτων	=	γράπωμα
γραπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραπωμένο
γραπωμένε	verb	κλητική ενικού του γραπωμένος
γραπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραπωμένη
γραπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραπωμένος
γραπωμένης	verb	γενική ενικού του γραπωμένη
γραπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γραπωμένος
γραπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραπωμένος
γραπωμένος	verb	κρατημένος σφιχτά από κάτι
γραπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραπωμένος
γραπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γραπωμένος
γραπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραπωμένος
γραπώματα	=	γράπωμα
γραπώματος	=	γράπωμα
γραπών	=	γράπα
γραπώναμε	=	γραπώνω
γραπώναν	=	γραπώνω
γραπώνανε	=	γραπώνω
γραπώνατε	=	γραπώνω
γραπώνει	=	γραπώνω
γραπώνεις	=	γραπώνω
γραπώνετε	=	γραπώνω
γραπώνοντας	=	γραπώνω
γραπώνουμε	=	γραπώνω
γραπώνουν	=	γραπώνω
γραπώνουνε	=	γραπώνω
γραπώνω	verb	πιάνω με απότομη κίνηση του χεριού
γραπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσαν	=	γραπώνω
γραπώσανε	=	γραπώνω
γραπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γραπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γραπώνω
γρασάρισμα	noun	η ενέργεια του γρασάρω, η λίπανση με γράσο
γρασάρω	verb	λιπαίνω με γράσο
γρασίδι	noun	χορτάρι (συνήθως κοντό και χλωρό)
γρασίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρασίδι
γρασαδοράκι	noun	μικρός γρασαδόρος
γρασαδοράκια	=	γρασαδοράκι
γρασαδόρε	noun	κλητική ενικού του γρασαδόρος
γρασαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του γρασαδόρος
γρασαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρασαδόρος
γρασαδόρος	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση γράσου σε μηχανές
γρασαδόρου	noun	γενική ενικού του γρασαδόρος
γρασαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρασαδόρος
γρασαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του γρασαδόρος
γρασαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρασάρισμα
γρασαρίσματος	noun	γενική ενικού του γρασάρισμα
γρασαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γρασάρισμα
γρασαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρασαρισμένο
γρασαρισμένε	verb	κλητική ενικού του γρασαρισμένος
γρασαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρασαρισμένη
γρασαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρασαρισμένος
γρασαρισμένης	verb	γενική ενικού του γρασαρισμένη
γρασαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γρασαρισμένος
γρασαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρασαρισμένος
γρασαρισμένος	verb	που έχει γρασαριστεί
γρασαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρασαρισμένος
γρασαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γρασαρισμένος
γρασαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρασαρισμένος
γρασιδιού	=	γρασίδι
γρασιδιών	=	γρασίδι
γρασιδότοπε	=	γρασιδότοπος
γρασιδότοπο	=	γρασιδότοπος
γρασιδότοποι	=	γρασιδότοπος
γρασιδότοπος	noun	τόπος που έχει (πολύ) γρασίδι
γρασιδότοπου	=	γρασιδότοπος
γρασιδότοπους	=	γρασιδότοπος
γρασιδότοπων	=	γρασιδότοπος
γρασοβαλβολίνες	=	γρασοβαλβολίνη
γρασοβαλβολίνη	noun	είδος λιπαντικού που περιέχει γράσο και βαλβολίνη
γρασοβαλβολίνης	=	γρασοβαλβολίνη
γρασοβαλβολινών	=	γρασοβαλβολίνη
γρατζουνάω	verb	άλλη μορφή του γρατσουνίζω
γρατζουνήθηκα	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνήθηκαν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνήθηκε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνήθηκες	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνήσου	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνίζαμε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζαν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζανε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζατε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζει	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζεις	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζεσαι	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζεστε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζεται	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζετε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίζονται	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζονταν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζοντας	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζου	=	γρατζουνίζομαι
γρατζουνίζουμε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζουν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζουνε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίζω	verb	άλλη μορφή του γρατσουνάω
γρατζουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίσαν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίσανε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατζούνισμα
γρατζουνίσματος	noun	γενική ενικού του γρατζούνισμα
γρατζουνίσου	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνίστηκα	=	γρατζουνάω
γρατζουνίστηκαν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίστηκε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίστηκες	=	γρατζουνίζω
γρατζουνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνίζω
γρατζουνηθήκαμε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνηθήκαν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνηθήκανε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνηθήκατε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνηθεί	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνηθείτε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνημένος	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιά	noun	άλλη μορφή του γρατσουνιά
γρατζουνιάς	noun	γενική ενικού του γρατζουνιά
γρατζουνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γρατζουνάω
γρατζουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατζουνιά
γρατζουνιέσαι	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιέστε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιέται	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιζόμασταν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόμαστε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόμουν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόμουνα	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόντουσαν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόσασταν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόσαστε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόσουν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόσουνα	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζόταν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιζότανε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιούνται	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιούνταν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γρατζούνισμα
γρατζουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατζουνισμένο
γρατζουνισμένε	verb	κλητική ενικού του γρατζουνισμένος
γρατζουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατζουνισμένη
γρατζουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρατζουνισμένος
γρατζουνισμένης	verb	γενική ενικού του γρατζουνισμένη
γρατζουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γρατζουνισμένος
γρατζουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρατζουνισμένος
γρατζουνισμένος	verb	άλλη μορφή του γρατσουνισμένος
γρατζουνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρατζουνισμένος
γρατζουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γρατζουνισμένος
γρατζουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρατζουνισμένος
γρατζουνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστήκαν	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιστήκανε	=	γρατζουνίζω
γρατζουνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόμασταν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόμαστε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόμουν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόμουνα	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόνταν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόντανε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόντουσαν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόσασταν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόσαστε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόσουν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόσουνα	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιόταν	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιότανε	=	γρατζουνιέμαι
γρατζουνιών	=	γρατζουνιά
γρατζουνώ	verb	άλλη μορφή του γρατσουνίζω
γρατζούνησα	=	γρατζουνάω
γρατζούνιζα	=	γρατζουνίζω
γρατζούνιζαν	=	γρατζουνίζω
γρατζούνιζε	=	γρατζουνίζω
γρατζούνιζες	=	γρατζουνίζω
γρατζούνισα	=	γρατζουνίζω
γρατζούνισαν	=	γρατζουνίζω
γρατζούνισε	=	γρατζουνίζω
γρατζούνισες	=	γρατζουνίζω
γρατζούνισμα	noun	άλλη μορφή του γρατσούνισμα
γρατσουνά	=	γρατσουνάω
γρατσουνάγαμε	=	γρατσουνάω
γρατσουνάγανε	=	γρατσουνάω
γρατσουνάγατε	=	γρατσουνάω
γρατσουνάει	=	γρατσουνάω
γρατσουνάμε	=	γρατσουνάω
γρατσουνάν	=	γρατσουνάω
γρατσουνάνε	=	γρατσουνάω
γρατσουνάς	=	γρατσουνάω
γρατσουνάτε	=	γρατσουνάω
γρατσουνάω	verb	άλλη μορφή του γρατσουνίζω
γρατσουνήθηκα	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνήθηκαν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνήθηκε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνήθηκες	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνήσαμε	=	γρατσουνάω
γρατσουνήσαν	=	γρατσουνάω
γρατσουνήσανε	=	γρατσουνάω
γρατσουνήσατε	=	γρατσουνάω
γρατσουνήσει	=	γρατσουνάω
γρατσουνήσου	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνήστε	=	γρατσουνάω
γρατσουνίζαμε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζαν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζανε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζατε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζει	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζεις	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζεσαι	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζεστε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζεται	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζετε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γρατσουνίζω
γρατσουνίζονται	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζονταν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζοντας	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζουμε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζουν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζουνε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίζω	verb	σκίζω την επιφάνεια κάποιου πράγματος με κάτι μυτερό όπως το νύχι
γρατσουνίσαμε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίσαν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίσανε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίσατε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίσει	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατσούνισμα
γρατσουνίσματος	noun	γενική ενικού του γρατσούνισμα
γρατσουνίσου	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίστε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίστηκα	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίστηκαν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίστηκε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνίστηκες	=	γρατσουνίζω
γρατσουνηθήκαμε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνηθήκαν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνηθήκανε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνηθήκατε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνηθεί	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνηθείτε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνημένος	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιά	noun	το αποτέλεσμα του γρατσουνίζω
γρατσουνιάς	=	γρατσουνιά
γρατσουνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γρατσουνάω
γρατσουνιές	=	γρατσουνιά
γρατσουνιέσαι	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιέστε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιέται	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιζόμασταν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόμαστε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόμουν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόμουνα	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόντουσαν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόσασταν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόσαστε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόσουν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόσουνα	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζόταν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιζότανε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιούνται	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιούνταν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γρατσούνισμα
γρατσουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατσουνισμένο
γρατσουνισμένε	verb	κλητική ενικού του γρατσουνισμένος
γρατσουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρατσουνισμένη
γρατσουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρατσουνισμένος
γρατσουνισμένης	verb	γενική ενικού του γρατσουνισμένη
γρατσουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γρατσουνισμένος
γρατσουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρατσουνισμένος
γρατσουνισμένος	verb	που έχει γρατσουνιστεί
γρατσουνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρατσουνισμένος
γρατσουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γρατσουνισμένος
γρατσουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρατσουνισμένος
γρατσουνιστήκαμε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιστήκαν	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιστήκανε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιστήκατε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιστεί	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιστείτε	=	γρατσουνίζω
γρατσουνιόμασταν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόμαστε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόμουν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόμουνα	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόνταν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόντανε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόντουσαν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόσασταν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόσαστε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόσουν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόσουνα	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιόταν	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιότανε	=	γρατσουνιέμαι
γρατσουνιών	=	γρατσουνιά
γρατσουνούμε	=	γρατσουνάω
γρατσουνούν	=	γρατσουνάω
γρατσουνούνε	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσα	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσαμε	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσαν	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσανε	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσατε	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσε	=	γρατσουνάω
γρατσουνούσες	=	γρατσουνάω
γρατσουνώ	verb	λιγότερο συνηθισμένη μορφή του γρατσουνάω
γρατσουνώντας	=	γρατσουνάω
γρατσούνα	=	γρατσουνάω
γρατσούναγα	=	γρατσουνάω
γρατσούναγαν	=	γρατσουνάω
γρατσούναγε	=	γρατσουνάω
γρατσούναγες	=	γρατσουνάω
γρατσούνησα	=	γρατσουνάω
γρατσούνησαν	=	γρατσουνάω
γρατσούνησε	=	γρατσουνάω
γρατσούνησες	=	γρατσουνάω
γρατσούνιζα	=	γρατσουνίζω
γρατσούνιζαν	=	γρατσουνίζω
γρατσούνιζε	=	γρατσουνίζω
γρατσούνιζες	=	γρατσουνίζω
γρατσούνισα	=	γρατσουνίζω
γρατσούνισαν	=	γρατσουνίζω
γρατσούνισε	=	γρατσουνίζω
γρατσούνισες	=	γρατσουνίζω
γρατσούνισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γρατσουνίζω
γραφέα	=	γραφέας
γραφέας	noun	που γράφει (καθ' υπαγόρευση)
γραφένια	=	γραφένιο
γραφένιο	noun	υλικό που αποτελείται από φύλλα άνθρακα με κυψελωτή μορφή πλέγματος
γραφένιου	=	γραφένιο
γραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφή
γραφέων	=	γραφέας
γραφέως	=	γραφέας
γραφή	noun	η ανθρώπινη επινόηση για την παράσταση του λόγου και της σκέψης με σύμβολα (γράμματα, συλλαβογράμματα, ιδεογράμματα) που σχηματίζονται πάνω σε κατάλληλο υλικό (πέτρα, περγαμηνή, χαρτί κλπ)
γραφήκαμε	=	γράφω
γραφήκαν	=	γράφω
γραφήκανε	=	γράφω
γραφήκατε	=	γράφω
γραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γράφημα
γραφήματος	noun	γενική ενικού του γράφημα
γραφής	noun	γενική ενικού του γραφή
γραφίδα	noun	όργανο με οξεία απόληξη που χρησιμοποιείται για να γράφουμε· η πένα
γραφίδας	=	γραφίδα
γραφίδες	=	γραφίδα
γραφίδων	=	γραφίδα
γραφίς	=	γραφίδα
γραφίστα	=	γραφίστας
γραφίστας	noun	ο ασχολούμενος με την γραφιστική
γραφίστες	=	γραφίστας
γραφίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφίστικο
γραφίστικε	adj	κλητική ενικού του γραφίστικος
γραφίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφίστικη
γραφίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραφίστικος
γραφίστικης	adj	γενική ενικού του γραφίστικη
γραφίστικο	adj	αιτιατική ενικού του γραφίστικος
γραφίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφίστικος
γραφίστικος	adj|rare	άλλη μορφή του γραφιστικός
γραφίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γραφίστικος
γραφίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραφίστικος
γραφίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γραφίστικος
γραφίστρια	noun	η ασχολούμενη με την γραφιστική (αρσενικό γραφίστας)
γραφίστριας	=	γραφίστρια
γραφίστριες	=	γραφίστρια
γραφίτες	=	γραφίτης
γραφίτη	=	γραφίτης
γραφίτης	noun	ορυκτή κρυσταλλική πολυμορφική μορφή άνθρακα
γραφεί	=	γράφω
γραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφείο
γραφείο	noun	έπιπλο κατάλληλο για να γράψει κανείς
γραφείου	noun	γενική ενικού του γραφείο
γραφείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφέας
γραφείτε	=	γράφω
γραφείων	noun	γενική πληθυντικού του γραφείο
γραφειακά	=	γραφειακός
γραφειακέ	=	γραφειακός
γραφειακές	=	γραφειακός
γραφειακή	=	γραφειακός
γραφειακής	=	γραφειακός
γραφειακοί	=	γραφειακός
γραφειακού	=	γραφειακός
γραφειακούς	=	γραφειακός
γραφειακό	=	γραφειακός
γραφειακός	adj	που σχετίζεται με το γραφείο
γραφειακών	=	γραφειακός
γραφειοκράτες	=	γραφειοκράτης
γραφειοκράτη	=	γραφειοκράτης
γραφειοκράτης	noun	υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση της γραφειοκρατίας
γραφειοκράτισσα	noun	θηλυκό του γραφειοκράτης
γραφειοκράτισσας	noun	γενική ενικού του γραφειοκράτισσα
γραφειοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφειοκράτισσα
γραφειοκρατία	noun	η διευθέτηση διαφόρων υποθέσεων με διαδικασίες που δεν είναι απολύτως απαραίτητες και συντελούν στην επιβράδυνση της διευθέτησης
γραφειοκρατίας	noun	γενική ενικού του γραφειοκρατία
γραφειοκρατίες	=	γραφειοκρατία
γραφειοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφειοκρατικό	adv	με γραφειοκρατικό τρόπο
γραφειοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφειοκρατική
γραφειοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατικής	adj	γενική ενικού του γραφειοκρατική
γραφειοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατικοποίει	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποίησα	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποίησαν	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποίησε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποίησες	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποίηση	noun	η δημιουργία γραφειοκρατίας ή γραφειοκρατικών προσκομμάτων
γραφειοκρατικοποίησης	noun	γενική ενικού του γραφειοκρατικοποίηση
γραφειοκρατικοποιήσαμε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιήσαν	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιήσανε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιήσατε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιήσει	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφειοκρατικοποίηση
γραφειοκρατικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του γραφειοκρατικοποίηση
γραφειοκρατικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του γραφειοκρατικοποίηση
γραφειοκρατικοποιήστε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιεί	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιείς	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιείτε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούμε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούν	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούνε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσα	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσαμε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσαν	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσανε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσατε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσε	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιούσες	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικοποιώ	verb	μετατρέπω μια διαδικασία ή έναν οργανισμό σε σύστημα που λειτουργεί με αυξημένους τυπικούς κανόνες, ιεραρχία και χρονοβόρες διοικητικές πρακτικές
γραφειοκρατικοποιώντας	=	γραφειοκρατικοποιώ
γραφειοκρατικού	adj	γενική ενικού του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατικός	adj	που χαρακτηρίζει ή αναφέρεται στη γραφειοκρατία
γραφειοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του γραφειοκρατικός
γραφειοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του γραφειοκράτισσα
γραφειοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του γραφειοκρατία
γραφειοκρατών	=	γραφειοκράτης
γραφενίου	=	γραφένιο
γραφενίων	=	γραφένιο
γραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γράφημα
γραφιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γραφιάς
γραφιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφιάς
γραφιάδων	noun	γενική πληθυντικού του γραφιάς
γραφιάς	noun	γραφέας
γραφιδοπολέμου	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπολέμους	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπολέμων	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπόλεμε	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπόλεμο	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπόλεμοι	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπόλεμος	noun	«πόλεμος» / διαμάχη / λογομαχία που γίνεται μέσω εγγράφων ή δημοσιευμάτων
γραφιδοπόλεμου	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπόλεμους	=	γραφιδοπόλεμος
γραφιδοπόλεμων	=	γραφιδοπόλεμος
γραφικά	noun	σχέδια που έχουν σχεδιαστεί από υπολογιστή και χρησιμοποιούνται σε ιστοσελίδες ή έντυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γραφικός
γραφικέ	adj	κλητική ενικού του γραφικός
γραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφική
γραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραφικός
γραφικής	adj	γενική ενικού του γραφική
γραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφικός
γραφικοτήτων	=	γραφικότητα
γραφικού	adj	γενική ενικού του γραφικός
γραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραφικός
γραφικό	adj	αιτιατική ενικού του γραφικός
γραφικός	adj	σχετικός με τη γραφή
γραφικότατα	=	γραφικός
γραφικότατε	=	γραφικός
γραφικότατες	=	γραφικός
γραφικότατη	=	γραφικός
γραφικότατης	=	γραφικός
γραφικότατο	=	γραφικός
γραφικότατοι	=	γραφικός
γραφικότατος	=	γραφικός
γραφικότατου	=	γραφικός
γραφικότατους	=	γραφικός
γραφικότατων	=	γραφικός
γραφικότερα	=	γραφικός
γραφικότερε	=	γραφικός
γραφικότερες	=	γραφικός
γραφικότερη	=	γραφικός
γραφικότερης	=	γραφικός
γραφικότερο	=	γραφικός
γραφικότεροι	=	γραφικός
γραφικότερος	=	γραφικός
γραφικότερου	=	γραφικός
γραφικότερους	=	γραφικός
γραφικότερων	=	γραφικός
γραφικότητα	noun	το να είναι κάποιος γραφικός, η ιδιότητα του γραφικού
γραφικότητας	noun	γενική ενικού του γραφικότητα
γραφικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφικότητα
γραφικών	adj	γενική πληθυντικού του γραφικός
γραφισμέ	noun	κλητική ενικού του γραφισμός
γραφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφισμός
γραφισμού	noun	γενική ενικού του γραφισμός
γραφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γραφισμός
γραφισμό	noun	αιτιατική ενικού του γραφισμός
γραφισμός	noun	συμβολοποίηση (καταγραφή ή αναπαράσταση με σύμβολα, συμβολικές εικόνες) αντικειμένων, ιδεών, σημασιών
γραφισμών	noun	γενική πληθυντικού του γραφισμός
γραφιστές	=	γραφιστής
γραφιστή	=	γραφιστής
γραφιστής	noun	κάθε πλάσμα ικανό να επικοινωνήσει ή να απεικονίσει πληροφορία μέσω της τέχνης ή του γραφισμούhttps://en.wiktionary.org/wiki/graphist
γραφιστικά	=	γραφιστικός
γραφιστικέ	=	γραφιστικός
γραφιστικές	=	γραφιστική
γραφιστική	noun	οι γραφικές τέχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραφιστικός
γραφιστικής	noun	γενική ενικού του γραφιστική	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γραφιστική) του γραφιστικός
γραφιστικοί	=	γραφιστικός
γραφιστικού	=	γραφιστικός
γραφιστικούς	=	γραφιστικός
γραφιστικό	=	γραφιστικός
γραφιστικός	adj	ο σχετικός με γραφιστική, γραφίστικος
γραφιστικών	=	γραφιστική
γραφιστριών	=	γραφίστρια
γραφιστών	=	γραφίστας
γραφιτών	=	γραφίτης
γραφογνωστικός	adj|rare	που έχει σχέση με γραφογνώστη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
γραφογνώστης	noun|rare	ειδικός που εξετάζει τεχνικά τη γραφή (χαρακτηριστικά γραφής, πίεση, δομή γραμμάτων, υλικό γραφής, αλλοιώσεις) με στόχο τη γνησιότητα, την ταυτοποίηση ή την ανίχνευση πλαστογραφίας
γραφολογία	noun	η εξέταση των γραφικών χαρακτήρων, ώστε να αναγνωριστεί το πρόσωπο που έγραψε ένα κείμενο από το γραφικό του χαρακτήρα ή να εξαχθούν συμπεράσματα για τα ψυχικά γνωρίσματα και τις ιδιαιτερότητές του
γραφολογίας	noun	γενική ενικού του γραφολογία
γραφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφολογία
γραφολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφολογικό	adv	από γραφολογικής άποψης
γραφολογικέ	adj	κλητική ενικού του γραφολογικός
γραφολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφολογική
γραφολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραφολογικός
γραφολογικής	adj	γενική ενικού του γραφολογική
γραφολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφολογικός
γραφολογικού	adj	γενική ενικού του γραφολογικός
γραφολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραφολογικός
γραφολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γραφολογικός
γραφολογικός	adj	που αναφέρεται στη γραφολογία
γραφολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γραφολογικός
γραφολογικώς	adv|dated	γραφολογικά
γραφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γραφολογία
γραφολόγε	noun	κλητική ενικού του γραφολόγος
γραφολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γραφολόγος
γραφολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφολόγος
γραφολόγος	noun	ειδικός στους γραφικούς χαρακτήρες, που αναγνωρίζει το πρόσωπο που έγραψε ένα κείμενο από το γραφικό του χαρακτήρα ή διαβλέπει ψυχικά γνωρίσματα και ιδιαιτερότητές του
γραφολόγου	noun	γενική ενικού του γραφολόγος
γραφολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γραφολόγος
γραφολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γραφολόγος
γραφομέτρου	=	γραφόμετρο
γραφομέτρων	=	γραφόμετρο
γραφομανία	noun	μανία για γραφή
γραφομανίας	=	γραφομανία
γραφομανίες	=	γραφομανία
γραφομανιών	=	γραφομανία
γραφομηχανές	=	γραφομηχανή
γραφομηχανή	noun	ειδική μηχανή με την οποία ο χειριστής της, πατώντας τα πλήκτρα της, αποτυπώνει σε χαρτί κάποιο κείμενο
γραφομηχανής	=	γραφομηχανή
γραφομηχανών	=	γραφομηχανή
γραφοσκοπίου	=	γραφοσκόπιο
γραφοσκοπίων	=	γραφοσκόπιο
γραφοσκόπια	=	γραφοσκόπιο
γραφοσκόπιο	noun	όργανο που φέρει αμφίκυρτο φακό για τη μεγέθυνση εγγράφων, φωτογραφιών, χαρακτικών κ.λπ., με το οποίο επιχειρείται γραφολογική εξέταση κειμένων ή η ακρίβεια αντιγράφων (φωτοτυπιών) κ.τ.ό.
γραφοσκόπιου	=	γραφοσκόπιο
γραφοτυπία	noun	η εκτύπωση μιας λιθογραφίας σε χαρτί (ή άλλο υλικό)
γραφοτυπίας	noun	γενική ενικού του γραφοτυπία
γραφοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφοτυπία
γραφοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του γραφοτυπία
γραφουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του γράφων
γραφούμε	=	γράφω
γραφούν	=	γράφω
γραφούνε	=	γράφω
γραφούσης	=	γράφων
γραφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφτό	adv	γραπτά
γραφτέ	adj	κλητική ενικού του γραφτός
γραφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γραφτή
γραφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γραφτός
γραφτήκαμε	=	γράφω
γραφτήκαν	=	γράφω
γραφτήκανε	=	γράφω
γραφτήκατε	=	γράφω
γραφτής	adj	γενική ενικού του γραφτή
γραφτεί	=	γράφω
γραφτείς	=	γράφω
γραφτείτε	=	γράφω
γραφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γραφτός
γραφτού	adj	γενική ενικού του γραφτός
γραφτούμε	=	γράφω
γραφτούν	=	γράφω
γραφτούνε	=	γράφω
γραφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γραφτός
γραφτό	adj	αιτιατική ενικού του γραφτός	noun	το πεπρωμένο
γραφτός	adj	γραπτός
γραφτώ	=	γράφω
γραφτών	adj	γενική πληθυντικού του γραφτός
γραφόμασταν	=	γράφω
γραφόμαστε	=	γράφω
γραφόμενα	=	γραφόμενος
γραφόμενε	=	γραφόμενος
γραφόμενες	=	γραφόμενος
γραφόμενη	=	γραφόμενος
γραφόμενης	=	γραφόμενος
γραφόμενο	=	γραφόμενος
γραφόμενοι	=	γραφόμενος
γραφόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος γράφομαι
γραφόμενου	=	γραφόμενος
γραφόμενους	=	γραφόμενος
γραφόμενων	=	γραφόμενος
γραφόμετρα	=	γραφόμετρο
γραφόμετρο	noun	εργαλείο μέτρησης των οριζόντιων γωνιών, που εφευρέθηκε/πρωτοδημιουργήθηκε το 1597 από τον μηχανικό και εφευρέτη επιστημονικών οργάνων Francese Philippe Danfrie.
γραφόμετρου	=	γραφόμετρο
γραφόμετρων	=	γραφόμετρο
γραφόμουν	=	γράφω
γραφόμουνα	=	γράφω
γραφόντουσαν	=	γράφω
γραφόντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του γράφων
γραφόσασταν	=	γράφω
γραφόσαστε	=	γράφω
γραφόσουν	=	γράφω
γραφόσουνα	=	γράφω
γραφόταν	=	γράφω
γραφότανε	=	γράφω
γραφώ	=	γράφω
γραφών	=	γραφή
γραψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γράψιμο
γραψίματος	noun	γενική ενικού του γράψιμο
γραψιμάτων	=	γράψιμο
γραωδών	=	γραώδης
γραϊδίου	noun	γενική ενικού του γραΐδιο
γραϊδίων	noun	γενική πληθυντικού του γραΐδιο
γραώδεις	=	γραώδης
γραώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γραώδης
γραώδη	=	γραώδης
γραώδης	adj|archaic	που ταιριάζει ή αναφέρεται σε γριά
γραώδους	=	γραώδης
γρεβενιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρεβενιώτικο
γρεβενιώτικε	adj	κλητική ενικού του γρεβενιώτικος
γρεβενιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρεβενιώτικη
γρεβενιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρεβενιώτικος
γρεβενιώτικης	adj	γενική ενικού του γρεβενιώτικη
γρεβενιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του γρεβενιώτικος
γρεβενιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρεβενιώτικος
γρεβενιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Γρεβενά ή τους κατοίκους τους
γρεβενιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρεβενιώτικος
γρεβενιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρεβενιώτικος
γρεβενιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρεβενιώτικος
γρεγολεβάντε	=	γρεγολεβάντες
γρεγολεβάντες	noun	ανατολικός-βορειοανατολικός άνεμος
γρεγολεβάντηδες	=	γρεγολεβάντες
γρεγολεβάντηδων	=	γρεγολεβάντες
γρεγοτραμουντάνα	noun	ο άνεμος που πνέει από κατεύθυνση ανάμεσα από τα βόρεια και βορειοανατολικά σημεία του ορίζοντα
γρεγοτραμουντάνας	noun	γενική ενικού του γρεγοτραμουντάνα
γρεγοτραμουντάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρεγοτραμουντάνα
γρεγοτραμουντάνων	=	γρεγοτραμουντάνα
γρεζιού	=	γρέζι
γρεζιών	=	γρέζι
γρελίνες	=	γρελίνη
γρελίνη	noun	ορμόνη που εκκρίνεται στο στομάχι και στέλνει μήνυμα στον εγκέφαλο για να ανοίξει την όρεξη
γρελίνης	=	γρελίνη
γρελινών	=	γρελίνη
γρεναδίνες	=	γρεναδίνη
γρεναδίνη	noun	σιρόπι ή χυμός ροδιού
γρεναδίνης	=	γρεναδίνη
γρεναδιέρε	noun	κλητική ενικού του γρεναδιέρος
γρεναδιέρο	noun	αιτιατική ενικού του γρεναδιέρος
γρεναδιέροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρεναδιέρος
γρεναδιέρος	noun	επίλεκτος γάλλος στρατιώτης
γρεναδιέρου	noun	γενική ενικού του γρεναδιέρος
γρεναδιέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρεναδιέρος
γρεναδιέρων	noun	γενική πληθυντικού του γρεναδιέρος
γρεναδινών	=	γρεναδίνη
γρετίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρετίδικο
γρετίδικε	adj	κλητική ενικού του γρετίδικος
γρετίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρετίδικη
γρετίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρετίδικος
γρετίδικης	adj	γενική ενικού του γρετίδικη
γρετίδικο	adj	αιτιατική ενικού του γρετίδικος
γρετίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρετίδικος
γρετίδικος	adj	προσωρινός
γρετίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρετίδικος
γρετίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρετίδικος
γρετίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρετίδικος
γρηγοράδα	noun	το να είναι κάποιος γρήγορος, η ιδιότητα του γρήγορου
γρηγοράδας	=	γρηγοράδα
γρηγοράδες	=	γρηγοράδα
γρηγοράδων	=	γρηγοράδα
γρηγοριανά	=	γρηγοριανός
γρηγοριανέ	=	γρηγοριανός
γρηγοριανές	=	γρηγοριανός
γρηγοριανή	=	γρηγοριανός
γρηγοριανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (γρηγοριανή) του γρηγοριανός
γρηγοριανοί	=	γρηγοριανός
γρηγοριανού	=	γρηγοριανός
γρηγοριανούς	=	γρηγοριανός
γρηγοριανό	=	γρηγοριανός
γρηγοριανός	adj	που αναφέρεται σε άτομο με το όνομα Γρηγόριος
γρηγοριανών	=	γρηγοριανός
γρηγοροσύνη	noun|rare	η γρηγοράδα
γρηγορόσημα	=	γρηγορόσημο
γρηγορόσημο	noun	δωροδοκία προκειμένου να επιταχυνθεί η επίλυση ενός προβλήματος, συνήθως στο δημόσιο
γρηγορόσημου	=	γρηγορόσημο
γρηγορόσημων	=	γρηγορόσημο
γρηγορότατα	=	γρήγορος
γρηγορότατε	=	γρήγορος
γρηγορότατες	=	γρήγορος
γρηγορότατη	=	γρήγορος
γρηγορότατης	=	γρήγορος
γρηγορότατο	=	γρήγορος
γρηγορότατοι	=	γρήγορος
γρηγορότατος	=	γρήγορος
γρηγορότατου	=	γρήγορος
γρηγορότατους	=	γρήγορος
γρηγορότατων	=	γρήγορος
γρηγορότερα	=	γρήγορος
γρηγορότερε	=	γρήγορος
γρηγορότερες	=	γρήγορος
γρηγορότερη	=	γρήγορος
γρηγορότερης	=	γρήγορος
γρηγορότερο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γρηγορότερος
γρηγορότεροι	=	γρήγορος
γρηγορότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του γρήγορος
γρηγορότερου	=	γρήγορος
γρηγορότερους	=	γρήγορος
γρηγορότερων	=	γρήγορος
γρηγορότητα	noun|rare	γρηγοράδα, ταχύτητα
γρηγορώ	verb|formal	είμαι ξύπνιος, επαγρυπνώ
γρι	adv	άλλη γραφή του γρυ (χρησιμοποιείται κυρίως στον προφορικό λόγο και δηλώνει την πλήρη άγνοια πάνω σε ένα αντικείμενο, τίποτα, μηδέν)
γριά	noun	γυναίκα προχωρημένης ηλικίας
γριάβαλα	=	γριάβαλο
γριάβαλο	noun	η τσουγκράνα
γριάβαλου	=	γριάβαλο
γριάβαλων	=	γριάβαλο
γριάς	=	γριά
γριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριά
γριβάδι	noun	o κυπρίνος
γριβάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριβάδι
γριβέλα	noun	μικρό εργαλείο για τη συλλογή των άχυρων στα αλώνια
γριβέλας	=	γριβέλα
γριβέλες	=	γριβέλα
γριβαδιού	=	γριβάδι
γριβαδιών	=	γριβάδι
γριβνών	=	γρίβνα
γριγρί	noun	άλλη μορφή του γρι γρι
γριζόλα	noun	άλλη μορφή του γκριζόλα
γριζόλας	=	γριζόλα
γριζόλες	=	γριζόλα
γρικά	=	γρικώ
γρικάει	=	γρικώ
γρικάμε	=	γρικώ
γρικάν	=	γρικώ
γρικάνε	=	γρικώ
γρικάς	=	γρικώ
γρικάτε	=	γρικώ
γρικάω	=	γρικώ
γρικήθηκα	=	γρικώ
γρικήθηκαν	=	γρικώ
γρικήθηκε	=	γρικώ
γρικήθηκες	=	γρικώ
γρικήσαμε	=	γρικώ
γρικήσαν	=	γρικώ
γρικήσανε	=	γρικώ
γρικήσατε	=	γρικώ
γρικήσει	=	γρικώ
γρικήσου	=	γρικώ
γρικήστε	=	γρικώ
γρικηθήκαμε	=	γρικώ
γρικηθήκαν	=	γρικώ
γρικηθήκανε	=	γρικώ
γρικηθήκατε	=	γρικώ
γρικηθεί	=	γρικώ
γρικηθείτε	=	γρικώ
γρικημένος	=	γρικώ
γρικιέμαι	=	γρικώ
γρικιέσαι	=	γρικώ
γρικιέστε	=	γρικώ
γρικιέται	=	γρικώ
γρικιούνται	=	γρικώ
γρικιούνταν	=	γρικώ
γρικιόμασταν	=	γρικώ
γρικιόμαστε	=	γρικώ
γρικιόμουν	=	γρικώ
γρικιόμουνα	=	γρικώ
γρικιόνταν	=	γρικώ
γρικιόντανε	=	γρικώ
γρικιόντουσαν	=	γρικώ
γρικιόσασταν	=	γρικώ
γρικιόσαστε	=	γρικώ
γρικιόσουν	=	γρικώ
γρικιόσουνα	=	γρικώ
γρικιόταν	=	γρικώ
γρικιότανε	=	γρικώ
γρικούμε	=	γρικώ
γρικούν	=	γρικώ
γρικούνε	=	γρικώ
γρικούσα	=	γρικώ
γρικούσαμε	=	γρικώ
γρικούσαν	=	γρικώ
γρικούσανε	=	γρικώ
γρικούσατε	=	γρικώ
γρικούσε	=	γρικώ
γρικούσες	=	γρικώ
γρικώ	verb	ακούω
γρικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γρικάω / γρικώ
γριμορίου	=	γριμόριο
γριμορίων	=	γριμόριο
γριμόρια	=	γριμόριο
γριμόριο	noun	βιβλίο με μάγια
γριμόριου	=	γριμόριο
γρινιάζαμε	=	γρινιάζω
γρινιάζαν	=	γρινιάζω
γρινιάζανε	=	γρινιάζω
γρινιάζατε	=	γρινιάζω
γρινιάζει	=	γρινιάζω
γρινιάζεις	=	γρινιάζω
γρινιάζετε	=	γρινιάζω
γρινιάζομε	=	γρινιάζω
γρινιάζοντας	=	γρινιάζω
γρινιάζουμε	=	γρινιάζω
γρινιάζουν	=	γρινιάζω
γρινιάζουνε	=	γρινιάζω
γρινιάζω	verb	άλλη μορφή του γκρινιάζω
γρινιάξαμε	=	γρινιάζω
γρινιάξαν	=	γρινιάζω
γρινιάξανε	=	γρινιάζω
γρινιάξατε	=	γρινιάζω
γρινιάξει	=	γρινιάζω
γρινιάξεις	=	γρινιάζω
γρινιάξετε	=	γρινιάζω
γρινιάξομε	=	γρινιάζω
γρινιάξουμε	=	γρινιάζω
γρινιάξουν	=	γρινιάζω
γρινιάξουνε	=	γρινιάζω
γρινιάξτε	=	γρινιάζω
γρινιάξω	=	γρινιάζω
γρινιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρινιάρης
γρινιάρας	adj	γενική ενικού του γρινιάρα
γρινιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρινιάρα
γρινιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γρινιάρης
γρινιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρινιάρης
γρινιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του γρινιάρης
γρινιάρης	adj	που γρινιάζει συχνά
γρινιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρινιάρικο
γρινιάρικε	=	γρινιάρικος
γρινιάρικες	=	γρινιάρικος
γρινιάρικη	=	γρινιάρικος
γρινιάρικης	=	γρινιάρικος
γρινιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του γρινιάρης
γρινιάρικοι	=	γρινιάρικος
γρινιάρικος	adj	άλλη μορφή του γκρινιάρικος
γρινιάρικου	adj	γενική ενικού του γρινιάρικο
γρινιάρικους	=	γρινιάρικος
γρινιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του γρινιάρικο
γρινιάχτε	=	γρινιάζω
γριούλα	noun	η αδυναμη ίσως και άρρωστη, αλλά πάντως αγαθή ηλικιωμένη γυναίκα
γριούλας	noun	γενική ενικού του γριούλα
γριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριούλα
γριούλων	=	γριούλα
γριπάρη	=	γριπάρης
γριπάρηδες	=	γριπάρης
γριπάρηδων	=	γριπάρης
γριπάρης	noun	που ψαρεύει με γρίπο
γριπιάζεσαι	=	γριπιάζομαι
γριπιάζεστε	=	γριπιάζομαι
γριπιάζεται	=	γριπιάζομαι
γριπιάζομαι	verb	γριπώνομαι
γριπιάζονται	=	γριπιάζομαι
γριπιάζονταν	=	γριπιάζομαι
γριπιάζου	=	γριπιάζομαι
γριπιάσου	=	γριπιάζομαι
γριπιάστηκα	=	γριπιάζομαι
γριπιάστηκαν	=	γριπιάζομαι
γριπιάστηκε	=	γριπιάζομαι
γριπιάστηκες	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόμασταν	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόμαστε	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόμουν	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόμουνα	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόντουσαν	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόσασταν	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόσαστε	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόσουν	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόσουνα	=	γριπιάζομαι
γριπιαζόταν	=	γριπιάζομαι
γριπιαζότανε	=	γριπιάζομαι
γριπιαμένος	=	γριπιάζομαι
γριπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπιασμένο
γριπιασμένε	verb	κλητική ενικού του γριπιασμένος
γριπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπιασμένη
γριπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γριπιασμένος
γριπιασμένης	verb	γενική ενικού του γριπιασμένη
γριπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γριπιασμένος
γριπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γριπιασμένος
γριπιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γριπώνομαι
γριπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γριπιασμένος
γριπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γριπιασμένος
γριπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γριπιασμένος
γριπιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστήκαν	=	γριπιάζομαι
γριπιαστήκανε	=	γριπιάζομαι
γριπιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γριπιάζομαι
γριπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπικό
γριπικέ	adj	κλητική ενικού του γριπικός
γριπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπική
γριπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γριπικός
γριπικής	adj	γενική ενικού του γριπική
γριπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γριπικός
γριπικού	adj	γενική ενικού του γριπικός
γριπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γριπικός
γριπικό	adj	αιτιατική ενικού του γριπικός
γριπικός	adj	σχετικός με τη γρίπη
γριπικών	adj	γενική πληθυντικού του γριπικός
γριπούλα	noun	η ελαφριά γρίπη
γριπούλας	noun	γενική ενικού του γριπούλα
γριπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπούλα
γριπωδών	=	γριπώδης
γριπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπωμένο
γριπωμένε	verb	κλητική ενικού του γριπωμένος
γριπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριπωμένη
γριπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γριπωμένος
γριπωμένης	verb	γενική ενικού του γριπωμένη
γριπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γριπωμένος
γριπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γριπωμένος
γριπωμένος	verb	που πάσχει από γρίπη
γριπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γριπωμένος
γριπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γριπωμένος
γριπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γριπωμένος
γριπώδεις	=	γριπώδης
γριπώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γριπώδης
γριπώδη	=	γριπώδης
γριπώδης	adj	που εμφανίζει συμπτώματα που μοιάζουν με τα συμπτώματα της γρίπης
γριπώδους	=	γριπώδης
γριπώνομαι	verb	αρρωσταίνω από τον ιό της γρίπης
γριφοειδές	=	γριφοειδής
γριφοειδή	=	γριφοειδής
γριφοειδής	adj	άλλη μορφή του γριφώδης
γριφοειδείς	=	γριφοειδής
γριφοειδούς	=	γριφοειδής
γριφοειδών	=	γριφοειδής
γριφοειδώς	adv|formal	άλλη μορφή του γριφωδώς
γριφολογία	noun	η αινιγματολογία, ο αινιγματικός-αινιγματώδης-γριφώδης λόγος, ομιλία γεμάτη γρίφους
γριφολογίας	noun	γενική ενικού του γριφολογία
γριφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γριφολογία
γριφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γριφολογία
γριφωδών	=	γριφώδης
γριφωδώς	adv|formal	με γρίφους
γριφώδεις	=	γριφώδης
γριφώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γριφώδης
γριφώδη	=	γριφώδης
γριφώδης	adj	που είναι γεμάτος γρίφους ή μοιάζει με γρίφο
γριφώδους	=	γριφώδης
γριών	=	γριά
γροίκα	=	γροικώ
γροίκαγε	=	γροικώ
γροίκησα	=	γροικώ
γροίκησαν	=	γροικώ
γροίκησε	=	γροικώ
γροίκησες	=	γροικώ
γροθιά	noun	το άκρο χέρι, όταν τα δάχτυλα είναι σφιχτά μαζεμένα στο εσωτερικό της παλάμης
γροθιάς	noun	γενική ενικού του γροθιά
γροθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γροθιά
γροθιών	=	γροθιά
γροθοκοπώ	=	γρονθοκοπώ
γροθοπατινάδα	noun	το (συνεχές) γρονθοκόπημα
γροθοπατινάδας	=	γροθοπατινάδα
γροθοπατινάδες	=	γροθοπατινάδα
γροθοπατινάδων	=	γροθοπατινάδα
γροικά	=	γροικώ
γροικάει	=	γροικώ
γροικάμε	=	γροικώ
γροικάν	=	γροικώ
γροικάνε	=	γροικώ
γροικάς	=	γροικώ
γροικάτε	=	γροικώ
γροικάω	=	γροικώ
γροικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσαν	=	γροικώ
γροικήσανε	=	γροικώ
γροικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γροικώ
γροικούμε	=	γροικώ
γροικούν	=	γροικώ
γροικούνε	=	γροικώ
γροικούσα	=	γροικώ
γροικούσαμε	=	γροικώ
γροικούσαν	=	γροικώ
γροικούσανε	=	γροικώ
γροικούσατε	=	γροικώ
γροικούσε	=	γροικώ
γροικούσες	=	γροικώ
γροικώ	verb	άλλη μορφή του γρικώ
γροικώντας	=	γροικώ
γροιλανδέ	=	γροιλανδός
γροιλανδέζικα	noun	άλλη μορφή του γροιλανδικά
γροιλανδέζικε	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικες	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικη	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικης	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικο	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικοι	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικος	adj	άλλη μορφή του γροιλανδικός
γροιλανδέζικου	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικους	=	γροιλανδέζικος
γροιλανδέζικων	=	γροιλανδέζικα
γροιλανδή	=	γροιλανδός
γροιλανδικά	noun	που μιλιέται στη Γροιλανδία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γροιλανδικό, ουδέτερο του γροιλανδικός
γροιλανδικέ	adj	κλητική ενικού του γροιλανδικός
γροιλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γροιλανδική
γροιλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γροιλανδικός
γροιλανδικής	adj	γενική ενικού του γροιλανδική
γροιλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γροιλανδικός
γροιλανδικού	adj	γενική ενικού του γροιλανδικός
γροιλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γροιλανδικός
γροιλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του γροιλανδικός
γροιλανδικός	adj	ο σχετικός με Γροιλανδία
γροιλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του γροιλανδικός
γροιλανδοί	=	γροιλανδός
γροιλανδού	=	γροιλανδός
γροιλανδούς	=	γροιλανδός
γροιλανδό	=	γροιλανδός
γροιλανδός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Γροιλανδία
γροιλανδών	=	γροιλανδός
γροινλανδία	noun	άλλη μορφή του Γροιλανδία
γροινλανδίας	=	γροινλανδία
γροινλανδίες	=	γροινλανδία
γροινλανδιών	=	γροινλανδία
γρομπαλάκι	noun	πολύ μικρό εξόγκωμα στο δέρμα, περίπου σφαιρικού σχήματος
γρομπαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρομπαλάκι
γρομπουλιού	=	γρομπούλι
γρομπουλιών	=	γρομπούλι
γρομπούλι	noun	άλλη μορφή του γρουμπούλι
γρομπούλια	=	γρομπούλι
γρονθίζω	verb	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπά	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάει	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάμε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάν	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάνε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάς	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάτε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπάω	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήθηκα	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρονθοκόπημα
γρονθοκοπήματος	noun	γενική ενικού του γρονθοκόπημα
γρονθοκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσαν	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσανε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρονθοκοπώ
γρονθοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του γρονθοκόπημα
γρονθοκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρονθοκοπημένο
γρονθοκοπημένε	verb	κλητική ενικού του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρονθοκοπημένη
γρονθοκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπημένης	verb	γενική ενικού του γρονθοκοπημένη
γρονθοκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γρονθοκοπώ
γρονθοκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρονθοκοπημένος
γρονθοκοπιέμαι	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούμαι	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούμε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούν	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούνε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσα	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσαμε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσαν	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσανε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσατε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπούσες	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκοπώ	verb	χτυπώ με τους γρόνθους, με τις γροθιές
γρονθοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γρονθοκοπώντας
γρονθοκόπα	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκόπαγε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκόπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γρονθοκοπώ
γρονθοκόπησα	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκόπησαν	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκόπησε	=	γρονθοκοπώ
γρονθοκόπησες	=	γρονθοκοπώ
γρονθοπατινάδα	noun	το (συνεχές) γρονθοκόπημα
γρονθοπατινάδας	=	γρονθοπατινάδα
γρονθοπατινάδες	=	γρονθοπατινάδα
γρονθοπατινάδων	=	γρονθοπατινάδα
γροσιού	=	γρόσι
γροσιών	=	γρόσι
γροσσών	noun	γενική πληθυντικού του γρόσσα
γρουμπουλιού	=	γρουμπούλι
γρουμπουλιών	=	γρουμπούλι
γρουμπούλι	noun	εξόγκωμα, πρήξιμο, σβώλος
γρουμπούλια	=	γρουμπούλι
γρουσουζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρουσούζεμα
γρουσουζέματος	noun	γενική ενικού του γρουσούζεμα
γρουσουζέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψαν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζέψανε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψου	=	γρουσουζεύω
γρουσουζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γρουσούζεμα
γρουσουζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρουσουζεμένο
γρουσουζεμένε	verb	κλητική ενικού του γρουσουζεμένος
γρουσουζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρουσουζεμένη
γρουσουζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρουσουζεμένος
γρουσουζεμένης	verb	γενική ενικού του γρουσουζεμένη
γρουσουζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γρουσουζεμένος
γρουσουζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρουσουζεμένος
γρουσουζεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρουσουζεμένος
γρουσουζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γρουσουζεμένος
γρουσουζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρουσουζεμένος
γρουσουζευτήκαμε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευτήκαν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευτήκανε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευτήκατε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευτεί	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευτείτε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόμασταν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόμαστε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόμουν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόμουνα	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόντουσαν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόσασταν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόσαστε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόσουν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόσουνα	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευόταν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζευότανε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύαμε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύαν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύανε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύατε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύει	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύεις	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύεσαι	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύεστε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύεται	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύετε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γρουσουζεύω
γρουσουζεύονται	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύονταν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύοντας	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύου	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύουμε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύουν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύουνε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύτηκα	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύτηκαν	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύτηκε	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύτηκες	=	γρουσουζεύω
γρουσουζεύω	verb	φέρνω σε κάποιον γρουσουζιά ή κακή τύχη
γρουσουζιά	noun	η ιδιότητα του γρουσούζη, οτιδήποτε, σύμφωνα με την λαϊκή δοξασία, φέρνει κακοτυχία
γρουσουζιάς	noun	γενική ενικού του γρουσουζιά
γρουσουζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρουσουζιά
γρουσουζιών	=	γρουσουζιά
γρουσουζλαμά	=	γρουσουζλαμάς
γρουσουζλαμάδες	=	γρουσουζλαμάς
γρουσουζλαμάδων	=	γρουσουζλαμάς
γρουσουζλαμάς	noun	ο ανάποδος άνθρωπος, ο γρουσούζης αλλά όχι τόσο με την έννοια της κακοτυχίας που κουβαλάει, όσο με την αναποδιά του, με την κακή συμπεριφορά του, με την αρνητική στάση ζωής που υιοθετεί, με τις φωνές, τους καβγάδες του
γρουσούζα	noun	θηλυκό του γρουσούζης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρουσούζης
γρουσούζας	=	γρουσούζης
γρουσούζεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γρουσουζεύω
γρουσούζες	=	γρουσούζης
γρουσούζευα	=	γρουσουζεύω
γρουσούζευαν	=	γρουσουζεύω
γρουσούζευε	=	γρουσουζεύω
γρουσούζευες	=	γρουσουζεύω
γρουσούζεψα	=	γρουσουζεύω
γρουσούζεψαν	=	γρουσουζεύω
γρουσούζεψε	=	γρουσουζεύω
γρουσούζεψες	=	γρουσουζεύω
γρουσούζη	=	γρουσούζης
γρουσούζηδες	=	γρουσούζης
γρουσούζηδων	=	γρουσούζης
γρουσούζης	adj	που, σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, φέρνει γρουσουζιά και κακή τύχη
γρουσούζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γρουσούζικος	adv	με γρουσούζικο τρόπο, φέρνοντας γρουσουζιά
γρουσούζικε	adj	κλητική ενικού του γρουσούζικος
γρουσούζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρουσούζικη
γρουσούζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρουσούζικος
γρουσούζικης	adj	γενική ενικού του γρουσούζικη
γρουσούζικο	adj	αιτιατική ενικού του γρουσούζικος
γρουσούζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρουσούζικος
γρουσούζικος	adj	που φέρνει γρουσουζιά και κακή τύχη
γρουσούζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γρουσούζικος
γρουσούζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρουσούζικος
γρουσούζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γρουσούζικος
γρουσούζων	=	γρουσούζα
γρούζω	verb	παράγω έναν επαναλαμβανόμενο ήχο που ακούγεται σαν γρου
γρούμπε	=	γρούμπος
γρούμπο	=	γρούμπος
γρούμποι	=	γρούμπος
γρούμπος	noun	άλλη μορφή του γρόμπος
γρούμπου	=	γρούμπος
γρούμπους	=	γρούμπος
γρούμπων	=	γρούμπος
γρούπε	=	γρούπος
γρούπο	=	γρούπος
γρούποι	=	γρούπος
γρούπος	noun|dated	σωρός όμοιων πραγμάτων
γρούπου	=	γρούπος
γρούπους	=	γρούπος
γρούπων	=	γρούπος
γρούτες	=	γρούτη
γρούτη	noun	η αλευριά ή αλευρέα
γρυ	noun	για δήλωση αφωνίας, έλλειψης εκφοράς έναρθρου λόγου
γρυλίζαμε	=	γρυλίζω
γρυλίζαν	=	γρυλίζω
γρυλίζανε	=	γρυλίζω
γρυλίζατε	=	γρυλίζω
γρυλίζει	=	γρυλίζω
γρυλίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γρυλίζω
γρυλίζετε	=	γρυλίζω
γρυλίζομε	=	γρυλίζω
γρυλίζοντας	=	γρυλίζω
γρυλίζουμε	=	γρυλίζω
γρυλίζουν	=	γρυλίζω
γρυλίζουνε	=	γρυλίζω
γρυλίζω	verb	βγάζω μικρούς υπόκωφους και άναρθρους ήχους που ακούγονται σαν γρρρ ή γκρρρ
γρυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσαν	=	γρυλίζω
γρυλίσανε	=	γρυλίζω
γρυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρύλισμα
γρυλίσματος	noun	γενική ενικού του γρύλισμα
γρυλίσομε	=	γρυλίζω
γρυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσουνε	=	γρυλίζω
γρυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γρυλίζω
γρυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γρύλισμα
γρυλισμέ	noun	κλητική ενικού του γρυλισμός
γρυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρυλισμός
γρυλισμού	noun	γενική ενικού του γρυλισμός
γρυλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρυλισμός
γρυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του γρυλισμός
γρυλισμός	noun	άλλη μορφή του γρύλισμα
γρυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του γρυλισμός
γρυλλίζαμε	=	γρυλλίζω
γρυλλίζαν	=	γρυλλίζω
γρυλλίζανε	=	γρυλλίζω
γρυλλίζατε	=	γρυλλίζω
γρυλλίζει	=	γρυλλίζω
γρυλλίζεις	=	γρυλλίζω
γρυλλίζετε	=	γρυλλίζω
γρυλλίζοντας	=	γρυλλίζω
γρυλλίζουμε	=	γρυλλίζω
γρυλλίζουν	=	γρυλλίζω
γρυλλίζουνε	=	γρυλλίζω
γρυλλίζω	verb	άλλη γραφή του γρυλίζω
γρυλλίσαμε	=	γρυλλίζω
γρυλλίσαν	=	γρυλλίζω
γρυλλίσανε	=	γρυλλίζω
γρυλλίσατε	=	γρυλλίζω
γρυλλίσει	=	γρυλλίζω
γρυλλίστε	=	γρυλλίζω
γρυπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρυπό	adv	γαμψά
γρυπάρη	=	γρυπάρης
γρυπάρηδες	=	γρυπάρης
γρυπάρηδων	=	γρυπάρης
γρυπάρης	noun	άλλη γραφή του γριπάρης
γρυπέ	adj	κλητική ενικού του γρυπός
γρυπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρυπή
γρυπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γρυπός
γρυπής	adj	γενική ενικού του γρυπή
γρυποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρυπός
γρυπού	adj	γενική ενικού του γρυπός
γρυπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γρυπός
γρυπό	adj	αιτιατική ενικού του γρυπός
γρυπός	adj|formal	γαμψός
γρυπών	adj	γενική πληθυντικού του γρυπός
γρυφόνων	=	γρύφονας
γρόθε	=	γρόθος
γρόθο	=	γρόθος
γρόθοι	=	γρόθος
γρόθος	noun	άλλη μορφή του γρόνθος
γρόθου	=	γρόθος
γρόθους	=	γρόθος
γρόθων	=	γρόθος
γρόμπε	=	γρόμπος
γρόμπο	=	γρόμπος
γρόμποι	=	γρόμπος
γρόμπος	noun	εξόγκωμα δέρματος
γρόμπου	=	γρόμπος
γρόμπους	=	γρόμπος
γρόμπων	=	γρόμπος
γρόνθε	=	γρόνθος
γρόνθο	=	γρόνθος
γρόνθοι	=	γρόνθος
γρόνθος	noun|formal	η γροθιά
γρόνθου	=	γρόνθος
γρόνθους	=	γρόνθος
γρόνθων	=	γρόνθος
γρόσα	noun|vulgar	ιδιωματική προφορά του γρόσια, πληθυντικός αριθμός του γρόσι
γρόσι	noun|dated	νόμισμα, ίσο προς το ένα εκατοστό της (χρυσής) λίρας διαφόρων κρατών (Τουρκίας, Αιγύπτου, Κύπρου, Βενετίας κ.ά.)
γρόσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρόσι
γρόσσα	noun	άλλη μορφή του γκρόσσα
γρόσσας	noun	γενική ενικού του γρόσσα
γρόσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γρόσσα
γρύζω	verb	γρυλίζω
γρύλε	noun	κλητική ενικού του γρύλος
γρύλιζα	=	γρυλίζω
γρύλιζαν	=	γρυλίζω
γρύλιζε	=	γρυλίζω
γρύλιζες	=	γρυλίζω
γρύλισα	=	γρυλίζω
γρύλισαν	=	γρυλίζω
γρύλισε	=	γρυλίζω
γρύλισες	=	γρυλίζω
γρύλισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γρυλίζω
γρύλλιζα	=	γρυλλίζω
γρύλλιζαν	=	γρυλλίζω
γρύλλιζε	=	γρυλλίζω
γρύλλιζες	=	γρυλλίζω
γρύλλισα	=	γρυλλίζω
γρύλλισαν	=	γρυλλίζω
γρύλλισε	=	γρυλλίζω
γρύλλισες	=	γρυλλίζω
γρύλο	noun	αιτιατική ενικού του γρύλος
γρύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γρύλος
γρύλος	noun	είδος ορθόπτερου εντόμου, που παράγει χαρακτηριστικό ήχο
γρύλου	noun	γενική ενικού του γρύλος
γρύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γρύλος
γρύλων	noun	γενική πληθυντικού του γρύλος
γρύπα	=	γρύπας
γρύπας	noun	ζώο με σώμα λιονταριού, κεφάλι, φτερά και νύχια αετού
γρύπε	=	γρύπος
γρύπες	=	γρύπας
γρύπο	=	γρύπος
γρύποι	=	γρύπος
γρύπος	noun	άλλη γραφή του γρίπος
γρύπου	=	γρύπος
γρύπους	=	γρύπος
γρύπων	=	γρύπος
γρύφονα	=	γρύφονας
γρύφονας	noun	γρύπας
γρύφονες	=	γρύφονας
γσαε	abbrev	Γενική Συνομοσπονδία Αυτοκινητιστών Ελλάδας
γσεβεε	abbrev	ελληνικός επαγγελματικός συνδικαλιστικός φορέας
γσεε	abbrev	η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (επίσημος τίτλος), ή Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας
γσπ	abbrev	ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα που συγκεντρώνουν, οργανώνουν και αναλύουν δεδομένα με γεωγραφική αναφορά, επιτρέποντας την αποτύπωση και τη μελέτη χωρικών φαινομένων σε ψηφιακό περιβάλλον
γτο	abbrev	οργανισμοί των οποίων το γενετικό υλικό έχει τεχνητά μεταβληθεί με τεχνικές βιοτεχνολογίας, ώστε να αποκτήσουν ιδιότητες που δεν θα προέκυπταν φυσιολογικά
γτπ	abbrev	το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών του Υπουργείου Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας
γτπκ	abbrev	Για κάτι που είναι χαλασμένο ή άχρηστο.
γυάλα	noun	γυάλινο δοχείο σφαιρικού σχήματος, που συχνά χρησιμοποιείται ως μικρό ενυδρείο
γυάλας	noun	γενική ενικού του γυάλα
γυάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυάλα
γυάλιζα	=	γυαλίζω
γυάλιζαν	=	γυαλίζω
γυάλιζε	=	γυαλίζω
γυάλιζες	=	γυαλίζω
γυάλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυάλινο
γυάλινε	adj	κλητική ενικού του γυάλινος
γυάλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυάλινη
γυάλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυάλινος
γυάλινης	adj	γενική ενικού του γυάλινη
γυάλινο	adj	αιτιατική ενικού του γυάλινος
γυάλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυάλινος
γυάλινος	adj	που είναι φτιαγμένος από γυαλί
γυάλινου	adj	γενική ενικού του γυάλινος
γυάλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυάλινος
γυάλινων	adj	γενική πληθυντικού του γυάλινος
γυάλισα	=	γυαλίζω
γυάλισαν	=	γυαλίζω
γυάλισε	=	γυαλίζω
γυάλισες	=	γυαλίζω
γυάλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γυαλίζω
γυάλωμα	noun	η εφυάλωση
γυαλάδα	noun	η στιλπνότητα, η λάμψη
γυαλάδας	noun	γενική ενικού του γυαλάδα
γυαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλάδα
γυαλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλάδικο
γυαλάδικο	noun	κατάστημα στο οποίο πωλούνται οικιακά γυάλινα είδη
γυαλάδικου	noun	γενική ενικού του γυαλάδικο
γυαλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του γυαλάδικο
γυαλάκηδες	=	γυαλάκιας
γυαλάκηδων	=	γυαλάκιας
γυαλάκι	noun	μικρό κομμάτι γυαλιού
γυαλάκια	noun	μικρά γυαλιά (οπτικά βοηθήματα)
γυαλάκιας	noun	αυτός που φοράει γυαλιά οράσεως, ο γυαλιάς
γυαλένια	=	γυαλένιος
γυαλένιας	=	γυαλένιος
γυαλένιε	=	γυαλένιος
γυαλένιες	=	γυαλένιος
γυαλένιο	=	γυαλένιος
γυαλένιοι	=	γυαλένιος
γυαλένιος	adj	ο γυάλινος
γυαλένιου	=	γυαλένιος
γυαλένιους	=	γυαλένιος
γυαλένιων	=	γυαλένιος
γυαλί	noun	στερεό, διάφανο ή ημιδιάφανο υλικό που παρασκευάζεται από λιωμένη άμμο και ένα μείγμα κυρίως από πυρίτιο, οξείδιο του ασβεστίου και νάτριο και χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν τζάμια, δοχεία, φιάλες, λαμπτήρες κ.λπ.
γυαλίζαμε	=	γυαλίζω
γυαλίζαν	=	γυαλίζω
γυαλίζανε	=	γυαλίζω
γυαλίζατε	=	γυαλίζω
γυαλίζε	=	γυαλίζω
γυαλίζει	=	γυαλίζω
γυαλίζεις	=	γυαλίζω
γυαλίζεσαι	=	γυαλίζω
γυαλίζεστε	=	γυαλίζω
γυαλίζεται	=	γυαλίζω
γυαλίζετε	=	γυαλίζω
γυαλίζομαι	=	γυαλίζω
γυαλίζομε	=	γυαλίζω
γυαλίζονται	=	γυαλίζω
γυαλίζονταν	=	γυαλίζω
γυαλίζοντας	=	γυαλίζω
γυαλίζου	=	γυαλίζω
γυαλίζουμε	=	γυαλίζω
γυαλίζουν	=	γυαλίζω
γυαλίζουνε	=	γυαλίζω
γυαλίζω	verb	λάμπω, αστράφτω, στίλβω, είμαι γυαλιστερός
γυαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσαν	=	γυαλίζω
γυαλίσανε	=	γυαλίζω
γυαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσε	=	γυαλίζω
γυαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυάλισμα
γυαλίσματος	noun	γενική ενικού του γυάλισμα
γυαλίσομε	=	γυαλίζω
γυαλίσου	=	γυαλίζω
γυαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίσουνε	=	γυαλίζω
γυαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλίστηκα	=	γυαλίζω
γυαλίστηκαν	=	γυαλίζω
γυαλίστηκε	=	γυαλίζω
γυαλίστηκες	=	γυαλίζω
γυαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυαλίζω
γυαλιά	noun	ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο.
γυαλιάδες	=	γυαλιάς
γυαλιάδων	=	γυαλιάς
γυαλιάς	noun	ο γυαλάκιας, αυτός που φορά γυαλιά μυωπίας ή ηλίου, ο διοπτροφόρος
γυαλιζόμασταν	=	γυαλίζω
γυαλιζόμαστε	=	γυαλίζω
γυαλιζόμουν	=	γυαλίζω
γυαλιζόμουνα	=	γυαλίζω
γυαλιζόντουσαν	=	γυαλίζω
γυαλιζόσασταν	=	γυαλίζω
γυαλιζόσαστε	=	γυαλίζω
γυαλιζόσουν	=	γυαλίζω
γυαλιζόσουνα	=	γυαλίζω
γυαλιζόταν	=	γυαλίζω
γυαλιζότανε	=	γυαλίζω
γυαλικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλικό
γυαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλική
γυαλικής	adj	γενική ενικού του γυαλική
γυαλικού	noun	γενική ενικού του γυαλικό
γυαλικό	noun	το γυάλινο σκεύος
γυαλικών	noun	γενική πληθυντικού του γυαλικό
γυαλιού	noun	γενική ενικού του γυαλί
γυαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γυάλισμα
γυαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλισμένο
γυαλισμένε	verb	κλητική ενικού του γυαλισμένος
γυαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλισμένη
γυαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυαλισμένος
γυαλισμένης	verb	γενική ενικού του γυαλισμένη
γυαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γυαλισμένος
γυαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυαλισμένος
γυαλισμένος	verb	που τον έχουν γυαλίσει
γυαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυαλισμένος
γυαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυαλισμένος
γυαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυαλισμένος
γυαλιστήκαμε	=	γυαλίζω
γυαλιστήκαν	=	γυαλίζω
γυαλιστήκανε	=	γυαλίζω
γυαλιστήκατε	=	γυαλίζω
γυαλιστεί	=	γυαλίζω
γυαλιστείς	=	γυαλίζω
γυαλιστείτε	=	γυαλίζω
γυαλιστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλιστερό	adv	με γυαλιστερό τρόπο
γυαλιστερέ	adj	κλητική ενικού του γυαλιστερός
γυαλιστερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλιστερή
γυαλιστερή	noun	το οστρακοειδές Callista chione, ένα από τα φρούτα της θάλασσας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυαλιστερός
γυαλιστερής	adj	γενική ενικού του γυαλιστερή
γυαλιστεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυαλιστερός
γυαλιστερού	adj	γενική ενικού του γυαλιστερός
γυαλιστερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυαλιστερός
γυαλιστερό	adj	αιτιατική ενικού του γυαλιστερός
γυαλιστερός	adj	που λάμπει, που γυαλίζει
γυαλιστερών	adj	γενική πληθυντικού του γυαλιστερός
γυαλιστικά	=	γυαλιστικός
γυαλιστικέ	=	γυαλιστικός
γυαλιστικές	=	γυαλιστικός
γυαλιστική	=	γυαλιστικός
γυαλιστικής	=	γυαλιστικός
γυαλιστικοί	=	γυαλιστικός
γυαλιστικού	=	γυαλιστικός
γυαλιστικούς	=	γυαλιστικός
γυαλιστικό	adj	προϊόν που έχει σχέση με το γυάλισμα ή συμβάλλει σʼ αυτό
γυαλιστικός	adj	που έχει σχέση με το γυάλισμα ή συμβάλλει σʼ αυτό
γυαλιστικών	=	γυαλιστικός
γυαλιστούμε	=	γυαλίζω
γυαλιστούν	=	γυαλίζω
γυαλιστούνε	=	γυαλίζω
γυαλιστώ	=	γυαλίζω
γυαλιών	noun	γενική πληθυντικού του γυαλί
γυαλοκοπά	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάει	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάμε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάν	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάνε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάς	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάτε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπάω	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπήσαμε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπήσαν	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπήσανε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπήσατε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπήσει	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπήστε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούμε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούν	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούνε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσα	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσαμε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσαν	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσανε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσατε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπούσες	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκοπώ	verb	γυαλίζω, λάμπω
γυαλοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γυαλοκοπάω / γυαλοκοπώ
γυαλοκόπα	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκόπαγε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκόπησα	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκόπησαν	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκόπησε	=	γυαλοκοπώ
γυαλοκόπησες	=	γυαλοκοπώ
γυαλοπωλεία	=	γυαλοπωλείο
γυαλοπωλείο	noun|vulgar	άλλη μορφή του υαλοπωλείο
γυαλοπωλείου	=	γυαλοπωλείο
γυαλοπωλείων	=	γυαλοπωλείο
γυαλοχαρτοταινία	noun	γυαλόχαρτο σε μορφή ταινίας που χρησιμοποιείται σε τριβεία
γυαλοχαρτοταινίας	noun	γενική ενικού του γυαλοχαρτοταινία
γυαλοχαρτοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλοχαρτοταινία
γυαλοχαρτοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του γυαλοχαρτοταινία
γυαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γυάλωμα
γυαλόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλόχαρτο
γυαλόχαρτο	noun	χαρτί με μικροσκοπικά κομμάτια γυαλιού κολλημένα στη μια του επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το τρίψιμο επιφανειών ώστε να γίνουν λείες
γυαλόχαρτου	noun	γενική ενικού του γυαλόχαρτο
γυαλόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του γυαλόχαρτο
γυαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυάλωμα
γυαλώματος	noun	γενική ενικού του γυάλωμα
γυαλών	=	γυάλα
γυθειάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυθειάτικο
γυθειάτικε	adj	κλητική ενικού του γυθειάτικος
γυθειάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυθειάτικη
γυθειάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυθειάτικος
γυθειάτικης	adj	γενική ενικού του γυθειάτικη
γυθειάτικο	adj	αιτιατική ενικού του γυθειάτικος
γυθειάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυθειάτικος
γυθειάτικος	adj	ο σχετικός με το Γύθειο ή τους κατοίκους του
γυθειάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυθειάτικος
γυθειάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυθειάτικος
γυθειάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυθειάτικος
γυιέ	=	γυιός
γυιε	=	γυιος
γυιο	=	γυιος
γυιοί	=	γυιός
γυιοι	=	γυιος
γυιος	noun	ετυμολογική γραφή του γιος, μονοτονική γραφή του γυιός
γυιου	=	γυιος
γυιους	=	γυιος
γυιού	=	γυιός
γυιούς	=	γυιός
γυιοῦ	noun	γενική ενικού του γυιός
γυιων	=	γυιος
γυιό	=	γυιός
γυιόν	noun	αιτιατική ενικού του γυιός
γυιός	noun|dated	άλλη μορφή του γιος
γυιών	=	γυιός
γυλιέ	noun	κλητική ενικού του γυλιός
γυλιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυλιός
γυλιού	noun	γενική ενικού του γυλιός
γυλιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυλιός
γυλιό	noun	αιτιατική ενικού του γυλιός
γυλιός	noun	ο στρατιωτικός σάκκος
γυλιών	noun	γενική πληθυντικού του γυλιός
γυμνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (γυμνό) του γυμνός
γυμνάζαμε	=	γυμνάζω
γυμνάζαν	=	γυμνάζω
γυμνάζανε	=	γυμνάζω
γυμνάζατε	=	γυμνάζω
γυμνάζει	=	γυμνάζω
γυμνάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γυμνάζω
γυμνάζεσαι	=	γυμνάζω
γυμνάζεστε	=	γυμνάζω
γυμνάζεται	=	γυμνάζω
γυμνάζετε	=	γυμνάζω
γυμνάζομαι	=	γυμνάζω
γυμνάζομε	=	γυμνάζω
γυμνάζονται	=	γυμνάζω
γυμνάζονταν	=	γυμνάζω
γυμνάζοντας	=	γυμνάζω
γυμνάζουμε	=	γυμνάζω
γυμνάζουν	=	γυμνάζω
γυμνάζουνε	=	γυμνάζω
γυμνάζω	verb	κάνω συστηματικά σωματικές ασκήσεις που διατηρούν το σώμα ή ένα μέρος του σε καλή φόρμα
γυμνάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάσαν	=	γυμνάζω
γυμνάσανε	=	γυμνάζω
γυμνάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύμναση
γυμνάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάσεων	=	γύμναση
γυμνάσια	noun	ασκήσεις τμήματος ή όλου του στρατού σε εξωτερικό χώρο
γυμνάσιο	noun	κτίριο για την άσκηση των γυμνών αθλητών
γυμνάσιου	=	γυμνάσιο
γυμνάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύμνασμα
γυμνάσματος	noun	γενική ενικού του γύμνασμα
γυμνάσομε	=	γυμνάζω
γυμνάσου	=	γυμνάζω
γυμνάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάσουνε	=	γυμνάζω
γυμνάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνάστηκα	=	γυμνάζω
γυμνάστηκαν	=	γυμνάζω
γυμνάστηκε	=	γυμνάζω
γυμνάστηκες	=	γυμνάζω
γυμνάστρια	=	γυμναστής
γυμνάστριας	noun	γενική ενικού του γυμνάστρια
γυμνάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνάστρια
γυμνάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνάζω
γυμνέ	adj	κλητική ενικού του γυμνός
γυμνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνή
γυμνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνός
γυμνής	adj	γενική ενικού του γυμνή
γυμνίστρια	noun	θηλυκό του γυμνιστής
γυμνίστριας	noun	γενική ενικού του γυμνίστρια
γυμνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνίστρια
γυμναζόμασταν	=	γυμνάζω
γυμναζόμαστε	=	γυμνάζω
γυμναζόμουν	=	γυμνάζω
γυμναζόμουνα	=	γυμνάζω
γυμναζόντουσαν	=	γυμνάζω
γυμναζόσασταν	=	γυμνάζω
γυμναζόσαστε	=	γυμνάζω
γυμναζόσουν	=	γυμνάζω
γυμναζόσουνα	=	γυμνάζω
γυμναζόταν	=	γυμνάζω
γυμναζότανε	=	γυμνάζω
γυμνασίαρχε	noun	κλητική ενικού του γυμνασίαρχος
γυμνασίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του γυμνασίαρχος
γυμνασίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνασίαρχος
γυμνασίαρχος	noun	επόπτης ενός γυμναστηρίου
γυμνασίαρχου	=	γυμνασίαρχος
γυμνασίαρχους	=	γυμνασίαρχος
γυμνασίαρχων	=	γυμνασίαρχος
γυμνασίου	noun	γενική ενικού του γυμνάσιο
γυμνασίων	noun	γενική πληθυντικού του γυμνάσιο
γυμνασιάδα	noun	διεθνής μαθητική αθλητική συνάντηση, οργανωμένη ανά τετραετία από τη Διεθνή Ομοσπονδία Σχολικού Αθλητισμού, όπου έφηβοι αθλητές 14–17 ετών εκπροσωπούν τις χώρες τους σε αγωνίσματα στίβου και άλλων ολυμπιακών ή σχολικών αθλημάτων
γυμνασιάδας	=	γυμνασιάδα
γυμνασιάδες	=	γυμνασιάδα
γυμνασιάδων	=	γυμνασιάδα
γυμνασιάρχα	=	γυμνασιάρχης
γυμνασιάρχες	=	γυμνασιάρχης
γυμνασιάρχη	=	γυμνασιάρχης
γυμνασιάρχης	noun	που κατέχει την ανώτερη διοικητική θέση στο γυμνάσιο, ο διευθυντής γυμνασίου
γυμνασιάρχισσα	noun	θηλυκό του γυμνασιάρχης
γυμνασιάρχισσας	noun	γενική ενικού του γυμνασιάρχισσα
γυμνασιάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιάρχισσα
γυμνασιάρχου	noun	γενική ενικού του γυμνασίαρχος
γυμνασιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυμνασίαρχος
γυμνασιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του γυμνασίαρχος
γυμνασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιακό	adv	σε σχέση με το γυμνάσιο, όσον αφορά το γυμνάσιο
γυμνασιακέ	adj	κλητική ενικού του γυμνασιακός
γυμνασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιακή
γυμνασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνασιακός
γυμνασιακής	adj	γενική ενικού του γυμνασιακή
γυμνασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιακός
γυμνασιακού	adj	γενική ενικού του γυμνασιακός
γυμνασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνασιακός
γυμνασιακό	adj	αιτιατική ενικού του γυμνασιακός
γυμνασιακός	adj	που αναφέρεται σε ή συσχετίζεται με το γυμνάσιο
γυμνασιακών	adj	γενική πληθυντικού του γυμνασιακός
γυμνασιαρχίνα	noun	θηλυκό του γυμνασιάρχης
γυμνασιαρχίνας	noun	γενική ενικού του γυμνασιαρχίνα
γυμνασιαρχίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιαρχίνα
γυμνασιαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του γυμνασιάρχισσα
γυμνασιαρχών	=	γυμνασιάρχης
γυμνασιοκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιοκόριτσο
γυμνασιοκόριτσο	noun	ένα κορίτσι που είναι μαθήτρια του γυμνασίου
γυμνασιοκόριτσου	noun	γενική ενικού του γυμνασιοκόριτσο
γυμνασιοκόριτσων	noun	γενική πληθυντικού του γυμνασιοκόριτσο
γυμνασιόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασιόπαιδο
γυμνασιόπαιδο	noun	παιδί που φοιτά στο γυμνάσιο
γυμνασιόπαιδος	noun	γενική ενικού του γυμνασιόπαις
γυμνασιόπαιδου	noun	γενική ενικού του γυμνασιόπαιδο
γυμνασιόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του γυμνασιόπαιδο
γυμνασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γύμνασμα
γυμνασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασμένο
γυμνασμένε	verb	κλητική ενικού του γυμνασμένος
γυμνασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνασμένη
γυμνασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνασμένος
γυμνασμένης	verb	γενική ενικού του γυμνασμένη
γυμνασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γυμνασμένος
γυμνασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνασμένος
γυμνασμένος	verb	που έχει γυμναστεί, που έχει υποβληθεί σε τακτική σωματική ή πνευματική άσκηση
γυμνασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνασμένος
γυμνασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυμνασμένος
γυμνασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνασμένος
γυμναστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμναστής
γυμναστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γυμναστής
γυμναστήκαμε	=	γυμνάζω
γυμναστήκαν	=	γυμνάζω
γυμναστήκανε	=	γυμνάζω
γυμναστήκατε	=	γυμνάζω
γυμναστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμναστήριο
γυμναστήριο	noun	ειδικά διαμορφωμένος χώρος (ανοικτός ή κλειστός) για εκγύμναση, αθλοπαιδιές και γυμναστικές ασκήσεις
γυμναστήριου	=	γυμναστήριο
γυμναστής	noun	ο εκπαιδευτής στη γυμναστική σε ιδιωτικό ή κρατικό γυμναστήριο, ο επαγγελματίας που μπορεί να διδάξει γυμναστική
γυμναστεί	=	γυμνάζω
γυμναστείς	=	γυμνάζω
γυμναστείτε	=	γυμνάζω
γυμναστηρίου	noun	γενική ενικού του γυμναστήριο
γυμναστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του γυμναστήριο
γυμναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμναστικό
γυμναστικέ	adj	κλητική ενικού του γυμναστικός
γυμναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμναστική
γυμναστική	noun	σύνολο ασκήσεων (ενόργανη ή ανόργανη γυμναστική), που αποσκοπούν στη γύμναση, την ευεξία και τη σωματική αρμονία και ανάπτυξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμναστικός
γυμναστικής	adj	γενική ενικού του γυμναστική
γυμναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμναστικός
γυμναστικού	adj	γενική ενικού του γυμναστικός
γυμναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμναστικός
γυμναστικό	adj	αιτιατική ενικού του γυμναστικός
γυμναστικός	adj	που συμβάλλει στη γύμναση
γυμναστικών	adj	γενική πληθυντικού του γυμναστικός
γυμναστούμε	=	γυμνάζω
γυμναστούν	=	γυμνάζω
γυμναστούνε	=	γυμνάζω
γυμναστριών	noun	γενική πληθυντικού του γυμνάστρια
γυμναστώ	=	γυμνάζω
γυμναστών	noun	γενική πληθυντικού του γυμναστής
γυμνητεύω	verb	είμαι γυμνός, κάνω γυμνισμό
γυμνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνικό
γυμνικέ	adj	κλητική ενικού του γυμνικός
γυμνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνική
γυμνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνικός
γυμνικής	adj	γενική ενικού του γυμνική
γυμνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνικός
γυμνικού	adj	γενική ενικού του γυμνικός
γυμνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνικός
γυμνικό	adj	αιτιατική ενικού του γυμνικός
γυμνικός	adj	αγώνας ή αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές αγωνίζονται γυμνοί
γυμνικών	adj	γενική πληθυντικού του γυμνικός
γυμνισμέ	noun	κλητική ενικού του γυμνισμός
γυμνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνισμός
γυμνισμού	noun	γενική ενικού του γυμνισμός
γυμνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυμνισμός
γυμνισμό	noun	αιτιατική ενικού του γυμνισμός
γυμνισμός	noun	θεώρηση και πρακτική που προκρίνει τη γυμνότητα, την επαφή με τη φύση και την απαλλαγή από τις συμβάσεις του πολιτισμού
γυμνισμών	noun	γενική πληθυντικού του γυμνισμός
γυμνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνιστής
γυμνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γυμνιστής
γυμνιστής	noun	αυτός που του αρέσει ο γυμνισμός και συμπεριφέρεται ανάλογα
γυμνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του γυμνίστρια
γυμνιστών	noun	γενική πληθυντικού του γυμνιστής
γυμνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνός
γυμνοπαιδία	noun	ιστορία, στην αρχαία Σπάρτη: στον πληθυντικό) ετήσια γιορτή στην οποία τα αγόρια συμμετείχαν σε εκδήλωση παρόμοια με των γυμναστικών επιδείξεων και η οποία τελούνταν προς τιμή των Σπαρτιατών πεσόντων στη μάχη της Θυρέας εναντίον των Αργείων -μάχη που εξασφάλισε όλη την Κυνουρία για τη Σπάρτη
γυμνοπαιδίας	=	γυμνοπαιδία
γυμνοπαιδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνοπαιδία
γυμνοπαιδιών	=	γυμνοπαιδίες
γυμνοσάλιαγκα	=	γυμνοσάλιαγκας
γυμνοσάλιαγκας	noun	σαλιγκάρι (διαφόρων ειδών) που δεν έχει κέλυφος
γυμνοσάλιαγκες	=	γυμνοσάλιαγκας
γυμνοσάλιαγκος	=	γυμνοσάλιαγκας
γυμνοσάλιαγκων	=	γυμνοσάλιαγκας
γυμνοσαλιάγκων	=	γυμνοσάλιαγκας
γυμνοσοφιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνοσοφιστής
γυμνοσοφιστή	=	γυμνοσοφιστής
γυμνοσοφιστής	noun	ο αρχαίος σοφός βραχμάνος, από το όνομα που έδωσαν οι Έλληνες της ελληνιστικής περιόδου στους γυμνοσοφιστάς
γυμνοσοφιστών	=	γυμνοσοφιστής
γυμνοσπέρματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνοσπέρματο
γυμνοσπέρματε	adj	κλητική ενικού του γυμνοσπέρματος
γυμνοσπέρματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνοσπέρματη
γυμνοσπέρματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνοσπέρματος
γυμνοσπέρματης	adj	γενική ενικού του γυμνοσπέρματη
γυμνοσπέρματο	adj	αιτιατική ενικού του γυμνοσπέρματος
γυμνοσπέρματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνοσπέρματος
γυμνοσπέρματος	adj	άλλη μορφή του γυμνόσπερμος
γυμνοσπέρματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνοσπέρματος
γυμνοσπέρματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνοσπέρματος
γυμνοσπέρματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνοσπέρματος
γυμνοτήτων	=	γυμνότητα
γυμνού	adj	γενική ενικού του γυμνός
γυμνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνός
γυμνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γύμνωμα
γυμνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνωμένο
γυμνωμένε	verb	κλητική ενικού του γυμνωμένος
γυμνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνωμένη
γυμνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνωμένος
γυμνωμένης	verb	γενική ενικού του γυμνωμένη
γυμνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γυμνωμένος
γυμνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνωμένος
γυμνωμένος	verb	που έχει χάσει το εξωτερικό του περίβλημα
γυμνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνωμένος
γυμνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυμνωμένος
γυμνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνωμένος
γυμνό	noun	το γυμνό ανθρώπινο σώμα ως μορφή τέχνης ή ως θέμα όταν απεικονίζεται κυρίως στην ζωγραφική, στην γλυπτική, στην φωτογραφία κ.λπ.	adj	αιτιατική ενικού του γυμνός
γυμνόρριζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόρριζο
γυμνόρριζε	adj	κλητική ενικού του γυμνόρριζος
γυμνόρριζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόρριζη
γυμνόρριζη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνόρριζος
γυμνόρριζης	adj	γενική ενικού του γυμνόρριζη
γυμνόρριζο	adj	αιτιατική ενικού του γυμνόρριζος
γυμνόρριζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνόρριζος
γυμνόρριζος	adj	που οι ρίζες του είναι γυμνές, δεν καλύπτονται από χώμα
γυμνόρριζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνόρριζος
γυμνόρριζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνόρριζος
γυμνόρριζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνόρριζος
γυμνός	adj	που το σώμα ή μέρος του δεν το καλύπτουν ρούχα
γυμνόσπερμα	noun	τα φυτά που τα σπέρματά τους δεν βρίσκονται σε αγγεία, σε κάλυκα, αλλά είναι γυμνά, χωρίς περικάρπιο ή κάποια θήκη
γυμνόσπερμε	adj	κλητική ενικού του γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόσπερμη
γυμνόσπερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμης	adj	γενική ενικού του γυμνόσπερμη
γυμνόσπερμο	adj	αιτιατική ενικού του γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμος	adj	που τα σπέρματά του δεν βρίσκονται σε αγγεία, σε κάλυκα, αλλά είναι γυμνά, χωρίς περικάρπιο ή κάποια θήκη
γυμνόσπερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνόσπερμος
γυμνόστερνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόστερνο
γυμνόστερνε	adj	κλητική ενικού του γυμνόστερνος
γυμνόστερνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόστερνη
γυμνόστερνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνόστερνος
γυμνόστερνης	adj	γενική ενικού του γυμνόστερνη
γυμνόστερνο	adj	αιτιατική ενικού του γυμνόστερνος
γυμνόστερνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνόστερνος
γυμνόστερνος	adj	που το στέρνο του είναι γυμνό
γυμνόστερνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνόστερνος
γυμνόστερνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνόστερνος
γυμνόστερνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνόστερνος
γυμνόστηθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόστηθο
γυμνόστηθε	adj	κλητική ενικού του γυμνόστηθος
γυμνόστηθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόστηθη
γυμνόστηθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνόστηθος
γυμνόστηθης	adj	γενική ενικού του γυμνόστηθη
γυμνόστηθο	adj	αιτιατική ενικού του γυμνόστηθος
γυμνόστηθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνόστηθος
γυμνόστηθος	adj	που έχει γυμνό το στήθος του
γυμνόστηθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνόστηθος
γυμνόστηθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνόστηθος
γυμνόστηθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνόστηθος
γυμνότατα	=	γυμνός
γυμνότατε	=	γυμνός
γυμνότατες	=	γυμνός
γυμνότατη	=	γυμνός
γυμνότατης	=	γυμνός
γυμνότατο	=	γυμνός
γυμνότατοι	=	γυμνός
γυμνότατος	=	γυμνός
γυμνότατου	=	γυμνός
γυμνότατους	=	γυμνός
γυμνότατων	=	γυμνός
γυμνότερα	=	γυμνός
γυμνότερε	=	γυμνός
γυμνότερες	=	γυμνός
γυμνότερη	=	γυμνός
γυμνότερης	=	γυμνός
γυμνότερο	=	γυμνός
γυμνότεροι	=	γυμνός
γυμνότερος	=	γυμνός
γυμνότερου	=	γυμνός
γυμνότερους	=	γυμνός
γυμνότερων	=	γυμνός
γυμνότητα	noun	το να είναι κανείς γυμνός
γυμνότητας	noun	γενική ενικού του γυμνότητα
γυμνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνότητα
γυμνόφθαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόφθαλμο
γυμνόφθαλμε	adj	κλητική ενικού του γυμνόφθαλμος
γυμνόφθαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυμνόφθαλμη
γυμνόφθαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυμνόφθαλμος
γυμνόφθαλμης	adj	γενική ενικού του γυμνόφθαλμη
γυμνόφθαλμο	adj	αιτιατική ενικού του γυμνόφθαλμος
γυμνόφθαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυμνόφθαλμος
γυμνόφθαλμος	adj	χωρίς τηλεσκόπιο, με γυμνό μάτι
γυμνόφθαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυμνόφθαλμος
γυμνόφθαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυμνόφθαλμος
γυμνόφθαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυμνόφθαλμος
γυμνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύμνωμα
γυμνώματος	noun	γενική ενικού του γύμνωμα
γυμνών	adj	γενική πληθυντικού του γυμνός
γυμνώναμε	=	γυμνώνω
γυμνώναν	=	γυμνώνω
γυμνώνανε	=	γυμνώνω
γυμνώνατε	=	γυμνώνω
γυμνώνει	=	γυμνώνω
γυμνώνεις	=	γυμνώνω
γυμνώνετε	=	γυμνώνω
γυμνώνομαι	=	γυμνώνω
γυμνώνοντας	=	γυμνώνω
γυμνώνουμε	=	γυμνώνω
γυμνώνουν	=	γυμνώνω
γυμνώνουνε	=	γυμνώνω
γυμνώνω	verb	βγάζω όλα τα ρούχα από κάποιον, τον γδύνω εντελώς
γυμνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώσαν	=	γυμνώνω
γυμνώσανε	=	γυμνώνω
γυμνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύμνωση
γυμνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γύμνωση
γυμνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γύμνωση
γυμνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυμνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυμνώνω
γυνή	noun|archaic	η γυναίκα, ενήλικο άτομο θηλυκού γένους (σε παγιωμένες εκφράσεις)
γυναίκα	noun	κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι)
γυναίκας	noun	γενική ενικού του γυναίκα
γυναίκεια	=	γυναίκειος
γυναίκειας	=	γυναίκειος
γυναίκειε	=	γυναίκειος
γυναίκειες	=	γυναίκειος
γυναίκειο	=	γυναίκειος
γυναίκειοι	=	γυναίκειος
γυναίκειος	adj|vulgar	άλλη μορφή του γυναικείος
γυναίκειου	=	γυναίκειος
γυναίκειους	=	γυναίκειος
γυναίκειων	=	γυναίκειος
γυναίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναίκα
γυναικά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γυναικάς
γυναικάδελφε	=	γυναικάδελφος
γυναικάδελφο	=	γυναικάδελφος
γυναικάδελφοι	=	γυναικάδελφος
γυναικάδελφος	noun	ο αδελφός της συζύγου κάποιου
γυναικάδελφου	=	γυναικάδελφος
γυναικάδελφους	=	γυναικάδελφος
γυναικάδελφων	=	γυναικάδελφος
γυναικάδερφε	=	γυναικάδερφος
γυναικάδερφο	=	γυναικάδερφος
γυναικάδερφοι	=	γυναικάδερφος
γυναικάδερφος	noun	άλλη μορφή του γυναικάδελφος
γυναικάδερφου	=	γυναικάδερφος
γυναικάδερφους	=	γυναικάδερφος
γυναικάδερφων	=	γυναικάδερφος
γυναικάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικάς
γυναικάδων	noun	γενική πληθυντικού του γυναικάς
γυναικάκηδες	=	γυναικάκιας
γυναικάκηδων	=	γυναικάκιας
γυναικάκι	noun	υποκοριστικό του γυναίκα
γυναικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικάκι
γυναικάκιας	noun	που του αρέσει να φλερτάρει γυναίκες
γυναικάρα	noun	μεγεθυντικό του γυναίκα
γυναικάρας	=	γυναικάρα
γυναικάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικάρα
γυναικάρεσκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικάρεσκο
γυναικάρεσκε	adj	κλητική ενικού του γυναικάρεσκος
γυναικάρεσκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικάρεσκη
γυναικάρεσκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικάρεσκος
γυναικάρεσκης	adj	γενική ενικού του γυναικάρεσκη
γυναικάρεσκο	adj	αιτιατική ενικού του γυναικάρεσκος
γυναικάρεσκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικάρεσκος
γυναικάρεσκος	adj	που φέρεται με αβρότητα προς τις γυναίκες
γυναικάρεσκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυναικάρεσκος
γυναικάρεσκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυναικάρεσκος
γυναικάρεσκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυναικάρεσκος
γυναικάς	noun	που ενδιαφέρεται υπερβολικά για τις γυναίκες, που τις φλερτάρει συνεχώς και επιχειρεί μόνιμα την ερωτική επαφή μαζί τους
γυναικίσιος	adj|rare	άλλη μορφή του γυναικείος
γυναικίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικίστικο
γυναικίστικε	adj	κλητική ενικού του γυναικίστικος
γυναικίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικίστικη
γυναικίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικίστικος
γυναικίστικης	adj	γενική ενικού του γυναικίστικη
γυναικίστικο	adj	αιτιατική ενικού του γυναικίστικος
γυναικίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικίστικος
γυναικίστικος	adj	άλλη μορφή του γυναικείος
γυναικίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυναικίστικος
γυναικίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυναικίστικος
γυναικίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυναικίστικος
γυναικαδέλφες	=	γυναικαδέλφη
γυναικαδέλφη	noun	θηλυκό του γυναικάδελφος
γυναικαδέλφης	=	γυναικαδέλφη
γυναικαδέρφες	=	γυναικαδέρφη
γυναικαδέρφη	noun	θηλυκό του γυναικάδερφος
γυναικαδέρφης	=	γυναικαδέρφη
γυναικαδελφέ	noun	κλητική ενικού του γυναικαδελφός
γυναικαδελφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικαδελφός
γυναικαδελφού	noun	γενική ενικού του γυναικαδελφός
γυναικαδελφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυναικαδελφός
γυναικαδελφό	noun	αιτιατική ενικού του γυναικαδελφός
γυναικαδελφός	noun	άλλη μορφή του γυναικάδελφος
γυναικαδελφών	noun	γενική πληθυντικού του γυναικαδελφός
γυναικαδερφέ	noun	κλητική ενικού του γυναικαδερφός
γυναικαδερφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικαδερφός
γυναικαδερφού	noun	γενική ενικού του γυναικαδερφός
γυναικαδερφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυναικαδερφός
γυναικαδερφό	noun	αιτιατική ενικού του γυναικαδερφός
γυναικαδερφός	noun	άλλη μορφή του γυναικάδελφος
γυναικαδερφών	noun	γενική πληθυντικού του γυναικαδερφός
γυναικαρέσκεια	noun	το να είναι κάποιος γυναικάρεσκος, να δείχνει αβρότητα προς τις γυναίκες
γυναικαρέσκειας	noun	γενική ενικού του γυναικαρέσκεια
γυναικαρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικαρέσκεια
γυναικαρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του γυναικαρέσκεια
γυναικαρπάχτες	=	γυναικαρπάχτης
γυναικαρπάχτη	=	γυναικαρπάχτης
γυναικαρπάχτης	noun|literary	που αρπάζει γυναίκες
γυναικαρπαχτών	=	γυναικαρπάχτης
γυναικεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικείος	adv	με γυναικείο τρόπο
γυναικείας	adj	γενική ενικού του γυναικεία
γυναικείε	adj	κλητική ενικού του γυναικείος
γυναικείες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικεία
γυναικείο	adj	αιτιατική ενικού του γυναικείος
γυναικείοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικείος
γυναικείος	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στη γυναίκα, σε ενήλικα που ανήκει στο γυναικείο φύλο
γυναικείου	adj	γενική ενικού του γυναικείος
γυναικείους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυναικείος
γυναικείων	adj	γενική πληθυντικού του γυναικείος
γυναικοδουλειά	noun	ερωτοδουλειά που αφορά άνδρα, δηλαδή ερωτική περιπέτεια κάποιου αρσενικού
γυναικοδουλειάς	noun	γενική ενικού του γυναικοδουλειά
γυναικοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοδουλειά
γυναικοδουλειών	=	γυναικοδουλειά
γυναικοθήρα	=	γυναικοθήρας
γυναικοθήρας	noun|formal	ο γυναικάς· (κυριολεκτικά) που κυνηγά τις γυναίκες (με σεξουαλικούς στόχους)
γυναικοθήρες	=	γυναικοθήρας
γυναικοθηρών	=	γυναικοθήρας
γυναικοκαβγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γυναικοκαβγάς
γυναικοκαβγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοκαβγάς
γυναικοκαβγάδων	noun	γενική πληθυντικού του γυναικοκαβγάς
γυναικοκαβγάς	noun	καβγάς μεταξύ γυναικών
γυναικοκατακτητές	=	γυναικοκατακτητής
γυναικοκατακτητή	=	γυναικοκατακτητής
γυναικοκατακτητής	noun	που φλερτάρει τις γυναίκες και προσπαθεί να τις «κατακτήσει» ερωτικά
γυναικοκατακτητών	=	γυναικοκατακτητής
γυναικοκρατήθηκα	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατήθηκαν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατήθηκε	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατήθηκες	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατήσου	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατία	noun	επικράτηση των γυναικών (κυρίως σε αριθμητική βάση) σε κάποιο χώρο ή τομέα
γυναικοκρατίας	noun	γενική ενικού του γυναικοκρατία
γυναικοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοκρατία
γυναικοκρατείσαι	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατείστε	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθήκαν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθήκανε	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατημένος	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούμαι	verb	για σύνολο ανθρώπων σε κάποιο χώρο, στο οποίο αριθμητικά (ή κι από απόψεως εξουσίας) υπερέχουν οι γυναίκες
γυναικοκρατούμασταν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούμαστε	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοκρατούμενο
γυναικοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοκρατούμενη
γυναικοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του γυναικοκρατούμενη
γυναικοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμενος	verb	που γυναικοκρατείται, που ελέγχεται από γυναίκες, που κάνει τους άνδρες να νιώθουν αμήχανα
γυναικοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυναικοκρατούμενος
γυναικοκρατούμουν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούνται	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούνταν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούσασταν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούσαστε	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκρατούσουν	=	γυναικοκρατούμαι
γυναικοκτονία	noun	η δολοφονία γυναίκας (ιδίως όταν υποκρύπτονται μισογυνικά κίνητρα)
γυναικοκτονίας	noun	γενική ενικού του γυναικοκτονία
γυναικοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοκτονία
γυναικοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του γυναικοκτονία
γυναικοκτόνε	=	γυναικοκτόνος
γυναικοκτόνο	=	γυναικοκτόνος
γυναικοκτόνοι	=	γυναικοκτόνος
γυναικοκτόνος	noun	που διαπράττει γυναικοκτονία
γυναικοκτόνου	=	γυναικοκτόνος
γυναικοκτόνους	=	γυναικοκτόνος
γυναικοκτόνων	=	γυναικοκτόνος
γυναικολάτρες	=	γυναικολάτρης
γυναικολάτρη	=	γυναικολάτρης
γυναικολάτρης	noun	που λατρεύει τις γυναίκες
γυναικολατρών	=	γυναικολάτρης
γυναικολογία	noun	ιατρικός κλάδος με αντικείμενο τα ιατρικά προβλήματα της γυναίκας, ιδίως όσα αφορούν το γεννητικό και αναπαραγωγικό γυναικείο σύστημα
γυναικολογίας	noun	γενική ενικού του γυναικολογία
γυναικολογίες	=	γυναικολογία
γυναικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γυναικολογικός	adv	από γυναικολογικής πλευράς
γυναικολογικέ	adj	κλητική ενικού του γυναικολογικός
γυναικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικολογική
γυναικολογική	noun	κλινική ή νοσοκομειακό τμήμα που ασχολούνται με τη γυναικολογία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικολογικός
γυναικολογικής	adj	γενική ενικού του γυναικολογική
γυναικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικολογικός
γυναικολογικού	adj	γενική ενικού του γυναικολογικός
γυναικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυναικολογικός
γυναικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του γυναικολογικός	noun	κλινική ή νοσοκομειακό τμήμα που ασχολούνται με τη γυναικολογία
γυναικολογικός	adj	που έχει σχέση με τη γυναικολογία ή το γυναικολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
γυναικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του γυναικολογικός
γυναικολογικώς	adv	από γυναικολογικής πλευράς
γυναικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του γυναικολογία
γυναικολόγε	noun	κλητική ενικού του γυναικολόγος
γυναικολόγι	noun	άλλη μορφή του γυναικολόι
γυναικολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γυναικολόγος
γυναικολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικολόγος
γυναικολόγος	noun	γιατρός με ειδίκευση τη γυναικολογία
γυναικολόγου	noun	γενική ενικού του γυναικολόγος
γυναικολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυναικολόγος
γυναικολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γυναικολόγος
γυναικολόι	noun	μια ομάδα γυναικών
γυναικομάνι	noun	πλήθος γυναικών, γυναικολόι, γυναικοκρατία, σημαντική πλειοψηφία γυναικών σε ένα ορισμένο πλήθος ατόμων
γυναικομάνια	=	γυναικομάνι
γυναικομαστία	noun	η αύξηση του ιστού των μαστών στους άνδρες
γυναικομαστίας	noun	γενική ενικού του γυναικομαστία
γυναικομαστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικομαστία
γυναικομαστιών	noun	γενική πληθυντικού του γυναικομαστία
γυναικονόμε	=	γυναικονόμος
γυναικονόμο	=	γυναικονόμος
γυναικονόμοι	=	γυναικονόμος
γυναικονόμος	noun	εργαζόμενος σε σώμα που έχει οριστεί (σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία) για την επίβλεψη της συμπεριφοράς των γυναικών
γυναικονόμου	=	γυναικονόμος
γυναικονόμους	=	γυναικονόμος
γυναικονόμων	=	γυναικονόμος
γυναικοπαρέα	noun	μια παρέα γυναικών (αποκλειστικά)
γυναικοπαρέας	noun	γενική ενικού του γυναικοπαρέα
γυναικοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικοπαρέα
γυναικοπρεπές	=	γυναικοπρεπής
γυναικοπρεπή	=	γυναικοπρεπής
γυναικοπρεπής	adj	συνώνυμο του θηλυπρεπής
γυναικοπρεπείς	=	γυναικοπρεπής
γυναικοπρεπούς	=	γυναικοπρεπής
γυναικοπρεπών	=	γυναικοπρεπής
γυναικοπρεπώς	adv|formal	με γυναικοπρεπή τρόπο
γυναικουλίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του γυναικουλίστικος	adv	με γυναικουλίστικο τρόπο
γυναικουλίστικε	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικες	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικη	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικης	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικοι	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικος	adj	που έχει σχέση με γυναικούλα αναφέρεται σʼ αυτή ή ταιριάζει σʼ αυτή
γυναικουλίστικου	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικους	=	γυναικουλίστικος
γυναικουλίστικων	=	γυναικουλίστικος
γυναικοφέρνω	verb	μοιάζω με γυναίκα στην εμφάνιση ή στη συμπεριφορά
γυναικοφέρσιμο	noun	το αποτέλεσμα του γυναικοφέρνω, το φέρσιμο μιας γυναίκας
γυναικοφερσίματα	=	γυναικοφέρσιμο
γυναικοφερσίματος	=	γυναικοφέρσιμο
γυναικοφερσιμάτων	=	γυναικοφέρσιμο
γυναικούλα	noun	τρυφερή προσφώνηση της συμβίας από τον σύζυγο ή τον σύντροφο
γυναικούλας	=	γυναικούλα
γυναικούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικούλα
γυναικωδών	=	γυναικώδης
γυναικωνίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικωνίτης
γυναικωνίτη	=	γυναικωνίτης
γυναικωνίτης	noun	ειδικό χωριστό δωμάτιο ή χώρος διαμονής γυναικών
γυναικωνιτών	=	γυναικωνίτης
γυναικωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικωτό	adv	με γυναικωτό τρόπο
γυναικωτέ	adj	κλητική ενικού του γυναικωτός
γυναικωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικωτή
γυναικωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικωτός
γυναικωτής	adj	γενική ενικού του γυναικωτή
γυναικωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικωτός
γυναικωτού	adj	γενική ενικού του γυναικωτός
γυναικωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυναικωτός
γυναικωτό	adj	αιτιατική ενικού του γυναικωτός
γυναικωτός	noun	που είναι γυναικωτός, θηλυπρεπής	adj	θηλυπρεπής
γυναικωτών	adj	γενική πληθυντικού του γυναικωτός
γυναικόκοσμε	=	γυναικόκοσμος
γυναικόκοσμο	=	γυναικόκοσμος
γυναικόκοσμοι	=	γυναικόκοσμος
γυναικόκοσμος	noun	ένα σύνολο γυναικών
γυναικόκοσμου	=	γυναικόκοσμος
γυναικόκοσμους	=	γυναικόκοσμος
γυναικόκοσμων	=	γυναικόκοσμος
γυναικόπαιδα	noun	σύνολο από γυναίκες και παιδιά
γυναικός	=	γυνή
γυναικόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικόφωνο
γυναικόφωνε	adj	κλητική ενικού του γυναικόφωνος
γυναικόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυναικόφωνη
γυναικόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυναικόφωνος
γυναικόφωνης	adj	γενική ενικού του γυναικόφωνη
γυναικόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του γυναικόφωνος
γυναικόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυναικόφωνος
γυναικόφωνος	adj	που έχει γυναικεία φωνή
γυναικόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυναικόφωνος
γυναικόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυναικόφωνος
γυναικόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυναικόφωνος
γυναικώδεις	=	γυναικώδης
γυναικώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γυναικώδης
γυναικώδη	=	γυναικώδης
γυναικώδης	adj	που παραπέμπει σε γυναίκα, ενώ αφορά άνδρα
γυναικώδους	=	γυναικώδης
γυναικών	noun	γενική πληθυντικού του γυναίκα
γυναικᾶς	=	γυναικάς
γυπάετε	=	γυπάετος
γυπάετο	=	γυπάετος
γυπάετοι	=	γυπάετος
γυπάετος	noun	άλλη μορφή του γυπαετός
γυπάετου	=	γυπάετος
γυπάετους	=	γυπάετος
γυπάετων	=	γυπάετος
γυπαετέ	noun	κλητική ενικού του γυπαετός
γυπαετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυπαετός
γυπαετού	noun	γενική ενικού του γυπαετός
γυπαετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυπαετός
γυπαετό	noun	αιτιατική ενικού του γυπαετός
γυπαετός	noun	είδος μεγάλου αρπακτικού πουλιού
γυπαετών	noun	γενική πληθυντικού του γυπαετός
γυπών	=	γύπας
γυράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυράδικο
γυράδικο	noun	φαγάδικο που έχει και γύρο
γυράδικου	noun	γενική ενικού του γυράδικο
γυράδικων	noun	γενική πληθυντικού του γυράδικο
γυρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψαν	=	γυρεύω
γυρέψανε	=	γυρεύω
γυρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψομε	=	γυρεύω
γυρέψου	=	γυρεύω
γυρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψουνε	=	γυρεύω
γυρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γυρίζαμε	=	γυρίζω
γυρίζαν	=	γυρίζω
γυρίζανε	=	γυρίζω
γυρίζατε	=	γυρίζω
γυρίζει	=	γυρίζω
γυρίζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του γυρίζω
γυρίζεσαι	=	γυρίζω
γυρίζεστε	=	γυρίζω
γυρίζεται	=	γυρίζω
γυρίζετε	=	γυρίζω
γυρίζομαι	=	γυρίζω
γυρίζομε	=	γυρίζω
γυρίζονται	=	γυρίζω
γυρίζονταν	=	γυρίζω
γυρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γυρίζω
γυρίζουμε	=	γυρίζω
γυρίζουν	=	γυρίζω
γυρίζουνε	=	γυρίζω
γυρίζω	verb	περιστρέφω, συστρέφω
γυρίνε	noun	κλητική ενικού του γυρίνος
γυρίνι	noun|vulgar	άλλη μορφή του γυρίνος
γυρίνια	=	γυρίνι
γυρίνο	noun	αιτιατική ενικού του γυρίνος
γυρίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυρίνος
γυρίνος	noun	η υδρόβια προνύμφη των βατράχων και φρύνων, από την στιγμή που εκκολάπτεται από το αβγό έως ότου αποκτήσει πόδια και χάσει την ουρά και τα βράγχια.
γυρίνου	noun	γενική ενικού του γυρίνος
γυρίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυρίνος
γυρίνων	noun	γενική πληθυντικού του γυρίνος
γυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσαν	=	γυρίζω
γυρίσανε	=	γυρίζω
γυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύρισμα
γυρίσματος	noun	γενική ενικού του γύρισμα
γυρίσομε	=	γυρίζω
γυρίσου	=	γυρίζω
γυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίσουνε	=	γυρίζω
γυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρίστηκα	=	γυρίζω
γυρίστηκαν	=	γυρίζω
γυρίστηκε	=	γυρίζω
γυρίστηκες	=	γυρίζω
γυρίστρα	noun	αυτή που όλο γυρνάει έξω και κάνει βόλτες
γυρίστρας	noun	γενική ενικού του γυρίστρα
γυρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρίστρα
γυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γυρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρεμένο
γυρεμένε	verb	κλητική ενικού του γυρεμένος
γυρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρεμένη
γυρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυρεμένος
γυρεμένης	verb	γενική ενικού του γυρεμένη
γυρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του γυρεμένος
γυρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυρεμένος
γυρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου γυρεύω
γυρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυρεμένος
γυρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυρεμένος
γυρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυρεμένος
γυρεοθήκες	=	γυρεοθήκη
γυρεοθήκη	noun	η θήκη της γύρης
γυρεοθήκης	=	γυρεοθήκη
γυρεοθηκών	=	γυρεοθήκη
γυρευτήκαμε	=	γυρεύω
γυρευτήκαν	=	γυρεύω
γυρευτήκανε	=	γυρεύω
γυρευτήκατε	=	γυρεύω
γυρευτεί	=	γυρεύω
γυρευτείς	=	γυρεύω
γυρευτείτε	=	γυρεύω
γυρευτούμε	=	γυρεύω
γυρευτούν	=	γυρεύω
γυρευτούνε	=	γυρεύω
γυρευτώ	=	γυρεύω
γυρευόμασταν	=	γυρεύω
γυρευόμαστε	=	γυρεύω
γυρευόμουν	=	γυρεύω
γυρευόμουνα	=	γυρεύω
γυρευόντουσαν	=	γυρεύω
γυρευόσασταν	=	γυρεύω
γυρευόσαστε	=	γυρεύω
γυρευόσουν	=	γυρεύω
γυρευόσουνα	=	γυρεύω
γυρευόταν	=	γυρεύω
γυρευότανε	=	γυρεύω
γυρεόκοκκε	=	γυρεόκοκκος
γυρεόκοκκο	=	γυρεόκοκκος
γυρεόκοκκοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρεόκοκκος
γυρεόκοκκος	noun	κόκκος γύρης
γυρεόκοκκου	=	γυρεόκοκκος
γυρεόκοκκους	=	γυρεόκοκκος
γυρεόκοκκων	=	γυρεόκοκκος
γυρεύαμε	=	γυρεύω
γυρεύαν	=	γυρεύω
γυρεύανε	=	γυρεύω
γυρεύατε	=	γυρεύω
γυρεύει	=	γυρεύω
γυρεύεις	=	γυρεύω
γυρεύεσαι	=	γυρεύω
γυρεύεστε	=	γυρεύω
γυρεύεται	=	γυρεύω
γυρεύετε	=	γυρεύω
γυρεύομαι	=	γυρεύω
γυρεύομε	=	γυρεύω
γυρεύονται	=	γυρεύω
γυρεύονταν	=	γυρεύω
γυρεύοντας	=	γυρεύω
γυρεύουμε	=	γυρεύω
γυρεύουν	=	γυρεύω
γυρεύουνε	=	γυρεύω
γυρεύτε	=	γυρεύω
γυρεύτηκα	=	γυρεύω
γυρεύτηκαν	=	γυρεύω
γυρεύτηκε	=	γυρεύω
γυρεύτηκες	=	γυρεύω
γυρεύω	verb	ζητώ
γυριζόμασταν	=	γυρίζω
γυριζόμαστε	=	γυρίζω
γυριζόμουν	=	γυρίζω
γυριζόμουνα	=	γυρίζω
γυριζόντουσαν	=	γυρίζω
γυριζόσασταν	=	γυρίζω
γυριζόσαστε	=	γυρίζω
γυριζόσουν	=	γυρίζω
γυριζόσουνα	=	γυρίζω
γυριζόταν	=	γυρίζω
γυριζότανε	=	γυρίζω
γυρινιού	=	γυρίνι
γυρινιών	=	γυρίνι
γυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γύρισμα
γυρισμέ	noun	κλητική ενικού του γυρισμός
γυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρισμένο
γυρισμένε	verb	κλητική ενικού του γυρισμένος
γυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρισμένη
γυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυρισμένος
γυρισμένης	verb	γενική ενικού του γυρισμένη
γυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του γυρισμένος
γυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυρισμένος
γυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γυρίζω ή γυρνάω /γυρνώ
γυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυρισμένος
γυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυρισμένος
γυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυρισμένος
γυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυρισμός
γυρισμού	noun	γενική ενικού του γυρισμός
γυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυρισμός
γυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του γυρισμός
γυρισμός	noun	η επιστροφή
γυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του γυρισμός
γυριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυριστό	adv	με γυριστό τρόπο
γυριστέ	adj	κλητική ενικού του γυριστός
γυριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυριστή
γυριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυριστός
γυριστήκαμε	=	γυρίζω
γυριστήκαν	=	γυρίζω
γυριστήκανε	=	γυρίζω
γυριστήκατε	=	γυρίζω
γυριστής	adj	γενική ενικού του γυριστή
γυριστεί	=	γυρίζω
γυριστείς	=	γυρίζω
γυριστείτε	=	γυρίζω
γυριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυριστός
γυριστού	adj	γενική ενικού του γυριστός
γυριστούμε	=	γυρίζω
γυριστούν	=	γυρίζω
γυριστούνε	=	γυρίζω
γυριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυριστός
γυριστρών	=	γυρίστρα
γυριστό	adj	αιτιατική ενικού του γυριστός
γυριστός	adj	που στη μια πλευρά του γυρίζει, έχει σχήμα καμπυλωτό
γυριστώ	=	γυρίζω
γυριστών	adj	γενική πληθυντικού του γυριστός
γυρνά	=	γυρνάω
γυρνάγαμε	=	γυρνάω
γυρνάγανε	=	γυρνάω
γυρνάγατε	=	γυρνάω
γυρνάει	=	γυρνάω
γυρνάμε	=	γυρνάω
γυρνάν	=	γυρνάω
γυρνάνε	=	γυρνάω
γυρνάς	=	γυρνάω
γυρνάτε	=	γυρνάω
γυρνάω	verb	άλλη μορφή του γυρνώ
γυρνιέμαι	=	γυρνάω
γυρνιέσαι	=	γυρνάω
γυρνιέστε	=	γυρνάω
γυρνιέται	=	γυρνάω
γυρνιούνται	=	γυρνάω
γυρνιούνταν	=	γυρνάω
γυρνιόμασταν	=	γυρνάω
γυρνιόμαστε	=	γυρνάω
γυρνιόμουν	=	γυρνάω
γυρνιόμουνα	=	γυρνάω
γυρνιόνται	=	γυρνάω
γυρνιόνταν	=	γυρνάω
γυρνιόντανε	=	γυρνάω
γυρνιόντουσαν	=	γυρνάω
γυρνιόσασταν	=	γυρνάω
γυρνιόσαστε	=	γυρνάω
γυρνιόσουν	=	γυρνάω
γυρνιόσουνα	=	γυρνάω
γυρνιόταν	=	γυρνάω
γυρνιότανε	=	γυρνάω
γυρνούμε	=	γυρνάω
γυρνούν	=	γυρνάω
γυρνούνε	=	γυρνάω
γυρνούσα	=	γυρνάω
γυρνούσαμε	=	γυρνάω
γυρνούσαν	=	γυρνάω
γυρνούσανε	=	γυρνάω
γυρνούσατε	=	γυρνάω
γυρνούσε	=	γυρνάω
γυρνούσες	=	γυρνάω
γυρνώ	verb	άλλη μορφή του γυρνάω
γυρνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος γυρνάω / γυρνώ
γυροβολήσαμε	=	γυροβολώ
γυροβολήσαν	=	γυροβολώ
γυροβολήσανε	=	γυροβολώ
γυροβολήσατε	=	γυροβολώ
γυροβολήσει	=	γυροβολώ
γυροβολήστε	=	γυροβολώ
γυροβολεί	=	γυροβολώ
γυροβολείς	=	γυροβολώ
γυροβολείτε	=	γυροβολώ
γυροβολιά	noun	τριγύρισμα
γυροβολιάς	noun	γενική ενικού του γυροβολιά
γυροβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυροβολιά
γυροβολιών	=	γυροβολιά
γυροβολούμε	=	γυροβολώ
γυροβολούν	=	γυροβολώ
γυροβολούνε	=	γυροβολώ
γυροβολούσα	=	γυροβολώ
γυροβολούσαμε	=	γυροβολώ
γυροβολούσαν	=	γυροβολώ
γυροβολούσανε	=	γυροβολώ
γυροβολούσατε	=	γυροβολώ
γυροβολούσε	=	γυροβολώ
γυροβολούσες	=	γυροβολώ
γυροβολώ	verb	τριγυρίζω
γυροβολώντας	=	γυροβολώ
γυροβόλει	=	γυροβολώ
γυροβόλησα	=	γυροβολώ
γυροβόλησαν	=	γυροβολώ
γυροβόλησε	=	γυροβολώ
γυροβόλησες	=	γυροβολώ
γυροειδής	adj|archaic	στρογγυλός
γυρολιμνιά	noun	διαδρομή που βρίσκεται περιμετρικά μιας λίμνης
γυρολιμνιάς	=	γυρολιμνιά
γυρολιμνιές	=	γυρολιμνιά
γυρολιμνιών	=	γυρολιμνιά
γυρολογήματα	=	γυρολόγημα
γυρολογήματος	=	γυρολόγημα
γυρολογημάτων	=	γυρολόγημα
γυρολόγε	noun	κλητική ενικού του γυρολόγος
γυρολόγημα	noun	το να γυρίζει κανείς από τόπο σε τόπο
γυρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του γυρολόγος
γυρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυρολόγος
γυρολόγος	noun	πλανόδιος έμπορος που γυρνάει σε γειτονιές και χωριά για να πουλήσει μικροπράγματα, πραματευτής
γυρολόγου	noun	γενική ενικού του γυρολόγος
γυρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γυρολόγος
γυρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του γυρολόγος
γυρομαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρομαγνητικό
γυρομαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του γυρομαγνητικός
γυρομαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυρομαγνητική
γυρομαγνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυρομαγνητικός
γυρομαγνητικής	adj	γενική ενικού του γυρομαγνητική
γυρομαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυρομαγνητικός
γυρομαγνητικού	adj	γενική ενικού του γυρομαγνητικός
γυρομαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γυρομαγνητικός
γυρομαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του γυρομαγνητικός
γυρομαγνητικός	adj	που αφορά, που σχετίζεται με, ή προκύπτει από τις ιδιότητες ενός περιστρεφόμενου μαγνήτη, ή ενός περιστρεφόμενου ηλεκτρικού φορτίου• μαγνητογυρικός, -ή, -ό
γυρομαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του γυρομαγνητικός
γυροπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυροπλάνο
γυροπλάνο	noun	ιπτάμενο όχημα που αντί να έχει σταθερά φτερά όπως το αεροπλάνο έχει έλικα), περίπου όπως το ελικόπτερο, που όμως περιστρέφεται μόνο παθητικά (χάρη στην αεροδυναμική) και όχι ενεργητικά με τη χρήση κινητήρα
γυροπλάνον	noun	γυροπλάνο
γυροπλάνου	noun	γενική ενικού του γυροπλάνο
γυροπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του γυροπλάνο
γυροσκοπίου	noun	γενική ενικού του γυροσκόπιο
γυροσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του γυροσκόπιο
γυροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυροσκόπιο
γυροσκόπιο	noun	(φυσική, τεχνολογία συσκευή αληθούς προσανατολισμού μέσω των ελεύθερα περιστρεφόμενων μερών της
γυροσκόπιου	=	γυροσκόπιο
γυροφέρνω	verb	περιφέρομαι γύρω από
γυροφούστανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυροφούστανο
γυροφούστανο	noun|vulgar	το κάτω τμήμα ενός φουστανιού ή φορέματος
γυροφούστανου	noun	γενική ενικού του γυροφούστανο
γυροφούστανων	noun	γενική πληθυντικού του γυροφούστανο
γυροχώριουλα	noun|rare	τα γύρω χωριά
γυρτά	=	γυρτός
γυρτέ	=	γυρτός
γυρτές	=	γυρτός
γυρτή	=	γυρτός
γυρτής	=	γυρτός
γυρτοί	=	γυρτός
γυρτού	=	γυρτός
γυρτούς	=	γυρτός
γυρτό	=	γυρτός
γυρτός	adj	άλλη μορφή του γερτός
γυρτών	=	γυρτός
γυρότραφα	=	γυρότραφος
γυρότραφε	=	γυρότραφος
γυρότραφες	=	γυρότραφος
γυρότραφη	=	γυρότραφος
γυρότραφης	=	γυρότραφος
γυρότραφο	=	γυρότραφος
γυρότραφοι	=	γυρότραφος
γυρότραφος	adj	που έχει γύρω του κάποιο χαμηλόκτιστο τοίχο ή χαντάκι, που έχει κάποιο φράκτη
γυρότραφου	=	γυρότραφος
γυρότραφους	=	γυρότραφος
γυρότραφων	=	γυρότραφος
γυς	abbrev	Υπηρεσία του ελληνικού στρατού που ασχολείται με την επιστήμη της γεωγραφίας, τη χαρτογράφηση περιοχών κ.α.
γυφτάκι	noun	μικρής ηλικίας γύφτος, ή γύφτισσα
γυφτάκια	=	γυφτάκι
γυφτάκο	=	γυφτάκος
γυφτάκοι	=	γυφτάκος
γυφτάκος	noun	υποκοριστικό του γύφτος
γυφτάκου	=	γυφτάκος
γυφτάκους	=	γυφτάκος
γυφτάκων	=	γυφτάκος
γυφτακιού	=	γυφτάκι
γυφτακιών	=	γυφτάκι
γυφταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφταριό
γυφταριού	noun	γενική ενικού του γυφταριό
γυφταριό	noun	σύνολο γύφτων
γυφταριών	noun	γενική πληθυντικού του γυφταριό
γυφτιά	noun	η απουσία αξιοπρέπειας και η μικροπρεπής πράξη
γυφτιάς	noun	γενική ενικού του γυφτιά
γυφτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτιά
γυφτισσών	noun	γενική πληθυντικού του γύφτισσα
γυφτιών	=	γυφτιά
γυφτομάγαζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτομάγαζο
γυφτομαχαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτομαχαλάς
γυφτοπάζαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτοπάζαρο
γυφτοπούλα	noun	κορίτσι από τη φυλή των γύφτων, μικρή γύφτισσα
γυφτοπούλας	noun	γενική ενικού του γυφτοπούλα
γυφτοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτοπούλα
γυφτοτσάντηρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτοτσάντηρο
γυφτουριά	noun	άλλη γραφή του γυφταριό
γυφτουριάς	=	γυφτουριά
γυφτουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτουριά
γυφτουριών	=	γυφτουριά
γυφτοφάσουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτοφάσουλο
γυφτοφάσουλο	noun	το αμπελοφάσουλο
γυφτοφάσουλου	noun	γενική ενικού του γυφτοφάσουλο
γυφτοφάσουλων	noun	γενική πληθυντικού του γυφτοφάσουλο
γυφτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυφτόπουλο
γυφτόπουλο	noun	το μικρό παιδί που κατάγεται από Ρομά, συνήθως το αγόρι
γυφτόπουλου	noun	γενική ενικού του γυφτόπουλο
γυφτόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του γυφτόπουλο
γυψά	=	γυψάς
γυψάδες	=	γυψάς
γυψάδων	=	γυψάς
γυψάς	noun	ο πωλητής γύψινων αντικειμένων
γυψαδόρε	=	γυψαδόρος
γυψαδόρο	=	γυψαδόρος
γυψαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυψαδόρος
γυψαδόρος	noun	τεχνίτης που ασχολείται με εφαρμογή γύψινων κατασκευών
γυψαδόρου	=	γυψαδόρος
γυψαδόρους	=	γυψαδόρος
γυψαδόρων	=	γυψαδόρος
γυψοκάμινε	=	γυψοκάμινος
γυψοκάμινο	=	γυψοκάμινος
γυψοκάμινοι	=	γυψοκάμινος
γυψοκάμινος	noun	καμίνι για το «ψήσιμο» του γύψου
γυψοκάμινου	=	γυψοκάμινος
γυψοκάμινους	=	γυψοκάμινος
γυψοκάμινων	=	γυψοκάμινος
γυψοκαμίνου	=	γυψοκάμινος
γυψοκαμίνους	=	γυψοκάμινος
γυψοκαμίνων	=	γυψοκάμινος
γυψοκονία	noun	άλλη μορφή του γυψοκονίαμα
γυψοκονίαμα	noun	κονίαμα που περιέχει γύψο
γυψοκονίας	noun	γενική ενικού του γυψοκονία
γυψοκονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυψοκονία
γυψοκονιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυψοκονίαμα
γυψοκονιάματος	noun	γενική ενικού του γυψοκονίαμα
γυψοκονιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γυψοκονίαμα
γυψοκονιών	noun	γενική πληθυντικού του γυψοκονία
γυψομάρμαρα	=	γυψομάρμαρο
γυψομάρμαρο	noun	ο στόκος
γυψομάρμαρου	=	γυψομάρμαρο
γυψομάρμαρων	=	γυψομάρμαρο
γυψομαρμάρου	=	γυψομάρμαρο
γυψομαρμάρων	=	γυψομάρμαρο
γυψονάρθηκα	=	γυψονάρθηκας
γυψονάρθηκας	noun	ειδικός ιατρικός νάρθηκας από επιδέσμους με γύψο που, σκληραίνοντας, σταθεροποιεί ένα τραυματισμένο μέλος, για να επιτευχθεί ασφαλής ακινητοποίηση
γυψονάρθηκες	=	γυψονάρθηκας
γυψονάρθηκων	=	γυψονάρθηκας
γυψοποίηση	noun	χημική διεργασία κατά την οποία το ανθρακικό ασβέστιο ασβεστολιθικών ή μαρμάρινων επιφανειών αντιδρά με ρύπους της ατμόσφαιρας και μετατρέπεται σε γύψο, οδηγώντας σε προοδευτική αποσάθρωση και υλική φθορά
γυψοποίησης	=	γυψοποίηση
γυψοποιήσεις	=	γυψοποίηση
γυψοποιήσεων	=	γυψοποίηση
γυψοποιία	noun	τεχνική και παραγωγική δραστηριότητα που αφορά την κατεργασία του φυσικού ή τεχνητού γύψου και τη μετατροπή του σε δομικά, διακοσμητικά ή βιομηχανικά προϊόντα
γυψοποιίας	=	γυψοποιία
γυψοποιίες	=	γυψοποιία
γυψοποιιών	=	γυψοποιία
γυψοσανίδα	noun	δομικό υλικό με μορφή πλάκας που παράγεται βιομηχανικά με ειδική σύνθεση γύψου.
γυψοσανίδας	=	γυψοσανίδα
γυψοσανίδες	=	γυψοσανίδα
γυψοσανίδων	=	γυψοσανίδα
γυψοσανιδά	=	γυψοσανιδάς
γυψοσανιδάδες	=	γυψοσανιδάς
γυψοσανιδάδων	=	γυψοσανιδάς
γυψοσανιδάς	noun	επαγγελματίας που εγκαθιστά γυψοσανίδες
γυψοτεχνία	noun	εφαρμοσμένη τεχνική κατεργασίας και μορφοποίησης του γύψου, κυρίως για τη δημιουργία διακοσμητικών ή αρχιτεκτονικών στοιχείων σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους
γυψοτεχνίας	=	γυψοτεχνία
γυψοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυψοτεχνία
γυψοτεχνικές	=	γυψοτεχνική
γυψοτεχνική	noun	άλλη μορφή του γυψοτεχνία
γυψοτεχνικής	=	γυψοτεχνική
γυψοτεχνικών	=	γυψοτεχνική
γυψοτεχνιών	=	γυψοτεχνία
γυψουργέ	=	γυψουργός
γυψουργοί	=	γυψουργός
γυψουργού	=	γυψουργός
γυψουργούς	=	γυψουργός
γυψουργό	=	γυψουργός
γυψουργός	noun	αυτός που κατασκευάζει γύψινα αντικείμενα
γυψουργών	=	γυψουργός
γυψωδών	=	γυψώδης
γυψωθήκαμε	=	γυψώνομαι
γυψωθήκαν	=	γυψώνομαι
γυψωθήκανε	=	γυψώνομαι
γυψωθήκατε	=	γυψώνομαι
γυψωθεί	=	γυψώνομαι
γυψωθείτε	=	γυψώνομαι
γυψωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γύψωμα
γυψωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυψωμένο
γυψωμένε	verb	κλητική ενικού του γυψωμένος
γυψωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυψωμένη
γυψωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γυψωμένος
γυψωμένης	verb	γενική ενικού του γυψωμένη
γυψωμένο	verb	αιτιατική ενικού του γυψωμένος
γυψωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γυψωμένος
γυψωμένος	verb	που έχει επικαλυφθεί με γύψο
γυψωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γυψωμένος
γυψωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γυψωμένος
γυψωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γυψωμένος
γυψωνόμασταν	=	γυψώνομαι
γυψωνόμαστε	=	γυψώνομαι
γυψωνόμουν	=	γυψώνομαι
γυψωνόμουνα	=	γυψώνομαι
γυψωνόντουσαν	=	γυψώνομαι
γυψωνόσασταν	=	γυψώνομαι
γυψωνόσαστε	=	γυψώνομαι
γυψωνόσουν	=	γυψώνομαι
γυψωνόσουνα	=	γυψώνομαι
γυψωνόταν	=	γυψώνομαι
γυψωνότανε	=	γυψώνομαι
γυψώδεις	=	γυψώδης
γυψώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γυψώδης
γυψώδη	=	γυψώδης
γυψώδης	adj	σχετικός με γύψο
γυψώδους	=	γυψώδης
γυψώθηκα	=	γυψώνομαι
γυψώθηκαν	=	γυψώνομαι
γυψώθηκε	=	γυψώνομαι
γυψώθηκες	=	γυψώνομαι
γυψώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύψωμα
γυψώματος	noun	γενική ενικού του γύψωμα
γυψώναμε	=	γυψώνω
γυψώναν	=	γυψώνω
γυψώνανε	=	γυψώνω
γυψώνατε	=	γυψώνω
γυψώνει	=	γυψώνω
γυψώνεις	=	γυψώνω
γυψώνεσαι	=	γυψώνομαι
γυψώνεστε	=	γυψώνομαι
γυψώνεται	=	γυψώνομαι
γυψώνετε	=	γυψώνω
γυψώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος γυψώνω
γυψώνονται	=	γυψώνομαι
γυψώνονταν	=	γυψώνομαι
γυψώνοντας	=	γυψώνω
γυψώνου	=	γυψώνομαι
γυψώνουμε	=	γυψώνω
γυψώνουν	=	γυψώνω
γυψώνουνε	=	γυψώνω
γυψώνω	verb	καλύπτω με γύψο κάτι
γυψώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσαν	=	γυψώνω
γυψώσανε	=	γυψώνω
γυψώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσεων	noun	γενική πληθυντικού του γύψωση
γυψώσεως	noun|formal	γενική ενικού του γύψωση
γυψώσου	=	γυψώνομαι
γυψώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γυψώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γυψώνω
γχς	abbrev	ανθρωπιστική ιατρική οργάνωση που παρέχει επείγουσα υγειονομική βοήθεια σε πληθυσμούς που πλήττονται από πολέμους, φυσικές καταστροφές, επιδημίες ή κοινωνικούς αποκλεισμούς, ανεξάρτητα από πολιτικές, θρησκευτικές ή εθνικές διακρίσεις
γω	noun	άλλη μορφή του εγώ
γωβιέ	=	γωβιός
γωβιοί	=	γωβιός
γωβιού	=	γωβιός
γωβιούς	=	γωβιός
γωβιό	=	γωβιός
γωβιός	noun	μικρόσωμο θαλάσιο ή του γλυκού νερού ψάρι, που διαθέτει χαρακτηριστικά σμιχτά μάτια και αγκαθωτά πτερύγια και προσκολλάται σε βράχια με τα κοιλιακά του πτερύγια που σχηματίζουν βεντούζα
γωβιών	=	γωβιός
γωνία	noun	ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
γωνίας	noun	γενική ενικού του γωνία
γωνίασμα	noun	το γώνιασμα
γωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνία
γωνίτσα	noun	μικρή γωνία
γωνίτσας	=	γωνίτσα
γωνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνίτσα
γωνίωμα	noun	καμπή σε σχήμα γωνίας
γωνιά	noun	το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
γωνιάζω	verb	δημιουργώ γωνία σε ένα αντικείμενο
γωνιάς	noun	γενική ενικού του γωνιά
γωνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γώνιασμα
γωνιάσματος	noun	γενική ενικού του γώνιασμα
γωνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γωνιάζω
γωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιά
γωνιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γωνιαίος
γωνιαίας	adj	γενική ενικού του γωνιαία
γωνιαίε	adj	γωνιαίος, στην κλητική του ενικού
γωνιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιαία
γωνιαίο	adj	γωνιαίος, στην αιτιατική του ενικού
γωνιαίοι	adj	γωνιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
γωνιαίος	adj	που βρίσκεται σε γωνία ή σχηματίζει γωνία, ο γωνιακός σε επιστημονικά κείμενα και όχι μόνον, ο σχετικός με τη γωνία
γωνιαίου	adj	γενική ενικού του γωνιαίος
γωνιαίους	adj	γωνιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
γωνιαίων	=	γωνιαίος
γωνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιακό
γωνιακάς	=	γωνιακός
γωνιακέ	adj	κλητική ενικού του γωνιακός
γωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιακή
γωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γωνιακός
γωνιακήν	=	γωνιακός
γωνιακής	adj	γενική ενικού του γωνιακή
γωνιακαί	=	γωνιακός
γωνιακαῖς	=	γωνιακός
γωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γωνιακός
γωνιακού	adj	γενική ενικού του γωνιακός
γωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γωνιακός
γωνιακοῖς	=	γωνιακός
γωνιακοῦ	=	γωνιακός
γωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του γωνιακός
γωνιακόν	=	γωνιακός
γωνιακός	adj	που βρίσκεται σε γωνία
γωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του γωνιακός
γωνιακῆς	=	γωνιακός
γωνιακῇ	=	γωνιακός
γωνιακῶν	=	γωνιακός
γωνιακῷ	=	γωνιακός
γωνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του γώνιασμα
γωνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιασμένο
γωνιασμένε	verb	κλητική ενικού του γωνιασμένος
γωνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιασμένη
γωνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γωνιασμένος
γωνιασμένης	verb	γενική ενικού του γωνιασμένη
γωνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του γωνιασμένος
γωνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γωνιασμένος
γωνιασμένος	verb	αυτός που έχει γωνιαστεί
γωνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γωνιασμένος
γωνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του γωνιασμένος
γωνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γωνιασμένος
γωνιοκράνου	=	γωνιόκρανο
γωνιοκράνων	=	γωνιόκρανο
γωνιοκόρυφα	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφε	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφες	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφη	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφης	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφο	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφοι	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφος	adj	που η κορυφή του έχει σχήμα γωνίας
γωνιοκόρυφου	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφους	=	γωνιοκόρυφος
γωνιοκόρυφων	=	γωνιοκόρυφος
γωνιολίθου	=	γωνιόλιθος
γωνιολίθους	=	γωνιόλιθος
γωνιολίθων	=	γωνιόλιθος
γωνιομέτρου	noun	γενική ενικού του γωνιόμετρο
γωνιομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του γωνιόμετρο
γωνιομετρία	noun	κλάδος της γεωμετρίας που μελετά τις γωνίες και τις μεταξύ τους σχέσεις, με έμφαση στη μέτρηση και τον υπολογισμό τους σε επίπεδα και σφαιρικά σχήματα
γωνιομετρίας	=	γωνιομετρία
γωνιομετρίες	=	γωνιομετρία
γωνιομετρικά	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικέ	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικές	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρική	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικής	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικοί	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικού	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικούς	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικό	=	γωνιομετρικός
γωνιομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη γωνιομετρία ή αναφέρεται σʼ αυτή
γωνιομετρικών	=	γωνιομετρικός
γωνιομετριών	=	γωνιομετρία
γωνιωδών	=	γωνιώδης
γωνιωμάτων	=	γωνίωμα
γωνιωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιωτό
γωνιωτέ	adj	κλητική ενικού του γωνιωτός
γωνιωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιωτή
γωνιωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γωνιωτός
γωνιωτής	adj	γενική ενικού του γωνιωτή
γωνιωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γωνιωτός
γωνιωτού	adj	γενική ενικού του γωνιωτός
γωνιωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του γωνιωτός
γωνιωτό	adj	αιτιατική ενικού του γωνιωτός
γωνιωτός	adj	που έχει σχήμα γωνίας
γωνιωτών	adj	γενική πληθυντικού του γωνιωτός
γωνιόκρανα	=	γωνιόκρανο
γωνιόκρανο	noun	οικοδομικό εξάρτημα —συνήθως μεταλλικό και γωνιακής διατομής— που ενσωματώνεται στις ακμές τοίχων ή επιχρισμάτων, ώστε να εξασφαλίζει ευθυγράμμιση, μηχανική ενίσχυση και προστασία των γωνιών από φθορές
γωνιόκρανου	=	γωνιόκρανο
γωνιόκρανων	=	γωνιόκρανο
γωνιόλιθε	=	γωνιόλιθος
γωνιόλιθο	=	γωνιόλιθος
γωνιόλιθοι	=	γωνιόλιθος
γωνιόλιθος	noun	ο ακρογωνιαίος λίθος
γωνιόλιθου	=	γωνιόλιθος
γωνιόλιθους	=	γωνιόλιθος
γωνιόλιθων	=	γωνιόλιθος
γωνιόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γωνιόμετρο
γωνιόμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση γωνιών
γωνιόμετρον	noun	το γωνιόμετρο
γωνιόμετρου	=	γωνιόμετρο
γωνιώδεις	=	γωνιώδης
γωνιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του γωνιώδης
γωνιώδη	=	γωνιώδης
γωνιώδης	adj	που έχει γωνίες
γωνιώδους	=	γωνιώδης
γωνιώματα	=	γωνίωμα
γωνιώματος	=	γωνίωμα
γωνιών	noun	γενική πληθυντικού του γωνία
γόβα	noun	είδος κλειστού γυναικείου υποδήματος χωρίς κορδόνια και συνήθως με ψηλό τακούνι
γόβας	noun	γενική ενικού του γόβα
γόβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόβα
γόγγυζα	=	γογγύζω
γόγγυζαν	=	γογγύζω
γόγγυζε	=	γογγύζω
γόγγυζες	=	γογγύζω
γόγγυξα	=	γογγύζω
γόγγυξαν	=	γογγύζω
γόγγυξε	=	γογγύζω
γόγγυξες	=	γογγύζω
γόγγυσα	=	γογγύζω
γόγγυσαν	=	γογγύζω
γόγγυσε	=	γογγύζω
γόγγυσες	=	γογγύζω
γόγγυσμα	noun	άλλη μορφή του γογγυσμός
γόε	noun	κλητική ενικού του γόος
γόης	noun	άντρας με μεγάλη γοητεία
γόησσα	noun	θηλυκό του γόης (γοητευτική γυναίκα)
γόησσας	noun	γενική ενικού του γόησσα
γόησσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόησσα
γόητρο	noun	το κύρος που έχει κάποιος σε έναν τομέα, η υπόληψη, η καλή εικόνα που έχει ο κόσμος γι' αυτόν
γόμα	noun	συνώνυμο του γομολάστιχα
γόμας	noun	γενική ενικού του γόμα
γόμε	noun	κλητική ενικού του γόμος
γόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόμα
γόμο	noun	αιτιατική ενικού του γόμος
γόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γόμος
γόμος	noun	η γέμιση
γόμου	noun	γενική ενικού του γόμος
γόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γόμος
γόμπε	=	γόμπος
γόμπιρας	noun	καμπούρης, ραχιτικός
γόμπο	=	γόμπος
γόμποι	=	γόμπος
γόμπος	noun	καμπούρης
γόμπου	=	γόμπος
γόμπους	=	γόμπος
γόμπων	=	γόμπος
γόμφε	noun	κλητική ενικού του γόμφος
γόμφο	noun	αιτιατική ενικού του γόμφος
γόμφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γόμφος
γόμφος	noun	είδος ξύλινου ή μεταλλικού καρφιού, που χρησιμοποιείται κυρίως για σύνδεση διαφόρων πραγμάτων
γόμφου	noun	γενική ενικού του γόμφος
γόμφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γόμφος
γόμφων	noun	γενική πληθυντικού του γόμφος
γόμφωση	noun	η σύνδεση κάποιων πραγμάτων με γόμφους
γόμφωσης	noun	γενική ενικού του γόμφωση
γόμων	noun	γενική πληθυντικού του γόμος
γόμωση	noun	το γέμισμα όπλου ή μηχανισμού με ποσότητα εκρηκτικών υλών
γόμωσης	noun	γενική ενικού του γόμωση
γόνα	noun	το γόνατο
γόνατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του γόνατο
γόνατο	noun	η άρθρωση μεταξύ του μηρού και της κνήμης
γόνατος	noun	γενική ενικού του γόνυ
γόνατου	=	γόνατο
γόνδολα	noun	είδος βάρκας μήκους περίπου 10 μέτρων με πλώρη σε σχήμα S που κατευθύνεται από έναν μόνο κωπηλάτη (το γονδολιέρη) και χρησιμοποιείται στα κανάλια της Βενετίας
γόνδολας	noun	γενική ενικού του γόνδολα
γόνδολες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόνδολα
γόνε	noun	κλητική ενικού του γόνος
γόνιμά	=	γόνιμος
γόνιμέ	=	γόνιμος
γόνιμές	=	γόνιμος
γόνιμή	=	γόνιμος
γόνιμής	=	γόνιμος
γόνιμα	=	γόνιμος
γόνιμε	adj	κλητική ενικού του γόνιμος
γόνιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόνιμη
γόνιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γόνιμος
γόνιμης	adj	γενική ενικού του γόνιμη
γόνιμο	adj	αιτιατική ενικού του γόνιμος
γόνιμοί	=	γόνιμος
γόνιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γόνιμος
γόνιμος	adj	που μπορεί να αποκτήσει απογόνους
γόνιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γόνιμος
γόνιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γόνιμος
γόνιμού	=	γόνιμος
γόνιμούς	=	γόνιμος
γόνιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γόνιμος
γόνιμό	=	γόνιμος
γόνιμός	=	γόνιμος
γόνιμών	=	γόνιμος
γόνο	noun	αιτιατική ενικού του γόνος
γόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γόνος
γόνος	noun	τέκνο, απόγονος
γόνου	noun	γενική ενικού του γόνος
γόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γόνος
γόνυ	noun|formal	το γόνατο στη φράση
γόνων	noun	γενική πληθυντικού του γόνος
γόο	noun	αιτιατική ενικού του γόος
γόοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γόος
γόος	noun|formal	φωνή με σπαραγμό που δηλώνει θρήνο
γόου	noun	γενική ενικού του γόος
γόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γόος
γόπα	noun	είδος μικρού ψαριού (Βόωψ ο βόωψ, Boops boops) της οικογένειας των Σπαριδών, γκριζογάλαζο και ασημί, που συναντάται συχνά στα ανατολικά ύδατα του Ατλαντικού Ωκεανού, στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα
γόπας	noun	γενική ενικού του γόπα
γόπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόπα
γόπινγκ	noun|slang	ο καθαρισμός μιας περιοχής -συνήθως του στρατοπέδου- που είναι γεμάτη αποτσίγαρα (γόπες) από τους φαντάρους
γόρδια	=	γόρδιος
γόρδιας	=	γόρδιος
γόρδιε	=	γόρδιος
γόρδιες	=	γόρδιος
γόρδιο	=	γόρδιος
γόρδιοι	=	γόρδιος
γόρδιος	adj	που έχει σχέση με τη φρυγική πόλη Γόρδιο ή τον βασιλιά και ιδρυτή του φρυγικού κράτους Γόρδιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
γόρδιου	=	γόρδιος
γόρδιους	=	γόρδιος
γόρδιων	=	γόρδιος
γότθε	=	γότθος
γότθο	=	γότθος
γότθοι	=	γότθος
γότθος	noun	ο Γότθος
γότθου	=	γότθος
γότθους	=	γότθος
γότθων	=	γότθος
γόων	noun	γενική πληθυντικού του γόος
γύλος	noun	μικρό, μακρύ ψάρι με καστανή ή πράσινη πλάτη και λευκή κοιλιά.
γύμναζα	=	γυμνάζω
γύμναζαν	=	γυμνάζω
γύμναζε	=	γυμνάζω
γύμναζες	=	γυμνάζω
γύμνασα	=	γυμνάζω
γύμνασαν	=	γυμνάζω
γύμνασε	=	γυμνάζω
γύμνασες	=	γυμνάζω
γύμναση	noun	η ενέργεια του γυμνάζω, η συστηματική σωματική ή νοητική άσκηση
γύμνασης	=	γύμναση
γύμνασμα	noun	η σωματική ή πνευματική άσκηση
γύμνια	noun	το να είναι κάποιος γυμνός, χωρίς ρούχα
γύμνιας	noun	γενική ενικού του γύμνια
γύμνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύμνια
γύμνωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυμνώνω
γύμνωνα	=	γυμνώνω
γύμνωναν	=	γυμνώνω
γύμνωνε	=	γυμνώνω
γύμνωνες	=	γυμνώνω
γύμνωσα	=	γυμνώνω
γύμνωσαν	=	γυμνώνω
γύμνωσε	=	γυμνώνω
γύμνωσες	=	γυμνώνω
γύμνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυμνώνω
γύμνωσης	noun	γενική ενικού του γύμνωση
γύναια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύναιο
γύναιο	noun|formal	παλιογυναίκα, παλιοθήλυκο, η γυναίκα κακού χαρακτήρα και διαγωγής
γύναιου	noun	γενική ενικού του γύναιο
γύναιων	noun	γενική πληθυντικού του γύναιο
γύπα	=	γύπας
γύπας	noun	μεγαλόσωμο πουλί με κοφτερό ράμφος και γαμψά νύχια που τρέφεται με πτώματα
γύπες	=	γύπας
γύπινγκ	noun|slang	προμελετημένη επιθετική προσέγγιση άλλου ατόμου σε δημόσιο χώρο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό το ερωτικό φλερτ
γύρα	noun	ο πηγαιμός από μέρος σε μέρος με ή χωρίς σκοπό
γύρας	noun	γενική ενικού του γύρα
γύρε	noun	κλητική ενικού του γύρος
γύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύρα
γύρευα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος γυρεύω
γύρευαν	=	γυρεύω
γύρευε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος γυρεύω
γύρευες	=	γυρεύω
γύρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρεύω
γύρεψαν	=	γυρεύω
γύρεψε	=	γυρεύω
γύρεψες	=	γυρεύω
γύρη	noun	κόκκοι των λουλουδιών, κυρίως κίτρινου χρώματος, που χρησιμεύουν στη γονιμοποίηση
γύρης	=	γύρη
γύριζα	=	γυρίζω
γύριζαν	=	γυρίζω
γύριζε	=	γυρίζω
γύριζες	=	γυρίζω
γύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος γυρίζω
γύρισαν	=	γυρίζω
γύρισε	=	γυρίζω
γύρισες	=	γυρίζω
γύρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυρίζω
γύρνα	=	γυρνάω
γύρναγα	=	γυρνάω
γύρναγαν	=	γυρνάω
γύρναγε	=	γυρνάω
γύρναγες	=	γυρνάω
γύρο	noun	αιτιατική ενικού του γύρος
γύροθεν	adv	τριγύρω, ολόγυρα, κυκλικά
γύροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γύρος
γύρος	noun	η περιφέρεια αντικειμένου περίπου κυκλικού
γύρου	noun	γενική ενικού του γύρος
γύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γύρος
γύρω	adv	σε κυκλική τροχιά
γύρωθε	adv	τριγύρω, ολόγυρα, κυκλικά
γύρων	noun	γενική πληθυντικού του γύρος
γύφταρε	=	γύφταρος
γύφταρο	=	γύφταρος
γύφταροι	=	γύφταρος
γύφταρος	noun	γύφτος
γύφταρου	=	γύφταρος
γύφταρους	=	γύφταρος
γύφταρων	=	γύφταρος
γύφτε	noun	κλητική ενικού του γύφτος
γύφτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύφτικο
γύφτικε	adj	κλητική ενικού του γύφτικος
γύφτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύφτικη
γύφτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γύφτικος
γύφτικης	adj	γενική ενικού του γύφτικη
γύφτικο	adj	αιτιατική ενικού του γύφτικος
γύφτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γύφτικος
γύφτικος	adj	που έχει σχέση με γύφτο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
γύφτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του γύφτικος
γύφτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του γύφτικος
γύφτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του γύφτικος
γύφτισσα	noun	θηλυκό του γύφτος
γύφτισσας	noun	γενική ενικού του γύφτισσα
γύφτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύφτισσα
γύφτο	noun	αιτιατική ενικού του γύφτος
γύφτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γύφτος
γύφτος	noun|literary	ο τσιγγάνος
γύφτου	noun	γενική ενικού του γύφτος
γύφτουλα	=	γύφτουλας
γύφτουλας	noun	προσβλητικός χαρακτηρισμός κατά των γύφτων / τσιγγάνων / Ρομά, με βάση στερεοτυπικές, υποτιμητικές αντιλήψεις
γύφτουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γύφτουλας
γύφτουλων	=	γύφτουλας
γύφτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γύφτος
γύφτων	noun	γενική πληθυντικού του γύφτος
γύψε	noun	κλητική ενικού του γύψος
γύψινα	=	γύψινος
γύψινε	=	γύψινος
γύψινες	=	γύψινος
γύψινη	=	γύψινος
γύψινης	=	γύψινος
γύψινο	=	γύψινος
γύψινοι	=	γύψινος
γύψινος	adj	που είναι φτιαγμένος από γύψο
γύψινου	=	γύψινος
γύψινους	=	γύψινος
γύψινων	=	γύψινος
γύψο	noun	αιτιατική ενικού του γύψος
γύψοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του γύψος
γύψος	noun	ορυκτό του ασβεστίου από το οποίο παράγεται το γυψοκονίαμα για οικοδομική, ορθοπεδική, οδοντιατρική και καλλιτεχνική χρήση
γύψου	noun	γενική ενικού του γύψος
γύψους	noun	αιτιατική πληθυντικού του γύψος
γύψωμα	noun	το αποτέλεσμα του γυψώνω
γύψων	noun	γενική πληθυντικού του γύψος
γύψωνα	=	γυψώνω
γύψωναν	=	γυψώνω
γύψωνε	=	γυψώνω
γύψωνες	=	γυψώνω
γύψωσα	=	γυψώνω
γύψωσαν	=	γυψώνω
γύψωσε	=	γυψώνω
γύψωσες	=	γυψώνω
γύψωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γυψώνω
γύψωσης	noun	γενική ενικού του γύψωση
γώ	=	τα
γώνιασμα	noun	η δημιουργία γωνίας, συνήθως ορθής
γώπα	noun	※ ο Βόοπς έγινε Γώπα, ο Ξιφίας έγινε Ξιφιός, η Παλαμίς Παλαμίδα, ο Μόρμυρος Μουρμούρα, η Μαίνα Μένουλα, ο Μελάνουρος Μελανούρι, ο Ερυθρίνος Λυθρίνι, ο Λάβρας Λαβράκι, ο Χάραξ Χαρακίδας, ο Κάνθαρος Σκαθάρι, ο Πάγρος Φαγγρί (Η ΦΥΣΗ, περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 31)
γώπας	=	γώπα
γώπες	=	γώπα
γῆ	=	τριπολῖτις
δ	=	δεσποινίς
δάγκαμα	noun	δάγκωμα
δάγκανα	=	δαγκάνω
δάγκαναν	=	δαγκάνω
δάγκανε	=	δαγκάνω
δάγκανες	=	δαγκάνω
δάγκασα	=	δάγκωσα
δάγκασαν	=	δαγκάνω
δάγκασε	=	δαγκάνω
δάγκασες	=	δαγκάνω
δάγκειε	noun	κλητική ενικού του δάγκειος
δάγκειο	noun	αιτιατική ενικού του δάγκειος
δάγκειοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δάγκειος
δάγκειος	noun	ο δάγκειος πυρετός
δάγκειου	noun	γενική ενικού του δάγκειος
δάγκειους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δάγκειος
δάγκειων	noun	γενική πληθυντικού του δάγκειος
δάγκωμα	noun	η ενέργεια του δαγκώνω
δάγκωνα	=	δαγκώνω
δάγκωναν	=	δαγκώνω
δάγκωνε	=	δαγκώνω
δάγκωνες	=	δαγκώνω
δάγκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δάγκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δάγκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δάγκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δάδα	noun	δαυλός, κομμάτι ξύλου στην άκρη του οποίου έβαζαν φωτιά και το κρατούσαν για να φωτίζει την νύχτα
δάδας	=	δάδα
δάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάδα
δάδων	=	δάδα
δάκε	noun	κλητική ενικού του δάκος
δάκο	noun	αιτιατική ενικού του δάκος
δάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δάκος
δάκος	noun	(Bactrocera oleae) δίπτερο παρασιτικό έντομο που προσβάλλει τον καρπό της ελιάς και καταστρέφει την παραγωγή
δάκου	noun	γενική ενικού του δάκος
δάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δάκος
δάκρυ	noun	σταγόνα υγρού που κυλάει από τους δακρυϊκούς πόρους του ματιού όταν κάποιος δακρύζει ή κλαίει ή λόγω κάποιου ερεθισμού
δάκρυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάκρυ
δάκρυζα	=	δακρύζω
δάκρυζαν	=	δακρύζω
δάκρυζε	=	δακρύζω
δάκρυζες	=	δακρύζω
δάκρυο	noun	δάκρυ
δάκρυου	noun	άλλη μορφή του δακρύου, γενική ενικού του δάκρυ
δάκρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δάκρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δάκρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δάκρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δάκρυσμα	noun	το αποτέλεσμα του δακρύζω
δάκτυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάκτυλο
δάκτυλε	noun	κλητική ενικού του δάκτυλος
δάκτυλο	=	δάκτυλος
δάκτυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δάκτυλος
δάκτυλος	noun|formal	το δάχτυλο
δάκτυλου	=	δάκτυλος
δάκων	noun	γενική πληθυντικού του δάκος
δάμαζα	=	δαμάζω
δάμαζαν	=	δαμάζω
δάμαζε	=	δαμάζω
δάμαζες	=	δαμάζω
δάμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δάμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δάμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δάμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δάμασμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δαμάζω
δάνεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάνειο
δάνειας	=	δάνειος
δάνειε	=	δάνειος
δάνειες	=	δάνειος
δάνειζα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του δανείζω
δάνειζαν	=	δανείζω
δάνειζε	=	δανείζω
δάνειζες	=	δανείζω
δάνειο	noun	χρηματικό ποσό που έχει δανείσει κάποιος σε άλλον
δάνειοι	=	δάνειος
δάνειος	adj	που αποτελεί προϊόν δανεισμού
δάνειου	=	δάνειο
δάνειους	=	δάνειος
δάνεισα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δανείζω
δάνεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δάνεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δάνεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δάνεισμα	noun	συνώνυμο του δανεισμός
δάνειων	=	δάνειος
δάντζια	noun	τελωνείο, δασμός
δάπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάπεδο
δάπεδο	noun	το έδαφος ενός δωματίου, αυλής, γηπέδου ή άλλου παρόμοιου χώρου που το έχουν ισιώσει και στρώσει με κάποιο υλικό (ξύλο, κονίαμα, πλακάκια, μάρμαρο, ψηφίδες που σχηματίζουν μια παράσταση κλπ)
δάπεδου	=	δάπεδο
δάρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δάρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δάρθηκε	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι, παθητικής φωνής του δέρνω
δάρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δάρι	noun	άλλη μορφή του ντάρι
δάρσιμο	noun	η ενέργεια του δέρνω, ο ξυλοδαρμός
δάρσου	=	δέρνω
δάρτες	=	δάρτης
δάρτη	=	δάρτης
δάρτης	noun	αυτός που δέρνει
δάση	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάσος
δάσκαλε	noun	κλητική ενικού του δάσκαλος
δάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του δάσκαλος
δάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δάσκαλος
δάσκαλος	noun	αυτός που διδάσκει
δάσκαλου	noun	γενική ενικού του δάσκαλος
δάσκαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δάσκαλος
δάσκαλων	noun	γενική πληθυντικού του δάσκαλος
δάσο	noun|literary	το δάσος
δάσος	noun	ένα πυκνό σύνολο δέντρων που καλύπτει μια σχετικά μεγάλη έκταση
δάσους	=	δάσος
δάσυνα	=	δασύνω
δάσυναν	=	δασύνω
δάσυνε	=	δασύνω
δάσυνες	=	δασύνω
δάσυνση	noun	η ανεμπόδιστη εκβολή αέρα κατά την προφορά ορισμένων φθόγγων στην αρχαιότητα
δάσυνσης	=	δάσυνση
δάσωνα	=	δασώνω
δάσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δάσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δάσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δάσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δάσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δασώνω
δάσωσης	noun	γενική ενικού του δάσωση
δάσωσις	noun	η δάσωση
δάφνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάφνη
δάφνη	noun	αειθαλές φυτό με μεγάλο ύψος (6-18 μέτρα).
δάφνης	=	δάφνη
δάφνινα	=	δάφνινος
δάφνινε	=	δάφνινος
δάφνινες	=	δάφνινος
δάφνινη	=	δάφνινος
δάφνινης	=	δάφνινος
δάφνινο	=	δάφνινος
δάφνινοι	=	δάφνινος
δάφνινος	adj	καμωμένος από φύλλα δάφνης
δάφνινου	=	δάφνινος
δάφνινους	=	δάφνινος
δάφνινων	=	δάφνινος
δάχτυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάχτυλο
δάχτυλε	=	δάχτυλος
δάχτυλο	noun	κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων
δάχτυλοι	=	δάχτυλος
δάχτυλος	noun	δάκτυλος
δάχτυλου	=	δάχτυλο
δάχτυλων	=	δάχτυλο
δέεσαι	=	δέω
δέεστε	=	δέω
δέεται	=	δέω
δέησα	=	δέω
δέησαν	=	δέω
δέησε	=	δέω
δέησες	=	δέω
δέηση	noun	η παρακλητική προσευχή που απευθύνεται στον Θεό με συγκεκριμένο κάθε φορά αίτημα
δέησης	noun	γενική ενικού του δέηση
δέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δέκα	noun	σχολικός βαθμός· στο δημοτικό σχολείο είναι το άριστα, ενώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι η βάση	num	το απόλυτο αριθμητικό (10) που ακολουθεί το εννέα και προηγείται του έντεκα
δέκαζα	=	δεκάζω
δέκαζαν	=	δεκάζω
δέκαζε	=	δεκάζω
δέκαζες	=	δεκάζω
δέκαθλα	=	δέκαθλο
δέκαθλο	noun	σύνθετο αγώνισμα του στίβου το οποίο είναι εμπνευσμένο από το πένταθλο των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαίας Ελλάδας· περιλαμβάνει δέκα αγωνίσματα: δρόμος 100 μέτρων, άλμα εις μήκος, σφαιροβολία, άλμα εις ύψος, 400 μέτρα, 110 μέτρα μετ' εμποδίων, δισκοβολία, άλμα επί κοντώ, ακοντισμός και δρόμος 1500 μέτρων
δέκαθλου	=	δέκαθλο
δέκαθλων	=	δέκαθλο
δέκασα	=	δεκάζω
δέκασαν	=	δεκάζω
δέκασε	=	δεκάζω
δέκασες	=	δεκάζω
δέκατα	noun	ελαφρά αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κατά λίγα δέκατα του βαθμού που μπορεί να είναι ένδειξη ασθένειας αλλά δεν θεωρείται πυρετός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέκατο
δέκατε	adj	κλητική ενικού του δέκατος
δέκατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέκατη
δέκατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δέκατος
δέκατης	adj	γενική ενικού του δέκατη
δέκατο	adj	αιτιατική ενικού του δέκατος	noun	το ένα από τα δέκα ίσα μέρη μιας ποσότητας
δέκατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δέκατος
δέκατος	num	που ακολουθεί τον ένατο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δέκα (10)
δέκατου	adj	γενική ενικού του δέκατος
δέκατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δέκατος
δέκατων	adj	γενική πληθυντικού του δέκατος
δέκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέκτης
δέκτη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του δέκτης
δέκτης	noun	αυτός που δέχεται, λαμβάνει κάτι (θηλυκό δέκτρια)
δέκτρια	noun|rare	θηλυκό του δέκτης
δέκτριας	noun	γενική ενικού του δέκτρια
δέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέκτρια
δέλεαρ	noun	μεταπλαστό, τεμάχιο τροφής που προσαρτάται στον άκρο άγκιστρου για τη σύλληψη κυρίως ψαριών
δέλτα	noun	Το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (δ, κεφαλαίο: Δ).
δέλτε	=	δέλτος
δέλτο	=	δέλτος
δέλτοι	=	δέλτος
δέλτος	noun	πινακίδα την οποία χρησιμοποιούσαν οι Αρχαίοι για να γράφουν
δέλτου	=	δέλτος
δέλτους	=	δέλτος
δέλτων	=	δέλτος
δέμα	noun	η συσκευασία στην οποία έχουν τοποθετηθεί διάφορα αντικείμενα για μεταφορά ή για ασφάλεια από ζημιές
δέμας	noun|archaic	το σώμα
δέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέμα
δέματος	noun	γενική ενικού του δέμα
δέμπλα	noun	σχοινί για το άπλωμα των ρούχων, απλώστρα
δέμπλας	=	δέμπλα
δέμπλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέμπλα
δέναμε	=	δένω
δέναν	=	δένω
δένανε	=	δένω
δένατε	=	δένω
δένδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δένδρο
δένδρο	=	δέντρο
δένδρου	noun	γενική ενικού του δένδρο
δένδρων	noun	γενική πληθυντικού του δένδρο
δένε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος δένω
δένει	=	δένω
δένεις	=	δένω
δένεσαι	=	δένω
δένεστε	=	δένω
δένεται	=	δένω
δένετε	=	δένω
δένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δένω
δένομε	verb	λόγιος τύπος του δένουμε, πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος δένω
δένονται	=	δένω
δένονταν	=	δένω
δένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δένω
δένουμε	=	δένω
δένουν	=	δένω
δένουνε	=	δένω
δέντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέντρο
δέντρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέντρινο
δέντρινε	adj	κλητική ενικού του δέντρινος
δέντρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέντρινη
δέντρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δέντρινος
δέντρινης	adj	γενική ενικού του δέντρινη
δέντρινο	adj	αιτιατική ενικού του δέντρινος
δέντρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δέντρινος
δέντρινος	adj	που έχει γίνει από δέντρο ή προέρχεται απ’ αυτό
δέντρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δέντρινος
δέντρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δέντρινος
δέντρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δέντρινος
δέντρο	noun	φυτό του οποίου ο κορμός έχει κλαδιά και φύλλα από ένα ορισμένο ύψος και πάνω
δέντροι	=	δέντρος
δέντρος	noun	το δέντρο
δέντρου	noun	γενική ενικού του δέντρο
δέντρους	=	δέντρος
δέντρων	noun	γενική πληθυντικού του δέντρο
δέντρωνα	=	δεντρώνω
δέντρωναν	=	δεντρώνω
δέντρωνε	=	δεντρώνω
δέντρωνες	=	δεντρώνω
δέντρωσα	=	δεντρώνω
δέντρωσαν	=	δεντρώνω
δέντρωσε	=	δεντρώνω
δέντρωσες	=	δεντρώνω
δένω	verb	συνδέω κάτι με κάτι άλλο, το ενσωματώνω ή το κάνω να προσεγγίσει αρκετά, το σταθεροποιώ
δέξιμο	noun	το αποτέλεσμα του δέχομαι
δέξου	=	δέχομαι
δέομαι	verb|formal	παρακαλώ (το θεό), αναπέμπω δέηση
δέον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δέων	noun	το πρέπον, το σωστό, αυτό που πρέπει, που αξίζει
δέοντα	noun	τα χαιρετίσματα
δέονται	=	δέω
δέονταν	=	δέω
δέοντες	=	δέων
δέοντος	=	δέων
δέος	noun	συναίσθημα φόβου ή σεβασμού και αναγνώρισης της δύναμης και του μεγαλείου μιας υπέρτερης δύναμης
δέους	=	δέος
δέουσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δέων
δέουσας	=	δέων
δέουσες	=	δέων
δέρας	noun	δέρμα, προβιά (μόνο στον όρο χρυσόμαλλο δέρας)
δέρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέρας
δέρατος	=	δέρας
δέρμα	noun	το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε μερικά ζώα καλύπτεται από τρίχες και στα ψάρια από λέπια
δέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέρμα
δέρματος	noun	γενική ενικού του δέρμα
δέρναμε	=	δέρνω
δέρναν	=	δέρνω
δέρνανε	=	δέρνω
δέρνατε	=	δέρνω
δέρνε	=	δέρνω
δέρνει	=	δέρνω
δέρνεις	=	δέρνω
δέρνεσαι	=	δέρνω
δέρνεστε	=	δέρνω
δέρνεται	=	δέρνω
δέρνετε	=	δέρνω
δέρνομαι	=	δέρνω
δέρνομε	=	δέρνω
δέρνονται	=	δέρνω
δέρνονταν	=	δέρνω
δέρνοντας	=	δέρνω
δέρνουμε	=	δέρνω
δέρνουν	=	δέρνω
δέρνουνε	=	δέρνω
δέρνω	verb	χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο
δέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσαν	verb	γ΄πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσανε	verb	γ΄πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσε	=	δένω
δέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δένω
δέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέση
δέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσεων	noun	γενική πληθυντικού του δέση
δέσεως	noun|formal	γενική ενικού του δέση
δέση	noun	η πλοκή της υπόθεσης ενός έργου μέχρι την κορύφωση της ευτυχίας ή δυστυχίας ενός ήρωα
δέσης	noun	γενική ενικού του δέση
δέσιμο	noun	η ενέργεια του δένω (για σχοινιά, αντικείμενα που δένονται μαζί για να αποτελέσουν ένα σύνολο)
δέσμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέσμη
δέσμευα	=	δεσμεύω
δέσμευαν	=	δεσμεύω
δέσμευε	=	δεσμεύω
δέσμευες	=	δεσμεύω
δέσμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δέσμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δέσμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δέσμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δέσμευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δεσμεύω
δέσμευσης	noun	γενική ενικού του δέσμευση
δέσμη	noun	ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα
δέσμης	=	δέσμη
δέσμια	=	δέσμιος
δέσμιας	=	δέσμιος
δέσμιε	=	δέσμιος
δέσμιες	=	δέσμιος
δέσμιια	=	δέσμιος
δέσμιιο	=	δέσμιος
δέσμιο	=	δέσμιος
δέσμιοι	=	δέσμιος
δέσμιος	adj	δεμένος με χειροπέδες ή άλλα δεσμά, κρατούμενος
δέσμιου	=	δέσμιος
δέσμιους	=	δέσμιος
δέσμιων	adj	γενική πληθυντικού του δέσμιος
δέσομε	=	δένω
δέσου	=	δένω
δέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένω
δέσουνε	=	δένω
δέσποζα	=	δεσπόζω
δέσποζαν	=	δεσπόζω
δέσποζε	=	δεσπόζω
δέσποζες	=	δεσπόζω
δέσποινα	noun	κυρία
δέσποινας	noun	γενική ενικού του δέσποινα
δέσποινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέσποινα
δέσποσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δέσποσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δέσποσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δέσποσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δέσποτα	=	δέσποτας
δέσποτας	noun	δεσπότης
δέσποτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέσποτας
δέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δένω
δέστρα	noun	το σημείο του προβλήτα όπου περνιούνται οι γάσες των κάβων όταν «δένουν» πλοία, ή σκάφη στο λιμάνι
δέστρας	=	δέστρα
δέστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέστρα
δέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένω
δέτες	=	δέτης
δέτη	=	δέτης
δέτης	noun	γκρεμός
δέχεσαι	=	δέχομαι
δέχεσθε	=	δέχομαι
δέχεστε	=	δέχομαι
δέχεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δέχομαι
δέχθηκα	=	δέχομαι
δέχθηκαν	=	δέχομαι
δέχθηκε	=	δέχομαι
δέχθηκες	=	δέχομαι
δέχομαι	verb	παίρνω, λαμβάνω
δέχονται	=	δέχομαι
δέχονταν	verb	γ' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος δέχομαι
δέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέψη
δέψεων	noun	γενική πληθυντικού του δέψη
δέψεως	noun|formal	γενική ενικού του δέψη
δέψη	noun|formal	η επεξεργασία του ακατέργαστου δέρματος, η κατεργασία του, το άργασμά του
δέψης	noun	γενική ενικού του δέψη
δέω	verb	μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό
δέων	verb	που πρέπει, που αρμόζει, που κάποιος οφείλει
δήγμα	noun	το δάγκωμα
δήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήγμα
δήγματος	noun	γενική ενικού του δήγμα
δήθεν	noun	πρόσωπο που υποκρίνεται και συμπεριφέρεται επιτηδευμένα	adv	δηλώνει ότι κάτι είναι προσποιητό ή ψευδές
δήλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήλο
δήλε	adj	κλητική ενικού του δήλος
δήλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήλη
δήλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δήλος
δήλης	adj	γενική ενικού του δήλη
δήλια	=	δήλιος
δήλιας	=	δήλιος
δήλιε	=	δήλιος
δήλιες	=	δήλιος
δήλιο	=	δήλιος
δήλιοι	=	δήλιος
δήλιος	adj	που έχει σχέση με τη Δήλο, προέρχεται απʼ αυτή ή αναφέρεται σʼ αυτή
δήλιου	=	δήλιος
δήλιους	=	δήλιος
δήλιων	=	δήλιος
δήλο	adj	αιτιατική ενικού του δήλος
δήλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήλος
δήλος	adj|formal	που φαίνεται καθαρά κι ευδιάκριτα
δήλου	adj	γενική ενικού του δήλος
δήλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δήλος
δήλων	adj	γενική πληθυντικού του δήλος
δήλωνα	=	δηλώνω
δήλωναν	=	δηλώνω
δήλωνε	=	δηλώνω
δήλωνες	=	δηλώνω
δήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δήλωση	noun	ρητή έκφραση κάποιας πληροφορίας, είτε γραπτά είτε προφορικά, με ενημερωτικό χαρακτήρα
δήλωσης	noun	γενική ενικού του δήλωση
δήλωσις	=	δήλωση
δήμαρχε	noun	κλητική ενικού του δήμαρχος
δήμαρχο	noun	αιτιατική ενικού του δήμαρχος
δήμαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήμαρχος
δήμαρχος	noun	εκλεγμένος τοπικός άρχοντας, επικεφαλής ενός δήμου
δήμαρχου	noun	γενική ενικού του δήμαρχος
δήμαρχους	=	δήμαρχος
δήμαρχων	noun	γενική πληθυντικού του δήμαρχος
δήμε	noun	κλητική ενικού του δήμος
δήμευα	=	δημεύω
δήμευαν	=	δημεύω
δήμευε	=	δημεύω
δήμευες	=	δημεύω
δήμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δήμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δήμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δήμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δήμευση	noun	η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων κάποιου από το κράτος
δήμευσης	noun	γενική ενικού του δήμευση
δήμιε	noun	κλητική ενικού του δήμιος
δήμιο	noun	αιτιατική ενικού του δήμιος
δήμιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήμιος
δήμιος	noun	άτομο που εκτελεί όσους έχουν καταδικαστεί σε θάνατο
δήμιου	=	δήμιος
δήμιους	=	δήμιος
δήμιων	=	δήμιος
δήμο	noun	αιτιατική ενικού του δήμος
δήμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήμος
δήμος	noun	η διοικητική υποδιαίρεση της χώρας που αποτελεί και τον πρώτο βαθμό αυτοδιοίκησης
δήμου	noun	γενική ενικού του δήμος
δήμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δήμος
δήμων	noun	γενική πληθυντικού του δήμος
δήξις	noun	το δάγκωμα
δήωνα	=	δηώνω
δήωναν	=	δηώνω
δήωνε	=	δηώνω
δήωνες	=	δηώνω
δήωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηώ
δήωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηώ
δήωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηώ
δήωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηώ
δήωση	noun|formal	λεηλασία
δήωσης	=	δήωση
δίαθλα	=	δίαθλο
δίαθλο	noun	αγώνισμα χειμερινών αθλητικών διοργανώσεων στο οποίο ο αθλητής συνδυάζει απαιτητική αερόβια χιονοδρομία με διαδοχικές φάσεις σκοποβολής, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα αντοχή και ακρίβεια
δίαθλου	=	δίαθλο
δίαθλων	=	δίαθλο
δίαιτα	noun	o ειδικός τρόπος διατροφής και διαβίωσης (συνήθως για να επιτευχθεί αδυνάτισμα)
δίαιτας	noun	γενική ενικού του δίαιτα
δίαιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίαιτα
δίαρμα	noun|formal	τα ναυτικά μίλια που έχει διανύσει κάποιο πλοίο σε ορισμένο χρόνο
δίαυλε	noun	κλητική ενικού του δίαυλος
δίαυλο	noun	αιτιατική ενικού του δίαυλος
δίαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίαυλος
δίαυλος	noun	φυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας
δίαυλου	=	δίαυλος
δίαυλους	=	δίαυλος
δίβηλα	=	δίβηλο
δίβηλο	noun|dated	διπλό (τοξωτό) άνοιγμα
δίβηλου	=	δίβηλο
δίβηλων	=	δίβηλο
δίβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίβουλο
δίβουλε	adj	κλητική ενικού του δίβουλος
δίβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίβουλη
δίβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίβουλος
δίβουλης	adj	γενική ενικού του δίβουλη
δίβουλο	adj	αιτιατική ενικού του δίβουλος
δίβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίβουλος
δίβουλος	adj	που έχεις δυο βουλές (σκέψεις), δυο γνώμες, ο αμφιταλαντευόμενος
δίβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίβουλος
δίβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίβουλος
δίβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίβουλος
δίγαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγαμο
δίγαμε	adj	κλητική ενικού του δίγαμος
δίγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγαμη
δίγαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίγαμος
δίγαμης	adj	γενική ενικού του δίγαμη
δίγαμμα	noun	γράμμα του αρχαιότερου ελληνικού αλφαβήτου
δίγαμο	adj	αιτιατική ενικού του δίγαμος
δίγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίγαμος
δίγαμος	adj	που έχει κάνει δεύτερο γάμο χωρίς να έχει διαλυθεί ο προηγούμενος (λόγω χηρείας ή χωρισμού)
δίγαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίγαμος
δίγαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίγαμος
δίγαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίγαμος
δίγλυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγλυφο
δίγλυφε	adj	κλητική ενικού του δίγλυφος
δίγλυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγλυφη
δίγλυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίγλυφος
δίγλυφης	adj	γενική ενικού του δίγλυφη
δίγλυφο	adj	αιτιατική ενικού του δίγλυφος
δίγλυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίγλυφος
δίγλυφος	adj	που έχει δύο γλυφές, δύο σκαλίσματα
δίγλυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίγλυφος
δίγλυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίγλυφος
δίγλυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίγλυφος
δίγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγλωσσο
δίγλωσσε	adj	κλητική ενικού του δίγλωσσος
δίγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγλωσση
δίγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίγλωσσος
δίγλωσσης	adj	γενική ενικού του δίγλωσση
δίγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του δίγλωσσος
δίγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίγλωσσος
δίγλωσσος	adj	που μεταχειρίζεται δύο μητρικές γλώσσες
δίγλωσσου	adj	γενική ενικού του δίγλωσσος
δίγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίγλωσσος
δίγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού του δίγλωσσος
δίγνωμh	=	δίγνωμος
δίγνωμo	=	δίγνωμος
δίγνωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγνωμο
δίγνωμε	adj	κλητική ενικού του δίγνωμος
δίγνωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίγνωμη
δίγνωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίγνωμος
δίγνωμης	adj	γενική ενικού του δίγνωμη
δίγνωμο	adj	αιτιατική ενικού του δίγνωμος
δίγνωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίγνωμος
δίγνωμος	adj	που δεν μπορεί ν’ αποφασίσει ποια απόφαση απ’ τις δύο να πάρει ή ποια γνώμη απ’ τις δύο να έχει
δίγνωμου	adj	γενική ενικού του δίγνωμος
δίγνωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίγνωμος
δίγνωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίγνωμος
δίγραμμα	=	δίγραμμος
δίγραμμε	=	δίγραμμος
δίγραμμες	=	δίγραμμος
δίγραμμη	=	δίγραμμος
δίγραμμης	=	δίγραμμος
δίγραμμο	=	δίγραμμος
δίγραμμοι	=	δίγραμμος
δίγραμμος	adj	που έχει δύο γραμμές
δίγραμμου	=	δίγραμμος
δίγραμμους	=	δίγραμμος
δίγραμμων	=	δίγραμμος
δίγραφα	=	δίγραφο
δίγραφε	=	δίγραφος
δίγραφες	=	δίγραφος
δίγραφη	=	δίγραφος
δίγραφης	=	δίγραφος
δίγραφο	noun	συνδυασμός δύο γραμμάτων που αποδίδει έναν φθόγγο ή μία ενιαία γραφική / φωνητική μονάδα
δίγραφοι	=	δίγραφος
δίγραφος	adj	που σχηματίζεται από δύο γράμματα και, στη γλωσσολογία, συνήθως λειτουργεί ως μία ενιαία γραφική ή φωνητική μονάδα
δίγραφου	=	δίγραφο
δίγραφους	=	δίγραφος
δίγραφων	=	δίγραφο
δίδαγμα	noun	το επιστέγασμα ή το συμπέρασμα μιας διδασκαλίας
δίδακτρα	noun	το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί εκεί μαθήματα
δίδαμε	=	δοθείς
δίδαν	=	δοθείς
δίδανε	=	δοθείς
δίδαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
δίδαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
δίδαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
δίδαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
δίδασκα	=	διδάσκω
δίδασκαν	=	διδάσκω
δίδασκε	=	διδάσκω
δίδασκες	=	διδάσκω
δίδατε	=	δοθείς
δίδε	=	δοθείς
δίδει	=	δοθείς
δίδεις	=	δοθείς
δίδεσαι	=	δοθείς
δίδεστε	=	δοθείς
δίδεται	=	δοθείς
δίδετε	=	δοθείς
δίδομαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος δίδω
δίδομε	=	δοθείς
δίδονται	=	δοθείς
δίδονταν	=	δοθείς
δίδοντας	=	δοθείς
δίδουμε	=	δοθείς
δίδουν	=	δοθείς
δίδουνε	=	δοθείς
δίδραχμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίδραχμο
δίδραχμο	noun|dated	νόμισμα δύο δραχμών, κατά κανόνα κέρμα
δίδραχμου	noun	γενική ενικού του δίδραχμο
δίδραχμων	noun	γενική πληθυντικού του δίδραχμο
δίδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δίδυμος
δίδυμε	adj	κλητική ενικού του δίδυμος
δίδυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίδυμη
δίδυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίδυμος
δίδυμης	adj	γενική ενικού του δίδυμη
δίδυμο	noun	καθένα από τα δίδυμα αδέλφια	adj	βλέπε δίδυμος
δίδυμοι	noun	δύο δίδυμοι αδελφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίδυμος
δίδυμος	adj	που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε με άλλον έναν αδελφό ή αδελφή	noun	ο ένας από τους δίδυμους αδελφούς
δίδυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίδυμος
δίδυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίδυμος
δίδυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίδυμος
δίδω	=	δοθείς
δίεδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίεδρο
δίεδρε	adj	κλητική ενικού του δίεδρος
δίεδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίεδρη
δίεδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίεδρος
δίεδρης	adj	γενική ενικού του δίεδρη
δίεδρο	adj	αιτιατική ενικού του δίεδρος
δίεδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίεδρος
δίεδρος	adj	που σχηματίζεται από δύο έδρες, δύο επίπεδα που εκκινούν από κοινή ευθεία
δίεδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίεδρος
δίεδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίεδρος
δίεδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίεδρος
δίελθε	=	διέρχομαι
δίεση	noun	μία αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα πάνω
δίεσης	noun	γενική ενικού του δίεση
δίευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίευρο
δίευρο	noun	δύο ευρώ
δίευρου	noun	γενική ενικού του δίευρο
δίευρων	noun	γενική πληθυντικού του δίευρο
δίζηση	noun	το νομικό δικαίωμα του εγγυητή ενός χρέους να ζητήσει να ξεκινήσει η αποπληρωμή ή εξόφληση του χρέους από τον οφειλέτη ή να εφαρμοστούν άλλα μέτρα (κατάσχεση) στον αρχικό οφειλέτη, πριν εγερθούν απαιτήσεις και αξιώσεις προς τον εγγυητή
δίζησης	noun	γενική ενικού του δίζηση
δίζυγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίζυγο
δίζυγο	noun	όργανο γυμναστικής με δύο παράλληλες μεταξύ τους και οριζόντιες προς το έδαφος δοκούς που στηρίζονται σε άλλες (κάθετες στο έδαφος)
δίζυγου	noun	γενική ενικού του δίζυγο
δίζυγων	noun	γενική πληθυντικού του δίζυγο
δίθυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίθυρο
δίθυρε	adj	κλητική ενικού του δίθυρος
δίθυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίθυρη
δίθυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίθυρος
δίθυρης	adj	γενική ενικού του δίθυρη
δίθυρο	adj	αιτιατική ενικού του δίθυρος
δίθυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίθυρος
δίθυρος	adj	που έχει δύο θύρες
δίθυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίθυρος
δίθυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίθυρος
δίθυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίθυρος
δίκαζα	=	δικάζω
δίκαζαν	=	δικάζω
δίκαζε	=	δικάζω
δίκαζες	=	δικάζω
δίκαια	adv	με δίκαιο τρόπο	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκαιο
δίκαιας	=	δίκαιος
δίκαιε	=	δίκαιος
δίκαιες	=	δίκαιος
δίκαιη	=	δίκαιος
δίκαιης	=	δίκαιος
δίκαιο	noun	αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δίκαιος
δίκαιοι	=	δίκαιος
δίκαιον	noun	δίκαιο
δίκαιος	adj	σύμφωνος με το σωστό και το νόμιμο
δίκαιου	=	δίκαιος
δίκαιους	=	δίκαιος
δίκαιων	=	δίκαιος
δίκαννα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκαννο
δίκαννε	adj	κλητική ενικού του δίκαννος
δίκαννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκαννη
δίκαννη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκαννος
δίκαννης	adj	γενική ενικού του δίκαννη
δίκαννο	noun	κυνηγετικό όπλο με δύο κάννες
δίκαννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκαννος
δίκαννος	adj	που έχει δύο κάννες
δίκαννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκαννος
δίκαννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκαννος
δίκαννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκαννος
δίκαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκαρτο
δίκαρτε	adj	κλητική ενικού του δίκαρτος
δίκαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκαρτη
δίκαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκαρτος
δίκαρτης	adj	γενική ενικού του δίκαρτη
δίκαρτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δίκαρτος	noun	το κινητό που έχει ή δέχεται δύο κάρτες SIM
δίκαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκαρτος
δίκαρτος	adj	που έχει ή δέχεται δύο κάρτες
δίκαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκαρτος
δίκαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκαρτος
δίκαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκαρτος
δίκας	noun|slang	ο διοικητής
δίκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δίκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δίκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δίκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δίκερα	=	δίκερος
δίκερε	=	δίκερος
δίκερες	=	δίκερος
δίκερη	=	δίκερος
δίκερης	=	δίκερος
δίκερο	=	δίκερος
δίκεροι	=	δίκερος
δίκερος	adj|formal	που φέρει δύο πραγματικά κέρατα ή προεξοχές αντίστοιχης λειτουργίας ή μορφολογίας, αποτελώντας χαρακτηριστικό γνώρισμα ζώου ή αντικειμένου
δίκερου	=	δίκερος
δίκερους	=	δίκερος
δίκερων	=	δίκερος
δίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκη
δίκη	noun	δικαστική διαδικασία, εκδίκαση
δίκηα	=	δίκηο
δίκην	adv|formal	που μοιάζει με, ως επί, τύπου
δίκηο	noun|dated	άλλη γραφή του δίκιο ή δίκαιο
δίκηου	=	δίκηο
δίκης	=	δίκη
δίκηων	=	δίκηο
δίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκιο
δίκιλα	=	δίκιλος
δίκιλε	=	δίκιλος
δίκιλες	=	δίκιλος
δίκιλη	=	δίκιλος
δίκιλης	=	δίκιλος
δίκιλο	=	δίκιλος
δίκιλοι	=	δίκιλος
δίκιλος	adj	που ζυγίζει δύο κιλά
δίκιλου	=	δίκιλος
δίκιλους	=	δίκιλος
δίκιλων	=	δίκιλος
δίκιο	noun	αυτό που είναι αληθές ή ορθό, που συμφωνεί με την πραγματικότητα
δίκιου	noun	γενική ενικού του δίκιο
δίκιων	noun	γενική πληθυντικού του δίκιο
δίκλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκλινο
δίκλινε	adj	κλητική ενικού του δίκλινος
δίκλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκλινη
δίκλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκλινος
δίκλινης	adj	γενική ενικού του δίκλινη
δίκλινο	adj	αιτιατική ενικού του δίκλινος
δίκλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκλινος
δίκλινος	adj	που έχει δύο κρεβάτια
δίκλινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκλινος
δίκλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκλινος
δίκλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκλινος
δίκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκλιτο
δίκλιτε	adj	κλητική ενικού του δίκλιτος
δίκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκλιτη
δίκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκλιτος
δίκλιτης	adj	γενική ενικού του δίκλιτη
δίκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του δίκλιτος
δίκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκλιτος
δίκλιτος	adj	που έχει δύο κλίτη
δίκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκλιτος
δίκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκλιτος
δίκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκλιτος
δίκλωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκλωνο
δίκλωνε	adj	κλητική ενικού του δίκλωνος
δίκλωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκλωνη
δίκλωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκλωνος
δίκλωνης	adj	γενική ενικού του δίκλωνη
δίκλωνο	adj	αιτιατική ενικού του δίκλωνος
δίκλωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκλωνος
δίκλωνος	adj	που έχει δύο κλώνους
δίκλωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκλωνος
δίκλωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκλωνος
δίκλωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκλωνος
δίκογχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκογχο
δίκογχε	adj	κλητική ενικού του δίκογχος
δίκογχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκογχη
δίκογχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκογχος
δίκογχης	adj	γενική ενικού του δίκογχη
δίκογχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δίκογχος
δίκογχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκογχος
δίκογχος	adj	που έχει δύο κόγχες
δίκογχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκογχος
δίκογχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκογχος
δίκογχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκογχος
δίκοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκοπο
δίκοπε	adj	κλητική ενικού του δίκοπος
δίκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκοπη
δίκοπη	noun|dated	το μαχαίρι που είχαν επάνω τους οι παλιοί μάγκες, διάφορα άτομα του περιθωρίου ή του υποκόσμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκοπος
δίκοπης	adj	γενική ενικού του δίκοπη
δίκοπο	adj	αιτιατική ενικού του δίκοπος
δίκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκοπος
δίκοπος	adj	που έχει δύο κόψεις
δίκοπου	adj	γενική ενικού του δίκοπος
δίκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκοπος
δίκοπων	adj	γενική πληθυντικού του δίκοπος
δίκορα	=	δίκορος
δίκορε	=	δίκορος
δίκορες	=	δίκορος
δίκορη	=	δίκορος
δίκορης	=	δίκορος
δίκορκα	=	δίκορκος
δίκορκε	=	δίκορκος
δίκορκες	=	δίκορκος
δίκορκη	=	δίκορκος
δίκορκης	=	δίκορκος
δίκορκο	=	δίκορκος
δίκορκοι	=	δίκορκος
δίκορκος	adj	που έχει δύο κρόκους
δίκορκου	=	δίκορκος
δίκορκους	=	δίκορκος
δίκορκων	=	δίκορκος
δίκορο	=	δίκορος
δίκοροι	=	δίκορος
δίκορος	adj	που έχει τις κόρες των ματιών διαφορετικού χρώματος
δίκορου	=	δίκορος
δίκορους	=	δίκορος
δίκορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκορφο
δίκορφε	adj	κλητική ενικού του δίκορφος
δίκορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκορφη
δίκορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκορφος
δίκορφης	adj	γενική ενικού του δίκορφη
δίκορφο	adj	αιτιατική ενικού του δίκορφος
δίκορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκορφος
δίκορφος	adj|figurative	που έχει δύο κορυφές
δίκορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκορφος
δίκορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκορφος
δίκορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκορφος
δίκορων	=	δίκορος
δίκοχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκοχο
δίκοχο	noun	καπέλο στρατιωτικού χωρίς γείσο, με μυτερές προεξοχές
δίκοχου	noun	γενική ενικού του δίκοχο
δίκοχων	noun	γενική πληθυντικού του δίκοχο
δίκρανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκρανο
δίκρανο	noun	διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών
δίκρανου	noun	γενική ενικού του δίκρανο
δίκρανων	noun	γενική πληθυντικού του δίκρανο
δίκροκα	=	δίκροκος
δίκροκε	=	δίκροκος
δίκροκες	=	δίκροκος
δίκροκη	=	δίκροκος
δίκροκης	=	δίκροκος
δίκροκο	=	δίκροκος
δίκροκοι	=	δίκροκος
δίκροκος	adj	που έχει δύο κρόκους
δίκροκου	=	δίκροκος
δίκροκους	=	δίκροκος
δίκροκων	=	δίκροκος
δίκροτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκροτο
δίκροτε	=	δίκροτος
δίκροτες	=	δίκροτος
δίκροτη	=	δίκροτος
δίκροτης	=	δίκροτος
δίκροτο	noun	ιστιοφόρο του πολεμικού ναυτικού πριν από τον 19ο αιώνα με δύο σειρές πυροβόλων
δίκροτοι	=	δίκροτος
δίκροτος	adj	που εμφανίζει σε κάθε συστολή και μία δεύτερη σφύξη
δίκροτου	=	δίκροτο
δίκροτους	=	δίκροτος
δίκροτων	=	δίκροτο
δίκταμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκταμο
δίκταμο	noun	είδος φαρμακευτικού ενδημικού φυτού που ευδοκιμεί στο όρος Δίκτη της Κρήτης και κατ΄ επέκταση το αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτό.
δίκταμου	noun	γενική ενικού του δίκταμο
δίκταμων	noun	γενική πληθυντικού του δίκταμο
δίκτυ	noun|formal	άλλη μορφή του δίχτυ
δίκτυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκτυο
δίκτυο	noun	πλέγμα νημάτινο ή συρμάτινο προοριζόμενο για θήρα ζώων, ή αλιεία (κοινώς δίχτυ)
δίκτυου	=	δίκτυο
δίκυκλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκυκλο
δίκυκλε	adj	κλητική ενικού του δίκυκλος
δίκυκλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίκυκλη
δίκυκλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίκυκλος
δίκυκλης	adj	γενική ενικού του δίκυκλη
δίκυκλο	adj	αιτιατική ενικού του δίκυκλος	noun	ένα όχημα με δυο ρόδες
δίκυκλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίκυκλος
δίκυκλος	adj	που έχει δυο κύκλους
δίκυκλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίκυκλος
δίκυκλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίκυκλος
δίκυκλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίκυκλος
δίκυτη	=	δίκυτος
δίκυτο	=	δίκυτος
δίκυτος	adj	που έχει δύο κύτη
δίκωπε	=	δίκωπος
δίκωπο	=	δίκωπος
δίκωποι	=	δίκωπος
δίκωπος	adj	που έχει δύο κουπιά
δίλεπτα	=	δίλεπτος
δίλεπτε	=	δίλεπτος
δίλεπτες	=	δίλεπτος
δίλεπτη	=	δίλεπτος
δίλεπτης	=	δίλεπτος
δίλεπτο	noun	χρονικό διάστημα διάρκειας δύο λεπτών
δίλεπτοι	=	δίλεπτος
δίλεπτος	adj	που έχει χρονική διάρκεια δύο λεπτών
δίλεπτου	=	δίλεπτος
δίλεπτους	=	δίλεπτος
δίλεπτων	=	δίλεπτος
δίλεφτα	=	δίλεφτος
δίλεφτε	=	δίλεφτος
δίλεφτες	=	δίλεφτος
δίλεφτη	=	δίλεφτος
δίλεφτης	=	δίλεφτος
δίλεφτο	=	δίλεφτος
δίλεφτοι	=	δίλεφτος
δίλεφτος	adj|vulgar	άλλη γραφή του δίλεπτος
δίλεφτου	=	δίλεφτος
δίλεφτους	=	δίλεφτος
δίλεφτων	=	δίλεφτος
δίλημμα	noun	κατάσταση ή πρόβλημα που περιλαμβάνει δύο επιλογές ή δυνατότητες, από τις οποίες καμία δεν είναι απολύτως ικανοποιητική ή εύκολα επιτεύξιμη, οδηγώντας σε λήψη δύσκολων αποφάσεων
δίλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίλιτρο
δίλοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίλοβο
δίλοβε	adj	κλητική ενικού του δίλοβος
δίλοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίλοβη
δίλοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίλοβος
δίλοβης	adj	γενική ενικού του δίλοβη
δίλοβο	adj	αιτιατική ενικού του δίλοβος
δίλοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίλοβος
δίλοβος	adj	που έχει δύο λοβούς
δίλοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίλοβος
δίλοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίλοβος
δίλοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίλοβος
δίμετρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμετρο
δίμετρε	adj	κλητική ενικού του δίμετρος
δίμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμετρη
δίμετρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίμετρος
δίμετρης	adj	γενική ενικού του δίμετρη
δίμετρο	adj	αιτιατική ενικού του δίμετρος
δίμετροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίμετρος
δίμετρος	adj	αυτός που έχει ύψος δυο μέτρα
δίμετρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίμετρος
δίμετρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίμετρος
δίμετρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίμετρος
δίμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμηνο
δίμηνε	adj	κλητική ενικού του δίμηνος
δίμηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμηνη
δίμηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίμηνος
δίμηνης	adj	γενική ενικού του δίμηνη
δίμηνο	noun	η χρονική περίοδος δύο μηνών
δίμηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίμηνος
δίμηνος	adj	που έχει διάρκεια δύο μηνών
δίμηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίμηνος
δίμηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίμηνος
δίμηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίμηνος
δίμιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμιτο
δίμιτο	noun	είδος βαμβακερού υφάσματος
δίμιτος	noun	χοντρό μάλλινο ύφασμα αργαλειού
δίμιτου	noun	γενική ενικού του δίμιτο
δίμιτων	noun	γενική πληθυντικού του δίμιτο
δίμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμορφο
δίμορφε	adj	κλητική ενικού του δίμορφος
δίμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμορφη
δίμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίμορφος
δίμορφης	adj	γενική ενικού του δίμορφη
δίμορφο	adj	αιτιατική ενικού του δίμορφος
δίμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίμορφος
δίμορφος	adj	που έχει δύο μορφές
δίμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίμορφος
δίμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίμορφος
δίμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίμορφος
δίμοστρη	=	δίμοστρος
δίμοστρο	=	δίμοστρος
δίμοστρος	adj	δίχρωμος, που έχει δύο όψεις
δίμουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμουρο
δίμουρε	adj	κλητική ενικού του δίμουρος
δίμουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίμουρη
δίμουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίμουρος
δίμουρης	adj	γενική ενικού του δίμουρη
δίμουρο	adj	αιτιατική ενικού του δίμουρος
δίμουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίμουρος
δίμουρος	adj	διπρόσωπος
δίμουρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίμουρος
δίμουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίμουρος
δίμουρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίμουρος
δίναμε	=	δίνω
δίναν	=	δίνω
δίνανε	=	δίνω
δίνατε	=	δίνω
δίνε	=	δίνω
δίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δίνω
δίνεις	=	δίνω
δίνες	=	δίνη
δίνεσαι	=	δίνω
δίνεστε	=	δίνω
δίνεται	=	δίνω
δίνετε	=	δίνω
δίνη	noun	η περιστροφική κίνηση του νερού ή του ανέμου, η οποία συμβαίνει συνήθως όταν συναντώνται αντίθετα ρεύματα
δίνης	=	δίνη
δίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δίνω
δίνομε	=	δίνω
δίνονται	=	δίνω
δίνονταν	=	δίνω
δίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δίνω
δίνουμε	=	δίνω
δίνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δίνω
δίνουνε	=	δίνω
δίνω	verb	μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά)
δίοδε	=	δίοδος
δίοδο	=	δίοδος
δίοδοι	=	δίοδος
δίοδος	noun	δρόμος που οδηγεί από ένα σημείο σε άλλο, πέρασμα
δίοικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίοικο
δίοικε	adj	κλητική ενικού του δίοικος
δίοικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίοικη
δίοικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίοικος
δίοικης	adj	γενική ενικού του δίοικη
δίοικο	adj	αιτιατική ενικού του δίοικος
δίοικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίοικος
δίοικος	adj	που έχει αρσενικά και θηλυκά λουλούδια σε διαφορετικά φυτά
δίοικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίοικος
δίοικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίοικος
δίοικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίοικος
δίολκε	=	δίολκος
δίολκο	=	δίολκος
δίολκοι	=	δίολκος
δίολκος	noun	ειδικά κατασκευασμένο μονοπάτι πάνω στο οποίο έσερναν τα πλοία στην αρχαιότητα, προκειμένου να τα περάσουν από τη μια μεριά του ισθμού της Κορίνθου στην άλλη
δίολκου	=	δίολκος
δίολκους	=	δίολκος
δίοπε	noun	κλητική ενικού του δίοπος
δίοπο	noun	αιτιατική ενικού του δίοπος
δίοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίοπος
δίοπος	noun	ο κατώτερος βαθμός στο πολεμικό ναυτικό αντίστοιχος του δεκανέα στο στρατό ξηράς
δίοπου	noun	γενική ενικού του δίοπος
δίοπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δίοπος
δίοπτρα	noun	ειδικά προστατευτικά γυαλιά
δίοπτρου	noun	γενική ενικού του δίοπτρο
δίοπτρων	noun	γενική πληθυντικού του δίοπτρο
δίοπων	noun	γενική πληθυντικού του δίοπος
δίπατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπατο
δίπατε	adj	κλητική ενικού του δίπατος
δίπατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπατη
δίπατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπατος
δίπατης	adj	γενική ενικού του δίπατη
δίπατο	noun	το σπίτι με δύο ορόφους
δίπατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπατος
δίπατος	adj	που έχει δύο πατώματα
δίπατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπατος
δίπατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπατος
δίπατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπατος
δίπλα	noun	η σούρα, η πιέτα	adv	στο πλάι, παραπλεύρως, δεξιά ή αριστερά και σε σχετικά κοντινή απόσταση
δίπλας	=	δίπλα
δίπλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπλα
δίπλευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπλευρο
δίπλευρε	adj	κλητική ενικού του δίπλευρος
δίπλευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπλευρη
δίπλευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπλευρος
δίπλευρης	adj	γενική ενικού του δίπλευρη
δίπλευρο	adj	αιτιατική ενικού του δίπλευρος
δίπλευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπλευρος
δίπλευρος	adj	που έχει δύο πλευρές
δίπλευρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπλευρος
δίπλευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπλευρος
δίπλευρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπλευρος
δίπλωμα	noun	το τσάκισμα ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχική επιφάνειά να μειώνεται κατά το ήμισυ
δίπλωνα	=	διπλώνω
δίπλωναν	=	διπλώνω
δίπλωνε	=	διπλώνω
δίπλωνες	=	διπλώνω
δίπλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
δίπλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
δίπλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
δίπλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
δίπλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διπλώνω
δίπλωσης	noun	γενική ενικού του δίπλωση
δίποδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίποδο
δίποδε	adj	κλητική ενικού του δίποδος
δίποδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίποδη
δίποδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίποδος
δίποδης	adj	γενική ενικού του δίποδη
δίποδο	adj	αιτιατική ενικού του δίποδος
δίποδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίποδος
δίποδος	adj	που έχει δύο πόδια, που περπατάει σε δύο πόδια
δίποδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίποδος
δίποδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίποδος
δίποδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίποδος
δίπολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπολο
δίπολε	adj	κλητική ενικού του δίπολος
δίπολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπολη
δίπολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπολος
δίπολης	adj	γενική ενικού του δίπολη
δίπολο	adj	αιτιατική ενικού του δίπολος
δίπολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπολος
δίπολος	adj	που έχει δύο πόλους
δίπολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπολος
δίπολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπολος
δίπολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπολος
δίποντα	=	δίποντο
δίποντο	noun	η επιτυχής προσπάθεια επίτευξης καλαθιού στο άθλημα της καλαθοσφαίρισης η οποία πραγματοποιείται από την περιοχή εντός της οριοθετημένης γραμμής των 6,75 μέτρων και συνεπάγεται την προσθήκη δύο μονάδων στον συνολικό λογαριασμό / σκορ της ομάδας
δίποντου	=	δίποντο
δίποντων	=	δίποντο
δίπορτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπορτο
δίπορτε	adj	κλητική ενικού του δίπορτος
δίπορτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπορτη
δίπορτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπορτος
δίπορτης	adj	γενική ενικού του δίπορτη
δίπορτο	adj	αιτιατική ενικού του δίπορτος
δίπορτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπορτος
δίπορτος	adj	που έχει δύο πόρτες
δίπορτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπορτος
δίπορτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπορτος
δίπορτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπορτος
δίπρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπρακτο
δίπρακτε	adj	κλητική ενικού του δίπρακτος
δίπρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπρακτη
δίπρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπρακτος
δίπρακτης	adj	γενική ενικού του δίπρακτη
δίπρακτο	noun	θεατρικό έργο που έχει δύο πράξεις, δύο μέρη
δίπρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπρακτος
δίπρακτος	adj	που έχει δύο πράξεις, δύο μέρη
δίπρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπρακτος
δίπρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπρακτος
δίπρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπρακτος
δίπροκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπροκο
δίπροκο	noun	είδος πρόκας που έχει και στις δύο άκρες μύτη, οι οποίες είναι λυγισμένες προς την ίδια κατεύθυνση, και συνήθως καρφώνεται με ειδικό εργαλείο
δίπροκου	noun	γενική ενικού του δίπροκο
δίπροκων	noun	γενική πληθυντικού του δίπροκο
δίπτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δίπτερος
δίπτερε	adj	κλητική ενικού του δίπτερος
δίπτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπτερη
δίπτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπτερος
δίπτερης	adj	γενική ενικού του δίπτερη
δίπτερο	adj	αιτιατική ενικού του δίπτερος
δίπτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπτερος
δίπτερος	adj	που έχει δύο φτερά / πτερά
δίπτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπτερος
δίπτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπτερος
δίπτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπτερος
δίπτυχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπτυχο
δίπτυχε	adj	κλητική ενικού του δίπτυχος
δίπτυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπτυχη
δίπτυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπτυχος
δίπτυχης	adj	γενική ενικού του δίπτυχη
δίπτυχο	noun	εικόνα ζωγραφισμένη σε δύο κινητά διαφορετικά φύλλα, που διπλώνουν
δίπτυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπτυχος
δίπτυχος	adj	που έχει δύο πτυχές, δύο μέρη ή δύο ενότητες
δίπτυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπτυχος
δίπτυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπτυχος
δίπτυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπτυχος
δίπτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπτωτο
δίπτωτε	adj	κλητική ενικού του δίπτωτος
δίπτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπτωτη
δίπτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπτωτος
δίπτωτης	adj	γενική ενικού του δίπτωτη
δίπτωτο	adj	αιτιατική ενικού του δίπτωτος
δίπτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπτωτος
δίπτωτος	adj	για ρήμα που συμπληρώνεται με δύο αντικείμενα
δίπτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπτωτος
δίπτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπτωτος
δίπτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπτωτος
δίπυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπυρο
δίπυρε	adj	κλητική ενικού του δίπυρος
δίπυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπυρη
δίπυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίπυρος
δίπυρης	adj	γενική ενικού του δίπυρη
δίπυρο	adj	αιτιατική ενικού του δίπυρος
δίπυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίπυρος
δίπυρος	adj|archaic	στον όρο δίπυρος μαγνησία ή δίπυρη μαγνησία (ο μαγνησίτης ή λευκόλιθος)
δίπυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίπυρος
δίπυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίπυρος
δίπυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίπυρος
δίριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίριχτο
δίριχτε	adj	κλητική ενικού του δίριχτος
δίριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίριχτη
δίριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίριχτος
δίριχτης	adj	γενική ενικού του δίριχτη
δίριχτο	adj	αιτιατική ενικού του δίριχτος
δίριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίριχτος
δίριχτος	adj	που είναι φτιαγμένος με δύο κεκλιμένα επίπεδα
δίριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίριχτος
δίριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίριχτος
δίριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίριχτος
δίρριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίρριχτο
δίρριχτε	adj	κλητική ενικού του δίρριχτος
δίρριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίρριχτη
δίρριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίρριχτος
δίρριχτης	adj	γενική ενικού του δίρριχτη
δίρριχτο	adj	αιτιατική ενικού του δίρριχτος
δίρριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίρριχτος
δίρριχτος	adj	άλλη γραφή του δίριχτος
δίρριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίρριχτος
δίρριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίρριχτος
δίρριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίρριχτος
δίσεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίσεκτο
δίσεκτε	adj	κλητική ενικού του δίσεκτος
δίσεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίσεκτη
δίσεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίσεκτος
δίσεκτης	adj	γενική ενικού του δίσεκτη
δίσεκτο	adj	αιτιατική ενικού του δίσεκτος
δίσεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίσεκτος
δίσεκτος	adj	που έχει μία επιπλέον εμβόλιμη ημέρα και αποτελείται από 366 ημέρες συνολικά
δίσεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίσεκτος
δίσεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίσεκτος
δίσεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίσεκτος
δίσεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίσεχτο
δίσεχτε	adj	κλητική ενικού του δίσεχτος
δίσεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίσεχτη
δίσεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίσεχτος
δίσεχτης	adj	γενική ενικού του δίσεχτη
δίσεχτο	adj	αιτιατική ενικού του δίσεχτος
δίσεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίσεχτος
δίσεχτος	adj|figurative	άλλη μορφή του δίσεκτος
δίσεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίσεχτος
δίσεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίσεχτος
δίσεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίσεχτος
δίσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίσημο
δίσημε	adj	κλητική ενικού του δίσημος
δίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίσημη
δίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίσημος
δίσημης	adj	γενική ενικού του δίσημη
δίσημο	adj	αιτιατική ενικού του δίσημος
δίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίσημος
δίσημος	adj|formal	που έχει δύο σημασίες
δίσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίσημος
δίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίσημος
δίσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίσημος
δίσιγμα	noun	το γραφικό σύμβολο §, που δηλώνει παράγραφο ή εδάφιο σε κείμενο
δίσκε	noun	κλητική ενικού του δίσκος
δίσκο	noun	αιτιατική ενικού του δίσκος
δίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίσκος
δίσκος	noun	οποιοδήποτε αντικείμενο με κυκλικό σχήμα
δίσκου	noun	γενική ενικού του δίσκος
δίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δίσκος
δίσκων	noun	γενική πληθυντικού του δίσκος
δίσταζα	=	διστάζω
δίσταζαν	=	διστάζω
δίσταζε	=	διστάζω
δίσταζες	=	διστάζω
δίστασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διστάζω
δίστασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διστάζω
δίστασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διστάζω
δίστασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διστάζω
δίστηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστηλο
δίστηλε	adj	κλητική ενικού του δίστηλος
δίστηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστηλη
δίστηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίστηλος
δίστηλης	adj	γενική ενικού του δίστηλη
δίστηλο	noun	άρθρο ή κείμενο τυπωμένο ή γραμμένο σε δύο στήλες (συνήθως για άρθρο εφημερίδας ή περιοδικού)	adj	αιτιατική ενικού του δίστηλος, αρσενικό
δίστηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίστηλος
δίστηλος	adj	που έχει δύο στήλες
δίστηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίστηλος
δίστηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίστηλος
δίστηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίστηλος
δίστιγμα	noun	τα διαλυτικά
δίστιγμο	noun	η άνω και κάτω τελεία
δίστιχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστιχο
δίστιχε	adj	κλητική ενικού του δίστιχος
δίστιχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστιχη
δίστιχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίστιχος
δίστιχης	adj	γενική ενικού του δίστιχη
δίστιχο	noun	δύο συνεχόμενοι στίχοι ενός ποιήματος
δίστιχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίστιχος
δίστιχος	adj	που έχει δύο στίχους
δίστιχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίστιχος
δίστιχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίστιχος
δίστιχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίστιχος
δίστοιχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστοιχο
δίστοιχε	adj	κλητική ενικού του δίστοιχος
δίστοιχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστοιχη
δίστοιχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίστοιχος
δίστοιχης	adj	γενική ενικού του δίστοιχη
δίστοιχο	adj	αιτιατική ενικού του δίστοιχος
δίστοιχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίστοιχος
δίστοιχος	adj|rare	που έχει δύο στοίχους, δύο σειρές
δίστοιχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίστοιχος
δίστοιχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίστοιχος
δίστοιχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίστοιχος
δίστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστομο
δίστομε	adj	κλητική ενικού του δίστομος
δίστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίστομη
δίστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίστομος
δίστομης	adj	γενική ενικού του δίστομη
δίστομο	adj	αιτιατική ενικού του δίστομος
δίστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίστομος
δίστομος	adj|literary	δίκοπος
δίστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίστομος
δίστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίστομος
δίστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίστομος
δίτερμα	noun	ποδόσφαιρο που παίζεται σε δύο τέρματα
δίτιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτιμο
δίτιμε	adj	κλητική ενικού του δίτιμος
δίτιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτιμη
δίτιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίτιμος
δίτιμης	adj	γενική ενικού του δίτιμη
δίτιμο	adj	αιτιατική ενικού του δίτιμος
δίτιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίτιμος
δίτιμος	adj	που έχει ή μπορεί να λάβει δύο τιμές
δίτιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίτιμος
δίτιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίτιμος
δίτιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίτιμος
δίτομα	=	δίτομος
δίτομε	=	δίτομος
δίτομες	=	δίτομος
δίτομη	=	δίτομος
δίτομης	=	δίτομος
δίτομο	=	δίτομος
δίτομοι	=	δίτομος
δίτομος	adj	που αποτελείται από δύο τόμους
δίτομου	=	δίτομος
δίτομους	=	δίτομος
δίτομων	=	δίτομος
δίτοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτοξο
δίτοξε	adj	κλητική ενικού του δίτοξος
δίτοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτοξη
δίτοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίτοξος
δίτοξης	adj	γενική ενικού του δίτοξη
δίτοξο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δίτοξος
δίτοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίτοξος
δίτοξος	adj	που έχει δύο τόξα, δύο καμάρες, δηλαδή κατασκευές με σχήμα καμπύλο, που μοιάζουν με του τόξου
δίτοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίτοξος
δίτοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίτοξος
δίτοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίτοξος
δίτροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτροχο
δίτροχε	adj	κλητική ενικού του δίτροχος
δίτροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτροχη
δίτροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίτροχος
δίτροχης	adj	γενική ενικού του δίτροχη
δίτροχο	adj	το όχημα που έχει δύο τροχούς ή που κινείται σε δύο τροχούς
δίτροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίτροχος
δίτροχος	adj	που έχει δύο τροχούς, που κινείται σε δύο τροχούς
δίτροχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίτροχος
δίτροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίτροχος
δίτροχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίτροχος
δίφατσα	=	δίφατσος
δίφατσε	=	δίφατσος
δίφατσες	=	δίφατσος
δίφατση	=	δίφατσος
δίφατσης	=	δίφατσος
δίφατσο	=	δίφατσος
δίφατσοι	=	δίφατσος
δίφατσος	adj|vulgar	που έχει δύο φάτσες, δύο προσόψεις, «βλέπει» σε δύο δρόμους (για οικόπεδο)
δίφατσου	=	δίφατσος
δίφατσους	=	δίφατσος
δίφατσων	=	δίφατσος
δίφθογγε	=	δίφθογγος
δίφθογγο	=	δίφθογγος
δίφθογγοι	=	δίφθογγος
δίφθογγος	noun	δύο φωνήεντα που προφέρονται μαζί σε μια συλλαβή
δίφθογγου	=	δίφθογγος
δίφθογγους	=	δίφθογγος
δίφθογγων	=	δίφθογγος
δίφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφορο
δίφορε	adj	κλητική ενικού του δίφορος
δίφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφορη
δίφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίφορος
δίφορης	adj	γενική ενικού του δίφορη
δίφορο	adj	αιτιατική ενικού του δίφορος
δίφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίφορος
δίφορος	adj	που καρποφορεί δύο φορές σ’ ένα έτος
δίφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίφορος
δίφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίφορος
δίφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίφορος
δίφραγκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφραγκο
δίφραγκο	noun|dated	κέρμα δύο δραχμών
δίφραγκου	noun	γενική ενικού του δίφραγκο
δίφραγκων	noun	γενική πληθυντικού του δίφραγκο
δίφρε	noun	κλητική ενικού του δίφρος
δίφρο	noun	αιτιατική ενικού του δίφρος
δίφροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίφρος
δίφρος	noun	σκαμνάκι με τέσσερα ορθογώνια πόδια χωρίς πλάτη
δίφρου	noun	γενική ενικού του δίφρος
δίφρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δίφρος
δίφρων	noun	γενική πληθυντικού του δίφρος
δίφυλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφυλλο
δίφυλλε	adj	κλητική ενικού του δίφυλλος
δίφυλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφυλλη
δίφυλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίφυλλος
δίφυλλης	adj	γενική ενικού του δίφυλλη
δίφυλλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δίφυλλος	noun	δύο χαρτιά του ίδιου χρώματος (συμβόλου) που έχουν διανεμηθεί σε ένα χέρι
δίφυλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίφυλλος
δίφυλλος	adj	που έχει δύο φύλλα (για φυτό, ντουλάπα κ.λπ.)
δίφυλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίφυλλος
δίφυλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίφυλλος
δίφυλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίφυλλος
δίφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφωνο
δίφωνε	adj	κλητική ενικού του δίφωνος
δίφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίφωνη
δίφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίφωνος
δίφωνης	adj	γενική ενικού του δίφωνη
δίφωνο	adj	αιτιατική ενικού του δίφωνος
δίφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίφωνος
δίφωνος	adj	οργανική ή φωνητική για δύο φωνές
δίφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίφωνος
δίφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίφωνος
δίφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίφωνος
δίχαζα	=	διχάζω
δίχαζαν	=	διχάζω
δίχαζε	=	διχάζω
δίχαζες	=	διχάζω
δίχαλα	=	δίχαλο
δίχαλο	noun	οποιοδήποτε εργαλείο ή εξάρτημα μηχανισμού που απολήγει σε δύο διακριτά σκέλη —συνήθως σε σχήμα V— και χρησιμεύει στη σύζευξη μερών, στην απαγωγή αερίων, στην καλλιέργεια του εδάφους κ.λπ.
δίχαλου	=	δίχαλο
δίχαλων	=	δίχαλο
δίχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζω
δίχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζω
δίχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζω
δίχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζω
δίχειλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχειλο
δίχειλε	adj	κλητική ενικού του δίχειλος
δίχειλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχειλη
δίχειλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίχειλος
δίχειλης	adj	γενική ενικού του δίχειλη
δίχειλο	adj	αιτιατική ενικού του δίχειλος
δίχειλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίχειλος
δίχειλος	adj	που τα άνθη του είναι χωρισμένα σε δύο τμήματα, όμοια με χείλη
δίχειλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίχειλος
δίχειλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίχειλος
δίχειλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίχειλος
δίχειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχειρο
δίχειρε	adj	κλητική ενικού του δίχειρος
δίχειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχειρη
δίχειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίχειρος
δίχειρης	adj	γενική ενικού του δίχειρη
δίχειρο	adj	αιτιατική ενικού του δίχειρος
δίχειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίχειρος
δίχειρος	adj	που έχει δύο χέρια
δίχειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίχειρος
δίχειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίχειρος
δίχειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίχειρος
δίχηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχηλο
δίχηλε	adj	κλητική ενικού του δίχηλος
δίχηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχηλη
δίχηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίχηλος
δίχηλης	adj	γενική ενικού του δίχηλη
δίχηλο	adj	αιτιατική ενικού του δίχηλος
δίχηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίχηλος
δίχηλος	adj	θηλαστικό που στο πόδι του έχει δύο χηλές
δίχηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίχηλος
δίχηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίχηλος
δίχηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίχηλος
δίχορδα	=	δίχορδος
δίχορδε	=	δίχορδος
δίχορδες	=	δίχορδος
δίχορδη	=	δίχορδος
δίχορδης	=	δίχορδος
δίχορδο	=	δίχορδος
δίχορδοι	=	δίχορδος
δίχορδος	adj	που παράγει τον ήχο του μέσω δύο διακριτών χορδών, οι οποίες μπορούν να κουρδίζονται και να χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό
δίχορδου	=	δίχορδος
δίχορδους	=	δίχορδος
δίχορδων	=	δίχορδος
δίχρονα	=	δίχρονος
δίχρονε	=	δίχρονος
δίχρονες	=	δίχρονος
δίχρονη	=	δίχρονος
δίχρονης	=	δίχρονος
δίχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δίχρονος
δίχρονοι	=	δίχρονος
δίχρονος	adj	τα φωνήεντα α, ι, υ που ήταν στα αρχαία ελληνικά είτε μακρόχρονα, είτε βραχύχρονα
δίχρονου	=	δίχρονος
δίχρονους	=	δίχρονος
δίχρονων	=	δίχρονος
δίχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχρωμο
δίχρωμε	adj	κλητική ενικού του δίχρωμος
δίχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχρωμη
δίχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίχρωμος
δίχρωμης	adj	γενική ενικού του δίχρωμη
δίχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του δίχρωμος
δίχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίχρωμος
δίχρωμος	adj	που έχει δύο χρώματα
δίχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίχρωμος
δίχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίχρωμος
δίχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίχρωμος
δίχτυ	noun	σύστημα διασταυρούμενων σχοινιών ή συρμάτων που σχηματίζουν ένα πλέγμα, που χρησιμοποιείται
δίχτυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχτυ
δίχωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχωρο
δίχωρε	adj	κλητική ενικού του δίχωρος
δίχωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίχωρη
δίχωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίχωρος
δίχωρης	adj	γενική ενικού του δίχωρη
δίχωρο	adj	αιτιατική ενικού του δίχωρος
δίχωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίχωρος
δίχωρος	adj	που έχει δύο χώρους, που διαιρείται σε δύο τμήματα
δίχωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίχωρος
δίχωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίχωρος
δίχωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίχωρος
δίχως	prep	χωρίς (δηλώνει έλλειψη ή εξαίρεση ή εναντίωση)
δίψα	noun	το αίσθημα που προκαλεί η ανάγκη για νερό
δίψαγα	=	διψάω
δίψαγαν	=	διψάω
δίψαγε	=	διψάω
δίψαγες	=	διψάω
δίψας	noun	γενική ενικού του δίψα
δίψασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διψώ
δίψασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διψώ
δίψασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διψώ
δίψασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διψώ
δίψες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίψα
δίψηφο	noun	σύμπλεγμα δύο γραμμάτων που διαβάζονται σαν ένας φθόγγος
δίωκα	=	διώκω
δίωκαν	=	διώκω
δίωκε	=	διώκω
δίωκες	=	διώκω
δίωξα	=	διώκω
δίωξαν	=	διώκω
δίωξε	=	διώκω
δίωξες	=	διώκω
δίωξη	noun	νομική ποινική διαδικασία εναντίον ενός κατηγορουμένου που ασκείται από την εισαγγελική αρχή
δίωξης	=	δίωξη
δίωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίωρο
δίωρε	adj	κλητική ενικού του δίωρος
δίωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίωρη
δίωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δίωρος
δίωρης	adj	γενική ενικού του δίωρη
δίωρο	noun	η χρονική διάρκεια δύο ωρών
δίωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δίωρος
δίωρος	adj	που κρατάει δύο ώρες, που διαρκεί δύο ώρες
δίωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δίωρος
δίωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δίωρος
δίωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δίωρος
δίωτα	=	δίωτος
δίωτε	=	δίωτος
δίωτες	=	δίωτος
δίωτη	=	δίωτος
δίωτης	=	δίωτος
δίωτο	=	δίωτος
δίωτοι	=	δίωτος
δίωτος	adj	χαρακτηρισμός για αγγείο το οποίο διαθέτει δύο λαβές
δίωτου	=	δίωτος
δίωτους	=	δίωτος
δίωτων	=	δίωτος
δα	particle	επιτατικό της σημασίας δεικτικών αντωνυμιών ή επιρρημάτων	adv	εδώ
δαήμων	adj	αυτός που γνωρίζει σε βάθος και έχει πείρα
δαίδαλε	noun	κλητική ενικού του δαίδαλος
δαίδαλο	noun	αιτιατική ενικού του δαίδαλος
δαίδαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαίδαλος
δαίδαλος	noun	που έχει περίπλοκο σχήμα και μοιάζει με λαβύρινθο
δαίδαλου	noun	γενική ενικού του δαίδαλος
δαίδαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαίδαλος
δαίδαλων	noun	γενική πληθυντικού του δαίδαλος
δαίμονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαίμονας
δαίμονας	noun	κακοποιό πνεύμα
δαίμονες	=	δαίμονας
δαίμων	noun|obsolete	ο δαίμονας, κακοποιό πνεύμα, (αντίθετο του αγαθοεργού των αρχαίων)
δαα	abbrev	στατιστικός δείκτης του ΟΗΕ για την κατάταξη των χωρών με βάση την ανθρώπινη ανάπτυξη.
δαβρί	noun	το ραβδί
δαγγεροτυπία	noun	άλλη γραφή του δαγκεροτυπία
δαγγεροτυπίας	=	δαγγεροτυπία
δαγγεροτυπίες	=	δαγγεροτυπία
δαγγεροτυπιών	=	δαγγεροτυπία
δαγερές	noun|dated	ντέφι
δαγκάθηκα	=	δαγκώθηκα
δαγκάθηκαν	=	δαγκάνω
δαγκάθηκε	=	δαγκάνω
δαγκάθηκες	=	δαγκάνω
δαγκάματα	=	δάγκαμα
δαγκάματος	=	δάγκαμα
δαγκάνα	noun	η λαβίδα των Καρκινοειδών (αστακοί, καβούρια κτλ) με την οποία συλλαμβάνουν την τροφή τους
δαγκάναμε	=	δαγκάνω
δαγκάναν	=	δαγκάνω
δαγκάνανε	=	δαγκάνω
δαγκάνας	noun	γενική ενικού του δαγκάνα
δαγκάνατε	=	δαγκάνω
δαγκάνει	=	δαγκάνω
δαγκάνεις	=	δαγκάνω
δαγκάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκάνα
δαγκάνεσαι	=	δαγκάνω
δαγκάνεστε	=	δαγκάνω
δαγκάνεται	=	δαγκάνω
δαγκάνετε	=	δαγκάνω
δαγκάνομαι	verb	δαγκώνομαι
δαγκάνομε	=	δαγκάνω
δαγκάνονται	=	δαγκάνω
δαγκάνονταν	=	δαγκάνω
δαγκάνοντας	=	δαγκάνω
δαγκάνουμε	=	δαγκάνω
δαγκάνουν	=	δαγκάνω
δαγκάνουνε	=	δαγκάνω
δαγκάνω	verb	δαγκώνω
δαγκάσαμε	=	δαγκάνω
δαγκάσαν	=	δαγκάνω
δαγκάσανε	=	δαγκάνω
δαγκάσατε	=	δαγκάνω
δαγκάσει	=	δαγκώσει
δαγκάσεις	=	δαγκάνω
δαγκάσετε	=	δαγκάνω
δαγκάσομε	=	δαγκάνω
δαγκάσου	=	δαγκάνω
δαγκάσουμε	=	δαγκάνω
δαγκάσουν	=	δαγκάνω
δαγκάσουνε	=	δαγκάνω
δαγκάστε	=	δαγκάνω
δαγκάσω	=	δαγκάνω
δαγκάω	=	δαγκάνω
δαγκαθήκαμε	=	δαγκάνω
δαγκαθήκαν	=	δαγκάνω
δαγκαθήκανε	=	δαγκάνω
δαγκαθήκατε	=	δαγκάνω
δαγκαθεί	=	δαγκωθεί
δαγκαθείς	=	δαγκάνω
δαγκαθείτε	=	δαγκάνω
δαγκαθούμε	=	δαγκάνω
δαγκαθούν	=	δαγκάνω
δαγκαθούνε	=	δαγκάνω
δαγκαθώ	=	δαγκάνω
δαγκαμάτων	=	δάγκαμα
δαγκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκαμένο
δαγκαμένε	verb	κλητική ενικού του δαγκαμένος
δαγκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκαμένη
δαγκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαγκαμένος
δαγκαμένης	verb	γενική ενικού του δαγκαμένη
δαγκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαγκαμένος
δαγκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαγκαμένος
δαγκαμένος	verb	δαγκωμένος
δαγκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαγκαμένος
δαγκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαγκαμένος
δαγκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαγκαμένος
δαγκαματιά	noun	δαγκωματιά
δαγκαματιάς	=	δαγκαματιά
δαγκαματιές	=	δαγκαματιά
δαγκαματιών	=	δαγκαματιά
δαγκανιά	noun	δαγκωνιά
δαγκανιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαγκανιάρης
δαγκανιάρας	adj	γενική ενικού του δαγκανιάρα
δαγκανιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκανιάρα
δαγκανιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαγκανιάρης
δαγκανιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκανιάρης
δαγκανιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του δαγκανιάρης
δαγκανιάρης	adj	που δαγκώνει συχνά
δαγκανιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκανιάρικο
δαγκανιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαγκανιάρης
δαγκανιάρικου	adj	γενική ενικού του δαγκανιάρικο
δαγκανιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του δαγκανιάρικο
δαγκανιάς	=	δαγκανιά
δαγκανιές	=	δαγκανιά
δαγκανιών	=	δαγκανιά
δαγκανόμασταν	=	δαγκάνω
δαγκανόμαστε	=	δαγκάνω
δαγκανόμουν	=	δαγκάνω
δαγκανόμουνα	=	δαγκάνω
δαγκανόντουσαν	=	δαγκάνω
δαγκανόσασταν	=	δαγκάνω
δαγκανόσαστε	=	δαγκάνω
δαγκανόσουν	=	δαγκάνω
δαγκανόσουνα	=	δαγκάνω
δαγκανόταν	=	δαγκάνω
δαγκανότανε	=	δαγκάνω
δαγκανών	noun	γενική πληθυντικού του δαγκάνα
δαγκείου	noun	γενική ενικού του δάγκειος
δαγκείους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δάγκειος
δαγκείων	noun	γενική πληθυντικού του δάγκειος
δαγκεροτυπία	noun	πρώιμη φωτογραφική τεχνική που αναπτύχθηκε (1839) από τον γάλλο φωτογράφο Λουί Νταγκέρ (Loui Daguerre)
δαγκεροτυπίας	=	δαγκεροτυπία
δαγκεροτυπίες	=	δαγκεροτυπία
δαγκεροτυπιών	=	δαγκεροτυπία
δαγκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθήκαν	=	δαγκώνω
δαγκωθήκανε	=	δαγκώνω
δαγκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωθούνε	=	δαγκώνω
δαγκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκωμάτων	=	δάγκωμα
δαγκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωμένο
δαγκωμένε	verb	κλητική ενικού του δαγκωμένος
δαγκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωμένη
δαγκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαγκωμένος
δαγκωμένης	verb	γενική ενικού του δαγκωμένη
δαγκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαγκωμένος
δαγκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαγκωμένος
δαγκωμένος	verb	που τον έχουν δαγκώσει
δαγκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαγκωμένος
δαγκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαγκωμένος
δαγκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαγκωμένος
δαγκωματάκι	noun	μικρό δάγκωμα
δαγκωματάκια	=	δαγκωματάκι
δαγκωματιά	noun	η ενέργεια του δαγκώνω
δαγκωματιάς	noun	γενική ενικού του δαγκωματιά
δαγκωματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωματιά
δαγκωματιών	=	δαγκωματιά
δαγκωνίτσας	noun	γενική ενικού του δαγκωνίτσα
δαγκωνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωνίτσα
δαγκωνιά	noun	η ενέργεια του δαγκώνω
δαγκωνιάρη	=	δαγκωνιάρης
δαγκωνιάρηδες	=	δαγκωνιάρης
δαγκωνιάρηδων	=	δαγκωνιάρης
δαγκωνιάρης	noun	που προκαλεί δαγκωνιές
δαγκωνιάς	=	δαγκωνιά
δαγκωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωνιά
δαγκωνιών	=	δαγκωνιά
δαγκωνόμασταν	=	δαγκώνω
δαγκωνόμαστε	=	δαγκώνω
δαγκωνόμουν	=	δαγκώνομαι
δαγκωνόμουνα	=	δαγκώνω
δαγκωνόντουσαν	=	δαγκώνω
δαγκωνόσασταν	=	δαγκώνω
δαγκωνόσαστε	=	δαγκώνω
δαγκωνόσουν	=	δαγκώνω
δαγκωνόσουνα	=	δαγκώνω
δαγκωνόταν	=	δαγκώνω
δαγκωνότανε	=	δαγκώνω
δαγκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωτό	adv	με δάγκωμα
δαγκωτέ	adj	κλητική ενικού του δαγκωτός
δαγκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαγκωτή
δαγκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαγκωτός
δαγκωτής	adj	γενική ενικού του δαγκωτή
δαγκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαγκωτός
δαγκωτού	adj	γενική ενικού του δαγκωτός
δαγκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαγκωτός
δαγκωτό	adj	αιτιατική ενικού του δαγκωτός
δαγκωτός	adj	που γίνεται με δάγκωμα
δαγκωτών	adj	γενική πληθυντικού του δαγκωτός
δαγκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
δαγκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάγκωμα
δαγκώματος	=	δάγκωμα
δαγκώναμε	=	δαγκώνω
δαγκώναν	=	δαγκώνω
δαγκώνανε	=	δαγκώνω
δαγκώνατε	=	δαγκώνω
δαγκώνει	=	δαγκώνω
δαγκώνεις	=	δαγκώνω
δαγκώνεσαι	=	δαγκώνω
δαγκώνεστε	=	δαγκώνω
δαγκώνεται	=	δαγκώνω
δαγκώνετε	=	δαγκώνω
δαγκώνομαι	verb	με δαγκώνουν
δαγκώνομε	=	δαγκώνω
δαγκώνονται	=	δαγκώνω
δαγκώνονταν	=	δαγκώνω
δαγκώνοντας	=	δαγκώνω
δαγκώνουμε	=	δαγκώνω
δαγκώνουν	=	δαγκώνω
δαγκώνουνε	=	δαγκώνω
δαγκώνω	verb	ενώνω τις σιαγόνες μου και σφίγγω κάτι ανάμεσα στα δόντια μου για να το κόψω ή να το κρατήσω σφιχτά.
δαγκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσαν	=	δαγκώνω
δαγκώσανε	=	δαγκώνω
δαγκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσομε	=	δαγκώνω
δαγκώσου	=	δαγκώνω
δαγκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσουνε	=	δαγκώνω
δαγκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαγκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαγκώνω
δαδί	noun	ρητινώδες τμήμα κορμού δέντρου που χρησιμοποιείται ως προσάναμμα
δαδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαδί
δαδιού	=	δαδί
δαδιών	=	δαδί
δαδιώτικα	=	δαδιώτικος
δαδιώτικε	=	δαδιώτικος
δαδιώτικες	=	δαδιώτικος
δαδιώτικη	=	δαδιώτικος
δαδιώτικης	=	δαδιώτικος
δαδιώτικο	=	δαδιώτικος
δαδιώτικοι	=	δαδιώτικος
δαδιώτικος	adj	ο σχετικός με το Δαδί ή τους κατοίκους του
δαδιώτικου	=	δαδιώτικος
δαδιώτικους	=	δαδιώτικος
δαδιώτικων	=	δαδιώτικος
δαδούχε	noun	κλητική ενικού του δαδούχος
δαδούχο	noun	αιτιατική ενικού του δαδούχος
δαδούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαδούχος
δαδούχος	noun	που κρατάει δάδα
δαδούχου	noun	γενική ενικού του δαδούχος
δαδούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαδούχος
δαδούχων	noun	γενική πληθυντικού του δαδούχος
δαε	abbrev	ανώτατη διοικητική αρχή της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, αρμόδια για τον συνολικό σχεδιασμό, τον συντονισμό και την αξιολόγηση της εκπαίδευσης του προσωπικού και των εκπαιδευτικών μονάδων της
δαεε	abbrev	κεντρική υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώματος Ελλάδος που ερευνά τα αίτια των πυρκαγιών, εντοπίζει εμπρηστές και η οποία διαθέτει τοπικά και περιφερειακά ανακριτικά κλιμάκια σε όλη τη χώρα
δαζο	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο του Καστελόριζου
δαημοσύνη	noun|dated	αρτιότητα γνώσεων, επιδεξιότητα και γνώση
δαιδάλου	noun	γενική ενικού του δαίδαλος
δαιδάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαίδαλος
δαιδάλων	noun	γενική πληθυντικού του δαίδαλος
δαιδαλικά	=	δαιδαλικός
δαιδαλικέ	=	δαιδαλικός
δαιδαλικές	=	δαιδαλικός
δαιδαλική	=	δαιδαλικός
δαιδαλικής	=	δαιδαλικός
δαιδαλικοί	=	δαιδαλικός
δαιδαλικού	=	δαιδαλικός
δαιδαλικούς	=	δαιδαλικός
δαιδαλικό	=	δαιδαλικός
δαιδαλικός	adj	που χαρακτηρίζει πρώιμη αρχαϊκή καλλιτεχνική απόδοση με σχηματοποιημένες μορφές, αυστηρή συμμετρία και έντονες ανατολικές επιδράσεις, όπως αυτές που συνδέονται με τη λεγόμενη δαιδαλική πλαστική των αρχών της ελληνικής μνημειακής τέχνης
δαιδαλικών	=	δαιδαλικός
δαιδαλωδών	adj	γενική πληθυντικού του δαιδαλώδης
δαιδαλώδεις	=	δαιδαλώδης
δαιδαλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δαιδαλώδης
δαιδαλώδη	=	δαιδαλώδης
δαιδαλώδης	adj	που έχει περίπλοκο σχήμα/ εσωτερική διάρθρωση και μοιάζει με λαβύρινθο
δαιδαλώδους	adj	γενική ενικού του δαιδαλώδης
δαιμνοπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμνοπαρμένο
δαιμνοπαρμένε	verb	κλητική ενικού του δαιμνοπαρμένος
δαιμνοπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμνοπαρμένη
δαιμνοπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμνοπαρμένος
δαιμνοπαρμένης	verb	γενική ενικού του δαιμνοπαρμένη
δαιμνοπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαιμνοπαρμένος
δαιμνοπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμνοπαρμένος
δαιμνοπαρμένος	verb	ο δαιμονισμένος
δαιμνοπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμνοπαρμένος
δαιμνοπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαιμνοπαρμένος
δαιμνοπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμνοπαρμένος
δαιμονίζαμε	=	δαιμονίζω
δαιμονίζαν	=	δαιμονίζω
δαιμονίζανε	=	δαιμονίζω
δαιμονίζατε	=	δαιμονίζω
δαιμονίζει	=	δαιμονίζω
δαιμονίζεις	=	δαιμονίζω
δαιμονίζετε	=	δαιμονίζω
δαιμονίζομαι	verb	βρίσκομαι υπό την επήρεια δαιμόνων
δαιμονίζοντας	=	δαιμονίζω
δαιμονίζουμε	=	δαιμονίζω
δαιμονίζουν	=	δαιμονίζω
δαιμονίζουνε	=	δαιμονίζω
δαιμονίζω	verb	κάνω κάποιον να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται υπό την επήρεια δαιμόνων, τον βγάζω εκτός εαυτού, τον κάνω έξαλλο
δαιμονίου	=	δαιμόνιο
δαιμονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίσαν	=	δαιμονίζω
δαιμονίσανε	=	δαιμονίζω
δαιμονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμόνισμα
δαιμονίσματος	noun	γενική ενικού του δαιμόνισμα
δαιμονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονίστρια	noun	θηλυκό του δαιμονιστής
δαιμονίστριας	noun	γενική ενικού του δαιμονίστρια
δαιμονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονίστρια
δαιμονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμονίων	=	δαιμόνιο
δαιμονίως	adv|figurative	με δαιμόνιο τρόπο
δαιμοναριά	noun	υοσκύαμος (ταξινομικό είδος: Hyoscyamus niger, Υοσκύαμος ο μέλας)
δαιμοναριάς	=	δαιμοναριά
δαιμοναριές	=	δαιμοναριά
δαιμοναριών	=	δαιμοναριά
δαιμονιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονιακό
δαιμονιακέ	adj	κλητική ενικού του δαιμονιακός
δαιμονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονιακή
δαιμονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονιακός
δαιμονιακής	adj	γενική ενικού του δαιμονιακή
δαιμονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονιακός
δαιμονιακού	adj	γενική ενικού του δαιμονιακός
δαιμονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονιακός
δαιμονιακό	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονιακός
δαιμονιακός	adj	που ανήκει ή που αναφέρεται στο δαιμόνιο
δαιμονιακών	adj	γενική πληθυντικού του δαιμονιακός
δαιμονιζόμουν	=	δαιμονίζομαι
δαιμονικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δαιμονικός
δαιμονικέ	adj	κλητική ενικού του δαιμονικός
δαιμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονική
δαιμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονικός
δαιμονικής	adj	γενική ενικού του δαιμονική
δαιμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονικός
δαιμονικού	adj	γενική ενικού του δαιμονικός
δαιμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονικός
δαιμονικό	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονικός	noun	δαίμονας
δαιμονικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους δαίμονες ή κατέχεται από αυτούς
δαιμονικών	adj	γενική πληθυντικού του δαιμονικός
δαιμονιοπληξία	noun	το να έχει πληγεί κάποιος από δαιμόνια
δαιμονιοπληξίας	noun	γενική ενικού του δαιμονιοπληξία
δαιμονιοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονιοπληξία
δαιμονιοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονιοπληξία
δαιμονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δαιμόνισμα
δαιμονισμέ	noun	κλητική ενικού του δαιμονισμός
δαιμονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονισμένο
δαιμονισμένε	verb	κλητική ενικού του δαιμονισμένος
δαιμονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονισμένη
δαιμονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονισμένος
δαιμονισμένης	verb	γενική ενικού του δαιμονισμένη
δαιμονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαιμονισμένος
δαιμονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονισμένος
δαιμονισμένος	verb	που κατέχεται από δαίμονες
δαιμονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμονισμένος
δαιμονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονισμένος
δαιμονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμονισμένος
δαιμονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονισμός
δαιμονισμού	noun	γενική ενικού του δαιμονισμός
δαιμονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονισμός
δαιμονισμό	noun	αιτιατική ενικού του δαιμονισμός
δαιμονισμός	noun	η κατάληψη κάποιου από δαίμονα ή δαιμονική δύναμη
δαιμονισμών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονισμός
δαιμονισσών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμόνισσα
δαιμονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονιστής
δαιμονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαιμονιστής
δαιμονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστής	noun|figurative	αυτός που δαιμονίζει τους άλλους
δαιμονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονίστρια
δαιμονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζομαι
δαιμονιστών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονιστής
δαιμονιωδών	=	δαιμονιώδης
δαιμονιόπληκτα	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτε	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτες	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτη	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτης	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτο	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτοι	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτος	adj	αυτός που έχει πληγεί από δαιμόνια
δαιμονιόπληκτου	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτους	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιόπληκτων	=	δαιμονιόπληκτος
δαιμονιώ	verb|rare	είμαι δαιμονισμένος / δαιμονόπληκτος
δαιμονιώδεις	=	δαιμονιώδης
δαιμονιώδες	=	δαιμονιώδης
δαιμονιώδη	=	δαιμονιώδης
δαιμονιώδης	adj	που μοιάζει σαν να προέρχεται από τη δράση ενός δαίμονα, δυνατός, άγριος, μανιασμένος
δαιμονιώδους	=	δαιμονιώδης
δαιμονιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δαιμονιώ
δαιμονοκρατία	noun	η επικράτηση των δαιμόνων
δαιμονοκρατίας	noun	γενική ενικού του δαιμονοκρατία
δαιμονοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοκρατία
δαιμονοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονοκρατία
δαιμονολάτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολάτρης
δαιμονολάτρη	=	δαιμονολάτρης
δαιμονολάτρης	noun	αυτός που αποδίδει λατρεία (λατρεύει) τους δαίμονες
δαιμονολάτρισσας	noun	γενική ενικού του δαιμονολάτρισσα
δαιμονολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολάτρισσα
δαιμονολατρία	noun	η λατρεία των δαιμόνων
δαιμονολατρίας	noun	γενική ενικού του δαιμονολατρία
δαιμονολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολατρία
δαιμονολατρικά	=	δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικέ	adj	κλητική ενικού του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολατρική
δαιμονολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικής	adj	γενική ενικού του δαιμονολατρική
δαιμονολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικού	adj	γενική ενικού του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρικός	adj	σχετικός με τη λατρεία των δαιμόνων
δαιμονολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του δαιμονολατρικός
δαιμονολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονολάτρισσα
δαιμονολατριών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονολατρία
δαιμονολατρών	=	δαιμονολάτρης
δαιμονοληψία	noun	ο δαιμονισμός, η δαιμονοπληξία
δαιμονοληψίας	noun	γενική ενικού του δαιμονοληψία
δαιμονοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοληψία
δαιμονοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονοληψία
δαιμονολογία	noun	η μελέτη των δαιμόνων ή των πεποιθήσεων για τους δαίμονες, ιδιαίτερα των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την εξουδετέρωση και τον έλεγχό τους
δαιμονολογίας	noun	γενική ενικού του δαιμονολογία
δαιμονολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολογία
δαιμονολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολογικό
δαιμονολογικέ	adj	κλητική ενικού του δαιμονολογικός
δαιμονολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολογική
δαιμονολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονολογικός
δαιμονολογικής	adj	γενική ενικού του δαιμονολογική
δαιμονολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολογικός
δαιμονολογικού	adj	γενική ενικού του δαιμονολογικός
δαιμονολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονολογικός
δαιμονολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονολογικός
δαιμονολογικός	adj	σχετικός με τη δαιμονολογία
δαιμονολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δαιμονολογικός
δαιμονολογιού	=	δαιμονολόγι
δαιμονολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονολογία
δαιμονολογώ	verb	ασχολούμαι με δαιμονολογίες, εξετάζω δαιμονικές θρησκευτικές αντιλήψεις ή μιλάω για δαίμονες
δαιμονολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δαιμονολογώ
δαιμονολόγε	=	δαιμονολόγος
δαιμονολόγι	noun|literary	όλοι οι δαίμονες
δαιμονολόγια	=	δαιμονολόγι
δαιμονολόγο	=	δαιμονολόγος
δαιμονολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονολόγος
δαιμονολόγος	noun	που ασχολείται με την δαιμονολογία
δαιμονολόγου	=	δαιμονολόγος
δαιμονολόγους	=	δαιμονολόγος
δαιμονολόγων	=	δαιμονολόγος
δαιμονομάζωξη	noun|dated	η μάζωξη δαιμόνων
δαιμονομάζωξης	=	δαιμονομάζωξη
δαιμονομαζώξεις	=	δαιμονομάζωξη
δαιμονομαζώξεων	=	δαιμονομάζωξη
δαιμονομανές	=	δαιμονομανής
δαιμονομανή	=	δαιμονομανής
δαιμονομανής	adj	που έχει μανία με τους δαίμονες
δαιμονομανία	noun	το να είναι κάποιος δαιμονομανής, να έχει μανία με τους δαίμονες, η ιδιότητα του δαιμονομανούς
δαιμονομανίας	noun	γενική ενικού του δαιμονομανία
δαιμονομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονομανία
δαιμονομανείς	=	δαιμονομανής
δαιμονομανιών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονομανία
δαιμονομανούς	=	δαιμονομανής
δαιμονομαντεία	noun	η μαντεία με την βοήθεια ή την επίκληση των δαιμόνων
δαιμονομαντείας	noun	γενική ενικού του δαιμονομαντεία
δαιμονομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονομαντεία
δαιμονομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονομαντεία
δαιμονομανών	=	δαιμονομανής
δαιμονοπάθεια	noun	η δαιμονομανία
δαιμονοπάθειας	noun	γενική ενικού του δαιμονοπάθεια
δαιμονοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπάθεια
δαιμονοπαθές	=	δαιμονοπαθής
δαιμονοπαθή	=	δαιμονοπαθής
δαιμονοπαθής	adj	ο δαιμονομανής
δαιμονοπαθείς	=	δαιμονοπαθής
δαιμονοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονοπάθεια
δαιμονοπαθούς	=	δαιμονοπαθής
δαιμονοπαθών	=	δαιμονοπαθής
δαιμονοπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπαρμένο
δαιμονοπαρμένε	verb	κλητική ενικού του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπαρμένη
δαιμονοπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπαρμένης	verb	γενική ενικού του δαιμονοπαρμένη
δαιμονοπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπαρμένος	verb	δαιμονόπληκτος, δαιμονισμένος
δαιμονοπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμονοπαρμένος
δαιμονοπιστί	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστία	noun	η πίστη σε δαίμονες
δαιμονοπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπιστί
δαιμονοπιστε	adj	κλητική ενικού του δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπιστη
δαιμονοπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστης	adj	γενική ενικού του δαιμονοπιστη
δαιμονοπιστο	=	δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστος	=	δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονοπιστία
δαιμονοπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμονοπιστία
δαιμονοπληξία	noun	το να έχει πληγεί κάποιος από δαίμονες
δαιμονοπληξίας	noun	γενική ενικού του δαιμονοπληξία
δαιμονοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοπληξία
δαιμονοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του δαιμονοπληξία
δαιμονοποίησα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποίησαν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποίησε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποίησες	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δαιμονοποιώ
δαιμονοποίησης	=	δαιμονοποίηση
δαιμονοποιήθηκα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήθηκαν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήθηκε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήθηκες	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσαμε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσαν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσανε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσατε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσει	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονοποίηση
δαιμονοποιήσετε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσεων	=	δαιμονοποίηση
δαιμονοποιήσου	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσουμε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσουν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσουνε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήστε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιήσω	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιεί	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιείς	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιείσαι	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιείστε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιείται	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιείτε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιείτο	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθήκαμε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθήκαν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθήκανε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθήκατε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθεί	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθείς	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθείτε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθούμε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθούν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθούνε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιηθώ	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιημένος	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμαι	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμασταν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμαστε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμενος	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμουν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούμουνα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούνε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούνται	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούνταν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούντο	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσαμε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσαν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσανε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσατε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσες	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσουν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιούσουνα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόμασταν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόμαστε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόμουν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόμουνα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόνταν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόντανε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόντουσαν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόσασταν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόσαστε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόσουν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόσουνα	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιόταν	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιότανε	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοποιώ	verb	προβάλλω αδίκως (εν μέρει ή και ολοκληρωτικά) σε ένα παράγοντα όλες τις ευθύνες για τα προσωπικά ή κοινωνικά δεινά και καθώς του μεταβιβάζω με μεταφυσικό τρόπο το σύνολο των ευθυνών, απαλλάσσω από αυτές τους κυρίως υπεύθυνους (τον εαυτό μου ή εκείνους με τους οποίους δεν έχω τις ψυχικές ή υλικές δυνάμεις να συγκρουστώ)
δαιμονοποιώντας	=	δαιμονοποιώ
δαιμονοφόρα	=	δαιμονοφόρος
δαιμονοφόρε	=	δαιμονοφόρος
δαιμονοφόρο	=	δαιμονοφόρος
δαιμονοφόροι	=	δαιμονοφόρος
δαιμονοφόρος	adj	αυτός που φέρει τον δαίμονα
δαιμονοφόρου	=	δαιμονοφόρος
δαιμονοφόρους	=	δαιμονοφόρος
δαιμονοφόρων	=	δαιμονοφόρος
δαιμονόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόληπτο
δαιμονόληπτε	adj	κλητική ενικού του δαιμονόληπτος
δαιμονόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόληπτη
δαιμονόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονόληπτος
δαιμονόληπτης	adj	γενική ενικού του δαιμονόληπτη
δαιμονόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονόληπτος
δαιμονόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόληπτος
δαιμονόληπτος	adj	ο δαιμονισμένος
δαιμονόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμονόληπτος
δαιμονόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονόληπτος
δαιμονόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμονόληπτος
δαιμονόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόπιστο
δαιμονόπιστε	adj	κλητική ενικού του δαιμονόπιστος
δαιμονόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόπιστη
δαιμονόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονόπιστος
δαιμονόπιστης	adj	γενική ενικού του δαιμονόπιστη
δαιμονόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονόπιστος
δαιμονόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόπιστος
δαιμονόπιστος	adj	που πιστεύει σε δαίμονες
δαιμονόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμονόπιστος
δαιμονόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονόπιστος
δαιμονόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμονόπιστος
δαιμονόπληκτα	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτε	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτες	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτη	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτης	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτο	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτοι	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτος	adj	που έχει πληγεί από δαίμονες
δαιμονόπληκτου	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτους	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπληκτων	=	δαιμονόπληκτος
δαιμονόπνευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόπνευστο
δαιμονόπνευστε	adj	κλητική ενικού του δαιμονόπνευστος
δαιμονόπνευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόπνευστη
δαιμονόπνευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαιμονόπνευστος
δαιμονόπνευστης	adj	γενική ενικού του δαιμονόπνευστη
δαιμονόπνευστο	adj	αιτιατική ενικού του δαιμονόπνευστος
δαιμονόπνευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαιμονόπνευστος
δαιμονόπνευστος	adj	που εμπνέεται ή παρακινείται από δαίμονα
δαιμονόπνευστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαιμονόπνευστος
δαιμονόπνευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαιμονόπνευστος
δαιμονόπνευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαιμονόπνευστος
δαιμόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμόνιο
δαιμόνιας	=	δαιμόνιος
δαιμόνιε	=	δαιμόνιος
δαιμόνιες	=	δαιμόνιος
δαιμόνιζα	=	δαιμονίζω
δαιμόνιζαν	=	δαιμονίζω
δαιμόνιζε	=	δαιμονίζω
δαιμόνιζες	=	δαιμονίζω
δαιμόνιο	noun	κακοποιό πνεύμα, δαίμονας
δαιμόνιοι	=	δαιμόνιος
δαιμόνιος	adj	πανέξυπνος και αποτελεσματικός
δαιμόνιου	=	δαιμόνιος
δαιμόνιους	=	δαιμόνιος
δαιμόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαιμονίζω
δαιμόνισμα	noun|rare	άλλη μορφή του δαιμονισμός
δαιμόνισσας	noun	γενική ενικού του δαιμόνισσα
δαιμόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαιμόνισσα
δαιμόνιων	=	δαιμόνιος
δαιμόνων	noun	γενική πληθυντικού του δαίμονας
δακ	abbrev	Δημοτική Αγορά Κυψέλης
δακα	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Κάσου
δακε	abbrev	εργατική συνδικαλιστική οργάνωση, προσκείμενη κυρίως προς το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας
δακοκτονία	noun	η καταπολέμηση του δάκου
δακοκτονίας	=	δακοκτονία
δακοκτονίες	=	δακοκτονία
δακοκτονιών	=	δακοκτονία
δακρυγόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρυγόνο
δακρυγόνας	=	δακρυγόνος
δακρυγόνε	=	δακρυγόνος
δακρυγόνες	=	δακρυγόνος
δακρυγόνο	noun	χημική ουσία —συνήθως σε αεροζόλ ή αέριο— που ερεθίζει έντονα τους οφθαλμούς και το αναπνευστικό, προκαλώντας δακρύρροια και παροδική αδυναμία, και χρησιμοποιείται κυρίως για έλεγχο ή διάλυση πλήθους
δακρυγόνοι	=	δακρυγόνος
δακρυγόνος	adj	που δημιουργεί δάκρυα
δακρυγόνου	=	δακρυγόνος
δακρυγόνους	=	δακρυγόνος
δακρυγόνων	=	δακρυγόνος
δακρυογόνα	=	δακρυογόνος
δακρυογόνας	=	δακρυογόνος
δακρυογόνε	=	δακρυογόνος
δακρυογόνες	=	δακρυογόνος
δακρυογόνο	=	δακρυογόνος
δακρυογόνοι	=	δακρυογόνος
δακρυογόνος	adj|formal	άλλη μορφή του δακρυγόνος
δακρυογόνου	=	δακρυογόνος
δακρυογόνους	=	δακρυογόνος
δακρυογόνων	=	δακρυογόνος
δακρυρροιών	noun	γενική πληθυντικού του δακρύρροια
δακρυρροώ	verb	χύνω δάκρυα, κλαίω ακατάπαυστα
δακρυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δάκρυσμα
δακρυσμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δακρυσμένος	adv	με δάκρυα
δακρυσμένε	verb	κλητική ενικού του δακρυσμένος
δακρυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρυσμένη
δακρυσμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακρυσμένος
δακρυσμένης	verb	γενική ενικού του δακρυσμένη
δακρυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του δακρυσμένος
δακρυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακρυσμένος
δακρυσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δακρύζω
δακρυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δακρυσμένος
δακρυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δακρυσμένος
δακρυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δακρυσμένος
δακρυϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρυϊκό
δακρυϊκέ	adj	κλητική ενικού του δακρυϊκός
δακρυϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρυϊκή
δακρυϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακρυϊκός
δακρυϊκής	adj	γενική ενικού του δακρυϊκή
δακρυϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακρυϊκός
δακρυϊκού	adj	γενική ενικού του δακρυϊκός
δακρυϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δακρυϊκός
δακρυϊκό	adj	αιτιατική ενικού του δακρυϊκός
δακρυϊκός	adj	αυτός που σχετίζεται με τα δάκρυα ή αναφέρεται σε αυτά
δακρυϊκών	adj	γενική πληθυντικού του δακρυϊκός
δακρύβρεκτα	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτε	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτες	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτη	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτης	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτο	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτοι	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτος	adj	λογιότερη μορφή του δακρύβρεχτος
δακρύβρεκτου	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτους	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεκτων	=	δακρύβρεκτος
δακρύβρεχτα	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτε	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτες	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτη	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτης	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτο	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτοι	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτος	adj	βρεγμένος από δάκρυα
δακρύβρεχτου	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτους	=	δακρύβρεχτος
δακρύβρεχτων	=	δακρύβρεχτος
δακρύζαμε	=	δακρύζω
δακρύζαν	=	δακρύζω
δακρύζανε	=	δακρύζω
δακρύζατε	=	δακρύζω
δακρύζει	=	δακρύζω
δακρύζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δακρύζω
δακρύζετε	=	δακρύζω
δακρύζομε	=	δακρύζω
δακρύζοντας	=	δακρύζω
δακρύζουμε	=	δακρύζω
δακρύζουν	=	δακρύζω
δακρύζουνε	=	δακρύζω
δακρύζω	verb	κλαίω, βγάζω δάκρυα (σταγόνες νερού) από τις άκρες των ματιών μου λόγω έντονης λύπης ή χαράς, αλλά και ως φυσιολογική αντίδραση σε εξωτερικό ερέθισμα όπως για παράδειγμα το κόψιμο κρεμμυδιού
δακρύου	noun	γενική ενικού του δάκρυ
δακρύρροια	noun	η φυσιολογική ή παθολογική εκροή δακρύων
δακρύρροιας	noun	γενική ενικού του δακρύρροια
δακρύρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρύρροια
δακρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσαν	=	δακρύζω
δακρύσανε	=	δακρύζω
δακρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάκρυσμα
δακρύσματος	noun	γενική ενικού του δάκρυσμα
δακρύσομε	=	δακρύζω
δακρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσουνε	=	δακρύζω
δακρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρύσχημο
δακρύσχημε	adj	κλητική ενικού του δακρύσχημος
δακρύσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακρύσχημη
δακρύσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακρύσχημος
δακρύσχημης	adj	γενική ενικού του δακρύσχημη
δακρύσχημο	adj	αιτιατική ενικού του δακρύσχημος
δακρύσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακρύσχημος
δακρύσχημος	adj	που έχει σχήμα δακρύου
δακρύσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δακρύσχημος
δακρύσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δακρύσχημος
δακρύσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δακρύσχημος
δακρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακρύζω
δακρύων	noun	γενική πληθυντικού του δάκρυ
δακτυλήθρα	=	δαχτυλήθρα
δακτυλίδι	noun	δαχτυλίδι
δακτυλίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλίδι
δακτυλίου	noun	γενική ενικού του δακτύλιος
δακτυλίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δακτύλιος
δακτυλίτιδα	noun	ποώδες φυτό του γένους Digitalis (γνωστό για τα σωληνοειδή άνθη «σαν δαχτυλήθρες») από το οποίο έχουν προκύψει καρδιοτονωτικές ουσίες, αλλά το ίδιο το φυτό είναι και τοξικό
δακτυλίτιδας	=	δακτυλίτιδα
δακτυλίτιδες	=	δακτυλίτιδα
δακτυλίτιδων	=	δακτυλίτιδα
δακτυλίων	noun	γενική πληθυντικού του δακτύλιος
δακτυλίωνα	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωναν	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωνε	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωνες	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωσα	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωσαν	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωσε	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωσες	=	δακτυλιώνω
δακτυλίωση	noun	η σήμανση πτηνού με ειδικό μεταλλικό ή πλαστικό δαχτυλίδι (συνήθως στο πόδι), ώστε να αναγνωρίζεται ατομικά και να παρακολουθούνται οι μετακινήσεις ή/και στοιχεία της ζωής του για επιστημονική μελέτη
δακτυλίωσης	=	δακτυλίωση
δακτυλιά	noun	άλλη μορφή του δαχτυλιά
δακτυλιάς	=	δακτυλιά
δακτυλιές	=	δακτυλιά
δακτυλιδιού	=	δακτυλίδι
δακτυλιδιών	=	δακτυλίδι
δακτυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλικό
δακτυλικέ	adj	κλητική ενικού του δακτυλικός
δακτυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλική
δακτυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακτυλικός
δακτυλικής	adj	γενική ενικού του δακτυλική
δακτυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακτυλικός
δακτυλικού	adj	γενική ενικού του δακτυλικός
δακτυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δακτυλικός
δακτυλικό	adj	αιτιατική ενικού του δακτυλικός
δακτυλικός	adj	σχετικός με το δάχτυλο
δακτυλικών	adj	γενική πληθυντικού του δακτυλικός
δακτυλιοειδές	=	δακτυλιοειδής
δακτυλιοειδή	=	δακτυλιοειδής
δακτυλιοειδής	adj	που έχει μορφή δακτυλίου
δακτυλιοειδείς	=	δακτυλιοειδής
δακτυλιοειδούς	=	δακτυλιοειδής
δακτυλιοειδών	=	δακτυλιοειδής
δακτυλιοειδώς	adv	έχοντας τη μορφή δακτυλίου
δακτυλιολίθου	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιολίθους	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιολίθων	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλισμέ	=	δακτυλισμός
δακτυλισμοί	=	δακτυλισμός
δακτυλισμού	=	δακτυλισμός
δακτυλισμούς	=	δακτυλισμός
δακτυλισμό	=	δακτυλισμός
δακτυλισμός	noun	η επιλεγμένη διάταξη και ακολουθία κινήσεων των δαχτύλων πάνω σε ένα μουσικό όργανο —και (ειδικότερα) η αντίστοιχη σήμανσή της στην παρτιτούρα
δακτυλισμών	=	δακτυλισμός
δακτυλιωμένα	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένε	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένες	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένη	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένης	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένο	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένοι	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένος	verb	με δακτύλιο (δαχτυλίδι) στο πόδι για την καταγραφή του
δακτυλιωμένου	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένους	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωμένων	=	δακτυλιωμένος
δακτυλιωτά	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτέ	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτές	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτή	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτής	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτοί	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτού	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτούς	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτό	=	δακτυλιωτός
δακτυλιωτός	adj	άλλη μορφή του δακτυλιωμένος
δακτυλιωτών	=	δακτυλιωτός
δακτυλιόλιθε	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιόλιθο	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιόλιθοι	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιόλιθος	noun	ο πολύτιμος λίθος (πετράδι) στο δέσιμο ενός δαχτυλιδιού
δακτυλιόλιθου	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιόλιθους	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιόλιθων	=	δακτυλιόλιθος
δακτυλιόσχημα	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημε	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημες	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημη	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημης	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημο	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημοι	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημος	adj	που έχει σχήμα δακτυλίου
δακτυλιόσχημου	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημους	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιόσχημων	=	δακτυλιόσχημος
δακτυλιών	=	δακτυλιά
δακτυλιώναμε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώναν	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνανε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνατε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνει	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνεις	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνετε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνοντας	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνουμε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνουν	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνουνε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώνω	verb	εφαρμόζω δακτυλίωση
δακτυλιώσαμε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώσαν	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώσανε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώσατε	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώσει	=	δακτυλιώνω
δακτυλιώσεις	=	δακτυλίωση
δακτυλιώσεων	=	δακτυλίωση
δακτυλιώστε	=	δακτυλιώνω
δακτυλοβάμον	=	δακτυλοβάμων
δακτυλοβάμονα	noun	ζώα που περπατούν πατώντας στο έδαφος με τα δάκτυλα κι όχι όλο το πέλμα
δακτυλοβάμονες	=	δακτυλοβάμων
δακτυλοβάμονος	=	δακτυλοβάμων
δακτυλοβάμονων	=	δακτυλοβάμονα
δακτυλοβάμων	adj|formal	που βαδίζει στα δάχτυλα των ποδιών (ιδίως ουδέτερο, για ζώα)
δακτυλοβαμόνων	=	δακτυλοβάμων
δακτυλοβρεκτήρας	noun|rare	μικρό επιτραπέζιο σκεύος με υγρό απορροφητικό υλικό, που υγραίνει ελαφρά τα δάχτυλα για ευκολότερο χειρισμό χαρτιού ή λεπτών φύλλων
δακτυλογράφε	noun	κλητική ενικού του δακτυλογράφος
δακτυλογράφει	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογράφηση	noun	η καταγραφή ενός κειμένου χρησιμοποιώντας το πληκτρολόγιο μιας γραφομηχανής ή ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή
δακτυλογράφησης	=	δακτυλογράφηση
δακτυλογράφο	noun	αιτιατική ενικού του δακτυλογράφος
δακτυλογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογράφος
δακτυλογράφος	noun	που έχει σαν επάγγελμα τη δακτυλογραφία
δακτυλογράφου	noun	γενική ενικού του δακτυλογράφος
δακτυλογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δακτυλογράφος
δακτυλογράφων	noun	γενική πληθυντικού του δακτυλογράφος
δακτυλογραφήθηκα	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφήθηκαν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφήθηκε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφήθηκες	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσαν	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσανε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσεων	=	δακτυλογράφηση
δακτυλογραφήσου	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσουνε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφία	noun	η τεχνική της χρήσης γραφομηχανής ή ηλεκτρονικού υπολογιστή για την καταγραφή κειμένου
δακτυλογραφίας	noun	γενική ενικού του δακτυλογραφία
δακτυλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφία
δακτυλογραφεί	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφείς	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφείσαι	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφείστε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφείται	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφείτε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφείτο	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφηθήκαμε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθήκαν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθήκανε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθήκατε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθείς	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφηθείτε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφηθούνε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφηθώ	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφημένο
δακτυλογραφημένε	verb	κλητική ενικού του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφημένη
δακτυλογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφημένης	verb	γενική ενικού του δακτυλογραφημένη
δακτυλογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφημένος	verb	που έχει δακτυλογραφηθεί
δακτυλογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δακτυλογραφημένος
δακτυλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφικό
δακτυλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφική
δακτυλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφικής	adj	γενική ενικού του δακτυλογραφική
δακτυλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφικού	adj	γενική ενικού του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφικός	adj	σχετικός με τη δακτυλογραφία
δακτυλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του δακτυλογραφικός
δακτυλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δακτυλογραφία
δακτυλογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούμασταν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούμαστε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούμε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούμουν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούμουνα	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούν	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούνε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούνται	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούνταν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούντο	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσα	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσαμε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσαν	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσανε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσασταν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούσαστε	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούσατε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσε	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσες	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφούσουν	=	δακτυλογραφούμαι
δακτυλογραφούσουνα	=	δακτυλογραφώ
δακτυλογραφώ	verb	πληκτρολογώ ένα κείμενο σε γραφομηχανή ή ηλεκτρονικό υπολογιστή
δακτυλογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δακτυλογραφώ
δακτυλοδεικτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλοδεικτούμενο
δακτυλοδεικτούμενε	verb	κλητική ενικού του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλοδεικτούμενη
δακτυλοδεικτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτούμενης	verb	γενική ενικού του δακτυλοδεικτούμενη
δακτυλοδεικτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτούμενος	adj|figurative	που δηλώνει πρόσωπο, πράγμα ή περίπτωση τα οποία γίνονται αντικείμενο δημόσιας επισήμανσης —συνήθως επικριτικής— και προβάλλονται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή, σπανιότερα προς μίμηση
δακτυλοδεικτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δακτυλοδεικτούμενος
δακτυλοδεικτώ	verb|dated	κατηγορώ κάποιον για κάτι ανήθικο ή και παράνομο
δακτυλοειδές	=	δακτυλοειδής
δακτυλοειδή	=	δακτυλοειδής
δακτυλοειδής	adj|formal	που το σχήμα του μοιάζει με δάκτυλο
δακτυλοειδείς	=	δακτυλοειδής
δακτυλοειδούς	=	δακτυλοειδής
δακτυλοειδών	=	δακτυλοειδής
δακτυλοκουκλών	=	δακτυλόκουκλα
δακτυλομπογιά	noun	άλλη μορφή του δαχτυλομπογιά
δακτυλομπογιάς	=	δακτυλομπογιά
δακτυλομπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δακτυλομπογιά, άλλη μορφή του δαχτυλομπογιές
δακτυλομπογιών	=	δακτυλομπογιά
δακτυλοσκοπήσεις	=	δακτυλοσκόπηση
δακτυλοσκοπήσεων	=	δακτυλοσκόπηση
δακτυλοσκοπία	noun	άλλη μορφή του δακτυλοσκόπηση
δακτυλοσκοπίας	=	δακτυλοσκοπία
δακτυλοσκοπίες	=	δακτυλοσκοπία
δακτυλοσκοπικά	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικέ	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικές	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπική	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικής	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικοί	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικού	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικούς	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικό	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη δακτυλοσκοπία / δακτυλοσκόπηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
δακτυλοσκοπικών	=	δακτυλοσκοπικός
δακτυλοσκοπιών	=	δακτυλοσκοπία
δακτυλοσκόπηση	noun	διαδικασία καταγραφής και ανάλυσης των μοναδικών γραμμώσεων των δακτύλων, με σκοπό την ασφαλή αναγνώριση ή ταυτοποίηση ενός προσώπου
δακτυλοσκόπησης	=	δακτυλοσκόπηση
δακτυλωτά	=	δακτυλωτός
δακτυλωτέ	=	δακτυλωτός
δακτυλωτές	=	δακτυλωτός
δακτυλωτή	=	δακτυλωτός
δακτυλωτής	=	δακτυλωτός
δακτυλωτοί	=	δακτυλωτός
δακτυλωτού	=	δακτυλωτός
δακτυλωτούς	=	δακτυλωτός
δακτυλωτό	=	δακτυλωτός
δακτυλωτός	adj	που έχει προεξοχές που μοιάζουν με δάχτυλα
δακτυλωτών	=	δακτυλωτός
δακτυλόγραφα	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφε	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφες	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφη	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφης	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφο	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφοι	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφος	adj	που έχει δακτυλογραφηθεί
δακτυλόγραφου	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφους	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόγραφων	=	δακτυλόγραφος
δακτυλόκουκλα	noun	μικρή κούκλα που εφαρμόζει σε δάχτυλο και κινείται με τα δάχτυλα για απλές θεατρικές ή παιδικές παραστάσεις
δακτυλόκουκλας	=	δακτυλόκουκλα
δακτυλόκουκλες	=	δακτυλόκουκλα
δακτύλιε	noun	κλητική ενικού του δακτύλιος
δακτύλιο	noun	αιτιατική ενικού του δακτύλιος
δακτύλιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δακτύλιος
δακτύλιος	noun	φυσικό σώμα με σχήμα περιφέρειας κύκλου, που μοιάζει με δαχτυλίδι
δακτύλιου	=	δακτύλιος
δακτύλιους	=	δακτύλιος
δακτύλου	noun	γενική ενικού του δάκτυλος
δακτύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δάκτυλος
δακτύλων	noun	γενική πληθυντικού του δάκτυλος
δαλάι	noun	θιβετιανός τιμητικός προσδιορισμός με τη σημασία «ωκεανός» —μεταφορικά «απέραντος»— που χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε σύνθετο τίτλο, για να δηλώσει το εύρος της πνευματικής σοφίας και αυθεντίας τού Δαλάι Λάμα
δαλε	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Λέρου
δαλματικά	=	δαλματικός
δαλματικέ	=	δαλματικός
δαλματικές	=	δαλματικός
δαλματική	=	δαλματικός
δαλματικής	=	δαλματικός
δαλματικοί	=	δαλματικός
δαλματικού	=	δαλματικός
δαλματικούς	=	δαλματικός
δαλματικό	=	δαλματικός
δαλματικός	adj	που αναφέρεται στη, ανήκει ή προέρχεται από τη Δαλματία ή τους Δαλματούς
δαλματικών	=	δαλματικός
δαλτονισμέ	noun	κλητική ενικού του δαλτονισμός
δαλτονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαλτονισμός
δαλτονισμού	noun	γενική ενικού του δαλτονισμός
δαλτονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαλτονισμός
δαλτονισμό	noun	αιτιατική ενικού του δαλτονισμός
δαλτονισμός	noun	δυσχρωματοψία
δαλτονισμών	noun	γενική πληθυντικού του δαλτονισμός
δαλτωνισμέ	noun	κλητική ενικού του δαλτωνισμός
δαλτωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαλτωνισμός
δαλτωνισμού	noun	γενική ενικού του δαλτωνισμός
δαλτωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαλτωνισμός
δαλτωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του δαλτωνισμός
δαλτωνισμός	noun	άλλη μορφή του δαλτονισμός
δαλτωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του δαλτωνισμός
δαμ	abbrev	ελληνική δημόσια αρχή η οποία εξετάζει ζητήματα μετανάστευσης και χορήγησης ασύλου
δαμάζαμε	=	δαμάζω
δαμάζαν	=	δαμάζω
δαμάζανε	=	δαμάζω
δαμάζατε	=	δαμάζω
δαμάζει	=	δαμάζω
δαμάζεις	=	δαμάζω
δαμάζεσαι	=	δαμάζω
δαμάζεστε	=	δαμάζω
δαμάζεται	=	δαμάζω
δαμάζετε	=	δαμάζω
δαμάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δαμάζω
δαμάζομε	=	δαμάζω
δαμάζονται	=	δαμάζω
δαμάζονταν	=	δαμάζω
δαμάζοντας	=	δαμάζω
δαμάζουμε	=	δαμάζω
δαμάζουν	=	δαμάζω
δαμάζουνε	=	δαμάζω
δαμάζω	verb	εκπαιδεύω άγριο ζώο, ώστε να εξημερωθεί ή να υπακούει σε κάποιες εντολές, τιθασεύω
δαμάλα	noun	η αγελάδα νεαρής ηλικίας που δεν έχει γεννήσει ακόμα
δαμάλας	noun	γενική ενικού του δαμάλα
δαμάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμάλα
δαμάλι	noun	μικρό μοσχάρι («2-3 ετών»)
δαμάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμάλι
δαμάλιζα	=	δαμαλίζω
δαμάλιζαν	=	δαμαλίζω
δαμάλιζε	=	δαμαλίζω
δαμάλιζες	=	δαμαλίζω
δαμάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσαν	=	δαμάζω
δαμάσανε	=	δαμάζω
δαμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμάσκο
δαμάσκηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμάσκηνο
δαμάσκηνο	noun	ο καρπός της δαμασκηνιάς
δαμάσκηνου	noun	γενική ενικού του δαμάσκηνο
δαμάσκηνων	noun	γενική πληθυντικού του δαμάσκηνο
δαμάσκο	noun	είδος πολύτιμου υφάσματος με διάφορα σχέδια
δαμάσκου	noun	γενική ενικού του δαμάσκο
δαμάσκων	noun	γενική πληθυντικού του δαμάσκο
δαμάσματα	=	δάμασμα
δαμάσματος	=	δάμασμα
δαμάσομε	=	δαμάζω
δαμάσου	=	δαμάζω
δαμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάσουνε	=	δαμάζω
δαμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμάστηκα	=	δαμάζω
δαμάστηκαν	=	δαμάζω
δαμάστηκε	=	δαμάζω
δαμάστηκες	=	δαμάζω
δαμάστριας	noun	γενική ενικού του δαμάστρια
δαμάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμάστρια
δαμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμάζω
δαμέ	=	εδώ
δαμαζόμασταν	=	δαμάζω
δαμαζόμαστε	=	δαμάζω
δαμαζόμουν	=	δαμάζω
δαμαζόμουνα	=	δαμάζω
δαμαζόντουσαν	=	δαμάζω
δαμαζόσασταν	=	δαμάζω
δαμαζόσαστε	=	δαμάζω
δαμαζόσουν	=	δαμάζω
δαμαζόσουνα	=	δαμάζω
δαμαζόταν	=	δαμάζω
δαμαζότανε	=	δαμάζω
δαμαλά	=	δαμαλάς
δαμαλάδες	=	δαμαλάς
δαμαλάδων	=	δαμαλάς
δαμαλάς	noun	άτομο που εκτρέφει δαμάλια
δαμαλίδα	noun	νεαρή αγελάδα
δαμαλίδας	=	δαμαλίδα
δαμαλίδες	=	δαμαλίδα
δαμαλίδων	=	δαμαλίδα
δαμαλίζαμε	=	δαμαλίζω
δαμαλίζαν	=	δαμαλίζω
δαμαλίζανε	=	δαμαλίζω
δαμαλίζατε	=	δαμαλίζω
δαμαλίζει	=	δαμαλίζω
δαμαλίζεις	=	δαμαλίζω
δαμαλίζετε	=	δαμαλίζω
δαμαλίζομαι	=	δαμαλίζω
δαμαλίζοντας	=	δαμαλίζω
δαμαλίζουμε	=	δαμαλίζω
δαμαλίζουν	=	δαμαλίζω
δαμαλίζουνε	=	δαμαλίζω
δαμαλίζω	verb	κάνω σε κάποιον το εμβόλιο για την ευλογιά
δαμαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσαν	=	δαμαλίζω
δαμαλίσανε	=	δαμαλίζω
δαμαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσια	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιας	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιε	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιες	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιο	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιοι	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιος	adj	που έχει σχέση με δαμάλι, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
δαμαλίσιου	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιους	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσιων	=	δαμαλίσιος
δαμαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαμαλίζω
δαμαλίτιδα	noun	λοιμική νόσος που εμφανίζεται σε αγελάδες ή άλογα
δαμαλίτιδας	=	δαμαλίτιδα
δαμαλίτιδες	=	δαμαλίτιδα
δαμαλίτιδων	=	δαμαλίτιδα
δαμαλιού	=	δαμάλι
δαμαλισμέ	noun	κλητική ενικού του δαμαλισμός
δαμαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαλισμένο
δαμαλισμένε	verb	κλητική ενικού του δαμαλισμένος
δαμαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαλισμένη
δαμαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαμαλισμένος
δαμαλισμένης	verb	γενική ενικού του δαμαλισμένη
δαμαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαμαλισμένος
δαμαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμαλισμένος
δαμαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δαμαλίζω
δαμαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαμαλισμένος
δαμαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαμαλισμένος
δαμαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαμαλισμένος
δαμαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμαλισμός
δαμαλισμού	noun	γενική ενικού του δαμαλισμός
δαμαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαμαλισμός
δαμαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του δαμαλισμός
δαμαλισμός	noun	ο εμβολιασμός για την καταπολέμηση της ευλογιάς
δαμαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του δαμαλισμός
δαμαλιών	=	δαμάλι
δαμαλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαλιώτικο
δαμαλιώτικε	adj	κλητική ενικού του δαμαλιώτικος
δαμαλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαλιώτικη
δαμαλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαμαλιώτικος
δαμαλιώτικης	adj	γενική ενικού του δαμαλιώτικη
δαμαλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του δαμαλιώτικος
δαμαλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμαλιώτικος
δαμαλιώτικος	adj	ο σχετικός με τοπωνύμια όπως Δαμαλάς, Δαμάλι
δαμαλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαμαλιώτικος
δαμαλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαμαλιώτικος
δαμαλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαμαλιώτικος
δαμαλών	noun	γενική πληθυντικού του δαμάλα
δαμαριωνίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαριωνίτικο
δαμαριωνίτικε	adj	κλητική ενικού του δαμαριωνίτικος
δαμαριωνίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαριωνίτικη
δαμαριωνίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαμαριωνίτικος
δαμαριωνίτικης	adj	γενική ενικού του δαμαριωνίτικη
δαμαριωνίτικο	adj	αιτιατική ενικού του δαμαριωνίτικος
δαμαριωνίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμαριωνίτικος
δαμαριωνίτικος	adj	ο σχετικός με τον Δαμαριώνα
δαμαριωνίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαμαριωνίτικος
δαμαριωνίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαμαριωνίτικος
δαμαριωνίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαμαριωνίτικος
δαμασκήνωση	noun	η τέχνη προσαρμογής χρυσών συρμάτων ή ελασμάτων σε ατσάλινα ή σιδερένια αντικείμενα
δαμασκήνωσης	noun	γενική ενικού του δαμασκήνωση
δαμασκί	noun	άλλη μορφή του δαμασκηνί • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση.	adj	άκλιτος τύπος του δαμασκής για όλα τα γένη
δαμασκηνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δαμασκηνός
δαμασκηνέ	adj	κλητική ενικού του δαμασκηνός
δαμασκηνέλαια	=	δαμασκηνέλαιο
δαμασκηνέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από δαμάσκηνα
δαμασκηνέλαιου	=	δαμασκηνέλαιο
δαμασκηνέλαιων	=	δαμασκηνέλαιο
δαμασκηνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασκηνή
δαμασκηνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαμασκηνός
δαμασκηνής	adj	που έχει χρώμα δαμασκηνί, το χρώμα του δαμάσκηνου
δαμασκηνί	noun	το χρώμα του δαμάσκηνου, συνδυασμός κόκκινου και μοβ	adj	άκλιτος τύπος του δαμασκηνής για όλα τα γένη
δαμασκηνείς	=	δαμασκηνής
δαμασκηνελαίου	=	δαμασκηνέλαιο
δαμασκηνελαίων	=	δαμασκηνέλαιο
δαμασκηνιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Prunus, με οδοντωτά φύλλα, μικρά λευκά άνθη και σκούρους μπλε ή μοβ ωοειδείς καρπούς, τα δαμάσκηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαμασκηνής
δαμασκηνιάς	noun	γενική ενικού του δαμασκηνιά
δαμασκηνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασκηνιά
δαμασκηνιοί	=	δαμασκηνής
δαμασκηνιού	=	δαμασκηνής
δαμασκηνιούς	=	δαμασκηνής
δαμασκηνιών	=	δαμασκηνιά
δαμασκηνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμασκηνός
δαμασκηνουργέ	noun	κλητική ενικού του δαμασκηνουργός
δαμασκηνουργία	noun	η δαμασκήνωση
δαμασκηνουργίας	noun	γενική ενικού του δαμασκηνουργία
δαμασκηνουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασκηνουργία
δαμασκηνουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασκηνουργείο
δαμασκηνουργείο	noun	το εργαστήριο του δαμασκηνουργού όπου γίνονται δαμασκηνώσεις
δαμασκηνουργείου	=	δαμασκηνουργείο
δαμασκηνουργείων	=	δαμασκηνουργείο
δαμασκηνουργιών	noun	γενική πληθυντικού του δαμασκηνουργία
δαμασκηνουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμασκηνουργός
δαμασκηνουργού	noun	γενική ενικού του δαμασκηνουργός
δαμασκηνουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαμασκηνουργός
δαμασκηνουργό	noun	αιτιατική ενικού του δαμασκηνουργός
δαμασκηνουργός	noun	τεχνίτης που κάνει δαμασκηνώσεις
δαμασκηνουργών	noun	γενική πληθυντικού του δαμασκηνουργός
δαμασκηνού	adj	γενική ενικού του δαμασκηνός
δαμασκηνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαμασκηνός
δαμασκηνό	adj	αιτιατική ενικού του δαμασκηνός
δαμασκηνός	adj	που έχει σχέση με τη Δαμασκό, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή
δαμασκηνών	adj	γενική πληθυντικού του δαμασκηνός
δαμασκηνώνω	verb	κάνω δαμασκήνωση
δαμασκηνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασκήνωση
δαμασκηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δαμασκήνωση
δαμασκηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δαμασκήνωση
δαμασκιά	=	δαμασκί
δαμασκιού	=	δαμασκί
δαμασκιών	=	δαμασκί
δαμασμάτων	=	δάμασμα
δαμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασμένο
δαμασμένε	verb	κλητική ενικού του δαμασμένος
δαμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμασμένη
δαμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαμασμένος
δαμασμένης	verb	γενική ενικού του δαμασμένη
δαμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαμασμένος
δαμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαμασμένος
δαμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δαμάζω
δαμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαμασμένος
δαμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαμασμένος
δαμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαμασμένος
δαμαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαμαστής
δαμαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαμαστής
δαμαστήκαμε	=	δαμάζω
δαμαστήκαν	=	δαμάζω
δαμαστήκανε	=	δαμάζω
δαμαστήκατε	=	δαμάζω
δαμαστής	noun	αυτός που δαμάζει κάποιον ή κάτι
δαμαστεί	=	δαμάζω
δαμαστείς	=	δαμάζω
δαμαστείτε	=	δαμάζω
δαμαστούμε	=	δαμάζω
δαμαστούν	=	δαμάζω
δαμαστούνε	=	δαμάζω
δαμαστριών	noun	γενική πληθυντικού του δαμάστρια
δαμαστώ	=	δαμάζω
δαμαστών	noun	γενική πληθυντικού του δαμαστής
δαμοκλείου	=	δαμόκλειος
δαμοκλείους	=	δαμόκλειος
δαμοκλείων	=	δαμόκλειος
δαμόκλεια	=	δαμόκλειος
δαμόκλειας	=	δαμόκλειος
δαμόκλειε	=	δαμόκλειος
δαμόκλειες	=	δαμόκλειος
δαμόκλειο	=	δαμόκλειος
δαμόκλειοι	=	δαμόκλειος
δαμόκλειος	adj	που σχετίζεται με τον Δαμοκλή, στη φράση
δαμόκλειου	=	δαμόκλειος
δαμόκλειους	=	δαμόκλειος
δαμόκλειων	=	δαμόκλειος
δαν	abbrev	διοικητική υπηρεσία του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, αρμόδια για τον σχεδιασμό, τον έλεγχο και την εφαρμογή μέτρων που διασφαλίζουν την ασφαλή διεξαγωγή της ναυσιπλοΐας
δανάκες	=	δανάκη
δανάκη	noun	αρχαίο περσικό νόμισμα (με αξία περίπου ίση -λίγο μεγαλύτερη- με έναν αττικό οβολό)
δανάκης	=	δανάκη
δανέ	=	δανός
δανέζα	noun	θηλυκό του Δανός, η Δανή
δανέζας	=	δανέζα
δανέζες	=	δανέζα
δανέζικα	adv	η δανέζικη γλώσσα
δανέζικε	adj	κλητική ενικού του δανέζικος
δανέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανέζικη
δανέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανέζικος
δανέζικης	adj	γενική ενικού του δανέζικη
δανέζικο	adj	αιτιατική ενικού του δανέζικος
δανέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανέζικος
δανέζικος	adj	δανικός, σχετικός με τη Δανία
δανέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δανέζικος
δανέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανέζικος
δανέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δανέζικος
δανέζων	=	δανέζα
δανή	=	δανός
δανακιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανακιώτικο
δανακιώτικε	adj	κλητική ενικού του δανακιώτικος
δανακιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανακιώτικη
δανακιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανακιώτικος
δανακιώτικης	adj	γενική ενικού του δανακιώτικη
δανακιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του δανακιώτικος
δανακιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανακιώτικος
δανακιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Δανακό, χωριό της Νάξου
δανακιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δανακιώτικος
δανακιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανακιώτικος
δανακιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δανακιώτικος
δανακών	=	δανάκη
δανδή	=	δανδής
δανδήδες	=	δανδής
δανδήδων	=	δανδής
δανδής	noun	άτομο με επιτηδευμένο ντύσιμο και προσποιητούς αριστοκρατικούς τρόπους
δανδελίον	=	δανδελίων
δανδελίονα	=	δανδελίων
δανδελίονες	=	δανδελίων
δανδελίονος	=	δανδελίων
δανδελίων	noun	κοινή ονομασία φυτών του γένους Taraxacum, ιδίως του Taraxacum officinale, με ρόδακα φύλλων στη βάση, κίτρινες ανθοκεφαλές και ελαφρούς ξηρούς μονόσπερμους καρπούς με πάππο που διασπείρονται με τον άνεμο
δανδελιόνων	=	δανδελίων
δανδισμέ	noun	κλητική ενικού του δανδισμός
δανδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανδισμός
δανδισμού	noun	γενική ενικού του δανδισμός
δανδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δανδισμός
δανδισμό	noun	αιτιατική ενικού του δανδισμός
δανδισμός	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δανδή, όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την συμπεριφορά ατόμου με επιτηδευμένο ντύσιμο και προσποιητούς αριστοκρατικούς τρόπους
δανδισμών	noun	γενική πληθυντικού του δανδισμός
δανείζαμε	=	δανείζω
δανείζαν	=	δανείζω
δανείζανε	=	δανείζω
δανείζατε	=	δανείζω
δανείζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δανείζω
δανείζεις	=	δανείζω
δανείζεσαι	=	δανείζω
δανείζεστε	=	δανείζω
δανείζεται	=	δανείζω
δανείζετε	=	δανείζω
δανείζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δανείζω
δανείζομε	=	δανείζω
δανείζον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δανείζων
δανείζοντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δανείζων
δανείζονται	=	δανείζω
δανείζονταν	=	δανείζω
δανείζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δανείζω
δανείζοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δανείζων
δανείζοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του δανείζων
δανείζουμε	=	δανείζω
δανείζουν	=	δανείζω
δανείζουνε	=	δανείζω
δανείζουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανείζων
δανείζουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του δανείζων
δανείζουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του δανείζων
δανείζω	verb	δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
δανείζων	=	δανείζω
δανείου	noun	γενική ενικού του δάνειο
δανείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείσαν	=	δανείζω
δανείσανε	=	δανείζω
δανείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείσει	verb	απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του δανείζω
δανείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείσθηκα	=	δανείζω
δανείσθηκαν	verb|formal	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
δανείσθηκε	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
δανείσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάνεισμα
δανείσματος	noun	γενική ενικού του δάνεισμα
δανείσομε	=	δανείζω
δανείσου	=	δανείζω
δανείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείσουνε	=	δανείζω
δανείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
δανείστηκαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
δανείστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
δανείστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανείστρια	noun	αυτή που χορηγεί ένα χρηματικό δάνειο
δανείστριας	noun	γενική ενικού του δανείστρια
δανείστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανείστρια
δανείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζω
δανείων	noun	γενική πληθυντικού του δάνειο
δανειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειακό	adv	με δάνειο
δανειακέ	adj	κλητική ενικού του δανειακός
δανειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειακή
δανειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανειακός
δανειακής	adj	γενική ενικού του δανειακή
δανειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανειακός
δανειακού	adj	γενική ενικού του δανειακός
δανειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανειακός
δανειακό	adj	αιτιατική ενικού του δανειακός
δανειακός	adj	που αναφέρεται στα δάνεια και το δανεισμό
δανειακών	adj	γενική πληθυντικού του δανειακός
δανειζουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του δανείζων
δανειζούσης	=	δανείζω
δανειζόμασταν	=	δανείζω
δανειζόμαστε	=	δανείζω
δανειζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενε	verb	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενος	verb	που δανείζεται χρήματα η αντικείμενα, κυρίως όμως το πρώτο, εκείνος που παίρνει δάνειο
δανειζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του δανειζόμενος
δανειζόμενους	=	δανειζόμενος
δανειζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του δανειζόμενος
δανειζόμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του δανείζω
δανειζόμουνα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του δανείζω
δανειζόντουσαν	=	δανείζω
δανειζόντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του δανείζων
δανειζόσασταν	=	δανείζω
δανειζόσαστε	=	δανείζω
δανειζόσουν	=	δανείζω
δανειζόσουνα	=	δανείζω
δανειζόταν	=	δανείζω
δανειζότανε	=	δανείζω
δανεικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανεικό	adv	χρήματα που δανείζεται κάποιος
δανεικέ	adj	κλητική ενικού του δανεικός
δανεικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανεική
δανεική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανεικός
δανεικής	adj	γενική ενικού του δανεική
δανεικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανεικός
δανεικού	adj	γενική ενικού του δανεικός
δανεικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανεικός
δανεικό	adj	αιτιατική ενικού του δανεικός
δανεικός	adj	που τον έχει δανείσει κάποιος σε κάποιον άλλον (συνήθως για χρήματα ή αντικείμενα)
δανεικών	adj	γενική πληθυντικού του δανεικός
δανειοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειοδότηση
δανειοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήσεων	=	δανειοδότηση
δανειοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειοδοτημένο
δανειοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του δανειοδοτημένος
δανειοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειοδοτημένη
δανειοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανειοδοτημένος
δανειοδοτημένης	verb	γενική ενικού του δανειοδοτημένη
δανειοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του δανειοδοτημένος
δανειοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανειοδοτημένος
δανειοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δανειοδοτώ
δανειοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δανειοδοτημένος
δανειοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δανειοδοτημένος
δανειοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δανειοδοτημένος
δανειοδοτικά	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικέ	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικές	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτική	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικής	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικοί	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικού	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικούς	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικό	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτικός	adj	που έχει σχέση με δανειοδότη ή δανειοδότηση ή αναφέρεται σʼ αυτά
δανειοδοτικών	=	δανειοδοτικός
δανειοδοτριών	=	δανειοδότης
δανειοδοτώ	verb	δίνω δάνειο σε κάποιον· λέγεται για το κράτος ή για τράπεζες
δανειοδοτών	=	δανειοδότης
δανειοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδότες	=	δανειοδότης
δανειοδότη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δανειοδότης
δανειοδότης	noun|figurative	κάποιος που δίνει / χορηγεί δάνειο
δανειοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανειοδοτώ
δανειοδότηση	noun	η ενέργεια του δανειοδοτώ, η χορήγηση δανείου
δανειοδότησης	=	δανειοδότηση
δανειοδότρια	=	δανειοδότης
δανειοδότριας	=	δανειοδότης
δανειοδότριες	=	δανειοδότης
δανειοθάλαμε	=	δανειοθάλαμος
δανειοθάλαμο	=	δανειοθάλαμος
δανειοθάλαμοι	=	δανειοθάλαμος
δανειοθάλαμος	noun	χώρος απ’ όπου μπορεί μια τεχνική εταιρεία να λαμβάνει αδρανή υλικά (με εκσκαφή ή άλλους τρόπους)
δανειοθάλαμου	=	δανειοθάλαμος
δανειοθάλαμους	=	δανειοθάλαμος
δανειοθάλαμων	=	δανειοθάλαμος
δανειοθαλάμου	=	δανειοθάλαμος
δανειοθαλάμους	=	δανειοθάλαμος
δανειοθαλάμων	=	δανειοθάλαμος
δανειολήπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειολήπτης
δανειολήπτη	=	δανειολήπτης
δανειολήπτης	noun	αυτός που παίρνει δάνειο
δανειολήπτρια	noun	αυτή που παίρνει δάνειο
δανειολήπτριας	noun	γενική ενικού του δανειολήπτρια
δανειολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειολήπτρια
δανειοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειοληπτικό
δανειοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του δανειοληπτικός
δανειοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειοληπτική
δανειοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανειοληπτικός
δανειοληπτικής	adj	γενική ενικού του δανειοληπτική
δανειοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανειοληπτικός
δανειοληπτικού	adj	γενική ενικού του δανειοληπτικός
δανειοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανειοληπτικός
δανειοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του δανειοληπτικός
δανειοληπτικός	adj	που αναφέρεται στη λήψη δανείου
δανειοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του δανειοληπτικός
δανειοληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του δανειολήπτρια
δανειοληπτών	=	δανειολήπτης
δανειοληψία	noun	οικονομική πράξη κατά την οποία ένα πρόσωπο ή φορέας αποκτά προσωρινά κεφάλαια, αγαθά ή τίτλους από άλλον, υπό μορφή δανείου, με θεσμικά ή συμβατικά καθορισμένη υποχρέωση επιστροφής τους, συνήθως με αντάλλαγμα / τόκο
δανειοληψίας	=	δανειοληψία
δανειοληψίες	=	δανειοληψία
δανειοληψιών	=	δανειοληψία
δανεισθεί	=	δανείζω
δανεισθεῖ	verb|formal	πολυτονική γραφή του δανεισθεί· απαρέμφατο παθητικού αορίστου του δανείζω
δανεισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δάνεισμα
δανεισμέ	noun	κλητική ενικού του δανεισμός
δανεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανεισμένο
δανεισμένε	verb	κλητική ενικού του δανεισμένος
δανεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανεισμένη
δανεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανεισμένος
δανεισμένης	verb	γενική ενικού του δανεισμένη
δανεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δανεισμένος
δανεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανεισμένος
δανεισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δανείζω
δανεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δανεισμένος
δανεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δανεισμένος
δανεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δανεισμένος
δανεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανεισμός
δανεισμού	noun	γενική ενικού του δανεισμός
δανεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δανεισμός
δανεισμό	noun	αιτιατική ενικού του δανεισμός
δανεισμός	noun	το να δανείζομαι κάτι που θα επιστρέψω
δανεισμών	noun	γενική πληθυντικού του δανεισμός
δανειστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειστής
δανειστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δανειστής
δανειστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστήκαν	=	δανείζω
δανειστήκανε	=	δανείζω
δανειστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστήρια	=	δανειστήριο
δανειστήριο	noun	τράπεζα ή άλλο μέρος απ’ το οποίο μπορεί κάποιος να δανειστεί
δανειστήριου	=	δανειστήριο
δανειστήριων	=	δανειστήριο
δανειστής	noun	αυτός που χορηγεί ένα χρηματικό δάνειο
δανειστεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του δανείζω
δανειστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστεῖ	verb	πολυτονική γραφή του δανειστεί· απαρέμφατο παθητικού αορίστου του δανείζω
δανειστηρίου	=	δανειστήριο
δανειστηρίων	=	δανειστήριο
δανειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειστικό
δανειστικέ	adj	κλητική ενικού του δανειστικός
δανειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανειστική
δανειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανειστικός
δανειστικής	adj	γενική ενικού του δανειστική
δανειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανειστικός
δανειστικού	adj	γενική ενικού του δανειστικός
δανειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανειστικός
δανειστικό	adj	αιτιατική ενικού του δανειστικός
δανειστικός	adj	σχετικός με τη χορήγηση δανείου
δανειστικών	adj	γενική πληθυντικού του δανειστικός
δανειστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστούνε	=	δανείζω
δανειστριών	noun	γενική πληθυντικού του δανείστρια
δανειστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δανείζομαι
δανειστών	noun	γενική πληθυντικού του δανειστής
δανικά	noun	δανική ή δανέζικη γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στη Δανία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανικό
δανικέ	adj	κλητική ενικού του δανικός
δανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δανική
δανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δανικός
δανικής	adj	γενική ενικού του δανική
δανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δανικός
δανικού	adj	γενική ενικού του δανικός
δανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δανικός
δανικό	adj	αιτιατική ενικού του δανικός
δανικός	adj	που προέρχεται από τη Δανία ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή ή τους κατοίκους της
δανικών	adj	γενική πληθυντικού του δανικός
δανοί	=	δανός
δανού	=	δανός
δανούς	=	δανός
δαντέλα	noun	λεπτό διάτρητο πλέγμα από λινή, μεταξωτή ή βαμβακερή κλωστή και με επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά μοτίβα
δαντέλας	noun	γενική ενικού του δαντέλα
δαντέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαντέλα
δαντέλλα	noun|dated	μη απλοποιημένη γραφή του δαντέλα
δαντέλλας	=	δαντέλλα
δαντέλλες	=	δαντέλλα
δαντελένια	=	δαντελένιος
δαντελένιας	=	δαντελένιος
δαντελένιε	=	δαντελένιος
δαντελένιες	=	δαντελένιος
δαντελένιια	=	δαντελένιος
δαντελένιιο	=	δαντελένιος
δαντελένιο	=	δαντελένιος
δαντελένιοι	=	δαντελένιος
δαντελένιος	adj	φτιαγμένος από δαντέλα
δαντελένιου	=	δαντελένιος
δαντελένιους	=	δαντελένιος
δαντελένιων	=	δαντελένιος
δαντελλωτά	=	δαντελλωτός
δαντελλωτέ	=	δαντελλωτός
δαντελλωτές	=	δαντελλωτός
δαντελλωτή	=	δαντελλωτός
δαντελλωτής	=	δαντελλωτός
δαντελλωτοί	=	δαντελλωτός
δαντελλωτού	=	δαντελλωτός
δαντελλωτούς	=	δαντελλωτός
δαντελλωτό	=	δαντελλωτός
δαντελλωτός	adj	παρωχημένη γραφή του δαντελωτός μη απλποιημένη, κατά το δαντέλλα όπως το γαλλικό dentelle
δαντελλωτών	=	δαντελλωτός
δαντελλών	=	δαντέλλα
δαντελωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαντελωτό
δαντελωτέ	adj	κλητική ενικού του δαντελωτός
δαντελωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαντελωτή
δαντελωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαντελωτός
δαντελωτής	adj	γενική ενικού του δαντελωτή
δαντελωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαντελωτός
δαντελωτού	adj	γενική ενικού του δαντελωτός
δαντελωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαντελωτός
δαντελωτό	adj	αιτιατική ενικού του δαντελωτός
δαντελωτός	adj	διακοσμημένος με δαντέλα
δαντελωτών	adj	γενική πληθυντικού του δαντελωτός
δαντελών	noun	γενική πληθυντικού του δαντέλα
δαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαντικό
δαντικέ	adj	κλητική ενικού του δαντικός
δαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαντική
δαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαντικός
δαντικής	adj	γενική ενικού του δαντική
δαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαντικός
δαντικού	adj	γενική ενικού του δαντικός
δαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαντικός
δαντικό	adj	αιτιατική ενικού του δαντικός
δαντικός	adj	ο σχετικός με το έργο του Δάντη
δαντικών	adj	γενική πληθυντικού του δαντικός
δανό	=	δανός
δανός	noun	ο Δανός
δανών	=	δανός
δαοε	abbrev	Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος: ειδική κεντρική υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τον εντοπισμό, τη διερεύνηση και την εξάρθρωση οργανωμένων εγκληματικών ομάδων και σοβαρών μορφών εγκληματικότητας (π.χ. ναρκωτικά, διακίνηση ανθρώπων, οικονομικά εγκλήματα), με συντονιστικό και επιχειρησιακό ρόλο σε εθνικό και διεθνές επίπεδο
δαπάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαπάνη
δαπάνη	noun	το να δίνει κάποιος ένα χρηματικό ποσό για ένα αγαθό ή υπηρεσία
δαπάνημα	noun|rare	ό,τι έχει δαπανηθεί (σε χρήμα ή σε είδος)
δαπάνης	=	δαπάνη
δαπάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπέδου	noun	γενική ενικού του δάπεδο
δαπέδων	noun	γενική πληθυντικού του δάπεδο
δαπανάω	verb	άλλη μορφή του δαπανώ
δαπανήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαπάνημα
δαπανήματος	noun	γενική ενικού του δαπάνημα
δαπανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαπανώ
δαπανηθέν	=	δαπανηθείς
δαπανηθέντα	=	δαπανηθείς
δαπανηθέντας	=	δαπανηθείς
δαπανηθέντες	=	δαπανηθείς
δαπανηθέντος	=	δαπανηθείς
δαπανηθέντων	=	δαπανηθείς
δαπανηθείς	verb	που δαπανήθηκε, που ξοδεύτηκε (όχι για έμψυχα)
δαπανηθείσα	=	δαπανηθείς
δαπανηθείσας	=	δαπανηθείς
δαπανηθείσες	=	δαπανηθείς
δαπανηθείσης	=	δαπανηθείς
δαπανηθεισών	=	δαπανηθείς
δαπανημάτων	noun	γενική πληθυντικού του δαπάνημα
δαπανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαπανημένο
δαπανημένε	verb	κλητική ενικού του δαπανημένος
δαπανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαπανημένη
δαπανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαπανημένος
δαπανημένης	verb	γενική ενικού του δαπανημένη
δαπανημένο	verb	αιτιατική ενικού του δαπανημένος
δαπανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαπανημένος
δαπανημένος	verb	που τον έχουμε δαπανήσει
δαπανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαπανημένος
δαπανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαπανημένος
δαπανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαπανημένος
δαπανηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαπανηρό	adv	με δαπανηρό τρόπο
δαπανηρέ	adj	κλητική ενικού του δαπανηρός
δαπανηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαπανηρή
δαπανηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαπανηρός
δαπανηρής	adj	γενική ενικού του δαπανηρή
δαπανηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαπανηρός
δαπανηρού	adj	γενική ενικού του δαπανηρός
δαπανηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαπανηρός
δαπανηρό	adj	αιτιατική ενικού του δαπανηρός
δαπανηρός	adj	που απαιτεί μεγάλη δαπάνη για να αποκτηθεί, διεξαχθεί ή συντηρηθεί
δαπανηρών	adj	γενική πληθυντικού του δαπανηρός
δαπανιέμαι	=	δαπανώμαι
δαπανούσα	=	δαπανώ
δαπανώ	verb	καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό για την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών
δαπανώμαι	verb	ξοδεύομαι (για χρήματα, δυνάμεις (όχι για έλλογα πλάσματα)
δαπανών	noun	γενική πληθυντικού του δαπάνη
δαπανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δαπανώ / δαπανάω
δαπεδοστρώσεις	=	δαπεδόστρωση
δαπεδοστρώσεων	=	δαπεδόστρωση
δαπεδόστρωση	noun	ομοιόμορφη επικάλυψη δαπέδου, π.χ. με πλακάκια
δαπεδόστρωσης	=	δαπεδόστρωση
δαρβίνεια	=	δαρβίνειος
δαρβίνειας	=	δαρβίνειος
δαρβίνειε	=	δαρβίνειος
δαρβίνειες	=	δαρβίνειος
δαρβίνειο	=	δαρβίνειος
δαρβίνειοι	=	δαρβίνειος
δαρβίνειος	adj	που έχει σχέση με τον Δαρβίνο ή τον δαρβινισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά
δαρβίνειου	=	δαρβίνειος
δαρβίνειους	=	δαρβίνειος
δαρβίνειων	=	δαρβίνειος
δαρβινικά	=	δαρβινικός
δαρβινικέ	=	δαρβινικός
δαρβινικές	=	δαρβινικός
δαρβινική	=	δαρβινικός
δαρβινικής	=	δαρβινικός
δαρβινικοί	=	δαρβινικός
δαρβινικού	=	δαρβινικός
δαρβινικούς	=	δαρβινικός
δαρβινικό	=	δαρβινικός
δαρβινικός	adj	που έχει σχέση με τον Δαρβίνο ή τον δαρβινισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά
δαρβινικών	=	δαρβινικός
δαρβινισμέ	noun	κλητική ενικού του δαρβινισμός
δαρβινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαρβινισμός
δαρβινισμού	noun	γενική ενικού του δαρβινισμός
δαρβινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαρβινισμός
δαρβινισμό	noun	αιτιατική ενικού του δαρβινισμός
δαρβινισμός	noun	η θεωρία του Δαρβίνου για την κοινή καταγωγή όλων των μορφών ζωής και την εξέλιξή τους μέσω της φυσικής επιλογής
δαρβινισμών	noun	γενική πληθυντικού του δαρβινισμός
δαρβινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαρβινιστής
δαρβινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δαρβινιστής
δαρβινιστής	noun	αυτός που υποστηρίζει τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου και την αρχή της φυσικής επιλογής
δαρβινιστών	noun	γενική πληθυντικού του δαρβινιστής
δαρθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθήκαν	=	δέρνω
δαρθήκανε	=	δέρνω
δαρθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρθούνε	=	δέρνω
δαρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνομαι
δαρμέ	noun	κλητική ενικού του δαρμός
δαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαρμένο
δαρμένε	verb	κλητική ενικού του δαρμένος
δαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαρμένη
δαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαρμένος
δαρμένης	verb	γενική ενικού του δαρμένη
δαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαρμένος
δαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαρμένος
δαρμένος	verb	που τον έχουν δείρει, τον έχουν χτυπήσει
δαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαρμένος
δαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαρμένος
δαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαρμένος
δαρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαρμός
δαρμού	noun	γενική ενικού του δαρμός
δαρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαρμός
δαρμό	noun	αιτιατική ενικού του δαρμός
δαρμός	noun	η ενέργεια του δέρνω, το δάρσιμο, ο ξυλοδαρμός
δαρμών	noun	γενική πληθυντικού του δαρμός
δαρσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάρσιμο
δαρσίματος	noun	γενική ενικού του δάρσιμο
δαρσιμάτων	=	δάρσιμο
δαρτών	=	δάρτης
δας	abbrev	η διεύθυνση που έχει στην ευθύνη της τα ελικόπτερα του Ελληνικού Στρατού ξηράς
δασά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασό
δασάκι	noun	μικρό δάσος
δασάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασάκι
δασάρχα	=	δασάρχης
δασάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασάρχης
δασάρχη	=	δασάρχης
δασάρχης	noun	επικεφαλής του δασαρχείου
δασάρχου	=	δασάρχης
δασέ	adj	κλητική ενικού του δασός
δασέα	=	δασύς
δασέος	noun	γενική ενικού του δασύς
δασές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασή
δασέων	=	δασύς
δασέως	adv	με δασύ τρόπο
δασή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασός
δασής	adj	γενική ενικού του δασή
δασαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασαρχείο
δασαρχείο	noun	η δασική υπηρεσία, η δημόσια υπηρεσία που έχει υπό την ευθύνη της τις δασικές περιοχές
δασαρχείου	noun	γενική ενικού του δασαρχείο
δασαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του δασαρχείο
δασαρχών	=	δασάρχης
δασεία	noun	το διακριτικό σημάδι που τίθεται στο πολυτονικό σύστημα γραφής πάνω στο αρχικό ρ και στα αρχικά φωνήεντα συγκεκριμένων λέξεων οι οποίες στην αρχαιότητα προφέρονταν με δασύ πνεύμα
δασείας	noun	γενική ενικού του δασεία
δασείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασεία
δασείς	=	δασύς
δασειών	noun	γενική πληθυντικού του δασεία
δασιά	=	δασός
δασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασικό
δασικέ	adj	κλητική ενικού του δασικός
δασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασική
δασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασικός
δασικής	adj	γενική ενικού του δασική
δασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασικός
δασικού	adj	γενική ενικού του δασικός
δασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασικός
δασικό	adj	αιτιατική ενικού του δασικός
δασικός	adj	που αναφέρεται στο δάσος ή προέρχεται από αυτό
δασικών	adj	γενική πληθυντικού του δασικός
δασκάλα	noun	αυτή που διδάσκει
δασκάλας	noun	γενική ενικού του δασκάλα
δασκάλεμα	noun	το να δίνει κάποιος συμβουλές και νουθεσίες
δασκάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκάλα
δασκάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκάλισσα	noun	δασκάλα
δασκάλισσας	noun	γενική ενικού του δασκάλισσα
δασκάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκάλισσα
δασκάλοι	=	δάσκαλος
δασκάλου	noun	γενική ενικού του δάσκαλος
δασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δάσκαλος
δασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του δάσκαλος
δασκαλάκι	noun	ο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος
δασκαλάκια	=	δασκαλάκι
δασκαλάκο	noun	αιτιατική ενικού του δασκαλάκος
δασκαλάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασκαλάκος
δασκαλάκος	noun	ο νεαρός δάσκαλος· (κατ’ επέκταση) ο άπειρος δάσκαλος
δασκαλάκου	noun	γενική ενικού του δασκαλάκος
δασκαλάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δασκαλάκος
δασκαλάκων	noun	γενική πληθυντικού του δασκαλάκος
δασκαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκάλεμα
δασκαλέματος	noun	γενική ενικού του δασκάλεμα
δασκαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασκαλεύω
δασκαλίκι	noun|vulgar	η επαγγελματική ιδιότητα του δασκάλου, το να είναι κανείς δάσκαλος και να διδάσκει
δασκαλίκια	=	δασκαλίκι
δασκαλίστικα	=	δασκαλίστικος
δασκαλίστικε	adj	κλητική ενικού του δασκαλίστικος
δασκαλίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλίστικη
δασκαλίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασκαλίστικος
δασκαλίστικης	adj	γενική ενικού του δασκαλίστικη
δασκαλίστικο	adj	αιτιατική ενικού του δασκαλίστικος
δασκαλίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασκαλίστικος
δασκαλίστικος	adj	που μιμείται κατά τρόπο ενοχλητικό τους τρόπους ενός δασκάλου
δασκαλίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δασκαλίστικος
δασκαλίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασκαλίστικος
δασκαλίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δασκαλίστικος
δασκαλίτσα	noun	δασκάλα νεαρής ηλικίας (μπορεί να ειπωθεί και μειωτικά)
δασκαλίτσας	noun	γενική ενικού του δασκαλίτσα
δασκαλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλίτσα
δασκαλειά	=	δασκαλειό
δασκαλειού	=	δασκαλειό
δασκαλειό	noun|vulgar	το σχολείο
δασκαλειών	=	δασκαλειό
δασκαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δασκάλεμα
δασκαλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλεμένο
δασκαλεμένε	verb	κλητική ενικού του δασκαλεμένος
δασκαλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλεμένη
δασκαλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασκαλεμένος
δασκαλεμένης	verb	γενική ενικού του δασκαλεμένη
δασκαλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του δασκαλεμένος
δασκαλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασκαλεμένος
δασκαλεμένος	verb	που τον έχουν δασκαλέψει τι να πει και πώς να φερθεί
δασκαλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δασκαλεμένος
δασκαλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δασκαλεμένος
δασκαλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δασκαλεμένος
δασκαλεύω	verb	καθοδηγώ κάποιον στο πώς να φερθεί και στο τι να πει
δασκαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλικό
δασκαλικέ	adj	κλητική ενικού του δασκαλικός
δασκαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλική
δασκαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασκαλικός
δασκαλικής	adj	γενική ενικού του δασκαλική
δασκαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασκαλικός
δασκαλικού	adj	γενική ενικού του δασκαλικός
δασκαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασκαλικός
δασκαλικό	adj	αιτιατική ενικού του δασκαλικός
δασκαλικός	adj	συνώνυμο του διδασκαλικός
δασκαλικών	adj	γενική πληθυντικού του δασκαλικός
δασκαλισμέ	noun	κλητική ενικού του δασκαλισμός
δασκαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασκαλισμός
δασκαλισμού	noun	γενική ενικού του δασκαλισμός
δασκαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δασκαλισμός
δασκαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του δασκαλισμός
δασκαλισμός	noun	η συμπεριφορά ή η νοοτροπία ενός σχολαστικού ή στενοκέφαλου δασκάλου
δασκαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του δασκαλισμός
δασκαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του δασκάλισσα
δασκαλοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλοκεντρικό
δασκαλοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλοκεντρική
δασκαλοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοκεντρικής	adj	γενική ενικού του δασκαλοκεντρική
δασκαλοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοκεντρικού	adj	γενική ενικού του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοκεντρικός	adj	που ο δάσκαλος έχει κεντρικό ρόλο στη μαθησιακή διαδικασία κι όχι ο μαθητής
δασκαλοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του δασκαλοκεντρικός
δασκαλοπαίδι	noun	ο γιος ή η κόρη ενός δασκάλου
δασκαλοπαίδια	=	δασκαλοπαίδι
δασκαλοπαιδιού	=	δασκαλοπαίδι
δασκαλοπαιδιών	=	δασκαλοπαίδι
δασκαλοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασκαλοπούλα
δασκαλόπαιδα	=	δασκαλόπαιδο
δασκαλόπαιδο	noun	άλλη μορφή του δασκαλοπαίδι
δασκαλόπαιδου	=	δασκαλόπαιδο
δασκαλόπαιδων	=	δασκαλόπαιδο
δασκαλόπουλα	=	δασκαλόπουλο
δασκαλόπουλο	noun	το δασκαλοπαίδι, το δασκαλόπαιδο
δασκαλόπουλου	=	δασκαλόπουλο
δασκαλόπουλων	=	δασκαλόπουλο
δασμέ	noun	κλητική ενικού του δασμός
δασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασμός
δασμοβίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμοβίωτο
δασμοβίωτε	adj	κλητική ενικού του δασμοβίωτος
δασμοβίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμοβίωτη
δασμοβίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασμοβίωτος
δασμοβίωτης	adj	γενική ενικού του δασμοβίωτη
δασμοβίωτο	adj	αιτιατική ενικού του δασμοβίωτος
δασμοβίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασμοβίωτος
δασμοβίωτος	adj	που στηρίζει την ύπαρξή του στους δασμούς
δασμοβίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δασμοβίωτος
δασμοβίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασμοβίωτος
δασμοβίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δασμοβίωτος
δασμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολόγηση
δασμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήσεων	=	δασμολόγηση
δασμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολογία	noun	η μελέτη των δασμών
δασμολογίας	noun	γενική ενικού του δασμολογία
δασμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολογία
δασμολογίου	noun	γενική ενικού του δασμολόγιο
δασμολογίων	noun	γενική πληθυντικού του δασμολόγιο
δασμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολογημένο
δασμολογημένε	verb	κλητική ενικού του δασμολογημένος
δασμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολογημένη
δασμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασμολογημένος
δασμολογημένης	verb	γενική ενικού του δασμολογημένη
δασμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του δασμολογημένος
δασμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασμολογημένος
δασμολογημένος	verb	που έχει δασμολογηθεί, έχει υποβληθεί σε δασμούς
δασμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δασμολογημένος
δασμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δασμολογημένος
δασμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δασμολογημένος
δασμολογητέα	=	δασμολογητέος
δασμολογητέας	=	δασμολογητέος
δασμολογητέε	=	δασμολογητέος
δασμολογητέες	=	δασμολογητέος
δασμολογητέο	=	δασμολογητέος
δασμολογητέοι	=	δασμολογητέος
δασμολογητέος	adj	που πρέπει να δασμολογηθεί
δασμολογητέου	=	δασμολογητέος
δασμολογητέους	=	δασμολογητέος
δασμολογητέων	=	δασμολογητέος
δασμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολογικό
δασμολογικέ	adj	κλητική ενικού του δασμολογικός
δασμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολογική
δασμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασμολογικός
δασμολογικής	adj	γενική ενικού του δασμολογική
δασμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασμολογικός
δασμολογικού	adj	γενική ενικού του δασμολογικός
δασμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασμολογικός
δασμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δασμολογικός
δασμολογικός	adj	σχετικός με τη δασμολόγηση
δασμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δασμολογικός
δασμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δασμολογία
δασμολογώ	verb	προσδιορίζω τον δασμό που πρέπει να επιβληθεί σε ένα προϊόν
δασμολόγε	=	δασμολόγος
δασμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασμολογώ
δασμολόγηση	noun	ο υπολογισμός των δασμών που πρέπει να επιβληθούν
δασμολόγησης	=	δασμολόγηση
δασμολόγησις	noun	η δασμολόγηση
δασμολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμολόγιο
δασμολόγιο	noun	επίσημος πίνακας που αναγράφονται τα διάφορα εμπορεύματα και δίπλα τον εισαγωγικό ή εξαγωγικό τους δασμό (φόρο για την εισόδου ή την έξοδο)
δασμολόγιον	noun	το δασμολόγιο
δασμολόγιου	=	δασμολόγιο
δασμολόγιων	=	δασμολόγιο
δασμολόγο	=	δασμολόγος
δασμολόγοι	=	δασμολόγος
δασμολόγος	noun	εμπειρογνώμονας εξειδικευμένος στη δασμολογία
δασμολόγου	=	δασμολόγος
δασμολόγους	=	δασμολόγος
δασμολόγων	=	δασμολόγος
δασμοφοροδιαφυγές	=	δασμοφοροδιαφυγή
δασμοφοροδιαφυγή	noun	παράνομη οικονομική πρακτική κατά την οποία εισάγονται, εξάγονται ή διακινούνται αγαθά με σκόπιμη αποφυγή της καταβολής τελωνειακών δασμών και συναφών φόρων, προκαλώντας απώλεια δημοσίων εσόδων και στρέβλωση του εμπορίου
δασμοφοροδιαφυγής	=	δασμοφοροδιαφυγή
δασμοφοροδιαφυγών	=	δασμοφοροδιαφυγή
δασμοφορολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμοφορολογικό
δασμοφορολογικέ	adj	κλητική ενικού του δασμοφορολογικός
δασμοφορολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασμοφορολογική
δασμοφορολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασμοφορολογικός
δασμοφορολογικής	adj	γενική ενικού του δασμοφορολογική
δασμοφορολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασμοφορολογικός
δασμοφορολογικού	adj	γενική ενικού του δασμοφορολογικός
δασμοφορολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασμοφορολογικός
δασμοφορολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δασμοφορολογικός
δασμοφορολογικός	adj	που έχει σχέση με δασμούς και φόρους ή αναφέρεται σ’ αυτούς
δασμοφορολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δασμοφορολογικός
δασμού	noun	γενική ενικού του δασμός
δασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δασμός
δασμό	noun	αιτιατική ενικού του δασμός
δασμός	noun	το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στο κράτος κατά την εισαγωγή κυρίως ή σπανιότερα κατά την εξαγωγή εμπορεύματος
δασμών	noun	γενική πληθυντικού του δασμός
δασοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασός
δασοβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοβιομηχανικό
δασοβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του δασοβιομηχανικός
δασοβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοβιομηχανική
δασοβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασοβιομηχανικός
δασοβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του δασοβιομηχανική
δασοβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασοβιομηχανικός
δασοβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του δασοβιομηχανικός
δασοβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασοβιομηχανικός
δασοβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του δασοβιομηχανικός
δασοβιομηχανικός	adj	που αφορά βιομηχανία που χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη δασικά προϊόντα
δασοβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του δασοβιομηχανικός
δασοδίαιτα	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτε	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτες	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτη	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτης	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτο	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτοι	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτος	adj	που ζει σε δάση
δασοδίαιτου	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτους	=	δασοδίαιτος
δασοδίαιτων	=	δασοδίαιτος
δασοκάλυψη	noun	η κάλυψη μιας γεωγραφικής έκτασης με δάσος
δασοκάλυψης	=	δασοκάλυψη
δασοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια ενός δάσους με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευσή του
δασοκαλλιέργειας	=	δασοκαλλιέργεια
δασοκαλλιέργειες	=	δασοκαλλιέργεια
δασοκαλλιεργειών	=	δασοκαλλιέργεια
δασοκαλύψεις	=	δασοκάλυψη
δασοκαλύψεων	=	δασοκάλυψη
δασοκομάντο	noun|informal	ειδικά εκπαιδευμένο στέλεχος πυροσβεστικής ή δασικής υπηρεσίας, που ενεργεί σε επιχειρήσεις κατάσβεσης πυρκαγιών
δασοκομάντος	noun	πληθυντικός αριθμός του δασοκομάντο
δασοκομία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τη φροντίδα (δημιουργία, ανανέωση, βελτίωση) των δασών
δασοκομίας	noun	γενική ενικού του δασοκομία
δασοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοκομία
δασοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοκομικό
δασοκομικέ	adj	κλητική ενικού του δασοκομικός
δασοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοκομική
δασοκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασοκομικός
δασοκομικής	adj	γενική ενικού του δασοκομική
δασοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασοκομικός
δασοκομικού	adj	γενική ενικού του δασοκομικός
δασοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασοκομικός
δασοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του δασοκομικός
δασοκομικός	adj	σχετικός με τη δασοκομία και τους δασοκόμους
δασοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του δασοκομικός
δασοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του δασοκομία
δασοκτήμονα	=	δασοκτήμονας
δασοκτήμονας	noun	ο ιδιοκτήτης δάσους
δασοκτήμονες	=	δασοκτήμονας
δασοκτημόνων	=	δασοκτήμονας
δασοκτονία	noun|formal	συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του δάσους
δασοκτονίας	=	δασοκτονία
δασοκτονίες	=	δασοκτονία
δασοκτονιών	=	δασοκτονία
δασοκτόνα	=	δασοκτόνος
δασοκτόνας	=	δασοκτόνος
δασοκτόνε	=	δασοκτόνος
δασοκτόνες	=	δασοκτόνος
δασοκτόνο	=	δασοκτόνος
δασοκτόνοι	=	δασοκτόνος
δασοκτόνος	adj|formal	που δρα έτσι ώστε να καταστρέφεται το δάσος
δασοκτόνου	=	δασοκτόνος
δασοκτόνους	=	δασοκτόνος
δασοκτόνων	=	δασοκτόνος
δασοκόμε	noun	κλητική ενικού του δασοκόμος
δασοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του δασοκόμος
δασοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασοκόμος
δασοκόμος	noun	που έχει ως επιστημονικό αντικείμενο εργασίας του την δασοκομία
δασοκόμου	noun	γενική ενικού του δασοκόμος
δασοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δασοκόμος
δασοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του δασοκόμος
δασολίβαδα	=	δασολίβαδο
δασολίβαδο	noun	μια έκταση που περιλαμβάνει δάσος και λιβάδι
δασολίβαδου	=	δασολίβαδο
δασολίβαδων	=	δασολίβαδο
δασολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με το δάσος
δασολογίας	noun	γενική ενικού του δασολογία
δασολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασολογία
δασολογίου	=	δασολόγιο
δασολογίων	=	δασολόγιο
δασολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασολογικό
δασολογικέ	adj	κλητική ενικού του δασολογικός
δασολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασολογική
δασολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασολογικός
δασολογικής	adj	γενική ενικού του δασολογική
δασολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασολογικός
δασολογικού	adj	γενική ενικού του δασολογικός
δασολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασολογικός
δασολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δασολογικός
δασολογικός	adj	σχετικός με τη δασολογία
δασολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δασολογικός
δασολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δασολογία
δασολόγε	noun	κλητική ενικού του δασολόγος
δασολόγια	=	δασολόγιο
δασολόγιο	noun	σύστημα καταγραφής ποικίλων πληροφοριών που αφορούν τα δάση μιας χώρας
δασολόγιου	=	δασολόγιο
δασολόγιων	=	δασολόγιο
δασολόγο	noun	αιτιατική ενικού του δασολόγος
δασολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασολόγος
δασολόγος	noun	ο επιστήμονας που μελετά το δάσος
δασολόγου	noun	γενική ενικού του δασολόγος
δασολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δασολόγος
δασολόγων	noun	γενική πληθυντικού του δασολόγος
δασομηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασομηλιά
δασομυωξέ	=	δασομυωξός
δασομυωξοί	=	δασομυωξός
δασομυωξού	=	δασομυωξός
δασομυωξούς	=	δασομυωξός
δασομυωξό	=	δασομυωξός
δασομυωξός	noun	μικρό τρωκτικό της οικογένειας των μυωξιδών
δασομυωξών	=	δασομυωξός
δασονομία	noun	η φύλαξη των δασών
δασονομίας	noun	γενική ενικού του δασονομία
δασονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασονομία
δασονομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασονομείο
δασονομείο	noun	το κτήριο που στεγάζεται η δασονομία ή οι δασονόμοι
δασονομείου	noun	γενική ενικού του δασονομείο
δασονομείων	noun	γενική πληθυντικού του δασονομείο
δασονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασονομικό
δασονομικέ	adj	κλητική ενικού του δασονομικός
δασονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασονομική
δασονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασονομικός
δασονομικής	adj	γενική ενικού του δασονομική
δασονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασονομικός
δασονομικού	adj	γενική ενικού του δασονομικός
δασονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασονομικός
δασονομικό	adj	αιτιατική ενικού του δασονομικός
δασονομικός	adj	που έχει σχέση με τη δασονομία ή το δασονόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
δασονομικών	adj	γενική πληθυντικού του δασονομικός
δασονομιών	noun	γενική πληθυντικού του δασονομία
δασονόμε	noun	κλητική ενικού του δασονόμος
δασονόμο	noun	αιτιατική ενικού του δασονόμος
δασονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασονόμος
δασονόμος	noun	που ασχολείται με τη δασονομία
δασονόμου	noun	γενική ενικού του δασονόμος
δασονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δασονόμος
δασονόμων	noun	γενική πληθυντικού του δασονόμος
δασοπονία	noun	επιστήμη, κλάδος της δασολογίας, που μεριμνά για τη διαχείριση των δασών και την εκμετάλλευση των δασικών εκτάσεων
δασοπονίας	noun	γενική ενικού του δασοπονία
δασοπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπονία
δασοπονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπονικό
δασοπονικέ	adj	κλητική ενικού του δασοπονικός
δασοπονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπονική
δασοπονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασοπονικός
δασοπονικής	adj	γενική ενικού του δασοπονική
δασοπονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασοπονικός
δασοπονικού	adj	γενική ενικού του δασοπονικός
δασοπονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασοπονικός
δασοπονικό	adj	αιτιατική ενικού του δασοπονικός
δασοπονικός	adj	που έχει σχέση με τη δασοπονία ή τον δασοπόνο ή αναφέρεται σ’ αυτά
δασοπονικών	adj	γενική πληθυντικού του δασοπονικός
δασοπονιών	noun	γενική πληθυντικού του δασοπονία
δασοπροστασία	noun	η προστασία των δασών (μέτρα για την προστασία των δασών)
δασοπροστασίας	noun	γενική ενικού του δασοπροστασία
δασοπροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπροστασία
δασοπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του δασοπροστασία
δασοπυροπροστασία	noun	συντονισμένο πλαίσιο πρόληψης, ετοιμότητας και επέμβασης που αποσκοπεί στη μείωση της εκδήλωσης, της εξάπλωσης και των συνεπειών των πυρκαγιών στα δασικά οικοσυστήματα
δασοπυροπροστασίας	=	δασοπυροπροστασία
δασοπυροπροστασίες	=	δασοπυροπροστασία
δασοπυροπροστασιών	=	δασοπυροπροστασία
δασοπυροσβέσεις	=	δασοπυρόσβεση
δασοπυροσβέσεων	=	δασοπυρόσβεση
δασοπυροσβέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπυροσβέστης
δασοπυροσβέστη	=	δασοπυροσβέστης
δασοπυροσβέστης	noun	μέλος ομάδας/υπηρεσίας/οργανισμού που έχει επιφορτιστεί με το σβήσιμο πυρκαγιών σε δάση, αγρούς ή γενικά στην ύπαιθρο
δασοπυροσβέστρια	=	δασοπυροσβέστης
δασοπυροσβεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπυροσβεστικό
δασοπυροσβεστικέ	adj	κλητική ενικού του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοπυροσβεστική
δασοπυροσβεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστικής	adj	γενική ενικού του δασοπυροσβεστική
δασοπυροσβεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστικού	adj	γενική ενικού του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστικό	adj	αιτιατική ενικού του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστικός	adj	που έχει σχέση με το σβήσιμο των φωτιών στα δάση
δασοπυροσβεστικών	adj	γενική πληθυντικού του δασοπυροσβεστικός
δασοπυροσβεστών	=	δασοπυροσβέστης
δασοπυροφυλάξεις	=	δασοπυροφύλαξη
δασοπυροφυλάξεων	=	δασοπυροφύλαξη
δασοπυροφύλαξη	noun	οργανωμένο σύνολο προληπτικών μέτρων και επιτηρησιακών ενεργειών που αποσκοπούν στον έγκαιρο εντοπισμό και την αποτροπή εκδήλωσης ή εξάπλωσης πυρκαγιών σε δασικές εκτάσεις
δασοπυροφύλαξης	=	δασοπυροφύλαξη
δασοπυρόσβεση	noun	ενέργεια σβέσης φωτιάς που λαμβάνει χώρα σε δασική έκταση
δασοπυρόσβεσης	=	δασοπυρόσβεση
δασοπόνε	=	δασοπόνος
δασοπόνο	=	δασοπόνος
δασοπόνοι	=	δασοπόνος
δασοπόνος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με τη δασοπονία
δασοπόνου	=	δασοπόνος
δασοπόνους	=	δασοπόνος
δασοπόνων	=	δασοπόνος
δασοσκέπαστα	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστε	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστες	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστη	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστης	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστο	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστοι	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστος	adj	σκεπασμένος με δάσος
δασοσκέπαστου	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστους	=	δασοσκέπαστος
δασοσκέπαστων	=	δασοσκέπαστος
δασοσκεπές	=	δασοσκεπής
δασοσκεπή	=	δασοσκεπής
δασοσκεπής	adj	που σκεπάζεται (καλύπτεται) από δάση
δασοσκεπείς	=	δασοσκεπής
δασοσκεπούς	=	δασοσκεπής
δασοσκεπών	=	δασοσκεπής
δασοσυστάδα	noun	χωρικά διακριτή ενότητα δασικής βλάστησης, συνήθως αυτόχθονη, που χαρακτηρίζεται από σχετική ομοιομορφία ως προς τα κυρίαρχα είδη δέντρων και τη δομή ή ηλικιακή τους σύνθεση
δασοσυστάδας	=	δασοσυστάδα
δασοσυστάδες	=	δασοσυστάδα
δασοσυστάδων	=	δασοσυστάδα
δασοτοπιού	=	δασοτόπι
δασοτοπιών	=	δασοτόπι
δασοτρύγγων	=	δασότρυγγας
δασοτόπι	noun	περιοχή που έχει δάσος, δασότοπος
δασοτόπια	=	δασοτόπι
δασοτόπου	=	δασότοπος
δασοτόπους	=	δασότοπος
δασοτόπων	=	δασότοπος
δασοφυλάκων	=	δασοφύλακας
δασοφυλάξεις	=	δασοφύλαξη
δασοφυλάξεων	=	δασοφύλαξη
δασοφυλακές	=	δασοφυλακή
δασοφυλακή	noun	δημόσια δύναμη (σώμα) με αποστολή τη φύλαξη των δασών
δασοφυλακής	=	δασοφυλακή
δασοφυλακεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοφυλακείο
δασοφυλακείο	noun	το οίκημα της δασοφυλακής
δασοφυλακείου	noun	γενική ενικού του δασοφυλακείο
δασοφυλακείων	noun	γενική πληθυντικού του δασοφυλακείο
δασοφυλακών	=	δασοφυλακή
δασοφυτεία	noun	φυτεία διαφόρων δέντρων που θα γίνει δάσος
δασοφυτείας	noun	γενική ενικού του δασοφυτεία
δασοφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοφυτεία
δασοφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του δασοφυτεία
δασοφύλακα	=	δασοφύλακας
δασοφύλακας	noun	o δημόσιος υπάλληλος με έργο τη φύλαξη των δασικών περιοχών
δασοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασοφύλακας
δασοφύλαξ	noun	ο δασοφύλακας
δασοφύλαξη	noun	οργανωμένο σύνολο προληπτικών και κατασταλτικών ενεργειών με στόχο την εποπτεία, προστασία και διατήρηση των δασικών οικοσυστημάτων από φυσικές απειλές και ανθρώπινες παραβάσεις
δασοφύλαξης	=	δασοφύλαξη
δασού	adj	γενική ενικού του δασός
δασούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασός
δαστ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σητείας
δασυλλίου	=	δασύλλιο
δασυλλίων	=	δασύλλιο
δασυνθήκαμε	=	δασύνω
δασυνθήκαν	=	δασύνω
δασυνθήκανε	=	δασύνω
δασυνθήκατε	=	δασύνω
δασυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δασύνομαι
δασυνθείτε	=	δασύνω
δασυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασύνομαι
δασυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασύνομαι
δασυνόμασταν	=	δασύνω
δασυνόμαστε	=	δασύνω
δασυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασυνόμενο
δασυνόμενε	verb	κλητική ενικού του δασυνόμενος
δασυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασυνόμενη
δασυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασυνόμενος
δασυνόμενης	verb	γενική ενικού του δασυνόμενη
δασυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του δασυνόμενος
δασυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασυνόμενος
δασυνόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος δασύνω: (γραμματική) λέξη που δασύνεται, που γράφεται με το πνεύμα της δασείας
δασυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δασυνόμενος
δασυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δασυνόμενος
δασυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δασυνόμενος
δασυνόμουν	=	δασύνω
δασυνόμουνα	=	δασύνω
δασυνόντουσαν	=	δασύνω
δασυνόσασταν	=	δασύνω
δασυνόσαστε	=	δασύνω
δασυνόσουν	=	δασύνω
δασυνόσουνα	=	δασύνω
δασυνόταν	=	δασύνω
δασυνότανε	=	δασύνω
δασυπόδων	=	δασύπους
δασυτήτων	=	δασύτητα
δασυτριχισμέ	=	δασυτριχισμός
δασυτριχισμοί	=	δασυτριχισμός
δασυτριχισμού	=	δασυτριχισμός
δασυτριχισμούς	=	δασυτριχισμός
δασυτριχισμό	=	δασυτριχισμός
δασυτριχισμός	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία αναπτύσσεται έντονη και ανδρικού τύπου τριχοφυΐα σε περιοχές του σώματος που φυσιολογικά δεν εμφανίζουν τέτοια χαρακτηριστικά, συνδεόμενη συνήθως με ορμονικές διαταραχές
δασυτριχισμών	=	δασυτριχισμός
δασωδών	=	δασώδης
δασωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασωμένο
δασωμένε	verb	κλητική ενικού του δασωμένος
δασωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασωμένη
δασωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασωμένος
δασωμένης	verb	γενική ενικού του δασωμένη
δασωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δασωμένος
δασωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασωμένος
δασωμένος	verb	καλυμμένος με δάσος
δασωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δασωμένος
δασωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δασωμένος
δασωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δασωμένος
δασωνυμίου	=	δασωνύμιο
δασωνυμίων	=	δασωνύμιο
δασωνύμια	=	δασωνύμιο
δασωνύμιο	noun	ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από κάποιο δάσος, άλσος κ.λπ.
δασωνύμιου	=	δασωνύμιο
δασωνύμιων	=	δασωνύμιο
δασωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασωτό
δασωτέ	adj	κλητική ενικού του δασωτός
δασωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασωτή
δασωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δασωτός
δασωτής	adj	γενική ενικού του δασωτή
δασωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δασωτός
δασωτού	adj	γενική ενικού του δασωτός
δασωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δασωτός
δασωτό	adj	αιτιατική ενικού του δασωτός
δασωτός	adj	που είναι καλυμμένος με δάσος
δασωτών	adj	γενική πληθυντικού του δασωτός
δασό	adj	αιτιατική ενικού του δασός
δασόβια	=	δασόβιος
δασόβιας	=	δασόβιος
δασόβιε	=	δασόβιος
δασόβιες	=	δασόβιος
δασόβιο	=	δασόβιος
δασόβιοι	=	δασόβιος
δασόβιος	adj	που ζει σε δάσος
δασόβιου	=	δασόβιος
δασόβιους	=	δασόβιος
δασόβιων	=	δασόβιος
δασόμελα	=	δασόμελο
δασόμελο	noun	μέλι το οποίο παράγεται από δέντρα του δάσους
δασόμελου	=	δασόμελο
δασόμελων	=	δασόμελο
δασός	adj|literary	δασύς
δασότοπε	=	δασότοπος
δασότοπο	=	δασότοπος
δασότοποι	=	δασότοπος
δασότοπος	noun	περιοχή που έχει δάσος
δασότοπου	=	δασότοπος
δασότοπους	=	δασότοπος
δασότοπων	=	δασότοπος
δασότρυγγα	=	δασότρυγγας
δασότρυγγας	noun	είδος πουλιού
δασότρυγγες	=	δασότρυγγας
δασόφυτα	=	δασόφυτος
δασόφυτε	=	δασόφυτος
δασόφυτες	=	δασόφυτος
δασόφυτη	=	δασόφυτος
δασόφυτης	=	δασόφυτος
δασόφυτο	=	δασόφυτος
δασόφυτοι	=	δασόφυτος
δασόφυτος	adj	καλυμμένος με δάσος
δασόφυτου	=	δασόφυτος
δασόφυτους	=	δασόφυτος
δασόφυτων	=	δασόφυτος
δασύ	=	δασύς
δασύλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δασύλλιο
δασύλλιο	noun	μικρό δάσος, δασάκι, αλσύλλιο
δασύλλιου	=	δασύλλιο
δασύλλιων	=	δασύλλιο
δασύναμε	=	δασύνω
δασύναν	=	δασύνω
δασύνανε	=	δασύνω
δασύνατε	=	δασύνω
δασύνει	=	δασύνω
δασύνεις	=	δασύνω
δασύνεσαι	=	δασύνω
δασύνεστε	=	δασύνω
δασύνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δασύνομαι
δασύνετε	=	δασύνω
δασύνθηκα	=	δασύνω
δασύνθηκαν	=	δασύνω
δασύνθηκε	=	δασύνω
δασύνθηκες	=	δασύνω
δασύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δασύνω
δασύνονται	=	δασύνω
δασύνονταν	=	δασύνω
δασύνοντας	=	δασύνω
δασύνουμε	=	δασύνω
δασύνουν	=	δασύνω
δασύνουνε	=	δασύνω
δασύνσεις	=	δάσυνση
δασύνσεων	=	δάσυνση
δασύνσου	=	δασύνω
δασύντε	=	δασύνω
δασύνω	verb	θέτω δασεία στο αρχικό φωνήεν ή δίψηφο μιας λέξης
δασύποδα	=	δασύπους
δασύποδες	=	δασύπους
δασύποδος	=	δασύπους
δασύπους	noun	ο αρμαδίλλος
δασύς	adj	που προφέρεται με εκπνοή αέρα
δασύτητα	noun	το να είναι κάτι δασύ, η ιδιότητα του δασέος
δασύτητας	=	δασύτητα
δασύτητες	=	δασύτητα
δασύτριχα	=	δασύτριχος
δασύτριχε	=	δασύτριχος
δασύτριχες	=	δασύτριχος
δασύτριχη	=	δασύτριχος
δασύτριχης	=	δασύτριχος
δασύτριχο	=	δασύτριχος
δασύτριχοι	=	δασύτριχος
δασύτριχος	adj	που καλύπτεται από δασύ (πυκνό) τρίχωμα
δασύτριχου	=	δασύτριχος
δασύτριχους	=	δασύτριχος
δασύτριχων	=	δασύτριχος
δασύφυλλα	=	δασύφυλλος
δασύφυλλε	=	δασύφυλλος
δασύφυλλες	=	δασύφυλλος
δασύφυλλη	=	δασύφυλλος
δασύφυλλης	=	δασύφυλλος
δασύφυλλο	=	δασύφυλλος
δασύφυλλοι	=	δασύφυλλος
δασύφυλλος	adj	που καλύπτεται από δασύ (πυκνό) φύλλωμα
δασύφυλλου	=	δασύφυλλος
δασύφυλλους	=	δασύφυλλος
δασύφυλλων	=	δασύφυλλος
δασώδεις	=	δασώδης
δασώδες	=	δασώδης
δασώδη	=	δασώδης
δασώδης	adj	που είναι καλυμμένος με δάση
δασώδους	adj	γενική ενικού του δασώδης
δασώδων	=	δασώδης
δασών	adj	γενική πληθυντικού του δασός
δασώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του δασώνω
δασώνομαι	=	δασώνω
δασώνω	verb	φυτεύω κάπου δέντρα, ώστε να δημιουργηθεί δάσος
δασώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δάσωση
δασώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δάσωση
δασώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δάσωση
δασώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δασώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δασώνω
δατούρα	noun	άλλη μορφή του ντατούρα
δατούρας	=	δατούρα
δατούρες	=	δατούρα
δαυ	abbrev	στρατιωτική διοικητική δομή της Πολεμικής Αεροπορίας, αρμόδια για τον συντονισμό, τη διοίκηση και την υποστήριξη των μονάδων που εξασφαλίζουν τη λειτουργική ετοιμότητα, τη συντήρηση και τη μέριμνα των αεροπορικών μέσων
δαυκ	abbrev	έγγραφο στο οποίο καταγράφονται στοιχεία που αφορούν έναν δημόσιο υπάλληλο και τη σχέση του με την υπηρεσία στην Ελλάδα
δαυκί	noun	άγριο καρότο
δαυκία	=	δαυκίο
δαυκίο	noun	άγριο καρότο
δαυκίου	=	δαυκίο
δαυκίων	=	δαυκίο
δαυλέ	noun	κλητική ενικού του δαυλός
δαυλί	noun	δάδα, δαυλός
δαυλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαυλί
δαυλιού	=	δαυλί
δαυλιών	=	δαυλί
δαυλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαυλός
δαυλού	noun	γενική ενικού του δαυλός
δαυλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δαυλός
δαυλό	noun	αιτιατική ενικού του δαυλός
δαυλός	noun	κομμάτι ξύλου στην άκρη του οποίου έβαζαν φωτιά και το κρατούσαν για να φωτίζει τη νύχτα, δάδα
δαυλών	noun	γενική πληθυντικού του δαυλός
δαφνέλαια	=	δαφνέλαιο
δαφνέλαιο	noun|formal	το δαφνόλαδο
δαφνέλαιου	=	δαφνέλαιο
δαφνέλαιων	=	δαφνέλαιο
δαφνελαίου	=	δαφνέλαιο
δαφνελαίων	=	δαφνέλαιο
δαφνηφόρος	adj|formal	ο δαφνοστεφανωμένος
δαφνιώτικα	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικε	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικες	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικη	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικης	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικο	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικοι	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Δάφνη, Δαφνί ή Δάφνος ή τους κατοίκους του
δαφνιώτικου	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικους	=	δαφνιώτικος
δαφνιώτικων	=	δαφνιώτικος
δαφνοειδές	noun	συνώνυμο του δαφνοκερασιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δαφνοειδής
δαφνοειδή	=	δαφνοειδές
δαφνοειδής	adj	που έχει σχήμα δάφνης
δαφνοειδείς	=	δαφνοειδής
δαφνοειδούς	=	δαφνοειδές
δαφνοειδών	=	δαφνοειδές
δαφνοκέρασε	=	δαφνοκέρασος
δαφνοκέρασο	=	δαφνοκέρασος
δαφνοκέρασοι	=	δαφνοκέρασος
δαφνοκέρασος	noun|formal	ταξινομικός όρος όπως στο Κερασέα η δαφνοκέρασος (κοινώς δαφνοκερασιά)
δαφνοκέρασου	=	δαφνοκέρασος
δαφνοκέρασους	=	δαφνοκέρασος
δαφνοκέρασων	=	δαφνοκέρασος
δαφνοκερασιά	noun	το είδος Κερασέα η δαφνοκέρασος: αειθαλής θάμνος με μεγάλα μακρόστενα φύλλα και μικρά άσπρα άνθη σε ταξιανθίες
δαφνοκερασιάς	=	δαφνοκερασιά
δαφνοκερασιές	=	δαφνοκερασιά
δαφνοκερασιών	=	δαφνοκερασιά
δαφνοκούκουτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνοκούκουτσο
δαφνοκούκουτσο	noun	το δαφνόκουκο
δαφνοκούκουτσου	noun	γενική ενικού του δαφνοκούκουτσο
δαφνοκούκουτσων	noun	γενική πληθυντικού του δαφνοκούκουτσο
δαφνοστέφανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστέφανο
δαφνοστέφανο	noun	το στεφάνι που είναι φτιαγμένο από δάφνη
δαφνοστέφανου	noun	γενική ενικού του δαφνοστέφανο
δαφνοστέφανων	noun	γενική πληθυντικού του δαφνοστέφανο
δαφνοστεφάνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστεφάνωτο
δαφνοστεφάνωτε	adj	κλητική ενικού του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστεφάνωτη
δαφνοστεφάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφάνωτης	adj	γενική ενικού του δαφνοστεφάνωτη
δαφνοστεφάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφάνωτος	adj	στεφανωμένος με δάφνες, δαφνοστεφανωμένος, ένδοξος
δαφνοστεφάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαφνοστεφάνωτος
δαφνοστεφές	=	δαφνοστεφής
δαφνοστεφή	=	δαφνοστεφής
δαφνοστεφής	adj	άλλη μορφή του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστεφανωμένο
δαφνοστεφανωμένε	verb	κλητική ενικού του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστεφανωμένη
δαφνοστεφανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένης	verb	γενική ενικού του δαφνοστεφανωμένη
δαφνοστεφανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένος	verb	στεφανωμένος με δαφνοστέφανο
δαφνοστεφανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαφνοστεφανωμένος
δαφνοστεφανώνομαι	verb	στεφανώνομαι με δάφνινο στεφάνι
δαφνοστεφανώνω	verb	φορώ σε κάποιον στεφάνι από φύλλα δάφνης
δαφνοστεφείς	=	δαφνοστεφής
δαφνοστεφούς	=	δαφνοστεφής
δαφνοστεφών	=	δαφνοστεφής
δαφνοστολίζαμε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζαν	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζανε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζατε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζει	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζεις	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζετε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζοντας	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζουμε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζουν	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζουνε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίζω	verb	στολίζω, διακοσμώ με δάφνη
δαφνοστολίσαμε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίσαν	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίσανε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίσατε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίσει	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστολίστε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλιζα	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλιζαν	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλιζε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλιζες	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλισα	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλισαν	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλισε	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλισες	=	δαφνοστολίζω
δαφνοστόλιστα	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστε	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστες	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστη	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστης	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστο	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστοι	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστος	adj	στολισμένος με δάφνες
δαφνοστόλιστου	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστους	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοστόλιστων	=	δαφνοστόλιστος
δαφνοφόρα	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρας	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρε	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρες	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρο	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόροι	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρος	adj	δαφνοστεφανωμένος
δαφνοφόρου	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρους	=	δαφνοφόρος
δαφνοφόρων	=	δαφνοφόρος
δαφνοφύλλου	=	δαφνόφυλλο
δαφνοφύλλων	=	δαφνόφυλλο
δαφνόκοκκε	=	δαφνόκοκκος
δαφνόκοκκο	=	δαφνόκοκκος
δαφνόκοκκοι	=	δαφνόκοκκος
δαφνόκοκκος	noun	άλλη μορφή του δαφνόκουκο
δαφνόκοκκου	=	δαφνόκοκκος
δαφνόκοκκους	=	δαφνόκοκκος
δαφνόκοκκων	=	δαφνόκοκκος
δαφνόκουκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνόκουκο
δαφνόκουκκα	=	δαφνόκουκκο
δαφνόκουκκο	noun	άλλη μορφή του δαφνόκουκο
δαφνόκουκκου	=	δαφνόκουκκο
δαφνόκουκκων	=	δαφνόκουκκο
δαφνόκουκο	noun	ο καρπός δάφνης
δαφνόκουκου	noun	γενική ενικού του δαφνόκουκο
δαφνόκουκων	noun	γενική πληθυντικού του δαφνόκουκο
δαφνόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαφνόλαδο
δαφνόλαδο	noun	λάδι που βγαίνει με ειδική επεξεργασία από το φυτό της δάφνης
δαφνόλαδου	noun	γενική ενικού του δαφνόλαδο
δαφνόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του δαφνόλαδο
δαφνόφυλλα	=	δαφνόφυλλο
δαφνόφυλλο	noun	το φύλλο της δάφνης που χρησιμοποιείται αποξηραμένο στη μαγειρική συνήθως ως καρύκευμα
δαφνόφυλλου	=	δαφνόφυλλο
δαφνόφυλλων	=	δαφνόφυλλο
δαφνών	noun	γενική πληθυντικού του δάφνη
δαφνώνα	=	δαφνώνας
δαφνώνας	noun	τόπος που είναι γεμάτος με φυτά της δάφνης
δαφνώνες	=	δαφνώνας
δαφνώνων	=	δαφνώνας
δαχτυλάκι	noun	μικρό δάχτυλο
δαχτυλάκια	=	δαχτυλάκι
δαχτυλήθρα	noun	μικρό μεταλλικό ή πλαστικό εξάρτημα, σε σχήμα κύπελλου, που φοριέται στην άκρη του δαχτύλου για να μπορεί αυτός που το χρησιμοποιεί να σπρώχνει βελόνα για ράψιμο, συνήθως με μικρές εσοχές στην επιφάνεια ώστε να μη γλιστράει η βελόνα
δαχτυλήθρας	noun	γενική ενικού του δαχτυλήθρα
δαχτυλήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλήθρα
δαχτυλίδι	noun	το κόσμημα που έχει σχήμα κρίκου, συνήθως κατασκευασμένο από πολύτιμα υλικά, που φοριέται σε δάχτυλο του χεριού
δαχτυλίδια	=	δαχτυλίδι
δαχτυλίωση	noun	άλλη μορφή του δακτυλίωση
δαχτυλίωσης	=	δαχτυλίωση
δαχτυληθρών	noun	γενική πληθυντικού του δαχτυλήθρα
δαχτυλιά	noun	το εμφανές αποτύπωμα που αφήνει η επαφή ενός δάχτυλου πάνω σε μια επιφάνεια
δαχτυλιάς	noun	γενική ενικού του δαχτυλιά
δαχτυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλιά
δαχτυλιδάκι	noun	μικρό δαχτυλίδι
δαχτυλιδάκια	=	δαχτυλιδάκι
δαχτυλιδένια	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιας	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιε	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιες	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιο	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιοι	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιος	adj	λεπτός και στρογγυλός σαν δαχτυλίδι
δαχτυλιδένιου	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιους	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδένιων	=	δαχτυλιδένιος
δαχτυλιδιού	=	δαχτυλίδι
δαχτυλιδιών	=	δαχτυλίδι
δαχτυλιδόπετρα	noun	ο πολύτιμος λίθος που στολίζει ένα δαχτυλίδι
δαχτυλιδόπετρας	=	δαχτυλιδόπετρα
δαχτυλιδόπετρες	=	δαχτυλιδόπετρα
δαχτυλιδόπετρων	=	δαχτυλιδόπετρα
δαχτυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλικό
δαχτυλικέ	adj	κλητική ενικού του δαχτυλικός
δαχτυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλική
δαχτυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαχτυλικός
δαχτυλικής	adj	γενική ενικού του δαχτυλική
δαχτυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλικός
δαχτυλικού	adj	γενική ενικού του δαχτυλικός
δαχτυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαχτυλικός
δαχτυλικό	adj	αιτιατική ενικού του δαχτυλικός
δαχτυλικός	adj	δακτυλικός
δαχτυλικών	adj	γενική πληθυντικού του δαχτυλικός
δαχτυλισμέ	=	δαχτυλισμός
δαχτυλισμοί	=	δαχτυλισμός
δαχτυλισμού	=	δαχτυλισμός
δαχτυλισμούς	=	δαχτυλισμός
δαχτυλισμό	=	δαχτυλισμός
δαχτυλισμός	noun	άλλη μορφή του δακτυλισμός
δαχτυλισμών	=	δαχτυλισμός
δαχτυλιών	=	δαχτυλιά
δαχτυλιώσεις	=	δαχτυλίωση
δαχτυλιώσεων	=	δαχτυλίωση
δαχτυλοβρεχτήρας	noun|rare	άλλη μορφή του δακτυλοβρεκτήρας
δαχτυλογράφε	=	δαχτυλογράφος
δαχτυλογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογράφηση	noun	δακτυλογράφηση
δαχτυλογράφησης	=	δαχτυλογράφηση
δαχτυλογράφο	=	δαχτυλογράφος
δαχτυλογράφοι	=	δαχτυλογράφος
δαχτυλογράφος	noun	δακτυλογράφος
δαχτυλογράφου	=	δαχτυλογράφος
δαχτυλογράφους	=	δαχτυλογράφος
δαχτυλογράφων	=	δαχτυλογράφος
δαχτυλογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλογράφηση
δαχτυλογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήσεων	=	δαχτυλογράφηση
δαχτυλογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλογραφημένο
δαχτυλογραφημένε	verb	κλητική ενικού του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλογραφημένη
δαχτυλογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένης	verb	γενική ενικού του δαχτυλογραφημένη
δαχτυλογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένος	verb	δακτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαχτυλογραφημένος
δαχτυλογραφώ	verb	δακτυλογραφώ
δαχτυλογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δαχτυλογραφώ
δαχτυλοδεικτούμενα	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενε	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενες	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενη	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενης	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενο	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενοι	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενος	adj	άλλη μορφή του δακτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενου	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενους	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοδεικτούμενων	=	δαχτυλοδεικτούμενος
δαχτυλοκουκλών	=	δαχτυλόκουκλα
δαχτυλομπογιά	noun	μπογιά που χρησιμοποιείται για ζωγραφική με τα δάχτυλα (ιδίως για τη χρήση από νήπια και παιδιά)
δαχτυλομπογιάς	=	δαχτυλομπογιά
δαχτυλομπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαχτυλομπογιά
δαχτυλομπογιών	=	δαχτυλομπογιά
δαχτυλωτά	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτέ	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτές	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτή	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτής	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτοί	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτού	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτούς	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτό	=	δαχτυλωτός
δαχτυλωτός	adj	που έχει προεξοχές που μοιάζουν με δάχτυλα
δαχτυλωτών	=	δαχτυλωτός
δαχτυλόκουκλα	noun	άλλη μορφή του δακτυλόκουκλα
δαχτυλόκουκλας	=	δαχτυλόκουκλα
δαχτυλόκουκλες	=	δαχτυλόκουκλα
δαχτύλι	noun	το δάχτυλο
δαχτύλου	=	δάχτυλο
δαχτύλους	=	δάχτυλος
δαχτύλων	=	δάχτυλο
δαψίλειας	noun	γενική ενικού του δαψίλεια
δαψίλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαψίλεια
δαψιλές	=	δαψιλής
δαψιλή	=	δαψιλής
δαψιλής	adj	που διατίθεται σε μεγάλη ποσότητα
δαψιλείς	=	δαψιλής
δαψιλειών	noun	γενική πληθυντικού του δαψίλεια
δαψιλούς	=	δαψιλής
δαψιλών	=	δαψιλής
δαψιλώς	adv	άφθονα, πλουσιοπάροχα
δαύτn	=	δαύτος
δαύτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαύτο
δαύτε	adj	κλητική ενικού του δαύτος
δαύτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δαύτη
δαύτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δαύτος
δαύτης	adj	γενική ενικού του δαύτη
δαύτο	adj	αιτιατική ενικού του δαύτος
δαύτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δαύτος
δαύτος	pron|vulgar	αυτός
δαύτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δαύτος
δαύτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δαύτος
δαύτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δαύτος
δγε	abbrev	Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Ευόσμου
δδ	abbrev	διάσκεψη των κυβερνήσεων της ΕΕ με σκοπό την τροποποίηση μιας συνθήκης
δδδδ	abbrev	ήταν το διεθνές δικαστήριο που ιδρύθηκε από την ΚτΕ το 1920 που αντικαταστάθηκε από το σύγχρονο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
δδμν	abbrev	Η ΔΔΜΝ αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο κλάδο του ΓΕΝ
δε	conj	δηλώνει αντίθεση μεταξύ δύο όρων ή προτάσεων ίσης σημασίας ή βάρους	particle	άλλη μορφή του δεν
δεήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεήσαμε	=	δέω
δεήσατε	=	δέω
δεήσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του δέομαι
δεήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέηση
δεήσετε	=	δέω
δεήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δέηση
δεήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δέηση
δεήσομε	=	δέω
δεήσου	=	δέω
δεήσουμε	=	δέω
δεήσουν	=	δέω
δεήσουνε	=	δέω
δεήστε	=	δέω
δεήσω	=	δέω
δείγμα	noun	μικρή ποσότητα ή μέρος συνόλου με τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά του για να εξεταστεί ώστε να εξαχθεί ένα συμπέρασμα, μία εκτίμηση
δείγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείγμα
δείγματος	noun	γενική ενικού του δείγμα
δείκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείκτης
δείκτη	verb	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δείκτης
δείκτης	noun	αντικείμενο που δείχνει μια τιμή
δείλη	noun|formal	το δείλι, το δειλινό
δείλι	noun|literary	το δειλινό
δείλια	noun	ένδειξη φόβου απέναντι σε κάτι
δείλιας	noun	γενική ενικού του δείλια
δείλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δείλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δείλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δείλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δείλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του δειλιάζω
δείλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείλια
δείνα	pron	για να δηλωθεί ένα πρόσωπο χωρίς να αναφερθεί το όνομά του
δείνωση	noun	εξέλιξη μιας κατάστασης προς το χειρότερο, με αύξηση της έντασης ή της αρνητικότητάς
δείνωσης	=	δείνωση
δείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξαν	=	δείχνω
δείξανε	=	δείχνω
δείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξε	=	δείχνω
δείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξη	noun	η γλωσσική λειτουργία κατά την οποία χρησιμοποιούμε στοιχεία από το περιβάλλον τού ομιλητή (γλωσσικό και εξωγλωσσικό) προκειμένου να αναφερθούμε σε (να δείξουμε προς) αυτόν
δείξιμο	noun	η ενέργεια του δείχνω
δείξομε	=	δείχνω
δείξου	=	δείχνω
δείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξουνε	=	δείχνω
δείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
δείπνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείπνο
δείπνε	noun	κλητική ενικού του δείπνος
δείπνει	=	δειπνώ
δείπνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δείπνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δείπνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δείπνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δείπνο	noun	το βραδινό γεύμα
δείπνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δείπνος
δείπνος	noun	το δείπνο
δείπνου	noun	γενική ενικού του δείπνο
δείπνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δείπνος
δείπνων	noun	γενική πληθυντικού του δείπνο
δείραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείραν	=	δέρνω
δείρανε	=	δέρνω
δείρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρε	=	δέρνω
δείρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρομε	=	δέρνω
δείρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρουνε	=	δέρνω
δείρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέρνω
δείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπω
δείχθηκε	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δείχνω
δείχναμε	=	δείχνω
δείχναν	=	δείχνω
δείχνανε	=	δείχνω
δείχνατε	=	δείχνω
δείχνε	=	δείχνω
δείχνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δείχνω
δείχνεις	=	δείχνω
δείχνεσαι	=	δείχνω
δείχνεστε	=	δείχνω
δείχνεται	=	δείχνω
δείχνετε	=	δείχνω
δείχνομαι	verb	επιδεικνύομαι
δείχνομε	=	δείχνω
δείχνονται	=	δείχνω
δείχνονταν	=	δείχνω
δείχνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δείχνω
δείχνουμε	=	δείχνω
δείχνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δείχνω
δείχνουνε	=	δείχνω
δείχνω	verb	τεντώνω τον δείκτη του χεριού με κατεύθυνση κάτι ή κάποιον
δείχτε	=	δείχνω
δείχτες	=	δείχτης
δείχτη	=	δείχτης
δείχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δείχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δείχτηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δείχνω
δείχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δείχτης	noun	ο δείκτης
δείχτω	verb|vulgar	άλλη μορφή του δείχνω
δεα	abbrev	ο δόκιμος έφεδρος αξιωματικός, κάποιος που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία και, ύστερα από εκπαίδευση, του ανατίθενται καθήκοντα αξιωματικού.
δεαβ	abbrev	Διαρκής Επιτροπή Αντιμετώπισης της Βίας
δεβθ	abbrev	έκθεση βιβλίου η οποία λαμβάνει χώρα ετησίως στη Θεσσαλονίκη
δεδ	abbrev	Διευρωπαϊκά Δίκτυα
δεδδηε	abbrev	εταιρεία που έχει ως αρμοδιότητα τη συντήρηση και την ανάπτυξη του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα
δεδηλωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδηλωμένο
δεδηλωμένε	adj	κλητική ενικού του δεδηλωμένος
δεδηλωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδηλωμένη
δεδηλωμένη	noun	η φανερή, η αναμφισβήτητη
δεδηλωμένης	adj	γενική ενικού του δεδηλωμένη
δεδηλωμένο	adj	αιτιατική ενικού του δεδηλωμένος
δεδηλωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεδηλωμένος
δεδηλωμένος	verb	που έχει δηλωθεί ανοιχτά, που έχει εκφραστεί με σαφήνεια
δεδηλωμένου	verb	γενική ενικού του δεδηλωμένος
δεδηλωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεδηλωμένος
δεδηλωμένων	adj	γενική πληθυντικού του δεδηλωμένος
δεδικασμένα	=	δεδικασμένο
δεδικασμένο	noun	η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεδικασμένος
δεδικασμένου	=	δεδικασμένο
δεδικασμένων	=	δεδικασμένο
δεδομένα	noun	στοιχεία, πληροφορίες, σε δυαδική μορφή που εισάγονται προς επεξεργασία σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή προβάλλονται ως έξοδος σε μια περιφερειακή συσκευή
δεδομένε	verb	κλητική ενικού του δεδομένος
δεδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδομένη
δεδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεδομένος
δεδομένης	verb	γενική ενικού του δεδομένη
δεδομένο	noun	ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται	verb	αιτιατική ενικού του δεδομένος
δεδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεδομένος
δεδομένος	verb	για ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται
δεδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεδομένος
δεδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεδομένος
δεδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεδομένος
δεδομενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδομενικό
δεδομενικέ	adj	κλητική ενικού του δεδομενικός
δεδομενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδομενική
δεδομενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεδομενικός
δεδομενικής	adj	γενική ενικού του δεδομενική
δεδομενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεδομενικός
δεδομενικοτήτων	=	δεδομενικότητα
δεδομενικού	adj	γενική ενικού του δεδομενικός
δεδομενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεδομενικός
δεδομενικό	adj	αιτιατική ενικού του δεδομενικός
δεδομενικός	adj	που έχει σχέση με δεδομένα ή αναφέρεται σ’ αυτά
δεδομενικότητα	noun	η καθημερινότητα, η καθημερινή πραγματικότητα ως δεδομένη και αυτονόητη
δεδομενικότητας	=	δεδομενικότητα
δεδομενικότητες	=	δεδομενικότητα
δεδομενικών	adj	γενική πληθυντικού του δεδομενικός
δεδομενογράμματα	=	δεδομενόγραμμα
δεδομενογράμματος	=	δεδομενόγραμμα
δεδομενογραμμάτων	=	δεδομενόγραμμα
δεδομενοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδομενοκεντρικό
δεδομενοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του δεδομενοκεντρικός
δεδομενοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδομενοκεντρική
δεδομενοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεδομενοκεντρικός
δεδομενοκεντρικής	adj	γενική ενικού του δεδομενοκεντρική
δεδομενοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεδομενοκεντρικός
δεδομενοκεντρικού	adj	γενική ενικού του δεδομενοκεντρικός
δεδομενοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεδομενοκεντρικός
δεδομενοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του δεδομενοκεντρικός
δεδομενοκεντρικός	adj	που αναφέρεται σε αρχιτεκτονική λογισμικού στη οποία γενικά μια βάση δεδομένων έχει καθοριστική σημασία (λ.χ. έχει μια δυναμική λογική που βασίζεται σε πίνακες δεδομένων και όχι στη βάση ενσωμάτωσης προγραμμάτων που έχουν συνταχθεί από πριν
δεδομενοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του δεδομενοκεντρικός
δεδομενόγραμμα	noun	datagram: ομάδα δεδομένων, όπως το πακέτο στο IP, που διασχίζει ένα δίκτυο υπολογιστών και αποτελείται από την κεφαλίδα (header) και το ωφέλιμο φορτίο (payload)
δεδουλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδουλευμένο
δεδουλευμένε	verb	κλητική ενικού του δεδουλευμένος
δεδουλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεδουλευμένη
δεδουλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεδουλευμένος
δεδουλευμένης	verb	γενική ενικού του δεδουλευμένη
δεδουλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεδουλευμένος
δεδουλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεδουλευμένος
δεδουλευμένος	verb	για αμοιβή εργασίας που έχει ήδη προσφερθεί σε έναν εργοδότη
δεδουλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεδουλευμένος
δεδουλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεδουλευμένος
δεδουλευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεδουλευμένος
δεε	abbrev	Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
δεη	abbrev	Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού
δεηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεηθούνε	=	δέω
δεηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέομαι
δεητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεητικό
δεητικέ	adj	κλητική ενικού του δεητικός
δεητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεητική
δεητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεητικός
δεητικής	adj	γενική ενικού του δεητική
δεητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεητικός
δεητικού	adj	γενική ενικού του δεητικός
δεητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεητικός
δεητικό	adj	αιτιατική ενικού του δεητικός
δεητικός	adj	σχετικός με μια δέηση, παρακλητικός
δεητικών	adj	γενική πληθυντικού του δεητικός
δεθ	abbrev	ετήσια εμπορική έκθεση που λαμβάνει χώρα κάθε Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη
δεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθήκαν	=	δένω
δεθήκανε	=	δένω
δεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δεθούνε	=	δένω
δεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δένομαι
δει	verb	γ΄ ενικό πρόσωπο στιγμιαίου μέλλοντα και υποτακτικής του βλέπω
δειγμάτιζα	=	δειγματίζω
δειγμάτιζαν	=	δειγματίζω
δειγμάτιζε	=	δειγματίζω
δειγμάτιζες	=	δειγματίζω
δειγμάτισα	=	δειγματίζω
δειγμάτισαν	=	δειγματίζω
δειγμάτισε	=	δειγματίζω
δειγμάτισες	=	δειγματίζω
δειγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δείγμα
δειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγμένο
δειγμένε	verb	κλητική ενικού του δειγμένος
δειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγμένη
δειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειγμένος
δειγμένης	verb	γενική ενικού του δειγμένη
δειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του δειγμένος
δειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειγμένος
δειγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δείχνω
δειγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δειγμένος
δειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δειγμένος
δειγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δειγμένος
δειγματίζαμε	=	δειγματίζω
δειγματίζαν	=	δειγματίζω
δειγματίζανε	=	δειγματίζω
δειγματίζατε	=	δειγματίζω
δειγματίζει	=	δειγματίζω
δειγματίζεις	=	δειγματίζω
δειγματίζεσαι	=	δειγματίζω
δειγματίζεστε	=	δειγματίζω
δειγματίζεται	=	δειγματίζω
δειγματίζετε	=	δειγματίζω
δειγματίζομαι	=	δειγματίζω
δειγματίζομε	=	δειγματίζω
δειγματίζονται	=	δειγματίζω
δειγματίζονταν	=	δειγματίζω
δειγματίζοντας	=	δειγματίζω
δειγματίζουμε	=	δειγματίζω
δειγματίζουν	=	δειγματίζω
δειγματίζουνε	=	δειγματίζω
δειγματίζω	verb	παρουσιάζω δείγματα σε πελάτη για να επιλέξει τι θα αγοράσει
δειγματίσαμε	=	δειγματίζω
δειγματίσαν	=	δειγματίζω
δειγματίσανε	=	δειγματίζω
δειγματίσατε	=	δειγματίζω
δειγματίσει	=	δειγματίζω
δειγματίσεις	=	δειγματίζω
δειγματίσετε	=	δειγματίζω
δειγματίσομε	=	δειγματίζω
δειγματίσου	=	δειγματίζω
δειγματίσουμε	=	δειγματίζω
δειγματίσουν	=	δειγματίζω
δειγματίσουνε	=	δειγματίζω
δειγματίστε	=	δειγματίζω
δειγματίστηκα	=	δειγματίζω
δειγματίστηκαν	=	δειγματίζω
δειγματίστηκε	=	δειγματίζω
δειγματίστηκες	=	δειγματίζω
δειγματίσω	=	δειγματίζω
δειγματιζόμασταν	=	δειγματίζω
δειγματιζόμαστε	=	δειγματίζω
δειγματιζόμουν	=	δειγματίζω
δειγματιζόμουνα	=	δειγματίζω
δειγματιζόντουσαν	=	δειγματίζω
δειγματιζόσασταν	=	δειγματίζω
δειγματιζόσαστε	=	δειγματίζω
δειγματιζόσουν	=	δειγματίζω
δειγματιζόσουνα	=	δειγματίζω
δειγματιζόταν	=	δειγματίζω
δειγματιζότανε	=	δειγματίζω
δειγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δειγματικός	adv	με δειγματικό τρόπο
δειγματικέ	=	δειγματικός
δειγματικές	=	δειγματικός
δειγματική	=	δειγματικός
δειγματικής	=	δειγματικός
δειγματικοί	=	δειγματικός
δειγματικού	=	δειγματικός
δειγματικούς	=	δειγματικός
δειγματικό	=	δειγματικός
δειγματικός	adj	που έχει σχέση με δείγμα, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
δειγματικών	=	δειγματικός
δειγματισμένος	=	δειγματίζω
δειγματιστήκαμε	=	δειγματίζω
δειγματιστήκαν	=	δειγματίζω
δειγματιστήκανε	=	δειγματίζω
δειγματιστήκατε	=	δειγματίζω
δειγματιστεί	=	δειγματίζω
δειγματιστείς	=	δειγματίζω
δειγματιστείτε	=	δειγματίζω
δειγματιστούμε	=	δειγματίζω
δειγματιστούν	=	δειγματίζω
δειγματιστούνε	=	δειγματίζω
δειγματιστώ	=	δειγματίζω
δειγματολήπτες	=	δειγματολήπτης
δειγματολήπτη	=	δειγματολήπτης
δειγματολήπτης	noun	αυτός που λαμβάνει κάποιο δείγμα
δειγματολήπτρια	noun	θηλυκό του δειγματολήπτης
δειγματολήπτριας	noun	γενική ενικού του δειγματολήπτρια
δειγματολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγματολήπτρια
δειγματοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληπτικό	adv	κάνοντας μια δειγματοληψία
δειγματοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληπτική
δειγματοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτικής	adj	γενική ενικού του δειγματοληπτική
δειγματοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτικού	adj	γενική ενικού του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτικός	adj	που γίνεται με δειγματοληψία, λήψη δείγματος προς εξέταση
δειγματοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του δειγματοληπτικός
δειγματοληπτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληπτούμενο
δειγματοληπτούμενε	verb	κλητική ενικού του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληπτούμενη
δειγματοληπτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτούμενης	verb	γενική ενικού του δειγματοληπτούμενη
δειγματοληπτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτούμενος	verb	πληθυσμός απ' τον οποίο συλλέγεται δείγμα
δειγματοληπτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δειγματοληπτούμενος
δειγματοληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του δειγματολήπτρια
δειγματοληπτών	=	δειγματολήπτης
δειγματοληψία	noun	η λήψη ενός δείγματος, του οποίου η εξέταση θα μας οδηγήσει σε συμπεράσματα για το σύνολο από το οποίο προερχόταν το δείγμα
δειγματοληψίας	noun	γενική ενικού του δειγματοληψία
δειγματοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειγματοληψία
δειγματοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του δειγματοληψία
δειγματολογίου	=	δειγματολόγιο
δειγματολογίων	=	δειγματολόγιο
δειγματολόγια	=	δειγματολόγιο
δειγματολόγιο	noun	συλλογή δειγμάτων ενός προϊόντος που μπορεί να συμβουλευτεί ένας υποψήφιος αγοραστής
δειγματολόγιου	=	δειγματολόγιο
δειγματολόγιων	=	δειγματολόγιο
δειγματοχώρε	=	δειγματοχώρος
δειγματοχώρο	=	δειγματοχώρος
δειγματοχώροι	=	δειγματοχώρος
δειγματοχώρος	noun	το σύνολο όλων των πιθανών απλών ενδεχομένων ενός πειράματος τύχης (παιχνιδιού/παιγνίου)
δειγματοχώρου	=	δειγματοχώρος
δειγματοχώρους	=	δειγματοχώρος
δειγματοχώρων	=	δειγματοχώρος
δεικνύω	=	δείχνω
δεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεικτικό
δεικτικέ	adj	κλητική ενικού του δεικτικός
δεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεικτική
δεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεικτικός
δεικτικής	adj	γενική ενικού του δεικτική
δεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεικτικός
δεικτικού	adj	γενική ενικού του δεικτικός
δεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεικτικός
δεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του δεικτικός
δεικτικός	adj	που χρησιμοποιείται για να δείξουμε κάτι (και γραμματική)
δεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του δεικτικός
δεικτοβαρές	=	δεικτοβαρής
δεικτοβαρή	=	δεικτοβαρής
δεικτοβαρής	adj	που λόγω του μεγέθους ή της στάθμισής του, επηρεάζει δυσανάλογα τη διαμόρφωση και τις μεταβολές ενός χρηματιστηριακού δείκτη
δεικτοβαρείς	=	δεικτοβαρής
δεικτοβαρούς	=	δεικτοβαρής
δεικτοβαρών	=	δεικτοβαρής
δεικτοδοτήσαμε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτήσαν	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτήσανε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτήσατε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτήσει	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτήστε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτεί	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτείς	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτείτε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούμε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούν	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούνε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσα	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσαμε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσαν	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσανε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσατε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτούσες	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδοτώ	verb	αποκτώ πρόσβαση σε δεδομένα που παρουσιάζονται μέσω ψηφιακών τεκμηρίων
δεικτοδοτώντας	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδότει	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδότησα	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδότησαν	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδότησε	=	δεικτοδοτώ
δεικτοδότησες	=	δεικτοδοτώ
δεικτοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεικτοποιημένο
δεικτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του δεικτοποιημένος
δεικτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεικτοποιημένη
δεικτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεικτοποιημένος
δεικτοποιημένης	verb	γενική ενικού του δεικτοποιημένη
δεικτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δεικτοποιημένος
δεικτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεικτοποιημένος
δεικτοποιημένος	adj	που είναι συνδεμένος με κάποιο δείκτη
δεικτοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεικτοποιημένος
δεικτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεικτοποιημένος
δεικτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεικτοποιημένος
δεικτών	noun	γενική πληθυντικού του δείκτης
δειλά	adv	δείχνοντας δειλία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλό
δειλέ	adj	κλητική ενικού του δειλός
δειλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλή
δειλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειλός
δειλής	adj	γενική ενικού του δειλή
δειλία	noun	το να είναι κάποιος δειλός, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δειλού
δειλίας	noun	γενική ενικού του δειλία
δειλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλία
δειλιάζω	verb	δείχνω δειλία, δεν τολμώ να προχωρήσω σε μια ενέργεια από φόβο για τον πιθανό κίνδυνο
δειλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δείλιασμα
δειλιάσματος	noun	γενική ενικού του δείλιασμα
δειλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειλιάζω
δειλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δείλιασμα
δειλινά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλινό
δειλινέ	adj	κλητική ενικού του δειλινός
δειλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλινή
δειλινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειλινός
δειλινής	adj	γενική ενικού του δειλινή
δειλινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειλινός
δειλινού	adj	γενική ενικού του δειλινός
δειλινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δειλινός
δειλινό	adj	αιτιατική ενικού του δειλινός	noun	η ώρα λίγο πριν και λίγο μετά τη δύση του ήλιου
δειλινός	adj	που συμβαίνει κατά τη διάρκεια του δειλινού
δειλινών	adj	γενική πληθυντικού του δειλινός
δειλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειλός
δειλού	adj	γενική ενικού του δειλός
δειλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δειλός
δειλό	adj	αιτιατική ενικού του δειλός
δειλός	adj	που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο
δειλόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλόψυχο
δειλόψυχε	adj	κλητική ενικού του δειλόψυχος
δειλόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειλόψυχη
δειλόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειλόψυχος
δειλόψυχης	adj	γενική ενικού του δειλόψυχη
δειλόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του δειλόψυχος
δειλόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειλόψυχος
δειλόψυχος	adj|formal	δειλός, λιγόψυχος, μικρόψυχος
δειλόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δειλόψυχος
δειλόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δειλόψυχος
δειλόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δειλόψυχος
δειλών	adj	γενική πληθυντικού του δειλός
δεινά	noun	οι συμφορές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δεινός
δεινέ	adj	κλητική ενικού του δεινός
δεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεινή
δεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεινός
δεινής	adj	γενική ενικού του δεινή
δεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεινός
δεινονύχου	=	δεινόνυχος
δεινονύχους	=	δεινόνυχος
δεινονύχων	=	δεινόνυχος
δεινοπάθεια	noun	η βίωση δεινών, ταλαιπωρία
δεινοπάθειας	noun	γενική ενικού του δεινοπάθεια
δεινοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεινοπάθεια
δεινοπάθημα	noun	το αποτέλεσμα του δεινοπαθώ
δεινοπάθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπάθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπάθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπάθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπάθηση	noun	το να δεινοπαθεί κάποιος
δεινοπάθησης	=	δεινοπάθηση
δεινοπαθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεινοπάθημα
δεινοπαθήματος	noun	γενική ενικού του δεινοπάθημα
δεινοπαθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσεων	=	δεινοπάθηση
δεινοπαθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του δεινοπάθεια
δεινοπαθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του δεινοπάθημα
δεινοπαθώ	verb	περνάω πολλά δεινά, βασανίζομαι από συμφορές
δεινοπαθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δεινοπαθώ
δεινοσαυρικός	adj|rare	που έχει σχέση με δεινόσαυρους ή αναφέρεται σʼ αυτούς
δεινοσαύρου	noun	γενική ενικού του δεινόσαυρος
δεινοσαύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεινόσαυρος
δεινοσαύρων	noun	γενική πληθυντικού του δεινόσαυρος
δεινοτήτων	=	δεινότητα
δεινού	adj	γενική ενικού του δεινός
δεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεινός
δεινό	adj	αιτιατική ενικού του δεινός
δεινόνυχε	=	δεινόνυχος
δεινόνυχο	=	δεινόνυχος
δεινόνυχοι	=	δεινόνυχος
δεινόνυχος	noun	ταξινομικός όρος - γένος: μικρός σαρκοφάγος θηριόποδος δεινόσαυρος της πρώιμης Κρητιδικής περιόδου, με χαρακτηριστικό μεγάλο νύχι σε σχήμα δρεπανιού στα δυο πόδια του
δεινόνυχου	=	δεινόνυχος
δεινόνυχους	=	δεινόνυχος
δεινόνυχων	=	δεινόνυχος
δεινός	adj	φοβερός, πολύ κακός, πολύ άσχημος
δεινόσαυρε	noun	κλητική ενικού του δεινόσαυρος
δεινόσαυρο	noun	αιτιατική ενικού του δεινόσαυρος
δεινόσαυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεινόσαυρος
δεινόσαυρος	noun	χερσαία ερπετά τεράστιων διαστάσεων, που εξαφανίστηκαν πριν 65 εκατομμύρια χρόνια
δεινόσαυρου	noun	γενική ενικού του δεινόσαυρος
δεινόσαυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεινόσαυρος
δεινόσαυρων	noun	γενική πληθυντικού του δεινόσαυρος
δεινότατα	=	δεινός
δεινότατε	=	δεινός
δεινότατες	=	δεινός
δεινότατη	=	δεινός
δεινότατης	=	δεινός
δεινότατο	=	δεινός
δεινότατοι	=	δεινός
δεινότατος	=	δεινός
δεινότατου	=	δεινός
δεινότατους	=	δεινός
δεινότατων	=	δεινός
δεινότερα	=	δεινός
δεινότερε	=	δεινός
δεινότερες	=	δεινός
δεινότερη	=	δεινός
δεινότερης	=	δεινός
δεινότερο	=	δεινός
δεινότεροι	=	δεινός
δεινότερος	=	δεινός
δεινότερου	=	δεινός
δεινότερους	=	δεινός
δεινότερων	=	δεινός
δεινότητα	noun	η ιδιότητα του δεινού, εξαιρετική ικανότητα σε έναν τομέα
δεινότητας	noun	γενική ενικού του δεινότητα
δεινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεινότητα
δεινών	adj	γενική πληθυντικού του δεινός
δεινώσεις	=	δείνωση
δεινώσεων	=	δείνωση
δειξίματα	=	δείξιμο
δειξίματος	=	δείξιμο
δειξιμάτων	=	δείξιμο
δειπνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσαν	=	δειπνώ
δειπνήσανε	=	δειπνώ
δειπνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δειπνώ
δειπνεί	=	δειπνώ
δειπνείς	=	δειπνώ
δειπνείτε	=	δειπνώ
δειπνούμε	=	δειπνώ
δειπνούν	=	δειπνώ
δειπνούνε	=	δειπνώ
δειπνούσα	=	δειπνώ
δειπνούσαμε	=	δειπνώ
δειπνούσαν	=	δειπνώ
δειπνούσανε	=	δειπνώ
δειπνούσατε	=	δειπνώ
δειπνούσε	=	δειπνώ
δειπνούσες	=	δειπνώ
δειπνώ	verb	τρώω το βραδινό φαγητό
δειπνώντας	=	δειπνώ
δεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπω
δεισιδαίμον	=	δεισιδαίμων
δεισιδαίμονα	=	δεισιδαίμονας
δεισιδαίμονας	noun	άνθρωπος που επηρεάζεται από δεισιδαιμονίες και πιστεύει σε προλήψεις	adj	δεισιδαίμων με νεότερες καταλήξεις
δεισιδαίμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεισιδαίμονας
δεισιδαίμονον	=	δεισιδαίμονας
δεισιδαίμονος	=	δεισιδαίμονας
δεισιδαίμονων	=	δεισιδαίμονας
δεισιδαίμων	adj	που πιστεύει σε δεισιδαιμονίες, σε προλήψεις
δεισιδαιμονία	noun	ο παράλογος φόβος για το υπερφυσικό, η πίστη σε αντιεπιστημονικές δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευμάτων πάνω στη ζωή μας
δεισιδαιμονίας	noun	γενική ενικού του δεισιδαιμονία
δεισιδαιμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεισιδαιμονία
δεισιδαιμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεισιδαιμονικό
δεισιδαιμονικέ	adj	κλητική ενικού του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεισιδαιμονική
δεισιδαιμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονικής	adj	γενική ενικού του δεισιδαιμονική
δεισιδαιμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονικού	adj	γενική ενικού του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονικό	adj	αιτιατική ενικού του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονικός	adj	που έχεις σχέση με δεισιδαιμονία ή αναφέρεται σ' αυτή
δεισιδαιμονικών	adj	γενική πληθυντικού του δεισιδαιμονικός
δεισιδαιμονιών	noun	γενική πληθυντικού του δεισιδαιμονία
δεισιδαιμόνων	=	δεισιδαίμονας
δειχνόμασταν	=	δείχνω
δειχνόμαστε	=	δείχνω
δειχνόμουν	=	δείχνω
δειχνόμουνα	=	δείχνω
δειχνόντουσαν	=	δείχνω
δειχνόσασταν	=	δείχνω
δειχνόσαστε	=	δείχνω
δειχνόσουν	=	δείχνω
δειχνόσουνα	=	δείχνω
δειχνόταν	=	δείχνω
δειχνότανε	=	δείχνω
δειχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτήκαν	=	δείχνω
δειχτήκανε	=	δείχνω
δειχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειχτικό
δειχτικέ	adj	κλητική ενικού του δειχτικός
δειχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δειχτική
δειχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειχτικός
δειχτικής	adj	γενική ενικού του δειχτική
δειχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δειχτικός
δειχτικού	adj	γενική ενικού του δειχτικός
δειχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δειχτικός
δειχτικό	adj	αιτιατική ενικού του δειχτικός
δειχτικών	adj	γενική πληθυντικού του δειχτικός
δειχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτούνε	=	δείχνω
δειχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνομαι
δειχτών	=	δείχτης
δεκ	abbrev	η διαδικασία ελέγχου και διαχείρισης της κυκλοφορίας των αεροσκαφών
δεκάβαθμα	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμε	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμες	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμη	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμης	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμο	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμοι	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμος	adj	που περιλαμβάνει δέκα βαθμούς ή βαθμίδες
δεκάβαθμου	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμους	=	δεκάβαθμος
δεκάβαθμων	=	δεκάβαθμος
δεκάγραμμα	=	δεκάγραμμο
δεκάγραμμο	noun	μονάδα μάζας, ισούται με δέκα γραμμάρια (dag)
δεκάγραμμου	=	δεκάγραμμο
δεκάγραμμων	=	δεκάγραμμο
δεκάγωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάγωνο
δεκάγωνε	adj	κλητική ενικού του δεκάγωνος
δεκάγωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάγωνη
δεκάγωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκάγωνος
δεκάγωνης	adj	γενική ενικού του δεκάγωνη
δεκάγωνο	noun	πολύγωνο σχήμα με δέκα κορυφές και δέκα πλευρές
δεκάγωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκάγωνος
δεκάγωνος	adj	που έχει δέκα γωνίες
δεκάγωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκάγωνος
δεκάγωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκάγωνος
δεκάγωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκάγωνος
δεκάδα	noun	δέκα μονάδες
δεκάδας	=	δεκάδα
δεκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάδα
δεκάδιπλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάδιπλο
δεκάδιπλε	adj	κλητική ενικού του δεκάδιπλος
δεκάδιπλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάδιπλη
δεκάδιπλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκάδιπλος
δεκάδιπλης	adj	γενική ενικού του δεκάδιπλη
δεκάδιπλο	adj	αιτιατική ενικού του δεκάδιπλος
δεκάδιπλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκάδιπλος
δεκάδιπλος	adj	δεκαπλάσιος, δεκαπλός
δεκάδιπλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκάδιπλος
δεκάδιπλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκάδιπλος
δεκάδιπλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκάδιπλος
δεκάδραχμα	=	δεκάδραχμο
δεκάδραχμο	noun	κέρμα αξίας δέκα δραχμών
δεκάδραχμου	=	δεκάδραχμο
δεκάδραχμων	=	δεκάδραχμο
δεκάδων	=	δεκάδα
δεκάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάευρο
δεκάευρο	noun	δέκα ευρώ
δεκάευρου	noun	γενική ενικού του δεκάευρο
δεκάευρων	noun	γενική πληθυντικού του δεκάευρο
δεκάζαμε	=	δεκάζω
δεκάζαν	=	δεκάζω
δεκάζανε	=	δεκάζω
δεκάζατε	=	δεκάζω
δεκάζει	=	δεκάζω
δεκάζεις	=	δεκάζω
δεκάζετε	=	δεκάζω
δεκάζοντας	=	δεκάζω
δεκάζουμε	=	δεκάζω
δεκάζουν	=	δεκάζω
δεκάζουνε	=	δεκάζω
δεκάζω	verb|archaic	δωροδοκώ, διαφθείρω
δεκάθλου	=	δέκαθλο
δεκάθλων	=	δέκαθλο
δεκάκιλα	=	δεκάκιλος
δεκάκιλε	=	δεκάκιλος
δεκάκιλες	=	δεκάκιλος
δεκάκιλη	=	δεκάκιλος
δεκάκιλης	=	δεκάκιλος
δεκάκιλο	noun	κάτι που έχει βάρος δέκα κιλών
δεκάκιλοι	=	δεκάκιλος
δεκάκιλος	adj	που ζυγίζει δέκα κιλά
δεκάκιλου	=	δεκάκιλος
δεκάκιλους	=	δεκάκιλος
δεκάκιλων	=	δεκάκιλος
δεκάκις	adv|formal	δέκα φορές
δεκάλεπτή	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτα	=	δεκάλεπτο
δεκάλεπτε	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτες	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτη	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτης	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτο	noun	δέκα λεπτά της ώρας
δεκάλεπτοι	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτος	adj	που διαρκεί δέκα λεπτά
δεκάλεπτου	=	δεκάλεπτο
δεκάλεπτους	=	δεκάλεπτος
δεκάλεπτων	=	δεκάλεπτος
δεκάλιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάλιρο
δεκάλιρο	noun	χαρτονόμισμα δέκα λιρών (κυπριακά)
δεκάλιρου	noun	γενική ενικού του δεκάλιρο
δεκάλιρων	noun	γενική πληθυντικού του δεκάλιρο
δεκάλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάλιτρο
δεκάλογε	noun	κλητική ενικού του δεκάλογος
δεκάλογο	noun	αιτιατική ενικού του δεκάλογος
δεκάλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκάλογος
δεκάλογος	noun	οι Δέκα Εντολές που, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, παραδόθηκαν από τον Θεό στον Μωυσή και ήταν πηγή έμπνευσης τόσο για την ιουδαϊκή όσο και για τη χριστιανική ηθική
δεκάλογου	noun	γενική ενικού του δεκάλογος
δεκάλογους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεκάλογος
δεκάλογων	noun	γενική πληθυντικού του δεκάλογος
δεκάμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάμετρο
δεκάμετρε	=	δεκάμετρος
δεκάμετρες	=	δεκάμετρος
δεκάμετρη	=	δεκάμετρος
δεκάμετρης	=	δεκάμετρος
δεκάμετρο	noun	μονάδα μήκους ίση με δέκα μέτρα
δεκάμετροι	=	δεκάμετρος
δεκάμετρος	adj	που το μήκος του είναι δέκα μέτρα
δεκάμετρου	=	δεκάμετρο
δεκάμετρους	=	δεκάμετρος
δεκάμετρων	=	δεκάμετρο
δεκάμηνα	=	δεκάμηνος
δεκάμηνε	=	δεκάμηνος
δεκάμηνες	=	δεκάμηνος
δεκάμηνη	=	δεκάμηνος
δεκάμηνης	=	δεκάμηνος
δεκάμηνο	=	δεκάμηνος
δεκάμηνοι	=	δεκάμηνος
δεκάμηνος	adj	που έχει διάρκεια δέκα μηνών
δεκάμηνου	=	δεκάμηνος
δεκάμηνους	=	δεκάμηνος
δεκάμηνων	=	δεκάμηνος
δεκάξι	=	δεκαέξι
δεκάποδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάποδο
δεκάποδε	=	δεκάποδος
δεκάποδες	=	δεκάποδος
δεκάποδη	=	δεκάποδος
δεκάποδης	=	δεκάποδος
δεκάποδο	noun	ομάδα καρκινοειδών μαλακόστρακων, που φέρουν πέντε ζευγάρια άκρα για βάδιση
δεκάποδοι	=	δεκάποδος
δεκάποδος	adj	που έχει ή κινείται με δέκα πόδια
δεκάποδου	=	δεκάποδο
δεκάποδους	=	δεκάποδος
δεκάποδων	=	δεκάποδο
δεκάποντα	=	δεκάποντος
δεκάποντε	=	δεκάποντος
δεκάποντες	=	δεκάποντος
δεκάποντη	=	δεκάποντος
δεκάποντης	=	δεκάποντος
δεκάποντο	noun	τακούνι δέκα πόντων
δεκάποντοι	=	δεκάποντος
δεκάποντος	adj	που έχει μήκος δέκα πόντων
δεκάποντου	=	δεκάποντος
δεκάποντους	=	δεκάποντος
δεκάποντων	=	δεκάποντος
δεκάρα	noun	κέρμα αξίας δέκα λεπτών νομίσματος (ευρώ, δολλαρίου, δραχμής κτλ.)
δεκάρας	noun	γενική ενικού του δεκάρα
δεκάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάρα
δεκάρη	=	δεκάρης
δεκάρηδες	=	δεκάρης
δεκάρηδων	=	δεκάρης
δεκάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς δέκα ετών
δεκάρι	noun	δέκα, σχολικός βαθμός
δεκάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάρι
δεκάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάρικο
δεκάρικε	adj	κλητική ενικού του δεκάρικος
δεκάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάρικη
δεκάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκάρικος
δεκάρικης	adj	γενική ενικού του δεκάρικη
δεκάρικο	noun	το δεκάευρο, το χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ
δεκάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκάρικος
δεκάρικος	adj	που έχει σχέση με δεκάρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
δεκάρικου	noun	γενική ενικού του δεκάρικο
δεκάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκάρικος
δεκάρικων	noun	γενική πληθυντικού του δεκάρικο
δεκάριο	noun	το στρέμμα
δεκάσαμε	=	δεκάζω
δεκάσαν	=	δεκάζω
δεκάσανε	=	δεκάζω
δεκάσατε	=	δεκάζω
δεκάσει	=	δεκάζω
δεκάστε	=	δεκάζω
δεκάτη	noun	φόρος που αποτελείται από το ένα δέκατο (⅒) της παραγωγής
δεκάτης	=	δεκάτη
δεκάτιζα	=	δεκατίζω
δεκάτιζαν	=	δεκατίζω
δεκάτιζε	=	δεκατίζω
δεκάτιζες	=	δεκατίζω
δεκάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκάτομα	=	δεκάτομος
δεκάτομε	=	δεκάτομος
δεκάτομες	=	δεκάτομος
δεκάτομη	=	δεκάτομος
δεκάτομης	=	δεκάτομος
δεκάτομο	=	δεκάτομος
δεκάτομοι	=	δεκάτομος
δεκάτομος	adj	που αποτελείται από δέκα τόμους
δεκάτομου	=	δεκάτομος
δεκάτομους	=	δεκάτομος
δεκάτομων	=	δεκάτομος
δεκάτου	=	δέκατο
δεκάτων	=	δέκατο
δεκάφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάφυλο
δεκάφυλε	adj	κλητική ενικού του δεκάφυλος
δεκάφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκάφυλη
δεκάφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκάφυλος
δεκάφυλης	adj	γενική ενικού του δεκάφυλη
δεκάφυλο	adj	αιτιατική ενικού του δεκάφυλος
δεκάφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκάφυλος
δεκάφυλος	adj	αυτός που περιλαμβάνει δέκα φυλές
δεκάφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκάφυλος
δεκάφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκάφυλος
δεκάφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκάφυλος
δεκάχρονα	=	δεκάχρονος
δεκάχρονε	=	δεκάχρονος
δεκάχρονες	=	δεκάχρονος
δεκάχρονη	=	δεκάχρονος
δεκάχρονης	=	δεκάχρονος
δεκάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκάχρονος
δεκάχρονοι	=	δεκάχρονος
δεκάχρονος	adj	που έχει διάρκεια δέκα χρόνων
δεκάχρονου	adj	γενική ενικού του δεκάχρονος
δεκάχρονους	=	δεκάχρονος
δεκάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του δεκάχρονος
δεκάωρα	=	δεκάωρος
δεκάωρε	=	δεκάωρος
δεκάωρες	=	δεκάωρος
δεκάωρη	=	δεκάωρος
δεκάωρης	=	δεκάωρος
δεκάωρο	=	δεκάωρος
δεκάωροι	=	δεκάωρος
δεκάωρος	adj	που έχει διάρκεια δέκα ωρών
δεκάωρου	=	δεκάωρος
δεκάωρους	=	δεκάωρος
δεκάωρων	=	δεκάωρος
δεκαέξι	noun	ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	το απόλυτο αριθμητικό (16) που ακολουθεί το δεκαπέντε και προηγείται του δεκαεπτά, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιστ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVI
δεκαήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαήμερο
δεκαήμερε	adj	κλητική ενικού του δεκαήμερος
δεκαήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαήμερη
δεκαήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαήμερος
δεκαήμερης	adj	γενική ενικού του δεκαήμερη
δεκαήμερο	noun	χρονικό διάστημα δέκα ημερών
δεκαήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαήμερος
δεκαήμερος	adj	που κρατάει δέκα ημέρες
δεκαήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαήμερος
δεκαήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαήμερος
δεκαήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαήμερος
δεκαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαδικό
δεκαδικέ	adj	κλητική ενικού του δεκαδικός
δεκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαδική
δεκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαδικός
δεκαδικής	adj	γενική ενικού του δεκαδική
δεκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαδικός
δεκαδικοτήτων	=	δεκαδικότητα
δεκαδικού	adj	γενική ενικού του δεκαδικός
δεκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαδικός
δεκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του δεκαδικός
δεκαδικός	adj	που αποτελείται από δεκάδες
δεκαδικότητα	noun	το να αποτελείται κάποιος (ή κάτι) από δεκάδες
δεκαδικότητας	=	δεκαδικότητα
δεκαδικότητες	=	δεκαδικότητα
δεκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του δεκαδικός
δεκαεννέα	num	άλλη γραφή του δεκαεννιά
δεκαεννιά	noun	ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	το απόλυτο αριθμητικό (19) που ακολουθεί το δεκαοχτώ και προηγείται του είκοσι, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιθ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XIX
δεκαεννιάρα	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρας	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρες	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρη	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρηδες	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρηδων	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρης	adj	που είναι δεκαεννιά χρονών
δεκαεννιάρικα	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρικο	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρικου	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάρικων	=	δεκαεννιάρης
δεκαεννιάχρονα	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονε	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονες	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονη	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονης	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονο	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονοι	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονος	adj	που είναι δεκαεννιά χρονών
δεκαεννιάχρονου	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονους	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιάχρονων	=	δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιαετές	=	δεκαεννιαετής
δεκαεννιαετή	=	δεκαεννιαετής
δεκαεννιαετής	adj	ο δεκαεννιάχρονος
δεκαεννιαετείς	=	δεκαεννιαετής
δεκαεννιαετούς	=	δεκαεννιαετής
δεκαεννιαετών	=	δεκαεννιαετής
δεκαεξάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα δεκαέξι μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
δεκαεξάδας	=	δεκαεξάδα
δεκαεξάδες	=	δεκαεξάδα
δεκαεξάδων	=	δεκαεξάδα
δεκαεξάκτινα	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινε	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινες	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινη	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινης	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινο	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινοι	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινος	adj	που χαρακτηρίζει σχήμα, αντικείμενο ή σύμβολο το οποίο αναπτύσσεται ακτινωτά γύρω από κέντρο με δεκαέξι διακριτές προεκτάσεις
δεκαεξάκτινου	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινους	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάκτινων	=	δεκαεξάκτινος
δεκαεξάρα	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρας	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρες	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρη	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρηδες	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρηδων	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρης	adj	που είναι δεκαέξι χρονών
δεκαεξάρικα	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρικο	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρικου	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάρικων	=	δεκαεξάρης
δεκαεξάχρονα	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονε	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονες	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονη	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονης	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονο	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονοι	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονος	adj	που είναι δεκαέξι χρονών
δεκαεξάχρονου	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονους	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξάχρονων	=	δεκαεξάχρονος
δεκαεξαβάλβιδα	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδε	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδες	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδη	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδης	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδο	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδοι	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδος	adj	που διαθέτει συνολικά δεκαέξι βαλβίδες εισαγωγής και εξαγωγής, διάταξη που βελτιώνει την αποδοτικότητα της εισαγωγής και της εξαγωγής στον κύλινδρο και, κατά κανόνα, τη συνολική απόδοση
δεκαεξαβάλβιδου	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδους	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαβάλβιδων	=	δεκαεξαβάλβιδος
δεκαεξαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαεξαδικό
δεκαεξαδικέ	adj	κλητική ενικού του δεκαεξαδικός
δεκαεξαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαεξαδική
δεκαεξαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαεξαδικός
δεκαεξαδικής	adj	γενική ενικού του δεκαεξαδική
δεκαεξαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαεξαδικός
δεκαεξαδικού	adj	γενική ενικού του δεκαεξαδικός
δεκαεξαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαεξαδικός
δεκαεξαδικό	adj	αιτιατική ενικού του δεκαεξαδικός
δεκαεξαδικός	adj	που αποτελείται από δεκαέξι
δεκαεξαδικών	adj	γενική πληθυντικού του δεκαεξαδικός
δεκαεξαετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκαεξαετής
δεκαεξαετή	=	δεκαεξαετής
δεκαεξαετής	adj	ο δεκαεξάχρονος
δεκαεξαετείς	=	δεκαεξαετής
δεκαεξαετούς	=	δεκαεξαετής
δεκαεξαετών	=	δεκαεξαετής
δεκαεξασέλιδα	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδε	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδες	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδη	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδης	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδο	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδοι	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδος	adj	που αποτελείται ή καταλαμβάνει δεκαέξι σελίδες
δεκαεξασέλιδου	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδους	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασέλιδων	=	δεκαεξασέλιδος
δεκαεξασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαεξασύλλαβο
δεκαεξασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεξασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαεξασύλλαβη
δεκαεξασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεξασύλλαβης	adj	γενική ενικού του δεκαεξασύλλαβη
δεκαεξασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεξασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεξασύλλαβος	adj	που περιέχει δεκαέξι συλλαβές
δεκαεξασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεξασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεξασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαεξασύλλαβος
δεκαεπτά	=	δεκαεφτά
δεκαεπτάγωνα	=	δεκαεπτάγωνο
δεκαεπτάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα με δεκαεπτά πλευρές
δεκαεπτάγωνου	=	δεκαεπτάγωνο
δεκαεπτάρα	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρας	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρες	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρη	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρηδες	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρηδων	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρης	adj	που είναι δεκαεπτά χρονών
δεκαεπτάρικα	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρικο	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρικου	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάρικων	=	δεκαεπτάρης
δεκαεπτάχρονα	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονε	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονες	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονη	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονης	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονο	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονοι	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονος	adj	που είναι δεκαεπτά χρονών
δεκαεπτάχρονου	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονους	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπτάχρονων	=	δεκαεπτάχρονος
δεκαεπταγώνου	=	δεκαεπτάγωνο
δεκαεπταγώνων	=	δεκαεπτάγωνο
δεκαεπταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκαεπταετής
δεκαεπταετή	=	δεκαεπταετής
δεκαεπταετής	adj	ο δεκαεπτάχρονος
δεκαεπταετείς	=	δεκαεπταετής
δεκαεπταετούς	=	δεκαεπταετής
δεκαεπταετών	=	δεκαεπταετής
δεκαετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκαετής
δεκαετή	=	δεκαετής
δεκαετής	adj	που έχει ηλικία δέκα ετών
δεκαετία	noun	περίοδος 10 χρόνων
δεκαετίας	noun	γενική ενικού του δεκαετία
δεκαετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαετία
δεκαετείς	=	δεκαετής
δεκαετηρίδα	noun	η δέκατη επέτειος ενός γεγονότος
δεκαετηρίδας	=	δεκαετηρίδα
δεκαετηρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαετηρίδα
δεκαετηρίδων	=	δεκαετηρίδα
δεκαετιών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαετία
δεκαετούς	=	δεκαετής
δεκαετών	adj	γενική πληθυντικού του δεκαετής
δεκαεφτά	noun	ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	το απόλυτο αριθμητικό (17) που ακολουθεί το δεκαέξι και προηγείται του δεκαοχτώ, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιζ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVII
δεκαεφτάρα	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρας	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρες	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρη	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρηδες	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρηδων	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρης	adj	που είναι δεκαεπτά χρονών
δεκαεφτάρικα	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρικο	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρικου	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάρικων	=	δεκαεφτάρης
δεκαεφτάχρονα	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονε	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονες	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονη	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονης	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονο	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονοι	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονος	adj	που είναι δεκαεφτά χρονών
δεκαεφτάχρονου	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονους	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαεφτάχρονων	=	δεκαεφτάχρονος
δεκαημερία	noun	χρονικό διάστημα δέκα ημερών
δεκαημερίας	noun	γενική ενικού του δεκαημερία
δεκαημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαημερία
δεκαημεριών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαημερία
δεκαθέσια	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιας	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιε	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιες	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιο	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιοι	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιος	adj	που έχει δέκα θέσεις
δεκαθέσιου	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιους	=	δεκαθέσιος
δεκαθέσιων	=	δεκαθέσιος
δεκαθλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαθλητής
δεκαθλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δεκαθλητής
δεκαθλητής	noun	ο αθλητής που αγωνίζεται στο δέκαθλο
δεκαθλητών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαθλητής
δεκαλέπτου	=	δεκάλεπτο
δεκαλέπτων	=	δεκάλεπτο
δεκαλόγου	noun	γενική ενικού του δεκάλογος
δεκαλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεκάλογος
δεκαλόγων	noun	γενική πληθυντικού του δεκάλογος
δεκαμέτρου	=	δεκάμετρο
δεκαμέτρων	=	δεκάμετρο
δεκαμελές	=	δεκαμελής
δεκαμελή	=	δεκαμελής
δεκαμελής	adj	που έχει δέκα μέλη
δεκαμελείς	=	δεκαμελής
δεκαμελούς	=	δεκαμελής
δεκαμελών	=	δεκαμελής
δεκαμερές	=	δεκαμερής
δεκαμερή	=	δεκαμερής
δεκαμερής	adj	που συμβαίνει ανάμεσα σε δέκα μέρη ή τα αφορά
δεκαμερία	noun	η δεκαημερία
δεκαμερίας	noun	γενική ενικού του δεκαμερία
δεκαμερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαμερία
δεκαμερείς	=	δεκαμερής
δεκαμεριών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαμερία
δεκαμερούς	=	δεκαμερής
δεκαμερών	=	δεκαμερής
δεκαμηνιαία	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίας	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίε	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίες	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίο	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίοι	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίος	adj	που γίνεται κάθε δέκα μήνες
δεκαμηνιαίου	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίους	=	δεκαμηνιαίος
δεκαμηνιαίων	=	δεκαμηνιαίος
δεκανέα	=	δεκανέας
δεκανέας	noun	ο κατώτερος βαθμός του στρατού ξηράς, αμέσως κατώτερος του λοχία.
δεκανέων	=	δεκανέας
δεκανέως	=	δεκανέας
δεκανίκι	noun	ψηλή ράβδος με κάθετο στέλεχος που στερεώνεται κάτω από τη μασχάλη· χρησιμοποιείται από άτομα με κατάγματα ή άλλες κακώσεις στα πόδια
δεκανίκια	=	δεκανίκι
δεκανείς	=	δεκανέας
δεκανικιού	=	δεκανίκι
δεκανικιών	=	δεκανίκι
δεκαοκτάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα δεκαοκτώ μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
δεκαοκτάδας	=	δεκαοκτάδα
δεκαοκτάδες	=	δεκαοκτάδα
δεκαοκτάδων	=	δεκαοκτάδα
δεκαοκτάρα	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρας	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρες	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρη	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρηδες	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρηδων	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρης	adj	που είναι δεκαοκτώ χρονών
δεκαοκτάρικα	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρικο	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρικου	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάρικων	=	δεκαοκτάρης
δεκαοκτάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαοκτάχρονο
δεκαοκτάχρονε	adj	κλητική ενικού του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκτάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαοκτάχρονη
δεκαοκτάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκτάχρονης	adj	γενική ενικού του δεκαοκτάχρονη
δεκαοκτάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκτάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκτάχρονος	adj	που είναι δεκαοκτώ χρονών
δεκαοκτάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκτάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκτάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαοκτάχρονος
δεκαοκταετές	=	δεκαοκταετής
δεκαοκταετή	=	δεκαοκταετής
δεκαοκταετής	adj	δεκαοκτάχρονος
δεκαοκταετείς	=	δεκαοκταετής
δεκαοκταετούς	=	δεκαοκταετής
δεκαοκταετών	=	δεκαοκταετής
δεκαοκτώ	noun	άλλη μορφή του δεκαοχτώ	num	άλλη μορφή του δεκαοχτώ
δεκαοχτάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα δεκαοχτώ μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
δεκαοχτάδας	=	δεκαοχτάδα
δεκαοχτάδες	=	δεκαοχτάδα
δεκαοχτάδων	=	δεκαοχτάδα
δεκαοχτάρα	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρας	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρες	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρη	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρηδες	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρηδων	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρης	adj	που είναι δεκαοχτώ χρονών
δεκαοχτάρικα	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρικο	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρικου	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάρικων	=	δεκαοχτάρης
δεκαοχτάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαοχτάχρονο
δεκαοχτάχρονε	adj	κλητική ενικού του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαοχτάχρονη
δεκαοχτάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτάχρονης	adj	γενική ενικού του δεκαοχτάχρονη
δεκαοχτάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτάχρονος	adj	(καθομιλουμένη) άλλη μορφή του δεκαοκτάχρονος
δεκαοχτάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαοχτάχρονος
δεκαοχτούρα	noun	(ηχομημητική λέξη) είδος περιστεριού (Streptopelia decaocto) με μαύρη λωρίδα στο λαιμό
δεκαοχτούρας	=	δεκαοχτούρα
δεκαοχτούρες	=	δεκαοχτούρα
δεκαοχτούρων	=	δεκαοχτούρα
δεκαοχτώ	noun	ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	το απόλυτο αριθμητικό (18) που ακολουθεί το δεκαεπτά και προηγείται του δεκαεννιά, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιη΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVIII
δεκαπέντε	noun	ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	απόλυτο αριθμητικό (15)· έπεται του δεκατέσσερα (14) και προηγείται του δεκαέξι (16)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιε΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XV
δεκαπενθήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπενθήμερο
δεκαπενθήμερε	=	δεκαπενθήμερος
δεκαπενθήμερες	=	δεκαπενθήμερος
δεκαπενθήμερη	=	δεκαπενθήμερος
δεκαπενθήμερης	=	δεκαπενθήμερος
δεκαπενθήμερο	noun	διάστημα δεκαπέντε ημερών ή δύο περίπου εβδομάδων
δεκαπενθήμεροι	=	δεκαπενθήμερος
δεκαπενθήμερος	adj	που διαρκεί δεκαπέντε ημέρες
δεκαπενθήμερου	noun	γενική ενικού του δεκαπενθήμερο
δεκαπενθήμερους	=	δεκαπενθήμερος
δεκαπενθήμερων	noun	γενική πληθυντικού του δεκαπενθήμερο
δεκαπενθημέρου	=	δεκαπενθήμερο
δεκαπενθημέρων	=	δεκαπενθήμερο
δεκαπενθημερία	noun	διάστημα δεκαπέντε ημερών
δεκαπενθημερίας	noun	γενική ενικού του δεκαπενθημερία
δεκαπενθημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπενθημερία
δεκαπενθημεριών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαπενθημερία
δεκαπεντάγωνα	=	δεκαπεντάγωνο
δεκαπεντάγωνο	noun	πολύγωνο με δεκαπέντε κορυφές και δεκαπέντε πλευρές
δεκαπεντάγωνου	=	δεκαπεντάγωνο
δεκαπεντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα δεκαπέντε μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
δεκαπεντάδας	=	δεκαπεντάδα
δεκαπεντάδες	=	δεκαπεντάδα
δεκαπεντάδων	=	δεκαπεντάδα
δεκαπεντάλεπτα	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτε	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτες	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτη	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτης	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτο	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτοι	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτος	adj	που η χρονική του διάρκεια είναι δεκαπέντε λεπτά
δεκαπεντάλεπτου	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτους	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλεπτων	=	δεκαπεντάλεπτος
δεκαπεντάλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπεντάλιτρο
δεκαπεντάρα	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρας	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρες	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρη	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρηδες	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρηδων	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς δεκαπέντε ετών
δεκαπεντάρικα	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρικο	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρικου	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάρικων	=	δεκαπεντάρης
δεκαπεντάχρονα	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονε	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονες	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονη	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονης	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονοι	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονος	adj	που είναι δεκαπέντε χρονών
δεκαπεντάχρονου	adj	γενική ενικού του δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονους	=	δεκαπεντάχρονος
δεκαπεντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του δεκαπεντάχρονος
δεκαπενταγώνου	=	δεκαπεντάγωνο
δεκαπενταγώνων	=	δεκαπεντάγωνο
δεκαπενταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκαπενταετής
δεκαπενταετή	=	δεκαπενταετής
δεκαπενταετής	adj	που έχει ηλικία δεκαπέντε ετών
δεκαπενταετία	noun	περίοδος δεκαπέντε ετών
δεκαπενταετίας	=	δεκαπενταετία
δεκαπενταετίες	=	δεκαπενταετία
δεκαπενταετείς	=	δεκαπενταετής
δεκαπενταετιών	=	δεκαπενταετία
δεκαπενταετούς	=	δεκαπενταετής
δεκαπενταετών	adj	γενική πληθυντικού του δεκαπενταετής
δεκαπενταμελές	noun	δεκαπενταμελές συμβούλιο μαθητών γυμνασίου ή λυκείου που εκλέγεται κάθε χρόνο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκαπενταμελής
δεκαπενταμελή	=	δεκαπενταμελής
δεκαπενταμελής	adj	με 15 (δεκαπέντε) μέλη
δεκαπενταμελείς	=	δεκαπενταμελής
δεκαπενταμελούς	adj	γενική ενικού του δεκαπενταμελής
δεκαπενταμελών	=	δεκαπενταμελής
δεκαπενταπλάσια	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιας	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιε	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιες	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιο	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιοι	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιος	adj	που είναι δεκαπέντε φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο
δεκαπενταπλάσιου	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιους	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταπλάσιων	=	δεκαπενταπλάσιος
δεκαπενταριά	noun	ποσότητα (περίπου) δεκαπέντε στοιχείων
δεκαπενταριάς	=	δεκαπενταριά
δεκαπενταριές	=	δεκαπενταριά
δεκαπενταριών	=	δεκαπενταριά
δεκαπεντασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπεντασύλλαβο
δεκαπεντασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπεντασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπεντασύλλαβη
δεκαπεντασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπεντασύλλαβης	adj	γενική ενικού του δεκαπεντασύλλαβη
δεκαπεντασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπεντασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπεντασύλλαβος	adj	που έχει δεκαπέντε συλλαβές
δεκαπεντασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπεντασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπεντασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαπεντασύλλαβος
δεκαπενταυγουστιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπενταυγουστιάτικο
δεκαπενταυγουστιάτικε	adj	κλητική ενικού του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταυγουστιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπενταυγουστιάτικη
δεκαπενταυγουστιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταυγουστιάτικης	adj	γενική ενικού του δεκαπενταυγουστιάτικη
δεκαπενταυγουστιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταυγουστιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταυγουστιάτικος	adj	που έχει σχέση με τον δεκαπενταύγουστο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του
δεκαπενταυγουστιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταυγουστιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταυγουστιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαπενταυγουστιάτικος
δεκαπενταύγουστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπενταύγουστο
δεκαπενταύγουστε	=	δεκαπενταύγουστος
δεκαπενταύγουστο	noun	άλλη μορφή του δεκαπενταύγουστος
δεκαπενταύγουστοι	=	δεκαπενταύγουστος
δεκαπενταύγουστος	noun	η 15η Αυγούστου, μεγάλη θρησκευτική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και αργία
δεκαπενταύγουστου	noun	γενική ενικού του δεκαπενταύγουστο
δεκαπενταύγουστους	=	δεκαπενταύγουστος
δεκαπενταύγουστων	noun	γενική πληθυντικού του δεκαπενταύγουστο
δεκαπλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλό	adv	δέκα φορές ή με δέκα διαφορετικούς τρόπους ή για δέκα διαφορετικούς λόγους
δεκαπλάσια	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιας	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιε	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιες	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιια	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιιο	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιο	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιοι	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιος	adj	που είναι δέκα φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο
δεκαπλάσιου	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιους	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλάσιων	=	δεκαπλάσιος
δεκαπλέ	adj	κλητική ενικού του δεκαπλός
δεκαπλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλή
δεκαπλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαπλός
δεκαπλής	adj	γενική ενικού του δεκαπλή
δεκαπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάζω	verb	πολλαπλασιάζω επί το δέκα, αυξάνω μία ποσότητα κατά δέκα φορές
δεκαπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκαπλασιάζω
δεκαπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του δεκαπλασιασμός
δεκαπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλασιασμένο
δεκαπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλασιασμένη
δεκαπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του δεκαπλασιασμένη
δεκαπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμένος	verb	που έχει αυξηθεί κατά δέκα φορές
δεκαπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκαπλασιασμένος
δεκαπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλασιασμός
δεκαπλασιασμού	noun	γενική ενικού του δεκαπλασιασμός
δεκαπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεκαπλασιασμός
δεκαπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του δεκαπλασιασμός
δεκαπλασιασμός	noun	η αύξηση μιας ποσότητας κατά δέκα φορές
δεκαπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαπλασιασμός
δεκαπλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαπλός
δεκαπλού	adj	γενική ενικού του δεκαπλός
δεκαπλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκαπλός
δεκαπλό	adj	αιτιατική ενικού του δεκαπλός
δεκαπλός	adj	που αποτελείται από δέκα όμοια τμήματα ή φάσεις
δεκαπλών	adj	γενική πληθυντικού του δεκαπλός
δεκαράκι	noun	ο σχολικός βαθμός 10 στη Μέση Εκπαίδευση, που αποτελεί τη βαθμολογική βάση
δεκαράκια	=	δεκαράκι
δεκαριά	noun	ποσότητα περίπου δέκα όμοιων στοιχείων
δεκαριάς	noun	γενική ενικού του δεκαριά
δεκαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαριά
δεκαριού	=	δεκάρι
δεκαριών	=	δεκαριά
δεκαρολογήσαμε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογήσαν	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογήσανε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογήσατε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογήσει	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογήστε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δεκαρολόγου
δεκαρολογίας	noun	γενική ενικού του δεκαρολογία
δεκαρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαρολογία
δεκαρολογεί	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογείς	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογείτε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δεκαρολογία
δεκαρολογούμε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούν	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούνε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσα	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσαμε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσαν	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσανε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσατε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογούσες	=	δεκαρολογώ
δεκαρολογώ	verb	μιλάω σοβαροφανώς και με στόμφο για πράγματα ασήμαντα και άνευ σημασίας
δεκαρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δεκαρολογώ
δεκαρολόγε	noun	κλητική ενικού του δεκαρολόγος
δεκαρολόγει	=	δεκαρολογώ
δεκαρολόγησα	=	δεκαρολογώ
δεκαρολόγησαν	=	δεκαρολογώ
δεκαρολόγησε	=	δεκαρολογώ
δεκαρολόγησες	=	δεκαρολογώ
δεκαρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του δεκαρολόγος
δεκαρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκαρολόγος
δεκαρολόγος	noun	που δεκαρολογεί μαζεύοντας μικροποσά ή χρηματίζεται με αναξιοπρεπή τρόπο για ευτελές κέρδος
δεκαρολόγου	noun	γενική ενικού του δεκαρολόγος
δεκαρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεκαρολόγος
δεκαρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του δεκαρολόγος
δεκαρών	noun	γενική πληθυντικού του δεκάρα
δεκασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκασέλιδο
δεκασέλιδε	adj	κλητική ενικού του δεκασέλιδος
δεκασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκασέλιδη
δεκασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκασέλιδος
δεκασέλιδης	adj	γενική ενικού του δεκασέλιδη
δεκασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του δεκασέλιδος
δεκασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκασέλιδος
δεκασέλιδος	adj	που έχει δέκα σελίδες
δεκασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκασέλιδος
δεκασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκασέλιδος
δεκασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκασέλιδος
δεκασμέ	=	δεκασμός
δεκασμοί	=	δεκασμός
δεκασμού	=	δεκασμός
δεκασμούς	=	δεκασμός
δεκασμό	=	δεκασμός
δεκασμός	noun	δωροδοκία
δεκασμών	=	δεκασμός
δεκατέσσερα	noun	σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	το απόλυτο αριθμητικό (14) που ακολουθεί το δεκατρία και προηγείται του δεκαπέντε, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιδ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XIV
δεκατέσσερις	num	αρσενικό και θηλυκό του απόλυτου αριθμητικού δεκατέσσερα
δεκατίζαμε	=	δεκατίζω
δεκατίζαν	=	δεκατίζω
δεκατίζανε	=	δεκατίζω
δεκατίζατε	=	δεκατίζω
δεκατίζει	=	δεκατίζω
δεκατίζεις	=	δεκατίζω
δεκατίζετε	=	δεκατίζω
δεκατίζοντας	=	δεκατίζω
δεκατίζουμε	=	δεκατίζω
δεκατίζουν	=	δεκατίζω
δεκατίζουνε	=	δεκατίζω
δεκατίζω	verb	δίνω το ένα δέκατο όσων παράγω ή κερδίζω
δεκατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσαν	=	δεκατίζω
δεκατίσανε	=	δεκατίζω
δεκατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεκατίζω
δεκατεσσάρα	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρας	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρες	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρη	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρηδες	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρηδων	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρης	adj	που είναι δεκατεσσάρων χρονών
δεκατεσσάρι	noun	σύνολο δεκατεσσάρων μονάδων
δεκατεσσάρια	=	δεκατεσσάρι
δεκατεσσάρικα	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρικο	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρικου	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρικων	=	δεκατεσσάρης
δεκατεσσάρων	num	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του δεκατέσσερις
δεκατετράδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα δεκατεσσάρων μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
δεκατετράδας	=	δεκατετράδα
δεκατετράδες	=	δεκατετράδα
δεκατετράδων	=	δεκατετράδα
δεκατετράστιχο	noun	ποίημα από δεκατέσσερις στίχους (βλέπε σονέτο)
δεκατετράχρονα	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονε	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονες	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονη	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονης	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκατεράχρονος
δεκατετράχρονοι	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονος	adj	που είναι δεκατεσσάρων χρονών
δεκατετράχρονου	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονους	=	δεκατετράχρονος
δεκατετράχρονων	=	δεκατετράχρονος
δεκατετραήμερο	noun	δεκατέσσερις ημέρες, δυο εβδομάδες
δεκατετραετές	=	δεκατετραετής
δεκατετραετή	=	δεκατετραετής
δεκατετραετής	adj	που έχει ηλικία δεκατεσσάρων ετών
δεκατετραετείς	=	δεκατετραετής
δεκατετραετούς	=	δεκατετραετής
δεκατετραετών	=	δεκατετραετής
δεκατημορίου	noun	γενική ενικού του δεκατημόριο
δεκατημορίων	noun	γενική πληθυντικού του δεκατημόριο
δεκατημόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκατημόριο
δεκατημόριο	noun	το ένα δέκατο ενός πληθυσμού, ενός στατιστικού δείγματος κλπ
δεκατημόριου	=	δεκατημόριο
δεκατιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του δεκάτη
δεκατιάς	=	δεκατιά
δεκατιαία	=	δεκατιαίος
δεκατιαίας	=	δεκατιαίος
δεκατιαίε	=	δεκατιαίος
δεκατιαίες	=	δεκατιαίος
δεκατιαίο	=	δεκατιαίος
δεκατιαίοι	=	δεκατιαίος
δεκατιαίος	adj	που εμφανίζεται κάθε δέκατη ημέρα (για πυρετό)
δεκατιαίου	=	δεκατιαίος
δεκατιαίους	=	δεκατιαίος
δεκατιαίων	=	δεκατιαίος
δεκατιανό	noun	είδος γεύματος που τρώγεται μεταξύ πρωινού και μεσημεριανού, συνήθως στις δέκα το πρωί
δεκατισμέ	noun	κλητική ενικού του δεκατισμός
δεκατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκατισμός
δεκατισμού	noun	γενική ενικού του δεκατισμός
δεκατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεκατισμός
δεκατισμό	noun	αιτιατική ενικού του δεκατισμός
δεκατισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δεκατίζω
δεκατισμών	noun	γενική πληθυντικού του δεκατισμός
δεκατιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκατιστής
δεκατιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δεκατιστής
δεκατιστής	noun	αυτός που δεκατίζει, που συγκεντρώνει το φόρο της δεκάτης
δεκατιστών	noun	γενική πληθυντικού του δεκατιστής
δεκατομέτρου	=	δεκατόμετρο
δεκατομέτρων	=	δεκατόμετρο
δεκατρία	noun	ό,τι φέρει ως σήμανση αυτόν τον αριθμό (δωμάτιο, κτίριο, ταμείο, κλπ.)	num	το απόλυτο αριθμητικό (13) που ακολουθεί το δώδεκα και προηγείται του δεκατέσσερα
δεκατρείς	adj	το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού δεκατρία (13)
δεκατριάγωνα	=	δεκατριάγωνο
δεκατριάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα με δεκατρία πλευρές
δεκατριάγωνου	=	δεκατριάγωνο
δεκατριάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα δεκατριών μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
δεκατριάδας	=	δεκατριάδα
δεκατριάδες	=	δεκατριάδα
δεκατριάδων	=	δεκατριάδα
δεκατριάρα	=	δεκατριάρης
δεκατριάρας	=	δεκατριάρης
δεκατριάρες	=	δεκατριάρης
δεκατριάρη	=	δεκατριάρης
δεκατριάρηδες	=	δεκατριάρης
δεκατριάρηδων	=	δεκατριάρης
δεκατριάρης	adj	που είναι δεκατριών χρονών
δεκατριάρι	noun	σύνολο ή μέγεθος που αντιστοιχεί στον αριθμό δεκατρία, χρησιμοποιούμενο κυρίως σε προφορικά ή ειδικά συμφραζόμενα
δεκατριάρια	=	δεκατριάρι
δεκατριάρικα	=	δεκατριάρης
δεκατριάρικο	=	δεκατριάρης
δεκατριάρικου	=	δεκατριάρης
δεκατριάρικων	=	δεκατριάρης
δεκατριάχρονα	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονε	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονες	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονη	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονης	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονοι	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονος	adj	που είναι δεκατριών χρονών
δεκατριάχρονου	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονους	=	δεκατριάχρονος
δεκατριάχρονων	=	δεκατριάχρονος
δεκατριαγώνου	=	δεκατριάγωνο
δεκατριαγώνων	=	δεκατριάγωνο
δεκατριαράκι	noun	υποκοριστικό του δεκατριάρι
δεκατριαράκια	=	δεκατριαράκι
δεκατριαριού	=	δεκατριάρι
δεκατριαριών	=	δεκατριάρι
δεκατρισύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκατρισύλλαβο
δεκατρισύλλαβε	adj	κλητική ενικού του δεκατρισύλλαβος
δεκατρισύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκατρισύλλαβη
δεκατρισύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκατρισύλλαβος
δεκατρισύλλαβης	adj	γενική ενικού του δεκατρισύλλαβη
δεκατρισύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του δεκατρισύλλαβος
δεκατρισύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκατρισύλλαβος
δεκατρισύλλαβος	adj	που αποτελείται από δεκατρείς συλλαβές
δεκατρισύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκατρισύλλαβος
δεκατρισύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκατρισύλλαβος
δεκατρισύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκατρισύλλαβος
δεκατριψήφια	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιας	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιε	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιες	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιο	adj	αιτιατική ενικού του δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιοι	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιος	adj	για αριθμό με δεκατρία ψηφία
δεκατριψήφιου	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιους	=	δεκατριψήφιος
δεκατριψήφιων	=	δεκατριψήφιος
δεκατριών	num	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του δεκατρείς
δεκατόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκατόμετρο
δεκατόμετρο	noun	το ένα δέκατο του μέτρου, δέκα εκατοστά (συντομογραφία: dm)
δεκατόμετρου	=	δεκατόμετρο
δεκατόμετρων	=	δεκατόμετρο
δεκαχίλιαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκαχίλιαρο
δεκαχίλιαρο	noun	χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων δραχμών
δεκαχίλιαρου	noun	γενική ενικού του δεκαχίλιαρο
δεκαχίλιαρων	noun	γενική πληθυντικού του δεκαχίλιαρο
δεκαψήφια	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιας	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιε	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιες	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιο	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιοι	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιος	adj	που αποτελείται από δέκα ψηφία
δεκαψήφιου	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιους	=	δεκαψήφιος
δεκαψήφιων	=	δεκαψήφιος
δεκελεικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκελεικό
δεκελεικέ	adj	κλητική ενικού του δεκελεικός
δεκελεικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκελεική
δεκελεική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκελεικός
δεκελεικής	adj	γενική ενικού του δεκελεική
δεκελεικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκελεικός
δεκελεικού	adj	γενική ενικού του δεκελεικός
δεκελεικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκελεικός
δεκελεικό	adj	αιτιατική ενικού του δεκελεικός
δεκελεικός	adj	ο αναφερόμενος στην περιοχή της Δεκέλειας
δεκελεικών	adj	γενική πληθυντικού του δεκελεικός
δεκεμβριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκεμβριάτικο
δεκεμβριάτικε	adj	κλητική ενικού του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκεμβριάτικη
δεκεμβριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριάτικης	adj	γενική ενικού του δεκεμβριάτικη
δεκεμβριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριάτικος	adj	που αναφέρεται στο Δεκέμβρη, που συμβαίνει κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα
δεκεμβριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεκεμβριάτικος
δεκεμβριανά	noun	ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις βρετανικές και κυβερνητικές δυνάμεις που συνέβησαν στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δεκεμβριανός
δεκεμβριανέ	adj	κλητική ενικού του δεκεμβριανός
δεκεμβριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκεμβριανή
δεκεμβριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκεμβριανός
δεκεμβριανής	adj	γενική ενικού του δεκεμβριανή
δεκεμβριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκεμβριανός
δεκεμβριανού	adj	γενική ενικού του δεκεμβριανός
δεκεμβριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκεμβριανός
δεκεμβριανό	adj	αιτιατική ενικού του δεκεμβριανός
δεκεμβριανός	adj	που αναφέρεται στο μήνα Δεκέμβριο
δεκεμβριανών	adj	γενική πληθυντικού του δεκεμβριανός
δεκο	abbrev	δημόσια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύονται με περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου για την επιδίωξη σκοπών, αναπτύσσοντας επιχειρηματική (δημόσιες επιχειρήσεις) ή παραγωγική δραστηριότητα (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΕΛΤΑ κ.λπ.)
δεκοχτούρα	noun	είδος άγριου περιστεριού (επιστημονική ονομασία: Streptopelia decaocto)
δεκοχτούρας	noun	γενική ενικού του δεκοχτούρα
δεκοχτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκοχτούρα
δεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκτό
δεκτέ	adj	κλητική ενικού του δεκτός
δεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκτή
δεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκτός
δεκτής	adj	γενική ενικού του δεκτή
δεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκτικό
δεκτικέ	adj	κλητική ενικού του δεκτικός
δεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκτική
δεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεκτικός
δεκτικής	adj	γενική ενικού του δεκτική
δεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκτικός
δεκτικοτήτων	=	δεκτικότητα
δεκτικού	adj	γενική ενικού του δεκτικός
δεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκτικός
δεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του δεκτικός
δεκτικός	adj	που έχει την τάση ή τη δυνατότητα να δέχεται κάτι καινούριο, διαφορετικό, άλλες απόψεις και προτάσεις
δεκτικότης	noun	η δεκτικότητα
δεκτικότητα	noun	η ιδιότητα του δεκτικού
δεκτικότητας	noun	γενική ενικού του δεκτικότητα
δεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεκτικότητα
δεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του δεκτικός
δεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεκτός
δεκτού	adj	γενική ενικού του δεκτός
δεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεκτός
δεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του δέκτρια
δεκτό	adj	αιτιατική ενικού του δεκτός
δεκτός	adj	που τον δέχεται κάποιος στην έδρα του λειτουργήματός του
δεκτών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του δεκτός
δελέαζα	=	δελεάζω
δελέαζαν	=	δελεάζω
δελέαζε	=	δελεάζω
δελέαζες	=	δελεάζω
δελέασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελέασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελέασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελέασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελέασμα	noun	το αποτέλεσμα του δελεάζω
δελέγκου	adv	αμέσως, γρήγορα
δελεάζαμε	=	δελεάζω
δελεάζαν	=	δελεάζω
δελεάζανε	=	δελεάζω
δελεάζατε	=	δελεάζω
δελεάζει	=	δελεάζω
δελεάζεις	=	δελεάζω
δελεάζεσαι	=	δελεάζω
δελεάζεστε	=	δελεάζω
δελεάζεται	=	δελεάζω
δελεάζετε	=	δελεάζω
δελεάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δελεάζω
δελεάζομε	=	δελεάζω
δελεάζονται	=	δελεάζω
δελεάζονταν	=	δελεάζω
δελεάζοντας	=	δελεάζω
δελεάζουμε	=	δελεάζω
δελεάζουν	=	δελεάζω
δελεάζουνε	=	δελεάζω
δελεάζω	verb	προσπαθώ να πείσω κάποιον (ο οποίος συχνά διστάζει για ηθικούς ή πρακτικούς λόγους) να προβεί σε κάποια ενέργεια, προβάλλοντάς του ένα κέρδος που θα έχει, ένα δέλεαρ
δελεάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσαν	=	δελεάζω
δελεάσανε	=	δελεάζω
δελεάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελέασμα
δελεάσματος	noun	γενική ενικού του δελέασμα
δελεάσομε	=	δελεάζω
δελεάσου	=	δελεάζω
δελεάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάσουνε	=	δελεάζω
δελεάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεάστηκα	=	δελεάζω
δελεάστηκαν	=	δελεάζω
δελεάστηκε	=	δελεάζω
δελεάστηκες	=	δελεάζω
δελεάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δελεάζω
δελεαζόμασταν	=	δελεάζω
δελεαζόμαστε	=	δελεάζω
δελεαζόμουν	=	δελεάζω
δελεαζόμουνα	=	δελεάζω
δελεαζόντουσαν	=	δελεάζω
δελεαζόσασταν	=	δελεάζω
δελεαζόσαστε	=	δελεάζω
δελεαζόσουν	=	δελεάζω
δελεαζόσουνα	=	δελεάζω
δελεαζόταν	=	δελεάζω
δελεαζότανε	=	δελεάζω
δελεασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δελέασμα
δελεασμέ	noun	κλητική ενικού του δελεασμός
δελεασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελεασμένο
δελεασμένε	verb	κλητική ενικού του δελεασμένος
δελεασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελεασμένη
δελεασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δελεασμένος
δελεασμένης	verb	γενική ενικού του δελεασμένη
δελεασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δελεασμένος
δελεασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δελεασμένος
δελεασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δελεάζω
δελεασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δελεασμένος
δελεασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δελεασμένος
δελεασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δελεασμένος
δελεασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δελεασμός
δελεασμού	noun	γενική ενικού του δελεασμός
δελεασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δελεασμός
δελεασμό	noun	αιτιατική ενικού του δελεασμός
δελεασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δελεάζω
δελεασμών	noun	γενική πληθυντικού του δελεασμός
δελεαστήκαμε	=	δελεάζω
δελεαστήκαν	=	δελεάζω
δελεαστήκανε	=	δελεάζω
δελεαστήκατε	=	δελεάζω
δελεαστεί	=	δελεάζω
δελεαστείς	=	δελεάζω
δελεαστείτε	=	δελεάζω
δελεαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελεαστικό	adv	με δελεαστικό τρόπο
δελεαστικέ	adj	κλητική ενικού του δελεαστικός
δελεαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελεαστική
δελεαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δελεαστικός
δελεαστικής	adj	γενική ενικού του δελεαστική
δελεαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δελεαστικός
δελεαστικοτήτων	=	δελεαστικότητα
δελεαστικού	adj	γενική ενικού του δελεαστικός
δελεαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δελεαστικός
δελεαστικό	adj	αιτιατική ενικού του δελεαστικός
δελεαστικός	adj	που δελεάζει, που είναι αρκετά ελκυστικός ώστε να παροτρύνει κάποιον σε μια ενέργεια για την οποία ίσως έχει δισταγμούς
δελεαστικότης	noun	η δελεαστικότητα
δελεαστικότητα	noun	η ιδιότητα του δελεαστικού
δελεαστικότητας	=	δελεαστικότητα
δελεαστικότητες	=	δελεαστικότητα
δελεαστικών	adj	γενική πληθυντικού του δελεαστικός
δελεαστικώς	adv|obsolete	δελεαστικά
δελεαστούμε	=	δελεάζω
δελεαστούν	=	δελεάζω
δελεαστούνε	=	δελεάζω
δελεαστώ	=	δελεάζω
δελτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελτάριο
δελτάριο	noun	χαρτονένια κάρτα
δελτάριου	=	δελτάριο
δελτάριων	=	δελτάριο
δελτία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελτίο
δελτίο	noun	χαρτί ή χαρτόνι, έντυπο ή χειρόγραφο, επίσημο ή προσωπικό
δελτίου	noun	γενική ενικού του δελτίο
δελτίων	noun	γενική πληθυντικού του δελτίο
δελταπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελταπλάνο
δελταπλάνο	noun	ιπτάμενη συσκευή χωρίς κινητήρα, αποτελούμενη από ένα φτερό σε σχήμα κεφαλαίου δέλτα, που μεταφέρει έναν σκελετό από μεταλλικούς σωλήνες
δελταπλάνου	noun	γενική ενικού του δελταπλάνο
δελταπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του δελταπλάνο
δελταπτέρυγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελταπτέρυγο
δελταπτέρυγε	adj	κλητική ενικού του δελταπτέρυγος
δελταπτέρυγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελταπτέρυγη
δελταπτέρυγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δελταπτέρυγος
δελταπτέρυγης	adj	γενική ενικού του δελταπτέρυγη
δελταπτέρυγο	noun	πτητικό μέσο που το σχήμα του με τα πτερά του μοιάζει με γράμμα δέλτα (Δ)
δελταπτέρυγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δελταπτέρυγος
δελταπτέρυγος	adj	που το σχήμα του με τα πτερά του μοιάζει με γράμμα δέλτα (Δ)
δελταπτέρυγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δελταπτέρυγος
δελταπτέρυγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δελταπτέρυγος
δελταπτέρυγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δελταπτέρυγος
δελταρίου	=	δελτάριο
δελταρίων	=	δελτάριο
δελτιοθήκες	=	δελτιοθήκη
δελτιοθήκη	noun|dated	σύστημα αποθήκευσης —φορητό ή έπιπλο— που έχει σχεδιαστεί για τη μεθοδική οργάνωση, διατήρηση και εύκολη ανάκτηση δελτίων πληροφορίας, συνήθως σε αρχειακό ή βιβλιοθηκονομικό πλαίσιο
δελτιοθήκης	=	δελτιοθήκη
δελτιοθηκών	=	δελτιοθήκη
δελτοειδές	=	δελτοειδής
δελτοειδή	=	δελτοειδής
δελτοειδής	adj	που το σχήμα του μοιάζει με ένα δέλτα
δελτοειδείς	=	δελτοειδής
δελτοειδούς	=	δελτοειδής
δελτοειδών	=	δελτοειδής
δελφίνε	=	δελφίνος
δελφίνι	noun	θαλάσσιο θηλαστικό ζώο με χαρακτηριστική ευφυΐα, πολλές φορές ιδιαίτερα φιλικό με τους ανθρώπους
δελφίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελφίνι
δελφίνιο	noun	καλλωπιστικό ποώδες φυτό του γένους Delphinium, που καλλιεργείται κυρίως για τις ψηλές, όρθιες ταξιανθίες του με εντυπωσιακά, έντονα χρωματισμένα άνθη
δελφίνιου	=	δελφίνιο
δελφίνιων	=	δελφίνιο
δελφίνο	noun	αιτιατική ενικού του δελφίνος
δελφίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δελφίνος
δελφίνος	noun	άτομο το οποίο φιλοδοξεί να διαδεχτεί κάποιον σε ανώτατο αξίωμα
δελφίνου	noun	γενική ενικού του δελφίνος
δελφίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δελφίνος
δελφίνων	noun	γενική πληθυντικού του δελφίνος
δελφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελφικό
δελφικέ	adj	κλητική ενικού του δελφικός
δελφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελφική
δελφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δελφικός
δελφικής	adj	γενική ενικού του δελφική
δελφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δελφικός
δελφικού	adj	γενική ενικού του δελφικός
δελφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δελφικός
δελφικό	adj	αιτιατική ενικού του δελφικός
δελφικός	adj	σχετικός με τους Δελφούς
δελφικών	adj	γενική πληθυντικού του δελφικός
δελφινάκι	noun	υποκοριστικό του δελφίνι
δελφινάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελφινάκι
δελφινάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δελφινάριο
δελφινάριο	noun	ειδικά διαμορφωμένος χώρος με μεγάλες δεξαμενές, που παρουσιάζονται παραστάσεις με εκπαιδευμένα δελφίνια
δελφινάριου	noun	γενική ενικού του δελφινάριο
δελφινάριων	noun	γενική πληθυντικού του δελφινάριο
δελφινίου	=	δελφίνιο
δελφινίων	=	δελφίνιο
δελφινιού	noun	γενική ενικού του δελφίνι
δελφινιών	noun	γενική πληθυντικού του δελφίνι
δελφινοκόριτσα	=	δελφινοκόριτσο
δελφινοκόριτσο	noun|literary	κορίτσι που κολυμπά γρήγορα σαν δελφίνι
δελφινοκόριτσου	=	δελφινοκόριτσο
δελφινοκόριτσων	=	δελφινοκόριτσο
δελφινομαχία	noun	πολιτικός ανταγωνισμός —συνήθως εσωκομματικός και παρατεταμένος— μεταξύ προσώπων που προβάλλονται ως διάδοχοι της ηγεσίας, με στόχο την επικράτηση και τον έλεγχο του κόμματος
δελφινομαχίας	=	δελφινομαχία
δελφινομαχίες	=	δελφινομαχία
δελφινομαχιών	=	δελφινομαχία
δεμάγκο	noun	εγκατάλειψη, διακοπή, παύση, θλίψη
δεμάτι	noun	πολλά κλαδιά, στάχυα κ.λπ. ενωμένα μαζί σε μια δέσμη
δεμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεμάτι
δεμάτιαζα	=	δεματιάζω
δεμάτιαζαν	=	δεματιάζω
δεμάτιαζε	=	δεματιάζω
δεμάτιαζες	=	δεματιάζω
δεμάτιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεμάτιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεμάτιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεμάτιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεμάτιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του δεματιάζω
δεμάτιζα	=	δεματίζω
δεμάτιζαν	=	δεματίζω
δεμάτιζε	=	δεματίζω
δεμάτιζες	=	δεματίζω
δεμάτιο	noun	δέσμη, δεσμίδα, κυριολεκτικά: δεμάτι
δεμάτιου	=	δεμάτιο
δεμάτισα	=	δεματίζω
δεμάτισαν	=	δεματίζω
δεμάτισε	=	δεματίζω
δεμάτισες	=	δεματίζω
δεμάτιων	=	δεμάτιο
δεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δέμα
δεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεμένο
δεμένε	verb	κλητική ενικού του δεμένος
δεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεμένη
δεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεμένος
δεμένης	verb	γενική ενικού του δεμένη
δεμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεμένος
δεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεμένος
δεμένος	verb	που τον έχουν δέσει
δεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεμένος
δεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεμένος
δεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεμένος
δεματά	=	δεματάς
δεματάδες	=	δεματάς
δεματάδων	=	δεματάς
δεματάκι	noun	υποκοριστικό του δέμα
δεματάκια	=	δεματάκι
δεματάρα	noun	πολύ μεγάλο δέμα
δεματάρας	noun	γενική ενικού του δεματάρα
δεματάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεματάρα
δεματάς	noun	αυτός που κάνει δέματα
δεματίζαμε	=	δεματίζω
δεματίζαν	=	δεματίζω
δεματίζανε	=	δεματίζω
δεματίζατε	=	δεματίζω
δεματίζει	=	δεματίζω
δεματίζεις	=	δεματίζω
δεματίζετε	=	δεματίζω
δεματίζοντας	=	δεματίζω
δεματίζουμε	=	δεματίζω
δεματίζουν	=	δεματίζω
δεματίζουνε	=	δεματίζω
δεματίζω	verb	χωρίζω σε ποσότητες και τα δένω (πχ. πρώτη ύλη)
δεματίου	=	δεμάτιο
δεματίσαμε	=	δεματίζω
δεματίσαν	=	δεματίζω
δεματίσανε	=	δεματίζω
δεματίσατε	=	δεματίζω
δεματίσει	=	δεματίζω
δεματίστε	=	δεματίζω
δεματίων	=	δεμάτιο
δεματιά	noun	το δεματόχορτο
δεματιάζαμε	=	δεματιάζω
δεματιάζαν	=	δεματιάζω
δεματιάζανε	=	δεματιάζω
δεματιάζατε	=	δεματιάζω
δεματιάζει	=	δεματιάζω
δεματιάζεις	=	δεματιάζω
δεματιάζεσαι	=	δεματιάζω
δεματιάζεστε	=	δεματιάζω
δεματιάζεται	=	δεματιάζω
δεματιάζετε	=	δεματιάζω
δεματιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δεματιάζω
δεματιάζονται	=	δεματιάζω
δεματιάζονταν	=	δεματιάζω
δεματιάζοντας	=	δεματιάζω
δεματιάζουμε	=	δεματιάζω
δεματιάζουν	=	δεματιάζω
δεματιάζουνε	=	δεματιάζω
δεματιάζω	verb	συγκεντρώνω μια ποσότητα από κάτι (πχ από ξύλα), τα δένω μαζί και τα κάνω ένα δεμάτι
δεματιάς	=	δεματιά
δεματιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάσαν	=	δεματιάζω
δεματιάσανε	=	δεματιάζω
δεματιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεμάτιασμα
δεματιάσματος	noun	γενική ενικού του δεμάτιασμα
δεματιάσου	=	δεματιάζω
δεματιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιάστηκα	=	δεματιάζω
δεματιάστηκαν	=	δεματιάζω
δεματιάστηκε	=	δεματιάζω
δεματιάστηκες	=	δεματιάζω
δεματιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεματιάζω
δεματιές	=	δεματιά
δεματιαζόμασταν	=	δεματιάζω
δεματιαζόμαστε	=	δεματιάζω
δεματιαζόμουν	=	δεματιάζω
δεματιαζόμουνα	=	δεματιάζω
δεματιαζόντουσαν	=	δεματιάζω
δεματιαζόσασταν	=	δεματιάζω
δεματιαζόσαστε	=	δεματιάζω
δεματιαζόσουν	=	δεματιάζω
δεματιαζόσουνα	=	δεματιάζω
δεματιαζόταν	=	δεματιάζω
δεματιαζότανε	=	δεματιάζω
δεματιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δεμάτιασμα
δεματιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεματιασμένο
δεματιασμένε	verb	κλητική ενικού του δεματιασμένος
δεματιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεματιασμένη
δεματιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεματιασμένος
δεματιασμένης	verb	γενική ενικού του δεματιασμένη
δεματιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεματιασμένος
δεματιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεματιασμένος
δεματιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δεματιάζω
δεματιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεματιασμένος
δεματιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεματιασμένος
δεματιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεματιασμένος
δεματιαστήκαμε	=	δεματιάζω
δεματιαστήκαν	=	δεματιάζω
δεματιαστήκανε	=	δεματιάζω
δεματιαστήκατε	=	δεματιάζω
δεματιαστεί	=	δεματιάζω
δεματιαστείτε	=	δεματιάζω
δεματικά	=	δεματικό
δεματικού	=	δεματικό
δεματικό	noun	τα δεσμά με τα οποία δένουμε κάτι
δεματικών	=	δεματικό
δεματιού	=	δεμάτι
δεματιών	=	δεμάτι
δεματόχορτα	=	δεματόχορτο
δεματόχορτο	noun	ζιζάνιο των αγρών
δεματόχορτου	=	δεματόχορτο
δεματόχορτων	=	δεματόχορτο
δεν	particle	αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης
δενδράκι	noun	μικρό δέντρο, δεντράκι
δενδράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδράκι
δενδρίτες	=	δενδρίτης
δενδρίτη	=	δενδρίτης
δενδρίτης	noun	κρύσταλλος που η δομή του μοιάζει με δέντρο
δενδριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδριτικό
δενδριτικέ	adj	κλητική ενικού του δενδριτικός
δενδριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδριτική
δενδριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δενδριτικός
δενδριτικής	adj	γενική ενικού του δενδριτική
δενδριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δενδριτικός
δενδριτικού	adj	γενική ενικού του δενδριτικός
δενδριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δενδριτικός
δενδριτικό	adj	αιτιατική ενικού του δενδριτικός
δενδριτικός	adj	που η δομή του μοιάζει με δέντρο
δενδριτικών	adj	γενική πληθυντικού του δενδριτικός
δενδριτών	=	δενδρίτης
δενδροβάτραχε	=	δενδροβάτραχος
δενδροβάτραχο	=	δενδροβάτραχος
δενδροβάτραχοι	=	δενδροβάτραχος
δενδροβάτραχος	noun	μικρόσωμο αμφίβιο που ζει κυρίως σε θάμνους και δέντρα, προσαρμοσμένο στην αναρρίχηση χάρη σε συγκολλητικά άκρα
δενδροβάτραχου	=	δενδροβάτραχος
δενδροβάτραχους	=	δενδροβάτραχος
δενδροβάτραχων	=	δενδροβάτραχος
δενδροβατράχου	=	δενδροβάτραχος
δενδροβατράχους	=	δενδροβάτραχος
δενδροβατράχων	=	δενδροβάτραχος
δενδρογαλές	=	δενδρογαλή
δενδρογαλή	noun	άλλη μορφή του δεντρογαλιά
δενδρογαλής	=	δενδρογαλή
δενδρογαλιά	noun	είδος μη δηλητηριώδους φιδιού της νότιας Ευρώπης
δενδρογαλιάς	=	δενδρογαλιά
δενδρογαλιές	=	δενδρογαλιά
δενδρογαλιών	=	δενδρογαλιά
δενδρογαλών	=	δενδρογαλή
δενδροδιάγραμμα	noun	γραφική απεικόνιση σχέσεων ή δεδομένων σε διαδοχικά επίπεδα, όπου οι επιμέρους μονάδες οργανώνονται ιεραρχικά μέσω διακλαδώσεων που προκύπτουν από κοινό σημείο εκκίνησης
δενδροδιαγράμματα	=	δενδροδιάγραμμα
δενδροδιαγράμματος	=	δενδροδιάγραμμα
δενδροδιαγραμμάτων	=	δενδροδιάγραμμα
δενδροειδές	=	δενδροειδής
δενδροειδή	=	δενδροειδής
δενδροειδής	adj	που μοιάζει με δέντρο ως προς τη μορφή ή δομή του
δενδροειδείς	=	δενδροειδής
δενδροειδούς	=	δενδροειδής
δενδροειδών	=	δενδροειδής
δενδροκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια οπωροφόρων ή άλλων δέντρων
δενδροκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του δενδροκαλλιέργεια
δενδροκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροκαλλιέργεια
δενδροκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του δενδροκαλλιέργεια
δενδροκαλλιεργητές	=	δενδροκαλλιεργητής
δενδροκαλλιεργητή	=	δενδροκαλλιεργητής
δενδροκαλλιεργητής	noun	αυτός που ασχολείται με την δενδροκαλλιέργεια, καλλιεργεί δέντρα
δενδροκαλλιεργητών	=	δενδροκαλλιεργητής
δενδροκομία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με την καλλιέργεια και περιποίηση των δέντρων
δενδροκομίας	noun	γενική ενικού του δενδροκομία
δενδροκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροκομία
δενδροκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροκομείο
δενδροκομείο	noun	έκταση όπου έχουν φυτευθεί και καλλιεργούνται καρποφόρα ή δασικά δέντρα
δενδροκομείου	noun	γενική ενικού του δενδροκομείο
δενδροκομείων	noun	γενική πληθυντικού του δενδροκομείο
δενδροκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροκομικό
δενδροκομικέ	adj	κλητική ενικού του δενδροκομικός
δενδροκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροκομική
δενδροκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δενδροκομικός
δενδροκομικής	adj	γενική ενικού του δενδροκομική
δενδροκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δενδροκομικός
δενδροκομικού	adj	γενική ενικού του δενδροκομικός
δενδροκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δενδροκομικός
δενδροκομικό	adj	αιτιατική ενικού του δενδροκομικός
δενδροκομικός	adj	σχετικός με τη δενδροκομία
δενδροκομικών	adj	γενική πληθυντικού του δενδροκομικός
δενδροκομιών	noun	γενική πληθυντικού του δενδροκομία
δενδροκόμε	noun	κλητική ενικού του δενδροκόμος
δενδροκόμο	noun	αιτιατική ενικού του δενδροκόμος
δενδροκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δενδροκόμος
δενδροκόμος	noun	που ασχολείται με την δενδροκομία
δενδροκόμου	noun	γενική ενικού του δενδροκόμος
δενδροκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δενδροκόμος
δενδροκόμων	noun	γενική πληθυντικού του δενδροκόμος
δενδρολίβανα	=	δενδρολίβανο
δενδρολίβανο	noun|formal	άλλη μορφή του δεντρολίβανο
δενδρολίβανοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδρολίβανος
δενδρολίβανου	=	δενδρολίβανο
δενδρολίβανων	=	δενδρολίβανο
δενδρολιβάνου	=	δενδρολίβανο
δενδρολιβάνων	=	δενδρολίβανο
δενδρολιβανιά	noun|rare	άλλη μορφή του δεντρολιβανιά
δενδρολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τα δέντρα από πολλές απόψεις: ανάπτυξη, ξύλευση, αντοχή στις ασθένειες, χρήση στον καλλωπισμό χώρων κ.λπ.
δενδρολογίας	noun	γενική ενικού του δενδρολογία
δενδρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδρολογία
δενδρολογικά	=	δενδρολογικός
δενδρολογικέ	=	δενδρολογικός
δενδρολογικές	=	δενδρολογικός
δενδρολογική	=	δενδρολογικός
δενδρολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (δενδρολογική) του δενδρολογικός
δενδρολογικοί	=	δενδρολογικός
δενδρολογικού	=	δενδρολογικός
δενδρολογικούς	=	δενδρολογικός
δενδρολογικό	=	δενδρολογικός
δενδρολογικός	adj	σχετικός με την δενδρολογία
δενδρολογικών	=	δενδρολογικός
δενδρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δενδρολογία
δενδροστοιχία	noun	μια σειρά από δέντρα φυτεμένα κατά μήκος ενός δρόμου, πεζόδρομου, (αλέας) κλπ
δενδροστοιχίας	noun	γενική ενικού του δενδροστοιχία
δενδροστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροστοιχία
δενδροστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του δενδροστοιχία
δενδροφυτέψαμε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτέψαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτέψανε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτέψατε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτέψει	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτέψου	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτέψτε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεία	noun|formal	άλλη μορφή του δεντροφυτεία
δενδροφυτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροφυτεμένο
δενδροφυτεμένε	verb	κλητική ενικού του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροφυτεμένη
δενδροφυτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτεμένης	verb	γενική ενικού του δενδροφυτεμένη
δενδροφυτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτεμένος	verb	που έχει δενδροφυτευθεί, που φυτεύτηκε με δέντρα
δενδροφυτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δενδροφυτεμένος
δενδροφυτευμένος	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευτήκαμε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευτήκαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευτήκανε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευτήκατε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευτεί	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευτείτε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόμασταν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόμαστε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόμουν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόμουνα	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόντουσαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόσασταν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόσαστε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόσουν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόσουνα	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευόταν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτευότανε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύαμε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύανε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύατε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύει	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύεις	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύεσαι	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύεστε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύεται	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύετε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύθηκα	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύονται	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύονταν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύοντας	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύουμε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύουν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύουνε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδροφύτευση
δενδροφυτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του δενδροφύτευση
δενδροφυτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του δενδροφύτευση
δενδροφυτεύσου	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύτηκα	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύτηκαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύτηκε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύτηκες	=	δενδροφυτεύω
δενδροφυτεύω	verb	φυτεύω δέντρα σε μια περιοχή
δενδροφύτευα	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτευαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτευε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτευες	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφύτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφύτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφύτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δενδροφυτεύω
δενδροφύτευση	noun	η φύτευση δέντρων σε μια περιοχή
δενδροφύτευσης	noun	γενική ενικού του δενδροφύτευση
δενδροφύτεψα	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτεψαν	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτεψε	=	δενδροφυτεύω
δενδροφύτεψες	=	δενδροφυτεύω
δενδροχρονολογήσεις	=	δενδροχρονολόγηση
δενδροχρονολογήσεων	=	δενδροχρονολόγηση
δενδροχρονολόγηση	noun	η εύρεση του (ακριβούς) έτους σχηματισμού ενός δέντρου με την μέτρηση των ετήσιων δακτυλίων ανάπτυξής τους και της απόστασης μεταξύ των δακτυλίων
δενδροχρονολόγησης	=	δενδροχρονολόγηση
δενδρυλίου	=	δενδρύλιο
δενδρυλίων	=	δενδρύλιο
δενδρυλλίου	noun	γενική ενικού του δενδρύλλιο
δενδρυλλίων	noun	γενική πληθυντικού του δενδρύλλιο
δενδρωδών	=	δενδρώδης
δενδρωνυμίου	=	δενδρωνύμιο
δενδρωνυμίων	=	δενδρωνύμιο
δενδρωνύμια	=	δενδρωνύμιο
δενδρωνύμιο	noun	ονομασία περιοχής που πήρε τ’ όνομά της από κάποιο δέντρο
δενδρωνύμιου	=	δενδρωνύμιο
δενδρωνύμιων	=	δενδρωνύμιο
δενδρόβια	=	δενδρόβιος
δενδρόβιας	=	δενδρόβιος
δενδρόβιε	=	δενδρόβιος
δενδρόβιες	=	δενδρόβιος
δενδρόβιο	=	δενδρόβιος
δενδρόβιοι	=	δενδρόβιος
δενδρόβιος	adj	που ζει πάνω στα δέντρα
δενδρόβιου	=	δενδρόβιος
δενδρόβιους	=	δενδρόβιος
δενδρόβιων	=	δενδρόβιος
δενδρόκηπε	=	δενδρόκηπος
δενδρόκηπο	=	δενδρόκηπος
δενδρόκηποι	=	δενδρόκηπος
δενδρόκηπος	noun|formal	ο δεντρόκηπος
δενδρόκηπου	=	δενδρόκηπος
δενδρόκηπους	=	δενδρόκηπος
δενδρόκηπων	=	δενδρόκηπος
δενδρόσπιτα	=	δενδρόσπιτο
δενδρόσπιτο	noun	άλλη μορφή του δεντρόσπιτο
δενδρόσπιτου	=	δενδρόσπιτο
δενδρόσπιτων	=	δενδρόσπιτο
δενδρόφυτα	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτε	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτες	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτη	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτης	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτο	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτοι	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτος	adj	που χαρακτηρίζεται από πυκνή ή εκτεταμένη παρουσία δέντρων, τα οποία αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο της βλάστησής του
δενδρόφυτου	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτους	=	δενδρόφυτος
δενδρόφυτων	=	δενδρόφυτος
δενδρύλια	=	δενδρύλιο
δενδρύλιο	noun	άλλη γραφή του δενδρύλλιο
δενδρύλιου	=	δενδρύλιο
δενδρύλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δενδρύλλιο
δενδρύλλιο	noun	δέντρο μικρής ηλικίας, πρόσφορο για μεταφύτευση
δενδρύλλιου	=	δενδρύλλιο
δενδρύλλιων	=	δενδρύλλιο
δενδρώδεις	=	δενδρώδης
δενδρώδες	=	δενδρώδης
δενδρώδη	=	δενδρώδης
δενδρώδης	adj	που έχει τη μορφή δένδρου ή μοιάζει μ’ αυτό
δενδρώδους	=	δενδρώδης
δενδρώνα	=	δενδρώνας
δενδρώνας	noun	τόπος που έχει πολλά δέντρα
δενδρώνες	=	δενδρώνας
δενδρώνων	=	δενδρώνας
δεντρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρό
δεντράκι	noun	μικρό σε ύψος ή σε ηλικία δέντρο
δεντράκια	=	δεντράκι
δεντρί	noun|literary	το δέντρο
δεντρίσια	=	δεντρίσιος
δεντρίσιας	=	δεντρίσιος
δεντρίσιε	=	δεντρίσιος
δεντρίσιες	=	δεντρίσιος
δεντρίσιο	=	δεντρίσιος
δεντρίσιοι	=	δεντρίσιος
δεντρίσιος	adj	άλλη μορφή του δέντρινος
δεντρίσιου	=	δεντρίσιος
δεντρίσιους	=	δεντρίσιος
δεντρίσιων	=	δεντρίσιος
δεντριά	=	δεντρί
δεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρικό
δεντρικέ	adj	κλητική ενικού του δεντρικός
δεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρική
δεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεντρικός
δεντρικής	adj	γενική ενικού του δεντρική
δεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεντρικός
δεντρικού	adj	γενική ενικού του δεντρικός
δεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεντρικός
δεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του δεντρικός
δεντρικός	adj	σχετικός με το δέντρο
δεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του δεντρικός
δεντριού	=	δεντρί
δεντριών	=	δεντρί
δεντροβάτραχε	=	δεντροβάτραχος
δεντροβάτραχο	=	δεντροβάτραχος
δεντροβάτραχοι	=	δεντροβάτραχος
δεντροβάτραχος	noun	άλλη μορφή του δενδροβάτραχος
δεντροβάτραχου	=	δεντροβάτραχος
δεντροβάτραχους	=	δεντροβάτραχος
δεντροβάτραχων	=	δεντροβάτραχος
δεντροβατράχου	=	δεντροβάτραχος
δεντροβατράχους	=	δεντροβάτραχος
δεντροβατράχων	=	δεντροβάτραχος
δεντρογέρακα	=	δεντρογέρακο
δεντρογέρακο	noun	είδος γερακιού
δεντρογέρακου	=	δεντρογέρακο
δεντρογέρακων	=	δεντρογέρακο
δεντρογαλιά	noun	μη δηλητηριώδες είδος φιδιού (Hierophis gemonensis και παλαιότερα Coluber gemonensis)
δεντρογαλιάς	noun	γενική ενικού του δεντρογαλιά
δεντρογαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρογαλιά
δεντρογαλιών	=	δεντρογαλιά
δεντροδιάγραμμα	noun	άλλη μορφή του δενδροδιάγραμμα
δεντροδιαγράμματα	=	δεντροδιάγραμμα
δεντροδιαγράμματος	=	δεντροδιάγραμμα
δεντροδιαγραμμάτων	=	δεντροδιάγραμμα
δεντροκαλλιέργεια	noun	άλλη μορφή του δενδροκαλλιέργεια
δεντροκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του δεντροκαλλιέργεια
δεντροκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντροκαλλιέργεια
δεντροκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του δεντροκαλλιέργεια
δεντροκαλλιεργητές	=	δεντροκαλλιεργητής
δεντροκαλλιεργητή	=	δεντροκαλλιεργητής
δεντροκαλλιεργητής	noun	άλλη μορφή του δενδροκαλλιεργητής
δεντροκαλλιεργητών	=	δεντροκαλλιεργητής
δεντρολίβανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρολίβανο
δεντρολίβανο	noun	αρωματικός αειθαλής θάμνος του γένους Ροσμαρίνος, της οικογένειας των Χειλανθών
δεντρολίβανου	noun	γενική ενικού του δεντρολίβανο
δεντρολίβανων	noun	γενική πληθυντικού του δεντρολίβανο
δεντρολιβάνου	=	δεντρολίβανο
δεντρολιβάνων	=	δεντρολίβανο
δεντρολιβανιά	noun|rare	το φυτό δεντρολίβανο
δεντρομολόχα	noun	η αλθαία / αλταία
δεντρομολόχας	=	δεντρομολόχα
δεντρομολόχες	=	δεντρομολόχα
δεντροστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντροστοιχία
δεντροφυτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψαν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψανε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψου	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτεία	noun	περιοχή όπου έχει γίνει δεντροφύτευση
δεντροφυτείας	noun	γενική ενικού του δεντροφυτεία
δεντροφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντροφυτεία
δεντροφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του δεντροφυτεία
δεντροφυτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντροφυτεμένο
δεντροφυτεμένε	verb	κλητική ενικού του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντροφυτεμένη
δεντροφυτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτεμένης	verb	γενική ενικού του δεντροφυτεμένη
δεντροφυτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτεμένος	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεντροφυτεμένος
δεντροφυτευτήκαμε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευτήκαν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευτήκανε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευτήκατε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύομαι
δεντροφυτευτείτε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύομαι
δεντροφυτευόμασταν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόμαστε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόμουν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόμουνα	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόντουσαν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόσασταν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόσαστε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόσουν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόσουνα	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευόταν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτευότανε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύαμε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύαν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύανε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύατε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύει	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύεις	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύεσαι	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύεστε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύεται	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύετε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύονται	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύονταν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύοντας	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύουμε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύουν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύουνε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύτηκα	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύτηκαν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύτηκε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύτηκες	=	δεντροφυτεύω
δεντροφυτεύω	verb	άλλη μορφή του δενδροφυτεύω
δεντροφύτευα	=	δεντροφυτεύω
δεντροφύτευαν	=	δεντροφυτεύω
δεντροφύτευε	=	δεντροφυτεύω
δεντροφύτευες	=	δεντροφυτεύω
δεντροφύτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφύτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφύτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροφύτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεντροφυτεύω
δεντροχρονολογήσεις	=	δεντροχρονολόγηση
δεντροχρονολογήσεων	=	δεντροχρονολόγηση
δεντροχρονολόγηση	noun	άλλη μορφή του δενδροχρονολόγηση
δεντροχρονολόγησης	=	δεντροχρονολόγηση
δεντρού	noun	γενική ενικού του δεντρό
δεντρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρωμένο
δεντρωμένε	verb	κλητική ενικού του δεντρωμένος
δεντρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεντρωμένη
δεντρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεντρωμένος
δεντρωμένης	verb	γενική ενικού του δεντρωμένη
δεντρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεντρωμένος
δεντρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεντρωμένος
δεντρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δεντρώνω
δεντρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεντρωμένος
δεντρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεντρωμένος
δεντρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεντρωμένος
δεντρό	noun|vulgar	το δέντρο
δεντρόκηπε	=	δεντρόκηπος
δεντρόκηπο	=	δεντρόκηπος
δεντρόκηποι	=	δεντρόκηπος
δεντρόκηπος	noun	κήπος φυτεμένος με δέντρα
δεντρόκηπου	=	δεντρόκηπος
δεντρόκηπους	=	δεντρόκηπος
δεντρόκηπων	=	δεντρόκηπος
δεντρόσπιτα	=	δεντρόσπιτο
δεντρόσπιτο	noun	σπίτι χτισμένο πλήρως ή μερικώς πάνω σε δέντρο ή δέντρα
δεντρόσπιτου	=	δεντρόσπιτο
δεντρόσπιτων	=	δεντρόσπιτο
δεντρόφυτα	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτε	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτες	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτη	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτης	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτο	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτοι	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτος	adj	άλλη μορφή του δενδρόφυτος
δεντρόφυτου	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτους	=	δεντρόφυτος
δεντρόφυτων	=	δεντρόφυτος
δεντρύλλιο	=	δενδρύλλιο
δεντρών	noun	γενική πληθυντικού του δεντρό
δεντρώναμε	=	δεντρώνω
δεντρώναν	=	δεντρώνω
δεντρώνανε	=	δεντρώνω
δεντρώνατε	=	δεντρώνω
δεντρώνει	=	δεντρώνω
δεντρώνεις	=	δεντρώνω
δεντρώνετε	=	δεντρώνω
δεντρώνοντας	=	δεντρώνω
δεντρώνουμε	=	δεντρώνω
δεντρώνουν	=	δεντρώνω
δεντρώνουνε	=	δεντρώνω
δεντρώνω	verb	γίνομαι δέντρο
δεντρώσαμε	=	δεντρώνω
δεντρώσαν	=	δεντρώνω
δεντρώσανε	=	δεντρώνω
δεντρώσατε	=	δεντρώνω
δεντρώσει	=	δεντρώνω
δεντρώστε	=	δεντρώνω
δενόμασταν	=	δένω
δενόμαστε	=	δένω
δενόμουν	=	δένω
δενόμουνα	=	δένω
δενόντουσαν	=	δένω
δενόσασταν	=	δένω
δενόσαστε	=	δένω
δενόσουν	=	δένω
δενόσουνα	=	δένω
δενόταν	=	δένω
δενότανε	=	δένω
δεξή	=	δεξής
δεξής	adj	άλλη μορφή του δεξιός
δεξί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δεξής
δεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέξιμο
δεξίματος	noun	γενική ενικού του δέξιμο
δεξίμι	noun	δώρο που μας έχει έρθει από κάπου μακρυά
δεξίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξίμι
δεξίωση	noun	επίσημη συγκέντρωση ή γεύμα στο οποίο κάποιος υποδέχεται τους καλεσμένους του, στο σπίτι του ή σε άλλο χώρο
δεξίωσης	noun	γενική ενικού του δεξίωση
δεξαμένιζα	=	δεξαμενίζω
δεξαμένιζαν	=	δεξαμενίζω
δεξαμένιζε	=	δεξαμενίζω
δεξαμένιζες	=	δεξαμενίζω
δεξαμένισα	=	δεξαμενίζω
δεξαμένισαν	=	δεξαμενίζω
δεξαμένισε	=	δεξαμενίζω
δεξαμένισες	=	δεξαμενίζω
δεξαμενές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξαμενή
δεξαμενή	noun	κατασκευή για την αποθήκευση μεγάλης ποσότητας υγρών
δεξαμενής	noun	γενική ενικού του δεξαμενή
δεξαμενίζαμε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζαν	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζανε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζατε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζει	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζεις	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζετε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζοντας	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζουμε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζουν	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζουνε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίζω	verb	τοποθετώ (πλοίο ή κάτι άλλο) σε δεξαμενή (για έλεγχο, επισκευές ή άλλες εργασίες)
δεξαμενίσαμε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίσαν	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίσανε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίσατε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίσει	=	δεξαμενίζω
δεξαμενίστε	=	δεξαμενίζω
δεξαμενικά	=	δεξαμενικός
δεξαμενικέ	=	δεξαμενικός
δεξαμενικές	=	δεξαμενικός
δεξαμενική	=	δεξαμενικός
δεξαμενικής	=	δεξαμενικός
δεξαμενικοί	=	δεξαμενικός
δεξαμενικού	=	δεξαμενικός
δεξαμενικούς	=	δεξαμενικός
δεξαμενικό	=	δεξαμενικός
δεξαμενικός	adj	που έχει σχέση με δεξαμενή ή αναφέρεται σ’ αυτή
δεξαμενικών	=	δεξαμενικός
δεξαμενισμέ	noun	κλητική ενικού του δεξαμενισμός
δεξαμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεξαμενισμός
δεξαμενισμού	noun	γενική ενικού του δεξαμενισμός
δεξαμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεξαμενισμός
δεξαμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του δεξαμενισμός
δεξαμενισμός	noun	η τοποθέτηση πλοίου σε δεξαμενή για έλεγχο, επισκευές ή άλλες εργασίες
δεξαμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του δεξαμενισμός
δεξαμενόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξαμενόπλοιο
δεξαμενόπλοιο	noun	πλοίο που μεταφέρει πετρέλαιο ή άλλα καύσιμα σε δεξαμενές
δεξαμενόπλοιου	noun	γενική ενικού του δεξαμενόπλοιο
δεξαμενόπλοιων	noun	γενική πληθυντικού του δεξαμενόπλοιο
δεξαμενών	noun	γενική πληθυντικού του δεξαμενή
δεξιά	noun|formal	το δεξί χέρι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιός
δεξιάς	=	δεξής
δεξιέ	adj	κλητική ενικού του δεξιός
δεξιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιή
δεξιμάτων	=	δέξιμο
δεξιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεξιός
δεξιοθολούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοθολούρα
δεξιοπόδαρα	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρε	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρες	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρη	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρης	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρο	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαροι	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρος	adj	που (στον αθλητισμό) χειρίζεται με μεγαλύτερη ευχέρεια και ακρίβεια το δεξί του πόδι, τόσο στην κίνηση όσο και στην εκτέλεση
δεξιοπόδαρου	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρους	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοπόδαρων	=	δεξιοπόδαρος
δεξιοσυνών	=	δεξιοσύνη
δεξιοσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοσύνη
δεξιοσύνη	noun|formal	η επιδεξιότητα
δεξιοσύνης	=	δεξιοσύνη
δεξιοτέχνες	=	δεξιοτέχνης
δεξιοτέχνη	=	δεξιοτέχνης
δεξιοτέχνης	noun	μουσικός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα στο παίξιμο ενός μουσικού οργάνου
δεξιοτέχνι	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτέχνιδα	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτέχνιδας	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτέχνιδες	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτέχνιδος	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτέχνιδων	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτέχνις	noun|formal	η δεξιοτέχνισσα
δεξιοτέχνισσα	noun	θηλυκό του δεξιοτέχνης
δεξιοτέχνισσας	noun	γενική ενικού του δεξιοτέχνισσα
δεξιοτέχνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτέχνισσα
δεξιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του δεξιότητα
δεξιοτίμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτίμονο
δεξιοτίμονε	adj	κλητική ενικού του δεξιοτίμονος
δεξιοτίμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτίμονη
δεξιοτίμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιοτίμονος
δεξιοτίμονης	adj	γενική ενικού του δεξιοτίμονη
δεξιοτίμονο	adj	αιτιατική ενικού του δεξιοτίμονος
δεξιοτίμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτίμονος
δεξιοτίμονος	adj	που το τιμόνι του βρίσκεται στη δεξιά πλευρά
δεξιοτίμονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεξιοτίμονος
δεξιοτίμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεξιοτίμονος
δεξιοτίμονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεξιοτίμονος
δεξιοτεχνία	noun	το να είναι κάποιος δεξιοτέχνης, η ιδιότητα του δεξιοτέχνη
δεξιοτεχνίας	noun	γενική ενικού του δεξιοτεχνία
δεξιοτεχνίδων	=	δεξιοτέχνις
δεξιοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτεχνία
δεξιοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτεχνικό	adv	με δεξιοτεχνικό τρόπο
δεξιοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτεχνική
δεξιοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικής	adj	γενική ενικού του δεξιοτεχνική
δεξιοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικού	adj	γενική ενικού του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με τη δεξιοτεχνία ή τον δεξιοτέχνη ή αναφέρεται σ’ αυτά
δεξιοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του δεξιοτεχνικός
δεξιοτεχνικώς	adv|dated	δεξιοτεχνικά
δεξιοτεχνισσών	noun	γενική πληθυντικού του δεξιοτέχνισσα
δεξιοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του δεξιοτεχνία
δεξιοτεχνών	=	δεξιοτέχνης
δεξιοτσεπόφρονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοτσεπόφρονας
δεξιοχείρων	=	δεξιόχειρας
δεξιοχειρία	noun	το να είναι κάποιος δεξιόχειρας, η ιδιότητα του δεξιόχειρα
δεξιοχειρίας	noun	γενική ενικού του δεξιοχειρία
δεξιοχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιοχειρία
δεξιοχειριών	noun	γενική πληθυντικού του δεξιοχειρία
δεξιού	adj	γενική ενικού του δεξιός
δεξιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεξιός
δεξιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιωμένο
δεξιωμένε	verb	κλητική ενικού του δεξιωμένος
δεξιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιωμένη
δεξιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιωμένος
δεξιωμένης	verb	γενική ενικού του δεξιωμένη
δεξιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεξιωμένος
δεξιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεξιωμένος
δεξιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δεξιώνομαι
δεξιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεξιωμένος
δεξιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεξιωμένος
δεξιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεξιωμένος
δεξιό	adj	αιτιατική ενικού του δεξιός
δεξιόθεν	adv|formal	από τα δεξιά
δεξιός	adj	που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της καρδιάς αυτού που μιλάει
δεξιόστροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιόστροφο
δεξιόστροφε	adj	κλητική ενικού του δεξιόστροφος
δεξιόστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιόστροφη
δεξιόστροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεξιόστροφος
δεξιόστροφης	adj	γενική ενικού του δεξιόστροφη
δεξιόστροφο	adj	αιτιατική ενικού του δεξιόστροφος
δεξιόστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεξιόστροφος
δεξιόστροφος	adj	που, καθώς κινείται γύρω από τον εαυτό του, στρέφεται προς τα δεξιά
δεξιόστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεξιόστροφος
δεξιόστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεξιόστροφος
δεξιόστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεξιόστροφος
δεξιότατα	=	δεξιός
δεξιότατε	=	δεξιός
δεξιότατες	=	δεξιός
δεξιότατη	=	δεξιός
δεξιότατης	=	δεξιός
δεξιότατο	=	δεξιός
δεξιότατοι	=	δεξιός
δεξιότατος	=	δεξιός
δεξιότατου	=	δεξιός
δεξιότατους	=	δεξιός
δεξιότατων	=	δεξιός
δεξιότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιότερο	adv	για κάτι που βρίσκεται ή βρισκόταν ή πρόκειται να βρεθεί πιο δεξιά σε σχέση με κάτι άλλο ή με τον εαυτό του σε άλλη χρονική στιγμή
δεξιότερε	=	δεξιός
δεξιότερες	=	δεξιός
δεξιότερη	=	δεξιός
δεξιότερης	=	δεξιός
δεξιότερο	=	δεξιός
δεξιότεροι	=	δεξιός
δεξιότερος	=	δεξιός
δεξιότερου	=	δεξιός
δεξιότερους	=	δεξιός
δεξιότερων	=	δεξιός
δεξιότητα	noun	επίκτητη ικανότητα η οποία αποκτάται με την εξάσκηση σε κάποιον τομέα
δεξιότητας	noun	γενική ενικού του δεξιότητα
δεξιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιότητα
δεξιότητος	=	δεξιότητα
δεξιόφρονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιόφρονας
δεξιόχειρα	=	δεξιόχειρας
δεξιόχειρας	noun	αυτός/ή που χρησιμοποιεί κυρίως το δεξί χέρι, ειδικά για λεπτές κινήσεις όπως το γράψιμο ή ο χειρισμός εργαλείων
δεξιόχειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξιόχειρας
δεξιόχειρος	=	δεξιόχειρας
δεξιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεξιώνομαι
δεξιών	adj	γενική πληθυντικού του δεξιός
δεξιώνομαι	verb	υποδέχομαι καλεσμένους σε επίσημο γεύμα ή δεξίωση
δεξιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεξίωση
δεξιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δεξίωση
δεξιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δεξίωση
δεξτρόζη	noun	απλός μονοσακχαρίτης που βρίσκεται στα φυτά, με χημικό τύπο C₆H₁₂O₆
δεξτρόζης	=	δεξτρόζη
δεομένη	=	δέω
δεοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεοντικό
δεοντικέ	adj	κλητική ενικού του δεοντικός
δεοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεοντική
δεοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεοντικός
δεοντικής	adj	γενική ενικού του δεοντική
δεοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεοντικός
δεοντικού	adj	γενική ενικού του δεοντικός
δεοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεοντικός
δεοντικό	adj	αιτιατική ενικού του δεοντικός
δεοντικός	adj	που έχει να κάνει με το δέον
δεοντικών	adj	γενική πληθυντικού του δεοντικός
δεοντοκρατία	noun	η πεποίθηση ότι η αξιολόγηση των επιλογών μας πρέπει να γίνεται ανάλογα με το αν οι πράξεις που προκύπτουν από αυτές είναι ηθικές ή μη, με βάση συγκεκριμένους κανόνες και αρχές
δεοντοκρατίας	noun	γενική ενικού του δεοντοκρατία
δεοντοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεοντοκρατία
δεοντοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του δεοντοκρατία
δεοντολογία	noun	ο επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με το τι είναι καλό και τι είναι κακό καθώς και με τα ηθικά καθήκοντα και τις υποχρεώσεις
δεοντολογίας	noun	γενική ενικού του δεοντολογία
δεοντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεοντολογία
δεοντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεοντολογικό	adv	από την άποψη της δεοντολογίας
δεοντολογικέ	adj	κλητική ενικού του δεοντολογικός
δεοντολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεοντολογική
δεοντολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεοντολογικός
δεοντολογικής	adj	γενική ενικού του δεοντολογική
δεοντολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεοντολογικός
δεοντολογικού	adj	γενική ενικού του δεοντολογικός
δεοντολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεοντολογικός
δεοντολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δεοντολογικός
δεοντολογικός	adj	σχετικός με τη δεοντολογία
δεοντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δεοντολογικός
δεοντολογικώς	adv|formal	δεοντολογικά
δεοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δεοντολογία
δεοξυριβοζών	=	δεοξυριβόζη
δεοξυριβονουκλεϊνικά	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικέ	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικές	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνική	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικής	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικοί	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικού	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικούς	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικό	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβονουκλεϊνικός	adj	που σχετίζεται με το DNA ή αποτελεί μέρος του, ιδίως ως προς τη χημική του σύσταση από δεσοξυριβόζη και νουκλεοτίδια
δεοξυριβονουκλεϊνικών	=	δεοξυριβονουκλεϊνικός
δεοξυριβόζες	=	δεοξυριβόζη
δεοξυριβόζη	noun	μονοσακχαρίτης (πεντόζη) (C₅H₁₀O₄) που προκύπτει από τη ριβόζη μετά την αφαίρεση μιας υδροξυλομάδας στον 2^ο άνθρακα και αποτελεί βασικό δομικό συστατικό των νουκλεοτιδίων τού DNA
δεοξυριβόζης	=	δεοξυριβόζη
δεος	abbrev	(Γενική Διεύθυνση) Δυνάμεων Ελέγχου Οικονομικών Συναλλαγών: ειδική ελεγκτική υπηρεσία τής Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, αρμόδια για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση σοβαρών μορφών φοροδιαφυγής και οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος, με ενισχυμένες αρμοδιότητες και σύγχρονα μέσα ελέγχου
δεουσών	=	δέων
δεούσης	=	δέων
δεπ	abbrev	Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (ΑΕΙ)
δεπ-υ	abbrev	άλλη μορφή του ΔΕΠΥ
δεππς	abbrev	Διοικούσα Επιτροπή Πρότυπων και Πειραματικών Σχολείων
δεπυ	abbrev	συντομογραφία του διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας
δεράτων	=	δέρας
δερβέναγα	=	δερβέναγας
δερβέναγας	noun|dated	ο αρχηγός (αγάς) στρατιωτικού σώματος που φρουρούσε στενά περάσματα (δερβένια)
δερβέναγες	=	δερβέναγας
δερβέναγων	=	δερβέναγας
δερβένι	noun|dated	πολύ στενή διάβαση ανάμεσα σε βουνά
δερβένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερβένι
δερβίση	=	δερβίσης
δερβίσηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερβίσης
δερβίσηδων	=	δερβίσης
δερβίσης	noun	άλλη μορφή του ντερβίσης
δερβίσικα	adv	άλλη μορφή του ντερβίσικα
δερβίσικε	adj	κλητική ενικού του δερβίσικος
δερβίσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερβίσικη
δερβίσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δερβίσικος
δερβίσικης	adj	γενική ενικού του δερβίσικη
δερβίσικο	adj	αιτιατική ενικού του δερβίσικος
δερβίσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερβίσικος
δερβίσικος	adv	άλλη μορφή του ντερβίσικος
δερβίσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δερβίσικος
δερβίσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δερβίσικος
δερβίσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δερβίσικος
δερβενάκι	noun|dated	πολύ μικρό, σε μήκος, πλάτος ή στρατηγική αξία, δερβένι
δερβενάκια	=	δερβενάκι
δερβενιού	=	δερβένι
δερβενιών	=	δερβένι
δερβισάδες	noun|vulgar	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερβίσης
δερμάπτερα	noun	τάξη εντόμων (Dermaptera) με επίμηκες σώμα, βραχύπτερα πρόσθια πτερύγια και χαρακτηριστικές κερκίδες —λαβιδοειδή εξαρτήματα— στο άκρο της κοιλιάς, που χρησιμοποιούνται για άμυνα, σύλληψη τροφής και αναπαραγωγική συμπεριφορά
δερμάπτερων	=	δερμάπτερα
δερμάτι	noun	δέρμα από ζώο
δερμάτια	=	δερμάτι
δερμάτινα	=	δερμάτινος
δερμάτινε	=	δερμάτινος
δερμάτινες	=	δερμάτινος
δερμάτινη	=	δερμάτινος
δερμάτινης	=	δερμάτινος
δερμάτινο	=	δερμάτινος
δερμάτινοι	=	δερμάτινος
δερμάτινος	adj	κατασκευασμένος από επεξεργασμένο δέρμα ζώου
δερμάτινου	=	δερμάτινος
δερμάτινους	=	δερμάτινος
δερμάτινων	=	δερμάτινος
δερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δέρμα
δερμαλγία	noun	παροδικός ή χρόνιος πόνος που εντοπίζεται στο δέρμα, ανεξάρτητος από ορατή δερματική βλάβη
δερμαλγίας	=	δερμαλγία
δερμαλγίες	=	δερμαλγία
δερμαλγιών	=	δερμαλγία
δερματά	=	δερματάς
δερματάδες	=	δερματάς
δερματάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματάδικο
δερματάδικο	noun	συνώνυμο του βυρσοδεψείο
δερματάδικου	=	δερματάδικο
δερματάδικων	=	δερματάδικο
δερματάδων	=	δερματάς
δερματάς	noun	συνώνυμο του βυρσοδέψης
δερματέμπορε	=	δερματέμπορος
δερματέμπορο	=	δερματέμπορος
δερματέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερματέμπορος
δερματέμπορος	noun	ο έμπορος δερμάτων
δερματέμπορου	=	δερματέμπορος
δερματέμπορους	=	δερματέμπορος
δερματέμπορων	=	δερματέμπορος
δερματένιος	adj|dated	δερμάτινος, πέτσινος
δερματίνες	=	δερματίνη
δερματίνη	noun	συνθετικό υλικό, απομίμηση του δέρματος
δερματίνης	=	δερματίνη
δερματίτιδα	noun	φλεγμονή της επιδερμίδας
δερματίτιδας	noun	γενική ενικού του δερματίτιδα
δερματίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματίτιδα
δερματίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του δερματίτιδα
δερματαλοιφές	=	δερματαλοιφή
δερματαλοιφή	noun	αλοιφή για τις παθήσεις του δέρματος
δερματαλοιφής	=	δερματαλοιφή
δερματαλοιφών	=	δερματαλοιφή
δερματεμπορία	noun	η εμπορία δερμάτων
δερματεμπορίας	noun	γενική ενικού του δερματεμπορία
δερματεμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματεμπορία
δερματεμπορίου	noun	γενική ενικού του δερματεμπόριο
δερματεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του δερματεμπόριο
δερματεμποριών	noun	γενική πληθυντικού του δερματεμπορία
δερματεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματεμπόριο
δερματεμπόριο	noun	το εμπόριο δερμάτων
δερματεμπόριου	=	δερματεμπόριο
δερματεμπόρου	=	δερματέμπορος
δερματεμπόρους	=	δερματέμπορος
δερματεμπόρων	=	δερματέμπορος
δερματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματικό
δερματικέ	adj	κλητική ενικού του δερματικός
δερματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματική
δερματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δερματικός
δερματικής	adj	γενική ενικού του δερματική
δερματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερματικός
δερματικού	adj	γενική ενικού του δερματικός
δερματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δερματικός
δερματικό	adj	αιτιατική ενικού του δερματικός
δερματικός	adj	σχετικός με το δέρμα
δερματικών	adj	γενική πληθυντικού του δερματικός
δερματινών	=	δερματίνη
δερματιού	=	δερμάτι
δερματιτίδων	noun	γενική πληθυντικού του δερματίτιδα
δερματιών	=	δερμάτι
δερματοαποξέσεις	=	δερματοαπόξεση
δερματοαποξέσεων	=	δερματοαπόξεση
δερματοαπόξεση	noun	ιατρική–δερματολογική πράξη κατά την οποία αφαιρείται ελεγχόμενα τμήμα της επιφανειακής στιβάδας του δέρματος, με σκοπό τη βελτίωση της υφής ή της όψης του
δερματοαπόξεσης	=	δερματοαπόξεση
δερματοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με δέρμα
δερματολογία	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τις παθήσεις του δέρματος
δερματολογίας	noun	γενική ενικού του δερματολογία
δερματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματολογία
δερματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματολογικό
δερματολογικέ	adj	κλητική ενικού του δερματολογικός
δερματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματολογική
δερματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δερματολογικός
δερματολογικής	adj	γενική ενικού του δερματολογική
δερματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερματολογικός
δερματολογικού	adj	γενική ενικού του δερματολογικός
δερματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δερματολογικός
δερματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δερματολογικός
δερματολογικός	adj	σχετικός με τη δερματολογία
δερματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δερματολογικός
δερματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δερματολογία
δερματολόγε	noun	κλητική ενικού του δερματολόγος
δερματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του δερματολόγος
δερματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερματολόγος
δερματολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στις παθήσεις του δέρματος
δερματολόγου	noun	γενική ενικού του δερματολόγος
δερματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δερματολόγος
δερματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του δερματολόγος
δερματομυκητίαση	noun	δερματική μυκητίαση
δερματομυκητίασης	=	δερματομυκητίαση
δερματομυκητιάσεις	=	δερματομυκητίαση
δερματομυκητιάσεων	=	δερματομυκητίαση
δερματομυοσίτιδα	noun	σπάνια φλεγμονώδης μυοπάθεια που χαρακτηρίζεται από μυϊκή αδυναμία και δερματικές βλάβες, συνήθως λόγω αυτοάνοσης αντίδρασης
δερματομυοσίτιδας	=	δερματομυοσίτιδα
δερματομυοσίτιδες	=	δερματομυοσίτιδα
δερματομυοσίτιδων	=	δερματομυοσίτιδα
δερματοπάθεια	noun	δερματική πάθηση, πάθηση του δέρματος
δερματοπάθειας	noun	γενική ενικού του δερματοπάθεια
δερματοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματοπάθεια
δερματοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του δερματοπάθεια
δερματοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματοσκόπηση
δερματοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δερματοσκόπηση
δερματοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δερματοσκόπηση
δερματοσκοπίου	=	δερματοσκόπιο
δερματοσκοπίων	=	δερματοσκόπιο
δερματοσκόπηση	noun	διαγνωστική μέθοδος επισκόπησης της επιφάνειας ή και των βαθύτερων στοιβάδων του δέρματος
δερματοσκόπησης	noun	γενική ενικού του δερματοσκόπηση
δερματοσκόπια	=	δερματοσκόπιο
δερματοσκόπιο	noun	ειδική συσκευή με την οποία επιχειρείται η δερματοσκόπηση
δερματοσκόπιου	=	δερματοσκόπιο
δερματοστίκτες	=	δερματοστίκτης
δερματοστίκτη	=	δερματοστίκτης
δερματοστίκτης	noun	αυτός που κάνει τατουάζ (δερματοστιξία) σε άλλους
δερματοστίκτρια	=	δερματοστίκτης
δερματοστικτών	=	δερματοστίκτης
δερματοστιξία	noun	η τέχνη της διακόσμησης του δέρματος με ανεξίτηλα χρωματιστά σχέδια
δερματοστιξίας	noun	γενική ενικού του δερματοστιξία
δερματοστιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματοστιξία
δερματοστιξιών	noun	γενική πληθυντικού του δερματοστιξία
δερματοχειρουργέ	noun	κλητική ενικού του δερματοχειρουργός
δερματοχειρουργικές	=	δερματοχειρουργική
δερματοχειρουργική	noun	ιατρική ειδικότητα και πρακτική που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία αισθητικών αλλοιώσεων ή παθήσεων του δέρματος
δερματοχειρουργικής	=	δερματοχειρουργική
δερματοχειρουργικών	=	δερματοχειρουργική
δερματοχειρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερματοχειρουργός
δερματοχειρουργού	noun	γενική ενικού του δερματοχειρουργός
δερματοχειρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δερματοχειρουργός
δερματοχειρουργό	noun	αιτιατική ενικού του δερματοχειρουργός
δερματοχειρουργός	noun	ιατρός που ειδικεύεται και ασχολείται με την δερματοχειρουργική
δερματοχειρουργών	noun	γενική πληθυντικού του δερματοχειρουργός
δερματωδών	=	δερματώδης
δερματόδετα	=	δερματόδετος
δερματόδετε	=	δερματόδετος
δερματόδετες	=	δερματόδετος
δερματόδετη	=	δερματόδετος
δερματόδετης	=	δερματόδετος
δερματόδετο	=	δερματόδετος
δερματόδετοι	=	δερματόδετος
δερματόδετος	adj	που είναι δεμένος με δέρμα, πχ ένας τόμος, βιβλίο ή σημειωματάριο
δερματόδετου	=	δερματόδετος
δερματόδετους	=	δερματόδετος
δερματόδετων	=	δερματόδετος
δερματόκολλα	noun	κόλλα κατάλληλη για κόλληση δερμάτων
δερματόκολλας	noun	γενική ενικού του δερματόκολλα
δερματόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματόκολλα
δερματόφυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερματόφυτο
δερματόφυτο	noun	παθογόνος μικροσκοπικός μύκητας που αναπτύσσεται στους κερατινοποιημένους ιστούς του ανθρώπινου σώματος —δέρμα, τρίχες και νύχια— προκαλώντας επιφανειακές μυκητιασικές λοιμώξεις
δερματόφυτου	=	δερματόφυτο
δερματόφυτων	=	δερματόφυτο
δερματώδεις	=	δερματώδης
δερματώδες	=	δερματώδης
δερματώδη	=	δερματώδης
δερματώδης	adj	που μοιάζει με δέρμα
δερματώδους	=	δερματώδης
δερματῖτις	noun	η δερματίτιδα
δερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερμικό
δερμικέ	adj	κλητική ενικού του δερμικός
δερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερμική
δερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δερμικός
δερμικής	adj	γενική ενικού του δερμική
δερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερμικός
δερμικού	adj	γενική ενικού του δερμικός
δερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δερμικός
δερμικό	adj	αιτιατική ενικού του δερμικός
δερμικός	adj	που έχει σχέση με το δέρμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
δερμικών	adj	γενική πληθυντικού του δερμικός
δερμοαντίδραση	noun	ελεγχόμενη τοπική αντίδραση του δέρματος που προκαλείται σκόπιμα με την εφαρμογή συγκεκριμένης ουσίας, ώστε να εκτιμηθεί η ανοσολογική ή παθολογική ανταπόκριση του οργανισμού
δερμοαντίδρασης	=	δερμοαντίδραση
δερμοαντιδράσεις	=	δερμοαντίδραση
δερμοαντιδράσεων	=	δερμοαντίδραση
δερμογραφία	noun	δερματική πάθηση κατά την οποία στο δέρμα, όταν ασκηθεί πάνω του πίεση ή τριβή, εμφανίζονται κάποια ανεξίτηλα για αρκετό χρονικό διάστημα (έως και πολλά χρόνια!) σημάδια
δερμογραφίας	noun	γενική ενικού του δερμογραφία
δερμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερμογραφία
δερμογραφισμέ	noun	κλητική ενικού του δερμογραφισμός
δερμογραφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δερμογραφισμός
δερμογραφισμού	noun	γενική ενικού του δερμογραφισμός
δερμογραφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δερμογραφισμός
δερμογραφισμό	noun	αιτιατική ενικού του δερμογραφισμός
δερμογραφισμός	noun	άλλη μορφή του δερμογραφία
δερμογραφισμών	noun	γενική πληθυντικού του δερμογραφισμός
δερμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δερμογραφία
δερμοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με δέρμα
δερμοκαλλυντικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δερμοκαλλυντικό
δερμοκαλλυντικού	=	δερμοκαλλυντικό
δερμοκαλλυντικό	noun	καλλυντικό για την περιποίηση του δέρματος
δερμοκαλλυντικών	=	δερμοκαλλυντικό
δερνόμασταν	=	δέρνω
δερνόμαστε	=	δέρνω
δερνόμουν	=	δέρνω
δερνόμουνα	=	δέρνω
δερνόντουσαν	=	δέρνω
δερνόσασταν	=	δέρνω
δερνόσαστε	=	δέρνω
δερνόσουν	=	δέρνω
δερνόσουνα	=	δέρνω
δερνόταν	=	δέρνω
δερνότανε	=	δέρνω
δες	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βλέπω
δεσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέσιμο
δεσίματος	noun	γενική ενικού του δέσιμο
δεσιά	noun|vulgar	δέσιμο
δεσιάς	=	δεσιά
δεσιές	=	δεσιά
δεσιμάτων	=	δέσιμο
δεσιπραμίνης	noun	γενική ενικού του δεσιπραμίνη
δεσιών	=	δεσιά
δεσμά	noun	οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να δέσουμε κάποιον (π.χ. σχοινί, αλυσίδες)
δεσμέ	noun	κλητική ενικού του δεσμός
δεσμίδα	noun	μικρή δέσμη, ένα σύνολο από πολλά αντικείμενα ίδιου είδους, πχ από χαρτί, τα οποία είτε είναι δεμένα μεταξύ τους, είτε τα συγκρατεί μια κλωστή, σπάγκος, περιτύλιγμα κλπ
δεσμίδας	=	δεσμίδα
δεσμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμίδα
δεσμίδων	=	δεσμίδα
δεσμίου	=	δέσμιος
δεσμίους	=	δέσμιος
δεσμίων	=	δέσμιος
δεσμευθέν	=	δεσμευθείς
δεσμευθέντα	=	δεσμευθείς
δεσμευθέντες	=	δεσμευθείς
δεσμευθέντος	=	δεσμευθείς
δεσμευθέντων	=	δεσμευθείς
δεσμευθήκαμε	=	δεσμεύω
δεσμευθήκαν	=	δεσμεύω
δεσμευθήκανε	=	δεσμεύω
δεσμευθήκατε	=	δεσμεύω
δεσμευθεί	=	δεσμεύω
δεσμευθείς	verb	που δεσμεύθηκε για συγκεκριμένη χρήση, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό (στη νεοελληνική χρησιμοποιείται κυριως για υλικά και άψυχα, σπανίως για έμψυχα)
δεσμευθείσα	=	δεσμευθείς
δεσμευθείσας	=	δεσμευθείς
δεσμευθείσες	=	δεσμευθείς
δεσμευθείσης	=	δεσμευθείς
δεσμευθείτε	=	δεσμεύω
δεσμευθεισών	=	δεσμευθείς
δεσμευθούμε	=	δεσμεύω
δεσμευθούν	=	δεσμεύω
δεσμευθούνε	=	δεσμεύω
δεσμευθώ	=	δεσμεύω
δεσμευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμευμένο
δεσμευμένε	verb	κλητική ενικού του δεσμευμένος
δεσμευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμευμένη
δεσμευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεσμευμένος
δεσμευμένης	verb	γενική ενικού του δεσμευμένη
δεσμευμένο	verb	αιτιατική ενικού του δεσμευμένος
δεσμευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεσμευμένος
δεσμευμένος	verb	που έχει δεσμευτεί
δεσμευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεσμευμένος
δεσμευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεσμευμένος
δεσμευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεσμευμένος
δεσμευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτήκαν	=	δεσμεύω
δεσμευτήκανε	=	δεσμεύω
δεσμευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμευτικό	adv	κατά τρόπο δεσμευτικό
δεσμευτικέ	adj	κλητική ενικού του δεσμευτικός
δεσμευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμευτική
δεσμευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεσμευτικός
δεσμευτικής	adj	γενική ενικού του δεσμευτική
δεσμευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεσμευτικός
δεσμευτικού	adj	γενική ενικού του δεσμευτικός
δεσμευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεσμευτικός
δεσμευτικό	adj	αιτιατική ενικού του δεσμευτικός
δεσμευτικός	adj	που δεσμεύει
δεσμευτικότητα	noun|formal	το να είναι κάτι δεσμευτικό, η ιδιότητα του δεσμευτικού
δεσμευτικών	adj	γενική πληθυντικού του δεσμευτικός
δεσμευτικώς	adv|dated	δεσμευτικά
δεσμευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευτούνε	=	δεσμεύω
δεσμευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμευόμασταν	=	δεσμεύω
δεσμευόμαστε	=	δεσμεύω
δεσμευόμενος	=	δεσμεύω
δεσμευόμουν	=	δεσμεύομαι
δεσμευόμουνα	=	δεσμεύω
δεσμευόντουσαν	=	δεσμεύω
δεσμευόσασταν	=	δεσμεύω
δεσμευόσαστε	=	δεσμεύω
δεσμευόσουν	=	δεσμεύω
δεσμευόσουνα	=	δεσμεύω
δεσμευόταν	=	δεσμεύω
δεσμευότανε	=	δεσμεύω
δεσμεύαμε	=	δεσμεύω
δεσμεύαν	=	δεσμεύω
δεσμεύανε	=	δεσμεύω
δεσμεύατε	=	δεσμεύω
δεσμεύει	=	δεσμεύω
δεσμεύεις	=	δεσμεύω
δεσμεύεσαι	=	δεσμεύω
δεσμεύεστε	=	δεσμεύω
δεσμεύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δεσμεύομαι
δεσμεύετε	=	δεσμεύω
δεσμεύθηκα	=	δεσμεύω
δεσμεύθηκαν	=	δεσμεύω
δεσμεύθηκε	=	δεσμεύω
δεσμεύθηκες	=	δεσμεύω
δεσμεύομαι	verb	περιορίζομαι από νομική ή ηθική υποχρέωση
δεσμεύομε	=	δεσμεύω
δεσμεύονται	=	δεσμεύω
δεσμεύονταν	=	δεσμεύω
δεσμεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύουμε	=	δεσμεύω
δεσμεύουν	=	δεσμεύω
δεσμεύουνε	=	δεσμεύω
δεσμεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσαν	=	δεσμεύω
δεσμεύσανε	=	δεσμεύω
δεσμεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δέσμευση
δεσμεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του δέσμευση
δεσμεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του δέσμευση
δεσμεύσομε	=	δεσμεύω
δεσμεύσου	=	δεσμεύω
δεσμεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσουνε	=	δεσμεύω
δεσμεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσμεύω
δεσμεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσμεύομαι
δεσμεύω	verb	επιβάλλω σε κάποιον ηθική ή νομική υποχρέωση (δέσμευση) που περιορίζει τις κινήσεις του
δεσμηε	abbrev	πρώην δημόσιος οργανισμός υπεύθυνος για τη διαχείριση και λειτουργία του ελληνικού συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας
δεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεσμός
δεσμοφυλάκων	=	δεσμοφύλακας
δεσμοφύλακα	=	δεσμοφύλακας
δεσμοφύλακας	noun	ο/η φύλακας που επιτηρεί φυλακισμένους
δεσμοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμοφύλακας
δεσμοφύλακος	=	δεσμοφύλακας
δεσμού	noun	γενική ενικού του δεσμός
δεσμούς	=	δεσμός
δεσμωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμωτήριο
δεσμωτήριο	noun	η φυλακή, το κελί
δεσμωτήριου	=	δεσμωτήριο
δεσμωτήριων	=	δεσμωτήριο
δεσμωτηρίου	=	δεσμωτήριο
δεσμωτηρίων	=	δεσμωτήριο
δεσμωτριών	noun	γενική πληθυντικού του δεσμώτρια
δεσμωτών	=	δεσμώτης
δεσμό	noun	αιτιατική ενικού του δεσμός
δεσμός	noun	οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη
δεσμών	noun	γενική πληθυντικού του δέσμη
δεσμώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμώτης
δεσμώτη	=	δεσμώτης
δεσμώτης	noun	αυτός που είναι δεμένος με δεσμά, ο φυλακισμένος
δεσμώτρια	=	δεσμώτης
δεσμώτριας	noun	γενική ενικού του δεσμώτρια
δεσμώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσμώτρια
δεσοξυριβοζών	=	δεσοξυριβόζη
δεσοξυριβονουκλεϊνικά	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικέ	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικές	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνική	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικής	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικοί	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικού	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικούς	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικό	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβονουκλεϊνικός	adj	που σχετίζεται με το DNA ή αποτελεί μέρος του, ιδίως ως προς τη χημική του σύσταση από δεσοξυριβόζη και νουκλεοτίδια
δεσοξυριβονουκλεϊνικών	=	δεσοξυριβονουκλεϊνικός
δεσοξυριβόζες	=	δεσοξυριβόζη
δεσοξυριβόζη	noun	άλλη μορφή του δεοξυριβόζη
δεσοξυριβόζης	=	δεσοξυριβόζη
δεσποζουσών	=	δεσπόζουσα
δεσποζούσης	=	δεσπόζων
δεσποζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποζόμενο
δεσποζόμενε	verb	κλητική ενικού του δεσποζόμενος
δεσποζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποζόμενη
δεσποζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεσποζόμενος
δεσποζόμενης	verb	γενική ενικού του δεσποζόμενη
δεσποζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του δεσποζόμενος
δεσποζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεσποζόμενος
δεσποζόμενος	verb	που έχουν δεσπότη, κύριο
δεσποζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεσποζόμενος
δεσποζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεσποζόμενος
δεσποζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεσποζόμενος
δεσποζόντων	=	δεσπόζων
δεσποινάρια	=	δεσποινάριο
δεσποινάριο	noun	υποκοριστικό του δέσποινα / δεσποινίς
δεσποινάριου	=	δεσποινάριο
δεσποινάριων	=	δεσποινάριο
δεσποινίδα	noun	μορφή με νεότερη κατάληξη του δεσποινίς: νεαρή ανύπαντρη κοπέλα
δεσποινίδας	=	δεσποινίδα
δεσποινίδες	=	δεσποινίδα
δεσποινίδος	=	δεσποινίς
δεσποινίδων	=	δεσποινίδα
δεσποινίς	noun	η νεαρή κοπέλα: λόγιος τύπος του δεσποινίδα
δεσποιναρίου	=	δεσποινάριο
δεσποιναρίων	=	δεσποινάριο
δεσποινιδούλα	noun	υποκοριστικό του δεσποινίς
δεσποινιδούλας	noun	γενική ενικού του δεσποινιδούλα
δεσποινιδούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποινιδούλα
δεσποινών	noun	γενική πληθυντικού του δέσποινα
δεσποσυνών	=	δεσποσύνη
δεσποσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποσύνη
δεσποσύνη	noun	άλλη μορφή του δεσποινίς
δεσποσύνης	=	δεσποσύνη
δεσποτάδες	=	δέσποτας
δεσποτάδων	=	δέσποτας
δεσποτάκι	noun	είδος ξύλου, μελία
δεσποτάκια	=	δεσποτάκι
δεσποτάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποτάτο
δεσποτάτο	noun	κρατίδιο του οποίου ο ηγεμόνας φέρει τον τίτλο του δεσπότη
δεσποτάτου	noun	γενική ενικού του δεσποτάτο
δεσποτάτων	noun	γενική πληθυντικού του δεσποτάτο
δεσποτεία	noun	μοναρχία, στο οποίο ο μονάρχης έχει τον τίτλο του δεσπότη
δεσποτείας	noun	γενική ενικού του δεσποτεία
δεσποτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποτεία
δεσποτειών	noun	γενική πληθυντικού του δεσποτεία
δεσποτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποτικό	adv	με δεσποτικό τρόπο
δεσποτικέ	adj	κλητική ενικού του δεσποτικός
δεσποτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσποτική
δεσποτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεσποτικός
δεσποτικής	adj	γενική ενικού του δεσποτική
δεσποτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεσποτικός
δεσποτικού	adj	γενική ενικού του δεσποτικός
δεσποτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεσποτικός
δεσποτικό	noun	ειδικό περίτεχνο κάθισμα (σαν θρόνος) του δεσπότη, που βρίσκεται δίπλα από το δεξί ψαλτήρι	adj	αιτιατική ενικού του δεσποτικός
δεσποτικός	adj	που ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις
δεσποτικών	adj	γενική πληθυντικού του δεσποτικός
δεσποτικώς	adv|obsolete	δεσποτικά
δεσποτισμέ	noun	κλητική ενικού του δεσποτισμός
δεσποτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεσποτισμός
δεσποτισμού	noun	γενική ενικού του δεσποτισμός
δεσποτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δεσποτισμός
δεσποτισμό	noun	αιτιατική ενικού του δεσποτισμός
δεσποτισμός	noun	ο τρόπος με τον οποίο κυβερνά ένας δεσπότης, η απόλυτη και τυραννική εξουσία
δεσποτισμών	noun	γενική πληθυντικού του δεσποτισμός
δεσποτών	=	δεσπότης
δεσπόζαμε	=	δεσπόζω
δεσπόζαν	=	δεσπόζω
δεσπόζανε	=	δεσπόζω
δεσπόζατε	=	δεσπόζω
δεσπόζει	=	δεσπόζω
δεσπόζεις	=	δεσπόζω
δεσπόζετε	=	δεσπόζω
δεσπόζομε	=	δεσπόζω
δεσπόζον	=	δεσπόζων
δεσπόζοντα	=	δεσπόζων
δεσπόζοντας	=	δεσπόζω
δεσπόζοντες	=	δεσπόζων
δεσπόζοντος	=	δεσπόζων
δεσπόζουμε	=	δεσπόζω
δεσπόζουν	=	δεσπόζω
δεσπόζουνε	=	δεσπόζω
δεσπόζουσα	noun	η πέμπτη βαθμίδα μιας κλίμακας
δεσπόζουσας	=	δεσπόζουσα
δεσπόζουσες	=	δεσπόζουσα
δεσπόζω	verb	κυριαρχώ, εξουσιάζω κάποιον ή κάτι
δεσπόζων	verb	που δεσπόζει
δεσπόσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσαν	=	δεσπόζω
δεσπόσανε	=	δεσπόζω
δεσπόσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσομε	=	δεσπόζω
δεσπόσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσουνε	=	δεσπόζω
δεσπόστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπόσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δεσπόζω
δεσπότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεσπότης
δεσπότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δεσπότης
δεσπότηδες	=	δεσπότης
δεσπότηδων	=	δεσπότης
δεσπότης	noun	ηγεμόνας, άρχοντας
δεσπότου	=	δεσπότης
δεστρών	=	δέστρα
δεσυ	abbrev	Η υπηρεσία που αναλαμβάνει να εκποιήσει (= πουλήσει) το όποιο στρατιωτικό υλικό δεν είναι πια χρήσιμο στον ελληνικό στρατό.
δεσφα	abbrev	εταιρεία που έχει σκοπό τη μεταφορά του φυσικού αερίου στην Ελλάδα
δετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δετό	adv	με δετό τρόπο
δετέ	adj	κλητική ενικού του δετός
δετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δετή
δετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δετός
δετής	adj	γενική ενικού του δετή
δετηρία	noun|formal	είδος ναυτικού σχοινιού
δετηρίας	noun	γενική ενικού του δετηρία
δετηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δετηρία
δετηριών	noun	γενική πληθυντικού του δετηρία
δετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δετικό
δετικέ	adj	κλητική ενικού του δετικός
δετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δετική
δετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δετικός
δετικής	adj	γενική ενικού του δετική
δετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δετικός
δετικού	adj	γενική ενικού του δετικός
δετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δετικός
δετικό	adj	αιτιατική ενικού του δετικός
δετικός	adj	σχετικός με το δέσιμο
δετικών	adj	γενική πληθυντικού του δετικός
δετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δετός
δετού	adj	γενική ενικού του δετός
δετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δετός
δετό	adj	αιτιατική ενικού του δετός
δετόρε	=	δετόρος
δετόρο	=	δετόρος
δετόροι	=	δετόρος
δετόρος	noun	γιατρός, άλλη μορφή του ντοτόρος
δετόρου	=	δετόρος
δετόρους	=	δετόρος
δετόρων	=	δετόρος
δετός	adj	που χρειάζεται δέσιμο
δετών	adj	γενική πληθυντικού του δετός
δευα	abbrev	επιχείρηση η οποία ανήκει σε δήμο και η οποία μεριμνά για την υδροδότηση της περιοχής του δήμου
δευτέρα	=	δεύτερος
δευτέρας	=	δεύτερος
δευτέρου	=	δεύτερος
δευτέρους	=	δεύτερος
δευτέρωμα	noun	η επανάληψη
δευτέρων	=	δεύτερος
δευτέρωνα	=	δευτερώνω
δευτέρωναν	=	δευτερώνω
δευτέρωνε	=	δευτερώνω
δευτέρωνες	=	δευτερώνω
δευτέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτεράντζα	noun|vulgar	που είναι μικρότερης αξίας, χαμηλότερου επιπέδου, δεύτερης διαλογής· που υπολείπεται ικανοτήτων, θέσης κ.λπ.
δευτεράντζας	noun	γενική ενικού του δευτεράντζα
δευτεράντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεράντζα
δευτεράτζα	noun	άλλη μορφή του δευτεράντζα
δευτεράτζας	noun	γενική ενικού του δευτεράτζα
δευτεράτζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεράτζα
δευτεραγωνίστριας	noun	γενική ενικού του δευτεραγωνίστρια
δευτεραγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεραγωνίστρια
δευτεραγωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεραγωνιστής
δευτεραγωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δευτεραγωνιστής
δευτεραγωνιστής	noun	ο δεύτερος από τους τρεις συνολικά υποκριτές που έπαιζαν σε μια αρχαία τραγωδία
δευτεραγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του δευτεραγωνίστρια
δευτεραγωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του δευτεραγωνιστής
δευτεραθλήτρια	noun	θηλυκό του δευτεραθλητής
δευτεραθλήτριας	=	δευτεραθλήτρια
δευτεραθλήτριες	=	δευτεραθλήτρια
δευτεραθλητές	=	δευτεραθλητής
δευτεραθλητή	=	δευτεραθλητής
δευτεραθλητής	noun	αθλητής που καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση σε έναν αθλητικό αγώνα
δευτεραθλητριών	=	δευτεραθλήτρια
δευτεραθλητών	=	δευτεραθλητής
δευτερεία	noun	η δεύτερη θέση, το δεύτερο βραβείο
δευτερείων	noun	γενική πληθυντικού του δευτερείο
δευτερευουσών	=	δευτερεύων
δευτερευούσης	=	δευτερεύων
δευτερευόντων	=	δευτερεύων
δευτερευόντως	adv|formal	κατά δεύτερο λόγο, όχι κυρίως
δευτερεύον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δευτερεύων
δευτερεύοντα	=	δευτερεύων
δευτερεύοντας	=	δευτερεύων
δευτερεύοντες	=	δευτερεύων
δευτερεύοντος	=	δευτερεύων
δευτερεύουσα	=	δευτερεύων
δευτερεύουσας	=	δευτερεύων
δευτερεύουσες	=	δευτερεύων
δευτερεύων	verb	που βρίσκεται σε δεύτερη θέση, ο λιγότερος σημαντικός, ο μη καθοριστικός, ο επουσιώδης
δευτεριάτικα	adv	κατά τη Δευτέρα
δευτεριάτικε	adj	κλητική ενικού του δευτεριάτικος
δευτεριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεριάτικη
δευτεριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δευτεριάτικος
δευτεριάτικης	adj	γενική ενικού του δευτεριάτικη
δευτεριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του δευτεριάτικος
δευτεριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δευτεριάτικος
δευτεριάτικος	adj	που συμβαίνει τη Δευτέρα
δευτεριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δευτεριάτικος
δευτεριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δευτεριάτικος
δευτεριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δευτεριάτικος
δευτεροβάθμια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιας	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιε	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιες	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιο	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιοι	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιος	adj	που λειτουργεί ως η δεύτερη βαθμίδα ενός συστήματος
δευτεροβάθμιου	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιους	=	δευτεροβάθμιος
δευτεροβάθμιων	=	δευτεροβάθμιος
δευτερογενές	=	δευτερογενής
δευτερογενή	=	δευτερογενής
δευτερογενής	adj	δευτερεύων
δευτερογενείς	=	δευτερογενής
δευτερογενούς	=	δευτερογενής
δευτερογενών	=	δευτερογενής
δευτερογενώς	adv	σε δεύτερη φάση
δευτεροετές	=	δευτεροετής
δευτεροετή	=	δευτεροετής
δευτεροετής	adj	που σχετίζεται με το δεύτερο έτος φοίτησης σε μια σχολή
δευτεροετείς	=	δευτεροετής
δευτεροετούς	=	δευτεροετής
δευτεροετών	=	δευτεροετής
δευτεροκανονικά	noun	δέκα από τα σαράντα εννέα κανονικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία περιλαμβάνονται στην ελληνική μετάφραση των Οʹ, όχι όμως και στην Εβραϊκή Βίβλο
δευτεροκανονικών	=	δευτεροκανονικά
δευτεροκλασάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεροκλασάτο
δευτεροκλασάτε	adj	κλητική ενικού του δευτεροκλασάτος
δευτεροκλασάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεροκλασάτη
δευτεροκλασάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δευτεροκλασάτος
δευτεροκλασάτης	adj	γενική ενικού του δευτεροκλασάτη
δευτεροκλασάτο	adj	αιτιατική ενικού του δευτεροκλασάτος
δευτεροκλασάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δευτεροκλασάτος
δευτεροκλασάτος	adj	που κατατάσσεται σε μια δεύτερη κατηγορία, που είναι κάπως κατώτερος
δευτεροκλασάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δευτεροκλασάτος
δευτεροκλασάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δευτεροκλασάτος
δευτεροκλασάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δευτεροκλασάτος
δευτερολέπτου	=	δευτερόλεπτο
δευτερολέπτων	=	δευτερόλεπτο
δευτερολεπτοδείκτες	=	δευτερολεπτοδείκτης
δευτερολεπτοδείκτη	=	δευτερολεπτοδείκτης
δευτερολεπτοδείκτης	noun	ο δείκτης του ρολογιού που δείχνει τα δευτερόλεπτα
δευτερολεπτοδεικτών	=	δευτερολεπτοδείκτης
δευτερολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολογία	noun	η δεύτερη ομιλία, η δεύτερη φορά που ανεβαίνει στο βήμα ένας ομιλητής σε μια συνεδρίαση, προκειμένου να διευκρινίσει κάποια σημεία, να απαντήσει σε ερωτήσεις, επιχειρήματα ή αιτιάσεις αντιπάλων κλπ
δευτερολογίας	noun	γενική ενικού του δευτερολογία
δευτερολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτερολογία
δευτερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δευτερολογία
δευτερολογώ	verb	κάνω τη δευτερολογία μου, ανεβαίνω στο βήμα για δεύτερη φορά, προκειμένου να διευκρινίσω κάποια σημεία, να απαντήσω σε ερωτήσεις, επιχειρήματα ή αιτιάσεις αντιπάλων κλπ
δευτερολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερολογώ
δευτερονομίου	=	δευτερονόμιο
δευτερονομίων	=	δευτερονόμιο
δευτερονόμια	=	δευτερονόμιο
δευτερονόμιο	noun	το πέμπτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατʼ επέκταση της Αγίας Γραφής
δευτερονόμιον	=	δευτερονόμιο
δευτερονόμιου	=	δευτερονόμιο
δευτεροπαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δευτεροπαθής
δευτεροπαθή	adj	αιτιατική ενικού του δευτεροπαθής
δευτεροπαθής	adj	που είναι αποτέλεσμα μιας άλλης ασθένειας
δευτεροπαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτεροπαθής
δευτεροπαθούς	adj	γενική ενικού του δευτεροπαθής
δευτεροπαθών	adj	γενική πληθυντικού του δευτεροπαθής
δευτεροπρόσωπα	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπε	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπες	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπη	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπης	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπο	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωποι	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπος	adj	που γίνεται σε δεύτερο πρόσωπο
δευτεροπρόσωπου	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπους	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροπρόσωπων	=	δευτεροπρόσωπος
δευτεροταγές	=	δευτεροταγής
δευτεροταγή	=	δευτεροταγής
δευτεροταγής	adj	όρος που δηλώνει δομή ή άτομο άνθρακα οργανικής ένωσης το οποίο βρίσκεται σε δεύτερο επίπεδο διασύνδεσης, δηλαδή συνδέεται άμεσα με δύο άλλα άτομα άνθρακα ή —κατʼ επέκταση— περιγράφει το δεύτερο επίπεδο οργάνωσης μιας μακρομοριακής δομής, όπως στις πρωτεΐνες
δευτεροταγείς	=	δευτεροταγής
δευτεροταγούς	=	δευτεροταγής
δευτεροταγών	=	δευτεροταγής
δευτεροτροπίδων	=	δευτεροτρόπιδα
δευτεροτρόπιδα	noun	κεντρική διαμήκης δοκός (ξύλινη ή μεταλλική) που τοποθετείται εσωτερικά στο πάτω μέρος της τρόπιδας μικρών σκαφών.
δευτεροτρόπιδας	=	δευτεροτρόπιδα
δευτεροτρόπιδες	=	δευτεροτρόπιδα
δευτεροτρόπιδων	=	δευτεροτρόπιδα
δευτερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δευτέρωμα
δευτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτερωμένο
δευτερωμένε	verb	κλητική ενικού του δευτερωμένος
δευτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτερωμένη
δευτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δευτερωμένος
δευτερωμένης	verb	γενική ενικού του δευτερωμένη
δευτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δευτερωμένος
δευτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δευτερωμένος
δευτερωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δευτερώνω
δευτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δευτερωμένος
δευτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δευτερωμένος
δευτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δευτερωμένος
δευτερόκλιτα	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτε	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτες	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτη	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτης	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτο	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτοι	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτος	adj	ο σχετικός με τη δεύτερη κλίση των ονομάτων της γραμματικής
δευτερόκλιτου	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτους	=	δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτων	=	δευτερόκλιτος
δευτερόλεπτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτερόλεπτο
δευτερόλεπτο	noun	μονάδα μέτρησης του χρόνου, το ένα εξηκοστό του λεπτού
δευτερόλεπτου	=	δευτερόλεπτο
δευτερόλεπτων	=	δευτερόλεπτο
δευτερόπρυμα	adv|vulgar	λίγο δεξιά ή αριστερά από την πρύμη
δευτερότοκα	=	δευτερότοκος
δευτερότοκε	=	δευτερότοκος
δευτερότοκες	=	δευτερότοκος
δευτερότοκη	=	δευτερότοκος
δευτερότοκης	=	δευτερότοκος
δευτερότοκο	=	δευτερότοκος
δευτερότοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δευτερότοκος
δευτερότοκος	adj	που έχει γεννηθεί δεύτερος στη σειρά, μετά τον πρωτότοκο
δευτερότοκου	=	δευτερότοκος
δευτερότοκους	=	δευτερότοκος
δευτερότοκων	=	δευτερότοκος
δευτερότριτα	adv|rare	χρονικό επίρρημα που δηλώνει επαναλαμβανόμενη συνήθεια ή πρόγραμμα τα οποία πραγματοποιούνται τις ημέρες Δευτέρα και Τρίτη
δευτερόχυτα	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτε	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτες	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτη	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτης	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτο	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτοι	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτος	adj	που έχει χυτευτεί για δεύτερη φορά
δευτερόχυτου	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτους	=	δευτερόχυτος
δευτερόχυτων	=	δευτερόχυτος
δευτερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δευτέρωμα
δευτερώματος	noun	γενική ενικού του δευτέρωμα
δευτερώναμε	=	δευτερώνω
δευτερώναν	=	δευτερώνω
δευτερώνανε	=	δευτερώνω
δευτερώνατε	=	δευτερώνω
δευτερώνει	=	δευτερώνω
δευτερώνεις	=	δευτερώνω
δευτερώνετε	=	δευτερώνω
δευτερώνοντας	=	δευτερώνω
δευτερώνουμε	=	δευτερώνω
δευτερώνουν	=	δευτερώνω
δευτερώνουνε	=	δευτερώνω
δευτερώνω	verb	κάνω για δεύτερη φορά
δευτερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσαν	=	δευτερώνω
δευτερώσανε	=	δευτερώνω
δευτερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δευτερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δευτερώνω
δεφέτο	noun	ελάττωμα, αδυναμία, ασθένεια
δεφετάδος	noun	φιλάσθενος
δεφτέρι	noun	άλλη μορφή του τεφτέρι
δεφτέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεφτέρι
δεφτεριού	=	δεφτέρι
δεφτεριών	=	δεφτέρι
δεχ	abbrev	η διαδικασία διαχείρισης της κίνησης των αεροσκαφών
δεχθήκαμε	=	δέχομαι
δεχθήκαν	=	δέχομαι
δεχθήκανε	=	δέχομαι
δεχθήκατε	=	δέχομαι
δεχθεί	=	δέχομαι
δεχθείς	=	δέχομαι
δεχθείτε	=	δέχομαι
δεχθούμε	=	δέχομαι
δεχθούν	=	δέχομαι
δεχθούνε	=	δέχομαι
δεχθώ	=	δέχομαι
δεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεχτό
δεχτέ	adj	κλητική ενικού του δεχτός
δεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεχτή
δεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεχτός
δεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτήκαν	=	δέχομαι
δεχτήκανε	=	δέχομαι
δεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτής	adj	γενική ενικού του δεχτή
δεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεχτός
δεχτού	adj	γενική ενικού του δεχτός
δεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτούνε	=	δέχομαι
δεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεχτός
δεχτό	adj	αιτιατική ενικού του δεχτός
δεχτός	adj	δεκτός
δεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δέχομαι
δεχτών	adj	γενική πληθυντικού του δεχτός
δεχόμασταν	=	δέχομαι
δεχόμαστε	=	δέχομαι
δεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεχόμενο
δεχόμενε	verb	κλητική ενικού του δεχόμενος
δεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεχόμενη
δεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεχόμενος
δεχόμενης	verb	γενική ενικού του δεχόμενη
δεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του δεχόμενος
δεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεχόμενος
δεχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος δέχομαι
δεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δεχόμενος
δεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δεχόμενος
δεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δεχόμενος
δεχόμουν	=	δέχομαι
δεχόμουνα	=	δέχομαι
δεχόντουσαν	verb	προφορικός τύπος του δέχονταν, γ' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος δέχομαι
δεχόσαντε	verb|vulgar	προφορικός συνήθως τύπος του δέχονταν, γ' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος δέχομαι
δεχόσασταν	=	δέχομαι
δεχόσαστε	=	δέχομαι
δεχόσουν	=	δέχομαι
δεχόσουνα	=	δέχομαι
δεχόταν	=	δέχομαι
δεχότανε	=	δέχομαι
δεψικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεψικό
δεψικέ	adj	κλητική ενικού του δεψικός
δεψικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δεψική
δεψική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεψικός
δεψικής	adj	γενική ενικού του δεψική
δεψικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεψικός
δεψικού	adj	γενική ενικού του δεψικός
δεψικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεψικός
δεψικό	adj	αιτιατική ενικού του δεψικός
δεψικός	adj	που έχει σχέση με την δέψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
δεψικών	adj	γενική πληθυντικού του δεψικός
δεόμασταν	=	δέω
δεόμαστε	=	δέω
δεόμενη	=	δέω
δεόμενο	=	δέω
δεόμενος	=	δέω
δεόμουν	=	δέω
δεόμουνα	=	δέω
δεόντουσαν	=	δέω
δεόντων	=	δέων
δεόντως	adv|formal	όπως είναι δέον, όπως είναι πρέπον, όπως πρέπει
δεόσασταν	=	δέω
δεόσαστε	=	δέω
δεόσουν	=	δέω
δεόσουνα	=	δέω
δεόταν	=	δέω
δεότανε	=	δέω
δεύρο	adv|formal	προς τα εδώ, εδώ
δεύτε	adv	εμπρός ελάτε!
δεύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δεύτερος
δεύτερας	=	δεύτερος
δεύτερε	adj	κλητική ενικού του δεύτερος
δεύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του δεύτερος
δεύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεύτερος
δεύτερης	adj	γενική ενικού του δεύτερη
δεύτερο	adj	αιτιατική ενικού του δεύτερος	noun	δευτερόλεπτο
δεύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δεύτερος
δεύτερος	num	που ακολουθεί τον πρώτο και προηγειται του τριτου , που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δύο (2)
δεύτερου	adj	γενική ενικού του δεύτερος
δεύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δεύτερος
δεύτερων	adj	γενική πληθυντικού του δεύτερος
δη	noun	ο τέταρτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας	particle|archaic	και δη: και μάλιστα, και ιδιαίτερα
δηανα	abbrev	πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1985 από τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο, μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και διαλύθηκε το 1994
δηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δήγμα
δηζελοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηζελοκίνητο
δηζελοκίνητε	adj	κλητική ενικού του δηζελοκίνητος
δηζελοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηζελοκίνητη
δηζελοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηζελοκίνητος
δηζελοκίνητης	adj	γενική ενικού του δηζελοκίνητη
δηζελοκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του δηζελοκίνητος
δηζελοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηζελοκίνητος
δηζελοκίνητος	adj|formal	άλλη μορφή του ντιζελοκίνητος
δηζελοκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δηζελοκίνητος
δηζελοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δηζελοκίνητος
δηζελοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δηζελοκίνητος
δηθενιά	noun	η κατάσταση του να είναι κάποιος δήθεν, να υποκρίνεται κάτι που δεν είναι
δηθενιάς	=	δηθενιά
δηθενιές	=	δηθενιά
δηθενισμέ	=	δηθενισμός
δηθενισμοί	=	δηθενισμός
δηθενισμού	=	δηθενισμός
δηθενισμούς	=	δηθενισμός
δηθενισμό	=	δηθενισμός
δηθενισμός	noun	η προσποίηση, η υποκρισία, η δηθενιά
δηθενισμών	=	δηθενισμός
δηθενιών	=	δηθενιά
δηκκι	abbrev	ελληνικό πολιτικό κόμμα
δηκο	abbrev	κυπριακό πολιτικό κόμμα
δηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηκτικό	adv	Προκλητικά, πειρακτικά.
δηκτικέ	adj	κλητική ενικού του δηκτικός
δηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηκτική
δηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηκτικός
δηκτικής	adj	γενική ενικού του δηκτική
δηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηκτικός
δηκτικοτήτων	=	δηκτικότητα
δηκτικού	adj	γενική ενικού του δηκτικός
δηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δηκτικός
δηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του δηκτικός
δηκτικός	adj	που δαγκώνει, δαγκωνιάρης
δηκτικότης	noun	η δηκτικότητα
δηκτικότητα	noun	η ιδιότητα του δηκτικού, του πειραχτικού ή προσβλητικού
δηκτικότητας	noun	γενική ενικού του δηκτικότητα
δηκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηκτικότητα
δηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του δηκτικός
δηκτικώς	adv|dated	δηκτικά
δηλαδή	conj	επεξηγηματικός σύνδεσμος: τουτέστιν, δηλονότι, λοιπόν, με άλλα λόγια, για την ακρίβεια, πιο αναλυτικά, συγκεκριμένα
δηλητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλητήριο
δηλητήριο	noun	τοξική ουσία που μπορεί να προκαλέσει το θάνατο
δηλητήριου	=	δηλητήριο
δηλητηρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηρίαση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δηλητηριάζω
δηλητηρίασης	noun	γενική ενικού του δηλητηρίαση
δηλητηρίασις	noun	η δηλητηρίαση
δηλητηρίου	=	δηλητήριο
δηλητηρίων	=	δηλητήριο
δηλητηριάζομαι	verb	με δηλητηριάζουν
δηλητηριάζω	verb	προσθέτω δηλητήριο (τοξική ουσία) σε κάτι
δηλητηριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλητηρίαση
δηλητηριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του δηλητηρίαση
δηλητηριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του δηλητηρίαση
δηλητηριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριάστριας	noun	γενική ενικού του δηλητηριάστρια
δηλητηριάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλητηριάστρια
δηλητηριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζω
δηλητηριαζόμουν	=	δηλητηριάζομαι
δηλητηριασμέ	noun	κλητική ενικού του δηλητηριασμός
δηλητηριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλητηριασμένο
δηλητηριασμένε	verb	κλητική ενικού του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλητηριασμένη
δηλητηριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμένης	verb	γενική ενικού του δηλητηριασμένη
δηλητηριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμένος	verb	που έχει υποστεί δηλητηριασμό
δηλητηριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δηλητηριασμένος
δηλητηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηλητηριασμός
δηλητηριασμού	noun	γενική ενικού του δηλητηριασμός
δηλητηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δηλητηριασμός
δηλητηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του δηλητηριασμός
δηλητηριασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δηλητηριάζω
δηλητηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του δηλητηριασμός
δηλητηριαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλητηριαστής
δηλητηριαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δηλητηριαστής
δηλητηριαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστής	noun	αυτός που δηλητηριάζει
δηλητηριαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστριών	noun	γενική πληθυντικού του δηλητηριάστρια
δηλητηριαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλητηριάζομαι
δηλητηριαστών	noun	γενική πληθυντικού του δηλητηριαστής
δηλητηριωδών	adj	γενική πληθυντικού του δηλητηριώδης
δηλητηριώδεις	=	δηλητηριώδης
δηλητηριώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δηλητηριώδης
δηλητηριώδη	=	δηλητηριώδης
δηλητηριώδης	adj	που περιέχει ή ρίχνει δηλητήριο
δηλητηριώδους	adj	γενική ενικού του δηλητηριώδης
δηλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλιακό
δηλιακέ	adj	κλητική ενικού του δηλιακός
δηλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλιακή
δηλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηλιακός
δηλιακής	adj	γενική ενικού του δηλιακή
δηλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηλιακός
δηλιακού	adj	γενική ενικού του δηλιακός
δηλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δηλιακός
δηλιακό	adj	αιτιατική ενικού του δηλιακός
δηλιακός	adj	που έχει σχέση με τη Δήλο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
δηλιακών	adj	γενική πληθυντικού του δηλιακός
δηλονότι	adv|formal	καταφανώς
δηλοποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δηλοποιώ
δηλοποίησης	noun	γενική ενικού του δηλοποίηση
δηλοποίησις	noun	η γνωστοποίηση, η κοινοποίηση, (σπάνιο:) η δηλοποίηση
δηλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλοποίηση
δηλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δηλοποίηση
δηλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δηλοποίηση
δηλοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλοποιημένο
δηλοποιημένε	verb	κλητική ενικού του δηλοποιημένος
δηλοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλοποιημένη
δηλοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηλοποιημένος
δηλοποιημένης	verb	γενική ενικού του δηλοποιημένη
δηλοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δηλοποιημένος
δηλοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηλοποιημένος
δηλοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δηλοποιώ
δηλοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δηλοποιημένος
δηλοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δηλοποιημένος
δηλοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δηλοποιημένος
δηλοποιώ	verb|formal	ανακοινώνω, γνωστοποιώ, δείχνω, φανερώνω
δηλοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δηλοποιώ
δηλούν	=	δηλών
δηλούσα	=	δηλών
δηλωθέν	=	δηλωθείς
δηλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωθήκαν	=	δηλώνω
δηλωθήκανε	=	δηλώνω
δηλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος δηλώνω: που δηλώθηκε επισήμως, που αναφέρθηκε επισήμως, που ανακοινώθηκε, γνωστοποιήθηκε
δηλωθείσα	=	δηλωθείς
δηλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωθούνε	=	δηλώνω
δηλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλωμένο
δηλωμένε	verb	κλητική ενικού του δηλωμένος
δηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλωμένη
δηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηλωμένος	noun	η πόρνη που έχει επίσημα δηλώσει την ιδιότητά της στις αρχές
δηλωμένης	verb	γενική ενικού του δηλωμένη
δηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δηλωμένος
δηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηλωμένος
δηλωμένος	verb	που έχει δηλωθεί όπως ορίζουν οι νόμοι
δηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δηλωμένος
δηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δηλωμένος
δηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δηλωμένος
δηλωνόμασταν	=	δηλώνω
δηλωνόμαστε	=	δηλώνω
δηλωνόμουν	=	δηλώνω
δηλωνόμουνα	=	δηλώνω
δηλωνόντουσαν	=	δηλώνω
δηλωνόσασταν	=	δηλώνω
δηλωνόσαστε	=	δηλώνω
δηλωνόσουν	=	δηλώνω
δηλωνόσουνα	=	δηλώνω
δηλωνόταν	=	δηλώνω
δηλωνότανε	=	δηλώνω
δηλωσία	=	δηλωσίας
δηλωσίας	noun	ο κομμουνιστής που σε παλιότερες εποχές υπέγραφε δήλωση ότι αποκηρύσσει την ιδεολογία του
δηλωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλωσίας
δηλωσιών	=	δηλωσίας
δηλωτές	=	δηλωτή
δηλωτή	noun	παιχνίδι με τραπουλόχαρτα, παρόμοιο με την κολτσίνα
δηλωτής	=	δηλωτή
δηλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλωτικό
δηλωτικέ	adj	κλητική ενικού του δηλωτικός
δηλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δηλωτική
δηλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δηλωτικός
δηλωτικής	adj	γενική ενικού του δηλωτική
δηλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δηλωτικός
δηλωτικού	adj	γενική ενικού του δηλωτικός
δηλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δηλωτικός
δηλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του δηλωτικός
δηλωτικός	adj	που έχει την ιδιότητα να δηλώνει, να φανερώνει κάτι για κάποιο θέμα
δηλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του δηλωτικός
δηλωτών	=	δηλωτή
δηλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνομαι
δηλών	adj	το πρόσωπο που προβαίνει σε επίσημη δήλωση, ιδίως στο πλαίσιο διοικητικής ή νομικής διαδικασίας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του περιεχομένου της
δηλώναμε	=	δηλώνω
δηλώναν	=	δηλώνω
δηλώνανε	=	δηλώνω
δηλώνατε	=	δηλώνω
δηλώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δηλώνω
δηλώνεις	=	δηλώνω
δηλώνεσαι	=	δηλώνω
δηλώνεστε	=	δηλώνω
δηλώνεται	=	δηλώνω
δηλώνετε	=	δηλώνω
δηλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δηλώνω
δηλώνομε	=	δηλώνω
δηλώνονται	=	δηλώνω
δηλώνονταν	=	δηλώνω
δηλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δηλώνω
δηλώνουμε	=	δηλώνω
δηλώνουν	=	δηλώνω
δηλώνουνε	=	δηλώνω
δηλώνω	verb	γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή
δηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσαν	=	δηλώνω
δηλώσανε	=	δηλώνω
δηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήλωση
δηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δήλωση
δηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δήλωση
δηλώσομε	=	δηλώνω
δηλώσου	=	δηλώνω
δηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσουνε	=	δηλώνω
δηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηλώνω
δημάρχευα	=	δημαρχεύω
δημάρχευαν	=	δημαρχεύω
δημάρχευε	=	δημαρχεύω
δημάρχευες	=	δημαρχεύω
δημάρχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημάρχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημάρχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημάρχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημάρχου	=	δήμαρχος
δημάρχους	=	δήμαρχος
δημάρχων	noun	γενική πληθυντικού του δήμαρχος
δημήτρια	=	δημήτριο
δημήτριο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 58 και χημικό σύμβολο το Ce
δημήτριου	=	δημήτριο
δημήτριων	=	δημήτριο
δημίου	=	δήμιος
δημίους	=	δήμιος
δημίων	=	δήμιος
δημαγωγέ	noun	κλητική ενικού του δημαγωγός
δημαγωγία	noun	η πολιτική ρητορεία που αποσκοπεί στο να παρασύρει το λαό στοχεύοντας περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη λογική
δημαγωγίας	noun	γενική ενικού του δημαγωγία
δημαγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαγωγία
δημαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαγωγικό	adv	με δημαγωγικό τρόπο, προσπαθώντας να παραπλανήσει το λαό με κολακείες κι άλλα παρόμοια μέσα
δημαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του δημαγωγικός
δημαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαγωγική
δημαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημαγωγικός
δημαγωγικής	adj	γενική ενικού του δημαγωγική
δημαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημαγωγικός
δημαγωγικού	adj	γενική ενικού του δημαγωγικός
δημαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημαγωγικός
δημαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του δημαγωγικός
δημαγωγικός	adj	χαρακτηριστικός της δημαγωγίας
δημαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του δημαγωγικός
δημαγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του δημαγωγία
δημαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημαγωγός
δημαγωγού	noun	γενική ενικού του δημαγωγός
δημαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημαγωγός
δημαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του δημαγωγός
δημαγωγός	noun	που παραπλανά με απατηλό και δεινό λόγο, υποσχέσεις και κολακείες
δημαγωγώ	verb	είμαι, μιλώ ή συμπεριφέρομαι ως δημαγωγός
δημαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του δημαγωγός
δημαγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημαγωγώ
δημαγώγησα	=	δημαγωγώ
δημαιρεσίεες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαιρεσίες
δημαιρεσίες	noun	οι εκλογικές διαδικασίες για τον ορισμό των αρμοδιοτήτων όσων μετέχουν στα δημοτικά συμβούλια
δημαιρεσιεών	noun	γενική πληθυντικού του δημαιρεσίες
δημαιρεσιών	=	δημαιρεσίες
δημαρχέσα	noun	υποτιμητικά, λόγω της λογοπαικτικής παρετυμολογίας της κατάληξης (-χέσα) με το ρήμα χέζω
δημαρχέσας	=	δημαρχέσα
δημαρχέσες	=	δημαρχέσα
δημαρχία	noun	το αξίωμα ενός δημάρχου
δημαρχίας	noun	γενική ενικού του δημαρχία
δημαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχία
δημαρχίνα	noun	γυναίκα δήμαρχος
δημαρχίνας	=	δημαρχίνα
δημαρχίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχίνα
δημαρχίνων	=	δημαρχίνα
δημαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχείο
δημαρχείο	noun	η επίσημη έδρα ενός δήμου, κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονται οι δημοτικές αρχές, τα γραφεία και οι υπηρεσίες ενός δήμου
δημαρχείου	noun	γενική ενικού του δημαρχείο
δημαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του δημαρχείο
δημαρχευουσών	=	δημαρχεύων
δημαρχευούσης	=	δημαρχεύων
δημαρχευόντων	=	δημαρχεύων
δημαρχεύαμε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύαν	=	δημαρχεύω
δημαρχεύανε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύατε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύει	=	δημαρχεύω
δημαρχεύεις	=	δημαρχεύω
δημαρχεύετε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύον	=	δημαρχεύων
δημαρχεύοντα	=	δημαρχεύων
δημαρχεύοντας	=	δημαρχεύω
δημαρχεύοντες	=	δημαρχεύων
δημαρχεύοντος	=	δημαρχεύων
δημαρχεύουμε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύουν	=	δημαρχεύω
δημαρχεύουνε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύουσα	=	δημαρχεύων
δημαρχεύουσας	=	δημαρχεύων
δημαρχεύουσες	=	δημαρχεύων
δημαρχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύσαν	=	δημαρχεύω
δημαρχεύσανε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύστε	=	δημαρχεύω
δημαρχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημαρχεύω
δημαρχεύω	verb	εκτελώ χρέη δημάρχου, όταν αυτός απουσιάζει ή δεν υπάρχει
δημαρχεύων	verb|formal	που αναπληρώνει τον δήμαρχο, ο εκτελών χρέη δημάρχου
δημαρχεῖον	noun	το δημαρχείο
δημαρχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχιακό
δημαρχιακέ	adj	κλητική ενικού του δημαρχιακός
δημαρχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχιακή
δημαρχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημαρχιακός
δημαρχιακής	adj	γενική ενικού του δημαρχιακή
δημαρχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημαρχιακός
δημαρχιακού	adj	γενική ενικού του δημαρχιακός
δημαρχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημαρχιακός
δημαρχιακό	adj	αιτιατική ενικού του δημαρχιακός
δημαρχιακός	adj	σχετικός με τον δήμαρχο και τη δημαρχία
δημαρχιακών	adj	γενική πληθυντικού του δημαρχιακός
δημαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχικό
δημαρχικέ	adj	κλητική ενικού του δημαρχικός
δημαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχική
δημαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημαρχικός
δημαρχικής	adj	γενική ενικού του δημαρχική
δημαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημαρχικός
δημαρχικού	adj	γενική ενικού του δημαρχικός
δημαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημαρχικός
δημαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του δημαρχικός
δημαρχικός	adj	σχετικός με το δήμαρχο
δημαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του δημαρχικός
δημαρχιλίκι	noun	το αξίωμα του δημάρχου, το να είναι κανείς δήμαρχος
δημαρχιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημαρχιλίκι
δημαρχιλικιού	=	δημαρχιλίκι
δημαρχιλικιών	=	δημαρχιλίκι
δημαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του δημαρχία
δημαρχώ	verb|rare	κατέχω το αξίωμα του δημάρχου
δημεγέρτες	=	δημεγέρτης
δημεγέρτη	=	δημεγέρτης
δημεγέρτης	noun|archaic	αυτός που ξεσηκώνει το λαό
δημεγερτών	=	δημεγέρτης
δημευθήκαμε	=	δημεύω
δημευθήκαν	=	δημεύω
δημευθήκανε	=	δημεύω
δημευθήκατε	=	δημεύω
δημευθεί	=	δημεύω
δημευθείς	=	δημεύω
δημευθείτε	=	δημεύω
δημευθούμε	=	δημεύω
δημευθούν	=	δημεύω
δημευθούνε	=	δημεύω
δημευθώ	=	δημεύω
δημευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημευμένο
δημευμένε	verb	κλητική ενικού του δημευμένος
δημευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημευμένη
δημευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημευμένος
δημευμένης	verb	γενική ενικού του δημευμένη
δημευμένο	verb	αιτιατική ενικού του δημευμένος
δημευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημευμένος
δημευμένος	verb	που έχει δημευθεί
δημευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημευμένος
δημευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δημευμένος
δημευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημευμένος
δημευτήκαμε	=	δημεύω
δημευτήκαν	=	δημεύω
δημευτήκανε	=	δημεύω
δημευτήκατε	=	δημεύω
δημευτεί	=	δημεύω
δημευτείς	=	δημεύω
δημευτείτε	=	δημεύω
δημευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημευτικό
δημευτικέ	adj	κλητική ενικού του δημευτικός
δημευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημευτική
δημευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημευτικός
δημευτικής	adj	γενική ενικού του δημευτική
δημευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημευτικός
δημευτικού	adj	γενική ενικού του δημευτικός
δημευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημευτικός
δημευτικό	adj	αιτιατική ενικού του δημευτικός
δημευτικός	adj	που συντελεί στη δήμευση
δημευτικών	adj	γενική πληθυντικού του δημευτικός
δημευτούμε	=	δημεύω
δημευτούν	=	δημεύω
δημευτούνε	=	δημεύω
δημευτώ	=	δημεύω
δημευόμασταν	=	δημεύω
δημευόμαστε	=	δημεύω
δημευόμενος	=	δημεύω
δημευόμουν	=	δημεύω
δημευόμουνα	=	δημεύω
δημευόντουσαν	=	δημεύω
δημευόσασταν	=	δημεύω
δημευόσαστε	=	δημεύω
δημευόσουν	=	δημεύω
δημευόσουνα	=	δημεύω
δημευόταν	=	δημεύω
δημευότανε	=	δημεύω
δημεύαμε	=	δημεύω
δημεύαν	=	δημεύω
δημεύανε	=	δημεύω
δημεύατε	=	δημεύω
δημεύει	=	δημεύω
δημεύεις	=	δημεύω
δημεύεσαι	=	δημεύω
δημεύεστε	=	δημεύω
δημεύεται	=	δημεύω
δημεύετε	=	δημεύω
δημεύθηκα	=	δημεύω
δημεύθηκαν	=	δημεύω
δημεύθηκε	=	δημεύω
δημεύθηκες	=	δημεύω
δημεύομαι	=	δημεύω
δημεύομε	=	δημεύω
δημεύονται	=	δημεύω
δημεύονταν	=	δημεύω
δημεύοντας	=	δημεύω
δημεύουμε	=	δημεύω
δημεύουν	=	δημεύω
δημεύουνε	=	δημεύω
δημεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσαν	=	δημεύω
δημεύσανε	=	δημεύω
δημεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήμευση
δημεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του δήμευση
δημεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του δήμευση
δημεύσομε	=	δημεύω
δημεύσου	=	δημεύω
δημεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσουνε	=	δημεύω
δημεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημεύω
δημεύτηκα	=	δημεύω
δημεύτηκαν	=	δημεύω
δημεύτηκε	=	δημεύω
δημεύτηκες	=	δημεύω
δημεύω	verb	μετατρέπω ιδιωτική περιουσία ή αγαθό σε ιδιοκτησία του κράτους, χωρίς να δώσω οικονομικό αντάλλαγμα, ως ποινή
δημηγορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσαν	=	δημηγορώ
δημηγορήσανε	=	δημηγορώ
δημηγορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγορία	noun	η αγόρευση ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου (στα αρχαία χρόνια) που αποσκοπούσε να συμβουλεύσει τον λαό περί του πρακτέου
δημηγορίας	noun	γενική ενικού του δημηγορία
δημηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημηγορία
δημηγορεί	=	δημηγορώ
δημηγορείς	=	δημηγορώ
δημηγορείτε	=	δημηγορώ
δημηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του δημηγορία
δημηγορούμε	=	δημηγορώ
δημηγορούν	=	δημηγορώ
δημηγορούνε	=	δημηγορώ
δημηγορούσα	=	δημηγορώ
δημηγορούσαμε	=	δημηγορώ
δημηγορούσαν	=	δημηγορώ
δημηγορούσανε	=	δημηγορώ
δημηγορούσατε	=	δημηγορώ
δημηγορούσε	=	δημηγορώ
δημηγορούσες	=	δημηγορώ
δημηγορώ	verb	εκφωνώ δημόσια ρητορικό λόγο, κυρίως πολιτικό
δημηγορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημηγορώ
δημηγόρει	=	δημηγορώ
δημηγόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημηγόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημηγορώ
δημητρέ	noun	κλητική ενικού του Δημητρός
δημητρίου	=	δημήτριο
δημητρίων	=	δημήτριο
δημητριακά	noun	τα σιτηρά
δημητριακού	noun	γενική ενικού του δημητριακό
δημητριακό	noun	κάθε φυτό της οικογένειας των δημητριακών (Poaceae ή Gramineae)· καλλιεργείται για τους μικρούς καρπούς του
δημητριακών	noun	γενική πληθυντικού του δημητριακό
δημητροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Δημητρός
δημητρουλαίοι	=	δημητρούλας
δημητρουλαίους	=	δημητρούλας
δημητρουλαίων	=	δημητρούλας
δημητρού	noun	γενική ενικού του Δημητρός
δημητρούλα	=	δημητρούλας
δημητρούλας	noun	γενική ενικού του Δημητρούλα
δημητρούληδες	=	δημητρούλας
δημητρούληδων	=	δημητρούλας
δημητρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του Δημητρός
δημητρών	noun	γενική πληθυντικού του Δημητρός
δημιουργέ	noun	κλητική ενικού του δημιουργός
δημιουργήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιούργημα
δημιουργήματος	noun	γενική ενικού του δημιούργημα
δημιουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσαν	=	δημιουργώ
δημιουργήσανε	=	δημιουργώ
δημιουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσου	=	δημιουργώ
δημιουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσουνε	=	δημιουργώ
δημιουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιουργία	noun	η ενέργεια του ρήματος δημιουργώ
δημιουργίας	noun	γενική ενικού του δημιουργία
δημιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιουργία
δημιουργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του δημιουργώ
δημιουργείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δημιουργώ
δημιουργείσαι	=	δημιουργώ
δημιουργείστε	=	δημιουργώ
δημιουργείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δημιουργούμαι
δημιουργείτε	=	δημιουργώ
δημιουργείτο	=	δημιουργώ
δημιουργηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθήκαν	=	δημιουργώ
δημιουργηθήκανε	=	δημιουργώ
δημιουργηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργηθούνε	=	δημιουργώ
δημιουργηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημιουργούμαι
δημιουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του δημιούργημα
δημιουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιουργημένο
δημιουργημένε	verb	κλητική ενικού του δημιουργημένος
δημιουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιουργημένη
δημιουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημιουργημένος
δημιουργημένης	verb	γενική ενικού του δημιουργημένη
δημιουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του δημιουργημένος
δημιουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημιουργημένος
δημιουργημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δημιουργώ
δημιουργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημιουργημένος
δημιουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δημιουργημένος
δημιουργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημιουργημένος
δημιουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιουργικό	adv	κατά τρόπο δημιουργικό
δημιουργικέ	adj	κλητική ενικού του δημιουργικός
δημιουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιουργική
δημιουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημιουργικός
δημιουργικής	adj	γενική ενικού του δημιουργική
δημιουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημιουργικός
δημιουργικοτήτων	=	δημιουργικότητα
δημιουργικού	adj	γενική ενικού του δημιουργικός
δημιουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημιουργικός
δημιουργικό	adj	αιτιατική ενικού του δημιουργικός
δημιουργικός	adj	που έχει τη διάθεση να δημιουργεί κάτι το καινούριο
δημιουργικότατοςα	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςε	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςες	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςη	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςης	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςο	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςοι	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςος	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςου	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςους	=	δημιουργικός
δημιουργικότατοςων	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςα	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςε	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςες	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςη	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςης	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςο	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςοι	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςος	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςου	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςους	=	δημιουργικός
δημιουργικότεροςων	=	δημιουργικός
δημιουργικότης	noun	η δημιουργικότητα
δημιουργικότητα	noun	η ικανότητα κάποιου να δημιουργήσει ή να εφεύρει κάτι
δημιουργικότητας	noun	γενική ενικού του δημιουργικότητα
δημιουργικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημιουργικότητα
δημιουργικών	adj	γενική πληθυντικού του δημιουργικός
δημιουργισμέ	=	δημιουργισμός
δημιουργισμοί	=	δημιουργισμός
δημιουργισμού	=	δημιουργισμός
δημιουργισμούς	=	δημιουργισμός
δημιουργισμό	=	δημιουργισμός
δημιουργισμός	noun	η θρησκευτική πίστη πως το σύμπαν και η ζωή δημιουργήθηκε από μια θεϊκή οντότητα, απορρίπτοντας τις επιστημονικές εξηγήσεις σχετικά με τη δημουργία του κόσμου
δημιουργισμών	=	δημιουργισμός
δημιουργιστές	=	δημιουργιστής
δημιουργιστή	=	δημιουργιστής
δημιουργιστής	noun	το άτομο που ενστερνίζεται τη θρησκευτική πίστη πως το σύμπαν και η ζωή δημιουργήθηκε εκ του μηδενός από μια θεϊκή οντότητα, απορρίπτοντας κατά αυτό τον τρόπο τις γνωστές επιστημονικές εξηγήσεις σχετικά με τη δημουργία του κόσμου και ειδικότερα την εξελικτική βιολογία.
δημιουργιστών	=	δημιουργιστής
δημιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του δημιουργία
δημιουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημιουργός
δημιουργού	noun	γενική ενικού του δημιουργός
δημιουργούμαι	verb	φτιάχνω τη ζωή μου, πετυχαίνω στους τομείς που ασχολούμαι, προοδεύω
δημιουργούμασταν	=	δημιουργώ
δημιουργούμαστε	=	δημιουργώ
δημιουργούμε	=	δημιουργώ
δημιουργούμενος	=	δημιουργώ
δημιουργούμουν	=	δημιουργώ
δημιουργούμουνα	=	δημιουργώ
δημιουργούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δημιουργώ
δημιουργούνε	=	δημιουργώ
δημιουργούνται	=	δημιουργώ
δημιουργούνταν	=	δημιουργώ
δημιουργούντο	=	δημιουργώ
δημιουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημιουργός
δημιουργούσα	=	δημιουργώ
δημιουργούσαμε	=	δημιουργώ
δημιουργούσαν	=	δημιουργώ
δημιουργούσανε	=	δημιουργώ
δημιουργούσασταν	=	δημιουργώ
δημιουργούσαστε	=	δημιουργώ
δημιουργούσατε	=	δημιουργώ
δημιουργούσε	=	δημιουργώ
δημιουργούσες	=	δημιουργώ
δημιουργούσουν	=	δημιουργώ
δημιουργούσουνα	=	δημιουργώ
δημιουργό	noun	αιτιατική ενικού του δημιουργός
δημιουργός	noun	που δημιουργεί, που παράγει κάτι από το μηδέν
δημιουργώ	verb	παράγω κάτι από το μηδέν
δημιουργών	noun	γενική πληθυντικού του δημιουργός
δημιουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημιουργώ
δημιούργει	=	δημιουργώ
δημιούργημα	noun	ό,τι δημιουργούμε
δημιούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημιούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημιουργώ
δημογέροντα	=	δημογέροντας
δημογέροντας	noun	ένας από τους ηγέτες των αυτοδιοικούμενων χριστιανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
δημογέροντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημογέροντας
δημογεροντία	noun	οι δημογέροντες ως σύνολο και ως σώμα άσκηση τοπικής εξουσίας
δημογεροντίας	noun	γενική ενικού του δημογεροντία
δημογεροντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημογεροντία
δημογεροντιών	noun	γενική πληθυντικού του δημογεροντία
δημογερόντων	=	δημογέροντας
δημογράφε	=	δημογράφος
δημογράφο	=	δημογράφος
δημογράφοι	=	δημογράφος
δημογράφος	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με τη δημογραφία
δημογράφου	=	δημογράφος
δημογράφους	=	δημογράφος
δημογράφων	=	δημογράφος
δημογραφία	noun	επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη στατιστική μελέτη του πληθυσμού (ηλικία, φύλο, γεννήσεις, θάνατοι κ.λπ.)
δημογραφίας	noun	γενική ενικού του δημογραφία
δημογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημογραφία
δημογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δημογραφικός	adv	από δημογραφική άποψη
δημογραφικέ	adj	κλητική ενικού του δημογραφικός
δημογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημογραφική
δημογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημογραφικός
δημογραφικής	adj	γενική ενικού του δημογραφική
δημογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημογραφικός
δημογραφικού	adj	γενική ενικού του δημογραφικός
δημογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημογραφικός
δημογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του δημογραφικός
δημογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη δημογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δημογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του δημογραφικός
δημογραφικώς	adv|dated	δημογραφικά, από δημογραφική άποψη
δημογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δημογραφία
δημοδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του δημοδιδάσκαλος
δημοδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του δημοδιδάσκαλος
δημοδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοδιδάσκαλος
δημοδιδάσκαλος	noun|dated	ο δάσκαλος του δημοτικού σχολείου
δημοδιδάσκαλου	=	δημοδιδάσκαλος
δημοδιδασκάλισσα	=	δημοδιδάσκαλος
δημοδιδασκάλισσας	noun	γενική ενικού του δημοδιδασκάλισσα
δημοδιδασκάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοδιδασκάλισσα
δημοδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του δημοδιδάσκαλος
δημοδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημοδιδάσκαλος
δημοδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του δημοδιδάσκαλος
δημοδιδασκαλία	noun|dated	ο θεσμός του δημοδιδασκαλείου
δημοδιδασκαλίας	=	δημοδιδασκαλία
δημοδιδασκαλίες	=	δημοδιδασκαλία
δημοδιδασκαλεία	=	δημοδιδασκαλείο
δημοδιδασκαλείο	noun|dated	σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντίστοιχο του δημοτικού σχολείου
δημοδιδασκαλείου	=	δημοδιδασκαλείο
δημοδιδασκαλείων	=	δημοδιδασκαλείο
δημοδιδασκαλικά	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικέ	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικές	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλική	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικής	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικοί	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικού	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικούς	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικό	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλικός	adj|formal	ο σχετικός με τους δημοδιδάσκαλους
δημοδιδασκαλικών	=	δημοδιδασκαλικός
δημοδιδασκαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του δημοδιδασκάλισσα
δημοδιδασκαλιών	=	δημοδιδασκαλία
δημοκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσαν	=	δημοκοπώ
δημοκοπήσανε	=	δημοκοπώ
δημοκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκοπία	noun	η δημαγωγία, η διαβουκόληση του λαού, η προσπάθεια να αποχτήσει κανείς την εύνοια του λαού με δημαγωγικά μέσα
δημοκοπίας	noun	γενική ενικού του δημοκοπία
δημοκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκοπία
δημοκοπεί	=	δημοκοπώ
δημοκοπείς	=	δημοκοπώ
δημοκοπείτε	=	δημοκοπώ
δημοκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκοπικό
δημοκοπικέ	adj	κλητική ενικού του δημοκοπικός
δημοκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκοπική
δημοκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοκοπικός
δημοκοπικής	adj	γενική ενικού του δημοκοπική
δημοκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοκοπικός
δημοκοπικού	adj	γενική ενικού του δημοκοπικός
δημοκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοκοπικός
δημοκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοκοπικός
δημοκοπικός	adj	χαρακτηριστικός της δημοκοπίας
δημοκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοκοπικός
δημοκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοκοπία
δημοκοπούμε	=	δημοκοπώ
δημοκοπούν	=	δημοκοπώ
δημοκοπούνε	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσα	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσαμε	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσαν	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσανε	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσατε	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσε	=	δημοκοπώ
δημοκοπούσες	=	δημοκοπώ
δημοκοπώ	verb	προσπαθώ να πάρω με το μέρος μου τον λαό και να κερδίσω την εύνοιά του με κάθε μέσο
δημοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημοκοπώ
δημοκράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκράτης
δημοκράτη	=	δημοκράτης
δημοκράτης	noun	αρχηγός ή αξιωματούχος των Πράσινων ή των Βένετων
δημοκράτισσα	noun	δημοκράτης
δημοκράτισσας	noun	γενική ενικού του δημοκράτισσα
δημοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκράτισσα
δημοκράτορα	=	δημοκράτορας
δημοκράτορας	noun	αυτός που κατέχει τα «πρωτεία» της άσκησης εξουσίας στα πρώιμα ρωμαϊκά χρόνια
δημοκράτορες	=	δημοκράτορας
δημοκρίτεια	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειας	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειε	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειες	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειο	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειοι	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειος	adj	που έχει σχέση με τον Δημόκριτο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
δημοκρίτειου	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειους	=	δημοκρίτειος
δημοκρίτειων	=	δημοκρίτειος
δημοκρατία	noun	πολιτικό σύστημα όπου ο λαός έχει την εξουσία άμεσα ή έμμεσα
δημοκρατίας	noun	γενική ενικού του δημοκρατία
δημοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκρατία
δημοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκρατικό	adv	με δημοκρατικό τρόπο
δημοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του δημοκρατικός
δημοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκρατική
δημοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοκρατικός
δημοκρατικής	adj	γενική ενικού του δημοκρατική
δημοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοκρατικός
δημοκρατικοποίηση	noun|formal	ο εκδημοκρατισμός
δημοκρατικοποίησης	=	δημοκρατικοποίηση
δημοκρατικοποιήσεις	=	δημοκρατικοποίηση
δημοκρατικοποιήσεων	=	δημοκρατικοποίηση
δημοκρατικοτήτων	=	δημοκρατικότητα
δημοκρατικού	adj	γενική ενικού του δημοκρατικός
δημοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοκρατικός
δημοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοκρατικός
δημοκρατικός	adj	αυτός που χαρακτηρίζει τη δημοκρατία
δημοκρατικότατα	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατε	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατες	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατη	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατης	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατο	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατοι	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατος	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατου	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατους	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότατων	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερα	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερε	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερες	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερη	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερης	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερο	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότεροι	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερος	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερου	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερους	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότερων	=	δημοκρατικός
δημοκρατικότητα	noun	η ιδιότητα του δημοκρατικού
δημοκρατικότητας	noun	γενική ενικού του δημοκρατικότητα
δημοκρατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοκρατικότητα
δημοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοκρατικός
δημοκρατικώς	adv|dated	δημοκρατικά
δημοκρατισμέ	noun	κλητική ενικού του δημοκρατισμός
δημοκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοκρατισμός
δημοκρατισμού	noun	γενική ενικού του δημοκρατισμός
δημοκρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημοκρατισμός
δημοκρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του δημοκρατισμός
δημοκρατισμός	noun	ο ρεπουμπλικανισμός
δημοκρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του δημοκρατισμός
δημοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του δημοκράτισσα
δημοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοκρατία
δημοκρατούμαι	verb	έχω δημοκρατικό πολίτευμα
δημοκρατόρων	=	δημοκράτορας
δημοκρατών	=	δημοκράτης
δημοκόπε	noun	κλητική ενικού του δημοκόπος
δημοκόπει	=	δημοκοπώ
δημοκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοκοπώ
δημοκόπο	noun	αιτιατική ενικού του δημοκόπος
δημοκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοκόπος
δημοκόπος	noun	που δημοκοπεί
δημοκόπου	noun	γενική ενικού του δημοκόπος
δημοκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημοκόπος
δημοκόπων	noun	γενική πληθυντικού του δημοκόπος
δημοπράτει	=	δημοπρατώ
δημοπράτες	=	δημοπράτης
δημοπράτη	=	δημοπράτης
δημοπράτης	noun	αυτός που πουλά σε μια δημοπρασία
δημοπράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δημοπρατώ
δημοπράτησης	noun	γενική ενικού του δημοπράτηση
δημοπράτησις	noun	η δημοπράτηση
δημοπρασία	noun	δημόσια διαδικασία πώλησης/εκποίησης περιουσιακών στοιχείων και αγαθών μεγάλης αξίας με τη μέθοδο του πλειστηριασμού
δημοπρασίας	noun	γενική ενικού του δημοπρασία
δημοπρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπρασία
δημοπρασιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοπρασία
δημοπρατήθηκα	=	δημοπρατώ
δημοπρατήθηκαν	=	δημοπρατώ
δημοπρατήθηκε	=	δημοπρατώ
δημοπρατήθηκες	=	δημοπρατώ
δημοπρατήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατήριο
δημοπρατήριο	noun	το μέρος όπου γίνονται οι δημοπρασίες
δημοπρατήριον	noun	δημοπρατήριο
δημοπρατήριου	=	δημοπρατήριο
δημοπρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσαν	=	δημοπρατώ
δημοπρατήσανε	=	δημοπρατώ
δημοπρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπράτηση
δημοπρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δημοπράτηση
δημοπρατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δημοπράτηση
δημοπρατήσου	=	δημοπρατώ
δημοπρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσουνε	=	δημοπρατώ
δημοπρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατεί	=	δημοπρατώ
δημοπρατείς	=	δημοπρατώ
δημοπρατείσαι	=	δημοπρατώ
δημοπρατείσθε	=	δημοπρατώ
δημοπρατείστε	=	δημοπρατώ
δημοπρατείται	=	δημοπρατώ
δημοπρατείτε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθήκαμε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθήκαν	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθήκανε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθήκατε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοπρατούμαι
δημοπρατηθείς	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθείτε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθούμε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατούμαι
δημοπρατηθούνε	=	δημοπρατώ
δημοπρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοπρατούμαι
δημοπρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατημένο
δημοπρατημένε	verb	κλητική ενικού του δημοπρατημένος
δημοπρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατημένη
δημοπρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοπρατημένος
δημοπρατημένης	verb	γενική ενικού του δημοπρατημένη
δημοπρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του δημοπρατημένος
δημοπρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατημένος
δημοπρατημένος	verb	που έχει δημοπρατηθεί
δημοπρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοπρατημένος
δημοπρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δημοπρατημένος
δημοπρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοπρατημένος
δημοπρατηρίου	noun	γενική ενικού του δημοπρατήριο
δημοπρατηρίων	noun	γενική πληθυντικού του δημοπρατήριο
δημοπρατησα	=	δημοπρατώ
δημοπρατησαν	=	δημοπρατώ
δημοπρατησε	=	δημοπρατώ
δημοπρατησες	=	δημοπρατώ
δημοπρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατικό
δημοπρατικέ	adj	κλητική ενικού του δημοπρατικός
δημοπρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατική
δημοπρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοπρατικός
δημοπρατικής	adj	γενική ενικού του δημοπρατική
δημοπρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοπρατικός
δημοπρατικού	adj	γενική ενικού του δημοπρατικός
δημοπρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοπρατικός
δημοπρατικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοπρατικός
δημοπρατικός	adj	που έχει σχέση με δημοπρασίες ή δημοπράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
δημοπρατικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοπρατικός
δημοπρατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δημοπρατώ
δημοπρατούμασταν	=	δημοπρατώ
δημοπρατούμαστε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούμε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούμεθα	=	δημοπρατώ
δημοπρατούμενος	=	δημοπρατώ
δημοπρατούμουν	=	δημοπρατώ
δημοπρατούν	=	δημοπρατώ
δημοπρατούνε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούνται	=	δημοπρατώ
δημοπρατούνταν	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσα	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσαμε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσαν	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσανε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσατε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσε	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσες	=	δημοπρατώ
δημοπρατούσουν	=	δημοπρατώ
δημοπρατώ	verb	βγάζω σε δημοπρασία
δημοπρατών	=	δημοπράτης
δημοπρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημοπρατώ
δημοσία	adj	δοτική ενικού του θηλυκού γένους δημόσια του επιθέτου δημόσιος	adv	δημοσίως, δημόσια, μπροστά σε κοινό
δημοσίας	=	δημόσιος
δημοσίευα	=	δημοσιεύω
δημοσίευαν	=	δημοσιεύω
δημοσίευε	=	δημοσιεύω
δημοσίευες	=	δημοσιεύω
δημοσίευμα	noun	κείμενο που έχει δημοσιευτεί στον τύπο
δημοσίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δημοσιεύω
δημοσίευσης	noun	γενική ενικού του δημοσίευση
δημοσίου	adj|formal	γενική ενικού του δημόσιος	noun	γενική ενικού του δημόσιο
δημοσίους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημόσιος
δημοσίων	adj	γενική πληθυντικού του δημόσιος
δημοσίως	adv|formal	δημόσια
δημοσιά	noun	ο δημόσιος δρόμος, συνήθως ο ασφαλτόστρωτος επαρχιακός δρόμος που ενώνει μεταξύ τους δύο οικισμούς
δημοσιάς	noun	γενική ενικού του δημοσιά
δημοσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιά
δημοσιευθέν	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθέντα	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθέντας	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθέντες	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθέντος	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθέντων	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθήκαμε	=	δημοσιεύω
δημοσιευθήκαν	=	δημοσιεύω
δημοσιευθήκανε	=	δημοσιεύω
δημοσιευθήκατε	=	δημοσιεύω
δημοσιευθεί	=	δημοσιεύω
δημοσιευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύομαι
δημοσιευθείσα	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθείσας	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθείσες	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθείσης	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθείτε	=	δημοσιεύω
δημοσιευθεισών	=	δημοσιευθείς
δημοσιευθούμε	=	δημοσιεύω
δημοσιευθούν	=	δημοσιεύω
δημοσιευθούνε	=	δημοσιεύω
δημοσιευθώ	=	δημοσιεύω
δημοσιευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δημοσίευμα
δημοσιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιευμένο
δημοσιευμένε	verb	κλητική ενικού του δημοσιευμένος
δημοσιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιευμένη
δημοσιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιευμένος
δημοσιευμένης	verb	γενική ενικού του δημοσιευμένη
δημοσιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του δημοσιευμένος
δημοσιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιευμένος
δημοσιευμένος	verb	που έχει δημοσιευτεί
δημοσιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσιευμένος
δημοσιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιευμένος
δημοσιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσιευμένος
δημοσιευτήκαμε	=	δημοσιεύω
δημοσιευτήκαν	=	δημοσιεύω
δημοσιευτήκανε	=	δημοσιεύω
δημοσιευτήκατε	=	δημοσιεύω
δημοσιευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοσιεύομαι
δημοσιευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύομαι
δημοσιευτείτε	=	δημοσιεύω
δημοσιευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύομαι
δημοσιευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύομαι
δημοσιευτούνε	=	δημοσιεύω
δημοσιευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύομαι
δημοσιευόμασταν	=	δημοσιεύω
δημοσιευόμαστε	=	δημοσιεύω
δημοσιευόμενος	=	δημοσιεύω
δημοσιευόμουν	=	δημοσιεύω
δημοσιευόμουνα	=	δημοσιεύω
δημοσιευόντουσαν	=	δημοσιεύω
δημοσιευόσασταν	=	δημοσιεύω
δημοσιευόσαστε	=	δημοσιεύω
δημοσιευόσουν	=	δημοσιεύω
δημοσιευόσουνα	=	δημοσιεύω
δημοσιευόταν	=	δημοσιεύω
δημοσιευότανε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύαμε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύαν	=	δημοσιεύω
δημοσιεύανε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύατε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύει	=	δημοσιεύω
δημοσιεύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύεσαι	=	δημοσιεύω
δημοσιεύεστε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύεται	=	δημοσιεύω
δημοσιεύετε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύθηκα	=	δημοσιεύω
δημοσιεύθηκαν	=	δημοσιεύω
δημοσιεύθηκε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύθηκες	=	δημοσιεύω
δημοσιεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσίευμα
δημοσιεύματος	noun	γενική ενικού του δημοσίευμα
δημοσιεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύομε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύονται	abbrev	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δημοσιεύομαι
δημοσιεύονταν	=	δημοσιεύω
δημοσιεύοντας	=	δημοσιεύω
δημοσιεύουμε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δημοσιεύω
δημοσιεύουνε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσαν	=	δημοσιεύω
δημοσιεύσανε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσίευση
δημοσιεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του δημοσίευση
δημοσιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του δημοσίευση
δημοσιεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιεύσιμο
δημοσιεύσιμε	adj	κλητική ενικού του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιεύσιμη
δημοσιεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσιμης	adj	γενική ενικού του δημοσιεύσιμη
δημοσιεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσιμος	adj	που είναι δυνατόν να δημοσιευτεί ή αξίζει να δημοσιευτεί
δημοσιεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσιεύσιμος
δημοσιεύσομε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύσου	=	δημοσιεύω
δημοσιεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσουνε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιεύω
δημοσιεύτηκα	=	δημοσιεύω
δημοσιεύτηκαν	=	δημοσιεύω
δημοσιεύτηκε	=	δημοσιεύω
δημοσιεύτηκες	=	δημοσιεύω
δημοσιεύω	verb	ενεργώ έτσι ώστε ένα κείμενο, άρθρο, αγγελία ή άλλη καταχώριση να εκτυπωθεί και να περιληφθεί σε έντυπη έκδοση, ώστε να γίνει προσιτό στο κοινό
δημοσιογράφε	noun	κλητική ενικού του δημοσιογράφος
δημοσιογράφει	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογράφισσα	=	δημοσιογράφος
δημοσιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του δημοσιογράφος
δημοσιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογράφος
δημοσιογράφος	noun	που έχει ως επάγγελμά του τη δημοσιογραφία
δημοσιογράφου	noun	γενική ενικού του δημοσιογράφος
δημοσιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιογράφος
δημοσιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιογράφος
δημοσιογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσαν	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσανε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιογραφία	noun	το επάγγελμα καθώς και οι σχετικές ενέργειες και ασχολίες ενός δημοσιογράφου: ρεπορτάζ, συγκέντρωση ειδήσεων, επεξεργασία και συγγραφή κειμένων για ΜΜΕ κ.ά.
δημοσιογραφίας	noun	γενική ενικού του δημοσιογραφία
δημοσιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογραφία
δημοσιογραφίσκε	=	δημοσιογραφίσκος
δημοσιογραφίσκο	=	δημοσιογραφίσκος
δημοσιογραφίσκοι	=	δημοσιογραφίσκος
δημοσιογραφίσκος	noun	άγνωστος, άσημος ή ανίκανος δημοσιογράφος
δημοσιογραφίσκου	=	δημοσιογραφίσκος
δημοσιογραφίσκους	=	δημοσιογραφίσκος
δημοσιογραφίσκων	=	δημοσιογραφίσκος
δημοσιογραφεί	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφείς	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφείτε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφικά	adv	από δημοσιογραφική άποψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογραφικό
δημοσιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογραφική
δημοσιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφικής	adj	γενική ενικού του δημοσιογραφική
δημοσιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφικού	adj	γενική ενικού του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη δημοσιογραφία ή τον δημοσιογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
δημοσιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοσιογραφικός
δημοσιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιογραφία
δημοσιογραφούμε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούν	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούνε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσα	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσαμε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσαν	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσανε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσατε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσε	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφούσες	=	δημοσιογραφώ
δημοσιογραφώ	verb	ασκώ το επάγγελμα του δημοσιογράφου ή ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία ερασιτεχνικά
δημοσιογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημοσιογραφώ
δημοσιοκρατία	noun	είναι η εξυπηρέτηση υπό συνθήκες διαφάνειας, δημοσιότητας και λογοδοσίας του γενικού συμφέροντος και όχι του προσωπικού ή ιδιωτικού νιτερέσου
δημοσιοκρατίας	noun	γενική ενικού του δημοσιοκρατία
δημοσιοκρατίες	=	δημοσιοκρατία
δημοσιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιοκρατία
δημοσιολογία	noun	η επιστήμη, έρευνα και εργασία του δημοσιολόγου
δημοσιολογίας	noun	γενική ενικού του δημοσιολογία
δημοσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιολογία
δημοσιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιολογικό
δημοσιολογικέ	adj	κλητική ενικού του δημοσιολογικός
δημοσιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιολογική
δημοσιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιολογικός
δημοσιολογικής	adj	γενική ενικού του δημοσιολογική
δημοσιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιολογικός
δημοσιολογικού	adj	γενική ενικού του δημοσιολογικός
δημοσιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιολογικός
δημοσιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιολογικός
δημοσιολογικός	adj	σχετικός με τη δημοσιολογία ή τον δημοσιολόγο
δημοσιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοσιολογικός
δημοσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιολογία
δημοσιολόγε	noun	κλητική ενικού του δημοσιολόγος
δημοσιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του δημοσιολόγος
δημοσιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιολόγος
δημοσιολόγος	noun	ο (έγκυρος) σχολιαστής και αναλυτής θεμάτων που άπτονται των σχέσεων κράτους και πολίτη
δημοσιολόγου	noun	γενική ενικού του δημοσιολόγος
δημοσιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιολόγος
δημοσιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιολόγος
δημοσιονομία	noun	η επιστήμη η οποία μελετά και εξετάζει μεθόδους διαχείρισης των οικονομικών του δημοσίου βίου
δημοσιονομίας	noun	γενική ενικού του δημοσιονομία
δημοσιονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιονομία
δημοσιονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιονομικό	adv	από δημοσιονομική άποψη
δημοσιονομικέ	adj	κλητική ενικού του δημοσιονομικός
δημοσιονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιονομική
δημοσιονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιονομικός
δημοσιονομικής	adj	γενική ενικού του δημοσιονομική
δημοσιονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιονομικός
δημοσιονομικού	adj	γενική ενικού του δημοσιονομικός
δημοσιονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιονομικός
δημοσιονομικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιονομικός
δημοσιονομικός	adj	σχετικός με τη δημοσιονομία ή τον δημοσιονόμο
δημοσιονομικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοσιονομικός
δημοσιονομιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιονομία
δημοσιονόμε	=	δημοσιονόμος
δημοσιονόμο	=	δημοσιονόμος
δημοσιονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιονόμος
δημοσιονόμος	noun	που ασχολείται με τη δημοσιονομία, με τα δημόσια οικονομικά
δημοσιονόμου	=	δημοσιονόμος
δημοσιονόμους	=	δημοσιονόμος
δημοσιονόμων	=	δημοσιονόμος
δημοσιοποίει	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δημοσιοποιώ
δημοσιοποίησης	noun	γενική ενικού του δημοσιοποίηση
δημοσιοποίησις	noun	η δημοσιοποίηση
δημοσιοποιήθηκα	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιήθηκαν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιήθηκε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιήθηκες	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσαν	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσανε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοποίηση
δημοσιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιοποίηση
δημοσιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δημοσιοποίηση
δημοσιοποιήσου	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοποιεί	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιείς	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιείσαι	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιείστε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιείται	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιείτε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιηθήκαμε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιηθήκαν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιηθήκανε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιηθήκατε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιηθεί	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιηθείτε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοποιημένο
δημοσιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοποιημένη
δημοσιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιημένης	verb	γενική ενικού του δημοσιοποιημένη
δημοσιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιημένος	verb	που έχει δημοσιοποιηθεί
δημοσιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσιοποιημένος
δημοσιοποιούμαι	verb	με καθιστούν δημόσιο, με γνωστοποιούν, με κοινοποιούν, με ανακοινώνουν, εκθέτουν (συχνά για κάτι που κάτω από άλλες συνθήκες θα έμενε κρυφό)
δημοσιοποιούμασταν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούμαστε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούμε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούμουν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούν	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούνε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούνται	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούνταν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούσα	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσαμε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσαν	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσανε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσασταν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούσαστε	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιούσατε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσε	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσες	=	δημοσιοποιώ
δημοσιοποιούσουν	=	δημοσιοποιούμαι
δημοσιοποιώ	verb	ανακοινώνω κάτι δημοσίως, κάνω κάτι γνωστό στο ευρύ κοινό
δημοσιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημοσιοποιώ
δημοσιοσχεσίστα	=	δημοσιοσχεσίστας
δημοσιοσχεσίστας	noun	άλλη μορφή του δημοσιοσχεσίτης
δημοσιοσχεσίστες	=	δημοσιοσχεσίστας
δημοσιοσχεσίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίστικο
δημοσιοσχεσίστικε	adj	κλητική ενικού του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίστικη
δημοσιοσχεσίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίστικης	adj	γενική ενικού του δημοσιοσχεσίστικη
δημοσιοσχεσίστικο	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίστικος	adj	που έχει σχέση με τον δημοσιοσχεσίστα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δημοσιοσχεσίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσιοσχεσίστικος
δημοσιοσχεσίτες	=	δημοσιοσχεσίτης
δημοσιοσχεσίτη	=	δημοσιοσχεσίτης
δημοσιοσχεσίτης	noun	ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων μιας εταιρείας
δημοσιοσχεσίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίτικο
δημοσιοσχεσίτικε	adj	κλητική ενικού του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίτικη
δημοσιοσχεσίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσίτικης	adj	γενική ενικού του δημοσιοσχεσίτικη
δημοσιοσχεσίτικο	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσίτικος	adj	που έχει σχέση με τον δημοσιοσχεσίτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δημοσιοσχεσίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσιοσχεσίτικος
δημοσιοσχεσιστών	=	δημοσιοσχεσίστας
δημοσιοσχεσιτών	=	δημοσιοσχεσίτης
δημοσιοσχετίστα	=	δημοσιοσχετίστας
δημοσιοσχετίστας	noun	άλλη μορφή του δημοσιοσχεσίτης
δημοσιοσχετίστες	=	δημοσιοσχετίστας
δημοσιοσχετιστών	=	δημοσιοσχετίστας
δημοσιοτήτων	=	δημοσιότητα
δημοσιοϋπαλληλία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός δημοσίου υπαλλήλου
δημοσιοϋπαλληλίας	noun	γενική ενικού του δημοσιοϋπαλληλία
δημοσιοϋπαλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοϋπαλληλία
δημοσιοϋπαλληλίκι	noun	η εργασία του δημόσιου υπαλλήλου, το βόλεμα σε μια θέση στο δημόσιο
δημοσιοϋπαλληλίκια	=	δημοσιοϋπαλληλίκι
δημοσιοϋπαλληλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δημοσιοϋπαλληλικός	adv	με δημοσιοϋπαλληλικό τρόπο, με νοοτροπία που σχετίζεται με το δημοσιοϋπαλληλίκι
δημοσιοϋπαλληλικέ	adj	κλητική ενικού του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοϋπαλληλική
δημοσιοϋπαλληλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλικής	adj	γενική ενικού του δημοσιοϋπαλληλική
δημοσιοϋπαλληλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλικού	adj	γενική ενικού του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλικός	adj	που έχει σχέση με τον δημόσιο υπάλληλο ή τη δημοσιοϋπαλληλία, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
δημοσιοϋπαλληλικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοσιοϋπαλληλικός
δημοσιοϋπαλληλισμός	noun|formal	το να είναι κάποιος δημόσιος υπάλληλος
δημοσιοϋπαλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του δημοσιοϋπαλληλία
δημοσιότης	noun	δημοσιότητα
δημοσιότητα	noun	η δημοσίευση ενός θέματος (ή η προβολή ενός ανθρώπου) και η συνακόλουθη γνωστοποίησή του (ευρέως)
δημοσιότητας	noun	γενική ενικού του δημοσιότητα
δημοσιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσιότητα
δημοσιών	=	δημοσιά
δημοσκοπήσαμε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπήσαν	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπήσανε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπήσατε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπήσει	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσκόπηση
δημοσκοπήσεων	=	δημοσκόπηση
δημοσκοπήσεως	=	δημοσκόπηση
δημοσκοπήστε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπεί	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπείς	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπείτε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσκοπημένο
δημοσκοπημένε	verb	κλητική ενικού του δημοσκοπημένος
δημοσκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσκοπημένη
δημοσκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσκοπημένος
δημοσκοπημένης	verb	γενική ενικού του δημοσκοπημένη
δημοσκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του δημοσκοπημένος
δημοσκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσκοπημένος
δημοσκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δημοσκοπώ
δημοσκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσκοπημένος
δημοσκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δημοσκοπημένος
δημοσκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσκοπημένος
δημοσκοπικά	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικέ	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικές	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπική	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικής	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικοί	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικού	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικούς	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικό	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη δημοσκόπηση ή τους δημοσκόπους ή αναφέρεται σʼ αυτά
δημοσκοπικών	=	δημοσκοπικός
δημοσκοπούμε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούν	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούνε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσα	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσαμε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσαν	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσανε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσατε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσε	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπούσες	=	δημοσκοπώ
δημοσκοπώ	verb	κάνω δημοσκόπηση
δημοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημοσκοπώ
δημοσκόπε	=	δημοσκόπος
δημοσκόπει	=	δημοσκοπώ
δημοσκόπησα	=	δημοσκοπώ
δημοσκόπησαν	=	δημοσκοπώ
δημοσκόπησε	=	δημοσκοπώ
δημοσκόπησες	=	δημοσκοπώ
δημοσκόπηση	noun	Η διαπίστωση της γνώμης μιας ομάδας ανθρώπων για κάποιο θέμα, η οποία γίνεται από την υποβολή ερωτήσεων σε ένα δείγμα του σχετικού πληθυσμού, την καταγραφή των απαντήσεων, και τον έλεγχό τους με στατιστικές μεθόδους
δημοσκόπησης	=	δημοσκόπηση
δημοσκόπο	=	δημοσκόπος
δημοσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσκόπος
δημοσκόπος	noun	που κάνει δημοσκοπήσεις
δημοσκόπου	=	δημοσκόπος
δημοσκόπους	=	δημοσκόπος
δημοσκόπων	=	δημοσκόπος
δημοσυνεταιριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσυνεταιριστικό
δημοσυνεταιριστικέ	adj	κλητική ενικού του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυνεταιριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσυνεταιριστική
δημοσυνεταιριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυνεταιριστικής	adj	γενική ενικού του δημοσυνεταιριστική
δημοσυνεταιριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυνεταιριστικού	adj	γενική ενικού του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυνεταιριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυνεταιριστικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυνεταιριστικός	adj	που αφορά συνεταιρισμό που περιλαμβάνει φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και του δημοσίου, καθώς και άλλους συλλογικούς φορείς
δημοσυνεταιριστικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοσυνεταιριστικός
δημοσυντήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσυντήρητο
δημοσυντήρητε	adj	κλητική ενικού του δημοσυντήρητος
δημοσυντήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοσυντήρητη
δημοσυντήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοσυντήρητος
δημοσυντήρητης	adj	γενική ενικού του δημοσυντήρητη
δημοσυντήρητο	adj	αιτιατική ενικού του δημοσυντήρητος
δημοσυντήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοσυντήρητος
δημοσυντήρητος	adj	που συντηρείται από κάποιο δήμο
δημοσυντήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δημοσυντήρητος
δημοσυντήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοσυντήρητος
δημοσυντήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δημοσυντήρητος
δημοτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτικό
δημοτικέ	adj	κλητική ενικού του δημοτικός
δημοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτική
δημοτική	noun	η γλώσσα που μιλιέται από το λαό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοτικός
δημοτικής	adj	γενική ενικού του δημοτική
δημοτικίζω	verb	εκφράζομαι σε μια γλωσσική ποικιλία που πλησιάζει τη δημοτική
δημοτικίστρια	noun	δημοτικιστής
δημοτικίστριας	noun	γενική ενικού του δημοτικίστρια
δημοτικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτικίστρια
δημοτικισμέ	noun	κλητική ενικού του δημοτικισμός
δημοτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοτικισμός
δημοτικισμού	noun	γενική ενικού του δημοτικισμός
δημοτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δημοτικισμός
δημοτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του δημοτικισμός
δημοτικισμός	noun	απλοποιημένη μορφή της αρχαίας ελληνικής και της καθαρεύουσας που βασίζεται σε λόγια εκδοχή της δημώδους γλώσσας/απόπειρα γλωσσικής ενοποίησης προφορικού, γραπτού και λόγιου λόγου
δημοτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του δημοτικισμός
δημοτικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτικιστής
δημοτικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δημοτικιστής
δημοτικιστής	noun	ο οπαδός της δημοτικής γλώσσας
δημοτικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτικιστικό
δημοτικιστικέ	adj	κλητική ενικού του δημοτικιστικός
δημοτικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτικιστική
δημοτικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοτικιστικός
δημοτικιστικής	adj	γενική ενικού του δημοτικιστική
δημοτικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοτικιστικός
δημοτικιστικού	adj	γενική ενικού του δημοτικιστικός
δημοτικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοτικιστικός
δημοτικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοτικιστικός
δημοτικιστικός	adj	σχετικός με το δημοτικισμό
δημοτικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοτικιστικός
δημοτικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του δημοτικίστρια
δημοτικιστών	noun	γενική πληθυντικού του δημοτικιστής
δημοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοτικός
δημοτικοτήτων	=	δημοτικότητα
δημοτικού	adj	γενική ενικού του δημοτικός
δημοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοτικός
δημοτικό	noun	το δημοτικό σχολείο, το σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο οποίο φοιτούν παιδιά ηλικίας 6-12 ετών	adj	αιτιατική ενικού του δημοτικός
δημοτικός	adj	που ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ένα δήμο
δημοτικότης	noun	η δημοτικότητα
δημοτικότητα	noun	το να είναι κάποιος δημοφιλής και αγαπητός στην κοινωνία ή σε κάποιο κοινό
δημοτικότητας	noun	γενική ενικού του δημοτικότητα
δημοτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτικότητα
δημοτικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοτικός
δημοτισσών	noun	γενική πληθυντικού του δημότισσα
δημοτολογίου	noun	γενική ενικού του δημοτολόγιο
δημοτολογίων	noun	γενική πληθυντικού του δημοτολόγιο
δημοτολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοτολόγιο
δημοτολόγιο	noun	ο κατάλογος των δημοτών ενός δήμου
δημοτολόγιον	noun	δημοτολόγιο
δημοτολόγιου	=	δημοτολόγιο
δημοτολόγιων	=	δημοτολόγιο
δημοτών	=	δημότης
δημοφιλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δημοφιλής
δημοφιλή	=	δημοφιλής
δημοφιλής	adj	που τον αγαπά πολύ ο κόσμος
δημοφιλία	noun	η συμπάθεια που αισθάνεται ο κόσμος για κάποιον
δημοφιλίας	=	δημοφιλία
δημοφιλίες	=	δημοφιλία
δημοφιλείς	=	δημοφιλής
δημοφιλιών	=	δημοφιλία
δημοφιλούς	=	δημοφιλής
δημοφιλών	adj	γενική πληθυντικού του δημοφιλής
δημοψήφισμα	noun	ο θεσμός κατά τον οποίο το εκλογικό σώμα καλείται να εκφραστεί με ένα ναι ή ένα όχι σε μία ερώτηση για σημαντικό ζήτημα που θέτει η εκτελεστική εξουσία
δημοψηφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοψήφισμα
δημοψηφίσματος	noun	γενική ενικού του δημοψήφισμα
δημοψηφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δημοψήφισμα
δημοψηφισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοψηφισματικό
δημοψηφισματικέ	adj	κλητική ενικού του δημοψηφισματικός
δημοψηφισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημοψηφισματική
δημοψηφισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημοψηφισματικός
δημοψηφισματικής	adj	γενική ενικού του δημοψηφισματική
δημοψηφισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημοψηφισματικός
δημοψηφισματικού	adj	γενική ενικού του δημοψηφισματικός
δημοψηφισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημοψηφισματικός
δημοψηφισματικό	adj	αιτιατική ενικού του δημοψηφισματικός
δημοψηφισματικός	adj	που έχει σχέση με δημοψήφισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
δημοψηφισματικών	adj	γενική πληθυντικού του δημοψηφισματικός
δημωδών	=	δημώδης
δημωνυμίου	=	δημωνύμιο
δημωνυμίων	=	δημωνύμιο
δημωνύμια	=	δημωνύμιο
δημωνύμιο	noun|rare	κύριο όνομα που δηλώνει τον συγκεκριμένο τόπο κατοικίας ή καταγωγής (πόλη, δήμο, περιοχή)
δημωνύμιου	=	δημωνύμιο
δημόσι'α	=	δημόσιος
δημόσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δημόσιος	adv	μπροστά σε κοινό, με ανοιχτό και δημόσιο τρόπο
δημόσιας	adj	γενική ενικού του δημόσια
δημόσιε	adj	κλητική ενικού του δημόσιος
δημόσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημόσια
δημόσιο	adj	αιτιατική ενικού του δημόσιος	noun	το κράτος, η πολιτεία
δημόσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δημόσιος
δημόσιος	adj	κάποιος που προορίζεται για τον λαό
δημόσιου	adj	γενική ενικού του δημόσιος
δημόσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δημόσιος
δημόσιων	adj	γενική πληθυντικού του δημόσιος
δημότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημότης
δημότη	=	δημότης
δημότης	noun	ο πολίτης που είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα ενός δήμου
δημότις	=	δημότης
δημότισσα	noun	δημότης
δημότισσας	noun	γενική ενικού του δημότισσα
δημότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δημότισσα
δημώδεις	=	δημώδης
δημώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δημώδης
δημώδη	=	δημώδης
δημώδης	adj	που ανήκει ή χρησιμοποιείται από το λαό και όχι από τους λογίους· ιδιαίτερα για να χαρακτηριστεί μια μορφή γλώσσας ή μια ορισμένη γραμματεία
δημώδους	=	δημώδης
δημώνυμο	=	δημωνύμιο
δηνάρια	=	δηνάριο
δηνάριο	noun	ασημένιο νόμισμα της αρχαίας Ρώμης
δηνάριου	=	δηνάριο
δηνάριων	=	δηνάριο
δηναρίου	=	δηνάριο
δηναρίων	=	δηνάριο
δηπεθε	abbrev	ο θεατρικός οργανισμός που λειτουργεί καταστατικά, ανεβάζει παραστάσεις και χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και τη Δημοτική Αρχή του Δήμου στον οποίο εδρεύει
δησυ	abbrev	κυπριακό πολιτικό κόμμα
δηώναμε	=	δηώνω
δηώναν	=	δηώνω
δηώνανε	=	δηώνω
δηώνατε	=	δηώνω
δηώνει	=	δηώνω
δηώνεις	=	δηώνω
δηώνετε	=	δηώνω
δηώνοντας	=	δηώνω
δηώνουμε	=	δηώνω
δηώνουν	=	δηώνω
δηώνουνε	=	δηώνω
δηώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δηώ
δηώνω	verb|archaic	άλλη μορφή του δηώ
δηώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηώ
δηώσαν	=	δηώνω
δηώσανε	=	δηώνω
δηώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δηώ
δηώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δηώ
δηώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δήωση
δηώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηώ
δηώσεων	=	δήωση
δηώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηώ
δηώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηώ
δηώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δηώ
δηώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δηώ
δθ	abbrev	Δήμος Θεσσαλονίκης
διά	prep	τις
διάβα	noun	η ενέργεια του διαβαίνω
διάβαζα	=	διαβάζω
διάβαζαν	=	διαβάζω
διάβαζε	=	διαβάζω
διάβαζες	=	διαβάζω
διάβαινα	=	διαβαίνω
διάβαιναν	=	διαβαίνω
διάβαινε	=	διαβαίνω
διάβαινες	=	διαβαίνω
διάβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διάβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διάβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διάβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διάβαση	noun	η ενέργεια του διαβαίνω, το πέρασμα
διάβασης	=	διάβαση
διάβασμα	noun	η ανάγνωση
διάβηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διάβηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διάβηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διάβηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διάβημα	noun	οι προσπάθειες και οι ενέργειες που κάνει κάποιος, προκειμένου να πετύχει κάτι
διάβλεπε	=	διαβλέπω
διάβλεψε	=	διαβλέπω
διάβολε	noun	κλητική ενικού του διάβολος
διάβολο	noun	αιτιατική ενικού του διάβολος
διάβολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάβολος
διάβολος	noun	ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων
διάβολου	noun	γενική ενικού του διάβολος
διάβολους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διάβολος
διάβολων	noun	γενική πληθυντικού του διάβολος
διάβροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβροχο
διάβροχε	adj	κλητική ενικού του διάβροχος
διάβροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβροχη
διάβροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάβροχος
διάβροχης	adj	γενική ενικού του διάβροχη
διάβροχο	adj	αιτιατική ενικού του διάβροχος
διάβροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάβροχος
διάβροχος	adj|formal	που έχει βραχεί
διάβροχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάβροχος
διάβροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάβροχος
διάβροχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάβροχος
διάβρωνα	=	διαβρώνω
διάβρωναν	=	διαβρώνω
διάβρωνε	=	διαβρώνω
διάβρωνες	=	διαβρώνω
διάβρωσα	=	διαβρώνω
διάβρωσαν	=	διαβρώνω
διάβρωσε	=	διαβρώνω
διάβρωσες	=	διαβρώνω
διάβρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαβρώνω
διάβρωσης	=	διάβρωση
διάγγελε	=	διάγγελος
διάγγελμα	noun	η επίσημη η ανακοίνωση που εκδίδεται με επισημότητα από κάποιο θεσμικό φορέα για κάποιο σημαντικό θέμα
διάγγελο	=	διάγγελος
διάγγελοι	=	διάγγελος
διάγγελος	noun|dated	άλλη μορφή του διαγγελέας: αγγελιοφόρος
διάγγελου	=	διάγγελος
διάγγελους	=	διάγγελος
διάγγελων	=	διάγγελος
διάγεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διάγω
διάγνωση	noun	η κατάληξη σε κάποιο συμπέρασμα βάσει σχετικών υποθέσεων και ενδείξεων
διάγνωσης	noun	γενική ενικού του διάγνωση
διάγραμμα	noun	γραφική απεικόνιση συσχέτισης μεγεθών (συχνά στην πορεία του χρόνου ή που αφορά χωροταξική ανάπτυξη)
διάγραφε	=	διαγράφω
διάγραψε	=	διαγράφω
διάγω	verb	διαβιώνω, ζω τη ζωή μου με κάποιον τρόπο
διάδημα	noun	ταινία που δένεται γύρω στο κεφάλι ανδρών ή γυναικών και συγκρατεί τα μαλλιά.
διάδιδε	=	διαδίδω
διάδικα	=	διάδικος
διάδικε	noun	κλητική ενικού του διάδικος
διάδικες	=	διάδικος
διάδικη	=	διάδικος
διάδικης	=	διάδικος
διάδικο	noun	αιτιατική ενικού του διάδικος
διάδικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάδικος
διάδικος	noun	οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε μια δίκη, εκτός των δικαστών	adj	που παίρνει μέρος σε δίκη
διάδικου	=	διάδικος
διάδικους	=	διάδικος
διάδικων	=	διάδικος
διάδοση	noun	η ενέργεια με την οποία κάτι διαδίδεται
διάδοσης	noun	γενική ενικού του διάδοση
διάδοχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάδοχο
διάδοχε	adj	κλητική ενικού του διάδοχος
διάδοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάδοχη
διάδοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάδοχος
διάδοχης	adj	γενική ενικού του διάδοχη
διάδοχο	adj	αιτιατική ενικού του διάδοχος
διάδοχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάδοχος, αρσενικό
διάδοχος	noun	ο επόμενος σε μια σειρά διαδοχής, αυτός που αναμένεται να διαδεχτεί ή έχει διαδεχτεί	adj	που διαδέχεται, παίρνει τη θέση του προηγουμένου του
διάδοχου	adj	γενική ενικού του διάδοχος
διάδοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάδοχος
διάδοχων	adj	γενική πληθυντικού του διάδοχος
διάδραση	noun	η αλληλεπιδραστική αμφίδρομη διαδικασία μεταξύ δύο ατόμων (ή ομάδων) ή μεταξύ ανθρώπων και (υπολογιστικών) μηχανών
διάδρασης	noun	γενική ενικού του διάδραση
διάδρομε	noun	κλητική ενικού του διάδρομος
διάδρομο	noun	αιτιατική ενικού του διάδρομος
διάδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάδρομος
διάδρομος	noun	μακρόστενος χώρος σε κτήριο ή μεταφορικό μέσο στον οποίο έχουν πρόσβαση τα περισσότερα τα μέρη του ίδιου επιπέδου
διάδωσε	=	διαδίδω
διάζευξη	noun	ο χωρισμός και η διάλυση μιας ένωσης ή ενός γάμου
διάζευξης	noun	γενική ενικού του διάζευξη
διάζομαι	verb	πριν αρχίσω να υφαίνω στον αργαλειό, τακτοποιώ το στημόνι και διευθετώ τα νήματα
διάζωμα	noun	διάδρομος (συνήθως ημικυκλικός) που χωρίζει το τμήμα των κερκίδων ενός θεάτρου, σταδίου σε μέρη καθώς και καθένα απ' τα μέρη αυτά
διάζωτα	=	διάζωτο
διάζωτο	noun	χημική ένωση δύο ατόμων αζώτου, που συνδέονται με τριπλό δεσμό και συμπεριφέρονται ως μόριο
διάζωτου	=	διάζωτο
διάθεση	noun	Η συναισθηματική κατάσταση
διάθεσης	noun	γενική ενικού του διάθεση
διάθλασε	=	διαθλώ
διάθλαση	noun	η αλλαγή διεύθυνσης φωτεινών ακτίνων (ή ενός ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος) όταν περνούν από ένα διάφανο μέσο σε άλλο, διαφορετικής πυκνότητας
διάθλασης	noun	γενική ενικού του διάθλαση
διάθλου	=	δίαθλο
διάθλων	=	δίαθλο
διάθρεψε	=	διατρέφω
διάκε	noun	κλητική ενικού του διάκος
διάκειμαι	verb|formal	έχω μια ορισμένη ψυχική διάθεση για κάποιον ή για κάτι
διάκενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάκενο
διάκενο	noun	ο σχετικά στενός κενός χώρος ανάμεσα σε δύο παράλληλες ακμές αντικειμένων
διάκενου	noun	γενική ενικού του διάκενο
διάκεντρε	=	διάκεντρος
διάκεντρο	=	διάκεντρος
διάκεντροι	=	διάκεντρος
διάκεντρος	noun	το ευθύγραμμο τμήμα που έχει για άκρα του τα κέντρα δύο κύκλων ή δύο σφαιρών
διάκενων	noun	γενική πληθυντικού του διάκενο
διάκλαση	noun	ρηξιγενής επιφάνεια ή σύστημα επιφανειών σε πετρώματα, κατά μήκος των οποίων το υλικό έχει σπάσει χωρίς να σημειωθεί ουσιαστική σχετική μετακίνηση των τμημάτων
διάκλασης	=	διάκλαση
διάκληση	noun	γεύμα που παρατίθεται στους προσκηνυτές ενός (πανηγυρίζοντος) ιερού ναού
διάκλησης	noun	γενική ενικού του διάκληση
διάκο	noun	αιτιατική ενικού του διάκος
διάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάκος
διάκονε	noun	κλητική ενικού του διάκονος
διάκονο	noun	αιτιατική ενικού του διάκονος
διάκονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάκονος
διάκονος	noun	κληρικός με τον κατώτερο βαθμό ιεροσύνης
διάκονου	=	διάκονος
διάκονους	=	διάκονος
διάκονων	=	διάκονος
διάκοπτε	=	διακόπτω
διάκος	noun	ο διάκονος (κληρικός με τον κατώτερο βαθμό ιεροσύνης)
διάκοσμε	=	διάκοσμος
διάκοσμο	noun	αιτιατική ενικού του διάκοσμος
διάκοσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάκοσμος
διάκοσμος	noun	το σύνολο των στοιχείων που διακοσμούν κάτι
διάκοσμου	=	διάκοσμος
διάκοσμους	=	διάκοσμος
διάκοσμων	=	διάκοσμος
διάκου	noun	γενική ενικού του διάκος
διάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διάκος
διάκοψε	=	διακόπτω
διάκρινε	=	διακρίνω
διάκριση	noun	ο διαχωρισμός των εννοιών, ατόμων, αντικειμένων κ.λπ που προκύπτει από την κατανόηση των διαφορών μεταξύ τους
διάκρισης	=	διάκριση
διάκριτα	=	διάκριτος
διάκριτε	=	διάκριτος
διάκριτες	=	διάκριτος
διάκριτη	=	διάκριτος
διάκριτης	=	διάκριτος
διάκριτο	=	διάκριτος
διάκριτοι	=	διάκριτος
διάκριτος	adj	που ξεχωρίζει, ξεχωριστός, διακεκριμένος
διάκριτου	=	διάκριτος
διάκριτους	=	διάκριτος
διάκριτων	=	διάκριτος
διάκων	noun	γενική πληθυντικού του διάκος
διάλε	=	διάλος
διάλεγα	=	διαλέγω
διάλεγαν	=	διαλέγω
διάλεγε	=	διαλέγω
διάλεγες	=	διαλέγω
διάλεγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλέγω
διάλειμμα	noun	το μικρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο σταματά μια δραστηριότητα, συνήθως για να ξεκουραστούν οι συμμετέχοντες
διάλειψη	noun	η κατά διαστήματα διακοπή της κανονικής λειτουργίας (πχ συστήματος επικοινωνίας, συσκευής, οργάνου του σώματος)
διάλειψης	=	διάλειψη
διάλεκτε	=	διάλεκτος
διάλεκτες	=	διάλεκτος
διάλεκτο	=	διάλεκτος
διάλεκτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάλεκτος
διάλεκτος	noun	γλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα, τόσο που οι διαφορές εμποδίζουν την κατανόηση από ομιλητές της γλώσσας που δεν προέρχονται από τη συγκεκριμένη περιοχή
διάλεκτου	=	διάλεκτος
διάλεκτους	=	διάλεκτος
διάλεκτων	=	διάλεκτος
διάλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διάλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διάλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διάλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διάλεξη	noun	η ομιλία σχετική με ένα επιστημονικό θέμα
διάλεξης	noun	γενική ενικού του διάλεξη
διάλιθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλιθο
διάλιθε	adj	κλητική ενικού του διάλιθος
διάλιθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλιθη
διάλιθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάλιθος
διάλιθης	adj	γενική ενικού του διάλιθη
διάλιθο	adj	αιτιατική ενικού του διάλιθος
διάλιθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάλιθος
διάλιθος	adj	που έχει διακοσμηθεί με πολύτιμους λίθους
διάλιθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάλιθος
διάλιθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάλιθος
διάλιθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάλιθος
διάλο	=	διάλος
διάλογε	noun	κλητική ενικού του διάλογος
διάλογο	noun	αιτιατική ενικού του διάλογος
διάλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάλογος
διάλογος	noun	η συζήτηση μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων, τα λόγια που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης
διάλοι	=	διάλος
διάλος	noun	άλλη μορφή του διάολος, διάβολος
διάλου	=	διάλος
διάλους	=	διάλος
διάλυε	=	διαλύω
διάλυμα	noun	ομογενές μείγμα υγρού που προκύπτει από τη διάλυση ενός σώματος (στερεής, αέριας ή υγρής μορφής) σε κάποιο υγρό
διάλυσα	=	διαλύω
διάλυσαν	=	διαλύω
διάλυσε	=	διαλύω
διάλυσες	=	διαλύω
διάλυση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαλύω
διάλυσης	noun	γενική ενικού του διάλυση
διάλων	=	διάλος
διάμασχα	adv	κάτω απ’ τη μασχάλη
διάμεινε	=	διαμένω
διάμενε	=	διαμένω
διάμεσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάμεσο
διάμεσε	noun	κλητική ενικού του διάμεσος
διάμεσες	=	διάμεσος
διάμεση	=	διάμεσος
διάμεσης	=	διάμεσος
διάμεσο	noun	μέντιουμ
διάμεσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάμεσος
διάμεσος	noun	η τιμή η οποία διαιρεί ένα σύνολο των δειγμάτων, όταν αυτά βρίσκονται σε αύξουσα ή φθίνουσα διάταξη, σε δύο μέρη τα οποία περιέχουν ίδιο αριθμό δειγμάτων (αν έχουμε μονό αριθμό δειγμάτων η διάμεσος είναι μία από αυτές τις τιμές ενώ σε περίπτωση ζυγού αριθμού δειγμάτων η τιμή είναι ο μέσος όρος δύο τιμών)	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σημεία ή καταστάσεις, ενδιάμεσος
διάμεσου	noun	γενική ενικού του διάμεσο
διάμεσους	=	διάμεσος
διάμεσων	noun	γενική πληθυντικού του διάμεσο
διάμετρε	noun	κλητική ενικού του διάμετρος
διάμετρο	noun	αιτιατική ενικού του διάμετρος
διάμετροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάμετρος
διάμετρος	noun	το ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει δύο σημεία κύκλου (ή σφαίρας) και διέρχεται από το κέντρο του
διάμηκες	noun	νοητό επίπεδο που τέμνει συμμετρικά σκάφος, πλοίο από την πλώρη μέχρι την πρύμνη.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαμήκης
διάνα	adv	ακριβώς, επιτυχία, κέντρο	intj	εκφράζει επιτυχία, ακρίβεια
διάναξη	noun|formal	τα καθήκοντα ή οι ενέργειες του διανάκτη
διάναξης	noun	γενική ενικού του διάναξη
διάνε	noun	κλητική ενικού του διάνος
διάνειμε	=	διανέμω
διάνεμα	noun	άλλη γραφή του νεύμα
διάνεμε	=	διανέμω
διάνευμα	noun	άλλη μορφή του διάνεμα
διάνθει	=	διανθώ
διάνθησα	=	διανθώ
διάνθησαν	=	διανθώ
διάνθησε	=	διανθώ
διάνθησες	=	διανθώ
διάνθηση	noun	καλλωπιστικός εμπλουτισμός
διάνθησης	noun	γενική ενικού του διάνθηση
διάνθιζα	=	διανθίζω
διάνθιζαν	=	διανθίζω
διάνθιζε	=	διανθίζω
διάνθιζες	=	διανθίζω
διάνθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διάνθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διάνθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διάνθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διάνθισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανθίζω
διάνο	noun	αιτιατική ενικού του διάνος
διάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάνος
διάνοια	noun	ο νους
διάνοιας	noun	γενική ενικού του διάνοια
διάνοιγμα	noun	το αποτέλεσμα του διανοίγω
διάνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοια
διάνοικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοικτο
διάνοικτε	adj	κλητική ενικού του διάνοικτος
διάνοικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοικτη
διάνοικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάνοικτος
διάνοικτης	adj	γενική ενικού του διάνοικτη
διάνοικτο	adj	αιτιατική ενικού του διάνοικτος
διάνοικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάνοικτος
διάνοικτος	adj	που έχει διανοιχθεί
διάνοικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάνοικτος
διάνοικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάνοικτος
διάνοικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάνοικτος
διάνοιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διάνοιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διάνοιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διάνοιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διάνοιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανοίγω
διάνοιξης	noun	γενική ενικού του διάνοιξη
διάνοιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοιχτο
διάνοιχτε	adj	κλητική ενικού του διάνοιχτος
διάνοιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοιχτη
διάνοιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάνοιχτος
διάνοιχτης	adj	γενική ενικού του διάνοιχτη
διάνοιχτο	adj	αιτιατική ενικού του διάνοιχτος
διάνοιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάνοιχτος
διάνοιχτος	adj	άλλη μορφή του διάνοικτος
διάνοιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάνοιχτος
διάνοιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάνοιχτος
διάνοιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάνοιχτος
διάνος	noun|dated	γαλοπούλα
διάνου	noun	γενική ενικού του διάνος
διάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διάνος
διάντα	=	γιάντα
διάνυα	=	διανύω
διάνυαν	=	διανύω
διάνυε	=	διανύω
διάνυες	=	διανύω
διάνυσα	=	διανύω
διάνυσαν	=	διανύω
διάνυσε	=	διανύω
διάνυσες	=	διανύω
διάνυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανύω
διάνυσης	noun	γενική ενικού του διάνυση
διάνυσμα	noun	ποσότητα που έχει μέτρο και κατεύθυνση
διάνων	noun	γενική πληθυντικού του διάνος
διάολε	intj	γαμώτο, έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης	noun	κλητική ενικού του διάολος ^(.) χρησιμοποιείται συνήθως ως επιφώνημα και δηλώνει εκνευρισμό ή αγανάκτηση κλπ
διάολο	=	διάολος
διάολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάολος
διάολος	noun	άλλη μορφή του διάβολος
διάπαυση	noun	προσαρμοστική, φυσιολογικά ελεγχόμενη κατάσταση προσωρινής αδράνειας, κατά την οποία ο οργανισμός —συχνά έντομο— επιβραδύνει ή αναστέλλει βασικές λειτουργίες σε συγκεκριμένο στάδιο του κύκλου ζωής του, ώστε να επιβιώσει σε δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες
διάπαυσης	=	διάπαυση
διάπλαση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος διαπλάθω
διάπλασης	noun	γενική ενικού του διάπλαση
διάπλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διάπλατος	adv	τελείως ανοιχτά, σε όλο το πλάτος
διάπλατε	adj	κλητική ενικού του διάπλατος
διάπλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπλατη
διάπλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάπλατος
διάπλατης	adj	γενική ενικού του διάπλατη
διάπλατο	adj	αιτιατική ενικού του διάπλατος
διάπλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάπλατος
διάπλατος	adj	που είναι τελείως ανοικτός
διάπλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάπλατος
διάπλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάπλατος
διάπλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάπλατος
διάπλεε	=	διαπλέω
διάπλευσε	=	διαπλέω
διάπλευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαπλέω
διάπλευσης	noun	γενική ενικού του διάπλευση
διάπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάπλους
διάπλοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπλοκο
διάπλοκε	adj	κλητική ενικού του διάπλοκος
διάπλοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπλοκη
διάπλοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάπλοκος
διάπλοκης	adj	γενική ενικού του διάπλοκη
διάπλοκο	adj	αιτιατική ενικού του διάπλοκος
διάπλοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάπλοκος
διάπλοκος	adj	που εναι στενά πλεγμένος
διάπλοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάπλοκος
διάπλοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάπλοκος
διάπλοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάπλοκος
διάπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διάπλους
διάπλουν	noun	αιτιατική ενικού του διάπλους (λόγιο)
διάπλους	noun	η διέλευση θαλάσσιας έκτασης, ή πορθμού με πλωτό μέσο
διάπλων	noun	γενική πληθυντικού του διάπλους
διάπνεε	=	διαπνέω
διάπνευσε	=	διαπνέω
διάπνευση	noun|rare	άλλη μορφή του διαπνοή
διάπνευσης	noun	γενική ενικού του διάπνευση
διάπραξη	noun	πραγματοποίηση, εκτέλεση
διάπραξης	=	διάπραξη
διάπρεπε	=	διαπρέπω
διάπρεψε	=	διαπρέπω
διάπυρα	adv	με διάπυρο τρόπο
διάπυρε	adj	κλητική ενικού του διάπυρος
διάπυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπυρη
διάπυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάπυρος
διάπυρης	adj	γενική ενικού του διάπυρη
διάπυρο	adj	αιτιατική ενικού του διάπυρος
διάπυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάπυρος
διάπυρος	adj	πυρακτωμένος
διάπυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάπυρος
διάπυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάπυρος
διάπυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάπυρος
διάραχο	noun	κορφή ράχης
διάρευσε	=	διαρρέω
διάρθρωνα	=	διαρθρώνω
διάρθρωναν	=	διαρθρώνω
διάρθρωνε	=	διαρθρώνω
διάρθρωνες	=	διαρθρώνω
διάρθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διάρθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διάρθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διάρθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διάρθρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαρθρώνω
διάρθρωσης	noun	γενική ενικού του διάρθρωση
διάρκεια	noun	η χρονική συνέχεια κατά την οποία συντελείται κάτι
διάρκειας	noun	γενική ενικού του διάρκεια
διάρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάρκεια
διάρκεσα	=	διαρκώ
διάρκεσαν	=	διαρκώ
διάρκεσε	=	διαρκώ
διάρκεσες	=	διαρκώ
διάρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίαρμα
διάρματος	noun	γενική ενικού του δίαρμα
διάρπαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διάρπαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διάρπαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διάρπαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διάρρεε	=	διαρρέω
διάρρευσε	=	διαρρέω
διάρρηξη	noun	η θραύση, το σπάσιμο
διάρρηξης	noun	γενική ενικού του διάρρηξη
διάρροια	noun	δυσλειτουργία του πεπτικού συστήματος η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση ρευστότητας των κοπράνων
διάρροιας	noun	γενική ενικού του διάρροια
διάρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάρροια
διάσειση	noun	η πρόσκαιρη διαταραχή της λειτουργίας του εγκεφάλου εξαιτίας χτυπήματος
διάσεισης	noun	γενική ενικού του διάσειση
διάσελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσελο
διάσελο	noun|literary	το σχετικό ομαλό κομμάτι που ενώνει δυο κορυφές, ο αυχένας του βουνού
διάσελου	noun	γενική ενικού του διάσελο
διάσελων	noun	γενική πληθυντικού του διάσελο
διάσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσημο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διάσημος
διάσημε	=	διάσημος
διάσημες	=	διάσημος
διάσημη	=	διάσημος
διάσημης	=	διάσημος
διάσημο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διάσημος	noun	διακριτικό σήμα που απονέμεται σε κάποιον, προκειμένου να τιμηθεί
διάσημοι	=	διάσημος
διάσημος	adj	γνωστός σε πάρα πολύ κόσμο
διάσημου	noun	γενική ενικού του διάσημος	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του διάσημος
διάσημους	=	διάσημος
διάσημων	=	διάσημος
διάσιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσιμο
διάσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διάζομαι
διάσιμου	noun	γενική ενικού του διάσιμο
διάσιμων	noun	γενική πληθυντικού του διάσιμο
διάσκεψη	noun	σύσκεψη που έχει συνήθως επίσημο χαρακτήρα
διάσκεψης	noun	γενική ενικού του διάσκεψη
διάσπα	=	διασπώ
διάσπαγα	=	διασπώ
διάσπαγαν	=	διασπώ
διάσπαγε	=	διασπώ
διάσπαγες	=	διασπώ
διάσπαρτα	adv	σκόρπια εδώ κι εκεί, όχι συγκεντρωμένα
διάσπαρτε	adj	κλητική ενικού του διάσπαρτος
διάσπαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσπαρτη
διάσπαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάσπαρτος
διάσπαρτης	adj	γενική ενικού του διάσπαρτη
διάσπαρτο	adj	αιτιατική ενικού του διάσπαρτος
διάσπαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάσπαρτος
διάσπαρτος	adj	που τα κομμάτια του ή τα επιμέρους τμήματά του έχουν διασκορπιστεί
διάσπαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάσπαρτος
διάσπαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάσπαρτος
διάσπαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάσπαρτος
διάσπασα	=	διασπώ
διάσπασαν	=	διασπώ
διάσπασε	=	διασπώ
διάσπασες	=	διασπώ
διάσπαση	noun	ο χωρισμός (ενός όλου) σε μερικά κομμάτια
διάσπασης	=	διάσπαση
διάσπορα	=	διάσπορο
διάσπορο	noun	φυσικό οξείδιο / υδροξείδιο του αργιλίου (α-AlO(OH))
διάσπορου	=	διάσπορο
διάσπορων	=	διάσπορο
διάσταση	noun	το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος
διάστασης	=	διάσταση
διάστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστερο
διάστερε	adj	κλητική ενικού του διάστερος
διάστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστερη
διάστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάστερος
διάστερης	adj	γενική ενικού του διάστερη
διάστερο	adj	αιτιατική ενικού του διάστερος
διάστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάστερος
διάστερος	adj	γεμάτος αστέρια
διάστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάστερος
διάστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάστερος
διάστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάστερος
διάστημα	noun	αόριστη ή συγκεκριμένη τοπική, χρονική ή τονική απόσταση
διάστιζε	=	διαστίζω
διάστικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστικτο
διάστικτε	adj	κλητική ενικού του διάστικτος
διάστικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστικτη
διάστικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάστικτος
διάστικτης	adj	γενική ενικού του διάστικτη
διάστικτο	adj	αιτιατική ενικού του διάστικτος
διάστικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάστικτος
διάστικτος	adj	γεμάτος στίγματα
διάστικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάστικτος
διάστικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάστικτος
διάστικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάστικτος
διάστιξε	=	διαστίζω
διάστιξη	noun	δημιουργία σειράς κουκκίδων, στιγμάτων, τελειών
διάστιξης	noun	γενική ενικού του διάστιξη
διάστιχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστιχο
διάστιχο	noun	το κενό ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες σειρές ενός κειμένου, το μεταξύ τους διάστημα
διάστιχου	=	διάστιχο
διάστιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστιχτο
διάστιχτε	adj	κλητική ενικού του διάστιχτος
διάστιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστιχτη
διάστιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάστιχτος
διάστιχτης	adj	γενική ενικού του διάστιχτη
διάστιχτο	adj	αιτιατική ενικού του διάστιχτος
διάστιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάστιχτος
διάστιχτος	adj	άλλη μορφή του διάστικτος
διάστιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάστιχτος
διάστιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάστιχτος
διάστιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάστιχτος
διάστρα	noun|vulgar	εργαλείο με το οποίο τυλίγεται το στημόνι στο αντί ενός αργαλειού
διάστρας	noun	γενική ενικού του διάστρα
διάστρεμμα	noun	βίαιη κάκωση - μετατόπιση άρθρωσης, χωρίς μετατόπιση των οστών
διάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστρα
διάστρεφε	=	διαστρέφω
διάστρεψε	=	διαστρέφω
διάστρωση	noun|formal	η στρώση μιας επιφάνειας με ομοιόμορφο τρόπο
διάστρωσης	=	διάστρωση
διάσυρση	noun|formal	άλλη μορφή του διασυρμός
διάσχιζε	=	διασχίζω
διάσχισε	=	διασχίζω
διάσχιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διασχίζω
διάσχισης	noun	γενική ενικού του διάσχιση
διάσωζε	=	διασώζω
διάσωσε	=	διασώζω
διάσωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διασώζω
διάσωσης	noun	γενική ενικού του διάσωση
διάτα	noun|vulgar	διαταγή
διάταγμα	noun	ονομασία γραπτών εντολών, από υψηλά ιστάμενη αρχή της εκτελεστικής εξουσίας, που έχει και νομοθετικό χαρακτήρα
διάτανε	=	διάτανος
διάτανο	=	διάτανος
διάτανοι	=	διάτανος
διάτανος	noun	ο διάβολος, σε εκφορά πιο ήπια
διάτανου	=	διάτανος
διάτανους	=	διάτανος
διάτανων	=	διάτανος
διάταξη	noun	σύνολο αντικειμένων που έχουν συγκεκριμένη σχέση θέσης μεταξύ τους, η κατάλληλη τοποθέτηση των αντικειμένων
διάταξης	noun	γενική ενικού του διάταξη
διάτας	noun	γενική ενικού του διάτα
διάταση	noun	η διαστολή, το φούσκωμα ενός αγγείου ή της κοιλότητας ενος οργάνου, όταν του ασκείται μεγαλύτερη από το φυσιολογικο πίεση από το εσωτερικό του
διάτασης	=	διάταση
διάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτα
διάτμηση	noun	(είδος καταπόνησης) παραμόρφωση σώματος προς την πλευρά που υφίσταται καταπόνηση
διάτμησης	noun	γενική ενικού του διάτμηση
διάτομα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του διάτομο
διάτομο	noun	ένας από τους μονοκύτταρους ευκαρυωτικούς οργανισμούς (φύκη) που εμφανίζονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις σε θαλάσσια οικοσυστήματα ή άλλα νερά
διάτομου	=	διάτομο
διάτονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτονο
διάτονε	adj	κλητική ενικού του διάτονος
διάτονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτονη
διάτονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάτονος
διάτονης	adj	γενική ενικού του διάτονη
διάτονο	adj	αιτιατική ενικού του διάτονος
διάτονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάτονος
διάτονος	adj	που έχει έκταση δύο ολόκληρων τόνων
διάτονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάτονος
διάτονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάτονος
διάτονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάτονος
διάτορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτορο
διάτορε	adj	κλητική ενικού του διάτορος
διάτορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτορη
διάτορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάτορος
διάτορης	adj	γενική ενικού του διάτορη
διάτορο	adj	αιτιατική ενικού του διάτορος
διάτοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάτορος
διάτορος	adj|formal	διαπεραστικός, οξύς, έντονος
διάτορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάτορος
διάτορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάτορος
διάτορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάτορος
διάτρεξε	=	διατρέχω
διάτρεφε	=	διατρέφω
διάτρεχε	=	διατρέχω
διάτρηση	noun	σχηματισμός ή κατασκευή τρύπας που διαπερνά την πλευρά ενός σώματος
διάτρησης	=	διάτρηση
διάτρητα	=	διάτρητος
διάτρητε	=	διάτρητος
διάτρητες	=	διάτρητος
διάτρητη	=	διάτρητος
διάτρητης	=	διάτρητος
διάτρητο	=	διάτρητος
διάτρητοι	=	διάτρητος
διάτρητος	adj	που έχει τρύπες, ο τρυπητός
διάτρητου	=	διάτρητος
διάτρητους	=	διάτρητος
διάτρητων	=	διάτρητος
διάττοντα	=	διάττοντας
διάττοντας	adj	διάττοντας	noun	φωτεινό κινούμενο σημείο στον ουρανό που μοιάζει με αστέρι που λάμπει ξαφνικά και πέφτει προς τη Γη
διάττοντες	=	διάττοντας
διάττων	noun|formal	άλλη μορφή του διάττοντας
διάφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφανο
διάφανε	adj	κλητική ενικού του διάφανος
διάφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφανη
διάφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάφανος
διάφανης	adj	γενική ενικού του διάφανη
διάφανο	adj	αιτιατική ενικού του διάφανος
διάφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάφανος
διάφανος	adj	άλλη γραφή του διαφανής
διάφανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάφανος
διάφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάφανος
διάφανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάφανος
διάφεγγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφεγγο
διάφεγγε	adj	κλητική ενικού του διάφεγγος
διάφεγγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφεγγη
διάφεγγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάφεγγος
διάφεγγης	adj	γενική ενικού του διάφεγγη
διάφεγγο	adj	αιτιατική ενικού του διάφεγγος
διάφεγγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάφεγγος
διάφεγγος	adj|formal	διάφανος
διάφεγγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάφεγγος
διάφεγγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάφεγγος
διάφεγγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάφεγγος
διάφθειρε	=	διαφθείρω
διάφορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφορο
διάφορε	adj	κλητική ενικού του διάφορος
διάφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφορη
διάφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάφορος
διάφορης	adj	γενική ενικού του διάφορη
διάφορο	=	διάφορος
διάφοροι	adj	που έχουν κάποια κοινά στοιχεία και κάποιες διαφορές μεταξύ τους
διάφορος	adj	διαφορετικός
διάφορου	noun	γενική ενικού του διάφορο
διάφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάφορος
διάφορων	noun	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του διάφορος
διάφραγμα	noun	λεπτή μεμβράνη που χωρίζει το θώρακα από την κοιλιά ή διαχωρίζει άλλα όργανα
διάφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διάφυση	noun	το επίμηκες κεντρικό τμήμα ενός μακρού οστού, το οποίο σχηματίζει τον κύριο άξονά του και φέρει το συμπαγές οστικό περίβλημα που εξασφαλίζει μηχανική αντοχή και στήριξη
διάφυσης	=	διάφυση
διάφωνα	=	διάφωνος
διάφωνε	=	διάφωνος
διάφωνες	=	διάφωνος
διάφωνη	=	διάφωνος
διάφωνης	=	διάφωνος
διάφωνο	=	διάφωνος
διάφωνοι	=	διάφωνος
διάφωνος	adj	που προκαλεί ηχητική ένταση ή αστάθεια λόγω μη αρμονικής σχέσης μεταξύ φθόγγων και λειτουργεί συνήθως ως στοιχείο που ζητεί λύση σε σύμφωνο άκουσμα
διάφωνου	=	διάφωνος
διάφωνους	=	διάφωνος
διάφωνων	=	διάφωνος
διάφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφωτο
διάφωτε	adj	κλητική ενικού του διάφωτος
διάφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφωτη
διάφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάφωτος
διάφωτης	adj	γενική ενικού του διάφωτη
διάφωτο	adj	αιτιατική ενικού του διάφωτος
διάφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάφωτος
διάφωτος	adj	διάφωτο: εξώστης που έχει τζαμαρία
διάφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάφωτος
διάφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάφωτος
διάφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάφωτος
διάχεε	=	διαχέω
διάχρυσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάχρυσο
διάχρυσε	adj	κλητική ενικού του διάχρυσος
διάχρυσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάχρυση
διάχρυση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάχρυσος
διάχρυσης	adj	γενική ενικού του διάχρυση
διάχρυσο	adj	αιτιατική ενικού του διάχρυσος
διάχρυσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάχρυσος
διάχρυσος	adj|archaic	που είναι στολισμένος με χρυσό
διάχρυσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάχρυσος
διάχρυσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάχρυσος
διάχρυσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάχρυσος
διάχυνε	=	διαχύνω
διάχυσε	=	διαχέω
διάχυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαχέω / διαχύνω
διάχυσης	noun	γενική ενικού του διάχυση
διάχυτα	adv	με διάχυτο τρόπο
διάχυτε	adj	κλητική ενικού του διάχυτος
διάχυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάχυτη
διάχυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διάχυτος
διάχυτης	adj	γενική ενικού του διάχυτη
διάχυτο	adj	αιτιατική ενικού του διάχυτος
διάχυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διάχυτος
διάχυτος	adj	που διαχέεται, που διασκορπίζεται
διάχυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διάχυτος
διάχυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διάχυτος
διάχυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διάχυτος
διάχωρα	=	διάχωρο
διάχωρο	noun|formal	τμήμα χώρου που διαχωρίζει από τους υπόλοιπους
διάχωρου	=	διάχωρο
διάχωρων	=	διάχωρο
διάψευδε	=	διαψεύδω
διάψευσε	=	διαψεύδω
διάψευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαψεύδω
διάψευσης	noun	γενική ενικού του διάψευση
διέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διέβαλλα	=	διαβάλλω
διέβλεπα	=	διαβλέπω
διέβλεπαν	=	διαβλέπω
διέβλεπε	=	διαβλέπω
διέβλεπες	=	διαβλέπω
διέβλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διέβλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διέβλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διέβλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διέβρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διέβρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διέβρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διέβρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διέγειρα	=	διεγείρω
διέγειραν	=	διεγείρω
διέγειρε	=	διεγείρω
διέγειρες	=	διεγείρω
διέγερση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεγείρω
διέγερσης	noun	γενική ενικού του διέγερση
διέγνωσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του διαγιγνώσκω
διέγραφα	=	διαγράφω
διέγραφαν	=	διαγράφω
διέγραφε	=	διαγράφω
διέγραφες	=	διαγράφω
διέγραψα	=	διαγράφω
διέγραψαν	=	διαγράφω
διέγραψε	=	διαγράφω
διέγραψες	=	διαγράφω
διέδιδα	=	διαδίδω
διέδιδαν	=	διαδίδω
διέδιδε	=	διαδίδω
διέδιδες	=	διαδίδω
διέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διέζευξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διέζευξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διέζευξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διέζευξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διέθετα	=	διαθέτω
διέθεταν	=	διαθέτω
διέθετε	=	διαθέτω
διέθετες	=	διαθέτω
διέθλασα	=	διαθλώ
διέθλασαν	=	διαθλώ
διέθλασε	=	διαθλώ
διέθλασες	=	διαθλώ
διέθρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διέθρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διέθρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διέθρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διέκοπτα	=	διακόπτω
διέκοπταν	=	διακόπτω
διέκοπτε	=	διακόπτω
διέκοπτες	=	διακόπτω
διέκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διέκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διέκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διέκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διέκρινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνω
διέκριναν	=	διακρίνω
διέκρινε	=	διακρίνω
διέκρινες	=	διακρίνω
διέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διέλαθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διέλαθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διέλαθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διέλαθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διέλαμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διέλαμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διέλαμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διέλαμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διέλαση	noun	τρόπος κατεργασίας του αλουμινίου ή άλλου υλικού, κατά την οποία μικραίνει η διατομή του και μεγαλώνει το μήκος του
διέλασης	noun	γενική ενικού του διέλαση
διέλεγξα	=	διελέγχω
διέλεγξαν	=	διελέγχω
διέλεγξε	=	διελέγχω
διέλεγξες	=	διελέγχω
διέλεγχα	=	διελέγχω
διέλεγχαν	=	διελέγχω
διέλεγχε	=	διελέγχω
διέλεγχες	=	διελέγχω
διέλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διέλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διέλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διέλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διέλευση	noun	το να διέρχεται κάποιος από κάπου
διέλευσης	noun	γενική ενικού του διέλευση
διέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διέλθουνε	=	διέρχομαι
διέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διέλκυση	noun	διεργασία που μέσω παραμόρφωσης επιτυγχάνεται αύξηση της αντοχής και σκλήρυνση υλικών (όπως πολυμερή και μέταλλα)
διέλκυσης	=	διέλκυση
διέλυα	=	διαλύω
διέλυαν	=	διαλύω
διέλυε	=	διαλύω
διέλυες	=	διαλύω
διέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διέμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διέμενα	=	διαμένω
διέμεναν	=	διαμένω
διέμενε	=	διαμένω
διέμενες	=	διαμένω
διένειμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διένειμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διένειμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διένειμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διένεμα	=	διανέμω
διένεμαν	=	διανέμω
διένεμε	=	διανέμω
διένεμες	=	διανέμω
διένεξη	noun|formal	η αντιπαράθεση, η διαμάχη, η φιλονικία
διένεξης	noun	γενική ενικού του διένεξη
διένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διένιο
διένιο	noun	ακόρεστη οργανική ένωση με δύο διπλούς δεσμούς ανάμεσα σε άτομα άνθρακα, που συμμετέχει συχνά σε πολυμερισμούς και αντιδράσεις προσθήκης λόγω της χημικής της δραστικότητας
διένιου	=	διένιο
διένιων	=	διένιο
διένυα	=	διανύω
διένυαν	=	διανύω
διένυε	=	διανύω
διένυες	=	διανύω
διένυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανύω
διένυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανύω
διένυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανύω
διένυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανύω
διέξοδε	=	διέξοδος
διέξοδο	=	διέξοδος
διέξοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διέξοδος
διέξοδος	noun	το πέρασμα που δίνει τη δυνατότητα για έξοδο
διέπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διέπω
διέπεις	=	διέπω
διέπεσαι	=	διέπω
διέπεστε	=	διέπω
διέπεται	verb	γ' πρόσωπο ενικού παθητικού ενεστώτα του ρήματος διέπω - διέπομαι
διέπετε	=	διέπω
διέπλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διέπλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διέπλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διέπλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διέπλεα	=	διαπλέω
διέπλεαν	=	διαπλέω
διέπλεε	=	διαπλέω
διέπλεες	=	διαπλέω
διέπλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διέπλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διέπλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διέπλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διέπνεα	=	διαπνέω
διέπνεαν	=	διαπνέω
διέπνεε	=	διαπνέω
διέπνεες	=	διαπνέω
διέπνευσα	=	διαπνέω
διέπνευσαν	=	διαπνέω
διέπνευσε	=	διαπνέω
διέπνευσες	=	διαπνέω
διέπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διέπω
διέπομε	=	διέπω
διέπονται	=	διέπω
διέποντας	=	διέπω
διέπουμε	=	διέπω
διέπουν	=	διέπω
διέπουνε	=	διέπω
διέπραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διέπραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διέπραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διέπραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διέπραττε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του διαπράττω
διέπρεπα	=	διαπρέπω
διέπρεπαν	=	διαπρέπω
διέπρεπε	=	διαπρέπω
διέπρεπες	=	διαπρέπω
διέπρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διέπρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διέπρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διέπρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διέπω	verb|formal	ρυθμίζω, κανονίζω, καθορίζω
διέρευσα	=	διαρρέω
διέρευσαν	=	διαρρέω
διέρευσε	=	διαρρέω
διέρευσες	=	διαρρέω
διέρρεα	=	διαρρέω
διέρρεαν	=	διαρρέω
διέρρεε	=	διαρρέω
διέρρεες	=	διαρρέω
διέρρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διέρρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διέρρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διέρρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διέρρηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διέρρηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διέρρηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διέρρηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διέρχεσαι	=	διέρχομαι
διέρχεσθε	=	διέρχομαι
διέρχεστε	=	διέρχομαι
διέρχεται	=	διέρχομαι
διέρχομαι	verb	περνάω από κάπου
διέρχονται	=	διέρχομαι
διέρχονταν	=	διέρχομαι
διέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίεση
διέσεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασείω
διέσεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασείω
διέσεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασείω
διέσεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασείω
διέσεων	noun	γενική πληθυντικού του δίεση
διέσεως	noun|formal	γενική ενικού του δίεση
διέσπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διέσπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διέσπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διέσπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διέσπειρα	=	διασπείρω
διέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διέστελλα	=	διαστέλλω
διέστιζα	=	διαστίζω
διέστιζαν	=	διαστίζω
διέστιζε	=	διαστίζω
διέστιζες	=	διαστίζω
διέστιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διέστιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διέστιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διέστιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διέστρεφα	=	διαστρέφω
διέστρεφαν	=	διαστρέφω
διέστρεφε	=	διαστρέφω
διέστρεφες	=	διαστρέφω
διέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διέσχιζα	=	διασχίζω
διέσχιζαν	=	διασχίζω
διέσχιζε	=	διασχίζω
διέσχιζες	=	διασχίζω
διέσχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διέσχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διέσχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διέσχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διέσωζα	=	διασώζω
διέσωζαν	=	διασώζω
διέσωζε	=	διασώζω
διέσωζες	=	διασώζω
διέσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διέσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διέσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διέσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διέταζα	=	διατάζω
διέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διέτασσα	=	διατάσσω
διέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διέτρεφα	=	διατρέφω
διέτρεφαν	=	διατρέφω
διέτρεφε	=	διατρέφω
διέτρεφες	=	διατρέφω
διέτρεχα	=	διατρέχω
διέτρεχαν	=	διατρέχω
διέτρεχε	=	διατρέχω
διέτρεχες	=	διατρέχω
διέτριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διέτριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διέτριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διέτριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διέφερα	=	διαφέρω
διέφεραν	=	διαφέρω
διέφερε	=	διαφέρω
διέφερες	=	διαφέρω
διέφθειρα	=	διαφθείρω
διέφθειραν	=	διαφθείρω
διέφθειρε	=	διαφθείρω
διέφθειρες	=	διαφθείρω
διέφυγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διέφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διέφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διέχεα	=	διαχέω
διέχεαν	=	διαχέω
διέχεε	=	διαχέω
διέχεες	=	διαχέω
διέχυνα	=	διαχύνω
διέχυναν	=	διαχύνω
διέχυνε	=	διαχύνω
διέχυνες	=	διαχύνω
διέχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διέχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διέχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διέχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διέψευδα	=	διαψεύδω
διέψευδαν	=	διαψεύδω
διέψευδε	=	διαψεύδω
διέψευδες	=	διαψεύδω
διέψευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διέψευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διέψευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διέψευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διήγα	=	διάγω
διήγαγα	=	διάγω
διήγειρα	=	διεγείρω
διήγειραν	=	διεγείρω
διήγειρε	=	διεγείρω
διήγειρες	=	διεγείρω
διήγημα	noun	σύντομη αφήγηση σε πεζό λόγο με πραγματική ή φανταστική υπόθεση και λίγα πρόσωπα
διήγηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διηγούμαι, η (γραπτή ή προφορική) εξιστόρηση ενός γεγονότος ή μιας σειράς γεγονότων που είτε συνέβησαν είτε προέκυψαν από τη φαντασία κάποιου
διήγησης	noun	γενική ενικού του διήγηση
διήθημα	noun	ό,τι προκύπτει από τη διήθηση
διήθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διήθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διήθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διήθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διήθηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διηθώ
διήθησης	=	διήθηση
διήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διήλθανε	=	διέρχομαι
διήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διέρχομαι
διήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διήμερο
διήμερε	adj	κλητική ενικού του διήμερος
διήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διήμερη
διήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διήμερος
διήμερης	adj	γενική ενικού του διήμερη
διήμερο	noun	η χρονική περίοδος που διαρκεί δύο ημέρες
διήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διήμερος
διήμερος	adj	που διαρκεί δύο μέρες
διήμερου	adj	γενική ενικού του διήμερος
διήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διήμερος
διήμερων	adj	γενική πληθυντικού του διήμερος
διήνυα	=	διανύω
διήνυαν	=	διανύω
διήνυε	=	διανύω
διήνυες	=	διανύω
διήνυσα	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του διανύω
διήνυσαν	=	διανύω
διήνυσε	=	διανύω
διήνυσες	=	διανύω
διήρης	noun|obsolete	τύπος αρχαίου πολεμικού πλοίου με δύο σειρές κουπιών και κωπηλατών εκατέρωθεν
διήρκεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διήρκεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διήρκεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διήρκεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διίσθμιση	noun	το πέρασμα πλοίων από ισθμό (με δίολκο ή άλλο τρόπο)
διίσθμισης	=	διίσθμιση
διίσταμαι	verb|formal	είμαι διαφορετικός από κάτι άλλο ή αντίθετος
διίσταται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διίσταμαι
διίστια	=	διίστιος
διίστιας	=	διίστιος
διίστιε	=	διίστιος
διίστιες	=	διίστιος
διίστιο	=	διίστιος
διίστιοι	=	διίστιος
διίστιος	adj	σκάφος που έχει δύο όρθιους ιστούς, δύο κατάρτια
διίστιου	=	διίστιος
διίστιους	=	διίστιος
διίστιων	=	διίστιος
δια	prep	άλλη γραφή του διά
διαίρει	=	διαιρώ
διαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαίρεση	noun	ο χωρισμός σε κομμάτια, τμήματα
διαίρεσης	noun	γενική ενικού του διαίρεση
διαίσθηση	noun	η αντίληψη και η γνώση κάποιων πραγμάτων, που δεν προκύπτει από τις αισθήσεις ή τη λογική αλλά με απροσδιόριστο τρόπο
διαίσθησης	noun	γενική ενικού του διαίσθηση
διαίτης	=	δίαιτα
διαβάζαμε	=	διαβάζω
διαβάζαν	=	διαβάζω
διαβάζανε	=	διαβάζω
διαβάζατε	=	διαβάζω
διαβάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαβάζω
διαβάζεις	verb	β΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος διαβάζω
διαβάζεσαι	=	διαβάζω
διαβάζεστε	=	διαβάζω
διαβάζεται	=	διαβάζω
διαβάζετε	=	διαβάζω
διαβάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαβάζω
διαβάζομε	=	διαβάζω
διαβάζονται	=	διαβάζω
διαβάζονταν	=	διαβάζω
διαβάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαβάζω
διαβάζουμε	=	διαβάζω
διαβάζουν	=	διαβάζω
διαβάζουνε	=	διαβάζω
διαβάζω	verb	μπορώ να κάνω ανάγνωση
διαβάθμιζα	=	διαβαθμίζω
διαβάθμιζαν	=	διαβαθμίζω
διαβάθμιζε	=	διαβαθμίζω
διαβάθμιζες	=	διαβαθμίζω
διαβάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβάθμιση	noun	η κατάταξη σε μια σειρά σύμφωνα με κάποια κριτήρια
διαβάθμισης	noun	γενική ενικού του διαβάθμιση
διαβάθμισις	noun	η διαβάθμιση
διαβάθρα	noun|formal	η σανιδόσκαλα
διαβάθρας	=	διαβάθρα
διαβάθρες	=	διαβάθρα
διαβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλλομαι	=	διαβάλλω
διαβάλλω	verb	κατηγορώ ψευδώς, δυσφημώ, συκοφαντώ, κακολογώ
διαβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλω
διαβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάσαν	=	διαβάζω
διαβάσανε	=	διαβάζω
διαβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβαση
διαβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάσεων	=	διάβαση
διαβάσεως	=	διάβαση
διαβάσης	noun	είδος πετρώματος
διαβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβασμα
διαβάσματος	noun	γενική ενικού του διάβασμα
διαβάσομε	=	διαβάζω
διαβάσου	=	διαβάζω
διαβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάσουνε	=	διαβάζω
διαβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάστηκα	=	διαβάζω
διαβάστηκαν	=	διαβάζω
διαβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάζομαι
διαβάστηκες	=	διαβάζω
διαβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζω
διαβάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβάτης
διαβάτη	=	διαβάτης
διαβάτης	noun	κάποιος που προχωρά με τα πόδια και περνά από έναν τόπο, ο περαστικός, ο οδοιπόρος
διαβάτις	noun	η διαβάτισσα
διαβάτισσα	noun	αυτή που περνάει βαδίζοντας από κάπου
διαβάτισσας	noun	γενική ενικού του διαβάτισσα
διαβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβάτισσα
διαβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβήκαν	=	διαβαίνω
διαβήκανε	=	διαβαίνω
διαβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβημα
διαβήματος	noun	γενική ενικού του διάβημα
διαβήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβήτης
διαβήτη	=	διαβήτης
διαβήτης	noun	όργανο που χρησιμοποιείται στη γεωμετρία για τη χάραξη κύκλων
διαβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβίβαση	noun	μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο, μεταβίβαση
διαβίβασης	noun	γενική ενικού του διαβίβαση
διαβίβασις	noun	η διαβίβαση
διαβίωνα	=	διαβιώνω
διαβίωναν	=	διαβιώνω
διαβίωνε	=	διαβιώνω
διαβίωνες	=	διαβιώνω
διαβίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαβιώνω
διαβίωσης	noun	γενική ενικού του διαβίωση
διαβαίναμε	=	διαβαίνω
διαβαίναν	=	διαβαίνω
διαβαίνανε	=	διαβαίνω
διαβαίνατε	=	διαβαίνω
διαβαίνει	=	διαβαίνω
διαβαίνεις	=	διαβαίνω
διαβαίνετε	=	διαβαίνω
διαβαίνομε	=	διαβαίνω
διαβαίνοντας	=	διαβαίνω
διαβαίνουμε	=	διαβαίνω
διαβαίνουν	=	διαβαίνω
διαβαίνουνε	=	διαβαίνω
διαβαίνω	verb	περνώ, διασχίζω
διαβαζόμασταν	=	διαβάζω
διαβαζόμαστε	=	διαβάζω
διαβαζόμουν	=	διαβάζω
διαβαζόμουνα	=	διαβάζω
διαβαζόντουσαν	=	διαβάζω
διαβαζόσασταν	=	διαβάζω
διαβαζόσαστε	=	διαβάζω
διαβαζόσουν	=	διαβάζω
διαβαζόσουνα	=	διαβάζω
διαβαζόταν	=	διαβάζω
διαβαζότανε	=	διαβάζω
διαβαθμίζαμε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζαν	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζανε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζατε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζει	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζεις	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζετε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζοντας	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζουμε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζουν	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζουνε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίζω	verb	κατατάσσω σε μια σειρά σύμφωνα με κάποια κριτήρια
διαβαθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίσαν	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίσανε	=	διαβαθμίζω
διαβαθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβάθμιση
διαβαθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαβάθμιση
διαβαθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαβάθμιση
διαβαθμίσιμα	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμε	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμες	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμη	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμης	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμο	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμοι	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να υποστεί διαβάθμιση
διαβαθμίσιμου	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμους	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσιμων	=	διαβαθμίσιμος
διαβαθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαθμίζω
διαβαθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβαθμισμένο
διαβαθμισμένε	verb	κλητική ενικού του διαβαθμισμένος
διαβαθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβαθμισμένη
διαβαθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβαθμισμένος
διαβαθμισμένης	verb	γενική ενικού του διαβαθμισμένη
διαβαθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβαθμισμένος
διαβαθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβαθμισμένος
διαβαθμισμένος	verb	που έχει διαβαθμιστεί
διαβαθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβαθμισμένος
διαβαθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβαθμισμένος
διαβαθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβαθμισμένος
διαβαθρών	=	διαβάθρα
διαβαλκανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβαλκανικό	adv	τοπικό επίρρημα του διαβαλκανικός
διαβαλκανικέ	adj	κλητική ενικού του διαβαλκανικός
διαβαλκανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβαλκανική
διαβαλκανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβαλκανικός
διαβαλκανικής	adj	γενική ενικού του διαβαλκανική
διαβαλκανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβαλκανικός
διαβαλκανικού	adj	γενική ενικού του διαβαλκανικός
διαβαλκανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβαλκανικός
διαβαλκανικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβαλκανικός
διαβαλκανικός	adj	ο σχετικός με τις βαλκανικές χώρες ή που γίνεται ανάμεσα σε βαλκανικές χώρες
διαβαλκανικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβαλκανικός
διαβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάβασμα
διαβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβασμένο
διαβασμένε	verb	κλητική ενικού του διαβασμένος
διαβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβασμένη
διαβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβασμένος
διαβασμένης	verb	γενική ενικού του διαβασμένη
διαβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβασμένος
διαβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβασμένος
διαβασμένος	verb	που έχει διαβαστεί
διαβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβασμένος
διαβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβασμένος
διαβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβασμένος
διαβαστήκαμε	=	διαβάζω
διαβαστήκαν	=	διαβάζω
διαβαστήκανε	=	διαβάζω
διαβαστήκατε	=	διαβάζω
διαβαστής	noun|rare	ο αναγνώστης
διαβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβάζομαι
διαβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζομαι
διαβαστείτε	=	διαβάζω
διαβαστερά	=	διαβαστερός
διαβαστερέ	=	διαβαστερός
διαβαστερές	=	διαβαστερός
διαβαστερή	=	διαβαστερός
διαβαστερής	=	διαβαστερός
διαβαστεροί	=	διαβαστερός
διαβαστερού	=	διαβαστερός
διαβαστερούς	=	διαβαστερός
διαβαστερό	=	διαβαστερός
διαβαστερός	adj|vulgar	που διαβάζει
διαβαστερών	=	διαβαστερός
διαβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζομαι
διαβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάζομαι
διαβαστούνε	=	διαβάζω
διαβαστώ	=	διαβάζω
διαβατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαβατός
διαβατάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβατάρης
διαβατάρας	adj	γενική ενικού του διαβατάρα
διαβατάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατάρα
διαβατάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαβατάρης
διαβατάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατάρης
διαβατάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του διαβατάρης
διαβατάρης	noun	διαβάτης	adj	περαστικός
διαβατάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατάρικο
διαβατάρικε	adj	κλητική ενικού του διαβατάρικος
διαβατάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατάρικη
διαβατάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβατάρικος
διαβατάρικης	adj	γενική ενικού του διαβατάρικη
διαβατάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαβατάρης
διαβατάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβατάρικος
διαβατάρικος	adj	που διαβαίνει, που περνάει από ένα μέρος ταξιδεύοντας
διαβατάρικου	adj	γενική ενικού του διαβατάρικο
διαβατάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβατάρικος
διαβατάρικων	adj	γενική πληθυντικού του διαβατάρικο
διαβατέ	adj	κλητική ενικού του διαβατός
διαβατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατή
διαβατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβατός
διαβατήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατήριο
διαβατήριας	=	διαβατήριος
διαβατήριε	=	διαβατήριος
διαβατήριες	=	διαβατήριος
διαβατήριο	noun	επίσημο ταξιδιωτικό έγγραφο, απαραίτητο για να ταξιδέψει κανείς στο εξωτερικό.
διαβατήριοι	=	διαβατήριος
διαβατήριον	noun	το διαβατήριο
διαβατήριος	adj	που έχει σχέση με τη διάβαση, το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο ή αναφέρεται σε άλλο μεταίχμιο διάβασης ή αλλαγής
διαβατήριου	=	διαβατήριο
διαβατήριους	=	διαβατήριος
διαβατήριων	=	διαβατήριος
διαβατής	adj	γενική ενικού του διαβατή
διαβατηρίου	noun	γενική ενικού του διαβατήριο
διαβατηρίων	noun	γενική πληθυντικού του διαβατήριο
διαβατηριακά	=	διαβατηριακός
διαβατηριακέ	=	διαβατηριακός
διαβατηριακές	=	διαβατηριακός
διαβατηριακή	=	διαβατηριακός
διαβατηριακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαβατηριακή) του διαβατηριακός
διαβατηριακοί	=	διαβατηριακός
διαβατηριακού	=	διαβατηριακός
διαβατηριακούς	=	διαβατηριακός
διαβατηριακό	=	διαβατηριακός
διαβατηριακός	adj	που έχει σχέση με το διαβατήριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
διαβατηριακών	=	διαβατηριακός
διαβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατικό
διαβατικέ	adj	κλητική ενικού του διαβατικός
διαβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβατική
διαβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβατικός
διαβατικής	adj	γενική ενικού του διαβατική
διαβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβατικός
διαβατικού	adj	γενική ενικού του διαβατικός
διαβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβατικός
διαβατικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβατικός
διαβατικός	adj	που διέρχεται, που περνάει
διαβατικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβατικός
διαβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του διαβάτισσα
διαβατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβατός
διαβατού	adj	γενική ενικού του διαβατός
διαβατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβατός
διαβατό	adj	αιτιατική ενικού του διαβατός
διαβατός	adj	που μπορεί κανείς να τον διαβεί, να τον περάσει
διαβατών	adj	γενική πληθυντικού του διαβατός
διαβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβεβαίωνα	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαίωναν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαίωνε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαίωνες	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαίωση	noun	ισχυρή βεβαίωση
διαβεβαίωσης	noun	γενική ενικού του διαβεβαίωση
διαβεβαιωθήκαμε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθήκαν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθήκανε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθήκατε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθεί	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθείς	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθείτε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθούμε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθούν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθούνε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωθώ	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαιωμένο
διαβεβαιωμένε	verb	κλητική ενικού του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαιωμένη
διαβεβαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωμένης	verb	γενική ενικού του διαβεβαιωμένη
διαβεβαιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωμένος	verb	που έχει διαβεβαιωθεί
διαβεβαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβεβαιωμένος
διαβεβαιωνόμασταν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόμαστε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόμουν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόμουνα	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόντουσαν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόσασταν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόσαστε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόσουν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόσουνα	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνόταν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωνότανε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαιωτικό	adv	κατά τρόπο διαβεβαιωτικό
διαβεβαιωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαιωτική
διαβεβαιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικής	adj	γενική ενικού του διαβεβαιωτική
διαβεβαιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικού	adj	γενική ενικού του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικός	adj	που διαβεβαιώνει
διαβεβαιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβεβαιωτικός
διαβεβαιωτικώς	adv|obsolete	διαβεβαιωτικά
διαβεβαιώ	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώθηκα	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώθηκαν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώθηκε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώθηκες	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώναμε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώναν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνανε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνατε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνει	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνεις	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνεσαι	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνεστε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνεται	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνετε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνομαι	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνομε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνονται	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνονταν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνοντας	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνουμε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνουν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνουνε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώνω	verb	τονίζω σε κάποιον ότι πρέπει να είναι βέβαιος για κάτι, βεβαιώνω
διαβεβαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσαν	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσανε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβαίωση
διαβεβαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαβεβαίωση
διαβεβαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαβεβαίωση
διαβεβαιώσομε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσου	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσουνε	=	διαβεβαιώνω
διαβεβαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβεβαιώνω
διαβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβλημένο
διαβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του διαβεβλημένος
διαβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβεβλημένη
διαβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβεβλημένος
διαβεβλημένης	verb	γενική ενικού του διαβεβλημένη
διαβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβεβλημένος
διαβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβεβλημένος
διαβεβλημένος	verb	που έχει διαβληθεί
διαβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβεβλημένος
διαβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβεβλημένος
διαβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβεβλημένος
διαβημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάβημα
διαβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβητικό
διαβητικέ	adj	κλητική ενικού του διαβητικός
διαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβητική
διαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβητικός
διαβητικής	adj	γενική ενικού του διαβητική
διαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβητικός
διαβητικού	adj	γενική ενικού του διαβητικός
διαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβητικός
διαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβητικός
διαβητικός	noun	αυτός που πάσχει από διαβήτη	adj	σχετικός με το διαβήτη
διαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβητικός
διαβητολογία	noun	ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με την καταπολέμηση και θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη
διαβητολογίας	noun	γενική ενικού του διαβητολογία
διαβητολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβητολογία
διαβητολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβητολογικό
διαβητολογικέ	adj	κλητική ενικού του διαβητολογικός
διαβητολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβητολογική
διαβητολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβητολογικός
διαβητολογικής	adj	γενική ενικού του διαβητολογική
διαβητολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβητολογικός
διαβητολογικού	adj	γενική ενικού του διαβητολογικός
διαβητολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβητολογικός
διαβητολογικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβητολογικός
διαβητολογικός	adj	που αφορά τον διαβητολόγο ή τη διαβητολογία ή αναφέρεται σ' αυτά
διαβητολογικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβητολογικός
διαβητολογιών	noun	γενική πληθυντικού του διαβητολογία
διαβητολόγε	=	διαβητολόγος
διαβητολόγο	=	διαβητολόγος
διαβητολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβητολόγος
διαβητολόγος	noun	ιατρός που έχει ειδικευτεί στη διαβητολογία
διαβητολόγου	=	διαβητολόγος
διαβητολόγους	=	διαβητολόγος
διαβητολόγων	=	διαβητολόγος
διαβητών	=	διαβήτης
διαβιβάζομαι	=	διαβιβάζω
διαβιβάζω	verb	στέλνω μήνυμα, έγγραφο, πληροφορίες σε κάποιον μέσω άλλου προσώπου, άλλης οργάνωσης (πχ. υπηρεσίας), κλπ.
διαβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω	noun	στρατιωτικό όπλο επιφορτισμένο με την μετάδοση πληροφοριών μεταξύ στρατιωτικών μονάδων
διαβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαβίβαση
διαβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαβίβαση
διαβιβάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβάσιμο
διαβιβάσιμε	adj	κλητική ενικού του διαβιβάσιμος
διαβιβάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβάσιμη
διαβιβάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβιβάσιμος
διαβιβάσιμης	adj	γενική ενικού του διαβιβάσιμη
διαβιβάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διαβιβάσιμος
διαβιβάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβιβάσιμος
διαβιβάσιμος	adj	που είναι δυνατόν να διαβιβαστεί
διαβιβάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβιβάσιμος
διαβιβάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβιβάσιμος
διαβιβάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβιβάσιμος
διαβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβάστηκα	=	διαβιβάζω
διαβιβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζομαι
διαβιβάστριας	noun	γενική ενικού του διαβιβάστρια
διαβιβάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβάστρια
διαβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζω
διαβιβασείεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβάσεις
διαβιβασείεων	noun	γενική πληθυντικού του διαβιβάσεις
διαβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβασμένο
διαβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του διαβιβασμένος
διαβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβασμένη
διαβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβιβασμένος
διαβιβασμένης	verb	γενική ενικού του διαβιβασμένη
διαβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβιβασμένος
διαβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβιβασμένος
διαβιβασμένος	verb	που έχει διαβιβαστεί
διαβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβιβασμένος
διαβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβιβασμένος
διαβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβιβασμένος
διαβιβαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβαστής
διαβιβαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαβιβαστής
διαβιβαστής	noun	στρατιωτικός ή στρατιώτης που υπηρετεί στις διαβιβάσεις
διαβιβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβιβάζομαι
διαβιβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζομαι
διαβιβαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβαστικό
διαβιβαστικέ	adj	κλητική ενικού του διαβιβαστικός
διαβιβαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβιβαστική
διαβιβαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβιβαστικός
διαβιβαστικής	adj	γενική ενικού του διαβιβαστική
διαβιβαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβιβαστικός
διαβιβαστικού	adj	γενική ενικού του διαβιβαστικός
διαβιβαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβιβαστικός
διαβιβαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβιβαστικός	noun	έγγραφο το οποίο συνοδεύει άλλα έγγραφα ή αντικείμενα και περιγράφει το προς ποιον απευθύνονται και ποιο θέμα αφορούν τα συνοδευόμενα έντυπα ή υλικά
διαβιβαστικός	adj	σχετικός με μια διαβίβαση
διαβιβαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβιβαστικός
διαβιβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζομαι
διαβιβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζομαι
διαβιβαστριών	noun	γενική πληθυντικού του διαβιβάστρια
διαβιβαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιβάζομαι
διαβιβαστών	noun	γενική πληθυντικού του διαβιβαστής
διαβιβρώσκω	verb|archaic	άλλη μορφή του διαβρώνω
διαβιώ	verb|formal	άλλη μορφή του διαβιώνω
διαβιώναμε	=	διαβιώνω
διαβιώναν	=	διαβιώνω
διαβιώνανε	=	διαβιώνω
διαβιώνατε	=	διαβιώνω
διαβιώνει	=	διαβιώνω
διαβιώνεις	=	διαβιώνω
διαβιώνετε	=	διαβιώνω
διαβιώνοντας	=	διαβιώνω
διαβιώνουμε	=	διαβιώνω
διαβιώνουν	=	διαβιώνω
διαβιώνουνε	=	διαβιώνω
διαβιώνω	verb	ζω τη ζωή μου σε κάποιο περιβάλλον ή συνθήκες
διαβιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώσαν	=	διαβιώνω
διαβιώσανε	=	διαβιώνω
διαβιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβίωση
διαβιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαβίωση
διαβιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαβίωση
διαβιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβιώνω
διαβλέπαμε	=	διαβλέπω
διαβλέπαν	=	διαβλέπω
διαβλέπανε	=	διαβλέπω
διαβλέπατε	=	διαβλέπω
διαβλέπει	=	διαβλέπω
διαβλέπεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαβλέπω
διαβλέπετε	=	διαβλέπω
διαβλέπομε	=	διαβλέπω
διαβλέποντας	=	διαβλέπω
διαβλέποντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβλέπων
διαβλέπουμε	=	διαβλέπω
διαβλέπουν	=	διαβλέπω
διαβλέπουνε	=	διαβλέπω
διαβλέπουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβλέπων
διαβλέπουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβλέπουσα
διαβλέπω	verb	υποθέτω και συμπεραίνω από ενδείξεις πριν συμβεί
διαβλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψαν	=	διαβλέπω
διαβλέψανε	=	διαβλέπω
διαβλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψομε	=	διαβλέπω
διαβλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψουνε	=	διαβλέπω
διαβλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διαβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβάλλομαι
διαβλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβλητό	adv	κατά διαβλητό τρόπο
διαβλητέ	adj	κλητική ενικού του διαβλητός
διαβλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβλητή
διαβλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβλητός
διαβλητής	adj	γενική ενικού του διαβλητή
διαβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβλητικό
διαβλητικέ	adj	κλητική ενικού του διαβλητικός
διαβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβλητική
διαβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβλητικός
διαβλητικής	adj	γενική ενικού του διαβλητική
διαβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβλητικός
διαβλητικού	adj	γενική ενικού του διαβλητικός
διαβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβλητικός
διαβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβλητικός
διαβλητικός	adj	που διαβάλλει
διαβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβλητικός
διαβλητικώς	adv|formal	με διαβλητικό τρόπο
διαβλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβλητός
διαβλητοτήτων	=	διαβλητότητα
διαβλητού	adj	γενική ενικού του διαβλητός
διαβλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβλητός
διαβλητό	adj	αιτιατική ενικού του διαβλητός
διαβλητός	adj	αυτός του οποίου αμφισβητείται η εγκυρότητα
διαβλητότητα	noun|formal	η δυνατότητα ή ο βαθμός κατά τον οποίο μια πράξη, διαδικασία ή κρίση μπορεί, βάσιμα ή προσχηματικά, να τεθεί υπό αμφισβήτηση ως προς την ορθότητα, τη νομιμότητα ή την ακεραιότητά της
διαβλητότητας	=	διαβλητότητα
διαβλητότητες	=	διαβλητότητα
διαβλητών	adj	γενική πληθυντικού του διαβλητός
διαβοήτως	adv	με διαβόητο τρόπο
διαβολάκε	noun	κλητική ενικού του διαβολάκος
διαβολάκι	noun	μικρός διάβολος
διαβολάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολάκι
διαβολάκο	noun	αιτιατική ενικού του διαβολάκος
διαβολάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβολάκος
διαβολάκος	noun	μικρός δαίμονας, κάτι που μας ταλαιπωρεί
διαβολάκου	noun	γενική ενικού του διαβολάκος
διαβολάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαβολάκος
διαβολάκων	noun	γενική πληθυντικού του διαβολάκος
διαβολάνθρωπε	=	διαβολάνθρωπος
διαβολάνθρωπο	=	διαβολάνθρωπος
διαβολάνθρωποι	=	διαβολάνθρωπος
διαβολάνθρωπος	noun	κακός ή πονηρός άνθρωπος
διαβολάνθρωπου	=	διαβολάνθρωπος
διαβολάνθρωπους	=	διαβολάνθρωπος
διαβολάνθρωπων	=	διαβολάνθρωπος
διαβολέα	=	διαβολέας
διαβολέας	noun	αυτός που διαβάλλει κάποιον
διαβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολή
διαβολέων	=	διαβολέας
διαβολέως	=	διαβολέας
διαβολή	noun	η ψευδής κατηγορία, η συκοφαντία
διαβολής	=	διαβολή
διαβολανθρώπου	=	διαβολάνθρωπος
διαβολανθρώπους	=	διαβολάνθρωπος
διαβολανθρώπων	=	διαβολάνθρωπος
διαβολείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολέας
διαβολεμένα	adv	με διαβολεμένο τρόπο, σαν διάβολος (μεταφορικά), πάρα πολύ, υπερβολικά
διαβολεμένε	verb	κλητική ενικού του διαβολεμένος
διαβολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολεμένη
διαβολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβολεμένος
διαβολεμένης	verb	γενική ενικού του διαβολεμένη
διαβολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβολεμένος
διαβολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβολεμένος
διαβολεμένος	verb	πανούργος, που μπορεί να συγκριθεί με τον διάβολο
διαβολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβολεμένος
διαβολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβολεμένος
διαβολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβολεμένος
διαβολιά	noun	πράξη (συνήθως ενός παιδιού) που γίνεται με πονηριά και προκαλεί πρόβλημα ή κάποια μικροκαταστροφή
διαβολιάς	=	διαβολιά
διαβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολιά
διαβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολικό	adv	με διαβολικό τρόπο
διαβολικέ	adj	κλητική ενικού του διαβολικός
διαβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολική
διαβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβολικός
διαβολικής	adj	γενική ενικού του διαβολική
διαβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβολικός
διαβολικοτήτων	=	διαβολικότητα
διαβολικού	adj	γενική ενικού του διαβολικός
διαβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβολικός
διαβολικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβολικός
διαβολικός	adj	αυτός που έχει τα χαρακτηριστικά του διαβόλου, σατανικός
διαβολικότητα	noun	η ιδιότητα του διαβολικού
διαβολικότητας	noun	γενική ενικού του διαβολικότητα
διαβολικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολικότητα
διαβολικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβολικός
διαβολιών	=	διαβολιά
διαβολογυναίκα	noun	πολύ κακή γυναίκα, που της αρέσει να προκαλεί κακό στους άλλους
διαβολογυναίκας	noun	γενική ενικού του διαβολογυναίκα
διαβολογυναίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολογυναίκα
διαβολογυναικών	noun	γενική πληθυντικού του διαβολογυναίκα
διαβολοκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολοκόριτσο
διαβολοκόριτσο	noun	πανέξυπνο ή πολύ άτακτο κορίτσι
διαβολοκόριτσου	noun	γενική ενικού του διαβολοκόριτσο
διαβολοκόριτσων	noun	γενική πληθυντικού του διαβολοκόριτσο
διαβολοσκορπίσματα	noun|rare	για κάτι που χάνεται γρήγορα και εύκολα
διαβολοσκορπισμάτατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολοσκορπίσματα
διαβολοσκορπισμάτατος	noun	γενική ενικού του διαβολοσκορπίσματα
διαβολοσκορπισματάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαβολοσκορπίσματα
διαβολοστέλνω	verb	στέλνω κάποιον στο διάβολο, του λέω να "πάει στο διάβολο", τον διώχνω με άσχημο τρόπο
διαβολοσταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολοσταλμένο
διαβολοσταλμένε	verb	κλητική ενικού του διαβολοσταλμένος
διαβολοσταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολοσταλμένη
διαβολοσταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβολοσταλμένος
διαβολοσταλμένης	verb	γενική ενικού του διαβολοσταλμένη
διαβολοσταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβολοσταλμένος
διαβολοσταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβολοσταλμένος
διαβολοσταλμένος	verb	που έχει διαβολοσταλθεί
διαβολοσταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβολοσταλμένος
διαβολοσταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβολοσταλμένος
διαβολοσταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβολοσταλμένος
διαβολοστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολοστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολόκαιρε	=	διαβολόκαιρος
διαβολόκαιρο	=	διαβολόκαιρος
διαβολόκαιροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβολόκαιρος
διαβολόκαιρος	noun	πολύ κακός καιρός, κακοκαιρία
διαβολόκαιρου	=	διαβολόκαιρος
διαβολόκαιρους	=	διαβολόκαιρος
διαβολόκαιρων	=	διαβολόκαιρος
διαβολόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβολόπαιδο
διαβολόπαιδο	noun	πανέξυπνο παιδί
διαβολόπαιδου	noun	γενική ενικού του διαβολόπαιδο
διαβολόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του διαβολόπαιδο
διαβολόστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολόστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολόστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολόστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβολοστέλνω
διαβολόστελνα	=	διαβολοστέλνω
διαβολότοπε	=	διαβολότοπος
διαβολότοπο	=	διαβολότοπος
διαβολότοποι	=	διαβολότοπος
διαβολότοπος	noun|figurative	πολύ δύσκολος, προβληματικός τόπος
διαβολότοπου	=	διαβολότοπος
διαβολότοπους	=	διαβολότοπος
διαβολότοπων	=	διαβολότοπος
διαβολόχορτα	=	διαβολόχορτο
διαβολόχορτο	noun	η ντατούρα
διαβολόχορτου	=	διαβολόχορτο
διαβολόχορτων	=	διαβολόχορτο
διαβολών	=	διαβολή
διαβουκολήθηκα	=	διαβουκολώ
διαβουκολήθηκαν	=	διαβουκολώ
διαβουκολήθηκε	=	διαβουκολώ
διαβουκολήθηκες	=	διαβουκολώ
διαβουκολήσαμε	=	διαβουκολώ
διαβουκολήσαν	=	διαβουκολώ
διαβουκολήσανε	=	διαβουκολώ
διαβουκολήσατε	=	διαβουκολώ
διαβουκολήσει	=	διαβουκολώ
διαβουκολήσεις	=	διαβουκόληση
διαβουκολήσεων	=	διαβουκόληση
διαβουκολήσου	=	διαβουκολώ
διαβουκολήστε	=	διαβουκολώ
διαβουκολεί	=	διαβουκολώ
διαβουκολείς	=	διαβουκολώ
διαβουκολείσαι	=	διαβουκολώ
διαβουκολείστε	=	διαβουκολώ
διαβουκολείται	=	διαβουκολώ
διαβουκολείτε	=	διαβουκολώ
διαβουκολευτήκαμε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευτήκαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευτήκανε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευτήκατε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευτεί	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευτείτε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόμασταν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόμαστε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόμουν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόμουνα	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόντουσαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόσασταν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόσαστε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόσουν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόσουνα	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευόταν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολευότανε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύαμε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύανε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύατε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύει	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύεις	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύεσαι	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύεστε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύεται	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύετε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύομαι	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύονται	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύονταν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύοντας	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύου	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύουμε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύουν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύουνε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύσαμε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύσαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύσανε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύσατε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύσει	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύσου	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύστε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύτηκα	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύτηκαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύτηκε	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύτηκες	=	διαβουκολεύω
διαβουκολεύω	verb|formal	άλλη μορφή του διαβουκολώ
διαβουκοληθήκαμε	=	διαβουκολώ
διαβουκοληθήκαν	=	διαβουκολώ
διαβουκοληθήκανε	=	διαβουκολώ
διαβουκοληθήκατε	=	διαβουκολώ
διαβουκοληθεί	=	διαβουκολώ
διαβουκοληθείτε	=	διαβουκολώ
διαβουκολημένος	=	διαβουκολώ
διαβουκολούμαι	=	διαβουκολώ
διαβουκολούμασταν	=	διαβουκολώ
διαβουκολούμαστε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούμε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούμουν	=	διαβουκολώ
διαβουκολούν	=	διαβουκολώ
διαβουκολούνε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούνται	=	διαβουκολώ
διαβουκολούνταν	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσα	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσαμε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσαν	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσανε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσασταν	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσαστε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσατε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσε	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσες	=	διαβουκολώ
διαβουκολούσουν	=	διαβουκολώ
διαβουκολώ	verb|formal	παραπλανώ με απατηλές ελπίδες ή υποσχέσεις προκαλώντας εντυπώσεις
διαβουκολώντας	=	διαβουκολώ
διαβουκόλει	=	διαβουκολώ
διαβουκόλευα	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευε	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευες	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευσα	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευσαν	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευσε	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλευσες	=	διαβουκολεύω
διαβουκόλησα	=	διαβουκολώ
διαβουκόλησαν	=	διαβουκολώ
διαβουκόλησε	=	διαβουκολώ
διαβουκόλησες	=	διαβουκολώ
διαβουκόληση	noun	η καθοδήγηση των βοδιών για βοσκή
διαβουκόλησης	=	διαβουκόληση
διαβουλίου	noun	γενική ενικού του διαβούλιο
διαβουλίων	noun	γενική πληθυντικού του διαβούλιο
διαβουλευτικός	adj|formal	που έχει σχέση με διαβούλευση ή αναφέρεται σʼ αυτή
διαβουλεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβούλευμα
διαβουλεύομαι	verb	συσκέπτομαι με άλλους ανταλλάσσοντας απόψεις και γνώμες
διαβουλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβούλευση
διαβουλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαβούλευση
διαβουλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαβούλευση
διαβούλευση	noun|formal	συμμετοχή σε συζήτηση με άλλους και ανταλλαγή απόψεων
διαβούλευσης	noun	γενική ενικού του διαβούλευση
διαβούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβούλιο
διαβούλιο	noun	το συμβούλιο, η σύσκεψη
διαβούλιου	=	διαβούλιο
διαβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαβούνε	=	διαβαίνω
διαβρέκτες	=	διαβρέκτης
διαβρέκτη	=	διαβρέκτης
διαβρέκτης	noun	χημική ουσία που προστίθεται στα υδατοδιαλυτά χρώματα και συμβάλλει στη σωστή διασπορά των χρωστικών και στο σωστό στρώσιμο του χρώματος
διαβρέχομαι	=	διαβρέχω
διαβρέχω	verb	υγραίνω, μουσκεύω
διαβρεκτών	=	διαβρέκτης
διαβρογχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβρογχικό
διαβρογχικέ	adj	κλητική ενικού του διαβρογχικός
διαβρογχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβρογχική
διαβρογχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβρογχικός
διαβρογχικής	adj	γενική ενικού του διαβρογχική
διαβρογχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβρογχικός
διαβρογχικού	adj	γενική ενικού του διαβρογχικός
διαβρογχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβρογχικός
διαβρογχικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβρογχικός
διαβρογχικός	adj	που βρίσκεται ή περνά ανάμεσα από τους βρόγχους
διαβρογχικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβρογχικός
διαβροχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβροχή
διαβροχή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαβρέχω
διαβροχής	=	διαβροχή
διαβροχών	=	διαβροχή
διαβρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβρωμένο
διαβρωμένε	verb	κλητική ενικού του διαβρωμένος
διαβρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβρωμένη
διαβρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβρωμένος
διαβρωμένης	verb	γενική ενικού του διαβρωμένη
διαβρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαβρωμένος
διαβρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβρωμένος
διαβρωμένος	verb	που έχει διαβρωθεί
διαβρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβρωμένος
διαβρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαβρωμένος
διαβρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβρωμένος
διαβρωσιγενές	=	διαβρωσιγενής
διαβρωσιγενή	=	διαβρωσιγενής
διαβρωσιγενής	adj	που έχει σχέση με τη διάβρωση, προέρχεται ή σχηματίζεται απ’ αυτή
διαβρωσιγενείς	=	διαβρωσιγενής
διαβρωσιγενούς	=	διαβρωσιγενής
διαβρωσιγενών	=	διαβρωσιγενής
διαβρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβρωτικό	adv	προκαλώντας διάβρωση
διαβρωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαβρωτικός
διαβρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβρωτική
διαβρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβρωτικός
διαβρωτικής	adj	γενική ενικού του διαβρωτική
διαβρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβρωτικός
διαβρωτικοτήτων	=	διαβρωτικότητα
διαβρωτικού	adj	γενική ενικού του διαβρωτικός
διαβρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβρωτικός
διαβρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαβρωτικός
διαβρωτικός	adj	που προκαλεί διάβρωση
διαβρωτικότατα	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατε	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατες	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατη	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατης	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατο	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατοι	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατος	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατου	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατους	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότατων	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερα	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερε	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερες	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερη	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερης	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερο	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότεροι	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερος	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερου	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερους	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότερων	=	διαβρωτικός
διαβρωτικότητα	noun	η ικανότητα διάβρωσης μιας ουσίας
διαβρωτικότητας	=	διαβρωτικότητα
διαβρωτικότητες	=	διαβρωτικότητα
διαβρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαβρωτικός
διαβρώναμε	=	διαβρώνω
διαβρώναν	=	διαβρώνω
διαβρώνανε	=	διαβρώνω
διαβρώνατε	=	διαβρώνω
διαβρώνει	=	διαβρώνω
διαβρώνεις	=	διαβρώνω
διαβρώνετε	=	διαβρώνω
διαβρώνομαι	=	διαβρώνω
διαβρώνοντας	=	διαβρώνω
διαβρώνουμε	=	διαβρώνω
διαβρώνουν	=	διαβρώνω
διαβρώνουνε	=	διαβρώνω
διαβρώνω	verb	φθείρω με αργό ρυθμό εξωτερικά μια επιφάνεια, ένα αντικείμενο κλπ
διαβρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώσαν	=	διαβρώνω
διαβρώσανε	=	διαβρώνω
διαβρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάβρωση
διαβρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώσεων	=	διάβρωση
διαβρώσεως	=	διάβρωση
διαβρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβρώνω
διαβόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβόητο
διαβόητε	adj	κλητική ενικού του διαβόητος
διαβόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβόητη
διαβόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαβόητος
διαβόητης	adj	γενική ενικού του διαβόητη
διαβόητο	adj	αιτιατική ενικού του διαβόητος
διαβόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαβόητος
διαβόητος	adj	πασίγνωστος (για κάτι αρνητικό)
διαβόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαβόητος
διαβόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαβόητος
διαβόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαβόητος
διαβόλια	noun	άλλη μορφή του διαόλια
διαβόλισσα	noun	θηλυκό του διάβολος
διαβόλισσας	noun	γενική ενικού του διαβόλισσα
διαβόλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαβόλισσα
διαβόλοι	=	διάβολος
διαβόλου	noun	γενική ενικού του διάβολος
διαβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διάβολος
διαβόλων	noun	γενική πληθυντικού του διάβολος
διαβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαβαίνω
διαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διάγω
διαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διάγω
διαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διάγω
διαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διάγω
διαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διάγω
διαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διάγω
διαγένεση	noun	το σύνολο των χημικών, φυσικών και βιολογικών μεταβολών διαφόρων ιζημάτων σε πετρώματα
διαγένεσης	noun	γενική ενικού του διαγένεση
διαγαλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγαλακτικό
διαγαλακτικέ	adj	κλητική ενικού του διαγαλακτικός
διαγαλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγαλακτική
διαγαλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγαλακτικός
διαγαλακτικής	adj	γενική ενικού του διαγαλακτική
διαγαλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγαλακτικός
διαγαλακτικού	adj	γενική ενικού του διαγαλακτικός
διαγαλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαγαλακτικός
διαγαλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαγαλακτικός
διαγαλακτικός	adj	συνήθως για κενό χώρο μεταξύ γαλαξιών που διογκώνεται λόγο της σκοτεινής ενέργειας
διαγαλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαγαλακτικός
διαγαλαξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγαλαξιακό
διαγαλαξιακέ	adj	κλητική ενικού του διαγαλαξιακός
διαγαλαξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγαλαξιακή
διαγαλαξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγαλαξιακός
διαγαλαξιακής	adj	γενική ενικού του διαγαλαξιακή
διαγαλαξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγαλαξιακός
διαγαλαξιακού	adj	γενική ενικού του διαγαλαξιακός
διαγαλαξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαγαλαξιακός
διαγαλαξιακό	adj	αιτιατική ενικού του διαγαλαξιακός
διαγαλαξιακός	adj	που συμβαίνει ή βρίσκεται ανάμεσα σε δυο ή περισσότερους γαλαξίες
διαγαλαξιακών	adj	γενική πληθυντικού του διαγαλαξιακός
διαγγέλλω	verb	στέλνω σε κάποιον κάτι (επίσημη κοινοποίηση, γνωστοποίηση, διαταγή κ.ά.) με διαγγελέα
διαγγέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάγγελμα
διαγγέλματος	noun	γενική ενικού του διάγγελμα
διαγγέλου	=	διάγγελος
διαγγέλους	=	διάγγελος
διαγγέλων	=	διάγγελος
διαγγελέα	=	διαγγελέας
διαγγελέας	noun|dated	αγγελιοφόρος
διαγγελέων	=	διαγγελέας
διαγγελέως	=	διαγγελέας
διαγγελείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγγελέας
διαγγελεύς	noun	o αγγελιαφόρος
διαγγελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάγγελμα
διαγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγγελμένο
διαγγελμένε	verb	κλητική ενικού του διαγγελμένος
διαγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγγελμένη
διαγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγγελμένος
διαγγελμένης	verb	γενική ενικού του διαγγελμένη
διαγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαγγελμένος
διαγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγγελμένος
διαγγελμένος	verb	που έχει διαγγελθεί
διαγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαγγελμένος
διαγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαγγελμένος
διαγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαγγελμένος
διαγενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγένεση
διαγενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαγένεση
διαγενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαγένεση
διαγενεακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαγενεακός	adv	σε διαγενεακό επίπεδο
διαγενεακέ	adj	κλητική ενικού του διαγενεακός
διαγενεακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγενεακή
διαγενεακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγενεακός
διαγενεακής	adj	γενική ενικού του διαγενεακή
διαγενεακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγενεακός
διαγενεακού	adj	γενική ενικού του διαγενεακός
διαγενεακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαγενεακός
διαγενεακό	adj	αιτιατική ενικού του διαγενεακός
διαγενεακός	adj	που συμβαίνει ανάμεσα στις γενεές (σημερινή, προηγούμενη ή επόμενη) ή τις αφορά
διαγενεακών	adj	γενική πληθυντικού του διαγενεακός
διαγενετικά	=	διαγενετικός
διαγενετικέ	=	διαγενετικός
διαγενετικές	=	διαγενετικός
διαγενετική	=	διαγενετικός
διαγενετικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαγενετική) του διαγενετικός
διαγενετικοί	=	διαγενετικός
διαγενετικού	=	διαγενετικός
διαγενετικούς	=	διαγενετικός
διαγενετικό	=	διαγενετικός
διαγενετικός	adj	που έχει σχέση με τη διαγένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαγενετικών	=	διαγενετικός
διαγιγνώσκομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαγιγνώσκω
διαγιγνώσκω	verb	κάνω διάγνωση
διαγκωνίζεσαι	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίζεστε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίζεται	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίζομαι	verb|formal	προσπαθώ σπρώχνοντας με τους αγκώνες να περάσω ανάμεσα από πολλούς ανθρώπους με σπρωξίματα και αγκωνιές
διαγκωνίζονται	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίζονταν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίζου	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίσου	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίστηκα	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίστηκαν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίστηκε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνίστηκες	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόμασταν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόμαστε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόμουν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόμουνα	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόντουσαν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόσασταν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόσαστε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόσουν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόσουνα	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζόταν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιζότανε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνισμέ	=	διαγκωνισμός
διαγκωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγκωνισμένο
διαγκωνισμένε	verb	κλητική ενικού του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγκωνισμένη
διαγκωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμένης	verb	γενική ενικού του διαγκωνισμένη
διαγκωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμένος	verb	που έχει διαγκωνιστεί
διαγκωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαγκωνισμένος
διαγκωνισμοί	=	διαγκωνισμός
διαγκωνισμού	=	διαγκωνισμός
διαγκωνισμούς	=	διαγκωνισμός
διαγκωνισμό	=	διαγκωνισμός
διαγκωνισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαγκωνίζομαι
διαγκωνισμών	=	διαγκωνισμός
διαγκωνιστήκαμε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιστήκαν	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιστήκανε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιστήκατε	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιστεί	=	διαγκωνίζομαι
διαγκωνιστείτε	=	διαγκωνίζομαι
διαγλωσσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγλωσσικό
διαγλωσσικέ	adj	κλητική ενικού του διαγλωσσικός
διαγλωσσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγλωσσική
διαγλωσσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγλωσσικός
διαγλωσσικής	adj	γενική ενικού του διαγλωσσική
διαγλωσσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγλωσσικός
διαγλωσσικού	adj	γενική ενικού του διαγλωσσικός
διαγλωσσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαγλωσσικός
διαγλωσσικό	adj	αιτιατική ενικού του διαγλωσσικός
διαγλωσσικός	adj	που υπάρχει σε πολλές γλώσσες
διαγλωσσικών	adj	γενική πληθυντικού του διαγλωσσικός
διαγνωσιολόγε	=	διαγνωσιολόγος
διαγνωσιολόγο	=	διαγνωσιολόγος
διαγνωσιολόγοι	=	διαγνωσιολόγος
διαγνωσιολόγος	noun	ιατρός που ειδικεύεται στη διάγνωση ασθενειών
διαγνωσιολόγου	=	διαγνωσιολόγος
διαγνωσιολόγους	=	διαγνωσιολόγος
διαγνωσιολόγων	=	διαγνωσιολόγος
διαγνωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγνωσμένη
διαγνωσμένη	=	διεγνωσμένη
διαγνωσμένοι	=	διεγνωσμένοι
διαγνωσμένος	=	διεγνωσμένους
διαγνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγνωστικό
διαγνωστικέ	adj	κλητική ενικού του διαγνωστικός
διαγνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγνωστική
διαγνωστική	noun	ιατρικός κλάδος που έχει σαν αντικείμενό του τη διάγνωση ασθενειών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγνωστικός
διαγνωστικής	adj	γενική ενικού του διαγνωστική
διαγνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγνωστικός
διαγνωστικού	adj	γενική ενικού του διαγνωστικός
διαγνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαγνωστικός
διαγνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαγνωστικός
διαγνωστικός	adj	που έχει σχέση με τη διάγνωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαγνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαγνωστικός
διαγνωστριών	=	διαγνώστρια
διαγνώσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεργητικού αορίστου του διαγιγνώσκω	noun	δοτική ενικού του διάγνωσις
διαγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάγνωση
διαγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάγνωση
διαγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάγνωση
διαγνώσιμα	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμε	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμες	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμη	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμης	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμο	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμοι	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμος	adj	που μπορεί να διαγνωστεί
διαγνώσιμου	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμους	=	διαγνώσιμος
διαγνώσιμων	=	διαγνώσιμος
διαγνώστης	noun|formal	πρόσωπο —ή, (κατ’ επέκταση), σύστημα— που αναλύει ενδείξεις, συμπτώματα ή δεδομένα και καταλήγει σε τεκμηριωμένη κρίση για τη φύση και τα αίτια ενός προβλήματος (ιατρικής ή άλλης φύσεως)
διαγνώστρια	noun	θηλυκό του διαγνώστης
διαγνώστριας	=	διαγνώστρια
διαγνώστριες	=	διαγνώστρια
διαγονιδιακά	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακέ	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακές	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακή	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαγονιδιακή) του διαγονιδιακός
διαγονιδιακοί	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακού	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακούς	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακό	=	διαγονιδιακός
διαγονιδιακός	adj	που σχετίζεται με έναν οργανισμό του οποίου το γονιδίωμα έχει αλλάξει με την προσθήκη γονιδίου από άλλο είδος, που έχει τροποποιηθεί γενετικά
διαγονιδιακών	=	διαγονιδιακός
διαγουμίζαμε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζαν	=	διαγουμίζω
διαγουμίζανε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζατε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζει	=	διαγουμίζω
διαγουμίζεις	=	διαγουμίζω
διαγουμίζεσαι	=	διαγουμίζω
διαγουμίζεστε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζεται	=	διαγουμίζω
διαγουμίζετε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαγουμίζω
διαγουμίζομε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζονται	=	διαγουμίζω
διαγουμίζονταν	=	διαγουμίζω
διαγουμίζοντας	=	διαγουμίζω
διαγουμίζουμε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζουν	=	διαγουμίζω
διαγουμίζουνε	=	διαγουμίζω
διαγουμίζω	verb	λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δε μου ανήκουν
διαγουμίσαμε	=	διαγουμίζω
διαγουμίσαν	=	διαγουμίζω
διαγουμίσανε	=	διαγουμίζω
διαγουμίσατε	=	διαγουμίζω
διαγουμίσει	=	διαγουμίζω
διαγουμίσεις	=	διαγουμίζω
διαγουμίσετε	=	διαγουμίζω
διαγουμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγούμισμα
διαγουμίσματος	noun	γενική ενικού του διαγούμισμα
διαγουμίσομε	=	διαγουμίζω
διαγουμίσου	=	διαγουμίζω
διαγουμίσουμε	=	διαγουμίζω
διαγουμίσουν	=	διαγουμίζω
διαγουμίσουνε	=	διαγουμίζω
διαγουμίστε	=	διαγουμίζω
διαγουμίστηκα	=	διαγουμίζω
διαγουμίστηκαν	=	διαγουμίζω
διαγουμίστηκε	=	διαγουμίζω
διαγουμίστηκες	=	διαγουμίζω
διαγουμίσω	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόμασταν	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόμαστε	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόμουν	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόμουνα	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόντουσαν	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόσασταν	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόσαστε	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόσουν	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόσουνα	=	διαγουμίζω
διαγουμιζόταν	=	διαγουμίζω
διαγουμιζότανε	=	διαγουμίζω
διαγουμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαγούμισμα
διαγουμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγουμισμένο
διαγουμισμένε	verb	κλητική ενικού του διαγουμισμένος
διαγουμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγουμισμένη
διαγουμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγουμισμένος
διαγουμισμένης	verb	γενική ενικού του διαγουμισμένη
διαγουμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαγουμισμένος
διαγουμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγουμισμένος
διαγουμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαγουμίζω
διαγουμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαγουμισμένος
διαγουμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαγουμισμένος
διαγουμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαγουμισμένος
διαγουμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγουμιστής
διαγουμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαγουμιστής
διαγουμιστήκαμε	=	διαγουμίζω
διαγουμιστήκαν	=	διαγουμίζω
διαγουμιστήκανε	=	διαγουμίζω
διαγουμιστήκατε	=	διαγουμίζω
διαγουμιστής	noun	αυτός που διαγουμίζει, που λεηλατεί
διαγουμιστεί	=	διαγουμίζω
διαγουμιστείς	=	διαγουμίζω
διαγουμιστείτε	=	διαγουμίζω
διαγουμιστούμε	=	διαγουμίζω
διαγουμιστούν	=	διαγουμίζω
διαγουμιστούνε	=	διαγουμίζω
διαγουμιστώ	=	διαγουμίζω
διαγουμιστών	noun	γενική πληθυντικού του διαγουμιστής
διαγούμιζα	=	διαγουμίζω
διαγούμιζαν	=	διαγουμίζω
διαγούμιζε	=	διαγουμίζω
διαγούμιζες	=	διαγουμίζω
διαγούμισα	=	διαγουμίζω
διαγούμισαν	=	διαγουμίζω
διαγούμισε	=	διαγουμίζω
διαγούμισες	=	διαγουμίζω
διαγούμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαγουμίζω
διαγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάγραμμα
διαγράμματος	noun	γενική ενικού του διάγραμμα
διαγράμμιζα	=	διαγραμμίζω
διαγράμμιζαν	=	διαγραμμίζω
διαγράμμιζε	=	διαγραμμίζω
διαγράμμιζες	=	διαγραμμίζω
διαγράμμισα	=	διαγραμμίζω
διαγράμμισαν	=	διαγραμμίζω
διαγράμμισε	=	διαγραμμίζω
διαγράμμισες	=	διαγραμμίζω
διαγράμμιση	noun	ο σχηματισμός (παράλληλων) γραμμών, προκειμένου να οριοθετήσουμε ή να διαιρέσουμε μια περιοχή και (κατ’ επέκταση) οι σχετικές γραμμές
διαγράμμισης	noun	γενική ενικού του διαγράμμιση
διαγράμμισις	noun	η διαγράμμιση
διαγράφαμε	=	διαγράφω
διαγράφαν	=	διαγράφω
διαγράφανε	=	διαγράφω
διαγράφατε	=	διαγράφω
διαγράφει	=	διαγράφω
διαγράφεις	=	διαγράφω
διαγράφεσαι	=	διαγράφω
διαγράφεστε	=	διαγράφω
διαγράφεται	=	διαγράφω
διαγράφετε	=	διαγράφω
διαγράφηκα	=	διαγράφω
διαγράφηκαν	=	διαγράφω
διαγράφηκε	=	διαγράφω
διαγράφηκες	=	διαγράφω
διαγράφομαι	verb	παθητικές σημασίες του διαγράφω
διαγράφονται	=	διαγράφω
διαγράφονταν	=	διαγράφω
διαγράφοντας	=	διαγράφω
διαγράφουμε	=	διαγράφω
διαγράφουν	=	διαγράφω
διαγράφουνε	=	διαγράφω
διαγράφτηκα	=	διαγράφω
διαγράφτηκαν	=	διαγράφω
διαγράφτηκε	=	διαγράφω
διαγράφτηκες	=	διαγράφω
διαγράφω	verb	σβήνω ένα τμήμα κειμένου είτε τελείως είτε χαράζοντας πάνω του μια οριζόντια γραμμή, ένα Χ ή άλλο σύμβολο
διαγράψαμε	=	διαγράφω
διαγράψαν	=	διαγράφω
διαγράψανε	=	διαγράφω
διαγράψατε	=	διαγράφω
διαγράψει	=	διαγράφω
διαγράψου	=	διαγράφω
διαγράψτε	=	διαγράφω
διαγράψω	=	διαγράφω
διαγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάγραμμα
διαγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγραμμένο
διαγραμμένε	verb	κλητική ενικού του διαγραμμένος
διαγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγραμμένη
διαγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγραμμένος
διαγραμμένης	verb	γενική ενικού του διαγραμμένη
διαγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαγραμμένος
διαγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγραμμένος
διαγραμμένος	verb	που έχει διαγραφεί
διαγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαγραμμένος
διαγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαγραμμένος
διαγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαγραμμένος
διαγραμμίζαμε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζαν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζανε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζατε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζει	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζεις	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζεσαι	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζεστε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζεται	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζετε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζομαι	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζονται	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζονταν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζοντας	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζουμε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζουν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζουνε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίζω	verb	κάνω διαγραμμίσεις
διαγραμμίσαμε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίσαν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίσανε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίσατε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίσει	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγράμμιση
διαγραμμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαγράμμιση
διαγραμμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαγράμμιση
διαγραμμίσου	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίστε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίστηκα	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίστηκαν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίστηκε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμίστηκες	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόμασταν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόμαστε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόμουν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόμουνα	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόντουσαν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόσασταν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόσαστε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόσουν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόσουνα	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζόταν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιζότανε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγραμμισμένο
διαγραμμισμένε	verb	κλητική ενικού του διαγραμμισμένος
διαγραμμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγραμμισμένη
διαγραμμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγραμμισμένος
διαγραμμισμένης	verb	γενική ενικού του διαγραμμισμένη
διαγραμμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαγραμμισμένος
διαγραμμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγραμμισμένος
διαγραμμισμένος	verb	που έχει διαγραμμιστεί
διαγραμμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαγραμμισμένος
διαγραμμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαγραμμισμένος
διαγραμμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαγραμμισμένος
διαγραμμιστήκαμε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιστήκαν	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιστήκανε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιστήκατε	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιστεί	=	διαγραμμίζω
διαγραμμιστείτε	=	διαγραμμίζω
διαγραφέν	=	διαγραφείς
διαγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγραφή
διαγραφή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγράφω
διαγραφήκαμε	=	διαγράφω
διαγραφήκατε	=	διαγράφω
διαγραφής	noun	γενική ενικού του διαγραφή
διαγραφεί	=	διαγράφω
διαγραφείς	adj	που διαγράφτηκε (πχ από ένα κόμμα)
διαγραφείσα	=	διαγραφείς
διαγραφείτε	=	διαγράφω
διαγραφτήκαμε	=	διαγράφω
διαγραφτήκατε	=	διαγράφω
διαγραφτεί	=	διαγράφω
διαγραφτείτε	=	διαγράφω
διαγραφόμασταν	=	διαγράφω
διαγραφόμαστε	=	διαγράφω
διαγραφόμουν	=	διαγράφω
διαγραφόμουνα	=	διαγράφω
διαγραφόντουσαν	=	διαγράφω
διαγραφόσασταν	=	διαγράφω
διαγραφόσαστε	=	διαγράφω
διαγραφόσουν	=	διαγράφω
διαγραφόσουνα	=	διαγράφω
διαγραφόταν	=	διαγράφω
διαγραφότανε	=	διαγράφω
διαγραφών	=	διαγραφή
διαγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγωγή
διαγωγή	noun	ο τρόπος συμπεριφοράς υπό συγκεκριμένες συνθήκες απέναντι στους άλλους
διαγωγής	=	διαγωγή
διαγωγιμοτήτων	=	διαγωγιμότητα
διαγωγιμοτητών	noun	γενική πληθυντικού του διαγωγιμότητα
διαγωγιμότης	noun	η διαγωγιμότητα
διαγωγιμότητα	noun	ο λόγος μεταβολής του ρεύματος εξόδου προς την τάση εισόδου σ’ ένα ηλεκτρικό κύκλωμα
διαγωγιμότητας	noun	γενική ενικού του διαγωγιμότητα
διαγωγιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγωγιμότητα
διαγωγών	=	διαγωγή
διαγωνάλ	adj	μη απλοποιημένη γραφή του διαγονάλ
διαγωνίζεσαι	=	διαγωνίζομαι
διαγωνίζεστε	=	διαγωνίζομαι
διαγωνίζεται	=	διαγωνίζομαι
διαγωνίζομαι	verb	διεκδικώ υπεροχή (νίκη, βραβείο), περνώ μια δοκιμασία για να πετύχω κάτι, συμμετέχω σε διαγωνισμό
διαγωνίζονται	=	διαγωνίζομαι
διαγωνίζονταν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνίου	=	διαγώνιος
διαγωνίους	=	διαγώνιος
διαγωνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγώνισμα
διαγωνίσματος	noun	γενική ενικού του διαγώνισμα
διαγωνίσου	=	διαγωνίζομαι
διαγωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνίων	=	διαγώνιος
διαγωνίως	adv|formal	διαγώνια
διαγωνιζομένου	=	διαγωνιζόμενος
διαγωνιζομένους	=	διαγωνιζόμενος
διαγωνιζομένων	=	διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμασταν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόμαστε	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγωνιζόμενο
διαγωνιζόμενε	verb	κλητική ενικού του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαγωνιζόμενη
διαγωνιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμενης	verb	γενική ενικού του διαγωνιζόμενη
διαγωνιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμενος	verb	που διαγωνίζεται, παίρνει μέρος σε διαγωνισμό αυτή τη στιγμή ή σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή του παρελθοντος
διαγωνιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαγωνιζόμενος
διαγωνιζόμουν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόμουνα	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόντουσαν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόσασταν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόσαστε	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόσουν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόσουνα	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζόταν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιζότανε	=	διαγωνίζομαι
διαγωνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαγώνισμα
διαγωνισμέ	noun	κλητική ενικού του διαγωνισμός
διαγωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαγωνισμός
διαγωνισμού	noun	γενική ενικού του διαγωνισμός
διαγωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαγωνισμός
διαγωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαγωνισμός
διαγωνισμός	noun	διαδικασία γραπτών, προφορικών ή άλλων εξετάσεων και δοκιμασιών για τη διεκδίκηση μιας εργασίας, βραβείου κ.λπ.
διαγωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαγωνισμός
διαγωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστήκαν	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιστήκανε	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστικά	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικέ	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικές	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστική	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικής	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικοί	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικού	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικούς	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικό	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστικός	adj	ο σχετικός με διαγωνισμό
διαγωνιστικών	=	διαγωνιστικός
διαγωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγωνιστούνε	=	διαγωνίζομαι
διαγωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαγωνίζομαι
διαγώνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαγώνιος	adv	κατά διαγώνιο τρόπο
διαγώνιας	=	διαγώνιος
διαγώνιε	=	διαγώνιος
διαγώνιες	=	διαγώνιος
διαγώνιο	=	διαγώνιος
διαγώνιοι	=	διαγώνιος
διαγώνιος	adj	που ξεκινά από μια γωνία και καταλήγει σε μια άλλη, μη διαδοχική	noun	το ευθύγραμμο τμήμα που ξεκινά από μια γωνία ενός πολυγώνου και καταλήγει σε μια άλλη, μη διαδοχική
διαγώνιου	=	διαγώνιος
διαγώνιους	=	διαγώνιος
διαγώνισμα	noun	γραπτή σχολική εξέταση σε ορισμένη εξεταστέα ύλη
διαγώνιων	=	διαγώνιος
διαδέξου	=	διαδέχομαι
διαδέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδέτης
διαδέτη	=	διαδέτης
διαδέτης	noun	σχοινί με το οποίο δένουμε τις άκρες άλλων σχοινιών (για να τα τραβήξουμε, μαζέψουμε κ.λπ.)
διαδέχεσαι	=	διαδέχομαι
διαδέχεσθε	=	διαδέχομαι
διαδέχεστε	=	διαδέχομαι
διαδέχεται	=	διαδέχομαι
διαδέχθηκα	=	διαδέχομαι
διαδέχθηκαν	=	διαδέχομαι
διαδέχθηκε	=	διαδέχομαι
διαδέχθηκες	=	διαδέχομαι
διαδέχομαι	verb	αναλαμβάνω το αξίωμα που πριν κατείχε κάποιος άλλος
διαδέχονται	=	διαδέχομαι
διαδέχονταν	=	διαδέχομαι
διαδέχου	=	διαδέχομαι
διαδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδήλωνα	=	διαδηλώνω
διαδήλωναν	=	διαδηλώνω
διαδήλωνε	=	διαδηλώνω
διαδήλωνες	=	διαδηλώνω
διαδήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδήλωση	noun	δημόσια συγκέντρωση και πορεία πλήθους ατόμων με σκοπό τη διαμαρτυρία ή τη διατύπωση αιτημάτων
διαδήλωσης	noun	γενική ενικού του διαδήλωση
διαδήλωσις	noun	ζωηρή εκδήλωση, έκφραση συναισθημάτων
διαδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάδημα
διαδήματος	noun	γενική ενικού του διάδημα
διαδίδαμε	=	διαδίδω
διαδίδαν	=	διαδίδω
διαδίδανε	=	διαδίδω
διαδίδατε	=	διαδίδω
διαδίδει	=	διαδίδω
διαδίδεις	=	διαδίδω
διαδίδεσαι	=	διαδίδω
διαδίδεστε	=	διαδίδω
διαδίδεται	=	διαδίδω
διαδίδετε	=	διαδίδω
διαδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαδίδω
διαδίδονται	=	διαδίδω
διαδίδονταν	=	διαδίδω
διαδίδοντας	=	διαδίδω
διαδίδου	=	διαδίδω
διαδίδουμε	=	διαδίδω
διαδίδουν	=	διαδίδω
διαδίδουνε	=	διαδίδω
διαδίδω	verb	συμβάλλω στην μεταφορά κάποιου πράγματος και στην εξάπλωσή του σε πολλούς
διαδίκου	noun	γενική ενικού του διάδικος
διαδίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διάδικος
διαδίκτυα	=	διαδίκτυο
διαδίκτυο	noun	ένα διεθνές δίκτυο τηλεπικοινωνιών που συνδέει ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω του πρωτοκόλλου IP. Υποστηρίζει κυρίως τη μετάδοση ιστοσελίδων (webpage), ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) και αρχείων.
διαδίκτυου	=	διαδίκτυο
διαδίκτυων	=	διαδίκτυο
διαδίκων	noun	γενική πληθυντικού του διάδικος
διαδίνομαι	verb|rare	άλλη μορφή του διαδίδομαι
διαδίνω	verb|rare	άλλη μορφή του διαδίδω
διαδεγμένος	=	διαδέχομαι
διαδεδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδεδομένο
διαδεδομένε	verb	κλητική ενικού του διαδεδομένος
διαδεδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδεδομένη
διαδεδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδεδομένος
διαδεδομένης	verb	γενική ενικού του διαδεδομένη
διαδεδομένο	verb	αιτιατική ενικού του διαδεδομένος
διαδεδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδεδομένος
διαδεδομένος	=	διαδίδω
διαδεδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαδεδομένος
διαδεδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαδεδομένος
διαδεδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαδεδομένος
διαδερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδερμικό
διαδερμικέ	adj	κλητική ενικού του διαδερμικός
διαδερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδερμική
διαδερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδερμικός
διαδερμικής	adj	γενική ενικού του διαδερμική
διαδερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδερμικός
διαδερμικού	adj	γενική ενικού του διαδερμικός
διαδερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδερμικός
διαδερμικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδερμικός
διαδερμικός	adj	που γίνεται μέσω ή διαμέσου του δέρματος
διαδερμικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδερμικός
διαδετών	=	διαδέτης
διαδεχθέν	=	διαδεχθείς
διαδεχθέντα	=	διαδεχθείς
διαδεχθέντες	=	διαδεχθείς
διαδεχθέντος	=	διαδεχθείς
διαδεχθέντων	=	διαδεχθείς
διαδεχθήκαμε	=	διαδέχομαι
διαδεχθήκαν	=	διαδέχομαι
διαδεχθήκανε	=	διαδέχομαι
διαδεχθήκατε	=	διαδέχομαι
διαδεχθεί	=	διαδέχομαι
διαδεχθείς	verb|formal	μετοχή αορίστου (διαδέχθηκα) του παθητικού ρήματος διαδέχομαι: εκείνος που διαδέχτηκε κάποιον άλλο, ο διάδοχος
διαδεχθείσα	=	διαδεχθείς
διαδεχθείσας	=	διαδεχθείς
διαδεχθείσες	=	διαδεχθείς
διαδεχθείσης	=	διαδεχθείς
διαδεχθείτε	=	διαδέχομαι
διαδεχθεισών	=	διαδεχθείς
διαδεχθούμε	=	διαδέχομαι
διαδεχθούν	=	διαδέχομαι
διαδεχθούνε	=	διαδέχομαι
διαδεχθώ	=	διαδέχομαι
διαδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτήκαν	=	διαδέχομαι
διαδεχτήκανε	=	διαδέχομαι
διαδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχτούνε	=	διαδέχομαι
διαδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδέχομαι
διαδεχόμασταν	=	διαδέχομαι
διαδεχόμαστε	=	διαδέχομαι
διαδεχόμενος	=	διαδέχομαι
διαδεχόμουν	=	διαδέχομαι
διαδεχόμουνα	=	διαδέχομαι
διαδεχόντουσαν	=	διαδέχομαι
διαδεχόσασταν	=	διαδέχομαι
διαδεχόσαστε	=	διαδέχομαι
διαδεχόσουν	=	διαδέχομαι
διαδεχόσουνα	=	διαδέχομαι
διαδεχόταν	=	διαδέχομαι
διαδεχότανε	=	διαδέχομαι
διαδηλωθήκαμε	=	διαδηλώνω
διαδηλωθήκαν	=	διαδηλώνω
διαδηλωθήκανε	=	διαδηλώνω
διαδηλωθήκατε	=	διαδηλώνω
διαδηλωθεί	=	διαδηλώνω
διαδηλωθείς	=	διαδηλώνω
διαδηλωθείτε	=	διαδηλώνω
διαδηλωθούμε	=	διαδηλώνω
διαδηλωθούν	=	διαδηλώνω
διαδηλωθούνε	=	διαδηλώνω
διαδηλωθώ	=	διαδηλώνω
διαδηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδηλωμένο
διαδηλωμένε	verb	κλητική ενικού του διαδηλωμένος
διαδηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδηλωμένη
διαδηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδηλωμένος
διαδηλωμένης	verb	γενική ενικού του διαδηλωμένη
διαδηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαδηλωμένος
διαδηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδηλωμένος
διαδηλωμένος	verb	που έχει διαδηλωθεί
διαδηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαδηλωμένος
διαδηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαδηλωμένος
διαδηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαδηλωμένος
διαδηλωνόμασταν	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόμαστε	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόμουν	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόμουνα	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόντουσαν	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόσασταν	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόσαστε	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόσουν	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόσουνα	=	διαδηλώνω
διαδηλωνόταν	=	διαδηλώνω
διαδηλωνότανε	=	διαδηλώνω
διαδηλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδηλωτής
διαδηλωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαδηλωτής
διαδηλωτής	noun	αυτός που συμμετέχει σε μια διαδήλωση
διαδηλωτριών	noun	γενική πληθυντικού του διαδηλώτρια
διαδηλωτών	noun	γενική πληθυντικού του διαδηλωτής
διαδηλώθηκα	=	διαδηλώνω
διαδηλώθηκαν	=	διαδηλώνω
διαδηλώθηκε	=	διαδηλώνω
διαδηλώθηκες	=	διαδηλώνω
διαδηλώναμε	=	διαδηλώνω
διαδηλώναν	=	διαδηλώνω
διαδηλώνανε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνατε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνει	=	διαδηλώνω
διαδηλώνεις	=	διαδηλώνω
διαδηλώνεσαι	=	διαδηλώνω
διαδηλώνεστε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνεται	=	διαδηλώνω
διαδηλώνετε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνομαι	=	διαδηλώνω
διαδηλώνομε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνονται	=	διαδηλώνω
διαδηλώνονταν	=	διαδηλώνω
διαδηλώνοντας	=	διαδηλώνω
διαδηλώνουμε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνουν	=	διαδηλώνω
διαδηλώνουνε	=	διαδηλώνω
διαδηλώνω	verb	δημοσιοποιώ τη στάση μου ή τα συναισθήματά μου σε σχέση με κάτι
διαδηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσαν	=	διαδηλώνω
διαδηλώσανε	=	διαδηλώνω
διαδηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδήλωση
διαδηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαδήλωση
διαδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαδήλωση
διαδηλώσομε	=	διαδηλώνω
διαδηλώσου	=	διαδηλώνω
διαδηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσουνε	=	διαδηλώνω
διαδηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδηλώνω
διαδηλώτρια	noun	διαδηλωτής
διαδηλώτριας	noun	γενική ενικού του διαδηλώτρια
διαδηλώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδηλώτρια
διαδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάδημα
διαδημοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδημοτικό
διαδημοτικέ	adj	κλητική ενικού του διαδημοτικός
διαδημοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδημοτική
διαδημοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδημοτικός
διαδημοτικής	adj	γενική ενικού του διαδημοτική
διαδημοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδημοτικός
διαδημοτικού	adj	γενική ενικού του διαδημοτικός
διαδημοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδημοτικός
διαδημοτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδημοτικός
διαδημοτικός	adj	που γίνεται μεταξύ δήμων
διαδημοτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδημοτικός
διαδιδόμασταν	=	διαδίδω
διαδιδόμαστε	=	διαδίδω
διαδιδόμουν	=	διαδίδω
διαδιδόμουνα	=	διαδίδω
διαδιδόντουσαν	=	διαδίδω
διαδιδόσασταν	=	διαδίδω
διαδιδόσαστε	=	διαδίδω
διαδιδόσουν	=	διαδίδω
διαδιδόσουνα	=	διαδίδω
διαδιδόταν	=	διαδίδω
διαδιδότανε	=	διαδίδω
διαδιεργασιακά	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακέ	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακές	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακή	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακής	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακοί	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακού	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακούς	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακό	=	διαδιεργασιακός
διαδιεργασιακός	adj	οτιδήποτε συμβαίνει μεταξύ διεργασιών
διαδιεργασιακών	=	διαδιεργασιακός
διαδικασία	noun	σύνολο ενεργειών με καθορισμένη τάξη που αφορούν σε κάποιο σκοπό
διαδικασίας	noun	γενική ενικού του διαδικασία
διαδικασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικασία
διαδικασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαδικασιακός	adv	με διαδικασιακό τρόπο
διαδικασιακέ	=	διαδικασιακός
διαδικασιακές	=	διαδικασιακός
διαδικασιακή	=	διαδικασιακός
διαδικασιακής	=	διαδικασιακός
διαδικασιακοί	=	διαδικασιακός
διαδικασιακού	=	διαδικασιακός
διαδικασιακούς	=	διαδικασιακός
διαδικασιακό	=	διαδικασιακός
διαδικασιακός	adj	άλλη μορφή του διαδικαστικός
διαδικασιακών	=	διαδικασιακός
διαδικασιών	noun	γενική πληθυντικού του διαδικασία
διαδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικαστικό
διαδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του διαδικαστικός
διαδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικαστική
διαδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδικαστικός
διαδικαστικής	adj	γενική ενικού του διαδικαστική
διαδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδικαστικός
διαδικαστικού	adj	γενική ενικού του διαδικαστικός
διαδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδικαστικός
διαδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδικαστικός
διαδικαστικός	adj	σχετικός με μια διαδικασία
διαδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδικαστικός
διαδικτυακά	adv	στο διαδίκτυο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαδικτυακός
διαδικτυακέ	adj	κλητική ενικού του διαδικτυακός
διαδικτυακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικτυακή
διαδικτυακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδικτυακός
διαδικτυακής	adj	γενική ενικού του διαδικτυακή
διαδικτυακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδικτυακός
διαδικτυακού	adj	γενική ενικού του διαδικτυακός
διαδικτυακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδικτυακός
διαδικτυακό	adj	αιτιατική ενικού του διαδικτυακός
διαδικτυακός	adj	που ανήκει, που αναφέρεται ή που σχετίζεται με το διαδίκτυο
διαδικτυακών	adj	γενική πληθυντικού του διαδικτυακός
διαδικτυογραφία	noun	δικτυογραφία
διαδικτυογραφίας	noun	γενική ενικού του διαδικτυογραφία
διαδικτυογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικτυογραφία
διαδικτυογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του διαδικτυογραφία
διαδικτυωμένα	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένε	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένες	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένη	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένης	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένο	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένοι	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένος	verb	που έχει συνδεθεί με το διαδίκτυο
διαδικτυωμένου	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένους	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυωμένων	=	διαδικτυωμένος
διαδικτυώναμε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώναν	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνανε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνατε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνει	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνεις	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνετε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνοντας	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνουμε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνουν	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνουνε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώνω	verb	συνδέω πρόσωπα, δραστηριότητες ή δομές μέσω του διαδικτύου, εντάσσοντάς τα σε ένα ψηφιακό δίκτυο επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης ή λειτουργίας
διαδικτυώσαμε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώσαν	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώσανε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώσατε	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώσει	=	διαδικτυώνω
διαδικτυώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδικτύωση
διαδικτυώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαδικτύωση
διαδικτυώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαδικτύωση
διαδικτυώστε	=	διαδικτυώνω
διαδικτύου	noun	γενική ενικού του διαδίκτυο
διαδικτύων	=	διαδίκτυο
διαδικτύωνα	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωναν	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωνε	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωνες	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωσα	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωσαν	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωσε	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωσες	=	διαδικτυώνω
διαδικτύωση	noun	η διασύνδεση υπολογιστών ή ψηφιακών συστημάτων με διάφορους τρόπους, ώστε να διαμοιράζονται οι πόροι και οι υπηρεσίες τους
διαδικτύωσης	noun	γενική ενικού του διαδικτύωση
διαδογματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδογματικό
διαδογματικέ	adj	κλητική ενικού του διαδογματικός
διαδογματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδογματική
διαδογματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδογματικός
διαδογματικής	adj	γενική ενικού του διαδογματική
διαδογματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδογματικός
διαδογματικού	adj	γενική ενικού του διαδογματικός
διαδογματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδογματικός
διαδογματικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδογματικός
διαδογματικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδογματικός
διαδοθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθήκαν	=	διαδίδω
διαδοθήκανε	=	διαδίδω
διαδοθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδοκίδα	noun	τραβέρσα
διαδοκίδας	=	διαδοκίδα
διαδοκίδες	=	διαδοκίδα
διαδοκίδων	=	διαδοκίδα
διαδομένος	=	διαδίδω
διαδοσία	=	διαδοσίας
διαδοσίας	noun	αυτός που διαδίδει (ανυπόστατες ή ψευδείς) διαδόσεις ή φήμες
διαδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδοσίας
διαδοσιών	=	διαδοσίας
διαδοτών	=	διαδότης
διαδοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδοχή
διαδοχή	noun	η ενέργεια του διαδέχομαι
διαδοχής	=	διαδοχή
διαδοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδοχικό	adv	κατά τρόπο διαδοχικό
διαδοχικέ	adj	κλητική ενικού του διαδοχικός
διαδοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδοχική
διαδοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδοχικός
διαδοχικής	adj	γενική ενικού του διαδοχική
διαδοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδοχικός
διαδοχικοτήτων	=	διαδοχικότητα
διαδοχικού	adj	γενική ενικού του διαδοχικός
διαδοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδοχικός
διαδοχικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδοχικός
διαδοχικός	adj	για μια σειρά στοιχείων (πραγμάτων, ενεργειών, καταστάσεων) όπου το ένα ακολουθεί, διαδέχεται το άλλο
διαδοχικότης	noun	η διαδοχικότητα
διαδοχικότητα	noun	το να είναι κάποιος διαδοχικός με κάποιον άλλο, η ιδιότητα του διαδοχικού
διαδοχικότητας	noun	γενική ενικού του διαδοχικότητα
διαδοχικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδοχικότητα
διαδοχικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδοχικός
διαδοχικώς	adv|dated	διαδοχικά
διαδοχολογία	noun	παρασκηνιακές συζητήσεις και διαβουλεύσεις για τη διαδοχή κάποιου στο αξίωμα που κατέχει
διαδοχολογίας	=	διαδοχολογία
διαδοχολογίες	=	διαδοχολογία
διαδοχολογιών	=	διαδοχολογία
διαδοχών	=	διαδοχή
διαδπ	abbrev	διεύθυνση του ελληνικού Υπουργείου Εσωτερικών η οποία έχει στόχο την απλούστευση διαδικασιών των δημοσίων φορέων
διαδράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάδραση
διαδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάδραση
διαδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάδραση
διαδραμάτιζα	=	διαδραματίζω
διαδραμάτιζαν	=	διαδραματίζω
διαδραμάτιζε	=	διαδραματίζω
διαδραμάτιζες	=	διαδραματίζω
διαδραμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραμάτιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαδραματίζω
διαδραμάτισης	=	διαδραμάτιση
διαδραματίζαμε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζαν	=	διαδραματίζω
διαδραματίζανε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζατε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζει	=	διαδραματίζω
διαδραματίζεις	=	διαδραματίζω
διαδραματίζεσαι	=	διαδραματίζω
διαδραματίζεστε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζεται	verb	συμβαίνει, εξελίσσεται
διαδραματίζετε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζομαι	verb	για γεγονός-πλοκή που εξελίσσεται-συμβαίνει
διαδραματίζομε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζονται	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος διαδραματίζεται
διαδραματίζονταν	=	διαδραματίζω
διαδραματίζοντας	=	διαδραματίζω
διαδραματίζουμε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζουν	=	διαδραματίζω
διαδραματίζουνε	=	διαδραματίζω
διαδραματίζω	verb	έχω ένα ρόλο, συμμετοχή, σε μια υπόθεση, εξέλιξη, γεγονός
διαδραματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσαν	=	διαδραματίζω
διαδραματίσανε	=	διαδραματίζω
διαδραματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσεων	=	διαδραμάτιση
διαδραματίσομε	=	διαδραματίζω
διαδραματίσου	=	διαδραματίζω
διαδραματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίσουνε	=	διαδραματίζω
διαδραματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματίστηκα	=	διαδραματίζω
διαδραματίστηκαν	=	διαδραματίζω
διαδραματίστηκε	=	διαδραματίζεται
διαδραματίστηκες	=	διαδραματίζω
διαδραματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζω
διαδραματιζόμασταν	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόμαστε	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόμουν	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόμουνα	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόντουσαν	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόσασταν	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόσαστε	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόσουν	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόσουνα	=	διαδραματίζω
διαδραματιζόταν	=	διαδραματίζεται
διαδραματιζότανε	=	διαδραματίζω
διαδραματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδραματισμένο
διαδραματισμένε	verb	κλητική ενικού του διαδραματισμένος
διαδραματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδραματισμένη
διαδραματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδραματισμένος
διαδραματισμένης	verb	γενική ενικού του διαδραματισμένη
διαδραματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαδραματισμένος
διαδραματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδραματισμένος
διαδραματισμένος	verb	που έχει διαδραματιστεί
διαδραματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαδραματισμένος
διαδραματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαδραματισμένος
διαδραματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαδραματισμένος
διαδραματιστήκαμε	=	διαδραματίζω
διαδραματιστήκαν	=	διαδραματίζω
διαδραματιστήκανε	=	διαδραματίζω
διαδραματιστήκατε	=	διαδραματίζω
διαδραματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαδραματίζεται
διαδραματιστείς	=	διαδραματίζω
διαδραματιστείτε	=	διαδραματίζω
διαδραματιστούμε	=	διαδραματίζω
διαδραματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδραματίζεται
διαδραματιστούνε	=	διαδραματίζω
διαδραματιστώ	=	διαδραματίζω
διαδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδραστικό	adv	με διαδραστικό τρόπο
διαδραστικέ	adj	κλητική ενικού του διαδραστικός
διαδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδραστική
διαδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδραστικός
διαδραστικής	adj	γενική ενικού του διαδραστική
διαδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδραστικός
διαδραστικοτήτων	=	διαδραστικότητα
διαδραστικού	adj	γενική ενικού του διαδραστικός
διαδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδραστικός
διαδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδραστικός
διαδραστικός	adj	για συσκευή, τεχνολογία, μέσο που επιτρέπει αμφίδρομη επικοινωνία και περιλαμβάνει ανθρώπινους χειριστές, οι οποίοι αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον της προσομοίωσης
διαδραστικότητα	noun	η δυνατότητα ενός μέσου να δέχεται αμφίδρομη επικοινωνία
διαδραστικότητας	=	διαδραστικότητα
διαδραστικότητες	=	διαδραστικότητα
διαδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδραστικός
διαδριατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδριατικό
διαδριατικέ	adj	κλητική ενικού του διαδριατικός
διαδριατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδριατική
διαδριατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαδριατικός
διαδριατικής	adj	γενική ενικού του διαδριατική
διαδριατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαδριατικός
διαδριατικού	adj	γενική ενικού του διαδριατικός
διαδριατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαδριατικός
διαδριατικό	adj	αιτιατική ενικού του διαδριατικός
διαδριατικός	adj	που περνάει την Αδριατική
διαδριατικών	adj	γενική πληθυντικού του διαδριατικός
διαδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαδρομή
διαδρομή	noun	το σύνολο των σημείων που περνάει κάποιος πηγαίνοντας από ένα σημείο σε ένα άλλο
διαδρομής	=	διαδρομή
διαδρομιστές	=	διαδρομιστής
διαδρομιστή	=	διαδρομιστής
διαδρομιστής	noun|vulgar	άτομο που κινείται στους διαδρόμους, τους προθαλάμους και στα παρασκήνια της εξουσίας επηρεάζοντας ή απλώς συλλέγοντας πληροφορίες και επιδιώκοντας επωφελείς γνωριμίες
διαδρομιστών	=	διαδρομιστής
διαδρομών	=	διαδρομή
διαδρόμου	=	διάδρομος
διαδρόμους	=	διάδρομος
διαδρόμων	=	διάδρομος
διαδρώ	verb|formal	αλληλεπιδρώ
διαδόθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδόθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδόθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδόθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
διαδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάδοση
διαδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάδοση
διαδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάδοση
διαδότες	=	διαδότης
διαδότη	=	διαδότης
διαδότης	noun	αυτός που διαδίδει
διαδόχου	=	διάδοχος
διαδόχους	=	διάδοχος
διαδόχων	=	διάδοχος
διαδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσαν	=	διαδίδω
διαδώσανε	=	διαδίδω
διαδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσου	=	διαδίδω
διαδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαδίδω
διαείντα	=	γιάντα
διαειδικά	=	διαειδικός
διαειδικέ	=	διαειδικός
διαειδικές	=	διαειδικός
διαειδική	=	διαειδικός
διαειδικής	=	διαειδικός
διαειδικοί	=	διαειδικός
διαειδικού	=	διαειδικός
διαειδικούς	=	διαειδικός
διαειδικό	=	διαειδικός
διαειδικός	adj	που αφορά σχέση, διαδικασία ή φαινόμενο το οποίο εκδηλώνεται ή λειτουργεί ανάμεσα σε διαφορετικά βιολογικά είδη, χωρίς να περιορίζεται στα όρια ενός μόνο είδους
διαειδικών	=	διαειδικός
διαζάνιο	=	υδραζίνη
διαζίνη	=	υδραζίνη
διαζευγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζευγμένο
διαζευγμένε	verb	κλητική ενικού του διαζευγμένος
διαζευγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζευγμένη
διαζευγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαζευγμένος
διαζευγμένης	verb	γενική ενικού του διαζευγμένη
διαζευγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαζευγμένος
διαζευγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαζευγμένος
διαζευγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου: που έχει πάρει διαζύγιο
διαζευγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαζευγμένος
διαζευγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαζευγμένος
διαζευγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαζευγμένος
διαζευγνύομαι	verb|formal	παίρνω διαζύγιο, χωρίζω
διαζευγνύω	verb|archaic	χωρίζω, διαχωρίζω, διαλύω
διαζευκτήρια	=	διαζευκτήριο
διαζευκτήριο	noun	επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί ότι κάποιοι έχουν πάρει διαζύγιο
διαζευκτήριου	=	διαζευκτήριο
διαζευκτηρίου	=	διαζευκτήριο
διαζευκτηρίων	=	διαζευκτήριο
διαζευκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζευκτικό	adv	κατά διαζευκτικό τρόπο
διαζευκτικέ	adj	κλητική ενικού του διαζευκτικός
διαζευκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζευκτική
διαζευκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαζευκτικός
διαζευκτικής	adj	γενική ενικού του διαζευκτική
διαζευκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαζευκτικός
διαζευκτικοτήτων	=	διαζευκτικότητα
διαζευκτικού	adj	γενική ενικού του διαζευκτικός
διαζευκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαζευκτικός
διαζευκτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαζευκτικός
διαζευκτικός	adj	όταν η υιοθέτηση μιας επιλογής αποκλείει την ισχύ μιας άλλης
διαζευκτικότητα	noun	η ιδιότητα του διαζευκτικού, το να είναι κάποιος διαζευκτικός
διαζευκτικότητας	=	διαζευκτικότητα
διαζευκτικότητες	=	διαζευκτικότητα
διαζευκτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαζευκτικός
διαζευχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζευχτικό	adv	διαζευκτικά
διαζευχτικέ	adj	κλητική ενικού του διαζευχτικός
διαζευχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζευχτική
διαζευχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαζευχτικός
διαζευχτικής	adj	γενική ενικού του διαζευχτική
διαζευχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαζευχτικός
διαζευχτικού	adj	γενική ενικού του διαζευχτικός
διαζευχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαζευχτικός
διαζευχτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαζευχτικός
διαζευχτικός	adj	διαζευκτικός
διαζευχτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαζευχτικός
διαζεύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάζευξη
διαζεύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάζευξη
διαζεύξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάζευξη
διαζεύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζεύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαζευγνύω
διαζυγίου	=	διαζύγιο
διαζυγίων	noun	γενική πληθυντικού του διαζύγιο
διαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάζωμα
διαζύγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαζύγιο
διαζύγιο	noun	η επίσημη διάλυση ενός γάμου
διαζύγιου	=	διαζύγιο
διαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάζωμα
διαζώματος	noun	γενική ενικού του διάζωμα
διαζώνω	verb	δένω κάτι με ζώνη
διαζώτου	noun	γενική ενικού του διάζωτο
διαζώτων	=	διάζωτο
διαθέρμαινα	=	διαθερμαίνω
διαθέρμαιναν	=	διαθερμαίνω
διαθέρμαινε	=	διαθερμαίνω
διαθέρμαινες	=	διαθερμαίνω
διαθέρμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθέρμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθέρμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθέρμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθέρμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαθερμαίνω
διαθέρμανσης	noun	γενική ενικού του διαθέρμανση
διαθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέσαν	=	διαθέτω
διαθέσανε	=	διαθέτω
διαθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάθεση
διαθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάθεση
διαθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάθεση
διαθέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθέσιμο
διαθέσιμε	=	διαθέσιμος
διαθέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθέσιμη
διαθέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθέσιμος
διαθέσιμης	=	διαθέσιμος
διαθέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διαθέσιμος
διαθέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθέσιμος
διαθέσιμος	adj	που μπορεί να διατεθεί, που είναι σε θέση να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί
διαθέσιμου	=	διαθέσιμος
διαθέσιμους	=	διαθέσιμος
διαθέσιμων	=	διαθέσιμος
διαθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθέτω
διαθέταμε	=	διαθέτω
διαθέταν	=	διαθέτω
διαθέτανε	=	διαθέτω
διαθέτατε	=	διαθέτω
διαθέτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαθέτω
διαθέτεις	=	διαθέτω
διαθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθέτης
διαθέτετε	=	διαθέτω
διαθέτη	=	διαθέτης
διαθέτης	noun	αυτός που με διαθήκη (ή άλλο νομικά δεσμευτικό έγγραφο) διαθέτει/παραχωρεί κάτι σε κάποιον
διαθέτομαι	=	διαθέτω
διαθέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαθέτω
διαθέτουμε	=	διαθέτω
διαθέτουν	=	διαθέτω
διαθέτουνε	=	διαθέτω
διαθέτω	verb	έχω, κατέχω
διαθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθήκη
διαθήκη	noun	έγγραφο που περιλαμβάνει τις τελευταίες επιθυμίες κάποιου καθώς και τον τρόπο που επιθυμεί να μοιραστεί η περιουσία του
διαθήκης	=	διαθήκη
διαθεματικά	=	διαθεματικός
διαθεματικέ	=	διαθεματικός
διαθεματικές	=	διαθεματικός
διαθεματική	=	διαθεματικός
διαθεματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαθεματική) του διαθεματικός
διαθεματικοί	=	διαθεματικός
διαθεματικοτήτων	=	διαθεματικότητα
διαθεματικού	=	διαθεματικός
διαθεματικούς	=	διαθεματικός
διαθεματικό	=	διαθεματικός
διαθεματικός	adj|formal	που αφορά τη διαθεματικότητα
διαθεματικότητα	noun	η θεματική (ανά θέματα) προσέγγιση της γνώσης κι όχι ανά συγκεκριμένους επιστημονικούς κλάδους (π.χ. το θέμα «νερό» μπορεί να προσεγγιστεί μέσω της λογοτεχνίας, της φυσικής, της χημείας κ.λπ.)
διαθεματικότητας	=	διαθεματικότητα
διαθεματικότητες	=	διαθεματικότητα
διαθεματικών	=	διαθεματικός
διαθερμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάναν	=	διαθερμαίνω
διαθερμάνανε	=	διαθερμαίνω
διαθερμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθέρμανση
διαθερμάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαθέρμανση
διαθερμάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαθέρμανση
διαθερμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαθερμαίνω
διαθερμία	noun	η αύξηση της θερμοκρασίας σε κάποιο πάσχον μέρος του σώματος ως θεραπευτική πρακτική
διαθερμίας	noun	γενική ενικού του διαθερμία
διαθερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθερμία
διαθερμαίναμε	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίναν	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνανε	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνατε	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνει	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνεις	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνετε	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνοντας	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνουμε	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνουν	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνουνε	=	διαθερμαίνω
διαθερμαίνω	verb	θερμαίνω εντελώς, απ’ άκρη σ’ άκρη, ή διαμέσου κάτι
διαθερμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθερμασμένο
διαθερμασμένε	verb	κλητική ενικού του διαθερμασμένος
διαθερμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθερμασμένη
διαθερμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθερμασμένος
διαθερμασμένης	verb	γενική ενικού του διαθερμασμένη
διαθερμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαθερμασμένος
διαθερμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθερμασμένος
διαθερμασμένος	verb	που έχει διαθερμανθεί τελείως
διαθερμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαθερμασμένος
διαθερμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαθερμασμένος
διαθερμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαθερμασμένος
διαθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθερμικό
διαθερμικέ	adj	κλητική ενικού του διαθερμικός
διαθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθερμική
διαθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθερμικός
διαθερμικής	adj	γενική ενικού του διαθερμική
διαθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθερμικός
διαθερμικού	adj	γενική ενικού του διαθερμικός
διαθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαθερμικός
διαθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του διαθερμικός
διαθερμικός	adj	σχετικός με τη διαθερμία
διαθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του διαθερμικός
διαθερμιών	noun	γενική πληθυντικού του διαθερμία
διαθερμοπηξία	noun	καυτηρίαση με βελόνα κάποιων δερματικών βλαβών
διαθερμοπηξίας	=	διαθερμοπηξία
διαθερμοπηξίες	=	διαθερμοπηξία
διαθερμοπηξιών	=	διαθερμοπηξία
διαθεσιμοτήτων	=	διαθεσιμότητα
διαθεσιμότητα	noun	η κατάσταση κατά την οποία ένας (δημόσιος) υπάλληλος ή στρατιωτικός έχουν απομακρυνθεί προσωρινά από την υπηρεσία τους για διάφορους λόγους
διαθεσιμότητας	noun	γενική ενικού του διαθεσιμότητα
διαθεσιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθεσιμότητα
διαθεσμικά	=	διαθεσμικός
διαθεσμικέ	=	διαθεσμικός
διαθεσμικές	=	διαθεσμικός
διαθεσμική	=	διαθεσμικός
διαθεσμικής	=	διαθεσμικός
διαθεσμικοί	=	διαθεσμικός
διαθεσμικού	=	διαθεσμικός
διαθεσμικούς	=	διαθεσμικός
διαθεσμικό	=	διαθεσμικός
διαθεσμικός	adj|formal	που αφορά ή προκύπτει από τη συνεργασία, την αλληλεπίδραση ή τον συντονισμό περισσότερων του ενός θεσμών, διατηρώντας τον θεσμικό τους ρόλο και την αυτοτέλειά τους
διαθεσμικών	=	διαθεσμικός
διαθεσσαλικά	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικέ	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικές	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλική	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαθεσσαλική) του διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικοί	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικού	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικούς	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικό	=	διαθεσσαλικός
διαθεσσαλικός	adj	που δηλώνει αλληλεπίδραση, αμοιβαιότητα ή κίνηση μεταξύ πολλών θεσσαλικών πόλεων ή τόπων ή τις αφορά
διαθεσσαλικών	=	διαθεσσαλικός
διαθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθετικό
διαθετικέ	adj	κλητική ενικού του διαθετικός
διαθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθετική
διαθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθετικός
διαθετικής	adj	γενική ενικού του διαθετική
διαθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθετικός
διαθετικού	adj	γενική ενικού του διαθετικός
διαθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαθετικός
διαθετικό	adj	αιτιατική ενικού του διαθετικός
διαθετικός	adj	θυμικός, συναισθηματικός (-ή, -ό), που αναφέρεται ή επιδρά στο/αφορά ή επηρεάζει το συναίσθημα, που αφορά εγκεφαλικούς συναισθηματικούς μηχανισμούς/διεργασίες, που αφορά το μεταιχμιακό σύστημα
διαθετικών	adj	γενική πληθυντικού του διαθετικός
διαθετών	=	διαθέτης
διαθηκώα	=	διαθηκώος
διαθηκώας	=	διαθηκώος
διαθηκώε	=	διαθηκώος
διαθηκώες	=	διαθηκώος
διαθηκών	=	διαθήκη
διαθηκώο	=	διαθηκώος
διαθηκώοι	=	διαθηκώος
διαθηκώος	adj|formal	που έχει σχέση με διαθήκη ή αναφέρεται σ' αυτή
διαθηκώου	=	διαθηκώος
διαθηκώους	=	διαθηκώος
διαθηκώων	=	διαθηκώος
διαθλά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαθλώ
διαθλάς	=	διαθλώ
διαθλάσαι	=	διαθλώ
διαθλάσαμε	=	διαθλώ
διαθλάσαν	=	διαθλώ
διαθλάσανε	=	διαθλώ
διαθλάσατε	=	διαθλώ
διαθλάσει	=	διαθλώ
διαθλάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάθλαση
διαθλάσετε	=	διαθλώ
διαθλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάθλαση
διαθλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάθλαση
διαθλάσθε	=	διαθλώ
διαθλάσου	=	διαθλώ
διαθλάσουμε	=	διαθλώ
διαθλάσουν	=	διαθλώ
διαθλάσουνε	=	διαθλώ
διαθλάστε	=	διαθλώ
διαθλάστηκα	=	διαθλώ
διαθλάστηκαν	=	διαθλώ
διαθλάστηκε	=	διαθλώ
διαθλάστηκες	=	διαθλώ
διαθλάσω	=	διαθλώ
διαθλάται	=	διαθλώ
διαθλάτε	=	διαθλώ
διαθλάτο	=	διαθλώ
διαθλασίμετρα	=	διαθλασίμετρο
διαθλασίμετρο	noun	όργανο μέτρησης της απόκλισης του φωτός το οποίο περνά μέσα από υγρό, καθώς αυτό προσπίπτει στην επιφάνειά του (για αναλύσεις της ποιότητας και περιεκτικότητας του μελιού, κρασιού κ.ά.)
διαθλασίμετρου	=	διαθλασίμετρο
διαθλασίμετρων	=	διαθλασίμετρο
διαθλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθλασμένο
διαθλασμένε	verb	κλητική ενικού του διαθλασμένος
διαθλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθλασμένη
διαθλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθλασμένος
διαθλασμένης	verb	γενική ενικού του διαθλασμένη
διαθλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαθλασμένος
διαθλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθλασμένος
διαθλασμένος	verb	που διαθλάστηκε
διαθλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαθλασμένος
διαθλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαθλασμένος
διαθλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαθλασμένος
διαθλαστήκαμε	=	διαθλώ
διαθλαστήκαν	=	διαθλώ
διαθλαστήκανε	=	διαθλώ
διαθλαστήκατε	=	διαθλώ
διαθλαστεί	=	διαθλώ
διαθλαστείς	=	διαθλώ
διαθλαστείτε	=	διαθλώ
διαθλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθλαστικό
διαθλαστικέ	adj	κλητική ενικού του διαθλαστικός
διαθλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθλαστική
διαθλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθλαστικός
διαθλαστικής	adj	γενική ενικού του διαθλαστική
διαθλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθλαστικός
διαθλαστικοτήτων	=	διαθλαστικότητα
διαθλαστικού	adj	γενική ενικού του διαθλαστικός
διαθλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαθλαστικός
διαθλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαθλαστικός
διαθλαστικός	adj	αυτός που μπορεί να προκαλέσει διάθλαση ή να προκύψει με τη διάθλαση
διαθλαστικότητα	noun	η ιδιότητα που έχει ο διαθλαστικός
διαθλαστικότητας	noun	γενική ενικού του διαθλαστικότητα
διαθλαστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθλαστικότητα
διαθλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαθλαστικός
διαθλαστούμε	=	διαθλώ
διαθλαστούν	=	διαθλώ
διαθλαστούνε	=	διαθλώ
διαθλαστώ	=	διαθλώ
διαθλούμε	=	διαθλώ
διαθλούν	=	διαθλώ
διαθλούνε	=	διαθλώ
διαθλούσα	=	διαθλώ
διαθλούσαμε	=	διαθλώ
διαθλούσαν	=	διαθλώ
διαθλούσανε	=	διαθλώ
διαθλούσατε	=	διαθλώ
διαθλούσε	=	διαθλώ
διαθλούσες	=	διαθλώ
διαθλόμαστε	=	διαθλώ
διαθλώ	verb	σπάζω σε δύο σημεία, χωρίζω στη μέση
διαθλώμαι	=	διαθλώ
διαθλώμενος	=	διαθλώ
διαθλώνται	=	διαθλώ
διαθλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαθλώ
διαθλώντο	=	διαθλώ
διαθρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψαν	=	διατρέφω
διαθρέψανε	=	διατρέφω
διαθρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψομε	=	διατρέφω
διαθρέψου	=	διατρέφομαι
διαθρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρέψουνε	=	διατρέφω
διαθρέψτε	=	διατρέφω
διαθρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέφω
διαθρεπτικός	adj|rare	άλλη μορφή του διατροφικός
διαθρησκειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθρησκειακό
διαθρησκειακέ	adj	κλητική ενικού του διαθρησκειακός
διαθρησκειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθρησκειακή
διαθρησκειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθρησκειακός
διαθρησκειακής	adj	γενική ενικού του διαθρησκειακή
διαθρησκειακο	=	διαθρησκειακός
διαθρησκειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθρησκειακός
διαθρησκειακού	adj	γενική ενικού του διαθρησκειακός
διαθρησκειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαθρησκειακός
διαθρησκειακό	adj	αιτιατική ενικού του διαθρησκειακός
διαθρησκειακός	adj	που συμβαίνει ανάμεσα σε ή μεταξύ δύο ή περισσότερων θρησκειών
διαθρησκειακών	adj	γενική πληθυντικού του διαθρησκειακός
διαθρυλήσαμε	=	διαθρυλώ
διαθρυλήσαν	=	διαθρυλώ
διαθρυλήσανε	=	διαθρυλώ
διαθρυλήσατε	=	διαθρυλώ
διαθρυλήσει	=	διαθρυλώ
διαθρυλήστε	=	διαθρυλώ
διαθρυλεί	=	διαθρυλώ
διαθρυλείς	=	διαθρυλώ
διαθρυλείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του διαθρυλώ
διαθρυλείτε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούμε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούν	=	διαθρυλώ
διαθρυλούνε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσα	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσαμε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσαν	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσανε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσατε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσε	=	διαθρυλώ
διαθρυλούσες	=	διαθρυλώ
διαθρυλώ	verb|archaic	διαλαλώ, διατυμπανίζω
διαθρυλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαθρυλώ
διαθρύλει	=	διαθρυλώ
διαθρύλησα	=	διαθρυλώ
διαθρύλησαν	=	διαθρυλώ
διαθρύλησε	=	διαθρυλώ
διαθρύλησες	=	διαθρυλώ
διαθωρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθωρακικό
διαθωρακικέ	adj	κλητική ενικού του διαθωρακικός
διαθωρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαθωρακική
διαθωρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαθωρακικός
διαθωρακικής	adj	γενική ενικού του διαθωρακική
διαθωρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαθωρακικός
διαθωρακικού	adj	γενική ενικού του διαθωρακικός
διαθωρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαθωρακικός
διαθωρακικό	adj	αιτιατική ενικού του διαθωρακικός
διαθωρακικός	adj	που αφορά όλη την έκταση του θώρακα ή εφαρμόζεται σ’ αυτή την περιοχή
διαθωρακικών	adj	γενική πληθυντικού του διαθωρακικός
διαιθυλαιθέρα	=	διαιθυλαιθέρας
διαιθυλαιθέρας	noun	οργανική ένωση (αιθέρας) με χημικό τύπο C₄H₁₀O και σύντομο συντακτικό τύπο CH₃CH₂OCH₂CH₃, που γράφεται επίσης συντομογραφικά Et₂O
διαιθυλαιθέρες	=	διαιθυλαιθέρας
διαιθυλαιθέρων	=	διαιθυλαιθέρας
διαιρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσαν	=	διαιρώ
διαιρέσανε	=	διαιρώ
διαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαίρεση
διαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαίρεση
διαιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαίρεση
διαιρέσιμα	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμε	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμες	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμη	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμης	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμο	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμοι	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμος	adj	που μπορεί να διαιρεθεί
διαιρέσιμου	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμους	=	διαιρέσιμος
διαιρέσιμων	=	διαιρέσιμος
διαιρέσου	=	διαιρώ
διαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσουνε	=	διαιρώ
διαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρώ
διαιρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρέτης
διαιρέτη	=	διαιρέτης
διαιρέτης	noun	σε κλασματική παράσταση, ο παρονομαστής του κλάσματος
διαιρεί	=	διαιρώ
διαιρείς	=	διαιρώ
διαιρείσαι	=	διαιρώ
διαιρείστε	=	διαιρώ
διαιρείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαιρούμαι
διαιρείτε	=	διαιρώ
διαιρείτο	=	διαιρώ
διαιρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθήκαν	=	διαιρώ
διαιρεθήκανε	=	διαιρώ
διαιρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεθούνε	=	διαιρώ
διαιρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιρούμαι
διαιρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρεμένο
διαιρεμένε	verb	κλητική ενικού του διαιρεμένος
διαιρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρεμένη
διαιρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαιρεμένος
διαιρεμένης	verb	γενική ενικού του διαιρεμένη
διαιρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαιρεμένος
διαιρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιρεμένος
διαιρεμένος	verb	που έχει διαιρεθεί
διαιρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαιρεμένος
διαιρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαιρεμένος
διαιρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαιρεμένος
διαιρετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρετό
διαιρετέ	adj	κλητική ενικού του διαιρετός
διαιρετέα	=	διαιρετέος
διαιρετέας	=	διαιρετέος
διαιρετέε	=	διαιρετέος
διαιρετέες	=	διαιρετέος
διαιρετέο	=	διαιρετέος
διαιρετέοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρετέος
διαιρετέος	noun	ο αριθμητής του κλάσματος, ο αριθμός ο οποίος πρόκειται να διαιρεθεί με τον παρονομαστή ή διαιρέτη	adj	που πρέπει να διαιρεθεί
διαιρετέου	=	διαιρετέος
διαιρετέους	=	διαιρετέος
διαιρετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρετή
διαιρετέων	=	διαιρετέος
διαιρετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαιρετός
διαιρετής	adj	γενική ενικού του διαιρετή
διαιρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρετικό
διαιρετικέ	adj	κλητική ενικού του διαιρετικός
διαιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρετική
διαιρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαιρετικός
διαιρετικής	adj	γενική ενικού του διαιρετική
διαιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιρετικός
διαιρετικού	adj	γενική ενικού του διαιρετικός
διαιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαιρετικός
διαιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του διαιρετικός
διαιρετικός	adj	που προκαλεί μια διαίρεση
διαιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του διαιρετικός
διαιρετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιρετός
διαιρετοτήτων	=	διαιρετότητα
διαιρετού	adj	γενική ενικού του διαιρετός
διαιρετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαιρετός
διαιρετό	adj	αιτιατική ενικού του διαιρετός
διαιρετός	adj	που μπορεί να διαιρεθεί από κάποιον άλλο χωρίς να αφήσει υπόλοιπο
διαιρετότητα	noun	η ιδιότητα του διαιρετού, αυτού που μπορεί να διαιρεθεί
διαιρετότητας	noun	γενική ενικού του διαιρετότητα
διαιρετότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιρετότητα
διαιρετών	adj	γενική πληθυντικού του διαιρετός
διαιρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαιρώ
διαιρούμασταν	=	διαιρώ
διαιρούμαστε	=	διαιρώ
διαιρούμε	=	διαιρώ
διαιρούμενος	=	διαιρούμαι
διαιρούμουν	=	διαιρώ
διαιρούμουνα	=	διαιρώ
διαιρούν	=	διαιρώ
διαιρούνε	=	διαιρώ
διαιρούνται	=	διαιρώ
διαιρούνταν	=	διαιρώ
διαιρούντο	=	διαιρώ
διαιρούσα	=	διαιρώ
διαιρούσαμε	=	διαιρώ
διαιρούσαν	=	διαιρώ
διαιρούσανε	=	διαιρώ
διαιρούσασταν	=	διαιρώ
διαιρούσαστε	=	διαιρώ
διαιρούσατε	=	διαιρώ
διαιρούσε	=	διαιρώ
διαιρούσες	=	διαιρώ
διαιρούσουν	=	διαιρώ
διαιρούσουνα	=	διαιρώ
διαιρώ	verb	χωρίζω κάτι σε μέρη
διαιρώντας	=	διαιρώ
διαισθάνεσαι	=	διαισθάνομαι
διαισθάνεστε	=	διαισθάνομαι
διαισθάνεται	=	διαισθάνομαι
διαισθάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθάνομαι	verb	καταλαβαίνω κάτι διαισθητικά, με τη διαίσθηση
διαισθάνονται	=	διαισθάνομαι
διαισθάνονταν	=	διαισθάνομαι
διαισθάνου	=	διαισθάνομαι
διαισθάνσου	=	διαισθάνομαι
διαισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαίσθηση
διαισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαίσθηση
διαισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαίσθηση
διαισθανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθήκαν	=	διαισθάνομαι
διαισθανθήκανε	=	διαισθάνομαι
διαισθανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθανθούνε	=	διαισθάνομαι
διαισθανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαισθάνομαι
διαισθαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαισθαντικό
διαισθαντικέ	adj	κλητική ενικού του διαισθαντικός
διαισθαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαισθαντική
διαισθαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαισθαντικός
διαισθαντικής	adj	γενική ενικού του διαισθαντική
διαισθαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαισθαντικός
διαισθαντικοτήτων	=	διαισθαντικότητα
διαισθαντικού	adj	γενική ενικού του διαισθαντικός
διαισθαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαισθαντικός
διαισθαντικό	adj	αιτιατική ενικού του διαισθαντικός
διαισθαντικός	adj	που διαισθάνεται
διαισθαντικότητα	noun	η ιδιότητα του διαισθαντικού
διαισθαντικότητας	=	διαισθαντικότητα
διαισθαντικότητες	=	διαισθαντικότητα
διαισθαντικών	adj	γενική πληθυντικού του διαισθαντικός
διαισθανόμασταν	=	διαισθάνομαι
διαισθανόμαστε	=	διαισθάνομαι
διαισθανόμενος	=	διαισθάνομαι
διαισθανόμουν	=	διαισθάνομαι
διαισθανόμουνα	=	διαισθάνομαι
διαισθανόντουσαν	=	διαισθάνομαι
διαισθανόσασταν	=	διαισθάνομαι
διαισθανόσαστε	=	διαισθάνομαι
διαισθανόσουν	=	διαισθάνομαι
διαισθανόσουνα	=	διαισθάνομαι
διαισθανόταν	=	διαισθάνομαι
διαισθανότανε	=	διαισθάνομαι
διαισθησιαρχία	noun	η κυριαρχία της διαίσθησης ως φιλοσοφική θεωρία και πρακτική προσέγγισης της γνώσης και της αλήθειας
διαισθησιαρχίας	noun	γενική ενικού του διαισθησιαρχία
διαισθησιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαισθησιαρχία
διαισθησιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του διαισθησιαρχία
διαισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαισθητικό	adv	με διαισθητικό τρόπο, από διαίσθηση
διαισθητικέ	adj	κλητική ενικού του διαισθητικός
διαισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαισθητική
διαισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαισθητικός
διαισθητικής	adj	γενική ενικού του διαισθητική
διαισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαισθητικός
διαισθητικοτήτων	=	διαισθητικότητα
διαισθητικού	adj	γενική ενικού του διαισθητικός
διαισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαισθητικός
διαισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του διαισθητικός
διαισθητικός	adj	σχετικός με τη διαίσθηση
διαισθητικότητα	noun	το να είναι κάποιος διαισθητικός, να έχει την ιδιότητα ή την ικανότητα της διαίσθησης
διαισθητικότητας	noun	γενική ενικού του διαισθητικότητα
διαισθητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαισθητικότητα
διαισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του διαισθητικός
διαισθητισμέ	noun	κλητική ενικού του διαισθητισμός
διαισθητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαισθητισμός
διαισθητισμού	noun	γενική ενικού του διαισθητισμός
διαισθητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαισθητισμός
διαισθητισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαισθητισμός
διαισθητισμός	noun	η διαισθησιαρχία
διαισθητισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαισθητισμός
διαιτάσαι	=	διαιτώμαι
διαιτάστε	=	διαιτώμαι
διαιτάται	=	διαιτώμαι
διαιτάτο	=	διαιτώμαι
διαιτήτευα	=	διαιτητεύω
διαιτήτευαν	=	διαιτητεύω
διαιτήτευε	=	διαιτητεύω
διαιτήτευες	=	διαιτητεύω
διαιτήτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτήτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτήτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτήτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτήτρια	noun	θηλυκό του διαιτητής
διαιτήτριας	=	διαιτήτρια
διαιτήτριες	=	διαιτήτρια
διαιτησία	noun	το έργο του διαιτητή καθώς και ο τρόπος άσκησης των καθηκόντων του σε συγκεκριμένες περιπτώσεις
διαιτησίας	noun	γενική ενικού του διαιτησία
διαιτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτησία
διαιτησιών	noun	γενική πληθυντικού του διαιτησία
διαιτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτητής
διαιτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαιτητής
διαιτητής	noun	αυτός που επιτηρεί και ρυθμίζει τη διεξαγωγή ενός παιχνιδιού ή ενός αγώνα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εκ των προτέρων τεθεί
διαιτητεύαμε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύαν	=	διαιτητεύω
διαιτητεύανε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύατε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύει	=	διαιτητεύω
διαιτητεύεις	=	διαιτητεύω
διαιτητεύετε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύομε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύοντας	=	διαιτητεύω
διαιτητεύουμε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύουν	=	διαιτητεύω
διαιτητεύουνε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσαν	=	διαιτητεύω
διαιτητεύσανε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσομε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσουνε	=	διαιτητεύω
διαιτητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιτητεύω
διαιτητεύω	verb	είμαι ο διαιτητής σε αθλητική συνάντηση
διαιτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτητικό
διαιτητικέ	adj	κλητική ενικού του διαιτητικός
διαιτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτητική
διαιτητική	noun	η επιστήμη που μελετά τη διατροφή και τις διαιτητικές συνήθειες, όσον αφορά την υγεία ή την αρρώστια ενός ανθρώπου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαιτητικός
διαιτητικής	adj	γενική ενικού του διαιτητική
διαιτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιτητικός
διαιτητικού	adj	γενική ενικού του διαιτητικός
διαιτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαιτητικός
διαιτητικό	adj	αιτιατική ενικού του διαιτητικός
διαιτητικός	adj	σχετικός με τη διαιτησία
διαιτητικών	adj	γενική πληθυντικού του διαιτητικός
διαιτητριών	=	διαιτήτρια
διαιτητών	noun	γενική πληθυντικού του διαιτητής
διαιτολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τη σύσταση, την πρόσληψη και τη ρύθμιση της τροφής σε σχέση με την υγεία, την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσιολογικών ή παθολογικών καταστάσεων του ανθρώπου
διαιτολογίας	=	διαιτολογία
διαιτολογίες	=	διαιτολογία
διαιτολογίου	noun	γενική ενικού του διαιτολόγιο
διαιτολογίων	noun	γενική πληθυντικού του διαιτολόγιο
διαιτολογικά	adv	με διαιτολογικό τρόπο
διαιτολογικέ	=	διαιτολογικός
διαιτολογικές	=	διαιτολογικός
διαιτολογική	=	διαιτολογικός
διαιτολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαιτολογική) του διαιτολογικός
διαιτολογικοί	=	διαιτολογικός
διαιτολογικού	=	διαιτολογικός
διαιτολογικούς	=	διαιτολογικός
διαιτολογικό	=	διαιτολογικός
διαιτολογικός	adj	σχετικός με την διαιτολογία
διαιτολογικών	=	διαιτολογικός
διαιτολογικώς	adv	με διαιτολογικό τρόπο
διαιτολογιών	=	διαιτολογία
διαιτολόγε	noun	κλητική ενικού του διαιτολόγος
διαιτολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτολόγιο
διαιτολόγιο	noun	διαιτητικό πρόγραμμα που καθορίζει τη διατροφή κάποιου για λόγους υγείας, αισθητικής κ.λπ.
διαιτολόγιου	=	διαιτολόγιο
διαιτολόγιων	=	διαιτολόγιο
διαιτολόγο	noun	αιτιατική ενικού του διαιτολόγος
διαιτολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιτολόγος
διαιτολόγος	noun	επιστήμονας που δίνει συμβουλές και οδηγίες για τη δίαιτα και τον τρόπο διατροφής όσων προσφεύγουν στις υπηρεσίες του
διαιτολόγου	noun	γενική ενικού του διαιτολόγος
διαιτολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαιτολόγος
διαιτολόγων	noun	γενική πληθυντικού του διαιτολόγος
διαιτόμαστε	=	διαιτώμαι
διαιτώ	verb	εφαρμόζω σε κάποιον μια ορισμένη δίαιτα
διαιτώμαι	verb	ακολουθώ μια συγκεκριμένη δίαιτα, έναν καθορισμένο τρόπο ζωής και διατροφής
διαιτώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτώμενο
διαιτώμενε	verb	κλητική ενικού του διαιτώμενος
διαιτώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιτώμενη
διαιτώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαιτώμενος
διαιτώμενης	verb	γενική ενικού του διαιτώμενη
διαιτώμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαιτώμενος
διαιτώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιτώμενος
διαιτώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαιτώμαι
διαιτώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαιτώμενος
διαιτώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαιτώμενος
διαιτώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαιτώμενος
διαιτών	noun	γενική πληθυντικού του δίαιτα
διαιτώνται	=	διαιτώμαι
διαιτώντο	=	διαιτώμαι
διαιωνίζαμε	=	διαιωνίζω
διαιωνίζαν	=	διαιωνίζω
διαιωνίζανε	=	διαιωνίζω
διαιωνίζατε	=	διαιωνίζω
διαιωνίζει	=	διαιωνίζω
διαιωνίζεις	=	διαιωνίζω
διαιωνίζετε	=	διαιωνίζω
διαιωνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίζουμε	=	διαιωνίζω
διαιωνίζουν	=	διαιωνίζω
διαιωνίζουνε	=	διαιωνίζω
διαιωνίζω	verb	διατηρώ κάτι (στη μνήμη) για αιώνες, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα
διαιωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίσαν	=	διαιωνίζω
διαιωνίσανε	=	διαιωνίζω
διαιωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιώνιση
διαιωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίσεων	=	διαιώνιση
διαιωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιωνισμένο
διαιωνισμένε	verb	κλητική ενικού του διαιωνισμένος
διαιωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαιωνισμένη
διαιωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαιωνισμένος
διαιωνισμένης	verb	γενική ενικού του διαιωνισμένη
διαιωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαιωνισμένος
διαιωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαιωνισμένος
διαιωνισμένος	verb	που έχει διαρκέσει υπερβολικά πολύ
διαιωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαιωνισμένος
διαιωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαιωνισμένος
διαιωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαιωνισμένος
διαιωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζομαι
διαιώνια	=	διαιώνιος
διαιώνιας	=	διαιώνιος
διαιώνιε	=	διαιώνιος
διαιώνιες	=	διαιώνιος
διαιώνιζα	=	διαιωνίζω
διαιώνιζαν	=	διαιωνίζω
διαιώνιζε	=	διαιωνίζω
διαιώνιζες	=	διαιωνίζω
διαιώνιο	=	διαιώνιος
διαιώνιοι	=	διαιώνιος
διαιώνιος	adj|formal	που υπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα ή για πάντα
διαιώνιου	=	διαιώνιος
διαιώνιους	=	διαιώνιος
διαιώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαιωνίζω
διαιώνιση	noun	η διατήρηση στους αιώνες, για πάντα
διαιώνισης	=	διαιώνιση
διαιώνιων	=	διαιώνιος
διακάτεχε	=	διακατέχω
διακένου	=	διάκενο
διακέντρου	=	διάκεντρος
διακέντρους	=	διάκεντρος
διακέντρων	=	διάκεντρος
διακένων	=	διάκενο
διακήρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακήρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακήρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακήρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακήρυξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διακηρύσσω
διακήρυξης	noun	γενική ενικού του διακήρυξη
διακήρυσσα	=	διακηρύσσω
διακήρυσσαν	=	διακηρύσσω
διακήρυσσε	=	διακηρύσσω
διακήρυσσες	=	διακηρύσσω
διακίνημα	noun|formal	εκτροπή οστού, ελαφρό στραμπούληγμα
διακίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακίνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακινώ
διακίνησης	noun	γενική ενικού του διακίνηση
διακαές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διακαής
διακαή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακαές
διακαής	adj|figurative	πολύ θερμός, πολύ έντονος
διακαείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακαής
διακαθετηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακαθετηριακό
διακαθετηριακέ	adj	κλητική ενικού του διακαθετηριακός
διακαθετηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακαθετηριακή
διακαθετηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακαθετηριακός
διακαθετηριακής	adj	γενική ενικού του διακαθετηριακή
διακαθετηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακαθετηριακός
διακαθετηριακού	adj	γενική ενικού του διακαθετηριακός
διακαθετηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακαθετηριακός
διακαθετηριακό	adj	αιτιατική ενικού του διακαθετηριακός
διακαθετηριακός	adj	που γίνεται μέσω καθετήρα
διακαθετηριακών	adj	γενική πληθυντικού του διακαθετηριακός
διακαιοκρισίας	noun	γενική ενικού του διακαιοκρισία
διακαιοκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακαιοκρισία
διακαιοκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του διακαιοκρισία
διακαιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δικαίωμα
διακαμέ	noun	κλητική ενικού του διακαμός
διακαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακαμός
διακαμού	noun	γενική ενικού του διακαμός
διακαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διακαμός
διακαμό	noun	αιτιατική ενικού του διακαμός
διακαμός	noun|dated	λάμψη που βγαίνει από τη θάλασσα και οφείλεται σε κοπάδια ψαριών ή στη βιοφωταύγεια του πλαγκτού
διακαμών	noun	γενική πληθυντικού του διακαμός
διακαναλικά	=	διακαναλικός
διακαναλικέ	=	διακαναλικός
διακαναλικές	=	διακαναλικός
διακαναλική	=	διακαναλικός
διακαναλικής	=	διακαναλικός
διακαναλικοί	=	διακαναλικός
διακαναλικού	=	διακαναλικός
διακαναλικούς	=	διακαναλικός
διακαναλικό	=	διακαναλικός
διακαναλικός	adj	που μεταδίδεται ταυτόχρονα από δύο ή περισσότερα κανάλια
διακαναλικών	=	διακαναλικός
διακανισσών	=	διακόνισσα
διακανονίζαμε	=	διακανονίζω
διακανονίζαν	=	διακανονίζω
διακανονίζανε	=	διακανονίζω
διακανονίζατε	=	διακανονίζω
διακανονίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διακανονίζω
διακανονίζεις	=	διακανονίζω
διακανονίζετε	=	διακανονίζω
διακανονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακανονίζω
διακανονίζοντας	=	διακανονίζω
διακανονίζουμε	=	διακανονίζω
διακανονίζουν	=	διακανονίζω
διακανονίζουνε	=	διακανονίζω
διακανονίζω	verb	διευθετώ κάποια υπόθεση ακολουθώντας ορισμένους κανόνες
διακανονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσαν	=	διακανονίζω
διακανονίσανε	=	διακανονίζω
διακανονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακανόνιση
διακανονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακανόνιση
διακανονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανονισμέ	noun	κλητική ενικού του διακανονισμός
διακανονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακανονισμένο
διακανονισμένε	verb	κλητική ενικού του διακανονισμένος
διακανονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακανονισμένη
διακανονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακανονισμένος
διακανονισμένης	verb	γενική ενικού του διακανονισμένη
διακανονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακανονισμένος
διακανονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακανονισμένος
διακανονισμένος	verb	που έχει διακανονιστεί
διακανονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακανονισμένος
διακανονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακανονισμένος
διακανονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακανονισμένος
διακανονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακανονισμός
διακανονισμού	noun	γενική ενικού του διακανονισμός
διακανονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διακανονισμός
διακανονισμό	noun	αιτιατική ενικού του διακανονισμός
διακανονισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διακανονίζω
διακανονισμών	noun	γενική πληθυντικού του διακανονισμός
διακανονιστής	noun|rare	κάποιος που διακανονίζει
διακανονιστικά	adv	με διακανονιστικό τρόπο
διακανονιστικέ	adj	κλητική ενικού του διακανονιστικός
διακανονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακανονιστική
διακανονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακανονιστικός
διακανονιστικής	adj	γενική ενικού του διακανονιστική
διακανονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακανονιστικός
διακανονιστικού	adj	γενική ενικού του διακανονιστικός
διακανονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακανονιστικός
διακανονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διακανονιστικός
διακανονιστικός	adj	που διακανονίζει
διακανονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διακανονιστικός
διακανόνιζα	=	διακανονίζω
διακανόνιζαν	=	διακανονίζω
διακανόνιζε	=	διακανονίζω
διακανόνιζες	=	διακανονίζω
διακανόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακανονίζω
διακανόνιση	noun	άλλη μορφή του διακανονισμός
διακανόνισης	noun	γενική ενικού του διακανόνιση
διακαούς	adj	γενική ενικού του διακαής
διακατέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διακατέχω
διακατέχεις	=	διακατέχω
διακατέχεσαι	=	διακατέχω
διακατέχεστε	=	διακατέχω
διακατέχεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διακατέχομαι
διακατέχετε	=	διακατέχω
διακατέχομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακατέχω
διακατέχονται	=	διακατέχω
διακατέχονταν	=	διακατέχω
διακατέχοντας	=	διακατέχω
διακατέχουμε	=	διακατέχω
διακατέχουν	=	διακατέχω
διακατέχουνε	=	διακατέχω
διακατέχω	verb|figurative	καταλαμβάνω την ψυχή κάποιου (για συναισθήματα)
διακατείχα	=	διακατέχω
διακατείχαμε	=	διακατέχω
διακατείχαν	=	διακατέχω
διακατείχανε	=	διακατέχω
διακατείχατε	=	διακατέχω
διακατείχε	=	διακατέχω
διακατείχες	=	διακατέχω
διακατευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακατευθυντικό
διακατευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του διακατευθυντικός
διακατευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακατευθυντική
διακατευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακατευθυντικός
διακατευθυντικής	adj	γενική ενικού του διακατευθυντική
διακατευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακατευθυντικός
διακατευθυντικού	adj	γενική ενικού του διακατευθυντικός
διακατευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακατευθυντικός
διακατευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του διακατευθυντικός
διακατευθυντικός	adj	που κατευθύνει ανάμεσα από κάτι
διακατευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του διακατευθυντικός
διακατεχόμασταν	=	διακατέχω
διακατεχόμαστε	=	διακατέχω
διακατεχόμουν	=	διακατέχω
διακατεχόμουνα	=	διακατέχω
διακατεχόντουσαν	=	διακατέχω
διακατεχόσασταν	=	διακατέχω
διακατεχόσαστε	=	διακατέχω
διακατεχόσουν	=	διακατέχω
διακατεχόσουνα	=	διακατέχω
διακατεχόταν	=	διακατέχω
διακατεχότανε	=	διακατέχω
διακαών	adj	γενική πληθυντικού του διακαής
διακαώς	adv	πολύ έντονα
διακείμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακείμενο
διακείμενε	verb	κλητική ενικού του διακείμενος
διακείμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακείμενη
διακείμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακείμενος
διακείμενης	verb	γενική ενικού του διακείμενη
διακείμενο	verb	αιτιατική ενικού του διακείμενος
διακείμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακείμενος
διακείμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος διάκειμαι
διακείμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακείμενος
διακείμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακείμενος
διακείμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακείμενος
διακειμενικά	=	διακειμενικός
διακειμενικέ	=	διακειμενικός
διακειμενικές	=	διακειμενικός
διακειμενική	=	διακειμενικός
διακειμενικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διακειμενική) του διακειμενικός
διακειμενικοί	=	διακειμενικός
διακειμενικοτήτων	=	διακειμενικότητα
διακειμενικού	=	διακειμενικός
διακειμενικούς	=	διακειμενικός
διακειμενικό	=	διακειμενικός
διακειμενικός	noun	που αφορά περισσότερα του ενός κείμενα και τη μεταξύ τους σχέση
διακειμενικότητα	noun	λογοτεχνική θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε κείμενο σχετίζεται με άλλα κείμενα μέσω αναφορών, παραπομπών, παραφράσεων ή άλλων τρόπων, δημιουργώντας έτσι ένα δίκτυο νοημάτων και συνειρμών, όπως επίσης κάθε κείμενο επηρεάζεται και διαμορφώνεται από προηγούμενα κείμενα
διακειμενικότητας	=	διακειμενικότητα
διακειμενικότητες	=	διακειμενικότητα
διακειμενικών	=	διακειμενικός
διακεκαυμένα	=	διακεκαυμένος
διακεκαυμένε	=	διακεκαυμένος
διακεκαυμένες	=	διακεκαυμένη
διακεκαυμένη	noun	η τροπική ζώνη
διακεκαυμένης	=	διακεκαυμένη
διακεκαυμένο	=	διακεκαυμένος
διακεκαυμένοι	=	διακεκαυμένος
διακεκαυμένος	verb	το μέρος όπου επικρατεί υπερβολική, διάπυρη ζέστη
διακεκαυμένου	=	διακεκαυμένος
διακεκαυμένους	=	διακεκαυμένος
διακεκαυμένων	=	διακεκαυμένη
διακεκομμένα	=	διακεκομμένος
διακεκομμένε	=	διακεκομμένος
διακεκομμένες	=	διακεκομμένος
διακεκομμένη	=	διακεκομμένος
διακεκομμένης	=	διακεκομμένος
διακεκομμένο	=	διακεκομμένος
διακεκομμένοι	=	διακεκομμένος
διακεκομμένος	verb	Που διακόπτεται πολλές φορές, ασυνεχής.
διακεκομμένου	=	διακεκομμένος
διακεκομμένους	=	διακεκομμένος
διακεκομμένων	=	διακεκομμένος
διακεκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακεκριμένο
διακεκριμένε	verb	κλητική ενικού του διακεκριμένος
διακεκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακεκριμένη
διακεκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακεκριμένος
διακεκριμένης	verb	γενική ενικού του διακεκριμένη
διακεκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακεκριμένος
διακεκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακεκριμένος
διακεκριμένος	verb	που έχει διακριθεί σε κάποιον επαγγελματικό, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό τομέα, που ξεχωρίζει για την προσφορά του και έχει αποσπάσει διακρίσεις γι' αυτήν.
διακεκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακεκριμένος
διακεκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακεκριμένος
διακεκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακεκριμένος
διακενομέτρου	=	διακενόμετρο
διακενομέτρων	=	διακενόμετρο
διακενόμετρα	=	διακενόμετρο
διακενόμετρο	noun	εργαλείο για τη μέτρηση του διακένου μεταξύ των ηλεκτροδίων των μπουζί ενός κινητήρα
διακενόμετρου	=	διακενόμετρο
διακενόμετρων	=	διακενόμετρο
διακερκιδικά	=	διακερκιδικός
διακερκιδικέ	=	διακερκιδικός
διακερκιδικές	=	διακερκιδικός
διακερκιδική	=	διακερκιδικός
διακερκιδικής	=	διακερκιδικός
διακερκιδικοί	=	διακερκιδικός
διακερκιδικού	=	διακερκιδικός
διακερκιδικούς	=	διακερκιδικός
διακερκιδικό	=	διακερκιδικός
διακερκιδικός	adj	που διέρχεται από την κερκίδα
διακερκιδικών	=	διακερκιδικός
διακεχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακεχυμένο
διακεχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακεχυμένη
διακεχυμένης	verb	γενική ενικού του διακεχυμένη
διακηρυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακηρυγμένο
διακηρυγμένε	verb	κλητική ενικού του διακηρυγμένος
διακηρυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακηρυγμένη
διακηρυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακηρυγμένος
διακηρυγμένης	verb	γενική ενικού του διακηρυγμένη
διακηρυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακηρυγμένος
διακηρυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακηρυγμένος
διακηρυγμένος	verb	που τον έχουν διακηρύξει
διακηρυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακηρυγμένος
διακηρυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακηρυγμένος
διακηρυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακηρυγμένος
διακηρυκτικά	adv	με διακηρυκτικό τρόπο, διακηρύσσοντας
διακηρυκτικέ	adj	κλητική ενικού του διακηρυκτικός
διακηρυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακηρυκτική
διακηρυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακηρυκτικός
διακηρυκτικής	adj	γενική ενικού του διακηρυκτική
διακηρυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακηρυκτικός
διακηρυκτικού	adj	γενική ενικού του διακηρυκτικός
διακηρυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακηρυκτικός
διακηρυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του διακηρυκτικός
διακηρυκτικός	adj	που έχει σχέση με διακήρυξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
διακηρυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του διακηρυκτικός
διακηρυσσόμασταν	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόμαστε	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόμουν	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόμουνα	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόντουσαν	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόσασταν	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόσαστε	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόσουν	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόσουνα	=	διακηρύσσω
διακηρυσσόταν	=	διακηρύσσω
διακηρυσσότανε	=	διακηρύσσω
διακηρυχτήκαμε	=	διακηρύσσω
διακηρυχτήκαν	=	διακηρύσσω
διακηρυχτήκανε	=	διακηρύσσω
διακηρυχτήκατε	=	διακηρύσσω
διακηρυχτεί	=	διακηρύσσω
διακηρυχτείτε	=	διακηρύσσω
διακηρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξαν	=	διακηρύσσω
διακηρύξανε	=	διακηρύσσω
διακηρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακήρυξη
διακηρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του διακήρυξη
διακηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του διακήρυξη
διακηρύξου	=	διακηρύσσω
διακηρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακηρύττω
διακηρύσσαμε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσαν	=	διακηρύσσω
διακηρύσσανε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσατε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσει	=	διακηρύσσω
διακηρύσσεις	=	διακηρύσσω
διακηρύσσεσαι	=	διακηρύσσω
διακηρύσσεστε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσεται	=	διακηρύσσω
διακηρύσσετε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακηρύσσω
διακηρύσσονται	=	διακηρύσσω
διακηρύσσονταν	=	διακηρύσσω
διακηρύσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διακηρύσσω
διακηρύσσουμε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσουν	=	διακηρύσσω
διακηρύσσουνε	=	διακηρύσσω
διακηρύσσω	verb	κάνω γνωστή σε όλους με τρόπο σαφή και επίσημο μια θέση, άποψη, πίστη, απόφασή μου κλπ· (ιδιαίτερα για ό,τι είναι σχετικό με αξίες, ιδεώδη ή την προσωπική αξιοπρέπεια κάποιου)
διακηρύττω	verb|dated	λόγια μορφή του διακηρύσσω
διακηρύχνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του διακηρύσσω
διακηρύχτηκα	=	διακηρύσσω
διακηρύχτηκαν	=	διακηρύσσω
διακηρύχτηκε	=	διακηρύσσω
διακηρύχτηκες	=	διακηρύσσω
διακινήθηκα	=	διακινώ
διακινήθηκαν	=	διακινώ
διακινήθηκε	=	διακινώ
διακινήθηκες	=	διακινώ
διακινήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακίνημα
διακινήματος	noun	γενική ενικού του διακίνημα
διακινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσαν	=	διακινώ
διακινήσανε	=	διακινώ
διακινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακίνηση
διακινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακίνηση
διακινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακίνηση
διακινήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινήσιμο
διακινήσιμε	adj	κλητική ενικού του διακινήσιμος
διακινήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινήσιμη
διακινήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακινήσιμος
διακινήσιμης	adj	γενική ενικού του διακινήσιμη
διακινήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διακινήσιμος
διακινήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακινήσιμος
διακινήσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να διακινηθεί
διακινήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακινήσιμος
διακινήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακινήσιμος
διακινήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακινήσιμος
διακινήσου	=	διακινώ
διακινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσουνε	=	διακινώ
διακινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινώ
διακινήτρια	noun	θηλυκό του διακινητής
διακινήτριας	noun	γενική ενικού του διακινήτρια
διακινήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινήτρια
διακινδυνέψαμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψατε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψει	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψεις	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψετε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψομε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψου	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψουμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψουν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψουνε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψτε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνέψω	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθήκαμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθήκαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθήκανε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθήκατε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθεί	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθείς	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθείτε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθούμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθούν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθούνε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευθώ	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινδυνευμένο
διακινδυνευμένε	verb	κλητική ενικού του διακινδυνευμένος
διακινδυνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινδυνευμένη
διακινδυνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακινδυνευμένος
διακινδυνευμένης	verb	γενική ενικού του διακινδυνευμένη
διακινδυνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακινδυνευμένος
διακινδυνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακινδυνευμένος
διακινδυνευμένος	verb	που γίνεται με μεγάλο κίνδυνο να αποτύχει
διακινδυνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακινδυνευμένος
διακινδυνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακινδυνευμένος
διακινδυνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακινδυνευμένος
διακινδυνευτήκαμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτήκαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτήκανε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτήκατε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτεί	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτείς	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτείτε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτούμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτούν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτούνε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευτώ	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόμασταν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόμαστε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόμουν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόμουνα	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόντουσαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόσασταν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόσαστε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόσουν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόσουνα	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευόταν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνευότανε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύαμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύανε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύατε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύει	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύεις	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύεσαι	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύεστε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύεται	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύετε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύθηκα	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύθηκαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύθηκε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύθηκες	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύομαι	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύομε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύονται	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύονταν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύοντας	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύουμε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύουν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύουνε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύσανε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινδύνευση
διακινδυνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσεων	=	διακινδύνευση
διακινδυνεύσομε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύσου	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσουνε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδυνεύτηκα	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύτηκαν	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύτηκε	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύτηκες	=	διακινδυνεύω
διακινδυνεύω	verb	βάζω σε κίνδυνο
διακινδύνευα	=	διακινδυνεύω
διακινδύνευαν	=	διακινδυνεύω
διακινδύνευε	=	διακινδυνεύω
διακινδύνευες	=	διακινδυνεύω
διακινδύνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδύνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδύνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδύνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακινδυνεύω
διακινδύνευση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρήματος διακινδυνεύω, η επίδραση της αβεβαιότητας στους στόχους
διακινδύνευσης	=	διακινδύνευση
διακινδύνεψα	=	διακινδυνεύω
διακινδύνεψαν	=	διακινδυνεύω
διακινδύνεψε	=	διακινδυνεύω
διακινδύνεψες	=	διακινδυνεύω
διακινεί	=	διακινώ
διακινείς	=	διακινώ
διακινείσαι	=	διακινώ
διακινείστε	=	διακινώ
διακινείται	=	διακινώ
διακινείτε	=	διακινώ
διακινείτο	=	διακινώ
διακινηθήκαμε	=	διακινώ
διακινηθήκαν	=	διακινώ
διακινηθήκανε	=	διακινώ
διακινηθήκατε	=	διακινώ
διακινηθεί	=	διακινώ
διακινηθείς	=	διακινώ
διακινηθείτε	=	διακινώ
διακινηθούμε	=	διακινώ
διακινηθούν	=	διακινώ
διακινηθούνε	=	διακινώ
διακινηθώ	=	διακινώ
διακινημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διακίνημα
διακινημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινημένο
διακινημένε	verb	κλητική ενικού του διακινημένος
διακινημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινημένη
διακινημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακινημένος
διακινημένης	verb	γενική ενικού του διακινημένη
διακινημένο	verb	αιτιατική ενικού του διακινημένος
διακινημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακινημένος
διακινημένος	verb	που έχει διακινηθεί
διακινημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακινημένος
διακινημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακινημένος
διακινημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακινημένος
διακινητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινητό
διακινητέ	adj	κλητική ενικού του διακινητός
διακινητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινητή
διακινητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακινητός
διακινητής	noun	αυτός που διακινεί εμπορεύματα
διακινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινητικό
διακινητικέ	adj	κλητική ενικού του διακινητικός
διακινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινητική
διακινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακινητικός
διακινητικής	adj	γενική ενικού του διακινητική
διακινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακινητικός
διακινητικού	adj	γενική ενικού του διακινητικός
διακινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακινητικός
διακινητικό	adj	αιτιατική ενικού του διακινητικός
διακινητικός	adj	που έχει σχέση με τη διακίνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διακινητικών	adj	γενική πληθυντικού του διακινητικός
διακινητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακινητός
διακινητού	adj	γενική ενικού του διακινητός
διακινητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακινητός
διακινητριών	noun	γενική πληθυντικού του διακινήτρια
διακινητό	adj	αιτιατική ενικού του διακινητός
διακινητός	adj	που μπορεί να διακινηθεί
διακινητών	adj	γενική πληθυντικού του διακινητός
διακινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακινώ
διακινούμασταν	=	διακινώ
διακινούμαστε	=	διακινώ
διακινούμε	=	διακινώ
διακινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινούμενο
διακινούμενε	verb	κλητική ενικού του διακινούμενος
διακινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακινούμενη
διακινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακινούμενος
διακινούμενης	verb	γενική ενικού του διακινούμενη
διακινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του διακινούμενος
διακινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακινούμενος
διακινούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διακινώ
διακινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακινούμενος
διακινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακινούμενος
διακινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακινούμενος
διακινούμουν	=	διακινώ
διακινούμουνα	=	διακινώ
διακινούν	=	διακινώ
διακινούνε	=	διακινώ
διακινούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διακινούμαι
διακινούνταν	=	διακινώ
διακινούντο	=	διακινώ
διακινούσα	=	διακινώ
διακινούσαμε	=	διακινώ
διακινούσαν	=	διακινώ
διακινούσανε	=	διακινώ
διακινούσασταν	=	διακινώ
διακινούσαστε	=	διακινώ
διακινούσατε	=	διακινώ
διακινούσε	=	διακινώ
διακινούσες	=	διακινώ
διακινούσουν	=	διακινώ
διακινούσουνα	=	διακινώ
διακινώ	verb	μεταφέρω διάφορα πράγματα (π.χ. εμπορεύματα) και τα διανέμω
διακινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διακινώ
διακλάδιζα	=	διακλαδίζω
διακλάδιζαν	=	διακλαδίζω
διακλάδιζε	=	διακλαδίζω
διακλάδιζες	=	διακλαδίζω
διακλάδισα	=	διακλαδίζω
διακλάδισαν	=	διακλαδίζω
διακλάδισε	=	διακλαδίζω
διακλάδισες	=	διακλαδίζω
διακλάδωνα	=	διακλαδώνω
διακλάδωναν	=	διακλαδώνω
διακλάδωνε	=	διακλαδώνω
διακλάδωνες	=	διακλαδώνω
διακλάδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλάδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλάδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλάδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλάδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω
διακλάδωσης	=	διακλάδωση
διακλάδωσις	noun	η διακλάδωση
διακλάσεις	=	διάκλαση
διακλάσεων	=	διάκλαση
διακλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάκληση
διακλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάκληση
διακλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάκληση
διακλαδίζαμε	=	διακλαδίζω
διακλαδίζαν	=	διακλαδίζω
διακλαδίζανε	=	διακλαδίζω
διακλαδίζατε	=	διακλαδίζω
διακλαδίζει	=	διακλαδίζω
διακλαδίζεις	=	διακλαδίζω
διακλαδίζεσαι	=	διακλαδίζομαι
διακλαδίζεστε	=	διακλαδίζομαι
διακλαδίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διακλαδίζομαι
διακλαδίζετε	=	διακλαδίζω
διακλαδίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακλαδίζω
διακλαδίζονται	=	διακλαδίζομαι
διακλαδίζονταν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδίζοντας	=	διακλαδίζω
διακλαδίζου	=	διακλαδίζομαι
διακλαδίζουμε	=	διακλαδίζω
διακλαδίζουν	=	διακλαδίζω
διακλαδίζουνε	=	διακλαδίζω
διακλαδίζω	verb	άλλη μορφή του διακλαδώνω
διακλαδίσαμε	=	διακλαδίζω
διακλαδίσαν	=	διακλαδίζω
διακλαδίσανε	=	διακλαδίζω
διακλαδίσατε	=	διακλαδίζω
διακλαδίσει	=	διακλαδίζω
διακλαδίσου	=	διακλαδίζομαι
διακλαδίστε	=	διακλαδίζω
διακλαδίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιζόμασταν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόμαστε	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόμουν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόμουνα	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόντουσαν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόσασταν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόσαστε	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόσουν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόσουνα	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζόταν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιζότανε	=	διακλαδίζομαι
διακλαδικά	adv	με διακλαδικό τρόπο, με συμμετοχή διαφόρων κλάδων
διακλαδικέ	adj	κλητική ενικού του διακλαδικός
διακλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακλαδική
διακλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακλαδικός
διακλαδικής	adj	γενική ενικού του διακλαδική
διακλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακλαδικός
διακλαδικοτήτων	=	διακλαδικότητα
διακλαδικού	adj	γενική ενικού του διακλαδικός
διακλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακλαδικός
διακλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του διακλαδικός
διακλαδικός	adj	που σχετίζεται με διάφορους κλάδους, που αφορά πολλούς τομείς
διακλαδικότητα	noun	η ιδιότητα του διακλαδικού
διακλαδικότητας	=	διακλαδικότητα
διακλαδικότητες	=	διακλαδικότητα
διακλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του διακλαδικός
διακλαδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακλαδισμένο
διακλαδισμένε	verb	κλητική ενικού του διακλαδισμένος
διακλαδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακλαδισμένη
διακλαδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακλαδισμένος
διακλαδισμένης	verb	γενική ενικού του διακλαδισμένη
διακλαδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακλαδισμένος
διακλαδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακλαδισμένος
διακλαδισμένος	verb	που έχει διακλαδιστεί
διακλαδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακλαδισμένος
διακλαδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακλαδισμένος
διακλαδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακλαδισμένος
διακλαδιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστήκαν	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιστήκανε	=	διακλαδίζομαι
διακλαδιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδίζομαι
διακλαδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθήκαν	=	διακλαδώνω
διακλαδωθήκανε	=	διακλαδώνω
διακλαδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακλαδωμένο
διακλαδωμένε	verb	κλητική ενικού του διακλαδωμένος
διακλαδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακλαδωμένη
διακλαδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακλαδωμένος
διακλαδωμένης	verb	γενική ενικού του διακλαδωμένη
διακλαδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακλαδωμένος
διακλαδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακλαδωμένος
διακλαδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακλαδωμένος
διακλαδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακλαδωμένος
διακλαδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακλαδωμένος
διακλαδωνόμασταν	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόμαστε	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόμουν	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόμουνα	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόντουσαν	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόσασταν	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόσαστε	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόσουν	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόσουνα	=	διακλαδώνω
διακλαδωνόταν	=	διακλαδώνω
διακλαδωνότανε	=	διακλαδώνω
διακλαδωτά	adv	με διακλαδωτό τρόπο
διακλαδωτέ	=	διακλαδωτός
διακλαδωτές	=	διακλαδωτής
διακλαδωτή	=	διακλαδωτής
διακλαδωτήρα	=	διακλαδωτήρας
διακλαδωτήρας	noun	εξάρτημα (σε σχήμα σταυρού, Τ, Χ, γωνίας κ.λπ.) που χρησιμεύει για να σχηματίζονται διακλαδώσεις (σωλήνων, καλωδίων κ.λπ.)
διακλαδωτήρες	=	διακλαδωτήρας
διακλαδωτήρων	=	διακλαδωτήρας
διακλαδωτής	noun	άλλη μορφή του διακλαδωτήρας
διακλαδωτοί	=	διακλαδωτός
διακλαδωτού	=	διακλαδωτός
διακλαδωτούς	=	διακλαδωτός
διακλαδωτό	=	διακλαδωτός
διακλαδωτός	adj	που διακλαδώνεται / διακλαδίζεται
διακλαδωτών	=	διακλαδωτής
διακλαδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνομαι
διακλαδώναμε	=	διακλαδώνω
διακλαδώναν	=	διακλαδώνω
διακλαδώνανε	=	διακλαδώνω
διακλαδώνατε	=	διακλαδώνω
διακλαδώνει	=	διακλαδώνω
διακλαδώνεις	=	διακλαδώνω
διακλαδώνεσαι	=	διακλαδώνω
διακλαδώνεστε	=	διακλαδώνω
διακλαδώνεται	=	διακλαδώνω
διακλαδώνετε	=	διακλαδώνω
διακλαδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώνονται	=	διακλαδώνω
διακλαδώνονταν	=	διακλαδώνω
διακλαδώνοντας	=	διακλαδώνω
διακλαδώνουμε	=	διακλαδώνω
διακλαδώνουν	=	διακλαδώνω
διακλαδώνουνε	=	διακλαδώνω
διακλαδώνω	verb	κάνω διακλάδωση / διακλαδώσεις
διακλαδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώσαν	=	διακλαδώνω
διακλαδώσανε	=	διακλαδώνω
διακλαδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακλάδωση
διακλαδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώσεων	=	διακλάδωση
διακλαδώσεως	=	διακλάδωση
διακλαδώσου	=	διακλαδώνω
διακλαδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλαδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακλαδώνω
διακλυσμέ	noun	κλητική ενικού του διακλυσμός
διακλυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακλυσμός
διακλυσμού	noun	γενική ενικού του διακλυσμός
διακλυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διακλυσμός
διακλυσμό	noun	αιτιατική ενικού του διακλυσμός
διακλυσμός	noun	ο καθαρισμός κάποιας σωματικής κοιλότητας με κλύσμα
διακλυσμών	noun	γενική πληθυντικού του διακλυσμός
διακοίνωνα	=	διακοινώνω
διακοίνωναν	=	διακοινώνω
διακοίνωνε	=	διακοινώνω
διακοίνωνες	=	διακοινώνω
διακοίνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοίνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοίνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοίνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοίνωση	noun|formal	επίσημο κυβερνητικό ή διπλωματικό έγγραφο, με το οποίο εκφράζεται ή γνωστοποιείται η επίσημη θέση για σημαντικά ζητήματα
διακοίνωσης	noun	γενική ενικού του διακοίνωση
διακοίνωσις	noun	η διακοίνωση
διακοινοβουλευτικά	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικέ	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικές	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτική	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικής	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικοί	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικού	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικούς	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικό	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοβουλευτικός	adj	πολιτικός όρος που χαρακτηρίζει θεσμικές σχέσεις, δράσεις ή συνεργασίες οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ κοινοβουλίων ή κοινοβουλευτικών σωμάτων διαφορετικών κρατών, ανεξάρτητα από την εκτελεστική εξουσία
διακοινοβουλευτικών	=	διακοινοβουλευτικός
διακοινοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοινοτικό
διακοινοτικέ	adj	κλητική ενικού του διακοινοτικός
διακοινοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοινοτική
διακοινοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακοινοτικός
διακοινοτικής	adj	γενική ενικού του διακοινοτική
διακοινοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακοινοτικός
διακοινοτικού	adj	γενική ενικού του διακοινοτικός
διακοινοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακοινοτικός
διακοινοτικό	adj	αιτιατική ενικού του διακοινοτικός
διακοινοτικός	adj	που συμβαίνει ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας
διακοινοτικών	adj	γενική πληθυντικού του διακοινοτικός
διακοινωμένος	=	διακοινώνομαι
διακοινώθηκα	=	διακοινώνομαι
διακοινώναμε	=	διακοινώνω
διακοινώναν	=	διακοινώνω
διακοινώνανε	=	διακοινώνω
διακοινώνατε	=	διακοινώνω
διακοινώνει	=	διακοινώνω
διακοινώνεις	=	διακοινώνω
διακοινώνετε	=	διακοινώνω
διακοινώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακοινώνω
διακοινώνοντας	=	διακοινώνω
διακοινώνουμε	=	διακοινώνω
διακοινώνουν	=	διακοινώνω
διακοινώνουνε	=	διακοινώνω
διακοινώνω	verb	κάνω διακοίνωση
διακοινώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώσαν	=	διακοινώνω
διακοινώσανε	=	διακοινώνω
διακοινώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοίνωση
διακοινώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακοίνωση
διακοινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακοίνωση
διακοινώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακοινώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοινώνω
διακομίζαμε	=	διακομίζομαι
διακομίζαν	=	διακομίζομαι
διακομίζανε	=	διακομίζομαι
διακομίζατε	=	διακομίζομαι
διακομίζει	=	διακομίζομαι
διακομίζεις	=	διακομίζομαι
διακομίζεσαι	=	διακομίζομαι
διακομίζεστε	=	διακομίζομαι
διακομίζεται	=	διακομίζομαι
διακομίζετε	=	διακομίζομαι
διακομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακομίζω
διακομίζονται	=	διακομίζομαι
διακομίζονταν	=	διακομίζομαι
διακομίζοντας	=	διακομίζομαι
διακομίζουμε	=	διακομίζομαι
διακομίζουν	=	διακομίζομαι
διακομίζουνε	=	διακομίζομαι
διακομίζω	=	διακομίζομαι
διακομίσαμε	=	διακομίζομαι
διακομίσαν	=	διακομίζομαι
διακομίσανε	=	διακομίζομαι
διακομίσατε	=	διακομίζομαι
διακομίσει	=	διακομίζομαι
διακομίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόμιση
διακομίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακόμιση
διακομίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακόμιση
διακομίσου	=	διακομίζομαι
διακομίστε	=	διακομίζομαι
διακομίστηκα	=	διακομίζομαι
διακομίστηκαν	=	διακομίζομαι
διακομίστηκε	=	διακομίζομαι
διακομίστηκες	=	διακομίζομαι
διακομιδές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακομιδή
διακομιδή	noun	η μεταφορά
διακομιδής	=	διακομιδή
διακομιδών	=	διακομιδή
διακομιζόμασταν	=	διακομίζομαι
διακομιζόμαστε	=	διακομίζομαι
διακομιζόμουν	=	διακομίζομαι
διακομιζόμουνα	=	διακομίζομαι
διακομιζόντουσαν	=	διακομίζομαι
διακομιζόσασταν	=	διακομίζομαι
διακομιζόσαστε	=	διακομίζομαι
διακομιζόσουν	=	διακομίζομαι
διακομιζόσουνα	=	διακομίζομαι
διακομιζόταν	=	διακομίζομαι
διακομιζότανε	=	διακομίζομαι
διακομισμένος	=	διακομίζομαι
διακομιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακομιστής
διακομιστή	=	διακομιστής
διακομιστήκαμε	=	διακομίζομαι
διακομιστήκαν	=	διακομίζομαι
διακομιστήκανε	=	διακομίζομαι
διακομιστήκατε	=	διακομίζομαι
διακομιστής	noun	αυτός που διακομίζει, που μεταφέρει
διακομιστεί	=	διακομίζομαι
διακομιστείτε	=	διακομίζομαι
διακομιστών	=	διακομιστής
διακομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακομματικό
διακομματικέ	adj	κλητική ενικού του διακομματικός
διακομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακομματική
διακομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακομματικός
διακομματικής	adj	γενική ενικού του διακομματική
διακομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακομματικός
διακομματικού	adj	γενική ενικού του διακομματικός
διακομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακομματικός
διακομματικό	adj	αιτιατική ενικού του διακομματικός
διακομματικός	adj	που συμβαίνει με τη συμμετοχή πολλών πολιτικών κομμάτων
διακομματικών	adj	γενική πληθυντικού του διακομματικός
διακονέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόνεμα
διακονέματος	noun	γενική ενικού του διακόνεμα
διακονέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόνημα
διακονήματος	noun	γενική ενικού του διακόνημα
διακονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσαν	=	διακονώ
διακονήσανε	=	διακονώ
διακονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακονία	noun	η βοήθεια, η υπηρεσία, η εξυπηρέτηση
διακονίας	noun	γενική ενικού του διακονία
διακονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονία
διακοναραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακονιάρης
διακοναραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διακονιάρης
διακοναραίων	noun	γενική πληθυντικού του διακονιάρης
διακονεί	=	διακονώ
διακονείς	=	διακονώ
διακονείτε	=	διακονώ
διακονεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διακόνεμα
διακονεύω	verb	ζητιανεύω
διακονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διακόνημα
διακονητής	noun|rare	αυτός που διακονεί
διακονιά	noun	η ζητιανιά
διακονιάρα	=	διακονιάρης
διακονιάρας	noun	γενική ενικού του διακονιάρα
διακονιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονιάρα
διακονιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διακονιάρης
διακονιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονιάρης
διακονιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του διακονιάρης
διακονιάρης	noun	ο ζητιάνος
διακονιάρισσα	=	διακονιάρης
διακονιάρισσας	noun	γενική ενικού του διακονιάρισσα
διακονιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονιάρισσα
διακονιάς	noun	γενική ενικού του διακονιά
διακονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονιά
διακονιαραίοι	=	διακονιάρης
διακονιαραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διακονιάρης
διακονιαραίων	=	διακονιάρης
διακονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονικό
διακονικέ	adj	κλητική ενικού του διακονικός
διακονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακονική
διακονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακονικός
διακονικής	adj	γενική ενικού του διακονική
διακονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακονικός
διακονικού	adj	γενική ενικού του διακονικός
διακονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακονικός
διακονικό	adj	αιτιατική ενικού του διακονικός	noun	χώρος δεξιά (νότια) του ιερού, που συχνά καταλήγει σε μικρότερη αψίδα, όπως και η πρόθεση στην άλλη πλευρά)
διακονικός	adj	σχετικός με το διάκονο
διακονικών	adj	γενική πληθυντικού του διακονικός
διακονισσών	noun	γενική πληθυντικού του διακόνισσα
διακονιών	noun	γενική πληθυντικού του διακονία
διακονούμε	=	διακονώ
διακονούν	=	διακονώ
διακονούνε	=	διακονώ
διακονούσα	=	διακονώ
διακονούσαμε	=	διακονώ
διακονούσαν	=	διακονώ
διακονούσανε	=	διακονώ
διακονούσατε	=	διακονώ
διακονούσε	=	διακονώ
διακονούσες	=	διακονώ
διακονώ	verb	υπηρετώ με αφοσίωση (μια επιστήμη, ένα σκοπό κ.λπ.)
διακονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διακονώ
διακοπάρω	verb|rare	κάνω διακοπές
διακοπές	noun	περίοδος καθορισμένης αργίας, κατά την οποία διακόπτεται η λειτουργία των εκπαιδευτικών ή άλλων ιδρυμάτων, καταστημάτων κ.λπ.
διακοπή	noun	η ενέργεια του διακόπτω
διακοπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπήκαν	=	διακόπτω
διακοπήκανε	=	διακόπτω
διακοπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπής	noun	διακοπή, στη γενική του ενικού
διακοπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπεύω	verb|rare	κάνω διακοπές
διακοποδάνεια	=	διακοποδάνειο
διακοποδάνειο	noun	δάνειο που χορηγείται, προκειμένου κάποιος να πάει διακοπές
διακοποδάνειου	=	διακοποδάνειο
διακοποδάνειων	=	διακοποδάνειο
διακοποδανείου	=	διακοποδάνειο
διακοποδανείων	=	διακοποδάνειο
διακοπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπούνε	=	διακόπτω
διακοπτόμασταν	=	διακόπτω
διακοπτόμαστε	=	διακόπτω
διακοπτόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (διακοπτόμενο) του διακοπτόμενος	adv	που διακόπτεται, με διακοπτόμενο τρόπο
διακοπτόμενε	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενες	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενη	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενης	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διακοπτόμενος
διακοπτόμενοι	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διακόπτω
διακοπτόμενου	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενους	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμενων	=	διακοπτόμενος
διακοπτόμουν	=	διακόπτω
διακοπτόμουνα	=	διακόπτω
διακοπτόντουσαν	=	διακόπτω
διακοπτόσασταν	=	διακόπτω
διακοπτόσαστε	=	διακόπτω
διακοπτόσουν	=	διακόπτω
διακοπτόσουνα	=	διακόπτω
διακοπτόταν	=	διακόπτω
διακοπτότανε	=	διακόπτω
διακοπτών	=	διακόπτης
διακοπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακοπών	noun	γενική πληθυντικού του διακοπές
διακορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακορευμένο
διακορευμένε	verb	κλητική ενικού του διακορευμένος
διακορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακορευμένη
διακορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακορευμένος, η ξεπαρθενιασμένη
διακορευμένης	verb	γενική ενικού του διακορευμένη
διακορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακορευμένος
διακορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακορευμένος
διακορευμένος	verb	που έχει διακορευτεί
διακορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακορευμένος
διακορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακορευμένος
διακορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακορευμένος
διακορευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακορευτής
διακορευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διακορευτής
διακορευτήκαμε	=	διακορεύω
διακορευτήκαν	=	διακορεύω
διακορευτήκανε	=	διακορεύω
διακορευτήκατε	=	διακορεύω
διακορευτής	noun	αυτός που προκαλεί τη ρήξη του παρθενικού υμένα.
διακορευτεί	=	διακορεύω
διακορευτείτε	=	διακορεύω
διακορευτών	noun	γενική πληθυντικού του διακορευτής
διακορευόμασταν	=	διακορεύω
διακορευόμαστε	=	διακορεύω
διακορευόμουν	=	διακορεύω
διακορευόμουνα	=	διακορεύω
διακορευόντουσαν	=	διακορεύω
διακορευόσασταν	=	διακορεύω
διακορευόσαστε	=	διακορεύω
διακορευόσουν	=	διακορεύω
διακορευόσουνα	=	διακορεύω
διακορευόταν	=	διακορεύω
διακορευότανε	=	διακορεύω
διακορεύαμε	=	διακορεύω
διακορεύαν	=	διακορεύω
διακορεύανε	=	διακορεύω
διακορεύατε	=	διακορεύω
διακορεύει	=	διακορεύω
διακορεύεις	=	διακορεύω
διακορεύεσαι	=	διακορεύω
διακορεύεστε	=	διακορεύω
διακορεύεται	=	διακορεύω
διακορεύετε	=	διακορεύω
διακορεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακορεύω
διακορεύονται	=	διακορεύω
διακορεύονταν	=	διακορεύω
διακορεύοντας	=	διακορεύω
διακορεύουμε	=	διακορεύω
διακορεύουν	=	διακορεύω
διακορεύουνε	=	διακορεύω
διακορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύσαν	=	διακορεύω
διακορεύσανε	=	διακορεύω
διακορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόρευση
διακορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακόρευση
διακορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακόρευση
διακορεύσου	=	διακορεύω
διακορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακορεύτηκα	=	διακορεύω
διακορεύτηκαν	=	διακορεύω
διακορεύτηκε	=	διακορεύω
διακορεύτηκες	=	διακορεύω
διακορεύω	verb	προκαλώ τη ρήξη του παρθενικού υμένα, κατά τη διάρκεια της συνουσίας ή με άλλους τρόπους, και κάνω μια γυναίκα να χάσει την παρθενιά της
διακοσάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσάευρο
διακοσάευρο	noun	διακόσια ευρώ
διακοσάευρου	noun	γενική ενικού του διακοσάευρο
διακοσάευρων	noun	γενική πληθυντικού του διακοσάευρο
διακοσάρα	noun	θηλυκό του διακοσάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακοσάρης
διακοσάρας	adj	γενική ενικού του διακοσάρα
διακοσάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσάρα
διακοσάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διακοσάρης
διακοσάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσάρης
διακοσάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του διακοσάρης
διακοσάρης	adj	που αφορά ή περιέχει 200 μονάδες από κάτι	noun	δρομέας που τρέχει δρόμο διακοσίων μέτρων
διακοσάρι	noun	αγώνας ταχύτητας διακοσίων μέτρων
διακοσάρια	=	διακοσάρι
διακοσάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσάρικο
διακοσάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του διακοσάρης
διακοσάρικου	adj	γενική ενικού του διακοσάρικο
διακοσάρικων	adj	γενική πληθυντικού του διακοσάρικο
διακοσαετία	noun	χρονική περίοδος διακοσίων ετών
διακοσαετίας	=	διακοσαετία
διακοσαετίες	=	διακοσαετία
διακοσαετίων	=	διακοσαετία
διακοσαριά	noun	ποσότητα περίπου διακοσίων στοιχείων
διακοσαριάς	noun	γενική ενικού του διακοσαριά
διακοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσαριά
διακοσαριού	=	διακοσάρι
διακοσαριών	=	διακοσαριά
διακοσιαπλάσια	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιας	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιε	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιες	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιο	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιοι	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιος	adj	που είναι διακόσιες φορές περισσότερος ή μεγαλύτερος από κάποιον άλλο
διακοσιαπλάσιου	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιους	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιαπλάσιων	=	διακοσιαπλάσιος
διακοσιετηρίδα	noun	διακοσιοστή επέτειος
διακοσιετηρίδας	=	διακοσιετηρίδα
διακοσιετηρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσιετηρίδα
διακοσιετηρίδων	=	διακοσιετηρίδα
διακοσιομέδιμνε	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομέδιμνο	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομέδιμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακοσιομέδιμνος
διακοσιομέδιμνος	noun	Αθηναίος πολίτης ιδιοκτήτης γης που αποφέρει διακόσιους μεδίμνους ετησίως, μέλος της μεσαίας τάξης (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι / ιππείς, διακοσιομέδιμνοι / ζευγίτες, θήτες), όπως ορίστηκε με την σολώνια μεταρρύθμιση τον 6ο αιώνα π.Χ.
διακοσιομέδιμνου	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομέδιμνους	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομέδιμνων	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομεδίμνου	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομεδίμνους	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιομεδίμνων	=	διακοσιομέδιμνος
διακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσιοστό
διακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του διακοσιοστός
διακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσιοστή
διακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακοσιοστός
διακοσιοστής	adj	γενική ενικού του διακοσιοστή
διακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακοσιοστός
διακοσιοστού	adj	γενική ενικού του διακοσιοστός
διακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακοσιοστός
διακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του διακοσιοστός
διακοσιοστός	adj	που βρίσκεται στη θέση διακόσια (200) σε μια σειρά προσώπων ή πραγμάτων
διακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του διακοσιοστός
διακοσμήθηκα	=	διακοσμώ
διακοσμήθηκαν	=	διακοσμώ
διακοσμήθηκε	=	διακοσμώ
διακοσμήθηκες	=	διακοσμώ
διακοσμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσαν	=	διακοσμώ
διακοσμήσανε	=	διακοσμώ
διακοσμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόσμηση
διακοσμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακόσμηση
διακοσμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακόσμηση
διακοσμήσου	=	διακοσμώ
διακοσμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσουνε	=	διακοσμώ
διακοσμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακοσμήτρια	noun	θηλυκό του διακοσμητής
διακοσμήτριας	noun	γενική ενικού του διακοσμήτρια
διακοσμήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσμήτρια
διακοσμεί	=	διακοσμώ
διακοσμείς	=	διακοσμώ
διακοσμείσαι	=	διακοσμώ
διακοσμείστε	=	διακοσμώ
διακοσμείται	=	διακοσμώ
διακοσμείτε	=	διακοσμώ
διακοσμείτο	=	διακοσμώ
διακοσμηθήκαμε	=	διακοσμώ
διακοσμηθήκαν	=	διακοσμώ
διακοσμηθήκανε	=	διακοσμώ
διακοσμηθήκατε	=	διακοσμώ
διακοσμηθεί	=	διακοσμώ
διακοσμηθείς	=	διακοσμώ
διακοσμηθείτε	=	διακοσμώ
διακοσμηθούμε	=	διακοσμώ
διακοσμηθούν	=	διακοσμώ
διακοσμηθούνε	=	διακοσμώ
διακοσμηθώ	=	διακοσμώ
διακοσμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσμημένο
διακοσμημένε	verb	κλητική ενικού του διακοσμημένος
διακοσμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσμημένη
διακοσμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακοσμημένος
διακοσμημένης	verb	γενική ενικού του διακοσμημένη
διακοσμημένο	verb	αιτιατική ενικού του διακοσμημένος
διακοσμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακοσμημένος
διακοσμημένος	verb	που έχει διακοσμηθεί, που γύρω του ή επάνω του έχουν τοποθετηθεί διάφορα αντικείμενα (πχ. λουλούδια, έργα τέχνης για έναν τόπο) ώστε να γίνει πιο ωραίος
διακοσμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακοσμημένος
διακοσμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακοσμημένος
διακοσμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακοσμημένος
διακοσμητές	=	διακοσμητής
διακοσμητή	=	διακοσμητής
διακοσμητής	noun	αυτός που (επαγγελματικά) διακοσμεί
διακοσμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσμητικό	adv	κατά τρόπο διακοσμητικό
διακοσμητικέ	adj	κλητική ενικού του διακοσμητικός
διακοσμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακοσμητική
διακοσμητική	noun	η τέχνη της διακόσμησης
διακοσμητικής	adj	γενική ενικού του διακοσμητική
διακοσμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακοσμητικός
διακοσμητικού	adj	γενική ενικού του διακοσμητικός
διακοσμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακοσμητικός
διακοσμητικό	adj	αιτιατική ενικού του διακοσμητικός
διακοσμητικός	adj	που διακοσμεί, που έχει σχέση με τη διακόσμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
διακοσμητικών	adj	γενική πληθυντικού του διακοσμητικός
διακοσμητριών	noun	γενική πληθυντικού του διακοσμήτρια
διακοσμητών	=	διακοσμητής
διακοσμούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακοσμώ
διακοσμούμασταν	=	διακοσμώ
διακοσμούμαστε	=	διακοσμώ
διακοσμούμε	=	διακοσμώ
διακοσμούμενος	=	διακοσμώ
διακοσμούμουν	=	διακοσμώ
διακοσμούμουνα	=	διακοσμώ
διακοσμούν	=	διακοσμώ
διακοσμούνε	=	διακοσμώ
διακοσμούνται	=	διακοσμώ
διακοσμούνταν	=	διακοσμώ
διακοσμούντο	=	διακοσμώ
διακοσμούσα	=	διακοσμώ
διακοσμούσαμε	=	διακοσμώ
διακοσμούσαν	=	διακοσμώ
διακοσμούσανε	=	διακοσμώ
διακοσμούσασταν	=	διακοσμώ
διακοσμούσαστε	=	διακοσμώ
διακοσμούσατε	=	διακοσμώ
διακοσμούσε	=	διακοσμώ
διακοσμούσες	=	διακοσμώ
διακοσμούσουν	=	διακοσμώ
διακοσμούσουνα	=	διακοσμώ
διακοσμώ	verb	στολίζω κάτι (χώρο, αντικείμενο) με διάφορα στολίδια ή σχέδια
διακοσμώντας	=	διακοσμώ
διακράτηση	noun|formal	η κατοχή κάποιου αντικειμένου από κάποιο άτομο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
διακράτησης	=	διακράτηση
διακρίβωνα	=	διακριβώνομαι
διακρίβωναν	=	διακριβώνομαι
διακρίβωνε	=	διακριβώνομαι
διακρίβωνες	=	διακριβώνομαι
διακρίβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακρίβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακρίβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακρίβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακρίβωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακριβώνω
διακρίβωσης	noun	γενική ενικού του διακρίβωση
διακρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακρίναμε	=	διακρίνω
διακρίναν	=	διακρίνω
διακρίνανε	=	διακρίνω
διακρίνατε	=	διακρίνω
διακρίνει	=	διακρίνω
διακρίνεις	=	διακρίνω
διακρίνεσαι	=	διακρίνω
διακρίνεστε	=	διακρίνω
διακρίνεται	=	διακρίνω
διακρίνετε	=	διακρίνω
διακρίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακρίνω
διακρίνονται	=	διακρίνω
διακρίνονταν	=	διακρίνω
διακρίνοντας	=	διακρίνω
διακρίνουμε	=	διακρίνω
διακρίνουν	=	διακρίνω
διακρίνουνε	=	διακρίνω
διακρίνουσα	noun	ένας αριθμός που δίνει πληροφορίες για τις ρίζες ενός πολυωνύμου.
διακρίνουσας	=	διακρίνουσα
διακρίνουσες	=	διακρίνουσα
διακρίντε	=	διακρίνω
διακρίνω	verb	βλέπω, αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου
διακρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάκριση
διακρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάκριση
διακρίσεως	=	διάκριση
διακρίσιμα	=	διακρίσιμος
διακρίσιμε	=	διακρίσιμος
διακρίσιμες	=	διακρίσιμος
διακρίσιμη	=	διακρίσιμος
διακρίσιμης	=	διακρίσιμος
διακρίσιμο	=	διακρίσιμος
διακρίσιμοι	=	διακρίσιμος
διακρίσιμος	adj	που μπορεί να διακρίνεται, διακριτός
διακρίσιμου	=	διακρίσιμος
διακρίσιμους	=	διακρίσιμος
διακρίσιμων	=	διακρίσιμος
διακρίσου	=	διακρίνω
διακρανιακά	=	διακρανιακός
διακρανιακέ	=	διακρανιακός
διακρανιακές	=	διακρανιακός
διακρανιακή	=	διακρανιακός
διακρανιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διακρανιακή) του διακρανιακός
διακρανιακοί	=	διακρανιακός
διακρανιακού	=	διακρανιακός
διακρανιακούς	=	διακρανιακός
διακρανιακό	=	διακρανιακός
διακρανιακός	adj	σχετικός με τα οστά ή τους μύες του κρανίου
διακρανιακών	=	διακρανιακός
διακρατήσεις	=	διακράτηση
διακρατήσεων	=	διακράτηση
διακρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακρατικό
διακρατικέ	adj	κλητική ενικού του διακρατικός
διακρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακρατική
διακρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακρατικός
διακρατικής	adj	γενική ενικού του διακρατική
διακρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακρατικός
διακρατικοτήτων	=	διακρατικότητα
διακρατικού	adj	γενική ενικού του διακρατικός
διακρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακρατικός
διακρατικό	adj	αιτιατική ενικού του διακρατικός
διακρατικός	adj	που γίνεται με τη συμμετοχή τουλάχιστον δύο κρατών
διακρατικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του διακρατικού
διακρατικότητας	=	διακρατικότητα
διακρατικότητες	=	διακρατικότητα
διακρατικών	adj	γενική πληθυντικού του διακρατικός
διακρατώ	verb|formal	διατηρώ κάτι υπό την κατοχή ή τον έλεγχό μου
διακριβωθήκαμε	=	διακριβώνομαι
διακριβωθήκαν	=	διακριβώνομαι
διακριβωθήκανε	=	διακριβώνομαι
διακριβωθήκατε	=	διακριβώνομαι
διακριβωθεί	=	διακριβώνομαι
διακριβωθείτε	=	διακριβώνομαι
διακριβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριβωμένο
διακριβωμένε	verb	κλητική ενικού του διακριβωμένος
διακριβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριβωμένη
διακριβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακριβωμένος
διακριβωμένης	verb	γενική ενικού του διακριβωμένη
διακριβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακριβωμένος
διακριβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακριβωμένος
διακριβωμένος	verb	που έχει διακριβωθεί
διακριβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακριβωμένος
διακριβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακριβωμένος
διακριβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακριβωμένος
διακριβωνόμασταν	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόμαστε	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόμουν	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόμουνα	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόντουσαν	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόσασταν	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόσαστε	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόσουν	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόσουνα	=	διακριβώνομαι
διακριβωνόταν	=	διακριβώνομαι
διακριβωνότανε	=	διακριβώνομαι
διακριβωτέος	adj|formal	που πρέπει να διακριβωθεί
διακριβωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριβωτικό
διακριβωτικέ	adj	κλητική ενικού του διακριβωτικός
διακριβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριβωτική
διακριβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακριβωτικός
διακριβωτικής	adj	γενική ενικού του διακριβωτική
διακριβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακριβωτικός
διακριβωτικού	adj	γενική ενικού του διακριβωτικός
διακριβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακριβωτικός
διακριβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διακριβωτικός
διακριβωτικός	adj|formal	που σχετίζεται με τη διακρίβωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διακριβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διακριβωτικός
διακριβώθηκα	=	διακριβώνομαι
διακριβώθηκαν	=	διακριβώνομαι
διακριβώθηκε	=	διακριβώνομαι
διακριβώθηκες	=	διακριβώνομαι
διακριβώναμε	=	διακριβώνομαι
διακριβώναν	=	διακριβώνομαι
διακριβώνανε	=	διακριβώνομαι
διακριβώνατε	=	διακριβώνομαι
διακριβώνει	=	διακριβώνομαι
διακριβώνεις	=	διακριβώνομαι
διακριβώνεσαι	=	διακριβώνομαι
διακριβώνεστε	=	διακριβώνομαι
διακριβώνεται	=	διακριβώνομαι
διακριβώνετε	=	διακριβώνομαι
διακριβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακριβώνω
διακριβώνονται	=	διακριβώνομαι
διακριβώνονταν	=	διακριβώνομαι
διακριβώνοντας	=	διακριβώνομαι
διακριβώνουμε	=	διακριβώνομαι
διακριβώνουν	=	διακριβώνομαι
διακριβώνουνε	=	διακριβώνομαι
διακριβώνω	=	διακριβώνομαι
διακριβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώσαν	=	διακριβώνομαι
διακριβώσανε	=	διακριβώνομαι
διακριβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακρίβωση
διακριβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακρίβωση
διακριβώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακρίβωση
διακριβώσου	=	διακριβώνομαι
διακριβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακριβώνω
διακριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθήκαν	=	διακρίνω
διακριθήκανε	=	διακρίνω
διακριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακρίνομαι
διακρινουσών	=	διακρίνουσα
διακρινόμασταν	=	διακρίνω
διακρινόμαστε	=	διακρίνω
διακρινόμουν	=	διακρίνω
διακρινόμουνα	=	διακρίνω
διακρινόντουσαν	=	διακρίνω
διακρινόσασταν	=	διακρίνω
διακρινόσαστε	=	διακρίνω
διακρινόσουν	=	διακρίνω
διακρινόσουνα	=	διακρίνω
διακρινόταν	=	διακρίνω
διακρινότανε	=	διακρίνω
διακριτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτό
διακριτέ	adj	κλητική ενικού του διακριτός
διακριτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτή
διακριτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακριτός
διακριτής	adj	γενική ενικού του διακριτή
διακριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτικό	adv	με διακριτικότητα
διακριτικέ	adj	κλητική ενικού του διακριτικός
διακριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτική
διακριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακριτικός
διακριτικής	adj	γενική ενικού του διακριτική
διακριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακριτικός
διακριτικοτήτων	=	διακριτικότητα
διακριτικού	adj	γενική ενικού του διακριτικός
διακριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακριτικός
διακριτικό	noun	γνώρισμα ή σημάδι που χαρακτηρίζει ή διαφοροποιεί	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διακριτικός
διακριτικός	adj	που επιτρέπει τη διάκριση χαρακτηριστικών
διακριτικότατα	=	διακριτικός
διακριτικότατε	=	διακριτικός
διακριτικότατες	=	διακριτικός
διακριτικότατη	=	διακριτικός
διακριτικότατης	=	διακριτικός
διακριτικότατο	=	διακριτικός
διακριτικότατοι	=	διακριτικός
διακριτικότατος	=	διακριτικός
διακριτικότατου	=	διακριτικός
διακριτικότατους	=	διακριτικός
διακριτικότατων	=	διακριτικός
διακριτικότερα	=	διακριτικός
διακριτικότερε	=	διακριτικός
διακριτικότερες	=	διακριτικός
διακριτικότερη	=	διακριτικός
διακριτικότερης	=	διακριτικός
διακριτικότερο	=	διακριτικός
διακριτικότεροι	=	διακριτικός
διακριτικότερος	=	διακριτικός
διακριτικότερου	=	διακριτικός
διακριτικότερους	=	διακριτικός
διακριτικότερων	=	διακριτικός
διακριτικότητα	noun	η ιδιαίτερη προσοχή και λεπτότητα στις ενέργειες και τη συμπεριφορά κάποιου, ώστε να μην παραβιάσει την ιδιωτική ζωή των άλλων, να μην προσβάλλει τις ευαισθησίες τους και γενικότερα να μην τους ενοχλήσει
διακριτικότητας	noun	γενική ενικού του διακριτικότητα
διακριτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακριτικότητα
διακριτικών	adj	γενική πληθυντικού του διακριτικός
διακριτικώς	adv|dated	διακριτικά
διακριτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακριτός
διακριτοποίηση	noun	η κβάντωση φυσικών μεγεθών στη φυσική στοιχειωδών σωματιδίων
διακριτοποίησης	=	διακριτοποίηση
διακριτοποιήσεις	=	διακριτοποίηση
διακριτοποιήσεων	=	διακριτοποίηση
διακριτοτήτων	=	διακριτότητα
διακριτού	adj	γενική ενικού του διακριτός
διακριτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακριτός
διακριτό	adj	αιτιατική ενικού του διακριτός
διακριτός	adj	που μπορεί να διακρίνεται, να γίνεται αντιληπτός
διακριτότητα	noun	η ιδιότητα του διακριτού, το να είναι κάποιος διακριτός, να διακρίνεται
διακριτότητας	=	διακριτότητα
διακριτότητες	=	διακριτότητα
διακριτών	adj	γενική πληθυντικού του διακριτός
διακροτήματα	=	διακρότημα
διακροτήματος	=	διακρότημα
διακροτημάτων	=	διακρότημα
διακρότημα	noun	το φαινόμενο που παρουσιάζεται κατά τη συνήχηση ή τη σύνθεση δύο απλών αρμονικών ταλαντώσεων με πολύ μικρή διαφορά συχνοτήτων, που το ανθρώπινο αυτί εκλαμβάνει σαν μια περιοδική αυξομείωση της έντασης του ήχου
διακτίνιζα	=	διακτινίζω
διακτίνιζαν	=	διακτινίζω
διακτίνιζε	=	διακτινίζω
διακτίνιζες	=	διακτινίζω
διακτίνισα	=	διακτινίζω
διακτίνισαν	=	διακτινίζω
διακτίνισε	=	διακτινίζω
διακτίνισες	=	διακτινίζω
διακτινίζαμε	=	διακτινίζω
διακτινίζαν	=	διακτινίζω
διακτινίζανε	=	διακτινίζω
διακτινίζατε	=	διακτινίζω
διακτινίζει	=	διακτινίζω
διακτινίζεις	=	διακτινίζω
διακτινίζεσαι	=	διακτινίζομαι
διακτινίζεστε	=	διακτινίζομαι
διακτινίζεται	=	διακτινίζομαι
διακτινίζετε	=	διακτινίζω
διακτινίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακτινίζω
διακτινίζονται	=	διακτινίζομαι
διακτινίζονταν	=	διακτινίζομαι
διακτινίζοντας	=	διακτινίζω
διακτινίζου	=	διακτινίζομαι
διακτινίζουμε	=	διακτινίζω
διακτινίζουν	=	διακτινίζω
διακτινίζουνε	=	διακτινίζω
διακτινίζω	verb	μεταφέρω κάποιον ή κάτι στον χωροχρόνο, σε άλλο σημείο τοπικά και χρονικά
διακτινίσαμε	=	διακτινίζω
διακτινίσαν	=	διακτινίζω
διακτινίσανε	=	διακτινίζω
διακτινίσατε	=	διακτινίζω
διακτινίσει	=	διακτινίζω
διακτινίσου	=	διακτινίζομαι
διακτινίστε	=	διακτινίζω
διακτινίστηκα	=	διακτινίζομαι
διακτινίστηκαν	=	διακτινίζομαι
διακτινίστηκε	=	διακτινίζομαι
διακτινίστηκες	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόμασταν	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόμαστε	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόμουν	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόμουνα	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόντουσαν	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόσασταν	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόσαστε	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόσουν	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόσουνα	=	διακτινίζομαι
διακτινιζόταν	=	διακτινίζομαι
διακτινιζότανε	=	διακτινίζομαι
διακτινισμέ	noun	κλητική ενικού του διακτινισμός
διακτινισμένος	=	διακτινίζομαι
διακτινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακτινισμός
διακτινισμού	noun	γενική ενικού του διακτινισμός
διακτινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διακτινισμός
διακτινισμό	noun	αιτιατική ενικού του διακτινισμός
διακτινισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακτινίζω
διακτινισμών	noun	γενική πληθυντικού του διακτινισμός
διακτινιστήκαμε	=	διακτινίζομαι
διακτινιστήκαν	=	διακτινίζομαι
διακτινιστήκανε	=	διακτινίζομαι
διακτινιστήκατε	=	διακτινίζομαι
διακτινιστεί	=	διακτινίζομαι
διακτινιστείτε	=	διακτινίζομαι
διακυβέρνα	=	διακυβερνώ
διακυβέρναγε	=	διακυβερνώ
διακυβέρνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβέρνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβέρνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβέρνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβέρνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακυβερνώ, η άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας
διακυβέρνησης	noun	γενική ενικού του διακυβέρνηση
διακυβερνά	=	διακυβερνώ
διακυβερνάει	=	διακυβερνώ
διακυβερνάμε	=	διακυβερνώ
διακυβερνάν	=	διακυβερνώ
διακυβερνάνε	=	διακυβερνώ
διακυβερνάς	=	διακυβερνώ
διακυβερνάτε	=	διακυβερνώ
διακυβερνάω	=	διακυβερνώ
διακυβερνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήσαν	=	διακυβερνώ
διακυβερνήσανε	=	διακυβερνώ
διακυβερνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβέρνηση
διακυβερνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακυβέρνηση
διακυβερνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακυβέρνηση
διακυβερνήσιμα	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμε	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμες	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμη	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμης	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμο	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμοι	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να διακυβερνηθεί
διακυβερνήσιμου	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμους	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσιμων	=	διακυβερνήσιμος
διακυβερνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβερνώ
διακυβερνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβερνημένο
διακυβερνημένε	verb	κλητική ενικού του διακυβερνημένος
διακυβερνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβερνημένη
διακυβερνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακυβερνημένος
διακυβερνημένης	verb	γενική ενικού του διακυβερνημένη
διακυβερνημένο	verb	αιτιατική ενικού του διακυβερνημένος
διακυβερνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακυβερνημένος
διακυβερνημένος	verb	που έχει διακυβερνηθεί
διακυβερνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακυβερνημένος
διακυβερνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακυβερνημένος
διακυβερνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακυβερνημένος
διακυβερνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβερνητικό
διακυβερνητικέ	adj	κλητική ενικού του διακυβερνητικός
διακυβερνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβερνητική
διακυβερνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακυβερνητικός
διακυβερνητικής	adj	γενική ενικού του διακυβερνητική
διακυβερνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακυβερνητικός
διακυβερνητικού	adj	γενική ενικού του διακυβερνητικός
διακυβερνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διακυβερνητικός
διακυβερνητικό	adj	αιτιατική ενικού του διακυβερνητικός
διακυβερνητικός	adj	που γίνεται με τη συμμετοχή των κυβερνήσεων πολλών κρατών
διακυβερνητικών	adj	γενική πληθυντικού του διακυβερνητικός
διακυβερνούμε	=	διακυβερνώ
διακυβερνούν	=	διακυβερνώ
διακυβερνούνε	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσα	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσαμε	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσαν	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσανε	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσατε	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσε	=	διακυβερνώ
διακυβερνούσες	=	διακυβερνώ
διακυβερνώ	verb	κυβερνώ, διοικώ
διακυβερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διακυβερνώ
διακυβευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διακύβευμα
διακυβευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβευμένο
διακυβευμένε	verb	κλητική ενικού του διακυβευμένος
διακυβευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακυβευμένη
διακυβευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακυβευμένος
διακυβευμένης	verb	γενική ενικού του διακυβευμένη
διακυβευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διακυβευμένος
διακυβευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακυβευμένος
διακυβευμένος	verb	που έχει διακυβευθεί
διακυβευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακυβευμένος
διακυβευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακυβευμένος
διακυβευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακυβευμένος
διακυβευτήκαμε	=	διακυβεύομαι
διακυβευτήκαν	=	διακυβεύομαι
διακυβευτήκανε	=	διακυβεύομαι
διακυβευτήκατε	=	διακυβεύομαι
διακυβευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακυβεύομαι
διακυβευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύομαι
διακυβευτείτε	=	διακυβεύομαι
διακυβευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύομαι
διακυβευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύομαι
διακυβευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύομαι
διακυβευόμασταν	=	διακυβεύομαι
διακυβευόμαστε	=	διακυβεύομαι
διακυβευόμουν	=	διακυβεύομαι
διακυβευόμουνα	=	διακυβεύομαι
διακυβευόντουσαν	=	διακυβεύομαι
διακυβευόσασταν	=	διακυβεύομαι
διακυβευόσαστε	=	διακυβεύομαι
διακυβευόσουν	=	διακυβεύομαι
διακυβευόσουνα	=	διακυβεύομαι
διακυβευόταν	=	διακυβεύομαι
διακυβευότανε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύαμε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύαν	=	διακυβεύομαι
διακυβεύανε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύατε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύει	=	διακυβεύομαι
διακυβεύεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του διακυβεύω
διακυβεύεσαι	=	διακυβεύομαι
διακυβεύεστε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύεται	=	διακυβεύομαι
διακυβεύετε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύθηκε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακύβευμα
διακυβεύματος	noun	γενική ενικού του διακύβευμα
διακυβεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύονται	=	διακυβεύομαι
διακυβεύονταν	=	διακυβεύομαι
διακυβεύοντας	=	διακυβεύομαι
διακυβεύουμε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύουν	=	διακυβεύομαι
διακυβεύουνε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύσαν	=	διακυβεύομαι
διακυβεύσανε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακύβευση
διακυβεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακύβευση
διακυβεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακύβευση
διακυβεύσου	=	διακυβεύομαι
διακυβεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακυβεύτηκα	=	διακυβεύομαι
διακυβεύτηκαν	=	διακυβεύομαι
διακυβεύτηκε	=	διακυβεύομαι
διακυβεύτηκες	=	διακυβεύομαι
διακυβεύω	=	διακυβεύομαι
διακυμάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακύμανση
διακυμάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακύμανση
διακυμάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακύμανση
διακυμάνσου	=	διακυμαίνομαι
διακυμαίνεσαι	=	διακυμαίνομαι
διακυμαίνεστε	=	διακυμαίνομαι
διακυμαίνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διακυμαίνομαι
διακυμαίνομαι	verb	παρουσιάζω διακυμάνσεις
διακυμαίνονται	=	διακυμαίνομαι
διακυμαίνονταν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόμασταν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόμαστε	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόμουν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόμουνα	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόντουσαν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόσασταν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόσαστε	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόσουν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόσουνα	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινόταν	=	διακυμαίνομαι
διακυμαινότανε	=	διακυμαίνομαι
διακυμανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθήκαν	=	διακυμαίνομαι
διακυμανθήκανε	=	διακυμαίνομαι
διακυμανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυμανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακυμαίνομαι
διακυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διακυτταρικός	adv	σε διακυτταρικό επίπεδο, μεταξύ κυττάρων
διακυτταρικέ	=	διακυτταρικός
διακυτταρικές	=	διακυτταρικός
διακυτταρική	=	διακυτταρικός
διακυτταρικής	=	διακυτταρικός
διακυτταρικοί	=	διακυτταρικός
διακυτταρικού	=	διακυτταρικός
διακυτταρικούς	=	διακυτταρικός
διακυτταρικό	=	διακυτταρικός
διακυτταρικός	adj	που συμβαίνει μεταξύ κυττάρων (π.χ. επικοινωνία ή μεταφορά ουσιών)
διακυτταρικών	=	διακυτταρικός
διακωδικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακωδικοποιώ
διακωδικοποίησης	noun	γενική ενικού του διακωδικοποίηση
διακωδικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακωδικοποίηση
διακωδικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακωδικοποίηση
διακωδικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακωδικοποίηση
διακωδικοποιώ	verb	μετατρέπω την κωδικοποίηση ενός αρχείου
διακωμωδήθηκα	=	διακωμωδώ
διακωμωδήθηκαν	=	διακωμωδώ
διακωμωδήθηκε	=	διακωμωδώ
διακωμωδήθηκες	=	διακωμωδώ
διακωμωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήσαν	=	διακωμωδώ
διακωμωδήσανε	=	διακωμωδώ
διακωμωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακωμώδηση
διακωμωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διακωμώδηση
διακωμωδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διακωμώδηση
διακωμωδήσου	=	διακωμωδώ
διακωμωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδεί	=	διακωμωδώ
διακωμωδείς	=	διακωμωδώ
διακωμωδείσαι	=	διακωμωδώ
διακωμωδείστε	=	διακωμωδώ
διακωμωδείται	=	διακωμωδώ
διακωμωδείτε	=	διακωμωδώ
διακωμωδηθήκαμε	=	διακωμωδώ
διακωμωδηθήκαν	=	διακωμωδώ
διακωμωδηθήκανε	=	διακωμωδώ
διακωμωδηθήκατε	=	διακωμωδώ
διακωμωδηθεί	=	διακωμωδώ
διακωμωδηθείτε	=	διακωμωδώ
διακωμωδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακωμωδημένο
διακωμωδημένε	verb	κλητική ενικού του διακωμωδημένος
διακωμωδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακωμωδημένη
διακωμωδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διακωμωδημένος
διακωμωδημένης	verb	γενική ενικού του διακωμωδημένη
διακωμωδημένο	verb	αιτιατική ενικού του διακωμωδημένος
διακωμωδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διακωμωδημένος
διακωμωδημένος	verb	που τον έχουν διακωμωδήσει
διακωμωδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διακωμωδημένος
διακωμωδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διακωμωδημένος
διακωμωδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διακωμωδημένος
διακωμωδούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακωμωδώ
διακωμωδούμασταν	=	διακωμωδώ
διακωμωδούμαστε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούμε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούμουν	=	διακωμωδώ
διακωμωδούν	=	διακωμωδώ
διακωμωδούνε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούνται	=	διακωμωδώ
διακωμωδούνταν	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσα	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσαμε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσαν	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσανε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσασταν	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσαστε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσατε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσε	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσες	=	διακωμωδώ
διακωμωδούσουν	=	διακωμωδώ
διακωμωδώ	verb	παρουσιάζω κάτι σοβαρό με κωμικό τρόπο, με σκοπό να καυτηριάσω ή να προβάλλω κάποιο πρόβλημα
διακωμωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διακωμωδώ
διακωμώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακωμωδώ
διακωμώδηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακωμωδώ
διακωμώδησης	noun	γενική ενικού του διακωμώδηση
διακωμῴδησις	noun	η διακωμώδηση
διακόμιζα	=	διακομίζομαι
διακόμιζαν	=	διακομίζομαι
διακόμιζε	=	διακομίζομαι
διακόμιζες	=	διακομίζομαι
διακόμισα	=	διακομίζομαι
διακόμισαν	=	διακομίζομαι
διακόμισε	=	διακομίζομαι
διακόμισες	=	διακομίζομαι
διακόμιση	noun|rare	άλλη μορφή του διακομιδή
διακόμισης	noun	γενική ενικού του διακόμιση
διακόνει	=	διακονώ
διακόνεμα	noun	η ενέργεια του διακονεύω, το ζητιάνεμα, η ζητιανιά
διακόνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακόνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακόνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακόνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονεύω
διακόνημα	noun	ορισμένη ασχολία που έχει ανατεθεί σε μοναχό από τον ηγούμενο ή τον πνευματικό του
διακόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακονώ
διακόνισσα	noun	διάκονος
διακόνισσας	noun	γενική ενικού του διακόνισσα
διακόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόνισσα
διακόνου	=	διάκονος
διακόνους	=	διάκονος
διακόνων	=	διάκονος
διακόπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακόπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακόπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακόπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτομαι
διακόπταμε	=	διακόπτω
διακόπταν	=	διακόπτω
διακόπτανε	=	διακόπτω
διακόπτατε	=	διακόπτω
διακόπτει	=	διακόπτω
διακόπτεις	=	διακόπτω
διακόπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διακόπτης
διακόπτεσαι	=	διακόπτω
διακόπτεστε	=	διακόπτω
διακόπτεται	=	διακόπτω
διακόπτετε	=	διακόπτω
διακόπτη	=	διακόπτης
διακόπτης	noun	εξάρτημα που διακόπτει ή αποκαθιστά τη συνέχεια ηλεκτρικού κυκλώματος και επομένως την κίνηση του ηλεκτρικού ρεύματος
διακόπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διακόπτω
διακόπτομε	=	διακόπτω
διακόπτονται	=	διακόπτω
διακόπτονταν	=	διακόπτω
διακόπτοντας	=	διακόπτω
διακόπτουμε	=	διακόπτω
διακόπτουν	=	διακόπτω
διακόπτουνε	=	διακόπτω
διακόπτω	verb	τερματίζω μόνιμα ή προσωρινά πράξεις ή καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη
διακόρευα	=	διακορεύω
διακόρευαν	=	διακορεύω
διακόρευε	=	διακορεύω
διακόρευες	=	διακορεύω
διακόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακορεύω
διακόρευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διακορεύω
διακόρευσης	noun	γενική ενικού του διακόρευση
διακόσα	num	μορφή του διακόσια
διακόσια	num	απόλυτο αριθμητικό (200)· έπεται του εκατόν ενενήντα εννέα (199) και προηγείται του διακόσια ένα (201)
διακόσιες	num	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του διακόσιοι
διακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε δυο εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 200
διακόσμει	=	διακοσμώ
διακόσμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακόσμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακόσμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακόσμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακοσμώ
διακόσμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακοσμώ
διακόσμησης	noun	γενική ενικού του διακόσμηση
διακόσοι	num	άλλη μορφή του διακόσιοι
διακόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψαν	=	διακόπτω
διακόψανε	=	διακόπτω
διακόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψομε	=	διακόπτω
διακόψου	=	διακόπτω
διακόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψουνε	=	διακόπτω
διακόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
διακύβευα	=	διακυβεύομαι
διακύβευαν	=	διακυβεύομαι
διακύβευε	=	διακυβεύομαι
διακύβευες	=	διακυβεύομαι
διακύβευμα	noun	οτιδήποτε διακυβεύεται, οποιαδήποτε απόφαση, ενέργεια, διαδικασία ή/και κατάσταση που πιθανόν να τεθεί σε κίνδυνο, αν παρθούν λανθασμένες αποφάσεις, ή χαρακτηρίζεται εμπειρικά από άσχημες εξελίξεις
διακύβευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακύβευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακύβευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακύβευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακυβεύω
διακύβευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διακυβεύω
διακύβευσης	noun	γενική ενικού του διακύβευση
διακύβευσις	noun	η διακύβευση, η διακινδύνευση
διακύμανση	noun	διαδοχικές αυξήσεις και μειώσεις ενός μεγέθους (π.χ. τιμών)
διακύμανσης	noun	γενική ενικού του διακύμανση
διακύμανσις	noun	διακύμανση
διαλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαμβάνω
διαλάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλανθάνω
διαλάλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλαλώ
διαλάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλάληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλαλώ
διαλάλησης	noun	γενική ενικού του διαλάληση
διαλάμπω	verb	ακτινοβολώ μέσα από κάτι, λάμπω
διαλάμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλάμπω
διαλάω	=	διαλύω
διαλέγαμε	=	διαλέγω
διαλέγαν	=	διαλέγω
διαλέγανε	=	διαλέγω
διαλέγατε	=	διαλέγω
διαλέγει	=	διαλέγω
διαλέγεις	=	διαλέγω
διαλέγεσαι	=	διαλέγω
διαλέγεσθε	=	διαλέγομαι
διαλέγεστε	=	διαλέγω
διαλέγεται	=	διαλέγω
διαλέγετε	=	διαλέγω
διαλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλεγμα
διαλέγματος	noun	γενική ενικού του διάλεγμα
διαλέγομαι	verb	συνομιλώ, συζητώ, συνδιαλέγομαι
διαλέγομε	=	διαλέγω
διαλέγονται	=	διαλέγω
διαλέγονταν	=	διαλέγω
διαλέγοντας	=	διαλέγω
διαλέγουμε	=	διαλέγω
διαλέγουν	=	διαλέγω
διαλέγουνε	=	διαλέγω
διαλέγω	verb	επιλέγω με βάση ένα κριτήριο
διαλέκτου	=	διάλεκτος
διαλέκτους	=	διάλεκτος
διαλέκτων	=	διάλεκτος
διαλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξαν	=	διαλέγω
διαλέξανε	=	διαλέγω
διαλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλεξη
διαλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάλεξη
διαλέξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάλεξη
διαλέξομε	=	διαλέγω
διαλέξου	=	διαλέγω
διαλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξουνε	=	διαλέγω
διαλέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγω
διαλέχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλέχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλέχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλέχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλέχτε	=	διαλέγω
διαλέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλέχτηκαν	=	διαλέγω
διαλέχτηκε	=	διαλέγω
διαλέχτηκες	=	διαλέγω
διαλαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλάλημα
διαλαλήματος	noun	γενική ενικού του διαλάλημα
διαλαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαλάληση
διαλαλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαλάληση
διαλαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλαλώ
διαλαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαλάλημα
διαλαλημέ	noun	κλητική ενικού του διαλαλημός
διαλαλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλαλημένο
διαλαλημένε	verb	κλητική ενικού του διαλαλημένος
διαλαλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλαλημένη
διαλαλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλαλημένος
διαλαλημένης	verb	γενική ενικού του διαλαλημένη
διαλαλημένο	verb	αιτιατική ενικού του διαλαλημένος
διαλαλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλαλημένος
διαλαλημένος	verb	που έχει διαλαληθεί
διαλαλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαλαλημένος
διαλαλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαλαλημένος
διαλαλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαλαλημένος
διαλαλημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλαλημός
διαλαλημού	noun	γενική ενικού του διαλαλημός
διαλαλημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαλαλημός
διαλαλημό	noun	αιτιατική ενικού του διαλαλημός
διαλαλημός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλαλώ
διαλαλημών	noun	γενική πληθυντικού του διαλαλημός
διαλαλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαλαλητής
διαλαλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαλαλητής
διαλαλητής	noun	αυτός που διαλαλεί κάτι, συνήθως για να προωθήσει ένα προϊόν
διαλαλητών	noun	γενική πληθυντικού του διαλαλητής
διαλαλώ	verb	φωνάζω κάτι δυνατά ώστε να το μάθει όλος ο κόσμος
διαλαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαλαλώ
διαλαμβάνω	verb|formal	λέω, αναφέρω, πραγματεύομαι
διαλαμβανόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλαμβανόμενο
διαλαμβανόμενε	verb	κλητική ενικού του διαλαμβανόμενος
διαλαμβανόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλαμβανόμενη
διαλαμβανόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλαμβανόμενος
διαλαμβανόμενης	verb	γενική ενικού του διαλαμβανόμενη
διαλαμβανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαλαμβανόμενος
διαλαμβανόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλαμβανόμενος
διαλαμβανόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαλαμβάνω
διαλαμβανόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαλαμβανόμενος
διαλαμβανόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαλαμβανόμενος
διαλαμβανόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαλαμβανόμενος
διαλανθάνω	verb|formal	ξεφεύγω, μένω απαρατήρητος
διαλείμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλειμμα
διαλείμματος	noun	γενική ενικού του διάλειμμα
διαλείπον	=	διαλείπων
διαλείποντα	=	διαλείπων
διαλείποντες	=	διαλείπων
διαλείποντος	=	διαλείπων
διαλείπουσα	=	διαλείπων
διαλείπουσας	=	διαλείπων
διαλείπουσες	=	διαλείπων
διαλείπων	verb	που εμφανίζει διακοπές ή εμφανίζεται με διαλείμματα, σποραδικά ή περιοδικά
διαλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλείπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλειψη
διαλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλείψεων	=	διάλειψη
διαλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλείπω
διαλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάλεγμα
διαλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεγμένο
διαλεγμένε	verb	κλητική ενικού του διαλεγμένος
διαλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεγμένη
διαλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλεγμένος
διαλεγμένης	verb	γενική ενικού του διαλεγμένη
διαλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαλεγμένος
διαλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλεγμένος
διαλεγμένος	verb	που τον έχουν διαλέξει (συνήθως από περισσότερους της ίδιας κατηγορίας, συνεπώς υπονοείται ότι είναι από τους καλύτερους, με την έννοια διαλεχτός / επιλεγμένος )
διαλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του διαλεγμένος
διαλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαλεγμένος
διαλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαλεγμένος
διαλεγόμασταν	=	διαλέγω
διαλεγόμαστε	=	διαλέγω
διαλεγόμουν	=	διαλέγω
διαλεγόμουνα	=	διαλέγω
διαλεγόντουσαν	=	διαλέγω
διαλεγόσασταν	=	διαλέγω
διαλεγόσαστε	=	διαλέγω
διαλεγόσουν	=	διαλέγω
διαλεγόσουνα	=	διαλέγω
διαλεγόταν	=	διαλέγω
διαλεγότανε	=	διαλέγω
διαλειμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάλειμμα
διαλειμματάκι	noun	υποκοριστικό του διάλειμμα
διαλειμματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλειμματάκι
διαλειμματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαλειμματικός	adv	με διαλειμματικό τρόπο, σε μορφή διαλείμματος
διαλειμματικέ	adj	κλητική ενικού του διαλειμματικός
διαλειμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλειμματική
διαλειμματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλειμματικός
διαλειμματικής	adj	γενική ενικού του διαλειμματική
διαλειμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλειμματικός
διαλειμματικού	adj	γενική ενικού του διαλειμματικός
διαλειμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλειμματικός
διαλειμματικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλειμματικός
διαλειμματικός	adj	που γίνεται με διαλείμματα ή έχει σχέση με διάλειμμα
διαλειμματικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλειμματικός
διαλειπουσών	=	διαλείπων
διαλειπούσης	=	διαλείπων
διαλειπόντων	=	διαλείπων
διαλειτουργήσαμε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργήσαν	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργήσανε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργήσατε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργήσει	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργήστε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργεί	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργείς	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργείτε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργικά	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικέ	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικές	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργική	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαλειτουργική) του διαλειτουργικός
διαλειτουργικοί	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικοτήτων	=	διαλειτουργικότητα
διαλειτουργικού	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικούς	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικό	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργικός	adj	interoperable: σύστημα ή συσκευή που είναι εφοδιασμένη με την κατάλληλη διεπαφή (interface) ώστε να επικοινωνεί και να ανταλλάσσει δεδομένα με άλλο σύστημα ή συσκευή
διαλειτουργικότητα	noun	η ικανότητα πληροφοριακών συστημάτων που πιθανώς έχουν διαφορετικά λειτουργικά συστήματα και διαφορετικό υλικό να συνδέονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες συμμορφούμενα στην χρήση κάποιων κοινών προτύπων
διαλειτουργικότητας	=	διαλειτουργικότητα
διαλειτουργικότητες	=	διαλειτουργικότητα
διαλειτουργικών	=	διαλειτουργικός
διαλειτουργούμε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούν	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούνε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσα	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσαμε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσαν	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσανε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσατε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσε	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργούσες	=	διαλειτουργώ
διαλειτουργώ	verb	παρουσιάζω διαλειτουργικότητα
διαλειτουργώντας	=	διαλειτουργώ
διαλειτούργει	=	διαλειτουργώ
διαλειτούργησα	=	διαλειτουργώ
διαλειτούργησαν	=	διαλειτουργώ
διαλειτούργησε	=	διαλειτουργώ
διαλειτούργησες	=	διαλειτουργώ
διαλεκτά	=	διαλεκτός
διαλεκτέ	=	διαλεκτός
διαλεκτές	=	διαλεκτός
διαλεκτή	=	διαλεκτός
διαλεκτής	=	διαλεκτός
διαλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεκτικό	adv	ως προς τη διαλεκτική
διαλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του διαλεκτικός
διαλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεκτική
διαλεκτική	noun	μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί τη συζήτηση με συνεχείς ερωταποκρίσεις στην αναζήτηση της αλήθειας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλεκτικός
διαλεκτικής	adj	γενική ενικού του διαλεκτική
διαλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλεκτικός
διαλεκτικού	adj	γενική ενικού του διαλεκτικός
διαλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλεκτικός
διαλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλεκτικός
διαλεκτικός	adj	που σχετίζεται με τη διαλεκτική ή έχει τα χαρακτηριστικά της
διαλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλεκτικός
διαλεκτικώς	adv|dated	διαλεκτικά
διαλεκτοί	=	διαλεκτός
διαλεκτολογία	noun	κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τις διαλέκτους μιας γλώσσας και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές εξελίσσονται
διαλεκτολογίας	noun	γενική ενικού του διαλεκτολογία
διαλεκτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεκτολογία
διαλεκτολογικά	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικέ	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικές	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογική	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικής	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικοί	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικού	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικούς	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικό	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογικός	adj	που έχει σχέση με τη διαλεκτολογία ή τον διαλεκτολόγο ή αναφέρεται σʼ αυτά
διαλεκτολογικών	=	διαλεκτολογικός
διαλεκτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του διαλεκτολογία
διαλεκτολόγε	=	διαλεκτολόγος
διαλεκτολόγο	=	διαλεκτολόγος
διαλεκτολόγοι	=	διαλεκτολόγος
διαλεκτολόγος	noun	γλωσσολόγος που ειδικεύεται στη διαλεκτολογία
διαλεκτολόγου	=	διαλεκτολόγος
διαλεκτολόγους	=	διαλεκτολόγος
διαλεκτολόγων	=	διαλεκτολόγος
διαλεκτού	=	διαλεκτός
διαλεκτούς	=	διαλεκτός
διαλεκτό	=	διαλεκτός
διαλεκτός	adj	διαλεχτός
διαλεκτών	=	διαλεκτός
διαλελυμένα	=	διαλυμένα
διαλελυμένε	=	διαλυμένε
διαλελυμένες	=	διαλυμένες
διαλελυμένη	=	διαλυμένη
διαλελυμένης	=	διαλυμένης
διαλελυμένο	=	διαλυμένο
διαλελυμένοι	=	διαλυμένοι
διαλελυμένος	=	διαλύω
διαλελυμένου	=	διαλυμένου
διαλελυμένους	=	διαλυμένους
διαλελυμένων	=	διαλυμένων
διαλευκάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάναν	=	διαλευκαίνω
διαλευκάνανε	=	διαλευκαίνω
διαλευκάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνθηκα	=	διαλευκαίνω
διαλευκάνθηκαν	=	διαλευκαίνω
διαλευκάνθηκε	=	διαλευκαίνω
διαλευκάνθηκες	=	διαλευκαίνω
διαλευκάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεύκανση
διαλευκάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαλεύκανση
διαλευκάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαλεύκανση
διαλευκάνσου	=	διαλευκαίνω
διαλευκάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκαίναμε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίναν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνανε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνατε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνει	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνεις	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνεσαι	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνεστε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνεται	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνετε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαλευκαίνω
διαλευκαίνονται	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνονταν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνοντας	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνουμε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνουν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνουνε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαίνω	verb	με παρατήρηση και έρευνα εντοπίζω τον ένοχο και τα αίτια και εξιχνιάζω ένα έγκλημα, μυστήριο ή μια υπόθεση
διαλευκαινόμασταν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόμαστε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόμουν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόμουνα	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόντουσαν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόσασταν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόσαστε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόσουν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόσουνα	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινόταν	=	διαλευκαίνω
διαλευκαινότανε	=	διαλευκαίνω
διαλευκανθήκαμε	=	διαλευκαίνω
διαλευκανθήκαν	=	διαλευκαίνω
διαλευκανθήκανε	=	διαλευκαίνω
διαλευκανθήκατε	=	διαλευκαίνω
διαλευκανθεί	=	διαλευκαίνω
διαλευκανθείτε	=	διαλευκαίνω
διαλευκαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλευκαντικό
διαλευκαντικέ	adj	κλητική ενικού του διαλευκαντικός
διαλευκαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλευκαντική
διαλευκαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλευκαντικός
διαλευκαντικής	adj	γενική ενικού του διαλευκαντική
διαλευκαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλευκαντικός
διαλευκαντικού	adj	γενική ενικού του διαλευκαντικός
διαλευκαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλευκαντικός
διαλευκαντικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλευκαντικός
διαλευκαντικός	adj	που έχει σχέση με τη διαλεύκανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
διαλευκαντικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλευκαντικός
διαλεχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχθούνε	=	διαλέγομαι
διαλεχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλέγομαι
διαλεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεχτό
διαλεχτέ	adj	κλητική ενικού του διαλεχτός
διαλεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλεχτή
διαλεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλεχτός
διαλεχτήκαμε	=	διαλέγω
διαλεχτήκαν	=	διαλέγω
διαλεχτήκανε	=	διαλέγω
διαλεχτήκατε	=	διαλέγω
διαλεχτής	adj	γενική ενικού του διαλεχτή
διαλεχτεί	=	διαλέγω
διαλεχτείς	=	διαλέγω
διαλεχτείτε	=	διαλέγω
διαλεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλεχτός
διαλεχτού	adj	γενική ενικού του διαλεχτός
διαλεχτούμε	=	διαλέγω
διαλεχτούν	=	διαλέγω
διαλεχτούνε	=	διαλέγω
διαλεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλεχτός
διαλεχτό	adj	αιτιατική ενικού του διαλεχτός
διαλεχτός	adj	που ξεχωρίζει για την ποιότητά του, τα θετικά χαρακτηριστικά του, εκλεκτός
διαλεχτώ	=	διαλέγω
διαλεχτών	adj	γενική πληθυντικού του διαλεχτός
διαλεύκαινα	=	διαλευκαίνω
διαλεύκαιναν	=	διαλευκαίνω
διαλεύκαινε	=	διαλευκαίνω
διαλεύκαινες	=	διαλευκαίνω
διαλεύκανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλεύκαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλεύκανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλεύκανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλευκαίνω
διαλεύκανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλευκαίνω
διαλεύκανσης	noun	γενική ενικού του διαλεύκανση
διαλεύκανσις	noun	η διαλεύκανση
διαλιστές	=	διαλιστής
διαλιστή	=	διαλιστής
διαλιστής	noun|dated	η χτένα
διαλιστών	=	διαλιστής
διαλλάσσομαι	verb|formal	συμφιλιώνομαι, συμβιβάζομαι
διαλλαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλλαγή
διαλλαγή	noun|formal	η συνδιαλλαγή, η συμφιλίωση, συμβιβασμός
διαλλαγής	=	διαλλαγή
διαλλαγών	=	διαλλαγή
διαλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλλακτικό	adv	με διαλλακτική διάθεση
διαλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του διαλλακτικός
διαλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλλακτική
διαλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλλακτικός
διαλλακτικής	adj	γενική ενικού του διαλλακτική
διαλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλλακτικός
διαλλακτικοτήτων	=	διαλλακτικότητα
διαλλακτικού	adj	γενική ενικού του διαλλακτικός
διαλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλλακτικός
διαλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλλακτικός
διαλλακτικός	adj	που είναι ανοιχτός σε συμβιβασμούς, που έχει διάθεση να συζητήσει, να κάνει παραχωρήσεις για την επίλυση διαφορών, αυτός που λαμβάνει υπόψη και την αντίθετη άποψη.
διαλλακτικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος διαλλακτικός, η ιδιότητα του διαλλακτικού
διαλλακτικότητας	noun	γενική ενικού του διαλλακτικότητα
διαλλακτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλλακτικότητα
διαλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλλακτικός
διαλλακτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του διαλλακτικά
διαλλαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλλαχτικό	adv	με διαλλαχτική διάθεση
διαλλαχτικέ	adj	κλητική ενικού του διαλλαχτικός
διαλλαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλλαχτική
διαλλαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλλαχτικός
διαλλαχτικής	adj	γενική ενικού του διαλλαχτική
διαλλαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλλαχτικός
διαλλαχτικού	adj	γενική ενικού του διαλλαχτικός
διαλλαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλλαχτικός
διαλλαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλλαχτικός
διαλλαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλλαχτικός
διαλογέα	=	διαλογέας
διαλογέας	noun	που κάνει τη διαλογή
διαλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογή
διαλογέων	=	διαλογέας
διαλογή	noun	η επιλογή στοιχείων ενός συνόλου βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων
διαλογής	=	διαλογή
διαλογίζεσαι	=	διαλογίζομαι
διαλογίζεστε	=	διαλογίζομαι
διαλογίζεται	=	διαλογίζομαι
διαλογίζομαι	verb	σκέπτομαι, στοχάζομαι
διαλογίζονται	=	διαλογίζομαι
διαλογίζονταν	=	διαλογίζομαι
διαλογίζου	=	διαλογίζομαι
διαλογίσου	=	διαλογίζομαι
διαλογίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογίστρια	noun|rare	θηλυκό του διαλογιστής
διαλογείς	=	διαλογέας
διαλογητήρια	=	διαλογητήριο
διαλογητήριο	noun	χώρος ή ειδική εγκατάσταση (συνήθως βιομηχανική ή αγροτική) όπου γίνεται η διαλογή, η ταξινόμηση και ο ποιοτικός έλεγχος προϊόντων
διαλογητήριου	=	διαλογητήριο
διαλογητηρίου	=	διαλογητήριο
διαλογητηρίων	=	διαλογητήριο
διαλογιζόμασταν	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόμαστε	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόμουν	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόμουνα	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόντουσαν	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόσασταν	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόσαστε	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόσουν	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόσουνα	=	διαλογίζομαι
διαλογιζόταν	=	διαλογίζομαι
διαλογιζότανε	=	διαλογίζομαι
διαλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογικό
διαλογικέ	adj	κλητική ενικού του διαλογικός
διαλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογική
διαλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλογικός
διαλογικής	adj	γενική ενικού του διαλογική
διαλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλογικός
διαλογικού	adj	γενική ενικού του διαλογικός
διαλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλογικός
διαλογικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλογικός
διαλογικός	adj	χαρακτηριστικός του διαλόγου
διαλογικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλογικός
διαλογισμέ	noun	κλητική ενικού του διαλογισμός
διαλογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογισμένο
διαλογισμένε	verb	κλητική ενικού του διαλογισμένος
διαλογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογισμένη
διαλογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλογισμένος
διαλογισμένης	verb	γενική ενικού του διαλογισμένη
διαλογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαλογισμένος
διαλογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλογισμένος
διαλογισμένος	verb	που τον έχουν διαλογιστεί
διαλογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαλογισμένος
διαλογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαλογισμένος
διαλογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαλογισμένος
διαλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλογισμός
διαλογισμού	noun	γενική ενικού του διαλογισμός
διαλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαλογισμός
διαλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαλογισμός
διαλογισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαλογίζομαι
διαλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαλογισμός
διαλογιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστήκαν	=	διαλογίζομαι
διαλογιστήκανε	=	διαλογίζομαι
διαλογιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστής	noun|rare	κάποιος που διαλογίζεται, που ασχολείται με τον διαλογισμό
διαλογιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογιστικό
διαλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του διαλογιστικός
διαλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλογιστική
διαλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλογιστικός
διαλογιστικής	adj	γενική ενικού του διαλογιστική
διαλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλογιστικός
διαλογιστικού	adj	γενική ενικού του διαλογιστικός
διαλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλογιστικός
διαλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλογιστικός
διαλογιστικός	adj	που αφορά ή ασχολείται με διαλογισμό
διαλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλογιστικός
διαλογιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογιστούνε	=	διαλογίζομαι
διαλογιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλογίζομαι
διαλογών	=	διαλογή
διαλυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθήκαν	=	διαλύω
διαλυθήκανε	=	διαλύω
διαλυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυθούνε	=	διαλύω
διαλυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάλυμα
διαλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυμένο
διαλυμένε	verb	κλητική ενικού του διαλυμένος
διαλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυμένη
διαλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλυμένος
διαλυμένης	verb	γενική ενικού του διαλυμένη
διαλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαλυμένος
διαλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλυμένος
διαλυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαλύω
διαλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαλυμένος
διαλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαλυμένος
διαλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαλυμένος
διαλυστήρα	noun	η χτένα
διαλυστήρας	=	διαλυστήρα
διαλυστήρες	=	διαλυστήρα
διαλυστήρι	noun	η χτένα
διαλυστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυστήρι
διαλυστήρων	=	διαλυστήρα
διαλυστηριού	=	διαλυστήρι
διαλυστηριών	=	διαλυστήρι
διαλυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυτό
διαλυτέ	adj	κλητική ενικού του διαλυτός
διαλυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυτή
διαλυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλυτός
διαλυτήρια	=	διαλυτήριο
διαλυτήριο	noun	χώρος ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος, όπου διαλύονται (συνήθως) μεγάλες σε μέγεθος κατασκευές (π.χ. πλοία)
διαλυτήριου	=	διαλυτήριο
διαλυτήριων	=	διαλυτήριο
διαλυτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαλυτή) του διαλυτός
διαλυτηρίου	=	διαλυτήριο
διαλυτηρίων	=	διαλυτήριο
διαλυτικά	noun	σημείο γραφής (¨) που μπαίνει πάνω από το ι ή το υ για να δηλώσει ότι δεν υπάρχει δίψηφο φωνήεν· π.χ. στη λέξη γαϊδούρι δεν υπάρχει δίψηφο φωνήεν αι (που προφέρεται e) αλλά δύο χωριστά φωνήεντα που προφέρονται ai	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυτικό, ουδέτερο του διαλυτικός
διαλυτικέ	adj	κλητική ενικού του διαλυτικός
διαλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυτική
διαλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλυτικός
διαλυτικής	adj	γενική ενικού του διαλυτική
διαλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλυτικός
διαλυτικού	adj	γενική ενικού του διαλυτικός
διαλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλυτικός
διαλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαλυτικός	noun	υγρό που χρησιμεύει για να αραιώνουμε το βερνίκι, τη μπογιά, κ.α.
διαλυτικόν	noun|dated	τα διαλυτικά (το σημείο γραφής)
διαλυτικός	adj	ο σχετικός με τη διάλυση
διαλυτικότατα	=	διαλυτικός
διαλυτικότατε	=	διαλυτικός
διαλυτικότατες	=	διαλυτικός
διαλυτικότατη	=	διαλυτικός
διαλυτικότατης	=	διαλυτικός
διαλυτικότατο	=	διαλυτικός
διαλυτικότατοι	=	διαλυτικός
διαλυτικότατος	=	διαλυτικός
διαλυτικότατου	=	διαλυτικός
διαλυτικότατους	=	διαλυτικός
διαλυτικότατων	=	διαλυτικός
διαλυτικότερα	=	διαλυτικός
διαλυτικότερε	=	διαλυτικός
διαλυτικότερες	=	διαλυτικός
διαλυτικότερη	=	διαλυτικός
διαλυτικότερης	=	διαλυτικός
διαλυτικότερο	=	διαλυτικός
διαλυτικότεροι	=	διαλυτικός
διαλυτικότερος	=	διαλυτικός
διαλυτικότερου	=	διαλυτικός
διαλυτικότερους	=	διαλυτικός
διαλυτικότερων	=	διαλυτικός
διαλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαλυτικός
διαλυτικώς	adv|dated	διαλυτικά
διαλυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαλυτός
διαλυτοτήτων	=	διαλυτότητα
διαλυτού	adj	γενική ενικού του διαλυτός
διαλυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαλυτός
διαλυτό	adj	αιτιατική ενικού του διαλυτός
διαλυτός	adj	που μπορεί να διαλυθεί μέσα σε ένα άλλο σώμα, κυρίως υγρό
διαλυτότης	noun	η διαλυτότητα
διαλυτότητα	noun	η ικανότητα κάποιου σώματος να μπορεί να διαλυθεί με τη χρήση διαλύτη
διαλυτότητας	noun	γενική ενικού του διαλυτότητα
διαλυτότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλυτότητα
διαλυτών	adj	γενική πληθυντικού του διαλυτός
διαλυόμασταν	=	διαλύω
διαλυόμαστε	=	διαλύω
διαλυόμενος	=	διαλύω
διαλυόμουν	=	διαλύω
διαλυόμουνα	=	διαλύω
διαλυόντουσαν	=	διαλύω
διαλυόσασταν	=	διαλύω
διαλυόσαστε	=	διαλύω
διαλυόσουν	=	διαλύω
διαλυόσουνα	=	διαλύω
διαλυόταν	=	διαλύω
διαλυότανε	=	διαλύω
διαλόγου	noun	γενική ενικού του διάλογος
διαλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διάλογος
διαλόγων	noun	γενική πληθυντικού του διάλογος
διαλύαμε	=	διαλύω
διαλύαν	=	διαλύω
διαλύανε	=	διαλύω
διαλύατε	=	διαλύω
διαλύει	=	διαλύω
διαλύεις	=	διαλύω
διαλύεσαι	=	διαλύω
διαλύεστε	=	διαλύω
διαλύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαλύομαι
διαλύετε	=	διαλύω
διαλύζω	verb|dated	διαλύω
διαλύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύομαι
διαλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλυμα
διαλύματος	noun	γενική ενικού του διάλυμα
διαλύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαλύω
διαλύομε	=	διαλύω
διαλύονται	=	διαλύω
διαλύονταν	=	διαλύω
διαλύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαλύω
διαλύουμε	=	διαλύω
διαλύουν	=	διαλύω
διαλύουνε	=	διαλύω
διαλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσαν	=	διαλύω
διαλύσανε	=	διαλύω
διαλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάλυση
διαλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάλυση
διαλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάλυση
διαλύσομε	=	διαλύω
διαλύσου	=	διαλύω
διαλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσουνε	=	διαλύω
διαλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαλύω
διαλύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαλύτης
διαλύτη	=	διαλύτης
διαλύτης	noun	ουσία που μαζί με άλλες ουσίες δημιουργεί ομογενή μίγματα
διαλύω	verb	αναμιγνύω μια ουσία μέσα σε ένα υγρό και σχηματίζω ένα διάλυμα
διαλώ	verb	άλλη μορφή του διαλύω
διαμάντι	noun	ορυκτός πολύτιμος λίθος που αποτελείται από καθαρό άνθρακα σε κρυσταλλική μορφή
διαμάντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμάντι
διαμάντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμάντινο
διαμάντινε	adj	κλητική ενικού του διαμάντινος
διαμάντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμάντινη
διαμάντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμάντινος
διαμάντινης	adj	γενική ενικού του διαμάντινη
διαμάντινο	adj	αιτιατική ενικού του διαμάντινος
διαμάντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμάντινος
διαμάντινος	adj	άλλη μορφή του διαμαντένιος
διαμάντινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμάντινος
διαμάντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμάντινος
διαμάντινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμάντινος
διαμάσχαλα	adv	κάτω απ’ τη μασχάλη
διαμάχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμάχη
διαμάχη	noun	η αντιπαράθεση (σε έντονο ύφος) ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες
διαμάχης	noun	γενική ενικού του διαμάχη
διαμάχομαι	verb|formal	έχω διαμάχη
διαμέλιζα	=	διαμελίζω
διαμέλιζαν	=	διαμελίζω
διαμέλιζε	=	διαμελίζω
διαμέλιζες	=	διαμελίζω
διαμέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμέλιση	noun	άλλη μορφή του διαμελισμός
διαμέλισης	noun	γενική ενικού του διαμέλιση
διαμέναμε	=	διαμένω
διαμέναν	=	διαμένω
διαμένανε	=	διαμένω
διαμένατε	=	διαμένω
διαμένει	=	διαμένω
διαμένεις	=	διαμένω
διαμένετε	=	διαμένω
διαμένον	=	διαμένων
διαμένοντα	=	διαμένων
διαμένοντας	=	διαμένω
διαμένοντες	=	διαμένων
διαμένοντος	=	διαμένων
διαμένουμε	=	διαμένω
διαμένουν	=	διαμένω
διαμένουνε	=	διαμένω
διαμένουσα	=	διαμένων
διαμένουσας	=	διαμένων
διαμένουσες	=	διαμένων
διαμένω	verb|formal	μένω κάπου, κατοικώ
διαμένων	verb|formal	που διαμένει / κατοικεί κάπου, χωρίς να προσδιορίζεται αν του ανήκει η γη, το κτίσμα ή ο τόπος
διαμέριζα	=	διαμερίζω
διαμέριζαν	=	διαμερίζω
διαμέριζε	=	διαμερίζω
διαμέριζες	=	διαμερίζω
διαμέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμέριση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμερίζω
διαμέρισης	noun	γενική ενικού του διαμέριση
διαμέρισμα	noun	σύνολο δωματίων ενός πολυώροφου κτηρίου, με λειτουργική ενότητα που αποτελούν μία κατοικία
διαμέσου	adv	ανάμεσα, μεταξύ, μέσω
διαμέσους	=	διάμεσος
διαμέσων	=	διάμεσος
διαμέτρα	=	διαμετρώ
διαμέτραγε	=	διαμετρώ
διαμέτρημα	noun	το μήκος της διαμέτρου ενός κυλίνδρου ή κυλινδρικού σώματος και (ειδικότερα) της κάννης ενός πυροβόλου όπλου
διαμέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμετρώ
διαμέτρησης	noun	γενική ενικού του διαμέτρηση
διαμέτρου	noun	γενική ενικού του διάμετρος
διαμέτρους	=	διάμετρος
διαμέτρων	=	διάμετρος
διαμήκεις	=	διαμήκης
διαμήκη	=	διαμήκης
διαμήκης	adj|formal	που εκτείνεται σε όλο το μήκος
διαμήκους	=	διαμήκης
διαμήκων	=	διαμήκης
διαμήνυα	=	διαμηνύω
διαμήνυαν	=	διαμηνύω
διαμήνυε	=	διαμηνύω
διαμήνυες	=	διαμηνύω
διαμήνυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμήνυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμήνυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμήνυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμήνυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμηνύω
διαμήνυσης	noun	γενική ενικού του διαμήνυση
διαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμίνη
διαμίνη	noun	οποιαδήποτε χημική ένωση στο μόριο της οποίας υφίστανται δύο αμινομάδες
διαμίνης	noun	γενική ενικού του διαμίνη
διαμαγνητισμέ	=	διαμαγνητισμός
διαμαγνητισμοί	=	διαμαγνητισμός
διαμαγνητισμού	=	διαμαγνητισμός
διαμαγνητισμούς	=	διαμαγνητισμός
διαμαγνητισμό	=	διαμαγνητισμός
διαμαγνητισμός	noun	η ιδιότητα που έχουν τα διαμαγνητικά υλικά, να απωθούνται από εφαρμοζόμενο μαγνητικό πεδίο
διαμαγνητισμών	=	διαμαγνητισμός
διαμαντέ	adj	που έχουν κατεργαστεί τις άκρες του (για τζάμι, κρύσταλλο κ.λπ.
διαμαντένια	=	διαμαντένιος
διαμαντένιας	=	διαμαντένιος
διαμαντένιε	=	διαμαντένιος
διαμαντένιες	=	διαμαντένιος
διαμαντένιο	=	διαμαντένιος
διαμαντένιοι	=	διαμαντένιος
διαμαντένιος	adj|figurative	άλλη μορφή του αδαμάντινος
διαμαντένιου	=	διαμαντένιος
διαμαντένιους	=	διαμαντένιος
διαμαντένιων	=	διαμαντένιος
διαμαντικά	noun	σύνολο από διαμαντένια κοσμήματα, ή κοσμήματα με πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους που μπορεί ν' ανήκει σε κάποιο πρόσωπο, ή να αποτελούν αφιερώματα σε εικόνες, ή να στολίζουν κάποιο αντικείμενο
διαμαντικού	noun	γενική ενικού του διαμαντικό
διαμαντικό	noun	κόσμημα με διαμάντια ή και άλλους πολύτιμους λίθους
διαμαντικών	noun	γενική πληθυντικού του διαμαντικό
διαμαντιού	noun	γενική ενικού του διαμάντι
διαμαντιών	noun	γενική πληθυντικού του διαμάντι
διαμαντοκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαντοκόλλητο
διαμαντοκόλλητε	adj	κλητική ενικού του διαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαντοκόλλητη
διαμαντοκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητης	adj	γενική ενικού του διαμαντοκόλλητη
διαμαντοκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του διαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητος	adj|vulgar	άλλη μορφή του αδαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμαντοκόλλητος
διαμαντοκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμαντοκόλλητος
διαμαντόδισκε	=	διαμαντόδισκος
διαμαντόδισκο	=	διαμαντόδισκος
διαμαντόδισκοι	=	διαμαντόδισκος
διαμαντόδισκος	noun	δισκοειδές κοπτικό εργαλείο με ενσωματωμένους κόκκους συνθετικού διαμαντιού στην περιφέρειά του, σχεδιασμένο για ακριβή κοπή ή λείανση ιδιαίτερα σκληρών υλικών
διαμαντόδισκου	=	διαμαντόδισκος
διαμαντόδισκους	=	διαμαντόδισκος
διαμαντόδισκων	=	διαμαντόδισκος
διαμαντόπετρα	noun	διαμάντι που το έχουν κατεργαστεί και το έχουν προσαρμόσει σε κόσμημα
διαμαντόπετρας	noun	γενική ενικού του διαμαντόπετρα
διαμαντόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαντόπετρα
διαμαντόσκονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαντόσκονη
διαμαντόσκονη	noun	σκόνη από διαμάντια
διαμαντόσκονης	=	διαμαντόσκονη
διαμαντόσκονων	=	διαμαντόσκονη
διαμαρτία	noun	συγγενής συνήθως ανωμαλία στην διάπλαση οργάνων, ιδίως των εμβρύων
διαμαρτίας	noun	γενική ενικού του διαμαρτία
διαμαρτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαρτία
διαμαρτιών	noun	γενική πληθυντικού του διαμαρτία
διαμαρτυρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμαρτύρηση
διαμαρτυρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμαρτύρηση
διαμαρτυρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτυρία	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρίας	noun	γενική ενικού του διαμαρτυρία
διαμαρτυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαρτυρία
διαμαρτυρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαρτυρικό
διαμαρτυρικού	noun	γενική ενικού του διαμαρτυρικό
διαμαρτυρικό	noun	συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο γίνεται η διαμαρτύρηση γραμματίου ή συναλλαγματικής
διαμαρτυρικών	noun	γενική πληθυντικού του διαμαρτυρικό
διαμαρτυριών	noun	γενική πληθυντικού του διαμαρτυρία
διαμαρτυρομένου	noun	γενική ενικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρομένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρομένων	noun	γενική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενο
διαμαρτυρόμενε	noun	κλητική ενικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενη
διαμαρτυρόμενη	noun	θηλυκό του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενης	verb	γενική ενικού του διαμαρτυρόμενη
διαμαρτυρόμενο	noun	αιτιατική ενικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενος	verb	που διαμαρτύρεται για κάτι, συνήθως ισχυρότερο από τον ίδιο, που παραπονείται και διεκδικεί να αλλάξει αυτό προς το οποίο διαφωνεί αλλά δεν έχει την εξουσία να το μεταβάλει μόνος του	noun	πιστός κάποιου εκ των δογμάτων που αποσχίστηκαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
διαμαρτυρόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενων	noun	γενική πληθυντικού του διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρώ	verb	καταγγέλλω ότι κάτι (συνήθως γραμμάτιο, επιταγή, συναλλαγματική) είναι , μη έγκυρο, ακάλυπτο
διαμαρτυρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτύρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτύρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτύρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτύρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμαρτυρώ
διαμαρτύρηση	noun	καταγγελία για την μη (έγκαιρη) πληρωμή μιας συναλλαγματικής ή ενός γραμματίου
διαμαρτύρησης	noun	γενική ενικού του διαμαρτύρηση
διαμαρτύρησις	noun	η διαμαρτύρηση
διαμαρτύρομαι	verb	αποδοκιμάζω (έμπρακτα ή με λόγια) κάτι που θεωρώ άδικο και εκφράζω την αντίθεσή μου σ’ αυτό
διαμαχών	noun	γενική πληθυντικού του διαμάχη
διαμείβεσαι	=	διαμείβομαι
διαμείβεστε	=	διαμείβομαι
διαμείβεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαμείβομαι
διαμείβομαι	verb|formal	λέγομαι μεταξύ κάποιων, ανταλλάσσομαι
διαμείβονται	=	διαμείβομαι
διαμείβονταν	=	διαμείβομαι
διαμείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείναν	=	διαμένω
διαμείνανε	=	διαμένω
διαμείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείντε	=	διαμένω
διαμείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμένω
διαμείφθηκα	=	διαμείβομαι
διαμείφθηκαν	=	διαμείβομαι
διαμείφθηκε	=	διαμείβομαι
διαμείφθηκες	=	διαμείβομαι
διαμείψου	=	διαμείβομαι
διαμεθοριακός	adj|formal	ο διασυνοριακός
διαμειβόμασταν	=	διαμείβομαι
διαμειβόμαστε	=	διαμείβομαι
διαμειβόμενος	=	διαμείβομαι
διαμειβόμουν	=	διαμείβομαι
διαμειβόμουνα	=	διαμείβομαι
διαμειβόντουσαν	=	διαμείβομαι
διαμειβόσασταν	=	διαμείβομαι
διαμειβόσαστε	=	διαμείβομαι
διαμειβόσουν	=	διαμείβομαι
διαμειβόσουνα	=	διαμείβομαι
διαμειβόταν	=	διαμείβομαι
διαμειβότανε	=	διαμείβομαι
διαμειφθήκαμε	=	διαμείβομαι
διαμειφθήκατε	=	διαμείβομαι
διαμειφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμείβομαι
διαμειφθείς	=	διαμείβομαι
διαμειφθείτε	=	διαμείβομαι
διαμειφθούμε	=	διαμείβομαι
διαμειφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμείβομαι
διαμειφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμείβομαι
διαμελίζαμε	=	διαμελίζω
διαμελίζαν	=	διαμελίζω
διαμελίζανε	=	διαμελίζω
διαμελίζατε	=	διαμελίζω
διαμελίζει	=	διαμελίζω
διαμελίζεις	=	διαμελίζω
διαμελίζεσαι	=	διαμελίζω
διαμελίζεστε	=	διαμελίζω
διαμελίζεται	=	διαμελίζω
διαμελίζετε	=	διαμελίζω
διαμελίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαμελίζω
διαμελίζονται	=	διαμελίζω
διαμελίζονταν	=	διαμελίζω
διαμελίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαμελίζω
διαμελίζου	=	διαμελίζομαι
διαμελίζουμε	=	διαμελίζω
διαμελίζουν	=	διαμελίζω
διαμελίζουνε	=	διαμελίζω
διαμελίζω	verb	σκοτώνω, κομματιάζω ή αποσπώ με βίαιο τρόπο τα μέλη ενός ανθρώπου ή ζώου
διαμελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίσαν	=	διαμελίζω
διαμελίσανε	=	διαμελίζω
διαμελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμέλιση
διαμελίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμέλιση
διαμελίσου	=	διαμελίζω
διαμελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελίστηκα	=	διαμελίζω
διαμελίστηκαν	=	διαμελίζω
διαμελίστηκε	=	διαμελίζω
διαμελίστηκες	=	διαμελίζω
διαμελίστρια	noun	θηλυκό του διαμελιστής
διαμελίστριας	noun	γενική ενικού του διαμελίστρια
διαμελίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμελίστρια
διαμελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμελίζω
διαμελιζόμασταν	=	διαμελίζω
διαμελιζόμαστε	=	διαμελίζω
διαμελιζόμουν	=	διαμελίζω
διαμελιζόμουνα	=	διαμελίζω
διαμελιζόντουσαν	=	διαμελίζω
διαμελιζόσασταν	=	διαμελίζω
διαμελιζόσαστε	=	διαμελίζω
διαμελιζόσουν	=	διαμελίζω
διαμελιζόσουνα	=	διαμελίζω
διαμελιζόταν	=	διαμελίζω
διαμελιζότανε	=	διαμελίζω
διαμελισμέ	noun	κλητική ενικού του διαμελισμός
διαμελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμελισμένο
διαμελισμένε	verb	κλητική ενικού του διαμελισμένος
διαμελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμελισμένη
διαμελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμελισμένος
διαμελισμένης	verb	γενική ενικού του διαμελισμένη
διαμελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμελισμένος
διαμελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμελισμένος
διαμελισμένος	verb	που έχει διαμελιστεί
διαμελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμελισμένος
διαμελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμελισμένος
διαμελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμελισμένος
διαμελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμελισμός
διαμελισμού	noun	γενική ενικού του διαμελισμός
διαμελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαμελισμός
διαμελισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαμελισμός
διαμελισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμελίζω
διαμελισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαμελισμός
διαμελιστέα	=	διαμελιστέος
διαμελιστέας	=	διαμελιστέος
διαμελιστέε	=	διαμελιστέος
διαμελιστέες	=	διαμελιστέος
διαμελιστέο	=	διαμελιστέος
διαμελιστέοι	=	διαμελιστέος
διαμελιστέος	adj	που πρέπει να διαμελιστεί
διαμελιστέου	=	διαμελιστέος
διαμελιστέους	=	διαμελιστέος
διαμελιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμελιστής
διαμελιστέων	=	διαμελιστέος
διαμελιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαμελιστής
διαμελιστήκαμε	=	διαμελίζω
διαμελιστήκαν	=	διαμελίζω
διαμελιστήκανε	=	διαμελίζω
διαμελιστήκατε	=	διαμελίζω
διαμελιστής	noun	αυτός που διαμελίζει
διαμελιστεί	=	διαμελίζω
διαμελιστείτε	=	διαμελίζω
διαμελιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμελιστικό
διαμελιστικέ	adj	κλητική ενικού του διαμελιστικός
διαμελιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμελιστική
διαμελιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμελιστικός
διαμελιστικής	adj	γενική ενικού του διαμελιστική
διαμελιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμελιστικός
διαμελιστικού	adj	γενική ενικού του διαμελιστικός
διαμελιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμελιστικός
διαμελιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμελιστικός
διαμελιστικός	adj	που έχει σχέση με διαμελισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συμβάλλει σ’ αυτόν
διαμελιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμελιστικός
διαμελιστριών	noun	γενική πληθυντικού του διαμελίστρια
διαμελιστών	noun	γενική πληθυντικού του διαμελιστής
διαμεμβρανικά	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικέ	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικές	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανική	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικής	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικοί	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικού	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικούς	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικό	=	διαμεμβρανικός
διαμεμβρανικός	adj	που εκτείνεται ή διέρχεται μέσω μιας βιολογικής μεμβράνης
διαμεμβρανικών	=	διαμεμβρανικός
διαμενουσών	=	διαμένων
διαμενούσης	=	διαμένων
διαμενόντων	=	διαμένων
διαμερίζαμε	=	διαμερίζω
διαμερίζαν	=	διαμερίζω
διαμερίζανε	=	διαμερίζω
διαμερίζατε	=	διαμερίζω
διαμερίζει	=	διαμερίζω
διαμερίζεις	=	διαμερίζω
διαμερίζεσαι	=	διαμερίζω
διαμερίζεστε	=	διαμερίζω
διαμερίζεται	=	διαμερίζω
διαμερίζετε	=	διαμερίζω
διαμερίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαμερίζω
διαμερίζονται	=	διαμερίζω
διαμερίζονταν	=	διαμερίζω
διαμερίζοντας	=	διαμερίζω
διαμερίζου	=	διαμερίζομαι
διαμερίζουμε	=	διαμερίζω
διαμερίζουν	=	διαμερίζω
διαμερίζουνε	=	διαμερίζω
διαμερίζω	verb|formal	χωρίζω κάποιο όλο σε μέρη
διαμερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίσαν	=	διαμερίζω
διαμερίσανε	=	διαμερίζω
διαμερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμέριση
διαμερίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμέριση
διαμερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμέρισμα
διαμερίσματος	noun	γενική ενικού του διαμέρισμα
διαμερίσου	=	διαμερίζω
διαμερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμερίστηκα	=	διαμερίζω
διαμερίστηκαν	=	διαμερίζω
διαμερίστηκε	=	διαμερίζω
διαμερίστηκες	=	διαμερίζω
διαμερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμερίζω
διαμεριζόμασταν	=	διαμερίζω
διαμεριζόμαστε	=	διαμερίζω
διαμεριζόμουν	=	διαμερίζω
διαμεριζόμουνα	=	διαμερίζω
διαμεριζόντουσαν	=	διαμερίζω
διαμεριζόσασταν	=	διαμερίζω
διαμεριζόσαστε	=	διαμερίζω
διαμεριζόσουν	=	διαμερίζω
διαμεριζόσουνα	=	διαμερίζω
διαμεριζόταν	=	διαμερίζω
διαμεριζότανε	=	διαμερίζω
διαμερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαμέρισμα
διαμερισμέ	noun	κλητική ενικού του διαμερισμός
διαμερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμερισμένο
διαμερισμένε	verb	κλητική ενικού του διαμερισμένος
διαμερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμερισμένη
διαμερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμερισμένος
διαμερισμένης	verb	γενική ενικού του διαμερισμένη
διαμερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμερισμένος
διαμερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμερισμένος
διαμερισμένος	verb	που έχει διαμεριστεί
διαμερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμερισμένος
διαμερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμερισμένος
διαμερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμερισμένος
διαμερισματάκι	noun	υποκοριστικό του: διαμέρισμα
διαμερισματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμερισματάκι
διαμερισματικά	adv	ανά διαμέρισμα
διαμερισματικέ	adj	κλητική ενικού του διαμερισματικός
διαμερισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμερισματική
διαμερισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμερισματικός
διαμερισματικής	adj	γενική ενικού του διαμερισματική
διαμερισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμερισματικός
διαμερισματικού	adj	γενική ενικού του διαμερισματικός
διαμερισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμερισματικός
διαμερισματικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμερισματικός
διαμερισματικός	adj	που έχει σχέση με διαμέρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
διαμερισματικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμερισματικός
διαμερισματοποίει	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποίησα	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποίησαν	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποίησε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποίησες	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποίηση	noun	η διαδικασία ή αποτέλεσμα του διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποίησης	noun	γενική ενικού του διαμερισματοποίηση
διαμερισματοποιήσαμε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιήσαν	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιήσανε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιήσατε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιήσει	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμερισματοποίηση
διαμερισματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμερισματοποίηση
διαμερισματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμερισματοποίηση
διαμερισματοποιήστε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιεί	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιείς	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιείτε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούμε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούν	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούνε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσα	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσαμε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσαν	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσανε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσατε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσε	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιούσες	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισματοποιώ	verb	διαχωρίζω ένα σύνολο σε επιμέρους τμήματα ή μερίσματα
διαμερισματοποιώντας	=	διαμερισματοποιώ
διαμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμερισμός
διαμερισμού	noun	γενική ενικού του διαμερισμός
διαμερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαμερισμός
διαμερισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαμερισμός
διαμερισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμερίζω
διαμερισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαμερισμός
διαμεριστήκαμε	=	διαμερίζω
διαμεριστήκαν	=	διαμερίζω
διαμεριστήκανε	=	διαμερίζω
διαμεριστήκατε	=	διαμερίζω
διαμεριστεί	=	διαμερίζω
διαμεριστείτε	=	διαμερίζω
διαμεσικά	=	διαμεσικός
διαμεσικέ	=	διαμεσικός
διαμεσικές	=	διαμεσικός
διαμεσική	=	διαμεσικός
διαμεσικής	=	διαμεσικός
διαμεσικοί	=	διαμεσικός
διαμεσικοτήτων	=	διαμεσικότητα
διαμεσικού	=	διαμεσικός
διαμεσικούς	=	διαμεσικός
διαμεσικό	=	διαμεσικός
διαμεσικός	adj	που συνδυάζει διαφορετικά μέσα
διαμεσικότητα	noun	η ιδιότητα του διαμεσικού, που συνδυάζει πολλαπλά μέσα
διαμεσικότητας	=	διαμεσικότητα
διαμεσικότητες	=	διαμεσικότητα
διαμεσικών	=	διαμεσικός
διαμεσολάβει	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολάβησα	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολάβησαν	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολάβησε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολάβησες	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολάβηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμεσολαβώ
διαμεσολάβησης	noun	γενική ενικού του διαμεσολάβηση
διαμεσολαβήσαμε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβήσαν	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβήσανε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβήσατε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβήσει	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεσολάβηση
διαμεσολαβήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμεσολάβηση
διαμεσολαβήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμεσολάβηση
διαμεσολαβήστε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβήτρια	noun	θηλυκό του διαμεσολαβητής
διαμεσολαβήτριας	noun	γενική ενικού του διαμεσολαβήτρια
διαμεσολαβήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεσολαβήτρια
διαμεσολαβεί	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβείς	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβείτε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβημένα	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένε	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένες	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένη	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένης	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένο	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένοι	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένος	verb	που γίνεται με διαμεσολάβηση
διαμεσολαβημένου	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένους	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβημένων	=	διαμεσολαβημένος
διαμεσολαβητές	=	διαμεσολαβητής
διαμεσολαβητή	=	διαμεσολαβητής
διαμεσολαβητής	noun	αυτός που διαμεσολαβεί
διαμεσολαβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεσολαβητικό
διαμεσολαβητικέ	adj	κλητική ενικού του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεσολαβητική
διαμεσολαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητικής	adj	γενική ενικού του διαμεσολαβητική
διαμεσολαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητικού	adj	γενική ενικού του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητικός	adj	που μεσολαβεί σε διάλογο ή μετακίνηση
διαμεσολαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμεσολαβητικός
διαμεσολαβητριών	noun	γενική πληθυντικού του διαμεσολαβήτρια
διαμεσολαβητών	=	διαμεσολαβητής
διαμεσολαβούμε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούν	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούνε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσα	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσαμε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσαν	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσανε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσατε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσε	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβούσες	=	διαμεσολαβώ
διαμεσολαβώ	verb	μεσολαβώ
διαμεσολαβώντας	=	διαμεσολαβώ
διαμεσόγαμα	noun	που τα μέσα γονιμοποίησής τους δεν κινούνται από μόνα τους, αλλά μεταφέρονται με το αέρα, το νερό ή άλλο τρόπο
διαμεσόγαμο	=	διαμεσόγαμα
διαμεσόγαμου	=	διαμεσόγαμα
διαμεσόγαμων	noun	γενική πληθυντικού του διαμεσόγαμο
διαμεταγωγές	=	διαμεταγωγή
διαμεταγωγή	noun	η αποστολή ή λήψη δεδομένων από κάποιο πληροφοριακό σύστημα
διαμεταγωγής	=	διαμεταγωγή
διαμεταγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεταγωγικό
διαμεταγωγικέ	adj	κλητική ενικού του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεταγωγική
διαμεταγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγικής	adj	γενική ενικού του διαμεταγωγική
διαμεταγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγικού	adj	γενική ενικού του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγικός	adj	που έχει σχέση με τη διαμεταγωγή ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαμεταγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμεταγωγικός
διαμεταγωγών	=	διαμεταγωγή
διαμετακομίζαμε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζαν	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζανε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζατε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζει	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζεις	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζεσαι	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίζεστε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίζεται	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίζετε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίζονται	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίζονταν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίζοντας	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζου	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίζουμε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζουν	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζουνε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίζω	verb	μεταφέρω κάτι από ένα κράτος σε κάποιο άλλο μέσω ενός τρίτου
διαμετακομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίσαν	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίσανε	=	διαμετακομίζω
διαμετακομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμετακόμιση
διαμετακομίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμετακόμιση
διαμετακομίσου	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομίστηκα	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίστηκαν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίστηκε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίστηκες	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακομιζόμασταν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόμαστε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόμουν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόμουνα	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόντουσαν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόσασταν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόσαστε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόσουν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόσουνα	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζόταν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιζότανε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετακομισμένο
διαμετακομισμένε	verb	κλητική ενικού του διαμετακομισμένος
διαμετακομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετακομισμένη
διαμετακομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμετακομισμένος
διαμετακομισμένης	verb	γενική ενικού του διαμετακομισμένη
διαμετακομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμετακομισμένος
διαμετακομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμετακομισμένος
διαμετακομισμένος	verb	που έχει διαμετακομιστεί
διαμετακομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμετακομισμένος
διαμετακομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμετακομισμένος
διαμετακομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμετακομισμένος
διαμετακομιστήκαμε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιστήκαν	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιστήκανε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιστήκατε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιστεί	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιστείτε	=	διαμετακομίζομαι
διαμετακομιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετακομιστικό
διαμετακομιστικέ	adj	κλητική ενικού του διαμετακομιστικός
διαμετακομιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετακομιστική
διαμετακομιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμετακομιστικός
διαμετακομιστικής	adj	γενική ενικού του διαμετακομιστική
διαμετακομιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμετακομιστικός
διαμετακομιστικού	adj	γενική ενικού του διαμετακομιστικός
διαμετακομιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμετακομιστικός
διαμετακομιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμετακομιστικός
διαμετακομιστικός	adj	που έχει σχέση με τη διαμετακόμιση ή αναφέρεται σ' αυτή
διαμετακομιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμετακομιστικός
διαμετακόμιζα	=	διαμετακομίζω
διαμετακόμιζαν	=	διαμετακομίζω
διαμετακόμιζε	=	διαμετακομίζω
διαμετακόμιζες	=	διαμετακομίζω
διαμετακόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετακομίζω
διαμετακόμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμετακομίζω, η μεταφορά ενός εμπορεύματος ή αγαθού από μια χώρα σε μια άλλη μέσω τρίτης
διαμετακόμισης	noun	γενική ενικού του διαμετακόμιση
διαμεταφέρω	verb	εκτελώ διαμεταφορές
διαμεταφορά	noun	οργανωμένη υπηρεσία ανάληψης και συντονισμού της μετακίνησης αγαθών από τον αποστολέα στον παραλήπτη, κατά την οποία ο διαμεταφορέας ενεργεί ως ενδιάμεσος —χωρίς κατʼ ανάγκην να εκτελεί ο ίδιος τη φυσική μεταφορά— αναθέτοντας και επιβλέποντας τα επιμέρους στάδια (μεταφορά, τελωνειακές διαδικασίες, παράδοση)
διαμεταφοράς	=	διαμεταφορά
διαμεταφορέα	=	διαμεταφορέας
διαμεταφορέας	noun	κάποιος που αναλαμβάνει και εκτελεί διαμεταφορά
διαμεταφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμεταφορά
διαμεταφορέων	=	διαμεταφορέας
διαμεταφορέως	=	διαμεταφορέας
διαμεταφορείς	=	διαμεταφορέας
διαμεταφορικά	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικέ	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικές	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορική	noun	εταιρεία που αναλαμβάνει διαμεταφορές
διαμεταφορικής	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικοί	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικού	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικούς	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικό	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορικός	adj	που έχει σχέση με διαμεταφορά ή αναφέρεται σʼ αυτή
διαμεταφορικών	=	διαμεταφορικός
διαμεταφορών	=	διαμεταφορά
διαμετρά	=	διαμετρώ
διαμετράει	=	διαμετρώ
διαμετράμε	=	διαμετρώ
διαμετράν	=	διαμετρώ
διαμετράνε	=	διαμετρώ
διαμετράς	=	διαμετρώ
διαμετράτε	=	διαμετρώ
διαμετράω	=	διαμετρώ
διαμετρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμέτρημα
διαμετρήματος	noun	γενική ενικού του διαμέτρημα
διαμετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσαν	=	διαμετρώ
διαμετρήσανε	=	διαμετρώ
διαμετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμέτρηση
διαμετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμέτρηση
διαμετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμετρώ
διαμετρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαμέτρημα
διαμετρημέ	noun	κλητική ενικού του διαμετρημός
διαμετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετρημένο
διαμετρημένε	verb	κλητική ενικού του διαμετρημένος
διαμετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετρημένη
διαμετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμετρημένος
διαμετρημένης	verb	γενική ενικού του διαμετρημένη
διαμετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμετρημένος
διαμετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμετρημένος
διαμετρημένος	verb	που έχει διαμετρηθεί
διαμετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμετρημένος
διαμετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμετρημένος
διαμετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμετρημένος
διαμετρημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμετρημός
διαμετρημού	noun	γενική ενικού του διαμετρημός
διαμετρημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαμετρημός
διαμετρημό	noun	αιτιατική ενικού του διαμετρημός
διαμετρημός	noun|dated	η απαρίθμηση, η αρίθμηση
διαμετρημών	noun	γενική πληθυντικού του διαμετρημός
διαμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαμετρικός	adv	κατά διαμετρικό τρόπο, σε διαμετρικό τόπο
διαμετρικέ	adj	κλητική ενικού του διαμετρικός
διαμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμετρική
διαμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμετρικός
διαμετρικής	adj	γενική ενικού του διαμετρική
διαμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμετρικός
διαμετρικού	adj	γενική ενικού του διαμετρικός
διαμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμετρικός
διαμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμετρικός
διαμετρικός	adj	που έχει σχέση με τη διάμετρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμετρικός
διαμετρούμε	=	διαμετρώ
διαμετρούν	=	διαμετρώ
διαμετρούνε	=	διαμετρώ
διαμετρούσα	=	διαμετρώ
διαμετρούσαμε	=	διαμετρώ
διαμετρούσαν	=	διαμετρώ
διαμετρούσανε	=	διαμετρώ
διαμετρούσατε	=	διαμετρώ
διαμετρούσε	=	διαμετρώ
διαμετρούσες	=	διαμετρώ
διαμετρώ	verb|dated	μετρώ, καταμετρώ, υπολογίζω
διαμετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαμετρώ
διαμηνήθηκα	=	διαμηνύω
διαμηνυθήκαμε	=	διαμηνύω
διαμηνυθήκαν	=	διαμηνύω
διαμηνυθήκανε	=	διαμηνύω
διαμηνυθήκατε	=	διαμηνύω
διαμηνυθεί	=	διαμηνύω
διαμηνυθείς	=	διαμηνύω
διαμηνυθείτε	=	διαμηνύω
διαμηνυθούμε	=	διαμηνύω
διαμηνυθούν	=	διαμηνύω
διαμηνυθούνε	=	διαμηνύω
διαμηνυθώ	=	διαμηνύω
διαμηνυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμηνυμένο
διαμηνυμένε	verb	κλητική ενικού του διαμηνυμένος
διαμηνυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμηνυμένη
διαμηνυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμηνυμένος
διαμηνυμένης	verb	γενική ενικού του διαμηνυμένη
διαμηνυμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμηνυμένος
διαμηνυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμηνυμένος
διαμηνυμένος	verb	που έχει διαμηνυθεί
διαμηνυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμηνυμένος
διαμηνυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμηνυμένος
διαμηνυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμηνυμένος
διαμηνυόμασταν	=	διαμηνύω
διαμηνυόμαστε	=	διαμηνύω
διαμηνυόμουν	=	διαμηνύω
διαμηνυόσασταν	=	διαμηνύω
διαμηνυόσαστε	=	διαμηνύω
διαμηνυόσουν	=	διαμηνύω
διαμηνυόταν	=	διαμηνύω
διαμηνύαμε	=	διαμηνύω
διαμηνύαν	=	διαμηνύω
διαμηνύανε	=	διαμηνύω
διαμηνύατε	=	διαμηνύω
διαμηνύει	=	διαμηνύω
διαμηνύεις	=	διαμηνύω
διαμηνύεσαι	=	διαμηνύω
διαμηνύεστε	=	διαμηνύω
διαμηνύεται	=	διαμηνύω
διαμηνύετε	=	διαμηνύω
διαμηνύθηκα	=	διαμηνύω
διαμηνύθηκαν	=	διαμηνύω
διαμηνύθηκε	=	διαμηνύω
διαμηνύθηκες	=	διαμηνύω
διαμηνύομαι	=	διαμηνύω
διαμηνύομε	=	διαμηνύω
διαμηνύονται	=	διαμηνύω
διαμηνύονταν	=	διαμηνύω
διαμηνύοντας	=	διαμηνύω
διαμηνύουμε	=	διαμηνύω
διαμηνύουν	=	διαμηνύω
διαμηνύουνε	=	διαμηνύω
διαμηνύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσαν	=	διαμηνύω
διαμηνύσανε	=	διαμηνύω
διαμηνύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμήνυση
διαμηνύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμήνυση
διαμηνύσομε	=	διαμηνύω
διαμηνύσου	=	διαμηνύω
διαμηνύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσουνε	=	διαμηνύω
διαμηνύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμηνύω
διαμηνύω	verb|formal	στέλνω μήνυμα σε κάποιον παραγγέλλοντάς του κάτι
διαμηριαία	=	διαμηριαίος
διαμηριαίας	=	διαμηριαίος
διαμηριαίε	=	διαμηριαίος
διαμηριαίες	=	διαμηριαίος
διαμηριαίο	=	διαμηριαίος
διαμηριαίοι	=	διαμηριαίος
διαμηριαίος	adj	που βρίσκεται ή γίνεται κατά μήκος του μηρού
διαμηριαίου	=	διαμηριαίος
διαμηριαίους	=	διαμηριαίος
διαμηριαίων	=	διαμηριαίος
διαμηχανώμαι	verb|archaic	μηχανεύομαι
διαμιάς	adv	χωρίς μεσολάβηση χρονικού διαστήματος, αμέσως
διαμιλλώμαι	verb|archaic	αμιλλώμαι με προθυμία
διαμινών	=	διαμίνη
διαμνημονεύσεις	=	διαμνημόνευση
διαμνημονεύσεων	=	διαμνημόνευση
διαμνημόνευση	noun	ηθική αμοιβή που προσφέρεται από το Υπουργείο Άμυνας
διαμνημόνευσης	=	διαμνημόνευση
διαμοίραζα	=	διαμοιράζω
διαμοίραζαν	=	διαμοιράζω
διαμοίραζε	=	διαμοιράζω
διαμοίραζες	=	διαμοιράζω
διαμοίρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοίρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοίρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοίρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοίραση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμοιράζω
διαμοίρασης	noun	γενική ενικού του διαμοίραση
διαμοιβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμοιβή
διαμοιβή	noun|formal	αμοιβή, ανταμοιβή, ανταπόδοση
διαμοιβής	=	διαμοιβή
διαμοιβών	=	διαμοιβή
διαμοιράζαμε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζαν	=	διαμοιράζω
διαμοιράζανε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζατε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζει	=	διαμοιράζω
διαμοιράζεις	=	διαμοιράζω
διαμοιράζεσαι	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράζεστε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράζεται	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράζετε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράζομε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζονται	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράζονταν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράζοντας	=	διαμοιράζω
διαμοιράζου	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράζουμε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζουν	=	διαμοιράζω
διαμοιράζουνε	=	διαμοιράζω
διαμοιράζω	verb|formal	άλλη μορφή του μοιράζω
διαμοιράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσαν	=	διαμοιράζω
διαμοιράσανε	=	διαμοιράζω
διαμοιράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμοίραση
διαμοιράσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμοίραση
διαμοιράσομε	=	διαμοιράζω
διαμοιράσου	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράσουνε	=	διαμοιράζω
διαμοιράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιράστηκα	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράστηκαν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράστηκε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράστηκες	=	διαμοιράζομαι
διαμοιράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμοιράζω
διαμοιραζόμασταν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόμαστε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόμουν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόμουνα	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόντουσαν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόσασταν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόσαστε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόσουν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόσουνα	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζόταν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραζότανε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιρασμέ	noun	κλητική ενικού του διαμοιρασμός
διαμοιρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμοιρασμένο
διαμοιρασμένε	verb	κλητική ενικού του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμοιρασμένη
διαμοιρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμένης	verb	γενική ενικού του διαμοιρασμένη
διαμοιρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμένος	verb	που έχει διαμοιραστεί
διαμοιρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμοιρασμένος
διαμοιρασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμοιρασμός
διαμοιρασμού	noun	γενική ενικού του διαμοιρασμός
διαμοιρασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαμοιρασμός
διαμοιρασμό	noun	αιτιατική ενικού του διαμοιρασμός
διαμοιρασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμοιράζω
διαμοιρασμών	noun	γενική πληθυντικού του διαμοιρασμός
διαμοιραστήκαμε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραστήκαν	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραστήκανε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραστήκατε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραστεί	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραστείς	=	διαμοιράζω
διαμοιραστείτε	=	διαμοιράζομαι
διαμοιραστούμε	=	διαμοιράζω
διαμοιραστούν	=	διαμοιράζω
διαμοιραστούνε	=	διαμοιράζω
διαμοιραστώ	=	διαμοιράζω
διαμολύνσεις	=	διαμόλυνση
διαμολύνσεων	=	διαμόλυνση
διαμονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμονή
διαμονή	noun	το να διαμένει κάποιος σε κάποιο μέρος
διαμονής	=	διαμονή
διαμονητήρια	=	διαμονητήριος
διαμονητήριας	=	διαμονητήριος
διαμονητήριε	=	διαμονητήριος
διαμονητήριες	=	διαμονητήριος
διαμονητήριο	noun	έγγραφο που παραχωρεί σε κάποιον το δικαίωμα να διαμείνει προσωρινά (συνήθως για τέσσερις ημέρες) στο Άγιο Όρος
διαμονητήριοι	=	διαμονητήριος
διαμονητήριος	adj	που έχει σχέση με την διαμονή ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαμονητήριου	=	διαμονητήριος
διαμονητήριους	=	διαμονητήριος
διαμονητήριων	=	διαμονητήριος
διαμονητηρίου	=	διαμονητήριο
διαμονητηρίων	=	διαμονητήριο
διαμονών	=	διαμονή
διαμοριακά	=	διαμοριακός
διαμοριακέ	=	διαμοριακός
διαμοριακές	=	διαμοριακός
διαμοριακή	=	διαμοριακός
διαμοριακής	=	διαμοριακός
διαμοριακοί	=	διαμοριακός
διαμοριακού	=	διαμοριακός
διαμοριακούς	=	διαμοριακός
διαμοριακό	=	διαμοριακός
διαμοριακός	adj	που αναφέρεται σε φαινόμενα, αλληλεπιδράσεις ή μηχανισμούς οι οποίοι εκδηλώνονται ανάμεσα σε ξεχωριστά μόρια, χωρίς να μεταβάλλεται η εσωτερική τους δομή
διαμοριακών	=	διαμοριακός
διαμορφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθήκαν	=	διαμορφώνω
διαμορφωθήκανε	=	διαμορφώνω
διαμορφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωθούνε	=	διαμορφώνω
διαμορφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωμένο
διαμορφωμένε	verb	κλητική ενικού του διαμορφωμένος
διαμορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωμένη
διαμορφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμορφωμένος
διαμορφωμένης	verb	γενική ενικού του διαμορφωμένη
διαμορφωμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαμορφωμένος
διαμορφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωμένος
διαμορφωμένος	verb	που έχει διαμορφωθεί
διαμορφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμορφωμένος
διαμορφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμορφωμένος
διαμορφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμορφωμένος
διαμορφωνόμασταν	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόμαστε	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόμουν	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόμουνα	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόντουσαν	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόσασταν	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόσαστε	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόσουν	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόσουνα	=	διαμορφώνω
διαμορφωνόταν	=	διαμορφώνω
διαμορφωνότανε	=	διαμορφώνω
διαμορφωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωτής
διαμορφωτή	=	διαμορφωτής
διαμορφωτής	noun	αυτός που διαμορφώνει
διαμορφωτής-αποδιαμορφωτής	noun	το μόντεμ
διαμορφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωτικό	adv	με διαμορφωτικό τρόπο
διαμορφωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαμορφωτικός
διαμορφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωτική
διαμορφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμορφωτικός
διαμορφωτικής	adj	γενική ενικού του διαμορφωτική
διαμορφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμορφωτικός
διαμορφωτικού	adj	γενική ενικού του διαμορφωτικός
διαμορφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαμορφωτικός
διαμορφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαμορφωτικός
διαμορφωτικός	adj	που σχετίζεται με τη διαμόρφωση ή συμβάλλει σ’ αυτή
διαμορφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαμορφωτικός
διαμορφωτριών	noun	γενική πληθυντικού του διαμορφώτρια
διαμορφωτών	=	διαμορφωτής
διαμορφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνομαι
διαμορφώναμε	=	διαμορφώνω
διαμορφώναν	=	διαμορφώνω
διαμορφώνανε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνατε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαμορφώνω
διαμορφώνεις	=	διαμορφώνω
διαμορφώνεσαι	=	διαμορφώνω
διαμορφώνεστε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνεται	=	διαμορφώνω
διαμορφώνετε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνομαι	verb	αλλάζω ανάλογα με τις συνθήκες
διαμορφώνομε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνονται	=	διαμορφώνω
διαμορφώνονταν	=	διαμορφώνω
διαμορφώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώνουμε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνουν	=	διαμορφώνω
διαμορφώνουνε	=	διαμορφώνω
διαμορφώνω	verb	διαπλάθω ηθικά ή πνευματικά
διαμορφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσαν	=	διαμορφώνω
διαμορφώσανε	=	διαμορφώνω
διαμορφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμόρφωση
διαμορφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμόρφωση
διαμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμόρφωση
διαμορφώσιμα	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμε	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμες	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμη	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμης	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμο	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμοι	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να διαμορφωθεί, να υποστεί διαμόρφωση
διαμορφώσιμου	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμους	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσιμων	=	διαμορφώσιμος
διαμορφώσομε	=	διαμορφώνω
διαμορφώσου	=	διαμορφώνω
διαμορφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσουνε	=	διαμορφώνω
διαμορφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμορφώτρια	noun	θηλυκό του διαμορφωτής
διαμορφώτριας	noun	γενική ενικού του διαμορφώτρια
διαμορφώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμορφώτρια
διαμπερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαμπερής
διαμπερή	=	διαμπερής
διαμπερής	adj	που περνάει από τη μία άκρη μέχρι την άλλη
διαμπερείς	=	διαμπερής
διαμπερούς	=	διαμπερής
διαμπερών	adj	γενική πληθυντικού του διαμπερής
διαμπερώς	adv	με διαμπερή τρόπο, έχοντας διαμπερές άνοιγμα
διαμφισβήτει	=	διαμφισβητώ
διαμφισβήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβήτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμφισβητώ
διαμφισβήτησης	noun	γενική ενικού του διαμφισβήτηση
διαμφισβητήθηκα	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητήθηκαν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητήθηκε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητήθηκες	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήσαν	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητήσανε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμφισβήτηση
διαμφισβητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαμφισβήτηση
διαμφισβητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαμφισβήτηση
διαμφισβητήσου	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητεί	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητείς	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητείσαι	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητείστε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητείται	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητείτε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητηθήκαμε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητηθήκαν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητηθήκανε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητηθήκατε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητηθεί	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητηθείτε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμφισβητημένο
διαμφισβητημένε	verb	κλητική ενικού του διαμφισβητημένος
διαμφισβητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαμφισβητημένη
διαμφισβητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαμφισβητημένος
διαμφισβητημένης	verb	γενική ενικού του διαμφισβητημένη
διαμφισβητημένο	verb	αιτιατική ενικού του διαμφισβητημένος
διαμφισβητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαμφισβητημένος
διαμφισβητημένος	verb	που έχει διαμφισβητηθεί
διαμφισβητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαμφισβητημένος
διαμφισβητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαμφισβητημένος
διαμφισβητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαμφισβητημένος
διαμφισβητούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαμφισβητώ
διαμφισβητούμασταν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούμαστε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούμε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούμουν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούν	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούνε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούνται	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούνταν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούσα	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσαμε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσαν	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσανε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσασταν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούσαστε	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητούσατε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσε	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσες	=	διαμφισβητώ
διαμφισβητούσουν	=	διαμφισβητούμαι
διαμφισβητώ	verb|formal	αμφισβητώ ότι κάτι ανήκει σε άλλον και το διεκδικώ
διαμφισβητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαμφισβητώ
διαμόλυνση	noun	η εισαγωγή ξένου DNA σε ένα ευκαρυωτικό κύτταρο, όπως συμβαίνει πχ όταν γειτνιάζουν καλλιέργειες συμβατικών φυτών με καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένων
διαμόλυνσης	=	διαμόλυνση
διαμόρφωνα	=	διαμορφώνω
διαμόρφωναν	=	διαμορφώνω
διαμόρφωνε	=	διαμορφώνω
διαμόρφωνες	=	διαμορφώνω
διαμόρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμόρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμόρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμόρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαμορφώνω
διαμόρφωση	noun	το να δίνεται / ή να έχει μορφή
διαμόρφωσης	noun	γενική ενικού του διαμόρφωση
διανάκτες	=	διανάκτης
διανάκτη	=	διανάκτης
διανάκτης	noun|formal	καλαφάτης
διανάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάναξη
διανάξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάναξη
διανάξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάναξη
διανέμαμε	=	διανέμω
διανέμαν	=	διανέμω
διανέμανε	=	διανέμω
διανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνεμα
διανέματε	=	διανέμω
διανέματος	noun	γενική ενικού του διάνεμα
διανέμει	=	διανέμω
διανέμεις	=	διανέμω
διανέμεσαι	=	διανέμω
διανέμεστε	=	διανέμω
διανέμεται	=	διανέμω
διανέμετε	=	διανέμω
διανέμιζα	=	διανεμίζω
διανέμιζαν	=	διανεμίζω
διανέμιζε	=	διανεμίζω
διανέμιζες	=	διανεμίζω
διανέμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανέμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανέμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανέμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανέμομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διανέμω
διανέμομε	=	διανέμω
διανέμονται	=	διανέμω
διανέμονταν	=	διανέμω
διανέμοντας	=	διανέμω
διανέμουμε	=	διανέμω
διανέμουν	=	διανέμω
διανέμουνε	=	διανέμω
διανέμω	verb|formal	μοιράζω
διανακτών	=	διανάκτης
διανδρία	noun	η ύπαρξη δύο ανδρών ως επικεφαλής σε κάποιο σύστημα εξουσίας
διανδρίας	noun	γενική ενικού του διανδρία
διανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανδρία
διανδριών	noun	γενική πληθυντικού του διανδρία
διανείμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμαν	=	διανέμω
διανείμανε	=	διανέμω
διανείματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμομε	=	διανέμω
διανείμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανείμουνε	=	διανέμω
διανείμτε	=	διανέμω
διανείμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμω
διανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάνεμα
διανεμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμήσου	=	διανέμω
διανεμήτρια	=	διανεμητής
διανεμήτριας	noun	γενική ενικού του διανεμήτρια
διανεμήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμήτρια
διανεμίζαμε	=	διανεμίζω
διανεμίζαν	=	διανεμίζω
διανεμίζανε	=	διανεμίζω
διανεμίζατε	=	διανεμίζω
διανεμίζει	=	διανεμίζω
διανεμίζεις	=	διανεμίζω
διανεμίζετε	=	διανεμίζω
διανεμίζοντας	=	διανεμίζω
διανεμίζουμε	=	διανεμίζω
διανεμίζουν	=	διανεμίζω
διανεμίζουνε	=	διανεμίζω
διανεμίζω	verb|dated	διασκορπίζω στον άνεμο
διανεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίσαν	=	διανεμίζω
διανεμίσανε	=	διανεμίζω
διανεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμίστε	=	διανεμίζω
διανεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανεμίζω
διανεμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθήκαν	=	διανέμω
διανεμηθήκανε	=	διανέμω
διανεμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμηθούνε	=	διανέμω
διανεμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανέμομαι
διανεμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμημένο
διανεμημένε	verb	κλητική ενικού του διανεμημένος
διανεμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμημένη
διανεμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανεμημένος
διανεμημένης	verb	γενική ενικού του διανεμημένη
διανεμημένο	verb	αιτιατική ενικού του διανεμημένος
διανεμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανεμημένος
διανεμημένος	verb	που έχει διανεμηθεί
διανεμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανεμημένος
διανεμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διανεμημένος
διανεμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανεμημένος
διανεμητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμητής
διανεμητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διανεμητής
διανεμητής	noun	αυτός (άνθρωπος ή συσκευή) που διανέμει, που συμβάλλει στη διανομή / μοίρασμα
διανεμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμητικό
διανεμητικέ	adj	κλητική ενικού του διανεμητικός
διανεμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμητική
διανεμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανεμητικός
διανεμητικής	adj	γενική ενικού του διανεμητική
διανεμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανεμητικός
διανεμητικού	adj	γενική ενικού του διανεμητικός
διανεμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διανεμητικός
διανεμητικό	adj	αιτιατική ενικού του διανεμητικός
διανεμητικός	adj	που έχει σχέση με τη διανομή ή αναφέρεται σ’ αυτή
διανεμητικών	adj	γενική πληθυντικού του διανεμητικός
διανεμητριών	noun	γενική πληθυντικού του διανεμήτρια
διανεμητών	noun	γενική πληθυντικού του διανεμητής
διανεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμισμένο
διανεμισμένε	verb	κλητική ενικού του διανεμισμένος
διανεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανεμισμένη
διανεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανεμισμένος
διανεμισμένης	verb	γενική ενικού του διανεμισμένη
διανεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διανεμισμένος
διανεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανεμισμένος
διανεμισμένος	verb	που έχει διανεμιστεί
διανεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανεμισμένος
διανεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διανεμισμένος
διανεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανεμισμένος
διανεμόμασταν	=	διανέμω
διανεμόμαστε	=	διανέμω
διανεμόμενος	=	διανέμω
διανεμόμουν	=	διανέμω
διανεμόμουνα	=	διανέμω
διανεμόντουσαν	=	διανέμω
διανεμόσασταν	=	διανέμω
διανεμόσαστε	=	διανέμω
διανεμόσουν	=	διανέμω
διανεμόσουνα	=	διανέμω
διανεμόταν	=	διανέμω
διανεμότανε	=	διανέμω
διανευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάνευμα
διανευρώνα	=	διανευρώνας
διανευρώνας	noun	διάμεσος, διαμεσολαβητικός νευρώνας
διανευρώνες	=	διανευρώνας
διανευρώνων	=	διανευρώνας
διανεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνευμα
διανεύματος	noun	γενική ενικού του διάνευμα
διανεύω	verb|dated	ποιητικός τύπος κάνω νεύμα
διανθές	=	διανθής
διανθή	=	διανθής
διανθής	adj	που έχει διπλά άνθη
διανθήσαμε	=	διανθώ
διανθήσαν	=	διανθώ
διανθήσανε	=	διανθώ
διανθήσατε	=	διανθώ
διανθήσει	=	διανθώ
διανθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνθηση
διανθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάνθηση
διανθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάνθηση
διανθήστε	=	διανθώ
διανθίζαμε	=	διανθίζω
διανθίζαν	=	διανθίζω
διανθίζανε	=	διανθίζω
διανθίζατε	=	διανθίζω
διανθίζει	=	διανθίζω
διανθίζεις	=	διανθίζω
διανθίζεσαι	=	διανθίζω
διανθίζεστε	=	διανθίζω
διανθίζεται	=	διανθίζω
διανθίζετε	=	διανθίζω
διανθίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διανθίζω
διανθίζομε	=	διανθίζω
διανθίζονται	=	διανθίζω
διανθίζονταν	=	διανθίζω
διανθίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διανθίζω
διανθίζου	=	διανθίζομαι
διανθίζουμε	=	διανθίζω
διανθίζουν	=	διανθίζω
διανθίζουνε	=	διανθίζω
διανθίζω	verb	στολίζω με καλολογικά ή εκφραστικά στοιχεία το λόγο ή με ποικίλματα τη μουσική
διανθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίσαν	=	διανθίζω
διανθίσανε	=	διανθίζω
διανθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανθίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνθιση
διανθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνθισμα
διανθίσματος	noun	γενική ενικού του διάνθισμα
διανθίσομε	=	διανθίζω
διανθίσου	=	διανθίζω
διανθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίσουνε	=	διανθίζω
διανθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθίστηκα	=	διανθίζω
διανθίστηκαν	=	διανθίζω
διανθίστηκε	=	διανθίζω
διανθίστηκες	=	διανθίζω
διανθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανθίζω
διανθεί	=	διανθώ
διανθείς	=	διανθής
διανθείτε	=	διανθώ
διανθιζόμασταν	=	διανθίζω
διανθιζόμαστε	=	διανθίζω
διανθιζόμουν	=	διανθίζω
διανθιζόμουνα	=	διανθίζω
διανθιζόντουσαν	=	διανθίζω
διανθιζόσασταν	=	διανθίζω
διανθιζόσαστε	=	διανθίζω
διανθιζόσουν	=	διανθίζω
διανθιζόσουνα	=	διανθίζω
διανθιζόταν	=	διανθίζω
διανθιζότανε	=	διανθίζω
διανθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάνθισμα
διανθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανθισμένο
διανθισμένε	verb	κλητική ενικού του διανθισμένος
διανθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανθισμένη
διανθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανθισμένος
διανθισμένης	verb	γενική ενικού του διανθισμένη
διανθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διανθισμένος
διανθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανθισμένος
διανθισμένος	verb	που έχει διανθιστεί
διανθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανθισμένος
διανθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διανθισμένος
διανθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανθισμένος
διανθιστήκαμε	=	διανθίζω
διανθιστήκαν	=	διανθίζω
διανθιστήκανε	=	διανθίζω
διανθιστήκατε	=	διανθίζω
διανθιστεί	=	διανθίζω
διανθιστείς	=	διανθίζω
διανθιστείτε	=	διανθίζω
διανθιστούμε	=	διανθίζω
διανθιστούν	=	διανθίζω
διανθιστούνε	=	διανθίζω
διανθιστώ	=	διανθίζω
διανθούμε	=	διανθώ
διανθούν	=	διανθώ
διανθούνε	=	διανθώ
διανθούς	=	διανθής
διανθούσα	=	διανθώ
διανθούσαμε	=	διανθώ
διανθούσαν	=	διανθώ
διανθούσανε	=	διανθώ
διανθούσατε	=	διανθώ
διανθούσε	=	διανθώ
διανθούσες	=	διανθώ
διανθράκωση	noun	ο εμπλουτισμός της τύρφης με άνθρακα
διανθράκωσης	noun	γενική ενικού του διανθράκωση
διανθράκωσις	noun	η διανθράκωση
διανθρακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανθράκωση
διανθρακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διανθράκωση
διανθρακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διανθράκωση
διανθρωπισμέ	=	διανθρωπισμός
διανθρωπισμοί	=	διανθρωπισμός
διανθρωπισμού	=	διανθρωπισμός
διανθρωπισμούς	=	διανθρωπισμός
διανθρωπισμό	=	διανθρωπισμός
διανθρωπισμός	noun	σύνολο θεωρητικών και ιδεολογικών θέσεων που υποστηρίζουν τη συστηματική μεταβολή της ανθρώπινης κατάστασης μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, με στόχο την υπέρβαση βιολογικών και γνωσιακών ορίων
διανθρωπισμών	=	διανθρωπισμός
διανθρώπινα	=	διανθρώπινος
διανθρώπινε	=	διανθρώπινος
διανθρώπινες	=	διανθρώπινος
διανθρώπινη	=	διανθρώπινος
διανθρώπινης	=	διανθρώπινος
διανθρώπινο	=	διανθρώπινος
διανθρώπινοι	=	διανθρώπινος
διανθρώπινος	adj	που αφορά τη σχέση, την αλληλεπίδραση ή τη δυναμική που συγκροτείται και εκδηλώνεται ανάμεσα σε ανθρώπινα υποκείμενα, στο επίπεδο της επικοινωνίας, της πράξης ή της εμπειρίας
διανθρώπινου	=	διανθρώπινος
διανθρώπινους	=	διανθρώπινος
διανθρώπινων	=	διανθρώπινος
διανθώ	verb|formal	άλλη μορφή του διανθίζω
διανθών	=	διανθής
διανθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διανθώ
διανοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανόημα
διανοήματος	noun	γενική ενικού του διανόημα
διανοήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανόηση
διανοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διανόηση
διανοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διανόηση
διανοήτριας	noun	γενική ενικού του διανοήτρια
διανοήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοήτρια
διανοίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοιγμα
διανοίγματος	noun	γενική ενικού του διάνοιγμα
διανοίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διανοίγω
διανοίγω	verb|formal	ανοίγω (περισσότερο), δημιουργώ κάποιο άνοιγμα ή πέρασμα
διανοίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοίγω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνοιξη
διανοίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάνοιξη
διανοίξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάνοιξη
διανοίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοίγω
διανοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανοούμαι
διανοημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διανόημα
διανοησιαρχία	noun|formal	άλλη μορφή του νοησιαρχία
διανοησιαρχίας	noun	γενική ενικού του διανοησιαρχία
διανοησιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοησιαρχία
διανοησιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του διανοησιαρχία
διανοητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοητό	adv	άλλη μορφή του νοητά
διανοητέ	adj	κλητική ενικού του διανοητός
διανοητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοητή
διανοητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανοητός
διανοητής	noun	αυτός που σκέφτεται με φιλοσοφικό και συγκροτημένο τρόπο	adj	γενική ενικού του διανοητή
διανοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοητικό	adv	ως προς τη διανοητική κατάσταση κάποιου
διανοητικέ	adj	κλητική ενικού του διανοητικός
διανοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοητική
διανοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανοητικός
διανοητικής	adj	γενική ενικού του διανοητική
διανοητικισμέ	noun	κλητική ενικού του διανοητικισμός
διανοητικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανοητικισμός
διανοητικισμού	noun	γενική ενικού του διανοητικισμός
διανοητικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διανοητικισμός
διανοητικισμό	noun	αιτιατική ενικού του διανοητικισμός
διανοητικισμός	noun	η νοησιαρχία
διανοητικισμών	noun	γενική πληθυντικού του διανοητικισμός
διανοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανοητικός
διανοητικοποίηση	noun	αμυντικός μηχανισμός κατά τον οποίο το άτομο μετατοπίζει το ψυχικό βάρος μιας συναισθηματικά φορτισμένης εμπειρίας σε αφηρημένη, λογική ή θεωρητική επεξεργασία, ώστε να μειωθεί η άμεση συναισθηματική της ένταση και να αποφευχθεί η βιωματική της αντιμετώπιση
διανοητικοποίησης	=	διανοητικοποίηση
διανοητικοποιήσεις	=	διανοητικοποίηση
διανοητικοποιήσεων	=	διανοητικοποίηση
διανοητικοτήτων	=	διανοητικότητα
διανοητικού	adj	γενική ενικού του διανοητικός
διανοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διανοητικός
διανοητικό	adj	αιτιατική ενικού του διανοητικός
διανοητικός	adj	που σχετίζεται με τη διανόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διανοητικότης	noun	η διανοητικότητα
διανοητικότητα	noun	το να είναι κάποιος διανοητικός
διανοητικότητας	noun	γενική ενικού του διανοητικότητα
διανοητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοητικότητα
διανοητικών	adj	γενική πληθυντικού του διανοητικός
διανοητικώς	adv|formal	διανοητικά
διανοητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανοητός
διανοητού	adj	γενική ενικού του διανοητός
διανοητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διανοητός
διανοητριών	noun	γενική πληθυντικού του διανοήτρια
διανοητό	adj	αιτιατική ενικού του διανοητός
διανοητός	adj	άλλη μορφή του νοητός
διανοητών	adj	γενική πληθυντικού του διανοητός
διανοιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάνοιγμα
διανοιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοιγμένο
διανοιγμένε	verb	κλητική ενικού του διανοιγμένος
διανοιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοιγμένη
διανοιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανοιγμένος
διανοιγμένης	verb	γενική ενικού του διανοιγμένη
διανοιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διανοιγμένος
διανοιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανοιγμένος
διανοιγμένος	verb	που έχει διανοιχτεί
διανοιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανοιγμένος
διανοιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διανοιγμένος
διανοιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανοιγμένος
διανοιχθείς	adj|formal	που διανοίχθηκε
διανοιών	noun	γενική πληθυντικού του διάνοια
διανομέα	=	διανομέας
διανομέας	noun	αυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο
διανομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανομή
διανομέων	=	διανομέας
διανομέως	=	διανομέας
διανομή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω
διανομής	noun	γενική ενικού του διανομή
διανομείς	=	διανομέας
διανομών	noun	γενική πληθυντικού του διανομή
διανοουμένου	noun	γενική ενικού του διανοούμενος
διανοουμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διανοούμενος
διανοουμένων	noun	γενική πληθυντικού του διανοούμενος
διανοουμενίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοουμενίστικος	adv	με διανοουμενίστικο τρόπο
διανοουμενίστικε	adj	κλητική ενικού του διανοουμενίστικος
διανοουμενίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοουμενίστικη
διανοουμενίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανοουμενίστικος
διανοουμενίστικης	adj	γενική ενικού του διανοουμενίστικη
διανοουμενίστικο	adj	αιτιατική ενικού του διανοουμενίστικος
διανοουμενίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανοουμενίστικος
διανοουμενίστικος	adj	σοφιστικέ, που επιφανειακά ή αισθητικά μοιάζει διανοούμενος
διανοουμενίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανοουμενίστικος
διανοουμενίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διανοουμενίστικος
διανοουμενίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανοουμενίστικος
διανοούμαι	verb	σκέφτομαι (να κάνω κάτι κ.λπ.)
διανοούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοούμενο
διανοούμενε	noun	κλητική ενικού του διανοούμενος
διανοούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανοούμενη
διανοούμενη	noun	θηλυκό του διανοούμενος
διανοούμενης	verb	γενική ενικού του διανοούμενη
διανοούμενο	noun	αιτιατική ενικού του διανοούμενος
διανοούμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανοούμενος
διανοούμενος	noun	ο λόγιος, ο πνευματικός άνθρωπος, ο στοχαστής, ο ακαδημαϊκός, ο μελετητής, ο σκεπτόμενος, ο μορφωμένος, ο γνώστης, αυτός που έχει βαθιά γνώση και κριτική ικανότητα, στοχαστικός αναλυτής, φιλόσοφος με την ευρύτερη σημασία του όρου
διανοούμενου	noun	γενική ενικού του διανοούμενος
διανοούμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διανοούμενος
διανοούμενων	noun	γενική πληθυντικού του διανοούμενος
διαντίδραση	noun	διάδραση
διαντίδρασης	noun	γενική ενικού του διαντίδραση
διαντιδράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαντίδραση
διαντιδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαντίδραση
διαντιδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαντίδραση
διανυθήκαμε	=	διανύομαι
διανυθήκαν	=	διανύομαι
διανυθήκανε	=	διανύομαι
διανυθήκατε	=	διανύομαι
διανυθεί	=	διανύομαι
διανυθείς	=	διανύω
διανυθείτε	=	διανύομαι
διανυθούμε	=	διανύω
διανυθούν	=	διανύω
διανυθούνε	=	διανύω
διανυθώ	=	διανύω
διανυκτέρευα	=	διανυκτερεύω
διανυκτέρευαν	=	διανυκτερεύω
διανυκτέρευε	=	διανυκτερεύω
διανυκτέρευες	=	διανυκτερεύω
διανυκτέρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτέρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτέρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτέρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτέρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανυκτερεύω
διανυκτέρευσης	noun	γενική ενικού του διανυκτέρευση
διανυκτερεύαμε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύαν	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύανε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύατε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύει	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύεις	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύετε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύομε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύον	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύουμε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύουν	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύουνε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύουσα	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσαν	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύσανε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυκτέρευση
διανυκτερεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διανυκτέρευση
διανυκτερεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διανυκτέρευση
διανυκτερεύσομε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσουνε	=	διανυκτερεύω
διανυκτερεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανυκτερεύω
διανυκτερεύω	verb	περνώ τη διάρκεια της νύχτας σε συγκεκριμένο μέρος
διανυκτερεύων	=	διανυκτερεύω
διανυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυμένο
διανυμένε	verb	κλητική ενικού του διανυμένος
διανυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυμένη
διανυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανυμένος
διανυμένης	verb	γενική ενικού του διανυμένη
διανυμένο	verb	αιτιατική ενικού του διανυμένος
διανυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανυμένος
διανυμένος	verb	που έχει διανυθεί
διανυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανυμένος
διανυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διανυμένος
διανυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανυμένος
διανυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάνυσμα
διανυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυσμένο
διανυσμένε	verb	κλητική ενικού του διανυσμένος
διανυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυσμένη
διανυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανυσμένος
διανυσμένης	verb	γενική ενικού του διανυσμένη
διανυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του διανυσμένος
διανυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανυσμένος
διανυσμένος	verb	που έχει διανυσμένος
διανυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διανυσμένος
διανυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διανυσμένος
διανυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διανυσμένος
διανυσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυσματικό
διανυσματικέ	adj	κλητική ενικού του διανυσματικός
διανυσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διανυσματική
διανυσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διανυσματικός
διανυσματικής	adj	γενική ενικού του διανυσματική
διανυσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διανυσματικός
διανυσματικού	adj	γενική ενικού του διανυσματικός
διανυσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διανυσματικός
διανυσματικό	adj	αιτιατική ενικού του διανυσματικός
διανυσματικός	adj	που έχει σχέση με το διάνυσμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
διανυσματικών	adj	γενική πληθυντικού του διανυσματικός
διανυχτερεύω	verb	άλλη μορφή του διανυκτερεύω
διανυόμασταν	=	διανύομαι
διανυόμαστε	=	διανύομαι
διανυόμουν	=	διανύομαι
διανυόμουνα	=	διανύομαι
διανυόντουσαν	=	διανύομαι
διανυόσασταν	=	διανύομαι
διανυόσαστε	=	διανύομαι
διανυόσουν	=	διανύομαι
διανυόσουνα	=	διανύομαι
διανυόταν	=	διανύομαι
διανυότανε	=	διανύομαι
διανόημα	noun	σκέψη, στοχασμός
διανόηση	noun	η ενέργεια του διανοούμαι
διανόησης	noun	γενική ενικού του διανόηση
διανύαμε	=	διανύω
διανύαν	=	διανύω
διανύανε	=	διανύω
διανύατε	=	διανύω
διανύει	=	διανύω
διανύεις	=	διανύω
διανύεσαι	=	διανύομαι
διανύεστε	=	διανύομαι
διανύεται	=	διανύομαι
διανύετε	=	διανύω
διανύθηκα	=	διανύομαι
διανύθηκαν	=	διανύομαι
διανύθηκε	=	διανύομαι
διανύθηκες	=	διανύομαι
διανύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διανύω
διανύομε	=	διανύω
διανύονται	=	διανύομαι
διανύονταν	=	διανύομαι
διανύοντας	=	διανύω
διανύου	=	διανύομαι
διανύουμε	=	διανύω
διανύουν	=	διανύω
διανύουνε	=	διανύω
διανύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσαν	=	διανύω
διανύσανε	=	διανύω
διανύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνυση
διανύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάνυση
διανύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάνυση
διανύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάνυσμα
διανύσματος	noun	γενική ενικού του διάνυσμα
διανύσομε	=	διανύω
διανύσου	=	διανύομαι
διανύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσουνε	=	διανύω
διανύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διανύω
διανύω	verb	κινούμαι σε μια (μεγάλη) απόσταση από ένα σημείο μέχρι κάποιο άλλο
διαξιφισμέ	noun	κλητική ενικού του διαξιφισμός
διαξιφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαξιφισμός
διαξιφισμού	noun	γενική ενικού του διαξιφισμός
διαξιφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαξιφισμός
διαξιφισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαξιφισμός
διαξιφισμός	noun	η ξιφομαχία, η ανταλλαγή χτυπημάτων με ξίφος
διαξιφισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαξιφισμός
διαξονικά	=	διαξονικό
διαξονικέ	=	διαξονικός
διαξονικές	=	διαξονικός
διαξονική	=	διαξονικός
διαξονικής	=	διαξονικός
διαξονικοί	=	διαξονικός
διαξονικού	=	διαξονικό
διαξονικούς	=	διαξονικός
διαξονικό	noun	όχημα (π.χ. φορτηγό) που διαθέτει δύο άξονες, δηλαδή δύο συστήματα τροχών που στηρίζουν και κινούν το όχημα
διαξονικός	adj	που έχει δύο άξονες
διαξονικών	=	διαξονικό
διαολάκι	noun	διαβολάκι
διαολάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαολάκι
διαολίζαμε	=	διαολίζω
διαολίζαν	=	διαολίζω
διαολίζανε	=	διαολίζω
διαολίζατε	=	διαολίζω
διαολίζει	=	διαολίζω
διαολίζεις	=	διαολίζω
διαολίζεσαι	=	διαολίζω
διαολίζεστε	=	διαολίζω
διαολίζεται	=	διαολίζω
διαολίζετε	=	διαολίζω
διαολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαολίζω
διαολίζονται	=	διαολίζω
διαολίζονταν	=	διαολίζω
διαολίζοντας	=	διαολίζω
διαολίζουμε	=	διαολίζω
διαολίζουν	=	διαολίζω
διαολίζουνε	=	διαολίζω
διαολίζω	verb	πικάρω, εξοργίζω, δαιμονίζω
διαολίσαμε	=	διαολίζω
διαολίσαν	=	διαολίζω
διαολίσανε	=	διαολίζω
διαολίσατε	=	διαολίζω
διαολίσει	=	διαολίζω
διαολίσου	=	διαολίζω
διαολίστε	=	διαολίζω
διαολίστηκα	=	διαολίζω
διαολίστηκαν	=	διαολίζω
διαολίστηκε	=	διαολίζω
διαολίστηκες	=	διαολίζω
διαολεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαολεμένο
διαολεμένε	verb	κλητική ενικού του διαολεμένος
διαολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαολεμένη
διαολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαολεμένος
διαολεμένης	verb	γενική ενικού του διαολεμένη
διαολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαολεμένος
διαολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαολεμένος
διαολεμένος	verb	ο διαβολεμένος, ο πολύ έντονος και ενοχλητικός, ο αφόρητος, που τον εμπνεύει ο διάολος
διαολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαολεμένος
διαολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαολεμένος
διαολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαολεμένος
διαολιά	noun	η διαβολιά
διαολιάς	noun	γενική ενικού του διαολιά
διαολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαολιά
διαολιζόμασταν	=	διαολίζω
διαολιζόμαστε	=	διαολίζω
διαολιζόμουν	=	διαολίζω
διαολιζόμουνα	=	διαολίζω
διαολιζόντουσαν	=	διαολίζω
διαολιζόσασταν	=	διαολίζω
διαολιζόσαστε	=	διαολίζω
διαολιζόσουν	=	διαολίζω
διαολιζόσουνα	=	διαολίζω
διαολιζόταν	=	διαολίζω
διαολιζότανε	=	διαολίζω
διαολισμένος	=	διαολίζω
διαολιστήκαμε	=	διαολίζω
διαολιστήκαν	=	διαολίζω
διαολιστήκανε	=	διαολίζω
διαολιστήκατε	=	διαολίζω
διαολιστεί	=	διαολίζω
διαολιστείτε	=	διαολίζω
διαολιών	=	διαολιά
διαολοκόριτσο	=	διαβολοκόριτσο
διαολοσκορπίσματα	=	διαβολοσκορπίσματα
διαολοστέλνω	verb	« στέλνω κάποιον στον διάολο », ξαποστέλνω
διαολοστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολοστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολόστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολόστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολόστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαολόστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαολοστέλνω
διαπάλη	noun|formal	διαμάχη ή ανταγωνισμός για την επικράτηση
διαπάλης	=	διαπάλη
διαπέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπέραση	noun	πλήρης διέλευση σώματος, ενέργειας ή φορέα από ένα εμπόδιο ή μέσο, με έξοδο στην αντίθετη πλευρά
διαπέρασης	=	διαπέραση
διαπέρνα	=	διαπερνάω
διαπέρναγα	=	διαπερνάω
διαπέρναγαν	=	διαπερνάω
διαπέρναγε	=	διαπερνάω
διαπέρναγες	=	διαπερνάω
διαπήδηση	noun	το πήδημα διαμέσου κάποιου πράγματος
διαπήδησης	noun	γενική ενικού του διαπήδηση
διαπίδυση	noun	φυσική μέθοδος διαχωρισμού μειγμάτων με αμοιβαία διείσδυση μορίων από δύο όγκους υγρών ή αερίων που διαχωρίζονται από ένα διάφραγμα (μεμβράνη)
διαπίδυσης	noun	γενική ενικού του διαπίδυση
διαπίστευα	=	διαπιστεύω
διαπίστευαν	=	διαπιστεύω
διαπίστευε	=	διαπιστεύω
διαπίστευες	=	διαπιστεύω
διαπίστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπίστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπίστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπίστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπίστευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαπιστεύω
διαπίστευσης	noun	γενική ενικού του διαπίστευση
διαπίστευσις	noun	η διαπίστευση
διαπίστωνα	=	διαπιστώνω
διαπίστωναν	=	διαπιστώνω
διαπίστωνε	=	διαπιστώνω
διαπίστωνες	=	διαπιστώνω
διαπίστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπίστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπίστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπίστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπίστωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαπιστώνω
διαπίστωσης	noun	γενική ενικού του διαπίστωση
διαπίστωσις	noun	η διαπίστωση
διαπαιδαγωγήθηκα	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήθηκαν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήθηκε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήθηκες	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσαν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσανε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπαιδαγώγηση
διαπαιδαγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπαιδαγώγηση
διαπαιδαγωγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπαιδαγώγηση
διαπαιδαγωγήσιμα	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμε	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμες	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμη	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμης	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμο	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμοι	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμος	adj	που μπορεί να διαπαιδαγωγηθεί, που μπορεί να υποστεί εκπαίδευση
διαπαιδαγωγήσιμου	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμους	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσιμων	=	διαπαιδαγωγήσιμος
διαπαιδαγωγήσου	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγεί	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγείς	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγείσαι	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγείστε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγείται	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγείτε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγηθήκαμε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγηθήκαν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγηθήκανε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγηθήκατε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγηθεί	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγηθείτε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπαιδαγωγημένο
διαπαιδαγωγημένε	verb	κλητική ενικού του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπαιδαγωγημένη
διαπαιδαγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγημένης	verb	γενική ενικού του διαπαιδαγωγημένη
διαπαιδαγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγημένος	verb	που έχει διαπαιδαγωγηθεί
διαπαιδαγωγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπαιδαγωγημένος
διαπαιδαγωγικά	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικέ	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικές	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγική	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαπαιδαγωγική) του διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικοί	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικού	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικούς	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικό	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγικός	adj	σχετικός με την διαπαιδαγώγηση
διαπαιδαγωγικών	=	διαπαιδαγωγικός
διαπαιδαγωγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούμασταν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούμαστε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούμε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούμενος	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούμουν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούνε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούνται	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούνταν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσα	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσαμε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσαν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσανε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσασταν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσαστε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσατε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσε	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσες	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγούσουν	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγωγώ	verb	εκπαιδεύω, καθοδηγώ, διαπλάθω, μορφώνω
διαπαιδαγωγώντας	=	διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγώγηση	noun	η διαδικασία, η μέθοδος ή το αποτέλεσμα του διαπαιδαγωγώ
διαπαιδαγώγησης	noun	γενική ενικού του διαπαιδαγώγηση
διαπαιδαγώγησις	noun	η διαπαιδαγώγηση
διαπανεπιστημιακά	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακέ	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακές	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακή	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακής	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακοί	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακού	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακούς	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακό	=	διαπανεπιστημιακός
διαπανεπιστημιακός	adj	που αφορά οργανωμένη συνεργασία, δράση ή θεσμό με συμμετοχή δύο ή περισσότερων πανεπιστημίων, διατηρώντας την αυτοτέλεια κάθε ιδρύματος στο πλαίσιο κοινών στόχων
διαπανεπιστημιακών	=	διαπανεπιστημιακός
διαπαντός	adv|formal	για πάντα
διαπαραταξιακά	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακέ	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακές	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακή	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διαπαραταξιακή) του διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακοί	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακού	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακούς	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακό	=	διαπαραταξιακός
διαπαραταξιακός	adj	που καλύπτει δύο ή περισσότερες παρατάξεις
διαπαραταξιακών	=	διαπαραταξιακός
διαπασών	noun	η οκτάβα, η ογδόη, το μουσικό διάστημα μιας κλίμακας
διαπαύσεις	=	διάπαυση
διαπαύσεων	=	διάπαυση
διαπεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσαν	=	διαπερνάω
διαπεράσανε	=	διαπερνάω
διαπεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσεων	=	διαπέραση
διαπεράσομε	=	διαπερνάω
διαπεράσου	=	διαπερνάω
διαπεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράσουνε	=	διαπερνάω
διαπεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεράστηκα	=	διαπερνάω
διαπεράστηκαν	=	διαπερνάω
διαπεράστηκε	=	διαπερνάω
διαπεράστηκες	=	διαπερνάω
διαπεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπερνώ
διαπεραίωνα	=	διαπεραιώνω
διαπεραίωναν	=	διαπεραιώνω
διαπεραίωνε	=	διαπεραιώνω
διαπεραίωνες	=	διαπεραιώνω
διαπεραίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραίωση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαπεραιώνω, η μεταφορά / το πέρασμα στην απέναντι ακτή ή όχθη
διαπεραίωσης	noun	γενική ενικού του διαπεραίωση
διαπεραιωθήκαμε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωθήκαν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωθήκανε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωθήκατε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωθεί	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωθείτε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωμένος	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόμασταν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόμαστε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόμουν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόμουνα	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόντουσαν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόσασταν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόσαστε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόσουν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόσουνα	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνόταν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιωνότανε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώθηκα	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώθηκαν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώθηκε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώθηκες	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώναμε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώναν	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνανε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνατε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνει	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνεις	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνεσαι	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώνεστε	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώνεται	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώνετε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώνονται	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώνονταν	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώνοντας	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνου	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώνουμε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνουν	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνουνε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώνω	verb|formal	μεταφέρω κάτι και το αφήνω στην απέναντι ακτή ή όχθη
διαπεραιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώσαν	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώσανε	=	διαπεραιώνω
διαπεραιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπεραίωση
διαπεραιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπεραίωση
διαπεραιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπεραίωση
διαπεραιώσου	=	διαπεραιώνομαι
διαπεραιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπεραιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπεραιώνω
διαπερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπερασμένο
διαπερασμένε	verb	κλητική ενικού του διαπερασμένος
διαπερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπερασμένη
διαπερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπερασμένος
διαπερασμένης	verb	γενική ενικού του διαπερασμένη
διαπερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπερασμένος
διαπερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπερασμένος
διαπερασμένος	verb	που έχει διαπεραστεί
διαπερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπερασμένος
διαπερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπερασμένος
διαπερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπερασμένος
διαπεραστήκαμε	=	διαπερνάω
διαπεραστήκαν	=	διαπερνάω
διαπεραστήκανε	=	διαπερνάω
διαπεραστήκατε	=	διαπερνάω
διαπεραστεί	=	διαπερνάω
διαπεραστείς	=	διαπερνάω
διαπεραστείτε	=	διαπερνάω
διαπεραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπεραστικό	adv	με διαπεραστικό τρόπο
διαπεραστικέ	adj	κλητική ενικού του διαπεραστικός
διαπεραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπεραστική
διαπεραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπεραστικός
διαπεραστικής	adj	γενική ενικού του διαπεραστική
διαπεραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπεραστικός
διαπεραστικοτήτων	=	διαπεραστικότητα
διαπεραστικού	adj	γενική ενικού του διαπεραστικός
διαπεραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπεραστικός
διαπεραστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπεραστικός
διαπεραστικός	adj	που διαπερνά
διαπεραστικότητα	noun|formal	το να είναι κάτι διαπεραστικό
διαπεραστικότητας	=	διαπεραστικότητα
διαπεραστικότητες	=	διαπεραστικότητα
διαπεραστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπεραστικός
διαπεραστούμε	=	διαπερνάω
διαπεραστούν	=	διαπερνάω
διαπεραστούνε	=	διαπερνάω
διαπεραστώ	=	διαπερνάω
διαπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπερατό	adv	με διαπερατό τρόπο
διαπερατέ	adj	κλητική ενικού του διαπερατός
διαπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπερατή
διαπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπερατός
διαπερατής	adj	γενική ενικού του διαπερατή
διαπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπερατός
διαπερατοτήτων	=	διαπερατότητα
διαπερατού	adj	γενική ενικού του διαπερατός
διαπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπερατός
διαπερατό	adj	αιτιατική ενικού του διαπερατός
διαπερατός	adj	που είναι δυνατόν να τον διαπεράσεουν
διαπερατότης	noun	η διαπερατότητα
διαπερατότητα	noun	η ιδιότητα του διαπερατού, το να είναι κάποιος διαπερατός
διαπερατότητας	noun	γενική ενικού του διαπερατότητα
διαπερατότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπερατότητα
διαπερατών	adj	γενική πληθυντικού του διαπερατός
διαπεριτοναϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπεριτοναϊκό
διαπεριτοναϊκέ	adj	κλητική ενικού του διαπεριτοναϊκός
διαπεριτοναϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπεριτοναϊκή
διαπεριτοναϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπεριτοναϊκός
διαπεριτοναϊκής	adj	γενική ενικού του διαπεριτοναϊκή
διαπεριτοναϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπεριτοναϊκός
διαπεριτοναϊκού	adj	γενική ενικού του διαπεριτοναϊκός
διαπεριτοναϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπεριτοναϊκός
διαπεριτοναϊκό	adj	αιτιατική ενικού του διαπεριτοναϊκός
διαπεριτοναϊκός	adj	που συμβαίνει σ' όλο το μήκος του περιτοναίου ή αναφέρεται σ' αυτό
διαπεριτοναϊκών	adj	γενική πληθυντικού του διαπεριτοναϊκός
διαπεριφερειακά	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακέ	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακές	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακή	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακής	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακοί	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακού	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακούς	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακό	=	διαπεριφερειακός
διαπεριφερειακός	adj	που γίνεται ή συντελείται μεταξύ (διοικητικών) περιφερειών
διαπεριφερειακών	=	διαπεριφερειακός
διαπερνά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαπερνώ
διαπερνάγαμε	=	διαπερνάω
διαπερνάγανε	=	διαπερνάω
διαπερνάγατε	=	διαπερνάω
διαπερνάει	=	διαπερνάω
διαπερνάμε	=	διαπερνάω
διαπερνάν	=	διαπερνάω
διαπερνάνε	=	διαπερνάω
διαπερνάς	=	διαπερνάω
διαπερνάσου	=	διαπερνάω
διαπερνάτε	=	διαπερνάω
διαπερνάω	verb	περνάω από μια πλευρά στην άλλη μέσα από κάποιο πράγμα
διαπερνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπερνάω, διαπερνώ
διαπερνιέσαι	=	διαπερνάω
διαπερνιέστε	=	διαπερνάω
διαπερνιέται	=	διαπερνάω
διαπερνιούνται	=	διαπερνάω
διαπερνιούνταν	=	διαπερνάω
διαπερνιόμασταν	=	διαπερνάω
διαπερνιόμαστε	=	διαπερνάω
διαπερνιόμουν	=	διαπερνάω
διαπερνιόμουνα	=	διαπερνάω
διαπερνιόνται	=	διαπερνάω
διαπερνιόνταν	=	διαπερνάω
διαπερνιόντανε	=	διαπερνάω
διαπερνιόντουσαν	=	διαπερνάω
διαπερνιόσασταν	=	διαπερνάω
διαπερνιόσαστε	=	διαπερνάω
διαπερνιόσουν	=	διαπερνάω
διαπερνιόσουνα	=	διαπερνάω
διαπερνιόταν	=	διαπερνάω
διαπερνιότανε	=	διαπερνάω
διαπερνούμε	=	διαπερνάω
διαπερνούν	=	διαπερνάω
διαπερνούνε	=	διαπερνάω
διαπερνούσα	=	διαπερνάω
διαπερνούσαμε	=	διαπερνάω
διαπερνούσαν	=	διαπερνάω
διαπερνούσανε	=	διαπερνάω
διαπερνούσατε	=	διαπερνάω
διαπερνούσε	=	διαπερνάω
διαπερνούσες	=	διαπερνάω
διαπερνώ	verb	άλλη μορφή του διαπερνάω
διαπερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαπερνώ
διαπηδήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπήδηση
διαπηδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπήδηση
διαπηδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπήδηση
διαπιδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπίδυση
διαπιδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπίδυση
διαπιδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπίδυση
διαπιστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπιστευμένο
διαπιστευμένε	verb	κλητική ενικού του διαπιστευμένος
διαπιστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπιστευμένη
διαπιστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπιστευμένος
διαπιστευμένης	verb	γενική ενικού του διαπιστευμένη
διαπιστευμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαπιστευμένος
διαπιστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπιστευμένος
διαπιστευμένος	verb	που η ισχύς του έχει επιβεβαιωθεί βάσει αξιόπιστων κριτηρίων (πχ επιστημονικών) ή/και που η ισχύς του αναγνωρίζεται κι ενίοτε εγγυάται από κάποια αρχή	noun	που έχει διοριστεί διπλωματικός αντιπρόσωπος σε ξένο κράτος
διαπιστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπιστευμένος
διαπιστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπιστευμένος
διαπιστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπιστευμένος
διαπιστευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτήκαν	=	διαπιστεύω
διαπιστευτήκανε	=	διαπιστεύω
διαπιστευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπιστευτήριο
διαπιστευτήριο	noun	καθένα από τα έγγραφα που πρέπει να έχει ο διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους, όταν διορίζεται σε κάποιο άλλο
διαπιστευτήριου	=	διαπιστευτήριο
διαπιστευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτηρίου	noun	γενική ενικού του διαπιστευτήριο
διαπιστευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του διαπιστευτήριο
διαπιστευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστευόμασταν	=	διαπιστεύω
διαπιστευόμαστε	=	διαπιστεύω
διαπιστευόμενος	=	διαπιστεύω
διαπιστευόμουν	=	διαπιστεύω
διαπιστευόμουνα	=	διαπιστεύω
διαπιστευόντουσαν	=	διαπιστεύω
διαπιστευόσασταν	=	διαπιστεύω
διαπιστευόσαστε	=	διαπιστεύω
διαπιστευόσουν	=	διαπιστεύω
διαπιστευόσουνα	=	διαπιστεύω
διαπιστευόταν	=	διαπιστεύω
διαπιστευότανε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύαμε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύαν	=	διαπιστεύω
διαπιστεύανε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύατε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαπιστεύω
διαπιστεύεις	=	διαπιστεύω
διαπιστεύεσαι	=	διαπιστεύω
διαπιστεύεστε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύεται	=	διαπιστεύω
διαπιστεύετε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύθηκα	=	διαπιστεύω
διαπιστεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύονται	=	διαπιστεύω
διαπιστεύονταν	=	διαπιστεύω
διαπιστεύοντας	=	διαπιστεύω
διαπιστεύουμε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύουν	=	διαπιστεύω
διαπιστεύουνε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύσαν	=	διαπιστεύω
διαπιστεύσανε	=	διαπιστεύω
διαπιστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπίστευση
διαπιστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπίστευση
διαπιστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπίστευση
διαπιστεύσου	=	διαπιστεύω
διαπιστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύω
διαπιστεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
διαπιστεύω	verb	διορίζω διπλωματικό αντιπρόσωπο σε ξένο κράτος
διαπιστωθήκαμε	=	διαπιστώνω
διαπιστωθήκαν	=	διαπιστώνω
διαπιστωθήκανε	=	διαπιστώνω
διαπιστωθήκατε	=	διαπιστώνω
διαπιστωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπιστώνομαι
διαπιστωθείς	=	διαπιστώνω
διαπιστωθείτε	=	διαπιστώνω
διαπιστωθούμε	=	διαπιστώνω
διαπιστωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνομαι
διαπιστωθούνε	=	διαπιστώνω
διαπιστωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνομαι
διαπιστωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπιστωμένο
διαπιστωμένε	adj	κλητική ενικού του διαπιστωμένος
διαπιστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπιστωμένη
διαπιστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπιστωμένος
διαπιστωμένης	adj	γενική ενικού του διαπιστωμένη
διαπιστωμένο	adj	αιτιατική ενικού του διαπιστωμένος
διαπιστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπιστωμένος
διαπιστωμένος	verb	που έχει διαπιστωθεί, σίγουρος
διαπιστωμένου	verb	γενική ενικού του διαπιστωμένος
διαπιστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπιστωμένος
διαπιστωμένων	adj	γενική πληθυντικού του διαπιστωμένος
διαπιστωνόμασταν	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόμαστε	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόμουν	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόμουνα	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόντουσαν	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόσασταν	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόσαστε	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόσουν	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόσουνα	=	διαπιστώνω
διαπιστωνόταν	=	διαπιστώνω
διαπιστωνότανε	=	διαπιστώνω
διαπιστωτικά	adv	με διαπιστωτικό τρόπο
διαπιστωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαπιστωτικός
διαπιστωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπιστωτική
διαπιστωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπιστωτικός
διαπιστωτικής	adj	γενική ενικού του διαπιστωτική
διαπιστωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπιστωτικός
διαπιστωτικού	adj	γενική ενικού του διαπιστωτικός
διαπιστωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπιστωτικός
διαπιστωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπιστωτικός
διαπιστωτικός	adj	που διαπιστώνει ή αποσκοπεί στη διαπίστωση κάποιου πράγματος
διαπιστωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπιστωτικός
διαπιστώθηκα	=	διαπιστώνω
διαπιστώθηκαν	=	διαπιστώνω
διαπιστώθηκε	=	διαπιστώνω
διαπιστώθηκες	=	διαπιστώνω
διαπιστώναμε	=	διαπιστώνω
διαπιστώναν	=	διαπιστώνω
διαπιστώνανε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνατε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνει	=	διαπιστώνω
διαπιστώνεις	=	διαπιστώνω
διαπιστώνεσαι	=	διαπιστώνω
διαπιστώνεστε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνεται	=	διαπιστώνω
διαπιστώνετε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώνομε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνονται	=	διαπιστώνω
διαπιστώνονταν	=	διαπιστώνω
διαπιστώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώνουμε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνουν	=	διαπιστώνω
διαπιστώνουνε	=	διαπιστώνω
διαπιστώνω	verb	εξακριβώνω, προσδιορίζω και αντιλαμβάνομαι έχοντας ερευνήσει και εξετάσει το ζήτημα
διαπιστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσαν	=	διαπιστώνω
διαπιστώσανε	=	διαπιστώνω
διαπιστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπίστωση
διαπιστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπίστωση
διαπιστώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπίστωση
διαπιστώσιμα	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμε	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμες	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμη	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμης	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμο	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμοι	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να διαπιστωθεί
διαπιστώσιμου	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμους	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσιμων	=	διαπιστώσιμος
διαπιστώσομε	=	διαπιστώνω
διαπιστώσου	=	διαπιστώνω
διαπιστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσουνε	=	διαπιστώνω
διαπιστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπιστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστώνω
διαπλάθομαι	=	διαπλάθω
διαπλάθω	verb	διαμορφώνω ύλη
διαπλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπλαση
διαπλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάπλαση
διαπλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάπλαση
διαπλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάσσω	verb|formal	άλλη μορφή του διαπλάθω
διαπλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάστηκα	=	διαπλάθω
διαπλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλάθω
διαπλάτυνα	=	διαπλατύνω
διαπλάτυναν	=	διαπλατύνω
διαπλάτυνε	=	διαπλατύνω
διαπλάτυνες	=	διαπλατύνω
διαπλάτυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαπλατύνω, η αύξηση του πλάτους
διαπλάτυνσης	=	διαπλάτυνση
διαπλάτυνσις	noun	η διαπλάτυνση
διαπλέαμε	=	διαπλέω
διαπλέαν	=	διαπλέω
διαπλέανε	=	διαπλέω
διαπλέατε	=	διαπλέω
διαπλέει	=	διαπλέω
διαπλέεις	=	διαπλέω
διαπλέετε	=	διαπλέω
διαπλέκεσαι	=	διαπλέκομαι
διαπλέκεστε	=	διαπλέκομαι
διαπλέκεται	=	διαπλέκομαι
διαπλέκομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπλέκω
διαπλέκονται	=	διαπλέκομαι
διαπλέκονταν	=	διαπλέκομαι
διαπλέκου	=	διαπλέκομαι
διαπλέκω	verb	φέρνω μαζί και συνδέω, δημιουργώ σχέση μεταξύ στοιχείων, προσώπων κλπ. ώστε να μην διαχωριστούν εύκολα από το σύνολο, πχ. ως άτομα με κοινά συμφέροντα εμπλεκόμενα σε μια υπόθεση
διαπλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξου	=	διαπλέκομαι
διαπλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέκω
διαπλέομε	=	διαπλέω
διαπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαπλέω
διαπλέουμε	=	διαπλέω
διαπλέουν	=	διαπλέω
διαπλέουνε	=	διαπλέω
διαπλέχτηκα	=	διαπλέκομαι
διαπλέχτηκαν	=	διαπλέκομαι
διαπλέχτηκε	=	διαπλέκομαι
διαπλέχτηκες	=	διαπλέκομαι
διαπλέω	verb	περνάω πλέοντας μια θαλάσσια έκταση ή τη διασχίζω κολυμπώντας
διαπλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλανητικό
διαπλανητικέ	adj	κλητική ενικού του διαπλανητικός
διαπλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλανητική
διαπλανητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλανητικός
διαπλανητικής	adj	γενική ενικού του διαπλανητική
διαπλανητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλανητικός
διαπλανητικού	adj	γενική ενικού του διαπλανητικός
διαπλανητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπλανητικός
διαπλανητικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπλανητικός
διαπλανητικός	adj	που βρίσκεται μεταξύ πλανητών
διαπλανητικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπλανητικός
διαπλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλασμένο
διαπλασμένε	verb	κλητική ενικού του διαπλασμένος
διαπλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλασμένη
διαπλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλασμένος
διαπλασμένης	verb	γενική ενικού του διαπλασμένη
διαπλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπλασμένος
διαπλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλασμένος
διαπλασμένος	verb	που έχει διαπλαστεί
διαπλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπλασμένος
διαπλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπλασμένος
διαπλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπλασμένος
διαπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλαστικό
διαπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του διαπλαστικός
διαπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλαστική
διαπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλαστικός
διαπλαστικής	adj	γενική ενικού του διαπλαστική
διαπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλαστικός
διαπλαστικού	adj	γενική ενικού του διαπλαστικός
διαπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπλαστικός
διαπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπλαστικός
διαπλαστικός	adj	που αναφέρεται στη μόρφωση (απόδοση μορφής, εκπαιδευτικής ή μη), στη διαμόρφωση, διάπλαση της ύλης ή της προσωπικότητας κάποιου
διαπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπλαστικός
διαπλατυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλατυμένο
διαπλατυμένε	verb	κλητική ενικού του διαπλατυμένος
διαπλατυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλατυμένη
διαπλατυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλατυμένος
διαπλατυμένης	verb	γενική ενικού του διαπλατυμένη
διαπλατυμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπλατυμένος
διαπλατυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλατυμένος
διαπλατυμένος	verb	που έχει διαπλατυνθεί
διαπλατυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπλατυμένος
διαπλατυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπλατυμένος
διαπλατυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπλατυμένος
διαπλατυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλατυσμένο
διαπλατυσμένε	verb	κλητική ενικού του διαπλατυσμένος
διαπλατυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλατυσμένη
διαπλατυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλατυσμένος
διαπλατυσμένης	verb	γενική ενικού του διαπλατυσμένη
διαπλατυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπλατυσμένος
διαπλατυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλατυσμένος
διαπλατυσμένος	verb	που έχει διαπλατυνθεί
διαπλατυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπλατυσμένος
διαπλατυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπλατυσμένος
διαπλατυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπλατυσμένος
διαπλατύναμε	=	διαπλατύνω
διαπλατύναν	=	διαπλατύνω
διαπλατύνανε	=	διαπλατύνω
διαπλατύνατε	=	διαπλατύνω
διαπλατύνει	=	διαπλατύνω
διαπλατύνεις	=	διαπλατύνω
διαπλατύνετε	=	διαπλατύνω
διαπλατύνθηκα	=	διαπλατύνω
διαπλατύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαπλατύνω
διαπλατύνοντας	=	διαπλατύνω
διαπλατύνουμε	=	διαπλατύνω
διαπλατύνουν	=	διαπλατύνω
διαπλατύνουνε	=	διαπλατύνω
διαπλατύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλάτυνση
διαπλατύνσεων	=	διαπλάτυνση
διαπλατύντε	=	διαπλατύνω
διαπλατύνω	verb	μεγαλώνω κάτι κατά το πλάτος, κάνω κάτι πιο πλατύ
διαπλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλεγμένο
διαπλεγμένε	verb	κλητική ενικού του διαπλεγμένος
διαπλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλεγμένη
διαπλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλεγμένος
διαπλεγμένης	verb	γενική ενικού του διαπλεγμένη
διαπλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπλεγμένος
διαπλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλεγμένος
διαπλεγμένος	verb	που έχει διαπλακεί
διαπλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπλεγμένος
διαπλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπλεγμένος
διαπλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπλεγμένος
διαπλεκόμασταν	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόμαστε	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλεκόμενο
διαπλεκόμενε	adj	κλητική ενικού του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλεκόμενη
διαπλεκόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμενης	adj	γενική ενικού του διαπλεκόμενη
διαπλεκόμενο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμενος	verb	που διαπλέκεται, που είναι έμμεσα ή ύποπτα συχνά και παράνομα συνδεδεμένος με άλλους (λέξη με αρνητική χροιά)
διαπλεκόμενου	verb	γενική ενικού του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμενων	adj	γενική πληθυντικού του διαπλεκόμενος
διαπλεκόμουν	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόμουνα	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόντουσαν	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόσασταν	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόσαστε	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόσουν	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόσουνα	=	διαπλέκομαι
διαπλεκόταν	=	διαπλέκομαι
διαπλεκότανε	=	διαπλέκομαι
διαπλεχτήκαμε	=	διαπλέκομαι
διαπλεχτήκαν	=	διαπλέκομαι
διαπλεχτήκανε	=	διαπλέκομαι
διαπλεχτήκατε	=	διαπλέκομαι
διαπλεχτεί	=	διαπλέκομαι
διαπλεχτείτε	=	διαπλέκομαι
διαπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσαν	=	διαπλέω
διαπλεύσανε	=	διαπλέω
διαπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπλευση
διαπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάπλευση
διαπλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάπλευση
διαπλεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλεύσιμο
διαπλεύσιμε	adj	κλητική ενικού του διαπλεύσιμος
διαπλεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλεύσιμη
διαπλεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπλεύσιμος
διαπλεύσιμης	adj	γενική ενικού του διαπλεύσιμη
διαπλεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διαπλεύσιμος
διαπλεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπλεύσιμος
διαπλεύσιμος	adj	που είναι δυνατόν να τον διαπλεύσουν
διαπλεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπλεύσιμος
διαπλεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπλεύσιμος
διαπλεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπλεύσιμος
διαπλεύσομε	=	διαπλέω
διαπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσουνε	=	διαπλέω
διαπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπλέω
διαπληκτίζεσαι	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίζεστε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίζεται	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίζομαι	verb	συγκρούομαι λεκτικά με κάποιον, λογοφέρνω, μαλώνω
διαπληκτίζονται	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίζονταν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίσθηκα	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίσθηκαν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίσθηκε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίσθηκες	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίσου	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόμασταν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόμαστε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόμουν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόμουνα	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόντουσαν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόσασταν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόσαστε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόσουν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόσουνα	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζόταν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιζότανε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθήκαμε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθήκαν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθήκανε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθήκατε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθεί	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθείς	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθείτε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθούμε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθούν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθούνε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισθώ	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτισμέ	noun	κλητική ενικού του διαπληκτισμός
διαπληκτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπληκτισμένο
διαπληκτισμένε	verb	κλητική ενικού του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπληκτισμένη
διαπληκτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμένης	verb	γενική ενικού του διαπληκτισμένη
διαπληκτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμένος	verb	που έχει διαπληκτιστεί
διαπληκτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπληκτισμένος
διαπληκτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπληκτισμός
διαπληκτισμού	noun	γενική ενικού του διαπληκτισμός
διαπληκτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαπληκτισμός
διαπληκτισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαπληκτισμός
διαπληκτισμός	noun	το επεισόδιο με ανταλλαγή ύβρεων και ίσως χρήση βίας
διαπληκτισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαπληκτισμός
διαπληκτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστήκαν	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστήκανε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστούνε	=	διαπληκτίζομαι
διαπληκτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπληκτίζομαι
διαπλοκές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπλοκή
διαπλοκή	noun	η συνύφανση
διαπλοκής	=	διαπλοκή
διαπλοκολογία	noun	συστηματική και συχνά επαναλαμβανόμενη ενασχόληση στον δημόσιο λόγο με πραγματικές ή υποτιθέμενες σχέσεις διαπλεκόμενων συμφερόντων, όπου η συζήτηση αποκτά αυτοσκοπό και υπερισχύει της τεκμηριωμένης ανάλυσης
διαπλοκολογίας	=	διαπλοκολογία
διαπλοκολογίες	=	διαπλοκολογία
διαπλοκολογιών	=	διαπλοκολογία
διαπλοκών	=	διαπλοκή
διαπνέαμε	=	διαπνέω
διαπνέαν	=	διαπνέω
διαπνέανε	=	διαπνέω
διαπνέατε	=	διαπνέω
διαπνέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαπνέω
διαπνέεις	=	διαπνέω
διαπνέεσαι	=	διαπνέω
διαπνέεστε	=	διαπνέω
διαπνέεται	=	διαπνέω
διαπνέετε	=	διαπνέω
διαπνέομαι	verb	εμφορούμαι, είμαι επηρεασμένος, χαρακτηρίζομαι
διαπνέομε	=	διαπνέω
διαπνέονται	=	διαπνέω
διαπνέονταν	=	διαπνέω
διαπνέοντας	=	διαπνέω
διαπνέουμε	=	διαπνέω
διαπνέουν	=	διαπνέω
διαπνέουνε	=	διαπνέω
διαπνέω	verb	διαπερνώ κάτι με φύσημα, φυσώντας
διαπνευστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπνευστικό
διαπνευστικέ	adj	κλητική ενικού του διαπνευστικός
διαπνευστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπνευστική
διαπνευστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπνευστικός
διαπνευστικής	adj	γενική ενικού του διαπνευστική
διαπνευστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπνευστικός
διαπνευστικού	adj	γενική ενικού του διαπνευστικός
διαπνευστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπνευστικός
διαπνευστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπνευστικός
διαπνευστικός	adj	που έχει σχέση με τη διάπνευση, τη διαπνοή ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαπνευστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπνευστικός
διαπνεόμασταν	=	διαπνέω
διαπνεόμαστε	=	διαπνέω
διαπνεόμουν	=	διαπνέω
διαπνεόμουνα	=	διαπνέω
διαπνεόντουσαν	=	διαπνέω
διαπνεόσασταν	=	διαπνέω
διαπνεόσαστε	=	διαπνέω
διαπνεόσουν	=	διαπνέω
διαπνεόσουνα	=	διαπνέω
διαπνεόταν	=	διαπνέω
διαπνεότανε	=	διαπνέω
διαπνεύσαμε	=	διαπνέω
διαπνεύσαν	=	διαπνέω
διαπνεύσανε	=	διαπνέω
διαπνεύσατε	=	διαπνέω
διαπνεύσει	=	διαπνέω
διαπνεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπνευση
διαπνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάπνευση
διαπνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάπνευση
διαπνεύστε	=	διαπνέω
διαπνοές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπνοή
διαπνοή	noun	το σύνολο των αναπνευστικών ανταλλαγών που γίνονται από τους πόρους του σώματος
διαπνοής	=	διαπνοή
διαπνοών	=	διαπνοή
διαποίκιλση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαποικίλλω (κάνω ποίκιλση, ποικίλματα)
διαποίκιλσης	=	διαποίκιλση
διαποίμανση	noun	η πνευματική καθοδήγηση των πιστών και η διοίκηση μιας τοπικής εκκλησίας
διαποίμανσης	=	διαποίμανση
διαποδιαμορφωτές	=	διαποδιαμορφωτής
διαποδιαμορφωτή	=	διαποδιαμορφωτής
διαποδιαμορφωτής	noun	συσκευή που μετατρέπει το ψηφιακό σήμα από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή σε αναλογικό σήμα τηλεφωνικής γραμμής και το αντίστροφο
διαποδιαμορφωτών	=	διαποδιαμορφωτής
διαποικίλσεις	=	διαποίκιλση
διαποικίλσεων	=	διαποίκιλση
διαποιμάνσεις	=	διαποίμανση
διαποιμάνσεων	=	διαποίμανση
διαπολιτισμέ	=	διαπολιτισμός
διαπολιτισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπολιτισμικό
διαπολιτισμικέ	adj	κλητική ενικού του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπολιτισμική
διαπολιτισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμικής	adj	γενική ενικού του διαπολιτισμική
διαπολιτισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμικοτήτων	=	διαπολιτισμικότητα
διαπολιτισμικού	adj	γενική ενικού του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμικός	adj|formal	που αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ πολιτισμών
διαπολιτισμικότητα	noun|formal	η αλληλεπίδραση, επικοινωνία και συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες μέσα σε μία πλουραλιστική και πολυπολιτισμική κοινωνία
διαπολιτισμικότητας	=	διαπολιτισμικότητα
διαπολιτισμικότητες	=	διαπολιτισμικότητα
διαπολιτισμικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπολιτισμικός
διαπολιτισμοί	=	διαπολιτισμός
διαπολιτισμού	=	διαπολιτισμός
διαπολιτισμούς	=	διαπολιτισμός
διαπολιτισμό	=	διαπολιτισμός
διαπολιτισμός	noun	θεωρητικό και πρακτικό πλαίσιο που προωθεί την αμοιβαία κατανόηση, τον διάλογο και τη συνδημιουργία ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες, χωρίς εξάλειψη της ιδιαιτερότητας καθεμιάς
διαπολιτισμών	=	διαπολιτισμός
διαπολιτιστικά	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικέ	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικές	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστική	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικής	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικοί	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικού	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικούς	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικό	=	διαπολιτιστικός
διαπολιτιστικός	adj	ταυτόσημο με το διαπολιτισμικός
διαπολιτιστικών	=	διαπολιτιστικός
διαπομπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπομπευμένο
διαπομπευμένε	verb	κλητική ενικού του διαπομπευμένος
διαπομπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπομπευμένη
διαπομπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπομπευμένος
διαπομπευμένης	verb	γενική ενικού του διαπομπευμένη
διαπομπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπομπευμένος
διαπομπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπομπευμένος
διαπομπευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπομπευμένος
διαπομπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπομπευμένος
διαπομπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπομπευμένος
διαπομπευτήκαμε	=	διαπομπεύω
διαπομπευτήκαν	=	διαπομπεύω
διαπομπευτήκανε	=	διαπομπεύω
διαπομπευτήκατε	=	διαπομπεύω
διαπομπευτεί	=	διαπομπεύω
διαπομπευτείτε	=	διαπομπεύω
διαπομπευτικά	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικέ	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικές	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτική	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικής	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικοί	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικού	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικούς	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικό	=	διαπομπευτικός
διαπομπευτικός	adj|formal	που έχει σχέση με διαπόμπευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαπομπευτικών	=	διαπομπευτικός
διαπομπευόμασταν	=	διαπομπεύω
διαπομπευόμαστε	=	διαπομπεύω
διαπομπευόμενα	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενε	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενες	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενη	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενης	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενο	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενοι	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενος	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπευόμενου	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενους	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμενων	=	διαπομπευόμενος
διαπομπευόμουν	=	διαπομπεύω
διαπομπευόμουνα	=	διαπομπεύω
διαπομπευόντουσαν	=	διαπομπεύω
διαπομπευόσασταν	=	διαπομπεύω
διαπομπευόσαστε	=	διαπομπεύω
διαπομπευόσουν	=	διαπομπεύω
διαπομπευόσουνα	=	διαπομπεύω
διαπομπευόταν	=	διαπομπεύω
διαπομπευότανε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύαμε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύαν	=	διαπομπεύω
διαπομπεύανε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύατε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύει	=	διαπομπεύω
διαπομπεύεις	=	διαπομπεύω
διαπομπεύεσαι	=	διαπομπεύω
διαπομπεύεστε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύεται	=	διαπομπεύω
διαπομπεύετε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύθηκα	=	διαπομπεύω
διαπομπεύομαι	=	διαπομπεύω
διαπομπεύονται	=	διαπομπεύω
διαπομπεύονταν	=	διαπομπεύω
διαπομπεύοντας	=	διαπομπεύω
διαπομπεύουμε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύουν	=	διαπομπεύω
διαπομπεύουνε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύσαν	=	διαπομπεύω
διαπομπεύσανε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπόμπευση
διαπομπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπόμπευση
διαπομπεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπόμπευση
διαπομπεύσου	=	διαπομπεύω
διαπομπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπομπεύτηκα	=	διαπομπεύω
διαπομπεύτηκαν	=	διαπομπεύω
διαπομπεύτηκε	=	διαπομπεύω
διαπομπεύτηκες	=	διαπομπεύω
διαπομπεύω	verb|formal	χλευάζω, ρεζιλεύω κι εξευτελίζω δημόσια κάποιον
διαπορθμεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπορθμεμένο
διαπορθμεμένε	verb	κλητική ενικού του διαπορθμεμένος
διαπορθμεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπορθμεμένη
διαπορθμεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπορθμεμένος
διαπορθμεμένης	verb	γενική ενικού του διαπορθμεμένη
διαπορθμεμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπορθμεμένος
διαπορθμεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπορθμεμένος
διαπορθμεμένος	verb	που έχει διαπορθμευτεί
διαπορθμεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπορθμεμένος
διαπορθμεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπορθμεμένος
διαπορθμεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπορθμεμένος
διαπορθμεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπόρθμευση
διαπορθμεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπόρθμευση
διαπορθμεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπορθμεύω	verb	μεταφέρω μέσω ενός πορθμού
διαποριών	=	διαπόρια
διαπορώ	verb	απορώ, είμαι αμήχανος, αμφιταλαντεύομαι
διαποστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπόσταση
διαποστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπόσταση
διαποστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπόσταση
διαποτίζαμε	=	διαποτίζω
διαποτίζαν	=	διαποτίζω
διαποτίζανε	=	διαποτίζω
διαποτίζατε	=	διαποτίζω
διαποτίζει	=	διαποτίζω
διαποτίζεις	=	διαποτίζω
διαποτίζεσαι	=	διαποτίζομαι
διαποτίζεστε	=	διαποτίζομαι
διαποτίζεται	=	διαποτίζομαι
διαποτίζετε	=	διαποτίζω
διαποτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαποτίζω
διαποτίζονται	=	διαποτίζομαι
διαποτίζονταν	=	διαποτίζομαι
διαποτίζοντας	=	διαποτίζω
διαποτίζου	=	διαποτίζομαι
διαποτίζουμε	=	διαποτίζω
διαποτίζουν	=	διαποτίζω
διαποτίζουνε	=	διαποτίζω
διαποτίζω	verb	μουσκεύω τα εσώτερα στρώματα ενός υλικού ή αντικειμένου, το διαπερνώ
διαποτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίσαν	=	διαποτίζω
διαποτίσανε	=	διαποτίζω
διαποτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπότιση
διαποτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπότιση
διαποτίσου	=	διαποτίζομαι
διαποτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτίστηκα	=	διαποτίζομαι
διαποτίστηκαν	=	διαποτίζομαι
διαποτίστηκε	=	διαποτίζομαι
διαποτίστηκες	=	διαποτίζομαι
διαποτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαποτιζόμασταν	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόμαστε	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόμουν	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόμουνα	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόντουσαν	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόσασταν	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόσαστε	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόσουν	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόσουνα	=	διαποτίζομαι
διαποτιζόταν	=	διαποτίζομαι
διαποτιζότανε	=	διαποτίζομαι
διαποτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαποτισμένο
διαποτισμένε	verb	κλητική ενικού του διαποτισμένος
διαποτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαποτισμένη
διαποτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαποτισμένος
διαποτισμένης	verb	γενική ενικού του διαποτισμένη
διαποτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαποτισμένος
διαποτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαποτισμένος
διαποτισμένος	verb	που έχει διαποτιστεί
διαποτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαποτισμένος
διαποτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαποτισμένος
διαποτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαποτισμένος
διαποτιστήκαμε	=	διαποτίζομαι
διαποτιστήκαν	=	διαποτίζομαι
διαποτιστήκανε	=	διαποτίζομαι
διαποτιστήκατε	=	διαποτίζομαι
διαποτιστεί	=	διαποτίζομαι
διαποτιστείτε	=	διαποτίζομαι
διαπράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπράττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάπραξη
διαπράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξεων	=	διάπραξη
διαπράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπράττω
διαπράττω	verb	κάνω κάτι αρνητικό (λάθος, αδίκημα, έγκλημα κλπ)
διαπρέπαμε	=	διαπρέπω
διαπρέπαν	=	διαπρέπω
διαπρέπανε	=	διαπρέπω
διαπρέπατε	=	διαπρέπω
διαπρέπει	=	διαπρέπω
διαπρέπεις	=	διαπρέπω
διαπρέπετε	=	διαπρέπω
διαπρέπομε	=	διαπρέπω
διαπρέποντας	=	διαπρέπω
διαπρέπουμε	=	διαπρέπω
διαπρέπουν	=	διαπρέπω
διαπρέπουνε	=	διαπρέπω
διαπρέπω	verb	πετυχαίνω σπουδαία πράγματα στον τομέα μου και ξεχωρίζω, γίνομαι ονομαστός.
διαπρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψαν	=	διαπρέπω
διαπρέψανε	=	διαπρέπω
διαπρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψομε	=	διαπρέπω
διαπρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψουνε	=	διαπρέπω
διαπρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπρέπω
διαπραγμάτευση	noun	η συζήτηση μεταξύ πωλητή και αγοραστή προκειμένου να οριστεί η τιμή του υπό πώληση αγαθού
διαπραγμάτευσης	noun	γενική ενικού του διαπραγμάτευση
διαπραγμάτευσις	noun	η διαπραγμάτευση
διαπραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγμένο
διαπραγμένε	verb	κλητική ενικού του διαπραγμένος
διαπραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγμένη
διαπραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπραγμένος
διαπραγμένης	verb	γενική ενικού του διαπραγμένη
διαπραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαπραγμένος
διαπραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπραγμένος
διαπραγμένος	verb	που έχει διαπραχθεί
διαπραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπραγμένος
διαπραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαπραγμένος
διαπραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπραγμένος
διαπραγματευμένος	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευσιμοτήτων	=	διαπραγματευσιμότητα
διαπραγματευσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα ενός αγαθού, δικαιώματος ή όρου να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, δηλαδή να τροποποιείται ή να συμφωνείται κατόπιν αμοιβαίας συναίνεσης μεταξύ των μερών
διαπραγματευσιμότητας	=	διαπραγματευσιμότητα
διαπραγματευσιμότητες	=	διαπραγματευσιμότητα
διαπραγματευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματευτής
διαπραγματευτή	=	διαπραγματευτής
διαπραγματευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτήκαν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτήκανε	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτής	noun	αυτός που έχει αναλάβει μία διαπραγμάτευση εκπροσωπώντας τη μία από τις δύο ή περισσότερες πλευρές
διαπραγματευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματευτικό
διαπραγματευτικέ	adj	κλητική ενικού του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματευτική
διαπραγματευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτικής	adj	γενική ενικού του διαπραγματευτική
διαπραγματευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτικού	adj	γενική ενικού του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτικός	adj	που αναφέρεται σε μια διαπραγμάτευση
διαπραγματευτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπραγματευτικός
διαπραγματευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτούνε	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτριών	noun	γενική πληθυντικού του διαπραγματεύτρια
διαπραγματευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτών	=	διαπραγματευτής
διαπραγματευόμασταν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόμαστε	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόμενος	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόμουν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόμουνα	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόντουσαν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόσασταν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόσαστε	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόσουν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόσουνα	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευόταν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματευότανε	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύεσαι	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύεστε	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύεται	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύομαι	verb	συζητώ με κάποιον προκειμένου να καταλήξουμε σε κάποια οικονομική συμφωνία ή να λυθεί μια διαφορά μας, κάνω μια διαπραγμάτευση
διαπραγματεύονται	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύονταν	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγμάτευση
διαπραγματεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαπραγμάτευση
διαπραγματεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαπραγμάτευση
διαπραγματεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματεύσιμο
διαπραγματεύσιμε	adj	κλητική ενικού του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματεύσιμη
διαπραγματεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσιμης	adj	γενική ενικού του διαπραγματεύσιμη
διαπραγματεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσιμος	adj	που μπορούμε να τον διαπραγματευτούμε
διαπραγματεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαπραγματεύσιμος
διαπραγματεύσου	=	διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπραγματεύομαι
διαπραγματεύτρια	noun	θηλυκό του διαπραγματευτής
διαπραγματεύτριας	noun	γενική ενικού του διαπραγματεύτρια
διαπραγματεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπραγματεύτρια
διαπρεπές	=	διαπρεπής
διαπρεπή	=	διαπρεπής
διαπρεπής	adj	που έχει διαπρέψει σε κάτι, που έχει ξεχωρίσει
διαπρεπείς	=	διαπρεπής
διαπρεπούς	=	διαπρεπής
διαπρεπών	=	διαπρεπής
διαπρεπώς	adv	με διαπρεπή τρόπο, με αίγλη
διαπροσωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπροσωπικό
διαπροσωπικέ	adj	κλητική ενικού του διαπροσωπικός
διαπροσωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπροσωπική
διαπροσωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπροσωπικός
διαπροσωπικής	adj	γενική ενικού του διαπροσωπική
διαπροσωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπροσωπικός
διαπροσωπικού	adj	γενική ενικού του διαπροσωπικός
διαπροσωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπροσωπικός
διαπροσωπικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπροσωπικός
διαπροσωπικός	adj	που αφορά τις σχέσεις δύο ή περισσότερων προσώπων/ατόμων
διαπροσωπικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπροσωπικός
διαπρωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπρωκτικό
διαπρωκτικέ	adj	κλητική ενικού του διαπρωκτικός
διαπρωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπρωκτική
διαπρωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαπρωκτικός
διαπρωκτικής	adj	γενική ενικού του διαπρωκτική
διαπρωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαπρωκτικός
διαπρωκτικού	adj	γενική ενικού του διαπρωκτικός
διαπρωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαπρωκτικός
διαπρωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαπρωκτικός
διαπρωκτικός	adj	διάμεσω του πρωκτού
διαπρωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαπρωκτικός
διαπρύσια	=	διαπρύσιος
διαπρύσιας	=	διαπρύσιος
διαπρύσιε	=	διαπρύσιος
διαπρύσιες	=	διαπρύσιος
διαπρύσιο	=	διαπρύσιος
διαπρύσιοι	=	διαπρύσιος
διαπρύσιος	adj|formal	διαπεραστικός
διαπρύσιου	=	διαπρύσιος
διαπρύσιους	=	διαπρύσιος
διαπρύσιων	=	διαπρύσιος
διαπυήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαπύηση
διαπυήσεων	=	διαπύηση
διαπυηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαπυούμαι
διαπυηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπυούμαι
διαπυλίων	=	διαπύλια
διαπυούμαι	verb	βγάζω ή μαζεύωπύον (για πληγή)
διαπόμπευα	=	διαπομπεύω
διαπόμπευαν	=	διαπομπεύω
διαπόμπευε	=	διαπομπεύω
διαπόμπευες	=	διαπομπεύω
διαπόμπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπόμπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπόμπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπόμπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπομπεύω
διαπόμπευση	noun	το ρεζίλεμα, ο εξευτελισμός κάποιου δημόσια
διαπόμπευσης	noun	γενική ενικού του διαπόμπευση
διαπόμπευσις	noun	διαπόμπευση
διαπόντια	=	διαπόντιος
διαπόντιας	=	διαπόντιος
διαπόντιε	=	διαπόντιος
διαπόντιες	=	διαπόντιος
διαπόντιο	=	διαπόντιος
διαπόντιοι	=	διαπόντιος
διαπόντιος	adj	που βρίσκεται πέρα από τη θάλασσα
διαπόντιου	=	διαπόντιος
διαπόντιους	=	διαπόντιος
διαπόντιων	=	διαπόντιος
διαπόρθμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπόρθμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπόρθμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπόρθμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαπορθμεύω
διαπόρθμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαπορθμεύω
διαπόρθμευσης	noun	γενική ενικού του διαπόρθμευση
διαπόρια	noun	τέλη που πληρώνουν τα πλοία όταν διέρχονται από πορθμό ή διώρυγα
διαπόσταση	noun	η απόσταση (μεταξύ δύο συχνοτήτων)
διαπόστασης	noun	γενική ενικού του διαπόσταση
διαπότιζα	=	διαποτίζω
διαπότιζαν	=	διαποτίζω
διαπότιζε	=	διαποτίζω
διαπότιζες	=	διαποτίζω
διαπότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαπότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαπότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαπότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαποτίζω
διαπότιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαποτίζω
διαπότισης	noun	γενική ενικού του διαπότιση
διαπύηση	noun	η επιπλοκή της κατάστασης ενός τραύματος που παρατηρείται όταν εμφανίζεται πύον κάποιες ώρες ή μέρες μετά τη δημιουργία της τομής· το πύον αρχικά βρίσκεται σε δερμάτινη κάψα, η οποία διαρρηγνύεται, αν το περιεχόμενό της δεν απορροφηθεί
διαπύησης	=	διαπύηση
διαπύλια	noun|dated	φόρος που επιβάλλονταν σε οχήματα, εμπορεύματα ή υποζύγια στις εισόδους (πύλες) μιας πόλης
διαπύλιων	=	διαπύλια
διαργιλάνια	=	διαργιλάνιο
διαργιλάνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση αργιλίου και υδρογόνου με μοριακό τύπο Al₂H₆
διαργιλάνιου	=	διαργιλάνιο
διαργιλανίου	=	διαργιλάνιο
διαργιλανίων	=	διαργιλάνιο
διαρεύσαμε	=	διαρρέω
διαρεύσαν	=	διαρρέω
διαρεύσανε	=	διαρρέω
διαρεύσατε	=	διαρρέω
διαρεύσει	=	διαρρέω
διαρεύστε	=	διαρρέω
διαρθρωθήκαμε	=	διαρθρώνω
διαρθρωθήκαν	=	διαρθρώνω
διαρθρωθήκανε	=	διαρθρώνω
διαρθρωθήκατε	=	διαρθρώνω
διαρθρωθεί	=	διαρθρώνω
διαρθρωθείτε	=	διαρθρώνω
διαρθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρθρωμένο
διαρθρωμένε	verb	κλητική ενικού του διαρθρωμένος
διαρθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρθρωμένη
διαρθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρθρωμένος
διαρθρωμένης	verb	γενική ενικού του διαρθρωμένη
διαρθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαρθρωμένος
διαρθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρθρωμένος
διαρθρωμένος	verb	που έχει διαρθρωθεί
διαρθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαρθρωμένος
διαρθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαρθρωμένος
διαρθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαρθρωμένος
διαρθρωνόμασταν	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόμαστε	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόμουν	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόμουνα	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόντουσαν	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόσασταν	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόσαστε	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόσουν	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόσουνα	=	διαρθρώνω
διαρθρωνόταν	=	διαρθρώνω
διαρθρωνότανε	=	διαρθρώνω
διαρθρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρθρωτικό	adv	με διαρθρωτικό τρόπο
διαρθρωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαρθρωτικός
διαρθρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρθρωτική
διαρθρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρθρωτικός
διαρθρωτικής	adj	γενική ενικού του διαρθρωτική
διαρθρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρθρωτικός
διαρθρωτικού	adj	γενική ενικού του διαρθρωτικός
διαρθρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαρθρωτικός
διαρθρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαρθρωτικός
διαρθρωτικός	adj	που έχει σχέση με τη διάρθρωση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαρθρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαρθρωτικός
διαρθρώθηκα	=	διαρθρώνω
διαρθρώθηκαν	=	διαρθρώνω
διαρθρώθηκε	=	διαρθρώνω
διαρθρώθηκες	=	διαρθρώνω
διαρθρώναμε	=	διαρθρώνω
διαρθρώναν	=	διαρθρώνω
διαρθρώνανε	=	διαρθρώνω
διαρθρώνατε	=	διαρθρώνω
διαρθρώνει	=	διαρθρώνω
διαρθρώνεις	=	διαρθρώνω
διαρθρώνεσαι	=	διαρθρώνω
διαρθρώνεστε	=	διαρθρώνω
διαρθρώνεται	=	διαρθρώνω
διαρθρώνετε	=	διαρθρώνω
διαρθρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώνονται	=	διαρθρώνω
διαρθρώνονταν	=	διαρθρώνω
διαρθρώνοντας	=	διαρθρώνω
διαρθρώνουμε	=	διαρθρώνω
διαρθρώνουν	=	διαρθρώνω
διαρθρώνουνε	=	διαρθρώνω
διαρθρώνω	verb	συνδέω κανονικά τα στοιχεία ενός συνόλου
διαρθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώσαν	=	διαρθρώνω
διαρθρώσανε	=	διαρθρώνω
διαρθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάρθρωση
διαρθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάρθρωση
διαρθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάρθρωση
διαρθρώσου	=	διαρθρώνω
διαρθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρθρώνω
διαρκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαρκής
διαρκέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσαν	=	διαρκώ
διαρκέσανε	=	διαρκώ
διαρκέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκέσουνε	=	διαρκώ
διαρκέστε	=	διαρκώ
διαρκέστερα	=	διαρκέστερος
διαρκέστερε	=	διαρκέστερος
διαρκέστερες	=	διαρκέστερος
διαρκέστερη	=	διαρκέστερος
διαρκέστερης	=	διαρκέστερος
διαρκέστερο	=	διαρκέστερος
διαρκέστεροι	=	διαρκέστερος
διαρκέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του διαρκής
διαρκέστερου	=	διαρκέστερος
διαρκέστερους	=	διαρκέστερος
διαρκέστερων	=	διαρκέστερος
διαρκέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρκώ
διαρκή	adj	αιτιατική ενικού του διαρκής
διαρκής	adj	που διαρκεί, που γίνεται χωρίς διακοπή
διαρκεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαρκώ
διαρκείας	noun	άλλη μορφή του εισιτήριο διαρκείας
διαρκείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρκής
διαρκείτε	=	διαρκώ
διαρκειών	=	διάρκεια
διαρκουσών	=	διαρκών
διαρκούμε	=	διαρκώ
διαρκούν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαρκών
διαρκούνε	=	διαρκώ
διαρκούντα	=	διαρκών
διαρκούντες	=	διαρκών
διαρκούντος	=	διαρκών
διαρκούντων	=	διαρκών
διαρκούς	adj	γενική ενικού του διαρκής
διαρκούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρκών
διαρκούσαμε	=	διαρκώ
διαρκούσαν	=	διαρκώ
διαρκούσανε	=	διαρκώ
διαρκούσας	=	διαρκών
διαρκούσατε	=	διαρκώ
διαρκούσε	=	διαρκώ
διαρκούσες	=	διαρκών
διαρκούσης	=	διαρκών
διαρκώ	verb	η ύπαρξη ενός φαινομένου, γεγονός ή κάποιου για ορισμένο χρονικό διάστημα
διαρκών	adj	γενική πληθυντικού του διαρκής, αρσενικό
διαρκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαρκώ
διαρκώς	adv	συνεχώς, πάντοτε, αδιάκοπα
διαρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δίαρμα
διαρμίζω	verb	τακτοποιώ, ευπρεπίζω
διαρπάζω	verb	κλέβω, αφαιρώ βίαια
διαρπάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρπάζω
διαρπαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρπαγή
διαρπαγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαρπάζω
διαρπαγής	=	διαρπαγή
διαρπαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρπαγμένο
διαρπαγμένε	verb	κλητική ενικού του διαρπαγμένος
διαρπαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρπαγμένη
διαρπαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρπαγμένος
διαρπαγμένης	verb	γενική ενικού του διαρπαγμένη
διαρπαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαρπαγμένος
διαρπαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρπαγμένος
διαρπαγμένος	verb	που έχει διαρπαχτεί
διαρπαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαρπαγμένος
διαρπαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαρπαγμένος
διαρπαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαρπαγμένος
διαρπαγών	=	διαρπαγή
διαρρέαμε	=	διαρρέω
διαρρέαν	=	διαρρέω
διαρρέανε	=	διαρρέω
διαρρέατε	=	διαρρέω
διαρρέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαρρέω
διαρρέεις	=	διαρρέω
διαρρέεσαι	=	διαρρέω
διαρρέεστε	=	διαρρέω
διαρρέεται	=	διαρρέω
διαρρέετε	=	διαρρέω
διαρρέομαι	=	διαρρέω
διαρρέομε	=	διαρρέω
διαρρέονται	=	διαρρέω
διαρρέονταν	=	διαρρέω
διαρρέοντας	=	διαρρέω
διαρρέουμε	=	διαρρέω
διαρρέουν	=	διαρρέω
διαρρέουνε	=	διαρρέω
διαρρέω	verb	ρέω / βγαίνω έξω από κάποιο κλειστό χώρο όπου ήμουν
διαρρήγνυα	=	διαρρηγνύω
διαρρήδην	adv|formal	ρητά, απερίφραστα, σαφώς, ακριβώς
διαρρήκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρήκτης
διαρρήκτη	=	διαρρήκτης
διαρρήκτης	noun	το πρόσωπο που διαπράττει διάρρηξη
διαρρήκτρια	noun	διαρρήκτης
διαρρήκτριας	noun	γενική ενικού του διαρρήκτρια
διαρρήκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρήκτρια
διαρρήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάρρηξη
διαρρήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάρρηξη
διαρρήξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάρρηξη
διαρρήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρηγνύω
διαρρήχθηκα	=	διαρρηγνύω
διαρρήχνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του διαρρηγνύω
διαρραγώ	=	διαρρηγνύω
διαρρευσάντων	=	διαρρεύσας
διαρρευσάσης	=	διαρρεύσας
διαρρευσασών	=	διαρρεύσας
διαρρεόμασταν	=	διαρρέω
διαρρεόμαστε	=	διαρρέω
διαρρεόμουν	=	διαρρέω
διαρρεόμουνα	=	διαρρέω
διαρρεόντουσαν	=	διαρρέω
διαρρεόσασταν	=	διαρρέω
διαρρεόσαστε	=	διαρρέω
διαρρεόσουν	=	διαρρέω
διαρρεόσουνα	=	διαρρέω
διαρρεόταν	=	διαρρέω
διαρρεότανε	=	διαρρέω
διαρρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσαν	=	διαρρεύσας
διαρρεύσανε	=	διαρρέω
διαρρεύσαντα	=	διαρρεύσας
διαρρεύσαντες	=	διαρρεύσας
διαρρεύσαντος	=	διαρρεύσας
διαρρεύσας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου (διέρρευσα) του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσασα	=	διαρρεύσας
διαρρεύσασας	=	διαρρεύσας
διαρρεύσασες	=	διαρρεύσας
διαρρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσομε	=	διαρρέω
διαρρεύσου	=	διαρρέω
διαρρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρέω
διαρρηγμένος	=	διαρρηγνύω
διαρρηγνύομαι	=	διαρρηγνύω
διαρρηγνύω	verb|formal	ανοίγω βίαια και παράνομα κλειστό χώρο με σκοπό να κλέψω
διαρρηκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρηκτό
διαρρηκτέ	adj	κλητική ενικού του διαρρηκτός
διαρρηκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρηκτή
διαρρηκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρρηκτός
διαρρηκτής	adj	γενική ενικού του διαρρηκτή
διαρρηκτικά	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικέ	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικές	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτική	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικής	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικοί	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικού	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικούς	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικό	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτικός	adj	που έχει σχέση με διάρρηξη ή αναφέρεται σʼ αυτή
διαρρηκτικών	=	διαρρηκτικός
διαρρηκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρρηκτός
διαρρηκτού	adj	γενική ενικού του διαρρηκτός
διαρρηκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαρρηκτός
διαρρηκτριών	noun	γενική πληθυντικού του διαρρήκτρια
διαρρηκτό	adj	αιτιατική ενικού του διαρρηκτός
διαρρηκτός	adj	που είναι δυνατόν να διαρραγεί
διαρρηκτών	adj	γενική πληθυντικού του διαρρηκτός
διαρροές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρροή
διαρροή	noun	η διαφυγή, η απώλεια υγρού ή αερίου από έναν κλειστό χώρο
διαρροής	=	διαρροή
διαρροιών	noun	γενική πληθυντικού του διάρροια
διαρροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρροϊκό	adv	όσον αφορά στη διάρροια
διαρροϊκέ	adj	κλητική ενικού του διαρροϊκός
διαρροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρροϊκή
διαρροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρροϊκός
διαρροϊκής	adj	γενική ενικού του διαρροϊκή
διαρροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρροϊκός
διαρροϊκού	adj	γενική ενικού του διαρροϊκός
διαρροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαρροϊκός
διαρροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του διαρροϊκός
διαρροϊκός	adj	που έχει σχέση με τη διάρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαρροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του διαρροϊκός
διαρροών	=	διαρροή
διαρρυθμίζαμε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζαν	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζανε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζατε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζει	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζεις	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζεσαι	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίζεστε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίζεται	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίζετε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζομε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζονται	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίζονταν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίζοντας	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζου	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίζουμε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζουν	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζουνε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίζω	verb	διευθετώ, τακτοποιώ
διαρρυθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσαν	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσανε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρύθμιση
διαρρυθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαρρύθμιση
διαρρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαρρύθμιση
διαρρυθμίσομε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσου	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίσουνε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμίστηκα	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίστηκαν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίστηκε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίστηκες	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρυθμιζόμασταν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόμαστε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόμουν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόμουνα	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόντουσαν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόσασταν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόσαστε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόσουν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόσουνα	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζόταν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιζότανε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρυθμισμένο
διαρρυθμισμένε	verb	κλητική ενικού του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρυθμισμένη
διαρρυθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμισμένης	verb	γενική ενικού του διαρρυθμισμένη
διαρρυθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμισμένος	verb	που έχει διαρρυθμιστεί
διαρρυθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαρρυθμισμένος
διαρρυθμιστήκαμε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιστήκαν	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιστήκανε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιστήκατε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιστεί	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιστείς	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμιστείτε	=	διαρρυθμίζομαι
διαρρυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρυθμιστικό
διαρρυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρρυθμιστική
διαρρυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστικής	adj	γενική ενικού του διαρρυθμιστική
διαρρυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστικού	adj	γενική ενικού του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστικός	adj	που έχει σχέση με διαρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαρρυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαρρυθμιστικός
διαρρυθμιστούμε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμιστούν	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμιστούνε	=	διαρρυθμίζω
διαρρυθμιστώ	=	διαρρυθμίζω
διαρρύθμιζα	=	διαρρυθμίζω
διαρρύθμιζαν	=	διαρρυθμίζω
διαρρύθμιζε	=	διαρρυθμίζω
διαρρύθμιζες	=	διαρρυθμίζω
διαρρύθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρύθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρύθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρύθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαρρυθμίζω
διαρρύθμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαρρυθμίζω
διαρρύθμισης	noun	γενική ενικού του διαρρύθμιση
διαρρύθμισις	noun	η διαρρύθμιση
διαρχία	noun	άλλη γραφή του δυαρχία
διαρχίας	=	διαρχία
διαρχίες	=	διαρχία
διαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρχικό
διαρχικέ	adj	κλητική ενικού του διαρχικός
διαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαρχική
διαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαρχικός
διαρχικής	adj	γενική ενικού του διαρχική
διαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαρχικός
διαρχικού	adj	γενική ενικού του διαρχικός
διαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαρχικός
διαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του διαρχικός
διαρχικός	adj	που έχει σχέση με τη διαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του διαρχικός
διαρχιών	=	διαρχία
διας	abbrev	ο κεντρικός επεξεργαστής πληρωμών στην Ελλάδα
διασάκι	noun	απαγόρευση
διασάκια	=	διασάκι
διασάλευα	=	διασαλεύω
διασάλευαν	=	διασαλεύω
διασάλευε	=	διασαλεύω
διασάλευες	=	διασαλεύω
διασάλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασάλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασάλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασάλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασάλευση	noun	η αναστάτωση, το τράνταγμα, συνήθως της έννομης τάξης
διασάλευσης	=	διασάλευση
διασάλπιζα	=	διασαλπίζω
διασάλπιζαν	=	διασαλπίζω
διασάλπιζε	=	διασαλπίζω
διασάλπιζες	=	διασαλπίζω
διασάλπισα	=	διασαλπίζω
διασάλπισαν	=	διασαλπίζω
διασάλπισε	=	διασαλπίζω
διασάλπισες	=	διασαλπίζω
διασάλπιση	noun	το αποτέλεσμα ή ενέργεια του διασαλπίζω
διασάλπισης	=	διασάλπιση
διασάφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασάφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασάφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασάφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασάφηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διασαφώ
διασάφησης	noun	γενική ενικού του διασάφηση
διασάφιζα	=	διασαφίζω
διασάφιζαν	=	διασαφίζω
διασάφιζε	=	διασαφίζω
διασάφιζες	=	διασαφίζω
διασάφισα	=	διασαφίζω
διασάφισαν	=	διασαφίζω
διασάφισε	=	διασαφίζω
διασάφισες	=	διασαφίζω
διασάφιση	noun	άλλη γραφή του διασάφηση (< διασαφώ)
διασάφισης	=	διασάφιση
διασήμου	noun	γενική ενικού του διάσημος	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του διάσημος
διασήμων	=	διάσημο
διασίδι	noun|vulgar	το νήμα του αργαλειού
διασίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασίδι
διασίζω	verb	απαγορεύω
διασίματα	=	διάσιμο
διασίματος	=	διάσιμο
διασαλευθήκαμε	=	διασαλεύω
διασαλευθήκαν	=	διασαλεύω
διασαλευθήκανε	=	διασαλεύω
διασαλευθήκατε	=	διασαλεύω
διασαλευθεί	=	διασαλεύω
διασαλευθείτε	=	διασαλεύω
διασαλευμένος	=	διασαλεύω
διασαλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαλευτής
διασαλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διασαλευτής
διασαλευτής	noun	αυτός που αναστατώνει, που τραντάζει, συνήθως την έννομη τάξη
διασαλευτών	noun	γενική πληθυντικού του διασαλευτής
διασαλευόμασταν	=	διασαλεύω
διασαλευόμαστε	=	διασαλεύω
διασαλευόμουν	=	διασαλεύω
διασαλευόμουνα	=	διασαλεύω
διασαλευόντουσαν	=	διασαλεύω
διασαλευόσασταν	=	διασαλεύω
διασαλευόσαστε	=	διασαλεύω
διασαλευόσουν	=	διασαλεύω
διασαλευόσουνα	=	διασαλεύω
διασαλευόταν	=	διασαλεύω
διασαλευότανε	=	διασαλεύω
διασαλεύαμε	=	διασαλεύω
διασαλεύαν	=	διασαλεύω
διασαλεύανε	=	διασαλεύω
διασαλεύατε	=	διασαλεύω
διασαλεύει	=	διασαλεύω
διασαλεύεις	=	διασαλεύω
διασαλεύεσαι	=	διασαλεύω
διασαλεύεστε	=	διασαλεύω
διασαλεύεται	=	διασαλεύω
διασαλεύετε	=	διασαλεύω
διασαλεύθηκα	=	διασαλεύω
διασαλεύθηκαν	=	διασαλεύω
διασαλεύθηκε	=	διασαλεύω
διασαλεύθηκες	=	διασαλεύω
διασαλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύονται	=	διασαλεύω
διασαλεύονταν	=	διασαλεύω
διασαλεύοντας	=	διασαλεύω
διασαλεύου	=	διασαλεύω
διασαλεύουμε	=	διασαλεύω
διασαλεύουν	=	διασαλεύω
διασαλεύουνε	=	διασαλεύω
διασαλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύσαν	=	διασαλεύω
διασαλεύσανε	=	διασαλεύω
διασαλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασάλευση
διασαλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύσεων	=	διασάλευση
διασαλεύσου	=	διασαλεύω
διασαλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαλεύω
διασαλεύτηκα	=	διασαλεύω
διασαλεύω	verb	αναστατώνω, τραντάζω, συνήθως την έννομη τάξη
διασαλπίζαμε	=	διασαλπίζω
διασαλπίζαν	=	διασαλπίζω
διασαλπίζανε	=	διασαλπίζω
διασαλπίζατε	=	διασαλπίζω
διασαλπίζει	=	διασαλπίζω
διασαλπίζεις	=	διασαλπίζω
διασαλπίζετε	=	διασαλπίζω
διασαλπίζοντας	=	διασαλπίζω
διασαλπίζουμε	=	διασαλπίζω
διασαλπίζουν	=	διασαλπίζω
διασαλπίζουνε	=	διασαλπίζω
διασαλπίζω	verb	διαλαλώ
διασαλπίσαμε	=	διασαλπίζω
διασαλπίσαν	=	διασαλπίζω
διασαλπίσανε	=	διασαλπίζω
διασαλπίσατε	=	διασαλπίζω
διασαλπίσει	=	διασαλπίζω
διασαλπίσεις	=	διασάλπιση
διασαλπίσεων	=	διασάλπιση
διασαλπίστε	=	διασαλπίζω
διασαφήθηκα	=	διασαφώ
διασαφήθηκαν	=	διασαφώ
διασαφήθηκε	=	διασαφώ
διασαφήθηκες	=	διασαφώ
διασαφήνιζα	=	διασαφηνίζω
διασαφήνιζαν	=	διασαφηνίζω
διασαφήνιζε	=	διασαφηνίζω
διασαφήνιζες	=	διασαφηνίζω
διασαφήνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφήνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφήνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφήνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφήνιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διασαφηνίζω
διασαφήνισης	noun	γενική ενικού του διασαφήνιση
διασαφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήσαν	=	διασαφώ
διασαφήσανε	=	διασαφώ
διασαφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασάφηση
διασαφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασάφηση
διασαφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασάφηση
διασαφήσου	=	διασαφώ
διασαφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφώ
διασαφήτρια	=	διασαφητής
διασαφίζαμε	=	διασαφίζω
διασαφίζαν	=	διασαφίζω
διασαφίζανε	=	διασαφίζω
διασαφίζατε	=	διασαφίζω
διασαφίζει	=	διασαφίζω
διασαφίζεις	=	διασαφίζω
διασαφίζεσαι	=	διασαφίζω
διασαφίζεστε	=	διασαφίζω
διασαφίζεται	=	διασαφίζω
διασαφίζετε	=	διασαφίζω
διασαφίζομαι	=	διασαφίζω
διασαφίζονται	=	διασαφίζω
διασαφίζονταν	=	διασαφίζω
διασαφίζοντας	=	διασαφίζω
διασαφίζουμε	=	διασαφίζω
διασαφίζουν	=	διασαφίζω
διασαφίζουνε	=	διασαφίζω
διασαφίζω	verb	μορφή και συνώνυμο του διασαφηνίζω
διασαφίσαμε	=	διασαφίζω
διασαφίσαν	=	διασαφίζω
διασαφίσανε	=	διασαφίζω
διασαφίσατε	=	διασαφίζω
διασαφίσει	=	διασαφίζω
διασαφίσεις	=	διασάφιση
διασαφίσεων	=	διασάφιση
διασαφίσθηκα	=	διασαφίζω
διασαφίσου	=	διασαφίζω
διασαφίστε	=	διασαφίζω
διασαφίστηκα	=	διασαφίζω
διασαφίστηκαν	=	διασαφίζω
διασαφίστηκε	=	διασαφίζω
διασαφίστηκες	=	διασαφίζω
διασαφίστρια	=	διασαφιστής
διασαφεί	=	διασαφώ
διασαφείς	=	διασαφώ
διασαφείσαι	=	διασαφώ
διασαφείστε	=	διασαφώ
διασαφείται	=	διασαφώ
διασαφείτε	=	διασαφώ
διασαφηθήκαμε	=	διασαφώ
διασαφηθήκαν	=	διασαφώ
διασαφηθήκανε	=	διασαφώ
διασαφηθήκατε	=	διασαφώ
διασαφηθεί	=	διασαφώ
διασαφηθείτε	=	διασαφώ
διασαφημένα	=	διασαφημένος
διασαφημένε	=	διασαφημένος
διασαφημένες	=	διασαφημένος
διασαφημένη	=	διασαφημένος
διασαφημένης	=	διασαφημένος
διασαφημένο	=	διασαφημένος
διασαφημένοι	=	διασαφημένος
διασαφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διασαφώ
διασαφημένου	=	διασαφημένος
διασαφημένους	=	διασαφημένος
διασαφημένων	=	διασαφημένος
διασαφηνίζαμε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζαν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζανε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζατε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζει	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζεις	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζεσαι	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζεστε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζεται	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζετε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίζονται	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζονταν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζοντας	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζουμε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζουν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζουνε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίζω	verb	ξεκαθαρίζω κάτι, το κάνω πιο σαφές
διασαφηνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίσαν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίσανε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαφήνιση
διασαφηνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασαφήνιση
διασαφηνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασαφήνιση
διασαφηνίσθηκα	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίσου	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνίστηκα	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίστηκαν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίστηκε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίστηκες	=	διασαφηνίζω
διασαφηνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνιζόμασταν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόμαστε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόμουν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόμουνα	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόντουσαν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόσασταν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόσαστε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόσουν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόσουνα	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζόταν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιζότανε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαφηνισμένο
διασαφηνισμένε	verb	κλητική ενικού του διασαφηνισμένος
διασαφηνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαφηνισμένη
διασαφηνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασαφηνισμένος
διασαφηνισμένης	verb	γενική ενικού του διασαφηνισμένη
διασαφηνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασαφηνισμένος
διασαφηνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασαφηνισμένος
διασαφηνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διασαφηνίζω
διασαφηνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασαφηνισμένος
διασαφηνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασαφηνισμένος
διασαφηνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασαφηνισμένος
διασαφηνιστήκαμε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιστήκαν	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιστήκανε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιστήκατε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιστεί	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιστείτε	=	διασαφηνίζω
διασαφηνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διασαφηνιστικός	adv	με διασαφηνιστικό τρόπο
διασαφηνιστικέ	adj	κλητική ενικού του διασαφηνιστικός
διασαφηνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαφηνιστική
διασαφηνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασαφηνιστικός
διασαφηνιστικής	adj	γενική ενικού του διασαφηνιστική
διασαφηνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασαφηνιστικός
διασαφηνιστικού	adj	γενική ενικού του διασαφηνιστικός
διασαφηνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασαφηνιστικός
διασαφηνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διασαφηνιστικός
διασαφηνιστικός	adj	που έχει σχέση με τη διασαφήνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διασαφηνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διασαφηνιστικός
διασαφητές	=	διασαφητής
διασαφητή	=	διασαφητής
διασαφητής	noun	αυτός που εκτελωνίζει, ο εκτελωνιστής, το «πρόσωπο που υπογράφει ή επ' ονόματι του οποίου υπογράφεται η διασάφηση την εμπορευμάτων»^((eur-lex.europa.eu, 2003))
διασαφητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διασαφητικός	adv	με διασαφητικό τρόπο
διασαφητικέ	adj	κλητική ενικού του διασαφητικός
διασαφητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαφητική
διασαφητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασαφητικός
διασαφητικής	adj	γενική ενικού του διασαφητική
διασαφητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασαφητικός
διασαφητικού	adj	γενική ενικού του διασαφητικός
διασαφητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασαφητικός
διασαφητικό	adj	αιτιατική ενικού του διασαφητικός
διασαφητικός	adj	άλλη μορφή του διασαφηνιστικός
διασαφητικών	adj	γενική πληθυντικού του διασαφητικός
διασαφητών	=	διασαφητής
διασαφιζόμασταν	=	διασαφίζω
διασαφιζόμαστε	=	διασαφίζω
διασαφιζόμουν	=	διασαφίζω
διασαφιζόμουνα	=	διασαφίζω
διασαφιζόντουσαν	=	διασαφίζω
διασαφιζόσασταν	=	διασαφίζω
διασαφιζόσαστε	=	διασαφίζω
διασαφιζόσουν	=	διασαφίζω
διασαφιζόσουνα	=	διασαφίζω
διασαφιζόταν	=	διασαφίζω
διασαφιζότανε	=	διασαφίζω
διασαφισμένα	=	διασαφισμένος
διασαφισμένε	=	διασαφισμένος
διασαφισμένες	=	διασαφισμένος
διασαφισμένη	=	διασαφισμένος
διασαφισμένης	=	διασαφισμένος
διασαφισμένο	=	διασαφισμένος
διασαφισμένοι	=	διασαφισμένος
διασαφισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διασαφίζω
διασαφισμένου	=	διασαφισμένος
διασαφισμένους	=	διασαφισμένος
διασαφισμένων	=	διασαφισμένος
διασαφιστές	=	διασαφιστής
διασαφιστή	=	διασαφιστής
διασαφιστήκαμε	=	διασαφίζω
διασαφιστήκαν	=	διασαφίζω
διασαφιστήκανε	=	διασαφίζω
διασαφιστήκατε	=	διασαφίζω
διασαφιστής	noun	μορφή του διασαφητής (από το διασάφηση (< διασαφώ)
διασαφιστεί	=	διασαφίζω
διασαφιστείτε	=	διασαφίζω
διασαφιστών	=	διασαφιστής
διασαφούμαι	=	διασαφώ
διασαφούμασταν	=	διασαφώ
διασαφούμαστε	=	διασαφώ
διασαφούμε	=	διασαφώ
διασαφούμουν	=	διασαφώ
διασαφούν	=	διασαφώ
διασαφούνε	=	διασαφώ
διασαφούνται	=	διασαφώ
διασαφούνταν	=	διασαφώ
διασαφούσα	=	διασαφώ
διασαφούσαμε	=	διασαφώ
διασαφούσαν	=	διασαφώ
διασαφούσανε	=	διασαφώ
διασαφούσασταν	=	διασαφώ
διασαφούσαστε	=	διασαφώ
διασαφούσατε	=	διασαφώ
διασαφούσε	=	διασαφώ
διασαφούσες	=	διασαφώ
διασαφούσουν	=	διασαφώ
διασαφώ	verb|formal	λογιότερη μορφή του διασαφίζω, συνώνυμο του διασαφηνίζω
διασαφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διασαφώ
διασείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάσειση
διασείσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάσειση
διασείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασείω
διασείω	verb	συνταράζω, συγκλονίζω, τραντάζω
διασημοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του διασημότητα
διασημότατα	=	διάσημος
διασημότατε	=	διάσημος
διασημότατες	=	διάσημος
διασημότατη	=	διάσημος
διασημότατης	=	διάσημος
διασημότατο	=	διάσημος
διασημότατοι	=	διάσημος
διασημότατος	=	διάσημος
διασημότατου	=	διάσημος
διασημότατους	=	διάσημος
διασημότατων	=	διάσημος
διασημότερα	=	διάσημος
διασημότερε	=	διάσημος
διασημότερες	=	διάσημος
διασημότερη	=	διάσημος
διασημότερης	=	διάσημος
διασημότερο	=	διάσημος
διασημότεροι	=	διάσημος
διασημότερος	=	διάσημος
διασημότερου	=	διάσημος
διασημότερους	=	διάσημος
διασημότερων	=	διάσημος
διασημότης	noun	η διασημότητα
διασημότητα	noun	διάσημο πρόσωπο
διασημότητας	noun	γενική ενικού του διασημότητα
διασημότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασημότητα
διασιδιού	=	διασίδι
διασιδιών	=	διασίδι
διασιμάτων	=	διάσιμο
διασκέδαζα	=	διασκεδάζω
διασκέδαζαν	=	διασκεδάζω
διασκέδαζε	=	διασκεδάζω
διασκέδαζες	=	διασκεδάζω
διασκέδασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκέδασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκέδασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκέδασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκέδαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω
διασκέδασης	noun	γενική ενικού του διασκέδαση
διασκέλιζα	=	διασκελίζω
διασκέλιζαν	=	διασκελίζω
διασκέλιζε	=	διασκελίζω
διασκέλιζες	=	διασκελίζω
διασκέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκέλισμα	noun	η βάδιση ή υπερπήδηση εμποδίου σε απόσταση ίση με το άνοιγμα των ποδιών ενός ανθρώπου.
διασκέπτεσαι	=	διασκέπτομαι
διασκέπτεσθε	=	διασκέπτομαι
διασκέπτεστε	=	διασκέπτομαι
διασκέπτεται	=	διασκέπτομαι
διασκέπτομαι	verb	μετέχω σε διάσκεψη
διασκέπτονται	=	διασκέπτομαι
διασκέπτονταν	=	διασκέπτομαι
διασκέφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκέφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκέφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκέφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσκεψη
διασκέψεων	noun	γενική πληθυντικού του διάσκεψη
διασκέψεως	noun|formal	γενική ενικού του διάσκεψη
διασκέψου	=	διασκέπτομαι
διασκεδάζαμε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζαν	=	διασκεδάζω
διασκεδάζανε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζατε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζει	=	διασκεδάζω
διασκεδάζεις	=	διασκεδάζω
διασκεδάζεσαι	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάζεστε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάζεται	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάζετε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζομαι	verb|formal	διασκορπίζομαι
διασκεδάζομε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζονται	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάζονταν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάζου	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάζουμε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζουν	=	διασκεδάζω
διασκεδάζουνε	=	διασκεδάζω
διασκεδάζω	verb	κάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα
διασκεδάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάσαν	=	διασκεδάζω
διασκεδάσανε	=	διασκεδάζω
διασκεδάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκέδαση
διασκεδάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασκέδαση
διασκεδάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασκέδαση
διασκεδάσομε	=	διασκεδάζω
διασκεδάσου	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάσουνε	=	διασκεδάζω
διασκεδάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδάστηκα	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάστηκαν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάστηκε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάστηκες	=	διασκεδάζομαι
διασκεδάστρια	noun	θηλυκό του διασκεδαστής
διασκεδάστριας	noun	γενική ενικού του διασκεδάστρια
διασκεδάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεδάστρια
διασκεδάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζω
διασκεδαζόμασταν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόμαστε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόμουν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόμουνα	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόντουσαν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόσασταν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόσαστε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόσουν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόσουνα	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζόταν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαζότανε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδασμέ	noun	κλητική ενικού του διασκεδασμός
διασκεδασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεδασμένο
διασκεδασμένε	verb	κλητική ενικού του διασκεδασμένος
διασκεδασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεδασμένη
διασκεδασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκεδασμένος
διασκεδασμένης	verb	γενική ενικού του διασκεδασμένη
διασκεδασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασκεδασμένος
διασκεδασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκεδασμένος
διασκεδασμένος	verb	που τον έχουν διασκεδάσει
διασκεδασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασκεδασμένος
διασκεδασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασκεδασμένος
διασκεδασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασκεδασμένος
διασκεδασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκεδασμός
διασκεδασμού	noun	γενική ενικού του διασκεδασμός
διασκεδασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διασκεδασμός
διασκεδασμό	noun	αιτιατική ενικού του διασκεδασμός
διασκεδασμός	noun	το φαινόμενο της ανάλυσης της σύνθετης ακτινοβολίας του φωτός, καθώς αυτό περνά από κάποιο υλικό μέσο· εξαρτάται από την ταχύτητα του φωτός και τον δείκτη διάθλασης από το μήκος κύματος της φωτεινής ακτίνας
διασκεδασμών	noun	γενική πληθυντικού του διασκεδασμός
διασκεδαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεδαστής
διασκεδαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διασκεδαστής
διασκεδαστήκαμε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαστήκαν	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαστήκανε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαστήκατε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαστήρια	=	διασκεδαστήριο
διασκεδαστήριο	noun	μέρος όπου κάποιος διασκεδάζει
διασκεδαστήριου	=	διασκεδαστήριο
διασκεδαστήριων	=	διασκεδαστήριο
διασκεδαστής	noun	αυτός που διασκεδάζει ο ίδιος, που γλεντάει
διασκεδαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασκεδάζομαι
διασκεδαστείς	=	διασκεδάζω
διασκεδαστείτε	=	διασκεδάζομαι
διασκεδαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεδαστικό	adv	κατά τρόπο διασκεδαστικό
διασκεδαστικέ	adj	κλητική ενικού του διασκεδαστικός
διασκεδαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεδαστική
διασκεδαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκεδαστικός
διασκεδαστικής	adj	γενική ενικού του διασκεδαστική
διασκεδαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκεδαστικός
διασκεδαστικοτήτων	=	διασκεδαστικότητα
διασκεδαστικού	adj	γενική ενικού του διασκεδαστικός
διασκεδαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασκεδαστικός
διασκεδαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διασκεδαστικός
διασκεδαστικός	adj	που συμβάλλει στη διασκέδαση, που μας κάνει να διασκεδάζουμε
διασκεδαστικότατα	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατε	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατες	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατη	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατης	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατο	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατοι	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατος	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατου	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατους	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότατων	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερα	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερε	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερες	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερη	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερης	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερο	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότεροι	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερος	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερου	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερους	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότερων	=	διασκεδαστικός
διασκεδαστικότητα	noun	η ιδιότητα του διασκεδαστικού
διασκεδαστικότητας	=	διασκεδαστικότητα
διασκεδαστικότητες	=	διασκεδαστικότητα
διασκεδαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διασκεδαστικός
διασκεδαστικῶς	adv	διασκεδαστικά
διασκεδαστούμε	=	διασκεδάζω
διασκεδαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκεδάζομαι
διασκεδαστούνε	=	διασκεδάζω
διασκεδαστριών	noun	γενική πληθυντικού του διασκεδάστρια
διασκεδαστώ	=	διασκεδάζω
διασκεδαστών	noun	γενική πληθυντικού του διασκεδαστής
διασκελίζαμε	=	διασκελίζω
διασκελίζαν	=	διασκελίζω
διασκελίζανε	=	διασκελίζω
διασκελίζατε	=	διασκελίζω
διασκελίζει	=	διασκελίζω
διασκελίζεις	=	διασκελίζω
διασκελίζεσαι	=	διασκελίζω
διασκελίζεστε	=	διασκελίζω
διασκελίζεται	=	διασκελίζω
διασκελίζετε	=	διασκελίζω
διασκελίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασκελίζω
διασκελίζομε	=	διασκελίζω
διασκελίζονται	=	διασκελίζω
διασκελίζονταν	=	διασκελίζω
διασκελίζοντας	=	διασκελίζω
διασκελίζουμε	=	διασκελίζω
διασκελίζουν	=	διασκελίζω
διασκελίζουνε	=	διασκελίζω
διασκελίζω	verb	περνάω κάποιο εμπόδιο με ένα άνοιγμα των σκελών ή ένα πηδηματάκι
διασκελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσαν	=	διασκελίζω
διασκελίσανε	=	διασκελίζω
διασκελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκέλισμα
διασκελίσματος	noun	γενική ενικού του διασκέλισμα
διασκελίσομε	=	διασκελίζω
διασκελίσου	=	διασκελίζω
διασκελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίσουνε	=	διασκελίζω
διασκελίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελίστηκα	=	διασκελίζω
διασκελίστηκαν	=	διασκελίζω
διασκελίστηκε	=	διασκελίζω
διασκελίστηκες	=	διασκελίζω
διασκελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκελίζω
διασκελιά	noun|rare	άλλη μορφή του δρασκελιά
διασκελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκελιά
διασκελιζόμασταν	=	διασκελίζω
διασκελιζόμαστε	=	διασκελίζω
διασκελιζόμουν	=	διασκελίζω
διασκελιζόμουνα	=	διασκελίζω
διασκελιζόντουσαν	=	διασκελίζω
διασκελιζόσασταν	=	διασκελίζω
διασκελιζόσαστε	=	διασκελίζω
διασκελιζόσουν	=	διασκελίζω
διασκελιζόσουνα	=	διασκελίζω
διασκελιζόταν	=	διασκελίζω
διασκελιζότανε	=	διασκελίζω
διασκελισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διασκέλισμα
διασκελισμέ	noun	κλητική ενικού του διασκελισμός
διασκελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκελισμένο
διασκελισμένε	verb	κλητική ενικού του διασκελισμένος
διασκελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκελισμένη
διασκελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκελισμένος
διασκελισμένης	verb	γενική ενικού του διασκελισμένη
διασκελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασκελισμένος
διασκελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκελισμένος
διασκελισμένος	verb	που έχει διασκελιστεί
διασκελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασκελισμένος
διασκελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασκελισμένος
διασκελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασκελισμένος
διασκελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκελισμός
διασκελισμού	noun	γενική ενικού του διασκελισμός
διασκελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διασκελισμός
διασκελισμό	noun	αιτιατική ενικού του διασκελισμός
διασκελισμός	noun	το διασκέλισμα
διασκελισμών	noun	γενική πληθυντικού του διασκελισμός
διασκελιστήκαμε	=	διασκελίζω
διασκελιστήκαν	=	διασκελίζω
διασκελιστήκανε	=	διασκελίζω
διασκελιστήκατε	=	διασκελίζω
διασκελιστεί	=	διασκελίζω
διασκελιστείς	=	διασκελίζω
διασκελιστείτε	=	διασκελίζω
διασκελιστούμε	=	διασκελίζω
διασκελιστούν	=	διασκελίζω
διασκελιστούνε	=	διασκελίζω
διασκελιστώ	=	διασκελίζω
διασκεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεπτικό
διασκεπτικέ	adj	κλητική ενικού του διασκεπτικός
διασκεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκεπτική
διασκεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκεπτικός
διασκεπτικής	adj	γενική ενικού του διασκεπτική
διασκεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκεπτικός
διασκεπτικού	adj	γενική ενικού του διασκεπτικός
διασκεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασκεπτικός
διασκεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του διασκεπτικός
διασκεπτικός	adj|rare	που έχει σχέση με τη διάσκεψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
διασκεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του διασκεπτικός
διασκεπτόμασταν	=	διασκέπτομαι
διασκεπτόμαστε	=	διασκέπτομαι
διασκεπτόμουν	=	διασκέπτομαι
διασκεπτόσασταν	=	διασκέπτομαι
διασκεπτόσαστε	=	διασκέπτομαι
διασκεπτόσουν	=	διασκέπτομαι
διασκεπτόταν	=	διασκέπτομαι
διασκευάζαμε	=	διασκευάζω
διασκευάζαν	=	διασκευάζω
διασκευάζανε	=	διασκευάζω
διασκευάζατε	=	διασκευάζω
διασκευάζει	=	διασκευάζω
διασκευάζεις	=	διασκευάζω
διασκευάζεσαι	=	διασκευάζω
διασκευάζεστε	=	διασκευάζω
διασκευάζεται	=	διασκευάζω
διασκευάζετε	=	διασκευάζω
διασκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασκευάζω
διασκευάζονται	=	διασκευάζω
διασκευάζονταν	=	διασκευάζω
διασκευάζοντας	=	διασκευάζω
διασκευάζουμε	=	διασκευάζω
διασκευάζουν	=	διασκευάζω
διασκευάζουνε	=	διασκευάζω
διασκευάζω	verb	δίνω σε κάτι μια άλλη μορφή, ώστε να εξυπηρετήσει άλλες ανάγκες
διασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάσαν	=	διασκευάζω
διασκευάσανε	=	διασκευάζω
διασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάσου	=	διασκευάζω
διασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευάστηκα	=	διασκευάζω
διασκευάστηκαν	=	διασκευάζω
διασκευάστηκε	=	διασκευάζω
διασκευάστηκες	=	διασκευάζω
διασκευάστρια	noun	θηλυκό του διασκευαστής
διασκευάστριας	noun	γενική ενικού του διασκευάστρια
διασκευάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευάστρια
διασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευή
διασκευή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκευάζω
διασκευής	=	διασκευή
διασκευαζόμασταν	=	διασκευάζω
διασκευαζόμαστε	=	διασκευάζω
διασκευαζόμουν	=	διασκευάζω
διασκευαζόμουνα	=	διασκευάζω
διασκευαζόντουσαν	=	διασκευάζω
διασκευαζόσασταν	=	διασκευάζω
διασκευαζόσαστε	=	διασκευάζω
διασκευαζόσουν	=	διασκευάζω
διασκευαζόσουνα	=	διασκευάζω
διασκευαζόταν	=	διασκευάζω
διασκευαζότανε	=	διασκευάζω
διασκευασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευασμένο
διασκευασμένε	adj	κλητική ενικού του διασκευασμένος
διασκευασμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευασμένη
διασκευασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκευασμένος
διασκευασμένης	adj	γενική ενικού του διασκευασμένη
διασκευασμένο	adj	αιτιατική ενικού του διασκευασμένος
διασκευασμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκευασμένος
διασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διασκευάζω
διασκευασμένου	verb	γενική ενικού του διασκευασμένος
διασκευασμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασκευασμένος
διασκευασμένων	adj	γενική πληθυντικού του διασκευασμένος
διασκευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευαστής
διασκευαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διασκευαστής
διασκευαστήκαμε	=	διασκευάζω
διασκευαστήκαν	=	διασκευάζω
διασκευαστήκανε	=	διασκευάζω
διασκευαστήκατε	=	διασκευάζω
διασκευαστής	noun	αυτός που διασκευάζει
διασκευαστεί	=	διασκευάζω
διασκευαστείτε	=	διασκευάζω
διασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευαστικό
διασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του διασκευαστικός
διασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκευαστική
διασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκευαστικός
διασκευαστικής	adj	γενική ενικού του διασκευαστική
διασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκευαστικός
διασκευαστικού	adj	γενική ενικού του διασκευαστικός
διασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασκευαστικός
διασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διασκευαστικός
διασκευαστικός	adj	που έχει σχέση με διασκευή, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
διασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διασκευαστικός
διασκευαστριών	noun	γενική πληθυντικού του διασκευάστρια
διασκευαστών	noun	γενική πληθυντικού του διασκευαστής
διασκευών	=	διασκευή
διασκεφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκέπτομαι
διασκεύαζα	=	διασκευάζω
διασκεύαζαν	=	διασκευάζω
διασκεύαζε	=	διασκευάζω
διασκεύαζες	=	διασκευάζω
διασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκευάζω
διασκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκόπηση
διασκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασκόπηση
διασκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασκόπηση
διασκοπίου	=	διασκόπιο
διασκοπίων	=	διασκόπιο
διασκορπά	=	διασκορπώ
διασκορπάει	=	διασκορπώ
διασκορπάμε	=	διασκορπώ
διασκορπάν	=	διασκορπώ
διασκορπάνε	=	διασκορπώ
διασκορπάς	=	διασκορπώ
διασκορπάτε	=	διασκορπώ
διασκορπάω	=	διασκορπώ
διασκορπήσαμε	=	διασκορπώ
διασκορπήσαν	=	διασκορπώ
διασκορπήσανε	=	διασκορπώ
διασκορπήσατε	=	διασκορπώ
διασκορπήσει	=	διασκορπώ
διασκορπήστε	=	διασκορπώ
διασκορπίζαμε	=	διασκορπίζω
διασκορπίζαν	=	διασκορπίζω
διασκορπίζανε	=	διασκορπίζω
διασκορπίζατε	=	διασκορπίζω
διασκορπίζει	=	διασκορπίζω
διασκορπίζεις	=	διασκορπίζω
διασκορπίζεσαι	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίζεστε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίζεται	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίζετε	=	διασκορπίζω
διασκορπίζομαι	verb	σκορπίζομαι σε διάφορα σημεία
διασκορπίζονται	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίζονταν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίζοντας	=	διασκορπίζω
διασκορπίζου	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίζουμε	=	διασκορπίζω
διασκορπίζουν	=	διασκορπίζω
διασκορπίζουνε	=	διασκορπίζω
διασκορπίζω	verb	σκορπίζω κάποια πράγματα σε διάφορα μέρη
διασκορπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίσαν	=	διασκορπίζω
διασκορπίσανε	=	διασκορπίζω
διασκορπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκόρπιση
διασκορπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασκόρπιση
διασκορπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασκόρπιση
διασκορπίσου	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπίστηκα	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίστηκαν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίστηκε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίστηκες	=	διασκορπίζομαι
διασκορπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκορπιζόμασταν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόμαστε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόμουν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόμουνα	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόντουσαν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόσασταν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόσαστε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόσουν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόσουνα	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζόταν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιζότανε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπισμέ	noun	κλητική ενικού του διασκορπισμός
διασκορπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκορπισμένο
διασκορπισμένε	verb	κλητική ενικού του διασκορπισμένος
διασκορπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασκορπισμένη
διασκορπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασκορπισμένος
διασκορπισμένης	verb	γενική ενικού του διασκορπισμένη
διασκορπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασκορπισμένος
διασκορπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκορπισμένος
διασκορπισμένος	verb	που έχει διασκορπιστεί
διασκορπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασκορπισμένος
διασκορπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασκορπισμένος
διασκορπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασκορπισμένος
διασκορπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασκορπισμός
διασκορπισμού	noun	γενική ενικού του διασκορπισμός
διασκορπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διασκορπισμός
διασκορπισμό	noun	αιτιατική ενικού του διασκορπισμός
διασκορπισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκορπίζω
διασκορπισμών	noun	γενική πληθυντικού του διασκορπισμός
διασκορπιστήκαμε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιστήκαν	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιστήκανε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιστήκατε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιστεί	=	διασκορπίζομαι
διασκορπιστείτε	=	διασκορπίζομαι
διασκορπούμε	=	διασκορπώ
διασκορπούν	=	διασκορπώ
διασκορπούνε	=	διασκορπώ
διασκορπούσα	=	διασκορπώ
διασκορπούσαμε	=	διασκορπώ
διασκορπούσαν	=	διασκορπώ
διασκορπούσανε	=	διασκορπώ
διασκορπούσατε	=	διασκορπώ
διασκορπούσε	=	διασκορπώ
διασκορπούσες	=	διασκορπώ
διασκορπώ	verb	άλλη μορφή του διασκορπίζω
διασκορπώντας	=	διασκορπώ
διασκόπηση	noun	η προσεκτική εξέταση
διασκόπησης	noun	γενική ενικού του διασκόπηση
διασκόπια	=	διασκόπιο
διασκόπιο	noun	ηλεκτρική εποπτική συσκευή κυκλικής ή ευθύγραμμης προβολής διαφανειών - σλάιτς
διασκόπιου	=	διασκόπιο
διασκόρπα	=	διασκορπώ
διασκόρπαγε	=	διασκορπώ
διασκόρπησα	=	διασκορπώ
διασκόρπησαν	=	διασκορπώ
διασκόρπησε	=	διασκορπώ
διασκόρπησες	=	διασκορπώ
διασκόρπιζα	=	διασκορπίζω
διασκόρπιζαν	=	διασκορπίζω
διασκόρπιζε	=	διασκορπίζω
διασκόρπιζες	=	διασκορπίζω
διασκόρπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκόρπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκόρπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκόρπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασκορπίζω
διασκόρπιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκορπίζω
διασκόρπισης	noun	γενική ενικού του διασκόρπιση
διασπά	=	διασπώ
διασπάγαμε	=	διασπώ
διασπάγανε	=	διασπώ
διασπάγατε	=	διασπώ
διασπάει	=	διασπώ
διασπάθιζα	=	διασπαθίζω
διασπάθιζαν	=	διασπαθίζω
διασπάθιζε	=	διασπαθίζω
διασπάθιζες	=	διασπαθίζω
διασπάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπάθιση	noun	η κατασπατάληση, η αλόγιστη δαπάνη
διασπάθισης	noun	γενική ενικού του διασπάθιση
διασπάθισις	noun	η διασπάθιση
διασπάμε	=	διασπώ
διασπάν	=	διασπώ
διασπάνε	=	διασπώ
διασπάρθηκα	=	διασπείρω
διασπάς	=	διασπώ
διασπάσαι	=	διασπώ
διασπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάσαν	=	διασπώ
διασπάσανε	=	διασπώ
διασπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσπαση
διασπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάσεων	=	διάσπαση
διασπάσθε	=	διασπώ
διασπάσθηκα	=	διασπώ
διασπάσθηκαν	=	διασπώ
διασπάσθηκε	=	διασπώ
διασπάσθηκες	=	διασπώ
διασπάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπάσιμο
διασπάσιμε	adj	κλητική ενικού του διασπάσιμος
διασπάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπάσιμη
διασπάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασπάσιμος
διασπάσιμης	adj	γενική ενικού του διασπάσιμη
διασπάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διασπάσιμος
διασπάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασπάσιμος
διασπάσιμος	adj	σχάσιμος
διασπάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασπάσιμος
διασπάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασπάσιμος
διασπάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασπάσιμος
διασπάσου	=	διασπώ
διασπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάσουνε	=	διασπώ
διασπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάστηκα	=	διασπώ
διασπάστηκαν	=	διασπώ
διασπάστηκε	=	διασπώ
διασπάστηκες	=	διασπώ
διασπάστρια	noun	θηλυκό του διασπαστής
διασπάστριας	noun	γενική ενικού του διασπάστρια
διασπάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπάστρια
διασπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπώ
διασπάται	=	διασπώ
διασπάτε	=	διασπώ
διασπάτο	=	διασπώ
διασπάω	=	διασπώ
διασπέρνω	verb|rare	άλλη μορφή του διασπείρω
διασπαθίζαμε	=	διασπαθίζω
διασπαθίζαν	=	διασπαθίζω
διασπαθίζανε	=	διασπαθίζω
διασπαθίζατε	=	διασπαθίζω
διασπαθίζει	=	διασπαθίζω
διασπαθίζεις	=	διασπαθίζω
διασπαθίζετε	=	διασπαθίζω
διασπαθίζοντας	=	διασπαθίζω
διασπαθίζουμε	=	διασπαθίζω
διασπαθίζουν	=	διασπαθίζω
διασπαθίζουνε	=	διασπαθίζω
διασπαθίζω	verb	κατασπαταλώ, ξοδεύω χωρίς λογικούς περιορισμούς
διασπαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίσαν	=	διασπαθίζω
διασπαθίσανε	=	διασπαθίζω
διασπαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπάθιση
διασπαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασπάθιση
διασπαθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασπάθιση
διασπαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασπαθίζω
διασπαθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπαθισμένο
διασπαθισμένε	verb	κλητική ενικού του διασπαθισμένος
διασπαθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπαθισμένη
διασπαθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασπαθισμένος
διασπαθισμένης	verb	γενική ενικού του διασπαθισμένη
διασπαθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασπαθισμένος
διασπαθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασπαθισμένος
διασπαθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασπαθίζω
διασπαθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασπαθισμένος
διασπαθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασπαθισμένος
διασπαθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασπαθισμένος
διασπαρμένα	=	διασπαρμένος
διασπαρμένε	=	διασπαρμένος
διασπαρμένες	=	διασπαρμένος
διασπαρμένη	=	διασπαρμένος
διασπαρμένης	=	διασπαρμένος
διασπαρμένο	=	διασπαρμένος
διασπαρμένοι	=	διασπαρμένος
διασπαρμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διασπείρω
διασπαρμένου	=	διασπαρμένος
διασπαρμένους	=	διασπαρμένος
διασπαρμένων	=	διασπαρμένος
διασπαρώ	=	διασπείρω
διασπασθήκαμε	=	διασπώ
διασπασθήκατε	=	διασπώ
διασπασθεί	=	διασπώ
διασπασθείς	=	διασπώ
διασπασθείτε	=	διασπώ
διασπασθούμε	=	διασπώ
διασπασθώ	=	διασπώ
διασπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπασμένο
διασπασμένε	verb	κλητική ενικού του διασπασμένος
διασπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπασμένη
διασπασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασπασμένος
διασπασμένης	verb	γενική ενικού του διασπασμένη
διασπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασπασμένος
διασπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασπασμένος
διασπασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασπώ
διασπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασπασμένος
διασπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασπασμένος
διασπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασπασμένος
διασπαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπαστής
διασπαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διασπαστής
διασπαστήκαμε	=	διασπώ
διασπαστήκαν	=	διασπώ
διασπαστήκανε	=	διασπώ
διασπαστήκατε	=	διασπώ
διασπαστής	noun	αυτός που προκαλεί διάσπαση (μη επιθυμητή)
διασπαστεί	=	διασπώ
διασπαστείς	=	διασπώ
διασπαστείτε	=	διασπώ
διασπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διασπαστικός	adv	με διασπαστικό τρόπο, διασπάζοντας, διασπώντας
διασπαστικέ	adj	κλητική ενικού του διασπαστικός
διασπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπαστική
διασπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασπαστικός
διασπαστικής	adj	γενική ενικού του διασπαστική
διασπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασπαστικός
διασπαστικού	adj	γενική ενικού του διασπαστικός
διασπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασπαστικός
διασπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διασπαστικός
διασπαστικός	adj	που σχετίζεται με τη διάσπαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
διασπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διασπαστικός
διασπαστούμε	=	διασπώ
διασπαστούν	=	διασπώ
διασπαστούνε	=	διασπώ
διασπαστριών	noun	γενική πληθυντικού του διασπάστρια
διασπαστώ	=	διασπώ
διασπαστών	noun	γενική πληθυντικού του διασπαστής
διασπείρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασπείρω
διασπείρονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διασπείρομαι
διασπείρω	verb	σκορπίζω σε διάφορα σημεία
διασπορά	noun	το σκόρπισμα, δεξιά και αριστερά, διάφορων ομοειδών αντικειμένων, ο διασκορπισμός
διασποράς	noun	γενική ενικού του διασπορά
διασπορέα	=	διασπορέας
διασπορέας	noun	αυτός που διασπείρει
διασπορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασπορά
διασπορέων	=	διασπορέας
διασπορέως	=	διασπορέας
διασπορείς	=	διασπορέας
διασπορικά	=	διασπορικός
διασπορικέ	=	διασπορικός
διασπορικές	=	διασπορικός
διασπορική	=	διασπορικός
διασπορικής	=	διασπορικός
διασπορικοί	=	διασπορικός
διασπορικού	=	διασπορικός
διασπορικούς	=	διασπορικός
διασπορικό	=	διασπορικός
διασπορικός	adj	που έχει σχέση με τη διασπορά ή αναφέρεται σ’ αυτή
διασπορικών	=	διασπορικός
διασπορών	=	διασπορά
διασπούμε	=	διασπώ
διασπούν	=	διασπώ
διασπούνε	=	διασπώ
διασπούσα	=	διασπώ
διασπούσαμε	=	διασπώ
διασπούσαν	=	διασπώ
διασπούσανε	=	διασπώ
διασπούσατε	=	διασπώ
διασπούσε	=	διασπώ
διασπούσες	=	διασπώ
διασπόμαστε	=	διασπώ
διασπώ	verb	χωρίζω κάτι σε δυο ή περισσότερα μέρη
διασπώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασπώ
διασπώμενος	=	διασπώ
διασπώνται	=	διασπώ
διασπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διασπάω / διασπώ
διασπώντο	=	διασπώ
διαστάλθηκα	=	διαστέλλω
διαστάλθηκαν	=	διαστέλλομαι
διαστάλθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του διαστέλλω
διαστάλθηκες	=	διαστέλλομαι
διαστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσταση
διαστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάσταση
διαστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάσταση
διαστέλλεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαστέλλω
διαστέλλεσαι	=	διαστέλλομαι
διαστέλλεστε	=	διαστέλλομαι
διαστέλλεται	=	διαστέλλομαι
διαστέλλομαι	verb	διογκώνομαι, αυξάνομαι, επεκτείνομαι, εκτείνομαι
διαστέλλονται	=	διαστέλλομαι
διαστέλλονταν	=	διαστέλλομαι
διαστέλλου	=	διαστέλλομαι
διαστέλλω	verb	προκαλώ διαστολή σε κάποιο υλικό, μεγαλώνω την απόσταση των στοιχείων του μεταξύ τους, εκτείνω στο χώρο, διογκώνω, αυξάνω τις διαστάσεις ενός σώματος με αύξηση της θερμοκρασίας του, χωρίς να μεταβάλλω τη σύσταση ή τη φύση του
διαστέρου	=	διάστερος
διαστέρους	=	διάστερος
διαστέρων	=	διάστερος
διαστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστημα
διαστήματος	noun	γενική ενικού του διάστημα
διαστίζαμε	=	διαστίζω
διαστίζαν	=	διαστίζω
διαστίζανε	=	διαστίζω
διαστίζατε	=	διαστίζω
διαστίζει	=	διαστίζω
διαστίζεις	=	διαστίζω
διαστίζετε	=	διαστίζω
διαστίζοντας	=	διαστίζω
διαστίζουμε	=	διαστίζω
διαστίζουν	=	διαστίζω
διαστίζουνε	=	διαστίζω
διαστίζω	verb	τοποθετώ σημεία στίξεως σε κείμενο
διαστίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξαν	=	διαστίζω
διαστίξανε	=	διαστίζω
διαστίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάστιξη
διαστίξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάστιξη
διαστίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίξτε	=	διαστίζω
διαστίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστίζω
διαστίχου	noun	γενική ενικού του διάστιχο
διαστίχων	noun	γενική πληθυντικού του διάστιχο
διασταλήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλήκαν	=	διαστέλλομαι
διασταλήκανε	=	διαστέλλομαι
διασταλήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλμένος	=	διεσταλμένος
διασταλούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διασταλτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταλτό	adv	με διασταλτό τρόπο
διασταλτέ	adj	κλητική ενικού του διασταλτός
διασταλτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταλτή
διασταλτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασταλτός
διασταλτής	adj	γενική ενικού του διασταλτή
διασταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διασταλτικός	adv	με διασταλτικό τρόπο
διασταλτικέ	adj	κλητική ενικού του διασταλτικός
διασταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταλτική
διασταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασταλτικός
διασταλτικής	adj	γενική ενικού του διασταλτική
διασταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασταλτικός
διασταλτικοτήτων	=	διασταλτικότητα
διασταλτικού	adj	γενική ενικού του διασταλτικός
διασταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασταλτικός
διασταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του διασταλτικός
διασταλτικός	adj	που είναι δυνατόν να διασταλεί ο ίδιος ή να προκαλέσει σε άλλον διαστολή
διασταλτικότης	noun	η διασταλτικότητα
διασταλτικότητα	noun	η ιδιότητα του διασταλτικού
διασταλτικότητας	noun	γενική ενικού του διασταλτικότητα
διασταλτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταλτικότητα
διασταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του διασταλτικός
διασταλτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασταλτός
διασταλτού	adj	γενική ενικού του διασταλτός
διασταλτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασταλτός
διασταλτό	adj	αιτιατική ενικού του διασταλτός
διασταλτός	adj	που είναι δυνατόν να διασταλεί
διασταλτών	adj	γενική πληθυντικού του διασταλτός
διασταλώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλομαι
διαστασιολογήσαμε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογήσατε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογήσει	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογήσεις	=	διαστασιολόγηση
διαστασιολογήσεων	=	διαστασιολόγηση
διαστασιολογήστε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογίου	=	διαστασιολόγιο
διαστασιολογίων	=	διαστασιολόγιο
διαστασιολογεί	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογείς	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογείτε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογικά	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικέ	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικές	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογική	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικής	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικοί	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικού	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικούς	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικό	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογικός	adj	σχετικός με την διαστασιολογία
διαστασιολογικών	=	διαστασιολογικός
διαστασιολογούμε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούν	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούσα	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούσαμε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούσαν	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούσατε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούσε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογούσες	=	διαστασιολογώ
διαστασιολογώ	verb	μετράω, υπολογίζω τις διαστάσεις
διαστασιολογώντας	=	διαστασιολογώ
διαστασιολόγει	=	διαστασιολογώ
διαστασιολόγησα	=	διαστασιολογώ
διαστασιολόγησαν	=	διαστασιολογώ
διαστασιολόγησε	=	διαστασιολογώ
διαστασιολόγησες	=	διαστασιολογώ
διαστασιολόγηση	noun	το αποτέλεσμα ή ενέργεια του διαστασιολογώ
διαστασιολόγησης	=	διαστασιολόγηση
διαστασιολόγια	=	διαστασιολόγιο
διαστασιολόγιο	noun	πίνακας που περιέχει τις διαστάσεις σε διάφορα μετρικά συστήματα
διαστασιολόγιου	=	διαστασιολόγιο
διαστασιολόγιων	=	διαστασιολόγιο
διαστατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστατό	adv	με διαστατό τρόπο
διαστατέ	adj	κλητική ενικού του διαστατός
διαστατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστατή
διαστατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστατός
διαστατής	adj	γενική ενικού του διαστατή
διαστατικοτήτων	=	διαστατικότητα
διαστατικότητα	noun	το πλήθος των διαστάσεων του χώρου
διαστατικότητας	=	διαστατικότητα
διαστατικότητες	=	διαστατικότητα
διαστατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστατός
διαστατού	adj	γενική ενικού του διαστατός
διαστατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστατός
διαστατό	adj	αιτιατική ενικού του διαστατός
διαστατός	adj	που έχει διαστάσεις
διαστατών	adj	γενική πληθυντικού του διαστατός
διασταυρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταυρούμενο
διασταυρούμενε	verb	κλητική ενικού του διασταυρούμενος
διασταυρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταυρούμενη
διασταυρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασταυρούμενος
διασταυρούμενης	verb	γενική ενικού του διασταυρούμενη
διασταυρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του διασταυρούμενος
διασταυρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασταυρούμενος
διασταυρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (διασταυρώνομαι) του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασταυρούμενος
διασταυρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασταυρούμενος
διασταυρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασταυρούμενος
διασταυρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθήκαν	=	διασταυρώνω
διασταυρωθήκανε	=	διασταυρώνω
διασταυρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωθούνε	=	διασταυρώνω
διασταυρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταυρωμένο
διασταυρωμένε	verb	κλητική ενικού του διασταυρωμένος
διασταυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταυρωμένη
διασταυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασταυρωμένος
διασταυρωμένης	verb	γενική ενικού του διασταυρωμένη
διασταυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασταυρωμένος
διασταυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασταυρωμένος
διασταυρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασταυρώνω
διασταυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασταυρωμένος
διασταυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασταυρωμένος
διασταυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασταυρωμένος
διασταυρωνόμασταν	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόμαστε	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόμουν	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόμουνα	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόντουσαν	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόσασταν	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόσαστε	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόσουν	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόσουνα	=	διασταυρώνω
διασταυρωνόταν	=	διασταυρώνω
διασταυρωνότανε	=	διασταυρώνω
διασταυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταυρωτικό
διασταυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του διασταυρωτικός
διασταυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταυρωτική
διασταυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασταυρωτικός
διασταυρωτικής	adj	γενική ενικού του διασταυρωτική
διασταυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασταυρωτικός
διασταυρωτικού	adj	γενική ενικού του διασταυρωτικός
διασταυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασταυρωτικός
διασταυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διασταυρωτικός
διασταυρωτικός	adj	σχετιζόμενος με την διασταύρωση ή τον διασταυρωτή
διασταυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διασταυρωτικός
διασταυρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνομαι
διασταυρώναμε	=	διασταυρώνω
διασταυρώναν	=	διασταυρώνω
διασταυρώνανε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνατε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνει	=	διασταυρώνω
διασταυρώνεις	=	διασταυρώνω
διασταυρώνεσαι	=	διασταυρώνω
διασταυρώνεστε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνεται	=	διασταυρώνω
διασταυρώνετε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνομαι	verb	συναντιέμαι
διασταυρώνομε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνονται	=	διασταυρώνω
διασταυρώνονταν	=	διασταυρώνω
διασταυρώνοντας	=	διασταυρώνω
διασταυρώνουμε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνουν	=	διασταυρώνω
διασταυρώνουνε	=	διασταυρώνω
διασταυρώνω	verb	όπως για τα ξίφη στην ξιφομαχία
διασταυρώσα	=	διασταυρώνω
διασταυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώσαν	=	διασταυρώνω
διασταυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώσε	=	διασταυρώνω
διασταυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασταύρωση
διασταυρώσες	=	διασταυρώνω
διασταυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασταύρωση
διασταυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασταύρωση
διασταυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταύρωναμε	=	διασταυρώνω
διασταύρωναν	=	διασταυρώνω
διασταύρωνανε	=	διασταυρώνω
διασταύρωνατε	=	διασταυρώνω
διασταύρωνει	=	διασταυρώνω
διασταύρωνεις	=	διασταυρώνω
διασταύρωνετε	=	διασταυρώνω
διασταύρωνομε	=	διασταυρώνω
διασταύρωνου	=	διασταυρώνω
διασταύρωνουμε	=	διασταυρώνω
διασταύρωνουν	=	διασταυρώνω
διασταύρωνουνε	=	διασταυρώνω
διασταύρωντε	=	διασταυρώνω
διασταύρωνω	=	διασταυρώνω
διασταύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασταυρώνω
διασταύρωση	noun	η τομή ενός δρόμου με άλλον
διασταύρωσης	noun	γενική ενικού του διασταύρωση
διασταύρωσις	noun	η διασταύρωση
διαστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστέλλω
διαστελλόμασταν	=	διαστέλλομαι
διαστελλόμαστε	=	διαστέλλομαι
διαστελλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστελλόμενο
διαστελλόμενε	verb	κλητική ενικού του διαστελλόμενος
διαστελλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστελλόμενη
διαστελλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστελλόμενος
διαστελλόμενης	verb	γενική ενικού του διαστελλόμενη
διαστελλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαστελλόμενος
διαστελλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστελλόμενος
διαστελλόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαστέλλομαι
διαστελλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαστελλόμενος
διαστελλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαστελλόμενος
διαστελλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαστελλόμενος
διαστελλόμουν	=	διαστέλλομαι
διαστελλόμουνα	=	διαστέλλομαι
διαστελλόντουσαν	=	διαστέλλομαι
διαστελλόσασταν	=	διαστέλλομαι
διαστελλόσαστε	=	διαστέλλομαι
διαστελλόσουν	=	διαστέλλομαι
διαστελλόσουνα	=	διαστέλλομαι
διαστελλόταν	=	διαστέλλομαι
διαστελλότανε	=	διαστέλλομαι
διαστημάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του διαστημάνθρωπος
διαστημάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του διαστημάνθρωπος
διαστημάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστημάνθρωπος
διαστημάνθρωπος	noun	αστροναύτης
διαστημάνθρωπου	noun	γενική ενικού του διαστημάνθρωπος
διαστημάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαστημάνθρωπος
διαστημάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του διαστημάνθρωπος
διαστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάστημα
διαστημανθρώπου	noun	γενική ενικού του διαστημάνθρωπος
διαστημανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαστημάνθρωπος
διαστημανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του διαστημάνθρωπος
διαστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστημικό
διαστημικέ	adj	κλητική ενικού του διαστημικός
διαστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστημική
διαστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστημικός
διαστημικής	adj	γενική ενικού του διαστημική
διαστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστημικός
διαστημικού	adj	γενική ενικού του διαστημικός
διαστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστημικός
διαστημικό	adj	αιτιατική ενικού του διαστημικός
διαστημικός	adj	ο σχετικός με το διάστημα
διαστημικών	adj	γενική πληθυντικού του διαστημικός
διαστημοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστημοδρόμιο
διαστημοδρόμιο	noun	ειδικά διαμορφωμένος χώρος εκτόξευσης διαστημικών οχημάτων
διαστημοδρόμιου	noun	γενική ενικού του διαστημοδρόμιο
διαστημοδρόμιων	noun	γενική πληθυντικού του διαστημοδρόμιο
διαστημομέτρου	=	διαστημόμετρο
διαστημομέτρων	=	διαστημόμετρο
διαστημοπλοΐα	noun	διαστημοπορική πλοήγηση, η πρακτική χρήση της διαστημοπορίας σε συγκεκριμένες αποστολές
διαστημοπλοίου	noun	γενική ενικού του διαστημόπλοιο
διαστημοπλοίων	=	διαστημόπλοιο
διαστημοσυσκευές	=	διαστημοσυσκευή
διαστημοσυσκευή	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για διαστημικές αποστολές
διαστημοσυσκευής	=	διαστημοσυσκευή
διαστημοσυσκευών	=	διαστημοσυσκευή
διαστημόμετρα	=	διαστημόμετρο
διαστημόμετρο	noun	χειροκίνητο όργανο ακριβείας, συνήθως με δύο μεταλλικά σκέλη, που χρησιμοποιείται στη σχεδίαση και στη χάραξη για την ακριβή αποτύπωση και μεταφορά μικρών αποστάσεων
διαστημόμετρου	=	διαστημόμετρο
διαστημόμετρων	=	διαστημόμετρο
διαστημόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστημόπλοιο
διαστημόπλοιο	noun	ένα μέσο μεταφοράς στο διάστημα
διαστημόπλοιου	noun	γενική ενικού του διαστημόπλοιο
διαστημόπλοιων	noun	γενική πληθυντικού του διαστημόπλοιο
διαστικά	=	διαστικός
διαστικέ	=	διαστικός
διαστικές	=	διαστικός
διαστική	=	διαστικός
διαστικής	=	διαστικός
διαστικοί	=	διαστικός
διαστικού	=	διαστικός
διαστικούς	=	διαστικός
διαστικό	=	διαστικός
διαστικός	adj|formal	που αφορά ή χαρακτηρίζει υποδομές, υπηρεσίες ή μετακινήσεις οι οποίες εκτείνονται πέρα από τα όρια μίας πόλης και εξυπηρετούν τη λειτουργική σύνδεση δύο ή περισσότερων αστικών κέντρων
διαστικών	=	διαστικός
διαστολέα	=	διαστολέας
διαστολέας	noun	εργαλείο με το οποίο διαστέλλεται κάποια σωματική κοιλότητα
διαστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστολή
διαστολέων	=	διαστολέας
διαστολέως	=	διαστολέας
διαστολή	noun	η αύξηση του όγκου ενός σώματος
διαστολής	=	διαστολή
διαστολείς	=	διαστολέας
διαστολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστολικό
διαστολικέ	adj	κλητική ενικού του διαστολικός
διαστολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστολική
διαστολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστολικός
διαστολικής	adj	γενική ενικού του διαστολική
διαστολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστολικός
διαστολικού	adj	γενική ενικού του διαστολικός
διαστολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστολικός
διαστολικό	adj	αιτιατική ενικού του διαστολικός
διαστολικός	adj	που έχει σχέση με τη διαστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαστολικών	adj	γενική πληθυντικού του διαστολικός
διαστολών	=	διαστολή
διαστοματικά	=	διαστοματικός
διαστοματικέ	=	διαστοματικός
διαστοματικές	=	διαστοματικός
διαστοματική	=	διαστοματικός
διαστοματικής	=	διαστοματικός
διαστοματικοί	=	διαστοματικός
διαστοματικού	=	διαστοματικός
διαστοματικούς	=	διαστοματικός
διαστοματικό	=	διαστοματικός
διαστοματικός	adj	που αφορά ιατρική πράξη, εξέταση ή χειρουργική προσπέλαση η οποία πραγματοποιείται μέσω της στοματικής κοιλότητας, χωρίς εξωτερική τομή
διαστοματικών	=	διαστοματικός
διαστράφηκα	=	διαστρέφομαι
διαστράφηκαν	=	διαστρέφομαι
διαστράφηκε	=	διαστρέφομαι
διαστράφηκες	=	διαστρέφομαι
διαστρέβλωμα	noun|dated	άλλη μορφή του διαστρέβλωση
διαστρέβλωνα	=	διαστρεβλώνω
διαστρέβλωναν	=	διαστρεβλώνω
διαστρέβλωνε	=	διαστρεβλώνω
διαστρέβλωνες	=	διαστρεβλώνω
διαστρέβλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρέβλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρέβλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρέβλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρέβλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρεβλώνω
διαστρέβλωσης	noun	γενική ενικού του διαστρέβλωση
διαστρέβλωσις	noun	η διαστρέβλωση
διαστρέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάστρεμμα
διαστρέμματος	noun	γενική ενικού του διάστρεμμα
διαστρέφαμε	=	διαστρέφω
διαστρέφαν	=	διαστρέφω
διαστρέφανε	=	διαστρέφω
διαστρέφατε	=	διαστρέφω
διαστρέφει	=	διαστρέφω
διαστρέφεις	=	διαστρέφω
διαστρέφεσαι	=	διαστρέφομαι
διαστρέφεστε	=	διαστρέφομαι
διαστρέφεται	=	διαστρέφομαι
διαστρέφετε	=	διαστρέφω
διαστρέφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαστρέφω
διαστρέφονται	=	διαστρέφομαι
διαστρέφονταν	=	διαστρέφομαι
διαστρέφοντας	=	διαστρέφω
διαστρέφου	=	διαστρέφομαι
διαστρέφουμε	=	διαστρέφω
διαστρέφουν	=	διαστρέφω
διαστρέφουνε	=	διαστρέφω
διαστρέφω	verb	μεταβάλλω κάτι, ενίοτε με διαστροφικό τρόπο (κάνοντάς το μη φυσιολογικό ή αφύσικο)
διαστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψαν	=	διαστρέφω
διαστρέψανε	=	διαστρέφω
διαστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψου	=	διαστρέφομαι
διαστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρέφω
διαστραφήκαμε	=	διαστρέφομαι
διαστραφήκαν	=	διαστρέφομαι
διαστραφήκανε	=	διαστρέφομαι
διαστραφήκατε	=	διαστρέφομαι
διαστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του διαστρέφω
διαστραφείτε	=	διαστρέφομαι
διαστρεβλωθήκαμε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωθήκαν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωθήκανε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωθήκατε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωθεί	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωθείς	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλωθείτε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωθούμε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλωθούν	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλωθούνε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλωθώ	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαστρέβλωμα
διαστρεβλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρεβλωμένο
διαστρεβλωμένε	verb	κλητική ενικού του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρεβλωμένη
διαστρεβλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωμένης	verb	γενική ενικού του διαστρεβλωμένη
διαστρεβλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαστρεβλωμένος
διαστρεβλωνόμασταν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόμαστε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόμουν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόμουνα	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόντουσαν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόσασταν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόσαστε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόσουν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόσουνα	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνόταν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωνότανε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλωτές	=	διαστρεβλωτής
διαστρεβλωτή	=	διαστρεβλωτής
διαστρεβλωτής	noun	αυτός που διαστρεβλώνει
διαστρεβλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαστρεβλωτικός	adv	με διαστρεβλωτικό τρόπο, διαστρεβλώνοντας
διαστρεβλωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρεβλωτική
διαστρεβλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικής	adj	γενική ενικού του διαστρεβλωτική
διαστρεβλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικού	adj	γενική ενικού του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικός	adj	που έχει σχέση με διαστρέβλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαστρεβλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαστρεβλωτικός
διαστρεβλωτικώς	adv	με διαστρεβλωτικό τρόπο, διαστρεβλώνοντας
διαστρεβλωτριών	noun	γενική πληθυντικού του διαστρεβλώτρια
διαστρεβλωτών	=	διαστρεβλωτής
διαστρεβλώθηκα	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώθηκαν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώθηκε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώθηκες	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρέβλωμα
διαστρεβλώματος	noun	γενική ενικού του διαστρέβλωμα
διαστρεβλώναμε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώναν	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνανε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνατε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνει	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνεις	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνεσαι	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώνεστε	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώνεται	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώνετε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνομε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνονται	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώνονταν	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνου	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώνουμε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνουν	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνουνε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώνω	verb	παρουσιάζω σκόπιμα κάτι με αλλοιωμένη μορφή
διαστρεβλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσαν	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσανε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρέβλωση
διαστρεβλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαστρέβλωση
διαστρεβλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαστρέβλωση
διαστρεβλώσομε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσου	=	διαστρεβλώνομαι
διαστρεβλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσουνε	=	διαστρεβλώνω
διαστρεβλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαστρεβλώνω
διαστρεβλώτρια	noun	θηλυκό του διαστρεβλωτής
διαστρεβλώτριας	noun	γενική ενικού του διαστρεβλώτρια
διαστρεβλώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρεβλώτρια
διαστρεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάστρεμμα
διαστρεμματάκι	noun	υποκοριστικό του διάστρεμμα
διαστρεμματάκια	=	διαστρεμματάκι
διαστρεφόμασταν	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόμαστε	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόμουν	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόμουνα	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόντουσαν	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόσασταν	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόσαστε	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόσουν	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόσουνα	=	διαστρέφομαι
διαστρεφόταν	=	διαστρέφομαι
διαστρεφότανε	=	διαστρέφομαι
διαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρικό
διαστρικέ	adj	κλητική ενικού του διαστρικός
διαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρική
διαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστρικός
διαστρικής	adj	γενική ενικού του διαστρική
διαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστρικός
διαστρικού	adj	γενική ενικού του διαστρικός
διαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστρικός
διαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του διαστρικός
διαστρικός	adj	που συμβαίνει, βρίσκεται ή ταξιδεύει ανάμεσα στα άστρα
διαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του διαστρικός
διαστροφέα	=	διαστροφέας
διαστροφέας	noun	αυτός που διαστρέφει, που προκαλεί διαστροφή
διαστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστροφή
διαστροφέων	=	διαστροφέας
διαστροφέως	=	διαστροφέας
διαστροφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρέφω
διαστροφής	=	διαστροφή
διαστροφείς	=	διαστροφέας
διαστροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστροφικό
διαστροφικέ	adj	κλητική ενικού του διαστροφικός
διαστροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστροφική
διαστροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστροφικός
διαστροφικής	adj	γενική ενικού του διαστροφική
διαστροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστροφικός
διαστροφικού	adj	γενική ενικού του διαστροφικός
διαστροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστροφικός
διαστροφικό	adj	αιτιατική ενικού του διαστροφικός
διαστροφικός	adj	που αναφέρεται στον διαστροφέα ή τη διαστροφή, ανήκει σ' αυτά ή προέρχεται απ' αυτά
διαστροφικών	adj	γενική πληθυντικού του διαστροφικός
διαστροφών	=	διαστροφή
διαστρωθήκαμε	=	διαστρώνομαι
διαστρωθήκαν	=	διαστρώνομαι
διαστρωθήκανε	=	διαστρώνομαι
διαστρωθήκατε	=	διαστρώνομαι
διαστρωθεί	=	διαστρώνομαι
διαστρωθείτε	=	διαστρώνομαι
διαστρωμάτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρωματώνω
διαστρωμάτωσης	=	διαστρωμάτωση
διαστρωμένος	=	διαστρώνομαι
διαστρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρωματικό
διαστρωματικέ	adj	κλητική ενικού του διαστρωματικός
διαστρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρωματική
διαστρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαστρωματικός
διαστρωματικής	adj	γενική ενικού του διαστρωματική
διαστρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαστρωματικός
διαστρωματικού	adj	γενική ενικού του διαστρωματικός
διαστρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαστρωματικός
διαστρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του διαστρωματικός
διαστρωματικός	adj	που έχει σχέση με διαστρωματώσεις ή αναφέρεται σ’ αυτές
διαστρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του διαστρωματικός
διαστρωματωμένα	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένε	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένες	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένη	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένης	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένο	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένοι	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένος	verb	που έχει χωριστεί σε διαστρωματώσεις
διαστρωματωμένου	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένους	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματωμένων	=	διαστρωματωμένος
διαστρωματώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαστρωματώνω
διαστρωματώνω	verb|rare	δημιουργώ στρώματα, χωρίζω σε στρώματα
διαστρωματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαστρωμάτωση
διαστρωματώσεων	=	διαστρωμάτωση
διαστρωνόμασταν	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόμαστε	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόμουν	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόμουνα	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόντουσαν	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόσασταν	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόσαστε	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόσουν	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόσουνα	=	διαστρώνομαι
διαστρωνόταν	=	διαστρώνομαι
διαστρωνότανε	=	διαστρώνομαι
διαστρώθηκα	=	διαστρώνομαι
διαστρώθηκαν	=	διαστρώνομαι
διαστρώθηκε	=	διαστρώνομαι
διαστρώθηκες	=	διαστρώνομαι
διαστρών	=	διάστρα
διαστρώνεσαι	=	διαστρώνομαι
διαστρώνεστε	=	διαστρώνομαι
διαστρώνεται	=	διαστρώνομαι
διαστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαστρώνω
διαστρώνονται	=	διαστρώνομαι
διαστρώνονταν	=	διαστρώνομαι
διαστρώνου	=	διαστρώνομαι
διαστρώνω	verb|rare	απλώνω και κατανέμω υλικό ομοιόμορφα πάνω σε επιφάνεια ή μέσα σε καλούπι, ώστε να σχηματίσω στρώση
διαστρώσεις	=	διάστρωση
διαστρώσεων	=	διάστρωση
διαστρώσου	=	διαστρώνομαι
διασυλλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυλλογικό
διασυλλογικέ	adj	κλητική ενικού του διασυλλογικός
διασυλλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυλλογική
διασυλλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυλλογικός
διασυλλογικής	adj	γενική ενικού του διασυλλογική
διασυλλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυλλογικός
διασυλλογικού	adj	γενική ενικού του διασυλλογικός
διασυλλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασυλλογικός
διασυλλογικό	adj	αιτιατική ενικού του διασυλλογικός
διασυλλογικός	adj	που αφορά δύο ή περισσότερους συλλόγους ή γίνεται μεταξύ τους
διασυλλογικών	adj	γενική πληθυντικού του διασυλλογικός
διασυμμαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυμμαχικό
διασυμμαχικέ	adj	κλητική ενικού του διασυμμαχικός
διασυμμαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυμμαχική
διασυμμαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυμμαχικός
διασυμμαχικής	adj	γενική ενικού του διασυμμαχική
διασυμμαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυμμαχικός
διασυμμαχικού	adj	γενική ενικού του διασυμμαχικός
διασυμμαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασυμμαχικός
διασυμμαχικό	adj	αιτιατική ενικού του διασυμμαχικός
διασυμμαχικός	adj	ο σχετικός με πολλά σύμμαχα κράτη
διασυμμαχικών	adj	γενική πληθυντικού του διασυμμαχικός
διασυμπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυμπαντικό
διασυμπαντικέ	adj	κλητική ενικού του διασυμπαντικός
διασυμπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυμπαντική
διασυμπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυμπαντικός
διασυμπαντικής	adj	γενική ενικού του διασυμπαντική
διασυμπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυμπαντικός
διασυμπαντικού	adj	γενική ενικού του διασυμπαντικός
διασυμπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασυμπαντικός
διασυμπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του διασυμπαντικός
διασυμπαντικός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο σύμπαντα
διασυμπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του διασυμπαντικός
διασυμπερίληψη	noun	λειτουργία ενσωμάτωσης ή συμπερίληψης τμήματος σελίδας υπερκειμένου σε άλλες υπερσελίδες ταυτόχρονα μέσω αναφοράς και όχι αντιγραφής
διασυμπερίληψης	noun	γενική ενικού του διασυμπερίληψη
διασυμπεριλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυμπερίληψη
διασυμπεριλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του διασυμπερίληψη
διασυμπεριλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του διασυμπερίληψη
διασυμπεριλαμβάνομαι	=	διασυμπεριλαμβάνω
διασυμπεριλαμβάνω	verb	συμπεριλαμβάνω με τη χρήση κάποιου προτύπου κάποιο κείμενο σε πολλά άλλα σημεία
διασυνδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασύνδεση
διασυνδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασύνδεση
διασυνδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασύνδεση
διασυνδέω	verb	συνδέω εγγενώς, εσωτερικά, δομικά ή ψηφιακά
διασυνδεδεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυνδεδεμένο
διασυνδεδεμένε	adj	κλητική ενικού του διασυνδεδεμένος
διασυνδεδεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυνδεδεμένη
διασυνδεδεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυνδεδεμένος
διασυνδεδεμένης	adj	γενική ενικού του διασυνδεδεμένη
διασυνδεδεμένο	adj	αιτιατική ενικού του διασυνδεδεμένος
διασυνδεδεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυνδεδεμένος
διασυνδεδεμένος	verb	που έχει διασυνδεθεί, που έχει συνδεθεί με κάτι άλλο μέσω τρίτου
διασυνδεδεμένου	verb	γενική ενικού του διασυνδεδεμένος
διασυνδεδεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασυνδεδεμένος
διασυνδεδεμένων	adj	γενική πληθυντικού του διασυνδεδεμένος
διασυνδεσιμοτήτων	=	διασυνδεσιμότητα
διασυνδεσιμότητα	noun	η σύνδεση δύο (πραγμάτων, οντοτήτων κ.λπ.) μεταξύ τους μέσω άλλου
διασυνδεσιμότητας	=	διασυνδεσιμότητα
διασυνδεσιμότητες	=	διασυνδεσιμότητα
διασυνδετήρια	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριας	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριε	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριες	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριο	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριοι	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριος	adj	που πραγματοποιεί διασύνδεση
διασυνδετήριου	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριους	=	διασυνδετήριος
διασυνδετήριων	=	διασυνδετήριος
διασυνδετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυνδετικό	adv	μέσω διασύνδεσης/διασυνδετικής επικοινωνίας
διασυνδετικέ	adj	κλητική ενικού του διασυνδετικός
διασυνδετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυνδετική
διασυνδετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυνδετικός
διασυνδετικής	adj	γενική ενικού του διασυνδετική
διασυνδετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυνδετικός
διασυνδετικού	adj	γενική ενικού του διασυνδετικός
διασυνδετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασυνδετικός
διασυνδετικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διασυνδετικός
διασυνδετικός	adj	που συνδέει μεταξύ τους τμήματα
διασυνδετικών	adj	γενική πληθυντικού του διασυνδετικός
διασυνδετισμέ	=	διασυνδετισμός
διασυνδετισμοί	=	διασυνδετισμός
διασυνδετισμού	=	διασυνδετισμός
διασυνδετισμούς	=	διασυνδετισμός
διασυνδετισμό	=	διασυνδετισμός
διασυνδετισμός	noun	που μελετά και ερμηνεύει τις διανοητικές διεργασίες, καθώς και τους μηχανισμούς της μάθησης, με τη χρήση τεχνητών νευρωνικών δικτύων
διασυνδετισμών	=	διασυνδετισμός
διασυνδικαλιστικά	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικέ	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικές	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστική	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικής	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικοί	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικού	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικούς	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικό	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνδικαλιστικός	adj	που αφορά τη συνεργασία, τον συντονισμό ή τη συλλογική δράση περισσότερων του ενός συνδικαλιστικών οργανώσεων, με σκοπό την κοινή εκπροσώπηση ή την προώθηση κοινών αιτημάτων
διασυνδικαλιστικών	=	διασυνδικαλιστικός
διασυνεργασία	noun	η λειτουργική σύμπραξη ετερογενών ψηφιακών συστημάτων ή εφαρμογών, ώστε —μέσω κοινά αποδεκτών διεπαφών ή πρωτοκόλλων— να ανταλλάσσουν δεδομένα και να επιτελούν συντονισμένα μια καθορισμένη εργασία
διασυνεργασίας	=	διασυνεργασία
διασυνεργασίες	=	διασυνεργασία
διασυνεργασιών	=	διασυνεργασία
διασυνοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διασυνοριακός	adv	στα σύνορα δύο ή περισσότερων κρατών (ή περιοχών)
διασυνοριακέ	adj	κλητική ενικού του διασυνοριακός
διασυνοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυνοριακή
διασυνοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυνοριακός
διασυνοριακής	adj	γενική ενικού του διασυνοριακή
διασυνοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυνοριακός
διασυνοριακού	adj	γενική ενικού του διασυνοριακός
διασυνοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασυνοριακός
διασυνοριακό	adj	αιτιατική ενικού του διασυνοριακός
διασυνοριακός	adj|formal	που συμβαίνει ή βρίσκεται στο σύνορο κάποιων κρατών (ή περιοχών)
διασυνοριακών	adj	γενική πληθυντικού του διασυνοριακός
διασυρμέ	noun	κλητική ενικού του διασυρμός
διασυρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυρμένο
διασυρμένε	verb	κλητική ενικού του διασυρμένος
διασυρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασυρμένη
διασυρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασυρμένος
διασυρμένης	verb	γενική ενικού του διασυρμένη
διασυρμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασυρμένος
διασυρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυρμένος
διασυρμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασύρω
διασυρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασυρμένος
διασυρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασυρμένος
διασυρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασυρμένος
διασυρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασυρμός
διασυρμού	noun	γενική ενικού του διασυρμός
διασυρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διασυρμός
διασυρμό	noun	αιτιατική ενικού του διασυρμός
διασυρμός	noun	ο εξευτελισμός, η ταπείνωση
διασυρμών	noun	γενική πληθυντικού του διασυρμός
διασφάλιζα	=	διασφαλίζω
διασφάλιζαν	=	διασφαλίζω
διασφάλιζε	=	διασφαλίζω
διασφάλιζες	=	διασφαλίζω
διασφάλισα	=	διασφαλίζω
διασφάλισαν	=	διασφαλίζω
διασφάλισε	=	διασφαλίζω
διασφάλισες	=	διασφαλίζω
διασφάλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασφαλίζω
διασφάλισης	noun	γενική ενικού του διασφάλιση
διασφαλίζαμε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζαν	=	διασφαλίζω
διασφαλίζανε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζατε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζει	=	διασφαλίζω
διασφαλίζεις	=	διασφαλίζω
διασφαλίζεσαι	=	διασφαλίζω
διασφαλίζεστε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διασφαλίζομαι
διασφαλίζετε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασφαλίζω
διασφαλίζομε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζονται	=	διασφαλίζω
διασφαλίζονταν	=	διασφαλίζω
διασφαλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διασφαλίζω
διασφαλίζουμε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διασφαλίζω
διασφαλίζουνε	=	διασφαλίζω
διασφαλίζω	verb	κάνω κάτι (πιο) ασφαλές, παίρνω μέτρα προστασίας του
διασφαλίσαμε	=	διασφαλίζω
διασφαλίσαν	=	διασφαλίζω
διασφαλίσανε	=	διασφαλίζω
διασφαλίσατε	=	διασφαλίζω
διασφαλίσει	=	διασφαλίζω
διασφαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασφάλιση
διασφαλίσετε	=	διασφαλίζω
διασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασφάλιση
διασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασφάλιση
διασφαλίσομε	=	διασφαλίζω
διασφαλίσου	=	διασφαλίζω
διασφαλίσουμε	=	διασφαλίζω
διασφαλίσουν	=	διασφαλίζω
διασφαλίσουνε	=	διασφαλίζω
διασφαλίστε	=	διασφαλίζω
διασφαλίστηκα	=	διασφαλίζω
διασφαλίστηκαν	=	διασφαλίζω
διασφαλίστηκε	=	διασφαλίζω
διασφαλίστηκες	=	διασφαλίζω
διασφαλίσω	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόμασταν	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόμαστε	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόμενος	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόμουν	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόμουνα	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόντουσαν	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόσασταν	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόσαστε	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόσουν	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόσουνα	=	διασφαλίζω
διασφαλιζόταν	=	διασφαλίζω
διασφαλιζότανε	=	διασφαλίζω
διασφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασφαλισμένο
διασφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του διασφαλισμένος
διασφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασφαλισμένη
διασφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασφαλισμένος
διασφαλισμένης	verb	γενική ενικού του διασφαλισμένη
διασφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασφαλισμένος
διασφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασφαλισμένος
διασφαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασφαλίζω
διασφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασφαλισμένος
διασφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασφαλισμένος
διασφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασφαλισμένος
διασφαλιστήκαμε	=	διασφαλίζω
διασφαλιστήκαν	=	διασφαλίζω
διασφαλιστήκανε	=	διασφαλίζω
διασφαλιστήκατε	=	διασφαλίζω
διασφαλιστεί	=	διασφαλίζω
διασφαλιστείς	=	διασφαλίζω
διασφαλιστείτε	=	διασφαλίζω
διασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασφαλιστικό
διασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του διασφαλιστικός
διασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασφαλιστική
διασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασφαλιστικός
διασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του διασφαλιστική
διασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασφαλιστικός
διασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του διασφαλιστικός
διασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασφαλιστικός
διασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διασφαλιστικός
διασφαλιστικός	adj	που έχει σχέση με την διασφάλιση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή
διασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διασφαλιστικός
διασφαλιστούμε	=	διασφαλίζω
διασφαλιστούν	=	διασφαλίζω
διασφαλιστούνε	=	διασφαλίζω
διασφαλιστώ	=	διασφαλίζω
διασχίζαμε	=	διασχίζω
διασχίζαν	=	διασχίζω
διασχίζανε	=	διασχίζω
διασχίζατε	=	διασχίζω
διασχίζει	=	διασχίζω
διασχίζεις	=	διασχίζω
διασχίζεσαι	=	διασχίζω
διασχίζεστε	=	διασχίζω
διασχίζεται	=	διασχίζω
διασχίζετε	=	διασχίζω
διασχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασχίζω
διασχίζομε	=	διασχίζω
διασχίζονται	=	διασχίζω
διασχίζονταν	=	διασχίζω
διασχίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διασχίζω
διασχίζουμε	=	διασχίζω
διασχίζουν	=	διασχίζω
διασχίζουνε	=	διασχίζω
διασχίζω	verb	πορεύομαι σε μια περιοχή και την περνάω απ’ άκρη σ’ άκρη
διασχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίσαν	=	διασχίζω
διασχίσανε	=	διασχίζω
διασχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσχιση
διασχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάσχιση
διασχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάσχιση
διασχίσηκα	=	διασχίζω
διασχίσηκαν	=	διασχίζω
διασχίσηκε	=	διασχίζω
διασχίσηκες	=	διασχίζω
διασχίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασχίσιμο
διασχίσιμε	adj	κλητική ενικού του διασχίσιμος
διασχίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασχίσιμη
διασχίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασχίσιμος
διασχίσιμης	adj	γενική ενικού του διασχίσιμη
διασχίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διασχίσιμος
διασχίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασχίσιμος
διασχίσιμος	adj	που μπορεί να διασχιστεί
διασχίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασχίσιμος
διασχίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασχίσιμος
διασχίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασχίσιμος
διασχίσομε	=	διασχίζω
διασχίσου	=	διασχίζω
διασχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίσουνε	=	διασχίζω
διασχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχίστηκα	=	διασχίζω
διασχίστηκαν	=	διασχίζω
διασχίστηκε	=	διασχίζω
διασχίστηκες	=	διασχίζω
διασχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασχίζω
διασχιζόμασταν	=	διασχίζω
διασχιζόμαστε	=	διασχίζω
διασχιζόμουν	=	διασχίζω
διασχιζόμουνα	=	διασχίζω
διασχιζόντουσαν	=	διασχίζω
διασχιζόσασταν	=	διασχίζω
διασχιζόσαστε	=	διασχίζω
διασχιζόσουν	=	διασχίζω
διασχιζόσουνα	=	διασχίζω
διασχιζόταν	=	διασχίζω
διασχιζότανε	=	διασχίζω
διασχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασχισμένο
διασχισμένε	verb	κλητική ενικού του διασχισμένος
διασχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασχισμένη
διασχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασχισμένος
διασχισμένης	verb	γενική ενικού του διασχισμένη
διασχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασχισμένος
διασχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασχισμένος
διασχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασχίζω
διασχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασχισμένος
διασχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασχισμένος
διασχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασχισμένος
διασχιστήκαμε	=	διασχίζω
διασχιστήκαν	=	διασχίζω
διασχιστήκανε	=	διασχίζω
διασχιστήκατε	=	διασχίζω
διασχιστεί	=	διασχίζω
διασχιστείς	=	διασχίζω
διασχιστείτε	=	διασχίζω
διασχιστούμε	=	διασχίζω
διασχιστούν	=	διασχίζω
διασχιστούνε	=	διασχίζω
διασχιστώ	=	διασχίζω
διασωζόμασταν	=	διασώζω
διασωζόμαστε	=	διασώζω
διασωζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωζόμενο
διασωζόμενε	verb	κλητική ενικού του διασωζόμενος
διασωζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωζόμενη
διασωζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασωζόμενος
διασωζόμενης	verb	γενική ενικού του διασωζόμενη
διασωζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διασωζόμενος
διασωζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασωζόμενος
διασωζόμενος	verb	που διασώζεται
διασωζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασωζόμενος
διασωζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασωζόμενος
διασωζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασωζόμενος
διασωζόμουν	=	διασώζω
διασωζόμουνα	=	διασώζω
διασωζόντουσαν	=	διασώζω
διασωζόσασταν	=	διασώζω
διασωζόσαστε	=	διασώζω
διασωζόσουν	=	διασώζω
διασωζόσουνα	=	διασώζω
διασωζόταν	=	διασώζω
διασωζότανε	=	διασώζω
διασωθέν	=	διασωθείς
διασωθέντα	=	διασωθείς
διασωθέντας	=	διασωθείς
διασωθέντες	=	διασωθείς
διασωθέντος	=	διασωθείς
διασωθέντων	=	διασωθείς
διασωθήκαμε	=	διασώζω
διασωθήκαν	=	διασώζω
διασωθήκανε	=	διασώζω
διασωθήκατε	=	διασώζω
διασωθεί	=	διασώζω
διασωθείς	adj|formal	που έχει διασωθεί
διασωθείσα	=	διασωθείς
διασωθείσας	=	διασωθείς
διασωθείσες	=	διασωθείς
διασωθείσης	=	διασωθείς
διασωθείτε	=	διασώζω
διασωθεισών	=	διασωθείς
διασωλήνωνα	=	διασωληνώνω
διασωλήνωναν	=	διασωληνώνω
διασωλήνωνε	=	διασωληνώνω
διασωλήνωνες	=	διασωληνώνω
διασωλήνωσα	=	διασωληνώνω
διασωλήνωσαν	=	διασωληνώνω
διασωλήνωσε	=	διασωληνώνω
διασωλήνωσες	=	διασωληνώνω
διασωλήνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασωληνώνω
διασωλήνωσης	noun	γενική ενικού του διασωλήνωση
διασωληνωθήκαμε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωθήκαν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωθήκανε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωθήκατε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωθεί	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωθείτε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωληνωμένο
διασωληνωμένε	verb	κλητική ενικού του διασωληνωμένος
διασωληνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωληνωμένη
διασωληνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασωληνωμένος
διασωληνωμένης	verb	γενική ενικού του διασωληνωμένη
διασωληνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασωληνωμένος
διασωληνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασωληνωμένος
διασωληνωμένος	verb	που έχει διασωληνωθεί
διασωληνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασωληνωμένος
διασωληνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασωληνωμένος
διασωληνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασωληνωμένος
διασωληνωνόμασταν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόμαστε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόμουν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόμουνα	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόντουσαν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόσασταν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόσαστε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόσουν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόσουνα	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνόταν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνωνότανε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώθηκα	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώθηκαν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώθηκε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώθηκες	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώναμε	=	διασωληνώνω
διασωληνώναν	=	διασωληνώνω
διασωληνώνανε	=	διασωληνώνω
διασωληνώνατε	=	διασωληνώνω
διασωληνώνει	=	διασωληνώνω
διασωληνώνεις	=	διασωληνώνω
διασωληνώνεσαι	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώνεστε	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώνεται	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώνετε	=	διασωληνώνω
διασωληνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασωληνώνω
διασωληνώνονται	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώνονταν	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώνοντας	=	διασωληνώνω
διασωληνώνου	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώνουμε	=	διασωληνώνω
διασωληνώνουν	=	διασωληνώνω
διασωληνώνουνε	=	διασωληνώνω
διασωληνώνω	verb	εισάγω ειδικό σωληνάκι στο λάρυγγα ασθενούς, προκειμένου να του διευκολύνω την αναπνοή
διασωληνώσαμε	=	διασωληνώνω
διασωληνώσαν	=	διασωληνώνω
διασωληνώσανε	=	διασωληνώνω
διασωληνώσατε	=	διασωληνώνω
διασωληνώσει	=	διασωληνώνω
διασωληνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωλήνωση
διασωληνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διασωλήνωση
διασωληνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διασωλήνωση
διασωληνώσου	=	διασωληνώνομαι
διασωληνώστε	=	διασωληνώνω
διασωματειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωματειακό	adv	σε διασωματειακό επίπεδο
διασωματειακέ	adj	κλητική ενικού του διασωματειακός
διασωματειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωματειακή
διασωματειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασωματειακός
διασωματειακής	adj	γενική ενικού του διασωματειακή
διασωματειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασωματειακός
διασωματειακού	adj	γενική ενικού του διασωματειακός
διασωματειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασωματειακός
διασωματειακό	adj	αιτιατική ενικού του διασωματειακός
διασωματειακός	adj	που αφορά πολλά σωματεία και τις σχέσεις τους ή αναφέρεται σ’ αυτά
διασωματειακών	adj	γενική πληθυντικού του διασωματειακός
διασωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωσμένο
διασωσμένε	verb	κλητική ενικού του διασωσμένος
διασωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωσμένη
διασωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασωσμένος
διασωσμένης	verb	γενική ενικού του διασωσμένη
διασωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του διασωσμένος
διασωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασωσμένος
διασωσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διασώζω
διασωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διασωσμένος
διασωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διασωσμένος
διασωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διασωσμένος
διασωστικά	adv	με διασωστικό τρόπο, διασώζοντας
διασωστικέ	adj	κλητική ενικού του διασωστικός
διασωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασωστική
διασωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διασωστικός
διασωστικής	adj	γενική ενικού του διασωστική
διασωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διασωστικός
διασωστικού	adj	γενική ενικού του διασωστικός
διασωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διασωστικός
διασωστικό	adj	αιτιατική ενικού του διασωστικός
διασωστικός	adj	που έχει σχέση με τη διάσωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διασωστικών	adj	γενική πληθυντικού του διασωστικός
διασωστριών	noun	γενική πληθυντικού του διασώστρια
διασωστών	=	διασώστης
διασύνδεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασυνδέω
διασύνδεσης	noun	γενική ενικού του διασύνδεση
διασύρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασύρω
διασύρω	verb	εκθέτω δημόσια κάποιον με τρόπο που θίγει σοβαρά την αξιοπρέπειά του και μειώνει την κοινωνική του υπόληψη
διασώζαμε	=	διασώζω
διασώζαν	=	διασώζω
διασώζανε	=	διασώζω
διασώζατε	=	διασώζω
διασώζει	=	διασώζω
διασώζεις	=	διασώζω
διασώζεσαι	=	διασώζω
διασώζεστε	=	διασώζω
διασώζεται	=	διασώζω
διασώζετε	=	διασώζω
διασώζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διασώζω
διασώζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διασώζομαι
διασώζονταν	=	διασώζω
διασώζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διασώζω
διασώζουμε	=	διασώζω
διασώζουν	=	διασώζω
διασώζουνε	=	διασώζω
διασώζω	verb	σώζω κάποιον ή κάτι που κινδυνεύει
διασώθηκα	=	διασώζω
διασώθηκαν	=	διασώζω
διασώθηκε	=	διασώζω
διασώθηκες	=	διασώζω
διασώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώσαν	=	διασώζω
διασώσανε	=	διασώζω
διασώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασώζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάσωση
διασώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάσωση
διασώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάσωση
διασώσου	=	διασώζω
διασώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διασώστες	=	διασώστης
διασώστη	=	διασώστης
διασώστης	noun	το μέλος μιας ομάδας διάσωσης
διασώστρια	noun	θηλυκό του διασώστης
διασώστριας	noun	γενική ενικού του διασώστρια
διασώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασώστρια
διασώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασώζω
διατάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάταγμα
διατάγματος	noun	γενική ενικού του διάταγμα
διατάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατάζω
διατάζω	verb	δίνω διαταγή σε κάποιον
διατάκτες	=	διατάκτης
διατάκτη	=	διατάκτης
διατάκτης	noun	υπεύθυνος διαχειριστής εκταμίευσης δημοσίου χρήματος και αξιοποίησή του σε κυβερνητικές πολιτικές
διατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάταξη
διατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του διάταξη
διατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του διάταξη
διατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάζω
διατάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διατάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διατάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διατάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διατάραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαταράσσω
διατάραξης	noun	γενική ενικού του διατάραξη
διατάραξις	noun	η διατάραξη
διατάρασσα	=	διαταράσσω
διατάρασσαν	=	διαταράσσω
διατάρασσε	=	διαταράσσω
διατάρασσες	=	διαταράσσω
διατάσεις	=	διάταση
διατάσεων	=	διάταση
διατάσσομαι	verb	λαμβάνω διαταγή από έναν ανώτερο, εντολή που συνήθως δεν επιτρέπεται να αμφισβητήσω ή να παραβώ
διατάσσω	verb	τακτοποιώ, βάζω σε κάποια τάξη
διατάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διατάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διατάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διατάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διατάχτηκα	=	διατάζω
διατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατέλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατέλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατέμνω	verb	διαχωρίζω, χωρίζω στη μέση
διατήρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατήρηση	noun	η εξασφάλιση της άρτιας κατάστασης ενός αντικειμένου
διατήρησης	=	διατήρηση
διατί	noun|formal	η αιτία, το γιατί	conj|formal	γιατί
διατίθεμαι	verb	με διαθέτουν προς χρήση, παραχωρούμαι, προσφέρομαι
διατίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διατίθεμαι
διατίμα	=	διατιμώ
διατίμαγε	=	διατιμώ
διατίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατίμηση	noun	ο προκαθορισμός από το κράτος της (συνήθως ανώτερης) τιμής πώλησης προϊόντος πρώτης ανάγκης, με βάση προκαθορισμένα στοιχεία (π.χ. τιμή αγοράς, σημείο πώλησης κλπ.)
διατίμησης	noun	γενική ενικού του διατίμηση
διαταγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταγή
διαταγή	noun	γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που πρέπει αυτός υποχρεωτικά να διεκπεραιώσει ή του απαγορεύει να κάνει συγκεκριμένα πράγματα
διαταγής	=	διαταγή
διαταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάταγμα
διαταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταγμένο
διαταγμένε	verb	κλητική ενικού του διαταγμένος
διαταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταγμένη
διαταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαταγμένος
διαταγμένης	verb	γενική ενικού του διαταγμένη
διαταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαταγμένος
διαταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαταγμένος
διαταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διατάζω και διατάσσω
διαταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαταγμένος
διαταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαταγμένος
διαταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαταγμένος
διαταγών	=	διαταγή
διατακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατακτικό
διατακτικέ	adj	κλητική ενικού του διατακτικός
διατακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατακτική
διατακτική	noun	ένα έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχό του να το ανταλλάξει με αγαθά ή υπηρεσίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατακτικός
διατακτικής	adj	γενική ενικού του διατακτική
διατακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατακτικός
διατακτικού	adj	γενική ενικού του διατακτικός
διατακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατακτικός
διατακτικό	adj	αιτιατική ενικού του διατακτικός
διατακτικός	adj	που σχετίζεται με διαταγή ή αναφέρεται σ' αυτή
διατακτικών	adj	γενική πληθυντικού του διατακτικός
διατακτικώς	adv	με διατακτικό τρόπο
διατακτών	=	διατάκτης
διαταξικά	adv	σε διαταξικό επίπεδο
διαταξικέ	=	διαταξικός
διαταξικές	=	διαταξικός
διαταξική	=	διαταξικός
διαταξικής	=	διαταξικός
διαταξικοί	=	διαταξικός
διαταξικού	=	διαταξικός
διαταξικούς	=	διαταξικός
διαταξικό	=	διαταξικός
διαταξικός	adj	που αφορά σχέσεις, αλληλεπιδράσεις ή κοινές δράσεις ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις
διαταξικών	=	διαταξικός
διαταράζεσαι	=	διαταράζομαι
διαταράζεστε	=	διαταράζομαι
διαταράζεται	=	διαταράζομαι
διαταράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαταράζω
διαταράζονται	=	διαταράζομαι
διαταράζονταν	=	διαταράζομαι
διαταράζου	=	διαταράζομαι
διαταράζω	verb|rare	μορφή του διαταράσσω
διαταράκτες	=	διαταράκτης
διαταράκτη	=	διαταράκτης
διαταράκτης	noun	κάποιος που διαταράσσει
διαταράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξαν	=	διαταράσσω
διαταράξανε	=	διαταράσσω
διαταράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατάραξη
διαταράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξεων	noun	γενική πληθυντικού του διατάραξη
διαταράξεως	noun|formal	γενική ενικού του διατάραξη
διαταράξου	=	διαταράσσομαι
διαταράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαταράσσω
διαταράσσαμε	=	διαταράσσω
διαταράσσαν	=	διαταράσσω
διαταράσσανε	=	διαταράσσω
διαταράσσατε	=	διαταράσσω
διαταράσσει	=	διαταράσσω
διαταράσσεις	=	διαταράσσω
διαταράσσεσαι	=	διαταράσσομαι
διαταράσσεστε	=	διαταράσσομαι
διαταράσσεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαταράσσομαι
διαταράσσετε	=	διαταράσσω
διαταράσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαταράσσω
διαταράσσονται	=	διαταράσσομαι
διαταράσσονταν	=	διαταράσσομαι
διαταράσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαταράσσω
διαταράσσου	=	διαταράσσομαι
διαταράσσουμε	=	διαταράσσω
διαταράσσουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διαταράσσω
διαταράσσουνε	=	διαταράσσω
διαταράσσω	verb	ταράσσω και μετατρέπω σε δυσλειτουργική και ανώμαλη μια κανονική σχέση ή κατάσταση
διαταράχτηκα	=	διαταράσσομαι
διαταράχτηκαν	=	διαταράσσομαι
διαταράχτηκε	=	διαταράσσομαι
διαταράχτηκες	=	διαταράσσομαι
διαταραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταραγμένο
διαταραγμένε	verb	κλητική ενικού του διαταραγμένος
διαταραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταραγμένη
διαταραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαταραγμένος
διαταραγμένης	verb	γενική ενικού του διαταραγμένη
διαταραγμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαταραγμένος
διαταραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαταραγμένος
διαταραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαταράζω και διαταράσσω
διαταραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαταραγμένος
διαταραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαταραγμένος
διαταραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαταραγμένος
διαταραζόμασταν	=	διαταράζομαι
διαταραζόμαστε	=	διαταράζομαι
διαταραζόμουν	=	διαταράζομαι
διαταραζόμουνα	=	διαταράζομαι
διαταραζόντουσαν	=	διαταράζομαι
διαταραζόσασταν	=	διαταράζομαι
διαταραζόσαστε	=	διαταράζομαι
διαταραζόσουν	=	διαταράζομαι
διαταραζόσουνα	=	διαταράζομαι
διαταραζόταν	=	διαταράζομαι
διαταραζότανε	=	διαταράζομαι
διαταρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταρακτικό
διαταρακτικέ	adj	κλητική ενικού του διαταρακτικός
διαταρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταρακτική
διαταρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαταρακτικός
διαταρακτικής	adj	γενική ενικού του διαταρακτική
διαταρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαταρακτικός
διαταρακτικού	adj	γενική ενικού του διαταρακτικός
διαταρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαταρακτικός
διαταρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαταρακτικός
διαταρακτικός	adj	που έχει σχέση με διατάραξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
διαταρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαταρακτικός
διαταρακτών	=	διαταράκτης
διαταρασσόμασταν	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόμαστε	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόμενος	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόμουν	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόμουνα	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόντουσαν	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόσασταν	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόσαστε	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόσουν	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόσουνα	=	διαταράσσομαι
διαταρασσόταν	=	διαταράσσομαι
διαταρασσότανε	=	διαταράσσομαι
διαταραχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαταραχή
διαταραχή	noun	ανωμαλία στη λειτουργία ενός οργανισμού
διαταραχής	noun	γενική ενικού του διαταραχή
διαταραχτήκαμε	=	διαταράσσομαι
διαταραχτήκαν	=	διαταράσσομαι
διαταραχτήκανε	=	διαταράσσομαι
διαταραχτήκατε	=	διαταράσσομαι
διαταραχτεί	=	διαταράσσομαι
διαταραχτείτε	=	διαταράσσομαι
διαταραχών	noun	γενική πληθυντικού του διαταραχή
διατατικά	=	διατατικός
διατατικέ	=	διατατικός
διατατικές	=	διατατικός
διατατική	=	διατατικός
διατατικής	=	διατατικός
διατατικοί	=	διατατικός
διατατικού	=	διατατικός
διατατικούς	=	διατατικός
διατατικό	=	διατατικός
διατατικός	adj	που αφορά ή χαρακτηρίζει παθολογική ή λειτουργική αύξηση του όγκου ή της κοιλότητας ενός οργάνου ή ιστού λόγω διάτασης των τοιχωμάτων του
διατατικών	=	διατατικός
διαταχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατάσσομαι
διαταχτική	noun	άλλη μορφή του διατακτική
διατείνομαι	=	διατείνω
διατείντα	=	γιάντα
διατείνω	verb|formal	διαστέλλω, τεντώνω, διευρύνω
διατείχισμα	noun	εγκάρσιος τοίχος σε τάφρους, ανάμεσα σε δύο τείχη
διατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατεθειμένο
διατεθειμένε	verb	κλητική ενικού του διατεθειμένος
διατεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατεθειμένη
διατεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατεθειμένος
διατεθειμένης	verb	γενική ενικού του διατεθειμένη
διατεθειμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διατεθειμένος
διατεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατεθειμένος
διατεθειμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαθέτω (παθητική φωνή: διατίθεμαι)
διατεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατεθειμένος
διατεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατεθειμένος
διατεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατεθειμένος
διατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατίθεμαι
διατειχίσματα	=	διατείχισμα
διατειχίσματος	=	διατείχισμα
διατειχισμάτων	=	διατείχισμα
διατελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσαν	=	διατελέσας
διατελέσαντα	=	διατελέσας
διατελέσαντες	=	διατελέσας
διατελέσαντος	=	διατελέσας
διατελέσας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου (διετέλεσα) του ρήματος διατελώ: που διατέλεσα, που είχα αυτή την ιδιότητα, το αξίωμα
διατελέσασα	=	διατελέσας
διατελέσασας	=	διατελέσας
διατελέσασες	=	διατελέσας
διατελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατελώ
διατελεσάντων	=	διατελέσας
διατελεσάσης	=	διατελέσας
διατελεσασών	=	διατελέσας
διατελώ	verb|formal	είμαι
διατεταγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατεταγμένο
διατεταγμένε	adj	κλητική ενικού του διατεταγμένος
διατεταγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατεταγμένη
διατεταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατεταγμένος
διατεταγμένης	adj	γενική ενικού του διατεταγμένη
διατεταγμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διατεταγμένος
διατεταγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατεταγμένος
διατεταγμένος	verb	που έχει διαταχθεί, που έχει ανατεθεί από έναν ανώτερο, εντολή που συνήθως δεν επιτρέπεται κάποιος να αμφισβητήσει ή να παραβεί
διατεταγμένου	verb	γενική ενικού του διατεταγμένος
διατεταγμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατεταγμένος
διατεταγμένων	adj	γενική πληθυντικού του διατεταγμένος
διατεταμένα	=	διατεταμένος
διατεταμένε	=	διατεταμένος
διατεταμένες	=	διατεταμένος
διατεταμένη	=	διατεταμένος
διατεταμένης	=	διατεταμένος
διατεταμένο	=	διατεταμένος
διατεταμένοι	=	διατεταμένος
διατεταμένος	adj|formal	που έχει διαταθεί / τεντωθεί / διασταλεί
διατεταμένου	=	διατεταμένος
διατεταμένους	=	διατεταμένος
διατεταμένων	=	διατεταμένος
διατεταρτημοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατεταρτημοριακό
διατεταρτημοριακέ	adj	κλητική ενικού του διατεταρτημοριακός
διατεταρτημοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατεταρτημοριακή
διατεταρτημοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατεταρτημοριακός
διατεταρτημοριακής	adj	γενική ενικού του διατεταρτημοριακή
διατεταρτημοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατεταρτημοριακός
διατεταρτημοριακού	adj	γενική ενικού του διατεταρτημοριακός
διατεταρτημοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατεταρτημοριακός
διατεταρτημοριακό	adj	αιτιατική ενικού του διατεταρτημοριακός
διατεταρτημοριακός	adj	που γίνεται ανάμεσα σε κάποια ή όλα τα τεταρτημόρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα αφορά
διατεταρτημοριακών	adj	γενική πληθυντικού του διατεταρτημοριακός
διατηρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσαν	=	διατηρώ
διατηρήσανε	=	διατηρώ
διατηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατήρηση
διατηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσεων	=	διατήρηση
διατηρήσιμα	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμε	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμες	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμη	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμης	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμο	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμοι	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμος	adj	που μπορεί να διατηρηθεί, για κατάσταση ή ενέργεια που μπορεί να συνεχιστεί με ανανέωση των απαραίτητων πόρων ή υλικών, βιώσιμος
διατηρήσιμου	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμους	=	διατηρήσιμος
διατηρήσιμων	=	διατηρήσιμος
διατηρήσου	=	διατηρώ
διατηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσουνε	=	διατηρώ
διατηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρώ
διατηρεί	=	διατηρώ
διατηρείς	=	διατηρώ
διατηρείσαι	=	διατηρώ
διατηρείστε	=	διατηρώ
διατηρείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διατηρούμαι
διατηρείτε	=	διατηρώ
διατηρείτο	=	διατηρώ
διατηρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθήκαν	=	διατηρώ
διατηρηθήκανε	=	διατηρώ
διατηρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρηθούνε	=	διατηρώ
διατηρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατηρούμαι
διατηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατηρημένο
διατηρημένε	verb	κλητική ενικού του διατηρημένος
διατηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατηρημένη
διατηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατηρημένος
διατηρημένης	verb	γενική ενικού του διατηρημένη
διατηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του διατηρημένος
διατηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατηρημένος
διατηρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διατηρώ
διατηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατηρημένος
διατηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατηρημένος
διατηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατηρημένος
διατηρησιμοτήτων	=	διατηρησιμότητα
διατηρησιμότητα	noun	η ικανότητα κάποιου να μπορεί να είναι διατηρήσιμος, να μπορεί να διατηρηθεί
διατηρησιμότητας	=	διατηρησιμότητα
διατηρησιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατηρησιμότητα
διατηρητέα	=	διατηρητέος
διατηρητέας	=	διατηρητέος
διατηρητέε	=	διατηρητέος
διατηρητέες	=	διατηρητέος
διατηρητέο	noun	οικοδόμημα που πρέπει να διατηρηθεί, να μην καταστραφεί ούτε να αλλάξει ριζικά μορφή
διατηρητέοι	=	διατηρητέος
διατηρητέος	adj	που πρέπει να διατηρηθεί, να μην καταστραφεί ούτε να αλλάξει ριζικά μορφή
διατηρητέου	=	διατηρητέος
διατηρητέους	=	διατηρητέος
διατηρητέων	=	διατηρητέος
διατηρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατηρώ
διατηρούμασταν	=	διατηρώ
διατηρούμαστε	=	διατηρώ
διατηρούμε	=	διατηρώ
διατηρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατηρούμενο
διατηρούμενε	verb	κλητική ενικού του διατηρούμενος
διατηρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατηρούμενη
διατηρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατηρούμενος
διατηρούμενης	verb	γενική ενικού του διατηρούμενη
διατηρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του διατηρούμενος
διατηρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατηρούμενος
διατηρούμενος	verb	που διατηρείται αυτή τη στιγμή, που ίσως άρχισε να διατηρείται προ πολλού αλλά εξακολουθεί να καταβάλλεται φροντίδα για τη διατήρησή του και τώρα, που δεν έχει διατηρηθεί ακόμα αλλά μπορεί να διατηρηθεί στο μέλλον ή πρέπει να διατηρείται
διατηρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατηρούμενος
διατηρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατηρούμενος
διατηρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατηρούμενος
διατηρούμουν	=	διατηρώ
διατηρούμουνα	=	διατηρώ
διατηρούν	=	διατηρώ
διατηρούνε	=	διατηρώ
διατηρούνται	=	διατηρώ
διατηρούνταν	=	διατηρώ
διατηρούντο	=	διατηρώ
διατηρούσα	=	διατηρώ
διατηρούσαμε	=	διατηρώ
διατηρούσαν	=	διατηρώ
διατηρούσανε	=	διατηρώ
διατηρούσασταν	=	διατηρώ
διατηρούσαστε	=	διατηρώ
διατηρούσατε	=	διατηρώ
διατηρούσε	=	διατηρώ
διατηρούσες	=	διατηρώ
διατηρούσουν	=	διατηρώ
διατηρούσουνα	=	διατηρώ
διατηρώ	verb	κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση
διατηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διατηρώ
διατηρῶ	verb	το διατηρώ πριν τη μονοτονική γραφή
διατιμά	=	διατιμώ
διατιμάει	=	διατιμώ
διατιμάμε	=	διατιμώ
διατιμάν	=	διατιμώ
διατιμάνε	=	διατιμώ
διατιμάς	=	διατιμώ
διατιμάτε	=	διατιμώ
διατιμάω	=	διατιμώ
διατιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήσαν	=	διατιμώ
διατιμήσανε	=	διατιμώ
διατιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατίμηση
διατιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διατίμηση
διατιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διατίμηση
διατιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατιμώ
διατιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατιμημένο
διατιμημένε	verb	κλητική ενικού του διατιμημένος
διατιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατιμημένη
διατιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατιμημένος
διατιμημένης	verb	γενική ενικού του διατιμημένη
διατιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του διατιμημένος
διατιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατιμημένος
διατιμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διατιμώ
διατιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατιμημένος
διατιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατιμημένος
διατιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατιμημένος
διατιμούμε	=	διατιμώ
διατιμούν	=	διατιμώ
διατιμούνε	=	διατιμώ
διατιμούσα	=	διατιμώ
διατιμούσαμε	=	διατιμώ
διατιμούσαν	=	διατιμώ
διατιμούσανε	=	διατιμώ
διατιμούσατε	=	διατιμώ
διατιμούσε	=	διατιμώ
διατιμούσες	=	διατιμώ
διατιμώ	verb	επιβάλλω σε κάποια προϊόντα ή υπηρεσίες διατίμηση
διατιμώμαι	=	διατιμώ
διατιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διατιμώ
διατλαντικά	=	διατλαντικός
διατλαντικέ	=	διατλαντικός
διατλαντικές	=	διατλαντικός
διατλαντική	=	διατλαντικός
διατλαντικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διατλαντική) του διατλαντικός
διατλαντικοί	=	διατλαντικός
διατλαντικού	=	διατλαντικός
διατλαντικούς	=	διατλαντικός
διατλαντικό	=	διατλαντικός
διατλαντικός	adj	που διαπερνά τον Ατλαντικό Ωκεανό
διατλαντικών	=	διατλαντικός
διατμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτμηση
διατμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάτμηση
διατμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάτμηση
διατμηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατμηματικό
διατμηματικέ	adj	κλητική ενικού του διατμηματικός
διατμηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατμηματική
διατμηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατμηματικός
διατμηματικής	adj	γενική ενικού του διατμηματική
διατμηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατμηματικός
διατμηματικού	adj	γενική ενικού του διατμηματικός
διατμηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατμηματικός
διατμηματικό	adj	αιτιατική ενικού του διατμηματικός
διατμηματικός	adj	που έχει αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα σε διάφορα τμήματα ή τα αφορά
διατμηματικών	adj	γενική πληθυντικού του διατμηματικός
διατμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατμητικό
διατμητικέ	adj	κλητική ενικού του διατμητικός
διατμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατμητική
διατμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατμητικός
διατμητικής	adj	γενική ενικού του διατμητική
διατμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατμητικός
διατμητικού	adj	γενική ενικού του διατμητικός
διατμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατμητικός
διατμητικό	adj	αιτιατική ενικού του διατμητικός
διατμητικός	adj	που έχει σχέση με τη διάτμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διατμητικών	adj	γενική πληθυντικού του διατμητικός
διατοίχιζα	=	διατοιχίζω
διατοίχιζαν	=	διατοιχίζω
διατοίχιζε	=	διατοιχίζω
διατοίχιζες	=	διατοιχίζω
διατοίχισα	=	διατοιχίζω
διατοίχισαν	=	διατοιχίζω
διατοίχισε	=	διατοιχίζω
διατοίχισες	=	διατοιχίζω
διατοίχιση	noun	ταλάντωση πλοίου κατά τον εγκάρσιο άξονά του (κλίσεις δεξιά και αριστερά διαδοχικά)
διατοίχισης	noun	γενική ενικού του διατοίχιση
διατοίχισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διατοιχίζω
διατοιχίζαμε	=	διατοιχίζω
διατοιχίζαν	=	διατοιχίζω
διατοιχίζανε	=	διατοιχίζω
διατοιχίζατε	=	διατοιχίζω
διατοιχίζει	=	διατοιχίζω
διατοιχίζεις	=	διατοιχίζω
διατοιχίζεσαι	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίζεστε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίζεται	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίζετε	=	διατοιχίζω
διατοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατοιχίζω
διατοιχίζονται	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίζονταν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίζοντας	=	διατοιχίζω
διατοιχίζου	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίζουμε	=	διατοιχίζω
διατοιχίζουν	=	διατοιχίζω
διατοιχίζουνε	=	διατοιχίζω
διατοιχίζω	verb	κτίζω ενδιάμεσο τοίχο χωρίζοντας ένα χώρο
διατοιχίσαμε	=	διατοιχίζω
διατοιχίσαν	=	διατοιχίζω
διατοιχίσανε	=	διατοιχίζω
διατοιχίσατε	=	διατοιχίζω
διατοιχίσει	=	διατοιχίζω
διατοιχίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατοίχιση
διατοιχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διατοίχιση
διατοιχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διατοίχιση
διατοιχίσματα	=	διατοίχισμα
διατοιχίσματος	=	διατοίχισμα
διατοιχίσου	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίστε	=	διατοιχίζω
διατοιχίστηκα	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίστηκαν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίστηκε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχίστηκες	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόμασταν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόμαστε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόμουν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόμουνα	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόντουσαν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόσασταν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόσαστε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόσουν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόσουνα	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζόταν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιζότανε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχισμάτων	=	διατοίχισμα
διατοιχισμέ	noun	κλητική ενικού του διατοιχισμός
διατοιχισμένος	=	διατοιχίζομαι
διατοιχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατοιχισμός
διατοιχισμού	noun	γενική ενικού του διατοιχισμός
διατοιχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διατοιχισμός
διατοιχισμό	noun	αιτιατική ενικού του διατοιχισμός
διατοιχισμός	noun	άλλη μορφή του διατοίχιση
διατοιχισμών	noun	γενική πληθυντικού του διατοιχισμός
διατοιχιστήκαμε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιστήκαν	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιστήκανε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιστήκατε	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιστεί	=	διατοιχίζομαι
διατοιχιστείτε	=	διατοιχίζομαι
διατομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατομή
διατομή	noun	τομή σε κάποιο σώμα ή αντικείμενο (συνήθως διαμπερής και κάθετη προς τον νοητό κατά μήκος άξονα)
διατομής	=	διατομή
διατομίτες	=	διατομίτης
διατομίτη	=	διατομίτης
διατομίτης	noun	ιζηματογενές πέτρωμα που σχηματίζεται από τη συσσώρευση απολιθωμένων διατόμων· έχει πλήθος εφαρμογών ως πληρωτικό υλικό, υλικό διήθησης, μονωτικό, γυαλιστικό, φυσικό παρασιτοκτόνο κ.λπ.
διατομεακά	=	διατομεακός
διατομεακέ	=	διατομεακός
διατομεακές	=	διατομεακός
διατομεακή	=	διατομεακός
διατομεακής	=	διατομεακός
διατομεακοί	=	διατομεακός
διατομεακοτήτων	=	διατομεακότητα
διατομεακού	=	διατομεακός
διατομεακούς	=	διατομεακός
διατομεακό	=	διατομεακός
διατομεακός	adj|formal	που αφορά τη συντονισμένη σύμπραξη ή αλληλεπίδραση δύο ή περισσότερων διακριτών τομέων δραστηριότητας, με σκοπό την από κοινού αντιμετώπιση ενός ζητήματος ή την επίτευξη κοινού στόχου
διατομεακότητα	noun	η αλληλεπικάλυψη θεμάτων από διαφορετικούς τομείς
διατομεακότητας	=	διατομεακότητα
διατομεακότητες	=	διατομεακότητα
διατομεακών	=	διατομεακός
διατομικά	=	διατομικός
διατομικέ	=	διατομικός
διατομικές	=	διατομικός
διατομική	=	διατομικός
διατομικής	=	διατομικός
διατομικοί	=	διατομικός
διατομικού	=	διατομικός
διατομικούς	=	διατομικός
διατομικό	=	διατομικός
διατομικός	adj	που αναφέρεται σε μόριο αποτελούμενο από δύο άτομα, είτε όμοια είτε διαφορετικά
διατομικών	=	διατομικός
διατομιτών	=	διατομίτης
διατομών	=	διατομή
διατονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατονικό
διατονικέ	adj	κλητική ενικού του διατονικός
διατονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατονική
διατονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατονικός
διατονικής	adj	γενική ενικού του διατονική
διατονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατονικός
διατονικού	adj	γενική ενικού του διατονικός
διατονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατονικός
διατονικό	adj	αιτιατική ενικού του διατονικός
διατονικός	adj	που αφορά την μουσική κλίμακα ή το σύστημα που χαρακτηρίζεται από τη διαδοχή τόνων και ημιτονίων
διατονικών	adj	γενική πληθυντικού του διατονικός
διατοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διατοπικός	adv	σε διατοπικό επίπεδο
διατοπικέ	=	διατοπικός
διατοπικές	=	διατοπικός
διατοπική	=	διατοπικός
διατοπικής	=	διατοπικός
διατοπικοί	=	διατοπικός
διατοπικού	=	διατοπικός
διατοπικούς	=	διατοπικός
διατοπικό	=	διατοπικός
διατοπικός	adj	που έχει σχέση με δύο ή περισσότερους τόπους / περιοχές ή αναφέρεται σ' αυτά
διατοπικών	=	διατοπικός
διατοπικώς	adv|formal	άλλη μορφή του διατοπικά
διατράνωνα	=	διατρανώνω
διατράνωναν	=	διατρανώνω
διατράνωνε	=	διατρανώνω
διατράνωνες	=	διατρανώνω
διατράνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατράνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατράνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατράνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατράνωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διατρανώνω
διατράνωσης	noun	γενική ενικού του διατράνωση
διατράφηκα	=	διατρέφομαι
διατράφηκαν	=	διατρέφομαι
διατράφηκε	=	διατρέφομαι
διατράφηκες	=	διατρέφομαι
διατρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξαν	=	διατρέχω
διατρέξανε	=	διατρέχω
διατρέξαντα	noun	όσα συνέβησαν
διατρέξαντων	=	διατρέξαντα
διατρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρέχω
διατρέφαμε	=	διατρέφω
διατρέφαν	=	διατρέφω
διατρέφανε	=	διατρέφω
διατρέφατε	=	διατρέφω
διατρέφει	=	διατρέφω
διατρέφεις	=	διατρέφω
διατρέφεσαι	=	διατρέφομαι
διατρέφεστε	=	διατρέφομαι
διατρέφεται	=	διατρέφομαι
διατρέφετε	=	διατρέφω
διατρέφομαι	verb	διατρέφω τον εαυτό μου
διατρέφομε	=	διατρέφω
διατρέφονται	=	διατρέφομαι
διατρέφονταν	=	διατρέφομαι
διατρέφοντας	=	διατρέφω
διατρέφου	=	διατρέφομαι
διατρέφουμε	=	διατρέφω
διατρέφουν	=	διατρέφω
διατρέφουνε	=	διατρέφω
διατρέφω	verb	τρέφω κάποιον, του δίνω την απαραίτητη για τη συντήρησή του τροφή
διατρέχαμε	=	διατρέχω
διατρέχαν	=	διατρέχω
διατρέχανε	=	διατρέχω
διατρέχατε	=	διατρέχω
διατρέχει	=	διατρέχω
διατρέχεις	=	διατρέχω
διατρέχετε	=	διατρέχω
διατρέχοντας	=	διατρέχω
διατρέχουμε	=	διατρέχω
διατρέχουν	=	διατρέχω
διατρέχουνε	=	διατρέχω
διατρέχω	verb	διασχίζω
διατρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάτρηση
διατρήσεων	=	διάτρηση
διατρήτρια	noun|dated	θηλυκό του διατρητής: αυτή που χειρίζεται διατρητικό μηχάνημα
διατρήτριας	noun	γενική ενικού του διατρήτρια
διατρήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρήτρια
διατρίβω	verb|archaic	κατοικώ, διαμένω
διατρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρίβω
διατραγωδούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατραγωδώ
διατραγωδώ	verb|formal	αφηγούμαι σε τραγικό ύφος κάποια περιστατικά
διατρανωθήκαμε	=	διατρανώνομαι
διατρανωθήκαν	=	διατρανώνομαι
διατρανωθήκανε	=	διατρανώνομαι
διατρανωθήκατε	=	διατρανώνομαι
διατρανωθεί	=	διατρανώνομαι
διατρανωθείτε	=	διατρανώνομαι
διατρανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρανωμένο
διατρανωμένε	verb	κλητική ενικού του διατρανωμένος
διατρανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρανωμένη
διατρανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατρανωμένος
διατρανωμένης	verb	γενική ενικού του διατρανωμένη
διατρανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διατρανωμένος
διατρανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατρανωμένος
διατρανωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διατρανώνω
διατρανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατρανωμένος
διατρανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατρανωμένος
διατρανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατρανωμένος
διατρανωνόμασταν	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόμαστε	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόμουν	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόμουνα	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόντουσαν	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόσασταν	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόσαστε	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόσουν	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόσουνα	=	διατρανώνομαι
διατρανωνόταν	=	διατρανώνομαι
διατρανωνότανε	=	διατρανώνομαι
διατρανώθηκα	=	διατρανώνομαι
διατρανώθηκαν	=	διατρανώνομαι
διατρανώθηκε	=	διατρανώνομαι
διατρανώθηκες	=	διατρανώνομαι
διατρανώναμε	=	διατρανώνω
διατρανώναν	=	διατρανώνω
διατρανώνανε	=	διατρανώνω
διατρανώνατε	=	διατρανώνω
διατρανώνει	=	διατρανώνω
διατρανώνεις	=	διατρανώνω
διατρανώνεσαι	=	διατρανώνομαι
διατρανώνεστε	=	διατρανώνομαι
διατρανώνεται	=	διατρανώνομαι
διατρανώνετε	=	διατρανώνω
διατρανώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατρανώνω
διατρανώνονται	=	διατρανώνομαι
διατρανώνονταν	=	διατρανώνομαι
διατρανώνοντας	=	διατρανώνω
διατρανώνου	=	διατρανώνομαι
διατρανώνουμε	=	διατρανώνω
διατρανώνουν	=	διατρανώνω
διατρανώνουνε	=	διατρανώνω
διατρανώνω	verb	διακηρύσσω κάτι με κατηγορηματικό τρόπο
διατρανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώσαν	=	διατρανώνω
διατρανώσανε	=	διατρανώνω
διατρανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατράνωση
διατρανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διατράνωση
διατρανώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διατράνωση
διατρανώσου	=	διατρανώνομαι
διατρανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατρανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρανώνω
διατραπεζικά	=	διατραπεζικός
διατραπεζικέ	=	διατραπεζικός
διατραπεζικές	=	διατραπεζικός
διατραπεζική	=	διατραπεζικός
διατραπεζικής	=	διατραπεζικός
διατραπεζικοί	=	διατραπεζικός
διατραπεζικού	=	διατραπεζικός
διατραπεζικούς	=	διατραπεζικός
διατραπεζικό	=	διατραπεζικός
διατραπεζικός	adj	που αναφέρεται στις συναλλαγές, τις συμφωνίες και τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε διαφορετικά τραπεζικά ιδρύματα
διατραπεζικών	=	διατραπεζικός
διατραφήκαμε	=	διατρέφομαι
διατραφήκαν	=	διατρέφομαι
διατραφήκανε	=	διατρέφομαι
διατραφήκατε	=	διατρέφομαι
διατραφεί	=	διατρέφομαι
διατραφείς	=	διατρέφω
διατραφείτε	=	διατρέφομαι
διατραφούμε	=	διατρέφω
διατραφούν	=	διατρέφω
διατραφούνε	=	διατρέφω
διατραφώ	=	διατρέφω
διατρεξάντων	=	διατρέξαντα
διατρεφόμασταν	=	διατρέφομαι
διατρεφόμαστε	=	διατρέφομαι
διατρεφόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρεφόμενο
διατρεφόμενε	verb	κλητική ενικού του διατρεφόμενος
διατρεφόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρεφόμενη
διατρεφόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατρεφόμενος
διατρεφόμενης	verb	γενική ενικού του διατρεφόμενη
διατρεφόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διατρεφόμενος
διατρεφόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατρεφόμενος
διατρεφόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διατρέφω
διατρεφόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατρεφόμενος
διατρεφόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατρεφόμενος
διατρεφόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατρεφόμενος
διατρεφόμουν	=	διατρέφομαι
διατρεφόμουνα	=	διατρέφομαι
διατρεφόντουσαν	=	διατρέφομαι
διατρεφόσασταν	=	διατρέφομαι
διατρεφόσαστε	=	διατρέφομαι
διατρεφόσουν	=	διατρέφομαι
διατρεφόσουνα	=	διατρέφομαι
διατρεφόταν	=	διατρέφομαι
διατρεφότανε	=	διατρέφομαι
διατρητές	=	διατρητής
διατρητή	=	διατρητής
διατρητήρας	noun|rare	εργαλείο που ανοίγει τρύπες
διατρητής	noun|dated	αυτός που χειρίζεται διατρητικό μηχάνημα
διατρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρητικό
διατρητικέ	adj	κλητική ενικού του διατρητικός
διατρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρητική
διατρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατρητικός
διατρητικής	adj	γενική ενικού του διατρητική
διατρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατρητικός
διατρητικού	adj	γενική ενικού του διατρητικός
διατρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατρητικός
διατρητικό	adj	αιτιατική ενικού του διατρητικός
διατρητικός	adj	που είναι ικανός στο να διατρυπά
διατρητικών	adj	γενική πληθυντικού του διατρητικός
διατρητριών	noun	γενική πληθυντικού του διατρήτρια
διατρητών	=	διατρητής
διατριβές	=	διατριβή
διατριβή	noun	μελέτη που μελετά με επιστημονικό τρόπο κάποιο θέμα και που την υποβάλλουν σε κάποιο πανεπιστήμιο για να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο (καθηγητή, διδάκτορα κ.λπ.)
διατριβής	=	διατριβή
διατριβών	=	διατριβή
διατροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατροπικό
διατροπικέ	adj	κλητική ενικού του διατροπικός
διατροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατροπική
διατροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατροπικός
διατροπικής	adj	γενική ενικού του διατροπική
διατροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατροπικός
διατροπικοτήτων	=	διατροπικότητα
διατροπικού	adj	γενική ενικού του διατροπικός
διατροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατροπικός
διατροπικό	adj	αιτιατική ενικού του διατροπικός
διατροπικός	adj	που αφορά πολλούς συνδυασμένους τρόπους (μεταφοράς) ή τους συνδυάζει
διατροπικότητα	noun	η δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών μέσων μεταφοράς (π.χ. πλοίο, τρένο, φορτηγό, αεροπλάνο) για τη μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών με χρήση μιας ενιαίας, συνεχούς διαδρομής
διατροπικότητας	=	διατροπικότητα
διατροπικότητες	=	διατροπικότητα
διατροπικών	adj	γενική πληθυντικού του διατροπικός
διατροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατροφή
διατροφή	noun	η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο
διατροφής	=	διατροφή
διατροφικά	adv	από διατροφικής άποψης
διατροφικέ	adj	κλητική ενικού του διατροφικός
διατροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατροφική
διατροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατροφικός
διατροφικής	adj	γενική ενικού του διατροφική
διατροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατροφικός
διατροφικού	adj	γενική ενικού του διατροφικός
διατροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατροφικός
διατροφικό	adj	αιτιατική ενικού του διατροφικός
διατροφικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στη διατροφή
διατροφικών	adj	γενική πληθυντικού του διατροφικός
διατροφολογία	noun	η βιολογική επιστήμη που μελετά την επίδραση των βιομορίων και των ανόργανων συστατικών των τροφίμων στο μεταβολισμό και τη θρέψη των οργανισμών
διατροφολογίας	noun	γενική ενικού του διατροφολογία
διατροφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατροφολογία
διατροφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του διατροφολογία
διατροφολόγε	=	διατροφολόγος
διατροφολόγο	=	διατροφολόγος
διατροφολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατροφολόγος
διατροφολόγος	noun	αυτός που ασχολείται με θέματα διατροφής
διατροφολόγου	=	διατροφολόγος
διατροφολόγους	=	διατροφολόγος
διατροφολόγων	=	διατροφολόγος
διατροφών	=	διατροφή
διατρυπάω	=	διατρυπώ
διατρυπήθηκα	=	διατρυπώ
διατρυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρυπημένο
διατρυπημένε	verb	κλητική ενικού του διατρυπημένος
διατρυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατρυπημένη
διατρυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατρυπημένος
διατρυπημένης	verb	γενική ενικού του διατρυπημένη
διατρυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του διατρυπημένος
διατρυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατρυπημένος
διατρυπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διατρυπώ
διατρυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατρυπημένος
διατρυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατρυπημένος
διατρυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατρυπημένος
διατρυπώ	verb	τρυπάω, διαπερνώ από τη μία άκρη έως την άλλη
διατρυπώμαι	=	διατρυπώ
διατρυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διατρυπώ
διατρύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατρύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατρυπώ
διατσέντα	=	διατσέντο
διατσέντο	noun	ο υάκινθος
διατσέντου	=	διατσέντο
διατσέντων	=	διατσέντο
διαττόντων	=	διάττοντας
διατυμπάνιζα	=	διατυμπανίζω
διατυμπάνιζαν	=	διατυμπανίζω
διατυμπάνιζε	=	διατυμπανίζω
διατυμπάνιζες	=	διατυμπανίζω
διατυμπάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπάνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διατυμπανίζω, η διάδοση μιας είδησης με πομπώδη τρόπο
διατυμπάνισης	noun	γενική ενικού του διατυμπάνιση
διατυμπάνισις	noun	η διατυμπάνιση
διατυμπανίζαμε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζαν	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζανε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζατε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζει	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζεις	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζετε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίζοντας	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζουμε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζουν	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζουνε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίζω	verb	γνωστοποιώ επιδεικτικά κάτι σε πολλούς, ενώ δεν θα έπρεπε
διατυμπανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίσαν	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίσανε	=	διατυμπανίζω
διατυμπανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυμπάνιση
διατυμπανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διατυμπάνιση
διατυμπανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διατυμπάνιση
διατυμπανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανίστηκα	=	διατυμπανίζομαι
διατυμπανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυμπανίζω
διατυμπανισμέ	noun	κλητική ενικού του διατυμπανισμός
διατυμπανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυμπανισμένο
διατυμπανισμένε	verb	κλητική ενικού του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυμπανισμένη
διατυμπανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμένης	verb	γενική ενικού του διατυμπανισμένη
διατυμπανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμένος	verb	που έχει διατυμπανιστεί
διατυμπανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατυμπανισμένος
διατυμπανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατυμπανισμός
διατυμπανισμού	noun	γενική ενικού του διατυμπανισμός
διατυμπανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διατυμπανισμός
διατυμπανισμό	noun	αιτιατική ενικού του διατυμπανισμός
διατυμπανισμός	noun	άλλη μορφή του διατυμπάνιση
διατυμπανισμών	noun	γενική πληθυντικού του διατυμπανισμός
διατυπωθήκαμε	=	διατυπώνω
διατυπωθήκαν	=	διατυπώνω
διατυπωθήκανε	=	διατυπώνω
διατυπωθήκατε	=	διατυπώνω
διατυπωθεί	=	διατυπώνω
διατυπωθείς	=	διατυπώνω
διατυπωθείτε	=	διατυπώνω
διατυπωθούμε	=	διατυπώνω
διατυπωθούν	=	διατυπώνω
διατυπωθούνε	=	διατυπώνω
διατυπωθώ	=	διατυπώνω
διατυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυπωμένο
διατυπωμένε	verb	κλητική ενικού του διατυπωμένος
διατυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυπωμένη
διατυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατυπωμένος
διατυπωμένης	verb	γενική ενικού του διατυπωμένη
διατυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διατυπωμένος
διατυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατυπωμένος
διατυπωμένος	verb	που έχει διατυπωθεί
διατυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατυπωμένος
διατυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διατυπωμένος
διατυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατυπωμένος
διατυπωνόμασταν	=	διατυπώνω
διατυπωνόμαστε	=	διατυπώνω
διατυπωνόμουν	=	διατυπώνω
διατυπωνόμουνα	=	διατυπώνω
διατυπωνόντουσαν	=	διατυπώνω
διατυπωνόσασταν	=	διατυπώνω
διατυπωνόσαστε	=	διατυπώνω
διατυπωνόσουν	=	διατυπώνω
διατυπωνόσουνα	=	διατυπώνω
διατυπωνόταν	=	διατυπώνω
διατυπωνότανε	=	διατυπώνω
διατυπώθηκα	=	διατυπώνω
διατυπώθηκαν	=	διατυπώνω
διατυπώθηκε	=	διατυπώνω
διατυπώθηκες	=	διατυπώνω
διατυπώναμε	=	διατυπώνω
διατυπώναν	=	διατυπώνω
διατυπώνανε	=	διατυπώνω
διατυπώνατε	=	διατυπώνω
διατυπώνει	=	διατυπώνω
διατυπώνεις	=	διατυπώνω
διατυπώνεσαι	=	διατυπώνω
διατυπώνεστε	=	διατυπώνω
διατυπώνεται	=	διατυπώνω
διατυπώνετε	=	διατυπώνω
διατυπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διατυπώνω
διατυπώνομε	=	διατυπώνω
διατυπώνονται	=	διατυπώνω
διατυπώνονταν	=	διατυπώνω
διατυπώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διατυπώνω
διατυπώνουμε	=	διατυπώνω
διατυπώνουν	=	διατυπώνω
διατυπώνουνε	=	διατυπώνω
διατυπώνω	verb	εκφράζω γραπτά ή προφορικά τις σκέψεις ή απόψεις μου
διατυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσαν	=	διατυπώνω
διατυπώσανε	=	διατυπώνω
διατυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατύπωση
διατυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διατύπωση
διατυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διατύπωση
διατυπώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυπώσιμο
διατυπώσιμε	adj	κλητική ενικού του διατυπώσιμος
διατυπώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διατυπώσιμη
διατυπώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διατυπώσιμος
διατυπώσιμης	adj	γενική ενικού του διατυπώσιμη
διατυπώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διατυπώσιμος
διατυπώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διατυπώσιμος
διατυπώσιμος	adj	που μπορεί να διατυπωθεί
διατυπώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διατυπώσιμος
διατυπώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διατυπώσιμος
διατυπώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διατυπώσιμος
διατυπώσομε	=	διατυπώνω
διατυπώσου	=	διατυπώνω
διατυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσουνε	=	διατυπώνω
διατυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατόμου	=	διάτομο
διατόμων	=	διάτομο
διατόρως	adv|formal	με διάτορο τρόπο
διατύπωνα	=	διατυπώνω
διατύπωναν	=	διατυπώνω
διατύπωνε	=	διατυπώνω
διατύπωνες	=	διατυπώνω
διατύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διατυπώνω
διατύπωση	noun	ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται γλωσσικά κάτι, οι συγκεκριμένες φράσεις που χρησιμοποιεί ο ομιλητής ή ο συγγραφέας
διατύπωσης	noun	γενική ενικού του διατύπωση
διαυγάζαμε	=	διαυγάζω
διαυγάζαν	=	διαυγάζω
διαυγάζανε	=	διαυγάζω
διαυγάζατε	=	διαυγάζω
διαυγάζει	=	διαυγάζω
διαυγάζεις	=	διαυγάζω
διαυγάζεσαι	=	διαυγάζω
διαυγάζεστε	=	διαυγάζω
διαυγάζεται	=	διαυγάζω
διαυγάζετε	=	διαυγάζω
διαυγάζομαι	=	διαυγάζω
διαυγάζονται	=	διαυγάζω
διαυγάζονταν	=	διαυγάζω
διαυγάζοντας	=	διαυγάζω
διαυγάζου	=	διαυγάζω
διαυγάζουμε	=	διαυγάζω
διαυγάζουν	=	διαυγάζω
διαυγάζουνε	=	διαυγάζω
διαυγάζω	verb	κάνω κάτι διαυγές, καθαρό
διαυγάσαμε	=	διαυγάζω
διαυγάσαν	=	διαυγάζω
διαυγάσανε	=	διαυγάζω
διαυγάσατε	=	διαυγάζω
διαυγάσει	=	διαυγάζω
διαυγάσεις	=	διαύγαση
διαυγάσεων	=	διαύγαση
διαυγάσου	=	διαυγάζω
διαυγάστε	=	διαυγάζω
διαυγάστηκα	=	διαυγάζω
διαυγάστηκαν	=	διαυγάζω
διαυγάστηκε	=	διαυγάζω
διαυγάστηκες	=	διαυγάζω
διαυγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαυγής
διαυγή	adj	αιτιατική ενικού του διαυγής
διαυγής	adj	διαφανής, καθαρός, λαγαρός
διαυγαζόμασταν	=	διαυγάζω
διαυγαζόμαστε	=	διαυγάζω
διαυγαζόμενος	=	διαυγάζω
διαυγαζόμουν	=	διαυγάζω
διαυγαζόμουνα	=	διαυγάζω
διαυγαζόντουσαν	=	διαυγάζω
διαυγαζόσασταν	=	διαυγάζω
διαυγαζόσαστε	=	διαυγάζω
διαυγαζόσουν	=	διαυγάζω
διαυγαζόσουνα	=	διαυγάζω
διαυγαζόταν	=	διαυγάζω
διαυγαζότανε	=	διαυγάζω
διαυγασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαυγασμένο
διαυγασμένε	verb	κλητική ενικού του διαυγασμένος
διαυγασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαυγασμένη
διαυγασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαυγασμένος
διαυγασμένης	verb	γενική ενικού του διαυγασμένη
διαυγασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαυγασμένος
διαυγασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαυγασμένος
διαυγασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαυγάζω
διαυγασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαυγασμένος
διαυγασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαυγασμένος
διαυγασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαυγασμένος
διαυγαστήκαμε	=	διαυγάζω
διαυγαστήκαν	=	διαυγάζω
διαυγαστήκανε	=	διαυγάζω
διαυγαστήκατε	=	διαυγάζω
διαυγαστεί	=	διαυγάζω
διαυγαστείτε	=	διαυγάζω
διαυγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαυγής
διαυγειών	noun	γενική πληθυντικού του διαύγεια
διαυγούς	adj	γενική ενικού του διαυγής
διαυγών	adj	γενική πληθυντικού του διαυγής
διαυγώς	adv	με διαυγή τρόπο, με διαύγεια
διαυλοεπιλογέα	noun	γενική ενικού του διαυλοεπιλογέας
διαυλοεπιλογέας	noun|rare	τηλεκοντρόλ
διαυλοποίηση	noun	η δημιουργία διαύλου
διαυλοποίησης	noun	γενική ενικού του διαυλοποίηση
διαυλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαυλοποίηση
διαυλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαυλοποίηση
διαυλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαυλοποίηση
διαφάνεια	noun	η ιδιότητα του υλικού που επιτρέπει να φαίνονται αντικείμενα που βρίσκονται πίσω ή μέσα σε αυτό
διαφάνειας	noun	γενική ενικού του διαφάνεια
διαφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφάνεια
διαφάνηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφάνηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφάνηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφάνηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφέγγω	verb	είμαι ή γίνομαι διάφεγγος
διαφέντεμα	noun	το αποτέλεσμα του διαφεντεύω
διαφέντευα	=	διαφεντεύω
διαφέντευαν	=	διαφεντεύω
διαφέντευε	=	διαφεντεύω
διαφέντευες	=	διαφεντεύω
διαφέντευσα	=	διαφεντεύω
διαφέντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφέντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφέντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφέντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφέραμε	=	διαφέρω
διαφέραν	=	διαφέρω
διαφέρανε	=	διαφέρω
διαφέρατε	=	διαφέρω
διαφέρει	=	διαφέρω
διαφέρεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφέρω
διαφέρετε	=	διαφέρω
διαφέρομε	=	διαφέρω
διαφέρον	noun	άλλη μορφή του ενδιαφέρον
διαφέροντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφέρον
διαφέροντας	=	διαφέρω
διαφέρουμε	=	διαφέρω
διαφέρουν	=	διαφέρω
διαφέρουνε	=	διαφέρω
διαφέρτε	=	διαφέρω
διαφέρω	verb	είμαι διαφορετικός, παρουσιάζω μια ή περισσότερες διαφορές από κάτι άλλο
διαφήμιζα	=	διαφημίζω
διαφήμιζαν	=	διαφημίζω
διαφήμιζε	=	διαφημίζω
διαφήμιζες	=	διαφημίζω
διαφήμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφήμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφήμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφήμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφήμιση	noun	η προβολή των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος ή ατόμου ή υπηρεσίας με σκοπό την αποκόμιση κάποιου κέρδους
διαφήμισης	noun	γενική ενικού του διαφήμιση
διαφήμισις	noun	η διαφήμιση
διαφαίνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαφαίνομαι
διαφαίνομαι	verb|formal	αρχίζω να γίνομαι ορατός, φαίνομαι, διαγράφομαι, διακρίνομαι
διαφαινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφαινόμενο
διαφαινόμενε	verb	κλητική ενικού του διαφαινόμενος
διαφαινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφαινόμενη
διαφαινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφαινόμενος
διαφαινόμενης	verb	γενική ενικού του διαφαινόμενη
διαφαινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαφαινόμενος
διαφαινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφαινόμενος
διαφαινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαφαίνομαι
διαφαινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφαινόμενος
διαφαινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφαινόμενος
διαφαινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφαινόμενος
διαφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαφανής
διαφανέστατα	=	διαφανής
διαφανέστατε	=	διαφανής
διαφανέστατες	=	διαφανής
διαφανέστατη	=	διαφανής
διαφανέστατης	=	διαφανής
διαφανέστατο	=	διαφανής
διαφανέστατοι	=	διαφανής
διαφανέστατος	=	διαφανής
διαφανέστατου	=	διαφανής
διαφανέστατους	=	διαφανής
διαφανέστατων	=	διαφανής
διαφανέστερα	=	διαφανής
διαφανέστερε	=	διαφανής
διαφανέστερες	=	διαφανής
διαφανέστερη	=	διαφανής
διαφανέστερης	=	διαφανής
διαφανέστερο	=	διαφανής
διαφανέστεροι	=	διαφανής
διαφανέστερος	=	διαφανής
διαφανέστερου	=	διαφανής
διαφανέστερους	=	διαφανής
διαφανέστερων	=	διαφανής
διαφανή	=	διαφανής
διαφανήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανής	adj	που επιτρέπει το φως να περάσει από μέσα του
διαφανεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανειών	noun	γενική πληθυντικού του διαφάνεια
διαφανοσκοπίου	=	διαφανοσκόπιο
διαφανοσκοπίων	=	διαφανοσκόπιο
διαφανοσκόπια	=	διαφανοσκόπιο
διαφανοσκόπιο	noun	γενική ονομασία εποπτικού μέσου προβολής διαφανειών
διαφανοσκόπιου	=	διαφανοσκόπιο
διαφανούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανούς	adj	γενική ενικού του διαφανής
διαφανώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφαίνομαι
διαφανών	adj	γενική πληθυντικού του διαφανής
διαφανώς	adv	με διαφανή τρόπο: ώστε κάτι να είναι ορατό, καθαρό, φανερό σε όλους
διαφεγγές	=	διαφεγγής
διαφεγγή	=	διαφεγγής
διαφεγγής	adj|formal	διάφανος
διαφεγγείς	=	διαφεγγής
διαφεγγούς	=	διαφεγγής
διαφεγγών	=	διαφεγγής
διαφεντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφέντεμα
διαφεντέματος	noun	γενική ενικού του διαφέντεμα
διαφεντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψαν	=	διαφεντεύω
διαφεντέψανε	=	διαφεντεύω
διαφεντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφέντεψη
διαφεντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψου	=	διαφεντεύω
διαφεντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διαφέντεμα
διαφεντεμένα	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένε	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένες	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένη	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένης	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένο	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένοι	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντεμένου	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένους	=	διαφεντεμένος
διαφεντεμένων	=	διαφεντεμένος
διαφεντευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφεντευμένο
διαφεντευμένε	verb	κλητική ενικού του διαφεντευμένος
διαφεντευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφεντευμένη
διαφεντευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφεντευμένος
διαφεντευμένης	verb	γενική ενικού του διαφεντευμένη
διαφεντευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαφεντευμένος
διαφεντευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφεντευμένος
διαφεντευμένος	=	διαφεντεύω
διαφεντευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφεντευμένος
διαφεντευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφεντευμένος
διαφεντευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφεντευμένος
διαφεντευτήκαμε	=	διαφεντεύω
διαφεντευτήκαν	=	διαφεντεύω
διαφεντευτήκανε	=	διαφεντεύω
διαφεντευτήκατε	=	διαφεντεύω
διαφεντευτεί	=	διαφεντεύω
διαφεντευτείτε	=	διαφεντεύω
διαφεντευόμασταν	=	διαφεντεύω
διαφεντευόμαστε	=	διαφεντεύω
διαφεντευόμουν	=	διαφεντεύω
διαφεντευόμουνα	=	διαφεντεύω
διαφεντευόντουσαν	=	διαφεντεύω
διαφεντευόσασταν	=	διαφεντεύω
διαφεντευόσαστε	=	διαφεντεύω
διαφεντευόσουν	=	διαφεντεύω
διαφεντευόσουνα	=	διαφεντεύω
διαφεντευόταν	=	διαφεντεύω
διαφεντευότανε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύαμε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύαν	=	διαφεντεύω
διαφεντεύανε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύατε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύει	=	διαφεντεύω
διαφεντεύεις	=	διαφεντεύω
διαφεντεύεσαι	=	διαφεντεύω
διαφεντεύεστε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύεται	=	διαφεντεύω
διαφεντεύετε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντεύομε	verb	λόγια μορφή του διαφεντεύουμε, πρώτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντεύονται	=	διαφεντεύω
διαφεντεύονταν	=	διαφεντεύω
διαφεντεύοντας	=	διαφεντεύω
διαφεντεύουμε	verb	πρώτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του ρήματος διαφεντεύω
διαφεντεύουν	=	διαφεντεύω
διαφεντεύουνε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύτηκα	=	διαφεντεύω
διαφεντεύτηκαν	=	διαφεντεύω
διαφεντεύτηκε	=	διαφεντεύω
διαφεντεύτηκες	=	διαφεντεύω
διαφεντεύω	verb	κυβερνώ, διοικώ, ασκώ εξουσία πάνω σε κάποιον ή κάτι
διαφερόντως	adv|formal	ιδιαίτερα, ξεχωριστά, εξαιρετικά
διαφεύγω	verb	Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
διαφημίζαμε	=	διαφημίζω
διαφημίζαν	=	διαφημίζω
διαφημίζανε	=	διαφημίζω
διαφημίζατε	=	διαφημίζω
διαφημίζει	=	διαφημίζω
διαφημίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφημίζω
διαφημίζεσαι	=	διαφημίζω
διαφημίζεστε	=	διαφημίζω
διαφημίζεται	=	διαφημίζω
διαφημίζετε	=	διαφημίζω
διαφημίζομαι	=	διαφημίζω
διαφημίζομε	=	διαφημίζω
διαφημίζονται	=	διαφημίζω
διαφημίζονταν	=	διαφημίζω
διαφημίζοντας	=	διαφημίζω
διαφημίζουμε	=	διαφημίζω
διαφημίζουν	=	διαφημίζω
διαφημίζουνε	=	διαφημίζω
διαφημίζω	verb	ανακοινώνω ή γνωστοποιώ ένα προϊόν ή μια υπηρεσία σε ευρύ κοινό με τρόπο ελκυστικό, ώστε οι παραλήπτες του μηνύματός μου να ενδιαφέρονται για την κατανάλωση ή τη χρήση της/του
διαφημίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίσαν	=	διαφημίζω
διαφημίσανε	=	διαφημίζω
διαφημίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφήμιση
διαφημίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαφήμιση
διαφημίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαφήμιση
διαφημίσομε	=	διαφημίζω
διαφημίσου	=	διαφημίζω
διαφημίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίσουνε	=	διαφημίζω
διαφημίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημίστρια	noun	διαφημιστής
διαφημίστριας	noun	γενική ενικού του διαφημίστρια
διαφημίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημίστρια
διαφημίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζω
διαφημιζόμασταν	=	διαφημίζω
διαφημιζόμαστε	=	διαφημίζω
διαφημιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημιζόμενο
διαφημιζόμενε	verb	κλητική ενικού του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημιζόμενη
διαφημιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμενης	verb	γενική ενικού του διαφημιζόμενη
διαφημιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμενος	verb	που διαφημίζεται, προβάλλεται	noun	ουσιαστικοποιημένη μετοχή, κυρίως στην ορολογία των διαφημιστικών εταιριών και των εκδοτικών ή ραδιοτηλεοπτικών μέσων, για τον πελάτη που πληρώνει διαφήμιση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παρέχει
διαφημιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφημιζόμενος
διαφημιζόμουν	=	διαφημίζω
διαφημιζόμουνα	=	διαφημίζω
διαφημιζόντουσαν	=	διαφημίζω
διαφημιζόσασταν	=	διαφημίζω
διαφημιζόσαστε	=	διαφημίζω
διαφημιζόσουν	=	διαφημίζω
διαφημιζόσουνα	=	διαφημίζω
διαφημιζόταν	=	διαφημίζω
διαφημιζότανε	=	διαφημίζω
διαφημισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημισμένο
διαφημισμένε	verb	κλητική ενικού του διαφημισμένος
διαφημισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημισμένη
διαφημισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφημισμένος
διαφημισμένης	verb	γενική ενικού του διαφημισμένη
διαφημισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαφημισμένος
διαφημισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφημισμένος
διαφημισμένος	verb	που έχει διαφημιστεί
διαφημισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφημισμένος
διαφημισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφημισμένος
διαφημισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφημισμένος
διαφημισούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημισούλα
διαφημιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημιστής
διαφημιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαφημιστής
διαφημιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστήκαν	=	διαφημίζω
διαφημιστήκανε	=	διαφημίζω
διαφημιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστής	noun	αυτός που διαφημίζει κάτι
διαφημιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημιστικό
διαφημιστικέ	adj	κλητική ενικού του διαφημιστικός
διαφημιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφημιστική
διαφημιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφημιστικός
διαφημιστικής	adj	γενική ενικού του διαφημιστική
διαφημιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφημιστικός
διαφημιστικού	adj	γενική ενικού του διαφημιστικός
διαφημιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφημιστικός
διαφημιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διαφημιστικός	noun	διαφήμιση, σε έντυπη η άλλη μορφή
διαφημιστικός	adj	που έχει σχέση με τη διαφήμιση
διαφημιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφημιστικός
διαφημιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστούνε	=	διαφημίζω
διαφημιστριών	noun	γενική πληθυντικού του διαφημίστρια
διαφημιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφημίζομαι
διαφημιστών	noun	γενική πληθυντικού του διαφημιστής
διαφθάρηκα	=	διαφθείρω
διαφθαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφθαρμένο
διαφθαρμένε	verb	κλητική ενικού του διαφθαρμένος
διαφθαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφθαρμένη
διαφθαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφθαρμένος
διαφθαρμένης	verb	γενική ενικού του διαφθαρμένη
διαφθαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαφθαρμένος
διαφθαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφθαρμένος
διαφθαρμένος	verb	μορφή του διεφθαρμένος
διαφθαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφθαρμένος
διαφθαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφθαρμένος
διαφθαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφθαρμένος
διαφθείραμε	=	διαφθείρω
διαφθείραν	=	διαφθείρω
διαφθείρανε	=	διαφθείρω
διαφθείρατε	=	διαφθείρω
διαφθείρει	=	διαφθείρω
διαφθείρεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφθείρω
διαφθείρετε	=	διαφθείρω
διαφθείρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαφθείρω
διαφθείροντας	=	διαφθείρω
διαφθείρουμε	=	διαφθείρω
διαφθείρουν	=	διαφθείρω
διαφθείρουνε	=	διαφθείρω
διαφθείρτε	=	διαφθείρω
διαφθείρω	verb	ωθώ ή οδηγώ στην ανηθικότητα, ιδίως στον σεξουαλικό τομέα
διαφθορά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω
διαφθοράς	noun	γενική ενικού του διαφθορά
διαφθορέα	=	διαφθορέας
διαφθορέας	noun	αυτός που διαφθείρει
διαφθορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφθορά
διαφθορέων	=	διαφθορέας
διαφθορέως	=	διαφθορέας
διαφθορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφθορείο
διαφθορείο	noun	πορνείο ή άλλο αντίστοιχο μέρος, όπου κάποιοι εκδίδονται
διαφθορείου	noun	γενική ενικού του διαφθορείο
διαφθορείς	=	διαφθορέας
διαφθορείων	noun	γενική πληθυντικού του διαφθορείο
διαφθορών	=	διαφθορά
διαφιλονίκει	=	διαφιλονικώ
διαφιλονίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονίκηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφιλονικώ
διαφιλονίκησης	noun	γενική ενικού του διαφιλονίκηση
διαφιλονίκησις	noun	η διαφιλονικία, η διαμφισβήτηση κάποιου πράγματος
διαφιλονικήθηκα	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήθηκαν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήθηκε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήθηκες	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήσαν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήσανε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφιλονίκηση
διαφιλονικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαφιλονίκηση
διαφιλονικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαφιλονίκηση
διαφιλονικήσου	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφιλονικώ
διαφιλονικεί	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικείς	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικείσαι	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικείστε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικείται	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικείτε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικηθήκαμε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικηθήκαν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικηθήκανε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικηθήκατε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικηθεί	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικηθείτε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικημένος	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούμαι	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούμασταν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούμαστε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούμε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούμενος	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούμουν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούνε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούνται	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούνταν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσα	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσαμε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσαν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσανε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσασταν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσαστε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσατε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσε	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσες	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικούσουν	=	διαφιλονικώ
διαφιλονικώ	verb	προσπαθώ και αγωνίζομαι με ειρηνικά μέσα (π.χ. μέσω δικαστηρίων) ή με τη βία (π.χ. με πόλεμο) να επιβάλω την κυριότητά μου σε πράγμα που κατέχει ή στο οποίο έχει αξιώσεις κάποιος άλλος
διαφιλονικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφιλονικώ
διαφορά	noun	το σύνολο των χαρακτηριστικών που κάνουν ένα πρόσωπο ή πράγμα να μην είναι όμοιο με κάτι άλλο
διαφοράς	noun	γενική ενικού του διαφορά
διαφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορά
διαφορίζω	verb	με υπολογισμούς βρίσκω την παράγωγο μιας συνάρτησης
διαφορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφόριση
διαφορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίσεων	=	διαφόριση
διαφορίσιμα	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμε	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμες	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμη	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμης	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμο	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμοι	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμος	adj	που δύναται να διαφορίζεται
διαφορίσιμου	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμους	=	διαφορίσιμος
διαφορίσιμων	=	διαφορίσιμος
διαφορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφορετικά	adv	σε διαφορετική περίπτωση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορετικό
διαφορετικέ	adj	κλητική ενικού του διαφορετικός
διαφορετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορετική
διαφορετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφορετικός
διαφορετικής	adj	γενική ενικού του διαφορετική
διαφορετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφορετικός
διαφορετικοτήτων	=	διαφορετικότητα
διαφορετικού	adj	γενική ενικού του διαφορετικός
διαφορετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφορετικός
διαφορετικό	adj	αιτιατική ενικού του διαφορετικός
διαφορετικός	adj	που διαφέρει από κάτι άλλο
διαφορετικότητα	noun	η ιδιότητα του διαφορετικού, το να είναι κάποιος διαφορετικός
διαφορετικότητας	=	διαφορετικότητα
διαφορετικότητες	=	διαφορετικότητα
διαφορετικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφορετικός
διαφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορικό
διαφορικέ	adj	κλητική ενικού του διαφορικός
διαφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορική
διαφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφορικός
διαφορικής	adj	γενική ενικού του διαφορική
διαφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφορικός
διαφορικού	adj	γενική ενικού του διαφορικός
διαφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφορικός
διαφορικό	noun	μηχανισμός μετάδοσης κίνησης στους τροχούς ενός οχήματος	adj	αιτιατική ενικού του διαφορικός
διαφορικός	adj	ο αναφερόμενος σε διαφορές, που μελετά διαφορές
διαφορικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφορικός
διαφορισμέ	=	διαφορισμός
διαφορισμοί	=	διαφορισμός
διαφορισμού	=	διαφορισμός
διαφορισμούς	=	διαφορισμός
διαφορισμό	=	διαφορισμός
διαφορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφορίζω, η εννοιολογική ή τεχνική πράξη με την οποία κάτι διακρίνεται, αποσπάται ή αποκτά ιδιαίτερα γνωρίσματα σε σχέση με κάτι άλλο, είτε ως διαδικασία είτε ως αποτέλεσμα
διαφορισμών	=	διαφορισμός
διαφοροδιάγνωση	noun	η συστηματική αξιολόγηση κλινικών ή άλλων διαγνωστικών δεδομένων με σκοπό να αποκλειστούν εναλλακτικές παθήσεις ή καταστάσεις και να τεκμηριωθεί η πλέον πιθανή αιτία των παρατηρούμενων συμπτωμάτων
διαφοροδιάγνωσης	=	διαφοροδιάγνωση
διαφοροδιαγνώσεις	=	διαφοροδιάγνωση
διαφοροδιαγνώσεων	=	διαφοροδιάγνωση
διαφοροποίει	=	διαφοροποιώ
διαφοροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφοροποιώ
διαφοροποίησης	noun	γενική ενικού του διαφοροποίηση
διαφοροποίησις	noun	η διαφοροποίηση
διαφοροποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσαν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιήσανε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφοροποίηση
διαφοροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαφοροποίηση
διαφοροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαφοροποίηση
διαφοροποιήσιμα	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμε	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμες	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμη	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμης	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμο	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμοι	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να διαφοροποιηθεί
διαφοροποιήσιμου	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμους	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσιμων	=	διαφοροποιήσιμος
διαφοροποιήσου	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσουνε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαφοροποιώ
διαφοροποιείς	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιείσαι	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιείστε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαφοροποιούμαι
διαφοροποιείτε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιείτο	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθήκαν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιηθήκανε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιηθούνε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφοροποιούμαι
διαφοροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφοροποιημένο
διαφοροποιημένε	verb	κλητική ενικού του διαφοροποιημένος
διαφοροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφοροποιημένη
διαφοροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφοροποιημένος
διαφοροποιημένης	verb	γενική ενικού του διαφοροποιημένη
διαφοροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του διαφοροποιημένος
διαφοροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφοροποιημένος
διαφοροποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφοροποιημένος
διαφοροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφοροποιημένος
διαφοροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφοροποιημένος
διαφοροποιητές	=	διαφοροποιητής
διαφοροποιητή	=	διαφοροποιητής
διαφοροποιητής	noun	αυτός που διαφοροποιεί
διαφοροποιητικά	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικέ	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικές	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητική	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικής	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικοί	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικού	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικούς	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικό	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητικός	adj	που διαφοροποιεί, που συντελεί στη διαφοροποίηση
διαφοροποιητικών	=	διαφοροποιητικός
διαφοροποιητών	=	διαφοροποιητής
διαφοροποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροποιούμασταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούμαστε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούμε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούμενος	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούμουν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούμουνα	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούνε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διαφοροποιούμαι
διαφοροποιούνταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούντο	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσα	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσαμε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσαν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσανε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσασταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσαστε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσατε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσες	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσουν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιούσουνα	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόμασταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόμαστε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόμουν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόμουνα	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόνταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόντανε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόντουσαν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόσασταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόσαστε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόσουν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόσουνα	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιόταν	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιότανε	=	διαφοροποιώ
διαφοροποιώ	verb	κάνω κάτι διαφορετικό από κάτι άλλο
διαφοροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφοροποιώ
διαφοροτρόπως	adv|rare	ποικιλοτρόπως
διαφορτωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορτωτικό
διαφορτωτικέ	adj	κλητική ενικού του διαφορτωτικός
διαφορτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφορτωτική
διαφορτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφορτωτικός
διαφορτωτικής	adj	γενική ενικού του διαφορτωτική
διαφορτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφορτωτικός
διαφορτωτικού	adj	γενική ενικού του διαφορτωτικός
διαφορτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφορτωτικός
διαφορτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαφορτωτικός
διαφορτωτικός	adj	που αφορά ή εμπλέκει δύο τουλάχιστον μέσα μεταφοράς ενός προϊόντος
διαφορτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφορτωτικός
διαφορών	noun	γενική πληθυντικού του διαφορά
διαφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάφραγμα
διαφράγματος	noun	γενική ενικού του διάφραγμα
διαφραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διάφραγμα
διαφραγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφραγματικό
διαφραγματικέ	adj	κλητική ενικού του διαφραγματικός
διαφραγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφραγματική
διαφραγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφραγματικός
διαφραγματικής	adj	γενική ενικού του διαφραγματική
διαφραγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφραγματικός
διαφραγματικού	adj	γενική ενικού του διαφραγματικός
διαφραγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφραγματικός
διαφραγματικό	adj	αιτιατική ενικού του διαφραγματικός
διαφραγματικός	adj	που έχει σχέση με το διάφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
διαφραγματικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφραγματικός
διαφραγματοκήλες	=	διαφραγματοκήλη
διαφραγματοκήλη	noun	η κήλη ή η (αφύσικη) διεύρυνση του διαφράγματος ανάμεσα στον οισοφάγο και το στομάχι
διαφραγματοκήλης	=	διαφραγματοκήλη
διαφυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυγή
διαφυγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφεύγω
διαφυγής	=	διαφυγή
διαφυγών	=	διαφυγή
διαφυλάγω	verb	άλλη μορφή του διαφυλάσσω
διαφυλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφύλαξη
διαφυλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του διαφύλαξη
διαφυλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του διαφύλαξη
διαφυλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφυλάσσομαι	=	διαφυλάσσω
διαφυλάσσω	verb	φυλάω, φροντίζω να μη χαθεί, να μην καταστραφεί
διαφυλάττω	verb	διαφυλάσσω
διαφυλάχθηκα	=	διαφυλάσσω
διαφυλία	noun	κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο έχει εκ γενετής γυναικεία εξωτερικά όργανα (που καθορίζουν την κοινωνική της θέση ως γυναίκα), ενώ ο τύπος των χρωμοσωμάτων φύλου είναι αρσενικός (ΧΥ)
διαφυλίας	=	διαφυλία
διαφυλίες	=	διαφυλία
διαφυλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυλαγμένο
διαφυλαγμένε	verb	κλητική ενικού του διαφυλαγμένος
διαφυλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυλαγμένη
διαφυλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφυλαγμένος
διαφυλαγμένης	verb	γενική ενικού του διαφυλαγμένη
διαφυλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαφυλαγμένος
διαφυλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφυλαγμένος
διαφυλαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαφυλάγω και διαφυλάσσω
διαφυλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφυλαγμένος
διαφυλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφυλαγμένος
διαφυλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφυλαγμένος
διαφυλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυλετικό
διαφυλετικέ	adj	κλητική ενικού του διαφυλετικός
διαφυλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυλετική
διαφυλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφυλετικός
διαφυλετικής	adj	γενική ενικού του διαφυλετική
διαφυλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφυλετικός
διαφυλετικού	adj	γενική ενικού του διαφυλετικός
διαφυλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφυλετικός
διαφυλετικό	adj	αιτιατική ενικού του διαφυλετικός
διαφυλετικός	adj	που αφορά διαφορετικές φυλές
διαφυλετικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφυλετικός
διαφυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυλικό
διαφυλικέ	adj	κλητική ενικού του διαφυλικός
διαφυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφυλική
διαφυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφυλικός
διαφυλικής	adj	γενική ενικού του διαφυλική
διαφυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφυλικός
διαφυλικού	adj	γενική ενικού του διαφυλικός
διαφυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφυλικός
διαφυλικό	adj	αιτιατική ενικού του διαφυλικός
διαφυλικός	noun	αυτός που χαρακτηρίζεται από διαφυλία
διαφυλικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφυλικός
διαφυλισμέ	=	διαφυλισμός
διαφυλισμοί	=	διαφυλισμός
διαφυλισμού	=	διαφυλισμός
διαφυλισμούς	=	διαφυλισμός
διαφυλισμό	=	διαφυλισμός
διαφυλισμός	noun	άλλη μορφή του διαφυλία
διαφυλισμών	=	διαφυλισμός
διαφυλιών	=	διαφυλία
διαφυλλιστής	noun|rare	browser, web browser: το πρόγραμμα περιήγησης στο διαδίκτυο (πιο συχνό στα ελληνικά: φυλλομετρητής)
διαφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσαν	=	διαφωνώ
διαφωνήσανε	=	διαφωνώ
διαφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσουνε	=	διαφωνώ
διαφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφωνία	noun	η διάσταση γνωμών, η ασυμφωνία
διαφωνίας	noun	γενική ενικού του διαφωνία
διαφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωνία
διαφωνεί	=	διαφωνώ
διαφωνείς	=	διαφωνώ
διαφωνείτε	=	διαφωνώ
διαφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του διαφωνία
διαφωνουσών	=	διαφωνών
διαφωνούμε	=	διαφωνώ
διαφωνούν	=	διαφωνώ
διαφωνούνε	=	διαφωνώ
διαφωνούντα	=	διαφωνών
διαφωνούντας	=	διαφωνών
διαφωνούντες	=	διαφωνών
διαφωνούντος	=	διαφωνών
διαφωνούντων	=	διαφωνών
διαφωνούσα	=	διαφωνώ
διαφωνούσαμε	=	διαφωνώ
διαφωνούσαν	=	διαφωνώ
διαφωνούσανε	=	διαφωνώ
διαφωνούσας	=	διαφωνών
διαφωνούσατε	=	διαφωνώ
διαφωνούσε	=	διαφωνώ
διαφωνούσες	=	διαφωνώ
διαφωνούσης	=	διαφωνών
διαφωνώ	verb	πιστεύω, έχω ή υποστηρίζω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με κάποιον άλλον
διαφωνών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφωνώ	noun	που διαφωνεί
διαφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαφωνώ
διαφωτίζαμε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζαν	=	διαφωτίζω
διαφωτίζανε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζατε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζει	=	διαφωτίζω
διαφωτίζεις	=	διαφωτίζω
διαφωτίζεσαι	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίζεστε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίζεται	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίζετε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίζομε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζονται	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίζονταν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίζοντας	=	διαφωτίζω
διαφωτίζου	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίζουμε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζουν	=	διαφωτίζω
διαφωτίζουνε	=	διαφωτίζω
διαφωτίζω	verb	ενημερώνω κάποιον για κάποιο θέμα που δεν γνωρίζει καλά
διαφωτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίσαν	=	διαφωτίζω
διαφωτίσανε	=	διαφωτίζω
διαφωτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφώτιση
διαφωτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαφώτιση
διαφωτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαφώτιση
διαφωτίσομε	=	διαφωτίζω
διαφωτίσου	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίσουνε	=	διαφωτίζω
διαφωτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτίστηκα	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίστηκαν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίστηκε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίστηκες	=	διαφωτίζομαι
διαφωτίστρια	noun	θηλυκό του διαφωτιστής
διαφωτίστριας	noun	γενική ενικού του διαφωτίστρια
διαφωτίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωτίστρια
διαφωτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφωτιζόμασταν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόμαστε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόμουν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόμουνα	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόντουσαν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόσασταν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόσαστε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόσουν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόσουνα	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζόταν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιζότανε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτισμέ	noun	κλητική ενικού του διαφωτισμός
διαφωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωτισμένο
διαφωτισμένε	verb	κλητική ενικού του διαφωτισμένος
διαφωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωτισμένη
διαφωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφωτισμένος
διαφωτισμένης	verb	γενική ενικού του διαφωτισμένη
διαφωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαφωτισμένος
διαφωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφωτισμένος
διαφωτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαφωτίζω
διαφωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφωτισμένος
διαφωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαφωτισμένος
διαφωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφωτισμένος
διαφωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφωτισμός
διαφωτισμού	noun	γενική ενικού του διαφωτισμός
διαφωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαφωτισμός
διαφωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαφωτισμός
διαφωτισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφωτίζω
διαφωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαφωτισμός
διαφωτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωτιστής
διαφωτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαφωτιστής
διαφωτιστήκαμε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιστήκαν	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιστήκανε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιστήκατε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιστής	noun	αυτός που διαφωτίζει
διαφωτιστεί	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιστείς	=	διαφωτίζω
διαφωτιστείτε	=	διαφωτίζομαι
διαφωτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωτιστικό	adv	με διαφωτιστικό τρόπο
διαφωτιστικέ	adj	κλητική ενικού του διαφωτιστικός
διαφωτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφωτιστική
διαφωτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφωτιστικός
διαφωτιστικής	adj	γενική ενικού του διαφωτιστική
διαφωτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφωτιστικός
διαφωτιστικού	adj	γενική ενικού του διαφωτιστικός
διαφωτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφωτιστικός
διαφωτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαφωτιστικός
διαφωτιστικός	adj	που συμβάλλει στη διαφώτιση, σχετίζεται μ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
διαφωτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαφωτιστικός
διαφωτιστούμε	=	διαφωτίζω
διαφωτιστούν	=	διαφωτίζω
διαφωτιστούνε	=	διαφωτίζω
διαφωτιστριών	noun	γενική πληθυντικού του διαφωτίστρια
διαφωτιστώ	=	διαφωτίζω
διαφωτιστών	noun	γενική πληθυντικού του διαφωτιστής
διαφόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφορίζω
διαφόριση	noun	η ενέργεια του διαφορίζω, το να βρω την παράγωγο μιας συνάρτησης
διαφόρισης	=	διαφόριση
διαφόρων	noun	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του διάφορος
διαφόρως	adv	με διαφορά, διαφορετικά
διαφύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαφεύγω
διαφύλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφύλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφύλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφύλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφυλάττω
διαφύλαξη	noun	προστασία, προσεκτική συντήρηση και διατήρηση αγαθών, υπεράσπιση για να περισωθεί κάτι σημαντικό
διαφύλαξης	noun	γενική ενικού του διαφύλαξη
διαφύσεις	=	διάφυση
διαφύσεων	=	διάφυση
διαφώνει	=	διαφωνώ
διαφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωνώ
διαφώτιζα	=	διαφωτίζω
διαφώτιζαν	=	διαφωτίζω
διαφώτιζε	=	διαφωτίζω
διαφώτιζες	=	διαφωτίζω
διαφώτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφώτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφώτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφώτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαφωτίζω
διαφώτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφωτίζω
διαφώτισης	noun	γενική ενικού του διαφώτιση
διαφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφώτιστο
διαφώτιστε	adj	κλητική ενικού του διαφώτιστος
διαφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαφώτιστη
διαφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαφώτιστος
διαφώτιστης	adj	γενική ενικού του διαφώτιστη
διαφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του διαφώτιστος
διαφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαφώτιστος
διαφώτιστος	adj	ημιδιαφανής, ημιδιάφανος
διαφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαφώτιστος
διαφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαφώτιστος
διαφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαφώτιστος
διαχάραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαχαράσσω / διαχαράζω
διαχάραξης	=	διαχάραξη
διαχέαμε	=	διαχέω
διαχέαν	=	διαχέω
διαχέανε	=	διαχέω
διαχέατε	=	διαχέω
διαχέει	verb	γ' ενικό ενεστώτα του ρήματος διαχέω
διαχέεις	=	διαχέω
διαχέεσαι	=	διαχέω
διαχέεσθε	=	διαχέω
διαχέεστε	=	διαχέω
διαχέεται	=	διαχέω
διαχέετε	=	διαχέω
διαχέομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαχέω
διαχέομε	=	διαχέω
διαχέονται	=	διαχέω
διαχέονταν	=	διαχέω
διαχέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαχέω
διαχέουμε	=	διαχέω
διαχέω	verb	σκορπίζω, διασκορπίζω
διαχαράζω	verb|rare	άλλη μορφή του διαχαράσσω
διαχαράξεις	=	διαχάραξη
διαχαράξεων	=	διαχάραξη
διαχαράσσω	verb|formal	οριοθετώ
διαχαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχαραγμένο
διαχαραγμένε	verb	κλητική ενικού του διαχαραγμένος
διαχαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχαραγμένη
διαχαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχαραγμένος
διαχαραγμένης	verb	γενική ενικού του διαχαραγμένη
διαχαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαχαραγμένος
διαχαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχαραγμένος
διαχαραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαχαράζω και διαχαράσσω
διαχαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαχαραγμένος
διαχαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαχαραγμένος
διαχαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαχαραγμένος
διαχείμαζα	=	διαχειμάζω
διαχείμαζαν	=	διαχειμάζω
διαχείμαζε	=	διαχειμάζω
διαχείμαζες	=	διαχειμάζω
διαχείμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχείμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχείμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχείμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχείμαση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαχειμάζω
διαχείμασης	noun	γενική ενικού του διαχείμαση
διαχείμασις	noun	η διαχείμαση, το ξεχειμώνιασμα
διαχείριση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαχειρίζομαι
διαχείρισης	noun	γενική ενικού του διαχείριση
διαχειμάζαμε	=	διαχειμάζω
διαχειμάζαν	=	διαχειμάζω
διαχειμάζανε	=	διαχειμάζω
διαχειμάζατε	=	διαχειμάζω
διαχειμάζει	=	διαχειμάζω
διαχειμάζεις	=	διαχειμάζω
διαχειμάζετε	=	διαχειμάζω
διαχειμάζοντας	=	διαχειμάζω
διαχειμάζουμε	=	διαχειμάζω
διαχειμάζουν	=	διαχειμάζω
διαχειμάζουνε	=	διαχειμάζω
διαχειμάζω	verb	άλλη μορφή του ξεχειμάζω
διαχειμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάσαν	=	διαχειμάζω
διαχειμάσανε	=	διαχειμάζω
διαχειμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχείμαση
διαχειμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαχείμαση
διαχειμάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαχείμαση
διαχειμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειμάζω
διαχειμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειμασμένο
διαχειμασμένε	verb	κλητική ενικού του διαχειμασμένος
διαχειμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειμασμένη
διαχειμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχειμασμένος
διαχειμασμένης	verb	γενική ενικού του διαχειμασμένη
διαχειμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαχειμασμένος
διαχειμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχειμασμένος
διαχειμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαχειμάζω
διαχειμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαχειμασμένος
διαχειμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαχειμασμένος
διαχειμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαχειμασμένος
διαχειρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειρήσιμο
διαχειρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειρήσιμη
διαχειρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχειρήσιμος
διαχειρίζεσαι	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίζεστε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίζεται	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίζομαι	verb	διευθετώ κάποιες υποθέσεις, εργασίες ή θέματα, συνήθως οικονομικού περιεχομένου, ή είμαι υπεύθυνος γι’ αυτά
διαχειρίζονται	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίζονταν	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχείριση
διαχειρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαχείριση
διαχειρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαχείριση
διαχειρίσθηκα	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίσθηκαν	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίσθηκε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίσθηκες	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίσιμα	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμε	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμες	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμη	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμης	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμο	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμοι	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμος	adj	που μπορεί κανείς να τον διαχειριστεί, συνήθως με σχετική ευκολία
διαχειρίσιμου	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμους	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσιμων	=	διαχειρίσιμος
διαχειρίσου	=	διαχειρίζομαι
διαχειρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειρίστρια	noun	θηλυκό του διαχειριστής
διαχειρίστριας	noun	γενική ενικού του διαχειρίστρια
διαχειρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειρίστρια
διαχειριζόμασταν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόμαστε	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειριζόμενο
διαχειριζόμενε	verb	κλητική ενικού του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειριζόμενη
διαχειριζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμενης	verb	γενική ενικού του διαχειριζόμενη
διαχειριζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαχειριζόμενος
διαχειριζόμουν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόμουνα	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόντουσαν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόσασταν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόσαστε	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόσουν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόσουνα	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζόταν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριζότανε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθήκαμε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθήκαν	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθήκανε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθήκατε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθεί	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθείς	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθείτε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθούμε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθούν	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθούνε	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισθώ	=	διαχειρίζομαι
διαχειρισιμοτήτων	=	διαχειρισιμότητα
διαχειρισιμότητα	noun|formal	η ικανότητα του διαχειρίσιμου, το να είναι κάποιος διαχειρίσιμος
διαχειρισιμότητας	=	διαχειρισιμότητα
διαχειρισιμότητες	=	διαχειρισιμότητα
διαχειρισιολογία	noun	το να γίνονται ή να εξελίσσονται τα πράγματα ή τα γεγονότα σύμφωνα με τις τεχνικές διαχείρισης
διαχειρισιολογίας	noun	γενική ενικού του διαχειρισιολογία
διαχειρισιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειρισιολογία
διαχειρισιολογικά	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικέ	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικές	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογική	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικής	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικοί	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικού	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικούς	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικό	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογικός	adj	σχετικός με την διαχειρισιολογία
διαχειρισιολογικών	=	διαχειρισιολογικός
διαχειρισιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του διαχειρισιολογία
διαχειρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειρισμένο
διαχειρισμένε	verb	κλητική ενικού του διαχειρισμένος
διαχειρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειρισμένη
διαχειρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχειρισμένος
διαχειρισμένης	verb	γενική ενικού του διαχειρισμένη
διαχειρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαχειρισμένος
διαχειρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχειρισμένος
διαχειρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαχειρίζομαι
διαχειρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαχειρισμένος
διαχειρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαχειρισμένος
διαχειρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαχειρισμένος
διαχειριστά	=	διαχειριστής
διαχειριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειριστής
διαχειριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διαχειριστής
διαχειριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστήκαν	=	διαχειρίζομαι
διαχειριστήκανε	=	διαχειρίζομαι
διαχειριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστής	noun	αυτός που έχει την ευθύνη της διαχείρισης, οικονομικής ή άλλης
διαχειριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειριστικό	adv	με διαχειριστικό τρόπο
διαχειριστικέ	adj	κλητική ενικού του διαχειριστικός
διαχειριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχειριστική
διαχειριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχειριστικός
διαχειριστικής	adj	γενική ενικού του διαχειριστική
διαχειριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχειριστικός
διαχειριστικού	adj	γενική ενικού του διαχειριστικός
διαχειριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαχειριστικός
διαχειριστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαχειριστικός
διαχειριστικός	adj	που έχει σχέση με τον διαχειριστή ή τη διαχείριση ή αναφέρεται σ’ αυτά
διαχειριστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαχειριστικός
διαχειριστικώς	adv|dated	διαχειριστικά
διαχειριστού	=	διαχειριστής
διαχειριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστούνε	=	διαχειρίζομαι
διαχειριστριών	noun	γενική πληθυντικού του διαχειρίστρια
διαχειριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχειρίζομαι
διαχειριστών	noun	γενική πληθυντικού του διαχειριστής
διαχεόμασταν	=	διαχέω
διαχεόμαστε	=	διαχέω
διαχεόσασταν	=	διαχέω
διαχεόσαστε	=	διαχέω
διαχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχριστιανική
διαχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχριστιανικός
διαχρονία	noun	η εξέλιξη των γλωσσικών φαινομένων μέσα στο χρόνο
διαχρονίας	noun	γενική ενικού του διαχρονία
διαχρονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχρονία
διαχρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχρονικό	adv	σε όλες τις εποχές
διαχρονικέ	adj	κλητική ενικού του διαχρονικός
διαχρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχρονική
διαχρονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχρονικός
διαχρονικής	adj	γενική ενικού του διαχρονική
διαχρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχρονικός
διαχρονικοτήτων	=	διαχρονικότητα
διαχρονικού	adj	γενική ενικού του διαχρονικός
διαχρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαχρονικός
διαχρονικό	adj	αιτιατική ενικού του διαχρονικός
διαχρονικός	adj	που αντέχει στο χρόνο, που δεν χάνει την αξία του στο χρόνο
διαχρονικότης	noun	η διαχρονικότητα
διαχρονικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι διαχρονικά, να αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου
διαχρονικότητας	noun	γενική ενικού του διαχρονικότητα
διαχρονικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχρονικότητα
διαχρονικών	adj	γενική πληθυντικού του διαχρονικός
διαχρονικώς	adv|formal	άλλη μορφή του διαχρονικά
διαχρονιών	noun	γενική πληθυντικού του διαχρονία
διαχυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθήκαν	=	διαχέω
διαχυθήκανε	=	διαχέω
διαχυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυθούνε	=	διαχέω
διαχυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχυμένο
διαχυμένε	verb	κλητική ενικού του διαχυμένος
διαχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχυμένη
διαχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχυμένος
διαχυμένης	verb	γενική ενικού του διαχυμένη
διαχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαχυμένος
διαχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχυμένος
διαχυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαχέω και διαχύνω
διαχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαχυμένος
διαχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαχυμένος
διαχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαχυμένος
διαχυνόμασταν	=	διαχύνω
διαχυνόμαστε	=	διαχύνω
διαχυνόμουν	=	διαχύνω
διαχυνόμουνα	=	διαχύνω
διαχυνόντουσαν	=	διαχύνω
διαχυνόσασταν	=	διαχύνω
διαχυνόσαστε	=	διαχύνω
διαχυνόσουν	=	διαχύνω
διαχυνόσουνα	=	διαχύνω
διαχυνόταν	=	διαχύνω
διαχυνότανε	=	διαχύνω
διαχυτήρα	=	διαχυτήρας
διαχυτήρας	noun	άλλη μορφή του διαχύτης
διαχυτήρες	=	διαχυτήρας
διαχυτήρων	=	διαχυτήρας
διαχυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχυτικό	adv	με διαχυτικό τρόπο, με διαχυτικότητα
διαχυτικέ	adj	κλητική ενικού του διαχυτικός
διαχυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχυτική
διαχυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχυτικός
διαχυτικής	adj	γενική ενικού του διαχυτική
διαχυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχυτικός
διαχυτικοτήτων	=	διαχυτικότητα
διαχυτικού	adj	γενική ενικού του διαχυτικός
διαχυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαχυτικός
διαχυτικό	adj	αιτιατική ενικού του διαχυτικός
διαχυτικός	adj	που φανερώνει με έντονο τρόπο τα φιλικά αισθήματά του
διαχυτικότης	noun	η διαχυτικότητα
διαχυτικότητα	noun	το να είναι κάποιος διαχυτικός, η ιδιότητα του διαχυτικού
διαχυτικότητας	noun	γενική ενικού του διαχυτικότητα
διαχυτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχυτικότητα
διαχυτικών	adj	γενική πληθυντικού του διαχυτικός
διαχυτικώς	adv|dated	διαχυτικά
διαχυτών	=	διαχύτης
διαχωρίζαμε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζαν	=	διαχωρίζω
διαχωρίζανε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζατε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διαχωρίζω
διαχωρίζεις	=	διαχωρίζω
διαχωρίζεσαι	=	διαχωρίζω
διαχωρίζεστε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζεται	=	διαχωρίζω
διαχωρίζετε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίζομε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζονται	=	διαχωρίζω
διαχωρίζονταν	=	διαχωρίζω
διαχωρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίζουμε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζουν	=	διαχωρίζω
διαχωρίζουνε	=	διαχωρίζω
διαχωρίζω	verb	ξεχωρίζω, διακρίνω κάτι από άλλο
διαχωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσαν	=	διαχωρίζω
διαχωρίσανε	=	διαχωρίζω
διαχωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διαχώριση
διαχωρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διαχώριση
διαχωρίσομε	=	διαχωρίζω
διαχωρίσου	=	διαχωρίζω
διαχωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίσουνε	=	διαχωρίζω
διαχωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωρίστηκα	=	διαχωρίζω
διαχωρίστηκαν	=	διαχωρίζω
διαχωρίστηκε	=	διαχωρίζω
διαχωρίστηκες	=	διαχωρίζω
διαχωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχωριζόμασταν	=	διαχωρίζω
διαχωριζόμαστε	=	διαχωρίζω
διαχωριζόμουν	=	διαχωρίζω
διαχωριζόμουνα	=	διαχωρίζω
διαχωριζόντουσαν	=	διαχωρίζω
διαχωριζόσασταν	=	διαχωρίζω
διαχωριζόσαστε	=	διαχωρίζω
διαχωριζόσουν	=	διαχωρίζω
διαχωριζόσουνα	=	διαχωρίζω
διαχωριζόταν	=	διαχωρίζω
διαχωριζότανε	=	διαχωρίζω
διαχωρισμέ	noun	κλητική ενικού του διαχωρισμός
διαχωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχωρισμένο
διαχωρισμένε	verb	κλητική ενικού του διαχωρισμένος
διαχωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχωρισμένη
διαχωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχωρισμένος
διαχωρισμένης	verb	γενική ενικού του διαχωρισμένη
διαχωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαχωρισμένος
διαχωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχωρισμένος
διαχωρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαχωρίζω
διαχωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαχωρισμένος
διαχωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαχωρισμένος
διαχωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαχωρισμένος
διαχωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχωρισμός
διαχωρισμού	noun	γενική ενικού του διαχωρισμός
διαχωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διαχωρισμός
διαχωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του διαχωρισμός
διαχωρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαχωρίζω
διαχωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του διαχωρισμός
διαχωριστές	=	διαχωριστής
διαχωριστή	=	διαχωριστής
διαχωριστήκαμε	=	διαχωρίζω
διαχωριστήκαν	=	διαχωρίζω
διαχωριστήκανε	=	διαχωρίζω
διαχωριστήκατε	=	διαχωρίζω
διαχωριστήρα	=	διαχωριστήρας
διαχωριστήρας	noun	συσκευή ή μηχάνημα που διαχωρίζει, που συμβάλλει στον διαχωρισμό
διαχωριστήρες	=	διαχωριστήρας
διαχωριστήρων	=	διαχωριστήρας
διαχωριστής	noun	κάθε συσκευή ή εξάρτημα που χρησιμεύει στο διαχωρισμό υλικών
διαχωριστεί	=	διαχωρίζω
διαχωριστείς	=	διαχωρίζω
διαχωριστείτε	=	διαχωρίζω
διαχωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διαχωριστικός	adv	με διαχωριστικό τρόπο, διαχωρίζοντας
διαχωριστικέ	adj	κλητική ενικού του διαχωριστικός
διαχωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαχωριστική
διαχωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαχωριστικός
διαχωριστικής	adj	γενική ενικού του διαχωριστική
διαχωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαχωριστικός
διαχωριστικού	adj	γενική ενικού του διαχωριστικός
διαχωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διαχωριστικός
διαχωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του διαχωριστικός
διαχωριστικός	adj	που διαχωρίζει κάτι από κάτι άλλο
διαχωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του διαχωριστικός
διαχωριστούμε	=	διαχωρίζω
διαχωριστούν	=	διαχωρίζω
διαχωριστούνε	=	διαχωρίζω
διαχωριστώ	=	διαχωρίζω
διαχωριστών	=	διαχωριστής
διαχύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέομαι
διαχύναμε	=	διαχύνω
διαχύναν	=	διαχύνω
διαχύνανε	=	διαχύνω
διαχύνατε	=	διαχύνω
διαχύνει	=	διαχύνω
διαχύνεις	=	διαχύνω
διαχύνεσαι	=	διαχύνω
διαχύνεστε	=	διαχύνω
διαχύνεται	=	διαχύνω
διαχύνετε	=	διαχύνω
διαχύνομαι	=	διαχύνω
διαχύνομε	=	διαχύνω
διαχύνονται	=	διαχύνω
διαχύνονταν	=	διαχύνω
διαχύνοντας	=	διαχύνω
διαχύνουμε	=	διαχύνω
διαχύνουν	=	διαχύνω
διαχύνουνε	=	διαχύνω
διαχύνω	verb	χύνω παντού
διαχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύσαν	=	διαχέω
διαχύσανε	=	διαχέω
διαχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέω	noun	εκδηλώσεις αγάπης με διαχυτικό τρόπο
διαχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάχυση
διαχύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάχυση
διαχύσομε	=	διαχέω
διαχύσου	=	διαχέω
διαχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύσουνε	=	διαχύνω
διαχύστε	=	διαχέω
διαχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαχέω
διαχύτες	=	διαχύτης
διαχύτη	=	διαχύτης
διαχύτης	noun	κατασκευή ή συσκευή που συμβάλλει στη διάχυση του φωτός
διαχώριζα	=	διαχωρίζω
διαχώριζαν	=	διαχωρίζω
διαχώριζε	=	διαχωρίζω
διαχώριζες	=	διαχωρίζω
διαχώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαχωρίζω
διαχώριση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαχωρίζω
διαχώρισης	noun	γενική ενικού του διαχώριση
διαψευδόμασταν	=	διαψεύδομαι
διαψευδόμαστε	=	διαψεύδομαι
διαψευδόμουν	=	διαψεύδομαι
διαψευδόμουνα	=	διαψεύδομαι
διαψευδόντουσαν	=	διαψεύδομαι
διαψευδόσασταν	=	διαψεύδομαι
διαψευδόσαστε	=	διαψεύδομαι
διαψευδόσουν	=	διαψεύδομαι
διαψευδόσουνα	=	διαψεύδομαι
διαψευδόταν	=	διαψεύδομαι
διαψευδότανε	=	διαψεύδομαι
διαψευσθέν	=	διαψευσθείς
διαψευσθέντα	=	διαψευσθείς
διαψευσθέντας	=	διαψευσθείς
διαψευσθέντες	=	διαψευσθείς
διαψευσθέντος	=	διαψευσθείς
διαψευσθέντων	=	διαψευσθείς
διαψευσθήκαμε	=	διαψεύδω
διαψευσθήκαν	=	διαψεύδω
διαψευσθήκανε	=	διαψεύδω
διαψευσθήκατε	=	διαψεύδω
διαψευσθεί	=	διαψεύδω
διαψευσθείς	verb	που τον έχουν διαψεύσει
διαψευσθείσα	=	διαψευσθείς
διαψευσθείσας	=	διαψευσθείς
διαψευσθείσες	=	διαψευσθείς
διαψευσθείσης	=	διαψευσθείς
διαψευσθείτε	=	διαψεύδω
διαψευσθεισών	=	διαψευσθείς
διαψευσθούμε	=	διαψεύδω
διαψευσθούν	=	διαψεύδω
διαψευσθούνε	=	διαψεύδω
διαψευσθώ	=	διαψεύδω
διαψευσιμοτήτων	=	διαψευσιμότητα
διαψευσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του διαψεύσιμου, η δυνατότητα να διαψευστεί κάτι
διαψευσιμότητας	=	διαψευσιμότητα
διαψευσιμότητες	=	διαψευσιμότητα
διαψευσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαψευσμένο
διαψευσμένε	verb	κλητική ενικού του διαψευσμένος
διαψευσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαψευσμένη
διαψευσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαψευσμένος
διαψευσμένης	verb	γενική ενικού του διαψευσμένη
διαψευσμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαψευσμένος
διαψευσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαψευσμένος
διαψευσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαψεύδω
διαψευσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαψευσμένος
διαψευσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαψευσμένος
διαψευσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαψευσμένος
διαψευστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστήκαν	=	διαψεύδομαι
διαψευστήκανε	=	διαψεύδομαι
διαψευστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψευστούνε	=	διαψεύδω
διαψευστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψεύδαμε	=	διαψεύδω
διαψεύδαν	=	διαψεύδω
διαψεύδανε	=	διαψεύδω
διαψεύδατε	=	διαψεύδω
διαψεύδει	=	διαψεύδω
διαψεύδεις	=	διαψεύδω
διαψεύδεσαι	=	διαψεύδομαι
διαψεύδεστε	=	διαψεύδομαι
διαψεύδεται	=	διαψεύδομαι
διαψεύδετε	=	διαψεύδω
διαψεύδομαι	verb	με διαψεύδουν
διαψεύδομε	=	διαψεύδω
διαψεύδονται	=	διαψεύδομαι
διαψεύδονταν	=	διαψεύδομαι
διαψεύδοντας	=	διαψεύδω
διαψεύδου	=	διαψεύδομαι
διαψεύδουμε	=	διαψεύδω
διαψεύδουν	=	διαψεύδω
διαψεύδουνε	=	διαψεύδω
διαψεύδω	verb	δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια
διαψεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύσαν	=	διαψεύδω
διαψεύσανε	=	διαψεύδω
διαψεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διάψευση
διαψεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διάψευση
διαψεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διάψευση
διαψεύσθηκα	=	διαψεύδω
διαψεύσθηκαν	=	διαψεύδω
διαψεύσθηκε	=	διαψεύδω
διαψεύσθηκες	=	διαψεύδω
διαψεύσιμα	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμε	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμες	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμη	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμης	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμο	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμοι	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να διαψευσθεί
διαψεύσιμου	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμους	=	διαψεύσιμος
διαψεύσιμων	=	διαψεύσιμος
διαψεύσομε	=	διαψεύδω
διαψεύσου	=	διαψεύδομαι
διαψεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύσουνε	=	διαψεύδω
διαψεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψεύστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψεύστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψεύστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψεύστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαψεύδομαι
διαψεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαψεύδω
διαψυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαψυγμένο
διαψυγμένε	verb	κλητική ενικού του διαψυγμένος
διαψυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαψυγμένη
διαψυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαψυγμένος
διαψυγμένης	verb	γενική ενικού του διαψυγμένη
διαψυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διαψυγμένος
διαψυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διαψυγμένος
διαψυγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαψύχω
διαψυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διαψυγμένος
διαψυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διαψυγμένος
διαψυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διαψυγμένος
διαψύχω	verb	κάνω κάτι πιο κρύο
διαόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαόλα
διαόλια	noun	χαρακτηρισμός για μικρά με ζωηρή, άτακτη ή απείθαρχη συμπεριφορά, με παιγνιώδη ή επιεικώς επιτιμητική διάθεση
διαόλιζα	=	διαολίζω
διαόλιζαν	=	διαολίζω
διαόλιζε	=	διαολίζω
διαόλιζες	=	διαολίζω
διαόλισα	=	διαολίζω
διαόλισαν	=	διαολίζω
διαόλισε	=	διαολίζω
διαόλισες	=	διαολίζω
διαόλοι	=	διάολος
διαόλου	=	διάολος
διαόλους	=	διάολος
διαόλων	=	διάολος
διαύγαζα	=	διαυγάζω
διαύγαζαν	=	διαυγάζω
διαύγαζε	=	διαυγάζω
διαύγαζες	=	διαυγάζω
διαύγασα	=	διαυγάζω
διαύγασαν	=	διαυγάζω
διαύγασε	=	διαυγάζω
διαύγασες	=	διαυγάζω
διαύγαση	noun	η ελεγχόμενη φυσική ή χημική διεργασία με την οποία αφαιρούνται αιωρούμενα σωματίδια από ένα υγρό, ώστε να αυξηθεί η οπτική του καθαρότητα
διαύγασης	=	διαύγαση
διαύγεια	noun	η ιδιότητα του διαυγούς, το να είναι κάποιος διαυγής
διαύγειας	noun	γενική ενικού του διαύγεια
διαύγειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διαύγεια
διαύλου	noun	γενική ενικού του δίαυλος
διαύλους	=	δίαυλος
διαύλων	noun	γενική πληθυντικού του δίαυλος
διβάνι	noun	άλλη μορφή του ντιβάνι
διβάνια	=	διβάνι
διβάνιο	noun	άλλη μορφή του ντιβάνι
διβάνιον	noun	το διβάνι, όπως η μεσαιωνική ελληνική ντιβάνι
διβάνιου	=	διβάνιο
διβάνιων	=	διβάνιο
διβάρι	noun	άλλη μορφή του βιβάρι
διβάρια	=	διβάρι
διβανίου	=	διβάνιο
διβανίων	=	διβάνιο
διβανιού	=	διβάνι
διβανιών	=	διβάνι
διβαριού	=	διβάρι
διβαριών	=	διβάρι
διβλί	noun	αιχμηρό εργαλείο των λιθοξόων
διβολίζω	verb|vulgar	οργώνω χωράφι για δεύτερη φορά
διβολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διβόλισμα
διβολίσματος	noun	γενική ενικού του διβόλισμα
διβολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διβόλισμα
διβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διβολισμένο
διβολισμένε	verb	κλητική ενικού του διβολισμένος
διβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διβολισμένη
διβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διβολισμένος
διβολισμένης	verb	γενική ενικού του διβολισμένη
διβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διβολισμένος
διβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διβολισμένος
διβολισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διβολίζω
διβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διβολισμένος
διβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διβολισμένος
διβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διβολισμένος
διβοράνια	=	διβοράνιο
διβοράνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, (υδρίδιο), βορίου και υδρογόνου με μοριακό τύπο B₂H₆, άχρωμο εκρηκτικό αέριο
διβοράνιου	=	διβοράνιο
διβορανίου	noun	γενική ενικού του διβοράνιο
διβορανίων	=	διβοράνιο
διβουλία	noun	το να είναι κάποιος δίβουλος, η ιδιότητα του δίβουλου
διβουλίας	noun	γενική ενικού του διβουλία
διβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διβουλία
διβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του διβουλία
διβόλισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διβολίζω
διγένεια	noun	η ιδιότητα του διγενούς, το να είναι κάτι διγενές
διγένειας	noun	γενική ενικού του διγένεια
διγένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διγένεια
διγαμία	noun	οικογενειακή κατάσταση κατά την οποία κάποιος έχει δύο συζύγους, είναι παντρεμένος με δύο άτομα ταυτόχρονα
διγαμίας	noun	γενική ενικού του διγαμία
διγαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διγαμία
διγαμιών	noun	γενική πληθυντικού του διγαμία
διγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διγενής
διγενή	=	διγενής
διγενής	adj	αυτός που κρατά από δύο γενιές, έχει δύο εθνικότητες
διγενείς	=	διγενής
διγενειών	noun	γενική πληθυντικού του διγένεια
διγενούς	adj	γενική ενικού του διγενής
διγενών	=	διγενής
διγλυκερίδια	=	διγλυκερίδιο
διγλυκερίδιο	noun	γλυκερίδιο που αποτελείται από δύο αλυσίδες λιπαρών οξέων συνδεδεμένες με ένα μόριο γλυκερόλης μέσω εστερικών δεσμών
διγλυκερίδιου	=	διγλυκερίδιο
διγλυκερίδιων	=	διγλυκερίδιο
διγλυκεριδίου	=	διγλυκερίδιο
διγλυκεριδίων	=	διγλυκερίδιο
διγλωσσία	noun	η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία
διγλωσσίας	noun	γενική ενικού του διγλωσσία
διγλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διγλωσσία
διγλωσσικά	=	διγλωσσικός
διγλωσσικέ	=	διγλωσσικός
διγλωσσικές	=	διγλωσσικός
διγλωσσική	=	διγλωσσικός
διγλωσσικής	=	διγλωσσικός
διγλωσσικοί	=	διγλωσσικός
διγλωσσικού	=	διγλωσσικός
διγλωσσικούς	=	διγλωσσικός
διγλωσσικό	=	διγλωσσικός
διγλωσσικός	adj	που έχει σχέση με τη διγλωσσία ή αναφέρεται σʼ αυτή
διγλωσσικών	=	διγλωσσικός
διγλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του διγλωσσία
διγλώχιν	noun	αορτική βαλβίδα με δύο γλωχίνες, με αποτέλεσμα να προκαλείται αορτική στένωση
διγνωμία	noun	το να είναι κάποιος δίγνωμος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δίγνωμου
διγνωμίας	noun	γενική ενικού του διγνωμία
διγνωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διγνωμία
διγνωμιά	noun	άλλη μορφή του διγνωμία
διγνωμιάς	=	διγνωμιά
διγνωμιές	=	διγνωμιά
διγνωμιών	noun	γενική πληθυντικού του διγνωμία
διγονεϊκά	=	διγονεϊκός
διγονεϊκέ	=	διγονεϊκός
διγονεϊκές	=	διγονεϊκός
διγονεϊκή	=	διγονεϊκός
διγονεϊκής	=	διγονεϊκός
διγονεϊκοί	=	διγονεϊκός
διγονεϊκού	=	διγονεϊκός
διγονεϊκούς	=	διγονεϊκός
διγονεϊκό	=	διγονεϊκός
διγονεϊκός	adj|formal	που έχει σχέση και με τους δύο γονείς ή αναφέρεται σʼ αυτούς
διγονεϊκών	=	διγονεϊκός
διγράφου	=	δίγραφο
διγράφων	=	δίγραφο
διδάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίδαγμα
διδάγματος	noun	γενική ενικού του δίδαγμα
διδάκτορ	=	διδάκτωρ
διδάκτορα	=	διδάκτωρ
διδάκτορας	noun	ο επιστήμονας που κατέχει διδακτορικό τίτλο έχοντας εκπονήσει πρωτότυπη επιστημονική εργασία και συνεπώς έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει θέση διδάσκοντος σε πανεπιστήμιο
διδάκτορες	=	διδάκτωρ
διδάκτορος	=	διδάκτωρ
διδάκτρια	noun	δασκάλα
διδάκτριας	=	διδάκτρια
διδάκτριες	=	διδάκτρια
διδάκτρων	noun	γενική πληθυντικού του δίδακτρα
διδάκτωρ	noun|formal	άλλη μορφή του διδάκτορας
διδάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξαν	=	διδάσκω
διδάξανε	=	διδάσκω
διδάξαντα	=	διδάξας
διδάξανταν	=	διδάξαντας
διδάξαντας	verb	μορφή του διδάξας με νεότερες καταλήξεις, και ουσιαστικοποιημένο
διδάξαντασα	=	διδάξαντας
διδάξαντες	=	διδάξας
διδάξαντος	=	διδάξας
διδάξας	verb	μετοχή ενεργητικού αορίστου (δίδαξα) του ρήματος διδάσκω (και ουσιαστικοποιημένο)
διδάξασα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδάξας
διδάξασας	=	διδάξας
διδάξασες	=	διδάξας
διδάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξιμα	=	διδάξιμος
διδάξιμε	=	διδάξιμος
διδάξιμες	=	διδάξιμος
διδάξιμη	=	διδάξιμος
διδάξιμης	=	διδάξιμος
διδάξιμο	=	διδάξιμος
διδάξιμοι	=	διδάξιμος
διδάξιμος	adj	που μπορεί να διδαχθεί
διδάξιμου	=	διδάξιμος
διδάξιμους	=	διδάξιμος
διδάξιμων	=	διδάξιμος
διδάξομε	=	διδάσκω
διδάξου	=	διδάσκω
διδάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξουνε	=	διδάσκω
διδάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκω
διδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του διδάσκαλος
διδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του διδάσκαλος
διδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδάσκαλος
διδάσκαλος	noun	δάσκαλος
διδάσκαλου	=	διδάσκαλος
διδάσκαλους	=	διδάσκαλος
διδάσκαμε	=	διδάσκω
διδάσκαν	=	διδάσκω
διδάσκανε	=	διδάσκω
διδάσκατε	=	διδάσκω
διδάσκει	=	διδάσκω
διδάσκεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διδάσκω
διδάσκεσαι	=	διδάσκω
διδάσκεστε	=	διδάσκω
διδάσκεται	=	διδάσκω
διδάσκετε	=	διδάσκω
διδάσκομαι	=	διδάσκω
διδάσκομε	=	διδάσκω
διδάσκονται	=	διδάσκω
διδάσκονταν	=	διδάσκω
διδάσκοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διδάσκω	noun|formal	ο δάσκαλος
διδάσκοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδάσκων
διδάσκοντον	=	διδάσκοντας
διδάσκοντουσα	=	διδάσκοντας
διδάσκου	=	διδάσκω
διδάσκουμε	=	διδάσκω
διδάσκουν	=	διδάσκω
διδάσκουνε	=	διδάσκω
διδάσκουσα	=	διδάσκων
διδάσκω	verb	μεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον
διδάσκων	verb|formal	που διδάσκει	noun	ο καθηγητής, δάσκαλος
διδάχε	=	διδάχος
διδάχο	=	διδάχος
διδάχοι	=	διδάχος
διδάχος	noun|dated	δάσκαλος, καθοδηγητής
διδάχου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διδάχος
διδάχους	=	διδάχος
διδάχτε	=	διδάσκω
διδάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδάχων	=	διδάχος
διδα	abbrev	συγκεκομμένη γραφή της λέξης δεσποινίδα (στην αιτιατική)
διδαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δίδαγμα
διδαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδαγμένο
διδαγμένε	verb	κλητική ενικού του διδαγμένος
διδαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδαγμένη
διδαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδαγμένος
διδαγμένης	verb	γενική ενικού του διδαγμένη
διδαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διδαγμένος
διδαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδαγμένος
διδαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διδάσκω
διδαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διδαγμένος
διδαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διδαγμένος
διδαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διδαγμένος
διδακτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτό	adv	με διδακτό τρόπο
διδακτέ	adj	κλητική ενικού του διδακτός
διδακτέα	=	διδακτέος
διδακτέας	=	διδακτέος
διδακτέε	=	διδακτέος
διδακτέες	=	διδακτέος
διδακτέο	=	διδακτέος
διδακτέοι	=	διδακτέος
διδακτέος	adj	που πρέπει να διδαχτεί
διδακτέου	=	διδακτέος
διδακτέους	=	διδακτέος
διδακτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτή
διδακτέων	=	διδακτέος
διδακτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδακτός
διδακτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτήριο
διδακτήριο	noun	σύνολο αιθουσών ενός εκπαιδευτηρίου ή κτήριο στο οποίο γίνεται διδασκαλία
διδακτήριου	=	διδακτήριο
διδακτής	adj	γενική ενικού του διδακτή
διδακτηρίου	noun	γενική ενικού του διδακτήριο
διδακτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του διδακτήριο
διδακτηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτηριακό
διδακτηριακέ	adj	κλητική ενικού του διδακτηριακός
διδακτηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτηριακή
διδακτηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδακτηριακός
διδακτηριακής	adj	γενική ενικού του διδακτηριακή
διδακτηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδακτηριακός
διδακτηριακού	adj	γενική ενικού του διδακτηριακός
διδακτηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διδακτηριακός
διδακτηριακό	adj	αιτιατική ενικού του διδακτηριακός
διδακτηριακός	adj	που έχει σχέση με διδακτήριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
διδακτηριακών	adj	γενική πληθυντικού του διδακτηριακός
διδακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτικό	adv	με διδακτικό τρόπο
διδακτικέ	adj	κλητική ενικού του διδακτικός
διδακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτική
διδακτική	noun	ο κλάδος της Παιδαγωγικής επιστήμης που ασχολείται με τις διδακτικές μεθόδους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδακτικός
διδακτικής	adj	γενική ενικού του διδακτική
διδακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδακτικός
διδακτικού	adj	γενική ενικού του διδακτικός
διδακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διδακτικός
διδακτικό	adj	αιτιατική ενικού του διδακτικός
διδακτικός	adj	που αναφέρεται ή χρησιμοποιείται στη διδασκαλία
διδακτικών	adj	γενική πληθυντικού του διδακτικός
διδακτικώς	adv|dated	διαδακτικά, διδαχτικά
διδακτισμέ	noun	κλητική ενικού του διδακτισμός
διδακτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδακτισμός
διδακτισμού	noun	γενική ενικού του διδακτισμός
διδακτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διδακτισμός
διδακτισμό	noun	αιτιατική ενικού του διδακτισμός
διδακτισμός	noun	στάση και συμπεριφορά κάποιου που άκαμπτα και με αυστηρότητα προσπαθεί να διδάξει τους άλλους, επιβάλλοντάς τους συμπεριφορικούς κανόνες και νόρμες
διδακτισμών	noun	γενική πληθυντικού του διδακτισμός
διδακτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδακτός
διδακτορία	noun	το να είναι κάποιος διδάκτορας, ο σχετικός τίτλος
διδακτορίας	noun	γενική ενικού του διδακτορία
διδακτορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτορία
διδακτορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτορικό
διδακτορικέ	adj	κλητική ενικού του διδακτορικός
διδακτορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτορική
διδακτορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδακτορικός
διδακτορικής	adj	γενική ενικού του διδακτορική
διδακτορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδακτορικός
διδακτορικού	adj	γενική ενικού του διδακτορικός
διδακτορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διδακτορικός
διδακτορικό	noun	η διδακτορική διατριβή	adj	αιτιατική ενικού του διδακτορικός
διδακτορικός	adj	που έχει σχέση με τη διδακτορία ή τον διδάκτορα ή αναφέρεται σ’ αυτά
διδακτορικών	adj	γενική πληθυντικού του διδακτορικός
διδακτορισσών	noun	γενική πληθυντικού του διδακτόρισσα
διδακτοριών	noun	γενική πληθυντικού του διδακτορία
διδακτού	adj	γενική ενικού του διδακτός
διδακτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διδακτός
διδακτριών	=	διδάκτρια
διδακτό	adj	αιτιατική ενικού του διδακτός
διδακτόρισσα	noun	θηλυκό του διδάκτορας
διδακτόρισσας	noun	γενική ενικού του διδακτόρισσα
διδακτόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδακτόρισσα
διδακτόρων	=	διδάκτωρ
διδακτός	adj	που είναι δυνατόν να διδαχτεί
διδακτών	adj	γενική πληθυντικού του διδακτός
διδαξάντων	=	διδάξας
διδαξάσης	=	διδάξας
διδαξασών	=	διδάξας
διδασκάλισσα	=	διδάσκαλος
διδασκάλισσας	noun	γενική ενικού του διδασκάλισσα
διδασκάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδασκάλισσα
διδασκάλου	noun	γενική ενικού του διδάσκαλος
διδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διδάσκαλος
διδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του διδάσκαλος
διδασκαλία	noun	η ενέργεια του ρήματος διδάσκω
διδασκαλίας	noun	γενική ενικού του διδασκαλία
διδασκαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδασκαλία
διδασκαλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδασκαλείο
διδασκαλείο	noun|dated	σχολείο
διδασκαλείου	noun	γενική ενικού του διδασκαλείο
διδασκαλείων	noun	γενική πληθυντικού του διδασκαλείο
διδασκαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδασκαλικό
διδασκαλικέ	adj	κλητική ενικού του διδασκαλικός
διδασκαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδασκαλική
διδασκαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδασκαλικός
διδασκαλικής	adj	γενική ενικού του διδασκαλική
διδασκαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδασκαλικός
διδασκαλικού	adj	γενική ενικού του διδασκαλικός
διδασκαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διδασκαλικός
διδασκαλικό	adj	αιτιατική ενικού του διδασκαλικός
διδασκαλικός	adj	που έχει σχέση με τον (δι)δάσκαλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
διδασκαλικών	adj	γενική πληθυντικού του διδασκαλικός
διδασκαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του διδασκάλισσα
διδασκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του διδασκαλία
διδασκόμασταν	=	διδάσκω
διδασκόμαστε	=	διδάσκω
διδασκόμενα	=	διδασκόμενος
διδασκόμενε	=	διδασκόμενος
διδασκόμενες	=	διδασκόμενος
διδασκόμενη	=	διδασκόμενος
διδασκόμενης	=	διδασκόμενος
διδασκόμενο	=	διδασκόμενος
διδασκόμενοι	=	διδασκόμενος
διδασκόμενος	adj	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διδάσκω
διδασκόμενου	=	διδασκόμενος
διδασκόμενους	=	διδασκόμενος
διδασκόμενων	=	διδασκόμενος
διδασκόμουν	=	διδάσκω
διδασκόμουνα	=	διδάσκω
διδασκόντουσαν	=	διδάσκω
διδασκόσασταν	=	διδάσκω
διδασκόσαστε	=	διδάσκω
διδασκόσουν	=	διδάσκω
διδασκόσουνα	=	διδάσκω
διδασκόταν	=	διδάσκω
διδασκότανε	=	διδάσκω
διδαχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδαχή
διδαχή	noun	διδασκαλία με ηθικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο, παραίνεση, κήρυγμα
διδαχής	=	διδαχή
διδαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτήκαν	=	διδάσκω
διδαχτήκανε	=	διδάσκω
διδαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδαχτικό	adv	διδακτικά
διδαχτικέ	adj	κλητική ενικού του διδαχτικός
διδαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδαχτική
διδαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διδαχτικός
διδαχτικής	adj	γενική ενικού του διδαχτική
διδαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διδαχτικός
διδαχτικού	adj	γενική ενικού του διδαχτικός
διδαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διδαχτικός
διδαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του διδαχτικός
διδαχτικός	adj	άλλη μορφή του διδακτικός
διδαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του διδαχτικός
διδαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχτούνε	=	διδάσκω
διδαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διδάσκομαι
διδαχών	=	διδαχή
διδυμία	noun	είδος καρδιακής αρρυθμίας
διδυμίας	noun	γενική ενικού του διδυμία
διδυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδυμία
διδυμίου	=	διδύμιο
διδυμίων	=	διδύμιο
διδυμιών	noun	γενική πληθυντικού του διδυμία
διδυμογένεση	noun	η δημιουργία ή η γέννηση διδύμων
διδυμογένεσης	noun	γενική ενικού του διδυμογένεση
διδυμογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδυμογένεση
διδυμογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του διδυμογένεση
διδυμογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του διδυμογένεση
διδυμογονία	noun	η δημιουργία ή η γέννηση διδύμων
διδυμογονίας	noun	γενική ενικού του διδυμογονία
διδυμογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διδυμογονία
διδυμογονιών	noun	γενική πληθυντικού του διδυμογονία
διδόμασταν	=	δοθείς
διδόμαστε	=	δοθείς
διδόμουν	=	δοθείς
διδόμουνα	=	δοθείς
διδόντουσαν	=	δοθείς
διδόσασταν	=	δοθείς
διδόσαστε	=	δοθείς
διδόσουν	=	δοθείς
διδόσουνα	=	δοθείς
διδόταν	=	δοθείς
διδότανε	=	δοθείς
διδύμια	=	διδύμιο
διδύμιο	noun	καθεμιά από τις τέσσερες περίπου στρογγυλές εξοχές στον μέσο εγκέφαλο
διδύμιου	=	διδύμιο
διδύμιων	=	διδύμιο
διδύμου	=	δίδυμος
διδύμους	=	δίδυμος
διδύμων	=	δίδυμος
διείδα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διείδαμε	=	διαβλέπω
διείδαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διείδανε	=	διαβλέπω
διείδατε	=	διαβλέπω
διείδε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διείδες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαβλέπω
διείπα	=	διέπω
διείπαμε	=	διέπω
διείπαν	=	διέπω
διείπανε	=	διέπω
διείπατε	=	διέπω
διείπε	=	διέπω
διείπες	=	διέπω
διείσδυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διείσδυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διείσδυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διείσδυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διείσδυση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διεισδύω
διείσδυσης	noun	γενική ενικού του διείσδυση
διεγέρθηκα	=	διεγείρω
διεγέρθηκαν	=	διεγείρω
διεγέρθηκε	=	διεγείρω
διεγέρθηκες	=	διεγείρω
διεγέρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διέγερση
διεγέρσεων	noun	γενική πληθυντικού του διέγερση
διεγέρσεως	noun|formal	γενική ενικού του διέγερση
διεγέρσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγέρσιμο
διεγέρσιμε	adj	κλητική ενικού του διεγέρσιμος
διεγέρσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγέρσιμη
διεγέρσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεγέρσιμος
διεγέρσιμης	adj	γενική ενικού του διεγέρσιμη
διεγέρσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διεγέρσιμος
διεγέρσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεγέρσιμος
διεγέρσιμος	adj	που μπορεί να διεγερθεί
διεγέρσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεγέρσιμος
διεγέρσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεγέρσιμος
διεγέρσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεγέρσιμος
διεγέρσου	=	διεγείρω
διεγέρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγέρτης
διεγέρτη	=	διεγέρτης
διεγέρτης	noun	όργανο ή μέσο που προκαλεί διέγερση
διεγέρτις	noun	η διεγέρτρια
διεγέρτριας	noun	γενική ενικού του διεγέρτρια
διεγέρτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγέρτρια
διεγείραμε	=	διεγείρω
διεγείραν	=	διεγείρω
διεγείρανε	=	διεγείρω
διεγείρατε	=	διεγείρω
διεγείρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διεγείρω
διεγείρεις	=	διεγείρω
διεγείρεσαι	=	διεγείρω
διεγείρεστε	=	διεγείρω
διεγείρεται	=	διεγείρω
διεγείρετε	=	διεγείρω
διεγείρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διεγείρω
διεγείρομε	=	διεγείρω
διεγείρονται	=	διεγείρω
διεγείρονταν	=	διεγείρω
διεγείροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διεγείρω
διεγείρουμε	=	διεγείρω
διεγείρουν	=	διεγείρω
διεγείρουνε	=	διεγείρω
διεγείρω	verb	προκαλώντας κάποιο ερέθισμα κάνω κάτι να ενεργοποιηθεί και ν’ αντιδράσει
διεγειρόμασταν	=	διεγείρω
διεγειρόμαστε	=	διεγείρω
διεγειρόμουν	=	διεγείρω
διεγειρόμουνα	=	διεγείρω
διεγειρόντουσαν	=	διεγείρω
διεγειρόσασταν	=	διεγείρω
διεγειρόσαστε	=	διεγείρω
διεγειρόσουν	=	διεγείρω
διεγειρόσουνα	=	διεγείρω
διεγειρόταν	=	διεγείρω
διεγειρότανε	=	διεγείρω
διεγερθήκαμε	=	διεγείρω
διεγερθήκαν	=	διεγείρω
διεγερθήκανε	=	διεγείρω
διεγερθήκατε	=	διεγείρω
διεγερθεί	=	διεγείρω
διεγερθείς	=	διεγείρω
διεγερθείτε	=	διεγείρω
διεγερθούμε	=	διεγείρω
διεγερθούν	=	διεγείρω
διεγερθούνε	=	διεγείρω
διεγερθώ	=	διεγείρω
διεγερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγερμένο
διεγερμένε	verb	κλητική ενικού του διεγερμένος
διεγερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγερμένη
διεγερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεγερμένος
διεγερμένης	verb	γενική ενικού του διεγερμένη
διεγερμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεγερμένος
διεγερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεγερμένος
διεγερμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διεγείρω
διεγερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεγερμένος
διεγερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεγερμένος
διεγερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεγερμένος
διεγερσιμοτήτων	=	διεγερσιμότητα
διεγερσιμότης	noun	η διεγερσιμότητα
διεγερσιμότητα	noun	το να μπορεί κάποιος να διεγερθεί, η ικανότητα κάποιου να διεγείρεται
διεγερσιμότητας	noun	γενική ενικού του διεγερσιμότητα
διεγερσιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγερσιμότητα
διεγερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διεγερτικός	adv	με διεγερτικό τρόπο, διεγείροντας
διεγερτικέ	adj	κλητική ενικού του διεγερτικός
διεγερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγερτική
διεγερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεγερτικός
διεγερτικής	adj	γενική ενικού του διεγερτική
διεγερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεγερτικός
διεγερτικού	adj	γενική ενικού του διεγερτικός
διεγερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεγερτικός
διεγερτικό	adj	αιτιατική ενικού του διεγερτικός
διεγερτικός	adj	που έχει σχέση με τη διέγερση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
διεγερτικών	adj	γενική πληθυντικού του διεγερτικός
διεγερτριών	noun	γενική πληθυντικού του διεγέρτρια
διεγερτών	=	διεγέρτης
διεγκέφαλε	=	διεγκέφαλος
διεγκέφαλο	=	διεγκέφαλος
διεγκέφαλοι	=	διεγκέφαλος
διεγκέφαλος	noun	εγκεφαλικό τμήμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα εγκεφαλικά ημισφαίρια και λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος αισθητικών, ενδοκρινικών και αυτόνομων ρυθμίσεων, μέσω δομών όπως ο θάλαμος και ο υποθάλαμος
διεγκέφαλου	=	διεγκέφαλος
διεγκέφαλους	=	διεγκέφαλος
διεγκέφαλων	=	διεγκέφαλος
διεγκεφάλου	=	διεγκέφαλος
διεγκεφάλους	=	διεγκέφαλος
διεγκεφάλων	=	διεγκέφαλος
διεγνωσμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγνωσμένο
διεγνωσμένε	adj	κλητική ενικού του διεγνωσμένος
διεγνωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγνωσμένη
διεγνωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεγνωσμένος
διεγνωσμένης	adj	γενική ενικού του διεγνωσμένη
διεγνωσμένο	adj	αιτιατική ενικού του διεγνωσμένος
διεγνωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεγνωσμένος
διεγνωσμένος	verb	που έχει διαγνωστεί
διεγνωσμένου	verb	γενική ενικού του διεγνωσμένος
διεγνωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεγνωσμένος
διεγνωσμένων	adj	γενική πληθυντικού του διεγνωσμένος
διεγχειρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγχειρητικό
διεγχειρητικέ	adj	κλητική ενικού του διεγχειρητικός
διεγχειρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεγχειρητική
διεγχειρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεγχειρητικός
διεγχειρητικής	adj	γενική ενικού του διεγχειρητική
διεγχειρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεγχειρητικός
διεγχειρητικού	adj	γενική ενικού του διεγχειρητικός
διεγχειρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεγχειρητικός
διεγχειρητικό	adj	αιτιατική ενικού του διεγχειρητικός
διεγχειρητικός	adj	που γίνεται κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης
διεγχειρητικών	adj	γενική πληθυντικού του διεγχειρητικός
διεδρικά	=	διεδρικός
διεδρικέ	=	διεδρικός
διεδρικές	=	διεδρικός
διεδρική	=	διεδρικός
διεδρικής	=	διεδρικός
διεδρικοί	=	διεδρικός
διεδρικού	=	διεδρικός
διεδρικούς	=	διεδρικός
διεδρικό	=	διεδρικός
διεδρικός	adj	που χαρακτηρίζει εκλογική περιφέρεια ή διοικητική ενότητα η οποία εκλέγει δύο βουλευτές ή διαθέτει δύο βουλευτικές έδρες
διεδρικών	=	διεδρικός
διεθλάτο	=	διαθλώ
διεθλώντο	=	διαθλώ
διεθνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (διεθνές) του διεθνής
διεθνή	adj	αιτιατική ενικού του διεθνής
διεθνής	noun	αθλητής ή παίκτης που συμμετείχε σε εθνική ομάδα	adj	που περιλαμβάνει τη συμμετοχή πολλών εθνών ή αφορά πολλά ή όλα τα έθνη
διεθνίστρια	noun	θηλυκό του διεθνιστής
διεθνίστριας	noun	γενική ενικού του διεθνίστρια
διεθνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνίστρια
διεθνείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνής
διεθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνικό
διεθνικέ	adj	κλητική ενικού του διεθνικός
διεθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνική
διεθνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεθνικός
διεθνικής	adj	γενική ενικού του διεθνική
διεθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεθνικός
διεθνικοτήτων	=	διεθνικότητα
διεθνικού	adj	γενική ενικού του διεθνικός
διεθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεθνικός
διεθνικό	adj	αιτιατική ενικού του διεθνικός
διεθνικός	adj	που γίνεται ανάμεσα σε έθνη
διεθνικότης	noun	η διεθνικότητα
διεθνικότητα	noun	η ιδιότητα του διεθνικού
διεθνικότητας	=	διεθνικότητα
διεθνικότητες	=	διεθνικότητα
διεθνικών	adj	γενική πληθυντικού του διεθνικός
διεθνισμέ	noun	κλητική ενικού του διεθνισμός
διεθνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεθνισμός
διεθνισμού	noun	γενική ενικού του διεθνισμός
διεθνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διεθνισμός
διεθνισμό	noun	αιτιατική ενικού του διεθνισμός
διεθνισμός	noun	αντίληψη που υποστηρίζει την υπέρβαση των εθνικών διαφορών και προτάσσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών και των λαών
διεθνισμών	noun	γενική πληθυντικού του διεθνισμός
διεθνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνιστής
διεθνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διεθνιστής
διεθνιστής	noun	οπαδός του διεθνισμού
διεθνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνιστικό
διεθνιστικέ	adj	κλητική ενικού του διεθνιστικός
διεθνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνιστική
διεθνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεθνιστικός
διεθνιστικής	adj	γενική ενικού του διεθνιστική
διεθνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεθνιστικός
διεθνιστικοϋλισμέ	noun	κλητική ενικού του διεθνιστικοϋλισμός
διεθνιστικοϋλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεθνιστικοϋλισμός
διεθνιστικοϋλισμού	noun	γενική ενικού του διεθνιστικοϋλισμός
διεθνιστικοϋλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διεθνιστικοϋλισμός
διεθνιστικοϋλισμό	noun	αιτιατική ενικού του διεθνιστικοϋλισμός
διεθνιστικοϋλισμός	noun	ο διεθνιστικός υλισμός
διεθνιστικοϋλισμών	noun	γενική πληθυντικού του διεθνιστικοϋλισμός
διεθνιστικού	adj	γενική ενικού του διεθνιστικός
διεθνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεθνιστικός
διεθνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διεθνιστικός
διεθνιστικός	adj	σχετικός με το διεθνισμό
διεθνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διεθνιστικός
διεθνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του διεθνίστρια
διεθνιστών	noun	γενική πληθυντικού του διεθνιστής
διεθνολογία	noun	νομικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τις διεθνείς σχέσεις και το διεθνές δίκαιο
διεθνολογίας	noun	γενική ενικού του διεθνολογία
διεθνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνολογία
διεθνολογικά	=	διεθνολογικός
διεθνολογικέ	=	διεθνολογικός
διεθνολογικές	=	διεθνολογικός
διεθνολογική	=	διεθνολογικός
διεθνολογικής	=	διεθνολογικός
διεθνολογικοί	=	διεθνολογικός
διεθνολογικού	=	διεθνολογικός
διεθνολογικούς	=	διεθνολογικός
διεθνολογικό	=	διεθνολογικός
διεθνολογικός	adj	σχετικός με την διεθνολογία
διεθνολογικών	=	διεθνολογικός
διεθνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του διεθνολογία
διεθνολόγε	noun	κλητική ενικού του διεθνολόγος
διεθνολόγο	noun	αιτιατική ενικού του διεθνολόγος
διεθνολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεθνολόγος
διεθνολόγος	noun	πολιτικός επιστήμονας που ειδικεύεται σε ζητήματα της διεθνούς πολιτικής και των διεθνών σχέσεων
διεθνολόγου	noun	γενική ενικού του διεθνολόγος
διεθνολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διεθνολόγος
διεθνολόγων	noun	γενική πληθυντικού του διεθνολόγος
διεθνοποίει	=	διεθνοποιώ
διεθνοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεθνοποιώ
διεθνοποίησης	noun	γενική ενικού του διεθνοποίηση
διεθνοποίησις	noun	η διεθνοποίηση
διεθνοποιήθηκα	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιήθηκαν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιήθηκε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιήθηκες	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήσαν	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιήσανε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνοποίηση
διεθνοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διεθνοποίηση
διεθνοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διεθνοποίηση
διεθνοποιήσου	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεθνοποιώ
διεθνοποιεί	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιείς	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιείσαι	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιείστε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιείται	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιείτε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιηθήκαμε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιηθήκαν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιηθήκανε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιηθήκατε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιηθεί	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιηθείτε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνοποιημένο
διεθνοποιημένε	verb	κλητική ενικού του διεθνοποιημένος
διεθνοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεθνοποιημένη
διεθνοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεθνοποιημένος
διεθνοποιημένης	verb	γενική ενικού του διεθνοποιημένη
διεθνοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του διεθνοποιημένος
διεθνοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεθνοποιημένος
διεθνοποιημένος	verb	αυτός που βρίσκεται ενταγμένος σε ένα ή πολλά ευρύτερα σχήματα διεθνών οργανισμών
διεθνοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεθνοποιημένος
διεθνοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεθνοποιημένος
διεθνοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεθνοποιημένος
διεθνοποιούμαι	verb	παίρνω διεθνείς διαστάσεις, ξεφεύγω από τα σύνορα μιας χώρας
διεθνοποιούμασταν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούμαστε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούμε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούμουν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούν	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούνε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούνται	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούνταν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούσα	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσαμε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσαν	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσανε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσασταν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούσαστε	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιούσατε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσε	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσες	=	διεθνοποιώ
διεθνοποιούσουν	=	διεθνοποιούμαι
διεθνοποιώ	verb	δίνω διεθνή διάσταση σε κάποιο ζήτημα ή θέμα
διεθνοποιώντας	=	διεθνοποιώ
διεθνούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του διεθνής
διεθνών	=	διεθνής
διεθνώς	adv	σε διεθνές επίπεδο
διεισδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεισδυτικό
διεισδυτικέ	adj	κλητική ενικού του διεισδυτικός
διεισδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεισδυτική
διεισδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεισδυτικός
διεισδυτικής	adj	γενική ενικού του διεισδυτική
διεισδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεισδυτικός
διεισδυτικοτήτων	=	διεισδυτικότητα
διεισδυτικού	adj	γενική ενικού του διεισδυτικός
διεισδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεισδυτικός
διεισδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του διεισδυτικός
διεισδυτικός	adj	που έχει την ικανότητα να διεισδύει, να εμβαθύνει.
διεισδυτικότητα	noun	η ιδιότητα του διεισδυτικού
διεισδυτικότητας	=	διεισδυτικότητα
διεισδυτικότητες	=	διεισδυτικότητα
διεισδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του διεισδυτικός
διεισδύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διεισδύω
διεισδύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεισδύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διείσδυση
διεισδύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διείσδυση
διεισδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διείσδυση
διεισδύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεισδύω
διεισδύω	verb	μπαίνω, εισέρχομαι κάπου περνώντας κάποιο εμπόδιο
διεκδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεκδικώ
διεκδίκησης	noun	γενική ενικού του διεκδίκηση
διεκδικήθηκα	=	διεκδικώ
διεκδικήθηκαν	=	διεκδικώ
διεκδικήθηκε	=	διεκδικώ
διεκδικήθηκες	=	διεκδικώ
διεκδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσαν	=	διεκδικώ
διεκδικήσανε	=	διεκδικώ
διεκδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδίκηση
διεκδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διεκδίκηση
διεκδικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διεκδίκηση
διεκδικήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικήσιμο
διεκδικήσιμε	adj	κλητική ενικού του διεκδικήσιμος
διεκδικήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικήσιμη
διεκδικήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεκδικήσιμος
διεκδικήσιμης	adj	γενική ενικού του διεκδικήσιμη
διεκδικήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διεκδικήσιμος
διεκδικήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεκδικήσιμος
διεκδικήσιμος	adj	που είναι δυνατόν ή αξίζει να διεκδικηθεί
διεκδικήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεκδικήσιμος
διεκδικήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεκδικήσιμος
διεκδικήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεκδικήσιμος
διεκδικήσου	=	διεκδικώ
διεκδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσουνε	=	διεκδικώ
διεκδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκδικώ
διεκδικήτρια	noun	διεκδικητής
διεκδικήτριας	noun	γενική ενικού του διεκδικήτρια
διεκδικήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικήτρια
διεκδικεί	=	διεκδικώ
διεκδικείς	=	διεκδικώ
διεκδικείσαι	=	διεκδικώ
διεκδικείστε	=	διεκδικώ
διεκδικείται	=	διεκδικώ
διεκδικείτε	=	διεκδικώ
διεκδικείτο	=	διεκδικώ
διεκδικηθήκαμε	=	διεκδικώ
διεκδικηθήκαν	=	διεκδικώ
διεκδικηθήκανε	=	διεκδικώ
διεκδικηθήκατε	=	διεκδικώ
διεκδικηθεί	=	διεκδικώ
διεκδικηθείς	=	διεκδικώ
διεκδικηθείτε	=	διεκδικώ
διεκδικηθούμε	=	διεκδικώ
διεκδικηθούν	=	διεκδικώ
διεκδικηθούνε	=	διεκδικώ
διεκδικηθώ	=	διεκδικώ
διεκδικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικημένο
διεκδικημένε	verb	κλητική ενικού του διεκδικημένος
διεκδικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικημένη
διεκδικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεκδικημένος
διεκδικημένης	verb	γενική ενικού του διεκδικημένη
διεκδικημένο	verb	αιτιατική ενικού του διεκδικημένος
διεκδικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεκδικημένος
διεκδικημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διεκδικώ
διεκδικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεκδικημένος
διεκδικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεκδικημένος
διεκδικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεκδικημένος
διεκδικητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικητής
διεκδικητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διεκδικητής
διεκδικητής	noun	κάποιος που διεκδικεί
διεκδικητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικητικό
διεκδικητικέ	adj	κλητική ενικού του διεκδικητικός
διεκδικητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκδικητική
διεκδικητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεκδικητικός
διεκδικητικής	adj	γενική ενικού του διεκδικητική
διεκδικητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεκδικητικός
διεκδικητικού	adj	γενική ενικού του διεκδικητικός
διεκδικητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεκδικητικός
διεκδικητικό	adj	αιτιατική ενικού του διεκδικητικός
διεκδικητικός	adj	που έχει σχέση με τη διεκδίκηση ή αναφέρεται σ' αυτή
διεκδικητικών	adj	γενική πληθυντικού του διεκδικητικός
διεκδικητριών	noun	γενική πληθυντικού του διεκδικήτρια
διεκδικητών	noun	γενική πληθυντικού του διεκδικητής
διεκδικούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διεκδικώ
διεκδικούμασταν	=	διεκδικώ
διεκδικούμαστε	=	διεκδικώ
διεκδικούμε	=	διεκδικώ
διεκδικούμενος	=	διεκδικώ
διεκδικούμουν	=	διεκδικώ
διεκδικούμουνα	=	διεκδικώ
διεκδικούν	=	διεκδικώ
διεκδικούνε	=	διεκδικώ
διεκδικούνται	=	διεκδικώ
διεκδικούνταν	=	διεκδικώ
διεκδικούντο	=	διεκδικώ
διεκδικούσα	=	διεκδικώ
διεκδικούσαμε	=	διεκδικώ
διεκδικούσαν	=	διεκδικώ
διεκδικούσανε	=	διεκδικώ
διεκδικούσασταν	=	διεκδικώ
διεκδικούσαστε	=	διεκδικώ
διεκδικούσατε	=	διεκδικώ
διεκδικούσε	=	διεκδικώ
διεκδικούσες	=	διεκδικώ
διεκδικούσουν	=	διεκδικώ
διεκδικούσουνα	=	διεκδικώ
διεκδικώ	verb	ζητώ να μου αναγνωριστεί η κυριότητα ενός αγαθού, η οποία αμφισβητείται από άλλους, και ασκώ νομικά μέσα προκειμένου να το επιτύχω
διεκδικώντας	=	διεκδικώ
διεκπεραίωνα	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραίωναν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραίωνε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραίωνες	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεκπεραιώνω
διεκπεραίωσης	noun	γενική ενικού του διεκπεραίωση
διεκπεραίωσις	noun	η διεκπεραίωση
διεκπεραιωθήκαμε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωθήκαν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωθήκανε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωθήκατε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωθεί	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωθείτε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιωμένο
διεκπεραιωμένε	verb	κλητική ενικού του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιωμένη
διεκπεραιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωμένης	verb	γενική ενικού του διεκπεραιωμένη
διεκπεραιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωμένος	verb	που έχει διεκπεραιωθεί
διεκπεραιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεκπεραιωμένος
διεκπεραιωνόμασταν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόμαστε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόμουν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόμουνα	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόντουσαν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόσασταν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόσαστε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόσουν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόσουνα	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνόταν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωνότανε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιωτής
διεκπεραιωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διεκπεραιωτής
διεκπεραιωτής	noun	αυτός που έχει αναλάβει ή είναι υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση ενός έργου
διεκπεραιωτικά	adv	με διεκπεραιωτικό τρόπο
διεκπεραιωτικέ	adj	κλητική ενικού του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιωτική
διεκπεραιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτικής	adj	γενική ενικού του διεκπεραιωτική
διεκπεραιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτικοτήτων	=	διεκπεραιωτικότητα
διεκπεραιωτικού	adj	γενική ενικού του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτικός	adj	που έχει σχέση με τη διεκπεραίωση ή αναφέρεται σ' αυτή
διεκπεραιωτικότητα	noun	η ιδιότητα του διεκπεραιωτικού
διεκπεραιωτικότητας	=	διεκπεραιωτικότητα
διεκπεραιωτικότητες	=	διεκπεραιωτικότητα
διεκπεραιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διεκπεραιωτικός
διεκπεραιωτριών	noun	γενική πληθυντικού του διεκπεραιώτρια
διεκπεραιωτών	noun	γενική πληθυντικού του διεκπεραιωτής
διεκπεραιώθηκα	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώθηκαν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώθηκε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώθηκες	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώναμε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώναν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνανε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνατε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνει	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνεις	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνεσαι	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνεστε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνεται	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνετε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνομαι	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνονται	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνονταν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνοντας	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνου	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνουμε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνουν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνουνε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώνω	verb	ολοκληρώνω, φέρω εις πέρας τα απαραίτητα προκειμένου να αποπερατώσω και να ρυθμίσω συνολικά μια αποστολή ή μια υπόθεση
διεκπεραιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσαν	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσανε	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραίωση
διεκπεραιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διεκπεραίωση
διεκπεραιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διεκπεραίωση
διεκπεραιώσου	=	διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκπεραιώνω
διεκπεραιώτρια	noun	θηλυκό του διεκπεραιωτής
διεκπεραιώτριας	noun	γενική ενικού του διεκπεραιώτρια
διεκπεραιώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκπεραιώτρια
διεκτραγωδήθηκα	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήθηκαν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήθηκε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήθηκες	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσαν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσανε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεκτραγώδηση
διεκτραγωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διεκτραγώδηση
διεκτραγωδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διεκτραγώδηση
διεκτραγωδήσου	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδεί	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδείς	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδείσαι	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδείστε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδείται	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδείτε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδηθήκαμε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδηθήκαν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδηθήκανε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδηθήκατε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδηθεί	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδηθείτε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδημένος	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούμασταν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούμαστε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούμε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούμουν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούνε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούνται	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούνταν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσα	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσαμε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσαν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσανε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσασταν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσαστε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσατε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσε	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσες	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδούσουν	=	διεκτραγωδώ
διεκτραγωδώ	verb	διηγούμαι κάτι αναδεικνύοντας τα τραγικά σημεία ή στοιχεία της υπόθεσης
διεκτραγωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεκτραγωδώ
διεκτραγώδηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεκτραγωδώ
διεκτραγώδησης	noun	γενική ενικού του διεκτραγώδηση
διεκτραγῴδησις	noun	η διεκτραγώδηση
διεκόπη	=	διακόπτω
διεκόπην	=	διακόπτομαι
διεκόπησαν	=	διακόπτω
διελάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διέλαση
διελάσεων	noun	γενική πληθυντικού του διέλαση
διελάσεως	noun|formal	γενική ενικού του διέλαση
διελέγξαμε	=	διελέγχω
διελέγξαν	=	διελέγχω
διελέγξανε	=	διελέγχω
διελέγξατε	=	διελέγχω
διελέγξει	=	διελέγχω
διελέγξου	=	διελέγχω
διελέγξτε	=	διελέγχω
διελέγχαμε	=	διελέγχω
διελέγχαν	=	διελέγχω
διελέγχανε	=	διελέγχω
διελέγχατε	=	διελέγχω
διελέγχει	=	διελέγχω
διελέγχεις	=	διελέγχω
διελέγχεσαι	=	διελέγχω
διελέγχεστε	=	διελέγχω
διελέγχεται	=	διελέγχω
διελέγχετε	=	διελέγχω
διελέγχθηκα	=	διελέγχω
διελέγχθηκαν	=	διελέγχω
διελέγχθηκε	=	διελέγχω
διελέγχθηκες	=	διελέγχω
διελέγχομαι	=	διελέγχω
διελέγχονται	=	διελέγχω
διελέγχονταν	=	διελέγχω
διελέγχοντας	=	διελέγχω
διελέγχου	=	διελέγχω
διελέγχουμε	=	διελέγχω
διελέγχουν	=	διελέγχω
διελέγχουνε	=	διελέγχω
διελέγχω	verb|formal	ελέγχω εξονυχιστικά και ανασκευάζω ή αποδεικνύω κάτι
διελέχθη	=	διαλέγομαι
διελέχθην	=	διαλέγομαι
διελέχθησαν	=	διαλέγομαι
διελεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διελεγμένο
διελεγμένε	verb	κλητική ενικού του διελεγμένος
διελεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διελεγμένη
διελεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διελεγμένος
διελεγμένης	verb	γενική ενικού του διελεγμένη
διελεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διελεγμένος
διελεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διελεγμένος
διελεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διελέγχω
διελεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διελεγμένος
διελεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διελεγμένος
διελεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διελεγμένος
διελεγχθήκαμε	=	διελέγχω
διελεγχθήκαν	=	διελέγχω
διελεγχθήκανε	=	διελέγχω
διελεγχθήκατε	=	διελέγχω
διελεγχθεί	=	διελέγχω
διελεγχθείτε	=	διελέγχω
διελεγχόμασταν	=	διελέγχω
διελεγχόμαστε	=	διελέγχω
διελεγχόμουν	=	διελέγχω
διελεγχόμουνα	=	διελέγχω
διελεγχόντουσαν	=	διελέγχω
διελεγχόσασταν	=	διελέγχω
διελεγχόσαστε	=	διελέγχω
διελεγχόσουν	=	διελέγχω
διελεγχόσουνα	=	διελέγχω
διελεγχόταν	=	διελέγχω
διελεγχότανε	=	διελέγχω
διελευκάνσεις	=	διελεύκανση
διελευκάνσεων	=	διελεύκανση
διελεύκανση	noun	άλλη μορφή του διαλεύκανση
διελεύκανσης	=	διελεύκανση
διελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διέλευση
διελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διέλευση
διελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διέλευση
διελκυστίνδα	noun	παιχνίδι ανταγωνισμού με σχοινί ή άλλο μηχανισμό, στα άκρα του οποίου βρίσκονται αντίπαλα άτομα ή ομάδες που προσπαθούν, τραβώντας το σχοινί ή το μηχανισμό, να παρασύρουν τον αντίπαλο προς το μέρος τους
διελκυστίνδας	=	διελκυστίνδα
διελκυστίνδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διελκυστίνδα
διελκυστίνδων	=	διελκυστίνδα
διελκύσεις	=	διέλκυση
διελκύσεων	=	διέλκυση
διεμήνυα	=	διαμηνύω
διεμήνυαν	=	διαμηνύω
διεμήνυε	=	διαμηνύω
διεμήνυες	=	διαμηνύω
διεμήνυσα	=	διαμηνύω
διεμήνυσαν	=	διαμηνύω
διεμήνυσε	=	διαμηνύω
διεμήνυσες	=	διαμηνύω
διεμβάλλω	verb	διαπερνώ εντελώς κάτι αλλά με αντικείμενο που βρίσκεται ακόμη εντός του• περνάω κάτι μέσα από κάτι άλλο, και η μύτη του βγαίνει από την άλλη μεριά
διεμβολές	=	διεμβολή
διεμβολή	noun	διακριτικό στρατιωτικών στολών, μετά από ηθική αμοιβή / μετάλλιο / διαμνημόνευση αυτού που φέρει το διακριτικό
διεμβολής	=	διεμβολή
διεμβολίζαμε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζαν	=	διεμβολίζω
διεμβολίζανε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζατε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διεμβολίζω
διεμβολίζεις	=	διεμβολίζω
διεμβολίζεσαι	=	διεμβολίζω
διεμβολίζεστε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζεται	=	διεμβολίζω
διεμβολίζετε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διεμβολίζω
διεμβολίζονται	=	διεμβολίζω
διεμβολίζονταν	=	διεμβολίζω
διεμβολίζοντας	=	διεμβολίζω
διεμβολίζουμε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζουν	=	διεμβολίζω
διεμβολίζουνε	=	διεμβολίζω
διεμβολίζω	verb	διατρυπώ, εμβολίζω
διεμβολίσαμε	=	διεμβολίζω
διεμβολίσαν	=	διεμβολίζω
διεμβολίσανε	=	διεμβολίζω
διεμβολίσατε	=	διεμβολίζω
διεμβολίσει	=	διεμβολίζω
διεμβολίσεις	=	διεμβόλιση
διεμβολίσεων	=	διεμβόλιση
διεμβολίσου	=	διεμβολίζω
διεμβολίστε	=	διεμβολίζω
διεμβολίστηκα	=	διεμβολίζω
διεμβολίστηκαν	=	διεμβολίζω
διεμβολίστηκε	=	διεμβολίζω
διεμβολίστηκες	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόμασταν	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόμαστε	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόμουν	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόμουνα	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόντουσαν	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόσασταν	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόσαστε	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόσουν	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόσουνα	=	διεμβολίζω
διεμβολιζόταν	=	διεμβολίζω
διεμβολιζότανε	=	διεμβολίζω
διεμβολισμένα	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένε	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένες	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένη	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένης	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένο	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένοι	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διεμβολίζω
διεμβολισμένου	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένους	=	διεμβολισμένος
διεμβολισμένων	=	διεμβολισμένος
διεμβολιστήκαμε	=	διεμβολίζω
διεμβολιστήκαν	=	διεμβολίζω
διεμβολιστήκανε	=	διεμβολίζω
διεμβολιστήκατε	=	διεμβολίζω
διεμβολιστής	noun|archaic	κάποιος που διεμβολίζει
διεμβολιστεί	=	διεμβολίζω
διεμβολιστείτε	=	διεμβολίζω
διεμβολών	=	διεμβολή
διεμβόλιζα	=	διεμβολίζω
διεμβόλιζαν	=	διεμβολίζω
διεμβόλιζε	=	διεμβολίζω
διεμβόλιζες	=	διεμβολίζω
διεμβόλισα	=	διεμβολίζω
διεμβόλισαν	=	διεμβολίζω
διεμβόλισε	=	διεμβολίζω
διεμβόλισες	=	διεμβολίζω
διεμβόλιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεμβολίζω
διεμβόλισης	=	διεμβόλιση
διεμπλοκές	=	διεμπλοκή
διεμπλοκή	noun	σύμπλεξη, περιπλοκή, περίπλεξη
διεμπλοκής	=	διεμπλοκή
διεμπλοκών	=	διεμπλοκή
διεμφυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεμφυλικό
διεμφυλικέ	adj	κλητική ενικού του διεμφυλικός
διεμφυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεμφυλική
διεμφυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεμφυλικός
διεμφυλικής	adj	γενική ενικού του διεμφυλική
διεμφυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεμφυλικός
διεμφυλικού	adj	γενική ενικού του διεμφυλικός
διεμφυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεμφυλικός
διεμφυλικό	adj	αιτιατική ενικού του διεμφυλικός
διεμφυλικός	noun	διεμφυλικός	adj	για άτομο με ταυτότητα φύλου διαφορετική από το βιολογικό φύλο του, για άτομο που αισθάνεται ότι το βιολογικό (ανατομικό) του φύλο δεν βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το φύλο που το ίδιο βιώνει
διεμφυλικών	adj	γενική πληθυντικού του διεμφυλικός
διενέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διένεξη
διενέξεων	noun	γενική πληθυντικού του διένεξη
διενέξεως	noun|formal	γενική ενικού του διένεξη
διενέργει	=	διενεργώ
διενέργεια	noun	η εκτέλεση, η ενέργεια, η διεξαγωγή
διενέργειας	noun	γενική ενικού του διενέργεια
διενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διενέργεια
διενέργησα	=	διενεργώ
διενέργησαν	=	διενεργώ
διενέργησε	=	διενεργώ
διενέργησες	=	διενεργώ
διενήργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενήργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενήργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενήργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενίου	=	διένιο
διενίων	=	διένιο
διενεργήθηκα	=	διενεργώ
διενεργήθηκαν	=	διενεργώ
διενεργήθηκε	=	διενεργώ
διενεργήθηκες	=	διενεργώ
διενεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσαν	=	διενεργώ
διενεργήσανε	=	διενεργώ
διενεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσου	=	διενεργώ
διενεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσουνε	=	διενεργώ
διενεργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διενεργώ
διενεργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διενεργώ
διενεργείς	=	διενεργώ
διενεργείσαι	=	διενεργώ
διενεργείστε	=	διενεργώ
διενεργείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διενεργούμαι
διενεργείτε	=	διενεργώ
διενεργείτο	=	διενεργώ
διενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του διενέργεια
διενεργηθήκαμε	=	διενεργώ
διενεργηθήκαν	=	διενεργώ
διενεργηθήκανε	=	διενεργώ
διενεργηθήκατε	=	διενεργώ
διενεργηθεί	=	διενεργώ
διενεργηθείς	=	διενεργώ
διενεργηθείτε	=	διενεργώ
διενεργηθούμε	=	διενεργώ
διενεργηθούν	=	διενεργώ
διενεργηθούνε	=	διενεργώ
διενεργηθώ	=	διενεργώ
διενεργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διενεργημένο
διενεργημένε	verb	κλητική ενικού του διενεργημένος
διενεργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διενεργημένη
διενεργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διενεργημένος
διενεργημένης	verb	γενική ενικού του διενεργημένη
διενεργημένο	verb	αιτιατική ενικού του διενεργημένος
διενεργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διενεργημένος
διενεργημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διενεργώ
διενεργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διενεργημένος
διενεργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διενεργημένος
διενεργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διενεργημένος
διενεργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διενεργώ
διενεργούμασταν	=	διενεργώ
διενεργούμαστε	=	διενεργώ
διενεργούμε	=	διενεργώ
διενεργούμενος	=	διενεργώ
διενεργούμουν	=	διενεργώ
διενεργούμουνα	=	διενεργώ
διενεργούν	=	διενεργώ
διενεργούνε	=	διενεργώ
διενεργούνται	=	διενεργώ
διενεργούνταν	=	διενεργώ
διενεργούντο	=	διενεργώ
διενεργούσα	=	διενεργώ
διενεργούσαμε	=	διενεργώ
διενεργούσαν	=	διενεργώ
διενεργούσανε	=	διενεργώ
διενεργούσατε	=	διενεργώ
διενεργούσε	=	διενεργώ
διενεργούσες	=	διενεργώ
διενεργούσουν	=	διενεργώ
διενεργούσουνα	=	διενεργώ
διενεργώ	verb	κάνω, εκτελώ
διενεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διενεργώ
διεξάγαγε	=	διεξάγω
διεξάγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διεξάγω
διεξάγεις	=	διεξάγω
διεξάγεσαι	=	διεξάγω
διεξάγεσθε	=	διεξάγω
διεξάγεστε	=	διεξάγω
διεξάγεται	=	διεξάγω
διεξάγετε	=	διεξάγω
διεξάγομαι	verb	γίνομαι, βρίσκομαι σε κάποια διαδικασία ολοκλήρωσης
διεξάγομε	=	διεξάγω
διεξάγονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του διεξάγομαι
διεξάγονταν	=	διεξάγω
διεξάγοντας	=	διεξάγω
διεξάγουμε	=	διεξάγω
διεξάγουν	=	διεξάγω
διεξάγουνε	=	διεξάγω
διεξάγω	verb	ξεκινώ μια διαδικασία και προσπαθώ να την ολοκληρώσω
διεξάχθηκα	=	διεξάγω
διεξάχθηκαν	=	διεξάγω
διεξάχθηκε	=	διεξάγω
διεξάχθηκες	=	διεξάγω
διεξέλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξέρχομαι	verb|formal	διαβάζω από την αρχή ως το τέλος, μελετώ αναλυτικά, εξετάζω διεξοδικά και λεπτομερώς
διεξήγα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του διεξάγω
διεξήγαγα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του διεξάγω
διεξήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξήγαμε	=	διεξάγω
διεξήγαν	=	διεξάγω
διεξήγατε	=	διεξάγω
διεξήγε	=	διεξάγω
διεξήγες	=	διεξάγω
διεξήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
διεξήχθη	=	διεξάγω
διεξήχθην	=	διεξάγω
διεξήχθησαν	=	διεξάγω
διεξαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγαν	=	διεξάγω
διεξαγάγανε	=	διεξάγω
διεξαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγομε	=	διεξάγω
διεξαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγάγουνε	=	διεξάγω
διεξαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγω
διεξαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεξαγμένο
διεξαγμένε	verb	κλητική ενικού του διεξαγμένος
διεξαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεξαγμένη
διεξαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεξαγμένος
διεξαγμένης	verb	γενική ενικού του διεξαγμένη
διεξαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεξαγμένος
διεξαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεξαγμένος
διεξαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διεξάγω
διεξαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεξαγμένος
διεξαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεξαγμένος
διεξαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεξαγμένος
διεξαγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεξαγωγή
διεξαγωγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεξάγω
διεξαγωγής	=	διεξαγωγή
διεξαγωγών	=	διεξαγωγή
διεξαγόμασταν	=	διεξάγω
διεξαγόμαστε	=	διεξάγω
διεξαγόμενος	=	διεξάγω
διεξαγόμουν	=	διεξάγω
διεξαγόμουνα	=	διεξάγω
διεξαγόντουσαν	=	διεξάγω
διεξαγόσασταν	=	διεξάγω
διεξαγόσαστε	=	διεξάγω
διεξαγόσουν	=	διεξάγω
διεξαγόσουνα	=	διεξάγω
διεξαγόταν	=	διεξάγω
διεξαγότανε	=	διεξάγω
διεξαχθέν	=	διαψευσθείς
διεξαχθήκαμε	=	διεξάγω
διεξαχθήκαν	=	διεξάγω
διεξαχθήκανε	=	διεξάγω
διεξαχθήκατε	=	διεξάγω
διεξαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεξάγομαι
διεξαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγομαι, παθητική φωνή του διεξάγω
διεξαχθείσα	=	διεξαχθείς
διεξαχθείτε	=	διεξάγω
διεξαχθθέν	=	διεξαχθείς
διεξαχθούμε	=	διεξάγω
διεξαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγομαι
διεξαχθούνε	=	διεξάγω
διεξαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγομαι
διεξοδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεξοδικό	adv	με διεξοδικό τρόπο
διεξοδικέ	adj	κλητική ενικού του διεξοδικός
διεξοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεξοδική
διεξοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεξοδικός
διεξοδικής	adj	γενική ενικού του διεξοδική
διεξοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεξοδικός
διεξοδικοτήτων	=	διεξοδικότητα
διεξοδικού	adj	γενική ενικού του διεξοδικός
διεξοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεξοδικός
διεξοδικό	adj	αιτιατική ενικού του διεξοδικός
διεξοδικός	adj	λεπτομερής, εκτενής
διεξοδικότητα	noun	η προσήλωση στην εκτενή και λεπτομερή ανάλυση ενός θέματος
διεξοδικότητας	noun	γενική ενικού του διεξοδικότητα
διεξοδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεξοδικότητα
διεξοδικών	adj	γενική πληθυντικού του διεξοδικός
διεξοδικώς	adv|formal	διεξοδικά
διεξόδου	=	διέξοδος
διεξόδους	=	διέξοδος
διεξόδων	=	διέξοδος
διεπαγγελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεπαγγελματικό
διεπαγγελματικέ	adj	κλητική ενικού του διεπαγγελματικός
διεπαγγελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεπαγγελματική
διεπαγγελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεπαγγελματικός
διεπαγγελματικής	adj	γενική ενικού του διεπαγγελματική
διεπαγγελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεπαγγελματικός
διεπαγγελματικού	adj	γενική ενικού του διεπαγγελματικός
διεπαγγελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεπαγγελματικός
διεπαγγελματικό	adj	αιτιατική ενικού του διεπαγγελματικός
διεπαγγελματικός	adj	που αφορά ή περιλαμβάνει πολλούς επαγγελματικούς κλάδους
διεπαγγελματικών	adj	γενική πληθυντικού του διεπαγγελματικός
διεπαφές	=	διεπαφή
διεπαφή	noun	ο τρόπος επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής (HCI) και γενικότερα η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών οντοτήτων, όπως μεταξύ συσκευών, συσκευών και λειτουργικών συστημάτων, κλπ
διεπαφής	=	διεπαφή
διεπαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεπαφικό
διεπαφικέ	adj	κλητική ενικού του διεπαφικός
διεπαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεπαφική
διεπαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεπαφικός
διεπαφικής	adj	γενική ενικού του διεπαφική
διεπαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεπαφικός
διεπαφικού	adj	γενική ενικού του διεπαφικός
διεπαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεπαφικός
διεπαφικό	adj	αιτιατική ενικού του διεπαφικός
διεπαφικός	adj	που ανήκει σε διεπαφή, που έχει σχέση με διεπαφή
διεπαφικών	adj	γενική πληθυντικού του διεπαφικός
διεπαφών	=	διεπαφή
διεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεπιστημονικό
διεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του διεπιστημονικός
διεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεπιστημονική
διεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεπιστημονικός
διεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του διεπιστημονική
διεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεπιστημονικός
διεπιστημονικοτήτων	=	διεπιστημονικότητα
διεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του διεπιστημονικός
διεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διεπιστημονικός
διεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του διεπιστημονικός
διεπιστημονικός	adj	που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερες επιστήμες ή σε επιστήμονες διαφόρων κλάδων
διεπιστημονικότητα	noun	ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων επιστημονικών κλάδων σε μία δραστηριότητα
διεπιστημονικότητας	=	διεπιστημονικότητα
διεπιστημονικότητες	=	διεπιστημονικότητα
διεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του διεπιστημονικός
διεπιφάνεια	noun	η λεπτή επιφάνεια (συνήθως διαφανής) που χωρίζει μια οντότητα από το περιβάλλον της ή δύο οντότητες μεταξύ τους
διεπιφάνειας	=	διεπιφάνεια
διεπιφάνειες	=	διεπιφάνεια
διεπιφανειών	=	διεπιφάνεια
διεπιχειρησιακά	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακέ	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακές	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακή	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακής	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακοί	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακού	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακούς	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακό	=	διεπιχειρησιακός
διεπιχειρησιακός	adj|formal	που αναφέρεται σε διαδικασίες, σχέσεις ή ροές συνεργασίας και συναλλαγών οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ διακριτών επιχειρήσεων
διεπιχειρησιακών	=	διεπιχειρησιακός
διεπόμαστε	=	διέπω
διεπόσαστε	=	διέπω
διεργέννοιας	noun	γενική ενικού του διεργέννοια
διεργέννοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεργέννοια
διεργασία	noun	τρόπος διαμόρφωσης, προετοιμασία
διεργασίας	noun	γενική ενικού του διεργασία
διεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεργασία
διεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του διεργασία
διεργεννοιακά	adv	με διεργεννοιακό τρόπο
διεργεννοιακέ	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακές	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακή	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακής	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακοί	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακού	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακούς	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακό	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιακός	adj	(μαθηματικά) που έχει σχέση με διεργέννοια ή διεργέννοιες, που αφορά διεργέννοια ή διεργέννοιες
διεργεννοιακών	=	διεργεννοιακός
διεργεννοιών	noun	γενική πληθυντικού του διεργέννοια
διερευνήθηκα	=	διερευνώ
διερευνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερευνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερεύνηση
διερευνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διερεύνηση
διερευνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διερεύνηση
διερευνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερευνήτρια	noun	θηλυκό του διερευνητής
διερευνήτριας	noun	γενική ενικού του διερευνήτρια
διερευνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερευνήτρια
διερευνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερευνημένο
διερευνημένε	verb	κλητική ενικού του διερευνημένος
διερευνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερευνημένη
διερευνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διερευνημένος
διερευνημένης	verb	γενική ενικού του διερευνημένη
διερευνημένο	verb	αιτιατική ενικού του διερευνημένος
διερευνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διερευνημένος
διερευνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διερευνώ
διερευνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διερευνημένος
διερευνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διερευνημένος
διερευνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διερευνημένος
διερευνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερευνητής
διερευνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διερευνητής
διερευνητής	noun	αυτός που διερευνά
διερευνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερευνητικό	adv	με διερευνητικό τρόπο
διερευνητικέ	adj	κλητική ενικού του διερευνητικός
διερευνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερευνητική
διερευνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διερευνητικός
διερευνητικής	adj	γενική ενικού του διερευνητική
διερευνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διερευνητικός
διερευνητικού	adj	γενική ενικού του διερευνητικός
διερευνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διερευνητικός
διερευνητικό	adj	αιτιατική ενικού του διερευνητικός
διερευνητικός	adj	που έχει σχέση με τη διερεύνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διερευνητικών	adj	γενική πληθυντικού του διερευνητικός
διερευνητικώς	adv|formal	διερευνητικά
διερευνητριών	noun	γενική πληθυντικού του διερευνήτρια
διερευνητών	noun	γενική πληθυντικού του διερευνητής
διερευνώ	verb	προσπαθώ να μάθω όσο περισσότερες πληροφορίες μπορώ για ένα θέμα, εξετάζοντάς το λεπτομερώς, από όλες τις όψεις και σε βάθος
διερευνώμαι	=	διερευνώ
διερευνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διερευνώ
διερεύνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερεύνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερεύνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερεύνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερευνώ
διερεύνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διερευνώ
διερεύνησης	noun	γενική ενικού του διερεύνηση
διερμήνευα	=	διερμηνεύω
διερμήνευαν	=	διερμηνεύω
διερμήνευε	=	διερμηνεύω
διερμήνευες	=	διερμηνεύω
διερμήνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμήνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμήνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμήνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμήνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διερμηνεύω
διερμήνευσης	noun	γενική ενικού του διερμήνευση
διερμηνέα	=	διερμηνέας
διερμηνέας	noun	ο επαγγελματίας μεταφραστής για προφορική επικοινωνία μεταξύ ατόμων που το ένα δεν ξέρει τη γλώσσα του άλλου
διερμηνέων	=	διερμηνέας
διερμηνέως	=	διερμηνέας
διερμηνεία	noun	η εργασία ή το έργο ενός διερμηνέα
διερμηνείας	noun	γενική ενικού του διερμηνεία
διερμηνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερμηνεία
διερμηνείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερμηνέας
διερμηνειών	noun	γενική πληθυντικού του διερμηνεία
διερμηνευθήκαμε	=	διερμηνεύω
διερμηνευθήκαν	=	διερμηνεύω
διερμηνευθήκανε	=	διερμηνεύω
διερμηνευθήκατε	=	διερμηνεύω
διερμηνευθεί	=	διερμηνεύω
διερμηνευθείτε	=	διερμηνεύω
διερμηνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερμηνευμένο
διερμηνευμένε	verb	κλητική ενικού του διερμηνευμένος
διερμηνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερμηνευμένη
διερμηνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διερμηνευμένος
διερμηνευμένης	verb	γενική ενικού του διερμηνευμένη
διερμηνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διερμηνευμένος
διερμηνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διερμηνευμένος
διερμηνευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διερμηνεύω
διερμηνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διερμηνευμένος
διερμηνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διερμηνευμένος
διερμηνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διερμηνευμένος
διερμηνευτές	=	διερμηνευτής
διερμηνευτή	=	διερμηνευτής
διερμηνευτής	noun	αυτός που διερμηνεύει
διερμηνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διερμηνευτικός	adv	με διερμηνευτικό τρόπο, διερμηνεύοντας
διερμηνευτικέ	adj	κλητική ενικού του διερμηνευτικός
διερμηνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερμηνευτική
διερμηνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διερμηνευτικός
διερμηνευτικής	adj	γενική ενικού του διερμηνευτική
διερμηνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διερμηνευτικός
διερμηνευτικού	adj	γενική ενικού του διερμηνευτικός
διερμηνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διερμηνευτικός
διερμηνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του διερμηνευτικός
διερμηνευτικός	adj	που έχει σχέση με τη διερμήνευση, τη διερμηνεία ή τον διερμηνευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά
διερμηνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του διερμηνευτικός
διερμηνευτιού	adj	γενική ενικού του διερμηνευτικά
διερμηνευτριών	=	διερμηνεύτρια
διερμηνευτών	=	διερμηνευτής
διερμηνευόμασταν	=	διερμηνεύω
διερμηνευόμαστε	=	διερμηνεύω
διερμηνευόμουν	=	διερμηνεύω
διερμηνευόμουνα	=	διερμηνεύω
διερμηνευόντουσαν	=	διερμηνεύω
διερμηνευόσασταν	=	διερμηνεύω
διερμηνευόσαστε	=	διερμηνεύω
διερμηνευόσουν	=	διερμηνεύω
διερμηνευόσουνα	=	διερμηνεύω
διερμηνευόταν	=	διερμηνεύω
διερμηνευότανε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύαμε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύαν	=	διερμηνεύω
διερμηνεύανε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύατε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύει	=	διερμηνεύω
διερμηνεύεις	=	διερμηνεύω
διερμηνεύεσαι	=	διερμηνεύω
διερμηνεύεστε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύεται	=	διερμηνεύω
διερμηνεύετε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύθηκα	=	διερμηνεύω
διερμηνεύθηκαν	=	διερμηνεύω
διερμηνεύθηκε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύθηκες	=	διερμηνεύω
διερμηνεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύονται	=	διερμηνεύω
διερμηνεύονταν	=	διερμηνεύω
διερμηνεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύουμε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύουν	=	διερμηνεύω
διερμηνεύουνε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύς	noun	διερμηνέας
διερμηνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύσαν	=	διερμηνεύω
διερμηνεύσανε	=	διερμηνεύω
διερμηνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερμήνευση
διερμηνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διερμήνευση
διερμηνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διερμήνευση
διερμηνεύσου	=	διερμηνεύω
διερμηνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
διερμηνεύτρια	noun	θηλυκό του διερμηνεύς / διερμηνέας
διερμηνεύτριας	=	διερμηνεύτρια
διερμηνεύτριες	=	διερμηνεύτρια
διερμηνεύω	verb	κατανοώ και προσπαθώ να εκφράσω (με λόγια ή άλλους τρόπους) ό,τι σκέφτεται ή επιθυμεί κάποιος (που εκπροσωπώ)
διερρηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερρηγμένο
διερρηγμένε	verb	κλητική ενικού του διερρηγμένος
διερρηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερρηγμένη
διερρηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διερρηγμένος
διερρηγμένης	verb	γενική ενικού του διερρηγμένη
διερρηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διερρηγμένος
διερρηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διερρηγμένος
διερρηγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διαρρήχνω / διαρρηγνύω
διερρηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διερρηγμένος
διερρηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διερρηγμένος
διερρηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διερρηγμένος
διερχόμασταν	=	διέρχομαι
διερχόμαστε	=	διέρχομαι
διερχόμενος	=	διέρχομαι
διερχόμουν	=	διέρχομαι
διερχόμουνα	=	διέρχομαι
διερχόντουσαν	=	διέρχομαι
διερχόσασταν	=	διέρχομαι
διερχόσαστε	=	διέρχομαι
διερχόσουν	=	διέρχομαι
διερχόσουνα	=	διέρχομαι
διερχόταν	=	διέρχομαι
διερχότανε	=	διέρχομαι
διερωτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διερώτηση
διερωτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διερώτηση
διερωτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διερώτηση
διερωτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερωτώμαι
διερωτώμαι	verb	θέτω μια ερώτηση στον εαυτό μου, την οποία δυσκολεύομαι ν' απαντήσω
διερώτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διερωτώμαι
διερώτησης	noun	γενική ενικού του διερώτηση
διερώτησις	noun	η διερώτηση, λεπτομερής διερεύνηση
διεσπάρη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του διασπείρω
διεσπάρην	=	διασπείρω
διεσπάτο	=	διασπώ
διεσπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεσπαρμένο
διεσπαρμένε	verb	κλητική ενικού του διεσπαρμένος
διεσπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεσπαρμένη
διεσπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεσπαρμένος
διεσπαρμένης	verb	γενική ενικού του διεσπαρμένη
διεσπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεσπαρμένος
διεσπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεσπαρμένος
διεσπαρμένος	=	διασπείρω
διεσπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεσπαρμένος
διεσπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεσπαρμένος
διεσπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεσπαρμένος
διεσπασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεσπασμένος
διεσπασμένος	=	διασπασμένη
διεσπώντο	=	διασπώ
διεστάλη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του διαστέλλω
διεσταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεσταλμένο
διεσταλμένε	verb	κλητική ενικού του διεσταλμένος
διεσταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεσταλμένη
διεσταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεσταλμένος
διεσταλμένης	verb	γενική ενικού του διεσταλμένη
διεσταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεσταλμένος
διεσταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεσταλμένος
διεσταλμένος	verb	αυτός που έχει διασταλεί
διεσταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεσταλμένος
διεσταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεσταλμένος
διεσταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεσταλμένος
διεστιγμένος	=	διαστίζω
διεστραμμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεστραμμένο	adv	κατά διεστραμμένο τρόπο
διεστραμμένε	verb	κλητική ενικού του διεστραμμένος
διεστραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεστραμμένη
διεστραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεστραμμένος
διεστραμμένης	verb	γενική ενικού του διεστραμμένη
διεστραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεστραμμένος
διεστραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεστραμμένος
διεστραμμένος	verb	που παρεκκλίνει από το αντικειμενικά φυσιολογικό, που ρέπει προς το ανώμαλο
διεστραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεστραμμένος
διεστραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεστραμμένος
διεστραμμένων	verb	γενική πληθυντικού του διεστραμμένος
διεστραμμένως	adv	με ανήθικο, διεστραμμένο τρόπο
διεστώτα	noun	αυτά που είναι χωρισμένα ή χωριστά
διεστώτου	noun	γενική ενικού του διεστώτο
διεστώτων	noun	γενική πληθυντικού του διεστώτο
διετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διετής
διετή	=	διετής
διετής	adj	που διαρκεί δύο χρόνια
διετία	noun	χρονική περίοδος δύο χρόνων
διετίας	noun	γενική ενικού του διετία
διετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διετία
διεταιρικά	=	διεταιρικός
διεταιρικέ	=	διεταιρικός
διεταιρικές	=	διεταιρικός
διεταιρική	=	διεταιρικός
διεταιρικής	=	διεταιρικός
διεταιρικοί	=	διεταιρικός
διεταιρικού	=	διεταιρικός
διεταιρικούς	=	διεταιρικός
διεταιρικό	=	διεταιρικός
διεταιρικός	adj|formal	που αφορά σχέσεις, συναλλαγές ή οικονομικές ροές οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ δύο ή περισσότερων εταιρειών, συνήθως στο πλαίσιο συμβατικών, εμπορικών ή λογιστικών διασυνδέσεων
διεταιρικών	=	διεταιρικός
διετείς	=	διετής
διετιών	noun	γενική πληθυντικού του διετία
διετούς	=	διετής
διετών	adj	γενική πληθυντικού του διετής
διευθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθέτηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διευθετώ
διευθέτησης	noun	γενική ενικού του διευθέτηση
διευθετήθηκα	=	διευθετώ
διευθετήθηκαν	=	διευθετώ
διευθετήθηκε	=	διευθετώ
διευθετήθηκες	=	διευθετώ
διευθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήσαν	=	διευθετώ
διευθετήσανε	=	διευθετώ
διευθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθέτηση
διευθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διευθέτηση
διευθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διευθέτηση
διευθετήσιμα	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμε	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμες	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμη	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμης	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμο	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμοι	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμος	adj	που μπορεί ή είναι χρήσιμο να διευθετηθεί
διευθετήσιμου	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμους	=	διευθετήσιμος
διευθετήσιμων	=	διευθετήσιμος
διευθετήσου	=	διευθετώ
διευθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
διευθετεί	=	διευθετώ
διευθετείς	=	διευθετώ
διευθετείσαι	=	διευθετώ
διευθετείστε	=	διευθετώ
διευθετείται	=	διευθετώ
διευθετείτε	=	διευθετώ
διευθετηθήκαμε	=	διευθετώ
διευθετηθήκαν	=	διευθετώ
διευθετηθήκανε	=	διευθετώ
διευθετηθήκατε	=	διευθετώ
διευθετηθεί	=	διευθετώ
διευθετηθείτε	=	διευθετώ
διευθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθετημένο
διευθετημένε	verb	κλητική ενικού του διευθετημένος
διευθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθετημένη
διευθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διευθετημένος
διευθετημένης	verb	γενική ενικού του διευθετημένη
διευθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του διευθετημένος
διευθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευθετημένος
διευθετημένος	verb	που έχει διεθετηθεί, ρυθμιστεί, πρόβλημα που έχει λυθεί, διένεξη που έχει τερματιστεί με αμοιβαίες υποχωρήσεις ή άλλο τρόπο
διευθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διευθετημένος
διευθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διευθετημένος
διευθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διευθετημένος
διευθετουσών	=	διευθετούσα
διευθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διευθετώ
διευθετούμασταν	=	διευθετώ
διευθετούμαστε	=	διευθετώ
διευθετούμε	=	διευθετώ
διευθετούμουν	=	διευθετώ
διευθετούν	=	διευθετώ
διευθετούνε	=	διευθετώ
διευθετούνται	=	διευθετώ
διευθετούνταν	=	διευθετώ
διευθετούσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του διευθετώ	noun	σταθερή ευθεία ως προς την οποία ορίζεται κωνική τομή, έτσι ώστε για κάθε σημείο της καμπύλης ο λόγος της απόστασής του από την εστία προς την απόστασή του από τη γραμμή αυτή να παραμένει σταθερός
διευθετούσαμε	=	διευθετώ
διευθετούσαν	=	διευθετώ
διευθετούσανε	=	διευθετώ
διευθετούσας	=	διευθετούσα
διευθετούσασταν	=	διευθετώ
διευθετούσαστε	=	διευθετώ
διευθετούσατε	=	διευθετώ
διευθετούσε	=	διευθετώ
διευθετούσες	=	διευθετώ
διευθετούσουν	=	διευθετώ
διευθετώ	verb	τακτοποιώ κάποια ενοχλητική ή προβληματική κατάσταση
διευθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευθετώ
διευθυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθήκαν	=	διευθύνω
διευθυνθήκανε	=	διευθύνω
διευθυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθυνουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους (διευθύνουσα) του διευθύνων & του διευθύνοντας
διευθυνούσης	=	διευθύνων
διευθυνσιογράφε	=	διευθυνσιογράφος
διευθυνσιογράφο	=	διευθυνσιογράφος
διευθυνσιογράφοι	=	διευθυνσιογράφος
διευθυνσιογράφος	noun	πρόγραμμα καταγραφής και καταχώρισης διαφόρων στοιχείων ανθρώπων: διευθύνσεις, ονόματα, τηλέφωνα κ.λπ.
διευθυνσιογράφου	=	διευθυνσιογράφος
διευθυνσιογράφους	=	διευθυνσιογράφος
διευθυνσιογράφων	=	διευθυνσιογράφος
διευθυνσιοδοτήσεις	=	διευθυνσιοδότηση
διευθυνσιοδοτήσεων	=	διευθυνσιοδότηση
διευθυνσιοδότηση	noun	διαδικασία με την οποία αποδίδεται και χρησιμοποιείται μια μοναδική διεύθυνση ή κωδικός, ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια η θέση, η ταυτότητα ή η προσπέλαση δεδομένων, συσκευών ή πόρων σε ένα υπολογιστικό σύστημα
διευθυνσιοδότησης	=	διευθυνσιοδότηση
διευθυντά	noun	κλητική ενικού του διευθυντής
διευθυντάδες	=	διευθυντής
διευθυντάδων	=	διευθυντής
διευθυντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθυντής
διευθυντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διευθυντής
διευθυντήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθυντήριο
διευθυντήριο	noun	σύστημα στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων κυβερνάνε μια χώρα, μοιράζοντας από κοινού τους ρόλους του αρχηγού κράτους και της κυβερνήσεως (στην εποχή μσς: Ελβετία, Σαν Μαρίνο)
διευθυντήριον	noun	διευθυντήριο
διευθυντήριου	=	διευθυντήριο
διευθυντής	noun	ο επικεφαλής μιας υπηρεσίας, αυτός που τη διευθύνει
διευθυντηρίου	noun	γενική ενικού του διευθυντήριο
διευθυντηρίων	noun	γενική πληθυντικού του διευθυντήριο
διευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθυντικό
διευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του διευθυντικός
διευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθυντική
διευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διευθυντικός
διευθυντικής	adj	γενική ενικού του διευθυντική
διευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευθυντικός
διευθυντικού	adj	γενική ενικού του διευθυντικός
διευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διευθυντικός
διευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του διευθυντικός
διευθυντικός	adj	σχετικός με τον διευθυντή ή τη διεύθυνση
διευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του διευθυντικός
διευθυντιλίκι	noun	η λειτουργία του διευθυντή
διευθυντιλίκια	=	διευθυντιλίκι
διευθυντιλικιού	=	διευθυντιλίκι
διευθυντιλικιών	=	διευθυντιλίκι
διευθυντισμέ	noun	κλητική ενικού του διευθυντισμός
διευθυντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευθυντισμός
διευθυντισμού	noun	γενική ενικού του διευθυντισμός
διευθυντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διευθυντισμός
διευθυντισμό	noun	αιτιατική ενικού του διευθυντισμός
διευθυντισμός	noun	πολιτική ισχυρού κρατικού ελέγχου της οικονομίας και διαφόρων κοινωνικών δομών
διευθυντισμών	noun	γενική πληθυντικού του διευθυντισμός
διευθυντού	=	διευθυντής
διευθυντριών	noun	γενική πληθυντικού του διευθύντρια
διευθυντών	noun	γενική πληθυντικού του διευθυντής
διευθυνόμασταν	=	διευθύνω
διευθυνόμαστε	=	διευθύνω
διευθυνόμενος	=	διευθύνω
διευθυνόμουν	=	διευθύνω
διευθυνόμουνα	=	διευθύνω
διευθυνόντουσαν	=	διευθύνω
διευθυνόντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διευθύνοντας
διευθυνόσασταν	=	διευθύνω
διευθυνόσαστε	=	διευθύνω
διευθυνόσουν	=	διευθύνω
διευθυνόσουνα	=	διευθύνω
διευθυνόταν	=	διευθύνω
διευθυνότανε	=	διευθύνω
διευθύναμε	=	διευθύνω
διευθύναν	=	διευθύνω
διευθύνανε	=	διευθύνω
διευθύνατε	=	διευθύνω
διευθύνει	=	διευθύνω
διευθύνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευθύνω
διευθύνεσαι	=	διευθύνω
διευθύνεστε	=	διευθύνω
διευθύνεται	=	διευθύνω
διευθύνετε	=	διευθύνω
διευθύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνομαι
διευθύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διευθύνω
διευθύνον	=	διευθύνων
διευθύνοντα	verb	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του διευθύνοντας
διευθύνονται	=	διευθύνω
διευθύνονταν	=	διευθύνω
διευθύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευθύνω
διευθύνοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διευθύνοντας
διευθύνοντος	=	διευθύνων
διευθύνουμε	=	διευθύνω
διευθύνουν	=	διευθύνω
διευθύνουνε	=	διευθύνω
διευθύνουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διευθύνων & του διευθύνοντας	noun	η διευθύντρια
διευθύνουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διευθύνουσα) του διευθύνοντας
διευθύνουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (διευθύνουσα) του διευθύνων & του διευθύνοντας
διευθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεύθυνση
διευθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του διεύθυνση
διευθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του διεύθυνση
διευθύνσου	=	διευθύνω
διευθύντε	=	διευθύνω
διευθύντρια	noun	θηλυκό του διευθυντής
διευθύντριας	noun	γενική ενικού του διευθύντρια
διευθύντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευθύντρια
διευθύνω	verb	διοικώ, ασκώ την διεύθυνση, κουμαντάρω
διευθύνων	verb	που διευθύνει
διευκολυμένα	=	διευκολυμένος
διευκολυμένε	=	διευκολυμένος
διευκολυμένες	=	διευκολυμένος
διευκολυμένη	=	διευκολυμένος
διευκολυμένης	=	διευκολυμένος
διευκολυμένο	=	διευκολυμένος
διευκολυμένοι	=	διευκολυμένος
διευκολυμένος	adj	που έχει διευκολυνθεί ή μπορεί να διευκολυνθεί
διευκολυμένου	=	διευκολυμένος
διευκολυμένους	=	διευκολυμένος
διευκολυμένων	=	διευκολυμένος
διευκολυνθήκαμε	=	διευκολύνω
διευκολυνθήκαν	=	διευκολύνω
διευκολυνθήκανε	=	διευκολύνω
διευκολυνθήκατε	=	διευκολύνω
διευκολυνθεί	=	διευκολύνω
διευκολυνθείς	=	διευκολύνω
διευκολυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος διευκολύνω
διευκολυνθούμε	=	διευκολύνω
διευκολυνθούν	=	διευκολύνω
διευκολυνθούνε	=	διευκολύνω
διευκολυνθώ	=	διευκολύνω
διευκολυντικά	adv	με διευκολυντικό τρόπο
διευκολυντικέ	=	διευκολυντικός
διευκολυντικές	=	διευκολυντικός
διευκολυντική	=	διευκολυντικός
διευκολυντικής	=	διευκολυντικός
διευκολυντικοί	=	διευκολυντικός
διευκολυντικού	=	διευκολυντικός
διευκολυντικούς	=	διευκολυντικός
διευκολυντικό	=	διευκολυντικός
διευκολυντικός	adj	που συμβάλλει στη διευκόλυνση, που διευκολύνει
διευκολυντικών	=	διευκολυντικός
διευκολυνόμασταν	=	διευκολύνω
διευκολυνόμαστε	=	διευκολύνω
διευκολυνόμουν	=	διευκολύνω
διευκολυνόμουνα	=	διευκολύνω
διευκολυνόντουσαν	=	διευκολύνω
διευκολυνόσασταν	=	διευκολύνω
διευκολυνόσαστε	=	διευκολύνω
διευκολυνόσουν	=	διευκολύνω
διευκολυνόσουνα	=	διευκολύνω
διευκολυνόταν	=	διευκολύνω
διευκολυνότανε	=	διευκολύνω
διευκολύναμε	=	διευκολύνω
διευκολύναν	=	διευκολύνω
διευκολύνανε	=	διευκολύνω
διευκολύνατε	=	διευκολύνω
διευκολύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διευκολύνω
διευκολύνεις	=	διευκολύνω
διευκολύνεσαι	=	διευκολύνω
διευκολύνεστε	=	διευκολύνω
διευκολύνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διευκολύνομαι
διευκολύνετε	=	διευκολύνω
διευκολύνθηκα	=	διευκολύνω
διευκολύνθηκαν	=	διευκολύνω
διευκολύνθηκε	=	διευκολύνω
διευκολύνθηκες	=	διευκολύνω
διευκολύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διευκολύνω
διευκολύνομε	=	διευκολύνω
διευκολύνονται	=	διευκολύνω
διευκολύνονταν	=	διευκολύνω
διευκολύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευκολύνω
διευκολύνουμε	=	διευκολύνω
διευκολύνουν	=	διευκολύνω
διευκολύνουνε	=	διευκολύνω
διευκολύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευκόλυνση
διευκολύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του διευκόλυνση
διευκολύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του διευκόλυνση
διευκολύνσου	=	διευκολύνω
διευκολύνω	verb	κάνω κάτι πιο εύκολο
διευκρίνει	=	διευκρινώ
διευκρίνησα	=	διευκρινώ
διευκρίνησαν	=	διευκρινώ
διευκρίνησε	=	διευκρινώ
διευκρίνησες	=	διευκρινώ
διευκρίνηση	noun	άλλη γραφή του διευκρίνιση
διευκρίνησης	noun	γενική ενικού του διευκρίνηση
διευκρίνιζα	=	διευκρινίζω
διευκρίνιζαν	=	διευκρινίζω
διευκρίνιζε	=	διευκρινίζω
διευκρίνιζες	=	διευκρινίζω
διευκρίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρίνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευκρινίζω
διευκρίνισης	noun	γενική ενικού του διευκρίνιση
διευκρινήσαμε	=	διευκρινώ
διευκρινήσαν	=	διευκρινώ
διευκρινήσανε	=	διευκρινώ
διευκρινήσατε	=	διευκρινώ
διευκρινήσει	=	διευκρινώ
διευκρινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευκρίνηση
διευκρινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διευκρίνηση
διευκρινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διευκρίνηση
διευκρινήστε	=	διευκρινώ
διευκρινίζαμε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζαν	=	διευκρινίζω
διευκρινίζανε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζατε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διευκρινίζω
διευκρινίζεις	=	διευκρινίζω
διευκρινίζεσαι	=	διευκρινίζω
διευκρινίζεστε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζεται	=	διευκρινίζω
διευκρινίζετε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίζομε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζονται	=	διευκρινίζω
διευκρινίζονταν	=	διευκρινίζω
διευκρινίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίζουμε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζουν	=	διευκρινίζω
διευκρινίζουνε	=	διευκρινίζω
διευκρινίζω	verb	εξηγώ αναλυτικότερα κάτι ή δίνω περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό
διευκρινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίσαν	=	διευκρινίζω
διευκρινίσανε	=	διευκρινίζω
διευκρινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευκρίνιση
διευκρινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διευκρίνιση
διευκρινίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διευκρίνιση
διευκρινίσομε	=	διευκρινίζω
διευκρινίσου	=	διευκρινίζω
διευκρινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίσουνε	=	διευκρινίζω
διευκρινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινίστηκα	=	διευκρινίζω
διευκρινίστηκαν	=	διευκρινίζω
διευκρινίστηκε	=	διευκρινίζω
διευκρινίστηκες	=	διευκρινίζω
διευκρινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζω
διευκρινεί	=	διευκρινώ
διευκρινείς	=	διευκρινώ
διευκρινείτε	=	διευκρινώ
διευκρινιζόμασταν	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόμαστε	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόμουν	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόμουνα	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόντουσαν	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόσασταν	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόσαστε	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόσουν	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόσουνα	=	διευκρινίζω
διευκρινιζόταν	=	διευκρινίζω
διευκρινιζότανε	=	διευκρινίζω
διευκρινισμέ	noun	κλητική ενικού του διευκρινισμός
διευκρινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευκρινισμένο
διευκρινισμένε	verb	κλητική ενικού του διευκρινισμένος
διευκρινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευκρινισμένη
διευκρινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διευκρινισμένος
διευκρινισμένης	verb	γενική ενικού του διευκρινισμένη
διευκρινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διευκρινισμένος
διευκρινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευκρινισμένος
διευκρινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διευκρινίζω
διευκρινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διευκρινισμένος
διευκρινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διευκρινισμένος
διευκρινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διευκρινισμένος
διευκρινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευκρινισμός
διευκρινισμού	noun	γενική ενικού του διευκρινισμός
διευκρινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διευκρινισμός
διευκρινισμό	noun	αιτιατική ενικού του διευκρινισμός
διευκρινισμός	noun|rare	άλλη μορφή του διευκρίνιση
διευκρινισμών	noun	γενική πληθυντικού του διευκρινισμός
διευκρινιστές	=	διευκρινιστής
διευκρινιστή	=	διευκρινιστής
διευκρινιστήκαμε	=	διευκρινίζω
διευκρινιστήκαν	=	διευκρινίζω
διευκρινιστήκανε	=	διευκρινίζω
διευκρινιστήκατε	=	διευκρινίζω
διευκρινιστής	noun	ηλεκτρονικό κύκλωμα ή διάταξη που αναλύει εισερχόμενα σήματα και τα διαχωρίζει βάσει συγκεκριμένης παραμέτρου —όπως η συχνότητα ή το πλάτος— επιτρέποντας την επιλογή των επιθυμητών και την απόρριψη των υπολοίπων
διευκρινιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διευκρινίζομαι
διευκρινιστείς	=	διευκρινίζω
διευκρινιστείτε	=	διευκρινίζω
διευκρινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διευκρινιστικός	adv	με διευκρινιστικός τρόπο, διευκρινίζοντας
διευκρινιστικέ	adj	κλητική ενικού του διευκρινιστικός
διευκρινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευκρινιστική
διευκρινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διευκρινιστικός
διευκρινιστικής	adj	γενική ενικού του διευκρινιστική
διευκρινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευκρινιστικός
διευκρινιστικού	adj	γενική ενικού του διευκρινιστικός
διευκρινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διευκρινιστικός
διευκρινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του διευκρινιστικός
διευκρινιστικός	adj	που διευκρινίζει, που ξεκαθαρίζει, που επεξηγεί ή ζητάει κάποιες επεξηγήσεις
διευκρινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του διευκρινιστικός
διευκρινιστικώς	adv	άλλη μορφή του διευκρινιστικά
διευκρινιστούμε	=	διευκρινίζω
διευκρινιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζομαι
διευκρινιστούνε	=	διευκρινίζω
διευκρινιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευκρινίζομαι
διευκρινιστών	=	διευκρινιστής
διευκρινούμε	=	διευκρινώ
διευκρινούν	=	διευκρινώ
διευκρινούνε	=	διευκρινώ
διευκρινούσα	=	διευκρινώ
διευκρινούσαμε	=	διευκρινώ
διευκρινούσαν	=	διευκρινώ
διευκρινούσανε	=	διευκρινώ
διευκρινούσατε	=	διευκρινώ
διευκρινούσε	=	διευκρινώ
διευκρινούσες	=	διευκρινώ
διευκρινώ	verb|archaic	άλλη μορφή του διευκρινίζω
διευκρινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευκρινώ
διευκόλυνα	=	διευκολύνω
διευκόλυναν	=	διευκολύνω
διευκόλυνε	=	διευκολύνω
διευκόλυνες	=	διευκολύνω
διευκόλυνση	noun	η ενέργεια του ρήματος διευκολύνω, το να κάνεις κάτι πιο εύκολο για κάποιον
διευκόλυνσης	noun	γενική ενικού του διευκόλυνση
διευκόλυνσις	noun	η διευκόλυνση
διευρυμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευρυμένο
διευρυμένε	adj	κλητική ενικού του διευρυμένος
διευρυμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διευρυμένη
διευρυμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διευρυμένος
διευρυμένης	adj	γενική ενικού του διευρυμένη
διευρυμένο	adj	αιτιατική ενικού του διευρυμένος
διευρυμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διευρυμένος
διευρυμένος	verb	που έχει γίνει πιο ευρύς από ό,τι ήταν
διευρυμένου	verb	γενική ενικού του διευρυμένος
διευρυμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διευρυμένος
διευρυμένων	adj	γενική πληθυντικού του διευρυμένος
διευρυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθήκαν	=	διευρύνω
διευρυνθήκανε	=	διευρύνω
διευρυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνθούνε	=	διευρύνω
διευρυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρυνσίας	noun|rare	που συμβάλλει στην διεύρυνση
διευρυνόμασταν	=	διευρύνω
διευρυνόμαστε	=	διευρύνω
διευρυνόμενος	=	διευρύνομαι
διευρυνόμουν	=	διευρύνω
διευρυνόμουνα	=	διευρύνω
διευρυνόντουσαν	=	διευρύνω
διευρυνόσασταν	=	διευρύνω
διευρυνόσαστε	=	διευρύνω
διευρυνόσουν	=	διευρύνω
διευρυνόσουνα	=	διευρύνω
διευρυνόταν	=	διευρύνω
διευρυνότανε	=	διευρύνω
διευρύναμε	=	διευρύνω
διευρύναν	=	διευρύνω
διευρύνανε	=	διευρύνω
διευρύνατε	=	διευρύνω
διευρύνει	=	διευρύνω
διευρύνεις	=	διευρύνω
διευρύνεσαι	=	διευρύνω
διευρύνεστε	=	διευρύνω
διευρύνεται	=	διευρύνω
διευρύνετε	=	διευρύνω
διευρύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευρύνομαι
διευρύνομαι	verb	γίνομαι πιο ευρύς, πλαταίνω
διευρύνομε	=	διευρύνω
διευρύνονται	=	διευρύνω
διευρύνονταν	=	διευρύνω
διευρύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευρύνω
διευρύνου	=	διευρύνομαι
διευρύνουμε	=	διευρύνω
διευρύνουν	=	διευρύνω
διευρύνουνε	=	διευρύνω
διευρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεύρυνση
διευρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του διεύρυνση
διευρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του διεύρυνση
διευρύνσου	=	διευρύνω
διευρύντε	=	διευρύνω
διευρύνω	verb	διαπλατύνω, πλαταίνω, διανοίγω, μεγαλώνω
διεφθάρη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του διαφθείρω
διεφθάρην	=	διαφθείρω
διεφθαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεφθαρμένο
διεφθαρμένε	verb	κλητική ενικού του διεφθαρμένος
διεφθαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διεφθαρμένη
διεφθαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διεφθαρμένος
διεφθαρμένης	verb	γενική ενικού του διεφθαρμένη
διεφθαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του διεφθαρμένος
διεφθαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διεφθαρμένος
διεφθαρμένος	verb	που έχει διαφθαρεί
διεφθαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διεφθαρμένος
διεφθαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διεφθαρμένος
διεφθαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διεφθαρμένος
διεφώνησα	=	διαφωνώ
διεφώνησαν	=	διαφωνώ
διεφώνησε	=	διαφωνώ
διεφώνησες	=	διαφωνώ
διεύθυνα	=	διευθύνω
διεύθυναν	=	διευθύνω
διεύθυνε	=	διευθύνω
διεύθυνες	=	διευθύνω
διεύθυνση	noun	η οργάνωση και επίβλεψη ενός έργου ή συνόλου ανθρώπων από έναν ή περισσότερους επικεφαλής
διεύθυνσης	noun	γενική ενικού του διεύθυνση
διεύθυνσις	noun	η διεύθυνση
διεύρυνα	=	διευρύνω
διεύρυναν	=	διευρύνω
διεύρυνε	=	διευρύνω
διεύρυνες	=	διευρύνω
διεύρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευρύνω
διεύρυνσης	noun	γενική ενικού του διεύρυνση
διεύρυνσις	noun	η διεύρυνση
διζήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίζηση
διζήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δίζηση
διζήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δίζηση
διζυγωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διζυγωτικό
διζυγωτικέ	adj	κλητική ενικού του διζυγωτικός
διζυγωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διζυγωτική
διζυγωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διζυγωτικός
διζυγωτικής	adj	γενική ενικού του διζυγωτική
διζυγωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διζυγωτικός
διζυγωτικού	adj	γενική ενικού του διζυγωτικός
διζυγωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διζυγωτικός
διζυγωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διζυγωτικός
διζυγωτικός	adj	ο σχετικός με τον διζυγώτη δίδυμο
διζυγωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διζυγωτικός
διζυγωτών	=	διζυγώτης
διζυγώτες	=	διζυγώτης
διζυγώτη	=	διζυγώτης
διζυγώτης	adj	ο ετεροζυγώτης δίδυμος, αυτος που δεν μοιράζεται απόλυτα κοινό DNA με τον/την αδελφή του, καθώς τα δύο δίδυμααδέλφια έχουν προέλθει από τη γονιμοποίηση δύο και όχι ενός ωαρίου.
διζωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διζωνικό
διζωνικέ	adj	κλητική ενικού του διζωνικός
διζωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διζωνική
διζωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διζωνικός
διζωνικής	adj	γενική ενικού του διζωνική
διζωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διζωνικός
διζωνικού	adj	γενική ενικού του διζωνικός
διζωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διζωνικός
διζωνικό	adj	αιτιατική ενικού του διζωνικός
διζωνικός	adj	που εκτείνεται σε δύο ζώνες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτές
διζωνικών	adj	γενική πληθυντικού του διζωνικός
διηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διήγημα
διηγήματος	noun	γενική ενικού του διήγημα
διηγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διήγηση
διηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διήγηση
διηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διήγηση
διηγήσου	=	διηγούμαι
διηγείσαι	=	διηγούμαι
διηγείστε	=	διηγούμαι
διηγείται	=	διηγούμαι
διηγείτο	=	διηγούμαι
διηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθήκαν	=	διηγούμαι
διηγηθήκανε	=	διηγούμαι
διηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγηθούνε	=	διηγούμαι
διηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηγούμαι
διηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διήγημα
διηγημέ	noun	κλητική ενικού του διηγημός
διηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγημένο
διηγημένε	verb	κλητική ενικού του διηγημένος
διηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγημένη
διηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηγημένος
διηγημένης	verb	γενική ενικού του διηγημένη
διηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του διηγημένος
διηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηγημένος
διηγημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου διηγούμαι
διηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διηγημένος
διηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διηγημένος
διηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διηγημένος
διηγηματάκι	noun	υποκοριστικό του διήγημα
διηγηματάκια	=	διηγηματάκι
διηγηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγηματικό	adv	με διηγηματικό τρόπο
διηγηματικέ	adj	κλητική ενικού του διηγηματικός
διηγηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγηματική
διηγηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηγηματικός
διηγηματικής	adj	γενική ενικού του διηγηματική
διηγηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηγηματικός
διηγηματικού	adj	γενική ενικού του διηγηματικός
διηγηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διηγηματικός
διηγηματικό	adj	αιτιατική ενικού του διηγηματικός
διηγηματικός	adj	που έχει σχέση με το διήγημα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
διηγηματικών	adj	γενική πληθυντικού του διηγηματικός
διηγηματικώς	adv|dated	διηγηματικά
διηγηματογράφε	noun	κλητική ενικού του διηγηματογράφος
διηγηματογράφει	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογράφησα	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογράφησαν	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογράφησε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογράφησες	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογράφο	noun	αιτιατική ενικού του διηγηματογράφος
διηγηματογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηγηματογράφος
διηγηματογράφος	noun	συγγραφέας διηγημάτων
διηγηματογράφου	noun	γενική ενικού του διηγηματογράφος
διηγηματογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του διηγηματογράφος
διηγηματογράφων	noun	γενική πληθυντικού του διηγηματογράφος
διηγηματογραφήσαμε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφήσαν	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφήσανε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφήσατε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφήσει	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφήστε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφία	noun	η συγγραφή διηγημάτων
διηγηματογραφίας	noun	γενική ενικού του διηγηματογραφία
διηγηματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγηματογραφία
διηγηματογραφεί	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφείς	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφείτε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφικά	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικέ	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικές	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφική	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικής	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικοί	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικού	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικούς	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικό	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη διηγηματογραφία ή τον διηγηματογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
διηγηματογραφικών	=	διηγηματογραφικός
διηγηματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του διηγηματογραφία
διηγηματογραφούμαι	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούμε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούν	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούνε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσα	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσαμε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσαν	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσανε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσατε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσε	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφούσες	=	διηγηματογραφώ
διηγηματογραφώ	verb	γράφω διήγημα
διηγηματογραφώντας	=	διηγηματογραφώ
διηγημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηγημός
διηγημού	noun	γενική ενικού του διηγημός
διηγημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διηγημός
διηγημό	noun	αιτιατική ενικού του διηγημός
διηγημός	noun	Η διήγηση, η εξιστόρηση.
διηγημών	noun	γενική πληθυντικού του διηγημός
διηγητής	noun|rare	αυτός που διηγείται, ο αφηγητής
διηγιέμαι	=	διηγούμαι
διηγούμαι	verb	εξιστορώ (γραπτά ή προφορικά) ένα γεγονός ή μια σειρά γεγονότων
διηγούμασταν	=	διηγούμαι
διηγούμαστε	=	διηγούμαι
διηγούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγούμενο
διηγούμενε	verb	κλητική ενικού του διηγούμενος
διηγούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηγούμενη
διηγούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηγούμενος
διηγούμενης	verb	γενική ενικού του διηγούμενη
διηγούμενο	verb	αιτιατική ενικού του διηγούμενος
διηγούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηγούμενος
διηγούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διηγούμαι
διηγούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διηγούμενος
διηγούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διηγούμενος
διηγούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διηγούμενος
διηγούμουν	=	διηγούμαι
διηγούμουνα	=	διηγούμαι
διηγούνται	=	διηγούμαι
διηγούνταν	=	διηγούμαι
διηγούντο	=	διηγούμαι
διηγούσουν	=	διηγούμαι
διηγούσουνα	=	διηγούμαι
διηγόμασταν	=	διηγούμαι
διηγόμαστε	=	διηγούμαι
διηγόμουν	=	διηγούμαι
διηγόμουνα	=	διηγούμαι
διηγόνταν	=	διηγούμαι
διηγόντανε	=	διηγούμαι
διηγόντουσαν	=	διηγούμαι
διηγόσασταν	=	διηγούμαι
διηγόσαστε	=	διηγούμαι
διηγόσουν	=	διηγούμαι
διηγόσουνα	=	διηγούμαι
διηγόταν	=	διηγούμαι
διηγότανε	=	διηγούμαι
διηγώντας	verb|literary	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διηγούμαι (ρήμα όμως, στην παθητική φωνή)
διηθήθηκα	=	διηθώ
διηθήθηκαν	=	διηθώ
διηθήθηκε	=	διηθώ
διηθήθηκες	=	διηθώ
διηθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διήθημα
διηθήματος	noun	γενική ενικού του διήθημα
διηθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσαν	=	διηθώ
διηθήσανε	=	διηθώ
διηθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διήθηση
διηθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσεων	=	διήθηση
διηθήσεως	=	διήθηση
διηθήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθήσιμο
διηθήσιμε	adj	κλητική ενικού του διηθήσιμος
διηθήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθήσιμη
διηθήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηθήσιμος
διηθήσιμης	adj	γενική ενικού του διηθήσιμη
διηθήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του διηθήσιμος
διηθήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηθήσιμος
διηθήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να τον διηθήσουν
διηθήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διηθήσιμος
διηθήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διηθήσιμος
διηθήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διηθήσιμος
διηθήσου	=	διηθώ
διηθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσουνε	=	διηθώ
διηθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διηθώ
διηθεί	=	διηθώ
διηθείς	=	διηθώ
διηθείσαι	=	διηθώ
διηθείστε	=	διηθώ
διηθείται	=	διηθώ
διηθείτε	=	διηθώ
διηθείτο	=	διηθώ
διηθηθήκαμε	=	διηθώ
διηθηθήκαν	=	διηθώ
διηθηθήκανε	=	διηθώ
διηθηθήκατε	=	διηθώ
διηθηθεί	=	διηθώ
διηθηθείς	=	διηθώ
διηθηθείτε	=	διηθώ
διηθηθούμε	=	διηθώ
διηθηθούν	=	διηθώ
διηθηθούνε	=	διηθώ
διηθηθώ	=	διηθώ
διηθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του διήθημα
διηθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθημένο
διηθημένε	verb	κλητική ενικού του διηθημένος
διηθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθημένη
διηθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηθημένος
διηθημένης	verb	γενική ενικού του διηθημένη
διηθημένο	verb	αιτιατική ενικού του διηθημένος
διηθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηθημένος
διηθημένος	verb	που έχει διηθηθεί
διηθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διηθημένος
διηθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διηθημένος
διηθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διηθημένος
διηθητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθητό	adv	έχοντας υποστεί διήθηση
διηθητέ	adj	κλητική ενικού του διηθητός
διηθητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθητή
διηθητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηθητός
διηθητής	adj	γενική ενικού του διηθητή
διηθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθητικό
διηθητικέ	adj	κλητική ενικού του διηθητικός
διηθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηθητική
διηθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηθητικός
διηθητικής	adj	γενική ενικού του διηθητική
διηθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηθητικός
διηθητικού	adj	γενική ενικού του διηθητικός
διηθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διηθητικός
διηθητικό	adj	αιτιατική ενικού του διηθητικός
διηθητικός	adj	που έχει σχέση με τη διήθηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
διηθητικών	adj	γενική πληθυντικού του διηθητικός
διηθητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηθητός
διηθητού	adj	γενική ενικού του διηθητός
διηθητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διηθητός
διηθητό	adj	αιτιατική ενικού του διηθητός
διηθητός	adj	που είναι δυνατόν να τον διηθήσουν
διηθητών	adj	γενική πληθυντικού του διηθητός
διηθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διηθώ
διηθούμασταν	=	διηθώ
διηθούμαστε	=	διηθώ
διηθούμε	=	διηθώ
διηθούμενος	=	διηθώ
διηθούμουν	=	διηθώ
διηθούν	=	διηθώ
διηθούνε	=	διηθώ
διηθούνται	=	διηθώ
διηθούνταν	=	διηθώ
διηθούντο	=	διηθώ
διηθούσα	=	διηθώ
διηθούσαμε	=	διηθώ
διηθούσαν	=	διηθώ
διηθούσανε	=	διηθώ
διηθούσασταν	=	διηθώ
διηθούσαστε	=	διηθώ
διηθούσατε	=	διηθώ
διηθούσε	=	διηθώ
διηθούσες	=	διηθώ
διηθούσουν	=	διηθώ
διηθώ	verb|formal	φιλτράρω, διυλίζω
διηθώντας	=	διηθώ
διηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηλεκτρικό
διηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του διηλεκτρικός
διηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηλεκτρική
διηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηλεκτρικός
διηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του διηλεκτρική
διηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηλεκτρικός
διηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του διηλεκτρικός
διηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διηλεκτρικός
διηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του διηλεκτρικός
διηλεκτρικός	adj	που έχει μικρή ηλεκτρική αγωγιμότητα, που είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού, που συμπεριφέρεται ως μονωτής
διηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του διηλεκτρικός
διημέρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημέρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημέρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημέρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημέρευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διημερεύω
διημέρευσης	=	διημέρευση
διημείφθη	=	διαμείβομαι
διημείφθην	=	διαμείβομαι
διημείφθησαν	=	διαμείβομαι
διημερίδα	noun	εκδήλωση που περιλαμβάνει εισηγήσεις και συζήτηση με το κοινό και διαρκεί δύο ημέρες
διημερίδας	=	διημερίδα
διημερίδες	=	διημερίδα
διημερίδων	=	διημερίδα
διημερεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διημερεύω
διημερεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διημερεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διημέρευση
διημερεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύσεων	=	διημέρευση
διημερεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διημερεύω
διημερεύω	verb	περνώ τη διάρκεια της ημέρας σε συγκεκριμένο μέρος
διηνεκές	adj	ουδέτερο του διηνεκής
διηνεκή	=	διηνεκής
διηνεκής	adj|formal	που διαρκεί επ' άπειρον, χωρίς να διακόπτεται, χωρίς σταματημό
διηνεκείς	=	διηνεκής
διηνεκούς	adj	γενική ενικού του διηνεκής
διηνεκών	=	διηνεκής
διηνεκώς	adv|formal	εις το διηνεκές, πάντοτε, αιωνίως
διηπειρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηπειρωτικό
διηπειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του διηπειρωτικός
διηπειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διηπειρωτική
διηπειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διηπειρωτικός
διηπειρωτικής	adj	γενική ενικού του διηπειρωτική
διηπειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διηπειρωτικός
διηπειρωτικού	adj	γενική ενικού του διηπειρωτικός
διηπειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διηπειρωτικός
διηπειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διηπειρωτικός
διηπειρωτικός	adj	που σχετίζεται με δύο ή περισσότερες ηπείρους, τις αφορά ή αναφέρεται σ’ αυτές
διηπειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διηπειρωτικός
διηρημένα	=	διηρημένος
διηρημένε	=	διηρημένος
διηρημένες	=	διηρημένος
διηρημένη	=	διηρημένος
διηρημένης	=	διηρημένος
διηρημένο	=	διηρημένος
διηρημένοι	=	διηρημένος
διηρημένος	verb	άλλη μορφή του διαιρεμένος
διηρημένου	=	διηρημένος
διηρημένους	=	διηρημένος
διηρημένων	=	διηρημένος
διηύθυνα	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του διευθύνω
διηύθυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διευθύνω
διθάλαμα	=	διθάλαμος
διθάλαμε	=	διθάλαμος
διθάλαμες	=	διθάλαμος
διθάλαμη	=	διθάλαμος
διθάλαμης	=	διθάλαμος
διθάλαμο	=	διθάλαμος
διθάλαμοι	=	διθάλαμος
διθάλαμος	adj	που χωρίζεται σε δύο θαλάμους ή έχει δύο θαλάμους
διθάλαμου	=	διθάλαμος
διθάλαμους	=	διθάλαμος
διθάλαμων	=	διθάλαμος
διθέσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διθέσιο
διθέσιας	=	διθέσιος
διθέσιε	adj	κλητική ενικού του διθέσιος
διθέσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διθέσιη
διθέσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διθέσιος
διθέσιης	adj	γενική ενικού του διθέσιη
διθέσιο	adj	αιτιατική ενικού του διθέσιος
διθέσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διθέσιος
διθέσιος	adj	που περιλαμβάνει δύο θέσεις
διθέσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διθέσιος
διθέσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διθέσιος
διθέσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διθέσιος
διθυράμβου	=	διθύραμβος
διθυράμβους	=	διθύραμβος
διθυράμβων	=	διθύραμβος
διθυραμβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διθυραμβικό	adv	με διθυραμβικό τρόπο, πολύ ενθουσιωδώς
διθυραμβικέ	adj	κλητική ενικού του διθυραμβικός
διθυραμβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διθυραμβική
διθυραμβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διθυραμβικός
διθυραμβικής	adj	γενική ενικού του διθυραμβική
διθυραμβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διθυραμβικός
διθυραμβικού	adj	γενική ενικού του διθυραμβικός
διθυραμβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διθυραμβικός
διθυραμβικό	adj	αιτιατική ενικού του διθυραμβικός
διθυραμβικός	adj	που έχει σχέση με τον διθύραμβο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
διθυραμβικών	adj	γενική πληθυντικού του διθυραμβικός
διθυραμβικώς	adv|formal	διθυραμβικά
διθύραμβε	noun	κλητική ενικού του διθύραμβος
διθύραμβο	noun	αιτιατική ενικού του διθύραμβος
διθύραμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διθύραμβος
διθύραμβος	noun	ο αρχαίος διθύραμβος προς τιμήν του Διονύσου
διθύραμβου	=	διθύραμβος
διθύραμβους	=	διθύραμβος
διισθμίσεις	=	διίσθμιση
διισθμίσεων	=	διίσθμιση
διιστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διιστάμενο
διιστάμενε	verb	κλητική ενικού του διιστάμενος
διιστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διιστάμενη
διιστάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διιστάμενος
διιστάμενης	verb	γενική ενικού του διιστάμενη
διιστάμενο	verb	αιτιατική ενικού του διιστάμενος
διιστάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διιστάμενος
διιστάμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διίσταμαι
διιστάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διιστάμενος
διιστάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διιστάμενος
διιστάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διιστάμενος
διιστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διιστορικό
διιστορικέ	adj	κλητική ενικού του διιστορικός
διιστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διιστορική
διιστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διιστορικός
διιστορικής	adj	γενική ενικού του διιστορική
διιστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διιστορικός
διιστορικού	adj	γενική ενικού του διιστορικός
διιστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διιστορικός
διιστορικό	adj	αιτιατική ενικού του διιστορικός
διιστορικός	adj	που βρίσκεται έξω από τα ιστορικά όρια
διιστορικών	adj	γενική πληθυντικού του διιστορικός
διισχυρίζεσαι	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίζεστε	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίζεται	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίζομαι	verb	υποστηρίζω κάτι, το λέω, το ισχυρίζομαι, εκθέτοντας με αναλυτικό τρόπο τη σκέψη μου
διισχυρίζονται	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίζονταν	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίσου	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίστηκα	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίστηκαν	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίστηκε	=	διισχυρίζομαι
διισχυρίστηκες	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόμασταν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόμαστε	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόμουν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόμουνα	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόντουσαν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόσασταν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόσαστε	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόσουν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόσουνα	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζόταν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριζότανε	=	διισχυρίζομαι
διισχυρισμέ	noun	κλητική ενικού του διισχυρισμός
διισχυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διισχυρισμός
διισχυρισμού	noun	γενική ενικού του διισχυρισμός
διισχυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διισχυρισμός
διισχυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του διισχυρισμός
διισχυρισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διισχυρίζομαι
διισχυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του διισχυρισμός
διισχυριστήκαμε	=	διισχυρίζομαι
διισχυριστήκαν	=	διισχυρίζομαι
διισχυριστήκανε	=	διισχυρίζομαι
διισχυριστήκατε	=	διισχυρίζομαι
διισχυριστεί	=	διισχυρίζομαι
διισχυριστείτε	=	διισχυρίζομαι
δικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικό
δικάβαλα	=	δικάβαλο
δικάβαλε	=	δικάβαλος
δικάβαλες	=	δικάβαλος
δικάβαλη	=	δικάβαλος
δικάβαλης	=	δικάβαλος
δικάβαλο	noun	μηχανάκι ή μοτοσικλέτα στα οποία επιβαίνουν δύο άτομα	adv	για κατάσταση που αφορά μηχανάκι ή μοτοσικλέτα στα οποία επιβαίνουν δύο άτομα
δικάβαλοι	=	δικάβαλος
δικάβαλος	adj	που αφορά μηχανάκι ή μοτοσικλέτα τα οποία καβαλούν δύο άτομα
δικάβαλου	=	δικάβαλο
δικάβαλους	=	δικάβαλος
δικάβαλων	=	δικάβαλο
δικάζαμε	=	δικάζω
δικάζαν	=	δικάζω
δικάζανε	=	δικάζω
δικάζατε	=	δικάζω
δικάζει	=	δικάζω
δικάζεις	=	δικάζω
δικάζεσαι	=	δικάζω
δικάζεστε	=	δικάζω
δικάζεται	=	δικάζω
δικάζετε	=	δικάζω
δικάζομαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του δικάζω
δικάζομε	=	δικάζω
δικάζονται	=	δικάζω
δικάζονταν	=	δικάζω
δικάζοντας	=	δικάζω
δικάζουμε	=	δικάζω
δικάζουν	=	δικάζω
δικάζουνε	=	δικάζω
δικάζω	verb	βγάζω καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για κάποιον ως δικαστής
δικάμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικάμερο
δικάμερε	adj	κλητική ενικού του δικάμερος
δικάμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικάμερη
δικάμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικάμερος
δικάμερης	adj	γενική ενικού του δικάμερη
δικάμερο	adj	αιτιατική ενικού του δικάμερος
δικάμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικάμερος
δικάμερος	adj	που έχει δύο κάμερες
δικάμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικάμερος
δικάμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικάμερος
δικάμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικάμερος
δικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσαν	=	δικάζω
δικάσανε	=	δικάζω
δικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσιμα	=	δικάσιμος
δικάσιμε	=	δικάσιμος
δικάσιμες	=	δικάσιμος
δικάσιμη	=	δικάσιμος
δικάσιμης	=	δικάσιμος
δικάσιμο	=	δικάσιμος
δικάσιμοι	=	δικάσιμος
δικάσιμος	noun	η μέρα κατά την οποία διεξάγεται μια δίκη	adj	που μπορεί να δικαστεί
δικάσιμου	=	δικάσιμος
δικάσιμους	=	δικάσιμος
δικάσιμων	=	δικάσιμος
δικάσομε	=	δικάζω
δικάσου	=	δικάζω
δικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάσουνε	=	δικάζω
δικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάστηκα	=	δικάζω
δικάστηκαν	=	δικάζω
δικάστηκε	=	δικάζω
δικάστηκες	=	δικάζω
δικάστρια	noun	θηλυκό του δικαστής
δικάστριας	noun	γενική ενικού του δικάστρια
δικάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικάστρια
δικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικάζω
δικάταρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικάταρτο
δικάταρτε	adj	κλητική ενικού του δικάταρτος
δικάταρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικάταρτη
δικάταρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικάταρτος
δικάταρτης	adj	γενική ενικού του δικάταρτη
δικάταρτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δικάταρτος	noun	το ιστιοφόρο με δύο κατάρτια
δικάταρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικάταρτος
δικάταρτος	adj	που έχει δύο κατάρτια
δικάταρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικάταρτος
δικάταρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικάταρτος
δικάταρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικάταρτος
δικέ	adj	κλητική ενικού του δικός
δικέλλα	noun	δίχηλο (με δυο δόντια) σκαπτικό όργανο για αναστροφή του χώματος κυρίως κήπων και αμπελιών
δικέλλας	noun	γενική ενικού του δικέλλα
δικέλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικέλλα
δικέλλι	noun	άλλη μορφή του δικέλλα
δικέλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικέλλι
δικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δική
δικέφαλα	=	δικέφαλος
δικέφαλε	=	δικέφαλος
δικέφαλες	=	δικέφαλος
δικέφαλη	=	δικέφαλος
δικέφαλης	=	δικέφαλος
δικέφαλο	=	δικέφαλος
δικέφαλοι	=	δικέφαλος
δικέφαλος	adj	που έχει δυο κεφάλια
δικέφαλου	=	δικέφαλος
δικέφαλους	=	δικέφαλος
δικέφαλων	=	δικέφαλος
δική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικός
δικής	adj	γενική ενικού του δική
δικίτες	=	δικίτης
δικίτη	=	δικίτης
δικίτης	noun	μορφή ορυκτού, ένυδρου πυριτικού άλατος του αργιλίου, που έχει την ίδια χημική σύνθεση με τον καολινίτη, από τον οποίο διαφέρει μόνο όσον αφορά ορισμένες λεπτομέρειες της ατομικής δομής και ορισμένες φυσικές ιδιότητες
δικαίε	=	δικαίος
δικαίο	=	δικαίος
δικαίοι	=	δικαίος
δικαίος	noun	επικεφαλής μοναστικής σκήτης με χρέη ηγουμένου
δικαίου	noun	γενική ενικού του δίκαιο
δικαίους	=	δικαίος
δικαίωμα	noun	κάτι που δικαιούται κάποιος, που του το δίνει ένας γραπτός ή άγραφος νόμος ή κάποια αρχή
δικαίων	noun	γενική πληθυντικού του δίκαιο
δικαίωνα	=	δικαιώνω
δικαίωναν	=	δικαιώνω
δικαίωνε	=	δικαιώνω
δικαίωνες	=	δικαιώνω
δικαίως	adv|formal	άλλη μορφή του δίκαια
δικαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δικαιώνω
δικαίωσης	noun	γενική ενικού του δικαίωση
δικαασμένος	=	δικάζω
δικαζόμασταν	=	δικάζω
δικαζόμαστε	=	δικάζω
δικαζόμενος	=	δικάζω
δικαζόμουν	=	δικάζω
δικαζόμουνα	=	δικάζω
δικαζόντουσαν	=	δικάζω
δικαζόσασταν	=	δικάζω
δικαζόσαστε	=	δικάζω
δικαζόσουν	=	δικάζω
δικαζόσουνα	=	δικάζω
δικαζόταν	=	δικάζω
δικαζότανε	=	δικάζω
δικαιικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιικό
δικαιικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιικός
δικαιικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιική
δικαιική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιικός
δικαιικής	adj	γενική ενικού του δικαιική
δικαιικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιικός
δικαιικού	adj	γενική ενικού του δικαιικός
δικαιικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιικός
δικαιικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιικός
δικαιικός	adj	που έχει σχέση με το δίκαιο και τη διαδικασία απονομής του ή αναφέρεται σ’ αυτά
δικαιικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιικός
δικαιογράφου	noun	γενική ενικού του δικαιόγραφο
δικαιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του δικαιόγραφο
δικαιοδοσία	noun	η εξουσία των δικαστηρίων στη λύση διαφορών κατά την κείμενη νομοθεσία και την τιμωρία των αξιόποινων πράξεων
δικαιοδοσίας	noun	γενική ενικού του δικαιοδοσία
δικαιοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοδοσία
δικαιοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοδοσία
δικαιοδοτικ	adj	αιτιατική ενικού του δικαιοδοτικά
δικαιοδοτικά	adj	με δικαιοδοτικό τρόπο
δικαιοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοδοτική
δικαιοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτικής	adj	γενική ενικού του δικαιοδοτική
δικαιοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτικού	adj	γενική ενικού του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτικός	adj	που έχει σχέση με τη δικαιοδοσία ή αναφέρεται σ' αυτή
δικαιοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιοδοτικός
δικαιοδοτιού	adj	γενική ενικού του δικαιοδοτικά
δικαιοδοτώ	verb	εξουσιοδοτώ
δικαιοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δικαιοδοτώ
δικαιοδόχε	noun	κλητική ενικού του δικαιοδόχος
δικαιοδόχο	noun	αιτιατική ενικού του δικαιοδόχος
δικαιοδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοδόχος
δικαιοδόχος	noun	που δέχεται (με αποδοχή ή κληρονομιά) τα δικαιώματα του δικαιοπαρόχου
δικαιοδόχου	noun	γενική ενικού του δικαιοδόχος
δικαιοδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικαιοδόχος
δικαιοδόχων	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοδόχος
δικαιοκατανομές	=	δικαιοκατανομή
δικαιοκατανομή	noun	δίκαιη κατανομή
δικαιοκατανομής	=	δικαιοκατανομή
δικαιοκατανομών	=	δικαιοκατανομή
δικαιοκρίτες	=	δικαιοκρίτης
δικαιοκρίτη	=	δικαιοκρίτης
δικαιοκρίτης	noun|formal	αυτός που δίκαια κρίνει
δικαιοκρίτρα	=	δικαιοκρίτης
δικαιοκρίτρας	noun	γενική ενικού του δικαιοκρίτρα
δικαιοκρίτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρίτρα
δικαιοκρίτρια	=	δικαιοκρίτης
δικαιοκρίτριας	noun	γενική ενικού του δικαιοκρίτρια
δικαιοκρίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρίτρια
δικαιοκρατία	noun	η επικυριαρχία του δικαίου (το δίκαιο ως δεσμώτης και οριοθέτης της κοινωνικής συμπεριφοράς), η οποία τίθεται και ισχύει με τη συναίνεση του λαού, όπως αυτή εκφράζεται θεσμικά διά των αντιπροσώπων του
δικαιοκρατίας	noun	γενική ενικού του δικαιοκρατία
δικαιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατία
δικαιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατικό
δικαιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατική
δικαιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατικής	adj	γενική ενικού του δικαιοκρατική
δικαιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατικού	adj	γενική ενικού του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατικός	adj	που αναφέρεται στο κράτος δικαίου
δικαιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιοκρατικός
δικαιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοκρατία
δικαιοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατούμενο
δικαιοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατούμενη
δικαιοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του δικαιοκρατούμενη
δικαιοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρατούμενος	verb	που διέπεται από δικαιοκρατία
δικαιοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικαιοκρατούμενος
δικαιοκρισία	noun|formal	η δίκαιη κρίση
δικαιοκρισίας	noun	γενική ενικού του δικαιοκρισία
δικαιοκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκρισία
δικαιοκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοκρισία
δικαιοκριτριών	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοκρίτρια
δικαιοκριτών	=	δικαιοκρίτης
δικαιοκτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκτητικό
δικαιοκτητικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιοκτητικός
δικαιοκτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκτητική
δικαιοκτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιοκτητικός
δικαιοκτητικής	adj	γενική ενικού του δικαιοκτητική
δικαιοκτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοκτητικός
δικαιοκτητικού	adj	γενική ενικού του δικαιοκτητικός
δικαιοκτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιοκτητικός
δικαιοκτητικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιοκτητικός
δικαιοκτητικός	adj	που σχετίζεται με την ικανότητα να είναι κάποιος υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή αναφέρεται σ' αυτή
δικαιοκτητικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιοκτητικός
δικαιολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογήματα	=	δικαιολόγημα
δικαιολογήματος	=	δικαιολόγημα
δικαιολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσαν	=	δικαιολογώ
δικαιολογήσανε	=	δικαιολογώ
δικαιολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολόγηση
δικαιολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσεων	=	δικαιολόγηση
δικαιολογήσιμος	adj	που μπορεί να δικαιολογηθεί, που μπορούν επιχειρήματα να τεθούν υπέρ του
δικαιολογήσου	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσουνε	=	δικαιολογώ
δικαιολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολογία	noun	ο λόγος που επικαλείται κάποιος για να εξηγήσει μια ενέργεια ή παράλειψή του ώστε να ζητήσει την κατανόηση ή τη συγγνώμη των άλλων
δικαιολογίας	noun	γενική ενικού του δικαιολογία
δικαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογία
δικαιολογεί	=	δικαιολογώ
δικαιολογείς	=	δικαιολογώ
δικαιολογείσαι	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογείστε	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογείται	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογείτε	=	δικαιολογώ
δικαιολογείτο	=	δικαιολογώ
δικαιολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθήκαν	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογηθήκανε	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογηθούνε	=	δικαιολογώ
δικαιολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιολογούμαι
δικαιολογημάτων	=	δικαιολόγημα
δικαιολογημένα	adv	με τρόπο δικαιολογημένο
δικαιολογημένε	verb	κλητική ενικού του δικαιολογημένος
δικαιολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογημένη
δικαιολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιολογημένος
δικαιολογημένης	verb	γενική ενικού του δικαιολογημένη
δικαιολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του δικαιολογημένος
δικαιολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογημένος
δικαιολογημένος	verb	που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται
δικαιολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικαιολογημένος
δικαιολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δικαιολογημένος
δικαιολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικαιολογημένος
δικαιολογητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογητικό	adv	με δικαιολογητικό τρόπο
δικαιολογητικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιολογητικός
δικαιολογητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογητική
δικαιολογητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιολογητικός
δικαιολογητικής	adj	γενική ενικού του δικαιολογητική
δικαιολογητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιολογητικός
δικαιολογητικού	adj	γενική ενικού του δικαιολογητικός
δικαιολογητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιολογητικός
δικαιολογητικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιολογητικός	noun	έγγραφο ή παραστατικό που συνοδεύει μια επίσημη αίτηση ή δήλωση και την υποστηρίζει
δικαιολογητικός	adj	που δικαιολογεί κάτι ή το αποδεικνύει
δικαιολογητικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιολογητικός
δικαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δικαιολογία
δικαιολογούμαι	verb	προβάλλω δικαιολογίες για πράξη ή παράλειψή μου
δικαιολογούμασταν	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούμαστε	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούμε	=	δικαιολογώ
δικαιολογούμενος	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούμουν	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούμουνα	=	δικαιολογώ
δικαιολογούν	=	δικαιολογώ
δικαιολογούνε	=	δικαιολογώ
δικαιολογούνται	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούνταν	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούντο	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσα	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσαμε	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσαν	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσανε	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσασταν	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούσαστε	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούσατε	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσε	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσες	=	δικαιολογώ
δικαιολογούσουν	=	δικαιολογούμαι
δικαιολογούσουνα	=	δικαιολογώ
δικαιολογώ	verb	προσφέρω μια δικαιολογία· αιτιολογώ μια ενέργεια ή παράλειψη ή κατάσταση ώστε αυτή να γίνει κατανοητή ή να συγχωρεθεί
δικαιολογώντας	=	δικαιολογώ
δικαιολόγημα	noun|formal	η δικαιολογία
δικαιολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιολογώ
δικαιολόγηση	noun	η ενέργεια του δικαιολογώ
δικαιολόγησης	=	δικαιολόγηση
δικαιοπάροχε	noun	κλητική ενικού του δικαιοπάροχος
δικαιοπάροχο	noun	αιτιατική ενικού του δικαιοπάροχος
δικαιοπάροχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοπάροχος
δικαιοπάροχος	noun	που δίνει ή μεταβιβάζει δικαιώματα στον δικαιοδόχο
δικαιοπάροχου	=	δικαιοπάροχος
δικαιοπάροχους	=	δικαιοπάροχος
δικαιοπάροχων	=	δικαιοπάροχος
δικαιοπαραγωγικά	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικέ	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικές	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγική	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικής	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικοί	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικού	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικούς	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικό	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαραγωγικός	adj	που παράγει δίκαιο
δικαιοπαραγωγικών	=	δικαιοπαραγωγικός
δικαιοπαροχές	=	δικαιοπαροχή
δικαιοπαροχή	noun	η δικαιόχρηση
δικαιοπαροχής	=	δικαιοπαροχή
δικαιοπαροχών	=	δικαιοπαροχή
δικαιοπαρόχου	=	δικαιοπάροχος
δικαιοπαρόχους	=	δικαιοπάροχος
δικαιοπαρόχων	=	δικαιοπάροχος
δικαιοπλαστικά	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικέ	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικές	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστική	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικής	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικοί	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικού	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικούς	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικό	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπλαστικός	adj	που χαρακτηρίζει ενέργεια ή λειτουργία που, ιδίως μέσω της ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου, συμβάλλει ενεργά στη δημιουργία ή εξειδίκευση κανόνων δικαίου και όχι απλώς στην παθητική διαπίστωσή τους
δικαιοπλαστικών	=	δικαιοπλαστικός
δικαιοπρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοπρακτικό
δικαιοπρακτικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοπρακτική
δικαιοπρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτικής	adj	γενική ενικού του δικαιοπρακτική
δικαιοπρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτικού	adj	γενική ενικού του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτικός	adj	που σχετίζεται με τη δικαιοπραξία ή τη σύναψη συμβολαίου
δικαιοπρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιοπρακτικός
δικαιοπρακτών	noun	αυτός που κάνει κάποια δικαιοπραξία
δικαιοπραξία	noun	η έννομη πράξη η οποία συνοδεύεται από δήλωση βούλησης όπου εν πλήρει συνειδήσει παράγεται έννομη συνέπεια
δικαιοπραξίας	noun	γενική ενικού του δικαιοπραξία
δικαιοπραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοπραξία
δικαιοπραξιών	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοπραξία
δικαιοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιοστάσιο
δικαιοστάσιο	noun	η προσωρινή αναστολή εκδίκασης υποθέσεων (κυρίως αστικού και εμπορικού δικαίου) και η αναστολή παραγραφών, προθεσμιών κ.λπ. που νομοθετούνται σε έκτακτες περιπτώσεις
δικαιοστάσιον	noun	το δικαιοστάσιο
δικαιοστάσιου	=	δικαιοστάσιο
δικαιοστασίου	noun	γενική ενικού του δικαιοστάσιο
δικαιοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του δικαιοστάσιο
δικαιοσυνών	=	δικαιοσύνη
δικαιοσύνες	=	δικαιοσύνη
δικαιοσύνη	noun	η αντικειμενική κι αμερόληπτη εφαρμογή και τήρηση των νόμων
δικαιοσύνης	=	δικαιοσύνη
δικαιοχρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιόχρηση
δικαιοχρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δικαιόχρηση
δικαιοχρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δικαιόχρηση
δικαιούμαι	verb	έχω το δικαίωμα
δικαιούμασταν	=	δικαιούμαι
δικαιούμαστε	=	δικαιούμαι
δικαιούμεθα	=	δικαιούμαι
δικαιούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιούμενο
δικαιούμενε	verb	κλητική ενικού του δικαιούμενος
δικαιούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιούμενη
δικαιούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιούμενος
δικαιούμενης	verb	γενική ενικού του δικαιούμενη
δικαιούμενο	verb	αιτιατική ενικού του δικαιούμενος
δικαιούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιούμενος
δικαιούμενος	verb	εκείνος που έχει το δικαίωμα σε κάτι αυτή τη στιγμή ή εν δυνάμει, ανεξαρτήτως του αν θα κάνει χρήση του δικαιώματός του
δικαιούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικαιούμενος
δικαιούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δικαιούμενος
δικαιούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικαιούμενος
δικαιούμην	=	δικαιούμαι
δικαιούμουν	=	δικαιούμαι
δικαιούνται	=	δικαιούμαι
δικαιούνταν	=	δικαιούμαι
δικαιούντο	=	δικαιούμαι
δικαιούσαι	=	δικαιούμαι
δικαιούσασταν	=	δικαιούμαι
δικαιούσαστε	=	δικαιούμαι
δικαιούσθε	=	δικαιούμαι
δικαιούσο	=	δικαιούμαι
δικαιούσουν	=	δικαιούμαι
δικαιούστε	=	δικαιούμαι
δικαιούται	=	δικαιούμαι
δικαιούτο	=	δικαιούμαι
δικαιούχε	noun	κλητική ενικού του δικαιούχος
δικαιούχο	noun	αιτιατική ενικού του δικαιούχος
δικαιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιούχος
δικαιούχος	noun	που έχει κάποια δικαιώματα πάνω σε κάτι
δικαιούχου	noun	γενική ενικού του δικαιούχος
δικαιούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικαιούχος
δικαιούχων	noun	γενική πληθυντικού του δικαιούχος
δικαιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθήκαν	=	δικαιώνω
δικαιωθήκανε	=	δικαιώνω
δικαιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωθούνε	=	δικαιώνω
δικαιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δικαίωμα
δικαιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιωμένο
δικαιωμένε	verb	κλητική ενικού του δικαιωμένος
δικαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιωμένη
δικαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιωμένος
δικαιωμένης	verb	γενική ενικού του δικαιωμένη
δικαιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δικαιωμένος
δικαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιωμένος
δικαιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου δικαιώνω
δικαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικαιωμένος
δικαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δικαιωμένος
δικαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικαιωμένος
δικαιωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιωματικό	adv	με δικαιωματικό τρόπο
δικαιωματικέ	adj	κλητική ενικού του δικαιωματικός
δικαιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιωματική
δικαιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαιωματικός
δικαιωματικής	adj	γενική ενικού του δικαιωματική
δικαιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαιωματικός
δικαιωματικού	adj	γενική ενικού του δικαιωματικός
δικαιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαιωματικός
δικαιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαιωματικός
δικαιωματικός	adj	που προκύπτει από κάποιο δικαίωμα ή το αφορά
δικαιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαιωματικός
δικαιωματικώς	adv|formal	δικαιωματικά
δικαιωματισμέ	=	δικαιωματισμός
δικαιωματισμοί	=	δικαιωματισμός
δικαιωματισμού	=	δικαιωματισμός
δικαιωματισμούς	=	δικαιωματισμός
δικαιωματισμό	=	δικαιωματισμός
δικαιωματισμός	noun	η υπερβολική / καταχρηστική επίκληση των δικαιωμάτων ενός όντος ή μιας ομάδας
δικαιωματισμών	=	δικαιωματισμός
δικαιωνόμασταν	=	δικαιώνω
δικαιωνόμαστε	=	δικαιώνω
δικαιωνόμουν	=	δικαιώνω
δικαιωνόμουνα	=	δικαιώνω
δικαιωνόντουσαν	=	δικαιώνω
δικαιωνόσασταν	=	δικαιώνω
δικαιωνόσαστε	=	δικαιώνω
δικαιωνόσουν	=	δικαιώνω
δικαιωνόσουνα	=	δικαιώνω
δικαιωνόταν	=	δικαιώνω
δικαιωνότανε	=	δικαιώνω
δικαιόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαιόγραφο
δικαιόγραφο	noun	έγγραφο αποδεικτικό κάποιου δικαιώματος
δικαιόγραφον	noun	το δικαιόγραφο
δικαιόγραφου	=	δικαιόγραφο
δικαιότατα	=	δίκαιος
δικαιότατε	=	δίκαιος
δικαιότατες	=	δίκαιος
δικαιότατη	=	δίκαιος
δικαιότατης	=	δίκαιος
δικαιότατο	=	δίκαιος
δικαιότατοι	=	δίκαιος
δικαιότατος	=	δίκαιος
δικαιότατου	=	δίκαιος
δικαιότατους	=	δίκαιος
δικαιότατων	=	δίκαιος
δικαιότερα	=	δίκαιος
δικαιότερε	=	δίκαιος
δικαιότερες	=	δίκαιος
δικαιότερη	=	δίκαιος
δικαιότερης	=	δίκαιος
δικαιότερο	=	δίκαιος
δικαιότεροι	=	δίκαιος
δικαιότερος	=	δίκαιος
δικαιότερου	=	δίκαιος
δικαιότερους	=	δίκαιος
δικαιότερων	=	δίκαιος
δικαιόχρηση	noun	συμβατική παραχώρηση, έναντι ανταλλάγματος, του δικαιώματος χρήσης σήματος, επωνυμίας και οργανωμένης τεχνογνωσίας επιχείρησης για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας από τρίτο
δικαιόχρησης	noun	γενική ενικού του δικαιόχρηση
δικαιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνομαι
δικαιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαίωμα
δικαιώματος	noun	γενική ενικού του δικαίωμα
δικαιώναμε	=	δικαιώνω
δικαιώναν	=	δικαιώνω
δικαιώνανε	=	δικαιώνω
δικαιώνατε	=	δικαιώνω
δικαιώνει	=	δικαιώνω
δικαιώνεις	=	δικαιώνω
δικαιώνεσαι	=	δικαιώνω
δικαιώνεστε	=	δικαιώνω
δικαιώνεται	=	δικαιώνω
δικαιώνετε	=	δικαιώνω
δικαιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δικαιώνω
δικαιώνομε	=	δικαιώνω
δικαιώνονται	=	δικαιώνω
δικαιώνονταν	=	δικαιώνω
δικαιώνοντας	=	δικαιώνω
δικαιώνουμε	=	δικαιώνω
δικαιώνουν	=	δικαιώνω
δικαιώνουνε	=	δικαιώνω
δικαιώνω	verb	δίνω δίκιο σε κάποιον, τον απαλλάσσω από κατηγορία
δικαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσαν	=	δικαιώνω
δικαιώσανε	=	δικαιώνω
δικαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαίωση
δικαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δικαίωση
δικαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δικαίωση
δικαιώσομε	=	δικαιώνω
δικαιώσου	=	δικαιώνω
δικαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσουνε	=	δικαιώνω
δικαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικαιώνω
δικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικανικό	adv	από δικανική άποψη
δικανικέ	adj	κλητική ενικού του δικανικός
δικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικανική
δικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικανικός
δικανικής	adj	γενική ενικού του δικανική
δικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικανικός
δικανικού	adj	γενική ενικού του δικανικός
δικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικανικός
δικανικό	adj	αιτιατική ενικού του δικανικός
δικανικός	adj	που αναφέρεται στις δίκες
δικανικών	adj	γενική πληθυντικού του δικανικός
δικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικασμένο
δικασμένε	verb	κλητική ενικού του δικασμένος
δικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικασμένη
δικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικασμένος
δικασμένης	verb	γενική ενικού του δικασμένη
δικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δικασμένος
δικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικασμένος
δικασμένος	verb	που έχει δικαστεί
δικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικασμένος
δικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δικασμένος
δικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικασμένος
δικαστά	=	δικαστής
δικαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαστής
δικαστή	=	δικαστής
δικαστήκαμε	=	δικάζω
δικαστήκαν	=	δικάζω
δικαστήκανε	=	δικάζω
δικαστήκατε	=	δικάζω
δικαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαστήριο
δικαστήριο	noun	το σώμα που αποτελείται από δικαστές και εκδικάζει μια υπόθεση
δικαστήριου	=	δικαστήριο
δικαστής	noun	που δικάζει, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης
δικαστίνα	noun	γυναίκα δικαστής
δικαστίνας	=	δικαστίνα
δικαστίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαστίνα
δικαστίνων	=	δικαστίνα
δικαστεί	=	δικάζω
δικαστείς	=	δικάζω
δικαστείτε	=	δικάζω
δικαστηρίου	noun	γενική ενικού του δικαστήριο
δικαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του δικαστήριο
δικαστηριακά	=	δικαστηριακός
δικαστηριακέ	=	δικαστηριακός
δικαστηριακές	=	δικαστηριακός
δικαστηριακή	=	δικαστηριακός
δικαστηριακής	=	δικαστηριακός
δικαστηριακοί	=	δικαστηριακός
δικαστηριακού	=	δικαστηριακός
δικαστηριακούς	=	δικαστηριακός
δικαστηριακό	=	δικαστηριακός
δικαστηριακός	adj	που έχει σχέση με δικαστήριο ή αναφέρεται σʼ αυτό
δικαστηριακών	=	δικαστηριακός
δικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαστικό
δικαστικέ	adj	κλητική ενικού του δικαστικός
δικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαστική
δικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαστικός
δικαστικής	adj	γενική ενικού του δικαστική
δικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαστικός
δικαστικού	adj	γενική ενικού του δικαστικός
δικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαστικός
δικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του δικαστικός
δικαστικός	noun	που δικάζει (δικαστής, εισαγγελέας κ.λπ.)	adj	που έχει σχέση με τη δίκη, το δικαστήριο ή τον δικαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
δικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του δικαστικός
δικαστικώς	adv|formal	άλλη μορφή του δικαστικά
δικαστού	=	δικαστής
δικαστούμε	=	δικάζω
δικαστούν	=	δικάζω
δικαστούνε	=	δικάζω
δικαστριών	noun	γενική πληθυντικού του δικάστρια
δικαστώ	=	δικάζω
δικαστών	noun	γενική πληθυντικού του δικαστής
δικατάληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικατάληκτο
δικατάληκτε	adj	κλητική ενικού του δικατάληκτος
δικατάληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικατάληκτη
δικατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικατάληκτος
δικατάληκτης	adj	γενική ενικού του δικατάληκτη
δικατάληκτο	adj	αιτιατική ενικού του δικατάληκτος
δικατάληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικατάληκτος
δικατάληκτος	adj	που έχει μόνο δύο διαφορετικές καταλήξεις για τα τρία γένη, μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό, και μία για το ουδέτερο
δικατάληκτου	adj	γενική ενικού του δικατάληκτος
δικατάληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικατάληκτος
δικατάληκτων	adj	γενική πληθυντικού του δικατάληκτος
δικατευθυντικά	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικέ	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικές	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντική	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικής	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικοί	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικού	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικούς	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικό	=	δικατευθυντικός
δικατευθυντικός	adj	που έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος προς δύο κατευθύνσεις
δικατευθυντικών	=	δικατευθυντικός
δικαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαϊκό
δικαϊκέ	adj	κλητική ενικού του δικαϊκός
δικαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικαϊκή
δικαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικαϊκός
δικαϊκής	adj	γενική ενικού του δικαϊκή
δικαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικαϊκός
δικαϊκού	adj	γενική ενικού του δικαϊκός
δικαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικαϊκός
δικαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του δικαϊκός
δικαϊκός	adj	που έχει σχέση με το δίκαιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
δικαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του δικαϊκός
δικελλών	noun	γενική πληθυντικού του δικέλλα
δικεν	abbrev	Φορέας του Γ.Ε.Σ. υπεύθυνος για την οργάνωση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο της εκπαίδευσης των νεοσύλλεκτων οπλιτών του στρατού ξηράς.
δικηγοράκο	noun	αιτιατική ενικού του δικηγοράκος
δικηγοράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγοράκος
δικηγοράκος	noun	υποκοριστικό του δικηγόρος
δικηγοράκου	noun	γενική ενικού του δικηγοράκος
δικηγοράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικηγοράκος
δικηγοράκων	noun	γενική πληθυντικού του δικηγοράκος
δικηγορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσαν	=	δικηγορώ
δικηγορήσανε	=	δικηγορώ
δικηγορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγορία	noun	το να είναι κάποιος ή κάποια δικηγόρος, το επάγγελμα του δικηγόρου
δικηγορίας	noun	γενική ενικού του δικηγορία
δικηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικηγορία
δικηγορίνα	noun	γυναίκα δικηγόρος
δικηγορίνας	=	δικηγορίνα
δικηγορίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικηγορίνα
δικηγορίνων	=	δικηγορίνα
δικηγορίσκε	=	δικηγορίσκος
δικηγορίσκο	=	δικηγορίσκος
δικηγορίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγορίσκος
δικηγορίσκος	noun	απαξιωτικός χαρακτηρισμός για δικηγόρο
δικηγορίσκου	=	δικηγορίσκος
δικηγορίσκους	=	δικηγορίσκος
δικηγορίσκων	=	δικηγορίσκος
δικηγορίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικηγορίστικο
δικηγορίστικε	adj	κλητική ενικού του δικηγορίστικος
δικηγορίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικηγορίστικη
δικηγορίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικηγορίστικος
δικηγορίστικης	adj	γενική ενικού του δικηγορίστικη
δικηγορίστικο	adj	αιτιατική ενικού του δικηγορίστικος
δικηγορίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγορίστικος
δικηγορίστικος	adj	που είναι ταιριαστός σε δικηγόρο
δικηγορίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικηγορίστικος
δικηγορίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικηγορίστικος
δικηγορίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικηγορίστικος
δικηγορεί	=	δικηγορώ
δικηγορείς	=	δικηγορώ
δικηγορείτε	=	δικηγορώ
δικηγορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικηγορικό
δικηγορικέ	adj	κλητική ενικού του δικηγορικός
δικηγορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικηγορική
δικηγορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικηγορικός
δικηγορικής	adj	γενική ενικού του δικηγορική
δικηγορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγορικός
δικηγορικού	adj	γενική ενικού του δικηγορικός
δικηγορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικηγορικός
δικηγορικό	adj	αιτιατική ενικού του δικηγορικός
δικηγορικός	adj	που έχει σχέση με τον δικηγόρο ή τη δικηγορία ή αναφέρεται σ’ αυτά
δικηγορικών	adj	γενική πληθυντικού του δικηγορικός
δικηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του δικηγορία
δικηγορούμε	=	δικηγορώ
δικηγορούν	=	δικηγορώ
δικηγορούνε	=	δικηγορώ
δικηγορούσα	=	δικηγορώ
δικηγορούσαμε	=	δικηγορώ
δικηγορούσαν	=	δικηγορώ
δικηγορούσανε	=	δικηγορώ
δικηγορούσατε	=	δικηγορώ
δικηγορούσε	=	δικηγορώ
δικηγορούσες	=	δικηγορώ
δικηγορόσημα	=	δικηγορόσημο
δικηγορόσημο	noun	ένσημο που επικολλάται σε δικαστικά έγγραφα
δικηγορόσημου	=	δικηγορόσημο
δικηγορόσημων	=	δικηγορόσημο
δικηγορώ	verb	εργάζομαι ως δικηγόρος, ασκώ το σχετικό επάγγελμα
δικηγορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δικηγορώ
δικηγόρε	noun	κλητική ενικού του δικηγόρος
δικηγόρει	=	δικηγορώ
δικηγόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικηγορώ
δικηγόρο	noun	αιτιατική ενικού του δικηγόρος
δικηγόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικηγόρος
δικηγόρος	noun	νομικός που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ή να χειριστεί τα συμφέροντα κάποιου πελάτη του σε δικαστήριο ή όπου αλλού χρειάζεται, να δώσει νομικές συμβουλές κ.λπ.
δικηγόρου	noun	γενική ενικού του δικηγόρος
δικηγόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικηγόρος
δικηγόρων	noun	γενική πληθυντικού του δικηγόρος
δικηροτρίκηρα	noun	αρχιερατικά σκεύη, ειδικά κηροπήγια που χρησιμοποιούνται στη Θεία Λειτουργία, το ένα με δυο και το άλλο με τρεις θέσεις που συμβολίζουν αντίστοιχα τη δυαδική φύση του Ιησού Χριστού και την Αγία Τριάδα
δικιά	=	δικός
δικιάς	=	δικός
δικινητήρια	=	δικινητήριος
δικινητήριας	=	δικινητήριος
δικινητήριε	=	δικινητήριος
δικινητήριες	=	δικινητήριος
δικινητήριο	=	δικινητήριος
δικινητήριοι	=	δικινητήριος
δικινητήριος	adj	αυτός που φέρει ή λειτουργεί με δύο κινητήρες
δικινητήριου	=	δικινητήριος
δικινητήριους	=	δικινητήριος
δικινητήριων	=	δικινητήριος
δικιολογιά	noun	σόι
δικιολογιάς	=	δικιολογιά
δικιολογιές	=	δικιολογιά
δικιολογιών	=	δικιολογιά
δικιτών	=	δικίτης
δικιωμέ	=	δικιωμός
δικιωμοί	=	δικιωμός
δικιωμού	=	δικιωμός
δικιωμούς	=	δικιωμός
δικιωμό	=	δικιωμός
δικιωμός	noun	δικαίωση
δικιωμών	=	δικιωμός
δικλίδα	noun	βαλβίδα που επιτρέπει μόνο την έξοδο ενός υγρού ή αερίου από κάποιο δοχείο ή δεξαμενή
δικλίδας	=	δικλίδα
δικλίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικλίδα
δικλίδων	=	δικλίδα
δικλίνου	=	δίκλινο
δικλίνων	=	δίκλινο
δικλείδα	noun|figurative	άλλη γραφή του δικλίδα
δικλείδας	=	δικλείδα
δικλείδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικλείδα
δικλείδων	=	δικλείδα
δικλινές	=	δικλινής
δικλινή	=	δικλινής
δικλινής	adj	που έχει δύο κεκλιμένα επίπεδα
δικλινείς	=	δικλινής
δικλινούς	=	δικλινής
δικλινών	=	δικλινής
δικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικός
δικογράφου	=	δικόγραφο
δικογράφων	=	δικόγραφο
δικογραφία	noun	τα έγγραφα που σχετίζονται με κάποια δικαστική υπόθεση ή την αφορούν
δικογραφίας	noun	γενική ενικού του δικογραφία
δικογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικογραφία
δικογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δικογραφία
δικολάβε	noun	κλητική ενικού του δικολάβος
δικολάβο	noun	αιτιατική ενικού του δικολάβος
δικολάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικολάβος
δικολάβος	noun|dated	εμπειρικός δικηγόρος που ασκούσε τη δικηγορία σε δευτερεύουσες υποθέσεις
δικολάβου	noun	γενική ενικού του δικολάβος
δικολάβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικολάβος
δικολάβων	noun	γενική πληθυντικού του δικολάβος
δικολαβία	noun	η ιδιότητα του δικολάβου
δικολαβίας	noun	γενική ενικού του δικολαβία
δικολαβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικολαβία
δικολαβίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δικολαβίστικος	adv	άλλη μορφή του δικολαβικά
δικολαβίστικε	adj	κλητική ενικού του δικολαβίστικος
δικολαβίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικολαβίστικη
δικολαβίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικολαβίστικος
δικολαβίστικης	adj	γενική ενικού του δικολαβίστικη
δικολαβίστικο	adj	αιτιατική ενικού του δικολαβίστικος
δικολαβίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικολαβίστικος
δικολαβίστικος	adj	που έχει σχέση με δικολάβο ή δικολαβία ή αναφέρεται σ’ αυτά
δικολαβίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικολαβίστικος
δικολαβίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικολαβίστικος
δικολαβίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικολαβίστικος
δικολαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικολαβικό	adv	με δικολαβικό τρόπο
δικολαβικέ	adj	κλητική ενικού του δικολαβικός
δικολαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικολαβική
δικολαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικολαβικός
δικολαβικής	adj	γενική ενικού του δικολαβική
δικολαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικολαβικός
δικολαβικού	adj	γενική ενικού του δικολαβικός
δικολαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικολαβικός
δικολαβικό	adj	αιτιατική ενικού του δικολαβικός
δικολαβικός	adj	που έχει σχέση με δικολάβο ή δικολαβία ή αναφέρεται σ’ αυτά
δικολαβικών	adj	γενική πληθυντικού του δικολαβικός
δικολαβισμέ	noun	κλητική ενικού του δικολαβισμός
δικολαβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικολαβισμός
δικολαβισμού	noun	γενική ενικού του δικολαβισμός
δικολαβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικολαβισμός
δικολαβισμό	noun	αιτιατική ενικού του δικολαβισμός
δικολαβισμός	noun	η συμπεριφορά ενός δικολάβου
δικολαβισμών	noun	γενική πληθυντικού του δικολαβισμός
δικολαβιών	noun	γενική πληθυντικού του δικολαβία
δικομανές	=	δικομανής
δικομανή	=	δικομανής
δικομανής	noun	Αυτός που έχει μανία να συμμετέχει σε δίκες, συνήθως ως μηνυτής
δικομανία	noun	που προχωρά σε νομικές ενέργειες / δίκες, που προσφεύγει στη δικαιοσύνη για το παραμικρό ζήτημα
δικομανίας	=	δικομανία
δικομανίες	=	δικομανία
δικομανείς	=	δικομανής
δικομανιών	=	δικομανία
δικομανούς	=	δικομανής
δικομανών	=	δικομανής
δικομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικομματικό
δικομματικέ	adj	κλητική ενικού του δικομματικός
δικομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικομματική
δικομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικομματικός
δικομματικής	adj	γενική ενικού του δικομματική
δικομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικομματικός
δικομματικού	adj	γενική ενικού του δικομματικός
δικομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικομματικός
δικομματικό	adj	αιτιατική ενικού του δικομματικός
δικομματικός	adj	που έχει σχέση με δύο κόμματα ή αναφέρεται σ' αυτά
δικομματικών	adj	γενική πληθυντικού του δικομματικός
δικομματισμέ	noun	κλητική ενικού του δικομματισμός
δικομματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικομματισμός
δικομματισμού	noun	γενική ενικού του δικομματισμός
δικομματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δικομματισμός
δικομματισμό	noun	αιτιατική ενικού του δικομματισμός
δικομματισμός	noun	η εναλλαγή στην κατάληψη της εξουσίας για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο μόνο δύο κομμάτων
δικομματισμών	noun	γενική πληθυντικού του δικομματισμός
δικονομία	noun	το σύνολο των νομικών διατάξεων που ρυθμίζουν τον τρόπο διεξαγωγής μιας δίκης (της δικαστικής διαδικασίας)
δικονομίας	noun	γενική ενικού του δικονομία
δικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικονομία
δικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικονομικό	adv	από δικονομική άποψη
δικονομικέ	adj	κλητική ενικού του δικονομικός
δικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικονομική
δικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικονομικός
δικονομικής	adj	γενική ενικού του δικονομική
δικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικονομικός
δικονομικού	adj	γενική ενικού του δικονομικός
δικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικονομικός
δικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του δικονομικός
δικονομικός	adj	που σχετίζεται με τη δικονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του δικονομικός
δικονομικώς	adv|dated	δικονομικά
δικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του δικονομία
δικοτυλήδονα	noun	φυτά με δύο κοτυληδόνες
δικοτυλήδονε	adj	κλητική ενικού του δικοτυλήδονος
δικοτυλήδονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικοτυλήδονη
δικοτυλήδονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικοτυλήδονος
δικοτυλήδονης	adj	γενική ενικού του δικοτυλήδονη
δικοτυλήδονο	adj	αιτιατική ενικού του δικοτυλήδονος
δικοτυλήδονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικοτυλήδονος
δικοτυλήδονος	adj	που έχει δύο κοτυληδόνες
δικοτυλήδονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικοτυλήδονος
δικοτυλήδονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικοτυλήδονος
δικοτυλήδονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικοτυλήδονος
δικού	adj	γενική ενικού του δικός
δικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικός
δικράνι	noun	γεωργικό εργαλείο σε σχήμα περόνης
δικράνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικράνι
δικράνιζα	=	δικρανίζω
δικράνιζαν	=	δικρανίζω
δικράνιζε	=	δικρανίζω
δικράνιζες	=	δικρανίζω
δικράνισα	=	δικρανίζω
δικράνισαν	=	δικρανίζω
δικράνισε	=	δικρανίζω
δικράνισες	=	δικρανίζω
δικρανίζαμε	=	δικρανίζω
δικρανίζαν	=	δικρανίζω
δικρανίζανε	=	δικρανίζω
δικρανίζατε	=	δικρανίζω
δικρανίζει	=	δικρανίζω
δικρανίζεις	=	δικρανίζω
δικρανίζετε	=	δικρανίζω
δικρανίζοντας	=	δικρανίζω
δικρανίζουμε	=	δικρανίζω
δικρανίζουν	=	δικρανίζω
δικρανίζουνε	=	δικρανίζω
δικρανίζω	verb	χρησιμοποιώ το δικράνι σε γεωργικές εργασίες
δικρανίσαμε	=	δικρανίζω
δικρανίσαν	=	δικρανίζω
δικρανίσανε	=	δικρανίζω
δικρανίσατε	=	δικρανίζω
δικρανίσει	=	δικρανίζω
δικρανίστε	=	δικρανίζω
δικρανιού	=	δικράνι
δικρανιών	=	δικράνι
δικρότου	=	δίκροτο
δικρότων	=	δίκροτο
δικτάμου	=	δίκταμο
δικτάμων	=	δίκταμο
δικτάτορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δικτάτορας
δικτάτορας	noun	αυταρχικός ηγέτης ενός κράτους, που έχει καταλάβει την εξουσία με παράνομα μέσα
δικτάτορες	=	δικτάτορας
δικταία	=	δικταίος
δικταίο	=	δικταίος
δικταίος	adj	που έχει σχέση με το όρος Δίκτη της Κρήτης
δικτατορία	noun	το πολίτευμα όπου ένα πρόσωπο η μια μικρή ομάδα έχει την απόλυτη εξουσία έχοντας καταργήσει τη βουλή και τους δημοκρατικούς θεσμούς
δικτατορίας	noun	γενική ενικού του δικτατορία
δικτατορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτατορία
δικτατορίσκε	=	δικτατορίσκος
δικτατορίσκο	=	δικτατορίσκος
δικτατορίσκοι	=	δικτατορίσκος
δικτατορίσκος	noun	υποκοριστικό του δικτάτορας
δικτατορίσκου	=	δικτατορίσκος
δικτατορίσκους	=	δικτατορίσκος
δικτατορίσκων	=	δικτατορίσκος
δικτατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτατορικό	adv	με δικτατορικό τρόπο
δικτατορικέ	adj	κλητική ενικού του δικτατορικός
δικτατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτατορική
δικτατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικτατορικός
δικτατορικής	adj	γενική ενικού του δικτατορική
δικτατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικτατορικός
δικτατορικού	adj	γενική ενικού του δικτατορικός
δικτατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικτατορικός
δικτατορικό	adj	αιτιατική ενικού του δικτατορικός
δικτατορικός	adj	που αναφέρεται σε έναν δικτάτορα ή μια δικτατορία
δικτατορικών	adj	γενική πληθυντικού του δικτατορικός
δικτατορικώς	adv|dated	δικτατορικά
δικτατοριών	noun	γενική πληθυντικού του δικτατορία
δικτατόρων	=	δικτάτορας
δικτυακά	adv	μέσω δικτύου
δικτυακέ	=	δικτυακός
δικτυακές	=	δικτυακός
δικτυακή	=	δικτυακός
δικτυακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (δικτυακή) του δικτυακός
δικτυακοί	=	δικτυακός
δικτυακού	=	δικτυακός
δικτυακούς	=	δικτυακός
δικτυακό	=	δικτυακός
δικτυακός	adj	που αναφέρεται στα δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών
δικτυακών	=	δικτυακός
δικτυογραφία	noun	συλλογή από ιστοσελίδες σχετικές με ένα θέμα, «βιβλιογραφία» που απαρτίζεται από διαδικτυακές ιστοσελίδες
δικτυογραφίας	noun	γενική ενικού του δικτυογραφία
δικτυογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυογραφία
δικτυογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δικτυογραφία
δικτυοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυοκεντρικό
δικτυοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του δικτυοκεντρικός
δικτυοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυοκεντρική
δικτυοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικτυοκεντρικός
δικτυοκεντρικής	adj	γενική ενικού του δικτυοκεντρική
δικτυοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικτυοκεντρικός
δικτυοκεντρικού	adj	γενική ενικού του δικτυοκεντρικός
δικτυοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικτυοκεντρικός
δικτυοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του δικτυοκεντρικός
δικτυοκεντρικός	adj	που έχει ως επίκεντρο / κέντρο το δίκτυο / διαδίκτυο
δικτυοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του δικτυοκεντρικός
δικτυομένος	=	δικτυώνω
δικτυοπειρατές	=	δικτυοπειρατής
δικτυοπειρατή	=	δικτυοπειρατής
δικτυοπειρατής	noun	άτομο με εξαιρετικές γνώσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών που κάνει δικτυοπειρατεία
δικτυοπειρατεία	noun	παράνομη ή μη εξουσιοδοτημένη δραστηριότητα σε ψηφιακά δίκτυα, με σκοπό την πρόσβαση, αλλοίωση, υποκλοπή ή εκμετάλλευση δεδομένων, συστημάτων ή υπηρεσιών
δικτυοπειρατείας	=	δικτυοπειρατεία
δικτυοπειρατείες	=	δικτυοπειρατεία
δικτυοπειρατειών	=	δικτυοπειρατεία
δικτυοπειρατών	=	δικτυοπειρατής
δικτυωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθήκαν	=	δικτυώνω
δικτυωθήκανε	=	δικτυώνω
δικτυωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δικτύωμα
δικτυωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυωμένο
δικτυωμένε	verb	κλητική ενικού του δικτυωμένος
δικτυωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυωμένη
δικτυωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικτυωμένος
δικτυωμένης	verb	γενική ενικού του δικτυωμένη
δικτυωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δικτυωμένος
δικτυωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικτυωμένος
δικτυωμένος	verb	που έχει δικτυωθεί
δικτυωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικτυωμένος
δικτυωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δικτυωμένος
δικτυωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικτυωμένος
δικτυωνόμασταν	=	δικτυώνω
δικτυωνόμαστε	=	δικτυώνω
δικτυωνόμουν	=	δικτυώνω
δικτυωνόμουνα	=	δικτυώνω
δικτυωνόντουσαν	=	δικτυώνω
δικτυωνόσασταν	=	δικτυώνω
δικτυωνόσαστε	=	δικτυώνω
δικτυωνόσουν	=	δικτυώνω
δικτυωνόσουνα	=	δικτυώνω
δικτυωνόταν	=	δικτυώνω
δικτυωνότανε	=	δικτυώνω
δικτυωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυωτό	adv	με δικτυωτό τρόπο ή σε δικτυωτό σχηματισμό
δικτυωτέ	adj	κλητική ενικού του δικτυωτός
δικτυωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτυωτή
δικτυωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικτυωτός
δικτυωτής	adj	γενική ενικού του δικτυωτή
δικτυωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικτυωτός
δικτυωτού	adj	γενική ενικού του δικτυωτός
δικτυωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικτυωτός
δικτυωτό	adj	αιτιατική ενικού του δικτυωτός	noun	κατασκευή που τα υλικά έχουν τοποθετηθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να μοιάζουν με δίχτυ
δικτυωτός	adj	που η δομή του μοιάζει με δίχτυ
δικτυωτών	adj	γενική πληθυντικού του δικτυωτός
δικτυώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνομαι
δικτυώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτύωμα
δικτυώματος	noun	γενική ενικού του δικτύωμα
δικτυώναμε	=	δικτυώνω
δικτυώναν	=	δικτυώνω
δικτυώνανε	=	δικτυώνω
δικτυώνατε	=	δικτυώνω
δικτυώνει	=	δικτυώνω
δικτυώνεις	=	δικτυώνω
δικτυώνεσαι	=	δικτυώνω
δικτυώνεστε	=	δικτυώνω
δικτυώνεται	=	δικτυώνω
δικτυώνετε	=	δικτυώνω
δικτυώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δικτυώνω
δικτυώνονται	=	δικτυώνω
δικτυώνονταν	=	δικτυώνω
δικτυώνοντας	=	δικτυώνω
δικτυώνουμε	=	δικτυώνω
δικτυώνουν	=	δικτυώνω
δικτυώνουνε	=	δικτυώνω
δικτυώνω	verb	συμβάλλω στο να γνωρίσει κάποιος κόσμο και ν’ αποκτήσει σχέσεις με ανθρώπους
δικτυώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώσαν	=	δικτυώνω
δικτυώσανε	=	δικτυώνω
δικτυώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικτύωση
δικτυώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δικτύωση
δικτυώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δικτύωση
δικτυώσου	=	δικτυώνω
δικτυώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτυώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτύου	noun	γενική ενικού του δίκτυο
δικτύωμα	noun	κατασκευή (συνήθως μεταλλική) που μοιάζει με δίχτυ
δικτύων	noun	γενική πληθυντικού του δίκτυο
δικτύωνα	=	δικτυώνω
δικτύωναν	=	δικτυώνω
δικτύωνε	=	δικτυώνω
δικτύωνες	=	δικτυώνω
δικτύωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτύωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτύωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτύωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δικτυώνω
δικτύωση	noun	η σύνδεση ή ενσωμάτωση σε κάποιο δίκτυο
δικτύωσης	noun	γενική ενικού του δικτύωση
δικυκλιστές	=	δικυκλιστής
δικυκλιστή	=	δικυκλιστής
δικυκλιστής	noun	ο οδηγός ή κάτοχος δικύκλου
δικυκλιστών	=	δικυκλιστής
δικό	adj	αιτιατική ενικού του δικός
δικόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικόγραφο
δικόγραφο	noun	έγγραφο δικογραφίας ή δικαστικής πράξης
δικόγραφον	noun	το δικόγραφο
δικόγραφου	=	δικόγραφο
δικόγραφων	=	δικόγραφο
δικόρυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικόρυφο
δικόρυφε	adj	κλητική ενικού του δικόρυφος
δικόρυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικόρυφη
δικόρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικόρυφος
δικόρυφης	adj	γενική ενικού του δικόρυφη
δικόρυφο	adj	αιτιατική ενικού του δικόρυφος
δικόρυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικόρυφος
δικόρυφος	adj|figurative	άλλη μορφή του δίκορφος
δικόρυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικόρυφος
δικόρυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικόρυφος
δικόρυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικόρυφος
δικός	pron	που ανήκει σε κάποιον (Χρειάζεται επεξεργασία)
δικότυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικότυλο
δικότυλε	adj	κλητική ενικού του δικότυλος
δικότυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δικότυλη
δικότυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικότυλος
δικότυλης	adj	γενική ενικού του δικότυλη
δικότυλο	adj	αιτιατική ενικού του δικότυλος
δικότυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δικότυλος
δικότυλος	adj	δικοτυλήδονος
δικότυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δικότυλος
δικότυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δικότυλος
δικότυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δικότυλος
δικύκλου	=	δίκυκλο
δικύκλων	=	δίκυκλο
δικύλινδρα	=	δικύλινδρος
δικύλινδρε	=	δικύλινδρος
δικύλινδρες	=	δικύλινδρος
δικύλινδρη	=	δικύλινδρος
δικύλινδρης	=	δικύλινδρος
δικύλινδρο	=	δικύλινδρος
δικύλινδροι	=	δικύλινδρος
δικύλινδρος	adj	που χαρακτηρίζει μηχανή ή κινητήρα στον οποίο η παραγωγή έργου βασίζεται στη λειτουργία δύο διακριτών κυλίνδρων, οι οποίοι συνεργάζονται για τη μετατροπή της ενέργειας σε κίνηση
δικύλινδρου	=	δικύλινδρος
δικύλινδρους	=	δικύλινδρος
δικύλινδρων	=	δικύλινδρος
δικών	adj	γενική πληθυντικού του δικός
δικώπου	=	δίκωπος
δικώπους	=	δίκωπος
δικώπων	=	δίκωπος
διλέπτου	=	δίλεπτο
διλέπτων	=	δίλεπτο
διλήμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίλημμα
διλήμματος	noun	γενική ενικού του δίλημμα
διλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διλεκτικό
διλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του διλεκτικός
διλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διλεκτική
διλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διλεκτικός
διλεκτικής	adj	γενική ενικού του διλεκτική
διλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διλεκτικός
διλεκτικού	adj	γενική ενικού του διλεκτικός
διλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διλεκτικός
διλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του διλεκτικός
διλεκτικός	adj	αποτελούμενος από δύο λέξεις
διλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του διλεκτικός
διλημμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δίλημμα
διλημματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διλημματίας
διλημματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διλημματικό
διλημματικέ	adj	κλητική ενικού του διλημματικός
διλημματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διλημματική
διλημματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διλημματικός
διλημματικής	adj	γενική ενικού του διλημματική
διλημματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διλημματικός
διλημματικού	adj	γενική ενικού του διλημματικός
διλημματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διλημματικός
διλημματικό	adj	αιτιατική ενικού του διλημματικός
διλημματικός	adj	μια κατάσταση, ενέργεια, αποτέλεσμα ενέργειας που προκαλεί διλήμματα
διλημματικών	adj	γενική πληθυντικού του διλημματικός
διμέτωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμέτωπο
διμέτωπε	adj	κλητική ενικού του διμέτωπος
διμέτωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμέτωπη
διμέτωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διμέτωπος
διμέτωπης	adj	γενική ενικού του διμέτωπη
διμέτωπο	adj	αιτιατική ενικού του διμέτωπος
διμέτωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διμέτωπος
διμέτωπος	adj	που γίνεται προς δύο μέτωπα, προς δύο πλευρές, που έχει ν’ αντιμετωπίσει δύο αντιπάλους ταυτόχρονα
διμέτωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διμέτωπος
διμέτωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διμέτωπος
διμέτωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διμέτωπος
διμήνι	noun	είδος σιταριού που ωριμάζει και θερίζεται δύο μήνες μετά τη σπορά του
διμήνια	=	διμήνι
διμήνου	=	δίμηνο
διμήνων	=	δίμηνο
διμεα	abbrev	κρατικός φορέας ελέγχου της λειτουργίας της αγοράς
διμελές	=	διμελής
διμελή	=	διμελής
διμελής	adj	που αποτελείται από δύο μέλη
διμελείς	=	διμελής
διμελούς	=	διμελής
διμελών	=	διμελής
διμερές	=	διμερής
διμερή	=	διμερής
διμερής	adj	που έχει δύο μέρη, αφορά δύο μέρη, αποτελείται από δύο μέρη ή γίνεται ανάμεσα σε δύο μέρη, σε δύο πλευρές
διμερείς	=	διμερής
διμερούς	=	διμερής
διμερών	=	διμερής
διμερώς	adv	και από τα δύο μέρη
διμεταβλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμεταβλητό
διμεταβλητέ	adj	κλητική ενικού του διμεταβλητός
διμεταβλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμεταβλητή
διμεταβλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διμεταβλητός
διμεταβλητής	adj	γενική ενικού του διμεταβλητή
διμεταβλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διμεταβλητός
διμεταβλητού	adj	γενική ενικού του διμεταβλητός
διμεταβλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διμεταβλητός
διμεταβλητό	adj	αιτιατική ενικού του διμεταβλητός
διμεταβλητός	adj	που έχει ή παίρνει δύο μεταβλητές
διμεταβλητών	adj	γενική πληθυντικού του διμεταβλητός
διμεταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμεταλλικό
διμεταλλικέ	adj	κλητική ενικού του διμεταλλικός
διμεταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμεταλλική
διμεταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διμεταλλικός
διμεταλλικής	adj	γενική ενικού του διμεταλλική
διμεταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διμεταλλικός
διμεταλλικού	adj	γενική ενικού του διμεταλλικός
διμεταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διμεταλλικός
διμεταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του διμεταλλικός
διμεταλλικός	adj	που αποτελείται από δύο διαφορετικά, και διακριτά μεταξύ τους, μέταλλα
διμεταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του διμεταλλικός
διμεταλλισμέ	noun	κλητική ενικού του διμεταλλισμός
διμεταλλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διμεταλλισμός
διμεταλλισμού	noun	γενική ενικού του διμεταλλισμός
διμεταλλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διμεταλλισμός
διμεταλλισμό	noun	αιτιατική ενικού του διμεταλλισμός
διμεταλλισμός	noun	νομισματικό σύστημα στο οποίο μπορούν να χρησιμοποιούνται ως μέτρο οικονομικών αξιών δύο πολύτιμα μέταλλα με σταθερή οικονομική σχέση (συναλλαγματική ισοτιμία) μεταξύ τους
διμεταλλισμών	noun	γενική πληθυντικού του διμεταλλισμός
διμηνία	noun	άλλη μορφή του δίμηνο
διμηνίας	noun	γενική ενικού του διμηνία
διμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμηνία
διμηνίτες	=	διμηνίτης
διμηνίτη	=	διμηνίτης
διμηνίτης	noun	άλλη μορφή του διμήνι
διμηνίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμηνίτικο
διμηνίτικε	adj	κλητική ενικού του διμηνίτικος
διμηνίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμηνίτικη
διμηνίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διμηνίτικος
διμηνίτικης	adj	γενική ενικού του διμηνίτικη
διμηνίτικο	adj	αιτιατική ενικού του διμηνίτικος
διμηνίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διμηνίτικος
διμηνίτικος	adj	που έχει ηλικία δύο μηνών
διμηνίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διμηνίτικος
διμηνίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διμηνίτικος
διμηνίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διμηνίτικος
διμηνιά	=	διμηνιό
διμηνιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διμηνιαίος
διμηνιαίας	adj	γενική ενικού του διμηνιαία
διμηνιαίε	adj	διμηνιαίος, στην κλητική του ενικού
διμηνιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμηνιαία
διμηνιαίο	adj	διμηνιαίος, στην αιτιατική του ενικού
διμηνιαίοι	adj	διμηνιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
διμηνιαίος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει κάθε δίμηνο, που αναφέρεται στη χρονική διάρκεια δύο μηνών
διμηνιαίου	adj	γενική ενικού του διμηνιαίος
διμηνιαίους	adj	διμηνιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
διμηνιαίων	=	διμηνιαίος
διμηνιαίως	adv|formal	κάθε δύο μήνες
διμηνιού	=	διμήνι
διμηνιτών	=	διμηνίτης
διμηνιό	noun	άλλη μορφή του διμήνι
διμηνιών	noun	γενική πληθυντικού του διμηνία
διμοιρία	noun	ομάδα λίγων (περίπου 30) στρατιωτών ή αστυνομικών
διμοιρίας	noun	γενική ενικού του διμοιρία
διμοιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμοιρία
διμοιρίτες	=	διμοιρίτης
διμοιρίτη	=	διμοιρίτης
διμοιρίτης	noun	ο αρχηγός ή επικεφαλής διμοιρίας
διμοιρίτισσα	noun	θηλυκό του διμοιρίτης
διμοιρίτισσας	noun	γενική ενικού του διμοιρίτισσα
διμοιρίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμοιρίτισσα
διμοιριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του διμοιρίτισσα
διμοιριτών	=	διμοιρίτης
διμοιριών	noun	γενική πληθυντικού του διμοιρία
διμορφία	noun	το να έχει κάποιος ή κάτι δύο μορφές
διμορφίας	noun	γενική ενικού του διμορφία
διμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διμορφία
διμορφισμέ	noun	κλητική ενικού του διμορφισμός
διμορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διμορφισμός
διμορφισμού	noun	γενική ενικού του διμορφισμός
διμορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διμορφισμός
διμορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του διμορφισμός
διμορφισμός	noun	η ιδιότητα του διμόρφου
διμορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του διμορφισμός
διμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του διμορφία
διμορφοθήκες	=	διμορφοθήκη
διμορφοθήκη	noun	ανθοφόρο πολυετές καλλωπιστικό φυτό που μοιάζει με μαργαρίτα της οικογένειας Αστεροειδή / Asteraceae
διμορφοθήκης	=	διμορφοθήκη
διμορφοθηκών	=	διμορφοθήκη
διμούτσουνα	=	διμούτσουνος
διμούτσουνε	=	διμούτσουνος
διμούτσουνες	=	διμούτσουνος
διμούτσουνη	=	διμούτσουνος
διμούτσουνης	=	διμούτσουνος
διμούτσουνο	=	διμούτσουνος
διμούτσουνοι	=	διμούτσουνος
διμούτσουνος	adj	που έχει δύο μουτσούνες, δυό όψεις
διμούτσουνου	=	διμούτσουνος
διμούτσουνους	=	διμούτσουνος
διμούτσουνων	=	διμούτσουνος
δινομαστιγωτά	noun	ομάδα μονοκύτταρων οργανισμών που ανήκουν στο βασίλειο των πρωτίστων (Protista) και χαρακτηρίζονται από την παρουσία δύο μαστιγίων (flagella) που χρησιμοποιούν για κίνηση
δινομαστιγωτών	=	δινομαστιγωτά
δινόλουτρα	=	δινόλουτρο
δινόλουτρο	noun|formal	μορφή λουτροθεραπείας κατά την οποία το νερό τίθεται σε κυκλική κίνηση και ασκεί μηχανική πίεση στο σώμα, με σκοπό τη χαλάρωση ή/και τη θεραπευτική επίδραση
δινόλουτρου	=	δινόλουτρο
δινόλουτρων	=	δινόλουτρο
δινόμασταν	=	δίνω
δινόμαστε	=	δίνω
δινόμουν	=	δίνω
δινόμουνα	=	δίνω
δινόντουσαν	=	δίνω
δινόσασταν	=	δίνω
δινόσαστε	=	δίνω
δινόσουν	=	δίνω
δινόσουνα	=	δίνω
δινόταν	=	δίνω
δινότανε	=	δίνω
δινών	=	δίνη
διοίκει	=	διοικώ
διοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοίκηση	noun	η ενέργεια του διοικώ, η διαχείριση ενός σώματος ή οργανισμού και η λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη λειτουργία του σύμφωνα με τους κανονισμούς
διοίκησης	noun	γενική ενικού του διοίκηση
διογέννητα	=	διογέννητος
διογέννητε	=	διογέννητος
διογέννητες	=	διογέννητος
διογέννητη	=	διογέννητος
διογέννητης	=	διογέννητος
διογέννητο	=	διογέννητος
διογέννητοι	=	διογέννητος
διογέννητος	adj	γιος του Δία, διογενής
διογέννητου	=	διογέννητος
διογέννητους	=	διογέννητος
διογέννητων	=	διογέννητος
διογκούμαι	=	διογκώνω
διογκούμενα	=	διογκούμενος
διογκούμενε	=	διογκούμενος
διογκούμενες	=	διογκούμενος
διογκούμενη	=	διογκούμενος
διογκούμενης	=	διογκούμενος
διογκούμενο	=	διογκούμενος
διογκούμενοι	=	διογκούμενος
διογκούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (διογκούμαι) του ρήματος διογκώνω: που διογκώνεται, μεγαλώνει
διογκούμενου	=	διογκούμενος
διογκούμενους	=	διογκούμενος
διογκούμενων	=	διογκούμενος
διογκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθήκαν	=	διογκώνω
διογκωθήκανε	=	διογκώνω
διογκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διογκωμένο
διογκωμένε	verb	κλητική ενικού του διογκωμένος
διογκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διογκωμένη
διογκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διογκωμένος
διογκωμένης	verb	γενική ενικού του διογκωμένη
διογκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διογκωμένος
διογκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διογκωμένος
διογκωμένος	verb	που έχει διογκωθεί
διογκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διογκωμένος
διογκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διογκωμένος
διογκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διογκωμένος
διογκωνόμασταν	=	διογκώνω
διογκωνόμαστε	=	διογκώνω
διογκωνόμουν	=	διογκώνω
διογκωνόμουνα	=	διογκώνω
διογκωνόντουσαν	=	διογκώνω
διογκωνόσασταν	=	διογκώνω
διογκωνόσαστε	=	διογκώνω
διογκωνόσουν	=	διογκώνω
διογκωνόσουνα	=	διογκώνω
διογκωνόταν	=	διογκώνω
διογκωνότανε	=	διογκώνω
διογκωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διογκωτικό
διογκωτικέ	adj	κλητική ενικού του διογκωτικός
διογκωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διογκωτική
διογκωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διογκωτικός
διογκωτικής	adj	γενική ενικού του διογκωτική
διογκωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διογκωτικός
διογκωτικού	adj	γενική ενικού του διογκωτικός
διογκωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διογκωτικός
διογκωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διογκωτικός
διογκωτικός	adj	που έχει σχέση με τη διόγκωση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
διογκωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διογκωτικός
διογκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνομαι
διογκώναμε	=	διογκώνω
διογκώναν	=	διογκώνω
διογκώνανε	=	διογκώνω
διογκώνατε	=	διογκώνω
διογκώνει	=	διογκώνω
διογκώνεις	=	διογκώνω
διογκώνεσαι	=	διογκώνω
διογκώνεστε	=	διογκώνω
διογκώνεται	=	διογκώνω
διογκώνετε	=	διογκώνω
διογκώνομαι	verb	αυξάνομαι σε όγκο
διογκώνονται	=	διογκώνω
διογκώνονταν	=	διογκώνω
διογκώνοντας	=	διογκώνω
διογκώνουμε	=	διογκώνω
διογκώνουν	=	διογκώνω
διογκώνουνε	=	διογκώνω
διογκώνω	verb	αυξάνω τον όγκο σε κάτι
διογκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώσαν	=	διογκώνω
διογκώσανε	=	διογκώνω
διογκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόγκωση
διογκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διόγκωση
διογκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διόγκωση
διογκώσου	=	διογκώνω
διογκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διογκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διοδίου	=	διόδιο
διοδίων	noun	γενική πληθυντικού του διόδια
διοικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήσαν	=	διοικώ
διοικήσανε	=	διοικώ
διοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοίκηση
διοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διοίκηση
διοικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διοίκηση
διοικήσου	=	διοικώ
διοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικώ
διοικήτρια	noun	θηλυκό του διοικητής
διοικήτριας	noun	γενική ενικού του διοικήτρια
διοικήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοικήτρια
διοικεί	=	διοικώ
διοικείς	=	διοικώ
διοικείσαι	=	διοικώ
διοικείστε	=	διοικώ
διοικείται	=	διοικώ
διοικείτε	=	διοικώ
διοικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθήκαν	=	διοικώ
διοικηθήκανε	=	διοικώ
διοικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοικούμαι
διοικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοικημένο
διοικημένε	verb	κλητική ενικού του διοικημένος
διοικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοικημένη
διοικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διοικημένος
διοικημένης	verb	γενική ενικού του διοικημένη
διοικημένο	verb	αιτιατική ενικού του διοικημένος
διοικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοικημένος
διοικημένος	verb	που έχει διοικηθεί
διοικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διοικημένος
διοικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διοικημένος
διοικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διοικημένος
διοικητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοικητής
διοικητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διοικητής
διοικητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοικητήριο
διοικητήριο	noun	το κτήριο στο οποίο στεγάζονται τα γραφεία ενός διοικητή
διοικητήριου	=	διοικητήριο
διοικητής	noun	ο επικεφαλής της διοίκησης
διοικητηρίου	noun	γενική ενικού του διοικητήριο
διοικητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του διοικητήριο
διοικητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διοικητικός	adv	όσον αφορά τη διοίκηση
διοικητικέ	adj	κλητική ενικού του διοικητικός
διοικητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοικητική
διοικητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διοικητικός
διοικητικής	adj	γενική ενικού του διοικητική
διοικητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοικητικός
διοικητικοποιώ	verb	εφαρμόζω διοικητικές πράξεις ή σχετική διαδικασία
διοικητικού	adj	γενική ενικού του διοικητικός
διοικητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διοικητικός
διοικητικό	adj	αιτιατική ενικού του διοικητικός
διοικητικός	adj	που σχετίζεται με τη διοίκηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
διοικητικών	adj	γενική πληθυντικού του διοικητικός
διοικητικώς	adv|formal	διοικητικά
διοικητισμός	noun|formal	τρόπος άσκησης διοίκησης που δίνει υπέρμετρη βαρύτητα στις τυπικές διαδικασίες και στην ιεραρχική εξουσία, συχνά εις βάρος της ουσίας, της αποτελεσματικότητας και της ευθύνης των φορέων
διοικητολόγε	=	διοικητολόγος
διοικητολόγο	=	διοικητολόγος
διοικητολόγοι	=	διοικητολόγος
διοικητολόγος	noun	νομικός ειδικευμένος στη (δημόσια) διοίκηση
διοικητολόγου	=	διοικητολόγος
διοικητολόγους	=	διοικητολόγος
διοικητολόγων	=	διοικητολόγος
διοικητριών	noun	γενική πληθυντικού του διοικήτρια
διοικητών	noun	γενική πληθυντικού του διοικητής
διοικούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διοικώ
διοικούμασταν	=	διοικώ
διοικούμαστε	=	διοικώ
διοικούμε	=	διοικώ
διοικούμενος	=	διοικώ
διοικούμουν	=	διοικώ
διοικούν	=	διοικώ
διοικούνε	=	διοικώ
διοικούνται	=	διοικώ
διοικούνταν	=	διοικώ
διοικούσα	=	διοικώ
διοικούσαμε	=	διοικώ
διοικούσαν	=	διοικώ
διοικούσανε	=	διοικώ
διοικούσασταν	=	διοικώ
διοικούσαστε	=	διοικώ
διοικούσατε	=	διοικώ
διοικούσε	=	διοικώ
διοικούσες	=	διοικώ
διοικούσουν	=	διοικώ
διοικώ	verb	ασκώ διοίκηση, διευθύνω
διοικών	adj	που διοικεί
διοικώντας	=	διοικώ
διοισοφάγεια	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειας	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειε	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειες	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διοισοφάγειος
διοισοφάγειοι	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειος	adj	που γίνεται μέσω του οισοφάγου
διοισοφάγειου	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειους	=	διοισοφάγειος
διοισοφάγειων	=	διοισοφάγειος
διολίσθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολίσθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολίσθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολίσθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολίσθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διολισθαίνω
διολίσθησης	noun	γενική ενικού του διολίσθηση
διολίσθησις	noun	η διολίσθηση
διολισθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διολίσθηση
διολισθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διολίσθηση
διολισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διολίσθηση
διολισθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διολισθαίνω
διολισθαίνον	=	διολισθαίνων
διολισθαίνοντα	=	διολισθαίνων
διολισθαίνοντες	=	διολισθαίνων
διολισθαίνοντος	=	διολισθαίνων
διολισθαίνουσα	=	διολισθαίνων
διολισθαίνουσας	=	διολισθαίνων
διολισθαίνουσες	=	διολισθαίνων
διολισθαίνω	verb	γλιστρώ, ξεγλιστρώ
διολισθαίνων	verb|formal	που διολισθαίνει
διολισθαινουσών	=	διολισθαίνων
διολισθαινούσης	=	διολισθαίνων
διολισθαινόντων	=	διολισθαίνων
διομαδικός	adj|formal	που αφορά σχέσεις, συγκρίσεις ή αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων ομάδων
διομολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διομολόγηση
διομολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του διομολόγηση
διομολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του διομολόγηση
διομολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διομολογημένο
διομολογημένε	verb	κλητική ενικού του διομολογημένος
διομολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διομολογημένη
διομολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διομολογημένος
διομολογημένης	verb	γενική ενικού του διομολογημένη
διομολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του διομολογημένος
διομολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διομολογημένος
διομολογημένος	verb	που έχει διομολογηθεί
διομολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διομολογημένος
διομολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διομολογημένος
διομολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διομολογημένος
διομολογώ	verb|formal	συμφωνώ, υπογράφω συμφωνία
διομολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διομολογώ
διομολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διομολογώ
διομολόγηση	noun	σύμβαση δυνάμει της οποίας παρέχονται σημαντικά προνόμια στους υπηκόους ενός κράτους, που διαμένουν στο έδαφος ενός άλλου κράτους
διομολόγησης	noun	γενική ενικού του διομολόγηση
διομότιμα	=	διομότιμος
διομότιμε	=	διομότιμος
διομότιμες	=	διομότιμος
διομότιμη	=	διομότιμος
διομότιμης	=	διομότιμος
διομότιμο	=	διομότιμος
διομότιμοι	=	διομότιμος
διομότιμος	adj	peer-to-peer: η επικοινωνία όπου δύο ή περισσότεροι ξένιοι (hosts) υπολογιστές εναλλάσσονται μεταξύ τους στο ρόλο του πελάτη (client) και του εξυπηρετητή (server)
διομότιμου	=	διομότιμος
διομότιμους	=	διομότιμος
διομότιμων	=	διομότιμος
διονυσιάζεσαι	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάζεστε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάζεται	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάζομαι	verb	εκστασιάζομαι, καταλαμβάνομαι από έκσταση
διονυσιάζονται	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάζονταν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάζου	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάσου	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάστηκα	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάστηκαν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάστηκε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιάστηκες	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόμασταν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόμαστε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόμουν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόμουνα	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόντουσαν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόσασταν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόσαστε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόσουν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόσουνα	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζόταν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαζότανε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διονυσιακό	adv	με διονυσιακό τρόπο
διονυσιακέ	adj	κλητική ενικού του διονυσιακός
διονυσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διονυσιακή
διονυσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διονυσιακός
διονυσιακής	adj	γενική ενικού του διονυσιακή
διονυσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διονυσιακός
διονυσιακού	adj	γενική ενικού του διονυσιακός
διονυσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διονυσιακός
διονυσιακό	adj	αιτιατική ενικού του διονυσιακός
διονυσιακός	adj	που έχει σχέση με τον Διόνυσο και τη λατρεία του ή αναφέρεται σ’ αυτά
διονυσιακών	adj	γενική πληθυντικού του διονυσιακός
διονυσιασμέ	noun	κλητική ενικού του διονυσιασμός
διονυσιασμένος	=	διονυσιάζομαι
διονυσιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διονυσιασμός
διονυσιασμού	noun	γενική ενικού του διονυσιασμός
διονυσιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διονυσιασμός
διονυσιασμό	noun	αιτιατική ενικού του διονυσιασμός
διονυσιασμός	noun	το αποτέλεσμα του διονυσιάζομαι
διονυσιασμών	noun	γενική πληθυντικού του διονυσιασμός
διονυσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διονυσιαστής
διονυσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διονυσιαστής
διονυσιαστήκαμε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαστήκαν	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαστήκανε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαστήκατε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαστής	noun	οπαδός του Διονύσου ή (κατ’ επέκταση) αυτός που διονυσιάζεται
διονυσιαστεί	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαστείτε	=	διονυσιάζομαι
διονυσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του διονυσιαστής
διοξίδιο	=	διοξείδιο
διοξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοξείδιο
διοξείδιο	noun	οξείδιο με δύο άτομα οξυγόνου
διοξείδιου	=	διοξείδιο
διοξειδίου	noun	γενική ενικού του διοξείδιο
διοξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του διοξείδιο
διοπτεύαμε	=	διοπτεύω
διοπτεύαν	=	διοπτεύω
διοπτεύανε	=	διοπτεύω
διοπτεύατε	=	διοπτεύω
διοπτεύει	=	διοπτεύω
διοπτεύεις	=	διοπτεύω
διοπτεύετε	=	διοπτεύω
διοπτεύοντας	=	διοπτεύω
διοπτεύουμε	=	διοπτεύω
διοπτεύουν	=	διοπτεύω
διοπτεύουνε	=	διοπτεύω
διοπτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύσαν	=	διοπτεύω
διοπτεύσανε	=	διοπτεύω
διοπτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόπτευση
διοπτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διόπτευση
διοπτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διόπτευση
διοπτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διοπτεύω	verb|archaic	παρατηρώ, εξετάζω
διοπτικά	=	διοπτικός
διοπτικέ	=	διοπτικός
διοπτικές	=	διοπτικός
διοπτική	=	διοπτικός
διοπτικής	=	διοπτικός
διοπτικοί	=	διοπτικός
διοπτικού	=	διοπτικός
διοπτικούς	=	διοπτικός
διοπτικό	=	διοπτικός
διοπτικός	adj	που βασίζεται στη χρήση δύο οπτικών αξόνων ή φακών για τη σύλληψη, σύγκριση ή απόδοση της ίδιας εικόνας από ελαφρώς διαφορετικές γωνίες, ιδίως σε φωτογραφικές ή οπτικές διατάξεις
διοπτικών	=	διοπτικός
διοπτρία	noun	μονάδα μέτρησης της ισχύος ενός φακού, αντίστροφη της εστιακής απόστασης, που συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δ και εκφράζεται σε μέτρα⁻¹
διοπτρίας	noun	γενική ενικού του διοπτρία
διοπτρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοπτρία
διοπτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοπτρικό
διοπτρικέ	adj	κλητική ενικού του διοπτρικός
διοπτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοπτρική
διοπτρική	noun	η μελέτη της διάθλασης του φωτός
διοπτρικής	adj	γενική ενικού του διοπτρική
διοπτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοπτρικός
διοπτρικού	adj	γενική ενικού του διοπτρικός
διοπτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διοπτρικός
διοπτρικό	adj	αιτιατική ενικού του διοπτρικός
διοπτρικός	adj	ο σχετικός με διόπτρα
διοπτρικών	adj	γενική πληθυντικού του διοπτρικός
διοπτριών	noun	γενική πληθυντικού του διοπτρία
διοπτροφόρα	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρας	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρε	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρες	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρο	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόροι	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρος	adj	που φοράει γυαλιά
διοπτροφόρου	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρους	=	διοπτροφόρος
διοπτροφόρων	=	διοπτροφόρος
διοπτρών	noun	γενική πληθυντικού του διόπτρα
διοράματα	=	διόραμα
διοράματος	=	διόραμα
διοράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόραση
διοράσεων	noun	γενική πληθυντικού του διόραση
διοράσεως	noun|formal	γενική ενικού του διόραση
διορία	noun	το χρονικό περιθώριο για ολοκλήρωση μιας ενέργειας
διορίας	noun	γενική ενικού του διορία
διορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορία
διορίζαμε	=	διορίζω
διορίζαν	=	διορίζω
διορίζανε	=	διορίζω
διορίζατε	=	διορίζω
διορίζει	=	διορίζω
διορίζεις	=	διορίζω
διορίζεσαι	=	διορίζομαι
διορίζεστε	=	διορίζομαι
διορίζεται	=	διορίζομαι
διορίζετε	=	διορίζω
διορίζομαι	verb	τοποθετούμαι σε μια εργασία, σε μια θέση, συνήθως στο δημόσιο
διορίζομε	=	διορίζω
διορίζονται	=	διορίζομαι
διορίζονταν	=	διορίζομαι
διορίζοντας	=	διορίζω
διορίζου	=	διορίζομαι
διορίζουμε	=	διορίζω
διορίζουν	=	διορίζω
διορίζουνε	=	διορίζω
διορίζω	verb	προσλαμβάνω κάποιον ως υπάλληλο
διορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσαν	=	διορίζω
διορίσανε	=	διορίζω
διορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσομε	=	διορίζω
διορίσου	=	διορίζομαι
διορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίσουνε	=	διορίζω
διορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διοραμάτων	=	διόραμα
διορατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορατικό
διορατικέ	adj	κλητική ενικού του διορατικός
διορατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορατική
διορατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διορατικός
διορατικής	adj	γενική ενικού του διορατική
διορατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορατικός
διορατικοτήτων	=	διορατικότητα
διορατικού	adj	γενική ενικού του διορατικός
διορατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διορατικός
διορατικό	adj	αιτιατική ενικού του διορατικός
διορατικός	adj	που έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τη ροή των εξελίξεων και να σχηματίζει αντίληψη για το πώς θα είναι τα πράγματα στο μέλλον
διορατικότης	noun	η διορατικότητα
διορατικότητα	noun	η ικανότητα να προβλέπει κανείς την έκβαση των πραγμάτων, να αντιλαμβάνεται από το παρόν τι θα συμβεί στο μέλλον.
διορατικότητας	noun	γενική ενικού του διορατικότητα
διορατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορατικότητα
διορατικών	adj	γενική πληθυντικού του διορατικός
διοργάνωνα	=	διοργανώνω
διοργάνωναν	=	διοργανώνω
διοργάνωνε	=	διοργανώνω
διοργάνωνες	=	διοργανώνω
διοργάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργάνωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διοργανώνω
διοργάνωσης	noun	γενική ενικού του διοργάνωση
διοργανισμέ	=	διοργανισμός
διοργανισμοί	=	διοργανισμός
διοργανισμού	=	διοργανισμός
διοργανισμούς	=	διοργανισμός
διοργανισμό	=	διοργανισμός
διοργανισμός	noun|dated	ο σχηματισμός, η σύσταση εταιρείας ή συλλόγου
διοργανισμών	=	διοργανισμός
διοργανωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθήκαν	=	διοργανώνω
διοργανωθήκανε	=	διοργανώνω
διοργανωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωθούνε	=	διοργανώνω
διοργανωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοργανωμένο
διοργανωμένε	verb	κλητική ενικού του διοργανωμένος
διοργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοργανωμένη
διοργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διοργανωμένος
διοργανωμένης	verb	γενική ενικού του διοργανωμένη
διοργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διοργανωμένος
διοργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοργανωμένος
διοργανωμένος	verb	που έχει διοργανωθεί
διοργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διοργανωμένος
διοργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διοργανωμένος
διοργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διοργανωμένος
διοργανωνόμασταν	=	διοργανώνω
διοργανωνόμαστε	=	διοργανώνω
διοργανωνόμουν	=	διοργανώνω
διοργανωνόμουνα	=	διοργανώνω
διοργανωνόντουσαν	=	διοργανώνω
διοργανωνόσασταν	=	διοργανώνω
διοργανωνόσαστε	=	διοργανώνω
διοργανωνόσουν	=	διοργανώνω
διοργανωνόσουνα	=	διοργανώνω
διοργανωνόταν	=	διοργανώνω
διοργανωνότανε	=	διοργανώνω
διοργανωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοργανωτής
διοργανωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διοργανωτής
διοργανωτής	noun	αυτός που είναι υπεύθυνος για να διοργανώσει μια εκδήλωση ή, γενικά, κάποια δραστηριότητα
διοργανωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του διοργανωτικός	adv	όσον αφορά στη διοργάνωση
διοργανωτικέ	adj	κλητική ενικού του διοργανωτικός
διοργανωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοργανωτική
διοργανωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διοργανωτικός
διοργανωτικής	adj	γενική ενικού του διοργανωτική
διοργανωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοργανωτικός
διοργανωτικού	adj	γενική ενικού του διοργανωτικός
διοργανωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διοργανωτικός
διοργανωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διοργανωτικός
διοργανωτικός	adj	που έχει σχέση με τη διοργάνωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
διοργανωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διοργανωτικός
διοργανωτριών	noun	γενική πληθυντικού του διοργανώτρια
διοργανωτών	noun	γενική πληθυντικού του διοργανωτής
διοργανώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνομαι
διοργανώναμε	=	διοργανώνω
διοργανώναν	=	διοργανώνω
διοργανώνανε	=	διοργανώνω
διοργανώνατε	=	διοργανώνω
διοργανώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του διοργανώνω
διοργανώνεις	=	διοργανώνω
διοργανώνεσαι	=	διοργανώνω
διοργανώνεστε	=	διοργανώνω
διοργανώνεται	=	διοργανώνω
διοργανώνετε	=	διοργανώνω
διοργανώνομαι	=	διοργανώνω
διοργανώνομε	=	διοργανώνω
διοργανώνονται	=	διοργανώνω
διοργανώνονταν	=	διοργανώνω
διοργανώνοντας	=	διοργανώνω
διοργανώνουμε	=	διοργανώνω
διοργανώνουν	=	διοργανώνω
διοργανώνουνε	=	διοργανώνω
διοργανώνω	verb	προετοιμάζω με τρόπο συστηματικό και φροντίζω να διεξαχθεί μία εκδήλωση ή, γενικά, κάποια δραστηριότητα
διοργανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσαν	=	διοργανώνω
διοργανώσανε	=	διοργανώνω
διοργανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοργάνωση
διοργανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διοργάνωση
διοργανώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διοργάνωση
διοργανώσομε	=	διοργανώνω
διοργανώσου	=	διοργανώνω
διοργανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσουνε	=	διοργανώνω
διοργανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοργανώνω
διοργανώτρια	noun	θηλυκό του διοργανωτής
διοργανώτριας	noun	γενική ενικού του διοργανώτρια
διοργανώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοργανώτρια
διορθοδόξου	=	διορθόδοξος
διορθοδόξους	=	διορθόδοξος
διορθοδόξων	=	διορθόδοξος
διορθωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθήκαν	=	διορθώνω
διορθωθήκανε	=	διορθώνω
διορθωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωθούνε	=	διορθώνω
διορθωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διόρθωμα
διορθωμέ	noun	κλητική ενικού του διορθωμός
διορθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθωμένο
διορθωμένε	verb	κλητική ενικού του διορθωμένος
διορθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθωμένη
διορθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διορθωμένος
διορθωμένης	verb	γενική ενικού του διορθωμένη
διορθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διορθωμένος
διορθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορθωμένος
διορθωμένος	verb	που έχει διορθωθεί
διορθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διορθωμένος
διορθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διορθωμένος
διορθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διορθωμένος
διορθωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορθωμός
διορθωμού	noun	γενική ενικού του διορθωμός
διορθωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διορθωμός
διορθωμό	noun	αιτιατική ενικού του διορθωμός
διορθωμός	noun|rare	διόρθωση, διόρθωμα
διορθωμών	noun	γενική πληθυντικού του διορθωμός
διορθωνόμασταν	=	διορθώνω
διορθωνόμαστε	=	διορθώνω
διορθωνόμουν	=	διορθώνομαι
διορθωνόμουνα	=	διορθώνω
διορθωνόντουσαν	=	διορθώνω
διορθωνόσασταν	=	διορθώνω
διορθωνόσαστε	=	διορθώνω
διορθωνόσουν	=	διορθώνω
διορθωνόσουνα	=	διορθώνω
διορθωνόταν	=	διορθώνω
διορθωνότανε	=	διορθώνω
διορθωπολέμου	=	διορθωπόλεμος
διορθωπολέμους	=	διορθωπόλεμος
διορθωπολέμων	=	διορθωπόλεμος
διορθωπόλεμε	=	διορθωπόλεμος
διορθωπόλεμο	=	διορθωπόλεμος
διορθωπόλεμοι	=	διορθωπόλεμος
διορθωπόλεμος	noun	αντιμαχόμενες αλλεπάλληλες διορθωσεις λήμματος σε ψηφιακή σελίδα, αντιμαχόμενη ψηφιακή επεξεργασία από δυο ή παραπάνω χρήστες σελίδας τύπου γουίκι
διορθωπόλεμου	=	διορθωπόλεμος
διορθωπόλεμους	=	διορθωπόλεμος
διορθωτέα	=	διορθωτέος
διορθωτέας	=	διορθωτέος
διορθωτέε	=	διορθωτέος
διορθωτέες	=	διορθωτέος
διορθωτέο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του διορθωτέος
διορθωτέοι	=	διορθωτέος
διορθωτέος	adj|formal	που πρέπει να διορθωθεί
διορθωτέου	=	διορθωτέος
διορθωτέους	=	διορθωτέος
διορθωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθωτής
διορθωτέων	=	διορθωτέος
διορθωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διορθωτής
διορθωτής	noun	κάποιος που διορθώνει κάτι
διορθωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθωτικό
διορθωτικέ	adj	κλητική ενικού του διορθωτικός
διορθωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθωτική
διορθωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διορθωτικός
διορθωτικής	adj	γενική ενικού του διορθωτική
διορθωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορθωτικός
διορθωτικού	adj	γενική ενικού του διορθωτικός
διορθωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διορθωτικός
διορθωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διορθωτικός	noun	λευκό υγρό που επικαλύπτει τα λάθη πάνω σε ένα γραπτό και όταν στεγνώνει μπορείς να γράψεις πάνω του
διορθωτικός	adj	που γίνεται για να διορθώσει
διορθωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διορθωτικός
διορθωτριών	noun	γενική πληθυντικού του διορθώτρια
διορθωτών	noun	γενική πληθυντικού του διορθωτής
διορθόδοξα	=	διορθόδοξος
διορθόδοξε	=	διορθόδοξος
διορθόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθόδοξη
διορθόδοξη	=	διορθόδοξος
διορθόδοξης	=	διορθόδοξος
διορθόδοξο	=	διορθόδοξος
διορθόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορθόδοξος
διορθόδοξος	adj	που αφορά πολλές ορθόδοξες Εκκλησίες ή Πατριαρχεία και τις μεταξύ τους σχέσεις
διορθόδοξου	=	διορθόδοξος
διορθόδοξους	=	διορθόδοξος
διορθόδοξων	=	διορθόδοξος
διορθώδεις	=	διόρθωση
διορθώδεων	=	διόρθωση
διορθώδεως	=	διόρθωση
διορθώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνομαι
διορθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόρθωμα
διορθώματος	noun	γενική ενικού του διόρθωμα
διορθώναμε	=	διορθώνω
διορθώναν	=	διορθώνω
διορθώνανε	=	διορθώνω
διορθώνατε	=	διορθώνω
διορθώνει	=	διορθώνω
διορθώνεις	=	διορθώνω
διορθώνεσαι	=	διορθώνω
διορθώνεστε	=	διορθώνω
διορθώνεται	=	διορθώνω
διορθώνετε	=	διορθώνω
διορθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διορθώνω
διορθώνομε	=	διορθώνω
διορθώνονται	=	διορθώνω
διορθώνονταν	=	διορθώνω
διορθώνοντας	=	διορθώνω
διορθώνουμε	=	διορθώνω
διορθώνουν	=	διορθώνω
διορθώνουνε	=	διορθώνω
διορθώνω	verb	δείχνω σε κάποιον ένα λάθος υποδεικνύοντας το σωστό ή αντικαθιστώντας το με το σωστό
διορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσαν	=	διορθώνω
διορθώσανε	=	διορθώνω
διορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου (διόρθωσα) του διορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόρθωση
διορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διόρθωση
διορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διόρθωση
διορθώσιμα	=	διορθώσιμος
διορθώσιμας	=	διορθώσιμος
διορθώσιμε	=	διορθώσιμος
διορθώσιμες	=	διορθώσιμος
διορθώσιμο	=	διορθώσιμος
διορθώσιμοι	=	διορθώσιμος
διορθώσιμος	adj|formal	που μπορεί να διορθωθεί
διορθώσιμου	=	διορθώσιμος
διορθώσιμους	=	διορθώσιμος
διορθώσιμων	=	διορθώσιμος
διορθώσομε	=	διορθώνω
διορθώσου	=	διορθώνω
διορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσουνε	=	διορθώνω
διορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διορθώτρια	noun	διορθωτής
διορθώτριας	noun	γενική ενικού του διορθώτρια
διορθώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορθώτρια
διοριζόμασταν	=	διορίζομαι
διοριζόμαστε	=	διορίζομαι
διοριζόμενος	=	διορίζομαι
διοριζόμουν	=	διορίζομαι
διοριζόμουνα	=	διορίζομαι
διοριζόντουσαν	=	διορίζομαι
διοριζόσασταν	=	διορίζομαι
διοριζόσαστε	=	διορίζομαι
διοριζόσουν	=	διορίζομαι
διοριζόσουνα	=	διορίζομαι
διοριζόταν	=	διορίζομαι
διοριζότανε	=	διορίζομαι
διορισμέ	noun	κλητική ενικού του διορισμός
διορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορισμένο
διορισμένε	verb	κλητική ενικού του διορισμένος
διορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορισμένη
διορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διορισμένος
διορισμένης	verb	γενική ενικού του διορισμένη
διορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διορισμένος
διορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορισμένος
διορισμένος	verb	που έχει διοριστεί σε μια δημόσια θέση
διορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διορισμένος
διορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διορισμένος
διορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διορισμένος
διορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορισμός
διορισμού	noun	γενική ενικού του διορισμός
διορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διορισμός
διορισμό	noun	αιτιατική ενικού του διορισμός
διορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διορίζω
διορισμών	noun	γενική πληθυντικού του διορισμός
διοριστέα	noun	θηλυκό του διοριστέος
διοριστέας	=	διοριστέα
διοριστέε	=	διοριστέος
διοριστέες	=	διοριστέα
διοριστέο	=	διοριστέος
διοριστέοι	=	διοριστέος
διοριστέος	adj|formal	που πρέπει να διοριστεί
διοριστέου	=	διοριστέος
διοριστέους	=	διοριστέος
διοριστέων	=	διοριστέα
διοριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστήκαν	=	διορίζομαι
διοριστήκανε	=	διορίζομαι
διοριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοριστήριο
διοριστήριας	=	διοριστήριος
διοριστήριε	=	διοριστήριος
διοριστήριες	=	διοριστήριος
διοριστήριο	noun	έγγραφο με το οποίο τελείται επισήμως ο διορισμός
διοριστήριοι	=	διοριστήριος
διοριστήριος	adj	που έχει σχέση με τον διορισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
διοριστήριου	noun	γενική ενικού του διοριστήριο
διοριστήριους	=	διοριστήριος
διοριστήριων	noun	γενική πληθυντικού του διοριστήριο
διοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριστούνε	=	διορίζω
διοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορίζομαι
διοριών	noun	γενική πληθυντικού του διορία
διορυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορυγμένο
διορυγμένε	verb	κλητική ενικού του διορυγμένος
διορυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διορυγμένη
διορυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διορυγμένος
διορυγμένης	verb	γενική ενικού του διορυγμένη
διορυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διορυγμένος
διορυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διορυγμένος
διορυγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διορύσσω
διορυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διορυγμένος
διορυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διορυγμένος
διορυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διορυγμένος
διορυσσόμασταν	=	διορύσσομαι
διορυσσόμαστε	=	διορύσσομαι
διορυσσόμουν	=	διορύσσομαι
διορυσσόμουνα	=	διορύσσομαι
διορυσσόντουσαν	=	διορύσσομαι
διορυσσόσασταν	=	διορύσσομαι
διορυσσόσαστε	=	διορύσσομαι
διορυσσόσουν	=	διορύσσομαι
διορυσσόσουνα	=	διορύσσομαι
διορυσσόταν	=	διορύσσομαι
διορυσσότανε	=	διορύσσομαι
διορυχτήκαμε	=	διορύσσομαι
διορυχτήκαν	=	διορύσσομαι
διορυχτήκανε	=	διορύσσομαι
διορυχτήκατε	=	διορύσσομαι
διορυχτεί	=	διορύσσομαι
διορυχτείτε	=	διορύσσομαι
διορύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξαν	=	διορύσσω
διορύξανε	=	διορύσσω
διορύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόρυξη
διορύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξεων	noun	γενική πληθυντικού του διόρυξη
διορύξεως	noun|formal	γενική ενικού του διόρυξη
διορύξου	=	διορύσσομαι
διορύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διορύσσαμε	=	διορύσσω
διορύσσαν	=	διορύσσω
διορύσσανε	=	διορύσσω
διορύσσατε	=	διορύσσω
διορύσσει	=	διορύσσω
διορύσσεις	=	διορύσσω
διορύσσεσαι	=	διορύσσομαι
διορύσσεστε	=	διορύσσομαι
διορύσσεται	=	διορύσσομαι
διορύσσετε	=	διορύσσω
διορύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διορύσσω
διορύσσονται	=	διορύσσομαι
διορύσσονταν	=	διορύσσομαι
διορύσσοντας	=	διορύσσω
διορύσσου	=	διορύσσομαι
διορύσσουμε	=	διορύσσω
διορύσσουν	=	διορύσσω
διορύσσουνε	=	διορύσσω
διορύσσω	verb|formal	σκάβω στο έδαφος, προκειμένου ν’ ανοίξω τάφρο με ελεύθερα τα δυο της άκρα
διορύχτηκα	=	διορύσσομαι
διορύχτηκαν	=	διορύσσομαι
διορύχτηκε	=	διορύσσομαι
διορύχτηκες	=	διορύσσομαι
διορώ	verb	βλέπω ανάμεσα από κάτι άλλο
διοσημία	noun	ασυνήθιστο μετεωρολογικό φαινόμενο που ερμηνεύεται σαν οιωνός (θεϊκό σημάδι)
διοσημίας	noun	γενική ενικού του διοσημία
διοσημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοσημία
διοσημιών	noun	γενική πληθυντικού του διοσημία
διοσκούρους	=	διόσκουροι
διοσκούρων	=	διόσκουροι
διοσμαρίνι	noun	άλλη γραφή του δυοσμαρίνι (δεντρολίβανο)
διοσμαρίνια	=	διοσμαρίνι
διοσμαρινιού	=	διοσμαρίνι
διοσμαρινιών	=	διοσμαρίνι
διουρήσεις	=	διούρηση
διουρήσεων	=	διούρηση
διουρηθρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διουρηθρικό
διουρηθρικέ	adj	κλητική ενικού του διουρηθρικός
διουρηθρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διουρηθρική
διουρηθρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διουρηθρικός
διουρηθρικής	adj	γενική ενικού του διουρηθρική
διουρηθρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διουρηθρικός
διουρηθρικού	adj	γενική ενικού του διουρηθρικός
διουρηθρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διουρηθρικός
διουρηθρικό	adj	αιτιατική ενικού του διουρηθρικός
διουρηθρικός	adj	που γίνεται μέσω της ουρήθρας
διουρηθρικών	adj	γενική πληθυντικού του διουρηθρικός
διουρητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διουρητικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διουρητικό, ουδέτερο του διουρητικός
διουρητικέ	adj	κλητική ενικού του διουρητικός
διουρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διουρητική
διουρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διουρητικός
διουρητικής	adj	γενική ενικού του διουρητική
διουρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διουρητικός
διουρητικού	adj	γενική ενικού του διουρητικός
διουρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διουρητικός
διουρητικό	adj	αιτιατική ενικού του διουρητικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που διευκολύνει τη διούρηση
διουρητικός	adj	που αυξάνει την έκκριση ούρων
διουρητικών	adj	γενική πληθυντικού του διουρητικός
διοφθάλμια	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιας	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιε	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιες	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιο	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιοι	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιος	adj	άλλη μορφή του διόφθαλμος
διοφθάλμιου	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιους	=	διοφθάλμιος
διοφθάλμιων	=	διοφθάλμιος
διοφθαλμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοφθαλμικό
διοφθαλμικέ	adj	κλητική ενικού του διοφθαλμικός
διοφθαλμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοφθαλμική
διοφθαλμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διοφθαλμικός
διοφθαλμικής	adj	γενική ενικού του διοφθαλμική
διοφθαλμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοφθαλμικός
διοφθαλμικού	adj	γενική ενικού του διοφθαλμικός
διοφθαλμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διοφθαλμικός
διοφθαλμικό	adj	αιτιατική ενικού του διοφθαλμικός
διοφθαλμικός	adj	που σχετίζεται με τους δύο οφθαλμούς ή χρησιμοποιείται απ' αυτούς
διοφθαλμικών	adj	γενική πληθυντικού του διοφθαλμικός
διοχέτευα	=	διοχετεύω
διοχέτευαν	=	διοχετεύω
διοχέτευε	=	διοχετεύω
διοχέτευες	=	διοχετεύω
διοχέτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχέτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχέτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχέτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχέτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διοχετεύω
διοχέτευσης	noun	γενική ενικού του διοχέτευση
διοχετευθήκαμε	=	διοχετεύω
διοχετευθήκαν	=	διοχετεύω
διοχετευθήκανε	=	διοχετεύω
διοχετευθήκατε	=	διοχετεύω
διοχετευθεί	=	διοχετεύω
διοχετευθείς	=	διοχετεύω
διοχετευθείτε	=	διοχετεύω
διοχετευθούμε	=	διοχετεύω
διοχετευθούν	=	διοχετεύω
διοχετευθούνε	=	διοχετεύω
διοχετευθώ	=	διοχετεύω
διοχετευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοχετευμένο
διοχετευμένε	verb	κλητική ενικού του διοχετευμένος
διοχετευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του διοχετευμένος
διοχετευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διοχετευμένος
διοχετευμένης	verb	γενική ενικού του διοχετευμένη
διοχετευμένο	verb	αιτιατική ενικού του διοχετευμένος
διοχετευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διοχετευμένος
διοχετευμένος	verb	που έχει διοχετευτεί
διοχετευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διοχετευμένος
διοχετευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διοχετευμένος
διοχετευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διοχετευμένος
διοχετευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτήκαν	=	διοχετεύω
διοχετευτήκανε	=	διοχετεύω
διοχετευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευτούνε	=	διοχετεύω
διοχετευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετευόμασταν	=	διοχετεύω
διοχετευόμαστε	=	διοχετεύω
διοχετευόμενος	=	διοχετεύω
διοχετευόμουν	=	διοχετεύω
διοχετευόμουνα	=	διοχετεύω
διοχετευόντουσαν	=	διοχετεύω
διοχετευόσασταν	=	διοχετεύω
διοχετευόσαστε	=	διοχετεύω
διοχετευόσουν	=	διοχετεύω
διοχετευόσουνα	=	διοχετεύω
διοχετευόταν	=	διοχετεύω
διοχετευότανε	=	διοχετεύω
διοχετεύαμε	=	διοχετεύω
διοχετεύαν	=	διοχετεύω
διοχετεύανε	=	διοχετεύω
διοχετεύατε	=	διοχετεύω
διοχετεύει	=	διοχετεύω
διοχετεύεις	=	διοχετεύω
διοχετεύεσαι	=	διοχετεύω
διοχετεύεστε	=	διοχετεύω
διοχετεύεται	=	διοχετεύω
διοχετεύετε	=	διοχετεύω
διοχετεύθηκα	=	διοχετεύω
διοχετεύθηκαν	=	διοχετεύω
διοχετεύθηκε	=	διοχετεύω
διοχετεύθηκες	=	διοχετεύω
διοχετεύθκα	=	διοχετεύω
διοχετεύομαι	=	διοχετεύω
διοχετεύομε	=	διοχετεύω
διοχετεύονται	=	διοχετεύω
διοχετεύονταν	=	διοχετεύω
διοχετεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύουμε	=	διοχετεύω
διοχετεύουν	=	διοχετεύω
διοχετεύουνε	=	διοχετεύω
διοχετεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσαν	=	διοχετεύω
διοχετεύσανε	=	διοχετεύω
διοχετεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διοχέτευση
διοχετεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του διοχέτευση
διοχετεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του διοχέτευση
διοχετεύσιμα	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμε	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμες	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμη	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμης	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμο	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμοι	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμος	adj	που μπορεί να διοχετευθεί
διοχετεύσιμου	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμους	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσιμων	=	διοχετεύσιμος
διοχετεύσομε	=	διοχετεύω
διοχετεύσου	=	διοχετεύω
διοχετεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσουνε	=	διοχετεύω
διοχετεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύω
διοχετεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
διοχετεύω	verb	μεταφέρω κάποιο υγρό (ή και κάτι άλλο: π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα) και το κατευθύνω μέσω σωληνώσεων, αγωγών ή καναλιών προς κάπου
διούρηση	noun	η έκκριση ούρων
διούρησης	=	διούρηση
διούρησις	noun	η διούρηση
διπλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλό	adv	δύο φορές ή με δύο διαφορετικούς τρόπους ή για δύο διαφορετικούς λόγους
διπλάνα	=	διπλάνο
διπλάνο	noun	αεροπλάνο με δύο κύριες πτέρυγες τοποθετημένες τη μία πάνω από την άλλη
διπλάνου	=	διπλάνο
διπλάνων	=	διπλάνο
διπλάρι	noun	πετονιά με αγκίστρια και στις δύο άκρες της
διπλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλάρι
διπλάρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διπλαρώνω
διπλάρωνα	=	διπλαρώνω
διπλάρωναν	=	διπλαρώνω
διπλάρωνε	=	διπλαρώνω
διπλάρωνες	=	διπλαρώνω
διπλάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλάσιος	adv	σε διπλάσιο βαθμό, σε διπλάσιο αριθμό
διπλάσιας	adj	γενική ενικού του διπλάσια
διπλάσιε	adj	κλητική ενικού του διπλάσιος
διπλάσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλάσια
διπλάσιο	adj	αιτιατική ενικού του διπλάσιος
διπλάσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλάσιος
διπλάσιος	adj	που είναι δύο φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο
διπλάσιου	adj	γενική ενικού του διπλάσιος
διπλάσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλάσιος
διπλάσιων	adj	γενική πληθυντικού του διπλάσιος
διπλέ	adj	κλητική ενικού του διπλός
διπλέλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλέλικο
διπλέλικε	adj	κλητική ενικού του διπλέλικος
διπλέλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλέλικη
διπλέλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλέλικος
διπλέλικης	adj	γενική ενικού του διπλέλικη
διπλέλικο	adj	αιτιατική ενικού του διπλέλικος
διπλέλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλέλικος
διπλέλικος	adj	αυτός που φέρει δύο έλικες, είτε ομοαξονικά, είτε χωριστά
διπλέλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλέλικος
διπλέλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλέλικος
διπλέλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλέλικος
διπλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλή
διπλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλός
διπλής	adj	γενική ενικού του διπλή
διπλανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλανό	adv|rare	δίπλα, πλάι
διπλανέ	adj	κλητική ενικού του διπλανός
διπλανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλανή
διπλανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλανός
διπλανής	adj	γενική ενικού του διπλανή
διπλανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλανός
διπλανού	adj	γενική ενικού του διπλανός
διπλανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλανός
διπλανό	adj	αιτιατική ενικού του διπλανός
διπλανός	noun	που κάθεται δίπλα σε άλλον, που μένει σε γειτονικό οίκημα	adj	που είναι ή βρίσκεται δίπλα
διπλανών	adj	γενική πληθυντικού του διπλανός
διπλαριού	=	διπλάρι
διπλαριών	=	διπλάρι
διπλαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διπλάρωμα
διπλαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλαρωμένο
διπλαρωμένε	verb	κλητική ενικού του διπλαρωμένος
διπλαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλαρωμένη
διπλαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλαρωμένος
διπλαρωμένης	verb	γενική ενικού του διπλαρωμένη
διπλαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διπλαρωμένος
διπλαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλαρωμένος
διπλαρωμένος	verb	που έχει διπλαρωθεί
διπλαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλαρωμένος
διπλαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διπλαρωμένος
διπλαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλαρωμένος
διπλαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλάρωμα
διπλαρώματος	noun	γενική ενικού του διπλάρωμα
διπλαρώναμε	=	διπλαρώνω
διπλαρώναν	=	διπλαρώνω
διπλαρώνανε	=	διπλαρώνω
διπλαρώνατε	=	διπλαρώνω
διπλαρώνει	=	διπλαρώνω
διπλαρώνεις	=	διπλαρώνω
διπλαρώνετε	=	διπλαρώνω
διπλαρώνοντας	=	διπλαρώνω
διπλαρώνουμε	=	διπλαρώνω
διπλαρώνουν	=	διπλαρώνω
διπλαρώνουνε	=	διπλαρώνω
διπλαρώνω	verb	βρίσκομαι συνεχώς (συνήθως για ιδιοτελείς σκοπούς) δίπλα σε κάποιον
διπλαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσαν	=	διπλαρώνω
διπλαρώσανε	=	διπλαρώνω
διπλαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
διπλασίαζα	=	διπλασιάζω
διπλασίαζαν	=	διπλασιάζω
διπλασίαζε	=	διπλασιάζω
διπλασίαζες	=	διπλασιάζω
διπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάζαμε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζαν	=	διπλασιάζω
διπλασιάζανε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζατε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζει	=	διπλασιάζω
διπλασιάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάζεσαι	=	διπλασιάζω
διπλασιάζεστε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζεται	=	διπλασιάζω
διπλασιάζετε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζομαι	verb	αυξάνομαι κατά δύο φορές, γίνομαι διπλάσιος
διπλασιάζομε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζονται	=	διπλασιάζω
διπλασιάζονταν	=	διπλασιάζω
διπλασιάζοντας	=	διπλασιάζω
διπλασιάζουμε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζουν	=	διπλασιάζω
διπλασιάζουνε	=	διπλασιάζω
διπλασιάζω	verb	αυξάνω κάτι ώστε να γίνει μεγαλύτερο ή περισσότερο κατά δύο φορές, το κάνω διπλάσιο
διπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσαν	=	διπλασιάζω
διπλασιάσανε	=	διπλασιάζω
διπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσομε	=	διπλασιάζω
διπλασιάσου	=	διπλασιάζω
διπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάσουνε	=	διπλασιάζω
διπλασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζω
διπλασιαζόμασταν	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόμαστε	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόμουν	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόμουνα	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόντουσαν	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόσασταν	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόσαστε	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόσουν	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόσουνα	=	διπλασιάζω
διπλασιαζόταν	=	διπλασιάζω
διπλασιαζότανε	=	διπλασιάζω
διπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του διπλασιασμός
διπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλασιασμένο
διπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του διπλασιασμένος
διπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλασιασμένη
διπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλασιασμένος
διπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του διπλασιασμένη
διπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διπλασιασμένος
διπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλασιασμένος
διπλασιασμένος	verb	που έχει διπλασιαστεί
διπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλασιασμένος
διπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διπλασιασμένος
διπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλασιασμένος
διπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλασιασμός
διπλασιασμού	noun	γενική ενικού του διπλασιασμός
διπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διπλασιασμός
διπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του διπλασιασμός
διπλασιασμός	noun	το να κάνω κάτι κατά δύο φορές μεγαλύτερο
διπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του διπλασιασμός
διπλασιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστήκαν	=	διπλασιάζω
διπλασιαστήκανε	=	διπλασιάζω
διπλασιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλασιαστούνε	=	διπλασιάζω
διπλασιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλασιάζομαι
διπλοέλικα	noun	διπλός έλικας, διπλή έλικα
διπλοέλικας	=	διπλοέλικα
διπλοέλικες	=	διπλοέλικα
διπλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλός
διπλοβδόμαδο	noun	δεκατετραήμερο, δυο εβδομάδες
διπλογραφία	noun	μέθοδος τήρησης λογιστικών βιβλίων με διπλή καταγραφή των οικονομικών στοιχείων και πράξεων
διπλογραφίας	noun	γενική ενικού του διπλογραφία
διπλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλογραφία
διπλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλογραφικό
διπλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του διπλογραφικός
διπλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλογραφική
διπλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλογραφικός
διπλογραφικής	adj	γενική ενικού του διπλογραφική
διπλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλογραφικός
διπλογραφικού	adj	γενική ενικού του διπλογραφικός
διπλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλογραφικός
διπλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του διπλογραφικός
διπλογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη διπλογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή
διπλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του διπλογραφικός
διπλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλογραφία
διπλοεγγεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοεγγεγραμμένο
διπλοεγγεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοεγγεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοεγγεγραμμένη
διπλοεγγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοεγγεγραμμένης	verb	γενική ενικού του διπλοεγγεγραμμένη
διπλοεγγεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοεγγεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοεγγεγραμμένος	verb	που έχει εγγραφεί δυο φορές
διπλοεγγεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοεγγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοεγγεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλοεγγεγραμμένος
διπλοειδές	=	διπλοειδής
διπλοειδή	=	διπλοειδής
διπλοειδής	adj	που αφορά οργανισμό ή κύτταρο με δύο πλήρη σετ χρωμοσωμάτων, ένα από κάθε γονέα, που έχουν δηλαδή δύο αντίγραφα κάθε χρωμοσώματος (ένα από τον πατρικό και ένα από τον μητρικό οργανισμό), τουτέστιν το γονιδίωμά τους είναι διπλό
διπλοειδείς	=	διπλοειδής
διπλοειδούς	=	διπλοειδής
διπλοειδών	=	διπλοειδής
διπλοελίκων	=	διπλοέλικα
διπλοεμβολιασμένα	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένε	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένες	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένη	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένης	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένο	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένοι	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένος	adj	που έχει εμβολιαστεί δύο φορές με κάποιο εμβόλιο
διπλοεμβολιασμένου	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένους	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεμβολιασμένων	=	διπλοεμβολιασμένος
διπλοεστιακά	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακέ	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακές	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακή	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακής	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακοί	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακού	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακούς	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακό	=	διπλοεστιακός
διπλοεστιακός	adj	που διαθέτει δύο διακριτές οπτικές εστίες διαφορετικής ισχύος, ώστε να επιτρέπει καθαρή όραση τόσο σε κοντινές όσο και σε μακρινές αποστάσεις με το ίδιο οπτικό μέσο
διπλοεστιακών	=	διπλοεστιακός
διπλοθέμοις	=	διπλόθεμος
διπλοθέμου	=	διπλόθεμος
διπλοθέμους	=	διπλόθεμος
διπλοθέμων	=	διπλόθεμος
διπλοθέμῳ	=	διπλόθεμος
διπλοθεσία	noun	το να έχει καταλάβει ο ίδιος εργαζόμενος δύο θέσεις εργασίας
διπλοθεσίας	noun	γενική ενικού του διπλοθεσία
διπλοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοθεσία
διπλοθεσίτες	=	διπλοθεσίτης
διπλοθεσίτη	=	διπλοθεσίτης
διπλοθεσίτης	noun	αυτός που έχει καταλάβει (ο ίδιος εργαζόμενος) δύο θέσεις εργασίας
διπλοθεσίτισσα	noun	θηλυκό του διπλοθεσίτης
διπλοθεσίτισσας	noun	γενική ενικού του διπλοθεσίτισσα
διπλοθεσίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοθεσίτισσα
διπλοθεσιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του διπλοθεσίτισσα
διπλοθεσιτών	=	διπλοθεσίτης
διπλοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλοθεσία
διπλοθλαστικοτήτων	=	διπλοθλαστικότητα
διπλοθλαστικότητα	noun	φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο ένα ανισότροπο υλικό διαχωρίζει μια προσπίπτουσα φωτεινή ακτίνα σε δύο ακτίνες με διαφορετική ταχύτητα και διεύθυνση διάδοσης, λόγω της εξάρτησης του δείκτη διάθλασης από τον προσανατολισμό του κρυστάλλου
διπλοθλαστικότητας	=	διπλοθλαστικότητα
διπλοθλαστικότητες	=	διπλοθλαστικότητα
διπλοκάμπινα	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινε	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινες	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινη	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινης	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινο	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινοι	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινος	adj	που διαθέτει δύο διακριτούς χώρους καμπίνας, με τη δεύτερη να προορίζεται κυρίως για επιβάτες, αυξάνοντας τη χωρητικότητα χωρίς μεταβολή του βασικού αμαξώματος
διπλοκάμπινου	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινους	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάμπινων	=	διπλοκάμπινος
διπλοκάρενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκάρενο
διπλοκάρενε	adj	κλητική ενικού του διπλοκάρενος
διπλοκάρενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκάρενη
διπλοκάρενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοκάρενος
διπλοκάρενης	adj	γενική ενικού του διπλοκάρενη
διπλοκάρενο	adj	αιτιατική ενικού του διπλοκάρενος
διπλοκάρενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοκάρενος
διπλοκάρενος	adj	άλλη μορφή του διπλοκάρινος
διπλοκάρενου	adj	γενική ενικού του διπλοκάρενος
διπλοκάρενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλοκάρενος
διπλοκάρενων	adj	γενική πληθυντικού του διπλοκάρενος
διπλοκάρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκάρινο
διπλοκάρινε	adj	κλητική ενικού του διπλοκάρινος
διπλοκάρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκάρινη
διπλοκάρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοκάρινος
διπλοκάρινης	adj	γενική ενικού του διπλοκάρινη
διπλοκάρινο	adj	αιτιατική ενικού του διπλοκάρινος
διπλοκάρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοκάρινος
διπλοκάρινος	adj	που φέρει δύο τρόπιδες, (καρίνες), όπως τα πλοία και σκάφη καταμαράν
διπλοκάρινου	adj	γενική ενικού του διπλοκάρινος
διπλοκάρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλοκάρινος
διπλοκάρινων	adj	γενική πληθυντικού του διπλοκάρινος
διπλοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια δύο ειδών στην ίδια έκταση (π.χ. ντοματών – πεπονιών, ντοματών - αγγουριών ή ντοματών - πιπεριών)
διπλοκαλλιέργειας	=	διπλοκαλλιέργεια
διπλοκαλλιέργειες	=	διπλοκαλλιέργεια
διπλοκαλλιεργειών	=	διπλοκαλλιέργεια
διπλοκαπνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκαπνιστό
διπλοκαπνιστέ	adj	κλητική ενικού του διπλοκαπνιστός
διπλοκαπνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκαπνιστή
διπλοκαπνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοκαπνιστός
διπλοκαπνιστής	adj	γενική ενικού του διπλοκαπνιστή
διπλοκαπνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοκαπνιστός
διπλοκαπνιστού	adj	γενική ενικού του διπλοκαπνιστός
διπλοκαπνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλοκαπνιστός
διπλοκαπνιστό	adj	αιτιατική ενικού του διπλοκαπνιστός
διπλοκαπνιστός	adj	τρόφιμο που έχει υποστεί τη διαδικασία καπνίσματος δύο φορές
διπλοκαπνιστών	adj	γενική πληθυντικού του διπλοκαπνιστός
διπλοκατοικία	noun	οικοδομή με δύο κατοικίες
διπλοκατοικίας	noun	γενική ενικού του διπλοκατοικία
διπλοκατοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκατοικία
διπλοκατοικιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλοκατοικία
διπλοκλείδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλείδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλείδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλείδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκλειδωμένο
διπλοκλειδωμένε	verb	κλητική ενικού του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοκλειδωμένη
διπλοκλειδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδωμένης	verb	γενική ενικού του διπλοκλειδωμένη
διπλοκλειδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδωμένος	verb	που τον έχουν κλειδώσει δυο φορές
διπλοκλειδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλοκλειδωμένος
διπλοκλειδώνω	verb	κλειδώνω δυο φορές μια πόρτα.
διπλοκλειδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκλειδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοκλειδώνω
διπλοκράτηση	noun	η κράτηση για δύο διαφορετικούς ανθρώπους της ίδιας θέσης σε κινηματογραφική αίθουσα, θέατρο, μέσο μεταφοράς κ.λπ.
διπλοκράτησης	=	διπλοκράτηση
διπλοκρατήσεις	=	διπλοκράτηση
διπλοκρατήσεων	=	διπλοκράτηση
διπλομαντάλωνα	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωναν	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωνε	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωνες	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωσα	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωσαν	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωσε	=	διπλομανταλώνω
διπλομαντάλωσες	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλωμένα	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένε	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένες	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένη	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένης	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένο	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένοι	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διπλομανταλώνω
διπλομανταλωμένου	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένους	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλωμένων	=	διπλομανταλωμένος
διπλομανταλώναμε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώναν	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνανε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνατε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνει	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνεις	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνετε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνοντας	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνουμε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνουν	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνουνε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώνω	verb|vulgar	μανταλώνω διπλά
διπλομανταλώσαμε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώσαν	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώσανε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώσατε	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώσει	=	διπλομανταλώνω
διπλομανταλώστε	=	διπλομανταλώνω
διπλομπεκάτσινα	=	διπλομπεκάτσινο
διπλομπεκάτσινο	noun	είδος πουλιού
διπλομπεκάτσινου	=	διπλομπεκάτσινο
διπλομπεκάτσινων	=	διπλομπεκάτσινο
διπλοπάρκαρα	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπάρκαραν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπάρκαρε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπάρκαρες	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάραμε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάραν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρανε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρατε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρει	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρεις	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρεσαι	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρεστε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρεται	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρετε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρισα	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρισαν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρισε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρισες	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρομαι	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρονται	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρονταν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάροντας	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρου	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρουμε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρουν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρουνε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκάρω	verb	παρκάρω στο δρόμο δίπλα σε άλλο παρκαρισμένο αυτοκίνητο
διπλοπαρκαρίσαμε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίσαν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίσανε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίσατε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίσει	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίσματα	=	διπλοπαρκάρισμα
διπλοπαρκαρίσματος	=	διπλοπαρκάρισμα
διπλοπαρκαρίσου	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίστε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίστηκα	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίστηκαν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίστηκε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρίστηκες	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρισμάτων	=	διπλοπαρκάρισμα
διπλοπαρκαρισμένα	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένε	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένες	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένη	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένης	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένο	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένοι	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρισμένου	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένους	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαρισμένων	=	διπλοπαρκαρισμένος
διπλοπαρκαριστήκαμε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαριστήκαν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαριστήκανε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαριστήκατε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαριστεί	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαριστείτε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόμασταν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόμαστε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόμουν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόμουνα	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόντουσαν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόσασταν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόσαστε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόσουν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόσουνα	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρόταν	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπαρκαρότανε	=	διπλοπαρκάρω
διπλοπενιά	noun	το δεξιοτεχνικό παίξιμο δύο ήχων ταυτόχρονα (πρίμο - σεγκόντο) σε λαϊκό έγχορδο όργανο (όπως μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.τ.ό.)
διπλοπενιάς	noun	γενική ενικού του διπλοπενιά
διπλοπενιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοπενιά
διπλοπενιών	=	διπλοπενιά
διπλοπροσωπία	noun	άλλη μορφή του διπροσωπία
διπλοπροσωπίας	noun	γενική ενικού του διπλοπροσωπία
διπλοπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοπροσωπία
διπλοπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλοπροσωπία
διπλοπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοπρόσωπο
διπλοπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του διπλοπρόσωπος
διπλοπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοπρόσωπη
διπλοπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοπρόσωπος
διπλοπρόσωπης	adj	γενική ενικού του διπλοπρόσωπη
διπλοπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του διπλοπρόσωπος
διπλοπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοπρόσωπος
διπλοπρόσωπος	adj	άλλη μορφή του διπρόσωπος
διπλοπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλοπρόσωπος
διπλοπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλοπρόσωπος
διπλοπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλοπρόσωπος
διπλοπόδι	adv|rare	σταυροπόδι
διπλοσάγονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοσάγονο
διπλοσάγονο	noun	η χαλαρότητα του δέρματος στο λαιμό που δίνει την εντύπωση ενός δεύτερου σαγονιού
διπλοσάγονου	noun	γενική ενικού του διπλοσάγονο
διπλοσάγονων	noun	γενική πληθυντικού του διπλοσάγονο
διπλοσάινα	=	διπλοσάινο
διπλοσάινο	noun	είδος πουλιού
διπλοσάινου	=	διπλοσάινο
διπλοσάινων	=	διπλοσάινο
διπλοσέλινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοσέλινο
διπλοσέλινο	noun|dated	παλιό κέρμα της Κύπρου που ισοδυναμούσε με δυο σελίνια
διπλοσέλινου	noun	γενική ενικού του διπλοσέλινο
διπλοσέλινων	noun	γενική πληθυντικού του διπλοσέλινο
διπλοσκοπέ	=	διπλοσκοπός
διπλοσκοπιά	noun	η ταυτόχρονη επιτήρηση μιας στρατιωτικής θέσης ή ενός γεωγραφικού σημείου από δύο φρουρούς, είτε αυτοί βρίσκονται στην ίδια σκοπιά είτε σε διαφορετικές, με σκοπό την ενίσχυση της ασφάλειας και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο
διπλοσκοπιάς	=	διπλοσκοπιά
διπλοσκοπιές	=	διπλοσκοπιά
διπλοσκοπιών	=	διπλοσκοπιά
διπλοσκοποί	=	διπλοσκοπός
διπλοσκοπού	=	διπλοσκοπός
διπλοσκοπούς	=	διπλοσκοπός
διπλοσκοπό	=	διπλοσκοπός
διπλοσκοπός	noun	ο καθένας από τους δύο σκοπούς της διπλοσκοπιάς
διπλοσκοπών	=	διπλοσκοπός
διπλοσπορά	noun	η διαδικασία κατά την οποία ένα χωράφι σπέρνεται για δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο
διπλοσποράς	=	διπλοσπορά
διπλοσπορές	=	διπλοσπορά
διπλοσπορών	=	διπλοσπορά
διπλοστάθμευση	noun	διπλοπαρκάρισμα
διπλοστάθμευσης	=	διπλοστάθμευση
διπλοσταθμευμένα	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένε	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένες	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένη	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένης	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένο	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένοι	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διπλοσταθμεύω
διπλοσταθμευμένου	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένους	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμευμένων	=	διπλοσταθμευμένος
διπλοσταθμεύσεις	=	διπλοστάθμευση
διπλοσταθμεύσεων	=	διπλοστάθμευση
διπλοσταθμεύω	verb	διπλοπαρκάρω
διπλοστιβάδα	noun	δομή αποτελούμενη από δύο παράλληλες στιβάδες μορίων, συνήθως φωσφολιπιδίων, που σχηματίζουν τη βασική μεμβράνη των κυττάρων και οργανιδίων
διπλοστιβάδας	=	διπλοστιβάδα
διπλοστιβάδες	=	διπλοστιβάδα
διπλοστιβάδων	=	διπλοστιβάδα
διπλοσυνταξιούχε	=	διπλοσυνταξιούχος
διπλοσυνταξιούχο	=	διπλοσυνταξιούχος
διπλοσυνταξιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοσυνταξιούχος
διπλοσυνταξιούχος	noun	ο δικαιούχος στον οποίο αποδίδονται παράλληλα δύο χρηματικές παροχές λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, οι οποίες έχουν θεμελιωθεί σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ή πηγάζουν από διακριτές επαγγελματικές δραστηριότητες
διπλοσυνταξιούχου	=	διπλοσυνταξιούχος
διπλοσυνταξιούχους	=	διπλοσυνταξιούχος
διπλοσυνταξιούχων	=	διπλοσυνταξιούχος
διπλοσύμπλεκτα	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτε	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτες	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτη	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτης	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτο	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτοι	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτος	adj	που αναφέρεται σε ένα σύστημα που χρησιμοποιεί δύο συμπλέκτες (αντί για έναν) για τη μεταφορά της ισχύος από τον κινητήρα μέσω του κιβωτίου ταχυτήτων στους τροχούς
διπλοσύμπλεκτου	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτους	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοσύμπλεκτων	=	διπλοσύμπλεκτος
διπλοτρόπιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοτρόπιδο
διπλοτρόπιδε	adj	κλητική ενικού του διπλοτρόπιδος
διπλοτρόπιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοτρόπιδη
διπλοτρόπιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοτρόπιδος
διπλοτρόπιδης	adj	γενική ενικού του διπλοτρόπιδη
διπλοτρόπιδο	adj	αιτιατική ενικού του διπλοτρόπιδος
διπλοτρόπιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοτρόπιδος
διπλοτρόπιδος	adj	που φέρει δύο τρόπιδες, όπως τα πλοία και σκάφη καταμαράν
διπλοτρόπιδου	adj	γενική ενικού του διπλοτρόπιδος
διπλοτρόπιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλοτρόπιδος
διπλοτρόπιδων	adj	γενική πληθυντικού του διπλοτρόπιδος
διπλοτυπία	noun	το να είναι κάποια λέξη διπλότυπη
διπλοτυπίας	noun	γενική ενικού του διπλοτυπία
διπλοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοτυπία
διπλοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλοτυπία
διπλοτύπου	=	διπλότυπο
διπλοτύπων	=	διπλότυπο
διπλοφουρνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοφουρνιστό
διπλοφουρνιστέ	adj	κλητική ενικού του διπλοφουρνιστός
διπλοφουρνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοφουρνιστή
διπλοφουρνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοφουρνιστός
διπλοφουρνιστής	adj	γενική ενικού του διπλοφουρνιστή
διπλοφουρνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοφουρνιστός
διπλοφουρνιστού	adj	γενική ενικού του διπλοφουρνιστός
διπλοφουρνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλοφουρνιστός
διπλοφουρνιστό	adj	αιτιατική ενικού του διπλοφουρνιστός
διπλοφουρνιστός	adj	που έχει ψηθεί σε φούρνο δύο φορές
διπλοφουρνιστών	adj	γενική πληθυντικού του διπλοφουρνιστός
διπλοχαιρέτα	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρέταγε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρέτησα	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρέτησαν	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρέτησε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρέτησες	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρέτιζα	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτιζαν	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτιζε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτιζες	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτισα	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτισαν	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτισε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτισες	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρέτισμα	noun	το αποτέλεσμα του διπλοχαιρετίζω / διπλοχαιρετώ, ο εγκάρδιος χαιρετισμός
διπλοχαιρετά	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάει	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάμε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάν	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάνε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάς	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάτε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετάω	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετήσαμε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετήσαν	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετήσανε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετήσατε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετήσει	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετήστε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετίζαμε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζαν	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζανε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζατε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζει	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζεις	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζετε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζοντας	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζουμε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζουν	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζουνε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίζω	verb	χαιρετώ εγκάρδια
διπλοχαιρετίσαμε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίσαν	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίσανε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίσατε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίσει	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοχαιρέτισμα
διπλοχαιρετίσματος	noun	γενική ενικού του διπλοχαιρέτισμα
διπλοχαιρετίστε	=	διπλοχαιρετίζω
διπλοχαιρετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διπλοχαιρέτισμα
διπλοχαιρετούμε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούν	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούνε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσα	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσαμε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσαν	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσανε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσατε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσε	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετούσες	=	διπλοχαιρετώ
διπλοχαιρετώ	verb	χαιρετώ εγκάρδια
διπλοχαιρετώντας	=	διπλοχαιρετώ
διπλοψήφιζα	=	διπλοψηφίζω
διπλοψήφιζαν	=	διπλοψηφίζω
διπλοψήφιζε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψήφιζες	=	διπλοψηφίζω
διπλοψήφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψήφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψήφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψήφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψήφιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διπλοψηφίζω
διπλοψήφισης	noun	γενική ενικού του διπλοψήφιση
διπλοψήφισμα	noun	το αποτέλεσμα του διπλοψηφίζω
διπλοψηφία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διπλοψηφίζω
διπλοψηφίας	noun	γενική ενικού του διπλοψηφία
διπλοψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοψηφία
διπλοψηφίζαμε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζαν	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζανε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζατε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζει	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζεις	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζετε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζοντας	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζουμε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζουν	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζουνε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίζω	verb	ψηφίζω παράνομα δύο φορές στην ίδια εκλογική αναμέτρηση
διπλοψηφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσαν	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσανε	=	διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσαντα	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφίσαντες	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφίσαντος	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφίσας	adj	που έχει διπλοψηφίσει, που έχει ασκήσει διπλοψηφία
διπλοψηφίσασα	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφίσασας	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφίσασες	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διπλοψήφιση
διπλοψηφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διπλοψήφιση
διπλοψηφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοψήφισμα
διπλοψηφίσματος	noun	γενική ενικού του διπλοψήφισμα
διπλοψηφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλοψηφίζω
διπλοψηφισάντων	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφισάσης	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφισασών	=	διπλοψηφίσας
διπλοψηφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διπλοψήφισμα
διπλοψηφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοψηφισμένο
διπλοψηφισμένε	verb	κλητική ενικού του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλοψηφισμένη
διπλοψηφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφισμένης	verb	γενική ενικού του διπλοψηφισμένη
διπλοψηφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφισμένος	verb	που έχει ψηφιστεί δυο φορές
διπλοψηφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλοψηφισμένος
διπλοψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλοψηφία
διπλού	adj	γενική ενικού του διπλός
διπλούν	noun|formal	που γίνεται δύο φορές ή για δύο πράγματα ή είναι διπλό
διπλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλός
διπλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθήκαν	=	διπλώνω
διπλωθήκανε	=	διπλώνω
διπλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωθούνε	=	διπλώνω
διπλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλωμάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωμάτης
διπλωμάτη	=	διπλωμάτης
διπλωμάτης	noun	υπάλληλος ή κρατικός λειτουργός που εκπροσωπεί το κράτος του σε ξένη χώρα και προασπίζεται τα συμφέροντα της χώρας του και τον συμπολιτών του
διπλωμάτις	noun	θηλυκό του διπλωμάτης κατά το συνεργάτις
διπλωμάτισσα	noun	θηλυκό του διπλωμάτης
διπλωμάτισσας	noun	γενική ενικού του διπλωμάτισσα
διπλωμάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωμάτισσα
διπλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δίπλωμα
διπλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωμένο
διπλωμένε	verb	κλητική ενικού του διπλωμένος
διπλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωμένη
διπλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλωμένος
διπλωμένης	verb	γενική ενικού του διπλωμένη
διπλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του διπλωμένος
διπλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλωμένος
διπλωμένος	verb	που έχει διπλωθεί
διπλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλωμένος
διπλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διπλωμένος
διπλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλωμένος
διπλωματία	noun	κλάδος της πολιτικής που ασχολείται με τις σχέσεις μεταξύ των κρατών, την αντιπροσώπευσή τους, τις διαπραγματεύσεις τους
διπλωματίας	noun	γενική ενικού του διπλωματία
διπλωματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωματία
διπλωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωματικό	adv	με διπλωματικό τρόπο, με διπλωματία
διπλωματικέ	adj	κλητική ενικού του διπλωματικός
διπλωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωματική
διπλωματική	noun	επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των εγγράφων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλωματικός
διπλωματικής	adj	γενική ενικού του διπλωματική
διπλωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλωματικός
διπλωματικοτήτων	=	διπλωματικότητα
διπλωματικού	adj	γενική ενικού του διπλωματικός
διπλωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλωματικός
διπλωματικό	adj	αιτιατική ενικού του διπλωματικός
διπλωματικός	adj	που έχει σχέση με τη διπλωματία ή τον διπλωμάτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
διπλωματικότης	noun	η διπλωματικότητα
διπλωματικότητα	noun|figurative	το να είναι κάποιος διπλωμάτης, να φέρεται διπλωματικά, με διπλωματία
διπλωματικότητας	noun	γενική ενικού του διπλωματικότητα
διπλωματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωματικότητα
διπλωματικών	adj	γενική πληθυντικού του διπλωματικός
διπλωματισσών	noun	γενική πληθυντικού του διπλωμάτισσα
διπλωματιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλωματία
διπλωματούχα	=	διπλωματούχος
διπλωματούχας	=	διπλωματούχος
διπλωματούχε	=	διπλωματούχος
διπλωματούχες	=	διπλωματούχος
διπλωματούχο	=	διπλωματούχος
διπλωματούχοι	=	διπλωματούχος
διπλωματούχος	adj	κάτοχος ενός διπλώματος
διπλωματούχου	=	διπλωματούχος
διπλωματούχους	=	διπλωματούχος
διπλωματούχων	=	διπλωματούχος
διπλωματών	=	διπλωμάτης
διπλωνόμασταν	=	διπλώνω
διπλωνόμαστε	=	διπλώνω
διπλωνόμουν	=	διπλώνω
διπλωνόμουνα	=	διπλώνω
διπλωνόντουσαν	=	διπλώνω
διπλωνόσασταν	=	διπλώνω
διπλωνόσαστε	=	διπλώνω
διπλωνόσουν	=	διπλώνω
διπλωνόσουνα	=	διπλώνω
διπλωνόταν	=	διπλώνω
διπλωνότανε	=	διπλώνω
διπλωπία	noun	διαταραχή της όρασης η οποία σε κάνει να βλέπεις όλα τα πράγματα διπλά
διπλωπίας	noun	γενική ενικού του διπλωπία
διπλωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωπία
διπλωπιών	noun	γενική πληθυντικού του διπλωπία
διπλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωτικό
διπλωτικέ	adj	κλητική ενικού του διπλωτικός
διπλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλωτική
διπλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλωτικός
διπλωτικής	adj	γενική ενικού του διπλωτική
διπλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλωτικός
διπλωτικού	adj	γενική ενικού του διπλωτικός
διπλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλωτικός
διπλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του διπλωτικός
διπλωτικός	adj	που έχει σχέση με το δίπλωμα, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτό
διπλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του διπλωτικός
διπλό	noun	που παίζεται κανονικά, σε όλο το γήπεδο, σε αντίθεση με το μονό που παίζεται μόνο στο ένα μέρος	adj	αιτιατική ενικού του διπλός
διπλόθεμα	=	διπλόθεμος
διπλόθεμε	=	διπλόθεμος
διπλόθεμες	=	διπλόθεμος
διπλόθεμη	=	διπλόθεμος
διπλόθεμης	=	διπλόθεμος
διπλόθεμο	=	διπλόθεμος
διπλόθεμοι	=	διπλόθεμος
διπλόθεμον	=	διπλόθεμος
διπλόθεμος	adj	για λέξη που έχει δύο θέματα κατά την κλίση της
διπλόθεμου	=	διπλόθεμος
διπλόθεμους	=	διπλόθεμος
διπλόθεμων	=	διπλόθεμος
διπλόκλιτα	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτε	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτες	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτη	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτης	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτο	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτοι	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτος	adj	που παρουσιάζει μια μορφική «διπροσωπία» κατά την κλίση του, μεταπηδώντας σε διαφορετικό γένος ή κλιτικό υπόδειγμα (συνήθως στον πληθυντικό), προσφέροντας συχνά δύο εναλλακτικούς τύπους που συνυπάρχουν στην ίδια γλώσσα
διπλόκλιτου	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτους	=	διπλόκλιτος
διπλόκλιτων	=	διπλόκλιτος
διπλόμορφα	=	διπλόμορφος
διπλόμορφε	=	διπλόμορφος
διπλόμορφες	=	διπλόμορφος
διπλόμορφη	=	διπλόμορφος
διπλόμορφης	=	διπλόμορφος
διπλόμορφο	=	διπλόμορφος
διπλόμορφοι	=	διπλόμορφος
διπλόμορφος	adj	που εμφανίζεται ή νοείται σε δύο διακριτές μορφές, χωρίς κατʼ ανάγκην διαφορά στη λειτουργία ή στην ουσία του
διπλόμορφου	=	διπλόμορφος
διπλόμορφους	=	διπλόμορφος
διπλόμορφων	=	διπλόμορφος
διπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
διπλότυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλότυπο
διπλότυπε	adj	κλητική ενικού του διπλότυπος
διπλότυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλότυπη
διπλότυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλότυπος
διπλότυπης	adj	γενική ενικού του διπλότυπη
διπλότυπο	noun	βιβλιάριο έκδοσης αποδείξεων με δύο τμήματα για κάθε απόδειξη, ένα γι’ αυτόν που πληρώνεται κι ένα γι’ αυτόν που πληρώνει
διπλότυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλότυπος
διπλότυπος	adj	που βγαίνει / τυπώνεται σε δύο αντίγραφα
διπλότυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλότυπος
διπλότυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλότυπος
διπλότυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλότυπος
διπλόφαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλόφαρδο
διπλόφαρδε	adj	κλητική ενικού του διπλόφαρδος
διπλόφαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλόφαρδη
διπλόφαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπλόφαρδος
διπλόφαρδης	adj	γενική ενικού του διπλόφαρδη
διπλόφαρδο	adj	αιτιατική ενικού του διπλόφαρδος
διπλόφαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπλόφαρδος
διπλόφαρδος	adj	που έχει μεγάλο (ίσως και το διπλάσιο) φάρδος
διπλόφαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπλόφαρδος
διπλόφαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπλόφαρδος
διπλόφαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπλόφαρδος
διπλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνομαι
διπλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπλωμα
διπλώματος	noun	γενική ενικού του δίπλωμα
διπλών	adj	γενική πληθυντικού του διπλός
διπλώναμε	=	διπλώνω
διπλώναν	=	διπλώνω
διπλώνανε	=	διπλώνω
διπλώνατε	=	διπλώνω
διπλώνει	=	διπλώνω
διπλώνεις	=	διπλώνω
διπλώνεσαι	=	διπλώνω
διπλώνεστε	=	διπλώνω
διπλώνεται	=	διπλώνω
διπλώνετε	=	διπλώνω
διπλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διπλώνω
διπλώνομε	=	διπλώνω
διπλώνονται	=	διπλώνω
διπλώνονταν	=	διπλώνω
διπλώνοντας	=	διπλώνω
διπλώνουμε	=	διπλώνω
διπλώνουν	=	διπλώνω
διπλώνουνε	=	διπλώνω
διπλώνω	verb	φέρνω κομμάτια εύκαμπτου επίπεδου αντικείμενου, ώστε να ακουμπήσουν χωρίς να σκιστεί το αντικείμενο
διπλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσαν	=	διπλώνω
διπλώσανε	=	διπλώνω
διπλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίπλωση
διπλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δίπλωση
διπλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δίπλωση
διπλώσομε	=	διπλώνω
διπλώσου	=	διπλώνω
διπλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσουνε	=	διπλώνω
διπλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διπλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλώνω
διποδία	noun	η ενότητα στίχου που συγκροτείται από δύο διαδοχικούς μετρικούς πόδες οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως ένα αδιαίρετο σύνολο ή μέτρο με ενιαία ρυθμική αξία
διποδίας	=	διποδία
διποδίες	=	διποδία
διποδίζαμε	=	διποδίζω
διποδίζαν	=	διποδίζω
διποδίζανε	=	διποδίζω
διποδίζατε	=	διποδίζω
διποδίζει	=	διποδίζω
διποδίζεις	=	διποδίζω
διποδίζετε	=	διποδίζω
διποδίζοντας	=	διποδίζω
διποδίζουμε	=	διποδίζω
διποδίζουν	=	διποδίζω
διποδίζουνε	=	διποδίζω
διποδίζω	verb	εκτελώ τροχασμό
διποδίσαμε	=	διποδίζω
διποδίσαν	=	διποδίζω
διποδίσανε	=	διποδίζω
διποδίσατε	=	διποδίζω
διποδίσει	=	διποδίζω
διποδίστε	=	διποδίζω
διποδισμέ	noun	κλητική ενικού του διποδισμός
διποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διποδισμός
διποδισμού	noun	γενική ενικού του διποδισμός
διποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διποδισμός
διποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του διποδισμός
διποδισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διποδίζω
διποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του διποδισμός
διποδιών	=	διποδία
διπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπολικό
διπολικέ	adj	κλητική ενικού του διπολικός
διπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπολική
διπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπολικός
διπολικής	adj	γενική ενικού του διπολική
διπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπολικός
διπολικοτήτων	=	διπολικότητα
διπολικού	adj	γενική ενικού του διπολικός
διπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπολικός
διπολικό	adj	αιτιατική ενικού του διπολικός
διπολικός	adj	άλλη μορφή του δίπολος
διπολικότητα	noun	η ιδιότητα του δίπολος, διπολικός
διπολικότητας	=	διπολικότητα
διπολικότητες	=	διπολικότητα
διπολικών	adj	γενική πληθυντικού του διπολικός
διπολισμέ	noun	κλητική ενικού του διπολισμός
διπολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπολισμός
διπολισμού	noun	γενική ενικού του διπολισμός
διπολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διπολισμός
διπολισμό	noun	αιτιατική ενικού του διπολισμός
διπολισμός	noun	η ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών κέντρων δύναμης, δύο πόλων στις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις
διπολισμών	noun	γενική πληθυντικού του διπολισμός
διπροσωπία	noun|formal	το να είναι κάποιος διπρόσωπος, η ιδιότητα του διπρόσωπου
διπροσωπίας	noun	γενική ενικού του διπροσωπία
διπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπροσωπία
διπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του διπροσωπία
διπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπρόσωπο
διπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του διπρόσωπος
διπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπρόσωπη
διπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπρόσωπος
διπρόσωπης	adj	γενική ενικού του διπρόσωπη
διπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του διπρόσωπος
διπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπρόσωπος
διπρόσωπος	adj	που έχει δύο πρόσωπα
διπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπρόσωπος
διπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπρόσωπος
διπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπρόσωπος
διπτέρυγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπτέρυγο
διπτέρυγε	adj	κλητική ενικού του διπτέρυγος
διπτέρυγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπτέρυγη
διπτέρυγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπτέρυγος
διπτέρυγης	adj	γενική ενικού του διπτέρυγη
διπτέρυγο	adj	αιτιατική ενικού του διπτέρυγος
διπτέρυγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπτέρυγος
διπτέρυγος	adj	αυτός που φέρει δύο πτέρυγες
διπτέρυγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπτέρυγος
διπτέρυγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπτέρυγος
διπτέρυγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπτέρυγος
διπτύχου	=	δίπτυχο
διπτύχων	=	δίπτυχο
διπυρίτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπυρίτη
διπυρίτε	adj	κλητική ενικού του διπυρίτης
διπυρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπυρίτης
διπυρίτη	adj	αιτιατική ενικού του διπυρίτης
διπυρίτης	noun|formal	η γαλέτα ή το παξιμάδι
διπυρίτο	=	διπυρίτης
διπυρίτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπυρίτης
διπυρίτος	=	διπυρίτης
διπυρίτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπυρίτης
διπυρίτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπυρίτης
διπυρίτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπυρίτης
διπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπυριτικό
διπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του διπυριτικός
διπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπυριτική
διπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπυριτικός
διπυριτικής	adj	γενική ενικού του διπυριτική
διπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπυριτικός
διπυριτικού	adj	γενική ενικού του διπυριτικός
διπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπυριτικός
διπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του διπυριτικός
διπυριτικός	adj	ο σχετικός με χαρακτηριστική μορφή του πυρίτη
διπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του διπυριτικός
διπόδιζα	=	διποδίζω
διπόδιζαν	=	διποδίζω
διπόδιζε	=	διποδίζω
διπόδιζες	=	διποδίζω
διπόδισα	=	διποδίζω
διπόδισαν	=	διποδίζω
διπόδισε	=	διποδίζω
διπόδισες	=	διποδίζω
διπύρηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπύρηνο
διπύρηνε	adj	κλητική ενικού του διπύρηνος
διπύρηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπύρηνη
διπύρηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διπύρηνος
διπύρηνης	adj	γενική ενικού του διπύρηνη
διπύρηνο	adj	αιτιατική ενικού του διπύρηνος
διπύρηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διπύρηνος
διπύρηνος	adj	που έχει δύο πυρήνες, δύο κουκούτσια
διπύρηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διπύρηνος
διπύρηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διπύρηνος
διπύρηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διπύρηνος
διπύρου	=	δίπυρος
διπύρους	=	δίπυρος
διπύρων	=	δίπυρος
διρεκ	abbrev	ρύθμιση της εναέριας κυκλοφορίας ώστε αποφευχθεί η υπέρβαση της ικανότητας ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας ώστε να διασφαλιστεί ότι η αποτελεσματική χρήση της διαθέσιμης χωρητικότητας
διροφιλαρίωση	noun	σοβαρή παρασιτική νόσος που προκαλείται από νηματώδεις σκώληκες του γένους Dirofilaria, μεταδίδεται μέσω νυγμάτων μολυσμένων κουνουπιών κυρίως σε σκύλους και άλλα σαρκοφάγα και χαρακτηρίζεται από την εγκατάσταση των παρασίτων στη δεξιά κοιλία της καρδιάς και τις πνευμονικές αρτηρίες του ξενιστή
διροφιλαρίωσης	=	διροφιλαρίωση
διροφιλαριώσεις	=	διροφιλαρίωση
διροφιλαριώσεων	=	διροφιλαρίωση
διρχεκ	abbrev	ρύθμιση της εναέριας κυκλοφορίας ώστε να αποφευχθεί η υπέρβαση της ικανότητας ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας ή της χωρητικότητας των αεροδρομίων στον χειρισμό της κυκλοφορίας για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικά η διαθέσιμη χωρητικότητα
δις	adv|formal	δύο φορές, διπλά	abbrev	σύντμηση της λέξης δισεκατομμύριο
δισάκι	noun	διπλός σάκος που κρεμιόταν απ’ τον ώμο ή από το σαμάρι ενός ζώου
δισάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισάκι
δισέγγονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισέγγονο
δισέγγονε	=	δισέγγονος
δισέγγονες	=	δισέγγονη
δισέγγονη	noun	θηλυκό του δισέγγονος
δισέγγονης	=	δισέγγονη
δισέγγονο	noun	το παιδί του εγγονού κάποιου
δισέγγονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισέγγονος
δισέγγονος	noun	το παιδί του εγγονού μας ή της εγγονής μας
δισέγγονου	noun	γενική ενικού του δισέγγονο
δισέγγονους	=	δισέγγονος
δισέγγονων	noun	γενική πληθυντικού του δισέγγονο
δισέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισέλιδο
δισέλιδε	adj	κλητική ενικού του δισέλιδος
δισέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισέλιδη
δισέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισέλιδος
δισέλιδης	adj	γενική ενικού του δισέλιδη
δισέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του δισέλιδος
δισέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισέλιδος
δισέλιδος	adj	που η έκτασή του είναι δύο σελίδες ή αποτελείται από δύο σελίδες
δισέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δισέλιδος
δισέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισέλιδος
δισέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δισέλιδος
δισήμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισήμαντο
δισήμαντε	adj	κλητική ενικού του δισήμαντος
δισήμαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισήμαντη
δισήμαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισήμαντος
δισήμαντης	adj	γενική ενικού του δισήμαντη
δισήμαντο	adj	αιτιατική ενικού του δισήμαντος
δισήμαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισήμαντος
δισήμαντος	adj	που έχει δύο σημασίες
δισήμαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δισήμαντος
δισήμαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισήμαντος
δισήμαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δισήμαντος
δισακιού	=	δισάκι
δισακιών	=	δισάκι
δισακχαρίτες	=	δισακχαρίτης
δισακχαρίτη	=	δισακχαρίτης
δισακχαρίτης	noun	υδατάνθρακας που προκύπτει απο την ένωση δύο μονοσακχαριτών -οι δισακχαρίτες αποτελούν μια από τις τέσσερεις ομάδες υδατανθράκων, τους μονοσακχαρίδες, δισακχαρίδες, ολιγοσακχαρίδες και πολυσακχαρίδες
δισακχαριτών	=	δισακχαρίτης
δισανθρακικά	=	δισανθρακικός
δισανθρακικέ	=	δισανθρακικός
δισανθρακικές	=	δισανθρακικός
δισανθρακική	=	δισανθρακικός
δισανθρακικής	=	δισανθρακικός
δισανθρακικοί	=	δισανθρακικός
δισανθρακικού	=	δισανθρακικός
δισανθρακικούς	=	δισανθρακικός
δισανθρακικό	=	δισανθρακικός
δισανθρακικός	adj	άλλη μορφή του διττανθρακικός
δισανθρακικών	=	δισανθρακικός
δισδάρη	=	δισδάρης
δισδάρηδες	=	δισδάρης
δισδάρηδων	=	δισδάρης
δισδάρης	noun	διοικητής κάστρου, φρούραρχος
δισδιάστατα	=	δισδιάστατος
δισδιάστατε	=	δισδιάστατος
δισδιάστατες	=	δισδιάστατος
δισδιάστατη	=	δισδιάστατος
δισδιάστατης	=	δισδιάστατος
δισδιάστατο	=	δισδιάστατος
δισδιάστατοι	=	δισδιάστατος
δισδιάστατος	adj	που έχει δύο διαστάσεις (μήκος και πλάτος)
δισδιάστατου	=	δισδιάστατος
δισδιάστατους	=	δισδιάστατος
δισδιάστατων	=	δισδιάστατος
δισεγγονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεγγονάκι
δισεγγονέ	=	δισεγγονός
δισεγγονές	=	δισεγγονή
δισεγγονή	noun	θηλυκό του δισεγγονός
δισεγγονής	=	δισεγγονή
δισεγγονιού	=	δισεγγόνι
δισεγγονιών	=	δισεγγόνι
δισεγγονοί	=	δισεγγονός
δισεγγονού	=	δισεγγονός
δισεγγονούς	=	δισεγγονός
δισεγγονό	=	δισεγγονός
δισεγγονός	noun	άλλη μορφή του δισέγγονος
δισεγγονών	=	δισεγγονός
δισεγγόνα	noun	άλλη μορφή του δισέγγονη
δισεγγόνας	=	δισεγγόνα
δισεγγόνες	=	δισεγγόνα
δισεγγόνι	noun	άλλη μορφή του δισέγγονο
δισεγγόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεγγόνι
δισεγγόνων	=	δισέγγονη
δισεκατομμυρίου	=	δισεκατομμύριο
δισεκατομμυρίων	=	δισεκατομμύριο
δισεκατομμυριοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμυριοστό
δισεκατομμυριοστέ	adj	κλητική ενικού του δισεκατομμυριοστός
δισεκατομμυριοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμυριοστή
δισεκατομμυριοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισεκατομμυριοστός
δισεκατομμυριοστής	adj	γενική ενικού του δισεκατομμυριοστή
δισεκατομμυριοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμυριοστός
δισεκατομμυριοστού	adj	γενική ενικού του δισεκατομμυριοστός
δισεκατομμυριοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισεκατομμυριοστός
δισεκατομμυριοστό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δισεκατομμυριοστός	noun	ένα από τα ένα δισεκατομμύριο ίσα μέρη μιας σειράς, ενός συνόλου κ.λπ.
δισεκατομμυριοστός	adj	που κατέχει τη θέση ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) σε μια σειρά όμοιων πραγμάτων, προσώπων κ.λπ.
δισεκατομμυριοστών	adj	γενική πληθυντικού του δισεκατομμυριοστός
δισεκατομμυριούχα	=	δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχας	=	δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχε	noun	κλητική ενικού του δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχες	=	δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχο	noun	αιτιατική ενικού του δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχος	noun	που είναι () δισεκατομμυριούχος	adj	που έχει περιουσία αξίας περισσότερης από ένα δισεκατομμύριο
δισεκατομμυριούχου	noun	γενική ενικού του δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμυριούχων	noun	γενική πληθυντικού του δισεκατομμυριούχος
δισεκατομμύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισεκατομμύριο
δισεκατομμύριο	noun	χρηματικό ποσό ενός δισεκατομμυρίου	num	το 1 ακολουθούμενο από 9 μηδενικά (1.000.000.000), 10⁹
δισεκατομμύριον	noun	το δισεκατομμύριο, δηλαδή, χίλια εκατομμύρια
δισεκατομμύριου	=	δισεκατομμύριο
δισεκατομμύριων	=	δισεκατομμύριο
δισεχτιά	noun|dated	δίσεκτο έτος
δισεχτιάς	=	δισεχτιά
δισεχτιές	=	δισεχτιά
δισεχτιών	=	δισεχτιά
δισημία	noun	η ιδιότητα μιας λέξης ή μιας γλωσσικής δομής να επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες μέσα στο ίδιο συμφραζόμενο, χωρίς η μία να αίρει αναγκαστικά την άλλη
δισημίας	=	δισημία
δισημίες	=	δισημία
δισημειακά	=	δισημειακός
δισημειακέ	=	δισημειακός
δισημειακές	=	δισημειακός
δισημειακή	=	δισημειακός
δισημειακής	=	δισημειακός
δισημειακοί	=	δισημειακός
δισημειακού	=	δισημειακός
δισημειακούς	=	δισημειακός
δισημειακό	=	δισημειακός
δισημειακός	adj	point-to-point: η αποκλειστική (dedicated) ζεύξη (link) μεταξύ δύο ακραίων σημείων (endpoint)
δισημειακών	=	δισημειακός
δισημιών	=	δισημία
δισθενές	=	δισθενής
δισθενή	=	δισθενής
δισθενής	adj	που έχει τιμή σθένους δύο
δισθενείς	=	δισθενής
δισθενούς	=	δισθενής
δισθενών	=	δισθενής
δισκάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκάδικο
δισκάδικο	noun|vulgar	το δισκοπωλείο, κατάστημα πώλησης δίσκων μουσικής
δισκάδικου	noun	γενική ενικού του δισκάδικο
δισκάδικων	noun	γενική πληθυντικού του δισκάδικο
δισκάκι	noun	ο μικρός δίσκος
δισκάκια	=	δισκάκι
δισκάνδαλα	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλε	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλες	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλη	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλης	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλο	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλοι	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλος	adj	που φέρει δύο σκανδάλες (για όπλο)
δισκάνδαλου	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλους	=	δισκάνδαλος
δισκάνδαλων	=	δισκάνδαλος
δισκάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκάριο
δισκάριο	noun	ιερός δίσκος (εκκλησιαστικό σκεύος)
δισκάριου	=	δισκάριο
δισκέτα	noun	μικρός μαγνητικός δίσκος για την (προσωρινή) αποθήκευση πληροφοριών και δεδομένων
δισκέτας	noun	γενική ενικού του δισκέτα
δισκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκέτα
δισκία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκίο
δισκίο	noun	ένα χάπι
δισκίον	noun	το δισκίο
δισκίου	noun	γενική ενικού του δισκίο
δισκίων	noun	γενική πληθυντικού του δισκίο
δισκαρίου	noun	γενική ενικού του δισκάριο
δισκαρίων	noun	γενική πληθυντικού του δισκάριο
δισκεκτομές	=	δισκεκτομή
δισκεκτομή	noun	η αφαίρεση μέρους ή ολόκληρου του μεσοσπονδύλιου δίσκου από τη σπονδυλική στήλη
δισκεκτομής	=	δισκεκτομή
δισκεκτομών	=	δισκεκτομή
δισκετών	noun	γενική πληθυντικού του δισκέτα
δισκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκικό
δισκικέ	adj	κλητική ενικού του δισκικός
δισκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκική
δισκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισκικός
δισκικής	adj	γενική ενικού του δισκική
δισκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισκικός
δισκικού	adj	γενική ενικού του δισκικός
δισκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισκικός
δισκικό	adj	αιτιατική ενικού του δισκικός
δισκικός	adj	που αφορά δίσκο
δισκικών	adj	γενική πληθυντικού του δισκικός
δισκιοποίηση	noun	η παρασκευή δισκίων ή ή παρασκευή φαρμάκων σε δισκία
δισκιοποίησης	noun	γενική ενικού του δισκιοποίηση
δισκιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκιοποίηση
δισκιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δισκιοποίηση
δισκιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δισκιοποίηση
δισκοβολήσαμε	=	δισκοβολώ
δισκοβολήσαν	=	δισκοβολώ
δισκοβολήσανε	=	δισκοβολώ
δισκοβολήσατε	=	δισκοβολώ
δισκοβολήσει	=	δισκοβολώ
δισκοβολήστε	=	δισκοβολώ
δισκοβολία	noun	αγώνισμα της ρίψης δίσκου σε -όσο το δυνατόν- μεγαλύτερη απόσταση
δισκοβολίας	noun	γενική ενικού του δισκοβολία
δισκοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκοβολία
δισκοβολεί	=	δισκοβολώ
δισκοβολείς	=	δισκοβολώ
δισκοβολείτε	=	δισκοβολώ
δισκοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του δισκοβολία
δισκοβολούμε	=	δισκοβολώ
δισκοβολούν	=	δισκοβολώ
δισκοβολούνε	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσα	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσαμε	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσαν	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσανε	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσατε	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσε	=	δισκοβολώ
δισκοβολούσες	=	δισκοβολώ
δισκοβολώ	verb	αγωνίζομαι στο αγώνισμα της δισκοβολίας, ρίχνω τον δίσκο
δισκοβολώντας	=	δισκοβολώ
δισκοβόλε	noun	κλητική ενικού του δισκοβόλος
δισκοβόλει	=	δισκοβολώ
δισκοβόλησα	=	δισκοβολώ
δισκοβόλησαν	=	δισκοβολώ
δισκοβόλησε	=	δισκοβολώ
δισκοβόλησες	=	δισκοβολώ
δισκοβόλο	noun	αιτιατική ενικού του δισκοβόλος
δισκοβόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισκοβόλος
δισκοβόλος	noun	ο αθλητής της δισκοβολίας
δισκοβόλου	noun	γενική ενικού του δισκοβόλος
δισκοβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δισκοβόλος
δισκοβόλων	noun	γενική πληθυντικού του δισκοβόλος
δισκογραφία	noun	λίστα με δίσκους μουσικής, σύνολο δίσκων ενός καλλιτέχνη ή μιας χώρας
δισκογραφίας	noun	γενική ενικού του δισκογραφία
δισκογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκογραφία
δισκογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκογραφικό
δισκογραφικέ	adj	κλητική ενικού του δισκογραφικός
δισκογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκογραφική
δισκογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισκογραφικός
δισκογραφικής	adj	γενική ενικού του δισκογραφική
δισκογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισκογραφικός
δισκογραφικού	adj	γενική ενικού του δισκογραφικός
δισκογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισκογραφικός
δισκογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του δισκογραφικός
δισκογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη δισκογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δισκογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του δισκογραφικός
δισκογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δισκογραφία
δισκοειδές	=	δισκοειδής
δισκοειδή	=	δισκοειδής
δισκοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με δίσκο
δισκοειδείς	=	δισκοειδής
δισκοειδούς	=	δισκοειδής
δισκοειδών	=	δισκοειδής
δισκοθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκοθήκη
δισκοθήκη	noun	συλλογή με μουσικούς δίσκους (βινυλίου, CD κ.ά.)
δισκοθήκης	=	δισκοθήκη
δισκοθηκών	=	δισκοθήκη
δισκοκριτικέ	=	δισκοκριτικός
δισκοκριτικές	=	δισκοκριτική
δισκοκριτική	noun	η συστηματική αξιολόγηση και αισθητική ανάλυση μουσικών ηχογραφήσεων που δημοσιεύεται στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο, αποσκοπώντας στην τεκμηριωμένη ενημέρωση του κοινού για την ποιότητα και το καλλιτεχνικό περιεχόμενο της δισκογραφίας
δισκοκριτικής	=	δισκοκριτική
δισκοκριτικοί	=	δισκοκριτικός
δισκοκριτικού	=	δισκοκριτικός
δισκοκριτικούς	=	δισκοκριτικός
δισκοκριτικό	=	δισκοκριτικός
δισκοκριτικός	noun	ο εξειδικευμένος δημοσιογράφος που αναλύει, αξιολογεί και παρουσιάζει μουσικές κυκλοφορίες (δίσκους, άλμπουμ, singles) σε έντυπα ή ψηφιακά μέσα, προσφέροντας γνώμη για την ποιότητα και το πλαίσιο του έργου
δισκοκριτικών	=	δισκοκριτική
δισκοπάθεια	noun	γενική ονομασία παθήσεων που προκαλούνται από αλλοιώσεις του μεσοσπονδύλιου δίσκου
δισκοπάθειας	noun	γενική ενικού του δισκοπάθεια
δισκοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκοπάθεια
δισκοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του δισκοπάθεια
δισκοπρίονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκοπρίονο
δισκοπρίονο	noun	πριόνι σε μορφή δίσκου
δισκοπρίονου	noun	γενική ενικού του δισκοπρίονο
δισκοπρίονων	noun	γενική πληθυντικού του δισκοπρίονο
δισκοπριόνου	=	δισκοπρίονο
δισκοπριόνων	=	δισκοπρίονο
δισκοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκοπωλείο
δισκοπωλείο	noun	κατάστημα πώλησης δίσκων μουσικής
δισκοπωλείου	noun	γενική ενικού του δισκοπωλείο
δισκοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του δισκοπωλείο
δισκοπότηρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκοπότηρο
δισκοπότηρο	noun	ειδικό κύπελλο που περιέχει τη Θεία Κοινωνία
δισκοπότηρου	noun	γενική ενικού του δισκοπότηρο
δισκοπότηρων	noun	γενική πληθυντικού του δισκοπότηρο
δισκοφορία	noun	η περιφορά δίσκου σε εκκλησία (ή άλλο τόπο) για συγκέντρωση εράνου για ποικίλους σκοπούς
δισκοφορίας	=	δισκοφορία
δισκοφορίες	=	δισκοφορία
δισκοφοριών	=	δισκοφορία
δισκοφόρα	=	δισκοφόρος
δισκοφόρας	=	δισκοφόρος
δισκοφόρε	=	δισκοφόρος
δισκοφόρες	=	δισκοφόρος
δισκοφόρο	=	δισκοφόρος
δισκοφόροι	=	δισκοφόρος
δισκοφόρος	adj	που έχει ή φέρει δίσκους (για μηχάνημα κ.λπ.)
δισκοφόρου	=	δισκοφόρος
δισκοφόρους	=	δισκοφόρος
δισκοφόρων	=	δισκοφόρος
δισκόφρενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισκόφρενο
δισκόφρενο	noun	είδος φρένου για τροχούς το οποίο, βασικά, αποτελείται από ένα δίσκο που περιστρέφεται μαζί με τον τροχό και η επιβράδυνση γίνεται με μία δαγκάνα που επιδρά στον δίσκο
δισκόφρενου	noun	γενική ενικού του δισκόφρενο
δισκόφρενων	noun	γενική πληθυντικού του δισκόφρενο
δισουλφίδια	=	δισουλφίδιο
δισουλφίδιο	noun	χημική ένωση που περιέχει δύο άτομα θείου ενωμένα μεταξύ τους ή συνδεδεμένα με άλλο στοιχείο, συχνά σχηματίζοντας δεσμό –S–S–
δισουλφίδιου	=	δισουλφίδιο
δισουλφίδιων	=	δισουλφίδιο
δισουλφιδίου	=	δισουλφίδιο
δισουλφιδίων	=	δισουλφίδιο
δισπίθαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισπίθαμο
δισπίθαμε	adj	κλητική ενικού του δισπίθαμος
δισπίθαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισπίθαμη
δισπίθαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισπίθαμος
δισπίθαμης	adj	γενική ενικού του δισπίθαμη
δισπίθαμο	adj	αιτιατική ενικού του δισπίθαμος
δισπίθαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισπίθαμος
δισπίθαμος	adj	που έχει μήκος δύο σπιθαμών
δισπίθαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δισπίθαμος
δισπίθαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισπίθαμος
δισπίθαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δισπίθαμος
διστάζαμε	=	διστάζω
διστάζαν	=	διστάζω
διστάζανε	=	διστάζω
διστάζατε	=	διστάζω
διστάζει	=	διστάζω
διστάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διστάζω
διστάζετε	=	διστάζω
διστάζομε	=	διστάζω
διστάζοντας	=	διστάζω
διστάζουμε	=	διστάζω
διστάζουν	=	διστάζω
διστάζουνε	=	διστάζω
διστάζω	verb	το να μην είμαι σίγουρος/-η, ώστε να μην καταλήξω σε μια απόφαση
διστάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσαν	=	διστάζω
διστάσανε	=	διστάζω
διστάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσομε	=	διστάζω
διστάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστάσουνε	=	διστάζω
διστάστε	=	διστάζω
διστάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διστάζω
διστίγματα	=	δίστιγμα
διστίγματος	=	δίστιγμα
διστίχου	=	δίστιχο
διστίχων	=	δίστιχο
δισταγμέ	noun	κλητική ενικού του δισταγμός
δισταγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισταγμός
δισταγμού	noun	γενική ενικού του δισταγμός
δισταγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δισταγμός
δισταγμό	noun	αιτιατική ενικού του δισταγμός
δισταγμός	noun	η αμφιβολία, η αμφιταλάντευση για τη λήψη απόφασης
δισταγμών	noun	γενική πληθυντικού του δισταγμός
δισταθές	=	δισταθής
δισταθή	=	δισταθής
δισταθής	adj	που έχει δύο καταστάσεις ηρεμίας/ευστάθειας
δισταθείς	=	δισταθής
δισταθούς	=	δισταθής
δισταθών	=	δισταθής
διστακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διστακτικό	adv	διστάζοντας
διστακτικέ	adj	κλητική ενικού του διστακτικός
διστακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διστακτική
διστακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διστακτικός
διστακτικής	adj	γενική ενικού του διστακτική
διστακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διστακτικός
διστακτικοτήτων	=	διστακτικότητα
διστακτικού	adj	γενική ενικού του διστακτικός
διστακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διστακτικός
διστακτικό	adj	αιτιατική ενικού του διστακτικός
διστακτικός	adj	που από φόβο, ανασφάλεια ή αβεβαιότητα αργεί να ενεργήσει
διστακτικότατα	=	διστακτικός
διστακτικότατε	=	διστακτικός
διστακτικότατες	=	διστακτικός
διστακτικότατη	=	διστακτικός
διστακτικότατης	=	διστακτικός
διστακτικότατο	=	διστακτικός
διστακτικότατοι	=	διστακτικός
διστακτικότατος	=	διστακτικός
διστακτικότατου	=	διστακτικός
διστακτικότατους	=	διστακτικός
διστακτικότατων	=	διστακτικός
διστακτικότερα	=	διστακτικός
διστακτικότερε	=	διστακτικός
διστακτικότερες	=	διστακτικός
διστακτικότερη	=	διστακτικός
διστακτικότερης	=	διστακτικός
διστακτικότερο	=	διστακτικός
διστακτικότεροι	=	διστακτικός
διστακτικότερος	=	διστακτικός
διστακτικότερου	=	διστακτικός
διστακτικότερους	=	διστακτικός
διστακτικότερων	=	διστακτικός
διστακτικότης	noun	η διατακτικότητα
διστακτικότητα	noun	το να είναι κάποιος διστακτικός, η ιδιότητα του διστακτικού
διστακτικότητας	noun	γενική ενικού του διστακτικότητα
διστακτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διστακτικότητα
διστακτικών	adj	γενική πληθυντικού του διστακτικός
δισταυρία	noun	η δυνατότητα που παρέχεται σε ψηφοφόρο να σημειώσει μέχρι δύο σταυρούς προτίμησης σε κάποιο ψηφοδέλτιο
δισταυρίας	noun	γενική ενικού του δισταυρία
δισταυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισταυρία
δισταυριών	noun	γενική πληθυντικού του δισταυρία
δισταχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισταχτικό	adv	διστάζοντας
δισταχτικέ	adj	κλητική ενικού του δισταχτικός
δισταχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισταχτική
δισταχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισταχτικός
δισταχτικής	adj	γενική ενικού του δισταχτική
δισταχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισταχτικός
δισταχτικού	adj	γενική ενικού του δισταχτικός
δισταχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισταχτικός
δισταχτικό	adj	αιτιατική ενικού του δισταχτικός
δισταχτικός	adj	διστακτικός
δισταχτικών	adj	γενική πληθυντικού του δισταχτικός
διστιγμάτων	=	δίστιγμα
διστομίαση	noun	παρασιτική λοίμωξη του ήπατος και των χοληφόρων οδών, η οποία προκαλείται από την εγκατάσταση τρηματωδών ελμίνθων στον οργανισμό και προσβάλλει κυρίως τα μηρυκαστικά, χωρίς ωστόσο να εξαιρείται ο άνθρωπος
διστομίασης	=	διστομίαση
διστομίτικα	=	διστομίτικος
διστομίτικε	=	διστομίτικος
διστομίτικες	=	διστομίτικος
διστομίτικη	=	διστομίτικος
διστομίτικης	=	διστομίτικος
διστομίτικο	=	διστομίτικος
διστομίτικοι	=	διστομίτικος
διστομίτικος	adj	ο σχετικός με το Δίστομο ή τους κατοίκους του
διστομίτικου	=	διστομίτικος
διστομίτικους	=	διστομίτικος
διστομίτικων	=	διστομίτικος
διστομιάσεις	=	διστομίαση
διστομιάσεων	=	διστομίαση
δισυπόστατα	=	δισυπόστατος
δισυπόστατε	=	δισυπόστατος
δισυπόστατες	=	δισυπόστατος
δισυπόστατη	=	δισυπόστατος
δισυπόστατης	=	δισυπόστατος
δισυπόστατο	=	δισυπόστατος
δισυπόστατοι	=	δισυπόστατος
δισυπόστατος	adj	που έχει δύο υποστάσεις
δισυπόστατου	=	δισυπόστατος
δισυπόστατους	=	δισυπόστατος
δισυπόστατων	=	δισυπόστατος
δισχιδές	=	δισχιδής
δισχιδή	=	δισχιδής
δισχιδής	adj|formal	διχαλωτός
δισχιδείς	=	δισχιδής
δισχιδούς	=	δισχιδής
δισχιδών	=	δισχιδής
δισύλλαβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισύλλαβο
δισύλλαβε	adj	κλητική ενικού του δισύλλαβος
δισύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δισύλλαβη
δισύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δισύλλαβος
δισύλλαβης	adj	γενική ενικού του δισύλλαβη
δισύλλαβο	noun	η λέξη που αποτελείται από δύο συλλαβές
δισύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δισύλλαβος
δισύλλαβος	adj	που έχει (ή αποτελείται από) δύο συλλαβές
δισύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δισύλλαβος
δισύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δισύλλαβος
δισύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δισύλλαβος
διτάξια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διτάξιο
διτάξιας	=	διτάξιος
διτάξιε	adj	κλητική ενικού του διτάξιος
διτάξιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διτάξιη
διτάξιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διτάξιος
διτάξιης	adj	γενική ενικού του διτάξιη
διτάξιο	adj	αιτιατική ενικού του διτάξιος
διτάξιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διτάξιος
διτάξιος	adj	που έχει δύο τάξεις
διτάξιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διτάξιος
διτάξιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διτάξιος
διτάξιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διτάξιος
διτέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίτερμα
διτέρματος	noun	γενική ενικού του δίτερμα
διτερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δίτερμα
διτετράγωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διτετράγωνο
διτετράγωνε	adj	κλητική ενικού του διτετράγωνος
διτετράγωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διτετράγωνη
διτετράγωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διτετράγωνος
διτετράγωνης	adj	γενική ενικού του διτετράγωνη
διτετράγωνο	adj	αιτιατική ενικού του διτετράγωνος
διτετράγωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διτετράγωνος
διτετράγωνος	adj	που είναι τετάρτου βαθμού με έναν άγνωστο
διτετράγωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διτετράγωνος
διτετράγωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διτετράγωνος
διτετράγωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διτετράγωνος
διττά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διττό	adv	με διττό τρόπο
διττέ	adj	κλητική ενικού του διττός
διττές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διττή
διττή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διττός
διττής	adj	γενική ενικού του διττή
διττανθρακικά	=	διττανθρακικός
διττανθρακικέ	=	διττανθρακικός
διττανθρακικές	=	διττανθρακικός
διττανθρακική	=	διττανθρακικός
διττανθρακικής	=	διττανθρακικός
διττανθρακικοί	=	διττανθρακικός
διττανθρακικού	=	διττανθρακικός
διττανθρακικούς	=	διττανθρακικός
διττανθρακικό	=	διττανθρακικός
διττανθρακικός	adj	που αναφέρεται σε ή περιέχει το ανιόν HCO₃⁻, δηλαδή μορφή ανθρακικού με ένα άτομο υδρογόνου, συχνή σε υδατικά διαλύματα και βιολογικά υγρά
διττανθρακικών	=	διττανθρακικός
διττοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διττός
διττογραφία	noun|rare	η ακούσια και πλεονασματική αναγραφή ή επανάληψη ενός χαρακτήρα, μιας λέξης ή φράσης από τον γραφέα χειρογράφου, η οποία διαταράσσει την ορθή απόδοση του πρωτοτύπου
διττού	adj	γενική ενικού του διττός
διττούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διττός
διττό	adj	αιτιατική ενικού του διττός
διττός	adj	που είναι διπλός σε μέγεθος ή ποσότητα
διττών	adj	γενική πληθυντικού του διττός
διτυπία	noun	η παράλληλη χρήση δύο διακριτών μορφολογικών τύπων για την ίδια λέξη, οι οποίοι συνήθως συνυπάρχουν στο ίδιο γλωσσικό σύστημα και διαφοροποιούνται ανάλογα με το υφολογικό επίπεδο ή την ιστορική τους προέλευση
διτυπίας	=	διτυπία
διτυπίες	=	διτυπία
διτυπιών	=	διτυπία
διυδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυδρικό
διυδρικέ	adj	κλητική ενικού του διυδρικός
διυδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυδρική
διυδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διυδρικός
διυδρικής	adj	γενική ενικού του διυδρική
διυδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διυδρικός
διυδρικού	adj	γενική ενικού του διυδρικός
διυδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διυδρικός
διυδρικό	adj	αιτιατική ενικού του διυδρικός
διυδρικός	adj	που περιέχει δύο λειτουργικές ομάδες υδροξυλίου
διυδρικών	adj	γενική πληθυντικού του διυδρικός
διυλίζαμε	=	διυλίζω
διυλίζαν	=	διυλίζω
διυλίζανε	=	διυλίζω
διυλίζατε	=	διυλίζω
διυλίζει	=	διυλίζω
διυλίζεις	=	διυλίζω
διυλίζεσαι	=	διυλίζω
διυλίζεστε	=	διυλίζω
διυλίζεται	=	διυλίζω
διυλίζετε	=	διυλίζω
διυλίζομαι	=	διυλίζω
διυλίζονται	=	διυλίζω
διυλίζονταν	=	διυλίζω
διυλίζοντας	=	διυλίζω
διυλίζουμε	=	διυλίζω
διυλίζουν	=	διυλίζω
διυλίζουνε	=	διυλίζω
διυλίζω	verb	αφαιρώ τις προσμείξεις από ένα υγρό, φιλτράρω
διυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίσαν	=	διυλίζω
διυλίσανε	=	διυλίζω
διυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διυλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διύλιση
διυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του διύλιση
διυλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του διύλιση
διυλίσματα	=	διύλισμα
διυλίσματος	=	διύλισμα
διυλίσου	=	διυλίζω
διυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλίστηκα	=	διυλίζω
διυλίστηκαν	=	διυλίζω
διυλίστηκε	=	διυλίζω
διυλίστηκες	=	διυλίζω
διυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διυλιζόμασταν	=	διυλίζω
διυλιζόμαστε	=	διυλίζω
διυλιζόμουν	=	διυλίζω
διυλιζόμουνα	=	διυλίζω
διυλιζόντουσαν	=	διυλίζω
διυλιζόσασταν	=	διυλίζω
διυλιζόσαστε	=	διυλίζω
διυλιζόσουν	=	διυλίζω
διυλιζόσουνα	=	διυλίζω
διυλιζόταν	=	διυλίζω
διυλιζότανε	=	διυλίζω
διυλισμάτων	=	διύλισμα
διυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυλισμένο
διυλισμένε	verb	κλητική ενικού του διυλισμένος
διυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυλισμένη
διυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διυλισμένος
διυλισμένης	verb	γενική ενικού του διυλισμένη
διυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του διυλισμένος
διυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διυλισμένος
διυλισμένος	verb	που έχει διυλιστεί
διυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διυλισμένος
διυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διυλισμένος
διυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διυλισμένος
διυλιστήκαμε	=	διυλίζω
διυλιστήκαν	=	διυλίζω
διυλιστήκανε	=	διυλίζω
διυλιστήκατε	=	διυλίζω
διυλιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυλιστήριο
διυλιστήριο	noun	εγκατάσταση επεξεργασίας πετρελαίου
διυλιστήριου	=	διυλιστήριο
διυλιστεί	=	διυλίζω
διυλιστείτε	=	διυλίζω
διυλιστηρίου	noun	γενική ενικού του διυλιστήριο
διυλιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του διυλιστήριο
διυπηρεσιακά	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακέ	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακές	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακή	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διυπηρεσιακή) του διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακοί	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακού	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακούς	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακό	=	διυπηρεσιακός
διυπηρεσιακός	adj	που καλύπτει πολλαπλές υπηρεσίες
διυπηρεσιακών	=	διυπηρεσιακός
διυποκειμενικά	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικέ	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικές	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενική	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικής	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικοί	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικού	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικούς	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικό	=	διυποκειμενικός
διυποκειμενικός	adj	που αφορά δύο ή περισσότερα πρόσωπα
διυποκειμενικών	=	διυποκειμενικός
διυπουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυπουργικό
διυπουργικέ	adj	κλητική ενικού του διυπουργικός
διυπουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διυπουργική
διυπουργική	noun	ομάδα εργασίας ή επιτροπή αποτελούμενη από πολλούς υπουργούς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διυπουργικός
διυπουργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (διυπουργική) του διυπουργικός
διυπουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διυπουργικός
διυπουργικού	adj	γενική ενικού του διυπουργικός
διυπουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διυπουργικός
διυπουργικό	adj	αιτιατική ενικού του διυπουργικός
διυπουργικός	adj	που έχει σχέση ή αποτελείται από υπουργούς πολλών διαφορετικών υπουργείων
διυπουργικών	adj	γενική πληθυντικού του διυπουργικός
διφαινυλίου	=	διφαινύλιο
διφαινυλίων	=	διφαινύλιο
διφαινύλια	=	διφαινύλιο
διφαινύλιο	noun	αρωματικός υδρογονάνθρακας που αποτελείται από δύο άμεσα συνδεδεμένους βενζολικούς δακτυλίους, ο οποίος εμφανίζεται ως άχρωμο στερεό και αξιοποιείται στη βιομηχανία κυρίως ως μέσο μεταφοράς θερμότητας και ως πρώτη ύλη σε οργανικές συνθέσεις
διφαινύλιου	=	διφαινύλιο
διφαινύλιων	=	διφαινύλιο
διφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφασικό
διφασικέ	adj	κλητική ενικού του διφασικός
διφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφασική
διφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διφασικός
διφασικής	adj	γενική ενικού του διφασική
διφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διφασικός
διφασικού	adj	γενική ενικού του διφασικός
διφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διφασικός
διφασικό	adj	αιτιατική ενικού του διφασικός
διφασικός	adj	που συνδυάζει δύο μονοφασικά εναλλασσόμενα ρεύματα
διφασικών	adj	γενική πληθυντικού του διφασικός
διφθέρα	noun	δέρμα κατειργασμένο.
διφθέρας	noun	γενική ενικού του διφθέρα
διφθέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφθέρα
διφθερίτιδα	noun	λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα
διφθερίτιδας	=	διφθερίτιδα
διφθερίτιδες	=	διφθερίτιδα
διφθερίτιδων	=	διφθερίτιδα
διφθερών	noun	γενική πληθυντικού του διφθέρα
διφθερῖτις	noun	η διφθερίτιδα
διφορούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφορούμενο
διφορούμενε	verb	κλητική ενικού του διφορούμενος
διφορούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφορούμενη
διφορούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διφορούμενος
διφορούμενης	verb	γενική ενικού του διφορούμενη
διφορούμενο	verb	αιτιατική ενικού του διφορούμενος
διφορούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διφορούμενος
διφορούμενος	verb	που μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους
διφορούμενοςα	=	διφορούμενος
διφορούμενοςε	=	διφορούμενος
διφορούμενοςες	=	διφορούμενος
διφορούμενοςη	=	διφορούμενος
διφορούμενοςης	=	διφορούμενος
διφορούμενοςο	=	διφορούμενος
διφορούμενοςοι	=	διφορούμενος
διφορούμενοςος	=	διφορούμενος
διφορούμενοςου	=	διφορούμενος
διφορούμενοςους	=	διφορούμενος
διφορούμενοςων	=	διφορούμενος
διφορούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διφορούμενος
διφορούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διφορούμενος
διφορούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διφορούμενος
διφούρκι	noun	σιδερένιο διχαλωτό εργαλείο, με το οποίο ρίχνουν ξύλα στο ασβεστοκάμινο
διφούρκια	=	διφούρκι
διφραγκάκι	noun	υποκοριστικό του δίφραγκο
διφραγκάκια	=	διφραγκάκι
διφυΐα	noun	το να είναι κάποιος διφυής (ή κάτι διφυές), ή ιδιότητα του διφυούς
διφυΐας	noun	γενική ενικού του διφυΐα
διφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφυΐα
διφυές	=	διφυής
διφυή	=	διφυής
διφυής	adj|formal	που έχει δύο υποστάσεις, δύο φύσεις ή αποτελείται από δύο ίδια μέρη
διφυείς	=	διφυής
διφυούς	=	διφυής
διφυϊών	noun	γενική πληθυντικού του διφυΐα
διφυών	=	διφυής
διφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με δύο φωνές
διφωνίας	noun	γενική ενικού του διφωνία
διφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφωνία
διφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του διφωνία
διφωσφορικά	=	διφωσφορικός
διφωσφορικέ	=	διφωσφορικός
διφωσφορικές	=	διφωσφορικός
διφωσφορική	=	διφωσφορικός
διφωσφορικής	=	διφωσφορικός
διφωσφορικοί	=	διφωσφορικός
διφωσφορικού	=	διφωσφορικός
διφωσφορικούς	=	διφωσφορικός
διφωσφορικό	=	διφωσφορικός
διφωσφορικός	adj	που αναφέρεται σε χημική ένωση ή ανιόν που περιέχει δύο ομάδες φωσφορικών ιόντων (PO₄³⁻) συνδεδεμένες μεταξύ τους μέσω οξυγόνου και χρησιμοποιείται σε πολλές βιολογικές και χημικές διεργασίες, όπως η ενεργειακή μεταφορά στα κύτταρα
διφωσφορικών	=	διφωσφορικός
διφωσφορυλίου	=	διφωσφορύλιο
διφωσφορυλίων	=	διφωσφορύλιο
διφωσφορυλίωση	noun	η προσθήκη με χημική αντίδραση δύο φωσφορυλομάδων στο μόριο μιας χημικής ένωσης
διφωσφορυλίωσης	noun	γενική ενικού του διφωσφορυλίωση
διφωσφορυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφωσφορυλικό
διφωσφορυλικέ	adj	κλητική ενικού του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφωσφορυλική
διφωσφορυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικής	adj	γενική ενικού του διφωσφορυλική
διφωσφορυλικη	=	διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικο	=	διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικού	adj	γενική ενικού του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικό	adj	αιτιατική ενικού του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλικός	adj	ο σχετικός με διφωσφορύλιο ή διφωσφορυλίωση
διφωσφορυλικών	adj	γενική πληθυντικού του διφωσφορυλικός
διφωσφορυλιούχα	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχας	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχε	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχες	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχο	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχοι	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της δύο φωσφορυλομάδες
διφωσφορυλιούχου	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχους	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιούχων	=	διφωσφορυλιούχος
διφωσφορυλιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διφωσφορυλίωση
διφωσφορυλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του διφωσφορυλίωση
διφωσφορυλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του διφωσφορυλίωση
διφωσφορύλια	=	διφωσφορύλιο
διφωσφορύλιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται δύο φωσφορυλομάδες
διφωσφορύλιου	=	διφωσφορύλιο
διχάζαμε	=	διχάζω
διχάζαν	=	διχάζω
διχάζανε	=	διχάζω
διχάζατε	=	διχάζω
διχάζει	=	διχάζω
διχάζεις	=	διχάζω
διχάζεσαι	=	διχάζω
διχάζεστε	=	διχάζω
διχάζεται	=	διχάζω
διχάζετε	=	διχάζω
διχάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διχάζω
διχάζομε	verb	λόγιος τύπος του διχάζουμε, α΄πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος διχάζω
διχάζονται	=	διχάζω
διχάζονταν	=	διχάζω
διχάζοντας	=	διχάζω
διχάζουμε	verb	α΄πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος διχάζω
διχάζουν	=	διχάζω
διχάζουνε	=	διχάζω
διχάζω	verb	χωρίζω σε δύο μέρη
διχάλα	noun	αντικείμενο που η μία του άκρη έχει σχήμα Υ
διχάλας	noun	γενική ενικού του διχάλα
διχάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχάλα
διχάλου	=	δίχαλο
διχάλων	=	δίχαλο
διχάλωνα	=	διχαλώνω
διχάλωναν	=	διχαλώνω
διχάλωνε	=	διχαλώνω
διχάλωνες	=	διχαλώνω
διχάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάσαν	=	διχάζω
διχάσανε	=	διχάζω
διχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάσου	=	διχάζω
διχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχάστριας	noun	γενική ενικού του διχάστρια
διχάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχάστρια
διχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζω
διχαζόμασταν	=	διχάζω
διχαζόμαστε	=	διχάζω
διχαζόμουν	=	διχάζω
διχαζόμουνα	=	διχάζω
διχαζόντουσαν	=	διχάζω
διχαζόσασταν	=	διχάζω
διχαζόσαστε	=	διχάζω
διχαζόσουν	=	διχάζω
διχαζόσουνα	=	διχάζω
διχαζόταν	=	διχάζω
διχαζότανε	=	διχάζω
διχαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχαλωτό	adv	με διχαλωτό τρόπο, κάνοντας / σχηματίζοντας διχάλα
διχαλωτέ	adj	κλητική ενικού του διχαλωτός
διχαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχαλωτή
διχαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχαλωτός
διχαλωτής	adj	γενική ενικού του διχαλωτή
διχαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχαλωτός
διχαλωτού	adj	γενική ενικού του διχαλωτός
διχαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχαλωτός
διχαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του διχαλωτός
διχαλωτός	adj	που το σχήμα του καταλήγει σε διχάλα
διχαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του διχαλωτός
διχαλών	noun	γενική πληθυντικού του διχάλα
διχαλώναμε	=	διχαλώνω
διχαλώναν	=	διχαλώνω
διχαλώνανε	=	διχαλώνω
διχαλώνατε	=	διχαλώνω
διχαλώνει	=	διχαλώνω
διχαλώνεις	=	διχαλώνω
διχαλώνετε	=	διχαλώνω
διχαλώνομαι	=	διχαλώνω
διχαλώνοντας	=	διχαλώνω
διχαλώνουμε	=	διχαλώνω
διχαλώνουν	=	διχαλώνω
διχαλώνουνε	=	διχαλώνω
διχαλώνω	verb	κάνω κάτι να έχει διχάλα, διχαλωτό
διχαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσαν	=	διχαλώνω
διχαλώσανε	=	διχαλώνω
διχαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχαλώνω
διχασμέ	noun	κλητική ενικού του διχασμός
διχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχασμένο
διχασμένε	verb	κλητική ενικού του διχασμένος
διχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχασμένη
διχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχασμένος
διχασμένης	verb	γενική ενικού του διχασμένη
διχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διχασμένος
διχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχασμένος
διχασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διχάζω
διχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διχασμένος
διχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διχασμένος
διχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διχασμένος
διχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχασμός
διχασμού	noun	γενική ενικού του διχασμός
διχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διχασμός
διχασμό	noun	αιτιατική ενικού του διχασμός
διχασμός	noun	χώρισμα σε δύο
διχασμών	noun	γενική πληθυντικού του διχασμός
διχαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχαστής
διχαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του διχαστής
διχαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστήκαν	=	διχάζω
διχαστήκανε	=	διχάζω
διχαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστής	noun	αυτός που διχάζει
διχαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχαστικό
διχαστικέ	adj	κλητική ενικού του διχαστικός
διχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχαστική
διχαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχαστικός
διχαστικής	adj	γενική ενικού του διχαστική
διχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχαστικός
διχαστικού	adj	γενική ενικού του διχαστικός
διχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχαστικός
διχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του διχαστικός
διχαστικός	adj	που οδηγεί σε διχασμό
διχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του διχαστικός
διχαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστριών	noun	γενική πληθυντικού του διχάστρια
διχαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχάζομαι
διχαστών	noun	γενική πληθυντικού του διχαστής
διχειλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχειλικό
διχειλικέ	adj	κλητική ενικού του διχειλικός
διχειλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχειλική
διχειλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχειλικός
διχειλικής	adj	γενική ενικού του διχειλική
διχειλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχειλικός
διχειλικού	adj	γενική ενικού του διχειλικός
διχειλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχειλικός
διχειλικό	adj	αιτιατική ενικού του διχειλικός
διχειλικός	adj	που αρθρώνεται με τα δύο χείλη
διχειλικών	adj	γενική πληθυντικού του διχειλικός
διχερέα	noun	η ποσότητα που χωράει στις δυο παλάμες
διχλωρίδια	=	διχλωρίδιο
διχλωρίδιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται δύο άτομα χλωρίου
διχλωρίδιου	=	διχλωρίδιο
διχλωριδίου	=	διχλωρίδιο
διχλωριδίων	=	διχλωρίδιο
διχλωρομεθάνια	=	διχλωρομεθάνιο
διχλωρομεθάνιο	noun	άχρωμη αέρια οργανική ένωση της ομόλογης σειράς των διαλογονοαλκανίων, με χημικό τύπο CH₂Cl₂
διχλωρομεθάνιου	=	διχλωρομεθάνιο
διχλωρομεθάνιων	=	διχλωρομεθάνιο
διχλωρομεθανίου	=	διχλωρομεθάνιο
διχλωρομεθανίων	=	διχλωρομεθάνιο
διχογνομώ	verb	αμφιταλαντεύομαι
διχογνωμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσαν	=	διχογνωμώ
διχογνωμήσανε	=	διχογνωμώ
διχογνωμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνωμία	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διχογνωμώ· η ύπαρξη δυο διαφορετικών απόψεων για ένα θέμα
διχογνωμίας	noun	γενική ενικού του διχογνωμία
διχογνωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχογνωμία
διχογνωμεί	=	διχογνωμώ
διχογνωμείς	=	διχογνωμώ
διχογνωμείτε	=	διχογνωμώ
διχογνωμιών	noun	γενική πληθυντικού του διχογνωμία
διχογνωμονήσαμε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονήσαν	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονήσανε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονήσατε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονήσει	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονήστε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονεί	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονείς	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονείτε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούμε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούν	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούνε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσα	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσαμε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσαν	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσανε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσατε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονούσες	=	διχογνωμονώ
διχογνωμονώ	verb	διαφωνώ, υποστηρίζω τα αντίθετα
διχογνωμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διχογνωμονώ
διχογνωμοσύνη	noun|rare	άλλη μορφή του διχογνωμία
διχογνωμούμε	=	διχογνωμώ
διχογνωμούν	=	διχογνωμώ
διχογνωμούνε	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσα	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσαμε	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσαν	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσανε	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσατε	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσε	=	διχογνωμώ
διχογνωμούσες	=	διχογνωμώ
διχογνωμόνει	=	διχογνωμονώ
διχογνωμόνησα	=	διχογνωμονώ
διχογνωμόνησαν	=	διχογνωμονώ
διχογνωμόνησε	=	διχογνωμονώ
διχογνωμόνησες	=	διχογνωμονώ
διχογνωμώ	verb|formal	έχω διαφορετική ή και αντίθετη γνώμη και την υποστηρίζω
διχογνωμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διχογνωμώ
διχογνώμει	=	διχογνωμώ
διχογνώμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνώμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνώμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχογνώμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχογνωμώ
διχονοιών	noun	γενική πληθυντικού του διχόνοια
διχοστασία	noun	διαφωνία, διχογνωμία, διχόνοια, διλημματική αμφιβολία
διχοστασίας	noun	γενική ενικού του διχοστασία
διχοστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοστασία
διχοστασιών	noun	γενική πληθυντικού του διχοστασία
διχοτομήθηκα	=	διχοτομώ
διχοτομήθηκαν	=	διχοτομώ
διχοτομήθηκε	=	διχοτομώ
διχοτομήθηκες	=	διχοτομώ
διχοτομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσαν	=	διχοτομώ
διχοτομήσανε	=	διχοτομώ
διχοτομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοτόμηση
διχοτομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσεων	=	διχοτόμηση
διχοτομήσεως	=	διχοτόμηση
διχοτομήσου	=	διχοτομώ
διχοτομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσουνε	=	διχοτομώ
διχοτομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτομία	noun	η διαίρεση ενός συνόλου σε δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους μέρη
διχοτομίας	noun	γενική ενικού του διχοτομία
διχοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοτομία
διχοτομεί	=	διχοτομώ
διχοτομείς	=	διχοτομώ
διχοτομείσαι	=	διχοτομώ
διχοτομείστε	=	διχοτομώ
διχοτομείται	=	διχοτομώ
διχοτομείτε	=	διχοτομώ
διχοτομείτο	=	διχοτομώ
διχοτομηθήκαμε	=	διχοτομώ
διχοτομηθήκαν	=	διχοτομώ
διχοτομηθήκανε	=	διχοτομώ
διχοτομηθήκατε	=	διχοτομώ
διχοτομηθεί	=	διχοτομώ
διχοτομηθείς	=	διχοτομώ
διχοτομηθείτε	=	διχοτομώ
διχοτομηθούμε	=	διχοτομώ
διχοτομηθούν	=	διχοτομώ
διχοτομηθούνε	=	διχοτομώ
διχοτομηθώ	=	διχοτομώ
διχοτομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοτομημένο
διχοτομημένε	verb	κλητική ενικού του διχοτομημένος
διχοτομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοτομημένη
διχοτομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχοτομημένος
διχοτομημένης	verb	γενική ενικού του διχοτομημένη
διχοτομημένο	verb	αιτιατική ενικού του διχοτομημένος
διχοτομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχοτομημένος
διχοτομημένος	verb	που έχει διχοτομηθεί
διχοτομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διχοτομημένος
διχοτομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διχοτομημένος
διχοτομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διχοτομημένος
διχοτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοτομικό	adv	με διχοτομικό τρόπο, αποσκοπώντας στη διχοτόμηση
διχοτομικέ	adj	κλητική ενικού του διχοτομικός
διχοτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχοτομική
διχοτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχοτομικός
διχοτομικής	adj	γενική ενικού του διχοτομική
διχοτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχοτομικός
διχοτομικού	adj	γενική ενικού του διχοτομικός
διχοτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχοτομικός
διχοτομικό	adj	αιτιατική ενικού του διχοτομικός
διχοτομικός	adj	που έχει σχέση με τη διχοτόμο ή τη διχοτόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτές
διχοτομικών	adj	γενική πληθυντικού του διχοτομικός
διχοτομικώς	adv|dated	διχοτομικά
διχοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του διχοτομία
διχοτομούμαι	=	διχοτομώ
διχοτομούμασταν	=	διχοτομώ
διχοτομούμαστε	=	διχοτομώ
διχοτομούμε	=	διχοτομώ
διχοτομούμενος	=	διχοτομώ
διχοτομούμουν	=	διχοτομώ
διχοτομούμουνα	=	διχοτομώ
διχοτομούν	=	διχοτομώ
διχοτομούνε	=	διχοτομώ
διχοτομούνται	=	διχοτομώ
διχοτομούνταν	=	διχοτομώ
διχοτομούντο	=	διχοτομώ
διχοτομούσα	=	διχοτομώ
διχοτομούσαμε	=	διχοτομώ
διχοτομούσαν	=	διχοτομώ
διχοτομούσανε	=	διχοτομώ
διχοτομούσατε	=	διχοτομώ
διχοτομούσε	=	διχοτομώ
διχοτομούσες	=	διχοτομώ
διχοτομούσουν	=	διχοτομώ
διχοτομούσουνα	=	διχοτομώ
διχοτομώ	verb	κόβω στα δύο ίσα μέρη
διχοτομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διχοτομώ
διχοτόμα	=	διχοτόμος
διχοτόμας	=	διχοτόμος
διχοτόμε	=	διχοτόμος
διχοτόμες	=	διχοτόμος
διχοτόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διχοτομώ
διχοτόμηση	noun	ο χωρισμός στα δύο
διχοτόμησης	=	διχοτόμηση
διχοτόμο	=	διχοτόμος
διχοτόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχοτόμος
διχοτόμος	noun	η ευθεία που χωρίζει μια γωνία σε δύο ίσα μέρη	adj	που διχοτομεί
διχοτόμου	=	διχοτόμος
διχοτόμους	=	διχοτόμος
διχοτόμων	=	διχοτόμος
διχοψηφία	noun	κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει ομοφωνία σε ψηφοφορία
διχρονίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρονίτικο
διχρονίτικε	adj	κλητική ενικού του διχρονίτικος
διχρονίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρονίτικη
διχρονίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχρονίτικος
διχρονίτικης	adj	γενική ενικού του διχρονίτικη
διχρονίτικο	adj	αιτιατική ενικού του διχρονίτικος
διχρονίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχρονίτικος
διχρονίτικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του δίχρονος
διχρονίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διχρονίτικος
διχρονίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχρονίτικος
διχρονίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διχρονίτικος
διχρωμία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι δίχρωμο(ς), να έχει δύο χρώματα
διχρωμίας	noun	γενική ενικού του διχρωμία
διχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρωμία
διχρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρωματικό
διχρωματικέ	adj	κλητική ενικού του διχρωματικός
διχρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρωματική
διχρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχρωματικός
διχρωματικής	adj	γενική ενικού του διχρωματική
διχρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχρωματικός
διχρωματικού	adj	γενική ενικού του διχρωματικός
διχρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχρωματικός
διχρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του διχρωματικός
διχρωματικός	adj	που βλέπει ή διακρίνει λίγες χρωματικές αποχρώσεις, γιατί έχει δύο τύπους κωνίων
διχρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του διχρωματικός
διχρωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρωμικό
διχρωμικέ	adj	κλητική ενικού του διχρωμικός
διχρωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχρωμική
διχρωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχρωμικός
διχρωμικής	adj	γενική ενικού του διχρωμική
διχρωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχρωμικός
διχρωμικού	adj	γενική ενικού του διχρωμικός
διχρωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχρωμικός
διχρωμικό	adj	αιτιατική ενικού του διχρωμικός
διχρωμικός	adj	που αποτελείται από δυο χρώματα
διχρωμικών	adj	γενική πληθυντικού του διχρωμικός
διχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του διχρωμία
διχτάκι	noun	υποκοριστικό του δίχτυ
διχτάκια	=	διχτάκι
διχτυού	=	δίχτυ
διχτυωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχτυωτό	adv	άλλη μορφή του δικτυωτά
διχτυωτέ	adj	κλητική ενικού του διχτυωτός
διχτυωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχτυωτή
διχτυωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διχτυωτός
διχτυωτής	adj	γενική ενικού του διχτυωτή
διχτυωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διχτυωτός
διχτυωτού	adj	γενική ενικού του διχτυωτός
διχτυωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διχτυωτός
διχτυωτό	adj	αιτιατική ενικού του διχτυωτός
διχτυωτός	adj	άλλη μορφή του δικτυωτός
διχτυωτών	adj	γενική πληθυντικού του διχτυωτός
διχτυών	=	δίχτυ
διχόνοια	noun	η διάσταση απόψεων ή συμφερόντων που υπάρχει ανάμεσα σε δύο μέρη και η συνακόλουθη διχογνωμία και εχθρότητα που προκύπτει απ’ αυτή
διχόνοιας	noun	γενική ενικού του διχόνοια
διχόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διχόνοια
διψά	=	διψάω
διψάγαμε	=	διψάω
διψάγανε	=	διψάω
διψάγατε	=	διψάω
διψάει	=	διψάω
διψάμε	=	διψάω
διψάν	=	διψάω
διψάνε	=	διψάω
διψάς	=	διψάω
διψάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσαν	=	διψάω
διψάσανε	=	διψάω
διψάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσουνε	=	διψάω
διψάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διψώ
διψάτε	=	διψάω
διψάω	verb	νιώθω την επιθυμία να πιω (ή ν’ απορροφήσω) νερό ή άλλο υγρό
διψήφια	=	διψήφιος
διψήφιας	=	διψήφιος
διψήφιε	=	διψήφιος
διψήφιες	=	διψήφιος
διψήφιο	=	διψήφιος
διψήφιοι	=	διψήφιος
διψήφιος	adj	για αριθμό με δύο ψηφία
διψήφιου	=	διψήφιος
διψήφιους	=	διψήφιος
διψήφιων	=	διψήφιος
διψαλέα	=	διψαλέος
διψαλέας	=	διψαλέος
διψαλέε	=	διψαλέος
διψαλέες	=	διψαλέος
διψαλέο	=	διψαλέος
διψαλέοι	=	διψαλέος
διψαλέος	adj|formal	που διψάει (πολύ)
διψαλέου	=	διψαλέος
διψαλέους	=	διψαλέος
διψαλέων	=	διψαλέος
διψασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διψασμένο
διψασμένε	verb	κλητική ενικού του διψασμένος
διψασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διψασμένη
διψασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διψασμένος
διψασμένης	verb	γενική ενικού του διψασμένη
διψασμένο	verb	αιτιατική ενικού του διψασμένος
διψασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διψασμένος
διψασμένος	verb	που διψάει, που έχει μεγάλη επιθυμία να πιει νερό
διψασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διψασμένος
διψασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διψασμένος
διψασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διψασμένος
διψομανές	=	διψομανής
διψομανή	=	διψομανής
διψομανής	adj	αυτός που έχει μανία με τη δίψα, που διψάει συνεχώς
διψομανείς	=	διψομανής
διψομανούς	=	διψομανής
διψομανών	=	διψομανής
διψούμε	=	διψάω
διψούν	=	διψάω
διψούνε	=	διψάω
διψούσα	=	διψάω
διψούσαμε	=	διψάω
διψούσαν	=	διψάω
διψούσανε	=	διψάω
διψούσατε	=	διψάω
διψούσε	=	διψάω
διψούσες	=	διψάω
διψώ	verb	άλλη μορφή του διψάω
διψώντας	=	διψάω
διω	verb	ιδιωματική μορφή του δω, εξαρτημένου τύπου του ρήματος βλέπω
διωγμέ	noun	κλητική ενικού του διωγμός
διωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωγμένο
διωγμένε	verb	κλητική ενικού του διωγμένος
διωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωγμένη
διωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διωγμένος
διωγμένης	verb	γενική ενικού του διωγμένη
διωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του διωγμένος
διωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διωγμένος
διωγμένος	verb	που του έχουν ασκήσει δίωξη
διωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διωγμένος
διωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του διωγμένος
διωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διωγμένος
διωγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διωγμός
διωγμού	noun	γενική ενικού του διωγμός
διωγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του διωγμός
διωγμό	noun	αιτιατική ενικού του διωγμός
διωγμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διώκω
διωγμών	noun	γενική πληθυντικού του διωγμός
διωδία	noun	μουσική σύνθεση για δύο φωνές
διωδίας	noun	γενική ενικού του διωδία
διωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωδία
διωδιών	noun	γενική πληθυντικού του διωδία
διωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωκτικό
διωκτικέ	adj	κλητική ενικού του διωκτικός
διωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωκτική
διωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διωκτικός
διωκτικής	adj	γενική ενικού του διωκτική
διωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διωκτικός
διωκτικού	adj	γενική ενικού του διωκτικός
διωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διωκτικός
διωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του διωκτικός
διωκτικός	adj	που έχει σχέση με τη δίωξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
διωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του διωκτικός
διωκτριών	noun	γενική πληθυντικού του διώκτρια
διωκτρών	noun	γενική πληθυντικού του διώκτρα
διωκτών	=	διώκτης
διωκόμασταν	=	διώκω
διωκόμαστε	=	διώκω
διωκόμενος	=	διώκω
διωκόμουν	=	διώκω
διωκόμουνα	=	διώκω
διωκόντουσαν	=	διώκω
διωκόσασταν	=	διώκω
διωκόσαστε	=	διώκω
διωκόσουν	=	διώκω
διωκόσουνα	=	διώκω
διωκόταν	=	διώκω
διωκότανε	=	διώκω
διωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του διώμα
διωματάρα	noun	θηλυκό του διωματάρης: ναζιάρα, παιχνιδιάρα και φιλάρεσκη γυναίκα
διωματάρας	noun	γενική ενικού του διωματάρα
διωματάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωματάρα
διωματάρη	noun	διωματάρης, στη γενική του ενικού
διωματάρηδες	noun	διωματάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
διωματάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του διωματάρης
διωματάρης	noun	ο όμορφος, ο καμαρωτός, ο κομψός, ο χαριτωμένος
διωναία	noun	σαρκοβόρο φυτό (Dionaea muscipula) που συλλαμβάνει και τρώει μικρά έντομα με ειδικά τροποποιημένα φύλλα–παγίδες, αξιοποιώντας τα θρεπτικά τους συστατικά για την ανάπτυξή του
διωναίας	=	διωναία
διωναίες	=	διωναία
διωναιών	=	διωναία
διωνυμία	noun	η ύπαρξη δύο διαφορετικών ονομάτων για το ίδιο πράγμα
διωνυμίας	noun	γενική ενικού του διωνυμία
διωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωνυμία
διωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωνυμικό
διωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του διωνυμικός
διωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διωνυμική
διωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διωνυμικός
διωνυμικής	adj	γενική ενικού του διωνυμική
διωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διωνυμικός
διωνυμικού	adj	γενική ενικού του διωνυμικός
διωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του διωνυμικός
διωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του διωνυμικός
διωνυμικός	adj	που έχει σχέση με τη διωνυμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
διωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του διωνυμικός
διωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του διωνυμία
διωνύμου	=	διώνυμο
διωνύμων	=	διώνυμο
διωξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώξιμο
διωξίματος	noun	γενική ενικού του διώξιμο
διωξιμάτων	=	διώξιμο
διωρία	noun|rare	άλλη γραφή του διορία
διωρόφου	=	διώροφο
διωρόφων	=	διώροφο
διωρύγων	noun	γενική πληθυντικού του διώρυγα
διωστήρα	=	διωστήρας
διωστήρας	noun	επίμηκες εξάρτημα μηχανής, που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο στη μετατροπή της παλινδρομικής κίνησης του εμβόλου σε περιστροφική
διωστήρες	=	διωστήρας
διωστήρων	=	διωστήρας
διωχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχθήκαν	=	διώκω
διωχθήκανε	=	διώκω
διωχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
διωχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχθούνε	=	διώκω
διωχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διωχνόμασταν	=	διώχνω
διωχνόμαστε	=	διώχνω
διωχνόμουν	=	διώχνω
διωχνόμουνα	=	διώχνω
διωχνόντουσαν	=	διώχνω
διωχνόσασταν	=	διώχνω
διωχνόσαστε	=	διώχνω
διωχνόσουν	=	διώχνω
διωχνόσουνα	=	διώχνω
διωχνόταν	=	διώχνω
διωχνότανε	=	διώχνω
διωχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτήκαν	=	διώχνω
διωχτήκανε	=	διώχνω
διωχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτούνε	=	διώχνω
διωχτριών	noun	γενική πληθυντικού του διώχτρια
διωχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διωχτών	=	διώχτης
διό	adv|archaic	συνεπώς, γι’ αυτό (τον λόγο), κατά συνέπεια
διόγκωνα	=	διογκώνω
διόγκωναν	=	διογκώνω
διόγκωνε	=	διογκώνω
διόγκωνες	=	διογκώνω
διόγκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διόγκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διόγκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διόγκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διογκώνω
διόγκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διογκώνω
διόγκωσης	noun	γενική ενικού του διόγκωση
διόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόδιο
διόδιο	noun	το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων
διόδιου	=	διόδιο
διόδου	=	δίοδος
διόδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δίοδος
διόδων	=	δίοδος
διόλκου	=	δίολκος
διόλκους	=	δίολκος
διόλκων	=	δίολκος
διόλου	adv	καθόλου (δηλώνει απόλυτη άρνηση)
διόπου	noun	γενική ενικού του δίοπος
διόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δίοπος
διόπτευα	=	διοπτεύω
διόπτευαν	=	διοπτεύω
διόπτευε	=	διοπτεύω
διόπτευες	=	διοπτεύω
διόπτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διόπτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διόπτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διόπτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διοπτεύω
διόπτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διοπτεύω
διόπτευσης	noun	γενική ενικού του διόπτευση
διόπτρα	noun	όργανο με ειδικό σύστημα φακών για παρατήρηση μακρινών αντικειμένων
διόπτρας	noun	γενική ενικού του διόπτρα
διόπτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόπτρα
διόπων	noun	γενική πληθυντικού του δίοπος
διόραμα	noun	τρισδιάστατη απεικόνιση σκηνής (ανεξαρτήτως μεγέθους, θεματολογίας ή υλικού προβολής ή κατασκευής)
διόραση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του διορώ
διόρασης	noun	γενική ενικού του διόραση
διόρθωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διορθώνω
διόρθωνα	=	διορθώνω
διόρθωναν	=	διορθώνω
διόρθωνε	=	διορθώνω
διόρθωνες	=	διορθώνω
διόρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διόρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διόρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διόρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορθώνω
διόρθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διορθώνω
διόρθωσης	noun	γενική ενικού του διόρθωση
διόριζα	=	διορίζω
διόριζαν	=	διορίζω
διόριζε	=	διορίζω
διόριζες	=	διορίζω
διόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορίζω
διόρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διόρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διόρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διόρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διορύσσω
διόρυξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διορύσσω
διόρυξης	noun	γενική ενικού του διόρυξη
διόρυσσα	=	διορύσσω
διόρυσσαν	=	διορύσσω
διόρυσσε	=	διορύσσω
διόρυσσες	=	διορύσσω
διόσκουροι	noun|formal	δύο πρόσωπα με στενή, σχεδόν αδιάσπαστη σχέση συνεργασίας ή φιλίας, που λειτουργούν και γίνονται αντιληπτά ως ενιαίο σύνολο
διόσκουρους	=	διόσκουροι
διόσκουρων	=	διόσκουροι
διότι	conj	αιτιολογικός σύνδεσμος: επειδή
διόφθαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόφθαλμο
διόφθαλμε	adj	κλητική ενικού του διόφθαλμος
διόφθαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διόφθαλμη
διόφθαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διόφθαλμος
διόφθαλμης	adj	γενική ενικού του διόφθαλμη
διόφθαλμο	noun	σύστημα που έχει δύο φακούς προσοφθάλμιους
διόφθαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διόφθαλμος
διόφθαλμος	adj	που έχει δύο φακούς προσοφθάλμιους
διόφθαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διόφθαλμος
διόφθαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διόφθαλμος
διόφθαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διόφθαλμος
διύλιζα	=	διυλίζω
διύλιζαν	=	διυλίζω
διύλιζε	=	διυλίζω
διύλιζες	=	διυλίζω
διύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διυλίζω
διύλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διυλίζω
διύλισης	noun	γενική ενικού του διύλιση
διύλισμα	noun	το φιλτραρισμένο υγρό, το προϊόν που προέρχεται από διύλιση
διώ	=	δίνω
διώκαμε	=	διώκω
διώκαν	=	διώκω
διώκανε	=	διώκω
διώκατε	=	διώκω
διώκει	=	διώκω
διώκεις	=	διώκω
διώκεσαι	=	διώκω
διώκεστε	=	διώκω
διώκεται	=	διώκω
διώκετε	=	διώκω
διώκομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διώκω
διώκομε	=	διώκω
διώκονται	=	διώκω
διώκονταν	=	διώκω
διώκοντας	=	διώκω
διώκουμε	=	διώκω
διώκουν	=	διώκω
διώκουνε	=	διώκω
διώκτες	=	διώκτης
διώκτη	=	διώκτης
διώκτης	noun	αυτός που διώκει, που εκτελεί δίωξη ή διωγμό
διώκτις	noun	άλλη γραφή του διῶκτις, η διώκτρια
διώκτρα	noun	θηλυκό του διώκτης
διώκτρας	noun	γενική ενικού του διώκτρα
διώκτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώκτρα
διώκτρια	noun	θηλυκό του διώκτης
διώκτριας	noun	γενική ενικού του διώκτρια
διώκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώκτρια
διώκω	verb	καταδιώκω, καταζητώ
διώμα	noun	η ομορφιά, το καμάρι, καμάρωμα
διώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώμα
διώματος	noun	γενική ενικού του διώμα
διώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώνυμο
διώνυμε	adj	κλητική ενικού του διώνυμος
διώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώνυμη
διώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διώνυμος
διώνυμης	adj	γενική ενικού του διώνυμη
διώνυμο	noun	το αλγεβρικό άθροισμα δύο μονωνύμων
διώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του διώνυμος
διώνυμος	adj|archaic	που έχει δύο ονόματα
διώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του διώνυμος
διώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του διώνυμος
διώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διώνυμος
διώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξαν	=	διώχνω
διώξανε	=	διώχνω
διώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξε	=	διώχνω
διώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δίωξη
διώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξεων	=	δίωξη
διώξιμο	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διώχνω
διώξομε	=	διώχνω
διώξου	=	διώχνω
διώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξουνε	=	διώχνω
διώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώχνω
διώρου	=	δίωρο
διώροφα	=	διώροφος
διώροφε	=	διώροφος
διώροφες	=	διώροφος
διώροφη	=	διώροφος
διώροφης	=	διώροφος
διώροφο	noun	οικοδόμημα που φέρει δύο ορόφους
διώροφοι	=	διώροφος
διώροφος	adj	που έχει δύο ορόφους, δίπατος· τρίπατος (αν έχει ένα ισόγειο και δύο ορόφους)
διώροφου	=	διώροφος
διώροφους	=	διώροφος
διώροφων	=	διώροφος
διώρυγα	noun	τεχνητό κανάλι που ενώνει δύο θαλάσσια σώματα, είτε για το πέρασμα πλοίων είτε για την μεταφορά νερού
διώρυγας	noun	διώρυγα, στη γενική του ενικού
διώρυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώρυγα
διώρων	=	δίωρο
διώχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διώχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διώχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διώχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι
διώχναμε	=	διώχνω
διώχναν	=	διώχνω
διώχνανε	=	διώχνω
διώχνατε	=	διώχνω
διώχνε	=	διώχνω
διώχνει	=	διώχνω
διώχνεις	=	διώχνω
διώχνεσαι	=	διώχνω
διώχνεστε	=	διώχνω
διώχνεται	=	διώχνω
διώχνετε	=	διώχνω
διώχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος διώχνω
διώχνομε	verb	άλλη μορφή του διώχνουμε πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διώχνω
διώχνονται	=	διώχνω
διώχνονταν	=	διώχνω
διώχνοντας	=	διώχνω
διώχνου	=	διώχνω
διώχνουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διώχνω
διώχνουν	=	διώχνω
διώχνουνε	=	διώχνω
διώχνω	verb	αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου
διώχτε	=	διώχνω
διώχτες	=	διώχτης
διώχτη	=	διώχτης
διώχτηκα	verb	α' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι, παθητική φωνή του διώχνω
διώχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διώχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διώχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι
διώχτης	noun|vulgar	άλλη μορφή του διώκτης
διώχτριας	noun	γενική ενικού του διώχτρια
διώχτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διώχτρια
διῶκτις	noun	η διώκτρια
δκδ	abbrev	διάσκεψη των κυβερνήσεων της ΕΕ με σκοπό την τροποποίηση μιας συνθήκης
δκο	abbrev	η διεθνής κοινή ονομασία
δλδ	abbrev	σύντμηση του δηλαδή
δλπ	abbrev	συντομογραφία του Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα.
δμς	abbrev	αριθμητικός δείκτης που εκφράζει τη σχέση βάρους προς το τετράγωνο του ύψους και χρησιμοποιείται για την ενδεικτική κατηγοριοποίηση της σωματικής κατάστασης ενός ατόμου ως προς το βάρος του
δνέας	abbrev	δεκανέας
δνε	abbrev	Η ΔΝΕ αποτελεί τον τρίτο μεγάλο κλάδο του ΓΕΝ
δνις	abbrev	δεσποινίς
δνλ	abbrev	ελληνική αριστερή οργάνωση νεολαίας η οποία έδρασε μεταξύ 1963 και 1967
δνο	abbrev	Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός
δντ	abbrev	Διεθνής οργανισμός με έδρα την Ουάσιγκτον και 182 μέλη.
δντής	abbrev	διευθυντής
δοα	abbrev	πολυπολιτισμικό διεπιστημονικό κέντρο το οποίο έχει στόχο την εμβάθυνση σε θέματα ολυμπισμού
δοαε	abbrev	Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας
δοαταπ	abbrev	νομικό πρόσωπο του ελληνικού κράτους το οποίο είναι υπεύθυνο για την αναγνώριση πτυχίων και λοιπών τίτλων που απονέμονται από πανεπιστήμια χωρών εκτός της Ελλάδας
δοβλέτι	noun	το κράτος, η κρατική εξουσία
δοβλέτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοβλέτι
δοβλετιού	=	δοβλέτι
δοβλετιών	=	δοβλέτι
δοβουταμίνες	=	δοβουταμίνη
δοβουταμίνη	noun	φάρμακο που χορηγείται ενδοφλέβια για να προκαλέσει στην καρδιά ανάλογο στρες με αυτό που προκαλεί η έντονη άσκηση, αυξάνοντας τους παλμούς της και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένους τύπους καρδιακών τεστ καταπόνησης
δοβουταμίνης	=	δοβουταμίνη
δοβουταμινών	=	δοβουταμίνη
δογμάτιζα	=	δογματίζω
δογμάτιζαν	=	δογματίζω
δογμάτιζε	=	δογματίζω
δογμάτιζες	=	δογματίζω
δογμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δόγμα
δογματίζαμε	=	δογματίζω
δογματίζαν	=	δογματίζω
δογματίζανε	=	δογματίζω
δογματίζατε	=	δογματίζω
δογματίζει	=	δογματίζω
δογματίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δογματίζω
δογματίζετε	=	δογματίζω
δογματίζοντας	=	δογματίζω
δογματίζουμε	=	δογματίζω
δογματίζουν	=	δογματίζω
δογματίζουνε	=	δογματίζω
δογματίζω	verb	μιλάω με δογματικό τρόπο
δογματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσαν	=	δογματίζω
δογματίσανε	=	δογματίζω
δογματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δογματίζω
δογματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δογματικό
δογματικέ	adj	κλητική ενικού του δογματικός
δογματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δογματική
δογματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δογματικός
δογματικής	adj	γενική ενικού του δογματική
δογματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δογματικός
δογματικοτήτων	=	δογματικότητα
δογματικού	adj	γενική ενικού του δογματικός
δογματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δογματικός
δογματικό	adj	αιτιατική ενικού του δογματικός
δογματικός	adj	σχετικός με ένα δόγμα
δογματικότης	noun	η δογματικότητα
δογματικότητα	noun	η προσκόλληση/τυφλή πίστη/απόλυτη υποταγή στο δόγμα
δογματικότητας	=	δογματικότητα
δογματικότητες	=	δογματικότητα
δογματικών	adj	γενική πληθυντικού του δογματικός
δογματισμέ	noun	κλητική ενικού του δογματισμός
δογματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δογματισμένο
δογματισμένε	verb	κλητική ενικού του δογματισμένος
δογματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δογματισμένη
δογματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δογματισμένος
δογματισμένης	verb	γενική ενικού του δογματισμένη
δογματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δογματισμένος
δογματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δογματισμένος
δογματισμένος	verb	που έχει δογματιστεί
δογματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δογματισμένος
δογματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δογματισμένος
δογματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δογματισμένος
δογματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δογματισμός
δογματισμού	noun	γενική ενικού του δογματισμός
δογματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δογματισμός
δογματισμό	noun	αιτιατική ενικού του δογματισμός
δογματισμός	noun	η τυφλή προσκόλληση σε δόγματα, χωρίς κριτική σκέψη και χωρίς αποδείξεις
δογματισμών	noun	γενική πληθυντικού του δογματισμός
δογματιστές	=	δογματιστής
δογματιστή	=	δογματιστής
δογματιστής	noun	πρόσωπο που προβάλλει και υπερασπίζεται τις απόψεις του ως αδιαμφισβήτητες, απορρίπτοντας τον έλεγχο, την αμφισβήτηση ή την αναθεώρηση
δογματιστών	=	δογματιστής
δογών	=	δόγα
δοε	abbrev	η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, επιτροπή που ασχολείται με την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων
δοθέν	=	συνομολογηθείς
δοθέντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοθείς
δοθήκαμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δοθήκαν	=	δίνω
δοθήκανε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δοθήκατε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δοθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δίνομαι
δοθείς	verb	που έχει δοθεί, που είναι δεδομένος, λόγια λέξη συνώνυμη του δοσμένος
δοθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοθείς
δοθείσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοθείσα
δοθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνομαι
δοθιήνα	=	δοθιήνας
δοθιήνας	noun	φλεγμονώδες εξάνθημα, εξόγκωμα του δέρματος γεμάτο πύον
δοθιήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοθιήνας
δοθιήνων	=	δοθιήνας
δοθιήνωση	noun	οξύ απόστημα του θύλακα μιας τρίχας
δοθιήνωσης	noun	γενική ενικού του δοθιήνωση
δοθιήνωσις	noun	δοθιήνωση
δοθιηνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοθιήνωση
δοθιηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δοθιήνωση
δοθιηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δοθιήνωση
δοθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνομαι
δοθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνομαι
δοθούνε	=	δίνω
δοθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνομαι
δοιάκι	noun	ο μοχλός με τον οποίο στρέφει κάποιος το πηδάλιο μιας βάρκας ή καϊκιού
δοιάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοιάκι
δοιακιού	=	δοιάκι
δοιακιών	=	δοιάκι
δοκάνου	=	δόκανο
δοκάνων	=	δόκανο
δοκάρι	noun	λεπτό και μακρύ ξύλο, σκυρόδεμα ή μέταλλο που στηρίζει στέγες σπιτιών
δοκάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκάρι
δοκέ	=	δοκός
δοκίμαζα	=	δοκιμάζω
δοκίμαζαν	=	δοκιμάζω
δοκίμαζε	=	δοκιμάζω
δοκίμαζες	=	δοκιμάζω
δοκίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκίμι	noun|slang	ο δόκιμος
δοκίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκίμιο
δοκίμιο	noun	γραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα
δοκίμιου	=	δοκίμιο
δοκίμως	adv|dated	δόκιμα
δοκαριού	=	δοκάρι
δοκαριών	=	δοκάρι
δοκησίσοφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκησίσοφο
δοκησίσοφε	adj	κλητική ενικού του δοκησίσοφος
δοκησίσοφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκησίσοφη
δοκησίσοφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοκησίσοφος
δοκησίσοφης	adj	γενική ενικού του δοκησίσοφη
δοκησίσοφο	adj	αιτιατική ενικού του δοκησίσοφος
δοκησίσοφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοκησίσοφος
δοκησίσοφος	adj|formal	που θεωρεί τον εαυτό του σοφό, ενώ δεν είναι
δοκησίσοφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δοκησίσοφος
δοκησίσοφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοκησίσοφος
δοκησίσοφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δοκησίσοφος
δοκησισοφία	noun	η ιδιότητα του δοκησίσοφου· δηλαδή η λανθασμένη αντίληψη ή η ψευδαίσθηση μιας ορθής άποψης, χωρίς ουσιαστικές γνώσεις
δοκησισοφίας	noun	γενική ενικού του δοκησισοφία
δοκησισοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκησισοφία
δοκησισοφιών	noun	γενική πληθυντικού του δοκησισοφία
δοκιμάζαμε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζαν	=	δοκιμάζω
δοκιμάζανε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζατε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζει	=	δοκιμάζω
δοκιμάζεις	=	δοκιμάζω
δοκιμάζεσαι	=	δοκιμάζω
δοκιμάζεστε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζεται	=	δοκιμάζω
δοκιμάζετε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζομαι	verb	με δοκιμάζουν, με περνούν από δοκιμές
δοκιμάζομε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζονται	=	δοκιμάζω
δοκιμάζονταν	=	δοκιμάζω
δοκιμάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάζουμε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζουν	=	δοκιμάζω
δοκιμάζουνε	=	δοκιμάζω
δοκιμάζω	verb	προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι
δοκιμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσαν	=	δοκιμάζω
δοκιμάσανε	=	δοκιμάζω
δοκιμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσομε	=	δοκιμάζω
δοκιμάσου	=	δοκιμάζω
δοκιμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάσουνε	=	δοκιμάζω
δοκιμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζω
δοκιμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμή
δοκιμή	noun	η απόπειρα, η προσπάθεια
δοκιμής	=	δοκιμή
δοκιμίου	noun	γενική ενικού του δοκίμιο
δοκιμίων	noun	γενική πληθυντικού του δοκίμιο
δοκιμαζόμασταν	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόμαστε	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόμενος	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόμουν	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόμουνα	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόντουσαν	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόσασταν	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόσαστε	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόσουν	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόσουνα	=	δοκιμάζω
δοκιμαζόταν	=	δοκιμάζω
δοκιμαζότανε	=	δοκιμάζω
δοκιμασία	noun	η δοκιμή
δοκιμασίας	noun	γενική ενικού του δοκιμασία
δοκιμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμασία
δοκιμασιών	noun	γενική πληθυντικού του δοκιμασία
δοκιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμασμένο
δοκιμασμένε	verb	κλητική ενικού του δοκιμασμένος
δοκιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμασμένη
δοκιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοκιμασμένος
δοκιμασμένης	verb	γενική ενικού του δοκιμασμένη
δοκιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δοκιμασμένος
δοκιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοκιμασμένος
δοκιμασμένος	verb	που έχει δοκιμαστεί
δοκιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δοκιμασμένος
δοκιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δοκιμασμένος
δοκιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δοκιμασμένος
δοκιμαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμαστής
δοκιμαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δοκιμαστής
δοκιμαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστήκαν	=	δοκιμάζω
δοκιμαστήκανε	=	δοκιμάζω
δοκιμαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμαστήριο
δοκιμαστήριο	noun	μικρός χώρος σε κατάστημα, με καθρέφτη, όπου οι πελάτες δοκιμάζουν τα ενδύματα που ετοιμάζονται να αγοράσουν
δοκιμαστήριου	=	δοκιμαστήριο
δοκιμαστής	noun	αυτός που δοκιμάζει ένα νέο προϊόν (πχ τη γεύση του, την αντοχή του κλπ)
δοκιμαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστηρίου	noun	γενική ενικού του δοκιμαστήριο
δοκιμαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του δοκιμαστήριο
δοκιμαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμαστικό	adv	για δοκιμή
δοκιμαστικέ	adj	κλητική ενικού του δοκιμαστικός
δοκιμαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμαστική
δοκιμαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοκιμαστικός
δοκιμαστικής	adj	γενική ενικού του δοκιμαστική
δοκιμαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοκιμαστικός
δοκιμαστικού	adj	γενική ενικού του δοκιμαστικός
δοκιμαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοκιμαστικός
δοκιμαστικό	adj	αιτιατική ενικού του δοκιμαστικός
δοκιμαστικός	adj	που έχει το χαρακτήρα της δοκιμής
δοκιμαστικών	adj	γενική πληθυντικού του δοκιμαστικός
δοκιμαστικώς	adv|dated	δοκιμαστικά
δοκιμαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστούνε	=	δοκιμάζω
δοκιμαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοκιμάζομαι
δοκιμαστών	noun	γενική πληθυντικού του δοκιμαστής
δοκιμιακά	=	δοκιμιακός
δοκιμιακέ	=	δοκιμιακός
δοκιμιακές	=	δοκιμιακός
δοκιμιακή	=	δοκιμιακός
δοκιμιακής	=	δοκιμιακός
δοκιμιακοί	=	δοκιμιακός
δοκιμιακού	=	δοκιμιακός
δοκιμιακούς	=	δοκιμιακός
δοκιμιακό	=	δοκιμιακός
δοκιμιακός	adj	που έχει σχέση με δοκίμιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
δοκιμιακών	=	δοκιμιακός
δοκιμιογράφε	noun	κλητική ενικού του δοκιμιογράφος
δοκιμιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του δοκιμιογράφος
δοκιμιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοκιμιογράφος
δοκιμιογράφος	noun	ο/η συγγραφέας δοκιμίων
δοκιμιογράφου	noun	γενική ενικού του δοκιμιογράφος
δοκιμιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δοκιμιογράφος
δοκιμιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του δοκιμιογράφος
δοκιμιογραφία	noun	η συγγραφή δοκιμίων
δοκιμιογραφίας	noun	γενική ενικού του δοκιμιογραφία
δοκιμιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμιογραφία
δοκιμιογραφικά	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικέ	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικές	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφική	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικής	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικοί	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικού	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικούς	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικό	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη δοκιμιογραφία ή τον δοκιμιογράφο ή αναφέρεται σʼ αυτά
δοκιμιογραφικών	=	δοκιμιογραφικός
δοκιμιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δοκιμιογραφία
δοκιμών	=	δοκιμή
δοκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοκός
δοκοθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκοθήκη
δοκοθήκη	noun	ειδική θήκη / υποδοχέας (κατασκευασμένη ή σκαμμένος) για δοκούς / δοκάρια
δοκοθήκης	noun	γενική ενικού του δοκοθήκη
δοκοθηκών	noun	γενική πληθυντικού του δοκοθήκη
δοκουμέντον	noun	to ντοκουμέντο
δοκού	=	δοκός
δοκούν	noun	αυτό που φαίνεται καλό ή σωστό σε κάποιον
δοκούς	=	δοκός
δοκτορά	noun|rare	άλλη μορφή του ντοκτορά
δοκτορέσα	noun	γυναίκα διδάκτορας
δοκτορέσας	=	δοκτορέσα
δοκτορέσες	=	δοκτορέσα
δοκτόρων	=	δόκτορας
δοκό	=	δοκός
δοκός	noun	δοκάρι
δοκώ	verb	πιστεύω και θεωρώ, νομίζω
δοκών	=	δοκός
δολάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολάριο
δολάριο	noun	νόμισμα διαφόρων χωρών (σύμβολο: $)
δολάριου	=	δολάριο
δολίευση	noun	δόλια ενέργεια ή πράξη
δολίευσης	noun	γενική ενικού του δολίευση
δολίνα	noun	άλλη μορφή του δολίνη
δολίνας	noun	γενική ενικού του δολίνα
δολίνες	=	δολίνη
δολίνη	noun	καρστικός σχηματισμός κυκλικού ή ελλειπτικού σχήματος, που σχηματίζεται σε ανθρακικά ασβεστολιθικά ή δολομιτικά πετρώματα από κατάρρευση / εγκατακρήμνιση της οροφής (υπόγειου) σπηλαίου ή της κορυφής όρους εξαιτίας ασβεστολιθικής διάβρωσης από όμβρια ύδατα
δολίνης	=	δολίνη
δολίχου	noun	γενική ενικού του δόλιχος
δολίχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δόλιχος
δολίχων	noun	γενική πληθυντικού του δόλιχος
δολίως	=	δόλια
δολαμά	=	δολαμάς
δολαμάδες	=	δολαμάς
δολαμάδων	=	δολαμάς
δολαμάς	noun	άλλη μορφή του δουλαμάς
δολαρίου	noun	γενική ενικού του δολάριο
δολαρίων	noun	γενική πληθυντικού του δολάριο
δολαριακά	=	δολαριακός
δολαριακέ	=	δολαριακός
δολαριακές	=	δολαριακός
δολαριακή	=	δολαριακός
δολαριακής	=	δολαριακός
δολαριακοί	=	δολαριακός
δολαριακού	=	δολαριακός
δολαριακούς	=	δολαριακός
δολαριακό	=	δολαριακός
δολαριακός	adj	που έχει σχέση με το δολάριο ή αναφέρεται σ' αυτό
δολαριακών	=	δολαριακός
δολερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολερό	adv	με δόλο
δολερέ	adj	κλητική ενικού του δολερός
δολερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολερή
δολερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δολερός
δολερής	adj	γενική ενικού του δολερή
δολεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολερός
δολεροτήτων	=	δολερότητα
δολερού	adj	γενική ενικού του δολερός
δολερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δολερός
δολερό	adj	αιτιατική ενικού του δολερός
δολερός	adj|literary	που κρύβει μέσα του δόλο
δολερότης	noun	η δολερότητα
δολερότητα	noun	η ιδιότητα του δολερού, η δολιότητα
δολερότητας	noun	γενική ενικού του δολερότητα
δολερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολερότητα
δολερών	adj	γενική πληθυντικού του δολερός
δολερώς	adv|dated	δολερά
δολιανίτικα	=	δολιανίτικος
δολιανίτικε	=	δολιανίτικος
δολιανίτικες	=	δολιανίτικος
δολιανίτικη	=	δολιανίτικος
δολιανίτικης	=	δολιανίτικος
δολιανίτικο	=	δολιανίτικος
δολιανίτικοι	=	δολιανίτικος
δολιανίτικος	adj	ο σχετικός με τα Δολιανά ή τους κατοίκους τους
δολιανίτικου	=	δολιανίτικος
δολιανίτικους	=	δολιανίτικος
δολιανίτικων	=	δολιανίτικος
δολιευμένος	=	δολιεύομαι
δολιευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτήκαν	=	δολιεύομαι
δολιευτήκανε	=	δολιεύομαι
δολιευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιευόμασταν	=	δολιεύομαι
δολιευόμαστε	=	δολιεύομαι
δολιευόμουν	=	δολιεύομαι
δολιευόμουνα	=	δολιεύομαι
δολιευόντουσαν	=	δολιεύομαι
δολιευόσασταν	=	δολιεύομαι
δολιευόσαστε	=	δολιεύομαι
δολιευόσουν	=	δολιεύομαι
δολιευόσουνα	=	δολιεύομαι
δολιευόταν	=	δολιεύομαι
δολιευότανε	=	δολιεύομαι
δολιεύεσαι	=	δολιεύομαι
δολιεύεστε	=	δολιεύομαι
δολιεύεται	=	δολιεύομαι
δολιεύομαι	verb	εξαπατώ, μηχανεύομαι, χρησιμοποιώ δόλο
δολιεύονται	=	δολιεύομαι
δολιεύονταν	=	δολιεύομαι
δολιεύου	=	δολιεύομαι
δολιεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολίευση
δολιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του δολίευση
δολιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του δολίευση
δολιεύσου	=	δολιεύομαι
δολιεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολιεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιεύομαι
δολινών	noun	γενική πληθυντικού του δολίνα
δολιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του δολιότητα
δολιοφθορά	noun	η κρυφή και σκόπιμη πρόκληση ζημιάς σε μηχανήματα, εγκαταστάσεις ή στην ομαλή λειτουργία μιας υπηρεσίας
δολιοφθοράς	noun	γενική ενικού του δολιοφθορά
δολιοφθορέα	=	δολιοφθορέας
δολιοφθορέας	noun|formal	πρόσωπο που ενεργεί μυστικά ή υπόγεια, για να προκαλέσει ζημιά, φθορά ή αποδιοργάνωση σε υποδομές, μηχανισμούς ή σχέδια, συνήθως με σκοπό την παρεμπόδιση ή υπονόμευση αντιπάλου
δολιοφθορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιοφθορά
δολιοφθορέων	=	δολιοφθορέας
δολιοφθορείς	=	δολιοφθορέας
δολιοφθορών	=	δολιοφθορά
δολιχοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσαν	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσανε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρομία	noun	η συμμετοχή στον αγώνα δρόμου δόλιχο
δολιχοδρομίας	noun	γενική ενικού του δολιχοδρομία
δολιχοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιχοδρομία
δολιχοδρομεί	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομείς	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομείτε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του δολιχοδρομία
δολιχοδρομούμε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούν	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούνε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσα	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσαμε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσαν	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσανε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσατε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσε	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομούσες	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρομώ	verb	τρέχω ή διανύω μακρύ δρόμο
δολιχοδρομώντας	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρόμει	=	δολιχοδρομώ
δολιχοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολιχοδρομώ
δολιχοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιχοκέφαλο
δολιχοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του δολιχοκέφαλος
δολιχοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιχοκέφαλη
δολιχοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δολιχοκέφαλος
δολιχοκέφαλης	adj	γενική ενικού του δολιχοκέφαλη
δολιχοκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του δολιχοκέφαλος
δολιχοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολιχοκέφαλος
δολιχοκέφαλος	adj	άνθρωπος που παρουσιάζει δολιχοκεφαλία
δολιχοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δολιχοκέφαλος
δολιχοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δολιχοκέφαλος
δολιχοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δολιχοκέφαλος
δολιχοκεφαλία	noun	η ιδιότητα του ανθρώπου με μακρύ κρανίο.
δολιχοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του δολιχοκεφαλία
δολιχοκεφαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιχοκεφαλία
δολιχοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του δολιχοκεφαλία
δολιχοκρανία	noun	ή δολιχοκεφαλία
δολιχοκρανίας	noun	γενική ενικού του δολιχοκρανία
δολιχοκρανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιχοκρανία
δολιχοκρανιών	noun	γενική πληθυντικού του δολιχοκρανία
δολιότητα	noun	η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό του δόλιου ανθρώπου ή των πράξεών του
δολιότητας	noun	γενική ενικού του δολιότητα
δολιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολιότητα
δολλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολλάριο
δολλάριο	noun	άλλη γραφή του δολάριο
δολλάριον	noun	το δολάριο (με απλοποίηση γραφής)
δολλάριου	=	δολλάριο
δολλαρίου	=	δολλάριο
δολλαρίων	=	δολλάριο
δολομίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολομίτης
δολομίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δολομίτης
δολομίτης	noun	ανθρακικό ορυκτό του ασβεστίου και του μαγνησίου, όμοιο με μάρμαρο
δολομιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολομιτικό
δολομιτικέ	adj	κλητική ενικού του δολομιτικός
δολομιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολομιτική
δολομιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δολομιτικός
δολομιτικής	adj	γενική ενικού του δολομιτική
δολομιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολομιτικός
δολομιτικού	adj	γενική ενικού του δολομιτικός
δολομιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δολομιτικός
δολομιτικό	adj	αιτιατική ενικού του δολομιτικός
δολομιτικός	adj	που έχει σχέση με δολομίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δολομιτικών	adj	γενική πληθυντικού του δολομιτικός
δολομιτών	=	δολομίτης
δολοπλοκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήσαν	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκήσανε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκήστε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλοκία	noun|formal	η μηχανορραφία, η πλεκτάνη
δολοπλοκίας	noun	γενική ενικού του δολοπλοκία
δολοπλοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοπλοκία
δολοπλοκεί	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκείς	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκείτε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκιών	noun	γενική πληθυντικού του δολοπλοκία
δολοπλοκούμε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούν	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούνε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσα	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσαμε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσαν	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσανε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσατε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσε	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκούσες	=	δολοπλοκώ
δολοπλοκώ	verb|formal	κάνω δολοπλοκίες, είμαι δολοπλόκος
δολοπλοκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλόκα	=	δολοπλόκος
δολοπλόκας	=	δολοπλόκος
δολοπλόκε	=	δολοπλόκος
δολοπλόκει	=	δολοπλοκώ
δολοπλόκες	=	δολοπλόκος
δολοπλόκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλόκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλόκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλόκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοπλοκώ
δολοπλόκο	=	δολοπλόκος
δολοπλόκοι	=	δολοπλόκος
δολοπλόκος	adj|formal	που κάνει δολοπλοκίες και μηχανορραφίες ή στήνει πλεκτάνες
δολοπλόκου	=	δολοπλόκος
δολοπλόκους	=	δολοπλόκος
δολοπλόκων	=	δολοπλόκος
δολοφονήθηκα	=	δολοφονώ
δολοφονήθηκαν	=	δολοφονώ
δολοφονήθηκε	=	δολοφονώ
δολοφονήθηκες	=	δολοφονώ
δολοφονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσαν	=	δολοφονώ
δολοφονήσανε	=	δολοφονώ
δολοφονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσου	=	δολοφονώ
δολοφονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσουνε	=	δολοφονώ
δολοφονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφονία	noun	ο φόνος ανθρώπου που διαπράττεται με δόλο, κατόπιν σχεδίου
δολοφονίας	noun	γενική ενικού του δολοφονία
δολοφονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονία
δολοφονεί	=	δολοφονώ
δολοφονείς	=	δολοφονώ
δολοφονείτε	=	δολοφονώ
δολοφονηθήκαμε	=	δολοφονώ
δολοφονηθήκαν	=	δολοφονώ
δολοφονηθήκανε	=	δολοφονώ
δολοφονηθήκατε	=	δολοφονώ
δολοφονηθεί	=	δολοφονώ
δολοφονηθείς	=	δολοφονώ
δολοφονηθείτε	=	δολοφονώ
δολοφονηθούμε	=	δολοφονώ
δολοφονηθούν	=	δολοφονώ
δολοφονηθούνε	=	δολοφονώ
δολοφονηθώ	=	δολοφονώ
δολοφονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονημένο
δολοφονημένε	verb	κλητική ενικού του δολοφονημένος
δολοφονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονημένη
δολοφονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δολοφονημένος
δολοφονημένης	verb	γενική ενικού του δολοφονημένη
δολοφονημένο	verb	αιτιατική ενικού του δολοφονημένος
δολοφονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολοφονημένος
δολοφονημένος	verb	που έχει δολοφονηθεί
δολοφονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δολοφονημένος
δολοφονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δολοφονημένος
δολοφονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δολοφονημένος
δολοφονιέμαι	=	δολοφονώ
δολοφονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονικό	adv	με δολοφονικό τρόπο
δολοφονικέ	adj	κλητική ενικού του δολοφονικός
δολοφονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφονική
δολοφονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δολοφονικός
δολοφονικής	adj	γενική ενικού του δολοφονική
δολοφονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολοφονικός
δολοφονικού	adj	γενική ενικού του δολοφονικός
δολοφονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δολοφονικός
δολοφονικό	adj	αιτιατική ενικού του δολοφονικός
δολοφονικός	adj	που αναφέρεται σε μια δολοφονία ή χρησιμοποιείται σε αυτήν ή χαρακτηρίζει ή ανήκει σε έναν δολοφόνο
δολοφονικών	adj	γενική πληθυντικού του δολοφονικός
δολοφονικώς	adv|dated	δολοφονικά
δολοφονικῶς	adv	δολοφονικά, δολοφονικώς
δολοφονισσών	noun	γενική πληθυντικού του δολοφόνισσα
δολοφονιόνται	=	δολοφονώ
δολοφονιόντουσαν	=	δολοφονώ
δολοφονιόσαστε	=	δολοφονώ
δολοφονιών	noun	γενική πληθυντικού του δολοφονία
δολοφονούμαι	=	δολοφονώ
δολοφονούμασταν	=	δολοφονώ
δολοφονούμε	=	δολοφονώ
δολοφονούμενος	=	δολοφονώ
δολοφονούν	=	δολοφονώ
δολοφονούνε	=	δολοφονώ
δολοφονούνταν	=	δολοφονώ
δολοφονούσα	=	δολοφονώ
δολοφονούσαμε	=	δολοφονώ
δολοφονούσαν	=	δολοφονώ
δολοφονούσανε	=	δολοφονώ
δολοφονούσατε	=	δολοφονώ
δολοφονούσε	=	δολοφονώ
δολοφονούσες	=	δολοφονώ
δολοφονώ	verb	αφαιρώ σκόπιμα και προμελετημένα τη ζωή ενός ανθρώπου, σκοτώνω, φονεύω
δολοφονών	noun	γενική πληθυντικού του δολοφόνα
δολοφονώντας	=	δολοφονώ
δολοφόνα	noun|vulgar	θηλυκό του δολοφόνος
δολοφόνας	noun	γενική ενικού του δολοφόνα
δολοφόνε	noun	κλητική ενικού του δολοφόνος
δολοφόνει	=	δολοφονώ
δολοφόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφόνα
δολοφόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολοφονώ
δολοφόνισσα	noun	θηλυκό του δολοφόνος
δολοφόνισσας	noun	γενική ενικού του δολοφόνισσα
δολοφόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολοφόνισσα
δολοφόνο	noun	αιτιατική ενικού του δολοφόνος
δολοφόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολοφόνος
δολοφόνος	noun	που σκόπιμα και εκ προμελέτης αφαιρεί τη ζωή κάποιου άλλου
δολοφόνου	noun	γενική ενικού του δολοφόνος
δολοφόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δολοφόνος
δολοφόνων	noun	γενική πληθυντικού του δολοφόνος
δολωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δόλωμα
δολωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολωμένο
δολωμένε	verb	κλητική ενικού του δολωμένος
δολωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δολωμένη
δολωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δολωμένος
δολωμένης	verb	γενική ενικού του δολωμένη
δολωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δολωμένος
δολωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δολωμένος
δολωμένος	verb	που έχει δολωθεί
δολωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δολωμένος
δολωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δολωμένος
δολωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δολωμένος
δολωματάκι	noun	υποκοριστικό του δόλωμα
δολωματάκια	=	δολωματάκι
δολωματικά	=	δολωματικός
δολωματικέ	=	δολωματικός
δολωματικές	=	δολωματικός
δολωματική	=	δολωματικός
δολωματικής	=	δολωματικός
δολωματικοί	=	δολωματικός
δολωματικού	=	δολωματικός
δολωματικούς	=	δολωματικός
δολωματικό	=	δολωματικός
δολωματικός	adj	που έχει σχέση με δόλωμα, αναφέρεται σʼ αυτό ή φέρει δόλωμα
δολωματικών	=	δολωματικός
δολωνίδα	noun|rare	τετράγωνο αφαιρετό ιστίο, που στις μπρατσέρες τοποθετείται πάνω από τα ψαθωτά
δολώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόλωμα
δολώματος	noun	γενική ενικού του δόλωμα
δολώνω	verb	βάζω δόλωμα σε παγίδα ή αγκίστρι
δολώνων	=	δόλωνας
δολώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δολώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δομ	abbrev	Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης
δομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομή
δομέστικε	=	δομέστικος
δομέστικο	=	δομέστικος
δομέστικοι	=	δομέστικος
δομέστικος	noun	οικονόμος, υπηρέτης
δομέστικου	=	δομέστικος
δομέστικους	=	δομέστικος
δομέστικων	=	δομέστικος
δομή	noun	η διάρθρωση ενός συνόλου καθώς και το σύνολο που χαρακτηρίζεται από μία τέτοια διάρθρωση
δομήθηκα	=	δομώ
δομής	=	δομή
δομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόμηση
δομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δόμηση
δομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δόμηση
δομήσιμα	=	δομήσιμος
δομήσιμε	=	δομήσιμος
δομήσιμες	=	δομήσιμος
δομήσιμη	=	δομήσιμος
δομήσιμης	=	δομήσιμος
δομήσιμο	=	δομήσιμος
δομήσιμοι	=	δομήσιμος
δομήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να δομηθεί
δομήσιμου	=	δομήσιμος
δομήσιμους	=	δομήσιμος
δομήσιμων	=	δομήσιμος
δομίστρια	=	δομιστής
δομίστριας	noun	γενική ενικού του δομίστρια
δομίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομίστρια
δομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομημένο
δομημένε	verb	κλητική ενικού του δομημένος
δομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομημένη
δομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δομημένος
δομημένης	verb	γενική ενικού του δομημένη
δομημένο	verb	αιτιατική ενικού του δομημένος
δομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δομημένος
δομημένος	verb	που έχει δομηθεί
δομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δομημένος
δομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δομημένος
δομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δομημένος
δομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομικό
δομικέ	adj	κλητική ενικού του δομικός
δομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομική
δομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δομικός
δομικής	adj	γενική ενικού του δομική
δομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δομικός
δομικού	adj	γενική ενικού του δομικός
δομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δομικός
δομικό	adj	αιτιατική ενικού του δομικός
δομικός	adj	αυτός που είναι σχετικός με τη δομή ή τη δόμηση
δομικών	adj	γενική πληθυντικού του δομικός
δομινικανέ	noun	κλητική ενικού του δομινικανός
δομινικανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δομινικανός
δομινικανού	noun	γενική ενικού του δομινικανός
δομινικανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δομινικανός
δομινικανό	noun	αιτιατική ενικού του δομινικανός
δομινικανός	noun	μοναχός του τάγματος των Αδελφών Ιεροκηρύκων που ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα από τον άγιο Δομίνικο
δομινικανών	noun	γενική πληθυντικού του δομινικανός
δομισμέ	noun	κλητική ενικού του δομισμός
δομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δομισμός
δομισμού	noun	γενική ενικού του δομισμός
δομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δομισμός
δομισμό	noun	αιτιατική ενικού του δομισμός
δομισμός	noun	ο στρουκτουραλισμός
δομισμών	noun	γενική πληθυντικού του δομισμός
δομιστές	=	δομιστής
δομιστή	=	δομιστής
δομιστής	noun	o στρουκτουραλιστής, o οπαδός του φιλοσοφικού ρεύματος του δομισμού
δομιστριών	noun	γενική πληθυντικού του δομίστρια
δομιστών	=	δομιστής
δομοκίτικα	=	δομοκίτικος
δομοκίτικε	=	δομοκίτικος
δομοκίτικες	=	δομοκίτικος
δομοκίτικη	=	δομοκίτικος
δομοκίτικης	=	δομοκίτικος
δομοκίτικο	=	δομοκίτικος
δομοκίτικοι	=	δομοκίτικος
δομοκίτικος	adj	ο σχετικός με τον Δομοκό ή τους κατοίκους του
δομοκίτικου	=	δομοκίτικος
δομοκίτικους	=	δομοκίτικος
δομοκίτικων	=	δομοκίτικος
δομοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομοκεντρικό
δομοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του δομοκεντρικός
δομοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομοκεντρική
δομοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δομοκεντρικός
δομοκεντρικής	adj	γενική ενικού του δομοκεντρική
δομοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δομοκεντρικός
δομοκεντρικού	adj	γενική ενικού του δομοκεντρικός
δομοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δομοκεντρικός
δομοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του δομοκεντρικός
δομοκεντρικός	adj	που στο κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ή δομή, που ενδιαφέρει περισσότερο ή δομή
δομοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του δομοκεντρικός
δομολίθου	=	δομόλιθος
δομολίθους	=	δομόλιθος
δομολίθων	=	δομόλιθος
δομομονάδα	noun	δομική μονάδα συστήματος (π.χ. φυσιολογίας, αρχιτεκτονικής, προγράμματος)
δομομονάδας	=	δομομονάδα
δομομονάδες	=	δομομονάδα
δομομονάδων	=	δομομονάδα
δομοστοιχεία	=	δομοστοιχείο
δομοστοιχείο	noun	δομικό στοιχείο, τυποποιημένο στοιχείο προς συνένωση
δομοστοιχείου	=	δομοστοιχείο
δομοστοιχείων	=	δομοστοιχείο
δομοστοιχείωση	noun	το να αποτελείται κάτι από δομοστοιχεία/αρθρωτά μέρη
δομοστοιχείωσης	noun	γενική ενικού του δομοστοιχείωση
δομοστοιχειωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομοστοιχειωτό
δομοστοιχειωτέ	adj	κλητική ενικού του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομοστοιχειωτή
δομοστοιχειωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειωτής	adj	γενική ενικού του δομοστοιχειωτή
δομοστοιχειωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειωτού	adj	γενική ενικού του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειωτό	adj	αιτιατική ενικού του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειωτός	adj	σωματιδιακός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες (εάν αναμειχθούν οι δομομονάδες/τα δομοστοιχεία κατακερματίζοντας-διαιρώντας το εσωτερικό τους, είτε αχρηστεύονται είτε [πχ. στην φυσική] παράγουν νέα δομοστοιχεία)
δομοστοιχειωτών	adj	γενική πληθυντικού του δομοστοιχειωτός
δομοστοιχειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δομοστοιχείωση
δομοστοιχειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δομοστοιχείωση
δομοστοιχειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δομοστοιχείωση
δομούμαι	=	δομώ
δομόλιθε	=	δομόλιθος
δομόλιθο	=	δομόλιθος
δομόλιθοι	=	δομόλιθος
δομόλιθος	noun	λίθος που χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό
δομόλιθου	=	δομόλιθος
δομόλιθους	=	δομόλιθος
δομόλιθων	=	δομόλιθος
δομώ	verb|figurative	κτίζω, φτιάχνω κάτι με δομή
δομών	adj	γενική πληθυντικού του δομή
δον	noun	στην Ισπανία (και στην Ιταλία, προφορά [don])
δονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δονάκιο
δονάκιο	noun	το είδος βακτηριδίου Vibrio cholerae (δονάκιο της χολέρας) που προκαλεί χολέρα
δονάκιου	=	δονάκιο
δονήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονήσαν	=	δονώ
δονήσανε	=	δονώ
δονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δονώ
δονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόνηση
δονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δόνηση
δονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δόνηση
δονήσου	=	δονώ
δονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονώ
δονακίου	noun	γενική ενικού του δονάκιο
δονακίων	noun	γενική πληθυντικού του δονάκιο
δονακών	noun	καλαμιά, καλαμιώνας, δάσος από καλαμιές
δονεί	=	δονώ
δονείς	=	δονώ
δονείσαι	=	δονώ
δονείστε	=	δονώ
δονείται	=	δονώ
δονείτε	=	δονώ
δονζουάν	noun	γυναικοκατακτητής, καρδιοκατακτητής
δονζουανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δονζουανικό
δονζουανικέ	adj	κλητική ενικού του δονζουανικός
δονζουανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δονζουανική
δονζουανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δονζουανικός
δονζουανικής	adj	γενική ενικού του δονζουανική
δονζουανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δονζουανικός
δονζουανικού	adj	γενική ενικού του δονζουανικός
δονζουανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δονζουανικός
δονζουανικό	adj	αιτιατική ενικού του δονζουανικός
δονζουανικός	adj	που έχει σχέση με δονζουάν, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δονζουανικών	adj	γενική πληθυντικού του δονζουανικός
δονζουανισμέ	noun	κλητική ενικού του δονζουανισμός
δονζουανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δονζουανισμός
δονζουανισμού	noun	γενική ενικού του δονζουανισμός
δονζουανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δονζουανισμός
δονζουανισμό	noun	αιτιατική ενικού του δονζουανισμός
δονζουανισμός	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός δονζουάν
δονζουανισμών	noun	γενική πληθυντικού του δονζουανισμός
δονηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθήκαν	=	δονώ
δονηθήκανε	=	δονώ
δονηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δονούμαι
δονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δονημένο
δονημένε	verb	κλητική ενικού του δονημένος
δονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δονημένη
δονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δονημένος
δονημένης	verb	γενική ενικού του δονημένη
δονημένο	verb	αιτιατική ενικού του δονημένος
δονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δονημένος
δονημένος	verb	που έχει δονηθεί
δονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δονημένος
δονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δονημένος
δονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δονημένος
δονητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δονητής
δονητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δονητής
δονητής	noun	συσκευή που προκαλεί ταλαντώσεις
δονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δονητικός	adv|rare	με δονητικό τρόπο
δονητικός	adj|rare	που έχει σχέση με τη δόνηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
δονητών	noun	γενική πληθυντικού του δονητής
δονκιχοτικά	adv	ουτοπικά, φαντασιόπληκτα
δονκιχοτικέ	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικές	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτική	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικής	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικοί	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικού	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικούς	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικό	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτικός	adj	που παραλληλίζεται με τη συμπεριφορά του Δον Κιχώτη, που σχετίζεται με τον Δον Κιχώτη
δονκιχοτικών	=	δονκιχοτικός
δονκιχοτισμέ	noun	κλητική ενικού του δονκιχοτισμός
δονκιχοτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δονκιχοτισμός
δονκιχοτισμού	noun	γενική ενικού του δονκιχοτισμός
δονκιχοτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δονκιχοτισμός
δονκιχοτισμό	noun	αιτιατική ενικού του δονκιχοτισμός
δονκιχοτισμός	noun	άλλη γραφή του δονκιχωτισμός
δονκιχοτισμών	noun	γενική πληθυντικού του δονκιχοτισμός
δονκιχωτισμέ	=	δονκιχωτισμός
δονκιχωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δονκιχωτισμός
δονκιχωτισμού	=	δονκιχωτισμός
δονκιχωτισμούς	=	δονκιχωτισμός
δονκιχωτισμό	=	δονκιχωτισμός
δονκιχωτισμός	noun	η μανία να διορθώνει κανείς τα στραβά και να υπερασπίζεται τους καταπιεσμένους, δηλαδή να προσπαθεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο και να λειτουργεί σαν ήρωας
δονκιχωτισμών	=	δονκιχωτισμός
δονουσιωτών	=	δονουσιώτης
δονουσιώτες	=	δονουσιώτης
δονουσιώτη	=	δονουσιώτης
δονουσιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Δονούσα
δονουσιώτισσα	=	δονουσιώτης
δονούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δονώ
δονούμασταν	=	δονώ
δονούμαστε	=	δονώ
δονούμε	=	δονώ
δονούμενος	=	δονώ
δονούμουν	=	δονώ
δονούν	=	δονώ
δονούνε	=	δονώ
δονούνται	=	δονώ
δονούνταν	=	δονώ
δονούσα	=	δονώ
δονούσαμε	=	δονώ
δονούσαν	=	δονώ
δονούσανε	=	δονώ
δονούσασταν	=	δονώ
δονούσαστε	=	δονώ
δονούσατε	=	δονώ
δονούσε	=	δονώ
δονούσες	=	δονώ
δονούσουν	=	δονώ
δοντά	=	δοντάς
δοντάγρα	noun|rare	άλλη μορφή του οδοντάγρα
δοντάδες	=	δοντάς
δοντάδων	=	δοντάς
δοντάκι	noun	υποκοριστικό του δόντι
δοντάκια	=	δοντάκι
δοντάς	noun	αυτός που τα δόντια του είναι μεγάλα (και προεξέχοντα)
δοντία	noun|slang	δόση χασισιού που κόβεται με το δόντι
δοντίας	noun	γενική ενικού του δοντία
δοντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοντία
δοντιά	noun	το σημάδι / αποτύπωμα που μένει όταν κάποιος δαγκώνει κάτι
δοντιάς	=	δοντιά
δοντιές	=	δοντιά
δοντιού	noun	γενική ενικού του δόντι
δοντιών	noun	γενική πληθυντικού του δοντία
δοντού	noun	αυτή που τα δόντια της είναι μεγάλα (και προεξέχοντα)
δοντούδες	=	δοντού
δοντούδων	=	δοντού
δοντούς	=	δοντού
δονώ	verb	τραντάζω, ταρακουνάω, κραδαίνω, πάλλω
δονώντας	=	δονώ
δοξάζαμε	=	δοξάζω
δοξάζαν	=	δοξάζω
δοξάζανε	=	δοξάζω
δοξάζατε	=	δοξάζω
δοξάζει	=	δοξάζω
δοξάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δοξάζω
δοξάζεσαι	=	δοξάζω
δοξάζεστε	=	δοξάζω
δοξάζεται	=	δοξάζω
δοξάζετε	=	δοξάζω
δοξάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δοξάζω
δοξάζομε	=	δοξάζω
δοξάζονται	=	δοξάζω
δοξάζονταν	=	δοξάζω
δοξάζοντας	=	δοξάζω
δοξάζουμε	=	δοξάζω
δοξάζουν	=	δοξάζω
δοξάζουνε	=	δοξάζω
δοξάζω	verb	συμβάλλω στο να γίνει κάποιος ή κάτι ένδοξο(ς)
δοξάρι	noun	ξύλο σε σχήμα ράβδου με εφαρμοσμένες τεντωμένες τρίχες που σύρονται στις χορδές μουσικών έγχορδων οργάνων (όπως το βιολί) παράγοντας ήχο
δοξάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξάρι
δοξάριζα	=	δοξαρίζω
δοξάριζαν	=	δοξαρίζω
δοξάριζε	=	δοξαρίζω
δοξάριζες	=	δοξαρίζω
δοξάρισα	=	δοξαρίζω
δοξάρισαν	=	δοξαρίζω
δοξάρισε	=	δοξαρίζω
δοξάρισες	=	δοξαρίζω
δοξάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσαν	=	δοξάζω
δοξάσανε	=	δοξάζω
δοξάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόξασμα
δοξάσματος	noun	γενική ενικού του δόξασμα
δοξάσομε	=	δοξάζω
δοξάσου	=	δοξάζω
δοξάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάσουνε	=	δοξάζω
δοξάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δοξαζόμασταν	=	δοξάζω
δοξαζόμαστε	=	δοξάζω
δοξαζόμενος	=	δοξάζω
δοξαζόμουν	=	δοξάζω
δοξαζόμουνα	=	δοξάζω
δοξαζόντουσαν	=	δοξάζω
δοξαζόσασταν	=	δοξάζω
δοξαζόσαστε	=	δοξάζω
δοξαζόσουν	=	δοξάζω
δοξαζόσουνα	=	δοξάζω
δοξαζόταν	=	δοξάζω
δοξαζότανε	=	δοξάζω
δοξαπατρί	noun	το σημείο του προσώπου που βρίσκεται πάνω από τη μύτη, ανάμεσα στα φρύδια
δοξαρά	=	δοξαράς
δοξαράδες	=	δοξαράς
δοξαράδων	=	δοξαράς
δοξαράς	noun	ο κατασκευαστής δοξαριών
δοξαρίζαμε	=	δοξαρίζω
δοξαρίζαν	=	δοξαρίζω
δοξαρίζανε	=	δοξαρίζω
δοξαρίζατε	=	δοξαρίζω
δοξαρίζει	=	δοξαρίζω
δοξαρίζεις	=	δοξαρίζω
δοξαρίζετε	=	δοξαρίζω
δοξαρίζοντας	=	δοξαρίζω
δοξαρίζουμε	=	δοξαρίζω
δοξαρίζουν	=	δοξαρίζω
δοξαρίζουνε	=	δοξαρίζω
δοξαρίζω	verb	παίζω έγχορδο με δοξάρι
δοξαρίσαμε	=	δοξαρίζω
δοξαρίσαν	=	δοξαρίζω
δοξαρίσανε	=	δοξαρίζω
δοξαρίσατε	=	δοξαρίζω
δοξαρίσει	=	δοξαρίζω
δοξαρίστε	=	δοξαρίζω
δοξαριά	noun	η επαφή του δοξαριού με τις χορδές και η κίνηση πάνω σ’ αυτές, ώστε να παραχθεί ήχος
δοξαριάς	noun	γενική ενικού του δοξαριά
δοξαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξαριά
δοξαριού	=	δοξάρι
δοξαρισμέ	noun	κλητική ενικού του δοξαρισμός
δοξαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοξαρισμός
δοξαρισμού	noun	γενική ενικού του δοξαρισμός
δοξαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δοξαρισμός
δοξαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του δοξαρισμός
δοξαρισμός	noun	παρωχημένο (ποιητικός τύπος ) άλλη μορφή του δοξαριά
δοξαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του δοξαρισμός
δοξαριών	=	δοξάρι
δοξαρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξαρωτό	adv	με δοξαρωτό τρόπο, καμπυλοειδώς, κυρτά
δοξαρωτέ	adj	κλητική ενικού του δοξαρωτός
δοξαρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξαρωτή
δοξαρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοξαρωτός
δοξαρωτής	adj	γενική ενικού του δοξαρωτή
δοξαρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοξαρωτός
δοξαρωτού	adj	γενική ενικού του δοξαρωτός
δοξαρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοξαρωτός
δοξαρωτό	adj	αιτιατική ενικού του δοξαρωτός
δοξαρωτός	adj|rare	καμπύλος, κυρτός
δοξαρωτών	adj	γενική πληθυντικού του δοξαρωτός
δοξασία	noun	αντίληψη ή πεποίθηση που δεν βασίζεται σε αποδείξεις ούτε έχει επιστημονική τεκμηρίωση και πολλές φορές ανάγεται σε παλαιές λαϊκές αντιλήψεις
δοξασίας	noun	γενική ενικού του δοξασία
δοξασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξασία
δοξασιών	noun	γενική πληθυντικού του δοξασία
δοξασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δόξασμα
δοξασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξασμένο
δοξασμένε	verb	κλητική ενικού του δοξασμένος
δοξασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξασμένη
δοξασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοξασμένος
δοξασμένης	verb	γενική ενικού του δοξασμένη
δοξασμένο	verb	αιτιατική ενικού του δοξασμένος
δοξασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοξασμένος
δοξασμένος	verb	που έχει δοξαστεί
δοξασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δοξασμένος
δοξασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δοξασμένος
δοξασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δοξασμένος
δοξασμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δοξάζω
δοξαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστήκαν	=	δοξάζω
δοξαστήκανε	=	δοξάζω
δοξαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξαστικό	adv	με δοξαστικό τρόπο, δοξολογώντας
δοξαστικέ	adj	κλητική ενικού του δοξαστικός
δοξαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξαστική
δοξαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοξαστικός
δοξαστικής	adj	γενική ενικού του δοξαστική
δοξαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοξαστικός
δοξαστικού	adj	γενική ενικού του δοξαστικός
δοξαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοξαστικός
δοξαστικό	adj	αιτιατική ενικού του δοξαστικός	noun	ιδιόμελο του οποίου προτάσσεται ο στίχος «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι»
δοξαστικός	adj	που δοξάζει ή συντελεί στο δόξασμα
δοξαστικών	adj	γενική πληθυντικού του δοξαστικός
δοξαστικώς	adv|dated	δοξαστικά
δοξαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξαστούνε	=	δοξάζω
δοξαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξάζομαι
δοξολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξολόγημα
δοξολογήματος	noun	γενική ενικού του δοξολόγημα
δοξολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσαν	=	δοξολογώ
δοξολογήσανε	=	δοξολογώ
δοξολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολογία	noun	σύντομη εκκλησιαστική ακολουθία, που πολλοί ύμνοι της αρχίζουν με τη λέξη δόξα (Δόξα Σοι, τῷ δείξαντι τὸ φῶς...) και που ψάλλεται είτε στην αρχή της Θείας Λειτουργίας είτε και αυτόνομα σε κάποια επέτειο ή επίσημη τελετή
δοξολογίας	noun	γενική ενικού του δοξολογία
δοξολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξολογία
δοξολογεί	=	δοξολογώ
δοξολογείς	=	δοξολογώ
δοξολογείτε	=	δοξολογώ
δοξολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του δοξολόγημα
δοξολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξολογημένο
δοξολογημένε	verb	κλητική ενικού του δοξολογημένος
δοξολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοξολογημένη
δοξολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοξολογημένος
δοξολογημένης	verb	γενική ενικού του δοξολογημένη
δοξολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του δοξολογημένος
δοξολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοξολογημένος
δοξολογημένος	verb	που έχει δοξολογηθεί
δοξολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δοξολογημένος
δοξολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δοξολογημένος
δοξολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δοξολογημένος
δοξολογικά	=	δοξολογικός
δοξολογικέ	=	δοξολογικός
δοξολογικές	=	δοξολογικός
δοξολογική	=	δοξολογικός
δοξολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (δοξολογική) του δοξολογικός
δοξολογικοί	=	δοξολογικός
δοξολογικού	=	δοξολογικός
δοξολογικούς	=	δοξολογικός
δοξολογικό	=	δοξολογικός
δοξολογικός	adj	σχετικός με την δοξολογία
δοξολογικών	=	δοξολογικός
δοξολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δοξολογία
δοξολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δοξολογώ
δοξολογούμε	=	δοξολογώ
δοξολογούν	=	δοξολογώ
δοξολογούνε	=	δοξολογώ
δοξολογούσα	=	δοξολογώ
δοξολογούσαμε	=	δοξολογώ
δοξολογούσαν	=	δοξολογώ
δοξολογούσανε	=	δοξολογώ
δοξολογούσατε	=	δοξολογώ
δοξολογούσε	=	δοξολογώ
δοξολογούσες	=	δοξολογώ
δοξολογώ	verb	δοξάζω το θεό, με δοξολογία και ύμνους τον υμνώ
δοξολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δοξολογώ
δοξολόγει	=	δοξολογώ
δοξολόγημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού δοξολογώ
δοξολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξολογώ
δοξομανές	=	δοξομανής
δοξομανή	=	δοξομανής
δοξομανής	adj|formal	πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από παθολογική ή υπέρμετρη προσήλωση στην απόκτηση δόξας και δημόσιας αναγνώρισης, σε βαθμό που η επιδίωξή τους καθορίζει τη στάση και τη συμπεριφορά του
δοξομανείς	=	δοξομανής
δοξομανούς	=	δοξομανής
δοξομανών	=	δοξομανής
δοπα	abbrev	διεθνής οργανισμός του ΟΗΕ που ρυθμίζει και συντονίζει την πολιτική αεροπορία παγκοσμίως, θεσπίζοντας πρότυπα και κανόνες για την ασφάλεια, την πλοήγηση και τη συνεργασία μεταξύ κρατών
δορά	noun|formal	γδαρμένο δέρμα ζώου
δοράς	=	δορά
δοράτων	=	δόρυ
δορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορά
δορίκτητα	=	δορίκτητος
δορίκτητε	=	δορίκτητος
δορίκτητες	=	δορίκτητος
δορίκτητη	=	δορίκτητος
δορίκτητης	=	δορίκτητος
δορίκτητο	=	δορίκτητος
δορίκτητοι	=	δορίκτητος
δορίκτητος	adj	που έχει κυριευθεί με πόλεμο (με το δόρυ)
δορίκτητου	=	δορίκτητος
δορίκτητους	=	δορίκτητος
δορίκτητων	=	δορίκτητος
δοριάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοριάλωτο
δοριάλωτε	adj	κλητική ενικού του δοριάλωτος
δοριάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοριάλωτη
δοριάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοριάλωτος
δοριάλωτης	adj	γενική ενικού του δοριάλωτη
δοριάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του δοριάλωτος
δοριάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοριάλωτος
δοριάλωτος	adj|archaic	που κατακτήθηκε με το δόρυ, που κατακτήθηκε με πόλεμο
δοριάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δοριάλωτος
δοριάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοριάλωτος
δοριάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δοριάλωτος
δορικτησία	noun	η ιδιότητα του δορίκτητου, που έχει αποκτηθεί σε μάχη
δορκάδα	noun|formal	το ζαρκάδι
δορκάδας	=	δορκάδα
δορκάδες	=	δορκάδα
δορκάδων	=	δορκάδα
δορυκτησία	noun	άλλη γραφή του δορικτησία
δορυφορικά	adv	από δορυφόρο, μέσω δορυφόρου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορυφορικό
δορυφορικέ	adj	κλητική ενικού του δορυφορικός
δορυφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορυφορική
δορυφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δορυφορικός
δορυφορικής	adj	γενική ενικού του δορυφορική
δορυφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δορυφορικός
δορυφορικού	adj	γενική ενικού του δορυφορικός
δορυφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δορυφορικός
δορυφορικό	adj	αιτιατική ενικού του δορυφορικός
δορυφορικός	adj	που έχει σχέση με δορυφόρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δορυφορικών	adj	γενική πληθυντικού του δορυφορικός
δορυφοροποίησα	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποίησαν	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποίησε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποίησες	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δορυφοροποιώ
δορυφοροποίησης	noun	γενική ενικού του δορυφοροποίηση
δορυφοροποιήθηκα	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιήσαμε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιήσαν	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιήσανε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιήσατε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιήσει	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορυφοροποίηση
δορυφοροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δορυφοροποίηση
δορυφοροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δορυφοροποίηση
δορυφοροποιήστε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιεί	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιείς	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιείτε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορυφοροποιημένο
δορυφοροποιημένε	verb	κλητική ενικού του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δορυφοροποιημένη
δορυφοροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιημένης	verb	γενική ενικού του δορυφοροποιημένη
δορυφοροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δορυφοροποιώ
δορυφοροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δορυφοροποιημένος
δορυφοροποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούμε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούν	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούνε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσα	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσαμε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσαν	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσανε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσατε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσε	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιούσες	=	δορυφοροποιώ
δορυφοροποιώ	verb	υποβιβάζω κάποιον ή κάτι σε δεύτερης σημασίας θέση, περιφερειακή, όπως αυτή του δορυφόρου
δορυφοροποιώντας	=	δορυφοροποιώ
δορυφορώ	verb|archaic	συνοδεύω ως σωματοφύλακας και προστάτης, προστατεύω
δορυφόρε	noun	κλητική ενικού του δορυφόρος
δορυφόρο	noun	αιτιατική ενικού του δορυφόρος
δορυφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δορυφόρος
δορυφόρος	noun	ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από έναν πλανήτη
δορυφόρου	noun	γενική ενικού του δορυφόρος
δορυφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δορυφόρος
δορυφόρων	noun	γενική πληθυντικού του δορυφόρος
δορών	=	δορά
δοσά	=	δοσάς
δοσάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσάς
δοσάδων	=	δοσάς
δοσάς	noun	o έμπορος, με ή χωρίς κατάστημα, που πουλάει με δόσεις και πληρώνεται σε τακτά διαστήματα πηγαίνοντας, ο ίδιος, στο σπίτι ή το μαγαζί του αγοραστή
δοσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόσιμο
δοσίματος	noun	γενική ενικού του δόσιμο
δοσίμετρα	=	δοσίμετρο
δοσίμετρο	noun	ειδική συσκευή για την πραγματοποίηση δοσιμέτρησης
δοσίμετρου	=	δοσίμετρο
δοσίμετρων	=	δοσίμετρο
δοσατζή	=	δοσατζής
δοσατζήδες	=	δοσατζής
δοσατζήδων	=	δοσατζής
δοσατζής	noun	ο εισπράκτορας δόσης, που μπορεί να είναι ο ίδιος ο πιστωτής ή δοσάς, ή υπάλληλος αυτού
δοσατζού	noun	θηλυκό του δοσατζής
δοσατζούδες	=	δοσατζού
δοσατζούδων	=	δοσατζού
δοσατζούς	=	δοσατζού
δοσιμάτων	=	δόσιμο
δοσιμέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δοσιμετρώ
δοσιμέτρησης	=	δοσιμέτρηση
δοσιμέτρου	=	δοσίμετρο
δοσιμέτρων	=	δοσίμετρο
δοσιμετρήσεις	=	δοσιμέτρηση
δοσιμετρήσεων	=	δοσιμέτρηση
δοσιμετρία	noun	κλάδος της φυσικής —με εφαρμογές στην ιατρική και την ακτινοπροστασία— που ασχολείται με τον υπολογισμό, την εκτίμηση και τη μέτρηση της απορροφούμενης δόσης ακτινοβολίας από οργανισμούς ή συγκεκριμένα μέρη του σώματος
δοσιμετρίας	=	δοσιμετρία
δοσιμετρίες	=	δοσιμετρία
δοσιμετρικά	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικέ	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικές	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρική	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικής	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικοί	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικού	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικούς	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικό	=	δοσιμετρικός
δοσιμετρικός	adj	που έχει σχέση με τη δοσιμετρία ή αναφέρεται σʼ αυτή
δοσιμετρικών	=	δοσιμετρικός
δοσιμετριών	=	δοσιμετρία
δοσιμετρώ	verb	μετρώ ή υπολογίζω τη δόση ακτινοβολίας που απορροφά ένας οργανισμός ή συγκεκριμένο μέρος του σώματος, στο πλαίσιο ελέγχου, διάγνωσης ή ακτινοπροστασίας
δοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσμένο
δοσμένε	verb	κλητική ενικού του δοσμένος
δοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσμένη
δοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοσμένος
δοσμένης	verb	γενική ενικού του δοσμένη
δοσμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δοσμένος
δοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοσμένος
δοσμένος	verb	που έχει δοθεί
δοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δοσμένος
δοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δοσμένος
δοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δοσμένος
δοσοληπτικός	adj|rare	που έχει σχέση με δοσοληψία ή αναφέρεται σʼ αυτή
δοσοληψία	noun	η ανταλλαγή προϊόντος και χρημάτων
δοσοληψίας	noun	γενική ενικού του δοσοληψία
δοσοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσοληψία
δοσοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του δοσοληψία
δοσολογία	noun	η ρύθμιση της ποσότητας ενός φαρμάκου που πρέπει να πάρει κάποιος
δοσολογίας	noun	γενική ενικού του δοσολογία
δοσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσολογία
δοσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δοσολογία
δοσομέτρηση	noun	διαδικασία προσδιορισμού και ακριβούς καθορισμού της ποσότητας (δόσης) μιας ουσίας που πρόκειται να χορηγηθεί ή να εφαρμοστεί, με σκοπό την ορθή και ασφαλή χρήση της
δοσομέτρησης	=	δοσομέτρηση
δοσομετρήσεις	=	δοσομέτρηση
δοσομετρήσεων	=	δοσομέτρηση
δοσομετρητές	=	δοσομετρητής
δοσομετρητή	=	δοσομετρητής
δοσομετρητής	noun	μετρητής των δόσων υγρών ή στερεών
δοσομετρητών	=	δοσομετρητής
δοσομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσομετρικό
δοσομετρικέ	adj	κλητική ενικού του δοσομετρικός
δοσομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοσομετρική
δοσομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοσομετρικός
δοσομετρικής	adj	γενική ενικού του δοσομετρική
δοσομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοσομετρικός
δοσομετρικού	adj	γενική ενικού του δοσομετρικός
δοσομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοσομετρικός
δοσομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του δοσομετρικός
δοσομετρικός	adj	που έχει σχέση με δοσομετρητή ή μέτρηση μιας δόσης ή αναφέρεται σ’ αυτά
δοσομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του δοσομετρικός
δοσού	noun	θηλυκό του δοσάς
δοσούδες	=	δοσού
δοσούδων	=	δοσού
δοσούς	=	δοσού
δοτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοτό	adv	με δοτό τρόπο
δοτέ	adj	κλητική ενικού του δοτός
δοτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοτή
δοτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοτός
δοτής	adj	γενική ενικού του δοτή
δοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοτικό
δοτικέ	adj	κλητική ενικού του δοτικός
δοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοτική
δοτική	noun	μια από τις πτώσεις των ονομάτων σε διάφορες γλώσσες όπως τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά, τα γερμανικά κλπ· συχνά δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο καταλήγει η ενέργεια του ρήματος, αλλά χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών εννοιών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δοτικός
δοτικής	adj	γενική ενικού του δοτική
δοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοτικός
δοτικοτήτων	=	δοτικότητα
δοτικοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δοτικοφανής
δοτικοφανή	=	δοτικοφανής
δοτικοφανής	adj	που μοιάζει σαν να είναι δοτική πτώση
δοτικοφανείς	=	δοτικοφανής
δοτικοφανούς	=	δοτικοφανής
δοτικοφανών	=	δοτικοφανής
δοτικού	adj	γενική ενικού του δοτικός
δοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοτικός
δοτικό	adj	αιτιατική ενικού του δοτικός
δοτικός	adj	που του αρέσει να δίνει, που προσφέρει στους άλλους ό,τι μπορεί μέσα από την καρδιά του
δοτικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος δοτικός, η ιδιότητα του δοτικού
δοτικότητας	=	δοτικότητα
δοτικότητες	=	δοτικότητα
δοτικών	adj	γενική πληθυντικού του δοτικός
δοτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δοτός
δοτού	adj	γενική ενικού του δοτός
δοτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δοτός
δοτριών	noun	γενική πληθυντικού του δότρια
δοτό	adj	αιτιατική ενικού του δοτός
δοτός	adj	που έχει δοθεί ή διοριστεί
δοτών	adj	γενική πληθυντικού του δοτός
δου	noun|vulgar	άλλη μορφή του δέλτα
δουβλονίου	=	δουβλόνι
δουβλονίων	=	δουβλόνι
δουβλονιού	=	δουβλόνι
δουβλονιών	=	δουβλόνι
δουβλόνι	noun	παλιό, χρυσό ισπανικό νόμισμα (από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα)
δουβλόνια	=	δουβλόνι
δουγλάσεια	=	δουγλάσειος
δουγλάσειας	=	δουγλάσειος
δουγλάσειε	=	δουγλάσειος
δουγλάσειες	=	δουγλάσειος
δουγλάσειο	=	δουγλάσειος
δουγλάσειοι	=	δουγλάσειος
δουγλάσειος	adj	για όρους που φέρουν το όνομα του γιατρού James Douglas (1675‑1742), όπως η πτυχή του περιτόναιου
δουγλάσειου	=	δουγλάσειος
δουγλάσειους	=	δουγλάσειος
δουγλάσειων	=	δουγλάσειος
δουγλασείου	=	δουγλάσειος
δουγλασείους	=	δουγλάσειος
δουγλασείων	=	δουγλάσειος
δουκάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουκάτο
δουκάτο	noun	παλαιότερο νόμισμα Ευρωπαϊκών κρατών, αρχικά από τον 13ο αιώνα στη Βενετία
δουκάτου	noun	γενική ενικού του δουκάτο
δουκάτων	noun	γενική πληθυντικού του δουκάτο
δουκέσα	=	δούκας
δουκέσας	noun	γενική ενικού του δουκέσα
δουκέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουκέσα
δουκεσών	noun	γενική πληθυντικού του δουκέσα
δουκισσών	noun	γενική πληθυντικού του δούκισσα
δουκός	=	δούκας
δουκών	=	δούκας
δουλάκι	noun	νεαρή δούλα
δουλάκια	=	δουλάκι
δουλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δούλεμα
δουλέματος	noun	γενική ενικού του δούλεμα
δουλέμπορε	noun	κλητική ενικού του δουλέμπορος
δουλέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του δουλέμπορος
δουλέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλέμπορος
δουλέμπορος	noun	ο έμπορος δούλων
δουλέμπορου	=	δουλέμπορος
δουλέμπορους	=	δουλέμπορος
δουλέμπορων	=	δουλέμπορος
δουλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψαν	=	δουλεύω
δουλέψανε	=	δουλεύω
δουλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψεων	=	δούλεψη
δουλέψομε	=	δουλεύω
δουλέψου	=	δουλεύω
δουλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψουνε	=	δουλεύω
δουλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δουλίτσα	noun	υποκοριστικό του δουλειά, μικροδουλειά
δουλίτσας	noun	γενική ενικού του δουλίτσα
δουλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλίτσα
δουλαμά	=	δουλαμάς
δουλαμάδες	=	δουλαμάς
δουλαμάδων	=	δουλαμάς
δουλαμάς	noun	παραδοσιακό, πολυτελές ρούχο, το δελματίκιον των βυζαντινών
δουλγέρη	=	δουλγέρης
δουλγέρηδες	=	δουλγέρης
δουλγέρηδων	=	δουλγέρης
δουλγέρης	noun|dated	άλλη μορφή του ντουλγέρης
δουλεία	noun	η κατάσταση του δούλου, η υποδούλωση, σκλαβιά
δουλείας	noun	γενική ενικού του δουλεία
δουλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεία
δουλειά	noun	η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
δουλειάς	noun	γενική ενικού του δουλειά
δουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλειά
δουλειών	noun	γενική πληθυντικού του δουλεία
δουλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δούλεμα
δουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεμένο
δουλεμένε	verb	κλητική ενικού του δουλεμένος
δουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεμένη
δουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δουλεμένος
δουλεμένης	verb	γενική ενικού του δουλεμένη
δουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του δουλεμένος
δουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλεμένος
δουλεμένος	verb	που έχει υποστεί κάποια κατεργασία
δουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δουλεμένος
δουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δουλεμένος
δουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δουλεμένος
δουλεμπορία	noun	το δουλεμπόριο
δουλεμπορίας	noun	γενική ενικού του δουλεμπορία
δουλεμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεμπορία
δουλεμπορίου	noun	γενική ενικού του δουλεμπόριο
δουλεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του δουλεμπόριο
δουλεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεμπορικό
δουλεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του δουλεμπορικός
δουλεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεμπορική
δουλεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δουλεμπορικός
δουλεμπορικής	adj	γενική ενικού του δουλεμπορική
δουλεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλεμπορικός
δουλεμπορικού	adj	γενική ενικού του δουλεμπορικός
δουλεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δουλεμπορικός
δουλεμπορικό	noun	πλοίο με το οποίο γίνεται το δουλεμπόριο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δουλεμπορικός
δουλεμπορικός	adj	που έχει σχέση με τη δουλεμπορία ή τους δουλέμπορους ή αναφέρεται σ’ αυτά
δουλεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του δουλεμπορικός
δουλεμποριών	noun	γενική πληθυντικού του δουλεμπορία
δουλεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεμπόριο
δουλεμπόριο	noun	το εμπόριο δούλων
δουλεμπόριον	noun	το δουλεμπόριο, η δουλεμπορία
δουλεμπόριου	=	δουλεμπόριο
δουλεμπόρου	noun	γενική ενικού του δουλέμπορος
δουλεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δουλέμπορος
δουλεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του δουλέμπορος
δουλευτάδες	=	δουλευτής
δουλευτάδων	=	δουλευτής
δουλευτάρα	=	δουλευτάρης
δουλευτάρας	=	δουλευτάρης
δουλευτάρες	=	δουλευτάρης
δουλευτάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δουλευτάρης
δουλευτάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλευτάρης
δουλευτάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του δουλευτάρης
δουλευτάρης	adj|poetic	άλλη μορφή του δουλευταράς
δουλευτάρικα	=	δουλευτάρης
δουλευτάρικο	=	δουλευτάρης
δουλευτάρικου	=	δουλευτάρης
δουλευτάρικων	=	δουλευτάρης
δουλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλευτής
δουλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δουλευτής
δουλευτήκαμε	=	δουλεύω
δουλευτήκαν	=	δουλεύω
δουλευτήκανε	=	δουλεύω
δουλευτήκατε	=	δουλεύω
δουλευτής	noun	αυτός που δουλεύει, αγαπά τη δουλειά του και ζει απ’ αυτή
δουλευταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δουλευταράς
δουλευταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλευταράς
δουλευταράδων	noun	γενική πληθυντικού του δουλευταράς
δουλευταράς	noun	που δουλεύει πολύ και χαίρεται μ’ αυτό
δουλευταρού	noun	θηλυκό του δουλευταράς
δουλευταρούδες	=	δουλευταρού
δουλευταρούδων	=	δουλευταρού
δουλευταρούς	=	δουλευταρού
δουλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δουλεύομαι
δουλευτείς	=	δουλεύω
δουλευτείτε	=	δουλεύω
δουλευτούμε	=	δουλεύω
δουλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύομαι
δουλευτούνε	=	δουλεύω
δουλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δουλεύομαι
δουλευτών	noun	γενική πληθυντικού του δουλευτής
δουλευόμασταν	=	δουλεύω
δουλευόμαστε	=	δουλεύω
δουλευόμουν	=	δουλεύω
δουλευόμουνα	=	δουλεύω
δουλευόντουσαν	=	δουλεύω
δουλευόσασταν	=	δουλεύω
δουλευόσαστε	=	δουλεύω
δουλευόσουν	=	δουλεύω
δουλευόσουνα	=	δουλεύω
δουλευόταν	=	δουλεύω
δουλευότανε	=	δουλεύω
δουλεύαμε	=	δουλεύω
δουλεύαν	=	δουλεύω
δουλεύανε	=	δουλεύω
δουλεύατε	=	δουλεύω
δουλεύει	=	δουλεύω
δουλεύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δουλεύω
δουλεύεσαι	=	δουλεύω
δουλεύεστε	=	δουλεύω
δουλεύεται	=	δουλεύω
δουλεύετε	=	δουλεύω
δουλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δουλεύω
δουλεύομε	=	δουλεύω
δουλεύονται	=	δουλεύω
δουλεύονταν	=	δουλεύω
δουλεύοντας	=	δουλεύω
δουλεύου	=	δουλεύω
δουλεύουμε	=	δουλεύω
δουλεύουν	=	δουλεύω
δουλεύουνε	=	δουλεύω
δουλεύτε	=	δουλεύω
δουλεύτηκα	=	δουλεύω
δουλεύτηκαν	=	δουλεύω
δουλεύτηκε	=	δουλεύω
δουλεύτηκες	=	δουλεύω
δουλεύτρα	noun	θηλυκό του δουλευτής
δουλεύτρας	noun	γενική ενικού του δουλεύτρα
δουλεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλεύτρα
δουλεύω	verb	κάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά
δουλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλικό
δουλικέ	adj	κλητική ενικού του δουλικός
δουλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλική
δουλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δουλικός
δουλικής	adj	γενική ενικού του δουλική
δουλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλικός
δουλικοτήτων	=	δουλικότητα
δουλικού	adj	γενική ενικού του δουλικός
δουλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δουλικός
δουλικό	noun|dated	η υπηρέτρια	adj	αιτιατική ενικού του δουλικός
δουλικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει σε έναν δούλο
δουλικότης	noun	η δουλικότητα
δουλικότητα	noun	η ιδιότητα του δουλικού, η δουλική συμπεριφορά
δουλικότητας	noun	γενική ενικού του δουλικότητα
δουλικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλικότητα
δουλικών	adj	γενική πληθυντικού του δουλικός
δουλοκτήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοκτήτης
δουλοκτήτη	=	δουλοκτήτης
δουλοκτήτης	noun	ο ιδιοκτήτης δούλων
δουλοκτησία	noun	το κοινωνικοοικονομικό σύστημα που βασίζεται στην ιδιοκτησία δούλων
δουλοκτησίας	noun	γενική ενικού του δουλοκτησία
δουλοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοκτησία
δουλοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του δουλοκτησία
δουλοκτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοκτητικό
δουλοκτητικέ	adj	κλητική ενικού του δουλοκτητικός
δουλοκτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοκτητική
δουλοκτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δουλοκτητικός
δουλοκτητικής	adj	γενική ενικού του δουλοκτητική
δουλοκτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλοκτητικός
δουλοκτητικού	adj	γενική ενικού του δουλοκτητικός
δουλοκτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δουλοκτητικός
δουλοκτητικό	adj	αιτιατική ενικού του δουλοκτητικός
δουλοκτητικός	adj	που έχει ως βασικό του χαρακτηριστικό το θεσμό της δουλείας, που σχετίζεται με τη δουλοκτησία
δουλοκτητικών	adj	γενική πληθυντικού του δουλοκτητικός
δουλοκτητών	=	δουλοκτήτης
δουλοπάροικε	noun	κλητική ενικού του δουλοπάροικος
δουλοπάροικο	noun	αιτιατική ενικού του δουλοπάροικος
δουλοπάροικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλοπάροικος
δουλοπάροικος	noun	ο ακτήμονας καλλιεργητής κατά το Μεσαίωνα που ήταν εξαρτημένος από τη γη που καλλιεργούσε και δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από αυτήν· διέφερε από τον δούλο κατά το ότι δεν αποτελούσε ο ίδιος προσωπικά ιδιοκτησία ενός άλλου ανθρώπου, αλλά αν πουλιόταν η γη που καλλιεργούσε, μεταβιβαζόταν μαζί της και αυτός στον νέο κύριο
δουλοπάροικου	noun	γενική ενικού του δουλοπάροικος
δουλοπάροικους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δουλοπάροικος
δουλοπάροικων	noun	γενική πληθυντικού του δουλοπάροικος
δουλοπαροίκου	noun	γενική ενικού του δουλοπάροικος
δουλοπαροίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δουλοπάροικος
δουλοπαροίκων	noun	γενική πληθυντικού του δουλοπάροικος
δουλοπαροικία	noun	ο θεσμός της ύπαρξης δουλοπαροίκων
δουλοπαροικίας	noun	γενική ενικού του δουλοπαροικία
δουλοπαροικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοπαροικία
δουλοπαροικιών	noun	γενική πληθυντικού του δουλοπαροικία
δουλοπρέπεια	noun|formal	η στάση του δουλοπρεπούς, η επίδειξη δουλικής στάσης και συμπεριφοράς απέναντι σε κάποιον ισχυρό
δουλοπρέπειας	noun	γενική ενικού του δουλοπρέπεια
δουλοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοπρέπεια
δουλοπρεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δουλοπρεπής
δουλοπρεπή	adj	αιτιατική ενικού του δουλοπρεπής
δουλοπρεπής	adj	που συμπεριφέρεται προς τους ισχυρούς σαν να ήταν δούλος, τους κολακεύει και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να ικανοποιήσει τις επιθυμίες τους με σκοπό να κερδίσει την εύνοιά τους
δουλοπρεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοπρεπής
δουλοπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του δουλοπρέπεια
δουλοπρεπούς	adj	γενική ενικού του δουλοπρεπής
δουλοπρεπών	adj	γενική πληθυντικού του δουλοπρεπής
δουλοπρεπώς	adv|formal	με δουλοπρέπεια
δουλοσυνών	=	δουλοσύνη
δουλοσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοσύνη
δουλοσύνη	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός δούλου
δουλοσύνης	=	δουλοσύνη
δουλοφροσυνών	=	δουλοφροσύνη
δουλοφροσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλοφροσύνη
δουλοφροσύνη	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός δουλόφρονα
δουλοφροσύνης	=	δουλοφροσύνη
δουλοφρόνων	=	δουλόφρων
δουλωθήκαμε	=	δουλώνομαι
δουλωθήκαν	=	δουλώνομαι
δουλωθήκανε	=	δουλώνομαι
δουλωθήκατε	=	δουλώνομαι
δουλωθεί	=	δουλώνομαι
δουλωθείτε	=	δουλώνομαι
δουλωμένος	=	δουλώνομαι
δουλωνόμασταν	=	δουλώνομαι
δουλωνόμαστε	=	δουλώνομαι
δουλωνόμουν	=	δουλώνομαι
δουλωνόμουνα	=	δουλώνομαι
δουλωνόντουσαν	=	δουλώνομαι
δουλωνόσασταν	=	δουλώνομαι
δουλωνόσαστε	=	δουλώνομαι
δουλωνόσουν	=	δουλώνομαι
δουλωνόσουνα	=	δουλώνομαι
δουλωνόταν	=	δουλώνομαι
δουλωνότανε	=	δουλώνομαι
δουλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλωτικό
δουλωτικέ	adj	κλητική ενικού του δουλωτικός
δουλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δουλωτική
δουλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δουλωτικός
δουλωτικής	adj	γενική ενικού του δουλωτική
δουλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δουλωτικός
δουλωτικού	adj	γενική ενικού του δουλωτικός
δουλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δουλωτικός
δουλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του δουλωτικός
δουλωτικός	adj	που υποδουλώνει, που συντελεί στη υποδούλωση
δουλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του δουλωτικός
δουλόπρεπα	adv	δουλοπρεπώς
δουλόφρον	=	δουλόφρων
δουλόφρονα	=	δουλόφρων
δουλόφρονας	adj|formal	άλλη μορφή του δουλόφρων με νεότερες καταλήξεις
δουλόφρονες	=	δουλόφρων
δουλόφρονον	=	δουλόφρονας
δουλόφρονος	=	δουλόφρων
δουλόφρονων	=	δουλόφρονας
δουλόφρων	adj|formal	που εξαρτάται από κάποια εξουσία ή αρχή, που ενεργεί και σκέφτεται σαν να είναι δούλος σε κάποιον ή κάτι
δουλώθηκα	=	δουλώνομαι
δουλώθηκαν	=	δουλώνομαι
δουλώθηκε	=	δουλώνομαι
δουλώθηκες	=	δουλώνομαι
δουλών	=	δούλος
δουλώναμε	=	δουλώνω
δουλώναν	=	δουλώνω
δουλώνανε	=	δουλώνω
δουλώνατε	=	δουλώνω
δουλώνει	=	δουλώνω
δουλώνεις	=	δουλώνω
δουλώνεσαι	=	δουλώνομαι
δουλώνεστε	=	δουλώνομαι
δουλώνεται	=	δουλώνομαι
δουλώνετε	=	δουλώνω
δουλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δουλώνω
δουλώνονται	=	δουλώνομαι
δουλώνονταν	=	δουλώνομαι
δουλώνοντας	=	δουλώνω
δουλώνου	=	δουλώνομαι
δουλώνουμε	=	δουλώνω
δουλώνουν	=	δουλώνω
δουλώνουνε	=	δουλώνω
δουλώνω	verb|formal	άλλη μορφή του υποδουλώνω
δουλώσαμε	=	δουλώνω
δουλώσαν	=	δουλώνω
δουλώσανε	=	δουλώνω
δουλώσατε	=	δουλώνω
δουλώσει	=	δουλώνω
δουλώσου	=	δουλώνομαι
δουλώστε	=	δουλώνω
δουμών	=	δούμα
δουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπω
δουνάβια	=	δουνάβιος
δουνάβιας	=	δουνάβιος
δουνάβιε	=	δουνάβιος
δουνάβιες	=	δουνάβιος
δουνάβιια	=	δουνάβιος
δουνάβιιο	=	δουνάβιος
δουνάβιο	=	δουνάβιος
δουνάβιοι	=	δουνάβιος
δουνάβιος	adj	που έχει σχέση με τον Δούναβη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δουνάβιου	=	δουνάβιος
δουνάβιους	=	δουνάβιος
δουνάβιων	=	δουνάβιος
δουνάκα	adv	σε αυτό το μέρος, εδωνά
δουναβικά	=	δουναβικός
δουναβικέ	=	δουναβικός
δουναβικές	=	δουναβικός
δουναβική	=	δουναβικός
δουναβικής	=	δουναβικός
δουναβικοί	=	δουναβικός
δουναβικού	=	δουναβικός
δουναβικούς	=	δουναβικός
δουναβικό	=	δουναβικός
δουναβικός	adj	άλλη μορφή του δουνάβιος
δουναβικών	=	δουναβικός
δουρβάνι	noun|dated	δοχείο, εντός του οποίου χτυπούμε το γάλα (με κάποιο εργαλείο που επίσης ονομάζεται δουρβάνι), προκείμενου να εξάγουμε το βούτυρο
δουρβάνια	=	δουρβάνι
δουρβανιού	=	δουρβάνι
δουρβανιών	=	δουρβάνι
δοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοχείο
δοχείο	noun	κοίλο σκεύος που χρησιμεύει στη φύλαξη διαφόρων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων
δοχείου	noun	γενική ενικού του δοχείο
δοχείων	noun	γενική πληθυντικού του δοχείο
δοχειάρη	=	δοχειάρης
δοχειάρηδες	=	δοχειάρης
δοχειάρηδων	=	δοχειάρης
δοχειάρης	noun|dated	ο υπεύθυνος (μοναχός) για το δοχείο, για την αποθήκη
δούκα	=	δούκας
δούκαινα	=	δούκας
δούκας	noun	τίτλος ευγενείας της Δυτικής Ευρώπης
δούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δούκας
δούκισσα	noun	θηλυκό του δούκας
δούκισσας	noun	γενική ενικού του δούκισσα
δούκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δούκισσα
δούλα	noun	γυναίκα με την ιδιότητα του δούλου, σκλάβα
δούλας	noun	γενική ενικού του δούλα
δούλε	noun	κλητική ενικού του δούλος
δούλεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του δουλεύω
δούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δούλα
δούλευα	=	δουλεύω
δούλευαν	=	δουλεύω
δούλευε	=	δουλεύω
δούλευες	=	δουλεύω
δούλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δούλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δούλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δούλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
δούλεψη	noun	το να εργάζεται κάποιος για λογαριασμού άλλου, να είναι υπάλληλός, εργάτης, υπηρέτης του
δούλεψης	=	δούλεψη
δούλη	=	δούλος
δούλης	=	δούλος
δούλο	noun	αιτιατική ενικού του δούλος
δούλοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δούλος
δούλος	noun	αυτός που έχει χάσει την ελευθερία και πολλά από τα δικαιώματα και βρίσκεται στην ιδιοκτησία κάποιου
δούλου	noun	γενική ενικού του δούλος
δούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δούλος
δούλων	noun	γενική πληθυντικού του δούλος
δούλωνα	=	δουλώνω
δούλωναν	=	δουλώνω
δούλωνε	=	δουλώνω
δούλωνες	=	δουλώνω
δούλωσα	=	δουλώνω
δούλωσαν	=	δουλώνω
δούλωσε	=	δουλώνω
δούλωσες	=	δουλώνω
δούμα	noun	νομοθετικό σώμα της Ρωσίας, με ιστορική συνέχεια από συμβουλευτικές συνελεύσεις της τσαρικής περιόδου έως τη σύγχρονη κάτω Βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου, με αρμοδιότητα τη συζήτηση και ψήφιση νόμων
δούμας	=	δούμα
δούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπω
δούμες	=	δούμα
δούναι	noun	το να δίνει κάποιος κάτι σε κάποιον άλλον· στην έκφραση δούναι και λαβείν (δοσοληψία)
δούνε	=	βλέπω
δούρειεια	=	δούρειος
δούρειειο	=	δούρειος
δούρειος	adj	ξύλινος· η λέξη χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση "δούρειος ίππος"
δπαβ	abbrev	διεθνής πρότυπος αριθμός βιβλίου
δπμς	abbrev	πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών το οποίο οργανώνεται από δύο ή περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα
δπυ	abbrev	φορολογικό παραστατικό με το οποίο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πιστοποιεί την παροχή υπηρεσίας και τη σχετική αμοιβή της, για σκοπούς λογιστικής και φορολογικής καταγραφής
δπχα	abbrev	διεθνή λογιστικά πρότυπα που αποσκοπούν στην εναρμόνιση και αποσαφήνιση των οικονομικών καταστάσεων εταιρειών.
δπχπ	abbrev	συνώνυμο του ΔΠΧΑ
δρ	=	δραχμή
δράγα	noun	η βυθοκόρος
δράγας	noun	γενική ενικού του δράγα
δράγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράγα
δράγμα	noun	ό,τι πιάνεται με το ένα χέρι (ή και τα δύο χέρια)
δράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράγμα
δράγματος	noun	γενική ενικού του δράγμα
δράκα	noun	ότι χωράει στην χούφτα ενός ανθρώπου, πολύ μικρή ποσότητα
δράκαινα	noun	θηλυκό του δράκος
δράκαινας	noun	γενική ενικού του δράκαινα
δράκαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράκαινα
δράκας	noun	γενική ενικού του δράκα
δράκε	noun	κλητική ενικού του δράκος
δράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράκα
δράκισσα	noun	θηλυκός δράκος, δράκαινα
δράκισσας	noun	γενική ενικού του δράκισσα
δράκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράκισσα
δράκο	noun	αιτιατική ενικού του δράκος
δράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δράκος
δράκον	noun	κλητική ενικού του δράκων
δράκοντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δράκοντας
δράκοντας	noun	άλλη μορφή του δράκος
δράκοντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράκοντας
δράκοντι	noun	δοτική ενικού του δράκων
δράκοντος	noun	γενική ενικού του δράκων
δράκος	noun	φανταστικό τέρας με υπερφυσικές ιδιότητες
δράκου	noun	γενική ενικού του δράκος
δράκουλα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δράκουλας
δράκουλας	noun	καθιερωμένη, από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, μορφή βρικόλακα, με μαύρη κάπα και δόντια που προεξέχουν
δράκουλες	=	δράκουλας
δράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δράκος
δράκουσι	noun	δοτική πληθυντικού του δράκων
δράκουσιν	noun	δοτική πληθυντικού του δράκων
δράκων	noun	ο δράκοντας
δράμα	noun	ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα
δράμας	=	δράμα
δράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράμα
δράματος	noun	γενική ενικού του δράμα
δράμι	noun	μονάδα βάρους, το 1/400 της οκάς
δράμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράμι
δράμω	=	τρέχω
δράνα	noun|vulgar	πέργκολα, μέρος που έχει κληματαριά
δράνας	noun	γενική ενικού του δράνα
δράνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράνα
δράπανα	=	δράπανο
δράπανο	noun	είδος φορητού εργαλείου περιστροφικής μηχανικής κίνησης, στο οποίο προσαρμόζoνται διάφορα εξαρτήματα, όπως τρυπάνια για το τρύπημα υλικών, δίσκοι κοπής ή λείανσης, σβούρες κ.λπ. (μπορεί να είναι χειροκίνητο ή ηλεκτροκίνητο)
δράπανου	=	δράπανο
δράπανων	=	δράπανο
δράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρω
δράσαν	=	δρω
δράσανε	=	δρω
δράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρω
δράσε	=	δρω
δράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δρω
δράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράση
δράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρω
δράσεων	noun	γενική πληθυντικού του δράση
δράσεως	noun|formal	γενική ενικού του δράση
δράση	noun	η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό
δράσης	noun	γενική ενικού του δράση
δράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρω
δράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρω
δράσουνε	=	δρω
δράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δρω
δράστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράστης
δράστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δράστης
δράστης	noun	αυτός που διέπραξε μια παράνομη ενέργεια ή (γενικότερα) κάποια ενέργεια
δράστι	=	δράστης
δράστιδα	noun	θηλυκό του δράστης
δράστιδας	=	δράστιδα
δράστιδες	=	δράστιδα
δράστιδος	=	δράστης
δράστιδων	=	δράστιδα
δράστις	=	δράστης
δράστρια	noun	θηλυκό του δράστης
δράστριας	noun	γενική ενικού του δράστρια
δράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δράστρια
δράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρω
δράτε	=	δρω
δράττομαι	verb|archaic	αρπάζω, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι
δράχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δράχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δράχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δράχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δράχνω	verb|archaic	αρπάζω, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι
δρέπαμε	=	δρέπω
δρέπαν	=	δρέπω
δρέπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρέπανο
δρέπανε	=	δρέπω
δρέπανο	noun	το δρεπάνι
δρέπανου	=	δρέπανο
δρέπατε	=	δρέπω
δρέπε	=	δρέπω
δρέπει	=	δρέπω
δρέπεις	=	δρέπω
δρέπετε	=	δρέπω
δρέπομε	=	δρέπω
δρέποντας	=	δρέπω
δρέπουμε	=	δρέπω
δρέπουν	=	δρέπω
δρέπουνε	=	δρέπω
δρέπω	verb	θερίζω, κόβω
δρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψαν	=	δρέπω
δρέψανε	=	δρέπω
δρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψε	=	δρέπω
δρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψομε	=	δρέπω
δρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψουνε	=	δρέπω
δρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρέπω
δρίματα	noun	άλλη μορφή του δρίμες
δρίμες	noun	οι τρεις πρώτες μέρες των μηνών Μαρτίου, Μαΐου και Αυγούστου (καθώς και άλλες μέρες, σύμφωνα με τις κατά τόπους παραδόσεις), οι οποίες θεωρούνται γρουσούζικες και αποφράδες
δρα	=	δρω
δραγάνα	noun	ονομασία θαλάσσιου σκάφος
δραγάνας	noun	γενική ενικού του δραγάνα
δραγάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραγάνα
δραγάτη	=	δραγάτης
δραγάτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραγάτης
δραγάτηδων	=	δραγάτης
δραγάτης	noun	αγροφύλακας
δραγάτισσα	noun|dated	θηλυκό του δραγάτης
δραγάτισσας	noun	γενική ενικού του δραγάτισσα
δραγάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραγάτισσα
δραγανών	noun	γενική πληθυντικού του δραγάνα
δραγατισσών	noun	γενική πληθυντικού του δραγάτισσα
δραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δράγμα
δραγομάνε	=	δραγομάνος
δραγομάνο	=	δραγομάνος
δραγομάνοι	=	δραγομάνος
δραγομάνος	noun|dated	άλλη μορφή του δραγουμάνος
δραγομάνου	=	δραγομάνος
δραγομάνους	=	δραγομάνος
δραγομάνων	=	δραγομάνος
δραγουμάνε	noun	κλητική ενικού του δραγουμάνος
δραγουμάνο	noun	αιτιατική ενικού του δραγουμάνος
δραγουμάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραγουμάνος
δραγουμάνος	noun|dated	ο διερμηνέας, ο μεταφραστής
δραγουμάνου	noun	γενική ενικού του δραγουμάνος
δραγουμάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δραγουμάνος
δραγουμάνων	noun	γενική πληθυντικού του δραγουμάνος
δραγόνε	noun	κλητική ενικού του δραγόνος
δραγόνο	noun	αιτιατική ενικού του δραγόνος
δραγόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραγόνος
δραγόνος	noun	στρατιώτης του ιππικού
δραγόνου	noun	γενική ενικού του δραγόνος
δραγόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δραγόνος
δραγόνων	noun	γενική πληθυντικού του δραγόνος
δραγών	noun	γενική πληθυντικού του δράγα
δρακάκι	noun	υποκοριστικό του δράκος
δρακάκια	=	δρακάκι
δρακαινών	noun	γενική πληθυντικού του δράκαινα
δρακισσών	noun	γενική πληθυντικού του δράκισσα
δρακοκτονία	noun	ο φόνος ενός δράκου
δρακοκτονίας	=	δρακοκτονία
δρακοκτονίες	=	δρακοκτονία
δρακοκτονιών	=	δρακοκτονία
δρακοκτόνε	=	δρακοκτόνος
δρακοκτόνο	=	δρακοκτόνος
δρακοκτόνοι	=	δρακοκτόνος
δρακοκτόνος	noun	αυτός που πραγματοποιεί δρακοκτονία
δρακοκτόνου	=	δρακοκτόνος
δρακοκτόνους	=	δρακοκτόνος
δρακοκτόνων	=	δρακοκτόνος
δρακολίμνες	=	δρακολίμνη
δρακολίμνη	noun	λίμνη που σχηματίζεται σε ορεινές κοιλότητες, με υψόμετρο περίπου 2000 μέτρα, από το λιώσιμο χιονιού.
δρακολίμνης	=	δρακολίμνη
δρακολιμνών	=	δρακολίμνη
δρακοντιά	noun	φιδόχορτο
δρακοντιάς	=	δρακοντιά
δρακοντιές	=	δρακοντιά
δρακοντισσών	noun	γενική πληθυντικού του δρακόντισσα
δρακοντιών	=	δρακοντιά
δρακουλίστικα	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικε	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικες	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικη	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικης	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικο	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικοι	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικος	adj	που έχει σχέση με δράκουλα ή αναφέρεται σʼ αυτόν
δρακουλίστικου	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικους	=	δρακουλίστικος
δρακουλίστικων	=	δρακουλίστικος
δρακουλιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δρακουλιάρης
δρακουλιάρης	noun|rare	που έχει εμφάνιση / χαρακτηριστικά δράκουλα ή που είναι δράκουλας
δρακουλιάρικα	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικε	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικες	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικη	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικης	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικο	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικοι	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικος	adj	που έχει σχέση με δρακουλιάρη ή αναφέρεται σʼ αυτόν
δρακουλιάρικου	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικους	=	δρακουλιάρικος
δρακουλιάρικων	=	δρακουλιάρικος
δρακουλών	=	δράκουλας
δρακόμυγα	noun|literary	η λιβελούλα
δρακόντεια	=	δρακόντειος
δρακόντειας	=	δρακόντειος
δρακόντειε	=	δρακόντειος
δρακόντειες	=	δρακόντειος
δρακόντειο	=	δρακόντειος
δρακόντειοι	=	δρακόντειος
δρακόντειος	adj	που έχει σχέση με δράκο / δράκοντα, ανήκει, αναφέρεται σ' αυτόν, προέρχεται απ' αυτόν ή του μοιάζει
δρακόντειου	=	δρακόντειος
δρακόντειους	=	δρακόντειος
δρακόντειων	=	δρακόντειος
δρακόντισσα	noun	δράκοντας
δρακόντισσας	noun	γενική ενικού του δρακόντισσα
δρακόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρακόντισσα
δρακόντων	noun	γενική πληθυντικού του δράκοντας
δραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δράμα
δραμαμίνες	=	δραμαμίνη
δραμαμίνη	noun	φαρμακευτική ουσία κατά της ναυτίας
δραμαμίνης	noun	γενική ενικού του δραμαμίνη
δραμαμινών	=	δραμαμίνη
δραματικά	adv	με δραματικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματικό
δραματικέ	adj	κλητική ενικού του δραματικός
δραματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματική
δραματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραματικός
δραματικής	adj	γενική ενικού του δραματική
δραματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραματικός
δραματικοτήτων	=	δραματικότητα
δραματικού	adj	γενική ενικού του δραματικός
δραματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραματικός
δραματικό	adj	αιτιατική ενικού του δραματικός
δραματικός	adj	ο σχετικός με δράμα
δραματικότατα	=	δραματικός
δραματικότατε	=	δραματικός
δραματικότατες	=	δραματικός
δραματικότατη	=	δραματικός
δραματικότατης	=	δραματικός
δραματικότατο	=	δραματικός
δραματικότατοι	=	δραματικός
δραματικότατος	=	δραματικός
δραματικότατου	=	δραματικός
δραματικότατους	=	δραματικός
δραματικότατων	=	δραματικός
δραματικότερα	=	δραματικός
δραματικότερε	=	δραματικός
δραματικότερες	=	δραματικός
δραματικότερη	=	δραματικός
δραματικότερης	=	δραματικός
δραματικότερο	=	δραματικός
δραματικότεροι	=	δραματικός
δραματικότερος	=	δραματικός
δραματικότερου	=	δραματικός
δραματικότερους	=	δραματικός
δραματικότερων	=	δραματικός
δραματικότης	noun	η δραματικότητα
δραματικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι δραματικό(ς)
δραματικότητας	noun	γενική ενικού του δραματικότητα
δραματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματικότητα
δραματικών	adj	γενική πληθυντικού του δραματικός
δραματικώς	adv|dated	δραματικά
δραματογράφε	=	δραματογράφος
δραματογράφο	=	δραματογράφος
δραματογράφοι	=	δραματογράφος
δραματογράφος	noun	ο/η θεατρικός συγγραφέας, αυτός που γράφει δράματα
δραματογράφου	=	δραματογράφος
δραματογράφους	=	δραματογράφος
δραματογράφων	=	δραματογράφος
δραματογραφία	noun|rare	η δραματουργία
δραματογραφίας	noun	γενική ενικού του δραματογραφία
δραματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματογραφία
δραματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του δραματογραφία
δραματοθεραπεία	noun	ψυχοθεραπευτική πρακτική που αξιοποιεί τη θεατρική δράση και το συμβολικό παιχνίδι ρόλων ως ασφαλές πλαίσιο έκφρασης, διερεύνησης και αναδόμησης βιωμάτων, με στόχο την ψυχική ενδυνάμωση και τη βελτίωση της λειτουργικότητας του ατόμου ή της ομάδας
δραματοθεραπείας	=	δραματοθεραπεία
δραματοθεραπείες	=	δραματοθεραπεία
δραματοθεραπειών	=	δραματοθεραπεία
δραματοθεραπευτής	noun	επαγγελματίας ψυχικής υγείας με εξειδίκευση στη δραματοθεραπεία, που σχεδιάζει και εφαρμόζει θεραπευτικές παρεμβάσεις βασισμένες στη θεατρική πράξη και στους ρόλους, προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες ατόμων ή ομάδων
δραματοθεραπευτριών	=	δραματοθεραπεύτρια
δραματοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του δραματοθεραπευτής
δραματοθεραπεύτριας	=	δραματοθεραπεύτρια
δραματοθεραπεύτριες	=	δραματοθεραπεύτρια
δραματολογία	noun	η επιστημονική μελέτη των δραματικών έργων και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα
δραματολογίας	noun	γενική ενικού του δραματολογία
δραματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματολογία
δραματολογίου	noun	γενική ενικού του δραματολόγιο
δραματολογίων	noun	γενική πληθυντικού του δραματολόγιο
δραματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματολογικό	adv	από δραματολογική άποψη· από τη σκοπιά της δραματολογίας
δραματολογικέ	adj	κλητική ενικού του δραματολογικός
δραματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματολογική
δραματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραματολογικός
δραματολογικής	adj	γενική ενικού του δραματολογική
δραματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραματολογικός
δραματολογικού	adj	γενική ενικού του δραματολογικός
δραματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραματολογικός
δραματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του δραματολογικός
δραματολογικός	adj	σχετικός με τη δραματολογία ή τους δραματολόγους
δραματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του δραματολογικός
δραματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του δραματολογία
δραματολόγε	=	δραματολόγος
δραματολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματολόγιο
δραματολόγιο	noun	σύνολο δραματικών έργων που ανεβάστηκαν από ένα θίασο
δραματολόγιον	noun	το δραματολόγιο
δραματολόγιου	=	δραματολόγιο
δραματολόγιων	=	δραματολόγιο
δραματολόγο	=	δραματολόγος
δραματολόγοι	=	δραματολόγος
δραματολόγος	noun	άτομο που ασχολείται με τη δραματολογία
δραματολόγου	=	δραματολόγος
δραματολόγους	=	δραματολόγος
δραματολόγων	=	δραματολόγος
δραματοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποίηση	noun	η διασκευή ενός κειμένου σε δραματικό έργο
δραματοποίησης	=	δραματοποίηση
δραματοποίησις	noun	δραματοποίηση
δραματοποιήθηκα	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιήθηκαν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιήθηκε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιήθηκες	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματοποίηση
δραματοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήσεων	=	δραματοποίηση
δραματοποιήσεως	=	δραματοποίηση
δραματοποιήσου	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραματοποιώ
δραματοποιία	noun	το σύνολο των δραματικών έργων / η δραματουργία
δραματοποιίας	noun	γενική ενικού του δραματοποιία
δραματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματοποιία
δραματοποιείσαι	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιείστε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιείται	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιηθήκαμε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιηθήκαν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιηθήκανε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιηθήκατε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιηθεί	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιηθείτε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματοποιημένο
δραματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του δραματοποιημένος
δραματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματοποιημένη
δραματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραματοποιημένος
δραματοποιημένης	verb	γενική ενικού του δραματοποιημένη
δραματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δραματοποιημένος
δραματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραματοποιημένος
δραματοποιημένος	verb	που έχει λάβει τη μορφή δραματικού έργου, που παριστάνεται από ηθοποιούς
δραματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραματοποιημένος
δραματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δραματοποιημένος
δραματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δραματοποιημένος
δραματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του δραματοποιία
δραματοποιούμαι	verb	με παρουσιάζουν με πιο δραματικές διαστάσεις από τις αντικειμενικές, με θεωρούν πιο τραγικό ή δραματικό απ΄ όσο είμαι
δραματοποιούμασταν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούμαστε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούμουν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούνται	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούνταν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούσασταν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούσαστε	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιούσουν	=	δραματοποιούμαι
δραματοποιώ	verb	δίνω δραματική (θεατρική) μορφή σε ένα κείμενο
δραματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δραματοποιώ
δραματουργέ	noun	κλητική ενικού του δραματουργός
δραματουργία	noun	η δημιουργία δραματικών έργων
δραματουργίας	noun	γενική ενικού του δραματουργία
δραματουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματουργία
δραματουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματουργικό
δραματουργικέ	adj	κλητική ενικού του δραματουργικός
δραματουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραματουργική
δραματουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραματουργικός
δραματουργικής	adj	γενική ενικού του δραματουργική
δραματουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραματουργικός
δραματουργικού	adj	γενική ενικού του δραματουργικός
δραματουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραματουργικός
δραματουργικό	adj	αιτιατική ενικού του δραματουργικός
δραματουργικός	adj	σχετικός με τη δραματουργία και τον δραματουργό
δραματουργικών	adj	γενική πληθυντικού του δραματουργικός
δραματουργιών	noun	γενική πληθυντικού του δραματουργία
δραματουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραματουργός
δραματουργού	noun	γενική ενικού του δραματουργός
δραματουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δραματουργός
δραματουργό	noun	αιτιατική ενικού του δραματουργός
δραματουργός	noun	ο δημιουργός ενός δράματος, ο θεατρικός συγγραφέας
δραματουργών	noun	γενική πληθυντικού του δραματουργός
δραμεντί	noun	ελαφρό θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό είδος με δραματικά στοιχεία αλλά και ορισμένα κωμικά / εύθυμα
δραμινά	=	δραμινός
δραμινέ	=	δραμινός
δραμινές	=	δραμινός
δραμινή	=	δραμινός
δραμινής	=	δραμινός
δραμινοί	=	δραμινός
δραμινού	=	δραμινός
δραμινούς	=	δραμινός
δραμινό	=	δραμινός
δραμινός	adj	που έχει σχέση με τη Δράμα ή τους Δραμινούς ή αναφέρεται σʼ αυτά
δραμινών	=	δραμινός
δραμιού	=	δράμι
δραμιών	=	δράμι
δρανών	noun	γενική πληθυντικού του δράνα
δραπάνου	=	δράπανο
δραπάνων	=	δράπανο
δραπέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραπέτης
δραπέτευα	=	δραπετεύω
δραπέτευαν	=	δραπετεύω
δραπέτευε	=	δραπετεύω
δραπέτευες	=	δραπετεύω
δραπέτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπέτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπέτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπέτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπέτευση	noun	η ενέργεια του δραπετεύω
δραπέτευσης	=	δραπέτευση
δραπέτη	=	δραπέτης
δραπέτης	noun	αυτός που καταφέρνει να φύγει από έναν κλειστό φρουρούμενο χώρο, μέσα στον οποίο είναι περιορισμένος· αυτός που καταφέρνει να δραπετεύσει, να αποδράσει από φυλακή, στρατόπεδο συγκέντρωσης
δραπέτις	noun	θηλυκό του δραπέτης
δραπέτισσα	noun	δραπέτης
δραπέτισσας	noun	γενική ενικού του δραπέτισσα
δραπέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραπέτισσα
δραπανοκατσάβιδα	=	δραπανοκατσάβιδο
δραπανοκατσάβιδο	noun	δράπανο (τρυπάνι) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά και ως κατσαβίδι (αναφέρεται σε ηλεκτρικά εργαλεία)
δραπανοκατσάβιδου	=	δραπανοκατσάβιδο
δραπανοκατσάβιδων	=	δραπανοκατσάβιδο
δραπανών	=	δράπανο
δραπετεύαμε	=	δραπετεύω
δραπετεύαν	=	δραπετεύω
δραπετεύανε	=	δραπετεύω
δραπετεύατε	=	δραπετεύω
δραπετεύει	=	δραπετεύω
δραπετεύεις	=	δραπετεύω
δραπετεύετε	=	δραπετεύω
δραπετεύομε	=	δραπετεύω
δραπετεύοντας	=	δραπετεύω
δραπετεύουμε	=	δραπετεύω
δραπετεύουν	=	δραπετεύω
δραπετεύουνε	=	δραπετεύω
δραπετεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσαν	=	δραπετεύω
δραπετεύσανε	=	δραπετεύω
δραπετεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραπέτευση
δραπετεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσεων	=	δραπέτευση
δραπετεύσεως	=	δραπέτευση
δραπετεύσομε	=	δραπετεύω
δραπετεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσουνε	=	δραπετεύω
δραπετεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραπετεύω
δραπετεύω	verb	φεύγω κρυφά από έναν κλειστό φυλασσόμενο χώρο (φυλακή, στρατόπεδο κλπ)
δραπετισσών	noun	γενική πληθυντικού του δραπέτισσα
δραπετομανία	noun|dated	υποτιθέμενη πνευματική διαταραχή που έπασχαν οι σκλάβοι των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία καταλαμβάνονταν από ακατάσχετη επιθυμία να δραπετεύσουν από τα αφεντικά τους
δραπετομανίας	noun	γενική ενικού του δραπετομανία
δραπετομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραπετομανία
δραπετομανιών	noun	γενική πληθυντικού του δραπετομανία
δραπετσωνίτικα	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικε	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικες	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικη	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικης	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικο	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικοι	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικος	adj	ο σχετικός με τη Δραπετσώνα ή τους κατοίκους της
δραπετσωνίτικου	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικους	=	δραπετσωνίτικος
δραπετσωνίτικων	=	δραπετσωνίτικος
δραπετών	=	δραπέτης
δρας	=	δρω
δρασκέλα	=	δρασκελώ
δρασκέλαγε	=	δρασκελώ
δρασκέλησα	=	δρασκελώ
δρασκέλησαν	=	δρασκελώ
δρασκέλησε	=	δρασκελώ
δρασκέλησες	=	δρασκελώ
δρασκέλιζα	=	δρασκελίζω
δρασκέλιζαν	=	δρασκελίζω
δρασκέλιζε	=	δρασκελίζω
δρασκέλιζες	=	δρασκελίζω
δρασκέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκέλισμα	noun	ο δρασκελισμός
δρασκελά	=	δρασκελώ
δρασκελάει	=	δρασκελώ
δρασκελάμε	=	δρασκελώ
δρασκελάν	=	δρασκελώ
δρασκελάνε	=	δρασκελώ
δρασκελάς	=	δρασκελώ
δρασκελάτε	=	δρασκελώ
δρασκελάω	=	δρασκελώ
δρασκελήσαμε	=	δρασκελώ
δρασκελήσαν	=	δρασκελώ
δρασκελήσανε	=	δρασκελώ
δρασκελήσατε	=	δρασκελώ
δρασκελήσει	=	δρασκελώ
δρασκελήστε	=	δρασκελώ
δρασκελίζαμε	=	δρασκελίζω
δρασκελίζαν	=	δρασκελίζω
δρασκελίζανε	=	δρασκελίζω
δρασκελίζατε	=	δρασκελίζω
δρασκελίζει	=	δρασκελίζω
δρασκελίζεις	=	δρασκελίζω
δρασκελίζετε	=	δρασκελίζω
δρασκελίζοντας	=	δρασκελίζω
δρασκελίζουμε	=	δρασκελίζω
δρασκελίζουν	=	δρασκελίζω
δρασκελίζουνε	=	δρασκελίζω
δρασκελίζω	verb	κάνω ένα μεγάλο βήμα (δρασκελιά) με τα πόδια μου όσο γίνεται πιο ανοιχτά ή πηδώ και περνώ πάνω από ένα εμπόδιο ή κενό
δρασκελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσαν	=	δρασκελίζω
δρασκελίσανε	=	δρασκελίζω
δρασκελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρασκέλισμα
δρασκελίσματος	noun	γενική ενικού του δρασκέλισμα
δρασκελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρασκελίζω
δρασκελιά	noun	το μέγιστο άνοιγμα των ποδιών, το βήμα που κάνει κάποιος ανοίγοντας πολύ τα πόδια του
δρασκελιάς	noun	γενική ενικού του δρασκελιά
δρασκελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρασκελιά
δρασκελισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δρασκέλισμα
δρασκελισμέ	noun	κλητική ενικού του δρασκελισμός
δρασκελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρασκελισμός
δρασκελισμού	noun	γενική ενικού του δρασκελισμός
δρασκελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δρασκελισμός
δρασκελισμό	noun	αιτιατική ενικού του δρασκελισμός
δρασκελισμός	noun	το πήδημα πάνω από κάποιο εμπόδιο (π.χ. φράχτη) με ανοιχτά τα σκέλια
δρασκελισμών	noun	γενική πληθυντικού του δρασκελισμός
δρασκελιών	=	δρασκελιά
δρασκελούμε	=	δρασκελώ
δρασκελούν	=	δρασκελώ
δρασκελούνε	=	δρασκελώ
δρασκελούσα	=	δρασκελώ
δρασκελούσαμε	=	δρασκελώ
δρασκελούσαν	=	δρασκελώ
δρασκελούσανε	=	δρασκελώ
δρασκελούσατε	=	δρασκελώ
δρασκελούσε	=	δρασκελώ
δρασκελούσες	=	δρασκελώ
δρασκελώ	verb	άλλη μορφή του δρασκελίζω
δρασκελώντας	=	δρασκελώ
δραστήρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραστήριος	adv	κατά δραστήριο τρόπο
δραστήριας	=	δραστήριος
δραστήριε	=	δραστήριος
δραστήριες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστήρια
δραστήριο	=	δραστήριος
δραστήριοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραστήριος
δραστήριος	adj	που συνηθίζει να δρα, που χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα και παίρνει πρωτοβουλίες
δραστήριου	=	δραστήριος
δραστήριους	=	δραστήριος
δραστήριων	=	δραστήριος
δραστίδων	=	δράστης
δραστηρίως	adv|dated	δραστήρια
δραστηριοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δραστηριοποιώ / δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποίησης	noun	γενική ενικού του δραστηριοποίηση
δραστηριοποίησις	noun	η δραστηριοποίηση
δραστηριοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσαν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσανε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστηριοποίηση
δραστηριοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δραστηριοποίηση
δραστηριοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δραστηριοποίηση
δραστηριοποιήσου	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσουνε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοποιεί	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιείς	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιείσαι	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιείστε	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιείτε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιείτο	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθήκαν	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθήκανε	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιηθούνε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστηριοποιημένο
δραστηριοποιημένε	verb	κλητική ενικού του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστηριοποιημένη
δραστηριοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιημένης	verb	γενική ενικού του δραστηριοποιημένη
δραστηριοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιημένος	verb	που αναπτύσσει δραστηριότητα σε έναν τομέα
δραστηριοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δραστηριοποιημένος
δραστηριοποιούμαι	verb	αποκτώ δραστηριότητα, ενέργεια, παίρνω πρωτοβουλία μετά από μια περίοδο ύφεσης
δραστηριοποιούμασταν	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούμαστε	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούμε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούμενος	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούμουν	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούμουνα	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούνε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούνταν	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούντο	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσα	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσαμε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσαν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσανε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσασταν	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούσαστε	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούσατε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσες	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιούσουν	=	δραστηριοποιούμαι
δραστηριοποιούσουνα	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόμασταν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόμαστε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόμουν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόμουνα	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόνταν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόντανε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόντουσαν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόσασταν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόσαστε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόσουν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόσουνα	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιόταν	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιότανε	=	δραστηριοποιώ
δραστηριοποιώ	verb	προτρέπω κάποιον να ενεργήσει δραστήρια
δραστηριοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δραστηριοποιώ
δραστηριοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του δραστηριότητα
δραστηριότητα	noun	το να είναι κάποιος δραστήριος, η ιδιότητα του δραστήριου
δραστηριότητας	noun	γενική ενικού του δραστηριότητα
δραστηριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστηριότητα
δραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστικό	adv	με δραστικό τρόπο
δραστικέ	adj	κλητική ενικού του δραστικός
δραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστική
δραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραστικός
δραστικής	adj	γενική ενικού του δραστική
δραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραστικός
δραστικοποιητές	=	δραστικοποιητής
δραστικοποιητή	=	δραστικοποιητής
δραστικοποιητής	noun	αυτός που δραστικοποιεί
δραστικοποιητών	=	δραστικοποιητής
δραστικοτήτων	=	δραστικότητα
δραστικού	adj	γενική ενικού του δραστικός
δραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραστικός
δραστικό	adj	αιτιατική ενικού του δραστικός
δραστικός	adj	που αναπτύσσει δράση ώστε να φέρει άμεσα αποτελέσματα
δραστικότερα	=	δραστικός
δραστικότερε	=	δραστικός
δραστικότερες	=	δραστικός
δραστικότερη	=	δραστικός
δραστικότερης	=	δραστικός
δραστικότερο	=	δραστικός
δραστικότεροι	=	δραστικός
δραστικότερος	=	δραστικός
δραστικότερου	=	δραστικός
δραστικότερους	=	δραστικός
δραστικότερων	=	δραστικός
δραστικότης	noun	η δραστικότητα, η άμεση επίδραση
δραστικότητα	noun	το να έχει κάποια διαδικασία, επιλογή ή ενέργεια αποτέλεσμα
δραστικότητας	noun	γενική ενικού του δραστικότητα
δραστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραστικότητα
δραστικών	adj	γενική πληθυντικού του δραστικός
δραστριών	noun	γενική πληθυντικού του δράστρια
δραστών	=	δράστης
δραχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δράττομαι
δραχμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμή
δραχμή	noun	ένα από τα νομίσματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου ισοδύναμο με έξι οβολούς
δραχμής	=	δραχμή
δραχμίστρια	noun	θηλυκό του δραχμιστής
δραχμίστριας	=	δραχμίστρια
δραχμίστριες	=	δραχμίστρια
δραχμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμικό
δραχμικέ	adj	κλητική ενικού του δραχμικός
δραχμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμική
δραχμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραχμικός
δραχμικής	adj	γενική ενικού του δραχμική
δραχμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραχμικός
δραχμικού	adj	γενική ενικού του δραχμικός
δραχμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραχμικός
δραχμικό	adj	αιτιατική ενικού του δραχμικός
δραχμικός	adj	σχετικός με την νομισματική τιμή της δραχμής
δραχμικών	adj	γενική πληθυντικού του δραχμικός
δραχμιστές	=	δραχμιστής
δραχμιστή	=	δραχμιστής
δραχμιστής	noun	πρόσωπο που υποστηρίζει, ιδεολογικά ή πολιτικά, την εγκατάλειψη του ευρώ και την επαναφορά της δραχμής ως εθνικού νομίσματος
δραχμιστριών	=	δραχμίστρια
δραχμιστών	=	δραχμιστής
δραχμοβίωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοβίωτο
δραχμοβίωτε	adj	κλητική ενικού του δραχμοβίωτος
δραχμοβίωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοβίωτη
δραχμοβίωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραχμοβίωτος
δραχμοβίωτης	adj	γενική ενικού του δραχμοβίωτη
δραχμοβίωτο	adj	αιτιατική ενικού του δραχμοβίωτος
δραχμοβίωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραχμοβίωτος
δραχμοβίωτος	adj|dated	ο δραχμοσυντήρητος
δραχμοβίωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραχμοβίωτος
δραχμοβίωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραχμοβίωτος
δραχμοβίωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δραχμοβίωτος
δραχμοδίαιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοδίαιτο
δραχμοδίαιτε	adj	κλητική ενικού του δραχμοδίαιτος
δραχμοδίαιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοδίαιτη
δραχμοδίαιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραχμοδίαιτος
δραχμοδίαιτης	adj	γενική ενικού του δραχμοδίαιτη
δραχμοδίαιτο	adj	αιτιατική ενικού του δραχμοδίαιτος
δραχμοδίαιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραχμοδίαιτος
δραχμοδίαιτος	adj|dated	που ζει με πενιχρά οικονομικά μέσα
δραχμοδίαιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραχμοδίαιτος
δραχμοδίαιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραχμοδίαιτος
δραχμοδίαιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δραχμοδίαιτος
δραχμολάγνε	=	δραχμολάγνος
δραχμολάγνο	=	δραχμολάγνος
δραχμολάγνοι	=	δραχμολάγνος
δραχμολάγνος	noun	αυτός που υποστηρίζει με πάθος τη χρήση της δραχμής ως νομίσματος
δραχμολάγνου	=	δραχμολάγνος
δραχμολάγνους	=	δραχμολάγνος
δραχμολάγνων	=	δραχμολάγνος
δραχμολαγνικά	adv	με δραχμολαγνικό τρόπο
δραχμολαγνικέ	adj	κλητική ενικού του δραχμολαγνικός
δραχμολαγνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμολαγνική
δραχμολαγνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραχμολαγνικός
δραχμολαγνικής	adj	γενική ενικού του δραχμολαγνική
δραχμολαγνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραχμολαγνικός
δραχμολαγνικού	adj	γενική ενικού του δραχμολαγνικός
δραχμολαγνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραχμολαγνικός
δραχμολαγνικό	adj	αιτιατική ενικού του δραχμολαγνικός
δραχμολαγνικός	adj	που έχει σχέση με τον δραχμολάγνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δραχμολαγνικών	adj	γενική πληθυντικού του δραχμολαγνικός
δραχμοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποίηση	noun	η μετατροπή ποσού από άλλο νόμισμα σε δραχμές
δραχμοποίησης	=	δραχμοποίηση
δραχμοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοποίηση
δραχμοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήσεων	=	δραχμοποίηση
δραχμοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοποιημένο
δραχμοποιημένε	verb	κλητική ενικού του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοποιημένη
δραχμοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένης	verb	γενική ενικού του δραχμοποιημένη
δραχμοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένος	verb	που έχει μετατραπεί σε δραχμές
δραχμοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δραχμοποιημένος
δραχμοποιώ	verb	μετατρέπω σε δραχμές ξένο νόμισμα, επιταγή, μετοχή, ομόλογο κ.λπ.
δραχμοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δραχμοποιώ
δραχμοσυντήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοσυντήρητο
δραχμοσυντήρητε	adj	κλητική ενικού του δραχμοσυντήρητος
δραχμοσυντήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοσυντήρητη
δραχμοσυντήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δραχμοσυντήρητος
δραχμοσυντήρητης	adj	γενική ενικού του δραχμοσυντήρητη
δραχμοσυντήρητο	adj	αιτιατική ενικού του δραχμοσυντήρητος
δραχμοσυντήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δραχμοσυντήρητος
δραχμοσυντήρητος	adj|dated	που πρέπει να συντηρηθεί με ένα πολύ μικρό εισόδημα (που μετριέται με νόμισμα τη δραχμή)
δραχμοσυντήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραχμοσυντήρητος
δραχμοσυντήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δραχμοσυντήρητος
δραχμοσυντήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δραχμοσυντήρητος
δραχμοφονιά	=	δραχμοφονιάς
δραχμοφονιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δραχμοφονιάς
δραχμοφονιάδων	=	δραχμοφονιάς
δραχμοφονιάς	noun	αυτός που δεν διστάζει να κάνει αναξιοπρεπείς ή ανέντιμες πράξεις για το χρήμα
δραχμούλα	noun	η δραχμή
δραχμούλας	=	δραχμούλα
δραχμούλες	=	δραχμούλα
δραχμών	=	δραχμή
δρεπάνι	noun	αγροτικό εργαλείο για το θερισμό
δρεπάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρεπάνι
δρεπάνιζα	=	δρεπανίζω
δρεπάνιζαν	=	δρεπανίζω
δρεπάνιζε	=	δρεπανίζω
δρεπάνιζες	=	δρεπανίζω
δρεπάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δρεπανίζω
δρεπάνου	noun	γενική ενικού του δρέπανο
δρεπάνων	noun	γενική πληθυντικού του δρέπανο
δρεπανίζαμε	=	δρεπανίζω
δρεπανίζαν	=	δρεπανίζω
δρεπανίζανε	=	δρεπανίζω
δρεπανίζατε	=	δρεπανίζω
δρεπανίζει	=	δρεπανίζω
δρεπανίζεις	=	δρεπανίζω
δρεπανίζετε	=	δρεπανίζω
δρεπανίζοντας	=	δρεπανίζω
δρεπανίζουμε	=	δρεπανίζω
δρεπανίζουν	=	δρεπανίζω
δρεπανίζουνε	=	δρεπανίζω
δρεπανίζω	verb	κόβω με το δρεπάνι
δρεπανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσαν	=	δρεπανίζω
δρεπανίσανε	=	δρεπανίζω
δρεπανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρεπάνισμα
δρεπανίσματος	noun	γενική ενικού του δρεπάνισμα
δρεπανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρεπανίζω
δρεπανηφόρα	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρας	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρε	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρες	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρο	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόροι	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρος	adj	αυτός που φέρει δρεπάνι ή δρεπάνια
δρεπανηφόρου	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρους	=	δρεπανηφόρος
δρεπανηφόρων	=	δρεπανηφόρος
δρεπανιού	=	δρεπάνι
δρεπανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δρεπάνισμα
δρεπανιών	=	δρεπάνι
δρεπανοειδές	=	δρεπανοειδής
δρεπανοειδή	=	δρεπανοειδής
δρεπανοειδής	adj	που μοιάζει με δρεπάνι
δρεπανοειδείς	=	δρεπανοειδής
δρεπανοειδούς	=	δρεπανοειδής
δρεπανοειδών	=	δρεπανοειδής
δρεπανοειδώς	adv	με δρεπανοειδή τρόπο
δρεπανοκυττάρου	=	δρεπανοκύτταρο
δρεπανοκυττάρων	=	δρεπανοκύτταρο
δρεπανοκυττάρωση	noun	σοβαρή αναιμία που προκαλείται από την ανεπάρκεια οξυγόνου στα ερυθρά αιμοσφαίρια (των οποίων το σχήμα μοιάζει με δρεπάνι)
δρεπανοκυττάρωσης	noun	γενική ενικού του δρεπανοκυττάρωση
δρεπανοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρεπανοκυτταρικό
δρεπανοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρεπανοκυτταρική
δρεπανοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του δρεπανοκυτταρική
δρεπανοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρικός	adj	που σχετίζεται με την δρεπανοκυττάρωση
δρεπανοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του δρεπανοκυτταρικός
δρεπανοκυτταρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρεπανοκυττάρωση
δρεπανοκυτταρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δρεπανοκυττάρωση
δρεπανοκυτταρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δρεπανοκυττάρωση
δρεπανοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρεπανοκύτταρο
δρεπανοκύτταρο	noun	παθολογικό ερυθρό αιμοσφαίριο
δρεπανοκύτταρου	=	δρεπανοκύτταρο
δρεπανοκύτταρων	=	δρεπανοκύτταρο
δρεπανοσκαλίδρα	noun	είδος πουλιού
δρεπανοσκαλίδρας	=	δρεπανοσκαλίδρα
δρεπανοσκαλίδρες	=	δρεπανοσκαλίδρα
δρεπανοσκαλιδρών	=	δρεπανοσκαλίδρα
δρεπτά	=	δρεπτός
δρεπτέ	=	δρεπτός
δρεπτές	=	δρεπτός
δρεπτή	=	δρεπτός
δρεπτής	=	δρεπτός
δρεπτοί	=	δρεπτός
δρεπτού	=	δρεπτός
δρεπτούς	=	δρεπτός
δρεπτό	=	δρεπτός
δρεπτός	adj	θερισμένος, κομμένος
δρεπτών	=	δρεπτός
δριμάτατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρίματα
δριμάτατος	noun	γενική ενικού του δρίματα
δριμάτων	=	δρίματα
δριμέα	=	δριμύς
δριμέος	=	δριμύς
δριμέων	=	δριμύς
δριμέως	adv|formal	με δριμύ τρόπο, με δριμύτητα
δριματάτων	noun	γενική πληθυντικού του δρίματα
δριμεία	=	δριμύς
δριμείας	=	δριμύς
δριμείες	=	δριμύς
δριμείς	=	δριμύς
δριμειών	=	δριμύς
δριμονιού	=	δριμόνι
δριμονιών	=	δριμόνι
δριμυτήτων	=	δριμύτητα
δριμόκολο	noun	έντονο μπουρίνι
δριμόνι	noun	τετράγωνο κόσκινο καθαρισμού των κόκκων σιταριού στο αλώνι
δριμόνια	=	δριμόνι
δριμόχολο	noun	ξαφνικός βορειοδυτικός άνεμος κατά τον χειμώνα
δριμύ	=	δριμύς
δριμύς	adj	δυνατός, έντονος
δριμύτατα	=	δριμύς
δριμύτατε	=	δριμύς
δριμύτατες	=	δριμύς
δριμύτατη	=	δριμύς
δριμύτατης	=	δριμύς
δριμύτατο	=	δριμύς
δριμύτατοι	=	δριμύς
δριμύτατος	=	δριμύς
δριμύτατου	=	δριμύς
δριμύτατους	=	δριμύς
δριμύτατων	=	δριμύς
δριμύτερα	=	δριμύς
δριμύτερε	=	δριμύς
δριμύτερες	=	δριμύς
δριμύτερη	=	δριμύς
δριμύτερης	=	δριμύς
δριμύτερο	=	δριμύς
δριμύτεροι	=	δριμύς
δριμύτερος	=	δριμύς
δριμύτερου	=	δριμύς
δριμύτερους	=	δριμύς
δριμύτερων	=	δριμύς
δριμύτητα	noun|figurative	η ιδιότητα του δριμύ, το να είναι κάποιος δριμύς
δριμύτητας	=	δριμύτητα
δριμύτητες	=	δριμύτητα
δριμών	=	δρίμες
δριστέλα	noun	άλλη μορφή του ντριστέλα
δριστέλας	noun	γενική ενικού του δριστέλα
δριστέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δριστέλα
δριστελών	noun	γενική πληθυντικού του δριστέλα
δρογογνωσία	noun|dated	μελέτη για φαρμακευτικά σκευάσματα
δρογογνωσίας	noun	γενική ενικού του δρογογνωσία
δρογογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρογογνωσία
δρογογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του δρογογνωσία
δρογοεμπορία	noun|dated	τα παραγωγικά δεδομένα και η εμπορική σημασία μίας δρόγης
δρογοεμπορίας	noun	γενική ενικού του δρογοεμπορία
δρογοεμπορίες	=	δρογοεμπορία
δρογοεμποριών	noun	γενική πληθυντικού του δρογοεμπορία
δρογών	=	δρόγη
δρολάπι	noun	άλλη μορφή του δρόλαπας
δρολάπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρολάπι
δρολάπων	=	δρόλαπας
δρολαπιού	=	δρολάπι
δρολαπιών	=	δρολάπι
δρομάδα	noun	είδος καμήλας με μία καμπούρα, η αραβική καμήλα
δρομάδας	=	δρομάδα
δρομάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομάδα
δρομάδων	=	δρομάδα
δρομάκι	noun	μικρός στενός δρόμος
δρομάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομάκι
δρομάκο	noun	αιτιατική ενικού του δρομάκος
δρομάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρομάκος
δρομάκος	noun	μικρός στενός δρόμος
δρομάκου	noun	γενική ενικού του δρομάκος
δρομάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δρομάκος
δρομάκων	noun	γενική πληθυντικού του δρομάκος
δρομέα	=	δρομέας
δρομέας	noun	αθλητής που τρέχει σε αγώνα δρόμου
δρομέων	=	δρομέας
δρομέως	=	δρομέας
δρομίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρομίσκος
δρομαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δρομαίος
δρομαίας	adj	γενική ενικού του δρομαία
δρομαίε	adj	δρομαίος, στην κλητική του ενικού
δρομαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομαία
δρομαίο	adj	δρομαίος, στην αιτιατική του ενικού
δρομαίοι	adj	δρομαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
δρομαίος	adj	αυτός που τρέχει
δρομαίου	adj	γενική ενικού του δρομαίος
δρομαίους	adj	δρομαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
δρομαίων	=	δρομαίος
δρομαίως	adv|dated	ταχέως, τρεχάτα, σβέλτα
δρομείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομέας
δρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομικό
δρομικέ	adj	κλητική ενικού του δρομικός
δρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομική
δρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δρομικός
δρομικής	adj	γενική ενικού του δρομική
δρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρομικός
δρομικού	adj	γενική ενικού του δρομικός
δρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δρομικός
δρομικό	adj	αιτιατική ενικού του δρομικός
δρομικός	adj	που έχει σχέση με τους αγώνες δρόμου ή αναφέρεται σ’ αυτούς
δρομικών	adj	γενική πληθυντικού του δρομικός
δρομολογήθηκα	=	δρομολογώ
δρομολογήθηκαν	=	δρομολογώ
δρομολογήθηκε	=	δρομολογώ
δρομολογήθηκες	=	δρομολογώ
δρομολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσαν	=	δρομολογώ
δρομολογήσανε	=	δρομολογώ
δρομολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομολόγηση
δρομολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δρομολόγηση
δρομολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δρομολόγηση
δρομολογήσου	=	δρομολογώ
δρομολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσουνε	=	δρομολογώ
δρομολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολογίου	noun	γενική ενικού του δρομολόγιο
δρομολογίων	noun	γενική πληθυντικού του δρομολόγιο
δρομολογεί	=	δρομολογώ
δρομολογείς	=	δρομολογώ
δρομολογείσαι	=	δρομολογώ
δρομολογείστε	=	δρομολογώ
δρομολογείται	=	δρομολογώ
δρομολογείτε	=	δρομολογώ
δρομολογείτο	=	δρομολογώ
δρομολογηθήκαμε	=	δρομολογώ
δρομολογηθήκαν	=	δρομολογώ
δρομολογηθήκανε	=	δρομολογώ
δρομολογηθήκατε	=	δρομολογώ
δρομολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δρομολογούμαι
δρομολογηθείς	=	δρομολογώ
δρομολογηθείτε	=	δρομολογώ
δρομολογηθούμε	=	δρομολογώ
δρομολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογούμαι
δρομολογηθούνε	=	δρομολογώ
δρομολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δρομολογούμαι
δρομολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομολογημένο
δρομολογημένε	verb	κλητική ενικού του δρομολογημένος
δρομολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομολογημένη
δρομολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δρομολογημένος
δρομολογημένης	verb	γενική ενικού του δρομολογημένη
δρομολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του δρομολογημένος
δρομολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρομολογημένος
δρομολογημένος	verb	που έχει δρομολογηθεί
δρομολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δρομολογημένος
δρομολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δρομολογημένος
δρομολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δρομολογημένος
δρομολογητές	=	δρομολογητής
δρομολογητή	=	δρομολογητής
δρομολογητής	noun	συσκευή που αναλαμβάνει τη αποστολή και λήψη δεδομένων μεταξύ κόμβων διαφορετικών δικτύων.
δρομολογητών	=	δρομολογητής
δρομολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δρομολογώ
δρομολογούμασταν	=	δρομολογώ
δρομολογούμαστε	=	δρομολογώ
δρομολογούμε	=	δρομολογώ
δρομολογούμενος	=	δρομολογώ
δρομολογούμουν	=	δρομολογώ
δρομολογούμουνα	=	δρομολογώ
δρομολογούν	=	δρομολογώ
δρομολογούνε	=	δρομολογώ
δρομολογούνται	=	δρομολογώ
δρομολογούνταν	=	δρομολογώ
δρομολογούντο	=	δρομολογώ
δρομολογούσα	=	δρομολογώ
δρομολογούσαμε	=	δρομολογώ
δρομολογούσαν	=	δρομολογώ
δρομολογούσανε	=	δρομολογώ
δρομολογούσασταν	=	δρομολογώ
δρομολογούσαστε	=	δρομολογώ
δρομολογούσατε	=	δρομολογώ
δρομολογούσε	=	δρομολογώ
δρομολογούσες	=	δρομολογώ
δρομολογούσουν	=	δρομολογώ
δρομολογούσουνα	=	δρομολογώ
δρομολογώ	verb	βάζω κάποιο όχημα να κινηθεί σε συγκεκριμένο δρομολόγιο
δρομολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δρομολογώ
δρομολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δρομολογώ
δρομολόγηση	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δρομολογώ
δρομολόγησης	noun	γενική ενικού του δρομολόγηση
δρομολόγησις	noun	η δρομολόγηση
δρομολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομολόγιο
δρομολόγιο	noun	η κίνηση κάποιου οχήματος σε συγκεκριμένη διαδρομή, με ορισμένη αρχή, ενδιάμεσα σημεία και τέλος
δρομολόγιον	noun	το δρομολόγιο
δρομολόγιου	=	δρομολόγιο
δρομολόγιων	=	δρομολόγιο
δρομομέτρου	noun	γενική ενικού του δρομόμετρο
δρομομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του δρομόμετρο
δρομόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρομόμετρο
δρομόμετρο	noun	όργανο που μετρά την ταχύτητα σκάφους στην θάλασσα, ταχύμετρο θαλάσσης
δρομόμετρον	noun	το δρομόμετρο
δρομόμετρου	=	δρομόμετρο
δρομώνων	=	δρόμωνας
δροσάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσάτο
δροσάτε	adj	κλητική ενικού του δροσάτος
δροσάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσάτη
δροσάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δροσάτος
δροσάτης	adj	γενική ενικού του δροσάτη
δροσάτο	adj	αιτιατική ενικού του δροσάτος
δροσάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δροσάτος
δροσάτος	adj|poetic	άλλη μορφή του δροσερός
δροσάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δροσάτος
δροσάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δροσάτος
δροσάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δροσάτος
δροσέρα	noun	εντομοφάγο φυτό
δροσέρευα	=	δροσερεύω
δροσέρευαν	=	δροσερεύω
δροσέρευε	=	δροσερεύω
δροσέρευες	=	δροσερεύω
δροσέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσίζαμε	=	δροσίζω
δροσίζαν	=	δροσίζω
δροσίζανε	=	δροσίζω
δροσίζατε	=	δροσίζω
δροσίζει	=	δροσίζω
δροσίζεις	=	δροσίζω
δροσίζεσαι	=	δροσίζω
δροσίζεστε	=	δροσίζω
δροσίζεται	=	δροσίζω
δροσίζετε	=	δροσίζω
δροσίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δροσίζω
δροσίζομε	=	δροσίζω
δροσίζονται	=	δροσίζω
δροσίζονταν	=	δροσίζω
δροσίζοντας	=	δροσίζω
δροσίζουμε	=	δροσίζω
δροσίζουν	=	δροσίζω
δροσίζουνε	=	δροσίζω
δροσίζω	verb	κάνω κάτι δροσερό
δροσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσαν	=	δροσίζω
δροσίσανε	=	δροσίζω
δροσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρόσισμα
δροσίσματος	noun	γενική ενικού του δρόσισμα
δροσίσομε	=	δροσίζω
δροσίσου	=	δροσίζω
δροσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίσουνε	=	δροσίζω
δροσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δροσερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσερό	adv	με δροσερό αποτέλεσμα, δροσίζοντας
δροσερέ	adj	κλητική ενικού του δροσερός
δροσερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσερή
δροσερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψαν	=	δροσερεύω
δροσερέψανε	=	δροσερεύω
δροσερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσερεύω
δροσερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δροσερός
δροσερής	adj	γενική ενικού του δροσερή
δροσερεύαμε	=	δροσερεύω
δροσερεύαν	=	δροσερεύω
δροσερεύανε	=	δροσερεύω
δροσερεύατε	=	δροσερεύω
δροσερεύει	=	δροσερεύω
δροσερεύεις	=	δροσερεύω
δροσερεύετε	=	δροσερεύω
δροσερεύοντας	=	δροσερεύω
δροσερεύουμε	=	δροσερεύω
δροσερεύουν	=	δροσερεύω
δροσερεύουνε	=	δροσερεύω
δροσερεύω	verb|poetic	άλλη μορφή του δροσίζω
δροσεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δροσερός
δροσεροτήτων	=	δροσερότητα
δροσερού	adj	γενική ενικού του δροσερός
δροσερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δροσερός
δροσερό	adj	αιτιατική ενικού του δροσερός
δροσερός	adj	που έχει δροσιά
δροσερότερα	=	δροσερός
δροσερότερε	=	δροσερός
δροσερότερες	=	δροσερός
δροσερότερη	=	δροσερός
δροσερότερης	=	δροσερός
δροσερότερο	=	δροσερός
δροσερότεροι	=	δροσερός
δροσερότερος	=	δροσερός
δροσερότερου	=	δροσερός
δροσερότερους	=	δροσερός
δροσερότερων	=	δροσερός
δροσερότητα	noun	η ιδιότητα του δροσερού, το να είναι κάποιος δροσερός
δροσερότητας	noun	γενική ενικού του δροσερότητα
δροσερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσερότητα
δροσερών	adj	γενική πληθυντικού του δροσερός
δροσιά	noun	ελαφρά ψυχρός και ευχάριστος αέρας ή καιρός
δροσιάς	noun	γενική ενικού του δροσιά
δροσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσιά
δροσιζόμασταν	=	δροσίζω
δροσιζόμαστε	=	δροσίζω
δροσιζόμουν	=	δροσίζω
δροσιζόμουνα	=	δροσίζω
δροσιζόντουσαν	=	δροσίζω
δροσιζόσασταν	=	δροσίζω
δροσιζόσαστε	=	δροσίζω
δροσιζόσουν	=	δροσίζω
δροσιζόσουνα	=	δροσίζω
δροσιζόταν	=	δροσίζω
δροσιζότανε	=	δροσίζω
δροσισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δρόσισμα
δροσισμέ	=	δροσισμός
δροσισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσισμένο
δροσισμένε	verb	κλητική ενικού του δροσισμένος
δροσισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσισμένη
δροσισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δροσισμένος
δροσισμένης	verb	γενική ενικού του δροσισμένη
δροσισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δροσισμένος
δροσισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δροσισμένος
δροσισμένος	verb	που έχει δροσιστεί
δροσισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δροσισμένος
δροσισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δροσισμένος
δροσισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δροσισμένος
δροσισμοί	=	δροσισμός
δροσισμού	=	δροσισμός
δροσισμούς	=	δροσισμός
δροσισμό	=	δροσισμός
δροσισμός	noun	το αποτέλεσμα του δροσίζω
δροσισμών	=	δροσισμός
δροσιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστήκαν	=	δροσίζω
δροσιστήκανε	=	δροσίζω
δροσιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσιστικό
δροσιστικέ	adj	κλητική ενικού του δροσιστικός
δροσιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσιστική
δροσιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δροσιστικός
δροσιστικής	adj	γενική ενικού του δροσιστική
δροσιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δροσιστικός
δροσιστικού	adj	γενική ενικού του δροσιστικός
δροσιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δροσιστικός
δροσιστικό	adj	αιτιατική ενικού του δροσιστικός
δροσιστικός	adj|figurative	που δροσίζει, που προκαλεί (μεταφορικά) μια ευχάριστη αίσθηση δροσιάς
δροσιστικών	adj	γενική πληθυντικού του δροσιστικός
δροσιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιστούνε	=	δροσίζω
δροσιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δροσίζομαι
δροσιών	=	δροσιά
δροσοβολιού	=	δροσοβόλι
δροσοβολιών	=	δροσοβόλι
δροσοβόλι	noun|literary	η εναπόθεση δροσιάς στα φυτά ή στο έδαφος
δροσοβόλια	=	δροσοβόλι
δροσολογήσαμε	=	δροσολογώ
δροσολογήσαν	=	δροσολογώ
δροσολογήσανε	=	δροσολογώ
δροσολογήσατε	=	δροσολογώ
δροσολογήσει	=	δροσολογώ
δροσολογήστε	=	δροσολογώ
δροσολογεί	=	δροσολογώ
δροσολογείς	=	δροσολογώ
δροσολογείτε	=	δροσολογώ
δροσολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσολογημένο
δροσολογημένε	verb	κλητική ενικού του δροσολογημένος
δροσολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσολογημένη
δροσολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δροσολογημένος
δροσολογημένης	verb	γενική ενικού του δροσολογημένη
δροσολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του δροσολογημένος
δροσολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δροσολογημένος
δροσολογημένος	verb	που έχει δροσολογηθεί
δροσολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δροσολογημένος
δροσολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δροσολογημένος
δροσολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δροσολογημένος
δροσολογούμαι	verb	δροσίζομαι, με δροσολογούν
δροσολογούμε	=	δροσολογώ
δροσολογούν	=	δροσολογώ
δροσολογούνε	=	δροσολογώ
δροσολογούσα	=	δροσολογώ
δροσολογούσαμε	=	δροσολογώ
δροσολογούσαν	=	δροσολογώ
δροσολογούσανε	=	δροσολογώ
δροσολογούσατε	=	δροσολογώ
δροσολογούσε	=	δροσολογώ
δροσολογούσες	=	δροσολογώ
δροσολογώ	verb|poetic	άλλη μορφή του δροσίζω
δροσολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δροσολογώ
δροσολόγει	=	δροσολογώ
δροσολόγησα	=	δροσολογώ
δροσολόγησαν	=	δροσολογώ
δροσολόγησε	=	δροσολογώ
δροσολόγησες	=	δροσολογώ
δροσοπηγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσοπηγή
δροσοπηγή	noun|poetic	πηγή δροσερού νερού
δροσοπηγής	=	δροσοπηγή
δροσοπηγών	=	δροσοπηγή
δροσοσκέπαστα	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστε	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστες	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστη	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστης	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστο	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστοι	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστος	adj|literary	σκεπαστός με δρόσο, σκεπασμένος από δροσιά
δροσοσκέπαστου	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστους	=	δροσοσκέπαστος
δροσοσκέπαστων	=	δροσοσκέπαστος
δροσοστάλα	noun	κάθε μία από τις σταγόνες της δροσιάς
δροσοστάλας	noun	γενική ενικού του δροσοστάλα
δροσοστάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσοστάλα
δροσοσταγόνα	noun	μικρή σταγόνα υγρασίας πάνω στα φυτά το πρωί
δροσοσταγόνας	=	δροσοσταγόνα
δροσοσταγόνες	=	δροσοσταγόνα
δροσοσταγόνων	=	δροσοσταγόνα
δροσοσταλίδα	noun	κάθε μία από τις σταγόνες της δροσιάς
δροσοσταλίδας	=	δροσοσταλίδα
δροσοσταλίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσοσταλίδα
δροσοσταλίδων	=	δροσοσταλίδα
δροσοσταλιά	noun	κάθε μία από τις σταγόνες της δροσιάς
δροσοσταλιάς	noun	γενική ενικού του δροσοσταλιά
δροσοσταλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσοσταλιά
δροσοσταλιών	=	δροσοσταλιά
δροσοφιλών	=	δροσόφιλα
δροσού	=	δροσό
δροσούλα	noun	υποκοριστικό του: δροσιά
δροσούλας	noun	γενική ενικού του δροσούλα
δροσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσούλα
δροσό	noun	δροσερό ή / και σκιερό μέρος
δροσόπαγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δροσόπαγο
δροσόπαγε	=	δροσόπαγος
δροσόπαγο	=	δροσόπαγος
δροσόπαγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δροσόπαγος
δροσόπαγος	noun	δρόσος που μοιάζει με σκόνη πάγου
δροσόπαγου	noun	γενική ενικού του δροσόπαγο
δροσόπαγους	=	δροσόπαγος
δροσόπαγων	noun	γενική πληθυντικού του δροσόπαγο
δροσόσκεπα	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπε	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπες	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπη	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπης	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπο	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεποι	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπος	adj|literary	σκεπασμένος με δροσιά ή που περιβάλλεται από δροσερή ατμόσφαιρα και σκιά
δροσόσκεπου	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπους	=	δροσόσκεπος
δροσόσκεπων	=	δροσόσκεπος
δροσόφιλα	noun	είδος μύγας που ανήκει στο γένος Drosophila, που αναπτύσσεται κυρίως σε ζυμωμένους φυτικούς χυμούς και έχει καθιερωθεί ως βασικός οργανισμός–μοντέλο για τη μελέτη της κληρονομικότητας και της βιολογίας της ανάπτυξης
δροσόφιλας	=	δροσόφιλα
δροσόφιλες	=	δροσόφιλα
δρουγγάριε	=	δρουγγάριος
δρουγγάριο	=	δρουγγάριος
δρουγγάριοι	=	δρουγγάριος
δρουγγάριος	noun	διοικητής στο στρατό ξηράς ή στο ναυτικό των Βυζαντινών
δρουγγάριου	=	δρουγγάριος
δρουγγάριους	=	δρουγγάριος
δρουγγάριων	=	δρουγγάριος
δρουγγαρίου	=	δρουγγάριος
δρουγγαρίους	=	δρουγγάριος
δρουγγαρίων	=	δρουγγάριος
δρουν	=	δρω
δρούμε	=	δρω
δρούνε	=	δρω
δρούσα	=	δρω
δρούσαμε	=	δρω
δρούσαν	=	δρω
δρούσανε	=	δρω
δρούσατε	=	δρω
δρούσε	=	δρω
δρούσες	=	δρω
δρυ	=	δρυς
δρυΐδες	=	δρυΐδης
δρυΐδη	=	δρυΐδης
δρυΐδης	noun	αρχαίος Κέλτης ή Γαλάτης ιερέας
δρυμέ	noun	κλητική ενικού του δρυμός
δρυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρυμός
δρυμού	noun	γενική ενικού του δρυμός
δρυμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δρυμός
δρυμό	noun	αιτιατική ενικού του δρυμός
δρυμός	noun	δασώδης περιοχή με πολλά και μεγάλα δέντρα
δρυμών	=	δρυμός
δρυμώνα	=	δρυμώνας
δρυμώνας	noun	ο δρυμός
δρυμώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρυμώνας
δρυμώνων	=	δρυμώνας
δρυοκολάπτες	=	δρυοκολάπτης
δρυοκολάπτη	=	δρυοκολάπτης
δρυοκολάπτης	noun	πουλί της οικογένειας των Δρυοκολαπτιδών που ανοίγει οπές σε συνήθως γερασμένα δέντρα και αναζητεί τροφή ή φτιάχνει εκει τη φωλιά του
δρυοκολαπτών	=	δρυοκολάπτης
δρυοκόπε	=	δρυοκόπος
δρυοκόπο	=	δρυοκόπος
δρυοκόποι	=	δρυοκόπος
δρυοκόπος	noun	πουλί συγγενές του δρυοκολάπτη
δρυοκόπου	=	δρυοκόπος
δρυοκόπους	=	δρυοκόπος
δρυοκόπων	=	δρυοκόπος
δρυοπτερίς	=	δρυόπτερις
δρυπών	=	δρύπη
δρυς	noun	η βελανιδιά
δρυϊδών	=	δρυΐδης
δρυόπτερις	noun	είδος φτέρης
δρυός	=	δρυς
δρυών	=	δρυς
δρχ	=	δραχμή
δρω	verb	ενεργώ, αναπτύσσω δράση, παίρνω μέτρα, σε αντιδιαστολή προς την παθητική στάση
δρωμένου	=	δρώμενο
δρωμένων	=	δρώμενο
δρων	verb|formal	που δρα
δρωσών	=	δρων
δρωτάρι	noun	άλλη μορφή του δρωτήρι
δρωτάρια	=	δρωτάρι
δρωτήρι	noun	δερματικό εξάνθημα ή ερεθισμός από τον ιδρώτα
δρωτήρια	=	δρωτήρι
δρωτσίλα	noun	κοκκινίλα στο δέρμα που προέρχεται από τον ιδρώτα
δρωτσίλας	noun	γενική ενικού του δρωτσίλα
δρωτσίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρωτσίλα
δρόγες	=	δρόγη
δρόγη	noun	κάθε φυσικό προϊόν (κυρίως φυτικής προέλευσης, αλλά όχι αποκλειστικά) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν φάρμακο
δρόγης	=	δρόγη
δρόλαπα	=	δρόλαπας
δρόλαπας	noun	ραγδαία βροχή και χιόνι με σφοδρό άνεμο, ανεμοβρόχι
δρόλαπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρόλαπας
δρόμε	noun	κλητική ενικού του δρόμος
δρόμο	noun	αιτιατική ενικού του δρόμος	intj	φύγε!, έξω!, χάσου!, εξαφανίσου!, γίνε καπνός!
δρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρόμος
δρόμος	noun	λωρίδα εδάφους που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία δυο γεωγραφικών σημείων
δρόμου	noun	γενική ενικού του δρόμος
δρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δρόμος
δρόμων	noun	γενική πληθυντικού του δρόμος
δρόμωνα	=	δρόμωνας
δρόμωνας	noun	ιστιοφόρο πλοίο με κουπιά στα χρόνια του Βυζαντίου
δρόμωνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρόμωνας
δρόνος	noun|rare	τηλεσκάφος
δρόσε	=	δρόσος
δρόσιζα	=	δροσίζω
δρόσιζαν	=	δροσίζω
δρόσιζε	=	δροσίζω
δρόσιζες	=	δροσίζω
δρόσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δρόσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δρόσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δρόσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δροσίζω
δρόσισμα	noun	το αποτέλεσμα του δροσίζω
δρόσο	=	δρόσος
δρόσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρόσος
δρόσος	noun|figurative	η δροσιά
δρόσου	noun	γενική ενικού του δρόσος
δρόσους	=	δρόσος
δρόσων	=	δρόσος
δρύες	=	δρυς
δρύινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρύινο
δρύινε	adj	κλητική ενικού του δρύινος
δρύινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρύινη
δρύινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δρύινος
δρύινης	adj	γενική ενικού του δρύινη
δρύινο	adj	αιτιατική ενικού του δρύινος
δρύινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δρύινος
δρύινος	adj	κατασκευασμένος από δρυ, από ξύλο βελανιδιάς
δρύινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δρύινος
δρύινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δρύινος
δρύινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δρύινος
δρύπες	=	δρύπη
δρύπη	noun	τύπος εδώδιμου καρπού με σκληρό, σαρκώδες εξωτερικό περίβλημα που περιβάλλει έναν σπόρο ή πυρήνα
δρύπης	=	δρύπη
δρύφακτα	=	δρύφακτο
δρύφακτο	noun|formal	κινητή μπάρα ή δοκός που κατεβαίνοντας εμποδίζει την κίνηση οχημάτων ή πεζών
δρύφακτου	=	δρύφακτο
δρύφακτων	=	δρύφακτο
δρύφρακτα	=	δρύφρακτο
δρύφρακτο	noun	άλλη μορφή του δρύφακτο
δρύφρακτου	=	δρύφρακτο
δρύφρακτων	=	δρύφρακτο
δρώμα	noun	ο ιδρώτας
δρώμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δρώμενο
δρώμενο	noun	θέαμα (ενίοτε δραματοποιημένο) θρησκευτικού χαρακτήρα
δρώμενου	=	δρώμενο
δρώμενων	=	δρώμενο
δρώντα	=	δρων
δρώντας	=	δρων
δρώντες	=	δρων
δρώντος	=	δρων
δρώντων	=	δρων
δρώσα	=	δρων
δρώσας	=	δρων
δρώσες	=	δρων
δρώσης	=	δρων
δρᾶστις	noun	θηλυκό του δράστης: η δράστις, δράστιδα, δράστρια
δς	abbrev	ένδειξη στις πινακίδες κυκλοφορίας των αυτοκινήτων του Διπλωματικού Σώματος
δσε	abbrev	η προσκείμενη στο ΚΚΕ στρατιωτική οργάνωση η οποία συμμετείχε στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο
δσκ	abbrev	παλαιό ελληνικό συνδικαλιστικό σωματείο
δσλ	abbrev	Διεύθυνση Στρατολογικού
δτα	abbrev	θεμελιώδη, εγγενή και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα που ανήκουν σε κάθε άνθρωπο, απλώς και μόνο επειδή είναι άνθρωπος, ανεξάρτητα από εθνικότητα, φύλο, θρησκεία, γλώσσα, χρώμα ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση
δταλ	abbrev	μια σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (34 το μέγιστο) που προσδιορίζει μοναδικά τον τραπεζικό λογαριασμό ενός πελάτη οπουδήποτε στον κόσμο.
δτκ	abbrev	στατιστικός δείκτης που αποτυπώνει τη μεταβολή, με την πάροδο του χρόνου, του μέσου επιπέδου τιμών ενός προκαθορισμένου «καλαθιού» αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνουν τα νοικοκυριά, χρησιμοποιούμενος κυρίως για τη μέτρηση του πληθωρισμού
δτπ	abbrev	διαδίκτυο των πραγμάτων
δτυ	abbrev	διοικητική οργανική μονάδα δημόσιου φορέα ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης που είναι αρμόδια για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση, τη συντήρηση και τον έλεγχο τεχνικών έργων, μελετών και υποδομών
δτχ	abbrev	στατιστικός δείκτης που καταγράφει τη διαχρονική μεταβολή των τιμών σε επίπεδο χονδρικών συναλλαγών, πριν από τη λιανική διάθεση, και χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των τάσεων κόστους στην παραγωγή και στο εμπόριο
δυ	abbrev	οργανωμένη διοικητική μονάδα του κράτους που ασκεί δημόσιες αρμοδιότητες και παρέχει υπηρεσίες προς τους πολίτες στο πλαίσιο της ισχύουσας νομοθεσίας
δυάδα	noun	σύνολο από δύο όμοια στοιχεία
δυάδας	=	δυάδα
δυάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυάδα
δυάδων	=	δυάδα
δυάρα	noun|vulgar	δύο πράγματα
δυάρας	noun	γενική ενικού του δυάρα
δυάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυάρα
δυάρι	noun	το ψηφίο 2
δυάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυάρι
δυαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυαδικό
δυαδικέ	adj	κλητική ενικού του δυαδικός
δυαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυαδική
δυαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυαδικός
δυαδικής	adj	γενική ενικού του δυαδική
δυαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυαδικός
δυαδικοτήτων	=	δυαδικότητα
δυαδικού	adj	γενική ενικού του δυαδικός
δυαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυαδικός
δυαδικό	adj	αιτιατική ενικού του δυαδικός
δυαδικός	adj	που έχει σχέση με δυάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυαδικότητα	noun	το να είναι κάποιος δυαδικός, η ιδιότητα του δυαδικού
δυαδικότητας	=	δυαδικότητα
δυαδικότητες	=	δυαδικότητα
δυαδικών	adj	γενική πληθυντικού του δυαδικός
δυαδισμέ	=	δυαδισμός
δυαδισμοί	=	δυαδισμός
δυαδισμού	=	δυαδισμός
δυαδισμούς	=	δυαδισμός
δυαδισμό	=	δυαδισμός
δυαδισμός	noun	ο δυϊσμός
δυαδισμών	=	δυαδισμός
δυαλισμός	noun|rare	άλλη μορφή του δυαδισμός· ο δυϊσμός
δυαράκι	=	δυάρι
δυαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυαράκι
δυαριού	=	δυάρι
δυαριών	=	δυάρι
δυαρχία	noun	η εξουσία που την ασκούν συγχρόνως δύο άρχοντες, δύο αρχές
δυαρχίας	noun	γενική ενικού του δυαρχία
δυαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυαρχία
δυαρχικά	=	δυαρχικός
δυαρχικέ	=	δυαρχικός
δυαρχικές	=	δυαρχικός
δυαρχική	=	δυαρχικός
δυαρχικής	=	δυαρχικός
δυαρχικοί	=	δυαρχικός
δυαρχικού	=	δυαρχικός
δυαρχικούς	=	δυαρχικός
δυαρχικό	=	δυαρχικός
δυαρχικός	adj	που έχει σχέση με τη δυαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυαρχικών	=	δυαρχικός
δυαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του δυαρχία
δυκ	abbrev	Διοίκηση Υποβρυχίων Καταστροφών
δυνάμει	adv	δυνητικά
δυνάμεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύναμη
δυνάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνάμενο
δυνάμενε	verb	κλητική ενικού του δυνάμενος
δυνάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνάμενη
δυνάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυνάμενος
δυνάμενης	verb	γενική ενικού του δυνάμενη
δυνάμενο	verb	αιτιατική ενικού του δυνάμενος
δυνάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυνάμενος
δυνάμενος	verb	που έχει τη δυνατότητα, τη δύναμη, είναι σε θέση, έχει την ικανότητα
δυνάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυνάμενος
δυνάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυνάμενος
δυνάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυνάμενος
δυνάμεων	noun	γενική πληθυντικού του δύναμη
δυνάμεως	noun|formal	γενική ενικού του δύναμη
δυνάμωμα	noun	το αποτέλεσμα του δυναμώνω
δυνάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυνάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυνάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυνάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυνάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνάστης
δυνάστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυνάστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυνάστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυνάστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυνάστευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δυναστεύω
δυνάστη	=	δυνάστης
δυνάστης	noun	καταπιεστικός μονάρχης
δυνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυναμένη	=	δυνάμενος
δυναμένης	=	δυνάμενος
δυναμένου	=	δυνάμενος
δυναμένους	=	δυνάμενος
δυναμένων	=	δυνάμενος
δυναμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμίτης
δυναμίτη	=	δυναμίτης
δυναμίτης	noun	εκρηκτική ύλη με βάση τη νιτρογλυκερίνη
δυναμίτιδα	noun	άλλη μορφή του δυναμίτης
δυναμίτιδας	=	δυναμίτιδα
δυναμίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμίτιδα
δυναμίτιδων	=	δυναμίτιδα
δυναμίτιζα	=	δυναμιτίζω
δυναμίτιζαν	=	δυναμιτίζω
δυναμίτιζε	=	δυναμιτίζω
δυναμίτιζες	=	δυναμιτίζω
δυναμίτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμίτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμίτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμίτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμικά	adv	με δυναμισμό, με δυναμικές ενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμικό
δυναμικέ	adj	κλητική ενικού του δυναμικός
δυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμική
δυναμική	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τα αίτια της κίνησης των σωμάτων και τους σχετικούς νόμους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναμικός
δυναμικής	adj	γενική ενικού του δυναμική
δυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμικός
δυναμικοτήτων	=	δυναμικότητα
δυναμικού	adj	γενική ενικού του δυναμικός
δυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυναμικός
δυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του δυναμικός	noun	ό,τι έχει μια επιχείρηση στη διάθεσή της, προκειμένου να παράγει: εργαζόμενοι, μηχανές κ.λπ.
δυναμικός	adj	που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
δυναμικότατα	=	δυναμικός
δυναμικότατε	=	δυναμικός
δυναμικότατες	=	δυναμικός
δυναμικότατη	=	δυναμικός
δυναμικότατης	=	δυναμικός
δυναμικότατο	=	δυναμικός
δυναμικότατοι	=	δυναμικός
δυναμικότατος	=	δυναμικός
δυναμικότατου	=	δυναμικός
δυναμικότατους	=	δυναμικός
δυναμικότατων	=	δυναμικός
δυναμικότερα	=	δυναμικός
δυναμικότερε	=	δυναμικός
δυναμικότερες	=	δυναμικός
δυναμικότερη	=	δυναμικός
δυναμικότερης	=	δυναμικός
δυναμικότερο	=	δυναμικός
δυναμικότεροι	=	δυναμικός
δυναμικότερος	=	δυναμικός
δυναμικότερου	=	δυναμικός
δυναμικότερους	=	δυναμικός
δυναμικότερων	=	δυναμικός
δυναμικότης	noun	η δυναμικότητα
δυναμικότητα	noun	ο ρυθμός παραγωγής καθώς και η ικανότητα και το σύνολο της παραγωγής μιας επιχείρησης, ενός εργοστασίου κ.λπ.
δυναμικότητας	noun	γενική ενικού του δυναμικότητα
δυναμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμικότητα
δυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του δυναμικός
δυναμικώς	adv|dated	δυναμικά
δυναμισμέ	noun	κλητική ενικού του δυναμισμός
δυναμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμισμός
δυναμισμού	noun	γενική ενικού του δυναμισμός
δυναμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυναμισμός
δυναμισμό	noun	αιτιατική ενικού του δυναμισμός
δυναμισμός	noun	το να είναι κάποιος δυναμικός, η ιδιότητα του δυναμικού
δυναμισμών	noun	γενική πληθυντικού του δυναμισμός
δυναμιτάκι	noun	βαρελότο, κροτίδα, μπομπάκι
δυναμιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμιτάκι
δυναμιτίζαμε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζαν	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζανε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζατε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζει	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζεις	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζεσαι	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίζεστε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίζεται	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίζετε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίζομε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζονται	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίζονταν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίζοντας	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζου	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίζουμε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζουν	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζουνε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίζω	verb|figurative	υπονομεύω, απειλώ να καταστρέψω κάτι με ακραίες ενέργειες ή δηλώσεις
δυναμιτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσαν	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίσανε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσομε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίσου	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίσουνε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτίστηκα	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίστηκαν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίστηκε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίστηκες	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτίστρια	noun	θηλυκό του δυναμιτιστής
δυναμιτίστριας	noun	γενική ενικού του δυναμιτίστρια
δυναμιτίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμιτίστρια
δυναμιτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμιτίζω
δυναμιτιζόμασταν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόμαστε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόμουν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόμουνα	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόντουσαν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόσασταν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόσαστε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόσουν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόσουνα	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζόταν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιζότανε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτισμένος	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμιτιστής
δυναμιτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δυναμιτιστής
δυναμιτιστήκαμε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστήκαν	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστήκανε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστήκατε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστής	noun	αυτός που δυναμιτίζει
δυναμιτιστεί	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστείς	=	δυναμιτίζω
δυναμιτιστείτε	=	δυναμιτίζομαι
δυναμιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμιτιστικό
δυναμιτιστικέ	adj	κλητική ενικού του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμιτιστική
δυναμιτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστικής	adj	γενική ενικού του δυναμιτιστική
δυναμιτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστικού	adj	γενική ενικού του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστικός	adj|figurative	που έχει σχέση με δυναμιτιστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δυναμιτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του δυναμιτιστικός
δυναμιτιστούμε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτιστούν	=	δυναμιτίζω
δυναμιτιστούνε	=	δυναμιτίζω
δυναμιτιστριών	noun	γενική πληθυντικού του δυναμιτίστρια
δυναμιτιστώ	=	δυναμιτίζω
δυναμιτιστών	noun	γενική πληθυντικού του δυναμιτιστής
δυναμιτών	=	δυναμίτης
δυναμογονία	noun	η παραγωγή δύναμης
δυναμογονίας	=	δυναμογονία
δυναμογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμογονία
δυναμογονιών	=	δυναμογονία
δυναμογράφε	noun	κλητική ενικού του δυναμογράφος
δυναμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του δυναμογράφος
δυναμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμογράφος
δυναμογράφος	noun	μετρητής που καταγράφει τη δύναμη που επενεργεί
δυναμογράφου	noun	γενική ενικού του δυναμογράφος
δυναμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυναμογράφος
δυναμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του δυναμογράφος
δυναμογόνα	=	δυναμογόνος
δυναμογόνας	=	δυναμογόνος
δυναμογόνε	=	δυναμογόνος
δυναμογόνες	=	δυναμογόνος
δυναμογόνο	=	δυναμογόνος
δυναμογόνοι	=	δυναμογόνος
δυναμογόνος	adj	που παράγει δύναμη
δυναμογόνου	=	δυναμογόνος
δυναμογόνους	=	δυναμογόνος
δυναμογόνων	=	δυναμογόνος
δυναμοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμοηλεκτρικό
δυναμοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμοηλεκτρική
δυναμοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του δυναμοηλεκτρική
δυναμοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικός	adj	αυτός που έχει σχέση με δυναμικό ηλεκτρισμό
δυναμοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του δυναμοηλεκτρικός
δυναμομέτρου	noun	γενική ενικού του δυναμόμετρο
δυναμομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του δυναμόμετρο
δυναμομετρικά	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικέ	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικές	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρική	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικής	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικοί	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικού	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικούς	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικό	=	δυναμομετρικός
δυναμομετρικός	adj	που έχει σχέση με δυναμομέτρηση ή δυναμόμετρο ή αναφέρεται σʼ αυτά
δυναμομετρικών	=	δυναμομετρικός
δυναμοσυνόλου	=	δυναμοσύνολο
δυναμοσυνόλων	=	δυναμοσύνολο
δυναμοσύνολα	=	δυναμοσύνολο
δυναμοσύνολο	noun	το σύνολο όλων των υποσυνόλων ενός ορισμένου συνόλου
δυναμοσύνολου	=	δυναμοσύνολο
δυναμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δυνάμωμα
δυναμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμωμένο
δυναμωμένε	verb	κλητική ενικού του δυναμωμένος
δυναμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμωμένη
δυναμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναμωμένος
δυναμωμένης	verb	γενική ενικού του δυναμωμένη
δυναμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του δυναμωμένος
δυναμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμωμένος
δυναμωμένος	verb	που έχει δυναμώσει, ιδιαίτερα μετά από αρρώστια
δυναμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυναμωμένος
δυναμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυναμωμένος
δυναμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυναμωμένος
δυναμωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμωτικό
δυναμωτικέ	adj	κλητική ενικού του δυναμωτικός
δυναμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμωτική
δυναμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναμωτικός
δυναμωτικής	adj	γενική ενικού του δυναμωτική
δυναμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναμωτικός
δυναμωτικού	adj	γενική ενικού του δυναμωτικός
δυναμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυναμωτικός
δυναμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του δυναμωτικός
δυναμωτικός	adj	που προσφέρει δύναμη στον οργανισμό
δυναμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του δυναμωτικός
δυναμό	noun	η συσκευή που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα συνεχούς τάσεως, μέσω της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής, και τροφοδοτεί μπαταρίες και ηλεκτρικά συστήματα αυτοκινήτων
δυναμόκλειδα	=	δυναμόκλειδο
δυναμόκλειδο	noun	εργαλείο χειρός που επιτρέπει το ελεγχόμενο σφίξιμο βιδών ή παξιμαδιών με προκαθορισμένη ροπή, ώστε να επιτυγχάνεται ακρίβεια και να αποφεύγονται υπερβολικές ή ανεπαρκείς συσφίξεις
δυναμόκλειδου	=	δυναμόκλειδο
δυναμόκλειδων	=	δυναμόκλειδο
δυναμόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναμόμετρο
δυναμόμετρο	noun	ονομασία για όργανα μέτρησης της έντασης μιας δύναμης
δυναμόμετρου	=	δυναμόμετρο
δυναμόμετρων	=	δυναμόμετρο
δυναμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνάμωμα
δυναμώματος	noun	γενική ενικού του δυνάμωμα
δυναμώνω	verb	αυξάνω τη δύναμη σε κάτι/κάποιον
δυναμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναμώνω
δυναστεία	noun	μία σειρά μοναρχών που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και διαδέχονται ο ένας τον άλλον με βάση το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής
δυναστείας	noun	γενική ενικού του δυναστεία
δυναστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναστεία
δυναστειακά	=	δυναστειακός
δυναστειακέ	=	δυναστειακός
δυναστειακές	=	δυναστειακός
δυναστειακή	=	δυναστειακός
δυναστειακής	=	δυναστειακός
δυναστειακοί	=	δυναστειακός
δυναστειακού	=	δυναστειακός
δυναστειακούς	=	δυναστειακός
δυναστειακό	=	δυναστειακός
δυναστειακός	adj	που έχει σχέση με δυναστεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυναστειακών	=	δυναστειακός
δυναστειών	noun	γενική πληθυντικού του δυναστεία
δυναστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναστευμένο
δυναστευμένε	verb	κλητική ενικού του δυναστευμένος
δυναστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναστευμένη
δυναστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναστευμένος
δυναστευμένης	verb	γενική ενικού του δυναστευμένη
δυναστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του δυναστευμένος
δυναστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναστευμένος
δυναστευμένος	verb	που έχει δυναστευτεί
δυναστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυναστευμένος
δυναστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυναστευμένος
δυναστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυναστευμένος
δυναστευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναστευτικό	adv	με δυναστευτικό τρόπο
δυναστευτικέ	adj	κλητική ενικού του δυναστευτικός
δυναστευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναστευτική
δυναστευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναστευτικός
δυναστευτικής	adj	γενική ενικού του δυναστευτική
δυναστευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναστευτικός
δυναστευτικού	adj	γενική ενικού του δυναστευτικός
δυναστευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυναστευτικός
δυναστευτικό	adj	αιτιατική ενικού του δυναστευτικός
δυναστευτικός	adj	που καταδυναστεύει, καταπιεστικός, τυραννικός
δυναστευτικών	adj	γενική πληθυντικού του δυναστευτικός
δυναστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυναστεύω
δυναστεύω	verb	καταδυναστεύω
δυναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυναστικός	adv	με δυναστικό τρόπο
δυναστικέ	adj	κλητική ενικού του δυναστικός
δυναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυναστική
δυναστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναστικός
δυναστικής	adj	γενική ενικού του δυναστική
δυναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυναστικός
δυναστικού	adj	γενική ενικού του δυναστικός
δυναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυναστικός
δυναστικό	adj	αιτιατική ενικού του δυναστικός
δυναστικός	adj	σχετικός με τον δυνάστη και τη δυναστεία
δυναστικών	adj	γενική πληθυντικού του δυναστικός
δυναστών	=	δυνάστης
δυνατά	adv	με δύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (δυνατό) του δυνατός
δυνατέ	adj	κλητική ενικού του δυνατός
δυνατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνατή
δυνατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυνατός
δυνατής	adj	γενική ενικού του δυνατή
δυνατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυνατός
δυνατοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του δυνατότητα
δυνατού	adj	γενική ενικού του δυνατός
δυνατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυνατός
δυνατό	adj	αιτιατική ενικού του δυνατός
δυνατόν	noun|formal	σε εκφράσεις όπως
δυνατός	adj	με μεγάλη σωματική δύναμη
δυνατότατα	=	δυνατός
δυνατότατε	=	δυνατός
δυνατότατες	=	δυνατός
δυνατότατη	=	δυνατός
δυνατότατης	=	δυνατός
δυνατότατο	=	δυνατός
δυνατότατοι	=	δυνατός
δυνατότατος	=	δυνατός
δυνατότατου	=	δυνατός
δυνατότατους	=	δυνατός
δυνατότατων	=	δυνατός
δυνατότερα	adv	συγκριτικός βαθμός του δυνατά
δυνατότερε	=	δυνατός
δυνατότερες	=	δυνατός
δυνατότερη	=	δυνατός
δυνατότερης	=	δυνατός
δυνατότερο	=	δυνατός
δυνατότεροι	=	δυνατός
δυνατότερος	=	δυνατός
δυνατότερου	=	δυνατός
δυνατότερους	=	δυνατός
δυνατότερων	=	δυνατός
δυνατότης	noun	η δυνατότητα
δυνατότητα	noun	η κατάσταση κατά την οποία ένα πράγμα είναι δυνατόν ή πιθανόν να συμβεί
δυνατότητας	noun	γενική ενικού του δυνατότητα
δυνατότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνατότητα
δυνατών	adj	γενική πληθυντικού του δυνατός
δυνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύνομαι
δυνητικά	adv	για κάτι εν δυνάμει υπαρκτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνητικό
δυνητικέ	adj	κλητική ενικού του δυνητικός
δυνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνητική
δυνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυνητικός
δυνητικής	adj	γενική ενικού του δυνητική
δυνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυνητικός
δυνητικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να καθίσταται κάτι δυνητικό
δυνητικοποίησης	=	δυνητικοποίηση
δυνητικοποιήσεις	=	δυνητικοποίηση
δυνητικοποιήσεων	=	δυνητικοποίηση
δυνητικοτήτων	=	δυνητικότητα
δυνητικού	adj	γενική ενικού του δυνητικός
δυνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυνητικός
δυνητικό	adj	αιτιατική ενικού του δυνητικός
δυνητικός	adj	που μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις
δυνητικότητα	noun	η ιδιότητα του δυνητικού
δυνητικότητας	noun	γενική ενικού του δυνητικότητα
δυνητικότητες	=	δυνητικότητα
δυνητικών	adj	γενική πληθυντικού του δυνητικός
δυνητικώς	adv|dated	δυνητικά
δυνών	=	δύνη
δυο	num	απόλυτο αριθμητικό, άλλη μορφή του δύο (προφέρεται ως μία συλλαβή και γράφεται στο μονοτονικό σύστημα χωρίς τόνο)
δυοσμαρίνι	noun	δεντρολίβανο
δυοσμαρίνια	=	δυοσμαρίνι
δυοσμαρινιού	=	δυοσμαρίνι
δυοσμαρινιών	=	δυοσμαρίνι
δυουσών	=	δύων
δυούσης	=	δύων
δυπα	abbrev	νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) στην Ελλάδα με αρμοδιότητα την ενίσχυση της απασχόλησης, την ασφάλιση των ανέργων και την προστασία της οικογένειας
δυσάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσάλωτο
δυσάλωτε	adj	κλητική ενικού του δυσάλωτος
δυσάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσάλωτη
δυσάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσάλωτος
δυσάλωτης	adj	γενική ενικού του δυσάλωτη
δυσάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσάλωτος
δυσάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσάλωτος
δυσάλωτος	adj|formal	που δύσκολα κυριεύεται
δυσάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσάλωτος
δυσάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσάλωτος
δυσάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσάλωτος
δυσάρεστα	adv	με δυσαρέσκεια
δυσάρεστε	adj	κλητική ενικού του δυσάρεστος
δυσάρεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσάρεστη
δυσάρεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσάρεστος
δυσάρεστης	adj	γενική ενικού του δυσάρεστη
δυσάρεστο	adj	αιτιατική ενικού του δυσάρεστος
δυσάρεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσάρεστος
δυσάρεστος	adj	που δυσαρεστεί κάποιον, που προξενεί αρνητικά αισθήματα ή συναισθήματα (ενόχληση ή στενοχώρια)
δυσάρεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσάρεστος
δυσάρεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσάρεστος
δυσάρεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του δυσάρεστος
δυσέλεγκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσέλεγκτο
δυσέλεγκτε	adj	κλητική ενικού του δυσέλεγκτος
δυσέλεγκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσέλεγκτη
δυσέλεγκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσέλεγκτος
δυσέλεγκτης	adj	γενική ενικού του δυσέλεγκτη
δυσέλεγκτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσέλεγκτος
δυσέλεγκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσέλεγκτος
δυσέλεγκτος	adj	που δύσκολα μπορούν να τον ελέγξουν
δυσέλεγκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσέλεγκτος
δυσέλεγκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσέλεγκτος
δυσέλεγκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσέλεγκτος
δυσήκοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσήκοο
δυσήκοε	adj	κλητική ενικού του δυσήκοος
δυσήκοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσήκοη
δυσήκοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσήκοος
δυσήκοης	adj	γενική ενικού του δυσήκοη
δυσήκοο	adj	αιτιατική ενικού του δυσήκοος
δυσήκοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσήκοος
δυσήκοος	adj|rare	άλλη μορφή του βαρήκοος
δυσήκοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσήκοος
δυσήκοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσήκοος
δυσήκοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσήκοος
δυσήλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσήλατο
δυσήλατε	adj	κλητική ενικού του δυσήλατος
δυσήλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσήλατη
δυσήλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσήλατος
δυσήλατης	adj	γενική ενικού του δυσήλατη
δυσήλατο	adj	αιτιατική ενικού του δυσήλατος
δυσήλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσήλατος
δυσήλατος	adj|formal	που σφυρηλατείται με δυσκολία
δυσήλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσήλατος
δυσήλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσήλατος
δυσήλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσήλατος
δυσήλια	=	δυσήλιος
δυσήλιας	=	δυσήλιος
δυσήλιε	=	δυσήλιος
δυσήλιες	=	δυσήλιος
δυσήλιο	=	δυσήλιος
δυσήλιοι	=	δυσήλιος
δυσήλιος	adj|formal	ανήλιος
δυσήλιου	=	δυσήλιος
δυσήλιους	=	δυσήλιος
δυσήλιων	=	δυσήλιος
δυσήνια	=	δυσήνιος
δυσήνιε	=	δυσήνιος
δυσήνιο	=	δυσήνιος
δυσήνιοι	=	δυσήνιος
δυσήνιος	adj	απείθαρχος, που δεν τιθασεύεται εύκολα, αδάμαστος, αυτός που δύσκολα δέχεται χαλινάρι
δυσήνιου	=	δυσήνιος
δυσήνιους	=	δυσήνιος
δυσήνιων	=	δυσήνιος
δυσίδρωση	noun	είδος δερματίτιδας
δυσίδρωσης	=	δυσίδρωση
δυσαισθησία	noun	δυσλειτουργία του νευρικού συστήματος που αφορά στη διαταραχή της κατανόησης της έντασης των εξωτερικών ερεθισμάτων και της πρόκλησης των ανάλογων αισθημάτων
δυσαισθησίας	noun	γενική ενικού του δυσαισθησία
δυσαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαισθησία
δυσαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσαισθησία
δυσανάγνωση	noun	δυσκολία στην ανάγνωση
δυσανάγνωσης	noun	γενική ενικού του δυσανάγνωση
δυσανάγνωστα	adv	με δυσανάγνωστο τρόπο
δυσανάγνωστε	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστες	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστη	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστης	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστο	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστοι	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστος	adj	που είναι δύσκολο να διαβαστεί, που κάποιος δεν μπορεί να το αναγνώσει εύκολα
δυσανάγνωστου	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστους	=	δυσανάγνωστος
δυσανάγνωστων	=	δυσανάγνωστος
δυσανάλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυσανάλογος	adv	κατά τρόπο δυσανάλογο
δυσανάλογε	adj	κλητική ενικού του δυσανάλογος
δυσανάλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσανάλογη
δυσανάλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσανάλογος
δυσανάλογης	adj	γενική ενικού του δυσανάλογη
δυσανάλογο	adj	αιτιατική ενικού του δυσανάλογος
δυσανάλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσανάλογος
δυσανάλογος	adj	που είναι υπερβολικά μεγάλος ή μικρός σε αναλογία με κάτι άλλο
δυσανάλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσανάλογος
δυσανάλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσανάλογος
δυσανάλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσανάλογος
δυσαναγνωσία	noun	νευρογνωστική διαταραχή της αναγνωστικής επεξεργασίας, κατά την οποία το άτομο δυσκολεύεται ειδικά στην αναγνώριση και ταύτιση γραπτών λέξεων, παρά τη διατήρηση της όρασης και της γενικής γλωσσικής ικανότητας
δυσαναγνωσίας	=	δυσαναγνωσία
δυσαναγνωσίες	=	δυσαναγνωσία
δυσαναγνωσιών	=	δυσαναγνωσία
δυσαναγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσανάγνωση
δυσαναγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του δυσανάγνωση
δυσαναγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του δυσανάγνωση
δυσαναγνώστως	adv	δυσανάγνωστα
δυσαναλογία	noun	το να είναι κάτι δυσανάλογο, να μην υπάρχει αναλογία
δυσαναλογίας	noun	γενική ενικού του δυσαναλογία
δυσαναλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαναλογία
δυσαναλογιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσαναλογία
δυσαναλόγως	adv|dated	δυσανάλογα
δυσαναπλήρωτα	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτε	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτες	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτη	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτης	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτο	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτοι	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτος	adj	που δύσκολα μπορεί να αναπληρωθεί
δυσαναπλήρωτου	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτους	=	δυσαναπλήρωτος
δυσαναπλήρωτων	=	δυσαναπλήρωτος
δυσανασχέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχέτηση	noun	το αποτέλεσμα του δυσανασχετώ
δυσανασχέτησης	noun	γενική ενικού του δυσανασχέτηση
δυσανασχέτησις	noun	δυσανασχέτηση
δυσανασχετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσαν	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετήσανε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσανασχέτηση
δυσανασχετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δυσανασχέτηση
δυσανασχετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δυσανασχέτηση
δυσανασχετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσουνε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανασχετεί	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετείς	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετείτε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούμε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούν	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούνε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσα	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσαμε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσαν	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσανε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσατε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσε	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετούσες	=	δυσανασχετώ
δυσανασχετώ	verb	δυσαρεστούμαι, και ενοχλούμαι, μου κακοφαίνεται
δυσανασχετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυσανασχετώ
δυσανεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσανεκτικό
δυσανεκτικέ	adj	κλητική ενικού του δυσανεκτικός
δυσανεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσανεκτική
δυσανεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσανεκτικός
δυσανεκτικής	adj	γενική ενικού του δυσανεκτική
δυσανεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσανεκτικός
δυσανεκτικού	adj	γενική ενικού του δυσανεκτικός
δυσανεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσανεκτικός
δυσανεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσανεκτικός
δυσανεκτικός	adj	που δεν ανέχεται κάτι ή το ανέχεται με δυσκολία
δυσανεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσανεκτικός
δυσανεξία	noun	η μη ανοχή του οργανισμού κάποιων ειδών τροφής ή ουσιών
δυσανεξίας	noun	γενική ενικού του δυσανεξία
δυσανεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσανεξία
δυσανεξιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσανεξία
δυσανοχές	=	δυσανοχή
δυσανοχή	noun	άλλη μορφή του δυσανεξία
δυσανοχής	=	δυσανοχή
δυσανοχών	=	δυσανοχή
δυσαπορροφήσεις	=	δυσαπορρόφηση
δυσαπορροφήσεων	=	δυσαπορρόφηση
δυσαπορρόφηση	noun	η δυσκολία ή αδυναμία απορρόφησης διαφόρων τροφών μέσω του πεπτικού συστήματος
δυσαπορρόφησης	=	δυσαπορρόφηση
δυσαπορρόφητα	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητε	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητες	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητη	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητης	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητο	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητοι	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητος	adj	που δύσκολα απορροφάται
δυσαπορρόφητου	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητους	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπορρόφητων	=	δυσαπορρόφητος
δυσαπόδεικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόδεικτο
δυσαπόδεικτε	adj	κλητική ενικού του δυσαπόδεικτος
δυσαπόδεικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόδεικτη
δυσαπόδεικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσαπόδεικτος
δυσαπόδεικτης	adj	γενική ενικού του δυσαπόδεικτη
δυσαπόδεικτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσαπόδεικτος
δυσαπόδεικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόδεικτος
δυσαπόδεικτος	adj	που δύσκολα αποδεικνύεται
δυσαπόδεικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσαπόδεικτος
δυσαπόδεικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσαπόδεικτος
δυσαπόδεικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσαπόδεικτος
δυσαπόκτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόκτητο
δυσαπόκτητε	adj	κλητική ενικού του δυσαπόκτητος
δυσαπόκτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόκτητη
δυσαπόκτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσαπόκτητος
δυσαπόκτητης	adj	γενική ενικού του δυσαπόκτητη
δυσαπόκτητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσαπόκτητος
δυσαπόκτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόκτητος
δυσαπόκτητος	adj	που δύσκολα αποκτιέται
δυσαπόκτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσαπόκτητος
δυσαπόκτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσαπόκτητος
δυσαπόκτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσαπόκτητος
δυσαπόχτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόχτητο
δυσαπόχτητε	adj	κλητική ενικού του δυσαπόχτητος
δυσαπόχτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόχτητη
δυσαπόχτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσαπόχτητος
δυσαπόχτητης	adj	γενική ενικού του δυσαπόχτητη
δυσαπόχτητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσαπόχτητος
δυσαπόχτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσαπόχτητος
δυσαπόχτητος	adj	άλλη μορφή του δυσαπόκτητος
δυσαπόχτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσαπόχτητος
δυσαπόχτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσαπόχτητος
δυσαπόχτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσαπόχτητος
δυσαρέσκεια	noun	το συναίσθημα που προκαλείται από μια δυσάρεστη κατάσταση ή από κάτι που δεν εγκρίνουμε ή μας βλάπτει
δυσαρέσκειας	noun	γενική ενικού του δυσαρέσκεια
δυσαρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρέσκεια
δυσαρέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρέστηση	noun	το αποτέλεσμα του δυσαρεστώ
δυσαρέστησης	noun	γενική ενικού του δυσαρέστηση
δυσαρίθμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρίθμητο
δυσαρίθμητε	adj	κλητική ενικού του δυσαρίθμητος
δυσαρίθμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρίθμητη
δυσαρίθμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσαρίθμητος
δυσαρίθμητης	adj	γενική ενικού του δυσαρίθμητη
δυσαρίθμητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσαρίθμητος
δυσαρίθμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσαρίθμητος
δυσαρίθμητος	adj|formal	που είναι δύσκολο να τον (απ)αριθμήσουμε, να τον μετρήσουμε
δυσαρίθμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσαρίθμητος
δυσαρίθμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσαρίθμητος
δυσαρίθμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσαρίθμητος
δυσαρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του δυσαρέσκεια
δυσαρεστήθηκα	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήθηκαν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήθηκε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήθηκες	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσαν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήσανε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρέστηση
δυσαρεστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δυσαρέστηση
δυσαρεστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δυσαρέστηση
δυσαρεστήσου	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσουνε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
δυσαρεστεί	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστείς	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστείσαι	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστείσθε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστείστε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστείται	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστείτε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθήκαμε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθήκαν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθήκανε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθήκατε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθεί	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθείς	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθείτε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθούμε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθούν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθούνε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστηθώ	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρεστημένο
δυσαρεστημένε	verb	κλητική ενικού του δυσαρεστημένος
δυσαρεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρεστημένη
δυσαρεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσαρεστημένος
δυσαρεστημένης	verb	γενική ενικού του δυσαρεστημένη
δυσαρεστημένο	verb	αιτιατική ενικού του δυσαρεστημένος
δυσαρεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσαρεστημένος
δυσαρεστημένος	verb	που νιώθει δυσαρέσκεια, που αισθάνεται ότι η κατάσταση όπως έχει δεν τον ικανοποιεί, είναι αντίθετη στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του
δυσαρεστημένου	verb	γενική ενικού του δυσαρεστημένος (αρσενικό) και δυσαρεστημένο (ουδέτερο)
δυσαρεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυσαρεστημένος
δυσαρεστημένων	verb	γενική πληθυντικού του δυσαρεστημένος
δυσαρεστούμαι	verb	αισθάνομαι δυσαρέσκεια
δυσαρεστούμασταν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούμαστε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούμε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούμεθα	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούμενος	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούμουν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούνε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούνται	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούνταν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσα	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσαμε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσαν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσανε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσασταν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσαστε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσατε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσε	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσες	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστούσουν	=	δυσαρεστώ
δυσαρεστώ	verb	προκαλώ δυσαρέσκεια σε κάποιον, ενόχληση ή στενοχώρια
δυσαρεστώντας	=	δυσαρεστώ
δυσαρθρία	noun	η δυσκολία που έχει κάποιος στο να αρθρώνει σωστά τις λέξεις
δυσαρθρίας	noun	γενική ενικού του δυσαρθρία
δυσαρθρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρθρία
δυσαρθριών	noun	γενική πληθυντικού του δυσαρθρία
δυσαριθμησία	noun	είδος μαθησιακής δυσκολίας στην οποία υπάρχει δυσκολία στην τέλεση μαθηματικών πράξεων
δυσαριθμησίας	=	δυσαριθμησία
δυσαριθμησίες	=	δυσαριθμησία
δυσαριθμησιών	=	δυσαριθμησία
δυσαρμονία	noun	η έλλειψη αρμονίας
δυσαρμονίας	noun	γενική ενικού του δυσαρμονία
δυσαρμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρμονία
δυσαρμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρμονικό, ουδέτερο του δυσαρμονικός	adv	με δυσαρμονικό τρόπο
δυσαρμονικέ	adj	κλητική ενικού του δυσαρμονικός
δυσαρμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαρμονική
δυσαρμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσαρμονικός
δυσαρμονικής	adj	γενική ενικού του δυσαρμονική
δυσαρμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσαρμονικός
δυσαρμονικού	adj	γενική ενικού του δυσαρμονικός
δυσαρμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσαρμονικός
δυσαρμονικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσαρμονικός
δυσαρμονικός	adj|figurative	που δεν είναι αρμονικός (προς τη μουσική αρμονία, ή γενικά προς το περιβάλλον του)
δυσαρμονικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσαρμονικός
δυσαρμονιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσαρμονία
δυσαυτονομία	noun	δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος
δυσαυτονομίας	noun	γενική ενικού του δυσαυτονομία
δυσαυτονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσαυτονομία
δυσαυτονομιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσαυτονομία
δυσβάστακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυσβάστακτος	adv	με δυσβάστακτο τρόπο
δυσβάστακτε	adj	κλητική ενικού του δυσβάστακτος
δυσβάστακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσβάστακτη
δυσβάστακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσβάστακτος
δυσβάστακτης	adj	γενική ενικού του δυσβάστακτη
δυσβάστακτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσβάστακτος
δυσβάστακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσβάστακτος
δυσβάστακτος	adj	που δύσκολα κάποιος το αντέχει, το υποφέρει
δυσβάστακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσβάστακτος
δυσβάστακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσβάστακτος
δυσβάστακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσβάστακτος
δυσβάσταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυσβάσταχτος	adv	με δυσβάσταχτα συναισθήματα, δύσκολα αντέχεται
δυσβάσταχτε	adj	κλητική ενικού του δυσβάσταχτος
δυσβάσταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσβάσταχτη
δυσβάσταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσβάσταχτος
δυσβάσταχτης	adj	γενική ενικού του δυσβάσταχτη
δυσβάσταχτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσβάσταχτος
δυσβάσταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσβάσταχτος
δυσβάσταχτος	adj	άλλη μορφή του δυσβάστακτος
δυσβάσταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσβάσταχτος
δυσβάσταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσβάσταχτος
δυσβάσταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσβάσταχτος
δυσβίωση	noun	ανισορροπία ή διαταραχή της σύνθεσης των μικροοργανισμών (βακτηρίων, μυκήτων, ιών κ.λπ.) που βρίσκονται σε έναν οργανισμό, κυρίως στο έντερο, αλλά και σε άλλες περιοχές όπως το δέρμα, το στόμα ή τον κόλπο, που μπορεί να προκληθεί από παράγοντες όπως η διατροφή, η χρήση αντιβιοτικών, οι χρόνιες παθήσεις και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες
δυσβίωσης	=	δυσβίωση
δυσβαρισμέ	noun	κλητική ενικού του δυσβαρισμός
δυσβαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσβαρισμός
δυσβαρισμού	noun	γενική ενικού του δυσβαρισμός
δυσβαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυσβαρισμός
δυσβαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του δυσβαρισμός
δυσβαρισμός	noun	παθολογική κατάσταση που προκύπτει από τις μεταβολές της πίεσης του περιβάλλοντος (π.χ. κατά την αποσυμπίεση σε αεροσκάφος, κατά την κατάδυση σε θάλασσα κ.λπ.)
δυσβαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του δυσβαρισμός
δυσβασία	noun	δυσκολία στη βάδιση
δυσβασίας	noun	γενική ενικού του δυσβασία
δυσβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσβασία
δυσβασιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσβασία
δυσβιώσεις	=	δυσβίωση
δυσβιώσεων	=	δυσβίωση
δυσβουλία	noun	η διαταραχή της λειτουργίας της βούλησης ή της υλοποίησης μιας απόφασης
δυσβουλίας	noun	γενική ενικού του δυσβουλία
δυσβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσβουλία
δυσβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσβουλία
δυσγενεσία	noun	η ελαττωματική ανάπτυξη κάποιου οργάνου
δυσγενεσίας	noun	γενική ενικού του δυσγενεσία
δυσγενεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσγενεσία
δυσγενεσιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσγενεσία
δυσγευσία	noun	η δυσκολία στην κατανόηση της γεύσης, το να μην έχει κάποιος γευστική αίσθηση
δυσγευσίας	noun	γενική ενικού του δυσγευσία
δυσγευσίες	=	δυσγευσία
δυσγευσιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσγευσία
δυσγνωσίας	noun	γενική ενικού του δυσγνωσία
δυσγνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσγνωσία
δυσγνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσγνωσία
δυσγραφία	noun	ειδική μαθησιακή διαταραχή που εκδηλώνεται ως επίμονη δυσκολία στη γραπτή απόδοση λόγου, ιδίως στον σχηματισμό γραμμάτων και στη ροή της γραφής, χωρίς να οφείλεται σε έλλειψη νοημοσύνης ή εκπαίδευσης
δυσγραφίας	=	δυσγραφία
δυσγραφίες	=	δυσγραφία
δυσγραφιών	=	δυσγραφία
δυσδιάγνωστα	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστε	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστες	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστη	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστης	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστο	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστοι	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστος	adj|formal	που παρουσιάζει τέτοια ασαφή, άτυπα ή επικαλυπτόμενα χαρακτηριστικά, ώστε η ασφαλής αναγνώριση ή διάγνωσή του να καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη
δυσδιάγνωστου	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστους	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάγνωστων	=	δυσδιάγνωστος
δυσδιάκριτα	adv	με δυσδιάκριτο τρόπο
δυσδιάκριτε	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτες	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτη	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτης	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτο	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτοι	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτος	adj	που δύσκολα διακρίνεται
δυσδιάκριτου	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτους	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτων	=	δυσδιάκριτος
δυσδιάλυτα	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτε	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτες	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτη	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτης	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτο	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτοι	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτος	adj	που δύσκολα διαλύεται σε ένα υγρό
δυσδιάλυτου	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτους	=	δυσδιάλυτος
δυσδιάλυτων	=	δυσδιάλυτος
δυσδιακρίτως	adv	δυσδιάκριτα
δυσδιοίκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσδιοίκητο
δυσδιοίκητε	adj	κλητική ενικού του δυσδιοίκητος
δυσδιοίκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσδιοίκητη
δυσδιοίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσδιοίκητος
δυσδιοίκητης	adj	γενική ενικού του δυσδιοίκητη
δυσδιοίκητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσδιοίκητος
δυσδιοίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσδιοίκητος
δυσδιοίκητος	adj|formal	που διοικείται δύσκολα
δυσδιοίκητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσδιοίκητος
δυσδιοίκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσδιοίκητος
δυσδιοίκητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσδιοίκητος
δυσδιόδευτα	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτε	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτες	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτη	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτης	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτο	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτοι	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτος	adj|archaic	δύσβατος, δύσκολος να τον περπατήσει / περάσει κάποιος
δυσδιόδευτου	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτους	=	δυσδιόδευτος
δυσδιόδευτων	=	δυσδιόδευτος
δυσειδές	=	δυσειδής
δυσειδέστατος	=	δυσειδής
δυσειδέστερος	=	δυσειδής
δυσειδή	=	δυσειδής
δυσειδής	adj|formal	δύσμορφος, με άσχημη μορφή
δυσειδείς	=	δυσειδής
δυσειδούς	=	δυσειδής
δυσειδών	=	δυσειδής
δυσεκτασία	noun	δυσκολία στη διάνοιξη του στομίου της ουροδόχου κύστεως
δυσεκτασίας	noun	γενική ενικού του δυσεκτασία
δυσεκτασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεκτασία
δυσεκτασιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσεκτασία
δυσενδοκρινία	noun	δυσλειτουργία των ενδοκρινικών αδένων
δυσενδοκρινίας	noun	γενική ενικού του δυσενδοκρινία
δυσενδοκρινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσενδοκρινία
δυσενδοκρινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσενδοκρινικό
δυσενδοκρινικέ	adj	κλητική ενικού του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσενδοκρινική
δυσενδοκρινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινικής	adj	γενική ενικού του δυσενδοκρινική
δυσενδοκρινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινικού	adj	γενική ενικού του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινικός	adj	που έχει σχέση με την δυσενδοκρινία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυσενδοκρινικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσενδοκρινικός
δυσενδοκρινιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσενδοκρινία
δυσεντερία	noun	η λοιμώδης νόσος με διαταραχή της λειτουργίας του παχέος εντέρου που οφείλεται σε μικροοργανισμούς και εκδηλώνεται με κοιλιακούς πόνους, διάρροια και αίμα στα κόπρανα
δυσεντερίας	noun	γενική ενικού του δυσεντερία
δυσεντερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεντερία
δυσεντερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεντερικό
δυσεντερικέ	adj	κλητική ενικού του δυσεντερικός
δυσεντερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεντερική
δυσεντερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεντερικός
δυσεντερικής	adj	γενική ενικού του δυσεντερική
δυσεντερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεντερικός
δυσεντερικού	adj	γενική ενικού του δυσεντερικός
δυσεντερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεντερικός
δυσεντερικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσεντερικός
δυσεντερικός	noun	που πάσχει από δυσεντερία	adj	σχετικός με τη δυσεντερία
δυσεντερικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσεντερικός
δυσεντεριών	noun	γενική πληθυντικού του δυσεντερία
δυσεξάλειπτα	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτε	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτες	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτη	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτης	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτο	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτοι	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτος	adj|formal	που εξαλείφεται δύσκολα
δυσεξάλειπτου	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτους	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξάλειπτων	=	δυσεξάλειπτος
δυσεξέλεγκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεξέλεγκτο
δυσεξέλεγκτε	adj	κλητική ενικού του δυσεξέλεγκτος
δυσεξέλεγκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεξέλεγκτη
δυσεξέλεγκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεξέλεγκτος
δυσεξέλεγκτης	adj	γενική ενικού του δυσεξέλεγκτη
δυσεξέλεγκτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεξέλεγκτος
δυσεξέλεγκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεξέλεγκτος
δυσεξέλεγκτος	adj	που δύσκολα μπορούν να τον εξελέγξουν
δυσεξέλεγκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεξέλεγκτος
δυσεξέλεγκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεξέλεγκτος
δυσεξέλεγκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεξέλεγκτος
δυσεξήγητα	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητε	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητες	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητη	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητης	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητο	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητοι	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητος	adj	που δύσκολα εξηγείται
δυσεξήγητου	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητους	=	δυσεξήγητος
δυσεξήγητων	=	δυσεξήγητος
δυσεξίτηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεξίτηλο
δυσεξίτηλε	adj	κλητική ενικού του δυσεξίτηλος
δυσεξίτηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεξίτηλη
δυσεξίτηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεξίτηλος
δυσεξίτηλης	adj	γενική ενικού του δυσεξίτηλη
δυσεξίτηλο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεξίτηλος
δυσεξίτηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεξίτηλος
δυσεξίτηλος	adj	που δύσκολα γίνεται εξίτηλος
δυσεξίτηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεξίτηλος
δυσεξίτηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεξίτηλος
δυσεξίτηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεξίτηλος
δυσεξερεύνητα	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητε	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητες	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητη	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητης	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητο	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητοι	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητος	adj	που είναι δύσκολο να εξερευνηθεί
δυσεξερεύνητου	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητους	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξερεύνητων	=	δυσεξερεύνητος
δυσεξιχνίαστα	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστε	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστες	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστη	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστης	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστο	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστοι	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστος	adj	που εξιχνιάζεται δύσκολα
δυσεξιχνίαστου	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστους	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεξιχνίαστων	=	δυσεξιχνίαστος
δυσεπίλυτα	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτε	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτες	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτη	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτης	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτο	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτοι	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτος	adj	που δύσκολα μπορεί να επιλυθεί
δυσεπίλυτου	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτους	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίλυτων	=	δυσεπίλυτος
δυσεπίσχετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπίσχετο
δυσεπίσχετε	adj	κλητική ενικού του δυσεπίσχετος
δυσεπίσχετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπίσχετη
δυσεπίσχετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεπίσχετος
δυσεπίσχετης	adj	γενική ενικού του δυσεπίσχετη
δυσεπίσχετο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεπίσχετος
δυσεπίσχετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεπίσχετος
δυσεπίσχετος	adj	που δύσκολα μπορεί κανείς να τον συγκρατήσει, να τον σταματήσει
δυσεπίσχετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεπίσχετος
δυσεπίσχετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεπίσχετος
δυσεπίσχετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεπίσχετος
δυσεπίτευκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυσεπίτευκτος	adv|formal	με δυσεπίτευκτο τρόπο
δυσεπίτευκτε	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτες	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτη	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτης	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτο	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτοι	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτος	adj	που δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί
δυσεπίτευκτου	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτους	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπίτευκτων	=	δυσεπίτευκτος
δυσεπανόρθωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπανόρθωτο
δυσεπανόρθωτε	adj	κλητική ενικού του δυσεπανόρθωτος
δυσεπανόρθωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπανόρθωτη
δυσεπανόρθωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεπανόρθωτος
δυσεπανόρθωτης	adj	γενική ενικού του δυσεπανόρθωτη
δυσεπανόρθωτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεπανόρθωτος
δυσεπανόρθωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεπανόρθωτος
δυσεπανόρθωτος	adj|formal	που δύσκολα επανορθώνεται
δυσεπανόρθωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεπανόρθωτος
δυσεπανόρθωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεπανόρθωτος
δυσεπανόρθωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεπανόρθωτος
δυσεπιχείρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπιχείρητο
δυσεπιχείρητε	adj	κλητική ενικού του δυσεπιχείρητος
δυσεπιχείρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπιχείρητη
δυσεπιχείρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεπιχείρητος
δυσεπιχείρητης	adj	γενική ενικού του δυσεπιχείρητη
δυσεπιχείρητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεπιχείρητος
δυσεπιχείρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεπιχείρητος
δυσεπιχείρητος	adj|formal	που δύσκολα τον επιχειρεί κάποιος
δυσεπιχείρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεπιχείρητος
δυσεπιχείρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεπιχείρητος
δυσεπιχείρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεπιχείρητος
δυσεπούλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπούλωτο
δυσεπούλωτε	adj	κλητική ενικού του δυσεπούλωτος
δυσεπούλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεπούλωτη
δυσεπούλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεπούλωτος
δυσεπούλωτης	adj	γενική ενικού του δυσεπούλωτη
δυσεπούλωτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεπούλωτος
δυσεπούλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεπούλωτος
δυσεπούλωτος	adj	που δύσκολα επουλώνεται, γιατρεύεται
δυσεπούλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεπούλωτος
δυσεπούλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεπούλωτος
δυσεπούλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεπούλωτος
δυσερμήνευτα	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτε	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτες	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτη	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτης	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτο	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτοι	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτος	adj	που δύσκολα ερμηνεύεται
δυσερμήνευτου	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτους	=	δυσερμήνευτος
δυσερμήνευτων	=	δυσερμήνευτος
δυσετυμολόγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσετυμολόγητο
δυσετυμολόγητε	adj	κλητική ενικού του δυσετυμολόγητος
δυσετυμολόγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσετυμολόγητη
δυσετυμολόγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσετυμολόγητος
δυσετυμολόγητης	adj	γενική ενικού του δυσετυμολόγητη
δυσετυμολόγητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσετυμολόγητος
δυσετυμολόγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσετυμολόγητος
δυσετυμολόγητος	adj	που ετυμολογείτει δύσκολα
δυσετυμολόγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσετυμολόγητος
δυσετυμολόγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσετυμολόγητος
δυσετυμολόγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσετυμολόγητος
δυσεφάρμοστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεφάρμοστο
δυσεφάρμοστε	adj	κλητική ενικού του δυσεφάρμοστος
δυσεφάρμοστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσεφάρμοστη
δυσεφάρμοστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσεφάρμοστος
δυσεφάρμοστης	adj	γενική ενικού του δυσεφάρμοστη
δυσεφάρμοστο	adj	αιτιατική ενικού του δυσεφάρμοστος
δυσεφάρμοστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσεφάρμοστος
δυσεφάρμοστος	adj	που δύσκολα εφαρμόζεται
δυσεφάρμοστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσεφάρμοστος
δυσεφάρμοστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσεφάρμοστος
δυσεφάρμοστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσεφάρμοστος
δυσεύρετα	=	δυσεύρετος
δυσεύρετε	=	δυσεύρετος
δυσεύρετες	=	δυσεύρετος
δυσεύρετη	=	δυσεύρετος
δυσεύρετης	=	δυσεύρετος
δυσεύρετο	=	δυσεύρετος
δυσεύρετοι	=	δυσεύρετος
δυσεύρετος	adj	που δύσκολα βρίσκεται, σπάνιος
δυσεύρετου	=	δυσεύρετος
δυσεύρετους	=	δυσεύρετος
δυσεύρετων	=	δυσεύρετος
δυσηκοΐα	noun|rare	άλλη μορφή του βαρηκοΐα
δυσηκοΐας	noun	γενική ενικού του δυσηκοΐα
δυσηκοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσηκοΐα
δυσηκοϊών	noun	γενική πληθυντικού του δυσηκοΐα
δυσηλεκτραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσηλεκτραγωγό, ουδέτερο του δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγέ	adj	κλητική ενικού του δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγές	=	δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγή	=	δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγής	=	δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγού	adj	γενική ενικού του δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του δυσηλεκτραγωγός
δυσηλεκτραγωγός	adj	που είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού
δυσηλεκτραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του δυσηλεκτραγωγός
δυσηχαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσηχαγωγό	adv	με δυσηχαγωγό τρόπο
δυσηχαγωγέ	adj	κλητική ενικού του δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγές	=	δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγή	=	δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγής	=	δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγού	adj	γενική ενικού του δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του δυσηχαγωγός
δυσηχαγωγός	adj	που δεν επιτρέπει στον ήχο να περάσει μέσα απ’ αυτό
δυσηχαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του δυσηχαγωγός
δυσθέατα	=	δυσθέατος
δυσθέατε	=	δυσθέατος
δυσθέατες	=	δυσθέατος
δυσθέατη	=	δυσθέατος
δυσθέατης	=	δυσθέατος
δυσθέατο	=	δυσθέατος
δυσθέατοι	=	δυσθέατος
δυσθέατος	adj	αυτός που διακρίνεται με δυσκολία
δυσθέατου	=	δυσθέατος
δυσθέατους	=	δυσθέατος
δυσθέατων	=	δυσθέατος
δυσθανασία	noun	η παράταση της επιθανάτιας αγωνίας, που επιφέρει με βασανιστικό και αργό τρόπο έναν επώδυνο θάνατο
δυσθανασίας	noun	γενική ενικού του δυσθανασία
δυσθανασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσθανασία
δυσθανασιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσθανασία
δυσθεράπευτα	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτε	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτες	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτη	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτης	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτο	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτοι	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτος	adj	που δύσκολα θεραπεύεται
δυσθεράπευτου	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτους	=	δυσθεράπευτος
δυσθεράπευτων	=	δυσθεράπευτος
δυσθερμαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσθερμαγωγό, ουδέτερο του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγέ	adj	κλητική ενικού του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσθερμαγωγή
δυσθερμαγωγή	adj	θηλυκό του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγής	adj	γενική ενικού του δυσθερμαγωγή
δυσθερμαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγού	adj	γενική ενικού του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του δυσθερμαγωγός
δυσθερμαγωγός	adj	που εμποδίζει τη μετάδοση θερμότητας
δυσθερμαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του δυσθερμαγωγός
δυσθεώρητα	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητε	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητες	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητη	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητης	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητο	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητοι	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητος	adj	που δύσκολα μπορεί κάποιος να τον δει επειδή είναι πολύ μεγάλος
δυσθεώρητου	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητους	=	δυσθεώρητος
δυσθεώρητων	=	δυσθεώρητος
δυσθρεψία	noun	κλινική κατάσταση κατά την οποία η θρεπτική πρόσληψη ή η θρεπτική αξιοποίηση δεν επαρκεί ή είναι υπερβολική, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η σύσταση και λειτουργία των ιστών και να επέρχονται αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία
δυσθρεψίας	=	δυσθρεψία
δυσθρεψίες	=	δυσθρεψία
δυσθρεψιών	=	δυσθρεψία
δυσθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσαν	=	δυσθυμώ
δυσθυμήσανε	=	δυσθυμώ
δυσθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθυμία	noun|formal	η κακή ψυχική διάθεση
δυσθυμίας	noun	γενική ενικού του δυσθυμία
δυσθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσθυμία
δυσθυμεί	=	δυσθυμώ
δυσθυμείς	=	δυσθυμώ
δυσθυμείτε	=	δυσθυμώ
δυσθυμικός	adj|formal	που έχει σχέση με τη δυσθυμία ή αναφέρεται σʼ αυτή
δυσθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσθυμία
δυσθυμούμε	=	δυσθυμώ
δυσθυμούν	=	δυσθυμώ
δυσθυμούνε	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσα	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσαμε	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσαν	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσανε	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσατε	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσε	=	δυσθυμώ
δυσθυμούσες	=	δυσθυμώ
δυσθυμώ	verb|formal	είμαι ή γίνομαι δύσθυμος
δυσθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυσθυμώ
δυσθύμει	=	δυσθυμώ
δυσθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσθυμώ
δυσθύμως	adv|formal	με δύσθυμο τρόπο, με δυσθυμία
δυσιδρωσία	noun	άλλη μορφή του δυσίδρωση
δυσιδρωσίας	noun	γενική ενικού του δυσιδρωσία
δυσιδρωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσιδρωσία
δυσιδρωσιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσιδρωσία
δυσιδρώσεις	=	δυσίδρωση
δυσιδρώσεων	=	δυσίδρωση
δυσκίνητα	adv	με δυσκίνητο τρόπο, με δυσκολία στην κίνηση
δυσκίνητε	adj	κλητική ενικού του δυσκίνητος
δυσκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκίνητη
δυσκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκίνητος
δυσκίνητης	adj	γενική ενικού του δυσκίνητη
δυσκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσκίνητος
δυσκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκίνητος
δυσκίνητος	adj	που κινείται αργά ή με μεγάλη δυσκολία
δυσκίνητου	adj	γενική ενικού του δυσκίνητος
δυσκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσκίνητος
δυσκίνητων	adj	γενική πληθυντικού του δυσκίνητος
δυσκαμψία	noun	η δυσκολία στην κάμψη, στο λύγισμα
δυσκαμψίας	noun	γενική ενικού του δυσκαμψία
δυσκαμψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκαμψία
δυσκαμψιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσκαμψία
δυσκατάληπτα	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτε	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτες	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτη	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτης	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτο	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτοι	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτος	adj|archaic	δυσνόητος, δύσληπτος
δυσκατάληπτου	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτους	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάληπτων	=	δυσκατάληπτος
δυσκατάρριπτα	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτε	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτες	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτη	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτης	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτο	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτοι	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτος	adj	που δύσκολα καταρρίπτεται
δυσκατάρριπτου	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτους	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατάρριπτων	=	δυσκατάρριπτος
δυσκατέργαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκατέργαστο
δυσκατέργαστε	adj	κλητική ενικού του δυσκατέργαστος
δυσκατέργαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκατέργαστη
δυσκατέργαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκατέργαστος
δυσκατέργαστης	adj	γενική ενικού του δυσκατέργαστη
δυσκατέργαστο	adj	αιτιατική ενικού του δυσκατέργαστος
δυσκατέργαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκατέργαστος
δυσκατέργαστος	adj	που δύσκολα μπορεί να υποστεί κατεργασία
δυσκατέργαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσκατέργαστος
δυσκατέργαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσκατέργαστος
δυσκατέργαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσκατέργαστος
δυσκαταληψία	noun	※ Ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας δὲν ἔχει τὰ διανοητικὰ προσόντα νὰ ἀντιληφθεῖ, ἔστω, τὸ πρόβλημα, συνεχίζει νὰ μιλάει, νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ ἀπαιτεῖ μὲ τὰ ἀντανακλαστικὰ μικρονοϊκῆς ἀνεμελιᾶς ἢ ἀλλοδαπῆς δυσκαταληψίας (Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἀντιπαλεύοντας τὴν παρακμή - ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ 2022, εκδ.
δυσκαταληψίας	=	δυσκαταληψία
δυσκαταληψίες	=	δυσκαταληψία
δυσκαταληψιών	=	δυσκαταληψία
δυσκατανοησία	noun	η ιδιότητα του δυσκατανόητου
δυσκατανοησίας	noun	γενική ενικού του δυσκατανοησία
δυσκατανοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκατανοησία
δυσκατανοησιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσκατανοησία
δυσκατανόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκατανόητο
δυσκατανόητε	adj	κλητική ενικού του δυσκατανόητος
δυσκατανόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκατανόητη
δυσκατανόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκατανόητος
δυσκατανόητης	adj	γενική ενικού του δυσκατανόητη
δυσκατανόητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσκατανόητος
δυσκατανόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκατανόητος
δυσκατανόητος	adj	που είναι δύσκολος να τον κατανοήσουμε
δυσκατανόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσκατανόητος
δυσκατανόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσκατανόητος
δυσκατανόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσκατανόητος
δυσκαταποσία	noun	δυσκολία στην κατάποση
δυσκαταποσίας	noun	γενική ενικού του δυσκαταποσία
δυσκαταποσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκαταποσία
δυσκαταποσιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσκαταποσία
δυσκινησία	noun|figurative	το να είναι κάποιος δυσκίνητος, η ιδιότητα του δυσκίνητου
δυσκινησίας	noun	γενική ενικού του δυσκινησία
δυσκινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκινησία
δυσκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσκινησία
δυσκοίλια	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιας	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιε	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιες	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιο	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιοι	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιος	adj	που έχει δυσκολία στην κένωση των εντέρων, που πάσχει από δυσκοιλιότητα
δυσκοίλιου	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιους	=	δυσκοίλιος
δυσκοίλιων	=	δυσκοίλιος
δυσκοιλιοτήτων	=	δυσκοιλιότητα
δυσκοιλιότης	noun	η δυσκοιλιότητα
δυσκοιλιότητα	noun	η δυσκολία στην κένωση του εντέρου
δυσκοιλιότητας	noun	γενική ενικού του δυσκοιλιότητα
δυσκοιλιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκοιλιότητα
δυσκολάκι	noun|informal	δύσκολο πρόβλημα (ιδίως στη γλώσσα των μαθητών)
δυσκολάκια	=	δυσκολάκι
δυσκολέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψαν	=	δυσκολεύω
δυσκολέψανε	=	δυσκολεύω
δυσκολέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψομε	=	δυσκολεύω
δυσκολέψου	=	δυσκολεύω
δυσκολέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψουνε	=	δυσκολεύω
δυσκολέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκολία	noun	πρόβλημα, δυσλειτουργία, η ανικανότητα να κάνει κανείς κάτι τόσο γρήγορα ή τόσο καλά όσο θα γινόταν κανονικά από άλλους
δυσκολίας	noun	γενική ενικού του δυσκολία
δυσκολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολία
δυσκολεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολεμένο
δυσκολεμένε	verb	κλητική ενικού του δυσκολεμένος
δυσκολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολεμένη
δυσκολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκολεμένος
δυσκολεμένης	verb	γενική ενικού του δυσκολεμένη
δυσκολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του δυσκολεμένος
δυσκολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκολεμένος
δυσκολεμένος	verb	που έχει γίνει πιο δύσκολος
δυσκολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσκολεμένος
δυσκολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυσκολεμένος
δυσκολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσκολεμένος
δυσκολευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτήκαν	=	δυσκολεύω
δυσκολευτήκανε	=	δυσκολεύω
δυσκολευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευτούνε	=	δυσκολεύω
δυσκολευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολευόμασταν	=	δυσκολεύω
δυσκολευόμαστε	=	δυσκολεύω
δυσκολευόμουν	=	δυσκολεύω
δυσκολευόμουνα	=	δυσκολεύω
δυσκολευόντουσαν	=	δυσκολεύω
δυσκολευόσασταν	=	δυσκολεύω
δυσκολευόσαστε	=	δυσκολεύω
δυσκολευόσουν	=	δυσκολεύω
δυσκολευόσουνα	=	δυσκολεύω
δυσκολευόταν	=	δυσκολεύω
δυσκολευότανε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύαμε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύαν	=	δυσκολεύω
δυσκολεύανε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύατε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύει	=	δυσκολεύω
δυσκολεύεις	=	δυσκολεύω
δυσκολεύεσαι	=	δυσκολεύω
δυσκολεύεστε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύεται	=	δυσκολεύω
δυσκολεύετε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύομαι	verb	αντιμετωπίζω δυσκολίες εξαιτίας κάποιου γεγονότος
δυσκολεύομε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύονται	=	δυσκολεύω
δυσκολεύονταν	=	δυσκολεύω
δυσκολεύοντας	=	δυσκολεύω
δυσκολεύου	=	δυσκολεύω
δυσκολεύουμε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύουν	=	δυσκολεύω
δυσκολεύουνε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύτε	=	δυσκολεύω
δυσκολεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύομαι
δυσκολεύω	verb	κάνω κάτι δυσκολότερο από όσο ήταν
δυσκολιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσκολία
δυσκολοβάσταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολοβάσταχτο
δυσκολοβάσταχτε	adj	κλητική ενικού του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοβάσταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολοβάσταχτη
δυσκολοβάσταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοβάσταχτης	adj	γενική ενικού του δυσκολοβάσταχτη
δυσκολοβάσταχτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοβάσταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοβάσταχτος	adj|figurative	που δύσκολα μπορούμε να τον βαστάξουμε
δυσκολοβάσταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοβάσταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοβάσταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσκολοβάσταχτος
δυσκολοδήγητα	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητε	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητες	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητη	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητης	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητο	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητοι	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητος	adj	που οδηγείται δύσκολα
δυσκολοδήγητου	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητους	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδήγητων	=	δυσκολοδήγητος
δυσκολοδιάβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολοδιάβαστο
δυσκολοδιάβαστε	adj	κλητική ενικού του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδιάβαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκολοδιάβαστη
δυσκολοδιάβαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδιάβαστης	adj	γενική ενικού του δυσκολοδιάβαστη
δυσκολοδιάβαστο	adj	αιτιατική ενικού του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδιάβαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδιάβαστος	adj	που διαβάζεται δύσκολα
δυσκολοδιάβαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδιάβαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδιάβαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσκολοδιάβαστος
δυσκολοδούλευτα	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτε	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτες	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτη	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτης	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτο	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτοι	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτος	adj	που μπορεί να δουλευτεί, να τύχει επεξεργασίας, να χρησιμοποιηθεί ή να το διαχειριστείς με δυσκολία, χωρίς καθόλου ευκολία
δυσκολοδούλευτου	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτους	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολοδούλευτων	=	δυσκολοδούλευτος
δυσκολονόητα	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητε	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητες	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητη	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητης	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητο	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητοι	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητος	adj	που δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητός
δυσκολονόητου	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητους	=	δυσκολονόητος
δυσκολονόητων	=	δυσκολονόητος
δυσκολοπρόφερτα	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτε	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτες	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτη	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτης	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτο	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτοι	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτος	adj	που προφέρεται με δυσκολία
δυσκολοπρόφερτου	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτους	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοπρόφερτων	=	δυσκολοπρόφερτος
δυσκολοσυμβίβαστα	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστε	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστες	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστη	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστης	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστο	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστοι	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστος	adj	που δύσκολα συμβιβάζεται
δυσκολοσυμβίβαστου	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστους	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοσυμβίβαστων	=	δυσκολοσυμβίβαστος
δυσκολοχώνευτα	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτε	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτες	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτη	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτης	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτο	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτοι	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτος	adj	που δεν χωνεύεται εύκολα
δυσκολοχώνευτου	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτους	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολοχώνευτων	=	δυσκολοχώνευτος
δυσκολόπιστα	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστε	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστες	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστη	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστης	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστο	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστοι	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστος	adj	δύσπιστος
δυσκολόπιστου	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστους	=	δυσκολόπιστος
δυσκολόπιστων	=	δυσκολόπιστος
δυσκολότατα	=	δύσκολος
δυσκολότατε	=	δύσκολος
δυσκολότατες	=	δύσκολος
δυσκολότατη	=	δύσκολος
δυσκολότατης	=	δύσκολος
δυσκολότατο	=	δύσκολος
δυσκολότατοι	=	δύσκολος
δυσκολότατος	=	δύσκολος
δυσκολότατου	=	δύσκολος
δυσκολότατους	=	δύσκολος
δυσκολότατων	=	δύσκολος
δυσκολότερα	=	δύσκολος
δυσκολότερε	=	δύσκολος
δυσκολότερες	=	δύσκολος
δυσκολότερη	=	δύσκολος
δυσκολότερης	=	δύσκολος
δυσκολότερο	=	δύσκολος
δυσκολότεροι	=	δύσκολος
δυσκολότερος	=	δύσκολος
δυσκολότερου	=	δύσκολος
δυσκολότερους	=	δύσκολος
δυσκολότερων	=	δύσκολος
δυσκρασία	noun	η κακή κράση ή κατάσταση ενός οργανισμού, η καχεξία
δυσκρασίας	noun	γενική ενικού του δυσκρασία
δυσκρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκρασία
δυσκρασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκρασικό
δυσκρασικέ	adj	κλητική ενικού του δυσκρασικός
δυσκρασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσκρασική
δυσκρασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσκρασικός
δυσκρασικής	adj	γενική ενικού του δυσκρασική
δυσκρασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσκρασικός
δυσκρασικού	adj	γενική ενικού του δυσκρασικός
δυσκρασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσκρασικός
δυσκρασικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσκρασικός
δυσκρασικός	adj	που έχει σχέση με τη δυσκρασία ή αναφέρεται σ' αυτή
δυσκρασικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσκρασικός
δυσκρασιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσκρασία
δυσκόλευα	=	δυσκολεύω
δυσκόλευαν	=	δυσκολεύω
δυσκόλευε	=	δυσκολεύω
δυσκόλευες	=	δυσκολεύω
δυσκόλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκόλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκόλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκόλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσκολεύω
δυσκόλως	adv|dated	δύσκολα, μετά δυσκολίας
δυσλαλία	noun	διαταραχή της άρθρωσης της ομιλίας κατά την οποία το άτομο αδυνατεί να προφέρει σωστά έναν ή περισσότερους φθόγγους, εξαιτίας λειτουργικών ή οργανικών δυσχερειών των οργάνων που συμμετέχουν στην παραγωγή του λόγου
δυσλαλίας	=	δυσλαλία
δυσλαλίες	=	δυσλαλία
δυσλαλιών	=	δυσλαλία
δυσλειτουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσαν	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσανε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτουργία	noun	η κακή λειτουργία (μηχανήματος, συστήματος, οργάνου, θεσμού κλπ)
δυσλειτουργίας	noun	γενική ενικού του δυσλειτουργία
δυσλειτουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλειτουργία
δυσλειτουργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δυσλειτουργώ
δυσλειτουργείς	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργείτε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλειτουργικό
δυσλειτουργικέ	adj	κλητική ενικού του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλειτουργική
δυσλειτουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργικής	adj	γενική ενικού του δυσλειτουργική
δυσλειτουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργικοτήτων	=	δυσλειτουργικότητα
δυσλειτουργικού	adj	γενική ενικού του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργικός	adj	που δυσλειτουργεί
δυσλειτουργικότητα	noun	το να δυσλειτουργεί κάτι, η ιδιότητα ή η κατάσταση τού δυσλειτουργικού
δυσλειτουργικότητας	=	δυσλειτουργικότητα
δυσλειτουργικότητες	=	δυσλειτουργικότητα
δυσλειτουργικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσλειτουργικός
δυσλειτουργιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσλειτουργία
δυσλειτουργούμε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούν	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούνε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσα	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσαμε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσαν	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσανε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσατε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσε	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργούσες	=	δυσλειτουργώ
δυσλειτουργώ	verb	λειτουργώ άσχημα ή με δυσκολίες
δυσλειτουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλειτούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσλειτουργώ
δυσλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλεκτικό
δυσλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του δυσλεκτικός
δυσλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλεκτική
δυσλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσλεκτικός
δυσλεκτικής	adj	γενική ενικού του δυσλεκτική
δυσλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσλεκτικός
δυσλεκτικού	adj	γενική ενικού του δυσλεκτικός
δυσλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσλεκτικός
δυσλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσλεκτικός
δυσλεκτικός	adj	που έχει δυσλεξία
δυσλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσλεκτικός
δυσλεξία	noun	δυσλειτουργικός μηχανισμός ανάγνωσης και γραφής που εμφανίζεται σε ορισμένα άτομα από τη μικρή τους ήδη ηλικία
δυσλεξίας	noun	γενική ενικού του δυσλεξία
δυσλεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλεξία
δυσλεξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλεξικό
δυσλεξικέ	adj	κλητική ενικού του δυσλεξικός
δυσλεξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλεξική
δυσλεξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσλεξικός
δυσλεξικής	adj	γενική ενικού του δυσλεξική
δυσλεξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσλεξικός
δυσλεξικού	adj	γενική ενικού του δυσλεξικός
δυσλεξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσλεξικός
δυσλεξικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσλεξικός
δυσλεξικός	adj	άλλη μορφή του δυσλεκτικός
δυσλεξικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσλεξικός
δυσλεξιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσλεξία
δυσλιπιδαιμία	noun	αυξημένη ή μειωμένη ποσότητα λιπιδίων στο αίμα
δυσλιπιδαιμίας	noun	γενική ενικού του δυσλιπιδαιμία
δυσλιπιδαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσλιπιδαιμία
δυσλιπιδαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσλιπιδαιμία
δυσμάς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυσμαί
δυσμάσητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμάσητο
δυσμάσητε	adj	κλητική ενικού του δυσμάσητος
δυσμάσητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμάσητη
δυσμάσητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσμάσητος
δυσμάσητης	adj	γενική ενικού του δυσμάσητη
δυσμάσητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσμάσητος
δυσμάσητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσμάσητος
δυσμάσητος	adj	αυτός που είναι δύσκολο να μασηθεί
δυσμάσητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσμάσητος
δυσμάσητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσμάσητος
δυσμάσητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσμάσητος
δυσμένεια	noun	εχθρική ή γενικά αρνητική διάθεση
δυσμένειας	noun	γενική ενικού του δυσμένεια
δυσμένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμένεια
δυσμαί	noun	η δύση
δυσμενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δυσμενής
δυσμενή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του δυσμενής
δυσμενής	adj	που δεν ευνοεί την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου
δυσμενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του δυσμενής
δυσμενειών	noun	γενική πληθυντικού του δυσμένεια
δυσμενούς	=	δυσμενής
δυσμενών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του δυσμενής
δυσμενώς	adv	με δυσμενή τρόπο, αρνητικά
δυσμετακόμιστα	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστε	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστες	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστη	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστης	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστο	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστοι	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστος	adj	που η μετακόμισή του γίνεται με δύσκολο τρόπο
δυσμετακόμιστου	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστους	=	δυσμετακόμιστος
δυσμετακόμιστων	=	δυσμετακόμιστος
δυσμεταχείριστα	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστε	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστες	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστη	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστης	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστο	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστοι	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστος	adj|formal	που δύσκολα τον μεταχειριζόμαστε
δυσμεταχείριστου	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστους	=	δυσμεταχείριστος
δυσμεταχείριστων	=	δυσμεταχείριστος
δυσμηνορροιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσμηνόρροια
δυσμηνόρροια	noun	επώδυνη εμμηνόρροια
δυσμηνόρροιας	noun	γενική ενικού του δυσμηνόρροια
δυσμηνόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμηνόρροια
δυσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμικό
δυσμικέ	adj	κλητική ενικού του δυσμικός
δυσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμική
δυσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσμικός
δυσμικής	adj	γενική ενικού του δυσμική
δυσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσμικός
δυσμικού	adj	γενική ενικού του δυσμικός
δυσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσμικός
δυσμικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσμικός
δυσμικός	adj	δυτικός
δυσμικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσμικός
δυσμνημόνευτα	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτε	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτες	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτη	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτης	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτο	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτοι	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτος	adj|formal	που εντυπώνεται δύσκολα στη μνήμη και ανακαλείται με δυσκολία
δυσμνημόνευτου	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτους	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνημόνευτων	=	δυσμνημόνευτος
δυσμνησία	noun	η δυσκολία στο να θυμάται κάποιος
δυσμνησίας	noun	γενική ενικού του δυσμνησία
δυσμνησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμνησία
δυσμνησιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσμνησία
δυσμορφία	noun	το να είναι κάποιος δύσμορφος, η ιδιότητα του δύσμορφου
δυσμορφίας	noun	γενική ενικού του δυσμορφία
δυσμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσμορφία
δυσμορφικά	=	δυσμορφικός
δυσμορφικέ	=	δυσμορφικός
δυσμορφικές	=	δυσμορφικός
δυσμορφική	=	δυσμορφικός
δυσμορφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (δυσμορφική) του δυσμορφικός
δυσμορφικοί	=	δυσμορφικός
δυσμορφικού	=	δυσμορφικός
δυσμορφικούς	=	δυσμορφικός
δυσμορφικό	=	δυσμορφικός
δυσμορφικός	adj	που έχει σχέση με τη δυσμορφία ή τον δύσμορφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
δυσμορφικών	=	δυσμορφικός
δυσμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσμορφία
δυσμόθεν	adv|archaic	από δυτικά, από τη δύση
δυσμών	=	δυσμαί
δυσνόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυσνόητος	adv	με δυσνόητο τρόπο
δυσνόητε	adj	κλητική ενικού του δυσνόητος
δυσνόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσνόητη
δυσνόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσνόητος
δυσνόητης	adj	γενική ενικού του δυσνόητη
δυσνόητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσνόητος
δυσνόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσνόητος
δυσνόητος	adj	που δύσκολα γίνεται κατανοητός, π.χ. επειδή είναι πολύ περίπλοκος ή πυκνός στις διατυπώσεις ή στρυφνός στα νοήματα
δυσνόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσνόητος
δυσνόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσνόητος
δυσνόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσνόητος
δυσνόων	=	δύσνους
δυσοίωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυσοίωνος	adv	με δυσοίωνο τρόπο, με άσχημους οιωνούς
δυσοίωνε	adj	κλητική ενικού του δυσοίωνος
δυσοίωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσοίωνη
δυσοίωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσοίωνος
δυσοίωνης	adj	γενική ενικού του δυσοίωνη
δυσοίωνο	adj	αιτιατική ενικού του δυσοίωνος
δυσοίωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσοίωνος
δυσοίωνος	adj	που προμηνύει κάτι κακό
δυσοίωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσοίωνος
δυσοίωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσοίωνος
δυσοίωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσοίωνος
δυσοιώνως	adv	δυσοίωνα
δυσορθογραφία	noun	είδος μαθησιακής δυσκολίας στην οποία υπάρχει δυσκολία στην κατανόηση των κανόνων ορθογραφίας
δυσορθογραφίας	=	δυσορθογραφία
δυσορθογραφίες	=	δυσορθογραφία
δυσορθογραφιών	=	δυσορθογραφία
δυσοσμία	noun	η άσχημη μυρωδιά
δυσοσμίας	noun	γενική ενικού του δυσοσμία
δυσοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσοσμία
δυσοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσοσμία
δυσοστώσεις	=	δυσόστωση
δυσοστώσεων	=	δυσόστωση
δυσουρία	noun	η δυσκολία που έχει κάποιος στην ούρηση
δυσουρίας	noun	γενική ενικού του δυσουρία
δυσουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσουρία
δυσουριών	noun	γενική πληθυντικού του δυσουρία
δυσπίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπαράπλευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπαράπλευστο
δυσπαράπλευστε	adj	κλητική ενικού του δυσπαράπλευστος
δυσπαράπλευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπαράπλευστη
δυσπαράπλευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσπαράπλευστος
δυσπαράπλευστης	adj	γενική ενικού του δυσπαράπλευστη
δυσπαράπλευστο	adj	αιτιατική ενικού του δυσπαράπλευστος
δυσπαράπλευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπαράπλευστος
δυσπαράπλευστος	adj	αυτός που δεν παραπλέεται εγγύτατα με ασφάλεια, λόγω φυσικών κινδύνων, π.χ. αβαθή, ξέρες, ύφαλοι, ρεύματα κ.λπ.
δυσπαράπλευστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσπαράπλευστος
δυσπαράπλευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπαράπλευστος
δυσπαράπλευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσπαράπλευστος
δυσπαρευνία	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συνουσία είναι επώδυνη
δυσπαρευνίας	noun	γενική ενικού του δυσπαρευνία
δυσπαρευνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπαρευνία
δυσπαρευνιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσπαρευνία
δυσπαρεύνια	noun	άλλη μορφή του δυσπαρευνία
δυσπαρεύνιας	=	δυσπαρεύνια
δυσπαρεύνιες	=	δυσπαρεύνια
δυσπεπτικά	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικέ	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικές	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτική	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικής	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικοί	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικού	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικούς	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικό	=	δυσπεπτικός
δυσπεπτικός	adj	που έχει σχέση με την δυσπεψία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυσπεπτικών	=	δυσπεπτικός
δυσπερίγραπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπερίγραπτο
δυσπερίγραπτε	adj	κλητική ενικού του δυσπερίγραπτος
δυσπερίγραπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπερίγραπτη
δυσπερίγραπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσπερίγραπτος
δυσπερίγραπτης	adj	γενική ενικού του δυσπερίγραπτη
δυσπερίγραπτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσπερίγραπτος
δυσπερίγραπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπερίγραπτος
δυσπερίγραπτος	adj	που είναι δύσκολο να περιγραφεί
δυσπερίγραπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσπερίγραπτος
δυσπερίγραπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπερίγραπτος
δυσπερίγραπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσπερίγραπτος
δυσπεψία	noun	διαταραχή της πέψης που εκδηλώνεται με διάφορα στομαχικά ενοχλήματα
δυσπεψίας	noun	γενική ενικού του δυσπεψία
δυσπεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπεψία
δυσπεψιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσπεψία
δυσπιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσπιστώ
δυσπιστία	noun	η ιδιότητα του δύσπιστου, το να είναι κάποιος δύσπιστος
δυσπιστίας	noun	γενική ενικού του δυσπιστία
δυσπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπιστία
δυσπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσπιστία
δυσπιστώ	verb	είμαι δύσπιστος απέναντι σε κάποιον ή σε κάτι
δυσπιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυσπιστώ
δυσπλασία	noun	η ατελής ή λανθασμένη διάπλαση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου
δυσπλασίας	noun	γενική ενικού του δυσπλασία
δυσπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπλασία
δυσπλασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπλασικό
δυσπλασικέ	adj	κλητική ενικού του δυσπλασικός
δυσπλασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπλασική
δυσπλασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσπλασικός
δυσπλασικής	adj	γενική ενικού του δυσπλασική
δυσπλασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπλασικός
δυσπλασικού	adj	γενική ενικού του δυσπλασικός
δυσπλασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπλασικός
δυσπλασικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσπλασικός
δυσπλασικός	adj	που έχει σχέση με την δυσπλασία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυσπλασικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσπλασικός
δυσπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσπλασία
δυσπλαστικά	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικέ	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικές	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστική	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικής	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικοί	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικού	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικούς	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικό	=	δυσπλαστικός
δυσπλαστικός	adj	που σχετίζεται με τη δυσπλασία ή αναφέρεται σʼ αυτή
δυσπλαστικών	=	δυσπλαστικός
δυσπνοιών	noun	γενική πληθυντικού του δύσπνοια
δυσπραγία	noun	έλλειψη χρηματικών πόρων, οικονομικής άνεσης
δυσπραγίας	noun	γενική ενικού του δυσπραγία
δυσπραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπραγία
δυσπραγεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δυσπραγώ
δυσπραγιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσπραγία
δυσπραγώ	verb|formal	βρίσκομαι σε κατάσταση δυσπραγίας
δυσπραξία	noun	νευροαναπτυξιακή διαταραχή κατά την οποία δυσχεραίνεται ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η εκτέλεση εκούσιων κινήσεων, παρά τη φυσιολογική μυϊκή ισχύ και κατανόηση της πράξης
δυσπραξίας	=	δυσπραξία
δυσπραξίες	=	δυσπραξία
δυσπραξιών	=	δυσπραξία
δυσπροσάρμοστα	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστε	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστες	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστη	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστης	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστο	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστοι	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστος	adj	που προσαρμόζεται δύσκολα σε κάτι ή που συναντά δυσκολίες για να προσαρμοστεί
δυσπροσάρμοστου	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστους	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσάρμοστων	=	δυσπροσάρμοστος
δυσπροσέγγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπροσέγγιστο
δυσπροσέγγιστε	adj	κλητική ενικού του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσέγγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπροσέγγιστη
δυσπροσέγγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσέγγιστης	adj	γενική ενικού του δυσπροσέγγιστη
δυσπροσέγγιστο	adj	αιτιατική ενικού του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσέγγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσέγγιστος	adj	που δύσκολα προσεγγίζεται
δυσπροσέγγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσέγγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσέγγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσπροσέγγιστος
δυσπροσίου	=	δυσπρόσιο
δυσπροσαρμοστία	noun	ψυχολογική πάθηση, κατα την οποία το άτομο δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο κοινωνικό του περιβάλλον
δυσπροσαρμοστίας	=	δυσπροσαρμοστία
δυσπροσαρμοστίες	=	δυσπροσαρμοστία
δυσπροσαρμοστικοτήτων	=	δυσπροσαρμοστικότητα
δυσπροσαρμοστικότητα	noun|formal	η δυσκολία ενός ατόμου, οργανισμού ή συστήματος να προσαρμόζεται εύκολα, γρήγορα και αποτελεσματικά σε νέες συνθήκες, αλλαγές ή περιβάλλοντα
δυσπροσαρμοστικότητας	=	δυσπροσαρμοστικότητα
δυσπροσαρμοστικότητες	=	δυσπροσαρμοστικότητα
δυσπροσαρμοστιών	=	δυσπροσαρμοστία
δυσπροσπέλαστα	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστε	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστες	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστη	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστης	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστο	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστοι	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστος	adj	που δεν είναι εύκολα προσπελάσιμος
δυσπροσπέλαστου	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστους	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσπέλαστων	=	δυσπροσπέλαστος
δυσπροσόρμιστα	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστε	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστες	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστη	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστης	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστο	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστοι	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστος	adj	που δύσκολα μπορεί να προσορμιστεί
δυσπροσόρμιστου	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστους	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροσόρμιστων	=	δυσπροσόρμιστος
δυσπροφερσιμοτήτων	=	δυσπροφερσιμότητα
δυσπροφερσιμότητα	noun	χαρακτηριστικό λέξης που έχει δυσκολία στην προφορά
δυσπροφερσιμότητας	=	δυσπροφερσιμότητα
δυσπροφερσιμότητες	=	δυσπροφερσιμότητα
δυσπρόσβλητα	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητε	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητες	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητη	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητης	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητο	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητοι	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητος	adj	που δύσκολα μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά
δυσπρόσβλητου	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητους	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσβλητων	=	δυσπρόσβλητος
δυσπρόσιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 66 και χημικό σύμβολο το Dy
δυσπρόσιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπρόσιτο
δυσπρόσιτε	adj	κλητική ενικού του δυσπρόσιτος
δυσπρόσιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπρόσιτη
δυσπρόσιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσπρόσιτος
δυσπρόσιτης	adj	γενική ενικού του δυσπρόσιτη
δυσπρόσιτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσπρόσιτος
δυσπρόσιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπρόσιτος
δυσπρόσιτος	adj	που δύσκολα τον προσεγγίζουμε, τον φτάνουμε
δυσπρόσιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσπρόσιτος
δυσπρόσιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπρόσιτος
δυσπρόσιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσπρόσιτος
δυσπρόφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπρόφερτο
δυσπρόφερτε	adj	κλητική ενικού του δυσπρόφερτος
δυσπρόφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπρόφερτη
δυσπρόφερτη	=	δυσπρόφερτος
δυσπρόφερτης	adj	γενική ενικού του δυσπρόφερτη
δυσπρόφερτο	adj	αιτιατική ενικού του δυσπρόφερτος
δυσπρόφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπρόφερτος
δυσπρόφερτος	adj	που προφέρεται με δυσκολία
δυσπρόφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσπρόφερτος
δυσπρόφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπρόφερτος
δυσπρόφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσπρόφερτος
δυσπόρθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπόρθητο
δυσπόρθητε	adj	κλητική ενικού του δυσπόρθητος
δυσπόρθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσπόρθητη
δυσπόρθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσπόρθητος
δυσπόρθητης	adj	γενική ενικού του δυσπόρθητη
δυσπόρθητο	adj	αιτιατική ενικού του δυσπόρθητος
δυσπόρθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσπόρθητος
δυσπόρθητος	adj|formal	που δύσκολα (εκ)πορθείται
δυσπόρθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσπόρθητος
δυσπόρθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσπόρθητος
δυσπόρθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσπόρθητος
δυσσέβεια	noun|formal	άλλη μορφή του ασέβεια
δυσσέβειας	=	δυσσέβεια
δυσσέβειες	=	δυσσέβεια
δυσσεβές	=	δυσσεβής
δυσσεβή	=	δυσσεβής
δυσσεβής	adj|formal	άλλη μορφή του ασεβής
δυσσεβείς	=	δυσσεβής
δυσσεβειών	=	δυσσέβεια
δυσσεβούς	=	δυσσεβής
δυσσεβών	=	δυσσεβής
δυσταξινομήσεις	=	δυσταξινόμηση
δυσταξινομήσεων	=	δυσταξινόμηση
δυσταξινόμηση	noun	Λαθεμένη ταξινόμηση.
δυσταξινόμησης	=	δυσταξινόμηση
δυστοκία	noun	οι δυσκολίες που παρουσιάζονται κατά την διαδικασία ενός τοκετού
δυστοκίας	noun	γενική ενικού του δυστοκία
δυστοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστοκία
δυστοκιών	noun	γενική πληθυντικού του δυστοκία
δυστοκώ	verb|figurative	έχω / παρουσιάζω δυστοκία
δυστοκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυστοκώ
δυστονία	noun	κινητική διαταραχή με χαρακτηριστικό της τους επαναλαμβανόμενους ακούσιους μυϊκούς σπασμούς
δυστονίας	noun	γενική ενικού του δυστονία
δυστονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστονία
δυστονιών	noun	γενική πληθυντικού του δυστονία
δυστοπία	noun	η (λογοτεχνική, κινηματογραφική κ.λπ.) παρουσίαση μιας (μελλοντικής) κοινωνίας ή ενός κόσμου που έχει καταστραφεί και δυστυχεί
δυστοπίας	noun	γενική ενικού του δυστοπία
δυστοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστοπία
δυστοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστοπικό
δυστοπικέ	adj	κλητική ενικού του δυστοπικός
δυστοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστοπική
δυστοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυστοπικός
δυστοπικής	adj	γενική ενικού του δυστοπική
δυστοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυστοπικός
δυστοπικού	adj	γενική ενικού του δυστοπικός
δυστοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυστοπικός
δυστοπικό	adj	αιτιατική ενικού του δυστοπικός
δυστοπικός	adj	που έχει σχέση με την δυστοπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
δυστοπικών	adj	γενική πληθυντικού του δυστοπικός
δυστοπιών	noun	γενική πληθυντικού του δυστοπία
δυστράχηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστράχηλο
δυστράχηλε	adj	κλητική ενικού του δυστράχηλος
δυστράχηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστράχηλη
δυστράχηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυστράχηλος
δυστράχηλης	adj	γενική ενικού του δυστράχηλη
δυστράχηλο	adj	αιτιατική ενικού του δυστράχηλος
δυστράχηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυστράχηλος
δυστράχηλος	adj|formal	που δύσκολα υπομένει ζυγό
δυστράχηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυστράχηλος
δυστράχηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυστράχηλος
δυστράχηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυστράχηλος
δυστροπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσαν	=	δυστροπώ
δυστροπήσανε	=	δυστροπώ
δυστροπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστροπία	noun|formal	το να είναι κάποιος δύστροπος, η ιδιότητα του δύστροπου
δυστροπίας	noun	γενική ενικού του δυστροπία
δυστροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστροπία
δυστροπεί	=	δυστροπώ
δυστροπείς	=	δυστροπώ
δυστροπείτε	=	δυστροπώ
δυστροπιών	noun	γενική πληθυντικού του δυστροπία
δυστροπούμε	=	δυστροπώ
δυστροπούν	=	δυστροπώ
δυστροπούνε	=	δυστροπώ
δυστροπούσα	=	δυστροπώ
δυστροπούσαμε	=	δυστροπώ
δυστροπούσαν	=	δυστροπώ
δυστροπούσανε	=	δυστροπώ
δυστροπούσατε	=	δυστροπώ
δυστροπούσε	=	δυστροπώ
δυστροπούσες	=	δυστροπώ
δυστροπώ	verb	είμαι δύστροπος ή φέρομαι αναλόγως
δυστροπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυστροπώ
δυστροφία	noun	η εξασθένιση, η ατελής θρέψη ενός μέρους του σώματος (ιστός, όργανο, μέλος κ.λπ.)
δυστροφίας	noun	γενική ενικού του δυστροφία
δυστροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστροφία
δυστροφικά	=	δυστροφικός
δυστροφικέ	=	δυστροφικός
δυστροφικές	=	δυστροφικός
δυστροφική	=	δυστροφικός
δυστροφικής	=	δυστροφικός
δυστροφικοί	=	δυστροφικός
δυστροφικού	=	δυστροφικός
δυστροφικούς	=	δυστροφικός
δυστροφικό	=	δυστροφικός
δυστροφικός	adj	που αφορά παθολογικές μεταβολές ιστών ή οργάνων λόγω διαταραγμένης θρέψης και μεταβολισμού, εκδηλούμενες με εκφύλιση, ατροφία ή ανώμαλη ανάπτυξη
δυστροφικών	=	δυστροφικός
δυστροφιών	noun	γενική πληθυντικού του δυστροφία
δυστρόπει	=	δυστροπώ
δυστρόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστρόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστρόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστρόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστροπώ
δυστυχές	=	δυστυχής
δυστυχή	=	δυστυχής
δυστυχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστύχημα
δυστυχήματος	noun	γενική ενικού του δυστύχημα
δυστυχής	adj	δυστυχισμένος
δυστυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστυχία	noun	κατάσταση δυσφορίας, στην οποία δεν επιτυχγάνονται οι ανάγκες και οι στόχοι ενός ατόμου
δυστυχίας	noun	γενική ενικού του δυστυχία
δυστυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστυχία
δυστυχείς	=	δυστυχής
δυστυχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του δυστύχημα
δυστυχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστυχισμένο
δυστυχισμένε	verb	κλητική ενικού του δυστυχισμένος
δυστυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυστυχισμένη
δυστυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυστυχισμένος
δυστυχισμένης	verb	γενική ενικού του δυστυχισμένη
δυστυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δυστυχισμένος
δυστυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυστυχισμένος
δυστυχισμένος	verb	που ζει μέσα στη δυστυχία
δυστυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυστυχισμένος
δυστυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυστυχισμένος
δυστυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυστυχισμένος
δυστυχιών	noun	γενική πληθυντικού του δυστυχία
δυστυχούς	=	δυστυχής
δυστυχώ	verb	είμαι ή γίνομαι δυστυχής
δυστυχών	=	δυστυχής
δυστυχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυστυχώ
δυστυχώς	adv	έκφραση δυσαρέσκειας ή λύπης
δυστύχημα	noun	δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη εξέλιξη ή σοβαρό ατύχημα ή γενικότερα ατυχής στιγμή
δυστύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυστύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυστυχώ
δυσυχρονισμέ	noun	κλητική ενικού του δυσυχρονισμός
δυσυχρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσυχρονισμός
δυσυχρονισμού	noun	γενική ενικού του δυσυχρονισμός
δυσυχρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυσυχρονισμός
δυσυχρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του δυσυχρονισμός
δυσυχρονισμός	noun	η δυσκολία στον συγχρονισμό
δυσυχρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του δυσυχρονισμός
δυσφήμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφήμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφήμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφήμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφήμηση	noun	ενέργεια (δήλωση, διασπορά φημών) ή άλλες πράξεις κ.λπ.) με την οποία προσβάλλεται η υπόληψη, η δημόσια εικόνα κάποιου ή θίγονται τα συμφέροντά του (ισχύει και ευρύτερα, πέρα από πρόσωπα)
δυσφήμησης	=	δυσφήμηση
δυσφήμησις	noun	δυσφήμιση
δυσφήμιζα	=	δυσφημίζω
δυσφήμιζαν	=	δυσφημίζω
δυσφήμιζε	=	δυσφημίζω
δυσφήμιζες	=	δυσφημίζω
δυσφήμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφήμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφήμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφήμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφήμιση	noun	άλλη γραφή του δυσφήμηση < δυσφημώ
δυσφήμισης	=	δυσφήμιση
δυσφαγία	noun	η δυσκολία στο φαγητό, στην κατάποση
δυσφαγίας	noun	γενική ενικού του δυσφαγία
δυσφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφαγία
δυσφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσφαγία
δυσφασία	noun	εύρος κατηγοριών διαταραχής του λόγου
δυσφασίας	=	δυσφασία
δυσφασίες	=	δυσφασία
δυσφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφασικό
δυσφασικέ	adj	κλητική ενικού του δυσφασικός
δυσφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφασική
δυσφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσφασικός
δυσφασικής	adj	γενική ενικού του δυσφασική
δυσφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσφασικός
δυσφασικού	adj	γενική ενικού του δυσφασικός
δυσφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσφασικός
δυσφασικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσφασικός
δυσφασικός	adj	ασυντόνιστος, θορυβικός, χαοτικός, αυτός που αναλύεται κατά Fourier σε πολλές φάσεις οι οποίες έχουν παραταχθεί μεταξύ τους ατάκτως (έχοντας τυχαίες μεταξύ τους συχνότητες [πχ. μη ελάχιστου κοινού πολλαπλάσιου-πολλαπλασίου], κορυφές [μέγιστη ένταση] και γωνίες [συγκριτικές-σχετικές κλίσεις] στον χώρο) χωρίς να ενισχύονται ή να ακυρώνονται με σαφήνεια
δυσφασικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσφασικός
δυσφασιών	=	δυσφασία
δυσφημήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφήμηση
δυσφημήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήσεων	=	δυσφήμηση
δυσφημήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημώ
δυσφημία	noun	η κακή φήμη, το κακό "όνομα"
δυσφημίας	=	δυσφημία
δυσφημίες	=	δυσφημία
δυσφημίζαμε	=	δυσφημίζω
δυσφημίζαν	=	δυσφημίζω
δυσφημίζανε	=	δυσφημίζω
δυσφημίζατε	=	δυσφημίζω
δυσφημίζει	=	δυσφημίζω
δυσφημίζεις	=	δυσφημίζω
δυσφημίζετε	=	δυσφημίζω
δυσφημίζοντας	=	δυσφημίζω
δυσφημίζουμε	=	δυσφημίζω
δυσφημίζουν	=	δυσφημίζω
δυσφημίζουνε	=	δυσφημίζω
δυσφημίζω	verb	ισχυρίζομαι ή διαδίδω κάτι που βλάπτει την εικόνα, τη φήμη, την τιμή, την υπόληψη ή τα οικονομικά συμφέροντα κάποιου
δυσφημίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίσαν	=	δυσφημίζω
δυσφημίσανε	=	δυσφημίζω
δυσφημίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφήμιση
δυσφημίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίσεων	=	δυσφήμιση
δυσφημίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφημίζω
δυσφημισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφημισμένο
δυσφημισμένε	verb	κλητική ενικού του δυσφημισμένος
δυσφημισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφημισμένη
δυσφημισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσφημισμένος
δυσφημισμένης	verb	γενική ενικού του δυσφημισμένη
δυσφημισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δυσφημισμένος
δυσφημισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσφημισμένος
δυσφημισμένος	verb	που έχει υποστεί δυσφήμηση
δυσφημισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσφημισμένος
δυσφημισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δυσφημισμένος
δυσφημισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσφημισμένος
δυσφημισμός	noun|formal	άλλη μορφή του δυσφήμιση
δυσφημιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφημιστικό
δυσφημιστικέ	adj	κλητική ενικού του δυσφημιστικός
δυσφημιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφημιστική
δυσφημιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσφημιστικός
δυσφημιστικής	adj	γενική ενικού του δυσφημιστική
δυσφημιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσφημιστικός
δυσφημιστικού	adj	γενική ενικού του δυσφημιστικός
δυσφημιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσφημιστικός
δυσφημιστικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσφημιστικός
δυσφημιστικός	adj	που δυσφημίζει
δυσφημιστικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσφημιστικός
δυσφημιών	=	δυσφημία
δυσφημώ	verb	ισχυρίζομαι ή διαδίδω κάτι που βλάπτει την εικόνα, τη φήμη, την τιμή, την υπόληψη ή τα οικονομικά συμφέροντα κάποιου
δυσφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσαν	=	δυσφορώ
δυσφορήσανε	=	δυσφορώ
δυσφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφορία	noun	το συναίσθημα ελαφράς αδιαθεσίας, αβολίας
δυσφορίας	noun	γενική ενικού του δυσφορία
δυσφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφορία
δυσφορεί	=	δυσφορώ
δυσφορείς	=	δυσφορώ
δυσφορείτε	=	δυσφορώ
δυσφορικά	=	δυσφορικός
δυσφορικέ	=	δυσφορικός
δυσφορικές	=	δυσφορικός
δυσφορική	=	δυσφορικός
δυσφορικής	=	δυσφορικός
δυσφορικοί	=	δυσφορικός
δυσφορικού	=	δυσφορικός
δυσφορικούς	=	δυσφορικός
δυσφορικό	=	δυσφορικός
δυσφορικός	adj|formal	που έχει σχέση με δυσφορία, αναφέρεται σʼ αυτή ή τη δημιουργεί
δυσφορικών	=	δυσφορικός
δυσφοριών	noun	γενική πληθυντικού του δυσφορία
δυσφορούμε	=	δυσφορώ
δυσφορούν	=	δυσφορώ
δυσφορούνε	=	δυσφορώ
δυσφορούσα	=	δυσφορώ
δυσφορούσαμε	=	δυσφορώ
δυσφορούσαν	=	δυσφορώ
δυσφορούσανε	=	δυσφορώ
δυσφορούσατε	=	δυσφορώ
δυσφορούσε	=	δυσφορώ
δυσφορούσες	=	δυσφορώ
δυσφορώ	verb	αισθάνομαι δυσφορία
δυσφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δυσφορώ
δυσφράδεια	noun|formal	η δυσχέρεια στον λόγο ή την προφορά
δυσφράδειας	noun	γενική ενικού του δυσφράδεια
δυσφράδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφράδεια
δυσφραδές	=	δυσφραδής
δυσφραδή	=	δυσφραδής
δυσφραδής	adj	που έχει δυσφράδεια
δυσφραδείς	=	δυσφραδής
δυσφραδειών	noun	γενική πληθυντικού του δυσφράδεια
δυσφραδούς	=	δυσφραδής
δυσφραδών	=	δυσφραδής
δυσφρασία	noun	η δυσκολία στην ομιλία ή στην παραγωγή κατανοητού λόγου για διάφορες αιτίες
δυσφρασίας	noun	γενική ενικού του δυσφρασία
δυσφρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφρασία
δυσφρασιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσφρασία
δυσφωνία	noun	δυσκολία στην άρθρωση φθόγγων εξαιτίας διαταραχών στις φωνητικές χορδές
δυσφωνίας	noun	γενική ενικού του δυσφωνία
δυσφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφωνία
δυσφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσφωνία
δυσφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφωτικό
δυσφωτικέ	adj	κλητική ενικού του δυσφωτικός
δυσφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσφωτική
δυσφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσφωτικός
δυσφωτικής	adj	γενική ενικού του δυσφωτική
δυσφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσφωτικός
δυσφωτικού	adj	γενική ενικού του δυσφωτικός
δυσφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσφωτικός
δυσφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του δυσφωτικός
δυσφωτικός	adj	που δεν έχει αρκετό φως για τη φωτοσύνθεση, που επαρκεί όμως για την όραση (συνήθως αναφέρεται σε θαλάσσια περιοχή)
δυσφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του δυσφωτικός
δυσφόρει	=	δυσφορώ
δυσφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσφορώ
δυσχάρανα	=	δυσχεραίνω
δυσχέραινα	=	δυσχεραίνω
δυσχέραιναν	=	δυσχεραίνω
δυσχέραινε	=	δυσχεραίνω
δυσχέραινες	=	δυσχεραίνω
δυσχέρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχέραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχέρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχέρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχέρανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δυσχεραίνω
δυσχέρανσης	noun	γενική ενικού του δυσχέρανση
δυσχέρεια	noun	η αδυναμία ή η δυσκολία δράσης
δυσχέρειας	noun	γενική ενικού του δυσχέρεια
δυσχέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσχέρεια
δυσχαλιναγώγητος	adj|figurative	που δύσκολα χαλιναγωγείται
δυσχεράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράναν	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνανε	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράνθηκα	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνθηκαν	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνθηκε	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνθηκες	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχεράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσχέρανση
δυσχεράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του δυσχέρανση
δυσχεράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του δυσχέρανση
δυσχεράνσου	=	δυσχεραίνω
δυσχεράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσχεραίνω
δυσχερές	=	δυσχερής
δυσχερή	=	δυσχερής
δυσχερής	adj	που εμφανίζει δυσκολίες και προβλήματα σε αρκετά μεγάλο βαθμό, δεν επιτυγχάνεται εύκολα
δυσχεραίναμε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίναν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνανε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνατε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνει	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνεις	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνεσαι	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνεστε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνεται	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνετε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνομαι	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνονται	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνονταν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνοντας	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνουμε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνουν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνουνε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραίνω	verb	προκαλώ δυσχέρειες σε κάποιον ή κάτι, δυσκολεύω
δυσχεραινόμασταν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόμαστε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόμουν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόμουνα	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόντουσαν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόσασταν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόσαστε	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόσουν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόσουνα	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινόταν	=	δυσχεραίνω
δυσχεραινότανε	=	δυσχεραίνω
δυσχερανθήκαμε	=	δυσχεραίνω
δυσχερανθήκαν	=	δυσχεραίνω
δυσχερανθήκανε	=	δυσχεραίνω
δυσχερανθήκατε	=	δυσχεραίνω
δυσχερανθεί	=	δυσχεραίνω
δυσχερανθείτε	=	δυσχεραίνω
δυσχερείς	=	δυσχερής
δυσχερειών	noun	γενική πληθυντικού του δυσχέρεια
δυσχερούς	=	δυσχερής
δυσχερών	=	δυσχερής
δυσχρηστία	noun	το να είναι κάποιος δύσχρηστος, η ιδιότητα του δύσχρηστου
δυσχρηστίας	noun	γενική ενικού του δυσχρηστία
δυσχρηστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσχρηστία
δυσχρηστιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσχρηστία
δυσχρωμία	noun	αλλαγή ή αλλοίωση του συνήθους ή φυσιολογικού χρώματος των νυχιών, δοντιών, δέρματος κ.λπ.
δυσχρωμίας	noun	γενική ενικού του δυσχρωμία
δυσχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσχρωμία
δυσχρωματοψία	noun	ασθένεια στην οποία μπερδεύονται τα χρώματα στην όραση του ασθενούς
δυσχρωματοψίας	noun	γενική ενικού του δυσχρωματοψία
δυσχρωματοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσχρωματοψία
δυσχρωματοψιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσχρωματοψία
δυσχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσχρωμία
δυσωδία	noun	η δυσάρεστη οσμή (και μεταφορικά)
δυσωδίας	noun	γενική ενικού του δυσωδία
δυσωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσωδία
δυσωδιών	noun	γενική πληθυντικού του δυσωδία
δυσωδών	adj	γενική πληθυντικού του δυσώδης
δυσόστωση	noun	συγγενής ή επίκτητη διαταραχή της οστεογένεσης που χαρακτηρίζεται από ανώμαλο σχηματισμό, ελλιπή ανάπτυξη ή παθολογική συνένωση οστών και μπορεί να προσβάλλει εντοπισμένα ή εκτεταμένα τμήματα του σκελετού
δυσόστωσης	=	δυσόστωση
δυσώδεις	=	δυσώδης
δυσώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δυσώδης
δυσώδη	=	δυσώδης
δυσώδης	adj|figurative	που έχει άσχημη οσμή, βρομερός, που βρομάει
δυσώδους	adj	γενική ενικού του δυσώδης
δυσώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσώνυμο
δυσώνυμε	adj	κλητική ενικού του δυσώνυμος
δυσώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυσώνυμη
δυσώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυσώνυμος
δυσώνυμης	adj	γενική ενικού του δυσώνυμη
δυσώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του δυσώνυμος
δυσώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυσώνυμος
δυσώνυμος	adj	που έχει κακό ή κακόηχο όνομα, που έχει κακή φήμη· (κατ’ επέκταση) που είναι μισητός
δυσώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυσώνυμος
δυσώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυσώνυμος
δυσώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυσώνυμος
δυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικό	adv	προς τη δύση, στο δυτικό μέρος
δυτικέ	adj	κλητική ενικού του δυτικός
δυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτική
δυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυτικός
δυτικής	adj	γενική ενικού του δυτική
δυτικισμέ	=	δυτικισμός
δυτικισμοί	=	δυτικισμός
δυτικισμού	=	δυτικισμός
δυτικισμούς	=	δυτικισμός
δυτικισμό	=	δυτικισμός
δυτικισμός	noun	Ένα ιδίωμα ή έκφραση ιδιόμορφη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
δυτικισμών	=	δυτικισμός
δυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυτικός
δυτικοευρωπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικοευρωπαϊκό
δυτικοευρωπαϊκέ	adj	κλητική ενικού του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοευρωπαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικοευρωπαϊκή
δυτικοευρωπαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοευρωπαϊκής	adj	γενική ενικού του δυτικοευρωπαϊκή
δυτικοευρωπαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοευρωπαϊκού	adj	γενική ενικού του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοευρωπαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοευρωπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοευρωπαϊκός	adj	που έχει σχέση, ανήκει ή αναφέρεται στη Δυτική Ευρώπη και τους κατοίκους της
δυτικοευρωπαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του δυτικοευρωπαϊκός
δυτικοκεντρικά	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικέ	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικές	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρική	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικής	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικοί	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικού	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικούς	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικό	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοκεντρικός	adj	που ερμηνεύει ιστορικά, πολιτισμικά ή ιδεολογικά φαινόμενα με κεντρικό σημείο αναφοράς τη Δύση, αποδίδοντάς της προνομιακό ή κανονιστικό ρόλο έναντι άλλων περιοχών και πολιτισμών
δυτικοκεντρικών	=	δυτικοκεντρικός
δυτικοποίηση	noun	η διαδικασία αφομοίωσης των εθίμων και των παραδόσεων του δυτικού πολιτισμού από μια κοινωνία
δυτικοποίησης	=	δυτικοποίηση
δυτικοποιήσεις	=	δυτικοποίηση
δυτικοποιήσεων	=	δυτικοποίηση
δυτικοτραφές	=	δυτικοτραφής
δυτικοτραφή	=	δυτικοτραφής
δυτικοτραφής	adj	που έχει διαμορφωθεί ως προς την αγωγή, την εκπαίδευση ή τις συνήθειές του μέσα στο πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον της Δύσης, με αποτέλεσμα να εκφράζει αντίστοιχες αντιλήψεις και τρόπους συμπεριφοράς
δυτικοτραφείς	=	δυτικοτραφής
δυτικοτραφούς	=	δυτικοτραφής
δυτικοτραφών	=	δυτικοτραφής
δυτικοφρόνων	=	δυτικόφρων
δυτικού	adj	γενική ενικού του δυτικός
δυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυτικός
δυτικό	adj	αιτιατική ενικού του δυτικός
δυτικός	adj	που βρίσκεται προς τη δύση
δυτικόστροφα	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφε	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφες	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφη	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφης	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφο	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφοι	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφος	adj|figurative	που είναι πολιτικά και οικονομικά στραμμένος προς τη δύση
δυτικόστροφου	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφους	=	δυτικόστροφος
δυτικόστροφων	=	δυτικόστροφος
δυτικότερα	=	δυτικός
δυτικότερε	=	δυτικός
δυτικότερες	=	δυτικός
δυτικότερη	=	δυτικός
δυτικότερης	=	δυτικός
δυτικότερο	=	δυτικός
δυτικότεροι	=	δυτικός
δυτικότερος	=	δυτικός
δυτικότερου	=	δυτικός
δυτικότερους	=	δυτικός
δυτικότερων	=	δυτικός
δυτικότροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικότροπο
δυτικότροπε	adj	κλητική ενικού του δυτικότροπος
δυτικότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικότροπη
δυτικότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυτικότροπος
δυτικότροπης	adj	γενική ενικού του δυτικότροπη
δυτικότροπο	adj	αιτιατική ενικού του δυτικότροπος
δυτικότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυτικότροπος
δυτικότροπος	adj	που έχει σχέση η αναφέρεται στον δυτικό ή δυτικοευρωπαϊκό τρόπο ή ύφος
δυτικότροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυτικότροπος
δυτικότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυτικότροπος
δυτικότροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυτικότροπος
δυτικόφερτα	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτε	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτες	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτη	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτης	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτο	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτοι	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτος	adj	που έχει εισαχθεί από χώρες της Δύσης και δεν αποτελεί γηγενές στοιχείο της τοπικής παράδοσης, συχνά με υπαινιγμό ξενόφερτης ή άκριτα υιοθετημένης επίδρασης
δυτικόφερτου	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτους	=	δυτικόφερτος
δυτικόφερτων	=	δυτικόφερτος
δυτικόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικόφιλο
δυτικόφιλε	adj	κλητική ενικού του δυτικόφιλος
δυτικόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυτικόφιλη
δυτικόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυτικόφιλος
δυτικόφιλης	adj	γενική ενικού του δυτικόφιλη
δυτικόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του δυτικόφιλος
δυτικόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυτικόφιλος
δυτικόφιλος	adj	άλλη μορφή του φιλοδυτικός
δυτικόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δυτικόφιλος
δυτικόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυτικόφιλος
δυτικόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δυτικόφιλος
δυτικόφρον	=	δυτικόφρων
δυτικόφρονα	=	δυτικόφρων
δυτικόφρονας	=	δυτικόφρων
δυτικόφρονες	=	δυτικόφρων
δυτικόφρονι	=	δυτικόφρων
δυτικόφρονος	=	δυτικόφρων
δυτικόφροσι	=	δυτικόφρων
δυτικόφροσιν	=	δυτικόφρων
δυτικόφρων	adj|formal	φιλοδυτικός
δυτικών	adj	γενική πληθυντικού του δυτικός
δυτικώς	adv|dated	δυτικά
δυτριών	noun	γενική πληθυντικού του δύτρια
δυτών	=	δύτης
δυφία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυφίο
δυφίο	noun|rare	το μπιτ (πρόταση μετάφρασης από τον ΕΛΟΤ 996.01)
δυφίου	noun	γενική ενικού του δυφίο
δυφίων	noun	γενική πληθυντικού του δυφίο
δυφιακά	adv	με τρόπο που συσχετίζεται με δυφία
δυφιακέ	=	δυφιακός
δυφιακές	=	δυφιακός
δυφιακή	=	δυφιακός
δυφιακής	=	δυφιακός
δυφιακοί	=	δυφιακός
δυφιακού	=	δυφιακός
δυφιακούς	=	δυφιακός
δυφιακό	=	δυφιακός
δυφιακός	adj	που έχει σχέση με δυφίο ή δυφία, που αφορά δυφίο ή δυφία
δυφιακών	=	δυφιακός
δυφιηδόν	adv	προτεινόμενη μετάφραση της αγγλικής bitwise από τον ΕΛΕΤΟ
δυφιοαπεικονίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυφιοαπεικόνιση
δυφιοαπεικονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του δυφιοαπεικόνιση
δυφιοαπεικονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του δυφιοαπεικόνιση
δυφιοαπεικόνιση	noun|rare	διδιάστατος πίνακας (μήτρα) δυφίων που παριστάνει μια εικόνα, αντιστοιχίζοντας κάθε εικονοστοιχείο με ένα ή περισσότερα δυφία
δυφιοαπεικόνισης	noun	γενική ενικού του δυφιοαπεικόνιση
δυφιοαυλέ	noun	κλητική ενικού του δυφιοαυλός
δυφιοαυλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυφιοαυλός
δυφιοαυλού	noun	γενική ενικού του δυφιοαυλός
δυφιοαυλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυφιοαυλός
δυφιοαυλό	noun	αιτιατική ενικού του δυφιοαυλός
δυφιοαυλός	noun	(ISDN) νοητός σωλήνας μεταξύ πελάτη και τηλεπικοινωνιακού φορέα μέσα από τον οποίο «ρέουν» τα δυφία της επικοινωνίας
δυφιοαυλών	noun	γενική πληθυντικού του δυφιοαυλός
δυφιοδιαφάνεια	noun|rare	η ιδιότητα του δυφιοδιαφανούς
δυφιοδιαφανές	=	δυφιοδιαφανής
δυφιοδιαφανή	=	δυφιοδιαφανής
δυφιοδιαφανής	adj	που απλώς ενεργεί πάνω στα δυφία αγνοώντας οποιοδήποτε περιεχόμενο υψηλότερης στάθμης που παριστάνεται με αυτά
δυφιοδιαφανείς	=	δυφιοδιαφανής
δυφιοδιαφανούς	=	δυφιοδιαφανής
δυφιοδιαφανών	=	δυφιοδιαφανής
δυφιονιάδα	noun	διατεταγμένο σύνολο ν δυφίων
δυφιοοκτάδα	noun	δυφιονιάδα των 8 δυφίων
δυφιορρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δυφιόρρευμα
δυφιορρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυφιόρρευμα
δυφιορρεύματος	noun	γενική ενικού του δυφιόρρευμα
δυφιορρυθμέ	=	δυφιορρυθμός
δυφιορρυθμοί	=	δυφιορρυθμός
δυφιορρυθμού	=	δυφιορρυθμός
δυφιορρυθμούς	=	δυφιορρυθμός
δυφιορρυθμό	=	δυφιορρυθμός
δυφιορρυθμός	noun	bitrate: ο αριθμός των bit που μεταφέρεται ή επεξεργάζεται ανά μονάδα χρόνου.
δυφιορρυθμών	=	δυφιορρυθμός
δυφιοστρεφές	=	δυφιοστρεφής
δυφιοστρεφή	=	δυφιοστρεφής
δυφιοστρεφής	adj	Χαρακτηρίζει πρωτόκολλο επικοινωνίας που αντιμετωπίζει τα μεταδιδόμενα δεδομένα ως ένα αδιαφανές ρεύμα δυφίων (δυφιόρρευμα) χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη σημασία τους.
δυφιοστρεφείς	=	δυφιοστρεφής
δυφιοστρεφούς	=	δυφιοστρεφής
δυφιοστρεφών	=	δυφιοστρεφής
δυφιοσυλλαβές	=	δυφιοσυλλαβή
δυφιοσυλλαβή	noun	byte: βλ. συνώνυμο ψηφιολέξη
δυφιοσυλλαβής	=	δυφιοσυλλαβή
δυφιοσυλλαβών	=	δυφιοσυλλαβή
δυφιόρρευμα	noun	ροή, συνεχής σειρά δυφίων που μεταδίδονται μέσα από μια γραμμή μετάδοσης
δυχατέρα	noun	μορφή του θυγατέρα
δυχατέρας	=	δυχατέρα
δυχατέρες	=	δυχατέρα
δυχατέρων	=	δυχατέρα
δυϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δυϊκός
δυϊκέ	=	δυϊκός
δυϊκές	=	δυϊκός
δυϊκή	=	δυϊκός
δυϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (δυϊκή) του δυϊκός
δυϊκοί	=	δυϊκός
δυϊκού	=	δυϊκός
δυϊκούς	=	δυϊκός
δυϊκό	=	δυϊκός
δυϊκός	adj	για κλιτούς τύπους λέξεων που αναφέρονται σε δύο πρόσωπα ή πράγματα	noun	αριθμός κλίσης, όπως ο ενικός και ο πληθυντικός, ειδικά για δύο πρόσωπα (σε γλώσσες όπως τα αρχαία ελληνικά, τα αραβικά, κ.ά.)
δυϊκών	=	δυϊκός
δυϊσμέ	noun	κλητική ενικού του δυϊσμός
δυϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυϊσμός
δυϊσμού	noun	γενική ενικού του δυϊσμός
δυϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυϊσμός
δυϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του δυϊσμός
δυϊσμός	noun	φιλοσοφική θεωρία η οποία δέχεται ότι ο κόσμος ή η πραγματικότητα βασίζεται στην ύπαρξη δύο αρχών με ριζική διάκριση και ανομοιότητα (π.χ. αισθητό-νοητό ή πνευματικό-υλικό)
δυϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του δυϊσμός
δυϊστές	=	δυϊστής
δυϊστή	=	δυϊστής
δυϊστής	noun	οπαδός / υποστηρικτής του δυϊσμού
δυϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυϊστικό
δυϊστικέ	adj	κλητική ενικού του δυϊστικός
δυϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυϊστική
δυϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυϊστικός
δυϊστικής	adj	γενική ενικού του δυϊστική
δυϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυϊστικός
δυϊστικού	adj	γενική ενικού του δυϊστικός
δυϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δυϊστικός
δυϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του δυϊστικός
δυϊστικός	adj	που έχει σχέση με τον δυϊσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
δυϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του δυϊστικός
δυϊστών	=	δυϊστής
δυόμισι	num	δύο και μισό
δυόντων	=	δύων
δυόσμε	noun	κλητική ενικού του δυόσμος
δυόσμο	noun	αιτιατική ενικού του δυόσμος
δυόσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δυόσμος
δυόσμος	noun	η πράσινη μέντα, ποώδες φυτό (επιστημονική ονομασία: Mentha viridis) με οδοντωτά αρωματικά φύλλα, το οποίο χρησιμοποιείται στη μαγειρική
δυόσμου	noun	γενική ενικού του δυόσμος
δυόσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δυόσμος
δυόσμων	noun	γενική πληθυντικού του δυόσμος
δφα	abbrev	το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο
δχ	abbrev	για όχημα που προορίζεται για επαγγελματική ή κοινή εκμετάλλευση προς εξυπηρέτηση του κοινού και όχι για ιδιωτική χρήση
δω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου αορίστου του βλέπω	adv	άλλη μορφή του εδώ πριν από [a], [e], [o]
δωδέκατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδέκατο
δωδέκατε	adj	κλητική ενικού του δωδέκατος
δωδέκατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδέκατη
δωδέκατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδέκατος
δωδέκατης	adj	γενική ενικού του δωδέκατη
δωδέκατο	num	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δωδέκατος
δωδέκατοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδέκατος
δωδέκατος	num	που ακολουθεί τον ενδέκατο, που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν 12
δωδέκατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδέκατος
δωδέκατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδέκατος
δωδέκατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδέκατος
δωδεκάγωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάγωνο
δωδεκάγωνε	adj	κλητική ενικού του δωδεκάγωνος
δωδεκάγωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάγωνη
δωδεκάγωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκάγωνος
δωδεκάγωνης	adj	γενική ενικού του δωδεκάγωνη
δωδεκάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα με δώδεκα πλευρές
δωδεκάγωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάγωνος
δωδεκάγωνος	adj	αυτός που φέρει δώδεκα γωνίες
δωδεκάγωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκάγωνος
δωδεκάγωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκάγωνος
δωδεκάγωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκάγωνος
δωδεκάδα	noun	ένα σύνολο από δώδεκα μονάδες, από δώδεκα πράγματα
δωδεκάδας	=	δωδεκάδα
δωδεκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάδα
δωδεκάδων	=	δωδεκάδα
δωδεκάεδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάεδρο
δωδεκάεδρε	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρες	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρη	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρης	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρο	noun	στερεό που έχει δώδεκα έδρες
δωδεκάεδροι	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρος	adj	που έχει δώδεκα έδρες
δωδεκάεδρου	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρους	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάεδρων	=	δωδεκάεδρος
δωδεκάθεα	=	δωδεκάθεο
δωδεκάθεο	noun	οι δώδεκα θεοί των Αρχαίων Ελλήνων, οι ανώτερες θεότητες που είχαν για κατοικία τους τον Όλυμπο
δωδεκάθεου	=	δωδεκάθεο
δωδεκάθεων	=	δωδεκάθεο
δωδεκάκτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάκτινο
δωδεκάκωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάκωπο
δωδεκάκωπε	adj	κλητική ενικού του δωδεκάκωπος
δωδεκάκωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάκωπη
δωδεκάκωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκάκωπος
δωδεκάκωπης	adj	γενική ενικού του δωδεκάκωπη
δωδεκάκωπο	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκάκωπος
δωδεκάκωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάκωπος
δωδεκάκωπος	adj	αυτός που φέρει ή κινείται με δώδεκα κουπιά (έξι ανά πλευρά)
δωδεκάκωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκάκωπος
δωδεκάκωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκάκωπος
δωδεκάκωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκάκωπος
δωδεκάλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάλογο
δωδεκάλογε	adj	κλητική ενικού του δωδεκάλογος
δωδεκάλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάλογη
δωδεκάλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκάλογος
δωδεκάλογης	adj	γενική ενικού του δωδεκάλογη
δωδεκάλογο	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκάλογος
δωδεκάλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάλογος
δωδεκάλογος	adj	ο σχετικός με δώδεκα λόγους
δωδεκάλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκάλογος
δωδεκάλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκάλογος
δωδεκάλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκάλογος
δωδεκάμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάμερο
δωδεκάμερο	noun|vulgar	άλλη μορφή του δωδεκαήμερο
δωδεκάμερου	noun	γενική ενικού του δωδεκάμερο
δωδεκάμερων	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκάμερο
δωδεκάμετρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάμετρο
δωδεκάμηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάμηνο
δωδεκάμηνε	adj	κλητική ενικού του δωδεκάμηνος
δωδεκάμηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάμηνη
δωδεκάμηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκάμηνος
δωδεκάμηνης	adj	γενική ενικού του δωδεκάμηνη
δωδεκάμηνο	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκάμηνος
δωδεκάμηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάμηνος
δωδεκάμηνος	adj	ο σχετικός με διάρκεια δώδεκα μηνών
δωδεκάμηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκάμηνος
δωδεκάμηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκάμηνος
δωδεκάμηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκάμηνος
δωδεκάορτο	noun	σύνολο δώδεκα σημαντικών εορτών του εκκλησιαστικού λειτουργικού έτους της Ορθοδοξίας (Ευαγγελισμός, Χριστούγεννα, Υπαπαντή, Θεοφάνια, Μεταμόρφωση, Ανάσταση του Λαζάρου, Βαϊοφόρος, Σταύρωση, Ανάσταση, Ανάληψη, Πεντηκοστή και Κοίμηση της Θεοτόκου)
δωδεκάορτου	=	δωδεκάορτο
δωδεκάπλευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάπλευρο
δωδεκάποντα	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντε	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντες	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντη	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντης	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντο	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντοι	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντος	adj	που έχει μήκος δώδεκα πόντων
δωδεκάποντου	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντους	=	δωδεκάποντος
δωδεκάποντων	=	δωδεκάποντος
δωδεκάρα	noun	θηλυκό του δωδεκάρης
δωδεκάρας	=	δωδεκάρα
δωδεκάρες	=	δωδεκάρα
δωδεκάρη	=	δωδεκάρης
δωδεκάρηδες	=	δωδεκάρης
δωδεκάρηδων	=	δωδεκάρης
δωδεκάρης	noun	για αντικείμενο ή τεχνικό μέγεθος που αντιστοιχεί σε πρότυπη διάσταση δώδεκα μονάδων —συνήθως εκατοστών ή ιντσών— και χρησιμοποιείται για να δηλώσει συγκεκριμένη κατηγορία μεγέθους
δωδεκάρι	noun	δώδεκα όμοια πράγματα ως σύνολο
δωδεκάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάρι
δωδεκάρων	=	δωδεκάρα
δωδεκάσκαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάσκαλμο
δωδεκάσκαλμε	adj	κλητική ενικού του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάσκαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάσκαλμη
δωδεκάσκαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάσκαλμης	adj	γενική ενικού του δωδεκάσκαλμη
δωδεκάσκαλμο	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάσκαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάσκαλμος	adj	αυτός που φέρει δώδεκα σκαλμούς (έξι ανά πλευρά)
δωδεκάσκαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάσκαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάσκαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκάσκαλμος
δωδεκάστηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάστηλο
δωδεκάστιχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάστιχο
δωδεκάτομα	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομε	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομες	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομη	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομης	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομο	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομοι	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομος	adj	που έχει / αποτελείται από δώδεκα τόμους
δωδεκάτομου	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομους	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτομων	=	δωδεκάτομος
δωδεκάτοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάτοξο
δωδεκάφθογγα	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγε	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγες	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγη	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγης	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγο	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγοι	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγος	adj	που αναφέρεται σε μουσική τεχνική ή σύστημα σύνθεσης το οποίο οργανώνει ισότιμα και τους δώδεκα φθόγγους της χρωματικής κλίμακας, χωρίς ιεράρχηση σε τονικό κέντρο
δωδεκάφθογγου	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγους	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάφθογγων	=	δωδεκάφθογγος
δωδεκάχορδα	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδε	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδες	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδη	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδης	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδο	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδοι	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδος	adj	που διαθέτει δώδεκα χορδές, ιδιότητα που αποδίδεται σε έγχορδα μουσικά όργανα —όπως ορισμένοι τύποι κιθάρας ή λαούτου— τα οποία επιδιώκουν αυξημένο ηχητικό όγκο και αρμονικό πλούτο μέσω τού συχνά διπλασιασμού των χορδών τους
δωδεκάχορδου	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδους	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχορδων	=	δωδεκάχορδος
δωδεκάχρονα	=	δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονε	=	δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάχρονη
δωδεκάχρονη	=	δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονης	=	δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονος	adj	που έχει ηλικία δώδεκα χρόνων, δώδεκα ετών
δωδεκάχρονου	=	δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονους	=	δωδεκάχρονος
δωδεκάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του δωδεκάχρονος
δωδεκάωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάωρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάωρο
δωδεκάωρε	adj	κλητική ενικού του δωδεκάωρος
δωδεκάωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάωρη
δωδεκάωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκάωρος
δωδεκάωρης	adj	γενική ενικού του δωδεκάωρη
δωδεκάωρο	noun	χρονική διάρκεια δώδεκα ωρών
δωδεκάωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκάωρος
δωδεκάωρος	adj	ο σχετικός με δωδεκαωρία, ή που διαρκεί δώδεκα ώρες
δωδεκάωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκάωρος
δωδεκάωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκάωρος
δωδεκάωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκάωρος
δωδεκαέδρου	=	δωδεκάεδρο
δωδεκαέδρων	=	δωδεκάεδρο
δωδεκαήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαήμερο
δωδεκαήμερε	adj	κλητική ενικού του δωδεκαήμερος
δωδεκαήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαήμερη
δωδεκαήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκαήμερος
δωδεκαήμερης	adj	γενική ενικού του δωδεκαήμερη
δωδεκαήμερο	noun	χρονικό διάστημα δώδεκα ημερών
δωδεκαήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαήμερος
δωδεκαήμερος	adj	που διαρκεί δώδεκα ημέρες
δωδεκαήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκαήμερος
δωδεκαήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκαήμερος
δωδεκαήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκαήμερος
δωδεκαγώνου	=	δωδεκάγωνο
δωδεκαγώνων	=	δωδεκάγωνο
δωδεκαδάκτυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδάκτυλο
δωδεκαδάκτυλε	adj	κλητική ενικού του δωδεκαδάκτυλος
δωδεκαδάκτυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδάκτυλη
δωδεκαδάκτυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκαδάκτυλος
δωδεκαδάκτυλης	adj	γενική ενικού του δωδεκαδάκτυλη
δωδεκαδάκτυλο	noun	το αρχικό τμήμα του λεπτού εντέρου, που συνδέεται με το στομάχι
δωδεκαδάκτυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδάκτυλος
δωδεκαδάκτυλος	adj	που έχει δώδεκα δάκτυλα {και στα δύο χέρια)
δωδεκαδάκτυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκαδάκτυλος
δωδεκαδάκτυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκαδάκτυλος
δωδεκαδάκτυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκαδάκτυλος
δωδεκαδάχτυλα	=	δωδεκαδάχτυλο
δωδεκαδάχτυλε	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδάχτυλες	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδάχτυλη	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδάχτυλης	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδάχτυλο	noun	δωδεκαδάκτυλο
δωδεκαδάχτυλοι	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδάχτυλος	noun	αδόκιμος όρος για το δωδεκαδάκτυλο	adj	που έχει δώδεκα δάχτυλα
δωδεκαδάχτυλου	=	δωδεκαδάχτυλο
δωδεκαδάχτυλους	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδάχτυλων	=	δωδεκαδάχτυλος
δωδεκαδακτυλίτιδα	noun	φλεγμονή του δωδεκαδακτύλου
δωδεκαδακτυλίτιδας	=	δωδεκαδακτυλίτιδα
δωδεκαδακτυλίτιδες	=	δωδεκαδακτυλίτιδα
δωδεκαδακτυλίτιδων	=	δωδεκαδακτυλίτιδα
δωδεκαδακτυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλικό
δωδεκαδακτυλικέ	adj	κλητική ενικού του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλική
δωδεκαδακτυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλικής	adj	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλική
δωδεκαδακτυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλικού	adj	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλικό	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλικός	adj	ο σχετικός με δωδεκαδάκτυλο
δωδεκαδακτυλικών	adj	γενική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλικός
δωδεκαδακτυλογαστρεκτομές	=	δωδεκαδακτυλογαστρεκτομή
δωδεκαδακτυλογαστρεκτομή	noun	αφαίρεση την πρώτης μοίρας του δωδεκαδακτύλου και του κατώτερου μέρους του στομάχου με χειρουργική επέμβαση
δωδεκαδακτυλογαστρεκτομής	=	δωδεκαδακτυλογαστρεκτομή
δωδεκαδακτυλογαστρεκτομών	=	δωδεκαδακτυλογαστρεκτομή
δωδεκαδακτυλονηστιδοστομία	noun	χειρουργική αναστόμωση μεταξύ δωδεκαδακτύλου και νήστιδας
δωδεκαδακτυλονηστιδοστομίας	noun	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλονηστιδοστομία
δωδεκαδακτυλονηστιδοστομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλονηστιδοστομία
δωδεκαδακτυλονηστιδοστομιών	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλονηστιδοστομία
δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομές	=	δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομή
δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση μερική ή ολική δωδεκαδακτύλου και παγκρέατος
δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομής	=	δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομή
δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομών	=	δωδεκαδακτυλοπαγκρεατεκτομή
δωδεκαδακτυλοπηξία	noun	χειρουργική στερέωση του δωδεκαδακτύλου
δωδεκαδακτυλοπηξίας	noun	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλοπηξία
δωδεκαδακτυλοπηξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοπηξία
δωδεκαδακτυλοπηξιών	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοπηξία
δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή	noun|rare	αφαίρεση τμήματος του δωδεκαδακτύλου και του πυλωρού με χειρουργική επέμβαση
δωδεκαδακτυλοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοσκόπηση
δωδεκαδακτυλοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοσκόπηση
δωδεκαδακτυλοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλοσκόπηση
δωδεκαδακτυλοσκόπηση	noun	η γαστροσκόπηση, ιδίως στην περιοχή του δωδεκαδακτύλου
δωδεκαδακτυλοσκόπησης	noun	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλοσκόπηση
δωδεκαδακτυλοστομία	noun	χειρουργική αναστόμωση δωδεκαδακτύλου
δωδεκαδακτυλοστομίας	noun	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλοστομία
δωδεκαδακτυλοστομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοστομία
δωδεκαδακτυλοστομιών	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοστομία
δωδεκαδακτυλοτομία	noun	χειρουργική διάνοιξη του δωδεκαδακτύλου
δωδεκαδακτυλοτομίας	noun	γενική ενικού του δωδεκαδακτυλοτομία
δωδεκαδακτυλοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοτομία
δωδεκαδακτυλοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαδακτυλοτομία
δωδεκαδακτύλου	noun	γενική ενικού του δωδεκαδάκτυλο
δωδεκαδακτύλων	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαδάκτυλο
δωδεκαδαχτύλου	=	δωδεκαδάχτυλο
δωδεκαδαχτύλων	=	δωδεκαδάχτυλο
δωδεκαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδικό
δωδεκαδικέ	adj	κλητική ενικού του δωδεκαδικός
δωδεκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδική
δωδεκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκαδικός
δωδεκαδικής	adj	γενική ενικού του δωδεκαδική
δωδεκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαδικός
δωδεκαδικού	adj	γενική ενικού του δωδεκαδικός
δωδεκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκαδικός
δωδεκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκαδικός
δωδεκαδικός	adj	που αποτελείται από δωδεκάδες
δωδεκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του δωδεκαδικός
δωδεκαετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δωδεκαετής
δωδεκαετή	=	δωδεκαετής
δωδεκαετής	adj	που είναι δώδεκα ετών, που έχει ηλικία δώδεκα χρόνων
δωδεκαετία	noun	χρονικό διάστημα δώδεκα ετών
δωδεκαετίας	=	δωδεκαετία
δωδεκαετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαετία
δωδεκαετείς	=	δωδεκαετής
δωδεκαετιών	=	δωδεκαετία
δωδεκαετούς	=	δωδεκαετής
δωδεκαετών	adj	γενική πληθυντικού του δωδεκαετής
δωδεκαημέρου	=	δωδεκαήμερο
δωδεκαημέρων	=	δωδεκαήμερο
δωδεκαθέου	=	δωδεκάθεο
δωδεκαθέσια	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιας	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιε	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιες	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιο	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιοι	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιος	adj	που διαθέτει δώδεκα διακριτές θέσεις ή έδρες, είτε ως χωρητικότητα (π.χ. όχημα) είτε ως αριθμό προβλεπόμενων λειτουργικών θέσεων (π.χ. οργανικές θέσεις προσωπικού)
δωδεκαθέσιου	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιους	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέσιων	=	δωδεκαθέσιος
δωδεκαθέων	=	δωδεκάθεο
δωδεκαθεΐστρια	noun	θηλυκό του δωδεκαθεϊστής
δωδεκαθεΐστριας	=	δωδεκαθεΐστρια
δωδεκαθεΐστριες	=	δωδεκαθεΐστρια
δωδεκαθεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαθεϊκό
δωδεκαθεϊκέ	adj	κλητική ενικού του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαθεϊκή
δωδεκαθεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊκής	adj	γενική ενικού του δωδεκαθεϊκή
δωδεκαθεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊκού	adj	γενική ενικού του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊκός	adj	ο σχετικός με δωδεκάθεο
δωδεκαθεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του δωδεκαθεϊκός
δωδεκαθεϊσμέ	=	δωδεκαθεϊσμός
δωδεκαθεϊσμοί	=	δωδεκαθεϊσμός
δωδεκαθεϊσμού	noun	γενική ενικού του δωδεκαθεϊσμός
δωδεκαθεϊσμούς	=	δωδεκαθεϊσμός
δωδεκαθεϊσμό	=	δωδεκαθεϊσμός
δωδεκαθεϊσμός	noun	σύγχρονο θρησκευτικό ρεύμα που επιδιώκει την αναβίωση και λατρευτική επαναφορά της αρχαίας ελληνικής πολυθεϊστικής παράδοσης με επίκεντρο το δωδεκάθεο
δωδεκαθεϊσμών	=	δωδεκαθεϊσμός
δωδεκαθεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαθεϊστής
δωδεκαθεϊστή	=	δωδεκαθεϊστής
δωδεκαθεϊστής	noun	οπαδός του δωδεκαθεϊσμού
δωδεκαθεϊστικά	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικέ	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικές	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστική	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικής	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικοί	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικού	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικούς	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικό	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστικός	adj	που έχει σχέση με τον δωδεκαθεϊσμό ή τους δωδεκαθεϊστές ή αναφέρεται σʼ αυτά
δωδεκαθεϊστικών	=	δωδεκαθεϊστικός
δωδεκαθεϊστριών	=	δωδεκαθεΐστρια
δωδεκαθεϊστών	=	δωδεκαθεϊστής
δωδεκαμελές	=	δωδεκαμελής
δωδεκαμελή	adj	δωδεκαμελής στην αιτιατική και κλητική του ενικού
δωδεκαμελής	adj	που αποτελείται από δώδεκα μέλη
δωδεκαμελείς	=	δωδεκαμελής
δωδεκαμελούς	=	δωδεκαμελής
δωδεκαμελών	=	δωδεκαμελής
δωδεκανησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκανησιακό
δωδεκανησιακέ	adj	κλητική ενικού του δωδεκανησιακός
δωδεκανησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκανησιακή
δωδεκανησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκανησιακός
δωδεκανησιακής	adj	γενική ενικού του δωδεκανησιακή
δωδεκανησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκανησιακός
δωδεκανησιακού	adj	γενική ενικού του δωδεκανησιακός
δωδεκανησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκανησιακός
δωδεκανησιακό	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκανησιακός
δωδεκανησιακός	adj	σχετικός με τα Δωδεκάνησα
δωδεκανησιακών	adj	γενική πληθυντικού του δωδεκανησιακός
δωδεκαπλάσια	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιας	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιε	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιες	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιο	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιοι	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιος	adj	ο περισσότερος, ή μεγαλύτερος, ή εμφανιζόμενος δώδεκα φορές
δωδεκαπλάσιου	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιους	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαπλάσιων	=	δωδεκαπλάσιος
δωδεκαράκι	noun	υποκοριστικό του δωδεκάρι
δωδεκαράκια	=	δωδεκαράκι
δωδεκαριά	noun	ένα σύνολο από δώδεκα πράγματα
δωδεκαριάς	noun	γενική ενικού του δωδεκαριά
δωδεκαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαριά
δωδεκαριού	=	δωδεκάρι
δωδεκαριών	=	δωδεκαριά
δωδεκασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκασέλιδο
δωδεκασέλιδε	adj	κλητική ενικού του δωδεκασέλιδος
δωδεκασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκασέλιδη
δωδεκασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδεκασέλιδος
δωδεκασέλιδης	adj	γενική ενικού του δωδεκασέλιδη
δωδεκασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του δωδεκασέλιδος
δωδεκασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωδεκασέλιδος
δωδεκασέλιδος	adj	που έχει δώδεκα σελίδες
δωδεκασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωδεκασέλιδος
δωδεκασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωδεκασέλιδος
δωδεκασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωδεκασέλιδος
δωδεκασύλλαβα	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβε	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβες	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβη	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβης	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβο	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβοι	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβος	adj	για στίχο που έχει / αποτελείται από δώδεκα συλλαβές
δωδεκασύλλαβου	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβους	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκασύλλαβων	=	δωδεκασύλλαβος
δωδεκατημορίου	noun	γενική ενικού του δωδεκατημόριο
δωδεκατημορίων	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκατημόριο
δωδεκατημόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκατημόριο
δωδεκατημόριο	noun	το 1/12
δωδεκατημόριου	=	δωδεκατημόριο
δωδεκαφθογγικά	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικέ	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικές	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγική	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικής	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικοί	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικού	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικούς	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικό	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγικός	adj	άλλη μορφή του δωδεκάφθογγος
δωδεκαφθογγικών	=	δωδεκαφθογγικός
δωδεκαφθογγισμέ	=	δωδεκαφθογγισμός
δωδεκαφθογγισμοί	=	δωδεκαφθογγισμός
δωδεκαφθογγισμού	=	δωδεκαφθογγισμός
δωδεκαφθογγισμούς	=	δωδεκαφθογγισμός
δωδεκαφθογγισμό	=	δωδεκαφθογγισμός
δωδεκαφθογγισμός	noun	μέθοδος μουσικής σύνθεσης που στοχεύει στην οργάνωση της ατονικότητας μέσω της χρήσης 12 φθόγγων του δυτικού συγκερασμένου μουσικού συστήματος
δωδεκαφθογγισμών	=	δωδεκαφθογγισμός
δωδεκαψήφια	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιας	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιε	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιες	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιο	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιοι	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιος	adj	που αποτελείται από δώδεκα ψηφία, δώδεκα αριθμούς
δωδεκαψήφιου	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιους	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαψήφιων	=	δωδεκαψήφιος
δωδεκαωρία	noun	χρονική διάρκεια δώδεκα ωρών
δωδεκαωρίας	noun	γενική ενικού του δωδεκαωρία
δωδεκαωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδεκαωρία
δωδεκαωριών	noun	γενική πληθυντικού του δωδεκαωρία
δωδεκαόρτου	=	δωδεκάορτο
δωδωναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωδωναίος
δωδωναίας	adj	γενική ενικού του δωδωναία
δωδωναίε	adj	δωδωναίος, στην κλητική του ενικού
δωδωναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωδωναία
δωδωναίο	adj	δωδωναίος, στην αιτιατική του ενικού
δωδωναίοι	adj	δωδωναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
δωδωναίος	adj	που έχει σχέση με τη Δωδώνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
δωδωναίου	adj	γενική ενικού του δωδωναίος
δωδωναίους	adj	δωδωναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
δωδωναίων	=	δωδωναίος
δωμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωμάτιο
δωμάτιο	noun	εσωτερικός χώρος κτηρίου, π.χ. σπιτιού, διαμερίσματος, ξενοδοχείου, (λαϊκότροπο) ο οντάς
δωμάτιου	=	δωμάτιο
δωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του δώμα
δωματίου	noun	γενική ενικού του δωμάτιο
δωματίων	noun	γενική πληθυντικού του δωμάτιο
δωματιάκι	noun	μικρό δωμάτιο
δωματιάκια	=	δωματιάκι
δωματιάρα	noun	πολύ μεγάλο δωμάτιο
δωματιάρας	noun	γενική ενικού του δωματιάρα
δωματιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωματιάρα
δωρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δώρημα
δωρήματος	noun	γενική ενικού του δώρημα
δωρήτρια	noun	θηλυκό του δωρητής
δωρήτριας	noun	γενική ενικού του δωρήτρια
δωρήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρήτρια
δωρίζαμε	=	δωρίζω
δωρίζαν	=	δωρίζω
δωρίζανε	=	δωρίζω
δωρίζατε	=	δωρίζω
δωρίζει	=	δωρίζω
δωρίζεις	=	δωρίζω
δωρίζεσαι	=	δωρίζω
δωρίζεστε	=	δωρίζω
δωρίζεται	=	δωρίζω
δωρίζετε	=	δωρίζω
δωρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος δωρίζω
δωρίζομε	=	δωρίζω
δωρίζονται	=	δωρίζω
δωρίζονταν	=	δωρίζω
δωρίζοντας	=	δωρίζω
δωρίζουμε	=	δωρίζω
δωρίζουν	=	δωρίζω
δωρίζουνε	=	δωρίζω
δωρίζω	verb	κάνω δώρο
δωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσαν	=	δωρίζω
δωρίσανε	=	δωρίζω
δωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσομε	=	δωρίζω
δωρίσου	=	δωρίζω
δωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίσουνε	=	δωρίζω
δωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρίστηκα	=	δωρίζω
δωρίστηκαν	=	δωρίζω
δωρίστηκε	=	δωρίζω
δωρίστηκες	=	δωρίζω
δωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δωρεά	noun	παραχώρηση αντικειμένων ή χρημάτων χωρίς αντάλλαγμα
δωρεάν	adv	χωρίς να απαιτείται η καταβολή χρημάτων ή οποιουδήποτε τιμήματος
δωρεάς	noun	γενική ενικού του δωρεά
δωρεές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρεά
δωρεοδοτών	=	δωρεοδότης
δωρεοδότες	=	δωρεοδότης
δωρεοδότη	=	δωρεοδότης
δωρεοδότης	noun	που δίνει δωρεά
δωρεοδόχε	noun	κλητική ενικού του δωρεοδόχος
δωρεοδόχο	noun	αιτιατική ενικού του δωρεοδόχος
δωρεοδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωρεοδόχος
δωρεοδόχος	noun	που δέχεται δωρεά
δωρεοδόχου	noun	γενική ενικού του δωρεοδόχος
δωρεοδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δωρεοδόχος
δωρεοδόχων	noun	γενική πληθυντικού του δωρεοδόχος
δωρεολήπτες	=	δωρεολήπτης
δωρεολήπτη	=	δωρεολήπτης
δωρεολήπτης	noun	που δέχεται δωρεά
δωρεοληπτών	=	δωρεολήπτης
δωρεών	=	δωρεά
δωρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του δώρημα
δωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρητής
δωρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του δωρητής
δωρητήρια	=	δωρητήριος
δωρητήριας	=	δωρητήριος
δωρητήριε	=	δωρητήριος
δωρητήριες	=	δωρητήριος
δωρητήριο	=	δωρητήριος
δωρητήριοι	=	δωρητήριος
δωρητήριος	adj|formal	που έχει σχέση με δωρεά ή αναφέρεται σʼ αυτή
δωρητήριου	=	δωρητήριος
δωρητήριους	=	δωρητήριος
δωρητήριων	=	δωρητήριος
δωρητής	noun	αυτός που δωρίζει, που κάνει μια δωρεά
δωρητριών	noun	γενική πληθυντικού του δωρήτρια
δωρητών	noun	γενική πληθυντικού του δωρητής
δωριζόμασταν	=	δωρίζω
δωριζόμαστε	=	δωρίζω
δωριζόμουν	=	δωρίζω
δωριζόμουνα	=	δωρίζω
δωριζόντουσαν	=	δωρίζω
δωριζόσασταν	=	δωρίζω
δωριζόσαστε	=	δωρίζω
δωριζόσουν	=	δωρίζω
δωριζόσουνα	=	δωρίζω
δωριζόταν	=	δωρίζω
δωριζότανε	=	δωρίζω
δωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρικό
δωρικέ	adj	κλητική ενικού του δωρικός
δωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρική
δωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωρικός
δωρικής	adj	γενική ενικού του δωρική
δωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωρικός
δωρικοτήτων	=	δωρικότητα
δωρικού	adj	γενική ενικού του δωρικός
δωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του δωρικός
δωρικό	adj	αιτιατική ενικού του δωρικός
δωρικός	adj	σχετικός με τους Δωριείς
δωρικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι δωρικό(ς), η ιδιότητα του δωρικού
δωρικότητας	=	δωρικότητα
δωρικότητες	=	δωρικότητα
δωρικών	adj	γενική πληθυντικού του δωρικός
δωρισμέ	=	δωρισμός
δωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρισμένο
δωρισμένε	verb	κλητική ενικού του δωρισμένος
δωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρισμένη
δωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωρισμένος
δωρισμένης	verb	γενική ενικού του δωρισμένη
δωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του δωρισμένος
δωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωρισμένος
δωρισμένος	verb	που έχει δοθεί ως δώρο
δωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωρισμένος
δωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δωρισμένος
δωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωρισμένος
δωρισμοί	=	δωρισμός
δωρισμού	=	δωρισμός
δωρισμούς	=	δωρισμός
δωρισμό	=	δωρισμός
δωρισμός	noun	η χρήση χαρακτηριστικών τύπων και λέξεων της αρχαίας δωρικής διαλέκτου
δωρισμών	=	δωρισμός
δωριστήκαμε	=	δωρίζω
δωριστήκαν	=	δωρίζω
δωριστήκανε	=	δωρίζω
δωριστήκατε	=	δωρίζω
δωριστεί	=	δωρίζω
δωριστείς	=	δωρίζω
δωριστείτε	=	δωρίζω
δωριστούμε	=	δωρίζω
δωριστούν	=	δωρίζω
δωριστούνε	=	δωρίζω
δωριστώ	=	δωρίζω
δωροδοκήθηκα	=	δωροδοκούμαι
δωροδοκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσαν	=	δωροδοκώ
δωροδοκήσανε	=	δωροδοκώ
δωροδοκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του δωροδόκηση
δωροδοκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του δωροδόκηση
δωροδοκήσιμα	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμε	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμες	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμη	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμης	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμο	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμοι	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμος	adj	που μπορεί να δωροδοκηθεί
δωροδοκήσιμου	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμους	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσιμων	=	δωροδοκήσιμος
δωροδοκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδοκία	noun	το να δίνει κάποιος παρανόμως χρήματα ή άλλη αμοιβή σε κάποιον αξιωματούχο ή υπάλληλο για να παραβεί τους νόμους ή τους κανονισμούς της υπηρεσίας του
δωροδοκίας	noun	γενική ενικού του δωροδοκία
δωροδοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωροδοκία
δωροδοκεί	=	δωροδοκώ
δωροδοκείς	=	δωροδοκώ
δωροδοκείτε	=	δωροδοκώ
δωροδοκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωροδοκημένο
δωροδοκημένε	verb	κλητική ενικού του δωροδοκημένος
δωροδοκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του δωροδοκημένος
δωροδοκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δωροδοκημένος
δωροδοκημένης	verb	γενική ενικού του δωροδοκημένη
δωροδοκημένο	verb	αιτιατική ενικού του δωροδοκημένος
δωροδοκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωροδοκημένος
δωροδοκημένος	verb	που έχει δεχτεί δωροδοκία
δωροδοκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δωροδοκημένος
δωροδοκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του δωροδοκημένος
δωροδοκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δωροδοκημένος
δωροδοκιών	noun	γενική πληθυντικού του δωροδοκία
δωροδοκούμαι	verb	εξαγοράζομαι με χρήματα ή με κάτι άλλο που επιθυμώ ώστε να ενεργήσω παράνομα, παράτυπα
δωροδοκούμε	=	δωροδοκώ
δωροδοκούν	=	δωροδοκώ
δωροδοκούνε	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσα	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσαμε	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσαν	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσανε	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσατε	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσε	=	δωροδοκώ
δωροδοκούσες	=	δωροδοκώ
δωροδοκώ	verb	εξαγοράζω κάποιον με χρήματα, χάρες ή του παρέχω ένα όφελος για να εκμαιεύσω από εκείνον κάτι παράτυπο, παράνομο (είτε να το πράξει είτε να αμελήσει να πράξει εκείνο που όφειλε)
δωροδοκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δωροδοκώ
δωροδόκε	=	δωροδόκος
δωροδόκει	=	δωροδοκώ
δωροδόκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδόκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδόκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδόκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωροδοκώ
δωροδόκηση	noun	άλλη μορφή του δωροδοκία
δωροδόκησης	noun	γενική ενικού του δωροδόκηση
δωροδόκο	=	δωροδόκος
δωροδόκοι	=	δωροδόκος
δωροδόκος	noun|formal	που δωροδοκείται
δωροδόκου	=	δωροδόκος
δωροδόκους	=	δωροδόκος
δωροδόκων	=	δωροδόκος
δωροεπιταγές	=	δωροεπιταγή
δωροεπιταγή	noun	δώρο με τη μορφή επιταγής για μελλοντικές αγορές
δωροεπιταγής	=	δωροεπιταγή
δωροεπιταγών	=	δωροεπιταγή
δωροθέτες	=	δωροθέτης
δωροθέτη	=	δωροθέτης
δωροθέτης	noun|formal	άτομο ή επιχείρηση που προσφέρει ως δώρο ένα έπαθλο σε τηλεπαιχνίδια, αθλητικούς αγώνες ή πολιτιστικές εκδηλώσεις
δωροθετών	=	δωροθέτης
δωροκάρτα	noun	ένα είδος προπληρωμένης κάρτας που δίνεται συνήθως ως δώρο σε άλλα άτομα ή σε διάφορες περιστάσεις
δωροκάρτας	=	δωροκάρτα
δωροκάρτες	=	δωροκάρτα
δωροκαρτών	=	δωροκάρτα
δωρολήπτει	=	δωροληπτώ
δωρολήπτες	=	δωρολήπτης
δωρολήπτη	=	δωρολήπτης
δωρολήπτης	noun	αυτός που έχει δεχθεί δωροληψία
δωρολήπτησα	=	δωροληπτώ
δωρολήπτησαν	=	δωροληπτώ
δωρολήπτησε	=	δωροληπτώ
δωρολήπτησες	=	δωροληπτώ
δωρολήπτρια	noun	θηλυκό του δωρολήπτης
δωρολήπτριας	noun	γενική ενικού του δωρολήπτρια
δωρολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωρολήπτρια
δωροληπτήσαμε	=	δωροληπτώ
δωροληπτήσαν	=	δωροληπτώ
δωροληπτήσανε	=	δωροληπτώ
δωροληπτήσατε	=	δωροληπτώ
δωροληπτήσει	=	δωροληπτώ
δωροληπτήστε	=	δωροληπτώ
δωροληπτεί	=	δωροληπτώ
δωροληπτείς	=	δωροληπτώ
δωροληπτείτε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούμε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούν	=	δωροληπτώ
δωροληπτούνε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσα	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσαμε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσαν	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσανε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσατε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσε	=	δωροληπτώ
δωροληπτούσες	=	δωροληπτώ
δωροληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του δωρολήπτρια
δωροληπτώ	verb	είμαι ή γίνομαι δωρολήπτης
δωροληπτών	=	δωρολήπτης
δωροληπτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δωροληπτώ
δωροληψία	noun	η αποδοχή δώρου, χρηματικού ή γενικά υλικού, για παράβαση καθήκοντος ή νόμου
δωροληψίας	noun	γενική ενικού του δωροληψία
δωροληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωροληψία
δωροληψιών	noun	γενική πληθυντικού του δωροληψία
δωροσήμου	=	δωρόσημο
δωροσήμων	=	δωρόσημο
δωρόσημα	=	δωρόσημο
δωρόσημο	noun	ένσημο που αντιστοιχεί σε δώρο (Χριστουγέννων, Πάσχα ή διακοπών)
δωρόσημου	=	δωρόσημο
δωρόσημων	=	δωρόσημο
δωρώ	verb|literary	δωρίζω
δωσίλογε	noun	κλητική ενικού του δωσίλογος
δωσίλογο	noun	αιτιατική ενικού του δωσίλογος
δωσίλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωσίλογος
δωσίλογος	noun	ο συνεργάτης του εχθρού που κατέχει τη χώρα του, ιδίως ο συνεργάτης των γερμανικών δυνάμεων κατοχής κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο
δωσίλογου	noun	γενική ενικού του δωσίλογος
δωσίλογους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δωσίλογος
δωσίλογων	noun	γενική πληθυντικού του δωσίλογος
δωσιδικία	noun	η υποχρέωση και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να δικαστεί από το κατά τόπον αρμόδιο για αυτόν δικαστήριο.
δωσιδικίας	noun	γενική ενικού του δωσιδικία
δωσιδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δωσιδικία
δωσιδικιών	noun	γενική πληθυντικού του δωσιδικία
δωσιλογικά	=	δωσιλογικός
δωσιλογικέ	=	δωσιλογικός
δωσιλογικές	=	δωσιλογικός
δωσιλογική	=	δωσιλογικός
δωσιλογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (δωσιλογική) του δωσιλογικός
δωσιλογικοί	=	δωσιλογικός
δωσιλογικού	=	δωσιλογικός
δωσιλογικούς	=	δωσιλογικός
δωσιλογικό	=	δωσιλογικός
δωσιλογικός	adj	σχετικός με δοσίλογους / δωσιλογισμό
δωσιλογικών	=	δωσιλογικός
δωσιλογισμέ	noun	κλητική ενικού του δωσιλογισμός
δωσιλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δωσιλογισμός
δωσιλογισμού	noun	γενική ενικού του δωσιλογισμός
δωσιλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του δωσιλογισμός
δωσιλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του δωσιλογισμός
δωσιλογισμός	noun	οι ενέργειες, η δράση και τα πιστεύω των δωσίλογων
δωσιλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του δωσιλογισμός
δωσιλόγου	noun	γενική ενικού του δωσίλογος
δωσιλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δωσίλογος
δωσιλόγων	noun	γενική πληθυντικού του δωσίλογος
δόγα	noun	καμπυλωμένη λωρίδα ξύλου, μακρόστενη σανίδα, όπου πολλές μαζί κολλητά η μια με την άλλη χρησιμοποιούνται σε διάφορες κατασκευές, όπως σκαφών, βαρελιών ή των αντηχείων ορισμένων μουσικών οργάνων (μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.ά.)
δόγας	=	δόγα
δόγες	=	δόγα
δόγη	=	δόγης
δόγηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόγης
δόγηδων	=	δόγης
δόγης	noun	το ανώτατο αξίωμα στη μεσαιωνική δημοκρατία της Βενετίας
δόγισσα	=	δόγης
δόγμα	noun	μια θεμελιώδης αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος
δόγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόγμα
δόγματος	noun	γενική ενικού του δόγμα
δόθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δόθηκαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δόθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δόθηκες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δίνω
δόκανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόκανο
δόκανο	noun	είδος παγίδας για ζώα που αποτελείται από ένα μηχανισμό με δύο σιαγόνες· όταν ένα ζώο τον πιέσει με το βάρος του, οι σιαγόνες κλείνουν παγιδεύοντας το πόδι του
δόκανου	noun	γενική ενικού του δόκανο
δόκανων	noun	γενική πληθυντικού του δόκανο
δόκιμα	adv	με δόκιμο τρόπο, κατά τρόπο γενικά αποδεκτό
δόκιμη	=	δόκιμος
δόκιμο	adj	αιτιατική ενικού του δόκιμος
δόκιμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δόκιμος
δόκιμος	adj	που περνά από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν αποκτήσει τα πλήρη προνόμια και υποχρεώσεις της θέσης του	noun	ο δόκιμος αξιωματικός: έφεδρος που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία περνώντας από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν πάρει το βαθμό του ανθυπολοχαγού
δόκτορ	=	δόκτωρ
δόκτορα	=	δόκτορας
δόκτορας	noun	ο κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, ο διδάκτορας
δόκτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόκτορας
δόκτορος	=	δόκτωρ
δόκτωρ	noun|dated	δόκτορας αρσενικό
δόλε	noun	κλητική ενικού του δόλος
δόλια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δόλιος (σημασία: «καημένος»)	adv	με δόλιο τρόπο, με δόλο
δόλιας	=	δόλιος
δόλιε	=	δόλιος
δόλιες	=	δόλιος
δόλιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δόλιος
δόλιοι	=	δόλιος
δόλιος	adj	που ενεργεί με δόλο
δόλιου	=	δόλιος
δόλιους	=	δόλιος
δόλιχε	noun	κλητική ενικού του δόλιχος
δόλιχο	noun	αιτιατική ενικού του δόλιχος
δόλιχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δόλιχος
δόλιχος	noun	αγώνισμα αντοχής, ο μακρός δρόμος, μήκους άνω των 2 σταδίων, εν αντιθέσει προς τον δρόμο του σταδίου
δόλιχου	=	δόλιχος
δόλιχους	=	δόλιχος
δόλιχων	=	δόλιχος
δόλιων	=	δόλιος
δόλο	noun	αιτιατική ενικού του δόλος
δόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δόλος
δόλος	noun	τρόπος ή μέσο εξαπάτησης ή παραπλάνησης κάποιου
δόλου	noun	γενική ενικού του δόλος
δόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δόλος
δόλωμα	noun	ένα μικρό κομμάτι τροφής που τοποθετείται σε ένα αγκίστρι για ψάρεμα
δόλων	noun	γάμπια
δόλωνα	=	δόλωνας
δόλωνας	noun	η γάμπια
δόλωνες	=	δόλωνας
δόλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δόλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δόλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δόλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δολώνω
δόμε	noun	κλητική ενικού του δόμος
δόμημα	noun|formal	κατασκευασμένο υλικό σύνολο με οργανωμένη δομή και σταθερή μορφή, το οποίο προκύπτει από πράξη δόμησης και λειτουργεί ως ενιαία αρχιτεκτονική ή τεχνική οντότητα
δόμησα	=	δομώ
δόμηση	noun	το χτίσιμο, η ανέγερση κτηρίων
δόμησης	noun	γενική ενικού του δόμηση
δόμο	noun	αιτιατική ενικού του δόμος
δόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δόμος
δόμος	noun	τεχνική στρώση από πέτρες, πλάκες ή πλίνθους στην τοιχοποιία
δόμου	noun	γενική ενικού του δόμος
δόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του δόμος
δόμων	noun	γενική πληθυντικού του δόμος
δόνα	noun	θηλυκό του δον
δόνας	noun	γενική ενικού του δόνα
δόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόνα
δόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονώ
δόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονώ
δόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονώ
δόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δονώ
δόνηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δονώ
δόνησης	noun	γενική ενικού του δόνηση
δόνησις	noun	η δόνηση
δόντι	noun	καθένα από τα οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων, αλλά και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις σιαγόνες και χρησιμεύουν κυρίως στον τεμαχισμό και το μάσημα της τροφής
δόντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόντι
δόξα	noun	η μεγάλη και καλή φήμη που αποκτήθηκε εξαιτίας ηρωικών πράξεων ή άλλων επιτευγμάτων και κάνει κάποιον αντικείμενο θαυμασμού
δόξαζα	=	δοξάζω
δόξαζαν	=	δοξάζω
δόξαζε	=	δοξάζω
δόξαζες	=	δοξάζω
δόξας	noun	γενική ενικού του δόξα
δόξασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δόξασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δόξασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δόξασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δοξάζω
δόξασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δοξάζω
δόξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόξα
δόρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόρυ
δόρατος	=	δόρυ
δόρυ	noun	πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που αποτελείται από μακριά ξύλινη λαβή και μεταλλική αιχμή
δόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δόση
δόσεων	noun	γενική πληθυντικού του δόση
δόσεως	noun|formal	γενική ενικού του δόση
δόση	noun	καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
δόσης	noun	γενική ενικού του δόση
δόσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του δίνω
δότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δότης
δότη	=	δότης
δότης	noun	αυτός που δίνει
δότρια	noun	θηλυκό του δότης
δότριας	noun	γενική ενικού του δότρια
δότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δότρια
δύαμε	=	δύω
δύαν	=	δύω
δύανε	=	δύω
δύατε	=	δύω
δύε	=	δύω
δύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του δύω
δύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δύω
δύετε	=	δύω
δύναμαι	verb|formal	μπορώ, έχω τη δύναμη ή τη δυνατότητα, το δικαίωμα (να κάνω κάτι)
δύναμη	noun	η σωματική ισχύς, η ρώμη
δύναμης	noun	γενική ενικού του δύναμη
δύναμις	=	δύναμη
δύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύνη
δύνη	noun	μονάδα που μετρά τη δύναμη που ασκείται σ’ ένα σώμα και το επιταχύνει ένα εκατοστό ανά δευτερόλεπτο εις το τετράγωνο (=1 cm/sec²)
δύνης	=	δύνη
δύνομαι	verb	άλλη μορφή του δύναμαι
δύο	num	το απόλυτο αριθμητικό, (ψηφίο 2) που ακολουθεί το ένα και προηγείται του τρία
δύομε	=	δύω
δύον	=	δύων
δύοντα	=	δύων
δύοντας	=	δύω
δύοντες	=	δύων
δύοντος	=	δύων
δύουμε	=	δύω
δύουν	=	δύω
δύουνε	=	δύω
δύουσα	=	δύων
δύουσας	=	δύων
δύουσες	=	δύων
δύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύω
δύσαν	=	δύω
δύσανε	=	δύω
δύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δύω
δύσβατα	=	δύσβατος
δύσβατε	=	δύσβατος
δύσβατες	=	δύσβατος
δύσβατη	=	δύσβατος
δύσβατης	=	δύσβατος
δύσβατο	=	δύσβατος
δύσβατοι	=	δύσβατος
δύσβατος	adj	που με δυσκολία μπορεί κάποιος να τον περάσει, να τον διαβεί, επειδή είναι παρουσιάζει πολλά φυσικά εμπόδια
δύσβατου	=	δύσβατος
δύσβατους	=	δύσβατος
δύσβατων	=	δύσβατος
δύσε	=	δύω
δύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος δύω
δύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύση
δύσερως	noun|archaic	δυστυχισμένος ή ανεκπλήρωτος έρωτας
δύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύω
δύσεων	noun	γενική πληθυντικού του δύση
δύσεως	noun|formal	γενική ενικού του δύση
δύση	noun	η κάθοδος του Ήλιου κάτω από τον ορίζοντα
δύσης	noun	γενική ενικού του δύση
δύσηχα	=	δύσηχος
δύσηχε	=	δύσηχος
δύσηχες	=	δύσηχος
δύσηχη	=	δύσηχος
δύσηχης	=	δύσηχος
δύσηχο	=	δύσηχος
δύσηχοι	=	δύσηχος
δύσηχος	adj|dated	κακόηχος (με την ελληνιστική σημασία )
δύσηχου	=	δύσηχος
δύσηχους	=	δύσηχος
δύσηχων	=	δύσηχος
δύσθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσθυμο
δύσθυμε	adj	κλητική ενικού του δύσθυμος
δύσθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσθυμη
δύσθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσθυμος
δύσθυμης	adj	γενική ενικού του δύσθυμη
δύσθυμο	adj	αιτιατική ενικού του δύσθυμος
δύσθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσθυμος
δύσθυμος	adj	που έχει κακή ψυχική διάθεση
δύσθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύσθυμος
δύσθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσθυμος
δύσθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύσθυμος
δύσκαμπτα	adv	με δύσκαμπτο τρόπο
δύσκαμπτε	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτες	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτη	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτης	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτο	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτοι	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτος	adj	που δύσκολα λυγίζει
δύσκαμπτου	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτους	=	δύσκαμπτος
δύσκαμπτων	=	δύσκαμπτος
δύσκολα	adv	με δυσκολία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δύσκολος
δύσκολε	adj	κλητική ενικού του δύσκολος
δύσκολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσκολη
δύσκολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσκολος
δύσκολης	adj	γενική ενικού του δύσκολη
δύσκολο	adj	αιτιατική ενικού του δύσκολος
δύσκολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσκολος
δύσκολος	adj	που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα
δύσκολου	adj	γενική ενικού του δύσκολος
δύσκολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσκολος
δύσκολων	adj	γενική πληθυντικού του δύσκολος
δύσληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσληπτο
δύσληπτε	adj	κλητική ενικού του δύσληπτος
δύσληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσληπτη
δύσληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσληπτος
δύσληπτης	adj	γενική ενικού του δύσληπτη
δύσληπτο	adj	αιτιατική ενικού του δύσληπτος
δύσληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσληπτος
δύσληπτος	adj|formal	δυσνόητος
δύσληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύσληπτος
δύσληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσληπτος
δύσληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύσληπτος
δύσμοιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσμοιρο
δύσμοιρε	adj	κλητική ενικού του δύσμοιρος
δύσμοιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσμοιρη
δύσμοιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσμοιρος
δύσμοιρης	adj	γενική ενικού του δύσμοιρη
δύσμοιρο	adj	αιτιατική ενικού του δύσμοιρος
δύσμοιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσμοιρος
δύσμοιρος	adj	ο κακότυχος, ο άμοιρος
δύσμοιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύσμοιρος
δύσμοιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσμοιρος
δύσμοιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύσμοιρος
δύσμορφα	adv	με δύσμορφο τρόπο, με δυσμορφία
δύσμορφε	=	δύσμορφος
δύσμορφες	=	δύσμορφος
δύσμορφη	=	δύσμορφος
δύσμορφης	=	δύσμορφος
δύσμορφο	=	δύσμορφος
δύσμορφοι	=	δύσμορφος
δύσμορφος	adj	που αποκλίνει ως προς την εξωτερική όψη από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό είτε εκ γενετής ή κατόπιν ατυχήματος, κακοσχηματισμένος ή παραμορφωμένος
δύσμορφου	=	δύσμορφος
δύσμορφους	=	δύσμορφος
δύσμορφων	=	δύσμορφος
δύσνοα	=	δύσνους
δύσνοες	=	δύσνους
δύσνου	=	δύσνους
δύσνουν	=	δύσνους
δύσνους	adj|archaic	βραδύνους, ανόητος, αργόστροφος
δύσομε	=	δύω
δύσοσμα	adv	με δύσοσμο τρόπο, με δυσοσμία
δύσοσμε	adj	κλητική ενικού του δύσοσμος
δύσοσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσοσμη
δύσοσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσοσμος
δύσοσμης	adj	γενική ενικού του δύσοσμη
δύσοσμο	adj	αιτιατική ενικού του δύσοσμος
δύσοσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσοσμος
δύσοσμος	adj	που έχει δυσάρεστη οσμή
δύσοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύσοσμος
δύσοσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσοσμος
δύσοσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύσοσμος
δύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύω
δύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύω
δύσουνε	=	δύω
δύσπεπτα	=	δύσπεπτος
δύσπεπτε	=	δύσπεπτος
δύσπεπτες	=	δύσπεπτος
δύσπεπτη	=	δύσπεπτος
δύσπεπτης	=	δύσπεπτος
δύσπεπτο	=	δύσπεπτος
δύσπεπτοι	=	δύσπεπτος
δύσπεπτος	adj	που δύσκολα χωνεύεται από το πεπτικό σύστημα
δύσπεπτου	=	δύσπεπτος
δύσπεπτους	=	δύσπεπτος
δύσπεπτων	=	δύσπεπτος
δύσπιστα	adv	με δύσπιστο τρόπο, με δυσπιστία
δύσπιστε	=	δύσπιστος
δύσπιστες	=	δύσπιστος
δύσπιστη	=	δύσπιστος
δύσπιστης	=	δύσπιστος
δύσπιστο	=	δύσπιστος
δύσπιστοι	=	δύσπιστος
δύσπιστος	adj	που δεν πιστεύει εύκολα κάτι χωρίς αποδείξεις
δύσπιστου	=	δύσπιστος
δύσπιστους	=	δύσπιστος
δύσπιστων	=	δύσπιστος
δύσπνοια	noun	η δυσκολία στην αναπνοή που εκφράζει την ανάγκη του ασθενούς για περισσότερο αέρα ή για μεγαλύτερη ανάσα
δύσπνοιας	noun	γενική ενικού του δύσπνοια
δύσπνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσπνοια
δύστε	=	δύω
δύστηκτα	=	δύστηκτος
δύστηκτε	=	δύστηκτος
δύστηκτες	=	δύστηκτος
δύστηκτη	=	δύστηκτος
δύστηκτης	=	δύστηκτος
δύστηκτο	=	δύστηκτος
δύστηκτοι	=	δύστηκτος
δύστηκτος	adj	αυτός που τήκεται με δυσκολία και δε λιώνει εύκολα
δύστηκτου	=	δύστηκτος
δύστηκτους	=	δύστηκτος
δύστηκτων	=	δύστηκτος
δύστηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστηνο
δύστηνε	adj	κλητική ενικού του δύστηνος
δύστηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστηνη
δύστηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύστηνος
δύστηνης	adj	γενική ενικού του δύστηνη
δύστηνο	adj	αιτιατική ενικού του δύστηνος
δύστηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύστηνος
δύστηνος	adj|formal	δυστυχής, αξιολύπητος, οικτρός
δύστηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύστηνος
δύστηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύστηνος
δύστηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύστηνος
δύστοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστοκο
δύστοκε	adj	κλητική ενικού του δύστοκος
δύστοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστοκη
δύστοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύστοκος
δύστοκης	adj	γενική ενικού του δύστοκη
δύστοκο	adj	αιτιατική ενικού του δύστοκος
δύστοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύστοκος
δύστοκος	adj|figurative	που παρουσιάζει δυστοκία
δύστοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύστοκος
δύστοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύστοκος
δύστοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύστοκος
δύστροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του δύστροπος	adv	με δύστροπο τρόπο
δύστροπε	adj	κλητική ενικού του δύστροπος
δύστροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστροπη
δύστροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύστροπος
δύστροπης	adj	γενική ενικού του δύστροπη
δύστροπο	adj	αρσενικό: αιτιατική ενικού του δύστροπος
δύστροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύστροπος
δύστροπος	adj	άνθρωπος με δύσκολους και παράξενους τρόπους
δύστροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύστροπος
δύστροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύστροπος
δύστροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύστροπος
δύστυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστυχο
δύστυχε	adj	κλητική ενικού του δύστυχος
δύστυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύστυχη
δύστυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύστυχος
δύστυχης	adj	γενική ενικού του δύστυχη
δύστυχο	adj	αιτιατική ενικού του δύστυχος
δύστυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύστυχος
δύστυχος	noun	άνθρωπος που δυστύχησε	adj	δυστυχισμένος, δυστυχής
δύστυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύστυχος
δύστυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύστυχος
δύστυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύστυχος
δύσφλεκτα	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτε	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτες	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτη	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτης	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτο	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτοι	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτος	adj|formal	που με δυσκολία (ανα)φλέγεται, πιάνει φωτιά
δύσφλεκτου	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτους	=	δύσφλεκτος
δύσφλεκτων	=	δύσφλεκτος
δύσχρηστα	adv	με δύσχρηστο τρόπο
δύσχρηστε	adj	κλητική ενικού του δύσχρηστος
δύσχρηστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσχρηστη
δύσχρηστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσχρηστος
δύσχρηστης	adj	γενική ενικού του δύσχρηστη
δύσχρηστο	adj	αιτιατική ενικού του δύσχρηστος
δύσχρηστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσχρηστος
δύσχρηστος	adj	που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί ή είναι εύκολο αλλά παρουσιάζει πιθανή επικινδυνότητα ή προβλήματα σε εφαρμογές και καταλήγει δύσχρηστο επειδή ακριβώς είναι δύσκολο να αποτρέψεις τους δευτερογενείς κινδύνους ή τα προβλήματα
δύσχρηστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύσχρηστος
δύσχρηστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσχρηστος
δύσχρηστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύσχρηστος
δύσχυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσχυμο
δύσχυμε	adj	κλητική ενικού του δύσχυμος
δύσχυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύσχυμη
δύσχυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύσχυμος
δύσχυμης	adj	γενική ενικού του δύσχυμη
δύσχυμο	adj	αιτιατική ενικού του δύσχυμος
δύσχυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δύσχυμος
δύσχυμος	adj|archaic	που έχει κακή γεύση, άνοστος
δύσχυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του δύσχυμος
δύσχυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του δύσχυμος
δύσχυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δύσχυμος
δύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δύω
δύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύτης
δύτη	=	δύτης
δύτης	noun	αυτός που καταδύεται, που κολυμπάει υποβρυχίως, συνήθως φέροντας ειδικό εξοπλισμό καταδύσεων
δύτρια	=	δύτης
δύτριας	noun	γενική ενικού του δύτρια
δύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύτρια
δύω	verb	βυθίζομαι στον ορίζοντα
δύων	verb	που δύει
δώδεκα	num	το απόλυτο αριθμητικό (12) που ακολουθεί το έντεκα και προηγείται του δεκατρία
δώθε	adv|vulgar	εδώ, από εδώ
δώμα	noun	ταράτσα, επίπεδη στέγη
δώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δώμα
δώματος	noun	γενική ενικού του δώμα
δώνω	verb	άλλη μορφή του δίνω
δώρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δώρο
δώρας	=	δώρα
δώρημα	noun	το αποτέλεσμα του δωρίζω
δώριζα	=	δωρίζω
δώριζαν	=	δωρίζω
δώριζε	=	δωρίζω
δώριζες	=	δωρίζω
δώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δωρίζω
δώρο	noun	οτιδήποτε κάποιος χαρίζει σε κάποιον άλλο
δώρου	noun	γενική ενικού του δώρο
δώρων	noun	γενική πληθυντικού του δώρο
δώσαμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
δώσαν	=	δίνω
δώσανε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
δώσατε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
δώσε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του δίνω
δώσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου αορίστου (δώσω) του δίδω & του δίνω
δώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνω
δώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνω
δώσομε	=	δίνω
δώσου	=	δίνω
δώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνω
δώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνω
δώσουνε	=	δίνω
δώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος δίνω
δώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δίνω
δᾰνᾰ́κη	=	δανάκη
ε	intj	προς δήλωση απορίας και έκπληξης
εάλω	verb|archaic	αλώθηκε, κυριεύθηκε
εάν	conj	άλλη μορφή του αν
εί	=	σαλπάρω
είδα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του βλέπω
είδαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω
είδαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω
είδανε	=	βλέπω
είδατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω
είδε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω
είδες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπω
είδη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδος
είδηση	noun	η πληροφορία τεκμηριωμένη για κάποιο γεγονός
είδησης	noun	γενική ενικού του είδηση
είδισμα	noun|dated	αντικείμενο, σκεύος, κινητό περιουσιακό στοιχείο
είδος	noun	η έννοια η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέλος ενός ευρύτερου γένους
είδους	noun	γενική ενικού του είδος
είδωλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδωλο
είδωλο	noun	ομοίωμα, άγαλμα θεότητας, αντικείμενο λατρείας
είδωλου	=	είδωλο
είθε	particle	μακάρι, άμποτε
είθισται	verb|formal	συνηθίζεται, γίνεται κατά τέτοιο τρόπο λόγω συνήθειας ή σύμβασης, κοινωνικής ή άλλης, ή εθίμου
είκαζα	=	εικάζω
είκαζαν	=	εικάζω
είκαζε	=	εικάζω
είκαζες	=	εικάζω
είκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικάζω
είκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικάζω
είκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικάζω
είκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικάζω
είκοσι	noun	ουδέτερο: ο ανώτερος σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση	num	το απόλυτο αριθμητικό (20) που ακολουθεί το δεκαεννιά (19) και προηγείται του είκοσι ένα (21), με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται κ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XX
είλκα	=	έλκω
είλκαν	=	έλκω
είλκε	=	έλκω
είλκες	=	έλκω
είλκυα	=	ελκύω
είλκυαν	=	ελκύω
είλκυε	=	ελκύω
είλκυες	=	ελκύω
είλκυσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ελκύω
είλκυσαν	=	ελκύω
είλκυσε	=	ελκύω
είλκυσες	=	ελκύω
είλξα	=	έλκω
είλξαν	=	έλκω
είλξε	=	έλκω
είλξες	=	έλκω
είλωτα	=	είλωτας
είλωτας	noun	στην αρχαία Σπάρτη, αυτός που ανήκε στην κατώτερη κοινωνική τάξη των ειλώτων, που καλλιεργούσαν τα χωράφια και δεν είχαν προσωπική ελευθερία ούτε πολιτικά δικαιώματα
είλωτες	=	είλωτας
είμαι	verb	έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα
είμαστε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είμεθα	verb|formal	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είναι	noun	η κατάσταση της ύπαρξης, το να υπάρχει κάποιος	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είντα	pron	τι, γιατί, που, πόσο, πώς ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
είπα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω
είπαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω
είπαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω
είπανε	verb	γ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής αορίστου ενεργητικής φωνής του ρήματος λέω
είπατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω
είπε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω
είπες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λέω
είρπα	=	έρπω
είρπαμε	=	έρπω
είρπαν	=	έρπω
είρπανε	=	έρπω
είρπατε	=	έρπω
είρπε	=	έρπω
είρπες	=	έρπω
είρων	noun|formal	άλλη μορφή του είρωνας
είρωνα	=	είρωνας
είρωνας	noun	που (συχνά) ειρωνεύεται, που έχει (συνήθως) ειρωνικό ύφος
είρωνες	=	είρωνας
είρωνος	=	είρωνας
είς	=	σαλπάρω
είσαι	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είσαστε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είσβαλε	=	εισβάλλω
είσβαλλε	=	εισβάλλω
είσδυε	=	εισδύω
είσδυσε	=	εισδύω
είσδυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισδύω
είσδυσης	noun	γενική ενικού του είσδυση
είσελθε	=	εισέρχομαι
είσθε	verb|formal	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είσοδε	=	είσοδος
είσοδο	noun	αιτιατική ενικού του είσοδος
είσοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του είσοδος
είσοδος	noun	το σημείο από όπου μπαίνουμε μέσα σε ένα χώρο
είσπλεε	=	εισπλέω
είσπλευσε	=	εισπλέω
είσπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του είσπλους
είσπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του είσπλους
είσπλουν	=	είσπλους
είσπλους	noun|formal	εισερχόμενος πλους σε κάποια προασπισμένη περιοχή, π.χ. όρμο, λιμάνι, δίαυλο, κ.λπ.
είσπλων	noun	γενική πληθυντικού του είσπλους
είσπνεε	=	εισπνέω
είσπνευσε	=	εισπνέω
είσπραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισπράττω καθώς και τα χρήματα που κάποιος εισπράττει
είσπραξης	noun	γενική ενικού του είσπραξη
είσρεε	=	εισρέω
είσρευσε	=	εισρέω
είστε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του είμαι
είσφερε	=	εισφέρω
είτα	adv	έπειτα, ύστερα, μετά
είτε	conj	διαχωριστικός ή διαζευκτικός σύνδεσμος.
είχα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του έχω
είχαμε	=	σβήνω
είχαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του έχω
είχανε	verb	άλλη μορφή του είχαν
είχατε	=	σβήνω
είχε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού (είχα) του έχω
είχες	=	έχω
εα	abbrev	Ελεγκτές Αεράμυνας
εαα	abbrev	ερευνητικό κέντρο στην Αθήνα
εαακ	abbrev	Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση
εαατ	abbrev	ευρωπαϊκός φορέας ελέγχου της ποιότητας των τροφίμων
εαβ	abbrev	ελληνική κρατική εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή, συντήρηση και τεχνική υποστήριξη αεροσκαφών και αεροπορικού εξοπλισμού
εαδ	abbrev	ανεξάρτητη ελληνική δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για τον έλεγχο της νομιμότητας και την καταπολέμηση φαινομένων διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση
εαδησυ	abbrev	δημόσια υπηρεσία στην Ελλάδα η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και τον έλεγχο των διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων
εαε	abbrev	το σύνολο των παιδαγωγικών, διδακτικών και υποστηρικτικών παρεμβάσεων που οργανώνονται στο εκπαιδευτικό σύστημα για μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, με στόχο την ισότιμη συμμετοχή τους στη μάθηση και στη σχολική ζωή
εαεε	abbrev	επαγγελματική ένωση που εκπροσωπεί τις ασφαλιστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, συντονίζοντας τη συνεργασία τους, προωθώντας τη θεσμική εκπροσώπηση του κλάδου και συμβάλλοντας στη μελέτη και ανάπτυξη της ασφαλιστικής αγοράς
εακ	abbrev	Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας
εαμ	abbrev	ελληνική αντιστασιακή οργάνωση της περιόδου της κατοχής της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία
εαπ	abbrev	αθλητικός σύλλογος στην Πάτρα που ιδρύθηκε το 1929
εαρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εαρινό
εαρινέ	adj	κλητική ενικού του εαρινός
εαρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εαρινή
εαρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εαρινός
εαρινής	adj	γενική ενικού του εαρινή
εαρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εαρινός
εαρινοποίηση	noun	η έκθεση των φυτών σε μέτρια χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να επιταχυνθεί η ανθοφορία τους
εαρινοποίησης	noun	γενική ενικού του εαρινοποίηση
εαρινοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εαρινοποίηση
εαρινοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εαρινοποίηση
εαρινοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εαρινοποίηση
εαρινού	adj	γενική ενικού του εαρινός
εαρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εαρινός
εαρινό	adj	αιτιατική ενικού του εαρινός
εαρινός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στο έαρ, την άνοιξη ή συμβαίνει αυτήν την εποχή
εαρινών	adj	γενική πληθυντικού του εαρινός
εαροσυνών	=	εαροσύνη
εαροσύνες	=	εαροσύνη
εαροσύνη	noun	το να είναι άνοιξη, κυριολεκτικά ή/και μεταφορικά
εαροσύνης	=	εαροσύνη
εας	abbrev	δημόσια επιχείρηση στην οποία ανήκαν τα αστικά λεωφορεία (τα λεγόμενα «μπλε λεωφορεία») του λεκανοπεδίου της Αθήνας και η οποία είχε αναλάβει τη λειτουργία τους κατά τα έτη 1977 ως 1992, πρόγονος της σημερινής Εταιρείας Θερμικών Λεωφορείων (Ε.ΘΕ.Λ.).
εατ	abbrev	περισσότερο γνωστό υπήρξε εκείνο της ΕΣΑ επί χούντας
εαυτέ	pron	κλητική ενικού του εαυτός
εαυτοί	pron	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εαυτός
εαυτοσκοπία	noun	αντιληπτική διαταραχή κατά την οποία κάποιος θεωρεί πως βλέπει τον εαυτό του σαν να είναι έξω απ’ αυτόν, έξω από το σώμα του
εαυτοσκοπίας	noun	γενική ενικού του εαυτοσκοπία
εαυτοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εαυτοσκοπία
εαυτοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του εαυτοσκοπία
εαυτού	pron	κλητική ενικού του εαυτός
εαυτούλη	=	εαυτούλης
εαυτούληδες	=	εαυτούλης
εαυτούληδων	=	εαυτούλης
εαυτούλης	noun	αυτός που ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και τα μικροσυμφέροντά του
εαυτούς	pron	αιτιατική πληθυντικού του εαυτός
εαυτό	pron	αιτιατική ενικού του εαυτός
εαυτός	pron	εγώ, εσύ ...
εαυτών	pron	γενική πληθυντικού του εαυτός
εαχ	abbrev	Εκθέσεις ανά Χώρα
εβένινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβένινο
εβένινε	adj	κλητική ενικού του εβένινος
εβένινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβένινη
εβένινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβένινος
εβένινης	adj	γενική ενικού του εβένινη
εβένινο	adj	αιτιατική ενικού του εβένινος
εβένινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβένινος
εβένινος	adj	καμωμένος από έβενο
εβένινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εβένινος
εβένινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εβένινος
εβένινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εβένινος
εβένου	noun	γενική ενικού του έβενος
εβένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έβενος
εβένων	noun	γενική πληθυντικού του έβενος
εβίβα	intj	εις υγείαν, στην υγειά σας (ευχή πρόποσης)
εβαζέ	adj	που αφορά ένδυμα που ανοίγει προοδευτικά προς τα κάτω, δημιουργώντας ελαφρά καμπύλη ή σχήμα Α χωρίς έντονη πτύχωση
εβαπορέ	adj	συμπυκνωμένο κονσερβοποιημένο γάλα
εβαπορίτες	=	εβαπορίτης
εβαπορίτη	=	εβαπορίτης
εβαπορίτης	noun	τύπος ιζηματογενούς πετρώματος, το οποίο σχηματίζεται με την εξάτμιση υδάτινων μαζών στις οποίες ήταν διαλυμένο
εβαποριτών	=	εβαπορίτης
εβασίλευσα	=	βασιλεύω
εβγάτε	=	βγαίνω
εβδαφ	abbrev	κεντρικό πληροφοριακό σύστημα στο οποίο καταχωρίζονται και ενημερώνονται τα στοιχεία της φορητότητας αριθμών στις τηλεπικοινωνίες, ώστε οι πάροχοι να γνωρίζουν σε ποιο δίκτυο ανήκει κάθε αριθμός μετά από μεταφορά του από έναν πάροχο σε άλλον
εβδομάδα	noun	περίοδος επτά ημερών
εβδομάδας	=	εβδομάδα
εβδομάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομάδα
εβδομάδων	=	εβδομάδα
εβδομήκοντα	noun	Εβδομήκοντα	num|dated	εβδομήντα
εβδομήντα	noun	ο αριθμός 70	num	το απόλυτο αριθμητικό (70) που ακολουθεί το εξήντα εννέα και προηγείται του εβδομήντα ένα
εβδομαδιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομαδιάτικο
εβδομαδιάτικε	adj	κλητική ενικού του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομαδιάτικη
εβδομαδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιάτικης	adj	γενική ενικού του εβδομαδιάτικη
εβδομαδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιάτικος	adj	βδομαδιάτικος, εβδομαδιαίος
εβδομαδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εβδομαδιάτικος
εβδομαδιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβδομαδιαίος
εβδομαδιαίας	adj	γενική ενικού του εβδομαδιαία
εβδομαδιαίε	adj	εβδομαδιαίος, στην κλητική του ενικού
εβδομαδιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομαδιαία
εβδομαδιαίο	adj	εβδομαδιαίος, στην αιτιατική του ενικού
εβδομαδιαίοι	adj	εβδομαδιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
εβδομαδιαίος	adj	Που διαρκεί μια εβδομάδα.
εβδομαδιαίου	adj	γενική ενικού του εβδομαδιαίος
εβδομαδιαίους	adj	εβδομαδιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
εβδομαδιαίων	=	εβδομαδιαίος
εβδομηκονταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εβδομηκονταετής
εβδομηκονταετή	=	εβδομηκονταετής
εβδομηκονταετής	adj	που έχει διάρκεια ή ηλικία εβδομήντα ετών, εβδομηντάχρονος
εβδομηκονταετία	noun	διάστημα εβδομήντα (70) χρόνων
εβδομηκονταετίας	noun	γενική ενικού του εβδομηκονταετία
εβδομηκονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηκονταετία
εβδομηκονταετείς	=	εβδομηκονταετής
εβδομηκονταετηρίδα	noun	η εβδομηκοστή επέτειος ενός γεγονότος
εβδομηκονταετηρίδας	=	εβδομηκονταετηρίδα
εβδομηκονταετηρίδες	=	εβδομηκονταετηρίδα
εβδομηκονταετηρίδων	=	εβδομηκονταετηρίδα
εβδομηκονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του εβδομηκονταετία
εβδομηκονταετούς	=	εβδομηκονταετής
εβδομηκονταετών	=	εβδομηκονταετής
εβδομηκοντουτών	=	εβδομηκοντούτης
εβδομηκοντούτες	=	εβδομηκοντούτης
εβδομηκοντούτη	=	εβδομηκοντούτης
εβδομηκοντούτηδες	=	εβδομηκοντούτης
εβδομηκοντούτηδων	=	εβδομηκοντούτης
εβδομηκοντούτης	noun|formal	εβδομηντάχρονος, εβδομηκονταετής, εβδομηντάρης
εβδομηκοντούτις	=	εβδομηκοντούτης
εβδομηκοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηκοστό
εβδομηκοστέ	adj	κλητική ενικού του εβδομηκοστός
εβδομηκοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηκοστή
εβδομηκοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβδομηκοστός
εβδομηκοστής	adj	γενική ενικού του εβδομηκοστή
εβδομηκοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβδομηκοστός
εβδομηκοστού	adj	γενική ενικού του εβδομηκοστός
εβδομηκοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εβδομηκοστός
εβδομηκοστό	adj	αιτιατική ενικού του εβδομηκοστός
εβδομηκοστός	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό εβδομήντα (70)
εβδομηκοστών	adj	γενική πληθυντικού του εβδομηκοστός
εβδομηντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα εβδομήντα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
εβδομηντάδας	=	εβδομηντάδα
εβδομηντάδες	=	εβδομηντάδα
εβδομηντάδων	=	εβδομηντάδα
εβδομηντάρα	noun	γυναίκα ηλικίας περίπου εβδομήντα ετών
εβδομηντάρας	noun	γενική ενικού του εβδομηντάρα
εβδομηντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηντάρα
εβδομηντάρη	noun	εβδομηντάρης, στη γενική του ενικού
εβδομηντάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηντάρης
εβδομηντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του εβδομηντάρης
εβδομηντάρης	noun	άνθρωπος ηλικίας περίπου εβδομήντα ετών
εβδομηντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηντάρι
εβδομηντάχρονα	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονε	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονες	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονη	noun	γυναίκα περίπου εβδομήντα χρονών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονης	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονο	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονοι	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονος	adj	που έχει ηλικία εβδομήντα ετών	noun	άντρας ηλικίας εβδομήντα ετών
εβδομηντάχρονου	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονους	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηντάχρονων	=	εβδομηντάχρονος
εβδομηνταριά	noun	ποσότητα από (περίπου) εβδομήντα όμοια στοιχεία
εβδομηνταριάς	noun	γενική ενικού του εβδομηνταριά
εβδομηνταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβδομηνταριά
εβδομηνταριών	=	εβδομηνταριά
εβδόμη	=	έβδομος
εβε	abbrev	η εθνική βιβλιοθήκη της Ελλάδας
εβενουργέ	noun	κλητική ενικού του εβενουργός
εβενουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβενούργημα
εβενουργήματος	noun	γενική ενικού του εβενούργημα
εβενουργία	noun	η επεξεργασία του έβενου και η κατασκευή αντικειμένων ή έργων τέχνης απ’ αυτόν
εβενουργίας	noun	γενική ενικού του εβενουργία
εβενουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβενουργία
εβενουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εβενούργημα
εβενουργική	noun	άλλη μορφή του εβενουργία
εβενουργικής	=	εβενουργική
εβενουργιών	noun	γενική πληθυντικού του εβενουργία
εβενουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβενουργός
εβενουργού	noun	γενική ενικού του εβενουργός
εβενουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εβενουργός
εβενουργό	noun	αιτιατική ενικού του εβενουργός
εβενουργός	noun	τεχνίτης που ασχολείται με την εβενουργική
εβενουργών	noun	γενική πληθυντικού του εβενουργός
εβενούργημα	noun	έργο τέχνης φτιαγμένο από έβενο
εβενόξυλα	=	εβενόξυλο
εβενόξυλο	noun	το ξύλο του έβενου
εβενόξυλου	=	εβενόξυλο
εβενόξυλων	=	εβενόξυλο
εβζ	abbrev	εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης στην Ελλάδα
εβλήθη	=	βάλλω
εβλήθησαν	=	βάλλω
εβο	abbrev	Η ελληνική κρατική βιομηχανία όπλων.
εβολουσιονισμέ	noun	κλητική ενικού του εβολουσιονισμός
εβολουσιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβολουσιονισμός
εβολουσιονισμού	noun	γενική ενικού του εβολουσιονισμός
εβολουσιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εβολουσιονισμός
εβολουσιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εβολουσιονισμός
εβολουσιονισμός	noun	ο εξελικτισμός
εβολουσιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εβολουσιονισμός
εβονίτες	=	εβονίτης
εβονίτη	=	εβονίτης
εβονίτης	noun	μονωτικό υλικό μαύρου χρώματος και μεγάλης σκληρότητας που παράγεται από κατεργασία του καουτσούκ με θείο (βουλκανισμό)
εβονιτών	=	εβονίτης
εβρίτες	=	εβρίτης
εβρίτη	=	εβρίτης
εβρίτης	noun	αυτός που κατοικεί ή κατάγεται από τον Έβρο
εβρίτικα	=	εβρίτικος
εβρίτικε	=	εβρίτικος
εβρίτικες	=	εβρίτικος
εβρίτικη	=	εβρίτικος
εβρίτικης	=	εβρίτικος
εβρίτικο	=	εβρίτικος
εβρίτικοι	=	εβρίτικος
εβρίτικος	adj	ο σχετικός με τον Έβρο ή τους κατοίκους του
εβρίτικου	=	εβρίτικος
εβρίτικους	=	εβρίτικος
εβρίτικων	=	εβρίτικος
εβρίτισσα	=	εβρίτης
εβραΐστρια	noun	η γυναίκα που μελετά εβραϊκά κείμενα, ιστορία, αρχαιολογία ή πολιτισμική παράδοση
εβραΐστριας	noun	γενική ενικού του εβραΐστρια
εβραΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραΐστρια
εβραίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραίικο
εβραίικε	adj	κλητική ενικού του εβραίικος
εβραίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραίικη
εβραίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβραίικος
εβραίικης	adj	γενική ενικού του εβραίικη
εβραίικο	adj	αιτιατική ενικού του εβραίικος
εβραίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβραίικος
εβραίικος	adj|vulgar	εβραϊκός
εβραίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εβραίικος
εβραίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εβραίικος
εβραίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εβραίικος
εβραιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραιοκρατία
εβραιολογία	noun	η μελέτη των πολιτιστικών, ιστορικών και γλωσσικών στοιχείων των Εβραίων
εβραιολογίας	=	εβραιολογία
εβραιολογίες	=	εβραιολογία
εβραιολογιών	=	εβραιολογία
εβραιολόγε	=	εβραιολόγος
εβραιολόγο	=	εβραιολόγος
εβραιολόγοι	=	εβραιολόγος
εβραιολόγος	noun	επιστήμονας ο οποίος ειδικεύεται στην εβραιολογία
εβραιολόγου	=	εβραιολόγος
εβραιολόγους	=	εβραιολόγος
εβραιολόγων	=	εβραιολόγος
εβραιομασόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβραιομασόνος
εβραιοπούλα	noun	κοπέλα Εβραϊκής καταγωγής
εβραιοπούλας	=	εβραιοπούλα
εβραιοπούλες	=	εβραιοπούλα
εβραιοσιωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραιοσιωνιστής
εβραιοφοβία	noun	ο φόβος, η αντιπάθεια έναντι των Εβραίων
εβραιοφοβίας	=	εβραιοφοβία
εβραιοφοβίες	=	εβραιοφοβία
εβραιοφοβιών	=	εβραιοφοβία
εβραιοϊσπανικά	noun	λατινογενές ιδίωμα που προέρχεται από τη μεσαιωνική καστιλλιάνικη διάλεκτο των ισπανικών που μιλούσαν οι Εβραίοι της ιβηρικής χερσονήσου (οι Σεφαρδίτες ή Σεφαρδίμ)
εβραιοϊσπανικών	=	εβραιοϊσπανικά
εβραϊκά	noun	η εβραϊκή γλώσσα, σημιτική γλώσσα που μιλιέται στο Ισραήλ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραϊκό
εβραϊκέ	adj	κλητική ενικού του εβραϊκός
εβραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραϊκή
εβραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εβραϊκός
εβραϊκής	adj	γενική ενικού του εβραϊκή
εβραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβραϊκός
εβραϊκοτήτων	=	εβραϊκότητα
εβραϊκού	adj	γενική ενικού του εβραϊκός
εβραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εβραϊκός
εβραϊκό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εβραϊκός
εβραϊκός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στους Εβραίους, τον πολιτισμό τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους κλπ.
εβραϊκότητα	noun	το να είναι κάποιος Εβραίος, να έχει την εβραϊκή (θρησκευτική, γλωσσική, πολιτισμική κ.λπ.) ταυτότητα
εβραϊκότητας	=	εβραϊκότητα
εβραϊκότητες	=	εβραϊκότητα
εβραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του εβραϊκός
εβραϊσμέ	noun	κλητική ενικού του εβραϊσμός
εβραϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εβραϊσμός
εβραϊσμού	noun	γενική ενικού του εβραϊσμός
εβραϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εβραϊσμός
εβραϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του εβραϊσμός
εβραϊσμός	noun	το εβραϊκό έθνος ως σύνολο
εβραϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του εβραϊσμός
εβραϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εβραϊστής
εβραϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εβραϊστής
εβραϊστής	noun	ονομάζεται ο λόγιος που ειδικεύεται στη μελέτη της εβραϊκής γλώσσας
εβραϊστί	adv|formal	στα εβραϊκά, στην εβραϊκή γλώσσα
εβραϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του εβραΐστρια
εβραϊστών	noun	γενική πληθυντικού του εβραϊστής
εβριτών	=	εβρίτης
εγένετο	verb|formal	παλιότερος τύπος του έγινε, γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
εγέρασε	verb	παλιότερος τύπος του γέρασε, γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος γερνάω / γερνώ
εγέρθηκα	=	εγείρω
εγέρθηκαν	=	εγείρω
εγέρθηκε	=	εγείρω
εγέρθηκες	=	εγείρω
εγέρθητε	verb|archaic	σηκωθείτε, εγερθείτε
εγέρθητι	intj	στρατιωτική προσταγή που σημαίνει: σήκω όρθιος
εγέρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγερση
εγέρσεων	noun	γενική πληθυντικού του έγερση
εγέρσεως	noun|formal	γενική ενικού του έγερση
εγέρσου	=	εγείρω
εγίρα	noun	η φυγή του Μωάμεθ από τη Μέκκα στη Μεδίνα το 622 μ.Χ. καθώς και η μουσουλμανική αφετηρία χρονολόγησης
εγίρας	=	εγίρα
εγγέα	=	εγγύς
εγγέος	=	εγγύς
εγγέων	=	εγγύς
εγγίζαμε	=	εγγίζω
εγγίζατε	=	εγγίζω
εγγίζει	=	εγγίζω
εγγίζεις	=	εγγίζω
εγγίζετε	=	εγγίζω
εγγίζομε	=	εγγίζω
εγγίζοντας	=	εγγίζω
εγγίζουν	=	εγγίζω
εγγίζω	verb	άλλη μορφή του αγγίζω
εγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίσομε	=	εγγίζω
εγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγίστε	=	εγγίζω
εγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγίζω
εγγαρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Εγγαρίτης
εγγαρίτη	=	εγγαρίτης
εγγαρίτης	noun	ο κάτοικος, ή ο Ναξιώτης που κατάγεται από τις Εγγαρές
εγγαρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγαρίτικο
εγγαρίτικε	adj	κλητική ενικού του εγγαρίτικος
εγγαρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγαρίτικη
εγγαρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγαρίτικος
εγγαρίτικης	adj	γενική ενικού του εγγαρίτικη
εγγαρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του εγγαρίτικος
εγγαρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγαρίτικος
εγγαρίτικος	adj	ο σχετικός με τις Εγγαρές, χωριό της Νάξου
εγγαρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγγαρίτικος
εγγαρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγγαρίτικος
εγγαρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγγαρίτικος
εγγαρίτισσα	=	εγγαρίτης
εγγαριτών	=	εγγαρίτης
εγγαστρίμυθα	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθε	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθες	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθη	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθης	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθο	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθοι	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθος	adj	που μπορεί να προφέρει λέξεις χωρίς να κινεί τα χείλη δίνοντας την εντύπωση πως μιλάει κάποιος άλλος
εγγαστρίμυθου	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθους	=	εγγαστρίμυθος
εγγαστρίμυθων	=	εγγαστρίμυθος
εγγεία	=	εγγύς
εγγείας	=	εγγύς
εγγείες	=	εγγύς
εγγείου	=	έγγειος
εγγείους	=	έγγειος
εγγείς	=	εγγύς
εγγείων	=	έγγειος
εγγεγραμμένα	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένε	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένες	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένης	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένο	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένοι	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένος	verb	που έχει εγγραφεί/καταχωριστεί σε έναν κατάλογο, μητρώο κ.λπ
εγγεγραμμένου	=	εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγγεγραμμένος
εγγεγραμμένων	=	εγγεγραμμένος
εγγειοβελτίωση	noun|formal	η εφαρμογή τεχνικών έργων και μέτρων που αποσκοπούν στη βελτίωση των φυσικών, χημικών και βιολογικών ιδιοτήτων του εδάφους για την πιο αποδοτική γεωργική καλλιέργεια και την ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων
εγγειοβελτίωσης	=	εγγειοβελτίωση
εγγειοβελτιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγειοβελτιωτικό
εγγειοβελτιωτικέ	adj	κλητική ενικού του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγειοβελτιωτική
εγγειοβελτιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιωτικής	adj	γενική ενικού του εγγειοβελτιωτική
εγγειοβελτιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιωτικού	adj	γενική ενικού του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιωτικός	adj	που αποσκοπεί στη βελτίωση της αποδοτικότητας της αγροτικής γης
εγγειοβελτιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εγγειοβελτιωτικός
εγγειοβελτιώσεις	=	εγγειοβελτίωση
εγγειοβελτιώσεων	=	εγγειοβελτίωση
εγγειών	=	εγγύς
εγγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εγγενής
εγγενή	=	εγγενής
εγγενής	adj	χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση
εγγενείς	=	εγγενής
εγγενούς	=	εγγενής
εγγενών	adj	γενική πληθυντικού του εγγενής
εγγενώς	adv|formal	έμφυτα, από τη γέννηση, από τη φύση
εγγλέζικα	noun|vulgar	τα αγγλικά, η αγγλική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγλέζικο
εγγλέζικε	adj	κλητική ενικού του εγγλέζικος
εγγλέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγλέζικη
εγγλέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγλέζικος
εγγλέζικης	adj	γενική ενικού του εγγλέζικη
εγγλέζικο	adj	αιτιατική ενικού του εγγλέζικος
εγγλέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγλέζικος
εγγλέζικος	adj|vulgar	που προέρχεται από την Αγγλία ή σχετίζεται με αυτή
εγγλέζικου	adj	γενική ενικού του εγγλέζικος
εγγλέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγγλέζικος
εγγλέζικων	adj	γενική πληθυντικού του εγγλέζικος
εγγλεζοφέρνω	verb	φέρομαι σαν Εγγλέζος ή μοιάζω με Εγγλέζο ή κάτι σχετικό με την Αγγλία
εγγλυμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έγγλυμμα
εγγλυφές	=	εγγλυφή
εγγλυφή	noun	σκαλισμένη, έγγλυφη, εγχάρακτη σφραγιστική επιφάνεια ή μήτρα εκτύπωσης
εγγλυφής	=	εγγλυφή
εγγλυφών	=	εγγλυφή
εγγλύμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγγλυμμα
εγγλύμματος	noun	γενική ενικού του έγγλυμμα
εγγονάκι	=	εγγόνι
εγγονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγονάκι
εγγονέ	noun	κλητική ενικού του εγγονός
εγγονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγονή
εγγονή	noun	η κόρη του παιδιού κάποιου
εγγονής	=	εγγονή
εγγονιού	=	εγγόνι
εγγονιών	=	εγγόνι
εγγονοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγονός
εγγονού	noun	γενική ενικού του εγγονός
εγγονούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγγονός
εγγονό	noun	αιτιατική ενικού του εγγονός
εγγονός	noun	ο γιος του παιδιού κάποιου
εγγονών	noun	γενική πληθυντικού του εγγόνα
εγγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγγραμμα
εγγράμματε	=	εγγράμματος
εγγράμματες	=	εγγράμματος
εγγράμματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγράμματος
εγγράμματης	=	εγγράμματος
εγγράμματο	=	εγγράμματος
εγγράμματοι	=	εγγράμματος
εγγράμματος	adj	που γνωρίζει ανάγνωση και γραφή
εγγράμματου	=	εγγράμματος
εγγράμματους	=	εγγράμματος
εγγράμματων	=	εγγράμματος
εγγράφαμε	=	εγγράφω
εγγράφαν	=	εγγράφω
εγγράφανε	=	εγγράφω
εγγράφατε	=	εγγράφω
εγγράφει	=	εγγράφω
εγγράφεις	=	εγγράφω
εγγράφεσαι	=	εγγράφω
εγγράφεστε	=	εγγράφω
εγγράφεται	=	εγγράφω
εγγράφετε	=	εγγράφω
εγγράφηκα	=	εγγράφω
εγγράφηκαν	=	εγγράφω
εγγράφηκε	=	εγγράφω
εγγράφηκες	=	εγγράφω
εγγράφομαι	verb	γράφομαι σε μία επίσημη ομάδα, κατάλογο, λίστα, κατηγορία
εγγράφομε	=	εγγράφω
εγγράφονται	=	εγγράφω
εγγράφονταν	=	εγγράφω
εγγράφοντας	=	εγγράφω
εγγράφου	noun	γενική ενικού του έγγραφο
εγγράφουμε	=	εγγράφω
εγγράφουν	=	εγγράφω
εγγράφουνε	=	εγγράφω
εγγράφτηκα	=	εγγράφω
εγγράφτηκαν	=	εγγράφω
εγγράφτηκε	=	εγγράφω
εγγράφω	verb	γράφω (με επίσημο τρόπο) κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, κατάλογο ή σε κάποιο (λογιστικό) βιβλίο / έγγραφο
εγγράφων	noun	γενική πληθυντικού του έγγραφο
εγγράφως	adv|formal	με έγγραφο τρόπο
εγγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψαν	=	εγγράφω
εγγράψανε	=	εγγράφω
εγγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψιμα	=	εγγράψιμος
εγγράψιμε	=	εγγράψιμος
εγγράψιμες	=	εγγράψιμος
εγγράψιμη	=	εγγράψιμος
εγγράψιμης	=	εγγράψιμος
εγγράψιμο	=	εγγράψιμος
εγγράψιμοι	=	εγγράψιμος
εγγράψιμος	adj	που υπάρχει η δυνατότητα να εγγραφεί (λέξη συνήθης κυρίως στη γεωμετρία για σχήματα που μπορεί να εγγραφούν μέσα σε άλλα σχήματα)
εγγράψιμου	=	εγγράψιμος
εγγράψιμους	=	εγγράψιμος
εγγράψιμων	=	εγγράψιμος
εγγράψομε	=	εγγράφω
εγγράψου	=	εγγράφω
εγγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγράψουνε	=	εγγράφω
εγγράψτε	=	εγγράφω
εγγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
εγγραμένος	=	εγγράφω
εγγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έγγραμμα
εγγραμματισμέ	noun	κλητική ενικού του εγγραμματισμός
εγγραμματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγραμματισμός
εγγραμματισμού	noun	γενική ενικού του εγγραμματισμός
εγγραμματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγγραμματισμός
εγγραμματισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγγραμματισμός
εγγραμματισμός	noun	η ικανότητα ανάγνωσης και γραφής
εγγραμματισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγγραμματισμός
εγγραμματοσύνη	noun	ο εγγραμματισμός
εγγραμματοσύνης	=	εγγραμματοσύνη
εγγραφέα	=	εγγραφέας
εγγραφέας	noun	συσκευή που εγγράφει ήχο, βίντεο κ.λπ. (κάνει καταγραφή)
εγγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγραφή
εγγραφέων	=	εγγραφέας
εγγραφή	noun	καταγραφή σε επιφάνεια από διάφορα υλικά, π.χ. μαγνητική ταινία, χαρτί
εγγραφήκαμε	=	εγγράφω
εγγραφήκατε	=	εγγράφω
εγγραφής	=	εγγραφή
εγγραφεί	=	εγγράφω
εγγραφείς	=	εγγραφέας
εγγραφείτε	=	εγγράφω
εγγραφούμε	=	εγγράφω
εγγραφούν	=	εγγράφω
εγγραφούνε	=	εγγράφω
εγγραφτήκαμε	=	εγγράφω
εγγραφτήκαν	=	εγγράφω
εγγραφτήκανε	=	εγγράφω
εγγραφτήκατε	=	εγγράφω
εγγραφτεί	=	εγγράφω
εγγραφτείς	=	εγγράφω
εγγραφτείτε	=	εγγράφω
εγγραφτούμε	=	εγγράφω
εγγραφτούν	=	εγγράφω
εγγραφτούνε	=	εγγράφω
εγγραφτώ	=	εγγράφω
εγγραφόμασταν	=	εγγράφω
εγγραφόμαστε	=	εγγράφω
εγγραφόμουν	=	εγγράφω
εγγραφόμουνα	=	εγγράφω
εγγραφόντουσαν	=	εγγράφω
εγγραφόσασταν	=	εγγράφω
εγγραφόσαστε	=	εγγράφω
εγγραφόσουν	=	εγγράφω
εγγραφόσουνα	=	εγγράφω
εγγραφόταν	=	εγγράφω
εγγραφότανε	=	εγγράφω
εγγραφώ	=	εγγράφω
εγγραφών	noun	γενική πληθυντικού του εγγραφή
εγγυάσαι	=	εγγυώμαι
εγγυάσθε	=	εγγυώμαι
εγγυάστε	=	εγγυώμαι
εγγυάται	=	εγγυώμαι
εγγυάτο	=	εγγυώμαι
εγγυήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγύηση
εγγυήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγγύηση
εγγυήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγγύηση
εγγυήσου	=	εγγυώμαι
εγγυήτρια	noun	θηλυκό του εγγυητής
εγγυήτριας	noun	γενική ενικού του εγγυήτρια
εγγυήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυήτρια
εγγυηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθήκαν	=	εγγυώμαι
εγγυηθήκανε	=	εγγυώμαι
εγγυηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυηθούνε	=	εγγυώμαι
εγγυηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
εγγυημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυημένο	adv	με εγγύηση, σίγουρα
εγγυημένε	verb	κλητική ενικού του εγγυημένος
εγγυημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυημένη
εγγυημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγυημένος
εγγυημένης	verb	γενική ενικού του εγγυημένη
εγγυημένο	verb	αιτιατική ενικού του εγγυημένος
εγγυημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγυημένος
εγγυημένος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος εγγυώμαι: για τον οποίο δίνεται εγγύηση, που δεν υπάρχει αμφιβολία για την ποιότητά του
εγγυημένου	verb	γενική ενικού του εγγυημένος
εγγυημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγγυημένος
εγγυημένων	verb	γενική πληθυντικού του εγγυημένος
εγγυητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυητής
εγγυητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγγυητής
εγγυητήρια	=	εγγυητήριος
εγγυητήριας	=	εγγυητήριος
εγγυητήριε	=	εγγυητήριος
εγγυητήριες	=	εγγυητήριος
εγγυητήριο	=	εγγυητήριος
εγγυητήριοι	=	εγγυητήριος
εγγυητήριος	adj	άλλη μορφή του εγγυητικός
εγγυητήριου	=	εγγυητήριος
εγγυητήριους	=	εγγυητήριος
εγγυητήριων	=	εγγυητήριος
εγγυητής	noun	που εγγυάται για κάποιον άλλον
εγγυητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυητικό
εγγυητικέ	adj	κλητική ενικού του εγγυητικός
εγγυητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυητική
εγγυητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγγυητικός
εγγυητικής	adj	γενική ενικού του εγγυητική
εγγυητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγγυητικός
εγγυητικού	adj	γενική ενικού του εγγυητικός
εγγυητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγγυητικός
εγγυητικό	adj	αιτιατική ενικού του εγγυητικός
εγγυητικός	adj	που δίνεται ως εγγύηση σε μια οικονομική πράξη
εγγυητικών	adj	γενική πληθυντικού του εγγυητικός
εγγυητριών	noun	γενική πληθυντικού του εγγυήτρια
εγγυητών	noun	γενική πληθυντικού του εγγυητής
εγγυοδοσία	noun	η καταβολή εγγύησης
εγγυοδοσίας	noun	γενική ενικού του εγγυοδοσία
εγγυοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυοδοσία
εγγυοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσαν	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσανε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυοδότηση
εγγυοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδοτεί	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτείς	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτείτε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτικά	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικέ	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικές	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτική	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικής	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικοί	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικού	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικούς	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικό	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτικός	adj|formal	που σχετίζεται με την εγγυοδοσία
εγγυοδοτικών	=	εγγυοδοτικός
εγγυοδοτούμε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούν	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούνε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσα	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσαμε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσαν	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσανε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσατε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσε	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτούσες	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του εγγυοδότρια
εγγυοδοτώ	verb	παρέχω εγγυοδοσία
εγγυοδοτών	=	εγγυοδότης
εγγυοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδότει	=	εγγυοδοτώ
εγγυοδότες	=	εγγυοδότης
εγγυοδότη	=	εγγυοδότης
εγγυοδότης	noun	αυτός που δίνει εγγύηση για κάτι
εγγυοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυοδοτώ
εγγυοδότρια	noun	θηλυκό του εγγυοδότης
εγγυοδότριας	noun	γενική ενικού του εγγυοδότρια
εγγυοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγυοδότρια
εγγυονταν	=	εγγυώμαι
εγγυούμαι	verb	εγγυώμαι
εγγυτήτων	=	εγγύτητα
εγγυόμασταν	=	εγγυώμαι
εγγυόμαστε	=	εγγυώμαι
εγγυόμουν	=	εγγυώμαι
εγγυόμουνα	=	εγγυώμαι
εγγυόνταν	=	εγγυώμαι
εγγυόντουσαν	=	εγγυώμαι
εγγυόσασταν	=	εγγυώμαι
εγγυόσουν	=	εγγυώμαι
εγγυόσουνα	=	εγγυώμαι
εγγυόταν	=	εγγυώμαι
εγγυότανε	=	εγγυώμαι
εγγυώμαι	verb	προσφέρω εγγύηση για την καλή λειτουργία μιας συσκευής και υπόσχομαι ότι θα αποκαταστήσω οποιαδήποτε βλάβη παρουσιαστεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και οφείλεται σε ελάττωμα εκ κατασκευής
εγγυώμεθα	=	εγγυώμαι
εγγυώνται	=	εγγυώμαι
εγγυώντο	=	εγγυώμαι
εγγόνα	=	εγγονός
εγγόνας	noun	γενική ενικού του εγγόνα
εγγόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγόνα
εγγόνι	noun	το παιδί του παιδιού κάποιου, ο εγγονός ή η εγγονή
εγγόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγόνι
εγγύ	=	εγγύς
εγγύηση	noun	υλική, ηθική ή άλλη εξασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων
εγγύησης	noun	γενική ενικού του εγγύηση
εγγύθεν	adv|archaic	μονοτονική γραφή του ἐγγύθεν: από κοντά
εγγύς	adj	κοντινός	adv|formal	κοντά
εγγύτατα	=	εγγύτατος
εγγύτατε	=	εγγύτατος
εγγύτατες	=	εγγύτατος
εγγύτατη	=	εγγύτατος
εγγύτατης	=	εγγύτατος
εγγύτατο	=	εγγύτατος
εγγύτατοι	=	εγγύτατος
εγγύτατος	adj	πολύ κοντινός
εγγύτατου	=	εγγύτατος
εγγύτατους	=	εγγύτατος
εγγύτατων	=	εγγύτατος
εγγύτερα	=	εγγύτερος
εγγύτερε	=	εγγύτερος
εγγύτερες	=	εγγύτερος
εγγύτερη	=	εγγύτερος
εγγύτερης	=	εγγύτερος
εγγύτερο	=	εγγύτερος
εγγύτεροι	=	εγγύτερος
εγγύτερος	adj	πιο κοντινός, κοντινότερος
εγγύτερου	=	εγγύτερος
εγγύτερους	=	εγγύτερος
εγγύτερων	=	εγγύτερος
εγγύτητα	noun	το να βρίσκεται κάποιος εγγύς, κοντά, σε μικρή απόσταση
εγγύτητας	=	εγγύτητα
εγγύτητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγγύτητα
εγδ	abbrev	σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του προφορικού λόγου (έκφραση ή/και κατανόηση) σε παιδιά, χωρίς την ύπαρξη νοητικής, νευρολογικής ή αισθητηριακής αναπηρίας, η οποία εμφανίζεται με φτωχό λεξιλόγιο, δυσκολίες στη σύνταξη και φωνολογία και επηρεάζει τη σχολική επίδοση
εγδιχ	abbrev	ελληνική δημόσια υπηρεσία που ασχολείται με τη διευθέτηση ζητημάτων σχετικά με ιδιωτικά χρέη
εγε	abbrev	Ελληνική Γαστρεντερολογική Εταιρεία
εγείραμε	=	εγείρω
εγείραν	=	εγείρω
εγείρανε	=	εγείρω
εγείρατε	=	εγείρω
εγείρει	=	εγείρω
εγείρεις	=	εγείρω
εγείρεσαι	=	εγείρω
εγείρεσθε	=	εγείρω
εγείρεστε	=	εγείρω
εγείρεται	=	εγείρω
εγείρετε	=	εγείρω
εγείρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγείρω
εγείρομε	=	εγείρω
εγείρονται	=	εγείρω
εγείρονταν	=	εγείρω
εγείροντας	=	εγείρω
εγείρουμε	=	εγείρω
εγείρουν	=	εγείρω
εγείρουνε	=	εγείρω
εγείρω	verb	σηκώνω, προβάλλω
εγειρόμασταν	=	εγείρω
εγειρόμαστε	=	εγείρω
εγειρόμουν	=	εγείρω
εγειρόμουνα	=	εγείρω
εγειρόντουσαν	=	εγείρω
εγειρόσασταν	=	εγείρω
εγειρόσαστε	=	εγείρω
εγειρόσουν	=	εγείρω
εγειρόσουνα	=	εγείρω
εγειρόταν	=	εγείρω
εγειρότανε	=	εγείρω
εγελιανά	=	εγελιανός
εγελιανέ	=	εγελιανός
εγελιανές	=	εγελιανός
εγελιανή	=	εγελιανός
εγελιανής	=	εγελιανός
εγελιανισμέ	noun	κλητική ενικού του εγελιανισμός
εγελιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγελιανισμός
εγελιανισμού	noun	γενική ενικού του εγελιανισμός
εγελιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγελιανισμός
εγελιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγελιανισμός
εγελιανισμός	noun	φιλοσοφική κίνηση που προήλθε από τη φιλοσοφική σκέψη του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ
εγελιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγελιανισμός
εγελιανοί	=	εγελιανός
εγελιανού	=	εγελιανός
εγελιανούς	=	εγελιανός
εγελιανό	=	εγελιανός
εγελιανός	adj	που έχει σχέση με τον Έγελο ή αναφέρεται σʼ αυτόν και τη φιλοσοφική του θεωρία
εγελιανών	=	εγελιανός
εγερθήκαμε	=	εγείρω
εγερθήκαν	=	εγείρω
εγερθήκανε	=	εγείρω
εγερθήκατε	=	εγείρω
εγερθεί	=	εγείρω
εγερθείς	=	εγείρω
εγερθείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού αορίστου παθητικής φωνής του εγείρομαι
εγερθούμε	=	εγείρω
εγερθούν	=	εγείρω
εγερθούνε	=	εγείρω
εγερθώ	=	εγείρω
εγερμένος	=	εγείρω
εγερσιμοτήτων	=	εγερσιμότητα
εγερσιμότητα	noun|formal	άλλη μορφή του διεγερσιμότητα
εγερσιμότητας	=	εγερσιμότητα
εγερσιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγερσιμότητα
εγερτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγερτήριο
εγερτήριας	=	εγερτήριος
εγερτήριε	=	εγερτήριος
εγερτήριες	=	εγερτήριος
εγερτήριο	noun	το κάλεσμα για να ξυπνήσει κάποιος το πρωί
εγερτήριοι	=	εγερτήριος
εγερτήριος	adj	αυτός που εγείρει, που ξυπνάει, που ξεσηκώνει
εγερτήριου	=	εγερτήριος
εγερτήριους	=	εγερτήριος
εγερτήριων	=	εγερτήριος
εγερτηρίου	noun	γενική ενικού του εγερτήριο
εγερτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εγερτήριο
εγερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγερτικό
εγερτικέ	adj	κλητική ενικού του εγερτικός
εγερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγερτική
εγερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγερτικός
εγερτικής	adj	γενική ενικού του εγερτική
εγερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγερτικός
εγερτικού	adj	γενική ενικού του εγερτικός
εγερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγερτικός
εγερτικό	adj	αιτιατική ενικού του εγερτικός
εγερτικός	adj	της εγρήγορσης
εγερτικών	adj	γενική πληθυντικού του εγερτικός
εγιαλέτι	noun	ανώτερη διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδιαιρούμενη σε σαντζάκια
εγιαλέτια	=	εγιαλέτι
εγιαλετιού	=	εγιαλέτι
εγιαλετιών	=	εγιαλέτι
εγκάθειρκτα	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτε	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτες	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτη	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτης	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτο	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτοι	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτος	adj	αυτός που εκτίει ποινή κάθειρξης, που είναι φυλακισμένος
εγκάθειρκτου	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτους	=	εγκάθειρκτος
εγκάθειρκτων	=	εγκάθειρκτος
εγκάθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκάθετο
εγκάθετε	adj	κλητική ενικού του εγκάθετος
εγκάθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκάθετη
εγκάθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκάθετος
εγκάθετης	adj	γενική ενικού του εγκάθετη
εγκάθετο	adj	αιτιατική ενικού του εγκάθετος
εγκάθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκάθετος
εγκάθετος	adj	που σκόπιμα τοποθετείται κάπου, εκτελώντας πιστά συγκεκριμένες εντολές, συνήθως για την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία πολιτικών προσώπων
εγκάθετου	adj	γενική ενικού του εγκάθετος
εγκάθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκάθετος
εγκάθετων	adj	γενική πληθυντικού του εγκάθετος
εγκάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκάρδια	adv	με εγκάρδιο τρόπο
εγκάρδιας	=	εγκάρδιος
εγκάρδιε	=	εγκάρδιος
εγκάρδιες	=	εγκάρδιος
εγκάρδιο	adj	αιτιατική ενικού του εγκάρδιος
εγκάρδιοι	=	εγκάρδιος
εγκάρδιος	adj	που γίνεται από καρδιάς, που εκφράζει θερμά συναισθήματα αγάπης και φιλίας
εγκάρδιου	=	εγκάρδιος
εγκάρδιους	=	εγκάρδιος
εγκάρδιων	=	εγκάρδιος
εγκάρσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εγκάρσιος	adv	άλλη μορφή του εγκαρσίως (κατά εγκάρσιο τρόπο, κάθετα προς τον άξονα του μήκους)
εγκάρσιας	=	εγκάρσιος
εγκάρσιε	=	εγκάρσιος
εγκάρσιες	=	εγκάρσιος
εγκάρσιο	=	εγκάρσιος
εγκάρσιοι	=	εγκάρσιος
εγκάρσιος	adj	που τέμνει κάθετα ένα σώμα ως προς τον άξονα του μήκους
εγκάρσιου	=	εγκάρσιος
εγκάρσιους	=	εγκάρσιος
εγκάρσιων	=	εγκάρσιος
εγκάτων	=	έγκατα
εγκέλαδε	=	εγκέλαδος
εγκέλαδο	=	εγκέλαδος
εγκέλαδοι	=	εγκέλαδος
εγκέλαδος	noun	ο σεισμός
εγκέλαδου	=	εγκέλαδος
εγκέλαδους	=	εγκέλαδος
εγκέλαδων	=	εγκέλαδος
εγκέντριση	noun	ο εμβολισμός, το μπόλιασμα
εγκέντρισης	noun	γενική ενικού του εγκέντριση
εγκέφαλε	noun	κλητική ενικού του εγκέφαλος
εγκέφαλο	noun	αιτιατική ενικού του εγκέφαλος
εγκέφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκέφαλος
εγκέφαλος	noun	το όργανο του ανθρώπου και των άλλων ζώων που βρίσκεται μέσα στο κρανίο, δέχεται και επεξεργάζεται τα σήματα των αισθητήριων οργάνων και ελέγχει μέσω του κεντρικού νευρικού συστήματος τη λειτουργία των υπόλοιπων οργάνων
εγκέφαλου	noun	γενική ενικού του εγκέφαλος
εγκέφαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκέφαλος
εγκέφαλων	noun	γενική πληθυντικού του εγκέφαλος
εγκαίνια	noun	η τελετή για την επίσημη έναρξη της λειτουργίας ενός κτηρίου, τεχνικού έργου ή μιας επιχείρησης, έκθεσης κλπ
εγκαίρως	adv	με έγκαιρο τρόπο, στην κατάλληλη στιγμή, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά
εγκαθήλωμα	noun	τραυματισμός ίππου κατά τη λανθασμένη διαδικασία του πεταλώματος
εγκαθήλωση	noun|rare	άλλη μορφή του εγκαθήλωμα
εγκαθίδρυα	=	εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυαν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυες	=	εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυμα	noun	ίδρυμα - θεσμός (χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει την εκκλησία)
εγκαθίδρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυση	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκαθιδρύω
εγκαθίδρυσης	noun	γενική ενικού του εγκαθίδρυση
εγκαθίσταμαι	verb	αποκτώ μόνιμη εγκατάσταση / κατοικία σε έναν τόπο
εγκαθίστανται	=	εγκαθιστώ
εγκαθίσταντο	=	εγκαθιστώ
εγκαθίστασαι	=	εγκαθιστώ
εγκαθίστασθε	=	εγκαθιστώ
εγκαθίσταται	=	εγκαθιστώ
εγκαθίστατο	=	εγκαθιστώ
εγκαθηλωμάτων	=	εγκαθήλωμα
εγκαθηλώματα	=	εγκαθήλωμα
εγκαθηλώματος	=	εγκαθήλωμα
εγκαθιδρυθήκαμε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθήκαν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθήκανε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθήκατε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθεί	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθείς	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθείτε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθούμε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθούν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθούνε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυθώ	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαθίδρυμα
εγκαθιδρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαθιδρυμένο
εγκαθιδρυμένε	verb	κλητική ενικού του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαθιδρυμένη
εγκαθιδρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυμένης	verb	γενική ενικού του εγκαθιδρυμένη
εγκαθιδρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαθιδρυμένος
εγκαθιδρυόμασταν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόμαστε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόμενος	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόμουν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόμουνα	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόντουσαν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόσασταν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόσαστε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόσουν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόσουνα	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυόταν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρυότανε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύαμε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύαν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύανε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύατε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύει	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύεις	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύεσαι	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύεστε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύεται	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύετε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύθηκα	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύθηκαν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύθηκε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύθηκες	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαθίδρυμα
εγκαθιδρύματος	noun	γενική ενικού του εγκαθίδρυμα
εγκαθιδρύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύομε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύονται	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύονταν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύοντας	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύου	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύουμε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύουν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύουνε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσαν	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσανε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαθίδρυση
εγκαθιδρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαθίδρυση
εγκαθιδρύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκαθίδρυση
εγκαθιδρύσομε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσου	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσουνε	=	εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιδρύω
εγκαθιδρύω	verb	επιβάλλω πολίτευμα, καθεστώς κ.λπ.
εγκαθιστά	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστάμεθα	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστάμενος	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστάς	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστάτε	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστούμε	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστούσα	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστούσαμε	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστούσατε	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστούσε	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστούσες	=	εγκαθιστώ
εγκαθιστώ	verb	τοποθετώ κάτι σε μια μόνιμη θέση
εγκαθιστώντας	=	εγκαθιστώ
εγκαινίαζα	=	εγκαινιάζω
εγκαινίαζαν	=	εγκαινιάζω
εγκαινίαζε	=	εγκαινιάζω
εγκαινίαζες	=	εγκαινιάζω
εγκαινίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινίαση	noun	άλλη μορφή του εγκαινιασμός
εγκαινίασης	noun	γενική ενικού του εγκαινίαση
εγκαινίων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαίνια
εγκαινιάζαμε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζαν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζανε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζατε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζει	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζεις	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζεσαι	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζεστε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζεται	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζετε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάζομε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζονται	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζονταν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζοντας	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζουμε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζουν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζουνε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάζω	verb	κηρύσσω την έναρξη λειτουργίας ιδρύματος, καταστήματος, οργανισμού με επίσημη εκδήλωση
εγκαινιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσαν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάσανε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαινίαση
εγκαινιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκαινίαση
εγκαινιάσθηκα	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάσομε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάσου	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιάσουνε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάστε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάστηκα	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάστηκαν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάστηκε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάστηκες	=	εγκαινιάζω
εγκαινιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαινιάζω
εγκαινιαζόμασταν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόμαστε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόμουν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόμουνα	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόντουσαν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόσασταν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόσαστε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόσουν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόσουνα	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζόταν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαζότανε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιασμέ	noun	κλητική ενικού του εγκαινιασμός
εγκαινιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαινιασμένο
εγκαινιασμένε	verb	κλητική ενικού του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαινιασμένη
εγκαινιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμένης	verb	γενική ενικού του εγκαινιασμένη
εγκαινιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμένος	=	εγκαινιάζω
εγκαινιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαινιασμένος
εγκαινιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαινιασμός
εγκαινιασμού	noun	γενική ενικού του εγκαινιασμός
εγκαινιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκαινιασμός
εγκαινιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκαινιασμός
εγκαινιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκαινιάζω
εγκαινιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκαινιασμός
εγκαινιαστήκαμε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστήκαν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστήκανε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστήκατε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστεί	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστείς	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστείτε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστούμε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστούν	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστούνε	=	εγκαινιάζω
εγκαινιαστώ	=	εγκαινιάζω
εγκαιροτήτων	=	εγκαιρότητα
εγκαιροφλεγές	=	εγκαιροφλεγής
εγκαιροφλεγή	=	εγκαιροφλεγής
εγκαιροφλεγής	adj	που αναφλέγεται έγκαιρα, στην κατάλληλη ή προγραμματισμένη στιγμή
εγκαιροφλεγείς	=	εγκαιροφλεγής
εγκαιροφλεγούς	=	εγκαιροφλεγής
εγκαιροφλεγών	=	εγκαιροφλεγής
εγκαιρότητα	noun	το να γίνεται κάτι τον καιρό που πρέπει, την κατάλληλη χρονική στιγμή
εγκαιρότητας	=	εγκαιρότητα
εγκαιρότητες	=	εγκαιρότητα
εγκαιρόφλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαιρόφλεκτο
εγκαιρόφλεκτε	adj	κλητική ενικού του εγκαιρόφλεκτος
εγκαιρόφλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαιρόφλεκτη
εγκαιρόφλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαιρόφλεκτος
εγκαιρόφλεκτης	adj	γενική ενικού του εγκαιρόφλεκτη
εγκαιρόφλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του εγκαιρόφλεκτος
εγκαιρόφλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαιρόφλεκτος
εγκαιρόφλεκτος	adj	άλλη μορφή του εγκαιροφλεγής
εγκαιρόφλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαιρόφλεκτος
εγκαιρόφλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκαιρόφλεκτος
εγκαιρόφλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαιρόφλεκτος
εγκαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσανε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαλώ
εγκαλείσαι	=	εγκαλούμαι
εγκαλείστε	=	εγκαλούμαι
εγκαλείται	=	εγκαλούμαι
εγκαλλωπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαλλώπισμα
εγκαλλωπίσματος	noun	γενική ενικού του εγκαλλώπισμα
εγκαλλωπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαλλώπισμα
εγκαλλώπισμα	noun|archaic	το αποτέλεσμα του ἐγκαλλωπίζω
εγκαλουσών	=	εγκαλών
εγκαλούμαι	verb	με ανακαλούν στην τάξη, μου κάνουν την παρατήρηση, με ελέγχουν για κάτι που δεν έκανα σωστά ή και για κάτι παράνομο, με καταγγέλουν
εγκαλούμασταν	=	εγκαλούμαι
εγκαλούμαστε	=	εγκαλούμαι
εγκαλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαλούμενο
εγκαλούμενε	verb	κλητική ενικού του εγκαλούμενος
εγκαλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαλούμενη
εγκαλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαλούμενος
εγκαλούμενης	verb	γενική ενικού του εγκαλούμενη
εγκαλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαλούμενος
εγκαλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαλούμενος
εγκαλούμενος	verb	που εγκαλείται για κάτι, που καταγγέλλεται
εγκαλούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαλούμενος
εγκαλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαλούμενος
εγκαλούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαλούμενος
εγκαλούμουν	=	εγκαλούμαι
εγκαλούν	=	εγκαλών
εγκαλούντα	=	εγκαλών
εγκαλούνται	=	εγκαλούμαι
εγκαλούνταν	=	εγκαλούμαι
εγκαλούντες	=	εγκαλών
εγκαλούντος	=	εγκαλών
εγκαλούντων	=	εγκαλών
εγκαλούσα	=	εγκαλώ
εγκαλούσας	=	εγκαλών
εγκαλούσασταν	=	εγκαλούμαι
εγκαλούσαστε	=	εγκαλούμαι
εγκαλούσες	=	εγκαλών
εγκαλούσης	=	εγκαλών
εγκαλούσουν	=	εγκαλούμαι
εγκαλώ	verb	ζητώ (με καταγγελία) από αρμόδια αρχή (εισαγγελία, αστυνομία, λιμενικό κ.λπ.) την ποινική δίωξη κάποιου, που έκανε εις βάρος μου αξιόποινη πράξη η οποία δεν διώκεται αυτεπαγγέλτως
εγκαλών	verb	ο καταγγέλλων, ο μηνυτής, που εγκαλεί κάποιον για μια παρανομία ή παρατυπία
εγκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγκαλώ
εγκαρίτες	=	εγκαρίτης
εγκαρίτη	=	εγκαρίτης
εγκαρίτης	noun	ο κάτοικος, ή ο Ναξιώτης που κατάγεται από τον Εγκαρές
εγκαρίτισσα	=	εγκαρίτης
εγκαρδίωνα	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδίωναν	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδίωνε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδίωνες	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδίως	adv	με εγκάρδιο τρόπο, εγκάρδια
εγκαρδίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού εγκαρδιώνω
εγκαρδίωσης	noun	γενική ενικού του εγκαρδίωση
εγκαρδιοτήτων	=	εγκαρδιότητα
εγκαρδιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδιωμένο
εγκαρδιωμένε	verb	κλητική ενικού του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδιωμένη
εγκαρδιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωμένης	verb	γενική ενικού του εγκαρδιωμένη
εγκαρδιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαρδιωμένος
εγκαρδιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εγκαρδιωτικός	adv	με εγκαρδιωτικό τρόπο, εγκαρδιώνοντας
εγκαρδιωτικέ	adj	κλητική ενικού του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδιωτική
εγκαρδιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιωτικής	adj	γενική ενικού του εγκαρδιωτική
εγκαρδιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιωτικού	adj	γενική ενικού του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιωτικός	adj	που εγκαρδιώνει
εγκαρδιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκαρδιωτικός
εγκαρδιότητα	noun	το να είναι κάποιος εγκάρδιος ή να φέρεται εγκάρδια
εγκαρδιότητας	noun	γενική ενικού του εγκαρδιότητα
εγκαρδιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδιότητα
εγκαρδιώναμε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώναν	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνανε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνατε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνει	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνεις	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνετε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνοντας	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνουμε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνουν	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνουνε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώνω	verb	ενθαρρύνω, εμψυχώνω
εγκαρδιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσαν	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσανε	=	εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαρδίωση
εγκαρδιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαρδίωση
εγκαρδιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκαρδίωση
εγκαρδιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαρδιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαρδιώνω
εγκαριτών	=	εγκαρίτης
εγκαρσίως	adv|formal	κατά εγκάρσιο τρόπο, κάθετα προς τον άξονα του μήκους
εγκαρτέρηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκαρτερώ, η χωρίς καμία διαμαρτυρία υπομονή ή απάθεια
εγκαρτέρησης	noun	γενική ενικού του εγκαρτέρηση
εγκαρτερήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαρτέρηση
εγκαρτερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαρτέρηση
εγκαρτερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκαρτέρηση
εγκαρτερώ	verb|formal	υπομένω καρτερικά
εγκαρτερώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγκαρτερώ
εγκατάλειπε	=	εγκαταλείπω
εγκατάλειψε	=	εγκαταλείπω
εγκατάλειψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκαταλείπω
εγκατάλειψης	noun	γενική ενικού του εγκατάλειψη
εγκατάσταση	noun	η ενέργεια του ρήματος εγκαθιστώ
εγκατάστασης	noun	γενική ενικού του εγκατάσταση
εγκατάστατος	noun	που έχει κάποιο δικαίωμα ή αξίωμα
εγκατάστησε	=	εγκαθιστώ
εγκατέλειπα	=	εγκαταλείπω
εγκατέλειπαν	=	εγκαταλείπω
εγκατέλειπε	=	εγκαταλείπω
εγκατέλειπες	=	εγκαταλείπω
εγκατέλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκατέλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκατέλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκατέλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκατέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκατέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκατέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκατέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταβίωνα	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωναν	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωνε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωνες	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωσα	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωσαν	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωσε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωσες	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβίωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού εγκαταβιώνω
εγκαταβίωσης	noun	γενική ενικού του εγκαταβίωση
εγκαταβιώ	verb|formal	άλλη μορφή του εγκαταβιώνω
εγκαταβιώναμε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώναν	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνανε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνατε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνει	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνεις	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνετε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνοντας	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνουμε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνουν	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνουνε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώνω	verb	ζω σε κάποιο συγκεκριμένο κλειστό χώρο (σκήτη, μοναστήρι κ.λπ.)
εγκαταβιώσαμε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώσαν	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώσανε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώσατε	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώσει	=	εγκαταβιώνω
εγκαταβιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταβίωση
εγκαταβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκαταβίωση
εγκαταβιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκαταβίωση
εγκαταβιώστε	=	εγκαταβιώνω
εγκατακρήμνιση	noun|formal	άλλη μορφή του κατακρήμνιση
εγκατακρήμνισης	=	εγκατακρήμνιση
εγκατακρημνίσεις	=	εγκατακρήμνιση
εγκατακρημνίσεων	=	εγκατακρήμνιση
εγκαταλείπαμε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπαν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπανε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπατε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπει	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπεις	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπεσαι	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπεστε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπεται	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπετε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείπομε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπονται	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπονταν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείποντας	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπουμε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπουν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπουνε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείπω	verb	αφήνω κάτι/κάποιον σε ένα σημείο, ώστε να μη χρειάζεται να φροντίζω πια γι' αυτό
εγκαταλείφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλείφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλείφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλείφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλείφτηκα	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείφτηκαν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείφτηκε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείφτηκες	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψαν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείψανε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκατάλειψη
εγκαταλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκατάλειψη
εγκαταλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκατάλειψη
εγκαταλείψομε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείψου	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψουνε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπω
εγκαταλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταλειμμένο
εγκαταλειμμένε	verb	κλητική ενικού του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταλειμμένη
εγκαταλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειμμένης	verb	γενική ενικού του εγκαταλειμμένη
εγκαταλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειμμένος	=	εγκαταλελειμμένος
εγκαταλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαταλειμμένος
εγκαταλειπόμασταν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόμαστε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόμουν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόμουνα	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόντουσαν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόσασταν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόσαστε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόσουν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόσουνα	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπόταν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειπότανε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθήκαν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφθήκανε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφθούνε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαταλείπομαι
εγκαταλειφτήκαμε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτήκαν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτήκανε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτήκατε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτεί	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτείς	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτείτε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτούμε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτούν	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτούνε	=	εγκαταλείπω
εγκαταλειφτώ	=	εγκαταλείπω
εγκαταλελειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταλελειμμένο
εγκαταλελειμμένε	verb	κλητική ενικού του εγκαταλελειμμένος
εγκαταλελειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταλελειμμένη
εγκαταλελειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαταλελειμμένος
εγκαταλελειμμένης	verb	γενική ενικού του εγκαταλελειμμένη
εγκαταλελειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαταλελειμμένος
εγκαταλελειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαταλελειμμένος
εγκαταλελειμμένος	verb	που τον έχουν εγκαταλείψει
εγκαταλελειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαταλελειμμένος
εγκαταλελειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαταλελειμμένος
εγκαταλελειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαταλελειμμένος
εγκατασπείρω	verb	διασπείρω, διασκορπίζω, σκορπίζω
εγκαταστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκαταστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκαταστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκαταστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκαταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκατάσταση
εγκαταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκατάσταση
εγκαταστάσεως	noun	γενική ενικού του εγκατάσταση
εγκαταστάτες	=	εγκαταστάτης
εγκαταστάτη	=	εγκαταστάτης
εγκαταστάτης	noun	τεχνίτης ο οποίος κάνει εγκαταστάσεις, ο οποίος εγκαθιστά κάτι
εγκαταστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήσου	=	εγκαθιστώ
εγκαταστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκαταστήστε	=	εγκαθιστώ
εγκαταστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθιστώ
εγκατασταίνω	verb	εγκαθιστώ
εγκατασταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκατασταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκαθίσταμαι
εγκαταστατών	=	εγκαταστάτης
εγκαταστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταστημένο
εγκαταστημένε	verb	κλητική ενικού του εγκαταστημένος
εγκαταστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαταστημένη
εγκαταστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαταστημένος
εγκαταστημένης	verb	γενική ενικού του εγκαταστημένη
εγκαταστημένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκαταστημένος
εγκαταστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαταστημένος
εγκαταστημένος	verb	εγκατεστημένος
εγκαταστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκαταστημένος
εγκαταστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκαταστημένος
εγκαταστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαταστημένος
εγκατεσπαρμένα	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένε	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένες	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένη	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένης	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένο	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένοι	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένος	verb	που έχει διασκορπιστεί
εγκατεσπαρμένου	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένους	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεσπαρμένων	=	εγκατεσπαρμένος
εγκατεστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκατεστημένο, ουδέτερο του εγκατεστημένος
εγκατεστημένε	verb	κλητική ενικού του εγκατεστημένος
εγκατεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκατεστημένη
εγκατεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκατεστημένος
εγκατεστημένης	verb	γενική ενικού του εγκατεστημένη, θηλυκό του εγκατεστημένος
εγκατεστημένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκατεστημένος
εγκατεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκατεστημένος
εγκατεστημένος	verb	που έχει εγκατασταθεί σε ένα μέρος όπου και κατοικεί μόνιμα
εγκατεστημένου	verb	γενική ενικού του εγκατεστημένος
εγκατεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκατεστημένος
εγκατεστημένων	verb	γενική πληθυντικού του εγκατεστημένος (αρσενικό)
εγκατοίκηση	noun|formal	η εγκατάσταση σε κάποιον τόπο ή σε κάποιο σπίτι
εγκατοίκησης	=	εγκατοίκηση
εγκατοικήσεις	=	εγκατοίκηση
εγκατοικήσεων	=	εγκατοίκηση
εγκαυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έγκαυμα
εγκαυματία	=	εγκαυματίας
εγκαυματίας	noun	που έχει πάθει έγκαυμα
εγκαυματίες	=	εγκαυματίας
εγκαυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαυματικό
εγκαυματικέ	adj	κλητική ενικού του εγκαυματικός
εγκαυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκαυματική
εγκαυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαυματικός
εγκαυματικής	adj	γενική ενικού του εγκαυματική
εγκαυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκαυματικός
εγκαυματικού	adj	γενική ενικού του εγκαυματικός
εγκαυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκαυματικός
εγκαυματικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκαυματικός
εγκαυματικός	noun	που έχει σχέση με έγκαυμα ή εγκαυματία ή αναφέρεται σ’ αυτά
εγκαυματικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκαυματικός
εγκαυματιών	=	εγκαυματίας
εγκαυστικά	=	εγκαυστικός
εγκαυστικέ	=	εγκαυστικός
εγκαυστικές	=	εγκαυστικός
εγκαυστική	noun	ζωγραφική τεχνική που χρησιμοποιεί θερμασμένο κερί, στο οποίο έχει προστεθεί χρωστική ουσία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκαυστικός
εγκαυστικής	noun	γενική ενικού του εγκαυστική	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εγκαυστική) του εγκαυστικός
εγκαυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκαυστικός
εγκαυστικού	=	εγκαυστικός
εγκαυστικούς	=	εγκαυστικός
εγκαυστικό	=	εγκαυστικός
εγκαυστικός	adj	που έχει σχέση με την εγκαυστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
εγκαυστικών	=	εγκαυστικός
εγκαύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκαυμα
εγκαύματος	noun	γενική ενικού του έγκαυμα
εγκεκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεκριμένο
εγκεκριμένε	verb	κλητική ενικού του εγκεκριμένος
εγκεκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεκριμένη
εγκεκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκεκριμένος
εγκεκριμένης	verb	γενική ενικού του εγκεκριμένη
εγκεκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκεκριμένος
εγκεκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκεκριμένος
εγκεκριμένος	verb	που έχει εγκριθεί
εγκεκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκεκριμένος
εγκεκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκεκριμένος
εγκεκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκεκριμένος
εγκελάδου	=	εγκέλαδος
εγκελάδους	=	εγκέλαδος
εγκελάδων	=	εγκέλαδος
εγκεντρίζομαι	=	εγκεντρίζω
εγκεντρίζω	verb	μπολιάζω, εμβολιάζω
εγκεντρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκέντριση
εγκεντρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκέντριση
εγκεντρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκέντριση
εγκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκεντρισμός
εγκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκεντρισμός
εγκεντρισμού	noun	γενική ενικού του εγκεντρισμός
εγκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκεντρισμός
εγκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκεντρισμός
εγκεντρισμός	noun	ο εμβολισμός, το μπόλιασμα
εγκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκεντρισμός
εγκεφάλου	noun	γενική ενικού του εγκέφαλος
εγκεφάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκέφαλος
εγκεφάλων	noun	γενική πληθυντικού του εγκέφαλος
εγκεφαλίνες	=	εγκεφαλίνη
εγκεφαλίνη	noun	ενδογενές πεπτίδιο του νευρικού συστήματος που ανήκει στα οπιοειδή πεπτίδια και δρα ως νευροδιαβιβαστής ή νευρορυθμιστής, μειώνοντας την αίσθηση του πόνου μέσω δέσμευσης σε οπιοειδείς υποδοχείς
εγκεφαλίνης	=	εγκεφαλίνη
εγκεφαλίτιδα	noun	φλεγμονή του εγκεφάλου
εγκεφαλίτιδας	noun	γενική ενικού του εγκεφαλίτιδα
εγκεφαλίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλίτιδα
εγκεφαλίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του εγκεφαλίτιδα
εγκεφαλικά	adv	όσον αφορά στον εγκέφαλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλικό
εγκεφαλικέ	adj	κλητική ενικού του εγκεφαλικός
εγκεφαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλική
εγκεφαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκεφαλικός
εγκεφαλικής	adj	γενική ενικού του εγκεφαλική
εγκεφαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλικός
εγκεφαλικοτήτων	=	εγκεφαλικότητα
εγκεφαλικού	adj	γενική ενικού του εγκεφαλικός
εγκεφαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκεφαλικός
εγκεφαλικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκεφαλικός	noun	η εγκεφαλική συμφόρηση, εξαιτίας της ρήξης αιμοφόρων αγγείων στον εγκέφαλο
εγκεφαλικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον εγκέφαλο των ζωντανών οργανισμών
εγκεφαλικότητα	noun	το να είναι κάποιος εγκεφαλικός, η ιδιότητα του εγκεφαλικού, η κυριαρχία της λογικής και η παράλληλη έλλειψη συναισθήματος
εγκεφαλικότητας	noun	γενική ενικού του εγκεφαλικότητα
εγκεφαλικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλικότητα
εγκεφαλικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκεφαλικός
εγκεφαλινών	=	εγκεφαλίνη
εγκεφαλιτίδων	noun	γενική πληθυντικού του εγκεφαλίτιδα
εγκεφαλογράφημα	noun	απεικόνιση σε γράφημα της δραστηριότητας του εγκεφάλου
εγκεφαλογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλογράφημα
εγκεφαλογραφήματος	noun	γενική ενικού του εγκεφαλογράφημα
εγκεφαλογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εγκεφαλογράφημα
εγκεφαλολογία	noun	η επιστημονική μελέτη του εγκεφάλου
εγκεφαλολογίας	noun	γενική ενικού του εγκεφαλολογία
εγκεφαλολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλολογία
εγκεφαλολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλολογικό
εγκεφαλολογικέ	adj	κλητική ενικού του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλολογική
εγκεφαλολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογικής	adj	γενική ενικού του εγκεφαλολογική
εγκεφαλολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογικού	adj	γενική ενικού του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκεφαλολογικός
εγκεφαλολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εγκεφαλολογία
εγκεφαλολόγε	=	εγκεφαλολόγος
εγκεφαλολόγο	=	εγκεφαλολόγος
εγκεφαλολόγοι	=	εγκεφαλολόγος
εγκεφαλολόγος	noun	μελετητής του εγκεφάλου
εγκεφαλολόγου	=	εγκεφαλολόγος
εγκεφαλολόγους	=	εγκεφαλολόγος
εγκεφαλολόγων	=	εγκεφαλολόγος
εγκεφαλομυελίτιδα	noun	μια φλεγμονώδης πάθηση του εγκεφάλου που προσβάλλει και το νωτιαίο μυελό
εγκεφαλομυελίτιδας	=	εγκεφαλομυελίτιδα
εγκεφαλομυελίτιδες	=	εγκεφαλομυελίτιδα
εγκεφαλομυελιτίδων	=	εγκεφαλομυελίτιδα
εγκεφαλονωτιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκεφαλονωτιαίος
εγκεφαλονωτιαίας	adj	γενική ενικού του εγκεφαλονωτιαία
εγκεφαλονωτιαίε	adj	εγκεφαλονωτιαίος, στην κλητική του ενικού
εγκεφαλονωτιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλονωτιαία
εγκεφαλονωτιαίο	adj	εγκεφαλονωτιαίος, στην αιτιατική του ενικού
εγκεφαλονωτιαίοι	adj	εγκεφαλονωτιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
εγκεφαλονωτιαίος	adj	που αναφέρεται στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό
εγκεφαλονωτιαίου	adj	γενική ενικού του εγκεφαλονωτιαίος
εγκεφαλονωτιαίους	adj	εγκεφαλονωτιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
εγκεφαλονωτιαίων	=	εγκεφαλονωτιαίος
εγκεφαλοπάθεια	noun	όνομα πολλών παθήσεων του εγκέφαλου, όπως το κώμα ή διαφόρων άλλων νευρικών ασθενειών
εγκεφαλοπάθειας	noun	γενική ενικού του εγκεφαλοπάθεια
εγκεφαλοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκεφαλοπάθεια
εγκεφαλοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του εγκεφαλοπάθεια
εγκιβωτίζαμε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζαν	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζανε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζατε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζει	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζεις	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζετε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζομαι	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζοντας	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζουμε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζουν	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζουνε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίζω	verb	κλείνω σ’ ένα κιβώτιο
εγκιβωτίσαμε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίσαν	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίσανε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίσατε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίσει	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίστε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτίστηκα	=	εγκιβωτίζω
εγκιβωτισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκιβωτισμός
εγκιβωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκιβωτισμένο
εγκιβωτισμένε	verb	κλητική ενικού του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκιβωτισμένη
εγκιβωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένης	verb	γενική ενικού του εγκιβωτισμένη
εγκιβωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγκιβωτίζω
εγκιβωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκιβωτισμός
εγκιβωτισμού	noun	γενική ενικού του εγκιβωτισμός
εγκιβωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκιβωτισμός
εγκιβωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκιβωτισμός
εγκιβωτισμός	noun	η τοποθέτηση ενός αντικειμένου μέσα σε ένα κιβώτιο - κουτί, η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο συσκευάζεται για να αποσταλεί στον παραλήπτη
εγκιβωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκιβωτισμός
εγκιβώτιζα	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτιζαν	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτιζε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτιζες	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτισα	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτισαν	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτισε	=	εγκιβωτίζω
εγκιβώτισες	=	εγκιβωτίζω
εγκλέζικα	=	εγκλέζικος
εγκλέζικε	=	εγκλέζικος
εγκλέζικες	=	εγκλέζικος
εγκλέζικη	=	εγκλέζικος
εγκλέζικης	=	εγκλέζικος
εγκλέζικο	=	εγκλέζικος
εγκλέζικοι	=	εγκλέζικος
εγκλέζικος	adj|dated	άλλη γραφή του εγγλέζικος
εγκλέζικου	=	εγκλέζικος
εγκλέζικους	=	εγκλέζικος
εγκλέζικων	=	εγκλέζικος
εγκλήθηκα	=	εγκαλώ
εγκλήθηκαν	=	εγκαλούμαι
εγκλήθηκε	=	εγκαλούμαι
εγκλήθηκες	=	εγκαλούμαι
εγκλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκλημα
εγκλήματος	noun	γενική ενικού του έγκλημα
εγκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκληση
εγκλήσεων	=	έγκληση
εγκλήσεως	=	έγκληση
εγκλίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγκλίνω
εγκλίνω	verb	χάνω τον τόνο ή τον ανεβάζω στην τελευταία συλλαβή της προηγούμενης λέξης
εγκλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκλιση
εγκλίσεων	=	έγκλιση
εγκλίσεως	=	έγκλιση
εγκλείαμε	=	εγκλείω
εγκλείαν	=	εγκλείω
εγκλείανε	=	εγκλείω
εγκλείατε	=	εγκλείω
εγκλείει	=	εγκλείω
εγκλείεις	=	εγκλείω
εγκλείεσαι	=	εγκλείω
εγκλείεστε	=	εγκλείω
εγκλείεται	=	εγκλείω
εγκλείετε	=	εγκλείω
εγκλείομαι	=	εγκλείω
εγκλείομε	=	εγκλείω
εγκλείονται	=	εγκλείω
εγκλείονταν	=	εγκλείω
εγκλείοντας	=	εγκλείω
εγκλείουμε	=	εγκλείω
εγκλείουν	=	εγκλείω
εγκλείουνε	=	εγκλείω
εγκλείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείσαν	=	εγκλείω
εγκλείσανε	=	εγκλείω
εγκλείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλείω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκλειση
εγκλείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείσεων	noun	γενική πληθυντικού του έγκλειση
εγκλείσεως	noun|formal	γενική ενικού του έγκλειση
εγκλείσθηκα	=	εγκλείω
εγκλείσθηκαν	=	εγκλείω
εγκλείσθηκε	=	εγκλείω
εγκλείσθηκες	=	εγκλείω
εγκλείσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκλεισμα
εγκλείσματος	noun	γενική ενικού του έγκλεισμα
εγκλείσομε	=	εγκλείω
εγκλείσου	=	εγκλείω
εγκλείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείσουνε	=	εγκλείω
εγκλείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείστηκα	=	εγκλείω
εγκλείστηκαν	=	εγκλείω
εγκλείστηκε	=	εγκλείω
εγκλείστηκες	=	εγκλείω
εγκλείστρα	noun|formal	σπήλαιο ή άλλος περίκλειστος χώρος ή ερημητήριο, στο οποίο μονάζουν σε απομόνωση μοναχοί
εγκλείστρας	=	εγκλείστρα
εγκλείστρες	=	εγκλείστρα
εγκλείστρου	=	έγκλειστρο
εγκλείστρων	=	έγκλειστρο
εγκλείστως	adv|formal	με έγκλειστο τρόπο
εγκλείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλείω
εγκλείω	verb	κλείνω, περιορίζω, φυλακίζω
εγκλεισθήκαμε	=	εγκλείω
εγκλεισθήκαν	=	εγκλείω
εγκλεισθήκανε	=	εγκλείω
εγκλεισθήκατε	=	εγκλείω
εγκλεισθεί	=	εγκλείω
εγκλεισθείς	=	εγκλείω
εγκλεισθείτε	=	εγκλείω
εγκλεισθούμε	=	εγκλείω
εγκλεισθούν	=	εγκλείω
εγκλεισθούνε	=	εγκλείω
εγκλεισθώ	=	εγκλείω
εγκλεισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έγκλεισμα
εγκλεισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκλεισμός
εγκλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλεισμένο
εγκλεισμένε	verb	κλητική ενικού του εγκλεισμένος
εγκλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλεισμένη
εγκλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκλεισμένος
εγκλεισμένης	verb	γενική ενικού του εγκλεισμένη
εγκλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκλεισμένος
εγκλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλεισμένος
εγκλεισμένος	verb	που έχει εγκλειστεί
εγκλεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκλεισμένος
εγκλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκλεισμένος
εγκλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκλεισμένος
εγκλεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλεισμός
εγκλεισμού	noun	γενική ενικού του εγκλεισμός
εγκλεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκλεισμός
εγκλεισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκλεισμός
εγκλεισμός	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος υποχρεώνεται να παραμείνει για κάποιο χρόνο περιορισμένος σε κλειστό χώρο (σωφρονιστικό ίδρυμα, φυλακή, ψυχιατρείο ή στο σπίτι του)· το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας
εγκλεισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκλεισμός
εγκλειστήκαμε	=	εγκλείω
εγκλειστήκαν	=	εγκλείω
εγκλειστήκανε	=	εγκλείω
εγκλειστήκατε	=	εγκλείω
εγκλειστεί	=	εγκλείω
εγκλειστείς	=	εγκλείω
εγκλειστείτε	=	εγκλείω
εγκλειστούμε	=	εγκλείω
εγκλειστούν	=	εγκλείω
εγκλειστούνε	=	εγκλείω
εγκλειστρών	=	εγκλείστρα
εγκλειστώ	=	εγκλείω
εγκλειόμασταν	=	εγκλείω
εγκλειόμαστε	=	εγκλείω
εγκλειόμενος	=	εγκλείω
εγκλειόμουν	=	εγκλείω
εγκλειόμουνα	=	εγκλείω
εγκλειόντουσαν	=	εγκλείω
εγκλειόσασταν	=	εγκλείω
εγκλειόσαστε	=	εγκλείω
εγκλειόσουν	=	εγκλείω
εγκλειόσουνα	=	εγκλείω
εγκλειόταν	=	εγκλείω
εγκλειότανε	=	εγκλείω
εγκληθήκαμε	=	εγκαλούμαι
εγκληθήκαν	=	εγκαλούμαι
εγκληθήκανε	=	εγκαλούμαι
εγκληθήκατε	=	εγκαλούμαι
εγκληθεί	=	εγκαλούμαι
εγκληθείτε	=	εγκαλούμαι
εγκλημάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκλημάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκλημάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκλημάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του έγκλημα
εγκληματήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκληματώ
εγκληματία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγκληματίας
εγκληματίας	noun	που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
εγκληματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματίας
εγκληματίου	=	εγκληματίας
εγκληματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματικό	adv	κατά τρόπο εγκληματικό
εγκληματικέ	adj	κλητική ενικού του εγκληματικός
εγκληματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματική
εγκληματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκληματικός
εγκληματικής	adj	γενική ενικού του εγκληματική
εγκληματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκληματικός
εγκληματικοτήτων	=	εγκληματικότητα
εγκληματικού	adj	γενική ενικού του εγκληματικός
εγκληματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκληματικός
εγκληματικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκληματικός
εγκληματικός	adj	που αποτελεί έγκλημα
εγκληματικότητα	noun	η διάπραξη εγκλημάτων
εγκληματικότητας	noun	γενική ενικού του εγκληματικότητα
εγκληματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματικότητα
εγκληματικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκληματικός
εγκληματικώς	adv|dated	εγκληματικά
εγκληματιών	noun	γενική πληθυντικού του εγκληματίας
εγκληματογόνα	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνας	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνε	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνες	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνο	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνοι	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνος	adj	που προκαλεί ένα έγκλημα
εγκληματογόνου	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνους	=	εγκληματογόνος
εγκληματογόνων	=	εγκληματογόνος
εγκληματολογία	noun	ο κλάδος της επιστήμης που ασχολείται με το έγκλημα
εγκληματολογίας	noun	γενική ενικού του εγκληματολογία
εγκληματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματολογία
εγκληματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματολογικό
εγκληματολογικέ	adj	κλητική ενικού του εγκληματολογικός
εγκληματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκληματολογική
εγκληματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκληματολογικός
εγκληματολογικής	adj	γενική ενικού του εγκληματολογική
εγκληματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκληματολογικός
εγκληματολογικού	adj	γενική ενικού του εγκληματολογικός
εγκληματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκληματολογικός
εγκληματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκληματολογικός
εγκληματολογικός	adj	ο σχετικός με την εγκληματολογία
εγκληματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκληματολογικός
εγκληματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εγκληματολογία
εγκληματολόγε	noun	κλητική ενικού του εγκληματολόγος
εγκληματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του εγκληματολόγος
εγκληματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκληματολόγος
εγκληματολόγος	noun	ο κοινωνιολόγος ή νομικός που είναι ειδικός στην εγκληματολογία
εγκληματολόγου	noun	γενική ενικού του εγκληματολόγος
εγκληματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκληματολόγος
εγκληματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του εγκληματολόγος
εγκληματοποίηση	noun|formal	η διαδικασία με την οποία η συμπεριφορά κάποιων ατόμων εκλαμβάνεται από την κοινωνία και την πολιτεία ως εγκληματική
εγκληματοποίησης	=	εγκληματοποίηση
εγκληματοποιήσεις	=	εγκληματοποίηση
εγκληματοποιήσεων	=	εγκληματοποίηση
εγκληματοποιώ	verb|formal	εκλαμβάνω μια πράξη ή συμπεριφορά ως έγκλημα μέσω της θέσπισης σχετικής νομοθεσίας
εγκληματοφοβία	noun	ο παθολογικός φόβος για κάτι που δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο ή απειλή
εγκληματοφοβίας	=	εγκληματοφοβία
εγκληματοφοβίες	=	εγκληματοφοβία
εγκληματοφοβιών	=	εγκληματοφοβία
εγκληματώ	verb	διαπράττω έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
εγκλητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλητήριο
εγκλητήριο	noun	νομικό έγγραφο στο οποίο αναγράφεται η κατηγορία που αποδίδεται σε κατηγορούμενο πριν από δίκη
εγκλητήριου	=	εγκλητήριο
εγκλητηρίου	noun	γενική ενικού του εγκλητήριο
εγκλητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εγκλητήριο
εγκλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλητικό
εγκλητικέ	adj	κλητική ενικού του εγκλητικός
εγκλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλητική
εγκλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκλητικός
εγκλητικής	adj	γενική ενικού του εγκλητική
εγκλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλητικός
εγκλητικού	adj	γενική ενικού του εγκλητικός
εγκλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκλητικός
εγκλητικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκλητικός
εγκλητικός	adj	που έχει σχέση με έγκληση ή αναφέρεται σ'αυτή
εγκλητικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκλητικός
εγκλιμάτιζα	=	εγκλιματίζω
εγκλιμάτιζαν	=	εγκλιματίζω
εγκλιμάτιζε	=	εγκλιματίζω
εγκλιμάτιζες	=	εγκλιματίζω
εγκλιμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιμάτιση	noun	το αποτέλεσμα του εγκλιματίζω / εγκλιματίζομαι
εγκλιμάτισης	=	εγκλιμάτιση
εγκλιματίζαμε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζαν	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζανε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζατε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζει	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζεις	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζετε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζομαι	verb	προσαρμόζομαι σε ένα νέο περιβάλλον με διαφορετικό κλίμα
εγκλιματίζοντας	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζουμε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζουν	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζουνε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίζω	verb	ενεργώ ώστε ένας οργανισμός να προσαρμοστεί σε ένα νέο και ξένο για αυτόν φυσικό περιβάλλον με διαφορετικό κλίμα
εγκλιματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίσαν	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίσανε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίσεων	=	εγκλιμάτιση
εγκλιματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματίστε	=	εγκλιματίζω
εγκλιματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζω
εγκλιματιζόμουν	=	εγκλιματίζομαι
εγκλιματισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκλιματισμός
εγκλιματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλιματισμένο
εγκλιματισμένε	verb	κλητική ενικού του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλιματισμένη
εγκλιματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμένης	verb	γενική ενικού του εγκλιματισμένη
εγκλιματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμένος	verb	που έχει εγκλιματιστεί, που έχει προσαρμοστεί τέλεια σε ένα νέο περιβάλλον
εγκλιματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκλιματισμένος
εγκλιματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλιματισμός
εγκλιματισμού	noun	γενική ενικού του εγκλιματισμός
εγκλιματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκλιματισμός
εγκλιματισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκλιματισμός
εγκλιματισμός	noun	η διαδικασία προσαρμογής ενός έμβιου οργανισμού σε ένα νέο περιβάλλον
εγκλιματισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκλιματισμός
εγκλιματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλιματίζομαι
εγκλιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλιτικό
εγκλιτικέ	adj	κλητική ενικού του εγκλιτικός
εγκλιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλιτική
εγκλιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκλιτικός
εγκλιτικής	adj	γενική ενικού του εγκλιτική
εγκλιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλιτικός
εγκλιτικού	adj	γενική ενικού του εγκλιτικός
εγκλιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκλιτικός
εγκλιτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εγκλιτικός	noun	λέξη που παθαίνει έγκλιση τόνου
εγκλιτικός	adj	για λέξη που χάνει τον τόνο της ή τον μεταβιβάζει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης
εγκλιτικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκλιτικός
εγκλωβίζαμε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζαν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζανε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζατε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζει	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζεις	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζεσαι	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζεστε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζεται	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζετε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίζομε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζονται	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζονταν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζοντας	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζου	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζουμε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζουν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζουνε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίζω	verb	οδηγώ και κλείνω κάποιον σε ένα κλουβί ή γενικότερα σε έναν πολύ στενό χώρο
εγκλωβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσαν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίσανε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσομε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίσου	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβίσουνε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίστε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίστηκα	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίστηκαν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίστηκε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίστηκες	=	εγκλωβίζω
εγκλωβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλωβιζόμασταν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόμαστε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόμουν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόμουνα	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόντουσαν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόσασταν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόσαστε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόσουν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόσουνα	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζόταν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιζότανε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκλωβισμός
εγκλωβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλωβισμένο
εγκλωβισμένε	verb	κλητική ενικού του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκλωβισμένη
εγκλωβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμένης	verb	γενική ενικού του εγκλωβισμένη
εγκλωβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμένος	verb	που έχει εγκλωβιστεί, που είναι αποκλεισμένος ή περιορισμένος σε ένα στενό χώρο και δεν έχει έξοδο διαφυγής
εγκλωβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκλωβισμένος
εγκλωβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκλωβισμός
εγκλωβισμού	noun	γενική ενικού του εγκλωβισμός
εγκλωβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκλωβισμός
εγκλωβισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκλωβισμός
εγκλωβισμός	noun	το αποτέλεσμα του εγκλωβίζω / εγκλωβίζομαι
εγκλωβισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκλωβισμός
εγκλωβιστήκαμε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστήκαν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστήκανε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστήκατε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστεί	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστείς	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστείτε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστούμε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστούν	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστούνε	=	εγκλωβίζω
εγκλωβιστώ	=	εγκλωβίζω
εγκλώβιζα	=	εγκλωβίζω
εγκλώβιζαν	=	εγκλωβίζω
εγκλώβιζε	=	εγκλωβίζω
εγκλώβιζες	=	εγκλωβίζω
εγκλώβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλώβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλώβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλώβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκλωβίζω
εγκλώβιση	noun|rare	άλλη μορφή του εγκλωβισμός
εγκοίλια	=	εγκοίλιο
εγκοίλιο	noun|formal	ο ξύλινος νομέας, το στραβόξυλο
εγκοίλιου	=	εγκοίλιο
εγκοιλίου	=	εγκοίλιο
εγκοιλίων	=	εγκοίλιο
εγκοινωνισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκοινωνισμός
εγκοινωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκοινωνισμός
εγκοινωνισμού	noun	γενική ενικού του εγκοινωνισμός
εγκοινωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκοινωνισμός
εγκοινωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκοινωνισμός
εγκοινωνισμός	noun	η κοινωνικοποίηση
εγκοινωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκοινωνισμός
εγκολεασμέ	=	εγκολεασμός
εγκολεασμοί	=	εγκολεασμός
εγκολεασμού	=	εγκολεασμός
εγκολεασμούς	=	εγκολεασμός
εγκολεασμό	=	εγκολεασμός
εγκολεασμός	noun	η παθολογική είσοδος ενός τμήματος του εντέρου μέσα σε γειτονικό τμήμα, προκαλώντας απόφραξη
εγκολεασμών	=	εγκολεασμός
εγκολλά	=	εγκολλώ
εγκολλάει	=	εγκολλώ
εγκολλάμε	=	εγκολλώ
εγκολλάν	=	εγκολλώ
εγκολλάνε	=	εγκολλώ
εγκολλάς	=	εγκολλώ
εγκολλάτε	=	εγκολλώ
εγκολλάω	=	εγκολλώ
εγκολλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκόλλημα
εγκολλήματος	noun	γενική ενικού του εγκόλλημα
εγκολλήσαμε	=	εγκολλώ
εγκολλήσαν	=	εγκολλώ
εγκολλήσανε	=	εγκολλώ
εγκολλήσατε	=	εγκολλώ
εγκολλήσει	=	εγκολλώ
εγκολλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκόλληση
εγκολλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκόλληση
εγκολλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκόλληση
εγκολλήστε	=	εγκολλώ
εγκολλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εγκόλλημα
εγκολλούμε	=	εγκολλώ
εγκολλούν	=	εγκολλώ
εγκολλούνε	=	εγκολλώ
εγκολλούσα	=	εγκολλώ
εγκολλούσαμε	=	εγκολλώ
εγκολλούσαν	=	εγκολλώ
εγκολλούσανε	=	εγκολλώ
εγκολλούσατε	=	εγκολλώ
εγκολλούσε	=	εγκολλώ
εγκολλούσες	=	εγκολλώ
εγκολλώ	verb	κολλάω κάτι σταθερά με κάτι άλλο, τα προσαρμόζω μαζί
εγκολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγκολλώ
εγκολπίου	=	εγκόλπιο
εγκολπίων	=	εγκόλπιο
εγκολπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθήκαν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωθήκανε	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωθούνε	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκολπωμένο
εγκολπωμένε	verb	κλητική ενικού του εγκολπωμένος
εγκολπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκολπωμένη
εγκολπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκολπωμένος
εγκολπωμένης	verb	γενική ενικού του εγκολπωμένη
εγκολπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκολπωμένος
εγκολπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκολπωμένος
εγκολπωμένος	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκολπωμένος
εγκολπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκολπωμένος
εγκολπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκολπωμένος
εγκολπωνόμασταν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόμαστε	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόμουν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόμουνα	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόντουσαν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόσασταν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόσαστε	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόσουν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόσουνα	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνόταν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπωνότανε	=	εγκολπώνομαι
εγκολπώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκολπώνομαι
εγκολπώνεσαι	=	εγκολπώνομαι
εγκολπώνεστε	=	εγκολπώνομαι
εγκολπώνεται	=	εγκολπώνομαι
εγκολπώνομαι	verb|figurative	αποδέχομαι, υιοθετώ
εγκολπώνονται	=	εγκολπώνομαι
εγκολπώνονταν	=	εγκολπώνομαι
εγκολπώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκόλπωση
εγκολπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκόλπωση
εγκολπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκόλπωση
εγκολπώσου	=	εγκολπώνομαι
εγκοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκοπή
εγκοπή	noun	χαρακιά από κόψιμο
εγκοπής	=	εγκοπή
εγκοπρίσεις	=	εγκόπριση
εγκοπρίσεων	=	εγκόπριση
εγκοπών	=	εγκοπή
εγκοσμίων	=	εγκόσμια
εγκράτεια	noun	η ιδιότητα του εγκρατούς
εγκράτειας	noun	γενική ενικού του εγκράτεια
εγκράτειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκράτεια
εγκρέτα	noun	ψαροφάγο πελαγόμορφο αποδημητικό πτηνό της οικογένειας των ερωδιιδών
εγκρέτας	noun	γενική ενικού του εγκρέτα
εγκρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκρέτα
εγκρίθηκα	=	εγκρίνω
εγκρίθηκαν	=	εγκρίνω
εγκρίθηκε	=	εγκρίνω
εγκρίθηκες	=	εγκρίνω
εγκρίναμε	=	εγκρίνω
εγκρίναν	=	εγκρίνω
εγκρίνανε	=	εγκρίνω
εγκρίνατε	=	εγκρίνω
εγκρίνει	=	εγκρίνω
εγκρίνεις	=	εγκρίνω
εγκρίνεσαι	=	εγκρίνω
εγκρίνεστε	=	εγκρίνω
εγκρίνεται	=	εγκρίνω
εγκρίνετε	=	εγκρίνω
εγκρίνομαι	=	εγκρίνω
εγκρίνομε	=	εγκρίνω
εγκρίνονται	=	εγκρίνω
εγκρίνονταν	=	εγκρίνω
εγκρίνοντας	=	εγκρίνω
εγκρίνου	=	εγκρίνω
εγκρίνουμε	=	εγκρίνω
εγκρίνουν	=	εγκρίνω
εγκρίνουνε	=	εγκρίνω
εγκρίνω	verb	δηλώνω επίσημα ή ανεπίσημα, προφορικά ή γραπτά, ότι αποδέχομαι και συμφωνώ με τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία μου και αυτή μου η δήλωση μπορεί να έχει νομικά ή ηθικά αποτελέσματα
εγκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγκριση
εγκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του έγκριση
εγκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του έγκριση
εγκρατές	=	εγκρατής
εγκρατή	=	εγκρατής
εγκρατής	adj|formal	που δείχνει αυτοσυγκράτηση ως προς τις (συνήθως σωματικές μα όχι μόνο) ηδονές και απολαύσεις και κυριαρχεί στα πάθη του
εγκρατείς	=	εγκρατής
εγκρατειών	=	εγκράτεια
εγκρατευθήκαμε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευθήκαν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευθήκανε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευθήκατε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευθεί	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευθείτε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόμασταν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόμαστε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόμουν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόμουνα	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόντουσαν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόσασταν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόσαστε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόσουν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόσουνα	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευόταν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατευότανε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύεσαι	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύεστε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύεται	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύθηκα	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύθηκαν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύθηκε	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύθηκες	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύομαι	verb|archaic	είμαι εγκρατής, (καθαρεύουσα)
εγκρατεύονται	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύονταν	=	εγκρατεύομαι
εγκρατεύσου	=	εγκρατεύομαι
εγκρατούς	=	εγκρατής
εγκρατών	=	εγκρατής
εγκρεμέ	noun	κλητική ενικού του εγκρεμός
εγκρεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκρεμός
εγκρεμού	noun	γενική ενικού του εγκρεμός
εγκρεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκρεμός
εγκρεμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκρεμός
εγκρεμός	noun|vulgar	ο γκρεμός
εγκρεμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκρεμός
εγκριθήκαμε	=	εγκρίνω
εγκριθήκαν	=	εγκρίνω
εγκριθήκανε	=	εγκρίνω
εγκριθήκατε	=	εγκρίνω
εγκριθεί	=	εγκρίνω
εγκριθείς	=	εγκρίνω
εγκριθείτε	=	εγκρίνω
εγκριθούμε	=	εγκρίνω
εγκριθούν	=	εγκρίνω
εγκριθούνε	=	εγκρίνω
εγκριθώ	=	εγκρίνω
εγκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκριμένο
εγκριμένε	verb	κλητική ενικού του εγκριμένος
εγκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκριμένη
εγκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκριμένος
εγκριμένης	verb	γενική ενικού του εγκριμένη
εγκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκριμένος
εγκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκριμένος
εγκριμένος	=	εγκρίνω
εγκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκριμένος
εγκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκριμένος
εγκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκριμένος
εγκρινόμασταν	=	εγκρίνω
εγκρινόμαστε	=	εγκρίνω
εγκρινόμενος	=	εγκρίνω
εγκρινόμουν	=	εγκρίνω
εγκρινόμουνα	=	εγκρίνω
εγκρινόντουσαν	=	εγκρίνω
εγκρινόσασταν	=	εγκρίνω
εγκρινόσαστε	=	εγκρίνω
εγκρινόσουν	=	εγκρίνω
εγκρινόσουνα	=	εγκρίνω
εγκρινόταν	=	εγκρίνω
εγκρινότανε	=	εγκρίνω
εγκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκριτικό
εγκριτικέ	adj	κλητική ενικού του εγκριτικός
εγκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκριτική
εγκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκριτικός
εγκριτικής	adj	γενική ενικού του εγκριτική
εγκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκριτικός
εγκριτικού	adj	γενική ενικού του εγκριτικός
εγκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκριτικός
εγκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκριτικός
εγκριτικός	adj|formal	που εγκρίνει
εγκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκριτικός
εγκτήσεις	=	έγκτηση
εγκτήσεων	=	έγκτηση
εγκυκλίου	=	εγκύκλιος
εγκυκλίους	=	εγκύκλιος
εγκυκλίων	=	εγκύκλιος
εγκυκλοπαίδεια	noun	συλλογικό πολύτομο έργο με λήμματα σε αλφαβητική σειρά που πρoσπαθεί να αποτυπώσει το σύνολο κατά το δυνατόν της ανθρώπινης γνώσης
εγκυκλοπαίδειας	noun	γενική ενικού του εγκυκλοπαίδεια
εγκυκλοπαίδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυκλοπαίδεια
εγκυκλοπαιδεία	noun|rare	άλλη μορφή του εγκυκλοπαίδεια
εγκυκλοπαιδειών	noun	γενική πληθυντικού του εγκυκλοπαίδεια
εγκυκλοπαιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδικό	adv	από εγκυκλοπαιδική άποψη
εγκυκλοπαιδικέ	adj	κλητική ενικού του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδική
εγκυκλοπαιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδικής	adj	γενική ενικού του εγκυκλοπαιδική
εγκυκλοπαιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδικοτήτων	=	εγκυκλοπαιδικότητα
εγκυκλοπαιδικού	adj	γενική ενικού του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται σε μια εγκυκλοπαίδεια
εγκυκλοπαιδικότητα	noun	η ιδιότητα του εγκυκλοπαιδικού
εγκυκλοπαιδικότητας	=	εγκυκλοπαιδικότητα
εγκυκλοπαιδικότητες	=	εγκυκλοπαιδικότητα
εγκυκλοπαιδικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδικός
εγκυκλοπαιδισμέ	noun	κλητική ενικού του εγκυκλοπαιδισμός
εγκυκλοπαιδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδισμός
εγκυκλοπαιδισμού	noun	γενική ενικού του εγκυκλοπαιδισμός
εγκυκλοπαιδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδισμός
εγκυκλοπαιδισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγκυκλοπαιδισμός
εγκυκλοπαιδισμός	noun	προσπάθεια (με ενέργειες που ενέχουν το στοιχείο της υπερβολής) απόκτησης εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και επιδεικτικής προβολής τους
εγκυκλοπαιδισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδισμός
εγκυκλοπαιδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυκλοπαιδιστής
εγκυκλοπαιδιστή	=	εγκυκλοπαιδιστής
εγκυκλοπαιδιστής	noun	συντάκτης της γαλλικής Encyclopédie (1751 - 1772)
εγκυκλοπαιδιστών	=	εγκυκλοπαιδιστής
εγκυμονήθηκα	=	εγκυμονώ
εγκυμονήθηκαν	=	εγκυμονώ
εγκυμονήθηκε	=	εγκυμονώ
εγκυμονήθηκες	=	εγκυμονώ
εγκυμονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσαν	=	εγκυμονώ
εγκυμονήσανε	=	εγκυμονώ
εγκυμονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσου	=	εγκυμονώ
εγκυμονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονήσουνε	=	εγκυμονώ
εγκυμονήστε	=	εγκυμονώ
εγκυμονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμονεί	=	εγκυμονώ
εγκυμονείς	=	εγκυμονώ
εγκυμονείσαι	=	εγκυμονώ
εγκυμονείστε	=	εγκυμονώ
εγκυμονείται	=	εγκυμονώ
εγκυμονείτε	=	εγκυμονώ
εγκυμονείτο	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθήκαμε	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθήκαν	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθήκανε	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθήκατε	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθεί	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθείς	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθείτε	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθούμε	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθούν	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθούνε	=	εγκυμονώ
εγκυμονηθώ	=	εγκυμονώ
εγκυμονημένος	=	εγκυμονώ
εγκυμονουσών	=	εγκυμονούσα
εγκυμονούμαι	=	εγκυμονώ
εγκυμονούμασταν	=	εγκυμονώ
εγκυμονούμαστε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούμε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούμενος	=	εγκυμονώ
εγκυμονούμουν	=	εγκυμονώ
εγκυμονούμουνα	=	εγκυμονώ
εγκυμονούν	=	εγκυμονώ
εγκυμονούνε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούνται	=	εγκυμονώ
εγκυμονούνταν	=	εγκυμονώ
εγκυμονούντο	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσα	noun|formal	έγκυος
εγκυμονούσαμε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσαν	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσανε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσας	=	εγκυμονούσα
εγκυμονούσατε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσε	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσες	=	εγκυμονούσα
εγκυμονούσουν	=	εγκυμονώ
εγκυμονούσουνα	=	εγκυμονώ
εγκυμονώ	verb	είμαι έγκυος, φέρω στη μήτρα μου ένα έμβρυο
εγκυμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγκυμονώ
εγκυμοσυνών	=	εγκυμοσύνη
εγκυμοσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυμοσύνη
εγκυμοσύνη	noun	η κατάσταση της εγκύου που φέρει στη μήτρα της ένα έμβρυο, η κυοφορία ενός νέου όντος
εγκυμοσύνης	=	εγκυμοσύνη
εγκυμόνησα	=	εγκυμονώ
εγκυμόνησαν	=	εγκυμονώ
εγκυμόνησε	=	εγκυμονώ
εγκυμόνησες	=	εγκυμονώ
εγκυροτήτων	=	εγκυρότητα
εγκυρότητα	noun	η ιδιότητα του έγκυρου
εγκυρότητας	noun	γενική ενικού του εγκυρότητα
εγκυρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυρότητα
εγκυστώ	verb|rare	περιβάλλω κάτι με μια κύστη ή έναν υμένα
εγκυστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγκυστώ
εγκυστώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκύστωση
εγκυστώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγκύστωση
εγκυστώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγκύστωση
εγκυτιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυτιωμένο
εγκυτιωμένε	verb	κλητική ενικού του εγκυτιωμένος
εγκυτιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκυτιωμένη
εγκυτιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκυτιωμένος
εγκυτιωμένης	verb	γενική ενικού του εγκυτιωμένη
εγκυτιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκυτιωμένος
εγκυτιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκυτιωμένος
εγκυτιωμένος	verb|formal	που βρίσκεται μέσα σε κυτίο, σε κουτί
εγκυτιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκυτιωμένος
εγκυτιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκυτιωμένος
εγκυτιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκυτιωμένος
εγκωμίαζα	=	εγκωμιάζω
εγκωμίαζαν	=	εγκωμιάζω
εγκωμίαζε	=	εγκωμιάζω
εγκωμίαζες	=	εγκωμιάζω
εγκωμίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμίου	noun	γενική ενικού του εγκώμιο
εγκωμίων	noun	γενική πληθυντικού του εγκώμιο
εγκωμιάζαμε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζαν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζανε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζατε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζει	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζεις	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζεσαι	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζεστε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζεται	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζετε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάζονται	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζονταν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζοντας	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζουμε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζουν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζουνε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάζω	verb	επαινώ θερμά
εγκωμιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάσαν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάσανε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάσου	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιάστε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιάστριας	noun	γενική ενικού του εγκωμιάστρια
εγκωμιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιάστρια
εγκωμιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζω
εγκωμιαζόμασταν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόμαστε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόμουν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόμουνα	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόντουσαν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόσασταν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόσαστε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόσουν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόσουνα	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζόταν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαζότανε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιασμέ	=	εγκωμιασμός
εγκωμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιασμένο
εγκωμιασμένε	verb	κλητική ενικού του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιασμένη
εγκωμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμένης	verb	γενική ενικού του εγκωμιασμένη
εγκωμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμένος	=	εγκωμιάζω
εγκωμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκωμιασμένος
εγκωμιασμοί	=	εγκωμιασμός
εγκωμιασμού	=	εγκωμιασμός
εγκωμιασμούς	=	εγκωμιασμός
εγκωμιασμό	=	εγκωμιασμός
εγκωμιασμός	noun	λέω καλά λόγια, εγκωμιάζω
εγκωμιασμών	=	εγκωμιασμός
εγκωμιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιαστής
εγκωμιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγκωμιαστής
εγκωμιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστήκαν	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαστήκανε	=	εγκωμιάζω
εγκωμιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστής	noun	αυτός που εγκωμιάζει
εγκωμιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιαστικό	adv	με εγκωμιαστικό τρόπο, με πολύ καλά λόγια
εγκωμιαστικέ	adj	κλητική ενικού του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιαστική
εγκωμιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστικής	adj	γενική ενικού του εγκωμιαστική
εγκωμιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστικού	adj	γενική ενικού του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστικός	adj	που εγκωμιάζει, που επαινεί
εγκωμιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εγκωμιαστικός
εγκωμιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του εγκωμιάστρια
εγκωμιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκωμιάζομαι
εγκωμιαστών	noun	γενική πληθυντικού του εγκωμιαστής
εγκόλλα	=	εγκολλώ
εγκόλλαγε	=	εγκολλώ
εγκόλλημα	noun	το αποτέλεσμα του εγκολλώ
εγκόλλησα	=	εγκολλώ
εγκόλλησαν	=	εγκολλώ
εγκόλλησε	=	εγκολλώ
εγκόλλησες	=	εγκολλώ
εγκόλληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκολλώ
εγκόλλησης	noun	γενική ενικού του εγκόλληση
εγκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκόλλητο
εγκόλλητε	adj	κλητική ενικού του εγκόλλητος
εγκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκόλλητη
εγκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκόλλητος
εγκόλλητης	adj	γενική ενικού του εγκόλλητη
εγκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του εγκόλλητος
εγκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκόλλητος
εγκόλλητος	adj	που έχει εγκολλήσει
εγκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγκόλλητος
εγκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγκόλλητος
εγκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγκόλλητος
εγκόλπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκόλπιο
εγκόλπιο	noun	βιβλίο που περιέχει οδηγίες και κανονισμούς για μια συγκεκριμένη τέχνη ή επιστήμη σε απλή και κατανοητή γλώσσα
εγκόλπιου	=	εγκόλπιο
εγκόλπιων	=	εγκόλπιο
εγκόλπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκολπώνομαι
εγκόλπωσης	noun	γενική ενικού του εγκόλπωση
εγκόπριση	noun	διαταραχή —συνήθως της παιδικής ηλικίας— κατά την οποία εμφανίζεται επαναλαμβανόμενη ακούσια αποβολή κοπράνων, παρότι το άτομο βρίσκεται σε ηλικία όπου αναμένεται να έχει αποκτήσει έλεγχο της αφόδευσης
εγκόπρισης	=	εγκόπριση
εγκόσμια	noun	όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο που ζούμε, όσα αφορούν την εγκόσμια ζωή
εγκόσμιας	=	εγκόσμιος
εγκόσμιε	=	εγκόσμιος
εγκόσμιες	=	εγκόσμιος
εγκόσμιο	=	εγκόσμιος
εγκόσμιοι	=	εγκόσμιος
εγκόσμιος	adj	που υπάρχει ή αναφέρεται ή ανήκει στον υλικό κόσμο της καθημερινής ζωής και όχι σε κάποιον άλλο πνευματικό ή υπερβατικό κόσμο
εγκόσμιου	=	εγκόσμιος
εγκόσμιους	=	εγκόσμιος
εγκόσμιων	=	εγκόσμιος
εγκύκλια	=	εγκύκλιος
εγκύκλιας	=	εγκύκλιος
εγκύκλιε	=	εγκύκλιος
εγκύκλιες	=	εγκύκλιος
εγκύκλιο	=	εγκύκλιος
εγκύκλιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγκύκλιος
εγκύκλιος	noun	έγγραφο προϊσταμένης αρχής που διανέμεται σε όλες τις υφιστάμενες υπηρεσίες	adj	για τις σπουδές που αφορούν σε ένα μεγάλο εύρος αντικειμένων και προσφέρουν μια γενική μόρφωση (συνήθως εννοούνται οι σπουδές πριν το Πανεπιστήμιο)
εγκύκλιου	=	εγκύκλιος
εγκύκλιους	=	εγκύκλιος
εγκύκλιων	=	εγκύκλιος
εγκύου	=	έγκυος
εγκύους	=	έγκυος
εγκύπταμε	=	εγκύπτω
εγκύπταν	=	εγκύπτω
εγκύπτανε	=	εγκύπτω
εγκύπτατε	=	εγκύπτω
εγκύπτει	=	εγκύπτω
εγκύπτεις	=	εγκύπτω
εγκύπτετε	=	εγκύπτω
εγκύπτομε	=	εγκύπτω
εγκύπτοντας	=	εγκύπτω
εγκύπτουμε	=	εγκύπτω
εγκύπτουν	=	εγκύπτω
εγκύπτουνε	=	εγκύπτω
εγκύπτω	verb|formal	ασχολούμαι με κάτι με ιδιαίτερο ζήλο
εγκύστωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκυστώ
εγκύστωσης	noun	γενική ενικού του εγκύστωση
εγκύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψαν	=	εγκύπτω
εγκύψανε	=	εγκύπτω
εγκύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψομε	=	εγκύπτω
εγκύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύψουνε	=	εγκύπτω
εγκύψτε	=	εγκύπτω
εγκύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
εγκύων	=	έγκυος
εγκώμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγκώμιο
εγκώμιο	noun	επαινετικός ύμνος ή γενικότερα λόγος
εγκώμιου	=	εγκώμιο
εγνωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγνωσμένο
εγνωσμένε	verb	κλητική ενικού του εγνωσμένος
εγνωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγνωσμένη
εγνωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγνωσμένος
εγνωσμένης	verb	γενική ενικού του εγνωσμένη
εγνωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγνωσμένος
εγνωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγνωσμένος
εγνωσμένος	verb|formal	του οποίου η αξία αναγνωρίζεται από όλους
εγνωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγνωσμένος
εγνωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγνωσμένος
εγνωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγνωσμένος
εγο	abbrev	ο επίσημος αθλητικός φορέας που οργανώνει, διοικεί και αναπτύσσει τα αγωνίσματα της γυμναστικής στην Ελλάδα και συντονίζει τη δράση των σχετικών σωματείων και αθλητών
εγούγια	adv	αλίμονο
εγποδε	abbrev	διοικητική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων που ήταν αρμόδια για ζητήματα εκπαίδευσης των Ελλήνων της διασποράς και για την οργάνωση της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα
εγρήγορση	noun	η κατάσταση του ανθρώπου που δεν κοιμάται ή έχει ξυπνήσει ή αγρυπνεί
εγρήγορσης	=	εγρήγορση
εγρηγόρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγρήγορση
εγρηγόρσεων	=	εγρήγορση
εγροικώ	=	γροικώ
εγς	abbrev	Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος
εγσσε	abbrev	κεντρική συλλογική συμφωνία που καθορίζει βασικούς όρους και κατώτατα όρια αμοιβής και εργασιακών δικαιωμάτων για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα και συνάπτεται μεταξύ των κορυφαίων οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων
εγχάραγμα	noun	οτιδήποτε έχει χαραχτεί
εγχάρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχάρακτο
εγχάρακτε	adj	κλητική ενικού του εγχάρακτος
εγχάρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχάρακτη
εγχάρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγχάρακτος
εγχάρακτης	adj	γενική ενικού του εγχάρακτη
εγχάρακτο	adj	αιτιατική ενικού του εγχάρακτος
εγχάρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχάρακτος
εγχάρακτος	adj	που γίνεται με εγχάραξη, με σκάλισμα
εγχάρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγχάρακτος
εγχάρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγχάρακτος
εγχάρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγχάρακτος
εγχάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχάραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχαράσσω
εγχάραξης	noun	γενική ενικού του εγχάραξη
εγχάρασσα	=	εγχαράσσω
εγχάρασσαν	=	εγχαράσσω
εγχάρασσε	=	εγχαράσσω
εγχάρασσες	=	εγχαράσσω
εγχέαμε	=	εγχέω
εγχέαν	=	εγχέω
εγχέανε	=	εγχέω
εγχέατε	=	εγχέω
εγχέει	=	εγχέω
εγχέεις	=	εγχέω
εγχέεσαι	=	εγχέω
εγχέεσθε	=	εγχέω
εγχέεστε	=	εγχέω
εγχέεται	=	εγχέω
εγχέετε	=	εγχέω
εγχέομαι	=	εγχέω
εγχέομε	=	εγχέω
εγχέονται	=	εγχέω
εγχέονταν	=	εγχέω
εγχέοντας	=	εγχέω
εγχέουμε	=	εγχέω
εγχέω	verb	χύνω (μέσα σε κάτι)
εγχαράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχάραγμα
εγχαράγματος	noun	γενική ενικού του εγχάραγμα
εγχαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξαν	=	εγχαράσσω
εγχαράξανε	=	εγχαράσσω
εγχαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχάραξη
εγχαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξεων	noun	γενική πληθυντικού του εγχάραξη
εγχαράξεως	noun|formal	γενική ενικού του εγχάραξη
εγχαράξου	=	εγχαράσσω
εγχαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράσσαμε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσαν	=	εγχαράσσω
εγχαράσσανε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσατε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσει	=	εγχαράσσω
εγχαράσσεις	=	εγχαράσσω
εγχαράσσεσαι	=	εγχαράσσω
εγχαράσσεστε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσεται	=	εγχαράσσω
εγχαράσσετε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγχαράσσω
εγχαράσσονται	=	εγχαράσσω
εγχαράσσονταν	=	εγχαράσσω
εγχαράσσοντας	=	εγχαράσσω
εγχαράσσουμε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσουν	=	εγχαράσσω
εγχαράσσουνε	=	εγχαράσσω
εγχαράσσω	verb|formal	χαράζω με κάτι αιχμηρό σε μια σκληρή επιφάνεια
εγχαράχθηκα	=	εγχαράσσω
εγχαράχτηκα	=	εγχαράσσω
εγχαράχτηκαν	=	εγχαράσσω
εγχαράχτηκε	=	εγχαράσσω
εγχαράχτηκες	=	εγχαράσσω
εγχαραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εγχάραγμα
εγχαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχαραγμένο
εγχαραγμένε	verb	κλητική ενικού του εγχαραγμένος
εγχαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχαραγμένη
εγχαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγχαραγμένος
εγχαραγμένης	verb	γενική ενικού του εγχαραγμένη
εγχαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εγχαραγμένος
εγχαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχαραγμένος
εγχαραγμένος	=	εγχαράσσω
εγχαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγχαραγμένος
εγχαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγχαραγμένος
εγχαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγχαραγμένος
εγχαρασσόμασταν	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόμαστε	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόμενος	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόμουν	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόμουνα	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόντουσαν	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόσασταν	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόσαστε	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόσουν	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόσουνα	=	εγχαράσσω
εγχαρασσόταν	=	εγχαράσσω
εγχαρασσότανε	=	εγχαράσσω
εγχαραχτήκαμε	=	εγχαράσσω
εγχαραχτήκαν	=	εγχαράσσω
εγχαραχτήκανε	=	εγχαράσσω
εγχαραχτήκατε	=	εγχαράσσω
εγχαραχτεί	=	εγχαράσσω
εγχαραχτείτε	=	εγχαράσσω
εγχείρημα	noun	δύσκολη ενέργεια, ριψοκίνδυνη προσπάθεια, επιχείρηση, τόλμημα, απόπειρα
εγχείρησα	=	εγχειρώ
εγχείρηση	noun	χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα
εγχείρησης	noun	γενική ενικού του εγχείρηση
εγχείριζα	=	εγχειρίζω
εγχείριζαν	=	εγχειρίζω
εγχείριζε	=	εγχειρίζω
εγχείριζες	=	εγχειρίζω
εγχείρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχείρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχείρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχείρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχείριση	noun	άλλη γραφή του εγχείρηση
εγχείρισης	noun	γενική ενικού του εγχείριση
εγχειρήθηκα	=	εγχειρώ
εγχειρήθηκαν	=	εγχειρώ
εγχειρήθηκε	=	εγχειρώ
εγχειρήθηκες	=	εγχειρώ
εγχειρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχείρημα
εγχειρήματος	noun	γενική ενικού του εγχείρημα
εγχειρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχείρηση
εγχειρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγχείρηση
εγχειρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγχείρηση
εγχειρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρήσιμο
εγχειρήσιμε	adj	κλητική ενικού του εγχειρήσιμος
εγχειρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρήσιμη
εγχειρήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγχειρήσιμος
εγχειρήσιμης	adj	γενική ενικού του εγχειρήσιμη
εγχειρήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εγχειρήσιμος
εγχειρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχειρήσιμος
εγχειρήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να χειρουργηθεί
εγχειρήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγχειρήσιμος
εγχειρήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγχειρήσιμος
εγχειρήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγχειρήσιμος
εγχειρήσου	=	εγχειρώ
εγχειρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
εγχειρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρίδιο
εγχειρίδιο	noun	δίκοπο μαχαίρι που χρησιμοποιείται ως όπλο, στιλέτο
εγχειρίδιου	=	εγχειρίδιο
εγχειρίζαμε	=	εγχειρίζω
εγχειρίζαν	=	εγχειρίζω
εγχειρίζανε	=	εγχειρίζω
εγχειρίζατε	=	εγχειρίζω
εγχειρίζει	=	εγχειρίζω
εγχειρίζεις	=	εγχειρίζω
εγχειρίζετε	=	εγχειρίζω
εγχειρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίζοντας	=	εγχειρίζω
εγχειρίζουμε	=	εγχειρίζω
εγχειρίζουν	=	εγχειρίζω
εγχειρίζουνε	=	εγχειρίζω
εγχειρίζω	verb	δίνω κάτι στα χέρια κάποιου
εγχειρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίσαν	=	εγχειρίζω
εγχειρίσανε	=	εγχειρίζω
εγχειρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχείριση
εγχειρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγχείριση
εγχειρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγχείριση
εγχειρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
εγχειρείσαι	=	εγχειρώ
εγχειρείστε	=	εγχειρώ
εγχειρείται	=	εγχειρώ
εγχειρηθήκαμε	=	εγχειρώ
εγχειρηθήκαν	=	εγχειρώ
εγχειρηθήκανε	=	εγχειρώ
εγχειρηθήκατε	=	εγχειρώ
εγχειρηθεί	=	εγχειρώ
εγχειρηθείτε	=	εγχειρώ
εγχειρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εγχείρημα
εγχειρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρημένο
εγχειρημένε	verb	κλητική ενικού του εγχειρημένος
εγχειρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρημένη
εγχειρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγχειρημένος
εγχειρημένης	verb	γενική ενικού του εγχειρημένη
εγχειρημένο	verb	αιτιατική ενικού του εγχειρημένος
εγχειρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχειρημένος
εγχειρημένος	=	εγχειρώ
εγχειρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εγχειρημένος
εγχειρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εγχειρημένος
εγχειρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εγχειρημένος
εγχειρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρηματικό
εγχειρηματικέ	adj	κλητική ενικού του εγχειρηματικός
εγχειρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρηματική
εγχειρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγχειρηματικός
εγχειρηματικής	adj	γενική ενικού του εγχειρηματική
εγχειρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχειρηματικός
εγχειρηματικού	adj	γενική ενικού του εγχειρηματικός
εγχειρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγχειρηματικός
εγχειρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του εγχειρηματικός
εγχειρηματικός	adj	ο σχετικός με εγχείρημα
εγχειρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του εγχειρηματικός
εγχειρηματοποίηση	noun|formal	η μετατροπή σε όρους χρήσιμους σε εγχείρημα, με λειτουργική χρήση, μετρήσιμους
εγχειρηματοποίησης	noun	γενική ενικού του εγχειρηματοποίηση
εγχειρηματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρηματοποίηση
εγχειρηματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εγχειρηματοποίηση
εγχειρηματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εγχειρηματοποίηση
εγχειρησούλα	noun	υποκοριστικό του εγχείρηση
εγχειρησούλας	noun	γενική ενικού του εγχειρησούλα
εγχειρησούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρησούλα
εγχειρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρητικό	adv	με εγχειρητικό τρόπο
εγχειρητικέ	adj	κλητική ενικού του εγχειρητικός
εγχειρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγχειρητική
εγχειρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγχειρητικός
εγχειρητικής	adj	γενική ενικού του εγχειρητική
εγχειρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχειρητικός
εγχειρητικού	adj	γενική ενικού του εγχειρητικός
εγχειρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγχειρητικός
εγχειρητικό	adj	αιτιατική ενικού του εγχειρητικός
εγχειρητικός	adj	σχετικός με την εγχείρηση
εγχειρητικών	adj	γενική πληθυντικού του εγχειρητικός
εγχειριδίου	noun	γενική ενικού του εγχειρίδιο
εγχειριδίων	noun	γενική πληθυντικού του εγχειρίδιο
εγχειρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εγχειρώ
εγχειρούμασταν	=	εγχειρώ
εγχειρούμαστε	=	εγχειρώ
εγχειρούμουν	=	εγχειρώ
εγχειρούνται	=	εγχειρώ
εγχειρούνταν	=	εγχειρώ
εγχειρούσασταν	=	εγχειρώ
εγχειρούσαστε	=	εγχειρώ
εγχειρούσουν	=	εγχειρώ
εγχειρώ	verb|formal	εγχειρίζω
εγχειρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εγχειρώ
εγχεόμασταν	=	εγχέω
εγχεόμαστε	=	εγχέω
εγχεόμενα	=	εγχεόμενος
εγχεόμενε	=	εγχεόμενος
εγχεόμενες	=	εγχεόμενος
εγχεόμενη	=	εγχεόμενος
εγχεόμενης	=	εγχεόμενος
εγχεόμενο	=	εγχεόμενος
εγχεόμενοι	=	εγχεόμενος
εγχεόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εγχέω
εγχεόμενου	=	εγχεόμενος
εγχεόμενους	=	εγχεόμενος
εγχεόμενων	=	εγχεόμενος
εγχεόσασταν	=	εγχέω
εγχεόσαστε	=	εγχέω
εγχρήματα	=	εγχρήματος
εγχρήματε	=	εγχρήματος
εγχρήματες	=	εγχρήματος
εγχρήματη	=	εγχρήματος
εγχρήματης	=	εγχρήματος
εγχρήματο	=	εγχρήματος
εγχρήματοι	=	εγχρήματος
εγχρήματος	adj	που έχει να κάνει με χρήματα
εγχρήματου	=	εγχρήματος
εγχρήματους	=	εγχρήματος
εγχρήματων	=	εγχρήματος
εγχρώμων	adj	γενική πληθυντικού του έγχρωμος
εγχυθήκαμε	=	εγχέω
εγχυθήκαν	=	εγχέω
εγχυθήκανε	=	εγχέω
εγχυθήκατε	=	εγχέω
εγχυθεί	=	εγχέω
εγχυθείς	=	εγχέω
εγχυθείτε	=	εγχέω
εγχυθούμε	=	εγχέω
εγχυθούν	=	εγχέω
εγχυθούνε	=	εγχέω
εγχυθώ	=	εγχέω
εγχυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έγχυμα
εγχυμένος	=	εγχύνω
εγχυματόζωα	=	εγχυματόζωο
εγχυματόζωο	noun	μονοκύτταροι οργανισμοί που μελέτησε ο Antonie van Leeuwenhoek (Λέεβενχουκ)
εγχυματόζωου	=	εγχυματόζωο
εγχυματόζωων	=	εγχυματόζωο
εγχυνόμασταν	=	εγχύνω
εγχυνόμαστε	=	εγχύνω
εγχυνόμουν	=	εγχύνω
εγχυνόμουνα	=	εγχύνω
εγχυνόντουσαν	=	εγχύνω
εγχυνόσασταν	=	εγχύνω
εγχυνόσαστε	=	εγχύνω
εγχυνόσουν	=	εγχύνω
εγχυνόσουνα	=	εγχύνω
εγχυνόταν	=	εγχύνω
εγχυνότανε	=	εγχύνω
εγχυτήρα	=	εγχυτήρας
εγχυτήρας	noun	μηχανισμός έγχυσης ή εισαγωγής υλικού
εγχυτήρες	=	εγχυτήρας
εγχυτήρων	=	εγχυτήρας
εγχυτρισμέ	noun	κλητική ενικού του εγχυτρισμός
εγχυτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγχυτρισμός
εγχυτρισμού	noun	γενική ενικού του εγχυτρισμός
εγχυτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγχυτρισμός
εγχυτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγχυτρισμός
εγχυτρισμός	noun	ταφή (συνήθως παιδιού) μέσα σε αγγείο
εγχυτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγχυτρισμός
εγχόρδου	=	έγχορδο
εγχόρδων	=	έγχορδο
εγχύθηκα	=	εγχέω
εγχύθηκαν	=	εγχέω
εγχύθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του εγχέω
εγχύθηκες	=	εγχέω
εγχύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγχυμα
εγχύματος	noun	γενική ενικού του έγχυμα
εγχύναμε	=	εγχύνω
εγχύναν	=	εγχύνω
εγχύνανε	=	εγχύνω
εγχύνατε	=	εγχύνω
εγχύνει	=	εγχύνω
εγχύνεις	=	εγχύνω
εγχύνεσαι	=	εγχύνω
εγχύνεστε	=	εγχύνω
εγχύνεται	=	εγχύνω
εγχύνετε	=	εγχύνω
εγχύνομαι	=	εγχύνω
εγχύνομε	=	εγχύνω
εγχύνονται	=	εγχύνω
εγχύνονταν	=	εγχύνω
εγχύνοντας	=	εγχύνω
εγχύνουμε	=	εγχύνω
εγχύνουν	=	εγχύνω
εγχύνουνε	=	εγχύνω
εγχύνω	verb|rare	άλλη μορφή του εγχέω
εγχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσαν	=	εγχέω
εγχύσανε	=	εγχέω
εγχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έγχυση
εγχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσεων	=	έγχυση
εγχύσομε	=	εγχέω
εγχύσου	=	εγχέω
εγχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσουνε	=	εγχύνω
εγχύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εγχέω
εγχώρια	=	εγχώριος
εγχώριας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του εγχώριος
εγχώριε	=	εγχώριος
εγχώριες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του εγχώριος
εγχώριο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εγχώριος
εγχώριοι	=	εγχώριος
εγχώριος	adj	που προέρχεται από την ίδια τη χώρα στην οποία εμφανίζεται και όχι από το εξωτερικό
εγχώριου	=	εγχώριος
εγχώριους	=	εγχώριος
εγχώριων	=	εγχώριος
εγωίσταρε	=	εγωίσταρος
εγωίσταρο	=	εγωίσταρος
εγωίσταροι	=	εγωίσταρος
εγωίσταρος	noun	μεγάλος εγωιστής
εγωίσταρου	=	εγωίσταρος
εγωίσταρους	=	εγωίσταρος
εγωίσταρων	=	εγωίσταρος
εγωίστρια	noun	θηλυκό του εγωιστής
εγωίστριας	noun	γενική ενικού του εγωίστρια
εγωίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωίστρια
εγωισμέ	noun	κλητική ενικού του εγωισμός
εγωισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγωισμός
εγωισμού	noun	γενική ενικού του εγωισμός
εγωισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγωισμός
εγωισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγωισμός
εγωισμός	noun	υπερβολική αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του με ταυτόχρονη τάση να υποβάλει το συμφέρον των άλλων στο δικό του
εγωισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγωισμός
εγωιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωιστής
εγωιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγωιστής
εγωιστής	noun	που χαρακτηρίζεται από εγωισμό
εγωισταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγωισταράς
εγωισταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωισταράς
εγωισταράδων	noun	γενική πληθυντικού του εγωισταράς
εγωισταράς	noun	ένας πολύ μεγάλος εγωιστής
εγωισταρού	noun	η εγωίστρια
εγωισταρούδες	=	εγωισταρού
εγωισταρούδων	=	εγωισταρού
εγωισταρούς	=	εγωισταρού
εγωιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωιστικό	adv	με εγωιστικό τρόπο
εγωιστικέ	adj	κλητική ενικού του εγωιστικός
εγωιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωιστική
εγωιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγωιστικός
εγωιστικής	adj	γενική ενικού του εγωιστική
εγωιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγωιστικός
εγωιστικού	adj	γενική ενικού του εγωιστικός
εγωιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγωιστικός
εγωιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εγωιστικός
εγωιστικός	adj	που αναφέρεται στον εγωισμό ή χαρακτηρίζει τον εγωιστή
εγωιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εγωιστικός
εγωιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εγωίστρια
εγωιστών	noun	γενική πληθυντικού του εγωιστής
εγωκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εγωκεντρικός	adv	με εγωκεντρικό τρόπο
εγωκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του εγωκεντρικός
εγωκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωκεντρική
εγωκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγωκεντρικός
εγωκεντρικής	adj	γενική ενικού του εγωκεντρική
εγωκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγωκεντρικός
εγωκεντρικοτήτων	=	εγωκεντρικότητα
εγωκεντρικού	adj	γενική ενικού του εγωκεντρικός
εγωκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εγωκεντρικός
εγωκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του εγωκεντρικός
εγωκεντρικός	adj	που θεωρεί ότι είναι το κέντρο του κόσμου, ότι όλα περιστρεφονται γύρω από αυτόν
εγωκεντρικότητα	noun|formal	ταυτόσημο με το εγωκεντρισμός
εγωκεντρικότητας	=	εγωκεντρικότητα
εγωκεντρικότητες	=	εγωκεντρικότητα
εγωκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του εγωκεντρικός
εγωκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του εγωκεντρισμός
εγωκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγωκεντρισμός
εγωκεντρισμού	noun	γενική ενικού του εγωκεντρισμός
εγωκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγωκεντρισμός
εγωκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγωκεντρισμός
εγωκεντρισμός	noun	η ψυχοπαθολογική τάση του ατόμου να ανάγει τα πάντα στον εαυτό του
εγωκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγωκεντρισμός
εγωλάτρες	=	εγωλάτρης
εγωλάτρη	=	εγωλάτρης
εγωλάτρης	noun	ο εγωπαθής, ο υπερβολικά εγωιστής
εγωλάτρι	=	εγωλάτρης
εγωλάτριδα	=	εγωλάτρης
εγωλάτριδας	=	εγωλάτρης
εγωλάτριδες	=	εγωλάτρης
εγωλάτριδος	=	εγωλάτρης
εγωλάτριδων	=	εγωλάτρης
εγωλάτρις	=	εγωλάτρης
εγωλάτρισσας	noun	γενική ενικού του εγωλάτρισσα
εγωλάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωλάτρισσα
εγωλατρία	noun	η λατρεία του εγώ, η εγωπάθεια
εγωλατρίας	noun	γενική ενικού του εγωλατρία
εγωλατρίδων	=	εγωλάτρης
εγωλατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωλατρία
εγωλατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του εγωλάτρισσα
εγωλατριών	noun	γενική πληθυντικού του εγωλατρία
εγωλατρών	=	εγωλάτρης
εγωμανής	adj|rare	το να έχει κάποιος εγωμανία, να είναι εγωπαθής
εγωμανία	noun|rare	το να έχει κάποιος μανία με το εαυτό του, η εγωπάθεια
εγωμανίας	noun	γενική ενικού του εγωμανία
εγωμανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωμανία
εγωμανιών	noun	γενική πληθυντικού του εγωμανία
εγωπάθεια	noun	το να είναι κάποιος εγωπαθής, η ιδιότητα του εγωπαθούς
εγωπάθειας	noun	γενική ενικού του εγωπάθεια
εγωπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωπάθεια
εγωπαθές	=	εγωπαθής
εγωπαθή	=	εγωπαθής
εγωπαθής	adj|formal	παθολογικά φίλαυτος και εγωιστής
εγωπαθείς	=	εγωπαθής
εγωπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του εγωπάθεια
εγωπαθούς	=	εγωπαθής
εγωπαθών	=	εγωπαθής
εγωπαθώς	adv	με εγωπαθή τρόπο
εγωτίστρια	noun	θηλυκό του εγωτιστής
εγωτίστριας	noun	γενική ενικού του εγωτίστρια
εγωτίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωτίστρια
εγωτικός	adj|rare	που αναφέρονται στο εγώ, στη ατομικότητα με την πιο στενή έννοια· εγωιστικός
εγωτισμέ	noun	κλητική ενικού του εγωτισμός
εγωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εγωτισμός
εγωτισμού	noun	γενική ενικού του εγωτισμός
εγωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εγωτισμός
εγωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εγωτισμός
εγωτισμός	noun	τάση ανάπτυξης, ανάδειξης και προβολής της ατομικότητας (με προσπάθεια ηθικής ή άλλης τελειοποίησης)
εγωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εγωτισμός
εγωτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εγωτιστής
εγωτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εγωτιστής
εγωτιστής	noun	οπαδός του εγωτισμού
εγωτιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εγωτίστρια
εγωτιστών	noun	γενική πληθυντικού του εγωτιστής
εγώ	pron	εκφράζει το πρόσωπο το οποίο μιλά	noun	ο εαυτός μου, το είναι μου, η συνείδησή μου
εδ	abbrev	Ένοπλες Δυνάμεις
εδά	adv	τώρα, εδώ και τώρα, αυτή τη στιγμή
εδάρη	verb|archaic	μονοτονική γραφή του ἐδάρη: δάρθηκε
εδάφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έδαφος
εδάφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδάφιο
εδάφιο	noun	η μικρότερη υποδιαίρεση μιας παραγράφου ενός κειμένου
εδάφιου	=	εδάφιο
εδάφους	noun	γενική ενικού του έδαφος
εδέησα	verb	μπόρεσα να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό
εδέησαν	=	δέω
εδέησε	=	δέω
εδέησες	=	δέω
εδέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έδεσμα
εδέσματος	noun	γενική ενικού του έδεσμα
εδίκτου	=	έδικτο
εδίκτων	=	έδικτο
εδα	abbrev	πρώην ελληνικό πολιτικό κόμμα της αριστεράς
εδαδπ	abbrev	εταιρεία που διαχειρίζεται τις απαιτήσεις από δάνεια ή άλλου είδους πιστώσεις στο όνομα πιστωτικών ιδρυμάτων
εδαε	abbrev	επιστημονικός και συνεργατικός φορέας που προωθεί την έρευνα, την ανάπτυξη και την ανταλλαγή εμπειρίας στον τομέα της ανοικτής και της εξ αποστάσεως μάθησης στην Ελλάδα
εδαφίου	noun	γενική ενικού του εδάφιο
εδαφίων	noun	γενική πληθυντικού του εδάφιο
εδαφιαία	adv	ως το έδαφος
εδαφιαίας	adj	γενική ενικού του εδαφιαία
εδαφιαίε	adj	εδαφιαίος, στην κλητική του ενικού
εδαφιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφιαία
εδαφιαίο	adj	εδαφιαίος, στην αιτιατική του ενικού
εδαφιαίοι	adj	εδαφιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
εδαφιαίος	adj	που φτάνει ως το έδαφος
εδαφιαίου	adj	γενική ενικού του εδαφιαίος
εδαφιαίους	adj	εδαφιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
εδαφιαίων	=	εδαφιαίος
εδαφιαίως	adv	ως το έδαφος
εδαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφικό	adv	από εδαφική άποψη
εδαφικέ	adj	κλητική ενικού του εδαφικός
εδαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφική
εδαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδαφικός
εδαφικής	adj	γενική ενικού του εδαφική
εδαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδαφικός
εδαφικοτήτων	=	εδαφικότητα
εδαφικού	adj	γενική ενικού του εδαφικός
εδαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδαφικός
εδαφικό	adj	αιτιατική ενικού του εδαφικός
εδαφικός	adj	που αναφέρεται στο έδαφος
εδαφικότητα	noun	η αντίληψη του χώρου στον οποίον ζουν κι επικοινωνούν άνθρωποι (ατομικά ή ως κοινωνικό σύνολο), ως έδαφος πάνω στο οποίο έχουν δικαιώματα χρήσης και ιδιοκτησίας και το οποίο υπερασπίζονται έναντι τρίτων (ισχύει και για ζώα)
εδαφικότητας	=	εδαφικότητα
εδαφικότητες	=	εδαφικότητα
εδαφικών	adj	γενική πληθυντικού του εδαφικός
εδαφοβελτιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοβελτιωτικό
εδαφοβελτιωτικέ	adj	κλητική ενικού του εδαφοβελτιωτικός
εδαφοβελτιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοβελτιωτική
εδαφοβελτιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδαφοβελτιωτικός
εδαφοβελτιωτικής	adj	γενική ενικού του εδαφοβελτιωτική
εδαφοβελτιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδαφοβελτιωτικός
εδαφοβελτιωτικού	adj	γενική ενικού του εδαφοβελτιωτικός
εδαφοβελτιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδαφοβελτιωτικός
εδαφοβελτιωτικό	noun	υλικό που βελτιώνει την ποιότητα του εδάφους
εδαφοβελτιωτικός	adj	που συμβάλλει στη βελτίωση (της ποιότητας) του εδάφους
εδαφοβελτιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εδαφοβελτιωτικός
εδαφογένεση	noun	μια σειρά από πολύπλοκες φυσικές διεργασίες που καταλήγουν στο σχηματισμό και τη διαμόρφωση του εδάφους
εδαφογένεσης	=	εδαφογένεση
εδαφογενέσεις	=	εδαφογένεση
εδαφογενέσεων	=	εδαφογένεση
εδαφοδυναμικές	=	εδαφοδυναμική
εδαφοδυναμική	noun	κλάδος της γεωτεχνικής μηχανικής που μελετά τις δυναμικές ιδιότητες των εδαφών και τη συμπεριφορά τους όταν δέχονται μεταβαλλόμενα φορτία —ιδίως σεισμικές διεγέρσεις— με στόχο την κατανόηση και την πρόβλεψη της απόκρισής τους
εδαφοδυναμικής	=	εδαφοδυναμική
εδαφοδυναμικών	=	εδαφοδυναμική
εδαφοκάλυψη	noun	οτιδήποτε (φυσικό ή τεχνητό) καλύπτει το έδαφος, την επιφάνεια της γης
εδαφοκάλυψης	noun	γενική ενικού του εδαφοκάλυψη
εδαφοκαλύψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοκάλυψη
εδαφοκαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του εδαφοκάλυψη
εδαφοκαλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του εδαφοκάλυψη
εδαφοκλιματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοκλιματικό
εδαφοκλιματικέ	adj	κλητική ενικού του εδαφοκλιματικός
εδαφοκλιματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοκλιματική
εδαφοκλιματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδαφοκλιματικός
εδαφοκλιματικής	adj	γενική ενικού του εδαφοκλιματική
εδαφοκλιματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδαφοκλιματικός
εδαφοκλιματικού	adj	γενική ενικού του εδαφοκλιματικός
εδαφοκλιματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδαφοκλιματικός
εδαφοκλιματικό	adj	αιτιατική ενικού του εδαφοκλιματικός
εδαφοκλιματικός	adj	που έχει σχέση με το έδαφος και το κλίμα μιας περιοχής
εδαφοκλιματικών	adj	γενική πληθυντικού του εδαφοκλιματικός
εδαφοκτησία	noun	η κτήση, η κατοχή μιας εδαφικής έκτασης
εδαφοκτησίας	noun	γενική ενικού του εδαφοκτησία
εδαφοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοκτησία
εδαφοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του εδαφοκτησία
εδαφολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που εξετάζει τη δημιουργία, τη σύσταση, τις φυσικές και χημικές ιδιότητες και τις μεταβολές του εδάφους στο φυσικό περιβάλλον
εδαφολογίας	noun	γενική ενικού του εδαφολογία
εδαφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφολογία
εδαφολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εδαφολογικός	adv	από εδαφολογική άποψη
εδαφολογικέ	adj	κλητική ενικού του εδαφολογικός
εδαφολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφολογική
εδαφολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδαφολογικός
εδαφολογικής	adj	γενική ενικού του εδαφολογική
εδαφολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδαφολογικός
εδαφολογικού	adj	γενική ενικού του εδαφολογικός
εδαφολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδαφολογικός
εδαφολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εδαφολογικός
εδαφολογικός	adj	που ανήκει ή σχετίζεται με την εδαφολογία
εδαφολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εδαφολογικός
εδαφολογικώς	adv|formal	από εδαφολογική άποψη
εδαφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εδαφολογία
εδαφολόγε	=	εδαφολόγος
εδαφολόγο	=	εδαφολόγος
εδαφολόγοι	=	εδαφολόγος
εδαφολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με τη μελέτη του εδάφους —της σύστασης, της γένεσης, των ιδιοτήτων και της εξέλιξής του— στο πλαίσιο της εδαφολογίας
εδαφολόγου	=	εδαφολόγος
εδαφολόγους	=	εδαφολόγος
εδαφολόγων	=	εδαφολόγος
εδαφομεταφερόμενα	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενε	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενες	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενη	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενης	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενο	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενοι	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενος	adj	που μεταφέρεται μέσα από το έδαφος, δια του εδάφους
εδαφομεταφερόμενου	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενους	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομεταφερόμενων	=	εδαφομεταφερόμενος
εδαφομηχανικά	=	εδαφομηχανικός
εδαφομηχανικέ	=	εδαφομηχανικός
εδαφομηχανικές	=	εδαφομηχανική
εδαφομηχανική	noun	η επιστήμη της οποίας αντικείμενο έρευνας και μελέτης είναι οι φυσικές ιδιότητες και οι τρόποι χρησιμοποίησης των εδαφών
εδαφομηχανικής	=	εδαφομηχανική
εδαφομηχανικοί	=	εδαφομηχανικός
εδαφομηχανικού	=	εδαφομηχανικός
εδαφομηχανικούς	=	εδαφομηχανικός
εδαφομηχανικό	=	εδαφομηχανικός
εδαφομηχανικός	noun	μηχανικός που ειδικεύεται στη μελέτη των μηχανικών ιδιοτήτων και της συμπεριφοράς του εδάφους, προκειμένου να αξιολογεί τη φέρουσα ικανότητα και τη σταθερότητά του για τη θεμελίωση και την κατασκευή τεχνικών έργων	adj	που έχει σχέση με την εδαφομηχανική ή αναφέρεται σʼ αυτή
εδαφομηχανικών	=	εδαφομηχανική
εδαφονομή	noun	παραχώρηση αγροτεμαχίου για καλλιέργεια με καταβολή ετήσιου ενοικίου
εδαφονόμιο	noun	μίσθωμα αγροτεμαχίου
εδαφονόμος	noun	ενοικιαστής αγροτεμαχίου
εδαφοποίηση	noun	φυσική διαδικασία επεξεργασίας της λυματολάσπης κατά την οποία αυτή διαστρώνεται ή ενσωματώνεται στο έδαφος και, με τη δράση μικροοργανισμών, αέρα και ηλιακής ακτινοβολίας, υφίσταται ξήρανση, αποδόμηση των οργανικών συστατικών και υγειονομική σταθεροποίηση
εδαφοποίησης	=	εδαφοποίηση
εδαφοποιήσεις	=	εδαφοποίηση
εδαφοποιήσεων	=	εδαφοποίηση
εδαφοτεχνικά	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικέ	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικές	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνική	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικής	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικοί	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικού	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικούς	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικό	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοτεχνικός	noun	ο εδαφομηχανικός	adj	ο εδαφομηχανικός
εδαφοτεχνικών	=	εδαφοτεχνικός
εδαφοϋδατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοϋδατικό
εδαφοϋδατικέ	adj	κλητική ενικού του εδαφοϋδατικός
εδαφοϋδατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδαφοϋδατική
εδαφοϋδατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδαφοϋδατικός
εδαφοϋδατικής	adj	γενική ενικού του εδαφοϋδατική
εδαφοϋδατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδαφοϋδατικός
εδαφοϋδατικού	adj	γενική ενικού του εδαφοϋδατικός
εδαφοϋδατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδαφοϋδατικός
εδαφοϋδατικό	adj	αιτιατική ενικού του εδαφοϋδατικός
εδαφοϋδατικός	adj	που αφορά το έδαφος και το υδάτινο δυναμικό ή αναφέρεται σ’ αυτά
εδαφοϋδατικών	adj	γενική πληθυντικού του εδαφοϋδατικός
εδαφωνυμίου	=	εδαφωνύμιο
εδαφωνυμίων	=	εδαφωνύμιο
εδαφωνύμια	=	εδαφωνύμιο
εδαφωνύμιο	noun	ονομασία περιοχής βάσει της μορφολογίας του εδάφους
εδαφωνύμιου	=	εδαφωνύμιο
εδαφωνύμιων	=	εδαφωνύμιο
εδαφόβια	=	εδαφόβιος
εδαφόβιας	=	εδαφόβιος
εδαφόβιε	=	εδαφόβιος
εδαφόβιες	=	εδαφόβιος
εδαφόβιο	=	εδαφόβιος
εδαφόβιοι	=	εδαφόβιος
εδαφόβιος	adj|formal	που ζει στο έδαφος
εδαφόβιου	=	εδαφόβιος
εδαφόβιους	=	εδαφόβιος
εδαφόβιων	=	εδαφόβιος
εδαφών	noun	γενική πληθυντικού του έδαφος
εδδ	abbrev	Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο: θεσμικό δίκτυο συνεργασίας μεταξύ δικαστικών και εισαγγελικών αρχών των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και τον συντονισμό σε υποθέσεις ποινικής δικαστικής συνδρομής
εδε	abbrev	διαδικασία που ακολουθείται στη δημόσια διοίκηση και το στρατό και περιλαμβάνει την ένορκη εξέταση υπαλλήλων
εδεήθη	=	δέω
εδεήθησαν	=	δέω
εδεκεί	adv	εκεί
εδεμ	abbrev	οργανισμός συλλογικής διαχείρισης στην Ελλάδα που εκπροσωπεί δημιουργούς και άλλους δικαιούχους μουσικών έργων, διαχειριζόμενος τα πνευματικά τους δικαιώματα και εισπράττοντας αμοιβές από τη δημόσια χρήση της μουσικής
εδεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδεμικό
εδεμικέ	adj	κλητική ενικού του εδεμικός
εδεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδεμική
εδεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδεμικός
εδεμικής	adj	γενική ενικού του εδεμική
εδεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδεμικός
εδεμικού	adj	γενική ενικού του εδεμικός
εδεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδεμικός
εδεμικό	adj	αιτιατική ενικού του εδεμικός
εδεμικός	adj	που έχει σχέση με την Εδέμ ή αναφέρται σ’ αυτή
εδεμικών	adj	γενική πληθυντικού του εδεμικός
εδεπά	adv	εδώ, εδώ κοντά
εδες	abbrev	ελληνική αντιστασιακή οργάνωση την περίοδο της κατοχής της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία
εδεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έδεσμα
εδεσματολογίου	=	εδεσματολόγιο
εδεσματολογίων	=	εδεσματολόγιο
εδεσματολόγια	=	εδεσματολόγιο
εδεσματολόγιο	noun|formal	μενού
εδεσματολόγιον	=	εδεσματολόγιο
εδεσματολόγιου	=	εδεσματολόγιο
εδεσματολόγιων	=	εδεσματολόγιο
εδεσσαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδεσσαϊκό
εδεσσαϊκέ	adj	κλητική ενικού του εδεσσαϊκός
εδεσσαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδεσσαϊκή
εδεσσαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδεσσαϊκός
εδεσσαϊκής	adj	γενική ενικού του εδεσσαϊκή
εδεσσαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδεσσαϊκός
εδεσσαϊκού	adj	γενική ενικού του εδεσσαϊκός
εδεσσαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδεσσαϊκός
εδεσσαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του εδεσσαϊκός
εδεσσαϊκός	adj	ο σχετικός με την Έδεσσα ή τους Εδεσσαίους
εδεσσαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του εδεσσαϊκός
εδετ	abbrev	Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας
εδευ	abbrev	εταιρεία η οποία διαχειρίζεται την έρευνα και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ελλάδα
εδηκ	abbrev	πρώην ελληνικό πολιτικό κόμμα
εδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδικό
εδικέ	adj	κλητική ενικού του εδικός
εδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδική
εδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδικός
εδικής	adj	γενική ενικού του εδική
εδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδικός
εδικού	adj	γενική ενικού του εδικός
εδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδικός
εδικό	adj	αιτιατική ενικού του εδικός
εδικός	adj	χαρακτηριστικός	pron	δικός, που ανήκει σε κάποιον
εδικών	adj	γενική πληθυντικού του εδικός
εδοσα	abbrev	Ένωση Δωρητών Οργάνων Σώματος Ανθρώπου
εδπ	abbrev	Επιτροπή Διαχείρισης Προγράμματος: συλλογικό διοικητικό όργανο που είναι αρμόδιο για τον συντονισμό, την εποπτεία και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την υλοποίηση και την ορθή λειτουργία ενός συγκεκριμένου προγράμματος
εδράζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εδράζω
εδράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εδράζω
εδράζω	=	εδράζομαι
εδράνου	noun	γενική ενικού του έδρανο
εδράνων	noun	γενική πληθυντικού του έδρανο
εδράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έδραση
εδράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του έδραση
εδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του έδραση
εδράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδράζω
εδραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδραίος
εδραίας	adj	γενική ενικού του εδραία
εδραίε	adj	εδραίος, στην κλητική του ενικού
εδραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδραία
εδραίο	adj	εδραίος, στην αιτιατική του ενικού
εδραίοι	adj	εδραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
εδραίος	adj	αυτός που είναι θεμελιωμένος, ο στερεός στο έδαφος που πατά
εδραίου	adj	γενική ενικού του εδραίος
εδραίους	adj	εδραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
εδραίωμα	noun|archaic	στήριγμα, στερέωμα
εδραίων	=	εδραίος
εδραίωνα	=	εδραιώνω
εδραίωναν	=	εδραιώνω
εδραίωνε	=	εδραιώνω
εδραίωνες	=	εδραιώνω
εδραίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραίωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος εδραιώνω, η απόκτηση στερεών βάσεων
εδραίωσης	noun	γενική ενικού του εδραίωση
εδραζόμουν	=	εδράζομαι
εδραιωθήκαμε	=	εδραιώνομαι
εδραιωθήκαν	=	εδραιώνομαι
εδραιωθήκανε	=	εδραιώνομαι
εδραιωθήκατε	=	εδραιώνομαι
εδραιωθεί	=	εδραιώνομαι
εδραιωθείτε	=	εδραιώνομαι
εδραιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εδραίωμα
εδραιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδραιωμένο
εδραιωμένε	verb	κλητική ενικού του εδραιωμένος
εδραιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδραιωμένη
εδραιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδραιωμένος
εδραιωμένης	verb	γενική ενικού του εδραιωμένη
εδραιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εδραιωμένος
εδραιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδραιωμένος
εδραιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εδραιώνω
εδραιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εδραιωμένος
εδραιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εδραιωμένος
εδραιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εδραιωμένος
εδραιωνόμασταν	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόμαστε	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόμουν	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόμουνα	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόντουσαν	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόσασταν	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόσαστε	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόσουν	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόσουνα	=	εδραιώνομαι
εδραιωνόταν	=	εδραιώνομαι
εδραιωνότανε	=	εδραιώνομαι
εδραιωτές	=	εδραιωτής
εδραιωτή	=	εδραιωτής
εδραιωτής	adj	στερεωτής, παγιωτής
εδραιωτριών	noun	γενική πληθυντικού του εδραιώτρια
εδραιωτών	=	εδραιωτής
εδραιώθηκα	=	εδραιώνομαι
εδραιώθηκαν	=	εδραιώνομαι
εδραιώθηκε	=	εδραιώνομαι
εδραιώθηκες	=	εδραιώνομαι
εδραιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδραίωμα
εδραιώματος	noun	γενική ενικού του εδραίωμα
εδραιώναμε	=	εδραιώνω
εδραιώναν	=	εδραιώνω
εδραιώνανε	=	εδραιώνω
εδραιώνατε	=	εδραιώνω
εδραιώνει	=	εδραιώνω
εδραιώνεις	=	εδραιώνω
εδραιώνεσαι	=	εδραιώνομαι
εδραιώνεστε	=	εδραιώνομαι
εδραιώνεται	=	εδραιώνομαι
εδραιώνετε	=	εδραιώνω
εδραιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εδραιώνω
εδραιώνονται	=	εδραιώνομαι
εδραιώνονταν	=	εδραιώνομαι
εδραιώνοντας	=	εδραιώνω
εδραιώνου	=	εδραιώνομαι
εδραιώνουμε	=	εδραιώνω
εδραιώνουν	=	εδραιώνω
εδραιώνουνε	=	εδραιώνω
εδραιώνω	verb	δίνω σε κάτι σταθερές βάσεις, κάνω κάτι σταθερό, σίγουρο, το στερεώνω, το σταθεροποιώ
εδραιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώσαν	=	εδραιώνω
εδραιώσανε	=	εδραιώνω
εδραιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδραίωση
εδραιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εδραίωση
εδραιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εδραίωση
εδραιώσου	=	εδραιώνομαι
εδραιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εδραιώνω
εδραιώτρια	adj	παγιώτρια, στερεώτρια
εδραιώτριας	noun	γενική ενικού του εδραιώτρια
εδραιώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδραιώτρια
εδρεύω	verb	έχω την έδρα μου κάπου, βρίσκομαι, έχω εγκατασταθεί κάπου
εδρικά	=	εδρικός
εδρικέ	=	εδρικός
εδρικές	=	εδρικός
εδρική	=	εδρικός
εδρικής	=	εδρικός
εδρικοί	=	εδρικός
εδρικού	=	εδρικός
εδρικούς	=	εδρικός
εδρικό	=	εδρικός
εδρικός	adj	που έχει σχέση με την έδρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
εδρικών	=	εδρικός
εδρών	noun	γενική πληθυντικού του έδρα
εδτ	abbrev|dated	Ελληνική Δημόσια Τηλεόραση.
εδτπ	abbrev	κατηγορία εξειδικευμένου προσωπικού των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων που παρέχει διοικητική και τεχνική υποστήριξη στη λειτουργία τους, συμβάλλοντας στην οργάνωση υπηρεσιών, την εξυπηρέτηση των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και την εύρυθμη διεξαγωγή εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων
εδυπ	abbrev	θεσμοθετημένο δίκτυο συνεργασίας ελληνικών δήμων και φορέων που αποσκοπεί στη βελτίωση της δημόσιας υγείας και της ποιότητας ζωής μέσω συντονισμένων δράσεων πρόληψης, αγωγής υγείας και υποστήριξης τοπικών κοινοτήτων
εδυτε	abbrev	Εθνικό Δίκτυο Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας Α.Ε.
εδωδά	adv|vulgar	ακριβώς εδώ
εδωδιμοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδωδιμοπωλείο
εδωδιμοπωλείο	noun|dated	μπακάλικο, παντοπωλείο
εδωδιμοπωλείου	noun	γενική ενικού του εδωδιμοπωλείο
εδωδιμοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του εδωδιμοπωλείο
εδωδιμοπωλών	=	εδωδιμοπώλης
εδωδιμοπώλες	=	εδωδιμοπώλης
εδωδιμοπώλη	=	εδωδιμοπώλης
εδωδιμοπώλης	noun|dated	που πουλάει εδώδιμα
εδωλίου	noun	γενική ενικού του εδώλιο
εδωλίων	noun	γενική πληθυντικού του εδώλιο
εδωνά	adv|vulgar	ακριβώς εδώ
εδώ	adv	σε αυτό το μέρος, στο σημείο που βρίσκομαι ή για το οποίο γίνεται λόγος
εδώδιμα	noun	τα τρόφιμα
εδώδιμε	adj	κλητική ενικού του εδώδιμος
εδώδιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδώδιμη
εδώδιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εδώδιμος
εδώδιμης	adj	γενική ενικού του εδώδιμη
εδώδιμο	=	εδώδιμος
εδώδιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εδώδιμος
εδώδιμος	adj	που τρώγεται
εδώδιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εδώδιμος
εδώδιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εδώδιμος
εδώδιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εδώδιμος
εδώθε	adv|vulgar	από δω, από την πλευρά που βρίσκεται εδώ
εδώλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εδώλιο
εδώλιο	noun	το κάθισμα
εδώλιου	=	εδώλιο
εε	abbrev	Ευρωπαϊκή Ένωση
εεαε	abbrev	εθνική ρυθμιστική αρχή που μεριμνά για την προστασία του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από τις επιπτώσεις των ακτινοβολιών —ιοντιζουσών και μη—, ασκώντας παράλληλα την εποπτεία για την τήρηση των κανόνων πυρηνικής ασφάλειας στη Ελλάδα
εεαμ	abbrev	η συνδικαλιστική πτέρυγα του ΕΑΜ
εεβς	abbrev	Επετηρίς / Επετηρίδα Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών
εεδα	abbrev	ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας, που λειτουργεί ως εθνικός θεσμός για την παρακολούθηση, προώθηση και προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, διατυπώνοντας γνώμες και προτάσεις προς τα δημόσια όργανα
εεδυε	abbrev	ελληνική κοινωνικοπολιτική οργάνωση με στόχο την προώθηση της ειρήνης, της διεθνούς συνεργασίας και του αφοπλισμού, μέσω δράσεων και παρεμβάσεων στη δημόσια ζωή
εεε	abbrev	Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα: κρατική κοινωνική παροχή που εξασφαλίζει ένα κατώτατο επίπεδο εισοδήματος σε άτομα ή νοικοκυριά με ανεπαρκείς πόρους
εεεεκ	abbrev	δευτεροβάθμιο σχολείο ειδικής αγωγής στην Ελλάδα, για επαγγελματική κατάρτιση ΑμεΑ
εεεκε	abbrev	επαγγελματικό σωματείο που εκπροσωπεί τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας (ΕΕΚ) στην Ελλάδα, προάγοντας τα εργασιακά τους συμφέροντα και συμβάλλοντας στη βελτίωση της ασφάλειας και της λειτουργίας της αεροναυτιλίας
εεκ	abbrev	ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας
εεκεδ	abbrev	επιτροπή, αρχικά υπό τον ΟΕΕΚ, αρμόδια για τον καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων αποφοίτων ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ και ΙΕΚ στην Ελλάδα
εεμ	abbrev	Ελληνική Εταιρεία Μεταμοσχεύσεων: επιστημονικό σωματείο που προάγει την έρευνα, την εκπαίδευση και τη συνεργασία των ειδικών στον τομέα των μεταμοσχεύσεων, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενημέρωση του κοινού για τη δωρεά οργάνων
εεπ	abbrev	Επιθεώρηση Εμπορικών Πλοίων: υπηρεσία του ελληνικού Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας με αντικείμενο την ασφάλεια των πάσης φύσεως εμπορικών πλοίων και ναυπηγημάτων
εες	abbrev	αρσενικό άκλιτο αρκτικόλεξο
εετ	abbrev	Ένωση Ελληνικών Τραπεζών
εεταα	abbrev	Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης: οργανισμός που υποστηρίζει τους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης στον σχεδιασμό και την υλοποίηση αναπτυξιακών και κοινωνικών προγραμμάτων, παρέχοντας τεχνική βοήθεια και διαχειριστικές υπηρεσίες
εετε	abbrev	Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος: επαγγελματικό και καλλιτεχνικό επιμελητήριο που εκπροσωπεί τους εικαστικούς δημιουργούς στην Ελλάδα και μεριμνά για την κατοχύρωση, προβολή και ανάπτυξη της εικαστικής δραστηριότητας
εεττ	abbrev	εθνική αρχή η οποία επιβλέπει τις τηλεπικοινωνίες και τα ταχυδρομεία στην Ελλάδα
εευ	abbrev	Ευρωπαϊκή Εθελοντική Υπηρεσία: πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επέτρεπε σε νέους να συμμετέχουν για ορισμένο διάστημα σε οργανωμένες δράσεις εθελοντισμού σε άλλη χώρα, με σκοπό την κοινωνική προσφορά και την απόκτηση εμπειριών και δεξιοτήτων
εεχ	abbrev	Εθνικός Εναέριος Χώρος: το τμήμα της ατμόσφαιρας πάνω από την επικράτεια ενός κράτους, στο οποίο αυτό ασκεί πλήρη κυριαρχία και ελέγχει την εναέρια κυκλοφορία
εζάν	noun	το κάλεσμα για προσευχή
εζες	abbrev	ευρωπαϊκός οργανισμός με σκοπό την προώθηση των ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών που τον αποτελούν
εζετιμίμπη	noun	δραστική ουσία που χρησιμοποιείται μόνη της ή σε συνδυασμό με στατίνη για να μειωθεί η κακή χοληστερίνη (LDL) όταν δεν ενδείκνυται η χορήγηση στατινών ή οι στατίνες δεν μειώνουν στα επιθυμητά επίπεδα την LDL χοληστερίνη
εζετιμίμπης	=	εζετιμίμπη
εηπκ	abbrev	Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς: ετήσιος πανευρωπαϊκός θεσμός πολιτιστικών δράσεων, κατά τον οποίο μνημεία και χώροι πολιτιστικής σημασίας ανοίγουν ή προβάλλονται στο κοινό μέσω εκδηλώσεων, με στόχο την ανάδειξη και ευαισθητοποίηση για την πολιτιστική κληρονομιά
εης	abbrev	Ελληνικοί Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι
εθίζαμε	=	εθίζω
εθίζαν	=	εθίζω
εθίζανε	=	εθίζω
εθίζατε	=	εθίζω
εθίζει	=	εθίζω
εθίζεις	=	εθίζω
εθίζεσαι	=	εθίζω
εθίζεστε	=	εθίζω
εθίζεται	=	εθίζω
εθίζετε	=	εθίζω
εθίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εθίζω
εθίζομε	=	εθίζω
εθίζονται	=	εθίζω
εθίζονταν	=	εθίζω
εθίζοντας	=	εθίζω
εθίζου	=	εθίζω
εθίζουμε	=	εθίζω
εθίζουν	=	εθίζω
εθίζουνε	=	εθίζω
εθίζω	verb	κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, συνήθως ακούσια και υποσυνείδητα
εθίμου	noun	γενική ενικού του έθιμο
εθίμων	noun	γενική πληθυντικού του έθιμο
εθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσαν	=	εθίζω
εθίσανε	=	εθίζω
εθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσομε	=	εθίζω
εθίσου	=	εθίζω
εθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθίσουνε	=	εθίζω
εθίστε	=	εθίζω
εθίστηκα	=	εθίζω
εθίστηκαν	=	εθίζω
εθίστηκε	=	εθίζω
εθίστηκες	=	εθίζω
εθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθίζω
εθααε	abbrev	Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης: ανεξάρτητη διοικητική αρχή της ελληνικής πολιτείας που εποπτεύει, αξιολογεί και πιστοποιεί την ποιότητα των πανεπιστημίων, συμβάλλοντας παράλληλα στη διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση
εθεάθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του θεώμαι
εθεγ	abbrev	Εθνικός Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας: μεγάλο ηλεκτρονικό σώμα νεοελληνικών κειμένων, οργανωμένο με γλωσσικά εργαλεία αναζήτησης και ανάλυσης, που χρησιμοποιείται για τη μελέτη της χρήσης, της συχνότητας και των συμφραζομένων των λέξεων
εθελοδουλία	noun|formal	το να είναι κάποιος εθελόδουλος, η συμπεριφορά ή η ιδιότητα του εθελόδουλου
εθελοδουλίας	noun	γενική ενικού του εθελοδουλία
εθελοδουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοδουλία
εθελοδουλεύω	verb|rare	είμαι ή γίνομαι εθελόδουλος
εθελοδουλιών	noun	γενική πληθυντικού του εθελοδουλία
εθελοθυσία	noun	η αυτοθυσία
εθελοθυσίας	noun	γενική ενικού του εθελοθυσία
εθελοθυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοθυσία
εθελοθυσιών	noun	γενική πληθυντικού του εθελοθυσία
εθελοκακία	noun	η ιδιότητα του εθελόκακου
εθελοκακίας	noun	γενική ενικού του εθελοκακία
εθελοκακίες	=	εθελοκακία
εθελοκακιών	noun	γενική πληθυντικού του εθελοκακία
εθελοντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοντής
εθελοντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εθελοντής
εθελοντής	noun	κάποιος που προσφέρει τις υπηρεσίες του, συνήθως για κάποιο κοινωφελή σκοπό
εθελοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοντικό	adv	με εθέλοντικό τρόπο
εθελοντικέ	adj	κλητική ενικού του εθελοντικός
εθελοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελοντική
εθελοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθελοντικός
εθελοντικής	adj	γενική ενικού του εθελοντική
εθελοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθελοντικός
εθελοντικού	adj	γενική ενικού του εθελοντικός
εθελοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθελοντικός
εθελοντικό	adj	αιτιατική ενικού του εθελοντικός
εθελοντικός	adj	που γίνεται με την ελεύθερη βούληση του ενδιαφερόμενου, που γίνεται από έναν εθελοντή
εθελοντικών	adj	γενική πληθυντικού του εθελοντικός
εθελοντικώς	adv	εθελοντικά
εθελοντισμέ	noun	κλητική ενικού του εθελοντισμός
εθελοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθελοντισμός
εθελοντισμού	noun	γενική ενικού του εθελοντισμός
εθελοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθελοντισμός
εθελοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθελοντισμός
εθελοντισμός	noun	η εθελούσια, άμισθη και χωρίς καταναγκασμούς παροχή υπηρεσιών σε διάφορους τομείς (πάσχοντες συνάνθρωποι, περιβαλλοντικές δράσεις κ.λπ.) και η εκπλήρωση κοινωφελών και ανιδιοτελών σκοπών
εθελοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθελοντισμός
εθελοντριών	noun	γενική πληθυντικού του εθελόντρια
εθελοντών	noun	γενική πληθυντικού του εθελοντής
εθελοτυφλία	noun	η ιδιότητα του εθελότυφλου, η στάση εκείνου που προτιμά να μη βλέπει και να μην αναγνωρίζει κάτι που είναι προφανέστατα αρνητικό, βλαβερό
εθελοτυφλίας	=	εθελοτυφλία
εθελοτυφλίες	=	εθελοτυφλία
εθελοτυφλιών	=	εθελοτυφλία
εθελοτυφλώ	verb	είμαι εθελότυφλος, αρνούμαι να δω και να αναγνωρίσω κάτι που είναι προφανέστατα αρνητικό, βλαβερό, που αρνούμαι να δω την πραγματικότητα
εθελουσίως	adv|formal	με τη θέληση κάποιου
εθελούσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εθελούσιος	adv	με τη θέληση κάποιου
εθελούσιας	=	εθελούσιος
εθελούσιε	=	εθελούσιος
εθελούσιες	=	εθελούσιος
εθελούσιο	=	εθελούσιος
εθελούσιοι	=	εθελούσιος
εθελούσιος	adj	που γίνεται θεληματικά
εθελούσιου	=	εθελούσιος
εθελούσιους	=	εθελούσιος
εθελούσιων	=	εθελούσιος
εθελόδουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελόδουλο
εθελόδουλε	adj	κλητική ενικού του εθελόδουλος
εθελόδουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελόδουλη
εθελόδουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθελόδουλος
εθελόδουλης	adj	γενική ενικού του εθελόδουλη
εθελόδουλο	adj	αιτιατική ενικού του εθελόδουλος
εθελόδουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθελόδουλος
εθελόδουλος	adj	που εκούσια ανέχεται τη δουλεία και την υποταγή
εθελόδουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εθελόδουλος
εθελόδουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθελόδουλος
εθελόδουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εθελόδουλος
εθελόκακα	=	εθελόκακος
εθελόκακε	=	εθελόκακος
εθελόκακες	=	εθελόκακος
εθελόκακη	=	εθελόκακος
εθελόκακης	=	εθελόκακος
εθελόκακο	=	εθελόκακος
εθελόκακοι	=	εθελόκακος
εθελόκακος	adj|formal	κακοθελητής
εθελόκακου	=	εθελόκακος
εθελόκακους	=	εθελόκακος
εθελόκακων	=	εθελόκακος
εθελόντρια	noun	εθελοντής
εθελόντριας	noun	γενική ενικού του εθελόντρια
εθελόντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθελόντρια
εθελότυφλα	=	εθελότυφλος
εθελότυφλε	=	εθελότυφλος
εθελότυφλες	=	εθελότυφλος
εθελότυφλη	=	εθελότυφλος
εθελότυφλης	=	εθελότυφλος
εθελότυφλο	=	εθελότυφλος
εθελότυφλοι	=	εθελότυφλος
εθελότυφλος	adj	που προτιμά να μη βλέπει και να μην αναγνωρίζει κάτι που είναι προφανέστατα αρνητικό, βλαβερό, που αρνείται να δει την πραγματικότητα
εθελότυφλου	=	εθελότυφλος
εθελότυφλους	=	εθελότυφλος
εθελότυφλων	=	εθελότυφλος
εθιαγε	abbrev	πρώην εθνικός φορέας της Ελλάδας, υπεύθυνος για την έρευνα σε όλους τους κλάδους της αγροτικής παραγωγής.
εθιζόμασταν	=	εθίζω
εθιζόμαστε	=	εθίζω
εθιζόμουν	=	εθίζω
εθιζόμουνα	=	εθίζω
εθιζόντουσαν	=	εθίζω
εθιζόσασταν	=	εθίζω
εθιζόσαστε	=	εθίζω
εθιζόσουν	=	εθίζω
εθιζόσουνα	=	εθίζω
εθιζόταν	=	εθίζω
εθιζότανε	=	εθίζω
εθιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιμικό
εθιμικέ	adj	κλητική ενικού του εθιμικός
εθιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιμική
εθιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθιμικός
εθιμικής	adj	γενική ενικού του εθιμική
εθιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθιμικός
εθιμικού	adj	γενική ενικού του εθιμικός
εθιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθιμικός
εθιμικό	adj	αιτιατική ενικού του εθιμικός
εθιμικός	adj	που αναφέρεται ή ανάγεται σε έθιμο
εθιμικών	adj	γενική πληθυντικού του εθιμικός
εθιμοτυπία	noun	το σύνολο των καθιερωμένων κανόνων κόσμιας συμπεριφοράς, και ειδικότερα αυτών που επικρατούν κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών
εθιμοτυπίας	noun	γενική ενικού του εθιμοτυπία
εθιμοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιμοτυπία
εθιμοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιμοτυπικό	adv	όπως ορίζει η εθιμοτυπία
εθιμοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιμοτυπική
εθιμοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικής	adj	γενική ενικού του εθιμοτυπική
εθιμοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικού	adj	γενική ενικού του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικός	adj	που έχει σχέση με την εθιμοτυπία, αναφέρεται σ' αυτή ή προβλέπεται από κανόνες που απορρέουν απ' αυτή
εθιμοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του εθιμοτυπικός
εθιμοτυπικώς	adv|formal	εθιμοτυπικά
εθιμοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του εθιμοτυπία
εθισμέ	noun	κλητική ενικού του εθισμός
εθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθισμένο
εθισμένε	verb	κλητική ενικού του εθισμένος
εθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθισμένη
εθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθισμένος
εθισμένης	verb	γενική ενικού του εθισμένη
εθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εθισμένος
εθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθισμένος
εθισμένος	verb	που έχει υποστεί εθισμό σε κάποια ουσία ή κάποια κατάσταση
εθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εθισμένος
εθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εθισμένος
εθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εθισμένος
εθισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθισμός
εθισμού	noun	γενική ενικού του εθισμός
εθισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθισμός
εθισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθισμός
εθισμός	noun	το αποτέλεσμα του εθίζω, το να αποκτάς μια συνήθεια απ' την οποία δεν θέλεις να απαλλαγείς
εθισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθισμός
εθιστήκαμε	=	εθίζω
εθιστήκαν	=	εθίζω
εθιστήκανε	=	εθίζω
εθιστήκατε	=	εθίζω
εθιστεί	=	εθίζω
εθιστείς	=	εθίζω
εθιστείτε	=	εθίζω
εθιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιστικό
εθιστικέ	adj	κλητική ενικού του εθιστικός
εθιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθιστική
εθιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθιστικός
εθιστικής	adj	γενική ενικού του εθιστική
εθιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εθιστικός
εθιστικού	adj	γενική ενικού του εθιστικός
εθιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθιστικός
εθιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εθιστικός
εθιστικός	adj	που προκαλεί εθισμό
εθιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εθιστικός
εθιστούμε	=	εθίζω
εθιστούν	=	εθίζω
εθιστούνε	=	εθίζω
εθιστώ	=	εθίζω
εθνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνάριο
εθνάριο	noun	ένα ασήμαντο μικρό έθνος
εθνάριου	noun	γενική ενικού του εθνάριο
εθνάριων	noun	γενική πληθυντικού του εθνάριο
εθνάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνάρχης
εθνάρχη	=	εθνάρχης
εθνάρχης	noun	ο αρχηγός κάποιου έθνους
εθνάρχισσα	noun	θηλυκό του εθνάρχης: η αρχηγός κάποιου έθνους
εθνάρχισσας	noun	γενική ενικού του εθνάρχισσα
εθνάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνάρχισσα
εθνίστρια	noun|rare	θηλυκό του εθνιστής
εθναποστόλου	noun	γενική ενικού του εθναπόστολος
εθναποστόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθναπόστολος
εθναποστόλων	noun	γενική πληθυντικού του εθναπόστολος
εθναπόστολε	noun	κλητική ενικού του εθναπόστολος
εθναπόστολο	noun	αιτιατική ενικού του εθναπόστολος
εθναπόστολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθναπόστολος
εθναπόστολος	noun	προσωνυμία του Αποστόλου Παύλου (και του Αποστόλου Πέτρου)
εθναπόστολου	=	εθναπόστολος
εθναπόστολους	=	εθναπόστολος
εθναπόστολων	=	εθναπόστολος
εθναρχία	noun|formal	το αξίωμα και η ηγεσία του εθνάρχη
εθναρχίας	noun	γενική ενικού του εθναρχία
εθναρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθναρχία
εθναρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθναρχικό
εθναρχικέ	adj	κλητική ενικού του εθναρχικός
εθναρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθναρχική
εθναρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθναρχικός
εθναρχικής	adj	γενική ενικού του εθναρχική
εθναρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθναρχικός
εθναρχικού	adj	γενική ενικού του εθναρχικός
εθναρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθναρχικός
εθναρχικό	adj	αιτιατική ενικού του εθναρχικός
εθναρχικός	adj	που έχει σχέση με τον εθνάρχη ή την εθναρχία ή αναφέρεται σ’ αυτά
εθναρχικών	adj	γενική πληθυντικού του εθναρχικός
εθναρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του εθνάρχισσα
εθναρχιών	noun	γενική πληθυντικού του εθναρχία
εθναρχών	=	εθνάρχης
εθνεγέρτες	=	εθνεγέρτης
εθνεγέρτη	=	εθνεγέρτης
εθνεγέρτης	noun	που παρακινεί ένα ή περισσότερα σκλαβωμένα έθνη σε εθνεγερσία, με σκοπό την αυτοκυριαρχία
εθνεγερσία	noun	ο ξεσηκωμός, η επανάσταση ενός έθνους με σκοπό την απελευθέρωσή του
εθνεγερσίας	noun	γενική ενικού του εθνεγερσία
εθνεγερσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνεγερσία
εθνεγερσιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνεγερσία
εθνεγερτήρια	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριας	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριε	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριες	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριο	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριοι	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριος	adj|formal	που έχει σχέση με εθνεγερσία ή αναφέρεται σʼ αυτή
εθνεγερτήριου	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριους	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτήριων	=	εθνεγερτήριος
εθνεγερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνεγερτικό
εθνεγερτικέ	adj	κλητική ενικού του εθνεγερτικός
εθνεγερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνεγερτική
εθνεγερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνεγερτικός
εθνεγερτικής	adj	γενική ενικού του εθνεγερτική
εθνεγερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνεγερτικός
εθνεγερτικού	adj	γενική ενικού του εθνεγερτικός
εθνεγερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνεγερτικός
εθνεγερτικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνεγερτικός
εθνεγερτικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην εθνεγερσία
εθνεγερτικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνεγερτικός
εθνεγερτών	=	εθνεγέρτης
εθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικό	adv	όσον αφορά το έθνος
εθνικέ	adj	κλητική ενικού του εθνικός
εθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνική
εθνική	noun	αθλητική ομάδα που εκπροσωπεί μία χώρα σε διεθνείς διοργανώσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνικός
εθνικής	adj	γενική ενικού του εθνική
εθνικίστρια	noun	θηλυκό του εθνικιστής
εθνικίστριας	noun	γενική ενικού του εθνικίστρια
εθνικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικίστρια
εθνικισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνικισμός
εθνικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνικισμός
εθνικισμού	noun	γενική ενικού του εθνικισμός
εθνικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνικισμός
εθνικισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνικισμός
εθνικισμός	noun	μια εθνοπολιτική ιδεολογία με κέντρο την ιδέα του έθνος που οδηγεί στην επιδίωξη συγκρότησης ανεξάρτητου κράτους
εθνικισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνικισμός
εθνικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικιστής
εθνικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εθνικιστής
εθνικιστής	noun	ο οπαδός του εθνικισμού
εθνικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικιστικό
εθνικιστικέ	adj	κλητική ενικού του εθνικιστικός
εθνικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικιστική
εθνικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνικιστικός
εθνικιστικής	adj	γενική ενικού του εθνικιστική
εθνικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνικιστικός
εθνικιστικού	adj	γενική ενικού του εθνικιστικός
εθνικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνικιστικός
εθνικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνικιστικός
εθνικιστικός	adj	σχετικός με τον εθνικισμό και τους εθνικιστές
εθνικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνικιστικός
εθνικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εθνικίστρια
εθνικιστών	noun	γενική πληθυντικού του εθνικιστής
εθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνικός
εθνικοαπελευθερωτικά	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικέ	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικές	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτική	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εθνικοαπελευθερωτική) του εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικοί	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικού	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικούς	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικό	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικοαπελευθερωτικός	adj	που στοχεύει στην απελευθέρωση ενός έθνους από την κυριαρχία από ξένο ζυγό
εθνικοαπελευθερωτικών	=	εθνικοαπελευθερωτικός
εθνικολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικολογιστικό
εθνικολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του εθνικολογιστικός
εθνικολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικολογιστική
εθνικολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνικολογιστικός
εθνικολογιστικής	adj	γενική ενικού του εθνικολογιστική
εθνικολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνικολογιστικός
εθνικολογιστικού	adj	γενική ενικού του εθνικολογιστικός
εθνικολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνικολογιστικός
εθνικολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνικολογιστικός
εθνικολογιστικός	adj	που έχει σχέση με τα οικονομικά ή λογιστικά ζητήματα ενός έθνους / κράτους ή αναφέρεται σ’ αυτά
εθνικολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνικολογιστικός
εθνικοπατριωτικά	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικέ	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικές	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτική	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εθνικοπατριωτική) του εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικοί	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικού	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικούς	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικό	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοπατριωτικός	adj	ο σχετικός με τον πατριωτισμό ενός έθνους
εθνικοπατριωτικών	=	εθνικοπατριωτικός
εθνικοποίει	=	εθνικοποιώ
εθνικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποίηση	noun	η απόκτηση από το κράτος (εν ονόματι του έθνους) της κυριότητας μιας ιδιωτικής επιχείρησης ή περιουσίας, ιδιαίτερα σε καίριους τομείς όπως είναι η ενέργεια και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές (κοιτάσματα πετρελαίου, ορυχεία κ.λπ)
εθνικοποίησης	noun	γενική ενικού του εθνικοποίηση
εθνικοποιήθηκα	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήθηκαν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήθηκε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήθηκες	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήσαν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήσανε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικοποίηση
εθνικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εθνικοποίηση
εθνικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εθνικοποίηση
εθνικοποιήσου	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εθνικοποιώ
εθνικοποιεί	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιείς	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιείσαι	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιείστε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιείται	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιείτε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιηθήκαμε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιηθήκαν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιηθήκανε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιηθήκατε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιηθεί	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιηθείτε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιημένος	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούμαι	verb	γίνομαι εθνικοποιημένος
εθνικοποιούμασταν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούμαστε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούμε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούμουν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούνε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούνται	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούνταν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσα	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσαμε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσαν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσανε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσασταν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσαστε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσατε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσε	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσες	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιούσουν	=	εθνικοποιώ
εθνικοποιώ	verb	μετατρέπω σε δημόσιο ένα ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο, επιχείρηση ή γενικότερα πηγή πλούτου
εθνικοποιώντας	=	εθνικοποιώ
εθνικοσοσιαλίστρια	noun	η οπαδός του εθνικοσοσιαλισμού
εθνικοσοσιαλίστριας	noun	γενική ενικού του εθνικοσοσιαλίστρια
εθνικοσοσιαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλίστρια
εθνικοσοσιαλισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνικοσοσιαλισμός
εθνικοσοσιαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλισμός
εθνικοσοσιαλισμού	noun	γενική ενικού του εθνικοσοσιαλισμός
εθνικοσοσιαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλισμός
εθνικοσοσιαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνικοσοσιαλισμός
εθνικοσοσιαλισμός	noun	πολιτική ιδεολογία και πρακτική με χαρακτηριστικά εθνικιστικά, αντιδημοκρατικά, ρατσιστικά και αντισημιτικά, που επιδιώκει την εγκαθίδρυση ολοκληρωτικού καθεστώτος
εθνικοσοσιαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλισμός
εθνικοσοσιαλιστές	=	εθνικοσοσιαλιστής
εθνικοσοσιαλιστή	=	εθνικοσοσιαλιστής
εθνικοσοσιαλιστής	noun	ναζί, οπαδός του εθνικοσοσιαλισμού
εθνικοσοσιαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εθνικοσοσιαλιστικός	adv	με εθνικοσοσιαλιστικό τρόπο
εθνικοσοσιαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλιστική
εθνικοσοσιαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστικής	adj	γενική ενικού του εθνικοσοσιαλιστική
εθνικοσοσιαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστικού	adj	γενική ενικού του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εθνικοσοσιαλισμό ή τους εθνικοσοσιαλιστές ή αναφέρεται σ' αυτά
εθνικοσοσιαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλιστικός
εθνικοσοσιαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εθνικοσοσιαλίστρια
εθνικοσοσιαλιστών	=	εθνικοσοσιαλιστής
εθνικοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του εθνικότητα
εθνικοτοπικά	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικέ	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικές	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπική	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εθνικοτοπική) του εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικοί	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικού	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικούς	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικό	=	εθνικοτοπικός
εθνικοτοπικός	adj	που έχει εθνικά και τοπικά χαρακτηριστικά
εθνικοτοπικών	=	εθνικοτοπικός
εθνικοφροσυνών	=	εθνικοφροσύνη
εθνικοφροσύνες	=	εθνικοφροσύνη
εθνικοφροσύνη	noun	η ιδιότητα, η στάση ή οι ιδέες του εθνικόφρονα
εθνικοφροσύνης	=	εθνικοφροσύνη
εθνικοφρόνων	=	εθνικόφρονας
εθνικού	adj	γενική ενικού του εθνικός
εθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνικός
εθνικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνικός
εθνικός	adj	που σχετίζεται με το έθνος
εθνικότητα	noun	η ιδιότητα του να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος· η υπαγωγή ατόμου σε εθνότητα
εθνικότητας	noun	γενική ενικού του εθνικότητα
εθνικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικότητα
εθνικόφρoν	=	εθνικόφρονας
εθνικόφρον	=	εθνικόφρονας
εθνικόφρονα	=	εθνικόφρονας
εθνικόφρονας	noun	άλλη γραφή του εθνικόφρων
εθνικόφρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνικόφρονας
εθνικόφρονος	=	εθνικόφρονας
εθνικόφρων	=	εθνικόφρονας
εθνικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνικός
εθνισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνισμός
εθνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνισμός
εθνισμού	noun	γενική ενικού του εθνισμός
εθνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνισμός
εθνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνισμός
εθνισμός	noun	ιδεολογική στάση που προωθεί την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης χωρίς να δείχνει περιφρόνηση απέναντι στην ιστορία και την ταυτότητα άλλων εθνών
εθνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνισμός
εθνιστής	noun|rare	πρόσωπο που αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξη, αυτοτέλεια και ιδιαιτερότητα του έθνους και προσανατολίζει ανάλογα τις ιδέες ή τη στάση του
εθνοαρχαιολογία	noun	επιστημονικός κλάδος ο οποίος πραγματοποιεί εθνογραφικές μελέτες για αρχαιολογικούς σκοπούς
εθνοαρχαιολογίας	=	εθνοαρχαιολογία
εθνοαρχαιολογίες	=	εθνοαρχαιολογία
εθνοαρχαιολογιών	=	εθνοαρχαιολογία
εθνοβόρα	=	εθνοβόρος
εθνοβόρας	=	εθνοβόρος
εθνοβόρε	=	εθνοβόρος
εθνοβόρες	=	εθνοβόρος
εθνοβόρο	=	εθνοβόρος
εθνοβόροι	=	εθνοβόρος
εθνοβόρος	adj	που είναι καταστροφικός για κάποιο έθνος
εθνοβόρου	=	εθνοβόρος
εθνοβόρους	=	εθνοβόρος
εθνοβόρων	=	εθνοβόρος
εθνογένεση	noun|formal	η ιστορική και κοινωνική διεργασία μέσω της οποίας μια ανθρώπινη ομάδα αποκτά κοινή ταυτότητα ως έθνος, μέσα από τη διαμόρφωση συνείδησης κοινής καταγωγής, πολιτισμού και ιστορικής μνήμης
εθνογένεσης	=	εθνογένεση
εθνογενέσεις	=	εθνογένεση
εθνογενέσεων	=	εθνογένεση
εθνογενετικά	=	εθνογενετικός
εθνογενετικέ	=	εθνογενετικός
εθνογενετικές	=	εθνογενετικός
εθνογενετική	=	εθνογενετικός
εθνογενετικής	=	εθνογενετικός
εθνογενετικοί	=	εθνογενετικός
εθνογενετικού	=	εθνογενετικός
εθνογενετικούς	=	εθνογενετικός
εθνογενετικό	=	εθνογενετικός
εθνογενετικός	adj|formal	που έχει σχέση με την εθνογένεση ή αναφέρεται σʼ αυτή
εθνογενετικών	=	εθνογενετικός
εθνογλωσσικά	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικέ	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικές	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσική	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικής	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικοί	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικού	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικούς	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικό	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσικός	adj	που αφορά ταυτόχρονα την εθνοτική ταυτότητα και τα γλωσσικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας, ιδίως ως προς τη μεταξύ τους σχέση και αλληλεπίδραση
εθνογλωσσικών	=	εθνογλωσσικός
εθνογλωσσολογία	noun	κλάδος της γλωσσολογίας που εξετάζει πώς η γλώσσα συνδέεται με την πολιτισμική ταυτότητα, τις κοινωνικές πρακτικές και την κοσμοαντίληψη μιας ανθρώπινης κοινότητας
εθνογλωσσολογίας	=	εθνογλωσσολογία
εθνογλωσσολογίες	=	εθνογλωσσολογία
εθνογλωσσολογικά	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικέ	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικές	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογική	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικής	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικοί	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικού	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικούς	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικό	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογικός	adj	που έχει σχέση με την εθνογλωσσολογία ή τον εθνογλωσσολόγο ή αναφέρεται σʼ αυτά
εθνογλωσσολογικών	=	εθνογλωσσολογικός
εθνογλωσσολογιών	=	εθνογλωσσολογία
εθνογλωσσολόγε	=	εθνογλωσσολόγος
εθνογλωσσολόγο	=	εθνογλωσσολόγος
εθνογλωσσολόγοι	=	εθνογλωσσολόγος
εθνογλωσσολόγος	noun	γλωσσολόγος με ειδίκευση στην εθνογλωσσολογία
εθνογλωσσολόγου	=	εθνογλωσσολόγος
εθνογλωσσολόγους	=	εθνογλωσσολόγος
εθνογλωσσολόγων	=	εθνογλωσσολόγος
εθνογράφε	noun	κλητική ενικού του εθνογράφος
εθνογράφο	noun	αιτιατική ενικού του εθνογράφος
εθνογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνογράφος
εθνογράφος	noun	που ασχολείται (επιστημονικά) με την εθνογραφία
εθνογράφου	noun	γενική ενικού του εθνογράφος
εθνογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνογράφος
εθνογράφων	noun	γενική πληθυντικού του εθνογράφος
εθνογραφία	noun	η μελέτη, καταγραφή, περιγραφή και αναλυτική προσέγγιση των βασικών στοιχείων του πολιτισμού και των κοινωνικών σχέσεων και φαινομένων που δημιουργούνται από τα μέλη μιας εθνοτικής ή άλλης κοινωνικής ομάδας
εθνογραφίας	noun	γενική ενικού του εθνογραφία
εθνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνογραφία
εθνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνογραφικό	adv	από εθνογραφική άποψη
εθνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του εθνογραφικός
εθνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνογραφική
εθνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνογραφικός
εθνογραφικής	adj	γενική ενικού του εθνογραφική
εθνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνογραφικός
εθνογραφικού	adj	γενική ενικού του εθνογραφικός
εθνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνογραφικός
εθνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνογραφικός
εθνογραφικός	adj	σχετικός με την επιστήμη της εθνογραφίας
εθνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνογραφικός
εθνογραφικώς	adv|dated	εθνογραφικά
εθνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνογραφία
εθνοκάθαρση	noun	η συστηματική προσπάθεια μετακίνησης, εκδίωξης, απέλασης ή εκτοπισμού, με βίαια και εκφοβιστικά μέσα και με τρόπο μαζικό, των μελών μιας εθνικής ομάδας ή μειονότητας από μια χώρα ή περιοχή, με σκοπό την επίτευξη εθνικής πληθυσμιακής ομοιογένειας
εθνοκάθαρσης	noun	γενική ενικού του εθνοκάθαρση
εθνοκάπηλε	=	εθνοκάπηλος
εθνοκάπηλο	=	εθνοκάπηλος
εθνοκάπηλοι	=	εθνοκάπηλος
εθνοκάπηλος	noun|formal	πρόσωπο που επικαλείται ή προβάλλει τα εθνικά ιδεώδη με προσχηματικό τρόπο, μετατρέποντάς τα σε μέσο ιδιοτελούς εκμετάλλευσης, πολιτικής ή κοινωνικής προβολής
εθνοκάπηλου	noun	γενική ενικού του εθνοκάπηλος
εθνοκάπηλους	=	εθνοκάπηλος
εθνοκάπηλων	=	εθνοκάπηλος
εθνοκαθάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοκάθαρση
εθνοκαθάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του εθνοκάθαρση
εθνοκαθάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του εθνοκάθαρση
εθνοκαπηλία	noun|formal	η ιδιότητα του εθνοκάπηλου
εθνοκαπηλίας	=	εθνοκαπηλία
εθνοκαπηλίες	=	εθνοκαπηλία
εθνοκαπηλεία	noun|formal	άλλη μορφή του εθνοκαπηλία
εθνοκαπηλείας	=	εθνοκαπηλεία
εθνοκαπηλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοκαπηλεία
εθνοκαπηλειών	=	εθνοκαπηλεία
εθνοκαπηλικά	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικέ	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικές	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλική	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικής	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικοί	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικού	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικούς	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικός	adj|formal	που έχει σχέση με εθνοκάπηλο ή εθνοκαπηλία ή αναφέρεται σʼ αυτά
εθνοκαπηλικών	=	εθνοκαπηλικός
εθνοκαπηλικώς	adv|archaic	με εθνοκαπηλικό τρόπο
εθνοκαπηλιών	=	εθνοκαπηλία
εθνοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοκεντρικό	adv	με εθνοκεντρικό τρόπο
εθνοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοκεντρική
εθνοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρικής	adj	γενική ενικού του εθνοκεντρική
εθνοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρικοτήτων	=	εθνοκεντρικότητα
εθνοκεντρικού	adj	γενική ενικού του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρικός	adj	που έχει σχέση με τον εθνοκεντρισμό, πηγάζει απ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εθνοκεντρικότητα	noun|formal	η τάση να θεωρείται το δικό μας έθνος ή πολιτισμικό σύστημα ως σημείο αναφοράς και μέτρο αξιολόγησης όλων των άλλων, συχνά με υποβάθμιση ή παρερμηνεία της διαφορετικότητας
εθνοκεντρικότητας	=	εθνοκεντρικότητα
εθνοκεντρικότητες	=	εθνοκεντρικότητα
εθνοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνοκεντρικός
εθνοκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνοκεντρισμός
εθνοκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοκεντρισμός
εθνοκεντρισμού	noun	γενική ενικού του εθνοκεντρισμός
εθνοκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνοκεντρισμός
εθνοκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνοκεντρισμός
εθνοκεντρισμός	noun	κοσμοθεώρηση που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντός της την έννοια του έθνους, που υποδηλώνει την άποψη πως κάποιος πολιτισμός ή κοινωνία ή ομάδα είναι εγγενώς ανώτερος από όλους τους άλλους
εθνοκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοκεντρισμός
εθνοκράτη	=	εθνοκράτος
εθνοκράτος	noun	το εθνικό κράτος, το κράτος που βασίζεται σε έθνος
εθνοκράτους	=	εθνοκράτος
εθνοκρατία	noun|rare	η επικράτηση του εθνικισμού ή σχετικού πολιτεύματος
εθνοκρατίας	noun	γενική ενικού του εθνοκρατία
εθνοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοκρατία
εθνοκρατισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνοκρατισμός
εθνοκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοκρατισμός
εθνοκρατισμού	noun	γενική ενικού του εθνοκρατισμός
εθνοκρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνοκρατισμός
εθνοκρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνοκρατισμός
εθνοκρατισμός	noun	ο κρατισμός (σε εθνικά πλαίσια)
εθνοκρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοκρατισμός
εθνοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοκρατία
εθνοκρατοκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνοκρατοκεντρισμός
εθνοκρατοκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοκρατοκεντρισμός
εθνοκρατοκεντρισμού	noun	γενική ενικού του εθνοκρατοκεντρισμός
εθνοκρατοκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνοκρατοκεντρισμός
εθνοκρατοκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνοκρατοκεντρισμός
εθνοκρατοκεντρισμός	noun	πολιτική θεωρία και πρακτική που έχει στο κέντρο της το εθνικό κράτος
εθνοκρατοκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοκρατοκεντρισμός
εθνοκρατών	=	εθνοκράτος
εθνοκτονία	noun|formal	σκόπιμη και συστηματική αποδόμηση μιας εθνικής ομάδας, κυρίως μέσω της εξάλειψης της πολιτισμικής της ταυτότητας και των δομών που τη συγκροτούν, ακόμη και χωρίς φυσική εξόντωση των μελών της
εθνοκτονίας	=	εθνοκτονία
εθνοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοκτονία
εθνοκτονιών	=	εθνοκτονία
εθνοκτόνα	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνας	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνε	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνες	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνο	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνοι	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνος	adj|formal	που έχει ολέθριο αποτέλεσμα για το έθνος
εθνοκτόνου	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνους	=	εθνοκτόνος
εθνοκτόνων	=	εθνοκτόνος
εθνολαϊκίστρια	noun	θηλυκό του εθνολαϊκιστής
εθνολαϊκίστριας	=	εθνολαϊκίστρια
εθνολαϊκίστριες	=	εθνολαϊκίστρια
εθνολαϊκισμέ	=	εθνολαϊκισμός
εθνολαϊκισμοί	=	εθνολαϊκισμός
εθνολαϊκισμού	=	εθνολαϊκισμός
εθνολαϊκισμούς	=	εθνολαϊκισμός
εθνολαϊκισμό	=	εθνολαϊκισμός
εθνολαϊκισμός	noun	πολιτική ιδεολογία που συνδυάζει στοιχεία εθνικισμού και λαϊκισμού, βασιζόμενη στην αντίθεση μεταξύ του έθνους-λαού και των πολιτικών ή οικονομικών ελίτ, καθώς και εξωτερικών απειλών
εθνολαϊκισμών	=	εθνολαϊκισμός
εθνολαϊκιστές	=	εθνολαϊκιστής
εθνολαϊκιστή	=	εθνολαϊκιστής
εθνολαϊκιστής	noun	ο υποστηρικτής του εθνολαϊκισμού
εθνολαϊκιστικά	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικέ	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικές	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστική	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικής	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικοί	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικού	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικούς	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικό	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστικός	adj	ο σχετικός με τον εθνολαϊκισμό ή τους εθνολαϊκιστές
εθνολαϊκιστικών	=	εθνολαϊκιστικός
εθνολαϊκιστριών	=	εθνολαϊκίστρια
εθνολαϊκιστών	=	εθνολαϊκιστής
εθνολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με την εξαγωγή συμπερασμάτων από εθνογραφικές παρατηρήσεις.
εθνολογίας	noun	γενική ενικού του εθνολογία
εθνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνολογία
εθνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνολογικό
εθνολογικέ	adj	κλητική ενικού του εθνολογικός
εθνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνολογική
εθνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνολογικός
εθνολογικής	adj	γενική ενικού του εθνολογική
εθνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνολογικός
εθνολογικού	adj	γενική ενικού του εθνολογικός
εθνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνολογικός
εθνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνολογικός
εθνολογικός	adj	που έχει σχέση με την εθνολογία ή τον εθνολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
εθνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνολογικός
εθνολογικώς	adv|dated	εθνολογικά
εθνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνολογία
εθνολόγε	=	εθνολόγος
εθνολόγο	=	εθνολόγος
εθνολόγοι	=	εθνολόγος
εθνολόγος	noun	που ειδικεύεται στην εθνολογία
εθνολόγου	=	εθνολόγος
εθνολόγους	=	εθνολόγος
εθνολόγων	=	εθνολόγος
εθνομάρτυρα	=	εθνομάρτυρας
εθνομάρτυρας	noun	αυτός που είχε μαρτυρικό θάνατο αγωνιζόμενος υπέρ του έθνους
εθνομάρτυρες	=	εθνομάρτυρας
εθνομάρτυρος	=	εθνομάρτυρας
εθνομαρτύρων	=	εθνομάρτυρας
εθνομεθοδολογία	noun	η μελέτη των μεθόδων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν
εθνομεθοδολογίας	noun	γενική ενικού του εθνομεθοδολογία
εθνομεθοδολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνομεθοδολογία
εθνομεθοδολογικά	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικέ	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικές	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογική	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικής	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικοί	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικού	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικούς	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικό	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογικός	adj	σχετικός με την εθνομεθοδολογία
εθνομεθοδολογικών	=	εθνομεθοδολογικός
εθνομεθοδολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνομεθοδολογία
εθνομηδενίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνομηδενίστρια
εθνομηδενισμέ	noun	κλητική ενικού του εθνομηδενισμός
εθνομηδενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνομηδενισμός
εθνομηδενισμού	noun	γενική ενικού του εθνομηδενισμός
εθνομηδενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνομηδενισμός
εθνομηδενισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνομηδενισμός
εθνομηδενισμός	noun	άρνηση ή υποτίμηση της αξίας ή της ύπαρξης του έθνους στο οποίο κάποιος ανήκει ή των εθνών γενικότερα, πεποίθηση ότι αυτό ή αυτά είναι τεχνητοί και ανεπιθύμητοι σχηματισμοί
εθνομηδενισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνομηδενισμός
εθνομηδενιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνομηδενιστής
εθνομηδενιστή	=	εθνομηδενιστής
εθνομηδενιστής	noun	αυτός που είναι ενάντιος σε κάποιο έθνος ή σε όλα τα έθνη
εθνομηδενιστικά	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικέ	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικές	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστική	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικής	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικοί	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικού	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικούς	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικό	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστικός	adj	ο σχετικός με τον εθνομηδενισμό ή τους εθνομηδενιστές
εθνομηδενιστικών	=	εθνομηδενιστικός
εθνομηδενιστών	=	εθνομηδενιστής
εθνομητέρα	noun	βουλευτίνα
εθνομητέρας	=	εθνομητέρα
εθνομητέρες	=	εθνομητέρα
εθνομητέρων	=	εθνομητέρα
εθνομουσικολογία	noun	επιστημονικό πεδίο που ασχολείται με τη μελέτη της λαϊκής μουσικής των λαών
εθνομουσικολογίας	noun	γενική ενικού του εθνομουσικολογία
εθνομουσικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνομουσικολογία
εθνομουσικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνομουσικολογικό
εθνομουσικολογικέ	adj	κλητική ενικού του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνομουσικολογική
εθνομουσικολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογικής	adj	γενική ενικού του εθνομουσικολογική
εθνομουσικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογικού	adj	γενική ενικού του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογικός	adj	που έχει σχέση με την εθνομουσικολογία ή τον εθνομουσικολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
εθνομουσικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνομουσικολογικός
εθνομουσικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνομουσικολογία
εθνομουσικολόγε	=	εθνομουσικολόγος
εθνομουσικολόγο	=	εθνομουσικολόγος
εθνομουσικολόγοι	=	εθνομουσικολόγος
εθνομουσικολόγος	noun	που ασχολείται με την εθνομουσικολογία
εθνομουσικολόγου	=	εθνομουσικολόγος
εθνομουσικολόγους	=	εθνομουσικολόγος
εθνομουσικολόγων	=	εθνομουσικολόγος
εθνοπατέρα	=	εθνοπατέρας
εθνοπατέρας	noun	ο πατέρας του έθνους· χαρακτηρισμός που αποδίδεται (συχνά με ειρωνική διάθεση) στους βουλευτές
εθνοπατέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοπατέρας
εθνοπατέρων	=	εθνοπατέρας
εθνοπατεράδες	=	εθνοπατέρας
εθνοπατεράδων	=	εθνοπατέρας
εθνοπολιτισμικός	adj|formal	που σχετίζεται με τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά μιας εθνικής ομάδας —όπως γλώσσα, έθιμα και ταυτότητα— ή με τις διαφοροποιήσεις που προκύπτουν μεταξύ τέτοιων ομάδων
εθνοπρεπές	=	εθνοπρεπής
εθνοπρεπή	=	εθνοπρεπής
εθνοπρεπής	adj	που ταιριάζει ή αρμόζει σε έθνος
εθνοπρεπείς	=	εθνοπρεπής
εθνοπρεπούς	=	εθνοπρεπής
εθνοπρεπών	=	εθνοπρεπής
εθνοπρεπώς	adv	με εθνοπρεπή τρόπο
εθνοπρόβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοπρόβλητο
εθνοπρόβλητε	adj	κλητική ενικού του εθνοπρόβλητος
εθνοπρόβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοπρόβλητη
εθνοπρόβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνοπρόβλητος
εθνοπρόβλητης	adj	γενική ενικού του εθνοπρόβλητη
εθνοπρόβλητο	adj	αιτιατική ενικού του εθνοπρόβλητος
εθνοπρόβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοπρόβλητος
εθνοπρόβλητος	adj	που προβάλλεται από το έθνος (ή / και καταλαμβάνει σημαντικό αξίωμα)
εθνοπρόβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εθνοπρόβλητος
εθνοπρόβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνοπρόβλητος
εθνοπρόβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εθνοπρόβλητος
εθνοσήμου	noun	γενική ενικού του εθνόσημο
εθνοσήμων	noun	γενική πληθυντικού του εθνόσημο
εθνοσυμβούλου	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσυμβούλους	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσυμβούλων	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσυνέλευση	noun	πολιτικό σώμα που αποτελείται από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του έθνους
εθνοσυνέλευσης	=	εθνοσυνέλευση
εθνοσυνελεύσεις	=	εθνοσυνέλευση
εθνοσυνελεύσεων	=	εθνοσυνέλευση
εθνοσωτήρα	=	εθνοσωτήρας
εθνοσωτήρας	noun	ο σωτήρας του έθνους (συχνά λέγεται ειρωνικά)
εθνοσωτήρες	=	εθνοσωτήρας
εθνοσωτήρια	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριας	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριε	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριες	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριο	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριοι	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριος	adj	που είναι σωτήριος για το έθνος
εθνοσωτήριου	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριους	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήριων	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτήρων	=	εθνοσωτήρας
εθνοσωτηρίου	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτηρίους	=	εθνοσωτήριος
εθνοσωτηρίων	=	εθνοσωτήριος
εθνοσύμβουλε	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσύμβουλο	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσύμβουλοι	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσύμβουλος	noun	το μέλος μιας εθνοσυνέλευσης
εθνοσύμβουλου	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσύμβουλους	=	εθνοσύμβουλος
εθνοσύμβουλων	=	εθνοσύμβουλος
εθνοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του εθνότητα
εθνοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοτικό
εθνοτικέ	adj	κλητική ενικού του εθνοτικός
εθνοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοτική
εθνοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνοτικός
εθνοτικής	adj	γενική ενικού του εθνοτική
εθνοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοτικός
εθνοτικοτήτων	=	εθνοτικότητα
εθνοτικού	adj	γενική ενικού του εθνοτικός
εθνοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνοτικός
εθνοτικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνοτικός
εθνοτικός	adj	που έχει σχέση με εθνότητα, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
εθνοτικότητα	noun|formal	το σύνολο των στοιχείων που συγκροτούν την αίσθηση κοινής καταγωγής και πολιτισμικής ταυτότητας μιας ομάδας, καθώς και η συνείδηση ένταξης σε αυτήν
εθνοτικότητας	=	εθνοτικότητα
εθνοτικότητες	=	εθνοτικότητα
εθνοτικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνοτικός
εθνοτισμέ	=	εθνοτισμός
εθνοτισμοί	=	εθνοτισμός
εθνοτισμού	=	εθνοτισμός
εθνοτισμούς	=	εθνοτισμός
εθνοτισμό	=	εθνοτισμός
εθνοτισμός	noun	η έντονη προσκόλληση στην εθνοτική ταυτότητα και η προτεραιοποίησή της ως βασικού κριτηρίου αντίληψης, στάσης ή δράσης απέναντι σε άλλες ομάδες
εθνοτισμών	=	εθνοτισμός
εθνουσιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενθουσιώδης
εθνοφαρμακολογία	noun	κλάδος της επιστήμης που μελετά τα θεραπευτικά μέσα και τις φαρμακευτικές πρακτικές παραδοσιακών κοινωνιών, εξετάζοντας την προέλευση, τη χρήση και τη δράση φυσικών ουσιών
εθνοφαρμακολογίας	=	εθνοφαρμακολογία
εθνοφαρμακολογίες	=	εθνοφαρμακολογία
εθνοφαρμακολογιών	=	εθνοφαρμακολογία
εθνοφαυλισμέ	=	εθνοφαυλισμός
εθνοφαυλισμοί	=	εθνοφαυλισμός
εθνοφαυλισμού	=	εθνοφαυλισμός
εθνοφαυλισμούς	=	εθνοφαυλισμός
εθνοφαυλισμό	=	εθνοφαυλισμός
εθνοφαυλισμός	noun	όρος που περιγράφει τη χρήση προσβλητικών ή μειωτικών ονομάτων, εκφράσεων και στερεοτύπων, για να αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη εθνική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα και αποσκοπεί στην υποβάθμιση και τον εξευτελισμό μιας ομάδας ανθρώπων, συνήθως βασισμένες σε προκαταλήψεις
εθνοφαυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοφαυλισμός
εθνοφθόρος	adj	που προκαλεί φθορά στο έθνος
εθνοφοβία	noun	ο φόβος για τα έθνη (π.χ. οτι προκαλούν ρατσισμό ή πολέμους) και η επιθετικότητα απέναντί στους εθνικόφρωνες
εθνοφοβίας	noun	γενική ενικού του εθνοφοβία
εθνοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοφοβία
εθνοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοφοβικό
εθνοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του εθνοφοβικός
εθνοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοφοβική
εθνοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνοφοβικός
εθνοφοβικής	adj	γενική ενικού του εθνοφοβική
εθνοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοφοβικός
εθνοφοβικού	adj	γενική ενικού του εθνοφοβικός
εθνοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνοφοβικός
εθνοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του εθνοφοβικός
εθνοφοβικός	adj	που έχει σχέση με την εθνοφοβία ή αναφέρεται σ’ αυτήν ή χαρακτηρίζεται από αυτήν
εθνοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνοφοβικός
εθνοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοφοβία
εθνοφονιά	=	εθνοφονιάς
εθνοφονιάδες	=	εθνοφονιάς
εθνοφονιάδων	=	εθνοφονιάς
εθνοφονιάς	noun|informal	ο γενοκτόνος
εθνοφρουρά	noun	στρατιωτική δύναμη που δρα συμπληρωματικά στον τακτικό στρατό και τις αστυνομικές δυνάμεις
εθνοφρουράς	noun	γενική ενικού του εθνοφρουρά
εθνοφρουρέ	noun	κλητική ενικού του εθνοφρουρός
εθνοφρουρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοφρουρά
εθνοφρουροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνοφρουρός
εθνοφρουρού	noun	γενική ενικού του εθνοφρουρός
εθνοφρουρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εθνοφρουρός
εθνοφρουρό	noun	αιτιατική ενικού του εθνοφρουρός
εθνοφρουρός	noun	στρατιώτης που υπηρετεί στην εθνοφρουρά
εθνοφρουρών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοφρουρός
εθνοφυλάκων	=	εθνοφύλακας
εθνοφυλακές	=	εθνοφυλακή
εθνοφυλακή	noun	στρατιωτική δύναμη για την αντιμετώπιση έκτακτων εσωτερικών κινδύνων
εθνοφυλακής	=	εθνοφυλακή
εθνοφυλακών	=	εθνοφυλακή
εθνοφυλετικά	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικέ	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικές	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετική	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικής	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικοί	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικού	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικούς	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικό	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετικός	adj	που έχει σχέση με τον εθνοφυλετισμό ή αναφέρεται σʼ αυτόν
εθνοφυλετικών	=	εθνοφυλετικός
εθνοφυλετισμέ	=	εθνοφυλετισμός
εθνοφυλετισμοί	=	εθνοφυλετισμός
εθνοφυλετισμού	=	εθνοφυλετισμός
εθνοφυλετισμούς	=	εθνοφυλετισμός
εθνοφυλετισμό	noun	αιτιατική ενικού του εθνοφυλετισμός
εθνοφυλετισμός	noun|formal	ιδεολογία ή στάση που απολυτοποιεί την αξία του έθνους και της φυλής, προβάλλοντας την ανωτερότητά τους και οδηγώντας σε αποκλεισμό ή υποτίμηση άλλων ομάδων
εθνοφυλετισμών	=	εθνοφυλετισμός
εθνοφύλακα	=	εθνοφύλακας
εθνοφύλακας	noun	πρόσωπο που υπηρετεί στις δυνάμεις της εθνοφυλακής
εθνοφύλακες	=	εθνοφύλακας
εθνοφύλακος	=	εθνοφύλακας
εθνοψυχιατρικές	=	εθνοψυχιατρική
εθνοψυχιατρική	noun	τομέας της ψυχιατρικής που τις ψυχιατρικές παθήσεις σε σχέση με την εθνότητα των ασθενών
εθνοψυχιατρικής	=	εθνοψυχιατρική
εθνοψυχιατρικών	=	εθνοψυχιατρική
εθνοψυχολογία	noun	τομέας της ψυχολογίας που ασχολείται με την κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη των διαφόρων εθνών, εθνικών ή πολιτισμικών συνόλων, τις συλλογικές συμπεριφορές, τις νοοτροπίες, τους μύθους και τα έθιμά τους, τις προσλήψεις του περιβάλλοντός τους κ.λπ.
εθνοψυχολογίας	noun	γενική ενικού του εθνοψυχολογία
εθνοψυχολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνοψυχολογία
εθνοψυχολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εθνοψυχολογία
εθνωνυμίου	=	εθνωνύμιο
εθνωνυμίων	=	εθνωνύμιο
εθνωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνωνυμικό
εθνωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του εθνωνυμικός
εθνωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνωνυμική
εθνωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνωνυμικός
εθνωνυμικής	adj	γενική ενικού του εθνωνυμική
εθνωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνωνυμικός
εθνωνυμικού	adj	γενική ενικού του εθνωνυμικός
εθνωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνωνυμικός
εθνωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εθνωνυμικός	noun	το εθνικό όνομα (όπως Έλληνας, Ελληνίδα, Γάλλος, Γαλλίδα)
εθνωνυμικός	adj	εθνικό όνομα (όπως Έλληνας, Ελληνίδα)
εθνωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του εθνωνυμικός
εθνωνύμια	=	εθνωνύμιο
εθνωνύμιο	noun	όνομα που προσδιορίζει ένα έθνος ή μια εθνότητα (όπως Γάλλοι, Έλληνες)
εθνωνύμιου	=	εθνωνύμιο
εθνωνύμιων	=	εθνωνύμιο
εθνωνύμου	=	εθνώνυμο
εθνωνύμων	=	εθνώνυμο
εθνωφελές	=	εθνωφελής
εθνωφελή	=	εθνωφελής
εθνωφελής	adj	ωφέλιμος για το έθνος
εθνωφελείς	=	εθνωφελής
εθνωφελούς	=	εθνωφελής
εθνωφελών	=	εθνωφελής
εθνόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνόσημο
εθνόσημο	noun	σήμα με εθνικό έμβλημα, που φοριέται σε ρούχα ή πηλίκια στρατιωτικών, τυπώνεται σε δημόσια έγγραφα κ.λπ.
εθνόσημου	=	εθνόσημο
εθνότητα	noun	πληθυσμική ομάδα με κοινές πολιτισμικές ρίζες, συνήθως μικρότερη ομάδα απ' το έθνος/εθνικότητα και με λιγότερη ιεραρχικά νομική ισχύ κυρίως γιατί περισσότερες εθνικότητες ταυτίζονται με κράτος σε σχέση με τις εθνότητες που συνήθως ταυτίζονται με υπο-ομάδες μέσα σε ένα κράτος, φυσικά αυτή η ερμηνεία δεν είναι απόλυτη
εθνότητας	noun	γενική ενικού του εθνότητα
εθνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνότητα
εθνόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνόφοβο
εθνόφοβε	adj	κλητική ενικού του εθνόφοβος
εθνόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εθνόφοβη
εθνόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εθνόφοβος
εθνόφοβης	adj	γενική ενικού του εθνόφοβη
εθνόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του εθνόφοβος
εθνόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εθνόφοβος
εθνόφοβος	adj	που είναι αντίθετος με τον κοινωνικό θεσμό έθνος
εθνόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εθνόφοβος
εθνόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εθνόφοβος
εθνόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εθνόφοβος
εθνών	=	έθνος
εθνώνυμα	=	εθνώνυμο
εθνώνυμο	noun	άλλη μορφή του εθνωνύμιο
εθνώνυμου	=	εθνώνυμο
εθνώνυμων	=	εθνώνυμο
εθολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τη συμπεριφορά (τις συνήθειες) των ζώντων οργανισμών
εθολογίας	=	εθολογία
εθολογίες	=	εθολογία
εθολογιών	=	εθολογία
εθών	=	έθος
ει	conj	εάν, αν
ειδάλλως	adv	σε διαφορετική περίπτωση, αλλιώς, διαφορετικά
ειδή	noun	η όψη και η έκφραση του προσώπου
ειδήμον	=	ειδήμων
ειδήμονα	=	ειδήμων
ειδήμονας	noun	μορφή του επιθέτου ειδήμων	adj	μορφή του ειδήμων με νεότερες καταλήξεις
ειδήμονες	=	ειδήμων
ειδήμονον	=	ειδήμονας
ειδήμονος	=	ειδήμων
ειδήμονων	=	ειδήμονας
ειδήμων	adj	που έχει εξειδικευτεί σε έναν τομέα και έχει άριστη γνώση του αντικειμένου του
ειδής	=	ειδή
ειδήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είδηση
ειδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του είδηση
ειδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του είδηση
ειδίκευα	=	ειδικεύω
ειδίκευαν	=	ειδικεύω
ειδίκευε	=	ειδικεύω
ειδίκευες	=	ειδικεύω
ειδίκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδίκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδίκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδίκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδίκευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ειδικεύω
ειδίκευσης	noun	γενική ενικού του ειδίκευση
ειδίσματα	=	είδισμα
ειδίσματος	=	είδισμα
ειδαλλιώς	adv	άλλη μορφή του ειδάλλως
ειδεμή	conj	αλλιώς, σε διαφορετική περίπτωση
ειδεχθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ειδεχθής
ειδεχθή	adj	αιτιατική ενικού του ειδεχθής
ειδεχθής	adj	που προκαλεί φρίκη και αποτροπιασμό
ειδεχθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδεχθής
ειδεχθούς	adj	γενική ενικού του ειδεχθής
ειδεχθών	adj	γενική πληθυντικού του ειδεχθής
ειδεχθώς	adv|formal	με ειδεχθή τρόπο
ειδημοσυνών	=	ειδημοσύνη
ειδημοσύνες	=	ειδημοσύνη
ειδημοσύνη	noun|formal	το να είναι κανείς ειδήμων, να γνωρίζει καλά κάτι
ειδημοσύνης	=	ειδημοσύνη
ειδημόνων	=	ειδήμων
ειδημόνως	adv|formal	με ειδημοσύνη
ειδησάρια	=	ειδησάριο
ειδησάριο	noun	υποκοριστικό του είδηση
ειδησάριου	=	ειδησάριο
ειδησάριων	=	ειδησάριο
ειδησεογράφε	=	ειδησεογράφος
ειδησεογράφο	=	ειδησεογράφος
ειδησεογράφοι	=	ειδησεογράφος
ειδησεογράφος	noun	ο δημοσιογράφος, ο συντάκτης που γράφει αποκλειστικά ειδήσεις
ειδησεογράφου	=	ειδησεογράφος
ειδησεογράφους	=	ειδησεογράφος
ειδησεογράφων	=	ειδησεογράφος
ειδησεογραφία	noun	η δημοσιογραφική δραστηριότητα της σύνταξης και παρουσίασης των ειδήσεων
ειδησεογραφίας	=	ειδησεογραφία
ειδησεογραφίες	=	ειδησεογραφία
ειδησεογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδησεογραφικό	adv	από ειδησεογραφική άποψη
ειδησεογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδησεογραφική
ειδησεογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφικής	adj	γενική ενικού του ειδησεογραφική
ειδησεογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφικού	adj	γενική ενικού του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφικός	adj	που αναφέρεται στην ειδησεογραφία
ειδησεογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδησεογραφικός
ειδησεογραφιών	=	ειδησεογραφία
ειδησεολογία	noun	η συλλογή ποικίλλων ειδήσεων και η συγγραφή τους στον τύπο
ειδησεολογίας	noun	γενική ενικού του ειδησεολογία
ειδησεολογίες	=	ειδησεολογία
ειδησεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδησεολογικό
ειδησεολογικέ	adj	κλητική ενικού του ειδησεολογικός
ειδησεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδησεολογική
ειδησεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδησεολογικός
ειδησεολογικής	adj	γενική ενικού του ειδησεολογική
ειδησεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδησεολογικός
ειδησεολογικού	adj	γενική ενικού του ειδησεολογικός
ειδησεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδησεολογικός
ειδησεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδησεολογικός
ειδησεολογικός	adj	που έχει σχέση με την ειδησεολογία ή αναφέρεται σ’αυτή
ειδησεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδησεολογικός
ειδησεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ειδησεολογία
ειδησούλα	noun	υποκοριστικό του είδηση
ειδησούλας	noun	γενική ενικού του ειδησούλα
ειδησούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδησούλα
ειδητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδητικό
ειδητικέ	adj	κλητική ενικού του ειδητικός
ειδητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδητική
ειδητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδητικός
ειδητικής	adj	γενική ενικού του ειδητική
ειδητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδητικός
ειδητικού	adj	γενική ενικού του ειδητικός
ειδητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδητικός
ειδητικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδητικός
ειδητικός	adj	αριστοτελικός όρος αναφερόμενος στα σχετικά με τη μορφή της ύλης
ειδητικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδητικός
ειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδικό	adv	κάνοντας αναφορά σε μια ειδική (ιδιαίτερη) πλευρά ενός γενικότερου θέματος
ειδικέ	adj	κλητική ενικού του ειδικός
ειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδική
ειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδικός
ειδικής	adj	γενική ενικού του ειδική
ειδικευθήκαμε	=	ειδικεύω
ειδικευθήκαν	=	ειδικεύω
ειδικευθήκανε	=	ειδικεύω
ειδικευθήκατε	=	ειδικεύω
ειδικευθεί	=	ειδικεύω
ειδικευθείς	=	ειδικεύω
ειδικευθείτε	=	ειδικεύω
ειδικευθούμε	=	ειδικεύω
ειδικευθούν	=	ειδικεύω
ειδικευθούνε	=	ειδικεύω
ειδικευθώ	=	ειδικεύω
ειδικευμένα	=	ειδικευμένος
ειδικευμένε	=	ειδικευμένος
ειδικευμένες	=	ειδικευμένος
ειδικευμένη	=	ειδικευμένος
ειδικευμένης	=	ειδικευμένος
ειδικευμένο	=	ειδικευμένος
ειδικευμένοι	=	ειδικευμένος
ειδικευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ειδικεύω
ειδικευμένου	=	ειδικευμένος
ειδικευμένους	=	ειδικευμένος
ειδικευμένων	=	ειδικευμένος
ειδικευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτήκαν	=	ειδικεύω
ειδικευτήκανε	=	ειδικεύω
ειδικευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευτούνε	=	ειδικεύω
ειδικευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικευόμασταν	=	ειδικεύω
ειδικευόμαστε	=	ειδικεύω
ειδικευόμενα	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενε	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενες	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενη	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενης	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενο	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενοι	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενος	verb	που ειδικεύεται
ειδικευόμενου	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενους	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμενων	=	ειδικευόμενος
ειδικευόμουν	=	ειδικεύω
ειδικευόμουνα	=	ειδικεύω
ειδικευόντουσαν	=	ειδικεύω
ειδικευόσασταν	=	ειδικεύω
ειδικευόσαστε	=	ειδικεύω
ειδικευόσουν	=	ειδικεύω
ειδικευόσουνα	=	ειδικεύω
ειδικευόταν	=	ειδικεύω
ειδικευότανε	=	ειδικεύω
ειδικεύαμε	=	ειδικεύω
ειδικεύαν	=	ειδικεύω
ειδικεύανε	=	ειδικεύω
ειδικεύατε	=	ειδικεύω
ειδικεύει	=	ειδικεύω
ειδικεύεις	=	ειδικεύω
ειδικεύεσαι	=	ειδικεύω
ειδικεύεστε	=	ειδικεύω
ειδικεύεται	=	ειδικεύω
ειδικεύετε	=	ειδικεύω
ειδικεύθηκα	=	ειδικεύω
ειδικεύθηκαν	=	ειδικεύω
ειδικεύθηκε	=	ειδικεύω
ειδικεύθηκες	=	ειδικεύω
ειδικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύομε	=	ειδικεύω
ειδικεύονται	=	ειδικεύω
ειδικεύονταν	=	ειδικεύω
ειδικεύοντας	=	ειδικεύω
ειδικεύουμε	=	ειδικεύω
ειδικεύουν	=	ειδικεύω
ειδικεύουνε	=	ειδικεύω
ειδικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσαν	=	ειδικεύω
ειδικεύσανε	=	ειδικεύω
ειδικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδίκευση
ειδικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ειδίκευση
ειδικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ειδίκευση
ειδικεύσομε	=	ειδικεύω
ειδικεύσου	=	ειδικεύω
ειδικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσουνε	=	ειδικεύω
ειδικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδικεύω
ειδικεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδικεύομαι
ειδικεύω	verb	κάνω κάποιον ειδικό σε έναν τομέα (όπως, επιστημονικό, επαγγελματικό)
ειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδικός
ειδικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδικοποιημένο
ειδικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ειδικοποιημένος
ειδικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδικοποιημένη
ειδικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδικοποιημένος
ειδικοποιημένης	verb	γενική ενικού του ειδικοποιημένη
ειδικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ειδικοποιημένος
ειδικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδικοποιημένος
ειδικοποιημένος	verb	που αποτελεί μια πιο ειδική παραλλαγή του αρχικού σχεδίου
ειδικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειδικοποιημένος
ειδικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειδικοποιημένος
ειδικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειδικοποιημένος
ειδικοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ειδικότητα
ειδικού	adj	γενική ενικού του ειδικός
ειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδικός
ειδικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδικός
ειδικός	adj	που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος
ειδικότατα	=	ειδικός
ειδικότατε	=	ειδικός
ειδικότατες	=	ειδικός
ειδικότατη	=	ειδικός
ειδικότατης	=	ειδικός
ειδικότατο	=	ειδικός
ειδικότατοι	=	ειδικός
ειδικότατος	=	ειδικός
ειδικότατου	=	ειδικός
ειδικότατους	=	ειδικός
ειδικότατων	=	ειδικός
ειδικότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδικότερο	adv	συγκριτικός βαθμός του ειδικά
ειδικότερε	adj	κλητική ενικού του ειδικότερος
ειδικότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδικότερη
ειδικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδικότερος
ειδικότερης	adj	γενική ενικού του ειδικότερη
ειδικότερο	adj	αιτιατική ενικού του ειδικότερος
ειδικότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδικότερος
ειδικότερος	adj	που είναι πιο ειδικός, που οδηγεί από κάτι γενικότερο, σε ένα πιο μικρό υποσύνολο, σε κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο εξειδικευμένο, πιο σαφές, πιο λεπτομερές, πιο εντοπισμένο
ειδικότερου	adj	γενική ενικού του ειδικότερος
ειδικότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδικότερος
ειδικότερων	adj	γενική πληθυντικού του ειδικότερος
ειδικότητα	noun	το να είναι κάποιος ειδικός σε έναν τομέα (επάγγελμα, επιστήμη, τέχνη), η ιδιότητα του ειδικού
ειδικότητας	noun	γενική ενικού του ειδικότητα
ειδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδικότητα
ειδικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδικός
ειδικώς	adv	ειδικά
ειδισμάτων	=	είδισμα
ειδισμέ	noun	κλητική ενικού του ειδισμός
ειδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδισμός
ειδισμού	noun	γενική ενικού του ειδισμός
ειδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ειδισμός
ειδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ειδισμός
ειδισμός	noun|rare	ο σπισισμός
ειδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ειδισμός
ειδοί	noun	η 15^η Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου και Οκτωβρίου και η 13^η των άλλων μηνών
ειδογένεση	noun	η εξελικτική διαδικασία παραγωγής νέων ειδών
ειδογένεσης	noun	γενική ενικού του ειδογένεση
ειδογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδογένεση
ειδογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ειδογένεση
ειδογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ειδογένεση
ειδογράφημα	noun	απεικονιστική καταγραφή ηλεκτρικής δραστηριότητας
ειδογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδογράφημα
ειδογραφήματος	noun	γενική ενικού του ειδογράφημα
ειδογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ειδογράφημα
ειδοειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοειδικό
ειδοειδικέ	adj	κλητική ενικού του ειδοειδικός
ειδοειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοειδική
ειδοειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδοειδικός
ειδοειδικής	adj	γενική ενικού του ειδοειδική
ειδοειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδοειδικός
ειδοειδικού	adj	γενική ενικού του ειδοειδικός
ειδοειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδοειδικός
ειδοειδικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδοειδικός
ειδοειδικός	adj	που αφορά ένα μόνο είδος ή αναφέρεται σ’ αυτό
ειδοειδικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδοειδικός
ειδολογία	noun	επιστήμη που μελετά τα είδη των οργανισμών, την εξέλιξή τους κ.λπ.
ειδολογίας	noun	γενική ενικού του ειδολογία
ειδολογίες	=	ειδολογία
ειδολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδολογικό	adv	με ειδολογικό τρόπο
ειδολογικέ	adj	κλητική ενικού του ειδολογικός
ειδολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδολογική
ειδολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδολογικός
ειδολογικής	adj	γενική ενικού του ειδολογική
ειδολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδολογικός
ειδολογικού	adj	γενική ενικού του ειδολογικός
ειδολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδολογικός
ειδολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδολογικός
ειδολογικός	adj	που σχετίζεται με το είδος ή αναφέρεται σ’ αυτό
ειδολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδολογικός
ειδολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ειδολογία
ειδοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ειδοποιώ
ειδοποίησης	noun	γενική ενικού του ειδοποίηση
ειδοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιό
ειδοποιέ	adj	κλητική ενικού του ειδοποιός
ειδοποιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ειδοποιός
ειδοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσαν	=	ειδοποιώ
ειδοποιήσανε	=	ειδοποιώ
ειδοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποίηση
ειδοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ειδοποίηση
ειδοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ειδοποίηση
ειδοποιήσου	=	ειδοποιώ
ειδοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσουνε	=	ειδοποιώ
ειδοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιώ
ειδοποιεί	=	ειδοποιώ
ειδοποιείς	=	ειδοποιώ
ειδοποιείσαι	=	ειδοποιώ
ειδοποιείστε	=	ειδοποιώ
ειδοποιείται	=	ειδοποιώ
ειδοποιείτε	=	ειδοποιώ
ειδοποιείτο	=	ειδοποιώ
ειδοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθήκαν	=	ειδοποιώ
ειδοποιηθήκανε	=	ειδοποιώ
ειδοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιηθούνε	=	ειδοποιώ
ειδοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειδοποιούμαι
ειδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιημένο
ειδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ειδοποιημένος
ειδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιημένη
ειδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδοποιημένος
ειδοποιημένης	verb	γενική ενικού του ειδοποιημένη
ειδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ειδοποιημένος
ειδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιημένος
ειδοποιημένος	=	ειδοποιώ
ειδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειδοποιημένος
ειδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειδοποιημένος
ειδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειδοποιημένος
ειδοποιητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιητήριο
ειδοποιητήριας	=	ειδοποιητήριος
ειδοποιητήριε	=	ειδοποιητήριος
ειδοποιητήριες	=	ειδοποιητήριος
ειδοποιητήριο	noun	επίσημο ή ανεπίσημο έγγραφο με το οποίο ενημερώνεται κάποιος και ειδοποιείται για κάτι
ειδοποιητήριοι	=	ειδοποιητήριος
ειδοποιητήριος	adj	που γίνεται για να ειδοποιήσει, μέσω του οποίου γίνεται η ειδοποίηση
ειδοποιητήριου	=	ειδοποιητήριο
ειδοποιητήριους	=	ειδοποιητήριος
ειδοποιητήριων	=	ειδοποιητήριος
ειδοποιητηρίου	noun	γενική ενικού του ειδοποιητήριο
ειδοποιητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ειδοποιητήριο
ειδοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιητικό
ειδοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ειδοποιητικός
ειδοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιητική
ειδοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδοποιητικός
ειδοποιητικής	adj	γενική ενικού του ειδοποιητική
ειδοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιητικός
ειδοποιητικού	adj	γενική ενικού του ειδοποιητικός
ειδοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδοποιητικός
ειδοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδοποιητικός
ειδοποιητικός	adj	που ειδοποιεί, μέσω του οποίου γίνεται η ειδοποίηση
ειδοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδοποιητικός
ειδοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδοποιός
ειδοποιού	adj	γενική ενικού του ειδοποιός
ειδοποιούμαι	verb	με ειδοποιούν, με προειδοποιούν, με ενημερώνουν
ειδοποιούμασταν	=	ειδοποιώ
ειδοποιούμαστε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούμε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούμενος	=	ειδοποιώ
ειδοποιούμουν	=	ειδοποιώ
ειδοποιούμουνα	=	ειδοποιώ
ειδοποιούν	=	ειδοποιώ
ειδοποιούνε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούνται	=	ειδοποιώ
ειδοποιούνταν	=	ειδοποιώ
ειδοποιούντο	=	ειδοποιώ
ειδοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδοποιός
ειδοποιούσα	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσαμε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσαν	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσανε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσατε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσε	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσες	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσουν	=	ειδοποιώ
ειδοποιούσουνα	=	ειδοποιώ
ειδοποιό	adj	αιτιατική ενικού του ειδοποιός
ειδοποιόμασταν	=	ειδοποιώ
ειδοποιόμαστε	=	ειδοποιώ
ειδοποιόμουν	=	ειδοποιώ
ειδοποιόμουνα	=	ειδοποιώ
ειδοποιόνταν	=	ειδοποιώ
ειδοποιόντανε	=	ειδοποιώ
ειδοποιόντουσαν	=	ειδοποιώ
ειδοποιός	adj	που διακρίνει ένα είδος (υποδιαίρεση ενός γένους) από άλλα
ειδοποιόσασταν	=	ειδοποιώ
ειδοποιόσαστε	=	ειδοποιώ
ειδοποιόσουν	=	ειδοποιώ
ειδοποιόσουνα	=	ειδοποιώ
ειδοποιόταν	=	ειδοποιώ
ειδοποιότανε	=	ειδοποιώ
ειδοποιώ	verb	διαβιβάζω άμεσα μια χρήσιμη πληροφορία σε κάποιο άτομο, ώστε να ενεργήσει ανάλογα
ειδοποιών	adj	γενική πληθυντικού του ειδοποιός
ειδοποιώντας	=	ειδοποιώ
ειδούς	=	ειδοί
ειδυλλίου	noun	γενική ενικού του ειδύλλιο
ειδυλλίων	noun	γενική πληθυντικού του ειδύλλιο
ειδυλλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ειδυλλιακός	adv	με ειδυλλιακό τρόπο
ειδυλλιακέ	adj	κλητική ενικού του ειδυλλιακός
ειδυλλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδυλλιακή
ειδυλλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδυλλιακός
ειδυλλιακής	adj	γενική ενικού του ειδυλλιακή
ειδυλλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδυλλιακός
ειδυλλιακού	adj	γενική ενικού του ειδυλλιακός
ειδυλλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδυλλιακός
ειδυλλιακό	adj	αιτιατική ενικού του ειδυλλιακός
ειδυλλιακός	adj	ευχάριστος, ιδανικός, ρομαντικός
ειδυλλιακών	adj	γενική πληθυντικού του ειδυλλιακός
ειδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ειδωθήκαν	=	βλέπω
ειδωθήκανε	=	βλέπω
ειδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ειδωθεί	=	βλέπω
ειδωθείτε	=	βλέπω
ειδωλίου	noun	γενική ενικού του ειδώλιο
ειδωλίων	noun	γενική πληθυντικού του ειδώλιο
ειδωλολάτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδωλολάτρης
ειδωλολάτρη	=	ειδωλολάτρης
ειδωλολάτρης	noun	αυτός που λατρεύει τα είδωλα
ειδωλολάτρισσα	noun	αυτή που λατρεύει τα είδωλα
ειδωλολάτρισσας	noun	γενική ενικού του ειδωλολάτρισσα
ειδωλολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδωλολάτρισσα
ειδωλολατρία	noun	η λατρεία των ειδώλων
ειδωλολατρίας	noun	γενική ενικού του ειδωλολατρία
ειδωλολατρίες	=	ειδωλολατρία
ειδωλολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδωλολατρικό	adv	με τον τρόπο των ειδωλολατρών
ειδωλολατρικέ	adj	κλητική ενικού του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδωλολατρική
ειδωλολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρικής	adj	γενική ενικού του ειδωλολατρική
ειδωλολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρικού	adj	γενική ενικού του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρικός	adj	που αναφέρεται στη λατρεία των ειδώλων, σχετικός με την ειδωλολατρία ή τους ειδωλολάτρες
ειδωλολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του ειδωλολατρικός
ειδωλολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ειδωλολάτρισσα
ειδωλολατριών	noun	γενική πληθυντικού του ειδωλολατρία
ειδωλολατρών	=	ειδωλολάτρης
ειδωλομανία	noun	ειδωλολατρία, η υπερβολική προσήλωση σε είδωλα
ειδωλομανίας	=	ειδωλομανία
ειδωλομανίες	=	ειδωλομανία
ειδωλομανιών	=	ειδωλομανία
ειδωλοπλαστικές	=	ειδωλοπλαστική
ειδωλοπλαστική	noun	η καλλιτεχνική και τεχνική διαδικασία κατασκευής μικρών τρισδιάστατων μορφών (ειδωλίων) από διάφορα υλικά, ιδίως στο πλαίσιο αρχαιολογικών πολιτισμών
ειδωλοπλαστικής	=	ειδωλοπλαστική
ειδωλοπλαστικών	=	ειδωλοπλαστική
ειδωλοποιώ	verb	μυθοποιώ κάποιον, εκθειάζω, λατρεύω
ειδωλοσκοπίου	noun	γενική ενικού του ειδωλοσκόπιο
ειδωλοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ειδωλοσκόπιο
ειδωλοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδωλοσκόπιο
ειδωλοσκόπιο	noun	το καλειδοσκόπιο
ειδωλοσκόπιου	=	ειδωλοσκόπιο
ειδωλόθυτα	noun	φαγητό που προερχόταν από ειδωλολατρικές θυσίες και δεν έπρεπε οι Χριστιανοί να το καταναλώνουν
ειδωμάτων	=	ειδώματα
ειδύλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδύλλιο
ειδύλλιο	noun	το ποίημα ή το λογοτεχνικό έργο με ερωτικό κυρίως περιεχόμενο και χαρακτήρα παρόμοιο με το αρχαίο " εἰδύλλιον "
ειδύλλιου	=	ειδύλλιο
ειδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ειδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ειδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ειδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ειδώλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδώλιο
ειδώλιο	noun	αγαλματίδιο
ειδώλιου	=	ειδώλιο
ειδώλου	noun	γενική ενικού του είδωλο
ειδώλων	noun	γενική πληθυντικού του είδωλο
ειδώματα	noun	συνάντηση γνωριμίας συγγενών μελλονύμφων (σε χρήση στην Αχαΐα)
ειδών	noun	γενική πληθυντικού του είδος
ειδώσου	=	βλέπω
ειε	abbrev	Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: δημόσια εποπτευόμενο, μη κερδοσκοπικό ερευνητικό ίδρυμα της Ελλάδας που διεξάγει οργανωμένη επιστημονική έρευνα σε ανθρωπιστικούς και θετικούς κλάδους μέσω εξειδικευμένων ινστιτούτων
ειεαδ	abbrev	Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού: δημόσιος φορέας μελετών και τεκμηρίωσης που υποστηρίζει τον σχεδιασμό πολιτικών για την απασχόληση, την αγορά εργασίας και την ανάπτυξη των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού
εικ	abbrev	Εθνικό Ίδρυμα Κωφών: δημόσιος φορέας κοινωνικής πρόνοιας που παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες εκπαίδευσης, υποστήριξης και διευκόλυνσης της επικοινωνίας για κωφά και βαρήκοα άτομα, καθώς και για τις οικογένειές τους
εικάζαμε	=	εικάζω
εικάζαν	=	εικάζω
εικάζανε	=	εικάζω
εικάζατε	=	εικάζω
εικάζει	=	εικάζω
εικάζεις	=	εικάζω
εικάζεται	=	εικάζω
εικάζετε	=	εικάζω
εικάζομε	=	εικάζω
εικάζον	=	εικάζων
εικάζοντα	=	εικάζων
εικάζοντας	=	εικάζω
εικάζοντες	=	εικάζων
εικάζοντος	=	εικάζων
εικάζουμε	=	εικάζω
εικάζουν	=	εικάζω
εικάζουνε	=	εικάζω
εικάζουσα	=	εικάζων
εικάζουσας	=	εικάζων
εικάζουσες	=	εικάζων
εικάζω	verb	υποθέτω και συμπεραίνω κάτι χωρίς βεβαιότητα με βάση ελλιπή στοιχεία
εικάζων	verb|formal	που εικάζει
εικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσαν	=	εικάζω
εικάσανε	=	εικάζω
εικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσομε	=	εικάζω
εικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εικάσουνε	=	εικάζω
εικάστε	=	εικάζω
εικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικάζω
εική	adv	χωρίς σχέδιο ή σκοπό, άσκοπα, τυχαία, κατ’ ευχαρίστηση.
εικαζουσών	=	εικάζων
εικαζούσης	=	εικάζων
εικαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικαζόμενο
εικαζόμενε	verb	κλητική ενικού του εικαζόμενος
εικαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικαζόμενη
εικαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικαζόμενος
εικαζόμενης	verb	γενική ενικού του εικαζόμενη
εικαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εικαζόμενος
εικαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικαζόμενος
εικαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εικάζω
εικαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εικαζόμενος
εικαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εικαζόμενος
εικαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εικαζόμενος
εικαζόντων	=	εικάζων
εικασία	noun	θεώρηση για την οποία δεν παρατίθενται σαφή δεδομένα αλλά το περιεχόμενο της διατύπωσής της φαντάζει σε κάποιον πιθανό
εικασίας	noun	γενική ενικού του εικασία
εικασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικασία
εικασιών	noun	γενική πληθυντικού του εικασία
εικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικαστικό	adv	από εικαστική άποψη
εικαστικέ	adj	κλητική ενικού του εικαστικός
εικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικαστική
εικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικαστικός
εικαστικής	adj	γενική ενικού του εικαστική
εικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικαστικός
εικαστικού	adj	γενική ενικού του εικαστικός
εικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικαστικός
εικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εικαστικός
εικαστικός	adj	που απεικονίζει, που δημιουργεί έργα που απευθύνονται στην όραση	noun	o καλλιτέχνης των εικαστικών τεχνών
εικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εικαστικός
εικονίδια	=	εικονίδιο
εικονίδιο	noun	εικονίτσα ή γράφημα στην επιφάνεια εργασίας ή σε φακέλους ηλεκτρονικού υπολογιστή με συντόμευση για το άνοιγμα κάποιου προγράμματος ή για εκτέλεση άλλης εργασίας
εικονίδιου	=	εικονίδιο
εικονίζαμε	=	εικονίζω
εικονίζαν	=	εικονίζω
εικονίζανε	=	εικονίζω
εικονίζατε	=	εικονίζω
εικονίζει	=	εικονίζω
εικονίζεις	=	εικονίζω
εικονίζετε	=	εικονίζω
εικονίζοντας	=	εικονίζω
εικονίζουμε	=	εικονίζω
εικονίζουν	=	εικονίζω
εικονίζουνε	=	εικονίζω
εικονίζω	verb	αναπαριστώ με εικόνα
εικονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίσαν	=	εικονίζω
εικονίσανε	=	εικονίζω
εικονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικόνισμα
εικονίσματος	noun	γενική ενικού του εικόνισμα
εικονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίστε	=	εικονίζω
εικονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικονίτσα	noun	υποκοριστικό του εικόνα
εικονίτσας	noun	γενική ενικού του εικονίτσα
εικονίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονίτσα
εικονιδίου	=	εικονίδιο
εικονιδίων	=	εικονίδιο
εικονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονικό	adv	με εικονικό τρόπο
εικονικέ	adj	κλητική ενικού του εικονικός
εικονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονική
εικονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονικός
εικονικής	adj	γενική ενικού του εικονική
εικονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονικός
εικονικοποίηση	noun	η προσομοίωση ή εκτέλεση μιας λειτουργίας σε εικονικό μέσο
εικονικοποίησης	noun	γενική ενικού του εικονικοποίηση
εικονικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονικοποίηση
εικονικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εικονικοποίηση
εικονικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εικονικοποίηση
εικονικοτήτων	=	εικονικότητα
εικονικού	adj	γενική ενικού του εικονικός
εικονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικονικός
εικονικό	adj	αιτιατική ενικού του εικονικός
εικονικός	adj	που δε σχετίζεται με την πραγματικότητα, φαινομενικός, πλασματικός
εικονικότητα	noun	το να είναι κάτι εικονικό, η ιδιότητα του εικονικού
εικονικότητας	noun	γενική ενικού του εικονικότητα
εικονικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονικότητα
εικονικών	adj	γενική πληθυντικού του εικονικός
εικονικώς	adv|dated	εικονικά
εικονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εικόνισμα
εικονισμέ	noun	κλητική ενικού του εικονισμός
εικονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονισμένο
εικονισμένε	verb	κλητική ενικού του εικονισμένος
εικονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονισμένη
εικονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονισμένος
εικονισμένης	verb	γενική ενικού του εικονισμένη
εικονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εικονισμένος
εικονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονισμένος
εικονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εικονισμένος
εικονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εικονισμένος
εικονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εικονισμένος
εικονισματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονισματάκι
εικονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονισμός
εικονισμού	noun	γενική ενικού του εικονισμός
εικονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εικονισμός
εικονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εικονισμός
εικονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εικονίζω
εικονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εικονισμός
εικονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονιστικό
εικονιστικέ	adj	κλητική ενικού του εικονιστικός
εικονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονιστική
εικονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονιστικός
εικονιστικής	adj	γενική ενικού του εικονιστική
εικονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονιστικός
εικονιστικού	adj	γενική ενικού του εικονιστικός
εικονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικονιστικός
εικονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εικονιστικός
εικονιστικός	adj	που εικονίζει, που απεικονίζει κάτι
εικονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εικονιστικός
εικονογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονόγραμμα
εικονογράμματος	noun	γενική ενικού του εικονόγραμμα
εικονογράφε	noun	κλητική ενικού του εικονογράφος
εικονογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του εικονογραφώ
εικονογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογράφηση	noun	η διακόσμηση με εικόνες (φωτογραφίες, ζωγραφικές παραστάσεις κ.ά.) ενός εντύπου ή ενός χειρογράφου
εικονογράφησης	noun	γενική ενικού του εικονογράφηση
εικονογράφο	noun	αιτιατική ενικού του εικονογράφος
εικονογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονογράφος
εικονογράφος	noun	που εικονογραφεί, που ζωγραφίζει θρησκευτικές εικόνες
εικονογράφου	noun	γενική ενικού του εικονογράφος
εικονογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εικονογράφος
εικονογράφων	noun	γενική πληθυντικού του εικονογράφος
εικονογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εικονόγραμμα
εικονογραφήθηκα	=	εικονογραφώ
εικονογραφήθηκαν	=	εικονογραφώ
εικονογραφήθηκε	=	εικονογραφώ
εικονογραφήθηκες	=	εικονογραφώ
εικονογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογράφημα
εικονογραφήματος	noun	γενική ενικού του εικονογράφημα
εικονογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήσαν	=	εικονογραφώ
εικονογραφήσανε	=	εικονογραφώ
εικονογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογράφηση
εικονογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εικονογράφηση
εικονογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εικονογράφηση
εικονογραφήσου	=	εικονογραφώ
εικονογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφία	noun	η τέχνη της ζωγραφικής παράστασης θρησκευτικών θεμάτων ή ιερών προσώπω
εικονογραφίας	noun	γενική ενικού του εικονογραφία
εικονογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφία
εικονογραφεί	=	εικονογραφώ
εικονογραφείς	=	εικονογραφώ
εικονογραφείσαι	=	εικονογραφώ
εικονογραφείστε	=	εικονογραφώ
εικονογραφείται	=	εικονογραφώ
εικονογραφείτε	=	εικονογραφώ
εικονογραφηθήκαμε	=	εικονογραφώ
εικονογραφηθήκαν	=	εικονογραφώ
εικονογραφηθήκανε	=	εικονογραφώ
εικονογραφηθήκατε	=	εικονογραφώ
εικονογραφηθεί	=	εικονογραφώ
εικονογραφηθείτε	=	εικονογραφώ
εικονογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εικονογράφημα
εικονογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφημένο
εικονογραφημένε	verb	κλητική ενικού του εικονογραφημένος
εικονογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφημένη
εικονογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονογραφημένος
εικονογραφημένης	verb	γενική ενικού του εικονογραφημένη
εικονογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του εικονογραφημένος
εικονογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφημένος
εικονογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εικονογραφημένος
εικονογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εικονογραφημένος
εικονογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εικονογραφημένος
εικονογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφικό	adv	από εικονογραφική άποψη
εικονογραφικέ	adj	κλητική ενικού του εικονογραφικός
εικονογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφική
εικονογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονογραφικός
εικονογραφικής	adj	γενική ενικού του εικονογραφική
εικονογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονογραφικός
εικονογραφικού	adj	γενική ενικού του εικονογραφικός
εικονογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικονογραφικός
εικονογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του εικονογραφικός
εικονογραφικός	adj	που έχει σχέση με την εικονογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
εικονογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του εικονογραφικός
εικονογραφικώς	adv|dated	εικονογραφικά
εικονογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονογραφία
εικονογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εικονογραφώ
εικονογραφούμασταν	=	εικονογραφώ
εικονογραφούμαστε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούμε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούμουν	=	εικονογραφώ
εικονογραφούν	=	εικονογραφώ
εικονογραφούνε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούνται	=	εικονογραφώ
εικονογραφούνταν	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσα	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσαμε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσαν	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσανε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσασταν	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσαστε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσατε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσε	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσες	=	εικονογραφώ
εικονογραφούσουν	=	εικονογραφώ
εικονογραφώ	verb	ζωγραφίζω εικόνες σε κάποιο χειρόγραφο ή για να τυπωθούν σε βιβλίο, περιοδικό κ.λπ.
εικονογραφώντας	=	εικονογραφώ
εικονοδιάσκεψη	noun	σύγχρονη επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων που βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους και συνομιλούν μέσω ψηφιακών δικτύων με ταυτόχρονη μετάδοση εικόνας καιήχου
εικονοδιάσκεψης	=	εικονοδιάσκεψη
εικονοδιασκέψεις	=	εικονοδιάσκεψη
εικονοδιασκέψεων	=	εικονοδιάσκεψη
εικονοκλάστες	=	εικονοκλάστης
εικονοκλάστη	=	εικονοκλάστης
εικονοκλάστης	noun	εικονομάχος
εικονοκλασία	noun	η καταστροφή εικόνων από τους εικονομάχους / εικονοκλάστες
εικονοκλασίας	noun	γενική ενικού του εικονοκλασία
εικονοκλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοκλασία
εικονοκλασιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονοκλασία
εικονοκλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοκλαστικό
εικονοκλαστικέ	adj	κλητική ενικού του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοκλαστική
εικονοκλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστικής	adj	γενική ενικού του εικονοκλαστική
εικονοκλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστικού	adj	γενική ενικού του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστικός	adj	που έχει σχέση με τον εικονοκλάστη ή την εικονοκλασία ή αναφέρεται σ’ αυτά
εικονοκλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εικονοκλαστικός
εικονοκλαστών	=	εικονοκλάστης
εικονολάτρες	=	εικονολάτρης
εικονολάτρη	=	εικονολάτρης
εικονολάτρης	noun	εκείνος που κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας υπερασπιζόταν τη λατρεία των θρησκευτικών εικόνων
εικονολάτρισσα	=	εικονολάτρης
εικονολήπτες	=	εικονολήπτης
εικονολήπτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εικονολήπτης
εικονολήπτης	noun	ο τεχνικός που χειρίζεται την κάμερα για τη μαγνητοσκόπηση, λήψη εικόνων (πλάνων)
εικονολήπτρια	noun	εικονολήπτης
εικονολήπτριας	noun	γενική ενικού του εικονολήπτρια
εικονολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονολήπτρια
εικονολατρία	noun	η λατρεία των εικόνων, αντίθετα προς το θρησκευτικό κίνημα της εικονομαχίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τον 8ο-9ο αιώνα
εικονολατρίας	=	εικονολατρία
εικονολατρίες	=	εικονολατρία
εικονολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονολατρικό
εικονολατρικέ	adj	κλητική ενικού του εικονολατρικός
εικονολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονολατρική
εικονολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονολατρικός
εικονολατρικής	adj	γενική ενικού του εικονολατρική
εικονολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονολατρικός
εικονολατρικού	adj	γενική ενικού του εικονολατρικός
εικονολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικονολατρικός
εικονολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του εικονολατρικός
εικονολατρικός	adj	που έχει σχέση με την εικονολατρία ή τους εικονολάτρες ή αναφέρεται σ’ αυτά
εικονολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του εικονολατρικός
εικονολατριών	=	εικονολατρία
εικονολατρών	=	εικονολάτρης
εικονοληπτικά	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικέ	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικές	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτική	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικής	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικοί	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικού	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικούς	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικό	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτικός	adj	που έχει σχέση με εικονολήπτη ή εικονοληψία ή αναφέρεται σʼ αυτά
εικονοληπτικών	=	εικονοληπτικός
εικονοληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του εικονολήπτρια
εικονοληπτών	=	εικονολήπτης
εικονοληψία	noun	η καταγραφή εικόνας (με την σημασία της καταγραφής αλληλουχίας εικόνων ανά μονάδα χρόνου), σχεδόν πάντα με ήχο
εικονοληψίας	noun	γενική ενικού του εικονοληψία
εικονοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοληψία
εικονοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονοληψία
εικονολογία	noun	επιστημονικός κλάδος μελέτης της εικονογραφίας.
εικονολογίας	noun	γενική ενικού του εικονολογία
εικονολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονολογία
εικονολογικά	=	εικονολογικός
εικονολογικέ	=	εικονολογικός
εικονολογικές	=	εικονολογικός
εικονολογική	=	εικονολογικός
εικονολογικής	=	εικονολογικός
εικονολογικοί	=	εικονολογικός
εικονολογικού	=	εικονολογικός
εικονολογικούς	=	εικονολογικός
εικονολογικό	=	εικονολογικός
εικονολογικός	adj	σχετικός με την εικονολογία
εικονολογικών	=	εικονολογικός
εικονολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονολογία
εικονολόγε	=	εικονολόγος
εικονολόγο	=	εικονολόγος
εικονολόγοι	=	εικονολόγος
εικονολόγος	noun	που ειδικεύεται στην εικονολογία
εικονολόγου	=	εικονολόγος
εικονολόγους	=	εικονολόγος
εικονολόγων	=	εικονολόγος
εικονομάχε	noun	κλητική ενικού του εικονομάχος
εικονομάχο	noun	αιτιατική ενικού του εικονομάχος
εικονομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονομάχος
εικονομάχος	noun	εκείνος που κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας αντιστρατευόταν τη λατρεία των εικόνων και ίσως προέβαινε και σε πράξεις καταστροφής τους
εικονομάχου	noun	γενική ενικού του εικονομάχος
εικονομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εικονομάχος
εικονομάχων	noun	γενική πληθυντικού του εικονομάχος
εικονομήνυμα	noun	ψηφιακό μήνυμα που αποστέλλεται μέσω κινητής τηλεφωνίας ή διαδικτύου και περιλαμβάνει ως κύριο περιεχόμενο μία ή περισσότερες εικόνες
εικονομαχία	noun	θρησκευτική και πολιτική διαμάχη που συντάραξε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τον 8ο και 9ο αιώνα· προκλήθηκε από την απόφαση των Ισαύρων αυτοκρατόρων να απαγορεύσουν τη λατρεία των θρησκευτικών εικόνων ως ειδωλολατρική και, ως αποτέλεσμα, χώρισε το λαό και την εκκλησία σε εικονομάχους (ή εικονοκλάστες) και εικονολάτρες
εικονομαχίας	noun	γενική ενικού του εικονομαχία
εικονομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονομαχία
εικονομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονομαχία
εικονομετρία	noun|rare	συνώνυμο του φωτογραμμετρία
εικονομηνυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εικονομήνυμα
εικονομηνύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονομήνυμα
εικονομηνύματος	noun	γενική ενικού του εικονομήνυμα
εικονομιμίδια	=	εικονομιμίδιο
εικονομιμίδιο	noun	(meme) κυβερνοφωτογραφία με λεζάντες που αποτελεί φορέα κάποιου μηνύματος
εικονομιμίδιου	=	εικονομιμίδιο
εικονομιμίδιων	=	εικονομιμίδιο
εικονομιμιδίου	=	εικονομιμίδιο
εικονομιμιδίων	=	εικονομιμίδιο
εικονοποίει	=	εικονοποιώ
εικονοποίησα	=	εικονοποιώ
εικονοποίησαν	=	εικονοποιώ
εικονοποίησε	=	εικονοποιώ
εικονοποίησες	=	εικονοποιώ
εικονοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εικονοποιώ, το να παρουσιάζω κάτι με εικόνες
εικονοποίησης	noun	γενική ενικού του εικονοποίηση
εικονοποιήσαμε	=	εικονοποιώ
εικονοποιήσαν	=	εικονοποιώ
εικονοποιήσανε	=	εικονοποιώ
εικονοποιήσατε	=	εικονοποιώ
εικονοποιήσει	=	εικονοποιώ
εικονοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοποίηση
εικονοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εικονοποίηση
εικονοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εικονοποίηση
εικονοποιήστε	=	εικονοποιώ
εικονοποιία	noun	η δημιουργία ή το πλάσιμο μιας εικόνας
εικονοποιίας	noun	γενική ενικού του εικονοποιία
εικονοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοποιία
εικονοποιεί	=	εικονοποιώ
εικονοποιείς	=	εικονοποιώ
εικονοποιείτε	=	εικονοποιώ
εικονοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονοποιία
εικονοποιούμε	=	εικονοποιώ
εικονοποιούν	=	εικονοποιώ
εικονοποιούνε	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσα	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσαμε	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσαν	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσανε	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσατε	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσε	=	εικονοποιώ
εικονοποιούσες	=	εικονοποιώ
εικονοποιώ	verb	παρουσιάζω κάτι με εικόνες, το αναπαριστώ με τέτοιο τρόπο
εικονοποιώντας	=	εικονοποιώ
εικονορροές	=	εικονορροή
εικονορροή	noun	η συνεχής και άμεση μετάδοση οπτικοακουστικού υλικού μέσω διαδικτύου σε πραγματικό χρόνο, χωρίς να προηγείται πλήρης αποθήκευσή του στη συσκευή του χρήστη
εικονορροής	=	εικονορροή
εικονορροών	=	εικονορροή
εικονοσήμα	noun	ηλεκτρονικό σήμα που μεταφέρει τις αναγκαίες πληροφορίες φωτεινότητας, χρώματος και συγχρονισμού, ώστε να είναι δυνατή η αναπαραγωγή κινούμενης ή στατικής εικόνας σε κατάλληλη συσκευή
εικονοσήματα	=	εικονοσήμα
εικονοσήματος	=	εικονοσήμα
εικονοσημάτων	=	εικονοσήμα
εικονοσκοπίου	=	εικονοσκόπιο
εικονοσκοπίων	=	εικονοσκόπιο
εικονοσκόπια	=	εικονοσκόπιο
εικονοσκόπιο	noun	ηλεκτρονική συσκευή σε κάμερα που ανιχνεύει και αναλύει σήμα από ακτίνες φωτός
εικονοσκόπιου	=	εικονοσκόπιο
εικονοσκόπιων	=	εικονοσκόπιο
εικονοστάσι	noun|vulgar	λιγότερη επίσημη μορφή του εικονοστάσιο
εικονοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοστάσιο
εικονοστάσιο	noun	η ειδική κατασκευή ή το σημείο όπου τοποθετούμε θρησκευτικές εικόνες, όπως το ξύλινο εικονοστάσι στον τοίχο σπιτιού
εικονοστάσιου	=	εικονοστάσιο
εικονοστασίου	noun	γενική ενικού του εικονοστάσιο
εικονοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του εικονοστάσιο
εικονοστοιχεία	=	εικονοστοιχείο
εικονοστοιχείο	noun	pixel: το στοιχειώδες κομμάτι που απαρτίζει μία εικόνα.
εικονοστοιχείου	=	εικονοστοιχείο
εικονοστοιχείων	=	εικονοστοιχείο
εικονοσυμβόλου	=	εικονοσύμβολο
εικονοσυμβόλων	=	εικονοσύμβολο
εικονοσύμβολα	=	εικονοσύμβολο
εικονοσύμβολο	noun	εικονόγραμμα
εικονοσύμβολου	=	εικονοσύμβολο
εικονοσύμβολων	=	εικονοσύμβολο
εικονοτηλέφωνα	=	εικονοτηλέφωνο
εικονοτηλέφωνο	noun	το βιντεοτηλέφωνο
εικονοτηλέφωνου	=	εικονοτηλέφωνο
εικονοτηλέφωνων	=	εικονοτηλέφωνο
εικονοτηλεφώνου	=	εικονοτηλέφωνο
εικονοτηλεφώνων	=	εικονοτηλέφωνο
εικονοτυπία	noun	η δημιουργία εικόνας με ανθιβόλιο
εικονοτυπίας	noun	γενική ενικού του εικονοτυπία
εικονοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονοτυπία
εικονοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του εικονοτυπία
εικονοχαρακτήρας	noun|rare	γραφικό σύμβολο που αποδίδει έννοια ή αντικείμενο μέσω μιας σχηματικής ή εικονικής παράστασης, χωρίς να βασίζεται σε φωνητική ανάγνωση
εικονοψηφίδα	noun	(γραφικά υπολογιστή) βλ. συνώνυμο εικονοστοιχείο
εικονοψηφίδας	=	εικονοψηφίδα
εικονοψηφίδες	=	εικονοψηφίδα
εικονοψηφίδων	=	εικονοψηφίδα
εικονόγραμμα	noun	οπτικό σύμβολο με λιτό και ξεκάθαρο σχεδιασμό, αναγνωρίσιμο και αποδεκτό που αποκωδικοποείται εύκολα
εικονόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονόφιλο
εικονόφιλε	adj	κλητική ενικού του εικονόφιλος
εικονόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικονόφιλη
εικονόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικονόφιλος
εικονόφιλης	adj	γενική ενικού του εικονόφιλη
εικονόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του εικονόφιλος
εικονόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικονόφιλος
εικονόφιλος	adj	άλλη μορφή του εικονολάτρης
εικονόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εικονόφιλος
εικονόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικονόφιλος
εικονόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εικονόφιλος
εικοσάβαθμα	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμε	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμες	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμη	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμης	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμο	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμοι	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμος	adj	που αποτελείται από ή βασίζεται σε κλίμακα είκοσι διακριτών βαθμίδων, ιδίως για αξιολόγηση ή μέτρηση
εικοσάβαθμου	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμους	=	εικοσάβαθμος
εικοσάβαθμων	=	εικοσάβαθμος
εικοσάγωνα	=	εικοσάγωνο
εικοσάγωνο	noun	πολύγωνο με είκοσι κορυφές και είκοσι πλευρές
εικοσάγωνου	=	εικοσάγωνο
εικοσάδα	noun	σύνολο είκοσι παρόμοιων ή ομοειδών πραγμάτων
εικοσάδας	=	εικοσάδα
εικοσάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσάδα
εικοσάδραχμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσάδραχμο
εικοσάδραχμο	noun	νόμισμα των είκοσι δραχμών
εικοσάδραχμου	noun	γενική ενικού του εικοσάδραχμο
εικοσάδραχμων	noun	γενική πληθυντικού του εικοσάδραχμο
εικοσάδων	=	εικοσάδα
εικοσάεδρα	=	εικοσάεδρο
εικοσάεδρο	noun	γεωμετρικό στερεό με είκοσι έδρες
εικοσάεδρου	=	εικοσάεδρο
εικοσάεδρων	=	εικοσάεδρο
εικοσάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσάευρο
εικοσάευρο	noun	είκοσι ευρώ
εικοσάευρου	noun	γενική ενικού του εικοσάευρο
εικοσάευρων	noun	γενική πληθυντικού του εικοσάευρο
εικοσάλεπτα	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτε	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτες	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτη	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτης	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτο	noun	χρονική διάρκεια είκοσι λεπτών της ώρας
εικοσάλεπτοι	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτος	adj	που έχει διάρκεια είκοσι λεπτών της ώρας
εικοσάλεπτου	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτους	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλεπτων	=	εικοσάλεπτος
εικοσάλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσάλιτρο
εικοσάρα	noun	σύνολο ή ομάδα που αποτελείται ακριβώς από είκοσι μονάδες, πρόσωπα ή πράγματα
εικοσάρας	=	εικοσάρης
εικοσάρες	=	εικοσάρης
εικοσάρη	=	εικοσάρης
εικοσάρηδες	=	εικοσάρης
εικοσάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του εικοσάρης
εικοσάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς είκοσι ετών
εικοσάρι	noun	ποσό είκοσι μονάδων (ευρώ, δραχμών, δολαρίων κλπ)
εικοσάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσάρι
εικοσάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσάρικο
εικοσάρικο	=	εικοσάρης
εικοσάρικου	noun	γενική ενικού του εικοσάρικο
εικοσάρικων	noun	γενική πληθυντικού του εικοσάρικο
εικοσάρων	=	εικοσάρα
εικοσάφυλλα	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλε	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλες	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλη	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλης	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλο	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλοι	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλος	adj	που έχει είκοσι φύλλα
εικοσάφυλλου	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλους	=	εικοσάφυλλος
εικοσάφυλλων	=	εικοσάφυλλος
εικοσάχρονα	=	εικοσάχρονος
εικοσάχρονε	=	εικοσάχρονος
εικοσάχρονες	=	εικοσάχρονος
εικοσάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικοσάχρονος
εικοσάχρονης	=	εικοσάχρονος
εικοσάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εικοσάχρονος
εικοσάχρονοι	=	εικοσάχρονος
εικοσάχρονος	adj	που διαρκεί είκοσι χρόνια	noun	νέος ηλικίας είκοσι ετών
εικοσάχρονου	adj	γενική ενικού του εικοσάχρονος
εικοσάχρονους	=	εικοσάχρονος
εικοσάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του εικοσάχρονος
εικοσαέδρου	=	εικοσάεδρο
εικοσαέδρων	=	εικοσάεδρο
εικοσαήμερα	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερε	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερες	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερη	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερης	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερο	noun	περίοδος συνεχούς διάρκειας είκοσι ημερών
εικοσαήμεροι	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερος	adj	που διαρκεί ή εκτείνεται σε χρονικό διάστημα είκοσι ημερών
εικοσαήμερου	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερους	=	εικοσαήμερος
εικοσαήμερων	=	εικοσαήμερος
εικοσαβάθμια	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιας	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιε	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιες	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιο	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιοι	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιος	adj	άλλη μορφή του εικοσάβαθμος
εικοσαβάθμιου	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιους	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαβάθμιων	=	εικοσαβάθμιος
εικοσαγώνου	=	εικοσάγωνο
εικοσαγώνων	=	εικοσάγωνο
εικοσαετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εικοσαετής
εικοσαετή	=	εικοσαετής
εικοσαετής	adj	που έχει διάρκεια είκοσι ετών
εικοσαετία	noun	χρονική διάρκεια είκοσι ετών
εικοσαετίας	noun	γενική ενικού του εικοσαετία
εικοσαετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσαετία
εικοσαετείς	=	εικοσαετής
εικοσαετιών	noun	γενική πληθυντικού του εικοσαετία
εικοσαετούς	=	εικοσαετής
εικοσαετών	adj	γενική πληθυντικού του εικοσαετής
εικοσαημέρου	=	εικοσαήμερο
εικοσαημέρων	=	εικοσαήμερο
εικοσαλέπτου	=	εικοσάλεπτο
εικοσαλέπτων	=	εικοσάλεπτο
εικοσαμελές	=	εικοσαμελής
εικοσαμελή	=	εικοσαμελής
εικοσαμελής	adj	που συγκροτείται από σύνολο είκοσι μελών (προσώπων ή στοιχείων / πραγμάτων)
εικοσαμελείς	=	εικοσαμελής
εικοσαμελούς	=	εικοσαμελής
εικοσαμελών	=	εικοσαμελής
εικοσαπλάσια	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιας	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιε	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιες	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιο	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιοι	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιος	adj	είκοσι φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο
εικοσαπλάσιου	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιους	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλάσιων	=	εικοσαπλάσιος
εικοσαπλασίαζα	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίαζαν	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίαζε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίαζες	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίασα	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίασαν	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίασε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασίασες	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζαμε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζαν	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζανε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζατε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζει	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζεις	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζετε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζοντας	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζουμε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζουν	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζουνε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάζω	verb	αυξάνω ένα μέγεθος ή ποσό κατά είκοσι φορές ως προς την αρχική του τιμή
εικοσαπλασιάσαμε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάσαν	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάσανε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάσατε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάσει	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαπλασιάστε	=	εικοσαπλασιάζω
εικοσαριά	noun	είκοσι
εικοσαριάς	noun	γενική ενικού του εικοσαριά
εικοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσαριά
εικοσαριών	=	εικοσαριά
εικοσιένα	noun	παιχνίδι της τράπουλας
εικοσιένας	num	απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει ποσότητα ίση με το άθροισμα είκοσι και ενός, χρησιμοποιούμενο ως επίθετο ή ουσιαστικό για την ακριβή απαρίθμηση προσώπων, πραγμάτων ή χρονικών μονάδων
εικοσιμία	noun	χαρτοπαίγνιο της τράπουλας στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν να σχηματίσουν συνδυασμό φύλλων με συνολική αξία όσο το δυνατόν πλησιέστερη στο 21, χωρίς να το υπερβούν, ώστε να υπερισχύσουν έναντι της «μάνας»
εικοσιμίας	=	εικοσιμία
εικοσιπέντε	num	ο αριθμός 25 (είκοσι πέντε) ως μια λέξη
εικοσιπεντάδραχμο	noun|rare	τραπεζογραμμάτιο των 25 δραχμών
εικοσιπεντάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοσιπεντάευρο
εικοσιπεντάευρο	noun	είκοσι πέντε ευρώ
εικοσιπεντάευρου	noun	γενική ενικού του εικοσιπεντάευρο
εικοσιπεντάευρων	noun	γενική πληθυντικού του εικοσιπεντάευρο
εικοσιπεντάρα	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρας	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρες	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρη	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρηδες	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρηδων	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς εικοσιπέντε ετών
εικοσιπεντάρικα	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρικο	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρικου	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάρικων	=	εικοσιπεντάρης
εικοσιπεντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εικοσιπεντάχρονος
εικοσιπενταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εικοσιπενταετής
εικοσιπενταετηρίδα	noun	η επέτειος είκοσι πέντε από κάποιο γεγονός που είναι ή θεωρείται σημαντικό
εικοσιπενταετηρίδας	=	εικοσιπενταετηρίδα
εικοσιπενταετηρίδες	=	εικοσιπενταετηρίδα
εικοσιπενταετηρίδων	=	εικοσιπενταετηρίδα
εικοσιπενταετών	adj	γενική πληθυντικού του εικοσιπενταετής
εικοσιτετράωρα	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρε	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρες	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρη	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρης	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρο	noun	η χρονική διάρκεια είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, μια ολόκληρη ημέρα, ένα ημερονύκτιο
εικοσιτετράωροι	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρος	adj	που έχει διάρκεια είκοσι τεσσάρων ωρών, μιας ολόκληρης μέρας
εικοσιτετράωρου	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρους	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετράωρων	=	εικοσιτετράωρος
εικοσιτετραψήφια	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιας	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιε	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιες	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιο	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιοι	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιος	adj	που αποτελείται από 24 ψηφία, 24 αριθμούς
εικοσιτετραψήφιου	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιους	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοσιτετραψήφιων	=	εικοσιτετραψήφιος
εικοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοστό
εικοστέ	adj	κλητική ενικού του εικοστός
εικοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοστή
εικοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικοστός
εικοστής	adj	γενική ενικού του εικοστή
εικοστετράωρος	=	εικοσιτετράωρος
εικοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικοστός
εικοστού	adj	γενική ενικού του εικοστός
εικοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικοστός
εικοστό	adj	αιτιατική ενικού του εικοστός
εικοστός	num	που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν είκοσι (20)
εικοστών	adj	γενική πληθυντικού του εικοστός
εικοτολογήσαμε	=	εικοτολογώ
εικοτολογήσαν	=	εικοτολογώ
εικοτολογήσανε	=	εικοτολογώ
εικοτολογήσατε	=	εικοτολογώ
εικοτολογήσει	=	εικοτολογώ
εικοτολογήστε	=	εικοτολογώ
εικοτολογία	noun	η διατύπωση εικασιών ή αυθαίρετων συμπερασμάτων
εικοτολογίας	noun	γενική ενικού του εικοτολογία
εικοτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοτολογία
εικοτολογεί	=	εικοτολογώ
εικοτολογείς	=	εικοτολογώ
εικοτολογείτε	=	εικοτολογώ
εικοτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοτολογικό
εικοτολογικέ	adj	κλητική ενικού του εικοτολογικός
εικοτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικοτολογική
εικοτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εικοτολογικός
εικοτολογικής	adj	γενική ενικού του εικοτολογική
εικοτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εικοτολογικός
εικοτολογικού	adj	γενική ενικού του εικοτολογικός
εικοτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εικοτολογικός
εικοτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εικοτολογικός
εικοτολογικός	adj	που έχει σχέση με εικοτολογία, αναφέρεται σ’ αυτή ή προκύπτει εικοτολογώντας
εικοτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εικοτολογικός
εικοτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εικοτολογία
εικοτολογούμε	=	εικοτολογώ
εικοτολογούν	=	εικοτολογώ
εικοτολογούνε	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσα	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσαμε	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσαν	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσανε	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσατε	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσε	=	εικοτολογώ
εικοτολογούσες	=	εικοτολογώ
εικοτολογώ	verb	διατυπώνω εικοτολογίες
εικοτολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εικοτολογώ
εικοτολόγει	=	εικοτολογώ
εικοτολόγησα	=	εικοτολογώ
εικοτολόγησαν	=	εικοτολογώ
εικοτολόγησε	=	εικοτολογώ
εικοτολόγησες	=	εικοτολογώ
εικόνα	noun	δισδιάστατη εμφάνιση ή αναπαράσταση με τεχνικά μέσα πραγματικού αντικειμένου
εικόνας	noun	γενική ενικού του εικόνα
εικόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εικόνα
εικόνιζα	=	εικονίζω
εικόνιζαν	=	εικονίζω
εικόνιζε	=	εικονίζω
εικόνιζες	=	εικονίζω
εικόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εικονίζω
εικόνισμα	noun	θρησκευτική εικόνα
εικόνων	noun	γενική πληθυντικού του εικόνα
εικός	noun	το πιθανό, το λογικό, το φυσικό
εικότως	adv|archaic	κατά λογικό και εύλογο τρόπο, με λογική συνέχεια
εικών	noun|archaic	άλλη μορφή του εικόνα
ειλεέ	noun	κλητική ενικού του ειλεός
ειλεοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειλεός
ειλεοστομία	noun	μια χειρουργική επέμβαση δημιουργίας τεχνητής εξόδου στο λεπτό έντερο (συνήθως στον ειλεό) για την αποβολή των περιττωμάτων λόγω δυσλειτουργίας ή μη λειτουργίας του παχέως εντέρου
ειλεοστομίας	=	ειλεοστομία
ειλεοστομίες	=	ειλεοστομία
ειλεοστομιών	=	ειλεοστομία
ειλεοτυφλικά	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικέ	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικές	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλική	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικής	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικοί	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικού	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικούς	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικό	=	ειλεοτυφλικός
ειλεοτυφλικός	adj	που σχετίζεται με τον ειλεό και το τυφλό έντερο
ειλεοτυφλικών	=	ειλεοτυφλικός
ειλεού	noun	γενική ενικού του ειλεός
ειλεούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ειλεός
ειλεό	noun	αιτιατική ενικού του ειλεός
ειλεός	noun	το τελευταίο και μεγαλύτερο σε μήκος τμήμα του λεπτού εντέρου
ειλεών	noun	γενική πληθυντικού του ειλεός
ειλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειλημμένο
ειλημμένε	verb	κλητική ενικού του ειλημμένος
ειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειλημμένη
ειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειλημμένος
ειλημμένης	verb	γενική ενικού του ειλημμένη
ειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του ειλημμένος
ειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειλημμένος
ειλημμένος	verb	που έχει ληφθεί
ειλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειλημμένος
ειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειλημμένος
ειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειλημμένος
ειλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειλητό
ειλητάρια	=	ειλητάριο
ειλητάριο	noun	είδος βιβλίου από διάφορα υλικά (περγαμηνή, πάπυρο, χαρτί), τυλιγμένο γύρω από έναν άξονα.
ειλητάριου	=	ειλητάριο
ειλητάριων	=	ειλητάριο
ειλητέ	adj	κλητική ενικού του ειλητός
ειλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειλητή
ειλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειλητός
ειλητής	adj	γενική ενικού του ειλητή
ειληταρίου	=	ειλητάριο
ειληταρίων	=	ειλητάριο
ειλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειλητός
ειλητού	adj	γενική ενικού του ειλητός
ειλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειλητός
ειλητό	noun	λινό ύφασμα που καλύπτει την αγία τράπεζα, πάνω στο οποίο υπάρχει η εικόνα του τάφου του Χριστού	adj	αιτιατική ενικού του ειλητός
ειλητός	adj|dated	τυλιγμένος, περιτυλιγμένος
ειλητών	adj	γενική πληθυντικού του ειλητός
ειλικρίνεια	noun	η ιδιότητα κάποιου που είναι ειλικρινής, που μιλά ανοιχτά για αυτό που πράγματι νιώθει ή σκέφτεται
ειλικρίνειας	noun	γενική ενικού του ειλικρίνεια
ειλικρίνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειλικρίνεια
ειλικρινά	adv	με ειλικρινή τρόπο, χωρίς προσποιήσεις, αληθινά
ειλικρινές	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατα	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατε	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατες	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατη	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατης	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατο	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατοι	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατος	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατου	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατους	=	ειλικρινής
ειλικρινέστατων	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερα	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερε	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερες	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερη	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερης	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερο	=	ειλικρινής
ειλικρινέστεροι	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερος	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερου	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερους	=	ειλικρινής
ειλικρινέστερων	=	ειλικρινής
ειλικρινή	=	ειλικρινής
ειλικρινής	adj	που λέει την αλήθεια, που εκφράζει τις πραγματικές σκέψεις και συναισθήματά του
ειλικρινείς	=	ειλικρινής
ειλικρινειών	noun	γενική πληθυντικού του ειλικρίνεια
ειλικρινούς	=	ειλικρινής
ειλικρινών	=	ειλικρινής
ειλικρινώς	adv|formal	ειλικρινά
ειλωτεύω	verb|formal	μονοτονική γραφή του εἱλωτεύω, αναφορά στο αρχαίο ρήμα εἱλωτεύω: δουλεύω σαν είλωτας
ειλώτων	=	είλωτας
ειμ	abbrev	Ελληνικό Ινστιτούτο Μετρολογίας: εθνικός οργανισμός αρμόδιος για την τήρηση, ανάπτυξη και διάδοση των προτύπων μέτρησης και της μετρολογικής ακρίβειας στην Ελλάδα
ειμή	conj	πλην, εκτός
ειμί	verb	είμαι
ειμαρμένη	noun|formal	η τύχη, η αναπότρεπτη μοίρα, το πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό κάθε ανθρώπου, που περιλαμβάνει και προδιαγράφει ολόκληρη τη ζωή του
ειμαρμένης	=	ειμαρμένη
ειο	abbrev	Ελληνική Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία: ανώτατο διοικητικό όργανο που οργανώνει, ρυθμίζει και προάγει το άθλημα της ιστιοπλοΐας στην Ελλάδα, συντονίζοντας συλλόγους και αγωνιστικές δραστηριότητες σε εθνικό επίπεδο
ειπ	abbrev	Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού: δημόσιος οργανισμός που προωθεί τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού στην Ελλάδα και διεθνώς μέσω εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δράσεων
ειπωθήκαμε	=	λέω
ειπωθήκαν	=	λέω
ειπωθήκανε	=	λέω
ειπωθήκατε	=	λέω
ειπωθεί	=	λέω
ειπωθείς	=	λέω
ειπωθείτε	=	λέω
ειπωθούμε	=	λέω
ειπωθούν	=	λέω
ειπωθούνε	=	λέω
ειπωθώ	=	λέω
ειπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειπωμένο
ειπωμένε	verb	κλητική ενικού του ειπωμένος
ειπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειπωμένη
ειπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειπωμένος
ειπωμένης	verb	γενική ενικού του ειπωμένη
ειπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ειπωμένος
ειπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειπωμένος
ειπωμένος	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος λέγω
ειπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειπωμένος
ειπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειπωμένος
ειπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειπωμένος
ειπώθηκα	=	λέω
ειπώθηκαν	=	λέω
ειπώθηκε	=	λέω
ειπώθηκες	=	λέω
ειρ	abbrev	πρώην ελληνικός κρατικός φορέας ραδιοφωνίας
ειρήνεμα	noun	το αποτέλεσμα του ειρηνεύω
ειρήνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρήνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρήνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρήνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρήνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ειρηνεύω, η πράξη της επιβολής / εγκαθίδρυσης / αποκατάστασης της ειρήνης , της ησυχίας, της γαλήνης
ειρήνευσης	noun	γενική ενικού του ειρήνευση
ειρήνη	noun	περίοδος απουσίας ενόπλων συρράξεων
ειρήνης	noun	γενική ενικού του ειρήνη
ειρήσθω	verb|archaic	ας έχει λεχθεί.
ειρεσιωνών	=	ειρεσιώνη
ειρεσιώνες	=	ειρεσιώνη
ειρεσιώνη	noun	αρχαία ελληνική εἰρεσιώνη
ειρεσιώνης	=	ειρεσιώνη
ειρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρημένο
ειρημένε	verb	κλητική ενικού του ειρημένος
ειρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρημένη
ειρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρημένος
ειρημένης	verb	γενική ενικού του ειρημένη
ειρημένο	verb	αιτιατική ενικού του ειρημένος
ειρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρημένος
ειρημένος	verb|formal	που έχει ειπωθεί, που έχει λεχθεί
ειρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειρημένος
ειρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειρημένος
ειρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειρημένος
ειρηνέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρήνεμα
ειρηνέματος	noun	γενική ενικού του ειρήνεμα
ειρηνίστρια	noun	θηλυκό του ειρηνιστής
ειρηνίστριας	noun	γενική ενικού του ειρηνίστρια
ειρηνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνίστρια
ειρηνεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ειρήνεμα
ειρηνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνεμένο
ειρηνεμένε	verb	κλητική ενικού του ειρηνεμένος
ειρηνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνεμένη
ειρηνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνεμένος
ειρηνεμένης	verb	γενική ενικού του ειρηνεμένη
ειρηνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ειρηνεμένος
ειρηνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνεμένος
ειρηνεμένος	verb|informal	άλλη μορφή του ειρηνευμένος
ειρηνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειρηνεμένος
ειρηνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνεμένος
ειρηνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειρηνεμένος
ειρηνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευμένο
ειρηνευμένε	verb	κλητική ενικού του ειρηνευμένος
ειρηνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευμένη
ειρηνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνευμένος
ειρηνευμένης	verb	γενική ενικού του ειρηνευμένη
ειρηνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ειρηνευμένος
ειρηνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευμένος
ειρηνευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειρηνευμένος
ειρηνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνευμένος
ειρηνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειρηνευμένος
ειρηνευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευτής
ειρηνευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ειρηνευτής
ειρηνευτής	noun	αυτός που ειρηνεύει, που συμβάλλει στην ειρήνευση
ειρηνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευτικό	adv	αποσκοπώντας στην ειρήνευση
ειρηνευτικέ	adj	κλητική ενικού του ειρηνευτικός
ειρηνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευτική
ειρηνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνευτικός
ειρηνευτικής	adj	γενική ενικού του ειρηνευτική
ειρηνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνευτικός
ειρηνευτικού	adj	γενική ενικού του ειρηνευτικός
ειρηνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνευτικός
ειρηνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ειρηνευτικός
ειρηνευτικός	adj	που συμβάλλει στην ειρήνη, στην ειρήνευση
ειρηνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ειρηνευτικός
ειρηνευτριών	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνεύτρια
ειρηνευτών	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνευτής
ειρηνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρήνευση
ειρηνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ειρήνευση
ειρηνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ειρήνευση
ειρηνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρηνεύω
ειρηνεύτρα	noun	θηλυκό του ειρηνευτής
ειρηνεύτρας	noun	γενική ενικού του ειρηνεύτρα
ειρηνεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνεύτρα
ειρηνεύτρια	noun	θηλυκό του ειρηνευτής
ειρηνεύτριας	noun	γενική ενικού του ειρηνεύτρια
ειρηνεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνεύτρια
ειρηνεύω	verb	κατευνάζω, ηρεμώ
ειρηνικά	adv	με ειρηνικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνικό
ειρηνικέ	adj	κλητική ενικού του ειρηνικός
ειρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνική
ειρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνικός
ειρηνικής	adj	γενική ενικού του ειρηνική
ειρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνικός
ειρηνικού	adj	γενική ενικού του ειρηνικός
ειρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνικός
ειρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του ειρηνικός
ειρηνικός	adj	που έχει ως χαρακτηριστικό την ειρήνη
ειρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του ειρηνικός
ειρηνικώς	adv|dated	ειρηνικά
ειρηνισμέ	noun	κλητική ενικού του ειρηνισμός
ειρηνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνισμός
ειρηνισμού	noun	γενική ενικού του ειρηνισμός
ειρηνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνισμός
ειρηνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ειρηνισμός
ειρηνισμός	noun	στάση ή πρακτική που επιζητά την ειρήνη στον κόσμο
ειρηνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνισμός
ειρηνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνιστής
ειρηνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ειρηνιστής
ειρηνιστής	noun	πρόσωπο που αγαπά την ειρήνη και αγωνίζεται για την επικράτησή της
ειρηνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνιστικό
ειρηνιστικέ	adj	κλητική ενικού του ειρηνιστικός
ειρηνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνιστική
ειρηνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνιστικός
ειρηνιστικής	adj	γενική ενικού του ειρηνιστική
ειρηνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνιστικός
ειρηνιστικού	adj	γενική ενικού του ειρηνιστικός
ειρηνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνιστικός
ειρηνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ειρηνιστικός
ειρηνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ειρηνισμό ή τον ειρηνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ειρηνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ειρηνιστικός
ειρηνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνίστρια
ειρηνιστών	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνιστής
ειρηνοδίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνοδίκης
ειρηνοδίκη	=	ειρηνοδίκης
ειρηνοδίκης	noun	δικαστής ειρηνοδικείου
ειρηνοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνοδικείο
ειρηνοδικείο	noun	κατώτερο μονομελές πολιτικό δικαστήριο το οποίο εκδικάζει προσωπικές διαφορές που αφορούν σχετικά μικρά ποσά (κατά τη συγγραφή του παρόντος, μικρότερα των 20.000€) (μικρές αστικές υποθέσεις)
ειρηνοδικείου	noun	γενική ενικού του ειρηνοδικείο
ειρηνοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνοδικείο
ειρηνοδικειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνοδικειακό
ειρηνοδικειακέ	adj	κλητική ενικού του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνοδικειακή
ειρηνοδικειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικειακής	adj	γενική ενικού του ειρηνοδικειακή
ειρηνοδικειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικειακού	adj	γενική ενικού του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικειακό	adj	αιτιατική ενικού του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικειακός	adj	που έχει σχέση με ειρηνοδικείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
ειρηνοδικειακών	adj	γενική πληθυντικού του ειρηνοδικειακός
ειρηνοδικών	=	ειρηνοδίκης
ειρηνοδρομία	noun	αγωνιστική ή συμβολική δρομική εκδήλωση με συλλογικό χαρακτήρα, η οποία οργανώνεται για να προβάλει και να ενισχύσει το μήνυμα της ειρήνης
ειρηνοδρομίας	=	ειρηνοδρομία
ειρηνοδρομίες	=	ειρηνοδρομία
ειρηνοδρομιών	=	ειρηνοδρομία
ειρηνοδρόμε	=	ειρηνοδρόμος
ειρηνοδρόμο	=	ειρηνοδρόμος
ειρηνοδρόμοι	=	ειρηνοδρόμος
ειρηνοδρόμος	noun	που παίρνει μέρος σε ειρηνοδρομία
ειρηνοδρόμου	=	ειρηνοδρόμος
ειρηνοδρόμους	=	ειρηνοδρόμος
ειρηνοδρόμων	=	ειρηνοδρόμος
ειρηνοποιά	=	ειρηνοποιός
ειρηνοποιέ	=	ειρηνοποιός
ειρηνοποιοί	=	ειρηνοποιός
ειρηνοποιού	=	ειρηνοποιός
ειρηνοποιούς	=	ειρηνοποιός
ειρηνοποιό	=	ειρηνοποιός
ειρηνοποιός	noun	άτομο που προσπαθεί να φέρει ειρήνη	adj	που (προσπαθεί να) φέρει την ειρήνη, να την αποκαταστήσει
ειρηνοποιών	=	ειρηνοποιός
ειρηνοφιλία	noun	η αγάπη για την ειρήνη
ειρηνοφιλίας	noun	γενική ενικού του ειρηνοφιλία
ειρηνοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνοφιλία
ειρηνοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ειρηνοφιλία
ειρηνοφρουροί	noun	στρατιωτικό ή παραστρατιωτικό προσωπικό —συνήθως ενταγμένο σε διεθνείς αποστολές— που αναπτύσσεται σε περιοχές συγκρούσεων με σκοπό τη διατήρηση ή επιβολή της ειρήνης, την εποπτεία συμφωνιών και την προστασία αμάχων
ειρηνοφρουρούς	=	ειρηνοφρουροί
ειρηνοφρουρών	=	ειρηνοφρουροί
ειρηνοφόρα	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρας	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρε	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρες	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρο	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόροι	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρος	adj|poetic	που φέρνει την ειρήνη, που ειρηνεύει
ειρηνοφόρου	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρους	=	ειρηνοφόρος
ειρηνοφόρων	=	ειρηνοφόρος
ειρηνόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνόφιλο
ειρηνόφιλε	adj	κλητική ενικού του ειρηνόφιλος
ειρηνόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνόφιλη
ειρηνόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρηνόφιλος
ειρηνόφιλης	adj	γενική ενικού του ειρηνόφιλη
ειρηνόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ειρηνόφιλος
ειρηνόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρηνόφιλος
ειρηνόφιλος	adj	που επιθυμεί την ειρήνη
ειρηνόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειρηνόφιλος
ειρηνόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειρηνόφιλος
ειρηνόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειρηνόφιλος
ειρκτές	=	ειρκτή
ειρκτή	noun	βαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα· προηγούμενη ονομασία της κάθειρξης (Χρειάζεται επεξεργασία)
ειρκτής	=	ειρκτή
ειρκτών	=	ειρκτή
ειρμέ	noun	κλητική ενικού του ειρμός
ειρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρμός
ειρμολογίου	=	ειρμολόγιο
ειρμολογίων	=	ειρμολόγιο
ειρμολογικά	=	ειρμολογικός
ειρμολογικέ	=	ειρμολογικός
ειρμολογικές	=	ειρμολογικός
ειρμολογική	=	ειρμολογικός
ειρμολογικής	=	ειρμολογικός
ειρμολογικοί	=	ειρμολογικός
ειρμολογικού	=	ειρμολογικός
ειρμολογικούς	=	ειρμολογικός
ειρμολογικό	=	ειρμολογικός
ειρμολογικός	adj	σχετικός με την ειρμολογία / το ειρμολόγιο
ειρμολογικών	=	ειρμολογικός
ειρμολόγια	=	ειρμολόγιο
ειρμολόγιο	noun	βυζαντινό λειτουργικό βιβλίο με τροπάρια (ειρμούς και συγκεκριμένα τις καταβασίες)
ειρμολόγιου	=	ειρμολόγιο
ειρμολόγιων	=	ειρμολόγιο
ειρμού	noun	γενική ενικού του ειρμός
ειρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ειρμός
ειρμό	noun	αιτιατική ενικού του ειρμός
ειρμός	noun	η νοηματική σειρά σκέψης, λογική σύνδεση και ακολουθία νοημάτων
ειρμών	noun	γενική πληθυντικού του ειρμός
ειρτ	abbrev	πρώην ελληνικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας
ειρωνέψου	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεία	noun	λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί
ειρωνείας	noun	γενική ενικού του ειρωνεία
ειρωνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρωνεία
ειρωνειών	noun	γενική πληθυντικού του ειρωνεία
ειρωνεμένος	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθήκαμε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθήκαν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθήκανε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθήκατε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθεί	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθείς	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθείτε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθούμε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθούν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθούνε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευθώ	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευμένος	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτήκαν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευτήκανε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευτούνε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευόμασταν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόμαστε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρωνευόμενο
ειρωνευόμενε	verb	κλητική ενικού του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρωνευόμενη
ειρωνευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμενης	verb	γενική ενικού του ειρωνευόμενη
ειρωνευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ειρωνευόμενος
ειρωνευόμουν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόμουνα	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόντουσαν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόσασταν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόσαστε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόσουν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόσουνα	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευόταν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνευότανε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύεσαι	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύεστε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύεται	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύθηκα	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύθηκαν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύθηκε	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύθηκες	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύομαι	verb	απευθύνομαι σε κάποιον με ειρωνεία
ειρωνεύονται	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύονταν	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύου	=	ειρωνεύομαι
ειρωνεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ειρωνεύομαι
ειρωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρωνικό	adv	με ειρωνικό τρόπο, με ειρωνεία
ειρωνικέ	adj	κλητική ενικού του ειρωνικός
ειρωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρωνική
ειρωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ειρωνικός
ειρωνικής	adj	γενική ενικού του ειρωνική
ειρωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ειρωνικός
ειρωνικού	adj	γενική ενικού του ειρωνικός
ειρωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ειρωνικός
ειρωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ειρωνικός
ειρωνικός	adj	που περιέχει ειρωνεία, που κοροϊδεύει υπαινικτικά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις
ειρωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ειρωνικός
ειρωνικώς	adv|dated	ειρωνικά
ειρώνων	=	είρωνας
εις	prep|formal	μονοτονική γραφή του εἰς: σε
εισάγαγε	=	εισάγω
εισάγαμε	=	εισάγω
εισάγαν	=	εισάγω
εισάγανε	=	εισάγω
εισάγατε	=	εισάγω
εισάγει	=	εισάγω
εισάγεις	=	εισάγω
εισάγεσαι	=	εισάγομαι
εισάγεσθε	=	εισάγω
εισάγεστε	=	εισάγομαι
εισάγεται	=	εισάγομαι
εισάγετε	=	εισάγω
εισάγομαι	verb	με εισάγουν, με βάζουν μέσα
εισάγομε	=	εισάγω
εισάγονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εισάγομαι
εισάγονταν	=	εισάγομαι
εισάγοντας	=	εισάγω
εισάγου	=	εισάγομαι
εισάγουμε	=	εισάγω
εισάγουν	=	εισάγω
εισάγουνε	=	εισάγω
εισάγω	verb	οδηγώ εντός, φέρω μέσα (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
εισάκουα	=	εισακούω
εισάκουαν	=	εισακούω
εισάκουε	=	εισακούω
εισάκουες	=	εισακούω
εισάκουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισάκουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισάκουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισάκουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισέβαλλα	=	εισβάλλω
εισέβαλλαν	=	εισβάλλω
εισέβαλλε	=	εισβάλλω
εισέβαλλες	=	εισβάλλω
εισέδυα	=	εισδύω
εισέδυαν	=	εισδύω
εισέδυε	=	εισδύω
εισέδυες	=	εισδύω
εισέδυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισέδυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισέδυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισέδυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισέπλεα	=	εισπλέω
εισέπλεαν	=	εισπλέω
εισέπλεε	=	εισπλέω
εισέπλεες	=	εισπλέω
εισέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισέπνεα	=	εισπνέω
εισέπνεαν	=	εισπνέω
εισέπνεε	=	εισπνέω
εισέπνεες	=	εισπνέω
εισέπνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισέπνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισέπνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισέπνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισέπραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισέπραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισέπραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισέπραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισέρρεα	=	εισρέω
εισέρρεαν	=	εισρέω
εισέρρεε	=	εισρέω
εισέρρεες	=	εισρέω
εισέρρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισέρρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισέρρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισέρρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισέρχεσαι	=	εισέρχομαι
εισέρχεσθε	=	εισέρχομαι
εισέρχεστε	=	εισέρχομαι
εισέρχεται	=	εισέρχομαι
εισέρχομαι	verb	προχωρώ από το εξωτερικό προς το εσωτερικό ενός χώρου
εισέρχονται	=	εισέρχομαι
εισέρχονταν	=	εισέρχομαι
εισέτι	adv	έως τώρα, μέχρι την παρούσα χρονική στιγμή, ακόμα
εισέφερα	=	εισφέρω
εισέφεραν	=	εισφέρω
εισέφερε	=	εισφέρω
εισέφερες	=	εισφέρω
εισέχω	verb	σχηματίζω εσοχή
εισήγα	=	εισάγω
εισήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισήγαμε	=	εισάγω
εισήγαν	=	εισάγω
εισήγατε	=	εισάγω
εισήγε	=	εισάγω
εισήγες	=	εισάγω
εισήγηση	noun	το κείμενο, γραπτό ή προφορικό, που ανακοινώνεται σε μια ομάδα ανθρώπων και αποσκοπεί στην ενημέρωση πάνω σε συγκεκριμένο θέμα και στην υποβολή προτάσεων
εισήγησης	=	εισήγηση
εισήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισέρχομαι
εισήχθη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισήχθην	=	εισάγομαι
εισήχθης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισήχθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγαν	=	εισάγω
εισαγάγανε	=	εισάγω
εισαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγομε	=	εισάγω
εισαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγάγουνε	=	εισάγω
εισαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαγγελέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εισαγγελέας
εισαγγελέας	noun	ανώτερος δικαστικός λειτουργός, ο οποίος εκπροσωπεί το κράτος και το νόμο και αντικείμενό του είναι η άσκηση νομικής δίωξης, ο δημόσιος κατήγορος
εισαγγελέων	=	εισαγγελέας
εισαγγελέως	=	εισαγγελέας
εισαγγελία	noun	το λειτούργημα ενός εισαγγελέα καθώς και η εξουσία που απορρέει απ’ αυτό
εισαγγελίας	noun	γενική ενικού του εισαγγελία
εισαγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγγελία
εισαγγελείς	=	εισαγγελέας
εισαγγελεύς	=	εισαγγελέας
εισαγγελεύω	verb	είμαι εισαγγελέας και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
εισαγγελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγγελικό
εισαγγελικέ	adj	κλητική ενικού του εισαγγελικός
εισαγγελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγγελική
εισαγγελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισαγγελικός
εισαγγελικής	adj	γενική ενικού του εισαγγελική
εισαγγελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισαγγελικός
εισαγγελικού	adj	γενική ενικού του εισαγγελικός
εισαγγελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισαγγελικός
εισαγγελικό	adj	αιτιατική ενικού του εισαγγελικός
εισαγγελικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον εισαγγελέα
εισαγγελικών	adj	γενική πληθυντικού του εισαγγελικός
εισαγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του εισαγγελία
εισαγωγέα	=	εισαγωγέας
εισαγωγέας	noun	ο έμπορος που εισάγει, που φέρνει εμπορεύματα στη χώρα του από το εξωτερικό
εισαγωγές	noun	γενική ενικού του εισαγωγή
εισαγωγέων	=	εισαγωγέας
εισαγωγέως	=	εισαγωγέας
εισαγωγή	noun	η τοποθέτηση κάποιου πράγματος μέσα σε κάτι άλλο
εισαγωγής	noun	γενική ενικού του εισαγωγή
εισαγωγείς	=	εισαγωγέας
εισαγωγικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγωγικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (εισαγωγικό) του εισαγωγικός
εισαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του εισαγωγικός
εισαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγωγική
εισαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισαγωγικός
εισαγωγικής	adj	γενική ενικού του εισαγωγική
εισαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισαγωγικός
εισαγωγικού	adj	γενική ενικού του εισαγωγικός
εισαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισαγωγικός
εισαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εισαγωγικός	adv	σημείο στίξης· είτε το αριστερό εισαγωγικό «, είτε το δεξί εισαγωγικό », ανάμεσα στα οποία εισάγεται
εισαγωγικός	adj	που σχετίζεται με την εισαγωγή
εισαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του εισαγωγικός
εισαγωγικώς	adv|dated	εισαγωγικά
εισαγωγούλα	noun	υποκοριστικό του εισαγωγή
εισαγωγούλας	noun	γενική ενικού του εισαγωγούλα
εισαγωγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγωγούλα
εισαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του εισαγωγή
εισαγόμασταν	=	εισάγομαι
εισαγόμαστε	=	εισάγομαι
εισαγόμενα	=	εισαγόμενος
εισαγόμενε	=	εισαγόμενος
εισαγόμενες	=	εισαγόμενος
εισαγόμενη	=	εισαγόμενος
εισαγόμενης	=	εισαγόμενος
εισαγόμενο	=	εισαγόμενος
εισαγόμενοι	=	εισαγόμενος
εισαγόμενος	verb	που εισάγεται κάπου, που εισέρχεται, μπαίνει
εισαγόμενου	=	εισαγόμενος
εισαγόμενους	=	εισαγόμενος
εισαγόμενων	=	εισαγόμενος
εισαγόμουν	=	εισάγομαι
εισαγόμουνα	=	εισάγομαι
εισαγόντουσαν	=	εισάγομαι
εισαγόσασταν	=	εισάγομαι
εισαγόσαστε	=	εισάγομαι
εισαγόσουν	=	εισάγομαι
εισαγόσουνα	=	εισάγομαι
εισαγόταν	=	εισάγομαι
εισαγότανε	=	εισάγομαι
εισαγώγιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγώγιμο
εισαγώγιμε	adj	κλητική ενικού του εισαγώγιμος
εισαγώγιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισαγώγιμη
εισαγώγιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισαγώγιμος
εισαγώγιμης	adj	γενική ενικού του εισαγώγιμη
εισαγώγιμο	adj	αιτιατική ενικού του εισαγώγιμος
εισαγώγιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισαγώγιμος
εισαγώγιμος	adj	που είναι δυνατόν να εισαχθεί
εισαγώγιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εισαγώγιμος
εισαγώγιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισαγώγιμος
εισαγώγιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εισαγώγιμος
εισακου	=	εισακούομαι
εισακουσθήκαμε	=	εισακούω
εισακουσθήκαν	=	εισακούω
εισακουσθήκανε	=	εισακούω
εισακουσθήκατε	=	εισακούω
εισακουσθεί	=	εισακούω
εισακουσθείς	=	εισακούω
εισακουσθείτε	=	εισακούω
εισακουσθούμε	=	εισακούω
εισακουσθούν	=	εισακούω
εισακουσθούνε	=	εισακούω
εισακουσθώ	=	εισακούω
εισακουστήκαμε	=	εισακούω
εισακουστήκαν	=	εισακούω
εισακουστήκανε	=	εισακούω
εισακουστήκατε	=	εισακούω
εισακουστεί	=	εισακούω
εισακουστείς	=	εισακούω
εισακουστείτε	=	εισακούω
εισακουστούμε	=	εισακούω
εισακουστούν	=	εισακούω
εισακουστούνε	=	εισακούω
εισακουστώ	=	εισακούομαι
εισακουόμασταν	=	εισακούω
εισακουόμαστε	=	εισακούω
εισακουόμουν	=	εισακούω
εισακουόμουνα	=	εισακούω
εισακουόντουσαν	=	εισακούω
εισακουόσασταν	=	εισακούω
εισακουόσαστε	=	εισακούω
εισακουόσουν	=	εισακούω
εισακουόσουνα	=	εισακούω
εισακουόταν	=	εισακούω
εισακουότανε	=	εισακούω
εισακούαμε	=	εισακούω
εισακούαν	=	εισακούω
εισακούανε	=	εισακούω
εισακούατε	=	εισακούω
εισακούει	=	εισακούω
εισακούεις	=	εισακούω
εισακούεσαι	=	εισακούω
εισακούεστε	=	εισακούω
εισακούεται	=	εισακούω
εισακούετε	=	εισακούω
εισακούομαι	verb	με εισακούουν, αυτά που λέω σε κάποιους γίνονται από αυτούς αποδεκτά, τα λαμβάνουν υπόψη τους
εισακούομε	=	εισακούω
εισακούονται	=	εισακούω
εισακούονταν	=	εισακούω
εισακούοντας	=	εισακούω
εισακούουμε	=	εισακούω
εισακούουν	=	εισακούω
εισακούουνε	=	εισακούω
εισακούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσαν	=	εισακούω
εισακούσανε	=	εισακούω
εισακούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσθηκα	=	εισακούω
εισακούσθηκαν	=	εισακούω
εισακούσθηκε	=	εισακούω
εισακούσθηκες	=	εισακούω
εισακούσομε	=	εισακούω
εισακούσου	=	εισακούω
εισακούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούσουνε	=	εισακούω
εισακούστε	=	εισακούω
εισακούστηκα	=	εισακούομαι
εισακούστηκαν	=	εισακούω
εισακούστηκε	=	εισακούω
εισακούστηκες	=	εισακούω
εισακούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισακούω
εισακούω	verb	ακούω ευνοϊκά κάποιον ή κάτι (πχ παράκληση, συμβουλή) και το αποδέχομαι
εισακτέα	=	εισακτέος
εισακτέας	=	εισακτέος
εισακτέε	=	εισακτέος
εισακτέες	=	εισακτέος
εισακτέο	=	εισακτέος
εισακτέοι	=	εισακτέος
εισακτέος	noun	αυτός που δικαιούται να εισαχθεί σε μια Ανώτατη Σχολή	adj	που πρέπει να εισαχθεί, που έχει το δικαίωμα να εισαχθεί
εισακτέου	=	εισακτέος
εισακτέους	=	εισακτέος
εισακτέων	=	εισακτέος
εισαχθέν	=	εισαχθείς
εισαχθέντα	=	εισαχθείς
εισαχθέντας	=	εισαχθείς
εισαχθέντες	=	εισαχθείς
εισαχθέντος	=	εισαχθείς
εισαχθέντων	=	εισαχθείς
εισαχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαχθήκαν	=	εισάγομαι
εισαχθήκανε	=	εισάγομαι
εισαχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαχθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος εισάγω
εισαχθείσα	=	εισαχθείς
εισαχθείσας	=	εισαχθείς
εισαχθείσες	=	εισαχθείς
εισαχθείσης	=	εισαχθείς
εισαχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαχθεισών	=	εισαχθείς
εισαχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισαχθούνε	=	εισάγω
εισαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισάγομαι
εισβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλαν	=	εισβάλλω
εισβάλανε	=	εισβάλλω
εισβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλλαμε	=	εισβάλλω
εισβάλλαν	=	εισβάλλω
εισβάλλανε	=	εισβάλλω
εισβάλλατε	=	εισβάλλω
εισβάλλει	=	εισβάλλω
εισβάλλεις	=	εισβάλλω
εισβάλλετε	=	εισβάλλω
εισβάλλομε	=	εισβάλλω
εισβάλλοντας	=	εισβάλλω
εισβάλλουμε	=	εισβάλλω
εισβάλλουν	=	εισβάλλω
εισβάλλουνε	=	εισβάλλω
εισβάλλω	verb	εισέρχομαι βίαια σε ξένο έδαφος με στρατιωτική δύναμη
εισβάλομε	=	εισβάλλω
εισβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβάλουνε	=	εισβάλλω
εισβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισβάλλω
εισβολέα	=	εισβολέας
εισβολέας	noun	που εισβάλλει
εισβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισβολή
εισβολέων	=	εισβολέας
εισβολέως	=	εισβολέας
εισβολή	noun	η ενέργεια του εισβάλλω
εισβολής	noun	γενική ενικού του εισβολή
εισβολείς	=	εισβολέας
εισβολικά	=	εισβολικός
εισβολικέ	=	εισβολικός
εισβολικές	=	εισβολικός
εισβολική	=	εισβολικός
εισβολικής	=	εισβολικός
εισβολικοί	=	εισβολικός
εισβολικού	=	εισβολικός
εισβολικούς	=	εισβολικός
εισβολικό	=	εισβολικός
εισβολικός	adj|formal	που έχει σχέση με εισβολή ή αναφέρεται σʼ αυτή
εισβολικών	=	εισβολικός
εισβολών	noun	γενική πληθυντικού του εισβολή
εισδοχές	=	εισδοχή
εισδοχή	noun|formal	το να μπαίνει κάποιος κάπου
εισδοχής	=	εισδοχή
εισδοχών	=	εισδοχή
εισδύαμε	=	εισδύω
εισδύαν	=	εισδύω
εισδύανε	=	εισδύω
εισδύατε	=	εισδύω
εισδύει	=	εισδύω
εισδύεις	=	εισδύω
εισδύετε	=	εισδύω
εισδύοντας	=	εισδύω
εισδύουμε	=	εισδύω
εισδύουν	=	εισδύω
εισδύουνε	=	εισδύω
εισδύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύσαν	=	εισδύω
εισδύσανε	=	εισδύω
εισδύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισδύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είσδυση
εισδύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του είσδυση
εισδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του είσδυση
εισδύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισδύω
εισδύω	verb|figurative	εισχωρώ, μπαίνω
εισεκόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισεκόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισεκόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισεκόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισερχόμασταν	=	εισέρχομαι
εισερχόμαστε	=	εισέρχομαι
εισερχόμενα	noun	ο κατάλογος στον οποίο καταχωρούνται τα μηνύματα που λαμβάνει ένας χρήστης
εισερχόμενε	=	εισερχόμενος
εισερχόμενες	=	εισερχόμενος
εισερχόμενη	=	εισερχόμενος
εισερχόμενης	=	εισερχόμενος
εισερχόμενο	=	εισερχόμενος
εισερχόμενοι	=	εισερχόμενος
εισερχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εισέρχομαι
εισερχόμενου	=	εισερχόμενος
εισερχόμενους	=	εισερχόμενος
εισερχόμενων	=	εισερχόμενος
εισερχόντουσαν	=	εισέρχομαι
εισερχόσασταν	=	εισέρχομαι
εισερχόσαστε	=	εισέρχομαι
εισηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγήσεις	=	εισήγηση
εισηγήσεων	=	εισήγηση
εισηγήσεως	=	εισήγηση
εισηγήτρια	noun	θηλυκό του εισηγητής
εισηγήτριας	noun	γενική ενικού του εισηγήτρια
εισηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισηγήτρια
εισηγείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εισηγούμαι
εισηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισηγούμαι
εισηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισηγητής
εισηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εισηγητής
εισηγητής	noun	αυτός που έχει αναλάβει να κάνει μια εισήγηση, να παρουσιάσει ένα ζήτημα και προτάσεις πάνω σε αυτό
εισηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισηγητικό	adv	στην εισήγηση
εισηγητικέ	adj	κλητική ενικού του εισηγητικός
εισηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισηγητική
εισηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισηγητικός
εισηγητικής	adj	γενική ενικού του εισηγητική
εισηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισηγητικός
εισηγητικού	adj	γενική ενικού του εισηγητικός
εισηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισηγητικός
εισηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του εισηγητικός
εισηγητικός	adj	που εισηγείται, που εισάγει σε ένα θέμα και παρουσιάζει προτάσεις
εισηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του εισηγητικός
εισηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του εισηγήτρια
εισηγητών	noun	γενική πληθυντικού του εισηγητής
εισηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισηγμένο
εισηγμένε	verb	κλητική ενικού του εισηγμένος
εισηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισηγμένη
εισηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισηγμένος
εισηγμένης	verb	γενική ενικού του εισηγμένη
εισηγμένο	verb	Μπορείτε να δείτε τις λέξεις εισηγμένος και εισηγμένη
εισηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισηγμένος
εισηγμένος	verb	που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, ξενόφερτος
εισηγμένου	verb	γενική ενικού του εισηγμένος
εισηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εισηγμένος
εισηγμένων	verb	γενική πληθυντικού του εισηγμένος
εισηγούμαι	verb	προτείνω, εισάγω το θέμα μίας συζήτησης.
εισιτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισιτήριο
εισιτήριας	=	εισιτήριος
εισιτήριε	=	εισιτήριος
εισιτήριες	=	εισιτήριος
εισιτήριο	noun	δελτίο που αγοράζει κάποιος και του δίνει το δικαίωμα εισόδου σε ένα συγκοινωνιακό μέσο ή θέαμα
εισιτήριοι	=	εισιτήριος
εισιτήριος	adj|formal	που σχετίζεται με τις διαδικασίες εισαγωγής σε πανεπιστήμιο ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα
εισιτήριου	noun	γενική ενικού του εισιτήριο
εισιτήριους	=	εισιτήριος
εισιτήριων	=	εισιτήριος
εισιτηρίου	noun	γενική ενικού του εισιτήριο
εισιτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εισιτήριο
εισιτηριοαποφυγές	=	εισιτηριοαποφυγή
εισιτηριοαποφυγή	noun	η αποφυγή έκδοσης εισιτηρίων από τους επιβάτες ΜΜΜ
εισιτηριοαποφυγής	=	εισιτηριοαποφυγή
εισιτηριοαποφυγών	=	εισιτηριοαποφυγή
εισιτηριοδιαφυγές	=	εισιτηριοδιαφυγή
εισιτηριοδιαφυγή	noun	η απώλεια εσόδων λόγω μη έκδοσης εισιτηρίων από τους επιβάτες
εισιτηριοδιαφυγής	=	εισιτηριοδιαφυγή
εισιτηριοδιαφυγών	=	εισιτηριοδιαφυγή
εισκομίζαμε	=	εισκομίζω
εισκομίζαν	=	εισκομίζω
εισκομίζανε	=	εισκομίζω
εισκομίζατε	=	εισκομίζω
εισκομίζει	=	εισκομίζω
εισκομίζεις	=	εισκομίζω
εισκομίζετε	=	εισκομίζω
εισκομίζοντας	=	εισκομίζω
εισκομίζουμε	=	εισκομίζω
εισκομίζουν	=	εισκομίζω
εισκομίζουνε	=	εισκομίζω
εισκομίζω	verb|formal	μεταφέρω κάτι μέσα, εισάγω
εισκομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίσαν	=	εισκομίζω
εισκομίσανε	=	εισκομίζω
εισκομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκομίστε	=	εισκομίζω
εισκομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισκομίζω
εισκόμιζα	=	εισκομίζω
εισκόμιζαν	=	εισκομίζω
εισκόμιζε	=	εισκομίζω
εισκόμιζες	=	εισκομίζω
εισκόμισα	=	εισκομίζω
εισκόμισαν	=	εισκομίζω
εισκόμισε	=	εισκομίζω
εισκόμισες	=	εισκομίζω
εισοδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισόδημα
εισοδήματος	noun	γενική ενικού του εισόδημα
εισοδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εισόδημα
εισοδηματία	=	εισοδηματίας
εισοδηματίας	noun	που ζει από τα εισοδήματά του (και όχι από την εργασία του)
εισοδηματίες	=	εισοδηματίας
εισοδηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισοδηματικό
εισοδηματικέ	adj	κλητική ενικού του εισοδηματικός
εισοδηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισοδηματική
εισοδηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισοδηματικός
εισοδηματικής	adj	γενική ενικού του εισοδηματική
εισοδηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισοδηματικός
εισοδηματικού	adj	γενική ενικού του εισοδηματικός
εισοδηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισοδηματικός
εισοδηματικό	adj	αιτιατική ενικού του εισοδηματικός
εισοδηματικός	adj	που σχετίζεται με το εισόδημα
εισοδηματικών	adj	γενική πληθυντικού του εισοδηματικός
εισοδηματιών	=	εισοδηματίας
εισοδιάζω	verb	άλλη μορφή του σοδιάζω
εισοδικά	=	εισοδικό
εισοδικού	=	εισοδικό
εισοδικό	noun	σύντομο εκκλησιαστικό τροπάριο που ψάλλεται κατά τη Μικρή Είσοδο της Θείας Λειτουργίας και συνοδεύει λειτουργικά την είσοδο του ευαγγελίου
εισοδικών	=	εισοδικό
εισορμά	=	εισορμώ
εισορμάει	=	εισορμώ
εισορμάμε	=	εισορμώ
εισορμάν	=	εισορμώ
εισορμάνε	=	εισορμώ
εισορμάς	=	εισορμώ
εισορμάτε	=	εισορμώ
εισορμάω	=	εισορμώ
εισορμήσαμε	=	εισορμώ
εισορμήσαν	=	εισορμώ
εισορμήσανε	=	εισορμώ
εισορμήσατε	=	εισορμώ
εισορμήσει	=	εισορμώ
εισορμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισόρμηση
εισορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εισόρμηση
εισορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εισόρμηση
εισορμήστε	=	εισορμώ
εισορμούμε	=	εισορμώ
εισορμούν	=	εισορμώ
εισορμούνε	=	εισορμώ
εισορμούσα	=	εισορμώ
εισορμούσαμε	=	εισορμώ
εισορμούσαν	=	εισορμώ
εισορμούσανε	=	εισορμώ
εισορμούσατε	=	εισορμώ
εισορμούσε	=	εισορμώ
εισορμούσες	=	εισορμώ
εισορμώ	verb|formal	ορμώ μέσα, εισβάλλω ορμητικά και εχθρικά
εισορμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εισορμώ
εισπήδηση	noun|formal	εισβολή (αιφνίδια)
εισπήδησης	noun	γενική ενικού του εισπήδηση
εισπίεζα	=	εισπιέζω
εισπίεζαν	=	εισπιέζω
εισπίεζε	=	εισπιέζω
εισπίεζες	=	εισπιέζω
εισπίεσα	=	εισπιέζω
εισπίεσαν	=	εισπιέζω
εισπίεσε	=	εισπιέζω
εισπίεσες	=	εισπιέζω
εισπίεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισπιέζω
εισπίεσης	noun	γενική ενικού του εισπίεση
εισπεπραγμένος	=	εισπράττω
εισπηδήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπήδηση
εισπηδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εισπήδηση
εισπηδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εισπήδηση
εισπιέζαμε	=	εισπιέζω
εισπιέζαν	=	εισπιέζω
εισπιέζανε	=	εισπιέζω
εισπιέζατε	=	εισπιέζω
εισπιέζει	=	εισπιέζω
εισπιέζεις	=	εισπιέζω
εισπιέζετε	=	εισπιέζω
εισπιέζοντας	=	εισπιέζω
εισπιέζουμε	=	εισπιέζω
εισπιέζουν	=	εισπιέζω
εισπιέζουνε	=	εισπιέζω
εισπιέζω	verb	πιέζω κάτι προς τα μέσα
εισπιέσαμε	=	εισπιέζω
εισπιέσαν	=	εισπιέζω
εισπιέσανε	=	εισπιέζω
εισπιέσατε	=	εισπιέζω
εισπιέσει	=	εισπιέζω
εισπιέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπίεση
εισπιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εισπίεση
εισπιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εισπίεση
εισπιέστε	=	εισπιέζω
εισπλέαμε	=	εισπλέω
εισπλέανε	=	εισπλέω
εισπλέατε	=	εισπλέω
εισπλέει	=	εισπλέω
εισπλέεις	=	εισπλέω
εισπλέετε	=	εισπλέω
εισπλέομε	=	εισπλέω
εισπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εισπλέω
εισπλέουμε	=	εισπλέω
εισπλέω	verb|formal	εισέρχομαι σε λιμάνι
εισπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύσανε	=	εισπλέω
εισπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύσομε	=	εισπλέω
εισπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπλεύστε	=	εισπλέω
εισπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
εισπνέαμε	=	εισπνέω
εισπνέαν	=	εισπνέω
εισπνέανε	=	εισπνέω
εισπνέατε	=	εισπνέω
εισπνέει	=	εισπνέω
εισπνέεις	=	εισπνέω
εισπνέεσαι	=	εισπνέω
εισπνέεστε	=	εισπνέω
εισπνέεται	=	εισπνέω
εισπνέετε	=	εισπνέω
εισπνέομαι	=	εισπνέω
εισπνέομε	=	εισπνέω
εισπνέονται	=	εισπνέω
εισπνέονταν	=	εισπνέω
εισπνέοντας	=	εισπνέω
εισπνέουμε	=	εισπνέω
εισπνέουν	=	εισπνέω
εισπνέουνε	=	εισπνέω
εισπνέω	verb	εισάγω αέρα στους πνεύμονες από τη μύτη ή το στόμα με μια κίνηση του διαφράγματος
εισπνεομένου	=	εισπνεόμενο
εισπνεομένων	=	εισπνεόμενο
εισπνευσθήκαμε	=	εισπνέω
εισπνευσθήκαν	=	εισπνέω
εισπνευσθήκανε	=	εισπνέω
εισπνευσθήκατε	=	εισπνέω
εισπνευσθεί	=	εισπνέω
εισπνευσθείς	=	εισπνέω
εισπνευσθείτε	=	εισπνέω
εισπνευσθούμε	=	εισπνέω
εισπνευσθούν	=	εισπνέω
εισπνευσθούνε	=	εισπνέω
εισπνευσθώ	=	εισπνέω
εισπνευστήκαμε	=	εισπνέω
εισπνευστήκαν	=	εισπνέω
εισπνευστήκανε	=	εισπνέω
εισπνευστήκατε	=	εισπνέω
εισπνευστήρα	=	εισπνευστήρας
εισπνευστήρας	noun	συσκευή με την οποία εισπνέουμε, κάνουμε εισπνοές (ενός φαρμάκου)
εισπνευστήρες	=	εισπνευστήρας
εισπνευστήρων	=	εισπνευστήρας
εισπνευστεί	=	εισπνέω
εισπνευστείς	=	εισπνέω
εισπνευστείτε	=	εισπνέω
εισπνευστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπνευστικό
εισπνευστικέ	adj	κλητική ενικού του εισπνευστικός
εισπνευστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπνευστική
εισπνευστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισπνευστικός
εισπνευστικής	adj	γενική ενικού του εισπνευστική
εισπνευστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισπνευστικός
εισπνευστικού	adj	γενική ενικού του εισπνευστικός
εισπνευστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισπνευστικός
εισπνευστικό	adj	αιτιατική ενικού του εισπνευστικός
εισπνευστικός	adj	που έχει σχέση με την εισπνοή ή αναφέρεται σ’ αυτή
εισπνευστικών	adj	γενική πληθυντικού του εισπνευστικός
εισπνευστούμε	=	εισπνέω
εισπνευστούν	=	εισπνέω
εισπνευστούνε	=	εισπνέω
εισπνευστώ	=	εισπνέω
εισπνεόμασταν	=	εισπνέω
εισπνεόμαστε	=	εισπνέω
εισπνεόμενα	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενε	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενες	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισπνεόμενος
εισπνεόμενης	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενο	noun	φάρμακο ή ουσία που λαμβάνεται με εισπνοή μέσω ειδικής συσκευής
εισπνεόμενοι	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εισπνέω
εισπνεόμενου	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενους	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμενων	=	εισπνεόμενος
εισπνεόμουν	=	εισπνέω
εισπνεόμουνα	=	εισπνέω
εισπνεόντουσαν	=	εισπνέω
εισπνεόσασταν	=	εισπνέω
εισπνεόσαστε	=	εισπνέω
εισπνεόσουν	=	εισπνέω
εισπνεόσουνα	=	εισπνέω
εισπνεόταν	=	εισπνέω
εισπνεότανε	=	εισπνέω
εισπνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσαν	=	εισπνέω
εισπνεύσανε	=	εισπνέω
εισπνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσθηκα	=	εισπνέω
εισπνεύσθηκαν	=	εισπνέω
εισπνεύσθηκε	=	εισπνέω
εισπνεύσθηκες	=	εισπνέω
εισπνεύσομε	=	εισπνέω
εισπνεύσου	=	εισπνέω
εισπνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνεύσουνε	=	εισπνέω
εισπνεύστε	=	εισπνέω
εισπνεύστηκα	=	εισπνέω
εισπνεύστηκαν	=	εισπνέω
εισπνεύστηκε	=	εισπνέω
εισπνεύστηκες	=	εισπνέω
εισπνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπνέω
εισπνοές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπνοή
εισπνοή	noun	φάση της αναπνοής, κατά την οποία εισάγεται αέρας στους πνεύμονες
εισπνοής	=	εισπνοή
εισπνοών	=	εισπνοή
εισπράκτορα	=	εισπράκτορας
εισπράκτορας	noun	αυτός που εισπράττει
εισπράκτορες	=	εισπράκτορας
εισπράκτορος	=	εισπράκτορας
εισπράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του είσπραξη
εισπράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξεων	noun	γενική πληθυντικού του είσπραξη
εισπράξεως	noun|formal	γενική ενικού του είσπραξη
εισπράξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπράξιμο
εισπράξιμε	adj	κλητική ενικού του εισπράξιμος
εισπράξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπράξιμη
εισπράξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισπράξιμος
εισπράξιμης	adj	γενική ενικού του εισπράξιμη
εισπράξιμο	adj	αιτιατική ενικού του εισπράξιμος
εισπράξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισπράξιμος
εισπράξιμος	adj	που είναι δυνατόν να εισπραχθεί
εισπράξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εισπράξιμος
εισπράξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισπράξιμος
εισπράξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εισπράξιμος
εισπράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπράττω
εισπράττομαι	=	εισπράττω
εισπράττοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εισπράττω
εισπράττω	verb	παίρνω τα χρήματα που πληρώνει αυτός που αγόρασε αγαθά ή υπηρεσίες, για εξόφληση δανείων κλπ
εισπράχθηκα	=	εισπράττω
εισπράχτορα	=	εισπράχτορας
εισπράχτορας	noun	εισπράκτορας
εισπράχτορες	=	εισπράχτορας
εισπρακτέα	=	εισπρακτέος
εισπρακτέας	=	εισπρακτέος
εισπρακτέε	=	εισπρακτέος
εισπρακτέες	=	εισπρακτέος
εισπρακτέο	=	εισπρακτέος
εισπρακτέοι	=	εισπρακτέος
εισπρακτέος	adj	που πρέπει ή πρόκειται να εισπραχθεί
εισπρακτέου	=	εισπρακτέος
εισπρακτέους	=	εισπρακτέος
εισπρακτέων	=	εισπρακτέος
εισπρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπρακτικό
εισπρακτικέ	adj	κλητική ενικού του εισπρακτικός
εισπρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπρακτική
εισπρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισπρακτικός
εισπρακτικής	adj	γενική ενικού του εισπρακτική
εισπρακτικη	=	εισπρακτικός
εισπρακτικο	=	εισπρακτικός
εισπρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισπρακτικός
εισπρακτικού	adj	γενική ενικού του εισπρακτικός
εισπρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισπρακτικός
εισπρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του εισπρακτικός
εισπρακτικός	adj	που έχει σχέση με την είσπραξη χρημάτων
εισπρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του εισπρακτικός
εισπρακτορίνα	noun	γυναίκα εισπράκτορας
εισπρακτορίνας	=	εισπρακτορίνα
εισπρακτορίνες	=	εισπρακτορίνα
εισπρακτορίνων	=	εισπρακτορίνα
εισπρακτορισσών	noun	γενική πληθυντικού του εισπρακτόρισσα
εισπρακτόρισσα	noun	γυναίκα εισπράκτορας
εισπρακτόρισσας	noun	γενική ενικού του εισπρακτόρισσα
εισπρακτόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισπρακτόρισσα
εισπρακτόρων	=	εισπράκτορας
εισπραττόμενος	=	εισπράττω
εισπραχτόρων	=	εισπράχτορας
εισρέαμε	=	εισρέω
εισρέαν	=	εισρέω
εισρέανε	=	εισρέω
εισρέατε	=	εισρέω
εισρέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εισρέω
εισρέεις	=	εισρέω
εισρέετε	=	εισρέω
εισρέομε	=	εισρέω
εισρέοντας	=	εισρέω
εισρέουμε	=	εισρέω
εισρέουν	=	εισρέω
εισρέουνε	=	εισρέω
εισρέω	verb	χύνομαι μέσα σε κάτι, ρέω προς τα μέσα
εισρέων	adj	αυτός που εισρέει
εισρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσαν	=	εισρέω
εισρεύσανε	=	εισρέω
εισρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσομε	=	εισρέω
εισρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισρεύσουνε	=	εισρέω
εισρεύστε	=	εισρέω
εισρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισρέω
εισροές	=	εισροή
εισροή	noun	η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα μέσα
εισροής	=	εισροή
εισροφήσεις	=	εισρόφηση
εισροφήσεων	=	εισρόφηση
εισροφώ	verb	επιχειρώ ρόφηση
εισροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισροϊκό
εισροϊκέ	adj	κλητική ενικού του εισροϊκός
εισροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισροϊκή
εισροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εισροϊκός
εισροϊκής	adj	γενική ενικού του εισροϊκή
εισροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εισροϊκός
εισροϊκού	adj	γενική ενικού του εισροϊκός
εισροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εισροϊκός
εισροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του εισροϊκός
εισροϊκός	adj	που σχετίζεται, αφορά ή περιγράφει εισροή
εισροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του εισροϊκός
εισροών	=	εισροή
εισρόφηση	noun	ακούσια είσοδος υγρών, τροφής ή ξένων σωματιδίων στους αεραγωγούς, αντί της φυσιολογικής πορείας προς τον οισοφάγο
εισρόφησης	=	εισρόφηση
εισφέραμε	=	εισφέρω
εισφέραν	=	εισφέρω
εισφέρανε	=	εισφέρω
εισφέρατε	=	εισφέρω
εισφέρει	=	εισφέρω
εισφέρεις	=	εισφέρω
εισφέρετε	=	εισφέρω
εισφέροντας	=	εισφέρω
εισφέρουμε	=	εισφέρω
εισφέρουν	=	εισφέρω
εισφέρουνε	=	εισφέρω
εισφέρτε	=	εισφέρω
εισφέρω	verb	δίνω κάτι, συμβάλλω κι εγώ, συνεισφέρω
εισφορά	noun	οτιδήποτε εισφέρει ή δίνει κάποιος
εισφοράς	noun	γενική ενικού του εισφορά
εισφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισφορά
εισφοροαποφυγές	=	εισφοροαποφυγή
εισφοροαποφυγή	noun	η αποφυγή της καταβολής / πληρωμής εισφορών
εισφοροαποφυγής	=	εισφοροαποφυγή
εισφοροαποφυγών	=	εισφοροαποφυγή
εισφοροδιαφεύγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εισφοροδιαφεύγω
εισφοροδιαφεύγω	verb	αποφεύγω, με πρόθεση ή μεθοδεύσεις, την καταβολή των νόμιμων ασφαλιστικών εισφορών προς τα αρμόδια ταμεία
εισφοροδιαφυγές	=	εισφοροδιαφυγή
εισφοροδιαφυγή	noun	η απώλεια εσόδων λόγω αποφυγής πληρωμής εισφορών
εισφοροδιαφυγής	=	εισφοροδιαφυγή
εισφοροδιαφυγών	=	εισφοροδιαφυγή
εισφοροκλοπές	=	εισφοροκλοπή
εισφοροκλοπή	noun	η πληρωμή μειωμένων εισφορών σε ασφαλιστικά ταμεία
εισφοροκλοπής	=	εισφοροκλοπή
εισφοροκλοπών	=	εισφοροκλοπή
εισφοροφυγά	=	εισφοροφυγάς
εισφοροφυγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εισφοροφυγάς
εισφοροφυγάδων	=	εισφοροφυγάς
εισφοροφυγάς	noun	κάποιος που διαπράττει εισφοροδιαφυγή, που εισφοροδιαφεύγει
εισφορών	noun	γενική πληθυντικού του εισφορά
εισχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εισχώρηση
εισχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εισχώρηση
εισχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εισχώρηση
εισχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχωρούσα	=	εισχωρώ
εισχωρώ	verb	εισέρχομαι (σε κάτι στενό)
εισχωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εισχωρώ
εισχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εισχωρώ
εισχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισχωρώ
εισχώρησης	noun	γενική ενικού του εισχώρηση
εισόδημα	noun	τα χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται
εισόδια	noun	μία από τις θεομητορικές εορτές που τιμάται στις 21 Νοεμβρίου κατ΄ έτος
εισόδου	noun	γενική ενικού του είσοδος
εισόδους	=	είσοδος
εισόδων	=	είσοδος
εισόρμα	=	εισορμώ
εισόρμαγε	=	εισορμώ
εισόρμησα	=	εισορμώ
εισόρμησαν	=	εισορμώ
εισόρμησε	=	εισορμώ
εισόρμησες	=	εισορμώ
εισόρμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισορμώ
εισόρμησης	noun	γενική ενικού του εισόρμηση
ειωθός	noun	αυτό που συνήθως γίνεται, η συνήθεια (συνήθως στον πληθυντικό, τα ειωθότα)
ειωθότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειωθός
εκ	prep|formal	χρόνο
εκάι	noun	άλλη προφορά του εκάιγ
εκάιγ	noun	μαύρο και κόκκινο χρώμα μαζί
εκάμφθη	=	κάμπτω
εκάμφθησαν	=	κάμπτω
εκάρ	noun|dated	το σπρεντ
εκάρη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του κείρομαι
εκάρην	=	κείρομαι
εκάς	adv|archaic	μακριά
εκάστη	=	έκαστος
εκάστης	=	έκαστος
εκάστοτε	adv	που υπάρχει κάθε φορά (δείχνει ότι υπάρχουν διάφορες περιπτώσεις)
εκάστου	=	έκαστος
εκάστους	=	έκαστος
εκάστων	=	έκαστος
εκάτερα	=	εκάτερος
εκάτερες	=	εκάτερος
εκάτερη	=	εκάτερος
εκάτερης	=	εκάτερος
εκάτερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκάτερος
εκάτεροι	=	εκάτερος
εκάτερον	adj|archaic	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκάτερος
εκάτερος	adj|archaic	καθένας από τους δύο, κυρίως στην έκφραση
εκάτερου	=	εκάτερος
εκάτερους	=	εκάτερος
εκάτερων	=	εκάτερος
εκέλευσα	=	κελεύω
εκαα	abbrev	Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας: προσωπικό ευρωπαϊκό έγγραφο που πιστοποιεί το δικαίωμα του κατόχου του να λαμβάνει αναγκαία ιατρική περίθαλψη κατά την προσωρινή παραμονή του σε άλλη χώρα της Ευρώπης, σύμφωνα με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας αυτής
εκαβικά	=	εκαβικός
εκαβικέ	=	εκαβικός
εκαβικές	=	εκαβικός
εκαβική	=	εκαβικός
εκαβικής	=	εκαβικός
εκαβικοί	=	εκαβικός
εκαβικού	=	εκαβικός
εκαβικούς	=	εκαβικός
εκαβικό	=	εκαβικός
εκαβικός	adj	που έχει σχέση με την διάλεκτο ή ομάδα διαλέκτων της σερβο-κροατικής που ομιλείται κυρίως στη Σερβία και χαρακτηρίζεται από την εξέλιξη τού γιατ (παλαιά κυριλλική: ѣ, γλαγολιτική: ⱑ, λατινική μεταγραφή: /ě/) ως /e/
εκαβικών	=	εκαβικός
εκαλιώτικα	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικε	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικες	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικη	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικης	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικο	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικοι	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικος	adj	ο σχετικός με την Εκάλη ή τους κατοίκους της
εκαλιώτικου	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικους	=	εκαλιώτικος
εκαλιώτικων	=	εκαλιώτικος
εκαμ	abbrev	πολλές φορές αναφέρονται λανθασμένα ως ουδέτερο τα ΕΚΑΜ
εκαμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκαμίτης
εκας	abbrev	Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων· ποσόν οικονομικής ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων από το ελληνικό κράτος
εκατέρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκάτερος
εκατέρωθεν	adv	και από το ένα και από το άλλο μέρος, δηλαδή και από τις δύο μεριές
εκατογράμμου	=	εκατόγραμμο
εκατογράμμων	=	εκατόγραμμο
εκατομέτρου	=	εκατόμετρο
εκατομέτρων	=	εκατόμετρο
εκατομβών	=	εκατόμβη
εκατομμυρίου	=	εκατομμύριο
εκατομμυρίων	=	εκατομμύριο
εκατομμυριοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατομμυριοστό
εκατομμυριοστέ	adj	κλητική ενικού του εκατομμυριοστός
εκατομμυριοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατομμυριοστή
εκατομμυριοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατομμυριοστός
εκατομμυριοστής	adj	γενική ενικού του εκατομμυριοστή
εκατομμυριοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκατομμυριοστός
εκατομμυριοστού	adj	γενική ενικού του εκατομμυριοστός
εκατομμυριοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκατομμυριοστός
εκατομμυριοστό	noun	το ένα από ένα εκατομμύριο ίσα μέρη μιας ποσότητας (γράφεται: 0,000001 ή 10⁻⁶ ή 1/(1.000.000))	adj	αιτιατική ενικού του εκατομμυριοστός
εκατομμυριοστός	num	που κατέχει τη θέση με τον αριθμό ένα εκατομμύριο σε μια σειρά
εκατομμυριοστών	adj	γενική πληθυντικού του εκατομμυριοστός
εκατομμυριούχα	noun|vulgar	γυναίκα εκατομμυριούχος
εκατομμυριούχας	noun	γενική ενικού του εκατομμυριούχα
εκατομμυριούχε	noun	κλητική ενικού του εκατομμυριούχος
εκατομμυριούχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατομμυριούχα
εκατομμυριούχο	noun	αιτιατική ενικού του εκατομμυριούχος
εκατομμυριούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκατομμυριούχος
εκατομμυριούχος	noun	κάτοχος περιουσίας πάνω από ένα εκατομμύριο
εκατομμυριούχου	noun	γενική ενικού του εκατομμυριούχος
εκατομμυριούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκατομμυριούχος
εκατομμυριούχων	noun	γενική πληθυντικού του εκατομμυριούχος
εκατομμύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατομμύριο
εκατομμύριο	noun	χρηματικό ποσό ενός εκατομμυρίου	num	το 1 ακολουθούμενο από 6 μηδενικά (1.000.000), 10⁶
εκατομμύριου	=	εκατομμύριο
εκατομμύριων	=	εκατομμύριο
εκατοντάβαθμα	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμε	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμες	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμη	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμης	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμο	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμοι	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμος	adj	που διαιρείται σε εκατό βαθμούς, μονάδες
εκατοντάβαθμου	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμους	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάβαθμων	=	εκατοντάβαθμος
εκατοντάδα	noun	εκατό πράγματα ή πρόσωπα του ίδιου ή παρόμοιου είδους ως σύνολο
εκατοντάδας	=	εκατοντάδα
εκατοντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοντάδα
εκατοντάδραχμα	=	εκατοντάδραχμο
εκατοντάδραχμο	noun	νόμισμα αξίας εκατό δραχμών
εκατοντάδραχμου	=	εκατοντάδραχμο
εκατοντάδραχμων	=	εκατοντάδραχμο
εκατοντάδων	=	εκατοντάδα
εκατοντάκις	adv	εκατό φορές
εκατοντάφυλλα	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλε	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλες	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλη	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλης	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλο	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλοι	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλος	adj	άλλη μορφή του εκατόφυλλος
εκατοντάφυλλου	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλους	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάφυλλων	=	εκατοντάφυλλος
εκατοντάχρονα	noun	η εκατοστή επέτειος ενός γεγονότος
εκατοντάχρονε	adj	κλητική ενικού του εκατοντάχρονος
εκατοντάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοντάχρονη
εκατοντάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατοντάχρονος
εκατοντάχρονης	adj	γενική ενικού του εκατοντάχρονη
εκατοντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκατοντάχρονος
εκατοντάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκατοντάχρονος
εκατοντάχρονος	adj	που διαρκεί εκατό χρόνια
εκατοντάχρονου	adj	γενική ενικού του εκατοντάχρονος
εκατοντάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκατοντάχρονος
εκατοντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκατοντάχρονος
εκατονταβάθμια	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιας	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιε	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιες	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιο	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιοι	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιος	adj	βαθμονομημένος σε εκατό βαθμίδες-σκαλοπάτια-τιμές
εκατονταβάθμιου	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιους	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταβάθμιων	=	εκατονταβάθμιος
εκατονταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκατονταετής
εκατονταετή	adj	αιτιατική ενικού του εκατονταετής
εκατονταετής	adj	εκατόχρονος
εκατονταετία	noun	χρονική περίοδος εκατό ετών
εκατονταετίας	noun	γενική ενικού του εκατονταετία
εκατονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατονταετία
εκατονταετείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατονταετής
εκατονταετηρίδα	noun	η εκατοστή επέτειος ενός (σημαντικού) γεγονότος
εκατονταετηρίδας	=	εκατονταετηρίδα
εκατονταετηρίδες	=	εκατονταετηρίδα
εκατονταετηρίδων	=	εκατονταετηρίδα
εκατονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του εκατονταετία
εκατονταετούς	adj	γενική ενικού του εκατονταετής
εκατονταετών	adj	γενική πληθυντικού του εκατονταετής
εκατονταμελές	=	εκατονταμελής
εκατονταμελή	=	εκατονταμελής
εκατονταμελής	adj	που αποτελείται από εκατό μέλη
εκατονταμελείς	=	εκατονταμελής
εκατονταμελούς	=	εκατονταμελής
εκατονταμελών	=	εκατονταμελής
εκατονταπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατονταπλάσιος	adv	εκατό φορές περισσότερο
εκατονταπλάσιας	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιε	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιες	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιο	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιοι	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιος	adj	εκατό φορές μεγαλύτερος
εκατονταπλάσιου	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιους	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλάσιων	=	εκατονταπλάσιος
εκατονταπλασιάζω	verb	αυξάνω την ποσότητα, το μέγεθος ή την ισχύ ενός δεδομένου στο εκατονταπλάσιο της αρχικής του υπόστασης μέσω του πολλαπλασιασμού με τον αριθμό εκατό
εκατονταρχία	noun	στρατιωτικό τμήμα εκατό στρατιωτών (ως τμήμα της λεγεώνας)
εκατονταρχίας	noun	γενική ενικού του εκατονταρχία
εκατονταρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατονταρχία
εκατονταρχιών	noun	γενική πληθυντικού του εκατονταρχία
εκατονταψήφιος	adj|rare	που έχει εκατό ψηφία
εκατοντούτη	=	εκατοντούτης
εκατοντούτηδες	=	εκατοντούτης
εκατοντούτηδων	=	εκατοντούτης
εκατοντούτης	noun	άντρας εκατό χρονών, εκατοντάχρονος
εκατοντούτις	noun	γυναίκα εκατό χρονών, εκατοντάχρονη
εκατοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστό
εκατοστάρα	noun	άλλη μορφή του κατοστάρα
εκατοστάρας	noun	γενική ενικού του εκατοστάρα
εκατοστάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστάρα
εκατοστάρη	noun	εκατοστάρης, στη γενική του ενικού
εκατοστάρηδες	noun	εκατοστάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
εκατοστάρηδων	noun	άλλη μορφή του κατοστάρηδων, γενική πληθυντικού του εκατοστάρης
εκατοστάρης	noun	άλλη μορφή του κατοστάρης
εκατοστάρι	noun	άλλη μορφή του κατοστάρι
εκατοστάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστάρι
εκατοστάρικα	=	εκατοστάρικο
εκατοστάρικο	noun	χαρτονόμισμα εκατό δραχμών (ή σπάνια, ευρώ)
εκατοστάρικου	=	εκατοστάρικο
εκατοστάρικων	=	εκατοστάρικο
εκατοστέ	adj	κλητική ενικού του εκατοστός
εκατοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστή
εκατοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατοστός	num	εκατό
εκατοστής	adj	γενική ενικού του εκατοστή
εκατοστίζαμε	=	εκατοστίζω
εκατοστίζαν	=	εκατοστίζω
εκατοστίζανε	=	εκατοστίζω
εκατοστίζατε	=	εκατοστίζω
εκατοστίζει	=	εκατοστίζω
εκατοστίζεις	=	εκατοστίζω
εκατοστίζετε	=	εκατοστίζω
εκατοστίζοντας	=	εκατοστίζω
εκατοστίζουμε	=	εκατοστίζω
εκατοστίζουν	=	εκατοστίζω
εκατοστίζουνε	=	εκατοστίζω
εκατοστίζω	verb	αυξάνω (ή ενίοτε μειώνω!) μέχρι τον αριθμό εκατό κάτι που έχω (χρόνια, χιλιόμετρα, πράγματα κ.ά.)
εκατοστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίσαν	=	εκατοστίζω
εκατοστίσανε	=	εκατοστίζω
εκατοστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοστίστε	=	εκατοστίζω
εκατοστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατοσταράκι	noun|formal	άλλη μορφή του κατοσταράκι
εκατοσταράκια	=	εκατοσταράκι
εκατοσταριά	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα περίπου εκατό μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
εκατοσταριάς	=	εκατοσταριά
εκατοσταριές	=	εκατοσταριά
εκατοσταρικάκι	noun	υποκοριστικό του εκατοστάρικο
εκατοσταρικάκια	=	εκατοσταρικάκι
εκατοσταριού	=	εκατοστάρι
εκατοσταριών	=	εκατοστάρι
εκατοστημορίου	noun	γενική ενικού του εκατοστημόριο
εκατοστημορίων	noun	γενική πληθυντικού του εκατοστημόριο
εκατοστημόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστημόριο
εκατοστημόριο	noun	το ένα εκατοστό ενός συνόλου
εκατοστημόριου	=	εκατοστημόριο
εκατοστιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατοστιαίος
εκατοστιαίας	adj	γενική ενικού του εκατοστιαία
εκατοστιαίε	adj	εκατοστιαίος, στην κλητική του ενικού
εκατοστιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστιαία
εκατοστιαίο	adj	εκατοστιαίος, στην αιτιατική του ενικού
εκατοστιαίοι	adj	εκατοστιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
εκατοστιαίος	adj	με βάση το εκατό
εκατοστιαίου	adj	γενική ενικού του εκατοστιαίος
εκατοστιαίους	adj	εκατοστιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
εκατοστιαίων	=	εκατοστιαίος
εκατοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκατοστός
εκατοστογράμμου	=	εκατοστόγραμμο
εκατοστογράμμων	=	εκατοστόγραμμο
εκατοστομέτρου	=	εκατοστόμετρο
εκατοστομέτρων	=	εκατοστόμετρο
εκατοστού	adj	γενική ενικού του εκατοστός
εκατοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκατοστός
εκατοστό	adj	αιτιατική ενικού του εκατοστός	noun	μονάδα μέτρησης που είναι ένα εκατοστό του μέτρου, ένα εκατοστόμετρο
εκατοστόγραμμα	=	εκατοστόγραμμο
εκατοστόγραμμο	noun	μονάδα μάζας, το εκατοστό ενός γραμμαρίου (cg)
εκατοστόγραμμου	=	εκατοστόγραμμο
εκατοστόγραμμων	=	εκατοστόγραμμο
εκατοστόλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοστόλιτρο
εκατοστόλιτρο	noun	μονάδα μέτρησης του όγκου και της χωρητικότητας που ορίζεται ως το εκατοστό τμήμα του λίτρου, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για τον προσδιορισμό μικρών υγρών ποσοτήτων
εκατοστόλιτρου	=	εκατοστόλιτρο
εκατοστόλιτρων	=	εκατοστόλιτρο
εκατοστόμετρα	=	εκατοστόμετρο
εκατοστόμετρο	noun	μονάδα μήκους ίση με το ένα εκατοστό του μέτρου
εκατοστόμετρου	=	εκατοστόμετρο
εκατοστόμετρων	=	εκατοστόμετρο
εκατοστός	num	που κατέχει τη θέση με τον αριθμό εκατό σε μια σειρά
εκατοστών	adj	γενική πληθυντικού του εκατοστός
εκατοφύλλου	=	εκατόφυλλο
εκατοφύλλων	=	εκατόφυλλο
εκατοχρονίτες	=	εκατοχρονίτης
εκατοχρονίτη	=	εκατοχρονίτης
εκατοχρονίτης	noun	που είναι εκατό ετών, αναφερόμενο σε άνθρωπο, για να δείξει άνθρωπο ιδιαίτερη μεγάλης ηλικίας
εκατοχρονίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοχρονίτικο
εκατοχρονίτικε	adj	κλητική ενικού του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοχρονίτικη
εκατοχρονίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτικης	adj	γενική ενικού του εκατοχρονίτικη
εκατοχρονίτικο	adj	αιτιατική ενικού του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτικος	adj	που έχει δημιουργηθεί πριν από εκατό χρόνια ή περισσότερο, που είναι παλιός
εκατοχρονίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκατοχρονίτικος
εκατοχρονίτισσα	noun	θηλυκό του εκατοχρονίτης
εκατοχρονίτισσας	noun	γενική ενικού του εκατοχρονίτισσα
εκατοχρονίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατοχρονίτισσα
εκατοχρονιτών	=	εκατοχρονίτης
εκατό	noun	ο αριθμός τηλεφώνου της υπηρεσίας άμεσης δράσης της Ελληνικής Αστυνομίας	num	το απόλυτο αριθμητικό (100) που ακολουθεί το ενενήντα εννέα και προηγείται του εκατόν ένα
εκατόγραμμα	=	εκατόγραμμο
εκατόγραμμο	noun	μονάδα μάζας, ισούται με εκατό γραμμάρια (hg)
εκατόγραμμου	=	εκατόγραμμο
εκατόγραμμων	=	εκατόγραμμο
εκατόγχειρα	=	εκατόγχειρας
εκατόγχειρας	noun	μυθολογικό ον της αρχαίας ελληνικής παράδοσης με εκατό χέρια και τεράστια δύναμη
εκατόγχειρες	=	εκατόγχειρας
εκατόγχειρων	=	εκατόγχειρας
εκατόευρα	=	εκατόευρο
εκατόευρο	noun	χαρτονόμισμα εκατό ευρώ
εκατόευρου	=	εκατόευρο
εκατόευρων	=	εκατόευρο
εκατόλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατόλιτρο
εκατόλιτρο	noun	μονάδα μέτρησης του όγκου, ίση με 100 λίτρα
εκατόλιτροα	=	εκατόλιτρο
εκατόλιτρου	noun	γενική ενικού του εκατόλιτρο
εκατόλιτρων	noun	γενική πληθυντικού του εκατόλιτρο
εκατόλογα	noun|literary	λαϊκό ποιητικό είδος, συνήθως ερωτικού χαρακτήρα, οργανωμένο σε διαδοχικές ενότητες που εκφωνούνται αριθμητικά κατά αύξουσα σειρά (από το ένα ως το εκατό ή ανά δεκάδες), δημιουργώντας ρυθμική και μνημονική δομή
εκατόλογων	=	εκατόλογα
εκατόμβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατόμβη
εκατόμβη	noun	θυσία 100 βοδιών (και γενικότερα κάθε μεγαλοπρεπής θυσία)
εκατόμβης	=	εκατόμβη
εκατόμετρα	=	εκατόμετρο
εκατόμετρο	noun	μονάδα μέτρησης μήκους ίση με εκατό μέτρα, που χρησιμοποιείται κυρίως σε επιστημονικά ή τεχνικά συμφραζόμενα
εκατόμετρου	=	εκατόμετρο
εκατόμετρων	=	εκατόμετρο
εκατόν	num	ο ακέραιος αριθμός 100· χρησιμοποιείται αντί του τύπου εκατό στα απόλυτα αριθμητικά που είναι μεγαλύτερα του 100, π.χ. εκατόν ένα (101), εκατόν είκοσι (120) κλπ
εκατόνταρχε	=	εκατόνταρχος
εκατόνταρχο	=	εκατόνταρχος
εκατόνταρχοι	=	εκατόνταρχος
εκατόνταρχος	noun	αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, επικεφαλής εκατό ανδρών
εκατόνταρχου	=	εκατόνταρχος
εκατόνταρχους	=	εκατόνταρχος
εκατόνταρχων	=	εκατόνταρχος
εκατόστιζα	=	εκατοστίζω
εκατόστιζαν	=	εκατοστίζω
εκατόστιζε	=	εκατοστίζω
εκατόστιζες	=	εκατοστίζω
εκατόστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατόστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατόστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατόστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκατοστίζω
εκατόφυλλα	=	εκατόφυλλο
εκατόφυλλε	=	εκατόφυλλος
εκατόφυλλες	=	εκατόφυλλος
εκατόφυλλη	=	εκατόφυλλος
εκατόφυλλης	=	εκατόφυλλος
εκατόφυλλο	noun	ποικιλία τριανταφυλλιάς που το άνθος της έχει εκατό πέταλα ή περισσότερα απʼ ό,τι συνήθως
εκατόφυλλοι	=	εκατόφυλλος
εκατόφυλλος	adj	που έχει εκατό φύλλα
εκατόφυλλου	=	εκατόφυλλο
εκατόφυλλους	=	εκατόφυλλος
εκατόφυλλων	=	εκατόφυλλο
εκατόχρονα	noun	τα εκατοντάχρονα, η εκατονταετηρίδα (επέτειος)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατόχρονο
εκατόχρονε	adj	κλητική ενικού του εκατόχρονος
εκατόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκατόχρονη
εκατόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκατόχρονος
εκατόχρονης	adj	γενική ενικού του εκατόχρονη
εκατόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του εκατόχρονος
εκατόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκατόχρονος
εκατόχρονος	adj	που είναι εκατό χρονών
εκατόχρονου	adj	γενική ενικού του εκατόχρονος
εκατόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκατόχρονος
εκατόχρονων	adj	γενική πληθυντικού του εκατόχρονος
εκβάθυνα	=	εκβαθύνω
εκβάθυναν	=	εκβαθύνω
εκβάθυνε	=	εκβαθύνω
εκβάθυνες	=	εκβαθύνω
εκβάθυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκβαθύνω, οι εργασίες που γίνονται για να γίνει ένας χώρος βαθύτερος
εκβάθυνσης	noun	γενική ενικού του εκβάθυνση
εκβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλλομαι	=	εκβάλλω
εκβάλλω	verb	χύνομαι, καταλήγω
εκβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εκβάσεις	=	έκβαση
εκβάσεων	=	έκβαση
εκβίαζα	=	εκβιάζω
εκβίαζαν	=	εκβιάζω
εκβίαζε	=	εκβιάζω
εκβίαζες	=	εκβιάζω
εκβίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβίαση	noun	άλλη μορφή του εκβιασμός
εκβίασης	noun	γενική ενικού του εκβίαση
εκβαίνω	verb|formal	βγαίνω
εκβαθυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβαθυμένο
εκβαθυμένε	verb	κλητική ενικού του εκβαθυμένος
εκβαθυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβαθυμένη
εκβαθυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκβαθυμένος
εκβαθυμένης	verb	γενική ενικού του εκβαθυμένη
εκβαθυμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκβαθυμένος
εκβαθυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβαθυμένος
εκβαθυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκβαθυμένος
εκβαθυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκβαθυμένος
εκβαθυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκβαθυμένος
εκβαθυνθήκαμε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνθήκαν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνθήκανε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνθήκατε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνθεί	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνθείτε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόμασταν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόμαστε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόμουν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόμουνα	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόντουσαν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόσασταν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόσαστε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόσουν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόσουνα	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνόταν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθυνότανε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύναμε	=	εκβαθύνω
εκβαθύναν	=	εκβαθύνω
εκβαθύνανε	=	εκβαθύνω
εκβαθύνατε	=	εκβαθύνω
εκβαθύνει	=	εκβαθύνω
εκβαθύνεις	=	εκβαθύνω
εκβαθύνεσαι	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνεστε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνεται	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνετε	=	εκβαθύνω
εκβαθύνθηκα	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνθηκαν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνθηκε	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνθηκες	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκβαθύνω
εκβαθύνονται	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνονταν	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνοντας	=	εκβαθύνω
εκβαθύνου	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύνουμε	=	εκβαθύνω
εκβαθύνουν	=	εκβαθύνω
εκβαθύνουνε	=	εκβαθύνω
εκβαθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβάθυνση
εκβαθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκβάθυνση
εκβαθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκβάθυνση
εκβαθύνσου	=	εκβαθύνομαι
εκβαθύντε	=	εκβαθύνω
εκβαθύνω	verb	κάνω κάτι πιο βαθύ
εκβαρβάριζα	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάριζαν	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάριζε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάριζες	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάρισα	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάρισαν	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάρισε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάρισες	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβάρωνα	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωναν	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωνε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωνες	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκβαρβαρώνω
εκβαρβάρωσης	noun	γενική ενικού του εκβαρβάρωση
εκβαρβαρίζαμε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζαν	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζανε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζατε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζει	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζεις	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζετε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζομαι	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζοντας	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζουμε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζουν	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζουνε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίζω	verb	άλλη μορφή του εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρίσαμε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίσαν	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίσανε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίσατε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίσει	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρίστε	=	εκβαρβαρίζω
εκβαρβαρισμέ	noun	κλητική ενικού του εκβαρβαρισμός
εκβαρβαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβαρβαρισμός
εκβαρβαρισμού	noun	γενική ενικού του εκβαρβαρισμός
εκβαρβαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκβαρβαρισμός
εκβαρβαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκβαρβαρισμός
εκβαρβαρισμός	noun	άλλη μορφή του εκβαρβάρωση
εκβαρβαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκβαρβαρισμός
εκβαρβαρώναμε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώναν	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνανε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνατε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνει	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνεις	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνετε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνομαι	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνοντας	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνουμε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνουν	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνουνε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώνω	verb	κάνω κάποιον βάρβαρο, τον μεταβάλλω σε απολίτιστο
εκβαρβαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσαν	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσανε	=	εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβαρβάρωση
εκβαρβαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκβαρβάρωση
εκβαρβαρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκβαρβάρωση
εκβαρβαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβαρβαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβαρβαρώνω
εκβιάζαμε	=	εκβιάζω
εκβιάζαν	=	εκβιάζω
εκβιάζανε	=	εκβιάζω
εκβιάζατε	=	εκβιάζω
εκβιάζει	=	εκβιάζω
εκβιάζεις	=	εκβιάζω
εκβιάζεσαι	=	εκβιάζω
εκβιάζεστε	=	εκβιάζω
εκβιάζεται	=	εκβιάζω
εκβιάζετε	=	εκβιάζω
εκβιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκβιάζω
εκβιάζονται	=	εκβιάζω
εκβιάζονταν	=	εκβιάζω
εκβιάζοντας	=	εκβιάζω
εκβιάζουμε	=	εκβιάζω
εκβιάζουν	=	εκβιάζω
εκβιάζουνε	=	εκβιάζω
εκβιάζω	verb	αναγκάζω με απειλές ή άλλα μέσα κάποιον να κάνει ακούσια κάτι
εκβιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάσαν	=	εκβιάζω
εκβιάσανε	=	εκβιάζω
εκβιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβίαση
εκβιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκβίαση
εκβιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκβίαση
εκβιάσθηκα	=	εκβιάζω
εκβιάσου	=	εκβιάζω
εκβιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιάστηκα	=	εκβιάζω
εκβιάστηκαν	=	εκβιάζω
εκβιάστηκε	=	εκβιάζω
εκβιάστηκες	=	εκβιάζω
εκβιάστρια	noun	θηλυκό του εκβιαστής
εκβιάστριας	noun	γενική ενικού του εκβιάστρια
εκβιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιάστρια
εκβιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εκβιαζόμασταν	=	εκβιάζω
εκβιαζόμαστε	=	εκβιάζω
εκβιαζόμουν	=	εκβιάζω
εκβιαζόμουνα	=	εκβιάζω
εκβιαζόντουσαν	=	εκβιάζω
εκβιαζόσασταν	=	εκβιάζω
εκβιαζόσαστε	=	εκβιάζω
εκβιαζόσουν	=	εκβιάζω
εκβιαζόσουνα	=	εκβιάζω
εκβιαζόταν	=	εκβιάζω
εκβιαζότανε	=	εκβιάζω
εκβιασμέ	noun	κλητική ενικού του εκβιασμός
εκβιασμένος	=	εκβιάζω
εκβιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβιασμός
εκβιασμού	noun	γενική ενικού του εκβιασμός
εκβιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκβιασμός
εκβιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εκβιασμός
εκβιασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκβιάζω
εκβιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εκβιασμός
εκβιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιαστής
εκβιαστή	=	εκβιαστής
εκβιαστήκαμε	=	εκβιάζω
εκβιαστήκαν	=	εκβιάζω
εκβιαστήκανε	=	εκβιάζω
εκβιαστήκατε	=	εκβιάζω
εκβιαστής	noun	αυτός που εκβιάζει
εκβιαστεί	=	εκβιάζω
εκβιαστείτε	=	εκβιάζω
εκβιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιαστικό	adv	με εκβιαστικό τρόπο, εκβιάζοντας
εκβιαστικέ	adj	κλητική ενικού του εκβιαστικός
εκβιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιαστική
εκβιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκβιαστικός
εκβιαστικής	adj	γενική ενικού του εκβιαστική
εκβιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβιαστικός
εκβιαστικού	adj	γενική ενικού του εκβιαστικός
εκβιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκβιαστικός
εκβιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκβιαστικός
εκβιαστικός	adj	που αποτελεί μέσον εκβιασμού, που εκβιάζει
εκβιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκβιαστικός
εκβιαστικώς	adv	άλλη μορφή του εκβιαστικά
εκβιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκβιάστρια
εκβιαστών	noun	γενική πληθυντικού του εκβιαστής
εκβιομηχάνιζα	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνιζαν	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνιζε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνιζες	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχάνιση	noun	η ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας, η μετατροπή μιας χώρας σε βιομηχανική
εκβιομηχάνισης	noun	γενική ενικού του εκβιομηχάνιση
εκβιομηχανίζαμε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζαν	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζανε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζατε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζει	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζεις	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζεσαι	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίζεστε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίζεται	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίζετε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζονται	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίζονταν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίζοντας	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζου	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίζουμε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζουν	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζουνε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίζω	verb	αναπτύσσω το βιομηχανικό τομέα μια χώρας
εκβιομηχανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσαν	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσανε	=	εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιομηχάνιση
εκβιομηχανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκβιομηχάνιση
εκβιομηχανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκβιομηχάνιση
εκβιομηχανίσου	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανίστηκα	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίστηκαν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίστηκε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίστηκες	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω
εκβιομηχανιζόμασταν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόμαστε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόμουν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόμουνα	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόντουσαν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόσασταν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόσαστε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόσουν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόσουνα	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζόταν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιζότανε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανισμέ	noun	κλητική ενικού του εκβιομηχανισμός
εκβιομηχανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιομηχανισμένο
εκβιομηχανισμένε	verb	κλητική ενικού του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβιομηχανισμένη
εκβιομηχανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμένης	verb	γενική ενικού του εκβιομηχανισμένη
εκβιομηχανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμένος	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκβιομηχανισμένος
εκβιομηχανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβιομηχανισμός
εκβιομηχανισμού	noun	γενική ενικού του εκβιομηχανισμός
εκβιομηχανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκβιομηχανισμός
εκβιομηχανισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκβιομηχανισμός
εκβιομηχανισμός	noun	άλλη μορφή του εκβιομηχάνιση
εκβιομηχανισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκβιομηχανισμός
εκβιομηχανιστήκαμε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιστήκαν	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιστήκανε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιστήκατε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιστεί	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβιομηχανιστείτε	=	εκβιομηχανίζομαι
εκβλάστημα	noun	το αποτέλεσμα του εκβλαστάνω / εκβλασταίνω
εκβλάστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλάστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλάστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλάστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλάστηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκβλαστάνω / εκβλασταίνω
εκβλάστησης	noun	γενική ενικού του εκβλάστηση
εκβλήθηκα	=	εκβάλλω
εκβλαστάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκβλαστάνω
εκβλαστάνω	verb	βλασταίνω, εκφύομαι, φυτρώνω από κάπου ή κάτι
εκβλαστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβλάστημα
εκβλαστήματος	noun	γενική ενικού του εκβλάστημα
εκβλαστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβλάστηση
εκβλαστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκβλάστηση
εκβλαστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκβλάστηση
εκβλαστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλαστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβλαστάνω
εκβλασταίνω	verb	άλλη γραφή του εκβλαστάνω
εκβλαστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκβλάστημα
εκβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβολή
εκβολή	noun	το μέρος όπου εκβάλλει, χύνεται στη θάλασσα
εκβολής	=	εκβολή
εκβολών	=	εκβολή
εκβουλγάριζα	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάριζαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάριζε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάριζες	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάρισα	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάρισαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάρισε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγάρισες	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζαμε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζανε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζατε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζει	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζεις	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζεσαι	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζεστε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζεται	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζετε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζομαι	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζονται	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζονταν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζοντας	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζουμε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζουν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζουνε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίζω	verb	αλλάζω κάτι ή κάποιον σε Βούλγαρο ή του δίνω βουλγαρικό χαρακτήρα
εκβουλγαρίσαμε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίσαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίσανε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίσατε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίσει	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίσου	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίστε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίστηκα	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίστηκαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίστηκε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρίστηκες	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόμασταν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόμαστε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόμουν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόμουνα	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόντουσαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόσασταν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόσαστε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόσουν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόσουνα	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζόταν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριζότανε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρισμέ	=	εκβουλγαρισμός
εκβουλγαρισμένα	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένε	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένες	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένη	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένης	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένο	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένοι	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρισμένου	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένους	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμένων	=	εκβουλγαρισμένος
εκβουλγαρισμοί	=	εκβουλγαρισμός
εκβουλγαρισμού	=	εκβουλγαρισμός
εκβουλγαρισμούς	=	εκβουλγαρισμός
εκβουλγαρισμό	=	εκβουλγαρισμός
εκβουλγαρισμός	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του εκβουλγαρίζω
εκβουλγαρισμών	=	εκβουλγαρισμός
εκβουλγαριστήκαμε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριστήκαν	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριστήκανε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριστήκατε	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριστεί	=	εκβουλγαρίζω
εκβουλγαριστείτε	=	εκβουλγαρίζω
εκβράζαμε	=	εκβράζω
εκβράζαν	=	εκβράζω
εκβράζανε	=	εκβράζω
εκβράζατε	=	εκβράζω
εκβράζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκβράζω
εκβράζεις	=	εκβράζω
εκβράζεσαι	=	εκβράζομαι
εκβράζεστε	=	εκβράζομαι
εκβράζεται	=	εκβράζομαι
εκβράζετε	=	εκβράζω
εκβράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκβράζω
εκβράζονται	=	εκβράζομαι
εκβράζονταν	=	εκβράζομαι
εκβράζοντας	=	εκβράζω
εκβράζου	=	εκβράζομαι
εκβράζουμε	=	εκβράζω
εκβράζουν	=	εκβράζω
εκβράζουνε	=	εκβράζω
εκβράζω	verb|formal	άλλη μορφή του ξεβράζω
εκβράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράσαν	=	εκβράζω
εκβράσανε	=	εκβράζω
εκβράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκβρασμα
εκβράσματος	noun	γενική ενικού του έκβρασμα
εκβράσου	=	εκβράζομαι
εκβράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράστε	=	εκβράζω
εκβράστηκα	=	εκβράζομαι
εκβράστηκαν	=	εκβράζομαι
εκβράστηκε	=	εκβράζομαι
εκβράστηκες	=	εκβράζομαι
εκβράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εκβράχιζα	=	εκβραχίζω
εκβράχιζαν	=	εκβραχίζω
εκβράχιζε	=	εκβραχίζω
εκβράχιζες	=	εκβραχίζω
εκβράχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβράχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβράχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβράχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραζόμασταν	=	εκβράζομαι
εκβραζόμαστε	=	εκβράζομαι
εκβραζόμουν	=	εκβράζομαι
εκβραζόμουνα	=	εκβράζομαι
εκβραζόντουσαν	=	εκβράζομαι
εκβραζόσασταν	=	εκβράζομαι
εκβραζόσαστε	=	εκβράζομαι
εκβραζόσουν	=	εκβράζομαι
εκβραζόσουνα	=	εκβράζομαι
εκβραζόταν	=	εκβράζομαι
εκβραζότανε	=	εκβράζομαι
εκβρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκβρασμα
εκβρασμένος	=	εκβράζομαι
εκβραστήκαμε	=	εκβράζομαι
εκβραστήκαν	=	εκβράζομαι
εκβραστήκανε	=	εκβράζομαι
εκβραστήκατε	=	εκβράζομαι
εκβραστεί	=	εκβράζομαι
εκβραστείτε	=	εκβράζομαι
εκβραχίζαμε	=	εκβραχίζω
εκβραχίζαν	=	εκβραχίζω
εκβραχίζανε	=	εκβραχίζω
εκβραχίζατε	=	εκβραχίζω
εκβραχίζει	=	εκβραχίζω
εκβραχίζεις	=	εκβραχίζω
εκβραχίζεσαι	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίζεστε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίζεται	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίζετε	=	εκβραχίζω
εκβραχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίζονται	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίζονταν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίζοντας	=	εκβραχίζω
εκβραχίζου	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίζουμε	=	εκβραχίζω
εκβραχίζουν	=	εκβραχίζω
εκβραχίζουνε	=	εκβραχίζω
εκβραχίζω	verb	αφαιρώ βράχους ή τμήματά τους, προκειμένου να γίνει κάποια εργασία
εκβραχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίσαν	=	εκβραχίζω
εκβραχίσανε	=	εκβραχίζω
εκβραχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίσου	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχίστε	=	εκβραχίζω
εκβραχίστηκα	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίστηκαν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίστηκε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίστηκες	=	εκβραχίζομαι
εκβραχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκβραχίζω
εκβραχιζόμασταν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόμαστε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόμουν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόμουνα	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόντουσαν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόσασταν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόσαστε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόσουν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόσουνα	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζόταν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιζότανε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχισμέ	noun	κλητική ενικού του εκβραχισμός
εκβραχισμένος	=	εκβραχίζομαι
εκβραχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβραχισμός
εκβραχισμού	noun	γενική ενικού του εκβραχισμός
εκβραχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκβραχισμός
εκβραχισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκβραχισμός
εκβραχισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκβραχίζω, η αφαίρεση βράχων ή τμημάτων τους, προκειμένου να γίνει κάποια εργασία
εκβραχισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκβραχισμός
εκβραχιστήκαμε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιστήκαν	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιστήκανε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιστήκατε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιστεί	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιστείτε	=	εκβραχίζομαι
εκβραχιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβραχιστικό
εκβραχιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκβραχιστικός
εκβραχιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκβραχιστική
εκβραχιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκβραχιστικός
εκβραχιστικής	adj	γενική ενικού του εκβραχιστική
εκβραχιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκβραχιστικός
εκβραχιστικού	adj	γενική ενικού του εκβραχιστικός
εκβραχιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκβραχιστικός
εκβραχιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκβραχιστικός
εκβραχιστικός	adj	που έχει σχέση με εκβραχισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εκβραχιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκβραχιστικός
εκβυ	abbrev	Ελληνικό Κέντρο Βιότοπων–Υγρότοπων: ερευνητικός και συμβουλευτικός φορέας στην Ελλάδα που ασχολείται με την καταγραφή, μελέτη και προστασία βιοτόπων και υγροτόπων, υποστηρίζοντας δράσεις διαχείρισης και περιβαλλοντικής πολιτικής
εκγάλεσα	=	εγκαλώ
εκγηπέδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκγηπεδώνω
εκγηπέδωσης	noun	γενική ενικού του εκγηπέδωση
εκγηπεδώνω	verb|rare	μετατρέπω μια έκταση με κατάλληλες εργασίες σε γήπεδο
εκγηπεδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκγηπέδωση
εκγηπεδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκγηπέδωση
εκγηπεδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκγηπέδωση
εκγλυφάνου	=	εκγλύφανο
εκγλυφάνων	=	εκγλύφανο
εκγλύφανα	=	εκγλύφανο
εκγλύφανο	noun	χαλύβδινο οδοντωτό εργαλείο που χρησιμεύει για κοπή ή κατεργασία
εκγλύφανου	=	εκγλύφανο
εκγλύφανων	=	εκγλύφανο
εκγραφειοκρατισμέ	noun	κλητική ενικού του εκγραφειοκρατισμός
εκγραφειοκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκγραφειοκρατισμός
εκγραφειοκρατισμού	noun	γενική ενικού του εκγραφειοκρατισμός
εκγραφειοκρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκγραφειοκρατισμός
εκγραφειοκρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκγραφειοκρατισμός
εκγραφειοκρατισμός	noun|formal	η εισαγωγή γραφειοκρατικού συστήματος στη διοίκηση
εκγραφειοκρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκγραφειοκρατισμός
εκγυμνάζαμε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζαν	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζανε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζατε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζει	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζεις	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζετε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζοντας	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζουμε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζουν	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζουνε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάζω	verb	γυμνάζω (κάποιον) συστηματικά, με ορισμένο πρόγραμμα και προς συγκεκριμένο σκοπό, κάνω προπόνηση
εκγυμνάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάσαν	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάσανε	=	εκγυμνάζω
εκγυμνάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκγύμναση
εκγυμνάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκγύμναση
εκγυμνάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκγύμναση
εκγυμνάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνάστρια	noun	θηλυκό του εκγυμναστής
εκγυμνάστριας	noun	γενική ενικού του εκγυμνάστρια
εκγυμνάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκγυμνάστρια
εκγυμνάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγυμνασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκγυμνασμένο
εκγυμνασμένε	verb	κλητική ενικού του εκγυμνασμένος
εκγυμνασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκγυμνασμένη
εκγυμνασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκγυμνασμένος
εκγυμνασμένης	verb	γενική ενικού του εκγυμνασμένη
εκγυμνασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκγυμνασμένος
εκγυμνασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκγυμνασμένος
εκγυμνασμένος	verb	που έχει εκγυμνασθεί
εκγυμνασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκγυμνασμένος
εκγυμνασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκγυμνασμένος
εκγυμνασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκγυμνασμένος
εκγυμναστές	=	εκγυμναστής
εκγυμναστή	=	εκγυμναστής
εκγυμναστής	noun	αυτός που εκγυμνάζει
εκγυμναστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκγυμνάστρια
εκγυμναστών	=	εκγυμναστής
εκγύμναζα	=	εκγυμνάζω
εκγύμναζαν	=	εκγυμνάζω
εκγύμναζε	=	εκγυμνάζω
εκγύμναζες	=	εκγυμνάζω
εκγύμνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγύμνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγύμνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγύμνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκγυμνάζω
εκγύμναση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκγυμνάζω
εκγύμνασης	noun	γενική ενικού του εκγύμναση
εκδάσωνα	=	εκδασώνω
εκδάσωναν	=	εκδασώνω
εκδάσωνε	=	εκδασώνω
εκδάσωνες	=	εκδασώνω
εκδάσωσα	=	εκδασώνω
εκδάσωσαν	=	εκδασώνω
εκδάσωσε	=	εκδασώνω
εκδάσωσες	=	εκδασώνω
εκδάσωση	noun	η καταστροφή του δάσους ή της χλωρίδας ενός τόπου
εκδάσωσης	noun	γενική ενικού του εκδάσωση
εκδέρω	verb|formal	γδέρνω, βγάζω το δέρμα (σε σφαγή ζώων)
εκδήλωνα	=	εκδηλώνω
εκδήλωναν	=	εκδηλώνω
εκδήλωνε	=	εκδηλώνω
εκδήλωνες	=	εκδηλώνω
εκδήλως	adv|dated	έκδηλα
εκδήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδήλωση	noun	η εμφάνιση, η παρουσίαση
εκδήλωσης	noun	γενική ενικού του εκδήλωση
εκδήμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδήμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδήμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδήμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδίδαμε	=	εκδίδω
εκδίδαν	=	εκδίδω
εκδίδανε	=	εκδίδω
εκδίδατε	=	εκδίδω
εκδίδει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκδίδω
εκδίδεις	=	εκδίδω
εκδίδεσαι	=	εκδίδω
εκδίδεστε	=	εκδίδω
εκδίδεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκδίδομαι
εκδίδετε	=	εκδίδω
εκδίδομαι	=	εκδίδω
εκδίδομε	=	εκδίδω
εκδίδον	=	εκδίδων
εκδίδοντα	=	εκδίδων
εκδίδονται	=	εκδίδω
εκδίδονταν	=	εκδίδω
εκδίδοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκδίδω
εκδίδοντες	=	εκδίδων
εκδίδοντος	=	εκδίδων
εκδίδου	=	εκδίδω
εκδίδουμε	=	εκδίδω
εκδίδουν	=	εκδίδω
εκδίδουνε	=	εκδίδω
εκδίδουσα	=	εκδίδων
εκδίδουσας	=	εκδίδων
εκδίδουσες	=	εκδίδων
εκδίδω	verb	τυπώνω κάτι και το κυκλοφορώ, το δημοσιεύω σε έντυπη μορφή
εκδίδων	verb	αυτός που εκδίδει
εκδίκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδίκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδίκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδίκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδίκαση	noun	η διεξαγωγή μιας δίκης, η διαδικασία και η συζήτηση μιας υπόθεσης στο δικαστήριο
εκδίκασης	=	εκδίκαση
εκδίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκδικούμαι, ανταπόδοση κακού
εκδίκησης	noun	γενική ενικού του εκδίκηση
εκδίπλωση	noun|formal	το ξεδίπλωμα
εκδίπλωσης	noun	γενική ενικού του εκδίπλωση
εκδίωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδίωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδίωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδίωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδίωξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκδιώκω
εκδίωξης	noun	γενική ενικού του εκδίωξη
εκδασώναμε	=	εκδασώνω
εκδασώναν	=	εκδασώνω
εκδασώνανε	=	εκδασώνω
εκδασώνατε	=	εκδασώνω
εκδασώνει	=	εκδασώνω
εκδασώνεις	=	εκδασώνω
εκδασώνετε	=	εκδασώνω
εκδασώνοντας	=	εκδασώνω
εκδασώνουμε	=	εκδασώνω
εκδασώνουν	=	εκδασώνω
εκδασώνουνε	=	εκδασώνω
εκδασώνω	verb	αποδασώνω
εκδασώσαμε	=	εκδασώνω
εκδασώσαν	=	εκδασώνω
εκδασώσανε	=	εκδασώνω
εκδασώσατε	=	εκδασώνω
εκδασώσει	=	εκδασώνω
εκδασώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδάσωση
εκδασώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδάσωση
εκδασώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκδάσωση
εκδασώστε	=	εκδασώνω
εκδδα	abbrev	Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης: δημόσιος εκπαιδευτικός και επιμορφωτικός φορέας που παρέχει κατάρτιση και υποστήριξη στους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης, με στόχο τη βελτίωση της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητάς τους
εκδεδομένα	=	εκδίδω
εκδεδομένε	=	εκδίδω
εκδεδομένες	=	εκδίδω
εκδεδομένη	=	εκδίδω
εκδεδομένης	=	εκδίδω
εκδεδομένο	=	εκδίδω
εκδεδομένοι	=	εκδίδω
εκδεδομένος	=	εκδίδω
εκδεδομένου	=	εκδίδω
εκδεδομένους	=	εκδίδω
εκδεδομένων	=	εκδίδω
εκδηλωθήκαμε	=	εκδηλώνω
εκδηλωθήκαν	=	εκδηλώνω
εκδηλωθήκανε	=	εκδηλώνω
εκδηλωθήκατε	=	εκδηλώνω
εκδηλωθεί	=	εκδηλώνω
εκδηλωθείς	=	εκδηλώνω
εκδηλωθείτε	=	εκδηλώνω
εκδηλωθούμε	=	εκδηλώνω
εκδηλωθούν	=	εκδηλώνω
εκδηλωθούνε	=	εκδηλώνω
εκδηλωθώ	=	εκδηλώνω
εκδηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωμένο
εκδηλωμένε	verb	κλητική ενικού του εκδηλωμένος
εκδηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωμένη
εκδηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδηλωμένος
εκδηλωμένης	verb	γενική ενικού του εκδηλωμένη
εκδηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκδηλωμένος
εκδηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωμένος
εκδηλωμένος	verb	που έχει εκδηλωθεί
εκδηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδηλωμένος
εκδηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκδηλωμένος
εκδηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδηλωμένος
εκδηλωνόμασταν	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόμαστε	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόμουν	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόμουνα	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόντουσαν	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόσασταν	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόσαστε	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόσουν	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόσουνα	=	εκδηλώνω
εκδηλωνόταν	=	εκδηλώνω
εκδηλωνότανε	=	εκδηλώνω
εκδηλωσούλα	noun	υποκοριστικό του εκδήλωση
εκδηλωσούλας	noun	γενική ενικού του εκδηλωσούλα
εκδηλωσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωσούλα
εκδηλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωτικό	adv	κατά τρόπο εκδηλωτικό
εκδηλωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκδηλωτικός
εκδηλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωτική
εκδηλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδηλωτικός
εκδηλωτικής	adj	γενική ενικού του εκδηλωτική
εκδηλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδηλωτικός
εκδηλωτικοτήτων	=	εκδηλωτικότητα
εκδηλωτικού	adj	γενική ενικού του εκδηλωτικός
εκδηλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδηλωτικός
εκδηλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκδηλωτικός
εκδηλωτικός	adj	που κάνει φανερά τα αισθήματά του, που εκδηλώνει τις σκέψεις του
εκδηλωτικότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του εκδηλωτικού
εκδηλωτικότητας	=	εκδηλωτικότητα
εκδηλωτικότητες	=	εκδηλωτικότητα
εκδηλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκδηλωτικός
εκδηλωτικώς	adv|formal	κατά τρόπο εκδηλωτικό
εκδηλώθηκα	=	εκδηλώνω
εκδηλώθηκαν	=	εκδηλώνω
εκδηλώθηκε	=	εκδηλώνω
εκδηλώθηκες	=	εκδηλώνω
εκδηλώναμε	=	εκδηλώνω
εκδηλώναν	=	εκδηλώνω
εκδηλώνανε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνατε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνει	=	εκδηλώνω
εκδηλώνεις	=	εκδηλώνω
εκδηλώνεσαι	=	εκδηλώνω
εκδηλώνεστε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνεται	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώνετε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώνομε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εκδηλώνομαι
εκδηλώνονταν	=	εκδηλώνω
εκδηλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώνουμε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνουν	=	εκδηλώνω
εκδηλώνουνε	=	εκδηλώνω
εκδηλώνω	verb	εκφράζω κάτι που σκέφτομαι ή αισθάνομαι
εκδηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσαν	=	εκδηλώνω
εκδηλώσανε	=	εκδηλώνω
εκδηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδήλωση
εκδηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδήλωση
εκδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκδήλωση
εκδηλώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλώσιμο
εκδηλώσιμε	adj	κλητική ενικού του εκδηλώσιμος
εκδηλώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδηλώσιμη
εκδηλώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδηλώσιμος
εκδηλώσιμης	adj	γενική ενικού του εκδηλώσιμη
εκδηλώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκδηλώσιμος
εκδηλώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδηλώσιμος
εκδηλώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να εκδηλωθεί
εκδηλώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδηλώσιμος
εκδηλώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδηλώσιμος
εκδηλώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδηλώσιμος
εκδηλώσομε	=	εκδηλώνω
εκδηλώσου	=	εκδηλώνω
εκδηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσουνε	=	εκδηλώνω
εκδηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδηλώνω
εκδημήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημώ
εκδημία	noun|formal	θάνατος
εκδημίας	noun	γενική ενικού του εκδημία
εκδημίες	=	εκδημία
εκδημεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκδημώ
εκδημιών	noun	γενική πληθυντικού του εκδημία
εκδημοκράτιζα	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτιζαν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτιζε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτιζες	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκράτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζαμε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζαν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζανε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζατε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζει	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζεις	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζεσαι	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζεστε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζεται	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζετε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζονται	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζονταν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζοντας	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζουμε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζουν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζουνε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίζω	verb	εισάγω ή ενισχύω δημοκρατικές αρχές και μηχανισμούς σε έναν θεσμό, μια λειτουργία ή ένα σύστημα, περιορίζοντας τις ανισότητες εξουσίας και διευρύνοντας τη συμμετοχή
εκδημοκρατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσαν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσανε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσου	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίστε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίστηκα	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίστηκαν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίστηκε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίστηκες	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόμασταν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόμαστε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόμουν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόμουνα	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόντουσαν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόσασταν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόσαστε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόσουν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόσουνα	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζόταν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιζότανε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατισμέ	noun	κλητική ενικού του εκδημοκρατισμός
εκδημοκρατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδημοκρατισμένο
εκδημοκρατισμένε	verb	κλητική ενικού του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδημοκρατισμένη
εκδημοκρατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμένης	verb	γενική ενικού του εκδημοκρατισμένη
εκδημοκρατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμένος	verb	που έχει εκδημοκρατιστεί
εκδημοκρατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδημοκρατισμένος
εκδημοκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδημοκρατισμός
εκδημοκρατισμού	noun	γενική ενικού του εκδημοκρατισμός
εκδημοκρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκδημοκρατισμός
εκδημοκρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκδημοκρατισμός
εκδημοκρατισμός	noun	η σκόπιμη μεταβολή θεσμών, πρακτικών ή σχέσεων εξουσίας, ώστε να διευρύνεται η συμμετοχή, η ισονομία και ο έλεγχος από το σύνολο των πολιτών
εκδημοκρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκδημοκρατισμός
εκδημοκρατιστήκαμε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιστήκαν	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιστήκανε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιστήκατε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιστεί	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοκρατιστείτε	=	εκδημοκρατίζω
εκδημοτικισμέ	=	εκδημοτικισμός
εκδημοτικισμοί	=	εκδημοτικισμός
εκδημοτικισμού	=	εκδημοτικισμός
εκδημοτικισμούς	=	εκδημοτικισμός
εκδημοτικισμό	=	εκδημοτικισμός
εκδημοτικισμός	noun	επανεισαγωγή αρχαίων λέξεων που δεν έχουν εισαχθεί ή δεν συμπεριλαμβάνονται στην δημοτική
εκδημοτικισμών	=	εκδημοτικισμός
εκδημώ	verb|archaic	φεύγω από κάπου για μακριά
εκδιδουσών	=	εκδίδων
εκδιδούσης	=	εκδίδων
εκδιδόμασταν	=	εκδίδω
εκδιδόμαστε	=	εκδίδω
εκδιδόμενα	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενε	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενες	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενη	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενης	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενο	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενοι	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκδίδω, αυτός που εκδίδεται
εκδιδόμενου	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενους	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμενων	=	εκδιδόμενος
εκδιδόμουν	=	εκδίδω
εκδιδόμουνα	=	εκδίδω
εκδιδόντουσαν	=	εκδίδω
εκδιδόντων	=	εκδίδων
εκδιδόσασταν	=	εκδίδω
εκδιδόσαστε	=	εκδίδω
εκδιδόσουν	=	εκδίδω
εκδιδόσουνα	=	εκδίδω
εκδιδόταν	=	εκδίδω
εκδιδότανε	=	εκδίδω
εκδικάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκδικάζω
εκδικάζω	verb	διεξάγω τη διαδικασία μιας δίκης από την αρχή ως το τέλος της
εκδικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδίκαση
εκδικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάσεων	=	εκδίκαση
εκδικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικάζω
εκδικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδίκηση
εκδικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδίκηση
εκδικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκδίκηση
εκδικήσου	=	εκδικούμαι
εκδικήτρας	noun	γενική ενικού του εκδικήτρα
εκδικήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικήτρα
εκδικήτρια	noun	εκδικητής
εκδικήτριας	noun	γενική ενικού του εκδικήτρια
εκδικήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικήτρια
εκδικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικασμένο
εκδικασμένε	verb	κλητική ενικού του εκδικασμένος
εκδικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικασμένη
εκδικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδικασμένος
εκδικασμένης	verb	γενική ενικού του εκδικασμένη
εκδικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκδικασμένος
εκδικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδικασμένος
εκδικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδικασμένος
εκδικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκδικασμένος
εκδικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδικασμένος
εκδικείσαι	=	εκδικούμαι
εκδικείσθε	=	εκδικούμαι
εκδικείστε	=	εκδικούμαι
εκδικείται	=	εκδικούμαι
εκδικείτο	=	εκδικούμαι
εκδικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθήκαν	=	εκδικούμαι
εκδικηθήκανε	=	εκδικούμαι
εκδικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικηθούνε	=	εκδικούμαι
εκδικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδικούμαι
εκδικημένος	=	εκδικούμαι
εκδικητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικητής
εκδικητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκδικητής
εκδικητής	noun	αυτός που εκδικείται, που παίρνει εκδίκηση για μια άδικη πράξη
εκδικητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικητικό	adv	με σκοπό την εκδίκηση
εκδικητικέ	adj	κλητική ενικού του εκδικητικός
εκδικητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικητική
εκδικητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδικητικός
εκδικητικής	adj	γενική ενικού του εκδικητική
εκδικητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδικητικός
εκδικητικοτήτων	=	εκδικητικότητα
εκδικητικοτητών	noun	γενική πληθυντικού του εκδικητικότητα
εκδικητικού	adj	γενική ενικού του εκδικητικός
εκδικητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδικητικός
εκδικητικό	adj	αιτιατική ενικού του εκδικητικός
εκδικητικός	adj	που έχει τάση να εκδικείται
εκδικητικότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του εκδικητικού, η έφεση προς την εκδίκηση
εκδικητικότητας	noun	γενική ενικού του εκδικητικότητα
εκδικητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδικητικότητα
εκδικητικών	adj	γενική πληθυντικού του εκδικητικός
εκδικητριών	noun	γενική πληθυντικού του εκδικήτρια
εκδικητών	noun	γενική πληθυντικού του εκδικητής
εκδικιέμαι	verb	άλλη μορφή του εκδικούμαι
εκδικούμαι	verb	παίρνω εκδίκηση, ανταποδίδω κάποια αδικία ή προσβολή που (μου) έγινε
εκδικούμασταν	=	εκδικούμαι
εκδικούμαστε	=	εκδικούμαι
εκδικούμεθα	=	εκδικούμαι
εκδικούμενος	=	εκδικούμαι
εκδικούμουν	=	εκδικούμαι
εκδικούμουνα	=	εκδικούμαι
εκδικούνται	=	εκδικούμαι
εκδικούνταν	=	εκδικούμαι
εκδικούντο	=	εκδικούμαι
εκδικούσασταν	=	εκδικούμαι
εκδικούσαστε	=	εκδικούμαι
εκδικούσουν	=	εκδικούμαι
εκδικούσουνα	=	εκδικούμαι
εκδιπλώνω	verb|formal	αναπτύσσω ή φανερώνω κάτι προοδευτικά σε όλη του την έκταση —κυριολεκτικά ή μεταφορικά— ώστε να καταστεί πλήρως αντιληπτό
εκδιπλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδίπλωση
εκδιπλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδίπλωση
εκδιπλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκδίπλωση
εκδιωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδιωγμένο
εκδιωγμένε	verb	κλητική ενικού του εκδιωγμένος
εκδιωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδιωγμένη
εκδιωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδιωγμένος
εκδιωγμένης	verb	γενική ενικού του εκδιωγμένη
εκδιωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκδιωγμένος
εκδιωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδιωγμένος
εκδιωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδιωγμένος
εκδιωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκδιωγμένος
εκδιωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδιωγμένος
εκδιώκω	verb	διώχνω με την βία, κυνηγώ μέχρι να φύγει κάποιος μακριά
εκδιώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδίωξη
εκδιώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδίωξη
εκδιώξεως	noun|formal	γενική ενικού του εκδίωξη
εκδιώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδιώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εκδοθέν	=	εκδοθείς
εκδοθέντα	=	εκδοθείς
εκδοθέντας	=	εκδοθείς
εκδοθέντες	=	εκδοθείς
εκδοθέντος	=	εκδοθείς
εκδοθέντων	=	εκδοθείς
εκδοθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθήκαν	=	εκδίδω
εκδοθήκανε	=	εκδίδω
εκδοθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθείσα	=	εκδοθείς
εκδοθείσας	=	εκδοθείς
εκδοθείσες	=	εκδοθείς
εκδοθείσης	=	εκδοθείς
εκδοθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθεισών	=	εκδοθείς
εκδοθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδοθούνε	=	εκδίδω
εκδοθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδομένο
εκδομένε	verb	κλητική ενικού του εκδομένος
εκδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδομένη
εκδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδομένος
εκδομένης	verb	γενική ενικού του εκδομένη
εκδομένο	verb	αιτιατική ενικού του εκδομένος
εκδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδομένος
εκδομένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκδίδω, αυτός που έχει εκδοθεί
εκδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδομένος
εκδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκδομένος
εκδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδομένος
εκδορά	noun	επιδερμικός τραυματισμός
εκδοράς	noun	γενική ενικού του εκδορά
εκδορέα	=	εκδορέας
εκδορέας	noun|formal	αυτός που γδέρνει σφάγια
εκδορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδορά
εκδορέων	=	εκδορέας
εκδορέως	=	εκδορέας
εκδορείς	=	εκδορέας
εκδορεύς	noun|formal	παρωχημένη μορφή του εκδορέας
εκδοροσφαγέα	=	εκδοροσφαγέας
εκδοροσφαγέας	noun|formal	αυτός που σφάζει και γδέρνει σφάγια
εκδοροσφαγέων	=	εκδοροσφαγέας
εκδοροσφαγέως	=	εκδοροσφαγέας
εκδοροσφαγείς	=	εκδοροσφαγέας
εκδορών	=	εκδορά
εκδοτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδοτήριο
εκδοτήριο	noun	γραφείο ή ταμείο στο οποίο προμηθεύεται κάποιος εισιτήρια που συνήθως έχουν εκδοθεί από κάποιον άλλο φορέα ή για τα οποία έχει κάνει ήδη κράτηση
εκδοτήριου	=	εκδοτήριο
εκδοτηρίου	=	εκδοτήριο
εκδοτηρίων	=	εκδοτήριο
εκδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδοτικό
εκδοτικέ	adj	κλητική ενικού του εκδοτικός
εκδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδοτική
εκδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδοτικός
εκδοτικής	adj	γενική ενικού του εκδοτική
εκδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδοτικός
εκδοτικού	adj	γενική ενικού του εκδοτικός
εκδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδοτικός
εκδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκδοτικός
εκδοτικός	adj	που έχει σχέση με την έκδοση βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας, κλπ., ή που αναφέρεται στον εκδότη
εκδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκδοτικός
εκδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκδότρια
εκδοτών	=	εκδότης
εκδουλέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδούλεψη
εκδουλέψεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδούλεψη
εκδουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδουλευτικό
εκδουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκδουλευτικός
εκδουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδουλευτική
εκδουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδουλευτικός
εκδουλευτικής	adj	γενική ενικού του εκδουλευτική
εκδουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδουλευτικός
εκδουλευτικού	adj	γενική ενικού του εκδουλευτικός
εκδουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδουλευτικός
εκδουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκδουλευτικός
εκδουλευτικός	adj|dated	που προσφέρει εκδούλευση
εκδουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκδουλευτικός
εκδουλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδούλευση
εκδουλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκδούλευση
εκδουλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκδούλευση
εκδοχέα	=	εκδοχέας
εκδοχέας	noun	αυτός στον οποίο μεταβιβάζεται μια απαίτηση, χωρίς συγκατάθεση του οφειλέτη
εκδοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδοχή
εκδοχέων	=	εκδοχέας
εκδοχέως	=	εκδοχέας
εκδοχή	noun	ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρουσιάζει ένα γεγονός, μία από περισσότερες δυνατές ερμηνείες του
εκδοχής	=	εκδοχή
εκδοχείς	=	εκδοχέας
εκδοχών	=	εκδοχή
εκδούλευση	noun	ενέργεια (υπηρεσία ή διευκόλυνση) που γίνεται προς όφελος τρίτου μετά από αίτημά του και από καλή διάθεση απέναντί του
εκδούλευσης	noun	γενική ενικού του εκδούλευση
εκδούλεψη	noun|vulgar	άλλη μορφή του εκδούλευση
εκδούλεψης	noun	γενική ενικού του εκδούλεψη
εκδούν	=	εκδούς
εκδούς	verb|formal	αυτός που εξέδωσε
εκδούσα	=	εκδούς
εκδράμω	verb|formal	πηγαίνω εκδρομή
εκδραμάτιση	noun	εκφόρτιση ασυνείδητων παρορμήσεων μέσω άμεσης πράξης ή συμπεριφοράς, που παρακάμπτει τη συνειδητή επεξεργασία και αποσκοπεί στην προσωρινή μείωση της ψυχικής έντασης
εκδραμάτισης	=	εκδραμάτιση
εκδραματίσεις	=	εκδραμάτιση
εκδραματίσεων	=	εκδραμάτιση
εκδρομέα	=	εκδρομέας
εκδρομέας	noun	αυτός που πάει εκδρομή
εκδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδρομή
εκδρομέων	=	εκδρομέας
εκδρομέως	=	εκδρομέας
εκδρομή	noun	ταξίδι μικρής διάρκειας για εκπαιδευτικούς ή ψυχαγωγικούς κυρίως λόγους
εκδρομής	noun	γενική ενικού του εκδρομή
εκδρομείς	=	εκδρομέας
εκδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδρομικό
εκδρομικέ	adj	κλητική ενικού του εκδρομικός
εκδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδρομική
εκδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδρομικός
εκδρομικής	adj	γενική ενικού του εκδρομική
εκδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδρομικός
εκδρομικού	adj	γενική ενικού του εκδρομικός
εκδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδρομικός
εκδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του εκδρομικός
εκδρομικός	adj	που έχει σχέση με τις εκδρομές ή με εκείνους που πηγαίνουν εκδρομές.
εκδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του εκδρομικός
εκδρομισμέ	noun	κλητική ενικού του εκδρομισμός
εκδρομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδρομισμός
εκδρομισμού	noun	γενική ενικού του εκδρομισμός
εκδρομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκδρομισμός
εκδρομισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκδρομισμός
εκδρομισμός	noun	η ενασχόληση με τη διοργάνωση (ομαδικών) εκδρομών και η αγάπη γι’ αυτή τη δραστηριότητα
εκδρομισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκδρομισμός
εκδρομών	noun	γενική πληθυντικού του εκδρομή
εκδυσόζωου	noun	γενική ενικού του εκδυσόζωο
εκδυσόζωων	noun	γενική πληθυντικού του εκδυσόζωο
εκδυτίκιζα	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκιζαν	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκιζε	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκιζες	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκισα	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκισαν	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκισε	=	εκδυτικίζω
εκδυτίκισες	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζαμε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζαν	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζανε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζατε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζει	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζεις	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζετε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζοντας	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζουμε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζουν	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζουνε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίζω	verb	υιοθετώ ή η μεταδίδω τον δυτικό τρόπο ζωής και πολιτισμό
εκδυτικίσαμε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίσαν	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίσανε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίσατε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίσει	=	εκδυτικίζω
εκδυτικίστε	=	εκδυτικίζω
εκδυτικισμέ	noun	κλητική ενικού του εκδυτικισμός
εκδυτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδυτικισμός
εκδυτικισμού	noun	γενική ενικού του εκδυτικισμός
εκδυτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκδυτικισμός
εκδυτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκδυτικισμός
εκδυτικισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκδυτικίζω, η υιοθέτηση ή η μετάδοση του δυτικού τρόπου ζωής και πολιτισμού
εκδυτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκδυτικισμός
εκδόθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδόθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδόθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδόθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδομαι
εκδόσεις	noun	εκδοτικός οίκος
εκδόσεων	=	έκδοση
εκδόσεως	=	έκδοση
εκδόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδόσιμο
εκδόσιμε	adj	κλητική ενικού του εκδόσιμος
εκδόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδόσιμη
εκδόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκδόσιμος
εκδόσιμης	adj	γενική ενικού του εκδόσιμη
εκδόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκδόσιμος
εκδόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκδόσιμος
εκδόσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να εκδοθεί
εκδόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκδόσιμος
εκδόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκδόσιμος
εκδόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκδόσιμος
εκδότες	=	εκδότης
εκδότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκδότης
εκδότης	noun	αυτός που εκδίδει (δημοσιεύει) βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες κλπ.
εκδότρια	noun	εκδότης
εκδότριας	noun	γενική ενικού του εκδότρια
εκδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκδότρια
εκδόχου	noun	γενική ενικού του έκδοχο
εκδόχων	noun	γενική πληθυντικού του έκδοχο
εκδύσεις	=	έκδυση
εκδύσεων	=	έκδυση
εκδύσια	noun	αρχαία λατρευτική ιερή τελετή και εορτασμοί που λάμβαναν χώρα στη Φαιστό της Κρήτης προς τιμήν της Λητούς Φυτίας, μητέρας του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος
εκδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσαν	=	εκδίδω
εκδώσανε	=	εκδίδω
εκδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσομε	=	εκδίδω
εκδώσου	=	εκδίδω
εκδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκδώσουνε	=	εκδίδω
εκδώστε	=	εκδίδω
εκδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εκε	abbrev	Το μέρος όπου οι στρατιώτες αποκτούν ειδική εκπαίδευση (ειδικότητα).
εκεί	adv	σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση από τον ομιλητή (σε σύγκριση με τη λέξη εδώ)
εκείθε	adv|vulgar	από εκεί
εκείθεν	adv|formal	λόγια μορφή του εκείθε
εκείνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκείνο
εκείνε	adj	κλητική ενικού του εκείνος
εκείνες	pron	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους (εκείνη) του εκείνος
εκείνη	pron	ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του εκείνος
εκείνης	adj	γενική ενικού του εκείνη
εκείνο	pron	αιτιατική ενικού του εκείνος
εκείνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκείνος
εκείνος	pron	δείξουμε κάτι που δεν είναι πολύ κοντά μας, τοπικά ή χρονικά
εκείνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκείνος
εκείνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκείνος
εκείνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκείνος
εκεβι	abbrev	ελληνικός οργανισμός για την προώθηση του βιβλίου
εκειά	adv	εκεί, στο μέρος για το οποίο μιλάμε
εκειδά	adv	ακριβώς εκεί
εκεμ	abbrev	Ιδρύθηκε το 1988 ως ανεξάρτητο ερευνητικό κέντρο, θεσμικά εποπτευόμενο από το Υπουργείο Εξωτερικών, με κύρια αποστολή του τη μελέτη και την έρευνα των θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και, γενικότερα, του Ευρωπαϊκού χώρου και αυτών που συνδέονται με τη συμμετοχή και το έργο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και των γενικότερων θεμάτων της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής
εκεπ	abbrev	Εθνικό Κέντρο Επαγγελματικού Προσανατολισμού: δημόσιος φορέας που οργανώνει και παρέχει υπηρεσίες ενημέρωσης και συμβουλευτικής για την εκπαίδευση, τα επαγγέλματα και τη σταδιοδρομία
εκες	abbrev	Ελληνικό Κέντρο Εκπαίδευσης Σκύλων
εκετα	abbrev	Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης: δημόσιος ερευνητικός οργανισμός που συντονίζει και υλοποιεί δραστηριότητες επιστημονικής έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας, με στόχο την ανάπτυξη εφαρμογών και τη μεταφορά γνώσης στην οικονομία και την κοινωνία
εκεφε	abbrev	Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος»: εθνικός ερευνητικός φορέας που διεξάγει βασική και εφαρμοσμένη έρευνα στις φυσικές επιστήμες και αναπτύσσει τεχνολογικές εφαρμογές, συμβάλλοντας στη διάχυση της επιστημονικής γνώσης και στην καινοτομία
εκεχειρία	noun	η προσωρινή παύση των εχθροπραξιών
εκεχειρίας	noun	γενική ενικού του εκεχειρία
εκεχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκεχειρία
εκεχειριών	noun	γενική πληθυντικού του εκεχειρία
εκζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκζεμα
εκζέματος	noun	γενική ενικού του έκζεμα
εκζήτα	=	εκζητώ
εκζήταγε	=	εκζητώ
εκζήτησα	=	εκζητώ
εκζήτησαν	=	εκζητώ
εκζήτησε	=	εκζητώ
εκζήτησες	=	εκζητώ
εκζήτηση	noun	η αναζήτηση με επιμονή
εκζήτησης	noun	γενική ενικού του εκζήτηση
εκζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκζεμα
εκζεματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκζεματικό
εκζεματικέ	adj	κλητική ενικού του εκζεματικός
εκζεματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκζεματική
εκζεματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκζεματικός
εκζεματικής	adj	γενική ενικού του εκζεματική
εκζεματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκζεματικός
εκζεματικού	adj	γενική ενικού του εκζεματικός
εκζεματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκζεματικός
εκζεματικό	adj	αιτιατική ενικού του εκζεματικός
εκζεματικός	adj	που έχει σχέση με το έκζεμα, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτό
εκζεματικών	adj	γενική πληθυντικού του εκζεματικός
εκζεματωδών	=	εκζεματώδης
εκζεματώδεις	=	εκζεματώδης
εκζεματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκζεματώδης
εκζεματώδη	=	εκζεματώδης
εκζεματώδης	adj	άλλη μορφή του εκζεματικός
εκζεματώδους	=	εκζεματώδης
εκζητά	=	εκζητώ
εκζητάει	=	εκζητώ
εκζητάμε	=	εκζητώ
εκζητάν	=	εκζητώ
εκζητάνε	=	εκζητώ
εκζητάς	=	εκζητώ
εκζητάτε	=	εκζητώ
εκζητάω	=	εκζητώ
εκζητήσαμε	=	εκζητώ
εκζητήσαν	=	εκζητώ
εκζητήσανε	=	εκζητώ
εκζητήσατε	=	εκζητώ
εκζητήσει	=	εκζητώ
εκζητήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκζήτηση
εκζητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκζήτηση
εκζητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκζήτηση
εκζητήστε	=	εκζητώ
εκζητούμε	=	εκζητώ
εκζητούμενα	=	εκζητούμενος
εκζητούμενε	=	εκζητούμενος
εκζητούμενες	=	εκζητούμενος
εκζητούμενη	=	εκζητούμενος
εκζητούμενης	=	εκζητούμενος
εκζητούμενο	=	εκζητούμενος
εκζητούμενοι	=	εκζητούμενος
εκζητούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκζητώ
εκζητούμενου	=	εκζητούμενος
εκζητούμενους	=	εκζητούμενος
εκζητούμενων	=	εκζητούμενος
εκζητούν	=	εκζητώ
εκζητούνε	=	εκζητώ
εκζητούσα	=	εκζητώ
εκζητούσαμε	=	εκζητώ
εκζητούσαν	=	εκζητώ
εκζητούσανε	=	εκζητώ
εκζητούσατε	=	εκζητώ
εκζητούσε	=	εκζητώ
εκζητούσες	=	εκζητώ
εκζητώ	verb|archaic	ζητώ με επιμονή
εκζητώντας	=	εκζητώ
εκηβόλα	=	εκηβόλος
εκηβόλε	=	εκηβόλος
εκηβόλο	=	εκηβόλος
εκηβόλοι	=	εκηβόλος
εκηβόλος	adj	για όπλο που βάλλει σε μεγάλη απόσταση
εκηβόλου	=	εκηβόλος
εκηβόλους	=	εκηβόλος
εκηβόλων	=	εκηβόλος
εκθάμβωνα	=	εκθαμβώνω
εκθάμβωναν	=	εκθαμβώνω
εκθάμβωνε	=	εκθαμβώνω
εκθάμβωνες	=	εκθαμβώνω
εκθάμβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθάμβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθάμβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθάμβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθάμνωση	noun	εκρίζωση θάμνων για καλλιέργεια γεωργικής έκτασης ή απλή διαμόρφωση μιας περιοχής
εκθάμνωσης	=	εκθάμνωση
εκθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκθεμα
εκθέματος	noun	γενική ενικού του έκθεμα
εκθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσαν	=	εκθέτω
εκθέσανε	=	εκθέτω
εκθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκθεση
εκθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκθεση
εκθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκθεση
εκθέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθέσιμο
εκθέσιμε	adj	κλητική ενικού του εκθέσιμος
εκθέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθέσιμη
εκθέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθέσιμος
εκθέσιμης	adj	γενική ενικού του εκθέσιμη
εκθέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκθέσιμος
εκθέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθέσιμος
εκθέσιμος	adj	που είναι δυνατόν να εκτεθεί
εκθέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκθέσιμος
εκθέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκθέσιμος
εκθέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκθέσιμος
εκθέσομε	=	εκθέτω
εκθέσου	=	εκθέτω
εκθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσουνε	=	εκθέτω
εκθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εκθέταμε	=	εκθέτω
εκθέταν	=	εκθέτω
εκθέτανε	=	εκθέτω
εκθέτατε	=	εκθέτω
εκθέτει	=	εκθέτω
εκθέτεις	=	εκθέτω
εκθέτες	=	εκθέτης
εκθέτετε	=	εκθέτω
εκθέτη	=	εκθέτης
εκθέτης	noun	αυτός που παρουσιάζει έργα του ή προϊόντα του σε μια έκθεση
εκθέτομαι	=	εκθέτω
εκθέτομε	=	εκθέτω
εκθέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκθέτω
εκθέτουμε	=	εκθέτω
εκθέτουν	=	εκθέτω
εκθέτουνε	=	εκθέτω
εκθέτρια	noun	αυτή που παρουσιάζει έργα της ή προϊόντα της σε μια έκθεση
εκθέτριας	noun	γενική ενικού του εκθέτρια
εκθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθέτρια
εκθέτω	verb	βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο, ώστε να μπορούν οι άλλοι να τον δουν
εκθήλυνα	=	εκθηλύνω
εκθήλυναν	=	εκθηλύνω
εκθήλυνε	=	εκθηλύνω
εκθήλυνες	=	εκθηλύνω
εκθήλυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκθηλύνω
εκθήλυνσης	noun	γενική ενικού του εκθήλυνση
εκθαμβωθήκαμε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωθήκαν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωθήκανε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωθήκατε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωθεί	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωθείτε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθαμβωμένο
εκθαμβωμένε	verb	κλητική ενικού του εκθαμβωμένος
εκθαμβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθαμβωμένη
εκθαμβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθαμβωμένος
εκθαμβωμένης	verb	γενική ενικού του εκθαμβωμένη
εκθαμβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκθαμβωμένος
εκθαμβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθαμβωμένος
εκθαμβωμένος	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκθαμβωμένος
εκθαμβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκθαμβωμένος
εκθαμβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκθαμβωμένος
εκθαμβωνόμασταν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόμαστε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόμουν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόμουνα	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόντουσαν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόσασταν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόσαστε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόσουν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόσουνα	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνόταν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωνότανε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθαμβωτικό	adv	κατά τρόπο εκθαμβωτικό
εκθαμβωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθαμβωτική
εκθαμβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικής	adj	γενική ενικού του εκθαμβωτική
εκθαμβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικοτήτων	=	εκθαμβωτικότητα
εκθαμβωτικού	adj	γενική ενικού του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικός	adj	που μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του
εκθαμβωτικότητα	noun	η ιδιότητα του εκθαμβωτικού
εκθαμβωτικότητας	=	εκθαμβωτικότητα
εκθαμβωτικότητες	=	εκθαμβωτικότητα
εκθαμβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκθαμβωτικός
εκθαμβωτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του εκθαμβωτικά
εκθαμβώθηκα	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώθηκαν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώθηκε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώθηκες	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώναμε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώναν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνανε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνατε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνει	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνεις	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνεσαι	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνεστε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνεται	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνετε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώνονται	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνονταν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνοντας	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνου	=	εκθαμβώνομαι
εκθαμβώνουμε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνουν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνουνε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώνω	verb|formal	μονοτονική γραφή του ἐκθαμβώνω, μορφή καθαρεύουσας του θαμπώνω
εκθαμβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώσαν	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώσανε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώσου	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμβώστε	=	εκθαμβώνω
εκθαμβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθαμβώνω
εκθαμνώσεις	=	εκθάμνωση
εκθαμνώσεων	=	εκθάμνωση
εκθε	abbrev	Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών: κρατικός ερευνητικός φορέας για τη μελέτη των θαλασσών και των υδάτινων οικοσυστημάτων στην Ελλάδα, ο οποίος εντάχθηκε μεταγενέστερα στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), συνεχίζοντας το έργο της θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας
εκθείαζα	=	εκθειάζω
εκθείαζαν	=	εκθειάζω
εκθείαζε	=	εκθειάζω
εκθείαζες	=	εκθειάζω
εκθείασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθείασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθείασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθείασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθείαση	noun|formal	άλλη μορφή του εκθειασμός: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκθειάζω
εκθείασης	noun	γενική ενικού του εκθείαση
εκθειάζαμε	=	εκθειάζω
εκθειάζαν	=	εκθειάζω
εκθειάζανε	=	εκθειάζω
εκθειάζατε	=	εκθειάζω
εκθειάζει	=	εκθειάζω
εκθειάζεις	=	εκθειάζω
εκθειάζεσαι	=	εκθειάζομαι
εκθειάζεστε	=	εκθειάζομαι
εκθειάζεται	=	εκθειάζομαι
εκθειάζετε	=	εκθειάζω
εκθειάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκθειάζω
εκθειάζονται	=	εκθειάζομαι
εκθειάζονταν	=	εκθειάζομαι
εκθειάζοντας	=	εκθειάζω
εκθειάζου	=	εκθειάζομαι
εκθειάζουμε	=	εκθειάζω
εκθειάζουν	=	εκθειάζω
εκθειάζουνε	=	εκθειάζω
εκθειάζω	verb|formal	εγκωμιάζω, επαινώ υπερβολικά, εξαίρω
εκθειάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάσαν	=	εκθειάζω
εκθειάσανε	=	εκθειάζω
εκθειάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκθείαση
εκθειάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκθείαση
εκθειάσου	=	εκθειάζομαι
εκθειάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειάστε	=	εκθειάζω
εκθειάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειάστρια	noun	θηλυκό του εκθειαστής
εκθειάστριας	noun	γενική ενικού του εκθειάστρια
εκθειάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθειάστρια
εκθειάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζω
εκθειαζόμασταν	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόμαστε	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόμουν	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόμουνα	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόντουσαν	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόσασταν	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόσαστε	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόσουν	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόσουνα	=	εκθειάζομαι
εκθειαζόταν	=	εκθειάζομαι
εκθειαζότανε	=	εκθειάζομαι
εκθειασμέ	noun	κλητική ενικού του εκθειασμός
εκθειασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθειασμένο
εκθειασμένε	verb	κλητική ενικού του εκθειασμένος
εκθειασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθειασμένη
εκθειασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθειασμένος
εκθειασμένης	verb	γενική ενικού του εκθειασμένη
εκθειασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκθειασμένος
εκθειασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθειασμένος
εκθειασμένος	=	εκθειάζομαι
εκθειασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκθειασμένος
εκθειασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκθειασμένος
εκθειασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκθειασμένος
εκθειασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθειασμός
εκθειασμού	noun	γενική ενικού του εκθειασμός
εκθειασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκθειασμός
εκθειασμό	noun	αιτιατική ενικού του εκθειασμός
εκθειασμός	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκθειάζω
εκθειασμών	noun	γενική πληθυντικού του εκθειασμός
εκθειαστές	=	εκθειαστής
εκθειαστή	=	εκθειαστής
εκθειαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστήκαν	=	εκθειάζομαι
εκθειαστήκανε	=	εκθειάζομαι
εκθειαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστής	noun	αυτός που εκθειάζει κάποιον ή κάτι
εκθειαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθειαστικό	adv	με εκθειαστικό τρόπο
εκθειαστικέ	adj	κλητική ενικού του εκθειαστικός
εκθειαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθειαστική
εκθειαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθειαστικός
εκθειαστικής	adj	γενική ενικού του εκθειαστική
εκθειαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθειαστικός
εκθειαστικού	adj	γενική ενικού του εκθειαστικός
εκθειαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκθειαστικός
εκθειαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκθειαστικός
εκθειαστικός	adj	που έχει σχέση με τον εκθειαστή ή τον εκθειασμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκθειαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκθειαστικός
εκθειαστικώς	adv	με εκθειαστικό τρόπο
εκθειαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκθειάστρια
εκθειαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθειάζομαι
εκθειαστών	=	εκθειαστής
εκθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκθεμα
εκθεμελίωνα	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελίωναν	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελίωνε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελίωνες	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκθεμελιώνω
εκθεμελίωσης	noun	γενική ενικού του εκθεμελίωση
εκθεμελιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθεμελιωτικό
εκθεμελιωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθεμελιωτική
εκθεμελιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιωτικής	adj	γενική ενικού του εκθεμελιωτική
εκθεμελιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιωτικού	adj	γενική ενικού του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιωτικός	adj	που εκθεμελιώνει
εκθεμελιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκθεμελιωτικός
εκθεμελιώναμε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώναν	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνανε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνατε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνει	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνεις	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνετε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνοντας	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνουμε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνουν	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνουνε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώνω	verb	άλλη μορφή του ξεθεμελιώνω
εκθεμελιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσαν	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσανε	=	εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθεμελίωση
εκθεμελιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκθεμελίωση
εκθεμελιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκθεμελίωση
εκθεμελιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεμελιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθεμελιώνω
εκθεσιακά	=	εκθεσιακός
εκθεσιακέ	=	εκθεσιακός
εκθεσιακές	=	εκθεσιακός
εκθεσιακή	=	εκθεσιακός
εκθεσιακής	=	εκθεσιακός
εκθεσιακοί	=	εκθεσιακός
εκθεσιακού	=	εκθεσιακός
εκθεσιακούς	=	εκθεσιακός
εκθεσιακό	=	εκθεσιακός
εκθεσιακός	adj	που σχετίζεται με τη διοργάνωση, παρουσίαση ή λειτουργία εκθέσεων (καλλιτεχνικών, εμπορικών κ.ά.)
εκθεσιακών	=	εκθεσιακός
εκθετήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθετήριο
εκθετήριο	noun	κτήριο, αίθουσα ή γενικότερα χώρος όπου εκτίθενται διάφορα πράγματα: καλλιτεχνήματα, εμπορεύματα κ.λπ.
εκθετήριου	=	εκθετήριο
εκθετηρίου	noun	γενική ενικού του εκθετήριο
εκθετηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εκθετήριο
εκθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθετικό	adv	με εκθετική μεταβολή
εκθετικέ	adj	κλητική ενικού του εκθετικός
εκθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθετική
εκθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθετικός
εκθετικής	adj	γενική ενικού του εκθετική
εκθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθετικός
εκθετικού	adj	γενική ενικού του εκθετικός
εκθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκθετικός
εκθετικό	adj	αιτιατική ενικού του εκθετικός
εκθετικός	adj	του οποίου η μεταβλητή είναι εκθέτης σε κάποια σταθερά η οποία, με τη σειρά της, δεν ισούται με το μηδέν ή τη μονάδα
εκθετικών	adj	γενική πληθυντικού του εκθετικός
εκθετριών	noun	γενική πληθυντικού του εκθέτρια
εκθετών	=	εκθέτης
εκθηλυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθηλυσμένο
εκθηλυσμένε	verb	κλητική ενικού του εκθηλυσμένος
εκθηλυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθηλυσμένη
εκθηλυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθηλυσμένος
εκθηλυσμένης	verb	γενική ενικού του εκθηλυσμένη
εκθηλυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκθηλυσμένος
εκθηλυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθηλυσμένος
εκθηλυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκθηλυσμένος
εκθηλυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκθηλυσμένος
εκθηλυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκθηλυσμένος
εκθηλύναμε	=	εκθηλύνω
εκθηλύναν	=	εκθηλύνω
εκθηλύνανε	=	εκθηλύνω
εκθηλύνατε	=	εκθηλύνω
εκθηλύνει	=	εκθηλύνω
εκθηλύνεις	=	εκθηλύνω
εκθηλύνετε	=	εκθηλύνω
εκθηλύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθηλύνομαι
εκθηλύνομαι	verb	αποκτώ γυναικεία χαρακτηριστικά, γίνομαι θηλυπρεπής, γίνομαι μαλακός, υποχωρώ, ενδίδω.
εκθηλύνοντας	=	εκθηλύνω
εκθηλύνουμε	=	εκθηλύνω
εκθηλύνουν	=	εκθηλύνω
εκθηλύνουνε	=	εκθηλύνω
εκθηλύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθήλυνση
εκθηλύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκθήλυνση
εκθηλύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκθήλυνση
εκθηλύντε	=	εκθηλύνω
εκθηλύνω	verb|formal	προσδίδω σε κάτι / κάποιον χαρακτήρα θηλυπρεπή, τον κάνω αδύναμο και μαλθακό
εκθλίβω	verb	πιέζω κάτι, για να αφαιρέσω τον χυμό
εκθλίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκθλιψη
εκθλίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψεων	noun	γενική πληθυντικού του έκθλιψη
εκθλίψεως	noun|formal	γενική ενικού του έκθλιψη
εκθλίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθλίβω
εκθλιπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθλιπτικό
εκθλιπτικέ	adj	κλητική ενικού του εκθλιπτικός
εκθλιπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθλιπτική
εκθλιπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθλιπτικός
εκθλιπτικής	adj	γενική ενικού του εκθλιπτική
εκθλιπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθλιπτικός
εκθλιπτικού	adj	γενική ενικού του εκθλιπτικός
εκθλιπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκθλιπτικός
εκθλιπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκθλιπτικός
εκθλιπτικός	adj	που έχει σχέση με την έκθλιψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκθλιπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκθλιπτικός
εκθολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθολούμενο
εκθολούμενε	verb	κλητική ενικού του εκθολούμενος
εκθολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθολούμενη
εκθολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθολούμενος
εκθολούμενης	verb	γενική ενικού του εκθολούμενη
εκθολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του εκθολούμενος
εκθολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθολούμενος
εκθολούμενος	verb	αυτός που συνεχώς - σε σχέση με το πέρασμα του χρόνου - θολώνει όλο και περισσότερο
εκθολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκθολούμενος
εκθολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκθολούμενος
εκθολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκθολούμενος
εκθρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εκθρονίζαμε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζαν	=	εκθρονίζω
εκθρονίζανε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζατε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζει	=	εκθρονίζω
εκθρονίζεις	=	εκθρονίζω
εκθρονίζεσαι	=	εκθρονίζω
εκθρονίζεστε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζεται	=	εκθρονίζω
εκθρονίζετε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίζονται	=	εκθρονίζω
εκθρονίζονταν	=	εκθρονίζω
εκθρονίζοντας	=	εκθρονίζω
εκθρονίζουμε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζουν	=	εκθρονίζω
εκθρονίζουνε	=	εκθρονίζω
εκθρονίζω	verb	απομακρύνω, συνήθως με τη βία, κάποιον από το θρόνο του ή την εξουσία
εκθρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίσαν	=	εκθρονίζω
εκθρονίσανε	=	εκθρονίζω
εκθρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθρόνιση
εκθρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίσεων	=	εκθρόνιση
εκθρονίσου	=	εκθρονίζω
εκθρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρονιζόμασταν	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόμαστε	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόμουν	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόμουνα	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόντουσαν	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόσασταν	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόσαστε	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόσουν	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόσουνα	=	εκθρονίζω
εκθρονιζόταν	=	εκθρονίζω
εκθρονιζότανε	=	εκθρονίζω
εκθρονισμέ	noun	κλητική ενικού του εκθρονισμός
εκθρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθρονισμένο
εκθρονισμένε	verb	κλητική ενικού του εκθρονισμένος
εκθρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκθρονισμένη
εκθρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκθρονισμένος
εκθρονισμένης	verb	γενική ενικού του εκθρονισμένη
εκθρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκθρονισμένος
εκθρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθρονισμένος
εκθρονισμένος	verb	που έχει καθαιρεθεί, διωχθεί από τον θρόνο
εκθρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκθρονισμένος
εκθρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκθρονισμένος
εκθρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκθρονισμένος
εκθρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκθρονισμός
εκθρονισμού	noun	γενική ενικού του εκθρονισμός
εκθρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκθρονισμός
εκθρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκθρονισμός
εκθρονισμός	noun	η εκθρόνιση
εκθρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκθρονισμός
εκθρονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστήκαν	=	εκθρονίζω
εκθρονιστήκανε	=	εκθρονίζω
εκθρονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζομαι
εκθρόνιζα	=	εκθρονίζω
εκθρόνιζαν	=	εκθρονίζω
εκθρόνιζε	=	εκθρονίζω
εκθρόνιζες	=	εκθρονίζω
εκθρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθρονίζω
εκθρόνιση	noun	η ενέργεια του εκθρονίζω, η εκδίωξη από τον (βασιλικό, πατριαρχικό κ.λπ.) θρόνο
εκθρόνισης	=	εκθρόνιση
εκθύμως	adv|archaic	με έκθυμο τρόπο, με ιδιαίτερη προθυμία
εκιού	noun|dated	τεχνητή λογιστική νομισματική μονάδα που χρησιμοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πριν από την καθιέρωση του ευρώ, ως κοινό μέτρο αποτίμησης και διακανονισμών μεταξύ των κρατών-μελών
εκκ	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
εκκάμψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκκαμψη
εκκάμψεων	noun	γενική πληθυντικού του έκκαμψη
εκκάμψεως	noun|formal	γενική ενικού του έκκαμψη
εκκένωνα	=	εκκενώνω
εκκένωναν	=	εκκενώνω
εκκένωνε	=	εκκενώνω
εκκένωνες	=	εκκενώνω
εκκένωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκένωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκένωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκένωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκένωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω
εκκένωσης	noun	γενική ενικού του εκκένωση
εκκίνει	=	εκκινώ
εκκίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκίνηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκινώ
εκκίνησης	noun	γενική ενικού του εκκίνηση
εκκα	abbrev	Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση: αντιστασιακή πολιτικοστρατιωτική οργάνωση της Κατοχής (1942–1944), με δημοκρατικό προσανατολισμό, που επιδίωκε την απελευθέρωση της Ελλάδας και την κοινωνική αναμόρφωσή της
εκκαθάριζα	=	εκκαθαρίζω
εκκαθάριζαν	=	εκκαθαρίζω
εκκαθάριζε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθάριζες	=	εκκαθαρίζω
εκκαθάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθάριση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω
εκκαθάρισης	noun	γενική ενικού του εκκαθάριση
εκκαθαρίζαμε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζαν	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζανε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζατε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζει	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζεις	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζετε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζομαι	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζοντας	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζουμε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζουν	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζουνε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίζω	verb|formal	διώχνω όσους θεωρούνται ανεπιθύμητοι ή ανίκανοι
εκκαθαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσαν	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσανε	=	εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαθάριση
εκκαθαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκκαθάριση
εκκαθαρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκκαθάριση
εκκαθαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρίστρια	noun	θηλυκό του εκκαθαριστής
εκκαθαρίστριας	noun	γενική ενικού του εκκαθαρίστρια
εκκαθαρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαρίστρια
εκκαθαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκαθαρίζω
εκκαθαρισθέν	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθέντα	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθέντας	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθέντες	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθέντος	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθέντων	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθείς	adj	που έχει εκκαθαρισθεί
εκκαθαρισθείσα	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθείσας	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθείσες	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθείσης	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισθεισών	=	εκκαθαρισθείς
εκκαθαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαρισμένο
εκκαθαρισμένε	verb	κλητική ενικού του εκκαθαρισμένος
εκκαθαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαρισμένη
εκκαθαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκαθαρισμένος
εκκαθαρισμένης	verb	γενική ενικού του εκκαθαρισμένη
εκκαθαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκκαθαρισμένος
εκκαθαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαρισμένος
εκκαθαρισμένος	verb	που έχει εκκαθαριστεί
εκκαθαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκαθαρισμένος
εκκαθαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκαθαρισμένος
εκκαθαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκαθαρισμένος
εκκαθαριστές	=	εκκαθαριστής
εκκαθαριστή	=	εκκαθαριστής
εκκαθαριστής	noun	αυτός που εκκαθαρίζει
εκκαθαριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαριστικό	adv	με εκκαθαριστικό τρόπο
εκκαθαριστικέ	adj	κλητική ενικού του εκκαθαριστικός
εκκαθαριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαριστική
εκκαθαριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκαθαριστικός
εκκαθαριστικής	adj	γενική ενικού του εκκαθαριστική
εκκαθαριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκαθαριστικός
εκκαθαριστικού	adj	γενική ενικού του εκκαθαριστικός
εκκαθαριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκαθαριστικός
εκκαθαριστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκαθαριστικός	noun	έγγραφο ή ηλεκτρονικό σημείωμα της εφορίας (ή άλλης υπηρεσίας), με το οποίο γίνεται η εκκαθάριση των φορολογικών (ή άλλων) υποχρεώσεων
εκκαθαριστικός	adj	ο σχετικός με τον εκκαθαριστή και την εκκαθάριση
εκκαθαριστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκαθαριστικός
εκκαθαριστικώς	adv|dated	εκκαθαριστικά
εκκαθαριστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκκαθαρίστρια
εκκαθαριστών	=	εκκαθαριστής
εκκαθολικισμέ	=	εκκαθολικισμός
εκκαθολικισμοί	=	εκκαθολικισμός
εκκαθολικισμού	=	εκκαθολικισμός
εκκαθολικισμούς	=	εκκαθολικισμός
εκκαθολικισμό	=	εκκαθολικισμός
εκκαθολικισμός	noun	η διαδικασία με την οποία ένας λαός ή ομάδα ανθρώπων υιοθετεί τον καθολικισμό
εκκαθολικισμών	=	εκκαθολικισμός
εκκαλουσών	=	εκκαλών
εκκαλούν	=	εκκαλών
εκκαλούντα	=	εκκαλών
εκκαλούντες	=	εκκαλών
εκκαλούντος	=	εκκαλών
εκκαλούντων	=	εκκαλών
εκκαλούσα	=	εκκαλών
εκκαλούσας	=	εκκαλών
εκκαλούσες	=	εκκαλών
εκκαλούσης	=	εκκαλών
εκκαλώ	verb	εφεσιβάλλω
εκκαλών	verb	που κάνει έφεση σε ανώτερο δικαστήριο (και ουσιαστικοποιμένο)
εκκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκκαλώ
εκκαμίνευση	noun	η τοποθέτηση ενός ορυκτού ή μεταλλεύματος σε καμίνι με υψηλή θερμοκρασία, προκειμένου να το επεξεργαστούμε ή να παράγουμε κάποιο προϊόν
εκκαμίνευσης	noun	γενική ενικού του εκκαμίνευση
εκκαμινεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκαμίνευση
εκκαμινεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκκαμίνευση
εκκαμινεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκκαμίνευση
εκκαμινεύω	verb	η τοποθετώ ορυκτό ή μετάλλευμα σε καμίνι με υψηλή θερμοκρασία, προκειμένου να το επεξεργαστώ ή να παράγω κάποιο προϊόν
εκκαυμάτων	=	έκκαυμα
εκκαύματα	=	έκκαυμα
εκκαύματος	=	έκκαυμα
εκκε	abbrev	ελληνικό ερευνητικό κέντρο για τις κοινωνικές επιστήμες
εκκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκεντρικό	adv	με εκκεντρικό τρόπο
εκκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του εκκεντρικός
εκκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκεντρική
εκκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκεντρικός
εκκεντρικής	adj	γενική ενικού του εκκεντρική
εκκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκεντρικός
εκκεντρικοτήτων	=	εκκεντρικότητα
εκκεντρικού	adj	γενική ενικού του εκκεντρικός
εκκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκεντρικός
εκκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκεντρικός
εκκεντρικός	adj	που είναι αρκετά διαφορετικός από αυτό που θεωρείται συνηθισμένο και φαίνεται πολύ παράδοξος ή ιδιόρρυθμος
εκκεντρικότητα	noun	το να είναι κάποιος εκκεντρικός
εκκεντρικότητας	noun	γενική ενικού του εκκεντρικότητα
εκκεντρικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκεντρικότητα
εκκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκεντρικός
εκκεντρικώς	adv|obsolete	εκκεντρικά
εκκεντροτήτων	=	εκκεντρότητα
εκκεντροφόρα	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρας	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρε	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρες	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρο	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόροι	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρος	noun	εξάρτημα της μηχανής του αυτοκινήτου, ο άξονας της μηχανής εσωτερικής καύσης στον οποίο βρίσκονται τα έκκεντρα που ανοιγοκλείνουν τις βαλβίδες	adj	που φέρει έκκεντρο
εκκεντροφόρου	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρους	=	εκκεντροφόρος
εκκεντροφόρων	=	εκκεντροφόρος
εκκεντρότητα	noun	μέγεθος που χαρακτηρίζει το σχήμα κάθε κωνικής τομής, ένας μη αρνητικός πραγματικός αριθμός που συμβολίζεται διεθνώς με το γράμμα e.
εκκεντρότητας	=	εκκεντρότητα
εκκεντρότητες	=	εκκεντρότητα
εκκενωθήκαμε	=	εκκενώνομαι
εκκενωθήκαν	=	εκκενώνομαι
εκκενωθήκανε	=	εκκενώνομαι
εκκενωθήκατε	=	εκκενώνομαι
εκκενωθεί	=	εκκενώνομαι
εκκενωθείς	=	εκκενώνω
εκκενωθείτε	=	εκκενώνομαι
εκκενωθούμε	=	εκκενώνω
εκκενωθούν	=	εκκενώνω
εκκενωθούνε	=	εκκενώνω
εκκενωθώ	=	εκκενώνω
εκκενωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκενωμένο
εκκενωμένε	verb	κλητική ενικού του εκκενωμένος
εκκενωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκενωμένη
εκκενωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκενωμένος
εκκενωμένης	verb	γενική ενικού του εκκενωμένη
εκκενωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκκενωμένος
εκκενωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκενωμένος
εκκενωμένος	verb	που έχει εκκενωθεί
εκκενωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκενωμένος
εκκενωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκενωμένος
εκκενωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκενωμένος
εκκενωνόμασταν	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόμαστε	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόμουν	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόμουνα	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόντουσαν	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόσασταν	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόσαστε	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόσουν	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόσουνα	=	εκκενώνομαι
εκκενωνόταν	=	εκκενώνομαι
εκκενωνότανε	=	εκκενώνομαι
εκκενωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκενωτής
εκκενωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκκενωτής
εκκενωτής	noun	αυτός που εκκενώνει (π.χ. βόθρους)
εκκενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκενωτικό
εκκενωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκκενωτικός
εκκενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκενωτική
εκκενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκενωτικός
εκκενωτικής	adj	γενική ενικού του εκκενωτική
εκκενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκενωτικός
εκκενωτικού	adj	γενική ενικού του εκκενωτικός
εκκενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκενωτικός
εκκενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκενωτικός
εκκενωτικός	adj	που αφορά εκκένωση
εκκενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκενωτικός
εκκενωτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκκενώτρια
εκκενωτών	noun	γενική πληθυντικού του εκκενωτής
εκκενώθηκα	=	εκκενώνομαι
εκκενώθηκαν	=	εκκενώνομαι
εκκενώθηκε	=	εκκενώνομαι
εκκενώθηκες	=	εκκενώνομαι
εκκενώναμε	=	εκκενώνω
εκκενώναν	=	εκκενώνω
εκκενώνανε	=	εκκενώνω
εκκενώνατε	=	εκκενώνω
εκκενώνει	=	εκκενώνω
εκκενώνεις	=	εκκενώνω
εκκενώνεσαι	=	εκκενώνομαι
εκκενώνεστε	=	εκκενώνομαι
εκκενώνεται	=	εκκενώνομαι
εκκενώνετε	=	εκκενώνω
εκκενώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκκενώνω
εκκενώνομε	=	εκκενώνω
εκκενώνονται	=	εκκενώνομαι
εκκενώνονταν	=	εκκενώνομαι
εκκενώνοντας	=	εκκενώνω
εκκενώνου	=	εκκενώνομαι
εκκενώνουμε	=	εκκενώνω
εκκενώνουν	=	εκκενώνω
εκκενώνουνε	=	εκκενώνω
εκκενώνω	verb|formal	αδειάζω κάποιο χώρο απ’ το περιεχόμενό του, τον κάνω κενό
εκκενώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσαν	=	εκκενώνω
εκκενώσανε	=	εκκενώνω
εκκενώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκένωση
εκκενώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκκένωση
εκκενώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκκένωση
εκκενώσομε	=	εκκενώνω
εκκενώσου	=	εκκενώνομαι
εκκενώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσουνε	=	εκκενώνω
εκκενώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκενώνω
εκκενώτρια	noun	θηλυκό του εκκενωτής
εκκενώτριας	noun	γενική ενικού του εκκενώτρια
εκκενώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκενώτρια
εκκινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήσαν	=	εκκινώ
εκκινήσανε	=	εκκινώ
εκκινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκίνηση
εκκινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκκίνηση
εκκινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκκίνηση
εκκινήσιμα	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμε	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμες	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμη	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμης	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμο	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμοι	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμος	adj	συσκευή αποθήκευσης (μαγνητική, οπτική, κλπ.) ή εκκινήσιμο διαμέρισμα (bootable partition) αυτής, από την οποία μπορεί να ξεκινήσει ένα υπολογιστικό σύστημα, συνήθως φορτώνοντας το λειτουργικό σύστημα
εκκινήσιμου	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμους	=	εκκινήσιμος
εκκινήσιμων	=	εκκινήσιμος
εκκινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκινώ
εκκινεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκκινώ
εκκινείς	=	εκκινώ
εκκινείτε	=	εκκινώ
εκκινητές	=	εκκινητής
εκκινητή	=	εκκινητής
εκκινητήρα	=	εκκινητήρας
εκκινητήρας	noun	το σύστημα εκκίνησης ενός κινητήρα
εκκινητήρες	=	εκκινητήρας
εκκινητήρια	=	εκκινητήριος
εκκινητήριας	=	εκκινητήριος
εκκινητήριε	=	εκκινητήριος
εκκινητήριες	=	εκκινητήριος
εκκινητήριο	=	εκκινητήριος
εκκινητήριοι	=	εκκινητήριος
εκκινητήριος	adj	που έχει σχέση με εκκίνηση / εκκινητή / εκκινητήρα ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκκινητήριου	=	εκκινητήριος
εκκινητήριους	=	εκκινητήριος
εκκινητήριων	=	εκκινητήριος
εκκινητήρων	=	εκκινητήρας
εκκινητής	noun	το σύστημα εκκίνησης ενός κινητήρα
εκκινητών	=	εκκινητής
εκκινοούσα	=	εκκινώ
εκκινούμε	=	εκκινώ
εκκινούν	=	εκκινώ
εκκινούνε	=	εκκινώ
εκκινούσα	=	εκκινώ
εκκινούσαμε	=	εκκινώ
εκκινούσαν	=	εκκινώ
εκκινούσανε	=	εκκινώ
εκκινούσατε	=	εκκινώ
εκκινούσε	=	εκκινώ
εκκινούσες	=	εκκινώ
εκκινώ	verb|formal	άλλη μορφή του ξεκινώ
εκκινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκκινώ
εκκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκκληση
εκκλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκκληση
εκκλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκκληση
εκκλησάκι	noun	υποκοριστικό του εκκλησία
εκκλησάκια	=	εκκλησάκι
εκκλησάρη	noun	εκκλησάρης, στη γενική του ενικού
εκκλησάρηδες	noun	εκκλησάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
εκκλησάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησάρης
εκκλησάρης	noun|vulgar	ο νεωκόρος, ο καντηλανάφτης (ιδίως στις μονές)
εκκλησάρισσα	noun	θηλυκό του εκκλησάρης
εκκλησάρισσας	noun	γενική ενικού του εκκλησάρισσα
εκκλησάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησάρισσα
εκκλησία	noun	συνέλευση
εκκλησίας	noun	γενική ενικού του εκκλησία
εκκλησίασμα	noun	οι πιστοί που παρακολουθούν τη Θεία Λειτουργία ή άλλη εκκλησιαστική ακολουθία ή (συ)μετέχουν σ’ αυτή
εκκλησίδια	=	εκκλησίδιο
εκκλησίδιο	noun	άλλη μορφή του εκκλησάκι
εκκλησίδιου	=	εκκλησίδιο
εκκλησίδιων	=	εκκλησίδιο
εκκλησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησία
εκκλησίτσα	noun	άλλη μορφή του εκκλησάκι
εκκλησίτσας	noun	γενική ενικού του εκκλησίτσα
εκκλησίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησίτσα
εκκλησαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησάρισσα
εκκλησιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του εκκλησία
εκκλησιάζεσαι	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιάζεστε	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιάζεται	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιάζομαι	verb	παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία (ή άλλη εκκλησιαστική ακολουθία)
εκκλησιάζονται	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιάζονταν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιάρη	=	εκκλησιάρης
εκκλησιάρηδες	=	εκκλησιάρης
εκκλησιάρηδων	=	εκκλησιάρης
εκκλησιάρης	noun|vulgar	άλλη μορφή του εκκλησάρης
εκκλησιάρισσα	noun	άλλη μορφή του εκκλησάρισσα
εκκλησιάρισσας	noun	γενική ενικού του εκκλησιάρισσα
εκκλησιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιάρισσα
εκκλησιάρχες	=	εκκλησιάρχης
εκκλησιάρχη	=	εκκλησιάρχης
εκκλησιάρχης	noun	ο ιερέας (ή ιερομόναχος) που είναι υπεύθυνος για τη γενική φροντίδα και διαχείριση ενός ναού
εκκλησιάς	noun	γενική ενικού του εκκλησιά
εκκλησιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησίασμα
εκκλησιάσματος	noun	γενική ενικού του εκκλησίασμα
εκκλησιάσου	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιά
εκκλησιαζόμασταν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόμαστε	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιαζόμενο
εκκλησιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιαζόμενη
εκκλησιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμενης	verb	γενική ενικού του εκκλησιαζόμενη
εκκλησιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμενος	verb	που εκκλησιάζεται
εκκλησιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκλησιαζόμενος
εκκλησιαζόμουν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόμουνα	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόντουσαν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόσασταν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόσαστε	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόσουν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόσουνα	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζόταν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαζότανε	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησιάρισσα
εκκλησιαρχών	=	εκκλησιάρχης
εκκλησιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησίασμα
εκκλησιασμέ	noun	κλητική ενικού του εκκλησιασμός
εκκλησιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιασμένο
εκκλησιασμένε	verb	κλητική ενικού του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιασμένη
εκκλησιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμένης	verb	γενική ενικού του εκκλησιασμένη
εκκλησιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκλησιασμένος
εκκλησιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιασμός
εκκλησιασμού	noun	γενική ενικού του εκκλησιασμός
εκκλησιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκκλησιασμός
εκκλησιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εκκλησιασμός
εκκλησιασμός	noun	η παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας ή άλλης εκκλησιαστικής ακολουθίας ή η (συ)μετοχή σ’ αυτή
εκκλησιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησιασμός
εκκλησιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστήκαν	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστήκανε	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστήρια	=	εκκλησιαστήριο
εκκλησιαστήριο	noun|dated	οικοδόμημα κατάλληλο για τη συγκέντρωση και τον εκκλησιασμό των πιστών
εκκλησιαστήριου	=	εκκλησιαστήριο
εκκλησιαστήριων	=	εκκλησιαστήριο
εκκλησιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστηρίου	=	εκκλησιαστήριο
εκκλησιαστηρίων	=	εκκλησιαστήριο
εκκλησιαστικά	adv	με τρόπο που συνάδει προς το εκκλησιαστικό ήθος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιαστικό
εκκλησιαστικέ	adj	κλητική ενικού του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιαστική
εκκλησιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικής	adj	γενική ενικού του εκκλησιαστική
εκκλησιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικού	adj	γενική ενικού του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικός	noun	ο υπεύθυνος του ναού	adj	που έχει σχέση με την εκκλησία, ανήκει σ' αυτή ή αναφέρεται σ' αυτή
εκκλησιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκλησιαστικός
εκκλησιαστικώς	adv|formal	άλλη μορφή του εκκλησιαστικά
εκκλησιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστούνε	=	εκκλησιάζομαι
εκκλησιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκλησιάζομαι
εκκλησιολογία	noun	κλάδος της θεολογίας που μελετά τη φύση και το σκοπό της Εκκλησίας
εκκλησιολογίας	noun	γενική ενικού του εκκλησιολογία
εκκλησιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιολογία
εκκλησιολογικά	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικέ	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιολογική
εκκλησιολογική	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικής	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικού	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικούς	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικό	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογικός	adj	σχετικός με την εκκλησιολογία
εκκλησιολογικών	=	εκκλησιολογικός
εκκλησιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησιολογία
εκκλησιωνυμίου	=	εκκλησιωνύμιο
εκκλησιωνυμίων	=	εκκλησιωνύμιο
εκκλησιωνύμια	=	εκκλησιωνύμιο
εκκλησιωνύμιο	noun	ονομασία εκκλησίας (ή μονής) ή τόπος που πήρε τ’ όνομά του από εκκλησία (ή μονή)
εκκλησιωνύμιου	=	εκκλησιωνύμιο
εκκλησιωνύμιων	=	εκκλησιωνύμιο
εκκλησιών	noun	γενική πληθυντικού του εκκλησία
εκκλησούλα	noun	υποκοριστικό του εκκλησία
εκκλησούλας	noun	γενική ενικού του εκκλησούλα
εκκλησούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκλησούλα
εκκν	abbrev	Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων: σωφρονιστικό ίδρυμα ειδικού τύπου, στο οποίο κρατούνται νεαροί κρατούμενοι —συνήθως ανήλικοι ή νεαροί ενήλικοι— με στόχο όχι μόνο τον περιορισμό αλλά και τη διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση και κοινωνική επανένταξή τους
εκκοκκίζαμε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζαν	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζανε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζατε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζει	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζεις	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζετε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζοντας	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζουμε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζουν	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζουνε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίζω	verb	διαχωρίζω τους σπόρους ενός φυτικού καρπού βγάζοντας το περίβλημά τους
εκκοκκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίσαν	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίσανε	=	εκκοκκίζω
εκκοκκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκόκκιση
εκκοκκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκκόκκιση
εκκοκκίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκκόκκιση
εκκοκκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκοκκισμέ	noun	κλητική ενικού του εκκοκκισμός
εκκοκκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκισμένο
εκκοκκισμένε	verb	κλητική ενικού του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκισμένη
εκκοκκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμένης	verb	γενική ενικού του εκκοκκισμένη
εκκοκκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμένος	verb	που έχει/είχε εκκοκκιστεί
εκκοκκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκοκκισμένος
εκκοκκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκισμός
εκκοκκισμού	noun	γενική ενικού του εκκοκκισμός
εκκοκκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκκοκκισμός
εκκοκκισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκκοκκισμός
εκκοκκισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκκοκκίζω
εκκοκκισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκκοκκισμός
εκκοκκιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκιστήριο
εκκοκκιστήριο	noun	εργοστάσιο ή εργαστήριο όπου γίνεται ο εκκοκκισμός
εκκοκκιστήριου	=	εκκοκκιστήριο
εκκοκκιστηρίου	noun	γενική ενικού του εκκοκκιστήριο
εκκοκκιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εκκοκκιστήριο
εκκοκκιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκιστικό
εκκοκκιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκκοκκιστικός
εκκοκκιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκιστική
εκκοκκιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκοκκιστικός
εκκοκκιστικής	adj	γενική ενικού του εκκοκκιστική
εκκοκκιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκοκκιστικός
εκκοκκιστικού	adj	γενική ενικού του εκκοκκιστικός
εκκοκκιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκοκκιστικός
εκκοκκιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκοκκιστικός
εκκοκκιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εκκοκκισμό, αναφέρεται σ' αυτόν ή χρησιμοποιείται γι' αυτόν
εκκοκκιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκοκκιστικός
εκκολάπταμε	=	εκκολάπτω
εκκολάπταν	=	εκκολάπτω
εκκολάπτανε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτατε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτει	=	εκκολάπτω
εκκολάπτεις	=	εκκολάπτω
εκκολάπτεσαι	=	εκκολάπτω
εκκολάπτεσθε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτεστε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτεται	=	εκκολάπτω
εκκολάπτετε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάπτομε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτονται	=	εκκολάπτω
εκκολάπτονταν	=	εκκολάπτω
εκκολάπτοντας	=	εκκολάπτω
εκκολάπτου	=	εκκολάπτω
εκκολάπτουμε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτουν	=	εκκολάπτω
εκκολάπτουνε	=	εκκολάπτω
εκκολάπτω	verb	συμβάλλω στην ανάπτυξη ενός πτηνού μέσα στο αβγό του και στην εν καιρώ έξοδό του απ’ αυτό
εκκολάφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολάφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολάφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολάφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολάφτηκα	=	εκκολάπτομαι
εκκολάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψαν	=	εκκολάπτω
εκκολάψανε	=	εκκολάπτω
εκκολάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκόλαψη
εκκολάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψεων	noun	γενική πληθυντικού του εκκόλαψη
εκκολάψεως	noun|formal	γενική ενικού του εκκόλαψη
εκκολάψομε	=	εκκολάπτω
εκκολάψου	=	εκκολάπτω
εκκολάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκολαπτήρια	=	εκκολαπτήριο
εκκολαπτήριο	noun|formal	μηχανή που χρησιμοποιείται για το κλώσημα και την εκκόλαψη των αυγών
εκκολαπτήριου	=	εκκολαπτήριο
εκκολαπτήριων	=	εκκολαπτήριο
εκκολαπτηρίου	=	εκκολαπτήριο
εκκολαπτηρίων	=	εκκολαπτήριο
εκκολαπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκολαπτικό
εκκολαπτικέ	adj	κλητική ενικού του εκκολαπτικός
εκκολαπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκολαπτική
εκκολαπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκολαπτικός
εκκολαπτικής	adj	γενική ενικού του εκκολαπτική
εκκολαπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκολαπτικός
εκκολαπτικού	adj	γενική ενικού του εκκολαπτικός
εκκολαπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκολαπτικός
εκκολαπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκολαπτικός
εκκολαπτικός	adj	που έχει σχέση με την εκκόλαψη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
εκκολαπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκολαπτικός
εκκολαπτόμασταν	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόμαστε	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκολαπτόμενο
εκκολαπτόμενε	verb	κλητική ενικού του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκολαπτόμενη
εκκολαπτόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμενης	verb	γενική ενικού του εκκολαπτόμενη
εκκολαπτόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκκολάπτω
εκκολαπτόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκολαπτόμενος
εκκολαπτόμουν	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόμουνα	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόντουσαν	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόσασταν	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόσαστε	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόσουν	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόσουνα	=	εκκολάπτω
εκκολαπτόταν	=	εκκολάπτω
εκκολαπτότανε	=	εκκολάπτω
εκκολαφθέν	=	εκκολαφθείς
εκκολαφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθήκαν	=	εκκολάπτω
εκκολαφθήκανε	=	εκκολάπτω
εκκολαφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθείσα	=	εκκολαφθείς
εκκολαφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολαφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
εκκολπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκκόλπωμα
εκκολπωμάτωση	noun	κατάσταση κατά την οποία υπάρχουν πολλαπλά εκκολπώματα κυρίως στο παχύ έντερο, χωρίς κατʼ ανάγκην φλεγμονή
εκκολπωμάτωσης	=	εκκολπωμάτωση
εκκολπωματίτιδα	noun	φλεγμονώδης κατάσταση που προσβάλλει ένα ή περισσότερα εκκολπώματα και εκδηλώνεται με πόνο, πυρετό και πιθανές επιπλοκές
εκκολπωματίτιδας	=	εκκολπωματίτιδα
εκκολπωματίτιδες	=	εκκολπωματίτιδα
εκκολπωματίτιδων	=	εκκολπωματίτιδα
εκκολπωματώσεις	=	εκκολπωμάτωση
εκκολπωματώσεων	=	εκκολπωμάτωση
εκκολπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκόλπωμα
εκκολπώματος	noun	γενική ενικού του εκκόλπωμα
εκκοσμίκευα	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευαν	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευες	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευσα	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευσαν	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευσε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευσες	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκοσμικεύω
εκκοσμίκευσης	=	εκκοσμίκευση
εκκοσμικευμένα	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένε	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένες	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένη	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένης	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένο	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένοι	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκκοσμικεύω
εκκοσμικευμένου	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένους	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικευμένων	=	εκκοσμικευμένος
εκκοσμικεύαμε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύαν	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύανε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύατε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύει	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύεις	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύετε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύοντας	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύουμε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύουν	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύουνε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύσαμε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύσαν	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύσανε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύσατε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύσει	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύσεις	=	εκκοσμίκευση
εκκοσμικεύσεων	=	εκκοσμίκευση
εκκοσμικεύστε	=	εκκοσμικεύω
εκκοσμικεύω	verb	αφαιρώ τον θρησκευτικό ή ιερό χαρακτήρα από κάτι και το εντάσσω στη σφαίρα του κοσμικού βίου· αποδεσμεύω κοινωνία, θεσμό, γνώση ή πρακτική από τη θρησκευτική επιρροή
εκκρίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκκριμα
εκκρίματος	noun	γενική ενικού του έκκριμα
εκκρίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκκρίνω
εκκρίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκκρίνω
εκκρίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκκρίνω
εκκρίνω	verb	αποβάλλω, παράγω και βγάζω από ένα όργανο ειδικές ουσίες, είτε προς άλλο μέρος του σώματος είτε προς τα έξω
εκκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκκριση
εκκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκκριση
εκκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκκριση
εκκρεμές	noun	σύστημα που εκτελεί συνεχείς ταλαντώσεις και αποτελείται από ένα βάρος προσαρτημένο στη μία άκρη ενός σκοινιού ή σύρματος ή στελέχους, του οποίου η άλλη άκρη είναι σταθερά στερεωμένη σε ένα ακίνητο σημείο
εκκρεμή	=	εκκρεμής
εκκρεμής	adj	που δεν έχει λυθεί οριστικά, που δεν έχει παρθεί οριστική απόφαση
εκκρεμεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκκρεμώ
εκκρεμείς	=	εκκρεμής
εκκρεμοδικία	noun	η κατάσταση μιας υπόθεσης που εκκρεμεί στο δικαστήριο μέχρι να εκδικαστεί
εκκρεμοδικίας	noun	γενική ενικού του εκκρεμοδικία
εκκρεμοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκρεμοδικία
εκκρεμοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του εκκρεμοδικία
εκκρεμοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του εκκρεμότητα
εκκρεμούς	=	εκκρεμής
εκκρεμότητα	noun	κάτι που εκκρεμώ, που μένει να γίνει
εκκρεμότητας	noun	γενική ενικού του εκκρεμότητα
εκκρεμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκρεμότητα
εκκρεμώ	verb	δεν έχει λυθεί οριστικά, δεν έχει παρθεί οριστική απόφαση
εκκρεμών	=	εκκρεμής
εκκρεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκκρεμώ
εκκριμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκκριμα
εκκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκριμένο
εκκριμένε	verb	κλητική ενικού του εκκριμένος
εκκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκριμένη
εκκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκριμένος
εκκριμένης	verb	γενική ενικού του εκκριμένη
εκκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκκριμένος
εκκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκριμένος
εκκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκκριμένος
εκκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκκριμένος
εκκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκκριμένος
εκκριματίνες	=	εκκριματίνη
εκκριματίνη	noun	πεπτιδική ορμόνη του δωδεκαδακτύλου που ενεργοποιεί κυρίως την έκκριση διττανθρακικών ιόντων (HCO₃⁻) από το πάγκρεας και συμβάλλει στη ρύθμιση της γαστρεντερικής λειτουργίας
εκκριματίνης	=	εκκριματίνη
εκκριματινών	=	εκκριματίνη
εκκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκριτικό
εκκριτικέ	adj	κλητική ενικού του εκκριτικός
εκκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκριτική
εκκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκριτικός
εκκριτικής	adj	γενική ενικού του εκκριτική
εκκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκριτικός
εκκριτικού	adj	γενική ενικού του εκκριτικός
εκκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκριτικός
εκκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκριτικός
εκκριτικός	adj	που έχει σχέση με την έκκριση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
εκκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκριτικός
εκκρούσεις	=	έκκρουση
εκκρούσεων	=	έκκρουση
εκκυβευθήκαμε	=	εκκυβεύω
εκκυβευθήκαν	=	εκκυβεύω
εκκυβευθήκανε	=	εκκυβεύω
εκκυβευθήκατε	=	εκκυβεύω
εκκυβευθεί	=	εκκυβεύω
εκκυβευθείτε	=	εκκυβεύω
εκκυβευόμασταν	=	εκκυβεύω
εκκυβευόμαστε	=	εκκυβεύω
εκκυβευόμουν	=	εκκυβεύω
εκκυβευόμουνα	=	εκκυβεύω
εκκυβευόντουσαν	=	εκκυβεύω
εκκυβευόσασταν	=	εκκυβεύω
εκκυβευόσαστε	=	εκκυβεύω
εκκυβευόσουν	=	εκκυβεύω
εκκυβευόσουνα	=	εκκυβεύω
εκκυβευόταν	=	εκκυβεύω
εκκυβευότανε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύαμε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύαν	=	εκκυβεύω
εκκυβεύανε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύατε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύει	=	εκκυβεύω
εκκυβεύεις	=	εκκυβεύω
εκκυβεύεσαι	=	εκκυβεύω
εκκυβεύεστε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύεται	=	εκκυβεύω
εκκυβεύετε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύθηκα	=	εκκυβεύω
εκκυβεύθηκαν	=	εκκυβεύω
εκκυβεύθηκε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύθηκες	=	εκκυβεύω
εκκυβεύθην	=	εκκυβεύω
εκκυβεύομαι	=	εκκυβεύω
εκκυβεύονται	=	εκκυβεύω
εκκυβεύονταν	=	εκκυβεύω
εκκυβεύοντας	=	εκκυβεύω
εκκυβεύουμε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύουν	=	εκκυβεύω
εκκυβεύουνε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύσαμε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύσαν	=	εκκυβεύω
εκκυβεύσανε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύσατε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύσει	=	εκκυβεύω
εκκυβεύσεις	=	εκκύβευση
εκκυβεύσεων	=	εκκύβευση
εκκυβεύστε	=	εκκυβεύω
εκκυβεύω	verb	βγάζω από την κληρωτίδα τους λαχνούς που κερδίζουν
εκκυκλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκύκλημα
εκκυκλήματος	noun	γενική ενικού του εκκύκλημα
εκκυκλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκκύκλημα
εκκωφαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκωφαντικό	adv	κατά τρόπο εκκωφαντικό
εκκωφαντικέ	adj	κλητική ενικού του εκκωφαντικός
εκκωφαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκκωφαντική
εκκωφαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκκωφαντικός
εκκωφαντικής	adj	γενική ενικού του εκκωφαντική
εκκωφαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκκωφαντικός
εκκωφαντικού	adj	γενική ενικού του εκκωφαντικός
εκκωφαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκκωφαντικός
εκκωφαντικό	adj	αιτιατική ενικού του εκκωφαντικός
εκκωφαντικός	adj	τόσο δυνατός θόρυβος που ξεκουφαίνει
εκκωφαντικών	adj	γενική πληθυντικού του εκκωφαντικός
εκκόκκιζα	=	εκκοκκίζω
εκκόκκιζαν	=	εκκοκκίζω
εκκόκκιζε	=	εκκοκκίζω
εκκόκκιζες	=	εκκοκκίζω
εκκόκκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκόκκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκόκκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκόκκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκοκκίζω
εκκόκκιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκκοκκίζω
εκκόκκισης	noun	γενική ενικού του εκκόκκιση
εκκόλαπτα	=	εκκολάπτω
εκκόλαπταν	=	εκκολάπτω
εκκόλαπτε	=	εκκολάπτω
εκκόλαπτες	=	εκκολάπτω
εκκόλαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκόλαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκόλαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκόλαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτω
εκκόλαψη	noun	το τελικό στάδιο προς τη γέννηση κάθε νεοσσού, που συμβαίνει μέσα σ' ένα αβγό.
εκκόλαψης	noun	γενική ενικού του εκκόλαψη
εκκόλπωμα	noun	σακοειδής προεξοχή του τοιχώματος κοίλου οργάνου (οισοφάγος, λεπτό έντερο, παχύ έντερο (συχνότερα), ουροδόχος κύστη), που σχηματίζει μικρή κοιλότητα και επικοινωνεί με τον αυλό του
εκκύβευα	=	εκκυβεύω
εκκύβευαν	=	εκκυβεύω
εκκύβευε	=	εκκυβεύω
εκκύβευες	=	εκκυβεύω
εκκύβευσα	=	εκκυβεύω
εκκύβευσαν	=	εκκυβεύω
εκκύβευσε	=	εκκυβεύω
εκκύβευσες	=	εκκυβεύω
εκκύβευση	noun	η ενέργεια του εκκυβεύω, η εξαγωγή των νικηφόρων λαχνών σε κλήρωση
εκκύβευσης	=	εκκύβευση
εκκύβευσου	=	εκκυβεύω
εκκύκλημα	noun	ξύλινο τροχήλατο μηχάνημα ή εξέδρα, που χρησιμοποιόταν στην αρχαία τραγωδία, προκειμένου να δουν οι θεατές ό,τι διαδραματιζόταν στο εσωτερικό ενός κτηρίου
εκλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εκλάμπω	verb|rare	λάμπω, ακτινοβολώ, αστράφτω
εκλάμψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκλαμψη
εκλάμψεων	noun	γενική πληθυντικού του έκλαμψη
εκλάμψεως	noun|formal	γενική ενικού του έκλαμψη
εκλάπη	verb|archaic	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του κλέπτω
εκλάπην	=	κλέβομαι
εκλάπησαν	=	κλέβω
εκλέγαμε	=	εκλέγω
εκλέγαν	=	εκλέγω
εκλέγανε	=	εκλέγω
εκλέγατε	=	εκλέγω
εκλέγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκλέγω
εκλέγειν	noun	το δικαίωμα να εκλέγω κάποιον σε κάποιο (δημόσιο) αξίωμα
εκλέγεις	=	εκλέγω
εκλέγεσαι	=	εκλέγω
εκλέγεσθαι	noun	το δικαίωμα να μπορείς να εκλεγείς σε κάποιο (δημόσιο) αξίωμα
εκλέγεσθε	=	εκλέγω
εκλέγεστε	=	εκλέγω
εκλέγεται	=	εκλέγω
εκλέγετε	=	εκλέγω
εκλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκλέγω
εκλέγομε	=	εκλέγω
εκλέγονται	=	εκλέγω
εκλέγονταν	=	εκλέγω
εκλέγοντας	=	εκλέγω
εκλέγουμε	=	εκλέγω
εκλέγουν	=	εκλέγω
εκλέγουνε	=	εκλέγω
εκλέγω	verb	διαλέγω με ψηφοφορία
εκλέκτορα	=	εκλέκτορας
εκλέκτορας	noun	που έχει το δικαίωμα να εκλέγει ανώτατο άρχοντα
εκλέκτορες	=	εκλέκτορας
εκλέκτορος	=	εκλέκτορας
εκλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξαν	=	εκλέγω
εκλέξανε	=	εκλέγω
εκλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξιμα	=	εκλέξιμος
εκλέξιμε	=	εκλέξιμος
εκλέξιμες	=	εκλέξιμος
εκλέξιμη	=	εκλέξιμος
εκλέξιμης	=	εκλέξιμος
εκλέξιμο	=	εκλέξιμος
εκλέξιμοι	=	εκλέξιμος
εκλέξιμος	adj	που μπορεί να εκλεγεί
εκλέξιμου	=	εκλέξιμος
εκλέξιμους	=	εκλέξιμος
εκλέξιμων	=	εκλέξιμος
εκλέξομε	=	εκλέγω
εκλέξου	=	εκλέγω
εκλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέξουνε	=	εκλέγω
εκλέξτε	=	εκλέγω
εκλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εκλέπτυνα	=	εκλεπτύνω
εκλέπτυναν	=	εκλεπτύνω
εκλέπτυνε	=	εκλεπτύνω
εκλέπτυνες	=	εκλεπτύνω
εκλέπτυνση	noun	βελτίωση από αισθητική και ηθική άποψη
εκλέπτυνσης	noun	γενική ενικού του εκλέπτυνση
εκλέρ	noun	μικρό γλύκισμα από ζύμη και γέμιση κρέμας ή σοκολάτας
εκλέχθηκα	=	εκλέγω
εκλέχθηκαν	=	εκλέγω
εκλέχθηκε	=	εκλέγω
εκλέχθηκες	=	εκλέγω
εκλέχτηκα	=	εκλέγω
εκλέχτηκαν	=	εκλέγω
εκλέχτηκε	=	εκλέγω
εκλέχτηκες	=	εκλέγω
εκλήθη	=	καλώ
εκλήθην	=	καλούμαι
εκλήθησαν	=	καλώ
εκλαΐκευα	=	εκλαϊκεύω
εκλαΐκευαν	=	εκλαϊκεύω
εκλαΐκευε	=	εκλαϊκεύω
εκλαΐκευες	=	εκλαϊκεύω
εκλαΐκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαΐκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαΐκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαΐκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαΐκευση	noun	η ενέργεια του εκλαϊκεύω, η διαπραγμάτευση ενός σύνθετου επιστημονικού θέματος με απλό τρόπο ώστε να γίνει αντιληπτό από τους μη ειδικούς
εκλαΐκευσης	=	εκλαΐκευση
εκλαίρ	=	εκλέρ
εκλαμβάνω	verb	αντιμετωπίζω κάτι που λέγεται με έναν ορισμένο τρόπο
εκλαμπροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του εκλαμπρότητα
εκλαμπρότατα	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατε	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατες	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατη	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατης	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατο	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατοι	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατος	adj	χρησιμοποιείται ως τιμητικός τίτλος για ανώτατους πολιτικούς άρχοντες και αρχιερείς, χρησιμοποιείται επίσης ειρωνικά για οποιονδήποτε διάσημο άνθρωπο
εκλαμπρότατου	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατους	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότατων	=	εκλαμπρότατος
εκλαμπρότης	noun|dated	εκλαμπρότητα
εκλαμπρότητα	noun	τιμητική προσφώνηση επισήμων (στον εκκλησιαστικό ή πολιτικό τομέα)
εκλαμπρότητας	noun	γενική ενικού του εκλαμπρότητα
εκλαμπρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαμπρότητα
εκλαμπτήρα	=	εκλαμπτήρας
εκλαμπτήρας	noun	μηχανισμός σε φάρο, από τον οποίο εκπέμπονται δέσμες φωτός σύντομων εκλάμψεων
εκλαμπτήρες	=	εκλαμπτήρας
εκλαμπτήρων	=	εκλαμπτήρας
εκλαμψία	noun	σύνδρομο από το οποίο προσβάλλονται οι έγκυες, επίτοκες ή λεχώνες και παρουσιάζουν σπασμούς ή πέφτουν σε κωματώδη κατάσταση
εκλαμψίας	noun	γενική ενικού του εκλαμψία
εκλαμψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαμψία
εκλαμψιών	noun	γενική πληθυντικού του εκλαμψία
εκλατινίζω	verb|formal	μεταβάλλω κάτι έτσι ώστε να γίνει λατινικό, να αποκτήσει χαρακτηριστικά του λατινικού πολιτισμού
εκλατινισμέ	=	εκλατινισμός
εκλατινισμοί	=	εκλατινισμός
εκλατινισμού	=	εκλατινισμός
εκλατινισμούς	=	εκλατινισμός
εκλατινισμό	=	εκλατινισμός
εκλατινισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκλατινίζω
εκλατινισμών	=	εκλατινισμός
εκλατομήσαμε	=	εκλατομώ
εκλατομήσαν	=	εκλατομώ
εκλατομήσανε	=	εκλατομώ
εκλατομήσατε	=	εκλατομώ
εκλατομήσει	=	εκλατομώ
εκλατομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλατόμηση
εκλατομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκλατόμηση
εκλατομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκλατόμηση
εκλατομήστε	=	εκλατομώ
εκλατομεί	=	εκλατομώ
εκλατομείς	=	εκλατομώ
εκλατομείτε	=	εκλατομώ
εκλατομούμε	=	εκλατομώ
εκλατομούν	=	εκλατομώ
εκλατομούνε	=	εκλατομώ
εκλατομούσα	=	εκλατομώ
εκλατομούσαμε	=	εκλατομώ
εκλατομούσαν	=	εκλατομώ
εκλατομούσανε	=	εκλατομώ
εκλατομούσατε	=	εκλατομώ
εκλατομούσε	=	εκλατομώ
εκλατομούσες	=	εκλατομώ
εκλατομώ	verb|formal	άλλη γραφή του λατομώ
εκλατομώντας	=	εκλατομώ
εκλατόμει	=	εκλατομώ
εκλατόμησα	=	εκλατομώ
εκλατόμησαν	=	εκλατομώ
εκλατόμησε	=	εκλατομώ
εκλατόμησες	=	εκλατομώ
εκλατόμηση	noun|formal	άλλη μορφή του λατόμηση
εκλατόμησης	noun	γενική ενικού του εκλατόμηση
εκλαϊκευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκευμένο
εκλαϊκευμένε	verb	κλητική ενικού του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκευμένη
εκλαϊκευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευμένης	verb	γενική ενικού του εκλαϊκευμένη
εκλαϊκευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευμένος	verb	που έχει εκλαϊκευτεί
εκλαϊκευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκλαϊκευμένος
εκλαϊκευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκευτής
εκλαϊκευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκλαϊκευτής
εκλαϊκευτήκαμε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευτήκαν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευτήκανε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευτήκατε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευτής	noun	που εκλαϊκεύει
εκλαϊκευτεί	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευτείτε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευτικά	adv	με εκλαϊκευτικό τρόπο
εκλαϊκευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκευτική
εκλαϊκευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικής	adj	γενική ενικού του εκλαϊκευτική
εκλαϊκευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικού	adj	γενική ενικού του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτικός	adj	που έχει σχέση με την εκλαΐκευση ή αναφέρεται σ' αυτή
εκλαϊκευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλαϊκευτικός
εκλαϊκευτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκλαϊκεύτρια
εκλαϊκευτών	noun	γενική πληθυντικού του εκλαϊκευτής
εκλαϊκευόμασταν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόμαστε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόμουν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόμουνα	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόντουσαν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόσασταν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόσαστε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόσουν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόσουνα	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευόταν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκευότανε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύαμε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύαν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύανε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύατε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύει	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύεις	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύεσαι	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύεστε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύεται	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύετε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύομαι	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύονται	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύονταν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύοντας	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύουμε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύουν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύουνε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσαν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσανε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαΐκευση
εκλαϊκεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσεων	=	εκλαΐκευση
εκλαϊκεύσου	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύτηκα	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύτηκαν	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύτηκε	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύτηκες	=	εκλαϊκεύω
εκλαϊκεύτρια	noun	θηλυκό του εκλαϊκευτής
εκλαϊκεύτριας	noun	γενική ενικού του εκλαϊκεύτρια
εκλαϊκεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλαϊκεύτρια
εκλαϊκεύω	verb	διαπραγματεύομαι ένα σύνθετο επιστημονικό θέμα με απλό τρόπο ώστε να γίνει αντιληπτό από τους μη ειδικούς
εκλείπαμε	=	εκλείπω
εκλείπαν	=	εκλείπω
εκλείπανε	=	εκλείπω
εκλείπατε	=	εκλείπω
εκλείπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκλείπω
εκλείπεις	=	εκλείπω
εκλείπετε	=	εκλείπω
εκλείπομε	=	εκλείπω
εκλείποντας	=	εκλείπω
εκλείπουμε	=	εκλείπω
εκλείπουν	=	εκλείπω
εκλείπουνε	=	εκλείπω
εκλείπω	verb	σταματώ να υπάρχω, εξαφανίζομαι, χάνομαι
εκλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλείψαν	=	εκλείπω
εκλείψανε	=	εκλείπω
εκλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλείπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκλειψη
εκλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του έκλειψη
εκλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του έκλειψη
εκλείψομε	=	εκλείπω
εκλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλείψουνε	=	εκλείπω
εκλείψτε	=	εκλείπω
εκλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εκλεγεί	=	εκλέγω
εκλεγείς	=	εκλέγω
εκλεγείτε	=	εκλέγω
εκλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεγμένο
εκλεγμένε	verb	κλητική ενικού του εκλεγμένος
εκλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεγμένη
εκλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεγμένος
εκλεγμένης	verb	γενική ενικού του εκλεγμένη
εκλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκλεγμένος
εκλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεγμένος
εκλεγμένος	verb	που έχει εκλεχθεί
εκλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκλεγμένος
εκλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκλεγμένος
εκλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκλεγμένος
εκλεγούμε	=	εκλέγω
εκλεγούν	=	εκλέγω
εκλεγόμασταν	=	εκλέγω
εκλεγόμαστε	=	εκλέγω
εκλεγόμενος	=	εκλέγω
εκλεγόμουν	=	εκλέγω
εκλεγόμουνα	=	εκλέγω
εκλεγόντουσαν	=	εκλέγω
εκλεγόσασταν	=	εκλέγω
εκλεγόσαστε	=	εκλέγω
εκλεγόσουν	=	εκλέγω
εκλεγόσουνα	=	εκλέγω
εκλεγόταν	=	εκλέγω
εκλεγότανε	=	εκλέγω
εκλεγώ	=	εκλέγω
εκλειπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλειπτικό
εκλειπτικέ	adj	κλητική ενικού του εκλειπτικός
εκλειπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλειπτική
εκλειπτική	noun	η νοητή γραμμή (και το αντίστοιχο επίπεδο) που διαγράφει ο ήλιος κατά τη φαινομενική ετήσια κίνησή του γύρω από τη γη (το επίπεδο αυτό ταυτίζεται με το επίπεδο της πραγματικής κίνησης της γης γύρω από τον ήλιο)
εκλειπτικής	adj	γενική ενικού του εκλειπτική
εκλειπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλειπτικός
εκλειπτικού	adj	γενική ενικού του εκλειπτικός
εκλειπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλειπτικός
εκλειπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλειπτικός
εκλειπτικός	adj	που έχει σχέση με την έκλειψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκλειπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλειπτικός
εκλεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτό	adv	με εκλεκτό τρόπο
εκλεκτέ	adj	κλητική ενικού του εκλεκτός
εκλεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτή
εκλεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεκτός
εκλεκτής	adj	γενική ενικού του εκλεκτή
εκλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικό
εκλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του εκλεκτικός
εκλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτική
εκλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεκτικός
εκλεκτικής	adj	γενική ενικού του εκλεκτική
εκλεκτικίστρια	noun	θηλυκό του εκλεκτικιστής
εκλεκτικίστριας	noun	γενική ενικού του εκλεκτικίστρια
εκλεκτικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικίστρια
εκλεκτικισμέ	noun	κλητική ενικού του εκλεκτικισμός
εκλεκτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικισμός
εκλεκτικισμού	noun	γενική ενικού του εκλεκτικισμός
εκλεκτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκλεκτικισμός
εκλεκτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκλεκτικισμός
εκλεκτικισμός	noun	η τάση επιλογής των «καλύτερων» αρχών, θέσεων, απόψεων ή μεθόδων από τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα και η τάση προς κατάργηση των αντιθέσεων ή των αντιφάσεων μεταξύ τους
εκλεκτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκλεκτικισμός
εκλεκτικιστές	=	εκλεκτικιστής
εκλεκτικιστή	=	εκλεκτικιστής
εκλεκτικιστής	noun	που ακολουθεί τον εκλεκτικισμό
εκλεκτικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικιστικό
εκλεκτικιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικιστική
εκλεκτικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστικής	adj	γενική ενικού του εκλεκτικιστική
εκλεκτικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστικού	adj	γενική ενικού του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εκλεκτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εκλεκτικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλεκτικιστικός
εκλεκτικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκλεκτικίστρια
εκλεκτικιστών	=	εκλεκτικιστής
εκλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικός
εκλεκτικοτήτων	=	εκλεκτικότητα
εκλεκτικού	adj	γενική ενικού του εκλεκτικός
εκλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλεκτικός
εκλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλεκτικός
εκλεκτικός	adj	που αναζητά το εκλεκτό σε όλους τους τομείς, που είναι απαιτητικός στις αναζητήσεις του
εκλεκτικότητα	noun	η ιδιότητα του εκλεκτικού
εκλεκτικότητας	noun	γενική ενικού του εκλεκτικότητα
εκλεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτικότητα
εκλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλεκτικός
εκλεκτισμέ	noun	κλητική ενικού του εκλεκτισμός
εκλεκτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτισμός
εκλεκτισμού	noun	γενική ενικού του εκλεκτισμός
εκλεκτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκλεκτισμός
εκλεκτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκλεκτισμός
εκλεκτισμός	noun	άλλη μορφή του εκλεκτικισμός
εκλεκτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκλεκτισμός
εκλεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτός
εκλεκτοράτα	=	εκλεκτοράτο
εκλεκτοράτο	noun	το γερμανικό κράτος ή κρατίδιο του οποίου ο ηγεμόνας είχε την ιδιότητα του εκλέκτορα, δηλαδή συμμετείχε στην εκλογή του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
εκλεκτοράτου	=	εκλεκτοράτο
εκλεκτοράτων	=	εκλεκτοράτο
εκλεκτορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτορικό
εκλεκτορικέ	adj	κλητική ενικού του εκλεκτορικός
εκλεκτορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτορική
εκλεκτορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεκτορικός
εκλεκτορικής	adj	γενική ενικού του εκλεκτορική
εκλεκτορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεκτορικός
εκλεκτορικού	adj	γενική ενικού του εκλεκτορικός
εκλεκτορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλεκτορικός
εκλεκτορικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλεκτορικός
εκλεκτορικός	adj	που αναφέρεται στους ή αποτελείται από εκλέκτορες
εκλεκτορικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλεκτορικός
εκλεκτού	adj	γενική ενικού του εκλεκτός
εκλεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλεκτός
εκλεκτό	adj	αιτιατική ενικού του εκλεκτός
εκλεκτόρισσα	=	εκλέκτορας
εκλεκτόρων	=	εκλέκτορας
εκλεκτός	adj	που τον έχουμε επιλέξει ανάμεσα σ’ άλλους ως σημαντικό και ξεχωριστό
εκλεκτών	adj	γενική πληθυντικού του εκλεκτός
εκλεξιμοτήτων	=	εκλεξιμότητα
εκλεξιμότητα	noun	η δυνατότητα να εκλεγεί κάποιος
εκλεξιμότητας	noun	γενική ενικού του εκλεξιμότητα
εκλεξιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεξιμότητα
εκλεπτυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεπτυσμένο
εκλεπτυσμένε	verb	κλητική ενικού του εκλεπτυσμένος
εκλεπτυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεπτυσμένη
εκλεπτυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεπτυσμένος
εκλεπτυσμένης	verb	γενική ενικού του εκλεπτυσμένη
εκλεπτυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκλεπτυσμένος
εκλεπτυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεπτυσμένος
εκλεπτυσμένος	verb|figurative	που έχει εκλεπτυνθεί
εκλεπτυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκλεπτυσμένος
εκλεπτυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκλεπτυσμένος
εκλεπτυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκλεπτυσμένος
εκλεπτύναμε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύναν	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνανε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνατε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνει	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνεις	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνετε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνομαι	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνοντας	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνουμε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνουν	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνουνε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλέπτυνση
εκλεπτύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκλέπτυνση
εκλεπτύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκλέπτυνση
εκλεπτύντε	=	εκλεπτύνω
εκλεπτύνω	verb|formal	κάνω κάτι πιο λεπτό
εκλεράκι	=	εκλέρ
εκλεχθήκαμε	=	εκλέγω
εκλεχθήκατε	=	εκλέγω
εκλεχθεί	=	εκλέγω
εκλεχθείς	=	εκλέγω
εκλεχθείτε	=	εκλέγω
εκλεχθούμε	=	εκλέγω
εκλεχθούν	=	εκλέγω
εκλεχθώ	=	εκλέγω
εκλεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεχτό	adv	άλλη μορφή του εκλεκτά
εκλεχτέ	adj	κλητική ενικού του εκλεχτός
εκλεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλεχτή
εκλεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλεχτός
εκλεχτήκαμε	=	εκλέγω
εκλεχτήκανε	=	εκλέγω
εκλεχτήκατε	=	εκλέγω
εκλεχτής	adj	γενική ενικού του εκλεχτή
εκλεχτεί	=	εκλέγω
εκλεχτείς	=	εκλέγω
εκλεχτείτε	=	εκλέγω
εκλεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλεχτός
εκλεχτού	adj	γενική ενικού του εκλεχτός
εκλεχτούμε	=	εκλέγω
εκλεχτούν	=	εκλέγω
εκλεχτούνε	=	εκλέγω
εκλεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλεχτός
εκλεχτό	adj	αιτιατική ενικού του εκλεχτός
εκλεχτός	adj	άλλη γραφή του εκλεκτός
εκλεχτώ	=	εκλέγω
εκλεχτών	adj	γενική πληθυντικού του εκλεχτός
εκλιπάρει	=	εκλιπαρώ
εκλιπάρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπάρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπάρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπάρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπάρηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκλιπαρώ
εκλιπάρησης	noun	γενική ενικού του εκλιπάρηση
εκλιπαρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήσαν	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρήσανε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκλιπάρηση
εκλιπαρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκλιπάρηση
εκλιπαρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρήστε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπαρεί	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρείς	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρείτε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούμε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούν	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούνε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσα	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσαμε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσαν	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσανε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσατε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσε	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρούσες	=	εκλιπαρώ
εκλιπαρώ	verb|formal	παρακαλώ κάποιον με επιμονή και θέρμη
εκλιπαρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκλιπαρώ
εκλιπουσών	noun	γενική πληθυντικού του εκλιπούσα
εκλιπούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλιπών	noun|formal	θηλυκό του εκλιπών
εκλιπούσας	noun	γενική ενικού του εκλιπούσα
εκλιπούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλιπούσα
εκλιπούσης	=	εκλιπών
εκλιπων	=	εκλιπών
εκλιπόν	=	εκλιπών
εκλιπόντα	=	εκλιπών
εκλιπόντες	=	εκλιπών
εκλιπόντος	=	εκλιπών
εκλιπόντων	=	εκλιπών
εκλιπών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος εκλείπω: που «έφυγε», που είναι πια νεκρός
εκλογέα	=	εκλογέας
εκλογέας	noun	που έχει δικαίωμα να συμμετάσχει ως ψηφοφόρος σε μια εκλογική αναμέτρηση
εκλογές	noun	η διαδικασία που περιλαμβάνει καθολική ψηφοφορία για την ανάδειξη της νέας βουλής, ευρωβουλής, διοικητικών οργάνων σε νομικά πρόσωπα κ.λπ.
εκλογέων	=	εκλογέας
εκλογέως	=	εκλογέας
εκλογή	noun	η επιλογή ενός από πολλά
εκλογής	=	εκλογή
εκλογίκευα	=	εκλογικεύω
εκλογίκευαν	=	εκλογικεύω
εκλογίκευε	=	εκλογικεύω
εκλογίκευες	=	εκλογικεύω
εκλογίκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογίκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογίκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογίκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκλογικεύω
εκλογίκευσης	noun	γενική ενικού του εκλογίκευση
εκλογείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογέας
εκλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογικό	adv	από εκλογική άποψη, όσον αφορά στις εκλογές
εκλογικέ	adj	κλητική ενικού του εκλογικός
εκλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογική
εκλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλογικός
εκλογικής	adj	γενική ενικού του εκλογική
εκλογικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογικευμένο
εκλογικευμένε	verb	κλητική ενικού του εκλογικευμένος
εκλογικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογικευμένη
εκλογικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλογικευμένος
εκλογικευμένης	verb	γενική ενικού του εκλογικευμένη
εκλογικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκλογικευμένος
εκλογικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογικευμένος
εκλογικευμένος	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκλογικευμένος
εκλογικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκλογικευμένος
εκλογικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκλογικευμένος
εκλογικευτήκαμε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευτήκαν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευτήκανε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευτήκατε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευτεί	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευτείτε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόμασταν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόμαστε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόμουν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόμουνα	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόντουσαν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόσασταν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόσαστε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόσουν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόσουνα	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευόταν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικευότανε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύαμε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύαν	=	εκλογικεύω
εκλογικεύανε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύατε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύει	=	εκλογικεύω
εκλογικεύεις	=	εκλογικεύω
εκλογικεύεσαι	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύεστε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύεται	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύετε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύονται	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύονταν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύοντας	=	εκλογικεύω
εκλογικεύου	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύουμε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύουν	=	εκλογικεύω
εκλογικεύουνε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύσαν	=	εκλογικεύω
εκλογικεύσανε	=	εκλογικεύω
εκλογικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογίκευση
εκλογικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκλογίκευση
εκλογικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκλογίκευση
εκλογικεύσου	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλογικεύω
εκλογικεύτηκα	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύτηκαν	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύτηκε	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύτηκες	=	εκλογικεύομαι
εκλογικεύω	verb	δικαιολογώ με βάση τη λογική
εκλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογικός
εκλογικού	adj	γενική ενικού του εκλογικός
εκλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλογικός
εκλογικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλογικός
εκλογικός	adj	που αναφέρεται στις εκλογές
εκλογικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλογικός
εκλογιμοτήτων	=	εκλογιμότητα
εκλογιμότητα	noun	το σύνολο των τυπικών προϋποθέσεων που πρέπει να συγκεντρώνει ένας υποψήφιος, ώστε να είναι εκλόγιμος
εκλογιμότητας	=	εκλογιμότητα
εκλογιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογιμότητα
εκλογοαπολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοαπολογιστικό
εκλογοαπολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοαπολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοαπολογιστική
εκλογοαπολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοαπολογιστικής	adj	γενική ενικού του εκλογοαπολογιστική
εκλογοαπολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοαπολογιστικού	adj	γενική ενικού του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοαπολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοαπολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοαπολογιστικός	adj	που αναφέρεται στη διαδικασία που προηγείται μιας εκλογής οργάνου και κατά την οποία το απερχόμενο εκλεγμένο όργανο υποβάλλει στο σώμα των ψηφοφόρων προς έγκριση τον απολογισμό της δράσης του
εκλογοαπολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλογοαπολογιστικός
εκλογοδίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοδίκη
εκλογοδίκη	noun	πολιτική, νομικός όρος) δίκη σε εκλογοδικείο
εκλογοδίκης	noun	δικαστής σε εκλογοδικείο
εκλογοδαπάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοδαπάνη
εκλογοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοδικείο
εκλογοδικείο	noun	δικαστήριο το οποίο εκδικάζει περιπτώσεις που αφορούν εκλογές ή εκλογικά αποτελέσματα
εκλογοδικείου	noun	γενική ενικού του εκλογοδικείο
εκλογοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του εκλογοδικείο
εκλογοδικών	=	εκλογοδίκης
εκλογοδιλήμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοδίλημμα
εκλογοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοθηρία
εκλογοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοθηρικό
εκλογοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του εκλογοθηρικός
εκλογοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοθηρική
εκλογοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλογοθηρικός
εκλογοθηρικής	adj	γενική ενικού του εκλογοθηρική
εκλογοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογοθηρικός
εκλογοθηρικού	adj	γενική ενικού του εκλογοθηρικός
εκλογοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλογοθηρικός
εκλογοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του εκλογοθηρικός
εκλογοθηρικός	adj	που κυνηγάει το εκλογικό αποτέλεσμα με ποικίλα μέσα
εκλογοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του εκλογοθηρικός
εκλογολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογολαγνεία
εκλογολογία	noun	η μελέτη των αποτελεσμάτων των εκλογών και της εκλογικής συμπεριφοράς διαχρονικά, με βάση τη στατιστική ανάλυσή τους
εκλογολογίας	noun	γενική ενικού του εκλογολογία
εκλογολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογολογία
εκλογολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εκλογολογία
εκλογολόγε	noun	κλητική ενικού του εκλογολόγος
εκλογολόγο	noun	αιτιατική ενικού του εκλογολόγος
εκλογολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογολόγος
εκλογολόγος	noun	ειδικός μελετητής και αναλυτής εκλογικών αναμετρήσεων και αποτελεσμάτων
εκλογολόγου	noun	γενική ενικού του εκλογολόγος
εκλογολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκλογολόγος
εκλογολόγων	noun	γενική πληθυντικού του εκλογολόγος
εκλογομάγειρα	=	εκλογομάγειρας
εκλογομάγειρας	noun	αυτός που προσπαθεί να «μαγειρέψει», να αλλοιώσει με δόλια και άνομα μέτρα ή επεξεργασία κάποιο εκλογικό αποτέλεσμα ή το σύστημα εκλογής
εκλογομάγειρε	=	εκλογομάγειρος
εκλογομάγειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογομάγειρας
εκλογομάγειρο	=	εκλογομάγειρος
εκλογομάγειροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογομάγειρος
εκλογομάγειρος	noun	άλλη μορφή του εκλογομάγειρας
εκλογομάγειρου	=	εκλογομάγειρος
εκλογομάγειρους	=	εκλογομάγειρος
εκλογομάγειρων	=	εκλογομάγειρος
εκλογομαγείρεμα	noun	η προσπάθεια «μαγειρέματος», δηλαδή αλλοίωσης, με δόλια και άνομα μέσα ή επεξεργασία κάποιου εκλογικού αποτελέσματος ή του συστήματος εκλογής
εκλογομαγείρου	=	εκλογομάγειρος
εκλογομαγείρους	=	εκλογομάγειρος
εκλογομαγείρων	=	εκλογομάγειρας
εκλογομαγειρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογομαγείρεμα
εκλογομαγειρέματος	noun	γενική ενικού του εκλογομαγείρεμα
εκλογομαγειρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογομαγειρείο
εκλογομαγειρείο	noun	μέρος, υπηρεσία ή ομάδα που προσπαθεί να «μαγειρέψει», να αλλοιώσει με δόλια και άνομα μέτρα ή επεξεργασία κάποιο εκλογικό αποτέλεσμα ή το σύστημα εκλογής
εκλογομαγειρείου	noun	γενική ενικού του εκλογομαγειρείο
εκλογομαγειρείων	noun	γενική πληθυντικού του εκλογομαγειρείο
εκλογομαγειρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκλογομαγείρεμα
εκλογονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλογονόμος
εκλογορρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογορρύθμιση
εκλογοτρομοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοτρομοκρατία
εκλογοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλογοφοβία
εκλογών	=	εκλογή
εκλούσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκλουση
εκλούσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκλουση
εκλούσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκλουση
εκλυθήκαμε	=	εκλύομαι
εκλυθήκαν	=	εκλύομαι
εκλυθήκανε	=	εκλύομαι
εκλυθήκατε	=	εκλύομαι
εκλυθεί	=	εκλύομαι
εκλυθείς	=	εκλύω
εκλυθείτε	=	εκλύομαι
εκλυθούμε	=	εκλύω
εκλυθούν	=	εκλύω
εκλυθούνε	=	εκλύω
εκλυθώ	=	εκλύω
εκλυμένος	=	εκλύομαι
εκλυτικά	=	εκλυτικός
εκλυτικέ	=	εκλυτικός
εκλυτικές	=	εκλυτικός
εκλυτική	=	εκλυτικός
εκλυτικής	=	εκλυτικός
εκλυτικοί	=	εκλυτικός
εκλυτικού	=	εκλυτικός
εκλυτικούς	=	εκλυτικός
εκλυτικό	=	εκλυτικός
εκλυτικός	adj	που έχει σχέση με έκλυση ή αναφέρεται σʼ αυτή
εκλυτικών	=	εκλυτικός
εκλυόμασταν	=	εκλύομαι
εκλυόμαστε	=	εκλύομαι
εκλυόμενος	=	εκλύω
εκλυόμουν	=	εκλύομαι
εκλυόμουνα	=	εκλύομαι
εκλυόντουσαν	=	εκλύομαι
εκλυόσασταν	=	εκλύομαι
εκλυόσαστε	=	εκλύομαι
εκλυόσουν	=	εκλύομαι
εκλυόσουνα	=	εκλύομαι
εκλυόταν	=	εκλύομαι
εκλυότανε	=	εκλύομαι
εκλόγιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλόγιμο
εκλόγιμε	adj	κλητική ενικού του εκλόγιμος
εκλόγιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκλόγιμη
εκλόγιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκλόγιμος
εκλόγιμης	adj	γενική ενικού του εκλόγιμη
εκλόγιμο	noun	αιτιατική ενικού του εκλόγιμος
εκλόγιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκλόγιμος
εκλόγιμος	adj	που έχει πιθανότητες να εκλεγεί
εκλόγιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκλόγιμος
εκλόγιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκλόγιμος
εκλόγιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκλόγιμος
εκλύαμε	=	εκλύω
εκλύαν	=	εκλύω
εκλύανε	=	εκλύω
εκλύατε	=	εκλύω
εκλύει	=	εκλύω
εκλύεις	=	εκλύω
εκλύεσαι	=	εκλύομαι
εκλύεστε	=	εκλύομαι
εκλύεται	=	εκλύομαι
εκλύετε	=	εκλύω
εκλύθηκα	=	εκλύομαι
εκλύθηκαν	=	εκλύομαι
εκλύθηκε	=	εκλύομαι
εκλύθηκες	=	εκλύομαι
εκλύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκλύω
εκλύομε	=	εκλύω
εκλύονται	=	εκλύομαι
εκλύονταν	=	εκλύομαι
εκλύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκλύω
εκλύου	=	εκλύομαι
εκλύουμε	=	εκλύω
εκλύουν	=	εκλύω
εκλύουνε	=	εκλύω
εκλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσαν	=	εκλύω
εκλύσανε	=	εκλύω
εκλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκλυση
εκλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκλυση
εκλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκλυση
εκλύσομε	=	εκλύω
εκλύσου	=	εκλύομαι
εκλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσουνε	=	εκλύω
εκλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκλύω
εκλύω	verb	ελευθερώνω στον περιβάλλοντα χώρο κάτι (ύλη, ενέργεια κ.λπ.) διαχέοντάς το
εκμάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθηση	noun	η διαδικασία της μάθησης, της απόκτησης γνώσεων
εκμάθησης	noun	γενική ενικού του εκμάθηση
εκμάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμανθάνω
εκμέκ	noun	είδος σιροπιαστού γλυκού του ταψιού
εκμέτρα	=	εκμετρώ
εκμέτραγε	=	εκμετρώ
εκμέτρησα	=	εκμετρώ
εκμέτρησαν	=	εκμετρώ
εκμέτρησε	=	εκμετρώ
εκμέτρησες	=	εκμετρώ
εκμίσθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμίσθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμίσθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμίσθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμίσθωση	noun	η προσωρινή και έναντι συμφωνημένου τιμήματος εκχώρηση της χρήσης ενός πράγματος (διαμερίσματος, χωραφιού κ.λπ.) σε κάποιον άλλον.
εκμίσθωσης	noun	γενική ενικού του εκμίσθωση
εκμαίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκμαιεύω
εκμαίευσης	noun	γενική ενικού του εκμαίευση
εκμαγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαγείο
εκμαγείο	noun	το αρνητικό αποτύπωμα ενός αντικειμένου πάνω σε εύπλαστο υλικό
εκμαγείου	=	εκμαγείο
εκμαγείων	=	εκμαγείο
εκμαθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμάθηση
εκμαθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμάθηση
εκμαθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμάθηση
εκμαιεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαίευση
εκμαιεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμαίευση
εκμαιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμαίευση
εκμαιεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαιεύω
εκμαιεύω	verb	αποσπώ επιθυμητή πληροφορία με πλάγιο τρόπο, αναγκάζω κάποιον πλαγίως να παραδεχθεί αυτό που επιθυμώ
εκμανθάνω	verb	μαθαίνω κάτι τέλεια
εκμαυλίζαμε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζαν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζανε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζατε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζει	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζεις	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζεσαι	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζεστε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζεται	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζετε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίζονται	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζονταν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζοντας	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζου	=	εκμαυλίζομαι
εκμαυλίζουμε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζουν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζουνε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίζω	verb	παρασύρω κάποιον σε διαφθορά και σε κακές συνήθειες
εκμαυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίσαν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίσανε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίσου	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλίστε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίστηκα	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίστηκαν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίστηκε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίστηκες	=	εκμαυλίζω
εκμαυλίστρια	noun	θηλυκό του εκμαυλιστής
εκμαυλίστριας	noun	γενική ενικού του εκμαυλίστρια
εκμαυλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλίστρια
εκμαυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαυλιζόμασταν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόμαστε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόμουν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόμουνα	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόντουσαν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόσασταν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόσαστε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόσουν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόσουνα	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζόταν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιζότανε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλισμέ	noun	κλητική ενικού του εκμαυλισμός
εκμαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλισμένο
εκμαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλισμένη
εκμαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμένης	verb	γενική ενικού του εκμαυλισμένη
εκμαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμένος	=	εκμαυλίζω
εκμαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμαυλισμένος
εκμαυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλισμός
εκμαυλισμού	noun	γενική ενικού του εκμαυλισμός
εκμαυλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκμαυλισμός
εκμαυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκμαυλισμός
εκμαυλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκμαυλίζω, η προαγωγή στη διαφθορά
εκμαυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκμαυλισμός
εκμαυλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλιστής
εκμαυλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκμαυλιστής
εκμαυλιστήκαμε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιστήκαν	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιστήκανε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιστήκατε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιστής	noun	αυτός που εκμαυλίζει, που ωθεί σε ηθικό ξεπεσμό
εκμαυλιστεί	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιστείτε	=	εκμαυλίζω
εκμαυλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εκμαυλιστικός	adv	με εκμαυλιστικό τρόπο
εκμαυλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλιστική
εκμαυλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστικής	adj	γενική ενικού του εκμαυλιστική
εκμαυλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστικού	adj	γενική ενικού του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστικός	adj	που εκμαυλίζει ή σχετίζεται με τον εκμαυλισμό ή τον εκμαυλιστή
εκμαυλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκμαυλιστικός
εκμαυλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκμαυλίστρια
εκμαυλιστών	noun	γενική πληθυντικού του εκμαυλιστής
εκμαύλιζα	=	εκμαυλίζω
εκμαύλιζαν	=	εκμαυλίζω
εκμαύλιζε	=	εκμαυλίζω
εκμαύλιζες	=	εκμαυλίζω
εκμαύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμαύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμαυλίζω
εκμετάλλευση	noun	χρήση πόρων, γης, καταστάσεων, συναισθημάτων, ανθρώπων για οικονομικό κέρδος ή άλλο όφελος κατά θεμιτό ή και κατά αθέμιτο τρόπο
εκμετάλλευσης	noun	γενική ενικού του εκμετάλλευση
εκμεταλλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευμένο
εκμεταλλευμένε	verb	κλητική ενικού του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευμένη
εκμεταλλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευμένης	verb	γενική ενικού του εκμεταλλευμένη
εκμεταλλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμεταλλευμένος
εκμεταλλευσιμοτήτων	=	εκμεταλλευσιμότητα
εκμεταλλευσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του εκμεταλλεύσιμου, ο βαθμός στον οποίο ένας πόρος, αγαθό ή κατάσταση μπορεί να αξιοποιηθεί πρακτικά προς όφελος κάποιου, λαμβάνοντας υπόψη τεχνικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς περιορισμούς
εκμεταλλευσιμότητας	=	εκμεταλλευσιμότητα
εκμεταλλευσιμότητες	=	εκμεταλλευσιμότητα
εκμεταλλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευτής
εκμεταλλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκμεταλλευτής
εκμεταλλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτής	noun	εκείνος που εκμεταλλεύται άλλους, που επωφελείται από αυτούς, που συχνά κερδίζει κάτι εις βάρος άλλων
εκμεταλλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευτικό
εκμεταλλευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευτική
εκμεταλλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτικής	adj	γενική ενικού του εκμεταλλευτική
εκμεταλλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτικού	adj	γενική ενικού του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτικός	adj	που έχει σχέση με την εκμετάλλευση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ' αυτή
εκμεταλλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκμεταλλευτικός
εκμεταλλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκμεταλλεύτρια
εκμεταλλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλευτών	noun	γενική πληθυντικού του εκμεταλλευτής
εκμεταλλευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευόμενο
εκμεταλλευόμενε	verb	κλητική ενικού του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευόμενη
εκμεταλλευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλευόμενης	verb	γενική ενικού του εκμεταλλευόμενη
εκμεταλλευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλευόμενος	verb	εκείνος που εκμεταλλεύεται κάτι εις βάρος άλλων, ο εκμεταλλευτής, αλλά σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή σε σχέση με άλλη πράξη, που κατάφερε κάτι με το να εκμεταλλεύεται
εκμεταλλευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμεταλλευόμενος
εκμεταλλεύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλεύθηκα	=	εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλεύομαι	verb	χρησιμοποιώ κάτι ή κάποιον για να αποκομίσω κέρδος· αξιοποιώ, χρησιμοποιώ κάτι για ωφέλιμο σκοπό
εκμεταλλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμετάλλευση
εκμεταλλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμετάλλευση
εκμεταλλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμετάλλευση
εκμεταλλεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλεύσιμο
εκμεταλλεύσιμε	adj	κλητική ενικού του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλεύσιμη
εκμεταλλεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύσιμης	adj	γενική ενικού του εκμεταλλεύσιμη
εκμεταλλεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύσιμος	adj	που μπορείς να τον εκμεταλλευτείς
εκμεταλλεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμεταλλεύσιμος
εκμεταλλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμεταλλεύομαι
εκμεταλλεύτρια	noun	εκμεταλλευτής
εκμεταλλεύτριας	noun	γενική ενικού του εκμεταλλεύτρια
εκμεταλλεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμεταλλεύτρια
εκμετρά	=	εκμετρώ
εκμετράει	=	εκμετρώ
εκμετράμε	=	εκμετρώ
εκμετράν	=	εκμετρώ
εκμετράνε	=	εκμετρώ
εκμετράς	=	εκμετρώ
εκμετράτε	=	εκμετρώ
εκμετράω	=	εκμετρώ
εκμετρήσαμε	=	εκμετρώ
εκμετρήσαν	=	εκμετρώ
εκμετρήσανε	=	εκμετρώ
εκμετρήσατε	=	εκμετρώ
εκμετρήσει	=	εκμετρώ
εκμετρήστε	=	εκμετρώ
εκμετρούμε	=	εκμετρώ
εκμετρούν	=	εκμετρώ
εκμετρούνε	=	εκμετρώ
εκμετρούσα	=	εκμετρώ
εκμετρούσαμε	=	εκμετρώ
εκμετρούσαν	=	εκμετρώ
εκμετρούσανε	=	εκμετρώ
εκμετρούσατε	=	εκμετρώ
εκμετρούσε	=	εκμετρώ
εκμετρούσες	=	εκμετρώ
εκμετρώ	verb|archaic	μετρώ τις διαστάσεις, υπολογίζω
εκμετρώντας	=	εκμετρώ
εκμηδένιζα	=	εκμηδενίζω
εκμηδένιζαν	=	εκμηδενίζω
εκμηδένιζε	=	εκμηδενίζω
εκμηδένιζες	=	εκμηδενίζω
εκμηδένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδένιση	noun	άλλη μορφή του εκμηδενισμός
εκμηδένισης	=	εκμηδένιση
εκμηδενίζαμε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζαν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζανε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζατε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζει	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζεις	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζεσαι	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζεστε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζεται	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζετε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίζονται	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζονταν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζοντας	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζουμε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζουν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζουνε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίζω	verb	μειώνω μια ποσότητα τόσο πολύ ώστε να πλησιάσει στο μηδέν
εκμηδενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίσαν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίσανε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμηδένιση
εκμηδενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίσεων	=	εκμηδένιση
εκμηδενίσου	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενίστηκα	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίστηκαν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίστηκε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίστηκες	=	εκμηδενίζω
εκμηδενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμηδενίζω
εκμηδενιζόμασταν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόμαστε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόμουν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόμουνα	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόντουσαν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόσασταν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόσαστε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόσουν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόσουνα	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζόταν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιζότανε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενισμέ	noun	κλητική ενικού του εκμηδενισμός
εκμηδενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενισμένο
εκμηδενισμένε	verb	κλητική ενικού του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενισμένη
εκμηδενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμένης	verb	γενική ενικού του εκμηδενισμένη
εκμηδενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμένος	verb	που έχει εκμηδενιστεί
εκμηδενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμηδενισμένος
εκμηδενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενισμός
εκμηδενισμού	noun	γενική ενικού του εκμηδενισμός
εκμηδενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκμηδενισμός
εκμηδενισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκμηδενισμός
εκμηδενισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκμηδενίζω
εκμηδενισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκμηδενισμός
εκμηδενιστήκαμε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιστήκαν	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιστήκανε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιστήκατε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιστής	noun	απόλυτος καταστροφέας
εκμηδενιστεί	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιστείτε	=	εκμηδενίζω
εκμηδενιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενιστικό
εκμηδενιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκμηδενιστικός
εκμηδενιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενιστική
εκμηδενιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμηδενιστικός
εκμηδενιστικής	adj	γενική ενικού του εκμηδενιστική
εκμηδενιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμηδενιστικός
εκμηδενιστικού	adj	γενική ενικού του εκμηδενιστικός
εκμηδενιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκμηδενιστικός
εκμηδενιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκμηδενιστικός
εκμηδενιστικός	adj	που ακυρώνει, θεωρεί ασήμαντα, απορρίπτει ή αποδομεί τα πάντα
εκμηδενιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκμηδενιστικός
εκμηχάνιζα	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνιζαν	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνιζε	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνιζες	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνισα	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνισαν	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνισε	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνισες	=	εκμηχανίζω
εκμηχάνιση	noun	η εισαγωγή της χρήσης μηχανών και μηχανημάτων σε μια (παραγωγική) διαδικασία
εκμηχάνισης	noun	γενική ενικού του εκμηχάνιση
εκμηχανίζαμε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζαν	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζανε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζατε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζει	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζεις	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζετε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζοντας	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζουμε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζουν	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζουνε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίζω	verb	χρησιμοποιώ μηχανές και μηχανήματα σε μια (παραγωγική) διαδικασία
εκμηχανίσαμε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίσαν	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίσανε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίσατε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίσει	=	εκμηχανίζω
εκμηχανίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμηχάνιση
εκμηχανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμηχάνιση
εκμηχανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμηχάνιση
εκμηχανίστε	=	εκμηχανίζω
εκμηχανισμέ	noun	κλητική ενικού του εκμηχανισμός
εκμηχανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμηχανισμός
εκμηχανισμού	noun	γενική ενικού του εκμηχανισμός
εκμηχανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκμηχανισμός
εκμηχανισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκμηχανισμός
εκμηχανισμός	noun	η εκμηχάνιση
εκμηχανισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκμηχανισμός
εκμισθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωμένο
εκμισθωμένε	verb	κλητική ενικού του εκμισθωμένος
εκμισθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωμένη
εκμισθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμισθωμένος
εκμισθωμένης	verb	γενική ενικού του εκμισθωμένη
εκμισθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκμισθωμένος
εκμισθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωμένος
εκμισθωμένος	verb	που έχει εκμισθωθεί
εκμισθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμισθωμένος
εκμισθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκμισθωμένος
εκμισθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμισθωμένος
εκμισθωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωτής
εκμισθωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκμισθωτής
εκμισθωτής	noun	αυτός που εκμισθώνει, νοικιάζει σε κάποιον άλλο, του παραχωρεί δικαίωμα χρήσης με αντίτιμο
εκμισθωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωτικό
εκμισθωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκμισθωτικός
εκμισθωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωτική
εκμισθωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμισθωτικός
εκμισθωτικής	adj	γενική ενικού του εκμισθωτική
εκμισθωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμισθωτικός
εκμισθωτικού	adj	γενική ενικού του εκμισθωτικός
εκμισθωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκμισθωτικός
εκμισθωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκμισθωτικός
εκμισθωτικός	adj	που έχει σχέση με εκμισθωτή ή εκμίσθωση ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκμισθωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκμισθωτικός
εκμισθωτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκμισθώτρια
εκμισθωτών	noun	γενική πληθυντικού του εκμισθωτής
εκμισθώνω	verb	δίνω επικαρπία ενός αντικειμένου σε κάποιον έναντι περιοδικής απολαβής
εκμισθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμίσθωση
εκμισθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμίσθωση
εκμισθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμίσθωση
εκμισθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
εκμισθώτρια	noun	η εκμισθώτρια εταιρεία
εκμισθώτριας	noun	γενική ενικού του εκμισθώτρια
εκμισθώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμισθώτρια
εκμοντέρνιζα	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνιζαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνιζε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνιζες	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνισα	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνισαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνισε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντέρνισες	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζαμε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζανε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζατε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζει	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζεις	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζεσαι	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζεστε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζεται	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζετε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζονται	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζονταν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζοντας	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζουμε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζουν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζουνε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίζω	verb	κάνω κάτι μοντέρνο
εκμοντερνίσαμε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίσαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίσανε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίσατε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίσει	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίσου	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίστε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίστηκα	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίστηκαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίστηκε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνίστηκες	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόμασταν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόμαστε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόμουν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόμουνα	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόντουσαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόσασταν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόσαστε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόσουν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόσουνα	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζόταν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιζότανε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνισμέ	noun	κλητική ενικού του εκμοντερνισμός
εκμοντερνισμένος	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμοντερνισμός
εκμοντερνισμού	noun	γενική ενικού του εκμοντερνισμός
εκμοντερνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκμοντερνισμός
εκμοντερνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκμοντερνισμός
εκμοντερνισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκμοντερνίζω
εκμοντερνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκμοντερνισμός
εκμοντερνιστήκαμε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιστήκαν	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιστήκανε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιστήκατε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιστεί	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιστείτε	=	εκμοντερνίζω
εκμοντερνιστικά	adv	με εκμοντερνιστικό τρόπο
εκμοντερνιστικέ	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικές	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστική	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εκμοντερνιστική) του εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικοί	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικού	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικούς	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικό	=	εκμοντερνιστικός
εκμοντερνιστικός	adj	που εκμοντερνίζει ή συμβάλλει στον εκμοντερνισμό
εκμοντερνιστικών	=	εκμοντερνιστικός
εκμουσουλμανισμέ	=	εκμουσουλμανισμός
εκμουσουλμανισμοί	=	εκμουσουλμανισμός
εκμουσουλμανισμού	=	εκμουσουλμανισμός
εκμουσουλμανισμούς	=	εκμουσουλμανισμός
εκμουσουλμανισμό	=	εκμουσουλμανισμός
εκμουσουλμανισμός	noun	η προσπάθεια που γίνεται να ασπαστεί κάποιος τον μουσουλμανισμό
εκμουσουλμανισμών	=	εκμουσουλμανισμός
εκμυζήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμύζηση
εκμυζήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμύζηση
εκμυζήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμύζηση
εκμυζητές	=	εκμυζητής
εκμυζητή	=	εκμυζητής
εκμυζητής	noun|formal	ο απομυζητήρας
εκμυζητών	=	εκμυζητής
εκμυζώ	verb	πιπιλίζω, βυζαίνω, απορροφώ
εκμυστήρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκμυστηρεύομαι
εκμυστήρευσης	noun	γενική ενικού του εκμυστήρευση
εκμυστηρευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμυστηρευμένο
εκμυστηρευμένε	verb	κλητική ενικού του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμυστηρευμένη
εκμυστηρευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευμένης	verb	γενική ενικού του εκμυστηρευμένη
εκμυστηρευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκμυστηρευμένος
εκμυστηρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμυστηρευτικό	adv	με εκμυστηρευτικό τρόπο
εκμυστηρευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμυστηρευτική
εκμυστηρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικής	adj	γενική ενικού του εκμυστηρευτική
εκμυστηρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικού	adj	γενική ενικού του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικός	adj	που έχει σχέση με την εκμυστήρευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκμυστηρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκμυστηρευτικός
εκμυστηρευτικώς	adv|dated	εκμυστηρευτικά
εκμυστηρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρεύομαι	verb	φανερώνω σε κάποιον ένα μυστικό μου
εκμυστηρεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμυστήρευση
εκμυστηρεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκμυστήρευση
εκμυστηρεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκμυστήρευση
εκμυστηρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμυστηρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκμυστηρεύομαι
εκμύζηση	noun|formal	η απομύζηση
εκμύζησης	noun	γενική ενικού του εκμύζηση
εκν	abbrev	ελληνική αντιστασιακή οργάνωση κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής
εκνέφωμα	noun	σωματιδιακή διασπορά (μπογιάς, σωματιδίων, σταγονιδίων κτλ.)
εκναυλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκναυλωτής
εκναυλωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκναυλωτής
εκναυλωτής	noun	αυτός που εκναυλώνει κάποιο πλεούμενο ή αεροπλάνο
εκναυλωτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκναυλώτρια
εκναυλωτών	noun	γενική πληθυντικού του εκναυλωτής
εκναυλώναμε	=	εκναυλώνω
εκναυλώναν	=	εκναυλώνω
εκναυλώνανε	=	εκναυλώνω
εκναυλώνατε	=	εκναυλώνω
εκναυλώνει	=	εκναυλώνω
εκναυλώνεις	=	εκναυλώνω
εκναυλώνετε	=	εκναυλώνω
εκναυλώνομαι	=	εκναυλώνω
εκναυλώνοντας	=	εκναυλώνω
εκναυλώνουμε	=	εκναυλώνω
εκναυλώνουν	=	εκναυλώνω
εκναυλώνουνε	=	εκναυλώνω
εκναυλώνω	verb	ως ιδιοκτήτης πλοίου ή αεροπλάνου το παραχωρώ (εκμισθώνω) σε τρίτο για μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών για λογαριασμό του και εισπράττω από αυτόν ναύλο
εκναυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώσαν	=	εκναυλώνω
εκναυλώσανε	=	εκναυλώνω
εκναυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκναύλωση
εκναυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκναύλωση
εκναυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώστε	=	εκναυλώνω
εκναυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναυλώτρια	noun	θηλυκό του εκναυλωτής
εκναυλώτριας	noun	γενική ενικού του εκναυλώτρια
εκναυλώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκναυλώτρια
εκναύλωνα	=	εκναυλώνω
εκναύλωναν	=	εκναυλώνω
εκναύλωνε	=	εκναυλώνω
εκναύλωνες	=	εκναυλώνω
εκναύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκναυλώνω
εκναύλωση	noun	η προσωρινή και έναντι συμφωνημένου τιμήματος (ναύλου) εκχώρηση της χρήσης ενός πλεούμενου σε κάποιον άλλον
εκναύλωσης	noun	γενική ενικού του εκναύλωση
εκνευρίζαμε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζαν	=	εκνευρίζω
εκνευρίζανε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζατε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζει	=	εκνευρίζω
εκνευρίζεις	=	εκνευρίζω
εκνευρίζεσαι	=	εκνευρίζω
εκνευρίζεστε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζεται	=	εκνευρίζω
εκνευρίζετε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίζομε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζονται	=	εκνευρίζω
εκνευρίζονταν	=	εκνευρίζω
εκνευρίζοντας	=	εκνευρίζω
εκνευρίζουμε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζουν	=	εκνευρίζω
εκνευρίζουνε	=	εκνευρίζω
εκνευρίζω	verb	προκαλώ νευρικότητα σε κάποιον
εκνευρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσαν	=	εκνευρίζω
εκνευρίσανε	=	εκνευρίζω
εκνευρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσομε	=	εκνευρίζω
εκνευρίσου	=	εκνευρίζω
εκνευρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευρίσουνε	=	εκνευρίζω
εκνευρίστε	=	εκνευρίζω
εκνευρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνευριζόμασταν	=	εκνευρίζω
εκνευριζόμαστε	=	εκνευρίζω
εκνευριζόμουν	=	εκνευρίζω
εκνευριζόμουνα	=	εκνευρίζω
εκνευριζόντουσαν	=	εκνευρίζω
εκνευριζόσασταν	=	εκνευρίζω
εκνευριζόσαστε	=	εκνευρίζω
εκνευριζόσουν	=	εκνευρίζω
εκνευριζόσουνα	=	εκνευρίζω
εκνευριζόταν	=	εκνευρίζω
εκνευριζότανε	=	εκνευρίζω
εκνευρισμέ	noun	κλητική ενικού του εκνευρισμός
εκνευρισμένα	adv	έχοντας εκνευριστεί
εκνευρισμένε	verb	κλητική ενικού του εκνευρισμένος
εκνευρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκνευρισμένη
εκνευρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκνευρισμένος
εκνευρισμένης	verb	γενική ενικού του εκνευρισμένη
εκνευρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκνευρισμένος
εκνευρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκνευρισμένος
εκνευρισμένος	verb	που έχει εκνευριστεί, που έχει νεύρα ή νευρικότητα
εκνευρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκνευρισμένος
εκνευρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκνευρισμένος
εκνευρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκνευρισμένος
εκνευρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκνευρισμός
εκνευρισμού	noun	γενική ενικού του εκνευρισμός
εκνευρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκνευρισμός
εκνευρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκνευρισμός
εκνευρισμός	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος, επειδή κάποιο εξωτερικό ερέθισμα τον έχει ενοχλήσει, έχει νεύρα, δεν είναι τελείως ήρεμος και ίσως όχι απόλυτα ψύχραιμος και αυτό εκδηλώνεται με απότομες κινήσεις ή λόγια ή με κάποια άλλη αλλαγή στη συμπεριφορά του
εκνευρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκνευρισμός
εκνευριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστήκαν	=	εκνευρίζω
εκνευριστήκανε	=	εκνευρίζω
εκνευριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκνευριστικό	adv	με τρόπο που προκαλεί τον εκνευρισμό
εκνευριστικέ	adj	κλητική ενικού του εκνευριστικός
εκνευριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκνευριστική
εκνευριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκνευριστικός
εκνευριστικής	adj	γενική ενικού του εκνευριστική
εκνευριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκνευριστικός
εκνευριστικού	adj	γενική ενικού του εκνευριστικός
εκνευριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκνευριστικός
εκνευριστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκνευριστικός
εκνευριστικός	adj	που εκνευρίζει τους άλλους
εκνευριστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκνευριστικός
εκνευριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνευριστούνε	=	εκνευρίζω
εκνευριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζομαι
εκνεφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκνέφωμα
εκνεφωτές	=	εκνεφωτής
εκνεφωτή	=	εκνεφωτής
εκνεφωτής	noun	ψεκαστήρας εκνεφώματος
εκνεφωτών	=	εκνεφωτής
εκνεφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκνέφωμα
εκνεφώματος	noun	γενική ενικού του εκνέφωμα
εκνεύριζα	=	εκνευρίζω
εκνεύριζαν	=	εκνευρίζω
εκνεύριζε	=	εκνευρίζω
εκνεύριζες	=	εκνευρίζω
εκνεύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνεύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνεύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνεύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκνευρίζω
εκνόμως	adv|dated	έκνομα
εκουαδοριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκουαδοριανό
εκουαδοριανέ	adj	κλητική ενικού του εκουαδοριανός
εκουαδοριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκουαδοριανή
εκουαδοριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκουαδοριανός
εκουαδοριανής	adj	γενική ενικού του εκουαδοριανή
εκουαδοριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκουαδοριανός
εκουαδοριανού	adj	γενική ενικού του εκουαδοριανός
εκουαδοριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκουαδοριανός
εκουαδοριανό	adj	αιτιατική ενικού του εκουαδοριανός
εκουαδοριανός	adj	που έχει σχέση με τον Ισημερινό
εκουαδοριανών	adj	γενική πληθυντικού του εκουαδοριανός
εκουαλάιζερ	noun	ο ισοσταθμιστής
εκουιζέτα	=	εκουιζέτο
εκουιζέτο	noun	γένος φυτού της τάξης Equisetales και της οικογένειας Equisetaceae
εκουιζέτου	=	εκουιζέτο
εκουιζέτων	=	εκουιζέτο
εκουσίως	adv|formal	εκούσια
εκουσών	=	εκών
εκοφίτες	=	εκοφίτης
εκοφίτη	=	εκοφίτης
εκοφίτης	noun	μέλος της ΕΚΟΦ
εκοφιν	abbrev	το συμβούλιο των υπουργών οικονομίας και οικονομικών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο συντονίζει τις οικονομικές πολιτικές, τη δημοσιονομική εποπτεία και τη χρηματοπιστωτική νομοθεσία σε επίπεδο Ένωσης
εκοφιτών	=	εκοφίτης
εκούσα	=	εκών
εκούσας	=	εκών
εκούσες	=	εκών
εκούσης	=	εκών
εκούσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εκούσιος	adv	με τη θέληση κάποιου
εκούσιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του εκούσιος
εκούσιε	=	εκούσιος
εκούσιες	=	εκούσιος
εκούσιο	=	εκούσιος
εκούσιοι	=	εκούσιος
εκούσιος	adj	που γίνεται με τη θέλησή μας
εκούσιου	=	εκούσιος
εκούσιους	=	εκούσιος
εκούσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του εκούσιος
εκπ	abbrev	ο μικρότερος από τα κοινά πολλαπλάσια δύο ή περισσότερων αριθμών
εκπέμπαμε	=	εκπέμπω
εκπέμπαν	=	εκπέμπω
εκπέμπανε	=	εκπέμπω
εκπέμπατε	=	εκπέμπω
εκπέμπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκπέμπω
εκπέμπεις	=	εκπέμπω
εκπέμπεσαι	=	εκπέμπω
εκπέμπεστε	=	εκπέμπω
εκπέμπεται	=	εκπέμπω
εκπέμπετε	=	εκπέμπω
εκπέμπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπέμπω
εκπέμπομε	=	εκπέμπω
εκπέμπονται	=	εκπέμπω
εκπέμπονταν	=	εκπέμπω
εκπέμποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκπέμπω
εκπέμπουμε	=	εκπέμπω
εκπέμπουν	=	εκπέμπω
εκπέμπουνε	=	εκπέμπω
εκπέμπψαμε	=	εκπέμπω
εκπέμπψαν	=	εκπέμπω
εκπέμπψανε	=	εκπέμπω
εκπέμπψατε	=	εκπέμπω
εκπέμπψει	=	εκπέμπω
εκπέμπψεις	=	εκπέμπω
εκπέμπψετε	=	εκπέμπω
εκπέμπψομε	=	εκπέμπω
εκπέμπψου	=	εκπέμπω
εκπέμπψουμε	=	εκπέμπω
εκπέμπψουν	=	εκπέμπω
εκπέμπψουνε	=	εκπέμπω
εκπέμπψτε	=	εκπέμπω
εκπέμπψω	=	εκπέμπω
εκπέμπω	verb	διαχέω προς τα έξω
εκπέμφθηκα	=	εκπέμπω
εκπέμφθηκαν	=	εκπέμπω
εκπέμφθηκε	=	εκπέμπω
εκπέμφθηκες	=	εκπέμπω
εκπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψαν	=	εκπέμπω
εκπέμψανε	=	εκπέμπω
εκπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψου	=	εκπέμπω
εκπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέμψτε	=	εκπέμπω
εκπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εκπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσαν	=	εκπίπτω
εκπέσανε	=	εκπίπτω
εκπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπέσιμο
εκπέσιμε	adj	κλητική ενικού του εκπέσιμος
εκπέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπέσιμη
εκπέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπέσιμος
εκπέσιμης	adj	γενική ενικού του εκπέσιμη
εκπέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκπέσιμος
εκπέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπέσιμος
εκπέσιμος	adj	που είναι δυνατόν να εκπέσει
εκπέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπέσιμος
εκπέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπέσιμος
εκπέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπέσιμος
εκπέσομε	=	εκπίπτω
εκπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπέσουνε	=	εκπίπτω
εκπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπήγαζα	=	εκπηγάζω
εκπήγαζαν	=	εκπηγάζω
εκπήγαζε	=	εκπηγάζω
εκπήγαζες	=	εκπηγάζω
εκπήγασα	=	εκπηγάζω
εκπήγασαν	=	εκπηγάζω
εκπήγασε	=	εκπηγάζω
εκπήγασες	=	εκπηγάζω
εκπίεζα	=	εκπιέζω
εκπίεζαν	=	εκπιέζω
εκπίεζε	=	εκπιέζω
εκπίεζες	=	εκπιέζω
εκπίεσα	=	εκπιέζω
εκπίεσαν	=	εκπιέζω
εκπίεσε	=	εκπιέζω
εκπίεσες	=	εκπιέζω
εκπίεση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπιέζω
εκπίεσης	noun	γενική ενικού του εκπίεση
εκπίεσμα	noun|formal	ο χυμός που παράγεται με εκπίεση, εκπιέζοντας
εκπίπταμε	=	εκπίπτω
εκπίπταν	=	εκπίπτω
εκπίπτανε	=	εκπίπτω
εκπίπτατε	=	εκπίπτω
εκπίπτει	=	εκπίπτω
εκπίπτεις	=	εκπίπτω
εκπίπτετε	=	εκπίπτω
εκπίπτομαι	verb	σχηματισμός παθητικού τύπου για το ρήμα εκπίπτω (ρήμα ενεργητικής φωνής)
εκπίπτομε	=	εκπίπτω
εκπίπτοντας	=	εκπίπτω
εκπίπτουμε	=	εκπίπτω
εκπίπτουν	=	εκπίπτω
εκπίπτουνε	=	εκπίπτω
εκπίπτω	verb	ξεπέφτω, παρακμάζω
εκπα	abbrev	πανεπιστήμιο στην Αθήνα
εκπαίδευα	=	εκπαιδεύω
εκπαίδευαν	=	εκπαιδεύω
εκπαίδευε	=	εκπαιδεύω
εκπαίδευες	=	εκπαιδεύω
εκπαίδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαίδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαίδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαίδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαίδευση	noun	η διαδικασία μετάδοσης γνώσης και εμπειρίας καθώς και η καλλιέργεια και ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων ενός ατόμου σε σχολεία ή με άλλους τρόπους, προκειμένου να καταστεί ικανό στις επαγγελματικές και άλλες μετέπειτα υποχρεώσεις του
εκπαίδευσης	noun	γενική ενικού του εκπαίδευση
εκπαζ	abbrev	Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων: ελληνικός φορέας που ασχολείται με τη διάσωση, περίθαλψη και επανένταξη άγριων ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον
εκπαιδευθήκαμε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθήκαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθήκανε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθήκατε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθεί	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθείς	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθείτε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθούμε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθούν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθούνε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευθώ	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευμένο
εκπαιδευμένε	verb	κλητική ενικού του εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευμένη
εκπαιδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένης	verb	γενική ενικού του εκπαιδευμένη
εκπαιδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένος	verb	που έχει εκπαιδευτεί
εκπαιδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπαιδευμένος
εκπαιδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπαιδευμένος
εκπαιδευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευτής
εκπαιδευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκπαιδευτής
εκπαιδευτήκαμε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτήκαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτήκανε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτήκατε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευτήριο
εκπαιδευτήριο	noun	κτήριο ή οίκημα στο οποίο λειτουργεί κάποια σχολή, σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα
εκπαιδευτήριου	=	εκπαιδευτήριο
εκπαιδευτής	noun	αυτός που κάνει όλες τις δραστηριότητες που απαιτούνται για εκπαίδευση: σχεδιασμός, οργάνωση, διδασκαλία, καθοδήγηση
εκπαιδευτεί	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτείς	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτείτε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτηρίου	noun	γενική ενικού του εκπαιδευτήριο
εκπαιδευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εκπαιδευτήριο
εκπαιδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευτικό
εκπαιδευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευτική
εκπαιδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτικής	adj	γενική ενικού του εκπαιδευτική
εκπαιδευτικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευτικός	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτικού	adj	γενική ενικού του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτικός	noun	ο εργαζόμενος στην εκπαίδευση, νηπιαγωγός, δάσκαλος ή καθηγητής	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην εκπαίδευση
εκπαιδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκπαιδευτικός
εκπαιδευτούμε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτούν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτούνε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτριών	noun	γενική πληθυντικού του εκπαιδεύτρια
εκπαιδευτώ	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευτών	noun	γενική πληθυντικού του εκπαιδευτής
εκπαιδευόμασταν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόμαστε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευόμενο
εκπαιδευόμενε	verb	κλητική ενικού του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευόμενη
εκπαιδευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενης	verb	γενική ενικού του εκπαιδευόμενη
εκπαιδευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενος	verb	που εκπαιδεύεται σε μία τέχνη, επιστήμη, επάγγελμα
εκπαιδευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμουν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόμουνα	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόντουσαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόσασταν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόσαστε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόσουν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόσουνα	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευόταν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδευότανε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύαμε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύανε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύατε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύει	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύεις	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύεσαι	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύεστε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύεται	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύετε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύθηκα	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύθηκαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύθηκε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύθηκες	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύομε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύονται	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύονταν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύοντας	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύου	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύουμε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύουν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύουνε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύσανε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαίδευση
εκπαιδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπαίδευση
εκπαιδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπαίδευση
εκπαιδεύσιμα	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμε	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμες	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμη	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμης	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμο	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμοι	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμος	adj	άτομο ή ομάδα που διαθέτει τις προϋποθέσεις για να αποκτήσει γνώσεις ή δεξιότητες μέσω κατάλληλης διδασκαλίας
εκπαιδεύσιμου	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμους	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσιμων	=	εκπαιδεύσιμος
εκπαιδεύσομε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύσου	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσουνε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαιδεύω
εκπαιδεύτηκα	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύτηκαν	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύτηκε	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύτηκες	=	εκπαιδεύω
εκπαιδεύτρια	noun	εκπαιδευτής
εκπαιδεύτριας	noun	γενική ενικού του εκπαιδεύτρια
εκπαιδεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαιδεύτρια
εκπαιδεύω	verb	διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
εκπαραθυρωθήκαμε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωθήκαν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωθήκανε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωθήκατε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωθεί	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωθείτε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωμένος	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόμασταν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόμαστε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόμουν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόμουνα	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόντουσαν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόσασταν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόσαστε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόσουν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόσουνα	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνόταν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρωνότανε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώθηκα	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώθηκαν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώθηκε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώθηκες	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώναμε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώναν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνανε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνατε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνει	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνεις	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνεσαι	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνεστε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνεται	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνετε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνομαι	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνονται	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνονταν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνοντας	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνουμε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνουν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνουνε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώνω	verb	ρίχνω κάποιον απ' το παράθυρο
εκπαραθυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσαν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσανε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαραθύρωση
εκπαραθυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσεων	=	εκπαραθύρωση
εκπαραθυρώσεως	=	εκπαραθύρωση
εκπαραθυρώσου	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωνα	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωναν	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωνε	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωνες	=	εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπαραθυρώνω
εκπαραθύρωση	noun	αυτό που πράττουμε όταν πετάμε κάποιον από το παράθυρο
εκπαραθύρωσης	=	εκπαραθύρωση
εκπαρθένευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπαρθενεύω
εκπαρθένευσης	noun	γενική ενικού του εκπαρθένευση
εκπαρθενεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπαρθένευση
εκπαρθενεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπαρθένευση
εκπαρθενεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπαρθένευση
εκπαρθενεύω	verb|rare	διακορεύω
εκπατρίζεσαι	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίζεστε	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίζεται	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίζομαι	verb	απομακρύνομαι από την πατρίδα μου, με τη θέλησή μου ή χωρίς
εκπατρίζονται	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίζονταν	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίζω	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίσθηκα	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίσου	=	εκπατρίζομαι
εκπατρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριζόμασταν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόμαστε	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόμενος	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόμουν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόμουνα	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόντουσαν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόσασταν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόσαστε	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόσουν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόσουνα	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζόταν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριζότανε	=	εκπατρίζομαι
εκπατρισμέ	noun	κλητική ενικού του εκπατρισμός
εκπατρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπατρισμένο
εκπατρισμένε	verb	κλητική ενικού του εκπατρισμένος
εκπατρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπατρισμένη
εκπατρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπατρισμένος
εκπατρισμένης	verb	γενική ενικού του εκπατρισμένη
εκπατρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπατρισμένος
εκπατρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπατρισμένος
εκπατρισμένος	verb	που έχει εκπατριστεί
εκπατρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπατρισμένος
εκπατρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπατρισμένος
εκπατρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπατρισμένος
εκπατρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπατρισμός
εκπατρισμού	noun	γενική ενικού του εκπατρισμός
εκπατρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκπατρισμός
εκπατρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκπατρισμός
εκπατρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπατρίζομαι
εκπατρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκπατρισμός
εκπατριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστήκαν	=	εκπατρίζομαι
εκπατριστήκανε	=	εκπατρίζομαι
εκπατριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπατριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπατρίζομαι
εκπε	abbrev	Ευρωπαϊκό Κέντρο Πληροφοριών για Επιχειρήσεις: δίκτυο ενημέρωσης και υποστήριξης που παρέχει σε επιχειρήσεις πληροφόρηση και καθοδήγηση για ευρωπαϊκά προγράμματα, χρηματοδοτήσεις και κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης
εκπειρατισμέ	=	εκπειρατισμός
εκπειρατισμοί	=	εκπειρατισμός
εκπειρατισμού	=	εκπειρατισμός
εκπειρατισμούς	=	εκπειρατισμός
εκπειρατισμό	=	εκπειρατισμός
εκπειρατισμός	noun	κατάληψη περιουσιακών στοιχείων που δε μου ανήκουν
εκπειρατισμών	=	εκπειρατισμός
εκπεμπτικά	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικέ	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικές	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτική	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικής	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικοί	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικοτήτων	=	εκπεμπτικότητα
εκπεμπτικού	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικούς	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικό	=	εκπεμπτικός
εκπεμπτικός	adj	που μπορεί, που έχει τη δυνατότητα να εκπέμψει
εκπεμπτικότητα	noun	η αναλογία της ενέργειας που εκπέμπει μία επιφάνεια προς την ενέργεια που εκπέμπει μία ανάλογη επιφάνεια, ιδίου εμβαδού, μαύρου χρώματος
εκπεμπτικότητας	=	εκπεμπτικότητα
εκπεμπτικότητες	=	εκπεμπτικότητα
εκπεμπτικών	=	εκπεμπτικός
εκπεμπόμασταν	=	εκπέμπω
εκπεμπόμαστε	=	εκπέμπω
εκπεμπόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπεμπόμενο
εκπεμπόμενε	verb	κλητική ενικού του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπεμπόμενη
εκπεμπόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμενης	verb	γενική ενικού του εκπεμπόμενη
εκπεμπόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπεμπόμενος
εκπεμπόμουν	=	εκπέμπω
εκπεμπόμουνα	=	εκπέμπω
εκπεμπόντουσαν	=	εκπέμπω
εκπεμπόσασταν	=	εκπέμπω
εκπεμπόσαστε	=	εκπέμπω
εκπεμπόσουν	=	εκπέμπω
εκπεμπόσουνα	=	εκπέμπω
εκπεμπόταν	=	εκπέμπω
εκπεμπότανε	=	εκπέμπω
εκπεμφθήκαμε	=	εκπέμπω
εκπεμφθήκαν	=	εκπέμπω
εκπεμφθήκανε	=	εκπέμπω
εκπεμφθήκατε	=	εκπέμπω
εκπεμφθεί	=	εκπέμπω
εκπεμφθείς	=	εκπέμπω
εκπεμφθείτε	=	εκπέμπω
εκπεμφθούμε	=	εκπέμπω
εκπεμφθούν	=	εκπέμπω
εκπεμφθούνε	=	εκπέμπω
εκπεμφθώ	=	εκπέμπω
εκπεσμέ	noun	κλητική ενικού του εκπεσμός
εκπεσμένος	=	εκπίπτω
εκπεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπεσμός
εκπεσμού	noun	γενική ενικού του εκπεσμός
εκπεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκπεσμός
εκπεσμό	noun	αιτιατική ενικού του εκπεσμός
εκπεσμός	noun|formal	κατάπτωση και παρακμή (σε ηθικό κυρίως επίπεδο)
εκπεσμών	noun	γενική πληθυντικού του εκπεσμός
εκπεσουσών	=	εκπεσών
εκπεσούσα	=	εκπεσών
εκπεσούσας	=	εκπεσών
εκπεσούσες	=	εκπεσών
εκπεσούσης	=	εκπεσών
εκπεστέα	=	εκπεστέος
εκπεστέας	=	εκπεστέος
εκπεστέε	=	εκπεστέος
εκπεστέες	=	εκπεστέος
εκπεστέο	=	εκπεστέος
εκπεστέοι	=	εκπεστέος
εκπεστέος	adj	που πρέπει να εκπέσει
εκπεστέου	=	εκπεστέος
εκπεστέους	=	εκπεστέος
εκπεστέων	=	εκπεστέος
εκπεσων	=	εκπεσών
εκπεσόν	=	εκπεσών
εκπεσόντα	=	εκπεσών
εκπεσόντες	=	εκπεσών
εκπεσόντος	=	εκπεσών
εκπεσόντων	=	εκπεσών
εκπεσών	verb	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εκπεφρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπεφρασμένο
εκπεφρασμένε	verb	κλητική ενικού του εκπεφρασμένος
εκπεφρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπεφρασμένη
εκπεφρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπεφρασμένος
εκπεφρασμένης	verb	γενική ενικού του εκπεφρασμένη
εκπεφρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπεφρασμένος
εκπεφρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπεφρασμένος
εκπεφρασμένος	verb	που έχει ήδη εκφρασθεί
εκπεφρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπεφρασμένος
εκπεφρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπεφρασμένος
εκπεφρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπεφρασμένος
εκπηγάζαμε	=	εκπηγάζω
εκπηγάζαν	=	εκπηγάζω
εκπηγάζανε	=	εκπηγάζω
εκπηγάζατε	=	εκπηγάζω
εκπηγάζει	verb	γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εκπηγάζω
εκπηγάζεις	=	εκπηγάζω
εκπηγάζετε	=	εκπηγάζω
εκπηγάζοντας	=	εκπηγάζω
εκπηγάζουμε	=	εκπηγάζω
εκπηγάζουν	=	εκπηγάζω
εκπηγάζουνε	=	εκπηγάζω
εκπηγάζω	verb|formal	πηγάζω, αναβλύζω
εκπηγάσαμε	=	εκπηγάζω
εκπηγάσαν	=	εκπηγάζω
εκπηγάσανε	=	εκπηγάζω
εκπηγάσατε	=	εκπηγάζω
εκπηγάσει	=	εκπηγάζω
εκπηγάστε	=	εκπηγάζω
εκπιέζαμε	=	εκπιέζω
εκπιέζαν	=	εκπιέζω
εκπιέζανε	=	εκπιέζω
εκπιέζατε	=	εκπιέζω
εκπιέζει	=	εκπιέζω
εκπιέζεις	=	εκπιέζω
εκπιέζετε	=	εκπιέζω
εκπιέζοντας	=	εκπιέζω
εκπιέζουμε	=	εκπιέζω
εκπιέζουν	=	εκπιέζω
εκπιέζουνε	=	εκπιέζω
εκπιέζω	verb	αφαιρώ με πίεση το χυμό από καρπούς, φρούτα κ.λπ.
εκπιέσαμε	=	εκπιέζω
εκπιέσαν	=	εκπιέζω
εκπιέσανε	=	εκπιέζω
εκπιέσατε	=	εκπιέζω
εκπιέσει	=	εκπιέζω
εκπιέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπίεση
εκπιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπίεση
εκπιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπίεση
εκπιέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπίεσμα
εκπιέσματος	noun	γενική ενικού του εκπίεσμα
εκπιέστε	=	εκπιέζω
εκπιεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκπίεσμα
εκπιπτέα	=	εκπιπτέος
εκπιπτέας	=	εκπιπτέος
εκπιπτέε	=	εκπιπτέος
εκπιπτέες	=	εκπιπτέος
εκπιπτέο	=	εκπιπτέος
εκπιπτέοι	=	εκπιπτέος
εκπιπτέος	adj	που πρέπει να εκπέσει
εκπιπτέου	=	εκπιπτέος
εκπιπτέους	=	εκπιπτέος
εκπιπτέων	=	εκπιπτέος
εκπλέαμε	=	εκπλέω
εκπλέανε	=	εκπλέω
εκπλέατε	=	εκπλέω
εκπλέει	=	εκπλέω
εκπλέεις	=	εκπλέω
εκπλέετε	=	εκπλέω
εκπλέομε	=	εκπλέω
εκπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκπλέω
εκπλέουμε	=	εκπλέω
εκπλέω	verb	εξέρχομαι πλέοντας (με πλοίο ή σκάφος), από λιμάνι, όρμο, διώρυγα κ.λπ.
εκπλήγηκα	=	εκπλήσσομαι
εκπλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπληξη
εκπλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξεων	=	έκπληξη
εκπλήξεως	=	έκπληξη
εκπλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εκπλήρωνα	=	εκπληρώνω
εκπλήρωναν	=	εκπληρώνω
εκπλήρωνε	=	εκπληρώνω
εκπλήρωνες	=	εκπληρώνω
εκπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπλήρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπληρώνω
εκπλήρωσης	noun	γενική ενικού του εκπλήρωση
εκπλήσσομαι	verb	νιώθω έκπληξη επειδή δεν περίμενα ένα γεγονός, αιφνιδιάζομαι (συχνά αλλά όχι πάντα δυσάρεστα), βρίσκομαι απροετοίμαστος
εκπλήσσω	verb	προξενώ σε κάποιον έκπληξη
εκπλήττομαι	=	εκπλήσσομαι
εκπλήττω	=	εκπλήσσω
εκπλαγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλαγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εκπλειστηρίαζα	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίαζαν	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίαζε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίαζες	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηρίασμα	noun	το ποσό με το οποίο πουλήθηκε κάτι σε κάποιον πλειστηριασμό
εκπλειστηριάζαμε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζαν	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζανε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζατε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζει	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζεις	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζεσαι	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάζεστε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάζεται	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάζετε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζονται	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάζονταν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάζοντας	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζου	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάζουμε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζουν	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζουνε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάζω	verb	βγάζω κάτι σε πλειστηριασμό για να το πουλήσω
εκπλειστηριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσαν	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσανε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπλειστηρίασμα
εκπλειστηριάσματος	noun	γενική ενικού του εκπλειστηρίασμα
εκπλειστηριάσου	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάστε	=	εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριάστηκα	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάστηκαν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάστηκε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάστηκες	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριαζόμασταν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόμαστε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόμουν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόμουνα	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόντουσαν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόσασταν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόσαστε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόσουν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόσουνα	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζόταν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαζότανε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκπλειστηρίασμα
εκπλειστηριασμέ	noun	κλητική ενικού του εκπλειστηριασμός
εκπλειστηριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του εκπλειστηριασμένος
εκπλειστηριασμένος	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπλειστηριασμός
εκπλειστηριασμού	noun	γενική ενικού του εκπλειστηριασμός
εκπλειστηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκπλειστηριασμός
εκπλειστηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του εκπλειστηριασμός
εκπλειστηριασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκπλειστηριάζω
εκπλειστηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του εκπλειστηριασμός
εκπλειστηριαστές	=	εκπλειστηριαστής
εκπλειστηριαστή	=	εκπλειστηριαστής
εκπλειστηριαστήκαμε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαστήκαν	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαστήκανε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαστήκατε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαστής	noun	αυτός που εκπλειστηριάζει, που κάνει εκπλειστηριασμούς
εκπλειστηριαστεί	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαστείτε	=	εκπλειστηριάζομαι
εκπλειστηριαστών	=	εκπλειστηριαστής
εκπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύσανε	=	εκπλέω
εκπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύσομε	=	εκπλέω
εκπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπλεύστε	=	εκπλέω
εκπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εκπληκτικά	adv	κατά τρόπο που προκαλεί έκπληξη, που ξαφνιάζει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπληκτικό
εκπληκτικέ	adj	κλητική ενικού του εκπληκτικός
εκπληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπληκτική
εκπληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπληκτικός
εκπληκτικής	adj	γενική ενικού του εκπληκτική
εκπληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπληκτικός
εκπληκτικού	adj	γενική ενικού του εκπληκτικός
εκπληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπληκτικός
εκπληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκπληκτικός
εκπληκτικός	adj	που προκαλεί έκπληξη, που ξαφνιάζει
εκπληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκπληκτικός
εκπληκτικώς	adv|formal	εκπληκτικά
εκπληρωθήκαμε	=	εκπληρώνω
εκπληρωθήκαν	=	εκπληρώνω
εκπληρωθήκανε	=	εκπληρώνω
εκπληρωθήκατε	=	εκπληρώνω
εκπληρωθεί	=	εκπληρώνω
εκπληρωθείς	=	εκπληρώνω
εκπληρωθείτε	=	εκπληρώνω
εκπληρωθούμε	=	εκπληρώνω
εκπληρωθούν	=	εκπληρώνω
εκπληρωθούνε	=	εκπληρώνω
εκπληρωθώ	=	εκπληρώνω
εκπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπληρωμένο
εκπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του εκπληρωμένος
εκπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπληρωμένη
εκπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπληρωμένος
εκπληρωμένης	verb	γενική ενικού του εκπληρωμένη
εκπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπληρωμένος
εκπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπληρωμένος
εκπληρωμένος	=	εκπληρώνω
εκπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπληρωμένος
εκπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπληρωμένος
εκπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπληρωμένος
εκπληρωνόμασταν	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόμαστε	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόμουν	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόμουνα	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόντουσαν	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόσασταν	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόσαστε	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόσουν	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόσουνα	=	εκπληρώνω
εκπληρωνόταν	=	εκπληρώνω
εκπληρωνότανε	=	εκπληρώνω
εκπληρωτές	=	εκπληρωτής
εκπληρωτή	=	εκπληρωτής
εκπληρωτής	noun	κάποιος που εκπληρώνει κάτι
εκπληρωτών	=	εκπληρωτής
εκπληρώθηκα	=	εκπληρώνω
εκπληρώθηκαν	=	εκπληρώνω
εκπληρώθηκε	=	εκπληρώνω
εκπληρώθηκες	=	εκπληρώνω
εκπληρώναμε	=	εκπληρώνω
εκπληρώναν	=	εκπληρώνω
εκπληρώνανε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνατε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνει	=	εκπληρώνω
εκπληρώνεις	=	εκπληρώνω
εκπληρώνεσαι	=	εκπληρώνω
εκπληρώνεστε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνεται	=	εκπληρώνω
εκπληρώνετε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώνομε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνονται	=	εκπληρώνω
εκπληρώνονταν	=	εκπληρώνω
εκπληρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώνουμε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνουν	=	εκπληρώνω
εκπληρώνουνε	=	εκπληρώνω
εκπληρώνω	verb	πραγματοποιώ μια επιθυμία κάποιου
εκπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσαν	=	εκπληρώνω
εκπληρώσανε	=	εκπληρώνω
εκπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπλήρωση
εκπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπλήρωση
εκπληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπλήρωση
εκπληρώσομε	=	εκπληρώνω
εκπληρώσου	=	εκπληρώνω
εκπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσουνε	=	εκπληρώνω
εκπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπληρώνω
εκπλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκπλυμα
εκπλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπλυμα
εκπλύματος	noun	γενική ενικού του έκπλυμα
εκπλύνω	verb|formal	άλλη μορφή του ξεπλένω
εκπλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκπλυση
εκπλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκπλυση
εκπλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκπλυση
εκπνέαμε	=	εκπνέω
εκπνέαν	=	εκπνέω
εκπνέανε	=	εκπνέω
εκπνέατε	=	εκπνέω
εκπνέει	=	εκπνέω
εκπνέεις	=	εκπνέω
εκπνέεσαι	=	εκπνέω
εκπνέεστε	=	εκπνέω
εκπνέεται	=	εκπνέω
εκπνέετε	=	εκπνέω
εκπνέομαι	=	εκπνέω
εκπνέομε	=	εκπνέω
εκπνέονται	=	εκπνέω
εκπνέονταν	=	εκπνέω
εκπνέοντας	=	εκπνέω
εκπνέουμε	=	εκπνέω
εκπνέουν	=	εκπνέω
εκπνέουνε	=	εκπνέω
εκπνέω	verb	βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα ή αέριο που έχω εισπνεύσει
εκπνευσθώ	=	εκπνέω
εκπνευστήκαμε	=	εκπνέω
εκπνευστήκαν	=	εκπνέω
εκπνευστήκανε	=	εκπνέω
εκπνευστήκατε	=	εκπνέω
εκπνευστεί	=	εκπνέω
εκπνευστείς	=	εκπνέω
εκπνευστείτε	=	εκπνέω
εκπνευστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπνευστικό
εκπνευστικέ	adj	κλητική ενικού του εκπνευστικός
εκπνευστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπνευστική
εκπνευστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπνευστικός
εκπνευστικής	adj	γενική ενικού του εκπνευστική
εκπνευστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπνευστικός
εκπνευστικού	adj	γενική ενικού του εκπνευστικός
εκπνευστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπνευστικός
εκπνευστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκπνευστικός
εκπνευστικός	adj	που έχει σχέση με την εκπνοή ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκπνευστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκπνευστικός
εκπνευστούμε	=	εκπνέω
εκπνευστούν	=	εκπνέω
εκπνευστούνε	=	εκπνέω
εκπνευστώ	=	εκπνέω
εκπνεόμασταν	=	εκπνέω
εκπνεόμαστε	=	εκπνέω
εκπνεόμενος	=	εκπνέω
εκπνεόμουν	=	εκπνέω
εκπνεόμουνα	=	εκπνέω
εκπνεόντουσαν	=	εκπνέω
εκπνεόσασταν	=	εκπνέω
εκπνεόσαστε	=	εκπνέω
εκπνεόσουν	=	εκπνέω
εκπνεόσουνα	=	εκπνέω
εκπνεόταν	=	εκπνέω
εκπνεότανε	=	εκπνέω
εκπνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσαν	=	εκπνέω
εκπνεύσανε	=	εκπνέω
εκπνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσθηκα	=	εκπνέω
εκπνεύσομε	=	εκπνέω
εκπνεύσου	=	εκπνέω
εκπνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνεύσουνε	=	εκπνέω
εκπνεύστε	=	εκπνέω
εκπνεύστηκα	=	εκπνέω
εκπνεύστηκαν	=	εκπνέω
εκπνεύστηκε	=	εκπνέω
εκπνεύστηκες	=	εκπνέω
εκπνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εκπνοές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπνοή
εκπνοή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπνέω
εκπνοής	=	εκπνοή
εκπνοών	=	εκπνοή
εκποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποίηση	noun	επιβεβλημένη πώληση (λόγω ανάγκης ή δικαστικής απόφασης)
εκποίησης	noun	γενική ενικού του εκποίηση
εκποδών	adv	έξω από τα πόδια, μακριά από τους άλλους
εκποιήθηκα	=	εκποιούμαι
εκποιήθηκαν	=	εκποιούμαι
εκποιήθηκε	=	εκποιούμαι
εκποιήθηκες	=	εκποιούμαι
εκποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκποίηση
εκποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκποίηση
εκποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκποίηση
εκποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκποιήσιμο
εκποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του εκποιήσιμος
εκποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκποιήσιμη
εκποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκποιήσιμος
εκποιήσιμης	adj	γενική ενικού του εκποιήσιμη
εκποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκποιήσιμος
εκποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκποιήσιμος
εκποιήσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να εκποιηθεί
εκποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκποιήσιμος
εκποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκποιήσιμος
εκποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκποιήσιμος
εκποιήσου	=	εκποιούμαι
εκποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκποιώ
εκποιήτρια	noun	θηλυκό του εκποιητής
εκποιήτριας	=	εκποιήτρια
εκποιήτριες	=	εκποιήτρια
εκποιείσαι	=	εκποιούμαι
εκποιείστε	=	εκποιούμαι
εκποιείται	=	εκποιούμαι
εκποιηθήκαμε	=	εκποιούμαι
εκποιηθήκαν	=	εκποιούμαι
εκποιηθήκανε	=	εκποιούμαι
εκποιηθήκατε	=	εκποιούμαι
εκποιηθεί	=	εκποιούμαι
εκποιηθείτε	=	εκποιούμαι
εκποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκποιημένο
εκποιημένε	verb	κλητική ενικού του εκποιημένος
εκποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκποιημένη
εκποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκποιημένος
εκποιημένης	verb	γενική ενικού του εκποιημένη
εκποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του εκποιημένος
εκποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκποιημένος
εκποιημένος	=	εκποιούμαι
εκποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκποιημένος
εκποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκποιημένος
εκποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκποιημένος
εκποιητές	=	εκποιητής
εκποιητή	=	εκποιητής
εκποιητής	noun	κάποιος που (επαγγελματικά) εκποιεί
εκποιητικά	=	εκποιητικός
εκποιητικέ	=	εκποιητικός
εκποιητικές	=	εκποιητικός
εκποιητική	=	εκποιητικός
εκποιητικής	=	εκποιητικός
εκποιητικοί	=	εκποιητικός
εκποιητικού	=	εκποιητικός
εκποιητικούς	=	εκποιητικός
εκποιητικό	=	εκποιητικός
εκποιητικός	adj	που έχει σχέση με εκποίηση ή εκποιητή ή αναφέρεται σʼ αυτά
εκποιητικών	=	εκποιητικός
εκποιητριών	=	εκποιήτρια
εκποιητών	=	εκποιητής
εκποιούμαι	verb	με ξεπουλάνε, με πουλάνε όσο-όσο σε εκποίηση (για εμπορεύματα) αλλά "ποιητική αδεία" και για έμψυχα
εκποιούμασταν	=	εκποιούμαι
εκποιούμαστε	=	εκποιούμαι
εκποιούμουν	=	εκποιούμαι
εκποιούνται	=	εκποιούμαι
εκποιούνταν	=	εκποιούμαι
εκποιούσασταν	=	εκποιούμαι
εκποιούσαστε	=	εκποιούμαι
εκποιούσουν	=	εκποιούμαι
εκποιώ	verb	πωλώ αναγκαστικά κάτι που μου ανήκει λόγω ανάγκης ή μετά από δικαστική απόφαση
εκποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκποιώ
εκπολίτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολίτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολίτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολίτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπολιτίζω
εκπολιτισμέ	noun	κλητική ενικού του εκπολιτισμός
εκπολιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτισμένο
εκπολιτισμένε	verb	κλητική ενικού του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτισμένη
εκπολιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμένης	verb	γενική ενικού του εκπολιτισμένη
εκπολιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπολιτισμένος
εκπολιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτισμός
εκπολιτισμού	noun	γενική ενικού του εκπολιτισμός
εκπολιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκπολιτισμός
εκπολιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκπολιτισμός
εκπολιτισμός	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του εκπολιτίζω
εκπολιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκπολιτισμός
εκπολιτιστές	=	εκπολιτιστής
εκπολιτιστή	=	εκπολιτιστής
εκπολιτιστής	noun	που εκπολιτίζει
εκπολιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτιστικό	adv	κατά τρόπο που συντελεί στην μετάδοση του πολιτισμού
εκπολιτιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτιστική
εκπολιτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστικής	adj	γενική ενικού του εκπολιτιστική
εκπολιτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστικού	adj	γενική ενικού του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστικός	adj	που εκπολιτίζει, που συμβάλλει στον εκπολιτισμό ή τον έχει ως στόχο
εκπολιτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκπολιτιστικός
εκπολιτιστών	=	εκπολιτιστής
εκπολώσεις	=	εκπόλωση
εκπολώσεων	=	εκπόλωση
εκπομπέ	=	εκπομπός
εκπομπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπομπή
εκπομπή	noun	η παραγωγή, απελευθέρωση και διάχυση στον περιβάλλοντα χώρο σωματιδίων, ρύπων, ενέργειας, ακτινοβολίας κ.ά.
εκπομπής	=	εκπομπή
εκπομποί	=	εκπομπός
εκπομπού	=	εκπομπός
εκπομπούς	=	εκπομπός
εκπομπό	=	εκπομπός
εκπομπός	noun	στοιχείο ή διάταξη που παράγει και εκπέμπει ενέργεια, σήμα ή σωματίδια προς το περιβάλλον
εκπομπών	noun	γενική πληθυντικού του εκπομπή
εκπονήματα	=	εκπόνημα
εκπονήματος	=	εκπόνημα
εκπονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπονώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπόνηση
εκπονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπόνηση
εκπονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπόνηση
εκπονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπονημάτων	=	εκπόνημα
εκπονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπονημένο
εκπονημένε	verb	κλητική ενικού του εκπονημένος
εκπονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπονημένη
εκπονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπονημένος
εκπονημένης	verb	γενική ενικού του εκπονημένη
εκπονημένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπονημένος
εκπονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπονημένος
εκπονημένος	verb	σχεδιασμένος, μελετημένος
εκπονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπονημένος
εκπονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπονημένος
εκπονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπονημένος
εκπονούμαι	=	εκπονώ
εκπονούσα	=	εκπονώ
εκπονώ	verb	ασχολούμαι συστηματικά και με ιδιαίτερη φροντίδα με την παραγωγή (πνευματικού συνήθως) έργου
εκπορευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
εκπορευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
εκπορευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
εκπορευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
εκπορεύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκπορεύομαι
εκπορεύομαι	verb|formal	προέρχομαι, απορρέω
εκπορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπόρευση
εκπορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
εκπορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπόρευση
εκπορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπόρευση
εκπορεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
εκπορθήθηκα	=	εκπορθώ
εκπορθήθηκαν	=	εκπορθώ
εκπορθήθηκε	=	εκπορθώ
εκπορθήθηκες	=	εκπορθώ
εκπορθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήσαν	=	εκπορθώ
εκπορθήσανε	=	εκπορθώ
εκπορθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπόρθηση
εκπορθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπόρθηση
εκπορθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπόρθηση
εκπορθήσου	=	εκπορθώ
εκπορθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπορθεί	=	εκπορθώ
εκπορθείς	=	εκπορθώ
εκπορθείσαι	=	εκπορθώ
εκπορθείστε	=	εκπορθώ
εκπορθείται	=	εκπορθώ
εκπορθείτε	=	εκπορθώ
εκπορθηθήκαμε	=	εκπορθώ
εκπορθηθήκαν	=	εκπορθώ
εκπορθηθήκανε	=	εκπορθώ
εκπορθηθήκατε	=	εκπορθώ
εκπορθηθεί	=	εκπορθώ
εκπορθηθείτε	=	εκπορθώ
εκπορθημένος	=	εκπορθώ
εκπορθητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπορθητής
εκπορθητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκπορθητής
εκπορθητής	noun|formal	αυτός που εκπόρθησε, κυρίευσε οχυρωμένο τόπο
εκπορθητών	noun	γενική πληθυντικού του εκπορθητής
εκπορθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπορθώ
εκπορθούμασταν	=	εκπορθώ
εκπορθούμαστε	=	εκπορθώ
εκπορθούμε	=	εκπορθώ
εκπορθούμουν	=	εκπορθώ
εκπορθούν	=	εκπορθώ
εκπορθούνε	=	εκπορθώ
εκπορθούνται	=	εκπορθώ
εκπορθούνταν	=	εκπορθώ
εκπορθούσα	=	εκπορθώ
εκπορθούσαμε	=	εκπορθώ
εκπορθούσαν	=	εκπορθώ
εκπορθούσανε	=	εκπορθώ
εκπορθούσασταν	=	εκπορθώ
εκπορθούσαστε	=	εκπορθώ
εκπορθούσατε	=	εκπορθώ
εκπορθούσε	=	εκπορθώ
εκπορθούσες	=	εκπορθώ
εκπορθούσουν	=	εκπορθώ
εκπορθώ	verb	κυριεύω κάποιο οχυρωμένο μέρος
εκπορθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκπορθώ
εκπορνευμένα	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένε	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένες	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένη	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένης	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένο	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένοι	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνευμένου	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένους	=	εκπορνευμένος
εκπορνευμένων	=	εκπορνευμένος
εκπορνευτήκαμε	=	εκπορνεύω
εκπορνευτήκαν	=	εκπορνεύω
εκπορνευτήκανε	=	εκπορνεύω
εκπορνευτήκατε	=	εκπορνεύω
εκπορνευτεί	=	εκπορνεύω
εκπορνευτείτε	=	εκπορνεύω
εκπορνευόμασταν	=	εκπορνεύω
εκπορνευόμαστε	=	εκπορνεύω
εκπορνευόμουν	=	εκπορνεύω
εκπορνευόμουνα	=	εκπορνεύω
εκπορνευόντουσαν	=	εκπορνεύω
εκπορνευόσασταν	=	εκπορνεύω
εκπορνευόσαστε	=	εκπορνεύω
εκπορνευόσουν	=	εκπορνεύω
εκπορνευόσουνα	=	εκπορνεύω
εκπορνευόταν	=	εκπορνεύω
εκπορνευότανε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύαμε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύαν	=	εκπορνεύω
εκπορνεύανε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύατε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύει	=	εκπορνεύω
εκπορνεύεις	=	εκπορνεύω
εκπορνεύεσαι	=	εκπορνεύω
εκπορνεύεστε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύεται	=	εκπορνεύω
εκπορνεύετε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύθηκα	=	εκπορνεύω
εκπορνεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπορνεύω: ωθούμαι στην πορνεία
εκπορνεύονται	=	εκπορνεύω
εκπορνεύονταν	=	εκπορνεύω
εκπορνεύοντας	=	εκπορνεύω
εκπορνεύουμε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύουν	=	εκπορνεύω
εκπορνεύουνε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύσαν	=	εκπορνεύω
εκπορνεύσανε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπόρνευση
εκπορνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπόρνευση
εκπορνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπόρνευση
εκπορνεύσου	=	εκπορνεύω
εκπορνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπορνεύτηκα	=	εκπορνεύω
εκπορνεύτηκαν	=	εκπορνεύω
εκπορνεύτηκε	=	εκπορνεύω
εκπορνεύτηκες	=	εκπορνεύω
εκπορνεύω	verb	προωθώ κάποιον ή κάποια στην πορνεία
εκπροθέσμως	adv|formal	εκπρόθεσμα
εκπροσωπήθηκα	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπήθηκαν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπήθηκε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπήθηκες	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσαν	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπήσανε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπροσώπηση
εκπροσωπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπροσώπηση
εκπροσωπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπροσώπηση
εκπροσωπήσου	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσουνε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκπροσωπώ
εκπροσωπείς	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπείσαι	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπείστε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπείται	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπείτε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπείτο	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπεύαμε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύαν	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύανε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύατε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύει	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύεις	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύετε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύοντας	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύουμε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύουν	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύουνε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύσαμε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύσαν	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύσανε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύσατε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύσει	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπροσώπευση
εκπροσωπεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπροσώπευση
εκπροσωπεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπροσώπευση
εκπροσωπεύστε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσωπεύω	verb	εκπροσωπώ
εκπροσωπηθήκαμε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπηθήκαν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπηθήκανε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπηθήκατε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπηθεί	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπηθείς	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπηθείτε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπηθούμε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπηθούν	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπηθούνε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπηθώ	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπροσωπημένο
εκπροσωπημένε	verb	κλητική ενικού του εκπροσωπημένος
εκπροσωπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπροσωπημένη
εκπροσωπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπροσωπημένος
εκπροσωπημένης	verb	γενική ενικού του εκπροσωπημένη
εκπροσωπημένο	verb	αιτιατική ενικού του εκπροσωπημένος
εκπροσωπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπροσωπημένος
εκπροσωπημένος	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπροσωπημένος
εκπροσωπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκπροσωπημένος
εκπροσωπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπροσωπημένος
εκπροσωπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσωπούμασταν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούμαστε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούμε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούμενος	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούμουν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούμουνα	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούν	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούνε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούνται	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούνταν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούντο	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσα	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσαμε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσαν	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσανε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσασταν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούσαστε	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούσατε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσε	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσες	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπούσουν	=	εκπροσωπούμαι
εκπροσωπούσουνα	=	εκπροσωπώ
εκπροσωπώ	verb	ενεργώ για λογαριασμό κάποιου, είμαι εκπρόσωπός του
εκπροσωπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσώπει	=	εκπροσωπώ
εκπροσώπευα	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευαν	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευες	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευσα	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευσαν	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευσε	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευσες	=	εκπροσωπεύω
εκπροσώπευση	noun	η εκπροσώπηση
εκπροσώπευσης	noun	γενική ενικού του εκπροσώπευση
εκπροσώπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσώπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσώπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσώπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπροσωπώ
εκπροσώπηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπροσωπώ
εκπροσώπησης	noun	γενική ενικού του εκπροσώπηση
εκπροσώπου	=	εκπρόσωπος
εκπροσώπους	=	εκπρόσωπος
εκπροσώπων	=	εκπρόσωπος
εκπρόθεσμα	adv	μετά από τη λήξη μιας προθεσμίας
εκπρόθεσμε	adj	κλητική ενικού του εκπρόθεσμος
εκπρόθεσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπρόθεσμη
εκπρόθεσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπρόθεσμος
εκπρόθεσμης	adj	γενική ενικού του εκπρόθεσμη
εκπρόθεσμο	adj	αιτιατική ενικού του εκπρόθεσμος
εκπρόθεσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπρόθεσμος
εκπρόθεσμος	adj	αυτός που δεν έγινε εντός μιας προκαθορισμένης διορίας
εκπρόθεσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκπρόθεσμος
εκπρόθεσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπρόθεσμος
εκπρόθεσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκπρόθεσμος
εκπρόσωπε	noun	κλητική ενικού του εκπρόσωπος
εκπρόσωπο	noun	αιτιατική ενικού του εκπρόσωπος
εκπρόσωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπρόσωπος
εκπρόσωπος	noun	που εκπροσωπεί κάποιον, που ενεργεί για λογαριασμό του
εκπρόσωπου	=	εκπρόσωπος
εκπρόσωπους	=	εκπρόσωπος
εκπρόσωπων	=	εκπρόσωπος
εκπτωτικά	adv	σε μειωμένη τιμή
εκπτωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκπτωτικός
εκπτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπτωτική
εκπτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκπτωτικός
εκπτωτικής	adj	γενική ενικού του εκπτωτική
εκπτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκπτωτικός
εκπτωτικού	adj	γενική ενικού του εκπτωτικός
εκπτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκπτωτικός
εκπτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκπτωτικός
εκπτωτικός	adj	που έχει σχέση με έκπτωση αναφέρεται σ’ αυτή, αναλογεί σε έκπτωση ή δίνει το δικαίωμα έκπτωσης
εκπτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκπτωτικός
εκπτωτικώς	adv|dated	εκπτωτικά
εκπτύξεις	=	έκπτυξη
εκπτύξεων	=	έκπτυξη
εκπτύσσω	verb	ξετυλίγω
εκπτώσεις	noun	η πώληση εμπορευμάτων σε μειωμένες τιμές σε ορισμένες χρονικές περιόδους που προβλέπονται από τον νόμο
εκπτώσεων	=	έκπτωση
εκπτώσεως	=	έκπτωση
εκπυρήνιση	noun	η αφαίρεση του πυρήνα κάποιων καρπών
εκπυρήνισης	=	εκπυρήνιση
εκπυρήνωση	noun|formal	το βγάλσιμο των κουκουτσιών από ένα φρούτο
εκπυρήνωσης	=	εκπυρήνωση
εκπυρηνίσεις	=	εκπυρήνιση
εκπυρηνίσεων	=	εκπυρήνιση
εκπυρηνώσεις	=	εκπυρήνωση
εκπυρηνώσεων	=	εκπυρήνωση
εκπυρσοκροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσαν	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσανε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκπυρσοκρότηση
εκπυρσοκροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπυρσοκρότηση
εκπυρσοκροτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπυρσοκρότηση
εκπυρσοκροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτείς	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτείτε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτητές	=	εκπυρσοκροτητής
εκπυρσοκροτητή	=	εκπυρσοκροτητής
εκπυρσοκροτητής	noun	άλλη μορφή του πυροκροτητής
εκπυρσοκροτητών	=	εκπυρσοκροτητής
εκπυρσοκροτούμε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούν	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούνε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσα	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσαμε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσαν	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσανε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσατε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσε	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτούσες	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκροτώ	verb	προκαλώ ανάφλεξη παράγοντας θόρυβο
εκπυρσοκροτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκρότει	=	εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
εκπυρσοκρότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπυρσοκροτώ, η πυροδότηση του φυσιγγίου πυροβόλου όπλου
εκπυρσοκρότησης	noun	γενική ενικού του εκπυρσοκρότηση
εκπωμάτιζα	=	εκπωματίζω
εκπωμάτιζαν	=	εκπωματίζω
εκπωμάτιζε	=	εκπωματίζω
εκπωμάτιζες	=	εκπωματίζω
εκπωμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωμάτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπωματίζω
εκπωμάτισης	noun	γενική ενικού του εκπωμάτιση
εκπωματίζαμε	=	εκπωματίζω
εκπωματίζαν	=	εκπωματίζω
εκπωματίζανε	=	εκπωματίζω
εκπωματίζατε	=	εκπωματίζω
εκπωματίζει	=	εκπωματίζω
εκπωματίζεις	=	εκπωματίζω
εκπωματίζετε	=	εκπωματίζω
εκπωματίζοντας	=	εκπωματίζω
εκπωματίζουμε	=	εκπωματίζω
εκπωματίζουν	=	εκπωματίζω
εκπωματίζουνε	=	εκπωματίζω
εκπωματίζω	verb	αφαιρώ το πώμα
εκπωματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίσαν	=	εκπωματίζω
εκπωματίσανε	=	εκπωματίζω
εκπωματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκπωμάτιση
εκπωματίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκπωμάτιση
εκπωματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματίστε	=	εκπωματίζω
εκπωματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπωματίζω
εκπωματιστήρα	=	εκπωματιστήρας
εκπωματιστήρας	noun	συσκευή με την οποία γίνεται η εκπωμάτιση
εκπωματιστήρες	=	εκπωματιστήρας
εκπωματιστήρων	=	εκπωματιστήρας
εκπόλωση	noun	στιγμιαία αναστροφή της ηλεκτρικής φόρτισης της μεμβράνης ενός κυττάρου, ιδίως νευρικού ή μυϊκού
εκπόλωσης	=	εκπόλωση
εκπόνημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του εκπονώ
εκπόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπονώ
εκπόνηση	noun	η ενέργεια του εκπονώ, η επιμελής εκτέλεση πνευματικού έργου
εκπόνησης	noun	γενική ενικού του εκπόνηση
εκπόρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπορεύομαι
εκπόρευσης	noun	γενική ενικού του εκπόρευση
εκπόρθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπόρθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπόρθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπόρθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορθώ
εκπόρθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκπορθώ
εκπόρθησης	noun	γενική ενικού του εκπόρθηση
εκπόρνευα	=	εκπορνεύω
εκπόρνευαν	=	εκπορνεύω
εκπόρνευε	=	εκπορνεύω
εκπόρνευες	=	εκπορνεύω
εκπόρνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπόρνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπόρνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπόρνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπορνεύω
εκπόρνευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκπορνεύω
εκπόρνευσης	noun	γενική ενικού του εκπόρνευση
εκράν	noun	η οθόνη, αναφερόμενο είτε στην μεγάλη οθόνη, την οθόνη του κινηματογράφου , είτε στην οθόνη της τηλεόρασης
εκρέαμε	=	εκρέω
εκρέαν	=	εκρέω
εκρέανε	=	εκρέω
εκρέατε	=	εκρέω
εκρέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκρέω
εκρέεις	=	εκρέω
εκρέετε	=	εκρέω
εκρέομε	=	εκρέω
εκρέοντας	=	εκρέω
εκρέουμε	=	εκρέω
εκρέουν	=	εκρέω
εκρέουνε	=	εκρέω
εκρέω	verb	ρέω προς τα έξω
εκρέων	adj	αυτός που εκρέει
εκρήγνυμαι	verb|formal	παθαίνω έκρηξη, σκάω, συνήθως με δυνατό ήχο
εκρήγνυνται	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εκρήγνυμαι
εκρήγνυσαι	=	εκρήγνυμαι
εκρήγνυσθε	=	εκρήγνυμαι
εκρήγνυται	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εκρήγνυμαι
εκρήξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκρηξη
εκρήξεων	noun	γενική πληθυντικού του έκρηξη
εκρήξεως	noun|formal	γενική ενικού του έκρηξη
εκρήξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρήξιμο
εκρήξιμε	adj	κλητική ενικού του εκρήξιμος
εκρήξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρήξιμη
εκρήξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκρήξιμος
εκρήξιμης	adj	γενική ενικού του εκρήξιμη
εκρήξιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκρήξιμος
εκρήξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκρήξιμος
εκρήξιμος	adj	που είναι ικανός να εκραγεί
εκρήξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκρήξιμος
εκρήξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκρήξιμος
εκρήξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκρήξιμος
εκρίζωνα	=	εκριζώνω
εκρίζωναν	=	εκριζώνω
εκρίζωνε	=	εκριζώνω
εκρίζωνες	=	εκριζώνω
εκρίζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκρίζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκρίζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκρίζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκρίζωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκριζώνω
εκρίζωσης	noun	γενική ενικού του εκρίζωση
εκραγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκραγούνε	=	εκρήγνυμαι
εκραγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εκρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσαν	=	εκρέω
εκρεύσανε	=	εκρέω
εκρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσομε	=	εκρέω
εκρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρεύσουνε	=	εκρέω
εκρεύστε	=	εκρέω
εκρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εκρηγνυόμενα	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενε	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενες	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενη	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενης	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενο	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενοι	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενος	verb|archaic	μονοτονική γραφή του ἐκρηγνυόμενος, αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση έκρηξης
εκρηγνυόμενου	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενους	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμενων	=	εκρηγνυόμενος
εκρηγνυόμουν	=	εκρήγνυμαι
εκρηγνύμεθα	=	εκρήγνυμαι
εκρηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρηκτικό	adv	κατά έντονο και απότομο τρόπο
εκρηκτικέ	adj	κλητική ενικού του εκρηκτικός
εκρηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρηκτική
εκρηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκρηκτικός
εκρηκτικής	adj	γενική ενικού του εκρηκτική
εκρηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκρηκτικός
εκρηκτικοτήτων	=	εκρηκτικότητα
εκρηκτικού	adj	γενική ενικού του εκρηκτικός
εκρηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκρηκτικός
εκρηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκρηκτικός	noun	το υλικό που προκαλεί έκρηξη
εκρηκτικός	adj	που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη
εκρηκτικότητα	noun	το να είναι κάποιος εκρηκτικός, η ιδιότητα του εκρηκτικού
εκρηκτικότητας	noun	γενική ενικού του εκρηκτικότητα
εκρηκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρηκτικότητα
εκρηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκρηκτικός
εκρηξιγενές	=	εκρηξιγενής
εκρηξιγενή	=	εκρηξιγενής
εκρηξιγενής	adj	που σχηματίστηκε από υλικά που βγήκαν από το εσωτερικό της γης με εκρήξεις ηφαιστείων
εκρηξιγενείς	=	εκρηξιγενής
εκρηξιγενούς	=	εκρηξιγενής
εκρηξιγενών	=	εκρηξιγενής
εκρηχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρηχτικό
εκρηχτικέ	adj	κλητική ενικού του εκρηχτικός
εκρηχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρηχτική
εκρηχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκρηχτικός
εκρηχτικής	adj	γενική ενικού του εκρηχτική
εκρηχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκρηχτικός
εκρηχτικού	adj	γενική ενικού του εκρηχτικός
εκρηχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκρηχτικός
εκρηχτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκρηχτικός
εκρηχτικός	adj	άλλη μορφή του εκρηκτικός
εκρηχτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκρηχτικός
εκριζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκριζωμένο
εκριζωμένε	verb	κλητική ενικού του εκριζωμένος
εκριζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκριζωμένη
εκριζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκριζωμένος
εκριζωμένης	verb	γενική ενικού του εκριζωμένη
εκριζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκριζωμένος
εκριζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκριζωμένος
εκριζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκριζωμένος
εκριζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκριζωμένος
εκριζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκριζωμένος
εκριζωτές	=	εκριζωτής
εκριζωτή	=	εκριζωτής
εκριζωτής	noun	μηχάνημα για την εκρίζωση φυτών, δέντρων και καταστροφή ζιζανίων
εκριζωτών	=	εκριζωτής
εκριζώναμε	=	εκριζώνω
εκριζώναν	=	εκριζώνω
εκριζώνανε	=	εκριζώνω
εκριζώνατε	=	εκριζώνω
εκριζώνει	=	εκριζώνω
εκριζώνεις	=	εκριζώνω
εκριζώνετε	=	εκριζώνω
εκριζώνοντας	=	εκριζώνω
εκριζώνουμε	=	εκριζώνω
εκριζώνουν	=	εκριζώνω
εκριζώνουνε	=	εκριζώνω
εκριζώνω	verb	βγάζω κάτι από τη ρίζα, κυριολεκτικά αναφέρεται σε φυτό, αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά - όταν κάποιος προλαμβάνει ένα πρόβλημα, σταματώντας το από τη στιγμή που θα αρχίσει να εκδηλώνεται
εκριζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώσαν	=	εκριζώνω
εκριζώσανε	=	εκριζώνω
εκριζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρίζωση
εκριζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκρίζωση
εκριζώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκρίζωση
εκριζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκριζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκριζώνω
εκροές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκροή
εκροή	noun	η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα έξω
εκροής	=	εκροή
εκροφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκρόφηση
εκροφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκρόφηση
εκροφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκρόφηση
εκροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκροϊκό
εκροϊκέ	adj	κλητική ενικού του εκροϊκός
εκροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκροϊκή
εκροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκροϊκός
εκροϊκής	adj	γενική ενικού του εκροϊκή
εκροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκροϊκός
εκροϊκού	adj	γενική ενικού του εκροϊκός
εκροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκροϊκός
εκροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του εκροϊκός
εκροϊκός	adj	που σχετίζεται, αφορά ή περιγράφει εκροή
εκροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του εκροϊκός
εκρού	noun	ανοικτό μπεζ	adj	αυτός που έχει ανοικτό μπεζ χρώμα
εκροών	=	εκροή
εκρόφηση	noun	η απελευθέρωση μίας απορροφημένης ουσίας από μία επιφάνεια
εκρόφησης	noun	γενική ενικού του εκρόφηση
εκρύθμως	adv|formal	με έκρυθμο τρόπο
εκσεδ	abbrev	συντονιστικός μηχανισμός του Λιμενικού Σώματος της Ελλάδας υπεύθυνος για την πραγματοποίηση επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης στη θάλασσα
εκσεσημασμένα	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένε	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένες	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένη	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένης	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένο	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένοι	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένος	adj|archaic	που εμφανίζεται σε υπερβολικό, έντονο και σαφώς διακριτό βαθμό —ιδίως για παθολογικές καταστάσεις—, ώστε να θεωρείται ανεξέλεγκτος ή εξαιρετικά προχωρημένος
εκσεσημασμένου	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένους	=	εκσεσημασμένος
εκσεσημασμένων	=	εκσεσημασμένος
εκσκάπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάπτω	verb|formal	σκάβω το έδαφος (συνήθως με ειδικά εκσκαπτικά μηχανήματα) και αφαιρώ τα χάματα
εκσκάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσκάπτω
εκσκαπτήρα	=	εκσκαπτήρας
εκσκαπτήρας	noun|dated	άλλη μορφή του εκσκαφέας
εκσκαπτήρες	=	εκσκαπτήρας
εκσκαπτήρων	=	εκσκαπτήρας
εκσκαπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσκαπτικό
εκσκαπτικέ	adj	κλητική ενικού του εκσκαπτικός
εκσκαπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσκαπτική
εκσκαπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκσκαπτικός
εκσκαπτικής	adj	γενική ενικού του εκσκαπτική
εκσκαπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσκαπτικός
εκσκαπτικού	adj	γενική ενικού του εκσκαπτικός
εκσκαπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκσκαπτικός
εκσκαπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκσκαπτικός
εκσκαπτικός	adj	που έχει σχέση με την εκσκαφή ή συμβάλλει σ’ αυτή
εκσκαπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκσκαπτικός
εκσκαφέα	=	εκσκαφέας
εκσκαφέας	noun	το μηχάνημα που χρησιμοποιείται σε χωματουργικές εργασίες, το οποίο σκάβει και αδειάζει το χώμα σε μεταφορικό μέσο
εκσκαφές	=	εκσκαφή
εκσκαφέων	=	εκσκαφέας
εκσκαφέως	=	εκσκαφέας
εκσκαφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκσκάπτω, το σκάψιμο του εδάφους (συνήθως με ειδικά εκσκαπτικά μηχανήματα) και η αφαίρεση των χωμάτων
εκσκαφής	=	εκσκαφή
εκσκαφείς	=	εκσκαφέας
εκσκαφών	=	εκσκαφή
εκσλάβιζα	=	εκσλαβίζω
εκσλάβιζαν	=	εκσλαβίζω
εκσλάβιζε	=	εκσλαβίζω
εκσλάβιζες	=	εκσλαβίζω
εκσλάβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλάβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλάβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλάβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίζαμε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζαν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζανε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζατε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζει	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζεις	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζεσαι	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζεστε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζεται	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζετε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίζονται	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζονταν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζοντας	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζου	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζουμε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζουν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζουνε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίζω	verb	επιδρώ σε κάποιον (με ήπια ή βίαια μέσα) και τον μετατρέπω σε Σλάβο ως προς τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τις συνήθειες κ.ά.
εκσλαβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίσαν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίσανε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίσου	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβίστε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίστηκα	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίστηκαν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίστηκε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίστηκες	=	εκσλαβίζω
εκσλαβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσλαβίζω
εκσλαβιζόμασταν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόμαστε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόμουν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόμουνα	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόντουσαν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόσασταν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόσαστε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόσουν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόσουνα	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζόταν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιζότανε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβισμέ	noun	κλητική ενικού του εκσλαβισμός
εκσλαβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσλαβισμένο
εκσλαβισμένε	verb	κλητική ενικού του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσλαβισμένη
εκσλαβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμένης	verb	γενική ενικού του εκσλαβισμένη
εκσλαβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμένος	=	εκσλαβίζω
εκσλαβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκσλαβισμένος
εκσλαβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσλαβισμός
εκσλαβισμού	noun	γενική ενικού του εκσλαβισμός
εκσλαβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκσλαβισμός
εκσλαβισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκσλαβισμός
εκσλαβισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εκσλαβίζω
εκσλαβισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκσλαβισμός
εκσλαβιστήκαμε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιστήκαν	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιστήκανε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιστήκατε	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιστεί	=	εκσλαβίζω
εκσλαβιστείτε	=	εκσλαβίζω
εκσλαυισμέ	=	εκσλαυισμός
εκσλαυισμοί	=	εκσλαυισμός
εκσλαυισμού	=	εκσλαυισμός
εκσλαυισμούς	=	εκσλαυισμός
εκσλαυισμό	=	εκσλαυισμός
εκσλαυισμός	noun	παρωχημένη γραφή του εκσλαβισμός
εκσλαυισμών	=	εκσλαυισμός
εκσπερμάτιζα	=	εκσπερματίζω
εκσπερμάτιζαν	=	εκσπερματίζω
εκσπερμάτιζε	=	εκσπερματίζω
εκσπερμάτιζες	=	εκσπερματίζω
εκσπερμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερμάτιση	noun	η έκκριση σπέρματος από την ουρήθρα του ανδρικού πέους κατά τον οργασμό
εκσπερμάτισης	noun	γενική ενικού του εκσπερμάτιση
εκσπερμάτισμα	noun	το αποτέλεσμα του εκσπερματίζω
εκσπερμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερμάτωση	noun	συνώνυμο του εκσπερμάτιση
εκσπερμάτωσης	=	εκσπερμάτωση
εκσπερματίζαμε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζαν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζανε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζατε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζει	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζεις	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζεσαι	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζεστε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζεται	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζετε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζομαι	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζομε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζονται	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζονταν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζοντας	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζουμε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζουν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζουνε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίζω	verb	βγάζω σπερματικό υγρό και σπερματοζωάρια
εκσπερματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίσαν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίσανε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσπερμάτιση
εκσπερματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκσπερμάτιση
εκσπερματίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκσπερμάτιση
εκσπερματίσματα	=	εκσπερμάτισμα
εκσπερματίσματος	=	εκσπερμάτισμα
εκσπερματίσομε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίσου	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίσουνε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματίστηκα	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίστηκαν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίστηκε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίστηκες	=	εκσπερματίζω
εκσπερματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματίζω
εκσπερματιζόμασταν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόμαστε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόμουν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόμουνα	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόντουσαν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόσασταν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόσαστε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόσουν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόσουνα	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζόταν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιζότανε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματισμάτων	=	εκσπερμάτισμα
εκσπερματισμέ	noun	κλητική ενικού του εκσπερματισμός
εκσπερματισμένος	=	εκσπερματίζω
εκσπερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσπερματισμός
εκσπερματισμού	noun	γενική ενικού του εκσπερματισμός
εκσπερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκσπερματισμός
εκσπερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκσπερματισμός
εκσπερματισμός	noun	εκσπερμάτιση
εκσπερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκσπερματισμός
εκσπερματιστήκαμε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστήκαν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστήκανε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστήκατε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστεί	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστείς	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστείτε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστούμε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστούν	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστούνε	=	εκσπερματίζω
εκσπερματιστώ	=	εκσπερματίζω
εκσπερματώνω	verb	άλλη μορφή του εκσπερματίζω
εκσπερματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσπερμάτωση
εκσπερματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώσεων	=	εκσπερμάτωση
εκσπερματώσεως	=	εκσπερμάτωση
εκσπερματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπερματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσπερματώνω
εκσπλαχνισμέ	noun	κλητική ενικού του εκσπλαχνισμός
εκσπλαχνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσπλαχνισμός
εκσπλαχνισμού	noun	γενική ενικού του εκσπλαχνισμός
εκσπλαχνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκσπλαχνισμός
εκσπλαχνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκσπλαχνισμός
εκσπλαχνισμός	noun	μαχαιριά στην κοιλιακή χώρα
εκσπλαχνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκσπλαχνισμός
εκσπρέσο	noun	γλώσσα τεχνητή, απορρέει από την ιντερλίνγκουα
εκσπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκσπώ
εκστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκσταση
εκστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκσταση
εκστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκσταση
εκστασίαζα	=	εκστασιάζω
εκστασίαζαν	=	εκστασιάζω
εκστασίαζε	=	εκστασιάζω
εκστασίαζες	=	εκστασιάζω
εκστασίασα	=	εκστασιάζω
εκστασίασαν	=	εκστασιάζω
εκστασίασε	=	εκστασιάζω
εκστασίασες	=	εκστασιάζω
εκστασιάζαμε	=	εκστασιάζω
εκστασιάζαν	=	εκστασιάζω
εκστασιάζανε	=	εκστασιάζω
εκστασιάζατε	=	εκστασιάζω
εκστασιάζει	=	εκστασιάζω
εκστασιάζεις	=	εκστασιάζω
εκστασιάζετε	=	εκστασιάζω
εκστασιάζομαι	verb	μένω έκπληκτος από κάτι, κυριεύομαι από απέραντο θαυμασμό, θαμπώνομαι
εκστασιάζοντας	=	εκστασιάζω
εκστασιάζουμε	=	εκστασιάζω
εκστασιάζουν	=	εκστασιάζω
εκστασιάζουνε	=	εκστασιάζω
εκστασιάζω	verb	προκαλώ ή δημιουργώ έκσταση, εκστασιασμό
εκστασιάσαμε	=	εκστασιάζω
εκστασιάσαν	=	εκστασιάζω
εκστασιάσανε	=	εκστασιάζω
εκστασιάσατε	=	εκστασιάζω
εκστασιάσει	=	εκστασιάζω
εκστασιάστε	=	εκστασιάζω
εκστασιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιασμέ	noun	κλητική ενικού του εκστασιασμός
εκστασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστασιασμένο
εκστασιασμένε	verb	κλητική ενικού του εκστασιασμένος
εκστασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστασιασμένη
εκστασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκστασιασμένος
εκστασιασμένης	verb	γενική ενικού του εκστασιασμένη
εκστασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκστασιασμένος
εκστασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκστασιασμένος
εκστασιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκστασιάζω: που έχει περιέλθει σε κατάσταση έκστασης, συνήθως από θαυμασμό για κάτι πολύ ωραίο που είδε ή άκουσε
εκστασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκστασιασμένος
εκστασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκστασιασμένος
εκστασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκστασιασμένος
εκστασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκστασιασμός
εκστασιασμού	noun	γενική ενικού του εκστασιασμός
εκστασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκστασιασμός
εκστασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εκστασιασμός
εκστασιασμός	noun	το να εκστασιάζεται κάποιος
εκστασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εκστασιασμός
εκστασιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστασιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστασιάζομαι
εκστατευομένος	=	εκστρατεύω
εκστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστατικό	adv	με τρόπο εκστατικό, σε κατάσταση έκστασης
εκστατικέ	adj	κλητική ενικού του εκστατικός
εκστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστατική
εκστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκστατικός
εκστατικής	adj	γενική ενικού του εκστατική
εκστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκστατικός
εκστατικού	adj	γενική ενικού του εκστατικός
εκστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκστατικός
εκστατικό	adj	αιτιατική ενικού του εκστατικός
εκστατικός	adj	που βρίσκεται σε έκσταση
εκστατικών	adj	γενική πληθυντικού του εκστατικός
εκστομίζαμε	=	εκστομίζω
εκστομίζαν	=	εκστομίζω
εκστομίζανε	=	εκστομίζω
εκστομίζατε	=	εκστομίζω
εκστομίζει	=	εκστομίζω
εκστομίζεις	=	εκστομίζω
εκστομίζεσαι	=	εκστομίζω
εκστομίζεστε	=	εκστομίζω
εκστομίζεται	=	εκστομίζω
εκστομίζετε	=	εκστομίζω
εκστομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκστομίζω
εκστομίζονται	=	εκστομίζω
εκστομίζονταν	=	εκστομίζω
εκστομίζοντας	=	εκστομίζω
εκστομίζουμε	=	εκστομίζω
εκστομίζουν	=	εκστομίζω
εκστομίζουνε	=	εκστομίζω
εκστομίζω	verb|formal	ξεστομίζω
εκστομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίσαν	=	εκστομίζω
εκστομίσανε	=	εκστομίζω
εκστομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστόμιση
εκστομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκστόμιση
εκστομίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκστόμιση
εκστομίσου	=	εκστομίζω
εκστομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομίστηκα	=	εκστομίζω
εκστομίστηκαν	=	εκστομίζω
εκστομίστηκε	=	εκστομίζω
εκστομίστηκες	=	εκστομίζω
εκστομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστομιζόμασταν	=	εκστομίζω
εκστομιζόμαστε	=	εκστομίζω
εκστομιζόμουν	=	εκστομίζω
εκστομιζόμουνα	=	εκστομίζω
εκστομιζόντουσαν	=	εκστομίζω
εκστομιζόσασταν	=	εκστομίζω
εκστομιζόσαστε	=	εκστομίζω
εκστομιζόσουν	=	εκστομίζω
εκστομιζόσουνα	=	εκστομίζω
εκστομιζόταν	=	εκστομίζω
εκστομιζότανε	=	εκστομίζω
εκστομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστομισμένο
εκστομισμένε	verb	κλητική ενικού του εκστομισμένος
εκστομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστομισμένη
εκστομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκστομισμένος
εκστομισμένης	verb	γενική ενικού του εκστομισμένη
εκστομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκστομισμένος
εκστομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκστομισμένος
εκστομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκστομίζω
εκστομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκστομισμένος
εκστομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκστομισμένος
εκστομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκστομισμένος
εκστομιστήκαμε	=	εκστομίζω
εκστομιστήκαν	=	εκστομίζω
εκστομιστήκανε	=	εκστομίζω
εκστομιστήκατε	=	εκστομίζω
εκστομιστεί	=	εκστομίζω
εκστομιστείτε	=	εκστομίζω
εκστράτευα	=	εκστρατεύω
εκστράτευαν	=	εκστρατεύω
εκστράτευε	=	εκστρατεύω
εκστράτευες	=	εκστρατεύω
εκστράτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστράτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστράτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστράτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεία	noun	η προετοιμασία και η έξοδος στρατού από μια χώρα, με σκοπό τον πόλεμο εναντίον άλλου στρατού
εκστρατείας	noun	γενική ενικού του εκστρατεία
εκστρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστρατεία
εκστρατειές	=	εκστρατεία
εκστρατειών	noun	γενική πληθυντικού του εκστρατεία
εκστρατευστήκαμε	=	εκστρατεύω
εκστρατευστήκαν	=	εκστρατεύω
εκστρατευστήκανε	=	εκστρατεύω
εκστρατευστήκατε	=	εκστρατεύω
εκστρατευστεί	=	εκστρατεύω
εκστρατευστείς	=	εκστρατεύω
εκστρατευστείτε	=	εκστρατεύω
εκστρατευστούμε	=	εκστρατεύω
εκστρατευστούν	=	εκστρατεύω
εκστρατευστούνε	=	εκστρατεύω
εκστρατευστώ	=	εκστρατεύω
εκστρατευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστρατευτικό
εκστρατευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκστρατευτικός
εκστρατευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκστρατευτική
εκστρατευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκστρατευτικός
εκστρατευτικής	adj	γενική ενικού του εκστρατευτική
εκστρατευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκστρατευτικός
εκστρατευτικού	adj	γενική ενικού του εκστρατευτικός
εκστρατευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκστρατευτικός
εκστρατευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκστρατευτικός
εκστρατευτικός	adj	που έχει σχέση με την εκστρατεία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει συσταθεί μ’ αυτόν τον σκοπό
εκστρατευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκστρατευτικός
εκστρατεύαμε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύαν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύανε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύατε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύει	=	εκστρατεύω
εκστρατεύεις	=	εκστρατεύω
εκστρατεύεσαι	=	εκστρατεύω
εκστρατεύεστε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύεται	=	εκστρατεύω
εκστρατεύετε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύομαι	=	εκστρατεύω
εκστρατεύομε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύονται	=	εκστρατεύω
εκστρατεύονταν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύουμε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύουν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύουνε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσαν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσανε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσομε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσου	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύσουνε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύστε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύστηκα	=	εκστρατεύω
εκστρατεύστηκαν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύστηκε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύστηκες	=	εκστρατεύω
εκστρατεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκστρατεύω
εκστρατεύω	verb	κάνω εκστρατεία
εκστρατεύόμασταν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόμαστε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόμουν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόμουνα	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόντουσαν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόσασταν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόσαστε	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόσουν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόσουνα	=	εκστρατεύω
εκστρατεύόταν	=	εκστρατεύω
εκστρατεύότανε	=	εκστρατεύω
εκστόμιζα	=	εκστομίζω
εκστόμιζαν	=	εκστομίζω
εκστόμιζε	=	εκστομίζω
εκστόμιζες	=	εκστομίζω
εκστόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκστομίζω
εκστόμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκστομίζω
εκστόμισης	noun	γενική ενικού του εκστόμιση
εκσυγχρονίζαμε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζαν	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζανε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζατε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζει	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζεις	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζετε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζομαι	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζοντας	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζουμε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζουν	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζουνε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίζω	verb	προσαρμόζω κάτι (μετά από μεταρρυθμίσεις) στο σύγχρονο τρόπο ή συνθήκες
εκσυγχρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσαν	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσανε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίστε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονίστρια	=	εκσυγχρονιστής
εκσυγχρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονισμέ	noun	κλητική ενικού του εκσυγχρονισμός
εκσυγχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονισμένο
εκσυγχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονισμένη
εκσυγχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμένης	verb	γενική ενικού του εκσυγχρονισμένη
εκσυγχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκσυγχρονισμένος
εκσυγχρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονισμός
εκσυγχρονισμού	noun	γενική ενικού του εκσυγχρονισμός
εκσυγχρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκσυγχρονισμός
εκσυγχρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκσυγχρονισμός
εκσυγχρονισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκσυγχρονίζω
εκσυγχρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκσυγχρονισμός
εκσυγχρονιστές	=	εκσυγχρονιστής
εκσυγχρονιστή	=	εκσυγχρονιστής
εκσυγχρονιστής	noun|formal	άτομο που είναι υπέρμαχος εκσυγχρονιστικών αντιλήψεων	adj	ταυτόσημο με το εκσυγχρονιστής
εκσυγχρονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονιστικό
εκσυγχρονιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονιστική
εκσυγχρονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστικής	adj	γενική ενικού του εκσυγχρονιστική
εκσυγχρονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστικού	adj	γενική ενικού του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστικός	adj	που έχει σχέση με εκσυγχρονισμό ή συμβάλλει σ’ αυτόν
εκσυγχρονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκσυγχρονιστικός
εκσυγχρονιστών	=	εκσυγχρονιστής
εκσυγχρόνιζα	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνιζαν	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνιζε	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνιζες	=	εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσυγχρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσυγχρονίζω
εκσφαλμάτωνα	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωναν	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωνε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωνες	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωσα	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωσαν	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωσε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωσες	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλμάτωση	noun	άλλη μορφή του αποσφαλμάτωση
εκσφαλμάτωσης	noun	γενική ενικού του εκσφαλμάτωση
εκσφαλματώναμε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώναν	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνανε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνατε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνει	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνεις	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνετε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνοντας	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνουμε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνουν	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνουνε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώνω	verb	άλλη μορφή του αποσφαλματώνω
εκσφαλματώσαμε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώσαν	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώσανε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώσατε	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώσει	=	εκσφαλματώνω
εκσφαλματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσφαλμάτωση
εκσφαλματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκσφαλμάτωση
εκσφαλματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκσφαλμάτωση
εκσφαλματώστε	=	εκσφαλματώνω
εκσφενδονίζαμε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζαν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζανε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζατε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζει	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζεις	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζεσαι	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζεστε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζεται	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζετε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζονται	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζονταν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζοντας	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζουμε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζουν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζουνε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίζω	verb	ρίχνω μακριά και με ορμή (σαν να ρίχνω με μια σφεντόνα)
εκσφενδονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσαν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσανε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσφενδόνιση
εκσφενδονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκσφενδόνιση
εκσφενδονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκσφενδόνιση
εκσφενδονίσου	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονίστηκα	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίστηκαν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίστηκε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίστηκες	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόμασταν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόμαστε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόμουν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόμουνα	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόντουσαν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόσασταν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόσαστε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόσουν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόσουνα	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζόταν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιζότανε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονισμέ	noun	κλητική ενικού του εκσφενδονισμός
εκσφενδονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσφενδονισμένο
εκσφενδονισμένε	verb	κλητική ενικού του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκσφενδονισμένη
εκσφενδονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμένης	verb	γενική ενικού του εκσφενδονισμένη
εκσφενδονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμένος	verb	τιναγμένος απότομα και δυνατά
εκσφενδονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκσφενδονισμένος
εκσφενδονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκσφενδονισμός
εκσφενδονισμού	noun	γενική ενικού του εκσφενδονισμός
εκσφενδονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκσφενδονισμός
εκσφενδονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκσφενδονισμός
εκσφενδονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκσφενδονίζω
εκσφενδονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκσφενδονισμός
εκσφενδονιστήκαμε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιστήκαν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιστήκανε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιστήκατε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιστεί	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδονιστείτε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδόνιζα	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδόνιζαν	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδόνιζε	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδόνιζες	=	εκσφενδονίζω
εκσφενδόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκσφενδονίζω
εκσφενδόνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκσφενδονίζω
εκσφενδόνισης	noun	γενική ενικού του εκσφενδόνιση
εκτ	abbrev	Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης: ελληνικός φορέας συσσώρευσης και τεκμηρίωσης περιεχομένου
εκτάδην	adv|formal	σε κατάκλιση, σε ξαπλωτή στάση, ξάπλα
εκτάθηκα	=	εκτείνω
εκτάθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του εκτείνω
εκτάκτου	adj|formal	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του έκτακτος
εκτάκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του έκτακτος
εκτάκτως	adv|formal	χωρίς προηγούμενο προγραμματισμό, απρόσμενα
εκτάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκταξη
εκτάξεων	noun	γενική πληθυντικού του έκταξη
εκτάξεως	noun|formal	γενική ενικού του έκταξη
εκτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτάριο
εκτάριο	noun	των επιφανειών, ίση με 10 στρέμματα (10 000 τετραγωνικά μέτρα)
εκτάριου	noun	γενική ενικού του εκτάριο
εκτάριων	noun	γενική πληθυντικού του εκτάριο
εκτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκταση
εκτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκταση
εκτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκταση
εκτέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτέλει	=	εκτελώ
εκτέλεσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του εκτελώ
εκτέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτέλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτέλεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτελώ
εκτέλεσης	noun	γενική ενικού του εκτέλεση
εκτίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκθέτω
εκτίθενται	=	εκθέτω
εκτίθεσαι	=	εκθέτω
εκτίθεσθε	=	εκθέτω
εκτίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκτίθεμαι
εκτίμα	=	εκτιμώ
εκτίμαγα	=	εκτιμώ
εκτίμαγαν	=	εκτιμώ
εκτίμαγε	=	εκτιμώ
εκτίμαγες	=	εκτιμώ
εκτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτίμηση	noun	ο υπολογισμός αξίας ή τιμής ενός αντικειμένου
εκτίμησης	noun	εκτίμηση, στη γενική του ενικού
εκτίναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτίναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτίναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτίναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτίναξη	noun	σφοδρή εκτόξευση-εκσφενδόνιση
εκτίναξης	=	εκτίναξη
εκτίνασσα	=	εκτινάσσω
εκτίνασσαν	=	εκτινάσσω
εκτίνασσε	=	εκτινάσσω
εκτίνασσες	=	εκτινάσσω
εκτίνω	verb	λόγιο, νομικός όρος άλλη μορφή του εκτίω
εκτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτιση
εκτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίσεων	=	έκτιση
εκτίσθη	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του κτίζω
εκτίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτίσιμο
εκτίσιμε	adj	κλητική ενικού του εκτίσιμος
εκτίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτίσιμη
εκτίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτίσιμος
εκτίσιμης	adj	γενική ενικού του εκτίσιμη
εκτίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκτίσιμος
εκτίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτίσιμος
εκτίσιμος	adj|formal	που μπορεί ή αξίζει να εκτιθεί
εκτίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτίσιμος
εκτίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτίσιμος
εκτίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτίσιμος
εκτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εκτίω	=	εκτίνω
εκτακτοσυστολές	=	εκτακτοσυστολή
εκτακτοσυστολή	noun	παθολογική έκτακτη συστολή κάποιας καρδιακής κοιλότητας
εκτακτοσυστολής	=	εκτακτοσυστολή
εκτακτοσυστολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτακτοσυστολικό
εκτακτοσυστολικέ	adj	κλητική ενικού του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτακτοσυστολική
εκτακτοσυστολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολικής	adj	γενική ενικού του εκτακτοσυστολική
εκτακτοσυστολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολικού	adj	γενική ενικού του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολικός	adj	που έχει σχέση με την εκτακτοσυστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκτακτοσυστολικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτακτοσυστολικός
εκτακτοσυστολών	=	εκτακτοσυστολή
εκταμίευα	=	εκταμιεύω
εκταμίευαν	=	εκταμιεύω
εκταμίευε	=	εκταμιεύω
εκταμίευες	=	εκταμιεύω
εκταμίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκταμιεύω
εκταμίευσης	noun	γενική ενικού του εκταμίευση
εκταμιευθήκαμε	=	εκταμιεύω
εκταμιευθήκαν	=	εκταμιεύω
εκταμιευθήκανε	=	εκταμιεύω
εκταμιευθήκατε	=	εκταμιεύω
εκταμιευθεί	=	εκταμιεύω
εκταμιευθείς	=	εκταμιεύω
εκταμιευθείτε	=	εκταμιεύω
εκταμιευθούμε	=	εκταμιεύω
εκταμιευθούν	=	εκταμιεύω
εκταμιευθούνε	=	εκταμιεύω
εκταμιευθώ	=	εκταμιεύω
εκταμιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκταμιευμένο
εκταμιευμένε	verb	κλητική ενικού του εκταμιευμένος
εκταμιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκταμιευμένη
εκταμιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκταμιευμένος
εκταμιευμένης	verb	γενική ενικού του εκταμιευμένη
εκταμιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκταμιευμένος
εκταμιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκταμιευμένος
εκταμιευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εκταμιεύω
εκταμιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκταμιευμένος
εκταμιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκταμιευμένος
εκταμιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκταμιευμένος
εκταμιευτήκαμε	=	εκταμιεύω
εκταμιευτήκαν	=	εκταμιεύω
εκταμιευτήκανε	=	εκταμιεύω
εκταμιευτήκατε	=	εκταμιεύω
εκταμιευτεί	=	εκταμιεύω
εκταμιευτείς	=	εκταμιεύω
εκταμιευτείτε	=	εκταμιεύω
εκταμιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκταμιευτικό
εκταμιευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκταμιευτικός
εκταμιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκταμιευτική
εκταμιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκταμιευτικός
εκταμιευτικής	adj	γενική ενικού του εκταμιευτική
εκταμιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκταμιευτικός
εκταμιευτικού	adj	γενική ενικού του εκταμιευτικός
εκταμιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκταμιευτικός
εκταμιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκταμιευτικός
εκταμιευτικός	adj	που έχει σχέση με την εκταμίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκταμιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκταμιευτικός
εκταμιευτούμε	=	εκταμιεύω
εκταμιευτούν	=	εκταμιεύω
εκταμιευτούνε	=	εκταμιεύω
εκταμιευτώ	=	εκταμιεύω
εκταμιευόμασταν	=	εκταμιεύω
εκταμιευόμαστε	=	εκταμιεύω
εκταμιευόμουν	=	εκταμιεύω
εκταμιευόμουνα	=	εκταμιεύω
εκταμιευόντουσαν	=	εκταμιεύω
εκταμιευόσασταν	=	εκταμιεύω
εκταμιευόσαστε	=	εκταμιεύω
εκταμιευόσουν	=	εκταμιεύω
εκταμιευόσουνα	=	εκταμιεύω
εκταμιευόταν	=	εκταμιεύω
εκταμιευότανε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύαμε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύαν	=	εκταμιεύω
εκταμιεύανε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύατε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύει	=	εκταμιεύω
εκταμιεύεις	=	εκταμιεύω
εκταμιεύεσαι	=	εκταμιεύω
εκταμιεύεστε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύεται	=	εκταμιεύω
εκταμιεύετε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύθηκα	=	εκταμιεύω
εκταμιεύθηκαν	=	εκταμιεύω
εκταμιεύθηκε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύθηκες	=	εκταμιεύω
εκταμιεύομαι	=	εκταμιεύω
εκταμιεύομε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύονται	=	εκταμιεύω
εκταμιεύονταν	=	εκταμιεύω
εκταμιεύοντας	=	εκταμιεύω
εκταμιεύουμε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύουν	=	εκταμιεύω
εκταμιεύουνε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσαν	=	εκταμιεύω
εκταμιεύσανε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκταμίευση
εκταμιεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκταμίευση
εκταμιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκταμίευση
εκταμιεύσομε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύσου	=	εκταμιεύω
εκταμιεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσουνε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκταμιεύω
εκταμιεύτηκα	=	εκταμιεύω
εκταμιεύτηκαν	=	εκταμιεύω
εκταμιεύτηκε	=	εκταμιεύω
εκταμιεύτηκες	=	εκταμιεύω
εκταμιεύω	verb	κάνω ανάληψη χρημάτων ή αναλαμβάνω χρήματα από κάποιον πιστωτικό λογαριασμό
εκταρίου	noun	γενική ενικού του εκτάριο
εκταρίων	noun	γενική πληθυντικού του εκτάριο
εκτατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτατό	adv	με εκτατό τρόπο
εκτατέ	adj	κλητική ενικού του εκτατός
εκτατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτατή
εκτατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτατός
εκτατήρα	=	εκτατήρας
εκτατήρας	adj	που προκαλεί την έκταση
εκτατήρες	=	εκτατήρας
εκτατήρων	=	εκτατήρας
εκτατής	adj	γενική ενικού του εκτατή
εκτατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εκτατικός	adv	με εκτατικό τρόπο
εκτατικέ	adj	κλητική ενικού του εκτατικός
εκτατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτατική
εκτατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτατικός
εκτατικής	adj	γενική ενικού του εκτατική
εκτατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτατικός
εκτατικοτήτων	=	εκτατικότητα
εκτατικού	adj	γενική ενικού του εκτατικός
εκτατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτατικός
εκτατικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτατικός
εκτατικός	adj	που έχει την ικανότητα ή την ιδιότητα να εκτείνει
εκτατικότητα	noun	η ιδιότητα του εκτατικού
εκτατικότητας	=	εκτατικότητα
εκτατικότητες	=	εκτατικότητα
εκτατικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτατικός
εκτατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτατός
εκτατοτήτων	=	εκτατότητα
εκτατού	adj	γενική ενικού του εκτατός
εκτατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτατός
εκτατό	adj	αιτιατική ενικού του εκτατός
εκτατός	adj	που μπορεί να εκταθεί προς μία ή περισσότερες διαστάσεις του χώρου
εκτατότητα	noun	η ιδιότητα του εκτατού
εκτατότητας	=	εκτατότητα
εκτατότητες	=	εκτατότητα
εκτατών	adj	γενική πληθυντικού του εκτατός
εκταφές	=	εκταφή
εκταφή	noun	το ξεθάψιμο νεκρού από τον τάφο
εκταφής	=	εκταφή
εκταφών	=	εκταφή
εκτείνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκτείνω
εκτείνονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εκτείνομαι
εκτείνω	verb	απλώνω, εξαπλώνω, επεκτείνω
εκτεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθήκαν	=	εκθέτω
εκτεθήκανε	=	εκθέτω
εκτεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτεθειμένο
εκτεθειμένε	verb	κλητική ενικού του εκτεθειμένος
εκτεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτεθειμένη
εκτεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτεθειμένος
εκτεθειμένης	verb	γενική ενικού του εκτεθειμένη
εκτεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτεθειμένος
εκτεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτεθειμένος
εκτεθειμένος	verb	απροστάτευτος, απροφύλακτος, ακάλυπτος
εκτεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτεθειμένος
εκτεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτεθειμένος
εκτεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτεθειμένος
εκτεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεθούνε	=	εκθέτω
εκτεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτίθεμαι
εκτεινόμενα	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενε	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενες	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτεινόμενος
εκτεινόμενης	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενο	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτεινόμενος
εκτεινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκτείνω
εκτεινόμενου	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενους	=	εκτεινόμενος
εκτεινόμενων	=	εκτεινόμενος
εκτελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέσαν	=	εκτελώ
εκτελέσανε	=	εκτελώ
εκτελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτέλεση
εκτελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτέλεση
εκτελέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτέλεση
εκτελέσθηκα	=	εκτελώ
εκτελέσθηκε	=	εκτελώ
εκτελέσθηκες	=	εκτελώ
εκτελέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελέσιμο
εκτελέσιμε	adj	κλητική ενικού του εκτελέσιμος
εκτελέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελέσιμη
εκτελέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτελέσιμος
εκτελέσιμης	adj	γενική ενικού του εκτελέσιμη
εκτελέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εκτελέσιμος
εκτελέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελέσιμος
εκτελέσιμος	adj	που είναι δυνατόν να εκτελεστεί
εκτελέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτελέσιμος
εκτελέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτελέσιμος
εκτελέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτελέσιμος
εκτελέσου	=	εκτελώ
εκτελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέσουνε	=	εκτελώ
εκτελέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελέστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του εκτελώ
εκτελέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελέστρια	=	εκτελεστής
εκτελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελώ
εκτελεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκτελώ
εκτελείς	=	εκτελώ
εκτελείσαι	=	εκτελώ
εκτελείσθε	=	εκτελώ
εκτελείστε	=	εκτελώ
εκτελείται	=	εκτελώ
εκτελείτε	=	εκτελώ
εκτελείτο	=	εκτελώ
εκτελεσθέν	=	εκτελώ
εκτελεσθέντα	=	εκτελώ
εκτελεσθέντες	=	εκτελώ
εκτελεσθέντος	=	εκτελώ
εκτελεσθέντων	=	εκτελώ
εκτελεσθήκαμε	=	εκτελώ
εκτελεσθήκατε	=	εκτελώ
εκτελεσθεί	=	εκτελώ
εκτελεσθείς	=	εκτελώ
εκτελεσθείσα	=	εκτελώ
εκτελεσθείσας	=	εκτελώ
εκτελεσθείσες	=	εκτελώ
εκτελεσθείσης	=	εκτελώ
εκτελεσθείτε	=	εκτελώ
εκτελεσθεισών	=	εκτελώ
εκτελεσθούμε	=	εκτελώ
εκτελεσθούν	=	εκτελώ
εκτελεσθώ	=	εκτελώ
εκτελεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελεσμένο
εκτελεσμένε	verb	κλητική ενικού του εκτελεσμένος
εκτελεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελεσμένη
εκτελεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτελεσμένος
εκτελεσμένης	verb	γενική ενικού του εκτελεσμένη
εκτελεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτελεσμένος
εκτελεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελεσμένος
εκτελεσμένος	=	εκτελούμαι
εκτελεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτελεσμένος
εκτελεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτελεσμένος
εκτελεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτελεσμένος
εκτελεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελεστό	adv	με εκτελεστό τρόπο
εκτελεστέ	adj	κλητική ενικού του εκτελεστός
εκτελεστέα	=	εκτελεστέος
εκτελεστέας	=	εκτελεστέος
εκτελεστέε	=	εκτελεστέος
εκτελεστέες	=	εκτελεστέος
εκτελεστέο	=	εκτελεστέος
εκτελεστέοι	=	εκτελεστέος
εκτελεστέος	adj	που πρέπει να εκτελεστεί
εκτελεστέου	=	εκτελεστέος
εκτελεστέους	=	εκτελεστέος
εκτελεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελεστή
εκτελεστέων	=	εκτελεστέος
εκτελεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτελεστός
εκτελεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστήκαν	=	εκτελώ
εκτελεστήκανε	=	εκτελώ
εκτελεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστήρια	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριας	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριε	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριες	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριο	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριοι	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριος	adj	που σχετίζεται με την εκτέλεση μιας πράξης ή απόφασης ή την καθιστά δυνατή
εκτελεστήριου	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριους	=	εκτελεστήριος
εκτελεστήριων	=	εκτελεστήριος
εκτελεστής	noun	αυτός που σκοτώνει εν ψυχρώ	adj	γενική ενικού του εκτελεστή
εκτελεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελεστικό
εκτελεστικέ	adj	κλητική ενικού του εκτελεστικός
εκτελεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελεστική
εκτελεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτελεστικός
εκτελεστικής	adj	γενική ενικού του εκτελεστική
εκτελεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελεστικός
εκτελεστικού	adj	γενική ενικού του εκτελεστικός
εκτελεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτελεστικός
εκτελεστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτελεστικός	noun	το ένα από τα δύο σώματα (το άλλο ήταν το βουλευτικό) που συστάθηκαν με βάση τις αποφάσεις των πρώτων εθνοσυνελεύσεων και αποτελούσαν την πολιτική ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατά την επανάσταση του '21· αποτελούνταν από 5 μέλη, ασκούσε τη εκτελεστική εξουσία και διόριζε τους υπουργούς
εκτελεστικός	adj	που έχει σχέση με εκτέλεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εκτελεστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτελεστικός
εκτελεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελεστός
εκτελεστού	adj	γενική ενικού του εκτελεστός
εκτελεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστούνε	=	εκτελώ
εκτελεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτελεστός
εκτελεστό	adj	αιτιατική ενικού του εκτελεστός
εκτελεστός	adj	που μπορεί να εκτελεστεί
εκτελεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελούμαι
εκτελεστών	adj	γενική πληθυντικού του εκτελεστός
εκτελουσών	=	εκτελώ
εκτελούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκτελώ
εκτελούμασταν	=	εκτελώ
εκτελούμαστε	=	εκτελώ
εκτελούμε	=	εκτελώ
εκτελούμεθα	=	εκτελώ
εκτελούμενα	=	εκτελούμενος
εκτελούμενε	=	εκτελούμενος
εκτελούμενες	=	εκτελούμενος
εκτελούμενη	=	εκτελούμενος
εκτελούμενης	=	εκτελούμενος
εκτελούμενο	=	εκτελούμενος
εκτελούμενοι	=	εκτελούμενος
εκτελούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκτελώ: που εκτελείται
εκτελούμενου	=	εκτελούμενος
εκτελούμενους	=	εκτελούμενος
εκτελούμενων	=	εκτελούμενος
εκτελούμουν	=	εκτελώ
εκτελούμουνα	=	εκτελώ
εκτελούν	=	εκτελώ
εκτελούνε	=	εκτελώ
εκτελούντα	=	εκτελώ
εκτελούνται	=	εκτελώ
εκτελούνταν	=	εκτελώ
εκτελούντες	=	εκτελώ
εκτελούντο	=	εκτελώ
εκτελούντος	=	εκτελώ
εκτελούντων	=	εκτελώ
εκτελούσα	=	εκτελώ
εκτελούσαμε	=	εκτελώ
εκτελούσαν	=	εκτελώ
εκτελούσανε	=	εκτελώ
εκτελούσας	=	εκτελώ
εκτελούσασταν	=	εκτελώ
εκτελούσαστε	=	εκτελώ
εκτελούσατε	=	εκτελώ
εκτελούσε	=	εκτελώ
εκτελούσες	=	εκτελώ
εκτελούσης	=	εκτελώ
εκτελούσουν	=	εκτελώ
εκτελούσουνα	=	εκτελώ
εκτελωνίζαμε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζαν	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζανε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζατε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζει	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζεις	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζετε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζοντας	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζουμε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζουν	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζουνε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίζω	verb	βγάζω τα εισαγόμενα εμπορεύματα από το τελωνείο μετά από νόμιμες διατυπώσεις
εκτελωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίσαν	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίσανε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίσεων	=	εκτελώνιση
εκτελωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνίστε	=	εκτελωνίζω
εκτελωνίστρια	noun	θηλυκό του εκτελωνιστής
εκτελωνίστριας	noun	γενική ενικού του εκτελωνίστρια
εκτελωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνίστρια
εκτελωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελωνισμέ	noun	κλητική ενικού του εκτελωνισμός
εκτελωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνισμένο
εκτελωνισμένε	verb	κλητική ενικού του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνισμένη
εκτελωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμένης	verb	γενική ενικού του εκτελωνισμένη
εκτελωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμένος	verb	που έχει εκτελωνιστεί, έχουν δηλαδή συμπληρωθεί όλα τα απαραίτητα έγγραφα και έχουν πληρωθεί οι νόμιμοι δασμοί ώστε να εισαχθεί στη χώρα
εκτελωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτελωνισμένος
εκτελωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνισμός
εκτελωνισμού	noun	γενική ενικού του εκτελωνισμός
εκτελωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκτελωνισμός
εκτελωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκτελωνισμός
εκτελωνισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκτελωνίζω
εκτελωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκτελωνισμός
εκτελωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνιστής
εκτελωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκτελωνιστής
εκτελωνιστής	noun	αυτός που (κατ’ επάγγελμα) εκτελωνίζει
εκτελωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνιστικό
εκτελωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνιστική
εκτελωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστικής	adj	γενική ενικού του εκτελωνιστική
εκτελωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστικού	adj	γενική ενικού του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εκτελωνισμό ή τον εκτελωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκτελωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτελωνιστικός
εκτελωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκτελωνίστρια
εκτελωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του εκτελωνιστής
εκτελώ	verb	επιτελώ, πραγματοποιώ
εκτελών	=	εκτελώ
εκτελώνιζα	=	εκτελωνίζω
εκτελώνιζαν	=	εκτελωνίζω
εκτελώνιζε	=	εκτελωνίζω
εκτελώνιζες	=	εκτελωνίζω
εκτελώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτελωνίζω
εκτελώνιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκτελωνίζω
εκτελώνισης	=	εκτελώνιση
εκτελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκτελώ
εκτενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εκτενής
εκτενή	=	εκτενής
εκτενής	adj	που απλώνεται σε μεγάλη έκταση
εκτενείς	=	εκτενής
εκτενούς	=	εκτενής
εκτενών	adj	γενική πληθυντικού του εκτενής
εκτεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτεταμένο
εκτεταμένε	verb	κλητική ενικού του εκτεταμένος
εκτεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτεταμένη
εκτεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτεταμένος
εκτεταμένης	verb	γενική ενικού του εκτεταμένη
εκτεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτεταμένος
εκτεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτεταμένος
εκτεταμένος	verb	που έχει μεγάλη έκταση ή μεγάλη διάρκεια
εκτεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτεταμένος
εκτεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτεταμένος
εκτεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτεταμένος
εκτεχνίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτεχνικεύω, η πρόταξη της τεχνικής προσέγγισης και η πρακτική εφαρμογή της
εκτεχνίκευσης	noun	γενική ενικού του εκτεχνίκευση
εκτεχνικεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτεχνίκευση
εκτεχνικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτεχνίκευση
εκτεχνικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτεχνίκευση
εκτεχνικεύω	verb	προτάσσω ή θεωρώ σημαντική την τεχνική και την πρακτική εφαρμογή της
εκτεχνολογήσεις	=	εκτεχνολόγηση
εκτεχνολογήσεων	=	εκτεχνολόγηση
εκτεχνολόγηση	noun|formal	η εισαγωγή και χρήση τεχνολογικών στοιχείων
εκτεχνολόγησης	=	εκτεχνολόγηση
εκτημόρια	=	εκτημόριο
εκτημόριο	noun|formal	το 1/6 ενός συνόλου (με το καθένα από τα υπόλοιπα 5/6 να είναι ίσο με το πρώτο)
εκτημόριου	=	εκτημόριο
εκτημόριων	=	εκτημόριο
εκτιθέμεθα	=	εκθέτω
εκτικά	=	εκτικός
εκτικέ	=	εκτικός
εκτικές	=	εκτικός
εκτική	=	εκτικός
εκτικής	=	εκτικός
εκτικοί	=	εκτικός
εκτικού	=	εκτικός
εκτικούς	=	εκτικός
εκτικό	=	εκτικός
εκτικός	adj	χαρακτηρισμός πυρετού με διακυμάνσεις θερμοκρασίας, που συνοδεύεται και από απίσχναση και καχεξία
εκτικών	=	εκτικός
εκτιμά	=	εκτιμώ
εκτιμάγαμε	=	εκτιμώ
εκτιμάγανε	=	εκτιμώ
εκτιμάγατε	=	εκτιμώ
εκτιμάει	=	εκτιμώ
εκτιμάμε	=	εκτιμώ
εκτιμάν	=	εκτιμώ
εκτιμάνε	=	εκτιμώ
εκτιμάς	=	εκτιμώ
εκτιμάσαι	=	εκτιμώ
εκτιμάσθε	=	εκτιμώ
εκτιμάστε	=	εκτιμώ
εκτιμάται	=	εκτιμώ
εκτιμάτε	=	εκτιμώ
εκτιμάτο	=	εκτιμώ
εκτιμάω	=	εκτιμώ
εκτιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσαν	=	εκτιμώ
εκτιμήσανε	=	εκτιμώ
εκτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτίμηση
εκτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτίμηση
εκτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτίμηση
εκτιμήσου	=	εκτιμώ
εκτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσουνε	=	εκτιμώ
εκτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώ
εκτιμήτρια	noun	θηλυκό του εκτιμητής
εκτιμήτριας	noun	γενική ενικού του εκτιμήτρια
εκτιμήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιμήτρια
εκτιμηθέν	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθέντα	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθέντας	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθέντες	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθέντος	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθέντων	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθήκαν	=	εκτιμώ
εκτιμηθήκανε	=	εκτιμώ
εκτιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθείσα	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθείσας	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθείσες	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθείσης	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθεισών	=	εκτιμηθείς
εκτιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμηθούνε	=	εκτιμώ
εκτιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτιμώμαι
εκτιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιμημένο
εκτιμημένε	verb	κλητική ενικού του εκτιμημένος
εκτιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιμημένη
εκτιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτιμημένος
εκτιμημένης	verb	γενική ενικού του εκτιμημένη
εκτιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτιμημένος
εκτιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτιμημένος
εκτιμημένος	=	εκτιμώ
εκτιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτιμημένος
εκτιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτιμημένος
εκτιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτιμημένος
εκτιμητέα	=	εκτιμητέος
εκτιμητέας	=	εκτιμητέος
εκτιμητέε	=	εκτιμητέος
εκτιμητέες	=	εκτιμητέος
εκτιμητέο	=	εκτιμητέος
εκτιμητέοι	=	εκτιμητέος
εκτιμητέος	adj	που πρέπει να εκτιμηθεί
εκτιμητέου	=	εκτιμητέος
εκτιμητέους	=	εκτιμητέος
εκτιμητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιμητής
εκτιμητέων	=	εκτιμητέος
εκτιμητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκτιμητής
εκτιμητής	noun	αυτός που εκτιμά, που προσπαθεί να προσδιορίσει την αξία ενός πράγματος ή τη σημασία μιας κατάστασης, ενός γεγονότος κ.λπ.
εκτιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιμητικό
εκτιμητικέ	adj	κλητική ενικού του εκτιμητικός
εκτιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιμητική
εκτιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτιμητικός
εκτιμητικής	adj	γενική ενικού του εκτιμητική
εκτιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτιμητικός
εκτιμητικού	adj	γενική ενικού του εκτιμητικός
εκτιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτιμητικός
εκτιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτιμητικός
εκτιμητικός	adj	που έχει σχέση με εκτίμηση ή εκτιμητή ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκτιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτιμητικός
εκτιμητριών	noun	γενική πληθυντικού του εκτιμήτρια
εκτιμητών	noun	γενική πληθυντικού του εκτιμητής
εκτιμιέμαι	=	εκτιμώ
εκτιμιέσαι	=	εκτιμώ
εκτιμιέστε	=	εκτιμώ
εκτιμιέται	=	εκτιμώ
εκτιμιούνται	=	εκτιμώ
εκτιμιούνταν	=	εκτιμώ
εκτιμιόμασταν	=	εκτιμώ
εκτιμιόμαστε	=	εκτιμώ
εκτιμιόμουν	=	εκτιμώ
εκτιμιόμουνα	=	εκτιμώ
εκτιμιόνταν	=	εκτιμώ
εκτιμιόντανε	=	εκτιμώ
εκτιμιόντουσαν	=	εκτιμώ
εκτιμιόσασταν	=	εκτιμώ
εκτιμιόσαστε	=	εκτιμώ
εκτιμιόσουν	=	εκτιμώ
εκτιμιόσουνα	=	εκτιμώ
εκτιμιόταν	=	εκτιμώ
εκτιμιότανε	=	εκτιμώ
εκτιμούμε	=	εκτιμώ
εκτιμούν	=	εκτιμώ
εκτιμούνε	=	εκτιμώ
εκτιμούσα	=	εκτιμώ
εκτιμούσαμε	=	εκτιμώ
εκτιμούσαν	=	εκτιμώ
εκτιμούσανε	=	εκτιμώ
εκτιμούσατε	=	εκτιμώ
εκτιμούσε	=	εκτιμώ
εκτιμούσες	=	εκτιμώ
εκτιμόμασταν	=	εκτιμώ
εκτιμόμαστε	=	εκτιμώ
εκτιμόμουν	=	εκτιμώ
εκτιμόνταν	=	εκτιμώ
εκτιμόντουσαν	=	εκτιμώ
εκτιμόσασταν	=	εκτιμώ
εκτιμόσουν	=	εκτιμώ
εκτιμόταν	=	εκτιμώ
εκτιμώ	verb	κάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων
εκτιμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκτιμώ
εκτιμώμεθα	=	εκτιμώ
εκτιμώμενα	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενε	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενες	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενη	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενης	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενο	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενοι	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενος	verb	εκείνος που τον εκτιμούν ποσοτικά
εκτιμώμενου	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενους	=	εκτιμώμενος
εκτιμώμενων	=	εκτιμώμενος
εκτιμώνται	=	εκτιμώ
εκτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκτιμάω / εκτιμώ
εκτιμώντο	=	εκτιμώ
εκτινάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξαν	=	εκτινάσσω
εκτινάξανε	=	εκτινάσσω
εκτινάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτίναξη
εκτινάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξεων	=	εκτίναξη
εκτινάξομε	=	εκτινάσσω
εκτινάξου	=	εκτινάσσω
εκτινάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξουνε	=	εκτινάσσω
εκτινάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτινάσσω
εκτινάσσαμε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσαν	=	εκτινάσσω
εκτινάσσανε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσατε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσει	=	εκτινάσσω
εκτινάσσεις	=	εκτινάσσω
εκτινάσσεσαι	=	εκτινάσσω
εκτινάσσεστε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσεται	=	εκτινάσσω
εκτινάσσετε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσομαι	=	εκτινάσσω
εκτινάσσομε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσονται	=	εκτινάσσω
εκτινάσσονταν	=	εκτινάσσω
εκτινάσσοντας	=	εκτινάσσω
εκτινάσσουμε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσουν	=	εκτινάσσω
εκτινάσσουνε	=	εκτινάσσω
εκτινάσσω	verb	ρίχνω κάτι με σφοδρότητα προς τα πάνω ή προς τα έξω
εκτινάχθηκα	=	εκτινάσσω
εκτινάχθηκαν	=	εκτινάσσω
εκτινάχθηκε	=	εκτινάσσω
εκτινάχθηκες	=	εκτινάσσω
εκτινάχτηκα	=	εκτινάσσω
εκτινάχτηκαν	=	εκτινάσσω
εκτινάχτηκε	=	εκτινάσσω
εκτινάχτηκες	=	εκτινάσσω
εκτιναγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιναγμένο
εκτιναγμένε	verb	κλητική ενικού του εκτιναγμένος
εκτιναγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτιναγμένη
εκτιναγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτιναγμένος
εκτιναγμένης	verb	γενική ενικού του εκτιναγμένη
εκτιναγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτιναγμένος
εκτιναγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτιναγμένος
εκτιναγμένος	=	εκτινάσσω
εκτιναγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτιναγμένος
εκτιναγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτιναγμένος
εκτιναγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτιναγμένος
εκτινασσόμασταν	=	εκτινάσσω
εκτινασσόμαστε	=	εκτινάσσω
εκτινασσόμενος	=	εκτινάσσω
εκτινασσόμουν	=	εκτινάσσω
εκτινασσόμουνα	=	εκτινάσσω
εκτινασσόντουσαν	=	εκτινάσσω
εκτινασσόσασταν	=	εκτινάσσω
εκτινασσόσαστε	=	εκτινάσσω
εκτινασσόσουν	=	εκτινάσσω
εκτινασσόσουνα	=	εκτινάσσω
εκτινασσόταν	=	εκτινάσσω
εκτινασσότανε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθήκαμε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθήκαν	=	εκτινάσσω
εκτιναχθήκανε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθήκατε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθεί	=	εκτινάσσω
εκτιναχθείς	=	εκτινάσσω
εκτιναχθείτε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθούμε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθούν	=	εκτινάσσω
εκτιναχθούνε	=	εκτινάσσω
εκτιναχθώ	=	εκτινάσσω
εκτιναχτήκαμε	=	εκτινάσσω
εκτιναχτήκαν	=	εκτινάσσω
εκτιναχτήκανε	=	εκτινάσσω
εκτιναχτήκατε	=	εκτινάσσω
εκτιναχτεί	=	εκτινάσσω
εκτιναχτείς	=	εκτινάσσω
εκτιναχτείτε	=	εκτινάσσω
εκτιναχτούμε	=	εκτινάσσω
εκτιναχτούν	=	εκτινάσσω
εκτιναχτούνε	=	εκτινάσσω
εκτιναχτώ	=	εκτινάσσω
εκτιτέα	=	εκτιτέος
εκτιτέας	=	εκτιτέος
εκτιτέε	=	εκτιτέος
εκτιτέες	=	εκτιτέος
εκτιτέο	=	εκτιτέος
εκτιτέοι	=	εκτιτέος
εκτιτέος	adj	ποινή που θα εκτιθεί, αφορά ποινή που επιβάλλεται από δικαστήριο και θα εκτιθεί στη φυλακή χωρίς πρόωρη απόλυση
εκτιτέου	=	εκτιτέος
εκτιτέους	=	εκτιτέος
εκτιτέων	=	εκτιτέος
εκτοκίζομαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος εκτοκίζω
εκτοκίζω	verb|rare	άλλη μορφή του τοκίζω, δανείζω, επιδιώκοντας ή απαιτώντας τόκο
εκτοκισμέ	=	εκτοκισμός
εκτοκισμοί	=	εκτοκισμός
εκτοκισμού	=	εκτοκισμός
εκτοκισμούς	=	εκτοκισμός
εκτοκισμό	=	εκτοκισμός
εκτοκισμός	noun	είναι το πρόσθετο ποσό που προσδοκά να λάβει ο δανειστής από τον οφειλέτη μετά τη λήξη (ωρίμανση) του δανείου
εκτοκισμών	=	εκτοκισμός
εκτομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτομή
εκτομή	noun	αφαίρεση με τομή
εκτομής	=	εκτομή
εκτομών	=	εκτομή
εκτονωθήκαμε	=	εκτονώνομαι
εκτονωθήκαν	=	εκτονώνομαι
εκτονωθήκανε	=	εκτονώνομαι
εκτονωθήκατε	=	εκτονώνομαι
εκτονωθεί	=	εκτονώνομαι
εκτονωθείτε	=	εκτονώνομαι
εκτονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτονωμένο
εκτονωμένε	verb	κλητική ενικού του εκτονωμένος
εκτονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτονωμένη
εκτονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτονωμένος
εκτονωμένης	verb	γενική ενικού του εκτονωμένη
εκτονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτονωμένος
εκτονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτονωμένος
εκτονωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκτονώνω
εκτονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτονωμένος
εκτονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτονωμένος
εκτονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτονωμένος
εκτονωνόμασταν	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόμαστε	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόμουν	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόμουνα	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόντουσαν	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόσασταν	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόσαστε	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόσουν	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόσουνα	=	εκτονώνομαι
εκτονωνόταν	=	εκτονώνομαι
εκτονωνότανε	=	εκτονώνομαι
εκτονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτονωτικό	adv	με εκτονωτικό τρόπο
εκτονωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκτονωτικός
εκτονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτονωτική
εκτονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτονωτικός
εκτονωτικής	adj	γενική ενικού του εκτονωτική
εκτονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτονωτικός
εκτονωτικού	adj	γενική ενικού του εκτονωτικός
εκτονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτονωτικός
εκτονωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτονωτικός
εκτονωτικός	adj	που έχει σχέση με εκτόνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
εκτονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτονωτικός
εκτονώθηκα	=	εκτονώνομαι
εκτονώθηκαν	=	εκτονώνομαι
εκτονώθηκε	=	εκτονώνομαι
εκτονώθηκες	=	εκτονώνομαι
εκτονώναμε	=	εκτονώνω
εκτονώναν	=	εκτονώνω
εκτονώνανε	=	εκτονώνω
εκτονώνατε	=	εκτονώνω
εκτονώνει	=	εκτονώνω
εκτονώνεις	=	εκτονώνω
εκτονώνεσαι	=	εκτονώνομαι
εκτονώνεστε	=	εκτονώνομαι
εκτονώνεται	=	εκτονώνομαι
εκτονώνετε	=	εκτονώνω
εκτονώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκτονώνω
εκτονώνονται	=	εκτονώνομαι
εκτονώνονταν	=	εκτονώνομαι
εκτονώνοντας	=	εκτονώνω
εκτονώνου	=	εκτονώνομαι
εκτονώνουμε	=	εκτονώνω
εκτονώνουν	=	εκτονώνω
εκτονώνουνε	=	εκτονώνω
εκτονώνω	verb	κάνω κάτι να χάσει την ένταση ή τη δύναμη που έχει
εκτονώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώσαν	=	εκτονώνω
εκτονώσανε	=	εκτονώνω
εκτονώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτόνωση
εκτονώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτόνωση
εκτονώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτόνωση
εκτονώσου	=	εκτονώνομαι
εκτονώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτονώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτοξευθήκαμε	=	εκτοξεύω
εκτοξευθήκαν	=	εκτοξεύω
εκτοξευθήκανε	=	εκτοξεύω
εκτοξευθήκατε	=	εκτοξεύω
εκτοξευθεί	=	εκτοξεύω
εκτοξευθείς	=	εκτοξεύω
εκτοξευθείτε	=	εκτοξεύω
εκτοξευθούμε	=	εκτοξεύω
εκτοξευθούν	=	εκτοξεύω
εκτοξευθούνε	=	εκτοξεύω
εκτοξευθώ	=	εκτοξεύω
εκτοξευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευμένο
εκτοξευμένε	verb	κλητική ενικού του εκτοξευμένος
εκτοξευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευμένη
εκτοξευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτοξευμένος
εκτοξευμένης	verb	γενική ενικού του εκτοξευμένη
εκτοξευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτοξευμένος
εκτοξευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευμένος
εκτοξευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτοξευμένος
εκτοξευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτοξευμένος
εκτοξευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτοξευμένος
εκτοξευτές	=	εκτοξευτής
εκτοξευτή	=	εκτοξευτής
εκτοξευτήκαμε	=	εκτοξεύω
εκτοξευτήκαν	=	εκτοξεύω
εκτοξευτήκανε	=	εκτοξεύω
εκτοξευτήκατε	=	εκτοξεύω
εκτοξευτήρα	=	εκτοξευτήρας
εκτοξευτήρας	noun	συσκευή, μηχάνημα ή διάταξη εκτόξευσης
εκτοξευτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευτήρας
εκτοξευτήρων	=	εκτοξευτήρας
εκτοξευτής	noun	συσκευή ή μηχάνημα εκτόξευσης
εκτοξευτεί	=	εκτοξεύω
εκτοξευτείς	=	εκτοξεύω
εκτοξευτείτε	=	εκτοξεύω
εκτοξευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευτικό
εκτοξευτικέ	adj	κλητική ενικού του εκτοξευτικός
εκτοξευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευτική
εκτοξευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτοξευτικός
εκτοξευτικής	adj	γενική ενικού του εκτοξευτική
εκτοξευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτοξευτικός
εκτοξευτικού	adj	γενική ενικού του εκτοξευτικός
εκτοξευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτοξευτικός
εκτοξευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτοξευτικός
εκτοξευτικός	adj	που έχει σχέση με την εκτόξευση, αναφέρεται σ’ αυτή η χρησιμοποιείται γι’ αυτή
εκτοξευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτοξευτικός
εκτοξευτούμε	=	εκτοξεύω
εκτοξευτούν	=	εκτοξεύω
εκτοξευτούνε	=	εκτοξεύω
εκτοξευτώ	=	εκτοξεύω
εκτοξευτών	=	εκτοξευτής
εκτοξευόμασταν	=	εκτοξεύω
εκτοξευόμαστε	=	εκτοξεύω
εκτοξευόμενος	=	εκτοξεύω
εκτοξευόμουν	=	εκτοξεύω
εκτοξευόμουνα	=	εκτοξεύω
εκτοξευόντουσαν	=	εκτοξεύω
εκτοξευόσασταν	=	εκτοξεύω
εκτοξευόσαστε	=	εκτοξεύω
εκτοξευόσουν	=	εκτοξεύω
εκτοξευόσουνα	=	εκτοξεύω
εκτοξευόταν	=	εκτοξεύω
εκτοξευότανε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύαμε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύαν	=	εκτοξεύω
εκτοξεύανε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύατε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύει	=	εκτοξεύω
εκτοξεύεις	=	εκτοξεύω
εκτοξεύεσαι	=	εκτοξεύω
εκτοξεύεστε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύεται	=	εκτοξεύω
εκτοξεύετε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύθηκα	=	εκτοξεύω
εκτοξεύθηκαν	=	εκτοξεύω
εκτοξεύθηκε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύθηκες	=	εκτοξεύω
εκτοξεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύομε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύονται	=	εκτοξεύω
εκτοξεύονταν	=	εκτοξεύω
εκτοξεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύουμε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύουν	=	εκτοξεύω
εκτοξεύουνε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσαν	=	εκτοξεύω
εκτοξεύσανε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτόξευση
εκτοξεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτόξευση
εκτοξεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτόξευση
εκτοξεύσομε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύσου	=	εκτοξεύω
εκτοξεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσουνε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτοξεύτηκα	=	εκτοξεύω
εκτοξεύτηκαν	=	εκτοξεύω
εκτοξεύτηκε	=	εκτοξεύω
εκτοξεύτηκες	=	εκτοξεύω
εκτοξεύω	verb	πετάω κάτι δυνατά προς τα κάπου
εκτοπία	noun	το να μην βρίσκεται κάποιο όργανο ή ιστός σε θέση που θεωρείται φυσιολογική
εκτοπίας	noun	γενική ενικού του εκτοπία
εκτοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοπία
εκτοπίζαμε	=	εκτοπίζω
εκτοπίζαν	=	εκτοπίζω
εκτοπίζανε	=	εκτοπίζω
εκτοπίζατε	=	εκτοπίζω
εκτοπίζει	=	εκτοπίζω
εκτοπίζεις	=	εκτοπίζω
εκτοπίζετε	=	εκτοπίζω
εκτοπίζοντας	=	εκτοπίζω
εκτοπίζουμε	=	εκτοπίζω
εκτοπίζουν	=	εκτοπίζω
εκτοπίζουνε	=	εκτοπίζω
εκτοπίζω	verb	προκαλώ τη μετακίνηση ενός υλικού σώματος από την αρχική του θέση την οποία καταλαμβάνω εγώ
εκτοπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίσαν	=	εκτοπίζω
εκτοπίσανε	=	εκτοπίζω
εκτοπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτόπιση
εκτοπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτόπιση
εκτοπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτόπιση
εκτοπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτόπισμα
εκτοπίσματος	noun	γενική ενικού του εκτόπισμα
εκτοπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτοπαράσιτα	=	εκτοπαράσιτο
εκτοπαράσιτο	noun	άλλη μορφή του εξωπαράσιτο
εκτοπαράσιτου	=	εκτοπαράσιτο
εκτοπαράσιτων	=	εκτοπαράσιτο
εκτοπαρασίτου	=	εκτοπαράσιτο
εκτοπαρασίτων	=	εκτοπαράσιτο
εκτοπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκτόπισμα
εκτοπισμέ	noun	κλητική ενικού του εκτοπισμός
εκτοπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοπισμένο
εκτοπισμένε	verb	κλητική ενικού του εκτοπισμένος
εκτοπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτοπισμένη
εκτοπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτοπισμένος
εκτοπισμένης	verb	γενική ενικού του εκτοπισμένη
εκτοπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτοπισμένος
εκτοπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτοπισμένος
εκτοπισμένος	verb	που έχει εκτοπιστεί, τον έχουν αναγκάσει να αλλάξει τόπο διαμονής, συνήθως σε μέρος απομονωμένο λόγω των πολιτικών του φρονημάτων
εκτοπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτοπισμένος
εκτοπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτοπισμένος
εκτοπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτοπισμένος
εκτοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτοπισμός
εκτοπισμού	noun	γενική ενικού του εκτοπισμός
εκτοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκτοπισμός
εκτοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκτοπισμός
εκτοπισμός	noun	άλλη μορφή του εκτόπιση
εκτοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκτοπισμός
εκτοπιών	noun	γενική πληθυντικού του εκτοπία
εκτοπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτόπλασμα
εκτοπλάσματος	noun	γενική ενικού του εκτόπλασμα
εκτοπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκτόπλασμα
εκτουρκίζαμε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζαν	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζανε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζατε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζει	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζεις	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζετε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζομαι	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζοντας	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζουμε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζουν	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζουνε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίζω	verb	αλλάζω έναν άνθρωπο, έναν λαό και τον κάνω να αποκτήσει χαρακτηριστικά του πολιτισμού, της γλώσσας, Τούρκου.
εκτουρκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίσαν	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίσανε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκίστε	=	εκτουρκίζω
εκτουρκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτουρκισμέ	noun	κλητική ενικού του εκτουρκισμός
εκτουρκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτουρκισμένο
εκτουρκισμένε	verb	κλητική ενικού του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτουρκισμένη
εκτουρκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμένης	verb	γενική ενικού του εκτουρκισμένη
εκτουρκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτουρκισμένος
εκτουρκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτουρκισμός
εκτουρκισμού	noun	γενική ενικού του εκτουρκισμός
εκτουρκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκτουρκισμός
εκτουρκισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκτουρκισμός
εκτουρκισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτουρκίζω
εκτουρκισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκτουρκισμός
εκτούρκιζα	=	εκτουρκίζω
εκτούρκιζαν	=	εκτουρκίζω
εκτούρκιζε	=	εκτουρκίζω
εκτούρκιζες	=	εκτουρκίζω
εκτούρκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτούρκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτούρκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτούρκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτουρκίζω
εκτράπηκα	=	εκτρέπομαι
εκτράπηκαν	=	εκτρέπομαι
εκτράπηκε	=	εκτρέπομαι
εκτράπηκες	=	εκτρέπομαι
εκτράχυνα	=	εκτραχύνω
εκτράχυναν	=	εκτραχύνω
εκτράχυνε	=	εκτραχύνω
εκτράχυνες	=	εκτραχύνω
εκτράχυνση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτραχύνω
εκτράχυνσης	noun	γενική ενικού του εκτράχυνση
εκτρέπαμε	=	εκτρέπω
εκτρέπαν	=	εκτρέπω
εκτρέπανε	=	εκτρέπω
εκτρέπατε	=	εκτρέπω
εκτρέπει	=	εκτρέπω
εκτρέπεις	=	εκτρέπω
εκτρέπεσαι	=	εκτρέπομαι
εκτρέπεστε	=	εκτρέπομαι
εκτρέπεται	=	εκτρέπομαι
εκτρέπετε	=	εκτρέπω
εκτρέπομαι	verb	βγαίνω από το δρόμο μου, την πορεία μου κυριολεκτικά
εκτρέπομε	=	εκτρέπω
εκτρέπονται	=	εκτρέπομαι
εκτρέπονταν	=	εκτρέπομαι
εκτρέποντας	=	εκτρέπω
εκτρέπου	=	εκτρέπομαι
εκτρέπουμε	=	εκτρέπω
εκτρέπουν	=	εκτρέπω
εκτρέπουνε	=	εκτρέπω
εκτρέπω	verb	βγάζω κάτι έξω από την μέχρι τώρα πορεία του
εκτρέφω	verb	τρέφω κατ'επάγγελμα κάποιο είδος ζώου για εκμετάλλευση
εκτρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψαν	=	εκτρέπω
εκτρέψανε	=	εκτρέπω
εκτρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψομε	=	εκτρέπω
εκτρέψου	=	εκτρέπομαι
εκτρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτρέψουνε	=	εκτρέπω
εκτρέψτε	=	εκτρέπω
εκτρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εκτραπήκαμε	=	εκτρέπομαι
εκτραπήκαν	=	εκτρέπομαι
εκτραπήκανε	=	εκτρέπομαι
εκτραπήκατε	=	εκτρέπομαι
εκτραπεί	=	εκτρέπομαι
εκτραπείς	=	εκτρέπω
εκτραπείτε	=	εκτρέπομαι
εκτραπούμε	=	εκτρέπω
εκτραπούν	=	εκτρέπω
εκτραπούνε	=	εκτρέπω
εκτραπώ	=	εκτρέπω
εκτραχηλίζομαι	verb|formal	ξεφεύγω από την αρμόζουσα συμπεριφορά προβαίνοντας σε απρέπειες ή αναισχυντίες
εκτραχηλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλισμέ	noun	κλητική ενικού του εκτραχηλισμός
εκτραχηλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτραχηλισμένο
εκτραχηλισμένε	verb	κλητική ενικού του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτραχηλισμένη
εκτραχηλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμένης	verb	γενική ενικού του εκτραχηλισμένη
εκτραχηλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμένος	verb	που έχει εκτραχηλιστεί
εκτραχηλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτραχηλισμένος
εκτραχηλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτραχηλισμός
εκτραχηλισμού	noun	γενική ενικού του εκτραχηλισμός
εκτραχηλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκτραχηλισμός
εκτραχηλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκτραχηλισμός
εκτραχηλισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκτραχηλισμός
εκτραχηλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχηλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτραχηλίζομαι
εκτραχύναμε	=	εκτραχύνω
εκτραχύναν	=	εκτραχύνω
εκτραχύνανε	=	εκτραχύνω
εκτραχύνατε	=	εκτραχύνω
εκτραχύνει	=	εκτραχύνω
εκτραχύνεις	=	εκτραχύνω
εκτραχύνετε	=	εκτραχύνω
εκτραχύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκτραχύνω
εκτραχύνοντας	=	εκτραχύνω
εκτραχύνουμε	=	εκτραχύνω
εκτραχύνουν	=	εκτραχύνω
εκτραχύνουνε	=	εκτραχύνω
εκτραχύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτράχυνση
εκτραχύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτράχυνση
εκτραχύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτράχυνση
εκτραχύντε	=	εκτραχύνω
εκτραχύνω	verb|formal	χειροτερεύω τα πράγματα ή μια κατάσταση
εκτρεπόμασταν	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόμαστε	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόμενος	=	εκτρέπω
εκτρεπόμουν	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόμουνα	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόντουσαν	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόσασταν	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόσαστε	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόσουν	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόσουνα	=	εκτρέπομαι
εκτρεπόταν	=	εκτρέπομαι
εκτρεπότανε	=	εκτρέπομαι
εκτρεφόμενα	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενε	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενες	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενη	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενης	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενοι	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εκτρέφω
εκτρεφόμενου	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενους	=	εκτρεφόμενος
εκτρεφόμενων	=	εκτρεφόμενος
εκτριβές	=	εκτριβή
εκτριβή	noun	σταδιακή φθορά ή απομάκρυνση υλικού από επιφάνεια λόγω μηχανικής τριβής, ιδίως σε τεχνικά ή φυσικά συμφραζόμενα
εκτριβής	=	εκτριβή
εκτριβών	=	εκτριβή
εκτροπέα	=	εκτροπέας
εκτροπέας	noun	γενική ονομασία για αντικείμενο ή μηχανισμό που έχει τη δυνατότητα να εκτρέπει κάτι
εκτροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτροπή
εκτροπέων	=	εκτροπέας
εκτροπή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτρέπω και του εκτρέπομαι
εκτροπής	=	εκτροπή
εκτροπίου	=	εκτρόπιο
εκτροπίων	=	εκτρόπιο
εκτροπείς	=	εκτροπέας
εκτροπών	=	εκτροπή
εκτροφέα	=	εκτροφέας
εκτροφέας	noun|formal	που εκτρέφει
εκτροφές	=	εκτροφή
εκτροφέων	=	εκτροφέας
εκτροφέως	=	εκτροφέας
εκτροφή	noun	το να εκτρέφει κάποιος κάτι, ιδίως ζώα για το κρέας τους, το μαλλί τους και το γάλα τους
εκτροφής	=	εκτροφή
εκτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτροφείο
εκτροφείο	noun	χώρος (με ειδική διαμόρφωση) όπου εκτρέφονται ζώα
εκτροφείου	noun	γενική ενικού του εκτροφείο
εκτροφείς	=	εκτροφέας
εκτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του εκτροφείο
εκτροφών	=	εκτροφή
εκτροχίαζα	=	εκτροχιάζω
εκτροχίαζαν	=	εκτροχιάζω
εκτροχίαζε	=	εκτροχιάζω
εκτροχίαζες	=	εκτροχιάζω
εκτροχίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχίαση	noun|rare	άλλη μορφή του εκτροχιασμός
εκτροχίασης	noun	γενική ενικού του εκτροχίαση
εκτροχιάζαμε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζαν	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζανε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζατε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζει	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζεις	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκτροχιάζομαι
εκτροχιάζετε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζομαι	verb	βγαίνω από την τροχιά πάνω στην οποία κινούμαι
εκτροχιάζοντας	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζουμε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζουν	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζουνε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάζω	verb	βγάζω κάτι από την τροχιά πάνω στην οποία κινείται
εκτροχιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάσαν	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάσανε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτροχίαση
εκτροχιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτροχίαση
εκτροχιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιάστε	=	εκτροχιάζω
εκτροχιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζω
εκτροχιασμέ	noun	κλητική ενικού του εκτροχιασμός
εκτροχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτροχιασμένο
εκτροχιασμένε	verb	κλητική ενικού του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτροχιασμένη
εκτροχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμένης	verb	γενική ενικού του εκτροχιασμένη
εκτροχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτροχιασμένος
εκτροχιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτροχιασμός
εκτροχιασμού	noun	γενική ενικού του εκτροχιασμός
εκτροχιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκτροχιασμός
εκτροχιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εκτροχιασμός
εκτροχιασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκτροχιάζω ή του εκτροχιάζομαι
εκτροχιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εκτροχιασμός
εκτροχιαστές	=	εκτροχιαστής
εκτροχιαστή	=	εκτροχιαστής
εκτροχιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστής	noun	μηχανισμός που μετατοπίζει την αλυσίδα ενός ποδηλάτου από τον έναν δίσκο ταχυτήτων σε άλλο
εκτροχιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτροχιάζομαι
εκτροχιαστών	=	εκτροχιαστής
εκτρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκτρωμα
εκτρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτρωματικό
εκτρωματικέ	adj	κλητική ενικού του εκτρωματικός
εκτρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτρωματική
εκτρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτρωματικός
εκτρωματικής	adj	γενική ενικού του εκτρωματική
εκτρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτρωματικός
εκτρωματικού	adj	γενική ενικού του εκτρωματικός
εκτρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτρωματικός
εκτρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτρωματικός
εκτρωματικός	adj	που μοιάζει με έκτρωμα, εξαιρετικά άσχημος
εκτρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτρωματικός
εκτρωματικώς	adv|dated	εκτρωματικά
εκτρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτρωτικό
εκτρωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκτρωτικός
εκτρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτρωτική
εκτρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτρωτικός
εκτρωτικής	adj	γενική ενικού του εκτρωτική
εκτρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτρωτικός
εκτρωτικού	adj	γενική ενικού του εκτρωτικός
εκτρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτρωτικός
εκτρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτρωτικός
εκτρωτικός	adj	που προκαλεί έκτρωση
εκτρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτρωτικός
εκτρόπια	=	εκτρόπιο
εκτρόπιο	noun	μια πάθηση στην οποία το κάτω βλέφαρο γυρίζει προς τα έξω ή κρέμεται μακριά από το μάτι
εκτρόπιου	=	εκτρόπιο
εκτρόπιων	=	εκτρόπιο
εκτρόπων	noun	γενική πληθυντικού του έκτροπα
εκτρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτρωμα
εκτρώματος	noun	γενική ενικού του έκτρωμα
εκτρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκτρωση
εκτρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκτρωση
εκτρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκτρωση
εκτυλίγω	verb	ξετυλίγω
εκτυλίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξαν	=	εκτυλίσσω
εκτυλίξανε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτύλιξη
εκτυλίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτύλιξη
εκτυλίξεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτύλιξη
εκτυλίξου	=	εκτυλίσσω
εκτυλίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτυλίσσαμε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσαν	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσανε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσατε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσει	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσεις	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσεσαι	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσεστε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσεται	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσετε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσομαι	verb	διαδραματίζομαι, λαμβάνω χώρα
εκτυλίσσονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εκτυλίσσομαι
εκτυλίσσονταν	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσοντας	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσου	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσουμε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσουν	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσουνε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίσσω	verb	ξετυλίγω
εκτυλίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλίχτηκα	=	εκτυλίσσω
εκτυλίχτηκαν	=	εκτυλίσσω
εκτυλίχτηκε	=	εκτυλίσσω
εκτυλίχτηκες	=	εκτυλίσσω
εκτυλιγμένος	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόμασταν	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόμαστε	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόμενος	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόμουν	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόμουνα	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόντουσαν	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόσασταν	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόσαστε	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόσουν	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόσουνα	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσόταν	=	εκτυλίσσω
εκτυλισσότανε	=	εκτυλίσσω
εκτυλιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσομαι
εκτυλιχτήκαμε	=	εκτυλίσσω
εκτυλιχτήκαν	=	εκτυλίσσω
εκτυλιχτήκανε	=	εκτυλίσσω
εκτυλιχτήκατε	=	εκτυλίσσω
εκτυλιχτεί	=	εκτυλίσσω
εκτυλιχτείτε	=	εκτυλίσσω
εκτυπωθήκαμε	=	εκτυπώνω
εκτυπωθήκαν	=	εκτυπώνω
εκτυπωθήκανε	=	εκτυπώνω
εκτυπωθήκατε	=	εκτυπώνω
εκτυπωθεί	=	εκτυπώνω
εκτυπωθείτε	=	εκτυπώνω
εκτυπωμάτων	=	εκτύπωμα
εκτυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωμένο
εκτυπωμένε	verb	κλητική ενικού του εκτυπωμένος
εκτυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωμένη
εκτυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτυπωμένος
εκτυπωμένης	verb	γενική ενικού του εκτυπωμένη
εκτυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτυπωμένος
εκτυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωμένος
εκτυπωμένος	verb	που έχει εκτυπωθεί
εκτυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτυπωμένος
εκτυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτυπωμένος
εκτυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτυπωμένος
εκτυπωνόμασταν	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόμαστε	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόμουν	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόμουνα	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόντουσαν	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόσασταν	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόσαστε	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόσουν	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόσουνα	=	εκτυπώνω
εκτυπωνόταν	=	εκτυπώνω
εκτυπωνότανε	=	εκτυπώνω
εκτυπωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωτής
εκτυπωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκτυπωτής
εκτυπωτήρια	=	εκτυπωτήριο
εκτυπωτήριο	noun	επιχείρηση ή μηχάνημα που κάνει διάφορων μορφών εκτυπώσεις
εκτυπωτήριου	=	εκτυπωτήριο
εκτυπωτής	noun	η συσκευή που τυπώνει κείμενο ή εικόνες πάνω σε χαρτί, χαρτόνι ή διαφάνειες
εκτυπωτηρίου	=	εκτυπωτήριο
εκτυπωτηρίων	=	εκτυπωτήριο
εκτυπωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωτικό
εκτυπωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκτυπωτικός
εκτυπωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωτική
εκτυπωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτυπωτικός
εκτυπωτικής	adj	γενική ενικού του εκτυπωτική
εκτυπωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτυπωτικός
εκτυπωτικού	adj	γενική ενικού του εκτυπωτικός
εκτυπωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτυπωτικός
εκτυπωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτυπωτικός
εκτυπωτικός	adj	που έχει σχέση με εκτύπωση ή εκτυπωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκτυπωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτυπωτικός
εκτυπωτών	noun	γενική πληθυντικού του εκτυπωτής
εκτυπώθηκα	=	εκτυπώνω
εκτυπώθηκαν	=	εκτυπώνω
εκτυπώθηκε	=	εκτυπώνω
εκτυπώθηκες	=	εκτυπώνω
εκτυπώματα	=	εκτύπωμα
εκτυπώματος	=	εκτύπωμα
εκτυπώναμε	=	εκτυπώνω
εκτυπώναν	=	εκτυπώνω
εκτυπώνανε	=	εκτυπώνω
εκτυπώνατε	=	εκτυπώνω
εκτυπώνει	=	εκτυπώνω
εκτυπώνεις	=	εκτυπώνω
εκτυπώνεσαι	=	εκτυπώνω
εκτυπώνεστε	=	εκτυπώνω
εκτυπώνεται	=	εκτυπώνω
εκτυπώνετε	=	εκτυπώνω
εκτυπώνομαι	verb	τυπώνομαι σε χαρτί ή άλλο μέσο (για κείμενο, εικόνα, φωτογραφία, φίλμ, μαγνητική τομογραφία, ταινία κ.λπ.), ρήμα που χρησιμοποιείται συχνότερα για εκτύπωση από υπολογιστή και όχι από παλαιότερα ή διαφορετικά εκτυπωτικά, τυπογραφικά μέσα
εκτυπώνονται	=	εκτυπώνω
εκτυπώνονταν	=	εκτυπώνω
εκτυπώνοντας	=	εκτυπώνω
εκτυπώνου	=	εκτυπώνω
εκτυπώνουμε	=	εκτυπώνω
εκτυπώνουν	=	εκτυπώνω
εκτυπώνουνε	=	εκτυπώνω
εκτυπώνω	verb	τυπώνω σε χαρτί ή άλλο μέσο κείμενα ή εικόνες
εκτυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώσαν	=	εκτυπώνω
εκτυπώσανε	=	εκτυπώνω
εκτυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτύπωση
εκτυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκτύπωση
εκτυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκτύπωση
εκτυπώσιμα	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμε	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμες	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμη	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμης	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμο	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμοι	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμος	adj	που μπορεί να εκτυπωθεί
εκτυπώσιμου	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμους	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσιμων	=	εκτυπώσιμος
εκτυπώσου	=	εκτυπώνω
εκτυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτυφλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυφλωμένο
εκτυφλωμένε	verb	κλητική ενικού του εκτυφλωμένος
εκτυφλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυφλωμένη
εκτυφλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτυφλωμένος
εκτυφλωμένης	verb	γενική ενικού του εκτυφλωμένη
εκτυφλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκτυφλωμένος
εκτυφλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτυφλωμένος
εκτυφλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκτυφλωμένος
εκτυφλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκτυφλωμένος
εκτυφλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκτυφλωμένος
εκτυφλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυφλωτικό	adv	με εκτυφλωτικό τρόπο
εκτυφλωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκτυφλωτικός
εκτυφλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκτυφλωτική
εκτυφλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκτυφλωτικός
εκτυφλωτικής	adj	γενική ενικού του εκτυφλωτική
εκτυφλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκτυφλωτικός
εκτυφλωτικού	adj	γενική ενικού του εκτυφλωτικός
εκτυφλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκτυφλωτικός
εκτυφλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκτυφλωτικός
εκτυφλωτικός	adj	που τυφλώνει, συνήθως από το πολύ φως, από την υπερβολική λάμψη
εκτυφλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκτυφλωτικός
εκτυφλώναμε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώναν	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνανε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνατε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνει	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνεις	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνετε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνομαι	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνοντας	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνουμε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνουν	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνουνε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώνω	verb	τυφλώνω εντελώς
εκτυφλώσαμε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώσαν	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώσανε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώσατε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκτυφλώνω
εκτυφλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυφλώνω
εκτυφλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυφλώνω
εκτυφλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυφλώνω
εκτυφλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυφλώνω
εκτυφλώστε	=	εκτυφλώνω
εκτυφλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκτυφλώνω
εκτόνωνα	=	εκτονώνω
εκτόνωναν	=	εκτονώνω
εκτόνωνε	=	εκτονώνω
εκτόνωνες	=	εκτονώνω
εκτόνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτόνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτόνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτόνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτονώνω
εκτόνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτονώνω
εκτόνωσης	noun	γενική ενικού του εκτόνωση
εκτόξευα	=	εκτοξεύω
εκτόξευαν	=	εκτοξεύω
εκτόξευε	=	εκτοξεύω
εκτόξευες	=	εκτοξεύω
εκτόξευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτόξευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτόξευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτόξευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοξεύω
εκτόξευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτοξεύω
εκτόξευσης	noun	γενική ενικού του εκτόξευση
εκτόπιζα	=	εκτοπίζω
εκτόπιζαν	=	εκτοπίζω
εκτόπιζε	=	εκτοπίζω
εκτόπιζες	=	εκτοπίζω
εκτόπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτόπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτόπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτόπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτοπίζω
εκτόπιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτοπίζω
εκτόπισης	noun	γενική ενικού του εκτόπιση
εκτόπισμα	noun	(φυσική, ναυτικός όρος, ναυπηγικός όρος όγκος υγρού, συνηθέστερα νερού, που εκτοπίζει σώμα που επιπλέει ή βυθίζεται σ΄ αυτό.
εκτόπλασμα	noun	το εξωτερικό στρώμα του κυτοπλάσματος ενός κυττάρου
εκτόπου	=	έκτοπος
εκτόπους	=	έκτοπος
εκτόπων	=	έκτοπος
εκτός	prep	εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική	adv	έξω από, μακριά από (τοπικό)
εκτύλιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτύλιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτύλιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτύλιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυλίσσω
εκτύλιξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτυλίσσω
εκτύλιξης	noun	γενική ενικού του εκτύλιξη
εκτύλισσα	=	εκτυλίσσω
εκτύλισσαν	=	εκτυλίσσω
εκτύλισσε	=	εκτυλίσσω
εκτύλισσες	=	εκτυλίσσω
εκτύπωμα	noun	η εκτύπωση από εκτυπωτή (printer)
εκτύπωνα	=	εκτυπώνω
εκτύπωναν	=	εκτυπώνω
εκτύπωνε	=	εκτυπώνω
εκτύπωνες	=	εκτυπώνω
εκτύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτυπώνω
εκτύπωση	noun	η διαδικασία μεταφοράς κειμένου ή διάφορων απεικονίσεων με ειδική μηχανή, από κάποιο πρότυπο, σε ένα ή πολλά αντίτυπα, σε μόνιμη επιφάνεια (χαρτί ή άλλο υλικό)
εκτύπωσης	noun	γενική ενικού του εκτύπωση
εκτύφλωνα	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωναν	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωνε	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωνες	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωσα	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωσαν	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωσε	=	εκτυφλώνω
εκτύφλωσες	=	εκτυφλώνω
εκυο	abbrev	Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών: κεντρική υπηρεσία της Εκκλησία της Ελλάδος, οργανωμένη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που έχει ως αποστολή τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μετά το 1988, οπότε διαδέχθηκε τον ΟΔΕΠ.
εκφάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκφανση
εκφάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκφανση
εκφάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκφανση
εκφέραμε	=	εκφέρω
εκφέραν	=	εκφέρω
εκφέρανε	=	εκφέρω
εκφέρατε	=	εκφέρω
εκφέρει	=	εκφέρω
εκφέρεις	=	εκφέρω
εκφέρετε	=	εκφέρω
εκφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκφέρω
εκφέροντας	=	εκφέρω
εκφέρουμε	=	εκφέρω
εκφέρουν	=	εκφέρω
εκφέρουνε	=	εκφέρω
εκφέρτε	=	εκφέρω
εκφέρω	verb	λέω, εκφράζω
εκφασισμέ	noun	κλητική ενικού του εκφασισμός
εκφασισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφασισμός
εκφασισμού	noun	γενική ενικού του εκφασισμός
εκφασισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκφασισμός
εκφασισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκφασισμός
εκφασισμός	noun	η επικράτηση πρακτικών ή αντιλήψεων που παραπέμπουν στον φασισμό
εκφασισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκφασισμός
εκφαυλίζαμε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζαν	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζανε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζατε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζει	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζεις	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζεσαι	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίζεστε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίζεται	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίζετε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίζονται	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίζονταν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίζοντας	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζου	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίζουμε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζουν	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζουνε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίζω	verb	κάνω κάτι χειρότερο, φαύλο
εκφαυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίσαν	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίσανε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίσεων	=	εκφαύλιση
εκφαυλίσου	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλίστε	=	εκφαυλίζω
εκφαυλίστηκα	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίστηκαν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίστηκε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίστηκες	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαυλιζόμασταν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόμαστε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόμουν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόμουνα	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόντουσαν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόσασταν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόσαστε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόσουν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόσουνα	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζόταν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιζότανε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλισμέ	noun	κλητική ενικού του εκφαυλισμός
εκφαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλισμένο
εκφαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλισμένη
εκφαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμένης	verb	γενική ενικού του εκφαυλισμένη
εκφαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμένος	verb	που έχει εκφαυλιστεί
εκφαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκφαυλισμένος
εκφαυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλισμός
εκφαυλισμού	noun	γενική ενικού του εκφαυλισμός
εκφαυλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκφαυλισμός
εκφαυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκφαυλισμός
εκφαυλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκφαυλίζω
εκφαυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκφαυλισμός
εκφαυλιστές	=	εκφαυλιστής
εκφαυλιστή	=	εκφαυλιστής
εκφαυλιστήκαμε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιστήκαν	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιστήκανε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιστήκατε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιστής	noun	αυτός που εκφαυλίζει
εκφαυλιστεί	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιστείτε	=	εκφαυλίζομαι
εκφαυλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλιστικό
εκφαυλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλιστική
εκφαυλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστικής	adj	γενική ενικού του εκφαυλιστική
εκφαυλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστικού	adj	γενική ενικού του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εκφαυλισμό ή τον εκφαυλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκφαυλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφαυλιστικός
εκφαυλιστών	=	εκφαυλιστής
εκφαύλιζα	=	εκφαυλίζω
εκφαύλιζαν	=	εκφαυλίζω
εκφαύλιζε	=	εκφαυλίζω
εκφαύλιζες	=	εκφαυλίζω
εκφαύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφαυλίζω
εκφαύλιση	noun	άλλη μορφή του εκφαυλισμός
εκφαύλισης	=	εκφαύλιση
εκφε	abbrev	Εργαστηριακό Κέντρο Φυσικών Επιστημών: οργανωμένη σχολική δομή που υποστηρίζει τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών με εργαστηριακό εξοπλισμό, πειραματικές δραστηριότητες και παιδαγωγική καθοδήγηση εκπαιδευτικών
εκφερόμενα	=	εκφερόμενος
εκφερόμενε	=	εκφερόμενος
εκφερόμενες	=	εκφερόμενος
εκφερόμενη	=	εκφερόμενος
εκφερόμενης	=	εκφερόμενος
εκφερόμενο	=	εκφερόμενος
εκφερόμενοι	=	εκφερόμενος
εκφερόμενος	verb	ο απομακρυνόμενος, απομακρυνόμενος ή αποστελλόμενος
εκφερόμενου	=	εκφερόμενος
εκφερόμενους	=	εκφερόμενος
εκφερόμενων	=	εκφερόμενος
εκφεύγαμε	=	εκφεύγω
εκφεύγαν	=	εκφεύγω
εκφεύγανε	=	εκφεύγω
εκφεύγατε	=	εκφεύγω
εκφεύγει	=	εκφεύγω
εκφεύγεις	=	εκφεύγω
εκφεύγετε	=	εκφεύγω
εκφεύγοντας	=	εκφεύγω
εκφεύγουμε	=	εκφεύγω
εκφεύγουν	=	εκφεύγω
εκφεύγουνε	=	εκφεύγω
εκφεύγω	verb|formal	αποφεύγω
εκφοβήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφόβηση
εκφοβήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκφόβηση
εκφοβήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκφόβηση
εκφοβίζαμε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζαν	=	εκφοβίζω
εκφοβίζανε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζατε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζει	=	εκφοβίζω
εκφοβίζεις	=	εκφοβίζω
εκφοβίζεσαι	=	εκφοβίζω
εκφοβίζεστε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζεται	=	εκφοβίζω
εκφοβίζετε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζομαι	=	εκφοβίζω
εκφοβίζονται	=	εκφοβίζω
εκφοβίζονταν	=	εκφοβίζω
εκφοβίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίζου	=	εκφοβίζω
εκφοβίζουμε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζουν	=	εκφοβίζω
εκφοβίζουνε	=	εκφοβίζω
εκφοβίζω	verb	φοβίζω κάποιον με απειλές ή αναφορά επικείμενου κακού, για να τον αναγκάσω να δεχτεί ό,τι θέλω και να πράξει αναλόγως
εκφοβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίσαν	=	εκφοβίζω
εκφοβίσανε	=	εκφοβίζω
εκφοβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκφόβιση
εκφοβίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκφόβιση
εκφοβίσου	=	εκφοβίζω
εκφοβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβίστε	=	εκφοβίζω
εκφοβίστηκα	=	εκφοβίζω
εκφοβίστηκαν	=	εκφοβίζω
εκφοβίστηκε	=	εκφοβίζω
εκφοβίστηκες	=	εκφοβίζω
εκφοβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφοβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφοβητικό
εκφοβητικέ	adj	κλητική ενικού του εκφοβητικός
εκφοβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφοβητική
εκφοβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφοβητικός
εκφοβητικής	adj	γενική ενικού του εκφοβητική
εκφοβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφοβητικός
εκφοβητικού	adj	γενική ενικού του εκφοβητικός
εκφοβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφοβητικός
εκφοβητικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφοβητικός
εκφοβητικός	adj|rare	άλλη μορφή του εκφοβιστικός
εκφοβητικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφοβητικός
εκφοβιζόμασταν	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόμαστε	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόμουν	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόμουνα	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόντουσαν	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόσασταν	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόσαστε	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόσουν	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόσουνα	=	εκφοβίζω
εκφοβιζόταν	=	εκφοβίζω
εκφοβιζότανε	=	εκφοβίζω
εκφοβισμέ	noun	κλητική ενικού του εκφοβισμός
εκφοβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφοβισμένο
εκφοβισμένε	verb	κλητική ενικού του εκφοβισμένος
εκφοβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφοβισμένη
εκφοβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφοβισμένος
εκφοβισμένης	verb	γενική ενικού του εκφοβισμένη
εκφοβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκφοβισμένος
εκφοβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφοβισμένος
εκφοβισμένος	=	εκφοβίζω
εκφοβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκφοβισμένος
εκφοβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκφοβισμένος
εκφοβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκφοβισμένος
εκφοβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφοβισμός
εκφοβισμού	noun	γενική ενικού του εκφοβισμός
εκφοβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκφοβισμός
εκφοβισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκφοβισμός
εκφοβισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκφοβίζω
εκφοβισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκφοβισμός
εκφοβιστές	=	εκφοβιστής
εκφοβιστή	=	εκφοβιστής
εκφοβιστήκαμε	=	εκφοβίζω
εκφοβιστήκαν	=	εκφοβίζω
εκφοβιστήκανε	=	εκφοβίζω
εκφοβιστήκατε	=	εκφοβίζω
εκφοβιστής	noun	αυτός που εκφοβίζει
εκφοβιστεί	=	εκφοβίζω
εκφοβιστείτε	=	εκφοβίζω
εκφοβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφοβιστικό	adv	με εκφοβιστικό τρόπο, εκφοβίζοντας
εκφοβιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκφοβιστικός
εκφοβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφοβιστική
εκφοβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφοβιστικός
εκφοβιστικής	adj	γενική ενικού του εκφοβιστική
εκφοβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφοβιστικός
εκφοβιστικού	adj	γενική ενικού του εκφοβιστικός
εκφοβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφοβιστικός
εκφοβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφοβιστικός
εκφοβιστικός	adj	που συμβάλλει στον εκφοβισμό, που γίνεται για εκφοβισμό
εκφοβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφοβιστικός
εκφοβιστών	=	εκφοβιστής
εκφοβώ	verb|formal	άλλη μορφή του εκφοβίζω
εκφοβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκφοβώ
εκφορά	noun	απομάκρυνση
εκφοράς	noun	γενική ενικού του εκφορά
εκφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορά
εκφορητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορητικό
εκφορητικέ	adj	κλητική ενικού του εκφορητικός
εκφορητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορητική
εκφορητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφορητικός
εκφορητικής	adj	γενική ενικού του εκφορητική
εκφορητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφορητικός
εκφορητικού	adj	γενική ενικού του εκφορητικός
εκφορητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφορητικός
εκφορητικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφορητικός
εκφορητικός	adj	που περνάει κάτι μέσα απ’ αυτόν (π.χ. αγωγό) και παροχετεύεται προς τα έξω
εκφορητικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφορητικός
εκφορτίζαμε	=	εκφορτίζω
εκφορτίζαν	=	εκφορτίζω
εκφορτίζανε	=	εκφορτίζω
εκφορτίζατε	=	εκφορτίζω
εκφορτίζει	=	εκφορτίζω
εκφορτίζεις	=	εκφορτίζω
εκφορτίζεσαι	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίζεστε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίζεται	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίζετε	=	εκφορτίζω
εκφορτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκφορτίζω
εκφορτίζονται	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίζονταν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίζοντας	=	εκφορτίζω
εκφορτίζου	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίζουμε	=	εκφορτίζω
εκφορτίζουν	=	εκφορτίζω
εκφορτίζουνε	=	εκφορτίζω
εκφορτίζω	verb	αποφορτίζω
εκφορτίσαμε	=	εκφορτίζω
εκφορτίσαν	=	εκφορτίζω
εκφορτίσανε	=	εκφορτίζω
εκφορτίσατε	=	εκφορτίζω
εκφορτίσει	=	εκφορτίζω
εκφορτίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφόρτιση
εκφορτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκφόρτιση
εκφορτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκφόρτιση
εκφορτίσου	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίστε	=	εκφορτίζω
εκφορτίστηκα	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίστηκαν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίστηκε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτίστηκες	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόμασταν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόμαστε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόμουν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόμουνα	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόντουσαν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόσασταν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόσαστε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόσουν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόσουνα	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζόταν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιζότανε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτισμένος	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιστήκαμε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιστήκαν	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιστήκανε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιστήκατε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιστεί	=	εκφορτίζομαι
εκφορτιστείτε	=	εκφορτίζομαι
εκφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωμένο
εκφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του εκφορτωμένος
εκφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωμένη
εκφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφορτωμένος
εκφορτωμένης	verb	γενική ενικού του εκφορτωμένη
εκφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκφορτωμένος
εκφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωμένος
εκφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκφορτωμένος
εκφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκφορτωμένος
εκφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκφορτωμένος
εκφορτωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωτής
εκφορτωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκφορτωτής
εκφορτωτήρα	=	εκφορτωτήρας
εκφορτωτήρας	noun	μηχάνημα που εκφορτώνει
εκφορτωτήρες	=	εκφορτωτήρας
εκφορτωτήρων	=	εκφορτωτήρας
εκφορτωτής	noun	μηχάνημα που εκφορτώνει
εκφορτωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωτικό
εκφορτωτικέ	adj	κλητική ενικού του εκφορτωτικός
εκφορτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωτική
εκφορτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφορτωτικός
εκφορτωτικής	adj	γενική ενικού του εκφορτωτική
εκφορτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφορτωτικός
εκφορτωτικού	adj	γενική ενικού του εκφορτωτικός
εκφορτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφορτωτικός
εκφορτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφορτωτικός
εκφορτωτικός	adj	που έχει σχέση με εκφόρτωση ή εκφορτωτή
εκφορτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφορτωτικός
εκφορτωτών	noun	γενική πληθυντικού του εκφορτωτής
εκφορτώναμε	=	εκφορτώνω
εκφορτώναν	=	εκφορτώνω
εκφορτώνανε	=	εκφορτώνω
εκφορτώνατε	=	εκφορτώνω
εκφορτώνει	=	εκφορτώνω
εκφορτώνεις	=	εκφορτώνω
εκφορτώνετε	=	εκφορτώνω
εκφορτώνομαι	=	εκφορτώνω
εκφορτώνοντας	=	εκφορτώνω
εκφορτώνουμε	=	εκφορτώνω
εκφορτώνουν	=	εκφορτώνω
εκφορτώνουνε	=	εκφορτώνω
εκφορτώνω	verb|formal	ξεφορτώνω
εκφορτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώσαν	=	εκφορτώνω
εκφορτώσανε	=	εκφορτώνω
εκφορτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφόρτωση
εκφορτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκφόρτωση
εκφορτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκφόρτωση
εκφορτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφορών	=	εκφορά
εκφράζαμε	=	εκφράζω
εκφράζαν	=	εκφράζω
εκφράζανε	=	εκφράζω
εκφράζατε	=	εκφράζω
εκφράζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκφράζω
εκφράζεις	=	εκφράζω
εκφράζεσαι	=	εκφράζω
εκφράζεστε	=	εκφράζω
εκφράζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκφράζομαι
εκφράζετε	=	εκφράζω
εκφράζομαι	verb	χρησιμοποιώ το λόγο κατά ένα ορισμένο τρόπο
εκφράζομε	=	εκφράζω
εκφράζονται	=	εκφράζω
εκφράζονταν	=	εκφράζω
εκφράζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εκφράζω
εκφράζουμε	=	εκφράζω
εκφράζουν	=	εκφράζω
εκφράζουνε	=	εκφράζω
εκφράζω	verb	αποδίδω κάτι με το λόγο, γραπτά ή προφορικά, με το σώμα, με εικαστικά κτλ
εκφράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράσαν	=	εκφράζω
εκφράσανε	=	εκφράζω
εκφράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκφραση
εκφράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκφραση
εκφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκφραση
εκφράσθηκα	=	εκφράζω
εκφράσθηκαν	=	εκφράζω
εκφράσθηκε	=	εκφράζω
εκφράσθηκες	=	εκφράζω
εκφράσομε	=	εκφράζω
εκφράσου	=	εκφράζω
εκφράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράσουνε	=	εκφράζω
εκφράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφράστρια	noun|rare	θηλυκό του εκφραστής
εκφράστριας	noun	γενική ενικού του εκφράστρια
εκφράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφράστρια
εκφράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εκφραζόμασταν	=	εκφράζω
εκφραζόμαστε	=	εκφράζω
εκφραζόμενος	=	εκφράζω
εκφραζόμουν	=	εκφράζω
εκφραζόμουνα	=	εκφράζω
εκφραζόντουσαν	=	εκφράζω
εκφραζόσασταν	=	εκφράζω
εκφραζόσαστε	=	εκφράζω
εκφραζόσουν	=	εκφράζω
εκφραζόσουνα	=	εκφράζω
εκφραζόταν	=	εκφράζω
εκφραζότανε	=	εκφράζω
εκφρασθήκαμε	=	εκφράζω
εκφρασθήκαν	=	εκφράζω
εκφρασθήκανε	=	εκφράζω
εκφρασθήκατε	=	εκφράζω
εκφρασθεί	=	εκφράζω
εκφρασθείς	=	εκφράζω
εκφρασθείτε	=	εκφράζω
εκφρασθούμε	=	εκφράζω
εκφρασθούν	=	εκφράζω
εκφρασθούνε	=	εκφράζω
εκφρασθώ	=	εκφράζω
εκφρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφρασμένο
εκφρασμένε	verb	κλητική ενικού του εκφρασμένος
εκφρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφρασμένη
εκφρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφρασμένος
εκφρασμένης	verb	γενική ενικού του εκφρασμένη
εκφρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκφρασμένος
εκφρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφρασμένος
εκφρασμένος	=	εκφράζω
εκφρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκφρασμένος
εκφρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκφρασμένος
εκφρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκφρασμένος
εκφραστές	=	εκφραστής
εκφραστή	=	εκφραστής
εκφραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστήκαν	=	εκφράζω
εκφραστήκανε	=	εκφράζω
εκφραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστής	noun	αυτός που με ποικίλους τρόπους (το έργο του, τις απόψεις του κ.λπ.) εκφράζει ή προβάλλει τις αντιλήψεις ή απόψεις ενός ευρύτερου συνόλου
εκφραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφραστικό	adv	με εκφραστικό τρόπο, με εκφραστικότητα
εκφραστικέ	adj	κλητική ενικού του εκφραστικός
εκφραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφραστική
εκφραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφραστικός
εκφραστικής	adj	γενική ενικού του εκφραστική
εκφραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφραστικός
εκφραστικοτήτων	=	εκφραστικότητα
εκφραστικού	adj	γενική ενικού του εκφραστικός
εκφραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφραστικός
εκφραστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφραστικός
εκφραστικός	adj	που εκδηλώνει συναισθήματα, που εκφράζεται
εκφραστικότητα	noun	το να είναι κάποιος εκφραστικός, η ιδιότητα του εκφραστικού
εκφραστικότητας	noun	γενική ενικού του εκφραστικότητα
εκφραστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφραστικότητα
εκφραστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφραστικός
εκφραστικώς	adv|dated	εκφραστικά
εκφραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστούνε	=	εκφράζω
εκφραστριών	noun	γενική πληθυντικού του εκφράστρια
εκφραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφράζομαι
εκφραστών	=	εκφραστής
εκφρόνων	=	έκφρων
εκφυγές	=	εκφυγή
εκφυγή	noun	η διαφυγή, το γλύτωμα
εκφυγής	=	εκφυγή
εκφυγών	=	εκφυγή
εκφυλίζαμε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζαν	=	εκφυλίζω
εκφυλίζανε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζατε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζει	=	εκφυλίζω
εκφυλίζεις	=	εκφυλίζω
εκφυλίζεσαι	=	εκφυλίζω
εκφυλίζεστε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζεται	=	εκφυλίζω
εκφυλίζετε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίζονται	=	εκφυλίζω
εκφυλίζονταν	=	εκφυλίζω
εκφυλίζοντας	=	εκφυλίζω
εκφυλίζου	=	εκφυλίζω
εκφυλίζουμε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζουν	=	εκφυλίζω
εκφυλίζουνε	=	εκφυλίζω
εκφυλίζω	verb	αλλοιώνω την ουσία και τη φύση κάποιου πράγματος, το ωθώ στην απώλεια των φυσικών του χαρακτηριστικών
εκφυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίσαν	=	εκφυλίζω
εκφυλίσανε	=	εκφυλίζω
εκφυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκφύλιση
εκφυλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκφύλιση
εκφυλίσου	=	εκφυλίζω
εκφυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλίστε	=	εκφυλίζω
εκφυλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφυλιζόμασταν	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόμαστε	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόμουν	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόμουνα	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόντουσαν	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόσασταν	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόσαστε	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόσουν	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόσουνα	=	εκφυλίζω
εκφυλιζόταν	=	εκφυλίζω
εκφυλιζότανε	=	εκφυλίζω
εκφυλισμέ	noun	κλητική ενικού του εκφυλισμός
εκφυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφυλισμένο
εκφυλισμένε	verb	κλητική ενικού του εκφυλισμένος
εκφυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφυλισμένη
εκφυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφυλισμένος
εκφυλισμένης	verb	γενική ενικού του εκφυλισμένη
εκφυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκφυλισμένος
εκφυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφυλισμένος
εκφυλισμένος	verb	για κάποιον ή κάτι που υπέστη εκφυλισμό
εκφυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκφυλισμένος
εκφυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκφυλισμένος
εκφυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκφυλισμένος
εκφυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφυλισμός
εκφυλισμού	noun	γενική ενικού του εκφυλισμός
εκφυλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκφυλισμός
εκφυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκφυλισμός
εκφυλισμός	noun	ηθική διαφθορά, ηθική κατάπτωση, εξαχρείωση
εκφυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκφυλισμός
εκφυλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστήκαν	=	εκφυλίζω
εκφυλιστήκανε	=	εκφυλίζω
εκφυλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφυλιστικό	adv	με εκφυλιστικό τρόπο
εκφυλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκφυλιστικός
εκφυλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφυλιστική
εκφυλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφυλιστικός
εκφυλιστικής	adj	γενική ενικού του εκφυλιστική
εκφυλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφυλιστικός
εκφυλιστικού	adj	γενική ενικού του εκφυλιστικός
εκφυλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκφυλιστικός
εκφυλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκφυλιστικός
εκφυλιστικός	adj	που προκαλεί εκφυλισμό
εκφυλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκφυλιστικός
εκφυλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζομαι
εκφυλόφατσα	noun	άτομο που από το παρουσιαστικό του πιστεύουμε ότι είναι έκφυλο
εκφυλόφατσας	=	εκφυλόφατσα
εκφυλόφατσες	=	εκφυλόφατσα
εκφυόμαστε	=	εκφύομαι
εκφυόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφυόμενος
εκφυόμουν	=	εκφύομαι
εκφυόσουν	=	εκφύομαι
εκφωνήθηκα	=	εκφωνώ
εκφωνήθηκαν	=	εκφωνώ
εκφωνήθηκε	=	εκφωνώ
εκφωνήθηκες	=	εκφωνώ
εκφωνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφώνημα
εκφωνήματος	noun	γενική ενικού του εκφώνημα
εκφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσαν	=	εκφωνώ
εκφωνήσανε	=	εκφωνώ
εκφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφώνηση
εκφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσεων	=	εκφώνηση
εκφωνήσου	=	εκφωνώ
εκφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσουνε	=	εκφωνώ
εκφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφωνήτρια	noun	εκφωνητής
εκφωνήτριας	noun	γενική ενικού του εκφωνήτρια
εκφωνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφωνήτρια
εκφωνεί	=	εκφωνώ
εκφωνείς	=	εκφωνώ
εκφωνείσαι	=	εκφωνώ
εκφωνείσθε	=	εκφωνώ
εκφωνείστε	=	εκφωνώ
εκφωνείται	=	εκφωνώ
εκφωνείτε	=	εκφωνώ
εκφωνηθήκαμε	=	εκφωνώ
εκφωνηθήκαν	=	εκφωνώ
εκφωνηθήκανε	=	εκφωνώ
εκφωνηθήκατε	=	εκφωνώ
εκφωνηθεί	=	εκφωνώ
εκφωνηθείς	=	εκφωνώ
εκφωνηθείτε	=	εκφωνώ
εκφωνηθούμε	=	εκφωνώ
εκφωνηθούν	=	εκφωνώ
εκφωνηθούνε	=	εκφωνώ
εκφωνηθώ	=	εκφωνώ
εκφωνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκφώνημα
εκφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφωνημένο
εκφωνημένε	verb	κλητική ενικού του εκφωνημένος
εκφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφωνημένη
εκφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκφωνημένος
εκφωνημένης	verb	γενική ενικού του εκφωνημένη
εκφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του εκφωνημένος
εκφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκφωνημένος
εκφωνημένος	=	εκφωνώ
εκφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκφωνημένος
εκφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκφωνημένος
εκφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκφωνημένος
εκφωνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκφωνητής
εκφωνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκφωνητής
εκφωνητής	noun	αυτός που εκφωνεί κάποιο κείμενο
εκφωνητριών	noun	γενική πληθυντικού του εκφωνήτρια
εκφωνητών	noun	γενική πληθυντικού του εκφωνητής
εκφωνούμαι	=	εκφωνώ
εκφωνούμασταν	=	εκφωνώ
εκφωνούμαστε	=	εκφωνώ
εκφωνούμε	=	εκφωνώ
εκφωνούμεθα	=	εκφωνώ
εκφωνούμενος	=	εκφωνώ
εκφωνούμουν	=	εκφωνώ
εκφωνούν	=	εκφωνώ
εκφωνούνε	=	εκφωνώ
εκφωνούνται	=	εκφωνώ
εκφωνούνταν	=	εκφωνώ
εκφωνούσα	=	εκφωνώ
εκφωνούσαμε	=	εκφωνώ
εκφωνούσαν	=	εκφωνώ
εκφωνούσανε	=	εκφωνώ
εκφωνούσασταν	=	εκφωνώ
εκφωνούσαστε	=	εκφωνώ
εκφωνούσατε	=	εκφωνώ
εκφωνούσε	=	εκφωνώ
εκφωνούσες	=	εκφωνώ
εκφωνούσουν	=	εκφωνώ
εκφωνώ	verb	διαβάζω ή λέω κάτι μεγαλόφωνα και με (κάποια) επισημότητα
εκφωνώντας	=	εκφωνώ
εκφωωνήθηκα	=	εκφωνώ
εκφόβηση	noun	άλλη γραφή του εκφόβιση
εκφόβησης	noun	γενική ενικού του εκφόβηση
εκφόβιζα	=	εκφοβίζω
εκφόβιζαν	=	εκφοβίζω
εκφόβιζε	=	εκφοβίζω
εκφόβιζες	=	εκφοβίζω
εκφόβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφόβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφόβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφόβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφοβίζω
εκφόβιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκφοβίζω
εκφόβισης	noun	γενική ενικού του εκφόβιση
εκφόρτιζα	=	εκφορτίζω
εκφόρτιζαν	=	εκφορτίζω
εκφόρτιζε	=	εκφορτίζω
εκφόρτιζες	=	εκφορτίζω
εκφόρτισα	=	εκφορτίζω
εκφόρτισαν	=	εκφορτίζω
εκφόρτισε	=	εκφορτίζω
εκφόρτισες	=	εκφορτίζω
εκφόρτιση	noun	αποφόρτιση
εκφόρτισης	noun	γενική ενικού του εκφόρτιση
εκφόρτωνα	=	εκφορτώνω
εκφόρτωναν	=	εκφορτώνω
εκφόρτωνε	=	εκφορτώνω
εκφόρτωνες	=	εκφορτώνω
εκφόρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφόρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφόρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφόρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφορτώνω
εκφόρτωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκφορτώνω
εκφόρτωσης	noun	γενική ενικού του εκφόρτωση
εκφύγαμε	=	εκφεύγω
εκφύγαν	=	εκφεύγω
εκφύγανε	=	εκφεύγω
εκφύγατε	=	εκφεύγω
εκφύγει	=	εκφεύγω
εκφύγτε	=	εκφεύγω
εκφύεσαι	=	εκφύομαι
εκφύεσθε	=	εκφύομαι
εκφύεστε	=	εκφύομαι
εκφύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εκφύομαι
εκφύλιζα	=	εκφυλίζω
εκφύλιζαν	=	εκφυλίζω
εκφύλιζε	=	εκφυλίζω
εκφύλιζες	=	εκφυλίζω
εκφύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφυλίζω
εκφύλιση	noun	η αλλοίωση των ιστών ή κυττάρων ενός οργανισμού που εμποδίζει τη σωστή λειτουργία του
εκφύλισης	noun	γενική ενικού του εκφύλιση
εκφύομαι	verb	φυτρώνω από κάπου ή κάτι, βλασταίνω
εκφύονται	=	εκφύομαι
εκφύονταν	=	εκφύομαι
εκφύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκφυση
εκφύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκφυση
εκφύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκφυση
εκφώνημα	noun	το τμήμα του (προφορικού συνήθως) λόγου ανάμεσα από δύο διαδοχικές παύσεις / σιωπές
εκφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφωνώ
εκφώνηση	noun	η ανάγνωση κειμένου ώστε να ακούγεται από άλλους
εκφώνησης	=	εκφώνηση
εκχέαμε	=	εκχέω
εκχέαν	=	εκχέω
εκχέανε	=	εκχέω
εκχέατε	=	εκχέω
εκχέει	=	εκχέω
εκχέεις	=	εκχέω
εκχέεσαι	=	εκχέω
εκχέεσθε	=	εκχέω
εκχέεστε	=	εκχέω
εκχέεται	=	εκχέω
εκχέετε	=	εκχέω
εκχέομαι	=	εκχέω
εκχέομε	=	εκχέω
εκχέονται	=	εκχέω
εκχέονταν	=	εκχέω
εκχέοντας	=	εκχέω
εκχέουμε	=	εκχέω
εκχέρσωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκχερσώνω
εκχέρσωνα	=	εκχερσώνω
εκχέρσωναν	=	εκχερσώνω
εκχέρσωνε	=	εκχερσώνω
εκχέρσωνες	=	εκχερσώνω
εκχέρσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχέρσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχέρσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχέρσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχέρσωση	noun	μεταβολή χέρσου εδάφους σε καλλιεργήσιμο
εκχέρσωσης	noun	γενική ενικού του εκχέρσωση
εκχέω	verb	άλλη μορφή του εγχέω
εκχείλιζα	=	εκχειλίζω
εκχείλιζαν	=	εκχειλίζω
εκχείλιζε	=	εκχειλίζω
εκχείλιζες	=	εκχειλίζω
εκχείλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχείλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχείλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχείλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχείλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκχειλίζω
εκχείλισης	noun	γενική ενικού του εκχείλιση
εκχειλίζαμε	=	εκχειλίζω
εκχειλίζαν	=	εκχειλίζω
εκχειλίζανε	=	εκχειλίζω
εκχειλίζατε	=	εκχειλίζω
εκχειλίζει	=	εκχειλίζω
εκχειλίζεις	=	εκχειλίζω
εκχειλίζετε	=	εκχειλίζω
εκχειλίζοντας	=	εκχειλίζω
εκχειλίζουμε	=	εκχειλίζω
εκχειλίζουν	=	εκχειλίζω
εκχειλίζουνε	=	εκχειλίζω
εκχειλίζω	verb|formal	άλλη μορφή του ξεχειλίζω
εκχειλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίσαν	=	εκχειλίζω
εκχειλίσανε	=	εκχειλίζω
εκχειλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχείλιση
εκχειλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκχείλιση
εκχειλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκχείλιση
εκχειλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχειλίζω
εκχειλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχειλισμένο
εκχειλισμένε	verb	κλητική ενικού του εκχειλισμένος
εκχειλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχειλισμένη
εκχειλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκχειλισμένος
εκχειλισμένης	verb	γενική ενικού του εκχειλισμένη
εκχειλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκχειλισμένος
εκχειλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχειλισμένος
εκχειλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκχειλισμένος
εκχειλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκχειλισμένος
εκχειλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκχειλισμένος
εκχερσωθήκαμε	=	εκχερσώνω
εκχερσωθήκαν	=	εκχερσώνω
εκχερσωθήκανε	=	εκχερσώνω
εκχερσωθήκατε	=	εκχερσώνω
εκχερσωθεί	=	εκχερσώνω
εκχερσωθείτε	=	εκχερσώνω
εκχερσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκχέρσωμα
εκχερσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχερσωμένο
εκχερσωμένε	verb	κλητική ενικού του εκχερσωμένος
εκχερσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχερσωμένη
εκχερσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκχερσωμένος
εκχερσωμένης	verb	γενική ενικού του εκχερσωμένη
εκχερσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εκχερσωμένος
εκχερσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχερσωμένος
εκχερσωμένος	=	εκχερσώνω
εκχερσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκχερσωμένος
εκχερσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκχερσωμένος
εκχερσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκχερσωμένος
εκχερσωνόμασταν	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόμαστε	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόμουν	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόμουνα	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόντουσαν	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόσασταν	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόσαστε	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόσουν	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόσουνα	=	εκχερσώνω
εκχερσωνόταν	=	εκχερσώνω
εκχερσωνότανε	=	εκχερσώνω
εκχερσώθηκα	=	εκχερσώνω
εκχερσώθηκαν	=	εκχερσώνω
εκχερσώθηκε	=	εκχερσώνω
εκχερσώθηκες	=	εκχερσώνω
εκχερσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχέρσωμα
εκχερσώματος	noun	γενική ενικού του εκχέρσωμα
εκχερσώναμε	=	εκχερσώνω
εκχερσώναν	=	εκχερσώνω
εκχερσώνανε	=	εκχερσώνω
εκχερσώνατε	=	εκχερσώνω
εκχερσώνει	=	εκχερσώνω
εκχερσώνεις	=	εκχερσώνω
εκχερσώνεσαι	=	εκχερσώνω
εκχερσώνεστε	=	εκχερσώνω
εκχερσώνεται	=	εκχερσώνω
εκχερσώνετε	=	εκχερσώνω
εκχερσώνομαι	=	εκχερσώνω
εκχερσώνονται	=	εκχερσώνω
εκχερσώνονταν	=	εκχερσώνω
εκχερσώνοντας	=	εκχερσώνω
εκχερσώνου	=	εκχερσώνω
εκχερσώνουμε	=	εκχερσώνω
εκχερσώνουν	=	εκχερσώνω
εκχερσώνουνε	=	εκχερσώνω
εκχερσώνω	verb	ξεχερσώνω κάνω τις κατάλληλες ενέργειες ώστε να μεταβληθεί ένα χέρσο έδαφος σε καλλιεργήσιμο, αφαιρώντας τις πέτρες κ.λπ.
εκχερσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώσαν	=	εκχερσώνω
εκχερσώσανε	=	εκχερσώνω
εκχερσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχέρσωση
εκχερσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκχέρσωση
εκχερσώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκχέρσωση
εκχερσώσου	=	εκχερσώνω
εκχερσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχερσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχερσώνω
εκχεόμασταν	=	εκχέω
εκχεόμαστε	=	εκχέω
εκχεόσασταν	=	εκχέω
εκχεόσαστε	=	εκχέω
εκχιονίζαμε	=	εκχιονίζω
εκχιονίζαν	=	εκχιονίζω
εκχιονίζανε	=	εκχιονίζω
εκχιονίζατε	=	εκχιονίζω
εκχιονίζει	=	εκχιονίζω
εκχιονίζεις	=	εκχιονίζω
εκχιονίζετε	=	εκχιονίζω
εκχιονίζοντας	=	εκχιονίζω
εκχιονίζουμε	=	εκχιονίζω
εκχιονίζουν	=	εκχιονίζω
εκχιονίζουνε	=	εκχιονίζω
εκχιονίζω	verb	καθαρίζω μια περιοχή από το χιόνι που έχει
εκχιονίσαμε	=	εκχιονίζω
εκχιονίσαν	=	εκχιονίζω
εκχιονίσανε	=	εκχιονίζω
εκχιονίσατε	=	εκχιονίζω
εκχιονίσει	=	εκχιονίζω
εκχιονίστε	=	εκχιονίζω
εκχιονισμέ	noun	κλητική ενικού του εκχιονισμός
εκχιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχιονισμός
εκχιονισμού	noun	γενική ενικού του εκχιονισμός
εκχιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκχιονισμός
εκχιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκχιονισμός
εκχιονισμός	noun	απομάκρυνση του χιονιού και καθαρισμός των οδών από το χιόνι
εκχιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκχιονισμός
εκχιονιστήρα	=	εκχιονιστήρας
εκχιονιστήρας	noun	τροχοφόρο μηχάνημα οδοποιίας που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του χιονιού από τους δρόμους
εκχιονιστήρες	=	εκχιονιστήρας
εκχιονιστήρων	=	εκχιονιστήρας
εκχιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχιονιστικό
εκχιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του εκχιονιστικός
εκχιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχιονιστική
εκχιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκχιονιστικός
εκχιονιστικής	adj	γενική ενικού του εκχιονιστική
εκχιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχιονιστικός
εκχιονιστικού	adj	γενική ενικού του εκχιονιστικός
εκχιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκχιονιστικός
εκχιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκχιονιστικός
εκχιονιστικός	adj	που συμβάλλει στην απομάκρυνση του χιονιού
εκχιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκχιονιστικός
εκχιόνιζα	=	εκχιονίζω
εκχιόνιζαν	=	εκχιονίζω
εκχιόνιζε	=	εκχιονίζω
εκχιόνιζες	=	εκχιονίζω
εκχιόνισα	=	εκχιονίζω
εκχιόνισαν	=	εκχιονίζω
εκχιόνισε	=	εκχιονίζω
εκχιόνισες	=	εκχιονίζω
εκχρηματισμέ	=	εκχρηματισμός
εκχρηματισμοί	=	εκχρηματισμός
εκχρηματισμού	=	εκχρηματισμός
εκχρηματισμούς	=	εκχρηματισμός
εκχρηματισμό	=	εκχρηματισμός
εκχρηματισμός	noun	η χρησιμοποίηση του χρήματος ως κυρίαρχου μέσου οικονομικών συναλλαγών
εκχρηματισμών	=	εκχρηματισμός
εκχριστιάνιζα	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιάνιζαν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιάνιζε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιάνιζες	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζαμε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζαν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζανε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζατε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζει	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζεις	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζεσαι	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζεστε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζεται	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζετε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζομαι	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζονται	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζονταν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζοντας	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζου	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζουμε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζουν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζουνε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίζω	verb	κάνω κάποιους (έναν πληθυσμό, ένα λαό) χριστιανούς
εκχριστιανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσαν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσανε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσου	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανίστε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίστηκα	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίστηκαν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίστηκε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίστηκες	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόμασταν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόμαστε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόμουν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόμουνα	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόντουσαν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόσασταν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόσαστε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόσουν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόσουνα	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζόταν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιζότανε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανισμέ	=	εκχριστιανισμός
εκχριστιανισμένος	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανισμοί	=	εκχριστιανισμός
εκχριστιανισμού	=	εκχριστιανισμός
εκχριστιανισμούς	=	εκχριστιανισμός
εκχριστιανισμό	=	εκχριστιανισμός
εκχριστιανισμός	noun	η διαδικασία με την οποία ένας λαός ή ομάδα ανθρώπων υιοθετεί τον χριστιανισμό
εκχριστιανισμών	=	εκχριστιανισμός
εκχριστιανιστήκαμε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιστήκαν	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιστήκανε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιστήκατε	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιστεί	=	εκχριστιανίζω
εκχριστιανιστείτε	=	εκχριστιανίζω
εκχυδάιζα	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάιζαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάιζε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάιζες	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάισα	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάισαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάισε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάισες	=	εκχυδαΐζω
εκχυδάϊσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδάϊσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδάϊσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδάϊσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζαμε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζανε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζατε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζει	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζεις	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζεσαι	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζεστε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζεται	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζετε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζονται	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζονταν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζοντας	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζουμε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζουν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζουνε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐζω	verb	μετατρέπω σε χυδαίο
εκχυδαΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσανε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσου	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαΐστε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐστηκα	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐστηκαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐστηκε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐστηκες	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐστικα	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόμασταν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόμαστε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόμουν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόμουνα	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόντουσαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόσασταν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόσαστε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόσουν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόσουνα	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζόταν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊζότανε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του εκχυδαϊσμός
εκχυδαϊσμένος	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχυδαϊσμός
εκχυδαϊσμού	noun	γενική ενικού του εκχυδαϊσμός
εκχυδαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκχυδαϊσμός
εκχυδαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του εκχυδαϊσμός
εκχυδαϊσμός	noun	η μεταβολή σε χυδαίο, άσεμνο
εκχυδαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του εκχυδαϊσμός
εκχυδαϊστήκαμε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊστήκαν	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊστήκανε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊστήκατε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊστεί	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊστείτε	=	εκχυδαΐζω
εκχυδαϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχυδαϊστικό
εκχυδαϊστικέ	adj	κλητική ενικού του εκχυδαϊστικός
εκχυδαϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχυδαϊστική
εκχυδαϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκχυδαϊστικός
εκχυδαϊστικής	adj	γενική ενικού του εκχυδαϊστική
εκχυδαϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχυδαϊστικός
εκχυδαϊστικού	adj	γενική ενικού του εκχυδαϊστικός
εκχυδαϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκχυδαϊστικός
εκχυδαϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του εκχυδαϊστικός
εκχυδαϊστικός	adj	που συμβάλλει στον εκχυδαϊσμό, που εκχυδαΐζει
εκχυδαϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του εκχυδαϊστικός
εκχυθήκαμε	=	εκχέω
εκχυθήκαν	=	εκχέω
εκχυθήκανε	=	εκχέω
εκχυθήκατε	=	εκχέω
εκχυθεί	=	εκχέω
εκχυθείς	=	εκχέω
εκχυθείτε	=	εκχέω
εκχυθούμε	=	εκχέω
εκχυθούν	=	εκχέω
εκχυθούνε	=	εκχέω
εκχυθώ	=	εκχέω
εκχυλίζαμε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζαν	=	εκχυλίζω
εκχυλίζανε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζατε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζει	=	εκχυλίζω
εκχυλίζεις	=	εκχυλίζω
εκχυλίζεσαι	=	εκχυλίζω
εκχυλίζεστε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζεται	=	εκχυλίζω
εκχυλίζετε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίζονται	=	εκχυλίζω
εκχυλίζονταν	=	εκχυλίζω
εκχυλίζοντας	=	εκχυλίζω
εκχυλίζου	=	εκχυλίζομαι
εκχυλίζουμε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζουν	=	εκχυλίζω
εκχυλίζουνε	=	εκχυλίζω
εκχυλίζω	verb	εφαρμόζω ή πραγματοποιώ εκχύλιση, παίρνω ένα μείγμα ουσιών μιας πρώτης ύλης με τη χρήση κατάλληλου διαλύτη και υποβάλλοντάς την σε πίεση
εκχυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίσαν	=	εκχυλίζω
εκχυλίσανε	=	εκχυλίζω
εκχυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχύλιση
εκχυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκχύλιση
εκχυλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκχύλιση
εκχυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχύλισμα
εκχυλίσματος	noun	γενική ενικού του εκχύλισμα
εκχυλίσου	=	εκχυλίζω
εκχυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλίστηκα	=	εκχυλίζω
εκχυλίστηκαν	=	εκχυλίζω
εκχυλίστηκε	=	εκχυλίζω
εκχυλίστηκες	=	εκχυλίζω
εκχυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλιζόμασταν	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόμαστε	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόμουν	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόμουνα	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόντουσαν	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόσασταν	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόσαστε	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόσουν	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόσουνα	=	εκχυλίζω
εκχυλιζόταν	=	εκχυλίζω
εκχυλιζότανε	=	εκχυλίζω
εκχυλισθέν	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθέντα	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθέντας	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθέντες	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθέντος	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθέντων	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχυλισθείσα	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθείσας	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθείσες	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθείσης	=	εκχυλισθείς
εκχυλισθεισών	=	εκχυλισθείς
εκχυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκχύλισμα
εκχυλισμένος	=	εκχυλίζω
εκχυλιστήκαμε	=	εκχυλίζω
εκχυλιστήκαν	=	εκχυλίζω
εκχυλιστήκανε	=	εκχυλίζω
εκχυλιστήκατε	=	εκχυλίζω
εκχυλιστήρα	=	εκχυλιστήρας
εκχυλιστήρας	noun	συσκευή που συμβάλλει στην εκχύλιση
εκχυλιστήρες	=	εκχυλιστήρας
εκχυλιστήρων	=	εκχυλιστήρας
εκχυλιστεί	=	εκχυλίζω
εκχυλιστείτε	=	εκχυλίζω
εκχυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έκχυμα
εκχυμένος	=	εκχέω
εκχυμωθήκαμε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωθήκαν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωθήκανε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωθήκατε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωθεί	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωθείτε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εκχύμωμα
εκχυμωμένος	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόμασταν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόμαστε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόμουν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόμουνα	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόντουσαν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόσασταν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόσαστε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόσουν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόσουνα	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνόταν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμωνότανε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώθηκα	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώθηκαν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώθηκε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώθηκες	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχύμωμα
εκχυμώματος	noun	γενική ενικού του εκχύμωμα
εκχυμώνεσαι	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώνεστε	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώνεται	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώνομαι	verb	παθαίνω εκχύμωση
εκχυμώνονται	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώνονταν	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώνου	=	εκχυμώνομαι
εκχυμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχύμωση
εκχυμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκχύμωση
εκχυμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκχύμωση
εκχυμώσου	=	εκχυμώνομαι
εκχυνόμασταν	=	εκχύνω
εκχυνόμαστε	=	εκχύνω
εκχυνόμουν	=	εκχύνω
εκχυνόμουνα	=	εκχύνω
εκχυνόντουσαν	=	εκχύνω
εκχυνόσασταν	=	εκχύνω
εκχυνόσαστε	=	εκχύνω
εκχυνόσουν	=	εκχύνω
εκχυνόσουνα	=	εκχύνω
εκχυνόταν	=	εκχύνω
εκχυνότανε	=	εκχύνω
εκχωμάτιζα	=	εκχωματίζω
εκχωμάτιζαν	=	εκχωματίζω
εκχωμάτιζε	=	εκχωματίζω
εκχωμάτιζες	=	εκχωματίζω
εκχωμάτισα	=	εκχωματίζω
εκχωμάτισαν	=	εκχωματίζω
εκχωμάτισε	=	εκχωματίζω
εκχωμάτισες	=	εκχωματίζω
εκχωμάτωνα	=	εκχωματώνω
εκχωμάτωναν	=	εκχωματώνω
εκχωμάτωνε	=	εκχωματώνω
εκχωμάτωνες	=	εκχωματώνω
εκχωμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωμάτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκχωματώνω
εκχωμάτωσης	noun	γενική ενικού του εκχωμάτωση
εκχωματίζαμε	=	εκχωματίζω
εκχωματίζαν	=	εκχωματίζω
εκχωματίζανε	=	εκχωματίζω
εκχωματίζατε	=	εκχωματίζω
εκχωματίζει	=	εκχωματίζω
εκχωματίζεις	=	εκχωματίζω
εκχωματίζεσαι	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίζεστε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίζεται	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίζετε	=	εκχωματίζω
εκχωματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκχωματίζω
εκχωματίζονται	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίζονταν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίζοντας	=	εκχωματίζω
εκχωματίζου	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίζουμε	=	εκχωματίζω
εκχωματίζουν	=	εκχωματίζω
εκχωματίζουνε	=	εκχωματίζω
εκχωματίζω	verb	απομακρύνω ή αφαιρώ το χώμα από κάποια εδαφική έκταση
εκχωματίσαμε	=	εκχωματίζω
εκχωματίσαν	=	εκχωματίζω
εκχωματίσανε	=	εκχωματίζω
εκχωματίσατε	=	εκχωματίζω
εκχωματίσει	=	εκχωματίζω
εκχωματίσου	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίστε	=	εκχωματίζω
εκχωματίστηκα	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίστηκαν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίστηκε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματίστηκες	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόμασταν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόμαστε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόμουν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόμουνα	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόντουσαν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόσασταν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόσαστε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόσουν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόσουνα	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζόταν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιζότανε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματισμέ	noun	κλητική ενικού του εκχωματισμός
εκχωματισμένος	=	εκχωματίζομαι
εκχωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχωματισμός
εκχωματισμού	noun	γενική ενικού του εκχωματισμός
εκχωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εκχωματισμός
εκχωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του εκχωματισμός
εκχωματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκχωματίζω
εκχωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του εκχωματισμός
εκχωματιστήκαμε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιστήκαν	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιστήκανε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιστήκατε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιστεί	=	εκχωματίζομαι
εκχωματιστείτε	=	εκχωματίζομαι
εκχωματώναμε	=	εκχωματώνω
εκχωματώναν	=	εκχωματώνω
εκχωματώνανε	=	εκχωματώνω
εκχωματώνατε	=	εκχωματώνω
εκχωματώνει	=	εκχωματώνω
εκχωματώνεις	=	εκχωματώνω
εκχωματώνετε	=	εκχωματώνω
εκχωματώνομαι	=	εκχωματώνω
εκχωματώνοντας	=	εκχωματώνω
εκχωματώνουμε	=	εκχωματώνω
εκχωματώνουν	=	εκχωματώνω
εκχωματώνουνε	=	εκχωματώνω
εκχωματώνω	verb	άλλη μορφή του εκχωματίζω
εκχωματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώσαν	=	εκχωματώνω
εκχωματώσανε	=	εκχωματώνω
εκχωματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωμάτωση
εκχωματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκχωμάτωση
εκχωματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκχωμάτωση
εκχωματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωματώνω
εκχωρήθηκα	=	εκχωρούμαι
εκχωρήθηκαν	=	εκχωρούμαι
εκχωρήθηκε	=	εκχωρούμαι
εκχωρήθηκες	=	εκχωρούμαι
εκχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσαν	=	εκχωρώ
εκχωρήσανε	=	εκχωρώ
εκχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχώρηση
εκχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εκχώρηση
εκχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εκχώρηση
εκχωρήσου	=	εκχωρούμαι
εκχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσουνε	=	εκχωρώ
εκχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρήτρια	noun	θηλυκό του εκχωρητής
εκχωρήτριας	noun	γενική ενικού του εκχωρήτρια
εκχωρήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρήτρια
εκχωρεί	=	εκχωρώ
εκχωρείς	=	εκχωρώ
εκχωρείσαι	=	εκχωρούμαι
εκχωρείστε	=	εκχωρούμαι
εκχωρείται	=	εκχωρούμαι
εκχωρείτε	=	εκχωρώ
εκχωρηθήκαμε	=	εκχωρούμαι
εκχωρηθήκαν	=	εκχωρούμαι
εκχωρηθήκανε	=	εκχωρούμαι
εκχωρηθήκατε	=	εκχωρούμαι
εκχωρηθεί	=	εκχωρούμαι
εκχωρηθείς	=	εκχωρώ
εκχωρηθείτε	=	εκχωρούμαι
εκχωρηθούμε	=	εκχωρώ
εκχωρηθούν	=	εκχωρώ
εκχωρηθούνε	=	εκχωρώ
εκχωρηθώ	=	εκχωρώ
εκχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρημένο
εκχωρημένε	verb	κλητική ενικού του εκχωρημένος
εκχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρημένη
εκχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκχωρημένος
εκχωρημένης	verb	γενική ενικού του εκχωρημένη
εκχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του εκχωρημένος
εκχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχωρημένος
εκχωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκχωρώ
εκχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εκχωρημένος
εκχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εκχωρημένος
εκχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εκχωρημένος
εκχωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρητής
εκχωρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εκχωρητής
εκχωρητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρητήριο
εκχωρητήριας	=	εκχωρητήριος
εκχωρητήριε	=	εκχωρητήριος
εκχωρητήριες	=	εκχωρητήριος
εκχωρητήριο	noun	η νομική πράξη με την οποία γίνεται η εκχώρηση αξιώσης
εκχωρητήριοι	=	εκχωρητήριος
εκχωρητήριος	adj	που είναι κατάλληλος να εκχωρηθεί
εκχωρητήριου	=	εκχωρητήριο
εκχωρητήριους	=	εκχωρητήριος
εκχωρητήριων	=	εκχωρητήριος
εκχωρητής	noun	αυτός που εκχωρεί κάτι σε άλλον (απαίτηση, δικαίωμα κ.λπ.)
εκχωρητηρίου	noun	γενική ενικού του εκχωρητήριο
εκχωρητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εκχωρητήριο
εκχωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρητικό
εκχωρητικέ	adj	κλητική ενικού του εκχωρητικός
εκχωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκχωρητική
εκχωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εκχωρητικός
εκχωρητικής	adj	γενική ενικού του εκχωρητική
εκχωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εκχωρητικός
εκχωρητικού	adj	γενική ενικού του εκχωρητικός
εκχωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εκχωρητικός
εκχωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του εκχωρητικός
εκχωρητικός	adj	που έχει σχέση με την εκχώρηση ή τον εκχωρητή ή αναφέρεται σ’ αυτά
εκχωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του εκχωρητικός
εκχωρητριών	noun	γενική πληθυντικού του εκχωρήτρια
εκχωρητών	noun	γενική πληθυντικού του εκχωρητής
εκχωρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εκχωρώ
εκχωρούμασταν	=	εκχωρούμαι
εκχωρούμαστε	=	εκχωρούμαι
εκχωρούμε	=	εκχωρώ
εκχωρούμενος	=	εκχωρώ
εκχωρούμουν	=	εκχωρούμαι
εκχωρούμουνα	=	εκχωρώ
εκχωρούν	=	εκχωρώ
εκχωρούνε	=	εκχωρώ
εκχωρούνται	=	εκχωρούμαι
εκχωρούνταν	=	εκχωρούμαι
εκχωρούντο	=	εκχωρώ
εκχωρούσα	=	εκχωρώ
εκχωρούσαμε	=	εκχωρώ
εκχωρούσαν	=	εκχωρώ
εκχωρούσανε	=	εκχωρώ
εκχωρούσασταν	=	εκχωρούμαι
εκχωρούσαστε	=	εκχωρούμαι
εκχωρούσατε	=	εκχωρώ
εκχωρούσε	=	εκχωρώ
εκχωρούσες	=	εκχωρώ
εκχωρούσουν	=	εκχωρούμαι
εκχωρούσουνα	=	εκχωρώ
εκχωρώ	verb	μεταβιβάζω σε κάποιον άλλον κάποιο αντικείμενο ή δικαίωμα
εκχωρώντας	=	εκχωρώ
εκχύθηκα	=	εκχέω
εκχύθηκαν	=	εκχέω
εκχύθηκε	=	εκχέω
εκχύθηκες	=	εκχέω
εκχύλιζα	=	εκχυλίζω
εκχύλιζαν	=	εκχυλίζω
εκχύλιζε	=	εκχυλίζω
εκχύλιζες	=	εκχυλίζω
εκχύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχυλίζω
εκχύλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκχυλίζω
εκχύλισης	noun	γενική ενικού του εκχύλιση
εκχύλισμα	noun	το αποτέλεσμα του εκχυλίζω
εκχύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκχυμα
εκχύματος	noun	γενική ενικού του έκχυμα
εκχύμωμα	noun	το αποτέλεσμα του εκχυμώνομαι
εκχύμωση	noun	η εκροή αίματος από τα τριχοειδή αγγεία με ταυτόχρονο μελάνιασμα του δέρματος λόγω αιματώματος, χωρίς όμως να διαρραγεί τελείως η συνέχεια του δέρματος
εκχύμωσης	noun	γενική ενικού του εκχύμωση
εκχύναμε	=	εκχύνω
εκχύναν	=	εκχύνω
εκχύνανε	=	εκχύνω
εκχύνατε	=	εκχύνω
εκχύνει	=	εκχύνω
εκχύνεις	=	εκχύνω
εκχύνεσαι	=	εκχύνω
εκχύνεστε	=	εκχύνω
εκχύνεται	=	εκχύνω
εκχύνετε	=	εκχύνω
εκχύνομαι	=	εκχύνω
εκχύνομε	=	εκχύνω
εκχύνονται	=	εκχύνω
εκχύνονταν	=	εκχύνω
εκχύνοντας	=	εκχύνω
εκχύνουμε	=	εκχύνω
εκχύνουν	=	εκχύνω
εκχύνουνε	=	εκχύνω
εκχύνω	verb	χύνω (προς τα έξω)
εκχύσαμε	=	εκχέω
εκχύσαν	=	εκχέω
εκχύσανε	=	εκχέω
εκχύσατε	=	εκχέω
εκχύσει	=	εκχέω
εκχύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έκχυση
εκχύσετε	=	εκχέω
εκχύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έκχυση
εκχύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έκχυση
εκχύσομε	=	εκχέω
εκχύσου	=	εκχέω
εκχύσουμε	=	εκχέω
εκχύσουν	=	εκχύνω
εκχύσουνε	=	εκχύνω
εκχύστε	=	εκχέω
εκχύσω	=	εκχέω
εκχύω	verb	προκαλώ έκχυση ή εκχύμωση
εκχώρει	=	εκχωρώ
εκχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκχωρώ
εκχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκχωρώ
εκχώρησης	noun	γενική ενικού του εκχώρηση
εκόν	=	εκών
εκόντα	=	εκών
εκόντες	=	εκών
εκόντος	=	εκών
εκόντων	=	εκών
εκόντως	adv|formal	με την θέληση κάποιου, εκούσια
εκών	adj	που κάνει κάτι με τη θέλησή του ή υφίσταται κάτι εκούσια
εκώφευσα	=	κωφεύω
ελάβωνα	=	λαβώνω
ελάβωσα	=	λαβώνω
ελάγιασα	=	λαγιάζω
ελάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλαση
ελάσεων	noun	γενική πληθυντικού του έλαση
ελάσεως	noun|formal	γενική ενικού του έλαση
ελάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάσιμο
ελάσιμε	adj	κλητική ενικού του ελάσιμος
ελάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάσιμη
ελάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελάσιμος
ελάσιμης	adj	γενική ενικού του ελάσιμη
ελάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ελάσιμος
ελάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελάσιμος
ελάσιμος	adj	ελατός, όλκιμος
ελάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελάσιμος
ελάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελάσιμος
ελάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελάσιμος
ελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλασμα
ελάσματος	noun	γενική ενικού του έλασμα
ελάσσον	=	ελάσσονας
ελάσσονα	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ελάσσων / ελάσσονας
ελάσσονας	adj	άλλη μορφή του ελάσσων, -ων, '-ον
ελάσσονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ελάσσων / ελάσσονας, ελάσσων / ελάσσονα
ελάσσονος	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ελάσσων
ελάσσων	=	ελάσσονας
ελάτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής αορίστου του έρχομαι
ελάτες	=	ελάτη
ελάτη	noun|formal	άλλη μορφή του έλατο
ελάτης	=	ελάτη
ελάτι	noun|vulgar	υποκοριστικό του έλατο
ελάτια	=	ελάτι
ελάτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάτινο
ελάτινε	adj	κλητική ενικού του ελάτινος
ελάτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάτινη
ελάτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελάτινος
ελάτινης	adj	γενική ενικού του ελάτινη
ελάτινο	adj	αιτιατική ενικού του ελάτινος
ελάτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελάτινος
ελάτινος	adj	που έχει κατασκευαστεί ή αποτελείται από έλατο / ελατόξυλο
ελάτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελάτινος
ελάτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελάτινος
ελάτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελάτινος
ελάτου	noun	γενική ενικού του έλατο
ελάττωμα	noun	κακή ιδιότητα
ελάττωνα	=	ελαττώνω
ελάττωναν	=	ελαττώνω
ελάττωνε	=	ελαττώνω
ελάττωνες	=	ελαττώνω
ελάττωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελάττωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελάττωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελάττωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελάττωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ελαττώνω
ελάττωσης	noun	γενική ενικού του ελάττωση
ελάτων	noun	γενική πληθυντικού του έλατο
ελάφαντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελέφαντας
ελάφι	noun	μηρυκαστικό θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών με λεπτό σώμα, ψηλά πόδια και καστανόχρωμο τρίχωμα.
ελάφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάφι
ελάφου	=	έλαφος
ελάφους	=	έλαφος
ελάφραινα	=	ελαφραίνω
ελάφραιναν	=	ελαφραίνω
ελάφραινε	=	ελαφραίνω
ελάφραινες	=	ελαφραίνω
ελάφρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελάφρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελάφρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελάφρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελάφρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελαφρύνω
ελάφρυνσης	noun	γενική ενικού του ελάφρυνση
ελάφρωμα	noun	μείωση του βάρους
ελάφρωνα	=	ελαφρώνομαι
ελάφρωναν	=	ελαφρώνομαι
ελάφρωνε	=	ελαφρώνομαι
ελάφρωνες	=	ελαφρώνομαι
ελάφρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελάφρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελάφρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελάφρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελάφων	=	έλαφος
ελάχιστ'η	=	ελάχιστος
ελάχιστα	adv	πολύ λίγο
ελάχιστε	=	ελάχιστος
ελάχιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάχιστη
ελάχιστη	=	ελάχιστος
ελάχιστης	=	ελάχιστος
ελάχιστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ελάχιστος
ελάχιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελάχιστος
ελάχιστος	adj	υπερθετικός βαθμός του μικρός
ελάχιστου	=	ελάχιστος
ελάχιστους	=	ελάχιστος
ελάχιστων	=	ελάχιστος
ελέατες	=	ελέατης
ελέατη	=	ελέατης
ελέατης	noun	ο προερχόμενος από την αποικία της Ελέας της Κάτω Ιταλίας
ελέγκτρια	noun	θηλυκό του ελεγκτής
ελέγκτριας	noun	γενική ενικού του ελέγκτρια
ελέγκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελέγκτρια
ελέγξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξαν	=	ελέγχω
ελέγξανε	=	ελέγχω
ελέγξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξιμα	=	ελέγξιμος
ελέγξιμε	=	ελέγξιμος
ελέγξιμες	=	ελέγξιμος
ελέγξιμη	=	ελέγξιμος
ελέγξιμης	=	ελέγξιμος
ελέγξιμο	=	ελέγξιμος
ελέγξιμοι	=	ελέγξιμος
ελέγξιμος	adj	που μπορεί να ελεγχθεί, να τεθεί υπό έλεγχο
ελέγξιμου	=	ελέγξιμος
ελέγξιμους	=	ελέγξιμος
ελέγξιμων	=	ελέγξιμος
ελέγξομε	=	ελέγχω
ελέγξου	=	ελέγχω
ελέγξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγξουνε	=	ελέγχω
ελέγξτε	=	ελέγχω
ελέγξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελέγχω
ελέγχαμε	=	ελέγχω
ελέγχαν	=	ελέγχω
ελέγχανε	=	ελέγχω
ελέγχατε	=	ελέγχω
ελέγχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ελέγχω
ελέγχεις	=	ελέγχω
ελέγχεσαι	=	ελέγχω
ελέγχεστε	=	ελέγχω
ελέγχεται	=	ελέγχω
ελέγχετε	=	ελέγχω
ελέγχθηκα	=	ελέγχω
ελέγχθηκαν	=	ελέγχω
ελέγχθηκε	=	ελέγχω
ελέγχθηκες	=	ελέγχω
ελέγχομαι	verb	με ελέγχουν.
ελέγχομε	=	ελέγχω
ελέγχονται	=	ελέγχω
ελέγχονταν	=	ελέγχω
ελέγχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελέγχω
ελέγχου	noun	γενική ενικού του έλεγχος
ελέγχουμε	=	ελέγχω
ελέγχουν	=	ελέγχω
ελέγχουνε	=	ελέγχω
ελέγχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έλεγχος
ελέγχτηκα	=	ελέγχω
ελέγχτηκαν	=	ελέγχω
ελέγχτηκε	=	ελέγχω
ελέγχτηκες	=	ελέγχω
ελέγχω	verb	ασκώ έλεγχο σε κάποιον ή κάτι ως αρμόδια αρχή
ελέγχων	noun	γενική πληθυντικού του έλεγχος
ελέη	=	έλεος
ελέησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελέησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελέησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελέησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελέησον	verb|archaic	λειτουργική προστακτική μορφή του αρχαίου ρήματος «ἐλεῶ», που χρησιμοποιείται ως σύντομη επίκληση προς τον Θεό για παροχή ελέους, συγχώρησης και θείας βοήθειας
ελέκτορα	=	ελέκτορας
ελέκτορας	noun	Γερμανός πρίγκιπας που είχε το δικαίωμα να εκλέγει τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
ελέκτορες	=	ελέκτορας
ελέους	noun	γενική ενικού του έλεος
ελέφαντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελέφαντας
ελέφαντας	noun	φυτοφάγο παχύδερμο θηλαστικό, ανήκει στην τάξη των προβοσκιδωτών, έχει μεγάλο σώμα, προβοσκίδα, δύο μεγάλους χαυλιόδοντες.
ελέφαντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελέφαντας
ελέφας	noun|formal	ελέφαντας
ελέχθησαν	=	λέω
ελέω	prep	για δήλωση αιτίας ή παράγοντα από τον οποίο εξαρτάται κάτι, συνήθως με χροιά ειρωνική ή υποδηλωτική ευνοϊκής ή δυσμενούς συγκυρίας
ελήφθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του λαμβάνω
ελήφθην	=	λαμβάνω
ελήφθησαν	=	λαμβάνω
ελίκων	=	έλικας
ελίξεις	=	έλιξη
ελίξεων	=	έλιξη
ελίσσομαι	verb|figurative	κινούμαι κάνοντας ελιγμούς
ελίτ	noun	οι καλύτεροι, οι εκλεκτότεροι ενός συνόλου
ελίτσα	noun	υποκοριστικό του: ελιά
ελίτσας	=	ελίτσα
ελίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελίτσα
ελίφι	noun	φυσικό σφουγγάρι για πλύσιμο του σώματος
ελίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελίχρυσε	=	ελίχρυσος
ελίχρυσο	=	ελίχρυσος
ελίχρυσοι	=	ελίχρυσος
ελίχρυσος	noun|literary	θαμνώδες φυτό της οικογένειας των Σύνθετων (Compositae) ή Αστεροειδών (Asteraceae) (Helichrysum stoechas)
ελίχρυσου	=	ελίχρυσος
ελίχρυσους	=	ελίχρυσος
ελίχρυσων	=	ελίχρυσος
ελαία	noun|formal	η ελιά
ελαίαι	=	ελαία
ελαίαν	=	ελαία
ελαίας	=	ελαία
ελαίου	noun	γενική ενικού του έλαιο
ελαίων	noun	γενική πληθυντικού του έλαιο
ελαβώθη	=	λαβώνω
ελαιοαπορροφητικοτήτων	=	ελαιοαπορροφητικότητα
ελαιοαπορροφητικότητα	noun	η ιδιότητα του ελαιοαπορροφητικού
ελαιοαπορροφητικότητας	=	ελαιοαπορροφητικότητα
ελαιοαπορροφητικότητες	=	ελαιοαπορροφητικότητα
ελαιοαπωθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοαπωθητικό
ελαιοαπωθητικέ	adj	κλητική ενικού του ελαιοαπωθητικός
ελαιοαπωθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοαπωθητική
ελαιοαπωθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαιοαπωθητικός
ελαιοαπωθητικής	adj	γενική ενικού του ελαιοαπωθητική
ελαιοαπωθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοαπωθητικός
ελαιοαπωθητικού	adj	γενική ενικού του ελαιοαπωθητικός
ελαιοαπωθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαιοαπωθητικός
ελαιοαπωθητικό	adj	αιτιατική ενικού του ελαιοαπωθητικός
ελαιοαπωθητικός	adj	αναφέρεται σε υλικό που διαθέτει την ιδιότητα να απωθεί το έλαιο ή το λίπος
ελαιοαπωθητικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαιοαπωθητικός
ελαιογράφε	=	ελαιογράφος
ελαιογράφο	=	ελαιογράφος
ελαιογράφοι	=	ελαιογράφος
ελαιογράφος	noun	ζωγράφος ελαιογραφιών με ελαιοχρώματα (λαδομπογιές)
ελαιογράφου	=	ελαιογράφος
ελαιογράφους	=	ελαιογράφος
ελαιογράφων	=	ελαιογράφος
ελαιογραφία	noun	η ζωγραφική με ελαιοχρώματα (λαδομπογιές)
ελαιογραφίας	noun	γενική ενικού του ελαιογραφία
ελαιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιογραφία
ελαιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιογραφία
ελαιοδέκατα	=	ελαιοδέκατο
ελαιοδέκατο	noun	άλλη μορφή του ελαιοδεκάτη
ελαιοδέκατου	=	ελαιοδέκατο
ελαιοδέκατων	=	ελαιοδέκατο
ελαιοδένδρου	=	ελαιόδενδρο
ελαιοδένδρων	=	ελαιόδενδρο
ελαιοδέντρου	=	ελαιόδεντρο
ελαιοδέντρων	=	ελαιόδεντρο
ελαιοδεκάτη	noun	ο φόρος που συλλεγόταν από την παραγωγή των καλλιεργειών της ελιάς
ελαιοδεκάτης	=	ελαιοδεκάτη
ελαιοδεκάτου	=	ελαιοδέκατο
ελαιοδεκάτων	=	ελαιοδέκατο
ελαιοδιαχωριστήρα	=	ελαιοδιαχωριστήρας
ελαιοδιαχωριστήρας	noun	συσκευή ή μηχάνημα που διαχωρίζει το έλαιο / λάδι από άλλες προσμείξεις του
ελαιοδιαχωριστήρες	=	ελαιοδιαχωριστήρας
ελαιοδιαχωριστήρων	=	ελαιοδιαχωριστήρας
ελαιοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοδοχείο
ελαιοδοχείο	noun	δοχείο για την τοποθέτηση / αποθήκευση λαδιού
ελαιοδοχείου	noun	γενική ενικού του ελαιοδοχείο
ελαιοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοδοχείο
ελαιοκάμπου	=	ελαιόκαμπος
ελαιοκάμπους	=	ελαιόκαμπος
ελαιοκάμπων	=	ελαιόκαμπος
ελαιοκάρπου	noun	γενική ενικού του ελαιόκαρπος
ελαιοκάρπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελαιόκαρπος
ελαιοκάρπων	noun	γενική πληθυντικού του ελαιόκαρπος
ελαιοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια ελιών, ελαιοδένδρων για την παραγωγή ελαίου, λαδιού
ελαιοκαλλιέργειας	=	ελαιοκαλλιέργεια
ελαιοκαλλιέργειες	=	ελαιοκαλλιέργεια
ελαιοκαλλιεργειών	=	ελαιοκαλλιέργεια
ελαιοκανθάλες	=	ελαιοκανθάλη
ελαιοκανθάλη	noun	φαινολική ένωση φυσικής προέλευσης που απαντάται στο παρθένο ελαιόλαδο και χαρακτηρίζεται από αντιφλεγμονώδη, αντιοξειδωτική και νευροπροστατευτική δράση, συμβάλλοντας τόσο στη γεύση (πικράδα–κάψιμο) όσο και στις ευεργετικές του ιδιότητες
ελαιοκανθάλης	=	ελαιοκανθάλη
ελαιοκανθαλών	=	ελαιοκανθάλη
ελαιοκομία	noun	η καλλιέργεια της ελιάς
ελαιοκομίας	noun	γενική ενικού του ελαιοκομία
ελαιοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοκομία
ελαιοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοκομικό
ελαιοκομικέ	adj	κλητική ενικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοκομική
ελαιοκομική	noun	μορφη ελαιοκομία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομικής	adj	γενική ενικού του ελαιοκομική
ελαιοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομικού	adj	γενική ενικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομικός	adj	που έχει σχέση με την ελαιοκομία ή αναφέρεται σ' αυτή
ελαιοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαιοκομικός
ελαιοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοκομία
ελαιοκράμβες	=	ελαιοκράμβη
ελαιοκράμβη	noun	φυτό της οικογένειας των σταυρανθών (Brassicaceae), που καλλιεργείται κυρίως για τους πλούσιους σε λάδι σπόρους του, οι οποίοι περιέχουν ποσότητες ερουκικού οξέος
ελαιοκράμβης	=	ελαιοκράμβη
ελαιοκραμβών	=	ελαιοκράμβη
ελαιολάδου	=	ελαιόλαδο
ελαιολάδων	=	ελαιόλαδο
ελαιομέτρου	=	ελαιόμετρο
ελαιομέτρων	=	ελαιόμετρο
ελαιομαζών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιόμαζα
ελαιοπαραγωγά	=	ελαιοπαραγωγός
ελαιοπαραγωγέ	=	ελαιοπαραγωγός
ελαιοπαραγωγές	=	ελαιοπαραγωγή
ελαιοπαραγωγή	noun	η παραγωγή λαδιού
ελαιοπαραγωγής	=	ελαιοπαραγωγή
ελαιοπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοπαραγωγός
ελαιοπαραγωγού	=	ελαιοπαραγωγός
ελαιοπαραγωγούς	=	ελαιοπαραγωγός
ελαιοπαραγωγό	=	ελαιοπαραγωγός
ελαιοπαραγωγός	noun	άτομο που παράγει λάδι	adj	που παράγει λάδι
ελαιοπαραγωγών	=	ελαιοπαραγωγή
ελαιοπιεστήρια	=	ελαιοπιεστήριο
ελαιοπιεστήριο	noun	πιεστήριο για την σύνθλιψη των ελαιών και την εξαγωγή λαδιού
ελαιοπιεστήριου	=	ελαιοπιεστήριο
ελαιοπιεστήριων	=	ελαιοπιεστήριο
ελαιοπιεστηρίου	=	ελαιοπιεστήριο
ελαιοπιεστηρίων	=	ελαιοπιεστήριο
ελαιοποίει	=	ελαιοποιώ
ελαιοποίησα	=	ελαιοποιώ
ελαιοποίησαν	=	ελαιοποιώ
ελαιοποίησε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποίησες	=	ελαιοποιώ
ελαιοποίηση	noun	η διαδικασία και η προετοιμασία για την εξαγωγή του ελαίου ως τελικό προϊόν
ελαιοποίησης	noun	γενική ενικού του ελαιοποίηση
ελαιοποιήσαμε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιήσαν	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιήσανε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιήσατε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιήσει	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοποίηση
ελαιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοποίηση
ελαιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελαιοποίηση
ελαιοποιήσιμα	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμε	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμες	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμη	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμης	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμο	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμοι	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμος	adj	που είναι κατάλληλος για επεξεργασία με σκοπό την εξαγωγή ελαιολάδου, λόγω της σύστασης και της περιεκτικότητάς του σε έλαιο
ελαιοποιήσιμου	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμους	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήσιμων	=	ελαιοποιήσιμος
ελαιοποιήστε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιία	noun|formal	η ελαιουργία
ελαιοποιίας	=	ελαιοποιία
ελαιοποιίες	=	ελαιοποιία
ελαιοποιεί	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιείς	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιείτε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιιών	=	ελαιοποιία
ελαιοποιούμε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούν	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούνε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσα	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσαμε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσαν	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσανε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσατε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσε	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιούσες	=	ελαιοποιώ
ελαιοποιώ	verb	μεταποιώ καρπούς ελιάς με διαδικασίες έκθλιψης και επεξεργασίας, ώστε να παραχθεί ελαιόλαδο
ελαιοποιώντας	=	ελαιοποιώ
ελαιοπολτέ	noun	κλητική ενικού του ελαιοπολτός
ελαιοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοπολτός
ελαιοπολτού	noun	γενική ενικού του ελαιοπολτός
ελαιοπολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελαιοπολτός
ελαιοπολτό	noun	αιτιατική ενικού του ελαιοπολτός
ελαιοπολτός	noun	πολτός από ελιές
ελαιοπολτών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοπολτός
ελαιοπυρήνα	noun	άλλη μορφή του ελαιοπυρήνας
ελαιοπυρήνας	noun	το κουκούτσι της ελιάς
ελαιοπυρήνες	=	ελαιοπυρήνας
ελαιοπυρήνων	=	ελαιοπυρήνας
ελαιοραβδιστικά	=	ελαιοραβδιστικό
ελαιοραβδιστικού	=	ελαιοραβδιστικό
ελαιοραβδιστικό	noun	φορητό, συνήθως ηλεκτρικό ή μηχανικό, εργαλείο που μεταδίδει παλμικές ή περιστροφικές κινήσεις σε ράβδους ή δόντια, ώστε να αποσπώνται οι ελιές από τα κλαδιά κατά τη συγκομιδή
ελαιοραβδιστικών	=	ελαιοραβδιστικό
ελαιοσυγκομιδές	=	ελαιοσυγκομιδή
ελαιοσυγκομιδή	noun	η συγκομιδή, το μάζεμα των ελιών (του ελαιόκαρπου)
ελαιοσυγκομιδής	=	ελαιοσυγκομιδή
ελαιοσυγκομιδών	=	ελαιοσυγκομιδή
ελαιοσυλλέκτες	=	ελαιοσυλλέκτης
ελαιοσυλλέκτη	=	ελαιοσυλλέκτης
ελαιοσυλλέκτης	noun	οτιδήποτε συλλέγει λάδι ή ελιές
ελαιοσυλλεκτών	=	ελαιοσυλλέκτης
ελαιοσυλλογές	=	ελαιοσυλλογή
ελαιοσυλλογή	noun	η συλλογή / το μάζεμα των ελαιών
ελαιοσυλλογής	=	ελαιοσυλλογή
ελαιοσυλλογών	=	ελαιοσυλλογή
ελαιοτρίβες	=	ελαιοτρίβης
ελαιοτρίβη	=	ελαιοτρίβης
ελαιοτρίβης	noun	ο εργαζόμενος σε ελαιοτριβείο
ελαιοτριβέα	=	ελαιοτριβέας
ελαιοτριβέας	noun	ιδιοκτήτης ελαιοτριβείου ή εργαζόμενος σ’ αυτό
ελαιοτριβέων	=	ελαιοτριβέας
ελαιοτριβεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοτριβείο
ελαιοτριβείο	noun	οι εγκαταστάσεις για την εξαγωγή του ελαιολάδου με έκθλιψη από τον ελαιόκαρπο
ελαιοτριβείου	noun	γενική ενικού του ελαιοτριβείο
ελαιοτριβείς	=	ελαιοτριβέας
ελαιοτριβείων	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοτριβείο
ελαιοτριβών	=	ελαιοτρίβης
ελαιουργέ	noun	κλητική ενικού του ελαιουργός
ελαιουργία	noun	η τεχνολογία επεξεργασίας του ελαιόλαδου που επιχειρείται στα ελαιουργεία, ειδικότερα η βιομηχανική.
ελαιουργίας	noun	γενική ενικού του ελαιουργία
ελαιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιουργία
ελαιουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιουργείο
ελαιουργείο	noun	βιοτεχνία ή βιομηχανία (εργοστάσιο) παραγωγής, επεξεργασίας και διάθεσης ελαιόλαδου
ελαιουργείου	noun	γενική ενικού του ελαιουργείο
ελαιουργείων	noun	γενική πληθυντικού του ελαιουργείο
ελαιουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιουργικό
ελαιουργικέ	adj	κλητική ενικού του ελαιουργικός
ελαιουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιουργική
ελαιουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαιουργικός
ελαιουργικής	adj	γενική ενικού του ελαιουργική
ελαιουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιουργικός
ελαιουργικού	adj	γενική ενικού του ελαιουργικός
ελαιουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαιουργικός
ελαιουργικό	adj	αιτιατική ενικού του ελαιουργικός
ελαιουργικός	adj	Αυτός που σχετίζεται, ανήκει ή αναφέρεται στην ελαιουργία.
ελαιουργικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαιουργικός
ελαιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιουργία
ελαιουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιουργός
ελαιουργού	noun	γενική ενικού του ελαιουργός
ελαιουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελαιουργός
ελαιουργό	noun	αιτιατική ενικού του ελαιουργός
ελαιουργός	noun	που ασχολείται με την ελαιουργία
ελαιουργών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιουργός
ελαιοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος ελιές ή λάδι
ελαιοφαγίας	=	ελαιοφαγία
ελαιοφαγίες	=	ελαιοφαγία
ελαιοφαγιών	=	ελαιοφαγία
ελαιοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοφοβικό
ελαιοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του ελαιοφοβικός
ελαιοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοφοβική
ελαιοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαιοφοβικός
ελαιοφοβικής	adj	γενική ενικού του ελαιοφοβική
ελαιοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοφοβικός
ελαιοφοβικού	adj	γενική ενικού του ελαιοφοβικός
ελαιοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαιοφοβικός
ελαιοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του ελαιοφοβικός
ελαιοφοβικός	adj	αναφέρεται σε υλικό που διαθέτει την ιδιότητα να απωθεί το έλαιο ή το λίπος
ελαιοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαιοφοβικός
ελαιοφυτεία	noun	φυτεία / κτήμα με ελιές
ελαιοφυτείας	noun	γενική ενικού του ελαιοφυτεία
ελαιοφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοφυτεία
ελαιοφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοφυτεία
ελαιοχρωμάτιζα	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτιζαν	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτιζε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτιζες	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτισα	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτισαν	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτισε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτισες	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ελαιόχρωμα
ελαιοχρωματίζαμε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζαν	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζανε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζατε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζει	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζεις	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζετε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζοντας	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζουμε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζουν	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζουνε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίζω	verb	βάφω ή ζωγραφίζω με ελαιόχρωμα
ελαιοχρωματίσαμε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίσαν	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίσανε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίσατε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίσει	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματίστε	=	ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματισμέ	noun	κλητική ενικού του ελαιοχρωματισμός
ελαιοχρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμένο
ελαιοχρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμένη
ελαιοχρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμένης	verb	γενική ενικού του ελαιοχρωματισμένη
ελαιοχρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαιοχρωματισμένος
ελαιοχρωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμός
ελαιοχρωματισμού	noun	γενική ενικού του ελαιοχρωματισμός
ελαιοχρωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμός
ελαιοχρωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελαιοχρωματισμός
ελαιοχρωματισμός	noun	το αποτέλεσμα του ελαιοχρωματίζω
ελαιοχρωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοχρωματισμός
ελαιοχρωματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιοχρωματιστής
ελαιοχρωματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελαιοχρωματιστής
ελαιοχρωματιστής	noun	αυτός που ελαιοχρωματίζει
ελαιοχρωματιστών	noun	γενική πληθυντικού του ελαιοχρωματιστής
ελαιοχρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόχρωμα
ελαιοχρώματος	noun	γενική ενικού του ελαιόχρωμα
ελαιωδών	=	ελαιώδης
ελαιόδενδρα	=	ελαιόδενδρο
ελαιόδενδρο	noun	άλλη μορφή του ελαιόδεντρο, το δέντρο της ελιάς
ελαιόδενδρου	=	ελαιόδενδρο
ελαιόδενδρων	=	ελαιόδενδρο
ελαιόδεντρα	=	ελαιόδεντρο
ελαιόδεντρο	noun	το δέντρο της ελιάς
ελαιόδεντρου	=	ελαιόδεντρο
ελαιόδεντρων	=	ελαιόδεντρο
ελαιόθερμα	=	ελαιόθερμο
ελαιόθερμο	noun	μηχάνημα που «καίει» ειδικό μείγμα ελαίων ή πετρελαιοειδών
ελαιόθερμου	=	ελαιόθερμο
ελαιόθερμων	=	ελαιόθερμο
ελαιόκαμπε	=	ελαιόκαμπος
ελαιόκαμπο	=	ελαιόκαμπος
ελαιόκαμποι	=	ελαιόκαμπος
ελαιόκαμπος	noun	κάμπος με ελαιώνες
ελαιόκαμπου	=	ελαιόκαμπος
ελαιόκαμπους	=	ελαιόκαμπος
ελαιόκαμπων	=	ελαιόκαμπος
ελαιόκαρπε	noun	κλητική ενικού του ελαιόκαρπος
ελαιόκαρπο	noun	αιτιατική ενικού του ελαιόκαρπος
ελαιόκαρποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιόκαρπος
ελαιόκαρπος	noun	ο καρπός του ελαιόδεντρου
ελαιόκαρπου	=	ελαιόκαρπος
ελαιόκαρπους	=	ελαιόκαρπος
ελαιόκαρπων	=	ελαιόκαρπος
ελαιόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόλαδο
ελαιόλαδο	noun	λάδι ελιάς
ελαιόλαδου	=	ελαιόλαδο
ελαιόλαδων	=	ελαιόλαδο
ελαιόμαζα	noun	μάζα από συμπιεσμένες και πολτοποιημένες ελιές, απ' την οποία προκύπτει το ελαιόλαδο
ελαιόμαζας	noun	γενική ενικού του ελαιόμαζα
ελαιόμαζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόμαζα
ελαιόμαυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόμαυρο
ελαιόμαυρε	adj	κλητική ενικού του ελαιόμαυρος
ελαιόμαυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόμαυρη
ελαιόμαυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαιόμαυρος
ελαιόμαυρης	adj	γενική ενικού του ελαιόμαυρη
ελαιόμαυρο	adj	αιτιατική ενικού του ελαιόμαυρος
ελαιόμαυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιόμαυρος
ελαιόμαυρος	adj	που έχει το μαύρο χρώμα της ελιάς
ελαιόμαυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαιόμαυρος
ελαιόμαυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαιόμαυρος
ελαιόμαυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαιόμαυρος
ελαιόμετρα	=	ελαιόμετρο
ελαιόμετρο	noun	όργανο μέτρησης του βάρους και της καθαρότητας / πυκνότητας του ελαίου
ελαιόμετρου	=	ελαιόμετρο
ελαιόμετρων	=	ελαιόμετρο
ελαιόπαστα	noun	πάστα από ελιά
ελαιόπαστας	noun	γενική ενικού του ελαιόπαστα
ελαιόπαστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόπαστα
ελαιόφυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόφυτο
ελαιόφυτε	adj	κλητική ενικού του ελαιόφυτος
ελαιόφυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιόφυτη
ελαιόφυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαιόφυτος
ελαιόφυτης	adj	γενική ενικού του ελαιόφυτη
ελαιόφυτο	adj	αιτιατική ενικού του ελαιόφυτος
ελαιόφυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαιόφυτος
ελαιόφυτος	adj	που είναι φυτεμένος με ελιές, κατάφυτος από ελιές
ελαιόφυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαιόφυτος
ελαιόφυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαιόφυτος
ελαιόφυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαιόφυτος
ελαιόχρωμα	noun	μπογιά η οποία παρασκευάζεται με διάφορα έλαια και χρωστικές προσμείξεις
ελαιόψωμα	=	ελαιόψωμο
ελαιόψωμο	noun	άλλη μορφή του ελιόψωμο
ελαιόψωμου	=	ελαιόψωμο
ελαιόψωμων	=	ελαιόψωμο
ελαιώδεις	=	ελαιώδης
ελαιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελαιώδης
ελαιώδη	=	ελαιώδης
ελαιώδης	adj	που έχει υφή ελαίου, που περιέχει έλαιο
ελαιώδους	=	ελαιώδης
ελαιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαία
ελαιώνα	=	ελαιώνας
ελαιώνας	noun	αγρός με ελιές
ελαιώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαιώνας
ελαιώνων	=	ελαιώνας
ελαμικά	noun	εξαφανισμένη γλώσσα που μιλιόταν στην αρχαία Περσία, στη χώρα του Ελάμ περίπου από το 2600 έως το 330 πΚΕ
ελαμικών	=	ελαμικά
ελας	abbrev	η υπηρεσία τήρησης της τάξης στην Ελλάδα
ελασιμοτήτων	=	ελασιμότητα
ελασιμότητα	noun	η ικανότητα των μετάλλων και κραμάτων να επιδέχονται διάφορους τρόπους μορφοποίησης υπό πίεση, όπως σφυρηλάτηση και εξέλαση
ελασιμότητας	=	ελασιμότητα
ελασιμότητες	=	ελασιμότητα
ελασμάτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελασμάτινο
ελασμάτινε	adj	κλητική ενικού του ελασμάτινος
ελασμάτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελασμάτινη
ελασμάτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελασμάτινος
ελασμάτινης	adj	γενική ενικού του ελασμάτινη
ελασμάτινο	adj	αιτιατική ενικού του ελασμάτινος
ελασμάτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελασμάτινος
ελασμάτινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από έλασμα
ελασμάτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελασμάτινος
ελασμάτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελασμάτινος
ελασμάτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελασμάτινος
ελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έλασμα
ελασματοειδές	=	ελασματοειδής
ελασματοειδή	=	ελασματοειδής
ελασματοειδής	adj	που μοίαζει με έλασμα
ελασματοειδείς	=	ελασματοειδής
ελασματοειδούς	=	ελασματοειδής
ελασματοειδών	=	ελασματοειδής
ελασματοποίει	=	ελασματοποιώ
ελασματοποίησα	=	ελασματοποιώ
ελασματοποίησαν	=	ελασματοποιώ
ελασματοποίησε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποίησες	=	ελασματοποιώ
ελασματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελασματοποιώ
ελασματοποίησης	noun	γενική ενικού του ελασματοποίηση
ελασματοποιήσαμε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιήσαν	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιήσανε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιήσατε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιήσει	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελασματοποίηση
ελασματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελασματοποίηση
ελασματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελασματοποίηση
ελασματοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελασματοποιήσιμο
ελασματοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελασματοποιήσιμη
ελασματοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του ελασματοποιήσιμη
ελασματοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μετατραπεί σε έλασμα, να ελασματοποιηθεί
ελασματοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελασματοποιήσιμος
ελασματοποιήστε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιεί	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιείς	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιείτε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελασματοποιώ
ελασματοποιούμε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούν	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούνε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσα	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσαμε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσαν	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσανε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσατε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσε	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιούσες	=	ελασματοποιώ
ελασματοποιώ	verb	κατεργάζομαι κομμάτι μετάλλου, ώστε να του δώσω τη μορφή ελάσματος
ελασματοποιώντας	=	ελασματοποιώ
ελασματουργέ	noun	κλητική ενικού του ελασματουργός
ελασματουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελασματουργείο
ελασματουργείο	noun	το εργοστάσιο ή εργαστήριο όπου παρασκευάζονται ελάσματα
ελασματουργείου	noun	γενική ενικού του ελασματουργείο
ελασματουργείων	noun	γενική πληθυντικού του ελασματουργείο
ελασματουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελασματουργός
ελασματουργού	noun	γενική ενικού του ελασματουργός
ελασματουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελασματουργός
ελασματουργό	noun	αιτιατική ενικού του ελασματουργός
ελασματουργός	noun	που κατεργάζεται ή κατασκευάζει ελάσματα
ελασματουργών	noun	γενική πληθυντικού του ελασματουργός
ελασσονίτικα	noun	η διάλεκτος ή το ιδίωμα που μιλιέται στην Ελασσόνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ελασσονίτικος
ελασσονίτικε	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικες	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικη	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικης	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικο	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικοι	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικος	adj	που έχει σχέση με την Ελασσόνα ή τους Ελασσονίτες ή αναφέρεται σ' αυτά
ελασσονίτικου	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικους	=	ελασσονίτικος
ελασσονίτικων	=	ελασσονίτικος
ελασσόνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ελάσσων
ελαστίνες	=	ελαστίνη
ελαστίνη	noun	πρωτεΐνη που τη βρίσκουμε στους συνδετικούς και ελαστικούς ιστούς ζώων
ελαστίνης	=	ελαστίνη
ελαστικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαστικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαστικό
ελαστικέ	adj	κλητική ενικού του ελαστικός
ελαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαστική
ελαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαστικός
ελαστικής	adj	γενική ενικού του ελαστική
ελαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαστικός
ελαστικοποίησα	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποίησαν	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποίησε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποίησες	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποίηση	noun	διαδικασία με την οποία ένα υλικό αποκτά αυξημένη ελαστικότητα και ευκαμψία
ελαστικοποίησης	=	ελαστικοποίηση
ελαστικοποιήθηκα	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιήθηκαν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιήθηκε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιήθηκες	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιήσαμε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιήσαν	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιήσανε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιήσατε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιήσει	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιήσεις	=	ελαστικοποίηση
ελαστικοποιήσεων	=	ελαστικοποίηση
ελαστικοποιήσου	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιήστε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιεί	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιείς	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιείσαι	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιείστε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιείται	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιείτε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιηθήκαμε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιηθήκαν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιηθήκανε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιηθήκατε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιηθεί	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιηθείτε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιημένα	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένε	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένες	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένη	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένης	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένο	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένοι	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ελαστικοποιώ
ελαστικοποιημένου	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένους	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιημένων	=	ελαστικοποιημένος
ελαστικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούμασταν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούμαστε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούμε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούμουν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούν	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούνε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούνται	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούνταν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούσα	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσαμε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσαν	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσανε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσασταν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούσαστε	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιούσατε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσε	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσες	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοποιούσουν	=	ελαστικοποιούμαι
ελαστικοποιώ	verb	καθιστώ ένα υλικό πιο εύκαμπτο και ικανό να παραμορφώνεται, χωρίς να θραύεται, αυξάνοντας την ελαστικότητά του
ελαστικοποιώντας	=	ελαστικοποιώ
ελαστικοτήτων	=	ελαστικότητα
ελαστικοφόρα	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρας	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρε	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρες	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρο	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόροι	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρος	adj|formal	άλλη μορφή του λαστιχοφόρος
ελαστικοφόρου	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρους	=	ελαστικοφόρος
ελαστικοφόρων	=	ελαστικοφόρος
ελαστικού	adj	γενική ενικού του ελαστικός
ελαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαστικός
ελαστικό	noun	καουτσούκ, κόμμι	adj	αιτιατική ενικού του ελαστικός
ελαστικός	adj	που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
ελαστικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ελαστικό(ς), η ιδιότητα του ελαστικού
ελαστικότητας	noun	γενική ενικού του ελαστικότητα
ελαστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαστικότητα
ελαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαστικός
ελαστινών	=	ελαστίνη
ελαστογραφία	noun	μέθοδος για τη μέτρηση της ελαστικότητας και της σκληρότητας των ιστών
ελαστογραφίας	noun	γενική ενικού του ελαστογραφία
ελαστογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαστογραφία
ελαστογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαστογραφία
ελαστομερές	noun	πολυμερές υλικό που παρουσιάζει κάποια ελαστικότητα
ελαστομερή	=	ελαστομερής
ελαστομερής	adj	για πολυμερές υλικό που παρουσιάζει κάποια ελαστικότητα
ελαστομερείς	=	ελαστομερής
ελαστομερούς	=	ελαστομερής
ελαστομερών	=	ελαστομερής
ελατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελατό	adv	με ελατό τρόπο, που επιδέχεται έλαση
ελατέ	adj	κλητική ενικού του ελατός
ελατένια	=	ελατένιος
ελατένιας	=	ελατένιος
ελατένιε	=	ελατένιος
ελατένιες	=	ελατένιος
ελατένιο	=	ελατένιος
ελατένιοι	=	ελατένιος
ελατένιος	adj	άλλη μορφή του ελάτινος
ελατένιου	=	ελατένιος
ελατένιους	=	ελατένιος
ελατένιων	=	ελατένιος
ελατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελατή
ελατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελατός
ελατήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελατήριο
ελατήριο	noun	μεταλλικό εξάρτημα που έχει ελαστικότητα και τη δυνατότητα να συμπτύσσεται ή να επεκτείνεται όταν ασκούμε πίεση ενώ επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση όταν σταματήσουμε να ασκούμε πίεση
ελατήριου	=	ελατήριο
ελατής	adj	γενική ενικού του ελατή
ελατίσια	=	ελατίσιος
ελατίσιας	=	ελατίσιος
ελατίσιε	=	ελατίσιος
ελατίσιες	=	ελατίσιος
ελατίσιο	=	ελατίσιος
ελατίσιοι	=	ελατίσιος
ελατίσιος	adj	άλλη μορφή του ελάτινος
ελατίσιου	=	ελατίσιος
ελατίσιους	=	ελατίσιος
ελατίσιων	=	ελατίσιος
ελατηρίου	noun	γενική ενικού του ελατήριο
ελατηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ελατήριο
ελατηριωτά	=	ελατηριωτός
ελατηριωτέ	=	ελατηριωτός
ελατηριωτές	=	ελατηριωτός
ελατηριωτή	=	ελατηριωτός
ελατηριωτής	=	ελατηριωτός
ελατηριωτοί	=	ελατηριωτός
ελατηριωτού	=	ελατηριωτός
ελατηριωτούς	=	ελατηριωτός
ελατηριωτό	=	ελατηριωτός
ελατηριωτός	adj	που διαθέτει ή ενσωματώνει ελατήριο και λειτουργεί χάρη στην ελαστική του δράση ή μιμείται τη συμπεριφορά ελατηρίου σε μηχανισμό
ελατηριωτών	=	ελατηριωτός
ελατιού	=	ελάτι
ελατιών	=	ελάτι
ελατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελατός
ελατοδάση	=	ελατόδασος
ελατοδάσους	=	ελατόδασος
ελατοδασών	=	ελατόδασος
ελατοπισσών	noun	γενική πληθυντικού του ελατόπισσα
ελατοσκέπαστα	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστε	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστες	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστη	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστης	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστο	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστοι	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστος	adj	που είναι κατάφυτος με έλατα
ελατοσκέπαστου	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστους	=	ελατοσκέπαστος
ελατοσκέπαστων	=	ελατοσκέπαστος
ελατού	adj	γενική ενικού του ελατός
ελατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελατός
ελαττωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθήκαν	=	ελαττώνω
ελαττωθήκανε	=	ελαττώνω
ελαττωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ελάττωμα
ελαττωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαττωμένο
ελαττωμένε	verb	κλητική ενικού του ελαττωμένος
ελαττωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαττωμένη
ελαττωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαττωμένος
ελαττωμένης	verb	γενική ενικού του ελαττωμένη
ελαττωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ελαττωμένος
ελαττωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαττωμένος
ελαττωμένος	=	ελαττώνω
ελαττωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαττωμένος
ελαττωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελαττωμένος
ελαττωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαττωμένος
ελαττωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαττωματικό	adv	με ελαττωματικό τρόπο
ελαττωματικέ	adj	κλητική ενικού του ελαττωματικός
ελαττωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαττωματική
ελαττωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαττωματικός
ελαττωματικής	adj	γενική ενικού του ελαττωματική
ελαττωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαττωματικός
ελαττωματικοτήτων	=	ελαττωματικότητα
ελαττωματικού	adj	γενική ενικού του ελαττωματικός
ελαττωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαττωματικός
ελαττωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ελαττωματικός
ελαττωματικός	adj	που έχει κάποιο ελάττωμα
ελαττωματικότητα	noun	η ιδιότητα του ελαττωματικού
ελαττωματικότητας	noun	γενική ενικού του ελαττωματικότητα
ελαττωματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαττωματικότητα
ελαττωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαττωματικός
ελαττωματικώς	adv|dated	ελαττωματικά
ελαττωνόμασταν	=	ελαττώνω
ελαττωνόμαστε	=	ελαττώνω
ελαττωνόμουν	=	ελαττώνω
ελαττωνόμουνα	=	ελαττώνω
ελαττωνόντουσαν	=	ελαττώνω
ελαττωνόσασταν	=	ελαττώνω
ελαττωνόσαστε	=	ελαττώνω
ελαττωνόσουν	=	ελαττώνω
ελαττωνόσουνα	=	ελαττώνω
ελαττωνόταν	=	ελαττώνω
ελαττωνότανε	=	ελαττώνω
ελαττώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνομαι
ελαττώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάττωμα
ελαττώματος	noun	γενική ενικού του ελάττωμα
ελαττώναμε	=	ελαττώνω
ελαττώναν	=	ελαττώνω
ελαττώνανε	=	ελαττώνω
ελαττώνατε	=	ελαττώνω
ελαττώνει	=	ελαττώνω
ελαττώνεις	=	ελαττώνω
ελαττώνεσαι	=	ελαττώνω
ελαττώνεστε	=	ελαττώνω
ελαττώνεται	=	ελαττώνω
ελαττώνετε	=	ελαττώνω
ελαττώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελαττώνω
ελαττώνονται	=	ελαττώνω
ελαττώνονταν	=	ελαττώνω
ελαττώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελαττώνω
ελαττώνουμε	=	ελαττώνω
ελαττώνουν	=	ελαττώνω
ελαττώνουνε	=	ελαττώνω
ελαττώνω	verb	κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο
ελαττώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώσαν	=	ελαττώνω
ελαττώσανε	=	ελαττώνω
ελαττώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάττωση
ελαττώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελάττωση
ελαττώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελάττωση
ελαττώσου	=	ελαττώνω
ελαττώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελαττώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαττώνω
ελατό	adj	αιτιατική ενικού του ελατός
ελατόδασος	noun	δάσος με έλατα
ελατόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελατόμελο
ελατόμελο	noun	το μέλι που παράγεται από το μελίτωμα ελάτων και το οποίο συλλέγουν οι μέλισσες
ελατόμελου	noun	γενική ενικού του ελατόμελο
ελατόμελων	noun	γενική πληθυντικού του ελατόμελο
ελατόξυλα	=	ελατόξυλο
ελατόξυλο	noun	ξύλο από έλατο
ελατόξυλου	=	ελατόξυλο
ελατόξυλων	=	ελατόξυλο
ελατόπισσα	noun	ρητίνη που βγαίνει από έλατο
ελατόπισσας	noun	γενική ενικού του ελατόπισσα
ελατόπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελατόπισσα
ελατός	adj	που αλλάζει μορφή και σχήμα χωρίς να σπάσει αν του ασκηθεί δύναμη
ελατότητα	=	ελασιμότητα
ελατόφυτα	=	ελατόφυτος
ελατόφυτε	=	ελατόφυτος
ελατόφυτες	=	ελατόφυτος
ελατόφυτη	=	ελατόφυτος
ελατόφυτης	=	ελατόφυτος
ελατόφυτο	=	ελατόφυτος
ελατόφυτοι	=	ελατόφυτος
ελατόφυτος	adj	που είναι κατάφυτος με έλατα
ελατόφυτου	=	ελατόφυτος
ελατόφυτους	=	ελατόφυτος
ελατόφυτων	=	ελατόφυτος
ελατών	adj	γενική πληθυντικού του ελατός
ελαφάκι	noun	μικρό ελάφι
ελαφάκια	=	ελαφάκι
ελαφίνα	noun	το θηλυκό ελάφι
ελαφίνας	=	ελαφίνα
ελαφίνες	=	ελαφίνα
ελαφίνων	=	ελαφίνα
ελαφίσια	=	ελαφίσιος
ελαφίσιας	=	ελαφίσιος
ελαφίσιε	=	ελαφίσιος
ελαφίσιες	=	ελαφίσιος
ελαφίσιο	=	ελαφίσιος
ελαφίσιοι	=	ελαφίσιος
ελαφίσιος	adj	που προέρχεται ή ανήκει σε ελάφι
ελαφίσιου	=	ελαφίσιος
ελαφίσιους	=	ελαφίσιος
ελαφίσιων	=	ελαφίσιος
ελαφακιού	=	ελαφάκι
ελαφακιών	=	ελαφάκι
ελαφηβολία	noun	το κυνήγι ελαφιού
ελαφηβολίας	noun	γενική ενικού του ελαφηβολία
ελαφηβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφηβολία
ελαφηβολιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαφηβολία
ελαφηβόλε	=	ελαφηβόλος
ελαφηβόλο	=	ελαφηβόλος
ελαφηβόλοι	=	ελαφηβόλος
ελαφηβόλος	noun	ο ελαφοκυνηγός
ελαφηβόλου	=	ελαφηβόλος
ελαφηβόλους	=	ελαφηβόλος
ελαφηβόλων	=	ελαφηβόλος
ελαφιάζω	verb|rare	άλλη μορφή του αλαφιάζω
ελαφιού	=	ελάφι
ελαφιών	=	ελάφι
ελαφοειδές	=	ελαφοειδής
ελαφοειδή	=	ελαφοειδής
ελαφοειδής	adj	αυτός που έχει τη μορφή του ελαφιού
ελαφοειδείς	=	ελαφοειδής
ελαφοειδούς	=	ελαφοειδής
ελαφοειδών	=	ελαφοειδής
ελαφοκέρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφοκέρατο
ελαφοκέρατο	noun	το κέρατο ελαφιού
ελαφοκέρατου	noun	γενική ενικού του ελαφοκέρατο
ελαφοκέρατων	noun	γενική πληθυντικού του ελαφοκέρατο
ελαφοκομεία	=	ελαφοκομείο
ελαφοκομείο	noun	προστατευμένος χώρος όπου εκτρέφονται και διαβιούν ελάφια
ελαφοκομείου	=	ελαφοκομείο
ελαφοκομείων	=	ελαφοκομείο
ελαφοκυνηγέ	noun	κλητική ενικού του ελαφοκυνηγός
ελαφοκυνηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφοκυνηγός
ελαφοκυνηγού	noun	γενική ενικού του ελαφοκυνηγός
ελαφοκυνηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελαφοκυνηγός
ελαφοκυνηγό	noun	αιτιατική ενικού του ελαφοκυνηγός
ελαφοκυνηγός	noun	κυνηγός ελαφιών
ελαφοκυνηγών	noun	γενική πληθυντικού του ελαφοκυνηγός
ελαφονησιωτών	=	ελαφονησιώτης
ελαφονησιώτες	=	ελαφονησιώτης
ελαφονησιώτη	=	ελαφονησιώτης
ελαφονησιώτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Ελαφόνησο
ελαφονησιώτισσα	=	ελαφονησιώτης
ελαφρά	adv	με μικρή δύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρό
ελαφράδα	noun	η ιδιότητα του ελαφρού
ελαφράδας	=	ελαφράδα
ελαφράδες	=	ελαφράδα
ελαφράδων	=	ελαφράδα
ελαφράς	=	ελαφρός
ελαφρέ	adj	κλητική ενικού του ελαφρός
ελαφρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρή
ελαφρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρός
ελαφρής	adj	γενική ενικού του ελαφρή
ελαφραίναμε	=	ελαφραίνω
ελαφραίναν	=	ελαφραίνω
ελαφραίνανε	=	ελαφραίνω
ελαφραίνατε	=	ελαφραίνω
ελαφραίνει	=	ελαφραίνω
ελαφραίνεις	=	ελαφραίνω
ελαφραίνετε	=	ελαφραίνω
ελαφραίνομε	=	ελαφραίνω
ελαφραίνοντας	=	ελαφραίνω
ελαφραίνουμε	=	ελαφραίνω
ελαφραίνουν	=	ελαφραίνω
ελαφραίνουνε	=	ελαφραίνω
ελαφραίνω	verb	γίνομαι ελαφρότερος
ελαφρείς	=	ελαφρύς
ελαφριά	=	ελαφρύς
ελαφριάς	=	ελαφρύς
ελαφριές	=	ελαφρύς
ελαφριοί	=	ελαφρύς
ελαφριού	=	ελαφρύς
ελαφριούς	=	ελαφρύς
ελαφριών	=	ελαφρύς
ελαφροΐσκιωτα	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτε	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτες	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτη	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτης	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτο	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτοι	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτος	adj|dated	άλλη μορφή του αλαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτου	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτους	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροΐσκιωτων	=	ελαφροΐσκιωτος
ελαφροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρός
ελαφροβαρές	=	ελαφροβαρής
ελαφροβαρή	=	ελαφροβαρής
ελαφροβαρής	adj	που έχει εξαιρετικά μικρό βάρος
ελαφροβαρείς	=	ελαφροβαρής
ελαφροβαρούς	=	ελαφροβαρής
ελαφροβαρών	=	ελαφροβαρής
ελαφρολαϊκά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρολαϊκό
ελαφρολαϊκέ	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκές	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκή	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκής	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκοί	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκού	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκούς	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρολαϊκό	noun	μουσικό είδος τραγουδιού που αναπτύχθηκε κυρίως στον 20ό αιώνα και συνδυάζει απλοποιημένη μελωδική και θεματική γραφή του ελαφρού τραγουδιού με χαρακτηριστικά μοτίβα και τρόπους της λαϊκής μουσικής, απευθυνόμενο σε ευρύ κοινό
ελαφρολαϊκός	adj	που έχει σχέση με το ελαφρολαϊκό ή αναφέρεται σʼ αυτό
ελαφρολαϊκών	=	ελαφρολαϊκός
ελαφρομπετόν	noun	τύπος σκυροδέματος μειωμένου βάρους, στον οποίο η μάζα ελαττώνεται με τη δημιουργία πόρων ή με τη χρήση ελαφρών αδρανών, με αποτέλεσμα καλύτερη θερμομόνωση και μικρότερα φορτία στις κατασκευές
ελαφρομυαλιά	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ελαφρόμυαλου
ελαφρομυαλιάς	=	ελαφρομυαλιά
ελαφρομυαλιές	=	ελαφρομυαλιά
ελαφρομυαλιών	=	ελαφρομυαλιά
ελαφρονοιών	noun	γενική πληθυντικού του ελαφρόνοια
ελαφρονόων	=	ελαφρόνους
ελαφροπετρών	noun	γενική πληθυντικού του ελαφρόπετρα
ελαφροτήτων	=	ελαφρότητα
ελαφροχέρα	=	ελαφροχέρης
ελαφροχέρας	=	ελαφροχέρης
ελαφροχέρες	=	ελαφροχέρης
ελαφροχέρη	=	ελαφροχέρης
ελαφροχέρηδες	=	ελαφροχέρης
ελαφροχέρηδων	=	ελαφροχέρης
ελαφροχέρης	noun	άτομο που ενεργεί με εξαιρετική επιδεξιότητα και ταχύτητα στα χέρια, ιδίως σε κινήσεις που απαιτούν λεπτό χειρισμό
ελαφροχερών	=	ελαφροχέρης
ελαφρού	adj	γενική ενικού του ελαφρός
ελαφρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρός
ελαφρούτσικα	adv	με ελαφρούτσικο τρόπο ή βάρος
ελαφρούτσικε	adj	κλητική ενικού του ελαφρούτσικος
ελαφρούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρούτσικη
ελαφρούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρούτσικος
ελαφρούτσικης	adj	γενική ενικού του ελαφρούτσικη
ελαφρούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ελαφρούτσικος
ελαφρούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρούτσικος
ελαφρούτσικος	adj	υποκοριστικό του ελαφρός
ελαφρούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρούτσικος
ελαφρούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρούτσικος
ελαφρούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαφρούτσικος
ελαφρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρυντικό
ελαφρυντικέ	adj	κλητική ενικού του ελαφρυντικός
ελαφρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρυντική
ελαφρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρυντικός
ελαφρυντικής	adj	γενική ενικού του ελαφρυντική
ελαφρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρυντικός
ελαφρυντικού	adj	γενική ενικού του ελαφρυντικός
ελαφρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρυντικός
ελαφρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του ελαφρυντικός	noun	στοιχείο που μετριάζει την ποινή που επιβάλλεται σε κάποιον, ωθώντας σε επίδειξη επιείκειας
ελαφρυντικός	adj	που ελαφραίνει κάτι, το κάνει μικρότερο
ελαφρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του ελαφρυντικός
ελαφρωθήκαμε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωθήκαν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωθήκανε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωθήκατε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωθεί	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωθείτε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωμάτων	=	ελάφρωμα
ελαφρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρωμένο
ελαφρωμένε	verb	κλητική ενικού του ελαφρωμένος
ελαφρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρωμένη
ελαφρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρωμένος
ελαφρωμένης	verb	γενική ενικού του ελαφρωμένη
ελαφρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ελαφρωμένος
ελαφρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρωμένος
ελαφρωμένος	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρωμένος
ελαφρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρωμένος
ελαφρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαφρωμένος
ελαφρωνόμασταν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόμαστε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόμουν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόμουνα	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόντουσαν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόσασταν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόσαστε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόσουν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόσουνα	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνόταν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρωνότανε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρό	adj	αιτιατική ενικού του ελαφρός
ελαφρόμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρόμυαλο
ελαφρόμυαλε	adj	κλητική ενικού του ελαφρόμυαλος
ελαφρόμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρόμυαλη
ελαφρόμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρόμυαλος
ελαφρόμυαλης	adj	γενική ενικού του ελαφρόμυαλη
ελαφρόμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του ελαφρόμυαλος
ελαφρόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρόμυαλος
ελαφρόμυαλος	adj	ο επιπόλαιος, ο ανόητος, ο κουφιοκέφαλος, που δεν σκέπτεται σε βάθος ή τις συνέπειες των επιλογών του
ελαφρόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρόμυαλος
ελαφρόμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρόμυαλος
ελαφρόμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαφρόμυαλος
ελαφρόνοα	=	ελαφρόνους
ελαφρόνοες	=	ελαφρόνους
ελαφρόνοια	noun|formal	το να είναι κάποιος ελαφρόνους
ελαφρόνοιας	noun	γενική ενικού του ελαφρόνοια
ελαφρόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρόνοια
ελαφρόνου	=	ελαφρόνους
ελαφρόνουν	=	ελαφρόνους
ελαφρόνους	noun|formal	ελαφρόμυαλος
ελαφρόπετρα	noun	είδος ηφαιστειογενούς, ελαφρού και πορώδους πετρώματος που χρησιμοποιείται σαν οικοδομικό υλικό καθώς και για τη λείανση επιφανειών
ελαφρόπετρας	noun	γενική ενικού του ελαφρόπετρα
ελαφρόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρόπετρα
ελαφρόποινα	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινε	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινες	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινη	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινης	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινο	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινοι	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινος	adj	αυτός που έχει καταδικαστεί με ελαφριά ποινή
ελαφρόποινου	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινους	=	ελαφρόποινος
ελαφρόποινων	=	ελαφρόποινος
ελαφρός	adj	που το βάρος του είναι μικρό
ελαφρότατα	=	ελαφρός
ελαφρότατε	=	ελαφρός
ελαφρότατες	=	ελαφρός
ελαφρότατη	=	ελαφρός
ελαφρότατης	=	ελαφρός
ελαφρότατο	=	ελαφρός
ελαφρότατοι	=	ελαφρός
ελαφρότατος	=	ελαφρός
ελαφρότατου	=	ελαφρός
ελαφρότατους	=	ελαφρός
ελαφρότατων	=	ελαφρός
ελαφρότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρότερο	adv	συγκριτικός βαθμός του ελαφρά
ελαφρότερε	adj	κλητική ενικού του ελαφρότερος
ελαφρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρότερη
ελαφρότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρότερος
ελαφρότερης	adj	γενική ενικού του ελαφρότερη
ελαφρότερο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρότερος
ελαφρότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρότερος
ελαφρότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ελαφρός : πιο ελαφρός
ελαφρότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρότερος
ελαφρότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρότερος
ελαφρότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαφρότερος
ελαφρότητα	noun	το να μην έχει κάτι ή κάποιος μεγάλο βάρος
ελαφρότητας	noun	γενική ενικού του ελαφρότητα
ελαφρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρότητα
ελαφρύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρύς
ελαφρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύναν	=	ελαφραίνω
ελαφρύνανε	=	ελαφραίνω
ελαφρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύνομαι	=	ελαφρύνω
ελαφρύνομε	=	ελαφραίνω
ελαφρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφραίνω
ελαφρύνουνε	=	ελαφραίνω
ελαφρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελάφρυνση
ελαφρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελάφρυνση
ελαφρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελάφρυνση
ελαφρύντε	=	ελαφραίνω
ελαφρύνω	verb	άλλη μορφή του ελαφραίνω
ελαφρύς	adj	άλλη μορφή του ελαφρός
ελαφρύτατα	=	ελαφρύς
ελαφρύτατε	=	ελαφρύς
ελαφρύτατες	=	ελαφρύς
ελαφρύτατη	=	ελαφρύς
ελαφρύτατης	=	ελαφρύς
ελαφρύτατο	=	ελαφρύς
ελαφρύτατοι	=	ελαφρύς
ελαφρύτατος	=	ελαφρύς
ελαφρύτατου	=	ελαφρύς
ελαφρύτατους	=	ελαφρύς
ελαφρύτατων	=	ελαφρύς
ελαφρύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρύτερο	adv	συγκριτικός βαθμός του ελαφριά
ελαφρύτερε	adj	κλητική ενικού του ελαφρύτερος
ελαφρύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφρύτερη
ελαφρύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαφρύτερος
ελαφρύτερης	adj	γενική ενικού του ελαφρύτερη
ελαφρύτερο	adj	αιτιατική ενικού του ελαφρύτερος
ελαφρύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαφρύτερος
ελαφρύτερος	adj	που είναι πιο ελαφρύς, πιο ανάλαφρος από κάποιον ή κάτι άλλο
ελαφρύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαφρύτερος
ελαφρύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαφρύτερος
ελαφρύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαφρύτερος
ελαφρώθηκα	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώθηκαν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώθηκε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώθηκες	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώματα	=	ελάφρωμα
ελαφρώματος	=	ελάφρωμα
ελαφρών	adj	γενική πληθυντικού του ελαφρός
ελαφρώναμε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώναν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνανε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνατε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνει	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνεις	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνεσαι	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνεστε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνεται	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνετε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώνονται	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνονταν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνοντας	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνουμε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνουν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνουνε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώνω	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώς	adv	λίγο, κάπως
ελαφρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώσαν	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώσανε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώσου	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφρώστε	=	ελαφρώνομαι
ελαφρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαφρώνω
ελαφόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαφόπουλο
ελαφόπουλο	noun	υποκοριστικό του ελάφι
ελαφόπουλου	noun	γενική ενικού του ελαφόπουλο
ελαφόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του ελαφόπουλο
ελαχίστη	=	ελάχιστος
ελαχίστης	=	ελάχιστος
ελαχίστου	=	ελάχιστος
ελαχίστους	=	ελάχιστος
ελαχίστων	=	ελάχιστος
ελαχιστοποίει	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποίηση	noun	η πράξη της μείωσης στο ελάχιστο
ελαχιστοποίησης	=	ελαχιστοποίηση
ελαχιστοποιήθηκα	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήθηκαν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιήθηκε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιήθηκες	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσαν	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσανε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαχιστοποίηση
ελαχιστοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσεων	=	ελαχιστοποίηση
ελαχιστοποιήσου	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιεί	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιείς	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιείσαι	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιείστε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιείται	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιείτε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιηθήκαμε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιηθήκαν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιηθήκανε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιηθήκατε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιηθεί	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιηθείτε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαχιστοποιημένο
ελαχιστοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαχιστοποιημένη
ελαχιστοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιημένης	verb	γενική ενικού του ελαχιστοποιημένη
ελαχιστοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιημένος	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελαχιστοποιημένος
ελαχιστοποιούμαι	verb	με κάνουν ελάχιστο, με κάνουν να είμαι ή να μοιάζω ασήμαντος, με περιορίζουν
ελαχιστοποιούμασταν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούμαστε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούμε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούμουν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούν	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούνε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούνται	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούνταν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούσα	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσαμε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσαν	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσανε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσασταν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούσαστε	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιούσατε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσε	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσες	=	ελαχιστοποιώ
ελαχιστοποιούσουν	=	ελαχιστοποιούμαι
ελαχιστοποιώ	verb	περιορίζω στο ελάχιστο
ελαχιστοποιώντας	=	ελαχιστοποιώ
ελαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαϊκό
ελαϊκέ	adj	κλητική ενικού του ελαϊκός
ελαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελαϊκή
ελαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελαϊκός
ελαϊκής	adj	γενική ενικού του ελαϊκή
ελαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελαϊκός
ελαϊκού	adj	γενική ενικού του ελαϊκός
ελαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελαϊκός
ελαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ελαϊκός
ελαϊκός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην ελιά (ελαιόδεντρο, ελαιόκαρπο, ελαιόλαδο)
ελαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ελαϊκός
ελαύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελαύνω
ελαύνω	verb|formal	οδηγώ, κινώ
ελβ	abbrev	Εταιρεία Λαϊκής Βάσης: εταιρικό σχήμα στο οποίο το κεφάλαιο συγκεντρώνεται από ευρύ σύνολο μικρομετόχων —συνήθως κατοίκων ή ενδιαφερομένων μιας περιοχής— με σκοπό την υλοποίηση αναπτυξιακών ή επενδυτικών δραστηριοτήτων τοπικού χαρακτήρα
ελβετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελβετικό
ελβετικέ	adj	κλητική ενικού του ελβετικός
ελβετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελβετική
ελβετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελβετικός
ελβετικής	adj	γενική ενικού του ελβετική
ελβετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελβετικός
ελβετικού	adj	γενική ενικού του ελβετικός
ελβετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελβετικός
ελβετικό	adj	αιτιατική ενικού του ελβετικός
ελβετικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην Ελβετία και τους Ελβετούς
ελβετικών	adj	γενική πληθυντικού του ελβετικός
ελβετογερμανικά	noun	η γερμανική διάλεκτος που ομιλείται στην Ελβετία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική κλίση πληθυντικού ουδετέρου του επιθέτου ο ελβετογερμανικός
ελβετογερμανικών	=	ελβετογερμανικά
ελβιέλα	noun	πάνινο αθλητικό παπούτσι με λαστιχένια σόλα
ελβιέλας	=	ελβιέλα
ελβιέλες	=	ελβιέλα
ελβιελών	=	ελβιέλα
ελγίνεια	noun	τα γλυπτά του Παρθενώνα που εκλάπησαν από τον λόρδο του Έλγιν και μεταφέρθηκαν το 1806 στο Λονδίνο για να πουληθούν καθώς ο λόρδος είχε οικονομικές δυσχέρειες..
ελγα	abbrev	ελληνικός ασφαλιστικός φορέας γεωργικών εκμεταλλεύσεων
ελγινείων	noun	γενική πληθυντικού του ελγίνεια
ελγο	abbrev	οργανισμός για την προώθηση και υποστήριξη δράσεων για τον εκσυγχρονισμό του γεωργικού τομέα στην Ελλάδα
ελδα	abbrev	Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου
ελδο	abbrev	Ελληνικός Διαστημικός Οργανισμός: δημόσιος φορέας της Ελλάδας (2018–2019) που είχε ως αποστολή τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση της εθνικής πολιτικής και των έργων στον τομέα του διαστήματος και των διαστημικών τεχνολογιών
ελδυκ	abbrev	Ελληνική Δύναμη Κύπρου: μόνιμη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας που σταθμεύει στην Κύπρο και έχει ως αποστολή την υποστήριξη της άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών
ελε	abbrev	Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες: κατηγορία εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού —κυρίως σε ερευνητικούς ή τεχνολογικούς φορείς— με υποστηρικτικό και εφαρμοσμένο έργο στην υλοποίηση ερευνητικών δραστηριοτήτων
ελεήμον	=	ελεήμονας
ελεήμονα	=	ελεήμονας
ελεήμονας	adj	μορφή του ελεήμων με νεότερες καταλήξεις
ελεήμονες	=	ελεήμονας
ελεήμονον	=	ελεήμονας
ελεήμονος	=	ελεήμονας
ελεήμονων	=	ελεήμονας
ελεήμων	=	ελεήμονας
ελεήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεώ
ελεήτρια	noun	θηλυκό του ελεητής
ελεήτριας	noun	γενική ενικού του ελεήτρια
ελεήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεήτρια
ελεατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεατικό
ελεατικέ	adj	κλητική ενικού του ελεατικός
ελεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεατική
ελεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεατικός
ελεατικής	adj	γενική ενικού του ελεατική
ελεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεατικός
ελεατικού	adj	γενική ενικού του ελεατικός
ελεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεατικός
ελεατικό	adj	αιτιατική ενικού του ελεατικός
ελεατικός	adj	σχετικός με την Ελεατική σχολή, τη φιλοσοφική σχολή που βρισκόταν στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας
ελεατικών	adj	γενική πληθυντικού του ελεατικός
ελεατών	=	ελέατης
ελεγεία	noun	αρχαίο ποίημα ποικίλης θεματολογίας που αποτελούνταν από στροφές δύο στίχων, ένα σε δακτυλικό εξάμετρο και ένα σε δακτυλικό πεντάμετρο
ελεγείας	noun	γενική ενικού του ελεγεία
ελεγείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγεία
ελεγείο	noun	η ελεγεία
ελεγείου	noun	γενική ενικού του ελεγείο
ελεγείων	noun	γενική πληθυντικού του ελεγείο
ελεγειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγειακό
ελεγειακέ	adj	κλητική ενικού του ελεγειακός
ελεγειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγειακή
ελεγειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεγειακός
ελεγειακής	adj	γενική ενικού του ελεγειακή
ελεγειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεγειακός
ελεγειακού	adj	γενική ενικού του ελεγειακός
ελεγειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεγειακός
ελεγειακό	adj	αιτιατική ενικού του ελεγειακός
ελεγειακός	adj	πένθιμος
ελεγειακών	adj	γενική πληθυντικού του ελεγειακός
ελεγειών	noun	γενική πληθυντικού του ελεγεία
ελεγκάν	adj	κομψός
ελεγκτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτής
ελεγκτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελεγκτής
ελεγκτήρια	=	ελεγκτήριο
ελεγκτήριο	noun	το γραφείο ή ο χώρος όπου γίνεται έλεγχος
ελεγκτήριου	=	ελεγκτήριο
ελεγκτήριων	=	ελεγκτήριο
ελεγκτής	noun	εργαζόμενος με αρμοδιότητα να διενεργεί ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει είτε την σύννομη λειτουργία ενός συστήματος είτε λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
ελεγκτηρίου	=	ελεγκτήριο
ελεγκτηρίων	=	ελεγκτήριο
ελεγκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτικό
ελεγκτικέ	adj	κλητική ενικού του ελεγκτικός
ελεγκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτική
ελεγκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεγκτικός
ελεγκτικής	adj	γενική ενικού του ελεγκτική
ελεγκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτικός
ελεγκτικολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτικολογιστικό
ελεγκτικολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτικολογιστική
ελεγκτικολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικολογιστικής	adj	γενική ενικού του ελεγκτικολογιστική
ελεγκτικολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικολογιστικού	adj	γενική ενικού του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικολογιστικός	adj	που έχει σχέση με την εφαρμοσμένη λογιστική και ελεγκτική ή αναφέρεται σ’ αυτές
ελεγκτικολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελεγκτικολογιστικός
ελεγκτικού	adj	γενική ενικού του ελεγκτικός
ελεγκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεγκτικός
ελεγκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ελεγκτικός
ελεγκτικός	adj	που αναφέρεται στον έλεγχο ή τον εφαρμόζει
ελεγκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ελεγκτικός
ελεγκτριών	noun	γενική πληθυντικού του ελέγκτρια
ελεγκτών	noun	γενική πληθυντικού του ελεγκτής
ελεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγμένο
ελεγμένε	verb	κλητική ενικού του ελεγμένος
ελεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγμένη
ελεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεγμένος
ελεγμένης	verb	γενική ενικού του ελεγμένη
ελεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ελεγμένος
ελεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεγμένος
ελεγμένος	verb	που έχει ελεγχθεί
ελεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελεγμένος
ελεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελεγμένος
ελεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελεγμένος
ελεγξιμοτήτων	=	ελεγξιμότητα
ελεγξιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα κατά την οποία ένα αντικείμενο, σύστημα ή ισχυρισμός μπορεί να υποβληθεί σε συστηματικό έλεγχο και επαλήθευση μέσω διαθέσιμων κριτηρίων, δεδομένων ή διαδικασιών
ελεγξιμότητας	=	ελεγξιμότητα
ελεγξιμότητες	=	ελεγξιμότητα
ελεγχθήκαμε	=	ελέγχω
ελεγχθήκαν	=	ελέγχω
ελεγχθήκανε	=	ελέγχω
ελεγχθήκατε	=	ελέγχω
ελεγχθεί	=	ελέγχω
ελεγχθείς	=	ελέγχω
ελεγχθείτε	=	ελέγχω
ελεγχθούμε	=	ελέγχω
ελεγχθούν	=	ελέγχω
ελεγχθούνε	=	ελέγχω
ελεγχθώ	=	ελέγχω
ελεγχοσυνάρτηση	noun	συνάρτηση με την οποία ελέγχεται κάτι
ελεγχοσυνάρτησης	noun	γενική ενικού του ελεγχοσυνάρτηση
ελεγχοσυναρτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγχοσυνάρτηση
ελεγχοσυναρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελεγχοσυνάρτηση
ελεγχοσυναρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελεγχοσυνάρτηση
ελεγχτήκαμε	=	ελέγχω
ελεγχτήκαν	=	ελέγχω
ελεγχτήκανε	=	ελέγχω
ελεγχτήκατε	=	ελέγχω
ελεγχτεί	=	ελέγχω
ελεγχτείς	=	ελέγχω
ελεγχτείτε	=	ελέγχω
ελεγχτούμε	=	ελέγχω
ελεγχτούν	=	ελέγχω
ελεγχτούνε	=	ελέγχω
ελεγχτώ	=	ελέγχω
ελεγχόμασταν	=	ελέγχω
ελεγχόμαστε	=	ελέγχω
ελεγχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγχόμενο
ελεγχόμενε	verb	κλητική ενικού του ελεγχόμενος
ελεγχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεγχόμενη
ελεγχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεγχόμενος
ελεγχόμενης	verb	γενική ενικού του ελεγχόμενη
ελεγχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ελεγχόμενος
ελεγχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεγχόμενος
ελεγχόμενος	verb|formal	που ελέγχεται
ελεγχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελεγχόμενος
ελεγχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελεγχόμενος
ελεγχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελεγχόμενος
ελεγχόμουν	=	ελέγχω
ελεγχόμουνα	=	ελέγχω
ελεγχόντουσαν	=	ελέγχω
ελεγχόσασταν	=	ελέγχω
ελεγχόσαστε	=	ελέγχω
ελεγχόσουν	=	ελέγχω
ελεγχόσουνα	=	ελέγχω
ελεγχόταν	=	ελέγχω
ελεγχότανε	=	ελέγχω
ελεείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ελεούμαι
ελεεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεεινό	adv	με ελεεινό τρόπο
ελεεινέ	adj	κλητική ενικού του ελεεινός
ελεεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεεινή
ελεεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεεινός
ελεεινής	adj	γενική ενικού του ελεεινή
ελεεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεεινός
ελεεινολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελεεινολόγηση
ελεεινολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελεεινολόγηση
ελεεινολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολογία	noun	άλλη μορφή του ελεεινολόγηση
ελεεινολογίας	noun	γενική ενικού του ελεεινολογία
ελεεινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεεινολογία
ελεεινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ελεεινολογία
ελεεινολογώ	verb|formal	οικτίρω
ελεεινολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελεεινολογώ
ελεεινολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελεεινολογώ
ελεεινολόγησης	noun	γενική ενικού του ελεεινολόγηση
ελεεινοτήτων	=	ελεεινότητα
ελεεινού	adj	γενική ενικού του ελεεινός
ελεεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεεινός
ελεεινό	adj	αιτιατική ενικού του ελεεινός
ελεεινός	adj	πολύ κακού χαρακτήρα
ελεεινότητα	noun	το να είναι κάποιος ελεεινός, η ιδιότητα του ελεεινού
ελεεινότητας	noun	γενική ενικού του ελεεινότητα
ελεεινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεεινότητα
ελεεινών	adj	γενική πληθυντικού του ελεεινός
ελεεινώς	adv|formal	ελεεινά
ελεημονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεημονητικό
ελεημονητικέ	adj	κλητική ενικού του ελεημονητικός
ελεημονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεημονητική
ελεημονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεημονητικός
ελεημονητικής	adj	γενική ενικού του ελεημονητική
ελεημονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεημονητικός
ελεημονητικού	adj	γενική ενικού του ελεημονητικός
ελεημονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεημονητικός
ελεημονητικό	adj	αιτιατική ενικού του ελεημονητικός
ελεημονητικός	adj|formal	άλλη μορφή του ελεημονικός
ελεημονητικών	adj	γενική πληθυντικού του ελεημονητικός
ελεημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεημονικό
ελεημονικέ	adj	κλητική ενικού του ελεημονικός
ελεημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεημονική
ελεημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεημονικός
ελεημονικής	adj	γενική ενικού του ελεημονική
ελεημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεημονικός
ελεημονικού	adj	γενική ενικού του ελεημονικός
ελεημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεημονικός
ελεημονικό	adj	αιτιατική ενικού του ελεημονικός
ελεημονικός	adj|formal	που έχει σχέση με ελεήμονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ελεημονικών	adj	γενική πληθυντικού του ελεημονικός
ελεημονώ	verb|rare	δίνω ελεημοσύνη
ελεημοσύνες	=	ελεημοσύνη
ελεημοσύνη	noun	χρηματική ή βοήθεια σε είδος που δίνεται σε κάποιον φτωχό ή ζητιάνο
ελεημοσύνης	=	ελεημοσύνη
ελεημοσύνών	=	ελεημοσύνη
ελεημόνων	=	ελεήμονας
ελεημόνως	adv|formal	με ελεήμονα τρόπο
ελεητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεητής
ελεητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελεητής
ελεητής	noun	αυτός που ελεεί
ελεητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεητικό
ελεητικέ	adj	κλητική ενικού του ελεητικός
ελεητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεητική
ελεητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεητικός
ελεητικής	adj	γενική ενικού του ελεητική
ελεητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεητικός
ελεητικού	adj	γενική ενικού του ελεητικός
ελεητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεητικός
ελεητικό	adj	αιτιατική ενικού του ελεητικός
ελεητικός	adj|formal	άλλη μορφή του ελεήμων
ελεητικών	adj	γενική πληθυντικού του ελεητικός
ελεητριών	noun	γενική πληθυντικού του ελεήτρια
ελεητών	noun	γενική πληθυντικού του ελεητής
ελεκτρίκ	adj	ζωντανός, έντονος
ελεκτροπόπ	noun|rare	άλλη μορφή του ηλεκτροπόπ
ελεκτροσυγκολλήσεις	=	ηλεκτροσυγκόλληση
ελεκτρόνικα	noun	μουσικός όρος που δηλώνει σύνολο ειδών τα οποία βασίζονται κυρίως σε ηλεκτρονικά μέσα παραγωγής και επεξεργασίας ήχου
ελεκτόρων	=	ελέκτορας
ελελίφασκε	=	ελελίφασκος
ελελίφασκο	=	ελελίφασκος
ελελίφασκοι	=	ελελίφασκος
ελελίφασκος	noun|formal	το φυτό φασκομηλιά
ελελίφασκου	=	ελελίφασκος
ελελίφασκους	=	ελελίφασκος
ελελίφασκων	=	ελελίφασκος
ελεμέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελεμές
ελεμέδες	=	ελεμές
ελεμέδων	=	ελεμές
ελεμές	noun	αγύρτης, αλήτης, απατεώνας, άτομο κατώτερου ποιού
ελεμενταρισμέ	noun	κλητική ενικού του ελεμενταρισμός
ελεμενταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεμενταρισμός
ελεμενταρισμού	noun	γενική ενικού του ελεμενταρισμός
ελεμενταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελεμενταρισμός
ελεμενταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελεμενταρισμός
ελεμενταρισμός	noun	τεχνοτροπία στη ζωγραφική με χαρακτηριστικό της τη χρήση γεωμετρικών στοιχείων
ελεμενταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελεμενταρισμός
ελενίτ	noun|dated	πλάκα αμιαντοτσιμέντου (αμιαντοσανίδα) που χρησιμοποιείτο στην κατασκευή στέγης (ή υπόστεγου), με σχήμα κυματοειδές σε απομίμηση κεραμοσκεπής, καθώς και σωλήνες από το ίδιο υλικό
ελεούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελεώ
ελετο	abbrev	Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας, ελληνική επιστημονική ένωση που αποτελείται από ατομικά μέλη: επιστήμονες και ενδιαφερόμενους οποιουδήποτε τομέα και συλλογικά μελη: όργανα (επιτροπές, ομάδες, κτλ.) δημιουργίας ελληνικών όρων σε συγκεκριμένους τομείς και έχει σκοπό την προώθηση, στόν ελληνόφωνο χώρο, της επιστήμης της ορολογίας και την ανάπτυξη σύγχρονης ελληνικής ορολογίας σε όλους τους τομείς
ελευθέρα	=	ελεύθερος
ελευθέρια	=	ελευθέριος
ελευθέριας	=	ελευθέριος
ελευθέριε	=	ελευθέριος
ελευθέριες	=	ελευθέριος
ελευθέριο	=	ελευθέριος
ελευθέριοι	=	ελευθέριος
ελευθέριος	adj	που δεν έχει προκαθορισμένο ωράριο ή μισθό
ελευθέριου	=	ελευθέριος
ελευθέριους	=	ελευθέριος
ελευθέριων	=	ελευθέριος
ελευθέρου	=	ελεύθερο
ελευθέρωμα	noun|formal	άλλη μορφή του ελευθέρωση
ελευθέρων	=	ελεύθερο
ελευθέρωνα	=	ελευθερώνω
ελευθέρωναν	=	ελευθερώνω
ελευθέρωνε	=	ελευθερώνω
ελευθέρωνες	=	ελευθερώνω
ελευθέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθέρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ελευθερώνω
ελευθέρωσης	noun	γενική ενικού του ελευθέρωση
ελευθερία	noun	η απουσία εξαναγκασμού και καταπίεσης και κάθε επιμέρους δικαίωμα που αυτή συνεπάγεται
ελευθερίας	noun	γενική ενικού του ελευθερία
ελευθερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερία
ελευθερίου	=	ελευθέριος
ελευθεριά	noun	η ελευθερία
ελευθεριάζον	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζοντα	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζοντες	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζοντος	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζουσα	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζουσας	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζουσες	=	ελευθεριάζων
ελευθεριάζω	verb|formal	ενεργώ ή σκέπτομαι με ελευθερία, χωρίς να περιορίζομαι από καθιερωμένα ηθικά πρότυπα
ελευθεριάζων	verb|formal	που ελευθεριάζει
ελευθεριάς	=	ελευθεριά
ελευθεριές	=	ελευθεριά
ελευθεριαζουσών	=	ελευθεριάζων
ελευθεριαζούσης	=	ελευθεριάζων
ελευθεριαζόντων	=	ελευθεριάζων
ελευθεριακά	=	ελευθεριακός
ελευθεριακέ	=	ελευθεριακός
ελευθεριακές	=	ελευθεριακός
ελευθεριακή	=	ελευθεριακός
ελευθεριακής	=	ελευθεριακός
ελευθεριακοί	=	ελευθεριακός
ελευθεριακού	=	ελευθεριακός
ελευθεριακούς	=	ελευθεριακός
ελευθεριακό	=	ελευθεριακός
ελευθεριακός	adj	που θεωρεί πρωταρχική αξία την ελευθερία
ελευθεριακών	=	ελευθεριακός
ελευθεριοκτόνα	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνας	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνε	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνες	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνο	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνοι	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνος	adj	που σκοτώνει την ελευθερία
ελευθεριοκτόνου	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνους	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοκτόνων	=	ελευθεριοκτόνος
ελευθεριοτήτων	=	ελευθεριότητα
ελευθερισμέ	=	ελευθερισμός
ελευθερισμοί	=	ελευθερισμός
ελευθερισμού	=	ελευθερισμός
ελευθερισμούς	=	ελευθερισμός
ελευθερισμό	=	ελευθερισμός
ελευθερισμός	noun	η ηθική θεωρία που υποστηρίζει ότι οι ηθικοί δρώντες είναι ιδιοκτήτες του εαυτού τους και μπορούν να αποκτούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε πράγματα του εξωτερικού κόσμου
ελευθερισμών	=	ελευθερισμός
ελευθεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεριστικό
ελευθεριστικέ	adj	κλητική ενικού του ελευθεριστικός
ελευθεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεριστική
ελευθεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελευθεριστικός
ελευθεριστικής	adj	γενική ενικού του ελευθεριστική
ελευθεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελευθεριστικός
ελευθεριστικού	adj	γενική ενικού του ελευθεριστικός
ελευθεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελευθεριστικός
ελευθεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του ελευθεριστικός
ελευθεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελευθεριστικός
ελευθεριότητα	noun	η μη αυστηρή τήρηση των κανόνων ηθικής, η έλλειψη ηθικών φραγμών, ροπή προς έκλυτο βίο
ελευθεριότητας	noun	γενική ενικού του ελευθεριότητα
ελευθεριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεριότητα
ελευθεριών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθερία
ελευθεροεπαγγελματία	=	ελευθεροεπαγγελματίας
ελευθεροεπαγγελματίας	noun	ο ελεύθερος επαγγελματίας
ελευθεροεπαγγελματίες	=	ελευθεροεπαγγελματίας
ελευθεροεπαγγελματιών	=	ελευθεροεπαγγελματίας
ελευθεροκοινωνήσαμε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνήσαν	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνήσανε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνήσατε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνήσει	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνήστε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνία	noun	η ελευθερία που λαμβάνουν οι επιβάτες πλοίου να αποβιβαστούν σε λιμάνι, μετά από σχετική άδεια των λιμενικών υγειονομικών αρχών
ελευθεροκοινωνίας	noun	γενική ενικού του ελευθεροκοινωνία
ελευθεροκοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεροκοινωνία
ελευθεροκοινωνεί	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνείς	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνείτε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθεροκοινωνία
ελευθεροκοινωνούμε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούν	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούνε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσα	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσαμε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσαν	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσανε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσατε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνούσες	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινωνώ	verb	έχω ελευθεροκοινωνία
ελευθεροκοινωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινώνει	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινώνησα	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινώνησαν	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινώνησε	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροκοινώνησες	=	ελευθεροκοινωνώ
ελευθεροπλοΐα	noun	η ελευθερία πλεύσης σε μια υδάτινη περιοχή: θάλασσα, λίμνη, ποταμό κ.λπ.
ελευθεροπλοΐας	noun	γενική ενικού του ελευθεροπλοΐα
ελευθεροπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεροπλοΐα
ελευθεροπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθεροπλοΐα
ελευθεροποίηση	noun|formal	διαδικασία κατά την οποία αίρονται ή περιορίζονται θεσμικοί, νομικοί ή κρατικοί έλεγχοι σε έναν τομέα, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της ελεύθερης λειτουργίας του —ιδίως στην οικονομία— και τη μεγαλύτερη αυτονομία των εμπλεκομένων φορέων
ελευθεροπρέπεια	noun|formal	στάση και τρόπος συμπεριφοράς που εκφράζουν εσωτερική ανεξαρτησία, αυτοσεβασμό και παρρησία, όπως αρμόζουν σε ελεύθερο άνθρωπο
ελευθεροπρέπειας	=	ελευθεροπρέπεια
ελευθεροπρέπειες	=	ελευθεροπρέπεια
ελευθεροπρεπές	=	ελευθεροπρεπής
ελευθεροπρεπή	=	ελευθεροπρεπής
ελευθεροπρεπής	adj|formal	που εκφράζει ή δηλώνει ελευθεροπρέπεια
ελευθεροπρεπείς	=	ελευθεροπρεπής
ελευθεροπρεπειών	=	ελευθεροπρέπεια
ελευθεροπρεπούς	=	ελευθεροπρεπής
ελευθεροπρεπών	=	ελευθεροπρεπής
ελευθεροστομία	noun	η ιδιότητα του ανθρώπου που εκφράζεται με το λόγο χωρίς να υπολογίζει το κοινωνικώς αποδεκτό
ελευθεροστομίας	noun	γενική ενικού του ελευθεροστομία
ελευθεροστομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεροστομία
ελευθεροστομιών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθεροστομία
ελευθεροτέκτονα	=	ελευθεροτέκτονας
ελευθεροτέκτονας	noun	το μέλος μιας μασονικής στοάς
ελευθεροτέκτονες	=	ελευθεροτέκτονας
ελευθεροτεκτονισμέ	noun	κλητική ενικού του ελευθεροτεκτονισμός
ελευθεροτεκτονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελευθεροτεκτονισμός
ελευθεροτεκτονισμού	noun	γενική ενικού του ελευθεροτεκτονισμός
ελευθεροτεκτονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελευθεροτεκτονισμός
ελευθεροτεκτονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελευθεροτεκτονισμός
ελευθεροτεκτονισμός	noun	παγκόσμια μυστική αδελφότητα της οποίας τα μέλη ανήκουν σε κατά τόπους τεκτονικές Στοές, έχουν κοινές ηθικές και μεταφυσικές απόψεις και αλληλοϋποστηρίζονται
ελευθεροτεκτονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθεροτεκτονισμός
ελευθεροτεκτόνων	=	ελευθεροτέκτονας
ελευθεροτυπία	noun	η ελευθερία του τύπου, η ελεύθερη έκφραση των απόψεων μέσω του τύπου
ελευθεροτυπίας	noun	γενική ενικού του ελευθεροτυπία
ελευθεροτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθεροτυπία
ελευθεροτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθεροτυπία
ελευθεροφροσυνών	=	ελευθεροφροσύνη
ελευθεροφροσύνες	=	ελευθεροφροσύνη
ελευθεροφροσύνη	noun|formal	το να είναι κάποιος ελευθερόφρων, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ελευθερόφρονα
ελευθεροφροσύνης	=	ελευθεροφροσύνη
ελευθεροφρόνων	=	ελευθερόφρων
ελευθερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθήκαν	=	ελευθερώνω
ελευθερωθήκανε	=	ελευθερώνω
ελευθερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωθούνε	=	ελευθερώνω
ελευθερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερωμένο
ελευθερωμένε	verb	κλητική ενικού του ελευθερωμένος
ελευθερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερωμένη
ελευθερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελευθερωμένος
ελευθερωμένης	verb	γενική ενικού του ελευθερωμένη
ελευθερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ελευθερωμένος
ελευθερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελευθερωμένος
ελευθερωμένος	verb	που έχει ελευθερωθεί
ελευθερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελευθερωμένος
ελευθερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελευθερωμένος
ελευθερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελευθερωμένος
ελευθερωνόμασταν	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόμαστε	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόμουν	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόμουνα	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόντουσαν	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόσασταν	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόσαστε	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόσουν	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόσουνα	=	ελευθερώνω
ελευθερωνόταν	=	ελευθερώνω
ελευθερωνότανε	=	ελευθερώνω
ελευθερωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερωτής
ελευθερωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελευθερωτής
ελευθερωτής	noun	αυτός που ελευθερώνει, ο λυτρωτής
ελευθερωτριών	=	ελευθερώτρια
ελευθερωτών	noun	γενική πληθυντικού του ελευθερωτής
ελευθερόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερόβουλο
ελευθερόβουλε	adj	κλητική ενικού του ελευθερόβουλος
ελευθερόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερόβουλη
ελευθερόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελευθερόβουλος
ελευθερόβουλης	adj	γενική ενικού του ελευθερόβουλη
ελευθερόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του ελευθερόβουλος
ελευθερόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελευθερόβουλος
ελευθερόβουλος	adj	αυτός που δρα έχοντας ελεύθερη θέληση
ελευθερόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελευθερόβουλος
ελευθερόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελευθερόβουλος
ελευθερόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελευθερόβουλος
ελευθερόστομα	adv	με ελευθεροστομία
ελευθερόστομε	adj	κλητική ενικού του ελευθερόστομος
ελευθερόστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθερόστομη
ελευθερόστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελευθερόστομος
ελευθερόστομης	adj	γενική ενικού του ελευθερόστομη
ελευθερόστομο	adj	αιτιατική ενικού του ελευθερόστομος
ελευθερόστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελευθερόστομος
ελευθερόστομος	adj	που μιλά με ελευθεροστομία ή χαρακτηρίζεται απ’ αυτήν
ελευθερόστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελευθερόστομος
ελευθερόστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελευθερόστομος
ελευθερόστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελευθερόστομος
ελευθερόφρον	=	ελευθερόφρων
ελευθερόφρονα	=	ελευθερόφρων
ελευθερόφρονας	adj	μορφή του ελευθερόφρων με νεότερες καταλήξεις στο αρσενικό
ελευθερόφρονες	=	ελευθερόφρων
ελευθερόφρονον	=	ελευθερόφρονας
ελευθερόφρονος	=	ελευθερόφρων
ελευθερόφρονων	=	ελευθερόφρονας
ελευθερόφρων	adj	που έχει ελεύθερη σκέψη
ελευθερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνομαι
ελευθερώναμε	=	ελευθερώνω
ελευθερώναν	=	ελευθερώνω
ελευθερώνανε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνατε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνει	=	ελευθερώνω
ελευθερώνεις	=	ελευθερώνω
ελευθερώνεσαι	=	ελευθερώνω
ελευθερώνεστε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνεται	=	ελευθερώνω
ελευθερώνετε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνομαι	verb	με ελευθερώνουν.
ελευθερώνομε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνονται	=	ελευθερώνω
ελευθερώνονταν	=	ελευθερώνω
ελευθερώνοντας	=	ελευθερώνω
ελευθερώνουμε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνουν	=	ελευθερώνω
ελευθερώνουνε	=	ελευθερώνω
ελευθερώνω	verb	αφήνω κάποιον ελεύθερο
ελευθερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσαν	=	ελευθερώνω
ελευθερώσανε	=	ελευθερώνω
ελευθερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελευθέρωση
ελευθερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελευθέρωση
ελευθερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελευθέρωση
ελευθερώσομε	=	ελευθερώνω
ελευθερώσου	=	ελευθερώνω
ελευθερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσουνε	=	ελευθερώνω
ελευθερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελευθερώνω
ελευθερώτρα	noun	θηλυκό του ελευθερωτής
ελευθερώτρας	=	ελευθερώτρα
ελευθερώτρες	=	ελευθερώτρα
ελευθερώτρια	noun	θηλυκό του ελευθερωτής
ελευθερώτριας	=	ελευθερώτρια
ελευθερώτριες	=	ελευθερώτρια
ελευσίνια	=	ελευσίνιος
ελευσίνιας	=	ελευσίνιος
ελευσίνιε	=	ελευσίνιος
ελευσίνιες	=	ελευσίνιος
ελευσίνιο	=	ελευσίνιος
ελευσίνιοι	=	ελευσίνιος
ελευσίνιος	adj	που έχει σχέση με την Ελευσίνα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ελευσίνιου	=	ελευσίνιος
ελευσίνιους	=	ελευσίνιος
ελευσίνιων	=	ελευσίνιος
ελευσινιακά	=	ελευσινιακός
ελευσινιακέ	=	ελευσινιακός
ελευσινιακές	=	ελευσινιακός
ελευσινιακή	=	ελευσινιακός
ελευσινιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ελευσινιακή) του ελευσινιακός
ελευσινιακοί	=	ελευσινιακός
ελευσινιακού	=	ελευσινιακός
ελευσινιακούς	=	ελευσινιακός
ελευσινιακό	=	ελευσινιακός
ελευσινιακός	adj	ο σχετικός με την Ελευσίνα ή τους κατοίκους της
ελευσινιακών	=	ελευσινιακός
ελευσινιώτικα	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικε	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικες	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικη	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικης	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικο	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικοι	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικος	adj	ο σχετικός με την Ελευσίνα ή τους κατοίκους της
ελευσινιώτικου	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικους	=	ελευσινιώτικος
ελευσινιώτικων	=	ελευσινιώτικος
ελευτεριά	noun|literary	άλλη μορφή του ελευθερία
ελεφάντεια	=	ελεφάντειος
ελεφάντειας	=	ελεφάντειος
ελεφάντειε	=	ελεφάντειος
ελεφάντειες	=	ελεφάντειος
ελεφάντειο	=	ελεφάντειος
ελεφάντειοι	=	ελεφάντειος
ελεφάντειος	adj	άλλη μορφή του ελεφάντινος
ελεφάντειου	=	ελεφάντειος
ελεφάντειους	=	ελεφάντειος
ελεφάντειων	=	ελεφάντειος
ελεφάντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεφάντινο
ελεφάντινε	adj	κλητική ενικού του ελεφάντινος
ελεφάντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεφάντινη
ελεφάντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεφάντινος
ελεφάντινης	adj	γενική ενικού του ελεφάντινη
ελεφάντινο	adj	αιτιατική ενικού του ελεφάντινος
ελεφάντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεφάντινος
ελεφάντινος	adj	που έχει σχέση με τον ελάφαντα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ελεφάντινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελεφάντινος
ελεφάντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεφάντινος
ελεφάντινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελεφάντινος
ελεφάντων	=	ελέφαντας
ελεφαντάκι	noun	μικρός ελέφαντας
ελεφαντάκια	=	ελεφαντάκι
ελεφαντένια	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιας	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιε	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιες	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιο	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιοι	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιος	adj	άλλη μορφή του ελεφάντινος
ελεφαντένιου	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιους	=	ελεφαντένιος
ελεφαντένιων	=	ελεφαντένιος
ελεφαντίαση	noun	πάθηση - ανωμαλία του ανθρώπινου λεμφικού συστήματος με συνέπεια τη διόγκωση των πέριξ αυτού ιστών σε βαθμό που θυμίζουν ελεφάντινες διαστάσεις, εξ ου και η ονομασία της
ελεφαντίασης	=	ελεφαντίαση
ελεφαντίνα	noun	θηλυκός ελέφαντας
ελεφαντίνας	=	ελεφαντίνα
ελεφαντίνες	=	ελεφαντίνα
ελεφαντίνων	=	ελεφαντίνα
ελεφαντιάσεις	=	ελεφαντίαση
ελεφαντιάσεων	=	ελεφαντίαση
ελεφαντοκόκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεφαντοκόκαλο
ελεφαντοκόκαλο	noun	το ελεφαντόδοντο
ελεφαντοκόκαλου	noun	γενική ενικού του ελεφαντοκόκαλο
ελεφαντοκόκαλων	noun	γενική πληθυντικού του ελεφαντοκόκαλο
ελεφαντοστά	=	ελεφαντοστό
ελεφαντοστού	noun	γενική ενικού του ελεφαντοστό
ελεφαντοστούν	noun|formal	το ελεφαντοστό
ελεφαντοστό	noun	το ελεφαντόδοντο, το φίλντισι
ελεφαντοστών	=	ελεφαντοστό
ελεφαντουργέ	=	ελεφαντουργός
ελεφαντουργία	noun	η τέχνη της κατεργασίας του ελεφαντόδοτου
ελεφαντουργίας	=	ελεφαντουργία
ελεφαντουργίες	=	ελεφαντουργία
ελεφαντουργιών	=	ελεφαντουργία
ελεφαντουργοί	=	ελεφαντουργός
ελεφαντουργού	=	ελεφαντουργός
ελεφαντουργούς	=	ελεφαντουργός
ελεφαντουργό	=	ελεφαντουργός
ελεφαντουργός	noun	τεχνίτης που χρησιμοποιεί το ελεφαντόδοντο ως βασική πρώτη ύλη για τη δημιουργία καλλιτεχνημάτων
ελεφαντουργών	=	ελεφαντουργός
ελεφαντόδοντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεφαντόδοντο
ελεφαντόδοντο	noun	ο χαυλιόδοντας ενός ελέφαντα
ελεφαντόδοντου	noun	γενική ενικού του ελεφαντόδοντο
ελεφαντόδοντων	noun	γενική πληθυντικού του ελεφαντόδοντο
ελεφαντών	=	ελέφαντας
ελεύθερα	adv	με ελευθερία, χωρίς καταναγκασμό
ελεύθερε	adj	κλητική ενικού του ελεύθερος
ελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεύθερη
ελεύθερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεύθερος
ελεύθερης	adj	γενική ενικού του ελεύθερη
ελεύθερο	noun	στυλ κολύμβησης	adj	αιτιατική ενικού του ελεύθερος
ελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεύθερος
ελεύθερος	adj	που δεν έχει περιορισμούς και δεσμεύσεις, εσωτερικές ή εξωτερικές, στη δράση του	noun	που δεν είναι δούλος
ελεύθερου	adj	γενική ενικού του ελεύθερος
ελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεύθερος
ελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού του ελεύθερος
ελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλευση
ελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έλευση
ελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έλευση
ελεύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεύτερο
ελεύτερε	adj	κλητική ενικού του ελεύτερος
ελεύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελεύτερη
ελεύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελεύτερος
ελεύτερης	adj	γενική ενικού του ελεύτερη
ελεύτερο	adj	αιτιατική ενικού του ελεύτερος
ελεύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελεύτερος
ελεύτερος	adj|literary	άλλη μορφή του ελεύθερος
ελεύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελεύτερος
ελεύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελεύτερος
ελεύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελεύτερος
ελεώ	verb	δίνω ελεημοσύνη
ελεών	adj	ο ελεήμων
ελιά	noun	αιωνόβιο και αειθαλές δένδρο με στιλπνά ωοειδή φύλλα, στρεβλό (συνήθως) κορμό, με γκρίζο φλοιό και καρπό ωοειδούς σχήματος και πράσινο και σκληρό περικάρπιο, που, όταν ωριμάσει, μαυρίζει και μαλακώνει.
ελιάς	noun	γενική ενικού του ελιά
ελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιά
ελια	abbrev	ιστορικό αρχείο με έδρα την Αθήνα
ελιαμεπ	abbrev	μη κυβερνητικό και μη κερδοσκοπικό ίδρυμα στην Ελλάδα, το οποίο πραγματοποιεί έρευνες σε ζητήματα πολιτικής· η τρέχουσα ονομασία του είναι Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής
ελιγμέ	noun	κλητική ενικού του ελιγμός
ελιγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελιγμός
ελιγμού	noun	γενική ενικού του ελιγμός
ελιγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελιγμός
ελιγμό	noun	αιτιατική ενικού του ελιγμός
ελιγμός	noun	μικρή αλλαγή στην κατεύθυνση ενός κινούμενου, προκειμένου να αποφευχθεί κάποιο εμπόδιο
ελιγμών	noun	γενική πληθυντικού του ελιγμός
ελικιά	noun|dated	άλλη μορφή του ηλικία
ελικιάς	=	ελικιά
ελικιές	=	ελικιά
ελικιών	=	ελικιά
ελικοβακτηρίδια	=	ελικοβακτηρίδιο
ελικοβακτηρίδιο	noun	βακτηρίδιο συνήθως αναφερόμενο συνήθως στο ελικοβακτήριο του πυλωρού (Helicobacter pylori), αρχικά γνωστό ως Campylobacter Pyloridis, είναι ένα Gram(-) αρνητικό μικροαερόφιλο βακτήριο που εντοπίζεται στον στόμαχο.
ελικοβακτηρίδιου	=	ελικοβακτηρίδιο
ελικοβακτηριδίου	=	ελικοβακτηρίδιο
ελικοβακτηριδίων	=	ελικοβακτηρίδιο
ελικοβλέφαρα	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρε	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρες	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρη	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρης	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρο	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαροι	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρος	adj|literary	που έχει ζωηρό βλέμμα
ελικοβλέφαρου	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρους	=	ελικοβλέφαρος
ελικοβλέφαρων	=	ελικοβλέφαρος
ελικοδρομίου	noun	γενική ενικού του ελικοδρόμιο
ελικοδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του ελικοδρόμιο
ελικοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικοδρόμιο
ελικοδρόμιο	noun	χώρος κατάλληλος για την απογείωση και προσγείωση ελικοπτέρου
ελικοδρόμιου	=	ελικοδρόμιο
ελικοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελικοειδής
ελικοειδή	=	ελικοειδής
ελικοειδής	adj	με το σχήμα της έλικας
ελικοειδείς	=	ελικοειδής
ελικοειδούς	=	ελικοειδής
ελικοειδών	=	ελικοειδής
ελικοειδώς	adv|formal	με ελικοειδή τρόπο
ελικονιών	=	ελικόνια
ελικοπτέρου	noun	γενική ενικού του ελικόπτερο
ελικοπτέρων	noun	γενική πληθυντικού του ελικόπτερο
ελικοπτερά	=	ελικοπτεράς
ελικοπτεράδες	=	ελικοπτεράς
ελικοπτεράδων	=	ελικοπτεράς
ελικοπτεράκι	noun	υποκοριστικό του ελικόπτερο
ελικοπτεράκια	=	ελικοπτεράκι
ελικοπτεράς	noun	πρόσωπο που χειρίζεται ελικόπτερο ως πιλότος ή υπηρετεί ως μέλος πληρώματος σε ελικόπτερο
ελικοπτερατζή	=	ελικοπτερατζής
ελικοπτερατζήδες	=	ελικοπτερατζής
ελικοπτερατζήδων	=	ελικοπτερατζής
ελικοπτερατζής	noun|vulgar	ο χειριστής ελικοπτέρου
ελικοπτεροφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικοπτεροφόρο
ελικοπτεροφόρο	noun	πολεμικό πλοίο που μεταφέρει ελικόπτερα τα οποία και αποτελούν τα επιχειρησιακά του μέσα
ελικοπτεροφόρου	noun	γενική ενικού του ελικοπτεροφόρο
ελικοπτεροφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ελικοπτεροφόρο
ελικορευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ελικόρευμα
ελικορεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικόρευμα
ελικορεύματος	noun	γενική ενικού του ελικόρευμα
ελικοστροβιλοκινητήρα	=	ελικοστροβιλοκινητήρας
ελικοστροβιλοκινητήρας	noun	στροβιλοκινητήρας με έλικα
ελικοστροβιλοκινητήρες	=	ελικοστροβιλοκινητήρας
ελικοστροβιλοκινητήρων	=	ελικοστροβιλοκινητήρας
ελικοτόμε	=	ελικοτόμος
ελικοτόμο	=	ελικοτόμος
ελικοτόμοι	=	ελικοτόμος
ελικοτόμος	noun	εργαλείο για τη διάνοιξη εσωτερικών σπειρωμάτων
ελικοτόμου	=	ελικοτόμος
ελικοτόμους	=	ελικοτόμος
ελικοτόμων	=	ελικοτόμος
ελικοφόρα	=	ελικοφόρος
ελικοφόρας	=	ελικοφόρος
ελικοφόρε	=	ελικοφόρος
ελικοφόρες	=	ελικοφόρος
ελικοφόρο	=	ελικοφόρος
ελικοφόροι	=	ελικοφόρος
ελικοφόρος	adj	αυτός που φέρει έλικα
ελικοφόρου	=	ελικοφόρος
ελικοφόρους	=	ελικοφόρος
ελικοφόρων	=	ελικοφόρος
ελικτικά	adv	το να ελίσσομαι, κάνοντας ελίξεις, ελικτικώς, με ελιγμούς
ελικτικώς	adv	το να ελίσσομαι, κάνοντας ελίξεις, ελικτικά, με ελιγμούς
ελικωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικωτό	adv	με ελικωτό τρόπο, σχηματίζοντας έλικα ή κάτι που μοιάζει μ’ αυτόν
ελικωτέ	adj	κλητική ενικού του ελικωτός
ελικωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικωτή
ελικωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελικωτός
ελικωτής	adj	γενική ενικού του ελικωτή
ελικωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελικωτός
ελικωτού	adj	γενική ενικού του ελικωτός
ελικωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελικωτός
ελικωτό	adj	αιτιατική ενικού του ελικωτός
ελικωτός	adj	που έχει τη μορφή έλικας
ελικωτών	adj	γενική πληθυντικού του ελικωτός
ελικόνια	noun	τροπικό ποώδες καλλωπιστικό φυτό του γένους Heliconia, ιθαγενές κυρίως της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, που διακρίνεται για τις εντυπωσιακές, συχνά έντονα χρωματισμένες ταξιανθίες του
ελικόνιας	=	ελικόνια
ελικόνιες	=	ελικόνια
ελικόπτερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελικόπτερο
ελικόπτερο	noun	σκάφος που κινείται στον αέρα με μηχανοκίνητους έλικες
ελικόπτερου	=	ελικόπτερο
ελικόρευμα	noun	ρεύμα αέρα που ωθείται προς τα πίσω και γύρω από την έλικα ενός ιπτάμενου μέσου
ελιξήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιξήριο
ελιξήριο	noun	ετυμολογική γραφή του ελιξίριο
ελιξήριου	noun	γενική ενικού του ελιξήριο
ελιξήριων	noun	γενική πληθυντικού του ελιξήριο
ελιξίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιξίριο
ελιξίριο	noun	φάρμακο το οποίο υποτίθεται ότι θεραπεύει όλες τις ασθένειες
ελιξίριου	noun	γενική ενικού του ελιξίριο
ελιξίριων	noun	γενική πληθυντικού του ελιξίριο
ελιοκούκουτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιοκούκουτσο
ελιοκούκουτσο	noun	το κουκούτσι της ελιάς
ελιοκούκουτσου	noun	γενική ενικού του ελιοκούκουτσο
ελιοκούκουτσων	noun	γενική πληθυντικού του ελιοκούκουτσο
ελισαβετιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ελισαβετιανός	adv	με ελισαβετιανό τρόπο ή κατά την ελισαβετιανή περίοδο
ελισαβετιανέ	adj	κλητική ενικού του ελισαβετιανός
ελισαβετιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελισαβετιανή
ελισαβετιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελισαβετιανός
ελισαβετιανής	adj	γενική ενικού του ελισαβετιανή
ελισαβετιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελισαβετιανός
ελισαβετιανού	adj	γενική ενικού του ελισαβετιανός
ελισαβετιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελισαβετιανός
ελισαβετιανό	adj	αιτιατική ενικού του ελισαβετιανός
ελισαβετιανός	adj	που έχει σχέση με την περίοδο διακυβέρνησης της Αγγλίδας βασίλισσας Ελισάβετ (7 Σεπτεμβρίου 1533 – 24 Μαρτίου 1603) ή αναφέρεται σ’ αυτή
ελισαβετιανών	adj	γενική πληθυντικού του ελισαβετιανός
ελιτίστα	=	ελιτίστας
ελιτίστας	noun	άλλη μορφή του ελιτιστής
ελιτίστες	=	ελιτίστας
ελιτίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ελιτίστικος	adv	με ελιτίστικο τρόπο
ελιτίστικε	adj	κλητική ενικού του ελιτίστικος
ελιτίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιτίστικη
ελιτίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελιτίστικος
ελιτίστικης	adj	γενική ενικού του ελιτίστικη
ελιτίστικο	adj	αιτιατική ενικού του ελιτίστικος
ελιτίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελιτίστικος
ελιτίστικος	adj	που έχει σχέση με την ελίτ ή τον ελιτισμό, αναφέρεται σ’ αυτά ή χαρακτηρίζεται από ελιτισμό
ελιτίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελιτίστικος
ελιτίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελιτίστικος
ελιτίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελιτίστικος
ελιτίστρια	noun	θηλυκό του ελιτιστής
ελιτίστριας	=	ελιτίστρια
ελιτίστριες	=	ελιτίστρια
ελιτισμέ	noun	κλητική ενικού του ελιτισμός
ελιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελιτισμός
ελιτισμού	noun	γενική ενικού του ελιτισμός
ελιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελιτισμός
ελιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελιτισμός
ελιτισμός	noun	η άποψη ότι η κοινωνία (ή μια ομάδα) θα πρέπει να κυριαρχείται από τις ελίτ
ελιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελιτισμός
ελιτιστές	=	ελιτιστής
ελιτιστή	=	ελιτιστής
ελιτιστής	noun	άτομο που υιοθετεί στάση ανωτερότητας και θεωρεί ότι ορισμένοι —συνήθως κοινωνικά ή πνευματικά— υπερέχουν και πρέπει να ξεχωρίζουν από το σύνολο
ελιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιτιστικό
ελιτιστικέ	adj	κλητική ενικού του ελιτιστικός
ελιτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιτιστική
ελιτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελιτιστικός
ελιτιστικής	adj	γενική ενικού του ελιτιστική
ελιτιστικη	=	ελιτιστικός
ελιτιστικο	=	ελιτιστικός
ελιτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελιτιστικός
ελιτιστικού	adj	γενική ενικού του ελιτιστικός
ελιτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελιτιστικός
ελιτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ελιτιστικός
ελιτιστικός	adj	άλλη μορφή του ελιτίστικος
ελιτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελιτιστικός
ελιτιστριών	=	ελιτίστρια
ελιτιστών	=	ελιτιστής
ελιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελίσσομαι
ελιόδενδρα	=	ελιόδενδρο
ελιόδενδρο	noun	άλλη μορφή του ελαιόδεντρο
ελιόδενδρου	=	ελιόδενδρο
ελιόδενδρων	=	ελιόδενδρο
ελιόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελιόδεντρο
ελιόδεντρο	noun	άλλη μορφή του λιόδεντρο
ελιόδεντρου	noun	γενική ενικού του ελιόδεντρο
ελιόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του ελιόδεντρο
ελιόψωμα	=	ελιόψωμο
ελιόψωμο	noun	αρτοσκεύασμα στο οποίο έχουν ενσωματωθεί στον ζυμάρι τεμαχισμένες, συνήθως αποπυρηνωμένες, ελιές, προσδίδοντας χαρακτηριστική γεύση και άρωμα
ελιόψωμου	=	ελιόψωμο
ελιόψωμων	=	ελιόψωμο
ελιών	=	ελιά
ελκ	abbrev	Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα: υπερεθνική πολιτική οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συγκεντρώνει και συντονίζει κυρίως κεντροδεξιά κόμματα από διάφορες χώρες, διαμορφώνοντας κοινές πολιτικές θέσεις και δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο
ελκήθρου	=	έλκηθρο
ελκήθρων	=	έλκηθρο
ελκε	abbrev	Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας: διοικητικός μηχανισμός κυρίως των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που διαχειρίζεται, κατανέμει και ελέγχει τους οικονομικούς πόρους που προορίζονται για την υλοποίηση ερευνητικών έργων
ελκεδ	abbrev	Ελληνικό Κέντρο Διαστήματος: εθνικός δημόσιος φορέας της Ελλάδας που είναι αρμόδιος για τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και την εφαρμογή της διαστημικής πολιτικής, καθώς και για την ανάπτυξη και αξιοποίηση διαστημικών τεχνολογιών και προγραμμάτων σε συνεργασία με επιστημονικούς και διεθνείς οργανισμούς
ελκεθε	abbrev	Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών: εθνικός δημόσιος ερευνητικός οργανισμός που συντονίζει και διεξάγει επιστημονικές μελέτες για τις ελληνικές θάλασσες —από τη βιολογία και την ωκεανογραφία έως τη διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος— παρέχοντας και τεκμηριωμένη υποστήριξη σε πολιτικές προστασίας
ελκοπαθή	=	ελκοπαθής
ελκοπαθής	noun	που πάσχει από έλκος
ελκοπαθείς	=	ελκοπαθής
ελκοπαθούς	=	ελκοπαθής
ελκοπαθών	=	ελκοπαθής
ελκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκτικό
ελκτικέ	adj	κλητική ενικού του ελκτικός
ελκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκτική
ελκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελκτικός
ελκτικής	adj	γενική ενικού του ελκτική
ελκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελκτικός
ελκτικού	adj	γενική ενικού του ελκτικός
ελκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελκτικός
ελκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ελκτικός
ελκτικός	adj	που σχετίζεται με την έλξη
ελκτικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ελκτικός
ελκυσμέ	noun	κλητική ενικού του ελκυσμός
ελκυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελκυσμός
ελκυσμού	noun	γενική ενικού του ελκυσμός
ελκυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελκυσμός
ελκυσμό	noun	αιτιατική ενικού του ελκυσμός
ελκυσμός	noun|formal	το τράβηγμα, η έλξη
ελκυσμών	noun	γενική πληθυντικού του ελκυσμός
ελκυστές	=	ελκυστής
ελκυστή	=	ελκυστής
ελκυστήκαμε	=	ελκύω
ελκυστήκαν	=	ελκύω
ελκυστήκανε	=	ελκύω
ελκυστήκατε	=	ελκύω
ελκυστήρα	=	ελκυστήρας
ελκυστήρας	noun	μηχάνημα που έλκει
ελκυστήρες	=	ελκυστήρας
ελκυστήρων	=	ελκυστήρας
ελκυστής	noun	ένα σύνολο καταστάσεων προς τις οποίες ένα σύστημα τείνει να εξελιχθεί, για μια μεγάλη ποικιλία συνθηκών εκκίνησης του συστήματος
ελκυστεί	=	ελκύω
ελκυστείς	=	ελκύω
ελκυστείτε	=	ελκύω
ελκυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκυστικό	adv	με ελκυστικό τρόπο, με ελκυστικότητα
ελκυστικέ	adj	κλητική ενικού του ελκυστικός
ελκυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκυστική
ελκυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελκυστικός
ελκυστικής	adj	γενική ενικού του ελκυστική
ελκυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελκυστικός
ελκυστικοτήτων	=	ελκυστικότητα
ελκυστικού	adj	γενική ενικού του ελκυστικός
ελκυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελκυστικός
ελκυστικό	adj	αιτιατική ενικού του ελκυστικός
ελκυστικός	adj	που έλκει
ελκυστικότητα	noun	το να είναι κάποιος ελκυστικός, η ιδιότητα του ελκυστικού
ελκυστικότητας	noun	γενική ενικού του ελκυστικότητα
ελκυστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκυστικότητα
ελκυστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελκυστικός
ελκυστούμε	=	ελκύω
ελκυστούν	=	ελκύω
ελκυστούνε	=	ελκύω
ελκυστώ	=	ελκύω
ελκυστών	=	ελκυστής
ελκυόμασταν	=	ελκύω
ελκυόμαστε	=	ελκύω
ελκυόμενα	=	ελκυόμενος
ελκυόμενε	=	ελκυόμενος
ελκυόμενες	=	ελκυόμενος
ελκυόμενη	=	ελκυόμενος
ελκυόμενης	=	ελκυόμενος
ελκυόμενο	=	ελκυόμενος
ελκυόμενοι	=	ελκυόμενος
ελκυόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ελκύω
ελκυόμενου	=	ελκυόμενος
ελκυόμενους	=	ελκυόμενος
ελκυόμενων	=	ελκυόμενος
ελκυόμουν	=	ελκύω
ελκυόμουνα	=	ελκύω
ελκυόντουσαν	=	ελκύω
ελκυόσασταν	=	ελκύω
ελκυόσαστε	=	ελκύω
ελκυόσουν	=	ελκύω
ελκυόσουνα	=	ελκύω
ελκυόταν	=	ελκύω
ελκυότανε	=	ελκύω
ελκωδών	=	ελκώδης
ελκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έλκωμα
ελκωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκωματικό
ελκωματικέ	adj	κλητική ενικού του ελκωματικός
ελκωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελκωματική
ελκωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελκωματικός
ελκωματικής	adj	γενική ενικού του ελκωματική
ελκωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελκωματικός
ελκωματικού	adj	γενική ενικού του ελκωματικός
ελκωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελκωματικός
ελκωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ελκωματικός
ελκωματικός	adj	που έχει σχέση με ελκώματα, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί
ελκωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ελκωματικός
ελκόμασταν	=	έλκω
ελκόμαστε	=	έλκω
ελκόμενα	=	ελκόμενος
ελκόμενε	=	ελκόμενος
ελκόμενες	=	ελκόμενος
ελκόμενη	=	ελκόμενος
ελκόμενης	=	ελκόμενος
ελκόμενο	=	ελκόμενος
ελκόμενοι	=	ελκόμενος
ελκόμενος	verb	που έλκεται
ελκόμενου	=	ελκόμενος
ελκόμενους	=	ελκόμενος
ελκόμενων	=	ελκόμενος
ελκόμουν	=	έλκω
ελκόμουνα	=	έλκω
ελκόντουσαν	=	έλκω
ελκόσασταν	=	έλκω
ελκόσαστε	=	έλκω
ελκόσουν	=	έλκω
ελκόσουνα	=	έλκω
ελκόταν	=	έλκω
ελκότανε	=	έλκω
ελκύαμε	=	ελκύω
ελκύαν	=	ελκύω
ελκύανε	=	ελκύω
ελκύατε	=	ελκύω
ελκύει	=	ελκύω
ελκύεις	=	ελκύω
ελκύεσαι	=	ελκύω
ελκύεστε	=	ελκύω
ελκύεται	=	ελκύω
ελκύετε	=	ελκύω
ελκύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελκύω
ελκύομε	=	ελκύω
ελκύονται	=	ελκύω
ελκύονταν	=	ελκύω
ελκύοντας	=	ελκύω
ελκύουμε	=	ελκύω
ελκύουν	=	ελκύω
ελκύουνε	=	ελκύω
ελκύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσαν	=	ελκύω
ελκύσανε	=	ελκύω
ελκύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έλκυση
ελκύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έλκυση
ελκύσομε	=	ελκύω
ελκύσου	=	ελκύω
ελκύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύσουνε	=	ελκύω
ελκύστε	=	ελκύω
ελκύστηκα	=	ελκύω
ελκύστηκαν	=	ελκύω
ελκύστηκε	=	ελκύω
ελκύστηκες	=	ελκύω
ελκύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελκύω
ελκύω	verb	τραβάω το ενδιαφέρον και την προσοχή λόγω της ομορφιάς μου ή κάποιου άλλου χαρίσματος
ελκώδεις	=	ελκώδης
ελκώδες	=	ελκώδης
ελκώδη	=	ελκώδης
ελκώδης	adj	που μοιάζει με έλκος
ελκώδους	=	ελκώδης
ελκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλκωμα
ελκώματος	noun	γενική ενικού του έλκωμα
ελκών	=	έλκος
ελκώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλκωση
ελκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του έλκωση
ελκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του έλκωση
ελλάμψεις	=	έλλαμψη
ελλάμψεων	=	έλλαμψη
ελλέβορε	=	ελλέβορος
ελλέβορο	=	ελλέβορος
ελλέβοροι	=	ελλέβορος
ελλέβορος	noun	πολυετές φυτό με τοξικές ιδιότητες, που χρησιμοποιόταν για θεραπευτικούς λόγους
ελλέβορου	=	ελλέβορος
ελλέβορους	=	ελλέβορος
ελλέβορων	=	ελλέβορος
ελλήνιζα	=	ελληνίζω
ελλήνιζαν	=	ελληνίζω
ελλήνιζε	=	ελληνίζω
ελλήνιζες	=	ελληνίζω
ελλήνισα	=	ελληνίζω
ελλήνισαν	=	ελληνίζω
ελλήνισε	=	ελληνίζω
ελλήνισες	=	ελληνίζω
ελλήνων	noun	γενική πληθυντικού του έλληνας
ελλαδίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλαδίτικο
ελλαδίτικε	adj	κλητική ενικού του ελλαδίτικος
ελλαδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλαδίτικη
ελλαδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλαδίτικος
ελλαδίτικης	adj	γενική ενικού του ελλαδίτικη
ελλαδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του ελλαδίτικος
ελλαδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλαδίτικος
ελλαδίτικος	adj	που έχει σχέση με την ελληνική επικράτεια, τα όρια του ελληνικού κράτους
ελλαδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελλαδίτικος
ελλαδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλαδίτικος
ελλαδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελλαδίτικος
ελλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλαδικό
ελλαδικέ	adj	κλητική ενικού του ελλαδικός
ελλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλαδική
ελλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλαδικός
ελλαδικής	adj	γενική ενικού του ελλαδική
ελλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλαδικός
ελλαδικού	adj	γενική ενικού του ελλαδικός
ελλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλαδικός
ελλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του ελλαδικός
ελλαδικός	adj	που έχει σχέση με την Ελλάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ελλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του ελλαδικός
ελλαδογεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλαδογεννημένο
ελλαδογεννημένε	verb	κλητική ενικού του ελλαδογεννημένος
ελλαδογεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλαδογεννημένη
ελλαδογεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλαδογεννημένος
ελλαδογεννημένης	verb	γενική ενικού του ελλαδογεννημένη
ελλαδογεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του ελλαδογεννημένος
ελλαδογεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλαδογεννημένος
ελλαδογεννημένος	verb	που γεννήθηκε στην Ελλάδα
ελλαδογεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελλαδογεννημένος
ελλαδογεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελλαδογεννημένος
ελλαδογεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελλαδογεννημένος
ελλανοδίκες	=	ελλανοδίκης
ελλανοδίκη	=	ελλανοδίκης
ελλανοδίκης	noun	ο καθένας από τους άρχοντες που ορίζονταν να επιβλέπουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, να κρίνουν τους αγωνιζόμενους, να αναγορεύουν τους νικητές
ελλανοδίκου	=	ελλανόδικος
ελλανοδίκους	=	ελλανόδικος
ελλανοδίκων	=	ελλανόδικος
ελλανοδικών	=	ελλανοδίκης
ελλανόδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλανόδικο
ελλανόδικε	adj	κλητική ενικού του ελλανόδικος
ελλανόδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλανόδικη
ελλανόδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλανόδικος
ελλανόδικης	adj	γενική ενικού του ελλανόδικη
ελλανόδικο	adj	αιτιατική ενικού του ελλανόδικος
ελλανόδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλανόδικος
ελλανόδικος	adj	ελλανόδικος επιτροπή: επιτροπή που τα μέλη της εποπτεύουν αγώνες, κρίνουν τους διαγωνιζόμενους και ανακηρύσσουν τους νικητές.
ελλανόδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελλανόδικος
ελλανόδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλανόδικος
ελλανόδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελλανόδικος
ελλας	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
ελλείμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλλειμμα
ελλείμματος	noun	γενική ενικού του έλλειμμα
ελλείπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ελλείπω
ελλείπον	=	ελλείπων
ελλείποντα	=	ελλείπων
ελλείποντας	=	ελλείπων
ελλείποντες	=	ελλείπων
ελλείποντος	=	ελλείπων
ελλείπουσα	=	ελλείπων
ελλείπουσας	=	ελλείπων
ελλείπουσες	=	ελλείπων
ελλείπω	verb|formal	λείπω
ελλείπων	verb|formal	αυτός που λείπει από κάπου, που δεν βρίσκεται εκεί όπου θα έπρεπε
ελλείψει	adv	εξαιτίας της έλλειψης (κάποιου πράγματος)
ελλείψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έλλειψη
ελλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του έλλειψη
ελλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του έλλειψη
ελλειμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έλλειμμα
ελλειμματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλειμματικό
ελλειμματικέ	adj	κλητική ενικού του ελλειμματικός
ελλειμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλειμματική
ελλειμματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλειμματικός
ελλειμματικής	adj	γενική ενικού του ελλειμματική
ελλειμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλειμματικός
ελλειμματικοτήτων	=	ελλειμματικότητα
ελλειμματικού	adj	γενική ενικού του ελλειμματικός
ελλειμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλειμματικός
ελλειμματικό	adj	αιτιατική ενικού του ελλειμματικός
ελλειμματικός	adj	που εμφανίζει έλλειμμα
ελλειμματικότητα	noun	η ιδιότητα του ελλειμματικού, το να είναι κάποιος ελλειμματικός
ελλειμματικότητας	=	ελλειμματικότητα
ελλειμματικότητες	=	ελλειμματικότητα
ελλειμματικών	adj	γενική πληθυντικού του ελλειμματικός
ελλειπουσών	=	ελλείπων
ελλειπούσης	=	ελλείπων
ελλειπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ελλειπτικό) του ελλειπτικός	adv	με ελλειπτικό τρόπο
ελλειπτικέ	adj	κλητική ενικού του ελλειπτικός
ελλειπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλειπτική
ελλειπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλειπτικός
ελλειπτικής	adj	γενική ενικού του ελλειπτική
ελλειπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλειπτικός
ελλειπτικοτήτων	=	ελλειπτικότητα
ελλειπτικού	adj	γενική ενικού του ελλειπτικός
ελλειπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλειπτικός
ελλειπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ελλειπτικός
ελλειπτικός	adj	που έχει το γεωμετρικό σχήμα της έλλειψης
ελλειπτικότητα	noun	το να είναι κάτι ελλειπτικό, η ιδιότητα του ελλειπτικού
ελλειπτικότητας	noun	γενική ενικού του ελλειπτικότητα
ελλειπτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλειπτικότητα
ελλειπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ελλειπτικός
ελλειπόντων	=	ελλείπων
ελλειψοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελλειψοειδής
ελλειψοειδή	adj	αιτιατική ενικού του ελλειψοειδής
ελλειψοειδής	adj	που έχει το γεωμετρικό σχήμα της έλλειψης
ελλειψοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλειψοειδής
ελλειψοειδούς	adj	γενική ενικού του ελλειψοειδής
ελλειψοειδών	adj	γενική πληθυντικού του ελλειψοειδής
ελλενίτ	noun	άλλη γραφή του ελενίτ
ελληνάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνάδικο
ελληνάδικο	noun	νυχτερινό κέντρο όπου χορεύονται ελληνικά τραγούδια
ελληνάδικου	=	ελληνάδικο
ελληνάδικων	=	ελληνάδικο
ελληνάκι	noun	παιδί ελληνικής καταγωγής
ελληνάκια	=	ελληνάκι
ελληνάρα	=	ελληνάρας
ελληνάρας	noun	άλλη μορφή του Ελληναράς
ελληνάρες	=	ελληνάρας
ελληνίδα	=	έλληνας
ελληνίδες	=	έλληνες
ελληνίζαμε	=	ελληνίζω
ελληνίζαν	=	ελληνίζω
ελληνίζανε	=	ελληνίζω
ελληνίζατε	=	ελληνίζω
ελληνίζει	=	ελληνίζω
ελληνίζεις	=	ελληνίζω
ελληνίζετε	=	ελληνίζω
ελληνίζοντας	=	ελληνίζω
ελληνίζουμε	=	ελληνίζω
ελληνίζουν	=	ελληνίζω
ελληνίζουνε	=	ελληνίζω
ελληνίζω	verb	μιμούμαι τον ελληνικό τρόπο, όσον αφορά τη γλώσσα, τα ήθη κ.λπ.
ελληνίσαμε	=	ελληνίζω
ελληνίσαν	=	ελληνίζω
ελληνίσανε	=	ελληνίζω
ελληνίσατε	=	ελληνίζω
ελληνίσει	=	ελληνίζω
ελληνίστε	=	ελληνίζω
ελληνίστρια	=	ελληνιστής
ελληναρά	=	ελληναράς
ελληναράδες	=	ελληναράς
ελληναράδων	=	ελληναράς
ελληναράς	noun	χαρακτηρισμός, συνήθως αρνητικός, που περιγράφει μια καρικατούρα του νεοέλληνα
ελληνικά	noun	η ελληνική γλώσσα σε όλες τις ιστορικές της περιόδους και όλες τις ποικιλίες (διαλέκτους και ιδιώματα)	adv	χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα
ελληνικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνικός
ελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνική
ελληνική	noun	η ελληνική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνικός
ελληνικής	adj	γενική ενικού του ελληνική
ελληνικιώτικα	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικε	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικες	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικη	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικης	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικο	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικοι	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Ελληνικά ή Ελληνικό ή τους κατοίκους του
ελληνικιώτικου	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικους	=	ελληνικιώτικος
ελληνικιώτικων	=	ελληνικιώτικος
ελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνικός
ελληνικοποιημένος	verb|rare	που έχει μετατραπεί στα ελληνικά
ελληνικοτήτων	=	ελληνικότητα
ελληνικού	adj	γενική ενικού του ελληνικός
ελληνικούρα	noun	εξεζητημένη χρήση ελληνικής ή αρχαίας ελληνικής λέξης ή φράσης
ελληνικούρας	noun	γενική ενικού του ελληνικούρα
ελληνικούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνικούρα
ελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνικός
ελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνικός	noun|vulgar	ενικός του ελληνικά, η ελληνική γλώσσα
ελληνικόν	=	ελληνικός
ελληνικός	noun	αλεσμένος καφές που έχει βραστεί σε μπρίκι	adj	που προέρχεται από την Ελλάδα ή ανήκει ή αναφέρεται ή σχετίζεται με την Ελλάδα και τους Έλληνες
ελληνικότατα	=	ελληνικός
ελληνικότατε	=	ελληνικός
ελληνικότατες	=	ελληνικός
ελληνικότατη	=	ελληνικός
ελληνικότατης	=	ελληνικός
ελληνικότατο	=	ελληνικός
ελληνικότατοι	=	ελληνικός
ελληνικότατος	=	ελληνικός
ελληνικότατου	=	ελληνικός
ελληνικότατους	=	ελληνικός
ελληνικότατων	=	ελληνικός
ελληνικότερα	=	ελληνικός
ελληνικότερε	=	ελληνικός
ελληνικότερες	=	ελληνικός
ελληνικότερη	=	ελληνικός
ελληνικότερης	=	ελληνικός
ελληνικότερο	=	ελληνικός
ελληνικότεροι	=	ελληνικός
ελληνικότερος	=	ελληνικός
ελληνικότερου	=	ελληνικός
ελληνικότερους	=	ελληνικός
ελληνικότερων	=	ελληνικός
ελληνικότητα	noun	ο ελληνικός χαρακτήρας, τα ελληνικά χαρακτηριστικά
ελληνικότητας	noun	γενική ενικού του ελληνικότητα
ελληνικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνικότητα
ελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνικός
ελληνισμέ	noun	κλητική ενικού του ελληνισμός
ελληνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνισμός
ελληνισμού	noun	γενική ενικού του ελληνισμός
ελληνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελληνισμός
ελληνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελληνισμός
ελληνισμός	noun	οι Έλληνες στο σύνολό τους, και κυρίως ως προς τα κοινά τους πολιτισμικά και άλλα στοιχεία και χαρακτηριστικά
ελληνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνισμός
ελληνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνιστής
ελληνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ελληνιστής
ελληνιστής	noun	μελετητής και λάτρης του ελληνικού πολιτισμού
ελληνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνιστικό
ελληνιστικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνιστικός
ελληνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνιστική
ελληνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνιστικός
ελληνιστικής	adj	γενική ενικού του ελληνιστική
ελληνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνιστικός
ελληνιστικού	adj	γενική ενικού του ελληνιστικός
ελληνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνιστικός
ελληνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνιστικός
ελληνιστικός	adj	αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χρονική περίοδο από το θάνατο του Mεγάλου Aλεξάνδρου (323 π.Χ.) ως την ολοκληρωτική κατάκτηση της Mεσογείου από τους Pωμαίους (31 π.Χ.), κατά την οποία ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε στους λαούς που κατέκτησε ο Mακεδόνας βασιλιάς
ελληνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνιστικός
ελληνιστών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνιστής
ελληνοαγγλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοαγγλικό
ελληνοαγγλικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνοαγγλικός
ελληνοαγγλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοαγγλική
ελληνοαγγλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνοαγγλικός
ελληνοαγγλικής	adj	γενική ενικού του ελληνοαγγλική
ελληνοαγγλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοαγγλικός
ελληνοαγγλικού	adj	γενική ενικού του ελληνοαγγλικός
ελληνοαγγλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοαγγλικός
ελληνοαγγλικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνοαγγλικός
ελληνοαγγλικός	adj	που είναι ελληνικός και αγγλικός
ελληνοαγγλικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνοαγγλικός
ελληνοαλβανικά	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικέ	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικές	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανική	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ελληνοαλβανική) του ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικα	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικε	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικες	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικη	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικης	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικο	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικοί	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικοι	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικος	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικου	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικους	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικού	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικούς	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικων	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικό	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαλβανικός	adj	που σχετίζεται με Έλληνες και Αλβανούς
ελληνοαλβανικών	=	ελληνοαλβανικός
ελληνοαμερικάνικα	adv	με τρόπο ελληνικό και αμερικανικό
ελληνοαμερικάνικε	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικες	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικη	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικης	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικο	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικοι	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικος	adj	άλλη μορφή του ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικάνικου	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικους	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικάνικων	=	ελληνοαμερικάνικος
ελληνοαμερικανικά	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικέ	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικές	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανική	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ελληνοαμερικανική) του ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικοί	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικού	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικούς	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικό	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαμερικανικός	adj	ο σχετικός με τους Ελληνοαμερικανούς ή τις ΗΠΑ και την Ελλάδα
ελληνοαμερικανικών	=	ελληνοαμερικανικός
ελληνοαφρικάνος	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανά	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανέ	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανές	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανή	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανής	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανοί	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανού	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανούς	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανό	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοαφρικανός	adj	Έλληνας με αφρικανική καταγωγή
ελληνοαφρικανών	=	ελληνοαφρικανός
ελληνοβαρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοβαρεμένο
ελληνοβαρεμένε	verb	κλητική ενικού του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβαρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοβαρεμένη
ελληνοβαρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβαρεμένης	verb	γενική ενικού του ελληνοβαρεμένη
ελληνοβαρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβαρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβαρεμένος	verb	που έχει υπέρμετρα ελληνοκεντρική και εθνικιστική θεώρηση των πραγμάτων
ελληνοβαρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβαρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβαρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελληνοβαρεμένος
ελληνοβουλγαρικά	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικέ	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικές	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρική	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ελληνοβουλγαρική) του ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικοί	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικού	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικούς	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικό	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνοβουλγαρικός	adj	σχετικός με Έλληνες και Βούλγαρους
ελληνοβουλγαρικών	=	ελληνοβουλγαρικός
ελληνογενές	=	ελληνογενής
ελληνογενή	=	ελληνογενής
ελληνογενής	adj	που έχει ελληνική καταγωγή ή προέλευση
ελληνογενείς	=	ελληνογενής
ελληνογενούς	=	ελληνογενής
ελληνογενών	=	ελληνογενής
ελληνοδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδάσκαλος	noun|dated	ο δάσκαλος των (αρχαίων) ελληνικών
ελληνοδιδάσκαλου	=	ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδασκάλισσα	=	ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδασκάλισσας	noun	γενική ενικού του ελληνοδιδασκάλισσα
ελληνοδιδασκάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοδιδασκάλισσα
ελληνοδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του ελληνοδιδάσκαλος
ελληνοδιδασκαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνοδιδασκάλισσα
ελληνοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοκεντρικό
ελληνοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοκεντρική
ελληνοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρικής	adj	γενική ενικού του ελληνοκεντρική
ελληνοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρικοτήτων	=	ελληνοκεντρικότητα
ελληνοκεντρικού	adj	γενική ενικού του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρικός	adj	που έχει ως κέντρο των ενδιαφερόντων του τον ελληνισμό ή την Ελλάδα
ελληνοκεντρικότητα	noun|formal	ιδεολογική ή γνωστική στάση κατά την οποία η Ελλάδα και ο ελληνισμός προβάλλονται ως κύριο μέτρο ερμηνείας και αξιολόγησης του κόσμου, συχνά με τάση υπερεκτίμησης της σημασίας τους έναντι άλλων πολιτισμών
ελληνοκεντρικότητας	=	ελληνοκεντρικότητα
ελληνοκεντρικότητες	=	ελληνοκεντρικότητα
ελληνοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνοκεντρικός
ελληνοκεντρισμέ	=	ελληνοκεντρισμός
ελληνοκεντρισμοί	=	ελληνοκεντρισμός
ελληνοκεντρισμού	=	ελληνοκεντρισμός
ελληνοκεντρισμούς	=	ελληνοκεντρισμός
ελληνοκεντρισμό	=	ελληνοκεντρισμός
ελληνοκεντρισμός	noun	ιδεολογία σύμφωνα με την οποία δίνεται προτεραιότητα σε Ελληνικά στοιχεία (την παράδοση, την εθνική ταυτότητα)
ελληνοκεντρισμών	=	ελληνοκεντρισμός
ελληνοκτόνα	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνας	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνε	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνες	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνο	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνοι	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνος	adj	αυτός που σκοτώνει Έλληνες
ελληνοκτόνου	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνους	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκτόνων	=	ελληνοκτόνος
ελληνοκυπριακά	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακέ	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακές	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακή	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακής	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακοί	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακού	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακούς	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακό	=	ελληνοκυπριακός
ελληνοκυπριακός	adj	που έχει σχέση με τους Ελληνοκύπριους ή αναφέρεται σʼ αυτούς
ελληνοκυπριακών	=	ελληνοκυπριακός
ελληνολάτρες	=	ελληνολάτρης
ελληνολάτρη	=	ελληνολάτρης
ελληνολάτρης	noun	που λατρεύει και υπεραγαπά την Ελλάδα και οτιδήποτε ελληνικό
ελληνολάτρισσα	noun	θηλυκό του ελληνολάτρης
ελληνολάτρισσας	noun	γενική ενικού του ελληνολάτρισσα
ελληνολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνολάτρισσα
ελληνολατρία	noun	η λατρεία ή η μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα και οτιδήποτε ελληνικό
ελληνολατρίας	noun	γενική ενικού του ελληνολατρία
ελληνολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνολατρία
ελληνολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνολατρικό
ελληνολατρικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνολατρικός
ελληνολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνολατρική
ελληνολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνολατρικός
ελληνολατρικής	adj	γενική ενικού του ελληνολατρική
ελληνολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνολατρικός
ελληνολατρικού	adj	γενική ενικού του ελληνολατρικός
ελληνολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνολατρικός
ελληνολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνολατρικός
ελληνολατρικός	adj	που έχει σχέση με την ελληνολατρία ή τους ελληνολάτρες ή αναφέρεται σ’ αυτά
ελληνολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνολατρικός
ελληνολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνολάτρισσα
ελληνολατριών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνολατρία
ελληνολατρών	=	ελληνολάτρης
ελληνομάθεια	noun	η γνώση της ελληνικής γλώσσας και γενικά για την Ελλάδα
ελληνομάθειας	noun	γενική ενικού του ελληνομάθεια
ελληνομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνομάθεια
ελληνομάχε	=	ελληνομάχος
ελληνομάχο	=	ελληνομάχος
ελληνομάχοι	=	ελληνομάχος
ελληνομάχος	noun	που μάχεται τον ελληνισμό ή τους Έλληνες
ελληνομάχου	=	ελληνομάχος
ελληνομάχους	=	ελληνομάχος
ελληνομάχων	=	ελληνομάχος
ελληνομαθές	=	ελληνομαθής
ελληνομαθή	=	ελληνομαθής
ελληνομαθής	adj	που γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και γενικότερα έχει γαλουχηθεί με την ελληνική κουλτούρα
ελληνομαθείς	=	ελληνομαθής
ελληνομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνομάθεια
ελληνομαθούς	=	ελληνομαθής
ελληνομαθών	=	ελληνομαθής
ελληνοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ελληνοποιώ· η τροποποίηση ξενικών ή ξένων λέξεων βάσει ελληνικών καταλήξεων, ηχητικής και ακουσμάτων
ελληνοποίησης	=	ελληνοποίηση
ελληνοποιήσεις	=	ελληνοποίηση
ελληνοποιήσεων	=	ελληνοποίηση
ελληνοποιημένα	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένε	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένες	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένη	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένης	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένο	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένοι	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένος	verb	που έχει μετατραπεί σε ελληνικός, ή σε προερχόμενος από την Ελλάδα
ελληνοποιημένου	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένους	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιημένων	=	ελληνοποιημένος
ελληνοποιώ	verb	μετατρέπω κάτι ή κάποιον σταδιακά σε ελληνικό, να αποκτήσει ελληνικό χαρακτήρα ή μορφή
ελληνοπούλα	noun	μικρή Ελληνίδα
ελληνοπούλας	noun	γενική ενικού του ελληνοπούλα
ελληνοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοπούλα
ελληνοπρέπεια	noun	το να είναι κάποιος ελληνοπρεπής, η ιδιότητα του ελληνοπρεπούς
ελληνοπρέπειας	noun	γενική ενικού του ελληνοπρέπεια
ελληνοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοπρέπεια
ελληνοπρεπές	=	ελληνοπρεπής
ελληνοπρεπή	=	ελληνοπρεπής
ελληνοπρεπής	adj	που φέρεται σύμφωνα με τους τρόπους, τα έθιμα και τις παραδόσεις των Ελλήνων
ελληνοπρεπείς	=	ελληνοπρεπής
ελληνοπρεπειών	=	ελληνοπρέπεια
ελληνοπρεπούς	=	ελληνοπρεπής
ελληνοπρεπών	=	ελληνοπρεπής
ελληνοράπτες	=	ελληνοράπτης
ελληνοράπτη	=	ελληνοράπτης
ελληνοράπτηδες	=	ελληνοράπτης
ελληνοράπτηδων	=	ελληνοράπτης
ελληνοράπτης	noun	ράφτης ειδικευμένος σε ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές
ελληνοράφτες	=	ελληνοράφτης
ελληνοράφτη	=	ελληνοράφτης
ελληνοράφτηδες	=	ελληνοράφτης
ελληνοράφτηδων	=	ελληνοράφτης
ελληνοράφτης	noun	άλλη γραφή του ελληνοράπτης
ελληνοραπτάδες	=	ελληνοράπτης
ελληνοραπτάδων	=	ελληνοράπτης
ελληνοραπτών	=	ελληνοράπτης
ελληνοραφτάδες	=	ελληνοράφτης
ελληνοραφτάδων	=	ελληνοράφτης
ελληνοραφτών	=	ελληνοράφτης
ελληνορθοδοξία	noun	η ορθόδοξη πίστη όπως ερμηνεύεται από ελληνόφωνες ορθόδοξες εκκλησίες
ελληνορθοδοξίας	noun	γενική ενικού του ελληνορθοδοξία
ελληνορθοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνορθοδοξία
ελληνορθοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνορθοδοξία
ελληνορθόδοξα	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξε	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξες	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξη	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξης	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξο	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξοι	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξος	adj	που είναι ελληνικός κι ορθόδοξος
ελληνορθόδοξου	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξους	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορθόδοξων	=	ελληνορθόδοξος
ελληνορρωμαϊκός	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκά	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκέ	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκές	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκή	noun	η ελληνορωμαϊκή πάλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκής	noun	γενική ενικού του ελληνορωμαϊκή (εννοείται η πάλη)	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ελληνορωμαϊκή) του ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκοί	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκού	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκούς	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκό	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωμαϊκός	adj	ο προερχόμενος από συνδυασμό ελληνικού και ρωμαϊκού στοιχείου
ελληνορωμαϊκών	=	ελληνορωμαϊκός
ελληνορωσικά	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικέ	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικές	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσική	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικής	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικοί	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικού	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικούς	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικό	=	ελληνορωσικός
ελληνορωσικός	adj	που αφορά ταυτόχρονα την Ελλάδα και τη Ρωσία, ιδίως ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, αλληλεπιδράσεις ή κοινά χαρακτηριστικά σε πολιτικό, ιστορικό ή πολιτισμικό επίπεδο
ελληνορωσικών	=	ελληνορωσικός
ελληνοτουρκικά	noun	θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Τουρκία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοτουρκική
ελληνοτουρκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικής	adj	γενική ενικού του ελληνοτουρκική
ελληνοτουρκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικού	adj	γενική ενικού του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκικός	adj	που αφορά ελληνικά και τουρκικά ζητήματα ή Έλληνες και Τούρκους
ελληνοτουρκικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνοτουρκικός
ελληνοτουρκισμέ	=	ελληνοτουρκισμός
ελληνοτουρκισμοί	=	ελληνοτουρκισμός
ελληνοτουρκισμού	=	ελληνοτουρκισμός
ελληνοτουρκισμούς	=	ελληνοτουρκισμός
ελληνοτουρκισμό	=	ελληνοτουρκισμός
ελληνοτουρκισμός	noun	πολιτισμική, γλωσσική και κοινωνική όσμωση μεταξύ του ελληνισμού και του τουρκισμού, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως από τον 11ο αιώνα και εξής μέσω της μακρόχρονης συνύπαρξης των δύο λαών
ελληνοτουρκισμών	=	ελληνοτουρκισμός
ελληνοτρόπως	adv	βλέπε ελληνικά
ελληνουπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Ελληνούπολη
ελληνουπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του Ελληνούπολη
ελληνουπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του Ελληνούπολη
ελληνοφοβία	noun	φόβος ή εχθρική διάθεση κατά Ελλήνων ή κατά της Ελλάδας
ελληνοφοβίας	noun	γενική ενικού του ελληνοφοβία
ελληνοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοφοβία
ελληνοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνοφοβία
ελληνοφωνία	noun	η ομιλία στη ελληνική γλώσσα, η γνώση των ελληνικών
ελληνοφωνίας	=	ελληνοφωνία
ελληνοχριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοχριστιανικό
ελληνοχριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνοχριστιανική
ελληνοχριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανικής	adj	γενική ενικού του ελληνοχριστιανική
ελληνοχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανικού	adj	γενική ενικού του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανικός	adj	που έχει στοιχεία και από τον χριστιανισμό και από τον ελληνισμό
ελληνοχριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του ελληνοχριστιανικός
ελληνοχριστιανισμέ	noun	κλητική ενικού του ελληνοχριστιανισμός
ελληνοχριστιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνοχριστιανισμός
ελληνοχριστιανισμού	noun	γενική ενικού του ελληνοχριστιανισμός
ελληνοχριστιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελληνοχριστιανισμός
ελληνοχριστιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελληνοχριστιανισμός
ελληνοχριστιανισμός	noun	η σύνθεση χριστιανισμού και ελληνισμού
ελληνοχριστιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελληνοχριστιανισμός
ελληνούπολης	noun	γενική ενικού του Ελληνούπολη
ελληνόγλωσσα	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσε	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσες	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσση	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσης	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσο	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσος	adj	που είναι σε ελληνική γλώσσα
ελληνόγλωσσου	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσους	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόγλωσσων	=	ελληνόγλωσσος
ελληνόθετα	=	ελληνόθετος
ελληνόθετε	=	ελληνόθετος
ελληνόθετες	=	ελληνόθετος
ελληνόθετη	=	ελληνόθετος
ελληνόθετης	=	ελληνόθετος
ελληνόθετο	=	ελληνόθετος
ελληνόθετοι	=	ελληνόθετος
ελληνόθετος	adj	συχνά στον πληθυντικό, τα ελληνόθετα, τοπωνύμια που παράγονται από τα ελληνικά
ελληνόθετου	=	ελληνόθετος
ελληνόθετους	=	ελληνόθετος
ελληνόθετων	=	ελληνόθετος
ελληνόκτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόκτητο
ελληνόκτητε	adj	κλητική ενικού του ελληνόκτητος
ελληνόκτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόκτητη
ελληνόκτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνόκτητος
ελληνόκτητης	adj	γενική ενικού του ελληνόκτητη
ελληνόκτητο	adj	αιτιατική ενικού του ελληνόκτητος
ελληνόκτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνόκτητος
ελληνόκτητος	adj	που ανήκει σε Έλληνα / Έλληνες
ελληνόκτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελληνόκτητος
ελληνόκτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνόκτητος
ελληνόκτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελληνόκτητος
ελληνόμετρα	=	ελληνόμετρο
ελληνόμετρο	noun	υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά το πόσο Έλληνας είναι κάποιος
ελληνόμετρου	=	ελληνόμετρο
ελληνόμετρων	=	ελληνόμετρο
ελληνόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόμορφο
ελληνόμορφε	adj	κλητική ενικού του ελληνόμορφος
ελληνόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόμορφη
ελληνόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνόμορφος
ελληνόμορφης	adj	γενική ενικού του ελληνόμορφη
ελληνόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του ελληνόμορφος
ελληνόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνόμορφος
ελληνόμορφος	adj	που μοιάζει με ελληνικό, που έχει ελληνική μορφή
ελληνόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελληνόμορφος
ελληνόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνόμορφος
ελληνόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελληνόμορφος
ελληνόπαιδα	=	ελληνόπαις
ελληνόπαιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόπαις
ελληνόπαις	noun|formal	ελληνόπουλο
ελληνόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόπουλο
ελληνόπουλο	noun	μικρός Έλληνας
ελληνόπουλου	noun	γενική ενικού του ελληνόπουλο
ελληνόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του ελληνόπουλο
ελληνότροπα	adv	βλέπε ελληνικά
ελληνότροπε	adj	κλητική ενικού του ελληνότροπος
ελληνότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνότροπη
ελληνότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνότροπος
ελληνότροπης	adj	γενική ενικού του ελληνότροπη
ελληνότροπο	adj	αιτιατική ενικού του ελληνότροπος
ελληνότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνότροπος
ελληνότροπος	adj	άλλη μορφή του ελληνοπρεπής
ελληνότροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελληνότροπος
ελληνότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνότροπος
ελληνότροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελληνότροπος
ελληνόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόφοβο
ελληνόφοβε	adj	κλητική ενικού του ελληνόφοβος
ελληνόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόφοβη
ελληνόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνόφοβος
ελληνόφοβης	adj	γενική ενικού του ελληνόφοβη
ελληνόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του ελληνόφοβος
ελληνόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνόφοβος
ελληνόφοβος	adj	που τον χαρακτηρίζει ελληνοφοβία
ελληνόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελληνόφοβος
ελληνόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνόφοβος
ελληνόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελληνόφοβος
ελληνόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόφωνο
ελληνόφωνε	adj	κλητική ενικού του ελληνόφωνος
ελληνόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνόφωνη
ελληνόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελληνόφωνος
ελληνόφωνης	adj	γενική ενικού του ελληνόφωνη
ελληνόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του ελληνόφωνος
ελληνόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελληνόφωνος
ελληνόφωνος	adj	που μιλά τα ελληνικά
ελληνόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελληνόφωνος
ελληνόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελληνόφωνος
ελληνόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελληνόφωνος
ελληνώνυμοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελληνώνυμος
ελλιμένια	=	ελλιμένιος
ελλιμένιας	=	ελλιμένιος
ελλιμένιε	=	ελλιμένιος
ελλιμένιες	=	ελλιμένιος
ελλιμένιζα	=	ελλιμενίζω
ελλιμένιζαν	=	ελλιμενίζω
ελλιμένιζε	=	ελλιμενίζω
ελλιμένιζες	=	ελλιμενίζω
ελλιμένιο	=	ελλιμένιος
ελλιμένιοι	=	ελλιμένιος
ελλιμένιος	adj	που βρίσκεται μέσα σε λιμάνι ή κοντά σ’ αυτό
ελλιμένιου	=	ελλιμένιος
ελλιμένιους	=	ελλιμένιος
ελλιμένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμένιση	noun	άλλη μορφή του ελλιμενισμός
ελλιμένισης	noun	γενική ενικού του ελλιμένιση
ελλιμένιων	=	ελλιμένιος
ελλιμενίζαμε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζαν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζανε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζατε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζει	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζεις	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζεσαι	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζεστε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ελλιμενίζομαι
ελλιμενίζετε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίζονται	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζονταν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζοντας	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζουμε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζουν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζουνε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίζω	verb	εισάγω πλεούμενο σε λιμάνι και το αφήνω εκεί
ελλιμενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίσαν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίσανε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ελλιμένιση
ελλιμενίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ελλιμένιση
ελλιμενίσου	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενίστε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίστηκα	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίστηκαν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίστηκε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίστηκες	=	ελλιμενίζω
ελλιμενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενιζόμασταν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόμαστε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόμουν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόμουνα	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόντουσαν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόσασταν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόσαστε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόσουν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόσουνα	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζόταν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιζότανε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενισμέ	noun	κλητική ενικού του ελλιμενισμός
ελλιμενισμένα	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένε	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένες	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένη	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένης	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένο	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένοι	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ελλιμενίζω
ελλιμενισμένου	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένους	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμένων	=	ελλιμενισμένος
ελλιμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλιμενισμός
ελλιμενισμού	noun	γενική ενικού του ελλιμενισμός
ελλιμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ελλιμενισμός
ελλιμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του ελλιμενισμός
ελλιμενισμός	noun	η είσοδος και παραμονή σε λιμάνι
ελλιμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του ελλιμενισμός
ελλιμενιστές	=	ελλιμενιστής
ελλιμενιστή	=	ελλιμενιστής
ελλιμενιστήκαμε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιστήκαν	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιστήκανε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιστήκατε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιστής	noun	αυτός που ελλιμενίζει
ελλιμενιστεί	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιστείτε	=	ελλιμενίζω
ελλιμενιστών	=	ελλιμενιστής
ελλιπές	=	ελλιπής
ελλιπή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ελλιπής
ελλιπής	adj	που δεν είναι πλήρης ή ολόκληρος, που χρειάζεται συμπλήρωση η επέκταση, λειψός
ελλιπείς	=	ελλιπής
ελλιποβαρές	=	ελλιποβαρής
ελλιποβαρή	=	ελλιποβαρής
ελλιποβαρής	adj|formal	άλλη μορφή του λιποβαρής / λιπόβαρος
ελλιποβαρείς	=	ελλιποβαρής
ελλιποβαρούς	=	ελλιποβαρής
ελλιποβαρών	=	ελλιποβαρής
ελλιπούς	=	ελλιπής
ελλιπών	=	ελλιπής
ελλιπώς	adv	με ελλείψεις, όχι ολοκληρωμένα
ελλοβόκαρπο	=	ελλοβόκαρπος
ελλοβόκαρπος	adj	που οι καρποί του βρίσκονται σε λοβό όπως οι μπάμιες, τα φασόλια, τα κουκιά κλπ.
ελλογιμοτήτων	=	ελλογιμότητα
ελλογιμωτάτη	=	ελλογιμώτατος
ελλογιμωτάτης	=	ελλογιμώτατος
ελλογιμωτάτου	=	ελλογιμώτατος
ελλογιμωτάτους	=	ελλογιμώτατος
ελλογιμωτάτων	=	ελλογιμώτατος
ελλογιμότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλογιμότατο
ελλογιμότατε	adj	κλητική ενικού του ελλογιμότατος
ελλογιμότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλογιμότατη
ελλογιμότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλογιμότατος
ελλογιμότατης	adj	γενική ενικού του ελλογιμότατη
ελλογιμότατο	adj	αιτιατική ενικού του ελλογιμότατος
ελλογιμότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλογιμότατος
ελλογιμότατος	adj|archaic	υπερθετικός βαθμός του ελλόγιμος
ελλογιμότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελλογιμότατος
ελλογιμότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλογιμότατος
ελλογιμότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελλογιμότατος
ελλογιμότητα	noun	η ιδιότητα του ελλόγιμου
ελλογιμότητας	=	ελλογιμότητα
ελλογιμότητες	=	ελλογιμότητα
ελλογιμώτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλογιμώτατο
ελλογιμώτατε	adj	κλητική ενικού του ελλογιμώτατος
ελλογιμώτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλογιμώτατη
ελλογιμώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλογιμώτατος
ελλογιμώτατης	adj	γενική ενικού του ελλογιμώτατη
ελλογιμώτατο	adj	αιτιατική ενικού του ελλογιμώτατος
ελλογιμώτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλογιμώτατος
ελλογιμώτατος	adj|archaic	αρχαία γραφή του ελλογιμότατος
ελλογιμώτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελλογιμώτατος
ελλογιμώτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλογιμώτατος
ελλογιμώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελλογιμώτατος
ελλοχεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ελλοχεύω
ελλοχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλοχεύω	verb	παραμονεύω, καραδοκώ
ελλόγιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλόγιμο
ελλόγιμε	adj	κλητική ενικού του ελλόγιμος
ελλόγιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελλόγιμη
ελλόγιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελλόγιμος
ελλόγιμης	adj	γενική ενικού του ελλόγιμη
ελλόγιμο	adj	αιτιατική ενικού του ελλόγιμος
ελλόγιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελλόγιμος
ελλόγιμος	adj|archaic	που διαπρέπει στα γράμματα, ο σοφός, ο λόγιος, ο μορφωμένος
ελλόγιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ελλόγιμος
ελλόγιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελλόγιμος
ελλόγιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ελλόγιμος
ελλόγως	adv|formal	με έλλογο τρόπο
ελλόχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλόχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλόχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλόχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελλοχεύω
ελλύχνιον	noun|archaic	μονοτονική γραφή του ἐλλύχνιον (καθαρεύουσα), το φιτίλι
ελμ	abbrev|dated	λογιστική μονάδα που χρησιμοποιείτο από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα για την τιμολόγηση ορισμένων διεθνών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και μεταφορών κεφαλαίων
ελμα	abbrev	ελληνική τσίχλα από μαστίχα Χίου, προϊόν της «Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου» (ΕΜΧ)
ελμε	abbrev	Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης: τοπική, πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα
ελμινθίαση	noun	είδος εντερικής νόσου
ελμινθίασης	=	ελμινθίαση
ελμινθιάσεις	=	ελμινθίαση
ελμινθιάσεων	=	ελμινθίαση
ελντοράντο	noun	τόπος ή κατάσταση που θεωρείται πηγή εύκολου και μεγάλου πλούτου, συχνά περισσότερο ως προσδοκία ή φαντασίωση παρά ως πραγματικότητα
ελο	abbrev	αριθμητικό σύστημα αξιολόγησης που εκτιμά τη σχετική ικανότητα παικτών (κυρίως στο σκάκι) με βάση τα αποτελέσματα των μεταξύ τους αγώνων, όπου η βαθμολογία κάθε παίκτη αυξομειώνεται ανάλογα με το αποτέλεσμα και τη δύναμη του αντιπάλου
ελογ	abbrev	πρώην δημόσιος οργανισμός του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ο οποίος επόπτευε την αγορά του γάλακτος και του κρέατος, μετέπειτα ΕΛΟΓΑΚ
ελογακ	abbrev	δημόσιος οργανισμός του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ο οποίος εποπτεύει την αγορά του γάλακτος και του κρέατος, πρώην ΕΛΟΓ
ελοδίαιτα	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτε	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτες	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτη	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτης	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτο	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτοι	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτος	adj	που ζει σε έλη
ελοδίαιτου	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτους	=	ελοδίαιτος
ελοδίαιτων	=	ελοδίαιτος
ελονοσία	noun	η λοιμώδης ασθένεια που μεταβιβάζεται από τα κουνούπια
ελονοσίας	noun	γενική ενικού του ελονοσία
ελονοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελονοσία
ελονοσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελονοσιακό
ελονοσιακέ	adj	κλητική ενικού του ελονοσιακός
ελονοσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελονοσιακή
ελονοσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελονοσιακός
ελονοσιακής	adj	γενική ενικού του ελονοσιακή
ελονοσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελονοσιακός
ελονοσιακού	adj	γενική ενικού του ελονοσιακός
ελονοσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελονοσιακός
ελονοσιακό	adj	αιτιατική ενικού του ελονοσιακός
ελονοσιακός	adj	που έχει σχέση με την ελονοσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ελονοσιακών	adj	γενική πληθυντικού του ελονοσιακός
ελονοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ελονοσία
ελοτ	abbrev	Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης, ο θεσμοθετημένα μοναδικός ελληνικός φορέας που εκπονεί, εκδίδει και διαθέτει στο ευρύ κοινό τα «Ελληνικά Πρότυπα» που φέρουν και το ακρώνυμό του (π.χ.
ελοτύφου	=	ελότυφος
ελοτύφους	=	ελότυφος
ελοτύφων	=	ελότυφος
ελουβιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελουβιακό
ελουβιακέ	adj	κλητική ενικού του ελουβιακός
ελουβιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελουβιακή
ελουβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελουβιακός
ελουβιακής	adj	γενική ενικού του ελουβιακή
ελουβιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελουβιακός
ελουβιακού	adj	γενική ενικού του ελουβιακός
ελουβιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελουβιακός
ελουβιακό	adj	αιτιατική ενικού του ελουβιακός
ελουβιακών	adj	γενική πληθυντικού του ελουβιακός
ελοχαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελοχαρής
ελοχαρή	adj	αιτιατική ενικού του ελοχαρής
ελοχαρής	adj	για το ελόβιο φυτό ή έντομο, εκείνο που αναπτύσσεται ή αναπαράγεται κυρίως στα έλη ή στους βάλτους ή στις στέρνες, γενικά στα λιμνάζοντα νερά
ελοχαρείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελοχαρής
ελοχαρούς	adj	γενική ενικού του ελοχαρής
ελοχαρών	adj	γενική πληθυντικού του ελοχαρής
ελπίδα	noun	η προσδοκία ότι κάτι καλύτερο θα συμβεί
ελπίδας	=	ελπίδα
ελπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελπίδα
ελπίδων	=	ελπίδα
ελπίζαμε	=	ελπίζω
ελπίζαν	=	ελπίζω
ελπίζανε	=	ελπίζω
ελπίζατε	=	ελπίζω
ελπίζει	=	ελπίζω
ελπίζεις	=	ελπίζω
ελπίζετε	=	ελπίζω
ελπίζομε	=	ελπίζω
ελπίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ελπίζω
ελπίζουμε	=	ελπίζω
ελπίζουν	=	ελπίζω
ελπίζουνε	=	ελπίζω
ελπίζω	verb	είμαι αισιόδοξος ότι θα συμβεί κάτι καλό
ελπίς	noun|formal	η ελπίδα
ελπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσαν	=	ελπίζω
ελπίσανε	=	ελπίζω
ελπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του έλπιση
ελπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του έλπιση
ελπίσομε	=	ελπίζω
ελπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπίσουνε	=	ελπίζω
ελπίστε	=	ελπίζω
ελπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ελπίζω
ελπιδοφόρα	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρας	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρε	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρες	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρο	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρος	adj	που φέρνει, που γεννά ελπίδες
ελπιδοφόρου	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρους	=	ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρων	=	ελπιδοφόρος
ελπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελπιστικό
ελπιστικέ	adj	κλητική ενικού του ελπιστικός
ελπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελπιστική
ελπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελπιστικός
ελπιστικής	adj	γενική ενικού του ελπιστική
ελπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελπιστικός
ελπιστικού	adj	γενική ενικού του ελπιστικός
ελπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελπιστικός
ελπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ελπιστικός
ελπιστικός	adj	που ελπίζει, που δημιουργεί ελπίδες ή προσδοκίες
ελπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ελπιστικός
ελς	abbrev	ελληνικός πολιτιστικός φορέας με αντικείμενο το λυρικό θέατρο
ελστατ	abbrev	Ελληνική Στατιστική Αρχή: ανεξάρτητη δημόσια αρχή που συλλέγει, επεξεργάζεται και δημοσιεύει επίσημα στατιστικά δεδομένα για την οικονομία, την κοινωνία και άλλους τομείς, υποστηρίζοντας την ενημέρωση και τη λήψη αποφάσεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο μετά το 2010 (προηγούμενη ονομασία ΕΣΥΕ)
ελτα	abbrev	κρατικός οργανισμός σε μορφή ανώνυμης εταιρείας που παρέχει ταχυδρομικές και συναφείς υπηρεσίες (επιστολές, δέματα, ταχυμεταφορές κ.ά.) σε όλη την Ελλάδα, με υποχρέωση καθολικής εξυπηρέτησης του πληθυσμού
ελτε	abbrev	η εθνική εποπτική αρχή του ελεγκτικολογιστικού επαγγέλματος και είναι αρμόδια για τη θέσπιση και την εποπτεία της ορθής και αποτελεσματικής εφαρμογής των λογιστικών και ελεγκτικών προτύπων
ελυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελυτικό
ελυτικέ	adj	κλητική ενικού του ελυτικός
ελυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ελυτική
ελυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ελυτικός
ελυτικής	adj	γενική ενικού του ελυτική
ελυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ελυτικός
ελυτικού	adj	γενική ενικού του ελυτικός
ελυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ελυτικός
ελυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ελυτικός
ελυτικός	adj	που έχει σχέση με το έργο του Ελύτη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
ελυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ελυτικός
ελυτροειδές	=	ελυτροειδής
ελυτροειδή	=	ελυτροειδής
ελυτροειδής	adj	που μοιάζει με έλυτρο ή έχει τέτοιο σχήμα
ελυτροειδείς	=	ελυτροειδής
ελυτροειδούς	=	ελυτροειδής
ελυτροειδών	=	ελυτροειδής
ελωδών	adj	γενική πληθυντικού του ελώδης
ελόβια	=	ελόβιος
ελόβιας	=	ελόβιος
ελόβιε	=	ελόβιος
ελόβιες	=	ελόβιος
ελόβιο	=	ελόβιος
ελόβιοι	=	ελόβιος
ελόβιος	adj	ζώο ή φυτό που ζει και αναπτύσσεται σε βάλτους (έλη ή σε λιμνάζοντα νερά
ελόβιου	=	ελόβιος
ελόβιους	=	ελόβιος
ελόβιων	=	ελόβιος
ελόγου	pron|vulgar	αντωνυμική περίφραση (μαζί με γενική αντωνυμίας) που χρησιμοποιείται —συνήθως στην αρχή της πρότασης— αντί απλής προσωπικής αντωνυμίας, με έμφαση ή ειρωνική/μειωτική χροιά για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, δηλώνοντας τον ίδιο τον ομιλητή ή τον αποδέκτη με ιδιαίτερο ύφος
ελότυφε	=	ελότυφος
ελότυφο	=	ελότυφος
ελότυφοι	=	ελότυφος
ελότυφος	noun|dated	νόσημα ή παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συνδυασμό συμπτωμάτων ελονοσίας και τυφοειδούς λοίμωξης, είτε ως συννοσηρότητα είτε ως κλινική εικόνα που παλαιότερα θεωρούνταν μικτή
ελότυφου	=	ελότυφος
ελότυφους	=	ελότυφος
ελότυφων	=	ελότυφος
ελύθη	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του λύω
ελύτρου	noun	γενική ενικού του έλυτρο
ελύτρων	noun	γενική πληθυντικού του έλυτρο
ελώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ελώδης
ελώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελώδης
ελώδη	=	ελώδης
ελώδης	adj	που καλύπτεται από έλη
ελώδους	=	ελώδης
ελών	noun	γενική πληθυντικού του έλος
εμ	conj|vulgar	συμπλεκτικός σύνδεσμος που χρησιμοποιείται για να προσθέσει ή να ενισχύσει δεύτερο στοιχείο σε σχέση με το πρώτο —συχνά με αποχρώσεις επίτασης	intj	μόριο ή επιφώνημα που, ανάλογα με τον τόνο και τα συμφραζόμενα, δηλώνει είτε κάτι αυτονόητο ή αναμενόμενο, είτε ήπια αντίρρηση ή ένσταση, είτε δυσαρέσκεια, ειρωνεία ή παραδοχή, λειτουργώντας ως σχολιαστικό στοιχείο μέσα στον λόγο
εμ-ντι-έφ	noun	τεχνητό προϊόν ξύλου σε μορφή πλάκας, που παράγεται από συμπιεσμένες ίνες ξύλου με συνδετικές ρητίνες και χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή επίπλων και επενδύσεων
εμ-πι-θρι	noun	ψηφιακό αρχείο ήχου που έχει υποστεί απωλεστική συμπίεση, ώστε να διατηρεί ικανοποιητική ακουστική ποιότητα με σημαντικά μειωμένο μέγεθος αποθήκευσης
εμάς	pron	γενική πληθυντικού του εγώ
εμέλ	noun	χιλιοστόλιτρο
εμένα	pron	γενική και αιτιατική ενικού του εγώ
εμέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμώ
εμέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμεση
εμέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέσεων	noun	γενική πληθυντικού του έμεση
εμέσεως	noun|formal	γενική ενικού του έμεση
εμέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμεσμα
εμέσματος	noun	γενική ενικού του έμεσμα
εμέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμώ
εμέτου	=	έμετος
εμέτους	=	έμετος
εμέτων	=	έμετος
εμίζαμε	=	εμίζω
εμίζαν	=	εμίζω
εμίζανε	=	εμίζω
εμίζατε	=	εμίζω
εμίζει	=	εμίζω
εμίζεις	=	εμίζω
εμίζετε	=	εμίζω
εμίζοντας	=	εμίζω
εμίζουμε	=	εμίζω
εμίζουν	=	εμίζω
εμίζουνε	=	εμίζω
εμίζω	verb	γεμίζω^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
εμίρη	=	εμίρης
εμίρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμίρης
εμίρηδων	=	εμίρης
εμίρης	noun	Άραβας ηγεμόνας, επικεφαλής ενός εμιράτου
εμίσαμε	=	εμίζω
εμίσαν	=	εμίζω
εμίσανε	=	εμίζω
εμίσατε	=	εμίζω
εμίσει	=	εμίζω
εμίσησα	=	μισώ
εμίστε	=	εμίζω
εμαγέ	=	εμαγιέ
εμαγιέ	adj	που έχει επαλειφθεί με υαλώδες επίχρισμα για προστασία από διάβρωση και υψηλές θερμοκρασίες
εμβάζω	verb	δίνω εντολή για μεταφορά χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό τρίτου, συνήθως σε ξένη χώρα.
εμβάθυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμβαθύνω
εμβάθυνσης	noun	γενική ενικού του εμβάθυνση
εμβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλλω	verb	ρίχνω μέσα, τοποθετώ (κάτι) εντός
εμβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
εμβάμματα	=	έμβαμμα
εμβάμματος	=	έμβαμμα
εμβάπτιζα	=	εμβαπτίζω
εμβάπτιζαν	=	εμβαπτίζω
εμβάπτιζε	=	εμβαπτίζω
εμβάπτιζες	=	εμβαπτίζω
εμβάπτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβάπτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβάπτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβάπτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβάπτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμβαπτίζω
εμβάπτισης	noun	γενική ενικού του εμβάπτιση
εμβάς	noun	αρχαίο τσόκαρο, ξυλοπάπουτσο σαν τσαρούχι
εμβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμβασμα
εμβάσματος	noun	γενική ενικού του έμβασμα
εμβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
εμβέλεια	noun	το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) η βολή ενός όπλου
εμβέλειας	noun	γενική ενικού του εμβέλεια
εμβέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβέλεια
εμβαίνω	verb|archaic	άλλη μορφή του μπαίνω
εμβαδά	=	εμβαδόν
εμβαδομέτρηση	noun	ο υπολογισμός της έκτασης μιας επιφάνειας
εμβαδομέτρησης	=	εμβαδομέτρηση
εμβαδομέτρου	=	εμβαδόμετρο
εμβαδομέτρων	=	εμβαδόμετρο
εμβαδομετρήσεις	=	εμβαδομέτρηση
εμβαδομετρήσεων	=	εμβαδομέτρηση
εμβαδομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβαδομετρικό
εμβαδομετρικέ	adj	κλητική ενικού του εμβαδομετρικός
εμβαδομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβαδομετρική
εμβαδομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβαδομετρικός
εμβαδομετρικής	adj	γενική ενικού του εμβαδομετρική
εμβαδομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβαδομετρικός
εμβαδομετρικού	adj	γενική ενικού του εμβαδομετρικός
εμβαδομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβαδομετρικός
εμβαδομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του εμβαδομετρικός
εμβαδομετρικός	adj	που έχει σχέση με το εμβαδόμετρο ή την εμβαδομέτρηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
εμβαδομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του εμβαδομετρικός
εμβαδού	=	εμβαδόν
εμβαδό	noun	άλλη μορφή του εμβαδόν
εμβαδόμετρα	=	εμβαδόμετρο
εμβαδόμετρο	noun	όργανο με το οποίο μετριέται το εμβαδό μιας επιφάνειας
εμβαδόμετρου	=	εμβαδόμετρο
εμβαδόμετρων	=	εμβαδόμετρο
εμβαδόν	noun	η έκταση μιας επιφάνειας
εμβαδών	=	εμβαδόν
εμβαθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβάθυνση
εμβαθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμβάθυνση
εμβαθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμβάθυνση
εμβαθύνω	verb	μελετώ ένα θέμα σε βάθος και προσπαθώ να ανακαλύψω κρυμμένες πτυχές, απώτερες συνέπειες κ.λπ.
εμβαλάγιο	noun|formal	τεμάχιο συσκευασίας
εμβαλωματικά	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικέ	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικές	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματική	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εμβαλωματική) του εμβαλωματικός
εμβαλωματικοί	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικού	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικούς	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικό	=	εμβαλωματικός
εμβαλωματικός	adj|formal	πρόχειρη και προσωρινή λύση σε ένα πρόβλημα, σαν να ήταν μπάλωμα
εμβαλωματικών	=	εμβαλωματικός
εμβαμμάτων	=	έμβαμμα
εμβαπτίζαμε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζαν	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζανε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζατε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζει	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζεις	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζεσαι	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίζεστε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίζεται	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίζετε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίζονται	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίζονταν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίζοντας	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζου	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίζουμε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζουν	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζουνε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίζω	verb|formal	βουτάω κάτι μέσα σε υγρό
εμβαπτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίσαν	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίσανε	=	εμβαπτίζω
εμβαπτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβάπτιση
εμβαπτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμβάπτιση
εμβαπτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμβάπτιση
εμβαπτίσου	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτίστηκα	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίστηκαν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίστηκε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίστηκες	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβαπτίζω
εμβαπτιζόμασταν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόμαστε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβαπτιζόμενο
εμβαπτιζόμενε	verb	κλητική ενικού του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβαπτιζόμενη
εμβαπτιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμενης	verb	γενική ενικού του εμβαπτιζόμενη
εμβαπτιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμενος	verb	που εμβαπτίζεται, καθώς εμβαπτίζεται, που λειτουργεί ή αλλάζει κατι επάνω του όταν εμβαπτίζεται, όταν εισάγεται σε υγρό περιβάλλον
εμβαπτιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμβαπτιζόμενος
εμβαπτιζόμουν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόμουνα	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόντουσαν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόσασταν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόσαστε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόσουν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόσουνα	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζόταν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιζότανε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτισμέ	noun	κλητική ενικού του εμβαπτισμός
εμβαπτισμένος	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβαπτισμός
εμβαπτισμού	noun	γενική ενικού του εμβαπτισμός
εμβαπτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμβαπτισμός
εμβαπτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμβαπτισμός
εμβαπτισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμβαπτίζω
εμβαπτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμβαπτισμός
εμβαπτιστήκαμε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιστήκαν	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιστήκανε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιστήκατε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιστεί	=	εμβαπτίζομαι
εμβαπτιστείτε	=	εμβαπτίζομαι
εμβαρκάριζα	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάριζαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάριζε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάριζες	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάρισα	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάρισαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάρισε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκάρισες	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζαμε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζανε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζατε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζει	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζεις	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζεσαι	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζεστε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζεται	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζετε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζομαι	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζονται	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζονταν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζοντας	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζουμε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζουν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζουνε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίζω	verb|literary	μπαρκάρω
εμβαρκαρίσαμε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίσαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίσανε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίσατε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίσει	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίσου	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίστε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίστηκα	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίστηκαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίστηκε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαρίστηκες	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόμασταν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόμαστε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόμουν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόμουνα	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόντουσαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόσασταν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόσαστε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόσουν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόσουνα	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζόταν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριζότανε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριστήκαμε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριστήκαν	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριστήκανε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριστήκατε	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριστεί	=	εμβαρκαρίζω
εμβαρκαριστείτε	=	εμβαρκαρίζω
εμβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έμβασμα
εμβαστικά	=	εμβαστικός
εμβαστικέ	=	εμβαστικός
εμβαστικές	=	εμβαστικός
εμβαστική	=	εμβαστικός
εμβαστικής	=	εμβαστικός
εμβαστικοί	=	εμβαστικός
εμβαστικού	=	εμβαστικός
εμβαστικούς	=	εμβαστικός
εμβαστικό	=	εμβαστικός
εμβαστικός	adj	που έχει σχέση με την αποστολή εμβάσματος ή αναφέρεται σʼ αυτή
εμβαστικών	=	εμβαστικός
εμβατήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβατήριο
εμβατήριο	noun	ρυθμική μουσική σύνθεση ή/και τραγούδι που συγχρονίζει το βηματισμό μιας ομάδας ανθρώπων στον ίδιο ρυθμό
εμβατήριου	=	εμβατήριο
εμβατίκια	noun	τα χρήματα που έδιναν κατά τη βυζαντινή εποχή οι ιερείς στον επίσκοπο, για να τους τοποθετήσει (ή αφού τους τοποθέτησε) σε μια (προσοδοφόρα) ενορία
εμβατηρίου	noun	γενική ενικού του εμβατήριο
εμβατηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εμβατήριο
εμβελειών	noun	γενική πληθυντικού του εμβέλεια
εμβιομηχανικά	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικέ	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικές	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανική	noun	επιστημονικός κλάδος μελέτης των βιολογικών λειτουργιών ενός οργανισμού μέσω της φυσικής
εμβιομηχανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εμβιομηχανική) του εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικοί	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικού	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικούς	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικό	=	εμβιομηχανικός
εμβιομηχανικός	adj	ο σχετικός με την εμβιομηχανική
εμβιομηχανικών	=	εμβιομηχανικός
εμβλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμβλημα
εμβλήματος	noun	γενική ενικού του έμβλημα
εμβλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του έμβλημα
εμβληματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβληματικό
εμβληματικέ	adj	κλητική ενικού του εμβληματικός
εμβληματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβληματική
εμβληματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβληματικός
εμβληματικής	adj	γενική ενικού του εμβληματική
εμβληματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβληματικός
εμβληματικού	adj	γενική ενικού του εμβληματικός
εμβληματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβληματικός
εμβληματικό	adj	αιτιατική ενικού του εμβληματικός
εμβληματικός	adj	που λειτουργεί ή χρησιμοποιείται ως έμβλημα, ως σύμβολο
εμβληματικών	adj	γενική πληθυντικού του εμβληματικός
εμβληματολογία	noun	η μελέτη των οικοσήμων και των εμβλημάτων
εμβληματολογίας	noun	γενική ενικού του εμβληματολογία
εμβληματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβληματολογία
εμβληματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβληματολογία
εμβοές	=	εμβοή
εμβοή	noun	ο εσωτερικός βόμβος των αυτιών
εμβοής	=	εμβοή
εμβολές	=	εμβολή
εμβολή	noun	η απόφραξη από αιμάτινο θρόμβο (ή κάτι άλλο) ενός αιμοφόρου αγγείου
εμβολής	=	εμβολή
εμβολίαζα	=	εμβολιάζω
εμβολίαζαν	=	εμβολιάζω
εμβολίαζε	=	εμβολιάζω
εμβολίαζες	=	εμβολιάζω
εμβολίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολίζαμε	=	εμβολίζω
εμβολίζαν	=	εμβολίζω
εμβολίζανε	=	εμβολίζω
εμβολίζατε	=	εμβολίζω
εμβολίζει	=	εμβολίζω
εμβολίζεις	=	εμβολίζω
εμβολίζεσαι	=	εμβολίζω
εμβολίζεστε	=	εμβολίζω
εμβολίζεται	=	εμβολίζω
εμβολίζετε	=	εμβολίζω
εμβολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμβολίζω
εμβολίζομε	=	εμβολίζω
εμβολίζονται	=	εμβολίζω
εμβολίζονταν	=	εμβολίζω
εμβολίζοντας	=	εμβολίζω
εμβολίζουμε	=	εμβολίζω
εμβολίζουν	=	εμβολίζω
εμβολίζουνε	=	εμβολίζω
εμβολίζω	verb	διατρυπώ άλλο πλοίο με έμβολο που βρίσκεται στην πλώρη του δικού μου πλοίου, προκαλώντας του ρήγμα
εμβολίου	noun	γενική ενικού του εμβόλιο
εμβολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσαν	=	εμβολίζω
εμβολίσανε	=	εμβολίζω
εμβολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσομε	=	εμβολίζω
εμβολίσου	=	εμβολίζω
εμβολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίσουνε	=	εμβολίζω
εμβολίστε	=	εμβολίζω
εμβολίστηκα	=	εμβολίζω
εμβολίστηκαν	=	εμβολίζω
εμβολίστηκε	=	εμβολίζω
εμβολίστηκες	=	εμβολίζω
εμβολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβολίων	noun	γενική πληθυντικού του εμβόλιο
εμβολιάζαμε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζαν	=	εμβολιάζω
εμβολιάζανε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζατε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζει	=	εμβολιάζω
εμβολιάζεις	=	εμβολιάζω
εμβολιάζεσαι	=	εμβολιάζω
εμβολιάζεστε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζεται	=	εμβολιάζω
εμβολιάζετε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάζομε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζονται	=	εμβολιάζω
εμβολιάζονταν	=	εμβολιάζω
εμβολιάζοντας	=	εμβολιάζω
εμβολιάζουμε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζουν	=	εμβολιάζω
εμβολιάζουνε	=	εμβολιάζω
εμβολιάζω	verb	εισάγω εμβόλιο σε οργανισμό για θεραπεία ή πρόληψη
εμβολιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσαν	=	εμβολιάζω
εμβολιάσανε	=	εμβολιάζω
εμβολιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσομε	=	εμβολιάζω
εμβολιάσου	=	εμβολιάζω
εμβολιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιάσουνε	=	εμβολιάζω
εμβολιάστε	=	εμβολιάζω
εμβολιάστηκα	=	εμβολιάζω
εμβολιάστηκαν	=	εμβολιάζω
εμβολιάστηκε	=	εμβολιάζω
εμβολιάστηκες	=	εμβολιάζω
εμβολιάστρια	=	εμβολιαστής
εμβολιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμβολιάζω
εμβολιαζόμασταν	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόμαστε	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόμενος	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόμουν	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόμουνα	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόντουσαν	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόσασταν	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόσαστε	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόσουν	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόσουνα	=	εμβολιάζω
εμβολιαζόταν	=	εμβολιάζω
εμβολιαζότανε	=	εμβολιάζω
εμβολιασμέ	noun	κλητική ενικού του εμβολιασμός
εμβολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβολιασμένο
εμβολιασμένε	verb	κλητική ενικού του εμβολιασμένος
εμβολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβολιασμένη
εμβολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβολιασμένος
εμβολιασμένης	verb	γενική ενικού του εμβολιασμένη
εμβολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμβολιασμένος
εμβολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβολιασμένος
εμβολιασμένος	verb	που έχει εμβολιαστεί
εμβολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμβολιασμένος
εμβολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμβολιασμένος
εμβολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμβολιασμένος
εμβολιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβολιασμός
εμβολιασμού	noun	γενική ενικού του εμβολιασμός
εμβολιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμβολιασμός
εμβολιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εμβολιασμός
εμβολιασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμβολιάζω
εμβολιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εμβολιασμός
εμβολιαστές	=	εμβολιαστής
εμβολιαστή	=	εμβολιαστής
εμβολιαστήκαμε	=	εμβολιάζω
εμβολιαστήκαν	=	εμβολιάζω
εμβολιαστήκανε	=	εμβολιάζω
εμβολιαστήκατε	=	εμβολιάζω
εμβολιαστής	noun	αυτός που εμβολιάζει
εμβολιαστεί	=	εμβολιάζω
εμβολιαστείς	=	εμβολιάζω
εμβολιαστείτε	=	εμβολιάζω
εμβολιαστικά	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικέ	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικές	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστική	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εμβολιαστική) του εμβολιαστικός
εμβολιαστικοί	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικού	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικούς	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικό	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστικός	adj	που έχει σχέση με εμβολιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εμβολιαστικών	=	εμβολιαστικός
εμβολιαστούμε	=	εμβολιάζω
εμβολιαστούν	=	εμβολιάζω
εμβολιαστούνε	=	εμβολιάζω
εμβολιαστώ	=	εμβολιάζω
εμβολιαστών	=	εμβολιαστής
εμβολιζόμασταν	=	εμβολίζω
εμβολιζόμαστε	=	εμβολίζω
εμβολιζόμουν	=	εμβολίζω
εμβολιζόμουνα	=	εμβολίζω
εμβολιζόντουσαν	=	εμβολίζω
εμβολιζόσασταν	=	εμβολίζω
εμβολιζόσαστε	=	εμβολίζω
εμβολιζόσουν	=	εμβολίζω
εμβολιζόσουνα	=	εμβολίζω
εμβολιζόταν	=	εμβολίζω
εμβολιζότανε	=	εμβολίζω
εμβολιοθεραπεία	noun	η θεραπεία με χρήση εμβολίων
εμβολιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του εμβολιοθεραπεία
εμβολιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβολιοθεραπεία
εμβολιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του εμβολιοθεραπεία
εμβολιοθεραπευτική	noun	η θεραπεία με χρήση εμβολίων
εμβολιοθεραπευτικής	=	εμβολιοθεραπευτική
εμβολισμέ	noun	κλητική ενικού του εμβολισμός
εμβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβολισμένο
εμβολισμένε	verb	κλητική ενικού του εμβολισμένος
εμβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβολισμένη
εμβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβολισμένος
εμβολισμένης	verb	γενική ενικού του εμβολισμένη
εμβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμβολισμένος
εμβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβολισμένος
εμβολισμένος	=	εμβολίζω
εμβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμβολισμένος
εμβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμβολισμένος
εμβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμβολισμένος
εμβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβολισμός
εμβολισμού	noun	γενική ενικού του εμβολισμός
εμβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμβολισμός
εμβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμβολισμός
εμβολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμβολίζω
εμβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμβολισμός
εμβολιστήκαμε	=	εμβολίζω
εμβολιστήκαν	=	εμβολίζω
εμβολιστήκανε	=	εμβολίζω
εμβολιστήκατε	=	εμβολίζω
εμβολιστεί	=	εμβολίζω
εμβολιστείς	=	εμβολίζω
εμβολιστείτε	=	εμβολίζω
εμβολιστούμε	=	εμβολίζω
εμβολιστούν	=	εμβολίζω
εμβολιστούνε	=	εμβολίζω
εμβολιστώ	=	εμβολίζω
εμβολοφόρα	=	εμβολοφόρος
εμβολοφόρε	=	εμβολοφόρος
εμβολοφόρο	=	εμβολοφόρος
εμβολοφόροι	=	εμβολοφόρος
εμβολοφόρος	adj	που φέρει έμβολα
εμβολοφόρου	=	εμβολοφόρος
εμβολοφόρους	=	εμβολοφόρος
εμβολοφόρων	=	εμβολοφόρος
εμβολών	=	εμβολή
εμβοών	=	εμβοή
εμβρέχω	verb	ακολουθώ ή εφαρμόζω τη διαδικασία της εμβροχής
εμβρίθεια	noun	η βαρύτητα, η σπουδαιότητα της σκέψης
εμβρίθειας	noun	γενική ενικού του εμβρίθεια
εμβρίθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρίθεια
εμβριθές	=	εμβριθής
εμβριθή	=	εμβριθής
εμβριθής	adj|formal	που διακρίνεται για τη διεισδυτικότητα του πνεύματος, τη βαθιά γνώση του, που έχει εντρυφήσει σε ορισμένο αντικείμενο
εμβριθείς	=	εμβριθής
εμβριθειών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρίθεια
εμβριθούς	=	εμβριθής
εμβριθών	=	εμβριθής
εμβροντησία	noun	διαταραχή με συμπτώματα την απώλεια συνείδησης και την μειωμένη ή μηδενική αντίδραση σε ερεθίσματα
εμβροντησίας	noun	γενική ενικού του εμβροντησία
εμβροντησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβροντησία
εμβροντησιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβροντησία
εμβροχές	=	εμβροχή
εμβροχή	noun	εμπότιση, βρέξιμο ως το εσωτερικό
εμβροχής	=	εμβροχή
εμβροχών	=	εμβροχή
εμβρυακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εμβρυακός	adv	με εμβρυακό τρόπο
εμβρυακέ	adj	κλητική ενικού του εμβρυακός
εμβρυακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυακή
εμβρυακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβρυακός
εμβρυακής	adj	γενική ενικού του εμβρυακή
εμβρυακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρυακός
εμβρυακού	adj	γενική ενικού του εμβρυακός
εμβρυακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβρυακός
εμβρυακό	adj	αιτιατική ενικού του εμβρυακός
εμβρυακός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο έμβρυο
εμβρυακών	adj	γενική πληθυντικού του εμβρυακός
εμβρυογένεση	noun	το σύνολο των διαδικασιών που απαιτούνται για την ανάπτυξη ενός εμβρύου
εμβρυογένεσης	noun	γενική ενικού του εμβρυογένεση
εμβρυογενές	=	εμβρυογενής
εμβρυογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυογένεση
εμβρυογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυογένεση
εμβρυογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμβρυογένεση
εμβρυογενή	=	εμβρυογενής
εμβρυογενής	adj	που δημιουργείται μαζί με το έμβρυο ή από το έμβρυο
εμβρυογενείς	=	εμβρυογενής
εμβρυογενούς	=	εμβρυογενής
εμβρυογενών	=	εμβρυογενής
εμβρυογονία	noun	άλλη μορφή του εμβρυογένεση
εμβρυογονίας	noun	γενική ενικού του εμβρυογονία
εμβρυογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυογονία
εμβρυογονιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυογονία
εμβρυοειδές	=	εμβρυοειδής
εμβρυοειδή	=	εμβρυοειδής
εμβρυοειδής	adj	που μοιάζει με έμβρυο
εμβρυοειδείς	=	εμβρυοειδής
εμβρυοειδούς	=	εμβρυοειδής
εμβρυοειδών	=	εμβρυοειδής
εμβρυοθυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυοθυλάκιο
εμβρυοθυλάκιο	noun	θυλάκιο εντός του οποίου αναπτύσσεται ένα βρέφος
εμβρυοθυλάκιου	=	εμβρυοθυλάκιο
εμβρυοθυλάκιων	=	εμβρυοθυλάκιο
εμβρυοθυλακίου	noun	γενική ενικού του εμβρυοθυλάκιο
εμβρυοθυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυοθυλάκιο
εμβρυοθύλακε	=	εμβρυοθύλακος
εμβρυοθύλακο	=	εμβρυοθύλακος
εμβρυοθύλακοι	=	εμβρυοθύλακος
εμβρυοθύλακος	noun	άλλη μορφή του εμβρυοθυλάκιο
εμβρυοθύλακου	=	εμβρυοθύλακος
εμβρυοθύλακους	=	εμβρυοθύλακος
εμβρυοθύλακων	=	εμβρυοθύλακος
εμβρυοκαρδία	noun	καρδιακός ρυθμός όμοιος μ’ αυτόν εμβρύου
εμβρυοκαρδίας	noun	γενική ενικού του εμβρυοκαρδία
εμβρυοκαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυοκαρδία
εμβρυοκαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυοκαρδία
εμβρυοκτονία	noun	το σκότωμα ενός εμβρύου
εμβρυοκτονίας	noun	γενική ενικού του εμβρυοκτονία
εμβρυοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυοκτονία
εμβρυοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυοκτονία
εμβρυοκτόνα	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνας	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνε	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνες	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνο	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνοι	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνος	adj	που προκαλεί το θάνατο ενός εμβρύου
εμβρυοκτόνου	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνους	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυοκτόνων	=	εμβρυοκτόνος
εμβρυολογία	noun	ιατρικός κλάδος που μελετά τα έμβρυα (σύλληψη, ανάπτυξη, γέννηση κ.λπ.)
εμβρυολογίας	noun	γενική ενικού του εμβρυολογία
εμβρυολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυολογία
εμβρυολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυολογικό
εμβρυολογικέ	adj	κλητική ενικού του εμβρυολογικός
εμβρυολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυολογική
εμβρυολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβρυολογικός
εμβρυολογικής	adj	γενική ενικού του εμβρυολογική
εμβρυολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρυολογικός
εμβρυολογικού	adj	γενική ενικού του εμβρυολογικός
εμβρυολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβρυολογικός
εμβρυολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εμβρυολογικός
εμβρυολογικός	adj	που έχει σχέση με την εμβρυολογία ή τον εμβρυολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
εμβρυολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εμβρυολογικός
εμβρυολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυολογία
εμβρυολόγε	=	εμβρυολόγος
εμβρυολόγο	=	εμβρυολόγος
εμβρυολόγοι	=	εμβρυολόγος
εμβρυολόγος	noun	ιατρός που ειδικεύεται στην εμβρυολογία
εμβρυολόγου	=	εμβρυολόγος
εμβρυολόγους	=	εμβρυολόγος
εμβρυολόγων	=	εμβρυολόγος
εμβρυομεταφορά	noun	η επιλογή ενός ή περισσότερων εμβρύων και η μεταφορά τους στην μήτρα της γυναίκας που κάνει εξωσωματική γονιμοποίηση
εμβρυομεταφοράς	=	εμβρυομεταφορά
εμβρυομεταφορές	=	εμβρυομεταφορά
εμβρυομεταφορών	=	εμβρυομεταφορά
εμβρυομητρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυομητρικό
εμβρυομητρικέ	adj	κλητική ενικού του εμβρυομητρικός
εμβρυομητρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυομητρική
εμβρυομητρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβρυομητρικός
εμβρυομητρικής	adj	γενική ενικού του εμβρυομητρική
εμβρυομητρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρυομητρικός
εμβρυομητρικού	adj	γενική ενικού του εμβρυομητρικός
εμβρυομητρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβρυομητρικός
εμβρυομητρικό	adj	αιτιατική ενικού του εμβρυομητρικός
εμβρυομητρικός	adj	που αφορά το έμβρυο και τη μητέρα (ή τη μήτρα) ή αναφέρεται σ’ αυτά
εμβρυομητρικών	adj	γενική πληθυντικού του εμβρυομητρικός
εμβρυοπάθεια	noun	ανωμαλία ή δυσλειτουργία στην ανάπτυξη του εμβρύου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
εμβρυοπάθειας	noun	γενική ενικού του εμβρυοπάθεια
εμβρυοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυοπάθεια
εμβρυοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυοπάθεια
εμβρυοπλαστία	noun	η εμβρυογένεση
εμβρυοπλαστίας	noun	γενική ενικού του εμβρυοπλαστία
εμβρυοπλαστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυοπλαστία
εμβρυοπλαστιών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυοπλαστία
εμβρυοσκοπήσεις	=	εμβρυοσκόπηση
εμβρυοσκοπήσεων	=	εμβρυοσκόπηση
εμβρυοσκόπηση	noun	τεχνική που επιτρέπει την απευθείας παρατήρηση του εμβρύου στη μήτρα χάρη στην εισαγωγή ενός ενδοσκοπίου από τον κόλπο
εμβρυοσκόπησης	=	εμβρυοσκόπηση
εμβρυοτομές	=	εμβρυοτομή
εμβρυοτομή	noun	χειρουργική επέμβαση για να αφαιρεθεί ένα νεκρό έμβρυο από τη μήτρα
εμβρυοτομής	=	εμβρυοτομή
εμβρυοτομών	=	εμβρυοτομή
εμβρυοτόμε	=	εμβρυοτόμος
εμβρυοτόμο	=	εμβρυοτόμος
εμβρυοτόμοι	=	εμβρυοτόμος
εμβρυοτόμος	noun	ειδικό εργαλείο για την εμβρυοτομή
εμβρυοτόμου	=	εμβρυοτόμος
εμβρυοτόμους	=	εμβρυοτόμος
εμβρυοτόμων	=	εμβρυοτόμος
εμβρυουλκέ	noun	κλητική ενικού του εμβρυουλκός
εμβρυουλκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρυουλκός
εμβρυουλκού	noun	γενική ενικού του εμβρυουλκός
εμβρυουλκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμβρυουλκός
εμβρυουλκό	noun	αιτιατική ενικού του εμβρυουλκός
εμβρυουλκός	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται στους δύσκολους τοκετούς, ώστε να μπορέσει ο χειρουργός - μαιευτήρας να πιάσει και να τραβήξει το έμβρυο από το κεφάλι
εμβρυουλκών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυουλκός
εμβρυοφθόρα	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρας	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρε	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρες	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρο	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόροι	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρος	adj	που φθείρει το έμβρυο, που το σκοτώνει
εμβρυοφθόρου	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρους	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυοφθόρων	=	εμβρυοφθόρος
εμβρυωδών	=	εμβρυώδης
εμβρυωρέ	noun	κλητική ενικού του εμβρυωρός
εμβρυωρία	noun	το νομικό καθήκον και οι αρμοδιότητες ενός εμβρυωρού
εμβρυωρίας	noun	γενική ενικού του εμβρυωρία
εμβρυωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυωρία
εμβρυωριών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυωρία
εμβρυωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρυωρός
εμβρυωρού	noun	γενική ενικού του εμβρυωρός
εμβρυωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμβρυωρός
εμβρυωρό	noun	αιτιατική ενικού του εμβρυωρός
εμβρυωρός	noun	που με δικαστική απόφαση ορίζεται να προσέχει και να φροντίζει κάποιο έμβρυο και τα δικαιώματά του κατά την περίοδο της κυοφορίας του, αν πεθάνει ο φυσικός πατέρας του εμβρύου
εμβρυωρών	noun	γενική πληθυντικού του εμβρυωρός
εμβρυϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εμβρυϊκός	adv	με εμβρυϊκό τρόπο
εμβρυϊκέ	adj	κλητική ενικού του εμβρυϊκός
εμβρυϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρυϊκή
εμβρυϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβρυϊκός
εμβρυϊκής	adj	γενική ενικού του εμβρυϊκή
εμβρυϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρυϊκός
εμβρυϊκού	adj	γενική ενικού του εμβρυϊκός
εμβρυϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβρυϊκός
εμβρυϊκό	adj	αιτιατική ενικού του εμβρυϊκός
εμβρυϊκός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο έμβρυο
εμβρυϊκών	adj	γενική πληθυντικού του εμβρυϊκός
εμβρυώδεις	=	εμβρυώδης
εμβρυώδες	=	εμβρυώδης
εμβρυώδη	=	εμβρυώδης
εμβρυώδης	adj	που μοιάζει με έμβρυο ή που βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του
εμβρυώδους	=	εμβρυώδης
εμβρόντητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρόντητο
εμβρόντητε	adj	κλητική ενικού του εμβρόντητος
εμβρόντητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβρόντητη
εμβρόντητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβρόντητος
εμβρόντητης	adj	γενική ενικού του εμβρόντητη
εμβρόντητο	adj	αιτιατική ενικού του εμβρόντητος
εμβρόντητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβρόντητος
εμβρόντητος	adj	έκπληκτος σε βαθμό που νομίζεις ότι τον χτύπησε κεραυνός
εμβρόντητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμβρόντητος
εμβρόντητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβρόντητος
εμβρόντητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμβρόντητος
εμβρύου	noun	γενική ενικού του έμβρυο
εμβρύων	noun	γενική πληθυντικού του έμβρυο
εμβυθίζαμε	=	εμβυθίζω
εμβυθίζαν	=	εμβυθίζω
εμβυθίζανε	=	εμβυθίζω
εμβυθίζατε	=	εμβυθίζω
εμβυθίζει	=	εμβυθίζω
εμβυθίζεις	=	εμβυθίζω
εμβυθίζεσαι	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίζεστε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίζεται	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίζετε	=	εμβυθίζω
εμβυθίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμβυθίζω
εμβυθίζονται	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίζονταν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίζοντας	=	εμβυθίζω
εμβυθίζου	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίζουμε	=	εμβυθίζω
εμβυθίζουν	=	εμβυθίζω
εμβυθίζουνε	=	εμβυθίζω
εμβυθίζω	verb|figurative	καθιστώ κάποιον πλήρως απορροφημένο σε δραστηριότητα, εμπειρία ή περιβάλλον —ιδίως ψηφιακό
εμβυθίσαμε	=	εμβυθίζω
εμβυθίσαν	=	εμβυθίζω
εμβυθίσανε	=	εμβυθίζω
εμβυθίσατε	=	εμβυθίζω
εμβυθίσει	=	εμβυθίζω
εμβυθίσεις	=	εμβύθιση
εμβυθίσεων	=	εμβύθιση
εμβυθίσου	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίστε	=	εμβυθίζω
εμβυθίστηκα	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίστηκαν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίστηκε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθίστηκες	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόμασταν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόμαστε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόμουν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόμουνα	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόντουσαν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόσασταν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόσαστε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόσουν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόσουνα	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζόταν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιζότανε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθισμένος	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιστήκαμε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιστήκαν	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιστήκανε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιστήκατε	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιστεί	=	εμβυθίζομαι
εμβυθιστείτε	=	εμβυθίζομαι
εμβυσμάτων	=	έμβυσμα
εμβυσματούμενα	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενε	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενες	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενη	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενης	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενο	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενοι	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενος	adj	που συνδέεεται με βύσμα
εμβυσματούμενου	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενους	=	εμβυσματούμενος
εμβυσματούμενων	=	εμβυσματούμενος
εμβόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβόλιο
εμβόλιζα	=	εμβολίζω
εμβόλιζαν	=	εμβολίζω
εμβόλιζε	=	εμβολίζω
εμβόλιζες	=	εμβολίζω
εμβόλιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβόλιμο
εμβόλιμε	adj	κλητική ενικού του εμβόλιμος
εμβόλιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμβόλιμη
εμβόλιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμβόλιμος
εμβόλιμης	adj	γενική ενικού του εμβόλιμη
εμβόλιμο	noun	το κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο πράξεις, χωρίς να σχετίζεται με την υπόθεση του έργου
εμβόλιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμβόλιμος
εμβόλιμος	adj	που παρεμβάλλεται σε μία ήδη γνωστή και καθορισμένη σειρά
εμβόλιμου	adj	γενική ενικού του εμβόλιμος
εμβόλιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμβόλιμος
εμβόλιμων	adj	γενική πληθυντικού του εμβόλιμος
εμβόλιο	noun	ουσία που χορηγείται (συνήθως με ένεση) στον οργανισμό και συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων απ’ τον ίδιο τον οργανισμό, ώστε να αποκτήσει ανοσία, έναντι συγκεκριμένων παθογόνων μικροοργανισμών
εμβόλιου	=	εμβόλιο
εμβόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβολίζω
εμβόλιση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμβολίζω, δηλαδή η πρόσκρουση ενός μέσου (πλοίου ή οχήματος) με το πρόσθιο τμήμα του πάνω σε άλλο
εμβόλου	noun	γενική ενικού του έμβολο
εμβόλων	noun	γενική πληθυντικού του έμβολο
εμβύθιζα	=	εμβυθίζω
εμβύθιζαν	=	εμβυθίζω
εμβύθιζε	=	εμβυθίζω
εμβύθιζες	=	εμβυθίζω
εμβύθισα	=	εμβυθίζω
εμβύθισαν	=	εμβυθίζω
εμβύθισε	=	εμβυθίζω
εμβύθισες	=	εμβυθίζω
εμβύθιση	noun|figurative	η έντονη ψυχολογική ή αισθητηριακή απορρόφηση κάποιου σε ένα περιβάλλον —ιδίως ψηφιακό— σε βαθμό που να βιώνεται ως άμεση (ωσεί παρών) εμπειρία
εμβύθισης	=	εμβύθιση
εμβύσματα	=	έμβυσμα
εμβύσματος	=	έμβυσμα
εμείς	pron	προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: εγώ ο ομιλητής μαζί με άλλους
εμεμές	noun	εικονομήνυμα
εμεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έμεσμα
εμετέ	noun	κλητική ενικού του εμετός
εμετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετικό
εμετικέ	adj	κλητική ενικού του εμετικός
εμετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετική
εμετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμετικός
εμετικής	adj	γενική ενικού του εμετική
εμετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμετικός
εμετικού	adj	γενική ενικού του εμετικός
εμετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμετικός
εμετικό	adj	αιτιατική ενικού του εμετικός
εμετικός	adj	που προκαλεί εμετό
εμετικών	adj	γενική πληθυντικού του εμετικός
εμετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμετός
εμετοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετοδοχείο
εμετοδοχείο	noun	δοχείο για να κάνει κανείς εμετό (εξοπλισμός πλοίου ή νοσοκομείου)
εμετοδοχείου	noun	γενική ενικού του εμετοδοχείο
εμετοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του εμετοδοχείο
εμετοκαθαρτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετοκαθαρτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετοκαθαρτικό, ουδέτερο του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτικέ	adj	κλητική ενικού του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (εμετοκαθαρτική) του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτικής	adj	γενική ενικού του εμετοκαθαρτική
εμετοκαθαρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτικού	adj	γενική ενικού του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμετοκαθαρτικός
εμετοκαθαρτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμετοκαθαρτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται για πρόκληση εμετού και εκκένωση στομάχου
εμετοκαθαρτικός	adj	που προκαλεί εμετό
εμετοκαθαρτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμετοκαθαρτικός
εμετολογία	noun	κουβέντα ή λόγος που προκαλεί εμετό
εμετολογίας	noun	γενική ενικού του εμετολογία
εμετολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετολογία
εμετολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετολογικό
εμετολογικέ	adj	κλητική ενικού του εμετολογικός
εμετολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμετολογική
εμετολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμετολογικός
εμετολογικής	adj	γενική ενικού του εμετολογική
εμετολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμετολογικός
εμετολογικού	adj	γενική ενικού του εμετολογικός
εμετολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμετολογικός
εμετολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εμετολογικός
εμετολογικός	adj	που έχει σχέση με την εμετολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
εμετολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εμετολογικός
εμετολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εμετολογία
εμετού	noun	γενική ενικού του εμετός
εμετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμετός
εμετό	noun	αιτιατική ενικού του εμετός
εμετός	noun	ακούσια (ή ενίοτε εκούσια) εκβολή από το στόμα περιεχομένου που υπάρχει στο στομάχι
εμετών	noun	γενική πληθυντικού του εμετός
εμιγκέ	=	εμιγκρέ
εμιγκέδες	=	εμιγκρέ
εμιγκέδων	=	εμιγκρέ
εμιγκές	=	εμιγκρέ
εμιγκρέ	noun	άκλιτη μορφή του εμιγκρές
εμιγκρέδες	=	εμιγκρές
εμιγκρέδων	=	εμιγκρές
εμιγκρές	noun	πολιτικὀς φυγάς, αυτοεξόριστος
εμιράτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμιράτο
εμιράτο	noun	κρατίδιο με ανώτατο άρχοντα έναν εμίρη
εμιράτου	noun	γενική ενικού του εμιράτο
εμιράτων	noun	γενική πληθυντικού του εμιράτο
εμμέλεια	noun	αρμονία, αρμονικότητα, μελωδικότητα, μουσικότητα
εμμέλειας	noun	γενική ενικού του εμμέλεια
εμμέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμέλεια
εμμένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμμένω
εμμένω	verb|formal	υποστηρίζω επίμονα, σταθερά και ανυποχώρητα τις θέσεις και απόψεις μου
εμμέσως	adv|formal	έμμεσα
εμμέτρωπας	noun	αυτός του οποίου η όραση είναι κανονική και μπορεί να δει χωρίς τη βοήθεια γυαλιών ή φακών επαφής
εμμέτρως	adv|dated	έμμετρα
εμμήνου	=	έμμηνος
εμμήνους	=	έμμηνος
εμμήνων	=	έμμηνος
εμμίσθως	adv	με οικονομικό αντίτιμο
εμμανές	=	εμμανής
εμμανή	=	εμμανής
εμμανής	adj|formal	που έχει μανία με κάτι ή κάποιον
εμμανείς	=	εμμανής
εμμανούς	=	εμμανής
εμμανών	=	εμμανής
εμμανώς	adv	με τον τρόπο του εμμανούς
εμμείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμμένω
εμμελές	=	εμμελής
εμμελή	=	εμμελής
εμμελής	adj	που είναι σύμφωνος με τους νόμους του μέλους
εμμελείς	=	εμμελής
εμμελειών	noun	γενική πληθυντικού του εμμέλεια
εμμελούς	=	εμμελής
εμμελών	=	εμμελής
εμμελώς	adv	με εμμέλεια
εμμεσότητα	noun|formal	η ιδιότητα λόγου ή πράξης που δεν εκδηλώνεται ευθέως, αλλά έμμεσα, μέσω υπαινιγμών, μεσολάβησης ή πλαγίου τρόπου έκφρασης
εμμετρωπία	noun	φυσιολογική κατάσταση του ματιού, κατά την οποία δεν υπάρχει καμία διαθλαστική ανωμαλία και έτσι δεν απαιτείται κάποια χρήση γυαλιών ή φακών επαφής
εμμετρωπίας	=	εμμετρωπία
εμμετρωπίες	=	εμμετρωπία
εμμετρωπιών	=	εμμετρωπία
εμμηναγωγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηναγωγό
εμμηναγωγέ	adj	κλητική ενικού του εμμηναγωγός
εμμηναγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμμηναγωγός
εμμηναγωγού	adj	γενική ενικού του εμμηναγωγός
εμμηναγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμμηναγωγός
εμμηναγωγό	adj	αιτιατική ενικού του εμμηναγωγός	noun	η φαρμακευτική ουσία που έχει τη δυνατότητα, χωρίς να έχει προηγηθεί ωορρηξία, να προκαλέσει αιμορραγία, όταν δεν έχει έμφανιστεί κανονική έμμηνη ρύση, ή (γενικότερα) διευκολύνει την εμμηνόρροια
εμμηναγωγών	adj	γενική πληθυντικού του εμμηναγωγός
εμμηναρχές	=	εμμηναρχή
εμμηναρχή	noun	η πρώτη εμφάνιση εμμήνου ρύσεως σε θήλυ άτομο, η οποία σηματοδοτεί την έναρξη της αναπαραγωγικής λειτουργίας κατά την εφηβεία
εμμηναρχής	=	εμμηναρχή
εμμηναρχών	=	εμμηναρχή
εμμηνοληξία	noun	εμμηνόπαυση
εμμηνοληξίας	=	εμμηνοληξία
εμμηνοληξίες	=	εμμηνοληξία
εμμηνοληξιών	=	εμμηνοληξία
εμμηνοπαυσία	noun	άλλη μορφή του εμμηνόπαυση
εμμηνοπαυσίας	noun	γενική ενικού του εμμηνοπαυσία
εμμηνοπαυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνοπαυσία
εμμηνοπαυσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνοπαυσιακό
εμμηνοπαυσιακέ	adj	κλητική ενικού του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνοπαυσιακή
εμμηνοπαυσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιακής	adj	γενική ενικού του εμμηνοπαυσιακή
εμμηνοπαυσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιακού	adj	γενική ενικού του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιακό	adj	αιτιατική ενικού του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιακός	adj	ο σχετικός με την εμμηνόπαυση
εμμηνοπαυσιακών	adj	γενική πληθυντικού του εμμηνοπαυσιακός
εμμηνοπαυσιών	noun	γενική πληθυντικού του εμμηνοπαυσία
εμμηνοπαύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνόπαυση
εμμηνοπαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμμηνόπαυση
εμμηνοπαύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμμηνόπαυση
εμμηνορραγία	noun	η αυξημένη παθολογική εμμηνορρυσία
εμμηνορραγίας	noun	γενική ενικού του εμμηνορραγία
εμμηνορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνορραγία
εμμηνορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του εμμηνορραγία
εμμηνορροιών	=	εμμηνόρροια
εμμηνορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εμμηνορροϊκός	adv	με εμμηνορροϊκό τρόπο
εμμηνορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του εμμηνορροϊκός
εμμηνορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνορροϊκή
εμμηνορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμμηνορροϊκός
εμμηνορροϊκής	adj	γενική ενικού του εμμηνορροϊκή
εμμηνορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμμηνορροϊκός
εμμηνορροϊκού	adj	γενική ενικού του εμμηνορροϊκός
εμμηνορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμμηνορροϊκός
εμμηνορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του εμμηνορροϊκός
εμμηνορροϊκός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην εμμηνόρροια
εμμηνορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του εμμηνορροϊκός
εμμηνορρυσίας	noun	γενική ενικού του εμμηνορρυσία
εμμηνορρυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμηνορρυσία
εμμηνορρυσιακά	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακέ	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακές	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακή	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακής	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακοί	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακού	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακούς	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακό	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιακός	adj	άλλη μορφή του εμμηνορροϊκός
εμμηνορρυσιακών	=	εμμηνορρυσιακός
εμμηνορρυσιών	noun	γενική πληθυντικού του εμμηνορρυσία
εμμηνοστασία	noun	η διακοπή της εμμηνορρυσίας, όχι απόλυτα οριστική.
εμμηνοστασίας	=	εμμηνοστασία
εμμηνοστασίες	=	εμμηνοστασία
εμμηνοστασιών	=	εμμηνοστασία
εμμηνόπαυση	noun	η οριστική παύση της εμμηνορρυσίας και κατ' επέκταση αρχή στειρότητας
εμμηνόπαυσης	noun	γενική ενικού του εμμηνόπαυση
εμμηνόρροια	noun	η μηνιαία εκροή αίματος και βλεννογόνου ιστού από τη μήτρα και τον κόλπο των θηλυκών θηλαστικών, η οποία οφείλεται στην πτώση μη γονιμοποιημένου ωαρίου
εμμηνόρροιας	=	εμμηνόρροια
εμμηνόρροιες	=	εμμηνόρροια
εμμονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμονή
εμμονή	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμμένω, η προσήλωση σε κάτι σε βαθμό υπερβολικό
εμμονής	=	εμμονή
εμμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εμμονικός	adv	με εμμονικό τρόπο
εμμονικέ	adj	κλητική ενικού του εμμονικός
εμμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμονική
εμμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμμονικός
εμμονικής	adj	γενική ενικού του εμμονική
εμμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμμονικός
εμμονικού	adj	γενική ενικού του εμμονικός
εμμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμμονικός
εμμονικό	adj	αιτιατική ενικού του εμμονικός
εμμονικός	adj	που έχει εμμονές ή που επιμένει σε κάτι
εμμονικών	adj	γενική πληθυντικού του εμμονικός
εμμονοκρατία	noun	φιλοσοφική θεώρηση κατά την οποία το αποτέλεσμα ενυπάρχει στην αιτία που το προκάλεσε και το αντίθετο
εμμονοκρατίας	noun	γενική ενικού του εμμονοκρατία
εμμονοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμμονοκρατία
εμμονοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του εμμονοκρατία
εμμονών	=	εμμονή
εμοδε	abbrev	μονάδα του ελληνικού Πυροσβεστικού Σώματος με στελέχη που έχουν ειδική εκπαίδευση, η οποία δρα σε επιχειρήσεις κατά την αντιμετώπιση δασικών πυρκαγιών
εμορφάδα	noun	η ομορφιά
εμορφάδας	=	εμορφάδα
εμορφάδες	=	εμορφάδα
εμορφάδων	=	εμορφάδα
εμορφιά	noun|literary	άλλη μορφή του ομορφιά
εμορφιάς	noun	γενική ενικού του εμορφιά
εμορφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμορφιά
εμορφιών	=	εμορφιά
εμουλσιόν	noun	μείγμα δύο μη αναμίξιμων υγρών, στο οποίο το ένα διασπείρεται σε πολύ μικρά σταγονίδια μέσα στο άλλο, δημιουργώντας ομοιόμορφη, συνήθως γαλακτώδη όψη
εμού	noun	μεγάλο πουλί, ανίκανο να πετάξει, ιθαγενές στην Αυστραλία (Dromaius novaehollandiae) της οικογένειας: Δρομεΐδες και της τάξης: Καζουαριόμορφα	pron|formal	γενική ενικού του εγώ
εμπ	abbrev	το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
εμπάθεια	noun	έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, πάθος εναντίον κάποιου
εμπάθειας	noun	γενική ενικού του εμπάθεια
εμπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπάθεια
εμπάργκο	noun|dated	η απαγόρευση, από μια κυβέρνηση, του απόπλου ή κατάπλου ξένων πλοίων από την επικράτεια του κράτους
εμπέδηση	noun	θεμελιώδες μέγεθος στον τομέα της ηλεκτρολογίας και της ηλεκτρονικής, το οποίο περιγράφει την αντίσταση που παρουσιάζει ένα κύκλωμα ή ένα στοιχείο σε ένα εναλλασσόμενο ρεύμα (AC).
εμπέδησης	noun	γενική ενικού του εμπέδηση
εμπέδωσα	=	εμπεδώνω
εμπέδωση	noun	το αποτέλεσμα του ρήματος εμπεδώνω
εμπέδωσης	noun	γενική ενικού του εμπέδωση
εμπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
εμπέτασμα	noun|formal	η ταπετσαρία
εμπήγω	verb	άλλη μορφή του μπήγω
εμπίεστα	=	εμπίεστος
εμπίεστε	=	εμπίεστος
εμπίεστες	=	εμπίεστος
εμπίεστη	=	εμπίεστος
εμπίεστης	=	εμπίεστος
εμπίεστο	=	εμπίεστος
εμπίεστοι	=	εμπίεστος
εμπίεστος	adj	που είναι αποτέλεσμα πίεσης
εμπίεστου	=	εμπίεστος
εμπίεστους	=	εμπίεστος
εμπίεστων	=	εμπίεστος
εμπίπτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμπίπτω
εμπίπτω	verb|formal	περιλαμβάνομαι
εμπαίζαμε	=	εμπαίζω
εμπαίζαν	=	εμπαίζω
εμπαίζανε	=	εμπαίζω
εμπαίζατε	=	εμπαίζω
εμπαίζει	=	εμπαίζω
εμπαίζεις	=	εμπαίζω
εμπαίζεσαι	=	εμπαίζω
εμπαίζεστε	=	εμπαίζω
εμπαίζεται	=	εμπαίζω
εμπαίζετε	=	εμπαίζω
εμπαίζομαι	=	εμπαίζω
εμπαίζομε	=	εμπαίζω
εμπαίζονται	=	εμπαίζω
εμπαίζονταν	=	εμπαίζω
εμπαίζοντας	=	εμπαίζω
εμπαίζουμε	=	εμπαίζω
εμπαίζουν	=	εμπαίζω
εμπαίζουνε	=	εμπαίζω
εμπαίζω	verb	συμπεριφέρομαι προσβλητικά ή περιφρονητικά σε κάποιον, με αστεϊσμούς σε βάρος του
εμπαίκτες	=	εμπαίκτης
εμπαίκτη	=	εμπαίκτης
εμπαίκτης	noun|formal	αυτός που αρέσκεται να εμπαίζει τους άλλους
εμπαίκτρια	noun	αυτή που αρέσκεται να εμπαίζει τους άλλους
εμπαίκτριας	=	εμπαίκτρια
εμπαίκτριες	=	εμπαίκτρια
εμπαίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξαν	=	εμπαίζω
εμπαίξανε	=	εμπαίζω
εμπαίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξομε	=	εμπαίζω
εμπαίξου	=	εμπαίζω
εμπαίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίξουνε	=	εμπαίζω
εμπαίξτε	=	εμπαίζω
εμπαίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
εμπαίχθηκα	=	εμπαίζω
εμπαίχθηκαν	=	εμπαίζω
εμπαίχθηκε	=	εμπαίζω
εμπαίχθηκες	=	εμπαίζω
εμπαίχτηκα	=	εμπαίζω
εμπαίχτηκαν	=	εμπαίζω
εμπαίχτηκε	=	εμπαίζω
εμπαίχτηκες	=	εμπαίζω
εμπαθές	=	εμπαθής
εμπαθή	=	εμπαθής
εμπαθής	adj	που έχει έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, εναντίον κάποιου
εμπαθείς	=	εμπαθής
εμπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του εμπάθεια
εμπαθούς	=	εμπαθής
εμπαθών	=	εμπαθής
εμπαθώς	adv	με έντονη εχθρότητα, με αρνητικά συναισθήματα
εμπαιγμέ	noun	κλητική ενικού του εμπαιγμός
εμπαιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπαιγμένο
εμπαιγμένε	verb	κλητική ενικού του εμπαιγμένος
εμπαιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπαιγμένη
εμπαιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπαιγμένος
εμπαιγμένης	verb	γενική ενικού του εμπαιγμένη
εμπαιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμπαιγμένος
εμπαιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπαιγμένος
εμπαιγμένος	verb	που τον έχουν εμπαίξει
εμπαιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπαιγμένος
εμπαιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπαιγμένος
εμπαιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπαιγμένος
εμπαιγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπαιγμός
εμπαιγμού	noun	γενική ενικού του εμπαιγμός
εμπαιγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπαιγμός
εμπαιγμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπαιγμός
εμπαιγμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπαίζω
εμπαιγμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπαιγμός
εμπαιζόμασταν	=	εμπαίζω
εμπαιζόμαστε	=	εμπαίζω
εμπαιζόμουν	=	εμπαίζω
εμπαιζόμουνα	=	εμπαίζω
εμπαιζόντουσαν	=	εμπαίζω
εμπαιζόσασταν	=	εμπαίζω
εμπαιζόσαστε	=	εμπαίζω
εμπαιζόσουν	=	εμπαίζω
εμπαιζόσουνα	=	εμπαίζω
εμπαιζόταν	=	εμπαίζω
εμπαιζότανε	=	εμπαίζω
εμπαικτικά	adv	με εμπαικτικό τρόπο
εμπαικτικέ	adj	κλητική ενικού του εμπαικτικός
εμπαικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπαικτική
εμπαικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπαικτικός
εμπαικτικής	adj	γενική ενικού του εμπαικτική
εμπαικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπαικτικός
εμπαικτικού	adj	γενική ενικού του εμπαικτικός
εμπαικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπαικτικός
εμπαικτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπαικτικός
εμπαικτικός	adj	που συμβάλλει στον εμπαιγμό
εμπαικτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπαικτικός
εμπαικτικώς	adv|formal	εμπαικτικά, περιπαιχτικά
εμπαικτριών	=	εμπαίκτρια
εμπαικτών	=	εμπαίκτης
εμπαιχθήκαμε	=	εμπαίζω
εμπαιχθήκαν	=	εμπαίζω
εμπαιχθήκανε	=	εμπαίζω
εμπαιχθήκατε	=	εμπαίζω
εμπαιχθεί	=	εμπαίζω
εμπαιχθείς	=	εμπαίζω
εμπαιχθείτε	=	εμπαίζω
εμπαιχθούμε	=	εμπαίζω
εμπαιχθούν	=	εμπαίζω
εμπαιχθούνε	=	εμπαίζω
εμπαιχθώ	=	εμπαίζω
εμπαιχτήκαμε	=	εμπαίζω
εμπαιχτήκαν	=	εμπαίζω
εμπαιχτήκανε	=	εμπαίζω
εμπαιχτήκατε	=	εμπαίζω
εμπαιχτεί	=	εμπαίζω
εμπαιχτείς	=	εμπαίζω
εμπαιχτείτε	=	εμπαίζω
εμπαιχτούμε	=	εμπαίζω
εμπαιχτούν	=	εμπαίζω
εμπαιχτούνε	=	εμπαίζω
εμπαιχτώ	=	εμπαίζω
εμπασιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του μπασιά
εμπασιάς	=	εμπασιά
εμπασιές	=	εμπασιά
εμπασιών	=	εμπασιά
εμπατίκια	=	εμβατίκια
εμπεδήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπέδηση
εμπεδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμπέδηση
εμπεδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμπέδηση
εμπεδωτικά	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικέ	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικές	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτική	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικής	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικοί	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικού	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικούς	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικό	=	εμπεδωτικός
εμπεδωτικός	adj	που έχει σχέση με την εμπέδωση, αναφέρεται ή συντελεί σʼ αυτή
εμπεδωτικών	=	εμπεδωτικός
εμπεδώνομαι	=	εμπεδώνω
εμπεδώνω	verb	εδραιώνω στο νου μου μια αποκτηθείσα γνώση
εμπεδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπέδωση
εμπεδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμπέδωση
εμπεδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμπέδωση
εμπειρία	noun	η γνώση που αποκτιέται μέσα από βιώματα
εμπειρίας	noun	γενική ενικού του εμπειρία
εμπειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειρία
εμπειρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειρικό	adv	με εμπειρικό τρόπο, πρακτικά, όχι θεωρητικά
εμπειρικέ	adj	κλητική ενικού του εμπειρικός
εμπειρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειρική
εμπειρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπειρικός
εμπειρικής	adj	γενική ενικού του εμπειρική
εμπειρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπειρικός
εμπειρικού	adj	γενική ενικού του εμπειρικός
εμπειρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπειρικός
εμπειρικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπειρικός
εμπειρικός	adj	που προκύπτει από την εμπειρία
εμπειρικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπειρικός
εμπειριοκρατία	noun	άλλη μορφή του εμπειρισμός
εμπειριοκρατίας	=	εμπειριοκρατία
εμπειριοκρατίες	=	εμπειριοκρατία
εμπειριοκρατικά	adv	με εμπειριοκρατικό τρόπο
εμπειριοκρατικέ	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικές	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατική	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικής	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικοί	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικού	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικούς	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικό	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την εμπειριοκρατία / τον εμπειρισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά
εμπειριοκρατικών	=	εμπειριοκρατικός
εμπειριοκρατιών	=	εμπειριοκρατία
εμπειριοκριτικισμέ	noun	κλητική ενικού του εμπειριοκριτικισμός
εμπειριοκριτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπειριοκριτικισμός
εμπειριοκριτικισμού	noun	γενική ενικού του εμπειριοκριτικισμός
εμπειριοκριτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπειριοκριτικισμός
εμπειριοκριτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπειριοκριτικισμός
εμπειριοκριτικισμός	noun	θεωρία που πρεσβεύει ότι οι αισθήσεις και η εμπειρία οδηγούν στην αλήθεια, ενώ οι σκέψη και η μεταφυσική αντίληψη την αλλοιώνουν
εμπειριοκριτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπειριοκριτικισμός
εμπειρισμέ	noun	κλητική ενικού του εμπειρισμός
εμπειρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπειρισμός
εμπειρισμού	noun	γενική ενικού του εμπειρισμός
εμπειρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπειρισμός
εμπειρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπειρισμός
εμπειρισμός	noun	θεωρία κατά την οποία η γνώση αποκτάται μέσα από τις πέντε αισθήσεις, ότι βασίζεται δηλαδή στην εμπειρία
εμπειρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπειρισμός
εμπειριστές	=	εμπειριστής
εμπειριστή	=	εμπειριστής
εμπειριστής	noun	υποστηρικτής του εμπειρισμού
εμπειριστών	=	εμπειριστής
εμπειριών	noun	γενική πληθυντικού του εμπειρία
εμπειρογνωμοσυνών	=	εμπειρογνωμοσύνη
εμπειρογνωμοσύνες	=	εμπειρογνωμοσύνη
εμπειρογνωμοσύνη	noun	η πραγματογνωμοσύνη
εμπειρογνωμοσύνης	=	εμπειρογνωμοσύνη
εμπειρογνωμόνων	=	εμπειρογνώμων
εμπειρογνώμον	=	εμπειρογνώμων
εμπειρογνώμονα	=	εμπειρογνώμων
εμπειρογνώμονας	noun	ειδικός σε έναν τομέα· που έχει εμπειρία και βαθιά γνώση και καλείται να γνωμοδοτήσει σε θέματα της ειδικότητάς του
εμπειρογνώμονες	=	εμπειρογνώμων
εμπειρογνώμονος	=	εμπειρογνώμων
εμπειρογνώμων	noun|formal	άλλη μορφή του εμπειρογνώμονας
εμπειροπόλεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειροπόλεμο
εμπειροπόλεμε	adj	κλητική ενικού του εμπειροπόλεμος
εμπειροπόλεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειροπόλεμη
εμπειροπόλεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπειροπόλεμος
εμπειροπόλεμης	adj	γενική ενικού του εμπειροπόλεμη
εμπειροπόλεμο	adj	αιτιατική ενικού του εμπειροπόλεμος
εμπειροπόλεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπειροπόλεμος
εμπειροπόλεμος	adj	που έχει μεγάλη εμπειρία στον πόλεμο, στις μάχες
εμπειροπόλεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπειροπόλεμος
εμπειροπόλεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπειροπόλεμος
εμπειροπόλεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπειροπόλεμος
εμπειροτέχνες	=	εμπειροτέχνης
εμπειροτέχνη	=	εμπειροτέχνης
εμπειροτέχνης	noun	ο τεχνίτης που είναι εμπειρικός
εμπειροτεχνία	noun	το να είναι κάποιος εμπειροτέχνης, η ιδιότητα ή η ικανότητα του εμπειροτέχνη
εμπειροτεχνίας	noun	γενική ενικού του εμπειροτεχνία
εμπειροτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπειροτεχνία
εμπειροτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του εμπειροτεχνία
εμπειροτεχνών	=	εμπειροτέχνης
εμπερίκλειε	=	εμπερικλείω
εμπερίκλεισε	=	εμπερικλείω
εμπερίστατα	=	εμπερίστατος
εμπερίστατε	=	εμπερίστατος
εμπερίστατες	=	εμπερίστατος
εμπερίστατη	=	εμπερίστατος
εμπερίστατης	=	εμπερίστατος
εμπερίστατο	=	εμπερίστατος
εμπερίστατοι	=	εμπερίστατος
εμπερίστατος	adj	εμπεριστατωμένος, προσεγμένος
εμπερίστατου	=	εμπερίστατος
εμπερίστατους	=	εμπερίστατος
εμπερίστατων	=	εμπερίστατος
εμπεριέκλεια	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλειαν	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλειε	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλειες	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλεισα	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλεισαν	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλεισε	=	εμπερικλείω
εμπεριέκλεισες	=	εμπερικλείω
εμπεριέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμπεριέχω
εμπεριέχομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμπεριέχω
εμπεριέχω	verb	έχω κάτι μέσα μου
εμπερικλείαμε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείαν	=	εμπερικλείω
εμπερικλείανε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείατε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμπερικλείω
εμπερικλείεις	=	εμπερικλείω
εμπερικλείεσαι	=	εμπερικλείω
εμπερικλείεστε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείεται	=	εμπερικλείω
εμπερικλείετε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείομαι	=	εμπερικλείω
εμπερικλείομε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείονται	=	εμπερικλείω
εμπερικλείονταν	=	εμπερικλείω
εμπερικλείοντας	=	εμπερικλείω
εμπερικλείουμε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείουν	=	εμπερικλείω
εμπερικλείουνε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσαμε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσαν	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσανε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσατε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσει	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσεις	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσετε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσομε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσουμε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσουν	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσουνε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείστε	=	εμπερικλείω
εμπερικλείστηκα	=	εμπερικλείω
εμπερικλείσω	=	εμπερικλείω
εμπερικλείω	verb	περικλείω μέσα μου· εμπεριέχω
εμπερικλειόμασταν	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόμαστε	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόμουν	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόμουνα	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόντουσαν	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόσασταν	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόσαστε	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόσουν	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόσουνα	=	εμπερικλείω
εμπερικλειόταν	=	εμπερικλείω
εμπερικλειότανε	=	εμπερικλείω
εμπεριστατωμένα	adv	λεπτομερειακά, με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια
εμπεριστατωμένε	verb	κλητική ενικού του εμπεριστατωμένος
εμπεριστατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπεριστατωμένη
εμπεριστατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπεριστατωμένος
εμπεριστατωμένης	verb	γενική ενικού του εμπεριστατωμένη
εμπεριστατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμπεριστατωμένος
εμπεριστατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπεριστατωμένος
εμπεριστατωμένος	verb	που εξετάστηκε ή έγινε με μεγάλη προσοχή και επισταμένως
εμπεριστατωμένου	verb	γενική ενικού του εμπεριστατωμένος
εμπεριστατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπεριστατωμένος
εμπεριστατωμένων	verb	γενική πληθυντικού του εμπεριστατωμένος
εμπετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπέτασμα
εμπετάσματος	noun	γενική ενικού του εμπέτασμα
εμπετασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμπέτασμα
εμπηκτικά	=	εμπηκτικός
εμπηκτικέ	=	εμπηκτικός
εμπηκτικές	=	εμπηκτικός
εμπηκτική	=	εμπηκτικός
εμπηκτικής	=	εμπηκτικός
εμπηκτικοί	=	εμπηκτικός
εμπηκτικού	=	εμπηκτικός
εμπηκτικούς	=	εμπηκτικός
εμπηκτικό	=	εμπηκτικός
εμπηκτικός	adj|formal	που μπήγεται
εμπηκτικών	=	εμπηκτικός
εμπιστευθήκαμε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθήκαν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθήκανε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθήκατε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθεί	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθείς	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθείτε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθούμε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθούν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθούνε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευθώ	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτήκαν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευτήκανε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπιστευτικό	adv	με την προϋπόθεση ότι κάτι θα μείνει μυστικό
εμπιστευτικέ	adj	κλητική ενικού του εμπιστευτικός
εμπιστευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπιστευτική
εμπιστευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπιστευτικός
εμπιστευτικής	adj	γενική ενικού του εμπιστευτική
εμπιστευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπιστευτικός
εμπιστευτικοτητών	=	εμπιστευτικότητα
εμπιστευτικού	adj	γενική ενικού του εμπιστευτικός
εμπιστευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπιστευτικός
εμπιστευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπιστευτικός
εμπιστευτικός	adj	που στον εμπιστεύονται, ζητώντας σου να είσαι εχέμυθος
εμπιστευτικότητα	noun|formal	η διατήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα που έχουν δεδομένα ή στοιχεία
εμπιστευτικότητας	=	εμπιστευτικότητα
εμπιστευτικότητες	=	εμπιστευτικότητα
εμπιστευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπιστευτικός
εμπιστευτικώς	adv	εμπιστευτικά, με κάθε μυστικότητα και εχεμύθεια
εμπιστευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευτούνε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευόμασταν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόμαστε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπιστευόμενο
εμπιστευόμενε	verb	κλητική ενικού του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπιστευόμενη
εμπιστευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμενης	verb	γενική ενικού του εμπιστευόμενη
εμπιστευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπιστευόμενος
εμπιστευόμουν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόμουνα	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόντουσαν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόσασταν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόσαστε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόσουν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόσουνα	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευόταν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστευότανε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύεσαι	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύεστε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύεται	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύθηκα	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύθηκαν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύθηκε	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύθηκες	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύομαι	verb	έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον
εμπιστεύονται	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύονταν	=	εμπιστεύομαι
εμπιστεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπιστεύσιμο
εμπιστεύσιμε	adj	κλητική ενικού του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπιστεύσιμη
εμπιστεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύσιμης	adj	γενική ενικού του εμπιστεύσιμη
εμπιστεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύσιμος	adj	που είναι δυνατόν να τον εμπιστευτούμε
εμπιστεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπιστεύσιμος
εμπιστεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπιστεύομαι
εμπιστοσύνη	noun	το να πιστεύεις ότι κάποιος έχει ορισμένες ικανότητες, ιδιότητες ή αρετές και να μπορείς να στηριχτείς πάνω του
εμπιστοσύνης	noun	γενική ενικού του εμπιστοσύνη
εμπλάστρου	=	έμπλαστρο
εμπλάστρων	=	έμπλαστρο
εμπλέκαμε	=	εμπλέκω
εμπλέκαν	=	εμπλέκω
εμπλέκανε	=	εμπλέκω
εμπλέκατε	=	εμπλέκω
εμπλέκε	=	εμπλέκω
εμπλέκει	=	εμπλέκω
εμπλέκεις	=	εμπλέκω
εμπλέκεσαι	=	εμπλέκω
εμπλέκεστε	=	εμπλέκω
εμπλέκεται	=	εμπλέκω
εμπλέκετε	=	εμπλέκω
εμπλέκομαι	verb	συμμετέχω σε κάτι
εμπλέκομε	=	εμπλέκω
εμπλέκονται	=	εμπλέκω
εμπλέκονταν	=	εμπλέκω
εμπλέκοντας	=	εμπλέκω
εμπλέκουμε	=	εμπλέκω
εμπλέκουν	=	εμπλέκω
εμπλέκουνε	=	εμπλέκω
εμπλέκω	verb	προκαλώ την ενεργητική συμμετοχή κάποιου σε μια υπόθεση, διαδικασία κ.λπ.
εμπλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξαν	=	εμπλέκω
εμπλέξανε	=	εμπλέκω
εμπλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξε	=	εμπλέκω
εμπλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξομε	=	εμπλέκω
εμπλέξου	=	εμπλέκω
εμπλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέξουνε	=	εμπλέκω
εμπλέξτε	=	εμπλέκω
εμπλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
εμπλέχθηκες	=	εμπλέκω
εμπλέχτηκα	=	εμπλέκομαι
εμπλέχτηκαν	=	εμπλέκω
εμπλέχτηκε	=	εμπλέκω
εμπλακήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλακούνε	=	εμπλέκω
εμπλακώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
εμπλεγμένος	=	εμπλέκω
εμπλεκόμασταν	=	εμπλέκω
εμπλεκόμαστε	=	εμπλέκω
εμπλεκόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλεκόμενο
εμπλεκόμενε	verb	κλητική ενικού του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλεκόμενη
εμπλεκόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμενης	verb	γενική ενικού του εμπλεκόμενη
εμπλεκόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμενος	verb	που εμπλέκεται, που έχει συμμετοχή σε ένα έργο, διαδικασία κλπ	noun	εκείνος που εμπλέκεται, που έχει συμμετοχή σε ένα έργο, διαδικασία κλπ
εμπλεκόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπλεκόμενος
εμπλεκόμουν	=	εμπλέκω
εμπλεκόμουνα	=	εμπλέκω
εμπλεκόντουσαν	=	εμπλέκω
εμπλεκόσασταν	=	εμπλέκω
εμπλεκόσαστε	=	εμπλέκω
εμπλεκόσουν	=	εμπλέκω
εμπλεκόσουνα	=	εμπλέκω
εμπλεκόταν	=	εμπλέκω
εμπλεκότανε	=	εμπλέκω
εμπλοκές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλοκή
εμπλοκή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλέκω
εμπλοκής	=	εμπλοκή
εμπλοκών	=	εμπλοκή
εμπλουτίζαμε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζαν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζανε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζατε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του εμπλουτίζω
εμπλουτίζεις	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζεσαι	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζεστε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζεται	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζετε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζομαι	verb	αυξάνω την περιεκτικότητά μου σε κάτι, με φυσικό τρόπο, χωρίς εξωτερική επέμβαση
εμπλουτίζομε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζονται	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζονταν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζοντας	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζουμε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζουν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζουνε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζω	verb	αυξάνω την περιεκτικότητα σε κάτι
εμπλουτίζόμασταν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόμαστε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόμουν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόμουνα	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόντουσαν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόσασταν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόσαστε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόσουν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόσουνα	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζόταν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίζότανε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσαν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίσανε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσομε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίσου	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτίσουνε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίστε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίστηκα	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίστηκαν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίστηκε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίστηκες	=	εμπλουτίζω
εμπλουτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλουτισμέ	noun	κλητική ενικού του εμπλουτισμός
εμπλουτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτισμένο
εμπλουτισμένε	verb	κλητική ενικού του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτισμένη
εμπλουτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμένης	verb	γενική ενικού του εμπλουτισμένη
εμπλουτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμένος	=	εμπλουτίζω
εμπλουτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπλουτισμένος
εμπλουτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτισμός
εμπλουτισμού	noun	γενική ενικού του εμπλουτισμός
εμπλουτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπλουτισμός
εμπλουτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπλουτισμός
εμπλουτισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλουτίζω, η προσθήκη στοιχείων ώστε να αυξηθεί η ποσότητα ή η περιεκτικότητα ή η ποικιλία
εμπλουτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπλουτισμός
εμπλουτιστήκαμε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστήκαν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστήκανε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστήκατε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστεί	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστείς	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστείτε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτιστικό
εμπλουτιστικέ	adj	κλητική ενικού του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτιστική
εμπλουτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστικής	adj	γενική ενικού του εμπλουτιστική
εμπλουτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστικού	adj	γενική ενικού του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εμπλουτισμό, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτόν
εμπλουτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπλουτιστικός
εμπλουτιστούμε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστούν	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστούνε	=	εμπλουτίζω
εμπλουτιστώ	=	εμπλουτίζω
εμπλούτιζα	=	εμπλουτίζω
εμπλούτιζαν	=	εμπλουτίζω
εμπλούτιζε	=	εμπλουτίζω
εμπλούτιζες	=	εμπλουτίζω
εμπλούτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλούτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλούτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπλούτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλουτίζω
εμπνέαμε	=	εμπνέω
εμπνέαν	=	εμπνέω
εμπνέανε	=	εμπνέω
εμπνέατε	=	εμπνέω
εμπνέει	=	εμπνέω
εμπνέεις	=	εμπνέω
εμπνέεσαι	=	εμπνέομαι
εμπνέεστε	=	εμπνέομαι
εμπνέεται	=	εμπνέομαι
εμπνέετε	=	εμπνέω
εμπνέομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμπνέω
εμπνέομε	=	εμπνέω
εμπνέονται	=	εμπνέομαι
εμπνέονταν	=	εμπνέομαι
εμπνέοντας	=	εμπνέω
εμπνέου	=	εμπνέομαι
εμπνέουμε	=	εμπνέω
εμπνέουν	=	εμπνέω
εμπνέουνε	=	εμπνέω
εμπνέω	verb	δημιουργώ ή προκαλώ έμπνευση
εμπνευσθήκαμε	=	εμπνέω
εμπνευσθήκαν	=	εμπνέω
εμπνευσθήκανε	=	εμπνέω
εμπνευσθήκατε	=	εμπνέω
εμπνευσθεί	=	εμπνέω
εμπνευσθείς	=	εμπνέω
εμπνευσθείτε	=	εμπνέω
εμπνευσθούμε	=	εμπνέω
εμπνευσθούν	=	εμπνέω
εμπνευσθούνε	=	εμπνέω
εμπνευσθώ	=	εμπνέω
εμπνευσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπνευσμένο
εμπνευσμένε	verb	κλητική ενικού του εμπνευσμένος
εμπνευσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπνευσμένη
εμπνευσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπνευσμένος
εμπνευσμένης	verb	γενική ενικού του εμπνευσμένη
εμπνευσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμπνευσμένος
εμπνευσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπνευσμένος
εμπνευσμένος	verb	γεμάτος έμπνευση
εμπνευσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπνευσμένος
εμπνευσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπνευσμένος
εμπνευσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπνευσμένος
εμπνευστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπνευστής
εμπνευστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εμπνευστής
εμπνευστήκαμε	=	εμπνέομαι
εμπνευστήκαν	=	εμπνέομαι
εμπνευστήκανε	=	εμπνέομαι
εμπνευστήκατε	=	εμπνέομαι
εμπνευστής	noun	αυτός που εμπνέει
εμπνευστεί	=	εμπνέομαι
εμπνευστείς	=	εμπνέω
εμπνευστείτε	=	εμπνέομαι
εμπνευστούμε	=	εμπνέω
εμπνευστούν	=	εμπνέω
εμπνευστούνε	=	εμπνέω
εμπνευστριών	noun	γενική πληθυντικού του εμπνεύστρια
εμπνευστώ	=	εμπνέω
εμπνευστών	noun	γενική πληθυντικού του εμπνευστής
εμπνεόμασταν	=	εμπνέομαι
εμπνεόμαστε	=	εμπνέομαι
εμπνεόμενος	=	εμπνέω
εμπνεόμουν	=	εμπνέομαι
εμπνεόμουνα	=	εμπνέομαι
εμπνεόντουσαν	=	εμπνέομαι
εμπνεόσασταν	=	εμπνέομαι
εμπνεόσαστε	=	εμπνέομαι
εμπνεόσουν	=	εμπνέομαι
εμπνεόσουνα	=	εμπνέομαι
εμπνεόταν	=	εμπνέομαι
εμπνεότανε	=	εμπνέομαι
εμπνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύσαν	=	εμπνέω
εμπνεύσανε	=	εμπνέω
εμπνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπνέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμπνευση
εμπνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του έμπνευση
εμπνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του έμπνευση
εμπνεύσθηκα	=	εμπνέω
εμπνεύσθηκαν	=	εμπνέω
εμπνεύσθηκε	=	εμπνέω
εμπνεύσθηκες	=	εμπνέω
εμπνεύσομε	=	εμπνέω
εμπνεύσου	=	εμπνέομαι
εμπνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύσουνε	=	εμπνέω
εμπνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνεύστηκα	=	εμπνέομαι
εμπνεύστηκαν	=	εμπνέομαι
εμπνεύστηκε	=	εμπνέομαι
εμπνεύστηκες	=	εμπνέομαι
εμπνεύστρια	noun	θηλυκό του εμπνευστής
εμπνεύστριας	noun	γενική ενικού του εμπνεύστρια
εμπνεύστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπνεύστρια
εμπνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
εμπνοές	=	εμπνοή
εμπνοή	noun	ισχυρό φύσημα / πνοή ανέμου
εμπνοής	=	εμπνοή
εμπνοών	=	εμπνοή
εμποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμποιώ
εμποίησης	noun	γενική ενικού του εμποίηση
εμποδίζαμε	=	εμποδίζω
εμποδίζαν	=	εμποδίζω
εμποδίζανε	=	εμποδίζω
εμποδίζατε	=	εμποδίζω
εμποδίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμποδίζω
εμποδίζεις	=	εμποδίζω
εμποδίζεσαι	=	εμποδίζομαι
εμποδίζεστε	=	εμποδίζομαι
εμποδίζεται	=	εμποδίζομαι
εμποδίζετε	=	εμποδίζω
εμποδίζομαι	verb	με εμποδίζουν, κωλύομαι
εμποδίζομε	=	εμποδίζω
εμποδίζονται	=	εμποδίζομαι
εμποδίζονταν	=	εμποδίζομαι
εμποδίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμποδίζω
εμποδίζου	=	εμποδίζομαι
εμποδίζουμε	=	εμποδίζω
εμποδίζουν	=	εμποδίζω
εμποδίζουνε	=	εμποδίζω
εμποδίζω	verb	θέτω εμπόδια
εμποδίου	noun	γενική ενικού του εμπόδιο
εμποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσαν	=	εμποδίζω
εμποδίσανε	=	εμποδίζω
εμποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμπόδιση
εμποδίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμπόδιση
εμποδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόδισμα
εμποδίσματος	noun	γενική ενικού του εμπόδισμα
εμποδίσομε	=	εμποδίζω
εμποδίσου	=	εμποδίζομαι
εμποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίσουνε	=	εμποδίζω
εμποδίστε	=	εμποδίζω
εμποδίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδίστρια	noun	εμποδιστής
εμποδίστριας	noun	γενική ενικού του εμποδίστρια
εμποδίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποδίστρια
εμποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμποδίων	noun	γενική πληθυντικού του εμπόδιο
εμποδιζόμασταν	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόμαστε	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόμουν	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόμουνα	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόντουσαν	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόσασταν	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόσαστε	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόσουν	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόσουνα	=	εμποδίζομαι
εμποδιζόταν	=	εμποδίζομαι
εμποδιζότανε	=	εμποδίζομαι
εμποδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμπόδισμα
εμποδισμέ	noun	κλητική ενικού του εμποδισμός
εμποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποδισμένο
εμποδισμένε	verb	κλητική ενικού του εμποδισμένος
εμποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποδισμένη
εμποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμποδισμένος
εμποδισμένης	verb	γενική ενικού του εμποδισμένη
εμποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμποδισμένος
εμποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποδισμένος
εμποδισμένος	=	εμποδίζομαι
εμποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμποδισμένος
εμποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμποδισμένος
εμποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμποδισμένος
εμποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποδισμός
εμποδισμού	noun	γενική ενικού του εμποδισμός
εμποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμποδισμός
εμποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμποδισμός
εμποδισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμποδίζω
εμποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμποδισμός
εμποδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποδιστής
εμποδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εμποδιστής
εμποδιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστήκαν	=	εμποδίζομαι
εμποδιστήκανε	=	εμποδίζομαι
εμποδιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστής	noun	ο αθλητής που αγωνίζεται στο αγώνισμα δρόμου μετ’ εμποδίων
εμποδιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστούνε	=	εμποδίζω
εμποδιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εμποδίστρια
εμποδιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποδίζομαι
εμποδιστών	noun	γενική πληθυντικού του εμποδιστής
εμποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποίηση
εμποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμποίηση
εμποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμποίηση
εμποιώ	verb|formal	προκαλώ (συναίσθημα), προξενώ, εμβάλλω, επιφέρω
εμποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμποιώ
εμποράκο	noun	αιτιατική ενικού του εμποράκος
εμποράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποράκος
εμποράκος	noun	o έμπορος που διατηρεί ένα μικρό κατάστημα με περιορισμένες πωλήσεις
εμποράκου	noun	γενική ενικού του εμποράκος
εμποράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμποράκος
εμποράκων	noun	γενική πληθυντικού του εμποράκος
εμπορία	noun	άλλη μορφή του εμπόριο
εμπορίας	noun	γενική ενικού του εμπορία
εμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορία
εμπορίου	noun	γενική ενικού του εμπόριο
εμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του εμπόριο
εμπορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορείο
εμπορείο	noun	τόπος εμπορίου και εμπορικών συναλλαγών (ενίοτε σε λιμάνι)
εμπορείου	noun	γενική ενικού του εμπορείο
εμπορείων	noun	γενική πληθυντικού του εμπορείο
εμπορευάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευάμενο
εμπορευάμενε	verb	κλητική ενικού του εμπορευάμενος
εμπορευάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευάμενη
εμπορευάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπορευάμενος
εμπορευάμενης	verb	γενική ενικού του εμπορευάμενη
εμπορευάμενο	verb	αιτιατική ενικού του εμπορευάμενος
εμπορευάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπορευάμενος
εμπορευάμενος	verb|vulgar	που εμπορεύεται, που ασχολείται με το εμπόριο	noun|vulgar	ο έμπορος
εμπορευάμενου	verb	γενική ενικού του εμπορευάμενος
εμπορευάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπορευάμενος
εμπορευάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπορευάμενος
εμπορευθήκαμε	=	εμπορεύομαι
εμπορευθήκαν	=	εμπορεύομαι
εμπορευθήκανε	=	εμπορεύομαι
εμπορευθήκατε	=	εμπορεύομαι
εμπορευθεί	=	εμπορεύομαι
εμπορευθείς	=	εμπορεύομαι
εμπορευθείτε	=	εμπορεύομαι
εμπορευθούμε	=	εμπορεύομαι
εμπορευθούν	=	εμπορεύομαι
εμπορευθούνε	=	εμπορεύομαι
εμπορευθώ	=	εμπορεύομαι
εμπορευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμπόρευμα
εμπορευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευματικό
εμπορευματικέ	adj	κλητική ενικού του εμπορευματικός
εμπορευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευματική
εμπορευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπορευματικός
εμπορευματικής	adj	γενική ενικού του εμπορευματική
εμπορευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπορευματικός
εμπορευματικού	adj	γενική ενικού του εμπορευματικός
εμπορευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπορευματικός
εμπορευματικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπορευματικός
εμπορευματικός	adj	που έχει σχέση με εμπόρευμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
εμπορευματικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπορευματικός
εμπορευματογνωσία	noun	η ενδελεχής γνώση των εμπορευμάτων ή των προϊόντων, της διαθεσιμότητας, της τιμής τους κ.λπ.
εμπορευματογνωσίας	noun	γενική ενικού του εμπορευματογνωσία
εμπορευματογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευματογνωσία
εμπορευματογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του εμπορευματογνωσία
εμπορευματοκιβωτίου	noun	γενική ενικού του εμπορευματοκιβώτιο
εμπορευματοκιβωτίων	noun	γενική πληθυντικού του εμπορευματοκιβώτιο
εμπορευματοκιβωτιοφόρα	=	εμπορευματοκιβωτιοφόρο
εμπορευματοκιβωτιοφόρο	noun	όχημα ή πλοίο που μεταφέρει εμπορευματοκιβώτια
εμπορευματοκιβωτιοφόρου	=	εμπορευματοκιβωτιοφόρο
εμπορευματοκιβωτιοφόρων	=	εμπορευματοκιβωτιοφόρο
εμπορευματοκιβώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευματοκιβώτιο
εμπορευματοκιβώτιο	noun	μεταλλικό κιβώτιο τυποποιημένων διαστάσεων για τη μεταφορά εμπορευμάτων, κοντέινερ
εμπορευματοκιβώτιου	=	εμπορευματοκιβώτιο
εμπορευματοκιβώτιων	=	εμπορευματοκιβώτιο
εμπορευματολογία	noun	η εμπορευματογνωσία
εμπορευματολογίας	noun	γενική ενικού του εμπορευματολογία
εμπορευματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευματολογία
εμπορευματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εμπορευματολογία
εμπορευματοποίηση	noun	η μετατροπή ενός αγαθού σε εμπόρευμα, η τάση για προσπορισμό υλικού κέρδους από την εμπορική εκμετάλλευση υλικών και πνευματικών αγαθών και αξιών.
εμπορευματοποίησης	=	εμπορευματοποίηση
εμπορευματοποιήθηκα	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιήθηκαν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιήθηκε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιήθηκες	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιήσεις	=	εμπορευματοποίηση
εμπορευματοποιήσεων	=	εμπορευματοποίηση
εμπορευματοποιήσεως	=	εμπορευματοποίηση
εμπορευματοποιήσου	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιείσαι	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιείστε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιείται	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιηθήκαμε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιηθήκαν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιηθήκανε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιηθήκατε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιηθεί	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιηθείτε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιημένος	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούμαι	verb	με μετατρέπουν σε εμπόρευμα ενω είμαι αγαθό, ή πάντως ενώ δεν είμαι αντικείμενο προς εκμετάλλευση
εμπορευματοποιούμασταν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούμαστε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούμουν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούνται	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούνταν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούσασταν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούσαστε	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιούσουν	=	εμπορευματοποιούμαι
εμπορευματοποιώ	verb	μετατρέπω σε εμπόρευμα κάτι που από τη φύση του ή κοινωνικά θεωρείται είτε αγαθό είτε μη εμπορεύσιμο, δηλαδή που ο πολιτισμός δεν το αποδέχεται ως αποδεκτή πηγή κέρδους σε μεγάλη κλίμακα ή και απολύτως
εμπορευσιμοτήτων	=	εμπορευσιμότητα
εμπορευσιμότητα	noun|formal	η δυνατότητα ενός αγαθού, υπηρεσίας ή δικαιώματος να διατεθεί στην αγορά και να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγής με σχετική ευκολία και ζήτηση
εμπορευσιμότητας	=	εμπορευσιμότητα
εμπορευσιμότητες	=	εμπορευσιμότητα
εμπορευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτήκαν	=	εμπορεύομαι
εμπορευτήκανε	=	εμπορεύομαι
εμπορευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευτούνε	=	εμπορεύομαι
εμπορευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορευόμασταν	=	εμπορεύομαι
εμπορευόμαστε	=	εμπορεύομαι
εμπορευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευόμενο
εμπορευόμενε	verb	κλητική ενικού του εμπορευόμενος
εμπορευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορευόμενη
εμπορευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπορευόμενος
εμπορευόμενης	verb	γενική ενικού του εμπορευόμενη
εμπορευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εμπορευόμενος
εμπορευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπορευόμενος
εμπορευόμενος	verb	που εμπορεύεται, που ασχολείται με το εμπόριο	noun	ο έμπορος
εμπορευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπορευόμενος
εμπορευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμπορευόμενος
εμπορευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπορευόμενος
εμπορευόμουν	=	εμπορεύομαι
εμπορευόμουνα	=	εμπορεύομαι
εμπορευόντουσαν	=	εμπορεύομαι
εμπορευόσασταν	=	εμπορεύομαι
εμπορευόσαστε	=	εμπορεύομαι
εμπορευόσουν	=	εμπορεύομαι
εμπορευόσουνα	=	εμπορεύομαι
εμπορευόταν	=	εμπορεύομαι
εμπορευότανε	=	εμπορεύομαι
εμπορεύεσαι	=	εμπορεύομαι
εμπορεύεστε	=	εμπορεύομαι
εμπορεύεται	=	εμπορεύομαι
εμπορεύθηκα	=	εμπορεύομαι
εμπορεύθηκαν	=	εμπορεύομαι
εμπορεύθηκε	=	εμπορεύομαι
εμπορεύθηκες	=	εμπορεύομαι
εμπορεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόρευμα
εμπορεύματος	noun	γενική ενικού του εμπόρευμα
εμπορεύομαι	verb	αγοράζω και πουλώ κάτι, για να κερδίσω
εμπορεύονται	=	εμπορεύομαι
εμπορεύονταν	=	εμπορεύομαι
εμπορεύσιμα	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμε	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμες	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμη	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμης	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμο	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμοι	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμος	adj	που μπορεί κανείς να τον πουλήσει γιατί υπάρχει η δυνατότητα να πουληθεί
εμπορεύσιμου	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμους	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσιμων	=	εμπορεύσιμος
εμπορεύσου	=	εμπορεύομαι
εμπορεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπορεύομαι
εμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορικό
εμπορικάκι	noun	υποκοριστικό του εμπορικό
εμπορικάκια	=	εμπορικάκι
εμπορικέ	adj	κλητική ενικού του εμπορικός
εμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορική
εμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπορικός
εμπορικής	adj	γενική ενικού του εμπορική
εμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπορικός
εμπορικολογία	noun	η ειδίκευση του εμπορικολόγου
εμπορικολογίας	noun	γενική ενικού του εμπορικολογία
εμπορικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορικολογία
εμπορικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εμπορικολογία
εμπορικολόγε	=	εμπορικολόγος
εμπορικολόγο	=	εμπορικολόγος
εμπορικολόγοι	=	εμπορικολόγος
εμπορικολόγος	noun	δικηγόρος που ειδικεύεται στο εμπορικό δίκαιο
εμπορικολόγου	=	εμπορικολόγος
εμπορικολόγους	=	εμπορικολόγος
εμπορικολόγων	=	εμπορικολόγος
εμπορικοποίηση	noun	άλλη μορφή του εμπορευματοποίηση
εμπορικοποίησης	noun	γενική ενικού του εμπορικοποίηση
εμπορικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορικοποίηση
εμπορικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμπορικοποίηση
εμπορικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμπορικοποίηση
εμπορικοτήτων	=	εμπορικότητα
εμπορικού	adj	γενική ενικού του εμπορικός
εμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπορικός
εμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπορικός	noun	συντόμευση του εμπορικό κέντρο ή του «εμπορικό κατάστημα»
εμπορικός	adj	που είναι σχετικός με το εμπόριο ή τους εμπόρους
εμπορικότατα	=	εμπορικός
εμπορικότατε	=	εμπορικός
εμπορικότατες	=	εμπορικός
εμπορικότατη	=	εμπορικός
εμπορικότατης	=	εμπορικός
εμπορικότατο	=	εμπορικός
εμπορικότατοι	=	εμπορικός
εμπορικότατος	=	εμπορικός
εμπορικότατου	=	εμπορικός
εμπορικότατους	=	εμπορικός
εμπορικότατων	=	εμπορικός
εμπορικότερα	=	εμπορικός
εμπορικότερε	=	εμπορικός
εμπορικότερες	=	εμπορικός
εμπορικότερη	=	εμπορικός
εμπορικότερης	=	εμπορικός
εμπορικότερο	=	εμπορικός
εμπορικότεροι	=	εμπορικός
εμπορικότερος	=	εμπορικός
εμπορικότερου	=	εμπορικός
εμπορικότερους	=	εμπορικός
εμπορικότερων	=	εμπορικός
εμπορικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι εμπορικό(ς), η ιδιότητα του εμπορικού
εμπορικότητας	noun	γενική ενικού του εμπορικότητα
εμπορικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορικότητα
εμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπορικός
εμποριολογία	noun	Εμποριολογία ή Τεχνική των Συναλλαγών είναι το σύνολο ορισμένων εμπορικών κανόνων και ειδικών γνώσεων, επιστημονικών και πρακτικών, που αναφέρονται στον τρόπο διεξαγωγής των εμπορικών γενικά συναλλαγών.
εμποριολογίας	noun	γενική ενικού του εμποριολογία
εμποριολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποριολογία
εμποριολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εμποριολογία
εμπορισσών	noun	γενική πληθυντικού του εμπόρισσα
εμποροβιομηχανικά	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικέ	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικές	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανική	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικής	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικοί	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικού	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικούς	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικό	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροβιομηχανικός	adj	που έχει σχέση με εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες και επιχειρήσεις ή αναφέρεται σʼ αυτά
εμποροβιομηχανικών	=	εμποροβιομηχανικός
εμποροδίκες	=	εμποροδίκης
εμποροδίκη	=	εμποροδίκης
εμποροδίκης	noun	δικαστής σε εμποροδικείο
εμποροδικεία	=	εμποροδικείο
εμποροδικείο	noun	δικαστήριο το οποίο εκδικάζει εμπορικές διαφορές
εμποροδικείου	=	εμποροδικείο
εμποροδικείων	=	εμποροδικείο
εμποροδικών	=	εμποροδίκης
εμποροκαπετάνιε	=	εμποροκαπετάνιος
εμποροκαπετάνιο	=	εμποροκαπετάνιος
εμποροκαπετάνιοι	=	εμποροκαπετάνιος
εμποροκαπετάνιος	noun|dated	ο εμποροπλοίαρχος
εμποροκαπετάνιου	=	εμποροκαπετάνιος
εμποροκαπετάνιους	=	εμποροκαπετάνιος
εμποροκαπετάνιων	=	εμποροκαπετάνιος
εμποροκιβωτίου	=	εμποροκιβώτιο
εμποροκιβωτίων	=	εμποροκιβώτιο
εμποροκιβώτια	=	εμποροκιβώτιο
εμποροκιβώτιο	noun	μεγάλο κιβώτιο (κοντέινερ) με εμπορεύματα
εμποροκιβώτιου	=	εμποροκιβώτιο
εμποροκιβώτιων	=	εμποροκιβώτιο
εμποροκρατία	noun|dated	παλαιότερη οικονομική θεωρία και πρακτική που συνδέει τον πλούτο και την ευημερία με την ποσότητα χρήματος και την συγκέντρωση πολύτιμων μετάλλων κι ότι απαιτούνται κυβερνητικές ρυθμίσεις εθνικιστικού χαρακτήρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική ευημερία του κράτους
εμποροκρατίας	noun	γενική ενικού του εμποροκρατία
εμποροκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροκρατία
εμποροκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροκρατικό
εμποροκρατικέ	adj	κλητική ενικού του εμποροκρατικός
εμποροκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροκρατική
εμποροκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμποροκρατικός
εμποροκρατικής	adj	γενική ενικού του εμποροκρατική
εμποροκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποροκρατικός
εμποροκρατικού	adj	γενική ενικού του εμποροκρατικός
εμποροκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμποροκρατικός
εμποροκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του εμποροκρατικός
εμποροκρατικός	adj	που έχει σχέση με την εμποροκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
εμποροκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του εμποροκρατικός
εμποροκρατισμέ	noun	κλητική ενικού του εμποροκρατισμός
εμποροκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποροκρατισμός
εμποροκρατισμού	noun	γενική ενικού του εμποροκρατισμός
εμποροκρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμποροκρατισμός
εμποροκρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμποροκρατισμός
εμποροκρατισμός	noun|dated	άλλη μορφή του εμποροκρατία
εμποροκρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμποροκρατισμός
εμποροκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του εμποροκρατία
εμπορολογιστικά	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικέ	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικές	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστική	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικής	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικοί	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικού	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικούς	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικό	=	εμπορολογιστικός
εμπορολογιστικός	adj	που αφορά την καταγραφή, την παρακολούθηση και τη διαχείριση οικονομικών στοιχείων σχετικών με εμπορικές συναλλαγές ή επιχειρήσεις
εμπορολογιστικών	=	εμπορολογιστικός
εμπορομεσίτες	=	εμπορομεσίτης
εμπορομεσίτη	=	εμπορομεσίτης
εμπορομεσίτης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να είναι μεσίτης σε διάφορες εμπορικές δραστηριότητες ή συναλλαγές
εμπορομεσιτεία	noun	η δουλειά του εμπορομεσίτη
εμπορομεσιτείας	noun	γενική ενικού του εμπορομεσιτεία
εμπορομεσιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορομεσιτεία
εμπορομεσιτειών	noun	γενική πληθυντικού του εμπορομεσιτεία
εμπορομεσιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορομεσιτικό
εμπορομεσιτικέ	adj	κλητική ενικού του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορομεσιτική
εμπορομεσιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτικής	adj	γενική ενικού του εμπορομεσιτική
εμπορομεσιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτικού	adj	γενική ενικού του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτικός	adj	που έχει σχέση με τον εμπορομεσίτη ή την εμπορομεσιτεία ή αναφέρεται σ’ αυτά
εμπορομεσιτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπορομεσιτικός
εμπορομεσιτών	=	εμπορομεσίτης
εμποροπάζαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροπάζαρο
εμποροπάζαρο	noun	η εμποροπανήγυρη
εμποροπάζαρου	noun	γενική ενικού του εμποροπάζαρο
εμποροπάζαρων	noun	γενική πληθυντικού του εμποροπάζαρο
εμποροπανήγυρη	noun|formal	υπαίθριο παζάρι εμπορευμάτων ή προϊόντων, που διοργανώνεται για λίγες μέρες κάθε χρόνο, συνήθως με την ευκαιρία μιας θρησκευτικής εορτής
εμποροπανήγυρης	noun	γενική ενικού του εμποροπανήγυρη
εμποροπανήγυρις	=	εμποροπανήγυρη
εμποροπανηγύρεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροπανήγυρη
εμποροπανηγύρεων	noun	γενική πληθυντικού του εμποροπανήγυρη
εμποροπανηγύρεως	noun|formal	γενική ενικού του εμποροπανήγυρη
εμποροπλοίαρχε	noun	κλητική ενικού του εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοίαρχος	noun	πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού
εμποροπλοίαρχου	=	εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοίαρχους	=	εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοιάρχου	noun	γενική ενικού του εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμποροπλοίαρχος
εμποροπλοιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του εμποροπλοίαρχος
εμποροράπτες	=	εμποροράπτης
εμποροράπτη	=	εμποροράπτης
εμποροράπτης	noun	άλλη γραφή του ἐμπορορράπτης, ο εμποροράφτης
εμποροράφτες	=	εμποροράφτης
εμποροράφτη	=	εμποροράφτης
εμποροράφτηδες	=	εμποροράφτης
εμποροράφτηδων	=	εμποροράφτης
εμποροράφτης	noun	ο ράφτης ενδυμάτων που ο ίδιος πουλά στον πελάτη και το σχετικό ύφασμα ή ό,τι άλλο απαιτείται
εμποροραπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροραπτικό
εμποροραπτικέ	adj	κλητική ενικού του εμποροραπτικός
εμποροραπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροραπτική
εμποροραπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμποροραπτικός
εμποροραπτικής	adj	γενική ενικού του εμποροραπτική
εμποροραπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποροραπτικός
εμποροραπτικού	adj	γενική ενικού του εμποροραπτικός
εμποροραπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμποροραπτικός
εμποροραπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμποροραπτικός
εμποροραπτικός	adj	που έχει σχέση με εμποροράφτη ή εμποροραφείο ή αναφέρεται σ’ αυτά
εμποροραπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμποροραπτικός
εμποροραπτών	=	εμποροράπτης
εμποροραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροραφείο
εμποροραφείο	noun	το εργαστήριο και συνάμα κατάστημα ενός εμποροράφτη
εμποροραφείου	noun	γενική ενικού του εμποροραφείο
εμποροραφείων	noun	γενική πληθυντικού του εμποροραφείο
εμποροραφτάδες	=	εμποροράφτης
εμποροραφτάδων	=	εμποροράφτης
εμποροραφτών	=	εμποροράφτης
εμπορορράπτες	=	εμπορορράπτης
εμπορορράπτη	=	εμπορορράπτης
εμπορορράπτης	noun	άλλη γραφή του ἐμπορορράπτης (καθαρεύουσα)
εμπορορράφτες	=	εμπορορράφτης
εμπορορράφτη	=	εμπορορράφτης
εμπορορράφτης	noun	άλλη γραφή του εμποροράφτης
εμπορορραπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορορραπτικό
εμπορορραπτικέ	adj	κλητική ενικού του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπορορραπτική
εμπορορραπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτικής	adj	γενική ενικού του εμπορορραπτική
εμπορορραπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτικού	adj	γενική ενικού του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτικός	adj	άλλη μορφή του εμποροραπτικός
εμπορορραπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπορορραπτικός
εμπορορραπτών	=	εμπορορράπτης
εμπορορραφτών	=	εμπορορράφτης
εμποροϋπάλληλε	noun	κλητική ενικού του εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπάλληλο	noun	αιτιατική ενικού του εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπάλληλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπάλληλος	noun	ο υπάλληλος εμπορικού καταστήματος
εμποροϋπάλληλου	=	εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπάλληλους	=	εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπαλλήλου	=	εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπαλλήλους	=	εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπαλλήλων	=	εμποροϋπάλληλος
εμποροϋπαλληλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροϋπαλληλικό
εμποροϋπαλληλικέ	adj	κλητική ενικού του εμποροϋπαλληλικός
εμποροϋπαλληλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμποροϋπαλληλική
εμποροϋπαλληλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμποροϋπαλληλικός
εμποροϋπαλληλικής	adj	γενική ενικού του εμποροϋπαλληλική
εμποροϋπαλληλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποροϋπαλληλικός
εμποροϋπαλληλικού	adj	γενική ενικού του εμποροϋπαλληλικός
εμποροϋπαλληλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμποροϋπαλληλικός
εμποροϋπαλληλικό	adj	αιτιατική ενικού του εμποροϋπαλληλικός
εμποροϋπαλληλικός	adj	ο σχετικός με εμποροϋπάλληλο
εμποροϋπαλληλικών	adj	γενική πληθυντικού του εμποροϋπαλληλικός
εμπορροράπτες	=	εμπορροράπτης
εμπορροράπτη	=	εμπορροράπτης
εμπορροράπτης	noun	άλλη γραφή του ἐμπορορράπτης (καθαρεύουσα)
εμπορροραπτών	=	εμπορροράπτης
εμποτίζαμε	=	εμποτίζω
εμποτίζαν	=	εμποτίζω
εμποτίζανε	=	εμποτίζω
εμποτίζατε	=	εμποτίζω
εμποτίζει	=	εμποτίζω
εμποτίζεις	=	εμποτίζω
εμποτίζεσαι	=	εμποτίζω
εμποτίζεστε	=	εμποτίζω
εμποτίζεται	=	εμποτίζω
εμποτίζετε	=	εμποτίζω
εμποτίζομαι	=	εμποτίζω
εμποτίζονται	=	εμποτίζω
εμποτίζονταν	=	εμποτίζω
εμποτίζοντας	=	εμποτίζω
εμποτίζουμε	=	εμποτίζω
εμποτίζουν	=	εμποτίζω
εμποτίζουνε	=	εμποτίζω
εμποτίζω	verb	μουσκεύω κάτι ως το εσωτερικό του
εμποτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίσαν	=	εμποτίζω
εμποτίσανε	=	εμποτίζω
εμποτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμπότιση
εμποτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμπότιση
εμποτίσθηκα	=	εμποτίζω
εμποτίσου	=	εμποτίζω
εμποτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτίστε	=	εμποτίζω
εμποτίστηκα	=	εμποτίζω
εμποτίστηκαν	=	εμποτίζω
εμποτίστηκε	=	εμποτίζω
εμποτίστηκες	=	εμποτίζω
εμποτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμποτιζόμασταν	=	εμποτίζω
εμποτιζόμαστε	=	εμποτίζω
εμποτιζόμουν	=	εμποτίζω
εμποτιζόμουνα	=	εμποτίζω
εμποτιζόντουσαν	=	εμποτίζω
εμποτιζόσασταν	=	εμποτίζω
εμποτιζόσαστε	=	εμποτίζω
εμποτιζόσουν	=	εμποτίζω
εμποτιζόσουνα	=	εμποτίζω
εμποτιζόταν	=	εμποτίζω
εμποτιζότανε	=	εμποτίζω
εμποτισμέ	noun	κλητική ενικού του εμποτισμός
εμποτισμένα	=	εμποτισμένος
εμποτισμένε	=	εμποτισμένος
εμποτισμένες	=	εμποτισμένος
εμποτισμένη	=	εμποτισμένος
εμποτισμένης	=	εμποτισμένος
εμποτισμένο	=	εμποτισμένος
εμποτισμένοι	=	εμποτισμένος
εμποτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εμποτίζω
εμποτισμένου	=	εμποτισμένος
εμποτισμένους	=	εμποτισμένος
εμποτισμένων	=	εμποτισμένος
εμποτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμποτισμός
εμποτισμού	noun	γενική ενικού του εμποτισμός
εμποτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμποτισμός
εμποτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμποτισμός
εμποτισμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμποτίζω
εμποτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμποτισμός
εμποτιστήκαμε	=	εμποτίζω
εμποτιστήκαν	=	εμποτίζω
εμποτιστήκανε	=	εμποτίζω
εμποτιστήκατε	=	εμποτίζω
εμποτιστεί	=	εμποτίζω
εμποτιστείτε	=	εμποτίζω
εμπράγματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπράγματο
εμπράγματε	adj	κλητική ενικού του εμπράγματος
εμπράγματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπράγματη
εμπράγματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπράγματος
εμπράγματης	adj	γενική ενικού του εμπράγματη
εμπράγματο	adj	αιτιατική ενικού του εμπράγματος
εμπράγματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπράγματος
εμπράγματος	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στα πράγματα (π.χ. ακίνητα: οικόπεδα κ.ά.) και την έννομη κατοχή ή κυριότητα
εμπράγματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπράγματος
εμπράγματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπράγματος
εμπράγματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπράγματος
εμπράκτως	adv	έμπρακτα, με πράξεις
εμπρέπει	verb|formal	ταιριάζει, αρμόζει
εμπρήστρια	noun	εμπρηστής
εμπρήστριας	noun	γενική ενικού του εμπρήστρια
εμπρήστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρήστρια
εμπραγμάτως	adv	με εμπράγματο τρόπο
εμπρεσιονισμέ	noun	κλητική ενικού του εμπρεσιονισμός
εμπρεσιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρεσιονισμός
εμπρεσιονισμού	noun	γενική ενικού του εμπρεσιονισμός
εμπρεσιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπρεσιονισμός
εμπρεσιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπρεσιονισμός
εμπρεσιονισμός	noun|rare	προφορά του ιμπρεσιονισμός κατά τη γαλλική εκφορά
εμπρεσιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπρεσιονισμός
εμπρεσιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρεσιονιστής
εμπρεσιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εμπρεσιονιστής
εμπρεσιονιστής	noun	προφορά του ιμπρεσιονιστής κατά τη γαλλική εκφορά
εμπρεσιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρεσιονιστικό
εμπρεσιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρεσιονιστική
εμπρεσιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικής	adj	γενική ενικού του εμπρεσιονιστική
εμπρεσιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικού	adj	γενική ενικού του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικός	adj	άλλη μορφή του ιμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπρεσιονιστικός
εμπρεσιονιστών	noun	γενική πληθυντικού του εμπρεσιονιστής
εμπρησμέ	noun	κλητική ενικού του εμπρησμός
εμπρησμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρησμός
εμπρησμού	noun	γενική ενικού του εμπρησμός
εμπρησμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπρησμός
εμπρησμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπρησμός
εμπρησμός	noun	η σκόπιμη πρόκληση πυρκαγιάς
εμπρησμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπρησμός
εμπρηστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρηστής
εμπρηστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εμπρηστής
εμπρηστής	noun	αυτός που προκαλεί μια πυρκαγιά είτε από αμέλεια είτε για προσωπικό όφελος
εμπρηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εμπρηστικός	adv	κατά τρόπο εμπρηστικό, επιδεινώνοντας και οξύνοντας μια εκρηκτική κατάσταση
εμπρηστικέ	adj	κλητική ενικού του εμπρηστικός
εμπρηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρηστική
εμπρηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπρηστικός
εμπρηστικής	adj	γενική ενικού του εμπρηστική
εμπρηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρηστικός
εμπρηστικού	adj	γενική ενικού του εμπρηστικός
εμπρηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπρηστικός
εμπρηστικό	adj	αιτιατική ενικού του εμπρηστικός
εμπρηστικός	adj	που αποσκοπεί στο να προκαλέσει πυρκαγιά
εμπρηστικών	adj	γενική πληθυντικού του εμπρηστικός
εμπρηστικώς	adv|dated	εμπρηστικά
εμπρηστικἠ	=	εμπρηστικός
εμπρηστριών	noun	γενική πληθυντικού του εμπρήστρια
εμπρηστών	noun	γενική πληθυντικού του εμπρηστής
εμπριμέ	noun	ύφασμα ή ρούχο διακοσμημένο με πολύχρωμα σχέδια, συνήθως λουλουδιών	adj	που είναι διακοσμημένο με πολύχρωμα σχέδια, συνήθως λουλουδιών
εμπροθέσμως	adv	εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας
εμπροθέτως	adv|formal	με μία πρόθεση πριν από το όνομα
εμπροσθοβαρές	=	εμπροσθοβαρής
εμπροσθοβαρή	=	εμπροσθοβαρής
εμπροσθοβαρής	adj	που έχει το βάρος μπροστά
εμπροσθοβαρείς	=	εμπροσθοβαρής
εμπροσθοβαρούς	=	εμπροσθοβαρής
εμπροσθοβαρών	=	εμπροσθοβαρής
εμπροσθογεμές	=	εμπροσθογεμής
εμπροσθογεμή	=	εμπροσθογεμής
εμπροσθογεμής	adj	που γεμίζεται από μπροστά, από το άνοιγμα που εκτοξεύονται τα βλήματα
εμπροσθογεμείς	=	εμπροσθογεμής
εμπροσθογεμούς	=	εμπροσθογεμής
εμπροσθογεμών	=	εμπροσθογεμής
εμπροσθοκίνητα	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητε	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητες	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητη	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητης	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητο	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητοι	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητος	adj|formal	που κινείται με μετάδοση της ισχύος του κινητήρα στους εμπρός τροχούς
εμπροσθοκίνητου	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητους	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοκίνητων	=	εμπροσθοκίνητος
εμπροσθοφυλακές	=	εμπροσθοφυλακή
εμπροσθοφυλακή	noun	το προπορευόμενο τμήμα του στρατού, εκείνο που προηγείται διερευνητικά ή για άλλους σκοπούς, κυριολεκτικά στον πόλεμο ή σε παρεμφερείς συνθήκες πιθανής στρατιωτικής αναμέρησης ή και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής
εμπροσθοφυλακής	=	εμπροσθοφυλακή
εμπροσθοφυλακών	=	εμπροσθοφυλακή
εμπροσθότυπε	=	εμπροσθότυπος
εμπροσθότυπο	=	εμπροσθότυπος
εμπροσθότυποι	=	εμπροσθότυπος
εμπροσθότυπος	noun	η εμπρόσθια όψη νομίσματος, μεταλλίου, σφραγιδόλιθου που συνήθως φέρει εικόνα συμβόλου, μονάρχη, ή και χρονολογία
εμπροσθότυπου	=	εμπροσθότυπος
εμπροσθότυπους	=	εμπροσθότυπος
εμπροσθότυπων	=	εμπροσθότυπος
εμπρόθεσμα	adv	πριν λήξει η προθεσμία ή μέσα στην προθεσμία
εμπρόθεσμε	adj	κλητική ενικού του εμπρόθεσμος
εμπρόθεσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρόθεσμη
εμπρόθεσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπρόθεσμος
εμπρόθεσμης	adj	γενική ενικού του εμπρόθεσμη
εμπρόθεσμο	adj	αιτιατική ενικού του εμπρόθεσμος
εμπρόθεσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρόθεσμος
εμπρόθεσμος	adj	που συμβαίνει πριν λήξει μια ορισμένη προθεσμία
εμπρόθεσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπρόθεσμος
εμπρόθεσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπρόθεσμος
εμπρόθεσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπρόθεσμος
εμπρόθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εμπρόθετος	adv	με μία πρόθεση πριν από το όνομα
εμπρόθετε	adj	κλητική ενικού του εμπρόθετος
εμπρόθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρόθετη
εμπρόθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπρόθετος
εμπρόθετης	adj	γενική ενικού του εμπρόθετη
εμπρόθετο	=	εμπρόθετος
εμπρόθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρόθετος
εμπρόθετος	adj	που συντάσσεται με πρόθεση
εμπρόθετου	adj	γενική ενικού του εμπρόθετος
εμπρόθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπρόθετος
εμπρόθετων	adj	γενική πληθυντικού του εμπρόθετος
εμπρός	intj	προσφώνηση που χρησιμοποιείται στο τηλέφωνο	adv	μπροστά
εμπρόσθια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρόσθιο
εμπρόσθιας	=	εμπρόσθιος
εμπρόσθιε	adj	κλητική ενικού του εμπρόσθιος
εμπρόσθιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπρόσθιη
εμπρόσθιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπρόσθιος
εμπρόσθιης	adj	γενική ενικού του εμπρόσθιη
εμπρόσθιο	adj	αιτιατική ενικού του εμπρόσθιος
εμπρόσθιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπρόσθιος
εμπρόσθιος	adj|formal	μπροστινός
εμπρόσθιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπρόσθιος
εμπρόσθιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπρόσθιος
εμπρόσθιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπρόσθιος
εμπτυσμέ	noun	κλητική ενικού του εμπτυσμός
εμπτυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπτυσμός
εμπτυσμού	noun	γενική ενικού του εμπτυσμός
εμπτυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εμπτυσμός
εμπτυσμό	noun	αιτιατική ενικού του εμπτυσμός
εμπτυσμός	noun|formal	φτύσιμο ως ένδειξη περιφρόνησης, αηδίας, έντονης αποστροφής
εμπτυσμών	noun	γενική πληθυντικού του εμπτυσμός
εμπτύσματα	noun	οι φτυσιές
εμπτύω	verb|archaic	φτύνω ως ένδειξη αποστροφής
εμπυάζω	verb	άλλη μορφή του εμπυούμαι
εμπυήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπύημα
εμπυήματος	noun	γενική ενικού του εμπύημα
εμπυημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμπύημα
εμπυοφυτών	=	εμπυοφύτης
εμπυοφύτες	=	εμπυοφύτης
εμπυοφύτη	=	εμπυοφύτης
εμπυοφύτης	noun	μολυσματική νόσος του δέρματος που οφείλεται σε στρεπτόκοκκο και σταφυλόκοκκο
εμπυούμαι	verb|formal	γίνομαι πύον ή σχηματίζω πύον
εμπυρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμπύρευμα
εμπυρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπύρευμα
εμπυρεύματος	noun	γενική ενικού του εμπύρευμα
εμπυρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση της καύσης των προσφορών των πιστών στους θεούς τους, των εμπύρων
εμπυρομαντείας	noun	γενική ενικού του εμπυρομαντεία
εμπυρομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπυρομαντεία
εμπυρομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του εμπυρομαντεία
εμπυροσκοπία	noun	η εμπυρομαντεία
εμπυροσκοπίας	noun	γενική ενικού του εμπυροσκοπία
εμπυροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπυροσκοπία
εμπυροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του εμπυροσκοπία
εμπυροσκόπε	=	εμπυροσκόπος
εμπυροσκόπο	=	εμπυροσκόπος
εμπυροσκόποι	=	εμπυροσκόπος
εμπυροσκόπος	noun	που ασκεί την εμπυροσκοπία / εμπυρομαντεία
εμπυροσκόπου	=	εμπυροσκόπος
εμπυροσκόπους	=	εμπυροσκόπος
εμπυροσκόπων	=	εμπυροσκόπος
εμπυρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπύρωση
εμπυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμπύρωση
εμπυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμπύρωση
εμπόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόδιο
εμπόδιζα	=	εμποδίζω
εμπόδιζαν	=	εμποδίζω
εμπόδιζε	=	εμποδίζω
εμπόδιζες	=	εμποδίζω
εμπόδιο	noun	καθετί που με φυσικό ή τεχνητό τρόπο δυσχεραίνει ή κάνει αδύνατη μια πορεία προς ορισμένη κατεύθυνση
εμπόδιου	=	εμπόδιο
εμπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποδίζω
εμπόδιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμποδίζω
εμπόδισης	noun	γενική ενικού του εμπόδιση
εμπόδισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμποδίζω
εμπόλεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόλεμο
εμπόλεμε	adj	κλητική ενικού του εμπόλεμος
εμπόλεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόλεμη
εμπόλεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμπόλεμος
εμπόλεμης	adj	γενική ενικού του εμπόλεμη
εμπόλεμο	adj	αιτιατική ενικού του εμπόλεμος
εμπόλεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμπόλεμος
εμπόλεμος	adj	που βρίσκεται σε πόλεμο
εμπόλεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμπόλεμος
εμπόλεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμπόλεμος
εμπόλεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμπόλεμος
εμπόρευμα	noun	ό,τι εμπορεύεται κάποιος, ό,τι πουλιέται ή αγοράζεται για εμπορικούς λόγους
εμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόριο
εμπόριο	noun	η οικονομική δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους από την αγορά και μεταπώληση αγαθών
εμπόριου	=	εμπόριο
εμπόρισσα	noun	έμπορος
εμπόρισσας	noun	γενική ενικού του εμπόρισσα
εμπόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμπόρισσα
εμπόροι	=	έμπορος
εμπόρου	noun	γενική ενικού του έμπορος
εμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έμπορος
εμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του έμπορος
εμπότιζα	=	εμποτίζω
εμπότιζαν	=	εμποτίζω
εμπότιζε	=	εμποτίζω
εμπότιζες	=	εμποτίζω
εμπότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμπότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμπότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμπότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμποτίζω
εμπότιση	noun|figurative	άλλη μορφή του εμποτισμός
εμπότισης	noun	γενική ενικού του εμπότιση
εμπύημα	noun	συγκέντρωση ποσότητας πύου σε σημεία του σώματος
εμπύου	=	έμπυος
εμπύρετα	=	εμπύρετος
εμπύρετε	=	εμπύρετος
εμπύρετες	=	εμπύρετος
εμπύρετη	=	εμπύρετος
εμπύρετης	=	εμπύρετος
εμπύρετο	=	εμπύρετος
εμπύρετοι	=	εμπύρετος
εμπύρετος	adj	αυτός που έχει πυρετό
εμπύρετου	=	εμπύρετος
εμπύρετους	=	εμπύρετος
εμπύρετων	=	εμπύρετος
εμπύρευμα	noun|formal	ποσότητα εκρηκτικής ύλης ικανή να προκαλέσει ανάφλεξη
εμπύρωση	noun|archaic	θέρμανση, θερμότητα
εμπύρωσης	noun	γενική ενικού του εμπύρωση
εμρ	abbrev	Εθνικό Μητρώο Ραδιοσυχνοτήτων: κρατικό σύστημα καταγραφής και διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων, στο οποίο τηρούνται στοιχεία για τη χορήγηση, χρήση και εποπτεία του ραδιοφάσματος
εμς	abbrev	Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών: πολιτιστικός και επιστημονικός φορέας με αντικείμενο τη μελέτη, έρευνα και προβολή της ιστορίας, της γλώσσας και του πολιτισμού της Μακεδονίας
εμσε	abbrev	Εταιρεία Μεσημβρινών Σιδηροδρόμων Ελλάδος: ιδιωτική σιδηροδρομική εταιρεία που δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα κατά τον 19ο και τις αρχές τού 20ού αιώνα, αναλαμβάνοντας την ανάπτυξη και εκμετάλλευση σιδηροδρομικών γραμμών
εμστ	abbrev	μουσείο στην Αθήνα
εμυ	abbrev	η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία
εμφάνιζα	=	εμφανίζω
εμφάνιζαν	=	εμφανίζω
εμφάνιζε	=	εμφανίζω
εμφάνιζες	=	εμφανίζω
εμφάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφάνιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω/εμφανίζομαι, το να έρχεται κάτι σε σημείο που μπορούν να το δουν
εμφάνισης	noun	γενική ενικού του εμφάνιση
εμφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφαση
εμφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του έμφαση
εμφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του έμφαση
εμφαίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμφαίνω
εμφαίνω	verb|formal	φανερώνω κάτι, δείχνω, παρουσιάζω, δηλώνω
εμφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εμφανής
εμφανέστατα	=	εμφανέστατος
εμφανέστατε	=	εμφανέστατος
εμφανέστατες	=	εμφανέστατος
εμφανέστατη	=	εμφανέστατος
εμφανέστατης	=	εμφανέστατος
εμφανέστατο	=	εμφανέστατος
εμφανέστατοι	=	εμφανέστατος
εμφανέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του εμφανής
εμφανέστατου	=	εμφανέστατος
εμφανέστατους	=	εμφανέστατος
εμφανέστατων	=	εμφανέστατος
εμφανή	=	εμφανής
εμφανής	adj	ο ιδιαίτερα ορατός, αντιληπτός
εμφανίζαμε	=	εμφανίζω
εμφανίζαν	=	εμφανίζω
εμφανίζανε	=	εμφανίζω
εμφανίζατε	=	εμφανίζω
εμφανίζει	=	εμφανίζω
εμφανίζεις	=	εμφανίζω
εμφανίζεσαι	=	εμφανίζω
εμφανίζεστε	=	εμφανίζω
εμφανίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του εμφανίζω
εμφανίζετε	=	εμφανίζω
εμφανίζομαι	verb	παρουσιάζομαι, γίνομαι ορατός ενώ πριν δεν ήμουν
εμφανίζομε	=	εμφανίζω
εμφανίζονται	=	εμφανίζω
εμφανίζονταν	=	εμφανίζω
εμφανίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμφανίζω
εμφανίζουμε	=	εμφανίζω
εμφανίζουν	=	εμφανίζω
εμφανίζουνε	=	εμφανίζω
εμφανίζω	verb	παρουσιάζω, δείχνω κάτι σε κάποιον
εμφανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίσαν	=	εμφανίζω
εμφανίσανε	=	εμφανίζω
εμφανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφάνιση
εμφανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμφάνιση
εμφανίσεως	noun	γενική ενικού του εμφάνιση
εμφανίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφανίσιμο
εμφανίσιμε	adj	κλητική ενικού του εμφανίσιμος
εμφανίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφανίσιμη
εμφανίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφανίσιμος
εμφανίσιμης	adj	γενική ενικού του εμφανίσιμη
εμφανίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εμφανίσιμος
εμφανίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφανίσιμος
εμφανίσιμος	adj	που η εξωτερική του εμφάνιση είναι αξιοπρεπής ή ευπρεπής
εμφανίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμφανίσιμος
εμφανίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμφανίσιμος
εμφανίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμφανίσιμος
εμφανίσομε	=	εμφανίζω
εμφανίσου	=	εμφανίζω
εμφανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίσουνε	=	εμφανίζω
εμφανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζω
εμφανείς	=	εμφανής
εμφανιζόμασταν	=	εμφανίζω
εμφανιζόμαστε	=	εμφανίζω
εμφανιζόμουν	=	εμφανίζω
εμφανιζόμουνα	=	εμφανίζω
εμφανιζόντουσαν	=	εμφανίζω
εμφανιζόσασταν	=	εμφανίζω
εμφανιζόσαστε	=	εμφανίζω
εμφανιζόσουν	=	εμφανίζω
εμφανιζόσουνα	=	εμφανίζω
εμφανιζόταν	=	εμφανίζω
εμφανιζότανε	=	εμφανίζω
εμφανισιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (εμφανισιακό) του εμφανισιακός	adv	ως προς την εμφάνιση, όπως φαίνεται εξωτερικά
εμφανισιακέ	=	εμφανισιακός
εμφανισιακές	=	εμφανισιακός
εμφανισιακή	=	εμφανισιακός
εμφανισιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εμφανισιακή) του εμφανισιακός
εμφανισιακοί	=	εμφανισιακός
εμφανισιακού	=	εμφανισιακός
εμφανισιακούς	=	εμφανισιακός
εμφανισιακό	=	εμφανισιακός
εμφανισιακός	adj	που έχει σχέση με την εμφάνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εμφανισιακών	=	εμφανισιακός
εμφανισιακώς	adv|formal	εμφανισιακά
εμφανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφανισμένο
εμφανισμένε	verb	κλητική ενικού του εμφανισμένος
εμφανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφανισμένη
εμφανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφανισμένος
εμφανισμένης	verb	γενική ενικού του εμφανισμένη
εμφανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμφανισμένος
εμφανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφανισμένος
εμφανισμένος	=	εμφανίζομαι
εμφανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμφανισμένος
εμφανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμφανισμένος
εμφανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμφανισμένος
εμφανιστές	=	εμφανιστής
εμφανιστή	=	εμφανιστής
εμφανιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφανιστήριο
εμφανιστήριο	noun	χώρος που περιέχει όλα τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά για την εμφάνιση φιλμ, σλάιντς ή φωτογραφιών και χρησιμοποιείται για αυτό το σκοπό
εμφανιστήριου	=	εμφανιστήριο
εμφανιστής	noun	αυτός που εμφανίζει (κάτι)
εμφανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστηρίου	noun	γενική ενικού του εμφανιστήριο
εμφανιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εμφανιστήριο
εμφανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστούνε	=	εμφανίζω
εμφανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφανίζομαι
εμφανιστών	=	εμφανιστής
εμφανούς	=	εμφανής
εμφανστήκαν	=	εμφανίζω
εμφανστήκανε	=	εμφανίζω
εμφαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφαντικό	adv	με εμφαντικό τρόπο
εμφαντικέ	adj	κλητική ενικού του εμφαντικός
εμφαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφαντική
εμφαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφαντικός
εμφαντικής	adj	γενική ενικού του εμφαντική
εμφαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφαντικός
εμφαντικού	adj	γενική ενικού του εμφαντικός
εμφαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμφαντικός
εμφαντικό	adj	αιτιατική ενικού του εμφαντικός
εμφαντικός	adj|formal	που εμφαίνει
εμφαντικών	adj	γενική πληθυντικού του εμφαντικός
εμφαντικώς	adv	εμφαντικά
εμφανών	adj	γενική πληθυντικού του εμφανής
εμφανώς	adv	με εμφανή τρόπο, ξεκάθαρα, που γίνονται άμεσα αντιληπτά
εμφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφατικό	adv	με εμφατικό τρόπο, με έμφαση
εμφατικέ	adj	κλητική ενικού του εμφατικός
εμφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφατική
εμφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφατικός
εμφατικής	adj	γενική ενικού του εμφατική
εμφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφατικός
εμφατικού	adj	γενική ενικού του εμφατικός
εμφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμφατικός
εμφατικό	adj	αιτιατική ενικού του εμφατικός
εμφατικός	adj	που υπογραμμίζει, που εκφράζει με έμφαση ένα μέρος μιας πρότασης
εμφατικών	adj	γενική πληθυντικού του εμφατικός
εμφατικώς	adv|formal	άλλη μορφή του εμφατικά
εμφιάλωνα	=	εμφιαλώνω
εμφιάλωναν	=	εμφιαλώνω
εμφιάλωνε	=	εμφιαλώνω
εμφιάλωνες	=	εμφιαλώνω
εμφιάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιάλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμφιαλώνω
εμφιάλωσης	noun	γενική ενικού του εμφιάλωση
εμφιαλομένο	=	εμφιαλωμένο
εμφιαλωθήκαμε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωθήκαν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωθήκανε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωθήκατε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωθεί	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωθείτε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφιαλωμένο
εμφιαλωμένε	verb	κλητική ενικού του εμφιαλωμένος
εμφιαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφιαλωμένη
εμφιαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφιαλωμένος
εμφιαλωμένης	verb	γενική ενικού του εμφιαλωμένη
εμφιαλωμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εμφιαλωμένος
εμφιαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφιαλωμένος
εμφιαλωμένος	verb	για υγρά που έχουν εμφιαλωθεί, που διατίθενται στην αγορά σε τυποποιημένη συσκευασία, σε φιάλες
εμφιαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμφιαλωμένος
εμφιαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμφιαλωμένος
εμφιαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμφιαλωμένος
εμφιαλωνόμασταν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόμαστε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόμουν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόμουνα	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόντουσαν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόσασταν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόσαστε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόσουν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόσουνα	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνόταν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωνότανε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλωτές	=	εμφιαλωτής
εμφιαλωτή	=	εμφιαλωτής
εμφιαλωτήρια	=	εμφιαλωτήριο
εμφιαλωτήριο	noun	εργαστήριο εμφιάλωσης
εμφιαλωτήριου	=	εμφιαλωτήριο
εμφιαλωτήριων	=	εμφιαλωτήριο
εμφιαλωτής	noun	ειδικό μηχάνημα εμφιάλωσης
εμφιαλωτηρίου	=	εμφιαλωτήριο
εμφιαλωτηρίων	=	εμφιαλωτήριο
εμφιαλωτών	=	εμφιαλωτής
εμφιαλώθηκα	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώθηκαν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώθηκε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώθηκες	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώναμε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώναν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνανε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνατε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνει	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνεις	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνεσαι	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνεστε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνεται	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνετε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώνονται	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνονταν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνοντας	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνου	=	εμφιαλώνομαι
εμφιαλώνουμε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνουν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνουνε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώνω	verb	μεταφέρω ένα υγρό σε μπουκάλι και το σφραγίζω, για να καταναλωθεί αργότερα
εμφιαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώσαν	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώσανε	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφιάλωση
εμφιαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμφιάλωση
εμφιαλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμφιάλωση
εμφιαλώσου	=	εμφιαλώνω
εμφιαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιαλώνω
εμφιλοχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρήσεων	=	εμφιλοχώρηση
εμφιλοχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμφιλοχωρώ
εμφιλοχωρώ	verb|formal	αγαπώ να μένω, να διαμένω, να φοιτώ, να κατοικώ κάπου
εμφιλοχωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμφιλοχωρώ
εμφιλοχώρηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμφιλοχωρώ
εμφιλοχώρησης	=	εμφιλοχώρηση
εμφορούμαι	verb|formal	διακατέχομαι, διαπνέομαι
εμφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφραγμα
εμφράγματος	noun	γενική ενικού του έμφραγμα
εμφράζω	verb|formal	φράζω, βουλώνω
εμφράξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έμφραξη
εμφράξεων	noun	γενική πληθυντικού του έμφραξη
εμφράξεως	noun|formal	γενική ενικού του έμφραξη
εμφράσσομαι	=	εμφράσσω
εμφράσσω	verb|formal	φράσσω δίοδο ή οπή· φράζω, βουλώνω, στουμπώνω εντελώς
εμφραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έμφραγμα
εμφραγματία	=	εμφραγματίας
εμφραγματίας	noun	άτομο που έχει υποστεί έμφραγμα —κυρίως του μυοκαρδίου— ή παρουσιάζει ιστορικό τέτοιου καρδιακού επεισοδίου
εμφραγματίες	=	εμφραγματίας
εμφραγματικά	=	εμφραγματικός
εμφραγματικέ	=	εμφραγματικός
εμφραγματικές	=	εμφραγματικός
εμφραγματική	=	εμφραγματικός
εμφραγματικής	=	εμφραγματικός
εμφραγματικοί	=	εμφραγματικός
εμφραγματικού	=	εμφραγματικός
εμφραγματικούς	=	εμφραγματικός
εμφραγματικό	=	εμφραγματικός
εμφραγματικός	adj|figurative	που έχει σχέση με έμφραγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
εμφραγματικών	=	εμφραγματικός
εμφραγματιών	=	εμφραγματίας
εμφρακτικά	=	εμφρακτικός
εμφρακτικέ	=	εμφρακτικός
εμφρακτικές	=	εμφρακτικός
εμφρακτική	=	εμφρακτικός
εμφρακτικής	=	εμφρακτικός
εμφρακτικοί	=	εμφρακτικός
εμφρακτικού	=	εμφρακτικός
εμφρακτικούς	=	εμφρακτικός
εμφρακτικό	=	εμφρακτικός
εμφρακτικός	adj|formal	που έχει σχέση με έμφραξη ή αναφέρεται σʼ αυτή
εμφρακτικών	=	εμφρακτικός
εμφρόνων	=	έμφρων
εμφυλιοπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυλιοπολεμικό
εμφυλιοπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του εμφυλιοπολεμικός
εμφυλιοπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυλιοπολεμική
εμφυλιοπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφυλιοπολεμικός
εμφυλιοπολεμικής	adj	γενική ενικού του εμφυλιοπολεμική
εμφυλιοπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφυλιοπολεμικός
εμφυλιοπολεμικού	adj	γενική ενικού του εμφυλιοπολεμικός
εμφυλιοπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμφυλιοπολεμικός
εμφυλιοπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του εμφυλιοπολεμικός
εμφυλιοπολεμικός	adj	ο σχετικός με εμφύλιο πόλεμο
εμφυλιοπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του εμφυλιοπολεμικός
εμφυσήθηκα	=	εμφυσώ
εμφυσήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφύσημα
εμφυσήματος	noun	γενική ενικού του εμφύσημα
εμφυσήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφύσηση
εμφυσήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμφύσηση
εμφυσήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμφύσηση
εμφυσήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφυσεί	=	εμφυσώ
εμφυσείς	=	εμφυσώ
εμφυσείτε	=	εμφυσώ
εμφυσημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμφύσημα
εμφυσημένος	=	εμφυσώ
εμφυσηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυσηματικό
εμφυσηματικέ	adj	κλητική ενικού του εμφυσηματικός
εμφυσηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυσηματική
εμφυσηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφυσηματικός
εμφυσηματικής	adj	γενική ενικού του εμφυσηματική
εμφυσηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφυσηματικός
εμφυσηματικού	adj	γενική ενικού του εμφυσηματικός
εμφυσηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμφυσηματικός
εμφυσηματικό	adj	αιτιατική ενικού του εμφυσηματικός
εμφυσηματικός	adj	που έχει σχέση με εμφύσημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
εμφυσηματικών	adj	γενική πληθυντικού του εμφυσηματικός
εμφυσούμε	=	εμφυσώ
εμφυσούν	=	εμφυσώ
εμφυσούσα	=	εμφυσώ
εμφυσούσαμε	=	εμφυσώ
εμφυσούσαν	=	εμφυσώ
εμφυσούσατε	=	εμφυσώ
εμφυσούσε	=	εμφυσώ
εμφυσούσες	=	εμφυσώ
εμφυσώ	verb	φυσάω αέρα μέσα σε κάτι ή κάποιον
εμφυσώμαι	=	εμφυσώ
εμφυσώντας	=	εμφυσώ
εμφυτευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εμφύτευμα
εμφυτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυτευμένο
εμφυτευμένε	verb	κλητική ενικού του εμφυτευμένος
εμφυτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυτευμένη
εμφυτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμφυτευμένος
εμφυτευμένης	verb	γενική ενικού του εμφυτευμένη
εμφυτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμφυτευμένος
εμφυτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμφυτευμένος
εμφυτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμφυτευμένος
εμφυτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμφυτευμένος
εμφυτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμφυτευμένος
εμφυτευματολόγε	=	εμφυτευματολόγος
εμφυτευματολόγο	=	εμφυτευματολόγος
εμφυτευματολόγοι	=	εμφυτευματολόγος
εμφυτευματολόγος	noun	οδοντίατρος ή ιατρός που ειδικεύεται στην τοποθέτηση και παρακολούθηση εμφυτευμάτων, κυρίως οδοντικών
εμφυτευματολόγου	=	εμφυτευματολόγος
εμφυτευματολόγους	=	εμφυτευματολόγος
εμφυτευματολόγων	=	εμφυτευματολόγος
εμφυτεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφύτευμα
εμφυτεύματος	noun	γενική ενικού του εμφύτευμα
εμφυτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφύτευση
εμφυτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμφύτευση
εμφυτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμφύτευση
εμφυτεύσιμα	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμε	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμες	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμη	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμης	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμο	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμοι	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να εμφυτευθεί
εμφυτεύσιμου	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμους	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσιμων	=	εμφυτεύσιμος
εμφυτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφυτεύω	verb	(οδοντιατρική) τοποθετώ οδοντικά εμφυτεύματα
εμφυτοκρατία	noun	θεωρία που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν έμφυτες ιδέες
εμφυτοκρατίας	noun	γενική ενικού του εμφυτοκρατία
εμφυτοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμφυτοκρατία
εμφυτοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του εμφυτοκρατία
εμφωλευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εμφωλεύω
εμφωλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφωλεύω	verb|figurative	φωλιάζω, υπάρχω χωρίς να εκδηλώνομαι, υποκρύπτομαι
εμφύλια	=	εμφύλιος
εμφύλιας	=	εμφύλιος
εμφύλιε	=	εμφύλιος
εμφύλιες	=	εμφύλιος
εμφύλιο	=	εμφύλιος
εμφύλιοι	=	εμφύλιος
εμφύλιος	noun	ο εμφύλιος πόλεμος	adj	που γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους που ανήκουν στο ίδιο έθνος, φυλή ή γενικότερα στο ίδιο οργανωμένο σύνολο
εμφύλιου	=	εμφύλιος
εμφύλιους	=	εμφύλιος
εμφύλιων	=	εμφύλιος
εμφύσει	=	εμφυσώ
εμφύσημα	noun	η παρουσία αέρα σε μέρη του σώματος που δεν θα έπρεπε να υπάρχει (ιστούς κ.λπ.)
εμφύσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφύσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφύσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφύσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυσώ
εμφύσηση	noun	εγχάραξη στο νου, αποτύπωση, ενστάλαξη, κατήχηση, ορμήνεια
εμφύσησης	noun	γενική ενικού του εμφύσηση
εμφύτευμα	noun	τεχνητό ή φυσικό υλικό το οποίο προορίζεται ή έχει ήδη τοποθετηθεί σε ένζωο οργανισμό, με χειρουργική επέμβαση
εμφύτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφύτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφύτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφύτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφυτεύω
εμφύτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμφυτεύω
εμφύτευσης	noun	γενική ενικού του εμφύτευση
εμφύτως	adv|dated	έμφυτα, με έμφυτο τρόπο
εμφώλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφώλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφώλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμφώλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμφωλεύω
εμψεκάζω	verb	ψεκάζω κάτι σε μια εσοχή
εμψυχωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθήκαν	=	εμψυχώνω
εμψυχωθήκανε	=	εμψυχώνω
εμψυχωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωμένο
εμψυχωμένε	verb	κλητική ενικού του εμψυχωμένος
εμψυχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωμένη
εμψυχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμψυχωμένος
εμψυχωμένης	verb	γενική ενικού του εμψυχωμένη
εμψυχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εμψυχωμένος
εμψυχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωμένος
εμψυχωμένος	=	εμψυχώνω
εμψυχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εμψυχωμένος
εμψυχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εμψυχωμένος
εμψυχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εμψυχωμένος
εμψυχωνόμασταν	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόμαστε	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόμουν	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόμουνα	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόντουσαν	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόσασταν	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόσαστε	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόσουν	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόσουνα	=	εμψυχώνω
εμψυχωνόταν	=	εμψυχώνω
εμψυχωνότανε	=	εμψυχώνω
εμψυχωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωτής
εμψυχωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εμψυχωτής
εμψυχωτής	noun	αυτός που εμψυχώνει, που δίνει θάρρος
εμψυχωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωτικό	adv	με εμψυχωτικό τρόπο, εμψυχώνοντας
εμψυχωτικέ	adj	κλητική ενικού του εμψυχωτικός
εμψυχωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωτική
εμψυχωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εμψυχωτικός
εμψυχωτικής	adj	γενική ενικού του εμψυχωτική
εμψυχωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εμψυχωτικός
εμψυχωτικού	adj	γενική ενικού του εμψυχωτικός
εμψυχωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εμψυχωτικός
εμψυχωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εμψυχωτικός
εμψυχωτικός	adj	που έχει σχέση με εμψύχωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
εμψυχωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εμψυχωτικός
εμψυχωτριών	noun	γενική πληθυντικού του εμψυχώτρια
εμψυχωτών	noun	γενική πληθυντικού του εμψυχωτής
εμψυχώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνομαι
εμψυχώναμε	=	εμψυχώνω
εμψυχώναν	=	εμψυχώνω
εμψυχώνανε	=	εμψυχώνω
εμψυχώνατε	=	εμψυχώνω
εμψυχώνει	=	εμψυχώνω
εμψυχώνεις	=	εμψυχώνω
εμψυχώνεσαι	=	εμψυχώνω
εμψυχώνεστε	=	εμψυχώνω
εμψυχώνεται	=	εμψυχώνω
εμψυχώνετε	=	εμψυχώνω
εμψυχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώνονται	=	εμψυχώνω
εμψυχώνονταν	=	εμψυχώνω
εμψυχώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώνουμε	=	εμψυχώνω
εμψυχώνουν	=	εμψυχώνω
εμψυχώνουνε	=	εμψυχώνω
εμψυχώνω	verb	δίνω ψυχή σε κάτι άψυχο, το καθιστώ έμψυχο, του δίνω ζωή
εμψυχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώσαν	=	εμψυχώνω
εμψυχώσανε	=	εμψυχώνω
εμψυχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψύχωση
εμψυχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εμψύχωση
εμψυχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εμψύχωση
εμψυχώσου	=	εμψυχώνω
εμψυχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψυχώτρια	noun	θηλυκό του εμψυχωτής
εμψυχώτριας	noun	γενική ενικού του εμψυχώτρια
εμψυχώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εμψυχώτρια
εμψύχωνα	=	εμψυχώνω
εμψύχωναν	=	εμψυχώνω
εμψύχωνε	=	εμψυχώνω
εμψύχωνες	=	εμψυχώνω
εμψύχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψύχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψύχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψύχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμψυχώνω
εμψύχωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμψυχώνω
εμψύχωσης	noun	γενική ενικού του εμψύχωση
εμότζι	noun	ιδεόγραμμα που χρησιμοποιείται για να εκφράσει ο αποστολέας διάφορα συναισθήματα σε μηνύματα που στέλνονται από υπολογιστή, ταμπλέτα ή κινητό τηλέφωνο
εμότικον	noun	συμβατικό γραφικό σύμβολο —είτε ως συνδυασμός χαρακτήρων είτε ως μικρό εικονίδιο— που χρησιμοποιείται στην ψηφιακή επικοινωνία, για να αποδώσει συνοπτικά συναίσθημα, στάση ή υπαινιγμό του γράφοντος
εμώ	verb|formal	κάνω εμετό
εμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εμώ
εν	verb	είναι	prep	Αρχαίο επίρρημα ἐν που ενσωματωνόταν σε ρήματα και που μόνο του γρήγορα μεταβλήθηκε σε πρόθεση.
ενάγον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενάγων
ενάγοντα	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενάγων	noun	αιτιατική ενικού του ενάγων
ενάγοντας	=	ενάγων
ενάγοντες	=	ενάγων
ενάγοντος	verb	γενική ενικού του ενάγων	noun	γενική ενικού του ενάγων
ενάγουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενάγων
ενάγουσας	=	ενάγων
ενάγουσες	=	ενάγων
ενάγω	verb	κατηγορώ κάποιον (τον εναγόμενο) και τον οδηγώ σε δίκη, καταθέτω αγωγή, υποβάλλω μήνυση εναντίον του
ενάγων	verb	αυτός που ενάγει	noun	αυτός που οδηγεί κάποιον στο δικαστήριο, που καταθέτει αγωγή, μήνυση, που κατηγορεί κάποιον άλλον επίσημα
ενάλιος	adj	ο υποθαλάσσιος
ενάμισης	adj	ένας και μισός
ενάμισι	num	ένα και μισό
ενάμνια	=	ενάμνιος
ενάμνιας	=	ενάμνιος
ενάμνιε	=	ενάμνιος
ενάμνιες	=	ενάμνιος
ενάμνιο	=	ενάμνιος
ενάμνιοι	=	ενάμνιος
ενάμνιος	adj|formal	άλλη μορφή του αμνιακός
ενάμνιου	=	ενάμνιος
ενάμνιους	=	ενάμνιος
ενάμνιων	=	ενάμνιος
ενάντια	adv	με ενάντιο τρόπο, αντίθετα
ενάντιο	=	ενάντιος
ενάντιος	adj	αντίθετος
ενάργεια	noun	η καθαρότητα, η συνοχή στη σκέψη
ενάργειας	=	ενάργεια
ενάργειες	=	ενάργεια
ενάρετα	=	ενάρετος
ενάρετε	=	ενάρετος
ενάρετες	=	ενάρετος
ενάρετη	=	ενάρετος
ενάρετης	=	ενάρετος
ενάρετο	=	ενάρετος
ενάρετοι	=	ενάρετος
ενάρετος	adj	που έχει ηθικές αρχές, αρετές και ζει σύμφωνα με αυτές
ενάρετου	=	ενάρετος
ενάρετους	=	ενάρετος
ενάρετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ενάρετος
ενάρθρως	adv|formal	έναρθρα, χρησιμοποιώντας το άρθρο
ενάρθρωση	noun	η φωλιάζουσα άρθρωση οστών, όπου το σφαίρωμα της άκρης ενός οστού κινείται μέσα σε μια κάψα άκρης άλλου οστού που το περιβάλλει, όπως π.χ. η άρθρωση του άνω άκρου του μηριαίου οστού στην κοτύλη της πυελικής ζώνης.
ενάρθρωσης	=	ενάρθρωση
ενάριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενάριθμο
ενάριθμε	adj	κλητική ενικού του ενάριθμος
ενάριθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενάριθμη
ενάριθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενάριθμος
ενάριθμης	adj	γενική ενικού του ενάριθμη
ενάριθμο	adj	αιτιατική ενικού του ενάριθμος
ενάριθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενάριθμος
ενάριθμος	adj	που φέρει αριθμό, ο αριθμημένος
ενάριθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενάριθμος
ενάριθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενάριθμος
ενάριθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενάριθμος
ενάρξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έναρξη
ενάρξεων	noun	γενική πληθυντικού του έναρξη
ενάρξεως	noun|formal	γενική ενικού του έναρξη
ενάσκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενάσκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενάσκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενάσκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενάσκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενασκώ
ενάσκησης	noun	γενική ενικού του ενάσκηση
ενέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
ενέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
ενέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
ενέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάλλω
ενέβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
ενέβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
ενέβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
ενέβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμβάζω
ενέγγυα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέγγυο
ενέγγυε	adj	κλητική ενικού του ενέγγυος
ενέγγυες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέγγυη
ενέγγυη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενέγγυος
ενέγγυης	adj	γενική ενικού του ενέγγυη
ενέγγυο	adj	αιτιατική ενικού του ενέγγυος
ενέγγυοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενέγγυος
ενέγγυος	adj	που δίνεται με εγγύηση
ενέγγυου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενέγγυος
ενέγγυους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενέγγυος
ενέγγυων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενέγγυος
ενέγραφα	=	εγγράφω
ενέγραφαν	=	εγγράφω
ενέγραφε	=	εγγράφω
ενέγραφες	=	εγγράφω
ενέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
ενέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
ενέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
ενέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγράφω
ενέδιδα	=	ενδίδω
ενέδιδαν	=	ενδίδω
ενέδιδε	=	ενδίδω
ενέδιδες	=	ενδίδω
ενέδρα	noun	η παγίδα στημένη από κάποιους που παραμονεύουν
ενέδρας	noun	γενική ενικού του ενέδρα
ενέδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέδρα
ενέδρευα	=	ενεδρεύω
ενέδρευαν	=	ενεδρεύω
ενέδρευε	=	ενεδρεύω
ενέδρευες	=	ενεδρεύω
ενέδρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενέδρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενέδρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενέδρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενέδρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενεδρεύω
ενέδρευσης	noun	γενική ενικού του ενέδρευση
ενέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενέθεσα	=	ενθέτω
ενέθεσαν	=	ενθέτω
ενέθεσε	=	ενθέτω
ενέθεσες	=	ενθέτω
ενέθετα	=	ενθέτω
ενέθεταν	=	ενθέτω
ενέθετε	=	ενθέτω
ενέθετες	=	ενθέτω
ενέκλεια	=	εγκλείω
ενέκλειαν	=	εγκλείω
ενέκλειε	=	εγκλείω
ενέκλειες	=	εγκλείω
ενέκλεισα	=	εγκλείω
ενέκλεισαν	=	εγκλείω
ενέκλεισε	=	εγκλείω
ενέκλεισες	=	εγκλείω
ενέκρινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκρίνω
ενέκριναν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του εγκρίνω
ενέκρινε	=	εγκρίνω
ενέκρινες	=	εγκρίνω
ενέκυπτα	=	εγκύπτω
ενέκυπταν	=	εγκύπτω
ενέκυπτε	=	εγκύπτω
ενέκυπτες	=	εγκύπτω
ενέκυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
ενέκυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
ενέκυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
ενέκυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγκύπτω
ενέματα	=	ένεμα
ενέματος	=	ένεμα
ενέμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμμένω
ενέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμμένω
ενέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμμένω
ενέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμμένω
ενέπαιζα	=	εμπαίζω
ενέπαιζαν	=	εμπαίζω
ενέπαιζε	=	εμπαίζω
ενέπαιζες	=	εμπαίζω
ενέπαιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
ενέπαιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
ενέπαιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
ενέπαιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπαίζω
ενέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
ενέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
ενέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
ενέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπίπτω
ενέπλεκα	=	εμπλέκω
ενέπλεκαν	=	εμπλέκω
ενέπλεκε	=	εμπλέκω
ενέπλεκες	=	εμπλέκω
ενέπλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
ενέπλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
ενέπλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
ενέπλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκω
ενέπνεα	=	εμπνέω
ενέπνεαν	=	εμπνέω
ενέπνεε	=	εμπνέω
ενέπνεες	=	εμπνέω
ενέπνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
ενέπνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
ενέπνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
ενέπνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπνέω
ενέργεια	noun	η ανθρώπινη πράξη
ενέργειας	noun	γενική ενικού του ενέργεια
ενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέργεια
ενέργημα	noun|formal	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ενεργώ
ενέργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενέργησαν	=	ενεργώ
ενέργησε	=	ενεργώ
ενέργησες	=	ενεργώ
ενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένεση
ενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένεση
ενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένεση
ενέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέσιμο
ενέσιμε	adj	κλητική ενικού του ενέσιμος
ενέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέσιμη
ενέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενέσιμος
ενέσιμης	adj	γενική ενικού του ενέσιμη
ενέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ενέσιμος
ενέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενέσιμος
ενέσιμος	adj	που μπορεί να εισαχθεί στον οργανισμό με ένεση
ενέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενέσιμος
ενέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενέσιμος
ενέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενέσιμος
ενέσκηπτα	=	ενσκήπτω
ενέσκηπταν	=	ενσκήπτω
ενέσκηπτε	=	ενσκήπτω
ενέσκηπτες	=	ενσκήπτω
ενέσκηψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενέσκηψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενέσκηψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενέσκηψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενέσπειρα	=	ενσπείρω
ενέσπειραν	=	ενσπείρω
ενέσπειρε	=	ενσπείρω
ενέσπειρες	=	ενσπείρω
ενέσπερνα	=	ενσπείρω
ενέσπερναν	=	ενσπείρω
ενέσπερνε	=	ενσπείρω
ενέσπερνες	=	ενσπείρω
ενέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
ενέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
ενέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
ενέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
ενέτασσα	=	εντάσσω
ενέτασσαν	=	εντάσσω
ενέτασσε	=	εντάσσω
ενέτασσες	=	εντάσσω
ενέτεινα	=	εντείνω
ενέχεα	=	εγχέω
ενέχεαν	=	εγχέω
ενέχεε	=	εγχέω
ενέχεες	=	εγχέω
ενέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενέχω
ενέχομαι	verb	έχω μέρος της ευθύνης σε μια αξιόποινη πράξη, είμαι ένοχος για αυτήν
ενέχυρα	=	ενέχυρο
ενέχυρο	noun	η υποθήκη, η εγγύηση, το αμανάτι
ενέχυρου	=	ενέχυρο
ενέχυρων	=	ενέχυρο
ενέχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχέω
ενέχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχέω
ενέχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχέω
ενέχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχέω
ενέχω	verb|formal	εμπεριέχω, έχω μέσα μου
ενήβωση	noun	βιολογική φάση κατά την οποία αρχίζει η σεξουαλική ωρίμανση του οργανισμού και ενεργοποιείται η αναπαραγωγική ικανότητα
ενήβωσης	=	ενήβωση
ενήγαγα	verb|formal	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ενάγω
ενήλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενήλικο
ενήλικας	noun|formal	άλλη γραφή του ενήλικος
ενήλικε	adj	κλητική ενικού του ενήλικος
ενήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενήλικη
ενήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενήλικος
ενήλικης	adj	γενική ενικού του ενήλικη
ενήλικο	adj	αιτιατική ενικού του ενήλικος
ενήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενήλικος
ενήλικος	noun	ο άνθρωπος που έχει συμπληρώσει τα 18 του χρόνια	adj	που έχει φτάσει στην ενηλικίωση, δηλαδή είναι πάνω από 18 χρόνων
ενήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενήλικος
ενήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενήλικος
ενήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενήλικος
ενήλιξ	adj|formal	άλλη γραφή του ενήλικος / ενήλικας
ενήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενήμερο
ενήμερε	adj	κλητική ενικού του ενήμερος
ενήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενήμερη
ενήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενήμερος
ενήμερης	adj	γενική ενικού του ενήμερη
ενήμερο	adj	αιτιατική ενικού του ενήμερος
ενήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενήμερος
ενήμερος	adj	που έχει γνώση ορισμένων πραγμάτων
ενήμερου	adj	γενική ενικού του ενήμερος
ενήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενήμερος
ενήμερων	adj	γενική πληθυντικού του ενήμερος
ενήργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενήργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενήργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενήργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενήχθη	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ενάγω
ενίδρυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενιδρύω
ενίδρυσης	noun	γενική ενικού του ενίδρυση
ενίοτε	adv|formal	μερικές φορές, καμιά φορά, σε μερικές περιπτώσεις
ενίσταμαι	verb	φέρω αντίρρηση, διαφωνώ
ενίσχυα	=	ενισχύω
ενίσχυαν	=	ενισχύω
ενίσχυε	=	ενισχύω
ενίσχυες	=	ενισχύω
ενίσχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενίσχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενίσχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενίσχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενίσχυση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ενισχύω
ενίσχυσης	noun	γενική ενικού του ενίσχυση
ενα	abbrev	η νέα ονομασία της άλλοτε ναυτονομίας του ΠΝ
εναέρια	=	εναέριος
εναέριας	=	εναέριος
εναέριε	=	εναέριος
εναέριες	=	εναέριος
εναέριο	=	εναέριος
εναέριοι	=	εναέριος
εναέριος	adj	αυτός που βρίσκεται ή διασχίζει τον αέρα
εναέριου	=	εναέριος
εναέριους	=	εναέριος
εναέριων	=	εναέριος
εναίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναίσιμο
εναίσιμε	adj	κλητική ενικού του εναίσιμος
εναίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναίσιμη
εναίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναίσιμος
εναίσιμης	adj	γενική ενικού του εναίσιμη
εναίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εναίσιμος
εναίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναίσιμος
εναίσιμος	adj|dated	προοιωνιστικός
εναίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναίσιμος
εναίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εναίσιμος
εναίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναίσιμος
εναβρύνομαι	verb|formal	καμαρώνω
εναγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εναγής
εναγή	adj	αιτιατική ενικού του εναγής
εναγής	adj	που φέρει το μίασμα ενός άγους, που έχει μολυνθεί λόγω της άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής του σε ανόσια αιματοχυσία
εναγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναγής
εναγκαλίζεσαι	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλίζεστε	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλίζεται	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλίζομαι	verb|formal	αγκαλιάζω
εναγκαλίζονται	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλίζονταν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλίσου	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόμασταν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόμαστε	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόμουν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόμουνα	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόντουσαν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόσασταν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόσαστε	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόσουν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόσουνα	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζόταν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιζότανε	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλισμέ	noun	κλητική ενικού του εναγκαλισμός
εναγκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναγκαλισμένο
εναγκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναγκαλισμένη
εναγκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμένης	verb	γενική ενικού του εναγκαλισμένη
εναγκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμένος	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναγκαλισμένος
εναγκαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναγκαλισμός
εναγκαλισμού	noun	γενική ενικού του εναγκαλισμός
εναγκαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εναγκαλισμός
εναγκαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εναγκαλισμός
εναγκαλισμός	noun	η στενή και τρυφερή περίπτυξη, αγκάλιασμα
εναγκαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εναγκαλισμός
εναγκαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστήκαν	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστήκανε	=	εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγκαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναγκαλίζομαι
εναγομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναγόμενος
εναγομένου	noun	γενική ενικού του εναγόμενος
εναγομένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εναγόμενος
εναγομένων	noun	γενική πληθυντικού του εναγόμενος
εναγουσών	=	ενάγων
εναγούς	adj	γενική ενικού του εναγής
εναγούσης	=	ενάγων
εναγωνίως	adv	με αγωνία
εναγωνιωδώς	adv|formal	εναγώνια / εναγωνίως
εναγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναγόμενο
εναγόμενε	noun	κλητική ενικού του εναγόμενος
εναγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναγόμενη
εναγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναγόμενος
εναγόμενης	verb	γενική ενικού του εναγόμενη
εναγόμενο	noun	αιτιατική ενικού του εναγόμενος
εναγόμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναγόμενος
εναγόμενος	noun	το άτομο εναντίον του οποίου κατατίθεται αγωγή -συνήθως για αστικά ζητήματα, οικονομικές διαφορές.
εναγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναγόμενος
εναγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εναγόμενος
εναγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναγόμενος
εναγόντων	verb	γενική πληθυντικού του ενάγων
εναγών	adj	γενική πληθυντικού του εναγής
εναγώνια	adv	με εναγώνιο τρόπο
εναγώνιας	=	εναγώνιος
εναγώνιε	=	εναγώνιος
εναγώνιες	=	εναγώνιος
εναγώνιο	=	εναγώνιος
εναγώνιοι	=	εναγώνιος
εναγώνιος	adj	γεμάτος αγωνία
εναγώνιου	=	εναγώνιος
εναγώνιους	=	εναγώνιος
εναγώνιων	=	εναγώνιος
εναγώς	adv	με εναγή τρόπο
εναερίτες	=	εναερίτης
εναερίτη	=	εναερίτης
εναερίτης	noun	Εργαζόμενος σε ύψος (σε στύλους, πυλώνες, δέντρα, υψηλές κατασκευές) που για να εργαστεί χρησιμοποιεί ατομικό εξοπλισμό προστασίας από πτώση, πρόσβασης και σταθεροποίησης θέσης εργασίας όπως η ζώνη εναερίτη, το κράνος εναερίτη, ο διπλός αναδέτης με αποσβεστήρα κινητικής ενέργειας, ο σταθεροποιητής θέσης εργασίας, τα σχοινιά εναεριτών, ο καταβατήρας εναεριτών κλπ., ευρισκόμενος είτε σε επαφή με την επιφάνεια εργασίας, είτε εντελώς αιωρούμενος στο κενό.
εναεριτών	=	εναερίτης
εναιωρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναιώρημα
εναιωρήματος	noun	γενική ενικού του εναιώρημα
εναιωρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εναιώρημα
εναιώρημα	noun	Διάλυμα ουσίας που αιωρείται μέσα σε ένα υγρό.
εναλλάκτες	=	εναλλάκτης
εναλλάκτη	=	εναλλάκτης
εναλλάκτης	noun	γεννήτρια εναλλασσόμενου ηλεκτρικού ρεύματος
εναλλάξ	adv	τη μια φορά ο ένας, την άλλη ο άλλος
εναλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναλλάξιμο
εναλλάξιμε	adj	κλητική ενικού του εναλλάξιμος
εναλλάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναλλάξιμη
εναλλάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναλλάξιμος
εναλλάξιμης	adj	γενική ενικού του εναλλάξιμη
εναλλάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του εναλλάξιμος
εναλλάξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναλλάξιμος
εναλλάξιμος	adj	που μπορεί να αντικατασταθεί ή να εναλλαχθεί με κάτι άλλο χωρίς να επηρεαστεί η βασική λειτουργία ή χρησιμότητα
εναλλάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναλλάξιμος
εναλλάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εναλλάξιμος
εναλλάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναλλάξιμος
εναλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάσσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εναλλάσσω
εναλλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εναλλάσσω
εναλλάσσονται	adj	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εναλλάσσομαι
εναλλάσσω	verb	αλλάζω κάτι με κάτι άλλο
εναλλάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλάχτηκα	=	εναλλάσσω
εναλλαγές	=	εναλλαγή
εναλλαγή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εναλλάσσω
εναλλαγής	=	εναλλαγή
εναλλαγών	=	εναλλαγή
εναλλακτήρα	=	εναλλακτήρας
εναλλακτήρας	noun	σύγχρονη γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος (δηλαδή που περιστρέφεται με τη σύγχρονη ταχύτητα ωₛ=(120f)/P(rpm)=(2πf)/(P/2)(rad/s) όπου P ο αριθμός των πόλων)
εναλλακτήρες	=	εναλλακτήρας
εναλλακτήρων	=	εναλλακτήρας
εναλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εναλλακτικός	adv	με εναλλακτικό τρόπο, το ένα μετά το άλλο
εναλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του εναλλακτικός
εναλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναλλακτική
εναλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναλλακτικός
εναλλακτικής	adj	γενική ενικού του εναλλακτική
εναλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναλλακτικός
εναλλακτικού	adj	γενική ενικού του εναλλακτικός
εναλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εναλλακτικός
εναλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του εναλλακτικός
εναλλακτικός	adj	ο ενδεχόμενος/δυνητικός αντικαταστάτης
εναλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του εναλλακτικός
εναλλακτικώς	adv|formal	άλλη γραφή του εναλλακτικά
εναλλακτών	=	εναλλάκτης
εναλλαξιμοτήτων	=	εναλλαξιμότητα
εναλλαξιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του εναλλάξιμου
εναλλαξιμότητας	=	εναλλαξιμότητα
εναλλαξιμότητες	=	εναλλαξιμότητα
εναλλασσόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναλλασσόμενο
εναλλασσόμενε	verb	κλητική ενικού του εναλλασσόμενος
εναλλασσόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναλλασσόμενη
εναλλασσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναλλασσόμενος
εναλλασσόμενης	verb	γενική ενικού του εναλλασσόμενη
εναλλασσόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εναλλασσόμενος
εναλλασσόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναλλασσόμενος
εναλλασσόμενος	verb	που εναλλάσσεται
εναλλασσόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναλλασσόμενος
εναλλασσόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εναλλασσόμενος
εναλλασσόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναλλασσόμενος
εναλλαχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλλαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναλλάσσομαι
εναλφαβητισμέ	noun	κλητική ενικού του εναλφαβητισμός
εναλφαβητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναλφαβητισμός
εναλφαβητισμού	noun	γενική ενικού του εναλφαβητισμός
εναλφαβητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εναλφαβητισμός
εναλφαβητισμό	noun	αιτιατική ενικού του εναλφαβητισμός
εναλφαβητισμός	noun	η απόκτηση δεξιοτήτων και ικανότητας ανάγνωσης, γραφής, χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών κ.λπ. (σε βασικό επίπεδο)
εναλφαβητισμών	noun	γενική πληθυντικού του εναλφαβητισμός
ενανθράκωνα	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωναν	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωνε	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωνες	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωσα	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωσαν	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωσε	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωσες	=	ενανθρακώνω
ενανθράκωση	noun	η εκούσια εισαγωγή άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του
ενανθράκωσης	noun	γενική ενικού του ενανθράκωση
ενανθρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθρακωμένο
ενανθρακωμένε	verb	κλητική ενικού του ενανθρακωμένος
ενανθρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθρακωμένη
ενανθρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενανθρακωμένος
ενανθρακωμένης	verb	γενική ενικού του ενανθρακωμένη
ενανθρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενανθρακωμένος
ενανθρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενανθρακωμένος
ενανθρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενανθρακωμένος
ενανθρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενανθρακωμένος
ενανθρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενανθρακωμένος
ενανθρακωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθρακωτικό
ενανθρακωτικέ	adj	κλητική ενικού του ενανθρακωτικός
ενανθρακωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθρακωτική
ενανθρακωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενανθρακωτικός
ενανθρακωτικής	adj	γενική ενικού του ενανθρακωτική
ενανθρακωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενανθρακωτικός
ενανθρακωτικού	adj	γενική ενικού του ενανθρακωτικός
ενανθρακωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενανθρακωτικός
ενανθρακωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενανθρακωτικός
ενανθρακωτικός	adj	που έχει σχέση με την ενανθράκωση ή χρησιμοποιείται σ’ αυτή
ενανθρακωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενανθρακωτικός
ενανθρακώναμε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώναν	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνανε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνατε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνει	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνεις	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνετε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνοντας	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνουμε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνουν	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνουνε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώνω	verb	εισάγω άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του
ενανθρακώσαμε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώσαν	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώσανε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώσατε	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώσει	=	ενανθρακώνω
ενανθρακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθράκωση
ενανθρακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενανθράκωση
ενανθρακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενανθράκωση
ενανθρακώστε	=	ενανθρακώνω
ενανθρωπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθρώπηση
ενανθρωπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενανθρώπηση
ενανθρωπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενανθρώπηση
ενανθρωπίζαμε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζαν	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζανε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζατε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζει	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζεις	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζετε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζομαι	verb	γίνομαι άνθρωπος, αποκτώ υπόσταση ανθρώπινη
ενανθρωπίζοντας	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζουμε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζουν	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζουνε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίζω	verb	δίνω ανθρώπινη φύση ή μορφή σε κάποιον ή κάτι
ενανθρωπίσαμε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίσαν	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίσανε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίσατε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίσει	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενανθρώπιση
ενανθρωπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενανθρώπιση
ενανθρωπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενανθρώπιση
ενανθρωπίστε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρωπώ	verb|formal	άλλη μορφή του ενανθρωπίζω
ενανθρώπησε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ενανθρωπώ
ενανθρώπηση	noun	η ενσάρκωση του Χριστού
ενανθρώπησης	noun	γενική ενικού του ενανθρώπηση
ενανθρώπιζα	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπιζαν	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπιζε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπιζες	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπισα	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπισαν	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπισε	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπισες	=	ενανθρωπίζω
ενανθρώπιση	noun	άλλη γραφή του ενανθρώπηση
ενανθρώπισης	noun	γενική ενικού του ενανθρώπιση
εναντία	=	εναντίος
εναντίας	=	εναντίος
εναντίε	=	εναντίος
εναντίες	=	εναντίος
εναντίο	=	εναντίος
εναντίοι	=	εναντίος
εναντίον	adv	κατά κάποιου, προς τον/το οποίο κατευθύνεται επιθετική πράξη
εναντίος	adj|formal	άλλη μορφή του ενάντιος
εναντίου	=	εναντίος
εναντίους	=	εναντίος
εναντίων	=	εναντίος
εναντίως	adv|dated	ενάντια, αντιθέτως, κατά τρόπο αντίθετο ή αντιτιθέμενο
εναντίωση	noun	το να παίρνει ή να εκδηλώνει κάποιος θέση ή στάση αντίθετη προς κάτι ή κάποιον άλλον
εναντίωσης	noun	γενική ενικού του εναντίωση
εναντιοδρομήσαμε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομήσαν	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομήσανε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομήσατε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομήσει	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομήστε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομία	noun	η ενέργεια του εναντιοδρομώ
εναντιοδρομίας	noun	γενική ενικού του εναντιοδρομία
εναντιοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιοδρομία
εναντιοδρομεί	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομείς	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομείτε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του εναντιοδρομία
εναντιοδρομούμε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούν	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούνε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσα	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσαμε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσαν	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσανε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσατε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομούσες	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρομώ	verb	τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση
εναντιοδρομώντας	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρόμει	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρόμησα	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρόμησαν	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρόμησε	=	εναντιοδρομώ
εναντιοδρόμησες	=	εναντιοδρομώ
εναντιολογήσαμε	=	εναντιολογώ
εναντιολογήσαν	=	εναντιολογώ
εναντιολογήσανε	=	εναντιολογώ
εναντιολογήσατε	=	εναντιολογώ
εναντιολογήσει	=	εναντιολογώ
εναντιολογήστε	=	εναντιολογώ
εναντιολογία	noun|formal	αντιλογία, αντίρρηση
εναντιολογίας	noun	γενική ενικού του εναντιολογία
εναντιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιολογία
εναντιολογεί	=	εναντιολογώ
εναντιολογείς	=	εναντιολογώ
εναντιολογείτε	=	εναντιολογώ
εναντιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εναντιολογία
εναντιολογούμε	=	εναντιολογώ
εναντιολογούν	=	εναντιολογώ
εναντιολογούνε	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσα	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσαμε	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσαν	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσανε	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσατε	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσε	=	εναντιολογώ
εναντιολογούσες	=	εναντιολογώ
εναντιολογώ	verb	εκφράζω εναντιολογίες / αντιρρήσεις
εναντιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εναντιολογώ
εναντιολόγει	=	εναντιολογώ
εναντιολόγησα	=	εναντιολογώ
εναντιολόγησαν	=	εναντιολογώ
εναντιολόγησε	=	εναντιολογώ
εναντιολόγησες	=	εναντιολογώ
εναντιομορφία	noun	άλλη μορφή του εναντιομορφισμός
εναντιομορφίας	noun	γενική ενικού του εναντιομορφία
εναντιομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιομορφία
εναντιομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του εναντιομορφισμός
εναντιομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναντιομορφισμός
εναντιομορφισμού	noun	γενική ενικού του εναντιομορφισμός
εναντιομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εναντιομορφισμός
εναντιομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του εναντιομορφισμός
εναντιομορφισμός	noun	το να μοιάζουν δύο πράγματα που το ένα είναι σαν εικόνα του άλλου σε καθρέφτη
εναντιομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του εναντιομορφισμός
εναντιομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του εναντιομορφία
εναντιομόρφως	adv|dated	εναντιόμορφα, με εναντιόμορφη φορά
εναντιοτήτων	=	εναντιότητα
εναντιοτροπία	noun|formal	αντίθεση, αντίφαση, εναντιότητα
εναντιοτροπίας	noun	γενική ενικού του εναντιοτροπία
εναντιοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιοτροπία
εναντιοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του εναντιοτροπία
εναντιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιωμένο
εναντιωμένε	verb	κλητική ενικού του εναντιωμένος
εναντιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιωμένη
εναντιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναντιωμένος
εναντιωμένης	verb	γενική ενικού του εναντιωμένη
εναντιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εναντιωμένος
εναντιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναντιωμένος
εναντιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναντιωμένος
εναντιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εναντιωμένος
εναντιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναντιωμένος
εναντιωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιωματικό
εναντιωματικέ	adj	κλητική ενικού του εναντιωματικός
εναντιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιωματική
εναντιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναντιωματικός
εναντιωματικής	adj	γενική ενικού του εναντιωματική
εναντιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναντιωματικός
εναντιωματικού	adj	γενική ενικού του εναντιωματικός
εναντιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εναντιωματικός
εναντιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του εναντιωματικός
εναντιωματικός	adj	που έχει σχέση με την εναντίωση / αντίθεση ή αναφέρεται σ’ αυτές
εναντιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του εναντιωματικός
εναντιόμορφα	adv	με εναντιόμορφο τρόπο
εναντιόμορφε	adj	κλητική ενικού του εναντιόμορφος
εναντιόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιόμορφη
εναντιόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναντιόμορφος
εναντιόμορφης	adj	γενική ενικού του εναντιόμορφη
εναντιόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του εναντιόμορφος
εναντιόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναντιόμορφος
εναντιόμορφος	adj	που χαρακτηρίζεται από εναντιομορφισμό
εναντιόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναντιόμορφος
εναντιόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εναντιόμορφος
εναντιόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναντιόμορφος
εναντιότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ενάντιο(ς), η ιδιότητα του ενάντιου
εναντιότητας	noun	γενική ενικού του εναντιότητα
εναντιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιότητα
εναντιότροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιότροπο
εναντιότροπε	adj	κλητική ενικού του εναντιότροπος
εναντιότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντιότροπη
εναντιότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναντιότροπος
εναντιότροπης	adj	γενική ενικού του εναντιότροπη
εναντιότροπο	adj	αιτιατική ενικού του εναντιότροπος
εναντιότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναντιότροπος
εναντιότροπος	adj	που παρουσιάζει εναντιοτροπία
εναντιότροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναντιότροπος
εναντιότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εναντιότροπος
εναντιότροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναντιότροπος
εναντιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναντιώνομαι
εναντιώνομαι	verb	αντιδρώ
εναντιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναντίωση
εναντιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εναντίωση
εναντιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εναντίωση
εναπέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναπέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναπέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναπέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναπέθετα	=	εναποθέτω
εναπέθεταν	=	εναποθέτω
εναπέθετε	=	εναποθέτω
εναπέθετες	=	εναποθέτω
εναπέμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναποθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναπόθεμα
εναποθέματος	noun	γενική ενικού του εναπόθεμα
εναποθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέσαν	=	εναποθέτω
εναποθέσανε	=	εναποθέτω
εναποθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναπόθεση
εναποθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εναπόθεση
εναποθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εναπόθεση
εναποθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθέτω
εναποθέταμε	=	εναποθέτω
εναποθέταν	=	εναποθέτω
εναποθέτανε	=	εναποθέτω
εναποθέτατε	=	εναποθέτω
εναποθέτει	=	εναποθέτω
εναποθέτεις	=	εναποθέτω
εναποθέτετε	=	εναποθέτω
εναποθέτοντας	=	εναποθέτω
εναποθέτουμε	=	εναποθέτω
εναποθέτουν	=	εναποθέτω
εναποθέτουνε	=	εναποθέτω
εναποθέτω	verb	θέτω κάτι κάπου σωρευτικά, συγκεντρώνω
εναποθήκευα	=	εναποθηκεύω
εναποθήκευαν	=	εναποθηκεύω
εναποθήκευε	=	εναποθηκεύω
εναποθήκευες	=	εναποθηκεύω
εναποθήκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθήκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθήκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθήκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθήκευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εναποθηκεύω
εναποθήκευσης	noun	γενική ενικού του εναποθήκευση
εναποθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εναπόθεμα
εναποθηκευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναποθηκευμένο
εναποθηκευμένε	verb	κλητική ενικού του εναποθηκευμένος
εναποθηκευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναποθηκευμένη
εναποθηκευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εναποθηκευμένος
εναποθηκευμένης	verb	γενική ενικού του εναποθηκευμένη
εναποθηκευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εναποθηκευμένος
εναποθηκευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εναποθηκευμένος
εναποθηκευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εναποθηκευμένος
εναποθηκευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εναποθηκευμένος
εναποθηκευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εναποθηκευμένος
εναποθηκεύαμε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύαν	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύανε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύατε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύει	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύεις	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύετε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύοντας	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύουμε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύουν	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύουνε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύσαν	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύσανε	=	εναποθηκεύω
εναποθηκεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναποθήκευση
εναποθηκεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εναποθήκευση
εναποθηκεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εναποθήκευση
εναποθηκεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναποθηκεύω
εναποθηκεύω	verb|formal	άλλη μορφή του αποθηκεύω
εναπομένει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εναπομένω
εναπομένω	verb	άλλη μορφή του απομένω
εναπομείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναπομείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναπομένω
εναποτίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εναποθέτω
εναποτίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εναποτίθεμαι
εναποταμίευση	noun	η αποθήκευση ή συγκέντρωση σε ένα σημείο
εναποταμίευσης	=	εναποταμίευση
εναποταμιεύσεις	=	εναποταμίευση
εναποταμιεύσεων	=	εναποταμίευση
εναπόθεμα	noun	ό,τι έχει εναποτεθεί
εναπόθεσε	=	εναποθέτω
εναπόθεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εναποθέτω
εναπόθεσης	noun	γενική ενικού του εναπόθεση
εναπόθετε	=	εναποθέτω
εναπόκειμαι	verb	εναπόκειται (απρόσωπο, μόνο στον ενεστώτα)
εναπόκειται	verb	εξαρτάται από την απόφαση κάποιου, είναι στην κρίση κάποιου
εναρέτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ενάρετος
εναρέτως	adv|formal	άλλη μορφή του ενάρετα
εναργές	adj	ξεκάθαρο
εναργέστερα	adv	που διακρίνεται ολοκάθαρα
εναργή	adj	αιτιατική ενικού του εναργής
εναργής	adj	που φαίνεται με ευκρίνεια και διαύγεια
εναργείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναργής
εναργειών	=	ενάργεια
εναργούς	adj	γενική ενικού του εναργής
εναργών	adj	γενική πληθυντικού του εναργής
εναργώς	adv|archaic	με εναργή τρόπο, με ενάργεια
εναρθρωτικά	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικέ	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικές	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτική	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικής	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικοί	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικού	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικούς	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικό	=	εναρθρωτικός
εναρθρωτικός	adj	που έχει σχέση με την ενάρθρωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
εναρθρωτικών	=	εναρθρωτικός
εναρθρώσεις	=	ενάρθρωση
εναρθρώσεων	=	ενάρθρωση
εναρκτήρια	=	εναρκτήριος
εναρκτήριας	=	εναρκτήριος
εναρκτήριε	=	εναρκτήριος
εναρκτήριες	=	εναρκτήριος
εναρκτήριο	=	εναρκτήριος
εναρκτήριοι	=	εναρκτήριος
εναρκτήριος	adj	που σηματοδοτεί την έναρξη μιας σειράς πράξεων ή δράσεων, μιας διαδικασίας ή διεργασίας
εναρκτήριου	=	εναρκτήριος
εναρκτήριους	=	εναρκτήριος
εναρκτήριων	=	εναρκτήριος
εναρμονίζαμε	=	εναρμονίζω
εναρμονίζαν	=	εναρμονίζω
εναρμονίζανε	=	εναρμονίζω
εναρμονίζατε	=	εναρμονίζω
εναρμονίζει	=	εναρμονίζω
εναρμονίζεις	=	εναρμονίζω
εναρμονίζετε	=	εναρμονίζω
εναρμονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίζοντας	=	εναρμονίζω
εναρμονίζουμε	=	εναρμονίζω
εναρμονίζουν	=	εναρμονίζω
εναρμονίζουνε	=	εναρμονίζω
εναρμονίζω	verb	κάνω κάτι να είναι αρμονικό και ταιριαστό σε σχέση με κάτι άλλο
εναρμονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίσαν	=	εναρμονίζω
εναρμονίσανε	=	εναρμονίζω
εναρμονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εναρμόνιση
εναρμονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εναρμόνιση
εναρμονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εναρμόνιση
εναρμονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμονισμένα	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένε	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένες	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένη	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένης	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένο	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένοι	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένος	verb	που είναι ταιριαστός, αρμονικός σε σχέση με κάτι άλλο
εναρμονισμένου	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένους	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμένων	=	εναρμονισμένος
εναρμονισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εναρμονίζω
εναρμόνια	=	εναρμόνιος
εναρμόνιας	=	εναρμόνιος
εναρμόνιε	=	εναρμόνιος
εναρμόνιες	=	εναρμόνιος
εναρμόνιζα	=	εναρμονίζω
εναρμόνιζαν	=	εναρμονίζω
εναρμόνιζε	=	εναρμονίζω
εναρμόνιζες	=	εναρμονίζω
εναρμόνιο	=	εναρμόνιος
εναρμόνιοι	=	εναρμόνιος
εναρμόνιος	adj	που ακούγεται με τον ίδιο τρόπο αλλά γράφεται διαφορετικά
εναρμόνιου	=	εναρμόνιος
εναρμόνιους	=	εναρμόνιος
εναρμόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εναρμονίζω
εναρμόνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εναρμονίζω
εναρμόνισης	noun	γενική ενικού του εναρμόνιση
εναρμόνιων	=	εναρμόνιος
ενασκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενασκώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενάσκηση
ενασκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενάσκηση
ενασκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενάσκηση
ενασκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενασκώ
ενασκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασκημένο
ενασκημένε	verb	κλητική ενικού του ενασκημένος
ενασκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασκημένη
ενασκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενασκημένος
ενασκημένης	verb	γενική ενικού του ενασκημένη
ενασκημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενασκημένος
ενασκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενασκημένος
ενασκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενασκημένος
ενασκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενασκημένος
ενασκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενασκημένος
ενασκουμένη	=	ενασκούμενος
ενασκούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενασκώ
ενασκούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασκούμενο
ενασκούμενε	verb	κλητική ενικού του ενασκούμενος
ενασκούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασκούμενη
ενασκούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενασκούμενος
ενασκούμενης	verb	γενική ενικού του ενασκούμενη
ενασκούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ενασκούμενος
ενασκούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενασκούμενος
ενασκούμενος	verb	που ενασκείται
ενασκούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενασκούμενος
ενασκούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενασκούμενος
ενασκούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενασκούμενος
ενασκώ	verb|formal	ασκώ (κάποιο δικαίωμά μου ή ανταποκρίνομαι σε κάποια υποχρέωσή μου)
ενασκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενασκώ
ενασμενίζεσαι	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίζεστε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίζεται	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίζομαι	verb|archaic	καμαρώνω για κάτι χωρίς λόγο ή που δεν πρέπει
ενασμενίζονται	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίζονταν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίσθηκα	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίσου	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίστηκα	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίστηκαν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίστηκε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενίστηκες	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόμασταν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόμαστε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόμουν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόμουνα	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόντουσαν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόσασταν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόσαστε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόσουν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόσουνα	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζόταν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιζότανε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιστήκαμε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιστήκαν	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιστήκανε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιστήκατε	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιστεί	=	ενασμενίζομαι
ενασμενιστείτε	=	ενασμενίζομαι
ενασχολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασχόληση
ενασχολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενασχόληση
ενασχολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενασχόληση
ενασχολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασχολημένο
ενασχολημένε	verb	κλητική ενικού του ενασχολημένος
ενασχολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενασχολημένη
ενασχολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενασχολημένος
ενασχολημένης	verb	γενική ενικού του ενασχολημένη
ενασχολημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενασχολημένος
ενασχολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενασχολημένος
ενασχολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενασχολημένος
ενασχολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενασχολημένος
ενασχολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενασχολημένος
ενασχολούμαι	verb	ασχολούμαι με κάτι, συνήθως σε πνευματικό επίπεδο
ενασχολούμενα	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενε	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενες	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενη	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενης	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενο	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενοι	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ασχολούμαι
ενασχολούμενου	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενους	=	ενασχολούμενος
ενασχολούμενων	=	ενασχολούμενος
ενασχόληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενασχολούμαι
ενασχόλησης	noun	γενική ενικού του ενασχόληση
ενατένιζα	=	ενατενίζω
ενατένιζαν	=	ενατενίζω
ενατένιζε	=	ενατενίζω
ενατένιζες	=	ενατενίζω
ενατένισα	=	ενατενίζω
ενατένισαν	=	ενατενίζω
ενατένισε	=	ενατενίζω
ενατένισες	=	ενατενίζω
ενατένιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενατενίζω
ενατένισης	noun	γενική ενικού του ενατένιση
ενατενίζαμε	=	ενατενίζω
ενατενίζαν	=	ενατενίζω
ενατενίζανε	=	ενατενίζω
ενατενίζατε	=	ενατενίζω
ενατενίζει	=	ενατενίζω
ενατενίζεις	=	ενατενίζω
ενατενίζετε	=	ενατενίζω
ενατενίζοντας	=	ενατενίζω
ενατενίζουμε	=	ενατενίζω
ενατενίζουν	=	ενατενίζω
ενατενίζουνε	=	ενατενίζω
ενατενίζω	verb|formal	ατενίζω προσηλώνοντας το βλέμμα
ενατενίσαμε	=	ενατενίζω
ενατενίσαν	=	ενατενίζω
ενατενίσανε	=	ενατενίζω
ενατενίσατε	=	ενατενίζω
ενατενίσει	=	ενατενίζω
ενατενίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενατένιση
ενατενίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενατένιση
ενατενίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενατένιση
ενατενίστε	=	ενατενίζω
εναυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έναυσμα
εναύλια	=	εναύλιος
εναύλιας	=	εναύλιος
εναύλιε	=	εναύλιος
εναύλιες	=	εναύλιος
εναύλιο	=	εναύλιος
εναύλιοι	=	εναύλιος
εναύλιος	adj|formal	που έχει σχέση με την αυλή, βρίσκεται ή οδηγεί σ’ αυτή
εναύλιου	=	εναύλιος
εναύλιους	=	εναύλιος
εναύλιων	=	εναύλιος
εναύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έναυσμα
εναύσματος	noun	γενική ενικού του έναυσμα
ενγ	abbrev	Ελληνική Νοηματική Γλώσσα: η φυσική οπτικοκινητική γλώσσα της κοινότητας των κωφών στην Ελλάδα, με δικό της λεξιλόγιο, γραμματική και συντακτικό σύστημα
ενδέκατα	=	ενδέκατος
ενδέκατε	=	ενδέκατος
ενδέκατες	=	ενδέκατος
ενδέκατη	=	ενδέκατος
ενδέκατης	=	ενδέκατος
ενδέκατο	=	ενδέκατος
ενδέκατοι	=	ενδέκατος
ενδέκατος	num|formal	που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένδεκα (έντεκα, 11)
ενδέκατου	=	ενδέκατος
ενδέκατους	=	ενδέκατος
ενδέκατων	=	ενδέκατος
ενδέτες	=	ενδέτης
ενδέτη	=	ενδέτης
ενδέτης	noun|formal	το ρακόρ
ενδέχεται	verb	είναι πιθανόν ή δυνατόν
ενδίδαμε	=	ενδίδω
ενδίδαν	=	ενδίδω
ενδίδανε	=	ενδίδω
ενδίδατε	=	ενδίδω
ενδίδει	=	ενδίδω
ενδίδεις	=	ενδίδω
ενδίδετε	=	ενδίδω
ενδίδοντας	=	ενδίδω
ενδίδουμε	=	ενδίδω
ενδίδουν	=	ενδίδω
ενδίδουνε	=	ενδίδω
ενδίδω	verb	υποχωρώ
ενδίκως	adv	με ένδικο τρόπο, με ένδικα μέσα
ενδαγγειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδαγγειακός	adv	σε ενδαγγειακό επίπεδο
ενδαγγειακέ	adj	κλητική ενικού του ενδαγγειακός
ενδαγγειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδαγγειακή
ενδαγγειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδαγγειακός
ενδαγγειακής	adj	γενική ενικού του ενδαγγειακή
ενδαγγειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδαγγειακός
ενδαγγειακού	adj	γενική ενικού του ενδαγγειακός
ενδαγγειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδαγγειακός
ενδαγγειακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδαγγειακός
ενδαγγειακός	adj	που γίνεται ή υπάρχει μέσα στα αγγεία
ενδαγγειακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδαγγειακός
ενδαγγειοχειρουργέ	noun	κλητική ενικού του ενδαγγειοχειρουργός
ενδαγγειοχειρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδαγγειοχειρουργός
ενδαγγειοχειρουργού	noun	γενική ενικού του ενδαγγειοχειρουργός
ενδαγγειοχειρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενδαγγειοχειρουργός
ενδαγγειοχειρουργό	noun	αιτιατική ενικού του ενδαγγειοχειρουργός
ενδαγγειοχειρουργός	noun	χειρουργός εξειδικευμένος στα ενδαγγειακά τμήματα ενός οργανισμού
ενδαγγειοχειρουργών	noun	γενική πληθυντικού του ενδαγγειοχειρουργός
ενδαρθρικά	adv	σε ενδαρθρικό επίπεδο
ενδαρθρικέ	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικές	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρική	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικής	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικοί	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικού	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικούς	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικό	=	ενδαρθρικός
ενδαρθρικός	adj	άλλη μορφή του ενδοαρθρικός
ενδαρθρικών	=	ενδαρθρικός
ενδαρτηρεκτομές	=	ενδαρτηρεκτομή
ενδαρτηρεκτομή	noun	η χειρουργική εκτομή εντός μιας αρτηρίας
ενδαρτηρεκτομής	=	ενδαρτηρεκτομή
ενδαρτηρεκτομών	=	ενδαρτηρεκτομή
ενδαυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδαυλικό
ενδαυλικέ	adj	κλητική ενικού του ενδαυλικός
ενδαυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδαυλική
ενδαυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδαυλικός
ενδαυλικής	adj	γενική ενικού του ενδαυλική
ενδαυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδαυλικός
ενδαυλικού	adj	γενική ενικού του ενδαυλικός
ενδαυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδαυλικός
ενδαυλικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδαυλικός
ενδαυλικός	adj	που βρίσκεται μέσα σ’ έναν αυλό, σε μια κοιλότητα ή σωληνοειδές όργανο
ενδαυλικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδαυλικός
ενδεές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενδεής
ενδεή	=	ενδεής
ενδεής	adj|formal	πολύ φτωχός, που ζει στερούμενος τα αναγκαία αγαθά, μέσα στην ένδεια
ενδείας	=	ένδεια
ενδείκνυμαι	verb	είμαι κατάλληλος για μία περίσταση/κατάσταση, στη νεοελληνική συνήθως για άψυχα και αφηρημένα ουσιαστικά, κατά κανόνα στο τρίτο πρόσωπο, για κάτι που είναι πρέπον, όπως πρέπει, όπως απαιτούν οι συνθήκες, που συνιστάται προτρεπτικά ως σωστό αλλά που δεν επιβάλλεται
ενδείκνυται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενδείκνυμαι
ενδείκτες	=	ενδείκτης
ενδείκτη	=	ενδείκτης
ενδείκτης	noun	συσκευή ή όργανο που προβάλλει ενδείξεις
ενδείξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδειξη
ενδείξεων	=	ένδειξη
ενδεδειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεδειγμένο
ενδεδειγμένε	verb	κλητική ενικού του ενδεδειγμένος
ενδεδειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεδειγμένη
ενδεδειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδεδειγμένος
ενδεδειγμένης	verb	γενική ενικού του ενδεδειγμένη
ενδεδειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενδεδειγμένος
ενδεδειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδεδειγμένος
ενδεδειγμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος ενδείκνυμαι κατάλληλος
ενδεδειγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδεδειγμένος
ενδεδειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενδεδειγμένος
ενδεδειγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδεδειγμένος
ενδεδυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεδυμένο
ενδεδυμένε	verb	κλητική ενικού του ενδεδυμένος
ενδεδυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεδυμένη
ενδεδυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδεδυμένος
ενδεδυμένης	verb	γενική ενικού του ενδεδυμένη
ενδεδυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενδεδυμένος
ενδεδυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδεδυμένος
ενδεδυμένος	verb|formal	ντυμένος
ενδεδυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδεδυμένος
ενδεδυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενδεδυμένος
ενδεδυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδεδυμένος
ενδεείς	=	ενδεής
ενδεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεικτικό	adv	με ενδεικτικό τρόπο, για ενδεικτικούς λόγους
ενδεικτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδεικτικός
ενδεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεικτική
ενδεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδεικτικός
ενδεικτικής	adj	γενική ενικού του ενδεικτική
ενδεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδεικτικός
ενδεικτικού	adj	γενική ενικού του ενδεικτικός
ενδεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδεικτικός
ενδεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδεικτικός	noun	το επίσημο έγγραφο σχολικών βαθμίδων που αναφέρει ότι ο μαθητής προάγεται στην επόμενη τάξη
ενδεικτικός	adj	που μας δίνει ενδείξεις, που υποδεικνύει κάτι
ενδεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδεικτικός
ενδεικτικώς	adv	άλλη μορφή του ενδεικτικά
ενδεικτών	=	ενδείκτης
ενδειών	noun	γενική πληθυντικού του ένδεια
ενδεκάγωνα	=	ενδεκάγωνο
ενδεκάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα με έντεκα πλευρές
ενδεκάγωνου	=	ενδεκάγωνο
ενδεκάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο ή ενότητα ένδεκα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
ενδεκάδας	=	ενδεκάδα
ενδεκάδες	=	ενδεκάδα
ενδεκάδων	=	ενδεκάδα
ενδεκάμηνα	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνε	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνες	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνη	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνης	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνο	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνοι	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνος	adj	άλλη μορφή του εντεκάμηνος, που έχει διάρκεια ένδεκα μηνών
ενδεκάμηνου	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνους	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάμηνων	=	ενδεκάμηνος
ενδεκάχρονα	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονε	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονες	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονη	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονης	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονο	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονοι	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονος	adj	άλλη μορφή του εντεκάχρονος
ενδεκάχρονου	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονους	=	ενδεκάχρονος
ενδεκάχρονων	=	ενδεκάχρονος
ενδεκαγώνου	=	ενδεκάγωνο
ενδεκαγώνων	=	ενδεκάγωνο
ενδεκαετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενδεκαετής
ενδεκαμελές	=	ενδεκαμελής
ενδεκαμελή	=	ενδεκαμελής
ενδεκαμελής	adj	που αποτελείται από ένδεκα μέλη
ενδεκαμελείς	=	ενδεκαμελής
ενδεκαμελούς	=	ενδεκαμελής
ενδεκαμελών	=	ενδεκαμελής
ενδεκασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεκασύλλαβο
ενδεκασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του ενδεκασύλλαβος
ενδεκασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεκασύλλαβη
ενδεκασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδεκασύλλαβος
ενδεκασύλλαβης	adj	γενική ενικού του ενδεκασύλλαβη
ενδεκασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του ενδεκασύλλαβος
ενδεκασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδεκασύλλαβος
ενδεκασύλλαβος	noun	ο στίχος που έχει ένδεκα συλλαβές, ο στίχος που αποτελείται από έντεκα συλλαβές	adj	που έχει ένδεκα συλλαβές, που αποτελείται από έντεκα συλλαβές
ενδεκασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδεκασύλλαβος
ενδεκασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδεκασύλλαβος
ενδεκασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδεκασύλλαβος
ενδελέχεια	noun	η συνέχεια, η διάρκεια
ενδελέχειας	noun	γενική ενικού του ενδελέχεια
ενδελέχειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδελέχεια
ενδελεχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενδελεχής
ενδελεχή	adj	αιτιατική ενικού του ενδελεχής
ενδελεχής	adj	που γίνεται με μεγάλη επιμέλεια και επιμονή
ενδελεχείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδελεχής
ενδελεχειών	noun	γενική πληθυντικού του ενδελέχεια
ενδελεχούς	adj	γενική ενικού του ενδελεχής
ενδελεχών	adj	γενική πληθυντικού του ενδελεχής
ενδελεχώς	adv|formal	συνεχώς, διαρκώς, αδιάλειπτα, αέναα
ενδεούς	adj	γενική ενικού του ενδεής
ενδετών	=	ενδέτης
ενδεχομένου	=	ενδεχόμενο
ενδεχομένων	=	ενδεχόμενο
ενδεχομένως	adv	μπορεί, πιθανόν, ίσως
ενδεχομενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεχομενικό
ενδεχομενικέ	adj	κλητική ενικού του ενδεχομενικός
ενδεχομενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεχομενική
ενδεχομενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδεχομενικός
ενδεχομενικής	adj	γενική ενικού του ενδεχομενική
ενδεχομενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδεχομενικός
ενδεχομενικοτήτων	=	ενδεχομενικότητα
ενδεχομενικού	adj	γενική ενικού του ενδεχομενικός
ενδεχομενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδεχομενικός
ενδεχομενικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδεχομενικός
ενδεχομενικός	adj|formal	που ενδέχεται να συμβαίνει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις
ενδεχομενικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ενδεχομενικού, αυτού που ενδέχεται να συμβαίνει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις
ενδεχομενικότητας	=	ενδεχομενικότητα
ενδεχομενικότητες	=	ενδεχομενικότητα
ενδεχομενικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδεχομενικός
ενδεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεχόμενο
ενδεχόμενε	verb	κλητική ενικού του ενδεχόμενος
ενδεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδεχόμενη
ενδεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδεχόμενος
ενδεχόμενης	verb	γενική ενικού του ενδεχόμενη
ενδεχόμενο	noun	ένα γεγονός που ενδέχεται να συμβεί στο μέλλον, κάτι το πιθανό, όχι βέβαιο
ενδεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδεχόμενος
ενδεχόμενος	verb	που ενδέχεται να συμβεί
ενδεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδεχόμενος
ενδεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενδεχόμενος
ενδεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδεχόμενος
ενδεών	adj	γενική πληθυντικού του ενδεής
ενδημία	noun	διαμονή σε κάποιο τόπο
ενδημίας	noun	γενική ενικού του ενδημία
ενδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημία
ενδημεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενδημώ
ενδημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημικό
ενδημικέ	adj	κλητική ενικού του ενδημικός
ενδημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημική
ενδημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδημικός
ενδημικής	adj	γενική ενικού του ενδημική
ενδημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδημικός
ενδημικοτήτων	=	ενδημικότητα
ενδημικού	adj	γενική ενικού του ενδημικός
ενδημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδημικός
ενδημικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδημικός
ενδημικός	adj	για κάτι (αρρώστια ή άλλο παθολογικό φαινόμενο) που ενδημεί, τείνει να εμφανίζεται συχνά ή με κάποια μεγάλη διάρκεια σε ένα συγκεκριμένο τόπο
ενδημικότητα	noun	η ιδιότητα του ενδημικού
ενδημικότητας	noun	γενική ενικού του ενδημικότητα
ενδημικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημικότητα
ενδημικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδημικός
ενδημισμέ	noun	κλητική ενικού του ενδημισμός
ενδημισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδημισμός
ενδημισμού	noun	γενική ενικού του ενδημισμός
ενδημισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενδημισμός
ενδημισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενδημισμός
ενδημισμός	noun	άλλη μορφή του ενδημικότητα
ενδημισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενδημισμός
ενδημιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδημία
ενδημοεπιδημία	noun	εξάπλωση ασθένειας (επί ανθρώπων, ζώων ή φυτών) μεταβαλλόμενη από ενδημία σε επιδημία
ενδημοεπιδημίας	noun	γενική ενικού του ενδημοεπιδημία
ενδημοεπιδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημοεπιδημία
ενδημοεπιδημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημοεπιδημικό
ενδημοεπιδημικέ	adj	κλητική ενικού του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδημοεπιδημική
ενδημοεπιδημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημικής	adj	γενική ενικού του ενδημοεπιδημική
ενδημοεπιδημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημικού	adj	γενική ενικού του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημικός	adj	που έχει σχέση με ενδημοεπιδημία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενδημοεπιδημικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδημοεπιδημικός
ενδημοεπιδημιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδημοεπιδημία
ενδημώ	verb	λοιμώδης νόσος που προέρχεται από ορισμένο τόπο
ενδημών	verb|archaic	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενδημώ
ενδημώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενδημώ
ενδιάθετα	adv	με ενδιάθετο τρόπο, ενδόμυχα
ενδιάθετε	adj	κλητική ενικού του ενδιάθετος
ενδιάθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδιάθετη
ενδιάθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδιάθετος
ενδιάθετης	adj	γενική ενικού του ενδιάθετη
ενδιάθετο	adj	αιτιατική ενικού του ενδιάθετος
ενδιάθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδιάθετος
ενδιάθετος	adj	αυτός που βρίσκεται στα βάθη, στη διάθεση της ψυχής
ενδιάθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδιάθετος
ενδιάθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδιάθετος
ενδιάθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδιάθετος
ενδιάμεσα	adv	σε ενδιάμεσο τόπο
ενδιάμεσε	adj	κλητική ενικού του ενδιάμεσος
ενδιάμεσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδιάμεση
ενδιάμεση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδιάμεσος
ενδιάμεσης	adj	γενική ενικού του ενδιάμεση
ενδιάμεσο	adj	αιτιατική ενικού του ενδιάμεσος
ενδιάμεσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδιάμεσος
ενδιάμεσος	adj	που βρίσκεται κάπου ανάμεσα ή, ειδικότερα, στο μέσο δύο τοπικών ή χρονικών σημείων αναφοράς
ενδιάμεσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδιάμεσος
ενδιάμεσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδιάμεσος
ενδιάμεσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδιάμεσος
ενδιάτριβε	=	ενδιατρίβω
ενδιάτριψε	=	ενδιατρίβω
ενδιάφερα	=	ενδιαφέρω
ενδιάφερε	=	ενδιαφέρω
ενδιέτριβα	=	ενδιατρίβω
ενδιέτριβαν	=	ενδιατρίβω
ενδιέτριβε	=	ενδιατρίβω
ενδιέτριβες	=	ενδιατρίβω
ενδιέτριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιέτριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιέτριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιέτριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιέφερα	=	ενδιαφέρω
ενδιέφεραν	=	ενδιαφέρω
ενδιέφερε	=	ενδιαφέρω
ενδιέφερες	=	ενδιαφέρω
ενδιαίτημα	noun	η κατοικία, το μέρος όπου κάποιος κατοικεί
ενδιαίτηση	noun|formal	διαμονή
ενδιαίτησης	=	ενδιαίτηση
ενδιαθέτως	adv|formal	άλλη μορφή του ενδιάθετα
ενδιαιτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδιαίτημα
ενδιαιτήματος	noun	γενική ενικού του ενδιαίτημα
ενδιαιτήσεις	=	ενδιαίτηση
ενδιαιτήσεων	=	ενδιαίτηση
ενδιαιτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενδιαίτημα
ενδιαιτώμαι	verb|archaic	μένω, διαμένω, κατοικώ
ενδιαμέσως	adv|formal	ενδιάμεσα
ενδιατρίβαμε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβαν	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβανε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβατε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβει	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβεις	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβετε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβομε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβοντας	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβουμε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβουν	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβουνε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίβω	verb|formal	ασχολούμαι εξακολουθητικά ή με επιμονή με κάτι
ενδιατρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψαν	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίψανε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψομε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιατρίψουνε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίψτε	=	ενδιατρίβω
ενδιατρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιατρίβω
ενδιαφέραμε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέραν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρανε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρατε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ενδιαφέρω
ενδιαφέρεις	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρεσαι	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρεστε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρεται	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρετε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενδιαφέρω
ενδιαφέρομε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενδιαφέρων	noun	κάτι που ενδιαφέρει ή κάτι που αξίζει την ενασχόληση μ' αυτό
ενδιαφέροντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδιαφέρον
ενδιαφέρονται	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρονταν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέροντας	=	ενδιαφέρων
ενδιαφέροντες	=	ενδιαφέρων
ενδιαφέροντος	noun	γενική ενικού του ενδιαφέρον
ενδιαφέρουμε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρουν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρουνε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδιαφέρων	noun	η εγκυμοσύνη (πάντα με την πρόθεση σε)
ενδιαφέρουσας	=	ενδιαφέρων
ενδιαφέρουσες	=	ενδιαφέρων
ενδιαφέρσου	=	ενδιαφέρω
ενδιαφέρω	verb	αξίζω ή τραβώ την προσοχή (και την ενασχόληση)
ενδιαφέρων	adj	που προσελκύει το ενδιαφέρον, που τραβάει την προσοχή
ενδιαφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθήκαν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερθήκανε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερθούνε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδιαφέρομαι
ενδιαφερουσών	=	ενδιαφέρων
ενδιαφερούσης	=	ενδιαφέρων
ενδιαφερόμασταν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόμαστε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδιαφερόμενο
ενδιαφερόμενε	verb	κλητική ενικού του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδιαφερόμενη
ενδιαφερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμενης	verb	γενική ενικού του ενδιαφερόμενη
ενδιαφερόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμενος	verb	που ενδιαφέρεται, που επιθυμεί κάτι ή τον συμφέρει
ενδιαφερόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδιαφερόμενος
ενδιαφερόμουν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόμουνα	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόντουσαν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόντων	noun	γενική πληθυντικού του ενδιαφέρον
ενδιαφερόσασταν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόσαστε	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόσουν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόσουνα	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερόταν	=	ενδιαφέρω
ενδιαφερότανε	=	ενδιαφέρω
ενδικοφανές	=	ενδικοφανής
ενδικοφανή	=	ενδικοφανής
ενδικοφανής	adj	που προσομοιάζει με ένδικο μέσο
ενδικοφανείς	=	ενδικοφανής
ενδικοφανούς	=	ενδικοφανής
ενδικοφανών	=	ενδικοφανής
ενδοέκκριση	noun	η έκκριση ουσιών που εισέρχονται στο αίμα
ενδοέκκρισης	noun	γενική ενικού του ενδοέκκριση
ενδοαγγειακά	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακέ	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακές	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακή	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακής	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακοί	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακού	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακούς	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακό	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγγειακός	adj	άλλη μορφή του ενδαγγειακός
ενδοαγγειακών	=	ενδοαγγειακός
ενδοαγροτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαγροτικό
ενδοαγροτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοαγροτικός
ενδοαγροτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαγροτική
ενδοαγροτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοαγροτικός
ενδοαγροτικής	adj	γενική ενικού του ενδοαγροτική
ενδοαγροτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοαγροτικός
ενδοαγροτικού	adj	γενική ενικού του ενδοαγροτικός
ενδοαγροτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοαγροτικός
ενδοαγροτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοαγροτικός
ενδοαγροτικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μέσα / ανάμεσα στον κλάδο των αγροτών
ενδοαγροτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοαγροτικός
ενδοαορτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαορτικό
ενδοαορτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοαορτικός
ενδοαορτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαορτική
ενδοαορτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοαορτικός
ενδοαορτικής	adj	γενική ενικού του ενδοαορτική
ενδοαορτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοαορτικός
ενδοαορτικού	adj	γενική ενικού του ενδοαορτικός
ενδοαορτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοαορτικός
ενδοαορτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοαορτικός
ενδοαορτικός	adj	που βρίσκεται μέσα σε αορτή
ενδοαορτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοαορτικός
ενδοαρθρικά	adv	σε ενδοαρθρικό επίπεδο
ενδοαρθρικέ	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικές	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρική	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικής	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικοί	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικού	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικούς	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικό	=	ενδοαρθρικός
ενδοαρθρικός	adj	που συμβαίνει μέσα στις αρθρώσεις ή βρίσκεται εκεί
ενδοαρθρικών	=	ενδοαρθρικός
ενδοαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαστρικό
ενδοαστρικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοαστρικός
ενδοαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαστρική
ενδοαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοαστρικός
ενδοαστρικής	adj	γενική ενικού του ενδοαστρική
ενδοαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοαστρικός
ενδοαστρικού	adj	γενική ενικού του ενδοαστρικός
ενδοαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοαστρικός
ενδοαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοαστρικός
ενδοαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοαστρικός
ενδοατομικά	=	ενδοατομικός
ενδοατομικέ	=	ενδοατομικός
ενδοατομικές	=	ενδοατομικός
ενδοατομική	=	ενδοατομικός
ενδοατομικής	=	ενδοατομικός
ενδοατομικοί	=	ενδοατομικός
ενδοατομικού	=	ενδοατομικός
ενδοατομικούς	=	ενδοατομικός
ενδοατομικό	=	ενδοατομικός
ενδοατομικός	adj	που βρίσκεται ή λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό ενός ατόμου, δηλαδή ανάμεσα στα επιμέρους συστατικά του
ενδοατομικών	=	ενδοατομικός
ενδοαυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαυλικό
ενδοαυλικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοαυλικός
ενδοαυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοαυλική
ενδοαυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοαυλικός
ενδοαυλικής	adj	γενική ενικού του ενδοαυλική
ενδοαυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοαυλικός
ενδοαυλικού	adj	γενική ενικού του ενδοαυλικός
ενδοαυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοαυλικός
ενδοαυλικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοαυλικός
ενδοαυλικός	adj	άλλη μορφή του ενδαυλικός
ενδοαυλικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοαυλικός
ενδοβένθος	noun	η ενδοπανίδα σε υδρόβιο περιβάλλον, οι οργανισμοί που επιβιώνουν στα ανώτερα στρώματα ενός ιζήματος λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια του πυθμένα, αλλά πάντως μέσα στον πυθμένα, σε αντιδιαστολή προς εκείνους που επιβιώνουν πάνω στην επιφάνειά του π.χ. έρποντας (επιβένθος) ή ακριβώς από πάνω από το βυθό (υπερβένθος)
ενδοβολές	=	ενδοβολή
ενδοβολή	noun	η ψυχική διεργασία κατά την οποία ένα άτομο ασυνείδητα ενσωματώνει και οικειοποιείται πρότυπα συμπεριφοράς, συνήθειες και αξίες κοντινών του ατόμων διαμορφώνοντας έτσι την προσωπικότητά του
ενδοβολής	=	ενδοβολή
ενδοβολών	=	ενδοβολή
ενδοβρογχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοβρογχικό
ενδοβρογχικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοβρογχικός
ενδοβρογχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοβρογχική
ενδοβρογχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοβρογχικός
ενδοβρογχικής	adj	γενική ενικού του ενδοβρογχική
ενδοβρογχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοβρογχικός
ενδοβρογχικού	adj	γενική ενικού του ενδοβρογχικός
ενδοβρογχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοβρογχικός
ενδοβρογχικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοβρογχικός
ενδοβρογχικός	adj	που υπάρχει μέσα στους βρόγχους ή αναφέρεται σ’ αυτή την περιοχή
ενδοβρογχικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοβρογχικός
ενδογένεια	noun|formal	η ιδιότητα του ενδογενούς
ενδογένειας	noun	γενική ενικού του ενδογένεια
ενδογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογένεια
ενδογένεση	noun	κυτταρογένεση κατά την οποία τα κύτταρα που γεννιούνταν παραμένουν στο κύτταρο στο οποίο γεννήθηκαν
ενδογένεσης	noun	γενική ενικού του ενδογένεση
ενδογαμία	noun	παράδοση που προκρίνει τον γάμο μεταξύ ανθρώπων της ίδιας κοινωνικής τάξης, ομάδας κ.λπ.
ενδογαμίας	noun	γενική ενικού του ενδογαμία
ενδογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογαμία
ενδογαμικά	=	ενδογαμικός
ενδογαμικέ	=	ενδογαμικός
ενδογαμικές	=	ενδογαμικός
ενδογαμική	=	ενδογαμικός
ενδογαμικής	=	ενδογαμικός
ενδογαμικοί	=	ενδογαμικός
ενδογαμικού	=	ενδογαμικός
ενδογαμικούς	=	ενδογαμικός
ενδογαμικό	=	ενδογαμικός
ενδογαμικός	adj	που έχει σχέση με την ενδογαμία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ενδογαμικών	=	ενδογαμικός
ενδογαμιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδογαμία
ενδογαστρικά	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικέ	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικές	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρική	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικής	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικοί	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικού	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικούς	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικό	=	ενδογαστρικός
ενδογαστρικός	adj	ιατρικός όρος που δηλώνει ό,τι εντοπίζεται, αναπτύσσεται ή τοποθετείται στο εσωτερικό του στομάχου, ιδίως στο πλαίσιο διαγνωστικών ή θεραπευτικών παρεμβάσεων
ενδογαστρικών	=	ενδογαστρικός
ενδογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενδογενής
ενδογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογένεση
ενδογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδογένεση
ενδογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδογένεση
ενδογενή	adj	αιτιατική ενικού του ενδογενής
ενδογενής	adj	που δημιουργείται από εσωτερικά αίτια, χωρίς εξωτερικούς παράγοντες
ενδογενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογενής
ενδογενεακά	=	ενδογενεακός
ενδογενεακέ	=	ενδογενεακός
ενδογενεακές	=	ενδογενεακός
ενδογενεακή	=	ενδογενεακός
ενδογενεακής	=	ενδογενεακός
ενδογενεακοί	=	ενδογενεακός
ενδογενεακού	=	ενδογενεακός
ενδογενεακούς	=	ενδογενεακός
ενδογενεακό	=	ενδογενεακός
ενδογενεακός	adj	που έχει σχέση με μια γενιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβαίνει στο εσωτερικό της
ενδογενεακών	=	ενδογενεακός
ενδογενειών	noun	γενική πληθυντικού του ενδογένεια
ενδογενοποίει	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποίησα	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποίησαν	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποίησε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποίησες	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιήσαμε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιήσαν	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιήσανε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιήσατε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιήσει	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιήστε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιεί	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιείς	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιείτε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούμαι	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούμε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούν	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούνε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσα	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσαμε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσαν	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσανε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσατε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσε	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιούσες	=	ενδογενοποιώ
ενδογενοποιώ	verb|formal	μετατρέπω σε ενδογενή κάποιον εξωγενή παράγοντα
ενδογενοποιώντας	=	ενδογενοποιώ
ενδογενούς	adj	γενική ενικού του ενδογενής
ενδογενών	adj	γενική πληθυντικού του ενδογενής
ενδογλωσσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογλωσσικό
ενδογλωσσικέ	adj	κλητική ενικού του ενδογλωσσικός
ενδογλωσσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογλωσσική
ενδογλωσσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδογλωσσικός
ενδογλωσσικής	adj	γενική ενικού του ενδογλωσσική
ενδογλωσσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδογλωσσικός
ενδογλωσσικού	adj	γενική ενικού του ενδογλωσσικός
ενδογλωσσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδογλωσσικός
ενδογλωσσικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδογλωσσικός
ενδογλωσσικός	adj	που γίνεται στο εσωτερικό μιας γλώσσας ή που αναφέρεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους μιας γλώσσας
ενδογλωσσικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδογλωσσικός
ενδογονία	noun	άλλη γραφή του ενδογένεση
ενδογονίας	noun	γενική ενικού του ενδογονία
ενδογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδογονία
ενδογονιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδογονία
ενδοδέρματα	=	ενδόδερμα
ενδοδέρματος	=	ενδόδερμα
ενδοδίκτυα	=	ενδοδίκτυο
ενδοδίκτυο	noun	intranet: ιδιωτικό δίκτυο υπολογιστών, που χρησιμοποιεί πρωτόκολλα και γενικότερα τεχνολογίες του διαδικτύου (internet)
ενδοδίκτυου	=	ενδοδίκτυο
ενδοδίκτυων	=	ενδοδίκτυο
ενδοδαπέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδαπέδιο
ενδοδαπέδιας	=	ενδοδαπέδιος
ενδοδαπέδιε	=	ενδοδαπέδιος
ενδοδαπέδιες	=	ενδοδαπέδιος
ενδοδαπέδιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδοδαπέδιος	noun	σύστημα θέρμανσης με σωληνώσεις που είναι τοποθετημένες μέσα στο δάπεδο
ενδοδαπέδιοι	=	ενδοδαπέδιος
ενδοδαπέδιος	adj	που βρίσκεται μέσα στο δάπεδο
ενδοδαπέδιου	noun	γενική ενικού του ενδοδαπέδιο
ενδοδαπέδιους	=	ενδοδαπέδιος
ενδοδαπέδιων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοδαπέδιο
ενδοδεκτικοτήτων	=	ενδοδεκτικότητα
ενδοδεκτικοτητών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοδεκτικότητα
ενδοδεκτικότητα	noun	η ικανότητα αντίληψης ή αίσθησης της φυσιολογίας ή της εσωτερικής λειτουργία]]ς του σώματος
ενδοδεκτικότητας	noun	γενική ενικού του ενδοδεκτικότητα
ενδοδεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδεκτικότητα
ενδοδερμάτων	=	ενδόδερμα
ενδοδερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδερμικό
ενδοδερμικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοδερμικός
ενδοδερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδερμική
ενδοδερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοδερμικός
ενδοδερμικής	adj	γενική ενικού του ενδοδερμική
ενδοδερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοδερμικός
ενδοδερμικού	adj	γενική ενικού του ενδοδερμικός
ενδοδερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοδερμικός
ενδοδερμικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοδερμικός
ενδοδερμικός	adj	που γίνεται μέσα στο δέρμα ή βρίσκεται σ’ αυτό (ή κάτω απ’ αυτό)
ενδοδερμικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοδερμικός
ενδοδημοτικά	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικέ	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικές	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτική	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικής	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικοί	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικού	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικούς	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικό	=	ενδοδημοτικός
ενδοδημοτικός	adj	που γίνεται ή βρίσκεται μέσα στα όρια ενός δήμου, που αφορά το εσωτερικό ενός δήμου
ενδοδημοτικών	=	ενδοδημοτικός
ενδοδιαδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδιαδικαστικό
ενδοδιαδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδιαδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδιαδικαστική
ενδοδιαδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδιαδικαστικής	adj	γενική ενικού του ενδοδιαδικαστική
ενδοδιαδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδιαδικαστικού	adj	γενική ενικού του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδιαδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδιαδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδιαδικαστικός	adj	που περιλαμβάνεται μέσα στη διαδικασία
ενδοδιαδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοδιαδικαστικός
ενδοδικτύου	=	ενδοδίκτυο
ενδοδικτύων	=	ενδοδίκτυο
ενδοδοντία	noun	κλάδος της οδοντιατρικής που ασχολείται με τους ευαίσθητους μαλακούς ιστούς των δοντιών
ενδοδοντίας	noun	γενική ενικού του ενδοδοντία
ενδοδοντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδοντία
ενδοδοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδοντικό
ενδοδοντικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοδοντικός
ενδοδοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοδοντική
ενδοδοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοδοντικός
ενδοδοντικής	adj	γενική ενικού του ενδοδοντική
ενδοδοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοδοντικός
ενδοδοντικού	adj	γενική ενικού του ενδοδοντικός
ενδοδοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοδοντικός
ενδοδοντικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοδοντικός
ενδοδοντικός	adj	που έχει σχέση με την ενδοδοντία ή τον ενδοδοντιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ενδοδοντικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοδοντικός
ενδοδοντιστές	=	ενδοδοντιστής
ενδοδοντιστή	=	ενδοδοντιστής
ενδοδοντιστής	noun	οδοντίατρος που ασχολείται με την ενδοδοντία
ενδοδοντιστών	=	ενδοδοντιστής
ενδοδοντιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοδοντία
ενδοδοντολογία	noun	ειδικότητα της οδοντιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία παθήσεων του εσωτερικού του δοντιού (του οδοντικού πολφού) και των γύρω ιστών
ενδοδοντολογίας	=	ενδοδοντολογία
ενδοδοντολογίες	=	ενδοδοντολογία
ενδοδοντολογικά	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικέ	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικές	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογική	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικής	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικοί	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικού	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικούς	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικό	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογικός	adj	που έχει σχέση με τον ενδοδοντολόγο ή την ενδοδοντολογία ή αναφέρεται σʼ αυτά
ενδοδοντολογικών	=	ενδοδοντολογικός
ενδοδοντολογιών	=	ενδοδοντολογία
ενδοδοντολόγε	=	ενδοδοντολόγος
ενδοδοντολόγο	=	ενδοδοντολόγος
ενδοδοντολόγοι	=	ενδοδοντολόγος
ενδοδοντολόγος	noun	οδοντίατρος με εξειδίκευση στη διάγνωση και θεραπεία παθήσεων του οδοντικού πολφού και των ριζικών σωλήνων, με στόχο τη διατήρηση του φυσικού δοντιού
ενδοδοντολόγου	=	ενδοδοντολόγος
ενδοδοντολόγους	=	ενδοδοντολόγος
ενδοδοντολόγων	=	ενδοδοντολόγος
ενδοεγχειρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεγχειρητικό
ενδοεγχειρητικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοεγχειρητικός
ενδοεγχειρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεγχειρητική
ενδοεγχειρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοεγχειρητικός
ενδοεγχειρητικής	adj	γενική ενικού του ενδοεγχειρητική
ενδοεγχειρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοεγχειρητικός
ενδοεγχειρητικού	adj	γενική ενικού του ενδοεγχειρητικός
ενδοεγχειρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοεγχειρητικός
ενδοεγχειρητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοεγχειρητικός
ενδοεγχειρητικός	adj	που γίνεται κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης
ενδοεγχειρητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοεγχειρητικός
ενδοεθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεθνικό
ενδοεθνικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοεθνικός
ενδοεθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεθνική
ενδοεθνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοεθνικός
ενδοεθνικής	adj	γενική ενικού του ενδοεθνική
ενδοεθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοεθνικός
ενδοεθνικού	adj	γενική ενικού του ενδοεθνικός
ενδοεθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοεθνικός
ενδοεθνικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοεθνικός
ενδοεθνικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μέσα στα πλαίσια ενός έθνους
ενδοεθνικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοεθνικός
ενδοειδικά	=	ενδοειδικός
ενδοειδικέ	=	ενδοειδικός
ενδοειδικές	=	ενδοειδικός
ενδοειδική	=	ενδοειδικός
ενδοειδικής	=	ενδοειδικός
ενδοειδικοί	=	ενδοειδικός
ενδοειδικού	=	ενδοειδικός
ενδοειδικούς	=	ενδοειδικός
ενδοειδικό	=	ενδοειδικός
ενδοειδικός	adj	που αναφέρεται σε σχέση, διαδικασία ή φαινόμενο το οποίο εκδηλώνεται ανάμεσα σε άτομα του ίδιου βιολογικού είδους, στο πλαίσιο κοινής οικολογικής ή εξελικτικής λειτουργίας
ενδοειδικών	=	ενδοειδικός
ενδοεκκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοέκκριση
ενδοεκκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοέκκριση
ενδοεκκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδοέκκριση
ενδοεπικοινωνία	noun	η ενδοσυνεννόηση
ενδοεπικοινωνίας	noun	γενική ενικού του ενδοεπικοινωνία
ενδοεπικοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεπικοινωνία
ενδοεπικοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοεπικοινωνία
ενδοεταιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεταιρικό
ενδοεταιρικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοεταιρικός
ενδοεταιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοεταιρική
ενδοεταιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοεταιρικός
ενδοεταιρικής	adj	γενική ενικού του ενδοεταιρική
ενδοεταιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοεταιρικός
ενδοεταιρικού	adj	γενική ενικού του ενδοεταιρικός
ενδοεταιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοεταιρικός
ενδοεταιρικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοεταιρικός
ενδοεταιρικός	adj	που σχετίζεται με πράγματα και καταστάσεις που συμβαίνουν εντός μιας εταιρείας
ενδοεταιρικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοεταιρικός
ενδοημερήσια	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιας	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιε	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιες	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιο	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιοι	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιος	adj	που γίνεται μέσα σε μια μέρα, στη διάρκεια μιας ημέρας
ενδοημερήσιου	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιους	=	ενδοημερήσιος
ενδοημερήσιων	=	ενδοημερήσιος
ενδοηπατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοηπατικό
ενδοηπατικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοηπατικός
ενδοηπατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοηπατική
ενδοηπατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοηπατικός
ενδοηπατικής	adj	γενική ενικού του ενδοηπατική
ενδοηπατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοηπατικός
ενδοηπατικού	adj	γενική ενικού του ενδοηπατικός
ενδοηπατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοηπατικός
ενδοηπατικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοηπατικός
ενδοηπατικός	adj	που βρίσκεται, συμβαίνει ή αναπτύσσεται μέσα στο ήπαρ
ενδοηπατικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοηπατικός
ενδοηπειρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοηπειρωτικό
ενδοηπειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοηπειρωτικός
ενδοηπειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοηπειρωτική
ενδοηπειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοηπειρωτικός
ενδοηπειρωτικής	adj	γενική ενικού του ενδοηπειρωτική
ενδοηπειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοηπειρωτικός
ενδοηπειρωτικού	adj	γενική ενικού του ενδοηπειρωτικός
ενδοηπειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοηπειρωτικός
ενδοηπειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοηπειρωτικός
ενδοηπειρωτικός	adj	που βρίσκεται μέσα σε μία ήπειρο
ενδοηπειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοηπειρωτικός
ενδοθήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθήλιο
ενδοθήλιο	noun	ενδοκρινής αδένας, με μορφή στιβάδας κυττάρων στην εσωτερική επιφάνεια των λεμφικών και αιματικών αγγείων του σώματος
ενδοθήλιου	=	ενδοθήλιο
ενδοθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθερμικό
ενδοθερμικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοθερμικός
ενδοθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθερμική
ενδοθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοθερμικός
ενδοθερμικής	adj	γενική ενικού του ενδοθερμική
ενδοθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοθερμικός
ενδοθερμικού	adj	γενική ενικού του ενδοθερμικός
ενδοθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοθερμικός
ενδοθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοθερμικός
ενδοθερμικός	adj	χαρακτηριστικό χημικής αντίδρασης η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την απορρόφηση ενέργειας
ενδοθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοθερμικός
ενδοθηλίου	noun	γενική ενικού του ενδοθήλιο
ενδοθηλίωμα	noun	κακοήθης όγκος που σχετίζεται με το ενδοθήλιο
ενδοθηλίων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοθήλιο
ενδοθηλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθηλιακό
ενδοθηλιακέ	adj	κλητική ενικού του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθηλιακή
ενδοθηλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιακής	adj	γενική ενικού του ενδοθηλιακή
ενδοθηλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιακού	adj	γενική ενικού του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιακός	adj	που έχει σχέση με το ενδοθήλιο ή αναφέρεται σ' αυτό
ενδοθηλιακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοθηλιακός
ενδοθηλιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοθηλίωμα
ενδοθηλιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθηλίωμα
ενδοθηλιώματος	noun	γενική ενικού του ενδοθηλίωμα
ενδοθωρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθωρακικό
ενδοθωρακικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοθωρακικός
ενδοθωρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοθωρακική
ενδοθωρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοθωρακικός
ενδοθωρακικής	adj	γενική ενικού του ενδοθωρακική
ενδοθωρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοθωρακικός
ενδοθωρακικού	adj	γενική ενικού του ενδοθωρακικός
ενδοθωρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοθωρακικός
ενδοθωρακικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοθωρακικός
ενδοθωρακικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μέσα στον θώρακα
ενδοθωρακικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοθωρακικός
ενδοιασμέ	noun	κλητική ενικού του ενδοιασμός
ενδοιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοιασμός
ενδοιασμού	noun	γενική ενικού του ενδοιασμός
ενδοιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενδοιασμός
ενδοιασμό	noun	αιτιατική ενικού του ενδοιασμός
ενδοιασμός	noun	η αμφιβολία
ενδοιασμών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοιασμός
ενδοιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοιαστικό
ενδοιαστικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοιαστικός
ενδοιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοιαστική
ενδοιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοιαστικός
ενδοιαστικής	adj	γενική ενικού του ενδοιαστική
ενδοιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοιαστικός
ενδοιαστικοτήτων	=	ενδοιαστικότητα
ενδοιαστικού	adj	γενική ενικού του ενδοιαστικός
ενδοιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοιαστικός
ενδοιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοιαστικός
ενδοιαστικός	adj	που έχει σχέση με ενδοιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ενδοιαστικότητα	noun	η ιδιότητα του ενδοιαστικού
ενδοιαστικότητας	=	ενδοιαστικότητα
ενδοιαστικότητες	=	ενδοιαστικότητα
ενδοιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοιαστικός
ενδοιαστικώς	adv	με ενδοιαστικό τρόπο, με ενδοιασμούς
ενδοκάρδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκάρδιο
ενδοκάρδιο	noun	μεμβράνη που καλύπτει το εσωτερικό της καρδιάς
ενδοκάρδιου	=	ενδοκάρδιο
ενδοκάρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκάρπιο
ενδοκάρπιο	noun	μεμβράνη στο εσωτερικό του περικαρπίου που περιβάλλει το σπόρο
ενδοκάρπιου	=	ενδοκάρπιο
ενδοκαναλικά	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικέ	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικές	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλική	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικής	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικοί	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικού	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικούς	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικό	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαναλικός	adj	που εκδηλώνεται ή περιορίζεται στο εσωτερικό ενός καναλιού μετάδοσης, χωρίς να προέρχεται από εξωτερική πηγή
ενδοκαναλικών	=	ενδοκαναλικός
ενδοκαρδίου	noun	γενική ενικού του ενδοκάρδιο
ενδοκαρδίτιδα	noun	καρδιακή νόσος που χαρακτηρίζεται από λοίμωξη και φλεγμονή των καρδιακών βαλβίδων
ενδοκαρδίτιδας	=	ενδοκαρδίτιδα
ενδοκαρδίτιδες	=	ενδοκαρδίτιδα
ενδοκαρδίτιδων	=	ενδοκαρδίτιδα
ενδοκαρδίων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοκάρδιο
ενδοκαρδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκαρδιακό
ενδοκαρδιακέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκαρδιακή
ενδοκαρδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρδιακής	adj	γενική ενικού του ενδοκαρδιακή
ενδοκαρδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρδιακού	adj	γενική ενικού του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρδιακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρδιακός	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει μέσα στη καρδιά
ενδοκαρδιακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκαρδιακός
ενδοκαρπίου	noun	γενική ενικού του ενδοκάρπιο
ενδοκαρπίων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοκάρπιο
ενδοκειμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοκειμενικός	adv	σε ενδοκειμενικό επίπεδο
ενδοκειμενικέ	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικές	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενική	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικής	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικοί	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικοτήτων	=	ενδοκειμενικότητα
ενδοκειμενικού	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικούς	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικό	=	ενδοκειμενικός
ενδοκειμενικός	adj	που αφορά φαινόμενα, σχέσεις ή στοιχεία τα οποία αναπτύσσονται και ερμηνεύονται αποκλειστικά μέσα στα όρια ενός κειμένου, χωρίς αναφορά σε εξωτερικά συμφραζόμενα
ενδοκειμενικότητα	noun	λογοτεχνικός και γλωσσολογικός όρος που αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις, τις συνδέσεις και τα νοήματα που αναπτύσσονται αποκλειστικά μέσα στα όρια ενός συγκεκριμένου κειμένου
ενδοκειμενικότητας	=	ενδοκειμενικότητα
ενδοκειμενικότητες	=	ενδοκειμενικότητα
ενδοκειμενικών	=	ενδοκειμενικός
ενδοκλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκλαδικό
ενδοκλαδικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκλαδικός
ενδοκλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκλαδική
ενδοκλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκλαδικός
ενδοκλαδικής	adj	γενική ενικού του ενδοκλαδική
ενδοκλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκλαδικός
ενδοκλαδικού	adj	γενική ενικού του ενδοκλαδικός
ενδοκλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκλαδικός
ενδοκλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκλαδικός
ενδοκλαδικός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα ή εντός κάποιων κλάδων
ενδοκλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκλαδικός
ενδοκοιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοκοιλιακός	adv	σε ενδοκοιλιακή περιοχή
ενδοκοιλιακέ	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακές	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακή	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακής	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακοί	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακού	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακούς	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακό	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλιακός	adj	που εντοπίζεται, αναπτύσσεται ή πραγματοποιείται μέσα σε κοιλότητα του σώματος — κυρίως στην κοιλιακή χώρα, αλλά και στις κοιλίες του εγκεφάλου ή της καρδιάς
ενδοκοιλιακών	=	ενδοκοιλιακός
ενδοκοιλοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκοιλοτικό
ενδοκοιλοτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοιλοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκοιλοτική
ενδοκοιλοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοιλοτικής	adj	γενική ενικού του ενδοκοιλοτική
ενδοκοιλοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοιλοτικού	adj	γενική ενικού του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοιλοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοιλοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοιλοτικός	adj	που βρίσκεται μέσα σε μια (σωματική) κοιλότητα
ενδοκοιλοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκοιλοτικός
ενδοκοινοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκοινοτικό
ενδοκοινοτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκοινοτικός
ενδοκοινοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκοινοτική
ενδοκοινοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκοινοτικός
ενδοκοινοτικής	adj	γενική ενικού του ενδοκοινοτική
ενδοκοινοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκοινοτικός
ενδοκοινοτικού	adj	γενική ενικού του ενδοκοινοτικός
ενδοκοινοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκοινοτικός
ενδοκοινοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκοινοτικός
ενδοκοινοτικός	adj	που γίνεται μέσα στα πλαίσια μια κοινότητας, π.χ. της ΕΕ
ενδοκοινοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκοινοτικός
ενδοκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκομματικό
ενδοκομματικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκομματικός
ενδοκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκομματική
ενδοκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκομματικός
ενδοκομματικής	adj	γενική ενικού του ενδοκομματική
ενδοκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκομματικός
ενδοκομματικού	adj	γενική ενικού του ενδοκομματικός
ενδοκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκομματικός
ενδοκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκομματικός
ενδοκομματικός	adj	που αφορά τις διαδικασίες και σχέσεις στο εσωτερικό ενός κόμματος, μεταξύ των μελών του
ενδοκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκομματικός
ενδοκράνια	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιας	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιε	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιες	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιο	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιοι	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιος	adj	άλλη μορφή του ενδοκρανιακός
ενδοκράνιου	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιους	=	ενδοκράνιος
ενδοκράνιων	=	ενδοκράνιος
ενδοκρανιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρανιακό
ενδοκρανιακέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκρανιακός
ενδοκρανιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρανιακή
ενδοκρανιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκρανιακός
ενδοκρανιακής	adj	γενική ενικού του ενδοκρανιακή
ενδοκρανιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρανιακός
ενδοκρανιακού	adj	γενική ενικού του ενδοκρανιακός
ενδοκρανιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκρανιακός
ενδοκρανιακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκρανιακός
ενδοκρανιακός	adj	που βρίσκεται, αναπτύσσεται ή συμβαίνει μέσα στο κρανίο και αφορά δομές ή διεργασίες της κρανιακής κοιλότητας
ενδοκρανιακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκρανιακός
ενδοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρατικό
ενδοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκρατικός
ενδοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρατική
ενδοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκρατικός
ενδοκρατικής	adj	γενική ενικού του ενδοκρατική
ενδοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρατικός
ενδοκρατικού	adj	γενική ενικού του ενδοκρατικός
ενδοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκρατικός
ενδοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκρατικός
ενδοκρατικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μέσα σε κάποιο κράτος
ενδοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκρατικός
ενδοκρινές	=	ενδοκρινής
ενδοκρινή	=	ενδοκρινής
ενδοκρινής	adj	που εκκρίνει ουσία, η οποία εισέρχεται στο αίμα
ενδοκρινείς	=	ενδοκρινής
ενδοκρινικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινικό, ουδέτερο του ενδοκρινικός
ενδοκρινικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκρινικός
ενδοκρινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινική
ενδοκρινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκρινικός
ενδοκρινικής	adj	γενική ενικού του ενδοκρινική
ενδοκρινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινικός
ενδοκρινικού	adj	γενική ενικού του ενδοκρινικός
ενδοκρινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκρινικός
ενδοκρινικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκρινικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που χορηγείται για τη θεραπεία ενδοκρινικών παθήσεων, διεγείροντας ή αναστέλλοντας ενδοκρινείς λειτουργίες.
ενδοκρινικός	adj	κάτι που προέρχεται από τον θυρεοειδή αδένα
ενδοκρινικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκρινικός
ενδοκρινολογία	noun	ιατρικός κλάδος που εξετάζει την παθολογία (ή τη λειτουργία) των ενδοκρινών αδένων
ενδοκρινολογίας	noun	γενική ενικού του ενδοκρινολογία
ενδοκρινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινολογία
ενδοκρινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινολογικό
ενδοκρινολογικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινολογική
ενδοκρινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογικής	adj	γενική ενικού του ενδοκρινολογική
ενδοκρινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογικού	adj	γενική ενικού του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογικός	adj	που έχει σχέση με τον ενδοκρινολόγο ή την ενδοκρινολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ενδοκρινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκρινολογικός
ενδοκρινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοκρινολογία
ενδοκρινολόγε	noun	κλητική ενικού του ενδοκρινολόγος
ενδοκρινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ενδοκρινολόγος
ενδοκρινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκρινολόγος
ενδοκρινολόγος	noun	γιατρός που ασχολείται με ασθένειες που επηρεάζουν τους ενδοκρινείς αδένες και γνωρίζει πώς να αντιμετωπίζει καταστάσεις που συχνά είναι σύνθετες και περιλαμβάνουν πολλά συστήματα και σχηματισμούς του ανθρώπινου οργανισμού.
ενδοκρινολόγου	noun	γενική ενικού του ενδοκρινολόγος
ενδοκρινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκρινολόγος
ενδοκρινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοκρινολόγος
ενδοκρινούς	=	ενδοκρινής
ενδοκρινών	=	ενδοκρινής
ενδοκυβερνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκυβερνητικό
ενδοκυβερνητικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυβερνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκυβερνητική
ενδοκυβερνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυβερνητικής	adj	γενική ενικού του ενδοκυβερνητική
ενδοκυβερνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυβερνητικού	adj	γενική ενικού του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυβερνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυβερνητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυβερνητικός	adj	που αναφέρεται στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα μέλη μιας κυβέρνησης ή οι πολιτικοί σχηματισμοί που την στηρίζουν
ενδοκυβερνητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκυβερνητικός
ενδοκυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοκυστικός	adv	σε ενδοκυστικό επίπεδο
ενδοκυστικέ	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστικές	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστική	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστικής	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστικοί	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστικού	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστικούς	=	ενδοκυστικός
ενδοκυστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδοκυστικός
ενδοκυστικός	adj	ιατρικός όρος που δηλώνει ό,τι εντοπίζεται, αναπτύσσεται ή εφαρμόζεται στο εσωτερικό μιας κύστης, ιδίως της ουροδόχου κύστης
ενδοκυστικών	=	ενδοκυστικός
ενδοκυττάρια	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριας	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριε	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριες	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριο	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριοι	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριος	adj	που βρίσκεται μέσα στο κύτταρο
ενδοκυττάριου	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριους	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυττάριων	=	ενδοκυττάριος
ενδοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκυτταρικό
ενδοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοκυτταρική
ενδοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του ενδοκυτταρική
ενδοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτταρικός	adj	που βρίσκεται ή προέρχεται από το εσωτερικό του κυττάρου
ενδοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοκυτταρικός
ενδοκυτώσεις	=	ενδοκύτωση
ενδοκυτώσεων	=	ενδοκύτωση
ενδοκύτωση	noun	βιολογική διαδικασία κατά την οποία το κύτταρο εισάγει ουσίες από το εξωτερικό του περιβάλλον μέσω εγκολπώσεων της κυτταρικής μεμβράνης που σχηματίζουν κυστίδια
ενδοκύτωσης	=	ενδοκύτωση
ενδομήτρια	=	ενδομήτριος
ενδομήτριας	=	ενδομήτριος
ενδομήτριε	=	ενδομήτριος
ενδομήτριες	=	ενδομήτριος
ενδομήτριο	noun	η μεμβράνη που καλύπτει εσωτερικά τη μήτρα
ενδομήτριοι	=	ενδομήτριος
ενδομήτριος	adj	αυτός που βρίσκεται ή εξελίσσεται στο εσωτερικό της μήτρας
ενδομήτριου	=	ενδομήτριος
ενδομήτριους	=	ενδομήτριος
ενδομήτριων	=	ενδομήτριος
ενδομεταφορά	noun	μεταφορά αγαθών ή προσώπων που πραγματοποιείται εντός των ορίων ενός κράτους, ιδίως από μη εγκατεστημένο σε αυτό μεταφορέα
ενδομεταφοράς	=	ενδομεταφορά
ενδομεταφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδομεταφορά
ενδομεταφορών	=	ενδομεταφορά
ενδομητρίου	=	ενδομήτριος
ενδομητρίους	=	ενδομήτριος
ενδομητρίτιδα	noun	η φλεγμονή του ενδομητρίου
ενδομητρίτιδας	=	ενδομητρίτιδα
ενδομητρίτιδες	=	ενδομητρίτιδα
ενδομητρίτιδων	=	ενδομητρίτιδα
ενδομητρίων	=	ενδομήτριος
ενδομητρίωση	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία κύτταρα του ενδομητρίου αναπτύσσονται σε άλλα σημεία έξω από τη μήτρα (στις ωοθήκες, τις σάλπιγγες κ.α.)
ενδομητρίωσης	noun	γενική ενικού του ενδομητρίωση
ενδομητριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδομητρίωση
ενδομητριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδομητρίωση
ενδομητριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδομητρίωση
ενδομοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδομοριακός	adv	σε ενδομοριακό σημείο
ενδομοριακέ	=	ενδομοριακός
ενδομοριακές	=	ενδομοριακός
ενδομοριακή	=	ενδομοριακός
ενδομοριακής	=	ενδομοριακός
ενδομοριακοί	=	ενδομοριακός
ενδομοριακού	=	ενδομοριακός
ενδομοριακούς	=	ενδομοριακός
ενδομοριακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδομοριακός
ενδομοριακός	adj	που έχει σχέση με το εσωτερικό ενός μορίου ή συμβαίνει εκεί
ενδομοριακών	=	ενδομοριακός
ενδομυελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδομυελικός	adv	σε ενδομυελικό επίπεδο
ενδομυελικέ	=	ενδομυελικός
ενδομυελικές	=	ενδομυελικός
ενδομυελική	=	ενδομυελικός
ενδομυελικής	=	ενδομυελικός
ενδομυελικοί	=	ενδομυελικός
ενδομυελικού	=	ενδομυελικός
ενδομυελικούς	=	ενδομυελικός
ενδομυελικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδομυελικός
ενδομυελικός	adj	που εντοπίζεται, αναπτύσσεται ή πραγματοποιείται στο εσωτερικό του μυελού —ιδίως του οστικού ή του νωτιαίου
ενδομυελικών	=	ενδομυελικός
ενδομυϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδομυϊκό	adv	ανάμεσα από τους μύες / μέσα στους μύες
ενδομυϊκέ	adj	κλητική ενικού του ενδομυϊκός
ενδομυϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδομυϊκή
ενδομυϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδομυϊκός
ενδομυϊκής	adj	γενική ενικού του ενδομυϊκή
ενδομυϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδομυϊκός
ενδομυϊκού	adj	γενική ενικού του ενδομυϊκός
ενδομυϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδομυϊκός
ενδομυϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ενδομυϊκός
ενδομυϊκός	adj	που βρίσκεται ή γίνεται μέσα στους μυς (ή ανάμεσα στους μυς)
ενδομυϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ενδομυϊκός
ενδομυϊκώς	adv|formal	άλλη μορφή του ενδομυϊκά
ενδομύχως	adv|dated	ενδόμυχα
ενδονοσοκομειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδονοσοκομειακό	adv	μέσα στο νοσοκομείο (όχι σε εξωτερικούς χώρους) ή μέσα στη διοίκηση του νοσοκομείου (χωρίς παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων)
ενδονοσοκομειακέ	adj	κλητική ενικού του ενδονοσοκομειακός
ενδονοσοκομειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδονοσοκομειακή
ενδονοσοκομειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδονοσοκομειακός
ενδονοσοκομειακής	adj	γενική ενικού του ενδονοσοκομειακή
ενδονοσοκομειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδονοσοκομειακός
ενδονοσοκομειακού	adj	γενική ενικού του ενδονοσοκομειακός
ενδονοσοκομειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδονοσοκομειακός
ενδονοσοκομειακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδονοσοκομειακός
ενδονοσοκομειακός	adj	αυτός που αφορά στον εσωτερικό χώρο ενός νοσοκομείου
ενδονοσοκομειακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδονοσοκομειακός
ενδοξοτήτων	=	ενδοξότητα
ενδοξότερα	=	ενδοξότερος
ενδοξότερε	=	ενδοξότερος
ενδοξότερες	=	ενδοξότερος
ενδοξότερη	=	ενδοξότερος
ενδοξότερης	=	ενδοξότερος
ενδοξότερο	=	ενδοξότερος
ενδοξότεροι	=	ενδοξότερος
ενδοξότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ένδοξος
ενδοξότερου	=	ενδοξότερος
ενδοξότερους	=	ενδοξότερος
ενδοξότερων	=	ενδοξότερος
ενδοξότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ένδοξος, η ιδιότητα του ένδοξου
ενδοξότητας	=	ενδοξότητα
ενδοξότητες	=	ενδοξότητα
ενδοοικιακά	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακέ	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακές	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακή	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακής	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακοί	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακού	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακούς	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακό	=	ενδοοικιακός
ενδοοικιακός	adj|formal	που αφορά, παράγεται ή εκδηλώνεται μέσα στον χώρο της κατοικίας, σε αντιδιαστολή προς ό,τι προέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον
ενδοοικιακών	=	ενδοοικιακός
ενδοοικογενειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοοικογενειακός	adv	σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο
ενδοοικογενειακέ	adj	κλητική ενικού του ενδοοικογενειακός
ενδοοικογενειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοοικογενειακή
ενδοοικογενειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοοικογενειακός
ενδοοικογενειακής	adj	γενική ενικού του ενδοοικογενειακή
ενδοοικογενειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοοικογενειακός
ενδοοικογενειακού	adj	γενική ενικού του ενδοοικογενειακός
ενδοοικογενειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοοικογενειακός
ενδοοικογενειακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδοοικογενειακός
ενδοοικογενειακός	adj	που αναφέρεται, εκδηλώνεται ή πραγματοποιείται στο εσωτερικό της οικογένειας και στις σχέσεις μεταξύ των μελών της
ενδοοικογενειακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοοικογενειακός
ενδοομαδικός	adj|formal	που εκδηλώνεται στο εσωτερικό μιας συγκεκριμένης ομάδας, μεταξύ των μελών της, ή την αφορά
ενδοομιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοομιλικό
ενδοομιλικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοομιλικός
ενδοομιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοομιλική
ενδοομιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοομιλικός
ενδοομιλικής	adj	γενική ενικού του ενδοομιλική
ενδοομιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοομιλικός
ενδοομιλικού	adj	γενική ενικού του ενδοομιλικός
ενδοομιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοομιλικός
ενδοομιλικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοομιλικός
ενδοομιλικός	adj	που αφορά την εσωτερική κατάσταση ενός ομίλου, κι όχι τα πράγματα εκτός ομίλου
ενδοομιλικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοομιλικός
ενδοουρολογία	noun	ιατρική ειδικότητα, υποειδικότητα της ουρολογίας, κατά την οποία ο ουρολόγος προσεγγίζει τα ουρολογικά όργανα χωρίς ευρείες τομές
ενδοουρολογίας	noun	γενική ενικού του ενδοουρολογία
ενδοουρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοουρολογία
ενδοουρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοουρολογία
ενδοπανεπιστημιακά	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακέ	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακές	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακή	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακής	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακοί	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακού	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακούς	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακό	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπανεπιστημιακός	adj	που βρίσκεται ή πραγματοποιείται μέσα στο πανεπιστήμιο
ενδοπανεπιστημιακών	=	ενδοπανεπιστημιακός
ενδοπαράσιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοπαράσιτο
ενδοπαράσιτο	noun	οργανισμός που παρασιτεί στο εσωτερικό άλλου οργανισμού
ενδοπαράσιτου	=	ενδοπαράσιτο
ενδοπαράσιτων	=	ενδοπαράσιτο
ενδοπαρασίτου	=	ενδοπαράσιτο
ενδοπαρασίτων	=	ενδοπαράσιτο
ενδοπαρασιτικά	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικέ	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικές	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτική	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικής	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικοί	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικού	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικούς	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικό	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαρασιτικός	adj	που έχει σχέση με ενδοπαράσιτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ενδοπαρασιτικών	=	ενδοπαρασιτικός
ενδοπαραταξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοπαραταξιακός	adv	σε ενδοπαραταξιακό επίπεδο
ενδοπαραταξιακέ	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακές	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακή	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακής	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακοί	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακού	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακούς	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδοπαραταξιακός
ενδοπαραταξιακός	adj|formal	που έχει σχέση με τα εσωτερικά ζητήματα μιας παράταξης ή αναφέρεται σʼ αυτά
ενδοπαραταξιακών	=	ενδοπαραταξιακός
ενδοπεριφερειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοπεριφερειακός	adv	σε ενδοπεριφερειακό επίπεδο
ενδοπεριφερειακέ	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακές	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακή	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακής	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακοί	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακού	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακούς	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακό	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεριφερειακός	adj|formal	που συμβαίνει ή γίνεται μέσα στα όρια μιας περιφέρειας (διοικητικής ή άλλης)
ενδοπεριφερειακών	=	ενδοπεριφερειακός
ενδοπεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοπεϊκό
ενδοπεϊκέ	adj	κλητική ενικού του ενδοπεϊκός
ενδοπεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοπεϊκή
ενδοπεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοπεϊκός
ενδοπεϊκής	adj	γενική ενικού του ενδοπεϊκή
ενδοπεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοπεϊκός
ενδοπεϊκού	adj	γενική ενικού του ενδοπεϊκός
ενδοπεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοπεϊκός
ενδοπεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοπεϊκός
ενδοπεϊκός	adj	που βρίσκεται μέσα στο πέος
ενδοπεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοπεϊκός
ενδοπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδόπλασμα
ενδοπλάσματος	noun	γενική ενικού του ενδόπλασμα
ενδοπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενδόπλασμα
ενδοπλασματικά	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικέ	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικές	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματική	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικής	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικοί	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικού	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικούς	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικό	=	ενδοπλασματικός
ενδοπλασματικός	adj	που σχετίζεται ή εντοπίζεται στο εσωτερικό του κυτταροπλάσματος και αφορά δομές ή λειτουργίες που επιτελούνται μέσα σε αυτό
ενδοπλασματικών	=	ενδοπλασματικός
ενδοπνευμονικά	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικέ	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικές	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονική	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικής	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικοί	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικού	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικούς	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικό	=	ενδοπνευμονικός
ενδοπνευμονικός	adj	που βρίσκεται, παράγεται ή εκδηλώνεται στο εσωτερικό των πνευμόνων και αφορά διεργασίες ή καταστάσεις που εξελίσσονται εντός αυτών
ενδοπνευμονικών	=	ενδοπνευμονικός
ενδοποδίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοποδίδιο
ενδοπορικά	=	ενδοπορικός
ενδοπορικέ	=	ενδοπορικός
ενδοπορικές	=	ενδοπορικός
ενδοπορική	=	ενδοπορικός
ενδοπορικής	=	ενδοπορικός
ενδοπορικοί	=	ενδοπορικός
ενδοπορικού	=	ενδοπορικός
ενδοπορικούς	=	ενδοπορικός
ενδοπορικό	=	ενδοπορικός
ενδοπορικός	adj	που εντοπίζεται και παραμένει εντός των πόρων ενός αδένα ή οργάνου, χωρίς επέκταση ή διήθηση στους γύρω ιστούς
ενδοπορικών	=	ενδοπορικός
ενδοπροσωπικά	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικέ	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικές	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπική	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικής	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικοί	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικού	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικούς	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικό	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπροσωπικός	adj	που αφορά τις εσωτερικές νοητικές και συναισθηματικές διεργασίες του ίδιου του ατόμου, ιδίως ως προς την αυτοαντίληψη και την αυτορρύθμισή του
ενδοπροσωπικών	=	ενδοπροσωπικός
ενδοπυελοτομές	=	ενδοπυελοτομή
ενδοπυελοτομή	noun	χειρουργική ενδοσκοπική αντιμετώπιση της στένωσης στην περιοχή ανάμεσα στο νεφρό και τον ουρητήρα
ενδοπυελοτομής	=	ενδοπυελοτομή
ενδοπυελοτομών	=	ενδοπυελοτομή
ενδορινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδορινικό
ενδορινικέ	adj	κλητική ενικού του ενδορινικός
ενδορινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδορινική
ενδορινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδορινικός
ενδορινικής	adj	γενική ενικού του ενδορινική
ενδορινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδορινικός
ενδορινικού	adj	γενική ενικού του ενδορινικός
ενδορινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδορινικός
ενδορινικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδορινικός
ενδορινικός	adj	που βρίσκεται μέσα στη ρινική κοιλότητα
ενδορινικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδορινικός
ενδορρήξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδόρρηξη
ενδορρήξεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδόρρηξη
ενδορρήξεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδόρρηξη
ενδορφίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδορφίνη
ενδορφίνη	noun	φυσική χημική ουσία που παράγεται στον εγκέφαλο και στον νωτιαίο μυελό, γνωστή για τις αναλγητικές και ευφορικές της ιδιότητες, ως απάντηση του οργανισμού σε πόνο, άγχος ή σωματική άσκηση
ενδορφίνης	=	ενδορφίνη
ενδορφινών	=	ενδορφίνη
ενδοσηραγγωδών	=	ενδοσηραγγώδης
ενδοσηραγγώδεις	=	ενδοσηραγγώδης
ενδοσηραγγώδες	=	ενδοσηραγγώδης
ενδοσηραγγώδη	=	ενδοσηραγγώδης
ενδοσηραγγώδης	adj	που γίνεται μέσα σε σηραγγώδες σώμα ή σηραγγώδη αρτηρία
ενδοσηραγγώδους	=	ενδοσηραγγώδης
ενδοσκοπήθηκα	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήθηκαν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήθηκε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήθηκες	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήσαμε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήσαν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήσανε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήσατε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήσει	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσκόπηση
ενδοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοσκόπηση
ενδοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδοσκόπηση
ενδοσκοπήσου	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπήστε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπία	noun	εξέταση με ενδοσκόπιο
ενδοσκοπίας	noun	γενική ενικού του ενδοσκοπία
ενδοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσκοπία
ενδοσκοπίου	noun	γενική ενικού του ενδοσκόπιο
ενδοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοσκόπιο
ενδοσκοπεί	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπείς	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπείσαι	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπείστε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπείται	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπείτε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπηθήκαμε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπηθήκαν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπηθήκανε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπηθήκατε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπηθεί	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπηθείτε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπημένος	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοσκοπικός	adv	με ενδοσκόπιο
ενδοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσκοπική
ενδοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικής	adj	γενική ενικού του ενδοσκοπική
ενδοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικού	adj	γενική ενικού του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικός	adj	που σχετίζεται με την ενδοσκόπηση ή γίνεται με ενδοσκόπιο
ενδοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοσκοπικός
ενδοσκοπικώς	adv	με ενδοσκόπιο
ενδοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοσκοπία
ενδοσκοπούμαι	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούμασταν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούμαστε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούμε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούμουν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούνε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούνται	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούνταν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσα	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσαμε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσαν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσανε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσασταν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσαστε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσατε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσες	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπούσουν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκοπώ	verb	κάνω ενδοσκόπηση
ενδοσκοπώντας	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκόπησα	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκόπησαν	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκόπησε	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκόπησες	=	ενδοσκοπώ
ενδοσκόπηση	noun	η εξέταση των φυσικών κοιλοτήτων του σώματος χάρη σε ένα ειδικό όργανο, το ενδοσκόπιο
ενδοσκόπησης	noun	γενική ενικού του ενδοσκόπηση
ενδοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσκόπιο
ενδοσκόπιο	noun	γενική ονομασία που δίδεται σε ειδικό εύκαμπτο όργανο που αποτελείται από έναν οπτικό σωλήνα με ένα σύστημα φωτισμού που εισάγεται στις φυσικές κοιλότητες του σώματος ή όργανα προς εξέταση
ενδοσκόπιου	=	ενδοσκόπιο
ενδοσπέρμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσπέρμιο
ενδοσπέρμιο	noun	αποταμιευτικός ιστός του σπέρματος των φυτών
ενδοσπέρμιου	=	ενδοσπέρμιο
ενδοσπερμίου	noun	γενική ενικού του ενδοσπέρμιο
ενδοσπερμίων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοσπέρμιο
ενδοστεφανιαία	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίας	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίε	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίες	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίο	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίοι	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίος	adj	που γίνεται μέσα στην στεφανιαία αρτηρία
ενδοστεφανιαίου	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίους	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστεφανιαίων	=	ενδοστεφανιαίος
ενδοστοματικά	adv	σε ενδοστοματικό επίπεδο
ενδοστοματικέ	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικές	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματική	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικής	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικοί	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικού	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικούς	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικό	=	ενδοστοματικός
ενδοστοματικός	adj	που βρίσκεται ή διενεργείται στο εσωτερικό της στοματικής κοιλότητας
ενδοστοματικών	=	ενδοστοματικός
ενδοστρέφεια	noun	η εσωστρέφεια
ενδοστρέφειας	noun	γενική ενικού του ενδοστρέφεια
ενδοστρέφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοστρέφεια
ενδοστρεφές	=	ενδοστρεφής
ενδοστρεφή	=	ενδοστρεφής
ενδοστρεφής	adj	ο εσωστρεφής
ενδοστρεφείς	=	ενδοστρεφής
ενδοστρεφειών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοστρέφεια
ενδοστρεφούς	=	ενδοστρεφής
ενδοστρεφών	=	ενδοστρεφής
ενδοσυζυγικά	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικέ	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικές	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγική	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικής	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικοί	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικού	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικούς	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικό	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυζυγικός	adj	που αφορά τους συζύγους, την μεταξύ τους ζωή
ενδοσυζυγικών	=	ενδοσυζυγικός
ενδοσυνδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσύνδεση
ενδοσυνδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοσύνδεση
ενδοσυνδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδοσύνδεση
ενδοσυνεδριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδοσυνεδριακός	adv	κατά τη διάρκεια μιας (χρηματιστηριακής) συνεδρίασης
ενδοσυνεδριακέ	adj	κλητική ενικού του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεδριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσυνεδριακή
ενδοσυνεδριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεδριακής	adj	γενική ενικού του ενδοσυνεδριακή
ενδοσυνεδριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεδριακού	adj	γενική ενικού του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεδριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεδριακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεδριακός	adj	που συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας (χρηματιστηριακής) συνεδρίασης
ενδοσυνεδριακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοσυνεδριακός
ενδοσυνεννοήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσυνεννόηση
ενδοσυνεννοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδοσυνεννόηση
ενδοσυνεννοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδοσυνεννόηση
ενδοσυνεννόηση	noun	η συνεννόηση και επικοινωνία δύο ή περισσότερων μερών που βρίσκονται σε διπλανούς ή γειτονικούς χώρους ενός κτηρίου
ενδοσυνεννόησης	noun	γενική ενικού του ενδοσυνεννόηση
ενδοσυντροφικός	adj|rare	που αφορά τη σχέση συντρόφων, ιδίως ως αλληλεπίδραση ή συμπεριφορά μεταξύ τους
ενδοσχολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσχολικό
ενδοσχολικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοσχολικός
ενδοσχολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοσχολική
ενδοσχολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοσχολικός
ενδοσχολικής	adj	γενική ενικού του ενδοσχολική
ενδοσχολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοσχολικός
ενδοσχολικού	adj	γενική ενικού του ενδοσχολικός
ενδοσχολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοσχολικός
ενδοσχολικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοσχολικός
ενδοσχολικός	adj	που συμβαίνει μέσα σ' ένα σχολείο
ενδοσχολικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοσχολικός
ενδοσωματικά	adv	σε ενδοσωματικό επίπεδο
ενδοσωματικέ	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικές	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματική	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικής	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικοί	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικού	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικούς	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικό	=	ενδοσωματικός
ενδοσωματικός	adj	που πραγματοποιείται ή λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό του σώματος, ιδίως στο πλαίσιο ιατρικών ή βιολογικών διαδικασιών
ενδοσωματικών	=	ενδοσωματικός
ενδοσύνδεση	noun	η (δια)σύνδεση μεταξύ δύο πραγμάτων
ενδοσύνδεσης	noun	γενική ενικού του ενδοσύνδεση
ενδοτάξη	noun	υποδιαίρεση ταξινομικής βαθμίδας, μικρότερη από την υπόταξη και μεγαλύτερη από τη μικρόταξη
ενδοταξικά	=	ενδοταξικός
ενδοταξικέ	=	ενδοταξικός
ενδοταξικές	=	ενδοταξικός
ενδοταξική	=	ενδοταξικός
ενδοταξικής	=	ενδοταξικός
ενδοταξικοί	=	ενδοταξικός
ενδοταξικού	=	ενδοταξικός
ενδοταξικούς	=	ενδοταξικός
ενδοταξικό	=	ενδοταξικός
ενδοταξικός	adj	που αναφέρεται σε φαινόμενα, σχέσεις ή διαφοροποιήσεις μέσα στην ίδια κοινωνική τάξη, χωρίς να εμπλέκονται άλλες τάξεις
ενδοταξικών	=	ενδοταξικός
ενδοτεταρτημοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοτεταρτημοριακό
ενδοτεταρτημοριακέ	adj	κλητική ενικού του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτεταρτημοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοτεταρτημοριακή
ενδοτεταρτημοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτεταρτημοριακής	adj	γενική ενικού του ενδοτεταρτημοριακή
ενδοτεταρτημοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτεταρτημοριακού	adj	γενική ενικού του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτεταρτημοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτεταρτημοριακό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτεταρτημοριακός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε τεταρτημόρια, που γίνεται μεταξύ τεταρτημορίων
ενδοτεταρτημοριακών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοτεταρτημοριακός
ενδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοτικό
ενδοτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοτικός
ενδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοτική
ενδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοτικός
ενδοτικής	adj	γενική ενικού του ενδοτική
ενδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοτικός
ενδοτικοτήτων	=	ενδοτικότητα
ενδοτικού	adj	γενική ενικού του ενδοτικός
ενδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοτικός
ενδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοτικός
ενδοτικός	adj	που έχει την τάση να ενδίδει, να υποχωρεί και να παραχωρεί
ενδοτικότητα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενδίδω / υποχωρώ
ενδοτικότητας	noun	γενική ενικού του ενδοτικότητα
ενδοτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοτικότητα
ενδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοτικός
ενδοτικώς	adv|dated	ενδοτικά
ενδοτισμέ	noun	κλητική ενικού του ενδοτισμός
ενδοτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοτισμός
ενδοτισμού	noun	γενική ενικού του ενδοτισμός
ενδοτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενδοτισμός
ενδοτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενδοτισμός
ενδοτισμός	noun|formal	η ενδοτικότητα, η υποχωρητικότητα
ενδοτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοτισμός
ενδοτοξίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοτοξίνη
ενδοτοξίνη	noun	τοξικό συστατικό του κυτταρικού περιβλήματος ορισμένων βακτηρίων, το οποίο απελευθερώνεται κυρίως κατά την καταστροφή τους και μπορεί να προκαλέσει έντονες φλεγμονώδεις αντιδράσεις στον οργανισμό
ενδοτοξίνης	=	ενδοτοξίνη
ενδοτοξινών	=	ενδοτοξίνη
ενδοτράχυνση	noun	μέθοδος αύξησης της αντοχής και της σκληρότητας ενός μεταλλικού υλικού (μετάλλου ή κράματος) με παραμόρφωση πέρα από το όριο διαρροής.
ενδοτράχυνσης	=	ενδοτράχυνση
ενδοτραχειακά	adv	σε ενδοτραχειακό επίπεδο
ενδοτραχειακέ	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακές	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακή	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακής	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακοί	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακού	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακούς	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακό	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχειακός	adj	που αφορά ή πραγματοποιείται στο εσωτερικό της τραχείας, ιδίως ως ιατρική πράξη ή μέθοδος εισαγωγής οργάνων για τη διασφάλιση ή υποστήριξη της αναπνοής
ενδοτραχειακών	=	ενδοτραχειακός
ενδοτραχύνσεις	=	ενδοτράχυνση
ενδοτραχύνσεων	=	ενδοτράχυνση
ενδοφακέ	=	ενδοφακός
ενδοφακοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοφακός
ενδοφακού	=	ενδοφακός
ενδοφακούς	=	ενδοφακός
ενδοφακό	=	ενδοφακός
ενδοφακός	noun	τεχνητός οπτικός φακός που τοποθετείται χειρουργικά στο εσωτερικό του οφθαλμού, συνήθως για την αντικατάσταση ή διόρθωση της λειτουργίας του φυσικού φακού
ενδοφακών	=	ενδοφακός
ενδοφθάλμια	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιε	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιες	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιο	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιοι	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιος	adj	που συμβαίνει εντός του οφθαλμού
ενδοφθάλμιου	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιους	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφθάλμιων	=	ενδοφθάλμιος
ενδοφλέβια	adv	άλλη μορφή του ενδοφλεβίως
ενδοφλέβιε	adj	κλητική ενικού του ενδοφλέβιος
ενδοφλέβιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοφλέβιη
ενδοφλέβιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοφλέβιος
ενδοφλέβιης	adj	γενική ενικού του ενδοφλέβιη
ενδοφλέβιο	adj	αιτιατική ενικού του ενδοφλέβιος
ενδοφλέβιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοφλέβιος
ενδοφλέβιος	adj	σχετικός με τη χορήγηση ενός ενέσιμου φαρμάκου κατευθείαν μέσα στη φλέβα του ασθενούς
ενδοφλέβιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδοφλέβιος
ενδοφλέβιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοφλέβιος
ενδοφλέβιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδοφλέβιος
ενδοφλεβίτιδα	noun	η φλεγμονή του ενδοφλεβικού χιτώνα
ενδοφλεβίτιδας	=	ενδοφλεβίτιδα
ενδοφλεβίτιδες	=	ενδοφλεβίτιδα
ενδοφλεβίτιδων	=	ενδοφλεβίτιδα
ενδοφλεβίως	adv	με ενδοφλέβια χορήγηση, κατευθείαν μέσα στη φλέβα
ενδοφλεβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοφλεβικό
ενδοφλεβικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοφλεβικός
ενδοφλεβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοφλεβική
ενδοφλεβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοφλεβικός
ενδοφλεβικής	adj	γενική ενικού του ενδοφλεβική
ενδοφλεβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοφλεβικός
ενδοφλεβικού	adj	γενική ενικού του ενδοφλεβικός
ενδοφλεβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοφλεβικός
ενδοφλεβικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοφλεβικός
ενδοφλεβικός	adj	που γίνεται ή υπάρχει μέσα στη φλέβα
ενδοφλεβικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοφλεβικός
ενδοχριστιανικά	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικέ	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικές	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανική	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικής	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικοί	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικού	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικούς	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικό	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχριστιανικός	adj	που αφορά ή εκδηλώνεται στο εσωτερικό του χριστιανισμού, ιδίως ως σχέση, διάλογος ή σύγκρουση μεταξύ χριστιανικών δογμάτων, κοινοτήτων ή παραδόσεων
ενδοχριστιανικών	=	ενδοχριστιανικός
ενδοχωρών	noun	γενική πληθυντικού του ενδοχώρα
ενδοχώρα	noun	περιοχή που βρίσκεται πίσω από την ακτή
ενδοχώρας	noun	γενική ενικού του ενδοχώρα
ενδοχώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοχώρα
ενδοχώρια	=	ενδοχώριος
ενδοχώριας	=	ενδοχώριος
ενδοχώριε	=	ενδοχώριος
ενδοχώριες	=	ενδοχώριος
ενδοχώριο	=	ενδοχώριος
ενδοχώριοι	=	ενδοχώριος
ενδοχώριος	adj	που βρίσκεται στην ενδοχώρα ή αναφέρεται σε αυτήν
ενδοχώριου	=	ενδοχώριος
ενδοχώριους	=	ενδοχώριος
ενδοχώριων	=	ενδοχώριος
ενδοωτικά	=	ενδοωτικός
ενδοωτικέ	=	ενδοωτικός
ενδοωτικές	=	ενδοωτικός
ενδοωτική	=	ενδοωτικός
ενδοωτικής	=	ενδοωτικός
ενδοωτικοί	=	ενδοωτικός
ενδοωτικού	=	ενδοωτικός
ενδοωτικούς	=	ενδοωτικός
ενδοωτικό	=	ενδοωτικός
ενδοωτικός	adj|formal	που γίνεται, συμβαίνει ή τοποθετείται μέσα στο ους / αφτί
ενδοωτικών	=	ενδοωτικός
ενδοϊμπεριαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοϊμπεριαλιστικό
ενδοϊμπεριαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϊμπεριαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοϊμπεριαλιστική
ενδοϊμπεριαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϊμπεριαλιστικής	adj	γενική ενικού του ενδοϊμπεριαλιστική
ενδοϊμπεριαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϊμπεριαλιστικού	adj	γενική ενικού του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϊμπεριαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϊμπεριαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϊμπεριαλιστικός	adj	που συμβαίνει ή γίνεται μέσα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές χώρες, δυνάμεις
ενδοϊμπεριαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοϊμπεριαλιστικός
ενδοϋαλοειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοϋαλοειδικό
ενδοϋαλοειδικέ	adj	κλητική ενικού του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋαλοειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδοϋαλοειδική
ενδοϋαλοειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋαλοειδικής	adj	γενική ενικού του ενδοϋαλοειδική
ενδοϋαλοειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋαλοειδικού	adj	γενική ενικού του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋαλοειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋαλοειδικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋαλοειδικός	adj	που γίνεται μέσα στο υαλοειδές τμήμα του οφθαλμού
ενδοϋαλοειδικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδοϋαλοειδικός
ενδοϋπηρεσιακά	adv	με ενδοϋπηρεσιακό τρόπο
ενδοϋπηρεσιακέ	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακές	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακή	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ενδοϋπηρεσιακή) του ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακοί	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακού	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακούς	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακό	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει εντός κάποιας υπηρεσίας
ενδοϋπηρεσιακών	=	ενδοϋπηρεσιακός
ενδοϋπηρεσιακώς	adv	άλλη μορφή του ενδοϋπηρεσιακά
ενδοϋπουργικά	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικέ	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικές	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργική	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικής	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικοί	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικού	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικούς	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικό	=	ενδοϋπουργικός
ενδοϋπουργικός	adj	που αφορά εσωτερικά ένα υπουργείο
ενδοϋπουργικών	=	ενδοϋπουργικός
ενδρομίδα	noun	ἐνδρομίς
ενδρομίδας	=	ενδρομίδα
ενδρομίδες	=	ενδρομίδα
ενδρομίδων	=	ενδρομίδα
ενδυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ένδυμα
ενδυμασία	noun	το σύνολο των ενδυμάτων που φοράει κάποιος
ενδυμασίας	noun	γενική ενικού του ενδυμασία
ενδυμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυμασία
ενδυμασιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδυμασία
ενδυματικά	=	ενδυματικός
ενδυματικέ	=	ενδυματικός
ενδυματικές	=	ενδυματικός
ενδυματική	=	ενδυματικός
ενδυματικής	=	ενδυματικός
ενδυματικοί	=	ενδυματικός
ενδυματικού	=	ενδυματικός
ενδυματικούς	=	ενδυματικός
ενδυματικό	=	ενδυματικός
ενδυματικός	adj	που αφορά το ντύσιμο/τον ρουχισμό
ενδυματικών	=	ενδυματικός
ενδυματολογία	noun	η συστηματική ενασχόληση με την επιλογή του ρουχισμού, αλλά και το σχεδιασμό και την κατασκευή ενδυμάτων που θα φορούν οι ηθοποιοί και οι κομπάρσοι σε έργα
ενδυματολογίας	noun	γενική ενικού του ενδυματολογία
ενδυματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυματολογία
ενδυματολογίου	=	ενδυματολόγιο
ενδυματολογίων	=	ενδυματολόγιο
ενδυματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυματολογικό
ενδυματολογικέ	adj	κλητική ενικού του ενδυματολογικός
ενδυματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυματολογική
ενδυματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδυματολογικός
ενδυματολογικής	adj	γενική ενικού του ενδυματολογική
ενδυματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδυματολογικός
ενδυματολογικού	adj	γενική ενικού του ενδυματολογικός
ενδυματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδυματολογικός
ενδυματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδυματολογικός
ενδυματολογικός	adj	ενδυματικός· που αφορά τον ρουχισμό (άμεσα)
ενδυματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδυματολογικός
ενδυματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ενδυματολογία
ενδυματολόγε	noun	κλητική ενικού του ενδυματολόγος
ενδυματολόγια	=	ενδυματολόγιο
ενδυματολόγιο	noun	το σύνολο των ρούχων που χρησιμοποιούνται σε θεατρική παράσταση ή κινηματογραφική ταινία
ενδυματολόγιου	=	ενδυματολόγιο
ενδυματολόγιων	=	ενδυματολόγιο
ενδυματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ενδυματολόγος
ενδυματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδυματολόγος
ενδυματολόγος	noun	που φτιάχνει ενδύματα / ρούχα για θεατρικές ή τηλεοπτικές ή κινηματογραφικές παραστάσεις
ενδυματολόγου	noun	γενική ενικού του ενδυματολόγος
ενδυματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενδυματολόγος
ενδυματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ενδυματολόγος
ενδυνάμωνα	=	ενδυναμώνω
ενδυνάμωναν	=	ενδυναμώνω
ενδυνάμωνε	=	ενδυναμώνω
ενδυνάμωνες	=	ενδυναμώνω
ενδυνάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυνάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυνάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυνάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυνάμωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενδυναμώνω
ενδυνάμωσης	noun	γενική ενικού του ενδυνάμωση
ενδυναμωθήκαμε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθήκαν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθήκανε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθήκατε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθεί	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθείς	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθείτε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθούμε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθούν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθούνε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωθώ	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωμένο
ενδυναμωμένε	verb	κλητική ενικού του ενδυναμωμένος
ενδυναμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωμένη
ενδυναμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδυναμωμένος
ενδυναμωμένης	verb	γενική ενικού του ενδυναμωμένη
ενδυναμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενδυναμωμένος
ενδυναμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωμένος
ενδυναμωμένος	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδυναμωμένος
ενδυναμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενδυναμωμένος
ενδυναμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδυναμωμένος
ενδυναμωνόμασταν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόμαστε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόμουν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόμουνα	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόντουσαν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόσασταν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόσαστε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόσουν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόσουνα	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνόταν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωνότανε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωτής
ενδυναμωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενδυναμωτής
ενδυναμωτής	noun	αυτός που ενδυναμώνει
ενδυναμωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωτικό
ενδυναμωτικέ	adj	κλητική ενικού του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωτική
ενδυναμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτικής	adj	γενική ενικού του ενδυναμωτική
ενδυναμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτικού	adj	γενική ενικού του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτικός	adj	που έχει σχέση με την ενδυνάμωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενδυναμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενδυναμωτικός
ενδυναμωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ενδυναμώτρια
ενδυναμωτών	noun	γενική πληθυντικού του ενδυναμωτής
ενδυναμώθηκα	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώθηκαν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώθηκε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώθηκες	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώναμε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώναν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνανε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνατε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνει	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνεις	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνεσαι	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνεστε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνεται	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνετε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνομαι	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνομε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνονται	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνονταν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνοντας	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνουμε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνουν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνουνε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώνω	verb	ενισχύω, δυναμώνω, ενθαρρύνω
ενδυναμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσαν	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώσανε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυνάμωση
ενδυναμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενδυνάμωση
ενδυναμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενδυνάμωση
ενδυναμώσομε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώσου	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσουνε	=	ενδυναμώνω
ενδυναμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδυναμώνω
ενδυναμώτρια	noun	θηλυκό του ενδυναμωτής
ενδυναμώτριας	noun	γενική ενικού του ενδυναμώτρια
ενδυναμώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδυναμώτρια
ενδυτές	=	ενδυτή
ενδυτή	noun	κάλυμμα που τοποθετείται πάνω από το κατασάρκιο στην Αγία Τράπεζα
ενδυτής	=	ενδυτή
ενδυτών	=	ενδυτή
ενδωνυμίου	=	ενδωνύμιο
ενδωνυμίων	=	ενδωνύμιο
ενδωνύμια	=	ενδωνύμιο
ενδωνύμιο	noun	άλλη μορφή του ενδώνυμο
ενδωνύμιου	=	ενδωνύμιο
ενδωνύμιων	=	ενδωνύμιο
ενδωνύμου	=	ενδώνυμο
ενδωνύμων	=	ενδώνυμο
ενδόδερμα	noun	το εσωτερικό βλαστικό στρώμα του εμβρύου, από το οποίο προέρχονται κυρίως οι ιστοί και τα όργανα του πεπτικού και αναπνευστικού συστήματος
ενδόθερμα	=	ενδόθερμος
ενδόθερμε	=	ενδόθερμος
ενδόθερμες	=	ενδόθερμος
ενδόθερμη	=	ενδόθερμος
ενδόθερμης	=	ενδόθερμος
ενδόθερμο	=	ενδόθερμος
ενδόθερμοι	=	ενδόθερμος
ενδόθερμος	adj	που χαρακτηρίζει αντίδραση ή διεργασία η οποία εξελίσσεται με απορρόφηση θερμότητας από το περιβάλλον
ενδόθερμου	=	ενδόθερμος
ενδόθερμους	=	ενδόθερμος
ενδόθερμων	=	ενδόθερμος
ενδόμυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδόμυχος	adv	βαθύτερα, στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, του νου, της ψυχής
ενδόμυχε	=	ενδόμυχος
ενδόμυχες	=	ενδόμυχος
ενδόμυχη	=	ενδόμυχος
ενδόμυχης	=	ενδόμυχος
ενδόμυχο	=	ενδόμυχος
ενδόμυχοι	=	ενδόμυχος
ενδόμυχος	adj	που βρίσκεται στο βάθος του νου, της συνείδησης, της σκέψης ή της ψυχής
ενδόμυχου	=	ενδόμυχος
ενδόμυχους	=	ενδόμυχος
ενδόμυχων	=	ενδόμυχος
ενδόξως	adv|dated	ένδοξα
ενδόπλασμα	noun	οποιοδήποτε κυτόπλασμα που βρίσκεται στη μεμβράνη του πλάσματος και του εκτοπλάσματος ενός κυττάρου
ενδόρρηξη	noun	η κατάρρευση υλικού προς τα μέσα, όταν δέχεται πίεση μεγαλύτερη από την αντοχή του
ενδόρρηξης	noun	γενική ενικού του ενδόρρηξη
ενδόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδόσιμο
ενδόσιμε	adj	κλητική ενικού του ενδόσιμος
ενδόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδόσιμη
ενδόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδόσιμος
ενδόσιμης	adj	γενική ενικού του ενδόσιμη
ενδόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ενδόσιμος
ενδόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδόσιμος
ενδόσιμος	adj|formal	υποχωρητικός, παραχωρητικός
ενδόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδόσιμος
ενδόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδόσιμος
ενδόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδόσιμος
ενδότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδότατο
ενδότατε	adj	κλητική ενικού του ενδότατος
ενδότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδότατη
ενδότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδότατος
ενδότατης	adj	γενική ενικού του ενδότατη
ενδότατο	adj	αιτιατική ενικού του ενδότατος
ενδότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδότατος
ενδότατος	adj	που βρίσκεται πολύ ένδον / μέσα
ενδότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδότατος
ενδότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδότατος
ενδότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδότατος
ενδότερα	noun	τόπος ή σημείο που βρίσκεται πιο μέσα από κάτι άλλο (και ειρωνικό)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενδότερος
ενδότερε	adj	κλητική ενικού του ενδότερος
ενδότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενδότερη
ενδότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενδότερος
ενδότερης	adj	γενική ενικού του ενδότερη
ενδότερο	adj	αιτιατική ενικού του ενδότερος
ενδότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενδότερος
ενδότερος	adj	που βρίσκεται πιο μέσα
ενδότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενδότερος
ενδότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενδότερος
ενδότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενδότερος
ενδύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδύομαι
ενδύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδυμα
ενδύματος	noun	γενική ενικού του ένδυμα
ενδύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενδύω
ενδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένδυση
ενδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένδυση
ενδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένδυση
ενδύω	verb	ντύνω
ενδώνυμα	=	ενδώνυμο
ενδώνυμο	noun	η ονομασία με την οποία ένας λαός ή ένα σύνολο ατόμων ονομάζει τον εαυτό του, το κράτος του ή τον τόπο του
ενδώνυμου	=	ενδώνυμο
ενδώνυμων	=	ενδώνυμο
ενδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώσαν	=	ενδίδω
ενδώσανε	=	ενδίδω
ενδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώστε	=	ενδίδω
ενδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενδίδω
ενδώτια	=	ενδώτιος
ενδώτιας	=	ενδώτιος
ενδώτιε	=	ενδώτιος
ενδώτιες	=	ενδώτιος
ενδώτιο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενδώτιος
ενδώτιοι	=	ενδώτιος
ενδώτιος	adj	που προσαρμόζεται στο εσωτερικό του αφτιού
ενδώτιου	=	ενδώτιος
ενδώτιους	=	ενδώτιος
ενδώτιων	=	ενδώτιος
ενε	abbrev	οργάνωση ελληνοεβραϊκής νεολαίας της Ελλάδας, που εδρεύει στην Αθήνα και στην οποία συμμετέχουν ελληνοεβραίοι (αγόρια, κορίτσια) ηλικίας 18 έως 35 ετών.
ενεά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεό
ενεάς	=	ενεός
ενεέ	adj	κλητική ενικού του ενεός
ενεές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεή
ενεή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεός
ενεής	adj	γενική ενικού του ενεή
ενείχε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του ενέχω
ενεγράφη	=	εγγράφω
ενεγράφην	=	εγγράφομαι
ενεγράφησαν	=	εγγράφω
ενεδρευουσών	=	ενεδρεύων
ενεδρευούσης	=	ενεδρεύων
ενεδρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεδρευτής
ενεδρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενεδρευτής
ενεδρευτής	noun|figurative	αυτός που ενεδρεύει
ενεδρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεδρευτικό
ενεδρευτικέ	adj	κλητική ενικού του ενεδρευτικός
ενεδρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεδρευτική
ενεδρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεδρευτικός
ενεδρευτικής	adj	γενική ενικού του ενεδρευτική
ενεδρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεδρευτικός
ενεδρευτικού	adj	γενική ενικού του ενεδρευτικός
ενεδρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεδρευτικός
ενεδρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενεδρευτικός
ενεδρευτικός	adj	που έχει σχέση με ενέδρευση ή ενεδρευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ενεδρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενεδρευτικός
ενεδρευτών	noun	γενική πληθυντικού του ενεδρευτής
ενεδρευόντων	=	ενεδρεύων
ενεδρεύαμε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύαν	=	ενεδρεύω
ενεδρεύανε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύατε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύει	=	ενεδρεύω
ενεδρεύεις	=	ενεδρεύω
ενεδρεύετε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύομε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύον	=	ενεδρεύων
ενεδρεύοντα	=	ενεδρεύων
ενεδρεύοντας	=	ενεδρεύω
ενεδρεύοντες	=	ενεδρεύων
ενεδρεύοντος	=	ενεδρεύων
ενεδρεύουμε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύουν	=	ενεδρεύω
ενεδρεύουνε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύουσα	=	ενεδρεύων
ενεδρεύουσας	=	ενεδρεύων
ενεδρεύουσες	=	ενεδρεύων
ενεδρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσαν	=	ενεδρεύω
ενεδρεύσανε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενέδρευση
ενεδρεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενέδρευση
ενεδρεύσομε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύσουνε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύστε	=	ενεδρεύω
ενεδρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεδρεύω
ενεδρεύω	verb	παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ· στήνω ενέδρα, καρτέρι
ενεδρεύων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενεδρεύω: που έχει στήσει ενέδρα, καρτέρι
ενεδρών	noun	γενική πληθυντικού του ενέδρα
ενεθάρρυνα	=	ενθαρρύνω
ενεμάτων	=	ένεμα
ενενήκοντα	num|archaic	άλλη μορφή του ενενήντα
ενενήντα	num	το απόλυτο αριθμητικό (90) που ακολουθεί το ογδόντα εννιά (89) και προηγείται του ενενήντα ένα (91)
ενενηκονταετές	=	ενενηκονταετής
ενενηκονταετή	=	ενενηκονταετής
ενενηκονταετής	noun	που έχει ηλικία ενενήντα ετών
ενενηκονταετείς	=	ενενηκονταετής
ενενηκονταετούς	=	ενενηκονταετής
ενενηκονταετών	=	ενενηκονταετής
ενενηκοντουτίδων	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτη	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτηδες	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτηδων	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτης	noun|formal	ενενηντάχρονος
ενενηκοντούτι	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτιδα	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτιδας	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτιδες	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτιδος	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτιδων	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοντούτις	=	ενενηκοντούτης
ενενηκοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενενηκοστός
ενενηκοστέ	adj	κλητική ενικού του ενενηκοστός
ενενηκοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηκοστή
ενενηκοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενενηκοστός
ενενηκοστής	adj	γενική ενικού του ενενηκοστή
ενενηκοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενενηκοστός
ενενηκοστού	adj	γενική ενικού του ενενηκοστός
ενενηκοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενενηκοστός
ενενηκοστό	adj	αιτιατική ενικού του ενενηκοστός
ενενηκοστός	num	που βρίσκεται στη θέση ή σειρά ή … με αριθμό ενενήντα
ενενηκοστών	adj	γενική πληθυντικού του ενενηκοστός
ενενηντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα ενενήντα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
ενενηντάδας	=	ενενηντάδα
ενενηντάδες	=	ενενηντάδα
ενενηντάδων	=	ενενηντάδα
ενενηντάρα	noun	γυναίκα ηλικίας περίπου ενενήντα χρονών
ενενηντάρας	noun	γενική ενικού του ενενηντάρα
ενενηντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηντάρα
ενενηντάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενενηντάρης
ενενηντάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηντάρης
ενενηντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ενενηντάρης
ενενηντάρης	noun	άντρας ηλικίας περίπου ενενήντα χρονών
ενενηντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηντάρι
ενενηντάρισσα	=	ενενηντάρης
ενενηντάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηντάχρονο
ενενηντάχρονε	adj	κλητική ενικού του ενενηντάχρονος
ενενηντάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηντάχρονη
ενενηντάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενενηντάχρονος
ενενηντάχρονης	adj	γενική ενικού του ενενηντάχρονη
ενενηντάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ενενηντάχρονος
ενενηντάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενενηντάχρονος
ενενηντάχρονος	adj	που έχει ηλικία ενενήντα ετών
ενενηντάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενενηντάχρονος
ενενηντάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενενηντάχρονος
ενενηντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενενηντάχρονος
ενενηνταριά	noun	περίπου ενενήντα
ενενηνταριάς	noun	γενική ενικού του ενενηνταριά
ενενηνταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενενηνταριά
ενενηνταριών	=	ενενηνταριά
ενεοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεός
ενεού	adj	γενική ενικού του ενεός
ενεούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεός
ενεπίγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεπίγραφο
ενεπίγραφε	adj	κλητική ενικού του ενεπίγραφος
ενεπίγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεπίγραφη
ενεπίγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεπίγραφος
ενεπίγραφης	adj	γενική ενικού του ενεπίγραφη
ενεπίγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ενεπίγραφος
ενεπίγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεπίγραφος
ενεπίγραφος	adj	που φέρει επιγραφή
ενεπίγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενεπίγραφος
ενεπίγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεπίγραφος
ενεπίγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενεπίγραφος
ενεπλάκη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
ενεπλάκημεν	=	εμπλέκω
ενεπλάκην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
ενεπλάκης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
ενεπλάκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
ενεπλάκητε	=	εμπλέκω
ενεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργό	adv	με ενεργό τρόπο
ενεργέ	adj	κλητική ενικού του ενεργός
ενεργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργή
ενεργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργός
ενεργήθηκα	=	ενεργώ
ενεργήθηκαν	=	ενεργώ
ενεργήθηκε	=	ενεργώ
ενεργήθηκες	=	ενεργώ
ενεργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενέργημα
ενεργήματος	noun	γενική ενικού του ενέργημα
ενεργής	adj	γενική ενικού του ενεργή
ενεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσαν	=	ενεργώ
ενεργήσανε	=	ενεργώ
ενεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσου	=	ενεργώ
ενεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργήσουνε	=	ενεργώ
ενεργήστε	=	ενεργώ
ενεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργώ
ενεργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενεργώ
ενεργείας	=	ενέργεια
ενεργείς	=	ενεργώ
ενεργείσαι	=	ενεργώ
ενεργείστε	=	ενεργώ
ενεργείται	=	ενεργώ
ενεργείτε	=	ενεργώ
ενεργείτο	=	ενεργώ
ενεργειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργειακό
ενεργειακέ	adj	κλητική ενικού του ενεργειακός
ενεργειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργειακή
ενεργειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργειακός
ενεργειακής	adj	γενική ενικού του ενεργειακή
ενεργειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργειακός
ενεργειακού	adj	γενική ενικού του ενεργειακός
ενεργειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεργειακός
ενεργειακό	adj	αιτιατική ενικού του ενεργειακός
ενεργειακός	adj	που σχετίζεται με την ενέργεια
ενεργειακών	adj	γενική πληθυντικού του ενεργειακός
ενεργειοβόρα	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρας	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρε	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρες	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρο	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόροι	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρος	adj	άλλη μορφή του ενεργοβόρος
ενεργειοβόρου	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρους	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοβόρων	=	ενεργειοβόρος
ενεργειοκρατία	noun	φιλοσοφική θεωρία που θεωρεί ως βάση κάθε φαινομένου την άυλη ιδιότητα της ενέργειας και δεν δέχεται την αυθυπαρξία της ύλης
ενεργειοκρατίας	noun	γενική ενικού του ενεργειοκρατία
ενεργειοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργειοκρατία
ενεργειοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ενεργειοκρατία
ενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ενέργεια
ενεργηθήκαμε	=	ενεργώ
ενεργηθήκαν	=	ενεργώ
ενεργηθήκανε	=	ενεργώ
ενεργηθήκατε	=	ενεργώ
ενεργηθεί	=	ενεργώ
ενεργηθείς	=	ενεργώ
ενεργηθείτε	=	ενεργώ
ενεργηθούμε	=	ενεργώ
ενεργηθούν	=	ενεργώ
ενεργηθούνε	=	ενεργώ
ενεργηθώ	=	ενεργώ
ενεργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενέργημα
ενεργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργημένο
ενεργημένε	verb	κλητική ενικού του ενεργημένος
ενεργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργημένη
ενεργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργημένος
ενεργημένης	verb	γενική ενικού του ενεργημένη
ενεργημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενεργημένος
ενεργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργημένος
ενεργημένος	=	ενεργώ
ενεργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενεργημένος
ενεργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενεργημένος
ενεργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενεργημένος
ενεργητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργητικό	adv	με ενεργητικό τρόπο
ενεργητικέ	adj	κλητική ενικού του ενεργητικός
ενεργητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργητική
ενεργητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργητικός
ενεργητικής	adj	γενική ενικού του ενεργητική
ενεργητικισμέ	noun	κλητική ενικού του ενεργητικισμός
ενεργητικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργητικισμός
ενεργητικισμού	noun	γενική ενικού του ενεργητικισμός
ενεργητικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενεργητικισμός
ενεργητικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενεργητικισμός
ενεργητικισμός	adj	άλλη μορφή του ενεργειοκρατία
ενεργητικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενεργητικισμός
ενεργητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργητικός
ενεργητικοτήτων	=	ενεργητικότητα
ενεργητικού	adj	γενική ενικού του ενεργητικός
ενεργητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεργητικός
ενεργητικό	noun	η συνολική αξία της περιουσίας και των απαιτήσεων μιας επιχείρησης σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις της, το παθητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενεργητικός
ενεργητικός	adj	που είναι ενεργός και σχετικά δραστήριος
ενεργητικότητα	noun	η διάθεση κάποιου που νιώθει μια όρεξη για δράση να πηγάζει από μέσα του
ενεργητικότητας	noun	γενική ενικού του ενεργητικότητα
ενεργητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργητικότητα
ενεργητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενεργητικός
ενεργητισμέ	adj	ενεργητισμός, στην κλητική του ενικού
ενεργητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργητισμός
ενεργητισμού	adj	γενική ενικού του ενεργητισμός
ενεργητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενεργητισμός
ενεργητισμό	adj	ενεργητισμός, στην αιτιατική του ενικού
ενεργητισμός	adj	άλλη μορφή του ενεργειοκρατία
ενεργητισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενεργητισμός
ενεργισμέ	noun	κλητική ενικού του ενεργισμός
ενεργισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργισμός
ενεργισμού	noun	γενική ενικού του ενεργισμός
ενεργισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενεργισμός
ενεργισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενεργισμός
ενεργισμός	adj	άλλη μορφή του ενεργειοκρατία
ενεργισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενεργισμός
ενεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργός
ενεργοβόρα	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρας	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρε	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρες	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρο	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόροι	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρος	adj	που καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ενέργειας για να λειτουργήσει ή να παραχθεί
ενεργοβόρου	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρους	=	ενεργοβόρος
ενεργοβόρων	=	ενεργοβόρος
ενεργοπαθητικά	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικέ	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικές	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητική	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικής	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικοί	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικού	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικούς	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικό	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοπαθητικός	adj	που εναλλάσσει τον ενεργητικό και τον παθητικό ρόλο στη σεξουαλική πράξη
ενεργοπαθητικών	=	ενεργοπαθητικός
ενεργοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενεργοποιώ
ενεργοποίησης	noun	γενική ενικού του ενεργοποίηση
ενεργοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ενεργοποιώ
ενεργοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσαν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιήσανε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποίηση
ενεργοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενεργοποίηση
ενεργοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενεργοποίηση
ενεργοποιήσου	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσουνε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργοποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ενεργοποιώ
ενεργοποιείς	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιείσαι	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιείστε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενεργοποιούμαι
ενεργοποιείτε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιείτο	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθήκαν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιηθήκανε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιηθούνε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεργοποιούμαι
ενεργοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποιημένο
ενεργοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ενεργοποιημένος
ενεργοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποιημένη
ενεργοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργοποιημένος
ενεργοποιημένης	verb	γενική ενικού του ενεργοποιημένη
ενεργοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενεργοποιημένος
ενεργοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποιημένος
ενεργοποιημένος	=	ενεργοποιούμαι
ενεργοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενεργοποιημένος
ενεργοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενεργοποιημένος
ενεργοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενεργοποιημένος
ενεργοποιητές	=	ενεργοποιητής
ενεργοποιητή	=	ενεργοποιητής
ενεργοποιητής	noun	στοιχείο ή παράγοντας που θέτει σε λειτουργία ένα σύστημα ή διεργασία, μετατρέποντας ή διοχετεύοντας ενέργεια, ώστε να παραχθεί αποτέλεσμα
ενεργοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποιητικό
ενεργοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποιητική
ενεργοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητικής	adj	γενική ενικού του ενεργοποιητική
ενεργοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητικού	adj	γενική ενικού του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενεργοποιητικός
ενεργοποιητών	=	ενεργοποιητής
ενεργοποιούμαι	verb	με ενεργοποιούν, με καθιστούν ενεργό, με θέτουν σε λειτουργία
ενεργοποιούμασταν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούμαστε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούμε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούμενος	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούμουν	=	ενεργοποιούμαι
ενεργοποιούμουνα	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούνε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούνται	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούνταν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούντο	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσα	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσαμε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσαν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσανε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσατε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσες	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσουν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιούσουνα	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόμασταν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόμαστε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόμουν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόμουνα	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόνταν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόντανε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόντουσαν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόσασταν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόσαστε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόσουν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόσουνα	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιόταν	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιότανε	=	ενεργοποιώ
ενεργοποιώ	verb|figurative	θέτω σε ενέργεια πρόσωπα ή υπηρεσίες
ενεργοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενεργοποιώ
ενεργουμένου	noun	γενική ενικού του ενεργούμενο
ενεργουμένων	noun	γενική πληθυντικού του ενεργούμενο
ενεργού	adj	γενική ενικού του ενεργός
ενεργούμαι	=	ενεργώ
ενεργούμασταν	=	ενεργώ
ενεργούμαστε	=	ενεργώ
ενεργούμε	=	ενεργώ
ενεργούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργούμενο
ενεργούμενε	verb	κλητική ενικού του ενεργούμενος
ενεργούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεργούμενη
ενεργούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεργούμενος
ενεργούμενης	verb	γενική ενικού του ενεργούμενη
ενεργούμενο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενεργούμενος	noun	πρόσωπο που δεν ενεργεί με δική του πρωτοβουλία, αλλά ακολουθεί τυφλά τις οδηγίες κάποιου άλλου
ενεργούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεργούμενος
ενεργούμενος	=	ενεργώ
ενεργούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενεργούμενος
ενεργούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενεργούμενος
ενεργούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενεργούμενος
ενεργούμουν	=	ενεργώ
ενεργούμουνα	=	ενεργώ
ενεργούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ενεργώ
ενεργούνε	=	ενεργώ
ενεργούνται	=	ενεργώ
ενεργούνταν	=	ενεργώ
ενεργούντο	=	ενεργώ
ενεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεργός
ενεργούσα	=	ενεργώ
ενεργούσαμε	=	ενεργώ
ενεργούσαν	=	ενεργώ
ενεργούσανε	=	ενεργώ
ενεργούσασταν	=	ενεργώ
ενεργούσαστε	=	ενεργώ
ενεργούσατε	=	ενεργώ
ενεργούσε	=	ενεργώ
ενεργούσες	=	ενεργώ
ενεργούσουν	=	ενεργώ
ενεργούσουνα	=	ενεργώ
ενεργό	adj	αιτιατική ενικού του ενεργός
ενεργός	adj	που βρίσκεται σε ενέργεια, σε δράση, που δραστηριοποιείται και ενεργεί
ενεργώ	verb	κάνω κάποια ενέργεια
ενεργών	adj	γενική πληθυντικού του ενεργός
ενεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενεργώ
ενεργώς	adv|dated	ενεργά, ενεργητικά
ενεσάκηδες	=	ενεσάκιας
ενεσάκηδων	=	ενεσάκιας
ενεσάκια	=	ενεσάκιας
ενεσάκιας	noun|slang	ο ηρωινομανής (στη γλώσσα των κακοποιών)
ενεσοθεραπεία	noun	ιατρική μέθοδος κατά την οποία φαρμακευτικές ουσίες χορηγούνται στον οργανισμό με ένεση, συνήθως για ταχύτερη ή ακριβέστερη θεραπευτική δράση
ενεσοθεραπείας	=	ενεσοθεραπεία
ενεσοθεραπείες	=	ενεσοθεραπεία
ενεσοθεραπειών	=	ενεσοθεραπεία
ενεστωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεστωτικό
ενεστωτικέ	adj	κλητική ενικού του ενεστωτικός
ενεστωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεστωτική
ενεστωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεστωτικός
ενεστωτικής	adj	γενική ενικού του ενεστωτική
ενεστωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεστωτικός
ενεστωτικού	adj	γενική ενικού του ενεστωτικός
ενεστωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεστωτικός
ενεστωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενεστωτικός
ενεστωτικός	adj	που έχει σχέση με τον ενεστώτα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ενεστωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενεστωτικός
ενεστώς	verb|formal	που βρίσκεται ή συμβαίνει στο παρόν, ο παρών, τωρινός	noun|dated	ο ενεστώτας
ενεστώσα	=	ενεστώς
ενεστώτα	=	ενεστώτας
ενεστώτας	noun	χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει κάτι που γίνεται στο παρόν ή γίνεται κατ' εξακολούθηση στο παρόν
ενεστώτες	=	ενεστώτας
ενεστώτος	verb	γενική ενικού του ενεστώς
ενεστώτων	=	ενεστώτας
ενετικά	noun	άλλη μορφή του βενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενετικό
ενετικέ	adj	κλητική ενικού του ενετικός
ενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενετική
ενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενετικός
ενετικής	adj	γενική ενικού του ενετική
ενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενετικός
ενετικού	adj	γενική ενικού του ενετικός
ενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενετικός
ενετικό	adj	αιτιατική ενικού του ενετικός
ενετικός	adj	άλλη μορφή του βενετικός
ενετικών	adj	γενική πληθυντικού του ενετικός
ενετοκρατία	noun	η περίοδος κυριαρχίας και θαλασσοκρατορίας των Ενετών και της «Γαληνοτάτης» Δημοκρατίας της Βενετίας περίπου από τον 9ο έως το 15ο αιώνα
ενετοκρατίας	noun	γενική ενικού του ενετοκρατία
ενετοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενετοκρατία
ενετοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ενετοκρατία
ενεφανίσθη	=	εμφανίζω
ενεφανίσθησαν	=	εμφανίζω
ενεφύσησα	=	εμφυσώ
ενεχείρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
ενεχείρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
ενεχείρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
ενεχείρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρώ
ενεχείρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
ενεχείρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
ενεχείρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
ενεχείρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγχειρίζω
ενεχυρίαζα	=	ενεχυριάζω
ενεχυρίαζαν	=	ενεχυριάζω
ενεχυρίαζε	=	ενεχυριάζω
ενεχυρίαζες	=	ενεχυριάζω
ενεχυρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυρίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενεχυριάζω
ενεχυρίασης	noun	γενική ενικού του ενεχυρίαση
ενεχυριάζαμε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζαν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζανε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζατε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζει	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζεις	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζεσαι	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζεστε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζεται	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζετε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάζονται	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζονταν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζοντας	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζουμε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζουν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζουνε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάζω	verb	δίνω ως ενέχυρο κάτι που κατέχω, προκειμένου να μου δώσουν κάποιο δάνειο
ενεχυριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάσαν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάσανε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυρίαση
ενεχυριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενεχυρίαση
ενεχυριάσθηκα	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάσου	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριάστε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάστηκα	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάστηκαν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάστηκε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάστηκες	=	ενεχυριάζω
ενεχυριάστρια	noun	θηλυκό του ενεχυριαστής
ενεχυριάστριας	noun	γενική ενικού του ενεχυριάστρια
ενεχυριάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυριάστρια
ενεχυριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενεχυριάζω
ενεχυριαζόμασταν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόμαστε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόμουν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόμουνα	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόντουσαν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόσασταν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόσαστε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόσουν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόσουνα	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζόταν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαζότανε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριασμέ	noun	κλητική ενικού του ενεχυριασμός
ενεχυριασμένος	=	ενεχυριάζω
ενεχυριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεχυριασμός
ενεχυριασμού	noun	γενική ενικού του ενεχυριασμός
ενεχυριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενεχυριασμός
ενεχυριασμό	noun	αιτιατική ενικού του ενεχυριασμός
ενεχυριασμός	noun	άλλη μορφή του ενεχυρίαση
ενεχυριασμών	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυριασμός
ενεχυριαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυριαστής
ενεχυριαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενεχυριαστής
ενεχυριαστήκαμε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαστήκαν	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαστήκανε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαστήκατε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαστής	noun	αυτός που ενεχυριάζει κάτι
ενεχυριαστεί	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαστείτε	=	ενεχυριάζω
ενεχυριαστριών	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυριάστρια
ενεχυριαστών	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυριαστής
ενεχυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυρικό
ενεχυρικέ	adj	κλητική ενικού του ενεχυρικός
ενεχυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυρική
ενεχυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεχυρικός
ενεχυρικής	adj	γενική ενικού του ενεχυρική
ενεχυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεχυρικός
ενεχυρικού	adj	γενική ενικού του ενεχυρικός
ενεχυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεχυρικός
ενεχυρικό	adj	αιτιατική ενικού του ενεχυρικός
ενεχυρικός	adj	που έχει σχέση με ενέχυρο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ενεχυρικών	adj	γενική πληθυντικού του ενεχυρικός
ενεχυρογράφου	=	ενεχυρόγραφο
ενεχυρογράφων	=	ενεχυρόγραφο
ενεχυροδανείστρια	noun	θηλυκό του ενεχυροδανειστής
ενεχυροδανείστριας	noun	γενική ενικού του ενεχυροδανείστρια
ενεχυροδανείστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδανείστρια
ενεχυροδανειστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδανειστής
ενεχυροδανειστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενεχυροδανειστής
ενεχυροδανειστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδανειστήριο
ενεχυροδανειστήριο	noun	(οικονομία): πιστωτικό ίδρυμα, ή και ιδιωτικό γραφείο που χορηγεί έντοκα δάνεια ασφαλισμένα με ενέχυρο
ενεχυροδανειστήριου	=	ενεχυροδανειστήριο
ενεχυροδανειστής	noun	αυτός που δανείζει (χρήματα) με ενέχυρο
ενεχυροδανειστηρίου	noun	γενική ενικού του ενεχυροδανειστήριο
ενεχυροδανειστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυροδανειστήριο
ενεχυροδανειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδανειστικό
ενεχυροδανειστικέ	adj	κλητική ενικού του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδανειστική
ενεχυροδανειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστικής	adj	γενική ενικού του ενεχυροδανειστική
ενεχυροδανειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστικού	adj	γενική ενικού του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστικός	adj	που έχει σχέση με ενεχυροδανειστή ή ενεχυροδανειστήριο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ενεχυροδανειστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενεχυροδανειστικός
ενεχυροδανειστριών	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυροδανείστρια
ενεχυροδανειστών	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυροδανειστής
ενεχυροδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του ενεχυροδότρια
ενεχυροδοτών	=	ενεχυροδότης
ενεχυροδότες	=	ενεχυροδότης
ενεχυροδότη	=	ενεχυροδότης
ενεχυροδότης	noun	αυτός που δίνει κάτι ως ενέχυρο
ενεχυροδότρια	noun	θηλυκό του ενεχυροδότης
ενεχυροδότριας	noun	γενική ενικού του ενεχυροδότρια
ενεχυροδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενεχυροδότρια
ενεχυρούχα	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχας	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχε	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχες	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχο	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχοι	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχος	adj	που παίρνει κάτι ως ενέχυρο
ενεχυρούχου	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχους	=	ενεχυρούχος
ενεχυρούχων	=	ενεχυρούχος
ενεχυρόγραφα	=	ενεχυρόγραφο
ενεχυρόγραφο	noun	(οικονομία): έγγραφος τίτλος με τον οποίο και αποδεικνύεται η αποθήκευση εμπορευμάτων στις γενικές αποθήκες του κράτους.
ενεχυρόγραφου	=	ενεχυρόγραφο
ενεχόμενα	=	ενεχόμενος
ενεχόμενε	=	ενεχόμενος
ενεχόμενες	=	ενεχόμενος
ενεχόμενη	=	ενεχόμενος
ενεχόμενης	=	ενεχόμενος
ενεχόμενο	=	ενεχόμενος
ενεχόμενοι	=	ενεχόμενος
ενεχόμενος	verb	αυτός που είναι αναμεμειγμένος, εμπλεκόμενος σε μια πράξη κολάσιμου ή επιλήψιμου χαρακτήρα
ενεχόμενου	=	ενεχόμενος
ενεχόμενους	=	ενεχόμενος
ενεχόμενων	=	ενεχόμενος
ενεχύρου	=	ενέχυρο
ενεχύρων	=	ενέχυρο
ενεό	adj	αιτιατική ενικού του ενεός
ενεός	adj|formal	άφωνος, άναυδος (από κατάπληξη)
ενεών	adj	γενική πληθυντικού του ενεός
ενζενί	adj	περιγραφή ηθοποιού που παίζει ρόλους νέας, όμορφης (και ενίοτε απλοϊκής και αφελούς) γυναίκας
ενζυματικά	=	ενζυματικός
ενζυματικέ	=	ενζυματικός
ενζυματικές	=	ενζυματικός
ενζυματική	=	ενζυματικός
ενζυματικής	=	ενζυματικός
ενζυματικοί	=	ενζυματικός
ενζυματικού	=	ενζυματικός
ενζυματικούς	=	ενζυματικός
ενζυματικό	=	ενζυματικός
ενζυματικός	adj	που έχει σχέση με ένζυμο, προκαλείται απʼ αυτό ή περιλαμβάνει ένζυμα
ενζυματικών	=	ενζυματικός
ενζυμικά	=	ενζυμικός
ενζυμικέ	=	ενζυμικός
ενζυμικές	=	ενζυμικός
ενζυμική	=	ενζυμικός
ενζυμικής	=	ενζυμικός
ενζυμικοί	=	ενζυμικός
ενζυμικού	=	ενζυμικός
ενζυμικούς	=	ενζυμικός
ενζυμικό	=	ενζυμικός
ενζυμικός	adj	που έχει σχέση με ένζυμο, προκαλείται απʼ αυτό ή περιλαμβάνει ένζυμα
ενζυμικών	=	ενζυμικός
ενζυμολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τα ένζυμα και τις ιδιότητές τους
ενζυμολογίας	noun	γενική ενικού του ενζυμολογία
ενζυμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενζυμολογία
ενζυμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ενζυμολογία
ενζυμοπάθεια	noun	νόσος από την έλλειψη ή την κακή λειτουργία ενός ενζύμου
ενζυμοπάθειας	noun	γενική ενικού του ενζυμοπάθεια
ενζυμοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενζυμοπάθεια
ενζυμοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ενζυμοπάθεια
ενζωοτία	noun	επιδημική αρρώστια που προσβάλλει τα ζώα μιας μόνο μικρής περιοχής ή ενός αγροκτήματος ή με μόνιμο τρόπο ή μόνο σε ορισμένες εποχές
ενζωοτίας	noun	γενική ενικού του ενζωοτία
ενζωοτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενζωοτία
ενζωοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενζωοτικό
ενζωοτικέ	adj	κλητική ενικού του ενζωοτικός
ενζωοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενζωοτική
ενζωοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενζωοτικός
ενζωοτικής	adj	γενική ενικού του ενζωοτική
ενζωοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενζωοτικός
ενζωοτικού	adj	γενική ενικού του ενζωοτικός
ενζωοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενζωοτικός
ενζωοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενζωοτικός
ενζωοτικός	adj	που έχει σχέση με την ενζωοτία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενζωοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενζωοτικός
ενζωοτιών	noun	γενική πληθυντικού του ενζωοτία
ενζύμου	noun	γενική ενικού του ένζυμο
ενζύμων	noun	γενική πληθυντικού του ένζυμο
ενηβώσεις	=	ενήβωση
ενηβώσεων	=	ενήβωση
ενηλίκων	=	ενήλικας
ενηλικίωση	noun	Συμπλήρωση 18 ετών από την γέννηση
ενηλικίωσης	=	ενηλικίωση
ενηλικιοτήτων	=	ενηλικιότητα
ενηλικιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθήκαν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθήκανε	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθούνε	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενηλικιωμένο
ενηλικιωμένε	verb	κλητική ενικού του ενηλικιωμένος
ενηλικιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενηλικιωμένη
ενηλικιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενηλικιωμένος
ενηλικιωμένης	verb	γενική ενικού του ενηλικιωμένη
ενηλικιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενηλικιωμένος
ενηλικιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενηλικιωμένος
ενηλικιωμένος	verb	που έχει ενηλικιωθεί.
ενηλικιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενηλικιωμένος
ενηλικιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενηλικιωμένος
ενηλικιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενηλικιωμένος
ενηλικιωνόμασταν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόμαστε	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόμουν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόμουνα	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόντουσαν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόσασταν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόσαστε	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόσουν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόσουνα	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνόταν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιωνότανε	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιότητα	noun	άλλη μορφή του ενηλικότητα
ενηλικιότητας	noun	γενική ενικού του ενηλικιότητα
ενηλικιότητες	=	ενηλικιότητα
ενηλικιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενηλικιώνομαι
ενηλικιώνεσαι	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιώνεστε	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιώνεται	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιώνομαι	verb	φτάνω στην ενηλικίωση, γίνομαι ενήλικος
ενηλικιώνονται	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιώνονταν	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιώνω	=	ενηλικιώνομαι
ενηλικιώσεις	=	ενηλικίωση
ενηλικιώσεων	=	ενηλικίωση
ενηλικοτήτων	=	ενηλικότητα
ενηλικότητα	noun	η ιδιότητα του ενήλικου
ενηλικότητας	=	ενηλικότητα
ενηλικότητες	=	ενηλικότητα
ενημέρωνα	=	ενημερώνω
ενημέρωναν	=	ενημερώνω
ενημέρωνε	=	ενημερώνω
ενημέρωνες	=	ενημερώνω
ενημέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημέρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενημερώνω
ενημέρωσης	noun	γενική ενικού του ενημέρωση
ενημεροτήτων	=	ενημερότητα
ενημερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθήκαν	=	ενημερώνω
ενημερωθήκανε	=	ενημερώνω
ενημερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωθούνε	=	ενημερώνω
ενημερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημερωμένο
ενημερωμένε	verb	κλητική ενικού του ενημερωμένος
ενημερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημερωμένη
ενημερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενημερωμένος
ενημερωμένης	verb	γενική ενικού του ενημερωμένη
ενημερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενημερωμένος
ενημερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενημερωμένος
ενημερωμένος	verb	που έχει ενημερωθεί, που έχει αποκτήσει τις πιο πρόσφατες πληροφορίες για κάποιο θέμα
ενημερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενημερωμένος
ενημερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενημερωμένος
ενημερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενημερωμένος
ενημερωνόμασταν	=	ενημερώνω
ενημερωνόμαστε	=	ενημερώνω
ενημερωνόμουν	=	ενημερώνω
ενημερωνόμουνα	=	ενημερώνω
ενημερωνόντουσαν	=	ενημερώνω
ενημερωνόσασταν	=	ενημερώνω
ενημερωνόσαστε	=	ενημερώνω
ενημερωνόσουν	=	ενημερώνω
ενημερωνόσουνα	=	ενημερώνω
ενημερωνόταν	=	ενημερώνω
ενημερωνότανε	=	ενημερώνω
ενημερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημερωτικό	adv	με ενημερωτικό τρόπο, ενημερώνοντας
ενημερωτικέ	adj	κλητική ενικού του ενημερωτικός
ενημερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημερωτική
ενημερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενημερωτικός
ενημερωτικής	adj	γενική ενικού του ενημερωτική
ενημερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενημερωτικός
ενημερωτικού	adj	γενική ενικού του ενημερωτικός
ενημερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενημερωτικός
ενημερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενημερωτικός
ενημερωτικός	adj	σχετικός με την ενημέρωση
ενημερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενημερωτικός
ενημερότατα	=	ενήμερος
ενημερότατε	=	ενήμερος
ενημερότατες	=	ενήμερος
ενημερότατη	=	ενήμερος
ενημερότατης	=	ενήμερος
ενημερότατο	=	ενήμερος
ενημερότατοι	=	ενήμερος
ενημερότατος	=	ενήμερος
ενημερότατου	=	ενήμερος
ενημερότατους	=	ενήμερος
ενημερότατων	=	ενήμερος
ενημερότερα	=	ενήμερος
ενημερότερε	=	ενήμερος
ενημερότερες	=	ενήμερος
ενημερότερη	=	ενήμερος
ενημερότερης	=	ενήμερος
ενημερότερο	=	ενήμερος
ενημερότεροι	=	ενήμερος
ενημερότερος	=	ενήμερος
ενημερότερου	=	ενήμερος
ενημερότερους	=	ενήμερος
ενημερότερων	=	ενήμερος
ενημερότητα	noun	η ιδιότητα (ή κατάσταση) του ενήμερου
ενημερότητας	noun	γενική ενικού του ενημερότητα
ενημερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημερότητα
ενημερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνομαι
ενημερώναμε	=	ενημερώνω
ενημερώναν	=	ενημερώνω
ενημερώνανε	=	ενημερώνω
ενημερώνατε	=	ενημερώνω
ενημερώνει	=	ενημερώνω
ενημερώνεις	=	ενημερώνω
ενημερώνεσαι	=	ενημερώνω
ενημερώνεστε	=	ενημερώνω
ενημερώνεται	noun	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενημερώνομαι
ενημερώνετε	=	ενημερώνω
ενημερώνομαι	verb	λαμβάνω τις πιο πρόσφατες πληροφορίες για ένα θέμα, είμαι πληροφορημένος για αυτό
ενημερώνομε	=	ενημερώνω
ενημερώνονται	=	ενημερώνω
ενημερώνονταν	=	ενημερώνω
ενημερώνοντας	=	ενημερώνω
ενημερώνουμε	=	ενημερώνω
ενημερώνουν	=	ενημερώνω
ενημερώνουνε	=	ενημερώνω
ενημερώνω	verb	παρουσιάζω τις τελευταίες ειδήσεις
ενημερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσαν	=	ενημερώνω
ενημερώσανε	=	ενημερώνω
ενημερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενημέρωση
ενημερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενημέρωση
ενημερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενημέρωση
ενημερώσομε	=	ενημερώνω
ενημερώσου	=	ενημερώνω
ενημερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσουνε	=	ενημερώνω
ενημερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενημερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενημερώνω
ενθάδε	adv|formal	εδώ
ενθάρρυνα	=	ενθαρρύνω
ενθάρρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθαρρύνω
ενθάρρυνσης	noun	γενική ενικού του ενθάρρυνση
ενθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένθεμα
ενθέματος	noun	γενική ενικού του ένθεμα
ενθένδε	adv|archaic	από δω
ενθέρμως	adv|dated	ένθερμα, με θέρμη
ενθέσαμε	=	ενθέτω
ενθέσαν	=	ενθέτω
ενθέσανε	=	ενθέτω
ενθέσατε	=	ενθέτω
ενθέσει	=	ενθέτω
ενθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένθεση
ενθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένθεση
ενθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένθεση
ενθέστε	=	ενθέτω
ενθέταμε	=	ενθέτω
ενθέταν	=	ενθέτω
ενθέτανε	=	ενθέτω
ενθέτατε	=	ενθέτω
ενθέτει	=	ενθέτω
ενθέτεις	=	ενθέτω
ενθέτες	=	ενθέτης
ενθέτετε	=	ενθέτω
ενθέτη	=	ενθέτης
ενθέτης	noun|formal	ο μοντέρ
ενθέτοντας	=	ενθέτω
ενθέτουμε	=	ενθέτω
ενθέτουν	=	ενθέτω
ενθέτουνε	=	ενθέτω
ενθέτω	verb	βάζω κάτι μέσα σε κάτι άλλο
ενθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένθημα
ενθήματος	noun	γενική ενικού του ένθημα
ενθαλπία	noun	θερμοδυναμικό μέγεθος που αντιπροσωπεύει το ολικό ποσό θερμότητας που περιέχει ένα θερμοδυναμικό σύστημα
ενθαλπίας	noun	γενική ενικού του ενθαλπία
ενθαλπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθαλπία
ενθαλπιών	noun	γενική πληθυντικού του ενθαλπία
ενθαρρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθαρρυμένο
ενθαρρυμένε	verb	κλητική ενικού του ενθαρρυμένος
ενθαρρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθαρρυμένη
ενθαρρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθαρρυμένος
ενθαρρυμένης	verb	γενική ενικού του ενθαρρυμένη
ενθαρρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενθαρρυμένος
ενθαρρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθαρρυμένος
ενθαρρυμένος	=	ενθαρρύνω
ενθαρρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενθαρρυμένος
ενθαρρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενθαρρυμένος
ενθαρρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενθαρρυμένος
ενθαρρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθαρρυντικό	adv	με ενθαρρυντικό τρόπο, ενθαρρύνοντας
ενθαρρυντικέ	adj	κλητική ενικού του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθαρρυντική
ενθαρρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικής	adj	γενική ενικού του ενθαρρυντική
ενθαρρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικού	adj	γενική ενικού του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικός	adj	που ενθαρρύνει
ενθαρρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του ενθαρρυντικός
ενθαρρυντικώς	adv|dated	ενθαρρυντικά
ενθαρρύνομαι	=	ενθαρρύνω
ενθαρρύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενθαρρύνω
ενθαρρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθάρρυνση
ενθαρρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενθάρρυνση
ενθαρρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενθάρρυνση
ενθαρρύνω	verb	δίνω θάρρος ή κίνητρα σε κάποιον ώστε να ξεκινήσει ή να συνεχίσει μια δύσκολη προσπάθεια
ενθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ένθεμα
ενθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθετικό
ενθετικέ	adj	κλητική ενικού του ενθετικός
ενθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθετική
ενθετική	noun	η τέχνη της διακόσμησης με την καλαίσθητη ένθεση διάφορων υλικών (πολύτιμων λίθων, μεταλλικών κομματιών κ.λπ.) σε επιφάνειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθετικός
ενθετικής	adj	γενική ενικού του ενθετική
ενθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθετικός
ενθετικού	adj	γενική ενικού του ενθετικός
ενθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενθετικός
ενθετικό	adj	αιτιατική ενικού του ενθετικός
ενθετικός	adj	που έχει σχέση με ένθεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει γίνει μ’ αυτή την τεχνική
ενθετικών	adj	γενική πληθυντικού του ενθετικός
ενθετών	=	ενθέτης
ενθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ένθημα
ενθουσίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσίαση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθουσιάζω
ενθουσίασης	noun	γενική ενικού του ενθουσίαση
ενθουσιάζεσαι	=	ενθουσιάζω
ενθουσιάζεστε	=	ενθουσιάζω
ενθουσιάζεται	=	ενθουσιάζω
ενθουσιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάζονται	=	ενθουσιάζω
ενθουσιάζονταν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιάζω	verb	προκαλώ ενθουσιασμό
ενθουσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενθουσίαση
ενθουσιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενθουσίαση
ενθουσιάσου	=	ενθουσιάζω
ενθουσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιάστρια	noun|rare	θηλυκό του ενθουσιαστής
ενθουσιάστριας	noun	γενική ενικού του ενθουσιάστρια
ενθουσιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιάστρια
ενθουσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζω
ενθουσιαζόμασταν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόμαστε	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόμουν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόμουνα	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόντουσαν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόσασταν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόσαστε	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόσουν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόσουνα	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζόταν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαζότανε	=	ενθουσιάζω
ενθουσιασμέ	noun	κλητική ενικού του ενθουσιασμός
ενθουσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιασμένο
ενθουσιασμένε	verb	κλητική ενικού του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιασμένη
ενθουσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμένης	verb	γενική ενικού του ενθουσιασμένη
ενθουσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμένος	verb	που έχει ενθουσιαστεί
ενθουσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενθουσιασμένος
ενθουσιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιασμός
ενθουσιασμού	noun	γενική ενικού του ενθουσιασμός
ενθουσιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενθουσιασμός
ενθουσιασμό	noun	αιτιατική ενικού του ενθουσιασμός
ενθουσιασμός	noun	η ύπαρξη μεγάλης, ευχάριστης ψυχικής διάθεσης που μπορεί να συνοδεύεται και από εκδηλώσεις χαράς
ενθουσιασμών	noun	γενική πληθυντικού του ενθουσιασμός
ενθουσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιαστής
ενθουσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενθουσιαστής
ενθουσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστήκαν	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαστήκανε	=	ενθουσιάζω
ενθουσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστής	noun|rare	αυτός που ενθουσιάζει
ενθουσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιαστικό	adv	με ενθουσιασμό, ενθουσιωδώς
ενθουσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιαστική
ενθουσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικής	adj	γενική ενικού του ενθουσιαστική
ενθουσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικού	adj	γενική ενικού του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικός	adj	που έχει σχέση με τον ενθουσιασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν, τον προκαλεί ή τον εμπνέει
ενθουσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενθουσιαστικός
ενθουσιαστικώς	adv|dated	ενθουσιαστικά
ενθουσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του ενθουσιάστρια
ενθουσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθουσιάζομαι
ενθουσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του ενθουσιαστής
ενθουσιωδών	adj	γενική πληθυντικού του ενθουσιώδης
ενθουσιωδώς	adv|formal	με ενθουσιώδη τρόπο, με πολύ όρεξη και χαρά
ενθουσιωσών	=	ενθουσιών
ενθουσιώ	verb|formal	ενθουσιάζω
ενθουσιώδεις	=	ενθουσιώδης
ενθουσιώδες	=	ενθουσιώδης
ενθουσιώδη	=	ενθουσιώδης
ενθουσιώδης	adj	που έχει και εμφανίζει ενθουσιασμό, μεγάλη όρεξη, χαρά, ενέργεια για κάτι
ενθουσιώδους	=	ενθουσιώδης
ενθουσιών	adj|archaic	που είναι ενθουσιασμένος και εκδηλώνεται αναλόγως
ενθουσιώντα	=	ενθουσιών
ενθουσιώντες	=	ενθουσιών
ενθουσιώντος	=	ενθουσιών
ενθουσιώντων	=	ενθουσιών
ενθουσιώσα	=	ενθουσιών
ενθουσιώσας	=	ενθουσιών
ενθουσιώσες	=	ενθουσιών
ενθουσιώσης	=	ενθουσιών
ενθρονίζαμε	=	ενθρονίζω
ενθρονίζαν	=	ενθρονίζω
ενθρονίζανε	=	ενθρονίζω
ενθρονίζατε	=	ενθρονίζω
ενθρονίζει	=	ενθρονίζω
ενθρονίζεις	=	ενθρονίζω
ενθρονίζεσαι	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίζεστε	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίζεται	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίζετε	=	ενθρονίζω
ενθρονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίζονται	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίζονταν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίζοντας	=	ενθρονίζω
ενθρονίζου	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίζουμε	=	ενθρονίζω
ενθρονίζουν	=	ενθρονίζω
ενθρονίζουνε	=	ενθρονίζω
ενθρονίζω	verb	εγκαθιστώ κάποιον στον θρόνο
ενθρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίσαν	=	ενθρονίζω
ενθρονίσανε	=	ενθρονίζω
ενθρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθρόνιση
ενθρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενθρόνιση
ενθρονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενθρόνιση
ενθρονίσου	=	ενθρονίζομαι
ενθρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρονιζόμασταν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόμαστε	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόμουν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόμουνα	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόντουσαν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόσασταν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόσαστε	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόσουν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόσουνα	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζόταν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιζότανε	=	ενθρονίζομαι
ενθρονισμέ	noun	κλητική ενικού του ενθρονισμός
ενθρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθρονισμένο
ενθρονισμένε	verb	κλητική ενικού του ενθρονισμένος
ενθρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθρονισμένη
ενθρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθρονισμένος
ενθρονισμένης	verb	γενική ενικού του ενθρονισμένη
ενθρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενθρονισμένος
ενθρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθρονισμένος
ενθρονισμένος	verb	που έχει ενθρονιστεί
ενθρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενθρονισμένος
ενθρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενθρονισμένος
ενθρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενθρονισμένος
ενθρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθρονισμός
ενθρονισμού	noun	γενική ενικού του ενθρονισμός
ενθρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενθρονισμός
ενθρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενθρονισμός
ενθρονισμός	noun|rare	άλλη μορφή του ενθρόνιση
ενθρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενθρονισμός
ενθρονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστήκαν	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιστήκανε	=	ενθρονίζομαι
ενθρονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστήρια	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριας	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριε	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριες	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριο	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριοι	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριος	adj	που πραγματοποιείται κατά την ενθρόνιση ενός ηγεμόνα, βασιλιά
ενθρονιστήριου	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριους	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστήριων	=	ενθρονιστήριος
ενθρονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθρονιστικό
ενθρονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ενθρονιστικός
ενθρονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθρονιστική
ενθρονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθρονιστικός
ενθρονιστικής	adj	γενική ενικού του ενθρονιστική
ενθρονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθρονιστικός
ενθρονιστικού	adj	γενική ενικού του ενθρονιστικός
ενθρονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενθρονιστικός
ενθρονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενθρονιστικός
ενθρονιστικός	adj	που έχει σχέση με την ενθρόνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενθρονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενθρονιστικός
ενθρονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζομαι
ενθρόνιζα	=	ενθρονίζω
ενθρόνιζαν	=	ενθρονίζω
ενθρόνιζε	=	ενθρονίζω
ενθρόνιζες	=	ενθρονίζω
ενθρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθρονίζω
ενθρόνιση	noun	η εγκατάσταση κάποιου στον θρόνο
ενθρόνισης	noun	γενική ενικού του ενθρόνιση
ενθυλάκωνα	=	ενθυλακώνω
ενθυλάκωναν	=	ενθυλακώνω
ενθυλάκωνε	=	ενθυλακώνω
ενθυλάκωνες	=	ενθυλακώνω
ενθυλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλάκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθυλακώνω
ενθυλάκωσης	noun	γενική ενικού του ενθυλάκωση
ενθυλακωθήκαμε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωθήκαν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωθήκανε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωθήκατε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωθεί	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωθείτε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυλακωμένο
ενθυλακωμένε	verb	κλητική ενικού του ενθυλακωμένος
ενθυλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυλακωμένη
ενθυλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθυλακωμένος
ενθυλακωμένης	verb	γενική ενικού του ενθυλακωμένη
ενθυλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενθυλακωμένος
ενθυλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθυλακωμένος
ενθυλακωμένος	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενθυλακωμένος
ενθυλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενθυλακωμένος
ενθυλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενθυλακωμένος
ενθυλακωνόμασταν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόμαστε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόμουν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόμουνα	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόντουσαν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόσασταν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόσαστε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόσουν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόσουνα	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνόταν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακωνότανε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώθηκα	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώθηκαν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώθηκε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώθηκες	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώναμε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώναν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνανε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνατε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνει	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνεις	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνεσαι	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνεστε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνεται	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνετε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώνονται	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνονταν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνοντας	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνουμε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνουν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνουνε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώνω	verb|formal	κερδίζω, εισπράττω, κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει, βάζω κάτι μέσα στην τσέπη μου
ενθυλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώσαν	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώσανε	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυλάκωση
ενθυλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενθυλάκωση
ενθυλακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενθυλάκωση
ενθυλακώσου	=	ενθυλακώνω
ενθυλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυλακώνω
ενθυμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθύμημα
ενθυμήματος	noun	γενική ενικού του ενθύμημα
ενθυμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθύμηση
ενθυμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενθύμηση
ενθυμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενθύμηση
ενθυμίζαμε	=	ενθυμίζω
ενθυμίζαν	=	ενθυμίζω
ενθυμίζανε	=	ενθυμίζω
ενθυμίζατε	=	ενθυμίζω
ενθυμίζει	=	ενθυμίζω
ενθυμίζεις	=	ενθυμίζω
ενθυμίζετε	=	ενθυμίζω
ενθυμίζοντας	=	ενθυμίζω
ενθυμίζουμε	=	ενθυμίζω
ενθυμίζουν	=	ενθυμίζω
ενθυμίζουνε	=	ενθυμίζω
ενθυμίζω	verb	άλλη μορφή του θυμίζω / υπενθυμίζω
ενθυμίου	noun	γενική ενικού του ενθύμιο
ενθυμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίσαν	=	ενθυμίζω
ενθυμίσανε	=	ενθυμίζω
ενθυμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίστε	=	ενθυμίζω
ενθυμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθυμίων	noun	γενική πληθυντικού του ενθύμιο
ενθυμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενθυμούμαι
ενθυμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενθύμημα
ενθυμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυμητικό
ενθυμητικέ	adj	κλητική ενικού του ενθυμητικός
ενθυμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυμητική
ενθυμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθυμητικός
ενθυμητικής	adj	γενική ενικού του ενθυμητική
ενθυμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθυμητικός
ενθυμητικού	adj	γενική ενικού του ενθυμητικός
ενθυμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενθυμητικός
ενθυμητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενθυμητικός
ενθυμητικός	adj	που έχει σχέση με την ενθύμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
ενθυμητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενθυμητικός
ενθυμούμαι	verb|dated	θυμάμαι
ενθυμούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυμούμενο
ενθυμούμενε	verb	κλητική ενικού του ενθυμούμενος
ενθυμούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθυμούμενη
ενθυμούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενθυμούμενος
ενθυμούμενης	verb	γενική ενικού του ενθυμούμενη
ενθυμούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ενθυμούμενος
ενθυμούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενθυμούμενος
ενθυμούμενος	verb	καθώς θυμόταν, με το να θυμάται, αυτός που θυμάται κάτι τώρα ή ενώ έκανε κάτι άλλο στο παρελθόν
ενθυμούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενθυμούμενος
ενθυμούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενθυμούμενος
ενθυμούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενθυμούμενος
ενθυμώ	verb|formal	ανασύρω από την μνήμη, θυμίζω
ενθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενθυμώ
ενθύμημα	noun	άλλη μορφή του ενθύμιο
ενθύμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθυμούμαι / θυμάμαι
ενθύμησης	noun	γενική ενικού του ενθύμηση
ενθύμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενθύμιο
ενθύμιζα	=	ενθυμίζω
ενθύμιζαν	=	ενθυμίζω
ενθύμιζε	=	ενθυμίζω
ενθύμιζες	=	ενθυμίζω
ενθύμιο	noun	αντικείμενο που το κρατάς για να σου θυμίζει ένα πρόσωπο που αγαπάς ή ένα μέρος που έχεις επισκεφτεί
ενθύμιου	=	ενθύμιο
ενθύμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθύμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθύμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενθύμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενθυμίζω
ενιαία	adv	με ενιαίο τρόπο
ενιαίας	adj	γενική ενικού του ενιαία
ενιαίε	adj	ενιαίος, στην κλητική του ενικού
ενιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενιαία
ενιαίο	adj	ενιαίος, στην αιτιατική του ενικού
ενιαίοι	adj	ενιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ενιαίος	adj	ο αδιάσπαστος, ο αδιαίρετος, που απαρτίζει μια ενότητα ή ένα σύνολο
ενιαίου	adj	γενική ενικού του ενιαίος
ενιαίους	adj	ενιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ενιαίων	=	ενιαίος
ενιαίως	adv|dated	ενιαία
ενιαιοποίει	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποίησα	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποίησαν	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποίησε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποίησες	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενιαιοποιώ
ενιαιοποίησης	=	ενιαιοποίηση
ενιαιοποιήθηκα	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιήθηκαν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιήθηκε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιήθηκες	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιήσαμε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιήσαν	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιήσανε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιήσατε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιήσει	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιήσεις	=	ενιαιοποίηση
ενιαιοποιήσεων	=	ενιαιοποίηση
ενιαιοποιήσου	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιήστε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιεί	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιείς	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιείσαι	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιείστε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιείται	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιείτε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιηθήκαμε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιηθήκαν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιηθήκανε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιηθήκατε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιηθεί	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιηθείτε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιημένα	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένε	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένες	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένη	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένης	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένο	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένοι	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ενιαιοποιώ
ενιαιοποιημένου	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένους	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιημένων	=	ενιαιοποιημένος
ενιαιοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούμασταν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούμαστε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούμε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούμουν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούν	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούνε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούνται	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούνταν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούσα	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσαμε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσαν	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσανε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσασταν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούσαστε	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιούσατε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσε	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσες	=	ενιαιοποιώ
ενιαιοποιούσουν	=	ενιαιοποιούμαι
ενιαιοποιώ	verb|formal	καθιστώ επιμέρους στοιχεία ή δομές ένα συνεκτικό και λειτουργικά ενιαίο σύνολο, με άρση διαφορών ή διαχωρισμών
ενιαιοποιώντας	=	ενιαιοποιώ
ενιαυσιοτήτων	=	ενιαυσιότητα
ενιαυσιότητα	noun	η ιδιότητα κάποιου πράγματος, όταν αυτό συμβαίνει ετησίως, μια φορά τον χρόνο
ενιαυσιότητας	=	ενιαυσιότητα
ενιαυσιότητες	=	ενιαυσιότητα
ενιαυτέ	noun	κλητική ενικού του ενιαυτός
ενιαυτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενιαυτός
ενιαυτού	noun	γενική ενικού του ενιαυτός
ενιαυτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενιαυτός
ενιαυτό	noun	αιτιατική ενικού του ενιαυτός
ενιαυτός	noun|archaic	έτος, χρονιά, το ημερολογιακό έτος
ενιαυτών	noun	γενική πληθυντικού του ενιαυτός
ενιαχού	adv|archaic	σε ορισμένους τόπους
ενιαύσια	=	ενιαύσιος
ενιαύσιας	=	ενιαύσιος
ενιαύσιε	=	ενιαύσιος
ενιαύσιες	=	ενιαύσιος
ενιαύσιο	=	ενιαύσιος
ενιαύσιοι	=	ενιαύσιος
ενιαύσιος	adj	ετήσιος
ενιαύσιου	=	ενιαύσιος
ενιαύσιους	=	ενιαύσιος
ενιαύσιων	=	ενιαύσιος
ενιδρύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενίδρυση
ενιδρύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενίδρυση
ενιδρύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενίδρυση
ενιδρύω	verb|archaic	εγκαθιδρύω, εγκαθιστώ, θεμελιώνω
ενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενικό
ενικέ	adj	κλητική ενικού του ενικός
ενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενική
ενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενικός
ενικήθη	verb|formal	μονοτονική γραφή του ἐνικήθη, γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώμαι, λόγιας παθητικής φωνής του νικάω, νικώ
ενικής	adj	γενική ενικού του ενική
ενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενικός
ενικού	adj	γενική ενικού του ενικός
ενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενικός
ενικό	adj	αιτιατική ενικού του ενικός
ενικός	noun	οι μορφές ενός κλιτού μέρους του λόγου που αναφέρονται σε ένα
ενικών	adj	γενική πληθυντικού του ενικός
ενισμέ	noun	κλητική ενικού του ενισμός
ενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενισμός
ενισμού	noun	γενική ενικού του ενισμός
ενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενισμός
ενισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενισμός
ενισμός	noun	η θεώρηση του κόσμου ως μιας απόλυτης ενότητας, η άρνηση της διαρχίας
ενισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενισμός
ενιστές	=	ενιστής
ενιστή	=	ενιστής
ενιστής	noun	μονιστής
ενιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενιστικό
ενιστικέ	adj	κλητική ενικού του ενιστικός
ενιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενιστική
ενιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενιστικός
ενιστικής	adj	γενική ενικού του ενιστική
ενιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενιστικός
ενιστικού	adj	γενική ενικού του ενιστικός
ενιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενιστικός
ενιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενιστικός
ενιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ενισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ενιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενιστικός
ενιστών	=	ενιστής
ενισχυθήκαμε	=	ενισχύω
ενισχυθήκαν	=	ενισχύω
ενισχυθήκανε	=	ενισχύω
ενισχυθήκατε	=	ενισχύω
ενισχυθεί	=	ενισχύω
ενισχυθείς	=	ενισχύω
ενισχυθείτε	=	ενισχύω
ενισχυθούμε	=	ενισχύω
ενισχυθούν	=	ενισχύω
ενισχυθούνε	=	ενισχύω
ενισχυθώ	=	ενισχύω
ενισχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενισχυμένο
ενισχυμένε	verb	κλητική ενικού του ενισχυμένος
ενισχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενισχυμένη
ενισχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενισχυμένος
ενισχυμένης	verb	γενική ενικού του ενισχυμένη
ενισχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενισχυμένος
ενισχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενισχυμένος
ενισχυμένος	=	ενισχύω
ενισχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενισχυμένος
ενισχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενισχυμένος
ενισχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενισχυμένος
ενισχυτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενισχυτής
ενισχυτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενισχυτής
ενισχυτής	noun	συσκευή που ενισχύει κάποιο σήμα
ενισχυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενισχυτικό
ενισχυτικέ	adj	κλητική ενικού του ενισχυτικός
ενισχυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενισχυτική
ενισχυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενισχυτικός
ενισχυτικής	adj	γενική ενικού του ενισχυτική
ενισχυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενισχυτικός
ενισχυτικού	adj	γενική ενικού του ενισχυτικός
ενισχυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενισχυτικός
ενισχυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενισχυτικός
ενισχυτικός	adj	που έχει σχέση με την ενίσχυση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλει σ’ αυτή
ενισχυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενισχυτικός
ενισχυτικώς	adv|dated	ενισχυτικά
ενισχυτών	noun	γενική πληθυντικού του ενισχυτής
ενισχυόμασταν	=	ενισχύω
ενισχυόμαστε	=	ενισχύω
ενισχυόμενος	=	ενισχύω
ενισχυόμουν	=	ενισχύω
ενισχυόμουνα	=	ενισχύω
ενισχυόντουσαν	=	ενισχύω
ενισχυόσασταν	=	ενισχύω
ενισχυόσαστε	=	ενισχύω
ενισχυόσουν	=	ενισχύω
ενισχυόσουνα	=	ενισχύω
ενισχυόταν	=	ενισχύω
ενισχυότανε	=	ενισχύω
ενισχύαμε	=	ενισχύω
ενισχύαν	=	ενισχύω
ενισχύανε	=	ενισχύω
ενισχύατε	=	ενισχύω
ενισχύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ενισχύω
ενισχύεις	=	ενισχύω
ενισχύεσαι	=	ενισχύω
ενισχύεστε	=	ενισχύω
ενισχύεται	=	ενισχύω
ενισχύετε	=	ενισχύω
ενισχύθηκα	=	ενισχύω
ενισχύθηκαν	=	ενισχύω
ενισχύθηκε	=	ενισχύω
ενισχύθηκες	=	ενισχύω
ενισχύομαι	=	ενισχύω
ενισχύομε	=	ενισχύω
ενισχύονται	=	ενισχύω
ενισχύονταν	=	ενισχύω
ενισχύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενισχύω
ενισχύου	=	ενισχύω
ενισχύουμε	=	ενισχύω
ενισχύουν	=	ενισχύω
ενισχύουνε	=	ενισχύω
ενισχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσαν	=	ενισχύω
ενισχύσανε	=	ενισχύω
ενισχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενισχύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενίσχυση
ενισχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενίσχυση
ενισχύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενίσχυση
ενισχύσομε	=	ενισχύω
ενισχύσου	=	ενισχύω
ενισχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσουνε	=	ενισχύω
ενισχύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενισχύω
ενισχύω	verb	κάνω κάτι πιο ισχυρό, πιο ανθεκτικό
ενμ	abbrev	Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων: διοικητική υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού, αρμόδια για την προστασία, καταγραφή και διαχείριση των νεότερων μνημείων και ιστορικών κτηρίων σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιφέρεια
εννέα	num	απόλυτο αριθμητικό, ο αριθμός που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα· συμβολίζεται με τον αραβικό αριθμό 9, τον ελληνικό θ΄, τον λατινικό IX κ.λπ.
εννεάγωνα	=	εννεάγωνο
εννεάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα με εννιά πλευρές
εννεάγωνου	=	εννεάγωνο
εννεάκις	adv	εννιά φορές
εννεάμερα	noun|archaic	άλλη μορφή του εννιάμερα
εννεάμερων	=	εννεάμερα
εννεάμηνα	=	εννεάμηνος
εννεάμηνε	=	εννεάμηνος
εννεάμηνες	=	εννεάμηνος
εννεάμηνη	=	εννεάμηνος
εννεάμηνης	=	εννεάμηνος
εννεάμηνο	=	εννεάμηνος
εννεάμηνοι	=	εννεάμηνος
εννεάμηνος	adj|formal	άλλη μορφή του εννιάμηνος
εννεάμηνου	=	εννεάμηνος
εννεάμηνους	=	εννεάμηνος
εννεάμηνων	=	εννεάμηνος
εννεαγώνου	=	εννεάγωνο
εννεαγώνων	=	εννεάγωνο
εννεαετές	=	εννεαετής
εννεαετή	=	εννεαετής
εννεαετής	adj	εννιάχρονος
εννεαετείς	=	εννεαετής
εννεαετη	=	εννεαετής
εννεαετο	=	εννεαετής
εννεαετούς	=	εννεαετής
εννεαετών	=	εννεαετής
εννεακοσιοστός	=	εννιακοσιοστός
εννεαμερές	=	εννεαμερής
εννεαμερή	=	εννεαμερής
εννεαμερής	adj	που αποτελείται από εννέα μέρη
εννεαμερείς	=	εννεαμερής
εννεαμερούς	=	εννεαμερής
εννεαμερών	=	εννεαμερής
εννεαπλά	=	εννεαπλός
εννεαπλάσια	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιας	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιε	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιες	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιο	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιοι	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιος	adj	που είναι εννέα φορές μεγαλύτερος
εννεαπλάσιου	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιους	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλάσιων	=	εννεαπλάσιος
εννεαπλέ	=	εννεαπλός
εννεαπλές	=	εννεαπλός
εννεαπλή	=	εννεαπλός
εννεαπλής	=	εννεαπλός
εννεαπλοί	=	εννεαπλός
εννεαπλού	=	εννεαπλός
εννεαπλούς	=	εννεαπλός
εννεαπλό	=	εννεαπλός
εννεαπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
εννεαπλών	=	εννεαπλός
εννεαψήφια	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιας	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιε	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιες	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιο	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιοι	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιος	adj	που αποτελείται από εννέα ψηφία, εννιά αριθμούς
εννεαψήφιου	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιους	=	εννεαψήφιος
εννεαψήφιων	=	εννεαψήφιος
εννιά	num	το απόλυτο αριθμητικό (9) που ακολουθεί το οκτώ και προηγείται του δέκα, συμβολίζεται με τον αραβικό αριθμό 9, τον ελληνικό θ΄, τον λατινικό IX κ.λπ.
εννιάμερα	noun	μνημόσυνο την ένατη μέρα από τον θάνατο κάποιου
εννιάμερου	noun	γενική ενικού του εννιάμερο
εννιάμερων	noun	γενική πληθυντικού του εννιάμερο
εννιάμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιάμηνο
εννιάμηνε	=	εννιάμηνος
εννιάμηνες	=	εννιάμηνος
εννιάμηνη	=	εννιάμηνος
εννιάμηνης	=	εννιάμηνος
εννιάμηνο	=	εννιάμηνος
εννιάμηνοι	=	εννιάμηνος
εννιάμηνος	adj	που έχει διάρκεια εννέα μηνών
εννιάμηνου	=	εννιάμηνος
εννιάμηνους	=	εννιάμηνος
εννιάμηνων	=	εννιάμηνος
εννιάρα	noun	σύνολο ή αποτέλεσμα που ανέρχεται σε εννέα ομοειδείς μονάδες, ιδίως ως έμφαση σε πλήθος ή επίδοση
εννιάρας	=	εννιάρα
εννιάρες	=	εννιάρα
εννιάρι	noun	το ψηφίο εννιά
εννιάρια	=	εννιάρι
εννιάρων	=	εννιάρα
εννιάτομα	=	εννιάτομος
εννιάτομε	=	εννιάτομος
εννιάτομες	=	εννιάτομος
εννιάτομη	=	εννιάτομος
εννιάτομης	=	εννιάτομος
εννιάτομο	=	εννιάτομος
εννιάτομοι	=	εννιάτομος
εννιάτομος	adj	που έχει δημοσιευτεί σε εννέα τόμους
εννιάτομου	=	εννιάτομος
εννιάτομους	=	εννιάτομος
εννιάτομων	=	εννιάτομος
εννιάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιάχρονο
εννιάχρονε	adj	κλητική ενικού του εννιάχρονος
εννιάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιάχρονη
εννιάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εννιάχρονος
εννιάχρονης	adj	γενική ενικού του εννιάχρονη
εννιάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του εννιάχρονος
εννιάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εννιάχρονος
εννιάχρονος	adj	που είναι εννέα χρονών
εννιάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εννιάχρονος
εννιάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εννιάχρονος
εννιάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εννιάχρονος
εννιαετές	=	εννιαετής
εννιαετή	=	εννιαετής
εννιαετής	adj	που έχει διάρκεια εννέα ετών
εννιαετείς	=	εννιαετής
εννιαετούς	=	εννιαετής
εννιαετών	=	εννιαετής
εννιακοσάρι	noun	σύνολο που αποτελείται από εννιακόσιες ομοειδείς μονάδες, θεωρούμενο ως ενιαία ποσότητα
εννιακοσάρια	=	εννιακοσάρι
εννιακοσίων	=	εννιακόσια
εννιακοσαράκι	noun	υποκοριστικό του εννιακοσάρι
εννιακοσαράκια	=	εννιακοσαράκι
εννιακοσαριά	noun	ποσότητα κατά προσέγγιση εννιακοσίων ομοειδών μονάδων —συνήθως προσώπων ή πραγμάτων— εκφρασμένη με αόριστο και προφορικό τρόπο, συχνά με τη σημασία «περίπου τόσοι» ή «γύρω στα εννιακόσια»
εννιακοσαριάς	=	εννιακοσαριά
εννιακοσαριές	=	εννιακοσαριά
εννιακοσαριού	=	εννιακοσάρι
εννιακοσαριών	=	εννιακοσαριά
εννιακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιακοσιοστό
εννιακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του εννιακοσιοστός
εννιακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιακοσιοστή
εννιακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εννιακοσιοστός
εννιακοσιοστής	adj	γενική ενικού του εννιακοσιοστή
εννιακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εννιακοσιοστός
εννιακοσιοστού	adj	γενική ενικού του εννιακοσιοστός
εννιακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εννιακοσιοστός
εννιακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του εννιακοσιοστός
εννιακοσιοστός	adj	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό εννιακόσια
εννιακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του εννιακοσιοστός
εννιακόσα	=	εννιακόσια
εννιακόσια	num	απόλυτο αριθμητικό, ο αριθμός 900
εννιακόσιες	=	εννιακόσιοι
εννιακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε εννιά εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 900
εννιακόσοι	num	εννιακόσιοι
εννιαμηνία	noun	χρονικό διάστημα εννέα μηνών, το εννιάμηνο
εννιαμηνίας	=	εννιαμηνία
εννιαμηνίες	=	εννιαμηνία
εννιαμηνιών	=	εννιαμηνία
εννιαπλάσια	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιας	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιε	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιες	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιο	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιοι	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιος	adj	εννεαπλάσιος
εννιαπλάσιου	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιους	=	εννιαπλάσιος
εννιαπλάσιων	=	εννιαπλάσιος
εννιαριού	=	εννιάρι
εννιαριών	=	εννιάρι
εννιασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιασέλιδο
εννιασέλιδε	adj	κλητική ενικού του εννιασέλιδος
εννιασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννιασέλιδη
εννιασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εννιασέλιδος
εννιασέλιδης	adj	γενική ενικού του εννιασέλιδη
εννιασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του εννιασέλιδος
εννιασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εννιασέλιδος
εννιασέλιδος	adj	που έχει εννιά σελίδες
εννιασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εννιασέλιδος
εννιασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εννιασέλιδος
εννιασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εννιασέλιδος
εννιαψήφια	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιας	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιε	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιες	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιο	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιοι	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιος	adj	που αποτελείται από εννιά ψηφία, εννέα αριθμούς
εννιαψήφιου	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιους	=	εννιαψήφιος
εννιαψήφιων	=	εννιαψήφιος
εννοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσαν	=	εννοώ
εννοήσανε	=	εννοώ
εννοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσου	=	εννοώ
εννοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοήσουνε	=	εννοώ
εννοήστε	=	εννοώ
εννοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννοεί	=	εννοώ
εννοείς	=	εννοώ
εννοείσαι	=	εννοώ
εννοείστε	=	εννοώ
εννοείται	verb	εξυπακούεται, δεν χρειάζεται εξήγηση γιατί είναι κατανοητό από όλους
εννοείτε	=	εννοώ
εννοείτο	=	εννοείται
εννοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθήκαν	=	εννοώ
εννοηθήκανε	=	εννοώ
εννοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοηθούνε	=	εννοώ
εννοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εννοούμαι
εννοημένος	=	εννοούμαι
εννοιακός	adj|rare	άλλη μορφή του εννοιολογικός
εννοιογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιόγραμμα
εννοιογράμματος	noun	γενική ενικού του εννοιόγραμμα
εννοιογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εννοιόγραμμα
εννοιοδιάγραμμα	noun	διάγραμμα παρουσίασης εννοιών και των σχέσεων μεταξύ τους
εννοιοδιαγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιοδιάγραμμα
εννοιοδιαγράμματος	noun	γενική ενικού του εννοιοδιάγραμμα
εννοιοδιαγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εννοιοδιάγραμμα
εννοιοκρατία	noun	φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι οι έννοιες έχουν πραγματική υπόσταση
εννοιοκρατίας	noun	γενική ενικού του εννοιοκρατία
εννοιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιοκρατία
εννοιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιοκρατικό
εννοιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιοκρατική
εννοιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατικής	adj	γενική ενικού του εννοιοκρατική
εννοιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατικού	adj	γενική ενικού του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την εννοιοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
εννοιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του εννοιοκρατικός
εννοιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του εννοιοκρατία
εννοιολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιολόγηση
εννοιολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εννοιολόγηση
εννοιολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εννοιολόγηση
εννοιολογία	noun	σημασιολογία
εννοιολογίας	noun	γενική ενικού του εννοιολογία
εννοιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιολογία
εννοιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιολογικό
εννοιολογικέ	adj	κλητική ενικού του εννοιολογικός
εννοιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιολογική
εννοιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εννοιολογικός
εννοιολογικής	adj	γενική ενικού του εννοιολογική
εννοιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εννοιολογικός
εννοιολογικοποίηση	noun|formal	η εννοιολόγηση
εννοιολογικοποίησης	noun	γενική ενικού του εννοιολογικοποίηση
εννοιολογικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιολογικοποίηση
εννοιολογικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εννοιολογικοποίηση
εννοιολογικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εννοιολογικοποίηση
εννοιολογικού	adj	γενική ενικού του εννοιολογικός
εννοιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εννοιολογικός
εννοιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εννοιολογικός
εννοιολογικός	adj	που έχει σχέση με μια έννοια ή εννοιολογία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
εννοιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εννοιολογικός
εννοιολογικώς	adv|dated	εννοιολογικά
εννοιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εννοιολογία
εννοιολόγηση	noun|formal	η σύλληψη μιας ιδέας, η επινόηση μιας έννοιας
εννοιολόγησης	noun	γενική ενικού του εννοιολόγηση
εννοιοποίηση	noun|formal	η εννοιολόγηση
εννοιοποίησης	noun	γενική ενικού του εννοιοποίηση
εννοιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοιοποίηση
εννοιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εννοιοποίηση
εννοιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εννοιοποίηση
εννοιόγραμμα	noun	άλλη μορφή του εννοιοδιάγραμμα
εννοιών	noun	γενική πληθυντικού του έννοια
εννοούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εννοώ
εννοούμασταν	=	εννοώ
εννοούμαστε	=	εννοώ
εννοούμε	=	εννοώ
εννοούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοούμενο
εννοούμενε	verb	κλητική ενικού του εννοούμενος
εννοούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εννοούμενη
εννοούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εννοούμενος
εννοούμενης	verb	γενική ενικού του εννοούμενη
εννοούμενο	verb	αιτιατική ενικού του εννοούμενος
εννοούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εννοούμενος
εννοούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εννοούμαι
εννοούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εννοούμενος
εννοούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εννοούμενος
εννοούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εννοούμενος
εννοούμουν	=	εννοώ
εννοούμουνα	=	εννοώ
εννοούν	=	εννοώ
εννοούνε	=	εννοώ
εννοούνται	=	εννοώ
εννοούνταν	=	εννοώ
εννοούντο	=	εννοώ
εννοούσα	=	εννοώ
εννοούσαμε	=	εννοώ
εννοούσαν	=	εννοώ
εννοούσανε	=	εννοώ
εννοούσασταν	=	εννοώ
εννοούσαστε	=	εννοώ
εννοούσατε	=	εννοώ
εννοούσε	=	εννοώ
εννοούσες	=	εννοώ
εννοούσουν	=	εννοώ
εννοούσουνα	=	εννοώ
εννοώ	verb	έχω στον νου μου, στο μυαλό μου
εννοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εννοώ
εννόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εννοώ
εννόμως	adv|formal	έννομα
εννόων	=	έννους
ενοίκει	=	ενοικώ
ενοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοίκηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενοικώ
ενοίκησης	noun	γενική ενικού του ενοίκηση
ενοίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοίκιο
ενοίκιο	noun	χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για το δικαίωμα προσωρινής χρήσης ενός χώρου για κατοίκηση, εμπορικούς σκοπούς κλπ.
ενοίκιου	=	ενοίκιο
ενοίκου	noun	γενική ενικού του ένοικος
ενοίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ένοικος
ενοίκων	noun	γενική πληθυντικού του ένοικος
ενοθεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ενοθεϊσμός
ενοθεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοθεϊσμός
ενοθεϊσμού	noun	γενική ενικού του ενοθεϊσμός
ενοθεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενοθεϊσμός
ενοθεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ενοθεϊσμός
ενοθεϊσμός	noun	η λατρεία ενός θεού, ο οποίος ωστόσο δεν είναι ο μοναδικός και οικουμενικός θεός (όπως στον μονοθεϊσμό), οπότε δεν αποκλείεται η ύπαρξη και άλλων θεοτήτων
ενοθεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ενοθεϊσμός
ενοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήσαν	=	ενοικώ
ενοικήσανε	=	ενοικώ
ενοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενοίκηση
ενοικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενοίκηση
ενοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικήστε	=	ενοικώ
ενοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικώ
ενοικίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικίαση	noun	παραχώρηση προς χρήση αντικειμένου για ορισμένο χρόνο και έναντι χρηματικού αντίτιμου
ενοικίασης	noun	γενική ενικού του ενοικίαση
ενοικίου	noun	γενική ενικού του ενοίκιο
ενοικίων	noun	γενική πληθυντικού του ενοίκιο
ενοικεί	=	ενοικώ
ενοικείς	=	ενοικώ
ενοικείτε	=	ενοικώ
ενοικιάζεσαι	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάζεστε	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάζεται	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάζομαι	verb	δίνομαι για ενοικίαση, προς χρήση με την καταβολή του ανάλογου ενοικίου
ενοικιάζονται	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάζονταν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάζου	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάζω	=	νοικιάζω
ενοικιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικίαση
ενοικιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενοικίαση
ενοικιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενοικίαση
ενοικιάσου	=	ενοικιάζομαι
ενοικιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιάστρια	noun	ενοικιαστής
ενοικιάστριας	noun	γενική ενικού του ενοικιάστρια
ενοικιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιάστρια
ενοικιάστριων	=	ενοικιάστρια
ενοικιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζω
ενοικιαζόμασταν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόμαστε	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόμενος	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόμουν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόμουνα	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόντουσαν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόσασταν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόσαστε	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόσουν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόσουνα	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζόταν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαζότανε	=	ενοικιάζομαι
ενοικιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιασμένο
ενοικιασμένε	verb	κλητική ενικού του ενοικιασμένος
ενοικιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιασμένη
ενοικιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοικιασμένος
ενοικιασμένης	verb	γενική ενικού του ενοικιασμένη
ενοικιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενοικιασμένος
ενοικιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοικιασμένος
ενοικιασμένος	=	ενοικιάζομαι
ενοικιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενοικιασμένος
ενοικιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενοικιασμένος
ενοικιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενοικιασμένος
ενοικιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιαστής
ενοικιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενοικιαστής
ενοικιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστήκαν	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαστήκανε	=	ενοικιάζομαι
ενοικιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιαστήριο
ενοικιαστήριας	=	ενοικιαστήριος
ενοικιαστήριε	=	ενοικιαστήριος
ενοικιαστήριες	=	ενοικιαστήριος
ενοικιαστήριο	noun	ειδικό έντυπο που πληροφορεί το κοινό για τη διάθεση ενός ακινήτου προς ενοικίαση
ενοικιαστήριοι	=	ενοικιαστήριος
ενοικιαστήριος	adj	που αναφέρεται σε ενοικίαση
ενοικιαστήριου	=	ενοικιαστήριο
ενοικιαστήριους	=	ενοικιαστήριος
ενοικιαστήριων	=	ενοικιαστήριος
ενοικιαστής	noun	αυτός που ενοικιάζει ένα κτήριο, μια κατοικία κλπ
ενοικιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστηρίου	noun	γενική ενικού του ενοικιαστήριο
ενοικιαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ενοικιαστήριο
ενοικιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του ενοικιάστρια
ενοικιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοικιάζομαι
ενοικιαστών	noun	γενική πληθυντικού του ενοικιαστής
ενοικιοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιοστάσιο
ενοικιοστάσιο	noun	μέτρο που παρατείνει υποχρεωτικά τη διάρκεια της μίσθωσης από τον εκμισθωτή στον ενοικιαστή και μετά τη λήξη της χωρίς αύξηση του ενοικίου (Χρειάζεται επεξεργασία)
ενοικιοστάσιου	=	ενοικιοστάσιο
ενοικιοστασίου	noun	γενική ενικού του ενοικιοστάσιο
ενοικιοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του ενοικιοστάσιο
ενοικιοστασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιοστασιακό
ενοικιοστασιακέ	adj	κλητική ενικού του ενοικιοστασιακός
ενοικιοστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοικιοστασιακή
ενοικιοστασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοικιοστασιακός
ενοικιοστασιακής	adj	γενική ενικού του ενοικιοστασιακή
ενοικιοστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοικιοστασιακός
ενοικιοστασιακού	adj	γενική ενικού του ενοικιοστασιακός
ενοικιοστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοικιοστασιακός
ενοικιοστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του ενοικιοστασιακός
ενοικιοστασιακός	adj	που έχει σχέση με το ενοικιοστάσιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ενοικιοστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του ενοικιοστασιακός
ενοικούμε	=	ενοικώ
ενοικούν	=	ενοικώ
ενοικούνε	=	ενοικώ
ενοικούσα	=	ενοικώ
ενοικούσαμε	=	ενοικώ
ενοικούσαν	=	ενοικώ
ενοικούσανε	=	ενοικώ
ενοικούσατε	=	ενοικώ
ενοικούσε	=	ενοικώ
ενοικούσες	=	ενοικώ
ενοικώ	verb|formal	διαμένω, κατοικώ, εγκαθίσταμαι
ενοικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενοικώ
ενοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενοποιώ
ενοποίησης	noun	γενική ενικού του ενοποίηση
ενοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ενοποιός
ενοποιέ	adj	κλητική ενικού του ενοποιός
ενοποιήθηκα	=	ενοποιώ
ενοποιήθηκαν	=	ενοποιούμαι
ενοποιήθηκε	=	ενοποιούμαι
ενοποιήθηκες	=	ενοποιούμαι
ενοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσαν	=	ενοποιώ
ενοποιήσανε	=	ενοποιώ
ενοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοποίηση
ενοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενοποίηση
ενοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενοποίηση
ενοποιήσου	=	ενοποιούμαι
ενοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσουνε	=	ενοποιώ
ενοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοποιώ
ενοποιεί	=	ενοποιώ
ενοποιείς	=	ενοποιώ
ενοποιείσαι	=	ενοποιούμαι
ενοποιείστε	=	ενοποιούμαι
ενοποιείται	=	ενοποιούμαι
ενοποιείτε	=	ενοποιώ
ενοποιείτο	=	ενοποιώ
ενοποιηθήκαμε	=	ενοποιούμαι
ενοποιηθήκαν	=	ενοποιούμαι
ενοποιηθήκανε	=	ενοποιούμαι
ενοποιηθήκατε	=	ενοποιούμαι
ενοποιηθεί	=	ενοποιούμαι
ενοποιηθείς	=	ενοποιώ
ενοποιηθείτε	=	ενοποιούμαι
ενοποιηθούμε	=	ενοποιώ
ενοποιηθούν	=	ενοποιώ
ενοποιηθούνε	=	ενοποιώ
ενοποιηθώ	=	ενοποιώ
ενοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοποιημένο
ενοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ενοποιημένος
ενοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοποιημένη
ενοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοποιημένος
ενοποιημένης	verb	γενική ενικού του ενοποιημένη
ενοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενοποιημένος
ενοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοποιημένος
ενοποιημένος	=	ενοποιώ
ενοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενοποιημένος
ενοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενοποιημένος
ενοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενοποιημένος
ενοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοποιητικό
ενοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ενοποιητικός
ενοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοποιητική
ενοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοποιητικός
ενοποιητικής	adj	γενική ενικού του ενοποιητική
ενοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοποιητικός
ενοποιητικού	adj	γενική ενικού του ενοποιητικός
ενοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοποιητικός
ενοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενοποιητικός
ενοποιητικός	adj	που συντελεί ή συμβάλλει στην ενοποίηση, που ενοποιεί
ενοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενοποιητικός
ενοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοποιός
ενοποιού	adj	γενική ενικού του ενοποιός
ενοποιούμαι	verb	γίνομαι ενιαίος
ενοποιούμασταν	=	ενοποιούμαι
ενοποιούμαστε	=	ενοποιούμαι
ενοποιούμε	=	ενοποιώ
ενοποιούμενος	=	ενοποιώ
ενοποιούμουν	=	ενοποιούμαι
ενοποιούμουνα	=	ενοποιώ
ενοποιούν	=	ενοποιώ
ενοποιούνε	=	ενοποιώ
ενοποιούνται	=	ενοποιούμαι
ενοποιούνταν	=	ενοποιούμαι
ενοποιούντο	=	ενοποιώ
ενοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοποιός
ενοποιούσα	=	ενοποιώ
ενοποιούσαμε	=	ενοποιώ
ενοποιούσαν	=	ενοποιώ
ενοποιούσανε	=	ενοποιώ
ενοποιούσασταν	=	ενοποιούμαι
ενοποιούσαστε	=	ενοποιούμαι
ενοποιούσατε	=	ενοποιώ
ενοποιούσε	=	ενοποιώ
ενοποιούσες	=	ενοποιώ
ενοποιούσουν	=	ενοποιούμαι
ενοποιούσουνα	=	ενοποιώ
ενοποιό	adj	αιτιατική ενικού του ενοποιός
ενοποιόμασταν	=	ενοποιώ
ενοποιόμαστε	=	ενοποιώ
ενοποιόμουν	=	ενοποιώ
ενοποιόμουνα	=	ενοποιώ
ενοποιόνταν	=	ενοποιώ
ενοποιόντανε	=	ενοποιώ
ενοποιόντουσαν	=	ενοποιώ
ενοποιός	adj	που ενοποιεί, που ενώνει
ενοποιόσασταν	=	ενοποιώ
ενοποιόσαστε	=	ενοποιώ
ενοποιόσουν	=	ενοποιώ
ενοποιόσουνα	=	ενοποιώ
ενοποιόταν	=	ενοποιώ
ενοποιότανε	=	ενοποιώ
ενοποιώ	verb	ενώνω στοιχεία
ενοποιών	adj	γενική πληθυντικού του ενοποιός
ενοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενοποιώ
ενοράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενόραση
ενοράσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενόραση
ενοράσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενόραση
ενορία	noun	η μικρής έκτασης περιοχή, συνοικία ή χωριό, που αποτελεί μια εκκλησιαστική περιφέρεια με κέντρο έναν ναό, όπου και εκκλησιάζονται οι κάτοικοί της
ενορίας	noun	γενική ενικού του ενορία
ενορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενορία
ενορίτες	=	ενορίτης
ενορίτη	=	ενορίτης
ενορίτης	noun	ο πιστός που ανήκει σε μια ενορία
ενορίτισσα	noun	ενορίτης
ενορίτισσας	noun	γενική ενικού του ενορίτισσα
ενορίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενορίτισσα
ενορατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ενορατικό) του ενορατικός	adv	με ενορατικό τρόπο
ενορατικέ	adj	κλητική ενικού του ενορατικός
ενορατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενορατική
ενορατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενορατικός
ενορατικής	adj	γενική ενικού του ενορατική
ενορατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενορατικός
ενορατικού	adj	γενική ενικού του ενορατικός
ενορατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενορατικός
ενορατικό	adj	αιτιατική ενικού του ενορατικός
ενορατικός	adj	που έχει σχέση με την ενόραση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενορατικών	adj	γενική πληθυντικού του ενορατικός
ενοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοριακό	adv	στα πλαίσια ή στα όρια της ενορίας
ενοριακέ	adj	κλητική ενικού του ενοριακός
ενοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοριακή
ενοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοριακός
ενοριακής	adj	γενική ενικού του ενοριακή
ενοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοριακός
ενοριακού	adj	γενική ενικού του ενοριακός
ενοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοριακός
ενοριακό	adj	αιτιατική ενικού του ενοριακός
ενοριακός	adj	σχετικός με μια ενορία
ενοριακών	adj	γενική πληθυντικού του ενοριακός
ενοριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ενορίτισσα
ενοριτών	=	ενορίτης
ενοριών	noun	γενική πληθυντικού του ενορία
ενορμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενόρμηση
ενορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενόρμηση
ενορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενόρμηση
ενορμητικά	=	ενορμητικός
ενορμητικέ	=	ενορμητικός
ενορμητικές	=	ενορμητικός
ενορμητική	=	ενορμητικός
ενορμητικής	=	ενορμητικός
ενορμητικοί	=	ενορμητικός
ενορμητικού	=	ενορμητικός
ενορμητικούς	=	ενορμητικός
ενορμητικό	=	ενορμητικός
ενορμητικός	adj	που έχει σχέση με ενόρμηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
ενορμητικών	=	ενορμητικός
ενορχήστρωνα	=	ενορχηστρώνω
ενορχήστρωναν	=	ενορχηστρώνω
ενορχήστρωνε	=	ενορχηστρώνω
ενορχήστρωνες	=	ενορχηστρώνω
ενορχήστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχήστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχήστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχήστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχήστρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενορχηστρώνω
ενορχήστρωσης	noun	γενική ενικού του ενορχήστρωση
ενορχηστρωθήκαμε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθήκαν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθήκανε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθήκατε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθεί	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθείς	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθείτε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθούμε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθούν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθούνε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωθώ	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ενορχηστρωμένο) του ενορχηστρωμένος	adv	με τρόπο που υποδηλώνει συντονισμό επιθετικών ενεργειών
ενορχηστρωμένε	verb	κλητική ενικού του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (ενορχηστρωμένη) του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένης	verb	γενική ενικού του ενορχηστρωμένη
ενορχηστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένος	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ενορχηστρωμένος
ενορχηστρωνόμασταν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόμαστε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόμουν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόμουνα	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόντουσαν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόσασταν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόσαστε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόσουν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόσουνα	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνόταν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωνότανε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενορχηστρωτής
ενορχηστρωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενορχηστρωτής
ενορχηστρωτής	noun|figurative	αυτός που ενορχηστρώνει
ενορχηστρωτικά	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικέ	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικές	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτική	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικής	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικοί	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικού	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικούς	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικό	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτικός	adj	που έχει σχέση με ενορχήστρωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
ενορχηστρωτικών	=	ενορχηστρωτικός
ενορχηστρωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ενορχηστρώτρια
ενορχηστρωτών	noun	γενική πληθυντικού του ενορχηστρωτής
ενορχηστρώθηκα	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώθηκαν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώθηκε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώθηκες	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώναμε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώναν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνανε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνατε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνει	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνεις	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνεσαι	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνεστε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνεται	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνετε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνομαι	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνομε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνονται	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνονταν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνοντας	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνουμε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνουν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνουνε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώνω	verb	διαμορφώνω μια μουσική σύνθεση έτσι ώστε να μπορεί να παιχθεί από τα όργανα μιας ορχήστρας
ενορχηστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσαν	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσανε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενορχήστρωση
ενορχηστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενορχήστρωση
ενορχηστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενορχήστρωση
ενορχηστρώσομε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσου	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσουνε	=	ενορχηστρώνω
ενορχηστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενορχηστρώνω
ενορχηστρώτρια	=	ενορχηστρωτής
ενορχηστρώτριας	noun	γενική ενικού του ενορχηστρώτρια
ενορχηστρώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενορχηστρώτρια
ενορώ	verb	βλέπω κάτι με ενόραση
ενορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενορώ
ενοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ενότητα
ενουρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενούρηση
ενουρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενούρηση
ενουρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενούρηση
ενοφθάλμιζα	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμιζαν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμιζε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμιζες	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθάλμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμία	noun	συνολκή / υποχώρηση του οφθαλμικού βολβού στο βάθος της οφθαλμικής κόγχης, που οφείλεται σε παθολογικά αίτια
ενοφθαλμίας	noun	γενική ενικού του ενοφθαλμία
ενοφθαλμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοφθαλμία
ενοφθαλμίζαμε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζαν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζανε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζατε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζει	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζεις	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζεσαι	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζεστε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζεται	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζετε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζονται	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζονταν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζοντας	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζουμε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζουν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζουνε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίζω	verb	εφαρμόζω ενοφθαλμισμό σε φυτό
ενοφθαλμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσαν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσανε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσου	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίστε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόμασταν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόμαστε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόμουν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόμουνα	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόντουσαν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόσασταν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόσαστε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόσουν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόσουνα	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζόταν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιζότανε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμισμέ	noun	κλητική ενικού του ενοφθαλμισμός
ενοφθαλμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοφθαλμισμένο
ενοφθαλμισμένε	verb	κλητική ενικού του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοφθαλμισμένη
ενοφθαλμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμένης	verb	γενική ενικού του ενοφθαλμισμένη
ενοφθαλμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενοφθαλμισμένος
ενοφθαλμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοφθαλμισμός
ενοφθαλμισμού	noun	γενική ενικού του ενοφθαλμισμός
ενοφθαλμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενοφθαλμισμός
ενοφθαλμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενοφθαλμισμός
ενοφθαλμισμός	noun	μέθοδος εμβολιασμού των φυτών κατά την οποία ο καλλιεργητής χαράζει τον φλοιό ενός φυτού και τοποθετεί στη σχισμή ένα τμήμα από άλλο φυτό με οφθαλμό
ενοφθαλμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενοφθαλμισμός
ενοφθαλμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστήκαν	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιστήκανε	=	ενοφθαλμίζω
ενοφθαλμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοφθαλμίζομαι
ενοφθαλμιών	noun	γενική πληθυντικού του ενοφθαλμία
ενοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχή
ενοχή	noun	η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη
ενοχής	=	ενοχή
ενοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχικό
ενοχικέ	adj	κλητική ενικού του ενοχικός
ενοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχική
ενοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοχικός
ενοχικής	adj	γενική ενικού του ενοχική
ενοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοχικός
ενοχικού	adj	γενική ενικού του ενοχικός
ενοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοχικός
ενοχικό	adj	αιτιατική ενικού του ενοχικός
ενοχικός	adj	που έχει σχέση με την ενοχή, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενοχικών	adj	γενική πληθυντικού του ενοχικός
ενοχλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενόχλημα
ενοχλήματος	noun	γενική ενικού του ενόχλημα
ενοχλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσαν	=	ενοχλώ
ενοχλήσανε	=	ενοχλώ
ενοχλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενόχληση
ενοχλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενόχληση
ενοχλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενόχληση
ενοχλήσου	=	ενοχλώ
ενοχλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσουνε	=	ενοχλώ
ενοχλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενοχλεί	=	ενοχλώ
ενοχλείς	=	ενοχλώ
ενοχλείσαι	=	ενοχλώ
ενοχλείστε	=	ενοχλώ
ενοχλείται	=	ενοχλώ
ενοχλείτε	=	ενοχλώ
ενοχλείτο	=	ενοχλώ
ενοχληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθήκαν	=	ενοχλώ
ενοχληθήκανε	=	ενοχλώ
ενοχληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχληθούνε	=	ενοχλώ
ενοχληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχλούμαι
ενοχλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενόχλημα
ενοχλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχλημένο
ενοχλημένε	verb	κλητική ενικού του ενοχλημένος
ενοχλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχλημένη
ενοχλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοχλημένος
ενοχλημένης	verb	γενική ενικού του ενοχλημένη
ενοχλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενοχλημένος
ενοχλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοχλημένος
ενοχλημένος	verb	που έχει ενοχληθεί, πειραγμένος, λίγο θυμωμένος
ενοχλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενοχλημένος
ενοχλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενοχλημένος
ενοχλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενοχλημένος
ενοχλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχλητικό	adv	με ενοχλητικό τρόπο, ενοχλώντας
ενοχλητικέ	adj	κλητική ενικού του ενοχλητικός
ενοχλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχλητική
ενοχλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοχλητικός
ενοχλητικής	adj	γενική ενικού του ενοχλητική
ενοχλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοχλητικός
ενοχλητικοτήτων	=	ενοχλητικότητα
ενοχλητικού	adj	γενική ενικού του ενοχλητικός
ενοχλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοχλητικός
ενοχλητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενοχλητικός
ενοχλητικός	adj	που ενοχλεί, που πειράζει κάποιον ή τον αναστατώνει
ενοχλητικότητα	noun|rare	η ιδιότητα ή το χαρακτηριστικό ενός προσώπου, πράγματος, φαινομένου ή συμπεριφοράς να προκαλεί ενόχληση, δυσφορία, εκνευρισμό ή αναστάτωση στους γύρω του, διαταράσσοντας την ηρεμία, την ομαλή διεξαγωγή μιας δραστηριότητας ή την ψυχική τους ισορροπία
ενοχλητικότητας	=	ενοχλητικότητα
ενοχλητικότητες	=	ενοχλητικότητα
ενοχλητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενοχλητικός
ενοχλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενοχλώ
ενοχλούμασταν	=	ενοχλώ
ενοχλούμαστε	=	ενοχλώ
ενοχλούμε	=	ενοχλώ
ενοχλούμενος	=	ενοχλώ
ενοχλούμουν	=	ενοχλώ
ενοχλούμουνα	=	ενοχλώ
ενοχλούν	=	ενοχλώ
ενοχλούνε	=	ενοχλώ
ενοχλούνται	=	ενοχλώ
ενοχλούνταν	=	ενοχλώ
ενοχλούντο	=	ενοχλώ
ενοχλούσα	=	ενοχλώ
ενοχλούσαμε	=	ενοχλώ
ενοχλούσαν	=	ενοχλώ
ενοχλούσανε	=	ενοχλώ
ενοχλούσασταν	=	ενοχλώ
ενοχλούσαστε	=	ενοχλώ
ενοχλούσατε	=	ενοχλώ
ενοχλούσε	=	ενοχλώ
ενοχλούσες	=	ενοχλώ
ενοχλούσουν	=	ενοχλώ
ενοχλούσουνα	=	ενοχλώ
ενοχλώ	verb	πειράζω κάποιον και τον στεναχωρώ σε κάποιο βαθμό, τον δυσαρεστώ ή του χαλάω την ησυχία ή την ηρεμία του
ενοχλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενοχλώ
ενοχοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενοχοποιώ
ενοχοποίησης	noun	γενική ενικού του ενοχοποίηση
ενοχοποιήθηκα	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιήθηκαν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιήθηκε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιήθηκες	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήσαν	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιήσανε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποίηση
ενοχοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενοχοποίηση
ενοχοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενοχοποίηση
ενοχοποιήσου	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχοποιεί	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιείς	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιείσαι	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιείστε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιείται	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιείτε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιηθήκαμε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιηθήκαν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιηθήκανε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιηθήκατε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιηθεί	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιηθείτε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποιημένο
ενοχοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ενοχοποιημένος
ενοχοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποιημένη
ενοχοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοχοποιημένος
ενοχοποιημένης	verb	γενική ενικού του ενοχοποιημένη
ενοχοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ενοχοποιημένος
ενοχοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποιημένος
ενοχοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ενοχοποιώ
ενοχοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενοχοποιημένος
ενοχοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενοχοποιημένος
ενοχοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενοχοποιημένος
ενοχοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποιητικό	adv	με ενοχοποιητικό τρόπο, ενοχοποιώντας
ενοχοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποιητική
ενοχοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικής	adj	γενική ενικού του ενοχοποιητική
ενοχοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικού	adj	γενική ενικού του ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ενοχοποιητικός
ενοχοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την ενοχοποίηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
ενοχοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ενοχοποιητικός
ενοχοποιούμαι	verb	με καθιστούν ένοχο για κάτι ενώ δεν είμαι, παρουσιάζουν στοιχεία πλαστά ώστε να με επιβαρύνουν με ευθύνη που δεν είναι δική μου
ενοχοποιούμασταν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούμαστε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούμε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούμουν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούν	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούνε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούνται	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούνταν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούσα	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσαμε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσαν	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσανε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσασταν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούσαστε	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιούσατε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσε	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσες	=	ενοχοποιώ
ενοχοποιούσουν	=	ενοχοποιούμαι
ενοχοποιώ	verb	καταδεικνύω το πώς σχετίζεται κάποιος ως ένοχος με ένα αξιόποινο ή επιλήψιμο γεγονός, κυρίως ένα έγκλημα
ενοχοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενοχοποιώ
ενοχών	=	ενοχή
ενούρηση	noun|formal	αθέλητη ούρηση, (ακούσιο) κατούρημα
ενούρησης	noun	γενική ενικού του ενούρηση
ενσάκιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενσακίζω
ενσάκισης	noun	γενική ενικού του ενσάκιση
ενσάρκωνα	=	ενσαρκώνω
ενσάρκωναν	=	ενσαρκώνω
ενσάρκωνε	=	ενσαρκώνω
ενσάρκωνες	=	ενσαρκώνω
ενσάρκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσάρκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσάρκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσάρκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσάρκωση	noun	το να αποκτά κάτι άυλο σάρκα και οστά
ενσάρκωσης	noun	γενική ενικού του ενσάρκωση
ενσήμου	noun	γενική ενικού του ένσημο
ενσήμων	noun	γενική πληθυντικού του ένσημο
ενσίρωμα	noun	η ζωοτροφή που έχει υποστεί ενσίρωση
ενσίρωση	noun	μέθοδος επεξεργασίας φυτικών προϊόντων, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως ζωοτροφή
ενσίρωσης	noun	γενική ενικού του ενσίρωση
ενσακίζω	verb|rare	τοποθετώ σε σάκους / σακούλες
ενσακίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσάκιση
ενσακίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενσάκιση
ενσακίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενσάκιση
ενσακιστές	=	ενσακιστής
ενσακιστή	=	ενσακιστής
ενσακιστής	noun	αυτός που ενσακίζει
ενσακιστών	=	ενσακιστής
ενσακκίζω	verb	άλλη μορφή του ενσακίζω
ενσαρκωθήκαμε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωθήκαν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωθήκανε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωθήκατε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωθεί	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωθείτε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσαρκωμένο
ενσαρκωμένε	verb	κλητική ενικού του ενσαρκωμένος
ενσαρκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσαρκωμένη
ενσαρκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσαρκωμένος
ενσαρκωμένης	verb	γενική ενικού του ενσαρκωμένη
ενσαρκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενσαρκωμένος
ενσαρκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσαρκωμένος
ενσαρκωμένος	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσαρκωμένος
ενσαρκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενσαρκωμένος
ενσαρκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσαρκωμένος
ενσαρκωνόμασταν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόμαστε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόμουν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόμουνα	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόντουσαν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόσασταν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόσαστε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόσουν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόσουνα	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνόταν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκωνότανε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώθηκα	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώθηκαν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώθηκε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώθηκες	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώναμε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώναν	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνανε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνατε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνει	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνεις	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνεσαι	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώνεστε	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώνεται	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώνετε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνομαι	verb	αποκτώ σωματική ή υλική υπόσταση
ενσαρκώνονται	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώνονταν	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώνοντας	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνου	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώνουμε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνουν	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνουνε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώνω	verb	δίνω σωματική ή υλική υπόσταση σε κάτι άυλο
ενσαρκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώσαν	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώσανε	=	ενσαρκώνω
ενσαρκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσάρκωση
ενσαρκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενσάρκωση
ενσαρκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενσάρκωση
ενσαρκώσου	=	ενσαρκώνομαι
ενσαρκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσαρκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσαρκώνω
ενσιροδιανομέα	=	ενσιροδιανομέας
ενσιροδιανομέας	noun	μηχάνημα ή κατασκευή που χρησιμοποιείται για την ανάμειξη, μεταφορά και διανομή τροφής για σταβλισμένα ή άλλα ζώα
ενσιροδιανομέων	=	ενσιροδιανομέας
ενσιροδιανομείς	=	ενσιροδιανομέας
ενσιρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ενσίρωμα
ενσιρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσίρωμα
ενσιρώματος	noun	γενική ενικού του ενσίρωμα
ενσιρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσίρωση
ενσιρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενσίρωση
ενσιρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενσίρωση
ενσκήπταμε	=	ενσκήπτω
ενσκήπταν	=	ενσκήπτω
ενσκήπτανε	=	ενσκήπτω
ενσκήπτατε	=	ενσκήπτω
ενσκήπτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενσκήπτω
ενσκήπτεις	=	ενσκήπτω
ενσκήπτετε	=	ενσκήπτω
ενσκήπτομε	=	ενσκήπτω
ενσκήπτοντας	=	ενσκήπτω
ενσκήπτουμε	=	ενσκήπτω
ενσκήπτουν	=	ενσκήπτω
ενσκήπτουνε	=	ενσκήπτω
ενσκήπτω	verb	εμφανίζομαι ξαφνικά και πλήττω κάποιον ή κάτι
ενσκήψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψαν	=	ενσκήψας
ενσκήψανε	=	ενσκήπτω
ενσκήψαντα	=	ενσκήψας
ενσκήψαντες	=	ενσκήψας
ενσκήψαντος	=	ενσκήψας
ενσκήψας	verb|archaic	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψασα	=	ενσκήψας
ενσκήψασας	=	ενσκήψας
ενσκήψασες	=	ενσκήψας
ενσκήψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψομε	=	ενσκήπτω
ενσκήψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκήψουνε	=	ενσκήπτω
ενσκήψτε	=	ενσκήπτω
ενσκήψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσκήπτω
ενσκηψάντων	=	ενσκήψας
ενσκηψάσης	=	ενσκήψας
ενσκηψασών	=	ενσκήψας
ενσπέρματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσπέρματο
ενσπέρματε	adj	κλητική ενικού του ενσπέρματος
ενσπέρματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσπέρματη
ενσπέρματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσπέρματος
ενσπέρματης	adj	γενική ενικού του ενσπέρματη
ενσπέρματο	adj	αιτιατική ενικού του ενσπέρματος
ενσπέρματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσπέρματος
ενσπέρματος	adj	άλλη μορφή του ένσπερμος
ενσπέρματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσπέρματος
ενσπέρματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενσπέρματος
ενσπέρματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσπέρματος
ενσπέρναμε	=	ενσπείρω
ενσπέρναν	=	ενσπείρω
ενσπέρνανε	=	ενσπείρω
ενσπέρνατε	=	ενσπείρω
ενσπέρνει	=	ενσπείρω
ενσπέρνεις	=	ενσπείρω
ενσπέρνετε	=	ενσπείρω
ενσπέρνοντας	=	ενσπείρω
ενσπέρνουμε	=	ενσπείρω
ενσπέρνουν	=	ενσπείρω
ενσπέρνουνε	=	ενσπείρω
ενσπέρνω	=	ενσπείρω
ενσπείραμε	=	ενσπείρω
ενσπείραν	=	ενσπείρω
ενσπείρανε	=	ενσπείρω
ενσπείρατε	=	ενσπείρω
ενσπείρει	=	ενσπείρω
ενσπείρτε	=	ενσπείρω
ενσπείρω	verb|formal	διαδίδω (συνήθως κάτι αρνητικό)
ενστάλαζα	=	ενσταλάζω
ενστάλαζαν	=	ενσταλάζω
ενστάλαζε	=	ενσταλάζω
ενστάλαζες	=	ενσταλάζω
ενστάλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενστάλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενστάλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενστάλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενστάλαξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενσταλάζω
ενστάλαξης	noun	γενική ενικού του ενστάλαξη
ενστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένσταση
ενστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένσταση
ενστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένσταση
ενστίκτου	noun	γενική ενικού του ένστικτο
ενστίκτων	noun	γενική πληθυντικού του ένστικτο
ενστίκτως	adv	χρησιμοποιώντας το ένστικτο
ενστίχτου	=	ένστιχτο
ενστίχτων	=	ένστιχτο
ενσταλάζαμε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζαν	=	ενσταλάζω
ενσταλάζανε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζατε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζει	=	ενσταλάζω
ενσταλάζεις	=	ενσταλάζω
ενσταλάζετε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζομε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζοντας	=	ενσταλάζω
ενσταλάζουμε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζουν	=	ενσταλάζω
ενσταλάζουνε	=	ενσταλάζω
ενσταλάζω	verb|figurative	βαθμιαία και σιγά - σιγά κάνω να αναπτυχθεί κάποιο συναίσθημα στην ψυχή κάποιου άλλου: "του ενστάλαξε στην ψυχή αγάπη και συμπόνια",εμβάλλω σταδιακά σε κάποιον κάποιο συναίσθημα
ενσταλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξαν	=	ενσταλάζω
ενσταλάξανε	=	ενσταλάζω
ενσταλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενστάλαξη
ενσταλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του ενστάλαξη
ενσταλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του ενστάλαξη
ενσταλάξομε	=	ενσταλάζω
ενσταλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξουνε	=	ενσταλάζω
ενσταλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσταλάζω
ενσταντανέ	noun	η φωτογράφιση σε συγκεκριμένη στιγμή, στιγμιαία φωτογραφία
ενστασιολογία	noun	η συνεχής αμφισβήτηση
ενστασιολογίας	=	ενστασιολογία
ενστασιολογίες	=	ενστασιολογία
ενστασιολογιών	=	ενστασιολογία
ενστερνίζεσαι	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίζεστε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίζεται	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίζομαι	verb|figurative	αποδέχομαι με μεγάλη προθυμία και εις βάθος κάτι (άποψη, ιδέα, φιλοσοφία...)
ενστερνίζονται	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίζονταν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίσθηκα	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίσθηκαν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίσθηκε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίσθηκες	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίσου	=	ενστερνίζομαι
ενστερνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιζόμασταν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόμαστε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόμουν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόμουνα	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόντουσαν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόσασταν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόσαστε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόσουν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόσουνα	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζόταν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιζότανε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθήκαμε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθήκαν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθήκανε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθήκατε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθεί	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθείς	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθείτε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθούμε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθούν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθούνε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισθώ	=	ενστερνίζομαι
ενστερνισμέ	noun	κλητική ενικού του ενστερνισμός
ενστερνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενστερνισμός
ενστερνισμού	noun	γενική ενικού του ενστερνισμός
ενστερνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενστερνισμός
ενστερνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ενστερνισμός
ενστερνισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενστερνίζομαι
ενστερνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ενστερνισμός
ενστερνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστήκαν	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιστήκανε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστερνιστούνε	=	ενστερνίζομαι
ενστερνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενστερνίζομαι
ενστιγματικά	=	ενστιγματικός
ενστιγματικέ	=	ενστιγματικός
ενστιγματικές	=	ενστιγματικός
ενστιγματική	=	ενστιγματικός
ενστιγματικής	=	ενστιγματικός
ενστιγματικοί	=	ενστιγματικός
ενστιγματικού	=	ενστιγματικός
ενστιγματικούς	=	ενστιγματικός
ενστιγματικό	=	ενστιγματικός
ενστιγματικός	adj	που έχει σχέση με το ένστικτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ενστιγματικών	=	ενστιγματικός
ενστικτωδών	=	ενστικτώδης
ενστικτωδώς	adv	χρησιμοποιώντας το ένστικτο, με ενστικτώδη τρόπο
ενστικτώδεις	=	ενστικτώδης
ενστικτώδες	=	ενστικτώδης
ενστικτώδη	=	ενστικτώδης
ενστικτώδης	adj	που γίνεται αυθόρμητα, χωρίς σκέψη, που προκαλείται από ένστικτο
ενστικτώδους	=	ενστικτώδης
ενστομίσματα	=	ενστόμισμα
ενστομίσματος	=	ενστόμισμα
ενστομισμάτων	=	ενστόμισμα
ενστρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένστρωση
ενστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένστρωση
ενστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένστρωση
ενστόμισμα	noun|archaic	οτιδήποτε τοποθετείται στο στόμα
ενσυναίσθημα	noun	άλλη μορφή του ενσυναίσθηση
ενσυναίσθηση	noun	η ικανότητα κατανόησης της συμπεριφοράς και των κινήτρων ενός άλλου ατόμου, χωρίς όμως να υπάρξει πλήρης συναισθηματική ταύτιση μεταξύ των δύο ατόμων
ενσυναίσθησης	noun	γενική ενικού του ενσυναίσθηση
ενσυναίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσυναίσθητο
ενσυναίσθητε	adj	κλητική ενικού του ενσυναίσθητος
ενσυναίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσυναίσθητη
ενσυναίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσυναίσθητος
ενσυναίσθητης	adj	γενική ενικού του ενσυναίσθητη
ενσυναίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του ενσυναίσθητος
ενσυναίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσυναίσθητος
ενσυναίσθητος	adj	που έχει συναίσθηση
ενσυναίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσυναίσθητος
ενσυναίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενσυναίσθητος
ενσυναίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσυναίσθητος
ενσυναισθήματα	=	ενσυναίσθημα
ενσυναισθήματος	=	ενσυναίσθημα
ενσυναισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσυναίσθηση
ενσυναισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενσυναίσθηση
ενσυναισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενσυναίσθηση
ενσυναισθημάτων	=	ενσυναίσθημα
ενσυναισθησία	noun|rare	άλλη μορφή του ενσυναίσθηση
ενσυναισθησίας	noun	γενική ενικού του ενσυναισθησία
ενσυναισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσυναισθησία
ενσυναισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ενσυναισθησία
ενσυναισθητικά	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικέ	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικές	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητική	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικής	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικοί	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικού	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικούς	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικό	=	ενσυναισθητικός
ενσυναισθητικός	adj	που έχει σχέση με την ενσυναίσθηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενσυναισθητικών	=	ενσυναισθητικός
ενσυνείδητα	adv	με συνείδηση, με επίγνωση
ενσυνείδητε	adj	κλητική ενικού του ενσυνείδητος
ενσυνείδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσυνείδητη
ενσυνείδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσυνείδητος
ενσυνείδητης	adj	γενική ενικού του ενσυνείδητη
ενσυνείδητο	adj	αιτιατική ενικού του ενσυνείδητος
ενσυνείδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσυνείδητος
ενσυνείδητος	adj|formal	άλλη μορφή του συνειδητός
ενσυνείδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσυνείδητος
ενσυνείδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενσυνείδητος
ενσυνείδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσυνείδητος
ενσυνειδήτως	adv	με συνείδηση, με επίγνωση
ενσφήνωνα	=	ενσφηνώνω
ενσφήνωναν	=	ενσφηνώνω
ενσφήνωνε	=	ενσφηνώνω
ενσφήνωνες	=	ενσφηνώνω
ενσφήνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφήνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφήνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφήνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφήνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενσφηνώνω
ενσφήνωσης	noun	γενική ενικού του ενσφήνωση
ενσφηνωθήκαμε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωθήκαν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωθήκανε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωθήκατε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωθεί	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωθείτε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσφηνωμένο
ενσφηνωμένε	verb	κλητική ενικού του ενσφηνωμένος
ενσφηνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσφηνωμένη
ενσφηνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσφηνωμένος
ενσφηνωμένης	verb	γενική ενικού του ενσφηνωμένη
ενσφηνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενσφηνωμένος
ενσφηνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσφηνωμένος
ενσφηνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσφηνωμένος
ενσφηνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενσφηνωμένος
ενσφηνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσφηνωμένος
ενσφηνωνόμασταν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόμαστε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόμουν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόμουνα	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόντουσαν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόσασταν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόσαστε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόσουν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόσουνα	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνόταν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνωνότανε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώθηκα	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώθηκαν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώθηκε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώθηκες	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώναμε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώναν	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνανε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνατε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνει	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνεις	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνεσαι	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώνεστε	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώνεται	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώνετε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώνονται	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώνονταν	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώνοντας	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνου	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώνουμε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνουν	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνουνε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώνω	verb|figurative	σφηνώνω κάτι καλά, σαν τα το τοποθετώ με σφήνα, ανάμεσα σε κάτι άλλο
ενσφηνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώσαν	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώσανε	=	ενσφηνώνω
ενσφηνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσφήνωση
ενσφηνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενσφήνωση
ενσφηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενσφήνωση
ενσφηνώσου	=	ενσφηνώνομαι
ενσφηνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφηνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσφηνώνω
ενσφράγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσφράγιστο
ενσφράγιστε	adj	κλητική ενικού του ενσφράγιστος
ενσφράγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσφράγιστη
ενσφράγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσφράγιστος
ενσφράγιστης	adj	γενική ενικού του ενσφράγιστη
ενσφράγιστο	adj	αιτιατική ενικού του ενσφράγιστος
ενσφράγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσφράγιστος
ενσφράγιστος	adj|formal	που έχει σφραγιστεί μέσα σε φάκελο
ενσφράγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσφράγιστος
ενσφράγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενσφράγιστος
ενσφράγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσφράγιστος
ενσωμάτωνα	=	ενσωματώνω
ενσωμάτωναν	=	ενσωματώνω
ενσωμάτωνε	=	ενσωματώνω
ενσωμάτωνες	=	ενσωματώνω
ενσωμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωμάτωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενσωματώνω
ενσωμάτωσης	noun	γενική ενικού του ενσωμάτωση
ενσωματούμενα	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενε	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενες	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενη	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενης	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενο	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενοι	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματούμενου	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενους	=	ενσωματούμενος
ενσωματούμενων	=	ενσωματούμενος
ενσωματωθήκαμε	=	ενσωματώνω
ενσωματωθήκαν	=	ενσωματώνω
ενσωματωθήκανε	=	ενσωματώνω
ενσωματωθήκατε	=	ενσωματώνω
ενσωματωθεί	=	ενσωματώνω
ενσωματωθείς	=	ενσωματώνω
ενσωματωθείτε	=	ενσωματώνω
ενσωματωθούμε	=	ενσωματώνω
ενσωματωθούν	=	ενσωματώνω
ενσωματωθούνε	=	ενσωματώνω
ενσωματωθώ	=	ενσωματώνω
ενσωματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσωματωμένο
ενσωματωμένε	verb	κλητική ενικού του ενσωματωμένος
ενσωματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσωματωμένη
ενσωματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσωματωμένος
ενσωματωμένης	verb	γενική ενικού του ενσωματωμένη
ενσωματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενσωματωμένος
ενσωματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσωματωμένος
ενσωματωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ενσωματώνω
ενσωματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσωματωμένος
ενσωματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενσωματωμένος
ενσωματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσωματωμένος
ενσωματωνόμασταν	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόμαστε	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόμουν	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόμουνα	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόντουσαν	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόσασταν	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόσαστε	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόσουν	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόσουνα	=	ενσωματώνω
ενσωματωνόταν	=	ενσωματώνω
ενσωματωνότανε	=	ενσωματώνω
ενσωματώθηκα	=	ενσωματώνω
ενσωματώθηκαν	=	ενσωματώνω
ενσωματώθηκε	=	ενσωματώνω
ενσωματώθηκες	=	ενσωματώνω
ενσωματώναμε	=	ενσωματώνω
ενσωματώναν	=	ενσωματώνω
ενσωματώνανε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνατε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενσωματώνω
ενσωματώνεις	=	ενσωματώνω
ενσωματώνεσαι	=	ενσωματώνω
ενσωματώνεστε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνεται	=	ενσωματώνω
ενσωματώνετε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώνομε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνονται	=	ενσωματώνω
ενσωματώνονταν	=	ενσωματώνω
ενσωματώνοντας	=	ενσωματώνω
ενσωματώνουμε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνουν	=	ενσωματώνω
ενσωματώνουνε	=	ενσωματώνω
ενσωματώνω	verb|figurative	βάζω κάτι (μέσα) σε κάτι άλλο, ώστε να συναποτελέσουν ένα ενιαίο σώμα, ένα σύνολο
ενσωματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσαν	=	ενσωματώνω
ενσωματώσανε	=	ενσωματώνω
ενσωματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσωμάτωση
ενσωματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενσωμάτωση
ενσωματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενσωμάτωση
ενσωματώσιμα	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμε	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμες	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμη	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμης	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμο	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμοι	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να ενσωματωθεί
ενσωματώσιμου	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμους	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσιμων	=	ενσωματώσιμος
ενσωματώσομε	=	ενσωματώνω
ενσωματώσου	=	ενσωματώνω
ενσωματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσουνε	=	ενσωματώνω
ενσωματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσωματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενσωματώνω
ενσύρματα	adv	με ενσύρματο τρόπο
ενσύρματε	adj	κλητική ενικού του ενσύρματος
ενσύρματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσύρματη
ενσύρματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσύρματος
ενσύρματης	adj	γενική ενικού του ενσύρματη
ενσύρματο	adj	αιτιατική ενικού του ενσύρματος
ενσύρματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσύρματος
ενσύρματος	adj	που πραγματοποιείται μέσω σύρματος / καλωδίου
ενσύρματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσύρματος
ενσύρματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενσύρματος
ενσύρματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσύρματος
ενσώματή	=	ενσώματος
ενσώματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσώματο
ενσώματε	adj	κλητική ενικού του ενσώματος
ενσώματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενσώματη
ενσώματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενσώματος
ενσώματης	adj	γενική ενικού του ενσώματη
ενσώματο	adj	αιτιατική ενικού του ενσώματος
ενσώματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενσώματος
ενσώματος	adj	που βρίσκεται σε σώμα
ενσώματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενσώματος
ενσώματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενσώματος
ενσώματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενσώματος
εντ	abbrev	Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο: διακρατικός ευρωπαϊκός οργανισμός που προτείνεται ή αναφέρεται ως μηχανισμός οικονομικής στήριξης και σταθερότητας για κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με λειτουργίες παρόμοιες προς εκείνες διεθνών χρηματοπιστωτικών ταμείων
εντάθηκα	=	εντείνω
εντάθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του εντείνω
εντάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένταλμα
εντάλματος	noun	γενική ενικού του ένταλμα
εντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάξαν	=	εντάσσω
εντάξανε	=	εντάσσω
εντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάξει	adv	στην πρέπουσα ή τη σωστή κατάσταση	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου αορίστου του εντάσσω
εντάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένταξη
εντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάξεων	noun	γενική πληθυντικού του ένταξη
εντάξεως	noun|formal	γενική ενικού του ένταξη
εντάξου	=	εντάσσομαι
εντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
εντάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένταση
εντάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένταση
εντάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένταση
εντάσσαμε	=	εντάσσω
εντάσσαν	=	εντάσσω
εντάσσανε	=	εντάσσω
εντάσσατε	=	εντάσσω
εντάσσει	=	εντάσσω
εντάσσεις	=	εντάσσω
εντάσσεσαι	=	εντάσσομαι
εντάσσεστε	=	εντάσσομαι
εντάσσεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εντάσσομαι
εντάσσετε	=	εντάσσω
εντάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εντάσσω
εντάσσονται	=	εντάσσομαι
εντάσσονταν	=	εντάσσομαι
εντάσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εντάσσω
εντάσσου	=	εντάσσομαι
εντάσσουμε	=	εντάσσω
εντάσσουν	=	εντάσσω
εντάσσουνε	=	εντάσσω
εντάσσω	verb	ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω, προσθέτω, βάζω μέσα, τοποθετώ
εντάφια	=	εντάφιος
εντάφιας	=	εντάφιος
εντάφιε	=	εντάφιος
εντάφιες	=	εντάφιος
εντάφιο	=	εντάφιος
εντάφιοι	=	εντάφιος
εντάφιος	adj	που βρίσκεται σε τάφο (μέσα, πάνω, γύρω κ.λπ.)
εντάφιου	=	εντάφιος
εντάφιους	=	εντάφιος
εντάφιων	=	εντάφιος
εντάχθηκα	=	εντάσσω
εντάχθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του εντάσσω
εντάχτηκα	=	εντάσσομαι
εντάχτηκαν	=	εντάσσομαι
εντάχτηκε	=	εντάσσομαι
εντάχτηκες	=	εντάσσομαι
εντέκατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντέκατο
εντέκατε	adj	κλητική ενικού του εντέκατος
εντέκατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντέκατη
εντέκατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντέκατος
εντέκατης	adj	γενική ενικού του εντέκατη
εντέκατο	adj	αιτιατική ενικού του εντέκατος
εντέκατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντέκατος
εντέκατος	num	άλλη μορφή του ενδέκατος
εντέκατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντέκατος
εντέκατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντέκατος
εντέκατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντέκατος
εντέλει	adv|formal	άλλη μορφή του εν τέλει
εντέλεια	noun	ολοκληρωμένη και απόλυτη τελειότητα
εντέλειας	noun	γενική ενικού του εντέλεια
εντέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντέλεια
εντέλλομαι	verb|formal	λαμβάνω εντολή , με διατάσσουν, μου αναθέτουν κάτι
εντέρινα	=	εντέρινος
εντέρινε	=	εντέρινος
εντέρινες	=	εντέρινος
εντέρινη	=	εντέρινος
εντέρινης	=	εντέρινος
εντέρινο	=	εντέρινος
εντέρινοι	=	εντέρινος
εντέρινος	adj	που έχει κατασκευαστεί / φτιαχτεί από έντερα
εντέρινου	=	εντέρινος
εντέρινους	=	εντέρινος
εντέρινων	=	εντέρινος
εντέρου	noun	γενική ενικού του έντερο
εντέρων	noun	γενική πληθυντικού του έντερο
εντέση	noun	σκέψη, ανησυχία
εντίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ενθέτω
ενταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταγμένο
ενταγμένε	verb	κλητική ενικού του ενταγμένος
ενταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταγμένη
ενταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενταγμένος
ενταγμένης	verb	γενική ενικού του ενταγμένη
ενταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενταγμένος
ενταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενταγμένος
ενταγμένος	=	εντάσσομαι
ενταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενταγμένος
ενταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενταγμένος
ενταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενταγμένος
ενταλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ένταλμα
ενταλτήρια	=	ενταλτήριο
ενταλτήριο	noun	επισκοπικό έγγραφο παροχής άδειας σε ιερέα, ώστε να τελεί το μυστήριο της εξομολόγησης
ενταλτήριου	=	ενταλτήριο
ενταλτήριων	=	ενταλτήριο
ενταλτηρίου	=	ενταλτήριο
ενταλτηρίων	=	ενταλτήριο
ενταμίευση	noun	η κατάθεση χρημάτων σε ταμείο
ενταμίευσης	=	ενταμίευση
ενταμιευτές	=	ενταμιευτής
ενταμιευτή	=	ενταμιευτής
ενταμιευτής	noun	προσωρινή δέσμευση περιοχής μνήμης για την ενδιάμεση αποθήκευση σε ροή δεδομένων (stream), όταν αυτά εξέρχονται από μία συσκευή (ή πρόγραμμα) και εισέρχονται σε άλλη συσκευή (ή πρόγραμμα).
ενταμιευτών	=	ενταμιευτής
ενταμιεύσεις	=	ενταμίευση
ενταμιεύσεων	=	ενταμίευση
ενταξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταξιακό
ενταξιακέ	adj	κλητική ενικού του ενταξιακός
ενταξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταξιακή
ενταξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενταξιακός
ενταξιακής	adj	γενική ενικού του ενταξιακή
ενταξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενταξιακός
ενταξιακού	adj	γενική ενικού του ενταξιακός
ενταξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενταξιακός
ενταξιακό	adj	αιτιατική ενικού του ενταξιακός
ενταξιακός	adj	που αφορά την ένταξη ή αναφέρεται σ' αυτήν
ενταξιακών	adj	γενική πληθυντικού του ενταξιακός
εντασσόμασταν	=	εντάσσομαι
εντασσόμαστε	=	εντάσσομαι
εντασσόμενος	=	εντάσσομαι
εντασσόμουν	=	εντάσσομαι
εντασσόμουνα	=	εντάσσομαι
εντασσόντουσαν	=	εντάσσομαι
εντασσόσασταν	=	εντάσσομαι
εντασσόσαστε	=	εντάσσομαι
εντασσόσουν	=	εντάσσομαι
εντασσόσουνα	=	εντάσσομαι
εντασσόταν	=	εντάσσομαι
εντασσότανε	=	εντάσσομαι
εντατήρα	=	εντατήρας
εντατήρας	noun	όργανο ή εργαλείο με το οποίο εντείνω / τεντώνω κάτι
εντατήρες	=	εντατήρας
εντατήρων	=	εντατήρας
εντατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εντατικός	adv	με εντατικό τρόπο, με ένταση
εντατικέ	adj	κλητική ενικού του εντατικός
εντατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντατική
εντατική	noun	η μονάδα ενός νοσοκομείου για τους ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση που χρειάζονται 24ωρη παρακολούθηση και εντατική νοσηλεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντατικός
εντατικής	adj	γενική ενικού του εντατική
εντατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντατικός
εντατικολογία	noun	η ειδικότητα του εντατικολόγου
εντατικολογίας	=	εντατικολογία
εντατικολογίες	=	εντατικολογία
εντατικολογικά	=	εντατικολογικός
εντατικολογικέ	=	εντατικολογικός
εντατικολογικές	=	εντατικολογικός
εντατικολογική	=	εντατικολογικός
εντατικολογικής	=	εντατικολογικός
εντατικολογικοί	=	εντατικολογικός
εντατικολογικού	=	εντατικολογικός
εντατικολογικούς	=	εντατικολογικός
εντατικολογικό	=	εντατικολογικός
εντατικολογικός	adj	που έχει σχέση με τον εντατικολόγο ή την εντατικολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
εντατικολογικών	=	εντατικολογικός
εντατικολογιών	=	εντατικολογία
εντατικολόγε	=	εντατικολόγος
εντατικολόγο	=	εντατικολόγος
εντατικολόγοι	=	εντατικολόγος
εντατικολόγος	noun	γιατρός που εργάζεται στην εντατική ή είναι υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία της
εντατικολόγου	=	εντατικολόγος
εντατικολόγους	=	εντατικολόγος
εντατικολόγων	=	εντατικολόγος
εντατικοποίει	=	εντατικοποιώ
εντατικοποίησα	=	εντατικοποιώ
εντατικοποίησαν	=	εντατικοποιώ
εντατικοποίησε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποίησες	=	εντατικοποιώ
εντατικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντατικοποιώ
εντατικοποίησης	noun	γενική ενικού του εντατικοποίηση
εντατικοποιήσαμε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιήσαν	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιήσανε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιήσατε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιήσει	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντατικοποίηση
εντατικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντατικοποίηση
εντατικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντατικοποίηση
εντατικοποιήστε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιεί	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιείς	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιείτε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντατικοποιημένο
εντατικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντατικοποιημένη
εντατικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένης	verb	γενική ενικού του εντατικοποιημένη
εντατικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εντατικοποιώ
εντατικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντατικοποιημένος
εντατικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντατικοποιημένος
εντατικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εντατικοποιώ
εντατικοποιούμε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούν	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούνε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσα	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσαμε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσαν	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσανε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσατε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσε	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιούσες	=	εντατικοποιώ
εντατικοποιώ	verb	κάνω κάτι πιο εντατικό, αυξάνω τις προσπάθειες
εντατικοποιώντας	=	εντατικοποιώ
εντατικοτήτων	=	εντατικότητα
εντατικού	adj	γενική ενικού του εντατικός
εντατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντατικός
εντατικό	adj	αιτιατική ενικού του εντατικός
εντατικός	adj	που γίνεται με ένταση
εντατικότατα	=	εντατικός
εντατικότατε	=	εντατικός
εντατικότατες	=	εντατικός
εντατικότατη	=	εντατικός
εντατικότατης	=	εντατικός
εντατικότατο	=	εντατικός
εντατικότατοι	=	εντατικός
εντατικότατος	=	εντατικός
εντατικότατου	=	εντατικός
εντατικότατους	=	εντατικός
εντατικότατων	=	εντατικός
εντατικότερα	=	εντατικός
εντατικότερε	=	εντατικός
εντατικότερες	=	εντατικός
εντατικότερη	=	εντατικός
εντατικότερης	=	εντατικός
εντατικότερο	=	εντατικός
εντατικότεροι	=	εντατικός
εντατικότερος	=	εντατικός
εντατικότερου	=	εντατικός
εντατικότερους	=	εντατικός
εντατικότερων	=	εντατικός
εντατικότητα	noun	η ιδιότητα του εντατικού
εντατικότητας	=	εντατικότητα
εντατικότητες	=	εντατικότητα
εντατικών	adj	γενική πληθυντικού του εντατικός
εντατικώς	adv	άλλη μορφή του εντατικά
ενταφίαζα	=	ενταφιάζω
ενταφίαζαν	=	ενταφιάζω
ενταφίαζε	=	ενταφιάζω
ενταφίαζες	=	ενταφιάζω
ενταφίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενταφιάζω
ενταφίασης	noun	γενική ενικού του ενταφίαση
ενταφιάζαμε	=	ενταφιάζω
ενταφιάζαν	=	ενταφιάζω
ενταφιάζανε	=	ενταφιάζω
ενταφιάζατε	=	ενταφιάζω
ενταφιάζει	=	ενταφιάζω
ενταφιάζεις	=	ενταφιάζω
ενταφιάζεσαι	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάζεστε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάζεται	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάζετε	=	ενταφιάζω
ενταφιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάζονται	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάζονταν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάζοντας	=	ενταφιάζω
ενταφιάζου	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάζουμε	=	ενταφιάζω
ενταφιάζουν	=	ενταφιάζω
ενταφιάζουνε	=	ενταφιάζω
ενταφιάζω	verb	τοποθετώ σε τάφο
ενταφιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάσαν	=	ενταφιάζω
ενταφιάσανε	=	ενταφιάζω
ενταφιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενταφίαση
ενταφιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενταφίαση
ενταφιάσου	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιάστε	=	ενταφιάζω
ενταφιάστηκα	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάστηκαν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάστηκε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάστηκες	=	ενταφιάζομαι
ενταφιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενταφιάζω
ενταφιαζόμασταν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόμαστε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόμουν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόμουνα	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόντουσαν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόσασταν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόσαστε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόσουν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόσουνα	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζόταν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαζότανε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιασμέ	noun	κλητική ενικού του ενταφιασμός
ενταφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταφιασμένο
ενταφιασμένε	verb	κλητική ενικού του ενταφιασμένος
ενταφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταφιασμένη
ενταφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενταφιασμένος
ενταφιασμένης	verb	γενική ενικού του ενταφιασμένη
ενταφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενταφιασμένος
ενταφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενταφιασμένος
ενταφιασμένος	verb	που έχει ενταφιαστεί
ενταφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενταφιασμένος
ενταφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενταφιασμένος
ενταφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενταφιασμένος
ενταφιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενταφιασμός
ενταφιασμού	noun	γενική ενικού του ενταφιασμός
ενταφιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ενταφιασμός
ενταφιασμό	noun	αιτιατική ενικού του ενταφιασμός
ενταφιασμός	noun	η ταφή, το θάψιμο
ενταφιασμών	noun	γενική πληθυντικού του ενταφιασμός
ενταφιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταφιαστής
ενταφιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ενταφιαστής
ενταφιαστήκαμε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαστήκαν	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαστήκανε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαστήκατε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαστής	noun|figurative	αυτός που ενταφιάζει
ενταφιαστεί	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαστείτε	=	ενταφιάζομαι
ενταφιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταφιαστικό
ενταφιαστικέ	adj	κλητική ενικού του ενταφιαστικός
ενταφιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενταφιαστική
ενταφιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενταφιαστικός
ενταφιαστικής	adj	γενική ενικού του ενταφιαστική
ενταφιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενταφιαστικός
ενταφιαστικού	adj	γενική ενικού του ενταφιαστικός
ενταφιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενταφιαστικός
ενταφιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ενταφιαστικός
ενταφιαστικός	adj	που έχει σχέση με τον ενταφιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ενταφιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ενταφιαστικός
ενταφιαστών	noun	γενική πληθυντικού του ενταφιαστής
ενταχτήκαμε	=	εντάσσομαι
ενταχτήκαν	=	εντάσσομαι
ενταχτήκανε	=	εντάσσομαι
ενταχτήκατε	=	εντάσσομαι
ενταχτεί	=	εντάσσομαι
ενταχτείτε	=	εντάσσομαι
ενταύθα	adv|dated	εδώ, σε αυτό το μέρος
εντείνεται	=	εντείνομαι
εντείνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εντείνω
εντείνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εντείνω
εντείνω	verb	κάνω κάτι πιο έντονο και δυνατό
εντεινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεινόμενο
εντεινόμενε	verb	κλητική ενικού του εντεινόμενος
εντεινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεινόμενη
εντεινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεινόμενος
εντεινόμενης	verb	γενική ενικού του εντεινόμενη
εντεινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εντεινόμενος
εντεινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεινόμενος
εντεινόμενος	verb	που εντείνεται, γίνεται πιο έντονος
εντεινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεινόμενος
εντεινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντεινόμενος
εντεινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεινόμενος
εντεκάδα	noun	σύνολο έντεκα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
εντεκάδας	=	εντεκάδα
εντεκάδες	=	εντεκάδα
εντεκάδων	=	εντεκάδα
εντεκάμηνα	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνε	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνες	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνη	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνης	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνο	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνοι	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνος	adj	που έχει διάρκεια έντεκα μηνών
εντεκάμηνου	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνους	=	εντεκάμηνος
εντεκάμηνων	=	εντεκάμηνος
εντεκάρι	noun	εντεκάρι, ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται ως αριστερός μέσος στην σύνθεση.
εντεκάρια	=	εντεκάρι
εντεκάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεκάχρονο
εντεκάχρονε	adj	κλητική ενικού του εντεκάχρονος
εντεκάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεκάχρονη
εντεκάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεκάχρονος
εντεκάχρονης	adj	γενική ενικού του εντεκάχρονη
εντεκάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του εντεκάχρονος
εντεκάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεκάχρονος
εντεκάχρονος	adj	που είναι έντεκα χρονών
εντεκάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεκάχρονος
εντεκάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντεκάχρονος
εντεκάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεκάχρονος
εντεκαμελές	=	εντεκαμελής
εντεκαμελή	=	εντεκαμελής
εντεκαμελής	adj	που αποτελείται από ένδεκα μέλη
εντεκαμελείς	=	εντεκαμελής
εντεκαμελούς	=	εντεκαμελής
εντεκαμελών	=	εντεκαμελής
εντεκαριού	=	εντεκάρι
εντεκαριών	=	εντεκάρι
εντεκασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεκασέλιδο
εντεκασέλιδε	adj	κλητική ενικού του εντεκασέλιδος
εντεκασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεκασέλιδη
εντεκασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεκασέλιδος
εντεκασέλιδης	adj	γενική ενικού του εντεκασέλιδη
εντεκασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του εντεκασέλιδος
εντεκασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεκασέλιδος
εντεκασέλιδος	adj	που έχει έντεκα σελίδες
εντεκασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεκασέλιδος
εντεκασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντεκασέλιδος
εντεκασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεκασέλιδος
εντεκασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεκασύλλαβο
εντεκασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του εντεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεκασύλλαβη
εντεκασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβης	adj	γενική ενικού του εντεκασύλλαβη
εντεκασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του εντεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβος	noun	άλλη μορφή του ενδεκασύλλαβος	adj	άλλη μορφή του ενδεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντεκασύλλαβος
εντεκασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεκασύλλαβος
εντελές	adj	ουδέτερο του ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του εντελής
εντελέστερα	adv	συγκριτικός βαθμός του εντελώς
εντελέχεια	noun	αριστοτελικός όρος που σχετίζεται με τη φυσική διαδικασία δημιουργίας κι εξέλιξης των όντων: ένα ον αποκτά εντελέχεια, όταν η άμορφη ύλη μεταβαίνει από την περιοχή της δυνατότητας-δυνητικότητας (όταν χαρακτηρίζεται δυνάμει ον, π.χ. ο ογκόλιθος του μαρμάρου που έχει τη δυνατότητα να γίνει άγαλμα, κίονας, πλάκα κ.λπ.) στην περιοχή της πραγματικότητας (οπότε χαρακτηρίζεται ενεργεία όν, π.χ. γίνεται άγαλμα, κίονας, πλάκα κ.λπ.), στην οποία εντάσσεται χάρη στη μορφή που απέκτησε από το δημιουργό της κι ολοκληρώνεται εκπληρώνοντας το τέλος, το σκοπό της ύπαρξής του, επιτυγχάνοντας την αυτοπραγμάτωσή του
εντελέχειας	=	εντελέχεια
εντελέχειες	=	εντελέχεια
εντελή	=	εντελής
εντελής	adj|formal	που έχει ολοκληρωθεί, έχει φτάσει στο τέλος του και είναι τέλειος, πλήρης
εντελβάις	noun	λουλούδι των Άλπεων (Leontopodium alpinum)
εντελείς	=	εντελής
εντελειών	noun	γενική πληθυντικού του εντέλεια
εντελεχειών	=	εντελέχεια
εντελούς	=	εντελής
εντελών	=	εντελής
εντελώς	adv	τελείως, ολοκληρωτικά, απόλυτα, πλήρως
εντερίτιδα	noun	φλεγμονή του βλεννογόνου των εντέρων, που μπορεί να προκαλέσει οξύ διαρροϊκό σύνδρομο.
εντερίτιδας	=	εντερίτιδα
εντερίτιδες	=	εντερίτιδα
εντερίτιδων	=	εντερίτιδα
εντεραλγία	noun	πόνος στα έντερα
εντεραλγίας	noun	γενική ενικού του εντεραλγία
εντεραλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεραλγία
εντεραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του εντεραλγία
εντερεκτομές	=	εντερεκτομή
εντερεκτομή	noun	εκτομή και αφαίρεση τμήματος του εντέρου με χειρουργική επέμβαση
εντερεκτομής	=	εντερεκτομή
εντερεκτομών	=	εντερεκτομή
εντερικά	noun	πάθηση των εντέρων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντερικό
εντερικέ	adj	κλητική ενικού του εντερικός
εντερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντερική
εντερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντερικός
εντερικής	adj	γενική ενικού του εντερική
εντερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντερικός
εντερικού	adj	γενική ενικού του εντερικός
εντερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντερικός
εντερικό	adj	αιτιατική ενικού του εντερικός
εντερικός	adj	που έχει σχέση με τα έντερα ή αναφέρεται σ’ αυτά
εντερικών	adj	γενική πληθυντικού του εντερικός
εντεριώνη	noun	το μαλακό εσωτερικό μέρος του βλαστού ή της ρίζας των φυτών, η ψίχα
εντεροβακτήρια	=	εντεροβακτήριο
εντεροβακτήριο	noun	βακτήριο που ζει στο έντερο και ανήκει στο γένος Εντεροβακτήριο (Enterobacter)
εντεροβακτήριου	=	εντεροβακτήριο
εντεροβακτήριων	=	εντεροβακτήριο
εντεροβακτηρίου	=	εντεροβακτήριο
εντεροβακτηρίων	=	εντεροβακτήριο
εντεροβακτηριοειδή	noun	ομάδα gram αρνητικών βακτηρίων που ζουν κυρίως στο έντερο ανθρώπων και ζώων, περιλαμβάνοντας τόσο ακίνδυνα όσο και παθογόνα είδη
εντεροβακτηριοειδών	=	εντεροβακτηριοειδή
εντεροδιαλυτά	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτέ	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτές	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτή	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτής	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτοί	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτού	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτούς	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτό	=	εντεροδιαλυτός
εντεροδιαλυτός	adj	που είναι κατασκευασμένος, ώστε να μη διαλύεται στο στομάχι, αλλά να αποδεσμεύεται στο έντερο
εντεροδιαλυτών	=	εντεροδιαλυτός
εντεροκήλες	=	εντεροκήλη
εντεροκήλη	noun	πρόπτωση του λεπτού εντέρου σε άλλη θέση (π.χ. στην πυελική κοιλότητα)
εντεροκήλης	=	εντεροκήλη
εντεροκινάση	noun	ένζυμο που εκκρίνεται από τον ανώτερο εντερικό βλεννογόνο και συμβάλει στη δημιουργία θρυψίνης
εντεροκλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντερόκλυση
εντεροκλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντερόκλυση
εντεροκλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντερόκλυση
εντεροκολίτιδα	noun	φλεγμονή των βλεννογόνων του λεπτού και του παχέος εντέρου
εντεροκολίτιδας	=	εντεροκολίτιδα
εντεροκολίτιδες	=	εντεροκολίτιδα
εντεροκολίτιδων	=	εντεροκολίτιδα
εντερολίθου	=	εντερόλιθος
εντερολίθους	=	εντερόλιθος
εντερολίθων	=	εντερόλιθος
εντερολόγε	=	εντερολόγος
εντερολόγο	=	εντερολόγος
εντερολόγοι	=	εντερολόγος
εντερολόγος	noun	ο γιατρός ο οποίος ασχολείται με τις παθήσεις των εντέρων
εντερολόγου	=	εντερολόγος
εντερολόγους	=	εντερολόγος
εντερολόγων	=	εντερολόγος
εντεροπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης εντέρων
εντεροπάθειας	noun	γενική ενικού του εντεροπάθεια
εντεροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεροπάθεια
εντεροπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του εντεροπάθεια
εντεροπαθογόνα	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνας	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνε	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνες	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνο	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνοι	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνος	adj	που έχει σχέση με παθήσεις που αφορούν το έντερο ή συμβάλλει στην ανάπτυξή τους
εντεροπαθογόνου	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνους	=	εντεροπαθογόνος
εντεροπαθογόνων	=	εντεροπαθογόνος
εντερορραγία	noun	ρήξη και αιμορραγία των εντέρων
εντερορραγίας	noun	γενική ενικού του εντερορραγία
εντερορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντερορραγία
εντερορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του εντερορραγία
εντεροσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεροσκόπηση
εντεροσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντεροσκόπηση
εντεροσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντεροσκόπηση
εντεροσκοπίου	=	εντεροσκόπιο
εντεροσκοπίων	=	εντεροσκόπιο
εντεροσκόπηση	noun	ενδοσκόπηση του (λεπτού) εντέρου με εντεροσκόπιο
εντεροσκόπησης	noun	γενική ενικού του εντεροσκόπηση
εντεροσκόπια	=	εντεροσκόπιο
εντεροσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η εντεροσκόπηση
εντεροσκόπιου	=	εντεροσκόπιο
εντεροσκόπιων	=	εντεροσκόπιο
εντεροτοξίνες	=	εντεροτοξίνη
εντεροτοξίνη	noun	τοξίνη βακτηριακής προέλευσης που προσβάλλει το γαστρεντερικό σύστημα
εντεροτοξίνης	=	εντεροτοξίνη
εντεροτοξινών	=	εντεροτοξίνη
εντεροϊέ	=	εντεροϊός
εντεροϊοί	=	εντεροϊός
εντεροϊού	=	εντεροϊός
εντεροϊούς	=	εντεροϊός
εντεροϊό	=	εντεροϊός
εντεροϊός	noun	ιός που πολλαπλασιάζεται κυρίως στο έντερο και μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις σε διάφορα όργανα του σώματος
εντεροϊών	=	εντεροϊός
εντερόκλυση	noun	έγχυση υγρού στο έντερο για θεραπευτικούς ή άλλους λόγους (π.χ. έκπλυση του εντέρου)
εντερόκλυσης	noun	γενική ενικού του εντερόκλυση
εντερόκοκκος	noun	βακτήριο που ανήκει στην τάξη του στρεπτόκοκκου, συχνά παθογόνο, που μπορεί να επιφέρει λοιμώξεις, όπως σηψαιμία, ουρολοίμωξη κ.λπ.
εντερόλιθε	=	εντερόλιθος
εντερόλιθο	=	εντερόλιθος
εντερόλιθοι	=	εντερόλιθος
εντερόλιθος	noun|dated	σβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου (αίγαγρου) και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά
εντερόλιθου	=	εντερόλιθος
εντερόλιθους	=	εντερόλιθος
εντερόλιθων	=	εντερόλιθος
εντεταγμένα	=	εντεταγμένος
εντεταγμένε	=	εντεταγμένος
εντεταγμένες	=	εντεταγμένος
εντεταγμένη	=	εντεταγμένος
εντεταγμένης	=	εντεταγμένος
εντεταγμένο	=	εντεταγμένος
εντεταγμένοι	=	εντεταγμένος
εντεταγμένος	verb|archaic	άλλη μορφή του ενταγμένος
εντεταγμένου	=	εντεταγμένος
εντεταγμένους	=	εντεταγμένος
εντεταγμένων	=	εντεταγμένος
εντεταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεταλμένο
εντεταλμένε	verb	κλητική ενικού του εντεταλμένος
εντεταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεταλμένη
εντεταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεταλμένος
εντεταλμένης	verb	γενική ενικού του εντεταλμένη
εντεταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του εντεταλμένος
εντεταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεταλμένος
εντεταλμένος	verb	αυτός που πήρε εντολή να κάνει κάτι, ο αρμόδιος, ο υπεύθυνος για κάτι
εντεταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεταλμένος
εντεταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντεταλμένος
εντεταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεταλμένος
εντεταμένα	=	εντεταμένος
εντεταμένε	verb	κλητική ενικού του εντεταμένος
εντεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεταμένη
εντεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεταμένος
εντεταμένης	verb	γενική ενικού του εντεταμένη
εντεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του εντεταμένος
εντεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεταμένος
εντεταμένος	verb	που έχει ενταθεί
εντεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεταμένος
εντεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντεταμένος
εντεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεταμένος
εντευκτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντευκτήριο
εντευκτήριο	noun	η αίθουσα για συζήτηση, συνάντηση, γνωριμία, κυρίως σε σωματεία, συλλόγους κ.λπ.
εντευκτήριου	=	εντευκτήριο
εντευκτηρίου	noun	γενική ενικού του εντευκτήριο
εντευκτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εντευκτήριο
εντεψίζη	=	εντεψίζης
εντεψίζηδες	=	εντεψίζης
εντεψίζηδων	=	εντεψίζης
εντεψίζης	noun|dated	αναιδής, άσεμνος, αθυρόστομος
εντεψίζικα	noun	ξόρκια με πρόστυχα λόγια, με τα οποία προσπαθούσαν οι γυναίκες να ανάψουν τον πόθο ενός άντρα	adv	με εντεψίζικο τρόπο
εντεψίζικε	adj	κλητική ενικού του εντεψίζικος
εντεψίζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντεψίζικη
εντεψίζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντεψίζικος
εντεψίζικης	adj	γενική ενικού του εντεψίζικη
εντεψίζικο	noun	άσεμνο, αθυρόστομο, σόκιν
εντεψίζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντεψίζικος
εντεψίζικος	adj	άσεμνος, αθυρόστομος
εντεψίζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντεψίζικος
εντεψίζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντεψίζικος
εντεψίζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντεψίζικος
εντεψίζω	verb	πονηρεύω
εντεψιζλίκι	noun	θρασύτητα, αναίδεια
εντεύθεν	adv	από αυτό το τοπικό σημείο και πέρα	prep	για χώρο που εκτείνεται από ορισμένο τοπικό σημείο και προς την θέση του ομιλητή· από εδώ, από αυτό το σημείο και πέρα
εντιμοτήτων	=	εντιμότητα
εντιμότατα	=	έντιμος
εντιμότατε	=	έντιμος
εντιμότατες	=	έντιμος
εντιμότατη	=	έντιμος
εντιμότατης	=	έντιμος
εντιμότατο	=	έντιμος
εντιμότατοι	=	έντιμος
εντιμότατος	=	έντιμος
εντιμότατου	=	έντιμος
εντιμότατους	=	έντιμος
εντιμότατων	=	έντιμος
εντιμότερα	=	έντιμος
εντιμότερε	=	έντιμος
εντιμότερες	=	έντιμος
εντιμότερη	=	έντιμος
εντιμότερης	=	έντιμος
εντιμότερο	=	έντιμος
εντιμότεροι	=	έντιμος
εντιμότερος	=	έντιμος
εντιμότερου	=	έντιμος
εντιμότερους	=	έντιμος
εντιμότερων	=	έντιμος
εντιμότητα	noun	το να είναι κάποιος έντιμος, η ιδιότητα του έντιμου
εντιμότητας	noun	γενική ενικού του εντιμότητα
εντιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντιμότητα
εντιτόριαλ	noun	σύντομο κείμενο γνώμης που εκφράζει την επίσημη θέση ή τον σχολιασμό του εκδότη ή της συντακτικής ομάδας ενός εντύπου για θέμα της επικαιρότητας ή γενικότερου ενδιαφέροντος
εντοίχια	=	εντοίχιος
εντοίχιας	=	εντοίχιος
εντοίχιε	=	εντοίχιος
εντοίχιες	=	εντοίχιος
εντοίχιζα	=	εντοιχίζω
εντοίχιζαν	=	εντοιχίζω
εντοίχιζε	=	εντοιχίζω
εντοίχιζες	=	εντοιχίζω
εντοίχιο	=	εντοίχιος
εντοίχιοι	=	εντοίχιος
εντοίχιος	adj|formal	άλλη μορφή του επιτοίχιος
εντοίχιου	=	εντοίχιος
εντοίχιους	=	εντοίχιος
εντοίχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοίχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοίχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοίχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοίχιση	noun	ο εντοιχισμός
εντοίχισης	noun	γενική ενικού του εντοίχιση
εντοίχισμα	noun	το αποτέλεσμα του εντοιχίζω
εντοίχιων	=	εντοίχιος
εντοιχίζαμε	=	εντοιχίζω
εντοιχίζαν	=	εντοιχίζω
εντοιχίζανε	=	εντοιχίζω
εντοιχίζατε	=	εντοιχίζω
εντοιχίζει	=	εντοιχίζω
εντοιχίζεις	=	εντοιχίζω
εντοιχίζεσαι	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίζεστε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίζεται	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίζετε	=	εντοιχίζω
εντοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίζονται	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίζονταν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίζοντας	=	εντοιχίζω
εντοιχίζου	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίζουμε	=	εντοιχίζω
εντοιχίζουν	=	εντοιχίζω
εντοιχίζουνε	=	εντοιχίζω
εντοιχίζω	verb	προσαρμόζω (κάτι) στην επιφάνεια ενός τοίχου
εντοιχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίσαν	=	εντοιχίζω
εντοιχίσανε	=	εντοιχίζω
εντοιχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοίχιση
εντοιχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντοίχιση
εντοιχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντοίχιση
εντοιχίσματα	=	εντοίχισμα
εντοιχίσματος	=	εντοίχισμα
εντοιχίσου	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχίστηκα	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίστηκαν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίστηκε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίστηκες	=	εντοιχίζομαι
εντοιχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχιζόμασταν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόμαστε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοιχιζόμενο
εντοιχιζόμενε	verb	κλητική ενικού του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοιχιζόμενη
εντοιχιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμενης	verb	γενική ενικού του εντοιχιζόμενη
εντοιχιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμενος	verb	εκείνος που μπορεί να γίνει εντοιχισμένος
εντοιχιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντοιχιζόμενος
εντοιχιζόμουν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόμουνα	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόντουσαν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόσασταν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόσαστε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόσουν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόσουνα	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζόταν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιζότανε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχισμάτων	=	εντοίχισμα
εντοιχισμέ	noun	κλητική ενικού του εντοιχισμός
εντοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοιχισμένο
εντοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του εντοιχισμένος
εντοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοιχισμένη
εντοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντοιχισμένος
εντοιχισμένης	verb	γενική ενικού του εντοιχισμένη
εντοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εντοιχισμένος
εντοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντοιχισμένος
εντοιχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εντοιχίζω
εντοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντοιχισμένος
εντοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντοιχισμένος
εντοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντοιχισμένος
εντοιχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντοιχισμός
εντοιχισμού	noun	γενική ενικού του εντοιχισμός
εντοιχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εντοιχισμός
εντοιχισμό	noun	αιτιατική ενικού του εντοιχισμός
εντοιχισμός	noun	προσαρμογή στην επιφάνεια ενός τοίχου
εντοιχισμών	noun	γενική πληθυντικού του εντοιχισμός
εντοιχιστήκαμε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιστήκαν	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιστήκανε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιστήκατε	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιστεί	=	εντοιχίζομαι
εντοιχιστείτε	=	εντοιχίζομαι
εντολέα	=	εντολέας
εντολέας	noun	αυτός ή αυτή που δίνει εντολή
εντολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντολή
εντολέων	=	εντολέας
εντολέως	=	εντολέας
εντολή	noun	η διαταγή ή η παραγγελία που δίνεται επιτακτικά από κάποιον ανώτερο σε κάποιον κατώτερο για την εκτέλεση μιας πράξης
εντολής	=	εντολή
εντολείς	=	εντολέας
εντολοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του εντολοδότρια
εντολοδοτών	=	εντολοδότης
εντολοδότες	=	εντολοδότης
εντολοδότη	=	εντολοδότης
εντολοδότης	noun	αυτός που δίνει εντολή
εντολοδότρια	noun	αυτή που δίνει εντολή
εντολοδότριας	noun	γενική ενικού του εντολοδότρια
εντολοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντολοδότρια
εντολοδόχε	noun	κλητική ενικού του εντολοδόχος
εντολοδόχο	noun	αιτιατική ενικού του εντολοδόχος
εντολοδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντολοδόχος
εντολοδόχος	noun	που δέχεται / έχει δεχτεί εντολή
εντολοδόχου	noun	γενική ενικού του εντολοδόχος
εντολοδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εντολοδόχος
εντολοδόχων	noun	γενική πληθυντικού του εντολοδόχος
εντολών	noun	γενική πληθυντικού του εντολή
εντομές	=	εντομή
εντομή	noun	τομή, χαρακιά, εγκοπή
εντομής	=	εντομή
εντομοαπωθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομοαπωθητικό
εντομοαπωθητικέ	adj	κλητική ενικού του εντομοαπωθητικός
εντομοαπωθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομοαπωθητική
εντομοαπωθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντομοαπωθητικός
εντομοαπωθητικής	adj	γενική ενικού του εντομοαπωθητική
εντομοαπωθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντομοαπωθητικός
εντομοαπωθητικού	adj	γενική ενικού του εντομοαπωθητικός
εντομοαπωθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντομοαπωθητικός
εντομοαπωθητικό	adj	αιτιατική ενικού του εντομοαπωθητικός
εντομοαπωθητικός	adj	που διώχνει τα έντομα λόγω των ιδιοτήτων του
εντομοαπωθητικών	adj	γενική πληθυντικού του εντομοαπωθητικός
εντομοβριθές	=	εντομοβριθής
εντομοβριθή	=	εντομοβριθής
εντομοβριθής	adj	που είναι γεμάτος έντομα
εντομοβριθείς	=	εντομοβριθής
εντομοβριθούς	=	εντομοβριθής
εντομοβριθών	=	εντομοβριθής
εντομοκτονία	noun	η εξουδετέρωση εντόμων, η μείωση του πληθυσμού τους με εντομοκτόνα
εντομοκτονίας	noun	γενική ενικού του εντομοκτονία
εντομοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομοκτονία
εντομοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του εντομοκτονία
εντομοκτόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομοκτόνο
εντομοκτόνας	=	εντομοκτόνος
εντομοκτόνε	=	εντομοκτόνος
εντομοκτόνες	=	εντομοκτόνος
εντομοκτόνο	noun	xημική ουσία για την εξόντωση των εντόμων
εντομοκτόνοι	=	εντομοκτόνος
εντομοκτόνος	adj	που σκοτώνει τα έντομα
εντομοκτόνου	noun	γενική ενικού του εντομοκτόνο
εντομοκτόνους	=	εντομοκτόνος
εντομοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του εντομοκτόνο
εντομολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που μελετά τα έντομα
εντομολογίας	noun	γενική ενικού του εντομολογία
εντομολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομολογία
εντομολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομολογικό
εντομολογικέ	adj	κλητική ενικού του εντομολογικός
εντομολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομολογική
εντομολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντομολογικός
εντομολογικής	adj	γενική ενικού του εντομολογική
εντομολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντομολογικός
εντομολογικού	adj	γενική ενικού του εντομολογικός
εντομολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντομολογικός
εντομολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εντομολογικός
εντομολογικός	adj	που έχει σχέση με την εντομολογία ή τον εντομολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
εντομολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εντομολογικός
εντομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εντομολογία
εντομολόγε	noun	κλητική ενικού του εντομολόγος
εντομολόγο	noun	αιτιατική ενικού του εντομολόγος
εντομολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντομολόγος
εντομολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τα έντομα
εντομολόγου	noun	γενική ενικού του εντομολόγος
εντομολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εντομολόγος
εντομολόγων	noun	γενική πληθυντικού του εντομολόγος
εντομοπαγίδα	noun	παγίδα που πιάνει έντομα
εντομοπαγίδας	=	εντομοπαγίδα
εντομοπαγίδες	=	εντομοπαγίδα
εντομοπαγίδων	=	εντομοπαγίδα
εντομοφάγε	=	εντομοφάγος
εντομοφάγο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εντομοφάγος
εντομοφάγοι	=	εντομοφάγος
εντομοφάγος	noun	που τρώει έντομα
εντομοφάγου	=	εντομοφάγος
εντομοφάγους	=	εντομοφάγος
εντομοφάγων	=	εντομοφάγος
εντομοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος έντομα
εντομοφαγίας	noun	γενική ενικού του εντομοφαγία
εντομοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντομοφαγία
εντομοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του εντομοφαγία
εντομών	=	εντομή
εντονότατα	adv	με εξαιρετική ένταση
εντονότατε	=	έντονος
εντονότατες	=	έντονος
εντονότατη	=	έντονος
εντονότατης	=	έντονος
εντονότατο	=	έντονος
εντονότατοι	=	έντονος
εντονότατος	=	έντονος
εντονότατου	=	έντονος
εντονότατους	=	έντονος
εντονότατων	=	έντονος
εντονότερα	=	εντονότερος
εντονότερε	=	εντονότερος
εντονότερες	=	εντονότερος
εντονότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντονότερος
εντονότερης	=	εντονότερος
εντονότερο	=	εντονότερος
εντονότεροι	=	εντονότερος
εντονότερος	adj	υπερθετικός βαθμός του έντονος
εντονότερου	=	εντονότερος
εντονότερους	=	εντονότερος
εντονότερων	=	εντονότερος
εντονότητα	noun|rare	η ιδιότητα του έντονου
εντοπίζαμε	=	εντοπίζω
εντοπίζαν	=	εντοπίζω
εντοπίζανε	=	εντοπίζω
εντοπίζατε	=	εντοπίζω
εντοπίζει	=	εντοπίζω
εντοπίζεις	=	εντοπίζω
εντοπίζεσαι	=	εντοπίζομαι
εντοπίζεστε	=	εντοπίζομαι
εντοπίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εντοπίζομαι
εντοπίζετε	=	εντοπίζω
εντοπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εντοπίζω
εντοπίζομε	=	εντοπίζω
εντοπίζονται	=	εντοπίζομαι
εντοπίζονταν	=	εντοπίζομαι
εντοπίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εντοπίζω
εντοπίζου	=	εντοπίζομαι
εντοπίζουμε	=	εντοπίζω
εντοπίζουν	=	εντοπίζω
εντοπίζουνε	=	εντοπίζω
εντοπίζω	verb	βρίσκω τον τόπο που υπάρχει κάποιος ή κάτι
εντοπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίσαν	=	εντοπίζω
εντοπίσανε	=	εντοπίζω
εντοπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντόπιση
εντοπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντόπιση
εντοπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντόπιση
εντοπίσιμα	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμε	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμες	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμη	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμης	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμο	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμοι	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμος	adj	που δύναται να εντοπισθεί
εντοπίσιμου	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμους	=	εντοπίσιμος
εντοπίσιμων	=	εντοπίσιμος
εντοπίσομε	=	εντοπίζω
εντοπίσου	=	εντοπίζομαι
εντοπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίσουνε	=	εντοπίζω
εντοπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπίστηκα	=	εντοπίζομαι
εντοπίστηκαν	=	εντοπίζομαι
εντοπίστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του εντοπίζω
εντοπίστηκες	=	εντοπίζομαι
εντοπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντοπιζόμασταν	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόμαστε	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόμουν	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόμουνα	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόντουσαν	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόσασταν	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόσαστε	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόσουν	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόσουνα	=	εντοπίζομαι
εντοπιζόταν	=	εντοπίζομαι
εντοπιζότανε	=	εντοπίζομαι
εντοπιοτήτων	=	εντοπιότητα
εντοπισμέ	noun	κλητική ενικού του εντοπισμός
εντοπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοπισμένο
εντοπισμένε	verb	κλητική ενικού του εντοπισμένος
εντοπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοπισμένη
εντοπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντοπισμένος
εντοπισμένης	verb	γενική ενικού του εντοπισμένη
εντοπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εντοπισμένος
εντοπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντοπισμένος
εντοπισμένος	=	εντοπίζομαι
εντοπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντοπισμένος
εντοπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντοπισμένος
εντοπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντοπισμένος
εντοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντοπισμός
εντοπισμού	noun	γενική ενικού του εντοπισμός
εντοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εντοπισμός
εντοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του εντοπισμός
εντοπισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντοπίζω
εντοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του εντοπισμός
εντοπιστές	=	εντοπιστής
εντοπιστή	=	εντοπιστής
εντοπιστήκαμε	=	εντοπίζομαι
εντοπιστήκαν	=	εντοπίζομαι
εντοπιστήκανε	=	εντοπίζομαι
εντοπιστήκατε	=	εντοπίζομαι
εντοπιστής	noun	αυτός που εντοπίζει κάτι κατ΄ απόσταση ή διεύθυνση ή και τα δύο
εντοπιστεί	=	εντοπίζομαι
εντοπιστείς	=	εντοπίζω
εντοπιστείτε	=	εντοπίζομαι
εντοπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοπιστικό
εντοπιστικέ	adj	κλητική ενικού του εντοπιστικός
εντοπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοπιστική
εντοπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντοπιστικός
εντοπιστικής	adj	γενική ενικού του εντοπιστική
εντοπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντοπιστικός
εντοπιστικού	adj	γενική ενικού του εντοπιστικός
εντοπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντοπιστικός
εντοπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εντοπιστικός
εντοπιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εντοπισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εντοπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εντοπιστικός
εντοπιστούμε	=	εντοπίζω
εντοπιστούν	=	εντοπίζω
εντοπιστούνε	=	εντοπίζω
εντοπιστώ	=	εντοπίζω
εντοπιστών	=	εντοπιστής
εντοπιότητα	noun	το να είναι κάποιος ντόπιος, αυτόχθονας, η ιδιότητα του ντόπιου
εντοπιότητας	noun	γενική ενικού του εντοπιότητα
εντοπιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντοπιότητα
εντορμία	noun|formal	τρόπος συναρμογής δύο ή περισσότερων ξύλων, με την τοποθέτηση του ενός σε ειδική κοιλότητα των άλλων
εντορμίας	noun	γενική ενικού του εντορμία
εντορμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντορμία
εντορμιών	noun	γενική πληθυντικού του εντορμία
εντοσθίου	=	εντόσθιο
εντοσθίων	noun	γενική πληθυντικού του εντόσθια
εντουρά	=	εντουράς
εντουράδες	=	εντουράς
εντουράδων	=	εντουράς
εντουράς	noun|slang	κάποιος που οδηγεί μηχανή εντούρο ή έχει πάθος μʼ αυτές
εντούρο	noun	είδος μοτοσυκλέτας, ειδικής κατασκευής ώστε να μπορεί να κινείται σε ανώμαλο δρόμο
εντούτοις	conj|formal	όμως, παρ' όλ' αυτά, μολαταύτα, ωστόσο, αν και
εντράδα	noun	εισόδημα, σοδειά
εντράδας	=	εντράδα
εντράδες	=	εντράδα
εντράδων	=	εντράδα
εντράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντρέπεσαι	=	εντρέπομαι
εντρέπεστε	=	εντρέπομαι
εντρέπεται	=	εντρέπομαι
εντρέπομαι	verb|formal	άλλη μορφή του ντρέπομαι
εντρέπονται	=	εντρέπομαι
εντρέπονταν	=	εντρέπομαι
εντρέπου	=	εντρέπομαι
εντρέψου	=	εντρέπομαι
εντρίβω	verb	εντριβή
εντραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπήκαν	=	εντρέπομαι
εντραπήκανε	=	εντρέπομαι
εντραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρέπομαι
εντρελές	noun	φασαρία, θόρυβος
εντρεπόμασταν	=	εντρέπομαι
εντρεπόμαστε	=	εντρέπομαι
εντρεπόμουν	=	εντρέπομαι
εντρεπόμουνα	=	εντρέπομαι
εντρεπόντουσαν	=	εντρέπομαι
εντρεπόσασταν	=	εντρέπομαι
εντρεπόσαστε	=	εντρέπομαι
εντρεπόσουν	=	εντρέπομαι
εντρεπόσουνα	=	εντρέπομαι
εντρεπόταν	=	εντρέπομαι
εντρεπότανε	=	εντρέπομαι
εντριβές	=	εντριβή
εντριβή	noun	το τρίψιμο σε διάφορα σημεία του σώματος ενός ανθρώπου, ώστε να νιώσει καλύτερα, να ανακουφιστεί από τους πόνους κ.λπ.
εντριβής	=	εντριβή
εντριβείς	=	εντριβή
εντριβούς	=	εντριβή
εντριβών	=	εντριβή
εντροπές	=	εντροπή
εντροπή	noun	άλλη μορφή του ντροπή
εντροπής	=	εντροπή
εντροπία	noun	το μέτρο της άχρηστης ή διεσπαρμένης ενέργειας που δεν μπορεί να παράγει έργο σε ένα θερμοδυναμικό σύστημα όταν αυτό εξελίσσεται προς κατάσταση αταξίας
εντροπίας	noun	γενική ενικού του εντροπία
εντροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντροπία
εντροπίου	=	εντρόπιο
εντροπίων	=	εντρόπιο
εντροπαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εντροπαλός	adv	άλλη μορφή του ντροπαλά
εντροπαλέ	adj	κλητική ενικού του εντροπαλός
εντροπαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντροπαλή
εντροπαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντροπαλός
εντροπαλής	adj	γενική ενικού του εντροπαλή
εντροπαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντροπαλός
εντροπαλού	adj	γενική ενικού του εντροπαλός
εντροπαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντροπαλός
εντροπαλό	adj	αιτιατική ενικού του εντροπαλός
εντροπαλός	adj|dated	άλλη μορφή του ντροπαλός
εντροπαλών	adj	γενική πληθυντικού του εντροπαλός
εντροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντροπικό
εντροπικέ	adj	κλητική ενικού του εντροπικός
εντροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντροπική
εντροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντροπικός
εντροπικής	adj	γενική ενικού του εντροπική
εντροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντροπικός
εντροπικού	adj	γενική ενικού του εντροπικός
εντροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντροπικός
εντροπικό	adj	αιτιατική ενικού του εντροπικός
εντροπικός	adj	που έχει εντροπία ή χαρακτηριστικά της
εντροπικών	adj	γενική πληθυντικού του εντροπικός
εντροπιών	noun	γενική πληθυντικού του εντροπία
εντροπών	=	εντροπή
εντρυφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντρύφημα
εντρυφήματος	noun	γενική ενικού του εντρύφημα
εντρυφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήσαν	=	εντρυφώ
εντρυφήσανε	=	εντρυφώ
εντρυφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντρύφηση
εντρυφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντρύφηση
εντρυφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντρύφηση
εντρυφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρυφεί	=	εντρυφώ
εντρυφείς	=	εντρυφώ
εντρυφείτε	=	εντρυφώ
εντρυφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εντρύφημα
εντρυφούμε	=	εντρυφώ
εντρυφούν	=	εντρυφώ
εντρυφούνε	=	εντρυφώ
εντρυφούσα	=	εντρυφώ
εντρυφούσαμε	=	εντρυφώ
εντρυφούσαν	=	εντρυφώ
εντρυφούσανε	=	εντρυφώ
εντρυφούσατε	=	εντρυφώ
εντρυφούσε	=	εντρυφώ
εντρυφούσες	=	εντρυφώ
εντρυφώ	verb	βρίσκω ευχαρίστηση σε κάτι, αισθάνομαι απόλαυση ασχολούμενος με κάτι
εντρυφώντας	=	εντρυφώ
εντρόπια	=	εντρόπιο
εντρόπιο	noun	παθολογική αναδίπλωση του χείλους του βλεφάρου προς τον βολβό του οφθαλμού, με αποτέλεσμα οι βλεφαρίδες να έρχονται σε επαφή με την επιφάνεια του ματιού και να προκαλούν ερεθισμό
εντρόπιου	=	εντρόπιο
εντρόπιων	=	εντρόπιο
εντρύφει	=	εντρυφώ
εντρύφημα	noun|formal	αυτό στο / με το οποίο εντρυφούμε
εντρύφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρύφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρύφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρύφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντρυφώ
εντρύφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντρυφώ
εντρύφησης	noun	γενική ενικού του εντρύφηση
εντυποδιανομές	=	εντυποδιανομή
εντυποδιανομή	noun	η οργανωμένη διάθεση και διανομή έντυπου υλικού, όπως φυλλάδια, εφημερίδες, περιοδικά ή διαφημιστικά έντυπα, προς το κοινό
εντυποδιανομής	=	εντυποδιανομή
εντυποδιανομών	=	εντυποδιανομή
εντυποθήκες	=	εντυποθήκη
εντυποθήκη	noun	θήκη για τοποθέτηση εντύπων / προθήκη
εντυποθήκης	=	εντυποθήκη
εντυποθηκών	=	εντυποθήκη
εντυπωθήκαμε	=	εντυπώνω
εντυπωθήκαν	=	εντυπώνω
εντυπωθήκανε	=	εντυπώνω
εντυπωθήκατε	=	εντυπώνω
εντυπωθεί	=	εντυπώνω
εντυπωθείτε	=	εντυπώνω
εντυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωμένο
εντυπωμένε	verb	κλητική ενικού του εντυπωμένος
εντυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωμένη
εντυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντυπωμένος
εντυπωμένης	verb	γενική ενικού του εντυπωμένη
εντυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εντυπωμένος
εντυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντυπωμένος
εντυπωμένος	=	εντυπώνω
εντυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντυπωμένος
εντυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντυπωμένος
εντυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντυπωμένος
εντυπωνόμασταν	=	εντυπώνω
εντυπωνόμαστε	=	εντυπώνω
εντυπωνόμουν	=	εντυπώνω
εντυπωνόμουνα	=	εντυπώνω
εντυπωνόντουσαν	=	εντυπώνω
εντυπωνόσασταν	=	εντυπώνω
εντυπωνόσαστε	=	εντυπώνω
εντυπωνόσουν	=	εντυπώνω
εντυπωνόσουνα	=	εντυπώνω
εντυπωνόταν	=	εντυπώνω
εντυπωνότανε	=	εντυπώνω
εντυπωσίαζα	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσίαζαν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσίαζε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσίαζες	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσίαση	noun	άλλη μορφή του εντυπωσιασμός
εντυπωσίασης	noun	γενική ενικού του εντυπωσίαση
εντυπωσιάζαμε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζαν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζανε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζατε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζει	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζεις	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζεσαι	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζεστε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζεται	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζετε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζομαι	verb	με εντυπωσιάζει κάτι ή κάποιος, μου τραβάει έντονα την προσοχή, μου προκαλεί ζωηρή αίσθηση
εντυπωσιάζονται	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζονταν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζοντας	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζου	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζουμε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζουν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζουνε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάζω	verb	προκαλώ εντύπωση
εντυπωσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσαν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσανε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντυπωσίαση
εντυπωσιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντυπωσίαση
εντυπωσιάσου	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιάστε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάστηκα	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάστηκαν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάστηκε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάστηκες	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόμασταν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόμαστε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόμουν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόμουνα	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόντουσαν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόσασταν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόσαστε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόσουν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόσουνα	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζόταν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαζότανε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιακό	adv	με τρόπο που προκαλεί εντύπωση
εντυπωσιακέ	adj	κλητική ενικού του εντυπωσιακός
εντυπωσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιακή
εντυπωσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντυπωσιακός
εντυπωσιακής	adj	γενική ενικού του εντυπωσιακή
εντυπωσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιακός
εντυπωσιακού	adj	γενική ενικού του εντυπωσιακός
εντυπωσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντυπωσιακός
εντυπωσιακό	adj	αιτιατική ενικού του εντυπωσιακός
εντυπωσιακός	adj	που προκαλεί (έντονη) εντύπωση
εντυπωσιακών	adj	γενική πληθυντικού του εντυπωσιακός
εντυπωσιασμέ	noun	κλητική ενικού του εντυπωσιασμός
εντυπωσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιασμένο
εντυπωσιασμένε	verb	κλητική ενικού του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιασμένη
εντυπωσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμένης	verb	γενική ενικού του εντυπωσιασμένη
εντυπωσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμένος	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εντυπωσιασμένος
εντυπωσιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντυπωσιασμός
εντυπωσιασμού	noun	γενική ενικού του εντυπωσιασμός
εντυπωσιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εντυπωσιασμός
εντυπωσιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εντυπωσιασμός
εντυπωσιασμός	noun	η ενέργεια του εντυπωσιάζω, η δημιουργία έντονων εντυπώσεων, πολλές φορές παρακάμπτοντας το λογικό του δέκτη
εντυπωσιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εντυπωσιασμός
εντυπωσιαστήκαμε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαστήκαν	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαστήκανε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαστήκατε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαστεί	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαστείτε	=	εντυπωσιάζω
εντυπωσιαστικά	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικέ	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικές	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστική	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικής	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικοί	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικού	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικούς	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικό	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωσιαστικός	adj	αυτός που προκαλεί την εντυπωσίαση, τον εντυπωσιασμό
εντυπωσιαστικών	=	εντυπωσιαστικός
εντυπωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωτικό
εντυπωτικέ	adj	κλητική ενικού του εντυπωτικός
εντυπωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντυπωτική
εντυπωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εντυπωτικός
εντυπωτικής	adj	γενική ενικού του εντυπωτική
εντυπωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εντυπωτικός
εντυπωτικού	adj	γενική ενικού του εντυπωτικός
εντυπωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εντυπωτικός
εντυπωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εντυπωτικός
εντυπωτικός	adj	που έχει σχέση με κάποια εντύπωση ή εντυπώνεται στην αντίληψη ή τη μνήμη κάποιου
εντυπωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εντυπωτικός
εντυπώθηκα	=	εντυπώνω
εντυπώθηκαν	=	εντυπώνω
εντυπώθηκε	=	εντυπώνω
εντυπώθηκες	=	εντυπώνω
εντυπώναμε	=	εντυπώνω
εντυπώναν	=	εντυπώνω
εντυπώνανε	=	εντυπώνω
εντυπώνατε	=	εντυπώνω
εντυπώνει	=	εντυπώνω
εντυπώνεις	=	εντυπώνω
εντυπώνεσαι	=	εντυπώνω
εντυπώνεστε	=	εντυπώνω
εντυπώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εντυπώνομαι
εντυπώνετε	=	εντυπώνω
εντυπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εντυπώνω
εντυπώνονται	=	εντυπώνω
εντυπώνονταν	=	εντυπώνω
εντυπώνοντας	=	εντυπώνω
εντυπώνουμε	=	εντυπώνω
εντυπώνουν	=	εντυπώνω
εντυπώνουνε	=	εντυπώνω
εντυπώνω	verb	αποτυπώνω μόνιμα στη μνήμη, στον νου
εντυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώσαν	=	εντυπώνω
εντυπώσανε	=	εντυπώνω
εντυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εντύπωση
εντυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εντύπωση
εντυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εντύπωση
εντυπώσου	=	εντυπώνω
εντυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντωμεταξύ	adv	στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί, στο μεταξύ
εντόκως	adv|formal	άλλη μορφή του έντοκα
εντόμου	noun	γενική ενικού του έντομο
εντόμων	noun	γενική πληθυντικού του έντομο
εντόνως	adv	έντονα
εντόπια	=	εντόπιος
εντόπιας	=	εντόπιος
εντόπιε	=	εντόπιος
εντόπιες	=	εντόπιος
εντόπιζα	=	εντοπίζω
εντόπιζαν	=	εντοπίζω
εντόπιζε	=	εντοπίζω
εντόπιζες	=	εντοπίζω
εντόπιο	=	εντόπιος
εντόπιοι	=	εντόπιος
εντόπιος	adj|formal	που κατάγεται ή προέρχεται από την ίδια πόλη, περιοχή ή και το ίδιο μέρος
εντόπιου	=	εντόπιος
εντόπιους	=	εντόπιος
εντόπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντόπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντόπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντόπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντοπίζω
εντόπιση	noun	άλλη μορφή του εντοπισμός
εντόπισης	noun	γενική ενικού του εντόπιση
εντόπιων	=	εντόπιος
εντός	adv	μέσα σε κάποιο χώρο
εντόσθια	noun	τα εσωτερικά όργανα, κυρίως της κοιλιάς και του θώρακα
εντόσθιο	noun|formal	σπλάχνο
εντόσθιου	=	εντόσθιο
εντόσθιων	=	εντόσθια
εντύπου	noun	γενική ενικού του έντυπο
εντύπων	=	έντυπο
εντύπωνα	=	εντυπώνω
εντύπωναν	=	εντυπώνω
εντύπωνε	=	εντυπώνω
εντύπωνες	=	εντυπώνω
εντύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εντυπώνω
εντύπωση	noun	η αποτύπωση στη συνείδηση κάποιου ενός γεγονότος, ερεθίσματος κ.λπ.
εντύπωσης	noun	γενική ενικού του εντύπωση
ενυδάτωνα	=	ενυδατώνω
ενυδάτωναν	=	ενυδατώνω
ενυδάτωνε	=	ενυδατώνω
ενυδάτωνες	=	ενυδατώνω
ενυδάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδάτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενυδατώνω
ενυδάτωσης	noun	γενική ενικού του ενυδάτωση
ενυδατικά	=	ενυδατικός
ενυδατικέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ενυδατικός
ενυδατικές	=	ενυδατικός
ενυδατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενυδατικός
ενυδατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ενυδατικός
ενυδατικοί	=	ενυδατικός
ενυδατικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ενυδατικός
ενυδατικούς	=	ενυδατικός
ενυδατικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ενυδατικός
ενυδατικός	adj	που αναπληρώνει το νερό ή τα υγρά που χάνει το σώμα
ενυδατικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ενυδατικός
ενυδατωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθήκαν	=	ενυδατώνω
ενυδατωθήκανε	=	ενυδατώνω
ενυδατωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωθούνε	=	ενυδατώνω
ενυδατωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυδατωμένο
ενυδατωμένε	verb	κλητική ενικού του ενυδατωμένος
ενυδατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυδατωμένη
ενυδατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενυδατωμένος
ενυδατωμένης	verb	γενική ενικού του ενυδατωμένη
ενυδατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενυδατωμένος
ενυδατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενυδατωμένος
ενυδατωμένος	=	ενυδατώνομαι
ενυδατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενυδατωμένος
ενυδατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενυδατωμένος
ενυδατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενυδατωμένος
ενυδατωνόμασταν	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόμαστε	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόμουν	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόμουνα	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόντουσαν	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόσασταν	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόσαστε	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόσουν	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόσουνα	=	ενυδατώνω
ενυδατωνόταν	=	ενυδατώνω
ενυδατωνότανε	=	ενυδατώνω
ενυδατώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνομαι
ενυδατώναμε	=	ενυδατώνω
ενυδατώναν	=	ενυδατώνω
ενυδατώνανε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνατε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνει	=	ενυδατώνω
ενυδατώνεις	=	ενυδατώνω
ενυδατώνεσαι	=	ενυδατώνω
ενυδατώνεστε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνεται	=	ενυδατώνω
ενυδατώνετε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώνομε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνονται	=	ενυδατώνω
ενυδατώνονταν	=	ενυδατώνω
ενυδατώνοντας	=	ενυδατώνω
ενυδατώνουμε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνουν	=	ενυδατώνω
ενυδατώνουνε	=	ενυδατώνω
ενυδατώνω	verb	αποκαθιστώ την ποσότητα ύδατος ή τα επίπεδα υγρασίας σε κάποιο χώρο
ενυδατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσαν	=	ενυδατώνω
ενυδατώσανε	=	ενυδατώνω
ενυδατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυδάτωση
ενυδατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ενυδάτωση
ενυδατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ενυδάτωση
ενυδατώσομε	=	ενυδατώνω
ενυδατώσου	=	ενυδατώνω
ενυδατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσουνε	=	ενυδατώνω
ενυδατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυδατώνω
ενυδρίδα	noun	θηλαστικό με μακρύ, ελαστικό και μυώδες κορμί και παχιά γούνα (λουτρ), της οικογένειας των Μουστελιδών (μυιοϊκτίς), που ζει σε γλυκά νερά και συγγενεύει με το κουνάβι
ενυδρίδας	=	ενυδρίδα
ενυδρίδες	=	ενυδρίδα
ενυδρίδων	=	ενυδρίδα
ενυδρίς	noun	ενυδρίδα
ενυδρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυδρείο
ενυδρείο	noun	δοχείο ή δεξαμενή με γυάλινα τοιχώματα, όπου διατηρούνται ψάρια και υδρόβιοι οργανισμοί
ενυδρείου	noun	γενική ενικού του ενυδρείο
ενυδρείων	noun	γενική πληθυντικού του ενυδρείο
ενυπάρξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπάρχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ενυπάρχω
ενυπάρχω	verb	υπάρχω μέσα σε κάτι εγγενώς
ενυπήρξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπήρξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπήρξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπήρξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενυπάρχω
ενυπνίου	=	ενύπνιο
ενυπνίων	=	ενύπνιο
ενυπνιάζεσαι	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάζεστε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάζεται	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάζομαι	verb|formal	ονειρεύομαι, οραματίζομαι
ενυπνιάζονται	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάζονταν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάζου	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάσου	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάστηκα	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάστηκαν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάστηκε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιάστηκες	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόμασταν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόμαστε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόμουν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόμουνα	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόντουσαν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόσασταν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόσαστε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόσουν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόσουνα	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζόταν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαζότανε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιασμένος	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαστήκαμε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαστήκαν	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαστήκανε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαστήκατε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαστεί	=	ενυπνιάζομαι
ενυπνιαστείτε	=	ενυπνιάζομαι
ενυπογράφως	adv|formal	ενυπόγραφα
ενυπόγραφα	adv	με υπογραφή
ενυπόγραφε	adj	κλητική ενικού του ενυπόγραφος
ενυπόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυπόγραφη
ενυπόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενυπόγραφος
ενυπόγραφης	adj	γενική ενικού του ενυπόγραφη
ενυπόγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ενυπόγραφος
ενυπόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενυπόγραφος
ενυπόγραφος	adj	που φέρει την υπογραφή κάποιου
ενυπόγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενυπόγραφος
ενυπόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενυπόγραφος
ενυπόγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενυπόγραφος
ενυπόθηκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυπόθηκο
ενυπόθηκε	adj	κλητική ενικού του ενυπόθηκος
ενυπόθηκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυπόθηκη
ενυπόθηκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενυπόθηκος
ενυπόθηκης	adj	γενική ενικού του ενυπόθηκη
ενυπόθηκο	adj	αιτιατική ενικού του ενυπόθηκος
ενυπόθηκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενυπόθηκος
ενυπόθηκος	adj	που έχει εξασφαλιστεί ή επιβαρυνθεί με υποθήκη
ενυπόθηκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενυπόθηκος
ενυπόθηκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενυπόθηκος
ενυπόθηκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενυπόθηκος
ενυπόστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυπόστατο
ενυπόστατε	adj	κλητική ενικού του ενυπόστατος
ενυπόστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενυπόστατη
ενυπόστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενυπόστατος
ενυπόστατης	adj	γενική ενικού του ενυπόστατη
ενυπόστατο	adj	αιτιατική ενικού του ενυπόστατος
ενυπόστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενυπόστατος
ενυπόστατος	adj|formal	που υπάρχει, που έχει υπόσταση
ενυπόστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενυπόστατος
ενυπόστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενυπόστατος
ενυπόστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενυπόστατος
ενφια	abbrev	φόρος του ελληνικού κράτους
ενωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθήκαν	=	ενώνω
ενωθήκανε	=	ενώνω
ενωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωθούνε	=	ενώνω
ενωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενωμάτων	=	ένωμα
ενωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενωμένο
ενωμένε	verb	κλητική ενικού του ενωμένος
ενωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενωμένη
ενωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενωμένος
ενωμένης	verb	γενική ενικού του ενωμένη
ενωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ενωμένος
ενωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενωμένος
ενωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ενώνω
ενωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενωμένος
ενωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ενωμένος
ενωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενωμένος
ενωματάρχες	=	ενωματάρχης
ενωματάρχη	=	ενωματάρχης
ενωματάρχης	noun|dated	άλλη μορφή του ενωμοτάρχης
ενωματαρχών	=	ενωματάρχης
ενωμοτάρχα	=	ενωμοτάρχης
ενωμοτάρχες	=	ενωμοτάρχης
ενωμοτάρχη	=	ενωμοτάρχης
ενωμοτάρχης	noun|dated	υπαξιωματικός της χωροφυλακής (κάτω απ’ τον ανθυπασπιστή και πάνω από τον υπενωμοτάρχη
ενωμοτία	noun|dated	μικρή στρατιωτική ομάδα, η μικρότερη υποδιαίρεση
ενωμοτίας	noun	γενική ενικού του ενωμοτία
ενωμοτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενωμοτία
ενωμοταρχών	=	ενωμοτάρχης
ενωμοτιών	noun	γενική πληθυντικού του ενωμοτία
ενωνόμασταν	=	ενώνω
ενωνόμαστε	=	ενώνω
ενωνόμουν	=	ενώνω
ενωνόμουνα	=	ενώνω
ενωνόντουσαν	=	ενώνω
ενωνόσασταν	=	ενώνω
ενωνόσαστε	=	ενώνω
ενωνόσουν	=	ενώνω
ενωνόσουνα	=	ενώνω
ενωνόταν	=	ενώνω
ενωνότανε	=	ενώνω
ενωπία	=	ενώπιος
ενωπίας	=	ενώπιος
ενωπίου	=	ενώπιος
ενωπίους	=	ενώπιος
ενωπίων	=	ενώπιος
ενωρίς	adv|formal	άλλη μορφή του νωρίς
ενωσιακά	=	ενωσιακός
ενωσιακέ	=	ενωσιακός
ενωσιακές	=	ενωσιακός
ενωσιακή	=	ενωσιακός
ενωσιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ενωσιακή) του ενωσιακός
ενωσιακοί	=	ενωσιακός
ενωσιακού	=	ενωσιακός
ενωσιακούς	=	ενωσιακός
ενωσιακό	=	ενωσιακός
ενωσιακός	adj	που έχει σχέση με την ένωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ενωσιακών	=	ενωσιακός
ενωτίζεσαι	=	ενωτίζομαι
ενωτίζεστε	=	ενωτίζομαι
ενωτίζεται	=	ενωτίζομαι
ενωτίζομαι	verb|archaic	ακούω με πολύ μεγάλη προσοχή κρέμομαι από τα χείλη κάποιου, ακούω κάποιον με μεγάλο ενδιαφέρον
ενωτίζονται	=	ενωτίζομαι
ενωτίζονταν	=	ενωτίζομαι
ενωτίζου	=	ενωτίζομαι
ενωτίου	noun	γενική ενικού του ενώτιο
ενωτίσου	=	ενωτίζομαι
ενωτίστηκα	=	ενωτίζομαι
ενωτίστηκαν	=	ενωτίζομαι
ενωτίστηκε	=	ενωτίζομαι
ενωτίστηκες	=	ενωτίζομαι
ενωτίων	noun	γενική πληθυντικού του ενώτιο
ενωτιζόμασταν	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόμαστε	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόμουν	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόμουνα	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόντουσαν	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόσασταν	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόσαστε	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόσουν	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόσουνα	=	ενωτίζομαι
ενωτιζόταν	=	ενωτίζομαι
ενωτιζότανε	=	ενωτίζομαι
ενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενωτικό	adv	με ενωτικό τρόπο
ενωτικέ	adj	κλητική ενικού του ενωτικός
ενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενωτική
ενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενωτικός
ενωτικής	adj	γενική ενικού του ενωτική
ενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενωτικός
ενωτικού	adj	γενική ενικού του ενωτικός
ενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενωτικός
ενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ενωτικός	noun	η μικρή οριζόντια γραμμή (-) που τοποθετείται στη μέση του ύψους των γραμμάτων μια αράδας κειμένου και συνδέει συλλαβές ή λέξεις που αποτελούν μία ενότητα
ενωτικός	noun	αυτός που υποστηρίζει την ένωση	adj	που ενώνει, που έχει ως στόχο την ένωση
ενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ενωτικός
ενωτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του ενωτικά
ενωτισμένος	=	ενωτίζομαι
ενωτιστές	=	ενωτιστής
ενωτιστή	=	ενωτιστής
ενωτιστήκαμε	=	ενωτίζομαι
ενωτιστήκαν	=	ενωτίζομαι
ενωτιστήκανε	=	ενωτίζομαι
ενωτιστήκατε	=	ενωτίζομαι
ενωτιστής	noun	σπάνιο, πολιτική) αυτός που πιστεύει στην ένωση πολιτική, εθνική ή άλλη· οπαδός του ενωτισμού
ενωτιστεί	=	ενωτίζομαι
ενωτιστείτε	=	ενωτίζομαι
ενωτιστών	=	ενωτιστής
ενόντων	verb|formal	μόνο στη φράση εκ των ενόντων
ενόπλων	adj	γενική πληθυντικού του ένοπλος
ενόραση	noun	η γνώση κάποιων πραγμάτων που γίνεται με τρόπους πέρα από τις αισθήσεις ή τη λογική
ενόρασης	noun	γενική ενικού του ενόραση
ενόργανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενόργανο
ενόργανε	adj	κλητική ενικού του ενόργανος
ενόργανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενόργανη
ενόργανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενόργανος
ενόργανης	adj	γενική ενικού του ενόργανη
ενόργανο	adj	αιτιατική ενικού του ενόργανος
ενόργανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενόργανος
ενόργανος	adj	που γίνεται, πραγματοποιείται ή εκτελείται με όργανα
ενόργανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενόργανος
ενόργανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενόργανος
ενόργανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενόργανος
ενόρκου	noun	γενική ενικού του ένορκος
ενόρκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ένορκος
ενόρκων	noun	γενική πληθυντικού του ένορκος
ενόρκως	adv	με ένορκο τρόπο, με όρκο
ενόρμηση	noun	εσωτερική, κυρίως ασυνείδητη ψυχοσωματική ώθηση που κινητοποιεί]] τη συμπεριφορά με στόχο την εκφόρτιση της έντασης και την ικανοποίηση βασικών αναγκών
ενόρμησης	noun	γενική ενικού του ενόρμηση
ενός	pron	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ένας	article	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ένας
ενόσω	conj	κατά τη διάρκεια, καθώς, για όση ώρα
ενότητα	noun	η ιδιότητα εκείνη της έλλειψης αποσχιστικών ή διαιρετικών τάσεων
ενότητας	noun	γενική ενικού του ενότητα
ενότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενότητα
ενόφθαλμε	=	ενόφθαλμος
ενόφθαλμο	=	ενόφθαλμος
ενόφθαλμοι	=	ενόφθαλμος
ενόφθαλμος	noun	άλλη μορφή του ενοφθαλμία
ενόφθαλμου	=	ενόφθαλμος
ενόφθαλμους	=	ενόφθαλμος
ενόφθαλμων	=	ενόφθαλμος
ενόχλημα	noun	άλλη μορφή του ενόχληση (ιδίως όταν έχει ιατρικές ή σωματικές συνδηλώσεις)
ενόχλησα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενόχλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενόχλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενόχλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενοχλώ
ενόχληση	noun	κάτι που ενοχλεί κάποιον
ενόχλησης	noun	γενική ενικού του ενόχληση
ενόχου	=	ένοχος
ενόχους	=	ένοχος
ενόχων	=	ένοχος
ενόψει	adv	μπροστά, ενώπιον
ενύπαρκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενύπαρκτο
ενύπαρκτε	adj	κλητική ενικού του ενύπαρκτος
ενύπαρκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενύπαρκτη
ενύπαρκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενύπαρκτος
ενύπαρκτης	adj	γενική ενικού του ενύπαρκτη
ενύπαρκτο	adj	αιτιατική ενικού του ενύπαρκτος
ενύπαρκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ενύπαρκτος
ενύπαρκτος	adj	που ενυπάρχει
ενύπαρκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ενύπαρκτος
ενύπαρκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ενύπαρκτος
ενύπαρκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ενύπαρκτος
ενύπνια	=	ενύπνιο
ενύπνιο	noun|formal	το όνειρο (διαδοχή παραστάσεων που εμφανίζονται στο νου κατά τη διάρκεια του ύπνου)
ενύπνιον	=	ενύπνιο
ενύπνιος	adj	ό,τι συμβαίνει εντός, κατά τη διάρκεια του ύπνου
ενύπνιου	=	ενύπνιο
ενώ	conj	καθώς, όσο
ενώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνομαι
ενώματα	=	ένωμα
ενώματος	=	ένωμα
ενώναμε	=	ενώνω
ενώναν	=	ενώνω
ενώνανε	=	ενώνω
ενώνατε	=	ενώνω
ενώνει	=	ενώνω
ενώνεις	=	ενώνω
ενώνεσαι	=	ενώνω
ενώνεστε	=	ενώνω
ενώνεται	=	ενώνω
ενώνετε	=	ενώνω
ενώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ενώνω
ενώνομε	=	ενώνω
ενώνονται	=	ενώνω
ενώνονταν	=	ενώνω
ενώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενώνω
ενώνου	=	ενώνω
ενώνουμε	=	ενώνω
ενώνουν	=	ενώνω
ενώνουνε	=	ενώνω
ενώνω	verb	συνδέω διάφορα πρόσωπα ή πράγματα σε μία ενότητα ή σύνολο
ενώπια	=	ενώπιος
ενώπιας	=	ενώπιος
ενώπιε	=	ενώπιος
ενώπιες	=	ενώπιος
ενώπιο	=	ενώπιος
ενώπιοι	=	ενώπιος
ενώπιον	adv	μπροστά σε
ενώπιος	adj|archaic	που είναι μπροστά, στην έκφραση
ενώπιου	=	ενώπιος
ενώπιους	=	ενώπιος
ενώπιων	=	ενώπιος
ενώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσαν	=	ενώνω
ενώσανε	=	ενώνω
ενώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ένωση
ενώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ένωση
ενώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ένωση
ενώσομε	=	ενώνω
ενώσου	=	ενώνω
ενώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσουνε	=	ενώνω
ενώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
ενώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενώτιο
ενώτιο	noun|formal	σκουλαρίκι
ενώτιου	=	ενώτιο
ενώτιων	=	ενώτιο
εξ	prep	άλλη μορφή του εκ όταν ακολουθεί φωνήεν
εξάγγελε	noun	κλητική ενικού του εξάγγελος
εξάγγελο	noun	αιτιατική ενικού του εξάγγελος
εξάγγελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξάγγελος
εξάγγελος	noun	πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή
εξάγγελου	noun	γενική ενικού του εξάγγελος
εξάγγελους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξάγγελος
εξάγγελων	noun	γενική πληθυντικού του εξάγγελος
εξάγγλιζα	=	εξαγγλίζω
εξάγγλιζαν	=	εξαγγλίζω
εξάγγλιζε	=	εξαγγλίζω
εξάγγλιζες	=	εξαγγλίζω
εξάγγλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξάγγλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξάγγλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξάγγλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξάγεσαι	=	εξάγομαι
εξάγεστε	=	εξάγομαι
εξάγεται	=	εξάγομαι
εξάγνιζα	=	εξαγνίζω
εξάγνιζαν	=	εξαγνίζω
εξάγνιζε	=	εξαγνίζω
εξάγνιζες	=	εξαγνίζω
εξάγνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξάγνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξάγνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξάγνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξάγνιση	noun	αγνισμός, εξαγνισμός, καθαρμός
εξάγνισης	noun	γενική ενικού του εξάγνιση
εξάγομαι	verb	εξέρχομαι, βγαίνω από κάπου (για προϊόντα, δόντια κ.λπ. άψυχα)
εξάγονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εξάγομαι
εξάγονταν	=	εξάγομαι
εξάγου	=	εξάγομαι
εξάγω	verb	βγάζω έξω από κάτι
εξάγωνα	=	εξάγωνο
εξάγωνε	=	εξάγωνος
εξάγωνες	=	εξάγωνος
εξάγωνη	=	εξάγωνος
εξάγωνης	=	εξάγωνος
εξάγωνο	noun	πολύγωνο με έξι (6) πλευρές και γωνίες
εξάγωνοι	=	εξάγωνος
εξάγωνος	adj	που έχει έξι γωνίες
εξάγωνου	=	εξάγωνο
εξάγωνους	=	εξάγωνος
εξάγωνων	=	εξάγωνος
εξάδα	noun	σύνολο από έξι όμοια στοιχεία
εξάδας	=	εξάδα
εξάδελφε	=	εξάδελφος
εξάδελφο	=	εξάδελφος
εξάδελφοι	=	εξάδελφος
εξάδελφος	noun	ξάδερφος
εξάδελφου	=	εξάδελφος
εξάδελφους	=	εξάδελφος
εξάδερφε	=	εξάδερφος
εξάδερφο	=	εξάδερφος
εξάδερφοι	=	εξάδερφος
εξάδερφος	noun	ξάδερφος
εξάδερφου	=	εξάδερφος
εξάδερφους	=	εξάδερφος
εξάδερφων	=	εξάδερφος
εξάδες	=	εξάδα
εξάδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξάδυμος
εξάδυμε	=	εξάδυμος
εξάδυμες	=	εξάδυμος
εξάδυμη	=	εξάδυμος
εξάδυμης	=	εξάδυμος
εξάδυμο	=	εξάδυμος
εξάδυμοι	=	εξάδυμος
εξάδυμος	noun	ένα από τα εξάδυμα αδέλφια	adj	που έχει γεννηθεί με άλλα επτά αδέλφια από την ίδια εγκυμοσύνη
εξάδυμου	=	εξάδυμος
εξάδυμους	=	εξάδυμος
εξάδυμων	=	εξάδυμος
εξάδων	=	εξάδα
εξάεδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάεδρο
εξάεδρε	adj	κλητική ενικού του εξάεδρος
εξάεδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάεδρη
εξάεδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξάεδρος
εξάεδρης	adj	γενική ενικού του εξάεδρη
εξάεδρο	noun	γεωμετρικό στερεό με έξι έδρες, επιφάνειες
εξάεδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξάεδρος
εξάεδρος	adj	που έχει έξι έδρες, επιφάνειες
εξάεδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξάεδρος
εξάεδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξάεδρος
εξάεδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξάεδρος
εξάκις	adv	έξι φορές
εξάκλινα	=	εξάκλινος
εξάκλινε	=	εξάκλινος
εξάκλινες	=	εξάκλινος
εξάκλινη	=	εξάκλινος
εξάκλινης	=	εξάκλινος
εξάκλινο	=	εξάκλινος
εξάκλινοι	=	εξάκλινος
εξάκλινος	adj	που έχει έξι κλίνες / κρεβάτια
εξάκλινου	=	εξάκλινος
εξάκλινους	=	εξάκλινος
εξάκλινων	=	εξάκλινος
εξάκτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάκτινο
εξάκτινε	adj	κλητική ενικού του εξάκτινος
εξάκτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάκτινη
εξάκτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξάκτινος
εξάκτινης	adj	γενική ενικού του εξάκτινη
εξάκτινο	adj	αιτιατική ενικού του εξάκτινος
εξάκτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξάκτινος
εξάκτινος	adj	που έχει έξι ακτίνες
εξάκτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξάκτινος
εξάκτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξάκτινος
εξάκτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξάκτινος
εξάκωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάκωπο
εξάκωπε	adj	κλητική ενικού του εξάκωπος
εξάκωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάκωπη
εξάκωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξάκωπος
εξάκωπης	adj	γενική ενικού του εξάκωπη
εξάκωπο	adj	αιτιατική ενικού του εξάκωπος
εξάκωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξάκωπος
εξάκωπος	adj	που έχει έξι κουπιά
εξάκωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξάκωπος
εξάκωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξάκωπος
εξάκωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξάκωπος
εξάλειπτρα	=	εξάλειπτρο
εξάλειπτρο	noun	μικρό αγγείο με εσωτερικά κυρτό χείλος, που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για την αποθήκευση και χρήση αρωματικών ελαίων, ρευστών αλοιφών ή σε τελετουργικές πρακτικές, με ποικίλες μορφές ανάλογα με την περιοχή και την εποχή
εξάλειπτρου	=	εξάλειπτρο
εξάλειπτρων	=	εξάλειπτρο
εξάλειφα	=	εξαλείφω
εξάλειφαν	=	εξαλείφω
εξάλειφε	=	εξαλείφω
εξάλειφες	=	εξαλείφω
εξάλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξάλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξάλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξάλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξάλειψη	noun	εξαφάνιση, το αποτέλεσμα του εξαλείφω
εξάλειψης	noun	γενική ενικού του εξάλειψη
εξάλλου	adv	βέβαια	conj	άλλωστε, εκτός αυτού
εξάμβλωμα	noun|formal	το έμβρυο που βγήκε με άμβλωση / έκτρωση
εξάμβλωση	noun	πρόωρη διακοπή της κύησης με τεχνητό τρόπο
εξάμβλωσης	noun	γενική ενικού του εξάμβλωση
εξάμετρα	=	εξάμετρος
εξάμετρε	=	εξάμετρος
εξάμετρες	=	εξάμετρος
εξάμετρη	=	εξάμετρος
εξάμετρης	=	εξάμετρος
εξάμετρο	=	εξάμετρος
εξάμετροι	=	εξάμετρος
εξάμετρος	adj	που αποτελείται από έξι μετρικούς πόδες
εξάμετρου	=	εξάμετρος
εξάμετρους	=	εξάμετρος
εξάμετρων	=	εξάμετρος
εξάμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάμηνο
εξάμηνε	=	εξάμηνος
εξάμηνες	=	εξάμηνος
εξάμηνη	=	εξάμηνος
εξάμηνης	=	εξάμηνος
εξάμηνο	noun	διάρκεια έξι μηνών, μισός χρόνος
εξάμηνοι	=	εξάμηνος
εξάμηνος	adj	που έχει διάρκεια έξι μηνών
εξάμηνου	=	εξάμηνο
εξάμηνους	=	εξάμηνος
εξάμηνων	=	εξάμηνος
εξάμμωνα	=	εξαμμώνω
εξάμμωναν	=	εξαμμώνω
εξάμμωνε	=	εξαμμώνω
εξάμμωνες	=	εξαμμώνω
εξάμμωσα	=	εξαμμώνω
εξάμμωσαν	=	εξαμμώνω
εξάμμωσε	=	εξαμμώνω
εξάμμωσες	=	εξαμμώνω
εξάμμωση	noun	η απομάκρυνση χώματος ή άμμου από κάποιο σημείο (λιμάνι, ποτάμι κ.λπ.) με τρόπο φυσικό ή τεχνητό
εξάμμωσης	=	εξάμμωση
εξάνθημα	noun	ερεθισμός του δέρματος, με εμφάνιση κηλίδων στην επιδερμίδα και πρόκληση κνησμού ή τσούξιμου
εξάνθηση	noun	άλλη μορφή του εξάνθημα
εξάνθησης	noun	γενική ενικού του εξάνθηση
εξάντα	=	εξάντας
εξάντας	noun	όργανο που χρησιμοποιούνταν άλλοτε στη ναυτιλία για τη μέτρηση των γωνιών και, ειδικότερα, για τον προσδιορισμό του στίγματος
εξάντες	=	εξάντας
εξάντλει	=	εξαντλώ
εξάντλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξάντλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξάντλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξάντλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξάντληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαντλώ
εξάντλησης	noun	γενική ενικού του εξάντληση
εξάντων	=	εξάντας
εξάπαντος	adv|formal	οπωσδήποτε, σε οποιαδήποτε περίπτωση, όπως και να έχει, σίγουρα, βεβαιότατα
εξάπλευρα	=	εξάπλευρος
εξάπλευρε	=	εξάπλευρος
εξάπλευρες	=	εξάπλευρος
εξάπλευρη	=	εξάπλευρος
εξάπλευρης	=	εξάπλευρος
εξάπλευρο	noun	γεωμετρικό σχήμα του επιπέδου το οποίο ορίζεται από έξι πλευρές
εξάπλευροι	=	εξάπλευρος
εξάπλευρος	adj	που συγκροτείται ή περιβάλλεται από έξι πλευρικές επιφάνειες (στερεό σώμα) ή ευθείες γραμμές (επίπεδο σχήμα)
εξάπλευρου	=	εξάπλευρος
εξάπλευρους	=	εξάπλευρος
εξάπλευρων	=	εξάπλευρος
εξάπλωνα	=	εξαπλώνω
εξάπλωναν	=	εξαπλώνω
εξάπλωνε	=	εξαπλώνω
εξάπλωνες	=	εξαπλώνω
εξάπλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξάπλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξάπλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξάπλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξάπλωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαπλώνω
εξάπλωσης	noun	γενική ενικού του εξάπλωση
εξάποδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάποδο
εξάποδε	adj	κλητική ενικού του εξάποδος
εξάποδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάποδη
εξάποδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξάποδος
εξάποδης	adj	γενική ενικού του εξάποδη
εξάποδο	adj	αιτιατική ενικού του εξάποδος
εξάποδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξάποδος
εξάποδος	adj	που έχει έξι πόδια
εξάποδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξάποδος
εξάποδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξάποδος
εξάποδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξάποδος
εξάπορτα	=	εξάπορτο
εξάπορτο	noun	αμυντικός ή επιθετικός σχηματισμός έξι συνεχόμενων κατειλημμένων θέσεων, που αποκλείει τη διέλευση των πουλιών του αντιπάλου
εξάπορτου	=	εξάπορτο
εξάπορτων	=	εξάπορτο
εξάπτομαι	verb	με εξάπτουν
εξάπτω	verb	ερεθίζω, "ανάβω"
εξάρα	noun	σύνολο έξι ημερών (ως ποινή ή κάτι άλλο)
εξάρας	noun	γενική ενικού του εξάρα
εξάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρα
εξάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξάρη	=	εξάρης
εξάρηδες	=	εξάρης
εξάρηδων	=	εξάρης
εξάρης	noun	παίκτης τυχερού παιχνιδιού, ιδίως του Λόττο ή του Τζόκερ, που πέτυχε και τους έξι απαιτούμενους αριθμούς και δικαιούται το αντίστοιχο μεγάλο έπαθλο
εξάρθηκα	=	εξαίρω
εξάρθηκαν	=	εξαίρω
εξάρθηκε	=	εξαίρω
εξάρθηκες	=	εξαίρω
εξάρθρημα	noun	κάκωση μιας άρθρωσης κατά την οποία έχουμε πλήρη παρεκτόπιση μεταξύ των αρθρικών επιφανειών
εξάρθρωνα	=	εξαρθρώνω
εξάρθρωναν	=	εξαρθρώνω
εξάρθρωνε	=	εξαρθρώνω
εξάρθρωνες	=	εξαρθρώνω
εξάρθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξάρθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξάρθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξάρθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξάρθρωση	noun	η μετακίνηση οστού εκτός άρθρωσης, το βγάλσιμο της κεφαλής ενός οστού από την κοιλότητα στην οποία βρίσκεται συνήθως
εξάρθρωσης	=	εξάρθρωση
εξάρι	noun	το ψηφίο έξι
εξάρια	=	εξάρι
εξάρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξαρμα
εξάρματος	noun	γενική ενικού του έξαρμα
εξάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξάρουνε	=	εξαίρω
εξάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξαρση
εξάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του έξαρση
εξάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του έξαρση
εξάρτημα	noun	οποιοδήποτε τμήμα μίας μεγαλύτερου συνόλου που χρησιμεύει για έναν ορισμένο σκοπό και μπορεί να αποσπαστεί
εξάρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξάρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξάρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξάρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξάρτηση	noun	το κρέμασμα
εξάρτησης	noun	γενική ενικού του εξάρτηση
εξάρτιζα	=	εξαρτίζω
εξάρτιζαν	=	εξαρτίζω
εξάρτιζε	=	εξαρτίζω
εξάρτιζες	=	εξαρτίζω
εξάρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξάρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξάρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξάρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξάρτιση	noun	αρματωσιά πλοίου, εξοπλισμός καραβιού
εξάρτισης	noun	γενική ενικού του εξάρτιση
εξάρτυση	noun	το σύνολο των ατομικών ειδών που φέρει ένας στρατιώτης, αστυνομικός κ.λπ., εκτός από τον οπλισμό του, για τη διαβίωση και τη μετακίνησή του
εξάρτυσης	noun	γενική ενικού του εξάρτυση
εξάρχον	=	εξάρχων
εξάρχοντα	=	εξάρχων
εξάρχοντες	=	εξάρχων
εξάρχοντος	=	εξάρχων
εξάρχου	noun	γενική ενικού του έξαρχος
εξάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έξαρχος
εξάρχουσα	=	εξάρχων
εξάρχουσας	=	εξάρχων
εξάρχουσες	=	εξάρχων
εξάρχων	noun	ο μουσικός που ηγείται μιας ομάδας εκτελεστών ή ενός τμήματος ορχήστρας και συντονίζει την εκτέλεσή τους	adj|formal	που κατέχει την πρώτη θέση μέσα σε ένα σύνολο ή ξεχωρίζει για τη σημασία, την αξία ή τον ρόλο του
εξάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξάσκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξάσκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξάσκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξάσκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξάσκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξασκώ
εξάσκησης	noun	γενική ενικού του εξάσκηση
εξάστηλα	=	εξάστηλος
εξάστηλε	=	εξάστηλος
εξάστηλες	=	εξάστηλος
εξάστηλη	=	εξάστηλος
εξάστηλης	=	εξάστηλος
εξάστηλο	=	εξάστηλος
εξάστηλοι	=	εξάστηλος
εξάστηλος	adj	που καταλαμβάνει έξι στήλες
εξάστηλου	=	εξάστηλος
εξάστηλους	=	εξάστηλος
εξάστηλων	=	εξάστηλος
εξάστιχα	=	εξάστιχος
εξάστιχε	=	εξάστιχος
εξάστιχες	=	εξάστιχος
εξάστιχη	=	εξάστιχος
εξάστιχης	=	εξάστιχος
εξάστιχο	=	εξάστιχος
εξάστιχοι	=	εξάστιχος
εξάστιχος	adj	που αποτελείται από έξι στίχους
εξάστιχου	=	εξάστιχος
εξάστιχους	=	εξάστιχος
εξάστιχων	=	εξάστιχος
εξάστυλα	=	εξάστυλος
εξάστυλε	=	εξάστυλος
εξάστυλες	=	εξάστυλος
εξάστυλη	=	εξάστυλος
εξάστυλης	=	εξάστυλος
εξάστυλο	=	εξάστυλος
εξάστυλοι	=	εξάστυλος
εξάστυλος	adj	που υποστηρίζεται από έξι στύλους
εξάστυλου	=	εξάστυλος
εξάστυλους	=	εξάστυλος
εξάστυλων	=	εξάστυλος
εξάσφαιρα	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρε	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρες	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρη	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρης	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρο	noun	εξαθάλαμο περίστροφο
εξάσφαιροι	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρος	adj	που είναι κατασκευασμένο ώστε να δέχεται ή να φέρει έξι φυσίγγια (σφαίρες) στον γεμιστήρα ή στον κύλινδρό του
εξάσφαιρου	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρους	=	εξάσφαιρος
εξάσφαιρων	=	εξάσφαιρος
εξάτμιζα	=	εξατμίζω
εξάτμιζαν	=	εξατμίζω
εξάτμιζε	=	εξατμίζω
εξάτμιζες	=	εξατμίζω
εξάτμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξάτμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξάτμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξάτμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξάτμιση	noun	το φυσικό φαινόμενο της εξαέρωσης κατά το οποίο μετατρέπεται σε αέριο μόνο η επιφάνεια του υγρού
εξάτμισης	noun	γενική ενικού του εξάτμιση
εξάτομα	=	εξάτομος
εξάτομε	=	εξάτομος
εξάτομες	=	εξάτομος
εξάτομη	=	εξάτομος
εξάτομης	=	εξάτομος
εξάτομο	=	εξάτομος
εξάτομοι	=	εξάτομος
εξάτομος	adj	που αποτελείται από έξι τόμους
εξάτομου	=	εξάτομος
εξάτομους	=	εξάτομος
εξάτομων	=	εξάτομος
εξάτροχα	=	εξάτροχος
εξάτροχε	=	εξάτροχος
εξάτροχες	=	εξάτροχος
εξάτροχη	=	εξάτροχος
εξάτροχης	=	εξάτροχος
εξάτροχο	=	εξάτροχος
εξάτροχοι	=	εξάτροχος
εξάτροχος	adj	που έχει έξι τροχούς
εξάτροχου	=	εξάτροχος
εξάτροχους	=	εξάτροχος
εξάτροχων	=	εξάτροχος
εξάφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξάφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξάφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξάφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξάφυλλα	=	εξάφυλλος
εξάφυλλε	=	εξάφυλλος
εξάφυλλες	=	εξάφυλλος
εξάφυλλη	=	εξάφυλλος
εξάφυλλης	=	εξάφυλλος
εξάφυλλο	=	εξάφυλλος
εξάφυλλοι	=	εξάφυλλος
εξάφυλλος	adj	που έχει έξι φύλλα
εξάφυλλου	=	εξάφυλλος
εξάφυλλους	=	εξάφυλλος
εξάφυλλων	=	εξάφυλλος
εξάφωνα	=	εξάφωνος
εξάφωνε	=	εξάφωνος
εξάφωνες	=	εξάφωνος
εξάφωνη	=	εξάφωνος
εξάφωνης	=	εξάφωνος
εξάφωνο	=	εξάφωνος
εξάφωνοι	=	εξάφωνος
εξάφωνος	adj	που τραγουδιέται / αποδίδεται από έξι φωνές
εξάφωνου	=	εξάφωνος
εξάφωνους	=	εξάφωνος
εξάφωνων	=	εξάφωνος
εξάχθηκα	=	εξάγομαι
εξάχθηκαν	=	εξάγομαι
εξάχθηκε	=	εξάγομαι
εξάχθηκες	=	εξάγομαι
εξάχνιζα	=	εξαχνίζω
εξάχνιζαν	=	εξαχνίζω
εξάχνιζε	=	εξαχνίζω
εξάχνιζες	=	εξαχνίζω
εξάχνισα	=	εξαχνίζω
εξάχνισαν	=	εξαχνίζω
εξάχνισε	=	εξαχνίζω
εξάχνισες	=	εξαχνίζω
εξάχνωνα	=	εξαχνώνω
εξάχνωναν	=	εξαχνώνω
εξάχνωνε	=	εξαχνώνω
εξάχνωνες	=	εξαχνώνω
εξάχνωσα	=	εξαχνώνω
εξάχνωσαν	=	εξαχνώνω
εξάχνωσε	=	εξαχνώνω
εξάχνωσες	=	εξαχνώνω
εξάχνωση	noun	η μετατροπή ενός στερεού σε αέριο χωρίς να μεσολαβήσει η υγρή κατάσταση
εξάχνωσης	=	εξάχνωση
εξάχορδα	=	εξάχορδος
εξάχορδε	=	εξάχορδος
εξάχορδες	=	εξάχορδος
εξάχορδη	=	εξάχορδος
εξάχορδης	=	εξάχορδος
εξάχορδο	noun	μουσικό σύστημα με μια σειρά 6 φθόγγων με σταθερά διαστήματα
εξάχορδοι	=	εξάχορδος
εξάχορδος	adj	που έχει έξι χορδές
εξάχορδου	=	εξάχορδος
εξάχορδους	=	εξάχορδος
εξάχορδων	=	εξάχορδος
εξάχρονα	=	εξάχρονος
εξάχρονε	=	εξάχρονος
εξάχρονες	=	εξάχρονος
εξάχρονη	=	εξάχρονος
εξάχρονης	=	εξάχρονος
εξάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξάχρονος
εξάχρονοι	=	εξάχρονος
εξάχρονος	adj	που διαρκεί έξι χρόνια
εξάχρονου	adj	γενική ενικού του εξάχρονος
εξάχρονους	=	εξάχρονος
εξάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του εξάχρονος
εξάψαλμος	noun	σύνολο από έξι ψαλμούς που ψάλλονται κατά την ακολουθία του Όρθρου
εξάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξαψη
εξάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψεων	noun	γενική πληθυντικού του έξαψη
εξάψεως	noun|formal	γενική ενικού του έξαψη
εξάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξάωρα	=	εξάωρος
εξάωρε	=	εξάωρος
εξάωρες	=	εξάωρος
εξάωρη	=	εξάωρος
εξάωρης	=	εξάωρος
εξάωρο	noun	διάρκεια έξι ωρών
εξάωροι	=	εξάωρος
εξάωρος	adj	που διαρκεί έξι ώρες
εξάωρου	=	εξάωρος
εξάωρους	=	εξάωρος
εξάωρων	=	εξάωρος
εξέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εξέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εξέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εξέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβάλλω
εξέβαλλα	=	εκβάλλω
εξέβραζα	=	εκβράζω
εξέβραζαν	=	εκβράζω
εξέβραζε	=	εκβράζω
εξέβραζες	=	εκβράζω
εξέβρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εξέβρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εξέβρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εξέβρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβράζω
εξέγειρα	=	εξεγείρω
εξέγειραν	=	εξεγείρω
εξέγειρε	=	εξεγείρω
εξέγειρες	=	εξεγείρω
εξέγερση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξεγείρω
εξέγερσης	noun	γενική ενικού του εξέγερση
εξέδειρα	=	εκδέρω
εξέδιδα	=	εκδίδω
εξέδιδαν	=	εκδίδω
εξέδιδε	=	εκδίδω
εξέδιδες	=	εκδίδω
εξέδρα	noun	υπερυψωμένη κατασκευή (συνήθως ξύλινη), για διάφορους σκοπούς
εξέδραμε	verb	γ' ενικό οριστικής παρατατικού ή αορίστου του ρήματος εκδράμω
εξέδρας	noun	γενική ενικού του εξέδρα
εξέδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέδρα
εξέδωκα	=	εκδίδω
εξέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εξέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εξέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εξέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδίδω
εξέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εξέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εξέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εξέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκθέτω
εξέθετα	=	εκθέτω
εξέθεταν	=	εκθέτω
εξέθετε	=	εκθέτω
εξέθετες	=	εκθέτω
εξέθρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εξέθρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εξέθρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εξέθρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέφω
εξέλ	noun	πρόγραμμα υπολογιστικών φύλλων που χρησιμοποιείται για την οργάνωση, επεξεργασία, υπολογισμό και παρουσίαση δεδομένων σε πίνακες
εξέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εξέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εξέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εξέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλαμβάνω
εξέλαση	noun	άλλη μορφή του έλαση
εξέλασης	=	εξέλαση
εξέλεγα	=	εκλέγω
εξέλεγαν	=	εκλέγω
εξέλεγε	=	εκλέγω
εξέλεγες	=	εκλέγω
εξέλεγξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξέλεγξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξέλεγξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξέλεγξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξέλεγξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξελέγχω
εξέλεγξης	noun	γενική ενικού του εξέλεγξη
εξέλεγχα	=	εξελέγχω
εξέλεγχαν	=	εξελέγχω
εξέλεγχε	=	εξελέγχω
εξέλεγχες	=	εξελέγχω
εξέλεγχο	=	εξέλεγχος
εξέλεγχοι	=	εξέλεγχος
εξέλεγχος	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του εξελέγχω
εξέλεγχου	=	εξέλεγχος
εξέλεγχους	=	εξέλεγχος
εξέλεγχων	=	εξέλεγχος
εξέλειπα	=	εκλείπω
εξέλειπαν	=	εκλείπω
εξέλειπε	=	εκλείπω
εξέλειπες	=	εκλείπω
εξέλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εξέλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εξέλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εξέλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλείπω
εξέλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εξέλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εξέλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εξέλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκλέγω
εξέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξέλιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξέλιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξέλιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξέλιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξέλιξη	noun	επόμενο στάδιο, γεγονός, σειρά διαδιοχικών φάσεων
εξέλιξης	noun	γενική ενικού του εξέλιξη
εξέλισσα	=	εξελίσσω
εξέλκωση	noun	η δημιουργία έλκους
εξέλκωσης	noun	γενική ενικού του εξέλκωση
εξέλυα	=	εκλύω
εξέλυαν	=	εκλύω
εξέλυε	=	εκλύω
εξέλυες	=	εκλύω
εξέλυσα	=	εκλύω
εξέλυσαν	=	εκλύω
εξέλυσε	=	εκλύω
εξέλυσες	=	εκλύω
εξέμεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξέμεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξέμεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξέμεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξέπεμπα	=	εκπέμπω
εξέπεμπαν	=	εκπέμπω
εξέπεμπε	=	εκπέμπω
εξέπεμπες	=	εκπέμπω
εξέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εξέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εξέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εξέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπέμπω
εξέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εξέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εξέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εξέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπίπτω
εξέπιπτα	=	εκπίπτω
εξέπιπταν	=	εκπίπτω
εξέπιπτε	=	εκπίπτω
εξέπιπτες	=	εκπίπτω
εξέπλεα	=	εκπλέω
εξέπλεαν	=	εκπλέω
εξέπλεε	=	εκπλέω
εξέπλεες	=	εκπλέω
εξέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εξέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εξέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εξέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλέω
εξέπληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εξέπληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εξέπληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εξέπληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσω
εξέπλησσα	=	εκπλήσσω
εξέπνεα	=	εκπνέω
εξέπνεαν	=	εκπνέω
εξέπνεε	=	εκπνέω
εξέπνεες	=	εκπνέω
εξέπνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εξέπνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εξέπνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εξέπνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπνέω
εξέρρεα	=	εκρέω
εξέρρεαν	=	εκρέω
εξέρρεε	=	εκρέω
εξέρρεες	=	εκρέω
εξέρρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εξέρρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εξέρρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εξέρρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρέω
εξέρχομαι	verb	βγαίνω έξω (από κάπου)
εξέταζα	=	εξετάζω
εξέταζαν	=	εξετάζω
εξέταζε	=	εξετάζω
εξέταζες	=	εξετάζω
εξέτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξέτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξέτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξέτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξέταση	noun	η ενέργεια του ρήματος εξετάζω
εξέτασης	noun	γενική ενικού του εξέταση
εξέταστρα	noun	τα χρήματα που πρέπει να πληρώσει κάποιος για να συμμετάσχει σε εξετάσεις
εξέτεινα	=	εκτείνω
εξέτεινε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του εκτείνω
εξέτια	=	εκτίνω
εξέτινα	=	εκτίνω
εξέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εξέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εξέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εξέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτίω
εξέτρεπα	=	εκτρέπω
εξέτρεπαν	=	εκτρέπω
εξέτρεπε	=	εκτρέπω
εξέτρεπες	=	εκτρέπω
εξέτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εξέτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εξέτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εξέτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκτρέπω
εξέφερα	=	εκφέρω
εξέφεραν	=	εκφέρω
εξέφερε	=	εκφέρω
εξέφερες	=	εκφέρω
εξέφευγα	=	εκφεύγω
εξέφευγαν	=	εκφεύγω
εξέφευγε	=	εκφεύγω
εξέφευγες	=	εκφεύγω
εξέφραζα	=	εκφράζω
εξέφραζαν	=	εκφράζω
εξέφραζε	=	εκφράζω
εξέφραζες	=	εκφράζω
εξέφρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εξέφρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εξέφρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εξέφρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκφράζω
εξέφυγα	=	εκφεύγω
εξέφυγαν	=	εκφεύγω
εξέφυγε	=	εκφεύγω
εξέφυγες	=	εκφεύγω
εξέχεα	=	εκχέω
εξέχεαν	=	εκχέω
εξέχεε	=	εκχέω
εξέχεες	=	εκχέω
εξέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξέχω
εξέχεις	=	εξέχω
εξέχετε	=	εξέχω
εξέχον	=	εξέχων
εξέχοντα	=	εξέχων
εξέχοντας	=	εξέχω
εξέχοντες	=	εξέχων
εξέχοντος	=	εξέχων
εξέχουμε	=	εξέχω
εξέχουν	=	εξέχω
εξέχουνε	=	εξέχω
εξέχουσα	=	εξέχων
εξέχουσας	=	εξέχων
εξέχουσες	=	εξέχων
εξέχυσα	=	εκχέω
εξέχυσαν	=	εκχέω
εξέχυσε	=	εκχέω
εξέχυσες	=	εκχέω
εξέχω	verb	προβάλλω προς τα έξω ξεπερνώντας το γενικό περίγραμμα του σώματος στο οποίο ανήκω
εξέχων	verb|formal	σημαντικός, ξεχωριστός, διακεκριμένος
εξήγα	=	εξάγω
εξήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξήγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξήγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξήγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξήγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξήγειρα	=	εξεγείρω
εξήγειραν	=	εξεγείρω
εξήγειρε	=	εξεγείρω
εξήγειρες	=	εξεγείρω
εξήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξήγηση	noun	η ερμηνεία, η ανάλυση των αιτίων που δημιουργούν ένα φαινόμενο ή γεγονός
εξήγησης	noun	γενική ενικού του εξήγηση
εξήκοντα	num|dated	εξήντα
εξήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξέρχομαι
εξήμισι	num	έξι και μισό
εξήντα	num	το απόλυτο αριθμητικό (60) που ακολουθεί το πενήντα εννιά και προηγείται του εξήντα ένα, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ξ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης LX
εξήρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξήραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαίρω
εξήρετο	=	εξαίρω
εξήρης	noun	αρχαίο κωπήλατο πολεμικό πλοίο με έξι (6) σειρές κουπιών
εξήρθη	=	εξαίρω
εξήρθην	=	εξαίρω
εξήρθης	=	εξαίρω
εξήρθησαν	=	εξαίρω
εξήροντο	=	εξαίρω
εξής	adv	στη συνέχεια, σε αυτό που ακολουθεί
εξήχθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του εξάγω
εξήψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξήψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξήψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξήψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
εξίδρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξιδρώνω, η παθολογική συγκέντρωση διαφόρων υγρών σε σωματικές κοιλότητες
εξίδρωνα	=	εξιδρώνω
εξίδρωναν	=	εξιδρώνω
εξίδρωνε	=	εξιδρώνω
εξίδρωνες	=	εξιδρώνω
εξίδρωσα	=	εξιδρώνω
εξίδρωσαν	=	εξιδρώνω
εξίδρωσε	=	εξιδρώνω
εξίδρωσες	=	εξιδρώνω
εξίδρωση	noun	το αποτέλεσμα του εξιδρώνω, η δημιουργία εξιδρώματος
εξίδρωσης	noun	γενική ενικού του εξίδρωση
εξίμισι	noun	άλλη μορφή του εξήμισι
εξίσου	adv	το ίδιο, ίσα, όμοια
εξίσταμαι	verb|formal	μένω έκθαμβος, σαστίζω
εξίσωνα	=	εξισώνω
εξίσωναν	=	εξισώνω
εξίσωνε	=	εξισώνω
εξίσωνες	=	εξισώνω
εξίσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξίσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξίσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξίσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξίσωση	noun	η ενέργεια με την οποία δύο άνισα και ανόμοια στοιχεία μετατρέπονται σε ίσα
εξίσωσης	noun	γενική ενικού του εξίσωση
εξίσωσις	=	εξίσωση
εξίτηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξίτηλο
εξίτηλε	adj	κλητική ενικού του εξίτηλος
εξίτηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξίτηλη
εξίτηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξίτηλος
εξίτηλης	adj	γενική ενικού του εξίτηλη
εξίτηλο	adj	αιτιατική ενικού του εξίτηλος
εξίτηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξίτηλος
εξίτηλος	adj	που εύκολα εξαλείφεται
εξίτηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξίτηλος
εξίτηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξίτηλος
εξίτηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξίτηλος
εξαέδρου	=	εξάεδρο
εξαέδρων	=	εξάεδρο
εξαέριζα	=	εξαερίζω
εξαέριζαν	=	εξαερίζω
εξαέριζε	=	εξαερίζω
εξαέριζες	=	εξαερίζω
εξαέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαέρωνα	=	εξαερώνω
εξαέρωναν	=	εξαερώνω
εξαέρωνε	=	εξαερώνω
εξαέρωνες	=	εξαερώνω
εξαέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαέρωση	noun	η διαδικασί ή το αποτέλεσμα του εξαερώνω
εξαέρωσης	noun	γενική ενικού του εξαέρωση
εξαήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαήμερο
εξαήμερε	=	εξαήμερος
εξαήμερες	=	εξαήμερος
εξαήμερη	=	εξαήμερος
εξαήμερης	=	εξαήμερος
εξαήμερο	noun	διάρκεια έξι ημερών
εξαήμεροι	=	εξαήμερος
εξαήμερος	adj	που διαρκεί έξι ημέρες
εξαήμερου	=	εξαήμερος
εξαήμερους	=	εξαήμερος
εξαήμερων	=	εξαήμερος
εξαίρει	=	εξαίρω
εξαίρεις	=	εξαίρω
εξαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαίρεσαι	=	εξαίρω
εξαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαίρεση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαιρώ
εξαίρεσης	noun	γενική ενικού του εξαίρεση
εξαίρεσθε	=	εξαίρω
εξαίρεστε	=	εξαίρω
εξαίρετα	adv	με εξαίρετο τρόπο
εξαίρεται	=	εξαίρω
εξαίρετε	=	εξαίρετος
εξαίρετες	=	εξαίρετος
εξαίρετη	=	εξαίρετος
εξαίρετης	=	εξαίρετος
εξαίρετο	=	εξαίρετος
εξαίρετοι	=	εξαίρετος
εξαίρετος	adj	ιδιαίτερα καλός
εξαίρετου	=	εξαίρετος
εξαίρετους	=	εξαίρετος
εξαίρετων	=	εξαίρετος
εξαίρομαι	=	εξαίρω
εξαίρονται	=	εξαίρω
εξαίρονταν	=	εξαίρω
εξαίροντας	=	εξαίρω
εξαίρουμε	=	εξαίρω
εξαίρω	verb	προβάλλω, τονίζω ένα χαρακτηριστικό
εξαίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξαίσιος	adv	με εξαίσιο τρόπο
εξαίσιας	=	εξαίσιος
εξαίσιε	=	εξαίσιος
εξαίσιες	=	εξαίσιος
εξαίσιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εξαίσιος
εξαίσιοι	=	εξαίσιος
εξαίσιος	adj	που ξεχωρίζει, γιατί είναι εξαιρετικός και σπουδαίος
εξαίσιου	=	εξαίσιος
εξαίσιους	=	εξαίσιος
εξαίσιων	=	εξαίσιος
εξαίφνης	adv|formal	ξαφνικά, ξάφνου, έξαφνα
εξαΰλωνα	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωναν	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωνε	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωνες	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωσα	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωσαν	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωσε	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωσες	=	εξαϋλώνω
εξαΰλωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω
εξαΰλωσης	noun	γενική ενικού του εξαΰλωση
εξαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγω
εξαγίαζα	=	εξαγιάζω
εξαγίαζαν	=	εξαγιάζω
εξαγίαζε	=	εξαγιάζω
εξαγίαζες	=	εξαγιάζω
εξαγίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγγέλλω	verb	ανακοινώνω επίσημα και δημόσια, κάποιες κινήσεις, σχέδια, προγράμματα που θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον
εξαγγέλου	noun	γενική ενικού του εξάγγελος
εξαγγέλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξάγγελος
εξαγγέλων	noun	γενική πληθυντικού του εξάγγελος
εξαγγείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγείωση	noun	έκχυση εκτός αγγείου
εξαγγείωσης	=	εξαγγείωση
εξαγγειώσεις	=	εξαγγείωση
εξαγγειώσεων	=	εξαγγείωση
εξαγγελία	noun	επίσημη γνωστοποίηση ή ανακοίνωση
εξαγγελίας	noun	γενική ενικού του εξαγγελία
εξαγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελία
εξαγγελθέν	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθέντα	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθέντας	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθέντες	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθέντος	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθέντων	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθείς	verb	που έχει εξαγγελθεί γενικά κατά το παρελθόν, λόγιο συνώνυμο του εξαγγελμένος, που έχει γίνει γνωστό εντυπωσιακά, έχει ανακοινωθεί επίσημα και πανηγυρικά (παλιότερα συνήθως για κάτι θετικό, αλλά στη συνέχεια και για αρνητικές ανακοινώσεις)
εξαγγελθείσα	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθείσας	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθείσες	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθείσης	=	εξαγγελθείς
εξαγγελθεισών	=	εξαγγελθείς
εξαγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του εξαγγελία
εξαγγελλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελλόμενο
εξαγγελλόμενε	verb	κλητική ενικού του εξαγγελλόμενος
εξαγγελλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελλόμενη
εξαγγελλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγγελλόμενος
εξαγγελλόμενης	verb	γενική ενικού του εξαγγελλόμενη
εξαγγελλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εξαγγελλόμενος
εξαγγελλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελλόμενος
εξαγγελλόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα εξαγγέλλω
εξαγγελλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγγελλόμενος
εξαγγελλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαγγελλόμενος
εξαγγελλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγγελλόμενος
εξαγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελμένο
εξαγγελμένε	verb	κλητική ενικού του εξαγγελμένος
εξαγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελμένη
εξαγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγγελμένος
εξαγγελμένης	verb	γενική ενικού του εξαγγελμένη
εξαγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαγγελμένος
εξαγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελμένος
εξαγγελμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαγγέλλω
εξαγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγγελμένος
εξαγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαγγελμένος
εξαγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγγελμένος
εξαγγελτήρια	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριας	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριε	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριες	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριο	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριοι	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριος	adj	άλλη μορφή του εξαγγελτικός
εξαγγελτήριου	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριους	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτήριων	=	εξαγγελτήριος
εξαγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελτικό
εξαγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του εξαγγελτικός
εξαγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελτική
εξαγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγγελτικός
εξαγγελτικής	adj	γενική ενικού του εξαγγελτική
εξαγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγγελτικός
εξαγγελτικού	adj	γενική ενικού του εξαγγελτικός
εξαγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαγγελτικός
εξαγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαγγελτικός
εξαγγελτικός	adj	που είναι κατάλληλος για εξαγγελία
εξαγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαγγελτικός
εξαγγλίζαμε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζαν	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζανε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζατε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζει	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζεις	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζετε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζοντας	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζουμε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζουν	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζουνε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίζω	verb	κάνω κάποιον Άγγλο ή κάτι αγγλικό
εξαγγλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίσαν	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίσανε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλίστε	=	εξαγγλίζω
εξαγγλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγγλίζω
εξαγγλισμέ	noun	κλητική ενικού του εξαγγλισμός
εξαγγλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγγλισμός
εξαγγλισμού	noun	γενική ενικού του εξαγγλισμός
εξαγγλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαγγλισμός
εξαγγλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαγγλισμός
εξαγγλισμός	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγγλίζω
εξαγγλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαγγλισμός
εξαγιάζαμε	=	εξαγιάζω
εξαγιάζαν	=	εξαγιάζω
εξαγιάζανε	=	εξαγιάζω
εξαγιάζατε	=	εξαγιάζω
εξαγιάζει	=	εξαγιάζω
εξαγιάζεις	=	εξαγιάζω
εξαγιάζετε	=	εξαγιάζω
εξαγιάζομαι	=	εξαγιάζω
εξαγιάζοντας	=	εξαγιάζω
εξαγιάζουμε	=	εξαγιάζω
εξαγιάζουν	=	εξαγιάζω
εξαγιάζουνε	=	εξαγιάζω
εξαγιάζω	verb	κάνω κάτι (ή κάποιον) άγιο
εξαγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάσαν	=	εξαγιάζω
εξαγιάσανε	=	εξαγιάζω
εξαγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιάστε	=	εξαγιάζω
εξαγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιασμέ	noun	κλητική ενικού του εξαγιασμός
εξαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγιασμένο
εξαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του εξαγιασμένος
εξαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγιασμένη
εξαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγιασμένος
εξαγιασμένης	verb	γενική ενικού του εξαγιασμένη
εξαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαγιασμένος
εξαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγιασμένος
εξαγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαγιάζω
εξαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγιασμένος
εξαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαγιασμένος
εξαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγιασμένος
εξαγιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγιασμός
εξαγιασμού	noun	γενική ενικού του εξαγιασμός
εξαγιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαγιασμός
εξαγιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαγιασμός
εξαγιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγιάζω
εξαγιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαγιασμός
εξαγνίζαμε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζαν	=	εξαγνίζω
εξαγνίζανε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζατε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζει	=	εξαγνίζω
εξαγνίζεις	=	εξαγνίζω
εξαγνίζεσαι	=	εξαγνίζω
εξαγνίζεστε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζεται	=	εξαγνίζω
εξαγνίζετε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίζομε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζονται	=	εξαγνίζω
εξαγνίζονταν	=	εξαγνίζω
εξαγνίζοντας	=	εξαγνίζω
εξαγνίζουμε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζουν	=	εξαγνίζω
εξαγνίζουνε	=	εξαγνίζω
εξαγνίζω	verb	καθαρίζω, απαλλάσσω από ηθικό παράπτωμα
εξαγνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσαν	=	εξαγνίζω
εξαγνίσανε	=	εξαγνίζω
εξαγνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάγνιση
εξαγνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάγνιση
εξαγνίσομε	=	εξαγνίζω
εξαγνίσου	=	εξαγνίζω
εξαγνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνίσουνε	=	εξαγνίζω
εξαγνίστε	=	εξαγνίζω
εξαγνίστηκα	=	εξαγνίζω
εξαγνίστηκαν	=	εξαγνίζω
εξαγνίστηκε	=	εξαγνίζω
εξαγνίστηκες	=	εξαγνίζω
εξαγνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγνίζω
εξαγνιζόμασταν	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόμαστε	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόμουν	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόμουνα	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόντουσαν	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόσασταν	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόσαστε	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόσουν	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόσουνα	=	εξαγνίζω
εξαγνιζόταν	=	εξαγνίζω
εξαγνιζότανε	=	εξαγνίζω
εξαγνισμέ	noun	κλητική ενικού του εξαγνισμός
εξαγνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγνισμένο
εξαγνισμένε	verb	κλητική ενικού του εξαγνισμένος
εξαγνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγνισμένη
εξαγνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγνισμένος
εξαγνισμένης	verb	γενική ενικού του εξαγνισμένη
εξαγνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαγνισμένος
εξαγνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγνισμένος
εξαγνισμένος	=	εξαγνίζω
εξαγνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγνισμένος
εξαγνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαγνισμένος
εξαγνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγνισμένος
εξαγνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγνισμός
εξαγνισμού	noun	γενική ενικού του εξαγνισμός
εξαγνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαγνισμός
εξαγνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαγνισμός
εξαγνισμός	noun	καθαρισμός από ηθικό ρύπο, από στίγμα της αμαρτίας
εξαγνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαγνισμός
εξαγνιστήκαμε	=	εξαγνίζω
εξαγνιστήκαν	=	εξαγνίζω
εξαγνιστήκανε	=	εξαγνίζω
εξαγνιστήκατε	=	εξαγνίζω
εξαγνιστήρια	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριας	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριε	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριες	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριο	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριοι	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριος	adj	άλλη μορφή του εξαγνιστικός
εξαγνιστήριου	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριους	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστήριων	=	εξαγνιστήριος
εξαγνιστεί	=	εξαγνίζω
εξαγνιστείς	=	εξαγνίζω
εξαγνιστείτε	=	εξαγνίζω
εξαγνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγνιστικό
εξαγνιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξαγνιστικός
εξαγνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγνιστική
εξαγνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγνιστικός
εξαγνιστικής	adj	γενική ενικού του εξαγνιστική
εξαγνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγνιστικός
εξαγνιστικού	adj	γενική ενικού του εξαγνιστικός
εξαγνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαγνιστικός
εξαγνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαγνιστικός
εξαγνιστικός	adj	που συμβάλλει στον εξαγνισμό
εξαγνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαγνιστικός
εξαγνιστικώς	adv|dated	εξαγνιστικά
εξαγνιστούμε	=	εξαγνίζω
εξαγνιστούν	=	εξαγνίζω
εξαγνιστούνε	=	εξαγνίζω
εξαγνιστώ	=	εξαγνίζω
εξαγομένου	=	εξαγόμενο
εξαγομένων	=	εξαγόμενο
εξαγορά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγοράζω
εξαγοράζαμε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζαν	=	εξαγοράζω
εξαγοράζανε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζατε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζει	=	εξαγοράζω
εξαγοράζεις	=	εξαγοράζω
εξαγοράζεσαι	=	εξαγοράζω
εξαγοράζεστε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζεται	=	εξαγοράζω
εξαγοράζετε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαγοράζω, με εξαγοράζουν
εξαγοράζονται	=	εξαγοράζω
εξαγοράζονταν	=	εξαγοράζω
εξαγοράζοντας	=	εξαγοράζω
εξαγοράζουμε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζουν	=	εξαγοράζω
εξαγοράζουνε	=	εξαγοράζω
εξαγοράζω	verb	αγοράζω κάτι κι αποκτώ κυριότητα σε αυτό
εξαγοράς	noun	γενική ενικού του εξαγορά
εξαγοράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράσαν	=	εξαγοράζω
εξαγοράσανε	=	εξαγοράζω
εξαγοράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαγόραση
εξαγοράσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαγόραση
εξαγοράσιμα	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμε	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμες	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμη	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμης	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμο	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμοι	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμος	adj	που μπορεί να εξαγοραστεί
εξαγοράσιμου	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμους	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσιμων	=	εξαγοράσιμος
εξαγοράσου	=	εξαγοράζω
εξαγοράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγοράστε	=	εξαγοράζω
εξαγοράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγορά
εξαγοραζόμασταν	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόμαστε	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόμενος	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόμουν	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόμουνα	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόντουσαν	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόσασταν	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόσαστε	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόσουν	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόσουνα	=	εξαγοράζω
εξαγοραζόταν	=	εξαγοράζω
εξαγοραζότανε	=	εξαγοράζω
εξαγορασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγορασμένο
εξαγορασμένε	verb	κλητική ενικού του εξαγορασμένος
εξαγορασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγορασμένη
εξαγορασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγορασμένος
εξαγορασμένης	verb	γενική ενικού του εξαγορασμένη
εξαγορασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαγορασμένος
εξαγορασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγορασμένος
εξαγορασμένος	=	εξαγοράζω
εξαγορασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγορασμένος
εξαγορασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαγορασμένος
εξαγορασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγορασμένος
εξαγοραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστήκαν	=	εξαγοράζω
εξαγοραστήκανε	=	εξαγοράζω
εξαγοραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγοραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζομαι
εξαγορών	=	εξαγορά
εξαγρίωνα	=	εξαγριώνω
εξαγρίωναν	=	εξαγριώνω
εξαγρίωνε	=	εξαγριώνω
εξαγρίωνες	=	εξαγριώνω
εξαγρίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγρίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγρίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγρίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγρίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαγριώνω
εξαγρίωσης	noun	γενική ενικού του εξαγρίωση
εξαγριωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθήκαν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωθήκανε	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγριωμένο
εξαγριωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαγριωμένος
εξαγριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγριωμένη
εξαγριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγριωμένος
εξαγριωμένης	verb	γενική ενικού του εξαγριωμένη
εξαγριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαγριωμένος
εξαγριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγριωμένος
εξαγριωμένος	verb	που έχει εξαγριωθεί
εξαγριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγριωμένος
εξαγριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαγριωμένος
εξαγριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγριωμένος
εξαγριωνόμασταν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόμαστε	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόμουν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόμουνα	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόντουσαν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόσασταν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόσαστε	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόσουν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόσουνα	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνόταν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωνότανε	=	εξαγριώνομαι
εξαγριωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγριωτικό
εξαγριωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξαγριωτικός
εξαγριωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγριωτική
εξαγριωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγριωτικός
εξαγριωτικής	adj	γενική ενικού του εξαγριωτική
εξαγριωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγριωτικός
εξαγριωτικού	adj	γενική ενικού του εξαγριωτικός
εξαγριωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαγριωτικός
εξαγριωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαγριωτικός
εξαγριωτικός	adj	που εξαγριώνει
εξαγριωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαγριωτικός
εξαγριώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνομαι
εξαγριώναμε	=	εξαγριώνω
εξαγριώναν	=	εξαγριώνω
εξαγριώνανε	=	εξαγριώνω
εξαγριώνατε	=	εξαγριώνω
εξαγριώνει	=	εξαγριώνω
εξαγριώνεις	=	εξαγριώνω
εξαγριώνεσαι	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώνεστε	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώνεται	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώνετε	=	εξαγριώνω
εξαγριώνομαι	verb	εκνευρίζομαι, γίνομαι εξαιρετικά επιθετικός
εξαγριώνονται	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώνονταν	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώνοντας	=	εξαγριώνω
εξαγριώνου	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώνουμε	=	εξαγριώνω
εξαγριώνουν	=	εξαγριώνω
εξαγριώνουνε	=	εξαγριώνω
εξαγριώνω	verb	κάμω κάτι ή κάποιον πιο άγριο, επιθετικό ή βίαιο
εξαγριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώσαν	=	εξαγριώνω
εξαγριώσανε	=	εξαγριώνω
εξαγριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγρίωση
εξαγριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαγρίωση
εξαγριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαγρίωση
εξαγριώσου	=	εξαγριώνομαι
εξαγριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαγριώνω
εξαγωγά	=	εξαγωγός
εξαγωγέ	=	εξαγωγός
εξαγωγέα	=	εξαγωγέας
εξαγωγέας	noun	που ασχολείται με την εξαγωγή εμπορευμάτων
εξαγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγωγή
εξαγωγέων	=	εξαγωγέας
εξαγωγέως	=	εξαγωγέας
εξαγωγή	noun	η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο βγαίνει από τη θέση του, το βγάλσιμο, η αφαίρεση
εξαγωγής	=	εξαγωγή
εξαγωγείς	=	εξαγωγέας
εξαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγωγικό
εξαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του εξαγωγικός
εξαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγωγική
εξαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγωγικός
εξαγωγικής	adj	γενική ενικού του εξαγωγική
εξαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγωγικός
εξαγωγικού	adj	γενική ενικού του εξαγωγικός
εξαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαγωγικός
εξαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαγωγικός
εξαγωγικός	adj	σχετικός με την εξαγωγή εμπορευμάτων
εξαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαγωγικός
εξαγωγοί	=	εξαγωγός
εξαγωγού	=	εξαγωγός
εξαγωγούς	=	εξαγωγός
εξαγωγό	=	εξαγωγός
εξαγωγός	adj	που εξάγει
εξαγωγών	=	εξαγωγή
εξαγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγωνικό
εξαγωνικέ	adj	κλητική ενικού του εξαγωνικός
εξαγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγωνική
εξαγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγωνικός
εξαγωνικής	adj	γενική ενικού του εξαγωνική
εξαγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγωνικός
εξαγωνικού	adj	γενική ενικού του εξαγωνικός
εξαγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαγωνικός
εξαγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαγωνικός
εξαγωνικός	adj	που έχει σχήμα εξαγώνου
εξαγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαγωνικός
εξαγόμασταν	=	εξάγομαι
εξαγόμαστε	=	εξάγομαι
εξαγόμενα	=	εξαγόμενο
εξαγόμενε	=	εξαγόμενος
εξαγόμενες	=	εξαγόμενος
εξαγόμενη	=	εξαγόμενος
εξαγόμενης	=	εξαγόμενος
εξαγόμενο	noun	ό,τι εξάγεται ως αποτέλεσμα ή συμπέρασμα
εξαγόμενοι	=	εξαγόμενος
εξαγόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εξάγω
εξαγόμενου	=	εξαγόμενο
εξαγόμενους	=	εξαγόμενος
εξαγόμενων	=	εξαγόμενο
εξαγόμουν	=	εξάγομαι
εξαγόμουνα	=	εξάγομαι
εξαγόντουσαν	=	εξάγομαι
εξαγόραζα	=	εξαγοράζω
εξαγόραζαν	=	εξαγοράζω
εξαγόραζε	=	εξαγοράζω
εξαγόραζες	=	εξαγοράζω
εξαγόρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγόρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγόρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγόρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαγοράζω
εξαγόραση	noun|rare	άλλη μορφή του εξαγορά
εξαγόρασης	noun	γενική ενικού του εξαγόραση
εξαγόσασταν	=	εξάγομαι
εξαγόσαστε	=	εξάγομαι
εξαγόσουν	=	εξάγομαι
εξαγόσουνα	=	εξάγομαι
εξαγόταν	=	εξάγομαι
εξαγότανε	=	εξάγομαι
εξαγώγιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγώγιμο
εξαγώγιμε	adj	κλητική ενικού του εξαγώγιμος
εξαγώγιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαγώγιμη
εξαγώγιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαγώγιμος
εξαγώγιμης	adj	γενική ενικού του εξαγώγιμη
εξαγώγιμο	adj	αιτιατική ενικού του εξαγώγιμος
εξαγώγιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαγώγιμος
εξαγώγιμος	adj	που είναι δυνατόν να εξαχθεί
εξαγώγιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαγώγιμος
εξαγώγιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαγώγιμος
εξαγώγιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαγώγιμος
εξαγώνου	=	εξάγωνο
εξαγώνων	=	εξάγωνο
εξαδάκτυλα	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλε	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλες	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλη	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλης	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλο	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλοι	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλος	adj	που έχει έξι δάχτυλα σε ένα ή σε κάθε του χέρι ή πόδι
εξαδάκτυλου	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλους	=	εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλων	=	εξαδάκτυλος
εξαδάχτυλα	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλε	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλες	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλη	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλης	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλο	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλοι	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλος	adj	που έχει έξι δάχτυλα σε ένα ή σε κάθε του χέρι ή πόδι
εξαδάχτυλου	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλους	=	εξαδάχτυλος
εξαδάχτυλων	=	εξαδάχτυλος
εξαδέλφες	=	εξαδέλφη
εξαδέλφη	noun	άλλη μορφή του ξαδέλφη
εξαδέλφης	=	εξαδέλφη
εξαδέλφου	=	εξάδελφος
εξαδέλφους	=	εξάδελφος
εξαδέλφων	=	εξάδελφος
εξαδέρφες	=	εξαδέρφη
εξαδέρφη	noun	άλλη μορφή του ξαδέλφη
εξαδέρφης	=	εξαδέρφη
εξαδέρφου	=	εξάδερφος
εξαδέρφους	=	εξάδερφος
εξαδέρφων	=	εξάδερφος
εξαδελφούλα	noun	άλλη μορφή του ξαδερφούλα
εξαδελφούλας	=	εξαδελφούλα
εξαδελφούλες	=	εξαδελφούλα
εξαδελφών	=	εξαδέλφη
εξαδερφών	=	εξαδέρφη
εξαερίζαμε	=	εξαερίζω
εξαερίζαν	=	εξαερίζω
εξαερίζανε	=	εξαερίζω
εξαερίζατε	=	εξαερίζω
εξαερίζει	=	εξαερίζω
εξαερίζεις	=	εξαερίζω
εξαερίζεσαι	=	εξαερίζω
εξαερίζεστε	=	εξαερίζω
εξαερίζεται	=	εξαερίζω
εξαερίζετε	=	εξαερίζω
εξαερίζομαι	=	εξαερίζω
εξαερίζονται	=	εξαερίζω
εξαερίζονταν	=	εξαερίζω
εξαερίζοντας	=	εξαερίζω
εξαερίζουμε	=	εξαερίζω
εξαερίζουν	=	εξαερίζω
εξαερίζουνε	=	εξαερίζω
εξαερίζω	verb	κάνω εξαερισμό
εξαερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίσαν	=	εξαερίζω
εξαερίσανε	=	εξαερίζω
εξαερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίσου	=	εξαερίζω
εξαερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίστε	=	εξαερίζω
εξαερίστηκα	=	εξαερίζω
εξαερίστηκαν	=	εξαερίζω
εξαερίστηκε	=	εξαερίζω
εξαερίστηκες	=	εξαερίζω
εξαερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερίζω
εξαερίωνα	=	εξαεριώνω
εξαερίωναν	=	εξαεριώνω
εξαερίωνε	=	εξαεριώνω
εξαερίωνες	=	εξαεριώνω
εξαερίωσα	=	εξαεριώνω
εξαερίωσαν	=	εξαεριώνω
εξαερίωσε	=	εξαεριώνω
εξαερίωσες	=	εξαεριώνω
εξαερίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαεριώνω
εξαερίωσης	=	εξαερίωση
εξαεριζόμασταν	=	εξαερίζω
εξαεριζόμαστε	=	εξαερίζω
εξαεριζόμενος	=	εξαερίζω
εξαεριζόμουν	=	εξαερίζω
εξαεριζόμουνα	=	εξαερίζω
εξαεριζόντουσαν	=	εξαερίζω
εξαεριζόσασταν	=	εξαερίζω
εξαεριζόσαστε	=	εξαερίζω
εξαεριζόσουν	=	εξαερίζω
εξαεριζόσουνα	=	εξαερίζω
εξαεριζόταν	=	εξαερίζω
εξαεριζότανε	=	εξαερίζω
εξαερισμέ	noun	κλητική ενικού του εξαερισμός
εξαερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαερισμένο
εξαερισμένε	verb	κλητική ενικού του εξαερισμένος
εξαερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαερισμένη
εξαερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαερισμένος
εξαερισμένης	verb	γενική ενικού του εξαερισμένη
εξαερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαερισμένος
εξαερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαερισμένος
εξαερισμένος	=	εξαερίζω
εξαερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαερισμένος
εξαερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαερισμένος
εξαερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαερισμένος
εξαερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαερισμός
εξαερισμού	noun	γενική ενικού του εξαερισμός
εξαερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαερισμός
εξαερισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαερισμός
εξαερισμός	noun	η απομάκρυνση του αέρα από κάποιον (κλειστό) χώρο
εξαερισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαερισμός
εξαεριστήκαμε	=	εξαερίζω
εξαεριστήκαν	=	εξαερίζω
εξαεριστήκανε	=	εξαερίζω
εξαεριστήκατε	=	εξαερίζω
εξαεριστήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξαεριστήρας
εξαεριστήρας	noun	ηλεκτρικός μηχανισμός με φτερωτή που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του αέρα από το εσωτερικό χώρου
εξαεριστήρες	=	εξαεριστήρας
εξαεριστήρων	=	εξαεριστήρας
εξαεριστεί	=	εξαερίζω
εξαεριστείτε	=	εξαερίζω
εξαεριστικά	=	εξαεριστικός
εξαεριστικέ	=	εξαεριστικός
εξαεριστικές	=	εξαεριστικός
εξαεριστική	=	εξαεριστικός
εξαεριστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξαεριστική) του εξαεριστικός
εξαεριστικοί	=	εξαεριστικός
εξαεριστικού	=	εξαεριστικός
εξαεριστικούς	=	εξαεριστικός
εξαεριστικό	=	εξαεριστικός
εξαεριστικός	adj	που έχει λειτουργία εξαερισμού
εξαεριστικών	=	εξαεριστικός
εξαεριωθήκαμε	=	εξαεριώνω
εξαεριωθήκαν	=	εξαεριώνω
εξαεριωθήκανε	=	εξαεριώνω
εξαεριωθήκατε	=	εξαεριώνω
εξαεριωθεί	=	εξαεριώνω
εξαεριωθείτε	=	εξαεριώνω
εξαεριωμένος	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόμασταν	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόμαστε	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόμουν	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόμουνα	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόντουσαν	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόσασταν	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόσαστε	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόσουν	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόσουνα	=	εξαεριώνω
εξαεριωνόταν	=	εξαεριώνω
εξαεριωνότανε	=	εξαεριώνω
εξαεριωτές	=	εξαεριωτής
εξαεριωτή	=	εξαεριωτής
εξαεριωτήρας	=	εξαερωτήρας
εξαεριωτής	noun	το καρμπιρατέρ
εξαεριωτών	=	εξαεριωτής
εξαεριώθηκα	=	εξαεριώνω
εξαεριώθηκαν	=	εξαεριώνω
εξαεριώθηκε	=	εξαεριώνω
εξαεριώθηκες	=	εξαεριώνω
εξαεριώναμε	=	εξαεριώνω
εξαεριώναν	=	εξαεριώνω
εξαεριώνανε	=	εξαεριώνω
εξαεριώνατε	=	εξαεριώνω
εξαεριώνει	=	εξαεριώνω
εξαεριώνεις	=	εξαεριώνω
εξαεριώνεσαι	=	εξαεριώνω
εξαεριώνεστε	=	εξαεριώνω
εξαεριώνεται	=	εξαεριώνω
εξαεριώνετε	=	εξαεριώνω
εξαεριώνομαι	=	εξαεριώνω
εξαεριώνονται	=	εξαεριώνω
εξαεριώνονταν	=	εξαεριώνω
εξαεριώνοντας	=	εξαεριώνω
εξαεριώνουμε	=	εξαεριώνω
εξαεριώνουν	=	εξαεριώνω
εξαεριώνουνε	=	εξαεριώνω
εξαεριώνω	verb	μετατρέπω μια ουσία, στερεή ή υγρή, σε αέρια μορφή
εξαεριώσαμε	=	εξαεριώνω
εξαεριώσαν	=	εξαεριώνω
εξαεριώσανε	=	εξαεριώνω
εξαεριώσατε	=	εξαεριώνω
εξαεριώσει	=	εξαεριώνω
εξαεριώσεις	=	εξαερίωση
εξαεριώσεων	=	εξαερίωση
εξαεριώσου	=	εξαεριώνω
εξαεριώστε	=	εξαεριώνω
εξαερωθήκαμε	=	εξαερώνω
εξαερωθήκαν	=	εξαερώνω
εξαερωθήκανε	=	εξαερώνω
εξαερωθήκατε	=	εξαερώνω
εξαερωθεί	=	εξαερώνω
εξαερωθείτε	=	εξαερώνω
εξαερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαερωμένο
εξαερωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαερωμένος
εξαερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαερωμένη
εξαερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαερωμένος
εξαερωμένης	verb	γενική ενικού του εξαερωμένη
εξαερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαερωμένος
εξαερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαερωμένος
εξαερωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξαερώνω
εξαερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαερωμένος
εξαερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαερωμένος
εξαερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαερωμένος
εξαερωνόμασταν	=	εξαερώνω
εξαερωνόμαστε	=	εξαερώνω
εξαερωνόμουν	=	εξαερώνω
εξαερωνόμουνα	=	εξαερώνω
εξαερωνόντουσαν	=	εξαερώνω
εξαερωνόσασταν	=	εξαερώνω
εξαερωνόσαστε	=	εξαερώνω
εξαερωνόσουν	=	εξαερώνω
εξαερωνόσουνα	=	εξαερώνω
εξαερωνόταν	=	εξαερώνω
εξαερωνότανε	=	εξαερώνω
εξαερωτές	=	εξαερωτής
εξαερωτή	=	εξαερωτής
εξαερωτήρα	=	εξαερωτήρας
εξαερωτήρας	noun	το καρμπιρατέρ
εξαερωτήρες	=	εξαερωτήρας
εξαερωτήρων	=	εξαερωτήρας
εξαερωτής	noun	το καρμπιρατέρ
εξαερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαερωτικό
εξαερωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξαερωτικός
εξαερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαερωτική
εξαερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαερωτικός
εξαερωτικής	adj	γενική ενικού του εξαερωτική
εξαερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαερωτικός
εξαερωτικού	adj	γενική ενικού του εξαερωτικός
εξαερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαερωτικός
εξαερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαερωτικός
εξαερωτικός	adj	που προκαλεί την εξαέρωση
εξαερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαερωτικός
εξαερωτών	=	εξαερωτής
εξαερώθηκα	=	εξαερώνω
εξαερώθηκαν	=	εξαερώνω
εξαερώθηκε	=	εξαερώνω
εξαερώθηκες	=	εξαερώνω
εξαερώναμε	=	εξαερώνω
εξαερώναν	=	εξαερώνω
εξαερώνανε	=	εξαερώνω
εξαερώνατε	=	εξαερώνω
εξαερώνει	=	εξαερώνω
εξαερώνεις	=	εξαερώνω
εξαερώνεσαι	=	εξαερώνω
εξαερώνεστε	=	εξαερώνω
εξαερώνεται	=	εξαερώνω
εξαερώνετε	=	εξαερώνω
εξαερώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαερώνω
εξαερώνονται	=	εξαερώνω
εξαερώνονταν	=	εξαερώνω
εξαερώνοντας	=	εξαερώνω
εξαερώνουμε	=	εξαερώνω
εξαερώνουν	=	εξαερώνω
εξαερώνουνε	=	εξαερώνω
εξαερώνω	verb	αφαιρώ τον αέρα από κάπου, κάνω εξαέρωση σε κάποια συσκευή
εξαερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώσαν	=	εξαερώνω
εξαερώσανε	=	εξαερώνω
εξαερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαέρωση
εξαερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαέρωση
εξαερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαέρωση
εξαερώσου	=	εξαερώνω
εξαερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαερώνω
εξαετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξαετής
εξαετή	=	εξαετής
εξαετής	adj	που διαρκεί έξι έτη, έξι χρόνια
εξαετία	noun	χρονικό διάστημα έξι ετών
εξαετίας	noun	γενική ενικού του εξαετία
εξαετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαετία
εξαετείς	=	εξαετής
εξαετιών	noun	γενική πληθυντικού του εξαετία
εξαετούς	=	εξαετής
εξαετών	adj	γενική πληθυντικού του εξαετής
εξαθέσια	=	εξαθέσιος
εξαθέσιας	=	εξαθέσιος
εξαθέσιε	=	εξαθέσιος
εξαθέσιες	=	εξαθέσιος
εξαθέσιο	=	εξαθέσιος
εξαθέσιοι	=	εξαθέσιος
εξαθέσιος	adj	που είναι σχεδιασμένος να εξυπηρετεί ή να χωρά έξι άτομα ταυτόχρονα
εξαθέσιου	=	εξαθέσιος
εξαθέσιους	=	εξαθέσιος
εξαθέσιων	=	εξαθέσιος
εξαθλίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλίωση	noun	η άσχημη, άθλια κατάσταση, κυρίως από υλική άποψη
εξαθλίωσης	=	εξαθλίωση
εξαθλιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαθλιωμένο
εξαθλιωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαθλιωμένος
εξαθλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαθλιωμένη
εξαθλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαθλιωμένος
εξαθλιωμένης	verb	γενική ενικού του εξαθλιωμένη
εξαθλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαθλιωμένος
εξαθλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαθλιωμένος
εξαθλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαθλιωμένος
εξαθλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαθλιωμένος
εξαθλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαθλιωμένος
εξαθλιωτικά	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικέ	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικές	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτική	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξαθλιωτική) του εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικοί	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικού	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικούς	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικό	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιωτικός	adj	που οδηγεί στην εξαθλίωση, συνήθως οικονομική
εξαθλιωτικών	=	εξαθλιωτικός
εξαθλιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνομαι
εξαθλιώνομαι	verb	περιπίπτω, καταντώ σε άθλια κατάσταση, ως αποτέλεσμα δικών μου επιλογών ή υπό την πίεση συνθηκών ξεπέφτω, πέφτω πολύ χαμηλά, οικονομικά και, γενικότερα, κοινωνικά
εξαθλιώνω	verb	οδηγώ κάποιον σε κατάσταση αθλιότητας, προκαλώ εξαθλίωση
εξαθλιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαθλίωση
εξαθλιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώσεων	=	εξαθλίωση
εξαθλιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαθλιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαθλιώνω
εξαιρέθηκα	=	εξαιρώ
εξαιρέθηκαν	=	εξαιρώ
εξαιρέθηκε	=	εξαιρώ
εξαιρέθηκες	=	εξαιρώ
εξαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέσαν	=	εξαιρώ
εξαιρέσανε	=	εξαιρώ
εξαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του εξαιρώ
εξαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαίρεση
εξαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαίρεση
εξαιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαίρεση
εξαιρέσιμα	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμε	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμες	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμη	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμης	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμο	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμοι	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμος	adj	που μπορεί να εξαιρεθεί
εξαιρέσιμου	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμους	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσιμων	=	εξαιρέσιμος
εξαιρέσου	=	εξαιρώ
εξαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιρώ
εξαιρέτως	adv|dated	εξαίρετα
εξαιρεί	=	εξαιρώ
εξαιρείς	=	εξαιρώ
εξαιρείσαι	=	εξαιρώ
εξαιρείστε	=	εξαιρώ
εξαιρείται	=	εξαιρώ
εξαιρείτε	=	εξαιρώ
εξαιρεθήκαμε	=	εξαιρώ
εξαιρεθήκαν	=	εξαιρώ
εξαιρεθήκανε	=	εξαιρώ
εξαιρεθήκατε	=	εξαιρώ
εξαιρεθεί	=	εξαιρώ
εξαιρεθείτε	=	εξαιρώ
εξαιρεμένος	=	εξαιρώ
εξαιρετέα	=	εξαιρετέος
εξαιρετέας	=	εξαιρετέος
εξαιρετέε	=	εξαιρετέος
εξαιρετέες	=	εξαιρετέος
εξαιρετέο	=	εξαιρετέος
εξαιρετέοι	=	εξαιρετέος
εξαιρετέος	adj	που πρέπει να εξαιρεθεί
εξαιρετέου	=	εξαιρετέος
εξαιρετέους	=	εξαιρετέος
εξαιρετέων	=	εξαιρετέος
εξαιρετή	=	εξαιρετός
εξαιρετικά	adv	υπέροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαιρετικό
εξαιρετικέ	adj	κλητική ενικού του εξαιρετικός
εξαιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαιρετική
εξαιρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαιρετικός
εξαιρετικής	adj	γενική ενικού του εξαιρετική
εξαιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαιρετικός
εξαιρετικοτήτων	=	εξαιρετικότητα
εξαιρετικού	adj	γενική ενικού του εξαιρετικός
εξαιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαιρετικός
εξαιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαιρετικός
εξαιρετικός	adj	που ξεχωρίζει θετικά (ανάμεσα στους ομοίους του)
εξαιρετικότατα	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατε	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατες	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατη	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατης	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατο	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατοι	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατος	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατου	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατους	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότατων	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερα	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερε	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερες	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερη	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερης	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερο	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότεροι	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερος	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερου	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερους	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότερων	=	εξαιρετικός
εξαιρετικότητα	noun	η ιδιότητα του εξαιρετικού, το να είναι κάποιος εξαιρετικός
εξαιρετικότητας	=	εξαιρετικότητα
εξαιρετικότητες	=	εξαιρετικότητα
εξαιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαιρετικός
εξαιρετικώς	adv|dated	εξαιρετικά, πάρα πολύ
εξαιρετό	=	εξαιρετός
εξαιρετός	adj	που μπορεί να εξαιρεθεί
εξαιρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαιρώ
εξαιρούμασταν	=	εξαιρώ
εξαιρούμαστε	=	εξαιρώ
εξαιρούμε	=	εξαιρώ
εξαιρούμενος	=	εξαιρώ
εξαιρούμουν	=	εξαιρώ
εξαιρούν	=	εξαιρώ
εξαιρούνε	=	εξαιρώ
εξαιρούνται	=	εξαιρώ
εξαιρούνταν	adj	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του εξαιρούμαι
εξαιρούσα	=	εξαιρώ
εξαιρούσαμε	=	εξαιρώ
εξαιρούσαν	=	εξαιρώ
εξαιρούσανε	=	εξαιρώ
εξαιρούσασταν	=	εξαιρώ
εξαιρούσαστε	=	εξαιρώ
εξαιρούσατε	=	εξαιρώ
εξαιρούσε	=	εξαιρώ
εξαιρούσες	=	εξαιρώ
εξαιρούσουν	=	εξαιρώ
εξαιρόμαστε	=	εξαίρω
εξαιρόμεθα	=	εξαίρω
εξαιρόμενος	=	εξαίρω
εξαιρώ	verb	αφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου
εξαιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξαιρώ
εξαισίως	adv|dated	εξαίσια
εξαιτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτίας	prep	δηλώνει αιτία αρνητικής εξέλιξης
εξαιτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαιτούμαι
εξαιτούμαι	verb|archaic	ζητώ κάτι για κάποιο λόγο ή σκοπό
εξακολουθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσαν	=	εξακολουθώ
εξακολουθήσανε	=	εξακολουθώ
εξακολουθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξακολούθηση
εξακολουθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξακολούθηση
εξακολουθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθήσουνε	=	εξακολουθώ
εξακολουθήστε	=	εξακολουθώ
εξακολουθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολουθεί	=	εξακολουθώ
εξακολουθείς	=	εξακολουθώ
εξακολουθείτε	=	εξακολουθώ
εξακολουθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξακολουθητικός	adv	χωρίς παύση
εξακολουθητικέ	adj	κλητική ενικού του εξακολουθητικός
εξακολουθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακολουθητική
εξακολουθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξακολουθητικός
εξακολουθητικής	adj	γενική ενικού του εξακολουθητική
εξακολουθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακολουθητικός
εξακολουθητικού	adj	γενική ενικού του εξακολουθητικός
εξακολουθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξακολουθητικός
εξακολουθητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξακολουθητικός
εξακολουθητικός	adj	που δεν σταματά, που συνεχίζει
εξακολουθητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξακολουθητικός
εξακολουθητικώς	adv|dated	εξακολουθητικά
εξακολουθούμε	=	εξακολουθώ
εξακολουθούν	=	εξακολουθώ
εξακολουθούνε	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσα	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσαμε	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσαν	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσανε	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσατε	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσε	=	εξακολουθώ
εξακολουθούσες	=	εξακολουθώ
εξακολουθώ	verb	συνεχίζω κάτι που έκανα
εξακολουθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξακολουθώ
εξακολούθει	=	εξακολουθώ
εξακολούθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολούθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολούθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολούθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακολουθώ
εξακολούθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξακολουθώ
εξακολούθησης	noun	γενική ενικού του εξακολούθηση
εξακοντίζαμε	=	εξακοντίζω
εξακοντίζαν	=	εξακοντίζω
εξακοντίζανε	=	εξακοντίζω
εξακοντίζατε	=	εξακοντίζω
εξακοντίζει	=	εξακοντίζω
εξακοντίζεις	=	εξακοντίζω
εξακοντίζετε	=	εξακοντίζω
εξακοντίζοντας	=	εξακοντίζω
εξακοντίζουμε	=	εξακοντίζω
εξακοντίζουν	=	εξακοντίζω
εξακοντίζουνε	=	εξακοντίζω
εξακοντίζω	verb	ρίχνω με ορμή, εκτινάσσω, βάλλω εξ αποστάσεως
εξακοντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίσαν	=	εξακοντίζω
εξακοντίσανε	=	εξακοντίζω
εξακοντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακόντιση
εξακοντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξακόντιση
εξακοντίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξακόντιση
εξακοντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακοντισμέ	noun	κλητική ενικού του εξακοντισμός
εξακοντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακοντισμένο
εξακοντισμένε	verb	κλητική ενικού του εξακοντισμένος
εξακοντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακοντισμένη
εξακοντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξακοντισμένος
εξακοντισμένης	verb	γενική ενικού του εξακοντισμένη
εξακοντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξακοντισμένος
εξακοντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακοντισμένος
εξακοντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξακοντισμένος
εξακοντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξακοντισμένος
εξακοντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξακοντισμένος
εξακοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακοντισμός
εξακοντισμού	noun	γενική ενικού του εξακοντισμός
εξακοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξακοντισμός
εξακοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξακοντισμός
εξακοντισμός	noun	άλλη μορφή του εξακόντιση
εξακοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξακοντισμός
εξακοντιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακοντιστικό
εξακοντιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξακοντιστικός
εξακοντιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακοντιστική
εξακοντιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξακοντιστικός
εξακοντιστικής	adj	γενική ενικού του εξακοντιστική
εξακοντιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακοντιστικός
εξακοντιστικού	adj	γενική ενικού του εξακοντιστικός
εξακοντιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξακοντιστικός
εξακοντιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξακοντιστικός
εξακοντιστικός	adj	που εξακοντίζει
εξακοντιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξακοντιστικός
εξακοσάρα	noun	μοτοσικλέτα με κινητήρα κυβισμού περίπου εξακοσίων κυβικών εκατοστών
εξακοσάρας	=	εξακοσάρα
εξακοσάρες	=	εξακοσάρα
εξακοσάρι	noun	όχημα, κυρίως μοτοσικλέτα, με κινητήρα κυβισμού περίπου εξακοσίων κυβικών εκατοστών
εξακοσάρια	=	εξακοσάρι
εξακοσάρων	=	εξακοσάρα
εξακοσίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του εξακόσιοι
εξακοσαριά	noun	περίπου εξακόσια
εξακοσαριάς	noun	γενική ενικού του εξακοσαριά
εξακοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακοσαριά
εξακοσαριού	=	εξακοσάρι
εξακοσαριών	=	εξακοσαριά
εξακοσιετηρίδα	noun|formal	εξακοσιοστή επέτειος από κάποιο γεγονός καθώς και ο σχετικός εορτασμός
εξακοσιετηρίδας	=	εξακοσιετηρίδα
εξακοσιετηρίδες	=	εξακοσιετηρίδα
εξακοσιετηρίδων	=	εξακοσιετηρίδα
εξακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξακοσιοστός
εξακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του εξακοσιοστός
εξακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακοσιοστή
εξακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξακοσιοστός
εξακοσιοστής	adj	γενική ενικού του εξακοσιοστή
εξακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακοσιοστός
εξακοσιοστού	adj	γενική ενικού του εξακοσιοστός
εξακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξακοσιοστός
εξακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του εξακοσιοστός
εξακοσιοστός	adj	που βρίσκεται στη θέση ή τη σειρά με τον αριθμό εξακόσια
εξακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του εξακοσιοστός
εξακρίβωνα	=	εξακριβώνω
εξακρίβωναν	=	εξακριβώνω
εξακρίβωνε	=	εξακριβώνω
εξακρίβωνες	=	εξακριβώνω
εξακρίβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακρίβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακρίβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακρίβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακρίβωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξακριβώνω
εξακρίβωσης	noun	γενική ενικού του εξακρίβωση
εξακριβωθήκαμε	=	εξακριβώνω
εξακριβωθήκαν	=	εξακριβώνω
εξακριβωθήκανε	=	εξακριβώνω
εξακριβωθήκατε	=	εξακριβώνω
εξακριβωθεί	=	εξακριβώνω
εξακριβωθείτε	=	εξακριβώνω
εξακριβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξακριβωμένος	adv	με εξακρίβωση
εξακριβωμένε	verb	κλητική ενικού του εξακριβωμένος
εξακριβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακριβωμένη
εξακριβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξακριβωμένος
εξακριβωμένης	verb	γενική ενικού του εξακριβωμένη
εξακριβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξακριβωμένος
εξακριβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακριβωμένος
εξακριβωμένος	verb	που έχει εξακριβωθεί
εξακριβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξακριβωμένος
εξακριβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξακριβωμένος
εξακριβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξακριβωμένος
εξακριβωνόμασταν	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόμαστε	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόμουν	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόμουνα	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόντουσαν	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόσασταν	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόσαστε	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόσουν	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόσουνα	=	εξακριβώνω
εξακριβωνόταν	=	εξακριβώνω
εξακριβωνότανε	=	εξακριβώνω
εξακριβωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακριβωτικό
εξακριβωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξακριβωτικός
εξακριβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακριβωτική
εξακριβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξακριβωτικός
εξακριβωτικής	adj	γενική ενικού του εξακριβωτική
εξακριβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξακριβωτικός
εξακριβωτικού	adj	γενική ενικού του εξακριβωτικός
εξακριβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξακριβωτικός
εξακριβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξακριβωτικός
εξακριβωτικός	adj	που χρησιμεύει στην εξακρίβωση
εξακριβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξακριβωτικός
εξακριβώθηκα	=	εξακριβώνω
εξακριβώθηκαν	=	εξακριβώνω
εξακριβώθηκε	=	εξακριβώνω
εξακριβώθηκες	=	εξακριβώνω
εξακριβώναμε	=	εξακριβώνω
εξακριβώναν	=	εξακριβώνω
εξακριβώνανε	=	εξακριβώνω
εξακριβώνατε	=	εξακριβώνω
εξακριβώνει	=	εξακριβώνω
εξακριβώνεις	=	εξακριβώνω
εξακριβώνεσαι	=	εξακριβώνω
εξακριβώνεστε	=	εξακριβώνω
εξακριβώνεται	=	εξακριβώνω
εξακριβώνετε	=	εξακριβώνω
εξακριβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώνομε	verb	λόγια παρωχημένη μορφή του εξακριβώνουμε, α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώνονται	=	εξακριβώνω
εξακριβώνονταν	=	εξακριβώνω
εξακριβώνοντας	=	εξακριβώνω
εξακριβώνουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώνουν	=	εξακριβώνω
εξακριβώνουνε	=	εξακριβώνω
εξακριβώνω	verb	διαπιστώνω, ελέγχω, επαληθεύω
εξακριβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώσαν	=	εξακριβώνω
εξακριβώσανε	=	εξακριβώνω
εξακριβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξακρίβωση
εξακριβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξακρίβωση
εξακριβώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξακρίβωση
εξακριβώσιμα	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμε	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμες	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμη	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμης	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμο	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμοι	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμος	adj|formal	που μπορεί να εξακριβωθεί
εξακριβώσιμου	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμους	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσιμων	=	εξακριβώσιμος
εξακριβώσου	=	εξακριβώνω
εξακριβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακριβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξακριβώνω
εξακτίνωνα	=	εξακτινώνω
εξακτίνωναν	=	εξακτινώνω
εξακτίνωνε	=	εξακτινώνω
εξακτίνωνες	=	εξακτινώνω
εξακτίνωσα	=	εξακτινώνω
εξακτίνωσαν	=	εξακτινώνω
εξακτίνωσε	=	εξακτινώνω
εξακτίνωσες	=	εξακτινώνω
εξακτίνωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξακτινώνω
εξακτίνωσης	=	εξακτίνωση
εξακτικά	=	εξακτικός
εξακτικέ	=	εξακτικός
εξακτικές	=	εξακτική
εξακτική	noun	κλάδος της οδοντιατρικής που μελετά και εφαρμόζει τις μεθόδους αφαίρεσης δοντιών ή οδοντικών ριζών, όταν η διατήρησή τους δεν είναι δυνατή ή ενδείκνυται θεραπευτικά
εξακτικής	=	εξακτική
εξακτικοί	=	εξακτικός
εξακτικού	=	εξακτικός
εξακτικούς	=	εξακτικός
εξακτικό	=	εξακτικός
εξακτικός	adj|formal	που έχει σχέση με εξαγωγή ή αναφέρεται σʼ αυτή
εξακτικών	=	εξακτική
εξακτινωθήκαμε	=	εξακτινώνω
εξακτινωθήκαν	=	εξακτινώνω
εξακτινωθήκανε	=	εξακτινώνω
εξακτινωθήκατε	=	εξακτινώνω
εξακτινωθεί	=	εξακτινώνω
εξακτινωθείτε	=	εξακτινώνω
εξακτινωμένος	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόμασταν	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόμαστε	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόμουν	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόμουνα	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόντουσαν	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόσασταν	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόσαστε	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόσουν	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόσουνα	=	εξακτινώνω
εξακτινωνόταν	=	εξακτινώνω
εξακτινωνότανε	=	εξακτινώνω
εξακτινώθηκα	=	εξακτινώνω
εξακτινώθηκαν	=	εξακτινώνω
εξακτινώθηκε	=	εξακτινώνω
εξακτινώθηκες	=	εξακτινώνω
εξακτινώναμε	=	εξακτινώνω
εξακτινώναν	=	εξακτινώνω
εξακτινώνανε	=	εξακτινώνω
εξακτινώνατε	=	εξακτινώνω
εξακτινώνει	=	εξακτινώνω
εξακτινώνεις	=	εξακτινώνω
εξακτινώνεσαι	=	εξακτινώνω
εξακτινώνεστε	=	εξακτινώνω
εξακτινώνεται	=	εξακτινώνω
εξακτινώνετε	=	εξακτινώνω
εξακτινώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξακτινώνω
εξακτινώνονται	=	εξακτινώνω
εξακτινώνονταν	=	εξακτινώνω
εξακτινώνοντας	=	εξακτινώνω
εξακτινώνουμε	=	εξακτινώνω
εξακτινώνουν	=	εξακτινώνω
εξακτινώνουνε	=	εξακτινώνω
εξακτινώνω	verb|formal	διαχέω, εξαπλώνω (με βάση κάποιο κέντρο)
εξακτινώσαμε	=	εξακτινώνω
εξακτινώσαν	=	εξακτινώνω
εξακτινώσανε	=	εξακτινώνω
εξακτινώσατε	=	εξακτινώνω
εξακτινώσει	=	εξακτινώνω
εξακτινώσεις	=	εξακτίνωση
εξακτινώσεων	=	εξακτίνωση
εξακτινώσου	=	εξακτινώνω
εξακτινώστε	=	εξακτινώνω
εξακόντιζα	=	εξακοντίζω
εξακόντιζαν	=	εξακοντίζω
εξακόντιζε	=	εξακοντίζω
εξακόντιζες	=	εξακοντίζω
εξακόντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακόντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακόντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακόντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξακοντίζω
εξακόντιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξακοντίζω
εξακόντισης	noun	γενική ενικού του εξακόντιση
εξακόσα	=	εξακόσια
εξακόσια	num	ο αριθμός 600
εξακόσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του εξακόσιοι
εξακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε έξι εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι εξακόσια (600)
εξακόσοι	num	εξακόσιοι
εξακύλινδρε	=	εξακύλινδρος
εξακύλινδρη	=	εξακύλινδρος
εξακύλινδρο	=	εξακύλινδρος
εξακύλινδροι	=	εξακύλινδρος
εξακύλινδρος	adj	που αποτελείται από έξι κυλίνδρους
εξακύλινδρου	=	εξακύλινδρος
εξακύλινδρους	=	εξακύλινδρος
εξακύλινδρων	=	εξακύλινδρος
εξαλάτωση	noun	η προσθήκη άλατος σε διάλυμα για την καθίζηση πρωτεΐνης ή άλλης ουσίας
εξαλάτωσης	noun	γενική ενικού του εξαλάτωση
εξαλίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαλιεύω
εξαλίευσης	noun	γενική ενικού του εξαλίευση
εξαλατώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαλάτωση
εξαλατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαλάτωση
εξαλατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαλάτωση
εξαλείπτρου	=	εξάλειπτρο
εξαλείπτρων	=	εξάλειπτρο
εξαλείφαμε	=	εξαλείφω
εξαλείφαν	=	εξαλείφω
εξαλείφανε	=	εξαλείφω
εξαλείφατε	=	εξαλείφω
εξαλείφει	=	εξαλείφω
εξαλείφεις	=	εξαλείφω
εξαλείφεσαι	=	εξαλείφω
εξαλείφεσθε	=	εξαλείφω
εξαλείφεστε	=	εξαλείφω
εξαλείφεται	=	εξαλείφω
εξαλείφετε	=	εξαλείφω
εξαλείφθηκα	=	εξαλείφω
εξαλείφθηκαν	=	εξαλείφω
εξαλείφθηκε	=	εξαλείφω
εξαλείφθηκες	=	εξαλείφω
εξαλείφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαλείφω
εξαλείφομε	=	εξαλείφω
εξαλείφονται	=	εξαλείφω
εξαλείφονταν	=	εξαλείφω
εξαλείφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξαλείφω
εξαλείφουμε	=	εξαλείφω
εξαλείφτηκα	=	εξαλείφομαι
εξαλείφω	verb	αφαιρώ κάτι από κάποια επιφάνεια
εξαλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψαν	=	εξαλείφω
εξαλείψανε	=	εξαλείφω
εξαλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάλειψη
εξαλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάλειψη
εξαλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάλειψη
εξαλείψομε	=	εξαλείφω
εξαλείψου	=	εξαλείφω
εξαλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαλείφω
εξαλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαλειμμένο
εξαλειμμένε	verb	κλητική ενικού του εξαλειμμένος
εξαλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαλειμμένη
εξαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαλειμμένος
εξαλειμμένης	verb	γενική ενικού του εξαλειμμένη
εξαλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαλειμμένος
εξαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαλειμμένος
εξαλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαλειμμένος
εξαλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαλειμμένος
εξαλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαλειμμένος
εξαλειπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαλειπτικό
εξαλειπτικέ	adj	κλητική ενικού του εξαλειπτικός
εξαλειπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαλειπτική
εξαλειπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαλειπτικός
εξαλειπτικής	adj	γενική ενικού του εξαλειπτική
εξαλειπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαλειπτικός
εξαλειπτικού	adj	γενική ενικού του εξαλειπτικός
εξαλειπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαλειπτικός
εξαλειπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαλειπτικός
εξαλειπτικός	adj	που προκαλεί την εξάλειψη
εξαλειπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαλειπτικός
εξαλειφθήκαμε	=	εξαλείφω
εξαλειφθήκαν	=	εξαλείφω
εξαλειφθήκανε	=	εξαλείφω
εξαλειφθήκατε	=	εξαλείφω
εξαλειφθεί	=	εξαλείφω
εξαλειφθείς	=	εξαλείφω
εξαλειφθείτε	=	εξαλείφω
εξαλειφθούμε	=	εξαλείφω
εξαλειφθώ	=	εξαλείφω
εξαλειφόμασταν	=	εξαλείφω
εξαλειφόμαστε	=	εξαλείφω
εξαλειφόμενος	=	εξαλείφω
εξαλειφόσασταν	=	εξαλείφω
εξαλειφόσαστε	=	εξαλείφω
εξαλιεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαλίευση
εξαλιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαλίευση
εξαλιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαλίευση
εξαλλάσσω	verb	μεταβάλλω ή αλλάζω κάτι ριζικά
εξαλλαγές	=	εξαλλαγή
εξαλλαγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαλλάσσω, η ριζική μεταβολή και αλλαγή
εξαλλαγής	=	εξαλλαγή
εξαλλαγών	=	εξαλλαγή
εξαλλοίωση	noun	διαδικασία μεταβολής που αλλοιώνει την αρχική σύσταση
εξαλλοίωσης	=	εξαλλοίωση
εξαλλοιώσεις	=	εξαλλοίωση
εξαλλοιώσεων	=	εξαλλοίωση
εξαλλοσυνών	=	εξαλλοσύνη
εξαλλοσύνες	=	εξαλλοσύνη
εξαλλοσύνη	noun	το να είναι κάποιος έξαλλος, η ιδιότητα του έξαλλου
εξαλλοσύνης	=	εξαλλοσύνη
εξαλλοτήτων	=	εξαλλότητα
εξαλλότητα	noun	το να είναι κάποιος έξαλλος, η ιδιότητα του έξαλλου
εξαλλότητας	=	εξαλλότητα
εξαλλότητες	=	εξαλλότητα
εξαμήνου	=	εξάμηνο
εξαμήνων	=	εξάμηνο
εξαμαρτείν	noun|archaic	το να κάνει κανείς λάθος, μόνον στην αρχαιοπρεπή έκφραση το δις εξαμαρτείν (ουκ ανδρός σοφού)
εξαμβλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξάμβλωμα
εξαμβλωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαμβλωματικό
εξαμβλωματικέ	adj	κλητική ενικού του εξαμβλωματικός
εξαμβλωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαμβλωματική
εξαμβλωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαμβλωματικός
εξαμβλωματικής	adj	γενική ενικού του εξαμβλωματική
εξαμβλωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαμβλωματικός
εξαμβλωματικού	adj	γενική ενικού του εξαμβλωματικός
εξαμβλωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαμβλωματικός
εξαμβλωματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαμβλωματικός
εξαμβλωματικός	adj	που μοιάζει με εξάμβλωμα
εξαμβλωματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαμβλωματικός
εξαμβλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάμβλωμα
εξαμβλώματος	noun	γενική ενικού του εξάμβλωμα
εξαμβλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάμβλωση
εξαμβλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάμβλωση
εξαμβλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάμβλωση
εξαμελές	=	εξαμελής
εξαμελή	=	εξαμελής
εξαμελής	adj	που αποτελείται από έξι μέλη
εξαμελείς	=	εξαμελής
εξαμελούς	=	εξαμελής
εξαμελών	=	εξαμελής
εξαμερές	=	εξαμερής
εξαμερή	=	εξαμερής
εξαμερής	adj	που αποτελείται από έξι μέρη
εξαμερείς	=	εξαμερής
εξαμερικάνιζα	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνιζαν	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνιζε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνιζες	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνισα	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνισαν	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνισε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικάνισες	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζαμε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζαν	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζανε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζατε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζει	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζεις	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζεσαι	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίζεστε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίζεται	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίζετε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζονται	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίζονταν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίζοντας	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζου	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίζουμε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζουν	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζουνε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίζω	verb	μεταβάλω τον χαρακτήρα κάποιου σε αμερικανικό
εξαμερικανίσαμε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίσαν	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίσανε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίσατε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίσει	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίσου	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίστε	=	εξαμερικανίζω
εξαμερικανίστηκα	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίστηκαν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίστηκε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανίστηκες	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόμασταν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόμαστε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόμουν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόμουνα	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόντουσαν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόσασταν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόσαστε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόσουν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόσουνα	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζόταν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιζότανε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανισμέ	noun	κλητική ενικού του εξαμερικανισμός
εξαμερικανισμένα	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένε	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένες	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένη	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένης	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένο	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένοι	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαμερικανίζω
εξαμερικανισμένου	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένους	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμένων	=	εξαμερικανισμένος
εξαμερικανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαμερικανισμός
εξαμερικανισμού	noun	γενική ενικού του εξαμερικανισμός
εξαμερικανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαμερικανισμός
εξαμερικανισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαμερικανισμός
εξαμερικανισμός	noun	η μετατροπή των χαρακτηριστικών ενός πράγματος ή ανθρώπου ώστε να έχει αμερικανικά χαρακτηριστικά
εξαμερικανισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαμερικανισμός
εξαμερικανιστήκαμε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιστήκαν	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιστήκανε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιστήκατε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιστεί	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερικανιστείτε	=	εξαμερικανίζομαι
εξαμερούς	=	εξαμερής
εξαμερών	=	εξαμερής
εξαμηνία	noun	χρονικό διάστημα έξι μηνών
εξαμηνίας	noun	γενική ενικού του εξαμηνία
εξαμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαμηνία
εξαμηνίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαμηνίτικο
εξαμηνίτικε	adj	κλητική ενικού του εξαμηνίτικος
εξαμηνίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαμηνίτικη
εξαμηνίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαμηνίτικος
εξαμηνίτικης	adj	γενική ενικού του εξαμηνίτικη
εξαμηνίτικο	adj	αιτιατική ενικού του εξαμηνίτικος
εξαμηνίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαμηνίτικος
εξαμηνίτικος	adj	που γεννήθηκε κατά τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης
εξαμηνίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαμηνίτικος
εξαμηνίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαμηνίτικος
εξαμηνίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαμηνίτικος
εξαμηνιαία	adj	θηλυκό του εξαμηνιαίος
εξαμηνιαίας	adj	γενική ενικού του εξαμηνιαία
εξαμηνιαίε	adj	εξαμηνιαίος, στην κλητική του ενικού
εξαμηνιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαμηνιαία
εξαμηνιαίο	adj	εξαμηνιαίος, στην αιτιατική του ενικού
εξαμηνιαίοι	adj	εξαμηνιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
εξαμηνιαίος	adj	που διαρκεί έξι μήνες
εξαμηνιαίου	adj	γενική ενικού του εξαμηνιαίος
εξαμηνιαίους	adj	εξαμηνιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
εξαμηνιαίων	=	εξαμηνιαίος
εξαμηνιαίως	adv|dated	σε κάθε εξάμηνο
εξαμηνιών	noun	γενική πληθυντικού του εξαμηνία
εξαμμώναμε	=	εξαμμώνω
εξαμμώναν	=	εξαμμώνω
εξαμμώνανε	=	εξαμμώνω
εξαμμώνατε	=	εξαμμώνω
εξαμμώνει	=	εξαμμώνω
εξαμμώνεις	=	εξαμμώνω
εξαμμώνετε	=	εξαμμώνω
εξαμμώνοντας	=	εξαμμώνω
εξαμμώνουμε	=	εξαμμώνω
εξαμμώνουν	=	εξαμμώνω
εξαμμώνουνε	=	εξαμμώνω
εξαμμώνω	verb	διενεργώ εξάμμωση
εξαμμώσαμε	=	εξαμμώνω
εξαμμώσαν	=	εξαμμώνω
εξαμμώσανε	=	εξαμμώνω
εξαμμώσατε	=	εξαμμώνω
εξαμμώσει	=	εξαμμώνω
εξαμμώσεις	=	εξάμμωση
εξαμμώσεων	=	εξάμμωση
εξαμμώστε	=	εξαμμώνω
εξανάγκαζα	=	εξαναγκάζω
εξανάγκαζαν	=	εξαναγκάζω
εξανάγκαζε	=	εξαναγκάζω
εξανάγκαζες	=	εξαναγκάζω
εξανάγκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξανάγκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξανάγκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξανάγκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξανάσταση	noun|archaic	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανίσταμαι
εξανάστασης	noun	γενική ενικού του εξανάσταση
εξανέμιζα	=	εξανεμίζω
εξανέμιζαν	=	εξανεμίζω
εξανέμιζε	=	εξανεμίζω
εξανέμιζες	=	εξανεμίζω
εξανέμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανέμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανέμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανέμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανέμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξανεμίζω
εξανέμισης	noun	γενική ενικού του εξανέμιση
εξανέστη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξανέστην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξανέστης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξανέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξανίσταμαι	verb|formal	θυμώνω και διαμαρτύρομαι με αγανάκτηση, έντονα
εξαναγκάζαμε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζαν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζανε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζατε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζει	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζεις	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζεσαι	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζεστε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζεται	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζετε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάζομε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζονται	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζονταν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζοντας	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζουμε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζουν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζουνε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάζω	verb	υποχρεώνω, αναγκάζω, επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι με τη βία ή ασκώντας του πίεση
εξαναγκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσαν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσανε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσθηκα	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσθηκαν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσθηκε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσθηκες	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσομε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσου	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκάσουνε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάστε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζω
εξαναγκαζόμασταν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόμαστε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόμουν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόμουνα	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόντουσαν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόσασταν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόσαστε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόσουν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόσουνα	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζόταν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαζότανε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθήκαμε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθήκαν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθήκανε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθήκατε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθεί	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθείς	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθείτε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθούμε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθούν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθούνε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασθώ	=	εξαναγκάζω
εξαναγκασμέ	noun	κλητική ενικού του εξαναγκασμός
εξαναγκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκασμένο
εξαναγκασμένε	verb	κλητική ενικού του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκασμένη
εξαναγκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμένης	verb	γενική ενικού του εξαναγκασμένη
εξαναγκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμένος	verb	υποχρεωμένος, αναγκασμένος με βίαια μέσα
εξαναγκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαναγκασμένος
εξαναγκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκασμός
εξαναγκασμού	noun	γενική ενικού του εξαναγκασμός
εξαναγκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαναγκασμός
εξαναγκασμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαναγκασμός
εξαναγκασμός	noun	η υποχρέωση από άλλους ή από καταστάσεις σε ενέργεια που δεν αποτελεί επιλογή του υποκειμένου
εξαναγκασμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαναγκασμός
εξαναγκαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστήκαν	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαστήκανε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκαστικό
εξαναγκαστικέ	adj	κλητική ενικού του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκαστική
εξαναγκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστικής	adj	γενική ενικού του εξαναγκαστική
εξαναγκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστικού	adj	γενική ενικού του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστικός	adj	που εξαναγκάζει
εξαναγκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαναγκαστικός
εξαναγκαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναγκαστούνε	=	εξαναγκάζω
εξαναγκαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαναγκάζομαι
εξαναστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανάσταση
εξαναστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξανάσταση
εξαναστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξανάσταση
εξαναστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξαναστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανίσταμαι
εξανδραποδίζαμε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζαν	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζανε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζατε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζει	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζεις	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζετε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζοντας	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζουμε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζουν	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζουνε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίζω	verb	υποδουλώνω ή πουλώ κάποιον για δούλο
εξανδραποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσαν	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσανε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδίστε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραποδισμέ	noun	κλητική ενικού του εξανδραποδισμός
εξανδραποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανδραποδισμένο
εξανδραποδισμένε	verb	κλητική ενικού του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανδραποδισμένη
εξανδραποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμένης	verb	γενική ενικού του εξανδραποδισμένη
εξανδραποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξανδραποδισμένος
εξανδραποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξανδραποδισμός
εξανδραποδισμού	noun	γενική ενικού του εξανδραποδισμός
εξανδραποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξανδραποδισμός
εξανδραποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξανδραποδισμός
εξανδραποδισμός	noun	η μετατροπή κάποιου σε ανδράποδο, η πώληση ενός αιχμαλώτου ως δούλου
εξανδραποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξανδραποδισμός
εξανδραπόδιζα	=	εξανδραποδίζω
εξανδραπόδιζαν	=	εξανδραποδίζω
εξανδραπόδιζε	=	εξανδραποδίζω
εξανδραπόδιζες	=	εξανδραποδίζω
εξανδραπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανδραπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανδραποδίζω
εξανεμίζαμε	=	εξανεμίζω
εξανεμίζαν	=	εξανεμίζω
εξανεμίζανε	=	εξανεμίζω
εξανεμίζατε	=	εξανεμίζω
εξανεμίζει	=	εξανεμίζω
εξανεμίζεις	=	εξανεμίζω
εξανεμίζετε	=	εξανεμίζω
εξανεμίζομαι	verb	μέση και παθητική μορφή του: εξανεμίζω
εξανεμίζοντας	=	εξανεμίζω
εξανεμίζουμε	=	εξανεμίζω
εξανεμίζουν	=	εξανεμίζω
εξανεμίζουνε	=	εξανεμίζω
εξανεμίζω	verb	εξαφανίζω
εξανεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίσαν	=	εξανεμίζω
εξανεμίσανε	=	εξανεμίζω
εξανεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανέμιση
εξανεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξανέμιση
εξανεμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξανέμιση
εξανεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανεμίζω
εξανεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανεμισμένο
εξανεμισμένε	verb	κλητική ενικού του εξανεμισμένος
εξανεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανεμισμένη
εξανεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξανεμισμένος
εξανεμισμένης	verb	γενική ενικού του εξανεμισμένη
εξανεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξανεμισμένος
εξανεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξανεμισμένος
εξανεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξανεμισμένος
εξανεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξανεμισμένος
εξανεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξανεμισμένος
εξανθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάνθημα
εξανθήματος	noun	γενική ενικού του εξάνθημα
εξανθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάνθηση
εξανθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάνθηση
εξανθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάνθηση
εξανθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξάνθημα
εξανθηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανθηματικό
εξανθηματικέ	adj	κλητική ενικού του εξανθηματικός
εξανθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανθηματική
εξανθηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξανθηματικός
εξανθηματικής	adj	γενική ενικού του εξανθηματική
εξανθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξανθηματικός
εξανθηματικού	adj	γενική ενικού του εξανθηματικός
εξανθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξανθηματικός
εξανθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξανθηματικός
εξανθηματικός	adj	που έχει σχέση με εξάνθημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προκαλεί εξανθήματα
εξανθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξανθηματικός
εξανθράκωση	noun	η ανθρακοποίηση
εξανθράκωσης	noun	γενική ενικού του εξανθράκωση
εξανθρακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανθράκωση
εξανθρακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξανθράκωση
εξανθρακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξανθράκωση
εξανθρωπίζαμε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζαν	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζανε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζατε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζει	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζεις	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζετε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζοντας	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζουμε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζουν	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζουνε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίζω	verb	κάνω κάποιον καλύτερο άνθρωπο, τον βελτιώνω, ιδίως στον ηθικό τομέα
εξανθρωπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσαν	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσανε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπίστε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρωπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρωπισμέ	noun	κλητική ενικού του εξανθρωπισμός
εξανθρωπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανθρωπισμένο
εξανθρωπισμένε	verb	κλητική ενικού του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξανθρωπισμένη
εξανθρωπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμένης	verb	γενική ενικού του εξανθρωπισμένη
εξανθρωπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξανθρωπισμένος
εξανθρωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξανθρωπισμός
εξανθρωπισμού	noun	γενική ενικού του εξανθρωπισμός
εξανθρωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξανθρωπισμός
εξανθρωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξανθρωπισμός
εξανθρωπισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξανθρωπίζω
εξανθρωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξανθρωπισμός
εξανθρώπιζα	=	εξανθρωπίζω
εξανθρώπιζαν	=	εξανθρωπίζω
εξανθρώπιζε	=	εξανθρωπίζω
εξανθρώπιζες	=	εξανθρωπίζω
εξανθρώπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρώπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρώπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξανθρώπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξανθρωπίζω
εξαντλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσαν	=	εξαντλώ
εξαντλήσανε	=	εξαντλώ
εξαντλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάντληση
εξαντλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάντληση
εξαντλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάντληση
εξαντλήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να εξαντληθεί
εξαντλήσου	=	εξαντλώ
εξαντλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσουνε	=	εξαντλώ
εξαντλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλώ
εξαντλεί	=	εξαντλώ
εξαντλείς	=	εξαντλώ
εξαντλείσαι	=	εξαντλώ
εξαντλείστε	=	εξαντλώ
εξαντλείται	=	εξαντλώ
εξαντλείτε	=	εξαντλώ
εξαντλείτο	=	εξαντλώ
εξαντληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθήκαν	=	εξαντλώ
εξαντληθήκανε	=	εξαντλώ
εξαντληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντληθούνε	=	εξαντλώ
εξαντληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαντλούμαι
εξαντλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαντλημένο
εξαντλημένε	verb	κλητική ενικού του εξαντλημένος
εξαντλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαντλημένη
εξαντλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαντλημένος
εξαντλημένης	verb	γενική ενικού του εξαντλημένη
εξαντλημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαντλημένος
εξαντλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαντλημένος
εξαντλημένος	verb	που έχει εξαντληθεί
εξαντλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαντλημένος
εξαντλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαντλημένος
εξαντλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαντλημένος
εξαντλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαντλητικό	adv	με εξαντλητικό τρόπο
εξαντλητικέ	adj	κλητική ενικού του εξαντλητικός
εξαντλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαντλητική
εξαντλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαντλητικός
εξαντλητικής	adj	γενική ενικού του εξαντλητική
εξαντλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαντλητικός
εξαντλητικού	adj	γενική ενικού του εξαντλητικός
εξαντλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαντλητικός
εξαντλητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαντλητικός
εξαντλητικός	adj	για εργασία, προσπάθεια κ.λπ. που εξαντλεί
εξαντλητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του εξαντλητικού
εξαντλητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαντλητικός
εξαντλητικώς	adv|dated	εξαντλητικά
εξαντλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαντλώ
εξαντλούμασταν	=	εξαντλώ
εξαντλούμαστε	=	εξαντλώ
εξαντλούμε	=	εξαντλώ
εξαντλούμενος	=	εξαντλώ
εξαντλούμουν	=	εξαντλώ
εξαντλούμουνα	=	εξαντλώ
εξαντλούν	=	εξαντλώ
εξαντλούνε	=	εξαντλώ
εξαντλούνται	=	εξαντλώ
εξαντλούνταν	=	εξαντλώ
εξαντλούντο	=	εξαντλώ
εξαντλούσα	=	εξαντλώ
εξαντλούσαμε	=	εξαντλώ
εξαντλούσαν	=	εξαντλώ
εξαντλούσανε	=	εξαντλώ
εξαντλούσασταν	=	εξαντλώ
εξαντλούσαστε	=	εξαντλώ
εξαντλούσατε	=	εξαντλώ
εξαντλούσε	=	εξαντλώ
εξαντλούσες	=	εξαντλώ
εξαντλούσουν	=	εξαντλώ
εξαντλούσουνα	=	εξαντλώ
εξαντλώ	verb	τελειώνω κάποια πράγματα, επειδή τα κατανάλωσα ή τα χρησιμοποίησα
εξαντλώντας	=	εξαντλώ
εξαντρίκ	adj	εκκεντρικός
εξαπάτα	=	εξαπατώ
εξαπάταγε	=	εξαπατώ
εξαπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπάτηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαπατώ
εξαπάτησης	noun	γενική ενικού του εξαπάτηση
εξαπέλυα	=	εξαπολύω
εξαπέλυαν	=	εξαπολύω
εξαπέλυε	=	εξαπολύω
εξαπέλυες	=	εξαπολύω
εξαπέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαπέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαπέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαπέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαπέταλα	=	εξαπέταλος
εξαπέταλε	=	εξαπέταλος
εξαπέταλες	=	εξαπέταλος
εξαπέταλη	=	εξαπέταλος
εξαπέταλης	=	εξαπέταλος
εξαπέταλο	=	εξαπέταλος
εξαπέταλοι	=	εξαπέταλος
εξαπέταλος	adj	αυτός που έχει έξι πέταλα
εξαπέταλου	=	εξαπέταλος
εξαπέταλους	=	εξαπέταλος
εξαπέταλων	=	εξαπέταλος
εξαπίνης	adv	αιφνιδιαστικά
εξαπατά	=	εξαπατώ
εξαπατάει	=	εξαπατώ
εξαπατάμε	=	εξαπατώ
εξαπατάν	=	εξαπατώ
εξαπατάνε	=	εξαπατώ
εξαπατάς	=	εξαπατώ
εξαπατάσαι	=	εξαπατώ
εξαπατάσθε	=	εξαπατώ
εξαπατάστε	=	εξαπατώ
εξαπατάται	=	εξαπατώ
εξαπατάτε	=	εξαπατώ
εξαπατάω	verb	άλλη μορφή του εξαπατώ
εξαπατήθηκα	=	εξαπατώ
εξαπατήθηκαν	=	εξαπατώ
εξαπατήθηκε	=	εξαπατώ
εξαπατήθηκες	=	εξαπατώ
εξαπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσαν	=	εξαπατώ
εξαπατήσανε	=	εξαπατώ
εξαπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπάτηση
εξαπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαπάτηση
εξαπατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαπάτηση
εξαπατήσου	=	εξαπατώ
εξαπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσουνε	=	εξαπατώ
εξαπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπατώ
εξαπατηθήκαμε	=	εξαπατώ
εξαπατηθήκαν	=	εξαπατώ
εξαπατηθήκανε	=	εξαπατώ
εξαπατηθήκατε	=	εξαπατώ
εξαπατηθεί	=	εξαπατώ
εξαπατηθείς	=	εξαπατώ
εξαπατηθείτε	=	εξαπατώ
εξαπατηθούμε	=	εξαπατώ
εξαπατηθούν	=	εξαπατώ
εξαπατηθούνε	=	εξαπατώ
εξαπατηθώ	=	εξαπατώ
εξαπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπατημένο
εξαπατημένε	verb	κλητική ενικού του εξαπατημένος
εξαπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπατημένη
εξαπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαπατημένος
εξαπατημένης	verb	γενική ενικού του εξαπατημένη
εξαπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαπατημένος
εξαπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαπατημένος
εξαπατημένος	=	εξαπατώ
εξαπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαπατημένος
εξαπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαπατημένος
εξαπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαπατημένος
εξαπατιέμαι	=	εξαπατώ
εξαπατιούνταν	=	εξαπατώ
εξαπατιόντουσαν	=	εξαπατώ
εξαπατούμε	=	εξαπατώ
εξαπατούν	=	εξαπατώ
εξαπατούνε	=	εξαπατώ
εξαπατούσα	=	εξαπατώ
εξαπατούσαμε	=	εξαπατώ
εξαπατούσαν	=	εξαπατώ
εξαπατούσανε	=	εξαπατώ
εξαπατούσατε	=	εξαπατώ
εξαπατούσε	=	εξαπατώ
εξαπατούσες	=	εξαπατώ
εξαπατόμασταν	=	εξαπατώ
εξαπατόμαστε	=	εξαπατώ
εξαπατόμουν	=	εξαπατώ
εξαπατόνταν	=	εξαπατώ
εξαπατόντουσαν	=	εξαπατώ
εξαπατόσασταν	=	εξαπατώ
εξαπατόσουν	=	εξαπατώ
εξαπατόταν	=	εξαπατώ
εξαπατώ	verb	ξεγελάω με πονηριά κάποιον εκμεταλλευόμενος την αφέλεια ή την ευπιστία του και (ενδεχομένως) παρανομώντας
εξαπατώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαπατώ
εξαπατώμεθα	=	εξαπατώ
εξαπατώμενος	=	εξαπατώ
εξαπατώνται	=	εξαπατώ
εξαπατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξαπατώ
εξαπλά	=	εξαπλός
εξαπλάσια	adv	έξι φορές περισσότερο
εξαπλάσιας	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιε	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιες	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιο	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιοι	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιος	adj	που είναι έξι φορές μεγαλύτερος
εξαπλάσιου	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιους	=	εξαπλάσιος
εξαπλάσιων	=	εξαπλάσιος
εξαπλέ	=	εξαπλός
εξαπλές	=	εξαπλός
εξαπλή	=	εξαπλός
εξαπλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξαπλή) του εξαπλός
εξαπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάζω	verb	καθιστώ μια ποσότητα έξι φορές μεγαλύτερη
εξαπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλασιάζω
εξαπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του εξαπλασιασμός
εξαπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπλασιασμένο
εξαπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπλασιασμένη
εξαπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του εξαπλασιασμένη
εξαπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαπλασιασμός
εξαπλασιασμού	noun	γενική ενικού του εξαπλασιασμός
εξαπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαπλασιασμός
εξαπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαπλασιασμός
εξαπλασιασμός	noun	αύξηση μιας ποσότητας έξι φορές
εξαπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαπλασιασμός
εξαπλεύρου	=	εξάπλευρο
εξαπλεύρων	=	εξάπλευρο
εξαπλοί	=	εξαπλός
εξαπλού	=	εξαπλός
εξαπλούς	=	εξαπλός
εξαπλωθήκαμε	=	εξαπλώνω
εξαπλωθήκαν	=	εξαπλώνω
εξαπλωθήκανε	=	εξαπλώνω
εξαπλωθήκατε	=	εξαπλώνω
εξαπλωθεί	=	εξαπλώνω
εξαπλωθείτε	=	εξαπλώνω
εξαπλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπλωμένο
εξαπλωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαπλωμένος
εξαπλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπλωμένη
εξαπλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαπλωμένος
εξαπλωμένης	verb	γενική ενικού του εξαπλωμένη
εξαπλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαπλωμένος
εξαπλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαπλωμένος
εξαπλωμένος	=	εξαπλώνω
εξαπλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαπλωμένος
εξαπλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαπλωμένος
εξαπλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαπλωμένος
εξαπλωνόμασταν	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόμαστε	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόμουν	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόμουνα	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόντουσαν	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόσασταν	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόσαστε	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόσουν	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόσουνα	=	εξαπλώνω
εξαπλωνόταν	=	εξαπλώνω
εξαπλωνότανε	=	εξαπλώνω
εξαπλό	=	εξαπλός
εξαπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
εξαπλώθηκα	=	εξαπλώνω
εξαπλώθηκαν	=	εξαπλώνω
εξαπλώθηκε	=	εξαπλώνω
εξαπλώθηκες	=	εξαπλώνω
εξαπλών	=	εξαπλός
εξαπλώναμε	=	εξαπλώνω
εξαπλώναν	=	εξαπλώνω
εξαπλώνανε	=	εξαπλώνω
εξαπλώνατε	=	εξαπλώνω
εξαπλώνει	=	εξαπλώνω
εξαπλώνεις	=	εξαπλώνω
εξαπλώνεσαι	=	εξαπλώνω
εξαπλώνεστε	=	εξαπλώνω
εξαπλώνεται	=	εξαπλώνω
εξαπλώνετε	=	εξαπλώνω
εξαπλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώνονται	=	εξαπλώνω
εξαπλώνονταν	=	εξαπλώνω
εξαπλώνοντας	=	εξαπλώνω
εξαπλώνου	=	εξαπλώνω
εξαπλώνουμε	=	εξαπλώνω
εξαπλώνουν	=	εξαπλώνω
εξαπλώνουνε	=	εξαπλώνω
εξαπλώνω	verb	ενεργώ έτσι ώστε ένα σύνολο ανθρώπων, πραγμάτων, ιδεών κλπ να εμφανίζεται σε μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση
εξαπλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώσαν	=	εξαπλώνω
εξαπλώσανε	=	εξαπλώνω
εξαπλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάπλωση
εξαπλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάπλωση
εξαπλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάπλωση
εξαπλώσου	=	εξαπλώνω
εξαπλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαπλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπλώνω
εξαποδέ	noun	κλητική ενικού του εξαποδός
εξαποδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαποδός
εξαποδού	noun	γενική ενικού του εξαποδός
εξαποδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαποδός
εξαποδό	noun	αιτιατική ενικού του εξαποδός
εξαποδός	noun	άλλη μορφή του εξαποδώ
εξαποδώ	noun	(αποτρεπτικά) ο διάβολος, ο Σατανάς
εξαποδών	noun	γενική πληθυντικού του εξαποδός
εξαπολυθήκαμε	=	εξαπολύω
εξαπολυθήκαν	=	εξαπολύω
εξαπολυθήκανε	=	εξαπολύω
εξαπολυθήκατε	=	εξαπολύω
εξαπολυθεί	=	εξαπολύω
εξαπολυθείς	=	εξαπολύω
εξαπολυθείτε	=	εξαπολύω
εξαπολυθούμε	=	εξαπολύω
εξαπολυθούν	=	εξαπολύω
εξαπολυθούνε	=	εξαπολύω
εξαπολυθώ	=	εξαπολύω
εξαπολυόμασταν	=	εξαπολύω
εξαπολυόμαστε	=	εξαπολύω
εξαπολυόμουν	=	εξαπολύω
εξαπολυόμουνα	=	εξαπολύω
εξαπολυόντουσαν	=	εξαπολύω
εξαπολυόσασταν	=	εξαπολύω
εξαπολυόσαστε	=	εξαπολύω
εξαπολυόσουν	=	εξαπολύω
εξαπολυόσουνα	=	εξαπολύω
εξαπολυόταν	=	εξαπολύω
εξαπολυότανε	=	εξαπολύω
εξαπολύαμε	=	εξαπολύω
εξαπολύαν	=	εξαπολύω
εξαπολύανε	=	εξαπολύω
εξαπολύατε	=	εξαπολύω
εξαπολύει	=	εξαπολύω
εξαπολύεις	=	εξαπολύω
εξαπολύεσαι	=	εξαπολύω
εξαπολύεστε	=	εξαπολύω
εξαπολύεται	=	εξαπολύω
εξαπολύετε	=	εξαπολύω
εξαπολύθηκα	=	εξαπολύω
εξαπολύθηκαν	=	εξαπολύω
εξαπολύθηκε	=	εξαπολύω
εξαπολύθηκες	=	εξαπολύω
εξαπολύομαι	=	εξαπολύω
εξαπολύομε	=	εξαπολύω
εξαπολύονται	=	εξαπολύω
εξαπολύονταν	=	εξαπολύω
εξαπολύοντας	=	εξαπολύω
εξαπολύουμε	=	εξαπολύω
εξαπολύουν	=	εξαπολύω
εξαπολύουνε	=	εξαπολύω
εξαπολύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσαν	=	εξαπολύω
εξαπολύσανε	=	εξαπολύω
εξαπολύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαπόλυση
εξαπολύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαπόλυση
εξαπολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαπόλυση
εξαπολύσομε	=	εξαπολύω
εξαπολύσου	=	εξαπολύω
εξαπολύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσουνε	=	εξαπολύω
εξαπολύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαπολύω
εξαπολύω	verb	εκτοξεύω (βλήματα, οβίδες κ.λπ) εναντίον κάποιου στόχου σε μεγάλη απόσταση
εξαποστέλλω	verb	άλλη μορφή του ξαποστέλνω
εξαποστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαποστέλλω
εξαποστειλάρια	=	εξαποστειλάριο
εξαποστειλάριο	noun	είδος εκκλησιαστικού ύμνου, τροπάριο που ψάλλεται πριν από τους αίνους κατά τη διάρκεια του όρθρου
εξαποστειλάριου	=	εξαποστειλάριο
εξαποστειλαρίου	=	εξαποστειλάριο
εξαποστειλαρίων	=	εξαποστειλάριο
εξαπτέρυγα	noun	κοντάρια που στο άκρο τους φέρουν μεταλλικό ή ξύλινο δίσκο στον οποίο απεικονίζονται έξη φτερούγες που συμβολίζουν τα Σεραφείμ (συνήθως στον πληθυντικό)
εξαπτέρυγε	=	εξαπτέρυγος
εξαπτέρυγες	=	εξαπτέρυγος
εξαπτέρυγη	=	εξαπτέρυγος
εξαπτέρυγης	=	εξαπτέρυγος
εξαπτέρυγο	noun	λειτουργικό αντικείμενο, συνήθως μεταλλικός κυκλικός δίσκος επάνω σε κοντάρι, με παράσταση εξαπτέρυγου Σεραφείμ, που κρατιέται σε λιτανείες, πομπές και άλλες ιερές τελετές
εξαπτέρυγοι	=	εξαπτέρυγος
εξαπτέρυγος	adj	που έχει έξι πτερούγες
εξαπτέρυγου	=	εξαπτέρυγο
εξαπτέρυγους	=	εξαπτέρυγος
εξαπτέρυγων	=	εξαπτέρυγο
εξαπόλυε	=	εξαπολύω
εξαπόλυσε	=	εξαπολύω
εξαπόλυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαπολύω
εξαπόλυσης	noun	γενική ενικού του εξαπόλυση
εξαράβιζα	=	εξαραβίζω
εξαράβιζαν	=	εξαραβίζω
εξαράβιζε	=	εξαραβίζω
εξαράβιζες	=	εξαραβίζω
εξαράβισα	=	εξαραβίζω
εξαράβισαν	=	εξαραβίζω
εξαράβισε	=	εξαραβίζω
εξαράβισες	=	εξαραβίζω
εξαρίτες	=	εξαρίτης
εξαρίτη	=	εξαρίτης
εξαρίτης	noun	ονομασία του πρώτου μόνιμου γομφίου
εξαραβίζαμε	=	εξαραβίζω
εξαραβίζαν	=	εξαραβίζω
εξαραβίζανε	=	εξαραβίζω
εξαραβίζατε	=	εξαραβίζω
εξαραβίζει	=	εξαραβίζω
εξαραβίζεις	=	εξαραβίζω
εξαραβίζετε	=	εξαραβίζω
εξαραβίζοντας	=	εξαραβίζω
εξαραβίζουμε	=	εξαραβίζω
εξαραβίζουν	=	εξαραβίζω
εξαραβίζουνε	=	εξαραβίζω
εξαραβίζω	verb	μετατρέπω κάποιον σε Άραβα ή αραβικό
εξαραβίσαμε	=	εξαραβίζω
εξαραβίσαν	=	εξαραβίζω
εξαραβίσανε	=	εξαραβίζω
εξαραβίσατε	=	εξαραβίζω
εξαραβίσει	=	εξαραβίζω
εξαραβίστε	=	εξαραβίζω
εξαραβισμέ	=	εξαραβισμός
εξαραβισμοί	=	εξαραβισμός
εξαραβισμού	=	εξαραβισμός
εξαραβισμούς	=	εξαραβισμός
εξαραβισμό	=	εξαραβισμός
εξαραβισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαραβίζω, η αραβοποίηση
εξαραβισμών	=	εξαραβισμός
εξαργυρμένος	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθήκαμε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθήκαν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθήκανε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθήκατε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθεί	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθείς	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθείτε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθούμε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθούν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθούνε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωθώ	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαργυρωμένο
εξαργυρωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαργυρωμένος
εξαργυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαργυρωμένη
εξαργυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαργυρωμένος
εξαργυρωμένης	verb	γενική ενικού του εξαργυρωμένη
εξαργυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαργυρωμένος
εξαργυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαργυρωμένος
εξαργυρωμένος	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαργυρωμένος
εξαργυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαργυρωμένος
εξαργυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαργυρωμένος
εξαργυρωνόμασταν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόμαστε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόμουν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόμουνα	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόντουσαν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόσασταν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόσαστε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόσουν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόσουνα	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνόταν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρωνότανε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώθηκα	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώθηκαν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώθηκε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώθηκες	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώναμε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώναν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνανε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνατε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνει	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνεις	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνεσαι	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνεστε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνεται	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνετε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώνομε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνονται	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνονταν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνοντας	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνου	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνουμε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνουν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνουνε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώνω	verb	μετατρέπω σε μετρητά τίτλους με χρηματική αξία (π.χ. επιταγές, μάρκες στο καζίνο κλπ)
εξαργυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσαν	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώσανε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαργύρωση
εξαργυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαργύρωση
εξαργυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαργύρωση
εξαργυρώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαργυρώσιμο
εξαργυρώσιμε	adj	κλητική ενικού του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαργυρώσιμη
εξαργυρώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσιμης	adj	γενική ενικού του εξαργυρώσιμη
εξαργυρώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσιμος	adj	που μπορεί να εξαργυρωθεί
εξαργυρώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαργυρώσιμος
εξαργυρώσομε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώσου	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσουνε	=	εξαργυρώνω
εξαργυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργύρωνα	=	εξαργυρώνω
εξαργύρωναν	=	εξαργυρώνω
εξαργύρωνε	=	εξαργυρώνω
εξαργύρωνες	=	εξαργυρώνω
εξαργύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαργυρώνω
εξαργύρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαργυρώνω
εξαργύρωσης	noun	γενική ενικού του εξαργύρωση
εξαρθήκαμε	=	εξαίρω
εξαρθήκαν	=	εξαίρω
εξαρθήκανε	=	εξαίρω
εξαρθήκατε	=	εξαίρω
εξαρθεί	=	εξαίρω
εξαρθείς	=	εξαίρω
εξαρθείτε	=	εξαίρω
εξαρθούμε	=	εξαίρω
εξαρθούν	=	εξαίρω
εξαρθρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρθρημα
εξαρθρήματος	noun	γενική ενικού του εξάρθρημα
εξαρθρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξάρθρημα
εξαρθρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρθρωμένο
εξαρθρωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαρθρωμένος
εξαρθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρθρωμένη
εξαρθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαρθρωμένος
εξαρθρωμένης	verb	γενική ενικού του εξαρθρωμένη
εξαρθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαρθρωμένος
εξαρθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρθρωμένος
εξαρθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαρθρωμένος
εξαρθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαρθρωμένος
εξαρθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαρθρωμένος
εξαρθρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρθρωτικό
εξαρθρωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξαρθρωτικός
εξαρθρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρθρωτική
εξαρθρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαρθρωτικός
εξαρθρωτικής	adj	γενική ενικού του εξαρθρωτική
εξαρθρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρθρωτικός
εξαρθρωτικού	adj	γενική ενικού του εξαρθρωτικός
εξαρθρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαρθρωτικός
εξαρθρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαρθρωτικός
εξαρθρωτικός	adj	Αυτός που προκαλεί την εξάρθρωση.
εξαρθρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαρθρωτικός
εξαρθρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνομαι
εξαρθρώναμε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώναν	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνανε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνατε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνει	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνεις	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνετε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνομαι	verb	παθαίνω εξάρθρωση
εξαρθρώνοντας	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνουμε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνουν	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνουνε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώνω	verb	προκαλώ τη μετακίνηση ενός οστού έξω από την κοιλότητα στην οποία βρίσκεται
εξαρθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώσαν	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώσανε	=	εξαρθρώνω
εξαρθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρθρωση
εξαρθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώσεων	=	εξάρθρωση
εξαρθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρθρώνω
εξαρθώ	=	εξαίρω
εξαριού	=	εξάρι
εξαριτών	=	εξαρίτης
εξαριών	=	εξάρι
εξαρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έξαρμα
εξαρμόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρμοση
εξαρτά	=	εξαρτώ
εξαρτάς	=	εξαρτώ
εξαρτάσαι	=	εξαρτώμαι
εξαρτάσθε	=	εξαρτώμαι
εξαρτάστε	=	εξαρτώμαι
εξαρτάται	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτάτε	=	εξαρτώ
εξαρτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρτημα
εξαρτήματος	noun	γενική ενικού του εξάρτημα
εξαρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσαν	=	εξαρτώ
εξαρτήσανε	=	εξαρτώ
εξαρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρτηση
εξαρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάρτηση
εξαρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάρτηση
εξαρτήσου	=	εξαρτιέμαι
εξαρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσουνε	=	εξαρτώ
εξαρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώ
εξαρτία	noun|formal	το σύνολο των σκευών και εξαρτημάτων (ιστοί, κεραίες, σχοινιά, αλυσίδες) για τη στήριξη και τον χειρισμό των ιστίων ενός σκάφους ή το σύνολο των σκευών και μηχανημάτων (άγκυρες, βαρούλκα, αλυσίδες, γερανοί και πολύσπαστα των λέμβων, εργάτες κλπ.) που χρησιμοποιούνται για τις διάφορες εργασίες του πλοίου
εξαρτίας	=	εξαρτία
εξαρτίες	=	εξαρτία
εξαρτίζαμε	=	εξαρτίζω
εξαρτίζαν	=	εξαρτίζω
εξαρτίζανε	=	εξαρτίζω
εξαρτίζατε	=	εξαρτίζω
εξαρτίζει	=	εξαρτίζω
εξαρτίζεις	=	εξαρτίζω
εξαρτίζετε	=	εξαρτίζω
εξαρτίζοντας	=	εξαρτίζω
εξαρτίζουμε	=	εξαρτίζω
εξαρτίζουν	=	εξαρτίζω
εξαρτίζουνε	=	εξαρτίζω
εξαρτίζω	verb	εξοπλίζω πλοίο, το εφοδιάζω με κατάλληλη εξάρτιση / εξαρτήματα
εξαρτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίσαν	=	εξαρτίζω
εξαρτίσανε	=	εξαρτίζω
εξαρτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρτιση
εξαρτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάρτιση
εξαρτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάρτιση
εξαρτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτίζω
εξαρτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθήκαν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτηθήκανε	=	εξαρτιέμαι
εξαρτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτηθούνε	=	εξαρτώ
εξαρτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρτώμαι
εξαρτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξάρτημα
εξαρτημένα	adv	χωρίς ελευθερία, με εξάρτηση
εξαρτημένε	verb	κλητική ενικού του εξαρτημένος
εξαρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρτημένη
εξαρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαρτημένος
εξαρτημένης	verb	γενική ενικού του εξαρτημένη
εξαρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαρτημένος
εξαρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρτημένος
εξαρτημένος	verb	που εξαρτάται, δεν είναι αυτόνομος, αυτοτελής, αυτοδύναμος	noun	που έχει εξάρτηση από ναρκωτικά ή άλλες ουσίες που προκαλούν εθισμό
εξαρτημένου	verb	γενική ενικού του εξαρτημένος
εξαρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαρτημένος
εξαρτημένων	verb	γενική πληθυντικού του εξαρτημένος
εξαρτηματικά	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικέ	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικές	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματική	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικής	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικοί	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικού	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικούς	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικό	=	εξαρτηματικός
εξαρτηματικός	adj	που εξαρτάται από κάποιον ή κάτι άλλο
εξαρτηματικών	=	εξαρτηματικός
εξαρτησιακός	adj|formal	που έχει σχέση με εξάρτηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
εξαρτησιογόνα	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνας	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνε	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνες	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνο	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνοι	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνος	adj	που προκαλεί εξάρτηση, εθισμό
εξαρτησιογόνου	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνους	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιογόνων	=	εξαρτησιογόνος
εξαρτησιολογία	noun	η μελέτη σχετικά με την εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες
εξαρτησιολογίας	=	εξαρτησιολογία
εξαρτησιολογίες	=	εξαρτησιολογία
εξαρτησιολογιών	=	εξαρτησιολογία
εξαρτησιολόγε	=	εξαρτησιολόγος
εξαρτησιολόγο	=	εξαρτησιολόγος
εξαρτησιολόγοι	=	εξαρτησιολόγος
εξαρτησιολόγος	noun	ειδικός ο οποίος ασχολείται με την εξαρτησιολογία
εξαρτησιολόγου	=	εξαρτησιολόγος
εξαρτησιολόγους	=	εξαρτησιολόγος
εξαρτησιολόγων	=	εξαρτησιολόγος
εξαρτητικά	=	εξαρτητικός
εξαρτητικέ	=	εξαρτητικός
εξαρτητικές	=	εξαρτητικός
εξαρτητική	=	εξαρτητικός
εξαρτητικής	=	εξαρτητικός
εξαρτητικοί	=	εξαρτητικός
εξαρτητικού	=	εξαρτητικός
εξαρτητικούς	=	εξαρτητικός
εξαρτητικό	=	εξαρτητικός
εξαρτητικός	adj	που έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ή να ενισχύει σωματική ή ψυχική εξάρτηση σε όποιον το χρησιμοποιεί
εξαρτητικών	=	εξαρτητικός
εξαρτιέμαι	verb	έχω εξάρτηση
εξαρτιέσαι	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιέστε	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιέται	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιούνται	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιούνταν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτισμέ	=	εξαρτισμός
εξαρτισμοί	=	εξαρτισμός
εξαρτισμού	=	εξαρτισμός
εξαρτισμούς	=	εξαρτισμός
εξαρτισμό	=	εξαρτισμός
εξαρτισμός	noun	άλλη μορφή του εξάρτιση
εξαρτισμών	=	εξαρτισμός
εξαρτιόμασταν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόμαστε	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόμουν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόμουνα	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόνταν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόντανε	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόντουσαν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόσασταν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόσαστε	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόσουν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόσουνα	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιόταν	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιότανε	=	εξαρτιέμαι
εξαρτιών	=	εξαρτία
εξαρτούμε	=	εξαρτώ
εξαρτούν	=	εξαρτώ
εξαρτούνε	=	εξαρτώ
εξαρτούσα	=	εξαρτώ
εξαρτούσαμε	=	εξαρτώ
εξαρτούσαν	=	εξαρτώ
εξαρτούσανε	=	εξαρτώ
εξαρτούσατε	=	εξαρτώ
εξαρτούσε	=	εξαρτώ
εξαρτούσες	=	εξαρτώ
εξαρτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαρτώμενος
εξαρτωμένων	verb	γενική πληθυντικού του εξαρτώμενος
εξαρτόμασταν	=	εξαρτώμαι
εξαρτόμαστε	=	εξαρτώμαι
εξαρτόμουν	=	εξαρτώμαι
εξαρτόνταν	=	εξαρτώμαι
εξαρτόντουσαν	=	εξαρτώμαι
εξαρτόσασταν	=	εξαρτώμαι
εξαρτόσουν	=	εξαρτώμαι
εξαρτόταν	=	εξαρτώμαι
εξαρτύζω	verb	αρματώνω καράβι, το εξοπλίζω με τον κατάλληλο εξοπλισμό, εξαρτήματα ή άλλα όργανα
εξαρτύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάρτυση
εξαρτύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάρτυση
εξαρτύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάρτυση
εξαρτώ	verb	συνδέω κάτι με κάτι άλλο, μια ενέργεια με μια άλλη
εξαρτώμαι	verb	βρίσκομαι σε σχέση εξάρτησης από κάποιον άλλον
εξαρτώμεθα	=	εξαρτώμαι
εξαρτώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρτώμενος
εξαρτώμενε	verb	κλητική ενικού του εξαρτώμενος
εξαρτώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατικη και κλητική πληθυντικου του εξαρτώμενη ή εξαρτωμένη
εξαρτώμενη	=	εξαρτώμενος
εξαρτώμενης	verb	γενική ενικού του εξαρτώμενη
εξαρτώμενο	=	εξαρτώμενος
εξαρτώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρτώμενος
εξαρτώμενος	verb	που εξαρτάται από κάποιον
εξαρτώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαρτώμενος
εξαρτώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαρτώμενος
εξαρτώμενων	verb	γενική πληθυντικού του εξαρτώμενος
εξαρτώνται	=	εξαρτώμαι
εξαρτώντας	=	εξαρτώ
εξαρχάιζα	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάιζαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάιζε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάιζες	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάισα	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάισαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάισε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάισες	=	εξαρχαΐζω
εξαρχάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρχάτο
εξαρχάτο	noun	βυζαντινή διοικητική περιφέρεια από τον 6^ο ως τον 8^ο αιώνα στην Ιταλία και τη βόρεια Αφρική
εξαρχάτου	noun	γενική ενικού του εξαρχάτο
εξαρχάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξαρχάτο
εξαρχάϊσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχάϊσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχάϊσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχάϊσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχής	adv|formal	από την αρχή
εξαρχία	noun	το αξίωμα ενός εξάρχου
εξαρχίας	noun	γενική ενικού του εξαρχία
εξαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρχία
εξαρχαΐζαμε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζανε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζατε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζει	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζεις	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζεσαι	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζεστε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζεται	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζετε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζονται	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζονταν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζοντας	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζου	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζουμε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζουν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζουνε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐζω	verb	επιβάλλω μεταβολές, ώστε να προσδώσω σε κάτι αρχαϊκά χαρακτηριστικά
εξαρχαΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσανε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσου	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαΐστε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐστηκα	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐστηκαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐστηκε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐστηκες	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόμασταν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόμαστε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόμουν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόμουνα	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόντουσαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόσασταν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόσαστε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόσουν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόσουνα	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζόταν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊζότανε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του εξαρχαϊσμός
εξαρχαϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρχαϊσμένο
εξαρχαϊσμένε	verb	κλητική ενικού του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρχαϊσμένη
εξαρχαϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμένης	verb	γενική ενικού του εξαρχαϊσμένη
εξαρχαϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμένος	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαρχαϊσμένος
εξαρχαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρχαϊσμός
εξαρχαϊσμού	noun	γενική ενικού του εξαρχαϊσμός
εξαρχαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαρχαϊσμός
εξαρχαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαρχαϊσμός
εξαρχαϊσμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαρχαΐζω
εξαρχαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαρχαϊσμός
εξαρχαϊστήκαμε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊστήκαν	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊστήκανε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊστήκατε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊστεί	=	εξαρχαΐζω
εξαρχαϊστείτε	=	εξαρχαΐζω
εξαρχειώτικα	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικε	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικες	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικη	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικης	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικο	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικοι	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικος	adj	ο σχετικός με τα Εξάρχεια ή τους κατοίκους τους
εξαρχειώτικου	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικους	=	εξαρχειώτικος
εξαρχειώτικων	=	εξαρχειώτικος
εξαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρχικό
εξαρχικέ	adj	κλητική ενικού του εξαρχικός
εξαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαρχική
εξαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαρχικός
εξαρχικής	adj	γενική ενικού του εξαρχική
εξαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαρχικός
εξαρχικού	adj	γενική ενικού του εξαρχικός
εξαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξαρχικός
εξαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του εξαρχικός
εξαρχικός	adj	ο σχετικός με εξαρχία
εξαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του εξαρχικός
εξαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του εξαρχία
εξαρχουσών	=	εξάρχων
εξαρχούσης	=	εξάρχων
εξαρχόντων	=	εξάρχων
εξασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασέλιδο
εξασέλιδε	adj	κλητική ενικού του εξασέλιδος
εξασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασέλιδη
εξασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασέλιδος
εξασέλιδης	adj	γενική ενικού του εξασέλιδη
εξασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του εξασέλιδος
εξασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασέλιδος
εξασέλιδος	adj	που αποτελείται ή καταλαμβάνει έξι σελίδες
εξασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξασέλιδος
εξασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξασέλιδος
εξασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξασέλιδος
εξασθένησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθένησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθένησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθένησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθένηση	noun	άλλη γραφή του εξασθένιση
εξασθένησης	noun	γενική ενικού του εξασθένηση
εξασθένιζα	=	εξασθενίζω
εξασθένιζαν	=	εξασθενίζω
εξασθένιζε	=	εξασθενίζω
εξασθένιζες	=	εξασθενίζω
εξασθένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθένιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξασθενίζω
εξασθένισης	noun	γενική ενικού του εξασθένιση
εξασθενήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσαν	=	εξασθενώ
εξασθενήσανε	=	εξασθενώ
εξασθενήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθένηση
εξασθενήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξασθένηση
εξασθενήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξασθένηση
εξασθενήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσουνε	=	εξασθενώ
εξασθενήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενώ
εξασθενίζαμε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζαν	=	εξασθενίζω
εξασθενίζανε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζατε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζει	=	εξασθενίζω
εξασθενίζεις	=	εξασθενίζω
εξασθενίζετε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζομε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίζουμε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζουν	=	εξασθενίζω
εξασθενίζουνε	=	εξασθενίζω
εξασθενίζω	verb	κάνω κάτι πιο ασθενές, του μειώνω την ένταση ή την αποτελεσματικότητα
εξασθενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσαν	=	εξασθενίζω
εξασθενίσανε	=	εξασθενίζω
εξασθενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθένιση
εξασθενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξασθένιση
εξασθενίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξασθένιση
εξασθενίσομε	=	εξασθενίζω
εξασθενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσουνε	=	εξασθενίζω
εξασθενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασθενίζω
εξασθενεί	=	εξασθενώ
εξασθενείς	=	εξασθενώ
εξασθενείτε	=	εξασθενώ
εξασθενημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθενημένο	adv	με εξασθενημένο τρόπο, αδύναμα
εξασθενημένε	verb	κλητική ενικού του εξασθενημένος
εξασθενημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθενημένη
εξασθενημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασθενημένος
εξασθενημένης	verb	γενική ενικού του εξασθενημένη
εξασθενημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξασθενημένος
εξασθενημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασθενημένος
εξασθενημένος	verb	που έχει εξασθενήσει, που έχει χάσει τις δυνάμεις του
εξασθενημένου	verb	γενική ενικού του εξασθενημένος
εξασθενημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξασθενημένος
εξασθενημένων	verb	γενική πληθυντικού του εξασθενημένος
εξασθενητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθενητικό
εξασθενητικέ	adj	κλητική ενικού του εξασθενητικός
εξασθενητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθενητική
εξασθενητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασθενητικός
εξασθενητικής	adj	γενική ενικού του εξασθενητική
εξασθενητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασθενητικός
εξασθενητικού	adj	γενική ενικού του εξασθενητικός
εξασθενητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξασθενητικός
εξασθενητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξασθενητικός
εξασθενητικός	adj	που συμβάλλει στην εξασθένηση
εξασθενητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξασθενητικός
εξασθενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθενισμένο
εξασθενισμένε	verb	κλητική ενικού του εξασθενισμένος
εξασθενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασθενισμένη
εξασθενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασθενισμένος
εξασθενισμένης	verb	γενική ενικού του εξασθενισμένη
εξασθενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξασθενισμένος
εξασθενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασθενισμένος
εξασθενισμένος	=	εξασθενίζω
εξασθενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξασθενισμένος
εξασθενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξασθενισμένος
εξασθενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξασθενισμένος
εξασθενούμε	=	εξασθενώ
εξασθενούν	=	εξασθενώ
εξασθενούνε	=	εξασθενώ
εξασθενούσα	=	εξασθενώ
εξασθενούσαμε	=	εξασθενώ
εξασθενούσαν	=	εξασθενώ
εξασθενούσανε	=	εξασθενώ
εξασθενούσατε	=	εξασθενώ
εξασθενούσε	=	εξασθενώ
εξασθενούσες	=	εξασθενώ
εξασθενώ	verb	άλλη μορφή του εξασθενίζω
εξασθενώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξασθενώ
εξασκήθηκα	=	εξασκώ
εξασκήθηκαν	=	εξασκώ
εξασκήθηκε	=	εξασκώ
εξασκήθηκες	=	εξασκώ
εξασκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσαν	=	εξασκώ
εξασκήσανε	=	εξασκώ
εξασκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασκώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάσκηση
εξασκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάσκηση
εξασκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάσκηση
εξασκήσου	=	εξασκώ
εξασκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσουνε	=	εξασκώ
εξασκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασκώ
εξασκεί	=	εξασκώ
εξασκείς	=	εξασκώ
εξασκείσαι	=	εξασκώ
εξασκείστε	=	εξασκώ
εξασκείται	=	εξασκώ
εξασκείτε	=	εξασκώ
εξασκείτο	=	εξασκώ
εξασκηθήκαμε	=	εξασκώ
εξασκηθήκαν	=	εξασκώ
εξασκηθήκανε	=	εξασκώ
εξασκηθήκατε	=	εξασκώ
εξασκηθεί	=	εξασκώ
εξασκηθείς	=	εξασκώ
εξασκηθείτε	=	εξασκώ
εξασκηθούμε	=	εξασκώ
εξασκηθούν	=	εξασκώ
εξασκηθούνε	=	εξασκώ
εξασκηθώ	=	εξασκώ
εξασκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασκημένο
εξασκημένε	verb	κλητική ενικού του εξασκημένος
εξασκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασκημένη
εξασκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασκημένος
εξασκημένης	verb	γενική ενικού του εξασκημένη
εξασκημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξασκημένος
εξασκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασκημένος
εξασκημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξασκώ
εξασκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξασκημένος
εξασκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξασκημένος
εξασκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξασκημένος
εξασκούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξασκώ
εξασκούμασταν	=	εξασκώ
εξασκούμαστε	=	εξασκώ
εξασκούμε	=	εξασκώ
εξασκούμενος	=	εξασκώ
εξασκούμουν	=	εξασκώ
εξασκούμουνα	=	εξασκώ
εξασκούν	=	εξασκώ
εξασκούνε	=	εξασκώ
εξασκούνται	=	εξασκώ
εξασκούνταν	=	εξασκώ
εξασκούντο	=	εξασκώ
εξασκούσα	=	εξασκώ
εξασκούσαμε	=	εξασκώ
εξασκούσαν	=	εξασκώ
εξασκούσανε	=	εξασκώ
εξασκούσασταν	=	εξασκώ
εξασκούσαστε	=	εξασκώ
εξασκούσατε	=	εξασκώ
εξασκούσε	=	εξασκώ
εξασκούσες	=	εξασκώ
εξασκούσουν	=	εξασκώ
εξασκούσουνα	=	εξασκώ
εξασκώ	verb	συμβάλλω στην άσκηση κάποιου και στη βελτίωση της επίδοσής του σε κάποιον τομέα
εξασκώντας	=	εξασκώ
εξαστισμέ	noun	κλητική ενικού του εξαστισμός
εξαστισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαστισμός
εξαστισμού	noun	γενική ενικού του εξαστισμός
εξαστισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαστισμός
εξαστισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαστισμός
εξαστισμός	noun|dated	αστικοποίηση
εξαστισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαστισμός
εξασφάλιζα	=	εξασφαλίζω
εξασφάλιζαν	=	εξασφαλίζω
εξασφάλιζε	=	εξασφαλίζω
εξασφάλιζες	=	εξασφαλίζω
εξασφάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφάλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξασφαλίζω
εξασφάλισης	noun	γενική ενικού του εξασφάλιση
εξασφαλίζαμε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζαν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζανε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζατε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξασφαλίζω
εξασφαλίζεις	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζεσαι	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζεστε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζεται	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζετε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζομαι	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζομε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζονται	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζονταν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίζουμε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζουν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζουνε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίζω	verb	τοποθετώ κάτι σε ασφαλές μέρος
εξασφαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίσαν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίσανε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασφάλιση
εξασφαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξασφάλιση
εξασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξασφάλιση
εξασφαλίσομε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίσου	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίσουνε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλίστηκα	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίστηκαν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίστηκε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίστηκες	=	εξασφαλίζω
εξασφαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξασφαλίζω
εξασφαλιζόμασταν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόμαστε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόμουν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόμουνα	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόντουσαν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόσασταν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόσαστε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόσουν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόσουνα	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζόταν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιζότανε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασφαλισμένο
εξασφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του εξασφαλισμένος
εξασφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασφαλισμένη
εξασφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασφαλισμένος
εξασφαλισμένης	verb	γενική ενικού του εξασφαλισμένη
εξασφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξασφαλισμένος
εξασφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασφαλισμένος
εξασφαλισμένος	verb	που έχει εξασφαλιστεί
εξασφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξασφαλισμένος
εξασφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξασφαλισμένος
εξασφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξασφαλισμένος
εξασφαλιστήκαμε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστήκαν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστήκανε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστήκατε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστεί	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστείς	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστείτε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασφαλιστικό
εξασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξασφαλιστική
εξασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του εξασφαλιστική
εξασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστικός	adj	που συμβάλλει στην εξασφάλιση
εξασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξασφαλιστικός
εξασφαλιστούμε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστούν	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστούνε	=	εξασφαλίζω
εξασφαλιστώ	=	εξασφαλίζω
εξασύλλαβα	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβε	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβες	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβη	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβης	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβο	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβοι	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβος	adj	που αναλύεται σε έξι συλλαβές
εξασύλλαβου	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβους	=	εξασύλλαβος
εξασύλλαβων	=	εξασύλλαβος
εξατάξια	=	εξατάξιος
εξατάξιας	=	εξατάξιος
εξατάξιε	=	εξατάξιος
εξατάξιες	=	εξατάξιος
εξατάξιο	=	εξατάξιος
εξατάξιοι	=	εξατάξιος
εξατάξιος	adj	που αποτελείται από έξι τάξεις
εξατάξιου	=	εξατάξιος
εξατάξιους	=	εξατάξιος
εξατάξιων	=	εξατάξιος
εξατάχυτα	=	εξατάχυτος
εξατάχυτε	=	εξατάχυτος
εξατάχυτες	=	εξατάχυτος
εξατάχυτη	=	εξατάχυτος
εξατάχυτης	=	εξατάχυτος
εξατάχυτο	=	εξατάχυτος
εξατάχυτοι	=	εξατάχυτος
εξατάχυτος	adj	που διαθέτει ή λειτουργεί με έξι ταχύτητες
εξατάχυτου	=	εξατάχυτος
εξατάχυτους	=	εξατάχυτος
εξατάχυτων	=	εξατάχυτος
εξατμίζαμε	=	εξατμίζω
εξατμίζαν	=	εξατμίζω
εξατμίζανε	=	εξατμίζω
εξατμίζατε	=	εξατμίζω
εξατμίζει	=	εξατμίζω
εξατμίζεις	=	εξατμίζω
εξατμίζεσαι	=	εξατμίζω
εξατμίζεστε	=	εξατμίζω
εξατμίζεται	=	εξατμίζω
εξατμίζετε	=	εξατμίζω
εξατμίζομαι	verb	παθαίνω εξάτμιση
εξατμίζομε	=	εξατμίζω
εξατμίζονται	=	εξατμίζω
εξατμίζονταν	=	εξατμίζω
εξατμίζοντας	=	εξατμίζω
εξατμίζουμε	=	εξατμίζω
εξατμίζουν	=	εξατμίζω
εξατμίζουνε	=	εξατμίζω
εξατμίζω	verb	κάνω ένα υγρό να ζεσταθεί και να μετατραπεί σε αέριο
εξατμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίσαν	=	εξατμίζω
εξατμίσανε	=	εξατμίζω
εξατμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξάτμιση
εξατμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξάτμιση
εξατμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξάτμιση
εξατμίσομε	=	εξατμίζω
εξατμίσου	=	εξατμίζω
εξατμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίσουνε	=	εξατμίζω
εξατμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζω
εξατμιζόμασταν	=	εξατμίζω
εξατμιζόμαστε	=	εξατμίζω
εξατμιζόμουν	=	εξατμίζω
εξατμιζόμουνα	=	εξατμίζω
εξατμιζόντουσαν	=	εξατμίζω
εξατμιζόσασταν	=	εξατμίζω
εξατμιζόσαστε	=	εξατμίζω
εξατμιζόσουν	=	εξατμίζω
εξατμιζόσουνα	=	εξατμίζω
εξατμιζόταν	=	εξατμίζω
εξατμιζότανε	=	εξατμίζω
εξατμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξατμισμένο
εξατμισμένε	verb	κλητική ενικού του εξατμισμένος
εξατμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξατμισμένη
εξατμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξατμισμένος
εξατμισμένης	verb	γενική ενικού του εξατμισμένη
εξατμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξατμισμένος
εξατμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξατμισμένος
εξατμισμένος	=	εξατμίζω
εξατμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξατμισμένος
εξατμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξατμισμένος
εξατμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξατμισμένος
εξατμιστές	=	εξατμιστής
εξατμιστή	=	εξατμιστής
εξατμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστήκαν	=	εξατμίζω
εξατμιστήκανε	=	εξατμίζω
εξατμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστής	noun	εναλλάκτης θερμότητας, εξωτερικό στοιχείο ψυκτικής μηχανής το οποίο απορροφά θερμότητα από το περιβάλλον
εξατμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστούνε	=	εξατμίζω
εξατμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατμίζομαι
εξατμιστών	=	εξατμιστής
εξατομίκευα	=	εξατομικεύω
εξατομίκευαν	=	εξατομικεύω
εξατομίκευε	=	εξατομικεύω
εξατομίκευες	=	εξατομικεύω
εξατομίκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομίκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομίκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομίκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξατομικεύω
εξατομίκευσης	noun	γενική ενικού του εξατομίκευση
εξατομικευθήκαμε	=	εξατομικεύω
εξατομικευθήκαν	=	εξατομικεύω
εξατομικευθήκανε	=	εξατομικεύω
εξατομικευθήκατε	=	εξατομικεύω
εξατομικευθεί	=	εξατομικεύω
εξατομικευθείς	=	εξατομικεύω
εξατομικευθείτε	=	εξατομικεύω
εξατομικευθούμε	=	εξατομικεύω
εξατομικευθούν	=	εξατομικεύω
εξατομικευθούνε	=	εξατομικεύω
εξατομικευθώ	=	εξατομικεύω
εξατομικευμένα	adv	με εξατομικευμένο τρόπο
εξατομικευμένε	verb	κλητική ενικού του εξατομικευμένος
εξατομικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξατομικευμένη
εξατομικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξατομικευμένος
εξατομικευμένης	verb	γενική ενικού του εξατομικευμένη
εξατομικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξατομικευμένος
εξατομικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξατομικευμένος
εξατομικευμένος	verb	που έχει εξατομικευτεί ώστε να ταιριάζει σε κάθε περίπτωση, σε κάθε άτομο
εξατομικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξατομικευμένος
εξατομικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξατομικευμένος
εξατομικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξατομικευμένος
εξατομικευτήκαμε	=	εξατομικεύω
εξατομικευτήκαν	=	εξατομικεύω
εξατομικευτήκανε	=	εξατομικεύω
εξατομικευτήκατε	=	εξατομικεύω
εξατομικευτεί	=	εξατομικεύω
εξατομικευτείς	=	εξατομικεύω
εξατομικευτείτε	=	εξατομικεύω
εξατομικευτικά	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικέ	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικές	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτική	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικής	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικοί	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικού	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικούς	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικό	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτικός	adj	που εξατομικεύει ώστε να ταιριάζει σε κάθε περίπτωση χωριστά
εξατομικευτικών	=	εξατομικευτικός
εξατομικευτούμε	=	εξατομικεύω
εξατομικευτούν	=	εξατομικεύω
εξατομικευτούνε	=	εξατομικεύω
εξατομικευτώ	=	εξατομικεύω
εξατομικευόμασταν	=	εξατομικεύω
εξατομικευόμαστε	=	εξατομικεύω
εξατομικευόμουν	=	εξατομικεύω
εξατομικευόμουνα	=	εξατομικεύω
εξατομικευόντουσαν	=	εξατομικεύω
εξατομικευόσασταν	=	εξατομικεύω
εξατομικευόσαστε	=	εξατομικεύω
εξατομικευόσουν	=	εξατομικεύω
εξατομικευόσουνα	=	εξατομικεύω
εξατομικευόταν	=	εξατομικεύω
εξατομικευότανε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύαμε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύαν	=	εξατομικεύω
εξατομικεύανε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύατε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύει	=	εξατομικεύω
εξατομικεύεις	=	εξατομικεύω
εξατομικεύεσαι	=	εξατομικεύω
εξατομικεύεστε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύεται	=	εξατομικεύω
εξατομικεύετε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύθηκα	=	εξατομικεύω
εξατομικεύθηκαν	=	εξατομικεύω
εξατομικεύθηκε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύθηκες	=	εξατομικεύω
εξατομικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύομε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύονται	=	εξατομικεύω
εξατομικεύονταν	=	εξατομικεύω
εξατομικεύοντας	=	εξατομικεύω
εξατομικεύουμε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύουν	=	εξατομικεύω
εξατομικεύουνε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσαν	=	εξατομικεύω
εξατομικεύσανε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξατομίκευση
εξατομικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξατομίκευση
εξατομικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξατομίκευση
εξατομικεύσιμα	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμε	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμες	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμη	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμης	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμο	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμοι	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμος	adj	που μπορεί να εξατομικευτει
εξατομικεύσιμου	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμους	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσιμων	=	εξατομικεύσιμος
εξατομικεύσομε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύσου	=	εξατομικεύω
εξατομικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσουνε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξατομικεύω
εξατομικεύτηκα	=	εξατομικεύω
εξατομικεύτηκαν	=	εξατομικεύω
εξατομικεύτηκε	=	εξατομικεύω
εξατομικεύτηκες	=	εξατομικεύω
εξατομικεύω	verb	προσαρμόζω κάτι σε κάποιο άτομο, σε κάποιο πρόσωπο, στις ανάγκες και δυνατότητές του
εξαφάνιζα	=	εξαφανίζω
εξαφάνιζαν	=	εξαφανίζω
εξαφάνιζε	=	εξαφανίζω
εξαφάνιζες	=	εξαφανίζω
εξαφάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφάνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαφανίζω
εξαφάνισης	noun	γενική ενικού του εξαφάνιση
εξαφανίζαμε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζαν	=	εξαφανίζω
εξαφανίζανε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζατε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζει	=	εξαφανίζω
εξαφανίζεις	=	εξαφανίζω
εξαφανίζεσαι	=	εξαφανίζω
εξαφανίζεστε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζεται	=	εξαφανίζω
εξαφανίζετε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζομαι	verb	χάνομαι
εξαφανίζομε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζονται	=	εξαφανίζω
εξαφανίζονταν	=	εξαφανίζω
εξαφανίζοντας	=	εξαφανίζω
εξαφανίζουμε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζουν	=	εξαφανίζω
εξαφανίζουνε	=	εξαφανίζω
εξαφανίζω	verb	κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει
εξαφανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίσαν	=	εξαφανίζω
εξαφανίσανε	=	εξαφανίζω
εξαφανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαφάνιση
εξαφανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαφάνιση
εξαφανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαφάνιση
εξαφανίσομε	=	εξαφανίζω
εξαφανίσου	=	εξαφανίζω
εξαφανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίσουνε	=	εξαφανίζω
εξαφανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζω
εξαφανιζόλ	noun|informal	η εξαφάνιση κάποιου
εξαφανιζόμασταν	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόμαστε	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόμουν	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόμουνα	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόντουσαν	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόσασταν	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόσαστε	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόσουν	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόσουνα	=	εξαφανίζω
εξαφανιζόταν	=	εξαφανίζω
εξαφανιζότανε	=	εξαφανίζω
εξαφανισμέ	noun	κλητική ενικού του εξαφανισμός
εξαφανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαφανισμένο
εξαφανισμένε	verb	κλητική ενικού του εξαφανισμένος
εξαφανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαφανισμένη
εξαφανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαφανισμένος
εξαφανισμένης	verb	γενική ενικού του εξαφανισμένη
εξαφανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαφανισμένος
εξαφανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαφανισμένος
εξαφανισμένος	verb	που έχει εξαφανιστεί, που είναι άγνωστο το πού βρίσκεται
εξαφανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαφανισμένος
εξαφανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαφανισμένος
εξαφανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαφανισμένος
εξαφανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαφανισμός
εξαφανισμού	noun	γενική ενικού του εξαφανισμός
εξαφανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξαφανισμός
εξαφανισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξαφανισμός
εξαφανισμός	noun	άλλη μορφή του εξαφάνιση
εξαφανισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξαφανισμός
εξαφανιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστήκαν	=	εξαφανίζω
εξαφανιστήκανε	=	εξαφανίζω
εξαφανιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφανιστούνε	=	εξαφανίζω
εξαφανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαφανίζομαι
εξαφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάπτομαι
εξαφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με έξι φωνές
εξαφωνίας	noun	γενική ενικού του εξαφωνία
εξαφωνίες	=	εξαφωνία
εξαφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του εξαφωνία
εξαχθέν	=	εξαχθείς
εξαχθέντα	=	εξαχθείς
εξαχθέντες	=	εξαχθείς
εξαχθέντος	=	εξαχθείς
εξαχθέντων	=	εξαχθείς
εξαχθήκαμε	=	εξάγομαι
εξαχθήκαν	=	εξάγομαι
εξαχθήκανε	=	εξάγομαι
εξαχθήκατε	=	εξάγομαι
εξαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξάγομαι
εξαχθείς	verb|formal	που εξάχθηκε
εξαχθείσα	=	εξαχθείς
εξαχθείσας	=	εξαχθείς
εξαχθείσες	=	εξαχθείς
εξαχθείσης	=	εξαχθείς
εξαχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγομαι
εξαχθεισών	=	εξαχθείς
εξαχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγομαι
εξαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγομαι
εξαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξάγομαι
εξαχνίζαμε	=	εξαχνίζω
εξαχνίζαν	=	εξαχνίζω
εξαχνίζανε	=	εξαχνίζω
εξαχνίζατε	=	εξαχνίζω
εξαχνίζει	=	εξαχνίζω
εξαχνίζεις	=	εξαχνίζω
εξαχνίζετε	=	εξαχνίζω
εξαχνίζοντας	=	εξαχνίζω
εξαχνίζουμε	=	εξαχνίζω
εξαχνίζουν	=	εξαχνίζω
εξαχνίζουνε	=	εξαχνίζω
εξαχνίζω	verb	προκαλώ εξάχνωση, εκθέτω υλικό σε συνθήκες που προκαλούν εξάχνωση
εξαχνίσαμε	=	εξαχνίζω
εξαχνίσαν	=	εξαχνίζω
εξαχνίσανε	=	εξαχνίζω
εξαχνίσατε	=	εξαχνίζω
εξαχνίσει	=	εξαχνίζω
εξαχνίστε	=	εξαχνίζω
εξαχνωμένα	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένε	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένες	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένη	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένης	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένο	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένοι	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαχνώνω
εξαχνωμένου	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένους	=	εξαχνωμένος
εξαχνωμένων	=	εξαχνωμένος
εξαχνώναμε	=	εξαχνώνω
εξαχνώναν	=	εξαχνώνω
εξαχνώνανε	=	εξαχνώνω
εξαχνώνατε	=	εξαχνώνω
εξαχνώνει	=	εξαχνώνω
εξαχνώνεις	=	εξαχνώνω
εξαχνώνετε	=	εξαχνώνω
εξαχνώνοντας	=	εξαχνώνω
εξαχνώνουμε	=	εξαχνώνω
εξαχνώνουν	=	εξαχνώνω
εξαχνώνουνε	=	εξαχνώνω
εξαχνώνω	verb	μετατρέπω άμεσα μια στερεή ουσία σε αέρια χωρίς να περάσει από υγρή φάση
εξαχνώσαμε	=	εξαχνώνω
εξαχνώσαν	=	εξαχνώνω
εξαχνώσανε	=	εξαχνώνω
εξαχνώσατε	=	εξαχνώνω
εξαχνώσει	=	εξαχνώνω
εξαχνώσεις	=	εξάχνωση
εξαχνώσεων	=	εξάχνωση
εξαχνώστε	=	εξαχνώνω
εξαχρείωνα	=	εξαχρειώνω
εξαχρείωναν	=	εξαχρειώνω
εξαχρείωνε	=	εξαχρειώνω
εξαχρείωνες	=	εξαχρειώνω
εξαχρείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρείωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαχρειώνω
εξαχρείωσης	noun	γενική ενικού του εξαχρείωση
εξαχρειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαχρειωμένο
εξαχρειωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαχρειωμένος
εξαχρειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαχρειωμένη
εξαχρειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαχρειωμένος
εξαχρειωμένης	verb	γενική ενικού του εξαχρειωμένη
εξαχρειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαχρειωμένος
εξαχρειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαχρειωμένος
εξαχρειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαχρειωμένος
εξαχρειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαχρειωμένος
εξαχρειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαχρειωμένος
εξαχρειώναμε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώναν	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνανε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνατε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνει	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνεις	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνετε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνοντας	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνουμε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνουν	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνουνε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώνω	verb	κάνω κάποιον αχρείο, ανήθικο
εξαχρειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώσαν	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώσανε	=	εξαχρειώνω
εξαχρειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαχρείωση
εξαχρειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαχρείωση
εξαχρειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαχρείωση
εξαχρειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαχρειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαχρειώνω
εξαψήφια	=	εξαψήφιος
εξαψήφιας	=	εξαψήφιος
εξαψήφιε	=	εξαψήφιος
εξαψήφιες	=	εξαψήφιος
εξαψήφιο	=	εξαψήφιος
εξαψήφιοι	=	εξαψήφιος
εξαψήφιος	adj	που αποτελείται από έξι ψηφία
εξαψήφιου	=	εξαψήφιος
εξαψήφιους	=	εξαψήφιος
εξαψήφιων	=	εξαψήφιος
εξαϋδρίτης	noun	ένυδρο θειϊκό άλας του μαγνησίου
εξαϋλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθήκαν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωθήκανε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαϋλωμένο
εξαϋλωμένε	verb	κλητική ενικού του εξαϋλωμένος
εξαϋλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαϋλωμένη
εξαϋλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξαϋλωμένος
εξαϋλωμένης	verb	γενική ενικού του εξαϋλωμένη
εξαϋλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξαϋλωμένος
εξαϋλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξαϋλωμένος
εξαϋλωμένος	=	εξαϋλώνομαι
εξαϋλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαϋλωμένος
εξαϋλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξαϋλωμένος
εξαϋλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξαϋλωμένος
εξαϋλωνόμασταν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόμαστε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόμουν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόμουνα	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόντουσαν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόσασταν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόσαστε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόσουν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόσουνα	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνόταν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλωνότανε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξαϋλώνομαι
εξαϋλώναμε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώναν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνανε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνατε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνει	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνεις	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνεσαι	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνεστε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνεται	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνετε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξαϋλώνω
εξαϋλώνονται	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνονταν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνοντας	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνου	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνουμε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνουν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνουνε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώνω	verb	μετατρέπω κάτι σε άυλο, αφαιρώ την υλικότητα
εξαϋλώσαμε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώσαν	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώσανε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώσατε	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώσει	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξαΰλωση
εξαϋλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξαΰλωση
εξαϋλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξαΰλωση
εξαϋλώσου	=	εξαϋλώνω
εξαϋλώστε	=	εξαϋλώνω
εξείχα	=	εξέχω
εξείχαμε	=	εξέχω
εξείχαν	=	εξέχω
εξείχανε	=	εξέχω
εξείχατε	=	εξέχω
εξείχε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του εξέχω
εξείχες	=	εξέχω
εξεβίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εξεβίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εξεβίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εξεβίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιάζω
εξεγέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγέρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέγερση
εξεγέρσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξέγερση
εξεγέρσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξέγερση
εξεγέρσου	=	εξεγείρω
εξεγέρτες	=	εξεγέρτης
εξεγέρτη	=	εξεγέρτης
εξεγέρτης	noun	αυτός που εξεγείρει άλλους
εξεγείραμε	=	εξεγείρω
εξεγείραν	=	εξεγείρω
εξεγείρανε	=	εξεγείρω
εξεγείρατε	=	εξεγείρω
εξεγείρει	=	εξεγείρω
εξεγείρεις	=	εξεγείρω
εξεγείρεσαι	=	εξεγείρω
εξεγείρεστε	=	εξεγείρω
εξεγείρεται	=	εξεγείρω
εξεγείρετε	=	εξεγείρω
εξεγείρομαι	verb	επαναστατώ, ξεσηκώνομαι
εξεγείρομε	=	εξεγείρω
εξεγείρονται	=	εξεγείρω
εξεγείρονταν	=	εξεγείρω
εξεγείροντας	=	εξεγείρω
εξεγείρουμε	=	εξεγείρω
εξεγείρουν	=	εξεγείρω
εξεγείρουνε	=	εξεγείρω
εξεγείρω	verb	κάνω κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί με την άσχημη ή καταπιεστική συμπεριφορά μου
εξεγειρόμασταν	=	εξεγείρω
εξεγειρόμαστε	=	εξεγείρω
εξεγειρόμουν	=	εξεγείρομαι
εξεγειρόμουνα	=	εξεγείρω
εξεγειρόντουσαν	=	εξεγείρω
εξεγειρόσασταν	=	εξεγείρω
εξεγειρόσαστε	=	εξεγείρω
εξεγειρόσουν	=	εξεγείρω
εξεγειρόσουνα	=	εξεγείρω
εξεγειρόταν	=	εξεγείρω
εξεγειρότανε	=	εξεγείρω
εξεγερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθήκαν	=	εξεγείρω
εξεγερθήκανε	=	εξεγείρω
εξεγερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερθούνε	=	εξεγείρω
εξεγερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεγείρομαι
εξεγερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεγερμένο
εξεγερμένε	verb	κλητική ενικού του εξεγερμένος
εξεγερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεγερμένη
εξεγερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξεγερμένος
εξεγερμένης	verb	γενική ενικού του εξεγερμένη
εξεγερμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξεγερμένος
εξεγερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξεγερμένος
εξεγερμένος	=	εξεγείρω
εξεγερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξεγερμένος
εξεγερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξεγερμένος
εξεγερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξεγερμένος
εξεγερσιακά	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακέ	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακές	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακή	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακής	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακοί	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακού	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακούς	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακό	=	εξεγερσιακός
εξεγερσιακός	adj	που έχει σχέση με εξέγερση ή αναφέρεται σ' αυτή
εξεγερσιακών	=	εξεγερσιακός
εξεγερτικά	=	εξεγερτικός
εξεγερτικέ	=	εξεγερτικός
εξεγερτικές	=	εξεγερτικός
εξεγερτική	=	εξεγερτικός
εξεγερτικής	=	εξεγερτικός
εξεγερτικοί	=	εξεγερτικός
εξεγερτικού	=	εξεγερτικός
εξεγερτικούς	=	εξεγερτικός
εξεγερτικό	=	εξεγερτικός
εξεγερτικός	adj	που έχει σχέση με εξέγερση ή αναφέρεται σ' αυτή
εξεγερτικών	=	εξεγερτικός
εξεγερτών	=	εξεγέρτης
εξεδίωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εξεδίωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εξεδίωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εξεδίωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκδιώκω
εξεδρών	noun	γενική πληθυντικού του εξέδρα
εξεδόθην	=	εκδίδω
εξεζητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεζητημένο
εξεζητημένε	verb	κλητική ενικού του εξεζητημένος
εξεζητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεζητημένη
εξεζητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξεζητημένος
εξεζητημένης	verb	γενική ενικού του εξεζητημένη
εξεζητημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξεζητημένος
εξεζητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξεζητημένος
εξεζητημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκζητώ
εξεζητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξεζητημένος
εξεζητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξεζητημένος
εξεζητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξεζητημένος
εξειδίκευα	=	εξειδικεύω
εξειδίκευαν	=	εξειδικεύω
εξειδίκευε	=	εξειδικεύω
εξειδίκευες	=	εξειδικεύω
εξειδίκευσα	=	εξειδικεύω
εξειδίκευσαν	=	εξειδικεύω
εξειδίκευσε	=	εξειδικεύω
εξειδίκευσες	=	εξειδικεύω
εξειδίκευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξειδικεύω
εξειδίκευσης	noun	γενική ενικού του εξειδίκευση
εξειδικευθήκαμε	=	εξειδικεύω
εξειδικευθήκαν	=	εξειδικεύω
εξειδικευθήκανε	=	εξειδικεύω
εξειδικευθήκατε	=	εξειδικεύω
εξειδικευθεί	=	εξειδικεύω
εξειδικευθείς	=	εξειδικεύω
εξειδικευθείτε	=	εξειδικεύω
εξειδικευθούμε	=	εξειδικεύω
εξειδικευθούν	=	εξειδικεύω
εξειδικευθούνε	=	εξειδικεύω
εξειδικευθώ	=	εξειδικεύω
εξειδικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξειδικευμένο
εξειδικευμένε	verb	κλητική ενικού του εξειδικευμένος
εξειδικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξειδικευμένη
εξειδικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξειδικευμένος
εξειδικευμένης	verb	γενική ενικού του εξειδικευμένη
εξειδικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξειδικευμένος
εξειδικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξειδικευμένος
εξειδικευμένος	verb	που έχει εξειδικευτεί σε κάποιον επαγγελματικό τομέα
εξειδικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξειδικευμένος
εξειδικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξειδικευμένος
εξειδικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξειδικευμένος
εξειδικευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτήκαν	=	εξειδικεύω
εξειδικευτήκανε	=	εξειδικεύω
εξειδικευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευτούνε	=	εξειδικεύω
εξειδικευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικευόμασταν	=	εξειδικεύω
εξειδικευόμαστε	=	εξειδικεύω
εξειδικευόμουν	=	εξειδικεύω
εξειδικευόμουνα	=	εξειδικεύω
εξειδικευόντουσαν	=	εξειδικεύω
εξειδικευόσασταν	=	εξειδικεύω
εξειδικευόσαστε	=	εξειδικεύω
εξειδικευόσουν	=	εξειδικεύω
εξειδικευόσουνα	=	εξειδικεύω
εξειδικευόταν	=	εξειδικεύω
εξειδικευότανε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύαμε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύαν	=	εξειδικεύω
εξειδικεύανε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύατε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξειδικεύω
εξειδικεύεις	=	εξειδικεύω
εξειδικεύεσαι	=	εξειδικεύω
εξειδικεύεστε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύεται	=	εξειδικεύω
εξειδικεύετε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύθηκα	=	εξειδικεύω
εξειδικεύθηκαν	=	εξειδικεύω
εξειδικεύθηκε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύθηκες	=	εξειδικεύω
εξειδικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξειδικεύω
εξειδικεύομε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύονται	=	εξειδικεύω
εξειδικεύονταν	=	εξειδικεύω
εξειδικεύοντας	=	εξειδικεύω
εξειδικεύουμε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύουν	=	εξειδικεύω
εξειδικεύουνε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσαμε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσαν	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσανε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσατε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσει	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξειδίκευση
εξειδικεύσετε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξειδίκευση
εξειδικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξειδίκευση
εξειδικεύσομε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσου	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσουμε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσουν	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσουνε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύστε	=	εξειδικεύω
εξειδικεύσω	=	εξειδικεύω
εξειδικεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξειδικεύομαι
εξειδικεύω	verb	κάνω κάτι πιο ειδικό, περιορίζω το ενδιαφέρον μου σε μία περίπτωση ή έκφανσή του
εξεικονίζαμε	=	εξεικονίζω
εξεικονίζαν	=	εξεικονίζω
εξεικονίζανε	=	εξεικονίζω
εξεικονίζατε	=	εξεικονίζω
εξεικονίζει	=	εξεικονίζω
εξεικονίζεις	=	εξεικονίζω
εξεικονίζεσαι	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίζεστε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίζεται	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίζετε	=	εξεικονίζω
εξεικονίζομαι	verb|formal	απεικονίζομαι, περιγράφομαι εμφατικά με εικόνες
εξεικονίζονται	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίζονταν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίζοντας	=	εξεικονίζω
εξεικονίζου	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίζουμε	=	εξεικονίζω
εξεικονίζουν	=	εξεικονίζω
εξεικονίζουνε	=	εξεικονίζω
εξεικονίζω	verb|formal	απεικονίζω
εξεικονίσαμε	=	εξεικονίζω
εξεικονίσαν	=	εξεικονίζω
εξεικονίσανε	=	εξεικονίζω
εξεικονίσατε	=	εξεικονίζω
εξεικονίσει	=	εξεικονίζω
εξεικονίσεις	=	εξεικόνιση
εξεικονίσεων	=	εξεικόνιση
εξεικονίσου	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίστε	=	εξεικονίζω
εξεικονίστηκα	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίστηκαν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίστηκε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονίστηκες	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόμασταν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόμαστε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόμουν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόμουνα	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόντουσαν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόσασταν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόσαστε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόσουν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόσουνα	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζόταν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιζότανε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονισμένος	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιστήκαμε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιστήκαν	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιστήκανε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιστήκατε	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιστεί	=	εξεικονίζομαι
εξεικονιστείτε	=	εξεικονίζομαι
εξεικόνιζα	=	εξεικονίζω
εξεικόνιζαν	=	εξεικονίζω
εξεικόνιζε	=	εξεικονίζω
εξεικόνιζες	=	εξεικονίζω
εξεικόνισα	=	εξεικονίζω
εξεικόνισαν	=	εξεικονίζω
εξεικόνισε	=	εξεικονίζω
εξεικόνισες	=	εξεικονίζω
εξεικόνιση	noun	η απεικόνιση, η αναπαράσταση ενός εσωτερικού κόσμου ή εξωτερικού με εικαστικά (π.χ. ζωγραφικής, κινηματογράφου, θεάτρου) μέσα ή διαμέσου του λόγου (προφορικά, εθίμου, λογοτεχνία)
εξεικόνισης	=	εξεικόνιση
εξελάσεις	=	εξέλαση
εξελάσεων	=	εξέλαση
εξελέγη	=	εκλέγω
εξελέγην	=	εκλέγω
εξελέγησαν	=	εκλέγω
εξελέγξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξαν	=	εξελέγχω
εξελέγξανε	=	εξελέγχω
εξελέγξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξεων	noun	γενική πληθυντικού του εξέλεγξη
εξελέγξεως	noun|formal	γενική ενικού του εξέλεγξη
εξελέγξου	=	εξελέγχω
εξελέγξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγξτε	=	εξελέγχω
εξελέγξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελέγχω
εξελέγχαμε	=	εξελέγχω
εξελέγχαν	=	εξελέγχω
εξελέγχανε	=	εξελέγχω
εξελέγχατε	=	εξελέγχω
εξελέγχει	=	εξελέγχω
εξελέγχεις	=	εξελέγχω
εξελέγχεσαι	=	εξελέγχω
εξελέγχεστε	=	εξελέγχω
εξελέγχεται	=	εξελέγχω
εξελέγχετε	=	εξελέγχω
εξελέγχθηκα	=	εξελέγχω
εξελέγχθηκαν	=	εξελέγχω
εξελέγχθηκε	=	εξελέγχω
εξελέγχθηκες	=	εξελέγχω
εξελέγχομαι	=	εξελέγχω
εξελέγχονται	=	εξελέγχω
εξελέγχονταν	=	εξελέγχω
εξελέγχοντας	=	εξελέγχω
εξελέγχου	=	εξελέγχω
εξελέγχουμε	=	εξελέγχω
εξελέγχουν	=	εξελέγχω
εξελέγχουνε	=	εξελέγχω
εξελέγχους	=	εξέλεγχος
εξελέγχω	verb|formal	εξετάζω με σκοπό να διαπιστώσω αν κάτι είναι, γίνεται ή έγινε όπως πρέπει
εξελέγχων	=	εξέλεγχος
εξελίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέλιξη
εξελίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξεων	noun	γενική πληθυντικού του εξέλιξη
εξελίξεως	noun|formal	γενική ενικού του εξέλιξη
εξελίξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελίξιμο
εξελίξιμε	adj	κλητική ενικού του εξελίξιμος
εξελίξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελίξιμη
εξελίξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξελίξιμος
εξελίξιμης	adj	γενική ενικού του εξελίξιμη
εξελίξιμο	adj	αιτιατική ενικού του εξελίξιμος
εξελίξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελίξιμος
εξελίξιμος	adj	που μπορεί να εξελιχθεί
εξελίξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξελίξιμος
εξελίξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξελίξιμος
εξελίξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξελίξιμος
εξελίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσω
εξελίσσεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξελίσσομαι
εξελίσσομαι	verb	ακολουθώ μια διαδικασία εξέλιξης
εξελίσσονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εξελίσσομαι
εξελίσσω	verb	θέτω κάτι ή κάποιον σε διαδικασία εξέλιξης
εξελίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελίχτηκα	=	εξελίσσομαι
εξελεγκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελεγκτικό
εξελεγκτικέ	adj	κλητική ενικού του εξελεγκτικός
εξελεγκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελεγκτική
εξελεγκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξελεγκτικός
εξελεγκτικής	adj	γενική ενικού του εξελεγκτική
εξελεγκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελεγκτικός
εξελεγκτικού	adj	γενική ενικού του εξελεγκτικός
εξελεγκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξελεγκτικός
εξελεγκτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξελεγκτικός
εξελεγκτικός	adj	που (προορίζεται για να) εξελέγχει
εξελεγκτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξελεγκτικός
εξελεγμένος	=	εξελέγχω
εξελεγχθήκαμε	=	εξελέγχω
εξελεγχθήκαν	=	εξελέγχω
εξελεγχθήκανε	=	εξελέγχω
εξελεγχθήκατε	=	εξελέγχω
εξελεγχθεί	=	εξελέγχω
εξελεγχθείτε	=	εξελέγχω
εξελεγχόμασταν	=	εξελέγχω
εξελεγχόμαστε	=	εξελέγχω
εξελεγχόμουν	=	εξελέγχω
εξελεγχόμουνα	=	εξελέγχω
εξελεγχόντουσαν	=	εξελέγχω
εξελεγχόσασταν	=	εξελέγχω
εξελεγχόσαστε	=	εξελέγχω
εξελεγχόσουν	=	εξελέγχω
εξελεγχόσουνα	=	εξελέγχω
εξελεγχόταν	=	εξελέγχω
εξελεγχότανε	=	εξελέγχω
εξελιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελιγμένο
εξελιγμένε	verb	κλητική ενικού του εξελιγμένος
εξελιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελιγμένη
εξελιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξελιγμένος
εξελιγμένης	verb	γενική ενικού του εξελιγμένη
εξελιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξελιγμένος
εξελιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελιγμένος
εξελιγμένος	verb	που έχει εξελιχθεί
εξελιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξελιγμένος
εξελιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξελιγμένος
εξελιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξελιγμένος
εξελικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελικτικό	adv	βαθμιαία και ακολουθώντας μια εξελικτική πορεία
εξελικτικέ	adj	κλητική ενικού του εξελικτικός
εξελικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελικτική
εξελικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξελικτικός
εξελικτικής	adj	γενική ενικού του εξελικτική
εξελικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελικτικός
εξελικτικού	adj	γενική ενικού του εξελικτικός
εξελικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξελικτικός
εξελικτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξελικτικός
εξελικτικός	adj	που προκαλεί την εξέλιξη ή προκαλείται από εξέλιξη
εξελικτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξελικτικός
εξελικτισμέ	noun	κλητική ενικού του εξελικτισμός
εξελικτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελικτισμός
εξελικτισμού	noun	γενική ενικού του εξελικτισμός
εξελικτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξελικτισμός
εξελικτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξελικτισμός
εξελικτισμός	noun	Θεωρία σύμφωνα με την οποία τα έμβια όντα μεταβάλλονται διαχρονικά και προέρχονται από προγενέστερες μορφές μέσω εξελικτικών διαδικασιών
εξελικτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξελικτισμός
εξελικτιστές	=	εξελικτιστής
εξελικτιστή	=	εξελικτιστής
εξελικτιστής	noun	πρόσωπο που αποδέχεται ή προβάλλει την άποψη ότι τα έμβια όντα έχουν διαμορφωθεί μέσω μακρόχρονων εξελικτικών μεταβολών και κοινής καταγωγής
εξελικτιστών	=	εξελικτιστής
εξελιξιαρχία	noun	φιλοσοφική θεωρία για την εξέλιξη του ανθρώπου
εξελιξιαρχίας	=	εξελιξιαρχία
εξελιξιαρχίες	=	εξελιξιαρχία
εξελιξιαρχιών	=	εξελιξιαρχία
εξελιξικρατία	noun	θεωρία κατά την οποία επικρατεί η εξέλιξη / κατά την οποία εξηγείται η εξέλιξη των συστημάτων ή των οργανισμών
εξελιξικρατίας	=	εξελιξικρατία
εξελιξικρατίες	=	εξελιξικρατία
εξελιξικρατιών	=	εξελιξικρατία
εξελιξιμοτήτων	=	εξελιξιμότητα
εξελιξιμότητα	noun	το να υπάρχει εξέλιξη· η ικανότητα να εξελίσσεσαι
εξελιξιμότητας	=	εξελιξιμότητα
εξελιξιμότητες	=	εξελιξιμότητα
εξελισσόμενα	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενε	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενες	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενη	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενης	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενο	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενοι	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενος	adj	που εξελίσσεται
εξελισσόμενου	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενους	=	εξελισσόμενος
εξελισσόμενων	=	εξελισσόμενος
εξελιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελίσσομαι
εξελιχτώ	=	εξελίσσομαι
εξελκώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέλκωση
εξελκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξέλκωση
εξελκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξέλκωση
εξελλήνιζα	=	εξελληνίζω
εξελλήνιζαν	=	εξελληνίζω
εξελλήνιζε	=	εξελληνίζω
εξελλήνιζες	=	εξελληνίζω
εξελλήνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελλήνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελλήνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελλήνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίζαμε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζαν	=	εξελληνίζω
εξελληνίζανε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζατε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζει	=	εξελληνίζω
εξελληνίζεις	=	εξελληνίζω
εξελληνίζεσαι	=	εξελληνίζω
εξελληνίζεστε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζεται	=	εξελληνίζω
εξελληνίζετε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζομαι	=	εξελληνίζω
εξελληνίζομε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζονται	=	εξελληνίζω
εξελληνίζονταν	=	εξελληνίζω
εξελληνίζοντας	=	εξελληνίζω
εξελληνίζουμε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζουν	=	εξελληνίζω
εξελληνίζουνε	=	εξελληνίζω
εξελληνίζω	verb	μεταβάλλω κάτι έτσι ώστε να γίνει ελληνικό, να αποκτήσει ελληνικά χαρακτηριστικά
εξελληνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσαν	=	εξελληνίζω
εξελληνίσανε	=	εξελληνίζω
εξελληνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσομε	=	εξελληνίζω
εξελληνίσου	=	εξελληνίζω
εξελληνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνίσουνε	=	εξελληνίζω
εξελληνίστε	=	εξελληνίζω
εξελληνίστηκα	=	εξελληνίζω
εξελληνίστηκαν	=	εξελληνίζω
εξελληνίστηκε	=	εξελληνίζω
εξελληνίστηκες	=	εξελληνίζω
εξελληνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξελληνίζω
εξελληνιζόμασταν	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόμαστε	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόμενος	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόμουν	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόμουνα	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόντουσαν	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόσασταν	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόσαστε	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόσουν	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόσουνα	=	εξελληνίζω
εξελληνιζόταν	=	εξελληνίζω
εξελληνιζότανε	=	εξελληνίζω
εξελληνισθέν	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθέντα	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθέντας	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθέντες	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθέντος	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθέντων	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθείς	verb|formal	που τον έχουν εξελλενίσει / που έχει εξελλενιστεί
εξελληνισθείσα	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθείσας	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθείσες	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθείσης	=	εξελληνισθείς
εξελληνισθεισών	=	εξελληνισθείς
εξελληνισμέ	noun	κλητική ενικού του εξελληνισμός
εξελληνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελληνισμένο
εξελληνισμένε	verb	κλητική ενικού του εξελληνισμένος
εξελληνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξελληνισμένη
εξελληνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξελληνισμένος
εξελληνισμένης	verb	γενική ενικού του εξελληνισμένη
εξελληνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξελληνισμένος
εξελληνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελληνισμένος
εξελληνισμένος	=	εξελληνίζω
εξελληνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξελληνισμένος
εξελληνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξελληνισμένος
εξελληνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξελληνισμένος
εξελληνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξελληνισμός
εξελληνισμού	noun	γενική ενικού του εξελληνισμός
εξελληνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξελληνισμός
εξελληνισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξελληνισμός
εξελληνισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξελληνίζω
εξελληνισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξελληνισμός
εξελληνιστήκαμε	=	εξελληνίζω
εξελληνιστήκαν	=	εξελληνίζω
εξελληνιστήκανε	=	εξελληνίζω
εξελληνιστήκατε	=	εξελληνίζω
εξελληνιστεί	=	εξελληνίζω
εξελληνιστείς	=	εξελληνίζω
εξελληνιστείτε	=	εξελληνίζω
εξελληνιστούμε	=	εξελληνίζω
εξελληνιστούν	=	εξελληνίζω
εξελληνιστούνε	=	εξελληνίζω
εξελληνιστώ	=	εξελληνίζω
εξελόφυλλα	=	εξελόφυλλο
εξελόφυλλο	noun	ηλεκτρονικό φύλλο υπολογισμών και οργάνωσης δεδομένων, δημιουργημένο με το πρόγραμμα εξέλ (Excel) ή παρόμοια εφαρμογή
εξελόφυλλου	=	εξελόφυλλο
εξελόφυλλων	=	εξελόφυλλο
εξεμάνη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του μαίνομαι
εξεμέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξεμώ
εξεμώ	verb|formal	κάνω εμετό
εξεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξεμώ
εξεναντίας	adv|dated	αντιθέτως
εξενεύρισα	=	εκνευρίζω
εξεπίτηδες	adv	επίτηδες
εξεπιτούτου	adv	εξεπίτηδες, σκόπιμα
εξεπλάγη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εξεπλάγην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εξεπλάγης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εξεπλάγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκπλήσσομαι
εξεπλήρωσα	=	εκπλήρωσα
εξερέθιζα	=	εξερεθίζω
εξερέθιζαν	=	εξερεθίζω
εξερέθιζε	=	εξερεθίζω
εξερέθιζες	=	εξερεθίζω
εξερέθισα	=	εξερεθίζω
εξερέθισαν	=	εξερεθίζω
εξερέθισε	=	εξερεθίζω
εξερέθισες	=	εξερεθίζω
εξερέθιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξερεθίζω
εξερέθισης	noun	γενική ενικού του εξερέθιση
εξεργάζομαι	verb|formal	επεξεργάζομαι
εξεργασία	noun	εμφάνιση όγκου ή άλλης παθολογικής κατάστασης στον οργανισμό
εξεργασίας	noun	γενική ενικού του εξεργασία
εξεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεργασία
εξεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του εξεργασία
εξεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεργασμένο
εξεργασμένε	verb	κλητική ενικού του εξεργασμένος
εξεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεργασμένη
εξεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξεργασμένος
εξεργασμένης	verb	γενική ενικού του εξεργασμένη
εξεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξεργασμένος
εξεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξεργασμένος
εξεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξεργασμένος
εξεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξεργασμένος
εξεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξεργασμένος
εξερεθίζαμε	=	εξερεθίζω
εξερεθίζαν	=	εξερεθίζω
εξερεθίζανε	=	εξερεθίζω
εξερεθίζατε	=	εξερεθίζω
εξερεθίζει	=	εξερεθίζω
εξερεθίζεις	=	εξερεθίζω
εξερεθίζετε	=	εξερεθίζω
εξερεθίζοντας	=	εξερεθίζω
εξερεθίζουμε	=	εξερεθίζω
εξερεθίζουν	=	εξερεθίζω
εξερεθίζουνε	=	εξερεθίζω
εξερεθίζω	verb|formal	εξοργίζω, νευριάζω, τσατίζω
εξερεθίσαμε	=	εξερεθίζω
εξερεθίσαν	=	εξερεθίζω
εξερεθίσανε	=	εξερεθίζω
εξερεθίσατε	=	εξερεθίζω
εξερεθίσει	=	εξερεθίζω
εξερεθίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερέθιση
εξερεθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξερέθιση
εξερεθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξερέθιση
εξερεθίστε	=	εξερεθίζω
εξερεθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερεθισμένο
εξερεθισμένε	verb	κλητική ενικού του εξερεθισμένος
εξερεθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερεθισμένη
εξερεθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξερεθισμένος
εξερεθισμένης	verb	γενική ενικού του εξερεθισμένη
εξερεθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξερεθισμένος
εξερεθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξερεθισμένος
εξερεθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξερεθισμένος
εξερεθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξερεθισμένος
εξερεθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξερεθισμένος
εξερευνά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξερευνώ
εξερευνάει	=	εξερευνώ
εξερευνάμε	=	εξερευνώ
εξερευνάν	=	εξερευνώ
εξερευνάνε	=	εξερευνώ
εξερευνάς	=	εξερευνώ
εξερευνάσαι	=	εξερευνώ
εξερευνάσθε	=	εξερευνώ
εξερευνάστε	=	εξερευνώ
εξερευνάται	=	εξερευνώ
εξερευνάτε	=	εξερευνώ
εξερευνάτο	=	εξερευνώ
εξερευνάω	=	εξερευνώ
εξερευνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσαν	=	εξερευνώ
εξερευνήσανε	=	εξερευνώ
εξερευνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερεύνηση
εξερευνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξερεύνηση
εξερευνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξερεύνηση
εξερευνήσου	=	εξερευνώ
εξερευνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσουνε	=	εξερευνώ
εξερευνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνήτρια	noun	θηλυκό του εξερευνητής
εξερευνήτριας	noun	γενική ενικού του εξερευνήτρια
εξερευνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερευνήτρια
εξερευνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθήκαν	=	εξερευνώ
εξερευνηθήκανε	=	εξερευνώ
εξερευνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνηθούνε	=	εξερευνώ
εξερευνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξερευνώμαι
εξερευνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερευνημένο
εξερευνημένε	verb	κλητική ενικού του εξερευνημένος
εξερευνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερευνημένη
εξερευνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξερευνημένος
εξερευνημένης	verb	γενική ενικού του εξερευνημένη
εξερευνημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξερευνημένος
εξερευνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξερευνημένος
εξερευνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξερευνώ
εξερευνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξερευνημένος
εξερευνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξερευνημένος
εξερευνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξερευνημένος
εξερευνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερευνητής
εξερευνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξερευνητής
εξερευνητής	noun	αυτός που ταξιδεύει σε ξένους ή άγνωστους (και συχνά άγριους) τόπους για μελέτη, για να ανακαλύψει πληροφορίες για αυτούς
εξερευνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερευνητικό	adv	με εξερευνητικό τρόπο, εξερευνώντας
εξερευνητικέ	adj	κλητική ενικού του εξερευνητικός
εξερευνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξερευνητική
εξερευνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξερευνητικός
εξερευνητικής	adj	γενική ενικού του εξερευνητική
εξερευνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξερευνητικός
εξερευνητικού	adj	γενική ενικού του εξερευνητικός
εξερευνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξερευνητικός
εξερευνητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξερευνητικός
εξερευνητικός	adj	που έχει σχέση με εξερεύνηση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξερευνητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξερευνητικός
εξερευνητριών	noun	γενική πληθυντικού του εξερευνήτρια
εξερευνητών	noun	γενική πληθυντικού του εξερευνητής
εξερευνούμε	=	εξερευνώ
εξερευνούν	=	εξερευνώ
εξερευνούνε	=	εξερευνώ
εξερευνούσα	=	εξερευνώ
εξερευνούσαμε	=	εξερευνώ
εξερευνούσαν	=	εξερευνώ
εξερευνούσανε	=	εξερευνώ
εξερευνούσατε	=	εξερευνώ
εξερευνούσε	=	εξερευνώ
εξερευνούσες	=	εξερευνώ
εξερευνόμαστε	=	εξερευνώ
εξερευνώ	verb	ερευνώ, ψάχνω κάποιον τόπο, για να τον γνωρίζω (ιδίως τα γεωγραφικά του χαρακτηριστικά)
εξερευνώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξερευνώ
εξερευνώνται	=	εξερευνώ
εξερευνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξερευνώ
εξερευνώντο	=	εξερευνώ
εξερεύνα	=	εξερευνώ
εξερεύνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερεύνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερεύνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερεύνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξερευνώ
εξερεύνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξερευνώ
εξερεύνησης	noun	γενική ενικού του εξερεύνηση
εξερράγη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εξερράγην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εξερράγης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εξερράγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκρήγνυμαι
εξερχόμενα	=	εξερχόμενος
εξερχόμενε	=	εξερχόμενος
εξερχόμενες	=	εξερχόμενος
εξερχόμενη	=	εξερχόμενος
εξερχόμενης	=	εξερχόμενος
εξερχόμενο	=	εξερχόμενος
εξερχόμενοι	=	εξερχόμενος
εξερχόμενος	verb	που εξέρχεται/βγαίνει έξω/έχει κατεύθυνση-φορά προς τα έξω
εξερχόμενου	=	εξερχόμενος
εξερχόμενους	=	εξερχόμενος
εξερχόμενων	=	εξερχόμενος
εξετάζαμε	=	εξετάζω
εξετάζαν	=	εξετάζω
εξετάζανε	=	εξετάζω
εξετάζατε	=	εξετάζω
εξετάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξετάζω
εξετάζεις	=	εξετάζω
εξετάζεσαι	=	εξετάζω
εξετάζεστε	=	εξετάζω
εξετάζεται	=	εξετάζω
εξετάζετε	=	εξετάζω
εξετάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξετάζω
εξετάζομε	=	εξετάζω
εξετάζονται	=	εξετάζω
εξετάζονταν	=	εξετάζω
εξετάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξετάζω
εξετάζουμε	=	εξετάζω
εξετάζουν	=	εξετάζω
εξετάζουνε	=	εξετάζω
εξετάζω	verb	κοιτάζω κάτι με προσοχή
εξετάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάσαν	=	εξετάζω
εξετάσανε	=	εξετάζω
εξετάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξέταση
εξετάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξέταση
εξετάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξέταση
εξετάσθηκα	=	εξετάζω
εξετάσθηκαν	=	εξετάζω
εξετάσθηκε	=	εξετάζω
εξετάσθηκες	=	εξετάζω
εξετάσομε	=	εξετάζω
εξετάσου	=	εξετάζω
εξετάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάσουνε	=	εξετάζω
εξετάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξετάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξετάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξετάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξετάστρια	noun	εξεταστής
εξετάστριας	noun	γενική ενικού του εξετάστρια
εξετάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξετάστρια
εξετάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζω
εξετέθη	=	εκθέτω
εξετέθησαν	=	εκθέτω
εξετέλεσα	=	εκτελώ
εξετέλεσαν	=	εκτελώ
εξετέλεσε	=	εκτελώ
εξετέλεσες	=	εκτελώ
εξετίθεντο	=	εκθέτω
εξετίθετο	=	εκθέτω
εξετίμησα	=	εκτιμώ
εξεταζομένη	=	εξεταζόμενος
εξεταζομένου	=	εξεταζόμενος
εξεταζομένους	=	εξεταζόμενος
εξεταζομένων	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμασταν	=	εξετάζω
εξεταζόμαστε	=	εξετάζω
εξεταζόμενα	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενε	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενες	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενη	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενης	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενο	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενοι	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενος	verb	που εξετάζεται	noun	που τον εξετάζουν
εξεταζόμενου	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενους	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμενων	=	εξεταζόμενος
εξεταζόμουν	=	εξετάζω
εξεταζόμουνα	=	εξετάζω
εξεταζόντουσαν	=	εξετάζω
εξεταζόσασταν	=	εξετάζω
εξεταζόσαστε	=	εξετάζω
εξεταζόσουν	=	εξετάζω
εξεταζόσουνα	=	εξετάζω
εξεταζόταν	=	εξετάζω
εξεταζότανε	=	εξετάζω
εξετασθήκαμε	=	εξετάζω
εξετασθήκαν	=	εξετάζω
εξετασθήκανε	=	εξετάζω
εξετασθήκατε	=	εξετάζω
εξετασθεί	=	εξετάζω
εξετασθείς	=	εξετάζω
εξετασθείτε	=	εξετάζω
εξετασθούμε	=	εξετάζω
εξετασθούν	=	εξετάζω
εξετασθούνε	=	εξετάζω
εξετασθώ	=	εξετάζω
εξετασιοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξετασιοκεντρικό
εξετασιοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του εξετασιοκεντρικός
εξετασιοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξετασιοκεντρική
εξετασιοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξετασιοκεντρικός
εξετασιοκεντρικής	adj	γενική ενικού του εξετασιοκεντρική
εξετασιοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξετασιοκεντρικός
εξετασιοκεντρικού	adj	γενική ενικού του εξετασιοκεντρικός
εξετασιοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξετασιοκεντρικός
εξετασιοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του εξετασιοκεντρικός
εξετασιοκεντρικός	adj	που έχει στο κέντρο των ενδιαφερόντων του τη διαδικασία των εξετάσεων
εξετασιοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του εξετασιοκεντρικός
εξετασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξετασμένο
εξετασμένε	verb	κλητική ενικού του εξετασμένος
εξετασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξετασμένη
εξετασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξετασμένος
εξετασμένης	verb	γενική ενικού του εξετασμένη
εξετασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξετασμένος
εξετασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξετασμένος
εξετασμένος	=	εξετάζω
εξετασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξετασμένος
εξετασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξετασμένος
εξετασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξετασμένος
εξεταστέα	=	εξεταστέος
εξεταστέας	=	εξεταστέος
εξεταστέε	=	εξεταστέος
εξεταστέες	=	εξεταστέος
εξεταστέο	=	εξεταστέος
εξεταστέοι	=	εξεταστέος
εξεταστέος	adj	που θέλουμε, πρέπει, μπορεί ή είναι δυνατόν να εξεταστεί
εξεταστέου	=	εξεταστέος
εξεταστέους	=	εξεταστέος
εξεταστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεταστής
εξεταστέων	=	εξεταστέος
εξεταστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξεταστής
εξεταστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστήκαν	=	εξετάζω
εξεταστήκανε	=	εξετάζω
εξεταστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστήρια	=	εξεταστήριο
εξεταστήριο	noun	ο χώρος ή το κτίριο που γίνονται εξετάσεις
εξεταστήριου	=	εξεταστήριο
εξεταστής	noun	αυτός που εξετάζει κάτι
εξεταστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστηρίου	=	εξεταστήριο
εξεταστηρίων	=	εξεταστήριο
εξεταστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξεταστικός	adv	με εξεταστικό τρόπο, με εξέταση
εξεταστικέ	adj	κλητική ενικού του εξεταστικός
εξεταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεταστική
εξεταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξεταστικός
εξεταστικής	adj	γενική ενικού του εξεταστική
εξεταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξεταστικός
εξεταστικοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεταστικοκεντρικό
εξεταστικοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεταστικοκεντρική
εξεταστικοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικοκεντρικής	adj	γενική ενικού του εξεταστικοκεντρική
εξεταστικοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικοκεντρικού	adj	γενική ενικού του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικοκεντρικός	adj	που ανάγει σε ύψιστο ρυθμιστή της εκπαιδευτικής διαδικασίας το εξεταστικό σύστημα και τις εξετάσεις
εξεταστικοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του εξεταστικοκεντρικός
εξεταστικού	adj	γενική ενικού του εξεταστικός
εξεταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξεταστικός
εξεταστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξεταστικός
εξεταστικός	adj	που είναι μέρος μιας εξέτασης
εξεταστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξεταστικός
εξεταστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστούνε	=	εξετάζω
εξεταστριών	noun	γενική πληθυντικού του εξετάστρια
εξεταστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξετάζομαι
εξεταστών	noun	γενική πληθυντικού του εξεταστής
εξετελέσθη	=	εκτελώ
εξετελέσθην	=	εκτελώ
εξετελέσθησαν	=	εκτελώ
εξετράπη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του εκτρέπομαι
εξετράπην	=	εκτρέπομαι
εξετράπησαν	=	εκτρέπω
εξευγένιζα	=	εξευγενίζω
εξευγένιζαν	=	εξευγενίζω
εξευγένιζε	=	εξευγενίζω
εξευγένιζες	=	εξευγενίζω
εξευγένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγένιση	noun	άλλη μορφή του εξευγενισμός
εξευγένισης	=	εξευγένιση
εξευγενίζαμε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζαν	=	εξευγενίζω
εξευγενίζανε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζατε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζει	=	εξευγενίζω
εξευγενίζεις	=	εξευγενίζω
εξευγενίζεσαι	=	εξευγενίζω
εξευγενίζεστε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζεται	=	εξευγενίζω
εξευγενίζετε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζομαι	=	εξευγενίζω
εξευγενίζομε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζονται	=	εξευγενίζω
εξευγενίζονταν	=	εξευγενίζω
εξευγενίζοντας	=	εξευγενίζω
εξευγενίζουμε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζουν	=	εξευγενίζω
εξευγενίζουνε	=	εξευγενίζω
εξευγενίζω	verb	καθιστώ κάποιον ευγενή, βελτιώνοντάς τον πνευματικά ή ηθικά
εξευγενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσαν	=	εξευγενίζω
εξευγενίσανε	=	εξευγενίζω
εξευγενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσεων	=	εξευγένιση
εξευγενίσομε	=	εξευγενίζω
εξευγενίσου	=	εξευγενίζω
εξευγενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενίσουνε	=	εξευγενίζω
εξευγενίστε	=	εξευγενίζω
εξευγενίστηκα	=	εξευγενίζω
εξευγενίστηκαν	=	εξευγενίζω
εξευγενίστηκε	=	εξευγενίζω
εξευγενίστηκες	=	εξευγενίζω
εξευγενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευγενίζω
εξευγενιζόμασταν	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόμαστε	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόμενος	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόμουν	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόμουνα	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόντουσαν	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόσασταν	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόσαστε	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόσουν	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόσουνα	=	εξευγενίζω
εξευγενιζόταν	=	εξευγενίζω
εξευγενιζότανε	=	εξευγενίζω
εξευγενισμέ	noun	κλητική ενικού του εξευγενισμός
εξευγενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευγενισμένο
εξευγενισμένε	verb	κλητική ενικού του εξευγενισμένος
εξευγενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευγενισμένη
εξευγενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευγενισμένος
εξευγενισμένης	verb	γενική ενικού του εξευγενισμένη
εξευγενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξευγενισμένος
εξευγενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευγενισμένος
εξευγενισμένος	verb	που έχει εξευγενιστεί
εξευγενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξευγενισμένος
εξευγενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξευγενισμένος
εξευγενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξευγενισμένος
εξευγενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευγενισμός
εξευγενισμού	noun	γενική ενικού του εξευγενισμός
εξευγενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξευγενισμός
εξευγενισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξευγενισμός
εξευγενισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξευγενίζω
εξευγενισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξευγενισμός
εξευγενιστήκαμε	=	εξευγενίζω
εξευγενιστήκαν	=	εξευγενίζω
εξευγενιστήκανε	=	εξευγενίζω
εξευγενιστήκατε	=	εξευγενίζω
εξευγενιστεί	=	εξευγενίζω
εξευγενιστείς	=	εξευγενίζω
εξευγενιστείτε	=	εξευγενίζω
εξευγενιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευγενιστικό
εξευγενιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξευγενιστικός
εξευγενιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευγενιστική
εξευγενιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευγενιστικός
εξευγενιστικής	adj	γενική ενικού του εξευγενιστική
εξευγενιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευγενιστικός
εξευγενιστικού	adj	γενική ενικού του εξευγενιστικός
εξευγενιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξευγενιστικός
εξευγενιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξευγενιστικός
εξευγενιστικός	adj	αυτός που (μπορεί, είναι κατάλληλος να) εξευγενίζει
εξευγενιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξευγενιστικός
εξευγενιστούμε	=	εξευγενίζω
εξευγενιστούν	=	εξευγενίζω
εξευγενιστούνε	=	εξευγενίζω
εξευγενιστώ	=	εξευγενίζω
εξευμένιζα	=	εξευμενίζω
εξευμένιζαν	=	εξευμενίζω
εξευμένιζε	=	εξευμενίζω
εξευμένιζες	=	εξευμενίζω
εξευμένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμένιση	noun	άλλη μορφή του εξευμενισμός
εξευμένισης	noun	γενική ενικού του εξευμένιση
εξευμενίζαμε	=	εξευμενίζω
εξευμενίζαν	=	εξευμενίζω
εξευμενίζανε	=	εξευμενίζω
εξευμενίζατε	=	εξευμενίζω
εξευμενίζει	=	εξευμενίζω
εξευμενίζεις	=	εξευμενίζω
εξευμενίζεσαι	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίζεστε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίζεται	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίζετε	=	εξευμενίζω
εξευμενίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίζονται	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίζονταν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίζου	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίζουμε	=	εξευμενίζω
εξευμενίζουν	=	εξευμενίζω
εξευμενίζουνε	=	εξευμενίζω
εξευμενίζω	verb	κάνω κάτι σε κάποιον που έχω εκνευρίσει για να τον ηρεμήσω, τον καλοπιάνω
εξευμενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίσαν	=	εξευμενίζω
εξευμενίσανε	=	εξευμενίζω
εξευμενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευμένιση
εξευμενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξευμένιση
εξευμενίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξευμένιση
εξευμενίσου	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενίστηκα	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίστηκαν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίστηκε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίστηκες	=	εξευμενίζομαι
εξευμενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευμενίζω
εξευμενιζόμασταν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόμαστε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόμουν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόμουνα	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόντουσαν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόσασταν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόσαστε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόσουν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόσουνα	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζόταν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιζότανε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενισμέ	noun	κλητική ενικού του εξευμενισμός
εξευμενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευμενισμένο
εξευμενισμένε	verb	κλητική ενικού του εξευμενισμένος
εξευμενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευμενισμένη
εξευμενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευμενισμένος
εξευμενισμένης	verb	γενική ενικού του εξευμενισμένη
εξευμενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξευμενισμένος
εξευμενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευμενισμένος
εξευμενισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξευμενίζω
εξευμενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξευμενισμένος
εξευμενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξευμενισμένος
εξευμενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξευμενισμένος
εξευμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευμενισμός
εξευμενισμού	noun	γενική ενικού του εξευμενισμός
εξευμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξευμενισμός
εξευμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξευμενισμός
εξευμενισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξευμενίζω
εξευμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξευμενισμός
εξευμενιστήκαμε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιστήκαν	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιστήκανε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιστήκατε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιστεί	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιστείτε	=	εξευμενίζομαι
εξευμενιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευμενιστικό	adv	με εξευμενιστικό τρόπο, εξευμενίζοντας
εξευμενιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξευμενιστικός
εξευμενιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευμενιστική
εξευμενιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευμενιστικός
εξευμενιστικής	adj	γενική ενικού του εξευμενιστική
εξευμενιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευμενιστικός
εξευμενιστικού	adj	γενική ενικού του εξευμενιστικός
εξευμενιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξευμενιστικός
εξευμενιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξευμενιστικός
εξευμενιστικός	adj	που συμβάλλει στον εξευμενισμό
εξευμενιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξευμενιστικός
εξευρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξεύρεση
εξευρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξεύρεση
εξευρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξεύρεση
εξευρίσκομαι	=	εξευρίσκω
εξευρίσκω	verb	βρίσκω, επινοώ
εξευρωπάιζα	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάιζαν	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάιζε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάιζες	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάισα	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάισαν	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάισε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάισες	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπάϊσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπάϊσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπάϊσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπάϊσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζαμε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζαν	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζανε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζατε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζει	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζεις	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζετε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζοντας	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζουμε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζουν	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζουνε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐζω	verb	θέτω σε λειτουργία μηχανισμούς που μετατρέπουν το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό προφίλ μιας χώρας - ενός λαού σύμφωνα με τα θεωρούμενα ανώτερα πρότυπα της βόρειας και δυτικης Ευρώπης.
εξευρωπαΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσαν	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσανε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐστε	=	εξευρωπαΐζω
εξευρωπαΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρωπαΐζω
εξευρωπαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του εξευρωπαϊσμός
εξευρωπαϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμένο
εξευρωπαϊσμένε	verb	κλητική ενικού του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμένη
εξευρωπαϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμένης	verb	γενική ενικού του εξευρωπαϊσμένη
εξευρωπαϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξευρωπαϊσμένος
εξευρωπαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμός
εξευρωπαϊσμού	noun	γενική ενικού του εξευρωπαϊσμός
εξευρωπαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμός
εξευρωπαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του εξευρωπαϊσμός
εξευρωπαϊσμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξευρωπαΐζω
εξευρωπαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του εξευρωπαϊσμός
εξευτέλιζα	=	εξευτελίζω
εξευτέλιζαν	=	εξευτελίζω
εξευτέλιζε	=	εξευτελίζω
εξευτέλιζες	=	εξευτελίζω
εξευτέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίζαμε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζαν	=	εξευτελίζω
εξευτελίζανε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζατε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζει	=	εξευτελίζω
εξευτελίζεις	=	εξευτελίζω
εξευτελίζεσαι	=	εξευτελίζω
εξευτελίζεστε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζεται	=	εξευτελίζω
εξευτελίζετε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίζομε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζονται	=	εξευτελίζω
εξευτελίζονταν	=	εξευτελίζω
εξευτελίζοντας	=	εξευτελίζω
εξευτελίζου	=	εξευτελίζω
εξευτελίζουμε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζουν	=	εξευτελίζω
εξευτελίζουνε	=	εξευτελίζω
εξευτελίζω	verb	φέρομαι με απόλυτη περιφρόνηση απέναντι σε κάποιον, προκαλώ την ηθική του μείωση, ταπείνωση
εξευτελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσαν	=	εξευτελίζω
εξευτελίσανε	=	εξευτελίζω
εξευτελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσομε	=	εξευτελίζω
εξευτελίσου	=	εξευτελίζω
εξευτελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελίσουνε	=	εξευτελίζω
εξευτελίστε	=	εξευτελίζω
εξευτελίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι, παθητικού του εξευτελίζω
εξευτελίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζω
εξευτελιζόμασταν	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόμαστε	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόμενος	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόμουν	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόμουνα	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόντουσαν	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόσασταν	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόσαστε	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόσουν	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόσουνα	=	εξευτελίζω
εξευτελιζόταν	=	εξευτελίζω
εξευτελιζότανε	=	εξευτελίζω
εξευτελισμέ	noun	κλητική ενικού του εξευτελισμός
εξευτελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευτελισμένο
εξευτελισμένε	verb	κλητική ενικού του εξευτελισμένος
εξευτελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευτελισμένη
εξευτελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευτελισμένος
εξευτελισμένης	verb	γενική ενικού του εξευτελισμένη
εξευτελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξευτελισμένος
εξευτελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξευτελισμένος
εξευτελισμένος	verb	που έχει εξευτελιστεί
εξευτελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξευτελισμένος
εξευτελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξευτελισμένος
εξευτελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξευτελισμένος
εξευτελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευτελισμός
εξευτελισμού	noun	γενική ενικού του εξευτελισμός
εξευτελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξευτελισμός
εξευτελισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξευτελισμός
εξευτελισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξευτελίζω, η ταπείνωση, το ντρόπιασμα, η έκθεση στη δημόσια κριτική, η διαπόμπευση, αυτό που υφίσταται ο εξευτελιζόμενος ή εξευτελισμένος
εξευτελισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξευτελισμός
εξευτελιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστήκαν	=	εξευτελίζω
εξευτελιστήκανε	=	εξευτελίζω
εξευτελιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξευτελιστικός	adv	με εξευτελιστικό τρόπο
εξευτελιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξευτελιστικός
εξευτελιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξευτελιστική
εξευτελιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξευτελιστικός
εξευτελιστικής	adj	γενική ενικού του εξευτελιστική
εξευτελιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξευτελιστικός
εξευτελιστικού	adj	γενική ενικού του εξευτελιστικός
εξευτελιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξευτελιστικός
εξευτελιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξευτελιστικός
εξευτελιστικός	adj	που εξευτελίζει, προσβλητικός
εξευτελιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξευτελιστικός
εξευτελιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξευτελιστούνε	=	εξευτελίζω
εξευτελιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευτελίζομαι
εξεφύετο	=	εκφύομαι
εξεφύοντο	=	εκφύομαι
εξεχουσών	=	εξέχων
εξεχούσης	=	εξέχων
εξεχόντων	=	εξέχων
εξεύρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξευρίσκω
εξεύρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρίσκω
εξεύρεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξευρίσκω
εξεύρεσης	noun	γενική ενικού του εξεύρεση
εξεύρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρίσκω
εξεύρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρίσκω
εξεύρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρίσκω
εξεύρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξευρίσκω
εξηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσαν	=	εξηγώ
εξηγήσανε	=	εξηγώ
εξηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξήγηση
εξηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξήγηση
εξηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξήγηση
εξηγήσιμα	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμε	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμες	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμη	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμης	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμο	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμοι	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμος	adj	που μπορεί να εξηγηθεί
εξηγήσιμου	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμους	=	εξηγήσιμος
εξηγήσιμων	=	εξηγήσιμος
εξηγήσου	=	εξηγώ
εξηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσουνε	=	εξηγώ
εξηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγώ
εξηγήτρια	noun	θηλυκό του εξηγητής
εξηγήτριας	noun	γενική ενικού του εξηγήτρια
εξηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηγήτρια
εξηγεί	=	εξηγώ
εξηγείς	=	εξηγώ
εξηγείσαι	=	εξηγώ
εξηγείστε	=	εξηγώ
εξηγείται	=	εξηγώ
εξηγείτε	=	εξηγώ
εξηγείτο	=	εξηγώ
εξηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθήκαν	=	εξηγώ
εξηγηθήκανε	=	εξηγώ
εξηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγηθούνε	=	εξηγώ
εξηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξηγούμαι
εξηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηγημένο
εξηγημένε	verb	κλητική ενικού του εξηγημένος
εξηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηγημένη
εξηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηγημένος
εξηγημένης	verb	γενική ενικού του εξηγημένη
εξηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξηγημένος
εξηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηγημένος
εξηγημένος	=	εξηγώ
εξηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξηγημένος
εξηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξηγημένος
εξηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξηγημένος
εξηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηγητής
εξηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξηγητής
εξηγητής	noun	αυτός που εξηγεί
εξηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξηγητικός	adv	με εξηγητικό τρόπο
εξηγητικέ	adj	κλητική ενικού του εξηγητικός
εξηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηγητική
εξηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηγητικός
εξηγητικής	adj	γενική ενικού του εξηγητική
εξηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηγητικός
εξηγητικού	adj	γενική ενικού του εξηγητικός
εξηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξηγητικός
εξηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξηγητικός
εξηγητικός	adj	που εξηγεί ή αποσκοπεί στην εξήγηση
εξηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξηγητικός
εξηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του εξηγήτρια
εξηγητών	noun	γενική πληθυντικού του εξηγητής
εξηγμένος	=	εξάγω
εξηγούμαι	verb	εξηγώ, διευκρινίζω, ξεκαθαρίζω την άποψη μου, τη θέση μου
εξηγούμασταν	=	εξηγώ
εξηγούμαστε	=	εξηγώ
εξηγούμε	=	εξηγώ
εξηγούμενος	=	εξηγώ
εξηγούμουν	=	εξηγώ
εξηγούμουνα	=	εξηγώ
εξηγούν	=	εξηγώ
εξηγούνε	=	εξηγώ
εξηγούνται	=	εξηγώ
εξηγούνταν	=	εξηγώ
εξηγούντο	=	εξηγώ
εξηγούσα	=	εξηγώ
εξηγούσαμε	=	εξηγώ
εξηγούσαν	=	εξηγώ
εξηγούσανε	=	εξηγώ
εξηγούσατε	=	εξηγώ
εξηγούσε	=	εξηγώ
εξηγούσες	=	εξηγώ
εξηγούσουν	=	εξηγώ
εξηγούσουνα	=	εξηγώ
εξηγώ	verb	κάνω κάτι κατανοητό (σε κάποιον)
εξηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξηγώ
εξηκονταδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκονταδικό
εξηκονταδικέ	adj	κλητική ενικού του εξηκονταδικός
εξηκονταδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκονταδική
εξηκονταδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηκονταδικός
εξηκονταδικής	adj	γενική ενικού του εξηκονταδική
εξηκονταδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηκονταδικός
εξηκονταδικού	adj	γενική ενικού του εξηκονταδικός
εξηκονταδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξηκονταδικός
εξηκονταδικό	adj	αιτιατική ενικού του εξηκονταδικός
εξηκονταδικός	adj	που αναφέρεται σε σύστημα αρίθμησης με βάση το εξήντα (εξηνταδικό σύστημα αρίθμησης)
εξηκονταδικών	adj	γενική πληθυντικού του εξηκονταδικός
εξηκονταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξηκονταετής
εξηκονταετή	=	εξηκονταετής
εξηκονταετής	adj	που διαρκεί εξήντα έτη, εξήντα χρόνια
εξηκονταετία	noun	διάρκεια εξήντα ετών
εξηκονταετίας	noun	γενική ενικού του εξηκονταετία
εξηκονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκονταετία
εξηκονταετείς	=	εξηκονταετής
εξηκονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του εξηκονταετία
εξηκονταετούς	=	εξηκονταετής
εξηκονταετών	=	εξηκονταετής
εξηκονταρχία	noun|dated	υποδιαίρεση του σώματος της τελωνοφυλακής
εξηκονταρχίας	noun	γενική ενικού του εξηκονταρχία
εξηκονταρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκονταρχία
εξηκονταρχιών	noun	γενική πληθυντικού του εξηκονταρχία
εξηκοντουτίδων	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτη	=	εξηκοντούτης
εξηκοντούτηδες	=	εξηκοντούτης
εξηκοντούτηδων	=	εξηκοντούτης
εξηκοντούτης	noun	που έχει ηλικία εξήντα ετών
εξηκοντούτι	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτιδα	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτιδας	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτιδες	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτιδος	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτιδων	=	εξηκοντούτις
εξηκοντούτις	noun|dated	θηλυκό του εξηκοντούτης
εξηκοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξηκοστός
εξηκοστέ	adj	κλητική ενικού του εξηκοστός
εξηκοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκοστή
εξηκοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηκοστός
εξηκοστής	adj	γενική ενικού του εξηκοστή
εξηκοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηκοστός
εξηκοστού	adj	γενική ενικού του εξηκοστός
εξηκοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξηκοστός
εξηκοστό	adj	αιτιατική ενικού του εξηκοστός
εξηκοστός	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό εξήντα (60)
εξηκοστών	adj	γενική πληθυντικού του εξηκοστός
εξηκριβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκριβωμένο
εξηκριβωμένε	verb	κλητική ενικού του εξηκριβωμένος
εξηκριβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηκριβωμένη
εξηκριβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηκριβωμένος
εξηκριβωμένης	verb	γενική ενικού του εξηκριβωμένη
εξηκριβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξηκριβωμένος
εξηκριβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηκριβωμένος
εξηκριβωμένος	verb|archaic	άλλη μορφή του εξακριβωμένος
εξηκριβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξηκριβωμένος
εξηκριβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξηκριβωμένος
εξηκριβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξηκριβωμένος
εξηλέκτριζα	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτριζαν	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτριζε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτριζες	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτριζομαα	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομααν	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομαε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομαες	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομσα	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομσαν	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομσε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτριζομσες	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλέκτρισα	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτρισαν	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτρισε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλέκτρισες	=	εξηλεκτρίζω
εξηλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηλασμένο
εξηλασμένε	verb	κλητική ενικού του εξηλασμένος
εξηλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηλασμένη
εξηλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηλασμένος
εξηλασμένης	verb	γενική ενικού του εξηλασμένη
εξηλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξηλασμένος
εξηλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηλασμένος
εξηλασμένος	verb	που έχει υποστεί εξέλαση
εξηλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξηλασμένος
εξηλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξηλασμένος
εξηλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξηλασμένος
εξηλεκτρίζαμε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζαν	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζανε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζατε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζει	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζεις	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζετε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζομααμε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομααν	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαανε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαατε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαει	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαεις	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαετε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζομαοντας	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαουμε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαουν	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαουνε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομαω	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομσαμε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομσαν	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομσανε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομσατε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομσει	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζομστε	=	εξηλεκτρίζομαι
εξηλεκτρίζοντας	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζουμε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζουν	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζουνε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίζω	verb	παρέχω τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργώντας τις σχετικές υποδομές
εξηλεκτρίσαμε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίσαν	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίσανε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίσατε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίσει	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρίστε	=	εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του εξηλεκτρισμός
εξηλεκτρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηλεκτρισμένο
εξηλεκτρισμένε	verb	κλητική ενικού του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηλεκτρισμένη
εξηλεκτρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμένης	verb	γενική ενικού του εξηλεκτρισμένη
εξηλεκτρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξηλεκτρισμένος
εξηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηλεκτρισμός
εξηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του εξηλεκτρισμός
εξηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξηλεκτρισμός
εξηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξηλεκτρισμός
εξηλεκτρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξηλεκτρίζω
εξηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξηλεκτρισμός
εξημέρωμα	noun	η εξημέρωση, η συστηματική εφαρμογή μέτρων για την αλλαγή της συμπεριφοράς ζώου ή φαινομένου ώστε να είναι λιγότερο άγριο ή/και να υπακούει σε ανθρώπινο έλεγχο
εξημέρωνα	=	εξημερώνω
εξημέρωναν	=	εξημερώνω
εξημέρωνε	=	εξημερώνω
εξημέρωνες	=	εξημερώνω
εξημέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημέρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξημερώνω
εξημέρωσης	noun	γενική ενικού του εξημέρωση
εξημερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθήκαν	=	εξημερώνω
εξημερωθήκανε	=	εξημερώνω
εξημερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωθούνε	=	εξημερώνω
εξημερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερωμάτων	=	εξημέρωμα
εξημερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημερωμένο
εξημερωμένε	verb	κλητική ενικού του εξημερωμένος
εξημερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημερωμένη
εξημερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξημερωμένος
εξημερωμένης	verb	γενική ενικού του εξημερωμένη
εξημερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξημερωμένος
εξημερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξημερωμένος
εξημερωμένος	verb	που έχει εξημερωθεί, που έχει γίνει πιο ήπιος ή που υπακούει σε ανθρώπινες εντολές ή/και έλεγχο ή που ζει δίπλα στον άνθρωπο
εξημερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξημερωμένος
εξημερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξημερωμένος
εξημερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξημερωμένος
εξημερωνόμασταν	=	εξημερώνω
εξημερωνόμαστε	=	εξημερώνω
εξημερωνόμουν	=	εξημερώνω
εξημερωνόμουνα	=	εξημερώνω
εξημερωνόντουσαν	=	εξημερώνω
εξημερωνόσασταν	=	εξημερώνω
εξημερωνόσαστε	=	εξημερώνω
εξημερωνόσουν	=	εξημερώνω
εξημερωνόσουνα	=	εξημερώνω
εξημερωνόταν	=	εξημερώνω
εξημερωνότανε	=	εξημερώνω
εξημερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημερωτικό
εξημερωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξημερωτικός
εξημερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημερωτική
εξημερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξημερωτικός
εξημερωτικής	adj	γενική ενικού του εξημερωτική
εξημερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξημερωτικός
εξημερωτικού	adj	γενική ενικού του εξημερωτικός
εξημερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξημερωτικός
εξημερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξημερωτικός
εξημερωτικός	adj	που έχει σχέση με την εξημέρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξημερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξημερωτικός
εξημερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνομαι
εξημερώματα	=	εξημέρωμα
εξημερώματος	=	εξημέρωμα
εξημερώναμε	=	εξημερώνω
εξημερώναν	=	εξημερώνω
εξημερώνανε	=	εξημερώνω
εξημερώνατε	=	εξημερώνω
εξημερώνει	=	εξημερώνω
εξημερώνεις	=	εξημερώνω
εξημερώνεσαι	=	εξημερώνω
εξημερώνεστε	=	εξημερώνω
εξημερώνεται	=	εξημερώνω
εξημερώνετε	=	εξημερώνω
εξημερώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξημερώνω
εξημερώνομε	=	εξημερώνω
εξημερώνονται	=	εξημερώνω
εξημερώνονταν	=	εξημερώνω
εξημερώνοντας	=	εξημερώνω
εξημερώνουμε	=	εξημερώνω
εξημερώνουν	=	εξημερώνω
εξημερώνουνε	=	εξημερώνω
εξημερώνω	verb	κάνω κάποιον από άγριο ήμερο
εξημερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσαν	=	εξημερώνω
εξημερώσανε	=	εξημερώνω
εξημερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημέρωση
εξημερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξημέρωση
εξημερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξημέρωση
εξημερώσιμα	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμε	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμες	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμη	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμης	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμο	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμοι	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμος	adj	που μπορεί να εξημερωθεί
εξημερώσιμου	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμους	=	εξημερώσιμος
εξημερώσιμων	=	εξημερώσιμος
εξημερώσομε	=	εξημερώνω
εξημερώσου	=	εξημερώνω
εξημερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσουνε	=	εξημερώνω
εξημερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξημερώνω
εξημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημμένο
εξημμένε	verb	κλητική ενικού του εξημμένος
εξημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξημμένη
εξημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξημμένος
εξημμένης	verb	γενική ενικού του εξημμένη
εξημμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξημμένος
εξημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξημμένος
εξημμένος	verb	που έχει έξαψη
εξημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξημμένος
εξημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξημμένος
εξημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξημμένος
εξηντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα εξήντα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
εξηντάδας	=	εξηντάδα
εξηντάδες	=	εξηντάδα
εξηντάδων	=	εξηντάδα
εξηντάρα	noun	γυναίκα ηλικίας περίπου εξήντα χρονών
εξηντάρας	noun	γενική ενικού του εξηντάρα
εξηντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηντάρα
εξηντάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξηντάρης
εξηντάρηδες	noun	εξηντάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
εξηντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του εξηντάρης
εξηντάρης	noun	άντρας ηλικίας περίπου εξήντα χρονών
εξηντάρι	noun	σύνολο εξήντα ομοειδών μονάδων, ιδίως όταν αναφέρεται συνοπτικά σε χρηματικό ποσό, μέγεθος ή ποσότητα
εξηντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηντάρι
εξηντάχρονα	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονε	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονες	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονη	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονης	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξηντάχρονος
εξηντάχρονοι	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονος	adj	που έχει ηλικία εξήντα χρόνων
εξηντάχρονου	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονους	=	εξηντάχρονος
εξηντάχρονων	=	εξηντάχρονος
εξηνταβελόνη	=	εξηνταβελόνης
εξηνταβελόνηδες	=	εξηνταβελόνης
εξηνταβελόνηδων	=	εξηνταβελόνης
εξηνταβελόνης	noun	ο τσιγκούνης
εξηνταδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηνταδικό
εξηνταδικέ	adj	κλητική ενικού του εξηνταδικός
εξηνταδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηνταδική
εξηνταδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξηνταδικός
εξηνταδικής	adj	γενική ενικού του εξηνταδική
εξηνταδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξηνταδικός
εξηνταδικού	adj	γενική ενικού του εξηνταδικός
εξηνταδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξηνταδικός
εξηνταδικό	adj	αιτιατική ενικού του εξηνταδικός
εξηνταδικός	adj	απλοποιημένη μορφή του εξηκονταδικός
εξηνταδικών	adj	γενική πληθυντικού του εξηνταδικός
εξηνταριά	noun	περίπου εξήντα
εξηνταριάς	noun	γενική ενικού του εξηνταριά
εξηνταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξηνταριά
εξηνταριών	=	εξηνταριά
εξηρμένος	=	εξαίρω
εξηρτημένος	=	εξαρτημένος
εξιδανίκευα	=	εξιδανικεύω
εξιδανίκευαν	=	εξιδανικεύω
εξιδανίκευε	=	εξιδανικεύω
εξιδανίκευες	=	εξιδανικεύω
εξιδανίκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανίκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανίκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανίκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανίκευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξιδανικεύω
εξιδανίκευσης	noun	γενική ενικού του εξιδανίκευση
εξιδανικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδανικευμένο
εξιδανικευμένε	verb	κλητική ενικού του εξιδανικευμένος
εξιδανικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδανικευμένη
εξιδανικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιδανικευμένος
εξιδανικευμένης	verb	γενική ενικού του εξιδανικευμένη
εξιδανικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξιδανικευμένος
εξιδανικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιδανικευμένος
εξιδανικευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξιδανικεύω
εξιδανικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξιδανικευμένος
εξιδανικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξιδανικευμένος
εξιδανικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιδανικευμένος
εξιδανικευτήκαμε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευτήκαν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευτήκανε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευτήκατε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευτεί	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευτείτε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδανικευτικό
εξιδανικευτικέ	adj	κλητική ενικού του εξιδανικευτικός
εξιδανικευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδανικευτική
εξιδανικευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιδανικευτικός
εξιδανικευτικής	adj	γενική ενικού του εξιδανικευτική
εξιδανικευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιδανικευτικός
εξιδανικευτικού	adj	γενική ενικού του εξιδανικευτικός
εξιδανικευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξιδανικευτικός
εξιδανικευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξιδανικευτικός
εξιδανικευτικός	adj	που έχει σχέση με την εξιδανίκευση ή αναφέρεται σ’ αυτήν
εξιδανικευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξιδανικευτικός
εξιδανικευόμασταν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόμαστε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόμουν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόμουνα	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόντουσαν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόσασταν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόσαστε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόσουν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόσουνα	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευόταν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικευότανε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύαμε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύαν	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύανε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύατε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύει	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύεις	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύεσαι	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύεστε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύεται	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύετε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύονται	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύονταν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύου	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύουμε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύουν	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύουνε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύσαν	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύσανε	=	εξιδανικεύω
εξιδανικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδανίκευση
εξιδανικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξιδανίκευση
εξιδανικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξιδανίκευση
εξιδανικεύσου	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιδανικεύω
εξιδανικεύτηκα	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύτηκαν	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύτηκε	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύτηκες	=	εξιδανικεύομαι
εξιδανικεύω	verb	ανυψώνω κάτι σε ιδεώδη μορφή, το θεωρώ ιδανικό
εξιδρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξίδρωμα
εξιδρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδρωματικό
εξιδρωματικέ	adj	κλητική ενικού του εξιδρωματικός
εξιδρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδρωματική
εξιδρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιδρωματικός
εξιδρωματικής	adj	γενική ενικού του εξιδρωματική
εξιδρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιδρωματικός
εξιδρωματικού	adj	γενική ενικού του εξιδρωματικός
εξιδρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξιδρωματικός
εξιδρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξιδρωματικός
εξιδρωματικός	adj	που έχει σχέση με το εξίδρωμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
εξιδρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξιδρωματικός
εξιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδρωτικό
εξιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξιδρωτικός
εξιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιδρωτική
εξιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιδρωτικός
εξιδρωτικής	adj	γενική ενικού του εξιδρωτική
εξιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιδρωτικός
εξιδρωτικού	adj	γενική ενικού του εξιδρωτικός
εξιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξιδρωτικός
εξιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξιδρωτικός
εξιδρωτικός	adj	που έχει σχέση με το εξίδρωμα ή την εξίδρωση, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί
εξιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξιδρωτικός
εξιδρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξίδρωμα
εξιδρώματος	noun	γενική ενικού του εξίδρωμα
εξιδρώναμε	=	εξιδρώνω
εξιδρώναν	=	εξιδρώνω
εξιδρώνανε	=	εξιδρώνω
εξιδρώνατε	=	εξιδρώνω
εξιδρώνει	=	εξιδρώνω
εξιδρώνεις	=	εξιδρώνω
εξιδρώνετε	=	εξιδρώνω
εξιδρώνοντας	=	εξιδρώνω
εξιδρώνουμε	=	εξιδρώνω
εξιδρώνουν	=	εξιδρώνω
εξιδρώνουνε	=	εξιδρώνω
εξιδρώνω	verb	παθολογικά συγκεντρώνονται διάφορα υγρά σε σωματικές κοιλότητες
εξιδρώσαμε	=	εξιδρώνω
εξιδρώσαν	=	εξιδρώνω
εξιδρώσανε	=	εξιδρώνω
εξιδρώσατε	=	εξιδρώνω
εξιδρώσει	=	εξιδρώνω
εξιδρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξίδρωση
εξιδρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξίδρωση
εξιδρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξίδρωση
εξιδρώστε	=	εξιδρώνω
εξικνούμαι	verb	φτάνω έως ένα σημείο
εξιλέωνα	=	εξιλεώνω
εξιλέωναν	=	εξιλεώνω
εξιλέωνε	=	εξιλεώνω
εξιλέωνες	=	εξιλεώνω
εξιλέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλέωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξιλεώνω
εξιλέωσης	noun	γενική ενικού του εξιλέωση
εξιλασμέ	noun	κλητική ενικού του εξιλασμός
εξιλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιλασμός
εξιλασμού	noun	γενική ενικού του εξιλασμός
εξιλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξιλασμός
εξιλασμό	noun	αιτιατική ενικού του εξιλασμός
εξιλασμός	noun	η συγκράτηση της οργής κάποιου και συνακόλουθη καταπράυνσή του
εξιλασμών	noun	γενική πληθυντικού του εξιλασμός
εξιλαστήρια	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριας	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριε	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριες	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριο	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριοι	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριος	adj|formal	που γίνεται για εξιλασμό, για εξιλέωση
εξιλαστήριου	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριους	=	εξιλαστήριος
εξιλαστήριων	=	εξιλαστήριος
εξιλεωθήκαμε	=	εξιλεώνω
εξιλεωθήκαν	=	εξιλεώνω
εξιλεωθήκανε	=	εξιλεώνω
εξιλεωθήκατε	=	εξιλεώνω
εξιλεωθεί	=	εξιλεώνω
εξιλεωθείτε	=	εξιλεώνω
εξιλεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιλεωμένο
εξιλεωμένε	verb	κλητική ενικού του εξιλεωμένος
εξιλεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιλεωμένη
εξιλεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιλεωμένος
εξιλεωμένης	verb	γενική ενικού του εξιλεωμένη
εξιλεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξιλεωμένος
εξιλεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιλεωμένος
εξιλεωμένος	=	εξιλεώνω
εξιλεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξιλεωμένος
εξιλεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξιλεωμένος
εξιλεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιλεωμένος
εξιλεωνόμασταν	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόμαστε	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόμουν	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόμουνα	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόντουσαν	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόσασταν	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόσαστε	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόσουν	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόσουνα	=	εξιλεώνω
εξιλεωνόταν	=	εξιλεώνω
εξιλεωνότανε	=	εξιλεώνω
εξιλεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιλεωτικό
εξιλεωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξιλεωτικός
εξιλεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιλεωτική
εξιλεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιλεωτικός
εξιλεωτικής	adj	γενική ενικού του εξιλεωτική
εξιλεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιλεωτικός
εξιλεωτικού	adj	γενική ενικού του εξιλεωτικός
εξιλεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξιλεωτικός
εξιλεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξιλεωτικός
εξιλεωτικός	adj	που έχει σχέση με εξιλέωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξιλεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξιλεωτικός
εξιλεώθηκα	=	εξιλεώνω
εξιλεώθηκαν	=	εξιλεώνω
εξιλεώθηκε	=	εξιλεώνω
εξιλεώθηκες	=	εξιλεώνω
εξιλεώναμε	=	εξιλεώνω
εξιλεώναν	=	εξιλεώνω
εξιλεώνανε	=	εξιλεώνω
εξιλεώνατε	=	εξιλεώνω
εξιλεώνει	=	εξιλεώνω
εξιλεώνεις	=	εξιλεώνω
εξιλεώνεσαι	=	εξιλεώνω
εξιλεώνεστε	=	εξιλεώνω
εξιλεώνεται	=	εξιλεώνω
εξιλεώνετε	=	εξιλεώνω
εξιλεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώνονται	=	εξιλεώνω
εξιλεώνονταν	=	εξιλεώνω
εξιλεώνοντας	=	εξιλεώνω
εξιλεώνου	=	εξιλεώνω
εξιλεώνουμε	=	εξιλεώνω
εξιλεώνουν	=	εξιλεώνω
εξιλεώνουνε	=	εξιλεώνω
εξιλεώνω	verb	απαλλάσσω από αμάρτημα, σφάλμα ή ενοχή
εξιλεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώσαν	=	εξιλεώνω
εξιλεώσανε	=	εξιλεώνω
εξιλεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιλέωση
εξιλεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξιλέωση
εξιλεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξιλέωση
εξιλεώσου	=	εξιλεώνω
εξιλεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξιλεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιλεώνω
εξισλάμιζα	=	εξισλαμίζω
εξισλάμιζαν	=	εξισλαμίζω
εξισλάμιζε	=	εξισλαμίζω
εξισλάμιζες	=	εξισλαμίζω
εξισλάμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλάμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλάμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλάμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίζαμε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζαν	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζανε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζατε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζει	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζεις	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζεσαι	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίζεστε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίζεται	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίζετε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίζονται	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίζονταν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίζοντας	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζου	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίζουμε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζουν	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζουνε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίζω	verb	κάνω κάποιον να υποστηρίζει το ισλάμ, τον κάνω να υιοθετήσει τη μουσουλμανική θρησκεία
εξισλαμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίσαν	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίσανε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίσου	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμίστε	=	εξισλαμίζω
εξισλαμίστηκα	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίστηκαν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίστηκε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίστηκες	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισλαμίζω
εξισλαμιζόμασταν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόμαστε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόμουν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόμουνα	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόντουσαν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόσασταν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόσαστε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόσουν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόσουνα	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζόταν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιζότανε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμισμέ	noun	κλητική ενικού του εξισλαμισμός
εξισλαμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισλαμισμένο
εξισλαμισμένε	verb	κλητική ενικού του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισλαμισμένη
εξισλαμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμένης	verb	γενική ενικού του εξισλαμισμένη
εξισλαμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμένος	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξισλαμισμένος
εξισλαμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισλαμισμός
εξισλαμισμού	noun	γενική ενικού του εξισλαμισμός
εξισλαμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξισλαμισμός
εξισλαμισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξισλαμισμός
εξισλαμισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξισλαμίζω, η προσχώρηση στη μουσουλμανική θρησκεία
εξισλαμισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξισλαμισμός
εξισλαμιστήκαμε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιστήκαν	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιστήκανε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιστήκατε	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιστεί	=	εξισλαμίζομαι
εξισλαμιστείτε	=	εξισλαμίζομαι
εξισορροπήθηκα	=	εξισορροπώ
εξισορροπήθηκαν	=	εξισορροπώ
εξισορροπήθηκε	=	εξισορροπώ
εξισορροπήθηκες	=	εξισορροπώ
εξισορροπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσαν	=	εξισορροπώ
εξισορροπήσανε	=	εξισορροπώ
εξισορροπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισορρόπηση
εξισορροπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξισορρόπηση
εξισορροπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξισορρόπηση
εξισορροπήσου	=	εξισορροπώ
εξισορροπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσουνε	=	εξισορροπώ
εξισορροπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπεί	=	εξισορροπώ
εξισορροπείς	=	εξισορροπώ
εξισορροπείσαι	=	εξισορροπώ
εξισορροπείστε	=	εξισορροπώ
εξισορροπείται	=	εξισορροπώ
εξισορροπείτε	=	εξισορροπώ
εξισορροπείτο	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθήκαμε	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθήκαν	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθήκανε	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθήκατε	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθεί	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθείς	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθείτε	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθούμε	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθούν	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθούνε	=	εξισορροπώ
εξισορροπηθώ	=	εξισορροπώ
εξισορροπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισορροπημένο
εξισορροπημένε	verb	κλητική ενικού του εξισορροπημένος
εξισορροπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισορροπημένη
εξισορροπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξισορροπημένος
εξισορροπημένης	verb	γενική ενικού του εξισορροπημένη
εξισορροπημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξισορροπημένος
εξισορροπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισορροπημένος
εξισορροπημένος	=	εξισορροπώ
εξισορροπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξισορροπημένος
εξισορροπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξισορροπημένος
εξισορροπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξισορροπημένος
εξισορροπητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισορροπητικό	adv	με εξισορροπητικό τρόπο, εξισορροπώντας
εξισορροπητικέ	adj	κλητική ενικού του εξισορροπητικός
εξισορροπητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισορροπητική
εξισορροπητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξισορροπητικός
εξισορροπητικής	adj	γενική ενικού του εξισορροπητική
εξισορροπητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισορροπητικός
εξισορροπητικού	adj	γενική ενικού του εξισορροπητικός
εξισορροπητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξισορροπητικός
εξισορροπητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξισορροπητικός
εξισορροπητικός	adj	που έχει σχέση με την εξισορρόπηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
εξισορροπητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξισορροπητικός
εξισορροπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξισορροπώ
εξισορροπούμασταν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούμαστε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούμε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούμενος	=	εξισορροπώ
εξισορροπούμουν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούμουνα	=	εξισορροπώ
εξισορροπούν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούνε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούνται	=	εξισορροπώ
εξισορροπούνταν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούντο	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσα	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσαμε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσαν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσανε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσασταν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσαστε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσατε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσε	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσες	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσουν	=	εξισορροπώ
εξισορροπούσουνα	=	εξισορροπώ
εξισορροπώ	verb|figurative	επιφέρω ισορροπία
εξισορροπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξισορροπώ
εξισορρόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορρόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορρόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορρόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισορροπώ
εξισορρόπηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξισορροπώ
εξισορρόπησης	noun	γενική ενικού του εξισορρόπηση
εξιστορήθηκα	=	εξιστορώ
εξιστορήθηκαν	=	εξιστορώ
εξιστορήθηκε	=	εξιστορώ
εξιστορήθηκες	=	εξιστορώ
εξιστορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσαν	=	εξιστορώ
εξιστορήσανε	=	εξιστορώ
εξιστορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιστόρηση
εξιστορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξιστόρηση
εξιστορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξιστόρηση
εξιστορήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιστορήσιμο
εξιστορήσιμε	adj	κλητική ενικού του εξιστορήσιμος
εξιστορήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιστορήσιμη
εξιστορήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιστορήσιμος
εξιστορήσιμης	adj	γενική ενικού του εξιστορήσιμη
εξιστορήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εξιστορήσιμος
εξιστορήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιστορήσιμος
εξιστορήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να εξιστορηθεί
εξιστορήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξιστορήσιμος
εξιστορήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξιστορήσιμος
εξιστορήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιστορήσιμος
εξιστορήσου	=	εξιστορώ
εξιστορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσουνε	=	εξιστορώ
εξιστορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστορεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξιστορώ
εξιστορείς	=	εξιστορώ
εξιστορείσαι	=	εξιστορώ
εξιστορείστε	=	εξιστορώ
εξιστορείται	=	εξιστορώ
εξιστορείτε	=	εξιστορώ
εξιστορείτο	=	εξιστορώ
εξιστορηθήκαμε	=	εξιστορώ
εξιστορηθήκαν	=	εξιστορώ
εξιστορηθήκανε	=	εξιστορώ
εξιστορηθήκατε	=	εξιστορώ
εξιστορηθεί	=	εξιστορώ
εξιστορηθείς	=	εξιστορώ
εξιστορηθείτε	=	εξιστορώ
εξιστορηθούμε	=	εξιστορώ
εξιστορηθούν	=	εξιστορώ
εξιστορηθούνε	=	εξιστορώ
εξιστορηθώ	=	εξιστορώ
εξιστορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιστορημένο
εξιστορημένε	verb	κλητική ενικού του εξιστορημένος
εξιστορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιστορημένη
εξιστορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιστορημένος
εξιστορημένης	verb	γενική ενικού του εξιστορημένη
εξιστορημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξιστορημένος
εξιστορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιστορημένος
εξιστορημένος	=	εξιστορώ
εξιστορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξιστορημένος
εξιστορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξιστορημένος
εξιστορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιστορημένος
εξιστορούμαι	=	εξιστορώ
εξιστορούμασταν	=	εξιστορώ
εξιστορούμαστε	=	εξιστορώ
εξιστορούμε	=	εξιστορώ
εξιστορούμενος	=	εξιστορώ
εξιστορούμουν	=	εξιστορώ
εξιστορούμουνα	=	εξιστορώ
εξιστορούν	=	εξιστορώ
εξιστορούνε	=	εξιστορώ
εξιστορούνται	=	εξιστορώ
εξιστορούνταν	=	εξιστορώ
εξιστορούντο	=	εξιστορώ
εξιστορούσα	=	εξιστορώ
εξιστορούσαμε	=	εξιστορώ
εξιστορούσαν	=	εξιστορώ
εξιστορούσανε	=	εξιστορώ
εξιστορούσατε	=	εξιστορώ
εξιστορούσε	=	εξιστορώ
εξιστορούσες	=	εξιστορώ
εξιστορούσουν	=	εξιστορώ
εξιστορούσουνα	=	εξιστορώ
εξιστορώ	verb	αναφέρω και περιγράφω κάτι που έγινε
εξιστορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξιστορώ
εξιστόρει	=	εξιστορώ
εξιστόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
εξιστόρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξιστορώ
εξιστόρησης	noun	γενική ενικού του εξιστόρηση
εξισωθήκαμε	=	εξισώνω
εξισωθήκαν	=	εξισώνω
εξισωθήκανε	=	εξισώνω
εξισωθήκατε	=	εξισώνω
εξισωθεί	=	εξισώνω
εξισωθείς	=	εξισώνω
εξισωθείτε	=	εξισώνω
εξισωθούμε	=	εξισώνω
εξισωθούν	=	εξισώνω
εξισωθούνε	=	εξισώνω
εξισωθώ	=	εξισώνω
εξισωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισωμένο
εξισωμένε	verb	κλητική ενικού του εξισωμένος
εξισωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισωμένη
εξισωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξισωμένος
εξισωμένης	verb	γενική ενικού του εξισωμένη
εξισωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξισωμένος
εξισωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισωμένος
εξισωμένος	verb	που έχει εξισωθεί με κάτι
εξισωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξισωμένος
εξισωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξισωμένος
εξισωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξισωμένος
εξισωνόμασταν	=	εξισώνω
εξισωνόμαστε	=	εξισώνω
εξισωνόμουν	=	εξισώνω
εξισωνόμουνα	=	εξισώνω
εξισωνόντουσαν	=	εξισώνω
εξισωνόσασταν	=	εξισώνω
εξισωνόσαστε	=	εξισώνω
εξισωνόσουν	=	εξισώνω
εξισωνόσουνα	=	εξισώνω
εξισωνόταν	=	εξισώνω
εξισωνότανε	=	εξισώνω
εξισωτές	=	εξισωτής
εξισωτή	=	εξισωτής
εξισωτής	noun	ισοσταθμιστής
εξισωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισωτικό	adv	με εξισωτικό τρόπο, εξισώνοντας
εξισωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξισωτικός
εξισωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξισωτική
εξισωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξισωτικός
εξισωτικής	adj	γενική ενικού του εξισωτική
εξισωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισωτικός
εξισωτικού	adj	γενική ενικού του εξισωτικός
εξισωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξισωτικός
εξισωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξισωτικός
εξισωτικός	adj	που εξισώνει
εξισωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξισωτικός
εξισωτικώς	adv|dated	εξισωτικά
εξισωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξισωτισμός
εξισωτών	=	εξισωτής
εξισώθηκα	=	εξισώνω
εξισώθηκαν	=	εξισώνω
εξισώθηκε	=	εξισώνω
εξισώθηκες	=	εξισώνω
εξισώναμε	=	εξισώνω
εξισώναν	=	εξισώνω
εξισώνανε	=	εξισώνω
εξισώνατε	=	εξισώνω
εξισώνει	=	εξισώνω
εξισώνεις	=	εξισώνω
εξισώνεσαι	=	εξισώνω
εξισώνεστε	=	εξισώνω
εξισώνεται	=	εξισώνω
εξισώνετε	=	εξισώνω
εξισώνομαι	=	εξισώνω
εξισώνομε	=	εξισώνω
εξισώνονται	=	εξισώνω
εξισώνονταν	=	εξισώνω
εξισώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξισώνω
εξισώνουμε	=	εξισώνω
εξισώνουν	=	εξισώνω
εξισώνουνε	=	εξισώνω
εξισώνω	verb	κάνω κάτι ίσο με κάτι άλλο
εξισώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσαν	=	εξισώνω
εξισώσανε	=	εξισώνω
εξισώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξίσωση
εξισώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξίσωση
εξισώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξίσωση
εξισώσομε	=	εξισώνω
εξισώσου	=	εξισώνω
εξισώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσουνε	=	εξισώνω
εξισώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξισώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξισώνω
εξιτάρω	verb	εξάπτω το ενδιαφέρον, ενθουσιάζω
εξιτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιτήριο
εξιτήριας	=	εξιτήριος
εξιτήριε	=	εξιτήριος
εξιτήριες	=	εξιτήριος
εξιτήριο	noun	το έγγραφο που επιτρέπει σε ασθενή να βγει από το νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύεται και περιγράφει την ασθένειά του
εξιτήριοι	=	εξιτήριος
εξιτήριος	adj	που έχει σχέση με την έξοδο, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται κατά την έξοδο
εξιτήριου	=	εξιτήριο
εξιτήριους	=	εξιτήριος
εξιτήριων	=	εξιτήριος
εξιταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιταρισμένο
εξιταρισμένε	verb	κλητική ενικού του εξιταρισμένος
εξιταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιταρισμένη
εξιταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιταρισμένος
εξιταρισμένης	verb	γενική ενικού του εξιταρισμένη
εξιταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξιταρισμένος
εξιταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιταρισμένος
εξιταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξιταρισμένος
εξιταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξιταρισμένος
εξιταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιταρισμένος
εξιτηρίου	noun	γενική ενικού του εξιτήριο
εξιτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εξιτήριο
εξιχνίαζα	=	εξιχνιάζω
εξιχνίαζαν	=	εξιχνιάζω
εξιχνίαζε	=	εξιχνιάζω
εξιχνίαζες	=	εξιχνιάζω
εξιχνίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξιχνιάζω
εξιχνίασης	noun	γενική ενικού του εξιχνίαση
εξιχνιάζαμε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζαν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζανε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζατε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζει	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζεις	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζεσαι	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζεστε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζεται	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζετε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάζονται	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζονταν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζοντας	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζουμε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζουν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζουνε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάζω	verb	αποκαλύπτω την πραγματικότητα ή την αλήθεια, ερευνώντας τα «ίχνη» μιας υπόθεσης, τα γεγονότα ή τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτή
εξιχνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάσαν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάσανε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιχνίαση
εξιχνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξιχνίαση
εξιχνιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξιχνίαση
εξιχνιάσου	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιάστηκα	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάστηκαν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάστηκε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάστηκες	=	εξιχνιάζω
εξιχνιάστρια	noun|rare	θηλυκό του εξιχνιαστής
εξιχνιάστριας	noun	γενική ενικού του εξιχνιάστρια
εξιχνιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιχνιάστρια
εξιχνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιχνιάζω
εξιχνιαζόμασταν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόμαστε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόμουν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόμουνα	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόντουσαν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόσασταν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόσαστε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόσουν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόσουνα	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζόταν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαζότανε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιχνιασμένο
εξιχνιασμένε	verb	κλητική ενικού του εξιχνιασμένος
εξιχνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιχνιασμένη
εξιχνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξιχνιασμένος
εξιχνιασμένης	verb	γενική ενικού του εξιχνιασμένη
εξιχνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξιχνιασμένος
εξιχνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξιχνιασμένος
εξιχνιασμένος	=	εξιχνιάζω
εξιχνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξιχνιασμένος
εξιχνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξιχνιασμένος
εξιχνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξιχνιασμένος
εξιχνιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξιχνιαστής
εξιχνιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξιχνιαστής
εξιχνιαστήκαμε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαστήκαν	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαστήκανε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαστήκατε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαστής	noun|rare	αυτός που εξιχνιάζει
εξιχνιαστεί	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαστείτε	=	εξιχνιάζω
εξιχνιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του εξιχνιάστρια
εξιχνιαστών	noun	γενική πληθυντικού του εξιχνιαστής
εξκουβίτορα	=	εξκουβίτορας
εξκουβίτορας	noun	μέλος αυτοκρατορικής φρουράς του Βυζαντίου, νυχτερινοί φύλακες του ξενώνα
εξκουβίτορες	=	εξκουβίτορας
εξκουβιτόρων	=	εξκουβίτορας
εξκουσεία	noun	φορολογική απαλλαγή ή προνόμιο με το οποίο πρόσωπα, κτήματα ή εκκλησιαστικά ιδρύματα εξαιρούνταν από ορισμένες κρατικές επιβαρύνσεις ή δημόσιες υποχρεώσεις
εξκουσείας	=	εξκουσεία
εξκουσείες	=	εξκουσεία
εξκουσειών	=	εξκουσεία
εξοίδημα	noun	οίδημα το οποίο ταυτόχρονα συνοδεύεται με φλεγμονή
εξοίδηση	noun	το πρήξιμο, το φούσκωμα
εξοίδησης	=	εξοίδηση
εξοβέλιζα	=	εξοβελίζω
εξοβέλιζαν	=	εξοβελίζω
εξοβέλιζε	=	εξοβελίζω
εξοβέλιζες	=	εξοβελίζω
εξοβέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίζαμε	=	εξοβελίζω
εξοβελίζαν	=	εξοβελίζω
εξοβελίζανε	=	εξοβελίζω
εξοβελίζατε	=	εξοβελίζω
εξοβελίζει	=	εξοβελίζω
εξοβελίζεις	=	εξοβελίζω
εξοβελίζετε	=	εξοβελίζω
εξοβελίζοντας	=	εξοβελίζω
εξοβελίζουμε	=	εξοβελίζω
εξοβελίζουν	=	εξοβελίζω
εξοβελίζουνε	=	εξοβελίζω
εξοβελίζω	verb	διαγράφω ως μη γνήσιο
εξοβελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίσαν	=	εξοβελίζω
εξοβελίσανε	=	εξοβελίζω
εξοβελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελίστε	=	εξοβελίζω
εξοβελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοβελίζω
εξοβελισμέ	noun	κλητική ενικού του εξοβελισμός
εξοβελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοβελισμένο
εξοβελισμένε	verb	κλητική ενικού του εξοβελισμένος
εξοβελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοβελισμένη
εξοβελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοβελισμένος
εξοβελισμένης	verb	γενική ενικού του εξοβελισμένη
εξοβελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοβελισμένος
εξοβελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοβελισμένος
εξοβελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοβελισμένος
εξοβελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοβελισμένος
εξοβελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοβελισμένος
εξοβελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοβελισμός
εξοβελισμού	noun	γενική ενικού του εξοβελισμός
εξοβελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξοβελισμός
εξοβελισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξοβελισμός
εξοβελισμός	noun	η ενέργεια του εξοβελίζω
εξοβελισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξοβελισμός
εξοβελιστέα	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέας	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέε	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέες	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέο	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέοι	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέος	adj	που πρέπει να οβελιστεί, να απομακρυνθεί επειγόντως, να βγει από τη μέση
εξοβελιστέου	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέους	=	εξοβελιστέος
εξοβελιστέων	=	εξοβελιστέος
εξογκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξόγκωμα
εξογκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξογκωμένο
εξογκωμένε	verb	κλητική ενικού του εξογκωμένος
εξογκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξογκωμένη
εξογκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξογκωμένος
εξογκωμένης	verb	γενική ενικού του εξογκωμένη
εξογκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξογκωμένος
εξογκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξογκωμένος
εξογκωμένος	verb	που έχει εξογκωθεί, του οποίου ο όγκος έχει αυξηθεί
εξογκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξογκωμένος
εξογκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξογκωμένος
εξογκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξογκωμένος
εξογκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνομαι
εξογκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόγκωμα
εξογκώματος	noun	γενική ενικού του εξόγκωμα
εξογκώναμε	=	εξογκώνω
εξογκώναν	=	εξογκώνω
εξογκώνανε	=	εξογκώνω
εξογκώνατε	=	εξογκώνω
εξογκώνει	=	εξογκώνω
εξογκώνεις	=	εξογκώνω
εξογκώνετε	=	εξογκώνω
εξογκώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξογκώνω
εξογκώνοντας	=	εξογκώνω
εξογκώνουμε	=	εξογκώνω
εξογκώνουν	=	εξογκώνω
εξογκώνουνε	=	εξογκώνω
εξογκώνω	verb	άλλη μορφή του διογκώνω, αυξάνω τον όγκο
εξογκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώσαν	=	εξογκώνω
εξογκώσανε	=	εξογκώνω
εξογκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόγκωση
εξογκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόγκωση
εξογκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόγκωση
εξογκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξογκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξοδίου	=	εξόδιος
εξοδίους	=	εξόδιος
εξοδίων	=	εξόδιος
εξοδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοδευμένο
εξοδευμένε	verb	κλητική ενικού του εξοδευμένος
εξοδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοδευμένη
εξοδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοδευμένος
εξοδευμένης	verb	γενική ενικού του εξοδευμένη
εξοδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοδευμένος
εξοδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοδευμένος
εξοδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοδευμένος
εξοδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοδευμένος
εξοδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοδευμένος
εξοδεύω	verb|dated	άλλη μορφή του ξοδεύω
εξοδολογίου	=	εξοδολόγιο
εξοδολογίων	=	εξοδολόγιο
εξοδολόγια	=	εξοδολόγιο
εξοδολόγιο	noun	κατάλογος όπου είναι αρχειοθετημένα όλα τα έξοδα
εξοδολόγιου	=	εξοδολόγιο
εξοδολόγιων	=	εξοδολόγιο
εξοδούμπα	noun|slang	η έξοδος του φαντάρου
εξοδούμπας	=	εξοδούμπα
εξοδούμπες	=	εξοδούμπα
εξοδούχε	=	εξοδούχος
εξοδούχο	=	εξοδούχος
εξοδούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοδούχος
εξοδούχος	noun	στρατιώτης που έχει λάβει άδεια εξόδου εκτός του στρατοπέδου
εξοδούχου	noun	γενική ενικού του εξοδούχος
εξοδούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξοδούχος
εξοδούχων	noun	γενική πληθυντικού του εξοδούχος
εξοδόχαρτα	=	εξοδόχαρτο
εξοδόχαρτο	noun	υπηρεσιακό έγγραφο που πιστοποιεί την έγκριση προσωρινής απομάκρυνσης στρατιώτη από τη μονάδα του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
εξοδόχαρτου	=	εξοδόχαρτο
εξοδόχαρτων	=	εξοδόχαρτο
εξοιδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοίδημα
εξοιδήματος	noun	γενική ενικού του εξοίδημα
εξοιδήσεις	=	εξοίδηση
εξοιδήσεων	=	εξοίδηση
εξοιδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξοίδημα
εξοικίζω	verb	ξεσπιτώνω
εξοικείωνα	=	εξοικειώνω
εξοικείωναν	=	εξοικειώνω
εξοικείωνε	=	εξοικειώνω
εξοικείωνες	=	εξοικειώνω
εξοικείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικείωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξοικειώνω / εξοικειώνομαι συνηθίζω σε μία κατάσταση
εξοικείωσης	noun	γενική ενικού του εξοικείωση
εξοικειωθήκαμε	=	εξοικειώνω
εξοικειωθήκαν	=	εξοικειώνω
εξοικειωθήκανε	=	εξοικειώνω
εξοικειωθήκατε	=	εξοικειώνω
εξοικειωθεί	=	εξοικειώνω
εξοικειωθείς	=	εξοικειώνω
εξοικειωθείτε	=	εξοικειώνω
εξοικειωθούμε	=	εξοικειώνω
εξοικειωθούν	=	εξοικειώνω
εξοικειωθούνε	=	εξοικειώνω
εξοικειωθώ	=	εξοικειώνω
εξοικειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοικειωμένο
εξοικειωμένε	verb	κλητική ενικού του εξοικειωμένος
εξοικειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοικειωμένη
εξοικειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοικειωμένος
εξοικειωμένης	verb	γενική ενικού του εξοικειωμένη
εξοικειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοικειωμένος
εξοικειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοικειωμένος
εξοικειωμένος	verb	που έχει εξοικειωθεί με κάτι
εξοικειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοικειωμένος
εξοικειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοικειωμένος
εξοικειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοικειωμένος
εξοικειωνόμασταν	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόμαστε	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόμουν	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόμουνα	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόντουσαν	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόσασταν	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόσαστε	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόσουν	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόσουνα	=	εξοικειώνω
εξοικειωνόταν	=	εξοικειώνω
εξοικειωνότανε	=	εξοικειώνω
εξοικειώθηκα	=	εξοικειώνω
εξοικειώθηκαν	=	εξοικειώνω
εξοικειώθηκε	=	εξοικειώνω
εξοικειώθηκες	=	εξοικειώνω
εξοικειώναμε	=	εξοικειώνω
εξοικειώναν	=	εξοικειώνω
εξοικειώνανε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνατε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνει	=	εξοικειώνω
εξοικειώνεις	=	εξοικειώνω
εξοικειώνεσαι	=	εξοικειώνω
εξοικειώνεστε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνεται	=	εξοικειώνω
εξοικειώνετε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνομαι	verb	γίνομαι οικείος με κάτι
εξοικειώνομε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνονται	=	εξοικειώνω
εξοικειώνονταν	=	εξοικειώνω
εξοικειώνοντας	=	εξοικειώνω
εξοικειώνουμε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνουν	=	εξοικειώνω
εξοικειώνουνε	=	εξοικειώνω
εξοικειώνω	verb	κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του
εξοικειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσαν	=	εξοικειώνω
εξοικειώσανε	=	εξοικειώνω
εξοικειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοικείωση
εξοικειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξοικείωση
εξοικειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξοικείωση
εξοικειώσομε	=	εξοικειώνω
εξοικειώσου	=	εξοικειώνω
εξοικειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσουνε	=	εξοικειώνω
εξοικειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικειώνω
εξοικονομήθηκα	=	εξοικονομώ
εξοικονομήθηκαν	=	εξοικονομώ
εξοικονομήθηκε	=	εξοικονομώ
εξοικονομήθηκες	=	εξοικονομώ
εξοικονομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήσαν	=	εξοικονομώ
εξοικονομήσανε	=	εξοικονομώ
εξοικονομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοικονόμηση
εξοικονομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξοικονόμηση
εξοικονομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξοικονόμηση
εξοικονομήσου	=	εξοικονομώ
εξοικονομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονομεί	=	εξοικονομώ
εξοικονομείς	=	εξοικονομώ
εξοικονομείσαι	=	εξοικονομώ
εξοικονομείστε	=	εξοικονομώ
εξοικονομείται	=	εξοικονομώ
εξοικονομείτε	=	εξοικονομώ
εξοικονομηθήκαμε	=	εξοικονομώ
εξοικονομηθήκαν	=	εξοικονομώ
εξοικονομηθήκανε	=	εξοικονομώ
εξοικονομηθήκατε	=	εξοικονομώ
εξοικονομηθεί	=	εξοικονομώ
εξοικονομηθείτε	=	εξοικονομώ
εξοικονομημένος	=	εξοικονομώ
εξοικονομούμαι	=	εξοικονομώ
εξοικονομούμασταν	=	εξοικονομώ
εξοικονομούμαστε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούμε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούμουν	=	εξοικονομώ
εξοικονομούν	=	εξοικονομώ
εξοικονομούνε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούνται	=	εξοικονομώ
εξοικονομούνταν	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσα	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσαμε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσαν	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσανε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσασταν	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσαστε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσατε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσε	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσες	=	εξοικονομώ
εξοικονομούσουν	=	εξοικονομώ
εξοικονομώ	verb	κάνω οικονομία
εξοικονομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοικονομώ
εξοικονόμηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξοικονομώ, το να κάνω οικονομία
εξοικονόμησης	noun	γενική ενικού του εξοικονόμηση
εξοκέλλω	verb	ναυαγώ στην ακτή, προσαράζω
εξοκείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξοκείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξολίσθημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του εξολισθάνω
εξολίσθηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξολισθάνω
εξολίσθησης	noun	γενική ενικού του εξολίσθηση
εξολισθάνω	verb|formal	ξεγλιστρώ
εξολισθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολίσθημα
εξολισθήματος	noun	γενική ενικού του εξολίσθημα
εξολισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολίσθηση
εξολισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξολίσθηση
εξολισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξολίσθηση
εξολισθαίνω	verb|formal	άλλη μορφή του εξολισθάνω
εξολισθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξολίσθημα
εξολισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολισθητικό
εξολισθητικέ	adj	κλητική ενικού του εξολισθητικός
εξολισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολισθητική
εξολισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξολισθητικός
εξολισθητικής	adj	γενική ενικού του εξολισθητική
εξολισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξολισθητικός
εξολισθητικού	adj	γενική ενικού του εξολισθητικός
εξολισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξολισθητικός
εξολισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξολισθητικός
εξολισθητικός	adj|formal	που έχει σχέση με το εξολίσθηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξολισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξολισθητικός
εξολκέα	=	εξολκέας
εξολκέας	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για την εξαγωγή αντικειμένου που είναι σφηνωμένο
εξολκέων	=	εξολκέας
εξολκείς	=	εξολκέας
εξολοθρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολόθρεμα
εξολοθρέματος	noun	γενική ενικού του εξολόθρεμα
εξολοθρέψαμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψατε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψει	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψεις	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψετε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψομε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψου	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψουμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψουν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψουνε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψτε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρέψω	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξολόθρεμα
εξολοθρεμέ	noun	κλητική ενικού του εξολοθρεμός
εξολοθρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρεμένο
εξολοθρεμένε	verb	κλητική ενικού του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρεμένη
εξολοθρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμένης	verb	γενική ενικού του εξολοθρεμένη
εξολοθρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμένος	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξολοθρεμένος
εξολοθρεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρεμός
εξολοθρεμού	noun	γενική ενικού του εξολοθρεμός
εξολοθρεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξολοθρεμός
εξολοθρεμό	noun	αιτιατική ενικού του εξολοθρεμός
εξολοθρεμός	noun|literary	άλλη μορφή του εξολόθρευση
εξολοθρεμών	noun	γενική πληθυντικού του εξολοθρεμός
εξολοθρευθήκαμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθήκαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθήκανε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθήκατε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθεί	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθείς	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθείτε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθούμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθούν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθούνε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευθώ	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευμέ	=	εξολοθρευμός
εξολοθρευμένος	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευμοί	=	εξολοθρευμός
εξολοθρευμού	=	εξολοθρευμός
εξολοθρευμούς	=	εξολοθρευμός
εξολοθρευμό	=	εξολοθρευμός
εξολοθρευμός	noun	άλλη μορφή του εξολόθρευση
εξολοθρευμών	=	εξολοθρευμός
εξολοθρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρευτής
εξολοθρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξολοθρευτής
εξολοθρευτήκαμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτήκαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτήκανε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτήκατε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτής	noun	αυτός που εξολοθρεύει
εξολοθρευτεί	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτείς	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτείτε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρευτικό	adv	με εξολοθρευτικό τρόπο, εξολοθρεύοντας
εξολοθρευτικέ	adj	κλητική ενικού του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρευτική
εξολοθρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικής	adj	γενική ενικού του εξολοθρευτική
εξολοθρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικού	adj	γενική ενικού του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικός	adj	που έχει σχέση με την εξολόθρευση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξολοθρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξολοθρευτικός
εξολοθρευτικώς	adv|dated	εξολοθρευτικά
εξολοθρευτούμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτούν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτούνε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτριών	noun	γενική πληθυντικού του εξολοθρεύτρια
εξολοθρευτρών	noun	γενική πληθυντικού του εξολοθρεύτρα
εξολοθρευτώ	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευτών	noun	γενική πληθυντικού του εξολοθρευτής
εξολοθρευόμασταν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόμαστε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόμουν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόμουνα	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόντουσαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόσασταν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόσαστε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόσουν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόσουνα	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευόταν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρευότανε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύαμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύανε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύατε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύει	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύεις	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύεσαι	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύεστε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύεται	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύετε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύθηκα	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύθηκαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύθηκε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύθηκες	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξολοθρεύω
εξολοθρεύομε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύονται	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύονταν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξολοθρεύω
εξολοθρεύου	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύουμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύουν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύουνε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσαμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσανε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσατε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσει	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολόθρευση
εξολοθρεύσετε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξολόθρευση
εξολοθρεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξολόθρευση
εξολοθρεύσομε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσου	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσουμε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσουν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσουνε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύστε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
εξολοθρεύτε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύτηκα	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύτηκαν	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύτηκε	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύτηκες	=	εξολοθρεύω
εξολοθρεύτρα	=	εξολοθρευτής
εξολοθρεύτρας	noun	γενική ενικού του εξολοθρεύτρα
εξολοθρεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρεύτρα
εξολοθρεύτρια	noun	θηλυκό του εξολοθρευτής
εξολοθρεύτριας	noun	γενική ενικού του εξολοθρεύτρια
εξολοθρεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξολοθρεύτρια
εξολοθρεύω	verb	καταστρέφω (έναν αντίπαλο) ολοσχερώς, προκαλώ τον όλεθρό του
εξολοκλήρου	adv	τελείως
εξολόθρεμα	noun|poetic	άλλη μορφή του εξολόθρευση
εξολόθρευα	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευαν	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευε	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευες	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευσα	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευσαν	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευσε	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευσες	=	εξολοθρεύω
εξολόθρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξολοθρεύω
εξολόθρευσης	noun	γενική ενικού του εξολόθρευση
εξολόθρεψα	=	εξολοθρεύω
εξολόθρεψαν	=	εξολοθρεύω
εξολόθρεψε	=	εξολοθρεύω
εξολόθρεψες	=	εξολοθρεύω
εξομάλιζα	=	εξομαλίζω
εξομάλιζαν	=	εξομαλίζω
εξομάλιζε	=	εξομαλίζω
εξομάλιζες	=	εξομαλίζω
εξομάλισα	=	εξομαλίζω
εξομάλισαν	=	εξομαλίζω
εξομάλισε	=	εξομαλίζω
εξομάλισες	=	εξομαλίζω
εξομάλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξομαλίζω
εξομάλισης	noun	γενική ενικού του εξομάλιση
εξομάλυνα	=	εξομαλύνω
εξομάλυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξομαλύνω
εξομάλυνσης	noun	γενική ενικού του εξομάλυνση
εξομαλίζαμε	=	εξομαλίζω
εξομαλίζαν	=	εξομαλίζω
εξομαλίζανε	=	εξομαλίζω
εξομαλίζατε	=	εξομαλίζω
εξομαλίζει	=	εξομαλίζω
εξομαλίζεις	=	εξομαλίζω
εξομαλίζετε	=	εξομαλίζω
εξομαλίζοντας	=	εξομαλίζω
εξομαλίζουμε	=	εξομαλίζω
εξομαλίζουν	=	εξομαλίζω
εξομαλίζουνε	=	εξομαλίζω
εξομαλίζω	verb	άλλη μορφή του εξομαλύνω
εξομαλίσαμε	=	εξομαλίζω
εξομαλίσαν	=	εξομαλίζω
εξομαλίσανε	=	εξομαλίζω
εξομαλίσατε	=	εξομαλίζω
εξομαλίσει	=	εξομαλίζω
εξομαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομάλιση
εξομαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξομάλιση
εξομαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξομάλιση
εξομαλίστε	=	εξομαλίζω
εξομαλισμέ	noun	κλητική ενικού του εξομαλισμός
εξομαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομαλισμός
εξομαλισμού	noun	γενική ενικού του εξομαλισμός
εξομαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξομαλισμός
εξομαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξομαλισμός
εξομαλισμός	noun	άλλη μορφή του εξομάλιση
εξομαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξομαλισμός
εξομαλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομαλυμένο
εξομαλυμένε	verb	κλητική ενικού του εξομαλυμένος
εξομαλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομαλυμένη
εξομαλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξομαλυμένος
εξομαλυμένης	verb	γενική ενικού του εξομαλυμένη
εξομαλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξομαλυμένος
εξομαλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομαλυμένος
εξομαλυμένος	verb	χωρίς αιχμές (συγκοπτικά εξομαλυσμένη μορφή του επισημότερου εξομαλυσμένος)
εξομαλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξομαλυμένος
εξομαλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξομαλυμένος
εξομαλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξομαλυμένος
εξομαλυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομαλυσμένο
εξομαλυσμένε	verb	κλητική ενικού του εξομαλυσμένος
εξομαλυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομαλυσμένη
εξομαλυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξομαλυσμένος
εξομαλυσμένης	verb	γενική ενικού του εξομαλυσμένη
εξομαλυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξομαλυσμένος
εξομαλυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομαλυσμένος
εξομαλυσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξομαλύνω
εξομαλυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξομαλυσμένος
εξομαλυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξομαλυσμένος
εξομαλυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξομαλυσμένος
εξομαλύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξομαλύνω
εξομαλύνθηκα	=	εξομαλύνω
εξομαλύνομαι	=	εξομαλύνω
εξομαλύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομάλυνση
εξομαλύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξομάλυνση
εξομαλύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξομάλυνση
εξομαλύνω	verb	κάνω κάτι ομαλό, επίπεδο ή λείο
εξομοίωνα	=	εξομοιώνω
εξομοίωναν	=	εξομοιώνω
εξομοίωνε	=	εξομοιώνω
εξομοίωνες	=	εξομοιώνω
εξομοίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοίωση	noun	το να δέχεσαι ή να θεωρείς κάτι ίδιο με κάτι άλλο
εξομοίωσης	noun	γενική ενικού του εξομοίωση
εξομοιωθήκαμε	=	εξομοιώνω
εξομοιωθήκαν	=	εξομοιώνω
εξομοιωθήκανε	=	εξομοιώνω
εξομοιωθήκατε	=	εξομοιώνω
εξομοιωθεί	=	εξομοιώνω
εξομοιωθείς	=	εξομοιώνω
εξομοιωθείτε	=	εξομοιώνω
εξομοιωθούμε	=	εξομοιώνω
εξομοιωθούν	=	εξομοιώνω
εξομοιωθούνε	=	εξομοιώνω
εξομοιωθώ	=	εξομοιώνω
εξομοιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομοιωμένο
εξομοιωμένε	verb	κλητική ενικού του εξομοιωμένος
εξομοιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομοιωμένη
εξομοιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξομοιωμένος
εξομοιωμένης	verb	γενική ενικού του εξομοιωμένη
εξομοιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξομοιωμένος
εξομοιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομοιωμένος
εξομοιωμένος	verb	που έχει εξομοιωθεί με κάποιον ή κάτι
εξομοιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξομοιωμένος
εξομοιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξομοιωμένος
εξομοιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξομοιωμένος
εξομοιωνόμασταν	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόμαστε	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόμουν	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόμουνα	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόντουσαν	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόσασταν	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόσαστε	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόσουν	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόσουνα	=	εξομοιώνω
εξομοιωνόταν	=	εξομοιώνω
εξομοιωνότανε	=	εξομοιώνω
εξομοιωτές	=	εξομοιωτής
εξομοιωτή	=	εξομοιωτής
εξομοιωτής	noun	συσκευή που συμβάλλει στην αναπαράσταση μιας πραγματικής λειτουργίας
εξομοιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (εξομοιωτικό) του εξομοιωτικός	adv	με εξομοιωτικό τρόπο, με εξομοίωση
εξομοιωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξομοιωτικός
εξομοιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομοιωτική
εξομοιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξομοιωτικός
εξομοιωτικής	adj	γενική ενικού του εξομοιωτική
εξομοιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομοιωτικός
εξομοιωτικού	adj	γενική ενικού του εξομοιωτικός
εξομοιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξομοιωτικός
εξομοιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξομοιωτικός
εξομοιωτικός	adj	που έχει σχέση με την εξομοίωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξομοιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξομοιωτικός
εξομοιωτών	=	εξομοιωτής
εξομοιώθηκα	=	εξομοιώνω
εξομοιώθηκαν	=	εξομοιώνω
εξομοιώθηκε	=	εξομοιώνω
εξομοιώθηκες	=	εξομοιώνω
εξομοιώναμε	=	εξομοιώνω
εξομοιώναν	=	εξομοιώνω
εξομοιώνανε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνατε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνει	=	εξομοιώνω
εξομοιώνεις	=	εξομοιώνω
εξομοιώνεσαι	=	εξομοιώνω
εξομοιώνεστε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνεται	=	εξομοιώνω
εξομοιώνετε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνομαι	=	εξομοιώνω
εξομοιώνομε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνονται	=	εξομοιώνω
εξομοιώνονταν	=	εξομοιώνω
εξομοιώνοντας	=	εξομοιώνω
εξομοιώνουμε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνουν	=	εξομοιώνω
εξομοιώνουνε	=	εξομοιώνω
εξομοιώνω	verb	θεωρώ όμοια δύο πράγματα που είναι μεταξύ τους ανόμοια
εξομοιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσαν	=	εξομοιώνω
εξομοιώσανε	=	εξομοιώνω
εξομοιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομοίωση
εξομοιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξομοίωση
εξομοιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξομοίωση
εξομοιώσομε	=	εξομοιώνω
εξομοιώσου	=	εξομοιώνω
εξομοιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσουνε	=	εξομοιώνω
εξομοιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομοιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομοιώνω
εξομολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολόγηση
εξομολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξομολόγηση
εξομολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξομολόγηση
εξομολογήσου	=	εξομολογιέμαι
εξομολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολογήτρια	=	εξομολογητής
εξομολογεί	=	εξομολογώ
εξομολογείς	=	εξομολογώ
εξομολογείται	=	εξομολογούμαι
εξομολογείτε	=	εξομολογώ
εξομολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθήκαν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογηθήκανε	=	εξομολογιέμαι
εξομολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξομολογούμαι
εξομολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολογημένο
εξομολογημένε	verb	κλητική ενικού του εξομολογημένος
εξομολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολογημένη
εξομολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξομολογημένος
εξομολογημένης	verb	γενική ενικού του εξομολογημένη
εξομολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξομολογημένος
εξομολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομολογημένος
εξομολογημένος	verb	για έγκλημα ή αμαρτία που το έχω εξομολογηθεί
εξομολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξομολογημένος
εξομολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξομολογημένος
εξομολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξομολογημένος
εξομολογητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολογητής
εξομολογητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξομολογητής
εξομολογητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολογητήριο
εξομολογητήριο	noun	χώρος όπου γίνεται η εξομολόγηση
εξομολογητήριου	=	εξομολογητήριο
εξομολογητής	noun	ο ιερέας που τελεί το μυστήριο της εξομολόγησης
εξομολογητηρίου	noun	γενική ενικού του εξομολογητήριο
εξομολογητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εξομολογητήριο
εξομολογητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολογητικό	adv	με εξομολογητικό τρόπο
εξομολογητικέ	adj	κλητική ενικού του εξομολογητικός
εξομολογητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξομολογητική
εξομολογητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξομολογητικός
εξομολογητικής	adj	γενική ενικού του εξομολογητική
εξομολογητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομολογητικός
εξομολογητικού	adj	γενική ενικού του εξομολογητικός
εξομολογητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξομολογητικός
εξομολογητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξομολογητικός
εξομολογητικός	adj	που έχει σχέση με την εξομολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξομολογητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξομολογητικός
εξομολογητών	noun	γενική πληθυντικού του εξομολογητής
εξομολογιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξομολογώ
εξομολογιέσαι	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιέστε	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιέται	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιούνται	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιούνταν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόμασταν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόμαστε	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόμουν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόμουνα	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόνταν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόντανε	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόντουσαν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόσασταν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόσαστε	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόσουν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόσουνα	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιόταν	=	εξομολογιέμαι
εξομολογιότανε	=	εξομολογιέμαι
εξομολογούμαι	verb	κάνω μια εξομολόγηση, ομολογώ σε έναν ιερέα τις αμαρτίες μου
εξομολογούμε	=	εξομολογώ
εξομολογούμενος	=	εξομολογούμαι
εξομολογούμουν	=	εξομολογούμαι
εξομολογούν	=	εξομολογώ
εξομολογούσα	=	εξομολογώ
εξομολογούσαμε	=	εξομολογώ
εξομολογούσαν	=	εξομολογώ
εξομολογούσατε	=	εξομολογώ
εξομολογούσε	=	εξομολογώ
εξομολογούσες	=	εξομολογώ
εξομολογώ	verb	τελώ το μυστήριο της εξομολόγησης
εξομολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξομολογώ
εξομολόγε	=	εξομολόγος
εξομολόγει	=	εξομολογώ
εξομολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξομολογώ
εξομολόγηση	noun	η αποκάλυψη ενός μυστικού, η οποία γίνεται συνήθως με εμπιστευτικό τρόπο
εξομολόγησης	noun	γενική ενικού του εξομολόγηση
εξομολόγο	=	εξομολόγος
εξομολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξομολόγος
εξομολόγος	noun	κληρικός που τελεί το μυστήριο της εξομολόγησης
εξομολόγου	noun	γενική ενικού του εξομολόγος
εξομολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξομολόγος
εξομολόγων	noun	γενική πληθυντικού του εξομολόγος
εξονίου	=	εξόνιο
εξονίων	=	εξόνιο
εξονείδιζα	=	εξονειδίζω
εξονείδιζαν	=	εξονειδίζω
εξονείδιζε	=	εξονειδίζω
εξονείδιζες	=	εξονειδίζω
εξονείδισα	=	εξονειδίζω
εξονείδισαν	=	εξονειδίζω
εξονείδισε	=	εξονειδίζω
εξονείδισες	=	εξονειδίζω
εξονειδίζαμε	=	εξονειδίζω
εξονειδίζαν	=	εξονειδίζω
εξονειδίζανε	=	εξονειδίζω
εξονειδίζατε	=	εξονειδίζω
εξονειδίζει	=	εξονειδίζω
εξονειδίζεις	=	εξονειδίζω
εξονειδίζετε	=	εξονειδίζω
εξονειδίζοντας	=	εξονειδίζω
εξονειδίζουμε	=	εξονειδίζω
εξονειδίζουν	=	εξονειδίζω
εξονειδίζουνε	=	εξονειδίζω
εξονειδίζω	verb|formal	κοροϊδεύω, επιτιμώ
εξονειδίσαμε	=	εξονειδίζω
εξονειδίσαν	=	εξονειδίζω
εξονειδίσανε	=	εξονειδίζω
εξονειδίσατε	=	εξονειδίζω
εξονειδίσει	=	εξονειδίζω
εξονειδίστε	=	εξονειδίζω
εξονειδισμέ	noun	κλητική ενικού του εξονειδισμός
εξονειδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονειδισμένο
εξονειδισμένε	verb	κλητική ενικού του εξονειδισμένος
εξονειδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονειδισμένη
εξονειδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξονειδισμένος
εξονειδισμένης	verb	γενική ενικού του εξονειδισμένη
εξονειδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξονειδισμένος
εξονειδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξονειδισμένος
εξονειδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξονειδίζω
εξονειδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξονειδισμένος
εξονειδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξονειδισμένος
εξονειδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξονειδισμένος
εξονειδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξονειδισμός
εξονειδισμού	noun	γενική ενικού του εξονειδισμός
εξονειδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξονειδισμός
εξονειδισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξονειδισμός
εξονειδισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξονειδίζω
εξονειδισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξονειδισμός
εξονειδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονειδιστικό
εξονειδιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξονειδιστικός
εξονειδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονειδιστική
εξονειδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξονειδιστικός
εξονειδιστικής	adj	γενική ενικού του εξονειδιστική
εξονειδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξονειδιστικός
εξονειδιστικού	adj	γενική ενικού του εξονειδιστικός
εξονειδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξονειδιστικός
εξονειδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξονειδιστικός
εξονειδιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εξονειδισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εξονειδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξονειδιστικός
εξονειδιστικώς	adv|formal	με εξονειδιστικό τρόπο
εξοντωθήκαμε	=	εξοντώνομαι
εξοντωθήκαν	=	εξοντώνομαι
εξοντωθήκανε	=	εξοντώνομαι
εξοντωθήκατε	=	εξοντώνομαι
εξοντωθεί	=	εξοντώνομαι
εξοντωθείτε	=	εξοντώνομαι
εξοντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοντωμένο
εξοντωμένε	verb	κλητική ενικού του εξοντωμένος
εξοντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοντωμένη
εξοντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοντωμένος
εξοντωμένης	verb	γενική ενικού του εξοντωμένη
εξοντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοντωμένος
εξοντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοντωμένος
εξοντωμένος	verb	που έχει εξοντωθεί
εξοντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοντωμένος
εξοντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοντωμένος
εξοντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοντωμένος
εξοντωνόμασταν	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόμαστε	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόμουν	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόμουνα	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόντουσαν	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόσασταν	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόσαστε	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόσουν	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόσουνα	=	εξοντώνομαι
εξοντωνόταν	=	εξοντώνομαι
εξοντωνότανε	=	εξοντώνομαι
εξοντωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοντωτικό	adv	με εξοντωτικό τρόπο
εξοντωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξοντωτικός
εξοντωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοντωτική
εξοντωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοντωτικός
εξοντωτικής	adj	γενική ενικού του εξοντωτική
εξοντωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοντωτικός
εξοντωτικού	adj	γενική ενικού του εξοντωτικός
εξοντωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξοντωτικός
εξοντωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξοντωτικός
εξοντωτικός	adj	που εξοντώνει
εξοντωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξοντωτικός
εξοντώθηκα	=	εξοντώνομαι
εξοντώθηκαν	=	εξοντώνομαι
εξοντώθηκε	=	εξοντώνομαι
εξοντώθηκες	=	εξοντώνομαι
εξοντώναμε	=	εξοντώνω
εξοντώναν	=	εξοντώνω
εξοντώνανε	=	εξοντώνω
εξοντώνατε	=	εξοντώνω
εξοντώνει	=	εξοντώνω
εξοντώνεις	=	εξοντώνω
εξοντώνεσαι	=	εξοντώνομαι
εξοντώνεστε	=	εξοντώνομαι
εξοντώνεται	=	εξοντώνομαι
εξοντώνετε	=	εξοντώνω
εξοντώνομαι	verb	κουράζομαι, απποκάνω.
εξοντώνονται	=	εξοντώνομαι
εξοντώνονταν	=	εξοντώνομαι
εξοντώνοντας	=	εξοντώνω
εξοντώνου	=	εξοντώνομαι
εξοντώνουμε	=	εξοντώνω
εξοντώνουν	=	εξοντώνω
εξοντώνουνε	=	εξοντώνω
εξοντώνω	verb	θανατώνω, σκοτώνω
εξοντώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώσαν	=	εξοντώνω
εξοντώσανε	=	εξοντώνω
εξοντώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόντωση
εξοντώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόντωση
εξοντώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόντωση
εξοντώσου	=	εξοντώνομαι
εξοντώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξοντώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξονυχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξονυχίζω
εξονυχίζω	verb|formal	εξετάζω κάτι εξονυχιστικά, στις λεπτομέρειές του
εξονυχίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονύχιση
εξονυχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξονύχιση
εξονυχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξονύχιση
εξονυχισμέ	noun	κλητική ενικού του εξονυχισμός
εξονυχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονυχισμένο
εξονυχισμένε	verb	κλητική ενικού του εξονυχισμένος
εξονυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονυχισμένη
εξονυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξονυχισμένος
εξονυχισμένης	verb	γενική ενικού του εξονυχισμένη
εξονυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξονυχισμένος
εξονυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξονυχισμένος
εξονυχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξονυχίζω
εξονυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξονυχισμένος
εξονυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξονυχισμένος
εξονυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξονυχισμένος
εξονυχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξονυχισμός
εξονυχισμού	noun	γενική ενικού του εξονυχισμός
εξονυχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξονυχισμός
εξονυχισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξονυχισμός
εξονυχισμός	noun	άλλη μορφή του εξονύχιση
εξονυχισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξονυχισμός
εξονυχιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονυχιστικό	adv|formal	λεπτομερώς, με μεγάλη προσοχή
εξονυχιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξονυχιστικός
εξονυχιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξονυχιστική
εξονυχιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξονυχιστικός
εξονυχιστικής	adj	γενική ενικού του εξονυχιστική
εξονυχιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξονυχιστικός
εξονυχιστικού	adj	γενική ενικού του εξονυχιστικός
εξονυχιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξονυχιστικός
εξονυχιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξονυχιστικός
εξονυχιστικός	adj|formal	για διαδικασία, πράξη κλπ.) λεπτομερής και πολύ προσεκτικός, που γίνεται χωρίς να ξεφύγει τίποτα
εξονυχιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξονυχιστικός
εξονυχιστικώς	adv|dated	εξονυχιστικά
εξονύχιση	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξονυχίζω
εξονύχισης	noun	γενική ενικού του εξονύχιση
εξοπλίζαμε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζαν	=	εξοπλίζω
εξοπλίζανε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζατε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζει	=	εξοπλίζω
εξοπλίζεις	=	εξοπλίζω
εξοπλίζεσαι	=	εξοπλίζω
εξοπλίζεστε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζεται	=	εξοπλίζω
εξοπλίζετε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίζομε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζονται	=	εξοπλίζω
εξοπλίζονταν	=	εξοπλίζω
εξοπλίζοντας	=	εξοπλίζω
εξοπλίζουμε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζουν	=	εξοπλίζω
εξοπλίζουνε	=	εξοπλίζω
εξοπλίζω	verb	προμηθεύω με τα απαραίτητα εργαλεία ή προμήθειες
εξοπλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσαν	=	εξοπλίζω
εξοπλίσανε	=	εξοπλίζω
εξοπλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόπλιση
εξοπλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόπλιση
εξοπλίσομε	=	εξοπλίζω
εξοπλίσου	=	εξοπλίζω
εξοπλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλίσουνε	=	εξοπλίζω
εξοπλίστε	=	εξοπλίζω
εξοπλίστηκα	=	εξοπλίζομαι
εξοπλίστηκαν	=	εξοπλίζω
εξοπλίστηκε	=	εξοπλίζω
εξοπλίστηκες	=	εξοπλίζω
εξοπλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξοπλιζόμασταν	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόμαστε	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόμουν	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόμουνα	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόντουσαν	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόσασταν	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόσαστε	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόσουν	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόσουνα	=	εξοπλίζω
εξοπλιζόταν	=	εξοπλίζω
εξοπλιζότανε	=	εξοπλίζω
εξοπλισμέ	noun	κλητική ενικού του εξοπλισμός
εξοπλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοπλισμένο
εξοπλισμένε	verb	κλητική ενικού του εξοπλισμένος
εξοπλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοπλισμένη
εξοπλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοπλισμένος
εξοπλισμένης	verb	γενική ενικού του εξοπλισμένη
εξοπλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοπλισμένος
εξοπλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοπλισμένος
εξοπλισμένος	=	εξοπλίζω
εξοπλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοπλισμένος
εξοπλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοπλισμένος
εξοπλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοπλισμένος
εξοπλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοπλισμός
εξοπλισμού	noun	γενική ενικού του εξοπλισμός
εξοπλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξοπλισμός
εξοπλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξοπλισμός
εξοπλισμός	noun	ο εφοδιασμός με όπλα, με πολεμικό υλικό
εξοπλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξοπλισμός
εξοπλιστήκαμε	=	εξοπλίζω
εξοπλιστήκαν	=	εξοπλίζω
εξοπλιστήκανε	=	εξοπλίζω
εξοπλιστήκατε	=	εξοπλίζω
εξοπλιστεί	=	εξοπλίζω
εξοπλιστείς	=	εξοπλίζω
εξοπλιστείτε	=	εξοπλίζω
εξοπλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοπλιστικό
εξοπλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξοπλιστικός
εξοπλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοπλιστική
εξοπλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοπλιστικός
εξοπλιστικής	adj	γενική ενικού του εξοπλιστική
εξοπλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοπλιστικός
εξοπλιστικού	adj	γενική ενικού του εξοπλιστικός
εξοπλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξοπλιστικός
εξοπλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξοπλιστικός
εξοπλιστικός	adj	που έχει σχέση με εξοπλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εξοπλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξοπλιστικός
εξοπλιστούμε	=	εξοπλίζω
εξοπλιστούν	=	εξοπλίζω
εξοπλιστούνε	=	εξοπλίζω
εξοπλιστώ	=	εξοπλίζω
εξορία	noun	απομάκρυνση, εν είδει ποινής, κάποιου από την περιοχή ή το κράτος στο οποίο μένει, χωρίς να επιτρέπεται να επιστρέψει
εξορίας	noun	γενική ενικού του εξορία
εξορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορία
εξορίζαμε	=	εξορίζω
εξορίζαν	=	εξορίζω
εξορίζανε	=	εξορίζω
εξορίζατε	=	εξορίζω
εξορίζει	=	εξορίζω
εξορίζεις	=	εξορίζω
εξορίζεσαι	=	εξορίζομαι
εξορίζεστε	=	εξορίζομαι
εξορίζεται	=	εξορίζομαι
εξορίζετε	=	εξορίζω
εξορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξορίζω
εξορίζομε	=	εξορίζω
εξορίζονται	=	εξορίζομαι
εξορίζονταν	=	εξορίζομαι
εξορίζοντας	=	εξορίζω
εξορίζου	=	εξορίζομαι
εξορίζουμε	=	εξορίζω
εξορίζουν	=	εξορίζω
εξορίζουνε	=	εξορίζω
εξορίζω	verb	στέλνω κάποιον στην εξορία
εξορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσαν	=	εξορίζω
εξορίσανε	=	εξορίζω
εξορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόριση
εξορίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόριση
εξορίσομε	=	εξορίζω
εξορίσου	=	εξορίζομαι
εξορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξορίσουνε	=	εξορίζω
εξορίστε	=	εξορίζω
εξορίστηκα	=	εξορίζομαι
εξορίστηκαν	=	εξορίζομαι
εξορίστηκε	=	εξορίζομαι
εξορίστηκες	=	εξορίζομαι
εξορίστου	=	εξόριστος
εξορίστους	=	εξόριστος
εξορίστων	=	εξόριστος
εξορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξοργίζαμε	=	εξοργίζω
εξοργίζαν	=	εξοργίζω
εξοργίζανε	=	εξοργίζω
εξοργίζατε	=	εξοργίζω
εξοργίζει	=	εξοργίζω
εξοργίζεις	=	εξοργίζω
εξοργίζεσαι	=	εξοργίζομαι
εξοργίζεστε	=	εξοργίζομαι
εξοργίζεται	=	εξοργίζομαι
εξοργίζετε	=	εξοργίζω
εξοργίζομαι	verb	καταλαμβάνομαι απότομα από μεγάλη οργή
εξοργίζονται	=	εξοργίζομαι
εξοργίζονταν	=	εξοργίζομαι
εξοργίζοντας	=	εξοργίζω
εξοργίζου	=	εξοργίζομαι
εξοργίζουμε	=	εξοργίζω
εξοργίζουν	=	εξοργίζω
εξοργίζουνε	=	εξοργίζω
εξοργίζω	verb	δημιουργώ ή προκαλώ οργή σε κάποιον
εξοργίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίσαν	=	εξοργίζω
εξοργίσανε	=	εξοργίζω
εξοργίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόργιση
εξοργίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόργιση
εξοργίσου	=	εξοργίζομαι
εξοργίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργίστε	=	εξοργίζω
εξοργίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξοργιζόμασταν	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόμαστε	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόμουν	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόμουνα	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόντουσαν	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόσασταν	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόσαστε	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόσουν	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόσουνα	=	εξοργίζομαι
εξοργιζόταν	=	εξοργίζομαι
εξοργιζότανε	=	εξοργίζομαι
εξοργισμέ	noun	κλητική ενικού του εξοργισμός
εξοργισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοργισμένο
εξοργισμένε	verb	κλητική ενικού του εξοργισμένος
εξοργισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοργισμένη
εξοργισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοργισμένος
εξοργισμένης	verb	γενική ενικού του εξοργισμένη
εξοργισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοργισμένος
εξοργισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοργισμένος
εξοργισμένος	=	εξοργίζομαι
εξοργισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοργισμένος
εξοργισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοργισμένος
εξοργισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοργισμένος
εξοργισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοργισμός
εξοργισμού	noun	γενική ενικού του εξοργισμός
εξοργισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξοργισμός
εξοργισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξοργισμός
εξοργισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξοργίζω
εξοργισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξοργισμός
εξοργιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστήκαν	=	εξοργίζομαι
εξοργιστήκανε	=	εξοργίζομαι
εξοργιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξοργιστικός	adv	με εξοργιστικό τρόπο, σε βαθμό που σε εξοργίζει
εξοργιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξοργιστικός
εξοργιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοργιστική
εξοργιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοργιστικός
εξοργιστικής	adj	γενική ενικού του εξοργιστική
εξοργιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοργιστικός
εξοργιστικού	adj	γενική ενικού του εξοργιστικός
εξοργιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξοργιστικός
εξοργιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξοργιστικός
εξοργιστικός	adj	που εξοργίζει
εξοργιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξοργιστικός
εξοργιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξοργιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοργίζομαι
εξορθολογίζω	verb|formal	κάνω κάτι πιο ορθολογικό, το κάνω με ορθολογικό τρόπο
εξορθολογισμέ	noun	κλητική ενικού του εξορθολογισμός
εξορθολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορθολογισμός
εξορθολογισμού	noun	γενική ενικού του εξορθολογισμός
εξορθολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξορθολογισμός
εξορθολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξορθολογισμός
εξορθολογισμός	noun	το αποτέλεσμα του εξορθολογίζω
εξορθολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξορθολογισμός
εξορθολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορθολογιστικό
εξορθολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξορθολογιστικός
εξορθολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορθολογιστική
εξορθολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορθολογιστικός
εξορθολογιστικής	adj	γενική ενικού του εξορθολογιστική
εξορθολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορθολογιστικός
εξορθολογιστικού	adj	γενική ενικού του εξορθολογιστικός
εξορθολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξορθολογιστικός
εξορθολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξορθολογιστικός
εξορθολογιστικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον εξορθολογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εξορθολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξορθολογιστικός
εξοριζόμασταν	=	εξορίζομαι
εξοριζόμαστε	=	εξορίζομαι
εξοριζόμουν	=	εξορίζομαι
εξοριζόμουνα	=	εξορίζομαι
εξοριζόντουσαν	=	εξορίζομαι
εξοριζόσασταν	=	εξορίζομαι
εξοριζόσαστε	=	εξορίζομαι
εξοριζόσουν	=	εξορίζομαι
εξοριζόσουνα	=	εξορίζομαι
εξοριζόταν	=	εξορίζομαι
εξοριζότανε	=	εξορίζομαι
εξορισμέ	noun	κλητική ενικού του εξορισμός
εξορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορισμένο
εξορισμένε	verb	κλητική ενικού του εξορισμένος
εξορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορισμένη
εξορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορισμένος
εξορισμένης	verb	γενική ενικού του εξορισμένη
εξορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξορισμένος
εξορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορισμένος
εξορισμένος	=	εξορίζομαι
εξορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξορισμένος
εξορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξορισμένος
εξορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξορισμένος
εξορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορισμός
εξορισμού	noun	γενική ενικού του εξορισμός
εξορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξορισμός
εξορισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξορισμός
εξορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξορίζω
εξορισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξορισμός
εξοριστήκαμε	=	εξορίζομαι
εξοριστήκαν	=	εξορίζομαι
εξοριστήκανε	=	εξορίζομαι
εξοριστήκατε	=	εξορίζομαι
εξοριστεί	=	εξορίζομαι
εξοριστείς	=	εξορίζω
εξοριστείτε	=	εξορίζομαι
εξοριστούμε	=	εξορίζω
εξοριστούν	=	εξορίζω
εξοριστούνε	=	εξορίζω
εξοριστώ	=	εξορίζω
εξοριών	noun	γενική πληθυντικού του εξορία
εξορκίζαμε	=	εξορκίζω
εξορκίζαν	=	εξορκίζω
εξορκίζανε	=	εξορκίζω
εξορκίζατε	=	εξορκίζω
εξορκίζει	=	εξορκίζω
εξορκίζεις	=	εξορκίζω
εξορκίζεσαι	=	εξορκίζω
εξορκίζεστε	=	εξορκίζω
εξορκίζεται	=	εξορκίζω
εξορκίζετε	=	εξορκίζω
εξορκίζομαι	=	εξορκίζω
εξορκίζονται	=	εξορκίζω
εξορκίζονταν	=	εξορκίζω
εξορκίζοντας	=	εξορκίζω
εξορκίζου	=	εξορκίζω
εξορκίζουμε	=	εξορκίζω
εξορκίζουν	=	εξορκίζω
εξορκίζουνε	=	εξορκίζω
εξορκίζω	verb	δεσμεύω κάποιον με όρκο
εξορκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίσαν	=	εξορκίζω
εξορκίσανε	=	εξορκίζω
εξορκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόρκιση
εξορκίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόρκιση
εξορκίσου	=	εξορκίζω
εξορκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκίστε	=	εξορκίζω
εξορκίστηκα	=	εξορκίζω
εξορκίστηκαν	=	εξορκίζω
εξορκίστηκε	=	εξορκίζω
εξορκίστηκες	=	εξορκίζω
εξορκίστρια	noun	θηλυκό του εξορκιστής
εξορκίστριας	noun	γενική ενικού του εξορκίστρια
εξορκίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορκίστρια
εξορκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξορκιζόμασταν	=	εξορκίζω
εξορκιζόμαστε	=	εξορκίζω
εξορκιζόμενος	=	εξορκίζω
εξορκιζόμουν	=	εξορκίζω
εξορκιζόμουνα	=	εξορκίζω
εξορκιζόντουσαν	=	εξορκίζω
εξορκιζόσασταν	=	εξορκίζω
εξορκιζόσαστε	=	εξορκίζω
εξορκιζόσουν	=	εξορκίζω
εξορκιζόσουνα	=	εξορκίζω
εξορκιζόταν	=	εξορκίζω
εξορκιζότανε	=	εξορκίζω
εξορκισμέ	noun	κλητική ενικού του εξορκισμός
εξορκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορκισμένο
εξορκισμένε	verb	κλητική ενικού του εξορκισμένος
εξορκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορκισμένη
εξορκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορκισμένος
εξορκισμένης	verb	γενική ενικού του εξορκισμένη
εξορκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξορκισμένος
εξορκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορκισμένος
εξορκισμένος	=	εξορκίζω
εξορκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξορκισμένος
εξορκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξορκισμένος
εξορκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξορκισμένος
εξορκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορκισμός
εξορκισμού	noun	γενική ενικού του εξορκισμός
εξορκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξορκισμός
εξορκισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξορκισμός
εξορκισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξορκίζω καθώς και οι σχετικές ευχές που εκφωνούνται
εξορκισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξορκισμός
εξορκιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορκιστής
εξορκιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξορκιστής
εξορκιστήκαμε	=	εξορκίζω
εξορκιστήκαν	=	εξορκίζω
εξορκιστήκανε	=	εξορκίζω
εξορκιστήκατε	=	εξορκίζω
εξορκιστής	noun	αυτός που κάνει εξορκισμούς
εξορκιστεί	=	εξορκίζω
εξορκιστείτε	=	εξορκίζω
εξορκιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορκιστικό
εξορκιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξορκιστικός
εξορκιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορκιστική
εξορκιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορκιστικός
εξορκιστικής	adj	γενική ενικού του εξορκιστική
εξορκιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορκιστικός
εξορκιστικού	adj	γενική ενικού του εξορκιστικός
εξορκιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξορκιστικός
εξορκιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξορκιστικός
εξορκιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εξορκιστή ή τον εξορκισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
εξορκιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξορκιστικός
εξορκιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εξορκίστρια
εξορκιστών	noun	γενική πληθυντικού του εξορκιστής
εξορμά	=	εξορμώ
εξορμάει	=	εξορμώ
εξορμάμε	=	εξορμώ
εξορμάν	=	εξορμώ
εξορμάνε	=	εξορμώ
εξορμάς	=	εξορμώ
εξορμάτε	=	εξορμώ
εξορμάω	verb	άλλη μορφή του εξορμώ
εξορμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήσαν	=	εξορμώ
εξορμήσανε	=	εξορμώ
εξορμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόρμηση
εξορμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόρμηση
εξορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόρμηση
εξορμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξορμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορμητικό
εξορμητικέ	adj	κλητική ενικού του εξορμητικός
εξορμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορμητική
εξορμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορμητικός
εξορμητικής	adj	γενική ενικού του εξορμητική
εξορμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορμητικός
εξορμητικού	adj	γενική ενικού του εξορμητικός
εξορμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξορμητικός
εξορμητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξορμητικός
εξορμητικός	adj	που έχει σχέση με την εξόρμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξορμητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξορμητικός
εξορμούμε	=	εξορμώ
εξορμούν	=	εξορμώ
εξορμούνε	=	εξορμώ
εξορμούσα	=	εξορμώ
εξορμούσαμε	=	εξορμώ
εξορμούσαν	=	εξορμώ
εξορμούσανε	=	εξορμώ
εξορμούσατε	=	εξορμώ
εξορμούσε	=	εξορμώ
εξορμούσες	=	εξορμώ
εξορμώ	verb	ορμώ ή επιτίθεμαι (από κάποιο εσωτερικό ή οχυρωμένο μέρος προς τα έξω)
εξορμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξορμώ
εξορυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορυγμένο
εξορυγμένε	verb	κλητική ενικού του εξορυγμένος
εξορυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορυγμένη
εξορυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορυγμένος
εξορυγμένης	verb	γενική ενικού του εξορυγμένη
εξορυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξορυγμένος
εξορυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορυγμένος
εξορυγμένος	verb	που τον έχουν εξορύξει
εξορυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξορυγμένος
εξορυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξορυγμένος
εξορυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξορυγμένος
εξορυκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορυκτικό
εξορυκτικέ	adj	κλητική ενικού του εξορυκτικός
εξορυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξορυκτική
εξορυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξορυκτικός
εξορυκτικής	adj	γενική ενικού του εξορυκτική
εξορυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξορυκτικός
εξορυκτικού	adj	γενική ενικού του εξορυκτικός
εξορυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξορυκτικός
εξορυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξορυκτικός
εξορυκτικός	adj	που έχει σχέση με εξόρυξη, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
εξορυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξορυκτικός
εξορυσσόμασταν	=	εξορύσσω
εξορυσσόμαστε	=	εξορύσσω
εξορυσσόμουν	=	εξορύσσω
εξορυσσόμουνα	=	εξορύσσω
εξορυσσόντουσαν	=	εξορύσσω
εξορυσσόσασταν	=	εξορύσσω
εξορυσσόσαστε	=	εξορύσσω
εξορυσσόσουν	=	εξορύσσω
εξορυσσόσουνα	=	εξορύσσω
εξορυσσόταν	=	εξορύσσω
εξορυσσότανε	=	εξορύσσω
εξορυχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορυχτήκαμε	=	εξορύσσω
εξορυχτήκαν	=	εξορύσσω
εξορυχτήκανε	=	εξορύσσω
εξορυχτήκατε	=	εξορύσσω
εξορυχτεί	=	εξορύσσω
εξορυχτείτε	=	εξορύσσω
εξορύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόρυξη
εξορύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξεων	noun	γενική πληθυντικού του εξόρυξη
εξορύξεως	noun|formal	γενική ενικού του εξόρυξη
εξορύξου	=	εξορύσσω
εξορύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξορύσσεσαι	=	εξορύσσω
εξορύσσεστε	=	εξορύσσω
εξορύσσεται	=	εξορύσσω
εξορύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξορύσσω
εξορύσσονται	=	εξορύσσω
εξορύσσονταν	=	εξορύσσω
εξορύσσω	verb	βγάζω ορυκτά από το υπέδαφος σκάβοντας
εξορύχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορύχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορύχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορύχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσομαι
εξορύχτηκα	=	εξορύσσω
εξορύχτηκαν	=	εξορύσσω
εξορύχτηκε	=	εξορύσσω
εξορύχτηκες	=	εξορύσσω
εξοστράκιζα	=	εξοστρακίζω
εξοστράκιζαν	=	εξοστρακίζω
εξοστράκιζε	=	εξοστρακίζω
εξοστράκιζες	=	εξοστρακίζω
εξοστράκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστράκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστράκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστράκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίζαμε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζαν	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζανε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζατε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζει	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζεις	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζετε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζομαι	verb	αλλάζω πορεία, αφού πρώτα χτυπήσω πάνω σε κάτι άλλο
εξοστρακίζοντας	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζουμε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζουν	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζουνε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίζω	verb	εξορίζω με εξοστρακισμό-οστρακισμό
εξοστρακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίσαν	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίσανε	=	εξοστρακίζω
εξοστρακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοστράκιση
εξοστρακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοστρακίζω
εξοστρακισμέ	noun	κλητική ενικού του εξοστρακισμός
εξοστρακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοστρακισμένο
εξοστρακισμένε	verb	κλητική ενικού του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοστρακισμένη
εξοστρακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμένης	verb	γενική ενικού του εξοστρακισμένη
εξοστρακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοστρακισμένος
εξοστρακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοστρακισμός
εξοστρακισμού	noun	γενική ενικού του εξοστρακισμός
εξοστρακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξοστρακισμός
εξοστρακισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξοστρακισμός
εξοστρακισμός	noun	o οστρακισμός, η εξορία
εξοστρακισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξοστρακισμός
εξοστώσεις	=	εξόστωση
εξοστώσεων	=	εξόστωση
εξοστώσεως	=	εξόστωση
εξουδετέρωνα	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωναν	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωνε	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωνες	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετέρωσαα	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωσααν	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωσαε	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωσαες	=	εξουδετερώνω
εξουδετέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετέρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουδετερώνω
εξουδετέρωσης	noun	γενική ενικού του εξουδετέρωση
εξουδετερωθήκαμε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθήκαν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθήκανε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθήκατε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθεί	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθείς	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθείτε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθούμε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθούν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθούνε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωθώ	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουδετερωμένο
εξουδετερωμένε	verb	κλητική ενικού του εξουδετερωμένος
εξουδετερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουδετερωμένη
εξουδετερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουδετερωμένος
εξουδετερωμένης	verb	γενική ενικού του εξουδετερωμένη
εξουδετερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξουδετερωμένος
εξουδετερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουδετερωμένος
εξουδετερωμένος	verb	που έχει εξουδετερωθεί
εξουδετερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξουδετερωμένος
εξουδετερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξουδετερωμένος
εξουδετερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξουδετερωμένος
εξουδετερωνόμασταν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόμαστε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόμουν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόμουνα	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόντουσαν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόσασταν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόσαστε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόσουν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόσουνα	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνόταν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωνότανε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουδετερωτικό
εξουδετερωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξουδετερωτικός
εξουδετερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουδετερωτική
εξουδετερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουδετερωτικός
εξουδετερωτικής	adj	γενική ενικού του εξουδετερωτική
εξουδετερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουδετερωτικός
εξουδετερωτικού	adj	γενική ενικού του εξουδετερωτικός
εξουδετερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξουδετερωτικός
εξουδετερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξουδετερωτικός
εξουδετερωτικός	adj	που συμβάλλει στην εξουδετέρωση
εξουδετερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξουδετερωτικός
εξουδετερώθηκα	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώθηκαν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώθηκε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώθηκες	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώναμε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώναν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνανε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνατε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνει	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνεις	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνεσαι	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνεστε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνεται	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνετε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώνομε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνονται	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνονταν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώνουμε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνουν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνουνε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώνω	verb	εξαφανίζω τα αρνητικά ή βλαπτικά αποτελέσματα μιας ενέργειας, ενός πράγματος κ.λπ.
εξουδετερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσαν	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώσανε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουδετέρωση
εξουδετερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξουδετέρωση
εξουδετερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξουδετέρωση
εξουδετερώσομε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώσου	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσουνε	=	εξουδετερώνω
εξουδετερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουδετερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουδετερώνω
εξουθένωνα	=	εξουθενώνω
εξουθένωναν	=	εξουθενώνω
εξουθένωνε	=	εξουθενώνω
εξουθένωνες	=	εξουθενώνω
εξουθένωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθένωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθένωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθένωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθένωση	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του εξουθενώνω
εξουθένωσης	noun	γενική ενικού του εξουθένωση
εξουθενωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθήκαν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωθήκανε	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωθούνε	=	εξουθενώνω
εξουθενωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουθενωμένο
εξουθενωμένε	verb	κλητική ενικού του εξουθενωμένος
εξουθενωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουθενωμένη
εξουθενωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουθενωμένος
εξουθενωμένης	verb	γενική ενικού του εξουθενωμένη
εξουθενωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξουθενωμένος
εξουθενωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουθενωμένος
εξουθενωμένος	verb	που έχει εξουθενωθεί, που έχει καταπονηθεί υπερβολικά
εξουθενωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξουθενωμένος
εξουθενωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξουθενωμένος
εξουθενωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξουθενωμένος
εξουθενωνόμασταν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόμαστε	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόμουν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόμουνα	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόντουσαν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόσασταν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόσαστε	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόσουν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόσουνα	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνόταν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωνότανε	=	εξουθενώνομαι
εξουθενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουθενωτικό	adv	με εξουθενωτικό τρόπο
εξουθενωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξουθενωτικός
εξουθενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουθενωτική
εξουθενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουθενωτικός
εξουθενωτικής	adj	γενική ενικού του εξουθενωτική
εξουθενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουθενωτικός
εξουθενωτικού	adj	γενική ενικού του εξουθενωτικός
εξουθενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξουθενωτικός
εξουθενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξουθενωτικός
εξουθενωτικός	adj	που εξουθενώνει, που εξαντλεί
εξουθενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξουθενωτικός
εξουθενώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνομαι
εξουθενώναμε	=	εξουθενώνω
εξουθενώναν	=	εξουθενώνω
εξουθενώνανε	=	εξουθενώνω
εξουθενώνατε	=	εξουθενώνω
εξουθενώνει	=	εξουθενώνω
εξουθενώνεις	=	εξουθενώνω
εξουθενώνεσαι	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώνεστε	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώνεται	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώνετε	=	εξουθενώνω
εξουθενώνομαι	verb	κουράζομαι υπερβολικά, μπαϊλντίζομαι
εξουθενώνομε	=	εξουθενώνω
εξουθενώνονται	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώνονταν	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώνοντας	=	εξουθενώνω
εξουθενώνου	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώνουμε	=	εξουθενώνω
εξουθενώνουν	=	εξουθενώνω
εξουθενώνουνε	=	εξουθενώνω
εξουθενώνω	verb	μειώνω την σωματική ή/και την ψυχική δύναμη κάποιου άλλου
εξουθενώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσαν	=	εξουθενώνω
εξουθενώσανε	=	εξουθενώνω
εξουθενώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουθένωση
εξουθενώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξουθένωση
εξουθενώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξουθένωση
εξουθενώσομε	=	εξουθενώνω
εξουθενώσου	=	εξουθενώνομαι
εξουθενώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσουνε	=	εξουθενώνω
εξουθενώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουθενώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουθενώνω
εξουσία	noun	η δυνατότητα, με βάση την ισχύ, τον νόμο, που έχει κάποιος να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλους
εξουσίαζα	=	εξουσιάζω
εξουσίαζαν	=	εξουσιάζω
εξουσίαζε	=	εξουσιάζω
εξουσίαζες	=	εξουσιάζω
εξουσίας	noun	γενική ενικού του εξουσία
εξουσίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσίαση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουσιάζω
εξουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσία
εξουσιάζαμε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζαν	=	εξουσιάζω
εξουσιάζανε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζατε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζει	=	εξουσιάζω
εξουσιάζεις	=	εξουσιάζω
εξουσιάζεσαι	=	εξουσιάζω
εξουσιάζεστε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζεται	=	εξουσιάζω
εξουσιάζετε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζομαι	=	εξουσιάζω
εξουσιάζομε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζονται	=	εξουσιάζω
εξουσιάζονταν	=	εξουσιάζω
εξουσιάζοντας	=	εξουσιάζω
εξουσιάζουμε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζουν	=	εξουσιάζω
εξουσιάζουνε	=	εξουσιάζω
εξουσιάζω	verb	ασκώ την εξουσία σε κάποιον ή κάτι
εξουσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσαν	=	εξουσιάζω
εξουσιάσανε	=	εξουσιάζω
εξουσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσομε	=	εξουσιάζω
εξουσιάσου	=	εξουσιάζω
εξουσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιάσουνε	=	εξουσιάζω
εξουσιάστε	=	εξουσιάζω
εξουσιάστηκα	=	εξουσιάζω
εξουσιάστηκαν	=	εξουσιάζω
εξουσιάστηκε	=	εξουσιάζω
εξουσιάστηκες	=	εξουσιάζω
εξουσιάστρα	noun	θηλυκό του εξουσιαστής
εξουσιάστρας	noun	γενική ενικού του εξουσιάστρα
εξουσιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιάστρα
εξουσιάστρια	noun	θηλυκό του εξουσιαστής
εξουσιάστριας	noun	γενική ενικού του εξουσιάστρια
εξουσιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιάστρια
εξουσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιάζω
εξουσιαζόμασταν	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόμαστε	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόμενος	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόμουν	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόμουνα	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόντουσαν	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόσασταν	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόσαστε	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόσουν	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόσουνα	=	εξουσιάζω
εξουσιαζόταν	=	εξουσιάζω
εξουσιαζότανε	=	εξουσιάζω
εξουσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιασμένο
εξουσιασμένε	verb	κλητική ενικού του εξουσιασμένος
εξουσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιασμένη
εξουσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουσιασμένος
εξουσιασμένης	verb	γενική ενικού του εξουσιασμένη
εξουσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξουσιασμένος
εξουσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουσιασμένος
εξουσιασμένος	=	εξουσιάζω
εξουσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξουσιασμένος
εξουσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξουσιασμένος
εξουσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξουσιασμένος
εξουσιασμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουσιάζω
εξουσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιαστής
εξουσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξουσιαστής
εξουσιαστήκαμε	=	εξουσιάζω
εξουσιαστήκαν	=	εξουσιάζω
εξουσιαστήκανε	=	εξουσιάζω
εξουσιαστήκατε	=	εξουσιάζω
εξουσιαστής	noun	αυτός που εξουσιάζει
εξουσιαστεί	=	εξουσιάζω
εξουσιαστείς	=	εξουσιάζω
εξουσιαστείτε	=	εξουσιάζω
εξουσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξουσιαστικός	adv	με εξουσιαστικό τρόπο, με εξουσία
εξουσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του εξουσιαστικός
εξουσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιαστική
εξουσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουσιαστικός
εξουσιαστικής	adj	γενική ενικού του εξουσιαστική
εξουσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουσιαστικός
εξουσιαστικού	adj	γενική ενικού του εξουσιαστικός
εξουσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξουσιαστικός
εξουσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξουσιαστικός
εξουσιαστικός	adj	που έχει σχέση με την εξουσία ή τον εξουσιαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
εξουσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξουσιαστικός
εξουσιαστούμε	=	εξουσιάζω
εξουσιαστούν	=	εξουσιάζω
εξουσιαστούνε	=	εξουσιάζω
εξουσιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του εξουσιάστρια
εξουσιαστώ	=	εξουσιάζω
εξουσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του εξουσιαστής
εξουσιοδοτήθηκα	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήθηκαν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήθηκε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήθηκες	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσαν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσανε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιοδότηση
εξουσιοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξουσιοδότηση
εξουσιοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξουσιοδότηση
εξουσιοδοτήσου	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσουνε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτεί	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτείς	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτείσαι	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτείστε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτείται	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτείτε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτείτο	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθήκαμε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθήκαν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθήκανε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθήκατε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθεί	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθείς	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθείτε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθούμε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθούν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθούνε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτηθώ	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιοδοτημένο
εξουσιοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιοδοτημένη
εξουσιοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτημένης	verb	γενική ενικού του εξουσιοδοτημένη
εξουσιοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτημένος	verb	που έχει πάρει εξουσιοδότηση για μια συγκεκριμένη ενέργεια, είναι κάτοχος σχετικής άδειας ή πληρεξουσίου
εξουσιοδοτημένου	verb	γενική ενικού του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού του εξουσιοδοτημένος
εξουσιοδοτούμαι	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούμασταν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούμαστε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούμε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούμενος	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούμουν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούμουνα	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούνε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούνται	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούνταν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούντο	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσα	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσαμε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσαν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσανε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσατε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσε	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσες	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσουν	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτούσουνα	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδοτώ	verb	δίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες
εξουσιοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδότει	=	εξουσιοδοτώ
εξουσιοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξουσιοδοτώ
εξουσιοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουσιοδοτώ καθώς και το σχετικό έγγραφο
εξουσιοδότησης	noun	γενική ενικού του εξουσιοδότηση
εξουσιολάγνα	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνας	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνε	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιολάγνα
εξουσιολάγνο	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνος	adj|formal	πρόσωπο που επιδιώκει επίμονα την απόκτηση, διατήρηση ή επέκταση της εξουσίας, αντλώντας ιδιαίτερη ικανοποίηση από την άσκησή της
εξουσιολάγνου	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνους	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολάγνων	=	εξουσιολάγνος
εξουσιολαγνία	noun|formal	η έντονη και συχνά υπέρμετρη επιθυμία για απόκτηση, διατήρηση ή άσκηση εξουσίας, η οποία επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις επιλογές ενός προσώπου
εξουσιολαγνίας	=	εξουσιολαγνία
εξουσιολαγνίες	=	εξουσιολαγνία
εξουσιολαγνεία	noun|formal	άλλη μορφή του εξουσιολαγνία
εξουσιολαγνείας	=	εξουσιολαγνεία
εξουσιολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιολαγνεία
εξουσιολαγνειών	=	εξουσιολαγνεία
εξουσιολαγνιών	=	εξουσιολαγνία
εξουσιομανές	=	εξουσιομανής
εξουσιομανή	=	εξουσιομανής
εξουσιομανής	adj	που έχει εξουσιομανία
εξουσιομανία	noun	η μανία κάποιου για εξουσία
εξουσιομανίας	noun	γενική ενικού του εξουσιομανία
εξουσιομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξουσιομανία
εξουσιομανείς	=	εξουσιομανής
εξουσιομανιών	noun	γενική πληθυντικού του εξουσιομανία
εξουσιομανούς	=	εξουσιομανής
εξουσιομανών	=	εξουσιομανής
εξουσιοφρενής	adj|archaic	που έχει μανία με την εξουσία
εξουσιών	noun	γενική πληθυντικού του εξουσία
εξοφθαλμία	noun	παθολογική προεξοχή των ματιών έξω από τις κόγχες τους
εξοφθαλμίας	noun	γενική ενικού του εξοφθαλμία
εξοφθαλμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοφθαλμία
εξοφθαλμιών	noun	γενική πληθυντικού του εξοφθαλμία
εξοφλήθηκα	=	εξοφλώ
εξοφλήθηκαν	=	εξοφλώ
εξοφλήθηκε	verb	γ’ ενικό οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήθηκες	=	εξοφλώ
εξοφλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσαν	=	εξοφλώ
εξοφλήσανε	=	εξοφλώ
εξοφλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόφληση
εξοφλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσεων	=	εξόφληση
εξοφλήσου	=	εξοφλώ
εξοφλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσουνε	=	εξοφλώ
εξοφλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξοφλεί	=	εξοφλώ
εξοφλείς	=	εξοφλώ
εξοφλείσαι	=	εξοφλώ
εξοφλείστε	=	εξοφλώ
εξοφλείται	=	εξοφλώ
εξοφλείτε	=	εξοφλώ
εξοφλείτο	=	εξοφλώ
εξοφληθήκαμε	=	εξοφλώ
εξοφληθήκαν	=	εξοφλώ
εξοφληθήκανε	=	εξοφλώ
εξοφληθήκατε	=	εξοφλώ
εξοφληθεί	=	εξοφλώ
εξοφληθείς	=	εξοφλώ
εξοφληθείτε	=	εξοφλώ
εξοφληθούμε	=	εξοφλώ
εξοφληθούν	=	εξοφλώ
εξοφληθούνε	=	εξοφλώ
εξοφληθώ	=	εξοφλώ
εξοφλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοφλημένο
εξοφλημένε	verb	κλητική ενικού του εξοφλημένος
εξοφλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοφλημένη
εξοφλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοφλημένος
εξοφλημένης	verb	γενική ενικού του εξοφλημένη
εξοφλημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξοφλημένος
εξοφλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοφλημένος
εξοφλημένος	=	εξοφλώ
εξοφλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξοφλημένος
εξοφλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξοφλημένος
εξοφλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξοφλημένος
εξοφλητέα	=	εξοφλητέος
εξοφλητέο	=	εξοφλητέος
εξοφλητέος	adj	ποσό που πρέπει να εξοφληθεί
εξοφλητήρια	=	εξοφλητήριο
εξοφλητήριας	=	εξοφλητήριος
εξοφλητήριε	=	εξοφλητήριος
εξοφλητήριες	=	εξοφλητήριος
εξοφλητήριο	noun	έγγραφο το οποίο αποδεικνύει μια εξόφληση
εξοφλητήριοι	=	εξοφλητήριος
εξοφλητήριος	noun	άλλη μορφή του εξοφλητικός
εξοφλητήριου	=	εξοφλητήριο
εξοφλητήριους	=	εξοφλητήριος
εξοφλητήριων	=	εξοφλητήριο
εξοφλητηρίου	=	εξοφλητήριο
εξοφλητηρίων	=	εξοφλητήριο
εξοφλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοφλητικό
εξοφλητικέ	adj	κλητική ενικού του εξοφλητικός
εξοφλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοφλητική
εξοφλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοφλητικός
εξοφλητικής	adj	γενική ενικού του εξοφλητική
εξοφλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοφλητικός
εξοφλητικού	adj	γενική ενικού του εξοφλητικός
εξοφλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξοφλητικός
εξοφλητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξοφλητικός
εξοφλητικός	adj	που έχει σχέση με εξόφληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξοφλητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξοφλητικός
εξοφλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξοφλώ
εξοφλούμασταν	=	εξοφλώ
εξοφλούμαστε	=	εξοφλώ
εξοφλούμε	=	εξοφλώ
εξοφλούμενος	=	εξοφλώ
εξοφλούμουν	=	εξοφλώ
εξοφλούμουνα	=	εξοφλώ
εξοφλούν	=	εξοφλώ
εξοφλούνε	=	εξοφλώ
εξοφλούνται	=	εξοφλώ
εξοφλούνταν	=	εξοφλώ
εξοφλούντο	=	εξοφλώ
εξοφλούσα	=	εξοφλώ
εξοφλούσαμε	=	εξοφλώ
εξοφλούσαν	=	εξοφλώ
εξοφλούσανε	=	εξοφλώ
εξοφλούσασταν	=	εξοφλώ
εξοφλούσαστε	=	εξοφλώ
εξοφλούσατε	=	εξοφλώ
εξοφλούσε	=	εξοφλώ
εξοφλούσες	=	εξοφλώ
εξοφλούσουν	=	εξοφλώ
εξοφλούσουνα	=	εξοφλώ
εξοφλώ	verb	ξεπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα χρέος, χρηματικό ή μη
εξοφλώντας	=	εξοφλώ
εξοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοχή
εξοχή	noun	το μέρος ενός σώματος που εξέχει, που προβάλλει προς τα έξω και ξεπερνά το γενικό περίγραμμά του
εξοχής	=	εξοχή
εξοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοχικό
εξοχικέ	adj	κλητική ενικού του εξοχικός
εξοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοχική
εξοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοχικός
εξοχικής	adj	γενική ενικού του εξοχική
εξοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξοχικός
εξοχικού	adj	γενική ενικού του εξοχικός
εξοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξοχικός
εξοχικό	noun	δεύτερη κατοικία για τις διακοπές, συνήθως σε εξοχικό μέρος	adj	αιτιατική ενικού του εξοχικός
εξοχικός	adj	σχετικός με την εξοχή, την τοποθεσία έξω από κατοικημένες περιοχές
εξοχικών	adj	γενική πληθυντικού του εξοχικός
εξοχοτάτες	=	εξοχοτάτη
εξοχοτάτη	adj|formal	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοχότατος
εξοχοτάτης	=	εξοχοτάτη
εξοχοτάτου	=	εξοχότατος
εξοχοτάτους	=	εξοχότατος
εξοχοτάτων	=	εξοχότατος
εξοχοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του εξοχότητα
εξοχότατα	=	εξοχότατος
εξοχότατε	=	εξοχότατος
εξοχότατες	=	εξοχότατος
εξοχότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξοχότατος
εξοχότατης	=	εξοχότατος
εξοχότατο	=	εξοχότατος
εξοχότατοι	=	εξοχότατος
εξοχότατος	adj	τιμητική προσφώνηση που αποδίδεται σε πρόσωπα υψηλού πολιτειακού ή διπλωματικού κύρους, ιδίως σε ανώτατους αξιωματούχους, για να δηλωθεί ιδιαίτερος σεβασμός προς τη θέση τους
εξοχότατου	=	εξοχότατος
εξοχότατους	=	εξοχότατος
εξοχότατων	=	εξοχότατος
εξοχότητα	noun	τιμητική προσφώνηση αξιωματούχου
εξοχότητας	noun	γενική ενικού του εξοχότητα
εξοχότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξοχότητα
εξοχών	=	εξοχή
εξού	adv	συνήθως ακολουθούμενο από τον σύνδεσμο και
εξπέρ	noun	που έχει βαθιά γνώση και πείρα για ένα θέμα μετά από πολλή μελέτη	adj	που είναι εξπέρ
εξπρές	noun	μεταφορικό μέσο που πραγματοποιεί το δρομολόγιό του χωρίς να σταματά σε όλες τις ενδιάμεσες στάσεις ή και καθόλου, και συνεπώς φτάνει στον προορισμό του γρήγορα	adj	χαρακτηρισμός για μεταφορά, αποστολή, εξυπηρέτηση κ.λπ. που επιτελείται ταχύτερα ή πιο άμεσα από το συνηθισμένο
εξπρεσιονίστρια	=	εξπρεσιονιστής
εξπρεσιονισμέ	noun	κλητική ενικού του εξπρεσιονισμός
εξπρεσιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξπρεσιονισμός
εξπρεσιονισμού	noun	γενική ενικού του εξπρεσιονισμός
εξπρεσιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξπρεσιονισμός
εξπρεσιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξπρεσιονισμός
εξπρεσιονισμός	noun	καλλιτεχνικό κίνημα του 20ου αιώνα, που απεικονίζει τη πραγματικότητα χρησιμοποιώντας υπερβολή και παραμόρφωση, ώστε να συγκινήσει τον θεατή
εξπρεσιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξπρεσιονισμός
εξπρεσιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξπρεσιονιστής
εξπρεσιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξπρεσιονιστής
εξπρεσιονιστής	noun	καλλιτέχνης που ανήκει στο κίνημα του εξπρεσιονισμού
εξπρεσιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξπρεσιονιστικό
εξπρεσιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξπρεσιονιστική
εξπρεσιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστικής	adj	γενική ενικού του εξπρεσιονιστική
εξπρεσιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστικού	adj	γενική ενικού του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστικός	adj	που σχετίζεται με τον εξπρεσιονισμό
εξπρεσιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξπρεσιονιστικός
εξπρεσιονιστών	noun	γενική πληθυντικού του εξπρεσιονιστής
εξτένσιον	noun	πρόσθετη τούφα φυσικών ή τεχνητών μαλλιών που ενσωματώνεται στα υπάρχοντα μαλλιά για να αυξήσει το μήκος ή τον όγκο τους· (κατ’ επέκταση) η σχετική τεχνική εφαρμογής
εξτερναλισμέ	=	εξτερναλισμός
εξτερναλισμοί	=	εξτερναλισμός
εξτερναλισμού	=	εξτερναλισμός
εξτερναλισμούς	=	εξτερναλισμός
εξτερναλισμό	=	εξτερναλισμός
εξτερναλισμός	noun	η άποψη ότι το περιεχόμενο μιας νοητικής κατάστασης δεν καθορίζεται μόνο από ότι βρίσκεται μέσα στο κεφάλι αυτού που τη σκέφτεται, αλλά από αυτό στο οποίο η νοητική κατάσταση αναφέρεται, δηλαδή εξαρτάται και από εξωτερικούς παράγοντες
εξτερναλισμών	=	εξτερναλισμός
εξτρά	noun	γαλλική προφορά του έξτρα: τα επιπλέον	adj	γαλλική προφορά του έξτρα: επιπλέον
εξτρέ	noun	αντίγραφο της κίνησης ενός λογαριασμού
εξτρέμ	noun	ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται κοντά στις πλάγιες γραμμές του γηπέδου, με κύριο ρόλο τη δημιουργία ή την ολοκλήρωση επιθετικών ενεργειών από τα άκρα	adj|rare	άλλη μορφή του εξτρίμ
εξτρίμ	adj	που βρίσκεται στα όρια του συνηθισμένου ή του αποδεκτού, χαρακτηριζόμενος από έντονη ακρότητα, υπερβολή ή υψηλό βαθμό δυσκολίας και κινδύνου
εξτραβαγκάν	adj	εκκεντρικός, αλλόκοτος σε σημείο υπερβολής
εξτραδάκι	noun	πρόσθετο οικονομικό όφελος ή γενικότερα οποιοδήποτε συμπληρωματικό κέρδος, εισόδημα, πλεονέκτημα ή παροχή που αποκτάται πέρα από τα συνηθισμένα ή τα αναμενόμενα
εξτραδάκια	=	εξτραδάκι
εξτρεμίστρια	noun	εξτρεμιστής
εξτρεμίστριας	noun	γενική ενικού του εξτρεμίστρια
εξτρεμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμίστρια
εξτρεμαδουρικά	noun	η διάλεκτος που μιλιέται στην Εξτρεμαδούρα της Ισπανίας
εξτρεμαδουρικέ	adj	κλητική ενικού του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμαδουρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμαδουρική
εξτρεμαδουρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμαδουρικής	adj	γενική ενικού του εξτρεμαδουρική
εξτρεμαδουρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμαδουρικού	adj	γενική ενικού του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμαδουρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμαδουρικό	adj	αιτιατική ενικού του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμαδουρικός	adj	σχετικός με την Εξτρεμαδούρα
εξτρεμαδουρικών	adj	γενική πληθυντικού του εξτρεμαδουρικός
εξτρεμισμέ	noun	κλητική ενικού του εξτρεμισμός
εξτρεμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμισμός
εξτρεμισμού	noun	γενική ενικού του εξτρεμισμός
εξτρεμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξτρεμισμός
εξτρεμισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξτρεμισμός
εξτρεμισμός	noun	ακραία ιδεολογία ή πολιτική
εξτρεμισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξτρεμισμός
εξτρεμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμιστής
εξτρεμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εξτρεμιστής
εξτρεμιστής	noun	ονομάζεται ο άνθρωπος ο οποίος υποστηρίζει ή εφαρμόζει ακραίες απόψεις
εξτρεμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμιστικό	adv	με εξτρεμιστικό τρόπο
εξτρεμιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμιστική
εξτρεμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστικής	adj	γενική ενικού του εξτρεμιστική
εξτρεμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστικού	adj	γενική ενικού του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστικός	adj	ο οπαδός ακραίων ιδεών
εξτρεμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξτρεμιστικός
εξτρεμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εξτρεμίστρια
εξτρεμιστών	noun	γενική πληθυντικού του εξτρεμιστής
εξυβρίζαμε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζαν	=	εξυβρίζω
εξυβρίζανε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζατε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζει	=	εξυβρίζω
εξυβρίζεις	=	εξυβρίζω
εξυβρίζεσαι	=	εξυβρίζω
εξυβρίζεστε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζεται	=	εξυβρίζω
εξυβρίζετε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίζονται	=	εξυβρίζω
εξυβρίζονταν	=	εξυβρίζω
εξυβρίζοντας	=	εξυβρίζω
εξυβρίζουμε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζουν	=	εξυβρίζω
εξυβρίζουνε	=	εξυβρίζω
εξυβρίζω	verb	βρίζω κάποιον ή / και τον προσβάλλω, θίγοντάς του τιμή και υπόληψη
εξυβρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίσαν	=	εξυβρίζω
εξυβρίσανε	=	εξυβρίζω
εξυβρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξύβριση
εξυβρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξύβριση
εξυβρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξύβριση
εξυβρίσθηκα	=	εξυβρίζω
εξυβρίσου	=	εξυβρίζω
εξυβρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβρίστηκα	=	εξυβρίζω
εξυβρίστηκαν	=	εξυβρίζω
εξυβρίστηκε	=	εξυβρίζω
εξυβρίστηκες	=	εξυβρίζω
εξυβρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξυβριδισμέ	=	εξυβριδισμός
εξυβριδισμοί	=	εξυβριδισμός
εξυβριδισμού	=	εξυβριδισμός
εξυβριδισμούς	=	εξυβριδισμός
εξυβριδισμό	=	εξυβριδισμός
εξυβριδισμός	noun	διαδικασία ενσωμάτωσης ηλεκτροκινητήρα και μπαταρίας σε όχημα με συμβατικό κινητήρα εσωτερικής καύσης (βενζίνης ή ντίζελ), κάτι που μειώνει την κατανάλωση καυσίμου και τις εκπομπές ρύπων, βελτιώνει την απόδοση και αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο προς την πλήρη ηλεκτροκίνηση
εξυβριδισμών	=	εξυβριδισμός
εξυβριζόμασταν	=	εξυβρίζω
εξυβριζόμαστε	=	εξυβρίζω
εξυβριζόμουν	=	εξυβρίζω
εξυβριζόμουνα	=	εξυβρίζω
εξυβριζόντουσαν	=	εξυβρίζω
εξυβριζόσασταν	=	εξυβρίζω
εξυβριζόσαστε	=	εξυβρίζω
εξυβριζόσουν	=	εξυβρίζω
εξυβριζόσουνα	=	εξυβρίζω
εξυβριζόταν	=	εξυβρίζω
εξυβριζότανε	=	εξυβρίζω
εξυβρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυβρισμένο
εξυβρισμένε	verb	κλητική ενικού του εξυβρισμένος
εξυβρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυβρισμένη
εξυβρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυβρισμένος
εξυβρισμένης	verb	γενική ενικού του εξυβρισμένη
εξυβρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξυβρισμένος
εξυβρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυβρισμένος
εξυβρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξυβρίζω
εξυβρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυβρισμένος
εξυβρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξυβρισμένος
εξυβρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυβρισμένος
εξυβριστήκαμε	=	εξυβρίζω
εξυβριστήκαν	=	εξυβρίζω
εξυβριστήκανε	=	εξυβρίζω
εξυβριστήκατε	=	εξυβρίζω
εξυβριστεί	=	εξυβρίζω
εξυβριστείτε	=	εξυβρίζω
εξυβριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυβριστικό
εξυβριστικέ	adj	κλητική ενικού του εξυβριστικός
εξυβριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυβριστική
εξυβριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυβριστικός
εξυβριστικής	adj	γενική ενικού του εξυβριστική
εξυβριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυβριστικός
εξυβριστικού	adj	γενική ενικού του εξυβριστικός
εξυβριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυβριστικός
εξυβριστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξυβριστικός
εξυβριστικός	adj	που έχει σχέση με εξύβριση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξυβριστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξυβριστικός
εξυγίαινα	=	εξυγιαίνω
εξυγίαιναν	=	εξυγιαίνω
εξυγίαινε	=	εξυγιαίνω
εξυγίαινες	=	εξυγιαίνω
εξυγίανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγίαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγίανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγίανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγίανση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξυγιαίνω
εξυγίανσης	noun	γενική ενικού του εξυγίανση
εξυγιάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάναν	=	εξυγιαίνω
εξυγιάνανε	=	εξυγιαίνω
εξυγιάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυγίανση
εξυγιάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξυγίανση
εξυγιάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξυγίανση
εξυγιάντρια	noun|formal	θηλυκό του εξυγιαντής
εξυγιάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιαίναμε	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίναν	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνανε	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνατε	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνει	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνεις	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνετε	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξυγιαίνω
εξυγιαίνοντας	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνουμε	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνουν	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνουνε	=	εξυγιαίνω
εξυγιαίνω	verb	συντελώ στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων (π.χ. διαφθοράς) που υπάρχουν σ’ έναν οργανισμό ή μια υπηρεσία, βοηθώ στην αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας τους
εξυγιαντής	noun|figurative	κάποιος που εξυγιαίνει, που συμβάλλει στην εξυγίανση
εξυγιαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξυγιαντικός	adv	με εξυγιαντικό τρόπο
εξυγιαντικέ	adj	κλητική ενικού του εξυγιαντικός
εξυγιαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυγιαντική
εξυγιαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυγιαντικός
εξυγιαντικής	adj	γενική ενικού του εξυγιαντική
εξυγιαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυγιαντικός
εξυγιαντικού	adj	γενική ενικού του εξυγιαντικός
εξυγιαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυγιαντικός
εξυγιαντικό	adj	αιτιατική ενικού του εξυγιαντικός
εξυγιαντικός	adj	που έχει σχέση με την εξυγίανση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξυγιαντικών	adj	γενική πληθυντικού του εξυγιαντικός
εξυγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυγιασμένο
εξυγιασμένε	verb	κλητική ενικού του εξυγιασμένος
εξυγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυγιασμένη
εξυγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυγιασμένος
εξυγιασμένης	verb	γενική ενικού του εξυγιασμένη
εξυγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξυγιασμένος
εξυγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυγιασμένος
εξυγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξυγιαίνω
εξυγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυγιασμένος
εξυγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξυγιασμένος
εξυγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυγιασμένος
εξυμνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήσαν	=	εξυμνώ
εξυμνήσανε	=	εξυμνώ
εξυμνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξύμνηση
εξυμνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξύμνηση
εξυμνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξύμνηση
εξυμνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξυμνεί	=	εξυμνώ
εξυμνείς	=	εξυμνώ
εξυμνείτε	=	εξυμνώ
εξυμνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυμνούμαι
εξυμνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξυμνητικός	adv	με εξυμνητικό τρόπο, εξυμνώντας
εξυμνητικέ	adj	κλητική ενικού του εξυμνητικός
εξυμνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυμνητική
εξυμνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυμνητικός
εξυμνητικής	adj	γενική ενικού του εξυμνητική
εξυμνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυμνητικός
εξυμνητικού	adj	γενική ενικού του εξυμνητικός
εξυμνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυμνητικός
εξυμνητικό	adj	αιτιατική ενικού του εξυμνητικός
εξυμνητικός	adj	που έχει σχέση με την εξύμνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξυμνητικών	adj	γενική πληθυντικού του εξυμνητικός
εξυμνούμαι	verb	απαγγέλλουν ύμνους προς τιμή μου
εξυμνούμε	=	εξυμνώ
εξυμνούν	=	εξυμνώ
εξυμνούνε	=	εξυμνώ
εξυμνούσα	=	εξυμνώ
εξυμνούσαμε	=	εξυμνώ
εξυμνούσαν	=	εξυμνώ
εξυμνούσανε	=	εξυμνώ
εξυμνούσατε	=	εξυμνώ
εξυμνούσε	=	εξυμνώ
εξυμνούσες	=	εξυμνώ
εξυμνώ	verb	επαινώ με θέρμη
εξυμνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξυμνώ
εξυπακουόταν	=	εξυπακούεται
εξυπακούεται	verb	είναι αυτονόητο, εννοείται
εξυπακούονται	=	εξυπακούεται
εξυπακούονταν	=	εξυπακούεται
εξυπηρέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρέτηση	noun	οι ενέργειες που αποσκοπούν να εξυπηρετήσουν / υπηρετήσουν κάποιον ή κάτι
εξυπηρέτησης	noun	γενική ενικού του εξυπηρέτηση
εξυπηρετήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσαν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετήσανε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρέτηση
εξυπηρετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξυπηρέτηση
εξυπηρετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξυπηρέτηση
εξυπηρετήσιμα	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμε	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμες	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμη	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμης	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμο	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμοι	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί
εξυπηρετήσιμου	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμους	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσιμων	=	εξυπηρετήσιμος
εξυπηρετήσου	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσουνε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετεί	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετείς	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετείσαι	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετείστε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετείται	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετείτε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετείτο	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθήκαν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετηθήκανε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετηθούνε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυπηρετούμαι
εξυπηρετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετημένο
εξυπηρετημένε	verb	κλητική ενικού του εξυπηρετημένος
εξυπηρετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετημένη
εξυπηρετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυπηρετημένος
εξυπηρετημένης	verb	γενική ενικού του εξυπηρετημένη
εξυπηρετημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξυπηρετημένος
εξυπηρετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετημένος
εξυπηρετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυπηρετημένος
εξυπηρετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξυπηρετημένος
εξυπηρετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυπηρετημένος
εξυπηρετητές	=	εξυπηρετητής
εξυπηρετητή	=	εξυπηρετητής
εξυπηρετητής	noun	server: υλικό ή / και λογισμικό που αναλαμβάνει την παροχή διάφορων υπηρεσιών, «εξυπηρετώντας» αιτήσεις άλλων προγραμμάτων, γνωστούς ως πελάτες (clients) που μπορούν να τρέχουν στον ίδιο υπολογιστή ή σε σύνδεση μέσω δικτύου
εξυπηρετητών	=	εξυπηρετητής
εξυπηρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετικό
εξυπηρετικέ	adj	κλητική ενικού του εξυπηρετικός
εξυπηρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετική
εξυπηρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυπηρετικός
εξυπηρετικής	adj	γενική ενικού του εξυπηρετική
εξυπηρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετικός
εξυπηρετικοτήτων	=	εξυπηρετικότητα
εξυπηρετικού	adj	γενική ενικού του εξυπηρετικός
εξυπηρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυπηρετικός
εξυπηρετικό	adj	αιτιατική ενικού του εξυπηρετικός
εξυπηρετικός	adj	που εξυπηρετεί
εξυπηρετικότητα	noun	η ικανότητα ή η ιδιότητα του εξυπηρετικού
εξυπηρετικότητας	=	εξυπηρετικότητα
εξυπηρετικότητες	=	εξυπηρετικότητα
εξυπηρετικών	adj	γενική πληθυντικού του εξυπηρετικός
εξυπηρετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετούμασταν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούμαστε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούμε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετούμενο
εξυπηρετούμενε	verb	κλητική ενικού του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετούμενη
εξυπηρετούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμενης	verb	γενική ενικού του εξυπηρετούμενη
εξυπηρετούμενο	verb	αιτιατική ενικού του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπηρετούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυπηρετούμενος
εξυπηρετούμουν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούμουνα	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εξυπηρετώ
εξυπηρετούνε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούνται	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούνταν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούντο	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσα	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσαμε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσαν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσανε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσασταν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσαστε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσατε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσε	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσες	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσουν	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετούσουνα	=	εξυπηρετώ
εξυπηρετώ	verb	παρέχω σε κάποιον μια υπηρεσία
εξυπηρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξυπηρετώ
εξυπνάδα	noun	η ιδιότητα του έξυπνου
εξυπνάδας	=	εξυπνάδα
εξυπνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπνάδα
εξυπνάδων	=	εξυπνάδα
εξυπνάκηδες	=	εξυπνάκιας
εξυπνάκηδων	=	εξυπνάκιας
εξυπνάκια	=	εξυπνάκιας
εξυπνάκιας	noun	αυτός που θέλει να κάνει τον έξυπνο, ενώ δεν είναι
εξυπναδίστικος	adj|rare	άλλη μορφή του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπνακίστικο
εξυπνακίστικε	adj	κλητική ενικού του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπνακίστικη
εξυπνακίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικης	adj	γενική ενικού του εξυπνακίστικη
εξυπνακίστικο	adj	αιτιατική ενικού του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικος	adj	που έχει σχέση με εξυπνάκια, αναφέρεται σ' αυτόν ή ταιριάζει σ' αυτόν
εξυπνακίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυπνακίστικος
εξυπνακίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυπνακίστικος
εξυπνακιδισμέ	=	εξυπνακιδισμός
εξυπνακιδισμοί	=	εξυπνακιδισμός
εξυπνακιδισμού	=	εξυπνακιδισμός
εξυπνακιδισμούς	=	εξυπνακιδισμός
εξυπνακιδισμό	=	εξυπνακιδισμός
εξυπνακιδισμός	noun	η συμπεριφορά του « εξυπνάκια »
εξυπνακιδισμών	=	εξυπνακιδισμός
εξυπνακισμός	noun|rare	συμπεριφορά, σχόλιο ή ενέργεια με την οποία κάποιος επιδεικνύει επιτηδευμένα την εξυπνάδα ή την ανωτερότητά του, συχνά με τρόπο ενοχλητικό ή αυτάρεσκο
εξυπνοπουλιού	=	εξυπνοπούλι
εξυπνοπουλιών	=	εξυπνοπούλι
εξυπνοπούλι	noun|figurative	που κάνει τον έξυπνο
εξυπνοπούλια	=	εξυπνοπούλι
εξυπνότατα	=	έξυπνος
εξυπνότατε	=	έξυπνος
εξυπνότατες	=	έξυπνος
εξυπνότατη	=	έξυπνος
εξυπνότατης	=	έξυπνος
εξυπνότατο	=	έξυπνος
εξυπνότατοι	=	έξυπνος
εξυπνότατος	=	έξυπνος
εξυπνότατου	=	έξυπνος
εξυπνότατους	=	έξυπνος
εξυπνότατων	=	έξυπνος
εξυπνότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπνότερο
εξυπνότερε	adj	κλητική ενικού του εξυπνότερος
εξυπνότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυπνότερη
εξυπνότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυπνότερος
εξυπνότερης	adj	γενική ενικού του εξυπνότερη
εξυπνότερο	adj	αιτιατική ενικού του εξυπνότερος
εξυπνότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυπνότερος
εξυπνότερος	adj	που είναι πιο έξυπνος, πιο ευφυής από κάποιον άλλο (για ζωντανά πλάσματα)
εξυπνότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυπνότερος
εξυπνότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυπνότερος
εξυπνότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυπνότερος
εξυπνώ	verb|dated	άλλη μορφή του ξυπνώ
εξυπονοείται	verb|formal	συνάγεται ή γίνεται αντιληπτό έμμεσα από τα συμφραζόμενα, χωρίς να διατυπώνεται ρητά
εξυφάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάναν	=	εξυφαίνω
εξυφάνανε	=	εξυφαίνω
εξυφάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξύφανση
εξυφάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξύφανση
εξυφάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξύφανση
εξυφάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξυφαίναμε	=	εξυφαίνω
εξυφαίναν	=	εξυφαίνω
εξυφαίνανε	=	εξυφαίνω
εξυφαίνατε	=	εξυφαίνω
εξυφαίνει	=	εξυφαίνω
εξυφαίνεις	=	εξυφαίνω
εξυφαίνετε	=	εξυφαίνω
εξυφαίνοντας	=	εξυφαίνω
εξυφαίνουμε	=	εξυφαίνω
εξυφαίνουν	=	εξυφαίνω
εξυφαίνουνε	=	εξυφαίνω
εξυφαίνω	verb|formal	σχεδιάζω κάτι μυστικά ή ύπουλα
εξυφασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυφασμένο
εξυφασμένε	verb	κλητική ενικού του εξυφασμένος
εξυφασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυφασμένη
εξυφασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυφασμένος
εξυφασμένης	verb	γενική ενικού του εξυφασμένη
εξυφασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξυφασμένος
εξυφασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυφασμένος
εξυφασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυφασμένος
εξυφασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξυφασμένος
εξυφασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυφασμένος
εξυψωθήκαμε	=	εξυψώνομαι
εξυψωθήκαν	=	εξυψώνομαι
εξυψωθήκανε	=	εξυψώνομαι
εξυψωθήκατε	=	εξυψώνομαι
εξυψωθεί	=	εξυψώνομαι
εξυψωθείς	=	εξυψώνω
εξυψωθείτε	=	εξυψώνομαι
εξυψωθούμε	=	εξυψώνω
εξυψωθούν	=	εξυψώνω
εξυψωθούνε	=	εξυψώνω
εξυψωθώ	=	εξυψώνω
εξυψωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυψωμένο
εξυψωμένε	verb	κλητική ενικού του εξυψωμένος
εξυψωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυψωμένη
εξυψωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυψωμένος
εξυψωμένης	verb	γενική ενικού του εξυψωμένη
εξυψωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξυψωμένος
εξυψωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυψωμένος
εξυψωμένος	verb	που έχει εξυψωθεί
εξυψωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξυψωμένος
εξυψωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξυψωμένος
εξυψωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξυψωμένος
εξυψωνόμασταν	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόμαστε	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόμουν	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόμουνα	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόντουσαν	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόσασταν	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόσαστε	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόσουν	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόσουνα	=	εξυψώνομαι
εξυψωνόταν	=	εξυψώνομαι
εξυψωνότανε	=	εξυψώνομαι
εξυψωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξυψωτικός	adv	με εξυψωτικό τρόπο, εξυψώνοντας
εξυψωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξυψωτικός
εξυψωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξυψωτική
εξυψωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξυψωτικός
εξυψωτικής	adj	γενική ενικού του εξυψωτική
εξυψωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξυψωτικός
εξυψωτικού	adj	γενική ενικού του εξυψωτικός
εξυψωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξυψωτικός
εξυψωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξυψωτικός
εξυψωτικός	adj	που έχει σχέση με την εξύψωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξυψωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξυψωτικός
εξυψώθηκα	=	εξυψώνομαι
εξυψώθηκαν	=	εξυψώνομαι
εξυψώθηκε	=	εξυψώνομαι
εξυψώθηκες	=	εξυψώνομαι
εξυψώναμε	=	εξυψώνω
εξυψώναν	=	εξυψώνω
εξυψώνανε	=	εξυψώνω
εξυψώνατε	=	εξυψώνω
εξυψώνει	=	εξυψώνω
εξυψώνεις	=	εξυψώνω
εξυψώνεσαι	=	εξυψώνομαι
εξυψώνεστε	=	εξυψώνομαι
εξυψώνεται	=	εξυψώνομαι
εξυψώνετε	=	εξυψώνω
εξυψώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξυψώνω
εξυψώνομε	=	εξυψώνω
εξυψώνονται	=	εξυψώνομαι
εξυψώνονταν	=	εξυψώνομαι
εξυψώνοντας	=	εξυψώνω
εξυψώνου	=	εξυψώνομαι
εξυψώνουμε	=	εξυψώνω
εξυψώνουν	=	εξυψώνω
εξυψώνουνε	=	εξυψώνω
εξυψώνω	verb	ανεβάζω
εξυψώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσαν	=	εξυψώνω
εξυψώσανε	=	εξυψώνω
εξυψώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξύψωση
εξυψώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξύψωση
εξυψώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξύψωση
εξυψώσομε	=	εξυψώνω
εξυψώσου	=	εξυψώνομαι
εξυψώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσουνε	=	εξυψώνω
εξυψώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξυψώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξωαγροτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωαγροτικό
εξωαγροτικέ	adj	κλητική ενικού του εξωαγροτικός
εξωαγροτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωαγροτική
εξωαγροτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωαγροτικός
εξωαγροτικής	adj	γενική ενικού του εξωαγροτική
εξωαγροτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωαγροτικός
εξωαγροτικού	adj	γενική ενικού του εξωαγροτικός
εξωαγροτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωαγροτικός
εξωαγροτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωαγροτικός
εξωαγροτικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει έξω από τον κλάδο των αγροτών
εξωαγροτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωαγροτικός
εξωαγωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωαγωνιστικός	adv	σε εξωαγωνιστικό πλαίσιο
εξωαγωνιστικέ	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικές	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστική	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικής	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικοί	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικού	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικούς	=	εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εξωαγωνιστικός
εξωαγωνιστικός	adj	που αφορά γεγονότα, δραστηριότητες ή ζητήματα τα οποία συνδέονται με έναν αγώνα ή τον αθλητισμό, αλλά εκτυλίσσονται έξω από την ίδια την αγωνιστική διαδικασία ή τον χώρο διεξαγωγής της
εξωαγωνιστικών	=	εξωαγωνιστικός
εξωακαδημαϊκά	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκέ	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκές	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκή	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκής	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκοί	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκού	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκούς	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκό	=	εξωακαδημαϊκός
εξωακαδημαϊκός	adj	ο μη σχετικός με το πανεπιστήμιο, τις επιστήμες ή την ανώτατη εκπαίδευση
εξωακαδημαϊκών	=	εξωακαδημαϊκός
εξωαρθρικά	adv	σε εξωαρθρικό επίπεδο
εξωαρθρικέ	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικές	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρική	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικής	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικοί	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικού	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικούς	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικό	=	εξωαρθρικός
εξωαρθρικός	adj	που συμβαίνει έξω από τις αρθρώσεις ή βρίσκεται εκεί
εξωαρθρικών	=	εξωαρθρικός
εξωαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωαστικό
εξωαστικέ	adj	κλητική ενικού του εξωαστικός
εξωαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωαστική
εξωαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωαστικός
εξωαστικής	adj	γενική ενικού του εξωαστική
εξωαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωαστικός
εξωαστικού	adj	γενική ενικού του εξωαστικός
εξωαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωαστικός
εξωαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωαστικός
εξωαστικός	adj|formal	που βρίσκεται έξω από το άστυ
εξωαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωαστικός
εξωατμοσφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωατμοσφαιρικό
εξωατμοσφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του εξωατμοσφαιρικός
εξωατμοσφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωατμοσφαιρική
εξωατμοσφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωατμοσφαιρικός
εξωατμοσφαιρικής	adj	γενική ενικού του εξωατμοσφαιρική
εξωατμοσφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωατμοσφαιρικός
εξωατμοσφαιρικού	adj	γενική ενικού του εξωατμοσφαιρικός
εξωατμοσφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωατμοσφαιρικός
εξωατμοσφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωατμοσφαιρικός
εξωατμοσφαιρικός	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει έξω από την ατμόσφαιρα
εξωατμοσφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωατμοσφαιρικός
εξωβιολογία	noun	άλλη μορφή του βιοαστρονομία
εξωβιολογίας	=	εξωβιολογία
εξωβιολογίες	=	εξωβιολογία
εξωβιολογιών	=	εξωβιολογία
εξωβρογχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωβρογχικό
εξωβρογχικέ	adj	κλητική ενικού του εξωβρογχικός
εξωβρογχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωβρογχική
εξωβρογχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωβρογχικός
εξωβρογχικής	adj	γενική ενικού του εξωβρογχική
εξωβρογχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωβρογχικός
εξωβρογχικού	adj	γενική ενικού του εξωβρογχικός
εξωβρογχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωβρογχικός
εξωβρογχικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωβρογχικός
εξωβρογχικός	adj	που υπάρχει έξω από τους βρόγχους ή αναφέρεται σ’ αυτή την περιοχή
εξωβρογχικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωβρογχικός
εξωγήινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωγήινο
εξωγήινε	adj	κλητική ενικού του εξωγήινος
εξωγήινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωγήινη
εξωγήινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωγήινος
εξωγήινης	adj	γενική ενικού του εξωγήινη
εξωγήινο	adj	αιτιατική ενικού του εξωγήινος
εξωγήινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωγήινος
εξωγήινος	noun	ένα ον που προέρχεται από άλλον πλανήτη	adj	που δεν είναι από τη Γη, που προέρχεται από άλλο ουράνιο σώμα
εξωγήινου	adj	γενική ενικού του εξωγήινος
εξωγήινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωγήινος
εξωγήινων	adj	γενική πληθυντικού του εξωγήινος
εξωγήϊνος	=	εξωγήινος
εξωγαμία	noun	παράδοση που προκρίνει τον γάμο μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής κοινωνικής τάξης, ομάδας κ.λπ.
εξωγαμίας	noun	γενική ενικού του εξωγαμία
εξωγαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωγαμία
εξωγαμιών	noun	γενική πληθυντικού του εξωγαμία
εξωγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εξωγενής
εξωγενή	=	εξωγενής
εξωγενής	adj	αυτός που προέρχεται από εξωτερικά αίτια.
εξωγενείς	=	εξωγενής
εξωγενούς	adj	γενική ενικού του εξωγενής
εξωγενών	adj	γενική πληθυντικού του εξωγενής
εξωγηπεδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωγηπεδικός	adv	έξω από το γήπεδο, εκτός γηπέδου
εξωγηπεδικέ	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικές	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδική	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικής	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικοί	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικού	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικούς	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικό	=	εξωγηπεδικός
εξωγηπεδικός	adj	που γίνεται ή διεξάγεται εκτός γηπέδου, έξω από το γήπεδο
εξωγηπεδικών	=	εξωγηπεδικός
εξωγλωσσικά	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικέ	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικές	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσική	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικής	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικοί	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικού	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικούς	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικό	=	εξωγλωσσικός
εξωγλωσσικός	adj	που δεν έχει άμεση σχέση με τη γλώσσα, αλλά με στοιχεία, συμπεριφορές ή παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε ή ερμηνεύουμε τη γλώσσα
εξωγλωσσικών	=	εξωγλωσσικός
εξωγναθία	noun	άλλη γραφή του προγναθισμός
εξωγναθίας	noun	γενική ενικού του εξωγναθία
εξωγναθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωγναθία
εξωγναθιών	noun	γενική πληθυντικού του εξωγναθία
εξωδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώδερμα
εξωδέρματος	noun	γενική ενικού του εξώδερμα
εξωδίκτυα	=	εξωδίκτυο
εξωδίκτυο	noun	extranet: οι πόροι (resources), τα τμήματα ενός ενδοδικτύου (intranet) που είναι προσβάσιμα σε εξουσιοδοτημένα εξωτερικά άτομα (πχ. προμηθευτές, πελάτες, συνεργάτες, κλπ.)
εξωδίκτυου	=	εξωδίκτυο
εξωδίκτυων	=	εξωδίκτυο
εξωδίκως	adv|formal	με εξώδικη ενέργεια, χωρίς δίκη
εξωδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εξώδερμα
εξωδιαδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωδιαδικαστικό
εξωδιαδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του εξωδιαδικαστικός
εξωδιαδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωδιαδικαστική
εξωδιαδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωδιαδικαστικός
εξωδιαδικαστικής	adj	γενική ενικού του εξωδιαδικαστική
εξωδιαδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωδιαδικαστικός
εξωδιαδικαστικού	adj	γενική ενικού του εξωδιαδικαστικός
εξωδιαδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωδιαδικαστικός
εξωδιαδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωδιαδικαστικός
εξωδιαδικαστικός	adj	που δεν περιλαμβάνεται μέσα στη διαδικασία
εξωδιαδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωδιαδικαστικός
εξωδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωδικαστικό	adv	με εξωδικαστικό τρόπο
εξωδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του εξωδικαστικός
εξωδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωδικαστική
εξωδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωδικαστικός
εξωδικαστικής	adj	γενική ενικού του εξωδικαστική
εξωδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωδικαστικός
εξωδικαστικού	adj	γενική ενικού του εξωδικαστικός
εξωδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωδικαστικός
εξωδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωδικαστικός
εξωδικαστικός	adj	που γίνεται έξω από την επίσημη δικαστική διαδικασία
εξωδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωδικαστικός
εξωδικτύου	=	εξωδίκτυο
εξωδικτύων	=	εξωδίκτυο
εξωδορυφόρε	=	εξωδορυφόρος
εξωδορυφόρο	=	εξωδορυφόρος
εξωδορυφόροι	=	εξωδορυφόρος
εξωδορυφόρος	noun	δορυφόρος ενός εξωπλανήτη, εξωφεγγάρι
εξωδορυφόρου	=	εξωδορυφόρος
εξωδορυφόρους	=	εξωδορυφόρος
εξωδορυφόρων	=	εξωδορυφόρος
εξωεδαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωεδαφικό
εξωεδαφικέ	adj	κλητική ενικού του εξωεδαφικός
εξωεδαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωεδαφική
εξωεδαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωεδαφικός
εξωεδαφικής	adj	γενική ενικού του εξωεδαφική
εξωεδαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωεδαφικός
εξωεδαφικοτήτων	=	εξωεδαφικότητα
εξωεδαφικού	adj	γενική ενικού του εξωεδαφικός
εξωεδαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωεδαφικός
εξωεδαφικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωεδαφικός
εξωεδαφικός	adj	που αφορά εδάφη του εξωτερικού (εκτός της επικράτειας)
εξωεδαφικότητα	noun	λέμε την εφαρμογή της νομοθεσίας ενός κράτους εκτός των συνόρων του ή του εδάφους του όπως προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο
εξωεδαφικότητας	=	εξωεδαφικότητα
εξωεδαφικότητες	=	εξωεδαφικότητα
εξωεδαφικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωεδαφικός
εξωελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωελληνικό
εξωελληνικέ	adj	κλητική ενικού του εξωελληνικός
εξωελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωελληνική
εξωελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωελληνικός
εξωελληνικής	adj	γενική ενικού του εξωελληνική
εξωελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωελληνικός
εξωελληνικού	adj	γενική ενικού του εξωελληνικός
εξωελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωελληνικός
εξωελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωελληνικός
εξωελληνικός	adj	που γίνεται, συμβαίνει ή προέρχεται από περιοχή έξω από την Ελλάδα ή τον ελληνισμό
εξωελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωελληνικός
εξωηλιακά	=	εξωηλιακός
εξωηλιακέ	=	εξωηλιακός
εξωηλιακές	=	εξωηλιακός
εξωηλιακή	=	εξωηλιακός
εξωηλιακής	=	εξωηλιακός
εξωηλιακοί	=	εξωηλιακός
εξωηλιακού	=	εξωηλιακός
εξωηλιακούς	=	εξωηλιακός
εξωηλιακό	=	εξωηλιακός
εξωηλιακός	adj	που βρίσκεται έξω από τα όρια του ηλιακού συστήματος ή αναφέρεται σε ουράνια σώματα και φαινόμενα πέρα από αυτό, ιδίως σε πλανήτες που περιφέρονται γύρω από άλλους αστέρες
εξωηλιακών	=	εξωηλιακός
εξωηπατικά	=	εξωηπατικός
εξωηπατικέ	=	εξωηπατικός
εξωηπατικές	=	εξωηπατικός
εξωηπατική	=	εξωηπατικός
εξωηπατικής	=	εξωηπατικός
εξωηπατικοί	=	εξωηπατικός
εξωηπατικού	=	εξωηπατικός
εξωηπατικούς	=	εξωηπατικός
εξωηπατικό	=	εξωηπατικός
εξωηπατικός	adj	που γίνεται έξω από το ήπαρ ή βρίσκεται εκεί
εξωηπατικών	=	εξωηπατικός
εξωθήθηκα	=	εξωθούμαι
εξωθήθηκαν	=	εξωθούμαι
εξωθήθηκε	=	εξωθούμαι
εξωθήθηκες	=	εξωθούμαι
εξωθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήσαν	=	εξωθώ
εξωθήσανε	=	εξωθώ
εξωθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώθηση
εξωθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξώθηση
εξωθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξώθηση
εξωθήσου	=	εξωθούμαι
εξωθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξωθεί	=	εξωθώ
εξωθείς	=	εξωθώ
εξωθείσαι	=	εξωθούμαι
εξωθείστε	=	εξωθούμαι
εξωθείται	=	εξωθούμαι
εξωθείτε	=	εξωθώ
εξωθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωθερμικό
εξωθερμικέ	adj	κλητική ενικού του εξωθερμικός
εξωθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωθερμική
εξωθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωθερμικός
εξωθερμικής	adj	γενική ενικού του εξωθερμική
εξωθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωθερμικός
εξωθερμικού	adj	γενική ενικού του εξωθερμικός
εξωθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωθερμικός
εξωθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωθερμικός
εξωθερμικός	adj	έμβιος οργανισμός (π.χ. βάτραχος) με περιορισμένη ικανότητα ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματός του, που εξαρτάται από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος
εξωθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωθερμικός
εξωθεσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωθεσμικός	adv	με εξωθεσμικό τρόπο, σε εξωθεσμικό πλαίσιο
εξωθεσμικέ	adj	κλητική ενικού του εξωθεσμικός
εξωθεσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωθεσμική
εξωθεσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωθεσμικός
εξωθεσμικής	adj	γενική ενικού του εξωθεσμική
εξωθεσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωθεσμικός
εξωθεσμικού	adj	γενική ενικού του εξωθεσμικός
εξωθεσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωθεσμικός
εξωθεσμικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωθεσμικός
εξωθεσμικός	adj	που συμβαίνει ή κινείται έξω από το θεσμικό πλαίσιο
εξωθεσμικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωθεσμικός
εξωθηθήκαμε	=	εξωθούμαι
εξωθηθήκαν	=	εξωθούμαι
εξωθηθήκανε	=	εξωθούμαι
εξωθηθήκατε	=	εξωθούμαι
εξωθηθεί	=	εξωθούμαι
εξωθηθείτε	=	εξωθούμαι
εξωθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωθημένο
εξωθημένε	verb	κλητική ενικού του εξωθημένος
εξωθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωθημένη
εξωθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωθημένος
εξωθημένης	verb	γενική ενικού του εξωθημένη
εξωθημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξωθημένος
εξωθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωθημένος
εξωθημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξωθώ
εξωθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξωθημένος
εξωθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξωθημένος
εξωθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωθημένος
εξωθητήρα	=	εξωθητήρας
εξωθητήρας	noun	συσκευή που εξωθεί κάτι προς τα έξω
εξωθητήρες	=	εξωθητήρας
εξωθητήρων	=	εξωθητήρας
εξωθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξωθώ
εξωθούμασταν	=	εξωθούμαι
εξωθούμαστε	=	εξωθούμαι
εξωθούμε	=	εξωθώ
εξωθούμενα	=	εξωθούμενος
εξωθούμενε	=	εξωθούμενος
εξωθούμενες	=	εξωθούμενος
εξωθούμενη	=	εξωθούμενος
εξωθούμενης	=	εξωθούμενος
εξωθούμενο	=	εξωθούμενος
εξωθούμενοι	=	εξωθούμενος
εξωθούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εξωθώ
εξωθούμενου	=	εξωθούμενος
εξωθούμενους	=	εξωθούμενος
εξωθούμενων	=	εξωθούμενος
εξωθούμουν	=	εξωθούμαι
εξωθούν	=	εξωθώ
εξωθούνε	=	εξωθώ
εξωθούνται	=	εξωθούμαι
εξωθούνταν	=	εξωθούμαι
εξωθούσα	=	εξωθώ
εξωθούσαμε	=	εξωθώ
εξωθούσαν	=	εξωθώ
εξωθούσανε	=	εξωθώ
εξωθούσασταν	=	εξωθούμαι
εξωθούσαστε	=	εξωθούμαι
εξωθούσατε	=	εξωθώ
εξωθούσε	=	εξωθώ
εξωθούσες	=	εξωθώ
εξωθούσουν	=	εξωθούμαι
εξωθώ	verb	ωθώ με βία και προς τα έξω
εξωθώντας	=	εξωθώ
εξωιδρυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωιδρυματικό
εξωιδρυματικέ	adj	κλητική ενικού του εξωιδρυματικός
εξωιδρυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωιδρυματική
εξωιδρυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωιδρυματικός
εξωιδρυματικής	adj	γενική ενικού του εξωιδρυματική
εξωιδρυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωιδρυματικός
εξωιδρυματικού	adj	γενική ενικού του εξωιδρυματικός
εξωιδρυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωιδρυματικός
εξωιδρυματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωιδρυματικός
εξωιδρυματικός	adj	που σχετίζεται με τις υπηρεσίες ή τη δραστηριότητα ενός φορέα (νοσηλευτικού, υγειονομικού, σωφρονιστικού κ.λπ. ιδρύματος), όταν αυτές παρέχονται ή επιτελούνται έξω, μακριά από αυτόν (π.χ. στην κατοικία)
εξωιδρυματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωιδρυματικός
εξωκάρπια	=	εξωκάρπιο
εξωκάρπιο	noun	ό,τι περιβάλλει τον καρπό ενός φυτού (π.χ. ο φλοιός ενός μήλου ή το κέλυφος ενός καρυδιού
εξωκάρπιου	=	εξωκάρπιο
εξωκάρπιων	=	εξωκάρπιο
εξωκαρδιακά	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακέ	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακές	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακή	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακής	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακοί	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακού	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακούς	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακό	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρδιακός	adj	που βρίσκεται, προέρχεται ή εκδηλώνεται έξω από την καρδιά και δεν αφορά άμεσα τη δομή ή τη λειτουργία της
εξωκαρδιακών	=	εξωκαρδιακός
εξωκαρπίου	=	εξωκάρπιο
εξωκαρπίων	=	εξωκάρπιο
εξωκειμενικά	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικέ	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικές	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενική	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξωκειμενική) του εξωκειμενικός
εξωκειμενικοί	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικοτήτων	=	εξωκειμενικότητα
εξωκειμενικού	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικούς	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικό	=	εξωκειμενικός
εξωκειμενικός	adj	που βρίσκεται εκτός κειμενικού περιβάλλοντος
εξωκειμενικότητα	noun	) η ιδιότητα ή το σύνολο των παραγόντων που επηρεάζουν την κατανόηση ενός κειμένου από στοιχεία εκτός του ίδιου, όπως το ιστορικό πλαίσιο, ο δημιουργός ή οι συνθήκες πρόσληψης
εξωκειμενικότητας	=	εξωκειμενικότητα
εξωκειμενικότητες	=	εξωκειμενικότητα
εξωκειμενικών	=	εξωκειμενικός
εξωκκλήσι	noun	άλλη γραφή του ξωκλήσι
εξωκκλήσια	=	εξωκκλήσι
εξωκκλησιού	=	εξωκκλήσι
εξωκκλησιών	=	εξωκκλήσι
εξωκλήσι	noun	άλλη μορφή του ξωκλήσι
εξωκλήσια	=	εξωκλήσι
εξωκλησιού	=	εξωκλήσι
εξωκλησιών	=	εξωκλήσι
εξωκοινοβουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκοινοβουλευτικό
εξωκοινοβουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοβουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκοινοβουλευτική
εξωκοινοβουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοβουλευτικής	adj	γενική ενικού του εξωκοινοβουλευτική
εξωκοινοβουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοβουλευτικού	adj	γενική ενικού του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοβουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοβουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοβουλευτικός	adj	που δεν ανήκει στο κοινοβουλευτικό σύστημα, που κινείται έξω απ’ αυτό
εξωκοινοβουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωκοινοβουλευτικός
εξωκοινοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωκοινοτικός	adv	σε εξωκοινοτικό πλαίσιο
εξωκοινοτικέ	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικές	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτική	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικής	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικοί	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικού	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικούς	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικό	=	εξωκοινοτικός
εξωκοινοτικός	adj	που βρίσκεται ή αναπτύσσεται έξω από τα όρια μιας κοινότητας, ομάδας ή συλλογικού οργανισμού και δεν αφορά τις σχέσεις μεταξύ των μελών του
εξωκοινοτικών	=	εξωκοινοτικός
εξωκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκομματικό	adv	με εξωκομματικό τρόπο ή διαδικασίες, σε εξωκομματικό πλαίσιο
εξωκομματικέ	adj	κλητική ενικού του εξωκομματικός
εξωκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκομματική
εξωκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωκομματικός
εξωκομματικής	adj	γενική ενικού του εξωκομματική
εξωκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωκομματικός
εξωκομματικού	adj	γενική ενικού του εξωκομματικός
εξωκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωκομματικός
εξωκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωκομματικός
εξωκομματικός	adj	που βρίσκεται έξω από κάποιο κόμμα ή αναφέρεται σ’ αυτό τον χώρο
εξωκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωκομματικός
εξωκοσμικά	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικέ	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικές	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμική	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικής	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικοί	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικού	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικούς	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικό	=	εξωκοσμικός
εξωκοσμικός	noun	ο αλλόκοτος, ο απόκοσμος
εξωκοσμικών	=	εξωκοσμικός
εξωκρανιακά	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακέ	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακές	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακή	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακής	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακοί	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακού	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακούς	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακό	=	εξωκρανιακός
εξωκρανιακός	adj	που βρίσκεται, εκδηλώνεται ή πραγματοποιείται σε ανατομικές δομές έξω από το κρανίο ή πέρα από την κρανιακή κοιλότητα
εξωκρανιακών	=	εξωκρανιακός
εξωκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκρατικό
εξωκρατικέ	adj	κλητική ενικού του εξωκρατικός
εξωκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκρατική
εξωκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωκρατικός
εξωκρατικής	adj	γενική ενικού του εξωκρατική
εξωκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωκρατικός
εξωκρατικού	adj	γενική ενικού του εξωκρατικός
εξωκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωκρατικός
εξωκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωκρατικός
εξωκρατικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει έξω από κάποιο κράτος
εξωκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωκρατικός
εξωκρινές	=	εξωκρινής
εξωκρινή	=	εξωκρινής
εξωκρινής	adj	που παράγει / εκκρίνει διάφορα σωματικά υγρά, που με ειδικό εκφορητικό σωλήνα / πόρο προωθείται είτε στην επιφάνεια του σώματος (ιδρώτας, σμήγμα) είτε σε σωματική κοιλότητα
εξωκρινήσαν	=	εξωκρινής
εξωκρινείς	=	εξωκρινής
εξωκρινούς	=	εξωκρινής
εξωκρινών	=	εξωκρινής
εξωκυβερνητικά	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικέ	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικές	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητική	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικής	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικοί	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικού	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικούς	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικό	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυβερνητικός	adj	που βρίσκεται, λειτουργεί ή ασκεί επιρροή έξω από το πλαίσιο της επίσημης κυβέρνησης και δεν αποτελεί τμήμα των κυβερνητικών οργάνων ή μηχανισμών
εξωκυβερνητικών	=	εξωκυβερνητικός
εξωκυττάρια	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριας	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριε	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριες	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριο	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριοι	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριος	adj	που βρίσκεται έξω από το κύτταρο
εξωκυττάριου	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριους	=	εξωκυττάριος
εξωκυττάριων	=	εξωκυττάριος
εξωκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκυτταρικό
εξωκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του εξωκυτταρικός
εξωκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωκυτταρική
εξωκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωκυτταρικός
εξωκυτταρικής	adj	γενική ενικού του εξωκυτταρική
εξωκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωκυτταρικός
εξωκυτταρικού	adj	γενική ενικού του εξωκυτταρικός
εξωκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωκυτταρικός
εξωκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωκυτταρικός
εξωκυτταρικός	adj	που βρίσκεται ή προέρχεται από το εξωτερικό του κυττάρου
εξωκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωκυτταρικός
εξωλέμβια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωλέμβιος
εξωλέμβιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξωλέμβια) του εξωλέμβιος
εξωλέμβιε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του εξωλέμβιος
εξωλέμβιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (εξωλέμβια) του εξωλέμβιος
εξωλέμβιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εξωλέμβιος
εξωλέμβιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωλέμβιος
εξωλέμβιος	adj	κινητήρας που ανήκει σε λέμβο (βάρκα) ή μεγαλύτερο σκάφος και φέρεται εξωτερικά.
εξωλέμβιου	=	εξωλέμβιος
εξωλέμβιους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωλέμβιος
εξωλέμβιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του εξωλέμβιος
εξωλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (εξωλογικό) του εξωλογικός	adv	με παράλογο τρόπο, έξω από κάθε λογική
εξωλογικέ	adj	κλητική ενικού του εξωλογικός
εξωλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωλογική
εξωλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωλογικός
εξωλογικής	adj	γενική ενικού του εξωλογική
εξωλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωλογικός
εξωλογικού	adj	γενική ενικού του εξωλογικός
εξωλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωλογικός
εξωλογικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εξωλογικός
εξωλογικός	adj	που βρίσκεται έξω από τη λογική (διαδικασία)
εξωλογικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωλογικός
εξωλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωλογιστικό
εξωλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του εξωλογιστικός
εξωλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωλογιστική
εξωλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωλογιστικός
εξωλογιστικής	adj	γενική ενικού του εξωλογιστική
εξωλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωλογιστικός
εξωλογιστικού	adj	γενική ενικού του εξωλογιστικός
εξωλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωλογιστικός
εξωλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωλογιστικός
εξωλογιστικός	adj	που δεν προκύπτει από λογιστικό υπολογισμό
εξωλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωλογιστικός
εξωλογιστικώς	adv	με εξωλογιστικό τρόπο, εξωλογιστικά
εξωμήτρια	=	εξωμήτριος
εξωμήτριας	=	εξωμήτριος
εξωμήτριε	=	εξωμήτριος
εξωμήτριες	=	εξωμήτριος
εξωμήτριο	=	εξωμήτριος
εξωμήτριοι	=	εξωμήτριος
εξωμήτριος	adj	αυτός που βρίσκεται ή εξελίσσεται έξω από τη μήτρα
εξωμήτριου	=	εξωμήτριος
εξωμήτριους	=	εξωμήτριος
εξωμήτριων	=	εξωμήτριος
εξωμερίτες	=	εξωμερίτης
εξωμερίτη	=	εξωμερίτης
εξωμερίτης	noun	άλλη μορφή του ξωμερίτης
εξωμεριτών	=	εξωμερίτης
εξωμητρίου	=	εξωμήτριος
εξωμητρίους	=	εξωμήτριος
εξωμητρίων	=	εξωμήτριος
εξωμοσία	noun|formal	η αρνησιθρησκία
εξωμοσίας	noun	γενική ενικού του εξωμοσία
εξωμοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωμοσία
εξωμοσιών	noun	γενική πληθυντικού του εξωμοσία
εξωμοτικά	=	εξωμοτικός
εξωμοτικέ	=	εξωμοτικός
εξωμοτικές	=	εξωμοτικός
εξωμοτική	=	εξωμοτικός
εξωμοτικής	=	εξωμοτικός
εξωμοτικοί	=	εξωμοτικός
εξωμοτικού	=	εξωμοτικός
εξωμοτικούς	=	εξωμοτικός
εξωμοτικό	=	εξωμοτικός
εξωμοτικός	adj	που έχει σχέση με εξωμοσία ή εξωμότη ή αναφέρεται σ' αυτά
εξωμοτικών	=	εξωμοτικός
εξωμοτισσών	=	εξωμότισσα
εξωμοτριών	noun	γενική πληθυντικού του εξωμότρια
εξωμοτών	=	εξωμότης
εξωμότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωμότης
εξωμότη	=	εξωμότης
εξωμότης	noun	αρνησίθρησκος
εξωμότισσα	noun	θηλυκό του εξωμότης
εξωμότισσας	=	εξωμότισσα
εξωμότισσες	=	εξωμότισσα
εξωμότρια	noun	θηλυκό του εξωμότης
εξωμότριας	noun	γενική ενικού του εξωμότρια
εξωμότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωμότρια
εξωνάρθηκα	=	εξωνάρθηκας
εξωνάρθηκας	noun	χώρος με στέγαστρο στη δυτική πλευρά χριστιανικών ναών πριν τον εσωνάρθηκα
εξωνάρθηκες	=	εξωνάρθηκας
εξωνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώνηση
εξωνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξώνηση
εξωνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξώνηση
εξωναρθήκων	=	εξωνάρθηκας
εξωνεφρικά	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικέ	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικές	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρική	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικής	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικοί	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικού	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικούς	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικό	=	εξωνεφρικός
εξωνεφρικός	adj	που βρίσκεται έξω από τα νεφρά και κοντά σ’ αυτά
εξωνεφρικών	=	εξωνεφρικός
εξωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωνημένο
εξωνημένε	verb	κλητική ενικού του εξωνημένος
εξωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωνημένη
εξωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωνημένος
εξωνημένης	verb	γενική ενικού του εξωνημένη
εξωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του εξωνημένος
εξωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωνημένος
εξωνημένος	verb|formal	ο πουλημένος, ο προδότης, ο εξαγορασμένος
εξωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξωνημένος
εξωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξωνημένος
εξωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωνημένος
εξωνοσοκομειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωνοσοκομειακό
εξωνοσοκομειακέ	adj	κλητική ενικού του εξωνοσοκομειακός
εξωνοσοκομειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωνοσοκομειακή
εξωνοσοκομειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωνοσοκομειακός
εξωνοσοκομειακής	adj	γενική ενικού του εξωνοσοκομειακή
εξωνοσοκομειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωνοσοκομειακός
εξωνοσοκομειακού	adj	γενική ενικού του εξωνοσοκομειακός
εξωνοσοκομειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωνοσοκομειακός
εξωνοσοκομειακό	adj	αιτιατική ενικού του εξωνοσοκομειακός
εξωνοσοκομειακός	adj	που συμβαίνει ή γίνεται έξω από νοσοκομείο, εκτός νοσοκομείου
εξωνοσοκομειακών	adj	γενική πληθυντικού του εξωνοσοκομειακός
εξωνούμαι	verb	έχω το δικαίωμα ως πωλητής να επαναγοράσω από τον αγοραστή ό,τι τού πούλησα
εξωνυμίου	=	εξωνύμιο
εξωνυμίων	=	εξωνύμιο
εξωνύμια	=	εξωνύμιο
εξωνύμιο	noun	άλλη μορφή του εξώνυμο
εξωνύμιου	=	εξωνύμιο
εξωνύμιων	=	εξωνύμιο
εξωνύμου	=	εξώνυμο
εξωνύμων	=	εξώνυμο
εξωοικιακά	=	εξωοικιακός
εξωοικιακέ	=	εξωοικιακός
εξωοικιακές	=	εξωοικιακός
εξωοικιακή	=	εξωοικιακός
εξωοικιακής	=	εξωοικιακός
εξωοικιακοί	=	εξωοικιακός
εξωοικιακού	=	εξωοικιακός
εξωοικιακούς	=	εξωοικιακός
εξωοικιακό	=	εξωοικιακός
εξωοικιακός	adj|formal	που αφορά, προέρχεται ή εκδηλώνεται έξω από τον χώρο της κατοικίας, δηλαδή στο εξωτερικό ή ευρύτερο περιβάλλον
εξωοικιακών	=	εξωοικιακός
εξωοικογενειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωοικογενειακός	adv	σε εξωοικογενειακό πλαίσιο
εξωοικογενειακέ	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακές	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακή	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακής	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακοί	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακού	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακούς	=	εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εξωοικογενειακός
εξωοικογενειακός	adj	που συνδέεται με πρόσωπα, χώρους, σχέσεις ή δραστηριότητες έξω από το πλαίσιο της οικογένειας
εξωοικογενειακών	=	εξωοικογενειακός
εξωπανεπιστημιακά	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακέ	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακές	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακή	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακής	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακοί	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακού	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακούς	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακό	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπανεπιστημιακός	adj	που λειτουργεί ή δρα εκτός πανεπιστημίου
εξωπανεπιστημιακών	=	εξωπανεπιστημιακός
εξωπαράσιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπαράσιτο
εξωπαράσιτο	noun	οργανισμός που παρασιτεί στο εξωτερικό / στην επιφάνεια άλλου οργανισμού
εξωπαράσιτου	=	εξωπαράσιτο
εξωπαράσιτων	=	εξωπαράσιτο
εξωπαρασίτου	=	εξωπαράσιτο
εξωπαρασίτων	=	εξωπαράσιτο
εξωπαρασιτικά	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικέ	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικές	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτική	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικής	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικοί	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικού	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικούς	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικό	=	εξωπαρασιτικός
εξωπαρασιτικός	adj	που έχει σχέση με εξωπαράσιτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
εξωπαρασιτικών	=	εξωπαρασιτικός
εξωπλανήτες	=	εξωπλανήτης
εξωπλανήτη	=	εξωπλανήτης
εξωπλανήτης	noun	πλανήτηςπου δεν ανήκει στο «δικό μας» ηλιακό σύστημα, που δεν περιφέρεται γύρω από τον «δικό μας» ήλιο
εξωπλανητών	=	εξωπλανήτης
εξωπνευμονικά	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικέ	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικές	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονική	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικής	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικοί	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικού	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικούς	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικό	=	εξωπνευμονικός
εξωπνευμονικός	adj	που βρίσκεται, παράγεται ή εκδηλώνεται έξω από τους πνεύμονες και αφορά διεργασίες ή καταστάσεις που εξελίσσονται εκτός αυτών
εξωπνευμονικών	=	εξωπνευμονικός
εξωποδίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωποδίδιο
εξωπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπολιτικό
εξωπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του εξωπολιτικός
εξωπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπολιτική
εξωπολιτική	noun	η εξωτερική πολιτική
εξωπολιτικής	adj	γενική ενικού του εξωπολιτική
εξωπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωπολιτικός
εξωπολιτικού	adj	γενική ενικού του εξωπολιτικός
εξωπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωπολιτικός
εξωπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωπολιτικός
εξωπολιτικός	adj	που αφορά την εξωτερική πολιτική
εξωπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωπολιτικός
εξωπορτών	=	εξώπορτα
εξωπραγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωπραγματικός	adv	με εξωπραγματικό τρόπο
εξωπραγματικέ	adj	κλητική ενικού του εξωπραγματικός
εξωπραγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπραγματική
εξωπραγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωπραγματικός
εξωπραγματικής	adj	γενική ενικού του εξωπραγματική
εξωπραγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωπραγματικός
εξωπραγματικού	adj	γενική ενικού του εξωπραγματικός
εξωπραγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωπραγματικός
εξωπραγματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωπραγματικός
εξωπραγματικός	adj	που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, δεν ισχύει
εξωπραγματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπραγματικότητα
εξωπραγματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωπραγματικός
εξωπυραμιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπυραμιδικό
εξωπυραμιδικέ	adj	κλητική ενικού του εξωπυραμιδικός
εξωπυραμιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωπυραμιδική
εξωπυραμιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωπυραμιδικός
εξωπυραμιδικής	adj	γενική ενικού του εξωπυραμιδική
εξωπυραμιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωπυραμιδικός
εξωπυραμιδικού	adj	γενική ενικού του εξωπυραμιδικός
εξωπυραμιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωπυραμιδικός
εξωπυραμιδικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωπυραμιδικός
εξωπυραμιδικός	adj	που βρίσκεται στην περιοχή του εγκεφάλου από τον φλοιό ως το κάτω άκρο του νωτιαίου μυελού
εξωπυραμιδικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωπυραμιδικός
εξωράιζα	=	εξωραΐζω
εξωράιζαν	=	εξωραΐζω
εξωράιζε	=	εξωραΐζω
εξωράιζες	=	εξωραΐζω
εξωράισα	=	εξωραΐζω
εξωράισαν	=	εξωραΐζω
εξωράισε	=	εξωραΐζω
εξωράισες	=	εξωραΐζω
εξωράϊσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωράϊσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωράϊσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωράϊσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐζαμε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζαν	=	εξωραΐζω
εξωραΐζανε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζατε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζει	=	εξωραΐζω
εξωραΐζεις	=	εξωραΐζω
εξωραΐζεσαι	=	εξωραΐζω
εξωραΐζεστε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζεται	=	εξωραΐζω
εξωραΐζετε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐζονται	=	εξωραΐζω
εξωραΐζονταν	=	εξωραΐζω
εξωραΐζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐζου	=	εξωραΐζω
εξωραΐζουμε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζουν	=	εξωραΐζω
εξωραΐζουνε	=	εξωραΐζω
εξωραΐζω	verb	κάνω κάτι ομορφότερο, το καλλωπίζω, το ομορφαίνω
εξωραΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐσαν	=	εξωραΐζω
εξωραΐσανε	=	εξωραΐζω
εξωραΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐσου	=	εξωραΐζω
εξωραΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραΐστε	=	εξωραΐζω
εξωραΐστηκα	=	εξωραΐζω
εξωραΐστηκαν	=	εξωραΐζω
εξωραΐστηκε	=	εξωραΐζω
εξωραΐστηκες	=	εξωραΐζω
εξωραΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωραΐζω
εξωραϊζόμασταν	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόμαστε	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόμουν	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόμουνα	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόντουσαν	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόσασταν	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόσαστε	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόσουν	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόσουνα	=	εξωραΐζω
εξωραϊζόταν	=	εξωραΐζω
εξωραϊζότανε	=	εξωραΐζω
εξωραϊσμέ	noun	κλητική ενικού του εξωραϊσμός
εξωραϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊσμένο
εξωραϊσμένε	verb	κλητική ενικού του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊσμένη
εξωραϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμένης	verb	γενική ενικού του εξωραϊσμένη
εξωραϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξωραΐζω
εξωραϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωραϊσμένος
εξωραϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊσμός
εξωραϊσμού	noun	γενική ενικού του εξωραϊσμός
εξωραϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξωραϊσμός
εξωραϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του εξωραϊσμός
εξωραϊσμός	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξωραΐζω
εξωραϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του εξωραϊσμός
εξωραϊστήκαμε	=	εξωραΐζω
εξωραϊστήκαν	=	εξωραΐζω
εξωραϊστήκανε	=	εξωραΐζω
εξωραϊστήκατε	=	εξωραΐζω
εξωραϊστεί	=	εξωραΐζω
εξωραϊστείτε	=	εξωραΐζω
εξωραϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊστικό	adv	με εξωραϊστικό τρόπο, εξωραΐζοντας
εξωραϊστικέ	adj	κλητική ενικού του εξωραϊστικός
εξωραϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊστική
εξωραϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωραϊστικός
εξωραϊστικής	adj	γενική ενικού του εξωραϊστική
εξωραϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωραϊστικός
εξωραϊστικού	adj	γενική ενικού του εξωραϊστικός
εξωραϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωραϊστικός
εξωραϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωραϊστικός
εξωραϊστικός	adj	που εξωραΐζει, που έχει σχέση με τον εξωραϊσμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συντελεί σ’ αυτόν
εξωραϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωραϊστικός
εξωσκελετέ	=	εξωσκελετός
εξωσκελετοί	=	εξωσκελετός
εξωσκελετού	=	εξωσκελετός
εξωσκελετούς	=	εξωσκελετός
εξωσκελετό	=	εξωσκελετός
εξωσκελετός	noun	σκληρό εξωτερικό περίβλημα που στηρίζει και προστατεύει το σώμα ορισμένων ζώων, λειτουργώντας ως σκελετός από την εξωτερική πλευρά
εξωσκελετών	=	εξωσκελετός
εξωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωστικό
εξωστικέ	adj	κλητική ενικού του εξωστικός
εξωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωστική
εξωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωστικός
εξωστικής	adj	γενική ενικού του εξωστική
εξωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωστικός
εξωστικού	adj	γενική ενικού του εξωστικός
εξωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωστικός
εξωστικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωστικός
εξωστικός	adj	που έχει σχέση με έξωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
εξωστικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωστικός
εξωστικώς	adv|formal	με εξωστικό τρόπο
εξωστοθύρων	=	εξωστόθυρα
εξωστρέφεια	noun	η ιδιότητα του εξωστρεφούς
εξωστρέφειας	noun	γενική ενικού του εξωστρέφεια
εξωστρέφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωστρέφεια
εξωστρεφές	=	εξωστρεφής
εξωστρεφή	=	εξωστρεφής
εξωστρεφής	adj	που δεν κρατάει μέσα του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του αλλά τα εξωτερικεύει
εξωστρεφείς	=	εξωστρεφής
εξωστρεφειών	noun	γενική πληθυντικού του εξωστρέφεια
εξωστρεφούς	=	εξωστρεφής
εξωστρεφών	=	εξωστρεφής
εξωστρεφώς	adv	με εξωστρεφή τρόπο
εξωστόθυρα	noun	η θύρα του εξώστου
εξωστόθυρας	=	εξωστόθυρα
εξωστόθυρες	=	εξωστόθυρα
εξωστών	=	εξώστης
εξωσυζυγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσυζυγικό	adv	σε εξωσυζυγικό πλαίσιο
εξωσυζυγικέ	adj	κλητική ενικού του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσυζυγική
εξωσυζυγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικής	adj	γενική ενικού του εξωσυζυγική
εξωσυζυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικού	adj	γενική ενικού του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικός	adj	που γίνεται έξω απ’ τον συζυγικό βίο (για σεξουαλική σχέση με τρίτο, εκτός γάμου, πρόσωπο)
εξωσυζυγικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωσυζυγικός
εξωσυζυγικώς	adv|formal	εκτός συζυγικής ζωής
εξωσυμπαντικά	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικέ	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικές	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντική	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικής	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικοί	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικού	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικούς	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικό	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυμπαντικός	adj	που βρίσκεται, προέρχεται ή νοείται πέρα από τα όρια του γνωστού Σύμπαντος, σύμφωνα με κοσμολογικές ή φιλοσοφικές θεωρήσεις
εξωσυμπαντικών	=	εξωσυμπαντικός
εξωσυστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσυστημικό
εξωσυστημικέ	adj	κλητική ενικού του εξωσυστημικός
εξωσυστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσυστημική
εξωσυστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωσυστημικός
εξωσυστημικής	adj	γενική ενικού του εξωσυστημική
εξωσυστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωσυστημικός
εξωσυστημικού	adj	γενική ενικού του εξωσυστημικός
εξωσυστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωσυστημικός
εξωσυστημικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωσυστημικός
εξωσυστημικός	adj	εκτός του συστήματος
εξωσυστημικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωσυστημικός
εξωσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του εξώσφαιρα
εξωσχολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσχολικό
εξωσχολικέ	adj	κλητική ενικού του εξωσχολικός
εξωσχολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσχολική
εξωσχολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωσχολικός
εξωσχολικής	adj	γενική ενικού του εξωσχολική
εξωσχολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωσχολικός
εξωσχολικού	adj	γενική ενικού του εξωσχολικός
εξωσχολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωσχολικός
εξωσχολικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωσχολικός
εξωσχολικός	adj	που προέρχεται έξω από το σχολείο ή συμβαίνει έξω ή ανεξάρτητα απ’ αυτό
εξωσχολικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωσχολικός
εξωσωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσωματικό
εξωσωματικέ	adj	κλητική ενικού του εξωσωματικός
εξωσωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωσωματική
εξωσωματική	noun	η απόπειρα να συλλάβει μια γυναίκα παιδί με εξωσωματική γονιμοποίηση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωσωματικός
εξωσωματικής	adj	γενική ενικού του εξωσωματική
εξωσωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωσωματικός
εξωσωματικού	adj	γενική ενικού του εξωσωματικός
εξωσωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωσωματικός
εξωσωματικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωσωματικός
εξωσωματικός	adj	που συμβαίνει έξω από το σώμα
εξωσωματικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωσωματικός
εξωτερίκευα	=	εξωτερικεύω
εξωτερίκευαν	=	εξωτερικεύω
εξωτερίκευε	=	εξωτερικεύω
εξωτερίκευες	=	εξωτερικεύω
εξωτερίκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερίκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερίκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερίκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξωτερικεύω
εξωτερίκευσης	noun	γενική ενικού του εξωτερίκευση
εξωτερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξωτερικός	adv	απέξω ή προς τα έξω
εξωτερικέ	adj	κλητική ενικού του εξωτερικός
εξωτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτερική
εξωτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωτερικός
εξωτερικής	adj	γενική ενικού του εξωτερική
εξωτερικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτερικευμένο
εξωτερικευμένε	verb	κλητική ενικού του εξωτερικευμένος
εξωτερικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτερικευμένη
εξωτερικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωτερικευμένος
εξωτερικευμένης	verb	γενική ενικού του εξωτερικευμένη
εξωτερικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εξωτερικευμένος
εξωτερικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωτερικευμένος
εξωτερικευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εξωτερικεύω
εξωτερικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξωτερικευμένος
εξωτερικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εξωτερικευμένος
εξωτερικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωτερικευμένος
εξωτερικευτήκαμε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευτήκαν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευτήκανε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευτήκατε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευτεί	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευτείτε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόμασταν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόμαστε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόμουν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόμουνα	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόντουσαν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόσασταν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόσαστε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόσουν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόσουνα	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευόταν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικευότανε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύαμε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύαν	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύανε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύατε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εξωτερικεύω
εξωτερικεύεις	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύεσαι	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύεστε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύεται	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύετε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύονται	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύονταν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύοντας	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύου	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύουμε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύουν	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύουνε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύσαν	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύσανε	=	εξωτερικεύω
εξωτερικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτερίκευση
εξωτερικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εξωτερίκευση
εξωτερικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εξωτερίκευση
εξωτερικεύσου	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξωτερικεύω
εξωτερικεύτηκα	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύτηκαν	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύτηκε	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύτηκες	=	εξωτερικεύομαι
εξωτερικεύω	verb	εκδηλώνω τα αισθήματα και τις σκέψεις μου
εξωτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωτερικός
εξωτερικού	adj	γενική ενικού του εξωτερικός
εξωτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωτερικός
εξωτερικό	noun	η εξωτερική όψη	adj	αιτιατική ενικού του εξωτερικός
εξωτερικός	adj	σχετικός με το μέρος μιας επιφάνειας που είναι στραμμένο προς τα έξω
εξωτερικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωτερικός
εξωτερικώς	adv|dated	εξωτερικά
εξωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτικό
εξωτικέ	adj	κλητική ενικού του εξωτικός
εξωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτική
εξωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωτικός
εξωτικής	adj	γενική ενικού του εξωτική
εξωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωτικός
εξωτικού	adj	γενική ενικού του εξωτικός
εξωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωτικός
εξωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωτικός
εξωτικός	adj	η μακρινή χώρα
εξωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωτικός
εξωτισμέ	noun	κλητική ενικού του εξωτισμός
εξωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωτισμός
εξωτισμού	noun	γενική ενικού του εξωτισμός
εξωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξωτισμός
εξωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξωτισμός
εξωτισμός	noun	σύνολο εξωτικών πραγμάτων ή χαρακτηριστικών
εξωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξωτισμός
εξωτοξίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωτοξίνη
εξωτοξίνη	noun	τοξική ουσία που παράγεται και απελευθερώνεται από μικροοργανισμούς στο περιβάλλον ή στους ιστούς του ξενιστή, προκαλώντας ειδικές βλαπτικές επιδράσεις στον οργανισμό
εξωτοξίνης	=	εξωτοξίνη
εξωτοξινών	=	εξωτοξίνη
εξωτσακωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (εξωτσακωνικό) του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (εξωτσακωνική) του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξωτσακωνική) του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εξωτσακωνικός
εξωτσακωνικός	noun	που δεν ανήκει σε τσακωνικό τόπο ή τρόπο
εξωτσακωνικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του εξωτσακωνικός
εξωυπηρεσιακά	adv	με εξωυπηρεσιακό τρόπο
εξωυπηρεσιακέ	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακές	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακή	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εξωυπηρεσιακή) του εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακοί	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακού	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακούς	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακό	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει εκτός κάποιας υπηρεσίας
εξωυπηρεσιακών	=	εξωυπηρεσιακός
εξωυπηρεσιακώς	adv	άλλη μορφή του εξωυπηρεσιακά
εξωφεγγάρι	noun	φεγγάρι, δορυφόρος ενός πλανήτη, που βρίσκεται έξω από το ηλιακό σύστημα
εξωφεγγάρια	=	εξωφεγγάρι
εξωφεγγαριού	=	εξωφεγγάρι
εξωφεγγαριών	=	εξωφεγγάρι
εξωφλήθη	=	εξοφλώ
εξωφρένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωφρένεια
εξωφρενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωφρενικό	adv	σε εξωφρενικό βαθμό
εξωφρενικέ	adj	κλητική ενικού του εξωφρενικός
εξωφρενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωφρενική
εξωφρενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωφρενικός
εξωφρενικής	adj	γενική ενικού του εξωφρενική
εξωφρενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωφρενικός
εξωφρενικού	adj	γενική ενικού του εξωφρενικός
εξωφρενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωφρενικός
εξωφρενικό	adj	αιτιατική ενικού του εξωφρενικός
εξωφρενικός	adj	που μας ενοχλεί ή που είναι εξοργιστικά ασυνήθιστος
εξωφρενικών	adj	γενική πληθυντικού του εξωφρενικός
εξωφρενισμέ	noun	κλητική ενικού του εξωφρενισμός
εξωφρενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωφρενισμός
εξωφρενισμού	noun	γενική ενικού του εξωφρενισμός
εξωφρενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εξωφρενισμός
εξωφρενισμό	noun	αιτιατική ενικού του εξωφρενισμός
εξωφρενισμός	noun	το να είναι ή να εμφανίζεται κάτι (καταστάσεις, κουβέντες κ.λπ.) εξωφρενικό
εξωφρενισμών	noun	γενική πληθυντικού του εξωφρενισμός
εξωφύλλου	=	εξώφυλλο
εξωφύλλων	=	εξώφυλλο
εξωχρηματιστηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωχρηματιστηριακό
εξωχρηματιστηριακέ	adj	κλητική ενικού του εξωχρηματιστηριακός
εξωχρηματιστηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξωχρηματιστηριακή
εξωχρηματιστηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξωχρηματιστηριακός
εξωχρηματιστηριακής	adj	γενική ενικού του εξωχρηματιστηριακή
εξωχρηματιστηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξωχρηματιστηριακός
εξωχρηματιστηριακού	adj	γενική ενικού του εξωχρηματιστηριακός
εξωχρηματιστηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξωχρηματιστηριακός
εξωχρηματιστηριακό	adj	αιτιατική ενικού του εξωχρηματιστηριακός
εξωχρηματιστηριακός	adj	που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης εκτός χρηματιστηρίου, απευθείας μεταξύ αγοραστή και πωλητή
εξωχρηματιστηριακών	adj	γενική πληθυντικού του εξωχρηματιστηριακός
εξωχριστιανικά	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικέ	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικές	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανική	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικής	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικοί	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικού	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικούς	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικό	=	εξωχριστιανικός
εξωχριστιανικός	adj	που βρίσκεται εκτός του χριστιανισμού και δεν εντάσσεται στον χώρο των χριστιανικών δογμάτων, κοινοτήτων ή παραδόσεων ή προέρχεται απʼ αυτόν τον χώρο
εξωχριστιανικών	=	εξωχριστιανικός
εξόγκωμα	noun	προεξοχή που φαίνεται να εξέχει από έναν όγκο
εξόγκωνα	=	εξογκώνω
εξόγκωναν	=	εξογκώνω
εξόγκωνε	=	εξογκώνω
εξόγκωνες	=	εξογκώνω
εξόγκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξόγκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξόγκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξόγκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξογκώνω
εξόγκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξογκώνω
εξόγκωσης	noun	γενική ενικού του εξόγκωση
εξόδια	=	εξόδιος
εξόδιας	=	εξόδιος
εξόδιε	=	εξόδιος
εξόδιες	=	εξόδιος
εξόδιο	=	εξόδιος
εξόδιοι	=	εξόδιος
εξόδιος	adj	που οδηγεί στην έξοδο, συνήθως μεταφορικά, στην έξοδο από τη ζωή / στο τέλος
εξόδιου	=	εξόδιος
εξόδιους	=	εξόδιος
εξόδιων	=	εξόδιος
εξόδου	noun	γενική ενικού του έξοδο
εξόδους	=	έξοδος
εξόδων	noun	γενική πληθυντικού του έξοδος
εξόκειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξόκειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξόκειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξόκειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοκέλλω
εξόν	adv|vulgar	εκτός (εκτός από, εκτός κι αν)
εξόνια	=	εξόνιο
εξόνιο	noun	τμήμα γονιδίου που διατηρείται στο ώριμο μόριο RNA μετά την επεξεργασία του και συμμετέχει στη μεταφορά της γενετικής πληροφορίας
εξόνιου	=	εξόνιο
εξόνιων	=	εξόνιο
εξόντωνα	=	εξοντώνω
εξόντωναν	=	εξοντώνω
εξόντωνε	=	εξοντώνω
εξόντωνες	=	εξοντώνω
εξόντωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξόντωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξόντωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξόντωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοντώνω
εξόντωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξοντώνω
εξόντωσης	noun	γενική ενικού του εξόντωση
εξόπλιζα	=	εξοπλίζω
εξόπλιζαν	=	εξοπλίζω
εξόπλιζε	=	εξοπλίζω
εξόπλιζες	=	εξοπλίζω
εξόπλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξόπλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξόπλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξόπλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοπλίζω
εξόπλιση	noun	άλλη μορφή του εξοπλισμός, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξοπλίζω
εξόπλισης	noun	γενική ενικού του εξόπλιση
εξόργιζα	=	εξοργίζω
εξόργιζαν	=	εξοργίζω
εξόργιζε	=	εξοργίζω
εξόργιζες	=	εξοργίζω
εξόργισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξόργισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξόργισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξόργισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοργίζω
εξόργιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξοργίζω
εξόργισης	noun	γενική ενικού του εξόργιση
εξόριζα	=	εξορίζω
εξόριζαν	=	εξορίζω
εξόριζε	=	εξορίζω
εξόριζες	=	εξορίζω
εξόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορίζω
εξόριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξορίζω
εξόρισης	noun	γενική ενικού του εξόριση
εξόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόριστο
εξόριστε	adj	κλητική ενικού του εξόριστος
εξόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόριστη
εξόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξόριστος
εξόριστης	adj	γενική ενικού του εξόριστη
εξόριστο	adj	αιτιατική ενικού του εξόριστος
εξόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξόριστος
εξόριστος	adj	που μένει μακριά από τη χώρα του, από τον τόπο του, είτε από προσωπική επιλογή είτε διότι εξαναγκάστηκε
εξόριστου	adj	γενική ενικού του εξόριστος
εξόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξόριστος
εξόριστων	adj	γενική πληθυντικού του εξόριστος
εξόρκιζα	=	εξορκίζω
εξόρκιζαν	=	εξορκίζω
εξόρκιζε	=	εξορκίζω
εξόρκιζες	=	εξορκίζω
εξόρκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξόρκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξόρκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξόρκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορκίζω
εξόρκιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξορκίζω
εξόρκισης	noun	γενική ενικού του εξόρκιση
εξόρμα	=	εξορμώ
εξόρμαγε	=	εξορμώ
εξόρμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξόρμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξόρμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξόρμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορμώ
εξόρμηση	noun	η ενέργεια του εξορμώ
εξόρμησης	noun	γενική ενικού του εξόρμηση
εξόρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξόρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξόρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξόρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξορύσσω
εξόρυξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξορύσσω
εξόρυξης	noun	γενική ενικού του εξόρυξη
εξόστωση	noun	καλοήθης οστική ανάπτυξη / εκβλάστηση, συχνά καλυμμένη με χόνδρο, στην επιφάνεια ενός οστού ή ενός δοντιού
εξόστωσης	=	εξόστωση
εξόφθαλμα	adv	με εξόφθαλμο τρόπο
εξόφθαλμε	adj	κλητική ενικού του εξόφθαλμος
εξόφθαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξόφθαλμη
εξόφθαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξόφθαλμος
εξόφθαλμης	adj	γενική ενικού του εξόφθαλμη
εξόφθαλμο	adj	αιτιατική ενικού του εξόφθαλμος
εξόφθαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξόφθαλμος
εξόφθαλμος	adj	που πάσχει από εξοφθαλμία
εξόφθαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξόφθαλμος
εξόφθαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξόφθαλμος
εξόφθαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξόφθαλμος
εξόφλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξόφλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξόφλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξόφλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξοφλώ
εξόφληση	noun	η ενέργεια του εξοφλώ, η πληρωμή ενός χρέους
εξόφλησης	=	εξόφληση
εξόχως	adv	εξαιρετικά, σε πολύ μεγάλο βαθμό
εξύβριζα	=	εξυβρίζω
εξύβριζαν	=	εξυβρίζω
εξύβριζε	=	εξυβρίζω
εξύβριζες	=	εξυβρίζω
εξύβρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξύβρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξύβρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξύβρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυβρίζω
εξύβριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξυβρίζω
εξύβρισης	noun	γενική ενικού του εξύβριση
εξύμνει	=	εξυμνώ
εξύμνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξύμνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξύμνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξύμνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυμνώ
εξύμνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξυμνώ
εξύμνησης	noun	γενική ενικού του εξύμνηση
εξύφαινα	=	εξυφαίνω
εξύφαιναν	=	εξυφαίνω
εξύφαινε	=	εξυφαίνω
εξύφαινες	=	εξυφαίνω
εξύφανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξύφαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξύφανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξύφανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυφαίνω
εξύφανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξυφαίνω
εξύφανσης	noun	γενική ενικού του εξύφανση
εξύψωνα	=	εξυψώνω
εξύψωναν	=	εξυψώνω
εξύψωνε	=	εξυψώνω
εξύψωνες	=	εξυψώνω
εξύψωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξύψωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξύψωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξύψωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξυψώνω
εξύψωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξυψώνω
εξύψωσης	noun	γενική ενικού του εξύψωση
εξώγαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώγαμο
εξώγαμε	adj	κλητική ενικού του εξώγαμος
εξώγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώγαμη
εξώγαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώγαμος
εξώγαμης	adj	γενική ενικού του εξώγαμη
εξώγαμο	adj	αιτιατική ενικού του εξώγαμος
εξώγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώγαμος
εξώγαμος	adj	αυτός, -ή, -ό που προέρχεται ή αναφέρεται σε εξωγαμία
εξώγαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώγαμος
εξώγαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώγαμος
εξώγαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώγαμος
εξώδερμα	noun	το εξωτερικό στρώμα (στιβάδα) των εμβρυϊκών κυττάρων των περισσότερων ζωικών οργανισμών
εξώδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εξώδικος	adv	με εξώδικο τρόπο, με εξώδικες ενέργειες
εξώδικε	adj	κλητική ενικού του εξώδικος
εξώδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώδικη
εξώδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώδικος
εξώδικης	adj	γενική ενικού του εξώδικη
εξώδικο	adj	αιτιατική ενικού του εξώδικος
εξώδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώδικος
εξώδικος	adj	είναι αυτός που συμβαίνει έξω από τα δικαστήρια
εξώδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώδικος
εξώδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώδικος
εξώδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώδικος
εξώθει	=	εξωθώ
εξώθερμα	=	εξώθερμος
εξώθερμε	=	εξώθερμος
εξώθερμες	=	εξώθερμος
εξώθερμη	=	εξώθερμος
εξώθερμης	=	εξώθερμος
εξώθερμο	=	εξώθερμος
εξώθερμοι	=	εξώθερμος
εξώθερμος	adj	άλλη μορφή του εξωθερμικός
εξώθερμου	=	εξώθερμος
εξώθερμους	=	εξώθερμος
εξώθερμων	=	εξώθερμος
εξώθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξώθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξώθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξώθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξωθώ
εξώθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξωθώ
εξώθησης	noun	γενική ενικού του εξώθηση
εξώθυρα	noun|formal	η εξώπορτα
εξώθυρας	noun	γενική ενικού του εξώθυρα
εξώθυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώθυρα
εξώκειλα	=	εξοκέλλω
εξώκοσμος	noun	ο κόσμος ή οι κόσμοι πέρα απ' το Σύμπαν
εξώλεις	=	εξώλης
εξώλες	=	εξώλης
εξώλη	=	εξώλης
εξώλης	adj|formal	διεφθαρμένος, ανήθικος
εξώλογα	=	εξώλογος
εξώλογε	=	εξώλογος
εξώλογες	=	εξώλογος
εξώλογη	=	εξώλογος
εξώλογης	=	εξώλογος
εξώλογο	=	εξώλογος
εξώλογοι	=	εξώλογος
εξώλογος	adj	άλλη μορφή του εξωλογικός: παράλογος
εξώλογου	=	εξώλογος
εξώλογους	=	εξώλογος
εξώλογων	=	εξώλογος
εξώλους	=	εξώλης
εξώλων	=	εξώλης
εξώνηση	noun	το δικαίωμα που έχει ο πωλητής να επαναγοράσει από τον αγοραστή ό,τι τού πούλησε
εξώνησης	noun	γενική ενικού του εξώνηση
εξώνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώνητο
εξώνητε	adj	κλητική ενικού του εξώνητος
εξώνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώνητη
εξώνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώνητος
εξώνητης	adj	γενική ενικού του εξώνητη
εξώνητο	adj	αιτιατική ενικού του εξώνητος
εξώνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώνητος
εξώνητος	adj	άλλη μορφή του εξωνημένος
εξώνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώνητος
εξώνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώνητος
εξώνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώνητος
εξώνυμα	=	εξώνυμο
εξώνυμο	noun	η ονομασία με την οποία αποκαλούν το κράτος, το έθνος ή γενικότερα τον τόπο ενός λαού άλλοι λαοί, και η οποία διαφέρει από το ενδώνυμο, το οποίο ο ίδιος χρησιμοποιεί
εξώνυμου	=	εξώνυμο
εξώνυμων	=	εξώνυμο
εξώπλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώπλατο
εξώπλατε	=	εξώπλατος
εξώπλατες	=	εξώπλατος
εξώπλατη	=	εξώπλατος
εξώπλατης	=	εξώπλατος
εξώπλατο	noun	ρούχο που αφήνει να φαίνεται η πλάτη
εξώπλατοι	=	εξώπλατος
εξώπλατος	adj	που είναι σχεδιασμένος έτσι ώστε να αφήνει ακάλυπτο το σύνολο ή μεγάλο μέρος της πλάτης, ιδίως σε γυναικεία ενδύματα
εξώπλατου	noun	γενική ενικού του εξώπλατο
εξώπλατους	=	εξώπλατος
εξώπλατων	noun	γενική πληθυντικού του εξώπλατο
εξώπορτα	noun	η εξωτερική πόρτα από την οποία μπαίνει κανείς σε ένα κτίριο, μια αυλή
εξώπορτας	noun	γενική ενικού του εξώπορτα
εξώπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώπορτα
εξώπροικα	noun	περιουσία της συζύγου που δεν δόθηκε ως προίκα στον σύζυγο, αποτελώντας ιδία αυτής περιουσία.
εξώπροικε	adj	κλητική ενικού του εξώπροικος
εξώπροικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώπροικη
εξώπροικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώπροικος
εξώπροικης	adj	γενική ενικού του εξώπροικη
εξώπροικο	adj	αιτιατική ενικού του εξώπροικος
εξώπροικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώπροικος
εξώπροικος	adj	που δεν περιλαμβάνεται στην (επίσημη) προίκα
εξώπροικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώπροικος
εξώπροικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώπροικος
εξώπροικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώπροικος
εξώρας	adv	έξω από την κατάλληλη ώρα
εξώραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώραφο
εξώραφε	adj	κλητική ενικού του εξώραφος
εξώραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώραφη
εξώραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώραφος
εξώραφης	adj	γενική ενικού του εξώραφη
εξώραφο	noun	φόρεμα ή ρούχο που έχει εξωτερικές ραφές
εξώραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώραφος
εξώραφος	adj	που έχει εξωτερικές ραφές
εξώραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώραφος
εξώραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώραφος
εξώραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώραφος
εξώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έξωση
εξώσεων	noun	γενική πληθυντικού του έξωση
εξώσεως	noun|formal	γενική ενικού του έξωση
εξώστες	=	εξώστης
εξώστη	=	εξώστης
εξώστης	noun	το μπαλκόνι, ιδιαίτερα αυτό που χρησιμοποιείται για την εμφάνιση δημόσιων προσώπων μπροστά στον λαό
εξώσφαιρα	noun	το πιο εξωτερικό στρώμα της ατμόσφαιρας της Γης, που αρχίζει σε απόσταση 500 χιλιομέτρων από την επιφάνεια του πλανήτη
εξώσφαιρας	noun	γενική ενικού του εξώσφαιρα
εξώσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώσφαιρα
εξώτατα	adv	εντελώς έξω
εξώτατε	adj	κλητική ενικού του εξώτατος
εξώτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώτατη
εξώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώτατος
εξώτατης	adj	γενική ενικού του εξώτατη
εξώτατο	adj	αιτιατική ενικού του εξώτατος
εξώτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώτατος
εξώτατος	adj	που βρίσκεται τελείως έξω, εντελώς εξωτερικός
εξώτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώτατος
εξώτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώτατος
εξώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώτατος
εξώτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώτερο
εξώτερε	adj	κλητική ενικού του εξώτερος
εξώτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώτερη
εξώτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώτερος
εξώτερης	adj	γενική ενικού του εξώτερη
εξώτερο	adj	αιτιατική ενικού του εξώτερος
εξώτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώτερος
εξώτερον	noun	αυτό που βρίσκεται πιο έξω στη φράση το πυρ το εξώτερον
εξώτερος	adj	που βρίσκεται πιο έξω, εντελώς έξω πιο μακριά
εξώτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώτερος
εξώτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώτερος
εξώτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώτερος
εξώφτερνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώφτερνο
εξώφτερνε	adj	κλητική ενικού του εξώφτερνος
εξώφτερνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εξώφτερνη
εξώφτερνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εξώφτερνος
εξώφτερνης	adj	γενική ενικού του εξώφτερνη
εξώφτερνο	adj	αιτιατική ενικού του εξώφτερνος
εξώφτερνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εξώφτερνος
εξώφτερνος	adj	που δεν καλύπτει τη φτέρνα
εξώφτερνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξώφτερνος
εξώφτερνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εξώφτερνος
εξώφτερνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εξώφτερνος
εξώφυλλα	=	εξώφυλλο
εξώφυλλο	noun	το εξωτερικό φύλλο ενός βιβλίου, περιοδικού, τετραδίου
εξώφυλλου	=	εξώφυλλο
εξώφυλλων	=	εξώφυλλο
εο	abbrev	η εθνική οδός
εοα	abbrev	Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο: δημόσιος φορέας που συγκεντρώνει, διαφυλάσσει, τεκμηριώνει και διαθέτει στο κοινό ηχητικό και οπτικοακουστικό υλικό ιστορικής, πολιτιστικής και ενημερωτικής αξίας
εοδ	abbrev	Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος: διακυβερνητικός οργανισμός που συντονίζει και υλοποιεί ευρωπαϊκά προγράμματα διαστημικής έρευνας, τεχνολογίας και εξερεύνησης
εοδασααμ	abbrev	εθνικός φορέας, υπεύθυνος για τη διερεύνηση αεροπορικών και σιδηροδρομικών ατυχημάτων στην Ελλάδα, καθώς και για την προώθηση της ασφάλειας στις μεταφορές αυτών των μέσων
εοδυ	abbrev	νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με σκοπό την παροχή υπηρεσιών για τη βελτίωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα
εοε	abbrev	Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή: ανώτατος εθνικός φορέας του ολυμπιακού κινήματος στην Ελλάδα, αρμόδιος για την εκπροσώπηση της χώρας στους Ολυμπιακούς Αγώνες και για την προώθηση των ολυμπιακών αξιών και δράσεων
εοζίνη	=	ηωσίνη
εοκ	abbrev	θηλυκό άκλιτο ακρωνύμιο: Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η μεγαλύτερη από τις τρεις κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) που είχαν ιδρυθεί με απώτερο σκοπό την οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης
εοκε	abbrev	Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: συμβουλευτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκπροσωπεί εργοδότες, εργαζομένους και άλλους φορείς της κοινωνίας των πολιτών, διατυπώνοντας γνώμες και προτάσεις για ευρωπαϊκές πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες
εοκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εοκικό
εοκικέ	adj	κλητική ενικού του εοκικός
εοκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εοκική
εοκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εοκικός
εοκικής	adj	γενική ενικού του εοκική
εοκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εοκικός
εοκικού	adj	γενική ενικού του εοκικός
εοκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εοκικός
εοκικό	adj	αιτιατική ενικού του εοκικός
εοκικός	adj	που έχει σχέση με την ΕΟΚ ή αναφέρεται σ’ αυτή
εοκικών	adj	γενική πληθυντικού του εοκικός
εομ	abbrev	Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων: δημόσιος φορέας που συντονίζει, εποπτεύει και προωθεί στη χώρα τη δωρεά και τη μεταμόσχευση οργάνων, ιστών και κυττάρων
εον	abbrev	κυβερνητική οργάνωση νέων που δημιούργησε το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά
εοπ	abbrev	ο ανώτατος φορέας επίβλεψης των αθλημάτων της ποδηλασίας και της πυγμαχίας στην Ελλάδα
εοππεπ	abbrev	Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού: δημόσιος φορέας που εποπτεύει την πιστοποίηση επαγγελματικών και εκπαιδευτικών προσόντων, τη διασφάλιση ποιότητας στη διά βίου μάθηση και την παροχή υπηρεσιών επαγγελματικού προσανατολισμού στην Ελλάδα
εοπυυ	abbrev	ελληνικός δημόσιος οργανισμός ο οποίος παρέχει υπηρεσίες υγείας
εορτάζαμε	=	εορτάζω
εορτάζαν	=	εορτάζω
εορτάζανε	=	εορτάζω
εορτάζατε	=	εορτάζω
εορτάζει	=	εορτάζω
εορτάζεις	=	εορτάζω
εορτάζεσαι	=	εορτάζω
εορτάζεστε	=	εορτάζω
εορτάζεται	=	εορτάζω
εορτάζετε	=	εορτάζω
εορτάζομαι	=	γιορτάζομαι
εορτάζομε	=	εορτάζω
εορτάζον	=	εορτάζων
εορτάζοντα	=	εορτάζων
εορτάζονται	=	εορτάζω
εορτάζονταν	=	εορτάζω
εορτάζοντας	=	εορτάζω
εορτάζοντες	=	εορτάζων
εορτάζοντος	=	εορτάζων
εορτάζουμε	=	εορτάζω
εορτάζουν	=	εορτάζω
εορτάζουνε	=	εορτάζω
εορτάζουσα	noun	αυτή που γιορτάζει
εορτάζουσας	noun	γενική ενικού του εορτάζουσα
εορτάζουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτάζουσα
εορτάζω	verb	γιορτάζω
εορτάζων	verb	που γιορτάζει	noun	αυτός που γιορτάζει
εορτάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσαν	=	εορτάζω
εορτάσανε	=	εορτάζω
εορτάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσθηκα	=	εορτάζω
εορτάσθηκαν	=	εορτάζω
εορτάσθηκε	=	εορτάζω
εορτάσθηκες	=	εορτάζω
εορτάσιμα	=	εορτάσιμος
εορτάσιμε	=	εορτάσιμος
εορτάσιμες	=	εορτάσιμος
εορτάσιμη	=	εορτάσιμος
εορτάσιμης	=	εορτάσιμος
εορτάσιμο	=	εορτάσιμος
εορτάσιμοι	=	εορτάσιμος
εορτάσιμος	adj	που αξίζει να εορταστεί
εορτάσιμου	=	εορτάσιμος
εορτάσιμους	=	εορτάσιμος
εορτάσιμων	=	εορτάσιμος
εορτάσομε	=	εορτάζω
εορτάσου	=	εορτάζω
εορτάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτάσουνε	=	εορτάζω
εορτάστε	=	εορτάζω
εορτάστηκα	=	εορτάζω
εορτάστηκαν	=	εορτάζω
εορτάστηκε	=	εορτάζω
εορτάστηκες	=	εορτάζω
εορτάστρια	noun	θηλυκό του εορταστής
εορτάστριας	noun	γενική ενικού του εορτάστρια
εορτάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτάστρια
εορτάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εορτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτή
εορτή	noun|formal	άλλη μορφή του γιορτή
εορτής	noun	γενική ενικού του εορτή
εορταγορά	noun	αγορά που διοργανώνεται κατά τη διάρκεια ή με αφορμή μία εορτή
εορταγοράς	=	εορταγορά
εορταγορές	=	εορταγορά
εορταγορών	=	εορταγορά
εορταζουσών	noun	γενική πληθυντικού του εορτάζουσα
εορταζούσης	=	εορτάζων
εορταζόμασταν	=	εορτάζω
εορταζόμαστε	=	εορτάζω
εορταζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορταζόμενο
εορταζόμενε	verb	κλητική ενικού του εορταζόμενος
εορταζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορταζόμενη
εορταζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εορταζόμενος
εορταζόμενης	verb	γενική ενικού του εορταζόμενη
εορταζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εορταζόμενος
εορταζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εορταζόμενος
εορταζόμενος	verb	που τον εορτάζουν
εορταζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εορταζόμενος
εορταζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εορταζόμενος
εορταζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εορταζόμενος
εορταζόμουν	=	εορτάζω
εορταζόμουνα	=	εορτάζω
εορταζόντουσαν	=	εορτάζω
εορταζόντων	=	εορτάζων
εορταζόσασταν	=	εορτάζω
εορταζόσαστε	=	εορτάζω
εορταζόσουν	=	εορτάζω
εορταζόσουνα	=	εορτάζω
εορταζόταν	=	εορτάζω
εορταζότανε	=	εορτάζω
εορτασθήκαμε	=	εορτάζω
εορτασθήκαν	=	εορτάζω
εορτασθήκανε	=	εορτάζω
εορτασθήκατε	=	εορτάζω
εορτασθεί	=	εορτάζω
εορτασθείς	=	εορτάζω
εορτασθείτε	=	εορτάζω
εορτασθούμε	=	εορτάζω
εορτασθούν	=	εορτάζω
εορτασθούνε	=	εορτάζω
εορτασθώ	=	εορτάζω
εορτασμέ	noun	κλητική ενικού του εορτασμός
εορτασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτασμένο
εορτασμένε	verb	κλητική ενικού του εορτασμένος
εορτασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτασμένη
εορτασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εορτασμένος
εορτασμένης	verb	γενική ενικού του εορτασμένη
εορτασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εορτασμένος
εορτασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εορτασμένος
εορτασμένος	=	εορτάζω
εορτασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εορτασμένος
εορτασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εορτασμένος
εορτασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εορτασμένος
εορτασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εορτασμός
εορτασμού	noun	γενική ενικού του εορτασμός
εορτασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εορτασμός
εορτασμό	noun	αιτιατική ενικού του εορτασμός
εορτασμός	noun	Εκδηλώσεις, πάρτι, φεστιβάλ και πανηγυρισμοί που σχετίζονται με κάποια εορτή, επέτειο ή κάποιο ιδιαίτερο γεγονός.
εορτασμών	noun	γενική πληθυντικού του εορτασμός
εορταστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορταστής
εορταστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εορταστής
εορταστήκαμε	=	εορτάζω
εορταστήκαν	=	εορτάζω
εορταστήκανε	=	εορτάζω
εορταστήκατε	=	εορτάζω
εορταστής	noun	αυτός που παίρνει μέρος σε γιορτή
εορταστεί	=	εορτάζω
εορταστείς	=	εορτάζω
εορταστείτε	=	εορτάζω
εορταστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εορταστικός	adv	με εορταστικό τρόπο, με εορτή
εορταστικέ	adj	κλητική ενικού του εορταστικός
εορταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορταστική
εορταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εορταστικός
εορταστικής	adj	γενική ενικού του εορταστική
εορταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εορταστικός
εορταστικού	adj	γενική ενικού του εορταστικός
εορταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εορταστικός
εορταστικό	adj	αιτιατική ενικού του εορταστικός
εορταστικός	adj	που έχει σχέση με εορτή, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή
εορταστικών	adj	γενική πληθυντικού του εορταστικός
εορταστούμε	=	εορτάζω
εορταστούν	=	εορτάζω
εορταστούνε	=	εορτάζω
εορταστριών	noun	γενική πληθυντικού του εορτάστρια
εορταστώ	=	εορτάζω
εορταστών	noun	γενική πληθυντικού του εορταστής
εορτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτινό
εορτινέ	adj	κλητική ενικού του εορτινός
εορτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτινή
εορτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εορτινός
εορτινής	adj	γενική ενικού του εορτινή
εορτινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εορτινός
εορτινού	adj	γενική ενικού του εορτινός
εορτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εορτινός
εορτινό	adj	αιτιατική ενικού του εορτινός
εορτινός	adj|formal	γιορτινός
εορτινών	adj	γενική πληθυντικού του εορτινός
εορτοδάνεια	=	εορτοδάνειο
εορτοδάνειο	noun	δάνειο που δίνεται για να μπορέσει ο δανειολήπτης να περάσει καλά κάποια περίοδο διακοπών
εορτοδάνειου	=	εορτοδάνειο
εορτοδάνειων	=	εορτοδάνειο
εορτοδανείου	=	εορτοδάνειο
εορτοδανείων	=	εορτοδάνειο
εορτολογίου	noun	γενική ενικού του εορτολόγιο
εορτολογίων	noun	γενική πληθυντικού του εορτολόγιο
εορτολογικά	=	εορτολογικός
εορτολογικέ	=	εορτολογικός
εορτολογικές	=	εορτολογικός
εορτολογική	=	εορτολογικός
εορτολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εορτολογική) του εορτολογικός
εορτολογικοί	=	εορτολογικός
εορτολογικού	=	εορτολογικός
εορτολογικούς	=	εορτολογικός
εορτολογικό	=	εορτολογικός
εορτολογικός	adj	σχετικός με την εορτολογία / το εορτολόγιο
εορτολογικών	=	εορτολογικός
εορτολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εορτολόγιο
εορτολόγιο	noun	κατάλογος στον οποίο έχουν καταγραφεί οι γιορτές ενός έτους καθώς και το σχετικό βιβλίο της εκκλησίας με πληροφορίες για τις εορτές και τους εορταζομένους αγίους
εορτολόγιου	=	εορτολόγιο
εορτολόγιων	=	εορτολόγιο
εορτών	noun	γενική πληθυντικού του εορτή
εοφ	abbrev	ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, καθ΄ ύλην αρμόδιος φορέας ελέγχου φαρμάκων και συναφών προϊόντων στην ελληνική επικράτεια
εοχ	abbrev	οικονομική ζώνη η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τα μέλη της ΕΖΕΣ (Ισλανδία, Λιχτενστάιν και Νορβηγία)
επ	intj	επιφώνημα δήλωσης ξαφνιάσματος, έκφρασης απορίας, προειδοποίησης ή επίπληξης
επά	adv	εδώ, με γενική έννοια, χωρίς ακριβή προσδιορισμό^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
επάγγελμα	noun	η μόνιμη εργασία για βιοπορισμό
επάγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επάγω
επάγω	verb|formal	σκέφτομαι ή εκφράζομαι επαγωγικά, κάνω επαγωγή
επάθλου	noun	γενική ενικού του έπαθλο
επάθλων	noun	γενική πληθυντικού του έπαθλο
επάκρου	noun	γενική ενικού του έπακρο
επάκρων	noun	γενική πληθυντικού του έπακρο
επάκτια	=	επάκτιος
επάκτιας	=	επάκτιος
επάκτιε	=	επάκτιος
επάκτιες	=	επάκτιος
επάκτιο	=	επάκτιος
επάκτιοι	=	επάκτιος
επάκτιος	adj	αυτός που βρίσκεται εγκατεστημένος επί ακτής, συνηθέστερα αντικείμενο ή κατασκευή
επάκτιου	=	επάκτιος
επάκτιους	=	επάκτιος
επάκτιων	=	επάκτιος
επάλειμμα	noun	το αποτέλεσμα του επαλείφω
επάλειφα	=	επαλείφω
επάλειφαν	=	επαλείφω
επάλειφε	=	επαλείφω
επάλειφες	=	επαλείφω
επάλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επάλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επάλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επάλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επάλειψη	noun	η ενέργεια με την οποία επαλείφω μια επιφάνεια με κάτι
επάλειψης	noun	γενική ενικού του επάλειψη
επάλληλα	adv	με επάλληλο τρόπο
επάλληλε	adj	κλητική ενικού του επάλληλος
επάλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάλληλη
επάλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επάλληλος
επάλληλης	adj	γενική ενικού του επάλληλη
επάλληλο	adj	αιτιατική ενικού του επάλληλος
επάλληλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επάλληλος
επάλληλος	adj	κάτι που βρίσκεται πάνω σε κάτι όμοιο
επάλληλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επάλληλος
επάλληλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επάλληλος
επάλληλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επάλληλος
επάλξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπαλξη
επάλξεων	noun	γενική πληθυντικού του έπαλξη
επάλξεως	noun	γενική ενικού του έπαλξη
επάνδρωνα	=	επανδρώνω
επάνδρωναν	=	επανδρώνω
επάνδρωνε	=	επανδρώνω
επάνδρωνες	=	επανδρώνω
επάνδρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επάνδρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επάνδρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επάνδρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επάνδρωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επανδρώνω
επάνδρωσης	noun	γενική ενικού του επάνδρωση
επάνοδε	=	επάνοδος
επάνοδο	=	επάνοδος
επάνοδοι	=	επάνοδος
επάνοδος	noun	η επιστροφή κάποιου σε ένα σημείο από το οποίο είχε αναχωρήσει
επάνου	adv|vulgar	επάνω, πάνω
επάνω	adv	άλλη μορφή του πάνω
επάνωθε	adv|vulgar	άλλη μορφή του επάνω
επάξια	adv	με επάξιο τρόπο
επάξιας	=	επάξιος
επάξιε	=	επάξιος
επάξιες	=	επάξιος
επάξιο	=	επάξιος
επάξιοι	=	επάξιος
επάξιος	adj	αντάξιος
επάξιου	=	επάξιος
επάξιους	=	επάξιος
επάξιων	=	επάξιος
επάρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάρατο
επάρατε	adj	κλητική ενικού του επάρατος
επάρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάρατη
επάρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επάρατος
επάρατης	adj	γενική ενικού του επάρατη
επάρατο	adj	αιτιατική ενικού του επάρατος
επάρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επάρατος
επάρατος	adj	που τον απευχόμαστε, διότι οδηγεί στην καταστροφή
επάρατου	adj	γενική ενικού του επάρατος
επάρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επάρατος
επάρατων	adj	γενική πληθυντικού του επάρατος
επάργυρα	=	επάργυρος
επάργυρε	=	επάργυρος
επάργυρες	=	επάργυρος
επάργυρη	=	επάργυρος
επάργυρης	=	επάργυρος
επάργυρο	=	επάργυρος
επάργυροι	=	επάργυρος
επάργυρος	adj	που έχει επαργυρωθεί, που έχει καλυφτεί με λεπτό στρώμα ασημιού
επάργυρου	=	επάργυρος
επάργυρους	=	επάργυρος
επάργυρων	=	επάργυρος
επάρκει	=	επαρκώ
επάρκεια	noun	η ικανή ποσότητα αγαθών για κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, η επαρκής ποσότητα
επάρκειας	noun	γενική ενικού του επάρκεια
επάρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάρκεια
επάρκεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επάρκεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επάρκεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επάρκεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επάρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπαρμα
επάρματος	noun	γενική ενικού του έπαρμα
επάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπαρση
επάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του έπαρση
επάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του έπαρση
επάρτες	=	επάρτης
επάρτη	=	επάρτης
επάρτης	noun|formal	συσκευή ή μηχανισμός για την ανύψωση βαρών
επάρχου	noun	γενική ενικού του έπαρχος
επάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έπαρχος
επάρχων	noun	γενική πληθυντικού του έπαρχος
επέ	noun	είδος ξίφους για το αντίστοιχο αγώνισμα ξιφασκίας
επέβαινα	=	επιβαίνω
επέβαιναν	=	επιβαίνω
επέβαινε	=	επιβαίνω
επέβαινες	=	επιβαίνω
επέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επέβαλλα	=	επιβάλλω
επέβαλλαν	=	επιβάλλω
επέβαλλε	=	επιβάλλω
επέβαλλες	=	επιβάλλω
επέβη	=	επιβαίνω
επέβην	=	επιβαίνω
επέβης	=	επιβαίνω
επέβησαν	=	επιβαίνω
επέβλεπα	=	επιβλέπω
επέβλεπαν	=	επιβλέπω
επέβλεπε	=	επιβλέπω
επέβλεπες	=	επιβλέπω
επέβλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επέβλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επέβλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επέβλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επέγραφα	=	επιγράφω
επέγραφαν	=	επιγράφω
επέγραφε	=	επιγράφω
επέγραφες	=	επιγράφω
επέγραψα	=	επιγράφω
επέγραψαν	=	επιγράφω
επέγραψε	=	επιγράφω
επέγραψες	=	επιγράφω
επέδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επέδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επέδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επέδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επέδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επέδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επέδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επέδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επέδιδα	=	επιδίδω
επέδιδαν	=	επιδίδω
επέδιδε	=	επιδίδω
επέδιδες	=	επιδίδω
επέδραμε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επιδράμω
επέδρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επέδρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επέδρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επέδρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επέζησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επέζησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επέζησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επέζησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επέθετα	=	επιθέτω
επέθεταν	=	επιθέτω
επέθετε	=	επιθέτω
επέθετες	=	επιθέτω
επέκεινα	adv|archaic	μακριά, πέρα από χρονικό ή τοπικό σημείο	noun|figurative	η μεταθανάτια ζωή
επέκειτο	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του επίκειται
επέκρινα	=	επικρίνω
επέκρινε	=	επικρίνω
επέκταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επεκτείνω
επέκτασης	noun	γενική ενικού του επέκταση
επέκτεινα	=	επεκτείνω
επέλαση	noun|formal	η ορμητική επίθεση (κυρίως ιππικού ή και μεταφορικά)
επέλασης	noun	γενική ενικού του επέλαση
επέλεγα	=	επιλέγω
επέλεγαν	=	επιλέγω
επέλεγε	=	επιλέγω
επέλεγες	=	επιλέγω
επέλεξα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επιλέγω
επέλεξαν	=	επιλέγω
επέλεξε	=	επιλέγω
επέλεξες	=	επιλέγω
επέλευση	noun	η άφιξη, ο ερχομός
επέλευσης	=	επέλευση
επέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επέμβαινε	=	επεμβαίνω
επέμβαση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επεμβαίνω
επέμβασης	noun	γενική ενικού του επέμβαση
επέμβει	=	επεμβαίνω
επέμβεις	=	επεμβαίνω
επέμβετε	=	επεμβαίνω
επέμβηκα	=	επεμβαίνω
επέμβηκαν	=	επεμβαίνω
επέμβηκε	=	επεμβαίνω
επέμβηκες	=	επεμβαίνω
επέμβομε	=	επεμβαίνω
επέμβουμε	=	επεμβαίνω
επέμβουν	=	επεμβαίνω
επέμβουνε	=	επεμβαίνω
επέμβω	=	επεμβαίνω
επέμεινα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος επιμένω
επέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επέμενα	=	επιμένω
επέμεναν	=	επιμένω
επέμενε	=	επιμένω
επέμενες	=	επιμένω
επένδυα	=	επενδύω
επένδυαν	=	επενδύω
επένδυε	=	επενδύω
επένδυες	=	επενδύω
επένδυμα	noun	το στρώμα των επιθηλιακών κυττάρων που επενδύουν τις κοιλότητες του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού
επένδυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επένδυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επένδυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επένδυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επένδυση	noun	υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικής, ενίσχυσης ή προφύλαξης
επένδυσης	noun	γενική ενικού του επένδυση
επένευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επένευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επένευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επένευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επένθεση	noun	παρεμβολή ενός πράγματος μεταξύ άλλων
επένθεσης	=	επένθεση
επέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επέπλεα	=	επιπλέω
επέπλεαν	=	επιπλέω
επέπλεε	=	επιπλέω
επέπλεες	=	επιπλέω
επέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επέπληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επέπληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επέπληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επέπληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επέπληττα	=	επιπλήττω
επέπλητταν	=	επιπλήττω
επέπληττε	=	επιπλήττω
επέπληττες	=	επιπλήττω
επέπρωτο	=	πέπρωται
επέρειση	noun|dated	συνώνυμο του αποτζιατούρα
επέρεισης	=	επέρειση
επέρριπτα	=	επιρρίπτω
επέρριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επέρριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επέρριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επέρριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επέρχεσαι	=	επέρχομαι
επέρχεσθε	=	επέρχομαι
επέρχεστε	=	επέρχομαι
επέρχεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επέρχομαι
επέρχομαι	verb	επακολουθώ, για κάτι που συμβαίνει μετά από κάτι άλλο ή για κάτι που πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον
επέρχονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του επέρχομαι
επέρχονταν	=	επέρχομαι
επέσεια	=	επισείω
επέσειαν	=	επισείω
επέσειε	=	επισείω
επέσειες	=	επισείω
επέσεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισείω
επέσεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισείω
επέσεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισείω
επέσεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισείω
επέσπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επέσπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επέσπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επέσπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επέστεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επέστεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επέστεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επέστεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επέστη	verb	ήρθε, έφτασε
επέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επέστρεφα	=	επιστρέφω
επέστρεφαν	=	επιστρέφω
επέστρεφε	=	επιστρέφω
επέστρεφες	=	επιστρέφω
επέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επέστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επέστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επέστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επέστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επέσυρα	=	επισύρω
επέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επέτειε	=	επέτειος
επέτειο	=	επέτειος
επέτειοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επέτειος
επέτειος	noun	η μέρα που συμπληρώνεται ένα ή περισσότερα έτη από την ημέρα ενός αξιόλογου ή αξιομνημόνευτου γεγονότος ή συμβάντος
επέτρεπα	=	επιτρέπω
επέτρεπαν	=	επιτρέπω
επέτρεπε	=	επιτρέπω
επέτρεπες	=	επιτρέπω
επέτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επέτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επέτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επέτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επέτυχα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επέτυχαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επέτυχε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επέτυχες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επέφερα	=	επιφέρω
επέχαιρα	=	επιχαίρω
επέχαιραν	=	επιχαίρω
επέχαιρε	=	επιχαίρω
επέχαιρες	=	επιχαίρω
επέχρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επέχρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επέχρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επέχρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επέχω	verb|formal	καταλαμβάνω, κατέχω
επήκοα	=	επήκοος
επήκοε	=	επήκοος
επήκοες	=	επήκοος
επήκοη	=	επήκοος
επήκοης	=	επήκοος
επήκοο	=	επήκοος
επήκοοι	=	επήκοος
επήκοος	adj|archaic	που επακούει, που ακούει ευμενώς
επήκοου	=	επήκοος
επήκοους	=	επήκοος
επήκοων	=	επήκοος
επήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επήλθανε	=	επέρχομαι
επήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επέρχομαι
επήρεια	noun|formal	επίδραση (κυρίως στην έκφραση υπό την επήρεια: εξ αιτίας της επίδρασης)
επήρειας	noun	γενική ενικού του επήρεια
επήρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επήρεια
επί	prep	κατά τη διάρκεια, την εποχή του...
επίατρε	noun	κλητική ενικού του επίατρος
επίατρο	noun	αιτιατική ενικού του επίατρος
επίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίατρος
επίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του ταγματάρχη
επίατρου	noun	γενική ενικού του επίατρος
επίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίατρος
επίατρων	noun	γενική πληθυντικού του επίατρος
επίβαλε	=	επιβάλλω
επίβαλλε	=	επιβάλλω
επίβλεπε	=	επιβλέπω
επίβλεψε	=	επιβλέπω
επίβλεψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβλέπω
επίβλεψης	noun	γενική ενικού του επίβλεψη
επίβλημα	noun|archaic	αυτό που είναι βαλμένο από πάνω, κάλυμμα
επίβουλα	adv	με επίβουλο τρόπο
επίβουλε	adj	κλητική ενικού του επίβουλος
επίβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίβουλη
επίβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίβουλος
επίβουλης	adj	γενική ενικού του επίβουλη
επίβουλο	adj	αιτιατική ενικού του επίβουλος
επίβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίβουλος
επίβουλος	adj	που επιβουλεύεται άλλους
επίβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίβουλος
επίβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίβουλος
επίβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίβουλος
επίγεια	=	επίγειος
επίγειας	=	επίγειος
επίγειε	=	επίγειος
επίγειες	=	επίγειος
επίγειο	=	επίγειος
επίγειοι	=	επίγειος
επίγειος	adj	που βρίσκεται ή γίνεται πάνω στη γη
επίγειου	=	επίγειος
επίγειους	=	επίγειος
επίγειων	=	επίγειος
επίγευση	noun	η γευστική εντύπωση που συνεχίζει να υφίσταται στο στόμα ή τον ουρανίσκο, ακόμα και μετά την κατάποση μιας τροφής ή ενός ποτού
επίγευσης	noun	γενική ενικού του επίγευση
επίγνωση	noun	συναίσθηση της πραγματικότητας, ακριβής γνώση
επίγνωσης	noun	γενική ενικού του επίγνωση
επίγονε	noun	κλητική ενικού του επίγονος
επίγονο	noun	αιτιατική ενικού του επίγονος
επίγονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίγονος
επίγονος	noun	μεταγενέστερος κάποιου
επίγονου	=	επίγονος
επίγονους	=	επίγονος
επίγραμμα	noun	επιγραφή που περιέχει μια έμμετρη σύνθεση και τοποθετείται σε ένα μνημείο ή σε ένα έργο τέχνης
επίγραφε	=	επιγράφω
επίγραψε	=	επιγράφω
επίδειξη	noun	η παρουσίαση της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος
επίδειξης	noun	γενική ενικού του επίδειξη
επίδεση	noun	η εφαρμογή επιδέσμου
επίδεσης	noun	γενική ενικού του επίδεση
επίδεσμε	noun	κλητική ενικού του επίδεσμος
επίδεσμο	noun	αιτιατική ενικού του επίδεσμος
επίδεσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίδεσμος
επίδεσμος	noun	ταινία από ύφασμα, διαφόρων μορφών, για την επίδεση τραυμάτων
επίδεσμου	=	επίδεσμος
επίδεσμους	=	επίδεσμος
επίδεσμων	=	επίδεσμος
επίδιδε	=	επιδίδω
επίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδικο
επίδικε	adj	κλητική ενικού του επίδικος
επίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδικη
επίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίδικος
επίδικης	adj	γενική ενικού του επίδικη
επίδικο	adj	αιτιατική ενικού του επίδικος
επίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίδικος
επίδικος	adj	που βρίσκεται στην κρίση του δικαστηρίου, για υπόθεση, δικαίωμα ή πράγμα του οποίου η νομική τύχη δεν έχει ακόμη κριθεί, επειδή εκκρεμεί ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου
επίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίδικος
επίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίδικος
επίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίδικος
επίδομα	noun	η αμοιβή που παίρνει επιπρόσθετα κάποιος εργαζόμενος για κάποιο λόγο
επίδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδοξο
επίδοξε	adj	κλητική ενικού του επίδοξος
επίδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδοξη
επίδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίδοξος
επίδοξης	adj	γενική ενικού του επίδοξη
επίδοξο	adj	αιτιατική ενικού του επίδοξος
επίδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίδοξος
επίδοξος	adj	που επιδιώκει ή φιλοδοξεί να πετύχει στο μέλλον κάτι
επίδοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίδοξος
επίδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίδοξος
επίδοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίδοξος
επίδοση	noun	το μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας προσπάθειας ή ενός χαρακτηριστικού
επίδοσης	noun	γενική ενικού του επίδοση
επίδρα	=	επιδρώ
επίδραγε	=	επιδρώ
επίδρασα	=	επιδρώ
επίδρασαν	=	επιδρώ
επίδρασε	=	επιδρώ
επίδρασες	=	επιδρώ
επίδραση	noun	μία ενέργεια που ασκείται σε ένα πρόσωπο ή πράγμα/κατάσταση και οι μεταβολές που προκαλεί
επίδρασης	noun	γενική ενικού του επίδραση
επίδωσε	=	επιδίδω
επίζευξη	noun	η εμφατική επανάληψη της ίδιας λέξης, χωρίς την παρεμβολή άλλων ανάμεσά τους
επίζευξης	noun	γενική ενικού του επίζευξη
επίζηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίζηλο	adv	με ζήλεια, με επίζηλο τρόπο
επίζηλε	adj	κλητική ενικού του επίζηλος
επίζηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίζηλη
επίζηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίζηλος
επίζηλης	adj	γενική ενικού του επίζηλη
επίζηλο	adj	αιτιατική ενικού του επίζηλος
επίζηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίζηλος
επίζηλος	adj|formal	αξιοζήλευτος, ζηλευτός
επίζηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίζηλος
επίζηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίζηλος
επίζηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίζηλος
επίθεμα	noun	κάτι που το ακουμπάμε πάνω στο σώμα για θεραπευτικούς σκοπούς, συνήθως ένα πανί ή μια γάζα που έχουν εμποτιστεί σε κάποιο υγρό
επίθεσε	=	επιθέτω
επίθεση	noun	εχθρική ενέργεια με στόχο την εξόντωση ή την εξουδετέρωση του εχθρού, την απόκτηση εδάφους ή αγαθού, κλπ.
επίθεσης	noun	γενική ενικού του επίθεση
επίθετα	=	επίθετο
επίθετε	adj	κλητική ενικού του επίθετος
επίθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίθετη
επίθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίθετος
επίθετης	adj	γενική ενικού του επίθετη
επίθετο	noun	κλιτή λέξη που χαρακτηρίζει το ουσιαστικό, φανερώνοντας κάποια ποιότητα ή ιδιότητά του	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επίθετος
επίθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίθετος
επίθετος	adj	που τοποθετείται πάνω από κάτι
επίθετου	adj	γενική ενικού του επίθετος
επίθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίθετος
επίθετων	adj	αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο γενική πληθυντικού του επίθετος
επίθημα	noun	παράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης για την παραγωγή μιας νέας λέξης
επίκαιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επίκαιρος
επίκαιρε	=	επίκαιρος
επίκαιρες	=	επίκαιρος
επίκαιρη	=	επίκαιρος
επίκαιρης	=	επίκαιρος
επίκαιρο	=	επίκαιρος
επίκαιροι	=	επίκαιρος
επίκαιρος	adj	του παρόντος (χρόνου)
επίκαιρου	=	επίκαιρος
επίκαιρους	=	επίκαιρος
επίκαιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του επίκαιρος
επίκανθε	=	επίκανθος
επίκανθο	=	επίκανθος
επίκανθοι	=	επίκανθος
επίκανθος	noun	δερματική πτυχή στον κανθό, στην εσωτερική γωνία του ματιού που είναι κοντά στη μύτη
επίκανθου	=	επίκανθος
επίκανθους	=	επίκανθος
επίκανθων	=	επίκανθος
επίκεινται	=	επίκειται
επίκειται	verb|formal	που αναμένεται να συμβεί πολύ σύντομα, που πρόκειται να συμβεί
επίκεντρα	=	επίκεντρο
επίκεντρε	=	επίκεντρος
επίκεντρες	=	επίκεντρος
επίκεντρη	=	επίκεντρος
επίκεντρης	=	επίκεντρος
επίκεντρο	noun	κάτι που βρίσκεται στο κέντρο
επίκεντροι	=	επίκεντρος
επίκεντρος	adj	που έχει τη κορυφή της στο κέντρο κύκλου
επίκεντρου	=	επίκεντρο
επίκεντρους	=	επίκεντρος
επίκεντρων	=	επίκεντρο
επίκληρε	=	επίκληρος
επίκληρο	=	επίκληρος
επίκληροι	=	επίκληρος
επίκληρος	noun	η κληρονόμος μιας περιουσίας· στην αρχαία Αθήνα έπρεπε να την παντρευτεί ο πλησιέστερος συγγενής της, και γι’ αυτό είχε το δικαίωμα να πάρει διαζύγιο από την πρώτη του σύζυγο
επίκληρου	=	επίκληρος
επίκληρους	=	επίκληρος
επίκληρων	=	επίκληρος
επίκληση	noun	η έκκληση για βοήθεια
επίκλησης	noun	γενική ενικού του επίκληση
επίκλυση	noun	η υπερχείλιση, η πλημμύρα
επίκλυσης	noun	γενική ενικού του επίκλυση
επίκοινα	=	επίκοινος
επίκοινε	=	επίκοινος
επίκοινες	=	επίκοινος
επίκοινη	=	επίκοινος
επίκοινης	=	επίκοινος
επίκοινο	=	επίκοινος
επίκοινοι	=	επίκοινος
επίκοινος	adj	όρος γραμματικής που αφορά λέξεις που χρησιμοποιούνται με την ίδια μορφή και στο αρσενικό και το θηλυκό
επίκοινου	=	επίκοινος
επίκοινους	=	επίκοινος
επίκοινων	=	επίκοινος
επίκουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκουρο
επίκουρε	adj	κλητική ενικού του επίκουρος
επίκουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκουρη
επίκουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίκουρος
επίκουρης	adj	γενική ενικού του επίκουρη
επίκουρο	adj	αιτιατική ενικού του επίκουρος
επίκουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίκουρος
επίκουρος	adj	που έχει θέση ή ρόλο βοηθού	noun	ο βοηθός
επίκουρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίκουρος
επίκουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίκουρος
επίκουρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίκουρος
επίκρανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκρανο
επίκρανο	noun	μαρμάρινη (ή από άλλο υλικό) κατασκευή τοποθετημένη στην κορυφή πεσσού ή παραστάδας
επίκρανου	noun	γενική ενικού του επίκρανο
επίκρανων	noun	γενική πληθυντικού του επίκρανο
επίκριμα	noun|archaic	απόφαση, ένταλμα
επίκριση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επικρίνω
επίκρισης	noun	γενική ενικού του επίκριση
επίκρουση	noun	η εξέταση ασθενούς με κρούση / χτύπημα των δακτύλων του ιατρού ή με χτύπημα ειδικού σφυριού
επίκρουσης	noun	γενική ενικού του επίκρουση
επίκτητα	adv	με επίκτητο τρόπο
επίκτητε	=	επίκτητος
επίκτητες	=	επίκτητος
επίκτητη	adj	θηλυκό του επίκτητος
επίκτητης	=	επίκτητος
επίκτητο	=	επίκτητος
επίκτητοι	=	επίκτητος
επίκτητος	adj	που αποκτήθηκε εκ των υστέρων
επίκτητου	=	επίκτητος
επίκτητους	=	επίκτητος
επίκτητων	=	επίκτητος
επίκυψη	noun	άσκηση κατά την οποία κάποιος σκύβει βαθιά χωρίς να λυγίσει τα γόνατα και προσπαθεί να αγγίξει το έδαφος με τα δάκτυλα των τεντωμένων χεριών
επίκυψης	=	επίκυψη
επίλαρχε	noun	κλητική ενικού του επίλαρχος
επίλαρχο	noun	αιτιατική ενικού του επίλαρχος
επίλαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίλαρχος
επίλαρχος	noun|dated	αξιωματικός του ιππικού
επίλαρχου	noun	γενική ενικού του επίλαρχος
επίλαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίλαρχος
επίλαρχων	noun	γενική πληθυντικού του επίλαρχος
επίλεγε	=	επιλέγω
επίλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίλεκτο
επίλεκτε	adj	κλητική ενικού του επίλεκτος
επίλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίλεκτη
επίλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίλεκτος
επίλεκτης	adj	γενική ενικού του επίλεκτη
επίλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του επίλεκτος
επίλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίλεκτος
επίλεκτος	adj	που έχει επιλεγεί χάρη σε κάποια ικανότητα που διαθέτει
επίλεκτου	adj	γενική ενικού του επίλεκτος
επίλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίλεκτος
επίλεκτων	adj	γενική πληθυντικού του επίλεκτος
επίλεξε	=	επιλέγω
επίλημμα	noun	δευτερογενές συναφές άρθρο
επίλογε	noun	κλητική ενικού του επίλογος
επίλογο	noun	αιτιατική ενικού του επίλογος
επίλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίλογος
επίλογου	noun	γενική ενικού του επίλογος
επίλογους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίλογος
επίλογων	noun	γενική πληθυντικού του επίλογος
επίλυση	noun	η εύρεση λύσης σε ένα πρόβλημα
επίλυσης	noun	γενική ενικού του επίλυση
επίμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμαχο
επίμαχε	adj	κλητική ενικού του επίμαχος
επίμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμαχη
επίμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίμαχος
επίμαχης	adj	γενική ενικού του επίμαχη
επίμαχο	adj	αιτιατική ενικού του επίμαχος
επίμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίμαχος
επίμαχος	adj	που αφορά ζήτημα που θεωρείται πρόβλημα και συνήθως δεν υπάρχει μία άποψη επί αυτού/για αυτό
επίμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίμαχος
επίμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίμαχος
επίμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίμαχος
επίμεινε	=	επιμένω
επίμεμπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμεμπτο
επίμεμπτε	adj	κλητική ενικού του επίμεμπτος
επίμεμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμεμπτη
επίμεμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίμεμπτος
επίμεμπτης	adj	γενική ενικού του επίμεμπτη
επίμεμπτο	adj	αιτιατική ενικού του επίμεμπτος
επίμεμπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίμεμπτος
επίμεμπτος	adj|formal	που τον κατηγορούμε ή είναι δυνατόν να τον κατηγορήσουμε / μεμφθούμε
επίμεμπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίμεμπτος
επίμεμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίμεμπτος
επίμεμπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίμεμπτος
επίμενε	=	επιμένω
επίμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμετρο
επίμετρο	noun	το προστιθέμενο ως συμπλήρωμα, επιπροσθέτως, το επιπλέον
επίμετρου	=	επίμετρο
επίμηκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επιμήκης
επίμονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμονο	adv	με επιμονή
επίμονε	adj	κλητική ενικού του επίμονος
επίμονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμονη
επίμονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίμονος
επίμονης	adj	γενική ενικού του επίμονη
επίμονο	adj	αιτιατική ενικού του επίμονος
επίμονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίμονος
επίμονος	adj	που επιμένει
επίμονου	adj	γενική ενικού του επίμονος
επίμονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίμονος
επίμονων	adj	γενική πληθυντικού του επίμονος
επίμορτα	=	επίμορτος
επίμορτε	=	επίμορτος
επίμορτες	=	επίμορτος
επίμορτη	=	επίμορτος
επίμορτης	=	επίμορτος
επίμορτο	=	επίμορτος
επίμορτοι	=	επίμορτος
επίμορτος	adj	που καλλιεργείται με τη συμφωνία να καρπώνεται ο καλλιεργητής μέρος της σοδειάς
επίμορτου	=	επίμορτος
επίμορτους	=	επίμορτος
επίμορτων	=	επίμορτος
επίμοχθα	adv|formal	με μόχθο, επίπονα
επίμοχθε	adj	κλητική ενικού του επίμοχθος
επίμοχθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίμοχθη
επίμοχθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίμοχθος
επίμοχθης	adj	γενική ενικού του επίμοχθη
επίμοχθο	adj	αιτιατική ενικού του επίμοχθος
επίμοχθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίμοχθος
επίμοχθος	adj|formal	επίπονος, κοπιαστικός
επίμοχθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίμοχθος
επίμοχθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίμοχθος
επίμοχθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίμοχθος
επίμυς	noun|formal	ο αρουραίος, δηλαδή το ζώο που ανήκει στο γένος Rattus (οικογένεια Muridae, Μυίδες)
επίναυλε	noun	κλητική ενικού του επίναυλος
επίναυλο	noun	αιτιατική ενικού του επίναυλος
επίναυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίναυλος
επίναυλος	noun	ο επιπλέον ναύλος
επίναυλου	=	επίναυλος
επίναυλους	=	επίναυλος
επίναυλων	=	επίναυλος
επίνεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίνειο
επίνειο	noun	πόλη ή οικισμός με λιμάνι ή όρμο που εξυπηρετεί μια πόλη στην ενδοχώρα (κυρίως μεσογειακή)
επίνειου	=	επίνειο
επίνευση	noun	κίνηση του κεφαλιού που δηλώνει συμφωνία, συγκατάνευση, επιδοκιμασία
επίνευσης	noun	γενική ενικού του επίνευση
επίνοια	noun	το να είναι κανείς επινοητικός.
επίορκα	=	επίορκος
επίορκε	=	επίορκος
επίορκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίορκη
επίορκη	=	επίορκος
επίορκης	=	επίορκος
επίορκο	=	επίορκος
επίορκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίορκος
επίορκος	adj	το πρόσωπο που καταπάτησε τον όρκο του
επίορκου	=	επίορκος
επίορκους	=	επίορκος
επίορκων	=	επίορκος
επίπαγε	noun	κλητική ενικού του επίπαγος
επίπαγο	noun	αιτιατική ενικού του επίπαγος
επίπαγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίπαγος
επίπαγος	noun	η στερεά κρούστα πάγου ή βράχου πάνω σε ένα αντικείμενο, ή και γύρω από αυτό.
επίπαγου	=	επίπαγος
επίπαγους	=	επίπαγος
επίπαγων	=	επίπαγος
επίπαση	noun|formal	το πασπάλισμα
επίπασης	noun	γενική ενικού του επίπαση
επίπασμα	noun|formal	το πασπάλισμα
επίπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπαστο
επίπαστε	adj	κλητική ενικού του επίπαστος
επίπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπαστη
επίπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίπαστος
επίπαστης	adj	γενική ενικού του επίπαστη
επίπαστο	adj	αιτιατική ενικού του επίπαστος
επίπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίπαστος
επίπαστος	adj|formal	πασπαλισμένος
επίπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίπαστος
επίπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίπαστος
επίπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίπαστος
επίπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπεδο	adv	με επίπεδο τρόπο
επίπεδε	adj	κλητική ενικού του επίπεδος
επίπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπεδη
επίπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίπεδος
επίπεδης	adj	γενική ενικού του επίπεδη
επίπεδο	noun	η λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει	adj	αιτιατική ενικού του επίπεδος
επίπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίπεδος
επίπεδος	adj	που η επιφάνειά του ούτε προεξέχει ούτε έχει εσοχές, που είναι ομαλός
επίπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίπεδος
επίπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίπεδος
επίπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίπεδος
επίπλαστή	=	επίπλαστος
επίπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επίπλαστος	adv	με επίπλαστο τρόπο
επίπλαστε	adj	κλητική ενικού του επίπλαστος
επίπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπλαστη
επίπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίπλαστος
επίπλαστης	adj	γενική ενικού του επίπλαστη
επίπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του επίπλαστος
επίπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίπλαστος
επίπλαστος	adj|formal	ψεύτικος, προσποιητός
επίπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίπλαστος
επίπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίπλαστος
επίπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίπλαστος
επίπλεε	=	επιπλέω
επίπλευσε	=	επιπλέω
επίπλευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιπλέω
επίπλευσης	noun	γενική ενικού του επίπλευση
επίπληξε	=	επιπλήττω
επίπληξη	noun	η αυστηρή παρατήρηση, η οποία γίνεται, προφορικώς ή γραπτώς, σε κάποιον που διέπραξε σφάλμα, με σκοπό τη βελτίωση ή την τιμωρία του
επίπληξης	noun	γενική ενικού του επίπληξη
επίπληττε	=	επιπλήττω
επίπλοι	=	επίπλους
επίπλοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπλοκο
επίπλοκε	adj	κλητική ενικού του επίπλοκος
επίπλοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπλοκη
επίπλοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίπλοκος
επίπλοκης	adj	γενική ενικού του επίπλοκη
επίπλοκο	adj	αιτιατική ενικού του επίπλοκος
επίπλοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίπλοκος
επίπλοκος	adj|rare	άλλη μορφή του περίπλοκος
επίπλοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίπλοκος
επίπλοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίπλοκος
επίπλοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίπλοκος
επίπλου	noun	γενική ενικού του έπιπλο
επίπλουν	noun	πτυχή του περιτόναιου
επίπλους	noun|archaic	η επίθεση με πλοίο εναντίον εχθρικού πλοίου ή στόλου
επίπλων	noun	γενική πληθυντικού του έπιπλο
επίπλωνα	=	επιπλώνω
επίπλωναν	=	επιπλώνω
επίπλωνε	=	επιπλώνω
επίπλωνες	=	επιπλώνω
επίπλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επίπλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επίπλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επίπλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επίπλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιπλώνω
επίπλωσης	noun	γενική ενικού του επίπλωση
επίπνοια	noun|archaic	η θεία έμπνευση, η επιφοίτηση
επίπνοιας	noun	γενική ενικού του επίπνοια
επίπνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπνοια
επίπονα	adv	με μεγάλο κόπο, κουραστικά
επίπονε	adj	κλητική ενικού του επίπονος
επίπονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του επίπονος
επίπονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του επίπονος
επίπονης	adj	γενική ενικού του επίπονη
επίπονο	adj	αιτιατική ενικού του επίπονος
επίπονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίπονος
επίπονος	adj	που γίνεται με μεγάλο κόπο, με μεγάλη κούραση
επίπονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίπονος
επίπονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίπονος
επίπονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίπονος
επίπτωση	noun	η επίδραση (συνήθως με αρνητική έννοια)
επίπτωσης	noun	γενική ενικού του επίπτωση
επίρραπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίρραπτο
επίρραπτε	adj	κλητική ενικού του επίρραπτος
επίρραπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίρραπτη
επίρραπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίρραπτος
επίρραπτης	adj	γενική ενικού του επίρραπτη
επίρραπτο	adj	αιτιατική ενικού του επίρραπτος
επίρραπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίρραπτος
επίρραπτος	adj	ραμμένος από πάνω
επίρραπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίρραπτος
επίρραπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίρραπτος
επίρραπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίρραπτος
επίρρημα	noun	άκλιτη λέξη που συνοδεύει ρήματα, επίθετα ή άλλα επιρρήματα προσδιορίζοντας τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο, την ποσότητα κλπ
επίρρινα	=	επίρρινος
επίρρινε	=	επίρρινος
επίρρινες	=	επίρρινος
επίρρινη	=	επίρρινος
επίρρινης	=	επίρρινος
επίρρινο	=	επίρρινος
επίρρινοι	=	επίρρινος
επίρρινος	adj|formal	που βρίσκεται πάνω στη μύτη
επίρρινου	=	επίρρινος
επίρρινους	=	επίρρινος
επίρρινων	=	επίρρινος
επίρριψη	noun|formal	καταλογισμός ευθύνης, απόδοση ευθύνης
επίρρωση	noun|formal	ενίσχυση
επίρρωσης	noun	γενική ενικού του επίρρωση
επίρρωσις	noun	Αύξηση της δυνάμεως, ενδυνάμωση, ενίσχυση.
επίσαγμα	noun|formal	το σαμάρι
επίσαξη	noun|formal	σαμάρωμα
επίσαξης	noun	γενική ενικού του επίσαξη
επίσαξις	noun|archaic	άλλη μορφή του επίσαξη
επίσειε	=	επισείω
επίσεισε	=	επισείω
επίσημα	noun	σφραγίδα ή άλλο διακριτικό, αναγνωριστικό σημάδι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσημο, ουδέτερο του επίσημος
επίσημε	adj	κλητική ενικού του επίσημος
επίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσημη
επίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίσημος
επίσημης	adj	γενική ενικού του επίσημη
επίσημο	adj	αιτιατική ενικού του επίσημος
επίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίσημος
επίσημος	adj	που έχει δημόσιο και ίσως πανηγυρικό χαρακτήρα και διαστάσεις
επίσημου	adj	γενική ενικού του επίσημος
επίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίσημος
επίσημων	adj	γενική πληθυντικού του επίσημος
επίσης	adv	χρησιμοποιείται μονολεκτικά για ανταπόδοση ευχής
επίσκεψη	noun	το να πάει κάποιος (ή να έρθει) σε κάποιον και η παραμονή μαζί του
επίσκεψης	noun	γενική ενικού του επίσκεψη
επίσκοπε	noun	κλητική ενικού του επίσκοπος
επίσκοπο	noun	αιτιατική ενικού του επίσκοπος
επίσκοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίσκοπος
επίσκοπος	noun	ο ανώτερος ιεραρχικός εκκλησιαστικός βαθμός
επίσκοπου	=	επίσκοπος
επίσκοπους	=	επίσκοπος
επίσκοπων	=	επίσκοπος
επίσπευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού επισπεύδω
επίσπευσης	noun	γενική ενικού του επίσπευση
επίσταθμα	=	επίσταθμος
επίσταθμε	=	επίσταθμος
επίσταθμες	=	επίσταθμος
επίσταθμη	=	επίσταθμος
επίσταθμης	=	επίσταθμος
επίσταθμο	=	επίσταθμος
επίσταθμοι	=	επίσταθμος
επίσταθμος	noun	επιμελητής μιας επισταθμίας	adj	που βρίσκεται σταθμευμένος σε έναν τόπο
επίσταθμου	=	επίσταθμος
επίσταθμους	=	επίσταθμος
επίσταθμων	=	επίσταθμος
επίσταξη	noun	η αιμορραγία από την μύτη
επίσταξης	noun	γενική ενικού του επίσταξη
επίσταση	noun|formal	το σταμάτημα, στάση, έμφραξη
επίστασης	noun	γενική ενικού του επίσταση
επίστεγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίστεγο
επίστεγε	adj	κλητική ενικού του επίστεγος
επίστεγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίστεγη
επίστεγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίστεγος
επίστεγης	adj	γενική ενικού του επίστεγη
επίστεγο	noun	το τελευταίο τμήμα, ή υπερκείμενο μεγάλου στεγάσματος
επίστεγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίστεγος
επίστεγος	adj	που βρίσκεται στη στέγη
επίστεγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίστεγος
επίστεγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίστεγος
επίστεγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίστεγος
επίστεψη	noun	η στέψη της κεφαλής ή μιας κορυφής (με στεφάνι)
επίστεψης	noun	γενική ενικού του επίστεψη
επίστομα	adv|rare	μπρούμυτα
επίστρατε	noun	κλητική ενικού του επίστρατος
επίστρατο	noun	αιτιατική ενικού του επίστρατος
επίστρατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίστρατος
επίστρατος	noun	έφεδρος που τον έχουν επιστρατεύσει ή θα μπορούσαν να τον επιστρατεύσουν, όταν γίνεται επιστράτευση
επίστρατου	noun	γενική ενικού του επίστρατος
επίστρατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίστρατος
επίστρατων	noun	γενική πληθυντικού του επίστρατος
επίστρεφε	=	επιστρέφω
επίστρεψε	=	επιστρέφω
επίστρωμα	noun	άνω στρώση
επίστρωνα	=	επιστρώνω
επίστρωναν	=	επιστρώνω
επίστρωνε	=	επιστρώνω
επίστρωνες	=	επιστρώνω
επίστρωσα	=	επιστρώνω
επίστρωσαν	=	επιστρώνω
επίστρωσε	=	επιστρώνω
επίστρωσες	=	επιστρώνω
επίστρωση	noun	το στρώσιμο μιας επιφάνειας με κάποιο υλικό
επίστρωσης	noun	γενική ενικού του επίστρωση
επίσχεση	noun	αναβολή, καθυστέρηση
επίσχεσης	noun	γενική ενικού του επίσχεση
επίσωμα	noun	τμήμα DNA ως επιπλέον υλικό από το κυρίως γονιδίωμα ενός κυττάρου
επίσωτρα	=	επίσωτρος
επίσωτρε	=	επίσωτρος
επίσωτρες	=	επίσωτρος
επίσωτρη	=	επίσωτρος
επίσωτρης	=	επίσωτρος
επίσωτρο	=	επίσωτρος
επίσωτροι	=	επίσωτρος
επίσωτρος	adj	που έχει σχέση με το επίσωτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό
επίσωτρου	=	επίσωτρος
επίσωτρους	=	επίσωτρος
επίσωτρων	=	επίσωτρος
επίτακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτακτο
επίτακτος	adj|rare	άλλη μορφή του επιταγμένος
επίταξα	=	επιτάσσω
επίταξαν	=	επιτάσσω
επίταξε	=	επιτάσσω
επίταξες	=	επιτάσσω
επίταξη	noun	διαταγή, προσταγή
επίταξης	noun	γενική ενικού του επίταξη
επίταση	noun	η αύξηση έντασης, το δυνάμωμα
επίτασης	noun	γενική ενικού του επίταση
επίτασσα	=	επιτάσσω
επίτασσαν	=	επιτάσσω
επίτασσε	=	επιτάσσω
επίτασσες	=	επιτάσσω
επίτευγμα	noun	το κατόρθωμα, το σημαντικό αποτέλεσμα ύστερα από προσπάθεια
επίτευξη	noun	η εκπλήρωση, η επιτυχία
επίτευξης	noun	γενική ενικού του επίτευξη
επίτηδες	adv	ηθελημένα, με συγκεκριμένο σκοπό ή για συγκεκριμένο λόγο και όχι κατά λάθος ή τυχαία
επίτιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτιμο
επίτιμε	adj	κλητική ενικού του επίτιμος
επίτιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτιμη
επίτιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίτιμος
επίτιμης	adj	γενική ενικού του επίτιμη
επίτιμο	adj	αιτιατική ενικού του επίτιμος
επίτιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίτιμος
επίτιμος	adj	που έχει κάποιον τίτλο, ο οποίος του αποδόθηκε τιμητικά, αλλά όχι και τα αντίστοιχα καθήκοντα ή δικαιώματα
επίτιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίτιμος
επίτιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίτιμος
επίτιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίτιμος
επίτιτλα	=	επίτιτλο
επίτιτλε	=	επίτιτλος
επίτιτλο	noun	δευτερεύων τίτλος που συμπληρώνει, διευκρινίζει ή εξειδικεύει τον κύριο τίτλο
επίτιτλοι	=	επίτιτλος
επίτιτλος	noun	άλλη μορφή του επίτιτλο
επίτιτλου	=	επίτιτλο
επίτιτλους	=	επίτιτλος
επίτιτλων	=	επίτιτλο
επίτοιχος	adj|rare	άλλη μορφή του επιτοίχιος
επίτοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτοκο
επίτοκε	adj	κλητική ενικού του επίτοκος
επίτοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτοκη
επίτοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίτοκος
επίτοκης	adj	γενική ενικού του επίτοκη
επίτοκο	adj	αιτιατική ενικού του επίτοκος
επίτοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίτοκος
επίτοκος	noun|formal	το θηλυκό ον (άνθρωπος, ζώο...) που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης	adj|formal	που είναι έτοιμο να γεννήσει
επίτοκου	adj	γενική ενικού του επίτοκος
επίτοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίτοκος
επίτοκων	adj	γενική πληθυντικού του επίτοκος
επίτομα	adv	με επίτομο τρόπο, συνοπτικά
επίτομε	adj	κλητική ενικού του επίτομος
επίτομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτομη
επίτομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίτομος
επίτομης	adj	γενική ενικού του επίτομη
επίτομο	adj	αιτιατική ενικού του επίτομος
επίτομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίτομος
επίτομος	adj	που αποτελείται από έναν τόμο
επίτομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίτομος
επίτομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίτομος
επίτομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίτομος
επίτονο	=	επίτονος
επίτονοι	=	επίτονος
επίτονος	noun|formal	ξάρτι
επίτονου	=	επίτονος
επίτονους	=	επίτονος
επίτονων	=	επίτονος
επίτοπε	=	επίτοπος
επίτοπο	=	επίτοπος
επίτοποι	=	επίτοπος
επίτοπος	noun	τμήμα αντιγόνου που αναγνωρίζεται και δεσμεύεται ειδικά από αντίσωμα ή υποδοχέα λεμφοκυττάρου, προκαλώντας ανοσολογική απόκριση
επίτοπου	=	επίτοπος
επίτοπους	=	επίτοπος
επίτοπων	=	επίτοπος
επίτρεπε	=	επιτρέπω
επίτρεψε	=	επιτρέπω
επίτροπε	noun	κλητική ενικού του επίτροπος
επίτροπο	noun	αιτιατική ενικού του επίτροπος
επίτροποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίτροπος
επίτροπος	noun	που έχει την επίσημη ευθύνη να διαχειρίζεται ή να διοικεί κάτι, είναι υπεύθυνος για κάποιον κ.λπ.
επίτροπου	=	επίτροπος
επίφαση	noun	η εξωτερική, επιφανειακή όψη μιας κατάστασης ή γεγονότος
επίφασης	noun	γενική ενικού του επίφαση
επίφθεγμα	noun|formal	η επωδός, το τσάκισμα
επίφθονα	=	επίφθονος
επίφθονε	=	επίφθονος
επίφθονες	=	επίφθονος
επίφθονη	=	επίφθονος
επίφθονης	=	επίφθονος
επίφθονο	=	επίφθονος
επίφθονοι	=	επίφθονος
επίφθονος	adj|formal	που προκαλεί τον φθόνο
επίφθονου	=	επίφθονος
επίφθονους	=	επίφθονος
επίφθονων	=	επίφθονος
επίφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (επίφοβο) του επίφοβος
επίφοβε	=	επίφοβος
επίφοβες	=	επίφοβος
επίφοβη	=	επίφοβος
επίφοβης	=	επίφοβος
επίφοβο	=	επίφοβος
επίφοβοι	=	επίφοβος
επίφοβος	adj	που προκαλεί φόβο εξαιτίας της επικινδυνότητάς του
επίφοβου	=	επίφοβος
επίφοβους	=	επίφοβος
επίφοβων	=	επίφοβος
επίφυση	noun	το τελικό, συνήθως διογκωμένο τμήμα ενός μακρού οστού, που αρθρώνεται με γειτονικά οστά και συμβάλλει στη διαμόρφωση και λειτουργία της άρθρωσης
επίφυσης	noun	γενική ενικού του επίφυση
επίφυσις	=	επίφυση
επίφυτα	=	επίφυτο
επίφυτο	noun	φυτό που αναπτύσσεται πάνω σε άλλο φυτό, το οποίο χρησιμοποιεί ως στήριγμα χωρίς να παρασιτεί, αντλώντας νερό και θρεπτικές ουσίες κυρίως από τον αέρα, τη βροχή και τα υπολείμματα του περιβάλλοντος
επίφυτου	=	επίφυτο
επίφυτων	=	επίφυτο
επίχαιρε	=	επιχαίρω
επίχαρις	adj|archaic	χαριτωμένος
επίχειρα	noun|formal	το αποτέλεσμα των ενεργειών κάποιου, η πληρωμή, ή τιμωρία για κάτι κακό που έκανε
επίχειρων	=	επίχειρα
επίχριση	noun	το σκέπασμα, η επάλειψη, το άλειμμα, η επικάλυψη μιας επιφάνειας με κάποια ρευστή ουσία που μετέπειτα στερεοποιείται
επίχρισης	noun	γενική ενικού του επίχριση
επίχρισμα	noun	επίχριση
επίχριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίχριστο
επίχριστε	adj	κλητική ενικού του επίχριστος
επίχριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίχριστη
επίχριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίχριστος
επίχριστης	adj	γενική ενικού του επίχριστη
επίχριστο	adj	αιτιατική ενικού του επίχριστος
επίχριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίχριστος
επίχριστος	adj|formal	που έχει επιχριστεί
επίχριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίχριστος
επίχριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίχριστος
επίχριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίχριστος
επίχρυσα	=	επίχρυσος
επίχρυσε	=	επίχρυσος
επίχρυσες	=	επίχρυσος
επίχρυση	=	επίχρυσος
επίχρυσης	=	επίχρυσος
επίχρυσο	=	επίχρυσος
επίχρυσοι	=	επίχρυσος
επίχρυσος	adj	που έχει επιχρυσωθεί, που έχει καλυφτεί με λεπτό στρώμα χρυσού
επίχρυσου	=	επίχρυσος
επίχρυσους	=	επίχρυσος
επίχρυσων	=	επίχρυσος
επίχωμα	noun	σωρός χώματος και άλλων υλικών που ανυψώνει το έδαφος ή γεμίζει κάποιο κοίλωμα
επίχωση	noun	η σταδιακή κάλυψη ενός εδαφικού στρώματος από ένα άλλο
επίχωσης	noun	γενική ενικού του επίχωση
επίψαυση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιψαύω
επίψαυσης	noun	γενική ενικού του επίψαυση
επίψογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίψογο
επίψογε	adj	κλητική ενικού του επίψογος
επίψογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίψογη
επίψογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επίψογος
επίψογης	adj	γενική ενικού του επίψογη
επίψογο	adj	αιτιατική ενικού του επίψογος
επίψογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επίψογος
επίψογος	adj|formal	αξιοκατάκριτος, επίμεμπτος
επίψογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επίψογος
επίψογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επίψογος
επίψογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επίψογος
επα	abbrev	Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης: κρατικό πλαίσιο σχεδιασμού και χρηματοδότησης αναπτυξιακών έργων από εθνικούς δημόσιους πόρους
επαΐον	=	επαΐων
επαΐοντα	=	επαΐων
επαΐοντας	=	επαΐων
επαΐοντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαΐων
επαΐοντος	=	επαΐων
επαΐουσα	=	επαΐων
επαΐουσας	=	επαΐων
επαΐουσες	=	επαΐων
επαΐων	noun|formal	επαΐων	adj|formal	που είναι γνώστης ενός αντικειμένου σε πολύ μεγάλο βαθμό
επαέ	adv	εδώ, εδώ επάνω, εδώ που είμαι, εδώ κοντά που δείχνω
επαίνει	=	επαινώ
επαίνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαίνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαίνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαίνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαίνεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαινώ
επαίνεσης	noun	γενική ενικού του επαίνεση
επαίνου	=	έπαινος
επαίνους	=	έπαινος
επαίνων	=	έπαινος
επαίρομαι	verb|formal	λειτουργώ με αλαζονεία, με έπαρση
επαίσχυντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαίσχυντος	adv	με επαίσχυντο τρόπο, ντροπιαστικά
επαίσχυντε	adj	κλητική ενικού του επαίσχυντος
επαίσχυντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαίσχυντη
επαίσχυντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαίσχυντος
επαίσχυντης	adj	γενική ενικού του επαίσχυντη
επαίσχυντο	adj	αιτιατική ενικού του επαίσχυντος
επαίσχυντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαίσχυντος
επαίσχυντος	adj|formal	που προκαλεί ντροπή, που επιφέρει αισχύνη
επαίσχυντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαίσχυντος
επαίσχυντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαίσχυντος
επαίσχυντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαίσχυντος
επαίτες	=	επαίτης
επαίτη	=	επαίτης
επαίτης	noun|formal	ο ζητιάνος
επαίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαα	abbrev	Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων Αθηνών: φορέας κοινωνικής μέριμνας που παρέχει υποστήριξη και προστασία σε ανηλίκους οι οποίοι αντιμετωπίζουν κοινωνικά, οικογενειακά ή δικαστικά προβλήματα
επαγάγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επάγω
επαγγέλθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγέλθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγέλθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγέλθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγέλλομαι	verb	υπόσχομαι
επαγγέλλονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα - αποθετικό ρήμα επαγγέλλομαι
επαγγέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάγγελμα
επαγγέλματος	noun	γενική ενικού του επάγγελμα
επαγγελία	noun	η υπόσχεση
επαγγελίας	noun	γενική ενικού του επαγγελία
επαγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελία
επαγγελθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγγέλλομαι
επαγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του επαγγελία
επαγγελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επάγγελμα
επαγγελματία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επαγγελματίας
επαγγελματίας	noun	που ασκεί επάγγελμα
επαγγελματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματίας
επαγγελματίου	=	επαγγελματίας
επαγγελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαγγελματικός	adv	με επαγγελματικό τρόπο
επαγγελματικέ	adj	κλητική ενικού του επαγγελματικός
επαγγελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματική
επαγγελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγγελματικός
επαγγελματικής	adj	γενική ενικού του επαγγελματική
επαγγελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματικός
επαγγελματικοποίηση	noun|formal	η διαδικασία μέσω της οποίας μια δραστηριότητα, ένας θεσμός ή μια ομάδα αποκτά επαγγελματικά χαρακτηριστικά, οργανώνεται βάσει εξειδικευμένων γνώσεων και κανόνων και ασκείται με επαγγελματικά πρότυπα
επαγγελματικοποίησης	=	επαγγελματικοποίηση
επαγγελματικοποιήσεις	=	επαγγελματικοποίηση
επαγγελματικοποιήσεων	=	επαγγελματικοποίηση
επαγγελματικοτήτων	=	επαγγελματικότητα
επαγγελματικού	adj	γενική ενικού του επαγγελματικός
επαγγελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαγγελματικός
επαγγελματικό	adj	αιτιατική ενικού του επαγγελματικός
επαγγελματικός	adj	σχετικός με ένα επάγγελμα ή αυτόν που το ασκεί, τον επαγγελματία
επαγγελματικότητα	noun	άλλη μορφή του επαγγελματισμός
επαγγελματικότητας	=	επαγγελματικότητα
επαγγελματικότητες	=	επαγγελματικότητα
επαγγελματικών	adj	γενική πληθυντικού του επαγγελματικός
επαγγελματικώς	adv|dated	επαγγελματικά
επαγγελματισμέ	noun	κλητική ενικού του επαγγελματισμός
επαγγελματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματισμός
επαγγελματισμού	noun	γενική ενικού του επαγγελματισμός
επαγγελματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επαγγελματισμός
επαγγελματισμό	noun	αιτιατική ενικού του επαγγελματισμός
επαγγελματισμός	noun	η άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων με ευσυνειδησία, υπευθυνότητα και συστηματικότητα
επαγγελματισμών	noun	γενική πληθυντικού του επαγγελματισμός
επαγγελματιών	noun	γενική πληθυντικού του επαγγελματίας
επαγγελματοβιοτέχνες	=	επαγγελματοβιοτέχνης
επαγγελματοβιοτέχνη	=	επαγγελματοβιοτέχνης
επαγγελματοβιοτέχνης	noun	που είναι κατ’ επάγγελμα βιοτέχνης
επαγγελματοβιοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματοβιοτεχνικό
επαγγελματοβιοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματοβιοτεχνική
επαγγελματοβιοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνικής	adj	γενική ενικού του επαγγελματοβιοτεχνική
επαγγελματοβιοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνικού	adj	γενική ενικού του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με επαγγελματοβιοτέχνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επαγγελματοβιοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του επαγγελματοβιοτεχνικός
επαγγελματοβιοτεχνών	=	επαγγελματοβιοτέχνης
επαγγελματοποίηση	noun|formal	άλλη μορφή του επαγγελματικοποίηση
επαγγελματοποίησης	=	επαγγελματοποίηση
επαγγελματοποιήσεις	=	επαγγελματοποίηση
επαγγελματοποιήσεων	=	επαγγελματοποίηση
επαγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελτικό	adv	με επαγγελτικό τρόπο
επαγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του επαγγελτικός
επαγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγγελτική
επαγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγγελτικός
επαγγελτικής	adj	γενική ενικού του επαγγελτική
επαγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγγελτικός
επαγγελτικού	adj	γενική ενικού του επαγγελτικός
επαγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαγγελτικός
επαγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του επαγγελτικός
επαγγελτικός	adj	που έχει σχέση με επαγγελία / υπόσχεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
επαγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του επαγγελτικός
επαγρυπνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήσαν	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνήσανε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγρύπνηση
επαγρυπνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαγρύπνηση
επαγρυπνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαγρύπνηση
επαγρυπνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρυπνεί	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνείς	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνείτε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούμε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούν	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούνε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσα	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσαμε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσαν	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσανε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσατε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσε	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνούσες	=	επαγρυπνώ
επαγρυπνώ	verb	είμαι σε κατάσταση επαγρύπνησης
επαγρυπνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρύπνει	=	επαγρυπνώ
επαγρύπνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρύπνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρύπνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρύπνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαγρυπνώ
επαγρύπνηση	noun	η φροντίδα και διαρκής προσοχή για να εξασφαλιστεί η προστασία από ενδεχόμενο κακό
επαγρύπνησης	noun	γενική ενικού του επαγρύπνηση
επαγωαναγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγωαναγωγικό
επαγωαναγωγικέ	adj	κλητική ενικού του επαγωαναγωγικός
επαγωαναγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγωαναγωγική
επαγωαναγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγωαναγωγικός
επαγωαναγωγικής	adj	γενική ενικού του επαγωαναγωγική
επαγωαναγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγωαναγωγικός
επαγωαναγωγικού	adj	γενική ενικού του επαγωαναγωγικός
επαγωαναγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαγωαναγωγικός
επαγωαναγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του επαγωαναγωγικός
επαγωαναγωγικός	adj	κάποιος ή κάτι που σχετίζεται με πλήρη εξέταση σχέσεων και νοημάτων από το ειδικό στο γενικό κι αντίστροφα
επαγωαναγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του επαγωαναγωγικός
επαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγωγό
επαγωγέ	adj	κλητική ενικού του επαγωγός
επαγωγέα	=	επαγωγέας
επαγωγέας	noun	σύστημα που επαγωγικά δημιουργεί μαγνητικό πεδίο σε μηχανές που παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα
επαγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγωγή
επαγωγέων	=	επαγωγέας
επαγωγή	noun	νοητική λειτουργία που ξεκινάει από το μερικό, το ειδικό και καταλήγει στο γενικός
επαγωγής	adj	γενική ενικού του επαγωγή
επαγωγείς	=	επαγωγέας
επαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαγωγικός	adv	με επαγωγικό τρόπο
επαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του επαγωγικός
επαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαγωγική
επαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαγωγικός
επαγωγικής	adj	γενική ενικού του επαγωγική
επαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγωγικός
επαγωγικού	adj	γενική ενικού του επαγωγικός
επαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαγωγικός
επαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του επαγωγικός
επαγωγικός	adj	συλλογισμός που ξεκινάει από το ειδικό, το μερικό και οδηγείται σε κάτι γενικό
επαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του επαγωγικός
επαγωγικώς	adv|dated	επαγωγικά
επαγωγισμέ	=	επαγωγισμός
επαγωγισμοί	=	επαγωγισμός
επαγωγισμού	=	επαγωγισμός
επαγωγισμούς	=	επαγωγισμός
επαγωγισμό	=	επαγωγισμός
επαγωγισμός	noun	μεταφυσική τεκμηρίωση βάση πεποίθησης (συνήθως θρησκευτικής)
επαγωγισμών	=	επαγωγισμός
επαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαγωγός
επαγωγού	adj	γενική ενικού του επαγωγός
επαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαγωγός
επαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του επαγωγός
επαγωγός	adj|dated	κατανοητός
επαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του επαγωγός
επαγωγώς	adv|formal	με επαγωγό τρόπο
επαγώγιμα	=	επαγώγιμος
επαγώγιμε	=	επαγώγιμος
επαγώγιμες	=	επαγώγιμος
επαγώγιμη	=	επαγώγιμος
επαγώγιμης	=	επαγώγιμος
επαγώγιμο	noun	συσκευή ή τμήμα μηχανής όπου μπορεί να παραχθεί ηλεκτρικό ρεύμα εξ επαγωγής
επαγώγιμοι	=	επαγώγιμος
επαγώγιμος	adj	που γίνεται με επαγωγή
επαγώγιμου	=	επαγώγιμος
επαγώγιμους	=	επαγώγιμος
επαγώγιμων	=	επαγώγιμος
επαε	abbrev	Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών: συλλογικό όργανο που εκπροσωπούσε και συντόνιζε τις επαγγελματικές ποδοσφαιρικές εταιρείες της Ελλάδας και είχε αρμοδιότητες σχετικές με τη διοργάνωση και τη διαχείριση των επαγγελματικών πρωταθλημάτων
επαινέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσαν	=	επαινώ
επαινέσανε	=	επαινώ
επαινέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαίνεση
επαινέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαίνεση
επαινέσου	=	επαινώ
επαινέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέσουνε	=	επαινώ
επαινέστε	=	επαινώ
επαινέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινώ
επαινέτης	noun|rare	αυτός που επαινεί
επαινεί	=	επαινώ
επαινείς	=	επαινώ
επαινείσαι	=	επαινώ
επαινείστε	=	επαινώ
επαινείται	=	επαινώ
επαινείτε	=	επαινώ
επαινείτο	=	επαινώ
επαινεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθήκαν	=	επαινώ
επαινεθήκανε	=	επαινώ
επαινεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεθούνε	=	επαινώ
επαινεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαινούμαι
επαινεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινεμένο
επαινεμένε	verb	κλητική ενικού του επαινεμένος
επαινεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινεμένη
επαινεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαινεμένος
επαινεμένης	verb	γενική ενικού του επαινεμένη
επαινεμένο	verb	αιτιατική ενικού του επαινεμένος
επαινεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαινεμένος
επαινεμένος	=	επαινώ
επαινεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαινεμένος
επαινεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαινεμένος
επαινεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαινεμένος
επαινετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινετό	adv	με επαινετό τρόπο, επαινώντας
επαινετέ	adj	κλητική ενικού του επαινετός
επαινετέα	=	επαινετέος
επαινετέας	=	επαινετέος
επαινετέε	=	επαινετέος
επαινετέες	=	επαινετέος
επαινετέο	=	επαινετέος
επαινετέοι	=	επαινετέος
επαινετέος	adj	που πρέπει να επαινείται
επαινετέου	=	επαινετέος
επαινετέους	=	επαινετέος
επαινετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινετή
επαινετέων	=	επαινετέος
επαινετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαινετός
επαινετής	adj	γενική ενικού του επαινετή
επαινετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαινετικός	adv	με επαινετικό τρόπο, εκφράζοντας καλά λόγια
επαινετικέ	adj	κλητική ενικού του επαινετικός
επαινετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινετική
επαινετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαινετικός
επαινετικής	adj	γενική ενικού του επαινετική
επαινετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαινετικός
επαινετικού	adj	γενική ενικού του επαινετικός
επαινετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαινετικός
επαινετικό	adj	αιτιατική ενικού του επαινετικός
επαινετικός	adj	που έχει σχέση με τον έπαινο, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επαινετικών	adj	γενική πληθυντικού του επαινετικός
επαινετικώς	adv|dated	επαινετικά
επαινετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαινετός
επαινετού	adj	γενική ενικού του επαινετός
επαινετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαινετός
επαινετό	adj	αιτιατική ενικού του επαινετός
επαινετός	adj|rare	αξιέπαινος
επαινετών	adj	γενική πληθυντικού του επαινετός
επαινετώς	adv|dated	επαινετά
επαινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαινώ
επαινούμασταν	=	επαινώ
επαινούμαστε	=	επαινώ
επαινούμε	=	επαινώ
επαινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινούμενο
επαινούμενε	verb	κλητική ενικού του επαινούμενος
επαινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαινούμενη
επαινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαινούμενος
επαινούμενης	verb	γενική ενικού του επαινούμενη
επαινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επαινούμενος
επαινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαινούμενος
επαινούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επαινώ
επαινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαινούμενος
επαινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαινούμενος
επαινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαινούμενος
επαινούμουν	=	επαινώ
επαινούμουνα	=	επαινώ
επαινούν	=	επαινώ
επαινούνε	=	επαινώ
επαινούνται	=	επαινώ
επαινούνταν	=	επαινώ
επαινούντο	=	επαινώ
επαινούσα	=	επαινώ
επαινούσαμε	=	επαινώ
επαινούσαν	=	επαινώ
επαινούσανε	=	επαινώ
επαινούσατε	=	επαινώ
επαινούσε	=	επαινώ
επαινούσες	=	επαινώ
επαινούσουν	=	επαινώ
επαινούσουνα	=	επαινώ
επαινώ	verb	επιδοκιμάζω (κάποιον ή κάτι) ικανοποιώντας τον (ηθικά)
επαινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαινώ
επαιρόμενος	=	επαίρομαι
επαιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαιτώ
επαιτεία	noun|formal	η ζητιανιά
επαιτείας	noun	γενική ενικού του επαιτεία
επαιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαιτεία
επαιτειών	noun	γενική πληθυντικού του επαιτεία
επαιτώ	verb	ζητιανεύω
επαιτών	=	επαίτης
επακολουθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακολούθημα
επακολουθήματος	noun	γενική ενικού του επακολούθημα
επακολουθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσαν	=	επακολουθώ
επακολουθήσανε	=	επακολουθώ
επακολουθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επακολούθηση
επακολουθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επακολούθηση
επακολουθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθήσουνε	=	επακολουθώ
επακολουθήστε	=	επακολουθώ
επακολουθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολουθία	noun|formal	άλλη μορφή του επακόλουθο / επακολούθηση / επακολούθημα
επακολουθίας	noun	γενική ενικού του επακολουθία
επακολουθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακολουθία
επακολουθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επακολουθώ
επακολουθείς	=	επακολουθώ
επακολουθείτε	=	επακολουθώ
επακολουθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επακολούθημα
επακολουθιών	noun	γενική πληθυντικού του επακολουθία
επακολουθούμε	=	επακολουθώ
επακολουθούν	=	επακολουθώ
επακολουθούνε	=	επακολουθώ
επακολουθούσα	=	επακολουθώ
επακολουθούσαμε	=	επακολουθώ
επακολουθούσαν	=	επακολουθώ
επακολουθούσανε	=	επακολουθώ
επακολουθούσατε	=	επακολουθώ
επακολουθούσε	=	επακολουθώ
επακολουθούσες	=	επακολουθώ
επακολουθώ	verb	ακολουθώ, προκύπτω ως συνέπεια
επακολουθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επακολουθώ
επακολούθει	=	επακολουθώ
επακολούθημα	noun	το αποτέλεσμα του επακολουθώ
επακολούθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολούθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολούθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολούθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επακολουθώ
επακολούθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επακολουθώ
επακολούθησης	noun	γενική ενικού του επακολούθηση
επακουμβήσαμε	=	επακουμβώ
επακουμβήσαν	=	επακουμβώ
επακουμβήσανε	=	επακουμβώ
επακουμβήσατε	=	επακουμβώ
επακουμβήσει	=	επακουμβώ
επακουμβήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακούμβηση
επακουμβήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επακούμβηση
επακουμβήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επακούμβηση
επακουμβήστε	=	επακουμβώ
επακουμβεί	=	επακουμβώ
επακουμβείς	=	επακουμβώ
επακουμβείτε	=	επακουμβώ
επακουμβούμε	=	επακουμβώ
επακουμβούν	=	επακουμβώ
επακουμβούνε	=	επακουμβώ
επακουμβούσα	=	επακουμβώ
επακουμβούσαμε	=	επακουμβώ
επακουμβούσαν	=	επακουμβώ
επακουμβούσανε	=	επακουμβώ
επακουμβούσατε	=	επακουμβώ
επακουμβούσε	=	επακουμβώ
επακουμβούσες	=	επακουμβώ
επακουμβώ	verb|formal	ακουμπώ κάτι χωρίς μεγάλες απώλειες ή ζημιές
επακουμβώντας	=	επακουμβώ
επακούμβει	=	επακουμβώ
επακούμβησα	=	επακουμβώ
επακούμβησαν	=	επακουμβώ
επακούμβησε	=	επακουμβώ
επακούμβησες	=	επακουμβώ
επακούμβηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επακουμβώ, η ελαφρά πρόσκρουση, η επαφή δυο πλοίων
επακούμβησης	noun	γενική ενικού του επακούμβηση
επακούω	verb|formal	ακούω με ευμένεια παράκληση, αίτημα ή ικεσία και ανταποκρίνομαι θετικά, εκπληρώνοντας αυτό που ζητείται
επακριβές	=	επακριβής
επακριβή	=	επακριβής
επακριβής	adj	που είναι εντελώς ακριβής
επακριβείς	=	επακριβής
επακριβούς	=	επακριβής
επακριβών	=	επακριβής
επακριβώς	adv	με επακριβή τρόπο, με μεγάλη ακρίβεια
επακτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακτό	adv	με επακτό τρόπο
επακτέ	adj	κλητική ενικού του επακτός
επακτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακτή
επακτή	noun	ο αριθμός των ημερών της σελήνης την 22η Μαρτίου (ίδιος μ’ αυτόν της 1ης Ιανουαρίου), χρήσιμος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επακτός
επακτής	adj	γενική ενικού του επακτή
επακτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επακτός
επακτού	adj	γενική ενικού του επακτός
επακτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επακτός
επακτό	adj	αιτιατική ενικού του επακτός
επακτός	adj|formal	που επιβάλλεται απ’ έξω ή από πάνω
επακτών	adj	γενική πληθυντικού του επακτός
επακόλουθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακόλουθο
επακόλουθε	adj	κλητική ενικού του επακόλουθος
επακόλουθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επακόλουθη
επακόλουθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επακόλουθος
επακόλουθης	adj	γενική ενικού του επακόλουθη
επακόλουθο	noun	αυτό που προκύπτει ως φυσική συνέπεια, απόρροια μιας προηγούμενης ενέργειας ή κατάστασης
επακόλουθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επακόλουθος
επακόλουθος	adj	που επακολουθεί
επακόλουθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επακόλουθος
επακόλουθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επακόλουθος
επακόλουθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επακόλουθος
επαλ	abbrev	δευτεροβάθμια μονάδα εκπαίδευσης τεχνικού προσανατολισμού στην Ελλάδα
επαλήθευα	=	επαληθεύω
επαλήθευαν	=	επαληθεύω
επαλήθευε	=	επαληθεύω
επαλήθευες	=	επαληθεύω
επαλήθευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαλήθευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαλήθευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαλήθευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαλήθευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαληθεύω
επαλήθευσης	noun	γενική ενικού του επαλήθευση
επαλείμματα	=	επάλειμμα
επαλείμματος	=	επάλειμμα
επαλείφαμε	=	επαλείφω
επαλείφαν	=	επαλείφω
επαλείφανε	=	επαλείφω
επαλείφατε	=	επαλείφω
επαλείφει	=	επαλείφω
επαλείφεις	=	επαλείφω
επαλείφεσαι	=	επαλείφω
επαλείφεσθε	=	επαλείφω
επαλείφεστε	=	επαλείφω
επαλείφεται	=	επαλείφω
επαλείφετε	=	επαλείφω
επαλείφθηκα	=	επαλείφω
επαλείφθηκαν	=	επαλείφω
επαλείφθηκε	=	επαλείφω
επαλείφθηκες	=	επαλείφω
επαλείφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαλείφω
επαλείφομε	=	επαλείφω
επαλείφονται	=	επαλείφω
επαλείφονταν	=	επαλείφω
επαλείφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαλείφω
επαλείφουμε	=	επαλείφω
επαλείφω	verb	αλείφω ομοιόμορφα με παχύρρευστη ουσία μια επιφάνεια
επαλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψαν	=	επαλείφω
επαλείψανε	=	επαλείφω
επαλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαλείφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάλειψη
επαλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του επάλειψη
επαλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του επάλειψη
επαλείψομε	=	επαλείφω
επαλείψου	=	επαλείφω
επαλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαλείφω
επαλειμμάτων	=	επάλειμμα
επαλειπτικά	=	επαλειπτικός
επαλειπτικέ	=	επαλειπτικός
επαλειπτικές	=	επαλειπτικός
επαλειπτική	=	επαλειπτικός
επαλειπτικής	=	επαλειπτικός
επαλειπτικοί	=	επαλειπτικός
επαλειπτικού	=	επαλειπτικός
επαλειπτικούς	=	επαλειπτικός
επαλειπτικό	=	επαλειπτικός
επαλειπτικός	adj	που έχει σχέση με επάλειψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
επαλειπτικών	=	επαλειπτικός
επαλειφθήκαμε	=	επαλείφω
επαλειφθήκαν	=	επαλείφω
επαλειφθήκανε	=	επαλείφω
επαλειφθήκατε	=	επαλείφω
επαλειφθεί	=	επαλείφω
επαλειφθείς	=	επαλείφω
επαλειφθείτε	=	επαλείφω
επαλειφθούμε	=	επαλείφω
επαλειφθώ	=	επαλείφω
επαλειφόμασταν	=	επαλείφω
επαλειφόμαστε	=	επαλείφω
επαλειφόμενος	=	επαλείφω
επαλειφόσασταν	=	επαλείφω
επαλειφόσαστε	=	επαλείφω
επαλειψούλα	noun	υποκοριστικό του επάλειψη
επαλειψούλας	=	επαλειψούλα
επαλειψούλες	=	επαλειψούλα
επαληθευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαληθευμένο
επαληθευμένε	verb	κλητική ενικού του επαληθευμένος
επαληθευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαληθευμένη
επαληθευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαληθευμένος
επαληθευμένης	verb	γενική ενικού του επαληθευμένη
επαληθευμένο	verb	αιτιατική ενικού του επαληθευμένος
επαληθευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαληθευμένος
επαληθευμένος	=	επαληθεύομαι
επαληθευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαληθευμένος
επαληθευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαληθευμένος
επαληθευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαληθευμένος
επαληθευσιμοτήτων	=	επαληθευσιμότητα
επαληθευσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα μιας πληροφορίας, πρότασης, θεωρίας ή διαδικασίας να μπορεί να επαληθευτεί, να ελεγχθεί και να επιβεβαιωθεί με αντικειμενικά στοιχεία, παρατηρήσεις ή αποδείξεις
επαληθευσιμότητας	=	επαληθευσιμότητα
επαληθευσιμότητες	=	επαληθευσιμότητα
επαληθευτήκαμε	=	επαληθεύομαι
επαληθευτήκαν	=	επαληθεύομαι
επαληθευτήκανε	=	επαληθεύομαι
επαληθευτήκατε	=	επαληθεύομαι
επαληθευτεί	=	επαληθεύομαι
επαληθευτείτε	=	επαληθεύομαι
επαληθευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαληθευτικό
επαληθευτικέ	adj	κλητική ενικού του επαληθευτικός
επαληθευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαληθευτική
επαληθευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαληθευτικός
επαληθευτικής	adj	γενική ενικού του επαληθευτική
επαληθευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαληθευτικός
επαληθευτικού	adj	γενική ενικού του επαληθευτικός
επαληθευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαληθευτικός
επαληθευτικό	adj	αιτιατική ενικού του επαληθευτικός
επαληθευτικός	adj	που έχει σχέση με την επαλήθευση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επαληθευτικών	adj	γενική πληθυντικού του επαληθευτικός
επαληθευόμασταν	=	επαληθεύομαι
επαληθευόμαστε	=	επαληθεύομαι
επαληθευόμουν	=	επαληθεύομαι
επαληθευόμουνα	=	επαληθεύομαι
επαληθευόντουσαν	=	επαληθεύομαι
επαληθευόσασταν	=	επαληθεύομαι
επαληθευόσαστε	=	επαληθεύομαι
επαληθευόσουν	=	επαληθεύομαι
επαληθευόσουνα	=	επαληθεύομαι
επαληθευόταν	=	επαληθεύομαι
επαληθευότανε	=	επαληθεύομαι
επαληθεύαμε	=	επαληθεύω
επαληθεύαν	=	επαληθεύω
επαληθεύανε	=	επαληθεύω
επαληθεύατε	=	επαληθεύω
επαληθεύει	=	επαληθεύω
επαληθεύεις	=	επαληθεύω
επαληθεύεσαι	=	επαληθεύομαι
επαληθεύεστε	=	επαληθεύομαι
επαληθεύεται	=	επαληθεύομαι
επαληθεύετε	=	επαληθεύω
επαληθεύομαι	verb	αποδεικνύομαι αληθινός· κάτι εξακριβώνεται ότι ισχύει, ότι είναι σωστό
επαληθεύονται	=	επαληθεύομαι
επαληθεύονταν	=	επαληθεύομαι
επαληθεύοντας	=	επαληθεύω
επαληθεύου	=	επαληθεύομαι
επαληθεύουμε	=	επαληθεύω
επαληθεύουν	=	επαληθεύω
επαληθεύουνε	=	επαληθεύω
επαληθεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύσαν	=	επαληθεύω
επαληθεύσανε	=	επαληθεύω
επαληθεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαλήθευση
επαληθεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαλήθευση
επαληθεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαλήθευση
επαληθεύσιμα	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμε	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμες	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμη	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμης	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμο	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμοι	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμος	adj	που μπορεί να επαληθευτεί, να αποδειχθεί ως αληθές
επαληθεύσιμου	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμους	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσιμων	=	επαληθεύσιμος
επαληθεύσου	=	επαληθεύομαι
επαληθεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαληθεύω
επαληθεύτηκα	=	επαληθεύομαι
επαληθεύτηκαν	=	επαληθεύομαι
επαληθεύτηκε	=	επαληθεύομαι
επαληθεύτηκες	=	επαληθεύομαι
επαληθεύω	verb	αποδεικνύω μετά από έλεγχο την αλήθεια ενός ισχυρισμού ή συμπεράσματος
επαλλήλως	adv|dated	επάλληλα
επαλληλία	noun|formal	η διαδοχική σειρά, η αλληλοδιαδοχή, η ακολουθία
επαλληλίας	noun	γενική ενικού του επαλληλία
επαλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαλληλία
επαλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του επαλληλία
επαμ	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα, του οποίου ηγείται ο Δημήτρης Καζάκης
επαμειβόμενα	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενε	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενες	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενη	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενης	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενο	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενοι	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενος	adj	που απονέμεται εκ νέου σε κάθε διοργάνωση ή περίοδο και μεταβιβάζεται στον εκάστοτε νικητή, έως ότου εκπληρωθούν οι όροι για την οριστική κατοχή του
επαμειβόμενου	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενους	=	επαμειβόμενος
επαμειβόμενων	=	επαμειβόμενος
επαμεινώνδα	=	επαμεινώνδας
επαμεινώνδας	noun|slang	το παλτό, που συνηθέστερα ρίχνεται στους ώμους, (στη μάγκικη διάλεκτο)
επαμεινώνδες	=	επαμεινώνδας
επαμεινώνδων	=	επαμεινώνδας
επαμεινώντας	=	επαμεινώνδας
επαμφοτέριζα	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτέριζαν	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτέριζε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτέριζες	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζαμε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζαν	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζανε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζατε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζει	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζεις	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζετε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζομε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζον	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζοντα	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζοντας	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζοντες	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζοντος	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζουμε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζουν	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζουνε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίζουσα	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζουσας	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζουσες	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτερίζω	verb|formal	φέρομαι πότε με κάποιον τρόπο και πότε με κάποιον διαφορετικό
επαμφοτερίζων	verb|formal	που επαμφοτερίζει
επαμφοτερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσαν	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσανε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτερίστε	=	επαμφοτερίζω
επαμφοτερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαμφοτερίζω
επαμφοτεριζουσών	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτεριζούσης	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτεριζόντων	=	επαμφοτερίζων
επαμφοτεριζόντως	adv|archaic	κατά επαμφοτερίζοντα / διφορούμενο τρόπο
επαμφοτερισμέ	=	επαμφοτερισμός
επαμφοτερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαμφοτερισμός
επαμφοτερισμού	=	επαμφοτερισμός
επαμφοτερισμούς	=	επαμφοτερισμός
επαμφοτερισμό	=	επαμφοτερισμός
επαμφοτερισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαμφοτερίζω
επαμφοτερισμών	=	επαμφοτερισμός
επανάγω	verb|archaic	επιστρέφω
επανάκαμπτε	=	επανακάμπτω
επανάκαμψε	=	επανακάμπτω
επανάκαμψη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανακάμπτω
επανάκαμψης	=	επανάκαμψη
επανάκληση	noun	callback: συνάρτηση (function) το όνομα (αναγνωριστικό) της οποίας εισάγεται ως πραγματική παράμετρος (argument) σε μια άλλη συνάρτηση (higher-order function), για να τροποποιηθεί κατάλληλα η λειτουργία της
επανάκλησης	=	επανάκληση
επανάκριση	noun	η διαδικασία του επανακρίνω
επανάκρισης	=	επανάκριση
επανάκτα	=	επανακτώ
επανάκταγε	=	επανακτώ
επανάκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανάκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανάκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανάκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανάκτηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού επανακτώ
επανάκτησης	noun	γενική ενικού του επανάκτηση
επανάλαβε	=	επαναλαμβάνω
επανάληψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναλαμβάνω
επανάληψης	noun	γενική ενικού του επανάληψη
επανάπαυση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναπαύω / επαναπαύομαι
επανάπαυσης	=	επανάπαυση
επανάπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανάπλους
επανάπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επανάπλους
επανάπλουν	noun|formal	αιτιατική ενικού του επανάπλους
επανάπλους	noun	διακοπή πλου προορισμού και επιστροφή στο σημείο αναχώρησης (λιμάνι, όρμος, κ.λπ.)
επανάπλων	noun	γενική πληθυντικού του επανάπλους
επανάσταση	noun	η εξέγερση κοινωνικών ομάδων ή λαών, με στόχους την απελευθέρωση από κάποιον δυνάστη, την ένωση με κάποια κρατική οντότητα, την απόκτηση της εξουσίας και την πραγματοποίηση αλλαγών στον οικονομικό, πολιτισμικό και άλλους τομείς
επανάστασης	noun	γενική ενικού του επανάσταση
επανάφερα	=	επαναφέρω
επανάφεραν	=	επαναφέρω
επανάφερε	=	επαναφέρω
επανάφερες	=	επαναφέρω
επανάχρηση	noun	η εκ νέου χρήση ή χρησιμοποίηση
επανάχρησης	noun	γενική ενικού του επανάχρηση
επανέκαμπτα	=	επανακάμπτω
επανέκαμπταν	=	επανακάμπτω
επανέκαμπτε	=	επανακάμπτω
επανέκαμπτες	=	επανακάμπτω
επανέκαμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανέκαμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανέκαμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανέκαμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανέκδοση	noun	η εκ νέου έκδοση ενός κειμένου (βιβλίου, συνήθως) με σημαντικές διαφορές από την πρώτη του έκδοση, χάρη στις οποίες το κείμενο σημειώνεται διαφορετικά στη βιβλιογραφία
επανέκδοσης	noun	γενική ενικού του επανέκδοση
επανέκφραση	noun	η εκ νέου έκφραση, η έκφραση με άλλα λόγια
επανέκφρασης	noun	γενική ενικού του επανέκφραση
επανέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επανέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επανέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επανέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επανέλεγχε	=	επανέλεγχος
επανέλεγχο	=	επανέλεγχος
επανέλεγχοι	=	επανέλεγχος
επανέλεγχος	noun	ο εκ νέου έλεγχος
επανέλεγχου	=	επανέλεγχος
επανέλεγχους	=	επανέλεγχος
επανέλεγχων	=	επανέλεγχος
επανέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανέναρξη	noun	η εκ νέου έναρξη
επανέναρξης	=	επανέναρξη
επανένταξαν	=	επανενέταξαν
επανένταξες	=	επανενέταξες
επανένταξη	noun	η εκ νέου ένταξη, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επανεντάσσω
επανένταξης	noun	γενική ενικού του επανένταξη
επανένωση	noun	η εκ νέου ένωση
επανένωσης	=	επανένωση
επανέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επανέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επανέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επανέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επανέρχεται	=	επανέρχομαι
επανέρχομαι	verb	επιστρέφω σε έναν τόπο από τον οποίο είχα φύγει
επανέφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναφέρω
επανέφεραν	=	επαναφέρω
επανέφερε	=	επαναφέρω
επανέφερες	=	επαναφέρω
επανήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανέρχομαι
επανίδρυα	=	επανιδρύω
επανίδρυαν	=	επανιδρύω
επανίδρυε	=	επανιδρύω
επανίδρυες	=	επανιδρύω
επανίδρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανίδρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανίδρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανίδρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανίδρυση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επανιδρύω
επανίδρυσης	=	επανίδρυση
επαναβίωνα	=	επαναβιώνω
επαναβίωναν	=	επαναβιώνω
επαναβίωνε	=	επαναβιώνω
επαναβίωνες	=	επαναβιώνω
επαναβίωσα	=	επαναβιώνω
επαναβίωσαν	=	επαναβιώνω
επαναβίωσε	=	επαναβιώνω
επαναβίωσες	=	επαναβιώνω
επαναβίωση	noun	η εκ νέου έντονη βίωση μιας παλαιότερης εμπειρίας ή γεγονότος μέσα στη μνήμη και το συναίσθημα, σαν να συμβαίνει ξανά στο παρόν
επαναβίωσης	=	επαναβίωση
επαναβεβαίωνα	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωναν	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωνε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωνες	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαίωση	noun	η εκ νέου βεβαίωση
επαναβεβαίωσης	=	επαναβεβαίωση
επαναβεβαιώναμε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώναν	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνανε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνατε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνει	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνεις	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνετε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνοντας	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνουμε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνουν	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνουνε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώνω	verb|formal	βεβαιώνω εκ νέου, για δεύτερη φορά, επιπρόσθετα
επαναβεβαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσαν	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσανε	=	επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναβεβαίωση
επαναβεβαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσεων	=	επαναβεβαίωση
επαναβεβαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβεβαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναβεβαιώνω
επαναβιώναμε	=	επαναβιώνω
επαναβιώναν	=	επαναβιώνω
επαναβιώνανε	=	επαναβιώνω
επαναβιώνατε	=	επαναβιώνω
επαναβιώνει	=	επαναβιώνω
επαναβιώνεις	=	επαναβιώνω
επαναβιώνετε	=	επαναβιώνω
επαναβιώνοντας	=	επαναβιώνω
επαναβιώνουμε	=	επαναβιώνω
επαναβιώνουν	=	επαναβιώνω
επαναβιώνουνε	=	επαναβιώνω
επαναβιώνω	verb	βιώνω εκ νέου έντονα μια παλαιότερη εμπειρία ή ένα γεγονός μέσα από τη μνήμη και το συναίσθημα, σαν να συμβαίνει ξανά στο παρόν
επαναβιώσαμε	=	επαναβιώνω
επαναβιώσαν	=	επαναβιώνω
επαναβιώσανε	=	επαναβιώνω
επαναβιώσατε	=	επαναβιώνω
επαναβιώσει	=	επαναβιώνω
επαναβιώσεις	=	επαναβίωση
επαναβιώσεων	=	επαναβίωση
επαναβιώστε	=	επαναβιώνω
επαναβλέπω	verb	ξαναβλέπω
επαναγγείωση	noun	η χειρουργική αποκατάσταση των (αιμοφόρων ή άλλων) αγγείων ενός οργανισμού
επαναγγείωσης	=	επαναγγείωση
επαναγγειώσεις	=	επαναγγείωση
επαναγγειώσεων	=	επαναγγείωση
επαναγορά	noun	η εκ νέου αγορά
επαναγοράζαμε	=	επαναγοράζω
επαναγοράζαν	=	επαναγοράζω
επαναγοράζανε	=	επαναγοράζω
επαναγοράζατε	=	επαναγοράζω
επαναγοράζει	=	επαναγοράζω
επαναγοράζεις	=	επαναγοράζω
επαναγοράζετε	=	επαναγοράζω
επαναγοράζοντας	=	επαναγοράζω
επαναγοράζουμε	=	επαναγοράζω
επαναγοράζουν	=	επαναγοράζω
επαναγοράζουνε	=	επαναγοράζω
επαναγοράζω	verb	αγοράζω εκ νέου
επαναγοράς	=	επαναγορά
επαναγοράσαμε	=	επαναγοράζω
επαναγοράσαν	=	επαναγοράζω
επαναγοράσανε	=	επαναγοράζω
επαναγοράσατε	=	επαναγοράζω
επαναγοράσει	=	επαναγοράζω
επαναγοράστε	=	επαναγοράζω
επαναγορές	=	επαναγορά
επαναγορών	=	επαναγορά
επαναγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναγωγή
επαναγωγή	noun|archaic	επιστροφή
επαναγωγής	=	επαναγωγή
επαναγωγών	=	επαναγωγή
επαναγόραζα	=	επαναγοράζω
επαναγόραζαν	=	επαναγοράζω
επαναγόραζε	=	επαναγοράζω
επαναγόραζες	=	επαναγοράζω
επαναγόρασα	=	επαναγοράζω
επαναγόρασαν	=	επαναγοράζω
επαναγόρασε	=	επαναγοράζω
επαναγόρασες	=	επαναγοράζω
επαναδίπλωση	noun	επανάληψη αναδίπλωσης
επαναδίπλωσης	=	επαναδίπλωση
επαναδημοσίευα	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευαν	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευες	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευσα	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευσαν	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευσε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευσες	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναδημοσιεύω
επαναδημοσίευσης	=	επαναδημοσίευση
επαναδημοσιεύαμε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύαν	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύανε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύατε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύει	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύεις	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύετε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύοντας	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύουμε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύουν	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύουνε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύσαμε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύσαν	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύσανε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύσατε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύσει	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύσεις	=	επαναδημοσίευση
επαναδημοσιεύσεων	=	επαναδημοσίευση
επαναδημοσιεύστε	=	επαναδημοσιεύω
επαναδημοσιεύω	verb	δημοσιεύω ξανά κείμενο, εικόνα, στοιχείο ή άλλο υλικό που έχει ήδη δημοσιευτεί, με ή χωρίς τροποποίηση
επαναδιάταξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναδιατάσσω
επαναδιαμορφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναδιαμόρφωση
επαναδιαμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναδιαμόρφωση
επαναδιαμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναδιαμόρφωση
επαναδιαμόρφωση	noun	η εκ νέου διαμόρφωση
επαναδιαμόρφωσης	noun	γενική ενικού του επαναδιαμόρφωση
επαναδιαπραγμάτευση	noun	διαπραγμάτευση ξανά από την αρχή
επαναδιαπραγμάτευσης	=	επαναδιαπραγμάτευση
επαναδιαπραγματευμένος	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευτήκαμε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευτήκαν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευτήκανε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευτήκατε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευτεί	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευτείτε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόμασταν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόμαστε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόμουν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόμουνα	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόντουσαν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόσασταν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόσαστε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόσουν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόσουνα	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευόταν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματευότανε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύεσαι	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύεστε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύεται	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύομαι	verb	διαπραγματεύομαι ξανά, απ’ την αρχή, ξαναρχίζω τις διαπραγματεύσεις
επαναδιαπραγματεύονται	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύονταν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύου	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναδιαπραγμάτευση
επαναδιαπραγματεύσεων	=	επαναδιαπραγμάτευση
επαναδιαπραγματεύσου	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύτηκα	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύτηκαν	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύτηκε	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιαπραγματεύτηκες	=	επαναδιαπραγματεύομαι
επαναδιασταυρώσεις	=	επαναδιασταύρωση
επαναδιασταυρώσεων	=	επαναδιασταύρωση
επαναδιασταύρωση	noun	γενετικός όρος περιγραφής σύζευξης υβριδίου οργανισμού με οργανισμό μητρικού τύπου.
επαναδιασταύρωσης	=	επαναδιασταύρωση
επαναδιατάσσω	verb	επιχειρώ εκ νέου αναδιάταξη πραγμάτων, προσώπων ή υπηρεσιών
επαναδιατυπώνω	verb	διατυπώνω ξανά
επαναδιατυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναδιατύπωση
επαναδιατυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώσεων	=	επαναδιατύπωση
επαναδιατυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναδιατυπώνω
επαναδιατύπωση	noun	η νέα διατύπωση
επαναδιατύπωσης	=	επαναδιατύπωση
επαναδιορίζαμε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζαν	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζανε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζατε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζει	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζεις	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζετε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζομαι	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζοντας	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζουμε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζουν	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζουνε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίζω	verb	διορίζω εκ νέου
επαναδιορίσαμε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίσαν	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίσανε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίσατε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίσει	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίστε	=	επαναδιορίζω
επαναδιορίστηκα	=	επαναδιορίζω
επαναδιορισμέ	noun	κλητική ενικού του επαναδιορισμός
επαναδιορισμενος	=	επαναδιορίζω
επαναδιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναδιορισμός
επαναδιορισμού	noun	γενική ενικού του επαναδιορισμός
επαναδιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επαναδιορισμός
επαναδιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του επαναδιορισμός
επαναδιορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναδιορίζω
επαναδιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του επαναδιορισμός
επαναδιοχέτευα	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευαν	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευες	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευσα	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευσαν	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευσε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχέτευσες	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύαμε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύαν	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύανε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύατε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύει	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύεις	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύετε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύοντας	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύουμε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύουν	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύουνε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύσαμε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύσαν	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύσανε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύσατε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύσει	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύστε	=	επαναδιοχετεύω
επαναδιοχετεύω	verb	διοχετεύω εκ νέου
επαναδιπλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναδίπλωση
επαναδιπλώσεων	=	επαναδίπλωση
επαναδιόριζα	=	επαναδιορίζω
επαναδιόριζαν	=	επαναδιορίζω
επαναδιόριζε	=	επαναδιορίζω
επαναδιόριζες	=	επαναδιορίζω
επαναδιόρισα	=	επαναδιορίζω
επαναδιόρισαν	=	επαναδιορίζω
επαναδιόρισε	=	επαναδιορίζω
επαναδιόρισες	=	επαναδιορίζω
επαναδραστηριοποίει	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποίησα	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποίησαν	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποίησε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποίησες	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποίηση	noun	αναδραστηριοποίηση, δραστηριοποίηση εκ νέου, η έξοδος από την αδράνεια (ατόμου, τομέα, επιχείρησης)
επαναδραστηριοποίησης	noun	γενική ενικού του επαναδραστηριοποίηση
επαναδραστηριοποιήσαμε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιήσαν	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιήσανε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιήσατε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιήσει	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναδραστηριοποίηση
επαναδραστηριοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναδραστηριοποίηση
επαναδραστηριοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναδραστηριοποίηση
επαναδραστηριοποιήστε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιεί	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιείς	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιείτε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούμε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούν	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούνε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσα	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσαμε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσαν	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσανε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσατε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσε	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιούσες	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναδραστηριοποιώ	verb	δραστηριοποιώ ξανά, εκ νέου
επαναδραστηριοποιώντας	=	επαναδραστηριοποιώ
επαναεριοποίηση	noun	η εκ νέου αεριοποίηση
επαναεριοποίησης	=	επαναεριοποίηση
επαναεριοποιήσεις	=	επαναεριοποίηση
επαναεριοποιήσεων	=	επαναεριοποίηση
επαναθεσμοποίηση	noun	η εκ νέου θεσμοποίηση
επαναθεσμοποίησης	noun	γενική ενικού του επαναθεσμοποίηση
επαναθεσμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναθεσμοποίηση
επαναθεσμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναθεσμοποίηση
επαναθεσμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναθεσμοποίηση
επαναιμάτωση	noun	η εκ νέου αιμάτωση
επαναιμάτωσης	=	επαναιμάτωση
επαναιματώσεις	=	επαναιμάτωση
επαναιματώσεων	=	επαναιμάτωση
επανακάμπταμε	=	επανακάμπτω
επανακάμπταν	=	επανακάμπτω
επανακάμπτανε	=	επανακάμπτω
επανακάμπτατε	=	επανακάμπτω
επανακάμπτει	=	επανακάμπτω
επανακάμπτεις	=	επανακάμπτω
επανακάμπτετε	=	επανακάμπτω
επανακάμπτομε	=	επανακάμπτω
επανακάμπτοντας	=	επανακάμπτω
επανακάμπτουμε	=	επανακάμπτω
επανακάμπτουν	=	επανακάμπτω
επανακάμπτουνε	=	επανακάμπτω
επανακάμπτω	verb|formal	επιστρέφω στον τόπο από τον οποίο αναχώρησα ή σε προηγούμενη θέση
επανακάμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψαν	=	επανακάμπτω
επανακάμψανε	=	επανακάμπτω
επανακάμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανάκαμψη
επανακάμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψεων	=	επανάκαμψη
επανακάμψομε	=	επανακάμπτω
επανακάμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψουνε	=	επανακάμπτω
επανακάμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακάμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακάμπτω
επανακαθορίζαμε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζαν	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζανε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζατε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζει	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζεις	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζετε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζομαι	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζοντας	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζουμε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζουν	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζουνε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίζω	verb	καθορίζω εκ νέου
επανακαθορίσαμε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίσαν	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίσανε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίσατε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίσει	=	επανακαθορίζω
επανακαθορίστε	=	επανακαθορίζω
επανακαθορισμέ	noun	κλητική ενικού του επανακαθορισμός
επανακαθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανακαθορισμός
επανακαθορισμού	noun	γενική ενικού του επανακαθορισμός
επανακαθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επανακαθορισμός
επανακαθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του επανακαθορισμός
επανακαθορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανακαθορίζω, η επανάληψη του καθορισμού από την αρχή
επανακαθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του επανακαθορισμός
επανακαθόριζα	=	επανακαθορίζω
επανακαθόριζαν	=	επανακαθορίζω
επανακαθόριζε	=	επανακαθορίζω
επανακαθόριζες	=	επανακαθορίζω
επανακαθόρισα	=	επανακαθορίζω
επανακαθόρισαν	=	επανακαθορίζω
επανακαθόρισε	=	επανακαθορίζω
επανακαθόρισες	=	επανακαθορίζω
επανακανονικοποίηση	noun	τεχνική με την οποία οι Κβαντικές Πεδιακές Θεωρίες απαλλάσσονται από το πρόβλημα των απειρισμών
επανακανονικοποίησης	noun	γενική ενικού του επανακανονικοποίηση
επανακανονικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανακανονικοποίηση
επανακανονικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανακανονικοποίηση
επανακανονικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανακανονικοποίηση
επανακατάρτιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανακαταρτίζω, η εκ νέου εκπαίδευση
επανακαταμέτρηση	noun	η επαναληπτική καταμέτρηση, συνήθως σε ψηφοφορία
επανακαταμέτρησης	=	επανακαταμέτρηση
επανακαταμετρήσεις	=	επανακαταμέτρηση
επανακαταμετρήσεων	=	επανακαταμέτρηση
επανακαταρτίζω	verb|formal	καταρτίζω εκ νέου
επανακαταρτισμένα	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένε	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένες	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένη	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένης	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένο	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένοι	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επανακαταρτίζω
επανακαταρτισμένου	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένους	=	επανακαταρτισμένος
επανακαταρτισμένων	=	επανακαταρτισμένος
επανακεφαλαιοποίηση	noun	άλλη μορφή του ανακεφαλαιοποίηση
επανακεφαλαιοποίησης	noun	γενική ενικού του επανακεφαλαιοποίηση
επανακεφαλαιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανακεφαλαιοποίηση
επανακεφαλαιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανακεφαλαιοποίηση
επανακεφαλαιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανακεφαλαιοποίηση
επανακλήσεις	=	επανάκληση
επανακλήσεων	=	επανάκληση
επανακοινοποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανακοινοποιώ
επανακοινοποιώ	verb|formal	ανακοινοποιώ
επανακοστολογώ	verb|rare	άλλη μορφή του ανακοστολογώ
επανακοστολόγηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανακοστολογώ
επανακρίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επανακρίνω
επανακρίνω	verb	κρίνω εκ νέου, ξανά
επανακρίσεις	=	επανάκριση
επανακρίσεων	=	επανάκριση
επανακτά	=	επανακτώ
επανακτάς	=	επανακτώ
επανακτάτε	=	επανακτώ
επανακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήσαν	=	επανακτώ
επανακτήσανε	=	επανακτώ
επανακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανάκτηση
επανακτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανάκτηση
επανακτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανάκτηση
επανακτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανακτώ
επανακτούμε	=	επανακτώ
επανακτούν	=	επανακτώ
επανακτούσα	=	επανακτώ
επανακτούσαμε	=	επανακτώ
επανακτούσαν	=	επανακτώ
επανακτούσατε	=	επανακτώ
επανακτούσε	=	επανακτώ
επανακτούσες	=	επανακτώ
επανακτώ	verb	αποκτώ και πάλι κάτι
επανακτώντας	=	επανακτώ
επανακυκλοφορήσαμε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορήσαν	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορήσανε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορήσατε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορήσει	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορήστε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορία	noun	η εκ νέου κυκλοφορία
επανακυκλοφορίας	noun	γενική ενικού του επανακυκλοφορία
επανακυκλοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανακυκλοφορία
επανακυκλοφορεί	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορείς	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορείτε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του επανακυκλοφορία
επανακυκλοφορούμε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούν	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούνε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσα	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσαμε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσαν	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσανε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσατε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορούσες	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφορώ	verb	εκ νέου κυκλοφορώ
επανακυκλοφορώντας	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφόρει	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφόρησα	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφόρησαν	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφόρησε	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλοφόρησες	=	επανακυκλοφορώ
επανακυκλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανακύκλωση
επανακυκλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανακύκλωση
επανακυκλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανακύκλωση
επανακύκλωση	noun	αναγκαστικός κύκλος του αεροπλάνου πάνω από το αεροδρόμιο
επανακύκλωσης	noun	γενική ενικού του επανακύκλωση
επαναλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβαν	=	επαναλαμβάνω
επαναλάβανε	=	επαναλαμβάνω
επαναλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβομε	=	επαναλαμβάνω
επαναλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάβουνε	=	επαναλαμβάνω
επαναλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλάμβανα	=	επαναλαμβάνω
επαναλάμβαναν	=	επαναλαμβάνω
επαναλάμβανε	=	επαναλαμβάνω
επαναλάμβανες	=	επαναλαμβάνω
επαναλήπτες	=	επαναλήπτης
επαναλήπτη	=	επαναλήπτης
επαναλήπτης	noun	η πλήμνη
επαναλήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναλήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναλήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναλήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανάληψη
επαναλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του επανάληψη
επαναλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του επανάληψη
επαναλήψιμα	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμε	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμες	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμη	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμης	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμο	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμοι	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να επαναληφθεί μία ή περισσότερες φορές υπό τις ίδιες συνθήκες, αποδίδοντας σταθερό ή το ίδιο αποτέλεσμα
επαναλήψιμου	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμους	=	επαναλήψιμος
επαναλήψιμων	=	επαναλήψιμος
επαναλήψου	=	επαναλαμβάνω
επαναλαβαίνω	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάναμε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάναν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνανε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνατε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνει	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνεις	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνεσαι	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνεσθε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνεστε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνεται	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνετε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνομε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνονται	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνονταν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνου	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνουμε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνουν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνουνε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβάνω	verb	λέω ή κάνω κάτι ο ίδιος για δεύτερη φορά
επαναλαμβανόμασταν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόμαστε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαναλαμβανόμενος	adv	με επαναλαμβανόμενο τρόπο
επαναλαμβανόμενε	verb	κλητική ενικού του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναλαμβανόμενη
επαναλαμβανόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενης	verb	γενική ενικού του επαναλαμβανόμενη
επαναλαμβανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενος	verb	που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές
επαναλαμβανόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβανόμουν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόμουνα	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόντουσαν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόσασταν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόσαστε	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόσουν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόσουνα	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανόταν	=	επαναλαμβάνω
επαναλαμβανότανε	=	επαναλαμβάνω
επαναλειτουργήσαμε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργήσαν	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργήσανε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργήσατε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργήσει	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργήστε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναλειτουργώ
επαναλειτουργίας	noun	γενική ενικού του επαναλειτουργία
επαναλειτουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναλειτουργία
επαναλειτουργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επαναλειτουργώ
επαναλειτουργείς	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργείτε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργιών	noun	γενική πληθυντικού του επαναλειτουργία
επαναλειτουργούμε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούν	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούνε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσα	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσαμε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσαν	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσανε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσατε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργούσες	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτουργώ	verb	στο τρίτο πρόσωπο, ξαναλειτουργεί κάτι που είχε πάψει να δουλεύει, να λειτουργεί
επαναλειτουργώντας	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτούργει	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτούργησα	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτούργησαν	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτούργησε	=	επαναλειτουργώ
επαναλειτούργησες	=	επαναλειτουργώ
επαναληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναληπτικό	adv	ξανά, πάλι
επαναληπτικέ	adj	κλητική ενικού του επαναληπτικός
επαναληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναληπτική
επαναληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναληπτικός
επαναληπτικής	adj	γενική ενικού του επαναληπτική
επαναληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναληπτικός
επαναληπτικού	adj	γενική ενικού του επαναληπτικός
επαναληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαναληπτικός
επαναληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του επαναληπτικός
επαναληπτικός	adj	που επαναλαμβάνει κάτι
επαναληπτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του επαναληπτικού
επαναληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του επαναληπτικός
επαναληπτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του επαναληπτικά
επαναληπτών	=	επαναλήπτης
επαναληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθήκαν	=	επαναλαμβάνω
επαναληφθήκανε	=	επαναλαμβάνω
επαναληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληφθούνε	=	επαναλαμβάνω
επαναληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
επαναληψιμοτήτων	=	επαναληψιμότητα
επαναληψιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του επαναλήψιμου
επαναληψιμότητας	=	επαναληψιμότητα
επαναληψιμότητες	=	επαναληψιμότητα
επαναλογισμός	noun|formal	ο εκ νέου προβληματισμός για κάποιο θέμα, η (φιλοσοφική) επανεκτίμηση ή αναθεώρησή του
επαναμίσθωνα	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωναν	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωνε	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωνες	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωσα	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωσαν	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωσε	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωσες	=	επαναμισθώνω
επαναμίσθωση	noun	η εκ νέου μίσθωση
επαναμίσθωσης	noun	γενική ενικού του επαναμίσθωση
επαναμεταβίβαση	noun	μεταβίβαση εκ νέου
επαναμεταβίβασης	=	επαναμεταβίβαση
επαναμεταβιβάσεις	=	επαναμεταβίβαση
επαναμεταβιβάσεων	=	επαναμεταβίβαση
επαναμισθώναμε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώναν	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνανε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνατε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνει	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνεις	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνετε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνοντας	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνουμε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνουν	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνουνε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώνω	verb	μισθώνω εκ νέου
επαναμισθώσαμε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώσαν	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώσανε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώσατε	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώσει	=	επαναμισθώνω
επαναμισθώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναμίσθωση
επαναμισθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναμίσθωση
επαναμισθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναμίσθωση
επαναμισθώστε	=	επαναμισθώνω
επαναμολύνσεις	=	επαναμόλυνση
επαναμολύνσεων	=	επαναμόλυνση
επαναμολύνω	verb	μολύνω ξανά
επαναμόλυνση	noun	η εκ νέου μόλυνση
επαναμόλυνσης	=	επαναμόλυνση
επανανάκτηση	noun	η επανάκτηση
επανανάκτησης	noun	γενική ενικού του επανανάκτηση
επανανάλυση	noun|formal	εκ νέου εξέταση και επεξεργασία δεδομένων, πληροφοριών ή αποτελεσμάτων με νέα μέθοδο ή υπό διαφορετική οπτική, ώστε να εξαχθούν ασφαλέστερα ή νέα συμπεράσματα
επανανάλυσης	=	επανανάλυση
επανανακτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανανάκτηση
επανανακτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανανάκτηση
επανανακτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανανάκτηση
επαναναλύσεις	=	επανανάλυση
επαναναλύσεων	=	επανανάλυση
επαναναλύω	verb|formal	εξετάζω και επεξεργάζομαι εκ νέου δεδομένα, πληροφορίες ή αποτελέσματα με νέα μέθοδο ή υπό διαφορετική οπτική, ώστε να εξάγω ασφαλέστερο ή νέο συμπέρασμα
επαναξήρανση	noun	η εκ νέου ξήρανση
επαναξήρανσης	noun	γενική ενικού του επαναξήρανση
επαναξηράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναξήρανση
επαναξηράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναξήρανση
επαναξηράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναξήρανση
επαναξιολογήθηκα	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήθηκαν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήθηκε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήθηκες	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήσαμε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήσαν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήσανε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήσατε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήσει	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήσεις	=	επαναξιολόγηση
επαναξιολογήσεων	=	επαναξιολόγηση
επαναξιολογήσου	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογήστε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογεί	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογείς	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογείσαι	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογείστε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογείται	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογείτε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογηθήκαμε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογηθήκαν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογηθήκανε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογηθήκατε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογηθεί	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογηθείτε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογημένα	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένε	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένες	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένη	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένης	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένο	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένοι	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επαναξιολογώ
επαναξιολογημένου	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένους	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογημένων	=	επαναξιολογημένος
επαναξιολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαναξιολογώ
επαναξιολογούμασταν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούμαστε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούμε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούμουν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούνε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούνται	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούνταν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσα	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσαμε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσαν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσανε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσασταν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσαστε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσατε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσες	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογούσουν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολογώ	verb	αξιολογώ εκ νέου
επαναξιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαναξιολογώ
επαναξιολόγησα	=	επαναξιολογώ
επαναξιολόγησαν	=	επαναξιολογώ
επαναξιολόγησε	=	επαναξιολογώ
επαναξιολόγησες	=	επαναξιολογώ
επαναξιολόγηση	noun	αξιολόγηση εκ νέου
επαναξιολόγησης	=	επαναξιολόγηση
επαναπάτριζα	=	επαναπατρίζω
επαναπάτριζαν	=	επαναπατρίζω
επαναπάτριζε	=	επαναπατρίζω
επαναπάτριζες	=	επαναπατρίζω
επαναπάτρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπάτρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπάτρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπάτρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπέμπω	verb|formal	αναπέμπω ξανά
επαναπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπέμπω
επαναπατρίζαμε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζαν	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζανε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζατε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζει	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζεις	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζετε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζομαι	verb	επιστρέφω στην πατρίδα μου
επαναπατρίζοντας	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζουμε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζουν	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζουνε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίζω	verb	στέλνω κάτι στην πατρίδα μου
επαναπατρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίσαν	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίσανε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρίσιμο
επαναπατρίσιμε	adj	κλητική ενικού του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρίσιμη
επαναπατρίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσιμης	adj	γενική ενικού του επαναπατρίσιμη
επαναπατρίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσιμος	adj	ο αποδεκτός από καθεστώς στην περίπτωση που θέλει να επαναπατριστεί
επαναπατρίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναπατρίσιμος
επαναπατρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρίστε	=	επαναπατρίζω
επαναπατρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατριζόμενα	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενε	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενες	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενη	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενης	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενο	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενοι	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενος	verb	που μόλις γύρισε στην πατρίδα
επαναπατριζόμενου	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενους	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατριζόμενων	=	επαναπατριζόμενος
επαναπατρισθέν	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθέντα	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθέντας	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθέντες	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθέντος	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθέντων	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος επαναπατρίζω
επαναπατρισθείσα	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθείσας	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθείσες	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθείσης	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισθεισών	=	επαναπατρισθείς
επαναπατρισμέ	noun	κλητική ενικού του επαναπατρισμός
επαναπατρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρισμένο
επαναπατρισμένε	verb	κλητική ενικού του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρισμένη
επαναπατρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμένης	verb	γενική ενικού του επαναπατρισμένη
επαναπατρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναπατρισμένος
επαναπατρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναπατρισμός
επαναπατρισμού	noun	γενική ενικού του επαναπατρισμός
επαναπατρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επαναπατρισμός
επαναπατρισμό	noun	αιτιατική ενικού του επαναπατρισμός
επαναπατρισμός	noun	η επιστροφή στην πατρίδα
επαναπατρισμών	noun	γενική πληθυντικού του επαναπατρισμός
επαναπατριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπατριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπατρίζομαι
επαναπαυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπαυμένο
επαναπαυμένε	verb	κλητική ενικού του επαναπαυμένος
επαναπαυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπαυμένη
επαναπαυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναπαυμένος
επαναπαυμένης	verb	γενική ενικού του επαναπαυμένη
επαναπαυμένο	verb	αιτιατική ενικού του επαναπαυμένος
επαναπαυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναπαυμένος
επαναπαυμένος	=	επαναπαύομαι
επαναπαυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναπαυμένος
επαναπαυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαναπαυμένος
επαναπαυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναπαυμένος
επαναπαυτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτήκαν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυτήκανε	=	επαναπαύομαι
επαναπαυτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαυόμασταν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόμαστε	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόμουν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόμουνα	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόντουσαν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόσασταν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόσαστε	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόσουν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόσουνα	=	επαναπαύομαι
επαναπαυόταν	=	επαναπαύομαι
επαναπαυότανε	=	επαναπαύομαι
επαναπαύεσαι	=	επαναπαύομαι
επαναπαύεστε	=	επαναπαύομαι
επαναπαύεται	=	επαναπαύομαι
επαναπαύομαι	verb	μένω αδρανής, επειδή πιστεύω ότι αυτά που έχω αποκτήσει ή καταφέρει μέχρι τώρα είναι αρκετά και δεν χρειάζεται να προσπαθήσω περισσότερο
επαναπαύονται	=	επαναπαύομαι
επαναπαύονταν	=	επαναπαύομαι
επαναπαύου	=	επαναπαύομαι
επαναπαύσεις	=	επανάπαυση
επαναπαύσεων	=	επανάπαυση
επαναπαύσου	=	επαναπαύομαι
επαναπαύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπαύομαι
επαναπαύω	verb	κάνω κάποιον να μείνει αδρανής δίνοντάς του την εντύπωση ότι αυτά που έχει αποκτήσει ή καταφέρει μέχρι τώρα είναι αρκετά
επαναπληροφορήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπληροφόρηση
επαναπληροφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναπληροφόρηση
επαναπληροφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναπληροφόρηση
επαναπληροφόρηση	noun	η εκ νέου πληροφόρηση, η κριτική, οι γνώμες, οι απόψεις και τα σχόλια που λαμβάνει κάποιος μετά από μία δημοσίευση, ενέργεια ή πράξη του
επαναπληροφόρησης	noun	γενική ενικού του επαναπληροφόρηση
επαναποδίδει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επαναποδίδω
επαναποστέλλω	verb	αποστέλλω εκ νέου
επαναποστολή	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναποστέλλω
επαναπρογραμμάτιζα	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτιζαν	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτιζε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτιζες	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτισα	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτισαν	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτισε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμμάτισες	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζαμε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζαν	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζανε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζατε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζει	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζεις	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζετε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζοντας	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζουμε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζουν	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζουνε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίζω	verb	προγραμματίζω κάτι εκ νέου, ορίζοντας νέα ημερομηνία, ώρα ή σχέδιο πραγματοποίησης (π.χ. συνάντηση, πτήση, εργασία ή άλλη προγραμματισμένη ενέργεια)
επαναπρογραμματίσαμε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίσαν	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίσανε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίσατε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίσει	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματίστε	=	επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματισμέ	=	επαναπρογραμματισμός
επαναπρογραμματισμοί	=	επαναπρογραμματισμός
επαναπρογραμματισμού	=	επαναπρογραμματισμός
επαναπρογραμματισμούς	=	επαναπρογραμματισμός
επαναπρογραμματισμό	=	επαναπρογραμματισμός
επαναπρογραμματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναπρογραμματίζω
επαναπρογραμματισμών	=	επαναπρογραμματισμός
επαναπροκήρυξα	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυξαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυξε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυξες	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυξη	noun	προκήρυξη εκ νέου
επαναπροκήρυξης	noun	γενική ενικού του επαναπροκήρυξη
επαναπροκήρυσσα	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυσσαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυσσε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκήρυσσες	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυγμένος	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόμασταν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόμαστε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόμενος	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόμουν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόμουνα	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόντουσαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόσασταν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόσαστε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόσουν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόσουνα	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσόταν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυσσότανε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυχτήκαμε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυχτήκαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυχτήκανε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυχτήκατε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυχτεί	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρυχτείτε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξαμε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξανε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξατε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξει	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπροκήρυξη
επαναπροκηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναπροκήρυξη
επαναπροκηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναπροκήρυξη
επαναπροκηρύξου	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύξτε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσαμε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσανε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσατε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσει	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσεις	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσεσαι	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσεστε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσεται	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσετε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσομαι	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσονται	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσονταν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσοντας	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσου	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσουμε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσουν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσουνε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύσσω	verb	προκηρύσσω εκ νέου
επαναπροκηρύχτηκα	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύχτηκαν	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύχτηκε	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροκηρύχτηκες	=	επαναπροκηρύσσω
επαναπροσέγγιση	noun|formal	η εκ νέου προσέγγιση
επαναπροσέγγισης	=	επαναπροσέγγιση
επαναπροσέλκυση	noun	η εκ νέου προσέλκυση
επαναπροσέλκυσης	noun	γενική ενικού του επαναπροσέλκυση
επαναπροσδιορίζαμε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζαν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζανε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζατε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζει	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζεις	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζεσαι	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζεστε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζεται	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζετε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζομαι	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζομε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζονται	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζονταν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζοντας	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζουμε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζουν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζουνε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίζω	verb	προσδιορίζω εκ νέου, δίνω άλλο περιεχόμενο σε κάτι
επαναπροσδιορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσαν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσανε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσομε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσου	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσουνε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίστε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίστηκα	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίστηκαν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίστηκε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίστηκες	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόμασταν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόμαστε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόμουν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόμουνα	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόντουσαν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόσασταν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόσαστε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόσουν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόσουνα	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζόταν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριζότανε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορισμέ	noun	κλητική ενικού του επαναπροσδιορισμός
επαναπροσδιορισμένος	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναπροσδιορισμός
επαναπροσδιορισμού	noun	γενική ενικού του επαναπροσδιορισμός
επαναπροσδιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επαναπροσδιορισμός
επαναπροσδιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του επαναπροσδιορισμός
επαναπροσδιορισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να προσδιορίσω ξανά
επαναπροσδιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του επαναπροσδιορισμός
επαναπροσδιοριστήκαμε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστήκαν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστήκανε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστήκατε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστεί	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστείς	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστείτε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστούμε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστούν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστούνε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιοριστώ	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόριζα	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόριζαν	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόριζε	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόριζες	=	επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσδιόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροσδιορίζω
επαναπροσεγγίσεις	=	επαναπροσέγγιση
επαναπροσεγγίσεων	=	επαναπροσέγγιση
επαναπροσελκύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπροσέλκυση
επαναπροσελκύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναπροσέλκυση
επαναπροσελκύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναπροσέλκυση
επαναπροσελκύω	verb	άλλη μορφή του αναπροσελκύω
επαναπροσλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπρόσληψη
επαναπροσλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναπρόσληψη
επαναπροσλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναπρόσληψη
επαναπροσλαμβάνομαι	=	επαναπροσλαμβάνω
επαναπροσλαμβάνω	verb	προσλαμβάνω ξανά, εκ νέου
επαναπροωθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήσαν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθήσανε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναπροώθηση
επαναπροωθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναπροώθηση
επαναπροωθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναπροώθηση
επαναπροωθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροωθεί	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθείς	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθείτε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούνε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσα	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσαμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσαν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσανε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσατε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθούσες	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήθηκα	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήθηκαν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήθηκε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήθηκες	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσαμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσαν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσανε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσατε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσει	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσεις	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσετε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσου	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσουμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσουν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσουνε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήστε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωήσω	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωεί	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωείς	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωείσαι	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωείστε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωείται	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωείτε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωείτο	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθήκαμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθήκαν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθήκανε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθήκατε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθεί	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθείς	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθείτε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθούμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθούν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθούνε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωηθώ	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωημένος	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμαι	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμασταν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμαστε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμενος	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμουν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούμουνα	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούνε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούνται	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούνταν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούντο	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσα	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσαμε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσαν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσανε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσατε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσε	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσες	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσουν	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωούσουνα	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωώ	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθωώντας	=	επαναπροωθώ
επαναπροωθώ	verb	προωθώ εκ νέου
επαναπροωθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροώθει	=	επαναπροωθώ
επαναπροώθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροώθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροώθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροώθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναπροωθώ
επαναπροώθηση	noun	η εκ νέου προώθηση
επαναπροώθησης	noun	γενική ενικού του επαναπροώθηση
επαναπρόσληψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναπροσλαμβάνω
επαναπρόσληψης	noun	γενική ενικού του επαναπρόσληψη
επαναρροφά	=	επαναρροφώ
επαναρροφάει	=	επαναρροφώ
επαναρροφάμε	=	επαναρροφώ
επαναρροφάν	=	επαναρροφώ
επαναρροφάνε	=	επαναρροφώ
επαναρροφάς	=	επαναρροφώ
επαναρροφάτε	=	επαναρροφώ
επαναρροφάω	=	επαναρροφώ
επαναρροφήσαμε	=	επαναρροφώ
επαναρροφήσαν	=	επαναρροφώ
επαναρροφήσανε	=	επαναρροφώ
επαναρροφήσατε	=	επαναρροφώ
επαναρροφήσει	=	επαναρροφώ
επαναρροφήσεις	=	επαναρρόφηση
επαναρροφήσεων	=	επαναρρόφηση
επαναρροφήστε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούμε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούν	=	επαναρροφώ
επαναρροφούνε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσα	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσαμε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσαν	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσανε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσατε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσε	=	επαναρροφώ
επαναρροφούσες	=	επαναρροφώ
επαναρροφώ	noun|formal	ροφώ εκ νέου
επαναρροφώντας	=	επαναρροφώ
επαναρρυθμίσεις	=	επαναρρύθμιση
επαναρρυθμίσεων	=	επαναρρύθμιση
επαναρρόφα	=	επαναρροφώ
επαναρρόφαγε	=	επαναρροφώ
επαναρρόφησα	=	επαναρροφώ
επαναρρόφησαν	=	επαναρροφώ
επαναρρόφησε	=	επαναρροφώ
επαναρρόφησες	=	επαναρροφώ
επαναρρόφηση	noun|formal	η εκ νέου ρόφηση
επαναρρόφησης	=	επαναρρόφηση
επαναρρύθμιση	noun	η εκ νέου ρύθμιση
επαναρρύθμισης	=	επαναρρύθμιση
επαναρχίζω	verb	αρχίζω εκ νέου
επανασήμανση	noun	η εκ νέου σήμανση
επανασήμανσης	noun	γενική ενικού του επανασήμανση
επανασίτιση	noun	η εκ νέου έναρξη της σίτισης, που είχε για κάποιο λόγο σταματήσει
επανασίτισης	noun	γενική ενικού του επανασίτιση
επανασημάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασήμανση
επανασημάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανασήμανση
επανασημάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανασήμανση
επανασημασιολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασημασιολόγηση
επανασημασιολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανασημασιολόγηση
επανασημασιολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανασημασιολόγηση
επανασημασιολόγηση	noun	η εκ νέου σημασιολόγηση
επανασημασιολόγησης	noun	γενική ενικού του επανασημασιολόγηση
επανασιτίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασίτιση
επανασιτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανασίτιση
επανασιτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανασίτιση
επαναστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανάσταση
επαναστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανάσταση
επαναστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανάσταση
επαναστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστάτης
επαναστάτη	=	επαναστάτης
επαναστάτης	noun	αυτός που δημιουργεί ή συμμετέχει σε μια επανάσταση, που πηγαίνει ενάντια στην εξουσία
επαναστάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστάτισσα	noun	άλλη μορφή του επαναστάτρια
επαναστάτισσας	noun	γενική ενικού του επαναστάτισσα
επαναστάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστάτισσα
επαναστάτρια	noun	αυτή που δημιουργεί ή συμμετέχει σε επαναστάσεις, που πηγαίνει ενάντια στο κατεστημένο
επαναστάτριας	noun	γενική ενικού του επαναστάτρια
επαναστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστάτρια
επαναστένωση	noun	εκ νέου στένωση αγγείου, καρδιακής βαλβίδας ή άλλης ανατομικής διόδου, συνήθως ύστερα από θεραπευτική επέμβαση που είχε αποκαταστήσει την αρχική στένωση
επαναστένωσης	=	επαναστένωση
επαναστατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσαν	=	επαναστατώ
επαναστατήσανε	=	επαναστατώ
επαναστατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατήσουνε	=	επαναστατώ
επαναστατήστε	=	επαναστατώ
επαναστατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναστατώ
επαναστατεί	=	επαναστατώ
επαναστατείς	=	επαναστατώ
επαναστατείτε	=	επαναστατώ
επαναστατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστατημένο
επαναστατημένε	verb	κλητική ενικού του επαναστατημένος
επαναστατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστατημένη
επαναστατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναστατημένος
επαναστατημένης	verb	γενική ενικού του επαναστατημένη
επαναστατημένο	verb	αιτιατική ενικού του επαναστατημένος
επαναστατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναστατημένος
επαναστατημένος	=	επαναστατώ
επαναστατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναστατημένος
επαναστατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαναστατημένος
επαναστατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναστατημένος
επαναστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαναστατικός	adv	με επαναστατικό τρόπο
επαναστατικέ	adj	κλητική ενικού του επαναστατικός
επαναστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστατική
επαναστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναστατικός
επαναστατικής	adj	γενική ενικού του επαναστατική
επαναστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναστατικός
επαναστατικοποιώ	verb	επιφέρω ριζικές αλλαγές ή επανάσταση
επαναστατικοτήτων	=	επαναστατικότητα
επαναστατικού	adj	γενική ενικού του επαναστατικός
επαναστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαναστατικός
επαναστατικό	adj	αιτιατική ενικού του επαναστατικός
επαναστατικός	adj	που δημιουργεί μια εξέγερση, που αντιδρά στο κατεστημένο
επαναστατικότητα	noun	η ιδιότητα του επαναστάτη, το να είναι κάποιος επαναστατικός
επαναστατικότητας	noun	γενική ενικού του επαναστατικότητα
επαναστατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστατικότητα
επαναστατικών	adj	γενική πληθυντικού του επαναστατικός
επαναστατισμέ	=	επαναστατισμός
επαναστατισμοί	=	επαναστατισμός
επαναστατισμού	=	επαναστατισμός
επαναστατισμούς	=	επαναστατισμός
επαναστατισμό	=	επαναστατισμός
επαναστατισμός	noun	χαρακτηρισμός του πολιτικού κλίματος που επικρατεί σε μια ομάδα ανθρώπων που σκέφτονται να αλλάξουν την υπάρχουσα κατάσταση με ριζικές μετατροπές
επαναστατισμών	=	επαναστατισμός
επαναστατισσών	noun	γενική πληθυντικού του επαναστάτισσα
επαναστατούμε	=	επαναστατώ
επαναστατούν	=	επαναστατώ
επαναστατούνε	=	επαναστατώ
επαναστατούσα	=	επαναστατώ
επαναστατούσαμε	=	επαναστατώ
επαναστατούσαν	=	επαναστατώ
επαναστατούσανε	=	επαναστατώ
επαναστατούσατε	=	επαναστατώ
επαναστατούσε	=	επαναστατώ
επαναστατούσες	=	επαναστατώ
επαναστατριών	noun	γενική πληθυντικού του επαναστάτρια
επαναστατώ	verb	ξεσηκώνομαι, αντιδρώ απέναντι σε μια καταπιεστική πολιτική εξουσία
επαναστατών	=	επαναστάτης
επαναστατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαναστατώ
επαναστενώσεις	=	επαναστένωση
επαναστενώσεων	=	επαναστένωση
επαναστικοποίηση	noun	η εκ νέου αστικοποίηση
επαναστικοποίησης	noun	γενική ενικού του επαναστικοποίηση
επαναστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστικοποίηση
επαναστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναστικοποίηση
επαναστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναστικοποίηση
επαναστοχεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναστόχευση
επαναστοχεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναστόχευση
επαναστοχεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναστόχευση
επαναστόχευση	noun	η εκ νέου στόχευση
επαναστόχευσης	noun	γενική ενικού του επαναστόχευση
επανασυγκολλήσαμε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλήσαν	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλήσανε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλήσατε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλήσει	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλήστε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλεί	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλείς	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλείτε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούμε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούν	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούνε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσα	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσαμε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσαν	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσανε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσατε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλούσες	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκολλώ	verb	συγκολλώ εκ νέου
επανασυγκολλώντας	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκροτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασυγκρότηση
επανασυγκροτώ	verb	ανασυγκροτώ εκ νέου
επανασυγκόλλει	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκόλλησα	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκόλλησαν	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκόλλησε	=	επανασυγκολλώ
επανασυγκόλλησες	=	επανασυγκολλώ
επανασυμπίεση	noun	η εκ νέου συμπίεση ενός αερίου
επανασυμπίεσης	=	επανασυμπίεση
επανασυμπιέσεις	=	επανασυμπίεση
επανασυμπιέσεων	=	επανασυμπίεση
επανασυνέδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνέδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνέδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνέδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνέθεσα	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθεσαν	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθεσε	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθεσες	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθετα	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθεταν	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθετε	=	επανασυνθέτω
επανασυνέθετες	=	επανασυνθέτω
επανασυναρμολογούμαι	verb	ξαναμπαίνω στη θέση μου, συναρμολογούμαι εκ νέου
επανασυναρμολογώ	verb	ξαναβάζω στη θέση του εξάρτημα μηχανής ή τμήμα επίπλου, συναρμολογώ εκ νέου
επανασυνδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασύνδεση
επανασυνδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανασύνδεση
επανασυνδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανασύνδεση
επανασυνδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανασυνδέω
επανασυνδέω	verb	συνδέω ξανά, συνδέω εκ νέου
επανασυνδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασυνδεμένο
επανασυνδεμένε	verb	κλητική ενικού του επανασυνδεμένος
επανασυνδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασυνδεμένη
επανασυνδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανασυνδεμένος
επανασυνδεμένης	verb	γενική ενικού του επανασυνδεμένη
επανασυνδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανασυνδεμένος
επανασυνδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανασυνδεμένος
επανασυνδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επανασυνδέω
επανασυνδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανασυνδεμένος
επανασυνδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανασυνδεμένος
επανασυνδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανασυνδεμένος
επανασυνθέσαμε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέσαν	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέσανε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέσατε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέσει	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασύνθεση
επανασυνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανασύνθεση
επανασυνθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανασύνθεση
επανασυνθέστε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέταμε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέταν	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτανε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτατε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτει	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτεις	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτετε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτοντας	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτουμε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτουν	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτουνε	=	επανασυνθέτω
επανασυνθέτω	verb	συνθέτω εκ νέου
επανασυντεθειμένα	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένε	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένες	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένη	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένης	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένο	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένοι	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επανασυνθέτω
επανασυντεθειμένου	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένους	=	επανασυντεθειμένος
επανασυντεθειμένων	=	επανασυντεθειμένος
επανασυσκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασυσκευασμένο
επανασυσκευασμένε	verb	κλητική ενικού του επανασυσκευασμένος
επανασυσκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασυσκευασμένη
επανασυσκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανασυσκευασμένος
επανασυσκευασμένης	verb	γενική ενικού του επανασυσκευασμένη
επανασυσκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανασυσκευασμένος
επανασυσκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανασυσκευασμένος
επανασυσκευασμένος	verb	ο εκ νέου συσκευασμένος
επανασυσκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανασυσκευασμένος
επανασυσκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανασυσκευασμένος
επανασυσκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανασυσκευασμένος
επανασυστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανασύσταση
επανασχεδίαζα	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίαζαν	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίαζε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίαζες	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίασα	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίασαν	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίασε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδίασες	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζαμε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζαν	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζανε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζατε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζει	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζεις	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζετε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζοντας	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζουμε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζουν	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζουνε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάζω	verb	σχεδιάζω εκ νέου
επανασχεδιάσαμε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάσαν	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάσανε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάσατε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάσει	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιάστε	=	επανασχεδιάζω
επανασχεδιασμέ	noun	κλητική ενικού του επανασχεδιασμός
επανασχεδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανασχεδιασμός
επανασχεδιασμού	noun	γενική ενικού του επανασχεδιασμός
επανασχεδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επανασχεδιασμός
επανασχεδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του επανασχεδιασμός
επανασχεδιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανασχεδιάζω, ο εκ νέου σχεδιασμός
επανασχεδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του επανασχεδιασμός
επανασύνδεσες	=	επανασυνέδεσες
επανασύνδεση	noun	η εκ νέου σύνδεση
επανασύνδεσης	noun	γενική ενικού του επανασύνδεση
επανασύνθεσε	=	επανασυνθέτω
επανασύνθεση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επανασυνθέτω
επανασύνθεσης	noun	γενική ενικού του επανασύνθεση
επανασύνθετε	=	επανασυνθέτω
επανατακτοποιούμαι	=	επανατακτοποιώ
επανατακτοποιώ	verb	τακτοποιώ εκ νέου
επαναταξινομήσαμε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομήσαν	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομήσανε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομήσατε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομήσει	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομήστε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομεί	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομείς	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομείτε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούμε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούν	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούνε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσα	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσαμε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσαν	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσανε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσατε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομούσες	=	επαναταξινομώ
επαναταξινομώ	verb	ταξινομώ απ' την αρχή, ξανά
επαναταξινομώντας	=	επαναταξινομώ
επαναταξινόμει	=	επαναταξινομώ
επαναταξινόμησα	=	επαναταξινομώ
επαναταξινόμησαν	=	επαναταξινομώ
επαναταξινόμησε	=	επαναταξινομώ
επαναταξινόμησες	=	επαναταξινομώ
επαναταφές	=	επαναταφή
επαναταφή	noun	επαναενταφιασμός (λόγω μεταφοράς, έρευνας, βανδαλισμού, εγκλήματος, εύρεσης, γενετικής ταυτοποίησης κτλ) σε ίδιο ή άλλο τόπο ή τάφο
επαναταφής	=	επαναταφή
επαναταφών	=	επαναταφή
επανατιμολογήσεις	=	επανατιμολόγηση
επανατιμολογήσεων	=	επανατιμολόγηση
επανατιμολόγηση	noun	ο καθορισμός νέων τιμών για προϊόντα, η εκ νέου τιμολόγηση
επανατιμολόγησης	=	επανατιμολόγηση
επανατοποθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθέτηση	noun	η εκ νέου τοποθέτηση
επανατοποθέτησης	noun	γενική ενικού του επανατοποθέτηση
επανατοποθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανατοποθέτηση
επανατοποθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανατοποθέτηση
επανατοποθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανατοποθέτηση
επανατοποθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανατοποθετώ
επανατοποθετείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επανατοποθετούμαι
επανατοποθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανατοποθετημένο
επανατοποθετημένε	verb	κλητική ενικού του επανατοποθετημένος
επανατοποθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανατοποθετημένη
επανατοποθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανατοποθετημένος
επανατοποθετημένης	verb	γενική ενικού του επανατοποθετημένη
επανατοποθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του επανατοποθετημένος
επανατοποθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανατοποθετημένος
επανατοποθετημένος	verb	ο εκ νέου τοποθετημένος
επανατοποθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανατοποθετημένος
επανατοποθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανατοποθετημένος
επανατοποθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανατοποθετημένος
επανατοποθετούμαι	verb	στο τρίτο πρόσωπο, μπαίνει ξανά στη θέση του
επανατοποθετώ	verb	γνωστοποιώ ότι αλλάζω γνώμη και άποψη για ένα ζήτημα, αλλάζω τοποθέτηση, αναιρώ, αποσύρω κάτι που είχα δηλώσει, ανασκευάζω
επανατοποθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επανατοποθετώ
επανατυπώνω	adj|rare	τυπώνω ξανά ένα έντυπο, ιδίως όταν απαιτείται νέα παραγωγή αντιτύπων μετά την εξάντληση ή για διορθώσεις και ανανέωση της έκδοσής του
επανατύπωση	adj|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανατυπώνω
επαναφέραμε	=	επαναφέρω
επαναφέραν	=	επαναφέρω
επαναφέρανε	=	επαναφέρω
επαναφέρατε	=	επαναφέρω
επαναφέρει	=	επαναφέρω
επαναφέρεις	=	επαναφέρω
επαναφέρεσαι	=	επαναφέρω
επαναφέρεστε	=	επαναφέρω
επαναφέρεται	=	επαναφέρω
επαναφέρετε	=	επαναφέρω
επαναφέρθηκα	=	επαναφέρω
επαναφέρθηκαν	=	επαναφέρω
επαναφέρθηκε	=	επαναφέρω
επαναφέρθηκες	=	επαναφέρω
επαναφέρομαι	=	επαναφέρω
επαναφέρομε	=	επαναφέρω
επαναφέρονται	=	επαναφέρω
επαναφέρονταν	=	επαναφέρω
επαναφέροντας	=	επαναφέρω
επαναφέρουμε	=	επαναφέρω
επαναφέρουν	=	επαναφέρω
επαναφέρουνε	=	επαναφέρω
επαναφέρσου	=	επαναφέρω
επαναφέρω	verb	φέρνω κάποιον ή κάτι στην προηγούμενη θέση του
επαναφερθήκαμε	=	επαναφέρω
επαναφερθήκαν	=	επαναφέρω
επαναφερθήκανε	=	επαναφέρω
επαναφερθήκατε	=	επαναφέρω
επαναφερθεί	=	επαναφέρω
επαναφερθείς	=	επαναφέρω
επαναφερθείτε	=	επαναφέρω
επαναφερθούμε	=	επαναφέρω
επαναφερθούν	=	επαναφέρω
επαναφερθούνε	=	επαναφέρω
επαναφερθώ	=	επαναφέρω
επαναφερόμασταν	=	επαναφέρω
επαναφερόμαστε	=	επαναφέρω
επαναφερόμενος	=	επαναφέρω
επαναφερόμουν	=	επαναφέρω
επαναφερόμουνα	=	επαναφέρω
επαναφερόντουσαν	=	επαναφέρω
επαναφερόσασταν	=	επαναφέρω
επαναφερόσαστε	=	επαναφέρω
επαναφερόσουν	=	επαναφέρω
επαναφερόσουνα	=	επαναφέρω
επαναφερόταν	=	επαναφέρω
επαναφερότανε	=	επαναφέρω
επαναφορά	noun	η επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση
επαναφοράς	noun	γενική ενικού του επαναφορά
επαναφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναφορά
επαναφορτίζαμε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζαν	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζανε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζατε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζει	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζεις	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζεσαι	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίζεστε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίζεται	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίζετε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαναφορτίζω
επαναφορτίζονται	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίζονταν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίζοντας	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζου	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίζουμε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζουν	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζουνε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίζω	verb	προσθέτω ξανά ηλεκτρική ενέργεια σε μπαταρία, συσσωρευτή ή άλλη συσκευή
επαναφορτίσαμε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίσαν	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίσανε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίσατε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίσει	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναφόρτιση
επαναφορτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναφόρτιση
επαναφορτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναφόρτιση
επαναφορτίσου	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίστε	=	επαναφορτίζω
επαναφορτίστηκα	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίστηκαν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίστηκε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτίστηκες	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόμασταν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόμαστε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναφορτιζόμενο
επαναφορτιζόμενε	verb	κλητική ενικού του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναφορτιζόμενη
επαναφορτιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμενης	verb	γενική ενικού του επαναφορτιζόμενη
επαναφορτιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμενος	verb	που μπορεί να επαναφορτιστεί πολλαπλές φορές
επαναφορτιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναφορτιζόμενος
επαναφορτιζόμουν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόμουνα	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόντουσαν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόσασταν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόσαστε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόσουν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόσουνα	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζόταν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιζότανε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτισμένα	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένε	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένες	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένη	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένης	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένο	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένοι	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επαναφορτίζω
επαναφορτισμένου	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένους	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτισμένων	=	επαναφορτισμένος
επαναφορτιστήκαμε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιστήκαν	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιστήκανε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιστήκατε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιστεί	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτιστείτε	=	επαναφορτίζομαι
επαναφορτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναφόρτωση
επαναφορτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναφόρτωση
επαναφορτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναφόρτωση
επαναφορών	=	επαναφορά
επαναφόρτιζα	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτιζαν	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτιζε	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτιζες	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτισα	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτισαν	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτισε	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτισες	=	επαναφορτίζω
επαναφόρτιση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναφορτίζω
επαναφόρτισης	noun	γενική ενικού του επαναφόρτιση
επαναφόρτωση	noun	η εκ νέου φόρτωση
επαναφόρτωσης	noun	γενική ενικού του επαναφόρτωση
επαναχάραξα	=	επαναχαράσσω
επαναχάραξαν	=	επαναχαράσσω
επαναχάραξε	=	επαναχαράσσω
επαναχάραξες	=	επαναχαράσσω
επαναχάραξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναχαράσσω
επαναχάραξης	=	επαναχάραξη
επαναχάρασσα	=	επαναχαράσσω
επαναχάρασσαν	=	επαναχαράσσω
επαναχάρασσε	=	επαναχαράσσω
επαναχάρασσες	=	επαναχαράσσω
επαναχαράξαμε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράξαν	=	επαναχαράσσω
επαναχαράξανε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράξατε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράξει	=	επαναχαράσσω
επαναχαράξεις	=	επαναχάραξη
επαναχαράξεων	=	επαναχάραξη
επαναχαράξτε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσαμε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσαν	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσανε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσατε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσει	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσεις	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσετε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσομαι	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσοντας	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσουμε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσουν	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσουνε	=	επαναχαράσσω
επαναχαράσσω	verb|formal	χαράζω ξανά γραμμή, όριο, σύνορο, πορεία ή άλλο γεωγραφικό ή τεχνικό στοιχείο
επαναχαραγμένα	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένε	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένες	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένη	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένης	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένο	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένοι	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επαναχαράσσω
επαναχαραγμένου	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένους	=	επαναχαραγμένος
επαναχαραγμένων	=	επαναχαραγμένος
επαναχρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανάχρηση
επαναχρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανάχρηση
επαναχρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανάχρηση
επαναχρησιμοποίει	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποίησα	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποίησαν	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποίησε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποίησες	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποίηση	noun	η εκ νέου χρησιμοποίηση
επαναχρησιμοποίησης	noun	γενική ενικού του επαναχρησιμοποίηση
επαναχρησιμοποιήθηκα	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιήθηκαν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιήθηκε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιήθηκες	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιήσαμε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιήσαν	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιήσανε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιήσατε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιήσει	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναχρησιμοποίηση
επαναχρησιμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαναχρησιμοποίηση
επαναχρησιμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαναχρησιμοποίηση
επαναχρησιμοποιήσιμα	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμε	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμες	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμη	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμης	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμο	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμοι	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να επαναχρησιμοποιηθεί, που είναι κατάλληλος ή σχεδιασμένος να χρησιμοποιηθεί ξανά, μία ή περισσότερες φορές, χωρίς να χάνει την πρακτική του αξία
επαναχρησιμοποιήσιμου	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμους	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσιμων	=	επαναχρησιμοποιήσιμος
επαναχρησιμοποιήσου	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιήστε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιεί	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιείς	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιείσαι	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιείστε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιείται	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιείτε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιηθήκαμε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιηθήκαν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιηθήκανε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιηθήκατε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιηθεί	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιηθείτε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιημένα	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένε	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένες	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένη	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένης	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένο	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένοι	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιημένου	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένους	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιημένων	=	επαναχρησιμοποιημένος
επαναχρησιμοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούμασταν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούμαστε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούμε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναχρησιμοποιούμενο
επαναχρησιμοποιούμενε	verb	κλητική ενικού του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαναχρησιμοποιούμενη
επαναχρησιμοποιούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενης	verb	γενική ενικού του επαναχρησιμοποιούμενη
επαναχρησιμοποιούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενος	verb	ο εκ νέου χρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαναχρησιμοποιούμενος
επαναχρησιμοποιούμουν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούν	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούνε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούνται	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούνταν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούσα	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσαμε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσαν	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσανε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσασταν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούσαστε	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιούσατε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσε	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσες	=	επαναχρησιμοποιώ
επαναχρησιμοποιούσουν	=	επαναχρησιμοποιούμαι
επαναχρησιμοποιώ	verb|formal	χρησιμοποιώ κάτι ξανά, για τον ίδιο ή για διαφορετικό σκοπό, συνήθως αφού έχει προηγηθεί καθαρισμός, επισκευή ή άλλη κατάλληλη επεξεργασία
επαναχρησιμοποιώντας	=	επαναχρησιμοποιώ
επανδρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθήκαν	=	επανδρώνω
επανδρωθήκανε	=	επανδρώνω
επανδρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωθούνε	=	επανδρώνω
επανδρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανδρωμένο
επανδρωμένε	verb	κλητική ενικού του επανδρωμένος
επανδρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανδρωμένη
επανδρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανδρωμένος
επανδρωμένης	verb	γενική ενικού του επανδρωμένη
επανδρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανδρωμένος
επανδρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανδρωμένος
επανδρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επανδρώνω
επανδρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανδρωμένος
επανδρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανδρωμένος
επανδρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανδρωμένος
επανδρωνόμασταν	=	επανδρώνω
επανδρωνόμαστε	=	επανδρώνω
επανδρωνόμουν	=	επανδρώνω
επανδρωνόμουνα	=	επανδρώνω
επανδρωνόντουσαν	=	επανδρώνω
επανδρωνόσασταν	=	επανδρώνω
επανδρωνόσαστε	=	επανδρώνω
επανδρωνόσουν	=	επανδρώνω
επανδρωνόσουνα	=	επανδρώνω
επανδρωνόταν	=	επανδρώνω
επανδρωνότανε	=	επανδρώνω
επανδρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνομαι
επανδρώναμε	=	επανδρώνω
επανδρώναν	=	επανδρώνω
επανδρώνανε	=	επανδρώνω
επανδρώνατε	=	επανδρώνω
επανδρώνει	=	επανδρώνω
επανδρώνεις	=	επανδρώνω
επανδρώνεσαι	=	επανδρώνω
επανδρώνεστε	=	επανδρώνω
επανδρώνεται	=	επανδρώνω
επανδρώνετε	=	επανδρώνω
επανδρώνομαι	verb	με επανδρώνουν.
επανδρώνομε	=	επανδρώνω
επανδρώνονται	=	επανδρώνω
επανδρώνονταν	=	επανδρώνω
επανδρώνοντας	=	επανδρώνω
επανδρώνουμε	=	επανδρώνω
επανδρώνουν	=	επανδρώνω
επανδρώνουνε	=	επανδρώνω
επανδρώνω	verb	στελεχώνω, εφοδιάζω με το κατάλληλο προσωπικό
επανδρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσαν	=	επανδρώνω
επανδρώσανε	=	επανδρώνω
επανδρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επάνδρωση
επανδρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επάνδρωση
επανδρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επάνδρωση
επανδρώσομε	=	επανδρώνω
επανδρώσου	=	επανδρώνω
επανδρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσουνε	=	επανδρώνω
επανδρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανδρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανδρώνω
επανείσοδε	=	επανείσοδος
επανείσοδο	=	επανείσοδος
επανείσοδοι	=	επανείσοδος
επανείσοδος	noun|formal	η εκ νέου είσοδος
επανεγγράφω	verb	εγγράφω εκ νέου πρόσωπο, στοιχείο ή αντικείμενο σε επίσημο μητρώο, κατάλογο ή άλλη οργανωμένη καταχώριση
επανεγγράψιμα	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμε	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμες	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμη	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμης	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμο	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμοι	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να επανεγγραφεί
επανεγγράψιμου	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμους	=	επανεγγράψιμος
επανεγγράψιμων	=	επανεγγράψιμος
επανεγγραφές	=	επανεγγραφή
επανεγγραφή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να επανεγγράφω κάποιο πρόσωπο, στοιχείο ή αντικείμενο σε μητρώο, κατάλογο ή άλλη επίσημη καταχώριση
επανεγγραφής	=	επανεγγραφή
επανεγγραφών	=	επανεγγραφή
επανεγκαθιστώ	verb	εγκαθιστώ εκ νέου
επανεγκατάστασεις	=	επανεγκατάσταση
επανεγκατάσταση	noun	η εκ νέου εγκατάσταση
επανεγκατάστασης	noun	γενική ενικού του επανεγκατάσταση
επανεγκαταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεγκατάσταση
επανεγκαταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεγκατάσταση
επανεγκαταστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεγκατάσταση
επανεγχείρηση	noun	η εκ νέου εγχείρηση
επανεγχείρησης	noun	γενική ενικού του επανεγχείρηση
επανεγχειρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεγχείρηση
επανεγχειρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεγχείρηση
επανεγχειρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεγχείρηση
επανειλημμένα	adv	πολλές φορές στο παρελθόν, κατ' επανάληψη
επανειλημμένε	verb	κλητική ενικού του επανειλημμένος
επανειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανειλημμένη
επανειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανειλημμένος
επανειλημμένης	verb	γενική ενικού του επανειλημμένη
επανειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανειλημμένος
επανειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανειλημμένος
επανειλημμένος	verb	που επαναλαμβάνεται, που έχει γίνει ή γίνεται πολλές φορές
επανειλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανειλημμένος
επανειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανειλημμένος
επανειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανειλημμένος
επανειλημμένως	adv	πολλές φορές στο παρελθόν, κατ' επανάληψη
επανεισάγεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επανεισάγομαι
επανεισάγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επανεισάγω
επανεισάγω	verb	εισάγω εκ νέου
επανεισαγωγές	=	επανεισαγωγή
επανεισαγωγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεισάγω, η εκ νέου εισαγωγή
επανεισαγωγής	=	επανεισαγωγή
επανεισαγωγών	=	επανεισαγωγή
επανεισδοχές	=	επανεισδοχή
επανεισδοχή	noun|formal	η διαδικασία και η υποχρέωση ενός κράτους να δέχεται πίσω στην επικράτειά του άτομα που διαμένουν παράνομα σε άλλη χώρα, είτε αυτά είναι δικοί του υπήκοοι είτε υπήκοοι τρίτων χωρών που πέρασαν από το έδαφός του
επανεισδοχής	=	επανεισδοχή
επανεισδοχών	=	επανεισδοχή
επανεισόδου	=	επανείσοδος
επανεισόδους	=	επανείσοδος
επανεισόδων	=	επανείσοδος
επανεκ	abbrev	πρόγραμμα χρηματοδότησης έργων του ΕΣΠΑ
επανεκβιομηχάνιση	noun	η εκ νέου εκβιομηχάνιση
επανεκβιομηχάνισης	noun	γενική ενικού του επανεκβιομηχάνιση
επανεκβιομηχανίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκβιομηχάνιση
επανεκβιομηχανίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεκβιομηχάνιση
επανεκβιομηχανίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεκβιομηχάνιση
επανεκδίδω	verb	εκδίδω ξανά
επανεκδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκδομένο
επανεκδομένε	verb	κλητική ενικού του επανεκδομένος
επανεκδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκδομένη
επανεκδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανεκδομένος
επανεκδομένης	verb	γενική ενικού του επανεκδομένη
επανεκδομένο	verb	αιτιατική ενικού του επανεκδομένος
επανεκδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανεκδομένος
επανεκδομένος	verb	που έχει επανεκδοθεί
επανεκδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανεκδομένος
επανεκδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανεκδομένος
επανεκδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανεκδομένος
επανεκδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανέκδοση
επανεκδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανέκδοση
επανεκδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανέκδοση
επανεκδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεκκίνηση	noun	η εκ νέου εκκίνηση
επανεκκίνησης	noun	γενική ενικού του επανεκκίνηση
επανεκκινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκκίνηση
επανεκκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεκκίνηση
επανεκκινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεκκίνηση
επανεκλέγω	verb	εκλέγω και πάλι κάποιον σε μία θέση
επανεκλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεκλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκλεγμένο
επανεκλεγμένε	verb	κλητική ενικού του επανεκλεγμένος
επανεκλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκλεγμένη
επανεκλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανεκλεγμένος
επανεκλεγμένης	verb	γενική ενικού του επανεκλεγμένη
επανεκλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανεκλεγμένος
επανεκλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανεκλεγμένος
επανεκλεγμένος	verb	που έχει επανεκλεγεί
επανεκλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανεκλεγμένος
επανεκλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανεκλεγμένος
επανεκλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανεκλεγμένος
επανεκλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκλογή
επανεκλογή	noun	η εκλογή κάποιου σε ένα αιρετό αξίωμα για δεύτερη (ή και τρίτη κ.ο.κ) φορά
επανεκλογής	=	επανεκλογή
επανεκλογιμοτήτων	=	επανεκλογιμότητα
επανεκλογιμότητα	noun	η ιδιότητα του επανεκλόγιμου
επανεκλογιμότητας	=	επανεκλογιμότητα
επανεκλογιμότητες	=	επανεκλογιμότητα
επανεκλογών	=	επανεκλογή
επανεκλόγιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκλόγιμο
επανεκλόγιμε	adj	κλητική ενικού του επανεκλόγιμος
επανεκλόγιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκλόγιμη
επανεκλόγιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανεκλόγιμος
επανεκλόγιμης	adj	γενική ενικού του επανεκλόγιμη
επανεκλόγιμο	adj	αιτιατική ενικού του επανεκλόγιμος
επανεκλόγιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανεκλόγιμος
επανεκλόγιμος	noun	που μπορεί να επανεκλεγεί
επανεκλόγιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανεκλόγιμος
επανεκλόγιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επανεκλόγιμος
επανεκλόγιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανεκλόγιμος
επανεκμίσθωνα	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωναν	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωνε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωνες	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωσα	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωσαν	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωσε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωσες	=	επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεκμισθώνω
επανεκμίσθωσης	noun	γενική ενικού του επανεκμίσθωση
επανεκμισθώναμε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώναν	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνανε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνατε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνει	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνεις	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνετε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνομαι	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνοντας	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνουμε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνουν	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνουνε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώνω	verb	εκμισθώνω εκ νέου
επανεκμισθώσαμε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώσαν	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώσανε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώσατε	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώσει	=	επανεκμισθώνω
επανεκμισθώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκμίσθωση
επανεκμισθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεκμίσθωση
επανεκμισθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεκμίσθωση
επανεκμισθώστε	=	επανεκμισθώνω
επανεκπέμπω	verb	εκπέμπω εκ νέου
επανεκπαίδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαίδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαίδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαίδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαίδευση	noun	η εκ νέου εκπαίδευση
επανεκπαίδευσης	=	επανεκπαίδευση
επανεκπαιδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεκπαίδευση
επανεκπαιδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύσεων	=	επανεκπαίδευση
επανεκπαιδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεκπαιδεύω
επανεκπαιδεύω	verb	εκπαιδεύω ξανά
επανεκπομπή	noun	εκπομπή εκ νέου
επανεκτίμα	=	επανεκτιμώ
επανεκτίμαγε	=	επανεκτιμώ
επανεκτίμησα	=	επανεκτιμώ
επανεκτίμησαν	=	επανεκτιμώ
επανεκτίμησε	=	επανεκτιμώ
επανεκτίμησες	=	επανεκτιμώ
επανεκτίμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεκτιμώ, η εκ νέου εκτίμηση
επανεκτίμησης	=	επανεκτίμηση
επανεκτιμά	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάει	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάμε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάν	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάνε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάς	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάτε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμάω	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμήσαμε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμήσαν	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμήσανε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμήσατε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμήσει	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμήσεις	=	επανεκτίμηση
επανεκτιμήσεων	=	επανεκτίμηση
επανεκτιμήστε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούμε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούν	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούνε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσα	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσαμε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσαν	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσανε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσατε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσε	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμούσες	=	επανεκτιμώ
επανεκτιμώ	verb	εξετάζω και αξιολογώ εκ νέου κάποιον, κάτι ή μια κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη νέα δεδομένα, συνθήκες ή πληροφορίες
επανεκτιμώντας	=	επανεκτιμώ
επανεκτυπωμένα	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένε	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένες	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένη	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένης	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένο	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένοι	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επανεκτυπώνω
επανεκτυπωμένου	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένους	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπωμένων	=	επανεκτυπωμένος
επανεκτυπώναμε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώναν	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνανε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνατε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνει	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνεις	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνετε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνοντας	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνουμε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνουν	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνουνε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώνω	verb	εκτυπώνω εκ νέου έντυπο, βιβλίο, έγγραφο, εικόνα ή άλλο υλικό που έχει ήδη εκτυπωθεί
επανεκτυπώσαμε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώσαν	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώσανε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώσατε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώσει	=	επανεκτυπώνω
επανεκτυπώσεις	=	επανεκτύπωση
επανεκτυπώσεων	=	επανεκτύπωση
επανεκτυπώστε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωνα	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωναν	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωνε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωνες	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωσα	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωσαν	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωσε	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωσες	=	επανεκτυπώνω
επανεκτύπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεκτυπώνω
επανεκτύπωσης	=	επανεκτύπωση
επανεκφράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανέκφραση
επανεκφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανέκφραση
επανεκφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανέκφραση
επανεκφύομαι	verb	εκφύομαι εκ νέου
επανελέγχου	=	επανέλεγχος
επανελέγχους	=	επανέλεγχος
επανελέγχων	=	επανέλεγχος
επανελήφθη	=	επαναλαμβάνω
επανελήφθησαν	=	επαναλαμβάνω
επανελλήνιση	noun	επανεισαγωγή αρχαίων λέξεων αυτούσιων ή εκδημοτικισμένων
επανεμβολιάέ	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιάζω	verb	χορηγώ εμβόλιο εκ νέου σε άτομο ή ζώο για ενίσχυση ή ανανέωση της ανοσίας
επανεμβολιάοί	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιάού	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιάούς	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιάό	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιάός	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιάών	=	επανεμβολιάζω
επανεμβολιασμέ	=	επανεμβολιασμός
επανεμβολιασμοί	=	επανεμβολιασμός
επανεμβολιασμού	=	επανεμβολιασμός
επανεμβολιασμούς	=	επανεμβολιασμός
επανεμβολιασμό	=	επανεμβολιασμός
επανεμβολιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεμβολιάζω
επανεμβολιασμών	=	επανεμβολιασμός
επανεμφάνιζα	=	επανεμφανίζω
επανεμφάνιζαν	=	επανεμφανίζω
επανεμφάνιζε	=	επανεμφανίζω
επανεμφάνιζες	=	επανεμφανίζω
επανεμφάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφάνιση	noun	η εκ νέου εμφάνιση, η επανάληψη μιας εμφάνισης
επανεμφάνισης	=	επανεμφάνιση
επανεμφανίζαμε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζαν	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζανε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζατε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζει	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζεις	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζεσαι	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίζεστε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίζεται	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίζετε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίζονται	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίζονταν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίζοντας	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζου	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίζουμε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζουν	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζουνε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίζω	verb	εμφανίζω ξανά
επανεμφανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίσαν	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίσανε	=	επανεμφανίζω
επανεμφανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεμφάνιση
επανεμφανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίσεων	=	επανεμφάνιση
επανεμφανίσου	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανίστηκα	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίστηκαν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίστηκε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίστηκες	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεμφανίζω
επανεμφανιζόμασταν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόμαστε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεμφανιζόμενο
επανεμφανιζόμενε	verb	κλητική ενικού του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεμφανιζόμενη
επανεμφανιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμενης	verb	γενική ενικού του επανεμφανιζόμενη
επανεμφανιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμενος	verb	που επανεμφανίζεται κάθε τόσο, κατ' επανάληψη
επανεμφανιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανεμφανιζόμενος
επανεμφανιζόμουν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόμουνα	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόντουσαν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόσασταν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόσαστε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόσουν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόσουνα	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζόταν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιζότανε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανισμένος	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιστήκαμε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιστήκαν	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιστήκανε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιστήκατε	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιστεί	=	επανεμφανίζομαι
επανεμφανιστείτε	=	επανεμφανίζομαι
επανενάρξεις	=	επανέναρξη
επανενάρξεων	=	επανέναρξη
επανενάρξεως	=	επανέναρξη
επανενέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανενέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανενέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανενέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανενίσχυση	noun	η αλλεπάλληλη, συνεχής ενίσχυση, συνεχής πυροδότηση αξονικής σύνδεσης
επανενίσχυσης	=	επανενίσχυση
επανενεργοποίηση	noun	η εκ νέου ενεργοποίηση μετά από παύση δραστηριότητας ή ενεργειών ή λειτουργίας συσκευών, δικτύων κ.λπ.
επανενεργοποίησης	noun	γενική ενικού του επανενεργοποίηση
επανενεργοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανενεργοποίηση
επανενεργοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανενεργοποίηση
επανενεργοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανενεργοποίηση
επανενεργοποιώ	verb	επιχειρώ εκ νέου ενεργοποίηση
επανενισχύσεις	=	επανενίσχυση
επανενισχύσεων	=	επανενίσχυση
επανενορχήστρωση	noun	ενορχήστρωση διαφορετική από αυτή(ν) που όρισε ο συνθέτης
επανενορχήστρωσης	=	επανενορχήστρωση
επανενορχηστρώσεις	=	επανενορχήστρωση
επανενορχηστρώσεων	=	επανενορχήστρωση
επανεντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανένταξη
επανεντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξεων	noun	γενική πληθυντικού του επανένταξη
επανεντάξεως	noun|formal	γενική ενικού του επανένταξη
επανεντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεντάσσω
επανεντάσσω	verb	εντάσσω ξανά
επανενταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανενταγμένο
επανενταγμένε	verb	κλητική ενικού του επανενταγμένος
επανενταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανενταγμένη
επανενταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανενταγμένος
επανενταγμένης	verb	γενική ενικού του επανενταγμένη
επανενταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανενταγμένος
επανενταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανενταγμένος
επανενταγμένος	verb	που έχει επανενταχτεί
επανενταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανενταγμένος
επανενταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανενταγμένος
επανενταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανενταγμένος
επανενώνω	verb	ενώνω εκ νέου, ξανά
επανενώσεις	=	επανένωση
επανενώσεων	=	επανένωση
επανενώσεως	=	επανένωση
επανεξάγω	verb	εξάγω εκ νέου
επανεξέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεξέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεξέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεξέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκδίδω
επανεξέλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεξέλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεξέλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεξέλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεκλέγω
επανεξέτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξέτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξέτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξέτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξέταση	noun	η εκ νέου εξέταση, η επανάληψη μιας εξέτασης που έχει ήδη γίνει στο παρελθόν
επανεξέτασης	noun	γενική ενικού του επανεξέταση
επανεξαγωγές	=	επανεξαγωγή
επανεξαγωγή	noun	η εκ νέου εξαγωγή
επανεξαγωγής	=	επανεξαγωγή
επανεξαγωγών	=	επανεξαγωγή
επανεξετάζω	verb	εξετάζω κάτι ξανά, ιδιαίτερα μετά από μια περίοδο αδράνειας σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα ή προκειμένου να αναθεωρηθεί μια αρχική γνώμη ή απόφαση
επανεξετάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεξέταση
επανεξετάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεξέταση
επανεξετάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεξέταση
επανεξετάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανεξετάζω
επανεξετασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεξετασμένο
επανεξετασμένε	verb	κλητική ενικού του επανεξετασμένος
επανεξετασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεξετασμένη
επανεξετασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανεξετασμένος
επανεξετασμένης	verb	γενική ενικού του επανεξετασμένη
επανεξετασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανεξετασμένος
επανεξετασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανεξετασμένος
επανεξετασμένος	verb	που έχει επανεξεταστεί
επανεξετασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανεξετασμένος
επανεξετασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανεξετασμένος
επανεξετασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανεξετασμένος
επανεξεταστέα	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέας	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέε	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέες	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέο	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέοι	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέος	adj	υποψήφιος που χρειάζεται να διαγωνιστεί, να εξεταστεί ξανά, εκ νέου
επανεξεταστέου	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέους	=	επανεξεταστέος
επανεξεταστέων	=	επανεξεταστέος
επανεπέμβαση	noun	η εκ νέου επέμβαση
επανεπέμβασης	noun	γενική ενικού του επανεπέμβαση
επανεπίχωση	noun	η εκ νέου ή από την αρχή σταδιακή κάλυψη ενός εδαφικού στρώματος από ένα άλλο
επανεπίχωσης	noun	γενική ενικού του επανεπίχωση
επανεπεμβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεπέμβαση
επανεπεμβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεπέμβαση
επανεπεμβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεπέμβαση
επανεπενδύομαι	=	επανεπενδύω
επανεπενδύω	verb	επενδύω ξανά
επανεπιβεβαιώνω	verb	σιγουρεύω ξανά
επανεπικαιροποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεπικαιροποιώ
επανεπικαιροποιώ	verb|formal	επικαιροποιώ εκ νέου πληροφορία, κείμενο, στοιχείο ή δεδομένα, ώστε να ανταποκρίνονται στις νεότερες εξελίξεις
επανεπικυρώσεις	=	επανεπικύρωση
επανεπικυρώσεων	=	επανεπικύρωση
επανεπικύρωση	noun	επικύρωση εκ νέου
επανεπικύρωσης	=	επανεπικύρωση
επανεπιχώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεπίχωση
επανεπιχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανεπίχωση
επανεπιχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανεπίχωση
επανεργοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανεργοποίηση
επανερμηνεία	noun	η εκ νέου ερμηνεία
επανερμηνείας	=	επανερμηνεία
επανερμηνείες	=	επανερμηνεία
επανερμηνειών	=	επανερμηνεία
επανευρέσεις	=	επανεύρεση
επανευρέσεων	=	επανεύρεση
επανευρίσκω	noun|formal	βρίσκω, ανακαλύπτω ή ξανασυναντώ κάτι ή κάποιον ύστερα από απώλεια, απουσία ή χρονική απόσταση ή ανακτώ μια κατάσταση ή ιδιότητα (όπως την εσωτερική γαλήνη ή τον εαυτό μου)
επανεφαρμόζω	verb	εφαρμόζω κάτι ξανά, εκ νέου
επανεύρεση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανευρίσκω
επανεύρεσης	=	επανεύρεση
επανηλεκτροδοτήσεις	=	επανηλεκτροδότηση
επανηλεκτροδοτήσεων	=	επανηλεκτροδότηση
επανηλεκτροδότηση	noun	η διαδικασία της εκ νέου ηλεκτροδότησης
επανηλεκτροδότησης	=	επανηλεκτροδότηση
επανιδείν	verb	μόνο στη φράση εις το επανιδείν / στο επανιδείν
επανιδρυθήκαμε	=	επανιδρύω
επανιδρυθήκαν	=	επανιδρύω
επανιδρυθήκανε	=	επανιδρύω
επανιδρυθήκατε	=	επανιδρύω
επανιδρυθεί	=	επανιδρύω
επανιδρυθείς	=	επανιδρύω
επανιδρυθείτε	=	επανιδρύω
επανιδρυθούμε	=	επανιδρύω
επανιδρυθούν	=	επανιδρύω
επανιδρυθούνε	=	επανιδρύω
επανιδρυθώ	=	επανιδρύω
επανιδρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανιδρυμένο
επανιδρυμένε	verb	κλητική ενικού του επανιδρυμένος
επανιδρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανιδρυμένη
επανιδρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανιδρυμένος
επανιδρυμένης	verb	γενική ενικού του επανιδρυμένη
επανιδρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανιδρυμένος
επανιδρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανιδρυμένος
επανιδρυμένος	verb	που έχει επανιδρυθεί
επανιδρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανιδρυμένος
επανιδρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανιδρυμένος
επανιδρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανιδρυμένος
επανιδρυόμασταν	=	επανιδρύω
επανιδρυόμαστε	=	επανιδρύω
επανιδρυόμουν	=	επανιδρύω
επανιδρυόμουνα	=	επανιδρύω
επανιδρυόντουσαν	=	επανιδρύω
επανιδρυόσασταν	=	επανιδρύω
επανιδρυόσαστε	=	επανιδρύω
επανιδρυόσουν	=	επανιδρύω
επανιδρυόσουνα	=	επανιδρύω
επανιδρυόταν	=	επανιδρύω
επανιδρυότανε	=	επανιδρύω
επανιδρύαμε	=	επανιδρύω
επανιδρύαν	=	επανιδρύω
επανιδρύανε	=	επανιδρύω
επανιδρύατε	=	επανιδρύω
επανιδρύει	=	επανιδρύω
επανιδρύεις	=	επανιδρύω
επανιδρύεσαι	=	επανιδρύω
επανιδρύεστε	=	επανιδρύω
επανιδρύεται	=	επανιδρύω
επανιδρύετε	=	επανιδρύω
επανιδρύθηκα	=	επανιδρύω
επανιδρύθηκαν	=	επανιδρύω
επανιδρύθηκε	=	επανιδρύω
επανιδρύθηκες	=	επανιδρύω
επανιδρύομαι	=	επανιδρύω
επανιδρύομε	=	επανιδρύω
επανιδρύονται	=	επανιδρύω
επανιδρύονταν	=	επανιδρύω
επανιδρύοντας	=	επανιδρύω
επανιδρύουμε	=	επανιδρύω
επανιδρύουν	=	επανιδρύω
επανιδρύουνε	=	επανιδρύω
επανιδρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσαν	=	επανιδρύω
επανιδρύσανε	=	επανιδρύω
επανιδρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανίδρυση
επανιδρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσεων	=	επανίδρυση
επανιδρύσομε	=	επανιδρύω
επανιδρύσου	=	επανιδρύω
επανιδρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσουνε	=	επανιδρύω
επανιδρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανιδρύω
επανιδρύω	verb	ιδρύω ξανά
επανιονισμέ	=	επανιονισμός
επανιονισμοί	=	επανιονισμός
επανιονισμού	=	επανιονισμός
επανιονισμούς	=	επανιονισμός
επανιονισμό	=	επανιονισμός
επανιονισμός	noun	η διαδικασία κατά την οποία ιονίστηκε εκ νέου η ύλη στο σύμπαν μετά από τις σκοτεινές εποχές
επανιονισμών	=	επανιονισμός
επανοικειοποίηση	noun	η πολιτισμική διαδικασία μέσω της οποίας μια πληθυσμιακή ομάδα ανακτά (επανοικειοποιείται) όρους ή τεχνουργήματα τα οποία μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν με μειωτικό ή υβριστικό περιεχόμενο εναντίον της (όπως για παράδειγμα έχει επανακτηθεί μεγάλο μέρος των λέξεων που αφορούν την ομοφυλοφιλία στην αγγλική γλώσσα από τις αρχές της δεκαετίας του 1970)
επανοικειοποίησης	=	επανοικειοποίηση
επανοικειοποιήσεις	=	επανοικειοποίηση
επανοικειοποιήσεων	=	επανοικειοποίηση
επανοξειδώνω	verb	επιχειρώ εκ νέου οξείδωση
επανορθωθήκαμε	=	επανορθώνω
επανορθωθήκαν	=	επανορθώνω
επανορθωθήκανε	=	επανορθώνω
επανορθωθήκατε	=	επανορθώνω
επανορθωθεί	=	επανορθώνω
επανορθωθείτε	=	επανορθώνω
επανορθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανορθωμένο
επανορθωμένε	verb	κλητική ενικού του επανορθωμένος
επανορθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανορθωμένη
επανορθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανορθωμένος
επανορθωμένης	verb	γενική ενικού του επανορθωμένη
επανορθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επανορθωμένος
επανορθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανορθωμένος
επανορθωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επανορθώνω
επανορθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανορθωμένος
επανορθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επανορθωμένος
επανορθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανορθωμένος
επανορθωνόμασταν	=	επανορθώνω
επανορθωνόμαστε	=	επανορθώνω
επανορθωνόμουν	=	επανορθώνω
επανορθωνόμουνα	=	επανορθώνω
επανορθωνόντουσαν	=	επανορθώνω
επανορθωνόσασταν	=	επανορθώνω
επανορθωνόσαστε	=	επανορθώνω
επανορθωνόσουν	=	επανορθώνω
επανορθωνόσουνα	=	επανορθώνω
επανορθωνόταν	=	επανορθώνω
επανορθωνότανε	=	επανορθώνω
επανορθωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανορθωτικό	adv	με επανορθωτικό τρόπο, επανορθώνοντας
επανορθωτικέ	adj	κλητική ενικού του επανορθωτικός
επανορθωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανορθωτική
επανορθωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανορθωτικός
επανορθωτικής	adj	γενική ενικού του επανορθωτική
επανορθωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανορθωτικός
επανορθωτικού	adj	γενική ενικού του επανορθωτικός
επανορθωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επανορθωτικός
επανορθωτικό	adj	αιτιατική ενικού του επανορθωτικός
επανορθωτικός	adj	που έχει σχέση με την επανόρθωση, συντελεί ή συμβάλλει σ’ αυτή
επανορθωτικών	adj	γενική πληθυντικού του επανορθωτικός
επανορθώθηκα	=	επανορθώνω
επανορθώθηκαν	=	επανορθώνω
επανορθώθηκε	=	επανορθώνω
επανορθώθηκες	=	επανορθώνω
επανορθώναμε	=	επανορθώνω
επανορθώναν	=	επανορθώνω
επανορθώνανε	=	επανορθώνω
επανορθώνατε	=	επανορθώνω
επανορθώνει	=	επανορθώνω
επανορθώνεις	=	επανορθώνω
επανορθώνεσαι	=	επανορθώνω
επανορθώνεστε	=	επανορθώνω
επανορθώνεται	=	επανορθώνω
επανορθώνετε	=	επανορθώνω
επανορθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επανορθώνω
επανορθώνονται	=	επανορθώνω
επανορθώνονταν	=	επανορθώνω
επανορθώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επανορθώνω
επανορθώνουμε	=	επανορθώνω
επανορθώνουν	=	επανορθώνω
επανορθώνουνε	=	επανορθώνω
επανορθώνω	verb	ξαναφέρνω κάτι σε μια καλύτερη κατάσταση που βρίσκονταν κατά το παρελθόν
επανορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώσαν	=	επανορθώνω
επανορθώσανε	=	επανορθώνω
επανορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανόρθωση
επανορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανόρθωση
επανορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανόρθωση
επανορθώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανορθώσιμο
επανορθώσιμε	adj	κλητική ενικού του επανορθώσιμος
επανορθώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανορθώσιμη
επανορθώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανορθώσιμος
επανορθώσιμης	adj	γενική ενικού του επανορθώσιμη
επανορθώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επανορθώσιμος
επανορθώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανορθώσιμος
επανορθώσιμος	adj	που μπορεί να επανορθωθεί, να διορθωθεί
επανορθώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επανορθώσιμος
επανορθώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επανορθώσιμος
επανορθώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επανορθώσιμος
επανορθώσου	=	επανορθώνω
επανορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανυγροποίηση	noun	η εκ νέου υγροποίηση
επανυγροποίησης	noun	γενική ενικού του επανυγροποίηση
επανυγροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανυγροποίηση
επανυγροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επανυγροποίηση
επανυγροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επανυγροποίηση
επανυπολογίζαμε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζαν	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζανε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζατε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζει	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζεις	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζετε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζοντας	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζουμε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζουν	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζουνε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίζω	verb	υπολογίζω ξανά ένα μέγεθος, ποσό ή δεδομένα, ύστερα από μεταβολή, διόρθωση ή επανεξέταση
επανυπολογίσαμε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίσαν	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίσανε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίσατε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίσει	=	επανυπολογίζω
επανυπολογίστε	=	επανυπολογίζω
επανυπολογισμέ	noun	κλητική ενικού του επανυπολογισμός
επανυπολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανυπολογισμός
επανυπολογισμού	noun	γενική ενικού του επανυπολογισμός
επανυπολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επανυπολογισμός
επανυπολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του επανυπολογισμός
επανυπολογισμός	noun	ο εκ νέου υπολογισμός
επανυπολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του επανυπολογισμός
επανυπολόγιζα	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγιζαν	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγιζε	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγιζες	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγισα	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγισαν	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγισε	=	επανυπολογίζω
επανυπολόγισες	=	επανυπολογίζω
επανωγράμματα	=	επανώγραμμα
επανωγράμματος	=	επανώγραμμα
επανωγραμμάτων	=	επανώγραμμα
επανωγραφές	=	επανωγραφή
επανωγραφή	noun	άλλη μορφή του απανωγραφή
επανωγραφής	=	επανωγραφή
επανωγραφών	=	επανωγραφή
επανωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επανωτός	adv|formal	άλλη μορφή του απανωτά
επανωτέ	adj	κλητική ενικού του επανωτός
επανωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επανωτή
επανωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επανωτός
επανωτής	adj	γενική ενικού του επανωτή
επανωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επανωτός
επανωτού	adj	γενική ενικού του επανωτός
επανωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επανωτός
επανωτό	adj	αιτιατική ενικού του επανωτός
επανωτός	adj|formal	άλλη μορφή του απανωτός
επανωτών	adj	γενική πληθυντικού του επανωτός
επανωφοριού	=	επανωφόρι
επανωφοριών	=	επανωφόρι
επανωφόρι	noun	άλλη μορφή του πανωφόρι
επανωφόρια	=	επανωφόρι
επανόδου	=	επάνοδος
επανόδους	=	επάνοδος
επανόδων	=	επάνοδος
επανόρθωνα	=	επανορθώνω
επανόρθωναν	=	επανορθώνω
επανόρθωνε	=	επανορθώνω
επανόρθωνες	=	επανορθώνω
επανόρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανόρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανόρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανόρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επανορθώνω
επανόρθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανορθώνω
επανόρθωσης	noun	γενική ενικού του επανόρθωση
επανώγραμμα	noun	άλλη μορφή του πανώγραμμα
επαξίως	adv|dated	επάξια
επαπείλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπείλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπείλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπείλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαπειλή
επαπειλήθηκα	=	επαπειλώ
επαπειλήθηκαν	=	επαπειλώ
επαπειλήθηκε	=	επαπειλώ
επαπειλήθηκες	=	επαπειλώ
επαπειλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήσαν	=	επαπειλώ
επαπειλήσανε	=	επαπειλώ
επαπειλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήσου	=	επαπειλώ
επαπειλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλήστε	=	επαπειλώ
επαπειλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαπειλώ
επαπειλεί	=	επαπειλώ
επαπειλείς	=	επαπειλώ
επαπειλείσαι	=	επαπειλώ
επαπειλείστε	=	επαπειλώ
επαπειλείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επαπειλούμαι
επαπειλείτε	=	επαπειλώ
επαπειληθήκαμε	=	επαπειλώ
επαπειληθήκαν	=	επαπειλώ
επαπειληθήκανε	=	επαπειλώ
επαπειληθήκατε	=	επαπειλώ
επαπειληθεί	=	επαπειλώ
επαπειληθείτε	=	επαπειλώ
επαπειλημένος	=	επαπειλώ
επαπειλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επαπειλώ
επαπειλούμασταν	=	επαπειλώ
επαπειλούμαστε	=	επαπειλώ
επαπειλούμε	=	επαπειλώ
επαπειλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαπειλούμενο
επαπειλούμενε	verb	κλητική ενικού του επαπειλούμενος
επαπειλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαπειλούμενη
επαπειλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαπειλούμενος
επαπειλούμενης	verb	γενική ενικού του επαπειλούμενη
επαπειλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επαπειλούμενος
επαπειλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαπειλούμενος
επαπειλούμενος	=	επαπειλώ
επαπειλούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαπειλούμενος
επαπειλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαπειλούμενος
επαπειλούμενων	verb	γενική πληθυντικού του επαπειλούμενος
επαπειλούμουν	=	επαπειλώ
επαπειλούν	=	επαπειλώ
επαπειλούνε	=	επαπειλώ
επαπειλούνται	=	επαπειλώ
επαπειλούνταν	=	επαπειλώ
επαπειλούσα	=	επαπειλώ
επαπειλούσαμε	=	επαπειλώ
επαπειλούσαν	=	επαπειλώ
επαπειλούσανε	=	επαπειλώ
επαπειλούσασταν	=	επαπειλώ
επαπειλούσαστε	=	επαπειλώ
επαπειλούσατε	=	επαπειλώ
επαπειλούσε	=	επαπειλώ
επαπειλούσες	=	επαπειλώ
επαπειλούσουν	=	επαπειλώ
επαπειλώ	verb|formal	απειλώ εμφατικά ή έντονα κάποιον ή κάτι
επαπειλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαπειλώ
επαργυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαργυρωμένο
επαργυρωμένε	verb	κλητική ενικού του επαργυρωμένος
επαργυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαργυρωμένη
επαργυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαργυρωμένος
επαργυρωμένης	verb	γενική ενικού του επαργυρωμένη
επαργυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επαργυρωμένος
επαργυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαργυρωμένος
επαργυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαργυρωμένος
επαργυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαργυρωμένος
επαργυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαργυρωμένος
επαργυρώναμε	=	επαργυρώνω
επαργυρώναν	=	επαργυρώνω
επαργυρώνανε	=	επαργυρώνω
επαργυρώνατε	=	επαργυρώνω
επαργυρώνει	=	επαργυρώνω
επαργυρώνεις	=	επαργυρώνω
επαργυρώνετε	=	επαργυρώνω
επαργυρώνοντας	=	επαργυρώνω
επαργυρώνουμε	=	επαργυρώνω
επαργυρώνουν	=	επαργυρώνω
επαργυρώνουνε	=	επαργυρώνω
επαργυρώνω	verb	καλύπτω ένα αντικείμενο με άργυρο
επαργυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώσαν	=	επαργυρώνω
επαργυρώσανε	=	επαργυρώνω
επαργυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαργύρωση
επαργυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώσεων	=	επαργύρωση
επαργυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργύρωνα	=	επαργυρώνω
επαργύρωναν	=	επαργυρώνω
επαργύρωνε	=	επαργυρώνω
επαργύρωνες	=	επαργυρώνω
επαργύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαργυρώνω
επαργύρωση	noun	η διεργασία που μεσολαβεί για να αποκτήσουν τα αντικείμενα αργυρή όψη και επιφάνεια.
επαργύρωσης	=	επαργύρωση
επαρκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επαρκής
επαρκέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέσαν	=	επαρκώ
επαρκέσανε	=	επαρκώ
επαρκέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκέστατα	=	επαρκής
επαρκέστατε	=	επαρκής
επαρκέστατες	=	επαρκής
επαρκέστατη	=	επαρκής
επαρκέστατης	=	επαρκής
επαρκέστατο	=	επαρκής
επαρκέστατοι	=	επαρκής
επαρκέστατος	=	επαρκής
επαρκέστατου	=	επαρκής
επαρκέστατους	=	επαρκής
επαρκέστατων	=	επαρκής
επαρκέστε	=	επαρκώ
επαρκέστερα	=	επαρκής
επαρκέστερε	=	επαρκής
επαρκέστερες	=	επαρκής
επαρκέστερη	=	επαρκής
επαρκέστερης	=	επαρκής
επαρκέστερο	=	επαρκής
επαρκέστεροι	=	επαρκής
επαρκέστερος	=	επαρκής
επαρκέστερου	=	επαρκής
επαρκέστερους	=	επαρκής
επαρκέστερων	=	επαρκής
επαρκέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαρκώ
επαρκή	adj	αιτιατική ενικού του επαρκής
επαρκής	adj	που κρίνεται ότι μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις
επαρκεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επαρκώ
επαρκείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρκής
επαρκείτε	=	επαρκώ
επαρκειών	noun	γενική πληθυντικού του επάρκεια
επαρκούμε	=	επαρκώ
επαρκούν	=	επαρκώ
επαρκούνε	=	επαρκώ
επαρκούς	adj	γενική ενικού του επαρκής
επαρκούσα	=	επαρκώ
επαρκούσαμε	=	επαρκώ
επαρκούσαν	=	επαρκώ
επαρκούσανε	=	επαρκώ
επαρκούσατε	=	επαρκώ
επαρκούσε	=	επαρκώ
επαρκούσες	=	επαρκώ
επαρκώ	verb	είμαι αρκετός
επαρκών	adj	γενική πληθυντικού του επαρκής
επαρκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επαρκώ
επαρκώς	adv	με επάρκεια, ικανοποιητικά, αρκετά
επαρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έπαρμα
επαρμένος	verb|rare	άλλη μορφή του επηρμένος
επαρτών	=	επάρτης
επαρχία	noun	διοικητική υποδιαίρεση ενός κράτους
επαρχίας	noun	γενική ενικού του επαρχία
επαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχία
επαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχείο
επαρχείο	noun	το δημόσιο κτήριο στο οποίο βρίσκεται η έδρα του έπαρχου
επαρχείου	noun	γενική ενικού του επαρχείο
επαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του επαρχείο
επαρχιακά	adv	με επαρχιακό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επαρχιακός
επαρχιακέ	adj	κλητική ενικού του επαρχιακός
επαρχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχιακή
επαρχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαρχιακός
επαρχιακής	adj	γενική ενικού του επαρχιακή
επαρχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαρχιακός
επαρχιακού	adj	γενική ενικού του επαρχιακός
επαρχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαρχιακός
επαρχιακό	adj	αιτιατική ενικού του επαρχιακός
επαρχιακός	adj	που έχει σχέση με την επαρχία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επαρχιακών	adj	γενική πληθυντικού του επαρχιακός
επαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχικό
επαρχικέ	adj	κλητική ενικού του επαρχικός
επαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχική
επαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαρχικός
επαρχικής	adj	γενική ενικού του επαρχική
επαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαρχικός
επαρχικού	adj	γενική ενικού του επαρχικός
επαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαρχικός
επαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του επαρχικός
επαρχικός	adj	που σχετίζεται ή ανήκει σε επάρχο
επαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του επαρχικός
επαρχιωτισμέ	noun	κλητική ενικού του επαρχιωτισμός
επαρχιωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαρχιωτισμός
επαρχιωτισμού	noun	γενική ενικού του επαρχιωτισμός
επαρχιωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επαρχιωτισμός
επαρχιωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του επαρχιωτισμός
επαρχιωτισμός	noun	η νοοτροπία των κατοίκων της επαρχίας σε αντιπαράθεση με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής των μεγάλων αστικών κέντρων
επαρχιωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του επαρχιωτισμός
επαρχιωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του επαρχιώτισσα
επαρχιωτοπούλα	noun	κορίτσι ή νεαρή γυναίκα που κατάγεται από την επαρχία ή ζει σε αυτήν
επαρχιωτοπούλας	=	επαρχιωτοπούλα
επαρχιωτοπούλες	=	επαρχιωτοπούλα
επαρχιωτόπουλα	=	επαρχιωτόπουλο
επαρχιωτόπουλο	noun	αγόρι ή, γενικότερα, παιδί που κατάγεται από την επαρχία ή ζει σε αυτήν
επαρχιωτόπουλου	=	επαρχιωτόπουλο
επαρχιωτόπουλων	=	επαρχιωτόπουλο
επαρχιωτών	=	επαρχιώτης
επαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του επαρχία
επαρχιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχιώτης
επαρχιώτη	=	επαρχιώτης
επαρχιώτης	noun	αυτός που κατάγεται από επαρχία ή διαμένει σ’ αυτή
επαρχιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχιώτικο
επαρχιώτικε	adj	κλητική ενικού του επαρχιώτικος
επαρχιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχιώτικη
επαρχιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαρχιώτικος
επαρχιώτικης	adj	γενική ενικού του επαρχιώτικη
επαρχιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του επαρχιώτικος
επαρχιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαρχιώτικος
επαρχιώτικος	adj	άλλη μορφή του επαρχιακός
επαρχιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαρχιώτικος
επαρχιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επαρχιώτικος
επαρχιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαρχιώτικος
επαρχιώτισσα	noun	επαρχιώτης
επαρχιώτισσας	noun	γενική ενικού του επαρχιώτισσα
επαρχιώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαρχιώτισσα
επαρχοποίηση	noun	η μετατροπή κάποιας περιοχής σε επαρχία με διοικητή έπαρχο
επαρχοποίησης	=	επαρχοποίηση
επαρχοποιήσεις	=	επαρχοποίηση
επαρχοποιήσεων	=	επαρχοποίηση
επας	abbrev	σχολές απόκτησης επαγγελματικής ειδικότητας στην Ελλάδα
επασφάλιστρα	=	επασφάλιστρο
επασφάλιστρο	noun	πρόσθετο ασφάλιστρο που επιβάλλεται πέρα από το βασικό για την κάλυψη αυξημένου κινδύνου ή ειδικών συνθηκών
επασφάλιστρου	=	επασφάλιστρο
επασφάλιστρων	=	επασφάλιστρο
επασφαλίστρου	=	επασφάλιστρο
επασφαλίστρων	=	επασφάλιστρο
επασφαλιστήρια	=	επασφαλιστήριο
επασφαλιστήριο	noun	ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συμπληρώνει ή τροποποιεί εν μέρει προηγούμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο
επασφαλιστήριου	=	επασφαλιστήριο
επασφαλιστήριων	=	επασφαλιστήριο
επασφαλιστηρίου	=	επασφαλιστήριο
επασφαλιστηρίων	=	επασφαλιστήριο
επαυξάναμε	=	επαυξάνω
επαυξάναν	=	επαυξάνω
επαυξάνανε	=	επαυξάνω
επαυξάνατε	=	επαυξάνω
επαυξάνει	=	επαυξάνω
επαυξάνεις	=	επαυξάνω
επαυξάνετε	=	επαυξάνω
επαυξάνοντας	=	επαυξάνω
επαυξάνουμε	=	επαυξάνω
επαυξάνουν	=	επαυξάνω
επαυξάνουνε	=	επαυξάνω
επαυξάνω	verb	αυξάνω μετά από προηγούμενη αύξηση, μεγαλώνω κι άλλο
επαυξήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήσαν	=	επαυξάνω
επαυξήσανε	=	επαυξάνω
επαυξήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαύξηση
επαυξήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επαύξηση
επαυξήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επαύξηση
επαυξήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαυξημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαυξημένο
επαυξημένε	verb	κλητική ενικού του επαυξημένος
επαυξημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαυξημένη
επαυξημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επαυξημένος
επαυξημένης	verb	γενική ενικού του επαυξημένη
επαυξημένο	verb	αιτιατική ενικού του επαυξημένος
επαυξημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επαυξημένος
επαυξημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επαυξημένος
επαυξημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επαυξημένος
επαυξημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επαυξημένος
επαυχένια	=	επαυχένιος
επαυχένιας	=	επαυχένιος
επαυχένιε	=	επαυχένιος
επαυχένιες	=	επαυχένιος
επαυχένιο	=	επαυχένιος
επαυχένιοι	=	επαυχένιος
επαυχένιος	adj|formal	που βρίσκεται ή τοποθετείται πάνω ή γύρω από τον λαιμό
επαυχένιου	=	επαυχένιος
επαυχένιους	=	επαυχένιος
επαυχένιων	=	επαυχένιος
επαφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επαφή
επαφή	noun	η θέση δύο σωμάτων όπου ακουμπά το ένα το άλλο
επαφής	=	επαφή
επαφίεμαι	verb	αφήνω τον εαυτό μου σε κάποιον ή κάτι, εμπιστεύομαι
επαφών	noun	γενική πληθυντικού του επαφή
επαχθές	=	επαχθής
επαχθή	=	επαχθής
επαχθής	adj	που προξενεί μεγάλο βάρος
επαχθείς	=	επαχθής
επαχθούς	=	επαχθής
επαχθών	=	επαχθής
επαϊουσών	=	επαΐων
επαϊούσης	=	επαΐων
επαϊόντων	=	επαΐων
επαύλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έπαυλη
επαύλεων	noun	γενική πληθυντικού του έπαυλη
επαύλεως	noun|formal	γενική ενικού του έπαυλη
επαύξανα	=	επαυξάνω
επαύξαναν	=	επαυξάνω
επαύξανε	=	επαυξάνω
επαύξανες	=	επαυξάνω
επαύξησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαύξησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαύξησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαύξησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επαυξάνω
επαύξηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαυξάνω
επαύξησης	noun	γενική ενικού του επαύξηση
επαύριο	adv|formal	η ημέρα που ακολουθεί αμέσως μετά από ένα γεγονός ή η επόμενη ημέρα
επαύριον	adv|formal	η ακόλουθη, η επόμενη ημέρα
επγ	abbrev	Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας: πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας με τις γειτονικές χώρες
επγος	=	επισμηναγός
επγός	abbrev	επισμηναγός
επδδα	abbrev	Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τη Δημοκρατία και τα Δικαιώματα του Ανθρώπου: πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της δημοκρατίας και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
επείγει	verb	πιέζει χρονικά
επείγομαι	verb	βιάζομαι, πρέπει να κάνω κάτι όσο γίνεται πιο γρήγορα
επείγον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επείγων	noun	η ιδιότητα του επείγοντος
επείγοντα	=	επείγων
επείγοντας	=	επείγων
επείγοντες	=	επείγων
επείγοντος	=	επείγων
επείγουσα	=	επείγων
επείγουσας	=	επείγων
επείγουσες	=	επείγων
επείγων	verb	που επείγει, που πρέπει να γίνει ή να αντιμετωπιστεί όσο γίνεται πιο γρήγορα
επείξεις	=	έπειξη
επείξεων	=	έπειξη
επείσακτα	=	επείσακτος
επείσακτε	=	επείσακτος
επείσακτες	=	επείσακτος
επείσακτη	=	επείσακτος
επείσακτης	=	επείσακτος
επείσακτο	=	επείσακτος
επείσακτοι	=	επείσακτος
επείσακτος	adj	ο ξενολάτρης, ξενομανής, που θαυμάζει το ξένο ως καλύτερο του εγχώριου
επείσακτου	=	επείσακτος
επείσακτους	=	επείσακτος
επείσακτων	=	επείσακτος
επείχε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του επέχω
επεβλήθη	=	επιβάλλω
επεβλήθησαν	=	επιβάλλω
επεγράφη	=	επιγράφω
επεδίωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επεδίωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επεδίωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επεδίωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επειγοντολογία	noun	η επιστήμη / μελέτη της Επείγουσας Ιατρικής, της νοσηλείας στα ιατρεία επειγόντων περιστατικών
επειγοντολογίας	noun	γενική ενικού του επειγοντολογία
επειγοντολογίες	=	επειγοντολογία
επειγοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του επειγοντολογία
επειγουσών	=	επείγων
επειγούσης	=	επείγων
επειγόμουν	=	επείγομαι
επειγόντων	=	επείγων
επειγόντως	adv	αμέσως και πολύ γρήγορα
επειδή	conj	γιατί, διότι, καθώς
επειδεινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεινούμενο
επειδεινούμενων	verb	γενική πληθυντικού του επιδεινούμενος
επεισοδίου	noun	γενική ενικού του επεισόδιο
επεισοδίων	noun	γενική πληθυντικού του επεισόδιο
επεισοδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επεισοδιακός	adv	με επεισοδιακό τρόπο
επεισοδιακέ	adj	κλητική ενικού του επεισοδιακός
επεισοδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεισοδιακή
επεισοδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεισοδιακός
επεισοδιακής	adj	γενική ενικού του επεισοδιακή
επεισοδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεισοδιακός
επεισοδιακού	adj	γενική ενικού του επεισοδιακός
επεισοδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεισοδιακός
επεισοδιακό	adj	αιτιατική ενικού του επεισοδιακός
επεισοδιακός	adj	που στη διάρκειά του έγιναν επεισόδια, συνήθως βίαια
επεισοδιακών	adj	γενική πληθυντικού του επεισοδιακός
επεισόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεισόδιο
επεισόδιο	noun	το γεγονός περιορισμένης διάρκειας που συχνά εντάσσεται σε μια ευρύτερη ενότητα, συμβάν
επεισόδιου	noun	γενική ενικού του επεισόδιο
επεισόδιων	noun	γενική πληθυντικού του επεισόδιο
επεκ	abbrev	κεντρώο ελληνικό πολιτικό κόμμα της δεκαετίας του 1950
επεκτάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκτάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκτάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκτάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επέκταση
επεκτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επέκταση
επεκτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επέκταση
επεκτάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκτάσιμο
επεκτάσιμε	adj	κλητική ενικού του επεκτάσιμος
επεκτάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκτάσιμη
επεκτάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεκτάσιμος
επεκτάσιμης	adj	γενική ενικού του επεκτάσιμη
επεκτάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επεκτάσιμος
επεκτάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεκτάσιμος
επεκτάσιμος	adj	που μπορεί να επεκταθεί
επεκτάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επεκτάσιμος
επεκτάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεκτάσιμος
επεκτάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επεκτάσιμος
επεκταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεκτείνομαι
επεκταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκταμένο
επεκταμένε	verb	κλητική ενικού του επεκταμένος
επεκταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκταμένη
επεκταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεκταμένος
επεκταμένης	verb	γενική ενικού του επεκταμένη
επεκταμένο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επεκταμένος
επεκταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεκταμένος
επεκταμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επεκτείνω
επεκταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επεκταμένος
επεκταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επεκταμένος
επεκταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επεκταμένος
επεκτασιμοτήτων	=	επεκτασιμότητα
επεκτασιμότητα	noun	η ιδιότητα του επεκτάσιμου, το να υπάρχει η δυνατότητα να επεκταθεί κάποιος ή κάτι
επεκτασιμότητας	=	επεκτασιμότητα
επεκτασιμότητες	=	επεκτασιμότητα
επεκτατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκτατικό	adv	με επεκτατικό τρόπο
επεκτατικέ	adj	κλητική ενικού του επεκτατικός
επεκτατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκτατική
επεκτατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεκτατικός
επεκτατικής	adj	γενική ενικού του επεκτατική
επεκτατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεκτατικός
επεκτατικού	adj	γενική ενικού του επεκτατικός
επεκτατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεκτατικός
επεκτατικό	adj	αιτιατική ενικού του επεκτατικός
επεκτατικός	adj	που έχει σχέση με την επέκταση ή τον επεκτατισμό, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτά
επεκτατικών	adj	γενική πληθυντικού του επεκτατικός
επεκτατισμέ	noun	κλητική ενικού του επεκτατισμός
επεκτατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεκτατισμός
επεκτατισμού	noun	γενική ενικού του επεκτατισμός
επεκτατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επεκτατισμός
επεκτατισμό	noun	αιτιατική ενικού του επεκτατισμός
επεκτατισμός	noun	η τάση για εδαφική εξάπλωση μιας χώρας εις βάρος άλλων χωρών
επεκτατισμών	noun	γενική πληθυντικού του επεκτατισμός
επεκτείνει	=	επεκτείνω
επεκτείνομαι	verb	αυξάνω την έκτασή μου
επεκτείνω	verb	μεγαλώνω την έκταση που έχει κάτι
επεκτεινόμενα	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενε	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενες	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενη	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενης	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενο	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενοι	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επεκτείνω
επεκτεινόμενου	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενους	=	επεκτεινόμενος
επεκτεινόμενων	=	επεκτεινόμενος
επεκτεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκτεταμένο
επεκτεταμένε	verb	κλητική ενικού του επεκτεταμένος
επεκτεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεκτεταμένη
επεκτεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεκτεταμένος
επεκτεταμένης	verb	γενική ενικού του επεκτεταμένη
επεκτεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του επεκτεταμένος
επεκτεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεκτεταμένος
επεκτεταμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επεκτείνω
επεκτεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επεκτεταμένος
επεκτεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επεκτεταμένος
επεκτεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επεκτεταμένος
επελάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επέλαση
επελάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επέλαση
επελάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επέλαση
επελέγη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επιλέγομαι
επελέγην	=	επιλέγω
επελέγησαν	=	επιλέγω
επελαύνω	verb|formal	επιτίθεμαι με ορμή
επελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επέλευση
επελεύσεων	=	επέλευση
επεμβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επέμβαση
επεμβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επέμβαση
επεμβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επέμβαση
επεμβήκαμε	=	επεμβαίνω
επεμβήκανε	=	επεμβαίνω
επεμβήκατε	=	επεμβαίνω
επεμβαίναμε	=	επεμβαίνω
επεμβαίναν	=	επεμβαίνω
επεμβαίνανε	=	επεμβαίνω
επεμβαίνατε	=	επεμβαίνω
επεμβαίνει	=	επεμβαίνω
επεμβαίνεις	=	επεμβαίνω
επεμβαίνετε	=	επεμβαίνω
επεμβαίνομε	=	επεμβαίνω
επεμβαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επεμβαίνω
επεμβαίνουμε	=	επεμβαίνω
επεμβαίνουν	=	επεμβαίνω
επεμβαίνουνε	=	επεμβαίνω
επεμβαίνω	verb	ενεργώ προκειμένου να αλλάξω ή να επηρεάσω κάτι (μια κατάσταση κ.λπ.)
επεμβατικά	adv	με επεμβατικό τρόπο
επεμβατικέ	adj	κλητική ενικού του επεμβατικός
επεμβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεμβατική
επεμβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεμβατικός
επεμβατικής	adj	γενική ενικού του επεμβατική
επεμβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεμβατικός
επεμβατικοτήτων	=	επεμβατικότητα
επεμβατικού	adj	γενική ενικού του επεμβατικός
επεμβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεμβατικός
επεμβατικό	adj	αιτιατική ενικού του επεμβατικός
επεμβατικός	adj	που έχει σχέση με επέμβαση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
επεμβατικότητα	noun	το να επεμβαίνει κάποιος ή κάτι
επεμβατικότητας	=	επεμβατικότητα
επεμβατικότητες	=	επεμβατικότητα
επεμβατικών	adj	γενική πληθυντικού του επεμβατικός
επεμβατισμέ	noun	κλητική ενικού του επεμβατισμός
επεμβατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεμβατισμός
επεμβατισμού	noun	γενική ενικού του επεμβατισμός
επεμβατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επεμβατισμός
επεμβατισμό	noun	αιτιατική ενικού του επεμβατισμός
επεμβατισμός	noun	η επέμβαση ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών ή η σχετική τάση
επεμβατισμών	noun	γενική πληθυντικού του επεμβατισμός
επενέβαινα	=	επεμβαίνω
επενέβαιναν	=	επεμβαίνω
επενέβαινε	=	επεμβαίνω
επενέβαινες	=	επεμβαίνω
επενέβη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επεμβαίνω
επενέβην	=	επεμβαίνω
επενέβης	=	επεμβαίνω
επενέβησαν	=	επεμβαίνω
επενέργεια	noun	η ενέργεια, η επιρροή πάνω σε κάτι
επενέργειας	noun	γενική ενικού του επενέργεια
επενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενέργεια
επενέργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενέργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενέργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενέργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενδεδυμένα	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένε	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένες	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένη	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένης	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επενδεδυμένος
επενδεδυμένοι	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επενδύω
επενδεδυμένου	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένους	=	επενδεδυμένος
επενδεδυμένων	=	επενδεδυμένος
επενδυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επένδυμα
επενδυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδυμένο
επενδυμένε	verb	κλητική ενικού του επενδυμένος
επενδυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδυμένη
επενδυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επενδυμένος
επενδυμένης	verb	γενική ενικού του επενδυμένη
επενδυμένο	verb	αιτιατική ενικού του επενδυμένος
επενδυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επενδυμένος
επενδυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επενδυμένος
επενδυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επενδυμένος
επενδυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επενδυμένος
επενδυτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδυτής
επενδυτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επενδυτής
επενδυτής	noun	αυτός που επενδύει χρήματα σε μια επιχείρηση, που κάνει επενδύσεις
επενδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδυτικό	adv	από επενδυτική άποψη
επενδυτικέ	adj	κλητική ενικού του επενδυτικός
επενδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδυτική
επενδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επενδυτικός
επενδυτικής	adj	γενική ενικού του επενδυτική
επενδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επενδυτικός
επενδυτικού	adj	γενική ενικού του επενδυτικός
επενδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επενδυτικός
επενδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του επενδυτικός
επενδυτικός	adj	που έχει σχέση με επένδυση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επενδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του επενδυτικός
επενδυτριών	noun	γενική πληθυντικού του επενδύτρια
επενδυτών	noun	γενική πληθυντικού του επενδυτής
επενδύαμε	=	επενδύω
επενδύαν	=	επενδύω
επενδύανε	=	επενδύω
επενδύατε	=	επενδύω
επενδύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επενδύω
επενδύεις	=	επενδύω
επενδύετε	=	επενδύω
επενδύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επένδυμα
επενδύματος	noun	γενική ενικού του επένδυμα
επενδύομαι	=	επενδύω
επενδύοντας	=	επενδύω
επενδύουμε	=	επενδύω
επενδύουν	=	επενδύω
επενδύουνε	=	επενδύω
επενδύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύσαν	=	επενδύω
επενδύσανε	=	επενδύω
επενδύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενδύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επένδυση
επενδύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επένδυση
επενδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επένδυση
επενδύσιμα	=	επενδύσιμος
επενδύσιμε	=	επενδύσιμος
επενδύσιμες	=	επενδύσιμος
επενδύσιμη	=	επενδύσιμος
επενδύσιμης	=	επενδύσιμος
επενδύσιμο	=	επενδύσιμος
επενδύσιμοι	=	επενδύσιμος
επενδύσιμος	adj	που είναι δυνατόν να επενυθεί
επενδύσιμου	=	επενδύσιμος
επενδύσιμους	=	επενδύσιμος
επενδύσιμων	=	επενδύσιμος
επενδύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενδύω
επενδύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδύτης
επενδύτη	=	επενδύτης
επενδύτης	noun|formal	πανωφόρι
επενδύτρια	noun	θηλυκό του επενδυτής
επενδύτριας	noun	γενική ενικού του επενδύτρια
επενδύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επενδύτρια
επενδύω	verb	καλύπτω την εξωτερική ή την εσωτερική επιφάνεια ενός αντικειμένου με κατάλληλο υλικό, προκειμένου να το ενισχύσω, να το προστατεύσω ή να το διακοσμήσω
επενεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επενεργώ
επενεργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επενεργώ
επενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του επενέργεια
επενεργητές	=	επενεργητής
επενεργητή	=	επενεργητής
επενεργητής	noun	που προκαλεί κίνηση κάποιου μηχανισμού, έλεγχο συστήματος ή διαδικασίας
επενεργητών	=	επενεργητής
επενεργούσα	=	επενεργώ
επενεργώ	verb	επιδρώ σε κάτι
επενεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επενεργώ
επενθέσεις	=	επένθεση
επενθέσεων	=	επένθεση
επεξήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξήγηση	noun	η ενέργεια του επεξηγώ, η παροχή πρόσθετων πληροφοριών και εξηγήσεων που διευκρινίζουν τη σημασία μιας φράσης δυσνόητης ή ασαφούς
επεξήγησης	=	επεξήγηση
επεξεργάζεσαι	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάζεστε	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάζεται	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάζομαι	verb	κάνω διορθώσεις· προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι ή το διορθώνω δημιουργικά τροποποιώντας το και προσπαθώντας να το βελτιώσω
επεξεργάζονται	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάζονταν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάσθηκα	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάσιμα	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμε	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμες	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμη	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμης	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμο	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμοι	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμος	adj	που μπορεί να υποστεί επεξεργασία
επεξεργάσιμου	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμους	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσιμων	=	επεξεργάσιμος
επεξεργάσου	=	επεξεργάζομαι
επεξεργάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαζόμασταν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόμαστε	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόμουν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόμουνα	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόντουσαν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόσασταν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόσαστε	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόσουν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόσουνα	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζόταν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαζότανε	=	επεξεργάζομαι
επεξεργασία	noun	διόρθωση, τροποποίηση
επεξεργασίας	noun	γενική ενικού του επεξεργασία
επεξεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργασία
επεξεργασιμοτήτων	=	επεξεργασιμότητα
επεξεργασιμότητα	noun|formal	δυνατότητα ή ιδιότητα ενός υλικού, δεδομένου ή άλλου αντικειμένου να υποβάλλεται σε επεξεργασία με επιτυχία και να παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα
επεξεργασιμότητας	=	επεξεργασιμότητα
επεξεργασιμότητες	=	επεξεργασιμότητα
επεξεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του επεξεργασία
επεξεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργασμένο
επεξεργασμένε	verb	κλητική ενικού του επεξεργασμένος
επεξεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργασμένη
επεξεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεξεργασμένος
επεξεργασμένης	verb	γενική ενικού του επεξεργασμένη
επεξεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επεξεργασμένος
επεξεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεξεργασμένος
επεξεργασμένος	=	επεξεργάζομαι
επεξεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επεξεργασμένος
επεξεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επεξεργασμένος
επεξεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επεξεργασμένος
επεξεργαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργαστής
επεξεργαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επεξεργαστής
επεξεργαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστήκαν	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαστήκανε	=	επεξεργάζομαι
επεξεργαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστής	noun	η κεντρική μονάδα επεξεργασίας, το τμήμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή που επεξεργάζεται τα δεδομένα, ακολουθώντας βήμα-βήμα τις εντολές που του δίδονται
επεξεργαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργαστικό
επεξεργαστικέ	adj	κλητική ενικού του επεξεργαστικός
επεξεργαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργαστική
επεξεργαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεξεργαστικός
επεξεργαστικής	adj	γενική ενικού του επεξεργαστική
επεξεργαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεξεργαστικός
επεξεργαστικού	adj	γενική ενικού του επεξεργαστικός
επεξεργαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεξεργαστικός
επεξεργαστικό	adj	αιτιατική ενικού του επεξεργαστικός
επεξεργαστικός	adj	που έχει σχέση με την επεξεργασία ή τον επεξεργαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
επεξεργαστικών	adj	γενική πληθυντικού του επεξεργαστικός
επεξεργαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι
επεξεργαστών	=	επεξεργαστής
επεξηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξήγηση
επεξηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επεξήγηση
επεξηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξηγώ
επεξηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξηγημένο
επεξηγημένε	verb	κλητική ενικού του επεξηγημένος
επεξηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξηγημένη
επεξηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεξηγημένος
επεξηγημένης	verb	γενική ενικού του επεξηγημένη
επεξηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του επεξηγημένος
επεξηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεξηγημένος
επεξηγημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επεξηγώ
επεξηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επεξηγημένος
επεξηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επεξηγημένος
επεξηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επεξηγημένος
επεξηγηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξηγηματικό	adv	με επεξηγηματικό τρόπο
επεξηγηματικέ	adj	κλητική ενικού του επεξηγηματικός
επεξηγηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξηγηματική
επεξηγηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεξηγηματικός
επεξηγηματικής	adj	γενική ενικού του επεξηγηματική
επεξηγηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεξηγηματικός
επεξηγηματικού	adj	γενική ενικού του επεξηγηματικός
επεξηγηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεξηγηματικός
επεξηγηματικό	adj	αιτιατική ενικού του επεξηγηματικός
επεξηγηματικός	adj	που επεξηγεί, που ξεκαθαρίζει, διευκρινίζει
επεξηγηματικών	adj	γενική πληθυντικού του επεξηγηματικός
επεξηγηματικώς	adv|dated	επεξηγηματικά
επεξηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξηγητικό
επεξηγητικέ	adj	κλητική ενικού του επεξηγητικός
επεξηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξηγητική
επεξηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επεξηγητικός
επεξηγητικής	adj	γενική ενικού του επεξηγητική
επεξηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επεξηγητικός
επεξηγητικού	adj	γενική ενικού του επεξηγητικός
επεξηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επεξηγητικός
επεξηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του επεξηγητικός
επεξηγητικός	adj	αυτός που επεξηγεί ή διασηφηνίζει κάτι.
επεξηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του επεξηγητικός
επεξηγούμαι	=	επεξηγώ
επεξηγούσα	=	επεξηγώ
επεξηγώ	verb	δίνω πρόσθετες πληροφορίες και διευκρινίζω το νόημα μιας φράσης που πιθανώς δεν γίνεται κατανοητή ή δεν είναι αρκετά σαφής
επερείσεις	=	επέρειση
επερείσεων	=	επέρειση
επερχόμασταν	=	επέρχομαι
επερχόμαστε	=	επέρχομαι
επερχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επερχόμενο
επερχόμενε	verb	κλητική ενικού του επερχόμενος
επερχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επερχόμενη
επερχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επερχόμενος
επερχόμενης	verb	γενική ενικού του επερχόμενη
επερχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επερχόμενος
επερχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επερχόμενος
επερχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επέρχομαι
επερχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επερχόμενος
επερχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επερχόμενος
επερχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επερχόμενος
επερχόμουν	=	επέρχομαι
επερχόσασταν	=	επέρχομαι
επερχόσουν	=	επέρχομαι
επερχόταν	=	επέρχομαι
επερωτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επερωτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επερώτηση
επερωτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επερώτηση
επερωτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επερώτηση
επερωτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερωτώ	verb	ερωτώ για δεύτερη φορά ζητώντας περισσότερες διευκρινίσεις ή επειδή η αρχική απάντηση δεν με ικανοποίησε
επερωτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επερωτώ
επερώτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερώτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερώτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερώτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επερωτώ
επερώτηση	noun	διαδικασία στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου· κατατίθεται από βουλευτή, αν κρίνει ότι η απάντηση του υπουργού σε προηγούμενη ερώτησή του δεν ήταν ικανοποιητική ή αν δεν τoυ παραδόθηκαν εμπρoθέσμως τα έγγραφα πoυ είχε ζητήσει
επερώτησης	noun	γενική ενικού του επερώτηση
επεσπευσμένος	=	επισπεύδω
επετέθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επιτίθεμαι
επετέθην	=	επιτίθεμαι
επετείου	noun	γενική ενικού του επέτειος
επετείους	=	επέτειος
επετείων	=	επέτειος
επετειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επετειακό
επετειακέ	adj	κλητική ενικού του επετειακός
επετειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επετειακή
επετειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επετειακός
επετειακής	adj	γενική ενικού του επετειακή
επετειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επετειακός
επετειακού	adj	γενική ενικού του επετειακός
επετειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επετειακός
επετειακό	adj	αιτιατική ενικού του επετειακός
επετειακός	adj	που γίνεται σε μια επέτειο ή αναφέρεται σ’ αυτή
επετειακών	adj	γενική πληθυντικού του επετειακός
επετειολόγια	=	επετειολόγιο
επετειολόγιο	noun	κατάλογος ή συλλογή που καταγράφει επετείους σημαντικών γεγονότων, προσώπων ή άλλων περιστάσεων, συνήθως κατά ημερομηνία
επετειολόγιου	=	επετειολόγιο
επετειολόγιων	=	επετειολόγιο
επετεύχθη	=	επιτυγχάνω
επετεύχθησαν	=	επιτυγχάνω
επετηρίδα	noun	ονομαστικός κατάλογος αξιωματικών, υπαλλήλων κ.λπ. κατά σειρά αρχαιότητας
επετηρίδας	=	επετηρίδα
επετηρίδες	=	επετηρίδα
επετηρίδων	=	επετηρίδα
επετράπη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επιτρέπεται
επετράπησαν	=	επιτρέπω
επευ	abbrev	Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών: εταιρεία που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και διενεργεί επενδυτικές συναλλαγές ή δραστηριότητες για λογαριασμό πελατών, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο
επευλογήσαμε	=	επευλογώ
επευλογήσαν	=	επευλογώ
επευλογήσανε	=	επευλογώ
επευλογήσατε	=	επευλογώ
επευλογήσει	=	επευλογώ
επευλογήστε	=	επευλογώ
επευλογεί	=	επευλογώ
επευλογείς	=	επευλογώ
επευλογείτε	=	επευλογώ
επευλογούμε	=	επευλογώ
επευλογούν	=	επευλογώ
επευλογούνε	=	επευλογώ
επευλογούσα	=	επευλογώ
επευλογούσαμε	=	επευλογώ
επευλογούσαν	=	επευλογώ
επευλογούσανε	=	επευλογώ
επευλογούσατε	=	επευλογώ
επευλογούσε	=	επευλογώ
επευλογούσες	=	επευλογώ
επευλογώ	verb|formal	άλλη μορφή του ευλογώ
επευλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επευλογώ
επευλόγει	=	επευλογώ
επευλόγησα	=	επευλογώ
επευλόγησαν	=	επευλογώ
επευλόγησε	=	επευλογώ
επευλόγησες	=	επευλογώ
επευφήμει	=	επευφημώ
επευφήμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφήμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφήμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφήμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφήμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επευφημώ
επευφήμησης	noun	γενική ενικού του επευφήμηση
επευφημήθηκα	=	επευφημώ
επευφημήθηκαν	=	επευφημώ
επευφημήθηκε	=	επευφημώ
επευφημήθηκες	=	επευφημώ
επευφημήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσαν	=	επευφημώ
επευφημήσανε	=	επευφημώ
επευφημήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επευφήμηση
επευφημήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επευφήμηση
επευφημήσου	=	επευφημώ
επευφημήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημήσουνε	=	επευφημώ
επευφημήστε	=	επευφημώ
επευφημήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επευφημώ
επευφημία	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επευφημώ (έκφραση επιδοκιμασίας με φωνές)
επευφημίας	noun	γενική ενικού του επευφημία
επευφημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επευφημία
επευφημεί	=	επευφημώ
επευφημείς	=	επευφημώ
επευφημείσαι	=	επευφημώ
επευφημείστε	=	επευφημώ
επευφημείται	=	επευφημώ
επευφημείτε	=	επευφημώ
επευφημείτο	=	επευφημώ
επευφημηθήκαμε	=	επευφημώ
επευφημηθήκαν	=	επευφημώ
επευφημηθήκανε	=	επευφημώ
επευφημηθήκατε	=	επευφημώ
επευφημηθεί	=	επευφημώ
επευφημηθείς	=	επευφημώ
επευφημηθείτε	=	επευφημώ
επευφημηθούμε	=	επευφημώ
επευφημηθούν	=	επευφημώ
επευφημηθούνε	=	επευφημώ
επευφημηθώ	=	επευφημώ
επευφημημένος	=	επευφημώ
επευφημητικά	adv	με επευφημητικό τρόπο, επευφημώντας
επευφημητικέ	adj	κλητική ενικού του επευφημητικός
επευφημητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επευφημητική
επευφημητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επευφημητικός
επευφημητικής	adj	γενική ενικού του επευφημητική
επευφημητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επευφημητικός
επευφημητικού	adj	γενική ενικού του επευφημητικός
επευφημητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επευφημητικός
επευφημητικό	adj	αιτιατική ενικού του επευφημητικός
επευφημητικός	adj	που έχει σχέση με την επευφήμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
επευφημητικών	adj	γενική πληθυντικού του επευφημητικός
επευφημητικώς	adv	με επευφημητικό τρόπο, επευφημώντας
επευφημιών	noun	γενική πληθυντικού του επευφημία
επευφημούμαι	=	επευφημώ
επευφημούμασταν	=	επευφημώ
επευφημούμαστε	=	επευφημώ
επευφημούμε	=	επευφημώ
επευφημούμενα	=	επευφημούμενος
επευφημούμενε	=	επευφημούμενος
επευφημούμενες	=	επευφημούμενος
επευφημούμενη	=	επευφημούμενος
επευφημούμενης	=	επευφημούμενος
επευφημούμενο	=	επευφημούμενος
επευφημούμενοι	=	επευφημούμενος
επευφημούμενος	verb	που επευφημείται
επευφημούμενου	=	επευφημούμενος
επευφημούμενους	=	επευφημούμενος
επευφημούμενων	=	επευφημούμενος
επευφημούμουν	=	επευφημώ
επευφημούμουνα	=	επευφημώ
επευφημούν	=	επευφημώ
επευφημούνε	=	επευφημώ
επευφημούνται	=	επευφημώ
επευφημούνταν	=	επευφημώ
επευφημούντο	=	επευφημώ
επευφημούσα	=	επευφημώ
επευφημούσαμε	=	επευφημώ
επευφημούσαν	=	επευφημώ
επευφημούσανε	=	επευφημώ
επευφημούσατε	=	επευφημώ
επευφημούσε	=	επευφημώ
επευφημούσες	=	επευφημώ
επευφημούσουν	=	επευφημώ
επευφημούσουνα	=	επευφημώ
επευφημώ	verb	φωνάζω ή κραυγάζω μ’ ενθουσιασμό, προκειμένου να επιδοκιμάσω κάποιον ή κάτι
επευφημώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επευφημώ
επεφύλαξα	=	επιφυλάσσω
επεχείρησα	=	επιχειρώ
επεχείρησαν	=	επιχειρώ
επεχείρησε	=	επιχειρώ
επεχείρησες	=	επιχειρώ
επηρέαζα	=	επηρεάζω
επηρέαζαν	=	επηρεάζω
επηρέαζε	=	επηρεάζω
επηρέαζες	=	επηρεάζω
επηρέασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρέασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρέασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρέασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάζαμε	=	επηρεάζω
επηρεάζαν	=	επηρεάζω
επηρεάζανε	=	επηρεάζω
επηρεάζατε	=	επηρεάζω
επηρεάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επηρεάζω
επηρεάζεις	=	επηρεάζω
επηρεάζεσαι	=	επηρεάζω
επηρεάζεστε	=	επηρεάζω
επηρεάζεται	=	επηρεάζω
επηρεάζετε	=	επηρεάζω
επηρεάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επηρεάζω
επηρεάζομε	verb	λόγια μορφή του επηρεάζουμε, πρώτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του ρήματος επηρεάζω
επηρεάζονται	=	επηρεάζω
επηρεάζονταν	=	επηρεάζω
επηρεάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επηρεάζω
επηρεάζουμε	verb	πρώτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του ρήματος επηρεάζω
επηρεάζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του επηρεάζω
επηρεάζουνε	=	επηρεάζω
επηρεάζω	verb	επιδρώ, διαμορφώνω
επηρεάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσαν	=	επηρεάζω
επηρεάσανε	=	επηρεάζω
επηρεάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσθηκα	=	επηρεάζω
επηρεάσθηκαν	=	επηρεάζω
επηρεάσθηκε	=	επηρεάζω
επηρεάσθηκες	=	επηρεάζω
επηρεάσομε	=	επηρεάζω
επηρεάσου	=	επηρεάζω
επηρεάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεάσουνε	=	επηρεάζω
επηρεάστε	=	επηρεάζω
επηρεάστηκα	=	επηρεάζω
επηρεάστηκαν	=	επηρεάζω
επηρεάστηκε	=	επηρεάζω
επηρεάστηκες	=	επηρεάζω
επηρεάστρια	noun	θηλυκό του επηρεαστής
επηρεάστριας	=	επηρεάστρια
επηρεάστριες	=	επηρεάστρια
επηρεάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επηρεάζω
επηρεαζόμασταν	=	επηρεάζω
επηρεαζόμαστε	=	επηρεάζω
επηρεαζόμουν	=	επηρεάζω
επηρεαζόμουνα	=	επηρεάζω
επηρεαζόντουσαν	=	επηρεάζω
επηρεαζόσασταν	=	επηρεάζω
επηρεαζόσαστε	=	επηρεάζω
επηρεαζόσουν	=	επηρεάζω
επηρεαζόσουνα	=	επηρεάζω
επηρεαζόταν	=	επηρεάζω
επηρεαζότανε	=	επηρεάζω
επηρεασθήκαμε	=	επηρεάζω
επηρεασθήκαν	=	επηρεάζω
επηρεασθήκανε	=	επηρεάζω
επηρεασθήκατε	=	επηρεάζω
επηρεασθεί	=	επηρεάζω
επηρεασθείς	=	επηρεάζω
επηρεασθείτε	=	επηρεάζω
επηρεασθούμε	=	επηρεάζω
επηρεασθούν	=	επηρεάζω
επηρεασθούνε	=	επηρεάζω
επηρεασθώ	=	επηρεάζω
επηρεασμέ	noun	κλητική ενικού του επηρεασμός
επηρεασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επηρεασμένο
επηρεασμένε	verb	κλητική ενικού του επηρεασμένος
επηρεασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επηρεασμένη
επηρεασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επηρεασμένος
επηρεασμένης	verb	γενική ενικού του επηρεασμένη
επηρεασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επηρεασμένος
επηρεασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επηρεασμένος
επηρεασμένος	=	επηρεάζω
επηρεασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επηρεασμένος
επηρεασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επηρεασμένος
επηρεασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επηρεασμένος
επηρεασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επηρεασμός
επηρεασμού	noun	γενική ενικού του επηρεασμός
επηρεασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επηρεασμός
επηρεασμό	noun	αιτιατική ενικού του επηρεασμός
επηρεασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επηρεάζω
επηρεασμών	noun	γενική πληθυντικού του επηρεασμός
επηρεαστές	=	επηρεαστής
επηρεαστή	=	επηρεαστής
επηρεαστήκαμε	=	επηρεάζω
επηρεαστήκαν	=	επηρεάζω
επηρεαστήκανε	=	επηρεάζω
επηρεαστήκατε	=	επηρεάζω
επηρεαστής	noun	πρόσωπο που αξιοποιεί τη δημοφιλία και την παρουσία του στα ψηφιακά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα, για να διαμορφώνει στάσεις, απόψεις ή καταναλωτικές επιλογές σε μεγάλο τμήμα του διαδικτυακού κοινού
επηρεαστεί	=	επηρεάζω
επηρεαστείς	=	επηρεάζω
επηρεαστείτε	=	επηρεάζω
επηρεαστούμε	=	επηρεάζω
επηρεαστούν	=	επηρεάζω
επηρεαστούνε	=	επηρεάζω
επηρεαστριών	=	επηρεάστρια
επηρεαστώ	=	επηρεάζω
επηρεαστών	=	επηρεαστής
επηρειών	noun	γενική πληθυντικού του επήρεια
επηρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επηρμένο
επηρμένε	verb	κλητική ενικού του επηρμένος
επηρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επηρμένη
επηρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επηρμένος
επηρμένης	verb	γενική ενικού του επηρμένη
επηρμένο	verb	αιτιατική ενικού του επηρμένος
επηρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επηρμένος
επηρμένος	verb	αυτός που βάζει τον εαυτό του ψηλότερα από τους άλλους
επηρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επηρμένος
επηρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επηρμένος
επηρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επηρμένος
επηυξημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επηυξημένο
επηυξημένε	verb	κλητική ενικού του επηυξημένος
επηυξημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επηυξημένη
επηυξημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επηυξημένος
επηυξημένης	verb	γενική ενικού του επηυξημένη
επηυξημένο	verb	αιτιατική ενικού του επηυξημένος
επηυξημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επηυξημένος
επηυξημένος	verb	αυτός που έχει επαυξηθεί,επαυξημένος.
επηυξημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επηυξημένος
επηυξημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επηυξημένος
επηυξημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επηυξημένος
επιάτρου	noun	γενική ενικού του επίατρος
επιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίατρος
επιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του επίατρος
επιβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλαν	=	επιβάλλω
επιβάλανε	=	επιβάλλω
επιβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλλαμε	=	επιβάλλω
επιβάλλαν	=	επιβάλλω
επιβάλλανε	=	επιβάλλω
επιβάλλατε	=	επιβάλλω
επιβάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιβάλλω
επιβάλλεις	=	επιβάλλω
επιβάλλεσαι	=	επιβάλλω
επιβάλλεστε	=	επιβάλλω
επιβάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιβάλλομαι
επιβάλλετε	=	επιβάλλω
επιβάλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιβάλλω
επιβάλλομε	=	επιβάλλω
επιβάλλον	noun|dated	το να μπορεί να επιβληθεί κάποιος
επιβάλλονται	=	επιβάλλω
επιβάλλονταν	=	επιβάλλω
επιβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιβάλλω
επιβάλλοντος	=	επιβάλλον
επιβάλλουμε	=	επιβάλλω
επιβάλλουν	=	επιβάλλω
επιβάλλουνε	=	επιβάλλω
επιβάλλω	verb	κάνω πραγματικότητα κάτι χρησιμοποιώντας τη βία ή τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκομαι, αναγκάζω κάποιον άλλον να πράξει σύμφωνα με τις δικές μου επιθυμίες
επιβάλομε	=	επιβάλλω
επιβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάλουνε	=	επιβάλλω
επιβάλτε	=	επιβάλλω
επιβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
επιβάρυνα	=	επιβαρύνω
επιβάρυναν	=	επιβαρύνω
επιβάρυνε	=	επιβαρύνω
επιβάρυνες	=	επιβαρύνω
επιβάρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβαρύνω
επιβάρυνσης	noun	γενική ενικού του επιβάρυνση
επιβάτες	=	επιβάτης
επιβάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική του επιβάτης
επιβάτης	noun	αυτός που κινείται με ένα μεταφορικό μέσο, ιδιωτικό ή δημόσιο, χωρίς να το οδηγεί ο ίδιος (και εφόσον δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος)
επιβάτιδα	noun	η γυναίκα επιβάτης
επιβάτιδας	=	επιβάτιδα
επιβάτιδες	=	επιβάτιδα
επιβάτισσα	noun	η γυναίκα επιβάτης
επιβάτισσας	noun	γενική ενικού του επιβάτισσα
επιβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβάτισσα
επιβάτρια	noun	γυναίκα επιβάτης
επιβάτριας	noun	γενική ενικού του επιβάτρια
επιβάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβάτρια
επιβήκαμε	=	επιβαίνω
επιβήκατε	=	επιβαίνω
επιβήτορα	=	επιβήτορας
επιβήτορας	noun	αρσενικό ζώο, κυρίως άλογο ή ταύρος, που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή
επιβήτορες	=	επιβήτορας
επιβίβαζα	=	επιβιβάζω
επιβίβαζαν	=	επιβιβάζω
επιβίβαζε	=	επιβιβάζω
επιβίβαζες	=	επιβιβάζω
επιβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβίβαση	noun	η είσοδος ενός επιβάτη σε ένα μέσο μεταφοράς (αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο, κ.α.)
επιβίβασης	noun	γενική ενικού του επιβίβαση
επιβίωμα	noun|formal	πολιτιστικό στοιχείο, έθιμο, αντίληψη, που επιβιώνει και μεταφέρεται από παλαιότερες εποχές σε νεότερες κοινωνικές συνθήκες, διατηρώντας την παρουσία ή τη λειτουργία του
επιβίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβίωση	noun	η διατήρηση της ζωής μέσα σε αντίξοες συνθήκες
επιβίωσης	noun	γενική ενικού του επιβίωση
επιβαίναμε	=	επιβαίνω
επιβαίναν	=	επιβαίνω
επιβαίνανε	=	επιβαίνω
επιβαίνατε	=	επιβαίνω
επιβαίνει	=	επιβαίνω
επιβαίνεις	=	επιβαίνω
επιβαίνετε	=	επιβαίνω
επιβαίνοντας	=	επιβαίνω
επιβαίνουμε	=	επιβαίνω
επιβαίνουν	=	επιβαίνω
επιβαίνουνε	=	επιβαίνω
επιβαίνω	verb|formal	είμαι ανεβασμένος σε μεταφορικό μέσο, κινούμαι μ’ αυτό
επιβαλλόμασταν	=	επιβάλλω
επιβαλλόμαστε	=	επιβάλλω
επιβαλλόμενος	=	επιβάλλω
επιβαλλόμουν	=	επιβάλλω
επιβαλλόμουνα	=	επιβάλλω
επιβαλλόντουσαν	=	επιβάλλω
επιβαλλόσασταν	=	επιβάλλω
επιβαλλόσαστε	=	επιβάλλω
επιβαλλόσουν	=	επιβάλλω
επιβαλλόσουνα	=	επιβάλλω
επιβαλλόταν	=	επιβάλλω
επιβαλλότανε	=	επιβάλλω
επιβαρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυμένο
επιβαρυμένε	verb	κλητική ενικού του επιβαρυμένος
επιβαρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυμένη
επιβαρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβαρυμένος
επιβαρυμένης	verb	γενική ενικού του επιβαρυμένη
επιβαρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιβαρυμένος
επιβαρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυμένος
επιβαρυμένος	=	επιβαρύνω
επιβαρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβαρυμένος
επιβαρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβαρυμένος
επιβαρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβαρυμένος
επιβαρυνθήκαμε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθήκαν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθήκανε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθήκατε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθεί	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθείς	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθείτε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθούμε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθούν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθούνε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνθώ	=	επιβαρύνω
επιβαρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (επιβαρυντικό) του επιβαρυντικός	adv	με επιβαρυντικό τρόπο, επιβαρύνοντας
επιβαρυντικέ	adj	κλητική ενικού του επιβαρυντικός
επιβαρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυντική
επιβαρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβαρυντικός
επιβαρυντικής	adj	γενική ενικού του επιβαρυντική
επιβαρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυντικός
επιβαρυντικού	adj	γενική ενικού του επιβαρυντικός
επιβαρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβαρυντικός
επιβαρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του επιβαρυντικός
επιβαρυντικός	adj	που έχει σχέση με την επιβάρυνση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιβαρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του επιβαρυντικός
επιβαρυνόμασταν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόμαστε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυνόμενο
επιβαρυνόμενε	verb	κλητική ενικού του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυνόμενη
επιβαρυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμενης	verb	γενική ενικού του επιβαρυνόμενη
επιβαρυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιβαρύνω
επιβαρυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβαρυνόμενος
επιβαρυνόμουν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόμουνα	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόντουσαν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόσασταν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόσαστε	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόσουν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόσουνα	=	επιβαρύνω
επιβαρυνόταν	=	επιβαρύνω
επιβαρυνότανε	=	επιβαρύνω
επιβαρύναμε	=	επιβαρύνω
επιβαρύναν	=	επιβαρύνω
επιβαρύνανε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνατε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνει	=	επιβαρύνω
επιβαρύνεις	=	επιβαρύνω
επιβαρύνεσαι	=	επιβαρύνω
επιβαρύνεστε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνεται	=	επιβαρύνω
επιβαρύνετε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνθηκα	=	επιβαρύνω
επιβαρύνθηκαν	=	επιβαρύνω
επιβαρύνθηκε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνθηκες	=	επιβαρύνω
επιβαρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιβαρύνω
επιβαρύνομε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνονται	=	επιβαρύνω
επιβαρύνονταν	=	επιβαρύνω
επιβαρύνοντας	=	επιβαρύνω
επιβαρύνουμε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνουν	=	επιβαρύνω
επιβαρύνουνε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβάρυνση
επιβαρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιβάρυνση
επιβαρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιβάρυνση
επιβαρύνσου	=	επιβαρύνω
επιβαρύντε	=	επιβαρύνω
επιβαρύνω	verb	κάνω κάτι χειρότερο
επιβατάμαξα	noun	βαγόνι μεταφοράς επιβατών
επιβατάμαξας	noun	γενική ενικού του επιβατάμαξα
επιβατάμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβατάμαξα
επιβατήρια	=	επιβατήριος
επιβατήριας	=	επιβατήριος
επιβατήριε	=	επιβατήριος
επιβατήριες	=	επιβατήριος
επιβατήριο	=	επιβατήριος
επιβατήριοι	=	επιβατήριος
επιβατήριος	adj|formal	που πραγματοποιείται κατά την τελετή καθιέρωσης, την ενθρόνιση ενός επισκόπου, ηγουμένου, ή που έχει σχέση με τελετές όπως τα εγκαίνια ναού
επιβατήριου	=	επιβατήριος
επιβατήριους	=	επιβατήριος
επιβατήριων	=	επιβατήριος
επιβατίδων	=	επιβάτιδα
επιβατηγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβατηγό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιβατηγός
επιβατηγέ	adj	κλητική ενικού του επιβατηγός
επιβατηγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβατηγός
επιβατηγού	adj	γενική ενικού του επιβατηγός
επιβατηγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβατηγός
επιβατηγό	noun	αυτοκίνητο, συνήθως ιδιωτικής χρήσεως, κατάλληλο για τη μεταφορά επιβατών	adj	αιτιατική ενικού του επιβατηγός
επιβατηγός	adj	που μεταφέρει επιβάτες, που προορίζεται στη μεταφορά τους
επιβατηγών	adj	γενική πληθυντικού του επιβατηγός
επιβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβατικό
επιβατικέ	adj	κλητική ενικού του επιβατικός
επιβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβατική
επιβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβατικός
επιβατικής	adj	γενική ενικού του επιβατική
επιβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβατικός
επιβατικού	adj	γενική ενικού του επιβατικός
επιβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβατικός
επιβατικό	adj	αιτιατική ενικού του επιβατικός
επιβατικός	adj	που έχει σχέση με επιβάτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
επιβατικών	adj	γενική πληθυντικού του επιβατικός
επιβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του επιβάτισσα
επιβατριών	noun	γενική πληθυντικού του επιβάτρια
επιβατών	noun	γενική πληθυντικού του επιβάτης
επιβεί	=	επιβαίνω
επιβείτε	=	επιβαίνω
επιβεβαίωνα	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαίωναν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαίωνε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαίωνες	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαίωση	noun	η εκ νέου βεβαίωση, για λόγους ασφαλείας ή μετά την ύπαρξη αμφιβολιών
επιβεβαίωσης	noun	γενική ενικού του επιβεβαίωση
επιβεβαιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθήκαν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωθήκανε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωθούνε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιβεβαιωμένος	adv	με επιβεβαίωση
επιβεβαιωμένε	verb	κλητική ενικού του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβεβαιωμένη
επιβεβαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωμένης	verb	γενική ενικού του επιβεβαιωμένη
επιβεβαιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωμένος	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβεβαιωμένος
επιβεβαιωνόμασταν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόμαστε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόμουν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόμουνα	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόντουσαν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόσασταν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόσαστε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόσουν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόσουνα	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνόταν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωνότανε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιβεβαιωτικός	adv	με επιβεβαίωση
επιβεβαιωτικέ	adj	κλητική ενικού του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβεβαιωτική
επιβεβαιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτικής	adj	γενική ενικού του επιβεβαιωτική
επιβεβαιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτικού	adj	γενική ενικού του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτικός	adj	που έχει σχέση με επιβεβαίωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιβεβαιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιβεβαιωτικός
επιβεβαιωτισμέ	=	επιβεβαιωτισμός
επιβεβαιωτισμοί	=	επιβεβαιωτισμός
επιβεβαιωτισμού	=	επιβεβαιωτισμός
επιβεβαιωτισμούς	=	επιβεβαιωτισμός
επιβεβαιωτισμό	=	επιβεβαιωτισμός
επιβεβαιωτισμός	noun	ο καταφατισμός
επιβεβαιωτισμών	=	επιβεβαιωτισμός
επιβεβαιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνομαι
επιβεβαιώναμε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώναν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνανε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνατε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνει	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνεις	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνεσαι	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνεστε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνεται	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνετε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνομαι	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνομε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνονται	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνονταν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνουμε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνουν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνουνε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώνω	verb	βεβαιώνω, πιστοποιώ
επιβεβαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσαν	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσανε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβεβαίωση
επιβεβαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιβεβαίωση
επιβεβαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιβεβαίωση
επιβεβαιώσομε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσου	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσουνε	=	επιβεβαιώνω
επιβεβαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβεβαιώνω
επιβεβαρυμένα	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένε	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένες	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένη	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένης	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένο	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένοι	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένος	verb	άλλη μορφή του επιβαρυμένος
επιβεβαρυμένου	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένους	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβαρυμένων	=	επιβεβαρυμένος
επιβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβεβλημένο
επιβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του επιβεβλημένος
επιβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβεβλημένη
επιβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβεβλημένος
επιβεβλημένης	verb	γενική ενικού του επιβεβλημένη
επιβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιβεβλημένος
επιβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβεβλημένος
επιβεβλημένος	=	επιβάλλω
επιβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβεβλημένος
επιβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβεβλημένος
επιβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβεβλημένος
επιβητόρων	=	επιβήτορας
επιβιβάζαμε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζαν	=	επιβιβάζω
επιβιβάζανε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζατε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζει	=	επιβιβάζω
επιβιβάζεις	=	επιβιβάζω
επιβιβάζεσαι	=	επιβιβάζω
επιβιβάζεστε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζεται	=	επιβιβάζω
επιβιβάζετε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζομαι	verb	ανεβαίνω σε όχημα
επιβιβάζομε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζονται	=	επιβιβάζω
επιβιβάζονταν	=	επιβιβάζω
επιβιβάζοντας	=	επιβιβάζω
επιβιβάζουμε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζουν	=	επιβιβάζω
επιβιβάζουνε	=	επιβιβάζω
επιβιβάζω	verb	ανεβάζω (και εγκαθιστώ) κάποιον σε όχημα, προκειμένου να μετακινηθεί σε άλλο μέρος
επιβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάσαν	=	επιβιβάζω
επιβιβάσανε	=	επιβιβάζω
επιβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβίβαση
επιβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιβίβαση
επιβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιβίβαση
επιβιβάσθηκα	=	επιβιβάζω
επιβιβάσθηκαν	=	επιβιβάζω
επιβιβάσθηκε	=	επιβιβάζω
επιβιβάσθηκες	=	επιβιβάζω
επιβιβάσομε	=	επιβιβάζω
επιβιβάσου	=	επιβιβάζω
επιβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάσουνε	=	επιβιβάζω
επιβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζω
επιβιβαζόμασταν	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόμαστε	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόμουν	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόμουνα	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόντουσαν	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόσασταν	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόσαστε	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόσουν	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόσουνα	=	επιβιβάζω
επιβιβαζόταν	=	επιβιβάζω
επιβιβαζότανε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθήκαμε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθήκαν	=	επιβιβάζω
επιβιβασθήκανε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθήκατε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθεί	=	επιβιβάζω
επιβιβασθείς	=	επιβιβάζω
επιβιβασθείτε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθούμε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθούν	=	επιβιβάζω
επιβιβασθούνε	=	επιβιβάζω
επιβιβασθώ	=	επιβιβάζω
επιβιβασμέ	noun	κλητική ενικού του επιβιβασμός
επιβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβιβασμένο
επιβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του επιβιβασμένος
επιβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβιβασμένη
επιβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβιβασμένος
επιβιβασμένης	verb	γενική ενικού του επιβιβασμένη
επιβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιβιβασμένος
επιβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβιβασμένος
επιβιβασμένος	verb	που έχει επιβιβαστεί
επιβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβιβασμένος
επιβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβιβασμένος
επιβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβιβασμένος
επιβιβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβιβασμός
επιβιβασμού	noun	γενική ενικού του επιβιβασμός
επιβιβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιβιβασμός
επιβιβασμό	noun	αιτιατική ενικού του επιβιβασμός
επιβιβασμός	noun	άλλη μορφή του επιβίβαση
επιβιβασμών	noun	γενική πληθυντικού του επιβιβασμός
επιβιβαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστήκαν	=	επιβιβάζω
επιβιβαστήκανε	=	επιβιβάζω
επιβιβαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιβαστούνε	=	επιβιβάζω
επιβιβαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιβάζομαι
επιβιωσάντων	=	επιβιώσαντας
επιβιωσάσης	=	επιβιώσαντας
επιβιωσασών	=	επιβιώσαντας
επιβιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβίωμα
επιβιώνω	verb	καταφέρνω να επιζήσω ύστερα από μια καταστροφή.
επιβιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώσαν	=	επιβιώσαντας
επιβιώσαντα	=	επιβιώσαντας
επιβιώσανταν	=	επιβιώσαντας
επιβιώσαντας	verb	μορφή του επιβιώσας με νεότερες καταλήξεις
επιβιώσαντασα	=	επιβιώσαντας
επιβιώσαντες	=	επιβιώσαντας
επιβιώσαντος	=	επιβιώσαντας
επιβιώσας	=	επιβιώσαντας
επιβιώσασα	=	επιβιώσαντας
επιβιώσασας	=	επιβιώσαντας
επιβιώσασες	=	επιβιώσαντας
επιβιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβίωση
επιβιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιβίωση
επιβιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιβίωση
επιβιώσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να επιβιώσει
επιβιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβιώνω
επιβλέπαμε	=	επιβλέπω
επιβλέπαν	=	επιβλέπω
επιβλέπανε	=	επιβλέπω
επιβλέπατε	=	επιβλέπω
επιβλέπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιβλέπω
επιβλέπεις	=	επιβλέπω
επιβλέπετε	=	επιβλέπω
επιβλέπομε	=	επιβλέπω
επιβλέπον	=	επιβλέπων
επιβλέποντα	=	επιβλέπων
επιβλέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιβλέπω
επιβλέποντες	=	επιβλέπων
επιβλέποντος	=	επιβλέπων
επιβλέπουμε	=	επιβλέπω
επιβλέπουν	=	επιβλέπω
επιβλέπουνε	=	επιβλέπω
επιβλέπουσα	=	επιβλέπων
επιβλέπουσας	=	επιβλέπων
επιβλέπουσες	=	επιβλέπων
επιβλέπω	verb	προσέχω αν η συμπεριφορά κάποιου είναι η πρέπουσα
επιβλέπων	verb	που επιβλέπει	noun	αυτός που επιβλέπει και ελέγχει (καθηγητής, υπεύθυνος έργου)
επιβλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψαν	=	επιβλέπω
επιβλέψανε	=	επιβλέπω
επιβλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίβλεψη
επιβλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψεων	noun	γενική πληθυντικού του επίβλεψη
επιβλέψεως	noun|formal	γενική ενικού του επίβλεψη
επιβλέψομε	=	επιβλέπω
επιβλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψουνε	=	επιβλέπω
επιβλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβλέπω
επιβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβλήσου	=	επιβάλλω
επιβλαβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επιβλαβής
επιβλαβή	adj	αιτιατική ενικού του επιβλαβής
επιβλαβής	adj	που προξενεί ή αναμένεται να προξενήσει βλάβη, βλαβερός
επιβλαβείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβλαβής
επιβλαβούς	adj	γενική ενικού του επιβλαβής
επιβλαβών	adj	γενική πληθυντικού του επιβλαβής
επιβλαβώς	adv	με βλαβερό τρόπο
επιβλεπουσών	=	επιβλέπων
επιβλεπούσης	=	επιβλέπων
επιβλεπόντων	=	επιβλέπων
επιβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθήκαν	=	επιβάλλω
επιβληθήκανε	=	επιβάλλω
επιβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθείσα	=	επιβάλλω
επιβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβληθούνε	=	επιβάλλω
επιβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβάλλομαι
επιβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβλημένο
επιβλημένε	verb	κλητική ενικού του επιβλημένος
επιβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβλημένη
επιβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβλημένος
επιβλημένης	verb	γενική ενικού του επιβλημένη
επιβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιβλημένος
επιβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβλημένος
επιβλημένος	verb	που έχει επιβληθεί
επιβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβλημένος
επιβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβλημένος
επιβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβλημένος
επιβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιβλητικός	adv	με επιβλητικό τρόπο
επιβλητικέ	adj	κλητική ενικού του επιβλητικός
επιβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβλητική
επιβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβλητικός
επιβλητικής	adj	γενική ενικού του επιβλητική
επιβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβλητικός
επιβλητικοτήτων	=	επιβλητικότητα
επιβλητικού	adj	γενική ενικού του επιβλητικός
επιβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβλητικός
επιβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του επιβλητικός
επιβλητικός	adj	εντυπωσιακός, θαυμαστός
επιβλητικότητα	noun	η ιδιότητα του επιβλητικού
επιβλητικότητας	noun	γενική ενικού του επιβλητικότητα
επιβλητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβλητικότητα
επιβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του επιβλητικός
επιβοήθα	=	επιβοηθώ
επιβοήθαγα	=	επιβοηθώ
επιβοήθαγαν	=	επιβοηθώ
επιβοήθαγε	=	επιβοηθώ
επιβοήθαγες	=	επιβοηθώ
επιβοήθεια	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβοηθώ
επιβοήθειας	noun	γενική ενικού του επιβοήθεια
επιβοήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβοήθεια
επιβοήθημα	noun	το αποτέλεσμα του επιβοηθώ
επιβοήθησα	=	επιβοηθώ
επιβοήθησαν	=	επιβοηθώ
επιβοήθησε	=	επιβοηθώ
επιβοήθησες	=	επιβοηθώ
επιβοηθά	=	επιβοηθώ
επιβοηθάγαμε	=	επιβοηθώ
επιβοηθάγανε	=	επιβοηθώ
επιβοηθάγατε	=	επιβοηθώ
επιβοηθάει	=	επιβοηθώ
επιβοηθάμε	=	επιβοηθώ
επιβοηθάν	=	επιβοηθώ
επιβοηθάνε	=	επιβοηθώ
επιβοηθάς	=	επιβοηθώ
επιβοηθάτε	=	επιβοηθώ
επιβοηθάω	=	επιβοηθώ
επιβοηθήθηκα	=	επιβοηθώ
επιβοηθήθηκαν	=	επιβοηθώ
επιβοηθήθηκε	=	επιβοηθώ
επιβοηθήθηκες	=	επιβοηθώ
επιβοηθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβοήθημα
επιβοηθήματος	noun	γενική ενικού του επιβοήθημα
επιβοηθήσαμε	=	επιβοηθώ
επιβοηθήσαν	=	επιβοηθώ
επιβοηθήσανε	=	επιβοηθώ
επιβοηθήσατε	=	επιβοηθώ
επιβοηθήσει	=	επιβοηθώ
επιβοηθήσου	=	επιβοηθώ
επιβοηθήστε	=	επιβοηθώ
επιβοηθεί	=	επιβοηθώ
επιβοηθείς	=	επιβοηθώ
επιβοηθείτε	=	επιβοηθώ
επιβοηθειών	noun	γενική πληθυντικού του επιβοήθεια
επιβοηθηθήκαμε	=	επιβοηθώ
επιβοηθηθήκαν	=	επιβοηθώ
επιβοηθηθήκανε	=	επιβοηθώ
επιβοηθηθήκατε	=	επιβοηθώ
επιβοηθηθεί	=	επιβοηθώ
επιβοηθηθείτε	=	επιβοηθώ
επιβοηθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιβοήθημα
επιβοηθημένος	=	επιβοηθώ
επιβοηθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβοηθητικό	adv	κατά τρόπο επιβοηθητικό
επιβοηθητικέ	adj	κλητική ενικού του επιβοηθητικός
επιβοηθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβοηθητική
επιβοηθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβοηθητικός
επιβοηθητικής	adj	γενική ενικού του επιβοηθητική
επιβοηθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβοηθητικός
επιβοηθητικού	adj	γενική ενικού του επιβοηθητικός
επιβοηθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβοηθητικός
επιβοηθητικό	adj	αιτιατική ενικού του επιβοηθητικός
επιβοηθητικός	adj|rare	άλλη μορφή του βοηθητικός
επιβοηθητικών	adj	γενική πληθυντικού του επιβοηθητικός
επιβοηθιέμαι	=	επιβοηθώ
επιβοηθιέσαι	=	επιβοηθώ
επιβοηθιέστε	=	επιβοηθώ
επιβοηθιέται	=	επιβοηθώ
επιβοηθιούνται	=	επιβοηθώ
επιβοηθιούνταν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόμασταν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόμαστε	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόμουν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόμουνα	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόνταν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόντανε	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόντουσαν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόσασταν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόσαστε	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόσουν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόσουνα	=	επιβοηθώ
επιβοηθιόταν	=	επιβοηθώ
επιβοηθιότανε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούμε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούν	=	επιβοηθώ
επιβοηθούνε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσα	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσαμε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσαν	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσανε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσατε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσε	=	επιβοηθώ
επιβοηθούσες	=	επιβοηθώ
επιβοηθώ	verb|formal	βοηθώ επιπρόσθετα, συμπληρωματικά
επιβοηθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιβοηθώ
επιβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβολή
επιβολή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επιβάλλω
επιβολής	=	επιβολή
επιβολών	=	επιβολή
επιβουλές	=	επιβουλή
επιβουλή	noun	η ύπουλη σκέψη ή ενέργεια
επιβουλής	=	επιβουλή
επιβουλευμένος	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτήκαν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευτήκανε	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλευόμασταν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόμαστε	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόμουν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόμουνα	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόντουσαν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόσασταν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόσαστε	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόσουν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόσουνα	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευόταν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλευότανε	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύεσαι	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύεστε	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύεται	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύθηκα	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύομαι	verb	σχεδιάζω κρυφά κάτι κακό ή εχθρικές ενέργειες
επιβουλεύονται	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύονταν	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβούλευση
επιβουλεύσου	=	επιβουλεύομαι
επιβουλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβουλεύομαι
επιβουλών	=	επιβουλή
επιβράβευα	=	επιβραβεύω
επιβράβευαν	=	επιβραβεύω
επιβράβευε	=	επιβραβεύω
επιβράβευες	=	επιβραβεύω
επιβράβευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβράβευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβράβευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβράβευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβράβευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιβραβεύω
επιβράβευσης	noun	γενική ενικού του επιβράβευση
επιβράδυνα	=	επιβραδύνω
επιβράδυναν	=	επιβραδύνω
επιβράδυνε	=	επιβραδύνω
επιβράδυνες	=	επιβραδύνω
επιβράδυνση	noun	η μείωση της ταχύτητας με την οποία εξελίσσεται μια διαδικασία
επιβράδυνσης	noun	γενική ενικού του επιβράδυνση
επιβραβευθήκαμε	=	επιβραβεύω
επιβραβευθήκαν	=	επιβραβεύω
επιβραβευθήκανε	=	επιβραβεύω
επιβραβευθήκατε	=	επιβραβεύω
επιβραβευθεί	=	επιβραβεύω
επιβραβευθείς	=	επιβραβεύω
επιβραβευθείτε	=	επιβραβεύω
επιβραβευθούμε	=	επιβραβεύω
επιβραβευθούν	=	επιβραβεύω
επιβραβευθούνε	=	επιβραβεύω
επιβραβευθώ	=	επιβραβεύω
επιβραβευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβραβευμένο
επιβραβευμένε	verb	κλητική ενικού του επιβραβευμένος
επιβραβευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβραβευμένη
επιβραβευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβραβευμένος
επιβραβευμένης	verb	γενική ενικού του επιβραβευμένη
επιβραβευμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιβραβευμένος
επιβραβευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβραβευμένος
επιβραβευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιβραβευμένος
επιβραβευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιβραβευμένος
επιβραβευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιβραβευμένος
επιβραβευτήκαμε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευτήκαν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευτήκανε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευτήκατε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευτεί	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευτείς	=	επιβραβεύω
επιβραβευτείτε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευτούμε	=	επιβραβεύω
επιβραβευτούν	=	επιβραβεύω
επιβραβευτούνε	=	επιβραβεύω
επιβραβευτώ	=	επιβραβεύω
επιβραβευόμασταν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόμαστε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόμενος	=	επιβραβεύω
επιβραβευόμουν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόμουνα	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόντουσαν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόσασταν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόσαστε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόσουν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόσουνα	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευόταν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβευότανε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύαμε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύαν	=	επιβραβεύω
επιβραβεύανε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύατε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύει	=	επιβραβεύω
επιβραβεύεις	=	επιβραβεύω
επιβραβεύεσαι	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύεστε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύεται	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύετε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύθηκα	=	επιβραβεύω
επιβραβεύθηκαν	=	επιβραβεύω
επιβραβεύθηκε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύθηκες	=	επιβραβεύω
επιβραβεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύομε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύονται	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύονταν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύοντας	=	επιβραβεύω
επιβραβεύου	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύουμε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύουν	=	επιβραβεύω
επιβραβεύουνε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσαν	=	επιβραβεύω
επιβραβεύσανε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβράβευση
επιβραβεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιβράβευση
επιβραβεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιβράβευση
επιβραβεύσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να επιβραβευτεί ή αξίζει να επιβραβευτεί
επιβραβεύσομε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύσου	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσουνε	=	επιβραβεύω
επιβραβεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιβραβεύω
επιβραβεύτηκα	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύτηκαν	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύτηκε	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύτηκες	=	επιβραβεύομαι
επιβραβεύω	verb	ανταμείβω κάποιον ή του δίνω βραβείο, επειδή θεωρώ ότι αξίζει ή είναι σπουδαίος
επιβραδυμένα	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένε	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένες	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένη	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένης	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένο	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένοι	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιβραδύνω
επιβραδυμένου	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένους	=	επιβραδυμένος
επιβραδυμένων	=	επιβραδυμένος
επιβραδυνθήκαμε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθήκαν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθήκανε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθήκατε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθεί	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθείς	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθείτε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθούμε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθούν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθούνε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνθώ	=	επιβραδύνω
επιβραδυντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβραδυντής
επιβραδυντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιβραδυντής
επιβραδυντής	noun	ουσία που επιβραδύνει τη διαδικασία μιας χημικής αντίδρασης
επιβραδυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβραδυντικό	adv	με επιβραδυντικό τρόπο, επιβραδύνοντας
επιβραδυντικέ	adj	κλητική ενικού του επιβραδυντικός
επιβραδυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβραδυντική
επιβραδυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιβραδυντικός
επιβραδυντικής	adj	γενική ενικού του επιβραδυντική
επιβραδυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιβραδυντικός
επιβραδυντικού	adj	γενική ενικού του επιβραδυντικός
επιβραδυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιβραδυντικός
επιβραδυντικό	adj	αιτιατική ενικού του επιβραδυντικός
επιβραδυντικός	adj	που έχει σχέση με επιβράδυνση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιβραδυντικών	adj	γενική πληθυντικού του επιβραδυντικός
επιβραδυντών	noun	γενική πληθυντικού του επιβραδυντής
επιβραδυνόμασταν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόμαστε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόμουν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόμουνα	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόντουσαν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόσασταν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόσαστε	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόσουν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόσουνα	=	επιβραδύνω
επιβραδυνόταν	=	επιβραδύνω
επιβραδυνότανε	=	επιβραδύνω
επιβραδύναμε	=	επιβραδύνω
επιβραδύναν	=	επιβραδύνω
επιβραδύνανε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνατε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνει	=	επιβραδύνω
επιβραδύνεις	=	επιβραδύνω
επιβραδύνεσαι	=	επιβραδύνω
επιβραδύνεστε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνεται	=	επιβραδύνω
επιβραδύνετε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνθηκα	=	επιβραδύνω
επιβραδύνθηκαν	=	επιβραδύνω
επιβραδύνθηκε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνθηκες	=	επιβραδύνω
επιβραδύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιβραδύνω
επιβραδύνομε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνονται	=	επιβραδύνω
επιβραδύνονταν	=	επιβραδύνω
επιβραδύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιβραδύνω
επιβραδύνουμε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνουν	=	επιβραδύνω
επιβραδύνουνε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιβράδυνση
επιβραδύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιβράδυνση
επιβραδύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιβράδυνση
επιβραδύνσου	=	επιβραδύνω
επιβραδύντε	=	επιβραδύνω
επιβραδύνω	verb	ελαττώνω την ταχύτητα
επιγάστρια	=	επιγάστριο
επιγάστριας	=	επιγάστριος
επιγάστριε	=	επιγάστριος
επιγάστριες	=	επιγάστριος
επιγάστριο	noun	η ανατομική περιοχή που εκτείνεται αμέσως κάτω από το στέρνο, στο μέσο του άνω κοιλιακού τοιχώματος, και αντιστοιχεί στην προβολή του στομαχιού
επιγάστριοι	=	επιγάστριος
επιγάστριος	adj	άλλη μορφή του επιγαστρικός
επιγάστριου	=	επιγάστριο
επιγάστριους	=	επιγάστριος
επιγάστριων	=	επιγάστριο
επιγένεση	noun	η θεωρία που υποστηρίζει ότι ένας οργανισμός αναπτύσσεται εξ αρχής απ’ τα γονίδια κι όχι με περαιτέρω ανάπτυξη προσηματισμένων οργάνων
επιγένεσης	=	επιγένεση
επιγέννημα	noun|formal	κάθε αποτέλεσμα ή φαινόμενο που προκύπτει ως συνέπεια ή απόρροια άλλης κατάστασης, διαδικασίας ή γεγονότος
επιγαμία	noun	η συγγένεια που προκύπτει εξ αγχιστείας, με τη σύναψη γάμου καθώς και η διαδικασία της σύναψης γάμου
επιγαμίας	noun	γενική ενικού του επιγαμία
επιγαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγαμία
επιγαμιών	noun	γενική πληθυντικού του επιγαμία
επιγαστρίου	=	επιγάστριο
επιγαστρίων	=	επιγάστριο
επιγαστρικά	=	επιγαστρικός
επιγαστρικέ	=	επιγαστρικός
επιγαστρικές	=	επιγαστρικός
επιγαστρική	=	επιγαστρικός
επιγαστρικής	=	επιγαστρικός
επιγαστρικοί	=	επιγαστρικός
επιγαστρικού	=	επιγαστρικός
επιγαστρικούς	=	επιγαστρικός
επιγαστρικό	=	επιγαστρικός
επιγαστρικός	adj	που έχει σχέση με το επιγάστριο ή αναφέρεται σʼ αυτό
επιγαστρικών	=	επιγαστρικός
επιγενέσεις	=	επιγένεση
επιγενέσεων	=	επιγένεση
επιγενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγενετικό
επιγενετικέ	adj	κλητική ενικού του επιγενετικός
επιγενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγενετική
επιγενετική	noun	η επιστήμη της επίδρασης του περιβάλλοντος στη λειτουργία των γονιδίων ενός οργανισμού, χωρίς μεταβολή του γονιδιώματος (του DNA)
επιγενετικής	adj	γενική ενικού του επιγενετική
επιγενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγενετικός
επιγενετικού	adj	γενική ενικού του επιγενετικός
επιγενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιγενετικός
επιγενετικό	adj	αιτιατική ενικού του επιγενετικός
επιγενετικός	adj	που έχει σχέση με την επιγένεση ή την επιγενετική ή αναφέρεται σ’ αυτές
επιγενετικών	adj	γενική πληθυντικού του επιγενετικός
επιγεννήματα	=	επιγέννημα
επιγεννήματος	=	επιγέννημα
επιγεννημάτων	=	επιγέννημα
επιγενομένους	=	επιγενόμενοι
επιγενομένων	=	επιγενόμενοι
επιγενόμενα	=	επιγενόμενος
επιγενόμενε	noun	κλητική ενικού του επιγενόμενοι
επιγενόμενες	=	επιγενόμενος
επιγενόμενη	=	επιγενόμενος
επιγενόμενης	=	επιγενόμενος
επιγενόμενο	noun	αιτιατική ενικού του επιγενόμενοι
επιγενόμενοι	noun	οι άνθρωποι που θα ζήσουν μετά από εμάς, οι επόμενες γενιές
επιγενόμενος	verb	ο μεταγενέστερος, ο κατοπινός, ο νεότερος
επιγενόμενου	=	επιγενόμενος
επιγενόμενους	=	επιγενόμενος
επιγενόμενων	=	επιγενόμενος
επιγεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίγευση
επιγεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίγευση
επιγεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίγευση
επιγκενίδα	noun|formal	το μαδέρι, η σανίδα που χρησιμοποιείται στο πέτσωμα ξύλινου σκάφους
επιγκενίδας	=	επιγκενίδα
επιγκενίδες	=	επιγκενίδα
επιγκενίδων	=	επιγκενίδα
επιγλωττίδα	noun	χόνδρος που βρίσκεται στη ρίζα της γλώσσας, μπροστά στο λάρυγγα
επιγλωττίδας	=	επιγλωττίδα
επιγλωττίδες	=	επιγλωττίδα
επιγλωττίδων	=	επιγλωττίδα
επιγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίγνωση
επιγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίγνωση
επιγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίγνωση
επιγονάτια	=	επιγονάτιο
επιγονάτιο	noun	επισκοπικό άμφιο με ρομβοειδές σχήμα που κρέμεται και ακουμπά στο γόνατο του επισκόπου
επιγονάτιου	=	επιγονάτιο
επιγονατίδα	noun	οστό τριγωνικού σχήματος και μικρού μεγέθους που βρίσκεται στο γόνατο
επιγονατίδας	=	επιγονατίδα
επιγονατίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγονατίδα
επιγονατίδων	=	επιγονατίδα
επιγονατίου	=	επιγονάτιο
επιγονατίων	=	επιγονάτιο
επιγονατιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγονατιδικό
επιγονατιδικέ	adj	κλητική ενικού του επιγονατιδικός
επιγονατιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγονατιδική
επιγονατιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιγονατιδικός
επιγονατιδικής	adj	γενική ενικού του επιγονατιδική
επιγονατιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγονατιδικός
επιγονατιδικού	adj	γενική ενικού του επιγονατιδικός
επιγονατιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιγονατιδικός
επιγονατιδικό	adj	αιτιατική ενικού του επιγονατιδικός
επιγονατιδικός	adj	σχετικός με την επιγονατίδα
επιγονατιδικών	adj	γενική πληθυντικού του επιγονατιδικός
επιγονισμέ	noun	κλητική ενικού του επιγονισμός
επιγονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγονισμός
επιγονισμού	noun	γενική ενικού του επιγονισμός
επιγονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιγονισμός
επιγονισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιγονισμός
επιγονισμός	noun	η επιγένεση
επιγονισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιγονισμός
επιγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίγραμμα
επιγράμματος	noun	γενική ενικού του επίγραμμα
επιγράφαμε	=	επιγράφω
επιγράφαν	=	επιγράφω
επιγράφανε	=	επιγράφω
επιγράφατε	=	επιγράφω
επιγράφει	=	επιγράφω
επιγράφεις	=	επιγράφω
επιγράφεσαι	=	επιγράφω
επιγράφεστε	=	επιγράφω
επιγράφεται	=	επιγράφω
επιγράφετε	=	επιγράφω
επιγράφηκα	=	επιγράφω
επιγράφηκαν	=	επιγράφω
επιγράφηκε	=	επιγράφω
επιγράφηκες	=	επιγράφω
επιγράφομαι	=	επιγράφω
επιγράφομε	=	επιγράφω
επιγράφονται	=	επιγράφω
επιγράφονταν	=	επιγράφω
επιγράφοντας	=	επιγράφω
επιγράφουμε	=	επιγράφω
επιγράφουν	=	επιγράφω
επιγράφουνε	=	επιγράφω
επιγράφτηκα	=	επιγράφω
επιγράφτηκαν	=	επιγράφω
επιγράφτηκε	=	επιγράφω
επιγράφτηκες	=	επιγράφω
επιγράφω	verb	βάζω τίτλο
επιγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψαν	=	επιγράφω
επιγράψανε	=	επιγράφω
επιγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψομε	=	επιγράφω
επιγράψου	=	επιγράφω
επιγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγράψουνε	=	επιγράφω
επιγράψτε	=	επιγράφω
επιγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιγράφω
επιγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίγραμμα
επιγραμματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιγραμματικός	adv	με επιγραμματικό τρόπο, με συντομία, με πυκνότητα ύφους
επιγραμματικέ	adj	κλητική ενικού του επιγραμματικός
επιγραμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραμματική
επιγραμματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιγραμματικός
επιγραμματικής	adj	γενική ενικού του επιγραμματική
επιγραμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγραμματικός
επιγραμματικοτήτων	=	επιγραμματικότητα
επιγραμματικού	adj	γενική ενικού του επιγραμματικός
επιγραμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιγραμματικός
επιγραμματικό	adj	αιτιατική ενικού του επιγραμματικός
επιγραμματικός	adj	σχετικός με το επίγραμμα
επιγραμματικότητα	noun|formal	η ικανότητα ή ποιότητα του λόγου να αποδίδει πυκνό νόημα με ελάχιστα και στοχευμένα λόγια, χωρίς να χάνει σε σαφήνεια ή δύναμη έκφρασης
επιγραμματικότητας	=	επιγραμματικότητα
επιγραμματικότητες	=	επιγραμματικότητα
επιγραμματικών	adj	γενική πληθυντικού του επιγραμματικός
επιγραμματικώς	adv|dated	επιγραμματικά
επιγραμματογράφε	=	επιγραμματογράφος
επιγραμματογράφο	=	επιγραμματογράφος
επιγραμματογράφοι	=	επιγραμματογράφος
επιγραμματογράφος	noun	που (συγ)γράφει επιγράμματα
επιγραμματογράφου	=	επιγραμματογράφος
επιγραμματογράφους	=	επιγραμματογράφος
επιγραμματογράφων	=	επιγραμματογράφος
επιγραμματοποιέ	noun	κλητική ενικού του επιγραμματοποιός
επιγραμματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγραμματοποιός
επιγραμματοποιού	noun	γενική ενικού του επιγραμματοποιός
επιγραμματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιγραμματοποιός
επιγραμματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του επιγραμματοποιός
επιγραμματοποιός	noun	που (συγ)γράφει επιγράμματα
επιγραμματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του επιγραμματοποιός
επιγραμμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραμμικό
επιγραμμικέ	adj	κλητική ενικού του επιγραμμικός
επιγραμμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραμμική
επιγραμμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιγραμμικός
επιγραμμικής	adj	γενική ενικού του επιγραμμική
επιγραμμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγραμμικός
επιγραμμικού	adj	γενική ενικού του επιγραμμικός
επιγραμμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιγραμμικός
επιγραμμικό	adj	αιτιατική ενικού του επιγραμμικός
επιγραμμικός	adj	που είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο -
επιγραμμικών	adj	γενική πληθυντικού του επιγραμμικός
επιγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραφή
επιγραφή	noun	κείμενο χαραγμένο σε σκληρή επιφάνεια, π.χ. πέτρα ή μάρμαρο
επιγραφήκαμε	=	επιγράφω
επιγραφήκατε	=	επιγράφω
επιγραφής	=	επιγραφή
επιγραφεί	=	επιγράφω
επιγραφείς	=	επιγράφω
επιγραφείτε	=	επιγράφω
επιγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραφικό
επιγραφικέ	adj	κλητική ενικού του επιγραφικός
επιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραφική
επιγραφική	noun	η μελέτη των αρχαίων επιγραφών με επιστημονικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιγραφικός
επιγραφικής	adj	γενική ενικού του επιγραφική
επιγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγραφικός
επιγραφικού	adj	γενική ενικού του επιγραφικός
επιγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιγραφικός
επιγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του επιγραφικός
επιγραφικός	adj	που αναφέρεται στις αρχαίες επιγραφές
επιγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του επιγραφικός
επιγραφολόγε	=	επιγραφολόγος
επιγραφολόγο	=	επιγραφολόγος
επιγραφολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγραφολόγος
επιγραφολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τις αρχαίες επιγραφές
επιγραφολόγου	noun	γενική ενικού του επιγραφολόγος
επιγραφολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιγραφολόγος
επιγραφολόγων	noun	γενική πληθυντικού του επιγραφολόγος
επιγραφοποιέ	noun	κλητική ενικού του επιγραφοποιός
επιγραφοποιία	noun	η τέχνη του επιγραφοποιού
επιγραφοποιίας	noun	γενική ενικού του επιγραφοποιία
επιγραφοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιγραφοποιία
επιγραφοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του επιγραφοποιία
επιγραφοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιγραφοποιός
επιγραφοποιού	noun	γενική ενικού του επιγραφοποιός
επιγραφοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιγραφοποιός
επιγραφοποιό	noun	αιτιατική ενικού του επιγραφοποιός
επιγραφοποιός	noun	που κατασκευάζει επιγραφές (λ.χ. διαφημιστικές, καταστημάτων, επαγγελματιών)
επιγραφοποιών	noun	γενική πληθυντικού του επιγραφοποιός
επιγραφούμε	=	επιγράφω
επιγραφούν	=	επιγράφω
επιγραφούνε	=	επιγράφω
επιγραφτήκαμε	=	επιγράφω
επιγραφτήκαν	=	επιγράφω
επιγραφτήκανε	=	επιγράφω
επιγραφτήκατε	=	επιγράφω
επιγραφτεί	=	επιγράφω
επιγραφτείς	=	επιγράφω
επιγραφτείτε	=	επιγράφω
επιγραφτούμε	=	επιγράφω
επιγραφτούν	=	επιγράφω
επιγραφτούνε	=	επιγράφω
επιγραφτώ	=	επιγράφω
επιγραφόμασταν	=	επιγράφω
επιγραφόμαστε	=	επιγράφω
επιγραφόμουν	=	επιγράφω
επιγραφόμουνα	=	επιγράφω
επιγραφόντουσαν	=	επιγράφω
επιγραφόσασταν	=	επιγράφω
επιγραφόσαστε	=	επιγράφω
επιγραφόσουν	=	επιγράφω
επιγραφόσουνα	=	επιγράφω
επιγραφόταν	=	επιγράφω
επιγραφότανε	=	επιγράφω
επιγραφώ	=	επιγράφω
επιγραφών	=	επιγραφή
επιγόνου	noun	γενική ενικού του επίγονος
επιγόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίγονος
επιγόνων	noun	γενική πληθυντικού του επίγονος
επιδένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιδένω
επιδένω	verb	δένω κάτι πάνω από κάτι άλλο
επιδέξια	adv	με επιδέξιο τρόπο, με επιδεξιότητα
επιδέξιας	=	επιδέξιος
επιδέξιε	=	επιδέξιος
επιδέξιες	=	επιδέξιος
επιδέξιο	=	επιδέξιος
επιδέξιοι	=	επιδέξιος
επιδέξιος	adj	που έχει την ικανότητα να χειρίζεται επιτυχώς κάτι (ένα μηχάνημα, μια διαδικασία, μια κατάσταση)
επιδέξιου	=	επιδέξιος
επιδέξιους	=	επιδέξιος
επιδέξιων	=	επιδέξιος
επιδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδένω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδεση
επιδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίδεση
επιδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίδεση
επιδέσμου	noun	γενική ενικού του επίδεσμος
επιδέσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίδεσμος
επιδέσμων	noun	γενική πληθυντικού του επίδεσμος
επιδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδένω
επιδέχομαι	verb	Μπορώ να δεχτώ μια ενέργεια
επιδέχονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του επιδέχομαι
επιδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδήμει	=	επιδημώ
επιδήμησα	=	επιδημώ
επιδήμησαν	=	επιδημώ
επιδήμησε	=	επιδημώ
επιδήμησες	=	επιδημώ
επιδίδαμε	=	επιδίδω
επιδίδαν	=	επιδίδω
επιδίδανε	=	επιδίδω
επιδίδατε	=	επιδίδω
επιδίδει	=	επιδίδω
επιδίδεις	=	επιδίδω
επιδίδεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιδίδομαι
επιδίδετε	=	επιδίδω
επιδίδομαι	verb	ασκώ (μια δραστηριότητα), κάνω
επιδίδοντας	=	επιδίδω
επιδίδουμε	=	επιδίδω
επιδίδουν	=	επιδίδω
επιδίδουνε	=	επιδίδω
επιδίδω	verb|formal	παραδίδω (επίσημα) κάτι
επιδίκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδίκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδίκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδίκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδίκαση	noun	η αναγνώριση κάποιου δικαιώματος με δικαστική απόφαση
επιδίκασης	=	επιδίκαση
επιδίνω	verb|vulgar	άλλη γραφή του επιδίδω
επιδίωξα	=	επιδιώκω
επιδίωξε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του επιδιώκω
επιδίωξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιδιώκω· σκοπός, στόχος (συνήθως στον πληθυντικό)
επιδίωξης	=	επιδίωξη
επιδαπέδια	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιας	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιε	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιες	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιο	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιοι	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιος	adj	που βρίσκεται πάνω στο δάπεδο
επιδαπέδιου	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιους	=	επιδαπέδιος
επιδαπέδιων	=	επιδαπέδιος
επιδαψίλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψίλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψίλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψίλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψίλευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιδαψιλεύω
επιδαψίλευσης	noun	γενική ενικού του επιδαψίλευση
επιδαψιλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιδαψιλεύω, παρέχομαι σε αφθονία
επιδαψιλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδαψίλευση
επιδαψιλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιδαψίλευση
επιδαψιλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιδαψίλευση
επιδαψιλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδαψιλεύω
επιδαψιλεύω	verb	παρέχω κάτι χωρίς φειδώ, σε αφθονία, χορηγώ πλουσιοπάροχα
επιδείκνυα	=	επιδεικνύω
επιδείνωνα	=	επιδεινώνω
επιδείνωναν	=	επιδεινώνω
επιδείνωνε	=	επιδεινώνω
επιδείνωνες	=	επιδεινώνω
επιδείνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδείνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδείνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδείνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδείνωση	noun	η χειροτέρευση
επιδείνωσης	=	επιδείνωση
επιδείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδειξη
επιδείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίδειξη
επιδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίδειξη
επιδείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύω
επιδείχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδείχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδείχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδείχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδείχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιδείχνω, άλλη μορφή του επιδεικνύομαι
επιδείχνω	verb	άλλη μορφή του επιδεικνύω
επιδεικνύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιδεικνύω
επιδεικνύομαι	verb	κάποιος με επιδεικνύει
επιδεικνύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιδεικνύω
επιδεικνύουν	=	επιδεικνύω
επιδεικνύω	verb	παρουσιάζω, δείχνω κάτι, προς ενημέρωση
επιδεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεικτικό	adv	με επιδεικτικό τρόπο, κάνοντας επίδειξη, κάνοντας φιγούρα
επιδεικτικέ	adj	κλητική ενικού του επιδεικτικός
επιδεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεικτική
επιδεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδεικτικός
επιδεικτικής	adj	γενική ενικού του επιδεικτική
επιδεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδεικτικός
επιδεικτικοτήτων	=	επιδεικτικότητα
επιδεικτικού	adj	γενική ενικού του επιδεικτικός
επιδεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδεικτικός
επιδεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδεικτικός
επιδεικτικός	adj	που γίνεται για επίδειξη
επιδεικτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του επιδεικτικού, αυτού που επιδεικνύεται
επιδεικτικότητας	=	επιδεικτικότητα
επιδεικτικότητες	=	επιδεικτικότητα
επιδεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδεικτικός
επιδεικτισμέ	=	επιδεικτισμός
επιδεικτισμοί	=	επιδεικτισμός
επιδεικτισμού	=	επιδεικτισμός
επιδεικτισμούς	=	επιδεικτισμός
επιδεικτισμό	=	επιδεικτισμός
επιδεικτισμός	noun|formal	η επιδειξιομανία
επιδεικτισμών	=	επιδεικτισμός
επιδεινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεινούμενο
επιδεινούμενε	verb	κλητική ενικού του επιδεινούμενος
επιδεινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεινούμενη
επιδεινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδεινούμενος
επιδεινούμενης	verb	γενική ενικού του επιδεινούμενη
επιδεινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιδεινούμενος
επιδεινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδεινούμενος
επιδεινούμενος	verb	που επιδεινώνεται, που γίνεται όλο και πιο οδυνηρός, που χειροτερεύει
επιδεινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδεινούμενος
επιδεινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδεινούμενος
επιδεινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδεινούμενος
επιδεινωθήκαμε	=	επιδεινώνω
επιδεινωθήκαν	=	επιδεινώνω
επιδεινωθήκανε	=	επιδεινώνω
επιδεινωθήκατε	=	επιδεινώνω
επιδεινωθεί	=	επιδεινώνω
επιδεινωθείς	=	επιδεινώνω
επιδεινωθείτε	=	επιδεινώνω
επιδεινωθούμε	=	επιδεινώνω
επιδεινωθούν	=	επιδεινώνω
επιδεινωθούνε	=	επιδεινώνω
επιδεινωθώ	=	επιδεινώνω
επιδεινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεινωμένο
επιδεινωμένε	verb	κλητική ενικού του επιδεινωμένος
επιδεινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεινωμένη
επιδεινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδεινωμένος
επιδεινωμένης	verb	γενική ενικού του επιδεινωμένη
επιδεινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιδεινωμένος
επιδεινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδεινωμένος
επιδεινωμένος	verb	που έχει επιδεινωθεί, που έχει χειροτερέψει
επιδεινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδεινωμένος
επιδεινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδεινωμένος
επιδεινωμένων	verb	γενική πληθυντικού του επιδεινωμένος
επιδεινωνόμασταν	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόμαστε	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόμουν	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόμουνα	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόντουσαν	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόσασταν	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόσαστε	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόσουν	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόσουνα	=	επιδεινώνω
επιδεινωνόταν	=	επιδεινώνω
επιδεινωνότανε	=	επιδεινώνω
επιδεινώθηκα	=	επιδεινώνω
επιδεινώθηκαν	=	επιδεινώνω
επιδεινώθηκε	=	επιδεινώνω
επιδεινώθηκες	=	επιδεινώνω
επιδεινώναμε	=	επιδεινώνω
επιδεινώναν	=	επιδεινώνω
επιδεινώνανε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνατε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνει	=	επιδεινώνω
επιδεινώνεις	=	επιδεινώνω
επιδεινώνεσαι	=	επιδεινώνω
επιδεινώνεστε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνεται	=	επιδεινώνω
επιδεινώνετε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώνομε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνονται	=	επιδεινώνω
επιδεινώνονταν	=	επιδεινώνω
επιδεινώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώνουμε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνουν	=	επιδεινώνω
επιδεινώνουνε	=	επιδεινώνω
επιδεινώνω	verb	χειροτερεύω μία κατάσταση (υγείας, οικονομίας, σχέσεων, καιρού)
επιδεινώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσαν	=	επιδεινώνω
επιδεινώσανε	=	επιδεινώνω
επιδεινώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδείνωση
επιδεινώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσεων	=	επιδείνωση
επιδεινώσεως	=	επιδείνωση
επιδεινώσομε	=	επιδεινώνω
επιδεινώσου	=	επιδεινώνω
επιδεινώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσουνε	=	επιδεινώνω
επιδεινώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδεινώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεινώνω
επιδειξία	=	επιδειξίας
επιδειξίας	noun	αυτός που προκαλεί, ιδίως με την επίδειξη των γεννητικών του οργάνων
επιδειξίες	=	επιδειξίας
επιδειξιμανές	=	επιδειξιμανής
επιδειξιμανή	=	επιδειξιμανής
επιδειξιμανής	adj	άλλη μορφή του επιδειξιομανής
επιδειξιμανία	noun	άλλη μορφή του επιδειξιομανία
επιδειξιμανίας	noun	γενική ενικού του επιδειξιμανία
επιδειξιμανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδειξιμανία
επιδειξιμανείς	=	επιδειξιμανής
επιδειξιμανιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδειξιμανία
επιδειξιμανούς	=	επιδειξιμανής
επιδειξιμανών	=	επιδειξιμανής
επιδειξιομανές	=	επιδειξιομανής
επιδειξιομανή	=	επιδειξιομανής
επιδειξιομανής	adj	που του αρέσει να επιδεικνύεται, να προβάλλεται
επιδειξιομανία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του επιδειξιομανούς
επιδειξιομανίας	noun	γενική ενικού του επιδειξιομανία
επιδειξιομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδειξιομανία
επιδειξιομανείς	=	επιδειξιομανής
επιδειξιομανιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδειξιομανία
επιδειξιομανούς	=	επιδειξιομανής
επιδειξιομανών	=	επιδειξιομανής
επιδειξιών	=	επιδειξίας
επιδειχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδεικνύομαι
επιδειχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδειχτικό	adv	επιδεικτικά
επιδειχτικέ	adj	κλητική ενικού του επιδειχτικός
επιδειχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδειχτική
επιδειχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδειχτικός
επιδειχτικής	adj	γενική ενικού του επιδειχτική
επιδειχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδειχτικός
επιδειχτικού	adj	γενική ενικού του επιδειχτικός
επιδειχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδειχτικός
επιδειχτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδειχτικός
επιδειχτικός	adj	άλλη μορφή του επιδεικτικός
επιδειχτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδειχτικός
επιδεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεκτικό
επιδεκτικέ	adj	κλητική ενικού του επιδεκτικός
επιδεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεκτική
επιδεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδεκτικός
επιδεκτικής	adj	γενική ενικού του επιδεκτική
επιδεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδεκτικός
επιδεκτικοτήτων	=	επιδεκτικότητα
επιδεκτικού	adj	γενική ενικού του επιδεκτικός
επιδεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδεκτικός
επιδεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδεκτικός
επιδεκτικός	adj	που επιδέχεται κάτι, που μπορεί να δεχτεί μια ενέργεια
επιδεκτικότητα	noun	η ιδιότητα του επιδεκτικού, το να είναι κάποιος επιδεκτικός
επιδεκτικότητας	=	επιδεκτικότητα
επιδεκτικότητες	=	επιδεκτικότητα
επιδεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδεκτικός
επιδεξιοσυνών	=	επιδεξιοσύνη
επιδεξιοσύνες	=	επιδεξιοσύνη
επιδεξιοσύνη	noun	επιδεξιότητα, ικανότητα
επιδεξιοσύνης	=	επιδεξιοσύνη
επιδεξιοτήτων	=	επιδεξιότητα
επιδεξιότητα	noun	ικανότητα, μαστοριά, τέχνη
επιδεξιότητας	noun	γενική ενικού του επιδεξιότητα
επιδεξιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδεξιότητα
επιδερμίδα	noun	το εξωτερικό μέρος του δέρματος
επιδερμίδας	=	επιδερμίδα
επιδερμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδερμίδα
επιδερμίδων	=	επιδερμίδα
επιδερμιδικά	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικέ	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικές	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδική	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικής	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικοί	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικού	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικούς	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικό	=	επιδερμιδικός
επιδερμιδικός	adj	άλλη μορφή του επιδερμικός
επιδερμιδικών	=	επιδερμιδικός
επιδερμικά	adv	κατά τρόπο επιδερμικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδερμικό
επιδερμικέ	adj	κλητική ενικού του επιδερμικός
επιδερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδερμική
επιδερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδερμικός
επιδερμικής	adj	γενική ενικού του επιδερμική
επιδερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδερμικός
επιδερμικοτήτων	=	επιδερμικότητα
επιδερμικού	adj	γενική ενικού του επιδερμικός
επιδερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδερμικός
επιδερμικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδερμικός
επιδερμικός	adj	που αναφέρεται, ανήκει ή βρίσκεται στην επιδερμίδα
επιδερμικότητα	noun	η ιδιότητα του επιδερμικού
επιδερμικότητας	=	επιδερμικότητα
επιδερμικότητες	=	επιδερμικότητα
επιδερμικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδερμικός
επιδερμικώς	adv|dated	επιδερμικά
επιδεσμικά	=	επιδεσμικός
επιδεσμικέ	=	επιδεσμικός
επιδεσμικές	=	επιδεσμικός
επιδεσμική	=	επιδεσμικός
επιδεσμικής	=	επιδεσμικός
επιδεσμικοί	=	επιδεσμικός
επιδεσμικού	=	επιδεσμικός
επιδεσμικούς	=	επιδεσμικός
επιδεσμικό	=	επιδεσμικός
επιδεσμικός	adj	που έχει σχέση με επίδεσμο ή επίδεση ή αναφέρεται σʼ αυτά
επιδεσμικών	=	επιδεσμικός
επιδεσμολογία	noun	κλάδος της νοσηλευτικής περί της τεχνικής της επίδεσης των διαφόρων μερών του σώματος είτε επί τραυμάτων, είτε επί άλλων κακώσεων που διαφέρουν μεταξύ τους.
επιδεσμολογίας	=	επιδεσμολογία
επιδεσμολογίες	=	επιδεσμολογία
επιδεσμολογιών	=	επιδεσμολογία
επιδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδέχομαι
επιδημήσαμε	=	επιδημώ
επιδημήσαν	=	επιδημώ
επιδημήσανε	=	επιδημώ
επιδημήσατε	=	επιδημώ
επιδημήσει	=	επιδημώ
επιδημήστε	=	επιδημώ
επιδημία	noun	λοιμώδης ασθένεια που εξαπλώνεται σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού (ανθρώπων, ζώων ή φυτών) μιας ευρύτερης περιοχής
επιδημίας	noun	γενική ενικού του επιδημία
επιδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημία
επιδημεί	=	επιδημώ
επιδημείς	=	επιδημώ
επιδημείτε	=	επιδημώ
επιδημητικά	noun	πουλιά (ή ψάρια) που δεν μεταναστεύουν σε θερμότερους τόπους, για να περάσουν το χειμώνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημητικό
επιδημητικέ	adj	κλητική ενικού του επιδημητικός
επιδημητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημητική
επιδημητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδημητικός
επιδημητικής	adj	γενική ενικού του επιδημητική
επιδημητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδημητικός
επιδημητικού	adj	γενική ενικού του επιδημητικός
επιδημητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδημητικός
επιδημητικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδημητικός
επιδημητικός	adj	που δεν μετακινείται από τον τόπο του, που δεν μεταναστεύει
επιδημητικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδημητικός
επιδημιακός	=	επιδημικός
επιδημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημικό
επιδημικέ	adj	κλητική ενικού του επιδημικός
επιδημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημική
επιδημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδημικός
επιδημικής	adj	γενική ενικού του επιδημική
επιδημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδημικός
επιδημικού	adj	γενική ενικού του επιδημικός
επιδημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδημικός
επιδημικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδημικός
επιδημικός	adj	σχετικός με επιδημία
επιδημικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδημικός
επιδημιολογία	noun	στατιστική επιστήμη του τομέα υγείας που ξεκίνησε με την έρευνα λοιμωδών νοσημάτων και κατέληξε στην έρευνα γενικότερων προβλημάτων υγείας (μη μεταδιδομένων) αναλύοντας στατιστικά στοιχεία σε μεγάλους πληθυσμούς ή ομάδες
επιδημιολογίας	noun	γενική ενικού του επιδημιολογία
επιδημιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημιολογία
επιδημιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημιολογικό
επιδημιολογικέ	adj	κλητική ενικού του επιδημιολογικός
επιδημιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδημιολογική
επιδημιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδημιολογικός
επιδημιολογικής	adj	γενική ενικού του επιδημιολογική
επιδημιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδημιολογικός
επιδημιολογικού	adj	γενική ενικού του επιδημιολογικός
επιδημιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδημιολογικός
επιδημιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδημιολογικός
επιδημιολογικός	adj	που έχει σχέση με την επιδημιολογία ή τον επιδημιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
επιδημιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδημιολογικός
επιδημιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδημιολογία
επιδημιολόγε	noun	κλητική ενικού του επιδημιολόγος
επιδημιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του επιδημιολόγος
επιδημιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδημιολόγος
επιδημιολόγος	noun	ο/η επιστήμονας που μελετούσε τις επιδημίες
επιδημιολόγου	noun	γενική ενικού του επιδημιολόγος
επιδημιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιδημιολόγος
επιδημιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του επιδημιολόγος
επιδημιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδημία
επιδημούμε	=	επιδημώ
επιδημούν	=	επιδημώ
επιδημούνε	=	επιδημώ
επιδημούσα	=	επιδημώ
επιδημούσαμε	=	επιδημώ
επιδημούσαν	=	επιδημώ
επιδημούσανε	=	επιδημώ
επιδημούσατε	=	επιδημώ
επιδημούσε	=	επιδημώ
επιδημούσες	=	επιδημώ
επιδημώ	verb|formal	μένω (μόνιμα) σε κάποιο τόπο
επιδημώντας	=	επιδημώ
επιδιαιτησία	noun	η προσφυγή των ενδιαφερομένων σε επιδιαιτητή σε περίπτωση διαφωνίας ή ισοψηφίας των διαιτητών
επιδιαιτησίας	noun	γενική ενικού του επιδιαιτησία
επιδιαιτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιαιτησία
επιδιαιτησιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδιαιτησία
επιδιαιτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιαιτητής
επιδιαιτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιδιαιτητής
επιδιαιτητής	noun	ανώτατος διαιτητής που εκλέγεται από τους διαδίκους σε περίπτωση διαφωνίας ή ισοψηφίας των διαιτητών και εκδίδει τελεσίδικη απόφαση
επιδιαιτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιαιτητικό
επιδιαιτητικέ	adj	κλητική ενικού του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιαιτητική
επιδιαιτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικής	adj	γενική ενικού του επιδιαιτητική
επιδιαιτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικού	adj	γενική ενικού του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικός	adj	που έχει σχέση με τον επιδιαιτητή ή την επιδιαιτησία ή αναφέρεται σ’ αυτά
επιδιαιτητικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδιαιτητικός
επιδιαιτητικώς	adv|formal	με επιδιαιτητικό τρόπο, με επιδιαιτησία
επιδιαιτητών	noun	γενική πληθυντικού του επιδιαιτητής
επιδιασκοπίου	noun	γενική ενικού του επιδιασκόπιο
επιδιασκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του επιδιασκόπιο
επιδιασκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιασκόπιο
επιδιασκόπιο	noun	μηχάνημα προβολής διαφανειών
επιδιασκόπιου	=	επιδιασκόπιο
επιδιασκόπιων	=	επιδιασκόπιο
επιδιδυμίδα	noun	περιελιγμένος σωλήνας που βρίσκεται πίσω και πάνω από τους όρχεις και όπου προσωρινά αποθηκεύεται το σπέρμα
επιδιδυμίδας	=	επιδιδυμίδα
επιδιδυμίδες	=	επιδιδυμίδα
επιδιδυμίδων	=	επιδιδυμίδα
επιδιδυμίτιδα	noun	φλεγμονή της επιδιδυμίδας
επιδιδυμίτιδας	=	επιδιδυμίτιδα
επιδιδυμίτιδες	=	επιδιδυμίτιδα
επιδιδυμίτιδων	=	επιδιδυμίτιδα
επιδικάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιδικάζω
επιδικάζω	verb	αναγνωρίζω απαίτηση ευνοϊκή για τον αιτούντα (προφέρεται ως τελική ετυμηγορία από δικαστήριο)
επιδικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδίκαση
επιδικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάσεων	=	επιδίκαση
επιδικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδικάζω
επιδικία	noun	το να είναι κάτι επίδικο, η ιδιότητα του επίδικου
επιδικίας	noun	γενική ενικού του επιδικία
επιδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδικία
επιδικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδικασμένο
επιδικασμένε	verb	κλητική ενικού του επιδικασμένος
επιδικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδικασμένη
επιδικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδικασμένος
επιδικασμένης	verb	γενική ενικού του επιδικασμένη
επιδικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιδικασμένος
επιδικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδικασμένος
επιδικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδικασμένος
επιδικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδικασμένος
επιδικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδικασμένος
επιδικιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδικία
επιδιορθωθήκαμε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθήκαν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθήκανε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθήκατε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθεί	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθείς	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθείτε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθούμε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθούν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθούνε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωθώ	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιδιόρθωμα
επιδιορθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωμένο
επιδιορθωμένε	verb	κλητική ενικού του επιδιορθωμένος
επιδιορθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωμένη
επιδιορθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδιορθωμένος
επιδιορθωμένης	verb	γενική ενικού του επιδιορθωμένη
επιδιορθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιδιορθωμένος
επιδιορθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωμένος
επιδιορθωμένος	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδιορθωμένος
επιδιορθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδιορθωμένος
επιδιορθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδιορθωμένος
επιδιορθωνόμασταν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόμαστε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόμουν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόμουνα	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόντουσαν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόσασταν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόσαστε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόσουν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόσουνα	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνόταν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωνότανε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωτής
επιδιορθωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιδιορθωτής
επιδιορθωτής	noun	τεχνίτης που επιδιορθώνει
επιδιορθωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωτικό
επιδιορθωτικέ	adj	κλητική ενικού του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωτική
επιδιορθωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτικής	adj	γενική ενικού του επιδιορθωτική
επιδιορθωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτικού	adj	γενική ενικού του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτικός	adj	που έχει σχέση με τον επιδιορθωτή ή την επιδιόρθωση ή αναφέρεται σ’ αυτά
επιδιορθωτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδιορθωτικός
επιδιορθωτριών	noun	γενική πληθυντικού του επιδιορθώτρια
επιδιορθωτών	noun	γενική πληθυντικού του επιδιορθωτής
επιδιορθώθηκα	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώθηκαν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώθηκε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώθηκες	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιόρθωμα
επιδιορθώματος	noun	γενική ενικού του επιδιόρθωμα
επιδιορθώναμε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώναν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνανε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνατε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνει	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνεις	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνεσαι	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνεστε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνεται	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνετε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνομαι	verb	για ρούχα, υποδήματα, μηχανήματα, αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, ποδήλατα... τα επισκευάζω.
επιδιορθώνομε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνονται	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνονταν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνοντας	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνουμε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνουν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνουνε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώνω	verb	φέρνω κάτι στην προηγούμενη σωστή κατάσταση, το κάνω ξανά λειτουργικό, χωρίς τις ζημιές που είχε (λέγεται για το ίδιο το αντικείμενο όσο και για τη ζημιά που έπαθε)
επιδιορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσαν	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώσανε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιόρθωση
επιδιορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιδιόρθωση
επιδιορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιδιόρθωση
επιδιορθώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθώσιμο
επιδιορθώσιμε	adj	κλητική ενικού του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθώσιμη
επιδιορθώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσιμης	adj	γενική ενικού του επιδιορθώσιμη
επιδιορθώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδιορθώσιμος
επιδιορθώσομε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώσου	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσουνε	=	επιδιορθώνω
επιδιορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιορθώτρια	noun	θηλυκό του επιδιορθωτής
επιδιορθώτριας	noun	γενική ενικού του επιδιορθώτρια
επιδιορθώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιορθώτρια
επιδιωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιωγμένο
επιδιωγμένε	verb	κλητική ενικού του επιδιωγμένος
επιδιωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιωγμένη
επιδιωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδιωγμένος
επιδιωγμένης	verb	γενική ενικού του επιδιωγμένη
επιδιωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιδιωγμένος
επιδιωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδιωγμένος
επιδιωγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επιδιώκω
επιδιωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδιωγμένος
επιδιωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδιωγμένος
επιδιωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδιωγμένος
επιδιωκόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιωκόμενο
επιδιωκόμενε	verb	κλητική ενικού του επιδιωκόμενος
επιδιωκόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδιωκόμενη
επιδιωκόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδιωκόμενος
επιδιωκόμενης	verb	γενική ενικού του επιδιωκόμενη
επιδιωκόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιδιωκόμενος
επιδιωκόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδιωκόμενος
επιδιωκόμενος	verb	ο στόχος τον οποίο κάποιος ή κάποιοι επιδιώκουν να επιτύχουν (η μετοχή χρησιμοποιείται για αφηρημένες έννοιες)
επιδιωκόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδιωκόμενος
επιδιωκόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδιωκόμενος
επιδιωκόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδιωκόμενος
επιδιόρθωμα	noun	άλλη μορφή του επιδιόρθωση
επιδιόρθωνα	=	επιδιορθώνω
επιδιόρθωναν	=	επιδιορθώνω
επιδιόρθωνε	=	επιδιορθώνω
επιδιόρθωνες	=	επιδιορθώνω
επιδιόρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιόρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιόρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιόρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιορθώνω
επιδιόρθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιδιορθώνω
επιδιόρθωσης	noun	γενική ενικού του επιδιόρθωση
επιδιώκει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιδιώκω
επιδιώκεται	=	επιδιώκω
επιδιώκομαι	=	επιδιώκω
επιδιώκοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιδιώκω
επιδιώκουμε	=	επιδιώκω
επιδιώκουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του επιδιώκω
επιδιώκω	verb	επιζητώ, προσπαθώ να επιτύχω κάτι ή να πραγματοποιηθεί κάτι
επιδιώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδίωξη
επιδιώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξεων	=	επιδίωξη
επιδιώξεως	=	επιδίωξη
επιδιώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδιώκω
επιδιώχθηκα	=	επιδιώκω
επιδιώχτηκα	=	επιδιώκω
επιδοθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδοκίμαζα	=	επιδοκιμάζω
επιδοκίμαζαν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκίμαζε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκίμαζες	=	επιδοκιμάζω
επιδοκίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζαμε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζαν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζανε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζατε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζει	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζεις	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζεσαι	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάζεστε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάζεται	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάζετε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζομε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζονται	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάζονταν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάζοντας	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζουμε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζουν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζουνε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάζω	verb	εκφράζω την αποδοχή μου για απόψεις ή ενέργειες
επιδοκιμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσαν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσανε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσθηκα	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσθηκαν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσθηκε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσθηκες	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσομε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσου	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμάσουνε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάστε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάστηκα	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμάστηκαν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάστηκε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάστηκες	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοκιμάζω
επιδοκιμαζόμασταν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόμαστε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόμουν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόμουνα	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόντουσαν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόσασταν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόσαστε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόσουν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόσουνα	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζόταν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαζότανε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμασία	noun	το να επιδοκιμάζω κάποιον ή το αποτέλεσμα του να επιδοκιμάζω κάποιον
επιδοκιμασίας	noun	γενική ενικού του επιδοκιμασία
επιδοκιμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοκιμασία
επιδοκιμασθήκαμε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθήκαν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθήκανε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθήκατε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθεί	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθείς	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθείτε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθούμε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθούν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθούνε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασθώ	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασιών	noun	γενική πληθυντικού του επιδοκιμασία
επιδοκιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοκιμασμένο
επιδοκιμασμένε	verb	κλητική ενικού του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοκιμασμένη
επιδοκιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμασμένης	verb	γενική ενικού του επιδοκιμασμένη
επιδοκιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμασμένος	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδοκιμασμένος
επιδοκιμαστήκαμε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαστήκαν	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαστήκανε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαστήκατε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαστεί	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαστείς	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμαστείτε	=	επιδοκιμάζομαι
επιδοκιμαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιδοκιμαστικός	adv	με επιδοκιμαστικό τρόπο, επιδοκιμάζοντας
επιδοκιμαστικέ	adj	κλητική ενικού του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοκιμαστική
επιδοκιμαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστικής	adj	γενική ενικού του επιδοκιμαστική
επιδοκιμαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστικού	adj	γενική ενικού του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστικός	adj	που έχει σχέση με την επιδοκιμασία, αναφέρεται ή συμβάλλει σ' αυτή
επιδοκιμαστικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδοκιμαστικός
επιδοκιμαστούμε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμαστούν	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμαστούνε	=	επιδοκιμάζω
επιδοκιμαστώ	=	επιδοκιμάζω
επιδομάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίδομα
επιδομές	=	επιδομή
επιδομή	noun|formal	ό,τι κτίζεται πάνω από άλλο προϋπάρχον κτίσμα ή θεμέλια
επιδομής	=	επιδομή
επιδοματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοματικό
επιδοματικέ	adj	κλητική ενικού του επιδοματικός
επιδοματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοματική
επιδοματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδοματικός
επιδοματικής	adj	γενική ενικού του επιδοματική
επιδοματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδοματικός
επιδοματικού	adj	γενική ενικού του επιδοματικός
επιδοματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδοματικός
επιδοματικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδοματικός
επιδοματικός	adj	που έχει σχέση με επίδομα ή αναφέρεται σ’ αυτό
επιδοματικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδοματικός
επιδοματούχε	=	επιδοματούχος
επιδοματούχο	=	επιδοματούχος
επιδοματούχοι	=	επιδοματούχος
επιδοματούχος	noun	που λαμβάνει κάποιο επίδομα
επιδοματούχου	=	επιδοματούχος
επιδοματούχους	=	επιδοματούχος
επιδοματούχων	=	επιδοματούχος
επιδομών	=	επιδομή
επιδορπίου	noun	γενική ενικού του επιδόρπιο
επιδορπίων	=	επιδόρπιο
επιδοσιπαγής	adj	που σχετίζεται με την επίδοση
επιδοτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοτήριο
επιδοτήριο	noun	το αποδεικτικό της επίδοσης, ιδιαίτερα δικαστικού εγγράφου
επιδοτήριου	=	επιδοτήριο
επιδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήσαν	=	επιδοτώ
επιδοτήσανε	=	επιδοτώ
επιδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδότηση
επιδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιδότηση
επιδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιδότηση
επιδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτεί	=	επιδοτώ
επιδοτείς	=	επιδοτώ
επιδοτείτε	=	επιδοτώ
επιδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοτημένο
επιδοτημένε	verb	κλητική ενικού του επιδοτημένος
επιδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοτημένη
επιδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδοτημένος
επιδοτημένης	verb	γενική ενικού του επιδοτημένη
επιδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιδοτημένος
επιδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδοτημένος
επιδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιδοτώ
επιδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδοτημένος
επιδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδοτημένος
επιδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδοτημένος
επιδοτηρίου	noun	γενική ενικού του επιδοτήριο
επιδοτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του επιδοτήριο
επιδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιδοτικός	adv	με επιδοτικό τρόπο
επιδοτικέ	=	επιδοτικός
επιδοτικές	=	επιδοτικός
επιδοτική	=	επιδοτικός
επιδοτικής	=	επιδοτικός
επιδοτικοί	=	επιδοτικός
επιδοτικού	=	επιδοτικός
επιδοτικούς	=	επιδοτικός
επιδοτικό	=	επιδοτικός
επιδοτικός	adj	που παρουσιάζει το δεύτερο σκέλος ως σημαντικότερο ή εντονότερο από το πρώτο
επιδοτικών	=	επιδοτικός
επιδοτούμε	=	επιδοτώ
επιδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοτούμενο
επιδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του επιδοτούμενος
επιδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδοτούμενη
επιδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδοτούμενος
επιδοτούμενης	verb	γενική ενικού του επιδοτούμενη
επιδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιδοτούμενος
επιδοτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδοτούμενος
επιδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιδοτώ
επιδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιδοτούμενος
επιδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιδοτούμενος
επιδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιδοτούμενος
επιδοτούν	=	επιδοτώ
επιδοτούνε	=	επιδοτώ
επιδοτούσα	=	επιδοτώ
επιδοτούσαμε	=	επιδοτώ
επιδοτούσαν	=	επιδοτώ
επιδοτούσανε	=	επιδοτώ
επιδοτούσατε	=	επιδοτώ
επιδοτούσε	=	επιδοτώ
επιδοτούσες	=	επιδοτώ
επιδοτώ	verb	παρέχω επιδότηση
επιδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιδοτώ
επιδρά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιδρώ
επιδράει	=	επιδρώ
επιδράμε	=	επιδρώ
επιδράμω	verb	επιτίθεμαι, κάνω επιδρομή
επιδράν	=	επιδρώ
επιδράνε	=	επιδρώ
επιδράς	=	επιδρώ
επιδράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράσαν	=	επιδρώ
επιδράσανε	=	επιδρώ
επιδράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδραση
επιδράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίδραση
επιδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίδραση
επιδράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράσουνε	=	επιδρώ
επιδράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράστρια	noun	θηλυκό του επιδραστής
επιδράστριας	=	επιδράστρια
επιδράστριες	=	επιδράστρια
επιδράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδρώ
επιδράτε	=	επιδρώ
επιδράω	=	επιδρώ
επιδραστές	=	επιδραστής
επιδραστή	=	επιδραστής
επιδραστής	noun	πρόσωπο που αξιοποιεί τη δημοφιλία και την παρουσία του στα ψηφιακά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα, για να διαμορφώνει στάσεις, απόψεις ή καταναλωτικές επιλογές σε μεγάλο τμήμα του διαδικτυακού κοινού
επιδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδραστικό
επιδραστικέ	adj	κλητική ενικού του επιδραστικός
επιδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδραστική
επιδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιδραστικός
επιδραστικής	adj	γενική ενικού του επιδραστική
επιδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιδραστικός
επιδραστικοτήτων	=	επιδραστικότητα
επιδραστικού	adj	γενική ενικού του επιδραστικός
επιδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιδραστικός
επιδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του επιδραστικός
επιδραστικός	adj	που ασκεί επίδραση, που επιδρά
επιδραστικότητα	noun	η ιδιότητα του επιδραστικού
επιδραστικότητας	=	επιδραστικότητα
επιδραστικότητες	=	επιδραστικότητα
επιδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του επιδραστικός
επιδραστριών	=	επιδράστρια
επιδραστών	=	επιδραστής
επιδρομέα	=	επιδρομέας
επιδρομέας	noun	που επιδράμει, που κάνει επιδρομή
επιδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδρομή
επιδρομέων	=	επιδρομέας
επιδρομέως	=	επιδρομέας
επιδρομή	noun	η ομαδική εισβολή περιορισμένης διάρκειας σε (κατοικημένη) περιοχή με σκοπό είτε την αρπαγή των περιουσιών ή των αγαθών των κατοίκων, είτε τον αιχμαλωτισμό, την απαγωγή ή τον εκφοβισμό τους, είτε την εξόντωσή τους
επιδρομής	=	επιδρομή
επιδρομείς	=	επιδρομέας
επιδρομών	=	επιδρομή
επιδρούμε	=	επιδρώ
επιδρούν	=	επιδρώ
επιδρούνε	=	επιδρώ
επιδρούσα	=	επιδρώ
επιδρούσαμε	=	επιδρώ
επιδρούσαν	=	επιδρώ
επιδρούσανε	=	επιδρώ
επιδρούσατε	=	επιδρώ
επιδρούσε	=	επιδρώ
επιδρούσες	=	επιδρώ
επιδρωσών	=	επιδρών
επιδρώ	verb	επηρεάζω κάποιον ή κάτι στη συμπεριφορά, τη δράση ή τη λειτουργία του
επιδρών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιδρώ
επιδρώντα	=	επιδρών
επιδρώντας	noun	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιδρώ
επιδρώντες	=	επιδρών
επιδρώντος	=	επιδρών
επιδρώντων	=	επιδρών
επιδρώσα	=	επιδρών
επιδρώσας	=	επιδρών
επιδρώσες	=	επιδρών
επιδρώσης	=	επιδρών
επιδόθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδόθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδόθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδόθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδομαι
επιδόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδομα
επιδόματος	noun	γενική ενικού του επίδομα
επιδόρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιδόρπιο
επιδόρπιο	noun	αυτό (φρούτο, γλυκό, παγωτό κ.ά.) που τρώγεται μετά από το κυρίως γεύμα
επιδόρπιου	=	επιδόρπιο
επιδόρπιων	=	επιδόρπιο
επιδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίδοση
επιδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίδοση
επιδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίδοση
επιδότει	=	επιδοτώ
επιδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδοτώ
επιδότηση	noun	το χρηματικό ποσό που δίνεται από την κυβέρνηση ή άλλους φορείς ως ενίσχυση σε άτομα ή επιχειρήσεις
επιδότησης	noun	γενική ενικού του επιδότηση
επιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώσαν	=	επιδίδω
επιδώσανε	=	επιδίδω
επιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιδώστε	=	επιδίδω
επιδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιδίδω
επιείκεια	noun	η ιδιότητα του επιεικούς, η έλλειψη αυστηρότητας
επιείκειας	noun	γενική ενικού του επιείκεια
επιείκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιείκεια
επιεικές	=	επιεικής
επιεική	=	επιεικής
επιεικής	adj	αυτός που στην κρίση και την τιμωρία σφαλμάτων ή αδικημάτων είναι ήπιος, ο συγκαταβατικός, ο πράος
επιεικείς	=	επιεικής
επιεικειών	noun	γενική πληθυντικού του επιείκεια
επιεικούς	=	επιεικής
επιεικών	=	επιεικής
επιεικώς	adv|formal	με επιείκεια, χωρίς μεγάλη αυστηρότητα
επιζήλως	adv|dated	με επίζηλο τρόπο, ζηλευτά
επιζήμια	adv	κάνοντας ζημιά
επιζήμιας	=	επιζήμιος
επιζήμιε	adj	κλητική ενικού του επιζήμιος
επιζήμιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιζήμιη
επιζήμιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιζήμιος
επιζήμιης	adj	γενική ενικού του επιζήμιη
επιζήμιο	adj	αιτιατική ενικού του επιζήμιος
επιζήμιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιζήμιος
επιζήμιος	adj	που προκαλεί ζημιά ή βλάβη, κυρίως οικονομικής φύσης
επιζήμιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιζήμιος
επιζήμιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιζήμιος
επιζήμιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιζήμιος
επιζήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσαν	=	επιζήσας
επιζήσανε	=	επέζησαν
επιζήσαντα	=	επιζήσας
επιζήσανταν	=	επιζήσαντας
επιζήσαντας	verb	μορφή του επιζήσας με νεότερες καταλήξεις
επιζήσαντασα	=	επιζήσαντας
επιζήσαντες	=	επιζήσας
επιζήσαντος	=	επιζήσας
επιζήσας	verb	μετοχή ενεργητικού αορίστου (επέζησα) του ρήματος επιζώ: που επέζησε
επιζήσασα	=	επιζήσας
επιζήσασας	=	επιζήσας
επιζήσασες	=	επιζήσας
επιζήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήσουνε	=	επιζώ
επιζήστε	=	επιζώ
επιζήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζώ
επιζήτει	=	επιζητώ
επιζήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζήτηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιζητώ
επιζήτησης	noun	γενική ενικού του επιζήτηση
επιζήτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιζήτητο
επιζήτητε	adj	κλητική ενικού του επιζήτητος
επιζήτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιζήτητη
επιζήτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιζήτητος
επιζήτητης	adj	γενική ενικού του επιζήτητη
επιζήτητο	adj	αιτιατική ενικού του επιζήτητος
επιζήτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιζήτητος
επιζήτητος	adj|formal	περιζήτητος
επιζήτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιζήτητος
επιζήτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιζήτητος
επιζήτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιζήτητος
επιζεί	=	επιζώ
επιζείς	=	επιζώ
επιζείτε	=	επιζώ
επιζεύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίζευξη
επιζεύξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίζευξη
επιζεύξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίζευξη
επιζημίως	adv|dated	επιζήμια, με ζημία
επιζησάντων	=	επιζήσας
επιζησάσης	=	επιζήσας
επιζησασών	=	επιζήσας
επιζητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήσαν	=	επιζητώ
επιζητήσανε	=	επιζητώ
επιζητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιζήτηση
επιζητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιζήτηση
επιζητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητήστε	=	επιζητώ
επιζητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιζητώ
επιζητεί	=	επιζητώ
επιζητείς	=	επιζητώ
επιζητείτε	=	επιζητώ
επιζητούμε	=	επιζητώ
επιζητούν	=	επιζητώ
επιζητούνε	=	επιζητώ
επιζητούσα	=	επιζητώ
επιζητούσαμε	=	επιζητώ
επιζητούσαν	=	επιζητώ
επιζητούσανε	=	επιζητώ
επιζητούσατε	=	επιζητώ
επιζητούσε	=	επιζητώ
επιζητούσες	=	επιζητώ
επιζητώ	verb|formal	επιδιώκω
επιζητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιζητώ
επιζούμε	=	επιζώ
επιζούν	=	επιζώ
επιζούνε	=	επιζώ
επιζούσα	=	επιζώ
επιζούσαμε	=	επιζώ
επιζούσαν	=	επιζώ
επιζούσανε	=	επιζώ
επιζούσατε	=	επιζώ
επιζούσε	=	επιζώ
επιζούσες	=	επιζώ
επιζωγράφιζα	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφιζαν	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφιζε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφιζες	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφισα	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφισαν	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφισε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγράφισες	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζαμε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζαν	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζανε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζατε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζει	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζεις	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζετε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζοντας	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζουμε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζουν	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζουνε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίζω	verb|formal	ζωγραφίζω πάνω σε κάτι
επιζωγραφίσαμε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίσαν	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίσανε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίσατε	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίσει	=	επιζωγραφίζω
επιζωγραφίστε	=	επιζωγραφίζω
επιζωοτία	noun	κάθε μεταδοτική αρρώστια που πλήττει μαζικά τα ζώα
επιζωοτίας	noun	γενική ενικού του επιζωοτία
επιζωοτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιζωοτία
επιζωοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιζωοτικό
επιζωοτικέ	adj	κλητική ενικού του επιζωοτικός
επιζωοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιζωοτική
επιζωοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιζωοτικός
επιζωοτικής	adj	γενική ενικού του επιζωοτική
επιζωοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιζωοτικός
επιζωοτικού	adj	γενική ενικού του επιζωοτικός
επιζωοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιζωοτικός
επιζωοτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιζωοτικός
επιζωοτικός	adj	που σχετίζεται με την επιζωοτία ή αναφέρεται σε αυτήν
επιζωοτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιζωοτικός
επιζωοτιολογικά	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικέ	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικές	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογική	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικής	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικοί	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικού	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικούς	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικό	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιολογικός	adj	που σχετίζεται με τη μελέτη της επιδημιολογίας των ζώων (επιζωοτιολογία) ή αναφέρεται σε αυτήν
επιζωοτιολογικών	=	επιζωοτιολογικός
επιζωοτιών	noun	γενική πληθυντικού του επιζωοτία
επιζωσών	=	επιζών
επιζώ	verb	εξακολουθώ να ζω μετά το θάνατο κάποιου, διαφεύγω το θάνατο «από τους καταπλακωθέντες από τον τοίχο δυο μόνο επέζησαν».
επιζών	verb	που επιζεί
επιζώντα	=	επιζών
επιζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιζώ
επιζώντες	=	επιζών
επιζώντος	=	επιζών
επιζώντων	=	επιζών
επιζώσα	=	επιζών
επιζώσας	=	επιζών
επιζώσες	=	επιζών
επιζώσης	=	επιζών
επιθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίθεμα
επιθέματος	noun	γενική ενικού του επίθεμα
επιθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέσαν	=	επιθέτω
επιθέσανε	=	επιθέτω
επιθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίθεση
επιθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίθεση
επιθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίθεση
επιθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθέτω
επιθέταμε	=	επιθέτω
επιθέταν	=	επιθέτω
επιθέτανε	=	επιθέτω
επιθέτατε	=	επιθέτω
επιθέτει	=	επιθέτω
επιθέτεις	=	επιθέτω
επιθέτετε	=	επιθέτω
επιθέτοντας	=	επιθέτω
επιθέτου	adj	γενική ενικού του επίθετος	noun	γενική ενικού του επίθετο
επιθέτουμε	=	επιθέτω
επιθέτουν	=	επιθέτω
επιθέτουνε	=	επιθέτω
επιθέτω	verb|formal	ακουμπώ, βάζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο
επιθέτων	noun	γενική πληθυντικού του επίθετο
επιθήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθήλιο
επιθήλιο	noun	κυτταρικός ιστός που καλύπτει σωματικά όργανα
επιθήλιου	=	επιθήλιο
επιθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίθημα
επιθήματος	noun	γενική ενικού του επίθημα
επιθαλάμια	=	επιθαλάμιο
επιθαλάμιας	=	επιθαλάμιος
επιθαλάμιε	=	επιθαλάμιος
επιθαλάμιες	=	επιθαλάμιος
επιθαλάμιο	noun	νυφικό τραγούδι
επιθαλάμιοι	=	επιθαλάμιος
επιθαλάμιος	adj	που έχει σχέση με το επιθαλάμιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
επιθαλάμιου	=	επιθαλάμιο
επιθαλάμιους	=	επιθαλάμιος
επιθαλάμιων	=	επιθαλάμιο
επιθαλάσσια	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιας	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιε	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιες	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιο	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιοι	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιος	adj|formal	άλλη μορφή του παραθαλάσσιος
επιθαλάσσιου	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιους	=	επιθαλάσσιος
επιθαλάσσιων	=	επιθαλάσσιος
επιθανάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθανάτιο
επιθανάτιε	adj	κλητική ενικού του επιθανάτιος
επιθανάτιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθανάτιη
επιθανάτιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθανάτιος
επιθανάτιης	adj	γενική ενικού του επιθανάτιη
επιθανάτιο	adj	αιτιατική ενικού του επιθανάτιος
επιθανάτιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθανάτιος
επιθανάτιος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει κατά την ώρα του θανάτου
επιθανάτιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιθανάτιος
επιθανάτιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιθανάτιος
επιθανάτιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιθανάτιος
επιθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίθεμα
επιθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιθετικός	adv	με επιθετικό τρόπο, άγρια
επιθετικέ	adj	κλητική ενικού του επιθετικός
επιθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθετική
επιθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθετικός
επιθετικής	adj	γενική ενικού του επιθετική
επιθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθετικός
επιθετικογενές	=	επιθετικογενής
επιθετικογενή	=	επιθετικογενής
επιθετικογενής	adj	που προσανατολίζεται στην επίθεση ή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του
επιθετικογενείς	=	επιθετικογενής
επιθετικογενούς	=	επιθετικογενής
επιθετικογενών	=	επιθετικογενής
επιθετικοποιημένα	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένε	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένες	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένη	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένης	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένο	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένοι	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένος	verb	για οποιοδήποτε μέρος του λόγου έχει μετατραπεί σε επίθετο
επιθετικοποιημένου	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένους	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοποιημένων	=	επιθετικοποιημένος
επιθετικοτήτων	=	επιθετικότητα
επιθετικού	adj	γενική ενικού του επιθετικός
επιθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιθετικός
επιθετικό	adj	αιτιατική ενικού του επιθετικός
επιθετικός	adj	που έχει σχέση με την επίθεση
επιθετικότατα	=	επιθετικός
επιθετικότατε	=	επιθετικός
επιθετικότατες	=	επιθετικός
επιθετικότατη	=	επιθετικός
επιθετικότατης	=	επιθετικός
επιθετικότατο	=	επιθετικός
επιθετικότατοι	=	επιθετικός
επιθετικότατος	=	επιθετικός
επιθετικότατου	=	επιθετικός
επιθετικότατους	=	επιθετικός
επιθετικότατων	=	επιθετικός
επιθετικότερα	=	επιθετικός
επιθετικότερε	=	επιθετικός
επιθετικότερες	=	επιθετικός
επιθετικότερη	=	επιθετικός
επιθετικότερης	=	επιθετικός
επιθετικότερο	=	επιθετικός
επιθετικότεροι	=	επιθετικός
επιθετικότερος	=	επιθετικός
επιθετικότερου	=	επιθετικός
επιθετικότερους	=	επιθετικός
επιθετικότερων	=	επιθετικός
επιθετικότητα	noun	το να είναι κάποιος επιθετικός, η ιδιότητα του επιθετικού
επιθετικότητας	noun	γενική ενικού του επιθετικότητα
επιθετικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθετικότητα
επιθετικών	adj	γενική πληθυντικού του επιθετικός
επιθετοποίησης	noun	γενική ενικού του επιθετοποίηση
επιθετοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθετοποίηση
επιθετοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιθετοποίηση
επιθετοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιθετοποίηση
επιθεωρήθηκα	=	επιθεωρώ
επιθεωρήθηκαν	=	επιθεωρώ
επιθεωρήθηκε	=	επιθεωρώ
επιθεωρήθηκες	=	επιθεωρώ
επιθεωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσαν	=	επιθεωρώ
επιθεωρήσανε	=	επιθεωρώ
επιθεωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεώρηση
επιθεωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιθεώρηση
επιθεωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιθεώρηση
επιθεωρήσου	=	επιθεωρώ
επιθεωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσουνε	=	επιθεωρώ
επιθεωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρήτρια	noun	θηλυκό του επιθεωρητής
επιθεωρήτριας	noun	γενική ενικού του επιθεωρήτρια
επιθεωρήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρήτρια
επιθεωρεί	=	επιθεωρώ
επιθεωρείς	=	επιθεωρώ
επιθεωρείσαι	=	επιθεωρώ
επιθεωρείστε	=	επιθεωρώ
επιθεωρείται	=	επιθεωρώ
επιθεωρείτε	=	επιθεωρώ
επιθεωρείτο	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθήκαμε	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθήκαν	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθήκανε	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθήκατε	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθεί	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθείς	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθείτε	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθούμε	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθούν	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθούνε	=	επιθεωρώ
επιθεωρηθώ	=	επιθεωρώ
επιθεωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρημένο
επιθεωρημένε	verb	κλητική ενικού του επιθεωρημένος
επιθεωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρημένη
επιθεωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθεωρημένος
επιθεωρημένης	verb	γενική ενικού του επιθεωρημένη
επιθεωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιθεωρημένος
επιθεωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρημένος
επιθεωρημένος	verb	που έχει επιθεωρηθεί
επιθεωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιθεωρημένος
επιθεωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιθεωρημένος
επιθεωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιθεωρημένος
επιθεωρησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιθεωρησιακός	adv	με επιθεωρησιακό τρόπο, με επιθεώρηση
επιθεωρησιακέ	adj	κλητική ενικού του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρησιακή
επιθεωρησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιακής	adj	γενική ενικού του επιθεωρησιακή
επιθεωρησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιακού	adj	γενική ενικού του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιακό	adj	αιτιατική ενικού του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιακός	adj	που έχει σχέση με την επιθεώρηση ή αναφέρεται σ' αυτή
επιθεωρησιακών	adj	γενική πληθυντικού του επιθεωρησιακός
επιθεωρησιογράφε	noun	κλητική ενικού του επιθεωρησιογράφος
επιθεωρησιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του επιθεωρησιογράφος
επιθεωρησιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρησιογράφος
επιθεωρησιογράφος	noun	ο θεατρικός συγγραφέας που γράφει επιθεωρήσεις
επιθεωρησιογράφου	noun	γενική ενικού του επιθεωρησιογράφος
επιθεωρησιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιθεωρησιογράφος
επιθεωρησιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του επιθεωρησιογράφος
επιθεωρησιογραφία	noun	η συγγραφή επιθεωρήσεων
επιθεωρησιογραφίας	noun	γενική ενικού του επιθεωρησιογραφία
επιθεωρησιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρησιογραφία
επιθεωρησιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του επιθεωρησιογραφία
επιθεωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθεωρητής
επιθεωρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιθεωρητής
επιθεωρητής	noun	αυτός που επιθεωρεί
επιθεωρητικά	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικέ	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικές	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητική	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (επιθεωρητική) του επιθεωρητικός
επιθεωρητικοί	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικού	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικούς	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικό	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητικός	adj	ο σχετικός με την διενέργεια επιθεώρησης ή τους επιθεωρητές
επιθεωρητικών	=	επιθεωρητικός
επιθεωρητισμέ	=	επιθεωρητισμός
επιθεωρητισμοί	=	επιθεωρητισμός
επιθεωρητισμού	=	επιθεωρητισμός
επιθεωρητισμούς	=	επιθεωρητισμός
επιθεωρητισμό	=	επιθεωρητισμός
επιθεωρητισμός	noun	ο θεσμός ελέγχου των εκπαιδευτικών από κρατικούς επιθεωρητές
επιθεωρητισμών	=	επιθεωρητισμός
επιθεωρητριών	noun	γενική πληθυντικού του επιθεωρήτρια
επιθεωρητών	noun	γενική πληθυντικού του επιθεωρητής
επιθεωρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιθεωρώ
επιθεωρούμασταν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούμαστε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούμε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούμενος	=	επιθεωρώ
επιθεωρούμουν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούμουνα	=	επιθεωρώ
επιθεωρούν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούνε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούνται	=	επιθεωρώ
επιθεωρούνταν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούντο	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσα	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσαμε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσαν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσανε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσασταν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσαστε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσατε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσε	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσες	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσουν	=	επιθεωρώ
επιθεωρούσουνα	=	επιθεωρώ
επιθεωρώ	verb	διενεργώ (επίσημο) έλεγχο, προκειμένου να ελεγχθεί η εύρυθμη και σωστή λειτουργία κάποιου πράγματος ή δομής
επιθεωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιθεωρώ
επιθεώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθεωρώ
επιθεώρηση	noun	η ενέργεια του επιθεωρώ
επιθεώρησης	noun	γενική ενικού του επιθεώρηση
επιθηλίου	noun	γενική ενικού του επιθήλιο
επιθηλίων	noun	γενική πληθυντικού του επιθήλιο
επιθηλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιθηλιακός	adv	ως προς το επιθήλιο
επιθηλιακέ	adj	κλητική ενικού του επιθηλιακός
επιθηλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθηλιακή
επιθηλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθηλιακός
επιθηλιακής	adj	γενική ενικού του επιθηλιακή
επιθηλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθηλιακός
επιθηλιακού	adj	γενική ενικού του επιθηλιακός
επιθηλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιθηλιακός
επιθηλιακό	adj	αιτιατική ενικού του επιθηλιακός
επιθηλιακός	adj	που έχει σχέση με το επιθήλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
επιθηλιακών	adj	γενική πληθυντικού του επιθηλιακός
επιθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίθημα
επιθηματοποίηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία προστίθεται επίθημα στο θέμα ή τη ρίζα μιας λέξης, ώστε να σχηματιστεί νέα λέξη
επιθηματοποίησης	=	επιθηματοποίηση
επιθηματοποιήσεις	=	επιθηματοποίηση
επιθηματοποιήσεων	=	επιθηματοποίηση
επιθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσαν	=	επιθυμώ
επιθυμήσανε	=	επιθυμώ
επιθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμήσουνε	=	επιθυμώ
επιθυμήστε	=	επιθυμώ
επιθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθυμία	noun	πόθος ενός ατόμου κινητοποιημένος από ανάγκη ή συναίσθημα
επιθυμίας	noun	γενική ενικού του επιθυμία
επιθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθυμία
επιθυμεί	=	επιθυμώ
επιθυμείς	=	επιθυμώ
επιθυμείτε	=	επιθυμώ
επιθυμητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιθυμητός	adv	με επιθυμητό τρόπο, με επιθυμία
επιθυμητέ	adj	κλητική ενικού του επιθυμητός
επιθυμητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθυμητή
επιθυμητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθυμητός
επιθυμητής	adj	γενική ενικού του επιθυμητή
επιθυμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθυμητικό
επιθυμητικέ	adj	κλητική ενικού του επιθυμητικός
επιθυμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιθυμητική
επιθυμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθυμητικός
επιθυμητικής	adj	γενική ενικού του επιθυμητική
επιθυμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθυμητικός
επιθυμητικού	adj	γενική ενικού του επιθυμητικός
επιθυμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιθυμητικός
επιθυμητικό	adj	αιτιατική ενικού του επιθυμητικός
επιθυμητικός	adj|rare	ποθητός, επιθυμητός, ευχάριστος
επιθυμητικών	adj	γενική πληθυντικού του επιθυμητικός
επιθυμητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιθυμητός
επιθυμητού	adj	γενική ενικού του επιθυμητός
επιθυμητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιθυμητός
επιθυμητό	adj	αιτιατική ενικού του επιθυμητός
επιθυμητός	adj	που τον επιθυμούμε
επιθυμητών	adj	γενική πληθυντικού του επιθυμητός
επιθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του επιθυμία
επιθυμούμε	=	επιθυμώ
επιθυμούν	=	επιθυμώ
επιθυμούνε	=	επιθυμώ
επιθυμούσα	=	επιθυμώ
επιθυμούσαμε	=	επιθυμώ
επιθυμούσαν	=	επιθυμώ
επιθυμούσανε	=	επιθυμώ
επιθυμούσατε	=	επιθυμώ
επιθυμούσε	=	επιθυμώ
επιθυμούσες	=	επιθυμώ
επιθυμώ	verb	θέλω, αποζητώ
επιθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιθυμώ
επιθύμει	=	επιθυμώ
επιθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επιθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιθυμώ
επικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επικός	adv	με επικό τρόπο
επικάθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επικάθημαι
επικάθημαι	verb|formal	άλλη μορφή του επικάθομαι
επικάθηση	noun|formal	άλλη μορφή του επικάθιση
επικάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικάθιση	noun|formal	η σταδιακή συσσώρευση ή στρώση στερεών ουσιών πάνω σε επιφάνεια λόγω φυσικών, χημικών ή βιολογικών διεργασιών
επικάθομαι	verb|formal	κάθομαι ή βρίσκομαι πάνω σε κάτι
επικάλυμμα	noun	αυτό με το οποίο γίνεται κάποια επικάλυψη
επικάλυπτα	=	επικαλύπτω
επικάλυπταν	=	επικαλύπτω
επικάλυπτε	=	επικαλύπτω
επικάλυπτες	=	επικαλύπτω
επικάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικάλυψη	noun	η διαδικασία, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικαλύπτω / επικαλύπτομαι
επικάλυψης	noun	γενική ενικού του επικάλυψη
επικάνθου	=	επίκανθος
επικάνθους	=	επίκανθος
επικάνθων	=	επίκανθος
επικάρδια	=	επικάρδιο
επικάρδιο	noun	μεμβράνη γύρω από το περικάρδιο
επικάρδιου	=	επικάρδιο
επικάρδιων	=	επικάρδιο
επικάρπια	=	επικάρπιο
επικάρπιο	noun	το μεμβρανώδες περίβλημα του περικάρπιου
επικάρπιου	=	επικάρπιο
επικάρπιων	=	επικάρπιο
επικέ	adj	κλητική ενικού του επικός
επικέντρου	=	επίκεντρο
επικέντρων	=	επίκεντρο
επικέντρωνα	=	επικεντρώνω
επικέντρωναν	=	επικεντρώνω
επικέντρωνε	=	επικεντρώνω
επικέντρωνες	=	επικεντρώνω
επικέντρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικέντρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικέντρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικέντρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικέντρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικεντρώνω
επικέντρωσης	noun	γενική ενικού του επικέντρωση
επικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επική
επική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικός
επικήδεια	=	επικήδειος
επικήδειας	=	επικήδειος
επικήδειε	=	επικήδειος
επικήδειες	=	επικήδειος
επικήδειο	=	επικήδειος
επικήδειοι	=	επικήδειος
επικήδειος	noun	λόγος που εκφωνείται σε κηδεία	adj	που σχετίζεται με κηδεία
επικήδειου	=	επικήδειος
επικήδειους	=	επικήδειος
επικήδειων	=	επικήδειος
επικήρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικήρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικήρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικήρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικήρυξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικηρύσσω
επικήρυξης	noun	γενική ενικού του επικήρυξη
επικήρυσσα	=	επικηρύσσω
επικήρυσσαν	=	επικηρύσσω
επικήρυσσε	=	επικηρύσσω
επικήρυσσες	=	επικηρύσσω
επικήρωνα	=	επικηρώνω
επικήρωναν	=	επικηρώνω
επικήρωνε	=	επικηρώνω
επικήρωνες	=	επικηρώνω
επικήρωσα	=	επικηρώνω
επικήρωσαν	=	επικηρώνω
επικήρωσε	=	επικηρώνω
επικήρωσες	=	επικηρώνω
επικής	adj	γενική ενικού του επική
επικίνδυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επικίνδυνος	adv	έχοντας / παρουσιάζοντας κάποιον κίνδυνο
επικίνδυνε	adj	κλητική ενικού του επικίνδυνος
επικίνδυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικίνδυνη
επικίνδυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικίνδυνος
επικίνδυνης	adj	γενική ενικού του επικίνδυνη
επικίνδυνο	adj	αιτιατική ενικού του επικίνδυνος
επικίνδυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικίνδυνος
επικίνδυνος	adj	που έχει κάποιον κίνδυνο
επικίνδυνου	adj	γενική ενικού του επικίνδυνος
επικίνδυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικίνδυνος
επικίνδυνων	adj	γενική πληθυντικού του επικίνδυνος
επικαίω	verb|archaic	καίω επιφανειακά, καψαλίζω
επικαθήμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαθήμενο
επικαθήμενε	verb	κλητική ενικού του επικαθήμενος
επικαθήμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαθήμενη
επικαθήμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικαθήμενος
επικαθήμενης	verb	γενική ενικού του επικαθήμενη
επικαθήμενο	verb	αιτιατική ενικού του επικαθήμενος
επικαθήμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικαθήμενος
επικαθήμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επικάθημαι
επικαθήμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικαθήμενος
επικαθήμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικαθήμενος
επικαθήμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικαθήμενος
επικαθίζω	verb	τοποθετώ κάποιον σε κάθισμα, τον βάζω να καθίσει
επικαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικάθιση
επικαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικάθομαι
επικαθορίζαμε	=	επικαθορίζω
επικαθορίζαν	=	επικαθορίζω
επικαθορίζανε	=	επικαθορίζω
επικαθορίζατε	=	επικαθορίζω
επικαθορίζει	=	επικαθορίζω
επικαθορίζεις	=	επικαθορίζω
επικαθορίζετε	=	επικαθορίζω
επικαθορίζομαι	=	επικαθορίζω
επικαθορίζοντας	=	επικαθορίζω
επικαθορίζουμε	=	επικαθορίζω
επικαθορίζουν	=	επικαθορίζω
επικαθορίζουνε	=	επικαθορίζω
επικαθορίζω	verb	καθορίζω κάτι σε μεγάλο βαθμό
επικαθορίσαμε	=	επικαθορίζω
επικαθορίσαν	=	επικαθορίζω
επικαθορίσανε	=	επικαθορίζω
επικαθορίσατε	=	επικαθορίζω
επικαθορίσει	=	επικαθορίζω
επικαθορίστε	=	επικαθορίζω
επικαθορισμέ	noun	κλητική ενικού του επικαθορισμός
επικαθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικαθορισμός
επικαθορισμού	noun	γενική ενικού του επικαθορισμός
επικαθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επικαθορισμός
επικαθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του επικαθορισμός
επικαθορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικαθορίζω
επικαθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του επικαθορισμός
επικαθόριζα	=	επικαθορίζω
επικαθόριζαν	=	επικαθορίζω
επικαθόριζε	=	επικαθορίζω
επικαθόριζες	=	επικαθορίζω
επικαθόρισα	=	επικαθορίζω
επικαθόρισαν	=	επικαθορίζω
επικαθόρισε	=	επικαθορίζω
επικαθόρισες	=	επικαθορίζω
επικαιρικά	=	επικαιρικός
επικαιρικέ	=	επικαιρικός
επικαιρικές	=	επικαιρικός
επικαιρική	=	επικαιρικός
επικαιρικής	=	επικαιρικός
επικαιρικοί	=	επικαιρικός
επικαιρικού	=	επικαιρικός
επικαιρικούς	=	επικαιρικός
επικαιρικό	=	επικαιρικός
επικαιρικός	adj	που αναφέρεται σε σύγχρονα γεγονότα ή ζητήματα της επικαιρότητας
επικαιρικών	=	επικαιρικός
επικαιροποίει	=	επικαιροποιώ
επικαιροποίησα	=	επικαιροποιώ
επικαιροποίησαν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποίησε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποίησες	=	επικαιροποιώ
επικαιροποίηση	noun	η αλλαγή ενός κειμένου, ή άλλων στοιχείων γενικότερα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα
επικαιροποίησης	noun	γενική ενικού του επικαιροποίηση
επικαιροποιήθηκα	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήθηκαν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήθηκε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήθηκες	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήσαμε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήσαν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήσανε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήσατε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήσει	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαιροποίηση
επικαιροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικαιροποίηση
επικαιροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικαιροποίηση
επικαιροποιήσου	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιήστε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιεί	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιείς	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιείσαι	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιείστε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιείται	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιείτε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιηθήκαμε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιηθήκαν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιηθήκανε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιηθήκατε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιηθεί	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιηθείτε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαιροποιημένο
επικαιροποιημένε	verb	κλητική ενικού του επικαιροποιημένος
επικαιροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαιροποιημένη
επικαιροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικαιροποιημένος
επικαιροποιημένης	verb	γενική ενικού του επικαιροποιημένη
επικαιροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του επικαιροποιημένος
επικαιροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικαιροποιημένος
επικαιροποιημένος	verb	που έχει επικαιροποιηθεί
επικαιροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικαιροποιημένος
επικαιροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικαιροποιημένος
επικαιροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικαιροποιημένος
επικαιροποιούμαι	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούμασταν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούμαστε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούμε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούμενος	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούμουν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούνε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούνται	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούνταν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσα	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσαμε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσαν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσανε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσασταν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσαστε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσατε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσε	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσες	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιούσουν	=	επικαιροποιώ
επικαιροποιώ	verb	κάνω κάτι σύγχρονο και λειτουργικό με βάση τις τρέχουσες συνθήκες
επικαιροποιώντας	=	επικαιροποιώ
επικαιροτήτων	=	επικαιρότητα
επικαιρότητα	noun	η ιδιότητα του επίκαιρου
επικαιρότητας	noun	γενική ενικού του επικαιρότητα
επικαιρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαιρότητα
επικαλέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαλέσιμο
επικαλέσιμε	adj	κλητική ενικού του επικαλέσιμος
επικαλέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαλέσιμη
επικαλέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικαλέσιμος
επικαλέσιμης	adj	γενική ενικού του επικαλέσιμη
επικαλέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επικαλέσιμος
επικαλέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικαλέσιμος
επικαλέσιμος	adj	ο δυνητικά επικλητός, που γι' αυτόν στέκει/ερείδεται/αιτιολογείται δυνητική επίκληση
επικαλέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικαλέσιμος
επικαλέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικαλέσιμος
επικαλέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικαλέσιμος
επικαλέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλαμίδα	noun|formal	προστατευτικό κάλυμμα που φοριέται στην κνήμη, για να την προστατεύει από χτυπήματα ή τραυματισμούς, κυρίως κατά την άθληση
επικαλείσαι	=	επικαλούμαι
επικαλείστε	=	επικαλούμαι
επικαλείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επικαλούμαι
επικαλεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστήκαν	=	επικαλούμαι
επικαλεστήκανε	=	επικαλούμαι
επικαλεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλούμαι
επικαλούμαι	verb	αναφέρω κάτι με κάποιον σκοπό (βοήθεια)
επικαλούμασταν	=	επικαλούμαι
επικαλούμαστε	=	επικαλούμαι
επικαλούμενος	=	επικαλούμαι
επικαλούμουν	=	επικαλούμαι
επικαλούνται	=	επικαλούμαι
επικαλούνταν	=	επικαλούμαι
επικαλούσασταν	=	επικαλούμαι
επικαλούσαστε	=	επικαλούμαι
επικαλούσουν	=	επικαλούμαι
επικαλυμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επικάλυμμα
επικαλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαλυμμένο
επικαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του επικαλυμμένος
επικαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαλυμμένη
επικαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικαλυμμένος
επικαλυμμένης	verb	γενική ενικού του επικαλυμμένη
επικαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικαλυμμένος
επικαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικαλυμμένος
επικαλυμμένος	=	επικαλύπτομαι
επικαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικαλυμμένος
επικαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικαλυμμένος
επικαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικαλυμμένος
επικαλυπτικός	adj|formal	άλλη μορφή του καλυπτικός
επικαλυπτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του επικαλυπτικού
επικαλυπτόμασταν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόμαστε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόμενος	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόμουν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόμουνα	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόντουσαν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόσασταν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόσαστε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόσουν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόσουνα	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτόταν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυπτότανε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφθήκαμε	=	επικαλύπτω
επικαλυφθήκαν	=	επικαλύπτω
επικαλυφθήκανε	=	επικαλύπτω
επικαλυφθήκατε	=	επικαλύπτω
επικαλυφθεί	=	επικαλύπτω
επικαλυφθείς	=	επικαλύπτω
επικαλυφθείτε	=	επικαλύπτω
επικαλυφθούμε	=	επικαλύπτω
επικαλυφθούν	=	επικαλύπτω
επικαλυφθούνε	=	επικαλύπτω
επικαλυφθώ	=	επικαλύπτω
επικαλυφτήκαμε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφτήκαν	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφτήκανε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφτήκατε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφτεί	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφτείς	=	επικαλύπτω
επικαλυφτείτε	=	επικαλύπτομαι
επικαλυφτούμε	=	επικαλύπτω
επικαλυφτούν	=	επικαλύπτω
επικαλυφτούνε	=	επικαλύπτω
επικαλυφτώ	=	επικαλύπτω
επικαλύμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικάλυμμα
επικαλύμματος	noun	γενική ενικού του επικάλυμμα
επικαλύπταμε	=	επικαλύπτω
επικαλύπταν	=	επικαλύπτω
επικαλύπτανε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτατε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτει	=	επικαλύπτω
επικαλύπτεις	=	επικαλύπτω
επικαλύπτεσαι	=	επικαλύπτομαι
επικαλύπτεσθε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτεστε	=	επικαλύπτομαι
επικαλύπτεται	=	επικαλύπτομαι
επικαλύπτετε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτομαι	verb	συμπίπτω με κάτι άλλο (ως κάποιο βαθμό) ως προς τις αρμοδιότητες, τις ευθύνες κ.λπ.
επικαλύπτομε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτονται	=	επικαλύπτομαι
επικαλύπτονταν	=	επικαλύπτομαι
επικαλύπτοντας	=	επικαλύπτω
επικαλύπτου	=	επικαλύπτομαι
επικαλύπτουμε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτουν	=	επικαλύπτω
επικαλύπτουνε	=	επικαλύπτω
επικαλύπτω	verb	καλύπτω κάτι από πάνω με κάτι άλλο
επικαλύφθηκα	=	επικαλύπτω
επικαλύφθηκαν	=	επικαλύπτω
επικαλύφθηκε	=	επικαλύπτω
επικαλύφθηκες	=	επικαλύπτω
επικαλύφτηκα	=	επικαλύπτομαι
επικαλύφτηκαν	=	επικαλύπτομαι
επικαλύφτηκε	=	επικαλύπτομαι
επικαλύφτηκες	=	επικαλύπτομαι
επικαλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψαν	=	επικαλύπτω
επικαλύψανε	=	επικαλύπτω
επικαλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικάλυψη
επικαλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του επικάλυψη
επικαλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του επικάλυψη
επικαλύψομε	=	επικαλύπτω
επικαλύψου	=	επικαλύπτομαι
επικαλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψουνε	=	επικαλύπτω
επικαλύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαλύπτω
επικαρδίου	=	επικάρδιο
επικαρδίων	=	επικάρδιο
επικαρπία	noun	το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κανείς και να καρπώνεται ιδιοκτησία (δίχως να την θίγει) που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα σε άλλον
επικαρπίας	noun	γενική ενικού του επικαρπία
επικαρπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαρπία
επικαρπίου	=	επικάρπιο
επικαρπίων	=	επικάρπιο
επικαρπιών	noun	γενική πληθυντικού του επικαρπία
επικαρπούμαι	verb|formal	άλλη μορφή του επικαρπώνομαι
επικαρπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθήκαν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωθήκανε	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαρπωμένο
επικαρπωμένε	verb	κλητική ενικού του επικαρπωμένος
επικαρπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαρπωμένη
επικαρπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικαρπωμένος
επικαρπωμένης	verb	γενική ενικού του επικαρπωμένη
επικαρπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικαρπωμένος
επικαρπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικαρπωμένος
επικαρπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επικαρπώνομαι
επικαρπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικαρπωμένος
επικαρπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικαρπωμένος
επικαρπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικαρπωμένος
επικαρπωνόμασταν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόμαστε	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόμουν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόμουνα	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόντουσαν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόσασταν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόσαστε	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόσουν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόσουνα	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνόταν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωνότανε	=	επικαρπώνομαι
επικαρπωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαρπωτής
επικαρπωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επικαρπωτής
επικαρπωτής	noun	αυτός που επικαρπώνεται, που έχει την επικαρπία
επικαρπωτριών	noun	γενική πληθυντικού του επικαρπώτρια
επικαρπωτών	noun	γενική πληθυντικού του επικαρπωτής
επικαρπώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικαρπώνομαι
επικαρπώνεσαι	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώνεστε	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώνεται	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώνομαι	verb	παίρνω ή έχω την επικαρπία
επικαρπώνονται	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώνονταν	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώνου	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώσου	=	επικαρπώνομαι
επικαρπώτρια	noun	θηλυκό του επικαρπωτής
επικαρπώτριας	noun	γενική ενικού του επικαρπώτρια
επικαρπώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικαρπώτρια
επικασσιτέρωνα	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωναν	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωνε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωνες	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του επικασσιτερώνω
επικασσιτέρωσης	noun	γενική ενικού του επικασσιτέρωση
επικασσιτερωθήκαμε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωθήκαν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωθήκανε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωθήκατε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωθεί	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωθείτε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικασσιτερωμένο
επικασσιτερωμένε	verb	κλητική ενικού του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικασσιτερωμένη
επικασσιτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωμένης	verb	γενική ενικού του επικασσιτερωμένη
επικασσιτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωμένος	verb	που έχει υποστεί επικασσιτέρωση, που έχει επιστρωθεί με κασσίτερο για να αποφύγει την οξείδωση
επικασσιτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικασσιτερωμένος
επικασσιτερωνόμασταν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόμαστε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόμουν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόμουνα	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόντουσαν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόσασταν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόσαστε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόσουν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόσουνα	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνόταν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωνότανε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερωτές	=	επικασσιτερωτής
επικασσιτερωτή	=	επικασσιτερωτής
επικασσιτερωτής	noun	άλλη μορφή του κασσιτερωτής
επικασσιτερωτών	=	επικασσιτερωτής
επικασσιτερώθηκα	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώθηκαν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώθηκε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώθηκες	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώναμε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώναν	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνανε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνατε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνει	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνεις	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνεσαι	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνεστε	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνεται	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνετε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνομαι	verb	άλλη μορφή του κασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνονται	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνονταν	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνοντας	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνου	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώνουμε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνουν	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνουνε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώνω	verb	άλλη μορφή του κασσιτερώνω, επιμεταλλώνω με κασσίτερο προκειμένου π.χ. να προστατεύεται μία μεταλλική επιφάνεια από οξείδωση ή να προετοιμαστεί για συγκόλληση με μία άλλη
επικασσιτερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσαν	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσανε	=	επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικασσιτέρωση
επικασσιτερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικασσιτέρωση
επικασσιτερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικασσιτέρωση
επικασσιτερώσου	=	επικασσιτερώνομαι
επικασσιτερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικασσιτερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικασσιτερώνω
επικατάρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικατάρατο
επικατάρατε	adj	κλητική ενικού του επικατάρατος
επικατάρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικατάρατη
επικατάρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικατάρατος
επικατάρατης	adj	γενική ενικού του επικατάρατη
επικατάρατο	adj	αιτιατική ενικού του επικατάρατος
επικατάρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικατάρατος
επικατάρατος	adj|formal	καταραμένος
επικατάρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικατάρατος
επικατάρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικατάρατος
επικατάρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικατάρατος
επικαταλλαγές	=	επικαταλλαγή
επικαταλλαγή	noun	η αμοιβή ανταλλακτηρίου νομισμάτων
επικαταλλαγής	=	επικαταλλαγή
επικαταλλαγών	=	επικαταλλαγή
επικατασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικατασκευαστικό
επικατασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του επικατασκευαστικός
επικατασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικατασκευαστική
επικατασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικατασκευαστικός
επικατασκευαστικής	adj	γενική ενικού του επικατασκευαστική
επικατασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικατασκευαστικός
επικατασκευαστικού	adj	γενική ενικού του επικατασκευαστικός
επικατασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικατασκευαστικός
επικατασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του επικατασκευαστικός
επικατασκευαστικός	adj	που σχετίζεται με πρόσθετες εργασίες που γίνονται μετά την κατασκευή
επικατασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του επικατασκευαστικός
επικείμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικείμενο
επικείμενε	verb	κλητική ενικού του επικείμενος
επικείμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικείμενη
επικείμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικείμενος
επικείμενης	verb	γενική ενικού του επικείμενη
επικείμενο	verb	αιτιατική ενικού του επικείμενος
επικείμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικείμενος
επικείμενος	verb	που πρόκειται να συμβεί σε σύντομο χρονικό διάστημα
επικείμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικείμενος
επικείμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικείμενος
επικείμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικείμενος
επικεντρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθήκαν	=	επικεντρώνω
επικεντρωθήκανε	=	επικεντρώνω
επικεντρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωθούνε	=	επικεντρώνω
επικεντρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικεντρωμένο
επικεντρωμένε	verb	κλητική ενικού του επικεντρωμένος
επικεντρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικεντρωμένη
επικεντρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικεντρωμένος
επικεντρωμένης	verb	γενική ενικού του επικεντρωμένη
επικεντρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικεντρωμένος
επικεντρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικεντρωμένος
επικεντρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επικεντρώνω, επικεντρώνομαι
επικεντρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικεντρωμένος
επικεντρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικεντρωμένος
επικεντρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικεντρωμένος
επικεντρωνόμασταν	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόμαστε	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόμουν	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόμουνα	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόντουσαν	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόσασταν	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόσαστε	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόσουν	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόσουνα	=	επικεντρώνω
επικεντρωνόταν	=	επικεντρώνω
επικεντρωνότανε	=	επικεντρώνω
επικεντρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνομαι
επικεντρώναμε	=	επικεντρώνω
επικεντρώναν	=	επικεντρώνω
επικεντρώνανε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνατε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνει	=	επικεντρώνω
επικεντρώνεις	=	επικεντρώνω
επικεντρώνεσαι	=	επικεντρώνω
επικεντρώνεστε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνεται	=	επικεντρώνω
επικεντρώνετε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώνομε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνονται	=	επικεντρώνω
επικεντρώνονταν	=	επικεντρώνω
επικεντρώνοντας	=	επικεντρώνω
επικεντρώνουμε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνουν	=	επικεντρώνω
επικεντρώνουνε	=	επικεντρώνω
επικεντρώνω	verb	βάζω κάτι στο επίκεντρο (της προσοχής, του ενδιαφέροντος κ.λπ.)
επικεντρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσαν	=	επικεντρώνω
επικεντρώσανε	=	επικεντρώνω
επικεντρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικέντρωση
επικεντρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικέντρωση
επικεντρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικέντρωση
επικεντρώσομε	=	επικεντρώνω
επικεντρώσου	=	επικεντρώνω
επικεντρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσουνε	=	επικεντρώνω
επικεντρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικεντρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικεντρώνω
επικερδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επικερδής
επικερδέστατα	=	επικερδής
επικερδέστατε	=	επικερδής
επικερδέστατες	=	επικερδής
επικερδέστατη	=	επικερδής
επικερδέστατης	=	επικερδής
επικερδέστατο	=	επικερδής
επικερδέστατοι	=	επικερδής
επικερδέστατος	=	επικερδής
επικερδέστατου	=	επικερδής
επικερδέστατους	=	επικερδής
επικερδέστατων	=	επικερδής
επικερδέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικερδέστερο
επικερδέστερε	adj	κλητική ενικού του επικερδέστερος
επικερδέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικερδέστερη
επικερδέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικερδέστερος
επικερδέστερης	adj	γενική ενικού του επικερδέστερη
επικερδέστερο	adj	αιτιατική ενικού του επικερδέστερος
επικερδέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικερδέστερος
επικερδέστερος	adj	περισσότερο επικερδής από άλλον
επικερδέστερου	adj	γενική ενικού του επικερδέστερος
επικερδέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικερδέστερος
επικερδέστερων	adj	γενική πληθυντικού του επικερδέστερος
επικερδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικερδές
επικερδής	adj	που φέρνει κέρδος, κερδοφόρος
επικερδείς	=	επικερδής
επικερδούς	=	επικερδής
επικερδών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του επικερδής
επικερδώς	adv	αποκομίζοντας κέρδος
επικεφαλής	noun	αυτός που είναι επικεφαλής, που προΐσταται άλλων, που διοικεί	adj	που είναι επί της κεφαλής, που έχει την αρχηγία, που ηγείται
επικεφαλίδα	noun	αυτό που αναγράφεται στην κορυφή ενός κειμένου, ενός πίνακα, μιας επιστολής κ.λπ.
επικεφαλίδας	=	επικεφαλίδα
επικεφαλίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικεφαλίδα
επικεφαλίδων	=	επικεφαλίδα
επικηρυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικηρυγμένο
επικηρυγμένε	verb	κλητική ενικού του επικηρυγμένος
επικηρυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικηρυγμένη
επικηρυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικηρυγμένος
επικηρυγμένης	verb	γενική ενικού του επικηρυγμένη
επικηρυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικηρυγμένος
επικηρυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικηρυγμένος
επικηρυγμένος	verb	που έχει επικηρυχθεί, που καταδιώκεται λόγω επικήρυξης των διωκτικών αρχών
επικηρυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικηρυγμένος
επικηρυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικηρυγμένος
επικηρυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικηρυγμένος
επικηρυσσόμασταν	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόμαστε	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόμουν	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόμουνα	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόντουσαν	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόσασταν	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόσαστε	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόσουν	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόσουνα	=	επικηρύσσω
επικηρυσσόταν	=	επικηρύσσω
επικηρυσσότανε	=	επικηρύσσω
επικηρυχτήκαμε	=	επικηρύσσω
επικηρυχτήκαν	=	επικηρύσσω
επικηρυχτήκανε	=	επικηρύσσω
επικηρυχτήκατε	=	επικηρύσσω
επικηρυχτεί	=	επικηρύσσω
επικηρυχτείτε	=	επικηρύσσω
επικηρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικηρωμένο
επικηρωμένε	verb	κλητική ενικού του επικηρωμένος
επικηρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικηρωμένη
επικηρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικηρωμένος
επικηρωμένης	verb	γενική ενικού του επικηρωμένη
επικηρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικηρωμένος
επικηρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικηρωμένος
επικηρωμένος	verb	αλειμμένος με κερί
επικηρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικηρωμένος
επικηρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικηρωμένος
επικηρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικηρωμένος
επικηρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξαν	=	επικηρύσσω
επικηρύξανε	=	επικηρύσσω
επικηρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικήρυξη
επικηρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του επικήρυξη
επικηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του επικήρυξη
επικηρύξου	=	επικηρύσσω
επικηρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύσσαμε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσαν	=	επικηρύσσω
επικηρύσσανε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσατε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσει	=	επικηρύσσω
επικηρύσσεις	=	επικηρύσσω
επικηρύσσεσαι	=	επικηρύσσω
επικηρύσσεστε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσεται	=	επικηρύσσω
επικηρύσσετε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επικηρύσσω
επικηρύσσονται	=	επικηρύσσω
επικηρύσσονταν	=	επικηρύσσω
επικηρύσσοντας	=	επικηρύσσω
επικηρύσσουμε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσουν	=	επικηρύσσω
επικηρύσσουνε	=	επικηρύσσω
επικηρύσσω	verb	ανακοινώνω ότι προσφέρω οικονομικό αντάλλαγμα για την ανακάλυψη καταζητούμενου
επικηρύχθηκα	=	επικηρύσσω
επικηρύχτηκα	=	επικηρύσσω
επικηρύχτηκαν	=	επικηρύσσω
επικηρύχτηκε	=	επικηρύσσω
επικηρύχτηκες	=	επικηρύσσω
επικηρώναμε	=	επικηρώνω
επικηρώναν	=	επικηρώνω
επικηρώνανε	=	επικηρώνω
επικηρώνατε	=	επικηρώνω
επικηρώνει	=	επικηρώνω
επικηρώνεις	=	επικηρώνω
επικηρώνετε	=	επικηρώνω
επικηρώνοντας	=	επικηρώνω
επικηρώνουμε	=	επικηρώνω
επικηρώνουν	=	επικηρώνω
επικηρώνουνε	=	επικηρώνω
επικηρώνω	verb	αλείφω με κερί
επικηρώσαμε	=	επικηρώνω
επικηρώσαν	=	επικηρώνω
επικηρώσανε	=	επικηρώνω
επικηρώσατε	=	επικηρώνω
επικηρώσει	=	επικηρώνω
επικηρώστε	=	επικηρώνω
επικινδυνοτήτων	=	επικινδυνότητα
επικινδυνότατα	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατε	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατες	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατη	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατης	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατο	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατοι	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατος	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατου	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατους	=	επικίνδυνος
επικινδυνότατων	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερα	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερε	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερες	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερη	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερης	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερο	=	επικίνδυνος
επικινδυνότεροι	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερος	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερου	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερους	=	επικίνδυνος
επικινδυνότερων	=	επικίνδυνος
επικινδυνότητα	noun	η ιδιότητα του επικίνδυνου
επικινδυνότητας	noun	γενική ενικού του επικινδυνότητα
επικινδυνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικινδυνότητα
επικινδύνως	adv|formal	επικίνδυνα
επικλήθηκα	=	επικαλούμαι
επικλήρου	=	επίκληρος
επικλήρους	=	επίκληρος
επικλήρων	=	επίκληρος
επικλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκληση
επικλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίκληση
επικλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίκληση
επικλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επικλινής
επικλινή	=	επικλινής
επικλινής	adj	που έχει κλίση, που κλίνει προς τη μία πλευρά, που κλίνει προς τα κάτω, ο κεκλιμένος
επικλινείς	=	επικλινής
επικλινούς	adj	γενική ενικού του επικλινής
επικλινών	adj	γενική πληθυντικού του επικλινής
επικλινώς	adv	με κλίση, πλάγια
επικλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκλυση
επικλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίκλυση
επικλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίκλυση
επικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικός
επικοινωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσαν	=	επικοινωνώ
επικοινωνήσανε	=	επικοινωνώ
επικοινωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσεων	=	επικοινώνηση
επικοινωνήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνήσιμο
επικοινωνήσιμε	adj	κλητική ενικού του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνήσιμη
επικοινωνήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσιμης	adj	γενική ενικού του επικοινωνήσιμη
επικοινωνήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσιμος	adj	με τον οποίο μπορείς (ή αξίζει) να επικοινωνήσεις
επικοινωνήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικοινωνήσιμος
επικοινωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσουνε	=	επικοινωνώ
επικοινωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινωνία	noun	η ανταλλαγή απόψεων, συναισθημάτων, ιδεών, σκέψεων μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
επικοινωνίας	noun	γενική ενικού του επικοινωνία
επικοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνία
επικοινωνεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επικοινωνώ
επικοινωνείς	=	επικοινωνώ
επικοινωνείτε	=	επικοινωνώ
επικοινωνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνιακό
επικοινωνιακέ	adj	κλητική ενικού του επικοινωνιακός
επικοινωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνιακή
επικοινωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικοινωνιακός
επικοινωνιακής	adj	γενική ενικού του επικοινωνιακή
επικοινωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνιακός
επικοινωνιακού	adj	γενική ενικού του επικοινωνιακός
επικοινωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικοινωνιακός
επικοινωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του επικοινωνιακός
επικοινωνιακός	adj	που αναφέρεται στην επικοινωνία
επικοινωνιακότητα	noun|formal	η ιδιότητα του επικοινωνιακού
επικοινωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του επικοινωνιακός
επικοινωνιολογία	noun	η επιστημονική μελέτη της επικοινωνίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης
επικοινωνιολογίας	noun	γενική ενικού του επικοινωνιολογία
επικοινωνιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνιολογία
επικοινωνιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του επικοινωνιολογία
επικοινωνιολόγε	=	επικοινωνιολόγος
επικοινωνιολόγο	=	επικοινωνιολόγος
επικοινωνιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικοινωνιολόγος
επικοινωνιολόγος	noun	ο αρμόδιος για το σχεδιασμό και την εκτέλεση στρατηγικών, με στόχο την προβολή και ανάδειξη προσώπων, κομμάτων, πολιτικών κ.ά.
επικοινωνιολόγου	=	επικοινωνιολόγος
επικοινωνιολόγους	=	επικοινωνιολόγος
επικοινωνιολόγων	=	επικοινωνιολόγος
επικοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του επικοινωνία
επικοινωνούμε	=	επικοινωνώ
επικοινωνούν	=	επικοινωνώ
επικοινωνούνε	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσα	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσαμε	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσαν	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσανε	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσατε	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσε	=	επικοινωνώ
επικοινωνούσες	=	επικοινωνώ
επικοινωνώ	verb	εκφράζω, μεταφέρω νοήματα και ανταποκρίνομαι σε αυτά
επικοινωνώντας	=	επικοινωνώ
επικοινώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικοινωνώ
επικοινώνηση	noun	ανακοίνωση, κοινοποίηση ή μετάδοση μιας ιδέας, ενός μηνύματος κτλ.
επικοινώνησης	=	επικοινώνηση
επικολλάσαι	=	επικολλώμαι
επικολλάσθε	=	επικολλώμαι
επικολλάστε	=	επικολλώμαι
επικολλάται	=	επικολλώμαι
επικολλήθηκα	=	επικολλώμαι
επικολλήθηκαν	=	επικολλώμαι
επικολλήθηκε	=	επικολλώμαι
επικολλήθηκες	=	επικολλώμαι
επικολλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικόλλημα
επικολλήματος	noun	γενική ενικού του επικόλλημα
επικολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικόλληση
επικολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικόλληση
επικολλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικόλληση
επικολλήσου	=	επικολλώμαι
επικολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικολληθήκαμε	=	επικολλώμαι
επικολληθήκαν	=	επικολλώμαι
επικολληθήκανε	=	επικολλώμαι
επικολληθήκατε	=	επικολλώμαι
επικολληθεί	=	επικολλώμαι
επικολληθείτε	=	επικολλώμαι
επικολλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επικόλλημα
επικολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικολλημένο
επικολλημένε	verb	κλητική ενικού του επικολλημένος
επικολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικολλημένη
επικολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικολλημένος
επικολλημένης	verb	γενική ενικού του επικολλημένη
επικολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του επικολλημένος
επικολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικολλημένος
επικολλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επικολλώ
επικολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικολλημένος
επικολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικολλημένος
επικολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικολλημένος
επικολλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικολλητικό
επικολλητικέ	adj	κλητική ενικού του επικολλητικός
επικολλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικολλητική
επικολλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικολλητικός
επικολλητικής	adj	γενική ενικού του επικολλητική
επικολλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικολλητικός
επικολλητικού	adj	γενική ενικού του επικολλητικός
επικολλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικολλητικός
επικολλητικό	adj	αιτιατική ενικού του επικολλητικός
επικολλητικός	adj	που έχει σχέση με επικόλληση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επικολλητικών	adj	γενική πληθυντικού του επικολλητικός
επικολλόμασταν	=	επικολλώμαι
επικολλόμαστε	=	επικολλώμαι
επικολλόμουν	=	επικολλώμαι
επικολλόνταν	=	επικολλώμαι
επικολλόντουσαν	=	επικολλώμαι
επικολλόσασταν	=	επικολλώμαι
επικολλόσουν	=	επικολλώμαι
επικολλόταν	=	επικολλώμαι
επικολλώ	verb	κολλάω κάτι επίπεδο πάνω σε κάποια επιφάνεια
επικολλώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επικολλώ
επικολλώμεθα	=	επικολλώμαι
επικολλώνται	=	επικολλώμαι
επικολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επικολλώ
επικολυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικολυρικό
επικολυρικέ	adj	κλητική ενικού του επικολυρικός
επικολυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικολυρική
επικολυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικολυρικός
επικολυρικής	adj	γενική ενικού του επικολυρική
επικολυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικολυρικός
επικολυρικού	adj	γενική ενικού του επικολυρικός
επικολυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικολυρικός
επικολυρικό	adj	αιτιατική ενικού του επικολυρικός
επικολυρικός	adj	που έχει επικά και λυρικά στοιχεία
επικολυρικών	adj	γενική πληθυντικού του επικολυρικός
επικονίαζα	=	επικονιάζω
επικονίαζαν	=	επικονιάζω
επικονίαζε	=	επικονιάζω
επικονίαζες	=	επικονιάζω
επικονίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονίαση	noun	η εναπόθεσης γύρης για τη γονιμοποίηση και γενικότερα την αναπαραγωγή των φυτών
επικονίασης	noun	γενική ενικού του επικονίαση
επικονδυλίτιδα	noun	φλεγμονή των τενόντων που προσφύονται στον επικόνδυλο του βραχιονίου, προκαλώντας πόνο και περιορισμό της κίνησης του αγκώνα
επικονδυλίτιδας	=	επικονδυλίτιδα
επικονδυλίτιδες	=	επικονδυλίτιδα
επικονδυλίτιδων	=	επικονδυλίτιδα
επικονδύλου	=	επικόνδυλος
επικονδύλους	=	επικόνδυλος
επικονδύλων	=	επικόνδυλος
επικονιάζαμε	=	επικονιάζω
επικονιάζαν	=	επικονιάζω
επικονιάζανε	=	επικονιάζω
επικονιάζατε	=	επικονιάζω
επικονιάζει	=	επικονιάζω
επικονιάζεις	=	επικονιάζω
επικονιάζεσαι	=	επικονιάζω
επικονιάζεστε	=	επικονιάζω
επικονιάζεται	=	επικονιάζω
επικονιάζετε	=	επικονιάζω
επικονιάζομαι	verb	όταν ένα έντομο μεταφέρει γύρη από ένα φυτό και την κολλάει στον ύπερο ενός άλλου
επικονιάζονται	=	επικονιάζω
επικονιάζονταν	=	επικονιάζω
επικονιάζοντας	=	επικονιάζω
επικονιάζουμε	=	επικονιάζω
επικονιάζουν	=	επικονιάζω
επικονιάζουνε	=	επικονιάζω
επικονιάζω	verb	εναποθέτω γύρη στο στίγμα του άνθους και συντελώ έτσι στη γονιμοποίηση
επικονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάσαν	=	επικονιάζω
επικονιάσανε	=	επικονιάζω
επικονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικονίαση
επικονιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικονίαση
επικονιάσου	=	επικονιάζω
επικονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιάστε	=	επικονιάζω
επικονιάστηκα	=	επικονιάζω
επικονιάστηκαν	=	επικονιάζω
επικονιάστηκε	=	επικονιάζω
επικονιάστηκες	=	επικονιάζω
επικονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικονιάζω
επικονιαζόμασταν	=	επικονιάζω
επικονιαζόμαστε	=	επικονιάζω
επικονιαζόμουν	=	επικονιάζω
επικονιαζόμουνα	=	επικονιάζω
επικονιαζόντουσαν	=	επικονιάζω
επικονιαζόσασταν	=	επικονιάζω
επικονιαζόσαστε	=	επικονιάζω
επικονιαζόσουν	=	επικονιάζω
επικονιαζόσουνα	=	επικονιάζω
επικονιαζόταν	=	επικονιάζω
επικονιαζότανε	=	επικονιάζω
επικονιασμέ	noun	κλητική ενικού του επικονιασμός
επικονιασμένος	=	επικονιάζω
επικονιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικονιασμός
επικονιασμού	noun	γενική ενικού του επικονιασμός
επικονιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επικονιασμός
επικονιασμό	noun	αιτιατική ενικού του επικονιασμός
επικονιασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επικονιάζω: συνώνυμο του επικονίαση
επικονιασμών	noun	γενική πληθυντικού του επικονιασμός
επικονιαστές	=	επικονιαστής
επικονιαστή	=	επικονιαστής
επικονιαστήκαμε	=	επικονιάζω
επικονιαστήκαν	=	επικονιάζω
επικονιαστήκανε	=	επικονιάζω
επικονιαστήκατε	=	επικονιάζω
επικονιαστής	noun	το έντομο που συμμετέχει στην επικονίαση των ανθέων
επικονιαστεί	=	επικονιάζω
επικονιαστείτε	=	επικονιάζω
επικονιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικονιαστικό
επικονιαστικέ	adj	κλητική ενικού του επικονιαστικός
επικονιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικονιαστική
επικονιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικονιαστικός
επικονιαστικής	adj	γενική ενικού του επικονιαστική
επικονιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικονιαστικός
επικονιαστικού	adj	γενική ενικού του επικονιαστικός
επικονιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικονιαστικός
επικονιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του επικονιαστικός
επικονιαστικός	adj	που συμβάλλει ή συμμετέχει στην επικονίαση
επικονιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του επικονιαστικός
επικονιαστών	=	επικονιαστής
επικοντίστρια	noun	θηλυκό του επικοντιστής
επικοντίστριας	=	επικοντίστρια
επικοντίστριες	=	επικοντίστρια
επικοντισμέ	noun	κλητική ενικού του επικοντισμός
επικοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικοντισμός
επικοντισμού	noun	γενική ενικού του επικοντισμός
επικοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επικοντισμός
επικοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του επικοντισμός
επικοντισμός	noun	το άθλημα του άλματος επί κοντώ
επικοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του επικοντισμός
επικοντιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικοντιστής
επικοντιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επικοντιστής
επικοντιστής	noun	ο άλτης του άλματος επί κοντώ
επικοντιστριών	=	επικοντίστρια
επικοντιστών	noun	γενική πληθυντικού του επικοντιστής
επικουρήθηκα	=	επικουρώ
επικουρήθηκαν	=	επικουρώ
επικουρήθηκε	=	επικουρώ
επικουρήθηκες	=	επικουρώ
επικουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήσαν	=	επικουρώ
επικουρήσανε	=	επικουρώ
επικουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήσου	=	επικουρώ
επικουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρήστε	=	επικουρώ
επικουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικουρία	noun	η συνδρομή, η βοήθεια
επικουρίας	noun	γενική ενικού του επικουρία
επικουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικουρία
επικουρεί	=	επικουρώ
επικουρείς	=	επικουρώ
επικουρείσαι	=	επικουρώ
επικουρείστε	=	επικουρώ
επικουρείται	=	επικουρώ
επικουρείτε	=	επικουρώ
επικουρηθήκαμε	=	επικουρώ
επικουρηθήκαν	=	επικουρώ
επικουρηθήκανε	=	επικουρώ
επικουρηθήκατε	=	επικουρώ
επικουρηθεί	=	επικουρώ
επικουρηθείτε	=	επικουρώ
επικουρημένος	=	επικουρώ
επικουρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επικουρικός	adv	με επικουρικό τρόπο, βοηθητικά
επικουρικέ	adj	κλητική ενικού του επικουρικός
επικουρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικουρική
επικουρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικουρικός
επικουρικής	adj	γενική ενικού του επικουρική
επικουρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικουρικός
επικουρικού	adj	γενική ενικού του επικουρικός
επικουρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικουρικός
επικουρικό	adj	αιτιατική ενικού του επικουρικός
επικουρικός	adj	βοηθητικός, ενισχυτικός
επικουρικών	adj	γενική πληθυντικού του επικουρικός
επικουρικώς	adv|dated	επικουρικά
επικουρισμέ	noun	κλητική ενικού του επικουρισμός
επικουρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικουρισμός
επικουρισμού	noun	γενική ενικού του επικουρισμός
επικουρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επικουρισμός
επικουρισμό	noun	αιτιατική ενικού του επικουρισμός
επικουρισμός	noun	η ηθική και φιλοσοφική θεωρία του Επίκουρου
επικουρισμών	noun	γενική πληθυντικού του επικουρισμός
επικουριών	noun	γενική πληθυντικού του επικουρία
επικουρούμαι	=	επικουρώ
επικουρούμασταν	=	επικουρώ
επικουρούμαστε	=	επικουρώ
επικουρούμε	=	επικουρώ
επικουρούμουν	=	επικουρώ
επικουρούν	=	επικουρώ
επικουρούνε	=	επικουρώ
επικουρούνται	=	επικουρώ
επικουρούνταν	=	επικουρώ
επικουρούσα	=	επικουρώ
επικουρούσαμε	=	επικουρώ
επικουρούσαν	=	επικουρώ
επικουρούσανε	=	επικουρώ
επικουρούσασταν	=	επικουρώ
επικουρούσαστε	=	επικουρώ
επικουρούσατε	=	επικουρώ
επικουρούσε	=	επικουρώ
επικουρούσες	=	επικουρώ
επικουρούσουν	=	επικουρώ
επικουρώ	verb|formal	βοηθώ
επικουρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επικουρώ
επικού	adj	γενική ενικού του επικός
επικούρει	=	επικουρώ
επικούρεια	=	επικούρειος
επικούρειας	=	επικούρειος
επικούρειε	=	επικούρειος
επικούρειες	=	επικούρειος
επικούρειο	=	επικούρειος
επικούρειοι	noun	συλλογική ονομασία για τους φιλοσόφους που ακολούθησαν το φιλοσοφικό σύστημα του Επίκουρου.
επικούρειος	adj	που έχει σχέση με τον Επίκουρο και τις φιλοσοφικές του απόψεις ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επικούρειου	=	επικούρειος
επικούρειους	=	επικούρειος
επικούρειων	=	επικούρειος
επικούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικουρώ
επικούρου	=	επίκουρος
επικούρους	=	επίκουρος
επικούρων	=	επίκουρος
επικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικός
επικράτει	=	επικρατώ
επικράτεια	noun	η γεωγραφική περιοχή όπου ασκεί την εξουσία του κι έχει αρμοδιότητες ένα κράτος
επικράτειας	noun	γενική ενικού του επικράτεια
επικράτειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικράτεια
επικράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικρατώ
επικράτησης	noun	γενική ενικού του επικράτηση
επικρέμαμαι	verb|formal	αιωρούμαι ως απειλητική κατάσταση, επαπειλώ
επικρέμαται	verb|formal	πρόκειται να γίνει (κάτι κακό), αιωρείται μια απειλητική κατάσταση
επικρίθηκα	=	επικρίνω
επικρίματα	=	επίκριμα
επικρίματος	=	επίκριμα
επικρίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του επικρίνω
επικρίνομαι	verb	κατακρίνομαι, δέχομαι επικρίσεις, μου ασκείται κριτική
επικρίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επικρίνω
επικρίνω	verb	κρίνω κάποιον ή κάτι αρνητικά και εκφράζω αυτή την άποψη
επικρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκριση
επικρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίκριση
επικρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίκριση
επικρίτρια	noun	θηλυκό του επικριτής
επικρίτριας	noun	γενική ενικού του επικρίτρια
επικρίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικρίτρια
επικρατέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικρατέστερο
επικρατέστερε	adj	κλητική ενικού του επικρατέστερος
επικρατέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικρατέστερη
επικρατέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικρατέστερος
επικρατέστερης	adj	γενική ενικού του επικρατέστερη
επικρατέστερο	adj	αιτιατική ενικού του επικρατέστερος
επικρατέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικρατέστερος
επικρατέστερος	adj	που επικρατεί, είναι καλύτερος σε σύγκριση ή αναμέτρηση με άλλον ή με κάτι άλλο
επικρατέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικρατέστερος
επικρατέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικρατέστερος
επικρατέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικρατέστερος
επικρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσαν	=	επικρατώ
επικρατήσανε	=	επικρατώ
επικρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικράτηση
επικρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικράτηση
επικρατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικράτηση
επικρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσουνε	=	επικρατώ
επικρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρατώ
επικρατεί	verb	υπάρχει
επικρατείας	=	επικράτεια
επικρατείς	=	επικρατώ
επικρατείτε	=	επικρατώ
επικρατειών	noun	γενική πληθυντικού του επικράτεια
επικρατουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του επικρατών
επικρατούμε	=	επικρατώ
επικρατούν	=	επικρατώ
επικρατούνε	=	επικρατώ
επικρατούντα	=	επικρατών
επικρατούντες	=	επικρατών
επικρατούντος	=	επικρατών
επικρατούντων	=	επικρατών
επικρατούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικρατών
επικρατούσαμε	=	επικρατώ
επικρατούσαν	=	επικρατώ
επικρατούσανε	=	επικρατώ
επικρατούσας	=	επικρατών
επικρατούσατε	=	επικρατώ
επικρατούσε	=	επικρατώ
επικρατούσες	=	επικρατώ
επικρατούσης	=	επικρατών
επικρατώ	verb	εμφανίζομαι ισχυρότερος από άλλον
επικρατών	verb|formal	που επικρατεί, που υπερισχύει σε σχέση με κάτι άλλο
επικρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επικρατώ
επικρεμάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικρεμάμενο
επικρεμάμενε	verb	κλητική ενικού του επικρεμάμενος
επικρεμάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικρεμάμενη
επικρεμάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικρεμάμενος
επικρεμάμενης	verb	γενική ενικού του επικρεμάμενη
επικρεμάμενο	verb	αιτιατική ενικού του επικρεμάμενος
επικρεμάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικρεμάμενος
επικρεμάμενος	verb|formal	που επικρέμαται
επικρεμάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικρεμάμενος
επικρεμάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικρεμάμενος
επικρεμάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικρεμάμενος
επικριμάτων	=	επίκριμα
επικριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικριμένο
επικριμένε	verb	κλητική ενικού του επικριμένος
επικριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικριμένη
επικριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικριμένος
επικριμένης	verb	γενική ενικού του επικριμένη
επικριμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικριμένος
επικριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικριμένος
επικριμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επικρίνω
επικριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικριμένος
επικριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικριμένος
επικριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικριμένος
επικριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικριτής
επικριτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επικριτής
επικριτής	noun	αυτός που επικρίνει
επικριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικριτικό	adv	με επικριτικό τρόπο, επικρίνοντας
επικριτικέ	adj	κλητική ενικού του επικριτικός
επικριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικριτική
επικριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικριτικός
επικριτικής	adj	γενική ενικού του επικριτική
επικριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικριτικός
επικριτικού	adj	γενική ενικού του επικριτικός
επικριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικριτικός
επικριτικό	adj	αιτιατική ενικού του επικριτικός
επικριτικός	adj	που έχει σχέση με την επίκριση ή αναφέρεται σ' αυτή
επικριτικών	adj	γενική πληθυντικού του επικριτικός
επικριτριών	noun	γενική πληθυντικού του επικρίτρια
επικριτών	noun	γενική πληθυντικού του επικριτής
επικροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικροτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικρότηση
επικροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικρότηση
επικροτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικρότηση
επικροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικροτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικροτημένο
επικροτημένε	verb	κλητική ενικού του επικροτημένος
επικροτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικροτημένη
επικροτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικροτημένος
επικροτημένης	verb	γενική ενικού του επικροτημένη
επικροτημένο	verb	αιτιατική ενικού του επικροτημένος
επικροτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικροτημένος
επικροτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικροτημένος
επικροτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικροτημένος
επικροτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικροτημένος
επικροτώ	verb	συμφωνώ με μια ενέργεια και δηλώνω την υποστήριξή μου
επικρουστήρα	=	επικρουστήρας
επικρουστήρας	noun	λεπτό και μακρόστενο τμήμα ενός όπλου, που μεταδίδει το χτύπημα της σφύρας στο καψύλι του φυσιγγίου, προκαλώντας την πυροδότηση
επικρουστήρες	=	επικρουστήρας
επικρουστήρων	=	επικρουστήρας
επικρουστικά	=	επικρουστικός
επικρουστικέ	=	επικρουστικός
επικρουστικές	=	επικρουστικός
επικρουστική	=	επικρουστικός
επικρουστικής	=	επικρουστικός
επικρουστικοί	=	επικρουστικός
επικρουστικού	=	επικρουστικός
επικρουστικούς	=	επικρουστικός
επικρουστικό	=	επικρουστικός
επικρουστικός	adj	που έχει σχέση με επίκρουση ή αναφέρεται σʼ αυτή
επικρουστικών	=	επικρουστικός
επικρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικρούω
επικρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίκρουση
επικρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρούω
επικρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίκρουση
επικρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίκρουση
επικρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρούω
επικρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρούω
επικρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικρούω
επικρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικρούω
επικρούω	verb	εξετάζω με επίκρουση
επικρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικροτώ
επικρότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικροτώ
επικρότησης	noun	γενική ενικού του επικρότηση
επικτηνίατρε	noun	κλητική ενικού του επικτηνίατρος
επικτηνίατρο	noun	αιτιατική ενικού του επικτηνίατρος
επικτηνίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικτηνίατρος
επικτηνίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του επίατρου
επικτηνίατρου	noun	γενική ενικού του επικτηνίατρος
επικτηνίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επικτηνίατρος
επικτηνίατρων	noun	γενική πληθυντικού του επικτηνίατρος
επικτηνιάτρου	noun	γενική ενικού του επικτηνίατρος
επικτηνιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επικτηνίατρος
επικτηνιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του επικτηνίατρος
επικυρίαρχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυρίαρχο
επικυρίαρχε	adj	κλητική ενικού του επικυρίαρχος
επικυρίαρχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυρίαρχη
επικυρίαρχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικυρίαρχος
επικυρίαρχης	adj	γενική ενικού του επικυρίαρχη
επικυρίαρχο	adj	αιτιατική ενικού του επικυρίαρχος
επικυρίαρχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικυρίαρχος
επικυρίαρχος	adj	που ασκεί επικυριαρχία σε υποτελές κράτος
επικυρίαρχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικυρίαρχος
επικυρίαρχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικυρίαρχος
επικυρίαρχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικυρίαρχος
επικυριάρχει	=	επικυριαρχώ
επικυριάρχησα	=	επικυριαρχώ
επικυριάρχησαν	=	επικυριαρχώ
επικυριάρχησε	=	επικυριαρχώ
επικυριάρχησες	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχήσαμε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχήσαν	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχήσανε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχήσατε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχήσει	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχήστε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχία	noun	η κυριαρχία ενός κράτους πάνω σε ένα άλλο υποτελές
επικυριαρχίας	noun	γενική ενικού του επικυριαρχία
επικυριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυριαρχία
επικυριαρχεί	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχείς	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχείτε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυριαρχικό
επικυριαρχικέ	adj	κλητική ενικού του επικυριαρχικός
επικυριαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυριαρχική
επικυριαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικυριαρχικός
επικυριαρχικής	adj	γενική ενικού του επικυριαρχική
επικυριαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικυριαρχικός
επικυριαρχικού	adj	γενική ενικού του επικυριαρχικός
επικυριαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικυριαρχικός
επικυριαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του επικυριαρχικός
επικυριαρχικός	adj	που έχει σχέση με την επικυριαρχία ή τον επικυρίαρχο ή αναφέρεται σ’ αυτά
επικυριαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του επικυριαρχικός
επικυριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του επικυριαρχία
επικυριαρχούμε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούν	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούνε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσα	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσαμε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσαν	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσανε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσατε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσε	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχούσες	=	επικυριαρχώ
επικυριαρχώ	verb	είμαι ή γίνομαι επικυρίαρχος
επικυριαρχώντας	=	επικυριαρχώ
επικυρωθήκαμε	=	επικυρώνω
επικυρωθήκαν	=	επικυρώνω
επικυρωθήκανε	=	επικυρώνω
επικυρωθήκατε	=	επικυρώνω
επικυρωθεί	=	επικυρώνω
επικυρωθείς	=	επικυρώνω
επικυρωθείτε	=	επικυρώνω
επικυρωθούμε	=	επικυρώνω
επικυρωθούν	=	επικυρώνω
επικυρωθούνε	=	επικυρώνω
επικυρωθώ	=	επικυρώνω
επικυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυρωμένο
επικυρωμένε	verb	κλητική ενικού του επικυρωμένος
επικυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυρωμένη
επικυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικυρωμένος
επικυρωμένης	verb	γενική ενικού του επικυρωμένη
επικυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επικυρωμένος
επικυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικυρωμένος
επικυρωμένος	verb	που έχει επικυρωθεί, που έχει βεβαιωθεί από κάποιον
επικυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επικυρωμένος
επικυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επικυρωμένος
επικυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επικυρωμένος
επικυρωνόμασταν	=	επικυρώνω
επικυρωνόμαστε	=	επικυρώνω
επικυρωνόμουν	=	επικυρώνω
επικυρωνόμουνα	=	επικυρώνω
επικυρωνόντουσαν	=	επικυρώνω
επικυρωνόσασταν	=	επικυρώνω
επικυρωνόσαστε	=	επικυρώνω
επικυρωνόσουν	=	επικυρώνω
επικυρωνόσουνα	=	επικυρώνω
επικυρωνόταν	=	επικυρώνω
επικυρωνότανε	=	επικυρώνω
επικυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυρωτικό
επικυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του επικυρωτικός
επικυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικυρωτική
επικυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επικυρωτικός
επικυρωτικής	adj	γενική ενικού του επικυρωτική
επικυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επικυρωτικός
επικυρωτικού	adj	γενική ενικού του επικυρωτικός
επικυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επικυρωτικός
επικυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του επικυρωτικός
επικυρωτικός	adj	που έχει σχέση με επικύρωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επικυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του επικυρωτικός
επικυρώθηκα	=	επικυρώνω
επικυρώθηκαν	=	επικυρώνω
επικυρώθηκε	=	επικυρώνω
επικυρώθηκες	=	επικυρώνω
επικυρώναμε	=	επικυρώνω
επικυρώναν	=	επικυρώνω
επικυρώνανε	=	επικυρώνω
επικυρώνατε	=	επικυρώνω
επικυρώνει	=	επικυρώνω
επικυρώνεις	=	επικυρώνω
επικυρώνεσαι	=	επικυρώνω
επικυρώνεστε	=	επικυρώνω
επικυρώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής (επικυρώνομαι) του επικυρώνω
επικυρώνετε	=	επικυρώνω
επικυρώνομαι	=	επικυρώνω
επικυρώνομε	=	επικυρώνω
επικυρώνονται	=	επικυρώνω
επικυρώνονταν	=	επικυρώνω
επικυρώνοντας	=	επικυρώνω
επικυρώνουμε	=	επικυρώνω
επικυρώνουν	=	επικυρώνω
επικυρώνουνε	=	επικυρώνω
επικυρώνω	verb	πιστοποιώ την εγκυρότητα κάποιου πράγματος
επικυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσαν	=	επικυρώνω
επικυρώσανε	=	επικυρώνω
επικυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικύρωση
επικυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επικύρωση
επικυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επικύρωση
επικυρώσιμα	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμε	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμες	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμη	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμης	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμο	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμοι	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να επικυρωθεί
επικυρώσιμου	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμους	=	επικυρώσιμος
επικυρώσιμων	=	επικυρώσιμος
επικυρώσομε	=	επικυρώνω
επικυρώσου	=	επικυρώνω
επικυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσουνε	=	επικυρώνω
επικυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικό	adj	αιτιατική ενικού του επικός
επικόλλημα	noun	ό,τι κολλιέται πάνω σε κάτι άλλο
επικόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικολλώ
επικόλληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επικολλώ
επικόλλησης	noun	γενική ενικού του επικόλληση
επικόμιστρο	noun|formal	πρόσθετο χρηματικό ποσό που καταβάλλεται επιπλέον του βασικού κομίστρου για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων
επικόνδυλε	=	επικόνδυλος
επικόνδυλο	=	επικόνδυλος
επικόνδυλοι	=	επικόνδυλος
επικόνδυλος	noun	οστέινη προεξοχή κοντά σε κόνδυλο, που αποτελεί σημείο πρόσφυσης μυών και συνδέσμων
επικόνδυλου	=	επικόνδυλος
επικόνδυλους	=	επικόνδυλος
επικόνδυλων	=	επικόνδυλος
επικόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επικόπανο
επικόπανο	noun	το τραπέζι του κρεοπώλη, φτιαγμένο συνήθως από χοντρό ξύλο, πάνω στο οποίο λιανίζονται και τεμαχίζονται τα κρέατα
επικόπανου	noun	γενική ενικού του επικόπανο
επικόπανων	noun	γενική πληθυντικού του επικόπανο
επικός	adj	που έχει σχέση με το έπος, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
επικύπτω	verb	κάνω επίκυψη
επικύρωνα	=	επικυρώνω
επικύρωναν	=	επικυρώνω
επικύρωνε	=	επικυρώνω
επικύρωνες	=	επικυρώνω
επικύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επικυρώνω
επικύρωση	noun	η ενέργεια του επικυρώνω
επικύρωσης	noun	γενική ενικού του επικύρωση
επικύψεις	=	επίκυψη
επικύψεων	=	επίκυψη
επικών	adj	γενική πληθυντικού του επικός
επιλάθευση	noun	η προσπάθεια εύρεσης στοιχείων που διαψεύδουν την (επιστημονική) υπόθεση εργασίας μου
επιλάθευσης	=	επιλάθευση
επιλάρχου	noun	γενική ενικού του επίλαρχος
επιλάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίλαρχος
επιλάρχων	noun	γενική πληθυντικού του επίλαρχος
επιλέγαμε	=	επιλέγω
επιλέγαν	=	επιλέγω
επιλέγανε	=	επιλέγω
επιλέγατε	=	επιλέγω
επιλέγει	=	επιλέγω
επιλέγεις	=	επιλέγω
επιλέγεσαι	=	επιλέγω
επιλέγεσθε	=	επιλέγω
επιλέγεστε	=	επιλέγω
επιλέγεται	=	επιλέγω
επιλέγετε	=	επιλέγω
επιλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιλέγω
επιλέγομε	=	επιλέγω
επιλέγονται	=	επιλέγω
επιλέγονταν	=	επιλέγω
επιλέγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιλέγω
επιλέγουμε	=	επιλέγω
επιλέγουν	=	επιλέγω
επιλέγουνε	=	επιλέγω
επιλέγω	verb	διαλέγω
επιλέξαμε	=	επιλέγω
επιλέξαν	=	επιλέγω
επιλέξανε	=	επιλέγω
επιλέξατε	=	επιλέγω
επιλέξει	=	επιλέγω
επιλέξεις	=	επιλέγω
επιλέξετε	=	επιλέγω
επιλέξιμα	=	επιλέξιμος
επιλέξιμε	=	επιλέξιμος
επιλέξιμες	=	επιλέξιμος
επιλέξιμη	=	επιλέξιμος
επιλέξιμης	=	επιλέξιμος
επιλέξιμο	=	επιλέξιμος
επιλέξιμοι	=	επιλέξιμος
επιλέξιμος	adj	που μπορεί να επιλεγεί
επιλέξιμου	=	επιλέξιμος
επιλέξιμους	=	επιλέξιμος
επιλέξιμων	=	επιλέξιμος
επιλέξομε	=	επιλέγω
επιλέξου	=	επιλέγω
επιλέξουμε	=	επιλέγω
επιλέξουν	=	επιλέγω
επιλέξουνε	=	επιλέγω
επιλέξτε	=	επιλέγω
επιλέξω	=	επιλέγω
επιλέχθηκα	=	επιλέγω
επιλέχθηκαν	=	επιλέγω
επιλέχθηκε	=	επιλέγω
επιλέχθηκες	=	επιλέγω
επιλέχτηκα	=	επιλέγω
επιλέχτηκαν	=	επιλέγω
επιλέχτηκε	=	επιλέγω
επιλέχτηκες	=	επιλέγω
επιλήμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίλημμα
επιλήμματος	noun	γενική ενικού του επίλημμα
επιλήνιος	noun|archaic	άσμα που τραγουδιόταν κατά τη διάρκεια του τρύγου ή του πατήματος των σταφυλιών καθώς και σχετικός χορός	adj|archaic	που έχει σχέση με τον ληνό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επιλήσμον	=	επιλήσμων
επιλήσμονα	=	επιλήσμων
επιλήσμονας	adj|formal	μορφή του επιλήσμων με νεότερες καταλήξεις
επιλήσμονες	=	επιλήσμων
επιλήσμονος	=	επιλήσμων
επιλήσμων	adj|formal	που ξεχνάει εύκολα και αδιαφορεί
επιλήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιλήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιλήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιλήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιλήψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιλήψιμος	adv	με επιλήψιμο τρόπο
επιλήψιμε	adj	κλητική ενικού του επιλήψιμος
επιλήψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλήψιμη
επιλήψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλήψιμος
επιλήψιμης	adj	γενική ενικού του επιλήψιμη
επιλήψιμο	adj	αιτιατική ενικού του επιλήψιμος
επιλήψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλήψιμος
επιλήψιμος	adj	αυτός που δίνει δια λόγου, ή έργου, αφορμή για μομφή.
επιλήψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιλήψιμος
επιλήψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιλήψιμος
επιλήψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιλήψιμος
επιλήψου	=	επιλαμβάνομαι
επιλαθεύσεις	=	επιλάθευση
επιλαθεύσεων	=	επιλάθευση
επιλαμβάνεσαι	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβάνεστε	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβάνεται	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβάνομαι	verb	καταπιάνομαι, καταγίνομαι με κάτι, ασχολούμαι με έντονο ενδιαφέρον
επιλαμβάνονται	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβάνονταν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβάνου	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόμασταν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόμαστε	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλαμβανόμενο
επιλαμβανόμενε	verb	κλητική ενικού του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλαμβανόμενη
επιλαμβανόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμενης	verb	γενική ενικού του επιλαμβανόμενη
επιλαμβανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιλαμβανόμενος
επιλαμβανόμουν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόμουνα	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόντουσαν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόσασταν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόσαστε	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόσουν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόσουνα	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανόταν	=	επιλαμβάνομαι
επιλαμβανότανε	=	επιλαμβάνομαι
επιλαρχία	noun|dated	μονάδα ιππικού
επιλαρχίας	noun	γενική ενικού του επιλαρχία
επιλαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλαρχία
επιλαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του επιλαρχία
επιλαχουσών	=	επιλαχών
επιλαχούσα	=	επιλαχών
επιλαχούσας	=	επιλαχών
επιλαχούσες	=	επιλαχών
επιλαχούσης	=	επιλαχών
επιλαχόν	=	επιλαχών
επιλαχόντα	=	επιλαχών
επιλαχόντες	=	επιλαχών
επιλαχόντος	=	επιλαχών
επιλαχόντων	=	επιλαχών
επιλαχών	verb	που δεν θεωρείται επιτυχών σε μια εκλογή ή διαγωνισμό ή εξέταση για πλήρωση μιας θέσης, η σειρά όμως κατάταξής του είναι αρκετά υψηλή ώστε να του επιτρέπει να καταλάβει αργότερα μια θέση, στην περίπτωση που αυτή μείνει κενή	noun	που είναι επιλαχών
επιλεγεί	=	επιλέγω
επιλεγείς	=	επιλέγω
επιλεγείτε	=	επιλέγω
επιλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεγμένο
επιλεγμένε	verb	κλητική ενικού του επιλεγμένος
επιλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεγμένη
επιλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλεγμένος
επιλεγμένης	verb	γενική ενικού του επιλεγμένη
επιλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιλεγμένος
επιλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλεγμένος
επιλεγμένος	verb	διαλεγμένος, που έχει επιλεγεί
επιλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιλεγμένος
επιλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιλεγμένος
επιλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιλεγμένος
επιλεγούμε	=	επιλέγω
επιλεγούν	=	επιλέγω
επιλεγόμασταν	=	επιλέγω
επιλεγόμαστε	=	επιλέγω
επιλεγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεγόμενο
επιλεγόμενε	verb	κλητική ενικού του επιλεγόμενος
επιλεγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεγόμενη
επιλεγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλεγόμενος
επιλεγόμενης	verb	γενική ενικού του επιλεγόμενη
επιλεγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιλεγόμενος
επιλεγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλεγόμενος
επιλεγόμενος	verb	που τον επιλέγουν, που επιλέγεται
επιλεγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιλεγόμενος
επιλεγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιλεγόμενος
επιλεγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιλεγόμενος
επιλεγόμουν	=	επιλέγομαι
επιλεγόμουνα	=	επιλέγω
επιλεγόντουσαν	=	επιλέγω
επιλεγόσασταν	=	επιλέγω
επιλεγόσαστε	=	επιλέγω
επιλεγόσουν	=	επιλέγω
επιλεγόσουνα	=	επιλέγω
επιλεγόταν	=	επιλέγω
επιλεγότανε	=	επιλέγω
επιλεγώ	=	επιλέγομαι
επιλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεκτικό	adv	κατ' επιλογή, με βάση την επιλογή
επιλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του επιλεκτικός
επιλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεκτική
επιλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλεκτικός
επιλεκτικής	adj	γενική ενικού του επιλεκτική
επιλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλεκτικός
επιλεκτικοτήτων	=	επιλεκτικότητα
επιλεκτικού	adj	γενική ενικού του επιλεκτικός
επιλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιλεκτικός
επιλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιλεκτικός
επιλεκτικός	adj	που κάνει επιλογές πριν ενεργήσει
επιλεκτικότητα	noun	το να μπορεί κάποιος να κάνει μια επιλογή, να έχει αυτή τη δυνατότητα ή ικανότητα
επιλεκτικότητας	noun	γενική ενικού του επιλεκτικότητα
επιλεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλεκτικότητα
επιλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιλεκτικός
επιλεξιμοτήτων	=	επιλεξιμότητα
επιλεξιμότητα	noun	η ιδιότητα του επιλέξιμου, το να είναι κάποιος επιλέξιμος
επιλεξιμότητας	=	επιλεξιμότητα
επιλεξιμότητες	=	επιλεξιμότητα
επιλεχθήκαμε	=	επιλέγω
επιλεχθήκατε	=	επιλέγω
επιλεχθεί	=	επιλέγω
επιλεχθείς	=	επιλέγω
επιλεχθείτε	=	επιλέγω
επιλεχθούμε	=	επιλέγω
επιλεχθούν	=	επιλέγω
επιλεχθώ	=	επιλέγομαι
επιλεχτήκαμε	=	επιλέγω
επιλεχτήκανε	=	επιλέγω
επιλεχτήκατε	=	επιλέγω
επιλεχτεί	=	επιλέγω
επιλεχτείς	=	επιλέγω
επιλεχτείτε	=	επιλέγω
επιλεχτούμε	=	επιλέγω
επιλεχτούν	=	επιλέγω
επιλεχτούνε	=	επιλέγω
επιλεχτώ	=	επιλέγομαι
επιλημμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίλημμα
επιληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιληπτικό
επιληπτικέ	adj	κλητική ενικού του επιληπτικός
επιληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιληπτική
επιληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιληπτικός
επιληπτικής	adj	γενική ενικού του επιληπτική
επιληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιληπτικός
επιληπτικού	adj	γενική ενικού του επιληπτικός
επιληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιληπτικός
επιληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιληπτικός
επιληπτικός	noun	αυτός που πάσχει από επιληψία	adj	που έχει σχέση με την επιληψία ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιληπτικός
επιλησμόνων	=	επιλήσμων
επιληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθήκαν	=	επιλαμβάνομαι
επιληφθήκανε	=	επιλαμβάνομαι
επιληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλαμβάνομαι
επιληψία	noun	παροξυσμική διαταραχή του εγκεφάλου με απώλεια αισθήσεων, κατά την οποία εκπέμπονται ανώμαλα εγκεφαλικά ηλεκτρικά σήματα
επιληψίας	noun	γενική ενικού του επιληψία
επιληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιληψία
επιληψιών	noun	γενική πληθυντικού του επιληψία
επιλιθικός	adj|formal	που βρίσκεται, αναπτύσσεται ή γίνεται πάνω σε λίθους
επιλογέα	=	επιλογέας
επιλογέας	noun	αυτός που επιλέγει ή μέσω του οποίου γίνεται κάποια επιλογή
επιλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλογή
επιλογέων	=	επιλογέας
επιλογή	noun	το να αποφασίζει κανείς ότι ένα πράγμα ή πρόσωπο είναι καλύτερο ή πιο κατάλληλο από άλλα για κάτι, το να διαλέγει κανείς κάτι ή κάποιον
επιλογής	noun	γενική ενικού του επιλογή
επιλογείς	=	επιλογέας
επιλογικά	=	επιλογικός
επιλογικέ	=	επιλογικός
επιλογικές	=	επιλογικός
επιλογική	=	επιλογικός
επιλογικής	=	επιλογικός
επιλογικοί	=	επιλογικός
επιλογικού	=	επιλογικός
επιλογικούς	=	επιλογικός
επιλογικό	=	επιλογικός
επιλογικός	adj	σχετικός με επιλογή
επιλογικών	=	επιλογικός
επιλογών	noun	γενική πληθυντικού του επιλογή
επιλοχία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιλοχίας
επιλοχίας	noun	υπαξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του λοχία και κατώτερο του αρχιλοχία
επιλοχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλοχίας
επιλοχαγέ	noun	κλητική ενικού του επιλοχαγός
επιλοχαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλοχαγός
επιλοχαγού	noun	γενική ενικού του επιλοχαγός
επιλοχαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιλοχαγός
επιλοχαγό	noun	αιτιατική ενικού του επιλοχαγός
επιλοχαγός	noun	ιστορικός βαθμός αξιωματικού του ελληνικού στρατού ξηράς ανώτερος του λοχαγού, κατώτερος του υποταγματάρχη ως το 1863 και του ταγματάρχη αργότερα.
επιλοχαγών	noun	γενική πληθυντικού του επιλοχαγός
επιλοχείου	=	επιλόχειος
επιλοχείους	=	επιλόχειος
επιλοχείων	=	επιλόχειος
επιλοχιών	=	επιλοχίας
επιλυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιλύομαι
επιλυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύομαι
επιλυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύομαι
επιλυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύομαι
επιλυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύομαι
επιλυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύομαι
επιλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλυμένο
επιλυμένε	verb	κλητική ενικού του επιλυμένος
επιλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλυμένη
επιλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλυμένος
επιλυμένης	verb	γενική ενικού του επιλυμένη
επιλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιλυμένος
επιλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλυμένος
επιλυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιλύω
επιλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιλυμένος
επιλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιλυμένος
επιλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιλυμένος
επιλυτές	=	επιλυτής
επιλυτή	=	επιλυτής
επιλυτής	noun	πρόγραμμα που υπολογίζει ή επιλύει ένα πρόβλημα ή ένα σύστημα σύμφωνα με καθορισμένη μέθοδο
επιλυτών	=	επιλυτής
επιλόγου	noun	γενική ενικού του επίλογος
επιλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίλογος
επιλόγων	noun	γενική πληθυντικού του επίλογος
επιλόχεια	=	επιλόχειος
επιλόχειας	=	επιλόχειος
επιλόχειε	=	επιλόχειος
επιλόχειες	=	επιλόχειος
επιλόχειο	=	επιλόχειος
επιλόχειοι	=	επιλόχειος
επιλόχειος	adj	που έχει σχέση με τη λοχεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιλόχειου	=	επιλόχειος
επιλόχειους	=	επιλόχειος
επιλόχειων	=	επιλόχειος
επιλύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιλύω
επιλύνω	verb	άλλη μορφή του επιλύω
επιλύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιλύω
επιλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίλυση
επιλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίλυση
επιλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίλυση
επιλύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλύσιμο
επιλύσιμε	adj	κλητική ενικού του επιλύσιμος
επιλύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιλύσιμη
επιλύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιλύσιμος
επιλύσιμης	adj	γενική ενικού του επιλύσιμη
επιλύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επιλύσιμος
επιλύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιλύσιμος
επιλύσιμος	adj	που μπορεί να λυθεί
επιλύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιλύσιμος
επιλύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιλύσιμος
επιλύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιλύσιμος
επιλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιλύω
επιλύχνια	=	επιλύχνιος
επιλύχνιας	=	επιλύχνιος
επιλύχνιε	=	επιλύχνιος
επιλύχνιες	=	επιλύχνιος
επιλύχνιο	=	επιλύχνιος
επιλύχνιοι	=	επιλύχνιος
επιλύχνιος	adj|archaic	που γίνεται ή τελείται κατά την ώρα που ανάβουν οι λύχνοι
επιλύχνιου	=	επιλύχνιος
επιλύχνιους	=	επιλύχνιος
επιλύχνιων	=	επιλύχνιος
επιλύω	verb|formal	βρίσκω την τελική λύση σε ένα πρόβλημα
επιμάνικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμάνικο
επιμάνικο	noun	ιερό άμφιο από ύφασμα, που περιβάλλει τον καρπό και συγκρατεί το μανίκι του στιχαρίου
επιμάνικου	=	επιμάνικο
επιμάνικων	=	επιμάνικο
επιμέλεια	noun	η φροντίδα και το ενδιαφέρον για κάτι
επιμέλειας	noun	γενική ενικού του επιμέλεια
επιμέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμέλεια
επιμέναμε	=	επιμένω
επιμέναν	=	επιμένω
επιμένανε	=	επιμένω
επιμένατε	=	επιμένω
επιμένει	=	επιμένω
επιμένεις	=	επιμένω
επιμένετε	=	επιμένω
επιμένον	=	επιμένων
επιμένοντα	=	επιμένων
επιμένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιμένω
επιμένοντες	=	επιμένων
επιμένοντος	=	επιμένων
επιμένουμε	=	επιμένω
επιμένουν	=	επιμένω
επιμένουνε	=	επιμένω
επιμένουσα	=	επιμένων
επιμένουσας	=	επιμένων
επιμένουσες	=	επιμένων
επιμένω	verb	δεν αφήνω κάτι στη μέση μιας προσπάθειας, εξακολουθώ να κάνω ή να επιδιώκω κάτι παρ’ όλες τις δυσμένειες ή αντιθέσεις που συναντώ
επιμένων	verb|formal	αυτός που επιμένει, ο επίμονος
επιμέριζα	=	επιμερίζω
επιμέριζαν	=	επιμερίζω
επιμέριζε	=	επιμερίζω
επιμέριζες	=	επιμερίζω
επιμέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμέτρει	=	επιμετρώ
επιμέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμέτρηση	noun	η τελική μέτρηση, ο υπολογισμός που γίνεται στο τέλος
επιμέτρησης	noun	γενική ενικού του επιμέτρηση
επιμέτρου	noun	γενική ενικού του επίμετρο
επιμέτρων	noun	γενική πληθυντικού του επίμετρο
επιμήθεια	noun|formal	απρονοησία
επιμήθειας	=	επιμήθεια
επιμήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμήθεια
επιμήκεις	=	επιμήκης
επιμήκη	=	επιμήκης
επιμήκης	adj|formal	αυτός που είναι μακρύς και στενός, με μήκος μεγαλύτερο από το πλάτος
επιμήκους	=	επιμήκης
επιμήκυνα	=	επιμηκύνω
επιμήκυναν	=	επιμηκύνω
επιμήκυνε	=	επιμηκύνω
επιμήκυνες	=	επιμηκύνω
επιμήκυνση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιμηκύνω, η επέκταση ενός χρονικού διαστήματος ή της διάρκειας κάτι
επιμήκυνσης	noun	γενική ενικού του επιμήκυνση
επιμήκων	adj	γενική πληθυντικού του επιμήκης
επιμήρια	=	επιμήριο
επιμήριο	noun	άμφιο σλαβόφωνων ορθόδοξων πρεσβυτέρων που φτάνει στο ύψος του μηρού
επιμήριου	=	επιμήριο
επιμήριων	=	επιμήριο
επιμίσθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμίσθιο
επιμίσθιο	noun	ποσό που προστίθεται στο μισθό ενός υπαλλήλου
επιμίσθιου	=	επιμίσθιο
επιμανίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμανίκιο
επιμανίκιο	noun	άλλη μορφή του επιμάνικο
επιμανίκιου	=	επιμανίκιο
επιμανίκιων	=	επιμανίκιο
επιμανικίου	=	επιμανίκιο
επιμανικίων	=	επιμανίκιο
επιμαρτυρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσαν	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσανε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήστε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτυρία	noun	το αποτέλεσμα του επιμαρτυρώ
επιμαρτυρίας	noun	γενική ενικού του επιμαρτυρία
επιμαρτυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμαρτυρία
επιμαρτυρεί	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρείς	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρείτε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυριών	noun	γενική πληθυντικού του επιμαρτυρία
επιμαρτυρούμε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούν	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούνε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσα	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσαμε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσαν	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσανε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσατε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσε	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρούσες	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτυρώ	verb	δίνω πρόσθετη μαρτυρία
επιμαρτυρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτύρει	=	επιμαρτυρώ
επιμαρτύρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτύρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτύρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμαρτύρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμαρτυρώ
επιμείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείναν	=	επιμένω
επιμείνανε	=	επέμειναν
επιμείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμείνουνε	=	επιμένω
επιμείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμένω
επιμειξία	noun	η διασταύρωση και αναπαραγωγή ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικούς λαούς ή φυλετικά σύνολα, με επιγαμία
επιμειξίας	noun	γενική ενικού του επιμειξία
επιμειξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμειξία
επιμειξιών	noun	γενική πληθυντικού του επιμειξία
επιμελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επιμελής
επιμελή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελές
επιμελήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμελήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμελήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμελήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμελής	adj	που επιδεικνύει επιμέλεια, που φροντίζει και μεριμνά για κάτι που του έχει ανατεθεί ή οφείλει να κάνει
επιμελήσου	=	επιμελούμαι
επιμελήτρια	noun	η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου
επιμελήτριας	noun	γενική ενικού του επιμελήτρια
επιμελήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελήτρια
επιμελείς	=	επιμελής
επιμελείσαι	=	επιμελούμαι
επιμελείστε	=	επιμελούμαι
επιμελείται	=	επιμελούμαι
επιμελειών	noun	γενική πληθυντικού του επιμέλεια
επιμεληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθήκαν	=	επιμελούμαι
επιμεληθήκανε	=	επιμελούμαι
επιμεληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμεληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμελούμαι
επιμελημένα	adv	με επιμέλεια
επιμελημένε	verb	κλητική ενικού του επιμελημένος
επιμελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελημένη
επιμελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμελημένος
επιμελημένης	verb	γενική ενικού του επιμελημένη
επιμελημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμελημένος
επιμελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμελημένος
επιμελημένος	verb	που έχει γίνει με ξεχωριστή επιμέλεια
επιμελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμελημένος
επιμελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμελημένος
επιμελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμελημένος
επιμελητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελητής
επιμελητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιμελητής
επιμελητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελητήριο
επιμελητήριο	noun	ο οργανισμός ο οποίος φροντίζει, προστατεύει και επιμελείται των συμφερόντων του κλάδου για τον οποίο συστάθηκε και θεωρείται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου
επιμελητήριου	=	επιμελητήριο
επιμελητής	noun	ο άνδρας που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου
επιμελητεία	noun	η διοικητική μέριμνα για τον εφοδιασμό στρατιωτικού σώματος με τρόφιμα ή / και πολεμοφόδια
επιμελητείας	noun	γενική ενικού του επιμελητεία
επιμελητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελητεία
επιμελητειακά	=	επιμελητειακός
επιμελητειακέ	=	επιμελητειακός
επιμελητειακές	=	επιμελητειακός
επιμελητειακή	=	επιμελητειακός
επιμελητειακής	=	επιμελητειακός
επιμελητειακοί	=	επιμελητειακός
επιμελητειακού	=	επιμελητειακός
επιμελητειακούς	=	επιμελητειακός
επιμελητειακό	=	επιμελητειακός
επιμελητειακός	adj|formal	που έχει σχέση με την επιμελητεία ή αναφέρεται σ' αυτή
επιμελητειακών	=	επιμελητειακός
επιμελητειών	noun	γενική πληθυντικού του επιμελητεία
επιμελητηρίου	noun	γενική ενικού του επιμελητήριο
επιμελητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του επιμελητήριο
επιμελητηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιμελητηριακός
επιμελητηριακέ	adj	κλητική ενικού του επιμελητηριακός
επιμελητηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελητηριακή
επιμελητηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμελητηριακός
επιμελητηριακής	adj	γενική ενικού του επιμελητηριακή
επιμελητηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμελητηριακός
επιμελητηριακού	adj	γενική ενικού του επιμελητηριακός
επιμελητηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιμελητηριακός
επιμελητηριακό	adj	αιτιατική ενικού του επιμελητηριακός
επιμελητηριακός	adj	που έχει σχέση με το επιμελητήριο ή αναφέρεται σ’ αυτό
επιμελητηριακών	adj	γενική πληθυντικού του επιμελητηριακός
επιμελητριών	noun	γενική πληθυντικού του επιμελήτρια
επιμελητών	noun	γενική πληθυντικού του επιμελητής
επιμελούμαι	verb	φροντίζω, ασχολούμαι με κάτι φροντίζοντας για όλες τις σχετικές λεπτομέρειες
επιμελούμασταν	=	επιμελούμαι
επιμελούμαστε	=	επιμελούμαι
επιμελούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελούμενο
επιμελούμενε	verb	κλητική ενικού του επιμελούμενος
επιμελούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμελούμενη
επιμελούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμελούμενος
επιμελούμενης	verb	γενική ενικού του επιμελούμενη
επιμελούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιμελούμενος
επιμελούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμελούμενος
επιμελούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιμελούμαι
επιμελούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμελούμενος
επιμελούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμελούμενος
επιμελούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμελούμενος
επιμελούμουν	=	επιμελούμαι
επιμελούνται	=	επιμελούμαι
επιμελούνταν	=	επιμελούμαι
επιμελούς	adj	γενική ενικού του επιμελής
επιμελούσασταν	=	επιμελούμαι
επιμελούσαστε	=	επιμελούμαι
επιμελούσουν	=	επιμελούμαι
επιμελών	adj	γενική πληθυντικού του επιμελής
επιμελώς	adv	με επιμέλεια, με μεγάλη προσοχή, ενδιαφέρον και συνεχή φροντίδα
επιμενουσών	=	επιμένων
επιμενούσης	=	επιμένων
επιμενόντων	=	επιμένων
επιμερίζαμε	=	επιμερίζω
επιμερίζαν	=	επιμερίζω
επιμερίζανε	=	επιμερίζω
επιμερίζατε	=	επιμερίζω
επιμερίζει	=	επιμερίζω
επιμερίζεις	=	επιμερίζω
επιμερίζεσαι	=	επιμερίζω
επιμερίζεστε	=	επιμερίζω
επιμερίζεται	=	επιμερίζω
επιμερίζετε	=	επιμερίζω
επιμερίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιμερίζω
επιμερίζονται	=	επιμερίζω
επιμερίζονταν	=	επιμερίζω
επιμερίζοντας	=	επιμερίζω
επιμερίζουμε	=	επιμερίζω
επιμερίζουν	=	επιμερίζω
επιμερίζουνε	=	επιμερίζω
επιμερίζω	verb	κατανέμω κάτι σε μερίδια
επιμερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίσαν	=	επιμερίζω
επιμερίσανε	=	επιμερίζω
επιμερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίσου	=	επιμερίζω
επιμερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμερίστε	=	επιμερίζω
επιμερίστηκα	=	επιμερίζω
επιμερίστηκαν	=	επιμερίζω
επιμερίστηκε	=	επιμερίζω
επιμερίστηκες	=	επιμερίζω
επιμερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμερίζω
επιμεριζόμασταν	=	επιμερίζω
επιμεριζόμαστε	=	επιμερίζω
επιμεριζόμουν	=	επιμερίζω
επιμεριζόμουνα	=	επιμερίζω
επιμεριζόντουσαν	=	επιμερίζω
επιμεριζόσασταν	=	επιμερίζω
επιμεριζόσαστε	=	επιμερίζω
επιμεριζόσουν	=	επιμερίζω
επιμεριζόσουνα	=	επιμερίζω
επιμεριζόταν	=	επιμερίζω
επιμεριζότανε	=	επιμερίζω
επιμερισμέ	noun	κλητική ενικού του επιμερισμός
επιμερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμερισμένο
επιμερισμένε	verb	κλητική ενικού του επιμερισμένος
επιμερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμερισμένη
επιμερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμερισμένος
επιμερισμένης	verb	γενική ενικού του επιμερισμένη
επιμερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμερισμένος
επιμερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμερισμένος
επιμερισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιμερίζω
επιμερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμερισμένος
επιμερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμερισμένος
επιμερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμερισμένος
επιμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμερισμός
επιμερισμού	noun	γενική ενικού του επιμερισμός
επιμερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιμερισμός
επιμερισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιμερισμός
επιμερισμός	noun	ο χωρισμός ενός ποσού ή αφηρημένου πράγματος σε μερίδια και η κατανομή τους
επιμερισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιμερισμός
επιμεριστήκαμε	=	επιμερίζω
επιμεριστήκαν	=	επιμερίζω
επιμεριστήκανε	=	επιμερίζω
επιμεριστήκατε	=	επιμερίζω
επιμεριστεί	=	επιμερίζω
επιμεριστείτε	=	επιμερίζω
επιμεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμεριστικό
επιμεριστικέ	adj	κλητική ενικού του επιμεριστικός
επιμεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμεριστική
επιμεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμεριστικός
επιμεριστικής	adj	γενική ενικού του επιμεριστική
επιμεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμεριστικός
επιμεριστικού	adj	γενική ενικού του επιμεριστικός
επιμεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιμεριστικός
επιμεριστικό	=	επιμεριστικός
επιμεριστικός	adj	που έχει σχέση με τον επιμερισμό ή τον δηλώνει
επιμεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του επιμεριστικός
επιμετάλλωνα	=	επιμεταλλώνω
επιμετάλλωναν	=	επιμεταλλώνω
επιμετάλλωνε	=	επιμεταλλώνω
επιμετάλλωνες	=	επιμεταλλώνω
επιμετάλλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμετάλλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμετάλλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμετάλλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμετάλλωση	noun	διεργασία με την οποία επενδύεται κάποιο αντικείμενο με λεπτό στρώμα μετάλλου συνήθως μέσω ηλεκτρόλυσης
επιμετάλλωσης	noun	γενική ενικού του επιμετάλλωση
επιμεταλλωθήκαμε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωθήκαν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωθήκανε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωθήκατε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωθεί	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωθείτε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμεταλλωμένο
επιμεταλλωμένε	verb	κλητική ενικού του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμεταλλωμένη
επιμεταλλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωμένης	verb	γενική ενικού του επιμεταλλωμένη
επιμεταλλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωμένος	verb	που έχει επιστρωθεί με μέταλλο
επιμεταλλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμεταλλωμένος
επιμεταλλωνόμασταν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόμαστε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόμουν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόμουνα	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόντουσαν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόσασταν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόσαστε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόσουν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόσουνα	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνόταν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωνότανε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλωτές	=	επιμεταλλωτής
επιμεταλλωτή	=	επιμεταλλωτής
επιμεταλλωτήρια	=	επιμεταλλωτήριο
επιμεταλλωτήριο	noun	εργοστάσιο όπου γίνεται επιμετάλλωση αντικειμένων
επιμεταλλωτήριου	=	επιμεταλλωτήριο
επιμεταλλωτής	noun	αυτός που επιμεταλλώνει
επιμεταλλωτηρίου	=	επιμεταλλωτήριο
επιμεταλλωτηρίων	=	επιμεταλλωτήριο
επιμεταλλωτών	=	επιμεταλλωτής
επιμεταλλώθηκα	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώθηκαν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώθηκε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώθηκες	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώναμε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώναν	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνανε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνατε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνει	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνεις	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνεσαι	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώνεστε	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώνεται	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώνετε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνονται	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώνονταν	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώνοντας	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνου	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώνουμε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνουν	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνουνε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώνω	verb	καλύπτω την επιφάνεια αντικειμένου με στρώμα μετάλλου
επιμεταλλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσαν	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσανε	=	επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμετάλλωση
επιμεταλλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιμετάλλωση
επιμεταλλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιμετάλλωση
επιμεταλλώσου	=	επιμεταλλώνομαι
επιμεταλλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμεταλλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμεταλλώνω
επιμετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήσαν	=	επιμετρώ
επιμετρήσανε	=	επιμετρώ
επιμετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμέτρηση
επιμετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιμέτρηση
επιμετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιμέτρηση
επιμετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμετρώ
επιμετρεί	=	επιμετρώ
επιμετρείς	=	επιμετρώ
επιμετρείτε	=	επιμετρώ
επιμετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμετρημένο
επιμετρημένε	verb	κλητική ενικού του επιμετρημένος
επιμετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμετρημένη
επιμετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμετρημένος
επιμετρημένης	verb	γενική ενικού του επιμετρημένη
επιμετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμετρημένος
επιμετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμετρημένος
επιμετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμετρημένος
επιμετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμετρημένος
επιμετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμετρημένος
επιμετρητές	=	επιμετρητής
επιμετρητή	=	επιμετρητής
επιμετρητής	noun	αυτός που πραγματοποιεί επιμέτρηση
επιμετρητών	=	επιμετρητής
επιμετρούμε	=	επιμετρώ
επιμετρούν	=	επιμετρώ
επιμετρούνε	=	επιμετρώ
επιμετρούσα	=	επιμετρώ
επιμετρούσαμε	=	επιμετρώ
επιμετρούσαν	=	επιμετρώ
επιμετρούσανε	=	επιμετρώ
επιμετρούσατε	=	επιμετρώ
επιμετρούσε	=	επιμετρώ
επιμετρούσες	=	επιμετρώ
επιμετρώ	verb	πραγματοποιώ επιμέτρηση
επιμετρώμαι	=	επιμετρώ
επιμετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιμετρώ
επιμηθέα	=	επιμηθέας
επιμηθέας	noun	αυτός που δεν είναι προνοητικός, σαν τον Επιμηθέα
επιμηθέων	=	επιμηθέας
επιμηθέως	=	επιμηθέας
επιμηθείς	=	επιμηθέας
επιμηθειών	=	επιμήθεια
επιμηκυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμηκυμένο
επιμηκυμένε	verb	κλητική ενικού του επιμηκυμένος
επιμηκυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμηκυμένη
επιμηκυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμηκυμένος
επιμηκυμένης	verb	γενική ενικού του επιμηκυμένη
επιμηκυμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμηκυμένος
επιμηκυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμηκυμένος
επιμηκυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιμηκύνω
επιμηκυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμηκυμένος
επιμηκυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμηκυμένος
επιμηκυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμηκυμένος
επιμηκυνθήκαμε	=	επιμηκύνω
επιμηκυνθήκαν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνθήκανε	=	επιμηκύνω
επιμηκυνθήκατε	=	επιμηκύνω
επιμηκυνθεί	=	επιμηκύνω
επιμηκυνθείτε	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόμασταν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόμαστε	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόμουν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόμουνα	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόντουσαν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόσασταν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόσαστε	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόσουν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόσουνα	=	επιμηκύνω
επιμηκυνόταν	=	επιμηκύνω
επιμηκυνότανε	=	επιμηκύνω
επιμηκύναμε	=	επιμηκύνω
επιμηκύναν	=	επιμηκύνω
επιμηκύνανε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνατε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνει	=	επιμηκύνω
επιμηκύνεις	=	επιμηκύνω
επιμηκύνεσαι	=	επιμηκύνω
επιμηκύνεστε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνεται	=	επιμηκύνω
επιμηκύνετε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνθηκα	=	επιμηκύνω
επιμηκύνθηκαν	=	επιμηκύνω
επιμηκύνθηκε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνθηκες	=	επιμηκύνω
επιμηκύνομαι	=	επιμηκύνω
επιμηκύνονται	=	επιμηκύνω
επιμηκύνονταν	=	επιμηκύνω
επιμηκύνοντας	=	επιμηκύνω
επιμηκύνου	=	επιμηκύνω
επιμηκύνουμε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνουν	=	επιμηκύνω
επιμηκύνουνε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμήκυνση
επιμηκύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιμήκυνση
επιμηκύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιμήκυνση
επιμηκύνσου	=	επιμηκύνω
επιμηκύντε	=	επιμηκύνω
επιμηκύνω	verb	αυξάνω το μέγεθος ενός σώματος, το κάνω πιο μακρύ
επιμηρίου	=	επιμήριο
επιμηρίων	=	επιμήριο
επιμιξία	noun	άλλη μορφή του επιμειξία
επιμιξίας	noun	γενική ενικού του επιμιξία
επιμιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμιξία
επιμιξιών	noun	γενική πληθυντικού του επιμιξία
επιμισθίου	noun	γενική ενικού του επιμίσθιο
επιμισθίων	noun	γενική πληθυντικού του επιμίσθιο
επιμνημόσυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμνημόσυνο
επιμνημόσυνε	adj	κλητική ενικού του επιμνημόσυνος
επιμνημόσυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμνημόσυνη
επιμνημόσυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμνημόσυνος
επιμνημόσυνης	adj	γενική ενικού του επιμνημόσυνη
επιμνημόσυνο	adj	αιτιατική ενικού του επιμνημόσυνος
επιμνημόσυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμνημόσυνος
επιμνημόσυνος	adj	που έχει σχέση με το μνημόσυνο ή αναφέρεται σ’ αυτό
επιμνημόσυνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμνημόσυνος
επιμνημόσυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιμνημόσυνος
επιμνημόσυνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμνημόσυνος
επιμολυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμολυσμένο
επιμολυσμένε	verb	κλητική ενικού του επιμολυσμένος
επιμολυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμολυσμένη
επιμολυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμολυσμένος
επιμολυσμένης	verb	γενική ενικού του επιμολυσμένη
επιμολυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμολυσμένος
επιμολυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμολυσμένος
επιμολυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμολυσμένος
επιμολυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμολυσμένος
επιμολυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμολυσμένος
επιμολύνομαι	=	επιμολύνω
επιμολύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμόλυνση
επιμολύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιμόλυνση
επιμολύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιμόλυνση
επιμολύνω	verb	προκαλώ νέα / άλλη μόλυνση
επιμονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμονή
επιμονή	noun	το να επιμένει κάποιος
επιμονής	=	επιμονή
επιμονών	=	επιμονή
επιμορφισμέ	=	επιμορφισμός
επιμορφισμοί	=	επιμορφισμός
επιμορφισμού	=	επιμορφισμός
επιμορφισμούς	=	επιμορφισμός
επιμορφισμό	=	επιμορφισμός
επιμορφισμός	noun	ένας μορφισμός p που για κάθε άλλο ζευγάρι μορφισμών f και g ισχύει: εάν f∘p=g∘p, τότε f = g
επιμορφισμών	=	επιμορφισμός
επιμορφούμενα	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενε	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενες	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενη	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενης	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενο	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενοι	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιμορφούμαι / επιμορφώνομαι
επιμορφούμενου	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενους	=	επιμορφούμενος
επιμορφούμενων	=	επιμορφούμενος
επιμορφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθήκαν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωθήκανε	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμορφωμένο
επιμορφωμένε	verb	κλητική ενικού του επιμορφωμένος
επιμορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμορφωμένη
επιμορφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμορφωμένος
επιμορφωμένης	verb	γενική ενικού του επιμορφωμένη
επιμορφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιμορφωμένος
επιμορφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμορφωμένος
επιμορφωμένος	verb	που έχει επιμορφωθεί, που έχει παρακολουθήσει μια επιμόρφωση
επιμορφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιμορφωμένος
επιμορφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιμορφωμένος
επιμορφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιμορφωμένος
επιμορφωνόμασταν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόμαστε	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόμενα	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενε	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενες	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενη	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενης	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενο	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενοι	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφωνόμενου	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενους	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμενων	=	επιμορφωνόμενος
επιμορφωνόμουν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόμουνα	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόντουσαν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόσασταν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόσαστε	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόσουν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόσουνα	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνόταν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωνότανε	=	επιμορφώνομαι
επιμορφωτές	=	επιμορφωτής
επιμορφωτή	=	επιμορφωτής
επιμορφωτής	noun	κάποιος που συμβάλλει στην επιμόρφωση, που επιμορφώνει
επιμορφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμορφωτικό
επιμορφωτικέ	adj	κλητική ενικού του επιμορφωτικός
επιμορφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμορφωτική
επιμορφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιμορφωτικός
επιμορφωτικής	adj	γενική ενικού του επιμορφωτική
επιμορφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιμορφωτικός
επιμορφωτικού	adj	γενική ενικού του επιμορφωτικός
επιμορφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιμορφωτικός
επιμορφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιμορφωτικός
επιμορφωτικός	adj	που έχει σχέση με επιμόρφωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιμορφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιμορφωτικός
επιμορφωτριών	=	επιμορφώτρια
επιμορφωτών	=	επιμορφωτής
επιμορφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνομαι
επιμορφώναμε	=	επιμορφώνω
επιμορφώναν	=	επιμορφώνω
επιμορφώνανε	=	επιμορφώνω
επιμορφώνατε	=	επιμορφώνω
επιμορφώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιμορφώνω
επιμορφώνεις	=	επιμορφώνω
επιμορφώνεσαι	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώνεστε	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώνεται	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώνετε	=	επιμορφώνω
επιμορφώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώνονται	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώνονταν	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώνοντας	=	επιμορφώνω
επιμορφώνου	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώνουμε	=	επιμορφώνω
επιμορφώνουν	=	επιμορφώνω
επιμορφώνουνε	=	επιμορφώνω
επιμορφώνω	verb	παρέχω σε κάποιον συμπληρωματικές ή επικαιροποιημένες γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να βελτιώσει την επαγγελματική ή επιστημονική του κατάρτιση
επιμορφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώσαν	=	επιμορφώνω
επιμορφώσανε	=	επιμορφώνω
επιμορφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμόρφωση
επιμορφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιμόρφωση
επιμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιμόρφωση
επιμορφώσου	=	επιμορφώνομαι
επιμορφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμορφώτρια	noun	θηλυκό του επιμορφωτής
επιμορφώτριας	=	επιμορφώτρια
επιμορφώτριες	=	επιμορφώτρια
επιμυθίου	noun	γενική ενικού του επιμύθιο
επιμυθίων	noun	γενική πληθυντικού του επιμύθιο
επιμόλυνση	noun	η μόλυνση (πληγής, τροφίμων κλπ) με παθογόνους μικροοργανισμούς από το γειτονικό περιβάλλον
επιμόλυνσης	noun	γενική ενικού του επιμόλυνση
επιμόνως	adv|formal	επίμονα
επιμόρφωνα	=	επιμορφώνω
επιμόρφωναν	=	επιμορφώνω
επιμόρφωνε	=	επιμορφώνω
επιμόρφωνες	=	επιμορφώνω
επιμόρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμόρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμόρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμόρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιμορφώνω
επιμόρφωση	noun	η εκπαιδευτική διαδικασία με την οποία αποκτά κάποιος ενήλικος επιπλέον γνώσεις και δεξιότητες σε ένα αντικείμενο, συχνά σχετικό με το επάγγελμά του
επιμόρφωσης	noun	γενική ενικού του επιμόρφωση
επιμόχθως	adv|dated	επίμοχθα, με μόχθο, επίπονα
επιμύθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιμύθιο
επιμύθιο	noun	φράση στο τελείωμα μιας διήγησης, ηθικό δίδαγμα
επιμύθιου	=	επιμύθιο
επινέμηση	noun|rare	διαμοιρασμός
επινέμησης	noun	γενική ενικού του επινέμηση
επινέμω	verb|rare	διαμοιράζω
επινήια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινήιο
επινήιε	adj	κλητική ενικού του επινήιος
επινήιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινήιη
επινήιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επινήιος
επινήιης	adj	γενική ενικού του επινήιη
επινήιο	adj	αιτιατική ενικού του επινήιος
επινήιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επινήιος
επινήιος	adj	ο ευρισκόμενος πάνω στο πλοίο
επινήιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επινήιος
επινήιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επινήιος
επινήιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επινήιος
επινίκια	noun	οι εκδηλώσεις εορτασμού μιας νίκης
επινίκιας	=	επινίκιος
επινίκιε	=	επινίκιος
επινίκιες	=	επινίκιος
επινίκιια	=	επινίκιος
επινίκιιο	=	επινίκιος
επινίκιο	=	επινίκιος
επινίκιοι	=	επινίκιος
επινίκιος	adj	που συμβαίνει, προκειμένου να εορταστεί μια νίκη
επινίκιου	=	επινίκιος
επινίκιους	=	επινίκιος
επινίκιων	=	επινίκιος
επιναύλου	noun	γενική ενικού του επίναυλος
επιναύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίναυλος
επιναύλων	noun	γενική πληθυντικού του επίναυλος
επινείου	noun	γενική ενικού του επίνειο
επινείων	noun	γενική πληθυντικού του επίνειο
επινεμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινέμηση
επινεμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επινέμηση
επινεμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επινέμηση
επινεμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινεμητικό
επινεμητικέ	adj	κλητική ενικού του επινεμητικός
επινεμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινεμητική
επινεμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επινεμητικός
επινεμητικής	adj	γενική ενικού του επινεμητική
επινεμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επινεμητικός
επινεμητικού	adj	γενική ενικού του επινεμητικός
επινεμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επινεμητικός
επινεμητικό	adj	αιτιατική ενικού του επινεμητικός
επινεμητικός	adj	που έχει σχέση με την επινέμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
επινεμητικών	adj	γενική πληθυντικού του επινεμητικός
επινεφρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινεφρίδιο
επινεφρίδιας	=	επινεφρίδιος
επινεφρίδιε	=	επινεφρίδιος
επινεφρίδιες	=	επινεφρίδιος
επινεφρίδιο	noun	ενδοκρινής αδένας πάνω από το νεφρό, που εκκρίνει ορμόνες οι οποίες ελέγχουν τον καρδιακό ρυθμό, την αρτηριακή πίεση και τον μεταβολισμό
επινεφρίδιοι	=	επινεφρίδιος
επινεφρίδιος	adj	που βρίσκεται πάνω από το νεφρό
επινεφρίδιου	noun	γενική ενικού του επινεφρίδιο
επινεφρίδιους	=	επινεφρίδιος
επινεφρίδιων	noun	γενική πληθυντικού του επινεφρίδιο
επινεφρίνες	=	επινεφρίνη
επινεφρίνη	noun	ορμόνη που εκκρίνεται από τον μυελό των επινεφριδίων και ρυθμίζει την αντίδραση του οργανισμού στο στρες, αυξάνοντας την καρδιακή συχνότητα, τη γλυκόζη του αίματος και τη διαστολή των βρόγχων
επινεφρίνης	noun	γενική ενικού του επινεφρίνη
επινεφριδίνες	=	επινεφριδίνη
επινεφριδίνη	noun	άλλη μορφή του επινεφρίνη
επινεφριδίνης	=	επινεφριδίνη
επινεφριδιακός	adj	που έχει σχέση με τα επινεφρίδια ή αναφέρεται σʼ αυτά
επινεφριδικός	adj	που έχει σχέση με τα επινεφρίδια ή αναφέρεται σʼ αυτά
επινεφριδινών	=	επινεφριδίνη
επινεφρινών	=	επινεφρίνη
επινεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίνευση
επινεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίνευση
επινεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίνευση
επινεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινεύω
επινεύω	verb|archaic	κουνώντας το κεφάλι συναινώ ή συμφωνώ
επινικέλωνα	=	επινικελώνω
επινικέλωναν	=	επινικελώνω
επινικέλωνε	=	επινικελώνω
επινικέλωνες	=	επινικελώνω
επινικέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικέλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επινικελώνω
επινικέλωσης	noun	γενική ενικού του επινικέλωση
επινικίων	=	επινίκια
επινικελωθήκαμε	=	επινικελώνω
επινικελωθήκαν	=	επινικελώνω
επινικελωθήκανε	=	επινικελώνω
επινικελωθήκατε	=	επινικελώνω
επινικελωθεί	=	επινικελώνω
επινικελωθείτε	=	επινικελώνω
επινικελωμένα	=	επινικελωμένος
επινικελωμένε	=	επινικελωμένος
επινικελωμένες	=	επινικελωμένος
επινικελωμένη	=	επινικελωμένος
επινικελωμένης	=	επινικελωμένος
επινικελωμένο	=	επινικελωμένος
επινικελωμένοι	=	επινικελωμένος
επινικελωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επινικελώνω
επινικελωμένου	=	επινικελωμένος
επινικελωμένους	=	επινικελωμένος
επινικελωμένων	=	επινικελωμένος
επινικελωνόμασταν	=	επινικελώνω
επινικελωνόμαστε	=	επινικελώνω
επινικελωνόμουν	=	επινικελώνω
επινικελωνόμουνα	=	επινικελώνω
επινικελωνόντουσαν	=	επινικελώνω
επινικελωνόσασταν	=	επινικελώνω
επινικελωνόσαστε	=	επινικελώνω
επινικελωνόσουν	=	επινικελώνω
επινικελωνόσουνα	=	επινικελώνω
επινικελωνόταν	=	επινικελώνω
επινικελωνότανε	=	επινικελώνω
επινικελώθηκα	=	επινικελώνω
επινικελώθηκαν	=	επινικελώνω
επινικελώθηκε	=	επινικελώνω
επινικελώθηκες	=	επινικελώνω
επινικελώναμε	=	επινικελώνω
επινικελώναν	=	επινικελώνω
επινικελώνανε	=	επινικελώνω
επινικελώνατε	=	επινικελώνω
επινικελώνει	=	επινικελώνω
επινικελώνεις	=	επινικελώνω
επινικελώνεσαι	=	επινικελώνω
επινικελώνεστε	=	επινικελώνω
επινικελώνεται	=	επινικελώνω
επινικελώνετε	=	επινικελώνω
επινικελώνομαι	=	επινικελώνω
επινικελώνονται	=	επινικελώνω
επινικελώνονταν	=	επινικελώνω
επινικελώνοντας	=	επινικελώνω
επινικελώνουμε	=	επινικελώνω
επινικελώνουν	=	επινικελώνω
επινικελώνουνε	=	επινικελώνω
επινικελώνω	verb	καλύπτω με στρώση νικελίου, με ηλεκτρολυτική μέθοδο
επινικελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώσαν	=	επινικελώνω
επινικελώσανε	=	επινικελώνω
επινικελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινικέλωση
επινικελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επινικέλωση
επινικελώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επινικέλωση
επινικελώσου	=	επινικελώνω
επινικελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινικελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινικελώνω
επινοήθηκα	=	επινοούμαι
επινοήθηκαν	=	επινοούμαι
επινοήθηκε	=	επινοούμαι
επινοήθηκες	=	επινοούμαι
επινοήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινόημα
επινοήματος	noun	γενική ενικού του επινόημα
επινοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσαν	=	επινοώ
επινοήσανε	=	επινοώ
επινοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινοώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινόηση
επινοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επινόηση
επινοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επινόηση
επινοήσου	=	επινοούμαι
επινοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσουνε	=	επινοώ
επινοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινοήτρια	noun	θηλυκό του επινοητής
επινοήτριας	noun	γενική ενικού του επινοήτρια
επινοήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινοήτρια
επινοεί	=	επινοώ
επινοείς	=	επινοώ
επινοείσαι	=	επινοούμαι
επινοείστε	=	επινοούμαι
επινοείται	=	επινοούμαι
επινοείτε	=	επινοώ
επινοείτο	=	επινοώ
επινοηθήκαμε	=	επινοούμαι
επινοηθήκαν	=	επινοούμαι
επινοηθήκανε	=	επινοούμαι
επινοηθήκατε	=	επινοούμαι
επινοηθεί	=	επινοούμαι
επινοηθείς	=	επινοώ
επινοηθείτε	=	επινοούμαι
επινοηθούμε	=	επινοώ
επινοηθούν	=	επινοώ
επινοηθούνε	=	επινοώ
επινοηθώ	=	επινοώ
επινοημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επινόημα
επινοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινοημένο
επινοημένε	verb	κλητική ενικού του επινοημένος
επινοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινοημένη
επινοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επινοημένος
επινοημένης	verb	γενική ενικού του επινοημένη
επινοημένο	verb	αιτιατική ενικού του επινοημένος
επινοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επινοημένος
επινοημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επινοώ
επινοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επινοημένος
επινοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επινοημένος
επινοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επινοημένος
επινοητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινοητής
επινοητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επινοητής
επινοητής	noun	αυτός που επινοεί ή επινόησε, ο εφευρέτης
επινοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επινοητικός	adv	με επινοητικό τρόπο, με επινοητικότητα
επινοητικέ	adj	κλητική ενικού του επινοητικός
επινοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινοητική
επινοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επινοητικός
επινοητικής	adj	γενική ενικού του επινοητική
επινοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επινοητικός
επινοητικοτήτων	=	επινοητικότητα
επινοητικού	adj	γενική ενικού του επινοητικός
επινοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επινοητικός
επινοητικό	adj	αιτιατική ενικού του επινοητικός
επινοητικός	adj	που επινοεί κάτι (εύκολα)
επινοητικότητα	noun	η ιδιότητα ή η ικανότητα του επινοητικού
επινοητικότητας	noun	γενική ενικού του επινοητικότητα
επινοητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επινοητικότητα
επινοητικών	adj	γενική πληθυντικού του επινοητικός
επινοητικώς	adv|dated	επινοητικά
επινοητριών	noun	γενική πληθυντικού του επινοήτρια
επινοητών	noun	γενική πληθυντικού του επινοητής
επινοικίαση	noun	άλλη μορφή του υπενοικίαση
επινοικίασης	=	επινοικίαση
επινοικιάσεις	=	επινοικίαση
επινοικιάσεων	=	επινοικίαση
επινοούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επινοώ
επινοούμασταν	=	επινοούμαι
επινοούμαστε	=	επινοούμαι
επινοούμε	=	επινοώ
επινοούμενος	=	επινοώ
επινοούμουν	=	επινοούμαι
επινοούμουνα	=	επινοώ
επινοούν	=	επινοώ
επινοούνε	=	επινοώ
επινοούνται	=	επινοούμαι
επινοούνταν	=	επινοούμαι
επινοούντο	=	επινοώ
επινοούσα	=	επινοώ
επινοούσαμε	=	επινοώ
επινοούσαν	=	επινοώ
επινοούσανε	=	επινοώ
επινοούσασταν	=	επινοούμαι
επινοούσαστε	=	επινοούμαι
επινοούσατε	=	επινοώ
επινοούσε	=	επινοώ
επινοούσες	=	επινοώ
επινοούσουν	=	επινοούμαι
επινοούσουνα	=	επινοώ
επινοώ	verb	σκέφτομαι κάτι καινούργιο για την εμπειρία μου
επινοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επινοώ
επινόει	=	επινοώ
επινόημα	noun	το αποτέλεσμα του επινοώ
επινόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επινοώ
επινόηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επινοώ
επινόησης	noun	γενική ενικού του επινόηση
επιορκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιορκία	noun	το να καταπατήσει κάποιος μια υπόσχεση που έδωσε με όρκο
επιορκίας	noun	γενική ενικού του επιορκία
επιορκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιορκία
επιορκιών	noun	γενική πληθυντικού του επιορκία
επιορκώ	verb	καταπατώ τον όρκο μου, γίνομαι επίορκος
επιουσών	noun	γενική πληθυντικού του επιούσα
επιούσα	noun	η επόμενη μέρα
επιούσας	noun	γενική ενικού του επιούσα
επιούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιούσα
επιούσης	=	επιών
επιούσιια	=	επιούσιος
επιούσιιο	=	επιούσιος
επιούσιος	noun	τα απαραίτητα για την επιβίωση, τα προς το ζην	adj	καθημερινός, που αντιστοιχεί στην κάθε ημέρα
επιπάγου	noun	γενική ενικού του επίπαγος
επιπάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίπαγος
επιπάγων	noun	γενική πληθυντικού του επίπαγος
επιπάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπαση
επιπάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίπαση
επιπάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίπαση
επιπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπασμα
επιπάσματος	noun	γενική ενικού του επίπασμα
επιπάσσω	verb|formal	πασπαλίζω
επιπέδου	noun	γενική ενικού του επίπεδο
επιπέδων	noun	γενική πληθυντικού του επίπεδο
επιπέδωση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιπεδώνω
επιπέδωσης	noun	γενική ενικού του επιπέδωση
επιπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπίπτω
επιπίπτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιπίπτω
επιπίπτω	verb	πέφτω πάνω σε κάποιον/κάτι με δύναμη, κυρίως κινούμενος απειλητικά ή εχθρικά εναντίον του.
επιπαγής	adj|formal	ολοκληρωμένος, σταθερός, παγιωμένος
επιπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίπασμα
επιπεδογράφε	=	επιπεδογράφος
επιπεδογράφο	=	επιπεδογράφος
επιπεδογράφοι	=	επιπεδογράφος
επιπεδογράφος	noun	που ασχολείται με την επιπεδογραφία
επιπεδογράφου	=	επιπεδογράφος
επιπεδογράφους	=	επιπεδογράφος
επιπεδογράφων	=	επιπεδογράφος
επιπεδογραφία	noun	χαρτογραφική απεικόνιση ενός σφαιρικού σώματος σε επίπεδο
επιπεδογραφίας	noun	γενική ενικού του επιπεδογραφία
επιπεδογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδογραφία
επιπεδογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδογραφικό
επιπεδογραφικέ	adj	κλητική ενικού του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδογραφική
επιπεδογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφικής	adj	γενική ενικού του επιπεδογραφική
επιπεδογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφικού	adj	γενική ενικού του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφικός	adj	που έχει σχέση με την επιπεδογραφία ή τον επιπεδογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
επιπεδογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του επιπεδογραφικός
επιπεδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του επιπεδογραφία
επιπεδομετρία	noun	γεωμετρικός κλάδος που αφορά τα επίπεδα σχήματα
επιπεδομετρίας	noun	γενική ενικού του επιπεδομετρία
επιπεδομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδομετρία
επιπεδομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδομετρικό
επιπεδομετρικέ	adj	κλητική ενικού του επιπεδομετρικός
επιπεδομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδομετρική
επιπεδομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπεδομετρικός
επιπεδομετρικής	adj	γενική ενικού του επιπεδομετρική
επιπεδομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπεδομετρικός
επιπεδομετρικού	adj	γενική ενικού του επιπεδομετρικός
επιπεδομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιπεδομετρικός
επιπεδομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του επιπεδομετρικός
επιπεδομετρικός	adj	ο σχετικός με την επιπεδομετρία
επιπεδομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του επιπεδομετρικός
επιπεδομετριών	noun	γενική πληθυντικού του επιπεδομετρία
επιπεδοποίηση	noun	μετατρέπω κάτι σε επίπεδο
επιπεδοποίησης	=	επιπεδοποίηση
επιπεδοποιήσεις	=	επιπεδοποίηση
επιπεδοποιήσεων	=	επιπεδοποίηση
επιπεδοτήτων	=	επιπεδότητα
επιπεδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδωμένο
επιπεδωμένε	verb	κλητική ενικού του επιπεδωμένος
επιπεδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδωμένη
επιπεδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπεδωμένος
επιπεδωμένης	verb	γενική ενικού του επιπεδωμένη
επιπεδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιπεδωμένος
επιπεδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπεδωμένος
επιπεδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιπεδώνω
επιπεδωμένου	=	επιπεδωμένος
επιπεδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιπεδωμένος
επιπεδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιπεδωμένος
επιπεδόκοιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδόκοιλο
επιπεδόκοιλε	adj	κλητική ενικού του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκοιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδόκοιλη
επιπεδόκοιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκοιλης	adj	γενική ενικού του επιπεδόκοιλη
επιπεδόκοιλο	adj	αιτιατική ενικού του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκοιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκοιλος	adj	που έχει μια επιφάνεια επίπεδη και την άλλη κοίλη
επιπεδόκοιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκοιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκοιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιπεδόκοιλος
επιπεδόκυρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδόκυρτο
επιπεδόκυρτε	adj	κλητική ενικού του επιπεδόκυρτος
επιπεδόκυρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπεδόκυρτη
επιπεδόκυρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπεδόκυρτος
επιπεδόκυρτης	adj	γενική ενικού του επιπεδόκυρτη
επιπεδόκυρτο	adj	αιτιατική ενικού του επιπεδόκυρτος
επιπεδόκυρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπεδόκυρτος
επιπεδόκυρτος	adj	που έχει μια επιφάνεια επίπεδη και την άλλη κυρτή
επιπεδόκυρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιπεδόκυρτος
επιπεδόκυρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιπεδόκυρτος
επιπεδόκυρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιπεδόκυρτος
επιπεδότητα	noun	η ιδιότητα του επίπεδου
επιπεδότητας	=	επιπεδότητα
επιπεδότητες	=	επιπεδότητα
επιπεδώνω	verb|rare	κάνω κάτι επίπεδο
επιπεδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπέδωση
επιπεδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιπέδωση
επιπεδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιπέδωση
επιπελαγικά	=	επιπελαγικός
επιπελαγικέ	=	επιπελαγικός
επιπελαγικές	=	επιπελαγικός
επιπελαγική	=	επιπελαγικός
επιπελαγικής	=	επιπελαγικός
επιπελαγικοί	=	επιπελαγικός
επιπελαγικού	=	επιπελαγικός
επιπελαγικούς	=	επιπελαγικός
επιπελαγικό	=	επιπελαγικός
επιπελαγικός	adj	σχετικός με τα ανώτερα βάθη της θάλασσας, επιπελαγική ζώνη θεωρείται η ζώνη από την επιφάνεια μέχρι το βάθος των 200 μέτρων
επιπελαγικών	=	επιπελαγικός
επιπεφυκίτιδα	noun	λοίμωξη του επιπεφυκότος του ματιού που οφείλεται σε αλλεργίες ή άλλες λοιμώξεις
επιπεφυκίτιδας	=	επιπεφυκίτιδα
επιπεφυκίτιδες	=	επιπεφυκίτιδα
επιπεφυκίτιδων	=	επιπεφυκίτιδα
επιπεφυκότα	=	επιπεφυκότας
επιπεφυκότας	noun	άλλη μορφή του επιπεφυκώς
επιπεφυκότες	=	επιπεφυκότας
επιπεφυκότων	=	επιπεφυκότας
επιπεφυκώς	noun	μυκώδης υμένας που ενώνει τον βολβό του ματιού με τα βλέφαρα
επιπλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιπλάς
επιπλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλάς
επιπλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλάδικο
επιπλάδικο	noun	επιπλοποιείο
επιπλάδικου	noun	γενική ενικού του επιπλάδικο
επιπλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του επιπλάδικο
επιπλάδων	noun	γενική πληθυντικού του επιπλάς
επιπλάς	noun	επιπλοποιός
επιπλάστως	adv|archaic	με επίπλαστο τρόπο
επιπλέαμε	=	επιπλέω
επιπλέαν	=	επιπλέω
επιπλέανε	=	επιπλέω
επιπλέατε	=	επιπλέω
επιπλέει	=	επιπλέω
επιπλέεις	=	επιπλέω
επιπλέετε	=	επιπλέω
επιπλέομε	=	επιπλέω
επιπλέον	adv	εκτός αυτού, επίσης, από πάνω	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επιπλέων
επιπλέοντα	=	επιπλέων
επιπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιπλέω
επιπλέοντες	=	επιπλέων
επιπλέοντος	=	επιπλέων
επιπλέουμε	=	επιπλέω
επιπλέουν	=	επιπλέω
επιπλέουνε	=	επιπλέω
επιπλέουσα	=	επιπλέων
επιπλέουσας	=	επιπλέων
επιπλέουσες	=	επιπλέων
επιπλέω	verb	παραμένω στην επιφάνεια ενός υγρού
επιπλέων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιπλέω: που επιπλέει, που έχει την ικανότητα να επιπλέει
επιπλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξαν	=	επιπλήττω
επιπλήξανε	=	επιπλήττω
επιπλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπληξη
επιπλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίπληξη
επιπλήξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίπληξη
επιπλήξου	=	επιπλήττω
επιπλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλήττω
επιπλήτταμε	=	επιπλήττω
επιπλήτταν	=	επιπλήττω
επιπλήττανε	=	επιπλήττω
επιπλήττατε	=	επιπλήττω
επιπλήττει	=	επιπλήττω
επιπλήττεις	=	επιπλήττω
επιπλήττεσαι	=	επιπλήττω
επιπλήττεστε	=	επιπλήττω
επιπλήττεται	=	επιπλήττω
επιπλήττετε	=	επιπλήττω
επιπλήττομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιπλήττω
επιπλήττονται	=	επιπλήττω
επιπλήττονταν	=	επιπλήττω
επιπλήττοντας	=	επιπλήττω
επιπλήττουμε	=	επιπλήττω
επιπλήττουν	=	επιπλήττω
επιπλήττουνε	=	επιπλήττω
επιπλήττω	verb	μαλώνω κάποιον, του κάνω παρατήρηση με αυστηρότητα
επιπλήχθηκα	=	επιπλήττω
επιπλήχθηκαν	=	επιπλήττω
επιπλήχθηκε	=	επιπλήττω
επιπλήχθηκες	=	επιπλήττω
επιπλεουσών	=	επιπλέων
επιπλεούσης	=	επιπλέων
επιπλεόντων	=	επιπλέων
επιπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσαν	=	επιπλέω
επιπλεύσανε	=	επέπλευσαν
επιπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπλευση
επιπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίπλευση
επιπλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίπλευση
επιπλεύσομε	=	επιπλέω
επιπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσουνε	=	επιπλέω
επιπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλέω
επιπληγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπληγμένο
επιπληγμένε	verb	κλητική ενικού του επιπληγμένος
επιπληγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπληγμένη
επιπληγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπληγμένος
επιπληγμένης	verb	γενική ενικού του επιπληγμένη
επιπληγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιπληγμένος
επιπληγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπληγμένος
επιπληγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επιπλήττω
επιπληγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιπληγμένος
επιπληγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιπληγμένος
επιπληγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιπληγμένος
επιπληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπληκτικό
επιπληκτικέ	adj	κλητική ενικού του επιπληκτικός
επιπληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπληκτική
επιπληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπληκτικός
επιπληκτικής	adj	γενική ενικού του επιπληκτική
επιπληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπληκτικός
επιπληκτικού	adj	γενική ενικού του επιπληκτικός
επιπληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιπληκτικός
επιπληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιπληκτικός
επιπληκτικός	adj	που έχει σχέση με την επίπληξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιπληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιπληκτικός
επιπληττόμασταν	=	επιπλήττω
επιπληττόμαστε	=	επιπλήττω
επιπληττόμουν	=	επιπλήττω
επιπληττόμουνα	=	επιπλήττω
επιπληττόντουσαν	=	επιπλήττω
επιπληττόσασταν	=	επιπλήττω
επιπληττόσαστε	=	επιπλήττω
επιπληττόσουν	=	επιπλήττω
επιπληττόσουνα	=	επιπλήττω
επιπληττόταν	=	επιπλήττω
επιπληττότανε	=	επιπλήττω
επιπληχθήκαμε	=	επιπλήττω
επιπληχθήκαν	=	επιπλήττω
επιπληχθήκανε	=	επιπλήττω
επιπληχθήκατε	=	επιπλήττω
επιπληχθεί	=	επιπλήττω
επιπληχθείτε	=	επιπλήττω
επιπλοβιομηχανία	noun	βιομηχανία επίπλων
επιπλοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του επιπλοβιομηχανία
επιπλοβιομηχανίες	=	επιπλοβιομηχανία
επιπλοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του επιπλοβιομηχανία
επιπλοκές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλοκή
επιπλοκή	noun	πρόσθετη παθολογική κατάσταση ή δυσλειτουργία που εμφανίζεται κατά την εξέλιξη της ασθένειας ενός ασθενή
επιπλοκής	=	επιπλοκή
επιπλοκών	=	επιπλοκή
επιπλοποιέ	noun	κλητική ενικού του επιπλοποιός
επιπλοποιία	noun	η τέχνη του επιπλοποιού
επιπλοποιίας	noun	γενική ενικού του επιπλοποιία
επιπλοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλοποιία
επιπλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλοποιείο
επιπλοποιείο	noun	τόπος (πχ. εργαστήριο / εργοστάσιο) όπου φτιάχνονται έπιπλα
επιπλοποιείου	noun	γενική ενικού του επιπλοποιείο
επιπλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του επιπλοποιείο
επιπλοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπλοποιός
επιπλοποιού	noun	γενική ενικού του επιπλοποιός
επιπλοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιπλοποιός
επιπλοποιό	noun	αιτιατική ενικού του επιπλοποιός
επιπλοποιός	noun	αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την κατασκευή επίπλων
επιπλοποιών	noun	γενική πληθυντικού του επιπλοποιός
επιπλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπλώνομαι
επιπλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνομαι
επιπλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνομαι
επιπλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνομαι
επιπλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνομαι
επιπλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνομαι
επιπλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλωμένο
επιπλωμένε	verb	κλητική ενικού του επιπλωμένος
επιπλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπλωμένη
επιπλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπλωμένος
επιπλωμένης	verb	γενική ενικού του επιπλωμένη
επιπλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιπλωμένος
επιπλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπλωμένος
επιπλωμένος	verb	που έχει επιπλωθεί, που έχει έπιπλα
επιπλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιπλωμένος
επιπλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιπλωμένος
επιπλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιπλωμένος
επιπλόο	noun	πτυχή του περιτόναιου
επιπλώναμε	=	επιπλώνω
επιπλώναν	=	επιπλώνω
επιπλώνανε	=	επιπλώνω
επιπλώνατε	=	επιπλώνω
επιπλώνει	=	επιπλώνω
επιπλώνεις	=	επιπλώνω
επιπλώνετε	=	επιπλώνω
επιπλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιπλώνω
επιπλώνοντας	=	επιπλώνω
επιπλώνουμε	=	επιπλώνω
επιπλώνουν	=	επιπλώνω
επιπλώνουνε	=	επιπλώνω
επιπλώνω	verb	εφοδιάζω με έπιπλα, βάζω έπιπλα σε ένα χώρο
επιπλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώσαν	=	επιπλώνω
επιπλώσανε	=	επιπλώνω
επιπλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπλωση
επιπλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίπλωση
επιπλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίπλωση
επιπλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπλώνω
επιπνοιών	noun	γενική πληθυντικού του επίπνοια
επιπολάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιπολάζω
επιπολάζω	verb	επιπλέω
επιπολάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιπόλαση
επιπολάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιπόλαση
επιπολάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπολαίως	adv|dated	επιπόλαια
επιπολαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του επιπολαιότητα
επιπολαιότητα	noun	η ιδιότητα του επιπόλαιου, το να ενεργεί κανείς χωρίς σκέψη
επιπολαιότητας	noun	γενική ενικού του επιπολαιότητα
επιπολαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπολαιότητα
επιπολασμέ	noun	κλητική ενικού του επιπολασμός
επιπολασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπολασμός
επιπολασμού	noun	γενική ενικού του επιπολασμός
επιπολασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιπολασμός
επιπολασμό	noun	αιτιατική ενικού του επιπολασμός
επιπολασμός	noun	η επίπλευση
επιπολασμών	noun	γενική πληθυντικού του επιπολασμός
επιπολιτισμέ	=	επιπολιτισμός
επιπολιτισμικά	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικέ	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικές	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμική	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικής	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικοί	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικού	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικούς	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικό	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμικός	adj	που έχει σχέση με τον επιπολιτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επιπολιτισμικών	=	επιπολιτισμικός
επιπολιτισμοί	=	επιπολιτισμός
επιπολιτισμού	=	επιπολιτισμός
επιπολιτισμούς	=	επιπολιτισμός
επιπολιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιπολιτισμός
επιπολιτισμός	noun|formal	η διαδικασία (που αφορά μετανάστες ή επήλυδες) υιοθέτησης πολιτισμικών στοιχείων από τον πολιτισμό της κοινωνίας η οποία τους υποδέχεται ή τους ενσωματώνει
επιπολιτισμών	=	επιπολιτισμός
επιπραγματικοτήτων	=	επιπραγματικότητα
επιπραγματικοτητών	noun	γενική πληθυντικού του επιπραγματικότητα
επιπραγματικότητα	noun	η συμβολή της σύγχρονης τεχνολογίας και οι αυξημένες δυνατότητες και πληροφορίες που προσφέρονται κατά τη θέαση του πραγματικού κόσμου και την περιήγηση σ’ αυτόν
επιπραγματικότητας	noun	γενική ενικού του επιπραγματικότητα
επιπραγματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπραγματικότητα
επιπροσθέτως	adv|formal	μονοτονική γραφή του ἐπιπροσθέτως: επιπρόσθετα
επιπρόσθετα	adv	πρόσθετα σε κάτι στο οποίο έχουμε προσθέσει ήδη κάτι άλλο, επιπλέον
επιπρόσθετε	adj	κλητική ενικού του επιπρόσθετος
επιπρόσθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπρόσθετη
επιπρόσθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπρόσθετος
επιπρόσθετης	adj	γενική ενικού του επιπρόσθετη
επιπρόσθετο	adj	αιτιατική ενικού του επιπρόσθετος
επιπρόσθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπρόσθετος
επιπρόσθετος	adj	που προστίθεται επιπλέον
επιπρόσθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιπρόσθετος
επιπρόσθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιπρόσθετος
επιπρόσθετων	adj	γενική πληθυντικού του επιπρόσθετος
επιπτερύγια	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιας	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιε	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιες	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιο	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιοι	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει πάνω από το φτερό (ή στο φτερό) ενός αεροσκάφους
επιπτερύγιου	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιους	=	επιπτερύγιος
επιπτερύγιων	=	επιπτερύγιος
επιπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίπτωση
επιπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίπτωση
επιπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίπτωση
επιπυραγέ	=	επιπυραγός
επιπυραγοί	=	επιπυραγός
επιπυραγού	=	επιπυραγός
επιπυραγούς	=	επιπυραγός
επιπυραγό	=	επιπυραγός
επιπυραγός	noun	ο χαμηλότερος βαθμός ανώτερου αξιωματικού στην πυροσβεστική υπηρεσία, που αντιστοιχεί στον ταγματάρχη του στρατού
επιπυραγών	=	επιπυραγός
επιπωμάτιζα	=	επιπωματίζω
επιπωμάτιζαν	=	επιπωματίζω
επιπωμάτιζε	=	επιπωματίζω
επιπωμάτιζες	=	επιπωματίζω
επιπωμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωμάτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιπωματίζω
επιπωμάτισης	noun	γενική ενικού του επιπωμάτιση
επιπωμάτωση	noun|rare	άλλη μορφή του επιπωμάτιση
επιπωματίζαμε	=	επιπωματίζω
επιπωματίζαν	=	επιπωματίζω
επιπωματίζανε	=	επιπωματίζω
επιπωματίζατε	=	επιπωματίζω
επιπωματίζει	=	επιπωματίζω
επιπωματίζεις	=	επιπωματίζω
επιπωματίζετε	=	επιπωματίζω
επιπωματίζοντας	=	επιπωματίζω
επιπωματίζουμε	=	επιπωματίζω
επιπωματίζουν	=	επιπωματίζω
επιπωματίζουνε	=	επιπωματίζω
επιπωματίζω	verb	βουλώνω (με πώμα), ταπώνω, καλύπτω
επιπωματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίσαν	=	επιπωματίζω
επιπωματίσανε	=	επιπωματίζω
επιπωματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιπωμάτιση
επιπωματίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιπωμάτιση
επιπωματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματίστε	=	επιπωματίζω
επιπωματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματισμέ	noun	κλητική ενικού του επιπωματισμός
επιπωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπωματισμένο
επιπωματισμένε	verb	κλητική ενικού του επιπωματισμένος
επιπωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιπωματισμένη
επιπωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιπωματισμένος
επιπωματισμένης	verb	γενική ενικού του επιπωματισμένη
επιπωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιπωματισμένος
επιπωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπωματισμένος
επιπωματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιπωματίζω
επιπωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιπωματισμένος
επιπωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιπωματισμένος
επιπωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιπωματισμένος
επιπωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιπωματισμός
επιπωματισμού	noun	γενική ενικού του επιπωματισμός
επιπωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιπωματισμός
επιπωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιπωματισμός
επιπωματισμός	noun	το αποτέλεσμα του επιπωματίζω
επιπωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιπωματισμός
επιπόλαια	adv	χωρίς πολλή σκέψη, απερίσκεπτα
επιπόλαιας	=	επιπόλαιος
επιπόλαιε	=	επιπόλαιος
επιπόλαιες	=	επιπόλαιος
επιπόλαιη	=	επιπόλαιος
επιπόλαιης	=	επιπόλαιος
επιπόλαιο	=	επιπόλαιος
επιπόλαιοι	=	επιπόλαιος
επιπόλαιος	adj	που δεν σκέπτεται σοβαρά πριν κάνει κάτι, απερίσκεπτος
επιπόλαιου	=	επιπόλαιος
επιπόλαιους	=	επιπόλαιος
επιπόλαιων	=	επιπόλαιος
επιπόλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπόλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπόλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπόλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιπολάζω
επιπόλασης	noun	γενική ενικού του επιπόλαση
επιπόνως	adv|dated	επίπονα
επιρίνια	=	επιρίνιο
επιρίνιο	noun	το πρόσθιο τμήμα του κεφαλιού ορισμένων θηλαστικών (αλόγων, γαϊδουριών κ.λπ.), ανάμεσα στο μέτωπο και τα ρουθούνια
επιρίνιου	=	επιρίνιο
επιρίνιων	=	επιρίνιο
επιραμμένα	=	επιραμμένος
επιραμμένε	=	επιραμμένος
επιραμμένες	=	επιραμμένος
επιραμμένη	=	επιραμμένος
επιραμμένης	=	επιραμμένος
επιραμμένο	=	επιραμμένος
επιραμμένοι	=	επιραμμένος
επιραμμένος	verb	σχέδια ή αντικείμενα ραμμένα πάνω σε υπάρχον ύφασμα
επιραμμένου	=	επιραμμένος
επιραμμένους	=	επιραμμένος
επιραμμένων	=	επιραμμένος
επιρρέπεια	noun|formal	το να είσαι επιρρεπής σε κάτι
επιρρέπειας	noun	γενική ενικού του επιρρέπεια
επιρρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιρρέπεια
επιρρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίρρημα
επιρρήματος	noun	γενική ενικού του επίρρημα
επιρρίνια	=	επιρρίνιο
επιρρίνιο	noun	άλλη μορφή του επιρίνιο
επιρρίνιου	=	επιρρίνιο
επιρρίνιων	=	επιρρίνιο
επιρρίνου	=	επίρρινος
επιρρίνους	=	επίρρινος
επιρρίνων	=	επίρρινος
επιρρίπτεται	=	επιρρίπτω
επιρρίπτω	verb	φορτώνω, ρίχνω, αποδίδω (ευθύνες) στους άλλους
επιρρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιρρίπτω
επιρρεπές	=	επιρρεπής
επιρρεπή	=	επιρρεπής
επιρρεπής	adj	που έχει τάση να κάνει κάτι (συχνά αρνητικό)
επιρρεπείς	=	επιρρεπής
επιρρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του επιρρέπεια
επιρρεπούς	=	επιρρεπής
επιρρεπών	=	επιρρεπής
επιρρεπώς	adv	με επιρρεπή τρόπο, με επιρρέπεια
επιρρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίρρημα
επιρρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιρρηματικός	adv	με επιρρηματικό τρόπο, σαν επίρρημα
επιρρηματικέ	adj	κλητική ενικού του επιρρηματικός
επιρρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιρρηματική
επιρρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιρρηματικός
επιρρηματικής	adj	γενική ενικού του επιρρηματική
επιρρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιρρηματικός
επιρρηματικού	adj	γενική ενικού του επιρρηματικός
επιρρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιρρηματικός
επιρρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του επιρρηματικός
επιρρηματικός	adj	που αναφέρεται στα επιρρήματα ή λειτουργεί ως επίρρημα
επιρρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του επιρρηματικός
επιρρηματικώς	adv|formal	επιρρηματικά
επιρριπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιρριπτικό
επιρριπτικέ	adj	κλητική ενικού του επιρριπτικός
επιρριπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιρριπτική
επιρριπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιρριπτικός
επιρριπτικής	adj	γενική ενικού του επιρριπτική
επιρριπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιρριπτικός
επιρριπτικού	adj	γενική ενικού του επιρριπτικός
επιρριπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιρριπτικός
επιρριπτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιρριπτικός
επιρριπτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιρριπτικός
επιρροές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιρροή
επιρροή	noun	ασκώ επίδραση, επηρεάζω
επιρροής	=	επιρροή
επιρροών	=	επιρροή
επιρρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίρρωση
επιρρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίρρωση
επιρρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίρρωση
επισάγματα	=	επίσαγμα
επισάγματος	=	επίσαγμα
επισάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσαξη
επισάξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίσαξη
επισάξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίσαξη
επισήμαινα	=	επισημαίνω
επισήμαιναν	=	επισημαίνω
επισήμαινε	=	επισημαίνω
επισήμαινες	=	επισημαίνω
επισήμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισήμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισήμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισήμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισήμανση	noun	το σφράγισμα, το σημάδεμα, το μαρκάρισμα
επισήμανσης	noun	γενική ενικού του επισήμανση
επισήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσημα
επισήματος	noun	γενική ενικού του επίσημα
επισήμως	adv|formal	επίσημα, με επίσημο τρόπο
επισίτιζα	=	επισιτίζω
επισίτιζαν	=	επισιτίζω
επισίτιζε	=	επισιτίζω
επισίτιζες	=	επισιτίζω
επισίτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισίτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισίτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισίτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισίτιση	noun	άλλη μορφή του επισιτισμός
επισίτισης	noun	γενική ενικού του επισίτιση
επισαγμάτων	=	επίσαγμα
επισείαμε	=	επισείω
επισείαν	=	επισείω
επισείανε	=	επισείω
επισείατε	=	επισείω
επισείει	=	επισείω
επισείεις	=	επισείω
επισείεσαι	=	επισείω
επισείεστε	=	επισείω
επισείεται	=	επισείω
επισείετε	=	επισείω
επισείομαι	=	επισείω
επισείομε	=	επισείω
επισείονται	=	επισείω
επισείονταν	=	επισείω
επισείοντας	=	επισείω
επισείουμε	=	επισείω
επισείουν	=	επισείω
επισείουνε	=	επισείω
επισείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσαν	=	επισείω
επισείσανε	=	επισείω
επισείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσομε	=	επισείω
επισείσου	=	επισείω
επισείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείσουνε	=	επισείω
επισείστε	=	επισείω
επισείστηκα	=	επισείω
επισείστηκαν	=	επισείω
επισείστηκε	=	επισείω
επισείστηκες	=	επισείω
επισείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισείω
επισείω	verb	κραδαίνω κάτι απειλητικά
επισείων	noun	είναι η στενόμακρη σημαία στην κορυφή του καταρτιού, το φλάμπουρο ή φλάμμουλο, η μπαντιέρα.
επισειστήκαμε	=	επισείω
επισειστήκαν	=	επισείω
επισειστήκανε	=	επισείω
επισειστήκατε	=	επισείω
επισειστεί	=	επισείω
επισειστείς	=	επισείω
επισειστείτε	=	επισείω
επισειστούμε	=	επισείω
επισειστούν	=	επισείω
επισειστούνε	=	επισείω
επισειστώ	=	επισείω
επισειόμασταν	=	επισείω
επισειόμαστε	=	επισείω
επισειόμουν	=	επισείω
επισειόμουνα	=	επισείω
επισειόντουσαν	=	επισείω
επισειόσασταν	=	επισείω
επισειόσαστε	=	επισείω
επισειόσουν	=	επισείω
επισειόσουνα	=	επισείω
επισειόταν	=	επισείω
επισειότανε	=	επισείω
επισεσυρμένες	=	επισεσυρμένη
επισεσυρμένη	noun	είδος γραφής χειρογράφων, στην οποία το χέρι του γραφέα συρόταν στο χαρτί και σηκωνόταν αραιά και πού από το χειρόγραφο κατά την διαδικασία της γραφής
επισεσυρμένης	=	επισεσυρμένη
επισεσυρμένος	=	επισύρω
επισεσυρμένων	=	επισεσυρμένη
επισημάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάναν	=	επισημαίνω
επισημάνανε	=	επισημαίνω
επισημάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάνθηκα	=	επισημαίνω
επισημάνθηκαν	=	επισημαίνω
επισημάνθηκε	=	επισημαίνω
επισημάνθηκες	=	επισημαίνω
επισημάνομε	=	επισημαίνω
επισημάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάνουνε	=	επισημαίνω
επισημάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισήμανση
επισημάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισήμανση
επισημάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισήμανση
επισημάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνω
επισημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίσημα
επισημαίναμε	=	επισημαίνω
επισημαίναν	=	επισημαίνω
επισημαίνανε	=	επισημαίνω
επισημαίνατε	=	επισημαίνω
επισημαίνει	=	επισημαίνω
επισημαίνεις	=	επισημαίνω
επισημαίνεσαι	=	επισημαίνω
επισημαίνεστε	=	επισημαίνω
επισημαίνεται	=	επισημαίνω
επισημαίνετε	=	επισημαίνω
επισημαίνομαι	=	επισημαίνω
επισημαίνομε	=	επισημαίνω
επισημαίνονται	=	επισημαίνω
επισημαίνονταν	=	επισημαίνω
επισημαίνοντας	=	επισημαίνω
επισημαίνουμε	=	επισημαίνω
επισημαίνουν	=	επισημαίνω
επισημαίνουνε	=	επισημαίνω
επισημαίνω	verb	βάζω σήμα πάνω σε κάτι, σημαδεύω, μαρκάρω ώστε να γίνει αξιοπρόσεκτο
επισημαινόμασταν	=	επισημαίνω
επισημαινόμαστε	=	επισημαίνω
επισημαινόμενος	=	επισημαίνω
επισημαινόμουν	=	επισημαίνω
επισημαινόμουνα	=	επισημαίνω
επισημαινόντουσαν	=	επισημαίνω
επισημαινόσασταν	=	επισημαίνω
επισημαινόσαστε	=	επισημαίνω
επισημαινόσουν	=	επισημαίνω
επισημαινόσουνα	=	επισημαίνω
επισημαινόταν	=	επισημαίνω
επισημαινότανε	=	επισημαίνω
επισημανθήκαμε	=	επισημαίνω
επισημανθήκαν	=	επισημαίνω
επισημανθήκανε	=	επισημαίνω
επισημανθήκατε	=	επισημαίνω
επισημανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισημαίνομαι
επισημανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνομαι
επισημανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνομαι
επισημανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνομαι
επισημανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνομαι
επισημανθούνε	=	επισημαίνω
επισημανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημαίνομαι
επισημασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημασμένο
επισημασμένε	verb	κλητική ενικού του επισημασμένος
επισημασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημασμένη
επισημασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισημασμένος
επισημασμένης	verb	γενική ενικού του επισημασμένη
επισημασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισημασμένος
επισημασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισημασμένος
επισημασμένος	=	επισημαίνω
επισημασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισημασμένος
επισημασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισημασμένος
επισημασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισημασμένος
επισημείωνα	=	επισημειώνω
επισημείωναν	=	επισημειώνω
επισημείωνε	=	επισημειώνω
επισημείωνες	=	επισημειώνω
επισημείωσα	=	επισημειώνω
επισημείωσαν	=	επισημειώνω
επισημείωσε	=	επισημειώνω
επισημείωσες	=	επισημειώνω
επισημείωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επισημειώνω
επισημείωσης	noun	γενική ενικού του επισημείωση
επισημειωμένα	=	επισημειωμένος
επισημειωμένε	=	επισημειωμένος
επισημειωμένες	=	επισημειωμένος
επισημειωμένη	=	επισημειωμένος
επισημειωμένης	=	επισημειωμένος
επισημειωμένο	=	επισημειωμένος
επισημειωμένοι	=	επισημειωμένος
επισημειωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επισημειώνω
επισημειωμένου	=	επισημειωμένος
επισημειωμένους	=	επισημειωμένος
επισημειωμένων	=	επισημειωμένος
επισημειωματικώς	adv|rare	άλλη μορφή του επισημειωτικώς
επισημειωτικός	adj|rare	που έχει σχέση με επισημείωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή είναι γραμμένος σʼ αυτή
επισημειωτικώς	adv|rare	σε επισημειωτικό πλαίσιο
επισημειώναμε	=	επισημειώνω
επισημειώναν	=	επισημειώνω
επισημειώνανε	=	επισημειώνω
επισημειώνατε	=	επισημειώνω
επισημειώνει	=	επισημειώνω
επισημειώνεις	=	επισημειώνω
επισημειώνετε	=	επισημειώνω
επισημειώνομαι	=	επισημειώνω
επισημειώνοντας	=	επισημειώνω
επισημειώνουμε	=	επισημειώνω
επισημειώνουν	=	επισημειώνω
επισημειώνουνε	=	επισημειώνω
επισημειώνω	verb	προσθέτω επεξηγήσεις, σχόλια ή μεταδεδομένα σε κείμενο, δεδομένα ή άλλο ψηφιακό περιεχόμενο, ώστε να γίνουν κατανοητότερα ή αξιοποιήσιμα
επισημειώσαμε	=	επισημειώνω
επισημειώσαν	=	επισημειώνω
επισημειώσανε	=	επισημειώνω
επισημειώσατε	=	επισημειώνω
επισημειώσει	=	επισημειώνω
επισημειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημείωση
επισημειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισημείωση
επισημειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισημείωση
επισημειώστε	=	επισημειώνω
επισημοποίει	=	επισημοποιώ
επισημοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επισημοποιώ
επισημοποίησης	noun	γενική ενικού του επισημοποίηση
επισημοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήσαν	=	επισημοποιώ
επισημοποιήσανε	=	επισημοποιώ
επισημοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημοποίηση
επισημοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισημοποίηση
επισημοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισημοποίηση
επισημοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιώ
επισημοποιεί	=	επισημοποιώ
επισημοποιείς	=	επισημοποιώ
επισημοποιείτε	=	επισημοποιώ
επισημοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισημοποιούμαι
επισημοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημοποιημένο
επισημοποιημένε	verb	κλητική ενικού του επισημοποιημένος
επισημοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημοποιημένη
επισημοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισημοποιημένος
επισημοποιημένης	verb	γενική ενικού του επισημοποιημένη
επισημοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του επισημοποιημένος
επισημοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισημοποιημένος
επισημοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισημοποιημένος
επισημοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισημοποιημένος
επισημοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισημοποιημένος
επισημοποιούμε	=	επισημοποιώ
επισημοποιούν	=	επισημοποιώ
επισημοποιούνε	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσα	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσαμε	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσαν	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσανε	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσατε	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσε	=	επισημοποιώ
επισημοποιούσες	=	επισημοποιώ
επισημοποιώ	verb	κάνω επίσημο κάτι που ήταν ανεπίσημο
επισημοποιώντας	=	επισημοποιώ
επισημοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του επισημότητα
επισημότατα	=	επίσημος
επισημότατε	=	επίσημος
επισημότατες	=	επίσημος
επισημότατη	=	επίσημος
επισημότατης	=	επίσημος
επισημότατο	=	επίσημος
επισημότατοι	=	επίσημος
επισημότατος	=	επίσημος
επισημότατου	=	επίσημος
επισημότατους	=	επίσημος
επισημότατων	=	επίσημος
επισημότερα	=	επίσημος
επισημότερε	=	επίσημος
επισημότερες	=	επίσημος
επισημότερη	=	επίσημος
επισημότερης	=	επίσημος
επισημότερο	=	επίσημος
επισημότεροι	=	επίσημος
επισημότερος	=	επίσημος
επισημότερου	=	επίσημος
επισημότερους	=	επίσημος
επισημότερων	=	επίσημος
επισημότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι επίσημο(ς), η ιδιότητα του επίσημου
επισημότητας	noun	γενική ενικού του επισημότητα
επισημότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισημότητα
επισιτίζαμε	=	επισιτίζω
επισιτίζαν	=	επισιτίζω
επισιτίζανε	=	επισιτίζω
επισιτίζατε	=	επισιτίζω
επισιτίζει	=	επισιτίζω
επισιτίζεις	=	επισιτίζω
επισιτίζεσαι	=	επισιτίζομαι
επισιτίζεστε	=	επισιτίζομαι
επισιτίζεται	=	επισιτίζομαι
επισιτίζετε	=	επισιτίζω
επισιτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επισιτίζω
επισιτίζονται	=	επισιτίζομαι
επισιτίζονταν	=	επισιτίζομαι
επισιτίζοντας	=	επισιτίζω
επισιτίζου	=	επισιτίζομαι
επισιτίζουμε	=	επισιτίζω
επισιτίζουν	=	επισιτίζω
επισιτίζουνε	=	επισιτίζω
επισιτίζω	verb	παρέχω τρόφιμα σε ένα σύνολο ανθρώπων
επισιτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίσαν	=	επισιτίζω
επισιτίσανε	=	επισιτίζω
επισιτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισίτιση
επισιτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισίτιση
επισιτίσου	=	επισιτίζομαι
επισιτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτίστε	=	επισιτίζω
επισιτίστηκα	=	επισιτίζομαι
επισιτίστηκαν	=	επισιτίζομαι
επισιτίστηκε	=	επισιτίζομαι
επισιτίστηκες	=	επισιτίζομαι
επισιτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισιτίζω
επισιτιζόμασταν	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόμαστε	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόμουν	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόμουνα	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόντουσαν	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόσασταν	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόσαστε	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόσουν	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόσουνα	=	επισιτίζομαι
επισιτιζόταν	=	επισιτίζομαι
επισιτιζότανε	=	επισιτίζομαι
επισιτισμέ	noun	κλητική ενικού του επισιτισμός
επισιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισιτισμένο
επισιτισμένε	verb	κλητική ενικού του επισιτισμένος
επισιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισιτισμένη
επισιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισιτισμένος
επισιτισμένης	verb	γενική ενικού του επισιτισμένη
επισιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισιτισμένος
επισιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισιτισμένος
επισιτισμένος	=	επισιτίζομαι
επισιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισιτισμένος
επισιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισιτισμένος
επισιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισιτισμένος
επισιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισιτισμός
επισιτισμού	noun	γενική ενικού του επισιτισμός
επισιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επισιτισμός
επισιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του επισιτισμός
επισιτισμός	noun	η παροχή τροφίμων σε μια ομάδα ανθρώπων
επισιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του επισιτισμός
επισιτιστές	=	επισιτιστής
επισιτιστή	=	επισιτιστής
επισιτιστήκαμε	=	επισιτίζομαι
επισιτιστήκαν	=	επισιτίζομαι
επισιτιστήκανε	=	επισιτίζομαι
επισιτιστήκατε	=	επισιτίζομαι
επισιτιστής	noun	αυτός που επισιτίζει
επισιτιστεί	=	επισιτίζομαι
επισιτιστείτε	=	επισιτίζομαι
επισιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισιτιστικό
επισιτιστικέ	adj	κλητική ενικού του επισιτιστικός
επισιτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισιτιστική
επισιτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισιτιστικός
επισιτιστικής	adj	γενική ενικού του επισιτιστική
επισιτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισιτιστικός
επισιτιστικού	adj	γενική ενικού του επισιτιστικός
επισιτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισιτιστικός
επισιτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του επισιτιστικός
επισιτιστικός	adj	που έχει σχέση με τον επισιτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επισιτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του επισιτιστικός
επισιτιστών	=	επισιτιστής
επισκέπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκέπτης
επισκέπτεσαι	=	επισκέπτομαι
επισκέπτεστε	=	επισκέπτομαι
επισκέπτεται	=	επισκέπτομαι
επισκέπτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επισκέπτης
επισκέπτης	noun	άτομο που επισκέπτεται, που κάνει επίσκεψη
επισκέπτομαι	verb	πάω για επίσκεψη κάπου
επισκέπτονται	=	επισκέπτομαι
επισκέπτονταν	=	επισκέπτομαι
επισκέπτου	=	επισκέπτομαι
επισκέπτρια	noun	γυναίκα που επισκέπτεται, που κάνει επίσκεψη
επισκέπτριας	noun	γενική ενικού του επισκέπτρια
επισκέπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκέπτρια
επισκέφθηκα	=	επισκέπτομαι
επισκέφθηκαν	=	επισκέπτομαι
επισκέφθηκε	=	επισκέπτομαι
επισκέφθηκες	=	επισκέπτομαι
επισκέφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκέφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκέφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκέφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσκεψη
επισκέψεων	noun	γενική πληθυντικού του επίσκεψη
επισκέψεως	noun	γενική ενικού του επίσκεψη
επισκέψιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκέψιμο
επισκέψιμε	adj	κλητική ενικού του επισκέψιμος
επισκέψιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκέψιμη
επισκέψιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκέψιμος
επισκέψιμης	adj	γενική ενικού του επισκέψιμη
επισκέψιμο	adj	αιτιατική ενικού του επισκέψιμος
επισκέψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκέψιμος
επισκέψιμος	adj	που μπορούμε ή αξίζει να τον επισκεφτούμε
επισκέψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισκέψιμος
επισκέψιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισκέψιμος
επισκέψιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισκέψιμος
επισκέψου	=	επισκέπτομαι
επισκίαζα	=	επισκιάζω
επισκίαζαν	=	επισκιάζω
επισκίαζε	=	επισκιάζω
επισκίαζες	=	επισκιάζω
επισκίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επισκιάζω
επισκίασης	noun	γενική ενικού του επισκίαση
επισκαλμίδα	noun	σκαλμοδόχη
επισκαλμίδας	=	επισκαλμίδα
επισκαλμίδες	=	επισκαλμίδα
επισκαλμίδων	=	επισκαλμίδα
επισκεπτένος	=	επισκέπτομαι
επισκεπτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκεπτήριο
επισκεπτήριο	noun	το ωράριο επισκέψεων σε κάποιον χώρο
επισκεπτήριου	=	επισκεπτήριο
επισκεπτηρίου	noun	γενική ενικού του επισκεπτήριο
επισκεπτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του επισκεπτήριο
επισκεπτριών	noun	γενική πληθυντικού του επισκέπτρια
επισκεπτόμασταν	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόμαστε	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόμενος	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόμουν	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόμουνα	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόντουσαν	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόσασταν	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόσαστε	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόσουν	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόσουνα	=	επισκέπτομαι
επισκεπτόταν	=	επισκέπτομαι
επισκεπτότανε	=	επισκέπτομαι
επισκεπτών	noun	γενική πληθυντικού του επισκέπτης
επισκευάζαμε	=	επισκευάζω
επισκευάζαν	=	επισκευάζω
επισκευάζανε	=	επισκευάζω
επισκευάζατε	=	επισκευάζω
επισκευάζει	=	επισκευάζω
επισκευάζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επισκευάζω
επισκευάζετε	=	επισκευάζω
επισκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επισκευάζω
επισκευάζοντας	=	επισκευάζω
επισκευάζουμε	=	επισκευάζω
επισκευάζουν	=	επισκευάζω
επισκευάζουνε	=	επισκευάζω
επισκευάζω	verb	επιδιορθώνω, φτιάχνω κάτι που έχει χαλάσει
επισκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάσαν	=	επισκευάζω
επισκευάσανε	=	επισκευάζω
επισκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευάσιμο
επισκευάσιμε	adj	κλητική ενικού του επισκευάσιμος
επισκευάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευάσιμη
επισκευάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκευάσιμος
επισκευάσιμης	adj	γενική ενικού του επισκευάσιμη
επισκευάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του επισκευάσιμος
επισκευάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκευάσιμος
επισκευάσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να επισκευαστεί
επισκευάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισκευάσιμος
επισκευάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισκευάσιμος
επισκευάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισκευάσιμος
επισκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευάστε	=	επισκευάζω
επισκευάστρια	noun	θηλυκό του επισκευαστής
επισκευάστριας	noun	γενική ενικού του επισκευάστρια
επισκευάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευάστρια
επισκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευή
επισκευή	noun	η διαδικασία με την οποία επαναφέρουμε ένα μηχάνημα που έχει χαλάσει στην προηγούμενη καλή κατάσταση
επισκευής	=	επισκευή
επισκευασιμοτήτων	=	επισκευασιμότητα
επισκευασιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του επισκευάσιμου, η δυνατότητα επισκευής, επιδιόρθωσης, συντήρησης ή αναβάθμισης ενός προϊόντος
επισκευασιμότητας	=	επισκευασιμότητα
επισκευασιμότητες	=	επισκευασιμότητα
επισκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευασμένο
επισκευασμένε	verb	κλητική ενικού του επισκευασμένος
επισκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευασμένη
επισκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκευασμένος
επισκευασμένης	verb	γενική ενικού του επισκευασμένη
επισκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισκευασμένος
επισκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκευασμένος
επισκευασμένος	verb	που έχει επισκευαστεί
επισκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισκευασμένος
επισκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισκευασμένος
επισκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισκευασμένος
επισκευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευαστής
επισκευαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επισκευαστής
επισκευαστής	noun	αυτός που (κατ’ επάγγελμα) επισκευάζει κάτι
επισκευαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκευάζομαι
επισκευαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζομαι
επισκευαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζομαι
επισκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επισκευαστικός	adv	ως προς την επισκευή, όσον αφορά την επισκευή
επισκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του επισκευαστικός
επισκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκευαστική
επισκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκευαστικός
επισκευαστικής	adj	γενική ενικού του επισκευαστική
επισκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκευαστικός
επισκευαστικού	adj	γενική ενικού του επισκευαστικός
επισκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισκευαστικός
επισκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του επισκευαστικός
επισκευαστικός	adj	που έχει σχέση με την επισκευή ή αναφέρεται σ’ αυτή
επισκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του επισκευαστικός
επισκευαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζομαι
επισκευαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζομαι
επισκευαστριών	noun	γενική πληθυντικού του επισκευάστρια
επισκευαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκευάζομαι
επισκευαστών	noun	γενική πληθυντικού του επισκευαστής
επισκευών	=	επισκευή
επισκεφθήκαμε	=	επισκέπτομαι
επισκεφθήκαν	=	επισκέπτομαι
επισκεφθήκανε	=	επισκέπτομαι
επισκεφθήκατε	=	επισκέπτομαι
επισκεφθεί	=	επισκέπτομαι
επισκεφθείς	=	επισκέπτομαι
επισκεφθείτε	=	επισκέπτομαι
επισκεφθούμε	=	επισκέπτομαι
επισκεφθούν	=	επισκέπτομαι
επισκεφθούνε	=	επισκέπτομαι
επισκεφθώ	=	επισκέπτομαι
επισκεφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτήκαν	=	επισκέπτομαι
επισκεφτήκανε	=	επισκέπτομαι
επισκεφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεφτούνε	=	επισκέπτομαι
επισκεφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκέπτομαι
επισκεψιμοτήτων	=	επισκεψιμότητα
επισκεψιμότητα	noun	η ποσότητα των επισκεπτών σε κάποιο χώρο (υλικό ή εικονικό) ανά μονάδα χρόνου
επισκεψιμότητας	=	επισκεψιμότητα
επισκεψιμότητες	=	επισκεψιμότητα
επισκεψούλα	noun	γρήγορη ή άνευ σημασίας επίσκεψη
επισκεψούλας	noun	γενική ενικού του επισκεψούλα
επισκεψούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκεψούλα
επισκεύαζα	=	επισκευάζω
επισκεύαζαν	=	επισκευάζω
επισκεύαζε	=	επισκευάζω
επισκεύαζες	=	επισκευάζω
επισκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκευάζω
επισκιάζαμε	=	επισκιάζω
επισκιάζαν	=	επισκιάζω
επισκιάζανε	=	επισκιάζω
επισκιάζατε	=	επισκιάζω
επισκιάζει	=	επισκιάζω
επισκιάζεις	=	επισκιάζω
επισκιάζεσαι	=	επισκιάζω
επισκιάζεστε	=	επισκιάζω
επισκιάζεται	=	επισκιάζω
επισκιάζετε	=	επισκιάζω
επισκιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επισκιάζω
επισκιάζονται	=	επισκιάζω
επισκιάζονταν	=	επισκιάζω
επισκιάζοντας	=	επισκιάζω
επισκιάζουμε	=	επισκιάζω
επισκιάζουν	=	επισκιάζω
επισκιάζουνε	=	επισκιάζω
επισκιάζω	verb	αφήνω κάτι ή κάποιον σε δεύτερη θέση, κερδίζω τις εντυπώσεις ή υπερτερώ τόσο, ώστε να φαίνεται κάτι άλλο ασήμαντο σε σχέση με μένα
επισκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάσαν	=	επισκιάζω
επισκιάσανε	=	επισκιάζω
επισκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκίαση
επισκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισκίαση
επισκιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισκίαση
επισκιάσου	=	επισκιάζω
επισκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζω
επισκιαζόμασταν	=	επισκιάζω
επισκιαζόμαστε	=	επισκιάζω
επισκιαζόμουν	=	επισκιάζω
επισκιαζόμουνα	=	επισκιάζω
επισκιαζόντουσαν	=	επισκιάζω
επισκιαζόσασταν	=	επισκιάζω
επισκιαζόσαστε	=	επισκιάζω
επισκιαζόσουν	=	επισκιάζω
επισκιαζόσουνα	=	επισκιάζω
επισκιαζόταν	=	επισκιάζω
επισκιαζότανε	=	επισκιάζω
επισκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκιασμένο
επισκιασμένε	verb	κλητική ενικού του επισκιασμένος
επισκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκιασμένη
επισκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκιασμένος
επισκιασμένης	verb	γενική ενικού του επισκιασμένη
επισκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισκιασμένος
επισκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκιασμένος
επισκιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επισκιάζω
επισκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισκιασμένος
επισκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισκιασμένος
επισκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισκιασμένος
επισκιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστήκαν	=	επισκιάζω
επισκιαστήκανε	=	επισκιάζω
επισκιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκιάζομαι
επισκληρίδια	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιας	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιε	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιες	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιο	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιοι	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιος	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει στο χώρο μεταξύ της εξωτερικής («σκληράς») μήνιγγας και των οστών του εγκεφάλου
επισκληρίδιου	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιους	=	επισκληρίδιος
επισκληρίδιων	=	επισκληρίδιος
επισκληριδοσκοπήσεις	=	επισκληριδοσκόπηση
επισκληριδοσκοπήσεων	=	επισκληριδοσκόπηση
επισκληριδοσκόπηση	noun	ελάχιστα επεμβατική μέθοδος κατά την οποία με επισκληριδοσκόπιο γίνεται προσπάθεια διάγνωσης πόνων που σχετίζονται με τη σπονδυλική στήλη
επισκληριδοσκόπησης	=	επισκληριδοσκόπηση
επισκληριδοσκόπια	=	επισκληριδοσκόπιο
επισκληριδοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η επισκληριδοσκόπηση
επισκληριδοσκόπιου	=	επισκληριδοσκόπιο
επισκληριδοσκόπιων	=	επισκληριδοσκόπιο
επισκοπάτα	=	επισκοπάτο
επισκοπάτο	noun	η περιφέρεια στην οποία ασκεί του δοικητικό και ποιμενικό του έργο ένας επίσκοπος
επισκοπάτου	=	επισκοπάτο
επισκοπάτων	=	επισκοπάτο
επισκοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκοπή
επισκοπή	noun	η περιφέρεια στην οποία ασκεί του δοικητικό και ποιμενικό του έργο ένας επίσκοπος
επισκοπής	=	επισκοπή
επισκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκόπηση
επισκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισκόπηση
επισκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισκόπηση
επισκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκοπίου	=	επισκόπιο
επισκοπίων	=	επισκόπιο
επισκοπεία	noun	το αξίωμα ενός επισκόπου
επισκοπείας	noun	γενική ενικού του επισκοπεία
επισκοπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκοπεία
επισκοπείο	noun	η κατοικία ενός επισκόπου
επισκοπείου	=	επισκοπείο
επισκοπείων	=	επισκοπείο
επισκοπειών	noun	γενική πληθυντικού του επισκοπεία
επισκοπεύαμε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύαν	=	επισκοπεύω
επισκοπεύανε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύατε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύει	=	επισκοπεύω
επισκοπεύεις	=	επισκοπεύω
επισκοπεύετε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύοντας	=	επισκοπεύω
επισκοπεύουμε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύουν	=	επισκοπεύω
επισκοπεύουνε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύσαμε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύσαν	=	επισκοπεύω
επισκοπεύσανε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύσατε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύσει	=	επισκοπεύω
επισκοπεύστε	=	επισκοπεύω
επισκοπεύω	verb	είμαι επίσκοπος και εκτελώ τα σχετικά καθήκοντα
επισκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκοπικό
επισκοπικέ	adj	κλητική ενικού του επισκοπικός
επισκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκοπική
επισκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκοπικός
επισκοπικής	adj	γενική ενικού του επισκοπική
επισκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκοπικός
επισκοπικού	adj	γενική ενικού του επισκοπικός
επισκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισκοπικός
επισκοπικό	noun	η κατοικία ενός επισκόπου	adj	αιτιατική ενικού του επισκοπικός
επισκοπικός	adj	που έχει σχέση με τον επίσκοπο ή την επισκοπή ή αναφέρεται σ’ αυτά
επισκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του επισκοπικός
επισκοπιωτών	=	επισκοπιώτης
επισκοπιώτες	=	επισκοπιώτης
επισκοπιώτη	=	επισκοπιώτης
επισκοπιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Επισκοπή
επισκοπιώτισσα	=	επισκοπιώτης
επισκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επισκοπώ
επισκοπώ	verb|rare	εξετάζω οπτικώς με συντομία, προβαίνω σε επισκόπηση
επισκοπών	=	επισκοπή
επισκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επισκοπώ
επισκοτίζαμε	=	επισκοτίζω
επισκοτίζαν	=	επισκοτίζω
επισκοτίζανε	=	επισκοτίζω
επισκοτίζατε	=	επισκοτίζω
επισκοτίζει	=	επισκοτίζω
επισκοτίζεις	=	επισκοτίζω
επισκοτίζετε	=	επισκοτίζω
επισκοτίζοντας	=	επισκοτίζω
επισκοτίζουμε	=	επισκοτίζω
επισκοτίζουν	=	επισκοτίζω
επισκοτίζουνε	=	επισκοτίζω
επισκοτίζω	verb|figurative	συσκοτίζω
επισκοτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίσαν	=	επισκοτίζω
επισκοτίσανε	=	επισκοτίζω
επισκοτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισκότιση
επισκοτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισκότιση
επισκοτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτίστε	=	επισκοτίζω
επισκοτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκοτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκοτισμένο
επισκοτισμένε	verb	κλητική ενικού του επισκοτισμένος
επισκοτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισκοτισμένη
επισκοτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισκοτισμένος
επισκοτισμένης	verb	γενική ενικού του επισκοτισμένη
επισκοτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισκοτισμένος
επισκοτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισκοτισμένος
επισκοτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισκοτισμένος
επισκοτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισκοτισμένος
επισκοτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισκοτισμένος
επισκόπευα	=	επισκοπεύω
επισκόπευαν	=	επισκοπεύω
επισκόπευε	=	επισκοπεύω
επισκόπευες	=	επισκοπεύω
επισκόπευσα	=	επισκοπεύω
επισκόπευσαν	=	επισκοπεύω
επισκόπευσε	=	επισκοπεύω
επισκόπευσες	=	επισκοπεύω
επισκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοπώ
επισκόπηση	noun	η σύντομη εξέταση, ή παρουσίαση, ενός συνόλου θεμάτων, γεγονότων, πραγμάτων κ.τ.π.
επισκόπησης	noun	γενική ενικού του επισκόπηση
επισκόπια	=	επισκόπιο
επισκόπιο	noun	συσκευή που προβάλλει αδιαφάνειες (αδιαφανείς εικόνες
επισκόπιου	=	επισκόπιο
επισκόπιων	=	επισκόπιο
επισκόπου	=	επίσκοπος
επισκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίσκοπος
επισκόπων	noun	γενική πληθυντικού του επίσκοπος
επισκότιζα	=	επισκοτίζω
επισκότιζαν	=	επισκοτίζω
επισκότιζε	=	επισκοτίζω
επισκότιζες	=	επισκοτίζω
επισκότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισκοτίζω
επισκότιση	noun|figurative	συσκότιση
επισκότισης	noun	γενική ενικού του επισκότιση
επισμάλτωνα	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωναν	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωνε	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωνες	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωσα	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωσαν	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωσε	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωσες	=	επισμαλτώνω
επισμάλτωση	noun	επίστρωση επιφάνειας με σμάλτο
επισμάλτωσης	noun	γενική ενικού του επισμάλτωση
επισμαλτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισμαλτωμένο
επισμαλτωμένε	verb	κλητική ενικού του επισμαλτωμένος
επισμαλτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισμαλτωμένη
επισμαλτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισμαλτωμένος
επισμαλτωμένης	verb	γενική ενικού του επισμαλτωμένη
επισμαλτωμένο	=	επισμαλτωμένος
επισμαλτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισμαλτωμένος
επισμαλτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επισμαλτώνω
επισμαλτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισμαλτωμένος
επισμαλτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισμαλτωμένος
επισμαλτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισμαλτωμένος
επισμαλτώναμε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώναν	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνανε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνατε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνει	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνεις	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνετε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνομαι	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνοντας	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνουμε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνουν	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνουνε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώνω	verb	καλύπτω μια επιφάνεια με σμάλτο
επισμαλτώσαμε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώσαν	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώσανε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώσατε	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώσει	=	επισμαλτώνω
επισμαλτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισμάλτωση
επισμαλτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισμάλτωση
επισμαλτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισμάλτωση
επισμαλτώστε	=	επισμαλτώνω
επισμηνία	=	επισμηνίας
επισμηνίας	noun	υπαξιωματικός της αεροπορίας, ανώτερος από το σμηνία και κατώτερος από τον αρχισμηνία
επισμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισμηνίας
επισμηναγέ	noun	κλητική ενικού του επισμηναγός
επισμηναγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισμηναγός
επισμηναγού	noun	γενική ενικού του επισμηναγός
επισμηναγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επισμηναγός
επισμηναγό	noun	αιτιατική ενικού του επισμηναγός
επισμηναγός	noun	βαθμός αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, αμέσως ανώτερος από αυτόν του σμηναγού.
επισμηναγών	noun	γενική πληθυντικού του επισμηναγός
επισμηνιών	=	επισμηνίας
επισπαδία	=	επισπαδίας
επισπαδίας	noun	μια σπάνια συγγενής πάθηση όπου η ουρήθρα δεν κλείνει κανονικά και ανοίγει στην άνω πλευρά του πέους (στους άνδρες) ή της κλειτορίδας (στις γυναίκες) και προκαλεί ουρολοιμώξεις και ακράτεια ούρων
επισπαδίες	=	επισπαδίας
επισπαδιών	=	επισπαδίας
επισπευδουσών	=	επισπεύδων
επισπευδούσης	=	επισπεύδων
επισπευδόντων	=	επισπεύδων
επισπεύδομαι	=	επισπεύδω
επισπεύδον	=	επισπεύδων
επισπεύδοντα	=	επισπεύδων
επισπεύδοντες	=	επισπεύδων
επισπεύδοντος	=	επισπεύδων
επισπεύδουσα	=	επισπεύδων
επισπεύδουσας	=	επισπεύδων
επισπεύδουσες	=	επισπεύδων
επισπεύδω	verb	κάνω, τελειώνω κάτι πριν από την προκαθορισμένη χρονική στιγμή
επισπεύδων	adj	που επισπεύδει
επισπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσπευση
επισπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίσπευση
επισπεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίσπευση
επισπεύσθηκα	=	επισπεύδω
επισπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επισπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισπεύδω
επιστάζω	verb|formal	ρίχνω σταγόνα σταγόνα
επιστάθμου	=	επίσταθμος
επιστάθμους	=	επίσταθμος
επιστάθμων	=	επίσταθμος
επιστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιστάμενος
επιστάμενε	verb	κλητική ενικού του επιστάμενος
επιστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του επιστάμενος
επιστάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστάμενος
επιστάμενης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του επιστάμενος
επιστάμενο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επιστάμενος
επιστάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστάμενος
επιστάμενος	verb|formal	που γίνεται πολύ προσεκτικά
επιστάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιστάμενος
επιστάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιστάμενος
επιστάμενων	verb	γενική πληθυντικού του επιστάμενος
επιστάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσταξη
επιστάξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίσταξη
επιστάξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίσταξη
επιστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσταση
επιστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίσταση
επιστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίσταση
επιστάτει	=	επιστατώ
επιστάτες	=	επιστάτης
επιστάτη	=	επιστάτης
επιστάτης	noun	αυτός που επιβλέπει άλλους εργαζόμενους
επιστάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστάτισσα	noun	επιστάτης
επιστάτισσας	noun	γενική ενικού του επιστάτισσα
επιστάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστάτισσα
επιστάτρια	noun	επιστάτης
επιστάτριας	noun	γενική ενικού του επιστάτρια
επιστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστάτρια
επιστέγαζα	=	επιστεγάζω
επιστέγαζαν	=	επιστεγάζω
επιστέγαζε	=	επιστεγάζω
επιστέγαζες	=	επιστεγάζω
επιστέγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστέγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστέγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστέγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστέγαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιστεγάζω
επιστέγασης	noun	γενική ενικού του επιστέγαση
επιστέγασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιστεγάζω
επιστέφω	verb|archaic	στεφανώνω
επιστέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστέφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίστεψη
επιστέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψεων	noun	γενική πληθυντικού του επίστεψη
επιστέψεως	noun|formal	γενική ενικού του επίστεψη
επιστέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστέφω
επιστήθια	=	επιστήθιος
επιστήθιας	=	επιστήθιος
επιστήθιε	=	επιστήθιος
επιστήθιες	=	επιστήθιος
επιστήθιο	noun	ένδυμα ή τμήμα ενδύματος που καλύπτει το στήθος
επιστήθιοι	=	επιστήθιος
επιστήθιος	adj	που φοριέται ή καλύπτει το στήθος
επιστήθιου	=	επιστήθιος
επιστήθιους	=	επιστήθιος
επιστήθιων	=	επιστήθιος
επιστήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστήλιο
επιστήλιο	noun	κάθε τμήμα ιστού ή καταρτιού που φέρεται προοδευτικά προσδεμένο στη στήλη ιστού
επιστήλιου	=	επιστήλιο
επιστήμες	=	επιστήμη
επιστήμη	noun	σύνολο ειδικών γνώσεων για συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης μετά από έρευνα με βάση την τεκμηρίωση και την απόδειξη
επιστήμης	=	επιστήμη
επιστήμονα	=	επιστήμονας
επιστήμονας	noun	άνθρωπος που μπορεί να χρησιμοποιήσει την επιστημονική μέθοδο για να διεξάγει έρευνα και να εξελίξει τις γνώσεις ενός τομέα
επιστήμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστήμονας
επιστήμονος	=	επιστήμονας
επιστήριζα	=	επιστηρίζω
επιστήριζαν	=	επιστηρίζω
επιστήριζε	=	επιστηρίζω
επιστήριζες	=	επιστηρίζω
επιστήριξα	=	επιστηρίζω
επιστήριξαν	=	επιστηρίζω
επιστήριξε	=	επιστηρίζω
επιστήριξες	=	επιστηρίζω
επιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφιστώ
επισταθμία	noun	η στάθμευση μιας μονάδας του στρατού σε στεγασμένο χώρο κατά τη διάρκεια της νύχτας και ο χώρος όπου αυτή γίνεται
επισταθμίας	=	επισταθμία
επισταθμίες	=	επισταθμία
επισταθμιών	=	επισταθμία
επισταλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισταλία
επισταμένη	=	επιστάμενος
επισταμένης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του επιστάμενος
επισταμένου	verb	γενική ενικού του επιστάμενος
επισταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιστάμενος
επισταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιστάμενος
επισταμένως	adv|formal	με ιδιαίτερη προσοχή και επιμονή στις λεπτομέρειες
επιστασία	noun	η ευθύνη και το έργο του επιστάτη ή γενικότερα αυτού που επιστατεί
επιστασίας	noun	γενική ενικού του επιστασία
επιστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστασία
επιστασιών	noun	γενική πληθυντικού του επιστασία
επιστατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήσαν	=	επιστατώ
επιστατήσανε	=	επιστατώ
επιστατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατήστε	=	επιστατώ
επιστατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστατώ
επιστατεί	=	επιστατώ
επιστατείς	=	επιστατώ
επιστατείτε	=	επιστατώ
επιστατισσών	noun	γενική πληθυντικού του επιστάτισσα
επιστατούμε	=	επιστατώ
επιστατούν	=	επιστατώ
επιστατούνε	=	επιστατώ
επιστατούσα	=	επιστατώ
επιστατούσαμε	=	επιστατώ
επιστατούσαν	=	επιστατώ
επιστατούσανε	=	επιστατώ
επιστατούσατε	=	επιστατώ
επιστατούσε	=	επιστατώ
επιστατούσες	=	επιστατώ
επιστατριών	noun	γενική πληθυντικού του επιστάτρια
επιστατώ	verb	επιβλέπω
επιστατών	=	επιστάτης
επιστατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιστατώ
επιστεγάζαμε	=	επιστεγάζω
επιστεγάζαν	=	επιστεγάζω
επιστεγάζανε	=	επιστεγάζω
επιστεγάζατε	=	επιστεγάζω
επιστεγάζει	=	επιστεγάζω
επιστεγάζεις	=	επιστεγάζω
επιστεγάζετε	=	επιστεγάζω
επιστεγάζομαι	=	επιστεγάζω
επιστεγάζοντας	=	επιστεγάζω
επιστεγάζουμε	=	επιστεγάζω
επιστεγάζουν	=	επιστεγάζω
επιστεγάζουνε	=	επιστεγάζω
επιστεγάζω	verb|formal	με μία σημαντική ή και συμβολική ενέργεια ή πράξη ολοκληρώνω μια διαδικασία / έργο ή την συμπληρώνω
επιστεγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάσαν	=	επιστεγάζω
επιστεγάσανε	=	επιστεγάζω
επιστεγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστέγαση
επιστεγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιστέγαση
επιστεγάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιστέγαση
επιστεγάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστέγασμα
επιστεγάσματος	noun	γενική ενικού του επιστέγασμα
επιστεγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστεγάζω
επιστεγασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιστέγασμα
επιστεγασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστεγασμένο
επιστεγασμένε	verb	κλητική ενικού του επιστεγασμένος
επιστεγασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστεγασμένη
επιστεγασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστεγασμένος
επιστεγασμένης	verb	γενική ενικού του επιστεγασμένη
επιστεγασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιστεγασμένος
επιστεγασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστεγασμένος
επιστεγασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιστεγασμένος
επιστεγασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιστεγασμένος
επιστεγασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιστεγασμένος
επιστηθίου	=	επιστήθιο
επιστηθίων	=	επιστήθιο
επιστηλίου	noun	γενική ενικού του επιστήλιο
επιστηλίων	noun	γενική πληθυντικού του επιστήλιο
επιστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστημικό
επιστημικέ	adj	κλητική ενικού του επιστημικός
επιστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστημική
επιστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστημικός
επιστημικής	adj	γενική ενικού του επιστημική
επιστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστημικός
επιστημικοτήτων	=	επιστημικότητα
επιστημικού	adj	γενική ενικού του επιστημικός
επιστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιστημικός
επιστημικό	adj	αιτιατική ενικού του επιστημικός
επιστημικός	adj	που σχετίζεται με την επιστήμη, επιστημονικός
επιστημικότητα	noun	η ιδιότητα του επιστημικού
επιστημικότητας	=	επιστημικότητα
επιστημικότητες	=	επιστημικότητα
επιστημικών	adj	γενική πληθυντικού του επιστημικός
επιστημολογία	noun	φιλοσοφικός κλάδος που ασχολείται με την επιστήμη και τη γνώση, τις μεθόδους τους, τις αρχές τους κ.λπ.
επιστημολογίας	noun	γενική ενικού του επιστημολογία
επιστημολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστημολογία
επιστημολογικά	=	επιστημολογικός
επιστημολογικέ	=	επιστημολογικός
επιστημολογικές	=	επιστημολογικός
επιστημολογική	=	επιστημολογικός
επιστημολογικής	=	επιστημολογικός
επιστημολογικοί	=	επιστημολογικός
επιστημολογικού	=	επιστημολογικός
επιστημολογικούς	=	επιστημολογικός
επιστημολογικό	=	επιστημολογικός
επιστημολογικός	adj	που έχει σχέση με την επιστημολογία ή τον επιστημολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
επιστημολογικών	=	επιστημολογικός
επιστημολογιών	noun	γενική πληθυντικού του επιστημολογία
επιστημολόγε	=	επιστημολόγος
επιστημολόγο	=	επιστημολόγος
επιστημολόγοι	=	επιστημολόγος
επιστημολόγος	noun	που ασχολείται με την επιστημολογία
επιστημολόγου	=	επιστημολόγος
επιστημολόγους	=	επιστημολόγος
επιστημολόγων	=	επιστημολόγος
επιστημονάρχες	=	επιστημονάρχης
επιστημονάρχη	=	επιστημονάρχης
επιστημονάρχης	noun|slang	μοναχός που έχει ως διακόνημα να είναι επόπτης των διαφόρων διακονημάτων
επιστημοναρχών	=	επιστημονάρχης
επιστημονικά	adv	με επιστημονικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστημονικό
επιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του επιστημονικός
επιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστημονική
επιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστημονικός
επιστημονικής	adj	γενική ενικού του επιστημονική
επιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστημονικός
επιστημονικοτήτων	=	επιστημονικότητα
επιστημονικοφάνεια	noun|formal	επίφαση επιστημονικότητας που προσδίδει κύρος ή αξιοπιστία σε λόγο, θεωρία ή έργο, χωρίς να στηρίζεται σε πραγματικά επιστημονικά δεδομένα
επιστημονικοφάνειας	=	επιστημονικοφάνεια
επιστημονικοφάνειες	=	επιστημονικοφάνεια
επιστημονικοφανές	=	επιστημονικοφανής
επιστημονικοφανή	=	επιστημονικοφανής
επιστημονικοφανής	adj|formal	που προβάλλει επίφαση επιστημονικότητας, χωρίς να στηρίζεται σε έγκυρη επιστημονική τεκμηρίωση
επιστημονικοφανείς	=	επιστημονικοφανής
επιστημονικοφανειών	=	επιστημονικοφάνεια
επιστημονικοφανούς	=	επιστημονικοφανής
επιστημονικοφανών	=	επιστημονικοφανής
επιστημονικού	adj	γενική ενικού του επιστημονικός
επιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιστημονικός
επιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του επιστημονικός
επιστημονικός	adj	που σχετίζεται με την επιστήμη ή με τον επιστήμονα
επιστημονικότητα	noun	το να είναι κάτι επιστημονικό
επιστημονικότητας	=	επιστημονικότητα
επιστημονικότητες	=	επιστημονικότητα
επιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του επιστημονικός
επιστημονικώς	adv|dated	επιστημονικά
επιστημονισμέ	noun	κλητική ενικού του επιστημονισμός
επιστημονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστημονισμός
επιστημονισμού	noun	γενική ενικού του επιστημονισμός
επιστημονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιστημονισμός
επιστημονισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιστημονισμός
επιστημονισμός	noun	η άποψη ότι όλοι οι τομείς έρευνας πρέπει να προσεγγίζονται με τα δεδομένα και το κύρος των εμπειρικών, φυσικών επιστημών
επιστημονισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιστημονισμός
επιστημονισσών	noun	γενική πληθυντικού του επιστημόνισσα
επιστημονιστές	=	επιστημονιστής
επιστημονιστή	=	επιστημονιστής
επιστημονιστής	noun	ο ασχολούμενος αποκλειστικά με την επιστημονική θεώρηση των πραγμάτων
επιστημονιστών	=	επιστημονιστής
επιστημοσυνών	=	επιστημοσύνη
επιστημοσύνες	=	επιστημοσύνη
επιστημοσύνη	noun	η ιδιότητα του επιστήμονα και το σύνολο των επιστημονικών του γνώσεων
επιστημοσύνης	=	επιστημοσύνη
επιστημόνισσα	=	επιστήμονας
επιστημόνισσας	noun	γενική ενικού του επιστημόνισσα
επιστημόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστημόνισσα
επιστημόνων	noun	γενική πληθυντικού του επιστήμονας
επιστημών	noun	γενική πληθυντικού του επιστήμη
επιστηρίζαμε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζαν	=	επιστηρίζω
επιστηρίζανε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζατε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζει	=	επιστηρίζω
επιστηρίζεις	=	επιστηρίζω
επιστηρίζεσαι	=	επιστηρίζω
επιστηρίζεστε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζεται	=	επιστηρίζω
επιστηρίζετε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιστηρίζω
επιστηρίζονται	=	επιστηρίζω
επιστηρίζονταν	=	επιστηρίζω
επιστηρίζοντας	=	επιστηρίζω
επιστηρίζου	=	επιστηρίζω
επιστηρίζουμε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζουν	=	επιστηρίζω
επιστηρίζουνε	=	επιστηρίζω
επιστηρίζω	verb|formal	στηρίζω, υποστηρίζω
επιστηρίξαμε	=	επιστηρίζω
επιστηρίξαν	=	επιστηρίζω
επιστηρίξανε	=	επιστηρίζω
επιστηρίξατε	=	επιστηρίζω
επιστηρίξει	=	επιστηρίζω
επιστηρίξου	=	επιστηρίζω
επιστηρίξτε	=	επιστηρίζω
επιστηρίχτηκα	=	επιστηρίζω
επιστηρίχτηκαν	=	επιστηρίζω
επιστηρίχτηκε	=	επιστηρίζω
επιστηρίχτηκες	=	επιστηρίζω
επιστηριγμένος	=	επιστηρίζω
επιστηριζόμασταν	=	επιστηρίζω
επιστηριζόμαστε	=	επιστηρίζω
επιστηριζόμενος	=	επιστηρίζω
επιστηριζόμουν	=	επιστηρίζω
επιστηριζόμουνα	=	επιστηρίζω
επιστηριζόντουσαν	=	επιστηρίζω
επιστηριζόσασταν	=	επιστηρίζω
επιστηριζόσαστε	=	επιστηρίζω
επιστηριζόσουν	=	επιστηρίζω
επιστηριζόσουνα	=	επιστηρίζω
επιστηριζόταν	=	επιστηρίζω
επιστηριζότανε	=	επιστηρίζω
επιστηριχτήκαμε	=	επιστηρίζω
επιστηριχτήκαν	=	επιστηρίζω
επιστηριχτήκανε	=	επιστηρίζω
επιστηριχτήκατε	=	επιστηρίζω
επιστηριχτεί	=	επιστηρίζω
επιστηριχτείτε	=	επιστηρίζω
επιστητά	=	επιστητός
επιστητέ	=	επιστητός
επιστητές	=	επιστητός
επιστητή	=	επιστητός
επιστητής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (επιστητή) του επιστητός
επιστητοί	=	επιστητός
επιστητού	=	επιστητός
επιστητούς	=	επιστητός
επιστητό	noun	ό,τι μπορεί να γνωρίσει ο ανθρώπινος νους μέσω της επιστημονικής έρευνας
επιστητός	adj	που είναι δυνατόν να τον γνωρίσεις ή να τον ερευνήσεις
επιστητών	=	επιστητός
επιστολάρια	=	επιστολάριο
επιστολάριο	noun	μικρή (σε μέγεθος ή έκταση) επιστολή
επιστολάριου	=	επιστολάριο
επιστολάριων	=	επιστολάριο
επιστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολή
επιστολή	noun	γραπτό μήνυμα που αποστέλλεται μέσω ταχυδρομείου μέσα σε φάκελο
επιστολής	=	επιστολή
επιστολαρίου	=	επιστολάριο
επιστολαρίων	=	επιστολάριο
επιστολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολικό
επιστολικέ	adj	κλητική ενικού του επιστολικός
επιστολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολική
επιστολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστολικός
επιστολικής	adj	γενική ενικού του επιστολική
επιστολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστολικός
επιστολικού	adj	γενική ενικού του επιστολικός
επιστολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιστολικός
επιστολικό	adj	αιτιατική ενικού του επιστολικός
επιστολικός	adj	που έχει σχέση με επιστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιστολικών	adj	γενική πληθυντικού του επιστολικός
επιστολιμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολιμαίο
επιστολιμαίε	adj	κλητική ενικού του επιστολιμαίος
επιστολιμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολιμαίη
επιστολιμαίη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστολιμαίος
επιστολιμαίης	adj	γενική ενικού του επιστολιμαίη
επιστολιμαίο	adj	αιτιατική ενικού του επιστολιμαίος
επιστολιμαίοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστολιμαίος
επιστολιμαίος	adj	που είναι γραμμένος με μορφή επιστολής
επιστολιμαίου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιστολιμαίος
επιστολιμαίους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιστολιμαίος
επιστολιμαίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιστολιμαίος
επιστολογράφε	noun	κλητική ενικού του επιστολογράφος
επιστολογράφο	noun	αιτιατική ενικού του επιστολογράφος
επιστολογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστολογράφος
επιστολογράφος	noun	που έχει γράψει μια επιστολή
επιστολογράφου	noun	γενική ενικού του επιστολογράφος
επιστολογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιστολογράφος
επιστολογράφων	noun	γενική πληθυντικού του επιστολογράφος
επιστολογραφία	noun	η σύνταξη επιστολών και η επικοινωνία μέσω αυτών
επιστολογραφίας	noun	γενική ενικού του επιστολογραφία
επιστολογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολογραφία
επιστολογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολογραφικό
επιστολογραφικέ	adj	κλητική ενικού του επιστολογραφικός
επιστολογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστολογραφική
επιστολογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστολογραφικός
επιστολογραφικής	adj	γενική ενικού του επιστολογραφική
επιστολογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστολογραφικός
επιστολογραφικού	adj	γενική ενικού του επιστολογραφικός
επιστολογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιστολογραφικός
επιστολογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του επιστολογραφικός
επιστολογραφικός	adj	που έχει σχέση με την επιστολογραφία ή τον επιστολογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
επιστολογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του επιστολογραφικός
επιστολογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του επιστολογραφία
επιστολόχαρτα	=	επιστολόχαρτο
επιστολόχαρτο	noun	ειδικό χαρτί αλληλογραφίας, για το γράψιμο επιστολών
επιστολόχαρτου	=	επιστολόχαρτο
επιστολόχαρτων	=	επιστολόχαρτο
επιστολών	=	επιστολή
επιστομίου	noun	γενική ενικού του επιστόμιο
επιστομίων	noun	γενική πληθυντικού του επιστόμιο
επιστράτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστράτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστράτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστράτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστράτευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιστρατεύω
επιστράτευσης	noun	γενική ενικού του επιστράτευση
επιστράτου	noun	γενική ενικού του επίστρατος
επιστράτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίστρατος
επιστράτων	noun	γενική πληθυντικού του επίστρατος
επιστράφηκα	=	επιστρέφω
επιστράφηκαν	=	επιστρέφω
επιστράφηκε	=	επιστρέφω
επιστράφηκες	=	επιστρέφω
επιστρέφαμε	=	επιστρέφω
επιστρέφαν	=	επιστρέφω
επιστρέφανε	=	επιστρέφω
επιστρέφατε	=	επιστρέφω
επιστρέφει	verb	γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος επιστρέφω
επιστρέφεις	=	επιστρέφω
επιστρέφεσαι	=	επιστρέφω
επιστρέφεστε	=	επιστρέφω
επιστρέφεται	=	επιστρέφω
επιστρέφετε	=	επιστρέφω
επιστρέφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιστρέφω
επιστρέφομε	=	επιστρέφω
επιστρέφον	=	επιστρέφων
επιστρέφοντα	=	επιστρέφων
επιστρέφονται	=	επιστρέφω
επιστρέφονταν	=	επιστρέφω
επιστρέφοντας	=	επιστρέφω
επιστρέφοντες	=	επιστρέφων
επιστρέφοντος	=	επιστρέφων
επιστρέφουμε	=	επιστρέφω
επιστρέφουν	=	επιστρέφω
επιστρέφουνε	=	επιστρέφω
επιστρέφουσα	=	επιστρέφων
επιστρέφουσας	=	επιστρέφων
επιστρέφουσες	=	επιστρέφων
επιστρέφω	verb	γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε
επιστρέφων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιστρέφω: που επιστρέφει, που γυρίζει πίσω, που γυρνά από εκεί που ξεκίνησε
επιστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψαν	=	επιστρέφω
επιστρέψανε	=	επιστρέφω
επιστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψιμα	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμε	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμες	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμη	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμης	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμο	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμοι	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να επιστραφεί
επιστρέψιμου	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμους	=	επιστρέψιμος
επιστρέψιμων	=	επιστρέψιμος
επιστρέψομε	=	επιστρέφω
επιστρέψου	=	επιστρέφω
επιστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρέψουνε	=	επιστρέφω
επιστρέψτε	=	επιστρέφω
επιστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφω
επιστρατευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρατευμένο
επιστρατευμένε	verb	κλητική ενικού του επιστρατευμένος
επιστρατευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρατευμένη
επιστρατευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστρατευμένος
επιστρατευμένης	verb	γενική ενικού του επιστρατευμένη
επιστρατευμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιστρατευμένος
επιστρατευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστρατευμένος
επιστρατευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιστρατευμένος
επιστρατευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιστρατευμένος
επιστρατευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιστρατευμένος
επιστρατευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρατευτικό
επιστρατευτικέ	adj	κλητική ενικού του επιστρατευτικός
επιστρατευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρατευτική
επιστρατευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστρατευτικός
επιστρατευτικής	adj	γενική ενικού του επιστρατευτική
επιστρατευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστρατευτικός
επιστρατευτικού	adj	γενική ενικού του επιστρατευτικός
επιστρατευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιστρατευτικός
επιστρατευτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιστρατευτικός
επιστρατευτικός	adj	που έχει σχέση με την επιστράτευση ή αναφέρεται σ' αυτή
επιστρατευτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιστρατευτικός
επιστρατευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστράτευση
επιστρατεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιστράτευση
επιστρατεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιστράτευση
επιστρατεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύω
επιστρατεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρατεύομαι
επιστρατεύω	verb	καλώ έφεδρο στην ενεργό στρατιωτική υπηρεσία λόγω πολέμου ή πολεμικής απειλής
επιστραφήκαμε	=	επιστρέφω
επιστραφήκαν	=	επιστρέφω
επιστραφήκανε	=	επιστρέφω
επιστραφήκατε	=	επιστρέφω
επιστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστρέφομαι
επιστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφομαι
επιστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφομαι
επιστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφομαι
επιστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφομαι
επιστραφούνε	=	επιστρέφω
επιστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρέφομαι
επιστρεπτέα	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέας	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέε	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέες	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέο	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέοι	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέος	adj|formal	που πρέπει να επιστραφεί
επιστρεπτέου	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέους	=	επιστρεπτέος
επιστρεπτέων	=	επιστρεπτέος
επιστρεφουσών	=	επιστρέφων
επιστρεφούσης	=	επιστρέφων
επιστρεφόμασταν	=	επιστρέφω
επιστρεφόμαστε	=	επιστρέφω
επιστρεφόμουν	=	επιστρέφω
επιστρεφόμουνα	=	επιστρέφω
επιστρεφόντουσαν	=	επιστρέφω
επιστρεφόντων	=	επιστρέφων
επιστρεφόσασταν	=	επιστρέφω
επιστρεφόσαστε	=	επιστρέφω
επιστρεφόσουν	=	επιστρέφω
επιστρεφόσουνα	=	επιστρέφω
επιστρεφόταν	=	επιστρέφω
επιστρεφότανε	=	επιστρέφω
επιστρεψιμοτήτων	=	επιστρεψιμότητα
επιστρεψιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα ενός πράγματος, ποσού ή δικαιώματος να μπορεί να επιστραφεί στον αρχικό του κάτοχο ή στην πρότερη κατάστασή του
επιστρεψιμότητας	=	επιστρεψιμότητα
επιστρεψιμότητες	=	επιστρεψιμότητα
επιστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστροφή
επιστροφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιστρέφω
επιστροφής	noun	γενική ενικού του επιστροφή
επιστροφών	noun	γενική πληθυντικού του επιστροφή
επιστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίστρωμα
επιστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρωμένο
επιστρωμένε	verb	κλητική ενικού του επιστρωμένος
επιστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρωμένη
επιστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιστρωμένος
επιστρωμένης	verb	γενική ενικού του επιστρωμένη
επιστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιστρωμένος
επιστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιστρωμένος
επιστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιστρωμένος
επιστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιστρωμένος
επιστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιστρωμένος
επιστρόφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστρόφιο
επιστρόφιο	noun	το τουρέλο
επιστρόφιου	noun	γενική ενικού του επιστρόφιο
επιστρόφιων	noun	γενική πληθυντικού του επιστρόφιο
επιστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίστρωμα
επιστρώματος	noun	γενική ενικού του επίστρωμα
επιστρώναμε	=	επιστρώνω
επιστρώναν	=	επιστρώνω
επιστρώνανε	=	επιστρώνω
επιστρώνατε	=	επιστρώνω
επιστρώνει	=	επιστρώνω
επιστρώνεις	=	επιστρώνω
επιστρώνετε	=	επιστρώνω
επιστρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιστρώνω
επιστρώνουμε	=	επιστρώνω
επιστρώνουν	=	επιστρώνω
επιστρώνουνε	=	επιστρώνω
επιστρώνω	verb	καλύπτω με μια στρώση
επιστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώσαν	=	επιστρώνω
επιστρώσανε	=	επιστρώνω
επιστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίστρωση
επιστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίστρωση
επιστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίστρωση
επιστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιστρώνω
επιστυλίου	noun	γενική ενικού του επιστύλιο
επιστυλίων	noun	γενική πληθυντικού του επιστύλιο
επιστόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστόμιο
επιστόμιο	noun	το πώμα
επιστόμιου	=	επιστόμιο
επιστύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιστύλιο
επιστύλιας	=	επιστύλιος
επιστύλιε	=	επιστύλιος
επιστύλιες	=	επιστύλιος
επιστύλιο	noun	το ξύλινο ή πέτρινο δοκάρι που βρίσκεται ακριβώς πάνω από τους κίονες αρχαίου κτηρίου· αποτελεί το χαμηλότερο τμήμα του θριγκού και από πάνω του βρίσκεται η ζωφόρος (στον ιωνικό ρυθμό) ή τα τρίγλυφα και οι μετόπες (στον δωρικό)
επιστύλιοι	=	επιστύλιος
επιστύλιος	adj	που έχει τοποθετηθεί σε στύλο
επιστύλιου	=	επιστύλιο
επιστύλιους	=	επιστύλιος
επιστύλιων	=	επιστύλιος
επισυμβαίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επισυμβαίνω
επισυμβαίνω	verb	που συμβαίνω ως επακόλουθο
επισυνάπταμε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτατε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτει	=	επισυνάπτω
επισυνάπτεις	=	επισυνάπτω
επισυνάπτεσαι	=	επισυνάπτω
επισυνάπτεσθε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτεστε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτεται	=	επισυνάπτω
επισυνάπτετε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτομαι	verb	προστίθεμαι σε κάτι σχετικό
επισυνάπτομε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτονται	=	επισυνάπτω
επισυνάπτονταν	=	επισυνάπτω
επισυνάπτοντας	=	επισυνάπτω
επισυνάπτουμε	=	επισυνάπτω
επισυνάπτω	verb	προσαρτώ σε ένα επίσημο έγγραφο (αίτηση, αναφορά, διαβιβαστικό κλπ) επιπλέον συνοδευτικά σχετικά έγγραφα ή δικαιολογητικά
επισυνάφθηκα	=	επισυνάπτω
επισυνάφθηκαν	=	επισυνάπτω
επισυνάφθηκε	=	επισυνάπτω
επισυνάφθηκες	=	επισυνάπτω
επισυνάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισύναψη
επισυνάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψεων	=	επισύναψη
επισυνάψεως	=	επισύναψη
επισυνάψομε	=	επισυνάπτω
επισυνάψου	=	επισυνάπτω
επισυνάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισυνήπτα	=	επισυνάπτω
επισυνήπταν	=	επισυνάπτω
επισυνήπτε	=	επισυνάπτω
επισυνήπτες	=	επισυνάπτω
επισυνήφθη	=	επισυνάπτω
επισυνήφθην	=	επισυνάπτομαι
επισυνήφθησαν	=	επισυνάπτω
επισυνήψα	=	επισυνάπτω
επισυνήψαν	=	επισυνάπτω
επισυνήψε	=	επισυνάπτω
επισυνήψες	=	επισυνάπτω
επισυναλλαγματικές	=	επισυναλλαγματική
επισυναλλαγματική	noun	νέα συναλλαγματική, στη θέση άλλης, κατά της οποίας υπήρξε διαμαρτυρία
επισυναλλαγματικής	=	επισυναλλαγματική
επισυναλλαγματικών	=	επισυναλλαγματική
επισυναπτόμασταν	=	επισυνάπτω
επισυναπτόμαστε	=	επισυνάπτω
επισυναπτόσασταν	=	επισυνάπτω
επισυναπτόσαστε	=	επισυνάπτω
επισυναπτόταν	=	επισυνάπτω
επισυναφθήκαμε	=	επισυνάπτω
επισυναφθήκατε	=	επισυνάπτω
επισυναφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισυνάπτομαι
επισυναφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτομαι
επισυναφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτομαι
επισυναφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτομαι
επισυναφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτομαι
επισυναφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτομαι
επισυνδέσεις	=	επισύνδεση
επισυνδέσεων	=	επισύνδεση
επισυνημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισυνημμένο
επισυνημμένε	verb	κλητική ενικού του επισυνημμένος
επισυνημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισυνημμένη
επισυνημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισυνημμένος
επισυνημμένης	verb	γενική ενικού του επισυνημμένη
επισυνημμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισυνημμένος
επισυνημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισυνημμένος
επισυνημμένος	=	επισυνάπτω
επισυνημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισυνημμένος
επισυνημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισυνημμένος
επισυνημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισυνημμένος
επισυσσωρεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισυσσώρευση
επισφάλεια	noun	κατάσταση ανασφάλειας και αβεβαιότητας, που προκαλεί ανησυχία
επισφάλειας	noun	γενική ενικού του επισφάλεια
επισφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφάλεια
επισφαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επισφαλής
επισφαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφαλές
επισφαλής	adj	που δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να γίνει, αβέβαιος
επισφαλείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφαλής
επισφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του επισφάλεια
επισφαλούς	adj	γενική ενικού του επισφαλής
επισφαλών	adj	γενική πληθυντικού του επισφαλής
επισφαλώς	adv	χωρίς ασφάλεια, χωρίς βεβαιότητα
επισφράγιζα	=	επισφραγίζω
επισφράγιζαν	=	επισφραγίζω
επισφράγιζε	=	επισφραγίζω
επισφράγιζες	=	επισφραγίζω
επισφράγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφράγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφράγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφράγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφράγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επισφραγίζω
επισφράγισης	noun	γενική ενικού του επισφράγιση
επισφράγισμα	noun	το αποτέλεσμα του επισφραγίζω
επισφραγίζαμε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζαν	=	επισφραγίζω
επισφραγίζανε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζατε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζει	=	επισφραγίζω
επισφραγίζεις	=	επισφραγίζω
επισφραγίζεσαι	=	επισφραγίζω
επισφραγίζεστε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζεται	=	επισφραγίζω
επισφραγίζετε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζομαι	=	επισφραγίζω
επισφραγίζονται	=	επισφραγίζω
επισφραγίζονταν	=	επισφραγίζω
επισφραγίζοντας	=	επισφραγίζω
επισφραγίζου	=	επισφραγίζω
επισφραγίζουμε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζουν	=	επισφραγίζω
επισφραγίζουνε	=	επισφραγίζω
επισφραγίζω	verb	ολοκληρώνω μια διαδικασία με κάποια συγκεκριμένη ενέργεια
επισφραγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίσαν	=	επισφραγίζω
επισφραγίσανε	=	επισφραγίζω
επισφραγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφράγιση
επισφραγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισφράγιση
επισφραγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισφράγιση
επισφραγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφράγισμα
επισφραγίσματος	noun	γενική ενικού του επισφράγισμα
επισφραγίσου	=	επισφραγίζω
επισφραγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγίστηκα	=	επισφραγίζω
επισφραγίστηκαν	=	επισφραγίζω
επισφραγίστηκε	=	επισφραγίζω
επισφραγίστηκες	=	επισφραγίζω
επισφραγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισφραγίζω
επισφραγιζόμασταν	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόμαστε	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόμουν	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόμουνα	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόντουσαν	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόσασταν	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόσαστε	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόσουν	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόσουνα	=	επισφραγίζω
επισφραγιζόταν	=	επισφραγίζω
επισφραγιζότανε	=	επισφραγίζω
επισφραγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επισφράγισμα
επισφραγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφραγισμένο
επισφραγισμένε	verb	κλητική ενικού του επισφραγισμένος
επισφραγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφραγισμένη
επισφραγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισφραγισμένος
επισφραγισμένης	verb	γενική ενικού του επισφραγισμένη
επισφραγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισφραγισμένος
επισφραγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισφραγισμένος
επισφραγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου επισφραγίζω
επισφραγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισφραγισμένος
επισφραγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισφραγισμένος
επισφραγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισφραγισμένος
επισφραγιστήκαμε	=	επισφραγίζω
επισφραγιστήκαν	=	επισφραγίζω
επισφραγιστήκανε	=	επισφραγίζω
επισφραγιστήκατε	=	επισφραγίζω
επισφραγιστεί	=	επισφραγίζω
επισφραγιστείτε	=	επισφραγίζω
επισφραγιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφραγιστικό
επισφραγιστικέ	adj	κλητική ενικού του επισφραγιστικός
επισφραγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισφραγιστική
επισφραγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισφραγιστικός
επισφραγιστικής	adj	γενική ενικού του επισφραγιστική
επισφραγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισφραγιστικός
επισφραγιστικού	adj	γενική ενικού του επισφραγιστικός
επισφραγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισφραγιστικός
επισφραγιστικό	adj	αιτιατική ενικού του επισφραγιστικός
επισφραγιστικός	adj	που έχει σχέση με την επισφράγιση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή
επισφραγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του επισφραγιστικός
επισχέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσχεση
επισχέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίσχεση
επισχέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίσχεση
επισχετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισχετικό
επισχετικέ	adj	κλητική ενικού του επισχετικός
επισχετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισχετική
επισχετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισχετικός
επισχετικής	adj	γενική ενικού του επισχετική
επισχετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισχετικός
επισχετικού	adj	γενική ενικού του επισχετικός
επισχετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισχετικός
επισχετικό	adj	αιτιατική ενικού του επισχετικός
επισχετικός	adj	που έχει σχέση με την επίσχεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
επισχετικών	adj	γενική πληθυντικού του επισχετικός
επισωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίσωμα
επισωρευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισωρευμένο
επισωρευμένε	verb	κλητική ενικού του επισωρευμένος
επισωρευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισωρευμένη
επισωρευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισωρευμένος
επισωρευμένης	verb	γενική ενικού του επισωρευμένη
επισωρευμένο	verb	αιτιατική ενικού του επισωρευμένος
επισωρευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισωρευμένος
επισωρευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επισωρευμένος
επισωρευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επισωρευμένος
επισωρευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επισωρευμένος
επισωρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισωρευτικό
επισωρευτικέ	adj	κλητική ενικού του επισωρευτικός
επισωρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισωρευτική
επισωρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επισωρευτικός
επισωρευτικής	adj	γενική ενικού του επισωρευτική
επισωρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επισωρευτικός
επισωρευτικού	adj	γενική ενικού του επισωρευτικός
επισωρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επισωρευτικός
επισωρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του επισωρευτικός
επισωρευτικός	adj	που έχει σχέση με την επισώρευση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επισωρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του επισωρευτικός
επισωρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επισώρευση
επισωρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επισώρευση
επισωρεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επισώρευση
επισωρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισωρεύω	verb|formal	συσσωρεύω κάτι δίχως τάξη επάνω σε κάτι άλλο
επισύναπτα	=	επισυνάπτω
επισύναπταν	=	επισυνάπτω
επισύναπτε	=	επισυνάπτω
επισύναπτες	=	επισυνάπτω
επισύναψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισύναψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισύναψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισύναψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισυνάπτω
επισύναψη	noun	συνένωση στοιχείου σε άλλο και ενιαία μεταφορά
επισύναψης	=	επισύναψη
επισύνδεση	noun	παράλληλη σύνδεση κάποιου σε επικοινωνιακό δίκτυο με τέτοιο τρόπο, ώστε να παρακολουθεί και να λαμβάνει όσα στοιχεία της επικοινωνίας αυτής επιθυμεί, χωρίς ο ίδιος να γίνεται φανερός ή αντιληπτός
επισύνδεσης	=	επισύνδεση
επισύρω	verb	έχω ως επίπτωση (συνήθως μία τιμωρία, ποινή ή άλλη αρνητική εξέλιξη) για εμένα τον ίδιο
επισώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίσωμα
επισώματος	noun	γενική ενικού του επίσωμα
επισώρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισώρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισώρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισώρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επισωρεύω
επισώρευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επισωρεύω
επισώρευσης	noun	γενική ενικού του επισώρευση
επιτάθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του επιτείνω
επιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξαν	=	επιτάσσω
επιτάξανε	=	επιτάσσω
επιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίταξη
επιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίταξη
επιτάξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίταξη
επιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτάσσω
επιτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίταση
επιτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίταση
επιτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίταση
επιτάσσαμε	=	επιτάσσω
επιτάσσαν	=	επιτάσσω
επιτάσσανε	=	επιτάσσω
επιτάσσατε	=	επιτάσσω
επιτάσσει	=	επιτάσσω
επιτάσσεις	=	επιτάσσω
επιτάσσετε	=	επιτάσσω
επιτάσσοντας	=	επιτάσσω
επιτάσσουμε	=	επιτάσσω
επιτάσσουν	=	επιτάσσω
επιτάσσουνε	=	επιτάσσω
επιτάσσω	verb|formal	διατάσσω, διατάζω
επιτάφια	=	επιτάφιος
επιτάφιας	=	επιτάφιος
επιτάφιε	=	επιτάφιος
επιτάφιες	=	επιτάφιος
επιτάφιο	=	επιτάφιος
επιτάφιοι	=	επιτάφιος
επιτάφιος	adj	που βρίσκεται πάνω σε τάφο
επιτάφιου	=	επιτάφιος
επιτάφιους	=	επιτάφιος
επιτάφιων	=	επιτάφιος
επιτάχυνα	=	επιταχύνω
επιτάχυναν	=	επιταχύνω
επιτάχυνε	=	επιταχύνω
επιτάχυνες	=	επιταχύνω
επιτάχυνση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιταχύνω, η αύξηση ταχύτητας ενός αντικειμένου, μιας διαδικασίας κλπ.
επιτάχυνσης	noun	γενική ενικού του επιτάχυνση
επιτέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτέλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτέλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτέλεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιτελώ, η εκτέλεση, πραγματοποίηση, διεξαγωγή ή διεκπεραίωση έργου
επιτέλεσης	noun	γενική ενικού του επιτέλεση
επιτέλλω	verb	ξεπροβάλλω απ' τον ορίζοντα, αναδύομαι
επιτέλους	intj	επιφωνηματική έκφραση, για να δηλωθεί	adv|rare	στο τέλος, τελικά
επιτήδεια	adv	με επιτήδειο, πανούργο τρόπο, με εξυπνάδα
επιτήδειας	=	επιτήδειος
επιτήδειε	=	επιτήδειος
επιτήδειες	=	επιτήδειος
επιτήδειο	=	επιτήδειος
επιτήδειοι	=	επιτήδειος
επιτήδειος	adj	επιδέξιος, ικανός, κατάλληλος σε έναν τομέα
επιτήδειου	=	επιτήδειος
επιτήδειους	=	επιτήδειος
επιτήδειων	=	επιτήδειος
επιτήδευμα	noun|formal	επάγγελμα
επιτήδευση	noun	η προσπάθεια για να φανεί κάτι καλύτερο απ' ό,τι είναι, προσποίηση ή και υποκρισία
επιτήδευσης	noun	γενική ενικού του επιτήδευση
επιτήρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτήρηση	noun	το να επιτηρώ/επιβλέπω ένα έργο, την τήρηση όρων μιας συμφωνίας ή τη συμμόρφωση κάποιου προς κάποιους κανόνες
επιτήρησης	noun	γενική ενικού του επιτήρηση
επιτίθεμαι	verb	επιχειρώ, συνήθως με ορμητικό και βίαιο τρόπο, να εξουδετερώσω κάτι ή κάποιον, να του επιβάλλω τη θέλησή μου ή να του προκαλέσω ζημιά, π.χ. σωματική βλάβη, για πρόσωπο
επιτίμα	=	επιτιμώ
επιτίμαγε	=	επιτιμώ
επιτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτίμηση	noun	ποινή που επιβάλλεται σε κληρικούς από εκκλησιαστικό δικαστήριο
επιτίμησης	noun	γενική ενικού του επιτίμηση
επιτίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτίμιο
επιτίμιο	noun	εκκλησιαστική ποινή
επιτίμιου	=	επιτίμιο
επιτίτλου	=	επίτιτλο
επιτίτλους	=	επίτιτλος
επιτίτλων	=	επίτιτλο
επιταγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταγή
επιταγή	noun|formal	διαταγή, εντολή
επιταγής	=	επιταγή
επιταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταγμένο
επιταγμένε	verb	κλητική ενικού του επιταγμένος
επιταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταγμένη
επιταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιταγμένος
επιταγμένης	verb	γενική ενικού του επιταγμένη
επιταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιταγμένος
επιταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιταγμένος
επιταγμένος	verb	που έχει επιταχθεί
επιταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιταγμένος
επιταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιταγμένος
επιταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιταγμένος
επιταγών	=	επιταγή
επιτακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιτακτικός	adv	με επιτακτικό τρόπο, επειγόντως
επιτακτικέ	adj	κλητική ενικού του επιτακτικός
επιτακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτακτική
επιτακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτακτικός
επιτακτικής	adj	γενική ενικού του επιτακτική
επιτακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτακτικός
επιτακτικοτήτων	=	επιτακτικότητα
επιτακτικού	adj	γενική ενικού του επιτακτικός
επιτακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτακτικός
επιτακτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιτακτικός	noun	εμφατική λέξη, εμφατικό, εντατικό, ενισχυτικό
επιτακτικός	adj	αυστηρός, απόλυτος, αναγκαίος
επιτακτικότατα	=	επιτακτικός
επιτακτικότατε	=	επιτακτικός
επιτακτικότατες	=	επιτακτικός
επιτακτικότατη	=	επιτακτικός
επιτακτικότατης	=	επιτακτικός
επιτακτικότατο	=	επιτακτικός
επιτακτικότατοι	=	επιτακτικός
επιτακτικότατος	=	επιτακτικός
επιτακτικότατου	=	επιτακτικός
επιτακτικότατους	=	επιτακτικός
επιτακτικότατων	=	επιτακτικός
επιτακτικότερα	=	επιτακτικός
επιτακτικότερε	=	επιτακτικός
επιτακτικότερες	=	επιτακτικός
επιτακτικότερη	=	επιτακτικός
επιτακτικότερης	=	επιτακτικός
επιτακτικότερο	=	επιτακτικός
επιτακτικότεροι	=	επιτακτικός
επιτακτικότερος	=	επιτακτικός
επιτακτικότερου	=	επιτακτικός
επιτακτικότερους	=	επιτακτικός
επιτακτικότερων	=	επιτακτικός
επιτακτικότητα	noun	η ιδιότητα του να είναι κανείς επιτακτικός, αυστηρός
επιτακτικότητας	=	επιτακτικότητα
επιτακτικότητες	=	επιτακτικότητα
επιτακτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιτακτικός
επιτακτικώς	adv|dated	επιτακτικά
επιτατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτατικό
επιτατικέ	adj	κλητική ενικού του επιτατικός
επιτατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτατική
επιτατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτατικός
επιτατικής	adj	γενική ενικού του επιτατική
επιτατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτατικός
επιτατικού	adj	γενική ενικού του επιτατικός
επιτατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτατικός
επιτατικό	adj	αιτιατική ενικού του επιτατικός
επιτατικός	adj	αυτός που προκαλεί επίταση ή αναφέρεται σε αυτή
επιτατικών	adj	γενική πληθυντικού του επιτατικός
επιταυτού	adv|vulgar	επίτηδες, σκόπιμα, εσκεμμένα
επιταχυμένα	=	επιταχυμένος
επιταχυμένε	=	επιταχυμένος
επιταχυμένες	=	επιταχυμένος
επιταχυμένη	=	επιταχυμένος
επιταχυμένης	=	επιταχυμένος
επιταχυμένο	=	επιταχυμένος
επιταχυμένοι	=	επιταχυμένος
επιταχυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιταχύνω: που έχει επιταχυνθεί
επιταχυμένου	=	επιταχυμένος
επιταχυμένους	=	επιταχυμένος
επιταχυμένων	=	επιταχυμένος
επιταχυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθήκαν	=	επιταχύνω
επιταχυνθήκανε	=	επιταχύνω
επιταχυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνθούνε	=	επιταχύνω
επιταχυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχυνσιογράφε	=	επιταχυνσιογράφος
επιταχυνσιογράφο	=	επιταχυνσιογράφος
επιταχυνσιογράφοι	=	επιταχυνσιογράφος
επιταχυνσιογράφος	noun	συσκευή ή όργανο που καταγράφει κάποιου είδους επιτάχυνση
επιταχυνσιογράφου	=	επιταχυνσιογράφος
επιταχυνσιογράφους	=	επιταχυνσιογράφος
επιταχυνσιογράφων	=	επιταχυνσιογράφος
επιταχυνσιομέτρου	=	επιταχυνσιόμετρο
επιταχυνσιομέτρων	=	επιταχυνσιόμετρο
επιταχυνσιόμετρα	=	επιταχυνσιόμετρο
επιταχυνσιόμετρο	noun	όργανο ή συσκευή που μετρά την επιτάχυνση
επιταχυνσιόμετρου	=	επιταχυνσιόμετρο
επιταχυνσιόμετρων	=	επιταχυνσιόμετρο
επιταχυντές	noun	επιταχυντής, στην ονομαστική του πληθυντικού
επιταχυντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιταχυντής
επιταχυντής	noun|formal	γκάζι
επιταχυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταχυντικό	adv	έχοντας συμβολή στην επιτάχυνση
επιταχυντικέ	adj	κλητική ενικού του επιταχυντικός
επιταχυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταχυντική
επιταχυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιταχυντικός
επιταχυντικής	adj	γενική ενικού του επιταχυντική
επιταχυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιταχυντικός
επιταχυντικού	adj	γενική ενικού του επιταχυντικός
επιταχυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιταχυντικός
επιταχυντικό	adj	αιτιατική ενικού του επιταχυντικός
επιταχυντικός	adj	Αυτός που αυξάνει την ταχύτητα, που δημιουργεί επιτάχυνση.
επιταχυντικών	adj	γενική πληθυντικού του επιταχυντικός
επιταχυντών	noun	γενική πληθυντικού του επιταχυντής
επιταχυνόμασταν	=	επιταχύνω
επιταχυνόμαστε	=	επιταχύνω
επιταχυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταχυνόμενο
επιταχυνόμενε	verb	κλητική ενικού του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιταχυνόμενη
επιταχυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμενης	verb	γενική ενικού του επιταχυνόμενη
επιταχυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμενος	verb	που βρίσκεται σε επιτάχυνση, που επιταχύνεται
επιταχυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιταχυνόμενος
επιταχυνόμουν	=	επιταχύνω
επιταχυνόμουνα	=	επιταχύνω
επιταχυνόντουσαν	=	επιταχύνω
επιταχυνόσασταν	=	επιταχύνω
επιταχυνόσαστε	=	επιταχύνω
επιταχυνόσουν	=	επιταχύνω
επιταχυνόσουνα	=	επιταχύνω
επιταχυνόταν	=	επιταχύνω
επιταχυνότανε	=	επιταχύνω
επιταχύναμε	=	επιταχύνω
επιταχύναν	=	επιταχύνω
επιταχύνανε	=	επιταχύνω
επιταχύνατε	=	επιταχύνω
επιταχύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του επιταχύνω
επιταχύνεις	=	επιταχύνω
επιταχύνεσαι	=	επιταχύνω
επιταχύνεστε	=	επιταχύνω
επιταχύνεται	=	επιταχύνω
επιταχύνετε	=	επιταχύνω
επιταχύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιταχύνομαι
επιταχύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιταχύνω
επιταχύνομε	=	επιταχύνω
επιταχύνονται	=	επιταχύνω
επιταχύνονταν	=	επιταχύνω
επιταχύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιταχύνω
επιταχύνουμε	=	επιταχύνω
επιταχύνουν	=	επιταχύνω
επιταχύνουνε	=	επιταχύνω
επιταχύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτάχυνση
επιταχύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιτάχυνση
επιταχύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιτάχυνση
επιταχύνσου	=	επιταχύνω
επιταχύντε	=	επιταχύνω
επιταχύνω	verb	αλλάζω το μέτρο ή/και τη διεύθυνση της ταχύτητας ενός σώματος
επιτείνομαι	=	επιτείνω
επιτείνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιτείνω
επιτείνω	verb	αυξάνω την τάση, την ένταση ή τη διάρκεια
επιτεγίδα	noun	καθένα από τα ξύλινα δοκάρια της στέγης, τοποθετημένα κατά την κλίση της στέγης, που στηρίζονται πάνω στις τεγίδες.
επιτεγίδας	=	επιτεγίδα
επιτεγίδες	=	επιτεγίδα
επιτεγίδων	=	επιτεγίδα
επιτεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
επιτελάρχες	=	επιτελάρχης
επιτελάρχη	=	επιτελάρχης
επιτελάρχης	noun	επικεφαλής ενός στρατιωτικού επιτελείου
επιτελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτελώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτέλεση
επιτελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιτέλεση
επιτελέσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιτέλεση
επιτελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτελώ
επιτελή	=	επιτελής
επιτελής	noun	αξιωματικός του επιτελείου
επιτελαρχών	=	επιτελάρχης
επιτελεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτελείο
επιτελείο	noun	1. η ομάδα αξιωματικών, βοηθών του αρχηγού μεγάλης στρατιωτικής μονάδας
επιτελείου	noun	γενική ενικού του επιτελείο
επιτελείς	=	επιτελής
επιτελείων	noun	γενική πληθυντικού του επιτελείο
επιτελεσμένα	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένε	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένες	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένη	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένης	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένο	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένοι	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένος	verb	που έχει επιτελεστεί, πραγματοποιηθεί, ολοκληρωθεί
επιτελεσμένου	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένους	=	επιτελεσμένος
επιτελεσμένων	=	επιτελεσμένος
επιτελεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιτελεστικός	adv	με επιτελεστικό τρόπο
επιτελεστικέ	=	επιτελεστικός
επιτελεστικές	=	επιτελεστικός
επιτελεστική	=	επιτελεστικός
επιτελεστικής	=	επιτελεστικός
επιτελεστικοί	=	επιτελεστικός
επιτελεστικού	=	επιτελεστικός
επιτελεστικούς	=	επιτελεστικός
επιτελεστικό	=	επιτελεστικός
επιτελεστικός	adj	που έχει σχέση με την επιτέλεση ή αναφέρεται σʼ αυτή, που σχετίζεται με την εκτέλεση ή ολοκλήρωση ενός έργου, ενέργειας ή διαδικασίας.
επιτελεστικών	=	επιτελεστικός
επιτελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτελικό
επιτελικέ	adj	κλητική ενικού του επιτελικός
επιτελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτελική
επιτελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτελικός
επιτελικής	adj	γενική ενικού του επιτελική
επιτελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτελικός
επιτελικού	adj	γενική ενικού του επιτελικός
επιτελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτελικός
επιτελικό	adj	αιτιατική ενικού του επιτελικός
επιτελικός	adj	ο σχετικός με το επιτελείο
επιτελικών	adj	γενική πληθυντικού του επιτελικός
επιτελούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιτελώ
επιτελούμενα	=	επιτελούμενος
επιτελούμενε	=	επιτελούμενος
επιτελούμενες	=	επιτελούμενος
επιτελούμενη	=	επιτελούμενος
επιτελούμενης	=	επιτελούμενος
επιτελούμενο	=	επιτελούμενος
επιτελούμενοι	=	επιτελούμενος
επιτελούμενος	verb	που επιτελείται, που γίνεται ακόμα
επιτελούμενου	=	επιτελούμενος
επιτελούμενους	=	επιτελούμενος
επιτελούμενων	=	επιτελούμενος
επιτελούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του επιτελούμαι
επιτελώ	verb	εκτελώ, πραγματοποιώ
επιτελών	=	επιτελής
επιτετραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτετραμμένο
επιτετραμμένε	verb	κλητική ενικού του επιτετραμμένος
επιτετραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτετραμμένη
επιτετραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτετραμμένος
επιτετραμμένης	verb	γενική ενικού του επιτετραμμένη
επιτετραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιτετραμμένος
επιτετραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτετραμμένος
επιτετραμμένος	verb	ο επιφορτισμένος, ο υπεύθυνος, που του έχει ανατεθεί μια συγκεκριμένη ευθύνη, που εκπροσωπεί (που του επιτρέπονται πολλές πρωτοβουλίες)
επιτετραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιτετραμμένος
επιτετραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιτετραμμένος
επιτετραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιτετραμμένος
επιτευγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίτευγμα
επιτευκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτευκτό
επιτευκτέ	adj	κλητική ενικού του επιτευκτός
επιτευκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτευκτή
επιτευκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτευκτός
επιτευκτής	adj	γενική ενικού του επιτευκτή
επιτευκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτευκτός
επιτευκτού	adj	γενική ενικού του επιτευκτός
επιτευκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτευκτός
επιτευκτό	adj	αιτιατική ενικού του επιτευκτός
επιτευκτός	adj	που έχει επιτευχθεί
επιτευκτών	adj	γενική πληθυντικού του επιτευκτός
επιτευχθήκαμε	=	επιτυγχάνω
επιτευχθήκατε	=	επιτυγχάνω
επιτευχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου παθητικής φωνής του επιτυγχάνω
επιτευχθείς	=	επιτυγχάνω
επιτευχθείτε	=	επιτυγχάνω
επιτευχθούμε	=	επιτυγχάνω
επιτευχθούν	=	επιτυγχάνω
επιτευχθούνε	=	επιτυγχάνω
επιτευχθώ	=	επιτυγχάνω
επιτεύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτευγμα
επιτεύγματος	noun	γενική ενικού του επίτευγμα
επιτεύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίτευξη
επιτεύξεων	noun	γενική πληθυντικού του επίτευξη
επιτεύξεως	noun|formal	γενική ενικού του επίτευξη
επιτεύξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτεύξιμο
επιτεύξιμε	adj	κλητική ενικού του επιτεύξιμος
επιτεύξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτεύξιμη
επιτεύξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτεύξιμος
επιτεύξιμης	adj	γενική ενικού του επιτεύξιμη
επιτεύξιμο	adj	αιτιατική ενικού του επιτεύξιμος
επιτεύξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτεύξιμος
επιτεύξιμος	adj	άλλη μορφή του επιτευκτός
επιτεύξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιτεύξιμος
επιτεύξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτεύξιμος
επιτεύξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιτεύξιμος
επιτεύχθηκα	=	επιτυγχάνω
επιτεύχθηκαν	=	επιτυγχάνω
επιτεύχθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του επιτυγχάνω
επιτεύχθηκες	=	επιτυγχάνω
επιτηδείως	adv|dated	επιτήδεια
επιτηδειοτήτων	=	επιτηδειότητα
επιτηδειότήτων	=	επιτηδειότητα
επιτηδειότητα	noun	το να είναι κάποιος επιτήδειος, η ιδιότητα του επιτήδειου
επιτηδειότητας	noun	γενική ενικού του επιτηδειότητα
επιτηδειότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτηδειότητα
επιτηδευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιτήδευμα
επιτηδευμένα	adv	με επιτηδευμένο τρόπο, με ψεύτικα και φανταχτερά λόγια
επιτηδευμένε	verb	κλητική ενικού του επιτηδευμένος
επιτηδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτηδευμένη
επιτηδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτηδευμένος
επιτηδευμένης	verb	γενική ενικού του επιτηδευμένη
επιτηδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιτηδευμένος
επιτηδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτηδευμένος
επιτηδευμένος	verb	που έχει συμπεριφορά ή ύφος προσεγμένο σε υπερβολικό βαθμό
επιτηδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιτηδευμένος
επιτηδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιτηδευμένος
επιτηδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιτηδευμένος
επιτηδευματία	=	επιτηδευματίας
επιτηδευματίας	noun	ο ελεύθερος επαγγελματίας που πωλεί αγαθά (χονδρικώς ή λιανικώς) ή παρέχει υπηρεσίες
επιτηδευματίες	=	επιτηδευματίας
επιτηδευματιών	=	επιτηδευματίας
επιτηδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτήδευμα
επιτηδεύματος	noun	γενική ενικού του επιτήδευμα
επιτηδεύομαι	verb|dated	ασχολούμαι επαγγελματικά με κάτι
επιτηδεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτήδευση
επιτηδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιτήδευση
επιτηδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιτήδευση
επιτηδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηδεύομαι
επιτηρήθηκα	=	επιτηρώ
επιτηρήθηκαν	=	επιτηρώ
επιτηρήθηκε	=	επιτηρώ
επιτηρήθηκες	=	επιτηρώ
επιτηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήσαν	=	επιτηρώ
επιτηρήσανε	=	επιτηρώ
επιτηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτήρηση
επιτηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιτήρηση
επιτηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιτήρηση
επιτηρήσου	=	επιτηρώ
επιτηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτηρώ
επιτηρήτρια	noun	θηλυκό του επιτηρητής
επιτηρήτριας	noun	γενική ενικού του επιτηρήτρια
επιτηρήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτηρήτρια
επιτηρεί	=	επιτηρώ
επιτηρείς	=	επιτηρώ
επιτηρείσαι	=	επιτηρώ
επιτηρείστε	=	επιτηρώ
επιτηρείται	=	επιτηρώ
επιτηρείτε	=	επιτηρώ
επιτηρηθήκαμε	=	επιτηρώ
επιτηρηθήκαν	=	επιτηρώ
επιτηρηθήκανε	=	επιτηρώ
επιτηρηθήκατε	=	επιτηρώ
επιτηρηθεί	=	επιτηρώ
επιτηρηθείτε	=	επιτηρώ
επιτηρημένος	=	επιτηρώ
επιτηρησιακός	noun|rare	που έχει σχέση με επιτήρηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
επιτηρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτηρητής
επιτηρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιτηρητής
επιτηρητής	noun	αυτός που επιτηρεί, κάνει επιτήρηση
επιτηρητικά	=	επιτηρητικός
επιτηρητικέ	=	επιτηρητικός
επιτηρητικές	=	επιτηρητικός
επιτηρητική	=	επιτηρητικός
επιτηρητικής	=	επιτηρητικός
επιτηρητικοί	=	επιτηρητικός
επιτηρητικού	=	επιτηρητικός
επιτηρητικούς	=	επιτηρητικός
επιτηρητικό	=	επιτηρητικός
επιτηρητικός	adj	που σχετίζεται με την πράξη της επιτήρησης ή έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο και την παρακολούθηση
επιτηρητικών	=	επιτηρητικός
επιτηρητριών	noun	γενική πληθυντικού του επιτηρήτρια
επιτηρητών	noun	γενική πληθυντικού του επιτηρητής
επιτηρούμαι	verb	με επιτηρεί κάποιος, είμαι υπό επιτήρηση
επιτηρούμασταν	=	επιτηρώ
επιτηρούμαστε	=	επιτηρώ
επιτηρούμε	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιτηρώ
επιτηρούμενα	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενε	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενες	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενη	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενης	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενο	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενοι	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιτηρώ
επιτηρούμενου	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενους	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμενων	=	επιτηρούμενος
επιτηρούμουν	=	επιτηρώ
επιτηρούν	=	επιτηρώ
επιτηρούνε	=	επιτηρώ
επιτηρούνται	=	επιτηρώ
επιτηρούνταν	=	επιτηρώ
επιτηρούσα	=	επιτηρώ
επιτηρούσαμε	=	επιτηρώ
επιτηρούσαν	=	επιτηρώ
επιτηρούσανε	=	επιτηρώ
επιτηρούσασταν	=	επιτηρώ
επιτηρούσαστε	=	επιτηρώ
επιτηρούσατε	=	επιτηρώ
επιτηρούσε	=	επιτηρώ
επιτηρούσες	=	επιτηρώ
επιτηρούσουν	=	επιτηρώ
επιτηρώ	verb	επιβλέπω, φροντίζω να τηρούν κάποιοι τους κανονισμούς
επιτηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιτηρώ
επιτητώ	=	επιτηρούμαι
επιτιθέμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτιθέμενο
επιτιθέμενε	verb	κλητική ενικού του επιτιθέμενος
επιτιθέμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτιθέμενη
επιτιθέμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτιθέμενος
επιτιθέμενης	verb	γενική ενικού του επιτιθέμενη
επιτιθέμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιτιθέμενος
επιτιθέμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτιθέμενος
επιτιθέμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος επιτίθεμαι
επιτιθέμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιτιθέμενος
επιτιθέμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιτιθέμενος
επιτιθέμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιτιθέμενος
επιτιθόμουν	=	επιτίθεμαι
επιτιμά	=	επιτιμώ
επιτιμάει	=	επιτιμώ
επιτιμάμε	=	επιτιμώ
επιτιμάν	=	επιτιμώ
επιτιμάνε	=	επιτιμώ
επιτιμάς	=	επιτιμώ
επιτιμάτε	=	επιτιμώ
επιτιμάω	=	επιτιμώ
επιτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήσαν	=	επιτιμώ
επιτιμήσανε	=	επιτιμώ
επιτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτίμηση
επιτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιτίμηση
επιτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιτίμηση
επιτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτιμώ
επιτιμίου	noun	γενική ενικού του επιτίμιο
επιτιμίων	noun	γενική πληθυντικού του επιτίμιο
επιτιμητής	noun|formal	κάποιος που επιτιμά, που απευθύνει επίπληξη ή εκφράζει αποδοκιμασία για πρόσωπο ή πράξη
επιτιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτιμητικό	adv	με επιτιμητικό τρόπο
επιτιμητικέ	adj	κλητική ενικού του επιτιμητικός
επιτιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτιμητική
επιτιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτιμητικός
επιτιμητικής	adj	γενική ενικού του επιτιμητική
επιτιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτιμητικός
επιτιμητικού	adj	γενική ενικού του επιτιμητικός
επιτιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτιμητικός
επιτιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του επιτιμητικός
επιτιμητικός	adj	που γίνεται για να επιτιμήσει, που επιπλήττει
επιτιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του επιτιμητικός
επιτιμητικώς	adv|formal	άλλη μορφή του επιτιμητικά
επιτιμούμε	=	επιτιμώ
επιτιμούν	=	επιτιμώ
επιτιμούνε	=	επιτιμώ
επιτιμούσα	=	επιτιμώ
επιτιμούσαμε	=	επιτιμώ
επιτιμούσαν	=	επιτιμώ
επιτιμούσανε	=	επιτιμώ
επιτιμούσατε	=	επιτιμώ
επιτιμούσε	=	επιτιμώ
επιτιμούσες	=	επιτιμώ
επιτιμώ	verb|formal	προσάπτω μομφή σε κάποιον για κάτι αρνητικό που διέπραξε, επιπλήττω, μαλώνω
επιτιμώμαι	=	επιτιμώ
επιτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιτιμώ
επιτοίχια	=	επιτοίχιος
επιτοίχιας	=	επιτοίχιος
επιτοίχιε	=	επιτοίχιος
επιτοίχιες	=	επιτοίχιος
επιτοίχιο	=	επιτοίχιος
επιτοίχιοι	=	επιτοίχιος
επιτοίχιος	adj	που αφορά αντικείμενο, συσκευή ή διακοσμητικό στοιχείο που στερεώνεται ή είναι ενσωματωμένο σε τοίχο, ώστε να λειτουργεί ή να φαίνεται ως μέρος της τοιχοποιίας
επιτοίχιου	=	επιτοίχιος
επιτοίχιους	=	επιτοίχιος
επιτοίχιων	=	επιτοίχιος
επιτοκίου	noun	γενική ενικού του επιτόκιο
επιτοκίων	noun	γενική πληθυντικού του επιτόκιο
επιτοκιακά	=	επιτοκιακός
επιτοκιακέ	=	επιτοκιακός
επιτοκιακές	=	επιτοκιακός
επιτοκιακή	=	επιτοκιακός
επιτοκιακής	=	επιτοκιακός
επιτοκιακοί	=	επιτοκιακός
επιτοκιακού	=	επιτοκιακός
επιτοκιακούς	=	επιτοκιακός
επιτοκιακό	=	επιτοκιακός
επιτοκιακός	adj	που έχει σχέση με το επιτόκιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
επιτοκιακών	=	επιτοκιακός
επιτολές	=	επιτολή
επιτολή	noun|formal	η εμφάνιση / ανατολή άστρου, αστερισμού κ.λπ. στον ορίζοντα
επιτολής	=	επιτολή
επιτολών	=	επιτολή
επιτομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτομή
επιτομή	noun	σύνοψη ενός κειμένου
επιτομής	=	επιτομή
επιτομών	=	επιτομή
επιτονισμέ	noun	κλητική ενικού του επιτονισμός
επιτονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτονισμός
επιτονισμού	noun	γενική ενικού του επιτονισμός
επιτονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιτονισμός
επιτονισμό	=	επιτονισμός
επιτονισμός	noun	οι διακυμάνσεις της φωνής στον προφορικό λόγο που υποδηλώνουν επιπλέον πληροφορίες (συνήθως συναισθήματα)
επιτονισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιτονισμός
επιτοπίως	adv|formal	επιτόπια, επί τόπου
επιτούτου	adv	με πρόθεση και σκοπό, ενεργώντας ή παραλείποντας κάτι σκόπιμα
επιτράπηκα	=	επιτρέπω
επιτράπηκαν	=	επιτρέπω
επιτράπηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του επιτρέπω
επιτράπηκες	=	επιτρέπω
επιτρέπαμε	=	επιτρέπω
επιτρέπαν	=	επιτρέπω
επιτρέπανε	=	επιτρέπω
επιτρέπατε	=	επιτρέπω
επιτρέπει	=	επιτρέπω
επιτρέπεις	=	επιτρέπω
επιτρέπεσαι	=	επιτρέπω
επιτρέπεστε	=	επιτρέπω
επιτρέπεται	verb	δίνεται η άδεια ή η δυνατότητα, δεν απαγορεύεται
επιτρέπετε	=	επιτρέπω
επιτρέπομαι	=	επιτρέπω
επιτρέπομε	=	επιτρέπω
επιτρέπονται	=	επιτρέπω
επιτρέπονταν	=	επιτρέπω
επιτρέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιτρέπω
επιτρέπουμε	=	επιτρέπω
επιτρέπουν	=	επιτρέπω
επιτρέπουνε	=	επιτρέπω
επιτρέπω	verb	δίνω την άδεια ή τη δυνατότητα να γίνει κάτι
επιτρέχω	verb	επιτίθεμαι
επιτρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψαν	=	επιτρέπω
επιτρέψανε	=	επιτρέπω
επιτρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψομε	=	επιτρέπω
επιτρέψου	=	επιτρέπω
επιτρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτρέψουνε	=	επιτρέπω
επιτρέψτε	=	επιτρέπω
επιτρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
επιτραπέζια	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιας	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιε	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιες	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιο	adj	αιτιατική ενικού του επιτραπέζιος (αρσενικό)	noun	παιχνίδι που συνήθως παίζεται πάνω σ' ένα τραπέζι
επιτραπέζιοι	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιος	adj	κατάλληλος για να τοποθετηθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε τραπέζι
επιτραπέζιου	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιους	=	επιτραπέζιος
επιτραπέζιων	=	επιτραπέζιος
επιτραπήκαμε	=	επιτρέπω
επιτραπήκαν	=	επιτρέπω
επιτραπήκανε	=	επιτρέπω
επιτραπήκατε	=	επιτρέπω
επιτραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτρέπεται
επιτραπείς	=	επιτρέπω
επιτραπείτε	=	επιτρέπω
επιτραπούμε	=	επιτρέπω
επιτραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτρέπεται
επιτραπούνε	=	επιτρέπω
επιτραπώ	=	επιτρέπω
επιτραχήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτραχήλιο
επιτραχήλιο	noun|formal	άλλη μορφή του πετραχήλι
επιτραχήλιου	=	επιτραχήλιο
επιτραχηλίου	noun	γενική ενικού του επιτραχήλιο
επιτραχηλίων	noun	γενική πληθυντικού του επιτραχήλιο
επιτρεπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιτρεπτός	adv	με επιτρεπτό τρόπο
επιτρεπτέ	adj	κλητική ενικού του επιτρεπτός
επιτρεπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπτή
επιτρεπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτρεπτός
επιτρεπτής	adj	γενική ενικού του επιτρεπτή
επιτρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπτικό
επιτρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του επιτρεπτικός
επιτρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπτική
επιτρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτρεπτικός
επιτρεπτικής	adj	γενική ενικού του επιτρεπτική
επιτρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπτικός
επιτρεπτικού	adj	γενική ενικού του επιτρεπτικός
επιτρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτρεπτικός
επιτρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιτρεπτικός
επιτρεπτικός	adj	που επιτρέπει
επιτρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιτρεπτικός
επιτρεπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπτός
επιτρεπτοτήτων	=	επιτρεπτότητα
επιτρεπτού	adj	γενική ενικού του επιτρεπτός
επιτρεπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτρεπτός
επιτρεπτό	adj	αιτιατική ενικού του επιτρεπτός
επιτρεπτός	adj	που επιτρέπεται ή μπορεί να επιτραπεί
επιτρεπτότητα	noun	η ιδιότητα του επιτρεπτού
επιτρεπτότητας	=	επιτρεπτότητα
επιτρεπτότητες	=	επιτρεπτότητα
επιτρεπτών	adj	γενική πληθυντικού του επιτρεπτός
επιτρεπτώς	adv|formal	κατά τρόπο επιτρεπτό
επιτρεπόμασταν	=	επιτρέπω
επιτρεπόμαστε	=	επιτρέπω
επιτρεπόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπόμενη
επιτρεπόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτρεπόμενος
επιτρεπόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτρεπόμενος
επιτρεπόμενος	=	επιτρέπω
επιτρεπόμουν	=	επιτρέπω
επιτρεπόμουνα	=	επιτρέπω
επιτρεπόντουσαν	=	επιτρέπω
επιτρεπόσασταν	=	επιτρέπω
επιτρεπόσαστε	=	επιτρέπω
επιτρεπόσουν	=	επιτρέπω
επιτρεπόσουνα	=	επιτρέπω
επιτρεπόταν	=	επιτρέπω
επιτρεπότανε	=	επιτρέπω
επιτρεψιμοτήτων	=	επιτρεψιμότητα
επιτρεψιμότητα	noun	το να επιτρέπεται κάτι
επιτρεψιμότητας	=	επιτρεψιμότητα
επιτρεψιμότητες	=	επιτρεψιμότητα
επιτροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτροπή
επιτροπή	noun	πολυμελές (συνήθως) διοικητικό όργανο που είτε έχει αποφασιστικές αρμοδιότητες ή συγκροτείται για να μελετήσει κάτι και να προτείνει λύσεις
επιτροπής	=	επιτροπή
επιτροπεία	noun	η ανάθεση δικαιωμάτων διαχείρισης διοικητικών ή άλλων συναφών αποφασιστικών καθηκόντων (ιδιωτικών ή δημόσιων) σε κάποιο πρόσωπο ή φορέα
επιτροπείας	noun	γενική ενικού του επιτροπεία
επιτροπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτροπεία
επιτροπείο	noun	χώρος (ή ειδική αίθουσα) που βρίσκονται οι (εκκλησιαστικοί) επίτροποι, συνήθως στην είσοδο ενός ναού
επιτροπείου	=	επιτροπείο
επιτροπείων	=	επιτροπείο
επιτροπειών	noun	γενική πληθυντικού του επιτροπεία
επιτροπεύαμε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύαν	=	επιτροπεύω
επιτροπεύανε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύατε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύει	=	επιτροπεύω
επιτροπεύεις	=	επιτροπεύω
επιτροπεύετε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύοντας	=	επιτροπεύω
επιτροπεύουμε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύουν	=	επιτροπεύω
επιτροπεύουνε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύσαν	=	επιτροπεύω
επιτροπεύσανε	=	επιτροπεύω
επιτροπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτρόπευση
επιτροπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιτρόπευση
επιτροπεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιτρόπευση
επιτροπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτροπεύω	verb	είμαι επίτροπος
επιτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτροπικό
επιτροπικέ	adj	κλητική ενικού του επιτροπικός
επιτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτροπική
επιτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτροπικός
επιτροπικής	adj	γενική ενικού του επιτροπική
επιτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτροπικός
επιτροπικού	adj	γενική ενικού του επιτροπικός
επιτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιτροπικός
επιτροπικό	noun	το έγγραφο που πιστοποιεί ότι κάποιος είναι επίτροπος	adj	αιτιατική ενικού του επιτροπικός
επιτροπικός	adj	που έχει σχέση με επίτροπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
επιτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του επιτροπικός
επιτροπικώς	adv	με εντολή, με πληρεξουσιότητα, με εξουσιοδότηση
επιτροπών	=	επιτροπή
επιτροχάδην	adv|formal	με τρόπο βιαστικό, γρήγορο και κάπως απρόσεκτα ή επιπόλαια
επιτρόπευα	=	επιτροπεύω
επιτρόπευαν	=	επιτροπεύω
επιτρόπευε	=	επιτροπεύω
επιτρόπευες	=	επιτροπεύω
επιτρόπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτρόπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτρόπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτρόπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτροπεύω
επιτρόπευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιτροπεύω
επιτρόπευσης	noun	γενική ενικού του επιτρόπευση
επιτρόπου	noun	γενική ενικού του επίτροπος
επιτρόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επίτροπος
επιτρόπων	noun	γενική πληθυντικού του επίτροπος
επιτυγχάναμε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάναν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνανε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνατε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνει	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνεις	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνεσαι	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνεστε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνεται	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνετε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνομαι	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνομε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνονται	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνονταν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνοντας	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνουμε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνουν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνουνε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχάνω	verb	άλλη μορφή του πετυχαίνω
επιτυγχανόμασταν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόμαστε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόμενος	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόμουν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόμουνα	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόντουσαν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόσασταν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόσαστε	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόσουν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόσουνα	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανόταν	=	επιτυγχάνω
επιτυγχανότανε	=	επιτυγχάνω
επιτυχές	=	επιτυχής
επιτυχή	=	επιτυχής
επιτυχής	adj	που έχει πετύχει
επιτυχία	noun	η πραγματοποίηση στόχου
επιτυχίας	noun	γενική ενικού του επιτυχία
επιτυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτυχία
επιτυχαίνω	verb	άλλη μορφή του πετυχαίνω / επιτυγχάνω
επιτυχείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του επιτυχής
επιτυχημένα	adv	με επιτυχία
επιτυχημένε	verb	κλητική ενικού του επιτυχημένος
επιτυχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτυχημένη
επιτυχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτυχημένος
επιτυχημένης	verb	γενική ενικού του επιτυχημένη
επιτυχημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιτυχημένος
επιτυχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιτυχημένος
επιτυχημένος	verb	που έχει υλοποιήσει τους στόχους του (π.χ. στη σταδιοδρομία του)
επιτυχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιτυχημένος
επιτυχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιτυχημένος
επιτυχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιτυχημένος
επιτυχιών	noun	γενική πληθυντικού του επιτυχία
επιτυχουσών	=	επιτυχής
επιτυχούς	=	επιτυχής
επιτυχούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιτυχών
επιτυχούσας	=	επιτυχής
επιτυχούσες	=	επιτυχής
επιτυχούσης	=	επιτυχής
επιτυχόν	=	επιτυχής
επιτυχόντα	=	επιτυχής
επιτυχόντας	=	επιτυχής
επιτυχόντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιτυχών
επιτυχόντος	=	επιτυχής
επιτυχόντων	=	επιτυχής
επιτυχών	=	επιτυχής
επιτυχώς	adv	με επιτυχία
επιτόκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιτόκιο
επιτόκιο	noun	ο τόκος που αντιστοιχεί σε ένα ποσό, εκφρασμένος ως ποσοστό, κατά κανόνα, επί τοις εκατό (%) για χρονικό διάστημα (συνήθως) ενός έτους
επιτόκιου	=	επιτόκιο
επιτόκου	=	επίτοκος
επιτόκους	=	επίτοκος
επιτόκων	=	επίτοκος
επιτόπια	adv	που γίνεται, συμβαίνει ή αναφέρεται στον ίδιο τον τόπο, επιτόπου
επιτόπιας	=	επιτόπιος
επιτόπιε	=	επιτόπιος
επιτόπιες	=	επιτόπιος
επιτόπιο	=	επιτόπιος
επιτόπιοι	=	επιτόπιος
επιτόπιος	adj	που γίνεται, συμβαίνει ή αναφέρεται στον ίδιο τόπο, επιτόπου
επιτόπιου	=	επιτόπιος
επιτόπιους	=	επιτόπιος
επιτόπιων	=	επιτόπιος
επιτόπου	adv	στο ίδιο μέρος, στον ίδιο τόπο
επιτόπους	=	επίτοπος
επιτόπων	=	επίτοπος
επιτύγχανα	=	επιτυγχάνω
επιτύγχαναν	=	επιτυγχάνω
επιτύγχανε	=	επιτυγχάνω
επιτύγχανες	=	επιτυγχάνω
επιτύμβια	=	επιτύμβιος
επιτύμβιας	=	επιτύμβιος
επιτύμβιε	=	επιτύμβιος
επιτύμβιες	=	επιτύμβιος
επιτύμβιο	=	επιτύμβιος
επιτύμβιοι	=	επιτύμβιος
επιτύμβιος	adj	που έχει σχέση με τύμβο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τοποθετούταν πάνω σ’ αυτόν
επιτύμβιου	=	επιτύμβιος
επιτύμβιους	=	επιτύμβιος
επιτύμβιων	=	επιτύμβιος
επιτύχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχαν	=	επιτυγχάνω
επιτύχανε	=	επιτυγχάνω
επιτύχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχομε	=	επιτυγχάνω
επιτύχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιτύχουνε	=	επιτυγχάνω
επιτύχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιτυγχάνω
επιφάνεια	noun	το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον του, που το χωρίζουν από τον υπόλοιπο χώρο
επιφάνειας	noun	γενική ενικού του επιφάνεια
επιφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφάνεια
επιφάνειών	=	επιφάνεια
επιφάνηκα	=	επιφαίνομαι
επιφάνηκαν	=	επιφαίνομαι
επιφάνηκε	=	επιφαίνομαι
επιφάνηκες	=	επιφαίνομαι
επιφάνου	=	επιφαίνομαι
επιφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίφαση
επιφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίφαση
επιφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίφαση
επιφέρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιφέρω
επιφέρομαι	=	επιφέρω
επιφέροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιφέρω
επιφέρω	verb	προκαλώ
επιφαίνεσαι	=	επιφαίνομαι
επιφαίνεστε	=	επιφαίνομαι
επιφαίνεται	=	επιφαίνομαι
επιφαίνομαι	verb|archaic	φαίνομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι
επιφαίνονται	=	επιφαίνομαι
επιφαίνονταν	=	επιφαίνομαι
επιφαίνου	=	επιφαίνομαι
επιφαινομεναλισμέ	=	επιφαινομεναλισμός
επιφαινομεναλισμοί	=	επιφαινομεναλισμός
επιφαινομεναλισμού	=	επιφαινομεναλισμός
επιφαινομεναλισμούς	=	επιφαινομεναλισμός
επιφαινομεναλισμό	=	επιφαινομεναλισμός
επιφαινομεναλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία η συνείδηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιφαινόμενο, δηλαδή πρόσθετο επακόλουθο ή συν-εκδηλωμένο φαινόμενο των νευρικών και φυσιολογικών γενικότερα λειτουργιών
επιφαινομεναλισμών	=	επιφαινομεναλισμός
επιφαινομενολογία	noun	μελέτη των δευτερογενών εκδηλώσεων θεμελιωδέστερου πράγματος, μελέτη του επιφαινόμενου, μελέτη των επιφαινόμενων/επιφαινομένων
επιφαινομενολογίας	noun	γενική ενικού του επιφαινομενολογία
επιφαινομενολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφαινομενολογία
επιφαινομενολογιών	noun	γενική πληθυντικού του επιφαινομενολογία
επιφαινόμασταν	=	επιφαίνομαι
επιφαινόμαστε	=	επιφαίνομαι
επιφαινόμενο	noun	καθετί φαινόμενο, κοινωνικό ή φυσικό, που γίνεται αντιληπτό από τις ανθρώπινες αισθήσεις (χωρίς να σημαίνει πως αγγίζεται η βαθύτερη αιτία του)
επιφαινόμενος	=	επιφαίνομαι
επιφαινόμουν	=	επιφαίνομαι
επιφαινόμουνα	=	επιφαίνομαι
επιφαινόντουσαν	=	επιφαίνομαι
επιφαινόσασταν	=	επιφαίνομαι
επιφαινόσαστε	=	επιφαίνομαι
επιφαινόσουν	=	επιφαίνομαι
επιφαινόσουνα	=	επιφαίνομαι
επιφαινόταν	=	επιφαίνομαι
επιφαινότανε	=	επιφαίνομαι
επιφανές	=	επιφανής
επιφανή	=	επιφανής
επιφανήκαμε	=	επιφαίνομαι
επιφανήκαν	=	επιφαίνομαι
επιφανήκανε	=	επιφαίνομαι
επιφανήκατε	=	επιφαίνομαι
επιφανής	adj	που είναι διακεκριμένος και τον αναγνωρίζουν πολλοί
επιφανεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιφαίνομαι
επιφανείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφαίνομαι
επιφανείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφαίνομαι
επιφανειακά	adv	με επιφανειακό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφανειακό
επιφανειακέ	adj	κλητική ενικού του επιφανειακός
επιφανειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφανειακή
επιφανειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιφανειακός
επιφανειακής	adj	γενική ενικού του επιφανειακή
επιφανειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιφανειακός
επιφανειακοτήτων	=	επιφανειακότητα
επιφανειακού	adj	γενική ενικού του επιφανειακός
επιφανειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιφανειακός
επιφανειακό	adj	αιτιατική ενικού του επιφανειακός
επιφανειακός	adj	που έχει σχέση με την επιφάνεια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
επιφανειακότητα	noun	ιδιότητα αυτού που βρίσκεται ή περιορίζεται στην επιφάνεια χωρίς διείσδυση στο εσωτερικό
επιφανειακότητας	=	επιφανειακότητα
επιφανειακότητες	=	επιφανειακότητα
επιφανειακών	adj	γενική πληθυντικού του επιφανειακός
επιφανειακώς	adv|dated	επιφανειακά
επιφανειοδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφανειοδραστικό
επιφανειοδραστικέ	adj	κλητική ενικού του επιφανειοδραστικός
επιφανειοδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφανειοδραστική
επιφανειοδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιφανειοδραστικός
επιφανειοδραστικής	adj	γενική ενικού του επιφανειοδραστική
επιφανειοδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιφανειοδραστικός
επιφανειοδραστικού	adj	γενική ενικού του επιφανειοδραστικός
επιφανειοδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιφανειοδραστικός
επιφανειοδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του επιφανειοδραστικός
επιφανειοδραστικός	adj	που δρα στην επιφάνεια, επιφανειακά
επιφανειοδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του επιφανειοδραστικός
επιφανειών	noun	γενική πληθυντικού του επιφάνεια
επιφανούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφαίνομαι
επιφανούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφαίνομαι
επιφανούς	=	επιφανής
επιφανώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφαίνομαι
επιφανών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του επιφανής
επιφανώς	adv|formal	με επιφανή τρόπο
επιφαρμακοποιέ	=	επιφαρμακοποιός
επιφαρμακοποιοί	=	επιφαρμακοποιός
επιφαρμακοποιού	=	επιφαρμακοποιός
επιφαρμακοποιούς	=	επιφαρμακοποιός
επιφαρμακοποιό	=	επιφαρμακοποιός
επιφαρμακοποιός	noun	στρατιωτικός βαθμός υγειονομικού αξιωματικού με ειδίκευση στη φαρμακευτική και αντιστοιχία με τον επίατρο
επιφαρμακοποιών	=	επιφαρμακοποιός
επιφθέγματα	=	επίφθεγμα
επιφθέγματος	=	επίφθεγμα
επιφθεγμάτων	=	επίφθεγμα
επιφοίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοίτηση	noun|archaic	ο ερχομός σε κάποιον ή κάτι, η άφιξη
επιφοίτησης	noun	γενική ενικού του επιφοίτηση
επιφοιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφοίτηση
επιφοιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιφοίτηση
επιφοιτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιφοίτηση
επιφοιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφοιτώ
επιφοιτώ	verb	επιφέρω επιφοίτηση
επιφοιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιφοιτώ
επιφορτίζαμε	=	επιφορτίζω
επιφορτίζαν	=	επιφορτίζω
επιφορτίζανε	=	επιφορτίζω
επιφορτίζατε	=	επιφορτίζω
επιφορτίζει	=	επιφορτίζω
επιφορτίζεις	=	επιφορτίζω
επιφορτίζεσαι	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίζεστε	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίζεται	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίζετε	=	επιφορτίζω
επιφορτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίζονται	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίζονταν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίζοντας	=	επιφορτίζω
επιφορτίζου	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίζουμε	=	επιφορτίζω
επιφορτίζουν	=	επιφορτίζω
επιφορτίζουνε	=	επιφορτίζω
επιφορτίζω	verb	αναθέτω, συνήθως την ευθύνη για τη διεκπεραίωση κάποιας εργασίας
επιφορτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίσαν	=	επιφορτίζω
επιφορτίσανε	=	επιφορτίζω
επιφορτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφόρτιση
επιφορτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιφόρτιση
επιφορτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιφόρτιση
επιφορτίσου	=	επιφορτίζομαι
επιφορτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτιζόμασταν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόμαστε	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόμουν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόμουνα	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόντουσαν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόσασταν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόσαστε	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόσουν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόσουνα	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζόταν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιζότανε	=	επιφορτίζομαι
επιφορτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφορτισμένο
επιφορτισμένε	verb	κλητική ενικού του επιφορτισμένος
επιφορτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφορτισμένη
επιφορτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιφορτισμένος
επιφορτισμένης	verb	γενική ενικού του επιφορτισμένη
επιφορτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιφορτισμένος
επιφορτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιφορτισμένος
επιφορτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιφορτίζω
επιφορτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιφορτισμένος
επιφορτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιφορτισμένος
επιφορτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιφορτισμένος
επιφορτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστήκαν	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιστήκανε	=	επιφορτίζομαι
επιφορτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζομαι
επιφορτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφόρτωση
επιφορτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιφόρτωση
επιφορτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιφόρτωση
επιφυές	=	επιφυής
επιφυή	=	επιφυής
επιφυής	adj	που φύεται / δημιουργείται στην επιφάνεια άλλου ή μετά από κάτι άλλο
επιφυείς	=	επιφυής
επιφυλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξαν	=	επιφυλάσσω
επιφυλάξανε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφύλαξη
επιφυλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του επιφύλαξη
επιφυλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του επιφύλαξη
επιφυλάξου	=	επιφυλάσσω
επιφυλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφυλάσσαμε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσαν	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσανε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσατε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσει	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσεις	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσεσαι	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσεστε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσεται	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσετε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσομαι	verb	διατηρώ κάποιο (νομικό) δικαίωμα
επιφυλάσσονται	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσονταν	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσοντας	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσουμε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσουν	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσουνε	=	επιφυλάσσω
επιφυλάσσω	verb	προετοιμάζω, προορίζω κάτι
επιφυλάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλακές	=	επιφυλακή
επιφυλακή	noun	η κατάσταση ετοιμότητας και εγρήγορσης, στην οποία βρίσκονται κάποια άτομα (του στρατού, της αστυνομίας, της πολιτοφυλακής κ.λπ.), προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν δύσκολες ή έκτακτες καταστάσεις, που απειλούν το κοινωνικό σύνολο
επιφυλακής	=	επιφυλακή
επιφυλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφυλακτικό	adv	με επιφυλακτικό τρόπο
επιφυλακτικέ	adj	κλητική ενικού του επιφυλακτικός
επιφυλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφυλακτική
επιφυλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιφυλακτικός
επιφυλακτικής	adj	γενική ενικού του επιφυλακτική
επιφυλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιφυλακτικός
επιφυλακτικοτήτων	=	επιφυλακτικότητα
επιφυλακτικού	adj	γενική ενικού του επιφυλακτικός
επιφυλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιφυλακτικός
επιφυλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του επιφυλακτικός
επιφυλακτικός	adj	που φέρεται με επιφύλαξη
επιφυλακτικότητα	noun	το να είναι κάποιος επιφυλακτικός, η ιδιότητα του επιφυλακτικού
επιφυλακτικότητας	noun	γενική ενικού του επιφυλακτικότητα
επιφυλακτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφυλακτικότητα
επιφυλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του επιφυλακτικός
επιφυλακών	=	επιφυλακή
επιφυλασσόμασταν	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόμαστε	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόμουν	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόμουνα	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόντουσαν	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόσασταν	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόσαστε	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόσουν	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόσουνα	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσόταν	=	επιφυλάσσω
επιφυλασσότανε	=	επιφυλάσσω
επιφυλαχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθήκαν	=	επιφυλάσσω
επιφυλαχθήκανε	=	επιφυλάσσω
επιφυλαχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσομαι
επιφυλλίδα	noun	είδος δοκιμιακού κειμένου που δημοσιεύεται σε εφημερίδα (συνήθως σε συγκεκριμένη θέση)
επιφυλλίδας	=	επιφυλλίδα
επιφυλλίδες	=	επιφυλλίδα
επιφυλλίδων	=	επιφυλλίδα
επιφυλλιδογράφε	noun	κλητική ενικού του επιφυλλιδογράφος
επιφυλλιδογράφο	noun	αιτιατική ενικού του επιφυλλιδογράφος
επιφυλλιδογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιφυλλιδογράφος
επιφυλλιδογράφος	noun	που ασχολείται με την επιφυλλιδογραφία
επιφυλλιδογράφου	noun	γενική ενικού του επιφυλλιδογράφος
επιφυλλιδογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιφυλλιδογράφος
επιφυλλιδογράφων	noun	γενική πληθυντικού του επιφυλλιδογράφος
επιφυλλιδογραφία	noun	η (συστηματική) συγγραφή επιφυλλίδων)
επιφυλλιδογραφίας	noun	γενική ενικού του επιφυλλιδογραφία
επιφυλλιδογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφυλλιδογραφία
επιφυλλιδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του επιφυλλιδογραφία
επιφυούς	=	επιφυής
επιφυτία	noun	οποιαδήποτε ασθένεια των φυτών που προκαλείται από μικροοργανισμούς.
επιφυτίας	=	επιφυτία
επιφυτίες	=	επιφυτία
επιφυτιών	=	επιφυτία
επιφυών	=	επιφυής
επιφωνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφώνημα
επιφωνήματος	noun	γενική ενικού του επιφώνημα
επιφωνήσεις	=	επιφώνηση
επιφωνήσεων	=	επιφώνηση
επιφωνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιφώνημα
επιφωνηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιφωνηματικός	adv	με επιφωνηματικό τρόπο, χρησιμοποιώντας επιφώνημα
επιφωνηματικέ	adj	κλητική ενικού του επιφωνηματικός
επιφωνηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιφωνηματική
επιφωνηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιφωνηματικός
επιφωνηματικής	adj	γενική ενικού του επιφωνηματική
επιφωνηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιφωνηματικός
επιφωνηματικού	adj	γενική ενικού του επιφωνηματικός
επιφωνηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιφωνηματικός
επιφωνηματικό	adj	αιτιατική ενικού του επιφωνηματικός
επιφωνηματικός	adj	ο σχετικός με το επιφώνημα
επιφωνηματικών	adj	γενική πληθυντικού του επιφωνηματικός
επιφόρτιζα	=	επιφορτίζω
επιφόρτιζαν	=	επιφορτίζω
επιφόρτιζε	=	επιφορτίζω
επιφόρτιζες	=	επιφορτίζω
επιφόρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφόρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφόρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφόρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφορτίζω
επιφόρτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιφορτίζω
επιφόρτισης	noun	γενική ενικού του επιφόρτιση
επιφόρτωση	noun	uploading: η διαδικασία αποστολής ενός αρχείου από έναν υπολογιστή στο διαδίκτυο
επιφόρτωσης	noun	γενική ενικού του επιφόρτωση
επιφύλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφύλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφύλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφύλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιφυλάσσω
επιφύλαξη	noun	ο δισταγμός, ο ενδοιασμός, η αμφισβήτηση, ο ευγενικός τρόπος να εκφράσει κάποιος τη διαφωνία ή τη δυσπιστία του
επιφύλαξης	noun	γενική ενικού του επιφύλαξη
επιφύλασσα	=	επιφυλάσσω
επιφύλασσαν	=	επιφυλάσσω
επιφύλασσε	=	επιφυλάσσω
επιφύλασσες	=	επιφυλάσσω
επιφύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίφυση
επιφύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίφυση
επιφύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίφυση
επιφύτου	=	επίφυτο
επιφύτων	=	επίφυτο
επιφώνημα	noun	άκλιτη λέξη που φανερώνει αβεβαιότητα, αηδία, απορία, άρνηση, ειρωνεία, έπαινο, ευχή, θαυμασμό, κάλεσμα, λύπη, παρακίνηση, περίπαιγμα, πόνο, στενοχώρια, κλπ.
επιφώνηση	noun	παρεμβολή στο λόγο επιφωνηματικών λέξεων και εκφράσεων
επιφώνησης	=	επιφώνηση
επιφώτιση	noun|formal	η επιπλέον φώτιση
επιχάλκωνα	=	επιχαλκώνω
επιχάλκωναν	=	επιχαλκώνω
επιχάλκωνε	=	επιχαλκώνω
επιχάλκωνες	=	επιχαλκώνω
επιχάλκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχάλκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχάλκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχάλκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχάλκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιχαλκώνω
επιχάλκωσης	noun	γενική ενικού του επιχάλκωση
επιχαίραμε	=	επιχαίρω
επιχαίραν	=	επιχαίρω
επιχαίρανε	=	επιχαίρω
επιχαίρατε	=	επιχαίρω
επιχαίρει	=	επιχαίρω
επιχαίρεις	=	επιχαίρω
επιχαίρετε	=	επιχαίρω
επιχαίρομε	=	επιχαίρω
επιχαίροντας	=	επιχαίρω
επιχαίρουμε	=	επιχαίρω
επιχαίρουν	=	επιχαίρω
επιχαίρουνε	=	επιχαίρω
επιχαίρω	verb	χαίρομαι για κάτι, συνήθως κακό, χαιρεκακώ
επιχαλκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχαλκωμένο
επιχαλκωμένε	verb	κλητική ενικού του επιχαλκωμένος
επιχαλκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχαλκωμένη
επιχαλκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχαλκωμένος
επιχαλκωμένης	verb	γενική ενικού του επιχαλκωμένη
επιχαλκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχαλκωμένος
επιχαλκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχαλκωμένος
επιχαλκωμένος	verb	που έχει επιχαλκωθεί, που έχει επιστρωθεί με χαλκό
επιχαλκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχαλκωμένος
επιχαλκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχαλκωμένος
επιχαλκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχαλκωμένος
επιχαλκώναμε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώναν	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνανε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνατε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνει	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνεις	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνετε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνοντας	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνουμε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνουν	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνουνε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώνω	verb	επιμεταλλώνω με χαλκό
επιχαλκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώσαν	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώσανε	=	επιχαλκώνω
επιχαλκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχάλκωση
επιχαλκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιχάλκωση
επιχαλκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιχάλκωση
επιχαλκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαλκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχαλκώνω
επιχαρίτως	adv|archaic	χαριτωμένα, ευχαρίστως
επιχείλια	=	επιχείλιος
επιχείλιας	=	επιχείλιος
επιχείλιε	=	επιχείλιος
επιχείλιες	=	επιχείλιος
επιχείλιο	=	επιχείλιος
επιχείλιοι	=	επιχείλιος
επιχείλιος	adj|formal	που έχει σχέση με το χείλος ή βρίσκεται σ’ αυτό
επιχείλιου	=	επιχείλιος
επιχείλιους	=	επιχείλιος
επιχείλιων	=	επιχείλιος
επιχείρει	=	επιχειρώ
επιχείρημα	noun	συλλογισμός που χρησιμοποιείται σε μια διαλογική συζήτηση, για να υπερασπιστούμε ή να απορρίψουμε μια άποψη
επιχείρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχείρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχείρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχείρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχείρηση	noun	Οργανωμένη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου καθώς και η εκτέλεσή του.
επιχείρησης	noun	γενική ενικού του επιχείρηση
επιχείρων	noun	γενική πληθυντικού του επίχειρα
επιχειρήθηκα	=	επιχειρώ
επιχειρήθηκαν	=	επιχειρώ
επιχειρήθηκε	=	επιχειρώ
επιχειρήθηκες	=	επιχειρώ
επιχειρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχείρημα
επιχειρήματος	noun	γενική ενικού του επιχείρημα
επιχειρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσαν	=	επιχειρώ
επιχειρήσανε	=	επιχειρώ
επιχειρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχείρηση
επιχειρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιχείρηση
επιχειρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιχείρηση
επιχειρήσου	=	επιχειρώ
επιχειρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσουνε	=	επιχειρώ
επιχειρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρώ
επιχειρεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιχειρώ
επιχειρείν	noun	η συστηματική άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας με οργάνωση παραγωγής, εμπορίου ή παροχής υπηρεσιών για οικονομικό όφελος
επιχειρείς	=	επιχειρώ
επιχειρείσαι	=	επιχειρώ
επιχειρείστε	=	επιχειρώ
επιχειρείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του επιχειρώ
επιχειρείτε	=	επιχειρώ
επιχειρηθήκαμε	=	επιχειρώ
επιχειρηθήκαν	=	επιχειρώ
επιχειρηθήκανε	=	επιχειρώ
επιχειρηθήκατε	=	επιχειρώ
επιχειρηθεί	=	επιχειρώ
επιχειρηθείς	=	επιχειρώ
επιχειρηθείτε	=	επιχειρώ
επιχειρηθούμε	=	επιχειρώ
επιχειρηθούν	=	επιχειρώ
επιχειρηθούνε	=	επιχειρώ
επιχειρηθώ	=	επιχειρώ
επιχειρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιχείρημα
επιχειρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρημένο
επιχειρημένε	verb	κλητική ενικού του επιχειρημένος
επιχειρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρημένη
επιχειρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχειρημένος
επιχειρημένης	verb	γενική ενικού του επιχειρημένη
επιχειρημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχειρημένος
επιχειρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχειρημένος
επιχειρημένος	=	επιχειρώ
επιχειρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχειρημένος
επιχειρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχειρημένος
επιχειρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχειρημένος
επιχειρηματία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιχειρηματίας
επιχειρηματίας	noun	το πρόσωπο που απασχολείται επαγγελματικά με την ίδρυση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και, συνήθως, του ανήκουν ή είναι ο βασικός επενδυτής σε αυτές
επιχειρηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματίας
επιχειρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματικό	adv	με επιχειρηματικό τρόπο
επιχειρηματικέ	adj	κλητική ενικού του επιχειρηματικός
επιχειρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματική
επιχειρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχειρηματικός
επιχειρηματικής	adj	γενική ενικού του επιχειρηματική
επιχειρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματικός
επιχειρηματικοτήτων	=	επιχειρηματικότητα
επιχειρηματικού	adj	γενική ενικού του επιχειρηματικός
επιχειρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιχειρηματικός
επιχειρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του επιχειρηματικός
επιχειρηματικός	adj	σχετικός με τον επιχειρηματία ή χαρακτηριστικός αυτού
επιχειρηματικότητα	noun	η ιδιότητα του επιχειρηματία, η ενασχόληση με τις επιχειρήσεις
επιχειρηματικότητας	noun	αιτιατική ενικού του επιχειρηματικότητα
επιχειρηματικότητες	=	επιχειρηματικότητα
επιχειρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του επιχειρηματικός
επιχειρηματιών	noun	γενική πληθυντικού του επιχειρηματίας
επιχειρηματολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσαν	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσανε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματολόγηση
επιχειρηματολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογία	noun	το σύνολο των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούνται σε κάποια περίπτωση
επιχειρηματολογίας	noun	γενική ενικού του επιχειρηματολογία
επιχειρηματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματολογία
επιχειρηματολογεί	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογείς	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογείτε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματολογικό
επιχειρηματολογικέ	adj	κλητική ενικού του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματολογική
επιχειρηματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογικής	adj	γενική ενικού του επιχειρηματολογική
επιχειρηματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογικού	adj	γενική ενικού του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στην επιχειρηματολογία
επιχειρηματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του επιχειρηματολογικός
επιχειρηματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του επιχειρηματολογία
επιχειρηματολογούμε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούν	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούνε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσα	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσαμε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσαν	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσανε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσατε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσε	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογούσες	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογώ	verb	διατυπώνω επιχειρήματα υπέρ ή κατά μιας άποψης
επιχειρηματολογώντας	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολόγει	=	επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχειρηματολογώ
επιχειρησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επιχειρησιακός	adv	με επιχειρησιακό τρόπο
επιχειρησιακέ	adj	κλητική ενικού του επιχειρησιακός
επιχειρησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειρησιακή
επιχειρησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχειρησιακός
επιχειρησιακής	adj	γενική ενικού του επιχειρησιακή
επιχειρησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχειρησιακός
επιχειρησιακού	adj	γενική ενικού του επιχειρησιακός
επιχειρησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επιχειρησιακός
επιχειρησιακό	adj	αιτιατική ενικού του επιχειρησιακός
επιχειρησιακός	adj	σχετικός με τις εμπορικές επιχειρήσεις, τη δράση και οργάνωσή τους
επιχειρησιακών	adj	γενική πληθυντικού του επιχειρησιακός
επιχειροτονίας	noun	γενική ενικού του επιχειροτονία
επιχειροτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχειροτονία
επιχειροτονιών	noun	γενική πληθυντικού του επιχειροτονία
επιχειρούμαι	=	επιχειρώ
επιχειρούμασταν	=	επιχειρώ
επιχειρούμαστε	=	επιχειρώ
επιχειρούμε	=	επιχειρώ
επιχειρούμενα	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενε	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενες	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενη	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενης	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενο	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενοι	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιχειρώ
επιχειρούμενου	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενους	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμενων	=	επιχειρούμενος
επιχειρούμουν	=	επιχειρώ
επιχειρούμουνα	=	επιχειρώ
επιχειρούν	=	επιχειρώ
επιχειρούνε	=	επιχειρώ
επιχειρούνται	=	επιχειρώ
επιχειρούνταν	=	επιχειρώ
επιχειρούντο	=	επιχειρώ
επιχειρούσα	=	επιχειρώ
επιχειρούσαμε	=	επιχειρώ
επιχειρούσαν	=	επιχειρώ
επιχειρούσανε	=	επιχειρώ
επιχειρούσατε	=	επιχειρώ
επιχειρούσε	=	επιχειρώ
επιχειρούσες	=	επιχειρώ
επιχειρούσουν	=	επιχειρώ
επιχειρούσουνα	=	επιχειρώ
επιχειρώ	verb	καταπιάνομαι με ένα έργο, προσπαθώ, αποπειρώμαι
επιχειρώντας	=	επιχειρώ
επιχιασμέ	noun	κλητική ενικού του επιχιασμός
επιχιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχιασμός
επιχιασμού	noun	γενική ενικού του επιχιασμός
επιχιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιχιασμός
επιχιασμό	noun	αιτιατική ενικού του επιχιασμός
επιχιασμός	noun	η επίτευξη χιασμού / χιάσματος χρωμοσωμάτων
επιχιασμών	noun	γενική πληθυντικού του επιχιασμός
επιχορήγει	=	επιχορηγώ
επιχορήγημα	noun	το επιπλέον χορήγημα ή επίδομα
επιχορήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορήγηση	noun	η οικονομική βοήθεια που δίνεται από το κράτος σε επιχειρήσεις ή σε ιδρύματα κοινωφελή, μορφωτικά κ.λπ.
επιχορήγησης	noun	γενική ενικού του επιχορήγηση
επιχορηγήθηκα	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγήθηκαν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγήθηκε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγήθηκες	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορήγημα
επιχορηγήματος	noun	γενική ενικού του επιχορήγημα
επιχορηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσαν	=	επιχορηγώ
επιχορηγήσανε	=	επιχορηγώ
επιχορηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορήγηση
επιχορηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιχορήγηση
επιχορηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιχορήγηση
επιχορηγήσου	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσουνε	=	επιχορηγώ
επιχορηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγία	noun|rare	άλλη μορφή του επιχορήγηση
επιχορηγίας	noun	γενική ενικού του επιχορηγία
επιχορηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγία
επιχορηγεί	=	επιχορηγώ
επιχορηγείς	=	επιχορηγώ
επιχορηγείσαι	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγείστε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγείται	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγείτε	=	επιχορηγώ
επιχορηγείτο	=	επιχορηγώ
επιχορηγηθήκαμε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγηθήκαν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγηθήκανε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγηθήκατε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγηθεί	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγηθείς	=	επιχορηγώ
επιχορηγηθείτε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγηθούμε	=	επιχορηγώ
επιχορηγηθούν	=	επιχορηγώ
επιχορηγηθούνε	=	επιχορηγώ
επιχορηγηθώ	=	επιχορηγώ
επιχορηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιχορήγημα
επιχορηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγημένο
επιχορηγημένε	verb	κλητική ενικού του επιχορηγημένος
επιχορηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγημένη
επιχορηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχορηγημένος
επιχορηγημένης	verb	γενική ενικού του επιχορηγημένη
επιχορηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχορηγημένος
επιχορηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγημένος
επιχορηγημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχορηγημένος
επιχορηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχορηγημένος
επιχορηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχορηγημένος
επιχορηγητές	=	επιχορηγητής
επιχορηγητή	=	επιχορηγητής
επιχορηγητής	noun	αυτός που επιχορηγεί
επιχορηγητών	=	επιχορηγητής
επιχορηγιών	noun	γενική πληθυντικού του επιχορηγία
επιχορηγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγούμασταν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούμαστε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούμε	=	επιχορηγώ
επιχορηγούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγούμενο
επιχορηγούμενε	verb	κλητική ενικού του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγούμενη
επιχορηγούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμενης	verb	γενική ενικού του επιχορηγούμενη
επιχορηγούμενο	verb	αιτιατική ενικού του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επιχορηγώ
επιχορηγούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχορηγούμενος
επιχορηγούμουν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούμουνα	=	επιχορηγώ
επιχορηγούν	=	επιχορηγώ
επιχορηγούνε	=	επιχορηγώ
επιχορηγούνται	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούνταν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούντο	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσα	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσαμε	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσαν	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσανε	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσασταν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούσαστε	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούσατε	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσε	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσες	=	επιχορηγώ
επιχορηγούσουν	=	επιχορηγούμαι
επιχορηγούσουνα	=	επιχορηγώ
επιχορηγώ	verb	δίνω επιχορήγηση
επιχορηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιχορηγώ
επιχρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίχριση
επιχρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίχριση
επιχρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίχρισμα
επιχρίσματος	noun	γενική ενικού του επίχρισμα
επιχρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρίω
επιχρίω	verb|formal	αλείφω επιφάνεια με ρευστή ουσία
επιχρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίχρισμα
επιχρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρισμένο
επιχρισμένε	verb	κλητική ενικού του επιχρισμένος
επιχρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρισμένη
επιχρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχρισμένος
επιχρισμένης	verb	γενική ενικού του επιχρισμένη
επιχρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχρισμένος
επιχρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχρισμένος
επιχρισμένος	verb|formal	άλλη μορφή του επίχριστος
επιχρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχρισμένος
επιχρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχρισμένος
επιχρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχρισμένος
επιχρυσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επιχρύσωμα
επιχρυσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρυσωμένο
επιχρυσωμένε	verb	κλητική ενικού του επιχρυσωμένος
επιχρυσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρυσωμένη
επιχρυσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχρυσωμένος
επιχρυσωμένης	verb	γενική ενικού του επιχρυσωμένη
επιχρυσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχρυσωμένος
επιχρυσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχρυσωμένος
επιχρυσωμένος	verb	που έχει επιχρυσωθεί, που έχει επιστρωθεί με χρυσό
επιχρυσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχρυσωμένος
επιχρυσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχρυσωμένος
επιχρυσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχρυσωμένος
επιχρυσωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρυσωτής
επιχρυσωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επιχρυσωτής
επιχρυσωτής	noun	αυτός που επιχρυσώνει
επιχρυσωτών	noun	γενική πληθυντικού του επιχρυσωτής
επιχρυσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρύσωμα
επιχρυσώματος	noun	γενική ενικού του επιχρύσωμα
επιχρυσώναμε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώναν	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνανε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνατε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνει	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνεις	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνετε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνοντας	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνουμε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνουν	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνουνε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώνω	verb	καλύπτω κάτι με στρώση από χρυσό
επιχρυσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώσαν	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώσανε	=	επιχρυσώνω
επιχρυσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρύσωση
επιχρυσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώσεων	=	επιχρύσωση
επιχρυσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρυσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρωμάτιζα	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτιζαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτιζε	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτιζες	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτισα	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτισαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτισε	=	επιχρωματίζω
επιχρωμάτισες	=	επιχρωματίζω
επιχρωμίωνα	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωναν	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωνε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωνες	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωσα	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωσαν	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωσε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωσες	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιχρωμιώνω
επιχρωμίωσης	noun	γενική ενικού του επιχρωμίωση
επιχρωματίζαμε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζανε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζατε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζει	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζεις	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζεσαι	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζεστε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζεται	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζετε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επιχρωματίζω
επιχρωματίζονται	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζονταν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζοντας	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζουμε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζουν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζουνε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίζω	verb|formal	χρωματίζω / βάφω από πάνω ή προσθέτω χρώμα εκ των υστέρων
επιχρωματίσαμε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίσαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίσανε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίσατε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίσει	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίσου	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίστε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίστηκα	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίστηκαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίστηκε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματίστηκες	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόμασταν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόμαστε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόμουν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόμουνα	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόντουσαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόσασταν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόσαστε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόσουν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόσουνα	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζόταν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιζότανε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματισμέ	noun	κλητική ενικού του επιχρωματισμός
επιχρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρωματισμένο
επιχρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρωματισμένη
επιχρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμένης	verb	γενική ενικού του επιχρωματισμένη
επιχρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμένος	verb	που έχει επιχρωματιστεί
επιχρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχρωματισμένος
επιχρωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχρωματισμός
επιχρωματισμού	noun	γενική ενικού του επιχρωματισμός
επιχρωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιχρωματισμός
επιχρωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιχρωματισμός
επιχρωματισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιχρωματίζω
επιχρωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιχρωματισμός
επιχρωματιστήκαμε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιστήκαν	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιστήκανε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιστήκατε	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιστεί	=	επιχρωματίζω
επιχρωματιστείτε	=	επιχρωματίζω
επιχρωμιωμένα	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένε	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένες	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένη	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένης	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένο	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένοι	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένος	verb	που έχει επίστρωση χρωμίου
επιχρωμιωμένου	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένους	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιωμένων	=	επιχρωμιωμένος
επιχρωμιώναμε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώναν	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνανε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνατε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνει	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνεις	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνετε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνομαι	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνοντας	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνουμε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνουν	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνουνε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώνω	verb	καλύπτω την επιφάνεια ενός αντικειμένου με χρώμιο για βελτίωση των ιδιοτήτων του
επιχρωμιώσαμε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώσαν	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώσανε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώσατε	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώσει	=	επιχρωμιώνω
επιχρωμιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχρωμίωση
επιχρωμιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιχρωμίωση
επιχρωμιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιχρωμίωση
επιχρωμιώστε	=	επιχρωμιώνω
επιχρύσωμα	noun	το κάλυμμα από χρυσάφι μιας επιφάνειας ή ενός αντικειμένου
επιχρύσωνα	=	επιχρυσώνω
επιχρύσωναν	=	επιχρυσώνω
επιχρύσωνε	=	επιχρυσώνω
επιχρύσωνες	=	επιχρυσώνω
επιχρύσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρύσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρύσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρύσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχρυσώνω
επιχρύσωση	noun	η διαδικασία κάλυψης ενός αντικειμένου (ή τμήματός του) με λεπτά φύλλα χρυσού ή επιμετάλλωσής του με λεπτό στρώμα χρυσού μέσω ηλεκτρόλυσης
επιχρύσωσης	=	επιχρύσωση
επιχωμάτιζα	=	επιχωματίζω
επιχωμάτιζαν	=	επιχωματίζω
επιχωμάτιζε	=	επιχωματίζω
επιχωμάτιζες	=	επιχωματίζω
επιχωμάτισα	=	επιχωματίζω
επιχωμάτισαν	=	επιχωματίζω
επιχωμάτισε	=	επιχωματίζω
επιχωμάτισες	=	επιχωματίζω
επιχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του επίχωμα
επιχωμάτωνα	=	επιχωματώνω
επιχωμάτωναν	=	επιχωματώνω
επιχωμάτωνε	=	επιχωματώνω
επιχωμάτωνες	=	επιχωματώνω
επιχωμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωμάτωση	noun	η συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας χώματος σε ένα σημείο, με σκοπό να γεμίσει μια κοιλότητα ή να ανυψωθεί μια επιφάνεια
επιχωμάτωσης	noun	γενική ενικού του επιχωμάτωση
επιχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχωμένο
επιχωμένε	verb	κλητική ενικού του επιχωμένος
επιχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχωμένη
επιχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχωμένος
επιχωμένης	verb	γενική ενικού του επιχωμένη
επιχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχωμένος
επιχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχωμένος
επιχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος επιχώνω
επιχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχωμένος
επιχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχωμένος
επιχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχωμένος
επιχωματίζαμε	=	επιχωματίζω
επιχωματίζαν	=	επιχωματίζω
επιχωματίζανε	=	επιχωματίζω
επιχωματίζατε	=	επιχωματίζω
επιχωματίζει	=	επιχωματίζω
επιχωματίζεις	=	επιχωματίζω
επιχωματίζετε	=	επιχωματίζω
επιχωματίζοντας	=	επιχωματίζω
επιχωματίζουμε	=	επιχωματίζω
επιχωματίζουν	=	επιχωματίζω
επιχωματίζουνε	=	επιχωματίζω
επιχωματίζω	verb	σκεπάζω κάτι με χώμα
επιχωματίσαμε	=	επιχωματίζω
επιχωματίσαν	=	επιχωματίζω
επιχωματίσανε	=	επιχωματίζω
επιχωματίσατε	=	επιχωματίζω
επιχωματίσει	=	επιχωματίζω
επιχωματίστε	=	επιχωματίζω
επιχωματισμέ	noun	κλητική ενικού του επιχωματισμός
επιχωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχωματισμός
επιχωματισμού	noun	γενική ενικού του επιχωματισμός
επιχωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του επιχωματισμός
επιχωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του επιχωματισμός
επιχωματισμός	noun	άλλη μορφή του επιχωμάτωση
επιχωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του επιχωματισμός
επιχωματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχωματωμένο
επιχωματωμένε	verb	κλητική ενικού του επιχωματωμένος
επιχωματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχωματωμένη
επιχωματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιχωματωμένος
επιχωματωμένης	verb	γενική ενικού του επιχωματωμένη
επιχωματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιχωματωμένος
επιχωματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιχωματωμένος
επιχωματωμένος	verb	που έχει επιχωματωθεί, που έχει καλυφθεί με χώμα
επιχωματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιχωματωμένος
επιχωματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιχωματωμένος
επιχωματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιχωματωμένος
επιχωματώναμε	=	επιχωματώνω
επιχωματώναν	=	επιχωματώνω
επιχωματώνανε	=	επιχωματώνω
επιχωματώνατε	=	επιχωματώνω
επιχωματώνει	=	επιχωματώνω
επιχωματώνεις	=	επιχωματώνω
επιχωματώνετε	=	επιχωματώνω
επιχωματώνοντας	=	επιχωματώνω
επιχωματώνουμε	=	επιχωματώνω
επιχωματώνουν	=	επιχωματώνω
επιχωματώνουνε	=	επιχωματώνω
επιχωματώνω	verb	σκεπάζω κάτι με χώμα
επιχωματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώσαν	=	επιχωματώνω
επιχωματώσανε	=	επιχωματώνω
επιχωματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιχωμάτωση
επιχωματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιχωμάτωση
επιχωματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιχωμάτωση
επιχωματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωματώνω
επιχωρίως	adv|archaic	σε επιχώριο τόπο
επιχωριάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιχωριάζω
επιχωριάζω	verb	εμφανίζομαι συχνά, ενδημώ (συνήθως τριτοπρόσωπο: επιχωριάζει)
επιχωριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επιχωριάζω
επιχωριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωριάζω
επιχωριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωριάζω
επιχωριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωριάζω
επιχωριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωριάζω
επιχωριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επιχωριάζω
επιχόλερο	=	επιχόλερος
επιχόλερος	adj	περιοχή ή χώρος που έχει μολυνθεί από χολέρα
επιχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίχωμα
επιχώματος	noun	γενική ενικού του επίχωμα
επιχώνω	verb|formal	επιχωματώνω
επιχώρια	=	επιχώριος
επιχώριας	=	επιχώριος
επιχώριε	=	επιχώριος
επιχώριες	=	επιχώριος
επιχώριο	=	επιχώριος
επιχώριοι	=	επιχώριος
επιχώριος	adj|formal	που (δια)μένει σε μόνιμη και σταθερή βάση σ’ έναν τόπο
επιχώριου	=	επιχώριος
επιχώριους	=	επιχώριος
επιχώριων	=	επιχώριος
επιχώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίχωση
επιχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίχωση
επιχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίχωση
επιψήφιζα	=	επιψηφίζω
επιψήφιζαν	=	επιψηφίζω
επιψήφιζε	=	επιψηφίζω
επιψήφιζες	=	επιψηφίζω
επιψήφισα	=	επιψηφίζω
επιψήφισαν	=	επιψηφίζω
επιψήφισε	=	επιψηφίζω
επιψήφισες	=	επιψηφίζω
επιψήφιση	noun	έγκριση με ψήφο, η έγκριση ή η επικύρωση που γίνεται με ψηφοφορία
επιψήφισης	noun	γενική ενικού του επιψήφιση
επιψαύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επίψαυση
επιψαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επίψαυση
επιψαύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επίψαυση
επιψαύω	verb|formal	ψηλαφώ / ψηλαφίζω
επιψευδαργυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιψευδαργυρωμένο
επιψευδαργυρωμένε	verb	κλητική ενικού του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιψευδαργυρωμένη
επιψευδαργυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένης	verb	γενική ενικού του επιψευδαργυρωμένη
επιψευδαργυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένος	verb	άλλη μορφή του ψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επιψευδαργυρωμένος
επιψευδαργυρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιψευδαργύρωση
επιψευδαργυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιψευδαργύρωση
επιψευδαργυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιψευδαργύρωση
επιψευδαργύρωση	noun	η ψευδαργύρωση
επιψευδαργύρωσης	noun	γενική ενικού του επιψευδαργύρωση
επιψηφίζαμε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζαν	=	επιψηφίζω
επιψηφίζανε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζατε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζει	=	επιψηφίζω
επιψηφίζεις	=	επιψηφίζω
επιψηφίζεσαι	=	επιψηφίζω
επιψηφίζεστε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζεται	=	επιψηφίζω
επιψηφίζετε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζομαι	=	επιψηφίζω
επιψηφίζονται	=	επιψηφίζω
επιψηφίζονταν	=	επιψηφίζω
επιψηφίζοντας	=	επιψηφίζω
επιψηφίζουμε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζουν	=	επιψηφίζω
επιψηφίζουνε	=	επιψηφίζω
επιψηφίζω	verb	εγκρίνω κάτι μέσω της ψήφου μου
επιψηφίσαμε	=	επιψηφίζω
επιψηφίσαν	=	επιψηφίζω
επιψηφίσανε	=	επιψηφίζω
επιψηφίσατε	=	επιψηφίζω
επιψηφίσει	=	επιψηφίζω
επιψηφίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επιψήφιση
επιψηφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του επιψήφιση
επιψηφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του επιψήφιση
επιψηφίσου	=	επιψηφίζω
επιψηφίστε	=	επιψηφίζω
επιψηφίστηκα	=	επιψηφίζω
επιψηφίστηκαν	=	επιψηφίζω
επιψηφίστηκε	=	επιψηφίζω
επιψηφίστηκες	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόμασταν	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόμαστε	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόμουν	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόμουνα	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόντουσαν	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόσασταν	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόσαστε	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόσουν	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόσουνα	=	επιψηφίζω
επιψηφιζόταν	=	επιψηφίζω
επιψηφιζότανε	=	επιψηφίζω
επιψηφισμένος	=	επιψηφίζω
επιψηφιστήκαμε	=	επιψηφίζω
επιψηφιστήκαν	=	επιψηφίζω
επιψηφιστήκανε	=	επιψηφίζω
επιψηφιστήκατε	=	επιψηφίζω
επιψηφιστεί	=	επιψηφίζω
επιψηφιστείτε	=	επιψηφίζω
επιων	=	επιών
επιόν	=	επιών
επιόντα	=	επιών
επιόντες	=	επιών
επιόντος	=	επιών
επιόντων	=	επιών
επιόρκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιόρκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιόρκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιόρκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιορκώ
επιών	verb	που έπεται, ο επόμενος
επκα	abbrev	αρχαιολογική υπηρεσία με αρμοδιότητες σε έρευνες για την προιστορική και την κλασική εποχή
επλήγη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
επλήγην	=	πλήττω
επλήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
επο	abbrev	Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία
εποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιώ
εποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιώ
εποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιώ
εποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιώ
εποίκει	=	εποικώ
εποίκησα	=	εποικώ
εποίκησαν	=	εποικώ
εποίκησε	=	εποικώ
εποίκησες	=	εποικώ
εποίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εποικώ
εποίκησης	noun	γενική ενικού του εποίκηση
εποίκιζα	=	εποικίζω
εποίκιζαν	=	εποικίζω
εποίκιζε	=	εποικίζω
εποίκιζες	=	εποικίζω
εποίκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποίκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποίκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποίκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποίκιση	noun	άλλη μορφή του εποικισμός
εποίκισης	noun	γενική ενικού του εποίκιση
εποίκου	noun	γενική ενικού του έποικος
εποίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έποικος
εποίκων	noun	γενική πληθυντικού του έποικος
εποικήσαμε	=	εποικώ
εποικήσαν	=	εποικώ
εποικήσανε	=	εποικώ
εποικήσατε	=	εποικώ
εποικήσει	=	εποικώ
εποικήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποίκηση
εποικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εποίκηση
εποικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εποίκηση
εποικήστε	=	εποικώ
εποικίζαμε	=	εποικίζω
εποικίζαν	=	εποικίζω
εποικίζανε	=	εποικίζω
εποικίζατε	=	εποικίζω
εποικίζει	=	εποικίζω
εποικίζεις	=	εποικίζω
εποικίζετε	=	εποικίζω
εποικίζομαι	=	εποικίζω
εποικίζοντας	=	εποικίζω
εποικίζουμε	=	εποικίζω
εποικίζουν	=	εποικίζω
εποικίζουνε	=	εποικίζω
εποικίζω	verb	εγκαθιστώ πληθυσμό σ’ έναν (συνήθως αραιοκατοικημένο) τόπο
εποικίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίσαν	=	εποικίζω
εποικίσανε	=	εποικίζω
εποικίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίσεων	noun	γενική πληθυντικού του εποίκιση
εποικίσεως	noun|formal	γενική ενικού του εποίκιση
εποικίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικίστε	=	εποικίζω
εποικίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποικίζω
εποικεί	=	εποικώ
εποικείς	=	εποικώ
εποικείτε	=	εποικώ
εποικισμέ	noun	κλητική ενικού του εποικισμός
εποικισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικισμένο
εποικισμένε	verb	κλητική ενικού του εποικισμένος
εποικισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικισμένη
εποικισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποικισμένος
εποικισμένης	verb	γενική ενικού του εποικισμένη
εποικισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εποικισμένος
εποικισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποικισμένος
εποικισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εποικισμένος
εποικισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εποικισμένος
εποικισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εποικισμένος
εποικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποικισμός
εποικισμού	noun	γενική ενικού του εποικισμός
εποικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εποικισμός
εποικισμό	noun	αιτιατική ενικού του εποικισμός
εποικισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εποικίζω
εποικισμών	noun	γενική πληθυντικού του εποικισμός
εποικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικιστικό
εποικιστικέ	adj	κλητική ενικού του εποικιστικός
εποικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικιστική
εποικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποικιστικός
εποικιστικής	adj	γενική ενικού του εποικιστική
εποικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποικιστικός
εποικιστικού	adj	γενική ενικού του εποικιστικός
εποικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποικιστικός
εποικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εποικιστικός
εποικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εποικισμό ή την εποίκιση ή αναφέρεται σ’ αυτά
εποικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εποικιστικός
εποικοδομές	=	εποικοδομή
εποικοδομή	noun|figurative	το επάνω μέρος ενός οικοδομήματος ή το οικοδόμημα που είναι κτισμένο πάνω σε κάποιο άλλο
εποικοδομήθηκα	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομήθηκαν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομήθηκε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομήθηκες	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικοδόμημα
εποικοδομήματος	noun	γενική ενικού του εποικοδόμημα
εποικοδομής	=	εποικοδομή
εποικοδομήσαμε	=	εποικοδομώ
εποικοδομήσαν	=	εποικοδομώ
εποικοδομήσανε	=	εποικοδομώ
εποικοδομήσατε	=	εποικοδομώ
εποικοδομήσει	=	εποικοδομώ
εποικοδομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικοδόμηση
εποικοδομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εποικοδόμηση
εποικοδομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εποικοδόμηση
εποικοδομήσου	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομήστε	=	εποικοδομώ
εποικοδομεί	=	εποικοδομώ
εποικοδομείς	=	εποικοδομώ
εποικοδομείσαι	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομείστε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομείται	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομείτε	=	εποικοδομώ
εποικοδομηθήκαμε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομηθήκαν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομηθήκανε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομηθήκατε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομηθεί	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομηθείτε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εποικοδόμημα
εποικοδομημένος	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικοδομητικό	adv	με εποικοδομητικό τρόπο
εποικοδομητικέ	adj	κλητική ενικού του εποικοδομητικός
εποικοδομητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποικοδομητική
εποικοδομητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποικοδομητικός
εποικοδομητικής	adj	γενική ενικού του εποικοδομητική
εποικοδομητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποικοδομητικός
εποικοδομητικού	adj	γενική ενικού του εποικοδομητικός
εποικοδομητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποικοδομητικός
εποικοδομητικό	adj	αιτιατική ενικού του εποικοδομητικός
εποικοδομητικός	adj	που συμβάλλει θετικά στην πρόοδο μιας εργασίας, διαδικασίας κ.λπ.
εποικοδομητικών	adj	γενική πληθυντικού του εποικοδομητικός
εποικοδομητικώς	adv|dated	εποικοδομητικά
εποικοδομητισμέ	=	εποικοδομητισμός
εποικοδομητισμοί	=	εποικοδομητισμός
εποικοδομητισμού	=	εποικοδομητισμός
εποικοδομητισμούς	=	εποικοδομητισμός
εποικοδομητισμό	=	εποικοδομητισμός
εποικοδομητισμός	noun	παιδαγωγική θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση οικοδομείται ενεργητικά από το άτομο μέσω της σύνδεσης των νέων πληροφοριών με τις προϋπάρχουσες γνώσεις και της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον
εποικοδομητισμών	=	εποικοδομητισμός
εποικοδομισμέ	=	εποικοδομισμός
εποικοδομισμοί	=	εποικοδομισμός
εποικοδομισμού	=	εποικοδομισμός
εποικοδομισμούς	=	εποικοδομισμός
εποικοδομισμό	=	εποικοδομισμός
εποικοδομισμός	noun	άλλη μορφή του εποικοδομητισμός
εποικοδομισμών	=	εποικοδομισμός
εποικοδομιστικά	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικέ	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικές	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστική	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικής	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικοί	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικού	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικούς	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικό	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εποικοδομητισμό ή αναφέρεται σʼ αυτόν
εποικοδομιστικών	=	εποικοδομιστικός
εποικοδομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εποικοδομώ
εποικοδομούμασταν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούμαστε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούμε	=	εποικοδομώ
εποικοδομούμουν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούν	=	εποικοδομώ
εποικοδομούνε	=	εποικοδομώ
εποικοδομούνται	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούνταν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούσα	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσαμε	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσαν	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσανε	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσασταν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούσαστε	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομούσατε	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσε	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσες	=	εποικοδομώ
εποικοδομούσουν	=	εποικοδομούμαι
εποικοδομώ	verb|figurative	οικοδομώ ή αναπτύσσω κάτι πάνω σε προϋπάρχουσα οικοδομή ή βάση
εποικοδομών	=	εποικοδομή
εποικοδομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εποικοδομώ
εποικοδόμει	=	εποικοδομώ
εποικοδόμημα	noun	οποιαδήποτε δομή είναι στηριγμένη πάνω σε μια άλλη
εποικοδόμησα	=	εποικοδομώ
εποικοδόμησαν	=	εποικοδομώ
εποικοδόμησε	=	εποικοδομώ
εποικοδόμησες	=	εποικοδομώ
εποικοδόμηση	noun	κτίσιμο, περαιτέρω οικοδόμηση (πάνω από κάτι άλλο)
εποικοδόμησης	noun	γενική ενικού του εποικοδόμηση
εποικούμε	=	εποικώ
εποικούν	=	εποικώ
εποικούνε	=	εποικώ
εποικούσα	=	εποικώ
εποικούσαμε	=	εποικώ
εποικούσαν	=	εποικώ
εποικούσανε	=	εποικώ
εποικούσατε	=	εποικώ
εποικούσε	=	εποικώ
εποικούσες	=	εποικώ
εποικώ	verb	εγκαθίσταμαι σε κάποιο μέρος ως έποικος
εποικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εποικώ
επομένη	noun	η επόμενη μέρα, η μέρα που ακολουθεί
επομένης	noun	γενική ενικού του επομένη
επομένου	noun	γενική ενικού του επόμενος
επομένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του επόμενος
επομένων	noun	αρσενικό: γενική πληθυντικού του επόμενος
επομένως	conj	συνδέει δυο πράξεις που θα συμβούν λογικά, φυσικά, η μια μετά την άλλη
επον	abbrev	Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων
επονίτες	=	επονίτης
επονίτη	=	επονίτης
επονίτης	noun	μέλος της ΕΠΟΝ
επονίτισσα	noun	θηλυκό του Επονίτης
επονίτισσας	noun	γενική ενικού του Επονίτισσα
επονίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Επονίτισσα
επονείδιστα	adv	με επονείδιστο τρόπο
επονείδιστε	adj	κλητική ενικού του επονείδιστος
επονείδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επονείδιστη
επονείδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επονείδιστος
επονείδιστης	adj	γενική ενικού του επονείδιστη
επονείδιστο	adj	αιτιατική ενικού του επονείδιστος
επονείδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επονείδιστος
επονείδιστος	adj	που αποτελεί όνειδος, που προκαλεί ντροπή, πολύ κακός
επονείδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επονείδιστος
επονείδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επονείδιστος
επονείδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επονείδιστος
επονειδίστως	adv|dated	επονείδιστα
επονιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του Επονίτισσα
επονιτών	=	επονίτης
επονομάζαμε	=	επονομάζω
επονομάζαν	=	επονομάζω
επονομάζανε	=	επονομάζω
επονομάζατε	=	επονομάζω
επονομάζει	=	επονομάζω
επονομάζεις	=	επονομάζω
επονομάζεσαι	=	επονομάζω
επονομάζεστε	=	επονομάζω
επονομάζεται	=	επονομάζω
επονομάζετε	=	επονομάζω
επονομάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επονομάζω
επονομάζονται	=	επονομάζω
επονομάζονταν	=	επονομάζω
επονομάζοντας	=	επονομάζω
επονομάζουμε	=	επονομάζω
επονομάζουν	=	επονομάζω
επονομάζουνε	=	επονομάζω
επονομάζω	verb	δίνω σε κάποιον ή κάτι επιπλέον όνομα λόγω ορισμένης αιτίας ή ιστορικού γεγονότος
επονομάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάσαν	=	επονομάζω
επονομάσανε	=	επονομάζω
επονομάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάσου	=	επονομάζω
επονομάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομάστε	=	επονομάζω
επονομάστηκα	=	επονομάζω
επονομάστηκαν	=	επονομάζω
επονομάστηκε	=	επονομάζω
επονομάστηκες	=	επονομάζω
επονομάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονομαζόμασταν	=	επονομάζω
επονομαζόμαστε	=	επονομάζω
επονομαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επονομαζόμενο
επονομαζόμενε	verb	κλητική ενικού του επονομαζόμενος
επονομαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επονομαζόμενη
επονομαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επονομαζόμενος
επονομαζόμενης	verb	γενική ενικού του επονομαζόμενη
επονομαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επονομαζόμενος
επονομαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επονομαζόμενος
επονομαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος επονομάζω
επονομαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επονομαζόμενος
επονομαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επονομαζόμενος
επονομαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επονομαζόμενος
επονομαζόμουν	=	επονομάζω
επονομαζόμουνα	=	επονομάζω
επονομαζόντουσαν	=	επονομάζω
επονομαζόσασταν	=	επονομάζω
επονομαζόσαστε	=	επονομάζω
επονομαζόσουν	=	επονομάζω
επονομαζόσουνα	=	επονομάζω
επονομαζόταν	=	επονομάζω
επονομαζότανε	=	επονομάζω
επονομασία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επονομάζω
επονομασίας	noun	γενική ενικού του επονομασία
επονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επονομασία
επονομασιών	noun	γενική πληθυντικού του επονομασία
επονομασμένος	=	επονομάζω
επονομαστήκαμε	=	επονομάζω
επονομαστήκαν	=	επονομάζω
επονομαστήκανε	=	επονομάζω
επονομαστήκατε	=	επονομάζω
επονομαστεί	=	επονομάζω
επονομαστείτε	=	επονομάζω
επονομαστικά	=	επονομαστικός
επονομαστικέ	=	επονομαστικός
επονομαστικές	=	επονομαστικός
επονομαστική	=	επονομαστικός
επονομαστικής	=	επονομαστικός
επονομαστικοί	=	επονομαστικός
επονομαστικού	=	επονομαστικός
επονομαστικούς	=	επονομαστικός
επονομαστικό	=	επονομαστικός
επονομαστικός	adj	που έχει σχέση με την επονομασία ή αναφέρεται σ’ αυτή
επονομαστικών	=	επονομαστικός
επονοματίζω	verb	άλλη μορφή του ονοματίζω
επονόμαζα	=	επονομάζω
επονόμαζαν	=	επονομάζω
επονόμαζε	=	επονομάζω
επονόμαζες	=	επονομάζω
επονόμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονόμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονόμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
επονόμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επονομάζω
εποξείδια	=	εποξείδιο
εποξείδιο	noun	που αποτελείται από δύο άτομα άνθρακα κι ένα οξυγόνου
εποξείδιου	=	εποξείδιο
εποξείδιων	=	εποξείδιο
εποξειδίου	=	εποξείδιο
εποξειδίων	=	εποξείδιο
εποξειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποξειδικό
εποξειδικέ	adj	κλητική ενικού του εποξειδικός
εποξειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποξειδική
εποξειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποξειδικός
εποξειδικής	adj	γενική ενικού του εποξειδική
εποξειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποξειδικός
εποξειδικού	adj	γενική ενικού του εποξειδικός
εποξειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποξειδικός
εποξειδικό	adj	αιτιατική ενικού του εποξειδικός
εποξειδικός	adj	που έχει σχέση με το εποξείδιο ή αναφέρεται σ' αυτό
εποξειδικών	adj	γενική πληθυντικού του εποξειδικός
εποξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποξικό
εποξικέ	adj	κλητική ενικού του εποξικός
εποξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποξική
εποξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποξικός
εποξικής	adj	γενική ενικού του εποξική
εποξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποξικός
εποξικού	adj	γενική ενικού του εποξικός
εποξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποξικός
εποξικό	adj	αιτιατική ενικού του εποξικός
εποξικός	adj	που περιέχει εποξείδια
εποξικών	adj	γενική πληθυντικού του εποξικός
εποποιία	noun	η επιτέλεση συνόλου από αξιοθαύμαστα κατορθώματα, ιδίως πολεμικών πράξεων ηρωισμού· έπος
εποποιίας	noun	γενική ενικού του εποποιία
εποποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποποιία
εποποιιών	noun	γενική πληθυντικού του εποποιία
εποπτεία	noun	η παρακολούθηση και έλεγχος ενός χώρου, μιας κατάστασης, μιας λειτουργίας κ.λπ.
εποπτείας	noun	γενική ενικού του εποπτεία
εποπτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποπτεία
εποπτειών	noun	γενική πληθυντικού του εποπτεία
εποπτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποπτευμένο
εποπτευμένε	verb	κλητική ενικού του εποπτευμένος
εποπτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποπτευμένη
εποπτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποπτευμένος
εποπτευμένης	verb	γενική ενικού του εποπτευμένη
εποπτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του εποπτευμένος
εποπτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποπτευμένος
εποπτευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου εποπτεύω
εποπτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εποπτευμένος
εποπτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εποπτευμένος
εποπτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εποπτευμένος
εποπτευτήκαμε	=	εποπτεύομαι
εποπτευτήκαν	=	εποπτεύομαι
εποπτευτήκανε	=	εποπτεύομαι
εποπτευτήκατε	=	εποπτεύομαι
εποπτευτεί	=	εποπτεύομαι
εποπτευτείτε	=	εποπτεύομαι
εποπτευόμασταν	=	εποπτεύομαι
εποπτευόμαστε	=	εποπτεύομαι
εποπτευόμουν	=	εποπτεύομαι
εποπτευόμουνα	=	εποπτεύομαι
εποπτευόντουσαν	=	εποπτεύομαι
εποπτευόσασταν	=	εποπτεύομαι
εποπτευόσαστε	=	εποπτεύομαι
εποπτευόσουν	=	εποπτεύομαι
εποπτευόσουνα	=	εποπτεύομαι
εποπτευόταν	=	εποπτεύομαι
εποπτευότανε	=	εποπτεύομαι
εποπτεύαμε	=	εποπτεύω
εποπτεύαν	=	εποπτεύω
εποπτεύανε	=	εποπτεύω
εποπτεύατε	=	εποπτεύω
εποπτεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εποπτεύω
εποπτεύεις	=	εποπτεύω
εποπτεύεσαι	=	εποπτεύομαι
εποπτεύεστε	=	εποπτεύομαι
εποπτεύεται	=	εποπτεύομαι
εποπτεύετε	=	εποπτεύω
εποπτεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύονται	=	εποπτεύομαι
εποπτεύονταν	=	εποπτεύομαι
εποπτεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύου	=	εποπτεύομαι
εποπτεύουμε	=	εποπτεύω
εποπτεύουν	=	εποπτεύω
εποπτεύουνε	=	εποπτεύω
εποπτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύσαν	=	εποπτεύω
εποπτεύσανε	=	εποπτεύω
εποπτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επόπτευση
εποπτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του επόπτευση
εποπτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του επόπτευση
εποπτεύσου	=	εποπτεύομαι
εποπτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
εποπτεύτηκα	=	εποπτεύομαι
εποπτεύτηκαν	=	εποπτεύομαι
εποπτεύτηκε	=	εποπτεύομαι
εποπτεύτηκες	=	εποπτεύομαι
εποπτεύω	verb	ελέγχω, επιτηρώ
εποπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποπτικό	adv	με εποπτικό τρόπο
εποπτικέ	adj	κλητική ενικού του εποπτικός
εποπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποπτική
εποπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποπτικός
εποπτικής	adj	γενική ενικού του εποπτική
εποπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποπτικός
εποπτικοτήτων	=	εποπτικότητα
εποπτικού	adj	γενική ενικού του εποπτικός
εποπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποπτικός
εποπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εποπτικός
εποπτικός	adj	που αναφέρεται στον επόπτη ή την εποπτεία
εποπτικότητα	noun	ιδιότητα, αντίληψη, παρατήρηση των πραγμάτων με άμεση συμμετοχή των αισθήσεων, ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση και η απόκτηση γνώσης
εποπτικότητας	=	εποπτικότητα
εποπτικότητες	=	εποπτικότητα
εποπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εποπτικός
εποπτικώς	adv|dated	εποπτικά
εποπτριών	noun	γενική πληθυντικού του επόπτρια
εποπτών	=	επόπτης
εποστράκιζα	=	εποστρακίζω
εποστράκιζαν	=	εποστρακίζω
εποστράκιζε	=	εποστρακίζω
εποστράκιζες	=	εποστρακίζω
εποστράκισα	=	εποστρακίζω
εποστράκισαν	=	εποστρακίζω
εποστράκισε	=	εποστρακίζω
εποστράκισες	=	εποστρακίζω
εποστρακίζαμε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζαν	=	εποστρακίζω
εποστρακίζανε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζατε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζει	=	εποστρακίζω
εποστρακίζεις	=	εποστρακίζω
εποστρακίζεσαι	=	εποστρακίζω
εποστρακίζεστε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζεται	=	εποστρακίζω
εποστρακίζετε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εποστρακίζω
εποστρακίζονται	=	εποστρακίζω
εποστρακίζονταν	=	εποστρακίζω
εποστρακίζοντας	=	εποστρακίζω
εποστρακίζουμε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζουν	=	εποστρακίζω
εποστρακίζουνε	=	εποστρακίζω
εποστρακίζω	verb	παίζω το παιχνίδι του εποστρακισμού
εποστρακίσαμε	=	εποστρακίζω
εποστρακίσαν	=	εποστρακίζω
εποστρακίσανε	=	εποστρακίζω
εποστρακίσατε	=	εποστρακίζω
εποστρακίσει	=	εποστρακίζω
εποστρακίσθηκα	=	εποστρακίζω
εποστρακίσου	=	εποστρακίζω
εποστρακίστε	=	εποστρακίζω
εποστρακίστηκα	=	εποστρακίζω
εποστρακίστηκαν	=	εποστρακίζω
εποστρακίστηκε	=	εποστρακίζω
εποστρακίστηκες	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόμασταν	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόμαστε	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόμουν	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόμουνα	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόντουσαν	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόσασταν	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόσαστε	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόσουν	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόσουνα	=	εποστρακίζω
εποστρακιζόταν	=	εποστρακίζω
εποστρακιζότανε	=	εποστρακίζω
εποστρακισμέ	noun	κλητική ενικού του εποστρακισμός
εποστρακισμένος	=	εποστρακίζω
εποστρακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποστρακισμός
εποστρακισμού	noun	γενική ενικού του εποστρακισμός
εποστρακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εποστρακισμός
εποστρακισμό	noun	αιτιατική ενικού του εποστρακισμός
εποστρακισμός	noun	αρχαία ονομασία του παιχνιδιού ψωμάκια ή πεταλίδες ή κουταλήθρες ή αναπεταρούδια ή παξιμαδάκια ή πίττες -πετάμε όστρακο (κομμάτι κεραμιδιού στην αρχαία Ελλάδα) ή λεπτό και επίπεδο βότσαλο στην ήρεμη θάλασσα και αυτό αναπηδά στην επιφάνεια πολλές φορές.
εποστρακισμών	noun	γενική πληθυντικού του εποστρακισμός
εποστρακιστήκαμε	=	εποστρακίζω
εποστρακιστήκαν	=	εποστρακίζω
εποστρακιστήκανε	=	εποστρακίζω
εποστρακιστήκατε	=	εποστρακίζω
εποστρακιστεί	=	εποστρακίζω
εποστρακιστείτε	=	εποστρακίζω
επουλωθήκαμε	=	επουλώνομαι
επουλωθήκαν	=	επουλώνομαι
επουλωθήκανε	=	επουλώνομαι
επουλωθήκατε	=	επουλώνομαι
επουλωθεί	=	επουλώνομαι
επουλωθείς	=	επουλώνω
επουλωθείτε	=	επουλώνομαι
επουλωθούμε	=	επουλώνω
επουλωθούν	=	επουλώνω
επουλωθούνε	=	επουλώνω
επουλωθώ	=	επουλώνω
επουλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επουλωμένο
επουλωμένε	verb	κλητική ενικού του επουλωμένος
επουλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επουλωμένη
επουλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επουλωμένος
επουλωμένης	verb	γενική ενικού του επουλωμένη
επουλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του επουλωμένος
επουλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επουλωμένος
επουλωμένος	verb	που έχει επουλωθεί
επουλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επουλωμένος
επουλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επουλωμένος
επουλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επουλωμένος
επουλωνόμασταν	=	επουλώνομαι
επουλωνόμαστε	=	επουλώνομαι
επουλωνόμουν	=	επουλώνομαι
επουλωνόμουνα	=	επουλώνομαι
επουλωνόντουσαν	=	επουλώνομαι
επουλωνόσασταν	=	επουλώνομαι
επουλωνόσαστε	=	επουλώνομαι
επουλωνόσουν	=	επουλώνομαι
επουλωνόσουνα	=	επουλώνομαι
επουλωνόταν	=	επουλώνομαι
επουλωνότανε	=	επουλώνομαι
επουλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επουλωτικό
επουλωτικέ	adj	κλητική ενικού του επουλωτικός
επουλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επουλωτική
επουλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επουλωτικός
επουλωτικής	adj	γενική ενικού του επουλωτική
επουλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επουλωτικός
επουλωτικού	adj	γενική ενικού του επουλωτικός
επουλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επουλωτικός
επουλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του επουλωτικός
επουλωτικός	adj	που έχει σχέση με την επούλωση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
επουλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του επουλωτικός
επουλωτικώς	adv|dated	επουλωτικά
επουλώθηκα	=	επουλώνομαι
επουλώθηκαν	=	επουλώνομαι
επουλώθηκε	=	επουλώνομαι
επουλώθηκες	=	επουλώνομαι
επουλώναμε	=	επουλώνω
επουλώναν	=	επουλώνω
επουλώνανε	=	επουλώνω
επουλώνατε	=	επουλώνω
επουλώνει	=	επουλώνω
επουλώνεις	=	επουλώνω
επουλώνεσαι	=	επουλώνομαι
επουλώνεστε	=	επουλώνομαι
επουλώνεται	=	επουλώνομαι
επουλώνετε	=	επουλώνω
επουλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος επουλώνω
επουλώνομε	=	επουλώνω
επουλώνονται	=	επουλώνομαι
επουλώνονταν	=	επουλώνομαι
επουλώνοντας	=	επουλώνω
επουλώνου	=	επουλώνομαι
επουλώνουμε	=	επουλώνω
επουλώνουν	=	επουλώνω
επουλώνουνε	=	επουλώνω
επουλώνω	verb	βοηθώ να θεραπευτεί και να κλείσει μια πληγή, ένα τραύμα
επουλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσαν	=	επουλώνω
επουλώσανε	=	επουλώνω
επουλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επουλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επούλωση
επουλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του επούλωση
επουλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του επούλωση
επουλώσιμα	=	επουλώσιμος
επουλώσιμε	=	επουλώσιμος
επουλώσιμες	=	επουλώσιμος
επουλώσιμη	=	επουλώσιμος
επουλώσιμης	=	επουλώσιμος
επουλώσιμο	=	επουλώσιμος
επουλώσιμοι	=	επουλώσιμος
επουλώσιμος	adj	που μπορεί να επουλωθεί
επουλώσιμου	=	επουλώσιμος
επουλώσιμους	=	επουλώσιμος
επουλώσιμων	=	επουλώσιμος
επουλώσομε	=	επουλώνω
επουλώσου	=	επουλώνομαι
επουλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσουνε	=	επουλώνω
επουλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επουράνια	noun|literary	ο ουρανός, η θεία κατοικία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επουράνιο, ουδέτερο του επουράνιος
επουράνιας	=	επουράνιος
επουράνιε	=	επουράνιος
επουράνιες	=	επουράνιος
επουράνιο	=	επουράνιος
επουράνιοι	=	επουράνιος
επουράνιος	adj	ο ευρισκόμενος στον ουρανό
επουράνιου	=	επουράνιος
επουράνιους	=	επουράνιος
επουράνιων	=	επουράνιος
επουσιωδών	=	επουσιώδης
επουσιωδώς	adv|formal	με επουσιώδη τρόπο
επουσιώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επουσιώδης
επουσιώδες	=	επουσιώδης
επουσιώδη	=	επουσιώδης
επουσιώδης	adj	που δεν αναφέρεται στην ουσία ενός ζητήματος, δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικός αλλά μάλλον δευτερεύων
επουσιώδους	=	επουσιώδης
εποφθαλμία	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιά	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιάς	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιάτε	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούμε	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούν	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούσα	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούσαμε	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούσαν	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούσατε	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούσε	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιούσες	=	εποφθαλμιώ
εποφθαλμιώ	verb	κοιτώ κάτι με την κρυφή επιθυμία να το αποκτήσω, επιθυμώ να κάνω κάτι δικό μου που ανήκει σε άλλον, βάζω στο μάτι κάτι (π.χ. "έβαλε στο μάτι την περιουσία του")
εποφθαλμιώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εποφθαλμιώ
εποφθαλμιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εποφθαλμιώ
εποχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχή
εποχή	noun	υποδιαίρεση του έτους (για τις εύκρατες περιοχές: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
εποχής	=	εποχή
εποχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εποχιακός	adv	με εποχιακό τρόπο, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο
εποχιακέ	adj	κλητική ενικού του εποχιακός
εποχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχιακή
εποχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποχιακός
εποχιακής	adj	γενική ενικού του εποχιακή
εποχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποχιακός
εποχιακοτήτων	=	εποχιακότητα
εποχιακού	adj	γενική ενικού του εποχιακός
εποχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποχιακός
εποχιακό	adj	αιτιατική ενικού του εποχιακός
εποχιακός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει σε μια εποχή
εποχιακότητα	noun	η ιδιότητα του εποχιακού
εποχιακότητας	=	εποχιακότητα
εποχιακότητες	=	εποχιακότητα
εποχιακών	adj	γενική πληθυντικού του εποχιακός
εποχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχικό
εποχικέ	adj	κλητική ενικού του εποχικός
εποχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχική
εποχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποχικός
εποχικής	adj	γενική ενικού του εποχική
εποχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποχικός
εποχικοτήτων	=	εποχικότητα
εποχικού	adj	γενική ενικού του εποχικός
εποχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εποχικός
εποχικό	adj	αιτιατική ενικού του εποχικός
εποχικός	adj	άλλη μορφή του εποχιακός
εποχικότητα	noun	το να είναι κάποιος εποχικός, η ιδιότητα του εποχικού
εποχικότητας	=	εποχικότητα
εποχικότητες	=	εποχικότητα
εποχικών	adj	γενική πληθυντικού του εποχικός
εποχούμαι	verb	μετακινούμαι με όχημα ή πάνω σε φορτηγό ζώο
εποχούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχούμενο
εποχούμενε	verb	κλητική ενικού του εποχούμενος
εποχούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εποχούμενη
εποχούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εποχούμενος
εποχούμενης	verb	γενική ενικού του εποχούμενη
εποχούμενο	verb	αιτιατική ενικού του εποχούμενος
εποχούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εποχούμενος
εποχούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος εποχούμαι
εποχούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εποχούμενος
εποχούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εποχούμενος
εποχούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εποχούμενος
εποχών	=	εποχή
επούλωνα	=	επουλώνω
επούλωναν	=	επουλώνω
επούλωνε	=	επουλώνω
επούλωνες	=	επουλώνω
επούλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επούλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επούλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επούλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επουλώνω
επούλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επουλώνω
επούλωσης	noun	γενική ενικού του επούλωση
εππα	abbrev	Εθνικό Πρόγραμμα Πρόληψης των Αιμοσφαιρινοπαθειών
εππε	abbrev	Εθνικό Πρόγραμμα Προσυμπτωματικού Ελέγχου: πρόγραμμα, το οποίο προσφέρει δωρεάν προληπτικές εξετάσεις, όπως για τον καρκίνο του μαστού, τραχήλου της μήτρας, παχέος εντέρου και καρδιαγγειακά νοσήματα
επρόκειτο	=	πρόκειται
επς	abbrev	τοπικό όργανο διοίκησης των ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων το οποίο συνήθως καλύπτει χωρικά την περιοχή ενός νομού
επτά	num	απόλυτο αριθμητικό, άλλη μορφή του εφτά
επτάγωνα	=	επτάγωνο
επτάγωνε	=	επτάγωνος
επτάγωνες	=	επτάγωνος
επτάγωνη	=	επτάγωνος
επτάγωνης	=	επτάγωνος
επτάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα με εφτά πλευρές
επτάγωνοι	=	επτάγωνος
επτάγωνος	adj	που έχει επτά γωνίες
επτάγωνου	=	επτάγωνο
επτάγωνους	=	επτάγωνος
επτάγωνων	=	επτάγωνος
επτάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο ή ενότητα επτά μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
επτάδας	=	επτάδα
επτάδες	=	επτάδα
επτάδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επτάδυμος
επτάδυμε	=	επτάδυμος
επτάδυμες	=	επτάδυμος
επτάδυμη	=	επτάδυμος
επτάδυμης	=	επτάδυμος
επτάδυμο	=	επτάδυμος
επτάδυμοι	=	επτάδυμος
επτάδυμος	noun	ένα από τα επτάδυμα αδέλφια	adj	που έχει γεννηθεί με άλλα επτά αδέλφια από την ίδια εγκυμοσύνη
επτάδυμου	=	επτάδυμος
επτάδυμους	=	επτάδυμος
επτάδυμων	=	επτάδυμος
επτάδων	=	επτάδα
επτάζυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάζυμο
επτάζυμε	adj	κλητική ενικού του επτάζυμος
επτάζυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάζυμη
επτάζυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτάζυμος
επτάζυμης	adj	γενική ενικού του επτάζυμη
επτάζυμο	=	επτάζυμος
επτάζυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτάζυμος
επτάζυμος	adj	άλλη μορφή του εφτάζυμος
επτάζυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επτάζυμος
επτάζυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτάζυμος
επτάζυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επτάζυμος
επτάθλου	=	έπταθλο
επτάθλων	=	έπταθλο
επτάκις	adv	επτά φορές
επτάμηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάμηνο
επτάμηνε	adj	κλητική ενικού του επτάμηνος
επτάμηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάμηνη
επτάμηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτάμηνος
επτάμηνης	adj	γενική ενικού του επτάμηνη
επτάμηνο	noun	χρονική διάρκεια επτά μηνών
επτάμηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτάμηνος
επτάμηνος	adj	που διαρκεί επτά μήνες
επτάμηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επτάμηνος
επτάμηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτάμηνος
επτάμηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επτάμηνος
επτάστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάστερο
επτάστερε	adj	κλητική ενικού του επτάστερος
επτάστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάστερη
επτάστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτάστερος
επτάστερης	adj	γενική ενικού του επτάστερη
επτάστερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επτάστερος
επτάστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτάστερος
επτάστερος	adj	που έχει επτά αστέρια (και ως διακριτικό ποιότητας)
επτάστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επτάστερος
επτάστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτάστερος
επτάστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επτάστερος
επτάστιχα	=	επτάστιχος
επτάστιχε	=	επτάστιχος
επτάστιχες	=	επτάστιχος
επτάστιχη	=	επτάστιχος
επτάστιχης	=	επτάστιχος
επτάστιχο	noun	ποίημα που έχει εφτά στίχους
επτάστιχοι	=	επτάστιχος
επτάστιχος	adj	που έχει εφτά στίχους
επτάστιχου	=	επτάστιχος
επτάστιχους	=	επτάστιχος
επτάστιχων	=	επτάστιχος
επτάτομα	=	επτάτομος
επτάτομε	=	επτάτομος
επτάτομες	=	επτάτομος
επτάτομη	=	επτάτομος
επτάτομης	=	επτάτομος
επτάτομο	=	επτάτομος
επτάτομοι	=	επτάτομος
επτάτομος	adj	που έχει δημοσιευτεί σε επτά τόμους
επτάτομου	=	επτάτομος
επτάτομους	=	επτάτομος
επτάτομων	=	επτάτομος
επτάτρουλα	=	επτάτρουλος
επτάτρουλε	=	επτάτρουλος
επτάτρουλες	=	επτάτρουλος
επτάτρουλη	=	επτάτρουλος
επτάτρουλης	=	επτάτρουλος
επτάτρουλο	=	επτάτρουλος
επτάτρουλοι	=	επτάτρουλος
επτάτρουλος	adj	που έχει επτά τρούλους
επτάτρουλου	=	επτάτρουλος
επτάτρουλους	=	επτάτρουλος
επτάτρουλων	=	επτάτρουλος
επτάφωνα	=	επτάφωνος
επτάφωνε	=	επτάφωνος
επτάφωνες	=	επτάφωνος
επτάφωνη	=	επτάφωνος
επτάφωνης	=	επτάφωνος
επτάφωνο	=	επτάφωνος
επτάφωνοι	=	επτάφωνος
επτάφωνος	noun	που τραγουδιέται από επτά φωνές
επτάφωνου	=	επτάφωνος
επτάφωνους	=	επτάφωνος
επτάφωνων	=	επτάφωνος
επτάφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάφωτο
επτάφωτε	adj	κλητική ενικού του επτάφωτος
επτάφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάφωτη
επτάφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτάφωτος
επτάφωτης	adj	γενική ενικού του επτάφωτη
επτάφωτο	adj	αιτιατική ενικού του επτάφωτος
επτάφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτάφωτος
επτάφωτος	adj	που έχει επτά φώτα, λάμπες ή κεριά
επτάφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επτάφωτος
επτάφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτάφωτος
επτάφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επτάφωτος
επτάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάχρονο
επτάχρονε	adj	κλητική ενικού του επτάχρονος
επτάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτάχρονη
επτάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτάχρονος
επτάχρονης	adj	γενική ενικού του επτάχρονη
επτάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του επτάχρονος
επτάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτάχρονος
επτάχρονος	adj	άλλη μορφή του επταετής
επτάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επτάχρονος
επτάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτάχρονος
επτάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του επτάχρονος
επτάψυχα	=	επτάψυχος
επτάψυχε	=	επτάψυχος
επτάψυχες	=	επτάψυχος
επτάψυχη	=	επτάψυχος
επτάψυχης	=	επτάψυχος
επτάψυχο	=	επτάψυχος
επτάψυχοι	=	επτάψυχος
επτάψυχος	adj	άλλη μορφή του εφτάψυχος
επτάψυχου	=	επτάψυχος
επτάψυχους	=	επτάψυχος
επτάψυχων	=	επτάψυχος
επτάωρα	=	επτάωρος
επτάωρε	=	επτάωρος
επτάωρες	=	επτάωρος
επτάωρη	=	επτάωρος
επτάωρης	=	επτάωρος
επτάωρο	=	επτάωρος
επτάωροι	=	επτάωρος
επτάωρος	adj	που διαρκεί εφτά ώρες
επτάωρου	=	επτάωρος
επτάωρους	=	επτάωρος
επτάωρων	=	επτάωρος
επταέτι	=	επταέτις
επταέτιδα	=	επταέτις
επταέτιδας	=	επταέτις
επταέτιδες	=	επταέτις
επταέτιδος	=	επταέτις
επταέτιδων	=	επταέτις
επταέτις	noun|archaic	θηλυκό του επταετής
επταήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επταήμερο
επταήμερε	=	επταήμερος
επταήμερες	=	επταήμερος
επταήμερη	=	επταήμερος
επταήμερης	=	επταήμερος
επταήμερο	noun	διάρκεια εφτά ημερών
επταήμεροι	=	επταήμερος
επταήμερος	adj	που διαρκεί εφτά μέρες
επταήμερου	=	επταήμερος
επταήμερους	=	επταήμερος
επταήμερων	=	επταήμερος
επταγώνου	=	επτάγωνο
επταγώνων	=	επτάγωνο
επταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επταετής
επταετή	=	επταετής
επταετής	adj	που διαρκεί επτά χρόνια
επταετία	noun	διάρκεια εφτά ετών
επταετίας	noun	γενική ενικού του επταετία
επταετίδων	=	επταέτις
επταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επταετία
επταετείς	=	επταετής
επταετιών	noun	γενική πληθυντικού του επταετία
επταετούς	=	επταετής
επταετών	adj	γενική πληθυντικού του επταετής
επταθλήτρια	noun	αθλήτρια που παίρνει μέρος στο έπταθλο, ένα σύνθετο αγώνισμα του στίβου που περιλαμβάνει επτά διαφορετικά αγωνίσματα
επταθλήτριας	=	επταθλήτρια
επταθλήτριες	=	επταθλήτρια
επταθλητές	=	επταθλητής
επταθλητή	=	επταθλητής
επταθλητής	noun	αθλητής που παίρνει μέρος στο έπταθλο, ένα σύνθετο αγώνισμα του στίβου που περιλαμβάνει επτά διαφορετικά αγωνίσματα
επταθλητριών	=	επταθλήτρια
επταθλητών	=	επταθλητής
επτακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτακοσιοστό
επτακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του επτακοσιοστός
επτακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτακοσιοστή
επτακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτακοσιοστός
επτακοσιοστής	adj	γενική ενικού του επτακοσιοστή
επτακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτακοσιοστός
επτακοσιοστού	adj	γενική ενικού του επτακοσιοστός
επτακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτακοσιοστός
επτακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του επτακοσιοστός
επτακοσιοστός	adj	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό επτακόσια
επτακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του επτακοσιοστός
επτακόσα	=	επτακόσια
επτακόσια	num	απόλυτο αριθμητικό που ισούται με επτά εκατοντάδες
επτακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε εφτά εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 700
επταμήνου	=	επτάμηνο
επταμήνων	=	επτάμηνο
επταμελές	=	επταμελής
επταμελή	=	επταμελής
επταμελής	adj	που έχει επτά μέλη
επταμελείς	=	επταμελής
επταμελούς	=	επταμελής
επταμελών	=	επταμελής
επταμερές	=	επταμερής
επταμερή	=	επταμερής
επταμερής	adj	που αποτελείται από επτά μέρη
επταμερείς	=	επταμερής
επταμερούς	=	επταμερής
επταμερών	=	επταμερής
επταμηνίτες	=	επταμηνίτης
επταμηνίτη	=	επταμηνίτης
επταμηνίτης	noun|figurative	άλλη μορφή του εφταμηνίτης
επταμηνίτικα	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικε	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικες	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικη	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικης	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικο	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικοι	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικος	adj	άλλη μορφή του εφταμηνίτικος
επταμηνίτικου	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικους	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτικων	=	επταμηνίτικος
επταμηνίτισσα	noun|figurative	άλλη μορφή του εφταμηνίτισσα
επταμηνίτισσας	=	επταμηνίτισσα
επταμηνίτισσες	=	επταμηνίτισσα
επταμηνιτισσών	=	επταμηνίτισσα
επταμηνιτών	=	επταμηνίτης
επτανησιακά	noun	τα ιδιώματα που μιλήθηκαν ή μιλιούνται στα Επτάνησα με χαρακτηριστική επίδραση των ιταλικών στην προφορά και το λεξιλόγιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του επτανησιακός
επτανησιακέ	adj	κλητική ενικού του επτανησιακός
επτανησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτανησιακή
επτανησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτανησιακός
επτανησιακής	adj	γενική ενικού του επτανησιακή
επτανησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτανησιακός
επτανησιακού	adj	γενική ενικού του επτανησιακός
επτανησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτανησιακός
επτανησιακό	adj	αιτιατική ενικού του επτανησιακός
επτανησιακός	adj	ο σχετικός με τον πολιτισμό ή τα χαρακτηριστικά του νησιωτικού συμπλέγματος των Επτανήσων
επτανησιακών	adj	γενική πληθυντικού του επτανησιακός
επταπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επταπλάσιος	adv	επτά φορές περισσότερο
επταπλάσιας	=	επταπλάσιος
επταπλάσιε	=	επταπλάσιος
επταπλάσιες	=	επταπλάσιος
επταπλάσιο	=	επταπλάσιος
επταπλάσιοι	=	επταπλάσιος
επταπλάσιος	adj	που είναι εφτά φορές μεγαλύτερος από κάποιον άλλο
επταπλάσιου	=	επταπλάσιος
επταπλάσιους	=	επταπλάσιος
επταπλάσιων	=	επταπλάσιος
επταπυργίου	=	επταπύργιο
επταπυργίων	=	επταπύργιο
επταπύργια	=	επταπύργιο
επταπύργιο	noun	ονομασία κάστρων, ένα στην Κωνσταντινούπολη, ένα στην Θεσσαλονίκη
επταπύργιου	=	επταπύργιο
επτασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτασέλιδο
επτασέλιδε	adj	κλητική ενικού του επτασέλιδος
επτασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτασέλιδη
επτασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτασέλιδος
επτασέλιδης	adj	γενική ενικού του επτασέλιδη
επτασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του επτασέλιδος
επτασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτασέλιδος
επτασέλιδος	adj	που έχει επτά σελίδες
επτασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επτασέλιδος
επτασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτασέλιδος
επτασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επτασέλιδος
επτασφράγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτασφράγιστο
επτασφράγιστε	adj	κλητική ενικού του επτασφράγιστος
επτασφράγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επτασφράγιστη
επτασφράγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επτασφράγιστος
επτασφράγιστης	adj	γενική ενικού του επτασφράγιστη
επτασφράγιστο	adj	αιτιατική ενικού του επτασφράγιστος
επτασφράγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επτασφράγιστος
επτασφράγιστος	adj	που είναι πάρα πολύ καλά φυλαγμένος
επτασφράγιστου	adj	γενική ενικού του επτασφράγιστος
επτασφράγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του επτασφράγιστος
επτασφράγιστων	adj	γενική πληθυντικού του επτασφράγιστος
επτασύλλαβος	=	εφτασύλλαβος
επτατάξια	=	επτατάξιος
επτατάξιας	=	επτατάξιος
επτατάξιε	=	επτατάξιος
επτατάξιες	=	επτατάξιος
επτατάξιο	adj	αιτιατική ενικού του επτατάξιος
επτατάξιοι	=	επτατάξιος
επτατάξιος	adj	που αποτελείται από επτά τάξεις
επτατάξιου	=	επτατάξιος
επτατάξιους	=	επτατάξιος
επτατάξιων	=	επτατάξιος
επταψήφια	=	επταψήφιος
επταψήφιας	=	επταψήφιος
επταψήφιε	=	επταψήφιος
επταψήφιες	=	επταψήφιος
επταψήφιο	=	επταψήφιος
επταψήφιοι	=	επταψήφιος
επταψήφιος	adj	που αποτελείται από επτά ψηφία, εφτά αριθμούς
επταψήφιου	=	επταψήφιος
επταψήφιους	=	επταψήφιος
επταψήφιων	=	επταψήφιος
επυλλίου	=	επύλλιο
επυλλίων	=	επύλλιο
επχίας	abbrev	επιλοχίας
επωάζαμε	=	επωάζω
επωάζαν	=	επωάζω
επωάζανε	=	επωάζω
επωάζατε	=	επωάζω
επωάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επωάζω
επωάζεις	=	επωάζω
επωάζετε	=	επωάζω
επωάζοντας	=	επωάζω
επωάζουμε	=	επωάζω
επωάζουν	=	επωάζω
επωάζουνε	=	επωάζω
επωάζω	verb	συμβάλλω ή συμμετέχω στη διαδικασία που περιλαμβάνει τη γονιμοποίηση και το κλώσημα ενός αβγού καθώς και την ανάπτυξη και εκκόλαψη του νεοσσού
επωάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάσαν	=	επωάζω
επωάσανε	=	επωάζω
επωάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επώαση
επωάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάσεων	noun	γενική πληθυντικού του επώαση
επωάσεως	noun|formal	γενική ενικού του επώαση
επωάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επωασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωασμένο
επωασμένε	verb	κλητική ενικού του επωασμένος
επωασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωασμένη
επωασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επωασμένος
επωασμένης	verb	γενική ενικού του επωασμένη
επωασμένο	verb	αιτιατική ενικού του επωασμένος
επωασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επωασμένος
επωασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επωασμένος
επωασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επωασμένος
επωασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επωασμένος
επωαστές	=	επωαστής
επωαστή	=	επωαστής
επωαστήρα	=	επωαστήρας
επωαστήρας	noun	συσκευή ή κατασκευή στην οποία γίνεται επώαση
επωαστήρες	=	επωαστήρας
επωαστήρια	=	επωαστήριο
επωαστήριο	noun	χώρος όπου γίνεται η επώαση των αβγών
επωαστήριου	=	επωαστήριο
επωαστήριων	=	επωαστήριο
επωαστήρων	=	επωαστήρας
επωαστής	noun	άλλη μορφή του επωαστήρας
επωαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επωάζομαι
επωαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζομαι
επωαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζομαι
επωαστηρίου	=	επωαστήριο
επωαστηρίων	=	επωαστήριο
επωαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωαστικό
επωαστικέ	adj	κλητική ενικού του επωαστικός
επωαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωαστική
επωαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επωαστικός
επωαστικής	adj	γενική ενικού του επωαστική
επωαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επωαστικός
επωαστικού	adj	γενική ενικού του επωαστικός
επωαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επωαστικός
επωαστικό	adj	αιτιατική ενικού του επωαστικός
επωαστικός	adj	που έχει σχέση με τη επώαση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
επωαστικών	adj	γενική πληθυντικού του επωαστικός
επωαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζομαι
επωαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζομαι
επωαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωάζομαι
επωαστών	=	επωαστής
επωδέ	=	επωδός
επωδές	=	επωδή
επωδή	noun	είδος μαγικής ή αποτροπαϊκής ωδής, μαγγανεία, ξόρκι
επωδής	=	επωδή
επωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωδικό
επωδικέ	adj	κλητική ενικού του επωδικός
επωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωδική
επωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επωδικός
επωδικής	adj	γενική ενικού του επωδική
επωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επωδικός
επωδικού	adj	γενική ενικού του επωδικός
επωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του επωδικός
επωδικό	adj	αιτιατική ενικού του επωδικός
επωδικός	adj	που έχει σχέση με την επωδό ή αναφέρεται σ’ αυτή
επωδικών	adj	γενική πληθυντικού του επωδικός
επωδοί	=	επωδός
επωδού	noun	γενική ενικού του επωδός
επωδούς	=	επωδός
επωδό	noun	αιτιατική ενικού του επωδός
επωδός	noun	το τμήμα του ποιήματος που ακολουθεί τη στροφή και την αντιστροφή (στην αρχαία ποίηση)
επωδύνως	adv|dated	επώδυνα
επωδών	=	επωδή
επωθήσεις	=	επώθηση
επωθήσεων	=	επώθηση
επωμίδα	noun	διακοσμητικό μέρος ενδύματος, το οποίο εφαρμόζεται πάνω στο ύφασμα του ώμου.
επωμίδας	=	επωμίδα
επωμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωμίδα
επωμίδων	=	επωμίδα
επωμίζεσαι	=	επωμίζομαι
επωμίζεστε	=	επωμίζομαι
επωμίζεται	=	επωμίζομαι
επωμίζομαι	verb|figurative	αναλαμβάνω να φέρω σε πέρας ευθύνη, υποχρέωση, καθήκον, βάρος ή δαπάνη, αποδεχόμενος τις συνέπειές τους
επωμίζονται	=	επωμίζομαι
επωμίζονταν	=	επωμίζομαι
επωμίζω	verb|rare	τοποθετώ όπλο στον ώμο για μεταφορά, σκόπευση ή βολή
επωμίσου	=	επωμίζομαι
επωμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιζόμασταν	=	επωμίζομαι
επωμιζόμαστε	=	επωμίζομαι
επωμιζόμουν	=	επωμίζομαι
επωμιζόμουνα	=	επωμίζομαι
επωμιζόντουσαν	=	επωμίζομαι
επωμιζόσασταν	=	επωμίζομαι
επωμιζόσαστε	=	επωμίζομαι
επωμιζόσουν	=	επωμίζομαι
επωμιζόσουνα	=	επωμίζομαι
επωμιζόταν	=	επωμίζομαι
επωμιζότανε	=	επωμίζομαι
επωμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωμισμένο
επωμισμένε	verb	κλητική ενικού του επωμισμένος
επωμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωμισμένη
επωμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επωμισμένος
επωμισμένης	verb	γενική ενικού του επωμισμένη
επωμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του επωμισμένος
επωμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επωμισμένος
επωμισμένος	=	επωμίζομαι
επωμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επωμισμένος
επωμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επωμισμένος
επωμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επωμισμένος
επωμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστήκαν	=	επωμίζομαι
επωμιστήκανε	=	επωμίζομαι
επωμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωμιστούνε	=	επωμίζομαι
επωμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωμίζομαι
επωνυμία	noun	το επίσημη ονομασία μιας επιχείρησης, εταιρείας, συλλόγου, ιδρύματος, κ.λπ.
επωνυμίας	noun	γενική ενικού του επωνυμία
επωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωνυμία
επωνυμίου	=	επωνύμιο
επωνυμίων	=	επωνύμιο
επωνυμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (επωνυμική) του επωνυμικός
επωνυμικός	adj|rare	που αναφέρεται σε επωνυμία
επωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του επωνυμία
επωνύμια	=	επωνύμιο
επωνύμιο	noun	επωνυμία εταιρείας ή νομικού προσώπου
επωνύμιου	=	επωνύμιο
επωνύμου	noun	γενική ενικού του επώνυμο
επωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του επώνυμο
επωνύμως	adv|formal	επώνυμα, με γνωστοποίηση του ονόματος
επωτίδα	noun|formal	μεταλλική κατασκευή που φέρεται ανά ζεύγος, για την ένθεση, εξαίρεση - ανακρέμαση, καθέλκυση και ανέλκυση των σωσιβίων λέμβων των πλοίων.
επωτίδας	=	επωτίδα
επωτίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωτίδα
επωτίδων	=	επωτίδα
επωφελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του επωφελής
επωφελέστατα	=	επωφελής
επωφελέστατε	=	επωφελής
επωφελέστατες	=	επωφελής
επωφελέστατη	=	επωφελής
επωφελέστατης	=	επωφελής
επωφελέστατο	=	επωφελής
επωφελέστατοι	=	επωφελής
επωφελέστατος	=	επωφελής
επωφελέστατου	=	επωφελής
επωφελέστατους	=	επωφελής
επωφελέστατων	=	επωφελής
επωφελέστερα	=	επωφελής
επωφελέστερε	=	επωφελής
επωφελέστερες	=	επωφελής
επωφελέστερη	=	επωφελής
επωφελέστερης	=	επωφελής
επωφελέστερο	=	επωφελής
επωφελέστεροι	=	επωφελής
επωφελέστερος	=	επωφελής
επωφελέστερου	=	επωφελής
επωφελέστερους	=	επωφελής
επωφελέστερων	=	επωφελής
επωφελή	=	επωφελής
επωφελήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφελήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφελήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφελήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφελής	adj|formal	ωφέλιμος
επωφελήσου	=	επωφελούμαι
επωφελείς	=	επωφελής
επωφελείσαι	=	επωφελούμαι
επωφελείσθε	=	επωφελούμαι
επωφελείστε	=	επωφελούμαι
επωφελείται	=	επωφελούμαι
επωφελείτο	=	επωφελούμαι
επωφεληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθήκαν	=	επωφελούμαι
επωφεληθήκανε	=	επωφελούμαι
επωφεληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφεληθούνε	=	επωφελούμαι
επωφεληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επωφελούμαι
επωφελημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωφελημένο
επωφελημένε	verb	κλητική ενικού του επωφελημένος
επωφελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επωφελημένη
επωφελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επωφελημένος
επωφελημένης	verb	γενική ενικού του επωφελημένη
επωφελημένο	verb	αιτιατική ενικού του επωφελημένος
επωφελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επωφελημένος
επωφελημένος	=	επωφελούμαι
επωφελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επωφελημένος
επωφελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επωφελημένος
επωφελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επωφελημένος
επωφελούμαι	verb	λαμβάνω ωφέλεια ή όφελος από κάτι ή κάποιον
επωφελούμασταν	=	επωφελούμαι
επωφελούμαστε	=	επωφελούμαι
επωφελούμεθα	=	επωφελούμαι
επωφελούμενα	=	επωφελούμενος
επωφελούμενε	=	επωφελούμενος
επωφελούμενες	=	επωφελούμενος
επωφελούμενη	=	επωφελούμενος
επωφελούμενης	=	επωφελούμενος
επωφελούμενο	=	επωφελούμενος
επωφελούμενοι	=	επωφελούμενος
επωφελούμενος	verb	αποδέκτης οφέλους
επωφελούμενου	=	επωφελούμενος
επωφελούμενους	=	επωφελούμενος
επωφελούμενων	=	επωφελούμενος
επωφελούμουν	=	επωφελούμαι
επωφελούμουνα	=	επωφελούμαι
επωφελούνται	=	επωφελούμαι
επωφελούνταν	=	επωφελούμαι
επωφελούντο	=	επωφελούμαι
επωφελούς	adj	γενική ενικού του επωφελής
επωφελούσασταν	=	επωφελούμαι
επωφελούσαστε	=	επωφελούμαι
επωφελούσουν	=	επωφελούμαι
επωφελούσουνα	=	επωφελούμαι
επωφελών	=	επωφελής
επωφελώς	adv	με επωφελή τρόπο
επόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επόμενο
επόμενε	verb	κλητική ενικού του επόμενος
επόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επόμενη
επόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επόμενος
επόμενης	verb	γενική ενικού του επόμενη
επόμενο	verb	αιτιατική ενικού του επόμενος	noun	αυτό που ακολουθεί (συχνά στον πληθυντικό)
επόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επόμενος
επόμενος	verb	που έπεται, που έρχεται μετά	noun	εκείνος που είναι ο επόμενος
επόμενου	verb	γενική ενικού του επόμενος
επόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του επόμενος
επόμενων	verb	γενική πληθυντικού του επόμενος
επόπτες	=	επόπτης
επόπτευα	=	εποπτεύω
επόπτευαν	=	εποπτεύω
επόπτευε	=	εποπτεύω
επόπτευες	=	εποπτεύω
επόπτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
επόπτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
επόπτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
επόπτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εποπτεύω
επόπτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εποπτεύω
επόπτευσης	noun	γενική ενικού του επόπτευση
επόπτη	=	επόπτης
επόπτης	noun	πρόσωπο που ασκεί την εποπτεία χώρου ή διαδικασίας, που εποπτεύει
επόπτρια	noun	θηλυκό του επόπτης
επόπτριας	noun	γενική ενικού του επόπτρια
επόπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επόπτρια
επόπων	=	έποπας
επόψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έποψη
επόψεων	noun	γενική πληθυντικού του έποψη
επόψεως	noun|formal	γενική ενικού του έποψη
επύλλια	=	επύλλιο
επύλλιο	noun	σύντομο επικό αφηγηματικό ποίημα που εξιστορεί αυτοτελές επεισόδιο, συνήθως από τη μυθολογία ή την ηρωική παράδοση, αποτελώντας ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος
επύλλιου	=	επύλλιο
επύλλιων	=	επύλλιο
επώαζα	=	επωάζω
επώαζαν	=	επωάζω
επώαζε	=	επωάζω
επώαζες	=	επωάζω
επώασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επώασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επώασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επώασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επωάζω
επώαση	noun	το χρονικό διάστημα της φυσικής εξέλιξης του αβγού από την ωοτοκία μέχρι την εκκόλαψη
επώασης	noun	γενική ενικού του επώαση
επώδυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (επώδυνο) του επώδυνος	adv	με επώδυνο τρόπο, πονώντας
επώδυνε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του επώδυνος
επώδυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (επώδυνη) του επώδυνος
επώδυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επώδυνος
επώδυνης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (επώδυνη) του επώδυνος
επώδυνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επώδυνος
επώδυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επώδυνος
επώδυνος	adj	που προκαλεί ή συνοδεύεται από σωματικό πόνο
επώδυνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του επώδυνος
επώδυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επώδυνος
επώδυνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του επώδυνος
επώθηση	noun	τεκτονική μετακίνηση κατά την οποία μάζα πετρωμάτων ωθείται και υπερτίθεται πάνω σε άλλον γεωλογικό σχηματισμό, συνήθως κατά μήκος ρήγματος μικρής κλίσης
επώθησης	=	επώθηση
επώμιση	noun|rare	ενέργεια τοποθέτησης όπλου στον ώμο, ώστε να λάβει τη θέση βολής ή μεταφοράς
επών	=	έπος
επώνυμα	=	επώνυμος
επώνυμε	adj	κλητική ενικού του επώνυμος
επώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επώνυμη
επώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επώνυμος
επώνυμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (επώνυμη) του επώνυμος
επώνυμο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του επώνυμος	noun	το οικογενειακό όνομα κάποιου, το επίθετό του
επώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του επώνυμος
επώνυμος	adj	που είναι γνωστό τ’ όνομά του, που το γνωρίζουμε
επώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του επώνυμος
επώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επώνυμος
επώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του επώνυμος
ερ	=	ρογιάζω
εράνισμα	noun	απάνθισμα κειμένων, δοκιμίων ή φράσεων
εράνου	noun	γενική ενικού του έρανος
εράνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έρανος
εράνων	noun	γενική πληθυντικού του έρανος
εράσμια	=	εράσμιος
εράσμιας	=	εράσμιος
εράσμιε	=	εράσμιος
εράσμιες	=	εράσμιος
εράσμιο	=	εράσμιος
εράσμιοι	=	εράσμιος
εράσμιος	adj	που μπορείς να τον αγαπήσεις, αξιαγάπητος, ευχάριστος, επιθυμητός
εράσμιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του εράσμιος
εράσμιους	=	εράσμιος
εράσμιων	=	εράσμιος
εράστρια	noun	θηλυκό του εραστής
εράστριας	noun	γενική ενικού του εράστρια
εράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εράστρια
ερέα	noun	ύφασμα από μαλλί, τσόχα
ερέας	noun	γενική ενικού του ερέα
ερέβη	=	έρεβος
ερέβινθε	=	ερέβινθος
ερέβινθο	=	ερέβινθος
ερέβινθοι	=	ερέβινθος
ερέβινθος	noun|formal	ρεβίθι
ερέβινθου	=	ερέβινθος
ερέβινθους	=	ερέβινθος
ερέβινθων	=	ερέβινθος
ερέβους	=	έρεβος
ερέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερέα
ερέθιζα	=	ερεθίζω
ερέθιζαν	=	ερεθίζω
ερέθιζε	=	ερεθίζω
ερέθιζες	=	ερεθίζω
ερέθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερέθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερέθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερέθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερέθισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ερεθίζω.
ερέτες	=	ερέτης
ερέτη	=	ερέτης
ερέτης	noun	ο κωπηλάτης
ερήμην	adv	χωρίς την παρουσία κάποιου, χωρίς κάποιος να παρευρίσκεται. (συνήθως σε κάποια δίκη)
ερήμου	noun	γενική ενικού του έρημος
ερήμους	=	έρημος
ερήμωμα	noun	άλλη μορφή του ερήμωση
ερήμων	=	έρημος
ερήμωνα	=	ερημώνω
ερήμωναν	=	ερημώνω
ερήμωνε	=	ερημώνω
ερήμωνες	=	ερημώνω
ερήμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερήμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερήμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερήμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερήμωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερημώνω
ερήμωσης	noun	γενική ενικού του ερήμωση
ερίδων	noun	γενική πληθυντικού του έριδα
ερίζω	verb	εκφράζω τη διαφορά απόψεων με κάποιον με επιθετικό τρόπο
ερίθακε	=	ερίθακος
ερίθακο	=	ερίθακος
ερίθακοι	=	ερίθακος
ερίθακος	noun	ο κοκκινολαίμης
ερίθακου	=	ερίθακος
ερίθακους	=	ερίθακος
ερίθακων	=	ερίθακος
ερίκι	noun	φρούτο με λείο φλοιό και χυμώδη καρπό
ερίκια	=	ερίκι
ερίου	noun	γενική ενικού του έριο
ερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
ερίτιμα	=	ερίτιμος
ερίτιμε	=	ερίτιμος
ερίτιμες	=	ερίτιμος
ερίτιμη	=	ερίτιμος
ερίτιμης	=	ερίτιμος
ερίτιμο	=	ερίτιμος
ερίτιμοι	=	ερίτιμος
ερίτιμος	adj	άξιος εκτίμησης και σεβασμού
ερίτιμου	=	ερίτιμος
ερίτιμους	=	ερίτιμος
ερίτιμων	=	ερίτιμος
ερίφη	=	ερίφης
ερίφηδες	=	ερίφης
ερίφηδων	=	ερίφης
ερίφης	noun	πονηρός άνθρωπος που με πλάγιους τρόπους προσπαθεί να ξεπεράσει τους άλλους
ερίφι	noun	άλλη μορφή του ερίφιο
ερίφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερίφιο
ερίφιο	noun|formal	κατσίκι
ερίφιου	=	ερίφιο
ερίφισσα	=	ερίφης
ερίφισσας	noun	γενική ενικού του ερίφισσα
ερίφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερίφισσα
ερίων	noun	γενική πληθυντικού του έριο
ερα	abbrev	ακρωνύμιο, Ελληνική Ραδιοφωνία
εραλδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εραλδικό
εραλδικέ	adj	κλητική ενικού του εραλδικός
εραλδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εραλδική
εραλδική	noun	η συστηματική μελέτη των οικοσήμων και, γενικά, των οικογενειακών θυρεών και εμβλημάτων των ευγενών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εραλδικός
εραλδικής	adj	γενική ενικού του εραλδική
εραλδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εραλδικός
εραλδικού	adj	γενική ενικού του εραλδικός
εραλδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εραλδικός
εραλδικό	adj	αιτιατική ενικού του εραλδικός
εραλδικός	adj	που σχετίζεται με τα οικόσημα ή τα εμβλήματα
εραλδικών	adj	γενική πληθυντικού του εραλδικός
ερανίζεσαι	=	ερανίζομαι
ερανίζεστε	=	ερανίζομαι
ερανίζεται	=	ερανίζομαι
ερανίζομαι	verb|formal	συγκεντρώνω χωρία ή φράσεις από διάφορα κείμενα και τα παραθέτω σε κείμενό μου
ερανίζονται	=	ερανίζομαι
ερανίζονταν	=	ερανίζομαι
ερανίζου	=	ερανίζομαι
ερανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εράνισμα
ερανίσματος	noun	γενική ενικού του εράνισμα
ερανίσου	=	ερανίζομαι
ερανίστηκα	=	ερανίζομαι
ερανίστηκαν	=	ερανίζομαι
ερανίστηκε	=	ερανίζομαι
ερανίστηκες	=	ερανίζομαι
ερανίστρια	noun	θηλυκό του ερανιστής
ερανίστριας	noun	γενική ενικού του ερανίστρια
ερανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερανίστρια
ερανιζόμασταν	=	ερανίζομαι
ερανιζόμαστε	=	ερανίζομαι
ερανιζόμουν	=	ερανίζομαι
ερανιζόμουνα	=	ερανίζομαι
ερανιζόντουσαν	=	ερανίζομαι
ερανιζόσασταν	=	ερανίζομαι
ερανιζόσαστε	=	ερανίζομαι
ερανιζόσουν	=	ερανίζομαι
ερανιζόσουνα	=	ερανίζομαι
ερανιζόταν	=	ερανίζομαι
ερανιζότανε	=	ερανίζομαι
ερανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερανικό
ερανικέ	adj	κλητική ενικού του ερανικός
ερανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερανική
ερανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερανικός
ερανικής	adj	γενική ενικού του ερανική
ερανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερανικός
ερανικού	adj	γενική ενικού του ερανικός
ερανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερανικός
ερανικό	adj	αιτιατική ενικού του ερανικός
ερανικός	adj	που έχει σχέση με έρανο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ερανικών	adj	γενική πληθυντικού του ερανικός
ερανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εράνισμα
ερανισμέ	noun	κλητική ενικού του ερανισμός
ερανισμένος	=	ερανίζομαι
ερανισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερανισματικό
ερανισματικέ	adj	κλητική ενικού του ερανισματικός
ερανισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερανισματική
ερανισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερανισματικός
ερανισματικής	adj	γενική ενικού του ερανισματική
ερανισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερανισματικός
ερανισματικού	adj	γενική ενικού του ερανισματικός
ερανισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερανισματικός
ερανισματικό	adj	αιτιατική ενικού του ερανισματικός
ερανισματικός	adj	ο δομημένος ή βασισμένος σε ερανίσματα
ερανισματικών	adj	γενική πληθυντικού του ερανισματικός
ερανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερανισμός
ερανισμού	noun	γενική ενικού του ερανισμός
ερανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερανισμός
ερανισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερανισμός
ερανισμός	noun	συλλογή γνωμών και περικοπών από διάφορους συγγραφείς
ερανισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερανισμός
ερανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερανιστής
ερανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ερανιστής
ερανιστήκαμε	=	ερανίζομαι
ερανιστήκαν	=	ερανίζομαι
ερανιστήκανε	=	ερανίζομαι
ερανιστήκατε	=	ερανίζομαι
ερανιστής	noun	αυτός που ερανίζεται
ερανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερανίζομαι
ερανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερανίζομαι
ερανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερανίζομαι
ερανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερανίζομαι
ερανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερανίζομαι
ερανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ερανίστρια
ερανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερανίζομαι
ερανιστών	noun	γενική πληθυντικού του ερανιστής
ερασιτέχνες	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνη	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνης	noun	που ασχολείται με κάτι από ευχαρίστηση, όχι επαγγελματικά ή με σκοπό το οικονομικό κέρδος
ερασιτέχνι	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνιδα	noun	άλλη μορφή του ερασιτέχνις αρσενικό και θηλυκό
ερασιτέχνιδας	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνιδες	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνιδος	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνιδων	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνις	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνισσα	=	ερασιτέχνης
ερασιτέχνισσας	noun	γενική ενικού του ερασιτέχνισσα
ερασιτέχνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασιτέχνισσα
ερασιτέχνου	=	ερασιτέχνης
ερασιτεχνία	noun|rare	άλλη μορφή του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνίας	noun	γενική ενικού του ερασιτεχνία
ερασιτεχνίδων	=	ερασιτέχνης
ερασιτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασιτεχνία
ερασιτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ερασιτεχνικό) του ερασιτεχνικός	adv	με ερασιτεχνικό τρόπο, χωρίς επαγγελματικότητα
ερασιτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασιτεχνική
ερασιτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνικής	adj	γενική ενικού του ερασιτεχνική
ερασιτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνικού	adj	γενική ενικού του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνικός	adj	που σχετίζεται με τον ερασιτέχνη και όχι τον επαγγελματία
ερασιτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ερασιτεχνικός
ερασιτεχνισμέ	noun	κλητική ενικού του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνισμού	noun	γενική ενικού του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνισμός	noun	το να συμπεριφέρεται κάποιος σαν ερασιτέχνης, η ιδιότητα του ερασιτέχνη
ερασιτεχνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερασιτεχνισμός
ερασιτεχνισσών	noun	γενική πληθυντικού του ερασιτέχνισσα
ερασιτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ερασιτεχνία
ερασιτεχνών	=	ερασιτέχνης
ερασμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασμιακό	adv	με ερασμιακό τρόπο
ερασμιακέ	adj	κλητική ενικού του ερασμιακός
ερασμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασμιακή
ερασμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερασμιακός
ερασμιακής	adj	γενική ενικού του ερασμιακή
ερασμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερασμιακός
ερασμιακού	adj	γενική ενικού του ερασμιακός
ερασμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερασμιακός
ερασμιακό	adj	αιτιατική ενικού του ερασμιακός
ερασμιακός	adj	που έχει σχέση με τον Έρασμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ερασμιακών	adj	γενική πληθυντικού του ερασμιακός
ερασμιακώς	adv	με ερασμιακό τρόπο
ερασμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασμικό
ερασμικέ	adj	κλητική ενικού του ερασμικός
ερασμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερασμική
ερασμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερασμικός
ερασμικής	adj	γενική ενικού του ερασμική
ερασμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερασμικός
ερασμικού	adj	γενική ενικού του ερασμικός
ερασμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερασμικός
ερασμικό	adj	αιτιατική ενικού του ερασμικός
ερασμικός	adj	άλλη μορφή του ερασμιακός
ερασμικών	adj	γενική πληθυντικού του ερασμικός
ερασμιοτήτων	=	ερασμιότητα
ερασμιότητα	noun|formal	η ιδιότητα του εράσμιου
ερασμιότητας	=	ερασμιότητα
ερασμιότητες	=	ερασμιότητα
εραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εραστής
εραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εραστής
εραστής	noun	που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο
εραστριών	noun	γενική πληθυντικού του εράστρια
εραστών	noun	γενική πληθυντικού του εραστής
ερατεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ερατεινός	adv	με ερατεινό τρόπο, ευχάριστα, γοητευτικά
ερατεινέ	adj	κλητική ενικού του ερατεινός
ερατεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερατεινή
ερατεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερατεινός
ερατεινής	adj	γενική ενικού του ερατεινή
ερατεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερατεινός
ερατεινού	adj	γενική ενικού του ερατεινός
ερατεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερατεινός
ερατεινό	adj	αιτιατική ενικού του ερατεινός
ερατεινός	adj	αξιαγάπητος
ερατεινών	adj	γενική πληθυντικού του ερατεινός
ερβίου	=	έρβιο
εργάζεσαι	=	εργάζομαι
εργάζεστε	=	εργάζομαι
εργάζεται	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος εργάζομαι
εργάζομαι	verb	δουλεύω
εργάζονται	=	εργάζομαι
εργάζονταν	=	εργάζομαι
εργάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργάσιμο
εργάσιμε	adj	κλητική ενικού του εργάσιμος
εργάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργάσιμη
εργάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργάσιμος
εργάσιμης	adj	γενική ενικού του εργάσιμη
εργάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εργάσιμος
εργάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργάσιμος
εργάσιμος	adj	χαρακτηρισμός για ημέρα ή ώρα ή άλλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάζεται κάποιος
εργάσιμου	adj	γενική ενικού του εργάσιμος
εργάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργάσιμος
εργάσιμων	adj	γενική πληθυντικού του εργάσιμος
εργάσου	=	εργάζομαι
εργάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργάτες	=	εργάτης
εργάτη	=	εργάτης
εργάτης	noun	αυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής
εργάτρια	noun	θηλυκό του εργάτης
εργάτριας	noun	γενική ενικού του εργάτρια
εργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργάτρια
εργένη	=	εργένης
εργένηδες	=	εργένης
εργένηδων	=	εργένης
εργένης	noun	ο άγαμος άνδρας που ζει μόνος του
εργένικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργένικο
εργένικε	adj	κλητική ενικού του εργένικος
εργένικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργένικη
εργένικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργένικος
εργένικης	adj	γενική ενικού του εργένικη
εργένικο	adj	αιτιατική ενικού του εργένικος
εργένικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργένικος
εργένικος	adj	σχετικός με τον εργένη
εργένικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εργένικος
εργένικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργένικος
εργένικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εργένικος
εργένισσα	=	εργένης
εργένισσας	noun	γενική ενικού του εργένισσα
εργένισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργένισσα
εργαζομένη	=	εργαζόμενος
εργαζομένου	=	εργαζόμενος
εργαζομένους	=	εργαζόμενος
εργαζομένων	noun	γενική πληθυντικού του εργαζόμενος	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του εργαζόμενος
εργαζόμασταν	=	εργάζομαι
εργαζόμαστε	=	εργάζομαι
εργαζόμενα	=	εργαζόμενος
εργαζόμενε	=	εργαζόμενος
εργαζόμενες	=	εργαζόμενος
εργαζόμενη	=	εργαζόμενος
εργαζόμενης	=	εργαζόμενος
εργαζόμενο	=	εργαζόμενος
εργαζόμενοι	=	εργαζόμενος
εργαζόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος εργάζομαι	noun	αυτός που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο εργάτης ή ο υπάλληλος
εργαζόμενου	=	εργαζόμενος
εργαζόμενους	=	εργαζόμενος
εργαζόμενων	=	εργαζόμενος
εργαζόμουν	=	εργάζομαι
εργαζόμουνα	=	εργάζομαι
εργαζόντουσαν	=	εργάζομαι
εργαζόσασταν	=	εργάζομαι
εργαζόσαστε	=	εργάζομαι
εργαζόσουν	=	εργάζομαι
εργαζόσουνα	=	εργάζομαι
εργαζόταν	=	εργάζομαι
εργαζότανε	=	εργάζομαι
εργαλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαλείο
εργαλείο	noun	το αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας
εργαλείου	noun	γενική ενικού του εργαλείο
εργαλείων	noun	γενική πληθυντικού του εργαλείο
εργαλειοδοτήρια	=	εργαλειοδοτήριο
εργαλειοδοτήριο	noun	χώρος (σε εργοστάσιο, επιχείρηση κ.α.) όπου φυλάσσονται και δίνονται για χρήση (ή πωλούνται) διάφορα εργαλεία
εργαλειοδοτήριου	=	εργαλειοδοτήριο
εργαλειοδοτήριων	=	εργαλειοδοτήριο
εργαλειοδοτηρίου	=	εργαλειοδοτήριο
εργαλειοδοτηρίων	=	εργαλειοδοτήριο
εργαλειοθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαλειοθήκη
εργαλειοθήκη	noun	πλαστική ή μεταλλική θήκη για τη φύλαξη και μεταφορά εργαλείων χειρός όπως κλειδιά, κατσαβίδια, πένσες κλπ.
εργαλειοθήκης	=	εργαλειοθήκη
εργαλειοθηκών	=	εργαλειοθήκη
εργαλειομηχανές	=	εργαλειομηχανή
εργαλειομηχανή	noun	μηχανή για την επεξεργασία μεταλλικών κομματιών και επαναλαμβανόμενες κοπές
εργαλειομηχανής	=	εργαλειομηχανή
εργαλειομηχανών	=	εργαλειομηχανή
εργαλειοποίησα	=	εργαλειοποιώ
εργαλειοποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εργαλειοποιώ, η συμφεροντολογική αντιμετώπιση μιας κατάστασης, ενός γεγονότος ή κάποιου ανθρώπου
εργαλειοποίησης	=	εργαλειοποίηση
εργαλειοποιήθηκα	=	εργαλειοποιώ
εργαλειοποιήσεις	=	εργαλειοποίηση
εργαλειοποιήσεων	=	εργαλειοποίηση
εργαλειοποιημένος	=	εργαλειοποιώ
εργαλειοποιούμαι	=	εργαλειοποιώ
εργαλειοποιώ	verb|formal	αντιμετωπίζω συμφεροντολογικά μια κατάσταση, ένα γεγονός ή κάποιον άνθρωπο
εργασία	noun	η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος, υλικού ή πνευματικού
εργασίας	noun	εργασία, στη γενική του ενικού
εργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργασία
εργασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εργασιακός	adv	με εργασιακό τρόπο
εργασιακέ	adj	κλητική ενικού του εργασιακός
εργασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργασιακή
εργασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργασιακός
εργασιακής	adj	γενική ενικού του εργασιακή
εργασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργασιακός
εργασιακού	adj	γενική ενικού του εργασιακός
εργασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργασιακός
εργασιακό	adj	αιτιατική ενικού του εργασιακός
εργασιακός	adj	ο σχετικός με την εργασία
εργασιακών	adj	γενική πληθυντικού του εργασιακός
εργασιμοτήτων	=	εργασιμότητα
εργασιμότητα	noun	ιδιότητα νωπού σκυροδέματος ή κονιάματος να διαστρώνεται και να συμπυκνώνεται εύκολα και ομοιόμορφα, χωρίς διαχωρισμό των συστατικών του
εργασιμότητας	=	εργασιμότητα
εργασιμότητες	=	εργασιμότητα
εργασιοθεραπεία	noun	Θεραπευτικές δραστηριότητες που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη, επανάκτηση ή διατήρηση των ικανοτήτων που είναι απαραίτητες για την υγεία, την παραγωγικότητα και την ανεξαρτησία στην καθημερινή διαβίωση.
εργασιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του εργασιοθεραπεία
εργασιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργασιοθεραπεία
εργασιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του εργασιοθεραπεία
εργασιοθεραπευτές	=	εργασιοθεραπευτής
εργασιοθεραπευτή	=	εργασιοθεραπευτής
εργασιοθεραπευτής	noun	επιστήμονας υγείας ειδικευμένος στην πρακτική εφαρμογή της εργασιοθεραπείας
εργασιοθεραπευτριών	=	εργασιοθεραπεύτρια
εργασιοθεραπευτών	=	εργασιοθεραπευτής
εργασιοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του εργασιοθεραπευτής
εργασιοθεραπεύτριας	=	εργασιοθεραπεύτρια
εργασιοθεραπεύτριες	=	εργασιοθεραπεύτρια
εργασιολογία	noun	η επιστήμη / μελέτη της ανθρώπινης εργασίας
εργασιολογίας	noun	γενική ενικού του εργασιολογία
εργασιολογίες	=	εργασιολογία
εργασιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εργασιολογία
εργασιομανές	=	εργασιομανής
εργασιομανή	=	εργασιομανής
εργασιομανής	adj	που εργάζεται πολύ και, γενικά, είναι παθιασμένος με το να δουλεύει
εργασιομανία	noun	η μανία για (επαγγελματική) εργασία ή απασχόληση σε βαθμό υπερβολικό
εργασιομανίας	noun	γενική ενικού του εργασιομανία
εργασιομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργασιομανία
εργασιομανείς	=	εργασιομανής
εργασιομανιών	noun	γενική πληθυντικού του εργασιομανία
εργασιομανούς	=	εργασιομανής
εργασιομανών	=	εργασιομανής
εργασιών	noun	γενική πληθυντικού του εργασία
εργαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστήκαν	=	εργάζομαι
εργαστήκανε	=	εργάζομαι
εργαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστήρι	noun	άλλη μορφή του εργαστήριο
εργαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαστήριο
εργαστήριο	noun	το μέρος όπου εργάζεται ένας τεχνίτης ή καλλιτέχνης
εργαστήριου	=	εργαστήριο
εργαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστηρίου	noun	γενική ενικού του εργαστήριο
εργαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εργαστήριο
εργαστηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαστηριακό	adv	σε εργαστηριακό περιβάλλον, στο εργαστήριο
εργαστηριακέ	adj	κλητική ενικού του εργαστηριακός
εργαστηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργαστηριακή
εργαστηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργαστηριακός
εργαστηριακής	adj	γενική ενικού του εργαστηριακή
εργαστηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργαστηριακός
εργαστηριακού	adj	γενική ενικού του εργαστηριακός
εργαστηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργαστηριακός
εργαστηριακό	adj	αιτιατική ενικού του εργαστηριακός
εργαστηριακός	adj	που έχει σχέση με το εργαστήριο, αναφέρεται ή παράγεται σ’ αυτό
εργαστηριακών	adj	γενική πληθυντικού του εργαστηριακός
εργαστηριού	=	εργαστήρι
εργαστηριών	=	εργαστήρι
εργαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργαστούνε	=	εργάζομαι
εργαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εργάζομαι
εργατιά	noun	η εργατική τάξη
εργατιάς	=	εργατιά
εργατιές	=	εργατιά
εργατικά	noun	η αμοιβή που δίνεται για κάποια εργασία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατικό
εργατικέ	adj	κλητική ενικού του εργατικός
εργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατική
εργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργατικός
εργατικής	adj	γενική ενικού του εργατική
εργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργατικός
εργατικοτήτων	=	εργατικότητα
εργατικού	adj	γενική ενικού του εργατικός
εργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργατικός
εργατικό	adj	αιτιατική ενικού του εργατικός
εργατικός	adj	που έχει σχέση με τους εργάτες
εργατικότητα	noun	το να είναι κάποιος εργατικός, η ιδιότητα του εργατικού
εργατικότητας	noun	γενική ενικού του εργατικότητα
εργατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατικότητα
εργατικών	adj	γενική πληθυντικού του εργατικός
εργατισμέ	noun	κλητική ενικού του εργατισμός
εργατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργατισμός
εργατισμού	noun	γενική ενικού του εργατισμός
εργατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εργατισμός
εργατισμό	noun	αιτιατική ενικού του εργατισμός
εργατισμός	noun	πολιτική θεωρία και πρακτική που υπερεκτιμά τον ρόλο των εργατών / εργαζομένων στο σοσιαλιστικό κίνημα και ευρύτερα στην κοινωνία
εργατισμών	noun	γενική πληθυντικού του εργατισμός
εργατιών	=	εργατιά
εργατογειτονιά	noun	γειτονιά ή συνοικία όπου κατοικούν κυρίως εργάτες ή εργατική τάξη
εργατογειτονιάς	=	εργατογειτονιά
εργατογειτονιές	=	εργατογειτονιά
εργατογειτονιών	=	εργατογειτονιά
εργατοδικεία	=	εργατοδικείο
εργατοδικείο	noun	δικαστήριο που εκδικάζει εργατικά ζητήματα, ζητήματα που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, ζητημάτων που άπτονται της κοινωνικής τους ασφάλισης και την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στους χώρους εργασίας
εργατοδικείου	=	εργατοδικείο
εργατοδικείων	=	εργατοδικείο
εργατοκάτεργα	=	εργατοκάτεργο
εργατοκάτεργο	noun|dated	ίδρυμα φιλοξενίας αστέγων ικανών προς εργασία
εργατοκάτεργου	=	εργατοκάτεργο
εργατοκάτεργων	=	εργατοκάτεργο
εργατοκρατία	noun	πολιτική θεωρία και πρακτική που πρεσβεύει ότι μόνο οι εργάτες πρέπει να αναλάβουν την ηγεσία του σοσιαλιστικού κινήματος
εργατοκρατίας	noun	γενική ενικού του εργατοκρατία
εργατοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατοκρατία
εργατοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του εργατοκρατία
εργατολόγε	=	εργατολόγος
εργατολόγο	=	εργατολόγος
εργατολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργατολόγος
εργατολόγος	noun	ο νομικός που ειδικεύεται στο εργατικό δίκαιο
εργατολόγου	noun	γενική ενικού του εργατολόγος
εργατολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εργατολόγος
εργατολόγων	noun	γενική πληθυντικού του εργατολόγος
εργατοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατοπαρέα
εργατοπατέρα	=	εργατοπατέρας
εργατοπατέρας	noun	μειωτικός χαρακτηρισμός για πολιτικούς ηγέτες ή συνδικαλιστές που αποσκοπούν στο να ελέγξουν ή να εκμεταλλευτούν το εργατικό κίνημα
εργατοπατέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατοπατέρας
εργατοπατέρων	=	εργατοπατέρας
εργατοπατεράδες	=	εργατοπατέρας
εργατοπατεράδων	=	εργατοπατέρας
εργατοπατερισμέ	=	εργατοπατερισμός
εργατοπατερισμοί	=	εργατοπατερισμός
εργατοπατερισμού	=	εργατοπατερισμός
εργατοπατερισμούς	=	εργατοπατερισμός
εργατοπατερισμό	=	εργατοπατερισμός
εργατοπατερισμός	noun	η κατ' επίφαση προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων απο συνδικαλιστές που έχουν στόχο απλώς να καθοδηγούν το συνδικαλιστικό κίνημα, ανάλογα με το προσωπικό ή το κομματικό τους συμφέρον
εργατοπατερισμών	=	εργατοπατερισμός
εργατοτεχνίτες	=	εργατοτεχνίτης
εργατοτεχνίτη	=	εργατοτεχνίτης
εργατοτεχνίτης	noun	εργάτης με ειδίκευση σε κάποιο αντικείμενο
εργατοτεχνικά	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικέ	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικές	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνική	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εργατοτεχνική) του εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικοί	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικού	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικούς	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικό	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνικός	adj	ο σχετικός με τους εργατοτεχνίτες
εργατοτεχνικών	=	εργατοτεχνικός
εργατοτεχνιτών	=	εργατοτεχνίτης
εργατοωρών	noun	γενική πληθυντικού του εργατοώρα
εργατοϋπάλληλε	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπάλληλο	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπάλληλοι	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπάλληλος	noun	απασχολούμενος ως εργάτης ή υπάλληλος χωρίς επιμέρους διάκριση
εργατοϋπάλληλου	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπαλλήλου	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπαλλήλους	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπαλλήλων	=	εργατοϋπάλληλος
εργατοϋπαλληλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατοϋπαλληλικό
εργατοϋπαλληλικέ	adj	κλητική ενικού του εργατοϋπαλληλικός
εργατοϋπαλληλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατοϋπαλληλική
εργατοϋπαλληλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργατοϋπαλληλικός
εργατοϋπαλληλικής	adj	γενική ενικού του εργατοϋπαλληλική
εργατοϋπαλληλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργατοϋπαλληλικός
εργατοϋπαλληλικού	adj	γενική ενικού του εργατοϋπαλληλικός
εργατοϋπαλληλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργατοϋπαλληλικός
εργατοϋπαλληλικό	adj	αιτιατική ενικού του εργατοϋπαλληλικός
εργατοϋπαλληλικός	adj	ο σχετικός με εργατοϋπάλληλο
εργατοϋπαλληλικών	adj	γενική πληθυντικού του εργατοϋπαλληλικός
εργατοώρα	noun	η μέση απόδοση ενός εργάτη, ή υπαλλήλου, ανά ώρα
εργατοώρας	noun	γενική ενικού του εργατοώρα
εργατοώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργατοώρα
εργατριών	noun	γενική πληθυντικού του εργάτρια
εργατόκρανα	=	εργατόκρανο
εργατόκρανο	noun	το ανώτερο τμήμα ενός εργάτη άγκυρας που φέρει υποδοχές για σκυτάλες για χειρωνακτική περιστροφή
εργατόκρανου	=	εργατόκρανο
εργατόκρανων	=	εργατόκρανο
εργατόπαιδα	=	εργατόπαιδο
εργατόπαιδο	noun	παιδί που προέρχεται από οικογένεια εργατών ή ανήκει στην εργατική τάξη
εργατόπαιδου	=	εργατόπαιδο
εργατόπαιδων	=	εργατόπαιδο
εργατών	noun	γενική πληθυντικού του εργάτης
εργενιλίκι	noun|vulgar	το να είναι κάποιος εργένης
εργενιλίκια	=	εργενιλίκι
εργενισσών	noun	γενική πληθυντικού του εργένισσα
εργοβιογραφία	noun	βιογραφία και εργογραφία ενός προσώπου (συγγραφέα, καλλιτέχνη, διανοούμενου κ.τ.π.), κείμενο που παρουσιάζει τη ζωή και το έργο του
εργοβιογραφίας	=	εργοβιογραφία
εργοβιογραφίες	=	εργοβιογραφία
εργοβιογραφικά	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικέ	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικές	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφική	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εργοβιογραφική) του εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικοί	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικού	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικούς	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικό	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφικός	adj	που έχει σχέση με την εργοβιογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
εργοβιογραφικών	=	εργοβιογραφικός
εργοβιογραφιών	=	εργοβιογραφία
εργογραφία	noun	o κατάλογος των έργων ενός δημιουργού (συγγραφέα, ζωγράφου, συνθέτη, σκηνοθέτη, και άλλων)
εργογραφίας	noun	γενική ενικού του εργογραφία
εργογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργογραφία
εργογραφικά	=	εργογραφικός
εργογραφικέ	=	εργογραφικός
εργογραφικές	=	εργογραφικός
εργογραφική	=	εργογραφικός
εργογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εργογραφική) του εργογραφικός
εργογραφικοί	=	εργογραφικός
εργογραφικού	=	εργογραφικός
εργογραφικούς	=	εργογραφικός
εργογραφικό	=	εργογραφικός
εργογραφικός	adj	που έχει σχέση με την εργογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή
εργογραφικών	=	εργογραφικός
εργογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του εργογραφία
εργογόνα	=	εργογόνος
εργογόνας	=	εργογόνος
εργογόνε	=	εργογόνος
εργογόνες	=	εργογόνος
εργογόνο	=	εργογόνος
εργογόνοι	=	εργογόνος
εργογόνος	adj	που βελτιώνει τη σωματική ή πνευματική απόδοση, ενισχύοντας την ικανότητα του οργανισμού να παράγει έργο
εργογόνου	=	εργογόνος
εργογόνους	=	εργογόνος
εργογόνων	=	εργογόνος
εργοδηγέ	noun	κλητική ενικού του εργοδηγός
εργοδηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργοδηγός
εργοδηγού	noun	γενική ενικού του εργοδηγός
εργοδηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εργοδηγός
εργοδηγό	noun	αιτιατική ενικού του εργοδηγός
εργοδηγός	noun	τεχνίτης ή τεχνικός που επιβλέπει την εφαρμογή ενός τεχνικού έργου διευθύνοντας ομάδα τεχνιτών
εργοδηγών	noun	γενική πληθυντικού του εργοδηγός
εργοδικά	=	εργοδικός
εργοδικέ	=	εργοδικός
εργοδικές	=	εργοδικός
εργοδική	=	εργοδικός
εργοδικής	=	εργοδικός
εργοδικοί	=	εργοδικός
εργοδικοτήτων	=	εργοδικότητα
εργοδικού	=	εργοδικός
εργοδικούς	=	εργοδικός
εργοδικό	=	εργοδικός
εργοδικός	adj	που έχει σχέση με την εργοδικότητα ή αναφέρεται σ' αυτή
εργοδικότητα	noun	η ταύτιση τιμών ενός στατιστικού δείγματος με τις αντίστοιχες αναμενόμενες ή τελικές μέσες τιμές
εργοδικότητας	=	εργοδικότητα
εργοδικότητες	=	εργοδικότητα
εργοδικών	=	εργοδικός
εργοδοσία	noun	οι εργοδότες ως σύνολο
εργοδοσίας	noun	γενική ενικού του εργοδοσία
εργοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοδοσία
εργοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του εργοδοσία
εργοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοδότηση
εργοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εργοδότηση
εργοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εργοδότηση
εργοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοδοτικό
εργοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του εργοδοτικός
εργοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοδοτική
εργοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργοδοτικός
εργοδοτικής	adj	γενική ενικού του εργοδοτική
εργοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργοδοτικός
εργοδοτικού	adj	γενική ενικού του εργοδοτικός
εργοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργοδοτικός
εργοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του εργοδοτικός
εργοδοτικός	adj	σχετικός με τον εργοδότη ή την εργοδοσία
εργοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του εργοδοτικός
εργοδοτισσών	noun	γενική πληθυντικού του εργοδότισσα
εργοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του εργοδότρια
εργοδοτώ	verb	απασχολώ, προσφέρω εργασία
εργοδοτών	noun	γενική πληθυντικού του εργοδότης
εργοδότες	=	εργοδότης
εργοδότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εργοδότης
εργοδότης	noun	το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) που προσλαμβάνει έναν εργαζόμενο, του προσφέρει εργασία και τον αμείβει με ημερομίσθιο ή μηνιαίο μισθό
εργοδότηση	noun|rare	πρόσληψη
εργοδότησης	noun	γενική ενικού του εργοδότηση
εργοδότισσα	noun	άλλη μορφή του εργοδότρια
εργοδότισσας	noun	γενική ενικού του εργοδότισσα
εργοδότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοδότισσα
εργοδότρια	noun	εργοδότης
εργοδότριας	noun	γενική ενικού του εργοδότρια
εργοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοδότρια
εργοθεραπεία	noun	επιστήμη και θεραπευτική μέθοδος που χρησιμοποιεί κατάλληλα επιλεγμένα έργα, δραστηριότητες και ασκήσεις για τη βελτίωση ή την αποκατάσταση των λειτουργικών ικανοτήτων και την ενίσχυση της αυτονομίας και της συμμετοχής του ατόμου στην καθημερινή ζωή
εργοθεραπείας	noun	γενική ενικού του εργοθεραπεία
εργοθεραπείες	=	εργοθεραπεία
εργοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του εργοθεραπεία
εργοθεραπευτές	=	εργοθεραπευτής
εργοθεραπευτή	=	εργοθεραπευτής
εργοθεραπευτής	noun	επιστήμονας υγείας ειδικευμένος στην πρακτική εφαρμογή της εργοθεραπείας
εργοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εργοθεραπευτικός	adv	με εργοθεραπευτικό τρόπο
εργοθεραπευτικέ	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικές	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτική	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικής	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικοί	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικού	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικούς	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικό	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτικός	adj	που έχει σχέση με εργοθεραπεία ή εργοθεραπευτή ή αναφέρεται σʼ αυτά
εργοθεραπευτικών	=	εργοθεραπευτικός
εργοθεραπευτριών	=	εργοθεραπεύτρια
εργοθεραπευτών	=	εργοθεραπευτής
εργοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του εργοθεραπευτής
εργοθεραπεύτριας	=	εργοθεραπεύτρια
εργοθεραπεύτριες	=	εργοθεραπεύτρια
εργολάβε	noun	κλητική ενικού του εργολάβος
εργολάβο	noun	αιτιατική ενικού του εργολάβος
εργολάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργολάβος
εργολάβος	noun	πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
εργολάβου	noun	γενική ενικού του εργολάβος
εργολάβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εργολάβος
εργολάβων	noun	γενική πληθυντικού του εργολάβος
εργολήπτες	=	εργολήπτης
εργολήπτη	=	εργολήπτης
εργολήπτης	noun	άλλη μορφή του εργολάβος (συνήθως χρησιμοποιείται η λέξη για τον εργολάβο (μεγάλων) δημοσίων έργων)
εργολήπτρια	noun	θηλυκό του εργολήπτης
εργολήπτριας	noun	γενική ενικού του εργολήπτρια
εργολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργολήπτρια
εργολαβία	noun	ανάληψη εκτέλεσης και κατασκευής κάποιου δημόσιου ή ιδιωτικού έργου με ίδια μέσα και συγκεκριμένη συμφωνημένη αμοιβή καθώς και (κατ’ επέκταση) η σχετική εργασία
εργολαβίας	noun	γενική ενικού του εργολαβία
εργολαβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργολαβία
εργολαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργολαβικό, ουδέτερο του εργολαβικός	adv	με εργολαβία
εργολαβικέ	adj	κλητική ενικού του εργολαβικός
εργολαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργολαβική
εργολαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργολαβικός
εργολαβικής	adj	γενική ενικού του εργολαβική
εργολαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργολαβικός
εργολαβικού	adj	γενική ενικού του εργολαβικός
εργολαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργολαβικός
εργολαβικό	adj	αιτιατική ενικού του εργολαβικός
εργολαβικός	adj	αυτός που έχει σχέση με τον εργολάβο ή με την εργολαβία
εργολαβικών	adj	γενική πληθυντικού του εργολαβικός
εργολαβιών	noun	γενική πληθυντικού του εργολαβία
εργοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοληπτικό
εργοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του εργοληπτικός
εργοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοληπτική
εργοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργοληπτικός
εργοληπτικής	adj	γενική ενικού του εργοληπτική
εργοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργοληπτικός
εργοληπτικού	adj	γενική ενικού του εργοληπτικός
εργοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργοληπτικός
εργοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του εργοληπτικός
εργοληπτικός	adj	που έχει σχέση με τον εργολήπτη ή την εργοληψία ή αναφέρεται σ’ αυτά
εργοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του εργοληπτικός
εργοληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του εργολήπτρια
εργοληπτών	=	εργολήπτης
εργοληψία	noun|formal	συνώνυμο του εργολαβία
εργοληψίας	noun	γενική ενικού του εργοληψία
εργοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοληψία
εργοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του εργοληψία
εργομέτρου	noun	γενική ενικού του εργόμετρο
εργομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του εργόμετρο
εργομετρία	noun	η μέτρηση του έργου των μυών κατά την ταυτόχρονη μεταβολή δύναμης και μήκους
εργομετρίας	noun	γενική ενικού του εργομετρία
εργομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργομετρία
εργομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργομετρικό
εργομετρικέ	adj	κλητική ενικού του εργομετρικός
εργομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργομετρική
εργομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργομετρικός
εργομετρικής	adj	γενική ενικού του εργομετρική
εργομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργομετρικός
εργομετρικού	adj	γενική ενικού του εργομετρικός
εργομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργομετρικός
εργομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του εργομετρικός
εργομετρικός	adj	σχετικός με την εργομετρία ή το εργόμετρο
εργομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του εργομετρικός
εργομετριών	noun	γενική πληθυντικού του εργομετρία
εργονομία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τις επιδράσεις του εργασιακού (ή άλλου) περιβάλλοντος στους ανθρώπους καθώς και τις μεθόδους βελτίωσης αυτών των συνθηκών
εργονομίας	noun	γενική ενικού του εργονομία
εργονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργονομία
εργονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργονομικό
εργονομικέ	adj	κλητική ενικού του εργονομικός
εργονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργονομική
εργονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργονομικός
εργονομικής	adj	γενική ενικού του εργονομική
εργονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργονομικός
εργονομικοτήτων	=	εργονομικότητα
εργονομικού	adj	γενική ενικού του εργονομικός
εργονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργονομικός
εργονομικό	adj	αιτιατική ενικού του εργονομικός
εργονομικός	adj	που έχει σχέση με την εργονομία ή που αναφέρεται στην εργονομία
εργονομικότητα	noun	η κατάσταση ή η ιδιότητα του εργονομικού
εργονομικότητας	=	εργονομικότητα
εργονομικότητες	=	εργονομικότητα
εργονομικών	adj	γενική πληθυντικού του εργονομικός
εργονομιών	noun	γενική πληθυντικού του εργονομία
εργοσήμου	=	εργόσημο
εργοσήμων	=	εργόσημο
εργοσπιρομετρία	noun	εξέταση, στα πλαίσια καρδιοαναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης, στην οποία εξετάζονται διάφορες παράμετροι που αφορούν το αναπνευστικό, καρδιαγγειακό και μυϊκό σύστημα του εξεταζομένου
εργοσπιρομετρίας	noun	γενική ενικού του εργοσπιρομετρία
εργοσπιρομετρίες	=	εργοσπιρομετρία
εργοσπιρομετριών	noun	γενική πληθυντικού του εργοσπιρομετρία
εργοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοστάσιο
εργοστάσιο	noun	βιομηχανικό συγκρότημα παραγωγής κάποιων προϊόντων
εργοστάσιου	=	εργοστάσιο
εργοστασίου	noun	γενική ενικού του εργοστάσιο
εργοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του εργοστάσιο
εργοστασιάκι	noun	υποκοριστικό του εργοστάσιο
εργοστασιάκια	=	εργοστασιάκι
εργοστασιάρα	noun	μεγεθυντικό του εργοστάσιο
εργοστασιάρας	=	εργοστασιάρα
εργοστασιάρες	=	εργοστασιάρα
εργοστασιάρχα	=	εργοστασιάρχης
εργοστασιάρχαινα	noun	θηλυκό του εργοστασιάρχης
εργοστασιάρχαινας	noun	γενική ενικού του εργοστασιάρχαινα
εργοστασιάρχαινες	=	εργοστασιάρχαινα
εργοστασιάρχες	=	εργοστασιάρχης
εργοστασιάρχη	=	εργοστασιάρχης
εργοστασιάρχης	noun	που είναι ιδιοκτήτης εργοστασίου
εργοστασιάρχισσα	noun	θηλυκό του εργοστασιάρχης
εργοστασιάρχισσας	noun	γενική ενικού του εργοστασιάρχισσα
εργοστασιάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοστασιάρχισσα
εργοστασιάρχου	=	εργοστασιάρχης
εργοστασιακά	adv	με εργοστασιακό τρόπο, στις εργοστασιακές ρυθμίσεις
εργοστασιακέ	adj	κλητική ενικού του εργοστασιακός
εργοστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοστασιακή
εργοστασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εργοστασιακός
εργοστασιακής	adj	γενική ενικού του εργοστασιακή
εργοστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εργοστασιακός
εργοστασιακού	adj	γενική ενικού του εργοστασιακός
εργοστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εργοστασιακός
εργοστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του εργοστασιακός
εργοστασιακός	adj	που έχει σχέση με εργοστάσιο, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
εργοστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του εργοστασιακός
εργοστασιαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του εργοστασιάρχισσα
εργοστασιαρχών	=	εργοστασιάρχης
εργοτάξια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργοτάξιο
εργοτάξιο	noun	οι προσωρινές κατασκευές και η εγκατάσταση των μηχανημάτων κ.ά. που απαιτούνται για κάποιο τεχνικό έργο (κατασκευή δρόμου, γέφυρας κ.λπ.)
εργοτάξιου	=	εργοτάξιο
εργοταξίου	noun	γενική ενικού του εργοτάξιο
εργοταξίων	noun	γενική πληθυντικού του εργοτάξιο
εργοταξιάρχες	=	εργοταξιάρχης
εργοταξιάρχη	=	εργοταξιάρχης
εργοταξιάρχης	noun	επικεφαλής εργοταξίου
εργοταξιαρχών	=	εργοταξιάρχης
εργοτεμάχια	=	εργοτεμάχιο
εργοτεμάχιο	noun	αντικείμενο που βρίσκεται στο στάδιο της κατασκευής ή επεξεργασίας (από εργαλείο ή μηχάνημα, ή σε γραμμή παραγωγής)
εργοτεμάχιου	=	εργοτεμάχιο
εργοτεμαχίου	=	εργοτεμάχιο
εργοτεμαχίων	=	εργοτεμάχιο
εργοφυσιολογία	noun	επιστήμη που μελετά τα αποτελέσματα της μυϊκής προσπάθειας, της φυσικής δραστηριότητας και της άσκησης στον οργανισμό ενός έμβιου όντος
εργοφυσιολογίας	noun	γενική ενικού του εργοφυσιολογία
εργοφυσιολογίες	=	εργοφυσιολογία
εργοφυσιολογικά	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικέ	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικές	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογική	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικής	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικοί	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικού	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικούς	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικό	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογικός	adj	σχετικός με την εργοφυσιολογία
εργοφυσιολογικών	=	εργοφυσιολογικός
εργοφυσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εργοφυσιολογία
εργοφυσιολόγε	=	εργοφυσιολόγος
εργοφυσιολόγο	=	εργοφυσιολόγος
εργοφυσιολόγοι	=	εργοφυσιολόγος
εργοφυσιολόγος	noun	επιστήμονας με αντικείμενό του την εργοφυσιολογία
εργοφυσιολόγου	=	εργοφυσιολόγος
εργοφυσιολόγους	=	εργοφυσιολόγος
εργοφυσιολόγων	=	εργοφυσιολόγος
εργωδών	=	εργώδης
εργόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργόμετρο
εργόμετρο	noun	όργανο μέτρησης του έργου των μυών κατά την ταυτόχρονη μεταβολή της δύναμης και του μήκους των
εργόμετρου	=	εργόμετρο
εργόσημα	=	εργόσημο
εργόσημο	noun	έντυπο πληρωμής εργαζομένων με μορφή επιταγής, μέσω του οποίου το ποσό της μισθοδοσίας μεταβιβάζεται στον εργαζόμενο
εργόσημου	=	εργόσημο
εργόχειρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εργόχειρο
εργόχειρο	noun	δημιούργημα (κέντημα, πλεχτό κ.ά.) που φτιάχνεται με το χέρι
εργόχειρου	noun	γενική ενικού του εργόχειρο
εργόχειρων	noun	γενική πληθυντικού του εργόχειρο
εργώδεις	=	εργώδης
εργώδες	=	εργώδης
εργώδη	=	εργώδης
εργώδης	adj	που απαιτεί πολύ μόχθο ή / και προκαλεί κόπωση
εργώδους	=	εργώδης
ερε	abbrev	ελληνικό πολιτικό κόμμα του 20ού αιώνα, ιδρυτής του οποίου ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής
ερείδομαι	verb	στηρίζομαι
ερείκες	=	ερείκη
ερείκη	noun	είδος αειθαλούς θάμνου
ερείκης	=	ερείκη
ερείπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερείπιο
ερείπιο	noun	μισογκρεμισμένο ή σε πολύ κακή κατάσταση κτίριο ή γενικότερα κατασκευή
ερείπιου	=	ερείπιο
ερείπωνα	=	ερειπώνω
ερείπωναν	=	ερειπώνω
ερείπωνε	=	ερειπώνω
ερείπωνες	=	ερειπώνω
ερείπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερείπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερείπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερείπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερείπωση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερειπώνω
ερείπωσης	noun	γενική ενικού του ερείπωση
ερείσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έρεισμα
ερείσματος	noun	γενική ενικού του έρεισμα
ερεβωδών	=	ερεβώδης
ερεβώδεις	=	ερεβώδης
ερεβώδες	=	ερεβώδης
ερεβώδη	=	ερεβώδης
ερεβώδης	adj	πολύ σκοτεινός (σαν το έρεβος)
ερεβώδους	=	ερεβώδης
ερεβών	=	έρεβος
ερεθίζαμε	=	ερεθίζω
ερεθίζαν	=	ερεθίζω
ερεθίζανε	=	ερεθίζω
ερεθίζατε	=	ερεθίζω
ερεθίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ερεθίζω
ερεθίζεις	=	ερεθίζω
ερεθίζεσαι	=	ερεθίζω
ερεθίζεστε	=	ερεθίζω
ερεθίζεται	=	ερεθίζω
ερεθίζετε	=	ερεθίζω
ερεθίζομαι	verb	δέχομαι ένα εξωτερικό ερέθισμα
ερεθίζομε	=	ερεθίζω
ερεθίζονται	=	ερεθίζω
ερεθίζονταν	=	ερεθίζω
ερεθίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ερεθίζω
ερεθίζουμε	=	ερεθίζω
ερεθίζουν	=	ερεθίζω
ερεθίζουνε	=	ερεθίζω
ερεθίζω	verb	επενεργώ πάνω σε κάποιον ή κάτι και προκαλώ κάποιου είδους αντίδραση
ερεθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσαν	=	ερεθίζω
ερεθίσανε	=	ερεθίζω
ερεθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερέθισμα
ερεθίσματος	noun	γενική ενικού του ερέθισμα
ερεθίσομε	=	ερεθίζω
ερεθίσου	=	ερεθίζω
ερεθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθίσουνε	=	ερεθίζω
ερεθίστε	=	ερεθίζω
ερεθίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζω
ερεθιζόμασταν	=	ερεθίζω
ερεθιζόμαστε	=	ερεθίζω
ερεθιζόμουν	=	ερεθίζω
ερεθιζόμουνα	=	ερεθίζω
ερεθιζόντουσαν	=	ερεθίζω
ερεθιζόσασταν	=	ερεθίζω
ερεθιζόσαστε	=	ερεθίζω
ερεθιζόσουν	=	ερεθίζω
ερεθιζόσουνα	=	ερεθίζω
ερεθιζόταν	=	ερεθίζω
ερεθιζότανε	=	ερεθίζω
ερεθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ερέθισμα
ερεθισμέ	noun	κλητική ενικού του ερεθισμός
ερεθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερεθισμένο
ερεθισμένε	verb	κλητική ενικού του ερεθισμένος
ερεθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερεθισμένη
ερεθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερεθισμένος
ερεθισμένης	verb	γενική ενικού του ερεθισμένη
ερεθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερεθισμένος
ερεθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερεθισμένος
ερεθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ερεθίζω
ερεθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερεθισμένος
ερεθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερεθισμένος
ερεθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερεθισμένος
ερεθισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερεθισμός
ερεθισμού	noun	γενική ενικού του ερεθισμός
ερεθισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερεθισμός
ερεθισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερεθισμός
ερεθισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερεθίζω
ερεθισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερεθισμός
ερεθιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστήκαν	=	ερεθίζω
ερεθιστήκανε	=	ερεθίζω
ερεθιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερεθιστικό	adv	με ερεθιστικό τρόπο, ερεθίζοντας
ερεθιστικέ	adj	κλητική ενικού του ερεθιστικός
ερεθιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερεθιστική
ερεθιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερεθιστικός
ερεθιστικής	adj	γενική ενικού του ερεθιστική
ερεθιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερεθιστικός
ερεθιστικοτήτων	=	ερεθιστικότητα
ερεθιστικού	adj	γενική ενικού του ερεθιστικός
ερεθιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερεθιστικός
ερεθιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ερεθιστικός
ερεθιστικός	adj	που έχει σχέση με ερεθισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί
ερεθιστικότητα	noun	η πρόκληση ερεθισμών
ερεθιστικότητας	noun	γενική ενικού του ερεθιστικότητα
ερεθιστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερεθιστικότητα
ερεθιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ερεθιστικός
ερεθιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεθιστούνε	=	ερεθίζω
ερεθιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερεθίζομαι
ερεικών	=	ερείκη
ερειπίου	noun	γενική ενικού του ερείπιο
ερειπίων	noun	γενική πληθυντικού του ερείπιο
ερειπιώνα	=	ερειπιώνας
ερειπιώνας	noun|formal	μέρος με ερείπια
ερειπιώνες	=	ερειπιώνας
ερειπιώνων	=	ερειπιώνας
ερειπωθήκαμε	=	ερειπώνω
ερειπωθήκαν	=	ερειπώνω
ερειπωθήκανε	=	ερειπώνω
ερειπωθήκατε	=	ερειπώνω
ερειπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερειπώνομαι
ερειπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνομαι
ερειπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνομαι
ερειπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνομαι
ερειπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνομαι
ερειπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνομαι
ερειπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερειπωμένο
ερειπωμένε	verb	κλητική ενικού του ερειπωμένος
ερειπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερειπωμένη
ερειπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερειπωμένος
ερειπωμένης	verb	γενική ενικού του ερειπωμένη
ερειπωμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ερειπωμένος
ερειπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερειπωμένος
ερειπωμένος	verb	που έχει ερειπωθεί, που έχει μετατραπεί σε ερείπιο
ερειπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερειπωμένος
ερειπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερειπωμένος
ερειπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερειπωμένος
ερειπωνόμασταν	=	ερειπώνω
ερειπωνόμαστε	=	ερειπώνω
ερειπωνόμουν	=	ερειπώνω
ερειπωνόμουνα	=	ερειπώνω
ερειπωνόντουσαν	=	ερειπώνω
ερειπωνόσασταν	=	ερειπώνω
ερειπωνόσαστε	=	ερειπώνω
ερειπωνόσουν	=	ερειπώνω
ερειπωνόσουνα	=	ερειπώνω
ερειπωνόταν	=	ερειπώνω
ερειπωνότανε	=	ερειπώνω
ερειπώθηκα	=	ερειπώνω
ερειπώθηκαν	=	ερειπώνω
ερειπώθηκε	=	ερειπώνω
ερειπώθηκες	=	ερειπώνω
ερειπώναμε	=	ερειπώνω
ερειπώναν	=	ερειπώνω
ερειπώνανε	=	ερειπώνω
ερειπώνατε	=	ερειπώνω
ερειπώνει	=	ερειπώνω
ερειπώνεις	=	ερειπώνω
ερειπώνεσαι	=	ερειπώνω
ερειπώνεστε	=	ερειπώνω
ερειπώνεται	=	ερειπώνω
ερειπώνετε	=	ερειπώνω
ερειπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ερειπώνω
ερειπώνονται	=	ερειπώνω
ερειπώνονταν	=	ερειπώνω
ερειπώνοντας	=	ερειπώνω
ερειπώνουμε	=	ερειπώνω
ερειπώνουν	=	ερειπώνω
ερειπώνουνε	=	ερειπώνω
ερειπώνω	verb	μετατρέπω σε ερείπια
ερειπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώσαν	=	ερειπώνω
ερειπώσανε	=	ερειπώνω
ερειπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερείπωση
ερειπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερείπωση
ερειπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερείπωση
ερειπώσου	=	ερειπώνω
ερειπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερειπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερειπώνω
ερεισίνωτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερεισίνωτο
ερεισίνωτο	noun	η πλάτη, η ράχη ενός καθίσματος
ερεισίνωτου	noun	γενική ενικού του ερεισίνωτο
ερεισίνωτων	noun	γενική πληθυντικού του ερεισίνωτο
ερεισίχειρο	noun|formal	το μπράτσο ενός καθίσματος
ερεισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έρεισμα
ερειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερειστικό
ερειστικέ	adj	κλητική ενικού του ερειστικός
ερειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερειστική
ερειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερειστικός
ερειστικής	adj	γενική ενικού του ερειστική
ερειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερειστικός
ερειστικού	adj	γενική ενικού του ερειστικός
ερειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερειστικός
ερειστικό	adj	αιτιατική ενικού του ερειστικός
ερειστικός	adj|formal	που χρησιμεύει για να στηρίζει
ερειστικών	adj	γενική πληθυντικού του ερειστικός
ερεκλίδικη	=	ερεκλίδικος
ερεκλίδικο	=	ερεκλίδικος
ερεκλίδικος	adj	πρόχειρος, βιαστικός
ερετζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερετζής
ερετών	=	ερέτης
ερευγμέ	noun	κλητική ενικού του ερευγμός
ερευγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερευγμός
ερευγμού	noun	γενική ενικού του ερευγμός
ερευγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερευγμός
ερευγμό	noun	αιτιατική ενικού του ερευγμός
ερευγμός	noun|formal	ρέψιμο
ερευγμών	noun	γενική πληθυντικού του ερευγμός
ερευνά	noun	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ερευνώ
ερευνάω	=	ερευνώ
ερευνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερευνήτρια	noun	ερευνητής
ερευνήτριας	noun	γενική ενικού του ερευνήτρια
ερευνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνήτρια
ερευνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερευνώμαι
ερευνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώμαι
ερευνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώμαι
ερευνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώμαι
ερευνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώμαι
ερευνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερευνώμαι
ερευνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνημένο
ερευνημένε	verb	κλητική ενικού του ερευνημένος
ερευνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνημένη
ερευνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερευνημένος
ερευνημένης	verb	γενική ενικού του ερευνημένη
ερευνημένο	verb	αιτιατική ενικού του ερευνημένος
ερευνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερευνημένος
ερευνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ερευνώ
ερευνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερευνημένος
ερευνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερευνημένος
ερευνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερευνημένος
ερευνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνητής
ερευνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ερευνητής
ερευνητής	noun	αυτός που διεξάγει έρευνα
ερευνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνητικό	adv	με ερευνητικό τρόπο
ερευνητικέ	adj	κλητική ενικού του ερευνητικός
ερευνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερευνητική
ερευνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερευνητικός
ερευνητικής	adj	γενική ενικού του ερευνητική
ερευνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερευνητικός
ερευνητικού	adj	γενική ενικού του ερευνητικός
ερευνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερευνητικός
ερευνητικό	adj	αιτιατική ενικού του ερευνητικός
ερευνητικός	adj	που έχει σχέση με την έρευνα ή αναφέρεται σ’ αυτή
ερευνητικότητα	noun|rare	η ιδιότητα του ερευνητικού
ερευνητικών	adj	γενική πληθυντικού του ερευνητικός
ερευνητριών	noun	γενική πληθυντικού του ερευνήτρια
ερευνητών	noun	γενική πληθυντικού του ερευνητής
ερευνώ	verb	ψάχνω
ερευνώμαι	=	ερευνώ
ερευνώμενα	=	ερευνώμενος
ερευνώμενε	=	ερευνώμενος
ερευνώμενες	=	ερευνώμενος
ερευνώμενη	=	ερευνώμενος
ερευνώμενης	=	ερευνώμενος
ερευνώμενο	=	ερευνώμενος
ερευνώμενοι	=	ερευνώμενος
ερευνώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ερευνώ
ερευνώμενου	=	ερευνώμενος
ερευνώμενους	=	ερευνώμενος
ερευνώμενων	=	ερευνώμενος
ερευνών	noun	γενική πληθυντικού του έρευνα
ερευνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ερευνώ
ερεύγομαι	verb|formal	ρεύομαι
ερεύνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερεύνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερεύνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερεύνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερευνώ
ερεών	noun	γενική πληθυντικού του ερέα
ερημία	noun	άλλη μορφή του ερημιά
ερημίας	noun	γενική ενικού του ερημία
ερημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημία
ερημίτες	=	ερημίτης
ερημίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ερημίτης
ερημίτης	noun	αναχωρητής μοναχός
ερημίτισσα	noun	θηλυκό του ερημίτης
ερημίτισσας	noun	γενική ενικού του ερημίτισσα
ερημίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημίτισσα
ερημητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημητήριο
ερημητήριο	noun	το μέρος όπου αποσύρεται ένας ερημίτης
ερημητήριου	=	ερημητήριο
ερημητηρίου	noun	γενική ενικού του ερημητήριο
ερημητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ερημητήριο
ερημητικά	=	ερημητικός
ερημητικέ	=	ερημητικός
ερημητικές	=	ερημητικός
ερημητική	=	ερημητικός
ερημητικής	=	ερημητικός
ερημητικοί	=	ερημητικός
ερημητικού	=	ερημητικός
ερημητικούς	=	ερημητικός
ερημητικό	=	ερημητικός
ερημητικός	adj	που έχει σχέση με ερημίτη ή τον ερημιτισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά
ερημητικών	=	ερημητικός
ερημιά	noun	απουσία ανθρώπων
ερημιάς	noun	γενική ενικού του ερημιά
ερημιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημιά
ερημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημικό	adv	σε ερημιά
ερημικέ	adj	κλητική ενικού του ερημικός
ερημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημική
ερημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερημικός
ερημικής	adj	γενική ενικού του ερημική
ερημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερημικός
ερημικού	adj	γενική ενικού του ερημικός
ερημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερημικός
ερημικό	adj	αιτιατική ενικού του ερημικός
ερημικός	adj	που βρίσκεται σε ερημιά ή χαρακτηρίζεται απ' αυτή
ερημικών	adj	γενική πληθυντικού του ερημικός
ερημιτικά	=	ερημιτικός
ερημιτικέ	=	ερημιτικός
ερημιτικές	=	ερημιτικός
ερημιτική	=	ερημιτικός
ερημιτικής	=	ερημιτικός
ερημιτικοί	=	ερημιτικός
ερημιτικού	=	ερημιτικός
ερημιτικούς	=	ερημιτικός
ερημιτικό	=	ερημιτικός
ερημιτικός	adj	που έχει σχέση με ερημίτη ή τον ερημιτισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά
ερημιτικών	=	ερημιτικός
ερημιτισμέ	=	ερημιτισμός
ερημιτισμοί	=	ερημιτισμός
ερημιτισμού	=	ερημιτισμός
ερημιτισμούς	=	ερημιτισμός
ερημιτισμό	=	ερημιτισμός
ερημιτισμός	noun	η μορφή ασκητικής ζωής κατά την οποία κάποιος αποσύρεται σε ερημικό τόπο και αφιερώνει τον βίο του στην προσευχή, την άσκηση και τη λατρεία του Θεού
ερημιτισμών	=	ερημιτισμός
ερημιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ερημίτισσα
ερημιτών	=	ερημίτης
ερημιών	noun	γενική πληθυντικού του ερημία
ερημοδίκει	=	ερημοδικώ
ερημοδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσαν	=	ερημοδικώ
ερημοδικήσανε	=	ερημοδικώ
ερημοδικήσαντα	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσαντας	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσαντες	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσαντος	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσασα	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσασας	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσασες	=	ερημοδικήσας
ερημοδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικήστε	=	ερημοδικώ
ερημοδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημοδικώ
ερημοδικία	noun	δίκη που διεξάγεται χωρίς να παρίσταται κάποιος από τους διαδίκους
ερημοδικίας	noun	γενική ενικού του ερημοδικία
ερημοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημοδικία
ερημοδικεί	=	ερημοδικώ
ερημοδικείς	=	ερημοδικώ
ερημοδικείτε	=	ερημοδικώ
ερημοδικησάντων	=	ερημοδικήσας
ερημοδικησάσης	=	ερημοδικήσας
ερημοδικησασών	=	ερημοδικήσας
ερημοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του ερημοδικία
ερημοδικούμε	=	ερημοδικώ
ερημοδικούν	=	ερημοδικώ
ερημοδικούνε	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσα	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσαμε	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσαν	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσανε	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσατε	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσε	=	ερημοδικώ
ερημοδικούσες	=	ερημοδικώ
ερημοδικώ	verb	δεν παρίσταμαι σε δίκη, ενώ είμαι διάδικος
ερημοδικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ερημοδικώ
ερημοκκλήσι	noun	άλλη μορφή του ερημοκλήσι
ερημοκκλήσια	=	ερημοκκλήσι
ερημοκκλησιά	noun	άλλη γραφή του ερημοκλησιά
ερημοκκλησιάς	=	ερημοκκλησιά
ερημοκκλησιές	=	ερημοκκλησιά
ερημοκκλησιού	=	ερημοκκλήσι
ερημοκκλησιών	=	ερημοκκλησιά
ερημοκλήσι	noun	ξωκλήσι σε ερημική τοποθεσία
ερημοκλήσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημοκλήσι
ερημοκλησιά	noun	άλλη μορφή του ερημοκλήσι
ερημοκλησιάς	noun	γενική ενικού του ερημοκλησιά
ερημοκλησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημοκλησιά
ερημοκλησιού	=	ερημοκλήσι
ερημοκλησιών	=	ερημοκλησιά
ερημονήσι	noun	έρημο, ακατοίκητο νησί
ερημονήσια	=	ερημονήσι
ερημονησίδα	noun	μικρό ερημονήσι
ερημονησίδας	=	ερημονησίδα
ερημονησίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημονησίδα
ερημονησίδων	=	ερημονησίδα
ερημονησιού	=	ερημονήσι
ερημονησιών	=	ερημονήσι
ερημοποίηση	noun	η σταδιακή μετατροπή μιας εύφορης περιοχής σε έρημο
ερημοποίησης	noun	γενική ενικού του ερημοποίηση
ερημοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημοποίηση
ερημοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερημοποίηση
ερημοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερημοποίηση
ερημοσπίτες	=	ερημοσπίτης
ερημοσπίτη	=	ερημοσπίτης
ερημοσπίτης	noun	αυτός που δεν έχει κατορθώσει να φτιάξει ένα σπιτικό, στην έκφραση
ερημωθήκαμε	=	ερημώνω
ερημωθήκαν	=	ερημώνω
ερημωθήκανε	=	ερημώνω
ερημωθήκατε	=	ερημώνω
ερημωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερημώνομαι
ερημωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνομαι
ερημωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνομαι
ερημωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνομαι
ερημωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνομαι
ερημωθούνε	=	ερημώνω
ερημωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνομαι
ερημωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ερήμωμα
ερημωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημωμένο
ερημωμένε	verb	κλητική ενικού του ερημωμένος
ερημωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημωμένη
ερημωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερημωμένος
ερημωμένης	verb	γενική ενικού του ερημωμένη
ερημωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερημωμένος
ερημωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερημωμένος
ερημωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ερημώνω
ερημωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερημωμένος
ερημωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερημωμένος
ερημωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερημωμένος
ερημωνόμασταν	=	ερημώνω
ερημωνόμαστε	=	ερημώνω
ερημωνόμουν	=	ερημώνω
ερημωνόμουνα	=	ερημώνω
ερημωνόντουσαν	=	ερημώνω
ερημωνόσασταν	=	ερημώνω
ερημωνόσαστε	=	ερημώνω
ερημωνόσουν	=	ερημώνω
ερημωνόσουνα	=	ερημώνω
ερημωνόταν	=	ερημώνω
ερημωνότανε	=	ερημώνω
ερημόνησα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερημόνησο
ερημόνησο	noun	άλλη μορφή του ερημονήσι
ερημόνησου	noun	γενική ενικού του ερημόνησο
ερημόνησων	noun	γενική πληθυντικού του ερημόνησο
ερημότοπε	=	ερημότοπος
ερημότοπο	=	ερημότοπος
ερημότοποι	=	ερημότοπος
ερημότοπος	noun	έρημος τόπος, έρημη περιοχή όπου δεν συχνάζουν άνθρωποι
ερημότοπου	=	ερημότοπος
ερημότοπους	=	ερημότοπος
ερημότοπων	=	ερημότοπος
ερημόφιδα	=	ερημόφιδο
ερημόφιδο	noun	είδος βόα, μικρού σε μέγεθος, που ζει σε ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή και βόρεια Αφρική
ερημόφιδου	=	ερημόφιδο
ερημόφιδων	=	ερημόφιδο
ερημώθηκα	=	ερημώνω
ερημώθηκαν	=	ερημώνω
ερημώθηκε	=	ερημώνω
ερημώθηκες	=	ερημώνω
ερημώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερήμωμα
ερημώματος	noun	γενική ενικού του ερήμωμα
ερημώναμε	=	ερημώνω
ερημώναν	=	ερημώνω
ερημώνανε	=	ερημώνω
ερημώνατε	=	ερημώνω
ερημώνει	=	ερημώνω
ερημώνεις	=	ερημώνω
ερημώνεσαι	=	ερημώνω
ερημώνεστε	=	ερημώνω
ερημώνεται	=	ερημώνω
ερημώνετε	=	ερημώνω
ερημώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ερημώνω
ερημώνομε	=	ερημώνω
ερημώνονται	=	ερημώνω
ερημώνονταν	=	ερημώνω
ερημώνοντας	=	ερημώνω
ερημώνουμε	=	ερημώνω
ερημώνουν	=	ερημώνω
ερημώνουνε	=	ερημώνω
ερημώνω	verb	αδειάζω από κατοίκους, μένω χωρίς πληθυσμό
ερημώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσαν	=	ερημώνω
ερημώσανε	=	ερημώνω
ερημώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερήμωση
ερημώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερήμωση
ερημώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερήμωση
ερημώσομε	=	ερημώνω
ερημώσου	=	ερημώνω
ερημώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσουνε	=	ερημώνω
ερημώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερημώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερημώνω
ερικιού	=	ερίκι
ερικιών	=	ερίκι
ερινεέ	=	ερινεός
ερινεοί	=	ερινεός
ερινεού	=	ερινεός
ερινεούς	=	ερινεός
ερινεό	=	ερινεός
ερινεόν	noun|formal	το αγριόσυκο
ερινεός	noun	άλλη μορφή του ορνιός
ερινεών	=	ερινεός
ερινύα	noun	οι τύψεις που βασανίζουν κάποιον όταν αισθάνεται ότι έχει κάνει κάτι κακό
ερινύας	=	ερινύα
ερινύες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερινύα
ερινύων	=	ερινύα
εριουργία	noun	η κατεργασία ερίου / μαλλιού
εριουργίας	noun	γενική ενικού του εριουργία
εριουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εριουργία
εριουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εριουργείο
εριουργείο	noun	εργαστήριο κατεργασίας ερίου / μαλλιού
εριουργείου	noun	γενική ενικού του εριουργείο
εριουργείων	noun	γενική πληθυντικού του εριουργείο
εριουργιών	noun	γενική πληθυντικού του εριουργία
εριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εριστικό	adv	με εριστικό τρόπο
εριστικέ	adj	κλητική ενικού του εριστικός
εριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εριστική
εριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εριστικός
εριστικής	adj	γενική ενικού του εριστική
εριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εριστικός
εριστικοτήτων	=	εριστικότητα
εριστικού	adj	γενική ενικού του εριστικός
εριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εριστικός
εριστικό	adj	αιτιατική ενικού του εριστικός
εριστικός	adj	που αγαπά να ερίζει, που με τη στάση του αυξάνει την ένταση σε μια διαφωνία, που συνηθίζει να προκαλεί ή να συντηρεί έριδες, ο φιλόνικος
εριστικότατα	=	εριστικός
εριστικότατε	=	εριστικός
εριστικότατες	=	εριστικός
εριστικότατη	=	εριστικός
εριστικότατης	=	εριστικός
εριστικότατο	=	εριστικός
εριστικότατοι	=	εριστικός
εριστικότατος	=	εριστικός
εριστικότατου	=	εριστικός
εριστικότατους	=	εριστικός
εριστικότατων	=	εριστικός
εριστικότερα	=	εριστικός
εριστικότερε	=	εριστικός
εριστικότερες	=	εριστικός
εριστικότερη	=	εριστικός
εριστικότερης	=	εριστικός
εριστικότερο	=	εριστικός
εριστικότεροι	=	εριστικός
εριστικότερος	=	εριστικός
εριστικότερου	=	εριστικός
εριστικότερους	=	εριστικός
εριστικότερων	=	εριστικός
εριστικότητα	noun	η ιδιότητα του εριστικού, η τάση να προκαλεί κανείς έριδες
εριστικότητας	=	εριστικότητα
εριστικότητες	=	εριστικότητα
εριστικών	adj	γενική πληθυντικού του εριστικός
εριστικώς	adv|dated	εριστικά
εριτίμου	=	ερίτιμος
εριτίμους	=	ερίτιμος
εριτίμων	=	ερίτιμος
εριφίου	noun	γενική ενικού του ερίφιο
εριφίων	noun	γενική πληθυντικού του ερίφιο
εριφισσών	noun	γενική πληθυντικού του ερίφισσα
εριωδών	=	εριώδης
εριώδεις	=	εριώδης
εριώδες	=	εριώδης
εριώδη	=	εριώδης
εριώδης	adj|formal	που αποδίδει σε κάτι υφή ή όψη μαλλιού, συνήθως λόγω πυκνού και απαλού τριχώματος ή χνουδιού
εριώδους	=	εριώδης
ερκοντίσιον	noun	το κλιματιστικό
ερλιχίωση	noun	λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από βακτήρια του γένους Ehrlichia, μεταδίδεται ιδίως με τσιμπούρια και προσβάλλει κυρίως σκύλους, προκαλώντας μεταξύ άλλων αιμορραγίες και αναιμία
ερλιχίωσης	=	ερλιχίωση
ερλιχιώσεις	=	ερλιχίωση
ερλιχιώσεων	=	ερλιχίωση
ερμάρι	noun|vulgar	ράφι, ντουλάπι ή συρτάρι
ερμάρια	=	ερμάρι
ερμάριο	=	ερμάρι
ερμάριου	=	ερμάρι
ερμάριων	=	ερμάρι
ερμάτιζα	=	ερματίζω
ερμάτιζαν	=	ερματίζω
ερμάτιζε	=	ερματίζω
ερμάτιζες	=	ερματίζω
ερμάτισα	=	ερματίζω
ερμάτισαν	=	ερματίζω
ερμάτισε	=	ερματίζω
ερμάτισες	=	ερματίζω
ερμάτιση	noun	συνώνυμο του ερματισμός
ερμάτισης	=	ερμάτιση
ερμάτισμα	noun	η τοποθέτηση έρματος (συνήθως αναφέρεται σε φελλούς για το ψάρεμα)
ερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του έρμα
ερμές	noun	μικρές στήλες που είχαν την κορυφή τους προτομή του Ερμή (αργότερα και άλλων θεοτήτων) και που τις τοποθετούσαν στην αρχαιότητα σαν οδοδείκτες ή για γούρι στα εμπορικά καταστήματα ή σαν τάματα στους ναούς και μπροστά σε σπίτια και όπου συχνά αναγράφονταν διάφορες παροιμίες ή άλλες φράσεις
ερμήνευα	=	ερμηνεύω
ερμήνευαν	=	ερμηνεύω
ερμήνευε	=	ερμηνεύω
ερμήνευες	=	ερμηνεύω
ερμήνευμα	noun	ορισμός λέξης, έκφρασης ή φράσης, επεξήγησή τους
ερμήνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμήνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμήνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμήνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμίνα	noun	μικρό σαρκοφάγο θηλαστικό
ερμίνας	noun	γενική ενικού του ερμίνα
ερμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμίνα
ερμαρίου	=	ερμάρι
ερμαρίων	=	ερμάρι
ερμαριού	=	ερμάρι
ερμαριών	=	ερμάρι
ερματίζαμε	=	ερματίζω
ερματίζαν	=	ερματίζω
ερματίζανε	=	ερματίζω
ερματίζατε	=	ερματίζω
ερματίζει	=	ερματίζω
ερματίζεις	=	ερματίζω
ερματίζετε	=	ερματίζω
ερματίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ερματίζω
ερματίζουμε	=	ερματίζω
ερματίζουν	=	ερματίζω
ερματίζουνε	=	ερματίζω
ερματίζω	verb	τοποθετώ έρμα σε πλοίο, σκάφος ή αερόστατο
ερματίσαμε	=	ερματίζω
ερματίσαν	=	ερματίζω
ερματίσανε	=	ερματίζω
ερματίσατε	=	ερματίζω
ερματίσει	=	ερματίζω
ερματίσεις	=	ερμάτιση
ερματίσεων	=	ερμάτιση
ερματίσματα	=	ερμάτισμα
ερματίσματος	=	ερμάτισμα
ερματίστε	=	ερματίζω
ερματισμάτων	=	ερμάτισμα
ερματισμέ	noun	κλητική ενικού του ερματισμός
ερματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερματισμένο
ερματισμένε	verb	κλητική ενικού του ερματισμένος
ερματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερματισμένη
ερματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερματισμένος
ερματισμένης	verb	γενική ενικού του ερματισμένη
ερματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερματισμένος
ερματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερματισμένος
ερματισμένου	verb	γενική ενικού του ερματισμένος
ερματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερματισμένος
ερματισμένων	verb	γενική πληθυντικού του ερματισμένος
ερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερματισμός
ερματισμού	noun	γενική ενικού του ερματισμός
ερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερματισμός
ερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερματισμός
ερματισμός	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ερματίζω
ερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερματισμός
ερματιστά	=	ερματιστός
ερματιστέ	=	ερματιστός
ερματιστές	=	ερματιστός
ερματιστή	=	ερματιστός
ερματιστής	=	ερματιστός
ερματιστη	=	ερματιστός
ερματιστο	=	ερματιστός
ερματιστοί	=	ερματιστός
ερματιστού	=	ερματιστός
ερματιστούς	=	ερματιστός
ερματιστό	=	ερματιστός
ερματιστός	adj	αυτός που φέρει έρμα, ή που αναφέρεται σε έρμα
ερματιστών	=	ερματιστός
ερμαφροδισία	noun	άλλη μορφή του ερμαφροδιτισμός
ερμαφροδισίας	noun	γενική ενικού του ερμαφροδισία
ερμαφροδισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμαφροδισία
ερμαφροδισιών	noun	γενική πληθυντικού του ερμαφροδισία
ερμαφροδιτη	=	ερμαφρόδιτος
ερμαφροδιτης	=	ερμαφρόδιτος
ερμαφροδιτισμέ	noun	κλητική ενικού του ερμαφροδιτισμός
ερμαφροδιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμαφροδιτισμός
ερμαφροδιτισμού	noun	γενική ενικού του ερμαφροδιτισμός
ερμαφροδιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερμαφροδιτισμός
ερμαφροδιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερμαφροδιτισμός
ερμαφροδιτισμός	noun	η ιδιότητα του ερμαφρόδιτου
ερμαφροδιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερμαφροδιτισμός
ερμαφρόδιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμαφρόδιτο
ερμαφρόδιτε	adj	κλητική ενικού του ερμαφρόδιτος
ερμαφρόδιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμαφρόδιτη
ερμαφρόδιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερμαφρόδιτος
ερμαφρόδιτης	adj	γενική ενικού του ερμαφρόδιτη
ερμαφρόδιτο	adj	αιτιατική ενικού του ερμαφρόδιτος
ερμαφρόδιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμαφρόδιτος
ερμαφρόδιτος	adj	που έχει γεννητικά όργανα και των δύο φύλων (αρσενικό και θηλυκό)
ερμαφρόδιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερμαφρόδιτος
ερμαφρόδιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερμαφρόδιτος
ερμαφρόδιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερμαφρόδιτος
ερμαϊκά	=	ερμαϊκός
ερμαϊκέ	=	ερμαϊκός
ερμαϊκές	=	ερμαϊκός
ερμαϊκή	=	ερμαϊκός
ερμαϊκής	=	ερμαϊκός
ερμαϊκοί	=	ερμαϊκός
ερμαϊκού	=	ερμαϊκός
ερμαϊκούς	=	ερμαϊκός
ερμαϊκό	=	ερμαϊκός
ερμαϊκός	adj	που σχετίζεται με τον θεό Ερμή
ερμαϊκών	=	ερμαϊκός
ερμαϊσμός	noun	η μεγαλύτερη θρησκευτική αφοσίωση στον Ερμή, παρά σε άλλο θεό
ερμηνεία	noun	λεκτική σημασία, το τι σημαίνει μία λέξη
ερμηνείας	noun	γενική ενικού του ερμηνεία
ερμηνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνεία
ερμηνειών	noun	γενική πληθυντικού του ερμηνεία
ερμηνευθήκαμε	=	ερμηνεύω
ερμηνευθήκαν	=	ερμηνεύω
ερμηνευθήκανε	=	ερμηνεύω
ερμηνευθήκατε	=	ερμηνεύω
ερμηνευθεί	=	ερμηνεύω
ερμηνευθείς	=	ερμηνεύω
ερμηνευθείτε	=	ερμηνεύω
ερμηνευθούμε	=	ερμηνεύω
ερμηνευθούν	=	ερμηνεύω
ερμηνευθούνε	=	ερμηνεύω
ερμηνευθώ	=	ερμηνεύω
ερμηνευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ερμήνευμα
ερμηνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευμένο
ερμηνευμένε	verb	κλητική ενικού του ερμηνευμένος
ερμηνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευμένη
ερμηνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερμηνευμένος
ερμηνευμένης	verb	γενική ενικού του ερμηνευμένη
ερμηνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερμηνευμένος
ερμηνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευμένος
ερμηνευμένος	=	ερμηνεύω
ερμηνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερμηνευμένος
ερμηνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερμηνευμένος
ερμηνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερμηνευμένος
ερμηνευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευτής
ερμηνευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ερμηνευτής
ερμηνευτήκαμε	=	ερμηνεύω
ερμηνευτήκαν	=	ερμηνεύω
ερμηνευτήκανε	=	ερμηνεύω
ερμηνευτήκατε	=	ερμηνεύω
ερμηνευτής	noun	αυτός που ερμηνεύει
ερμηνευτεί	=	ερμηνεύω
ερμηνευτείς	=	ερμηνεύω
ερμηνευτείτε	=	ερμηνεύω
ερμηνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευτικό	adv	δίνοντας μια ερμηνεία και βοηθώντας στην κατανόηση ενός πράγματος, πχ ενός κειμένου
ερμηνευτικέ	adj	κλητική ενικού του ερμηνευτικός
ερμηνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευτική
ερμηνευτική	noun	η συστηματική και μεθοδική ερμηνεία (ιερών) κειμένων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερμηνευτικός
ερμηνευτικής	adj	γενική ενικού του ερμηνευτική
ερμηνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευτικός
ερμηνευτικού	adj	γενική ενικού του ερμηνευτικός
ερμηνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερμηνευτικός
ερμηνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ερμηνευτικός
ερμηνευτικός	adj	που δίνει μια ερμηνεία, που βοηθά στην κατανόηση μιας έννοιας, ενός κειμένου κλπ
ερμηνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ερμηνευτικός
ερμηνευτισμέ	noun	κλητική ενικού του ερμηνευτισμός
ερμηνευτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευτισμός
ερμηνευτισμού	noun	γενική ενικού του ερμηνευτισμός
ερμηνευτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερμηνευτισμός
ερμηνευτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερμηνευτισμός
ερμηνευτισμός	noun	η θεώρηση ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει επαρκώς σύνθετους μηχανισμούς και αλληλεπιδράσεις συστατικών, χωρίς να έχει πλήρη στοιχεία και ντοκουμέντα· η άποψη σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα προκύπτει από ανταπόκριση σε εξωτερικά ερεθίσματα με τρόπους διαφορετικούς, ανάλογα με την ερμηνεία τους από τα άτομα και όχι τόσο με ένα λίγο πολύ καθορισμένο, σε σχέση με τις εξωτερικές συνθήκες, τρόπο, όπως υποστηρίζει κυρίως ο θετικισμός
ερμηνευτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερμηνευτισμός
ερμηνευτούμε	=	ερμηνεύω
ερμηνευτούν	=	ερμηνεύω
ερμηνευτούνε	=	ερμηνεύω
ερμηνευτριών	noun	γενική πληθυντικού του ερμηνεύτρια
ερμηνευτώ	=	ερμηνεύω
ερμηνευτών	noun	γενική πληθυντικού του ερμηνευτής
ερμηνευόμασταν	=	ερμηνεύω
ερμηνευόμαστε	=	ερμηνεύω
ερμηνευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευόμενο
ερμηνευόμενε	verb	κλητική ενικού του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευόμενη
ερμηνευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμενης	verb	γενική ενικού του ερμηνευόμενη
ερμηνευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερμηνευόμενος
ερμηνευόμουν	=	ερμηνεύω
ερμηνευόμουνα	=	ερμηνεύω
ερμηνευόντουσαν	=	ερμηνεύω
ερμηνευόσασταν	=	ερμηνεύω
ερμηνευόσαστε	=	ερμηνεύω
ερμηνευόσουν	=	ερμηνεύω
ερμηνευόσουνα	=	ερμηνεύω
ερμηνευόταν	=	ερμηνεύω
ερμηνευότανε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύαμε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύαν	=	ερμηνεύω
ερμηνεύανε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύατε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύει	=	ερμηνεύω
ερμηνεύεις	=	ερμηνεύω
ερμηνεύεσαι	=	ερμηνεύω
ερμηνεύεστε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ερμηνεύομαι
ερμηνεύετε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύθηκα	=	ερμηνεύω
ερμηνεύθηκαν	=	ερμηνεύω
ερμηνεύθηκε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύθηκες	=	ερμηνεύω
ερμηνεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμήνευμα
ερμηνεύματος	noun	γενική ενικού του ερμήνευμα
ερμηνεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύομε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ερμηνεύομαι
ερμηνεύονταν	=	ερμηνεύω
ερμηνεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύουμε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύουν	=	ερμηνεύω
ερμηνεύουνε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσαν	=	ερμηνεύω
ερμηνεύσανε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνεύσιμο
ερμηνεύσιμε	adj	κλητική ενικού του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνεύσιμη
ερμηνεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσιμης	adj	γενική ενικού του ερμηνεύσιμη
ερμηνεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσιμος	adj	που μπορεί να ερμηνευτεί
ερμηνεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερμηνεύσιμος
ερμηνεύσομε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύσου	=	ερμηνεύω
ερμηνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύσουνε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύστε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερμηνεύω
ερμηνεύτηκα	=	ερμηνεύω
ερμηνεύτηκαν	=	ερμηνεύω
ερμηνεύτηκε	=	ερμηνεύω
ερμηνεύτηκες	=	ερμηνεύω
ερμηνεύτρια	noun	ερμηνευτής
ερμηνεύτριας	noun	γενική ενικού του ερμηνεύτρια
ερμηνεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμηνεύτρια
ερμηνεύω	verb	προσπαθώ να επεξηγήσω κάτι, βασιζόμενος στις δικές μου γνώσεις και πιστεύω
ερμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ερμητικό) του ερμητικός	adv	εντελώς, τελείως κλειστά
ερμητικέ	adj	κλητική ενικού του ερμητικός
ερμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμητική
ερμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερμητικός
ερμητικής	adj	γενική ενικού του ερμητική
ερμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμητικός
ερμητικοτήτων	=	ερμητικότητα
ερμητικού	adj	γενική ενικού του ερμητικός
ερμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερμητικός
ερμητικό	adj	αιτιατική ενικού του ερμητικός
ερμητικός	adj	εντελώς κλειστός, που δεν μπορεί να παραβιαστεί
ερμητικότητα	noun	η ιδιότητα του ερμητικού
ερμητικότητας	=	ερμητικότητα
ερμητικότητες	=	ερμητικότητα
ερμητικών	adj	γενική πληθυντικού του ερμητικός
ερμητικώς	adv|dated	ερμητικά
ερμητισμέ	noun	κλητική ενικού του ερμητισμός
ερμητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερμητισμός
ερμητισμού	noun	γενική ενικού του ερμητισμός
ερμητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερμητισμός
ερμητισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερμητισμός
ερμητισμός	noun	η απόκρυφη αλχημιστική διδασκαλία
ερμητισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερμητισμός
ερμιά	noun|poetic	άλλη μορφή του ερημιά
ερμιάς	noun	γενική ενικού του ερμιά
ερμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερμιά
ερμινών	noun	γενική πληθυντικού του ερμίνα
ερμιών	=	ερμιά
ερμουπολίτης	=	ερμουπολίτισσα
ερμουπολίτισσα	noun	κάποια που κατάγεται από την Ερμούπολη, γεννήθηκε ή κατοικεί σʼ αυτή
ερμουπολίτισσας	=	ερμουπολίτισσα
ερμουπολίτισσες	=	ερμουπολίτισσα
ερμουπολιτισσών	=	ερμουπολίτισσα
ερμπαμπής	noun	επιδέξιος, επιτήδειος
ερμπαμπίνα	=	ερμπαμπής
ερουκικά	=	ερουκικός
ερουκικέ	=	ερουκικός
ερουκικές	=	ερουκικός
ερουκική	=	ερουκικός
ερουκικής	=	ερουκικός
ερουκικοί	=	ερουκικός
ερουκικού	=	ερουκικός
ερουκικούς	=	ερουκικός
ερουκικό	=	ερουκικός
ερουκικός	adj	που έχει σχέση με το γένος Έρουκα ή αναφέρεται σ’ αυτό
ερουκικών	=	ερουκικός
ερπήτων	=	έρπητας
ερπετά	=	ερπετό
ερπετοειδές	=	ερπετοειδής
ερπετοειδή	=	ερπετοειδής
ερπετοειδής	adj	αυτός που μοιάζει με ερπετό
ερπετοειδείς	=	ερπετοειδής
ερπετοειδούς	=	ερπετοειδής
ερπετοειδών	=	ερπετοειδής
ερπετολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τα ερπετά και τα αμφίβια
ερπετολογίας	=	ερπετολογία
ερπετολογίες	=	ερπετολογία
ερπετολογικά	=	ερπετολογικός
ερπετολογικέ	=	ερπετολογικός
ερπετολογικές	=	ερπετολογικός
ερπετολογική	=	ερπετολογικός
ερπετολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ερπετολογική) του ερπετολογικός
ερπετολογικοί	=	ερπετολογικός
ερπετολογικού	=	ερπετολογικός
ερπετολογικούς	=	ερπετολογικός
ερπετολογικό	=	ερπετολογικός
ερπετολογικός	adj	σχετικός με την ερπετολογία
ερπετολογικών	=	ερπετολογικός
ερπετολογιών	=	ερπετολογία
ερπετολόγε	=	ερπετολόγος
ερπετολόγο	=	ερπετολόγος
ερπετολόγοι	=	ερπετολόγος
ερπετολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την ερπετολογία
ερπετολόγου	=	ερπετολόγος
ερπετολόγους	=	ερπετολόγος
ερπετολόγων	=	ερπετολόγος
ερπετομορφικά	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικέ	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικές	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφική	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικής	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικοί	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικού	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικούς	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικό	=	ερπετομορφικός
ερπετομορφικός	adj	που μοιάζει με ερπετό
ερπετομορφικών	=	ερπετομορφικός
ερπετοπανίδα	noun	τα ερπετά (και τα αμφίβια) που αποτελούν τμήμα της ζωοπανίδας ενός τόπου
ερπετοπανίδας	=	ερπετοπανίδα
ερπετοπανίδες	=	ερπετοπανίδα
ερπετοπανίδων	=	ερπετοπανίδα
ερπετού	=	ερπετό
ερπετό	noun	ζώο της ομοταξίας τετράποδων σπονδυλωτών τα οποία κινούνται έρποντας, διότι τα μέλη τους έχουν ατροφήσει ή λείπουν, έχουν κυμαινόμενη θερμοκρασία σώματος, πνευμονική αναπνοή και δέρμα που καλύπτεται από λέπια
ερπετόμορφα	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφε	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφες	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφη	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφης	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφο	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφοι	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφος	adj	που μοιάζει με ερπετό
ερπετόμορφου	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφους	=	ερπετόμορφος
ερπετόμορφων	=	ερπετόμορφος
ερπετών	noun	γενική ενικού του ερπετό
ερπητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερπητικό
ερπητικέ	adj	κλητική ενικού του ερπητικός
ερπητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερπητική
ερπητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερπητικός
ερπητικής	adj	γενική ενικού του ερπητική
ερπητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερπητικός
ερπητικού	adj	γενική ενικού του ερπητικός
ερπητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερπητικός
ερπητικό	adj	αιτιατική ενικού του ερπητικός
ερπητικός	adj	που έχει σχέση με τον έπρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ερπητικών	adj	γενική πληθυντικού του ερπητικός
ερπουσών	=	έρπων
ερπούσης	=	έρπων
ερπυσμέ	noun	κλητική ενικού του ερπυσμός
ερπυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερπυσμός
ερπυσμού	noun	γενική ενικού του ερπυσμός
ερπυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερπυσμός
ερπυσμό	noun	αιτιατική ενικού του ερπυσμός
ερπυσμός	noun	φαινόμενο κατά το οποίο ένα στερεό σώμα, στο οποίο ασκείται μια σταθερή δύναμη, παραμορφώνεται αργά και σταθερά
ερπυσμών	noun	γενική πληθυντικού του ερπυσμός
ερπυστριοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερπυστριοφόρο
ερπυστριοφόρας	=	ερπυστριοφόρος
ερπυστριοφόρε	=	ερπυστριοφόρος
ερπυστριοφόρες	=	ερπυστριοφόρος
ερπυστριοφόρο	noun	το όχημα που φέρει ερπύστριες
ερπυστριοφόροι	=	ερπυστριοφόρος
ερπυστριοφόρος	adj	που κινείται πάνω σε ερπύστριες
ερπυστριοφόρου	noun	γενική ενικού του ερπυστριοφόρο
ερπυστριοφόρους	=	ερπυστριοφόρος
ερπυστριοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ερπυστριοφόρο
ερπυστριών	noun	γενική πληθυντικού του ερπύστρια
ερπόντων	=	έρπων
ερπύστρια	noun	τεχνολογία αρθρωτού μεταλλικού ιμάντα που περιβάλλει ένα υλικό: π.χ. στην αυτοκίνηση περικλείει όλους μαζί τους τροχούς της κάθε πλευράς ενός οχήματος και το διευκολύνει έτσι να κινείται σε ανώμαλο ή γενικά ακατάλληλο έδαφος, ενώ στην καλωδίωση χρησιμεύει στη μετακίνηση καλωδίων.
ερπύστριας	noun	γενική ενικού του ερπύστρια
ερπύστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερπύστρια
ερρέτω	verb|archaic	να λείπει!, ας χαθεί, στα κομμάτια!
ερρίφθην	=	ρίπτω
ερρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερρωμένο
ερρωμένε	verb	κλητική ενικού του ερρωμένος
ερρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερρωμένη
ερρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερρωμένος
ερρωμένης	verb	γενική ενικού του ερρωμένη
ερρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερρωμένος
ερρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερρωμένος
ερρωμένος	verb|formal	ρωμαλέος, στιβαρός, εύρωστος, σφριγηλός
ερρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερρωμένος
ερρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερρωμένος
ερρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερρωμένος
ερρωμένως	adv	με δύναμη, θάρρος, ανδρεία, αποφασιστικότητα, σθένος
ερρύθμως	adv|dated	ρυθμικά, με ρυθμό
ερτ	abbrev	ελληνικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας
ερτζιανά	noun	η ραδιοφωνία (τα ραδιοφωνικά κύματα)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ερτζιανός
ερτζιανέ	adj	κλητική ενικού του ερτζιανός
ερτζιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερτζιανή
ερτζιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερτζιανός
ερτζιανής	adj	γενική ενικού του ερτζιανή
ερτζιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερτζιανός
ερτζιανού	adj	γενική ενικού του ερτζιανός
ερτζιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερτζιανός
ερτζιανό	adj	αιτιατική ενικού του ερτζιανός
ερτζιανός	adj	σχετικός με τα ραδιοηλεκτρικά κύματα
ερτζιανών	adj	γενική πληθυντικού του ερτζιανός
ερυγές	=	ερυγή
ερυγή	noun|formal	το ρέψιμο
ερυγής	=	ερυγή
ερυγών	=	ερυγή
ερυθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερύθημα
ερυθήματος	noun	γενική ενικού του ερύθημα
ερυθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ερύθημα
ερυθηματωδών	=	ερυθηματώδης
ερυθηματώδεις	=	ερυθηματώδης
ερυθηματώδες	=	ερυθηματώδης
ερυθηματώδη	=	ερυθηματώδης
ερυθηματώδης	adj|formal	που είναι γεμάτος ερυθήματα
ερυθηματώδους	=	ερυθημετώδες
ερυθημετώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ερυθηματώδης
ερυθρά	adj|formal	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθρός	noun	λοιμώδης νόσος, κατά την οποία εμφανίζονται εξανθήματα στον ασθενή
ερυθράς	=	ερυθρός
ερυθρέ	adj	κλητική ενικού του ερυθρός
ερυθρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρή
ερυθρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθρός
ερυθρής	adj	γενική ενικού του ερυθρή
ερυθρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθρίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερυθριάζω
ερυθρίασης	=	ερυθρίαση
ερυθρίασμα	noun	κοκκίνισμα
ερυθραιμία	noun	κατάσταση του οργανισμού κατά την οποία παρατηρείται αυξημένος αιματοκρίτης ή αυξημένη αιμοσφαιρίνη
ερυθραιμίας	noun	γενική ενικού του ερυθραιμία
ερυθραιμίες	=	ερυθραιμία
ερυθραιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ερυθραιμία
ερυθραϊκά	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκέ	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκές	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκή	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ερυθραϊκή) του ερυθραϊκός
ερυθραϊκοί	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκού	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκούς	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκό	=	ερυθραϊκός
ερυθραϊκός	adj	ο σχετικός με την Ερυθραία
ερυθραϊκών	=	ερυθραϊκός
ερυθρελάτες	=	ερυθρελάτη
ερυθρελάτη	noun	υψηλό δέντρο (Picea abies) της οικογένειας ελατίδες, που ανήκει στο γένος Πικέα (Picea)
ερυθρελάτης	=	ερυθρελάτη
ερυθρελατών	=	ερυθρελάτη
ερυθριάζω	verb|rare	άλλη μορφή του ερυθριώ: κοκκινίζω
ερυθριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρίαση
ερυθριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάσεων	=	ερυθρίαση
ερυθριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρίασμα
ερυθριάσματος	noun	γενική ενικού του ερυθρίασμα
ερυθριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερυθριώ
ερυθριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ερυθρίασμα
ερυθριτολών	=	ερυθριτόλη
ερυθριτόλες	=	ερυθριτόλη
ερυθριτόλη	noun	οργανική ένωση που χρησιμοποιείται ως πρόσθετο τροφίμων και ως υποκατάστατο ζάχαρης
ερυθριτόλης	=	ερυθριτόλη
ερυθριώ	verb	κοκκινίζω, η όψη μου αποκτά κόκκινο χρώμα, ερυθρό, πιθανόν λόγω κάποιου συναισθήματος
ερυθροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερυθρός
ερυθροδέρμου	noun	γενική ενικού του ερυθρόδερμος
ερυθροδέρμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερυθρόδερμος
ερυθροδέρμων	noun	γενική πληθυντικού του ερυθρόδερμος
ερυθροδιολών	=	ερυθροδιόλη
ερυθροδιόλες	=	ερυθροδιόλη
ερυθροδιόλη	noun	τερπενική αλκοόλη που βρίσκεται στο ελαιόλαδο
ερυθροδιόλης	=	ερυθροδιόλη
ερυθροειδές	=	ερυθροειδής
ερυθροειδή	=	ερυθροειδής
ερυθροειδής	adj	κοκκινωπός
ερυθροειδείς	=	ερυθροειδής
ερυθροειδούς	=	ερυθροειδής
ερυθροειδών	=	ερυθροειδής
ερυθροκάστανα	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανε	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανες	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανη	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανης	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανο	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανοι	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανος	adj	που έχει απόχρωση μεταξύ κόκκινου και καστανού χρώματος
ερυθροκάστανου	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανους	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκάστανων	=	ερυθροκάστανος
ερυθροκυττάρου	noun	γενική ενικού του ερυθροκύτταρο
ερυθροκυττάρων	noun	γενική πληθυντικού του ερυθροκύτταρο
ερυθροκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθροκύτταρο
ερυθροκύτταρο	noun	το ερυθρό αιμοσφαίριο
ερυθροκύτταρου	=	ερυθροκύτταρο
ερυθροποίηση	noun	η διαδικασία παραγωγής ωρίμων ερυθροκυττάρων στο μυελό των οστών
ερυθροποίησης	noun	γενική ενικού του ερυθροποίηση
ερυθροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθροποίηση
ερυθροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερυθροποίηση
ερυθροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερυθροποίηση
ερυθροποιητίνες	=	ερυθροποιητίνη
ερυθροποιητίνη	noun	ορμόνη που εκκρίνεται από τα νεφρά και απελευθερώνεται στο αίμα, συμβάλλοντας στην παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων (ερυθροκυττάρων) στο μυελό των οστών
ερυθροποιητίνης	=	ερυθροποιητίνη
ερυθροποιητινών	=	ερυθροποιητίνη
ερυθροσταυρίτες	=	ερυθροσταυρίτης
ερυθροσταυρίτη	=	ερυθροσταυρίτης
ερυθροσταυρίτης	noun	γιατρός που εργάζεται στον Ερυθρό Σταυρό
ερυθροσταυρίτισσας	noun	γενική ενικού του ερυθροσταυρίτισσα
ερυθροσταυρίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθροσταυρίτισσα
ερυθροσταυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθροσταυρικό
ερυθροσταυρικέ	adj	κλητική ενικού του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθροσταυρική
ερυθροσταυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυρικής	adj	γενική ενικού του ερυθροσταυρική
ερυθροσταυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυρικού	adj	γενική ενικού του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυρικό	adj	αιτιατική ενικού του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυρικός	adj	που έχει σχέση με τον Ερυθρό Σταυρό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ερυθροσταυρικών	adj	γενική πληθυντικού του ερυθροσταυρικός
ερυθροσταυριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ερυθροσταυρίτισσα
ερυθροσταυριτών	=	ερυθροσταυρίτης
ερυθροτήτων	=	ερυθρότητα
ερυθροφρουρέ	=	ερυθροφρουρός
ερυθροφρουροί	=	ερυθροφρουρός
ερυθροφρουρού	=	ερυθροφρουρός
ερυθροφρουρούς	=	ερυθροφρουρός
ερυθροφρουρό	=	ερυθροφρουρός
ερυθροφρουρός	noun	ονομασία των μελών της οργάνωσης νεολαίας στην κομμουνιστική Κίνα την περίοδο της δεκαετίας του 1960
ερυθροφρουρών	=	ερυθροφρουρός
ερυθρού	adj	γενική ενικού του ερυθρός
ερυθρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερυθρός
ερυθρωμάτων	=	ερύθρωμα
ερυθρωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρωπό	adv	σε ερυθρωπή απόχρωση
ερυθρωπέ	adj	κλητική ενικού του ερυθρωπός
ερυθρωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρωπή
ερυθρωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθρωπός
ερυθρωπής	adj	γενική ενικού του ερυθρωπή
ερυθρωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερυθρωπός
ερυθρωπού	adj	γενική ενικού του ερυθρωπός
ερυθρωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερυθρωπός
ερυθρωπό	adj	αιτιατική ενικού του ερυθρωπός
ερυθρωπός	adj|formal	που έχει χρώμα κοντά στο κόκκινο, στο ερυθρό
ερυθρωπών	adj	γενική πληθυντικού του ερυθρωπός
ερυθρό	adj	αιτιατική ενικού του ερυθρός	noun	συνώνυμο του κόκκινο
ερυθρόδανα	=	ερυθρόδανο
ερυθρόδανο	noun	φυτό του είδους Rubia tinctorum, που καλλιεργείται ή συλλέγεται κυρίως για τις ρίζες του, από τις οποίες παράγεται κόκκινη χρωστική
ερυθρόδανου	=	ερυθρόδανο
ερυθρόδανων	=	ερυθρόδανο
ερυθρόδερμε	noun	κλητική ενικού του ερυθρόδερμος
ερυθρόδερμες	=	ερυθρόδερμη
ερυθρόδερμη	noun	θηλυκό του ερυθρόδερμος
ερυθρόδερμης	=	ερυθρόδερμη
ερυθρόδερμο	noun	αιτιατική ενικού του ερυθρόδερμος
ερυθρόδερμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερυθρόδερμος
ερυθρόδερμος	adj	Ινδιάνος
ερυθρόδερμου	noun	γενική ενικού του ερυθρόδερμος
ερυθρόδερμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερυθρόδερμος
ερυθρόδερμων	noun	γενική πληθυντικού του ερυθρόδερμος
ερυθρόλαιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρόλαιμο
ερυθρόλαιμε	adj	κλητική ενικού του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλαιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρόλαιμη
ερυθρόλαιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλαιμης	adj	γενική ενικού του ερυθρόλαιμη
ερυθρόλαιμο	adj	αιτιατική ενικού του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλαιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλαιμος	adj	που έχει ερυθρό λαιμό
ερυθρόλαιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλαιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλαιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερυθρόλαιμος
ερυθρόλευκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκε	adj	κλητική ενικού του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκο	adj	αιτιατική ενικού του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκος	adj	που έχει ερυθρό και λευκό χρώμα
ερυθρόλευκου	adj	γενική ενικού του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερυθρόλευκος
ερυθρόλευκων	adj	γενική πληθυντικού του ερυθρόλευκος
ερυθρόμορφα	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφε	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφες	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφη	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφης	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφο	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφοι	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφος	adj	αγγειογραφία με ερυθρές, κοκκινωπές μορφές πάνω σε μαύρο φόντο
ερυθρόμορφου	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφους	=	ερυθρόμορφος
ερυθρόμορφων	=	ερυθρόμορφος
ερυθρός	adj|formal	κυρίως σε εκφράσεις, επίσημες ονομασίες
ερυθρότητα	noun	κοκκίνισμα
ερυθρότητας	noun	γενική ενικού του ερυθρότητα
ερυθρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερυθρότητα
ερυθρώματα	=	ερύθρωμα
ερυθρώματος	=	ερύθρωμα
ερυθρών	adj	γενική πληθυντικού του ερυθρός
ερυσίπελας	noun	λοιμώδης νόσος με εξάνθημα την πρώτη και δεύτερη ημέρα, πρόκειται για σοβαρή λοίμωξη του δέρματος και των υποδόριων ιστών από στρεπτόκοκκο που προκαλεί ερυθρό εξάνθημα, κυρίως στο πρόσωπο
ερυσιπέλατος	=	ερυσίπελας
ερχομέ	noun	κλητική ενικού του ερχομός
ερχομένη	=	ερχόμενη
ερχομένης	=	ερχόμενης
ερχομένου	=	ερχόμενου
ερχομένους	=	ερχόμενους
ερχομένων	=	ερχόμενων
ερχομοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερχομός
ερχομού	noun	γενική ενικού του ερχομός
ερχομούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερχομός
ερχομό	noun	αιτιατική ενικού του ερχομός
ερχομός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του έρχομαι
ερχομών	noun	γενική πληθυντικού του ερχομός
ερχόμασταν	=	έρχομαι
ερχόμαστε	=	έρχομαι
ερχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερχόμενο
ερχόμενε	verb	κλητική ενικού του ερχόμενος
ερχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερχόμενη
ερχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερχόμενος
ερχόμενης	verb	γενική ενικού του ερχόμενη
ερχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ερχόμενος
ερχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερχόμενος
ερχόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος έρχομαι
ερχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερχόμενος
ερχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερχόμενος
ερχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερχόμενος
ερχόμουν	=	έρχομαι
ερχόμουνα	=	έρχομαι
ερχόντουσαν	=	έρχομαι
ερχόσασταν	=	έρχομαι
ερχόσαστε	=	έρχομαι
ερχόσουν	=	έρχομαι
ερχόσουνα	=	έρχομαι
ερχόταν	=	έρχομαι
ερχότανε	=	έρχομαι
ερωδιέ	noun	κλητική ενικού του ερωδιός
ερωδιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωδιός
ερωδιού	noun	γενική ενικού του ερωδιός
ερωδιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερωδιός
ερωδιό	noun	αιτιατική ενικού του ερωδιός
ερωδιός	noun	πτηνό που ανήκει στην οικογένεια Ερωδιίδες (Ardeidae) και στην τάξη Πελαργόμορφα (Ciconiiformes).
ερωδιών	noun	γενική πληθυντικού του ερωδιός
ερωμένε	noun	κλητική ενικού του ερωμένος
ερωμένες	=	ερωμένη
ερωμένη	noun	η γυναίκα που διατηρεί ερωτική σχέση, συνήθως με έγγαμμο
ερωμένης	=	ερωμένη
ερωμένο	noun	αιτιατική ενικού του ερωμένος
ερωμένοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωμένος
ερωμένος	noun	ο εραστής
ερωμένου	noun	γενική ενικού του ερωμένος
ερωμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερωμένος
ερωμένων	noun	γενική πληθυντικού του ερωμένος
ερωτά	=	ερωτώ
ερωτάει	=	ερωτώ
ερωτάμε	=	ερωτώ
ερωτάν	=	ερωτώ
ερωτάνε	=	ερωτώ
ερωτάς	=	ερωτώ
ερωτάσαι	=	ερωτώ
ερωτάσθε	=	ερωτώ
ερωτάστε	=	ερωτώ
ερωτάται	=	ερωτώ
ερωτάτε	=	ερωτώ
ερωτάτο	=	ερωτώ
ερωτάω	=	ερωτώ
ερωτήθηκα	=	ερωτώ
ερωτήθηκαν	=	ερωτώ
ερωτήθηκε	=	ερωτώ
ερωτήθηκες	=	ερωτώ
ερωτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερώτημα
ερωτήματος	noun	γενική ενικού του ερώτημα
ερωτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσαν	=	ερωτώ
ερωτήσανε	=	ερωτώ
ερωτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερώτηση
ερωτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερώτηση
ερωτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερώτηση
ερωτήσου	=	ερωτώ
ερωτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσουνε	=	ερωτώ
ερωτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερωταπαντήσεις	noun|formal	ερωτήσεις μαζί με τις απαντήσεις τους
ερωταπαντήσεων	=	ερωταπαντήσεις
ερωταποκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωταπόκριση
ερωταποκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερωταπόκριση
ερωταποκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερωταπόκριση
ερωταπόκριση	noun	διάλογος με ερώτηση και απόκριση / απάντηση
ερωταπόκρισης	noun	γενική ενικού του ερωταπόκριση
ερωτευθήκαμε	=	ερωτεύομαι
ερωτευθήκαν	=	ερωτεύομαι
ερωτευθήκανε	=	ερωτεύομαι
ερωτευθήκατε	=	ερωτεύομαι
ερωτευθεί	=	ερωτεύομαι
ερωτευθείς	=	ερωτεύομαι
ερωτευθείτε	=	ερωτεύομαι
ερωτευθούμε	=	ερωτεύομαι
ερωτευθούν	=	ερωτεύομαι
ερωτευθούνε	=	ερωτεύομαι
ερωτευθώ	=	ερωτεύομαι
ερωτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτευμένο
ερωτευμένε	verb	κλητική ενικού του ερωτευμένος
ερωτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτευμένη
ερωτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτευμένος
ερωτευμένης	verb	γενική ενικού του ερωτευμένη
ερωτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερωτευμένος
ερωτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτευμένος
ερωτευμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτευμένος
ερωτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερωτευμένος
ερωτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτευμένος
ερωτευμενάκι	noun|rare	υποκοριστικό του ερωτευμένος
ερωτευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτήκαν	=	ερωτεύομαι
ερωτευτήκανε	=	ερωτεύομαι
ερωτευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευτούνε	=	ερωτεύομαι
ερωτευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτευόμασταν	=	ερωτεύομαι
ερωτευόμαστε	=	ερωτεύομαι
ερωτευόμουν	=	ερωτεύομαι
ερωτευόμουνα	=	ερωτεύομαι
ερωτευόντουσαν	=	ερωτεύομαι
ερωτευόσασταν	=	ερωτεύομαι
ερωτευόσαστε	=	ερωτεύομαι
ερωτευόσουν	=	ερωτεύομαι
ερωτευόσουνα	=	ερωτεύομαι
ερωτευόταν	=	ερωτεύομαι
ερωτευότανε	=	ερωτεύομαι
ερωτεύεσαι	=	ερωτεύομαι
ερωτεύεστε	=	ερωτεύομαι
ερωτεύεται	=	ερωτεύομαι
ερωτεύθηκα	=	ερωτεύομαι
ερωτεύθηκαν	=	ερωτεύομαι
ερωτεύθηκε	=	ερωτεύομαι
ερωτεύθηκες	=	ερωτεύομαι
ερωτεύομαι	verb	καταλαμβάνομαι από ερωτικό συναίσθημα
ερωτεύονται	=	ερωτεύομαι
ερωτεύονταν	=	ερωτεύομαι
ερωτεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτεύσιμο
ερωτεύσιμε	adj	κλητική ενικού του ερωτεύσιμος
ερωτεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτεύσιμη
ερωτεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτεύσιμος
ερωτεύσιμης	adj	γενική ενικού του ερωτεύσιμη
ερωτεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ερωτεύσιμος
ερωτεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτεύσιμος
ερωτεύσιμος	adj	που είναι δυνατόν ή αξίζει να τον ερωτευτούν
ερωτεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτεύσιμος
ερωτεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερωτεύσιμος
ερωτεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτεύσιμος
ερωτεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτεύομαι
ερωτηθήκαμε	=	ερωτώ
ερωτηθήκαν	=	ερωτώ
ερωτηθήκανε	=	ερωτώ
ερωτηθήκατε	=	ερωτώ
ερωτηθεί	=	ερωτώ
ερωτηθείς	=	ερωτώ
ερωτηθείτε	=	ερωτώ
ερωτηθούμε	=	ερωτώ
ερωτηθούν	=	ερωτώ
ερωτηθούνε	=	ερωτώ
ερωτηθώ	=	ερωτώ
ερωτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ερώτημα
ερωτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτημένο
ερωτημένε	verb	κλητική ενικού του ερωτημένος
ερωτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτημένη
ερωτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτημένος
ερωτημένης	verb	γενική ενικού του ερωτημένη
ερωτημένο	verb	αιτιατική ενικού του ερωτημένος
ερωτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτημένος
ερωτημένος	verb	που έχει ερωτηθεί
ερωτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτημένος
ερωτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερωτημένος
ερωτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτημένος
ερωτηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτηματικό	adv	με ερωτηματικό τρόπο
ερωτηματικέ	adj	κλητική ενικού του ερωτηματικός
ερωτηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτηματική
ερωτηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτηματικός
ερωτηματικής	adj	γενική ενικού του ερωτηματική
ερωτηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτηματικός
ερωτηματικού	adj	γενική ενικού του ερωτηματικός
ερωτηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερωτηματικός
ερωτηματικό	noun	σημείο στίξης που χρησιμοποιείται στο τέλος της πρότασης για να δείξει ότι η πρόταση είναι ερωτηματική	adj	αιτιατική ενικού του ερωτηματικός
ερωτηματικός	adj	που κάνει ή περιέχει μια ερώτηση
ερωτηματικών	adj	γενική πληθυντικού του ερωτηματικός
ερωτηματοθέτες	=	ερωτηματοθέτης
ερωτηματοθέτη	=	ερωτηματοθέτης
ερωτηματοθέτης	noun	κάποιος που θέτει ερωτήματα
ερωτηματοθέτηση	noun	η ενέργεια του ερωτηματοθέτη
ερωτηματοθέτησης	noun	γενική ενικού του ερωτηματοθέτηση
ερωτηματοθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτηματοθέτηση
ερωτηματοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ερωτηματοθέτηση
ερωτηματοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ερωτηματοθέτηση
ερωτηματοθετών	=	ερωτηματοθέτης
ερωτηματολογίου	noun	γενική ενικού του ερωτηματολόγιο
ερωτηματολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ερωτηματολόγιο
ερωτηματολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτηματολόγιο
ερωτηματολόγιο	noun	το έντυπο με ερωτήσεις που απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό και αποσκοπεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων
ερωτηματολόγιου	=	ερωτηματολόγιο
ερωτηματολόγιων	=	ερωτηματολόγιο
ερωτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτητικό
ερωτητικέ	adj	κλητική ενικού του ερωτητικός
ερωτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτητική
ερωτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτητικός
ερωτητικής	adj	γενική ενικού του ερωτητική
ερωτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτητικός
ερωτητικού	adj	γενική ενικού του ερωτητικός
ερωτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερωτητικός
ερωτητικό	adj	αιτιατική ενικού του ερωτητικός
ερωτητικός	adj	αυτός, -η, -ο που έχει χαρακτήρα ερώτησης
ερωτητικών	adj	γενική πληθυντικού του ερωτητικός
ερωτιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτιάρης
ερωτιάρας	adj	γενική ενικού του ερωτιάρα
ερωτιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτιάρα
ερωτιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ερωτιάρης
ερωτιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτιάρης
ερωτιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ερωτιάρης
ερωτιάρης	adj	που ερωτεύεται συχνά ή προκαλεί ανάλογα αισθήματα
ερωτιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτιάρικο	adv	με ερωτιάρικο τρόπο
ερωτιάρικε	adj	κλητική ενικού του ερωτιάρικος
ερωτιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτιάρικη
ερωτιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτιάρικος
ερωτιάρικης	adj	γενική ενικού του ερωτιάρικη
ερωτιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ερωτιάρης
ερωτιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτιάρικος
ερωτιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον ερωτιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ερωτιάρικου	adj	γενική ενικού του ερωτιάρικο
ερωτιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερωτιάρικος
ερωτιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ερωτιάρικο
ερωτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτιά
ερωτιδέα	=	ερωτιδέας
ερωτιδέας	noun	ο αρχαίος θεός Έρωτας στην παιδική του ηλικία
ερωτιδέων	=	ερωτιδέας
ερωτιδέως	=	ερωτιδέας
ερωτιδείς	=	ερωτιδέας
ερωτιδεύς	noun|archaic	λόγια μορφή του ερωτιδέας
ερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτικό	adv	με ερωτικό τρόπο
ερωτικέ	adj	κλητική ενικού του ερωτικός
ερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτική
ερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτικός
ερωτικής	adj	γενική ενικού του ερωτική
ερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτικός
ερωτικού	adj	γενική ενικού του ερωτικός
ερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερωτικός
ερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ερωτικός
ερωτικός	adj	σχετικός με τον έρωτα
ερωτικότατα	=	ερωτικός
ερωτικότατε	=	ερωτικός
ερωτικότατες	=	ερωτικός
ερωτικότατη	=	ερωτικός
ερωτικότατης	=	ερωτικός
ερωτικότατο	=	ερωτικός
ερωτικότατοι	=	ερωτικός
ερωτικότατος	=	ερωτικός
ερωτικότατου	=	ερωτικός
ερωτικότατους	=	ερωτικός
ερωτικότατων	=	ερωτικός
ερωτικότερα	=	ερωτικός
ερωτικότερε	=	ερωτικός
ερωτικότερες	=	ερωτικός
ερωτικότερη	=	ερωτικός
ερωτικότερης	=	ερωτικός
ερωτικότερο	=	ερωτικός
ερωτικότεροι	=	ερωτικός
ερωτικότερος	=	ερωτικός
ερωτικότερου	=	ερωτικός
ερωτικότερους	=	ερωτικός
ερωτικότερων	=	ερωτικός
ερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ερωτικός
ερωτικώς	adv|dated	ερωτικά
ερωτισμέ	noun	κλητική ενικού του ερωτισμός
ερωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτισμός
ερωτισμού	noun	γενική ενικού του ερωτισμός
ερωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερωτισμός
ερωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ερωτισμός
ερωτισμός	noun	στοιχεία που δείχνουν ή δημιουργούν ερωτική διάθεση
ερωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ερωτισμός
ερωτογένεια	noun	η ιδιότητα του ερωτογενούς
ερωτογένειας	=	ερωτογένεια
ερωτογένειες	=	ερωτογένεια
ερωτογενές	=	ερωτογενής
ερωτογενή	=	ερωτογενής
ερωτογενής	adj	που σχετίζεται με σημείο ή περιοχή του σώματος με αυξημένη ευαισθησία, του οποίου η διέγερση μπορεί να διεγείρει τον ερωτισμό
ερωτογενείς	=	ερωτογενής
ερωτογενειών	=	ερωτογένεια
ερωτογενούς	=	ερωτογενής
ερωτογενών	=	ερωτογενής
ερωτογόνα	=	ερωτογόνος
ερωτογόνας	=	ερωτογόνος
ερωτογόνε	=	ερωτογόνος
ερωτογόνες	=	ερωτογόνος
ερωτογόνο	=	ερωτογόνος
ερωτογόνοι	=	ερωτογόνος
ερωτογόνος	adj	άλλη μορφή του ερωτογενής
ερωτογόνου	=	ερωτογόνος
ερωτογόνους	=	ερωτογόνος
ερωτογόνων	=	ερωτογόνος
ερωτοδαρμένα	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένε	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένες	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένη	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένης	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένο	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένοι	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένος	verb|literary	που έχει χτυπηθεί, κυριευθεί ή πληγωθεί από τον έρωτα
ερωτοδαρμένου	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένους	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδαρμένων	=	ερωτοδαρμένος
ερωτοδουλειά	noun	ερωτική σχέση ή κατάσταση (ενίοτε με μυστική ή πονηρή διάσταση)
ερωτοδουλειάς	noun	γενική ενικού του ερωτοδουλειά
ερωτοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτοδουλειά
ερωτοδουλειών	=	ερωτοδουλειά
ερωτομανές	=	ερωτομανής
ερωτομανή	=	ερωτομανής
ερωτομανής	adj	που επιδιώκει με μανία τα έντονα συναισθήματα του πρώτου σταδίου των σχέσεων
ερωτομανία	noun	ψυχωτική κατάσταση κατά την οποία ο πάσχων έχει τη μόνιμη ψευδαίσθηση ότι αγαπιέται από ένα άλλο πρόσωπο
ερωτομανίας	=	ερωτομανία
ερωτομανίες	=	ερωτομανία
ερωτομανείς	=	ερωτομανής
ερωτομανιών	=	ερωτομανία
ερωτομανούς	=	ερωτομανής
ερωτομανών	=	ερωτομανής
ερωτοπάλεμα	noun|figurative	ερωτική πάλη (Χρειάζεται επεξεργασία)
ερωτοπαθές	=	ερωτοπαθής
ερωτοπαθή	=	ερωτοπαθής
ερωτοπαθής	adj	αυτός που πάσχει από τον έρωτα, ο ερωτοχτυπημένος
ερωτοπαθείς	=	ερωτοπαθής
ερωτοπαθούς	=	ερωτοπαθής
ερωτοπαθών	=	ερωτοπαθής
ερωτοπαλέματα	=	ερωτοπάλεμα
ερωτοπονεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτοπονεμένο
ερωτοπονεμένε	verb	κλητική ενικού του ερωτοπονεμένος
ερωτοπονεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτοπονεμένη
ερωτοπονεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτοπονεμένος
ερωτοπονεμένης	verb	γενική ενικού του ερωτοπονεμένη
ερωτοπονεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ερωτοπονεμένος
ερωτοπονεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτοπονεμένος
ερωτοπονεμένος	verb	που το έχει προκαλέσει ψυχικο πόνο ο έρωτας
ερωτοπονεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτοπονεμένος
ερωτοπονεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερωτοπονεμένος
ερωτοπονεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτοπονεμένος
ερωτοτροπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσαν	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσανε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήστε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτροπία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ερωτοτροπώ
ερωτοτροπίας	noun	γενική ενικού του ερωτοτροπία
ερωτοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτοτροπία
ερωτοτροπεί	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπείς	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπείτε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του ερωτοτροπία
ερωτοτροπούμε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούν	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούνε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσα	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσαμε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσαν	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσανε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσατε	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού ενεργητικού παρατατικού του ερωτοτροπώ
ερωτοτροπούσες	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτροπώ	verb	φλερτάρω
ερωτοτροπώντας	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτρόπει	=	ερωτοτροπώ
ερωτοτρόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτρόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτρόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοτρόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτοτροπώ
ερωτοχτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτοχτυπημένο
ερωτοχτυπημένε	verb	κλητική ενικού του ερωτοχτυπημένος
ερωτοχτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτοχτυπημένη
ερωτοχτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτοχτυπημένος
ερωτοχτυπημένης	verb	γενική ενικού του ερωτοχτυπημένη
ερωτοχτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του ερωτοχτυπημένος
ερωτοχτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτοχτυπημένος
ερωτοχτυπημένος	verb	ο πολύ ερωτευμένος
ερωτοχτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτοχτυπημένος
ερωτοχτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερωτοχτυπημένος
ερωτοχτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτοχτυπημένος
ερωτούμε	=	ερωτώ
ερωτούν	=	ερωτώ
ερωτούνε	=	ερωτώ
ερωτούσα	=	ερωτώ
ερωτούσαμε	=	ερωτώ
ερωτούσαν	=	ερωτώ
ερωτούσανε	=	ερωτώ
ερωτούσατε	=	ερωτώ
ερωτούσε	=	ερωτώ
ερωτούσες	=	ερωτώ
ερωτόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτόληπτο
ερωτόληπτε	adj	κλητική ενικού του ερωτόληπτος
ερωτόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτόληπτη
ερωτόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτόληπτος
ερωτόληπτης	adj	γενική ενικού του ερωτόληπτη
ερωτόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ερωτόληπτος
ερωτόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτόληπτος
ερωτόληπτος	adj|formal	που έχει καταληφθεί από έρωτα, που ο έρωτας του έχει γίνει αρρώστια
ερωτόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτόληπτος
ερωτόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ερωτόληπτος
ερωτόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτόληπτος
ερωτόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ερωτόλογο
ερωτόλογο	noun	λόγος / λόγια με τα οποία εκφράζεται ο έρωτας σε κάποια ή κάποιον
ερωτόλογου	=	ερωτόλογο
ερωτόλογων	=	ερωτόλογο
ερωτόμαστε	=	ερωτώ
ερωτόπαθα	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθε	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθες	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθη	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθης	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθο	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθοι	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθος	adj	ερωτοχτυπημένος, επιρρεπής στον έρωτα
ερωτόπαθου	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθους	=	ερωτόπαθος
ερωτόπαθων	=	ερωτόπαθος
ερωτόπληκτα	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτε	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτες	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτη	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτης	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτο	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτοι	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτος	adj|formal	ο ερωτοχτυπημένος
ερωτόπληκτου	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτους	=	ερωτόπληκτος
ερωτόπληκτων	=	ερωτόπληκτος
ερωτύλε	noun	κλητική ενικού του ερωτύλος
ερωτύλο	noun	αιτιατική ενικού του ερωτύλος
ερωτύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτύλος
ερωτύλος	noun	αυτός που του αρέσει να ερωτοτροπεί
ερωτύλου	noun	γενική ενικού του ερωτύλος
ερωτύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ερωτύλος
ερωτύλων	noun	γενική πληθυντικού του ερωτύλος
ερωτώ	verb|formal	άλλη μορφή του ρωτώ
ερωτώμαι	=	ερωτώ
ερωτώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτώμενο
ερωτώμενε	verb	κλητική ενικού του ερωτώμενος
ερωτώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ερωτώμενη
ερωτώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ερωτώμενος
ερωτώμενης	verb	γενική ενικού του ερωτώμενη
ερωτώμενο	verb	αιτιατική ενικού του ερωτώμενος
ερωτώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ερωτώμενος
ερωτώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ερωτώ
ερωτώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ερωτώμενος
ερωτώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ερωτώμενος
ερωτώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ερωτώμενος
ερωτώνται	=	ερωτώ
ερωτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ερωτώ
ερωτώντο	=	ερωτώ
ερύθημα	noun|formal	το κοκκίνισμα της επιδερμίδας στο πρόσωπο ή στο σώμα, που οφείλεται σε διάφορα αίτια
ερύθρωμα	noun	δερματική νόσος, μώλωπας
ερώμαι	verb|formal	αγαπώ
ερώτα	=	ερωτώ
ερώταγε	=	ερωτώ
ερώτημα	noun	ερώτηση
ερώτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερώτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερώτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερώτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ερωτώ
ερώτηση	noun	η πράξη ή το αποτέλεσμα του να ρωτάμε
ερώτησης	noun	γενική ενικού του ερώτηση
ερώτου	=	έρως
ερώτων	noun	γενική πληθυντικού του έρωτας
ες	prep|archaic	άλλη μορφή του εις
ες-ες	noun	παραστρατιωτική οργάνωση του ναζιστικού καθεστώτος, που λειτουργούσε ως προσωπική φρουρά του Χίτλερ και συμμετείχε στην καταστολή, στις διώξεις και στην εφαρμογή της ναζιστικής πολιτικής
εσάνς	noun	συμπυκνωμένη αρωματική ουσία σε μορφή ελαίου ή σκόνης που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αρωμάτων αλλά και γλυκισμάτων
εσάρπα	noun	γυναικείο ρούχο φτιαγμένο από πλεκτό ύφασμα, συχνά σε σχήμα τριγώνου, που φοριέται πάνω σε μπλούζα, φόρεμα κλπ. και καλύπτει την πλάτη και τους ώμους
εσάρπας	noun	γενική ενικού του εσάρπα
εσάρπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσάρπα
εσάς	pron	γενική πληθυντικού του εσύ
εσέ	pron	άλλη μορφή του εσένα
εσένα	pron	γενική ενικού του εσύ
εσένανε	pron|vulgar	άλλη μορφή του εσένα
εσαεί	adv	για πάντα, αιώνια
εσαεα	abbrev	Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες: τριτοβάθμια συνομοσπονδία που εκπροσωπεί και προασπίζει τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και των οργανώσεών τους στην Ελλάδα
εσαλεύτηκα	=	σαλεύγω
εσαλότ	noun	βολβός κρεμμυδιού με μικρό μέγεθος και ήπια, αρωματική γεύση, που χρησιμοποιείται ως λαχανικό και καρύκευμα, ιδίως στη γαλλική κουζίνα
εσαμεα	abbrev	Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία: τριτοβάθμια συνομοσπονδία που εκπροσωπεί και προασπίζει τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και των οργανώσεών τους στην Ελλάδα
εσαπ	abbrev	Ένωση Σωματείων Αμειβομένων Πετοσφαιριστών: ένωση που διοργανώνει και εκπροσωπεί τα σωματεία της επαγγελματικής πετοσφαίρισης στην Ελλάδα
εσατ	abbrev	συνδικαλιστική ένωση συντακτών εφημερίδων της Αθήνας
εσατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσατζής
εσατζής	noun	παλαιότερη ονομασία του στρατονόμου είτε αξιωματικού είτε οπλίτη που υπηρετούσε σε κλιμάκια της στρατιωτικής αστυνομίας
εσδα	abbrev	Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: διεθνής σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες του ανθρώπου και προστατεύει την εφαρμογή τους
εσδδα	abbrev	Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης: ελληνικό κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που καταρτίζει και επιμορφώνει στελέχη της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης
εσδυ	abbrev	Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας: ανώτατος εκπαιδευτικός φορέας που επικεντρώθηκε στην προαγωγή της δημόσιας υγείας και της διοίκησης υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα
εσε	abbrev	Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εργαζομένων: όργανο εκπροσώπησης και ενημέρωσης των εργαζομένων σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη
εσείς	pron	προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: αναφέρεται στους συνομιλητές
εσεε	abbrev	Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας ή Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου: τριτοβάθμια συνομοσπονδία που εκπροσωπεί, προασπίζει και προωθεί τα συμφέροντα του ελληνικού εμπορίου και της επιχειρηματικότητας
εσεκ	abbrev	Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα
εσεκααδ	abbrev	Εθνικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού: (παρωχημένο) γνωμοδοτικό όργανο του Υπουργείου Παιδείας που δημιουργήθηκε το 2017 στη θέση του παλαιότερου ΕΣΥΠ, με σκοπό τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας
εσεμές	noun	σύντομο κειμενικό μήνυμα που αποστέλλεται και λαμβάνεται μέσω υπηρεσίας κινητής τηλεφωνίας σε φορητές συσκευές
εσετ	abbrev	συμβουλευτικό όργανο του ΕΦΕΤ για επιστημονικά ζητήματα ελέγχου τροφίμων
εσηεα	abbrev	επαγγελματικό σωματείο των δημοσιογράφων των ημερησίων εφημερίδων και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης που έχουν έδρα την Αθήνα
εσηεμ-θ	abbrev	Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης: επαγγελματική ένωση που εκπροσωπεί, προασπίζει και υποστηρίζει τους δημοσιογράφους των ημερήσιων εφημερίδων της Μακεδονίας και της Θράκης
εσηεμθ	abbrev	συνδικαλιστική ένωση των δημοσιογράφων της περιοχής της Μακεδονίας και της Θράκης στην Ελλάδα
εσθήτα	noun|formal	γυναικείο φόρεμα, κυρίως επίσημο
εσθήτας	noun	γενική ενικού του εσθήτα
εσθήτες	=	εσθήτα
εσθήτων	noun	γενική πληθυντικού του εσθήτα
εσθονικά	noun	η εσθονική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Εσθονία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εσθονικός
εσθονικέ	adj	κλητική ενικού του εσθονικός
εσθονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσθονική
εσθονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσθονικός
εσθονικής	adj	γενική ενικού του εσθονική
εσθονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσθονικός
εσθονικού	adj	γενική ενικού του εσθονικός
εσθονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσθονικός
εσθονικό	adj	αιτιατική ενικού του εσθονικός
εσθονικός	adj	που προέρχεται από την Εσθονία ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή και το λαό της
εσθονικών	adj	γενική πληθυντικού του εσθονικός
εσκαλόπ	noun	λεπτή φέτα κρέατος —σπανιότερα ψαριού— που προορίζεται για μαγείρεμα ή τηγάνισμα
εσκαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσκαμμένο
εσκαμμένε	verb	κλητική ενικού του εσκαμμένος
εσκαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσκαμμένη
εσκαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσκαμμένος
εσκαμμένης	verb	γενική ενικού του εσκαμμένη
εσκαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του εσκαμμένος
εσκαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσκαμμένος
εσκαμμένος	verb|formal	σκαμμένος
εσκαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εσκαμμένος
εσκαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εσκαμμένος
εσκαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εσκαμμένος
εσκε	abbrev	παλαιό ελληνικό συνδικαλιστικό σωματείο
εσκεμμένα	adv	με εσκεμμένο τρόπο
εσκεμμένε	=	εσκεμμένος
εσκεμμένες	=	εσκεμμένος
εσκεμμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσκεμμένος
εσκεμμένης	=	εσκεμμένος
εσκεμμένο	=	εσκεμμένος
εσκεμμένοι	=	εσκεμμένος
εσκεμμένος	verb	αυτός που γίνεται επίτηδες, με σκοπιμότητα και πρόθεση
εσκεμμένου	=	εσκεμμένος
εσκεμμένους	=	εσκεμμένος
εσκεμμένων	=	εσκεμμένος
εσκεμμένως	adv|formal	παρωχημένη μορφή του εσκεμμένα, με εσκεμμένο τρόπο
εσκκε	abbrev	πρώην ελληνικό κομμουνιστικό πολιτικό κόμμα
εσκούδα	=	εσκούδο
εσκούδο	noun	παλιό, χρυσό ή αργυρό ισπανικό νόμισμα (από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα)
εσκούδου	=	εσκούδο
εσκούδων	=	εσκούδο
εσκτ	abbrev	Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών όργανο που αποτελείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες και των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε έχουν υιοθετήσει το ευρώ είτε όχι
εσκϊάς	noun	αντάρτης, ληστής, αποστάτης
εσλ	abbrev	Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών: σύστημα λογαριασμών που καθορίζει τους κοινούς κανόνες για την καταγραφή και παρουσίαση των οικονομικών μεγεθών των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
εσμ	abbrev	Εθνικό Συμβούλιο Μεταμοσχεύσεων: (παρωχημένο) το αρμόδιο συμβουλευτικό όργανο στην Ελλάδα για τη χάραξη της πολιτικής των μεταμοσχεύσεων
εσμέ	noun	κλητική ενικού του εσμός
εσμηε	abbrev	Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας
εσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσμός
εσμού	noun	γενική ενικού του εσμός
εσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εσμός
εσμό	noun	αιτιατική ενικού του εσμός
εσμός	noun	χαρακτηρισμός ενός συνόλου προσώπων
εσμών	noun	γενική πληθυντικού του εσμός
εσνάφι	noun|dated	το σινάφι
εσνάφια	=	εσνάφι
εσναφιού	=	εσνάφι
εσναφιών	=	εσνάφι
εσοδεία	noun|formal	άλλη μορφή του σοδειά
εσοδείας	noun	γενική ενικού του εσοδεία
εσοδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσοδεία
εσοδειών	noun	γενική πληθυντικού του εσοδεία
εσοδεύω	verb	άλλη μορφή του σοδιάζω
εσοδιάζω	verb	άλλη μορφή του σοδιάζω
εσοδιαστές	=	εσοδιαστής
εσοδιαστή	=	εσοδιαστής
εσοδιαστής	noun|dated	αυτός που εσοδιάζει
εσοδιαστών	=	εσοδιαστής
εσοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσοχή
εσοχή	noun	τμήμα επιφάνειας που βρίσκεται πιο μέσα σε σχέση με αυτήν
εσοχής	=	εσοχή
εσοχών	=	εσοχή
εσπέρα	noun|formal	το χρονικό διάστημα από την δύση του ηλίου μέχρι να επικρατήσει (βαθύ) σκοτάδι
εσπέρας	=	εσπέρα
εσπέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπέρα
εσπέρια	=	εσπέριος
εσπέριας	=	εσπέριος
εσπέριε	=	εσπέριος
εσπέριες	=	εσπέριος
εσπέριο	=	εσπέριος
εσπέριοι	=	εσπέριος
εσπέριος	adj	εσπερινός, βραδινός
εσπέριου	=	εσπέριος
εσπέριους	=	εσπέριος
εσπέριων	=	εσπέριος
εσπέχης	noun	θρασύς, παλικαράς
εσπαντρίγια	noun	ελαφρύ παπούτσι που το επάνω μέρος φτιαχτεί από ύφασμα και το κάτω από ψάθα
εσπαντρίγιας	=	εσπαντρίγια
εσπαντρίγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπαντρίγια
εσπεράντο	noun	τεχνητή γλώσσα με απλή γραμματική και συντακτικό που βασίζεται σε στοιχεία από λατινογενείς γλώσσες
εσπερίδα	noun	εσπερινή / βραδινή κοινωνική εκδήλωση με συγκέντρωση κόσμου και ευχάριστες ή χρήσιμες δραστηριότητες και συναναστροφές
εσπερίδας	=	εσπερίδα
εσπερίδες	=	εσπερίδα
εσπερίδων	=	εσπερίδα
εσπερίς	noun	μονοτονική γραφή του ἑσπερίς
εσπεραντίστρια	=	εσπεραντιστής
εσπεραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπεραντικό
εσπεραντικέ	adj	κλητική ενικού του εσπεραντικός
εσπεραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπεραντική
εσπεραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσπεραντικός
εσπεραντικής	adj	γενική ενικού του εσπεραντική
εσπεραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσπεραντικός
εσπεραντικού	adj	γενική ενικού του εσπεραντικός
εσπεραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσπεραντικός
εσπεραντικό	adj	αιτιατική ενικού του εσπεραντικός
εσπεραντικός	adj	σχετικός με τη γλώσσα εσπεράντο, γραμμένος σε αυτή τη γλώσσα
εσπεραντικών	adj	γενική πληθυντικού του εσπεραντικός
εσπεραντιστές	=	εσπεραντιστής
εσπεραντιστή	=	εσπεραντιστής
εσπεραντιστής	noun	αυτός που μιλάει την εσπεράντο
εσπεραντιστών	=	εσπεραντιστής
εσπεριδοειδές	noun	ένα δέντρο ή φρούτο που ανήκει στα εσπεριδοειδή
εσπεριδοειδή	noun	ονομασία οπωροφόρων αειθαλών δέντρων που ανήκουν στην οικογένεια των Ρυτοειδών (Rutaceae) και κυρίως στο γένος Κίτρος (Citrus) (όπως πορτοκαλιά, λεμονιά, μανταρινιά κ.ά.) με ξινή ή υπόξινη γεύση
εσπεριδοειδούς	=	εσπεριδοειδές
εσπεριδοειδών	=	εσπεριδοειδή
εσπερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπερινό
εσπερινέ	adj	κλητική ενικού του εσπερινός
εσπερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπερινή
εσπερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσπερινός
εσπερινής	adj	γενική ενικού του εσπερινή
εσπερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσπερινός
εσπερινού	adj	γενική ενικού του εσπερινός
εσπερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσπερινός
εσπερινό	adj	αιτιατική ενικού του εσπερινός
εσπερινός	adj	που συμβαίνει το βράδυ ή σχετίζεται με αυτό	noun	εκκλησιαστική λειτουργία, που γίνεται κατά τη δύση του ήλιου και σηματοδοτεί την έναρξη της επόμενης ημέρας
εσπερινών	adj	γενική πληθυντικού του εσπερινός
εσπετ	abbrev	επιστημονικό συμβούλιο του ΕΦΕΤ
εσπευσμένα	adv	βιαστικά, πολύ γρήγορα
εσπευσμένε	adj	κλητική ενικού του εσπευσμένος
εσπευσμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσπευσμένη
εσπευσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσπευσμένος
εσπευσμένης	adj	γενική ενικού του εσπευσμένη
εσπευσμένο	adj	αιτιατική ενικού του εσπευσμένος
εσπευσμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσπευσμένος
εσπευσμένος	verb	βιαστικός, με άγχος, με αγωνία, άρον-άρον, με μεγάλη σπουδή
εσπευσμένου	verb	γενική ενικού του εσπευσμένος
εσπευσμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσπευσμένος
εσπευσμένων	adj	γενική πληθυντικού του εσπευσμένος
εσπευσμένως	=	εσπευσμένα
εσπητ	abbrev	πανελλήνιο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων που εργάζονται στον περιοδικό και ηλεκτρονικό τύπο
εσπλανάδα	noun|dated	το πεδίο έξω από τα τείχη μιας πόλης, που διευκολύνει την άμυνα
εσπλανάδας	=	εσπλανάδα
εσπλανάδες	=	εσπλανάδα
εσπλανάδων	=	εσπλανάδα
εσπο	abbrev	εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση η οποία έδρασε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής.
εσπρέσο	noun	είδος καφέ που παρασκευάζεται σε καφετιέρα, όταν καυτό νερό διέρχεται από συμπιεσμένο στρώμα αλεσμένου καφέ
εσσδ	abbrev	η Σοβιετική Ένωση
εσσο	abbrev	εκπαιδευτική σειρά (ομάδα) με την οποία ένας στρατεύσιμος μπαίνει στο στράτευμα
εστάλη	verb|archaic	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ειμί
εστάλην	=	στέλνω
εστάλησαν	=	στέλνω
εστέρα	=	εστέρας
εστέρας	noun	οργανική χημική ένωση που παράγεται από ένα οξύ με αντικατάσταση ενός τουλάχιστον υδροξυλίου από μια αλκοξυλομάδα
εστέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστέρας
εστέρων	=	εστέρας
εστέτ	noun	που καταλαβαίνει και απολαμβάνει την ομορφιά στις τέχνες ή στη φύση με εκλεκτικό ή εξεζητημένο τρόπο και αδιαφορεί για πρακτικά ζητήματα
εστέφθη	=	στέφω
εστέφθησαν	=	στέφω
εστία	noun|formal	τζάκι
εστίαζα	=	εστιάζω
εστίαζαν	=	εστιάζω
εστίαζε	=	εστιάζω
εστίαζες	=	εστιάζω
εστίας	noun	γενική ενικού του εστία
εστίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστίαση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εστιάζω
εστίασης	noun	γενική ενικού του εστίαση
εστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστία
εσταυρωμένα	=	εσταυρωμένος
εσταυρωμένε	noun	κλητική ενικού του εσταυρωμένος
εσταυρωμένες	=	εσταυρωμένος
εσταυρωμένη	=	εσταυρωμένος
εσταυρωμένης	=	εσταυρωμένος
εσταυρωμένο	noun	αιτιατική ενικού του εσταυρωμένος
εσταυρωμένοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσταυρωμένος
εσταυρωμένος	verb	που έχει σταυρωθεί, που έχει καθηλωθεί πάνω σε σταυρό
εσταυρωμένου	noun	γενική ενικού του εσταυρωμένος
εσταυρωμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εσταυρωμένος
εσταυρωμένων	noun	γενική πληθυντικού του εσταυρωμένος
εστεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστεμμένο
εστεμμένε	verb	κλητική ενικού του εστεμμένος
εστεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστεμμένη
εστεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εστεμμένος
εστεμμένης	verb	γενική ενικού του εστεμμένη
εστεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του εστεμμένος
εστεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εστεμμένος
εστεμμένος	verb|formal	που έχει στεφθεί βασιλιάς ή αυτοκράτορας
εστεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εστεμμένος
εστεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εστεμμένος
εστεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εστεμμένος
εστερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστερικό
εστερικέ	adj	κλητική ενικού του εστερικός
εστερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστερική
εστερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εστερικός
εστερικής	adj	γενική ενικού του εστερική
εστερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εστερικός
εστερικού	adj	γενική ενικού του εστερικός
εστερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εστερικός
εστερικό	adj	αιτιατική ενικού του εστερικός
εστερικός	adj	που έχει σχέση με εστέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εστερικών	adj	γενική πληθυντικού του εστερικός
εστεροποίησα	=	εστεροποιώ
εστεροποίησαν	=	εστεροποιώ
εστεροποίησε	=	εστεροποιώ
εστεροποίησες	=	εστεροποιώ
εστεροποίηση	noun	γενική ονομασία αντίδρασης για την παραγωγή εστέρων
εστεροποίησης	=	εστεροποίηση
εστεροποιήθηκα	=	εστεροποιώ
εστεροποιήσαμε	=	εστεροποιώ
εστεροποιήσαν	=	εστεροποιώ
εστεροποιήσανε	=	εστεροποιώ
εστεροποιήσατε	=	εστεροποιώ
εστεροποιήσει	=	εστεροποιώ
εστεροποιήσεις	=	εστεροποίηση
εστεροποιήσεων	=	εστεροποίηση
εστεροποιήστε	=	εστεροποιώ
εστεροποιεί	=	εστεροποιώ
εστεροποιείς	=	εστεροποιώ
εστεροποιείτε	=	εστεροποιώ
εστεροποιημένος	=	εστεροποιώ
εστεροποιούμαι	=	εστεροποιώ
εστεροποιούμε	=	εστεροποιώ
εστεροποιούν	=	εστεροποιώ
εστεροποιούνε	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσα	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσαμε	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσαν	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσανε	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσατε	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσε	=	εστεροποιώ
εστεροποιούσες	=	εστεροποιώ
εστεροποιώ	verb	εκτελώ εστεροποίηση
εστεροποιώντας	=	εστεροποιώ
εστιάζαμε	=	εστιάζω
εστιάζαν	=	εστιάζω
εστιάζανε	=	εστιάζω
εστιάζατε	=	εστιάζω
εστιάζει	=	εστιάζω
εστιάζεις	=	εστιάζω
εστιάζεσαι	=	εστιάζω
εστιάζεστε	=	εστιάζω
εστιάζεται	=	εστιάζω
εστιάζετε	=	εστιάζω
εστιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εστιάζω
εστιάζομε	=	εστιάζω
εστιάζονται	=	εστιάζω
εστιάζονταν	=	εστιάζω
εστιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εστιάζω
εστιάζουμε	=	εστιάζω
εστιάζουν	=	εστιάζω
εστιάζουνε	=	εστιάζω
εστιάζω	verb	συγκεντρώνω τις ακτίνες φωτός και τις αναγκάζω να συγκλίνουν σ’ ένα σημείο
εστιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάσαν	=	εστιάζω
εστιάσανε	=	εστιάζω
εστιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εστιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστίαση
εστιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εστίαση
εστιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εστίαση
εστιάσθηκα	=	εστιάζω
εστιάσθηκαν	=	εστιάζω
εστιάσθηκε	=	εστιάζω
εστιάσθηκες	=	εστιάζω
εστιάσομε	=	εστιάζω
εστιάσου	=	εστιάζω
εστιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάσουνε	=	εστιάζω
εστιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάστηκα	=	εστιάζω
εστιάστηκαν	=	εστιάζω
εστιάστηκε	=	εστιάζω
εστιάστηκες	=	εστιάζω
εστιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εστιάζω
εστιάτορα	=	εστιάτορας
εστιάτορας	noun	που έχει στην ιδιοκτησία του εστιατόριο ή είναι υπεύθυνος γι’ αυτό
εστιάτορες	=	εστιάτορας
εστιαζόμασταν	=	εστιάζω
εστιαζόμαστε	=	εστιάζω
εστιαζόμουν	=	εστιάζω
εστιαζόμουνα	=	εστιάζω
εστιαζόντουσαν	=	εστιάζω
εστιαζόσασταν	=	εστιάζω
εστιαζόσαστε	=	εστιάζω
εστιαζόσουν	=	εστιάζω
εστιαζόσουνα	=	εστιάζω
εστιαζόταν	=	εστιάζω
εστιαζότανε	=	εστιάζω
εστιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εστιακός	adv	με εστιακό τρόπο
εστιακέ	adj	κλητική ενικού του εστιακός
εστιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστιακή
εστιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εστιακός
εστιακής	adj	γενική ενικού του εστιακή
εστιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εστιακός
εστιακού	adj	γενική ενικού του εστιακός
εστιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εστιακός
εστιακό	adj	αιτιατική ενικού του εστιακός
εστιακός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην εστία
εστιακών	adj	γενική πληθυντικού του εστιακός
εστιασθήκαμε	=	εστιάζω
εστιασθήκαν	=	εστιάζω
εστιασθήκανε	=	εστιάζω
εστιασθήκατε	=	εστιάζω
εστιασθεί	=	εστιάζω
εστιασθείς	=	εστιάζω
εστιασθείτε	=	εστιάζω
εστιασθούμε	=	εστιάζω
εστιασθούν	=	εστιάζω
εστιασθούνε	=	εστιάζω
εστιασθώ	=	εστιάζω
εστιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστιασμένο
εστιασμένε	verb	κλητική ενικού του εστιασμένος
εστιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστιασμένη
εστιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εστιασμένος
εστιασμένης	verb	γενική ενικού του εστιασμένη
εστιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εστιασμένος
εστιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εστιασμένος
εστιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εστιάζω
εστιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εστιασμένος
εστιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εστιασμένος
εστιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εστιασμένος
εστιαστήκαμε	=	εστιάζω
εστιαστήκαν	=	εστιάζω
εστιαστήκανε	=	εστιάζω
εστιαστήκατε	=	εστιάζω
εστιαστεί	=	εστιάζω
εστιαστείς	=	εστιάζω
εστιαστείτε	=	εστιάζω
εστιαστούμε	=	εστιάζω
εστιαστούν	=	εστιάζω
εστιαστούνε	=	εστιάζω
εστιαστώ	=	εστιάζω
εστιατορίου	noun	γενική ενικού του εστιατόριο
εστιατορίων	noun	γενική πληθυντικού του εστιατόριο
εστιατοριάκι	noun	υποκοριστικό του εστιατόριο
εστιατοριάκια	=	εστιατοριάκι
εστιατορικά	=	εστιατορικός
εστιατορικέ	=	εστιατορικός
εστιατορικές	=	εστιατορικός
εστιατορική	=	εστιατορικός
εστιατορικής	=	εστιατορικός
εστιατορικοί	=	εστιατορικός
εστιατορικού	=	εστιατορικός
εστιατορικούς	=	εστιατορικός
εστιατορικό	=	εστιατορικός
εστιατορικός	adj	που έχει σχέση με εστιατόριο ή αναφέρεται σ’ αυτό
εστιατορικών	=	εστιατορικός
εστιατόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εστιατόριο
εστιατόριο	noun	κατάστημα (ή μέρος που ανήκει σε μεγαλύτερο χώρο: πλοίο, τρένο κ.λπ.) όπου παρασκευάζονται και σερβίρονται φαγητά, ποτά κ.λπ.
εστιατόριου	=	εστιατόριο
εστιατόρων	=	εστιάτορας
εστιών	noun	γενική πληθυντικού του εστία
εστράφη	=	στρέφω
εστράφησαν	=	στρέφω
εστραγκόν	noun	αρωματικό φυτό του είδους Artemisia dracunculus, που καλλιεργείται για τα εύγευστα φύλλα του και χρησιμοποιείται στη μαγειρική και την αρωματοποιία
εσυ	abbrev	το εθνικό σύστημα υγείας στην Ελλάδα
εσυδ	abbrev	Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης: εθνικός οργανισμός που αξιολογεί και διαπιστεύει την τεχνική επάρκεια εργαστηρίων, φορέων πιστοποίησης και φορέων ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπιστία των υπηρεσιών τους
εσυε	abbrev|dated	ακρωνύμιο της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος που υπήρχε μέχρι το 2010 και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ)
εσυπ	abbrev	Εθνικό Σύστημα Υποδομής Πιστοποίησης: (παρωχημένο) σύστημα που οργανώνει και υποστηρίζει τη διαδικασία πιστοποίησης προϊόντων, υπηρεσιών, συστημάτων ή προσώπων
εσφα	abbrev	το σύστημα μεταφοράς φυσικού αερίου στην Ελλάδα, το οποίο διαχειρίζεται ο ΔΕΣΦΑ
εσφαλμένα	adv	με λάθη ή σφάλματα, χωρίς ακρίβεια ή ορθότητα
εσφαλμένε	verb	κλητική ενικού του εσφαλμένος
εσφαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσφαλμένη
εσφαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσφαλμένος
εσφαλμένης	verb	γενική ενικού του εσφαλμένη
εσφαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του εσφαλμένος
εσφαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσφαλμένος
εσφαλμένος	=	σφάλλω
εσφαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εσφαλμένος
εσφαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εσφαλμένος
εσφαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εσφαλμένος
εσφαλμένως	adv|formal	άλλη μορφή του εσφαλμένα
εσχάρα	noun	ειδική κλίνη για τη ναυπήγηση ή επισκευή πλοίων
εσχάρας	noun	γενική ενικού του εσχάρα
εσχάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσχάρα
εσχάρωση	noun	η τοποθέτηση μηχανισμού ή κατασκευής με εσχάρα / σχάρα σε αποχετευτικές εγκαταστάσεις κ.α.
εσχάρωσης	=	εσχάρωση
εσχάτη	=	έσχατος
εσχάτης	=	έσχατος
εσχάτου	=	έσχατος
εσχάτους	=	έσχατος
εσχάτων	=	έσχατος
εσχάτως	adv|formal	τώρα τελευταία, πρόσφατα, προσφάτως, τον τελευταίο καιρό
εσχαρώσεις	=	εσχάρωση
εσχαρώσεων	=	εσχάρωση
εσχατιά	noun|formal	το έσχατο, το τελευταίο σημείο ή τμήμα μιας έκτασης
εσχατιάς	noun	γενική ενικού του εσχατιά
εσχατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσχατιά
εσχατιών	=	εσχατιά
εσχατολογία	noun	φιλοσοφική ή θρησκευτική δοξασία η οποία κάνει λόγο για το τέλος του ανθρώπου, τη συντέλεια του κόσμου.
εσχατολογίας	noun	γενική ενικού του εσχατολογία
εσχατολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσχατολογία
εσχατολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εσχατολογικός	adv	με εσχατολογικό τρόπο
εσχατολογικέ	adj	κλητική ενικού του εσχατολογικός
εσχατολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσχατολογική
εσχατολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσχατολογικός
εσχατολογικής	adj	γενική ενικού του εσχατολογική
εσχατολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσχατολογικός
εσχατολογικού	adj	γενική ενικού του εσχατολογικός
εσχατολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσχατολογικός
εσχατολογικό	adj	αιτιατική ενικού του εσχατολογικός
εσχατολογικός	adj	που έχει σχέση με την εσχατολογία ή αναφέρεται σ' αυτή
εσχατολογικών	adj	γενική πληθυντικού του εσχατολογικός
εσχατολογιών	noun	γενική πληθυντικού του εσχατολογία
εσχατόγερε	=	εσχατόγερος
εσχατόγερο	=	εσχατόγερος
εσχατόγεροι	=	εσχατόγερος
εσχατόγερος	noun|formal	άλλη μορφή του εσχατόγηρος
εσχατόγερου	=	εσχατόγερος
εσχατόγερους	=	εσχατόγερος
εσχατόγερων	=	εσχατόγερος
εσχατόγηρε	=	εσχατόγηρος
εσχατόγηρο	=	εσχατόγηρος
εσχατόγηροι	=	εσχατόγηρος
εσχατόγηρος	noun|formal	αυτός που διανύει την έσχατη ηλικία, ο προχωρημένος σε ηλικία γέροντας
εσχατόγηρου	=	εσχατόγηρος
εσχατόγηρους	=	εσχατόγηρος
εσχατόγηρων	=	εσχατόγηρος
εσω-εξωλέμβια	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιας	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιε	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιες	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιο	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιοι	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιος	adj	κινητήρας που ανήκει σε λέμβο (βάρκα) ή μεγαλύτερο σκάφος όπου ένα μέρος του βρίσκεται εντός και ένα άλλο εκτός.
εσω-εξωλέμβιου	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιους	=	εσω-εξωλέμβιος
εσω-εξωλέμβιων	=	εσω-εξωλέμβιος
εσωθερμικός	adj|rare	άλλη μορφή του ισοθερμικός
εσωκάρδια	=	εσωκάρδιο
εσωκάρδιο	noun	γιλέκο
εσωκάρδιου	=	εσωκάρδιο
εσωκαρδίου	=	εσωκάρδιο
εσωκαρδίων	=	εσωκάρδιο
εσωκλείαμε	=	εσωκλείω
εσωκλείαν	=	εσωκλείω
εσωκλείανε	=	εσωκλείω
εσωκλείατε	=	εσωκλείω
εσωκλείει	=	εσωκλείω
εσωκλείεις	=	εσωκλείω
εσωκλείεσαι	=	εσωκλείω
εσωκλείεστε	=	εσωκλείω
εσωκλείεται	=	εσωκλείω
εσωκλείετε	=	εσωκλείω
εσωκλείνω	verb	άλλη μορφή του εσωκλείω
εσωκλείομαι	=	εσωκλείω
εσωκλείομε	=	εσωκλείω
εσωκλείονται	=	εσωκλείω
εσωκλείονταν	=	εσωκλείω
εσωκλείοντας	=	εσωκλείω
εσωκλείουμε	=	εσωκλείω
εσωκλείουν	=	εσωκλείω
εσωκλείουνε	=	εσωκλείω
εσωκλείσαμε	=	εσωκλείω
εσωκλείσαν	=	εσωκλείω
εσωκλείσανε	=	εσωκλείω
εσωκλείσατε	=	εσωκλείω
εσωκλείσει	=	εσωκλείω
εσωκλείσεις	=	εσωκλείω
εσωκλείσετε	=	εσωκλείω
εσωκλείσομε	=	εσωκλείω
εσωκλείσου	=	εσωκλείω
εσωκλείσουμε	=	εσωκλείω
εσωκλείσουν	=	εσωκλείω
εσωκλείσουνε	=	εσωκλείω
εσωκλείστε	=	εσωκλείω
εσωκλείστηκα	=	εσωκλείω
εσωκλείστηκαν	=	εσωκλείω
εσωκλείστηκε	=	εσωκλείω
εσωκλείστηκες	=	εσωκλείω
εσωκλείστως	adv|formal	κλεισμένο μέσα σε φάκελο μαζί με επιστολή
εσωκλείσω	=	εσωκλείω
εσωκλείω	verb	τοποθετώ κάτι μέσα σε κάτι άλλο (π.χ. σε φάκελο αλληλογραφίας)
εσωκλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωκλεισμένο
εσωκλεισμένε	verb	κλητική ενικού του εσωκλεισμένος
εσωκλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωκλεισμένη
εσωκλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσωκλεισμένος
εσωκλεισμένης	verb	γενική ενικού του εσωκλεισμένη
εσωκλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εσωκλεισμένος
εσωκλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσωκλεισμένος
εσωκλεισμένος	=	εσωκλείω
εσωκλεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εσωκλεισμένος
εσωκλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εσωκλεισμένος
εσωκλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εσωκλεισμένος
εσωκλειστήκαμε	=	εσωκλείω
εσωκλειστήκαν	=	εσωκλείω
εσωκλειστήκανε	=	εσωκλείω
εσωκλειστήκατε	=	εσωκλείω
εσωκλειστεί	=	εσωκλείω
εσωκλειστείς	=	εσωκλείω
εσωκλειστείτε	=	εσωκλείω
εσωκλειστούμε	=	εσωκλείω
εσωκλειστούν	=	εσωκλείω
εσωκλειστούνε	=	εσωκλείω
εσωκλειστώ	=	εσωκλείω
εσωκλειόμασταν	=	εσωκλείω
εσωκλειόμαστε	=	εσωκλείω
εσωκλειόμουν	=	εσωκλείω
εσωκλειόμουνα	=	εσωκλείω
εσωκλειόντουσαν	=	εσωκλείω
εσωκλειόσασταν	=	εσωκλείω
εσωκλειόσαστε	=	εσωκλείω
εσωκλειόσουν	=	εσωκλείω
εσωκλειόσουνα	=	εσωκλείω
εσωκλειόταν	=	εσωκλείω
εσωκλειότανε	=	εσωκλείω
εσωκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωκομματικό	adv	με εσωκομματικό τρόπο ή διαδικασίες, σε εσωκομματικό πλαίσιο
εσωκομματικέ	adj	κλητική ενικού του εσωκομματικός
εσωκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωκομματική
εσωκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσωκομματικός
εσωκομματικής	adj	γενική ενικού του εσωκομματική
εσωκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσωκομματικός
εσωκομματικού	adj	γενική ενικού του εσωκομματικός
εσωκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσωκομματικός
εσωκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του εσωκομματικός
εσωκομματικός	adj	που έχει σχέση με κάποιο κόμμα ή γίνεται μέσα σ’ αυτό, αφορά τις κομματικές δομές ή λειτουργίες
εσωκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του εσωκομματικός
εσωλέμβια	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιας	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιε	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιες	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιο	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιοι	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιος	adj	κινητήρας που ανήκει σε λέμβο (βάρκα) ή μεγαλύτερο σκάφος και φέρεται εσωτερικά.
εσωλέμβιου	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιους	=	εσωλέμβιος
εσωλέμβιων	=	εσωλέμβιος
εσωλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωλογιστικό
εσωλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του εσωλογιστικός
εσωλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωλογιστική
εσωλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσωλογιστικός
εσωλογιστικής	adj	γενική ενικού του εσωλογιστική
εσωλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσωλογιστικός
εσωλογιστικού	adj	γενική ενικού του εσωλογιστικός
εσωλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσωλογιστικός
εσωλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εσωλογιστικός
εσωλογιστικός	adj	που αφορά άυλα στοιχεία ισολογισμού ή υλικά στοιχεία, που βρίσκονται στην κατοχή τρίτων
εσωλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εσωλογιστικός
εσωνάρθηκα	=	εσωνάρθηκας
εσωνάρθηκας	noun	νάρθηκας που βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο, τμήμα ενός χριστιανικού ναού ανάμεσα στον κυρίως ναό και τον εξωνάρθηκα
εσωνάρθηκες	=	εσωνάρθηκας
εσωναρθήκων	=	εσωνάρθηκας
εσωρούχου	noun	γενική ενικού του εσώρουχο
εσωρούχων	noun	γενική πληθυντικού του εσώρουχο
εσωστρέφεια	noun	η τάση ενός ατόμου να στρέφεται μάλλον προς τον εαυτό του παρά προς τους άλλους και τον εξωτερικό κόσμο, να εσωτερικεύει τα αισθήματά του, να αντλεί συγκινήσεις από τον εσωτερικό του κόσμο και να ασχολείται με αυτόν
εσωστρέφειας	noun	γενική ενικού του εσωστρέφεια
εσωστρέφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωστρέφεια
εσωστρεφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εσωστρεφής
εσωστρεφή	adj	αιτιατική ενικού του εσωστρεφής
εσωστρεφής	adj	που στρέφεται προς τον εαυτό του, δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικός και δεν εκδηλώνει εύκολα τα συναισθήματά του και δεν μοιράζεται εύκολα με τους άλλους τις σκέψεις του
εσωστρεφείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωστρεφής
εσωστρεφειών	noun	γενική πληθυντικού του εσωστρέφεια
εσωστρεφούς	adj	γενική ενικού του εσωστρεφής
εσωστρεφών	adj	γενική πληθυντικού του εσωστρεφής
εσωτερίκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερίκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερίκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερίκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εσωτερικεύω
εσωτερίκευσης	noun	γενική ενικού του εσωτερίκευση
εσωτερίστρια	noun	θηλυκό του εσωτεριστής
εσωτερίστριας	=	εσωτερίστρια
εσωτερίστριες	=	εσωτερίστρια
εσωτερικά	adv	στο εσωτερικό, μέσα	noun	ό,τι γίνεται στην επικράτεια ενός κράτους ή την αφορά
εσωτερικέ	adj	κλητική ενικού του εσωτερικός
εσωτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωτερική
εσωτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσωτερικός
εσωτερικής	adj	γενική ενικού του εσωτερική
εσωτερικεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωτερίκευση
εσωτερικεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του εσωτερίκευση
εσωτερικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του εσωτερίκευση
εσωτερικεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εσωτερικεύω
εσωτερικεύω	verb	απορροφώ γνώσεις ή ιδέες σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπουν στο υποσυνείδητο και από εκεί να επηρεάζουν τις σκέψεις και τις ενέργειές μου
εσωτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσωτερικός
εσωτερικοποίει	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποίησα	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποίησαν	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποίησε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποίησες	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποίησης	noun	γενική ενικού του εσωτερικοποίηση
εσωτερικοποιήσαμε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιήσαν	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιήσανε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιήσατε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιήσει	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωτερικοποίηση
εσωτερικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εσωτερικοποίηση
εσωτερικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εσωτερικοποίηση
εσωτερικοποιήστε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιεί	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιείς	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιείτε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιητές	=	εσωτερικοποιητής
εσωτερικοποιητή	=	εσωτερικοποιητής
εσωτερικοποιητής	noun	αυτός που εσωτερικοποιεί
εσωτερικοποιητών	=	εσωτερικοποιητής
εσωτερικοποιούμε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούν	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούνε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσα	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσαμε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσαν	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσανε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσατε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσε	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιούσες	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοποιώ	verb	εσωτερικεύω
εσωτερικοποιώντας	=	εσωτερικοποιώ
εσωτερικοτήτων	=	εσωτερικότητα
εσωτερικού	adj	γενική ενικού του εσωτερικός
εσωτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσωτερικός
εσωτερικό	noun	το μέρος που βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο	adj	αιτιατική ενικού του εσωτερικός
εσωτερικός	adj	που βρίσκεται (προς τα) μέσα
εσωτερικότητα	noun	η ιδιότητα του εσωτερικού
εσωτερικότητας	noun	γενική ενικού του εσωτερικότητα
εσωτερικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσωτερικότητα
εσωτερικών	adj	γενική πληθυντικού του εσωτερικός
εσωτερικώς	adv|dated	εσωτερικά
εσωτερισμέ	noun	κλητική ενικού του εσωτερισμός
εσωτερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσωτερισμός
εσωτερισμού	noun	γενική ενικού του εσωτερισμός
εσωτερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εσωτερισμός
εσωτερισμό	noun	αιτιατική ενικού του εσωτερισμός
εσωτερισμός	noun	πίστη ή γνώσεις που δεν πρέπει να είναι ευρέως γνωστές αλλά μόνο σε μικρό μυημένο κοινό
εσωτερισμών	noun	γενική πληθυντικού του εσωτερισμός
εσωτεριστές	=	εσωτεριστής
εσωτεριστή	=	εσωτεριστής
εσωτεριστής	noun	οπαδός ή μελετητής του εσωτερισμού, που ακολουθεί ή υποστηρίζει εσωτερικές, μυητικές ή αποκρυφιστικές διδασκαλίες.
εσωτεριστικά	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικέ	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικές	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστική	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικής	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικοί	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικού	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικούς	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικό	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστικός	adj	που έχει σχέση με τον εσωτερισμό ή τον εσωτεριστή ή αναφέρεται σʼ αυτά
εσωτεριστικών	=	εσωτεριστικός
εσωτεριστριών	=	εσωτερίστρια
εσωτεριστών	=	εσωτεριστής
εσωτροπίου	=	εσωτρόπιο
εσωτροπίων	=	εσωτρόπιο
εσωτρόπια	=	εσωτρόπιο
εσωτρόπιο	noun	διαμήκης μόνιμη δοκός (ξύλινη ή μεταλλική) που τοποθετείται εσωτερικά πάνω από την τρόπιδα πλοίου ή σκάφους για περισσότερη ενίσχυση
εσωτρόπιου	=	εσωτρόπιο
εσωφύλλου	=	εσώφυλλο
εσωφύλλων	=	εσώφυλλο
εσόδου	noun	γενική ενικού του έσοδο
εσόδων	noun	γενική πληθυντικού του έσοδο
εσύ	pron	δηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος
εσώκλεια	=	εσωκλείω
εσώκλειαν	=	εσωκλείω
εσώκλειε	=	εσωκλείω
εσώκλειες	=	εσωκλείω
εσώκλεισα	=	εσωκλείω
εσώκλεισαν	=	εσωκλείω
εσώκλεισε	=	εσωκλείω
εσώκλεισες	=	εσωκλείω
εσώκλειστα	adv	άλλη μορφή του εσωκλείστως
εσώκλειστε	adj	κλητική ενικού του εσώκλειστος
εσώκλειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσώκλειστη
εσώκλειστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσώκλειστος
εσώκλειστης	adj	γενική ενικού του εσώκλειστη
εσώκλειστο	adj	αιτιατική ενικού του εσώκλειστος
εσώκλειστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσώκλειστος
εσώκλειστος	adj	που έχει εσωκλειστεί (σε φάκελο, κουτί κ.λπ.)
εσώκλειστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εσώκλειστος
εσώκλειστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσώκλειστος
εσώκλειστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εσώκλειστος
εσώρουχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσώρουχο
εσώρουχο	noun	ρούχα μεταξύ γυμνού σώματος & εξωτερικών ρούχων
εσώρουχου	=	εσώρουχο
εσώρουχων	=	εσώρουχο
εσώτατα	=	εσώτατος
εσώτατε	=	εσώτατος
εσώτατες	=	εσώτατος
εσώτατη	=	εσώτατος
εσώτατης	=	εσώτατος
εσώτατο	=	εσώτατος
εσώτατοι	=	εσώτατος
εσώτατος	adj	ο υπερθετικός βαθμός του εσώτερος
εσώτατου	=	εσώτατος
εσώτατους	=	εσώτατος
εσώτατων	=	εσώτατος
εσώτερα	=	εσώτερος
εσώτερε	=	εσώτερος
εσώτερες	=	εσώτερος
εσώτερη	=	εσώτερος
εσώτερης	=	εσώτερος
εσώτερο	=	εσώτερος
εσώτεροι	=	εσώτερος
εσώτερος	adj	αυτός που βρίσκεται πιο μέσα
εσώτερου	=	εσώτερος
εσώτερους	=	εσώτερος
εσώτερων	=	εσώτερος
εσώφυλλα	=	εσώφυλλο
εσώφυλλο	noun	η εσωτερική σελίδα εξωφύλλου βιβλίου
εσώφυλλου	=	εσώφυλλο
εσώφυλλων	=	εσώφυλλο
εσώψυχή	=	εσώψυχος
εσώψυχα	noun	ό,τι υπάρχει μέσα στην ψυχή κάποιου, συνήθως ανεκδήλωτο
εσώψυχε	adj	κλητική ενικού του εσώψυχος
εσώψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εσώψυχη
εσώψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εσώψυχος
εσώψυχης	adj	γενική ενικού του εσώψυχη
εσώψυχο	adj	αιτιατική ενικού του εσώψυχος
εσώψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εσώψυχος
εσώψυχος	adj	που υπάρχει μέσα στην ψυχή κάποιου, συνήθως ανεκδήλωτος
εσώψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εσώψυχος
εσώψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εσώψυχος
εσώψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εσώψυχος
ετά	adv	αυτού
ετάζω	verb|archaic	εξετάζω
ετάφη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του θάπτομαι
ετάφην	=	θάβω
ετάφησαν	=	θάβω
ετάχθην	=	τάσσω
ετέθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του θέτω
ετέθησαν	=	θέτω
ετέρα	=	έτερος
ετήσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετήσιος
ετήσιας	=	ετήσιος
ετήσιε	=	ετήσιος
ετήσιες	=	ετήσιος
ετήσιο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ετήσιος
ετήσιοι	=	ετήσιος
ετήσιος	adj	που συμβαίνει κάθε χρόνο
ετήσιου	=	ετήσιος
ετήσιους	=	ετήσιος
ετήσιων	=	ετήσιος
ετίθεντο	=	θέτω
ετίθετο	=	θέτω
εταίρα	noun	πόρνη της αρχαιότητας που εκτός από τις υπηρεσίες πορνείας διέθετε ευρεία μόρφωση
εταίρας	noun	γενική ενικού του εταίρα
εταίρε	noun	κλητική ενικού του εταίρος
εταίρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταίρα
εταίρο	noun	αιτιατική ενικού του εταίρος
εταίροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εταίρος
εταίρος	noun	το μέλος μιας εταιρείας, κερδοσκοπικής ή μη
εταίρου	noun	γενική ενικού του εταίρος
εταίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εταίρος
εταίρων	noun	γενική πληθυντικού του εταίρος
εταα	abbrev	Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων: πρώην ασφαλιστικός φορέας κύριας και επικουρικής ασφάλισης ελεύθερων επαγγελματιών (μηχανικών, υγειονομικών, νομικών κ.ά.) στην Ελλάδα, ο οποίος ιδρύθηκε το 2008 και εντάχθηκε στον ΕΦΚΑ το 2017
εταζέρα	noun	μικρό έπιπλο με επάλληλα ράφια, που πατάει στο δάπεδο ή στερεώνεται στον τοίχο και χρησιμοποιείται για τοποθέτηση μικρών αντικειμένων
εταζέρας	noun	γενική ενικού του εταζέρα
εταζέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταζέρα
εταιρία	noun	άλλη γραφή του εταιρεία
εταιρίας	noun	γενική ενικού του εταιρία
εταιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρία
εταιρεία	noun	το σύνολο ανθρώπων που συνεργάζονται για κάποιον κοινό σκοπό
εταιρείας	noun	γενική ενικού του εταιρεία
εταιρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρεία
εταιρειών	noun	γενική πληθυντικού του εταιρεία
εταιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρικό
εταιρικέ	adj	κλητική ενικού του εταιρικός
εταιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταιρική
εταιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εταιρικός
εταιρικής	adj	γενική ενικού του εταιρική
εταιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εταιρικός
εταιρικοτήτων	=	εταιρικότητα
εταιρικού	adj	γενική ενικού του εταιρικός
εταιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εταιρικός
εταιρικό	adj	αιτιατική ενικού του εταιρικός
εταιρικός	adj	που έχει σχέση με εταιρεία / εταιρία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
εταιρικότητα	noun	σχέση συνεργασίας και αμοιβαίας δέσμευσης ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα μέρη (φυσικά ή νομικά πρόσωπα, φορείς, τομείς), που στοχεύει στην από κοινού επιδίωξη σκοπών και στην κατανομή ευθυνών, κερδών ή οφελών
εταιρικότητας	=	εταιρικότητα
εταιρικότητες	=	εταιρικότητα
εταιρικών	adj	γενική πληθυντικού του εταιρικός
εταιρικώς	adv|dated	συνεταιρικά
εταιρισμέ	noun	κλητική ενικού του εταιρισμός
εταιρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εταιρισμός
εταιρισμού	noun	γενική ενικού του εταιρισμός
εταιρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εταιρισμός
εταιρισμό	noun	αιτιατική ενικού του εταιρισμός
εταιρισμός	noun|formal	πορνεία
εταιρισμών	noun	γενική πληθυντικού του εταιρισμός
εταιριστές	=	εταιριστής
εταιριστή	=	εταιριστής
εταιριστής	noun	το μέλος μιας εταιρίας
εταιριστών	=	εταιριστής
εταιριών	noun	γενική πληθυντικού του εταιρία
εταιρών	noun	γενική πληθυντικού του εταίρα
ετακ	abbrev	Ενιαίο Τέλος Ακινήτων
εταλονάζ	noun|dated	ο τεχνικός έλεγχος και η διόρθωση των φωτιστικών ή χρωματικών χαρακτηριστικών του αρνητικού ενός φιλμ, πριν από την τελική εκτύπωσή του
εταλονέρ	noun|dated	ο τεχνικός που πραγματοποιεί το εταλονάζ
ετασμέ	noun	κλητική ενικού του ετασμός
ετασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετασμός
ετασμού	noun	γενική ενικού του ετασμός
ετασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ετασμός
ετασμό	noun	αιτιατική ενικού του ετασμός
ετασμός	noun	κρίση
ετασμών	noun	γενική πληθυντικού του ετασμός
εταστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταστικό
εταστικέ	adj	κλητική ενικού του εταστικός
εταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εταστική
εταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εταστικός
εταστικής	adj	γενική ενικού του εταστική
εταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εταστικός
εταστικού	adj	γενική ενικού του εταστικός
εταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εταστικός
εταστικό	adj	αιτιατική ενικού του εταστικός
εταστικός	adj|formal	εξεταστικός, διερευνητικός
εταστικών	adj	γενική πληθυντικού του εταστικός
εταστικώς	adv|dated	εταστικά, εξεταστικά
ετβα	abbrev	πρώην ελληνική τράπεζα η οποία είχε ως στόχο να χρηματοδοτήσει επιχειρήσεις της βιομηχανίας, της ναυτιλίας και του τουρισμού
ετε	abbrev	Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: παλαιότερη και μεγαλύτερη τράπεζα της Ελλάδος, που ιδρύθηκε το 1841 και δραστηριοποιείται σε τραπεζικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες
ετεαεπ	abbrev	Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών: φορέας κοινωνικής ασφάλισης που χορηγούσε επικουρικές συντάξεις και εφάπαξ παροχές στους ασφαλισμένους του
ετεαμ	abbrev	γενικός φορέας επικουρικής κάλυψης των μισθωτών, ο οποίος λειτουργεί (μετά την κατάργηση του [[ΙΚΑ-ΤΕΑΜ||Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ.]] αλλά διεπόμενος από τις ίδιες διατάξεις) με έδρα την Αθήνα από την 1η Ιουνίου 2003 με τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
ετεθ	abbrev	Ειδικό Τάγμα ΕΘνοφυλακής
ετελείτο	=	τελώ
ετελούντο	=	τελώ
ετεοκρητικά	noun	προελληνική γλώσσα που ομιλούταν στην αρχαία Κρήτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ετεοκρητικός
ετεοκρητικών	=	ετεοκρητικά
ετεπ	abbrev	εξειδικευμένο προσωπικό στα ελληνικά ΑΕΙ/ΤΕΙ, υπεύθυνο για την υποστήριξη εργαστηρίων, τεχνικού εξοπλισμού και ερευνητικών δραστηριοτήτων
ετεραρχία	noun|formal	η αιτιοκρατία
ετεραρχίας	noun	γενική ενικού του ετεραρχία
ετεραρχίες	=	ετεραρχία
ετεραρχιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεραρχία
ετεροίωση	noun	η ποιοτική μετάπτωση φωνήεντος ή διφθόγγου ενός θέματος κατά την παραγωγή
ετεροίωσης	noun	γενική ενικού του ετεροίωση
ετεροαναφορά	noun|formal	αναφορά συγγραφέα σε επιστημονική εργασία άλλου
ετεροαναφοράς	=	ετεροαναφορά
ετεροαναφορές	=	ετεροαναφορά
ετεροαναφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροαναφορικό
ετεροαναφορικέ	adj	κλητική ενικού του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροαναφορική
ετεροαναφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορικής	adj	γενική ενικού του ετεροαναφορική
ετεροαναφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορικού	adj	γενική ενικού του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορικό	adj	αιτιατική ενικού του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορικός	adj	που κάποιος άλλος αναφέρεται σ’ αυτόν
ετεροαναφορικών	adj	γενική πληθυντικού του ετεροαναφορικός
ετεροαναφορών	=	ετεροαναφορά
ετεροαπασχολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροαπασχόληση
ετεροαπασχολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ετεροαπασχόληση
ετεροαπασχολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ετεροαπασχόληση
ετεροαπασχολούμαι	verb	απασχολούμαι σε εργασία που δεν είναι αντίστοιχη με τις σπουδές ή τα προσόντα μου ή σε εργασία που δεν είναι η βασική και κύρια
ετεροαπασχολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροαπασχολούμενο
ετεροαπασχολούμενε	verb	κλητική ενικού του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροαπασχολούμενη
ετεροαπασχολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχολούμενης	verb	γενική ενικού του ετεροαπασχολούμενη
ετεροαπασχολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχολούμενος	verb	που ετεροαπασχολείται
ετεροαπασχολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετεροαπασχολούμενος
ετεροαπασχόληση	noun	απασχόληση σε εργασία που δεν είναι αντίστοιχη με τις σπουδές ή τα προσόντα κάποιου ή σε εργασία που δεν είναι η βασική και κύρια
ετεροαπασχόλησης	noun	γενική ενικού του ετεροαπασχόληση
ετεροβαρές	=	ετεροβαρής
ετεροβαρή	=	ετεροβαρής
ετεροβαρής	adj|formal	που η μια πλευρά μιας σχέσης βρίσκεται σε πλεονεκτικότερο σημείο απ’ την άλλη
ετεροβαρείς	=	ετεροβαρής
ετεροβαρούς	=	ετεροβαρής
ετεροβαρών	=	ετεροβαρής
ετεροβαρώς	adv|formal	με ετεροβαρή τρόπο
ετερογένεια	noun|formal	η ανομοιομορφία, η ποικιλομορφία
ετερογένειας	noun	γενική ενικού του ετερογένεια
ετερογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερογένεια
ετερογένεση	noun	η αναπαραγωγή άλλες φορές με παρθενογένεση κι άλλες με γονιμοποίηση
ετερογένεσης	noun	γενική ενικού του ετερογένεση
ετερογαμία	noun	γονιμοποίηση με ένωση διαφορετικών γαμετών
ετερογαμίας	noun	γενική ενικού του ετερογαμία
ετερογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερογαμία
ετερογαμιών	noun	γενική πληθυντικού του ετερογαμία
ετερογενές	noun	το ουσιαστικό που αλλάζει το γραμματικό γένος κατά την κλίση, ιδίως στον πληθυντικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ετερογενής
ετερογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερογένεση
ετερογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ετερογένεση
ετερογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ετερογένεση
ετερογενή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ετερογενής
ετερογενής	adj	που ανήκει σε άλλο γένος
ετερογενείς	=	ετερογενής
ετερογενειών	noun	γενική πληθυντικού του ετερογένεια
ετερογενούς	=	ετερογενής
ετερογενών	=	ετερογενής
ετερογενώς	adv	με ετερογενή τρόπο
ετερογνωσία	noun|formal	η γνώση των άλλων
ετερογνωσίας	noun	γενική ενικού του ετερογνωσία
ετερογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερογνωσία
ετερογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του ετερογνωσία
ετερογονία	noun	ετερογένεση
ετερογονίας	noun	γενική ενικού του ετερογονία
ετερογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερογονία
ετερογονιών	noun	γενική πληθυντικού του ετερογονία
ετεροδημοτίδων	=	ετεροδημότις
ετεροδημοτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροδημότισσα
ετεροδημοτών	=	ετεροδημότης
ετεροδημότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροδημότης
ετεροδημότη	=	ετεροδημότης
ετεροδημότης	noun	αυτός που μένει σε δήμο διαφορετικό από αυτόν στον οποίον ψηφίζει
ετεροδημότι	=	ετεροδημότις
ετεροδημότιδα	=	ετεροδημότις
ετεροδημότιδας	=	ετεροδημότις
ετεροδημότιδες	=	ετεροδημότις
ετεροδημότιδος	=	ετεροδημότις
ετεροδημότιδων	=	ετεροδημότις
ετεροδημότις	noun|formal	η ετεροδημότισσα
ετεροδημότισσα	noun	ετεροδημότης
ετεροδημότισσας	noun	γενική ενικού του ετεροδημότισσα
ετεροδημότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροδημότισσα
ετεροδικία	noun	το προνόμιο που έχουν οι υπήκοοι μιας χώρας να δικάζονται σύμφωνα με τους νόμους της χώρας τους, όταν το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται γίνεται σε ξένη χώρα· το προνόμιο αυτό απολαμβάνουν συνήθως οι διπλωμάτες και οι στρατιωτικοί καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους
ετεροδικίας	noun	γενική ενικού του ετεροδικία
ετεροδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροδικία
ετεροδικιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροδικία
ετεροδοξία	noun	η πίστη σε διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα
ετεροδοξίας	noun	γενική ενικού του ετεροδοξία
ετεροδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροδοξία
ετεροδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροδοξία
ετεροδοσοληψία	noun	η διαφθορά, η δωροληψία
ετεροδοσοληψίας	=	ετεροδοσοληψία
ετεροδοσοληψίες	=	ετεροδοσοληψία
ετεροδοσοληψιών	=	ετεροδοσοληψία
ετεροείδεια	noun|archaic	η ιδιότητα του ετεροειδούς
ετεροείδειας	=	ετεροείδεια
ετεροείδειες	=	ετεροείδεια
ετεροεθνικισμέ	=	ετεροεθνικισμός
ετεροεθνικισμοί	=	ετεροεθνικισμός
ετεροεθνικισμού	=	ετεροεθνικισμός
ετεροεθνικισμούς	=	ετεροεθνικισμός
ετεροεθνικισμό	=	ετεροεθνικισμός
ετεροεθνικισμός	noun	η σύνδεση της εθνικιστικής ιδεολογίας με τα ετεροφυλοφιλικά ιδεώδη που χρησιμοποιούνται εναντίον των ΛΟΑΤΙ ατόμων και ως αντίθεση σε χώρες όπου τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΙ έχουν νομοθετηθεί
ετεροεθνικισμών	=	ετεροεθνικισμός
ετεροειδές	=	ετεροειδής
ετεροειδή	=	ετεροειδής
ετεροειδής	adj	που δεν ανήκει στο ίδιο είδος
ετεροειδείς	=	ετεροειδής
ετεροειδειών	=	ετεροείδεια
ετεροειδούς	=	ετεροειδής
ετεροειδών	=	ετεροειδής
ετεροειδώς	adv|formal	με ετεροειδή τρόπο
ετεροεπαγγελματία	=	ετεροεπαγγελματίας
ετεροεπαγγελματίας	noun	που κάνει άλλο επάγγελμα απ' αυτό με το οποίο ασχολείται μια δεδομένη στιγμή
ετεροεπαγγελματίες	=	ετεροεπαγγελματίας
ετεροεπαγγελματιών	=	ετεροεπαγγελματίας
ετεροζυγωτικά	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικέ	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικές	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτική	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικής	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικοί	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικού	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικούς	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικό	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτικός	adj	που έχει σχέση με ετεροζυγώτη, αναφέρεται σʼ αυτόν ή προκύπτει από την ένωση γαμετών με διαφορετική γενετική σύσταση
ετεροζυγωτικών	=	ετεροζυγωτικός
ετεροζυγωτών	=	ετεροζυγώτης
ετεροζυγώτες	=	ετεροζυγώτης
ετεροζυγώτη	=	ετεροζυγώτης
ετεροζυγώτης	noun	οργανισμός ή κύτταρο που φέρει δύο διαφορετικά αλληλόμορφα σε συγκεκριμένη γονιδιακή θέση, συνήθως ένα επικρατές και ένα υπολειπόμενο
ετεροθαλές	=	ετεροθαλής
ετεροθαλή	=	ετεροθαλής
ετεροθαλής	adj	αδελφός από άλλον πατέρα ή άλλη μητέρα
ετεροθαλείς	=	ετεροθαλής
ετεροθαλούς	=	ετεροθαλής
ετεροθαλών	=	ετεροθαλής
ετεροιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροίωση
ετεροιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ετεροίωση
ετεροιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ετεροίωση
ετεροκίνητα	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητε	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητες	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητη	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητης	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητο	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητοι	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητος	adj	που δεν κινείται από μόνος του
ετεροκίνητου	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητους	=	ετεροκίνητος
ετεροκίνητων	=	ετεροκίνητος
ετεροκαθορισμέ	=	ετεροκαθορισμός
ετεροκαθορισμοί	=	ετεροκαθορισμός
ετεροκαθορισμού	=	ετεροκαθορισμός
ετεροκαθορισμούς	=	ετεροκαθορισμός
ετεροκαθορισμό	=	ετεροκαθορισμός
ετεροκαθορισμός	noun	η διαμόρφωση της φυσιογνωμίας ή των ιδεών ενός ατόμου ή συνόλου από εξωγενείς παράγοντες
ετεροκαθορισμών	=	ετεροκαθορισμός
ετεροκανονικά	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικέ	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικές	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονική	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικής	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικοί	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικοτήτων	=	ετεροκανονικότητα
ετεροκανονικού	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικούς	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικό	=	ετεροκανονικός
ετεροκανονικός	adj	που είναι ετεροφυλόφιλος ή ετερόφυλος ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά
ετεροκανονικότητα	noun	η ιδιότητα του ετεροκανονικού, δηλαδή η αντίληψη ότι η ετεροφυλοφιλία είναι ο μοναδικός «φυσιολογικός» σεξουαλικός προσανατολισμός
ετεροκανονικότητας	=	ετεροκανονικότητα
ετεροκανονικότητες	=	ετεροκανονικότητα
ετεροκανονικών	=	ετεροκανονικός
ετεροκαταστροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροκαταστροφικό
ετεροκαταστροφικέ	adj	κλητική ενικού του ετεροκαταστροφικός
ετεροκαταστροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροκαταστροφική
ετεροκαταστροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροκαταστροφικός
ετεροκαταστροφικής	adj	γενική ενικού του ετεροκαταστροφική
ετεροκαταστροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροκαταστροφικός
ετεροκαταστροφικού	adj	γενική ενικού του ετεροκαταστροφικός
ετεροκαταστροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροκαταστροφικός
ετεροκαταστροφικό	adj	αιτιατική ενικού του ετεροκαταστροφικός
ετεροκαταστροφικός	adj	βλαπτικός για τους άλλους, συχνά σωματικά-φυσικά ή ψυχικά-ψυχολογικά
ετεροκαταστροφικών	adj	γενική πληθυντικού του ετεροκαταστροφικός
ετεροκλίτου	=	ετερόκλιτο
ετεροκλίτων	=	ετερόκλιτο
ετεροκλινές	=	ετεροκλινής
ετεροκλινή	=	ετεροκλινής
ετεροκλινής	adj	που κλίνει προς τη μία από τις δύο πλευρές
ετεροκλινείς	=	ετεροκλινής
ετεροκλινούς	=	ετεροκλινής
ετεροκλινών	=	ετεροκλινής
ετεροκοινωνικοτήτων	=	ετεροκοινωνικότητα
ετεροκοινωνικότητα	noun	οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ μελών διαφορετικού φύλου
ετεροκοινωνικότητας	=	ετεροκοινωνικότητα
ετεροκοινωνικότητες	=	ετεροκοινωνικότητα
ετερομέρεια	noun|formal	ανομοιομορφία, ανομοιομέρεια
ετερομέρειας	noun	γενική ενικού του ετερομέρεια
ετερομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερομέρεια
ετερομήκης	adj	που οι πλευρές του έχουν διαφορετικό μήκος
ετερομερές	=	ετερομερής
ετερομερή	=	ετερομερής
ετερομερής	adj|formal	ανομοιόμορφος, ανομοιομερής
ετερομερείς	=	ετερομερής
ετερομερειών	noun	γενική πληθυντικού του ετερομέρεια
ετερομερούς	=	ετερομερής
ετερομερών	=	ετερομερής
ετερομεταγλωττιστές	=	ετερομεταγλωττιστής
ετερομεταγλωττιστή	=	ετερομεταγλωττιστής
ετερομεταγλωττιστής	noun	μεταγλωττιστής που εκτελείται σε κάποιο σύστημα υπολογιστή και παράγει εκτελέσιμο κώδικα (γλώσσα μηχανής) για άλλο εντελώς διαφορετικό σύστημα
ετερομεταγλωττιστών	=	ετερομεταγλωττιστής
ετερομορφία	noun	άλλη μορφή του ετερομορφισμός
ετερομορφίας	noun	γενική ενικού του ετερομορφία
ετερομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερομορφία
ετερομορφικά	=	ετερομορφικός
ετερομορφικέ	=	ετερομορφικός
ετερομορφικές	=	ετερομορφικός
ετερομορφική	=	ετερομορφικός
ετερομορφικής	=	ετερομορφικός
ετερομορφικοί	=	ετερομορφικός
ετερομορφικού	=	ετερομορφικός
ετερομορφικούς	=	ετερομορφικός
ετερομορφικό	=	ετερομορφικός
ετερομορφικός	adj	που έχει σχέση με την ετερομορφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ετερομορφικών	=	ετερομορφικός
ετερομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του ετερομορφισμός
ετερομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερομορφισμός
ετερομορφισμού	noun	γενική ενικού του ετερομορφισμός
ετερομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ετερομορφισμός
ετερομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του ετερομορφισμός
ετερομορφισμός	noun	η ετερομορφία, το φαινόμενο κατά το οποίο ζώα, φυτά ή ορυκτά του ίδιου είδους εμφανίζονται με περισσότερες από μία μορφές
ετερομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του ετερομορφισμός
ετερομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ετερομορφία
ετερονομία	noun	η έλλειψη αυτονομίας
ετερονομίας	noun	γενική ενικού του ετερονομία
ετερονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερονομία
ετερονομιών	noun	γενική πληθυντικού του ετερονομία
ετεροντροπές	=	ετεροντροπή
ετεροντροπή	noun	το αμήχανο συναίσθημα ντροπής που νιώθεις για κάποιον που βρίσκεται σε άβολη θέση
ετεροντροπής	=	ετεροντροπή
ετεροντροπών	=	ετεροντροπή
ετεροπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροπολικό
ετεροπολικέ	adj	κλητική ενικού του ετεροπολικός
ετεροπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροπολική
ετεροπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροπολικός
ετεροπολικής	adj	γενική ενικού του ετεροπολική
ετεροπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροπολικός
ετεροπολικού	adj	γενική ενικού του ετεροπολικός
ετεροπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροπολικός
ετεροπολικό	adj	αιτιατική ενικού του ετεροπολικός
ετεροπολικός	adj	δεσμός μεταξύ ιόντων με αντίθετο φορτίο
ετεροπολικών	adj	γενική πληθυντικού του ετεροπολικός
ετεροπροσωπία	noun	συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο το ρήμα και το εξαρτώμενο απ’ αυτό απαρέμφατο έχουν διαφορετικό υποκείμενο (στην αρχαία ελληνική και τη λατινική)
ετεροπροσωπίας	noun	γενική ενικού του ετεροπροσωπία
ετεροπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροπροσωπία
ετεροπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροπροσωπία
ετεροσεξισμέ	=	ετεροσεξισμός
ετεροσεξισμοί	=	ετεροσεξισμός
ετεροσεξισμού	=	ετεροσεξισμός
ετεροσεξισμούς	=	ετεροσεξισμός
ετεροσεξισμό	=	ετεροσεξισμός
ετεροσεξισμός	noun	προκατάληψη ή διάκριση υπέρ της ετεροφυλοφιλίας ως φυσιολογικού ή υπέρτερου προτύπου, εις βάρος όσων δεν ταυτίζονται μʼ αυτήν
ετεροσεξισμών	=	ετεροσεξισμός
ετεροσεξουαλικά	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικέ	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικές	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλική	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικής	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικη	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικο	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικοί	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικοτήτων	=	ετεροσεξουαλικότητα
ετεροσεξουαλικού	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικούς	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικό	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσεξουαλικός	adj	που έλκεται ερωτικά ή σεξουαλικά από άτομα αντίθετου φύλου
ετεροσεξουαλικότητα	noun	η σεξουαλική ή ερωτική έλξη προς άτομα αντίθετου φύλου
ετεροσεξουαλικότητας	=	ετεροσεξουαλικότητα
ετεροσεξουαλικότητες	=	ετεροσεξουαλικότητα
ετεροσεξουαλικών	=	ετεροσεξουαλικός
ετεροσκεδαστικά	adv	με ετεροσκεδαστικό τρόπο
ετεροσκεδαστικέ	adj	κλητική ενικού του ετεροσκεδαστικός
ετεροσκεδαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροσκεδαστική
ετεροσκεδαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροσκεδαστικός
ετεροσκεδαστικής	adj	γενική ενικού του ετεροσκεδαστική
ετεροσκεδαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροσκεδαστικός
ετεροσκεδαστικοτήτων	=	ετεροσκεδαστικότητα
ετεροσκεδαστικού	adj	γενική ενικού του ετεροσκεδαστικός
ετεροσκεδαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροσκεδαστικός
ετεροσκεδαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ετεροσκεδαστικός
ετεροσκεδαστικός	adj	που έχει σχέση με την ετεροσκεδαστικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή
ετεροσκεδαστικότητα	noun	ακολουθία ή διάνυσμα από τυχαίες μεταβλητές οι οποίες έχουν διαφορετική διακύμανση
ετεροσκεδαστικότητας	=	ετεροσκεδαστικότητα
ετεροσκεδαστικότητες	=	ετεροσκεδαστικότητα
ετεροσκεδαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ετεροσκεδαστικός
ετεροτήτων	=	ετερότητα
ετεροτοπία	noun	η ανάπτυξη ενός οργάνου σε διαφορετική θέση από την κανονική / φυσιολογική
ετεροτοπίας	noun	γενική ενικού του ετεροτοπία
ετεροτοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροτοπία
ετεροτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροτοπικό
ετεροτοπικέ	adj	κλητική ενικού του ετεροτοπικός
ετεροτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροτοπική
ετεροτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροτοπικός
ετεροτοπικής	adj	γενική ενικού του ετεροτοπική
ετεροτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροτοπικός
ετεροτοπικού	adj	γενική ενικού του ετεροτοπικός
ετεροτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροτοπικός
ετεροτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ετεροτοπικός
ετεροτοπικός	noun	που έχει σχέση με την ετεροτοπία ή τον ετερότοπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ετεροτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ετεροτοπικός
ετεροτοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροτοπία
ετεροτυπικά	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικέ	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικές	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπική	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικής	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικοί	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικού	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικούς	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικό	=	ετεροτυπικός
ετεροτυπικός	adj	που έχει διαφορετικό τύπο.
ετεροτυπικών	=	ετεροτυπικός
ετεροφοβία	noun	αρνητική στάση ή δυσανεξία απέναντι σε άτομα που έλκονται από το αντίθετο φύλο
ετεροφοβίας	=	ετεροφοβία
ετεροφοβίες	=	ετεροφοβία
ετεροφοβικά	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικέ	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικές	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβική	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικής	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικοί	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικού	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικούς	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικό	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβικός	adj	που διακατέχεται από ετεροφοβία
ετεροφοβικών	=	ετεροφοβικός
ετεροφοβιών	=	ετεροφοβία
ετεροφυλία	noun	το να είναι κάποιος ετερόφυλος, …
ετεροφυλίας	noun	γενική ενικού του ετεροφυλία
ετεροφυλίες	=	ετεροφυλία
ετεροφυλιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροφυλία
ετεροφυλοφίλων	=	ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλοφιλία	noun	η σεξουαλική έλξη από άτομα του άλλου φύλου
ετεροφυλοφιλίας	noun	γενική ενικού του ετεροφυλοφιλία
ετεροφυλοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροφυλοφιλία
ετεροφυλοφιλικά	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικέ	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικές	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλική	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικής	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικοί	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικού	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικούς	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικό	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλικός	adj	που σχετίζεται με την ετεροφυλοφιλία
ετεροφυλοφιλικών	=	ετεροφυλοφιλικός
ετεροφυλοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροφυλοφιλία
ετεροφυλόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροφυλόφιλο
ετεροφυλόφιλε	adj	κλητική ενικού του ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροφυλόφιλη
ετεροφυλόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλόφιλης	adj	γενική ενικού του ετεροφυλόφιλη
ετεροφυλόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλόφιλος	noun	άντρας που νιώθει σεξουαλική έλξη για άτομα του αντίθετου φύλου	adj	γι' αυτόν που νιώθει σεξουαλική έλξη για άτομα του αντίθετου φύλου
ετεροφυλόφιλου	adj	γενική ενικού του ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροφυλόφιλος
ετεροφυλόφιλων	adj	γενική πληθυντικού του ετεροφυλόφιλος
ετεροφωνία	noun	τεχνική εμπλουτισμού μιας βασικής μελωδικής ιδέας, όταν αυτή συγχρόνως εκτελείται από πολλούς εκτελεστές με μικροδιαφοροποιήσεις από τον καθένα, ενώ ο παρατηρητής αισθάνεται ότι δεσπόζει η βασική μελωδική ιδέα
ετεροφωνίας	=	ετεροφωνία
ετεροφωνίες	=	ετεροφωνία
ετεροφωνιών	=	ετεροφωνία
ετεροχθόνων	=	ετερόχθων
ετεροχρονία	noun	η ιδιότητα του ετερόχρονου
ετεροχρονίας	noun	γενική ενικού του ετεροχρονία
ετεροχρονίες	=	ετεροχρονία
ετεροχρονίζαμε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζαν	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζανε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζατε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζει	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζεις	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζετε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζοντας	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζουμε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζουν	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζουνε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίζω	verb|formal	αναβάλλω για ευθετότερο χρόνο την εκτέλεση μιας ενέργειας η ενός έργου
ετεροχρονίσαμε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίσαν	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίσανε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίσατε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίσει	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονίστε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονικό
ετεροχρονικέ	adj	κλητική ενικού του ετεροχρονικός
ετεροχρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονική
ετεροχρονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροχρονικός
ετεροχρονικής	adj	γενική ενικού του ετεροχρονική
ετεροχρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονικός
ετεροχρονικού	adj	γενική ενικού του ετεροχρονικός
ετεροχρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετεροχρονικός
ετεροχρονικό	adj	αιτιατική ενικού του ετεροχρονικός
ετεροχρονικός	adj	ο σχετικός με ετεροχρονισμό
ετεροχρονικών	adj	γενική πληθυντικού του ετεροχρονικός
ετεροχρονισμέ	noun	κλητική ενικού του ετεροχρονισμός
ετεροχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονισμένο
ετεροχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονισμένη
ετεροχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμένης	verb	γενική ενικού του ετεροχρονισμένη
ετεροχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ετεροχρονίζω
ετεροχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετεροχρονισμένος
ετεροχρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετεροχρονισμός
ετεροχρονισμού	noun	γενική ενικού του ετεροχρονισμός
ετεροχρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ετεροχρονισμός
ετεροχρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ετεροχρονισμός
ετεροχρονισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ετεροχρονίζω
ετεροχρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροχρονισμός
ετεροχρονιών	noun	γενική πληθυντικού του ετεροχρονία
ετεροχρόνιζα	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνιζαν	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνιζε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνιζες	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνισα	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνισαν	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνισε	=	ετεροχρονίζω
ετεροχρόνισες	=	ετεροχρονίζω
ετερπόμουν	=	τέρπω
ετερόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόγλωσσο
ετερόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόγλωσση
ετερόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσης	adj	γενική ενικού του ετερόγλωσση
ετερόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσος	adj	που μιλάει διαφορετική γλώσσα σε σχέση με τη χώρα που βρίσκεται ή σε σχέση με κάποιον άλλο
ετερόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόγλωσσος
ετερόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόγλωσσος
ετερόδοξα	adv	με ετερόδοξο τρόπο
ετερόδοξε	=	ετερόδοξος
ετερόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόδοξη
ετερόδοξη	=	ετερόδοξος
ετερόδοξης	=	ετερόδοξος
ετερόδοξο	=	ετερόδοξος
ετερόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόδοξος
ετερόδοξος	adj	που ακολουθεί διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα
ετερόδοξου	=	ετερόδοξος
ετερόδοξους	=	ετερόδοξος
ετερόδοξων	=	ετερόδοξος
ετερόζυγα	=	ετερόζυγος
ετερόζυγε	=	ετερόζυγος
ετερόζυγες	=	ετερόζυγος
ετερόζυγη	=	ετερόζυγος
ετερόζυγης	=	ετερόζυγος
ετερόζυγο	=	ετερόζυγος
ετερόζυγοι	=	ετερόζυγος
ετερόζυγος	adj	που φέρει δύο διαφορετικά αλληλόμορφα για συγκεκριμένο γονίδιο, ένα από κάθε γονέα
ετερόζυγου	=	ετερόζυγος
ετερόζυγους	=	ετερόζυγος
ετερόζυγων	=	ετερόζυγος
ετερόθρησκα	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκε	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκες	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκη	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκης	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκο	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκοι	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκος	adj	που ανήκει σε θρησκεία διαφορετική απʼ αυτήν του ομιλητή ή της πλειοψηφίας ενός τόπου
ετερόθρησκου	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκους	=	ετερόθρησκος
ετερόθρησκων	=	ετερόθρησκος
ετερόκεντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόκεντρο
ετερόκεντρε	adj	κλητική ενικού του ετερόκεντρος
ετερόκεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόκεντρη
ετερόκεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόκεντρος
ετερόκεντρης	adj	γενική ενικού του ετερόκεντρη
ετερόκεντρο	adj	αιτιατική ενικού του ετερόκεντρος
ετερόκεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόκεντρος
ετερόκεντρος	adj	που οι ακτίνες φωτός δεν τέμνονται σε κάποιο κοινό κέντρο
ετερόκεντρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόκεντρος
ετερόκεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόκεντρος
ετερόκεντρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόκεντρος
ετερόκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ετερόκλητος	adv	με ετερόκλητο τρόπο
ετερόκλητε	adj	κλητική ενικού του ετερόκλητος
ετερόκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόκλητη
ετερόκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόκλητος
ετερόκλητης	adj	γενική ενικού του ετερόκλητη
ετερόκλητο	adj	αιτιατική ενικού του ετερόκλητος
ετερόκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόκλητος
ετερόκλητος	adj	ο αποτελούμενος από ανομοιογενή στοιχεία
ετερόκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόκλητος
ετερόκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόκλητος
ετερόκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόκλητος
ετερόκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόκλιτο
ετερόκλιτε	adj	κλητική ενικού του ετερόκλιτος
ετερόκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόκλιτη
ετερόκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόκλιτος
ετερόκλιτης	adj	γενική ενικού του ετερόκλιτη
ετερόκλιτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόκλιτος	noun	που κάποιοι τύποι του κλίνονται σύμφωνα με άλλη κλίση
ετερόκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόκλιτος
ετερόκλιτος	adj	που κάποιοι τύποι του κλίνονται σύμφωνα με άλλη κλίση
ετερόκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόκλιτος
ετερόκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόκλιτος
ετερόκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόκλιτος
ετερόλογα	=	ετερόλογος
ετερόλογε	=	ετερόλογος
ετερόλογες	=	ετερόλογος
ετερόλογη	=	ετερόλογος
ετερόλογης	=	ετερόλογος
ετερόλογο	=	ετερόλογος
ετερόλογοι	=	ετερόλογος
ετερόλογος	adj	που προέρχεται από διαφορετικό οργανισμό ή είδος απʼ αυτόν που τον δέχεται ή τον χρησιμοποιεί
ετερόλογου	=	ετερόλογος
ετερόλογους	=	ετερόλογος
ετερόλογων	=	ετερόλογος
ετερόμορφα	=	ετερόμορφος
ετερόμορφε	=	ετερόμορφος
ετερόμορφες	=	ετερόμορφος
ετερόμορφη	=	ετερόμορφος
ετερόμορφης	=	ετερόμορφος
ετερόμορφο	=	ετερόμορφος
ετερόμορφοι	=	ετερόμορφος
ετερόμορφος	adj	που παρουσιάζει ετερομορφία, που έχει διαφορετική μορφή από άλλα άτομα του είδους του ή απ’ ό,τι συνήθως
ετερόμορφου	=	ετερόμορφος
ετερόμορφους	=	ετερόμορφος
ετερόμορφων	=	ετερόμορφος
ετερόνομα	=	ετερόνομος
ετερόνομε	=	ετερόνομος
ετερόνομες	=	ετερόνομος
ετερόνομη	=	ετερόνομος
ετερόνομης	=	ετερόνομος
ετερόνομο	=	ετερόνομος
ετερόνομοι	=	ετερόνομος
ετερόνομος	adj	που τον χαρακτηρίζει ετερονομία
ετερόνομου	=	ετερόνομος
ετερόνομους	=	ετερόνομος
ετερόνομων	=	ετερόνομος
ετερόπλευρα	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρε	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρες	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρη	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρης	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρο	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευροι	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρος	adj	που εμφανίζεται σε μία μόνο πλευρά ή ένα μόνο μέρος του σώματος
ετερόπλευρου	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρους	=	ετερόπλευρος
ετερόπλευρων	=	ετερόπλευρος
ετερόπτωτα	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτε	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτες	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτη	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτης	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτο	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτοι	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτος	adj	αυτός που συντάσσεται με άλλον σε άλλη πτώση.
ετερόπτωτου	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτους	=	ετερόπτωτος
ετερόπτωτων	=	ετερόπτωτος
ετερόρρυθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόρρυθμο
ετερόρρυθμε	adj	κλητική ενικού του ετερόρρυθμος
ετερόρρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόρρυθμη
ετερόρρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόρρυθμος
ετερόρρυθμης	adj	γενική ενικού του ετερόρρυθμη
ετερόρρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του ετερόρρυθμος
ετερόρρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόρρυθμος
ετερόρρυθμος	adj	που έχει διαφορετικό ρυθμό
ετερόρρυθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόρρυθμος
ετερόρρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόρρυθμος
ετερόρρυθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόρρυθμος
ετερόσημα	=	ετερόσημος
ετερόσημε	=	ετερόσημος
ετερόσημες	=	ετερόσημος
ετερόσημη	=	ετερόσημος
ετερόσημης	=	ετερόσημος
ετερόσημο	=	ετερόσημος
ετερόσημοι	=	ετερόσημος
ετερόσημος	adj	που έχει διαφορετικό πρόσημο
ετερόσημου	=	ετερόσημος
ετερόσημους	=	ετερόσημος
ετερόσημων	=	ετερόσημος
ετερότητα	noun	η ιδιότητα του «διαφέρειν» στο πνεύμα (όπως ορίζεται κατά την αριστοτελική συγκρότηση)
ετερότητας	noun	γενική ενικού του ετερότητα
ετερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερότητα
ετερότοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερότοπο
ετερότοπε	adj	κλητική ενικού του ετερότοπος
ετερότοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερότοπη
ετερότοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερότοπος
ετερότοπης	adj	γενική ενικού του ετερότοπη
ετερότοπο	adj	αιτιατική ενικού του ετερότοπος
ετερότοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερότοπος
ετερότοπος	adj	που βρίσκεται σε διαφορετική θέση από την κανονική / φυσιολογική
ετερότοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερότοπος
ετερότοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερότοπος
ετερότοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερότοπος
ετερότροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερότροφο
ετερότροφε	adj	κλητική ενικού του ετερότροφος
ετερότροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερότροφη
ετερότροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερότροφος
ετερότροφης	adj	γενική ενικού του ετερότροφη
ετερότροφο	adj	αιτιατική ενικού του ετερότροφος
ετερότροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερότροφος
ετερότροφος	adj	που τρέφεται με άλλους οργανισμούς
ετερότροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερότροφος
ετερότροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερότροφος
ετερότροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερότροφος
ετερόφυλα	=	ετερόφυλος
ετερόφυλε	=	ετερόφυλος
ετερόφυλες	=	ετερόφυλος
ετερόφυλη	=	ετερόφυλος
ετερόφυλης	=	ετερόφυλος
ετερόφυλο	=	ετερόφυλος
ετερόφυλοι	=	ετερόφυλος
ετερόφυλος	adj	που ανήκει σε διαφορετικό φύλο
ετερόφυλου	=	ετερόφυλος
ετερόφυλους	=	ετερόφυλος
ετερόφυλων	=	ετερόφυλος
ετερόφωνα	=	ετερόφωνος
ετερόφωνε	=	ετερόφωνος
ετερόφωνες	=	ετερόφωνος
ετερόφωνη	=	ετερόφωνος
ετερόφωνης	=	ετερόφωνος
ετερόφωνο	=	ετερόφωνος
ετερόφωνοι	=	ετερόφωνος
ετερόφωνος	adj	ο αλλόγλωσσος
ετερόφωνου	=	ετερόφωνος
ετερόφωνους	=	ετερόφωνος
ετερόφωνων	=	ετερόφωνος
ετερόφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόφωτο
ετερόφωτε	adj	κλητική ενικού του ετερόφωτος
ετερόφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόφωτη
ετερόφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόφωτος
ετερόφωτης	adj	γενική ενικού του ετερόφωτη
ετερόφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ετερόφωτος
ετερόφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόφωτος
ετερόφωτος	adj	που δεν ακτινοβολεί από μόνος του, αλλά φωτίζεται από το φως κάποιου άλλου
ετερόφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόφωτος
ετερόφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόφωτος
ετερόφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόφωτος
ετερόχθον	=	ετερόχθων
ετερόχθονα	=	ετερόχθων
ετερόχθονας	=	ετερόχθων
ετερόχθονες	=	ετερόχθων
ετερόχθονος	=	ετερόχθων
ετερόχθων	adj|formal	αυτός που βρέθηκε να κατοικεί σε ξένη χώρα για οποιονδήποτε λόγο
ετερόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόχρονο
ετερόχρονε	adj	κλητική ενικού του ετερόχρονος
ετερόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερόχρονη
ετερόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερόχρονος
ετερόχρονης	adj	γενική ενικού του ετερόχρονη
ετερόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ετερόχρονος
ετερόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερόχρονος
ετερόχρονος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει σε διαφορετικό χρόνο σε σχέση με κάτι άλλο
ετερόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετερόχρονος
ετερόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερόχρονος
ετερόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετερόχρονος
ετερώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερώνυμο
ετερώνυμε	adj	κλητική ενικού του ετερώνυμος
ετερώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετερώνυμη
ετερώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετερώνυμος
ετερώνυμης	adj	γενική ενικού του ετερώνυμη
ετερώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του ετερώνυμος
ετερώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετερώνυμος
ετερώνυμος	adj	ετερώνυμα κλάσματα: κλάσματα με διαφορετικό παρονομαστή
ετερώνυμου	adj	γενική ενικού του ετερώνυμος
ετερώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετερώνυμος
ετερώνυμων	adj	γενική πληθυντικού του ετερώνυμος
ετηνικοποιήσεις	=	εθνικοποίηση
ετησίες	noun	μετεωρολογικός όρος για τους βόρειους ανέμους του καλοκαιριού, τα μελτέμια
ετησίων	=	ετησίες
ετησίως	adv	σε ετήσια βάση
ετησιοποιημένα	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένε	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένες	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένη	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένης	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένο	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένοι	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένος	adj	που αναλύεται σε ετήσιο εύρος ή αφορά ετήσια βάση
ετησιοποιημένου	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένους	=	ετησιοποιημένος
ετησιοποιημένων	=	ετησιοποιημένος
ετιά	noun	ιτιά
ετιάς	=	ετιά
ετιές	=	ετιά
ετικέτα	noun	μικρό κομμάτι χαρτιού στο οποίο αναγράφονται συνοπτικές πληροφορίες
ετικέτας	noun	γενική ενικού του ετικέτα
ετικέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετικέτα
ετικετάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ετικετάρω, η τοποθέτηση ετικετών
ετικετάρω	verb	τοποθετώ ετικέτες
ετικετέζα	noun	μηχάνημα με το οποίο επικολλώνται ετικέτες σε επιφάνειες
ετικετέζας	=	ετικετέζα
ετικετέζες	=	ετικετέζα
ετικετέζων	=	ετικετέζα
ετικεταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετικετάρισμα
ετικεταρίσματος	noun	γενική ενικού του ετικετάρισμα
ετικεταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ετικετάρισμα
ετικετογράφε	=	ετικετογράφος
ετικετογράφο	=	ετικετογράφος
ετικετογράφοι	=	ετικετογράφος
ετικετογράφος	noun	μηχάνημα κολλάει ετικέτες (Χρειάζεται επεξεργασία)
ετικετογράφου	=	ετικετογράφος
ετικετογράφους	=	ετικετογράφος
ετικετογράφων	=	ετικετογράφος
ετικετών	noun	γενική πληθυντικού του ετικέτα
ετιμάτο	=	τιμάω
ετιμώντο	=	τιμάω
ετιών	=	ετιά
ετκ	abbrev	Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: επίσημη έκδοση του ελληνικού κράτους όπου δημοσιεύονται νόμοι, διατάγματα και άλλες κανονιστικές πράξεις
ετμεαρ	abbrev	χρέωση για την εξασφάλιση χρηματοδότησης για τη μείωση αέριων ρύπων η οποία εφαρμόζεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα
ετοίμαζα	=	ετοιμάζω
ετοίμαζαν	=	ετοιμάζω
ετοίμαζε	=	ετοιμάζω
ετοίμαζες	=	ετοιμάζω
ετοίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάζαμε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζαν	=	ετοιμάζω
ετοιμάζανε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζατε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζει	=	ετοιμάζω
ετοιμάζεις	=	ετοιμάζω
ετοιμάζεσαι	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάζεστε	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάζεται	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάζετε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζομαι	verb	βρίσκομαι σε κατάσταση ή ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να είμαι έτοιμος για κάτι που θα ακολουθήσει
ετοιμάζομε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζονται	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάζονταν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάζοντας	=	ετοιμάζω
ετοιμάζου	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάζουμε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζουν	=	ετοιμάζω
ετοιμάζουνε	=	ετοιμάζω
ετοιμάζω	verb	με τις κατάλληλες ενέργειες και προεργασία φέρνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση ετοιμότητας, το(ν) καθιστώ έτοιμο για κάτι
ετοιμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσαν	=	ετοιμάζω
ετοιμάσανε	=	ετοιμάζω
ετοιμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσομε	=	ετοιμάζω
ετοιμάσου	=	ετοιμάζομαι
ετοιμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμάσουνε	=	ετοιμάζω
ετοιμάστε	=	ετοιμάζω
ετοιμάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζω
ετοιμαζόμασταν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόμαστε	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόμουν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόμουνα	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόντουσαν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόσασταν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόσαστε	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόσουν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόσουνα	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζόταν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαζότανε	=	ετοιμάζομαι
ετοιμασία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ετοιμάζω
ετοιμασίας	noun	γενική ενικού του ετοιμασία
ετοιμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμασία
ετοιμασιών	noun	γενική πληθυντικού του ετοιμασία
ετοιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμασμένο
ετοιμασμένε	verb	κλητική ενικού του ετοιμασμένος
ετοιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμασμένη
ετοιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιμασμένος
ετοιμασμένης	verb	γενική ενικού του ετοιμασμένη
ετοιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ετοιμασμένος
ετοιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιμασμένος
ετοιμασμένος	=	ετοιμάζομαι
ετοιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιμασμένος
ετοιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ετοιμασμένος
ετοιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιμασμένος
ετοιμαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστήκαν	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαστήκανε	=	ετοιμάζομαι
ετοιμαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιμαστούνε	=	ετοιμάζω
ετοιμαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετοιμάζομαι
ετοιματζήδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιματζήδικο
ετοιματζήδικε	adj	κλητική ενικού του ετοιματζήδικος
ετοιματζήδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιματζήδικη
ετοιματζήδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιματζήδικος
ετοιματζήδικης	adj	γενική ενικού του ετοιματζήδικη
ετοιματζήδικο	=	ετοιματζήδικος
ετοιματζήδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιματζήδικος
ετοιματζήδικος	adj	άλλη γραφή του ετοιματζίδικος
ετοιματζήδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιματζήδικος
ετοιματζήδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετοιματζήδικος
ετοιματζήδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιματζήδικος
ετοιματζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιματζίδικο
ετοιματζίδικε	adj	κλητική ενικού του ετοιματζίδικος
ετοιματζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιματζίδικη
ετοιματζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιματζίδικος
ετοιματζίδικης	adj	γενική ενικού του ετοιματζίδικη
ετοιματζίδικο	noun	μαγαζί που πουλάει έτοιμα πράγματα, πράγματα που δεν είναι κατασκευασμένα για τον συγκεκριμένο πελάτη	adj	αιτιατική ενικού του ετοιματζίδικος
ετοιματζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιματζίδικος
ετοιματζίδικος	adj	ρούχο που αγοράστηκε σε ετοιματζίδικο, που ήταν έτοιμος και δεν προσαρμόστηκε ή κατασκευάστηκε ειδικά για τον πελάτη
ετοιματζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιματζίδικος
ετοιματζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετοιματζίδικος
ετοιματζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιματζίδικος
ετοιμοθάνατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμοθάνατο
ετοιμοθάνατε	adj	κλητική ενικού του ετοιμοθάνατος
ετοιμοθάνατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμοθάνατη
ετοιμοθάνατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιμοθάνατος
ετοιμοθάνατης	adj	γενική ενικού του ετοιμοθάνατη
ετοιμοθάνατο	adj	αιτιατική ενικού του ετοιμοθάνατος
ετοιμοθάνατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιμοθάνατος
ετοιμοθάνατος	adj	που πρόκειται σε σύντομο χρονικό διάστημα να πεθάνει
ετοιμοθάνατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιμοθάνατος
ετοιμοθάνατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετοιμοθάνατος
ετοιμοθάνατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιμοθάνατος
ετοιμολογία	noun|formal	το να είναι κάποιος ετοιμόλογος, η ετοιμότητα λόγου
ετοιμολογίας	=	ετοιμολογία
ετοιμολογίες	=	ετοιμολογία
ετοιμολογιών	=	ετοιμολογία
ετοιμοπαράδοτα	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτε	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτες	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτη	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτης	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτο	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτοι	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτος	adj	που είναι άμεσα διαθέσιμος στην πώληση
ετοιμοπαράδοτου	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτους	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπαράδοτων	=	ετοιμοπαράδοτος
ετοιμοπόλεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμοπόλεμο
ετοιμοπόλεμε	adj	κλητική ενικού του ετοιμοπόλεμος
ετοιμοπόλεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμοπόλεμη
ετοιμοπόλεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιμοπόλεμος
ετοιμοπόλεμης	adj	γενική ενικού του ετοιμοπόλεμη
ετοιμοπόλεμο	adj	αιτιατική ενικού του ετοιμοπόλεμος
ετοιμοπόλεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιμοπόλεμος
ετοιμοπόλεμος	adj|figurative	που είναι έτοιμος για πόλεμο
ετοιμοπόλεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιμοπόλεμος
ετοιμοπόλεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετοιμοπόλεμος
ετοιμοπόλεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιμοπόλεμος
ετοιμορροπία	noun|formal	η κατάσταση του ετοιμόρροπου
ετοιμορροπίας	=	ετοιμορροπία
ετοιμορροπίες	=	ετοιμορροπία
ετοιμορροπιών	=	ετοιμορροπία
ετοιμοτήτων	=	ετοιμότητα
ετοιμόγεννα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμόγεννο
ετοιμόγεννε	adj	κλητική ενικού του ετοιμόγεννος
ετοιμόγεννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμόγεννη
ετοιμόγεννη	noun	αυτή που είναι έτοιμη να γεννήσει
ετοιμόγεννης	adj	γενική ενικού του ετοιμόγεννη
ετοιμόγεννο	adj	αιτιατική ενικού του ετοιμόγεννος
ετοιμόγεννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιμόγεννος
ετοιμόγεννος	adj	που είναι έτοιμη να γεννήσει
ετοιμόγεννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιμόγεννος
ετοιμόγεννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετοιμόγεννος
ετοιμόγεννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιμόγεννος
ετοιμόλογα	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογε	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογες	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιμόλογος
ετοιμόλογης	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογο	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογοι	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογος	adj	ικανός να δίνει άμεσες και έξυπνες απαντήσεις
ετοιμόλογου	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογους	=	ετοιμόλογος
ετοιμόλογων	=	ετοιμόλογος
ετοιμόρροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροπε	adj	κλητική ενικού του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμόρροπη
ετοιμόρροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροπης	adj	γενική ενικού του ετοιμόρροπη
ετοιμόρροπο	adj	αιτιατική ενικού του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροπος	adj	που είναι έτοιμος (έχει πολλές πιθανότητες) να καταρρεύσει, να γκρεμιστεί, να διαλυθεί
ετοιμόρροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετοιμόρροπος
ετοιμόρροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ετοιμόρροπος
ετοιμότατα	=	έτοιμος
ετοιμότατε	=	έτοιμος
ετοιμότατες	=	έτοιμος
ετοιμότατη	=	έτοιμος
ετοιμότατης	=	έτοιμος
ετοιμότατο	=	έτοιμος
ετοιμότατοι	=	έτοιμος
ετοιμότατος	=	έτοιμος
ετοιμότατου	=	έτοιμος
ετοιμότατους	=	έτοιμος
ετοιμότατων	=	έτοιμος
ετοιμότερα	=	έτοιμος
ετοιμότερε	=	έτοιμος
ετοιμότερες	=	έτοιμος
ετοιμότερη	=	έτοιμος
ετοιμότερης	=	έτοιμος
ετοιμότερο	=	έτοιμος
ετοιμότεροι	=	έτοιμος
ετοιμότερος	=	έτοιμος
ετοιμότερου	=	έτοιμος
ετοιμότερους	=	έτοιμος
ετοιμότερων	=	έτοιμος
ετοιμότητα	noun	η προπαρασκευή, η ιδιότητα που έχει αυτός που είναι έτοιμος, που βρίσκεται σε εγρήγορση και περιμένει κάτι που θα χρειαστεί πιθανόν να αντιμετωπίσει, αλλά και που γενικά διακρίνεται για την ταχύτητα και συνάμα ευστοχία των αντιδράσεών του
ετοιμότητας	noun	γενική ενικού του ετοιμότητα
ετοιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετοιμότητα
ετολμάτο	=	τολμάω
ετολμώντο	=	τολμάω
ετούη	pron	τούτη/αυτή
ετούτα	=	ετούτος
ετούτε	=	ετούτος
ετούτες	=	ετούτος
ετούτη	=	ετούτος
ετούτης	=	ετούτος
ετούτο	=	ετούτος
ετούτοι	=	ετούτος
ετούτος	pron	άλλη μορφή του τούτος
ετούτου	=	ετούτος
ετούτους	=	ετούτος
ετούτων	=	ετούτος
ετπα	abbrev	ειδικό ταμείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση των ανισοτήτων ανάμεσα στις περιφέρειες των χωρών μελών της
ετράπη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του τρέπω
ετράπην	=	τράπηκα
ετράπησαν	=	τρέπω
ετριγγίτης	noun	κρυσταλλικό άλας με χημικό τύπο (CaO)6(Al2O3)(SO3)3·32H2O και λευκό προς κίτρινο χρώμα, που παράγεται όταν θειικά άλατα προσβάλουν το τσιμέντο
ετρουσκικά	noun	η γλώσσα των αρχαίων Ετρούσκων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ετρουσκικός
ετρουσκικέ	adj	κλητική ενικού του ετρουσκικός
ετρουσκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετρουσκική
ετρουσκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετρουσκικός
ετρουσκικής	adj	γενική ενικού του ετρουσκική
ετρουσκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετρουσκικός
ετρουσκικού	adj	γενική ενικού του ετρουσκικός
ετρουσκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετρουσκικός
ετρουσκικό	adj	αιτιατική ενικού του ετρουσκικός
ετρουσκικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους Ετρούσκους
ετρουσκικών	noun	γενική του ετρουσκικά	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ετρουσκικός
ετρώθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του τιτρώσκω
ετσιδά	adv	εμφατικός τύπος τού έτσι, που δηλώνει τον ακριβή τρόπο με τον οποίο γίνεται ή συμβαίνει κάτι
ετσιθελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετσιθελικό	adv	με το "έτσι θέλω", επιβάλλοντας αυταρχικά την άποψη κάποιου ή την επιθυμία του
ετσιθελικέ	adj	κλητική ενικού του ετσιθελικός
ετσιθελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετσιθελική
ετσιθελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετσιθελικός
ετσιθελικής	adj	γενική ενικού του ετσιθελική
ετσιθελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετσιθελικός
ετσιθελικού	adj	γενική ενικού του ετσιθελικός
ετσιθελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετσιθελικός
ετσιθελικό	adj	αιτιατική ενικού του ετσιθελικός
ετσιθελικός	adj	που γίνεται με το έτσι θέλω, χωρίς να πάρει κάποιος υπόψη του καμία συμβουλή ή πρόταση άλλων
ετσιθελικών	adj	γενική πληθυντικού του ετσιθελικός
ετσιθελισμέ	noun	κλητική ενικού του ετσιθελισμός
ετσιθελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετσιθελισμός
ετσιθελισμού	noun	γενική ενικού του ετσιθελισμός
ετσιθελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ετσιθελισμός
ετσιθελισμό	noun	αιτιατική ενικού του ετσιθελισμός
ετσιθελισμός	noun	δραστηριότητα ή συμπεριφορά που γίνεται με το «έτσι θέλω», με αυθαιρεσία, αυταρχικότητα και χωρίς να ενδιαφέρει η γνώμη ων άλλων
ετσιθελισμών	noun	γενική πληθυντικού του ετσιθελισμός
ετυμηγορία	noun	η απόφαση δίκης
ετυμηγορίας	noun	γενική ενικού του ετυμηγορία
ετυμηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμηγορία
ετυμηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του ετυμηγορία
ετυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμικό
ετυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμική
ετυμικής	adj	γενική ενικού του ετυμική
ετυμολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμολόγημα
ετυμολογήματος	noun	γενική ενικού του ετυμολόγημα
ετυμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμολόγηση
ετυμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ετυμολόγηση
ετυμολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ετυμολόγηση
ετυμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολογία	noun	η επιστημονική μελέτη της προέλευσης και ιστορικής εξέλιξης των λέξεων
ετυμολογίας	noun	γενική ενικού του ετυμολογία
ετυμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμολογία
ετυμολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ετυμολόγημα
ετυμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμολογικό	adv	από ετυμολογικής πλευράς
ετυμολογικέ	adj	κλητική ενικού του ετυμολογικός
ετυμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ετυμολογική
ετυμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ετυμολογικός
ετυμολογικής	adj	γενική ενικού του ετυμολογική
ετυμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετυμολογικός
ετυμολογικού	adj	γενική ενικού του ετυμολογικός
ετυμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ετυμολογικός
ετυμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ετυμολογικός
ετυμολογικός	adj	σχετικός ή αναφερόμενος στην ετυμολογία μιας λέξης.
ετυμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ετυμολογικός
ετυμολογικώς	adv|formal	άλλη μορφή του ετυμολογικά
ετυμολογισμέ	noun	κλητική ενικού του ετυμολογισμός
ετυμολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ετυμολογισμός
ετυμολογισμού	noun	γενική ενικού του ετυμολογισμός
ετυμολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ετυμολογισμός
ετυμολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του ετυμολογισμός
ετυμολογισμός	noun	η αρχή ή τάση σύμφωνα με την οποία η γραφή και γενικότερα η γλωσσική μορφή πρέπει να καθορίζονται από την ετυμολογία και την ιστορική προέλευση των λέξεων και όχι από την σύγχρονη προφορά ή χρήση
ετυμολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του ετυμολογισμός
ετυμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ετυμολογία
ετυμολογώ	verb	παρουσιάζω την ετυμολογία μιας λέξης
ετυμολόγε	=	ετυμολόγος
ετυμολόγημα	noun	το συγκεκριμένο κείμενο ή η διατυπωμένη ετυμολογική εξήγηση
ετυμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ετυμολογώ
ετυμολόγηση	noun	η πράξη ή διαδικασία ερμηνείας και παρουσίασης της ιστορικής εξέλιξης μιας λέξης
ετυμολόγησης	noun	γενική ενικού του ετυμολόγηση
ετυμολόγο	=	ετυμολόγος
ετυμολόγοι	=	ετυμολόγος
ετυμολόγος	noun	που ασχολείται με την ετυμολόγηση των λέξεων
ετυμολόγου	=	ετυμολόγος
ετυμολόγους	=	ετυμολόγος
ετυμολόγων	=	ετυμολόγος
ετότε	adv|vulgar	άλλη μορφή του τότε
ετότες	adv|vulgar	άλλη μορφή του τότε
ετύμου	=	έτυμο
ετύμων	=	έτυμο
ετών	noun	γενική πληθυντικού του έτος
ευ	adv|formal	καλά, συνήθως σε παγιωμένες εκφράσεις
ευάερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάερο
ευάερε	adj	κλητική ενικού του ευάερος
ευάερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάερη
ευάερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευάερος
ευάερης	adj	γενική ενικού του ευάερη
ευάερο	adj	αιτιατική ενικού του ευάερος
ευάεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευάερος
ευάερος	adj	που αερίζεται καλά
ευάερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευάερος
ευάερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευάερος
ευάερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευάερος
ευάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάλωτο
ευάλωτε	adj	κλητική ενικού του ευάλωτος
ευάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάλωτη
ευάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευάλωτος
ευάλωτης	adj	γενική ενικού του ευάλωτη
ευάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ευάλωτος
ευάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευάλωτος
ευάλωτος	adj	που κυριεύεται εύκολα
ευάλωτου	adj	γενική ενικού του ευάλωτος
ευάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευάλωτος
ευάλωτων	adj	γενική πληθυντικού του ευάλωτος
ευάνδρου	=	εύανδρος
ευάνδρους	=	εύανδρος
ευάνδρων	=	εύανδρος
ευάρεστα	=	ευάρεστος
ευάρεστε	adj	κλητική ενικού του ευάρεστος
ευάρεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάρεστη
ευάρεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευάρεστος
ευάρεστης	adj	γενική ενικού του ευάρεστη
ευάρεστο	adj	αιτιατική ενικού του ευάρεστος
ευάρεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευάρεστος
ευάρεστος	adj|formal	ευχάριστος
ευάρεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευάρεστος
ευάρεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευάρεστος
ευάρεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευάρεστος
ευάριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάριθμο
ευάριθμε	adj	κλητική ενικού του ευάριθμος
ευάριθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάριθμη
ευάριθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευάριθμος
ευάριθμης	adj	γενική ενικού του ευάριθμη
ευάριθμο	adj	αιτιατική ενικού του ευάριθμος
ευάριθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευάριθμος
ευάριθμος	adj|formal	που είναι μικρός ή λίγος αριθμητικά, που μπορεί να αριθμηθεί ή να μετρηθεί εύκολα
ευάριθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευάριθμος
ευάριθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευάριθμος
ευάριθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευάριθμος
ευάρμοστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάρμοστο
ευάρμοστε	adj	κλητική ενικού του ευάρμοστος
ευάρμοστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευάρμοστη
ευάρμοστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευάρμοστος
ευάρμοστης	adj	γενική ενικού του ευάρμοστη
ευάρμοστο	adj	αιτιατική ενικού του ευάρμοστος
ευάρμοστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευάρμοστος
ευάρμοστος	adj	καλά συναρμοσμένος
ευάρμοστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευάρμοστος
ευάρμοστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευάρμοστος
ευάρμοστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευάρμοστος
ευέλικτα	adv	με ευέλικτο τρόπο, με ευελιξία
ευέλικτε	=	ευέλικτος
ευέλικτες	=	ευέλικτος
ευέλικτη	=	ευέλικτος
ευέλικτης	=	ευέλικτος
ευέλικτο	=	ευέλικτος
ευέλικτοι	=	ευέλικτος
ευέλικτος	adj	που κάνει εύκολα ελιγμούς, που ελίσσεται εύκολα, που αλλάζει εύκολα κατεύθυνση
ευέλικτου	=	ευέλικτος
ευέλικτους	=	ευέλικτος
ευέλικτων	=	ευέλικτος
ευέλπιδα	=	εύελπις
ευέλπιδες	=	εύελπις
ευέλπιδος	=	εύελπις
ευέλπιδων	=	εύελπις
ευέξαπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευέξαπτος	adv	με ευέξαπτο τρόπο
ευέξαπτε	adj	κλητική ενικού του ευέξαπτος
ευέξαπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευέξαπτη
ευέξαπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευέξαπτος
ευέξαπτης	adj	γενική ενικού του ευέξαπτη
ευέξαπτο	adj	αιτιατική ενικού του ευέξαπτος
ευέξαπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευέξαπτος
ευέξαπτος	adj	αυτός που θυμώνει, εξάπτεται εύκολα
ευέξαπτου	adj	γενική ενικού του ευέξαπτος
ευέξαπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευέξαπτος
ευέξαπτων	adj	γενική πληθυντικού του ευέξαπτος
ευήθεια	noun	μωρία
ευήθειας	=	ευήθεια
ευήθειες	=	ευήθεια
ευήθης	adj|obsolete	μωρός, αφελής
ευήθως	adv	αφελώς
ευήκοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευήκοο
ευήκοε	adj	κλητική ενικού του ευήκοος
ευήκοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευήκοη
ευήκοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευήκοος
ευήκοης	adj	γενική ενικού του ευήκοη
ευήκοο	adj	αιτιατική ενικού του ευήκοος
ευήκοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευήκοος
ευήκοος	adj|formal	που είναι πρόθυμος να ακούει, που έχει ευμενή διάθεση
ευήκοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευήκοος
ευήκοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευήκοος
ευήκοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευήκοος
ευήλατα	=	ευήλατος
ευήλατε	=	ευήλατος
ευήλατες	=	ευήλατος
ευήλατη	=	ευήλατος
ευήλατης	=	ευήλατος
ευήλατο	=	ευήλατος
ευήλατοι	=	ευήλατος
ευήλατος	adj|formal	που μπορεί να σφυρηλατηθεί εύκολα
ευήλατου	=	ευήλατος
ευήλατους	=	ευήλατος
ευήλατων	=	ευήλατος
ευήλια	=	ευήλιος
ευήλιας	=	ευήλιος
ευήλιε	=	ευήλιος
ευήλιες	=	ευήλιος
ευήλιο	=	ευήλιος
ευήλιοι	=	ευήλιος
ευήλιος	adj|formal	που τον βλέπει ο ήλιος, που πέφτουν πάνω του οι ηλιακές ακτίνες για μεγάλο χρονικό διάστημα
ευήλιου	=	ευήλιος
ευήλιους	=	ευήλιος
ευήλιων	=	ευήλιος
ευήνεμος	adj	που έχει καλό / ευνοϊκό άνεμο
ευήχως	adv|formal	άλλη μορφή του εύηχα
ευαίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαίσθητο
ευαίσθητε	adj	κλητική ενικού του ευαίσθητος
ευαίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαίσθητη
ευαίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαίσθητος
ευαίσθητης	adj	γενική ενικού του ευαίσθητη
ευαίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του ευαίσθητος
ευαίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαίσθητος
ευαίσθητος	adj	που έχει πάρα πολύ αναπτυγμένες τις αισθήσεις του
ευαίσθητου	adj	γενική ενικού του ευαίσθητος
ευαίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευαίσθητος
ευαίσθητων	adj	γενική πληθυντικού του ευαίσθητος
ευαγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευαγής
ευαγή	=	ευαγής
ευαγής	adj|formal	που έχει σχέση με τη φιλανθρωπία
ευαγγέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαγγέλιο
ευαγγέλιο	noun	το καθένα από τα τέσσερα αναγνωρισμένα βιβλία που εξιστορούν τη ζωή και τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού
ευαγγέλιου	=	ευαγγέλιο
ευαγγελίζεσαι	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίζεστε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίζεται	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίζομαι	verb|formal	αναγγέλλω κάτι θετικό ή ευχάριστο
ευαγγελίζονται	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίζονταν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίου	noun	γενική ενικού του ευαγγέλιο
ευαγγελίσθηκα	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίσθηκαν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίσθηκε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίσθηκες	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίσου	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελίστρια	noun	θηλυκό του ευαγγελιστής: χαρακτηρισμός χριστιανής που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία
ευαγγελίστριας	=	ευαγγελίστρια
ευαγγελίστριες	=	ευαγγελίστρια
ευαγγελίων	noun	γενική πληθυντικού του ευαγγέλιο
ευαγγελιζόμασταν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόμαστε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελιζόμενο
ευαγγελιζόμενε	verb	κλητική ενικού του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελιζόμενη
ευαγγελιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμενης	verb	γενική ενικού του ευαγγελιζόμενη
ευαγγελιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευαγγελιζόμενος
ευαγγελιζόμουν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόμουνα	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόντουσαν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόσασταν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόσαστε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόσουν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόσουνα	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζόταν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιζότανε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελικό
ευαγγελικέ	adj	κλητική ενικού του ευαγγελικός
ευαγγελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελική
ευαγγελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαγγελικός
ευαγγελικής	adj	γενική ενικού του ευαγγελική
ευαγγελικαλισμέ	=	ευαγγελικαλισμός
ευαγγελικαλισμοί	=	ευαγγελικαλισμός
ευαγγελικαλισμού	=	ευαγγελικαλισμός
ευαγγελικαλισμούς	=	ευαγγελικαλισμός
ευαγγελικαλισμό	=	ευαγγελικαλισμός
ευαγγελικαλισμός	noun	Προτεσταντικό κίνημα βασισμένο στον ενεργό προσηλυτισμό και ανανεωμένη σημασία στη Βίβλο το αλάνθαστό της
ευαγγελικαλισμών	=	ευαγγελικαλισμός
ευαγγελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελικός
ευαγγελικού	adj	γενική ενικού του ευαγγελικός
ευαγγελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευαγγελικός
ευαγγελικό	adj	αιτιατική ενικού του ευαγγελικός
ευαγγελικός	adj	αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, αυτός που δέχεται a priori ως θεόπνευστο κείμενο μόνο την Αγία Γραφή - απόχρωση του χριστιανικού δόγματος των Διαμαρτυρόμενων
ευαγγελικών	adj	γενική πληθυντικού του ευαγγελικός
ευαγγελισθήκαμε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθήκαν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθήκανε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθήκατε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθεί	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθείς	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθείτε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθούμε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθούν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθούνε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισθώ	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελισμέ	noun	κλητική ενικού του ευαγγελισμός
ευαγγελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελισμός
ευαγγελισμού	noun	γενική ενικού του ευαγγελισμός
ευαγγελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευαγγελισμός
ευαγγελισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευαγγελισμός
ευαγγελισμός	noun	η αναγγελία από τον αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Παναγία ότι θα γεννήσει παιδί και θα ονομάζεται Ιησούς
ευαγγελισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευαγγελισμός
ευαγγελιστάρια	=	ευαγγελιστάριο
ευαγγελιστάριο	noun	εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τα αποσπάσματα των ευαγγελίων με τη σειρά που διαβάζονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες
ευαγγελιστάριου	=	ευαγγελιστάριο
ευαγγελιστάριων	=	ευαγγελιστάριο
ευαγγελιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαγγελιστής
ευαγγελιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ευαγγελιστής
ευαγγελιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστήκαν	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστήκανε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστής	noun	καθένας από τους συγγραφείς των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων -Ιωάννης, Λουκάς, Μάρκος, Ματθαίος
ευαγγελιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστούνε	=	ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστριών	=	ευαγγελίστρια
ευαγγελιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαγγελίζομαι
ευαγγελιστών	noun	γενική πληθυντικού του ευαγγελιστής
ευαγείς	=	ευαγής
ευαγούς	adj	γενική ενικού του ευαγής
ευαγών	adj	γενική πληθυντικού του ευαγής
ευαγώς	adv	με ευαγή τρόπο, με ιερότητα, αμίαντα
ευαθ	abbrev	εταιρεία που παρέχει νερό και αποχέτευση στην πόλη της Θεσσαλονίκης και τα περίχωρα
ευαισθησία	noun	το να είναι κάποιος ευαίσθητος σε κάποιον τομέα ή θέματα, να τα γνωρίζει σε βάθος και να ασχολείται περισσότερο μ’ αυτά
ευαισθησίας	noun	γενική ενικού του ευαισθησία
ευαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαισθησία
ευαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ευαισθησία
ευαισθητοποίει	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευαισθητοποιώ, παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία
ευαισθητοποίησης	noun	γενική ενικού του ευαισθητοποίηση
ευαισθητοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσαν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσανε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαισθητοποίηση
ευαισθητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευαισθητοποίηση
ευαισθητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευαισθητοποίηση
ευαισθητοποιήσου	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιεί	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιείς	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιείσαι	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιείστε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιείται	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιείτε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθήκαν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιηθήκανε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαισθητοποιούμαι
ευαισθητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαισθητοποιημένο
ευαισθητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαισθητοποιημένη
ευαισθητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιημένης	verb	γενική ενικού του ευαισθητοποιημένη
ευαισθητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιημένος	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευαισθητοποιημένος
ευαισθητοποιούμαι	verb	δείχνω ευαισθησία για κάτι, καθίσταμαι ευαίσθητος, ενδιαφέρομαι ενεργά για ένα θέμα (συνήθως κοινωνικό)
ευαισθητοποιούμασταν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούμαστε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούμε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούμενος	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούμουν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούνε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούνται	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούνταν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσα	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσαμε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσαν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσανε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσασταν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσαστε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσατε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσε	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσες	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιούσουν	=	ευαισθητοποιώ
ευαισθητοποιώ	verb	παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία για ένα κοινωνικό θέμα ή δημιουργώ τις συνθήκες που θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον και την ευαισθησία άλλων πολιτών
ευαισθητοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευαισθητοποιώ
ευαλλοίωτα	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτε	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτες	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτη	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτης	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτο	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτοι	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτος	adj|archaic	που είναι δυνατόν εύκολα να αλλοιωθεί, να υποστεί αλλοίωση
ευαλλοίωτου	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτους	=	ευαλλοίωτος
ευαλλοίωτων	=	ευαλλοίωτος
ευαλωτοτήτων	=	ευαλωτότητα
ευαλωτότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ευάλωτου (που κυριεύεται εύκολα ή που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση)
ευαλωτότητας	=	ευαλωτότητα
ευαλωτότητες	=	ευαλωτότητα
ευανάγνωστα	adv	με ευανάγνωστο τρόπο
ευανάγνωστε	adj	κλητική ενικού του ευανάγνωστος
ευανάγνωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευανάγνωστη
ευανάγνωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευανάγνωστος
ευανάγνωστης	adj	γενική ενικού του ευανάγνωστη
ευανάγνωστο	adj	αιτιατική ενικού του ευανάγνωστος
ευανάγνωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευανάγνωστος
ευανάγνωστος	adj	που διαβάζεται εύκολα, χωρίς δυσκολίες
ευανάγνωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευανάγνωστος
ευανάγνωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευανάγνωστος
ευανάγνωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευανάγνωστος
ευαναγνωσιμοτήτων	=	ευαναγνωσιμότητα
ευαναγνωσιμότητα	noun	η ευκολία κατανόησης ή καλύτερης προσέγγισης ενός γραπτού ή προφορικού κειμένου και η αρτιότερη παρουσίαση που συμβάλλει σ’ αυτή την ευκολία
ευαναγνωσιμότητας	=	ευαναγνωσιμότητα
ευαναγνωσιμότητες	=	ευαναγνωσιμότητα
ευαναγνώστως	adv|dated	ευανάγνωστα
ευαποδείκτως	adv	με εύκολα-ευκόλως αποδεικνυόμενο τρόπο ή για κάτι εύκολο στο να αποδειχθεί
ευαπορρόφητα	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητε	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητες	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητη	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητης	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητο	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητοι	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητος	adj	που εύκολα απορροφάται
ευαπορρόφητου	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητους	=	ευαπορρόφητος
ευαπορρόφητων	=	ευαπορρόφητος
ευαπόδεικτα	adj	εύκολα-ευκόλως αποδεικνυόμενα	adv	με εύκολα-ευκόλως αποδεικνυόμενο τρόπο ή για κάτι εύκολο στο να αποδειχθεί
ευαπόδεικτε	adj	κλητική ενικού του ευαπόδεικτος
ευαπόδεικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαπόδεικτη
ευαπόδεικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαπόδεικτος
ευαπόδεικτης	adj	γενική ενικού του ευαπόδεικτη
ευαπόδεικτο	adj	αιτιατική ενικού του ευαπόδεικτος
ευαπόδεικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαπόδεικτος
ευαπόδεικτος	adj	που αποδεικνύεται εύκολα
ευαπόδεικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευαπόδεικτος
ευαπόδεικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευαπόδεικτος
ευαπόδεικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευαπόδεικτος
ευαπόκτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαπόκτητο
ευαπόκτητε	adj	κλητική ενικού του ευαπόκτητος
ευαπόκτητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαπόκτητη
ευαπόκτητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαπόκτητος
ευαπόκτητης	adj	γενική ενικού του ευαπόκτητη
ευαπόκτητο	adj	αιτιατική ενικού του ευαπόκτητος
ευαπόκτητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαπόκτητος
ευαπόκτητος	adj	που εύκολα αποκτιέται
ευαπόκτητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευαπόκτητος
ευαπόκτητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευαπόκτητος
ευαπόκτητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευαπόκτητος
ευαρέσκεια	noun	η ευχαρίστηση ή η (ηθική) ικανοποίηση
ευαρέσκειας	noun	γενική ενικού του ευαρέσκεια
ευαρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαρέσκεια
ευαρέστει	=	ευαρεστώ
ευαρέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρέστηση	noun|formal	η ευχαρίστηση ή η ικανοποίηση που δίνεται σε κάποιον
ευαρέστησης	noun	γενική ενικού του ευαρέστηση
ευαρέστως	adv|formal	με ευαρέστηση
ευαρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του ευαρέσκεια
ευαρεστήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήσαν	=	ευαρεστώ
ευαρεστήσανε	=	ευαρεστώ
ευαρεστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαρέστηση
ευαρεστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευαρέστηση
ευαρεστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευαρέστηση
ευαρεστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστώ
ευαρεστεί	=	ευαρεστώ
ευαρεστείς	=	ευαρεστώ
ευαρεστείτε	=	ευαρεστώ
ευαρεστηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευαρεστούμαι
ευαρεστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαρεστημένο
ευαρεστημένε	verb	κλητική ενικού του ευαρεστημένος
ευαρεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευαρεστημένη
ευαρεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευαρεστημένος
ευαρεστημένης	verb	γενική ενικού του ευαρεστημένη
ευαρεστημένο	verb	αιτιατική ενικού του ευαρεστημένος
ευαρεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευαρεστημένος
ευαρεστημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ευαρεστώ
ευαρεστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευαρεστημένος
ευαρεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευαρεστημένος
ευαρεστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευαρεστημένος
ευαρεστούμαι	verb	χαίρομαι, ευχαριστιέμαι με κάτι
ευαρεστούμε	=	ευαρεστώ
ευαρεστούν	=	ευαρεστώ
ευαρεστούνε	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσα	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσαμε	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσαν	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσανε	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσατε	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσε	=	ευαρεστώ
ευαρεστούσες	=	ευαρεστώ
ευαρεστώ	verb|formal	προκαλώ ευχαρίστηση
ευαρεστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευαρεστώ
ευαρμόστως	adv|archaic	με ευάρμοστο τρόπο
ευβοίας	=	εύβοιας
ευβοιών	noun	γενική πληθυντικού του Εύβοια
ευβουλία	noun|formal	το να σκέφτεται, να αποφασίζει και να δρα κάποιος σωστά
ευβουλίας	noun	γενική ενικού του ευβουλία
ευβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευβουλία
ευβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του ευβουλία
ευβοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευβοϊκό
ευβοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ευβοϊκός
ευβοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευβοϊκή
ευβοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευβοϊκός
ευβοϊκής	adj	γενική ενικού του ευβοϊκή
ευβοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευβοϊκός
ευβοϊκού	adj	γενική ενικού του ευβοϊκός
ευβοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευβοϊκός
ευβοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ευβοϊκός
ευβοϊκός	adj	που έχει σχέση με την Εύβοια ή τους κατοίκους της ή αναφέρεται σ’ αυτά
ευβοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ευβοϊκός
ευβούλως	adv|archaic	συνετά
ευγένεια	noun	η ιδιότητα του ευγενικού
ευγένειας	noun	γενική ενικού του ευγένεια
ευγένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγένεια
ευγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευγενής
ευγενέστατα	=	ευγενέστατος
ευγενέστατε	=	ευγενέστατος
ευγενέστατες	=	ευγενέστατος
ευγενέστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευγενέστατος
ευγενέστατης	=	ευγενέστατος
ευγενέστατο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευγενέστατος
ευγενέστατοι	=	ευγενέστατος
ευγενέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ευγενής
ευγενέστατου	=	ευγενέστατος
ευγενέστατους	=	ευγενέστατος
ευγενέστατων	=	ευγενέστατος
ευγενέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενέστερο	adv	με πιο ευγενικό τρόπο, με μεγαλύτερη ευγένεια
ευγενέστερε	adj	κλητική ενικού του ευγενέστερος
ευγενέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενέστερη
ευγενέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευγενέστερος
ευγενέστερης	adj	γενική ενικού του ευγενέστερη
ευγενέστερο	adj	αιτιατική ενικού του ευγενέστερος
ευγενέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευγενέστερος
ευγενέστερος	adj	που είναι πιο ευγενής, πιο ευγενικός, που έχει πιο καλούς τρόπους, που θεωρείται ότι έχει πιο ευγενές υπόβαθρο, που ασκείται με μεγαλύτερη ευγένεια
ευγενέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευγενέστερος
ευγενέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευγενέστερος
ευγενέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευγενέστερος
ευγενή	=	ευγενής
ευγενής	adj	χαρακτηριζόμενος από ευγένεια	noun	«ευγενείς» κοινωνική τάξη κατατασσόμενη αμέσως υπό την βασιλική οικογένεια, σε ορισμένες κοινωνίες με επίσημη αριστοκρατία
ευγενείας	=	ευγένεια
ευγενείς	=	ευγενής
ευγενειών	noun	γενική πληθυντικού του ευγένεια
ευγενεστάτη	=	ευγενέστατος
ευγενεστάτης	=	ευγενέστατος
ευγενεστάτου	=	ευγενέστατος
ευγενεστάτους	=	ευγενέστατος
ευγενεστάτων	=	ευγενέστατος
ευγενικά	adv	με ευγένεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενικό
ευγενικέ	adj	κλητική ενικού του ευγενικός
ευγενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενική
ευγενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευγενικός
ευγενικής	adj	γενική ενικού του ευγενική
ευγενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευγενικός
ευγενικού	adj	γενική ενικού του ευγενικός
ευγενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευγενικός
ευγενικό	adj	αιτιατική ενικού του ευγενικός
ευγενικός	adj	χαρακτηριζόμενος από ευγένεια
ευγενικότατα	=	ευγενικός
ευγενικότατε	=	ευγενικός
ευγενικότατες	=	ευγενικός
ευγενικότατη	=	ευγενικός
ευγενικότατης	=	ευγενικός
ευγενικότατο	=	ευγενικός
ευγενικότατοι	=	ευγενικός
ευγενικότατος	=	ευγενικός
ευγενικότατου	=	ευγενικός
ευγενικότατους	=	ευγενικός
ευγενικότατων	=	ευγενικός
ευγενικότερα	=	ευγενέστερα
ευγενικότερε	=	ευγενικός
ευγενικότερες	=	ευγενικός
ευγενικότερη	=	ευγενικός
ευγενικότερης	=	ευγενικός
ευγενικότερο	=	ευγενικός
ευγενικότεροι	=	ευγενικός
ευγενικότερος	=	ευγενικός
ευγενικότερου	=	ευγενικός
ευγενικότερους	=	ευγενικός
ευγενικότερων	=	ευγενικός
ευγενικότητα	noun|rare	η ιδιότητα του ευγενή ή του ευγενικού
ευγενικότητας	noun	γενική ενικού του ευγενικότητα
ευγενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγενικότητα
ευγενικών	adj	γενική πληθυντικού του ευγενικός
ευγενικώς	adv|dated	ευγενικά
ευγενούς	noun	γενική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ευγενής	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ευγενής
ευγενών	adj	γενική πληθυντικού του ευγενής, αρσενικό ή θηλυκό	noun	γενική πληθυντικού του ευγενής
ευγευσία	noun	η νοστιμιά
ευγευσίας	noun	γενική ενικού του ευγευσία
ευγευσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγευσία
ευγευσιών	noun	γενική πληθυντικού του ευγευσία
ευγηρία	noun|formal	το να έχει κάποιος καλά γεράματα, καλή ζωή στα γεράματά του
ευγηρίας	noun	γενική ενικού του ευγηρία
ευγηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγηρία
ευγηριών	noun	γενική πληθυντικού του ευγηρία
ευγηροϊκά	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκέ	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκές	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκή	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκής	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκοί	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκού	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκούς	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκό	=	ευγηροϊκός
ευγηροϊκός	adj	που αφορά φάρμακα ή ουσίες που συμβάλλουν στην εγρήγορση
ευγηροϊκών	=	ευγηροϊκός
ευγλωττία	noun|formal	το να μιλάει κάποιος ωραία, όμορφα, με ευκολία και κατά συνέπεια πειστικότητα
ευγλωττίας	noun	γενική ενικού του ευγλωττία
ευγλωττίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγλωττία
ευγλωττιών	noun	γενική πληθυντικού του ευγλωττία
ευγλώττως	adv|dated	εύγλωττα
ευγνωμονούσα	=	ευγνωμονώ
ευγνωμονώ	verb	αναγνωρίζω κάτι καλό που μου έχουν κάνει (ευεργεσία, χάρη κ.λπ.) και νιώθω ευγνωμοσύνη
ευγνωμοσυνών	=	ευγνωμοσύνη
ευγνωμοσύνες	=	ευγνωμοσύνη
ευγνωμοσύνη	noun	η αναγνώριση κάποιου καλού που μου έχουν κάνει (ευεργεσία, χάρη κ.λπ.) καθώς και τα αισθήματα φιλίας και ανταπόδοσης που αισθάνομαι για τον ευεργέτη
ευγνωμοσύνης	=	ευγνωμοσύνη
ευγνωμόνων	=	ευγνώμων
ευγνωμόνως	adv|archaic	με ευγνώμονα τρόπο
ευγνώμον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευγνώμων
ευγνώμονα	=	ευγνώμων
ευγνώμονας	adj	μορφή του ευγνώμων με νεότερες καταλήξεις στο αρσενικό
ευγνώμονες	=	ευγνώμων
ευγνώμονος	=	ευγνώμων
ευγνώμων	adj	που νιώθει ευγνωμοσύνη
ευγονία	noun	η απόκτηση πολλών υγιών απογόνων
ευγονίας	noun	γενική ενικού του ευγονία
ευγονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγονία
ευγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγονικό
ευγονικέ	adj	κλητική ενικού του ευγονικός
ευγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγονική
ευγονική	noun	σύνολο πεποιθήσεων και μεθόδων με στόχο τη σωματική και πνευματική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, την απόκτηση ή αποφυγή συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, με τη βοήθεια της γενετικής και της κληρονομικότητας
ευγονικής	adj	γενική ενικού του ευγονική
ευγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευγονικός
ευγονικού	adj	γενική ενικού του ευγονικός
ευγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευγονικός
ευγονικό	adj	αιτιατική ενικού του ευγονικός
ευγονικός	adj	που έχει σχέση με την ευγονική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ευγονικών	adj	γενική πληθυντικού του ευγονικός
ευγονισμέ	noun	κλητική ενικού του ευγονισμός
ευγονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευγονισμός
ευγονισμού	noun	γενική ενικού του ευγονισμός
ευγονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευγονισμός
ευγονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευγονισμός
ευγονισμός	noun	άλλη μορφή του ευγονική
ευγονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευγονισμός
ευγονιών	noun	γενική πληθυντικού του ευγονία
ευγραμμί	adj	αιτιατική ενικού του ευγραμμία
ευγραμμία	noun|formal	η ιδιότητα του εύγραμμου
ευγραμμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγραμμί
ευγραμμε	adj	κλητική ενικού του ευγραμμία
ευγραμμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγραμμη
ευγραμμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευγραμμία
ευγραμμης	adj	γενική ενικού του ευγραμμη
ευγραμμο	=	ευγραμμία
ευγραμμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευγραμμία
ευγραμμος	=	ευγραμμία
ευγραμμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευγραμμία
ευγραμμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευγραμμία
ευγραμμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευγραμμία
ευδία	noun|formal	αίθριος καιρός, καλοκαιρία, αιθρία
ευδίας	noun	γενική ενικού του ευδία
ευδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδία
ευδαίμονα	=	ευδαίμονας
ευδαίμονας	noun	άλλη μορφή του ευδαίμων
ευδαίμονες	=	ευδαίμονας
ευδαίμων	adj|formal	άλλη μορφή του ευδαίμονας (ήρεμος και πολύ) ευτυχισμένος
ευδαιμονέστατα	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατε	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατες	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατη	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατης	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατο	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατοι	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ευδαίμων
ευδαιμονέστατου	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατους	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονέστατων	=	ευδαιμονέστατος
ευδαιμονία	noun	η έντονη ευτυχία
ευδαιμονίας	noun	γενική ενικού του ευδαιμονία
ευδαιμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονία
ευδαιμονίζαμε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζαν	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζανε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζατε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζει	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζεις	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζετε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζοντας	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζουμε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζουν	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζουνε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίζω	verb|formal	θεωρώ κάποιον ευδαίμονα
ευδαιμονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσαν	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσανε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονίστε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμονίστρια	noun	ευδαιμονιστής
ευδαιμονίστριας	noun	γενική ενικού του ευδαιμονίστρια
ευδαιμονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονίστρια
ευδαιμονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονικό
ευδαιμονικέ	adj	κλητική ενικού του ευδαιμονικός
ευδαιμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονική
ευδαιμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευδαιμονικός
ευδαιμονικής	adj	γενική ενικού του ευδαιμονική
ευδαιμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονικός
ευδαιμονικού	adj	γενική ενικού του ευδαιμονικός
ευδαιμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευδαιμονικός
ευδαιμονικό	adj	αιτιατική ενικού του ευδαιμονικός
ευδαιμονικός	adj	που έχει σχέση με την ευδαιμονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ευδαιμονικών	adj	γενική πληθυντικού του ευδαιμονικός
ευδαιμονισμέ	noun	κλητική ενικού του ευδαιμονισμός
ευδαιμονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονισμένο
ευδαιμονισμένε	verb	κλητική ενικού του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονισμένη
ευδαιμονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμένης	verb	γενική ενικού του ευδαιμονισμένη
ευδαιμονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευδαιμονισμένος
ευδαιμονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονισμός
ευδαιμονισμού	noun	γενική ενικού του ευδαιμονισμός
ευδαιμονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευδαιμονισμός
ευδαιμονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευδαιμονισμός
ευδαιμονισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία, η ευδαιμονία είναι το υπέρτατο αγαθό, το οποίο οφείλει να αναζητά κάθε άνθρωπος
ευδαιμονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευδαιμονισμός
ευδαιμονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονιστής
ευδαιμονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ευδαιμονιστής
ευδαιμονιστής	noun	οπαδός του ευδαιμονισμού
ευδαιμονιστικά	adv	με ευδαιμονιστικό τρόπο
ευδαιμονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονιστική
ευδαιμονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστικής	adj	γενική ενικού του ευδαιμονιστική
ευδαιμονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστικού	adj	γενική ενικού του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ευδαιμονισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ευδαιμονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ευδαιμονιστικός
ευδαιμονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ευδαιμονίστρια
ευδαιμονιστών	noun	γενική πληθυντικού του ευδαιμονιστής
ευδαιμονιών	noun	γενική πληθυντικού του ευδαιμονία
ευδαιμονώ	verb	είμαι ευδαίμων ή βρίσκομαι σε ευδαίμονα κατάσταση
ευδαιμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευδαιμονώ
ευδαιμόνιζα	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμόνιζαν	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμόνιζε	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμόνιζες	=	ευδαιμονίζω
ευδαιμόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδαιμονίζω
ευδαιμόνων	=	ευδαίμονας
ευδαιμόνως	adv|formal	με ευδαίμονα τρόπο
ευδε-βεκ	abbrev	ελληνική δημόσια υπηρεσία, υπαγόμενη στο Υπουργείο Ανάπτυξης η οποία έχει στόχο την εφαρμογή και διαχείριση πολιτικών σχετικών με το ΕΣΠΑ
ευδε-ετακ	abbrev	υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης υπεύθυνη για την πραγματοποίηση χρηματοδοτικών δράσεων στους τομείς της έρευνας και της καινοτομίας
ευδιάζω	verb	Ο καιρός καλυτερεύει
ευδιάθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδιάθετο
ευδιάθετε	adj	κλητική ενικού του ευδιάθετος
ευδιάθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδιάθετη
ευδιάθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευδιάθετος
ευδιάθετης	adj	γενική ενικού του ευδιάθετη
ευδιάθετο	adj	αιτιατική ενικού του ευδιάθετος
ευδιάθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδιάθετος
ευδιάθετος	adj	που έχει καλή διάθεση
ευδιάθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευδιάθετος
ευδιάθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευδιάθετος
ευδιάθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευδιάθετος
ευδιάκριτα	adv	με ευδιάκριτο τρόπο
ευδιάκριτε	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτες	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτη	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτης	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτο	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτοι	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτος	adj	που διακρίνεται εύκολα
ευδιάκριτου	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτους	=	ευδιάκριτος
ευδιάκριτων	=	ευδιάκριτος
ευδιάλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδιάλυτο
ευδιάλυτε	adj	κλητική ενικού του ευδιάλυτος
ευδιάλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδιάλυτη
ευδιάλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευδιάλυτος
ευδιάλυτης	adj	γενική ενικού του ευδιάλυτη
ευδιάλυτο	adj	αιτιατική ενικού του ευδιάλυτος
ευδιάλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδιάλυτος
ευδιάλυτος	adj	που μπορεί να διαλυθεί εύκολα
ευδιάλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευδιάλυτος
ευδιάλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευδιάλυτος
ευδιάλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευδιάλυτος
ευδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευδιάζω
ευδιαθεσία	noun	το να είναι κάποιος ευδιάθετος, η ιδιότητα του ευδιάθετου
ευδιαθεσίας	noun	γενική ενικού του ευδιαθεσία
ευδιαθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδιαθεσία
ευδιαθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ευδιαθεσία
ευδιακρίτως	adv|dated	ευδιάκριτα
ευδιαλυτοτήτων	=	ευδιαλυτότητα
ευδιαλυτότητα	noun	η ιδιότητα του ευδιάλυτου, η εύκολη διάλυση κάποιου πράγματος
ευδιαλυτότητας	=	ευδιαλυτότητα
ευδιαλυτότητες	=	ευδιαλυτότητα
ευδιών	noun	γενική πληθυντικού του ευδία
ευδοκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήσαν	=	ευδοκώ
ευδοκήσανε	=	ευδοκώ
ευδοκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδόκηση
ευδοκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευδόκηση
ευδοκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευδόκηση
ευδοκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδοκία	noun|formal	ευμένεια, εύνοια
ευδοκίας	noun	γενική ενικού του ευδοκία
ευδοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδοκία
ευδοκίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκίμηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευδοκιμώ
ευδοκίμησης	noun	γενική ενικού του ευδοκίμηση
ευδοκίμως	adv|formal	με επιτυχία, αποτελεσματικά (ιδίως για χαρακτηρισμό υπηρεσίας)
ευδοκεί	=	ευδοκώ
ευδοκείς	=	ευδοκώ
ευδοκείτε	=	ευδοκώ
ευδοκιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδοκίμηση
ευδοκιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευδοκίμηση
ευδοκιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευδοκίμηση
ευδοκιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιμεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ευδοκιμώ
ευδοκιμουσών	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούν	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούντα	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούντες	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούντος	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούντων	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούσα	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούσας	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούσες	=	ευδοκιμών
ευδοκιμούσης	=	ευδοκιμών
ευδοκιμώ	verb|formal	ασχολούμαι με κάτι με επιτυχία, πετυχαίνω
ευδοκιμών	verb|archaic	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευδοκιμώ: που ευδοκιμεί
ευδοκιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευδοκιμώ
ευδοκιών	noun	γενική πληθυντικού του ευδοκία
ευδοκούμε	=	ευδοκώ
ευδοκούν	=	ευδοκώ
ευδοκούνε	=	ευδοκώ
ευδοκούσα	=	ευδοκώ
ευδοκούσαμε	=	ευδοκώ
ευδοκούσαν	=	ευδοκώ
ευδοκούσανε	=	ευδοκώ
ευδοκούσατε	=	ευδοκώ
ευδοκούσε	=	ευδοκώ
ευδοκούσες	=	ευδοκώ
ευδοκώ	verb|formal	εκφράζω τη θέλησή μου να πραγματοποιήσω κάτι, είμαι ευνοϊκός ή ευνοϊκά διακείμενος προς κάτι
ευδοκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευδοκώ
ευδρόμου	noun	γενική ενικού του εύδρομο
ευδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του εύδρομο
ευδόκει	=	ευδοκώ
ευδόκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδόκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδόκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδόκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευδοκώ
ευδόκηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευδοκώ
ευδόκησης	noun	γενική ενικού του ευδόκηση
ευδόκιμα	adv	με ευδόκιμο τρόπο
ευδόκιμε	adj	κλητική ενικού του ευδόκιμος
ευδόκιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευδόκιμη
ευδόκιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευδόκιμος
ευδόκιμης	adj	γενική ενικού του ευδόκιμη
ευδόκιμο	adj	αιτιατική ενικού του ευδόκιμος
ευδόκιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευδόκιμος
ευδόκιμος	adj|formal	επιτυχημένος
ευδόκιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευδόκιμος
ευδόκιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευδόκιμος
ευδόκιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευδόκιμος
ευειδές	=	ευειδής
ευειδή	=	ευειδής
ευειδής	adj	που έχει καλή εμφάνιση, o καλοσχηματισμένος, ο έχων ωραία μορφή
ευειδείς	=	ευειδής
ευειδούς	=	ευειδής
ευειδών	=	ευειδής
ευελιξία	noun	η ικανότητα να ελίσσεσαι
ευελιξίας	noun	γενική ενικού του ευελιξία
ευελιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευελιξία
ευελιξιών	noun	γενική πληθυντικού του ευελιξία
ευελπίδων	=	εύελπις
ευελπιστώ	verb	έχω πολλές και καλές ελπίδες (για κάτι)
ευελπιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευελπιστώ
ευεξάλειπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεξάλειπτο
ευεξάλειπτε	adj	κλητική ενικού του ευεξάλειπτος
ευεξάλειπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεξάλειπτη
ευεξάλειπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευεξάλειπτος
ευεξάλειπτης	adj	γενική ενικού του ευεξάλειπτη
ευεξάλειπτο	adj	αιτιατική ενικού του ευεξάλειπτος
ευεξάλειπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευεξάλειπτος
ευεξάλειπτος	adj	που εξαλείφεται εύκολα
ευεξάλειπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευεξάλειπτος
ευεξάλειπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευεξάλειπτος
ευεξάλειπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευεξάλειπτος
ευεξήγητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεξήγητο
ευεξήγητε	adj	κλητική ενικού του ευεξήγητος
ευεξήγητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεξήγητη
ευεξήγητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευεξήγητος
ευεξήγητης	adj	γενική ενικού του ευεξήγητη
ευεξήγητο	adj	αιτιατική ενικού του ευεξήγητος
ευεξήγητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευεξήγητος
ευεξήγητος	adj	που εύκολα εξηγείται ή εύκολα μπορεί να εξηγηθεί
ευεξήγητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευεξήγητος
ευεξήγητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευεξήγητος
ευεξήγητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευεξήγητος
ευεξία	noun	καλή ψυχοσωματική κατάσταση
ευεξίας	noun	γενική ενικού του ευεξία
ευεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεξία
ευεξιών	noun	γενική πληθυντικού του ευεξία
ευεπίδεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεπίδεκτο
ευεπίδεκτε	adj	κλητική ενικού του ευεπίδεκτος
ευεπίδεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεπίδεκτη
ευεπίδεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευεπίδεκτος
ευεπίδεκτης	adj	γενική ενικού του ευεπίδεκτη
ευεπίδεκτο	adj	αιτιατική ενικού του ευεπίδεκτος
ευεπίδεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευεπίδεκτος
ευεπίδεκτος	adj|dated	που εύκολα δέχεται κάτι
ευεπίδεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευεπίδεκτος
ευεπίδεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευεπίδεκτος
ευεπίδεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευεπίδεκτος
ευεπίτευκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευεπίτευκτος	adv|formal	με ευεπίτευκτο τρόπο
ευεπίτευκτε	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτες	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτη	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτης	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτο	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτοι	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτος	adj	που εύκολα μπορεί να επιτευχθεί
ευεπίτευκτου	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτους	=	ευεπίτευκτος
ευεπίτευκτων	=	ευεπίτευκτος
ευεπίφορος	adj	ο ευάλωτος σε επιρροές
ευεπηρέαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεπηρέαστο
ευεπηρέαστε	adj	κλητική ενικού του ευεπηρέαστος
ευεπηρέαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεπηρέαστη
ευεπηρέαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευεπηρέαστος
ευεπηρέαστης	adj	γενική ενικού του ευεπηρέαστη
ευεπηρέαστο	adj	αιτιατική ενικού του ευεπηρέαστος
ευεπηρέαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευεπηρέαστος
ευεπηρέαστος	adj	που επηρεάζεται εύκολα
ευεπηρέαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευεπηρέαστος
ευεπηρέαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευεπηρέαστος
ευεπηρέαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευεπηρέαστος
ευερέθιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευερέθιστο
ευερέθιστε	adj	κλητική ενικού του ευερέθιστος
ευερέθιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευερέθιστη
ευερέθιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευερέθιστος
ευερέθιστης	adj	γενική ενικού του ευερέθιστη
ευερέθιστο	adj	αιτιατική ενικού του ευερέθιστος
ευερέθιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευερέθιστος
ευερέθιστος	adj	που ερεθίζεται εύκολα, ευέξαπτος
ευερέθιστου	adj	γενική ενικού του ευερέθιστος
ευερέθιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευερέθιστος
ευερέθιστων	adj	γενική πληθυντικού του ευερέθιστος
ευεργέτες	=	ευεργέτης
ευεργέτη	=	ευεργέτης
ευεργέτημα	noun	το αποτέλεσμα του ευεργετώ
ευεργέτης	noun	που προσφέρει βοήθεια, που κάνει σε κάποιον το καλό
ευεργέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργέτιδα	noun	θηλυκό του ευεργέτης
ευεργέτιδας	=	ευεργέτιδα
ευεργέτιδες	=	ευεργέτιδα
ευεργέτις	noun|formal	ευεργέτισσα
ευεργέτισσα	noun	θηλυκό του ευεργέτης
ευεργέτισσας	noun	γενική ενικού του ευεργέτισσα
ευεργέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργέτισσα
ευεργέτρια	noun	θηλυκό του ευεργέτης
ευεργέτριας	noun	γενική ενικού του ευεργέτρια
ευεργέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργέτρια
ευεργεσία	noun	η παροχή βοήθειας ή άλλης υποστηρικτικής ενέργειας, χωρίς ανταλλάγματα
ευεργεσίας	noun	γενική ενικού του ευεργεσία
ευεργεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργεσία
ευεργεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ευεργεσία
ευεργετήθηκα	=	ευεργετώ
ευεργετήθηκαν	=	ευεργετώ
ευεργετήθηκε	=	ευεργετώ
ευεργετήθηκες	=	ευεργετώ
ευεργετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργέτημα
ευεργετήματος	noun	γενική ενικού του ευεργέτημα
ευεργετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσαν	=	ευεργετώ
ευεργετήσανε	=	ευεργετώ
ευεργετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσου	=	ευεργετώ
ευεργετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετήσουνε	=	ευεργετώ
ευεργετήστε	=	ευεργετώ
ευεργετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευεργετώ
ευεργετίδων	=	ευεργέτιδα
ευεργετεί	=	ευεργετώ
ευεργετείς	=	ευεργετώ
ευεργετείσαι	=	ευεργετώ
ευεργετείστε	=	ευεργετώ
ευεργετείται	=	ευεργετώ
ευεργετείτε	=	ευεργετώ
ευεργετείτο	=	ευεργετώ
ευεργετηθέν	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθέντα	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθέντες	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθέντος	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθέντων	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθήκαμε	=	ευεργετώ
ευεργετηθήκαν	=	ευεργετώ
ευεργετηθήκανε	=	ευεργετώ
ευεργετηθήκατε	=	ευεργετώ
ευεργετηθεί	=	ευεργετώ
ευεργετηθείς	verb|formal	που δέχτηκε ευεργεσία ή ωφέλεια από κάποιον/κάτι
ευεργετηθείσα	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθείσας	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθείσες	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθείσης	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθείτε	=	ευεργετώ
ευεργετηθεισών	=	ευεργετηθείς
ευεργετηθούμε	=	ευεργετώ
ευεργετηθούν	=	ευεργετώ
ευεργετηθούνε	=	ευεργετώ
ευεργετηθώ	=	ευεργετώ
ευεργετημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ευεργέτημα
ευεργετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργετημένο
ευεργετημένε	verb	κλητική ενικού του ευεργετημένος
ευεργετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργετημένη
ευεργετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευεργετημένος
ευεργετημένης	verb	γενική ενικού του ευεργετημένη
ευεργετημένο	verb	αιτιατική ενικού του ευεργετημένος
ευεργετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευεργετημένος
ευεργετημένος	=	ευεργετώ
ευεργετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευεργετημένος
ευεργετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευεργετημένος
ευεργετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευεργετημένος
ευεργετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργετικό	adv	καλά, με καλό ευεργετικό τρόπο, με ωφέλη
ευεργετικέ	adj	κλητική ενικού του ευεργετικός
ευεργετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευεργετική
ευεργετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευεργετικός
ευεργετικής	adj	γενική ενικού του ευεργετική
ευεργετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευεργετικός
ευεργετικοτήτων	=	ευεργετικότητα
ευεργετικού	adj	γενική ενικού του ευεργετικός
ευεργετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευεργετικός
ευεργετικό	adj	αιτιατική ενικού του ευεργετικός
ευεργετικός	adj	που ευεργετεί
ευεργετικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ευεργετικό(ς), η ιδιότητα του ευεργετικού
ευεργετικότητας	=	ευεργετικότητα
ευεργετικότητες	=	ευεργετικότητα
ευεργετικών	adj	γενική πληθυντικού του ευεργετικός
ευεργετισμέ	=	ευεργετισμός
ευεργετισμοί	=	ευεργετισμός
ευεργετισμού	=	ευεργετισμός
ευεργετισμούς	=	ευεργετισμός
ευεργετισμό	=	ευεργετισμός
ευεργετισμός	noun|formal	κοινωνικός θεσμός κατά τον οποίο εύποροι ιδιώτες χρηματοδοτούν δημόσια έργα ή ανάγκες προς όφελος του κοινού
ευεργετισμών	=	ευεργετισμός
ευεργετισσών	noun	γενική πληθυντικού του ευεργέτισσα
ευεργετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ευεργετώ
ευεργετούμασταν	=	ευεργετώ
ευεργετούμαστε	=	ευεργετώ
ευεργετούμε	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος ευεργετώ
ευεργετούμενος	=	ευεργετώ
ευεργετούμουν	=	ευεργετώ
ευεργετούμουνα	=	ευεργετώ
ευεργετούν	=	ευεργετώ
ευεργετούνε	=	ευεργετώ
ευεργετούνται	=	ευεργετώ
ευεργετούνταν	=	ευεργετώ
ευεργετούντο	=	ευεργετώ
ευεργετούσα	=	ευεργετώ
ευεργετούσαμε	=	ευεργετώ
ευεργετούσαν	=	ευεργετώ
ευεργετούσανε	=	ευεργετώ
ευεργετούσασταν	=	ευεργετώ
ευεργετούσαστε	=	ευεργετώ
ευεργετούσατε	=	ευεργετώ
ευεργετούσε	=	ευεργετώ
ευεργετούσες	=	ευεργετώ
ευεργετούσουν	=	ευεργετώ
ευεργετούσουνα	=	ευεργετώ
ευεργετριών	noun	γενική πληθυντικού του ευεργέτρια
ευεργετώ	verb	κάνω ευεργεσίες, βοηθώ
ευεργετών	=	ευεργέτης
ευεργετώντας	=	ευεργετώ
ευερεθιστοτήτων	=	ευερεθιστότητα
ευερεθιστότητα	noun	η ιδιότητα του ευερέθιστου
ευερεθιστότητας	=	ευερεθιστότητα
ευερεθιστότητες	=	ευερεθιστότητα
ευερμήνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευερμήνευτο
ευερμήνευτε	adj	κλητική ενικού του ευερμήνευτος
ευερμήνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευερμήνευτη
ευερμήνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευερμήνευτος
ευερμήνευτης	adj	γενική ενικού του ευερμήνευτη
ευερμήνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ευερμήνευτος
ευερμήνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευερμήνευτος
ευερμήνευτος	adj	που εύκολα ερμηνεύεται ή μπορεί να ερμηνευτεί
ευερμήνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευερμήνευτος
ευερμήνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευερμήνευτος
ευερμήνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευερμήνευτος
ευετηρία	noun|formal	η καλή χρονιά, η εύφορη, κατά την οποία έχει παραχθεί πλούσια σοδειά
ευετηρίας	noun	γενική ενικού του ευετηρία
ευετηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευετηρία
ευετηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευετηριακό
ευετηριακέ	adj	κλητική ενικού του ευετηριακός
ευετηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευετηριακή
ευετηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευετηριακός
ευετηριακής	adj	γενική ενικού του ευετηριακή
ευετηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευετηριακός
ευετηριακού	adj	γενική ενικού του ευετηριακός
ευετηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευετηριακός
ευετηριακό	adj	αιτιατική ενικού του ευετηριακός
ευετηριακός	adj|formal	που έχει σχέση με την ευετηρία ή αναφέρεται σ' αυτήν
ευετηριακών	adj	γενική πληθυντικού του ευετηριακός
ευετηριών	noun	γενική πληθυντικού του ευετηρία
ευετυμολόγητα	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητε	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητες	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητη	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητης	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητο	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητοι	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητος	adj	που ετυμολογείτει εύκολα
ευετυμολόγητου	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητους	=	ευετυμολόγητος
ευετυμολόγητων	=	ευετυμολόγητος
ευζωία	noun	η ζωή με απολαύσεις και ανέσεις, η καλοπέραση
ευζωίας	noun	γενική ενικού του ευζωία
ευζωίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευζωία
ευζωιών	noun	γενική πληθυντικού του ευζωία
ευζωνάκι	noun	υποκοριστικό του εύζωνος
ευζωνάκια	=	ευζωνάκι
ευζωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευζωνικό
ευζωνικέ	adj	κλητική ενικού του ευζωνικός
ευζωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευζωνική
ευζωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευζωνικός
ευζωνικής	adj	γενική ενικού του ευζωνική
ευζωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευζωνικός
ευζωνικού	adj	γενική ενικού του ευζωνικός
ευζωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευζωνικός
ευζωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ευζωνικός	noun	τάγμα ή μονάδα ευζώνων
ευζωνικός	adj	που έχει σχέση με τους ευζώνους (ή το ευζωνικό), ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς
ευζωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ευζωνικός
ευζώνου	=	εύζωνος
ευζώνους	=	εύζωνος
ευζώνων	=	εύζωνας
ευηθειών	=	ευήθεια
ευηκοΐα	noun	το να ακούει κάποιος καλά
ευηκοΐας	noun	γενική ενικού του ευηκοΐα
ευηκοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευηκοΐα
ευηκοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ευηκοΐα
ευηλεκτραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευηλεκτραγωγό, ουδέτερο του ευηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγέ	adj	κλητική ενικού του ευηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγού	adj	γενική ενικού του ευηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ευηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγός	adj	άλλη μορφή του ηλεκτραγωγός
ευηλεκτραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του ευηλεκτραγωγός
ευημέρει	=	ευημερώ
ευημέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσαν	=	ευημερώ
ευημερήσανε	=	ευημερώ
ευημερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερήστε	=	ευημερώ
ευημερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευημερώ
ευημερία	noun	άνετος τρόπος ζωής
ευημερίας	noun	γενική ενικού του ευημερία
ευημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευημερία
ευημερεί	=	ευημερώ
ευημερείς	=	ευημερώ
ευημερείτε	=	ευημερώ
ευημεριών	noun	γενική πληθυντικού του ευημερία
ευημερούμε	=	ευημερώ
ευημερούν	=	ευημερώ
ευημερούνε	=	ευημερώ
ευημερούσα	=	ευημερώ
ευημερούσαμε	=	ευημερώ
ευημερούσαν	=	ευημερώ
ευημερούσανε	=	ευημερώ
ευημερούσατε	=	ευημερώ
ευημερούσε	=	ευημερώ
ευημερούσες	=	ευημερώ
ευημερώ	verb	είμαι σε καλή (οικονομική) κατάσταση και -ως εκ τούτου- ζω άνετα
ευημερώντας	=	ευημερώ
ευθέα	=	ευθύς
ευθέος	=	ευθύς
ευθέτει	=	ευθετώ
ευθέτησα	=	ευθετώ
ευθέτησαν	=	ευθετώ
ευθέτησε	=	ευθετώ
ευθέτησες	=	ευθετώ
ευθέτησις	noun|formal	άλλη μορφή του διευθέτηση
ευθέτιζα	=	ευθετίζω
ευθέτιζαν	=	ευθετίζω
ευθέτιζε	=	ευθετίζω
ευθέτιζες	=	ευθετίζω
ευθέτισα	=	ευθετίζω
ευθέτισαν	=	ευθετίζω
ευθέτισε	=	ευθετίζω
ευθέτισες	=	ευθετίζω
ευθέτως	adv|formal	με εύθετο τρόπο
ευθέων	=	ευθύς
ευθέως	adv	σε ευθεία
ευθαλής	adj	που θάλλει, που χαρακτηρίζεται από υγεία, ζωτική δύναμη, ανάπτυξη
ευθανασία	noun|formal	καλός, ανώδυνος, εύκολος θάνατος (η ελληνιστική σημασία)
ευθανασίας	noun	γενική ενικού του ευθανασία
ευθανασίες	=	ευθανασία
ευθανασιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθανασία
ευθαρσές	=	ευθαρσής
ευθαρσή	=	ευθαρσής
ευθαρσής	adj|formal	που έχει πολύ θάρρος
ευθαρσείς	=	ευθαρσής
ευθαρσούς	=	ευθαρσής
ευθαρσών	=	ευθαρσής
ευθαρσώς	adv|formal	με θάρρος
ευθεία	noun	η γραμμή που διέρχεται από δύο σημεία Α και Β, άπειρου μήκους, χωρίς πάχος, χωρίς αρχή και τέλος και απολύτως ίσια· είναι ένα από τα πρωταρχικά αξιώματα της ευκλείδειας γεωμετρίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθύς
ευθείας	=	ευθύς
ευθείες	=	ευθύς
ευθείς	=	ευθύς
ευθειών	=	ευθύς
ευθερμαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθερμαγωγό, ουδέτερο του ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγέ	adj	κλητική ενικού του ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγές	=	ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγή	=	ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγής	=	ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγού	adj	γενική ενικού του ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ευθερμαγωγός
ευθερμαγωγός	adj	που επιτρέπει με μεγάλη ευκολία τη μετάδοση θερμότητας
ευθερμαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του ευθερμαγωγός
ευθετήσαμε	=	ευθετώ
ευθετήσαν	=	ευθετώ
ευθετήσανε	=	ευθετώ
ευθετήσατε	=	ευθετώ
ευθετήσει	=	ευθετώ
ευθετήστε	=	ευθετώ
ευθετίζαμε	=	ευθετίζω
ευθετίζαν	=	ευθετίζω
ευθετίζανε	=	ευθετίζω
ευθετίζατε	=	ευθετίζω
ευθετίζει	=	ευθετίζω
ευθετίζεις	=	ευθετίζω
ευθετίζετε	=	ευθετίζω
ευθετίζοντας	=	ευθετίζω
ευθετίζουμε	=	ευθετίζω
ευθετίζουν	=	ευθετίζω
ευθετίζουνε	=	ευθετίζω
ευθετίζω	verb|archaic	διευθετώ
ευθετίσαμε	=	ευθετίζω
ευθετίσαν	=	ευθετίζω
ευθετίσανε	=	ευθετίζω
ευθετίσατε	=	ευθετίζω
ευθετίσει	=	ευθετίζω
ευθετίστε	=	ευθετίζω
ευθετεί	=	ευθετώ
ευθετείς	=	ευθετώ
ευθετείτε	=	ευθετώ
ευθετούμε	=	ευθετώ
ευθετούν	=	ευθετώ
ευθετούνε	=	ευθετώ
ευθετούσα	=	ευθετώ
ευθετούσαμε	=	ευθετώ
ευθετούσαν	=	ευθετώ
ευθετούσανε	=	ευθετώ
ευθετούσατε	=	ευθετώ
ευθετούσε	=	ευθετώ
ευθετούσες	=	ευθετώ
ευθετώ	verb	τακτοποιώ, διευθετώ
ευθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευθετώ
ευθηνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθηνό, ουδέτερο του ευθηνός	adv|dated	άλλη μορφή του φτηνά
ευθηνέ	adj	κλητική ενικού του ευθηνός
ευθηνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθηνή
ευθηνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθηνός
ευθηνής	adj	γενική ενικού του ευθηνή
ευθηνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθηνός
ευθηνού	adj	γενική ενικού του ευθηνός
ευθηνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθηνός
ευθηνό	adj	αιτιατική ενικού του ευθηνός
ευθηνός	adj|archaic	φθηνός, φτηνός
ευθηνών	adj	γενική πληθυντικού του ευθηνός
ευθιξία	noun	η συμπεριφορά ή η ιδιότητα του εύθικτου
ευθιξίας	noun	γενική ενικού του ευθιξία
ευθιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθιξία
ευθιξιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθιξία
ευθραυστοτήτων	=	ευθραυστότητα
ευθραυστότητα	noun	η ιδιότητα του εύθραυστου
ευθραυστότητας	=	ευθραυστότητα
ευθραυστότητες	=	ευθραυστότητα
ευθυαύλου	noun	γενική ενικού του ευθύαυλος
ευθυαύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευθύαυλος
ευθυαύλων	noun	γενική πληθυντικού του ευθύαυλος
ευθυβολία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ευθύβολο(ς), η ιδιότητα του ευθύβολου
ευθυβολίας	noun	γενική ενικού του ευθυβολία
ευθυβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυβολία
ευθυβολιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυβολία
ευθυγράμμιζα	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμιζαν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμιζε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμιζες	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω
ευθυγράμμισης	noun	γενική ενικού του ευθυγράμμιση
ευθυγραμμία	noun	η τοποθέτηση πραγμάτων σε ευθεία γραμμή
ευθυγραμμίας	noun	γενική ενικού του ευθυγραμμία
ευθυγραμμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυγραμμία
ευθυγραμμίζαμε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζαν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζανε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζατε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζει	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζεις	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζεσαι	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζεστε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζεται	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζετε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζομαι	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζομε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζονται	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζονταν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζοντας	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζουμε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζουν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζουνε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίζω	verb	βάζω κάτι ή κάποια πράγματα σε (νοητή) ευθεία γραμμή
ευθυγραμμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσαν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσανε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυγράμμιση
ευθυγραμμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευθυγράμμιση
ευθυγραμμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευθυγράμμιση
ευθυγραμμίσομε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσου	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσουνε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίστηκα	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίστηκαν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίστηκε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίστηκες	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόμασταν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόμαστε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόμενος	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόμουν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόμουνα	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόντουσαν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόσασταν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόσαστε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόσουν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόσουνα	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζόταν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιζότανε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυγραμμισμένο
ευθυγραμμισμένε	adj	κλητική ενικού του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυγραμμισμένη
ευθυγραμμισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμισμένης	adj	γενική ενικού του ευθυγραμμισμένη
ευθυγραμμισμένο	adj	αιτιατική ενικού του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμισμένος	verb	που έχει τοποθετηθεί σε ευθεία γραμμή με άλλον
ευθυγραμμισμένου	verb	γενική ενικού του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμισμένων	adj	γενική πληθυντικού του ευθυγραμμισμένος
ευθυγραμμιστήκαμε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστήκαν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστήκανε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστήκατε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστεί	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστείς	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστείτε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστούμε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστούν	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστούνε	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιστώ	=	ευθυγραμμίζω
ευθυγραμμιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυγραμμία
ευθυδικία	noun	η δίκαιη, ορθή απόφαση
ευθυδικίας	=	ευθυδικία
ευθυδικίες	=	ευθυδικία
ευθυδικιών	=	ευθυδικία
ευθυκρισία	noun|formal	η σωστή κρίση και σκέψη καθώς και η δυνατότητα για κάτι τέτοιο
ευθυκρισίας	noun	γενική ενικού του ευθυκρισία
ευθυκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυκρισία
ευθυκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυκρισία
ευθυκυστικά	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικέ	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικές	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστική	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικής	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικη	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικο	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικοί	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικού	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικούς	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικό	=	ευθυκυστικός
ευθυκυστικός	adj	που αφορά τη σχέση ή τη γειτνίαση του απευθυσμένου εντέρου με την ουροδόχο κύστη
ευθυκυστικών	=	ευθυκυστικός
ευθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήσαν	=	ευθυμώ
ευθυμήσανε	=	ευθυμώ
ευθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμήστε	=	ευθυμώ
ευθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθυμία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του εύθυμου, ευχάριστη και χαρούμενη ψυχική διάθεση
ευθυμίας	noun	γενική ενικού του ευθυμία
ευθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμία
ευθυμεί	=	ευθυμώ
ευθυμείς	=	ευθυμώ
ευθυμείτε	=	ευθυμώ
ευθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυμία
ευθυμογράφε	noun	κλητική ενικού του ευθυμογράφος
ευθυμογράφημα	noun	είδος πεζογραφήματος με εύθυμο ή χιουμοριστικό περιεχόμενο
ευθυμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ευθυμογράφος
ευθυμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθυμογράφος
ευθυμογράφος	noun	επαγγελματίας που γράφει ευθυμογραφήματα
ευθυμογράφου	noun	γενική ενικού του ευθυμογράφος
ευθυμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευθυμογράφος
ευθυμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ευθυμογράφος
ευθυμογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμογράφημα
ευθυμογραφήματος	noun	γενική ενικού του ευθυμογράφημα
ευθυμογραφία	noun	η συγγραφή ευθυμογραφημάτων
ευθυμογραφίας	noun	γενική ενικού του ευθυμογραφία
ευθυμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμογραφία
ευθυμογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ευθυμογράφημα
ευθυμογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμογραφικό
ευθυμογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμογραφική
ευθυμογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφικής	adj	γενική ενικού του ευθυμογραφική
ευθυμογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφικού	adj	γενική ενικού του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον ευθυμογράφο ή την ευθυμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ευθυμογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ευθυμογραφικός
ευθυμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυμογραφία
ευθυμογραφώ	verb	γράφω ευθυμογραφήματα
ευθυμογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευθυμογραφώ
ευθυμολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμολόγημα
ευθυμολογήματος	noun	γενική ενικού του ευθυμολόγημα
ευθυμολογήσαμε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογήσαν	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογήσανε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογήσατε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογήσει	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογήστε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογία	noun	ο αστεϊσμός
ευθυμολογίας	noun	γενική ενικού του ευθυμολογία
ευθυμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμολογία
ευθυμολογεί	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογείς	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογείτε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ευθυμολόγημα
ευθυμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμολογικό
ευθυμολογικέ	adj	κλητική ενικού του ευθυμολογικός
ευθυμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυμολογική
ευθυμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθυμολογικός
ευθυμολογικής	adj	γενική ενικού του ευθυμολογική
ευθυμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθυμολογικός
ευθυμολογικού	adj	γενική ενικού του ευθυμολογικός
ευθυμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθυμολογικός
ευθυμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ευθυμολογικός
ευθυμολογικός	adj	που έχει σχέση με τον ευθυμολόγο ή την ευθυμολογία ή αναφέρεται σ' αυτά
ευθυμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ευθυμολογικός
ευθυμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυμολογία
ευθυμολογούμε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούν	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούνε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσα	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσαμε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσαν	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσανε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσατε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογούσες	=	ευθυμολογώ
ευθυμολογώ	verb	είμαι ευθυμολόγος, λέω ευθυμολογίες
ευθυμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευθυμολογώ
ευθυμολόγε	=	ευθυμολόγος
ευθυμολόγει	=	ευθυμολογώ
ευθυμολόγημα	noun	οτιδήποτε γράφεται ή λέγεται για την πρόκληση ευθυμίας
ευθυμολόγησα	=	ευθυμολογώ
ευθυμολόγησαν	=	ευθυμολογώ
ευθυμολόγησε	=	ευθυμολογώ
ευθυμολόγησες	=	ευθυμολογώ
ευθυμολόγο	=	ευθυμολόγος
ευθυμολόγοι	=	ευθυμολόγος
ευθυμολόγος	noun	που λέει εύθυμα ή αστεία πράγματα
ευθυμολόγου	=	ευθυμολόγος
ευθυμολόγους	=	ευθυμολόγος
ευθυμολόγων	=	ευθυμολόγος
ευθυμούμε	=	ευθυμώ
ευθυμούν	=	ευθυμώ
ευθυμούνε	=	ευθυμώ
ευθυμούσα	=	ευθυμώ
ευθυμούσαμε	=	ευθυμώ
ευθυμούσαν	=	ευθυμώ
ευθυμούσανε	=	ευθυμώ
ευθυμούσατε	=	ευθυμώ
ευθυμούσε	=	ευθυμώ
ευθυμούσες	=	ευθυμώ
ευθυμώ	verb|formal	είμαι εύθυμος
ευθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευθυμώ
ευθυνοποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευθυνοποιώ
ευθυνοποιώ	verb|rare	προσάπτω, προσδίδω ευθύνες
ευθυνοφοβία	noun	ο φόβος της ανάληψης ευθυνών
ευθυνοφοβίας	noun	γενική ενικού του ευθυνοφοβία
ευθυνοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυνοφοβία
ευθυνοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ευθυνοφοβία
ευθυνόμουν	=	ευθύνομαι
ευθυνόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυνόφοβο
ευθυνόφοβε	adj	κλητική ενικού του ευθυνόφοβος
ευθυνόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθυνόφοβη
ευθυνόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθυνόφοβος
ευθυνόφοβης	adj	γενική ενικού του ευθυνόφοβη
ευθυνόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του ευθυνόφοβος
ευθυνόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθυνόφοβος
ευθυνόφοβος	adj	που φοβάται να αναλάβει μία ευθύνη
ευθυνόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευθυνόφοβος
ευθυνόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθυνόφοβος
ευθυνόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευθυνόφοβος
ευθυνών	=	ευθύνη
ευθυτήτων	=	ευθύτητα
ευθυτενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευθυτενής
ευθυτενή	=	ευθυτενής
ευθυτενής	adj|formal	που στέκεται στητός, ίσιος, χωρίς να σκύβει ή να καμπουριάζει
ευθυτενείς	=	ευθυτενής
ευθυτενούς	adj	γενική ενικού του ευθυτενής
ευθυτενών	=	ευθυτενής
ευθυτενώς	adv|formal	με ευθυτενή τρόπο
ευθύ	=	ευθύς
ευθύαυλε	noun	κλητική ενικού του ευθύαυλος
ευθύαυλο	noun	αιτιατική ενικού του ευθύαυλος
ευθύαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθύαυλος
ευθύαυλος	noun|formal	το κλαρινέτο
ευθύαυλου	noun	γενική ενικού του ευθύαυλος
ευθύαυλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευθύαυλος
ευθύαυλων	noun	γενική πληθυντικού του ευθύαυλος
ευθύβολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθύβολο
ευθύβολε	adj	κλητική ενικού του ευθύβολος
ευθύβολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθύβολη
ευθύβολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθύβολος
ευθύβολης	adj	γενική ενικού του ευθύβολη
ευθύβολο	adj	αιτιατική ενικού του ευθύβολος
ευθύβολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθύβολος
ευθύβολος	adj	που σημαδεύει κατευθείαν προς τον στόχο και τον πετυχαίνει
ευθύβολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευθύβολος
ευθύβολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθύβολος
ευθύβολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευθύβολος
ευθύγραμμα	adv	με ευθύγραμμο τρόπο, σε ευθεία γραμμή
ευθύγραμμε	adj	κλητική ενικού του ευθύγραμμος
ευθύγραμμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθύγραμμη
ευθύγραμμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευθύγραμμος
ευθύγραμμης	adj	γενική ενικού του ευθύγραμμη
ευθύγραμμο	adj	αιτιατική ενικού του ευθύγραμμος
ευθύγραμμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευθύγραμμος
ευθύγραμμος	adj	που βρίσκεται σε ευθεία γραμμή
ευθύγραμμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευθύγραμμος
ευθύγραμμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευθύγραμμος
ευθύγραμμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευθύγραμμος
ευθύμει	=	ευθυμώ
ευθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευθυμώ
ευθύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευθύνη
ευθύνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ευθύνομαι
ευθύνη	noun	οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από μια θέση που κατέχει κάποιος ή μια ιδιότητα που έχει
ευθύνης	noun	γενική ενικού του ευθύνη
ευθύνομαι	verb	είμαι υπαίτιος για κάτι, κυρίως αρνητικό, έχω την ευθύνη γι' αυτό που έγινε
ευθύνονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ευθύνομαι
ευθύς	adj	ίσιος	adv	αμέσως, χωρίς καθυστέρηση
ευθύτατα	=	ευθύς
ευθύτατε	=	ευθύς
ευθύτατες	=	ευθύς
ευθύτατη	=	ευθύς
ευθύτατης	=	ευθύς
ευθύτατο	=	ευθύς
ευθύτατοι	=	ευθύς
ευθύτατος	=	ευθύς
ευθύτατου	=	ευθύς
ευθύτατους	=	ευθύς
ευθύτατων	=	ευθύς
ευθύτερα	=	ευθύς
ευθύτερε	=	ευθύς
ευθύτερες	=	ευθύς
ευθύτερη	=	ευθύς
ευθύτερης	=	ευθύς
ευθύτερο	=	ευθύς
ευθύτεροι	=	ευθύς
ευθύτερος	=	ευθύς
ευθύτερου	=	ευθύς
ευθύτερους	=	ευθύς
ευθύτερων	=	ευθύς
ευθύτητα	noun	η ιδιότητα του να είναι κάποιος ευθύς
ευθύτητας	=	ευθύτητα
ευθύτητες	=	ευθύτητα
ευκάλυπτε	noun	κλητική ενικού του ευκάλυπτος
ευκάλυπτο	noun	αιτιατική ενικού του ευκάλυπτος
ευκάλυπτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκάλυπτος
ευκάλυπτος	noun	αειθαλές δέντρο του γένους Eucalyptus με μακρόστενα φύλλα από τα οποία παράγεται το ευκαλυπτέλαιο
ευκάλυπτου	noun	γενική ενικού του ευκάλυπτος
ευκάλυπτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευκάλυπτος
ευκάλυπτων	noun	γενική πληθυντικού του ευκάλυπτος
ευκές	=	ευκή
ευκή	noun	άλλη μορφή του ευχή
ευκής	=	ευκή
ευκίνητα	adv	με ευκινησία
ευκίνητε	adj	κλητική ενικού του ευκίνητος
ευκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκίνητη
ευκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκίνητος
ευκίνητης	adj	γενική ενικού του ευκίνητη
ευκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του ευκίνητος
ευκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκίνητος
ευκίνητος	adj	που κινείται εύκολα (και ταχέως)
ευκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκίνητος
ευκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκίνητος
ευκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκίνητος
ευκαίρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαίρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαίρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαίρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαίρως	adv|formal	όταν ευκαιρεί κάποιος, όταν του δίνεται η ευκαιρία
ευκαιρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευκαιρώ
ευκαιρία	noun	ο κατάλληλος καιρός, η ευνοϊκή συγκυρία, η χρονική στιγμή που προσφέρεται για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε
ευκαιρίας	noun	γενική ενικού του ευκαιρία
ευκαιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαιρία
ευκαιριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαιριακό	adv	με ευκαιριακό τρόπο ή σε ευκαιριακό χρόνο
ευκαιριακέ	adj	κλητική ενικού του ευκαιριακός
ευκαιριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαιριακή
ευκαιριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκαιριακός
ευκαιριακής	adj	γενική ενικού του ευκαιριακή
ευκαιριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκαιριακός
ευκαιριακού	adj	γενική ενικού του ευκαιριακός
ευκαιριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκαιριακός
ευκαιριακό	adj	αιτιατική ενικού του ευκαιριακός
ευκαιριακός	adj	που συμβαίνει μόνο όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, για κάτι που γίνεται μόνο όταν οι περιστάσεις το ευνοούν
ευκαιριακών	adj	γενική πληθυντικού του ευκαιριακός
ευκαιριών	noun	γενική πληθυντικού του ευκαιρία
ευκαιρούσα	=	ευκαιρώ
ευκαιρώ	verb	έχω διαθέσιμο χρόνο
ευκαλυπτέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαλυπτέλαιο
ευκαλυπτέλαιο	noun	έλαιο που παράγεται από τα φύλλα του ευκαλύπτου και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική
ευκαλυπτέλαιου	noun	γενική ενικού του ευκαλυπτέλαιο
ευκαλυπτέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του ευκαλυπτέλαιο
ευκαλυπτελαίου	=	ευκαλυπτέλαιο
ευκαλυπτελαίων	=	ευκαλυπτέλαιο
ευκαλύπτου	noun	γενική ενικού του ευκάλυπτος
ευκαλύπτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευκάλυπτος
ευκαλύπτων	noun	γενική πληθυντικού του ευκάλυπτος
ευκαμψία	noun	η ιδιότητα του εύκαμπτου
ευκαμψίας	noun	γενική ενικού του ευκαμψία
ευκαμψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαμψία
ευκαμψιών	noun	γενική πληθυντικού του ευκαμψία
ευκαρυωτικός	noun	κύτταρο το οποίο έχει πλήρως σχηματισμένο πυρήνα
ευκατάληπτα	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτε	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτες	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτη	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτης	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτο	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτοι	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτος	adj	ευκολονόητος
ευκατάληπτου	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτους	=	ευκατάληπτος
ευκατάληπτων	=	ευκατάληπτος
ευκατάρριπτα	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτε	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτες	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτη	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτης	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτο	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτοι	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτος	adj	που εύκολα καταρρίπτεται
ευκατάρριπτου	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτους	=	ευκατάρριπτος
ευκατάρριπτων	=	ευκατάρριπτος
ευκατάστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκατάστατο
ευκατάστατε	adj	κλητική ενικού του ευκατάστατος
ευκατάστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκατάστατη
ευκατάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκατάστατος
ευκατάστατης	adj	γενική ενικού του ευκατάστατη
ευκατάστατο	adj	αιτιατική ενικού του ευκατάστατος
ευκατάστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκατάστατος
ευκατάστατος	adj	που βρίσκεται σε καλή οικονομική ή περιουσιακή κατάσταση
ευκατάστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκατάστατος
ευκατάστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκατάστατος
ευκατάστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκατάστατος
ευκατανόητα	adv	με ευκατανόητο τρόπο
ευκατανόητε	adj	κλητική ενικού του ευκατανόητος
ευκατανόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκατανόητη
ευκατανόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκατανόητος
ευκατανόητης	adj	γενική ενικού του ευκατανόητη
ευκατανόητο	adj	αιτιατική ενικού του ευκατανόητος
ευκατανόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκατανόητος
ευκατανόητος	adj	που είναι εύκολο να τον κατανοήσουμε
ευκατανόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκατανόητος
ευκατανόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκατανόητος
ευκατανόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκατανόητος
ευκαταφρόνητα	=	ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητε	adj	κλητική ενικού του ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκαταφρόνητη
ευκαταφρόνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητης	adj	γενική ενικού του ευκαταφρόνητη
ευκαταφρόνητο	adj	αιτιατική ενικού του ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητος	adj	αξιοκαταφρόνητος ή αξιοπεριφρόνητος, ο ασήμαντος, ιδίως όσον αφορά στην ποσότητα ή το μέγεθος
ευκαταφρόνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκαταφρόνητος
ευκαταφρόνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκαταφρόνητος
ευκινησία	noun	η ιδιότητα του ευκίνητου, η ευκολία στην κίνηση
ευκινησίας	noun	γενική ενικού του ευκινησία
ευκινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκινησία
ευκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του ευκινησία
ευκλεές	=	ευκλεής
ευκλεή	=	ευκλεής
ευκλεής	adj	ένδοξος
ευκλείδεια	=	ευκλείδειος
ευκλείδειας	=	ευκλείδειος
ευκλείδειε	=	ευκλείδειος
ευκλείδειες	=	ευκλείδειος
ευκλείδειο	=	ευκλείδειος
ευκλείδειοι	=	ευκλείδειος
ευκλείδειος	adj	που αναφέρεται ή αποδίδεται στον μαθηματικό Ευκλείδη
ευκλείδειου	=	ευκλείδειος
ευκλείδειους	=	ευκλείδειος
ευκλείδειων	=	ευκλείδειος
ευκλεείς	=	ευκλεής
ευκλειδείου	=	ευκλείδειος
ευκλειδείους	=	ευκλείδειος
ευκλειδείων	=	ευκλείδειος
ευκλειών	noun	γενική πληθυντικού του εύκλεια
ευκλεούς	=	ευκλεής
ευκλεών	=	ευκλεής
ευκλεώς	adv|formal	ένδοξα
ευκοίλια	noun	η διάρροια
ευκοίλιας	=	ευκοίλιος
ευκοίλιε	=	ευκοίλιος
ευκοίλιες	=	ευκοίλιος
ευκοίλιο	=	ευκοίλιος
ευκοίλιοι	=	ευκοίλιος
ευκοίλιος	adj	ο σχετιζόμενος με ευκοιλιότητα, με διάρροια, με κόπρανα που είναι κατά κύριο λόγο σε υγρή μορφή
ευκοίλιου	=	ευκοίλιος
ευκοίλιους	=	ευκοίλιος
ευκοίλιων	=	ευκοίλιος
ευκοιλιοτήτων	=	ευκοιλιότητα
ευκοιλιότητα	noun	κοινή ονομασία του συμπτώματος της διάρροιας
ευκοιλιότητας	noun	γενική ενικού του ευκοιλιότητα
ευκοιλιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκοιλιότητα
ευκοινωνησία	noun|formal	η κοινωνικότητα, η συντροφικότητα
ευκοινωνησίας	=	ευκοινωνησία
ευκοινωνησίες	=	ευκοινωνησία
ευκοινωνησιών	=	ευκοινωνησία
ευκοινώνητα	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητε	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητες	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητη	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητης	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητο	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητοι	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητος	adj|formal	ο κοινωνικός, που κάνει εύκολα κοινωνικές σχέσεις
ευκοινώνητου	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητους	=	ευκοινώνητος
ευκοινώνητων	=	ευκοινώνητος
ευκολάκι	noun	εύκολο ή πανεύκολο πρόβλημα, συνταγή
ευκολάκια	=	ευκολάκι
ευκολία	noun	το να είναι κάτι εύκολο
ευκολίας	noun	γενική ενικού του ευκολία
ευκολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολία
ευκολιών	noun	γενική πληθυντικού του ευκολία
ευκολοβάσταγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοβάσταγο
ευκολοβάσταγε	adj	κλητική ενικού του ευκολοβάσταγος
ευκολοβάσταγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοβάσταγη
ευκολοβάσταγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολοβάσταγος
ευκολοβάσταγης	adj	γενική ενικού του ευκολοβάσταγη
ευκολοβάσταγο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολοβάσταγος
ευκολοβάσταγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολοβάσταγος
ευκολοβάσταγος	adj|literary	που βαστιέται και μεταφέρεται εύκολα
ευκολοβάσταγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολοβάσταγος
ευκολοβάσταγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολοβάσταγος
ευκολοβάσταγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολοβάσταγος
ευκολοδήγητα	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητε	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητες	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητη	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητης	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητο	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητοι	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητος	adj	που οδηγείται εύκολα
ευκολοδήγητου	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητους	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδήγητων	=	ευκολοδήγητος
ευκολοδιάβαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοδιάβαστο
ευκολοδιάβαστε	adj	κλητική ενικού του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάβαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοδιάβαστη
ευκολοδιάβαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάβαστης	adj	γενική ενικού του ευκολοδιάβαστη
ευκολοδιάβαστο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάβαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάβαστος	adj	που διαβάζεται εύκολα
ευκολοδιάβαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάβαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάβαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολοδιάβαστος
ευκολοδιάκριτα	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτε	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτες	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτη	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτης	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτο	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτοι	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτος	adj	ευδιάκριτος
ευκολοδιάκριτου	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτους	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδιάκριτων	=	ευκολοδιάκριτος
ευκολοδούλευτα	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτε	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτες	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτη	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτης	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτο	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτοι	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτος	adj	που μπορεί να δουλευτεί, να τύχει επεξεργασίας, να χρησιμοποιηθεί ή να το διαχειριστείς με ευκολία, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία
ευκολοδούλευτου	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτους	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοδούλευτων	=	ευκολοδούλευτος
ευκολοκυβέρνητα	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητε	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητες	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητη	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητης	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητο	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητοι	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητος	adj	που κυβερνιέται εύκολα
ευκολοκυβέρνητου	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητους	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυβέρνητων	=	ευκολοκυβέρνητος
ευκολοκυρίευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοκυρίευτο
ευκολοκυρίευτε	adj	κλητική ενικού του ευκολοκυρίευτος
ευκολοκυρίευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοκυρίευτη
ευκολοκυρίευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολοκυρίευτος
ευκολοκυρίευτης	adj	γενική ενικού του ευκολοκυρίευτη
ευκολοκυρίευτο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολοκυρίευτος
ευκολοκυρίευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολοκυρίευτος
ευκολοκυρίευτος	adj|rare	που κυριεύτεται εύκολα
ευκολοκυρίευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολοκυρίευτος
ευκολοκυρίευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολοκυρίευτος
ευκολοκυρίευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολοκυρίευτος
ευκολομετακόμιστα	adv	με ευκολομετακόμιστο τρόπο
ευκολομετακόμιστε	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστες	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστη	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστης	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστο	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστοι	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστος	adj	που ημετακόμισή του γίνεται με εύκολο τρόπο
ευκολομετακόμιστου	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστους	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομετακόμιστων	=	ευκολομετακόμιστος
ευκολομεταχείριστα	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστε	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστες	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστη	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστης	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστο	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστοι	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστος	adj	άλλη μορφή του ευμεταχείριστος
ευκολομεταχείριστου	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστους	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομεταχείριστων	=	ευκολομεταχείριστος
ευκολομνημόνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολομνημόνευτο
ευκολομνημόνευτε	adj	κλητική ενικού του ευκολομνημόνευτος
ευκολομνημόνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολομνημόνευτη
ευκολομνημόνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολομνημόνευτος
ευκολομνημόνευτης	adj	γενική ενικού του ευκολομνημόνευτη
ευκολομνημόνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολομνημόνευτος
ευκολομνημόνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολομνημόνευτος
ευκολομνημόνευτος	adj	άλλη μορφή του ευμνημόνευτος
ευκολομνημόνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολομνημόνευτος
ευκολομνημόνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολομνημόνευτος
ευκολομνημόνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολομνημόνευτος
ευκολονόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολονόητο
ευκολονόητε	adj	κλητική ενικού του ευκολονόητος
ευκολονόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολονόητη
ευκολονόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολονόητος
ευκολονόητης	adj	γενική ενικού του ευκολονόητη
ευκολονόητο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολονόητος
ευκολονόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολονόητος
ευκολονόητος	adj	που εύκολα νοείται ή γίνεται εύκολα κατανοητός
ευκολονόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολονόητος
ευκολονόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολονόητος
ευκολονόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολονόητος
ευκολοπιστία	noun	η τάση κάποιου να πείθεται εύκολα ή να δέχεται αβασάνιστα ως αληθή όσα τού λέγονται, συνήθως λόγω αφέλειας
ευκολοπιστίας	=	ευκολοπιστία
ευκολοπιστίες	=	ευκολοπιστία
ευκολοπιστιών	=	ευκολοπιστία
ευκολοπλησίαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοπλησίαστο
ευκολοπλησίαστε	adj	κλητική ενικού του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπλησίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοπλησίαστη
ευκολοπλησίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπλησίαστης	adj	γενική ενικού του ευκολοπλησίαστη
ευκολοπλησίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπλησίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπλησίαστος	adj	που προσεγγίζεται εύκολα
ευκολοπλησίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπλησίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπλησίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολοπλησίαστος
ευκολοπρόφερτα	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτε	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτες	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτη	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτης	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτο	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτοι	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτος	adj	που προφέρεται με ευκολία
ευκολοπρόφερτου	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτους	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοπρόφερτων	=	ευκολοπρόφερτος
ευκολοσυμβίβαστα	adv	με ευκολοσυμβίβαστο τρόπο
ευκολοσυμβίβαστε	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστες	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστη	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστης	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστο	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστοι	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστος	adj	που εύκολα συμβιβάζεται
ευκολοσυμβίβαστου	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστους	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοσυμβίβαστων	=	ευκολοσυμβίβαστος
ευκολοχώνευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοχώνευτο
ευκολοχώνευτε	adj	κλητική ενικού του ευκολοχώνευτος
ευκολοχώνευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολοχώνευτη
ευκολοχώνευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολοχώνευτος
ευκολοχώνευτης	adj	γενική ενικού του ευκολοχώνευτη
ευκολοχώνευτο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολοχώνευτος
ευκολοχώνευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολοχώνευτος
ευκολοχώνευτος	adj|figurative	που χωνεύεται εύκολα
ευκολοχώνευτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολοχώνευτος
ευκολοχώνευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολοχώνευτος
ευκολοχώνευτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολοχώνευτος
ευκολόπαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολόπαρτο
ευκολόπαρτε	adj	κλητική ενικού του ευκολόπαρτος
ευκολόπαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολόπαρτη
ευκολόπαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολόπαρτος
ευκολόπαρτης	adj	γενική ενικού του ευκολόπαρτη
ευκολόπαρτο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολόπαρτος
ευκολόπαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολόπαρτος
ευκολόπαρτος	adj|rare	που κυριεύτεται εύκολα
ευκολόπαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολόπαρτος
ευκολόπαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολόπαρτος
ευκολόπαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευκολόπαρτος
ευκολόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολόπιστο
ευκολόπιστε	adj	κλητική ενικού του ευκολόπιστος
ευκολόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολόπιστη
ευκολόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολόπιστος
ευκολόπιστης	adj	γενική ενικού του ευκολόπιστη
ευκολόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ευκολόπιστος
ευκολόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολόπιστος
ευκολόπιστος	adj	που εύκολα πιστεύει αυτό που του λένε και κατά συνέπεια μπορείς εύκολα να τον εξαπατήσεις
ευκολόπιστου	adj	γενική ενικού του ευκολόπιστος
ευκολόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολόπιστος
ευκολόπιστων	adj	γενική πληθυντικού του ευκολόπιστος
ευκολότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ευκολότατο) του ευκολότατος	adv	υπερθετικός βαθμός του εύκολα
ευκολότατε	adj	κλητική ενικού του ευκολότατος
ευκολότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκολότατη
ευκολότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολότατος
ευκολότατης	adj	γενική ενικού του ευκολότατη
ευκολότατο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολότατος
ευκολότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευκολότατος
ευκολότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του εύκολος, εξαιρετικά εύκολος
ευκολότατου	adj	γενική ενικού του ευκολότατος
ευκολότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευκολότατος
ευκολότατων	adj	γενική πληθυντικού του ευκολότατος
ευκολότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ευκολότερο) του ευκολότερος	adv	συγκριτικός βαθμός του εύκολα
ευκολότερε	=	ευκολότερος
ευκολότερες	=	ευκολότερος
ευκολότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκολότερος
ευκολότερης	=	ευκολότερος
ευκολότερο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ευκολότερος
ευκολότεροι	=	ευκολότερος
ευκολότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του εύκολος, πιο εύκολος
ευκολότερου	=	ευκολότερος
ευκολότερους	=	ευκολότερος
ευκολότερων	=	ευκολότερος
ευκολύνω	verb	άλλη μορφή του διευκολύνω
ευκοσμία	noun	καλή συμπεριφορά, καλή διαγωγή, ευπρέπεια, ευταξία
ευκοσμίας	noun	γενική ενικού του ευκοσμία
ευκοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκοσμία
ευκοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του ευκοσμία
ευκρίνεια	noun	το να είναι κάποιος / κάτι ευκρινής / ευκρινές, η ιδιότητα του ευκρινούς
ευκρίνειας	noun	γενική ενικού του ευκρίνεια
ευκρίνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκρίνεια
ευκρασία	noun	η ιδιότητα του εύκρατου, το να είναι εύκρατο το κλίμα
ευκρασίας	noun	γενική ενικού του ευκρασία
ευκρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκρασία
ευκρασιών	noun	γενική πληθυντικού του ευκρασία
ευκρινές	=	ευκρινής
ευκρινή	=	ευκρινής
ευκρινής	adj	που μπορεί να φανεί ή να ακουστεί πολύ καλά, εύκολα αντιληπτός
ευκρινείς	=	ευκρινής
ευκρινειών	noun	γενική πληθυντικού του ευκρίνεια
ευκρινούς	=	ευκρινής
ευκρινών	=	ευκρινής
ευκρινώς	adv|formal	με ευκρίνεια
ευκτήρια	=	ευκτήριος
ευκτήριας	=	ευκτήριος
ευκτήριε	=	ευκτήριος
ευκτήριες	=	ευκτήριος
ευκτήριο	=	ευκτήριος
ευκτήριοι	=	ευκτήριος
ευκτήριος	adj|archaic	που έχει σχέση με προσευχή ή αναφέρεται σ’ αυτή
ευκτήριου	=	ευκτήριος
ευκτήριους	=	ευκτήριος
ευκτήριων	=	ευκτήριος
ευκταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευκταίος
ευκταίας	adj	γενική ενικού του ευκταία
ευκταίε	adj	ευκταίος, στην κλητική του ενικού
ευκταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευκταία
ευκταίο	adj	ευκταίος, στην αιτιατική του ενικού
ευκταίοι	adj	ευκταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ευκταίος	adj	που ευχόμαστε να γίνει
ευκταίου	adj	γενική ενικού του ευκταίος
ευκταίους	adj	ευκταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ευκταίων	=	ευκταίος
ευκτικές	=	ευκτική
ευκτική	noun	έγκλιση του ρήματος σε γλώσσες όπως η αρχαία ελληνική· μερικές από τις χρήσεις της είναι η δήλωση της ευχής, της δυνατότητας, της επανάληψης καθώς και στον πλάγιο λόγο και σε υποθετικούς λόγους
ευκτικής	=	ευκτική
ευκτικών	=	ευκτική
ευκόλως	adv|formal	εύκολα
ευκόσμως	adv|dated	με ευκοσμιότητα, με ευπρέπεια
ευκών	=	ευκή
ευλάβεια	noun	η έκφραση σεβασμού και τιμής προς τα θεία ή προς αυτό που το θεωρούμε ιερό
ευλάβειας	noun	γενική ενικού του ευλάβεια
ευλάβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλάβεια
ευλίμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλίμενο, ουδέτερο του ευλίμενος
ευλίμενε	adj	κλητική ενικού του ευλίμενος
ευλίμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλίμενη, θηλυκό του ευλίμενος
ευλίμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλίμενος
ευλίμενης	adj	γενική ενικού του ευλίμενη, θηλυκό του ευλίμενος
ευλίμενο	adj	αιτιατική ενικού του ευλίμενος
ευλίμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλίμενος
ευλίμενος	adj|formal	τόπος με ασφαλές λιμάνι
ευλίμενου	adj	γενική ενικού του ευλίμενος
ευλίμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευλίμενος
ευλίμενων	adj	γενική πληθυντικού του ευλίμενος
ευλαβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευλαβής
ευλαβή	adj	αιτιατική ενικού του ευλαβής
ευλαβής	adj	που συμμετέχει με δέος σε λατρευτικές εκδηλώσεις και δείχνει ιδιαίτερο σεβασμό προς το Θεό
ευλαβείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλαβής
ευλαβειών	noun	γενική πληθυντικού του ευλάβεια
ευλαβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλαβητικό
ευλαβητικέ	adj	κλητική ενικού του ευλαβητικός
ευλαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλαβητική
ευλαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλαβητικός
ευλαβητικής	adj	γενική ενικού του ευλαβητική
ευλαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλαβητικός
ευλαβητικού	adj	γενική ενικού του ευλαβητικός
ευλαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευλαβητικός
ευλαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του ευλαβητικός
ευλαβητικός	adj	άλλη μορφή του ευλαβής / ευλαβικός
ευλαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του ευλαβητικός
ευλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλαβικό	adv	με ευλαβικό τρόπο, με ευλάβεια
ευλαβικέ	adj	κλητική ενικού του ευλαβικός
ευλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλαβική
ευλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλαβικός
ευλαβικής	adj	γενική ενικού του ευλαβική
ευλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλαβικός
ευλαβικού	adj	γενική ενικού του ευλαβικός
ευλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευλαβικός
ευλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του ευλαβικός
ευλαβικός	adj	που φέρεται με ευλάβεια ή γίνεται με ευλάβεια
ευλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του ευλαβικός
ευλαβικώς	adv|dated	παρωχημένη μορφή του ευλαβικά
ευλαβούμαι	verb	σέβομαι
ευλαβούς	adj	γενική ενικού του ευλαβής
ευλαβών	adj	γενική πληθυντικού του ευλαβής
ευλαβώς	adv	με ευλάβεια
ευλαλία	noun	το να είναι κάποιος εύλαλος, η ιδιότητα του εύλαλου
ευλαλίας	noun	γενική ενικού του ευλαλία
ευλαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλαλία
ευλαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ευλαλία
ευληπτοτήτων	=	ευληπτότητα
ευληπτότητα	noun	η ιδιότητα του εύληπτου
ευληπτότητας	=	ευληπτότητα
ευληπτότητες	=	ευληπτότητα
ευλογάω	verb	άλλη μορφή του ευλογώ
ευλογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευλόγηση
ευλογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευλόγηση
ευλογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλογία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ
ευλογίας	noun	γενική ενικού του ευλογία
ευλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογία
ευλογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευλογούμαι
ευλογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογημένο
ευλογημένε	verb	κλητική ενικού του ευλογημένος
ευλογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογημένη
ευλογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλογημένος
ευλογημένης	verb	γενική ενικού του ευλογημένη
ευλογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ευλογημένος
ευλογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλογημένος
ευλογημένος	verb	αυτός που ευλογήθηκε
ευλογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευλογημένος
ευλογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευλογημένος
ευλογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευλογημένος
ευλογητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευλογητός
ευλογητάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογητάριο
ευλογητάριο	noun	τροπάριο, στο οποίο προτάσσεται ο στίχος «εὐλογητός ὁ θεός»
ευλογητάριου	=	ευλογητάριο
ευλογητέ	adj	κλητική ενικού του ευλογητός
ευλογητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογητή
ευλογητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλογητός
ευλογητής	adj	γενική ενικού του ευλογητή
ευλογηταρίου	noun	γενική ενικού του ευλογητάριο
ευλογηταρίων	noun	γενική πληθυντικού του ευλογητάριο
ευλογητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογητικό
ευλογητικέ	adj	κλητική ενικού του ευλογητικός
ευλογητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογητική
ευλογητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλογητικός
ευλογητικής	adj	γενική ενικού του ευλογητική
ευλογητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλογητικός
ευλογητικού	adj	γενική ενικού του ευλογητικός
ευλογητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευλογητικός
ευλογητικό	adj	αιτιατική ενικού του ευλογητικός
ευλογητικός	adj	που έχει σχέση με την ευλογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ευλογητικών	adj	γενική πληθυντικού του ευλογητικός
ευλογητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλογητός
ευλογητού	adj	γενική ενικού του ευλογητός
ευλογητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευλογητός
ευλογητό	adj	αιτιατική ενικού του ευλογητός
ευλογητός	adj	άλλη μορφή του ευλογημένος
ευλογητών	adj	γενική πληθυντικού του ευλογητός
ευλογιά	noun	λοιμική επιδημική νόσος που οφείλεται σε ιούς (Variola major ή Variola minor) και προκαλεί ερυθηματώδη εξανθήματα και αργότερα φουσκάλες γεμάτες υγρό
ευλογιάς	noun	γενική ενικού του ευλογιά
ευλογιέμαι	=	ευλογώ
ευλογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογιά
ευλογιοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογιοκομμένο
ευλογιοκομμένε	verb	κλητική ενικού του ευλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογιοκομμένη
ευλογιοκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένης	verb	γενική ενικού του ευλογιοκομμένη
ευλογιοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένος	verb	άλλη μορφή του βλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευλογιοκομμένος
ευλογιοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευλογιοκομμένος
ευλογιών	noun	γενική πληθυντικού του ευλογία
ευλογουσών	=	ευλογών
ευλογοφάνεια	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ευλογοφανής / ευλογοφανές, η ιδιότητα του ευλογοφανούς
ευλογοφάνειας	noun	γενική ενικού του ευλογοφάνεια
ευλογοφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλογοφάνεια
ευλογοφανές	=	ευλογοφανής
ευλογοφανή	=	ευλογοφανής
ευλογοφανής	adj	που φαίνεται εύλογος και δικαιολογημένος, ενώ μπορεί να μην είναι
ευλογοφανείς	=	ευλογοφανής
ευλογοφανειών	noun	γενική πληθυντικού του ευλογοφάνεια
ευλογοφανούς	=	ευλογοφανής
ευλογοφανών	=	ευλογοφανής
ευλογοφανώς	adv|formal	με ευλογοφανή τρόπο, με ευλογοφάνεια
ευλογούμαι	verb	δέχομαι ευλογία
ευλογούν	=	ευλογών
ευλογούντα	=	ευλογών
ευλογούντες	=	ευλογών
ευλογούντος	=	ευλογών
ευλογούντων	=	ευλογών
ευλογούσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ευλογώ
ευλογούσας	=	ευλογών
ευλογούσες	=	ευλογών
ευλογούσης	=	ευλογών
ευλογώ	verb	επικαλούμαι τη θεία χάρη για ανθρώπους ή σχετικά με αυτούς αντικείμενα
ευλογών	verb|formal	που ευλογεί
ευλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευλογώ
ευλυγισία	noun	η ιδιότητα του ευλύγιστου, το να είναι κάποιος εύκαμπτος
ευλυγισίας	noun	γενική ενικού του ευλυγισία
ευλυγισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλυγισία
ευλυγισιών	noun	γενική πληθυντικού του ευλυγισία
ευλόγησα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ευλογώ
ευλόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλόγησε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ευλογώ
ευλόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευλογώ
ευλόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευλογώ
ευλόγησης	noun	γενική ενικού του ευλόγηση
ευλόγως	adv|formal	εύλογα
ευλύγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευλύγιστος	adv	με ευλύγιστο τρόπο, με ευλυγισία
ευλύγιστε	adj	κλητική ενικού του ευλύγιστος
ευλύγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευλύγιστη
ευλύγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευλύγιστος
ευλύγιστης	adj	γενική ενικού του ευλύγιστη
ευλύγιστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ευλύγιστος
ευλύγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευλύγιστος
ευλύγιστος	adj	που λυγίζει εύκολα
ευλύγιστου	adj	γενική ενικού του ευλύγιστος
ευλύγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευλύγιστος
ευλύγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευλύγιστος
ευμάθεια	noun|formal	η ιδιότητα του ευμαθούς, η ευκολία στην μάθηση
ευμάθειας	noun	γενική ενικού του ευμάθεια
ευμάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμάθεια
ευμάλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμάλακτο
ευμάλακτε	adj	κλητική ενικού του ευμάλακτος
ευμάλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμάλακτη
ευμάλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευμάλακτος
ευμάλακτης	adj	γενική ενικού του ευμάλακτη
ευμάλακτο	adj	αιτιατική ενικού του ευμάλακτος
ευμάλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευμάλακτος
ευμάλακτος	adj|figurative	που μαλάσσεται εύκολα
ευμάλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευμάλακτος
ευμάλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευμάλακτος
ευμάλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευμάλακτος
ευμάρεια	noun|formal	ο πλούτος, η άνετη ζωή, η καλοπέραση
ευμάρειας	noun	γενική ενικού του ευμάρεια
ευμάρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμάρεια
ευμέγεθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευμεγέθης
ευμένεια	noun	η θετική προδιάθεση
ευμένειας	noun	γενική ενικού του ευμένεια
ευμένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμένεια
ευμαθές	=	ευμαθής
ευμαθή	=	ευμαθής
ευμαθής	adj|formal	που μαθαίνει εύκολα ή / και γρήγορα ή του αρέσει η μάθηση / μόρφωση και την επιθυμεί
ευμαθείς	=	ευμαθής
ευμαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ευμάθεια
ευμαθούς	=	ευμαθής
ευμαθών	=	ευμαθής
ευμαθώς	adv|archaic	με ευμάθεια
ευμαλάκτως	adv|archaic	με ευμάλακτο τρόπο
ευμαρές	=	ευμαρής
ευμαρή	=	ευμαρής
ευμαρής	adj|archaic	που ζει σε ευμάρεια
ευμαρείς	=	ευμαρής
ευμαρειών	noun	γενική πληθυντικού του ευμάρεια
ευμαρες	=	ευμαρής
ευμαρούς	=	ευμαρής
ευμαρών	=	ευμαρής
ευμεγέθεις	=	ευμεγέθης
ευμεγέθη	=	ευμεγέθης
ευμεγέθης	adj	που έχει αρκετά μεγάλο μέγεθος
ευμεγέθους	=	ευμεγέθης
ευμεγέθων	=	ευμεγέθης
ευμενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευμενής
ευμενέστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευμενέστατος	adv	υπερθετικός βαθμός του ευμενώς
ευμενέστατε	adj	κλητική ενικού του ευμενέστατος
ευμενέστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμενέστατη
ευμενέστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευμενέστατος
ευμενέστατης	adj	γενική ενικού του ευμενέστατη
ευμενέστατο	adj	αιτιατική ενικού του ευμενέστατος
ευμενέστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευμενέστατος
ευμενέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ευμενής
ευμενέστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευμενέστατος
ευμενέστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευμενέστατος
ευμενέστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευμενέστατος
ευμενή	=	ευμενής
ευμενής	adj	που έχει ευνοϊκή και φιλική διάθεση, καλοπροαίρετος
ευμενείς	=	ευμενής
ευμενειών	noun	γενική πληθυντικού του ευμένεια
ευμενούς	=	ευμενής
ευμενών	=	ευμενής
ευμενώς	adv	ευνοϊκά
ευμετάβλητα	adv	με ευμετάβλητο τρόπο, με ευμεταβλησία
ευμετάβλητε	adj	κλητική ενικού του ευμετάβλητος
ευμετάβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμετάβλητη
ευμετάβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευμετάβλητος
ευμετάβλητης	adj	γενική ενικού του ευμετάβλητη
ευμετάβλητο	adj	αιτιατική ενικού του ευμετάβλητος
ευμετάβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευμετάβλητος
ευμετάβλητος	adj	που εύκολα μεταβάλλεται
ευμετάβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευμετάβλητος
ευμετάβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευμετάβλητος
ευμετάβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευμετάβλητος
ευμετάβολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμετάβολο
ευμετάβολε	adj	κλητική ενικού του ευμετάβολος
ευμετάβολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμετάβολη
ευμετάβολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευμετάβολος
ευμετάβολης	adj	γενική ενικού του ευμετάβολη
ευμετάβολο	adj	αιτιατική ενικού του ευμετάβολος
ευμετάβολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευμετάβολος
ευμετάβολος	adj	άλλη μορφή του ευμετάβλητος
ευμετάβολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευμετάβολος
ευμετάβολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευμετάβολος
ευμετάβολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευμετάβολος
ευμετάδοτα	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτε	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτες	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτη	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτης	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτο	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτοι	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτος	adj	που μεταδίδεται εύκολα
ευμετάδοτου	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτους	=	ευμετάδοτος
ευμετάδοτων	=	ευμετάδοτος
ευμετάπειστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμετάπειστο
ευμετάπειστε	adj	κλητική ενικού του ευμετάπειστος
ευμετάπειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμετάπειστη
ευμετάπειστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευμετάπειστος
ευμετάπειστης	adj	γενική ενικού του ευμετάπειστη
ευμετάπειστο	adj	αιτιατική ενικού του ευμετάπειστος
ευμετάπειστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευμετάπειστος
ευμετάπειστος	adj	που μεταπείθεται εύκολα
ευμετάπειστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευμετάπειστος
ευμετάπειστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευμετάπειστος
ευμετάπειστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευμετάπειστος
ευμεταβλησία	noun|formal	η ιδιότητα του ευμετάβλητου, το να είναι κάποιος ευμετάβλητος
ευμεταβλησίας	noun	γενική ενικού του ευμεταβλησία
ευμεταβλησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμεταβλησία
ευμεταβλησιών	noun	γενική πληθυντικού του ευμεταβλησία
ευμεταβλητοτήτων	=	ευμεταβλητότητα
ευμεταβλητότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ευμετάβλητο(ς), η ιδιότητα του ευμετάβλητου
ευμεταβλητότητας	=	ευμεταβλητότητα
ευμεταβλητότητες	=	ευμεταβλητότητα
ευμετακόμιστα	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστε	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστες	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστη	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστης	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστο	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστοι	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστος	adj	που η μετακόμισή του γίνεται με εύκολο τρόπο
ευμετακόμιστου	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστους	=	ευμετακόμιστος
ευμετακόμιστων	=	ευμετακόμιστος
ευμεταχείριστα	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστε	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστες	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστη	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστης	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστο	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστοι	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστος	adj	που μπορούμε να τον μεταχειριστούμε εύκολα
ευμεταχείριστου	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστους	=	ευμεταχείριστος
ευμεταχείριστων	=	ευμεταχείριστος
ευμνημόνευτα	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτε	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτες	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτη	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτης	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτο	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτοι	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτος	adj|formal	που εντυπώνεται εύκολα στη μνήμη και ανακαλείται με ευκολία
ευμνημόνευτου	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτους	=	ευμνημόνευτος
ευμνημόνευτων	=	ευμνημόνευτος
ευμοίρει	=	ευμοιρώ
ευμοίρησα	=	ευμοιρώ
ευμοίρησαν	=	ευμοιρώ
ευμοίρησε	=	ευμοιρώ
ευμοίρησες	=	ευμοιρώ
ευμοιρήσαμε	=	ευμοιρώ
ευμοιρήσαν	=	ευμοιρώ
ευμοιρήσανε	=	ευμοιρώ
ευμοιρήσατε	=	ευμοιρώ
ευμοιρήσει	=	ευμοιρώ
ευμοιρήστε	=	ευμοιρώ
ευμοιρεί	=	ευμοιρώ
ευμοιρείς	=	ευμοιρώ
ευμοιρείτε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούμε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούν	=	ευμοιρώ
ευμοιρούνε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσα	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσαμε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσαν	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσανε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσατε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσε	=	ευμοιρώ
ευμοιρούσες	=	ευμοιρώ
ευμοιρώ	verb	είμαι τυχερός που κατέχω κάτι
ευμοιρώντας	=	ευμοιρώ
ευμορφία	noun|formal	η ομορφιά
ευμορφίας	noun	γενική ενικού του ευμορφία
ευμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευμορφία
ευμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ευμορφία
ευνές	=	ευνή
ευνή	noun|archaic	το κρεβάτι
ευνήκτες	=	ευνήκτης
ευνήκτη	=	ευνήκτης
ευνήκτης	noun	γένος φιδιών Eunectes, ονομασία που αναφέρεται στα φίδια γνωστά ως ανακόντα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
ευνής	=	ευνή
ευνηκτών	=	ευνήκτης
ευνοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνοώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνόηση
ευνοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνοήτως	adv|formal	άλλη μορφή του ευνόητα
ευνοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνοημένο
ευνοημένε	verb	κλητική ενικού του ευνοημένος
ευνοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνοημένη
ευνοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευνοημένος
ευνοημένης	verb	γενική ενικού του ευνοημένη
ευνοημένο	verb	αιτιατική ενικού του ευνοημένος
ευνοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνοημένος
ευνοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευνοημένος
ευνοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευνοημένος
ευνοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευνοημένος
ευνοιοκρατία	noun|formal	η μεροληπτική προτίμηση και προώθηση σε ανώτερες θέσεις και αξιώματα ανθρώπων που επιθυμεί ο εκάστοτε υπεύθυνος, συγγενών του ή ευνοουμένων του, χωρίς να στηρίζονται και να προτιμώνται οι άξιοι και οι ικανοί
ευνοιοκρατίας	noun	γενική ενικού του ευνοιοκρατία
ευνοιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνοιοκρατία
ευνοιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ευνοιοκρατικό) του ευνοιοκρατικός	adv	με ευνοιοκρατικό τρόπο, με ευνοιοκρατία
ευνοιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνοιοκρατική
ευνοιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικής	adj	γενική ενικού του ευνοιοκρατική
ευνοιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικού	adj	γενική ενικού του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την ευνοιοκρατία ή αναφέρεται σ' αυτή
ευνοιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ευνοιοκρατικός
ευνοιοκρατικώς	adv|formal	με ευνοιοκρατικό τρόπο, με ευνοιοκρατία
ευνοιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ευνοιοκρατία
ευνοιών	noun	γενική πληθυντικού του εύνοια
ευνομία	noun	ο υπάκουος στην νομοθεσία, ο ηθικός, για το κράτος, πολίτης.
ευνομίας	noun	γενική ενικού του ευνομία
ευνομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνομία
ευνομιών	noun	γενική πληθυντικού του ευνομία
ευνομούμαι	verb	διοικούμαι σωστά εφαρμόζοντας τους νόμους
ευνομούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνομούμενο
ευνομούμενε	verb	κλητική ενικού του ευνομούμενος
ευνομούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνομούμενη
ευνομούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευνομούμενος
ευνομούμενης	verb	γενική ενικού του ευνομούμενη
ευνομούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ευνομούμενος
ευνομούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνομούμενος
ευνομούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος ευνομούμαι που κυβερνιέται με χρηστούς και δίκαιους νόμους
ευνομούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευνομούμενος
ευνομούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευνομούμενος
ευνομούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευνομούμενος
ευνοουμένη	verb|formal	θηλυκό του ευοούμενος, λόγιος τύπος του ευνοούμενη	noun	θηλυκό του ευνοούμενος, η ερωμένη ηγεμόνα
ευνοουμένης	=	ευνοουμένη
ευνοουμένου	=	ευνοούμενος
ευνοουμένους	=	ευνοούμενος
ευνοουμένων	=	ευνοούμενος
ευνοούμενα	=	ευνοούμενος
ευνοούμενε	=	ευνοούμενος
ευνοούμενες	=	ευνοούμενος
ευνοούμενη	=	ευνοούμενος
ευνοούμενης	=	ευνοούμενος
ευνοούμενο	=	ευνοούμενος
ευνοούμενοι	=	ευνοούμενος
ευνοούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ευνοώ: που έχει προνομιακή μεταχείριση, που του δείχνουν εύνοια	noun	ερωμένος ηγεμόνα, βασιλιά, ο εκλεκτός
ευνοούμενου	=	ευνοούμενος
ευνοούμενους	=	ευνοούμενος
ευνοούμενων	=	ευνοούμενος
ευνουχίζαμε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζαν	=	ευνουχίζω
ευνουχίζανε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζατε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζει	=	ευνουχίζω
ευνουχίζεις	=	ευνουχίζω
ευνουχίζεσαι	=	ευνουχίζω
ευνουχίζεστε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζεται	=	ευνουχίζω
ευνουχίζετε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζομαι	=	ευνουχίζω
ευνουχίζονται	=	ευνουχίζω
ευνουχίζονταν	=	ευνουχίζω
ευνουχίζοντας	=	ευνουχίζω
ευνουχίζου	=	ευνουχίζω
ευνουχίζουμε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζουν	=	ευνουχίζω
ευνουχίζουνε	=	ευνουχίζω
ευνουχίζω	verb	αποκόπτω ή καταστρέφω τους γεννητικούς αδένες και καθιστώ στείρο
ευνουχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίσαν	=	ευνουχίζω
ευνουχίσανε	=	ευνουχίζω
ευνουχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίσου	=	ευνουχίζω
ευνουχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχίστε	=	ευνουχίζω
ευνουχίστηκα	=	ευνουχίζω
ευνουχίστηκαν	=	ευνουχίζω
ευνουχίστηκε	=	ευνουχίζω
ευνουχίστηκες	=	ευνουχίζω
ευνουχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνουχιζόμασταν	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόμαστε	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόμουν	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόμουνα	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόντουσαν	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόσασταν	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόσαστε	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόσουν	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόσουνα	=	ευνουχίζω
ευνουχιζόταν	=	ευνουχίζω
ευνουχιζότανε	=	ευνουχίζω
ευνουχισμέ	noun	κλητική ενικού του ευνουχισμός
ευνουχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνουχισμένο
ευνουχισμένε	verb	κλητική ενικού του ευνουχισμένος
ευνουχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνουχισμένη
ευνουχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευνουχισμένος
ευνουχισμένης	verb	γενική ενικού του ευνουχισμένη
ευνουχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευνουχισμένος
ευνουχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνουχισμένος
ευνουχισμένος	=	ευνουχίζω
ευνουχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευνουχισμένος
ευνουχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευνουχισμένος
ευνουχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευνουχισμένος
ευνουχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνουχισμός
ευνουχισμού	noun	γενική ενικού του ευνουχισμός
ευνουχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευνουχισμός
ευνουχισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευνουχισμός
ευνουχισμός	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ευνούχος, η αφαίρεση των ανδρικών γεννητικών οργάνων (όρχεων)
ευνουχισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευνουχισμός
ευνουχιστήκαμε	=	ευνουχίζω
ευνουχιστήκαν	=	ευνουχίζω
ευνουχιστήκανε	=	ευνουχίζω
ευνουχιστήκατε	=	ευνουχίζω
ευνουχιστεί	=	ευνουχίζω
ευνουχιστείτε	=	ευνουχίζω
ευνουχοειδισμέ	=	ευνουχοειδισμός
ευνουχοειδισμοί	=	ευνουχοειδισμός
ευνουχοειδισμού	=	ευνουχοειδισμός
ευνουχοειδισμούς	=	ευνουχοειδισμός
ευνουχοειδισμό	=	ευνουχοειδισμός
ευνουχοειδισμός	noun	άλλη γραφή του ευνουχοϊδισμός
ευνουχοειδισμών	=	ευνουχοειδισμός
ευνουχοϊδισμέ	=	ευνουχοϊδισμός
ευνουχοϊδισμοί	=	ευνουχοϊδισμός
ευνουχοϊδισμού	=	ευνουχοϊδισμός
ευνουχοϊδισμούς	=	ευνουχοϊδισμός
ευνουχοϊδισμό	=	ευνουχοϊδισμός
ευνουχοϊδισμός	noun	σύνδρομο στους άνδρες με έλλειψη χαρακτηριστικών του φύλου λόγω έλλειψης των κατάλληλων ορμονών του φύλου
ευνουχοϊδισμών	=	ευνουχοϊδισμός
ευνοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνοϊκό	adv	με ευνοϊκό τρόπο
ευνοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ευνοϊκός
ευνοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνοϊκή
ευνοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευνοϊκός
ευνοϊκής	adj	γενική ενικού του ευνοϊκή
ευνοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνοϊκός
ευνοϊκού	adj	γενική ενικού του ευνοϊκός
ευνοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευνοϊκός
ευνοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ευνοϊκός
ευνοϊκός	adj	που ευνοεί, που βοηθά, που διευκολύνει, που εξυπηρετεί
ευνοϊκότατα	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατε	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατες	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατη	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατης	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατο	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατοι	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατος	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατου	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατους	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότατων	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερα	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερε	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερες	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερη	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερης	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερο	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότεροι	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερος	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερου	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερους	=	ευνοϊκός
ευνοϊκότερων	=	ευνοϊκός
ευνοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ευνοϊκός
ευνοϊκώς	adv|dated	ευνοϊκά
ευνούχε	noun	κλητική ενικού του ευνούχος
ευνούχιζα	=	ευνουχίζω
ευνούχιζαν	=	ευνουχίζω
ευνούχιζε	=	ευνουχίζω
ευνούχιζες	=	ευνουχίζω
ευνούχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνούχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνούχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνούχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνουχίζω
ευνούχο	noun	αιτιατική ενικού του ευνούχος
ευνούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνούχος
ευνούχος	noun	άντρας που έχει υποστεί ευνουχισμό, που του έχουν αφαιρέσει χειρουργικά τους όρχεις κατά την προεφηβική ηλικία
ευνούχου	noun	γενική ενικού του ευνούχος
ευνούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευνούχος
ευνούχων	noun	γενική πληθυντικού του ευνούχος
ευνοώ	verb	δείχνω ιδιαίτερη προτίμηση και προσοχή σε κάποιον· δείχνω εύνοια· είμαι ευνοϊκός απέναντι σε κάποιον
ευνόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευνοώ
ευνόητα	adv	με ευνόητο τρόπο
ευνόητε	adj	κλητική ενικού του ευνόητος
ευνόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευνόητη
ευνόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευνόητος
ευνόητης	adj	γενική ενικού του ευνόητη
ευνόητο	adj	αιτιατική ενικού του ευνόητος
ευνόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευνόητος
ευνόητος	adj	που τον κατανοούμε εύκολα, που τον καταλαβαίνουμε, που εννοείται εύκολα
ευνόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευνόητος
ευνόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευνόητος
ευνόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευνόητος
ευνόων	=	εύνους
ευνών	=	ευνή
ευξείνια	=	ευξείνιος
ευξείνιας	=	ευξείνιος
ευξείνιε	=	ευξείνιος
ευξείνιες	=	ευξείνιος
ευξείνιο	=	ευξείνιος
ευξείνιοι	=	ευξείνιος
ευξείνιος	adj	που έχει σχέση με τον Εύξεινο Πόντο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ευξείνιου	=	ευξείνιος
ευξείνιους	=	ευξείνιος
ευξείνιων	=	ευξείνιος
ευοίωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευοίωνο
ευοίωνε	adj	κλητική ενικού του ευοίωνος
ευοίωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευοίωνη
ευοίωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευοίωνος
ευοίωνης	adj	γενική ενικού του ευοίωνη
ευοίωνο	adj	αιτιατική ενικού του ευοίωνος
ευοίωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευοίωνος
ευοίωνος	adj	που προμηνύει κάτι καλό· που γεννά αισιοδοξία, αισιόδοξος
ευοίωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευοίωνος
ευοίωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευοίωνος
ευοίωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευοίωνος
ευοδωθήκαμε	=	ευοδώνομαι
ευοδωθήκαν	=	ευοδώνομαι
ευοδωθήκανε	=	ευοδώνομαι
ευοδωθήκατε	=	ευοδώνομαι
ευοδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
ευοδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
ευοδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
ευοδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
ευοδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
ευοδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
ευοδωμένος	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόμασταν	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόμαστε	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόμουν	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόμουνα	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόντουσαν	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόσασταν	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόσαστε	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόσουν	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόσουνα	=	ευοδώνομαι
ευοδωνόταν	=	ευοδώνομαι
ευοδωνότανε	=	ευοδώνομαι
ευοδώθηκα	=	ευοδώνομαι
ευοδώθηκαν	=	ευοδώνομαι
ευοδώθηκε	=	ευοδώνομαι
ευοδώθηκες	=	ευοδώνομαι
ευοδώνεσαι	=	ευοδώνομαι
ευοδώνεστε	=	ευοδώνομαι
ευοδώνεται	=	ευοδώνομαι
ευοδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ευοδώνω
ευοδώνονται	=	ευοδώνομαι
ευοδώνονταν	=	ευοδώνομαι
ευοδώνου	=	ευοδώνομαι
ευοδώνω	verb	συμβάλλω ώστε να έχει αίσια εξέλιξη μια υπόθεση
ευοδώσεις	=	ευόδωση
ευοδώσεων	=	ευόδωση
ευοδώσου	=	ευοδώνομαι
ευορκία	noun|formal	το να τηρεί κάποιος τον όρκο του, η ιδιότητα του εύορκου
ευορκίας	noun	γενική ενικού του ευορκία
ευορκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευορκία
ευορκιών	noun	γενική πληθυντικού του ευορκία
ευοσμία	noun|formal	η ιδιότητα του εύοσμου, η ευχάριστη οσμή
ευοσμίας	noun	γενική ενικού του ευοσμία
ευοσμίες	=	ευοσμία
ευοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του ευοσμία
ευπάθεια	noun	η ιδιότητα του ευπαθούς, το να είναι κάποιος ευπαθής
ευπάθειας	noun	γενική ενικού του ευπάθεια
ευπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπάθεια
ευπαθές	=	ευπαθής
ευπαθή	=	ευπαθής
ευπαθής	adj	που έχει μειωμένη αντοχή, που καταστρέφεται εύκολα
ευπαθείς	=	ευπαθής
ευπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ευπάθεια
ευπαθούς	=	ευπαθής
ευπαθών	=	ευπαθής
ευπαθώς	adv	με ευπαθή τρόπο, με ευπάθεια
ευπαρουσίαστα	adv	με ευπαρουσίαστο τρόπο
ευπαρουσίαστε	adj	κλητική ενικού του ευπαρουσίαστος
ευπαρουσίαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπαρουσίαστη
ευπαρουσίαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπαρουσίαστος
ευπαρουσίαστης	adj	γενική ενικού του ευπαρουσίαστη
ευπαρουσίαστο	adj	αιτιατική ενικού του ευπαρουσίαστος
ευπαρουσίαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπαρουσίαστος
ευπαρουσίαστος	adj	που έχει καλό παρουσιαστικό ή / και επιμελημένη εμφάνιση
ευπαρουσίαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπαρουσίαστος
ευπαρουσίαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπαρουσίαστος
ευπαρουσίαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπαρουσίαστος
ευπατρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπατρίδης
ευπατρίδη	=	ευπατρίδης
ευπατρίδης	noun	άτομο της ανώτερης κοινωνικής τάξης, (κατ’ επέκταση) αριστοκράτης
ευπατριδών	=	ευπατρίδης
ευπείθεια	noun|formal	το να είναι κάποιος ευπειθής, να υπακούει πρόθυμα
ευπείθειας	noun	γενική ενικού του ευπείθεια
ευπείθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπείθεια
ευπειθές	=	ευπειθής
ευπειθή	=	ευπειθής
ευπειθής	adj|formal	που πείθεται εύκολα, που υπακούει εύκολα
ευπειθείς	=	ευπειθής
ευπειθειών	noun	γενική πληθυντικού του ευπείθεια
ευπειθούς	=	ευπειθής
ευπειθών	=	ευπειθής
ευπειθώς	adv|formal	με ευπείθεια
ευπεψία	noun|formal	η εύκολη πέψη
ευπεψίας	noun	γενική ενικού του ευπεψία
ευπεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπεψία
ευπεψιών	noun	γενική πληθυντικού του ευπεψία
ευπιστία	noun	το να είναι κάποιος εύπιστος, η ιδιότητα του εύπιστου
ευπιστίας	noun	γενική ενικού του ευπιστία
ευπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπιστία
ευπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του ευπιστία
ευπλαστοτήτων	=	ευπλαστότητα
ευπλαστότητα	noun|formal	η ιδιότητα του εύπλαστου
ευπλαστότητας	=	ευπλαστότητα
ευπλαστότητες	=	ευπλαστότητα
ευποιία	noun|formal	συνώνυμο του αγαθοεργία
ευποιίας	=	ευποιία
ευποιίες	=	ευποιία
ευποιιών	=	ευποιία
ευπορήσαμε	=	ευπορώ
ευπορήσαν	=	ευπορώ
ευπορήσανε	=	ευπορώ
ευπορήσατε	=	ευπορώ
ευπορήσει	=	ευπορώ
ευπορήστε	=	ευπορώ
ευπορία	noun|formal	ο πλούτος, η μεγάλη οικονομική άνεση
ευπορίας	noun	γενική ενικού του ευπορία
ευπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπορία
ευπορεί	=	ευπορώ
ευπορείς	=	ευπορώ
ευπορείτε	=	ευπορώ
ευποριών	noun	γενική πληθυντικού του ευπορία
ευπορούμε	=	ευπορώ
ευπορούν	=	ευπορώ
ευπορούνε	=	ευπορώ
ευπορούσα	=	ευπορώ
ευπορούσαμε	=	ευπορώ
ευπορούσαν	=	ευπορώ
ευπορούσανε	=	ευπορώ
ευπορούσατε	=	ευπορώ
ευπορούσε	=	ευπορώ
ευπορούσες	=	ευπορώ
ευπορώ	verb	είμαι εύπορος
ευπορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευπορώ
ευπράγει	=	ευπραγώ
ευπράγησα	=	ευπραγώ
ευπράγησαν	=	ευπραγώ
ευπράγησε	=	ευπραγώ
ευπράγησες	=	ευπραγώ
ευπρέπεια	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ευπρεπούς
ευπρέπειας	noun	γενική ενικού του ευπρέπεια
ευπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρέπεια
ευπρέπιζα	=	ευπρεπίζω
ευπρέπιζαν	=	ευπρεπίζω
ευπρέπιζε	=	ευπρεπίζω
ευπρέπιζες	=	ευπρεπίζω
ευπρέπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρέπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρέπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρέπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπραγήσαμε	=	ευπραγώ
ευπραγήσαν	=	ευπραγώ
ευπραγήσανε	=	ευπραγώ
ευπραγήσατε	=	ευπραγώ
ευπραγήσει	=	ευπραγώ
ευπραγήστε	=	ευπραγώ
ευπραγία	noun|formal	ευημερία
ευπραγίας	noun	γενική ενικού του ευπραγία
ευπραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπραγία
ευπραγεί	=	ευπραγώ
ευπραγείς	=	ευπραγώ
ευπραγείτε	=	ευπραγώ
ευπραγιών	noun	γενική πληθυντικού του ευπραγία
ευπραγούμε	=	ευπραγώ
ευπραγούν	=	ευπραγώ
ευπραγούνε	=	ευπραγώ
ευπραγούσα	=	ευπραγώ
ευπραγούσαμε	=	ευπραγώ
ευπραγούσαν	=	ευπραγώ
ευπραγούσανε	=	ευπραγώ
ευπραγούσατε	=	ευπραγώ
ευπραγούσε	=	ευπραγώ
ευπραγούσες	=	ευπραγώ
ευπραγώ	verb|formal	ευημερώ
ευπραγώντας	=	ευπραγώ
ευπρεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευπρεπής
ευπρεπή	adj	αιτιατική ενικού του ευπρεπής
ευπρεπής	adj	που είναι κοινώς σωστός και αποδεκτός
ευπρεπίζαμε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζαν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζανε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζατε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζει	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζεις	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζεσαι	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζεστε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζεται	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζετε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζομαι	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζονται	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζονταν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζοντας	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζου	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζουμε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζουν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζουνε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίζω	verb|formal	καθιστώ κάτι ευπρεπές
ευπρεπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίσαν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίσανε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίσου	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπίστε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίστηκα	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίστηκαν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίστηκε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίστηκες	=	ευπρεπίζω
ευπρεπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευπρεπίζω
ευπρεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρεπής
ευπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του ευπρέπεια
ευπρεπιζόμασταν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόμαστε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόμουν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόμουνα	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόντουσαν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόσασταν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόσαστε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόσουν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόσουνα	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζόταν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιζότανε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπισμέ	noun	κλητική ενικού του ευπρεπισμός
ευπρεπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρεπισμένο
ευπρεπισμένε	verb	κλητική ενικού του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρεπισμένη
ευπρεπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμένης	verb	γενική ενικού του ευπρεπισμένη
ευπρεπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμένος	=	ευπρεπίζω
ευπρεπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπρεπισμένος
ευπρεπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρεπισμός
ευπρεπισμού	noun	γενική ενικού του ευπρεπισμός
ευπρεπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευπρεπισμός
ευπρεπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευπρεπισμός
ευπρεπισμός	noun	η ενέργεια του ευπρεπίζω
ευπρεπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευπρεπισμός
ευπρεπιστήκαμε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιστήκαν	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιστήκανε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιστήκατε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιστεί	=	ευπρεπίζω
ευπρεπιστείτε	=	ευπρεπίζω
ευπρεπούς	adj	γενική ενικού του ευπρεπής
ευπρεπών	adj	γενική πληθυντικού του ευπρεπής
ευπρεπώς	adv|formal	με ευπρεπή τρόπο
ευπροσάρμοστα	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστε	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστες	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστη	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστης	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστο	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστοι	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστος	adj	που προσαρμόζεται εύκολα σε νέες συνθήκες
ευπροσάρμοστου	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστους	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσάρμοστων	=	ευπροσάρμοστος
ευπροσέγγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπροσέγγιστο
ευπροσέγγιστε	adj	κλητική ενικού του ευπροσέγγιστος
ευπροσέγγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπροσέγγιστη
ευπροσέγγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπροσέγγιστος
ευπροσέγγιστης	adj	γενική ενικού του ευπροσέγγιστη
ευπροσέγγιστο	adj	αιτιατική ενικού του ευπροσέγγιστος
ευπροσέγγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπροσέγγιστος
ευπροσέγγιστος	adj	που εύκολα προσεγγίζεται
ευπροσέγγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπροσέγγιστος
ευπροσέγγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπροσέγγιστος
ευπροσέγγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπροσέγγιστος
ευπροσήγορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ευπροσήγορο) του ευπροσήγορος	adv	με ευπροσήγορο τρόπο
ευπροσήγορε	adj	κλητική ενικού του ευπροσήγορος
ευπροσήγορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπροσήγορη
ευπροσήγορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπροσήγορος
ευπροσήγορης	adj	γενική ενικού του ευπροσήγορη
ευπροσήγορο	adj	αιτιατική ενικού του ευπροσήγορος
ευπροσήγοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπροσήγορος
ευπροσήγορος	adj	που απευθύνεται σε κάποιον με ευγένεια, όμορφα λόγια και διάθεση προσέγγισης
ευπροσήγορου	adj	γενική ενικού του ευπροσήγορος
ευπροσήγορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπροσήγορος
ευπροσήγορων	adj	γενική πληθυντικού του ευπροσήγορος
ευπροσαρμοστικοτήτων	=	ευπροσαρμοστικότητα
ευπροσαρμοστικότητα	noun|formal	η ικανότητα ενός ατόμου, οργανισμού ή συστήματος να προσαρμόζεται εύκολα, γρήγορα και αποτελεσματικά σε νέες συνθήκες, αλλαγές ή περιβάλλοντα
ευπροσαρμοστικότητας	=	ευπροσαρμοστικότητα
ευπροσαρμοστικότητες	=	ευπροσαρμοστικότητα
ευπροσδιόριστος	adj|formal	που μπορούμε εύκολα να τον προσδιορίσουμε ή να καθορίσουμε με ακρίβεια
ευπροσηγορία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ευπροσήγορου
ευπροσηγορίας	noun	γενική ενικού του ευπροσηγορία
ευπροσηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπροσηγορία
ευπροσηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του ευπροσηγορία
ευπροσόρμιστα	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστε	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστες	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστη	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστης	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστο	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστοι	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστος	adj	που εύκολα μπορεί να προσορμιστεί
ευπροσόρμιστου	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστους	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσόρμιστων	=	ευπροσόρμιστος
ευπροσώπως	adv|dated	ευπρόσωπα, αξιοπρεπώς
ευπρόσβλητα	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητε	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητες	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητη	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητης	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητο	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητοι	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητος	adj	που εύκολα μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά
ευπρόσβλητου	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητους	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσβλητων	=	ευπρόσβλητος
ευπρόσδεκτα	adv	με ευπρόσδεκτο τρόπο
ευπρόσδεκτε	adj	κλητική ενικού του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσδεκτη
ευπρόσδεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεκτης	adj	γενική ενικού του ευπρόσδεκτη
ευπρόσδεκτο	adj	αιτιατική ενικού του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεκτος	adj	που τον δεχόμαστε με ευχαρίστηση
ευπρόσδεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσδεχτο
ευπρόσδεχτε	adj	κλητική ενικού του ευπρόσδεχτος
ευπρόσδεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσδεχτη
ευπρόσδεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπρόσδεχτος
ευπρόσδεχτης	adj	γενική ενικού του ευπρόσδεχτη
ευπρόσδεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ευπρόσδεχτος
ευπρόσδεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσδεχτος
ευπρόσδεχτος	adj	άλλη μορφή του ευπρόσδεκτος
ευπρόσδεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπρόσδεχτος
ευπρόσδεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπρόσδεχτος
ευπρόσδεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπρόσδεχτος
ευπρόσιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσιτο
ευπρόσιτε	adj	κλητική ενικού του ευπρόσιτος
ευπρόσιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσιτη
ευπρόσιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπρόσιτος
ευπρόσιτης	adj	γενική ενικού του ευπρόσιτη
ευπρόσιτο	adj	αιτιατική ενικού του ευπρόσιτος
ευπρόσιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσιτος
ευπρόσιτος	adj	που προσεγγίζεται εύκολα
ευπρόσιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπρόσιτος
ευπρόσιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπρόσιτος
ευπρόσιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπρόσιτος
ευπρόσωπα	adv	με ευπρόσωπο τρόπο
ευπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του ευπρόσωπος
ευπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσωπη
ευπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπρόσωπος
ευπρόσωπης	adj	γενική ενικού του ευπρόσωπη
ευπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του ευπρόσωπος
ευπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπρόσωπος
ευπρόσωπος	adj	που έχει κάποια ποιότητα και μας δημιουργεί θετικές εντυπώσεις
ευπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπρόσωπος
ευπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπρόσωπος
ευπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπρόσωπος
ευπόρει	=	ευπορώ
ευπόρησα	=	ευπορώ
ευπόρησαν	=	ευπορώ
ευπόρησε	=	ευπορώ
ευπόρησες	=	ευπορώ
ευπόρθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπόρθητο
ευπόρθητε	adj	κλητική ενικού του ευπόρθητος
ευπόρθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπόρθητη
ευπόρθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπόρθητος
ευπόρθητης	adj	γενική ενικού του ευπόρθητη
ευπόρθητο	adj	αιτιατική ενικού του ευπόρθητος
ευπόρθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπόρθητος
ευπόρθητος	adj	που εκπορθείται εύκολα
ευπόρθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπόρθητος
ευπόρθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπόρθητος
ευπόρθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπόρθητος
ευπώλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπώλητο
ευπώλητε	adj	κλητική ενικού του ευπώλητος
ευπώλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευπώλητη
ευπώλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευπώλητος
ευπώλητης	adj	γενική ενικού του ευπώλητη
ευπώλητο	noun	μπεστ σέλερ
ευπώλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευπώλητος
ευπώλητος	adj	που πουλιέται σε μεγάλες ποσότητες
ευπώλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευπώλητος
ευπώλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευπώλητος
ευπώλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευπώλητος
ευρέα	=	ευρύς
ευρέθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ευρίσκω
ευρέθηκα	=	ευρίσκω
ευρέος	=	ευρύς
ευρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύρεση
ευρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εύρεση
ευρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εύρεση
ευρέσιμα	=	ευρέσιμος
ευρέσιμε	=	ευρέσιμος
ευρέσιμες	=	ευρέσιμος
ευρέσιμη	=	ευρέσιμος
ευρέσιμης	=	ευρέσιμος
ευρέσιμο	=	ευρέσιμος
ευρέσιμοι	=	ευρέσιμος
ευρέσιμος	adj	που είναι δυνατόν ή εύκολο να ευρεθεί
ευρέσιμου	=	ευρέσιμος
ευρέσιμους	=	ευρέσιμος
ευρέσιμων	=	ευρέσιμος
ευρέτης	noun|rare	άλλη μορφή του ευρετής
ευρέτρων	=	εύρετρα
ευρέων	=	ευρύς
ευρέως	adv	σε μεγάλη, ευρεία έκταση, πλατιά
ευρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύρημα
ευρήματος	noun	γενική ενικού του εύρημα
ευρίσκεσαι	=	ευρίσκομαι
ευρίσκεστε	=	ευρίσκομαι
ευρίσκεται	=	ευρίσκομαι
ευρίσκομαι	verb|formal	άλλη μορφή του βρίσκομαι
ευρίσκονται	=	ευρίσκομαι
ευρίσκονταν	=	ευρίσκομαι
ευρίσκου	=	ευρίσκομαι
ευρίσκω	verb|formal	άλλη μορφή του βρίσκω
ευραπηλιωτών	=	ευραπηλιώτης
ευραπηλιώτες	=	ευραπηλιώτης
ευραπηλιώτη	=	ευραπηλιώτης
ευραπηλιώτης	noun|formal	σιροκολεβάντες
ευρεία	=	ευρύς
ευρείας	=	ευρύς
ευρείες	=	ευρύς
ευρείς	=	ευρύς
ευρεθείς	verb|archaic	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος ευρίσκω
ευρειών	=	ευρύς
ευρεσιμοτήτων	=	ευρεσιμότητα
ευρεσιμότητα	noun	η ιδιότητα του ευρέσιμου, η δυνατότητα ή η ευκολία εύρεσης
ευρεσιμότητας	=	ευρεσιμότητα
ευρεσιμότητες	=	ευρεσιμότητα
ευρεσιτέχνες	=	ευρεσιτέχνης
ευρεσιτέχνη	=	ευρεσιτέχνης
ευρεσιτέχνης	noun	αυτός που κατέχει πιστοποιητικό ευρεσιτεχνίας
ευρεσιτεχνία	noun	η ανακάλυψη νέου τεχνικού μέσου, προϊόντος, οργάνου, μεθόδου ή διαδικασίας
ευρεσιτεχνίας	noun	γενική ενικού του ευρεσιτεχνία
ευρεσιτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρεσιτεχνία
ευρεσιτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ευρεσιτεχνία
ευρεσιτεχνών	=	ευρεσιτέχνης
ευρετήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρετήριο
ευρετήριο	noun	κατάλογος που αποστέλλει τον αναγνώστη στο αντίστοιχο λήμμα ενός βιβλίου, καταλόγου, κλπ.
ευρετήριου	=	ευρετήριο
ευρετής	noun|rare	αυτός που βρίσκει κάτι ή κάποιον
ευρετηρίαζα	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίαζαν	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίαζε	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίαζες	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίασα	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίασαν	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίασε	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίασες	=	ευρετηριάζω
ευρετηρίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευρετηριάζω
ευρετηρίασης	noun	γενική ενικού του ευρετηρίαση
ευρετηρίου	noun	γενική ενικού του ευρετήριο
ευρετηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ευρετήριο
ευρετηριάζαμε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζαν	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζανε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζατε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζει	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζεις	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζετε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζοντας	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζουμε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζουν	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζουνε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάζω	verb	συντάσσω ευρετήριο
ευρετηριάσαμε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάσαν	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάσανε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάσατε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάσει	=	ευρετηριάζω
ευρετηριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρετηρίαση
ευρετηριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευρετηρίαση
ευρετηριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευρετηρίαση
ευρετηριάστε	=	ευρετηριάζω
ευρετηριασμέ	noun	κλητική ενικού του ευρετηριασμός
ευρετηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρετηριασμός
ευρετηριασμού	noun	γενική ενικού του ευρετηριασμός
ευρετηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευρετηριασμός
ευρετηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του ευρετηριασμός
ευρετηριασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ευρετηριάζω
ευρετηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του ευρετηριασμός
ευρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρετικό
ευρετικέ	adj	κλητική ενικού του ευρετικός
ευρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρετική
ευρετική	noun	η αναζήτηση, εύρεση και συγκέντρωση ιστορικών ή άλλων πηγών, προκειμένου να μελετήσουμε κάποιο ζήτημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρετικός
ευρετικής	adj	γενική ενικού του ευρετική
ευρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρετικός
ευρετικού	adj	γενική ενικού του ευρετικός
ευρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρετικός
ευρετικό	adj	αιτιατική ενικού του ευρετικός
ευρετικός	adj	που μπορεί να βρίσκει κάτι (νέο ή πρωτότυπο ή να το επινοεί)
ευρετικών	adj	γενική πληθυντικού του ευρετικός
ευρετιού	adj	γενική ενικού του ευρετική
ευρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εύρημα
ευρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρηματικό
ευρηματικέ	adj	κλητική ενικού του ευρηματικός
ευρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρηματική
ευρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρηματικός
ευρηματικής	adj	γενική ενικού του ευρηματική
ευρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρηματικός
ευρηματικοτήτων	=	ευρηματικότητα
ευρηματικού	adj	γενική ενικού του ευρηματικός
ευρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρηματικός
ευρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του ευρηματικός
ευρηματικός	adj	που χαρακτηρίζεται από την ικανότητα να δίνει πρωτότυπες και αποτελεσματικές λύσεις, ο επινοητικός
ευρηματικότητα	noun	η ιδιότητα του ευρηματικού· η ικανότητα επινόησης πρωτότυπων και αποτελεσματικών λύσεων
ευρηματικότητας	noun	γενική ενικού του ευρηματικότητα
ευρηματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρηματικότητα
ευρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του ευρηματικός
ευριπίδεια	=	ευριπίδειος
ευριπίδειας	=	ευριπίδειος
ευριπίδειε	=	ευριπίδειος
ευριπίδειες	=	ευριπίδειος
ευριπίδειο	=	ευριπίδειος
ευριπίδειοι	=	ευριπίδειος
ευριπίδειος	adj	που έχει σχέση με τον Ευριπίδη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ευριπίδειου	=	ευριπίδειος
ευριπίδειους	=	ευριπίδειος
ευριπίδειων	=	ευριπίδειος
ευρισκόμασταν	=	ευρίσκομαι
ευρισκόμαστε	=	ευρίσκομαι
ευρισκόμενα	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενε	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενες	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενη	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενης	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενο	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενοι	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ευρίσκω
ευρισκόμενου	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενους	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμενων	=	ευρισκόμενος
ευρισκόμουν	=	ευρίσκομαι
ευρισκόμουνα	=	ευρίσκομαι
ευρισκόντουσαν	=	ευρίσκομαι
ευρισκόσασταν	=	ευρίσκομαι
ευρισκόσαστε	=	ευρίσκομαι
ευρισκόσουν	=	ευρίσκομαι
ευρισκόσουνα	=	ευρίσκομαι
ευρισκόταν	=	ευρίσκομαι
ευρισκότανε	=	ευρίσκομαι
ευριστικά	=	ευριστικός
ευριστικέ	=	ευριστικός
ευριστικές	=	ευριστικός
ευριστική	=	ευριστικός
ευριστικής	=	ευριστικός
ευριστικοί	=	ευριστικός
ευριστικού	=	ευριστικός
ευριστικούς	=	ευριστικός
ευριστικό	=	ευριστικός
ευριστικός	adj	που χρησιμοποιεί πρακτικές μεθόδους ή κριτήρια για να εντοπίσει γρήγορα μια ικανοποιητική λύση, χωρίς να εξετάζει αναγκαστικά όλες τις δυνατές περιπτώσεις
ευριστικών	=	ευριστικός
ευρουσών	=	ευρών
ευρούσα	=	ευρών
ευρούσας	=	ευρών
ευρούσες	=	ευρών
ευρούσης	=	ευρών
ευρυαγγεία	noun	διευρυμένα / διατεταμένα επιφανειακά αγγεία (φλέβες)
ευρυαγγείας	noun	γενική ενικού του ευρυαγγεία
ευρυαγγείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυαγγεία
ευρυαγγειών	noun	γενική πληθυντικού του ευρυαγγεία
ευρυγώνια	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιας	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιε	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιες	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιο	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιοι	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιος	adj	φακός του οποίου η εστιακή απόσταση είναι πολύ μικρότερη από αυτή που έχουν οι συνηθισμένοι φακοί
ευρυγώνιου	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιους	=	ευρυγώνιος
ευρυγώνιων	=	ευρυγώνιος
ευρυεκπομπές	=	ευρυεκπομπή
ευρυεκπομπή	noun	διανομή περιεχομένου ήχου ή βίντεο μέσω ραδιοκυμάτων ή άλλων τρόπων
ευρυεκπομπής	=	ευρυεκπομπή
ευρυεκπομπών	=	ευρυεκπομπή
ευρυζωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυζωνικό
ευρυζωνικέ	adj	κλητική ενικού του ευρυζωνικός
ευρυζωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυζωνική
ευρυζωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρυζωνικός
ευρυζωνικής	adj	γενική ενικού του ευρυζωνική
ευρυζωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρυζωνικός
ευρυζωνικού	adj	γενική ενικού του ευρυζωνικός
ευρυζωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρυζωνικός
ευρυζωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ευρυζωνικός
ευρυζωνικός	adj	Σημαίνει την ταυτόχρονη χρήση πολλών διαφορετικών (ζωνών) συχνοτήτων για τη μετάδοση των δεδομένων.
ευρυζωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ευρυζωνικός
ευρυθμία	noun	το να είναι κάποιος εύρυθμος, η ιδιότητα του εύρυθμου, το να έχει κάτι κανονικό ρυθμό
ευρυθμίας	noun	γενική ενικού του ευρυθμία
ευρυθμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυθμία
ευρυθμιών	noun	γενική πληθυντικού του ευρυθμία
ευρυμάθεια	noun	η κατοχή πολλών γνώσεων (και σε πολλούς τομείς)
ευρυμάθειας	noun	γενική ενικού του ευρυμάθεια
ευρυμάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυμάθεια
ευρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυμένο
ευρυμένε	verb	κλητική ενικού του ευρυμένος
ευρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυμένη
ευρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρυμένος
ευρυμένης	verb	γενική ενικού του ευρυμένη
ευρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευρυμένος
ευρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρυμένος
ευρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευρυμένος
ευρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευρυμένος
ευρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευρυμένος
ευρυμαθές	=	ευρυμαθής
ευρυμαθή	=	ευρυμαθής
ευρυμαθής	adj	που έχει εύρος γνώσεων, που γνωρίζει πολλά, που έχει πολλές γνώσεις
ευρυμαθείς	=	ευρυμαθής
ευρυμαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ευρυμάθεια
ευρυμαθούς	=	ευρυμαθής
ευρυμαθών	=	ευρυμαθής
ευρυμαθώς	adv	με ευρυμάθεια
ευρυπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυπρόσωπο
ευρυπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του ευρυπρόσωπος
ευρυπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυπρόσωπη
ευρυπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρυπρόσωπος
ευρυπρόσωπης	adj	γενική ενικού του ευρυπρόσωπη
ευρυπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του ευρυπρόσωπος
ευρυπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρυπρόσωπος
ευρυπρόσωπος	adj	που έχει ευρύ πρόσωπο, πλατύ (αναλογικά) μέτωπο
ευρυπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευρυπρόσωπος
ευρυπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρυπρόσωπος
ευρυπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευρυπρόσωπος
ευρυτήτων	=	ευρύτητα
ευρυχωρία	noun	το να είναι κάποιος ευρύχωρος, να έχει άνεση χώρου
ευρυχωρίας	noun	γενική ενικού του ευρυχωρία
ευρυχωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρυχωρία
ευρυχωριών	noun	γενική πληθυντικού του ευρυχωρία
ευρυχωρότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ευχύχωρου, το να είναι κάποιος ή κάτι ευρύχωρο(ς)
ευρω-φασισμός	=	ευρωφασισμός
ευρωένταξη	noun	η ένταξη μιας χώρας στην Ευρωζώνη
ευρωένταξης	=	ευρωένταξη
ευρωαγορά	noun	η αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της
ευρωαγοράς	=	ευρωαγορά
ευρωαγορές	=	ευρωαγορά
ευρωαγορών	=	ευρωαγορά
ευρωαμερικανικά	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικέ	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικές	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανική	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικής	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικοί	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικού	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικούς	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικό	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαμερικανικός	adj	που αφορά την Ευρώπη και την Αμερική καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις
ευρωαμερικανικών	=	ευρωαμερικανικός
ευρωαριστερά	noun	το σύνολο των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και δυνάμεων που εντάσσονται στην αριστερά, ιδίως σε ρεύματα αριστερότερα της σοσιαλδημοκρατίας
ευρωαριστεράς	=	ευρωαριστερά
ευρωαριστερέ	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερές	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερή	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερής	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστεροί	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερού	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερούς	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερό	=	ευρωαριστερός
ευρωαριστερός	adj	που ανήκει ή πρόσκειται στην ευρωαριστερά και υποστηρίζει αριστερές πολιτικές στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης
ευρωαριστερών	=	ευρωαριστερός
ευρωαστυνομία	noun	υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συντονίζει και ενισχύει τη συνεργασία των εθνικών αστυνομιών, ώστε να αντιμετωπίζονται πιο αποτελεσματικά το οργανωμένο έγκλημα και οι διασυνοριακές απειλές
ευρωαστυνομίας	noun	γενική ενικού του ευρωαστυνομία
ευρωαστυνομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωαστυνομία
ευρωαστυνομιών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωαστυνομία
ευρωατλαντικά	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικέ	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικές	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντική	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικής	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικοί	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικού	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικούς	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικό	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντικός	adj	που αναφέρεται στη σχέση ή τη συνεργασία μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής, κυρίως στο πλαίσιο πολιτικών, στρατιωτικών ή οικονομικών συμμαχιών (π.χ.
ευρωατλαντικών	=	ευρωατλαντικός
ευρωατλαντισμέ	=	ευρωατλαντισμός
ευρωατλαντισμοί	=	ευρωατλαντισμός
ευρωατλαντισμού	=	ευρωατλαντισμός
ευρωατλαντισμούς	=	ευρωατλαντισμός
ευρωατλαντισμό	=	ευρωατλαντισμός
ευρωατλαντισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ
ευρωατλαντισμών	=	ευρωατλαντισμός
ευρωατλαντιστές	=	ευρωατλαντιστής
ευρωατλαντιστή	=	ευρωατλαντιστής
ευρωατλαντιστής	noun	κάποιος που υποστηρίζει τον ευρωατλαντισμό
ευρωατλαντιστών	=	ευρωατλαντιστής
ευρωβαρομέτρου	=	ευρωβαρόμετρο
ευρωβαρομέτρων	=	ευρωβαρόμετρο
ευρωβαρόμετρα	=	ευρωβαρόμετρο
ευρωβαρόμετρο	noun	δημοσκόπηση ή σειρά ερευνών κοινής γνώμης που διεξάγεται για λογαριασμό θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό την καταγραφή των απόψεων των πολιτών της για διάφορα ζητήματα
ευρωβαρόμετρου	=	ευρωβαρόμετρο
ευρωβαρόμετρων	=	ευρωβαρόμετρο
ευρωβουλές	=	ευρωβουλή
ευρωβουλή	noun	συνώνυμο του ευρωκοινοβούλιο
ευρωβουλής	=	ευρωβουλή
ευρωβουλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωβουλευτής
ευρωβουλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ευρωβουλευτής
ευρωβουλευτής	noun	το μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
ευρωβουλευτίνα	noun	γυναίκα ευρωβουλευτής
ευρωβουλευτίνας	=	ευρωβουλευτίνα
ευρωβουλευτίνες	=	ευρωβουλευτίνα
ευρωβουλευτίνων	=	ευρωβουλευτίνα
ευρωβουλευτού	=	ευρωβουλευτής
ευρωβουλευτριών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωβουλεύτρια
ευρωβουλευτών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωβουλευτής
ευρωβουλεύτρια	noun	γυναίκα ευρωβουλευτής
ευρωβουλεύτριας	noun	γενική ενικού του ευρωβουλεύτρια
ευρωβουλεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωβουλεύτρια
ευρωβουλών	=	ευρωβουλή
ευρωβόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωβόρο
ευρωβόρε	adj	κλητική ενικού του ευρωβόρος
ευρωβόρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωβόρη
ευρωβόρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρωβόρος
ευρωβόρης	adj	γενική ενικού του ευρωβόρη
ευρωβόρο	adj	αιτιατική ενικού του ευρωβόρος
ευρωβόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωβόρος
ευρωβόρος	adj	που απαιτεί πολλά έξοδα (σε ευρώ), που κοστίζει πολύ
ευρωβόρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευρωβόρος
ευρωβόρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρωβόρος
ευρωβόρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευρωβόρος
ευρωγκρούπ	noun	η ευρωομάδα
ευρωδάνεια	=	ευρωδάνειο
ευρωδάνειο	noun	δάνειο που παρέχεται από την ΕΚΤ
ευρωδάνειου	=	ευρωδάνειο
ευρωδάνειων	=	ευρωδάνειο
ευρωδίπλωμα	noun	δίπλωμα οδήγησης που ισχύει σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωδεξιά	noun	το σύνολο των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και δυνάμεων που εντάσσονται στη δεξιά
ευρωδεξιάς	=	ευρωδεξιά
ευρωδεξιέ	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιές	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιή	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιής	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιοί	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιού	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιούς	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιό	=	ευρωδεξιός
ευρωδεξιός	adj	που ανήκει ή πρόσκειται στην ευρωδεξιά και υποστηρίζει δεξιές πολιτικές στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης
ευρωδεξιών	=	ευρωδεξιός
ευρωδιάσωση	noun	η παροχή οικονομικής βοήθειας από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς χώρα-μέλος της με σκοπό την αποφυγή χρεωκοπίας
ευρωδιάσωσης	=	ευρωδιάσωση
ευρωδιαβατήρια	=	ευρωδιαβατήριο
ευρωδιαβατήριο	noun	έγγραφο που πιστοποιεί πτυχία και άλλες γνώσεις ή δεξιότητες, ώστε να αναγνωρίζονται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση
ευρωδιαβατήριου	=	ευρωδιαβατήριο
ευρωδιαβατήριων	=	ευρωδιαβατήριο
ευρωδιαβατηρίου	=	ευρωδιαβατήριο
ευρωδιαβατηρίων	=	ευρωδιαβατήριο
ευρωδιασώσεις	=	ευρωδιάσωση
ευρωδιασώσεων	=	ευρωδιάσωση
ευρωδικαστές	=	ευρωδικαστής
ευρωδικαστή	=	ευρωδικαστής
ευρωδικαστήρια	=	ευρωδικαστήριο
ευρωδικαστήριο	noun	το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διασφαλίζει την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου από τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της
ευρωδικαστήριου	=	ευρωδικαστήριο
ευρωδικαστήριων	=	ευρωδικαστήριο
ευρωδικαστής	noun	δικαστής του ευρωδικαστηρίου
ευρωδικαστηρίου	noun	γενική ενικού του ευρωδικαστήριο
ευρωδικαστηρίων	=	ευρωδικαστήριο
ευρωδικαστικά	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικέ	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικές	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστική	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικής	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικοί	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικού	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικούς	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικό	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστικός	adj	που έχει σχέση με ευρωδικαστή ή ευρωδικαστήριο ή αναφέρεται σʼ αυτά
ευρωδικαστικών	=	ευρωδικαστικός
ευρωδικαστών	=	ευρωδικαστής
ευρωδιπλωμάτων	=	ευρωδίπλωμα
ευρωδιπλώματα	=	ευρωδίπλωμα
ευρωδιπλώματος	=	ευρωδίπλωμα
ευρωδολάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωδολάριο
ευρωδολάριο	noun	Δολάριο κατατεθειμένο σε ξένη τράπεζα ή σε υποκατάστημα τράπεζας των ΗΠΑ που βρίσκεται εκτός των ΗΠΑ.
ευρωδολάριου	=	ευρωδολάριο
ευρωδολαρίου	noun	γενική ενικού του ευρωδολάριο
ευρωδολαρίων	noun	γενική πληθυντικού του ευρωδολάριο
ευρωεθνικίστρια	=	ευρωεθνικιστής
ευρωεθνικισμέ	=	ευρωεθνικισμός
ευρωεθνικισμοί	=	ευρωεθνικισμός
ευρωεθνικισμού	=	ευρωεθνικισμός
ευρωεθνικισμούς	=	ευρωεθνικισμός
ευρωεθνικισμό	=	ευρωεθνικισμός
ευρωεθνικισμός	noun	αντίληψη που υποστηρίζει (συνήθως φανατικά) την ύπαρξη ή τη δημιουργία ενιαίας και πολιτιστικής ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εθνικά χαρακτηριστικά, πάνω από τα έθνη και τις εθνότητες που συμμετέχουν σε αυτήν, ως προνομιακό χώρο ύπαρξης και ανάπτυξης των επιμέρους, ιδιαίτερων εθνικών ταυτοτήτων
ευρωεθνικισμών	=	ευρωεθνικισμός
ευρωεθνικιστές	=	ευρωεθνικιστής
ευρωεθνικιστή	=	ευρωεθνικιστής
ευρωεθνικιστής	noun	πρόσωπο που σχετίζεται με τον ευρωεθνικισμό ή αναφέρεται σε αυτόν
ευρωεθνικιστών	=	ευρωεθνικιστής
ευρωεκλογές	noun	ψηφοφορία σε εθνικό επίπεδο ανά κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκλογή ευρωβουλευτών
ευρωεκλογή	noun|rare	η εκλογή βουλευτή σε ευρωεκλογές
ευρωεκλογών	=	ευρωεκλογές
ευρωεντάξεις	=	ευρωένταξη
ευρωεντάξεων	=	ευρωένταξη
ευρωενωσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωενωσιακό
ευρωενωσιακέ	adj	κλητική ενικού του ευρωενωσιακός
ευρωενωσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωενωσιακή
ευρωενωσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρωενωσιακός
ευρωενωσιακής	adj	γενική ενικού του ευρωενωσιακή
ευρωενωσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωενωσιακός
ευρωενωσιακού	adj	γενική ενικού του ευρωενωσιακός
ευρωενωσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρωενωσιακός
ευρωενωσιακό	adj	αιτιατική ενικού του ευρωενωσιακός
ευρωενωσιακός	adj	που έχει σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ευρωενωσιακών	adj	γενική πληθυντικού του ευρωενωσιακός
ευρωεπιταγές	=	ευρωεπιταγή
ευρωεπιταγή	noun	είδος επιταγής που γίνεται δεκτή σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωεπιταγής	=	ευρωεπιταγή
ευρωεπιταγών	=	ευρωεπιταγή
ευρωεπιτοκίου	=	ευρωεπιτόκιο
ευρωεπιτοκίων	=	ευρωεπιτόκιο
ευρωεπιτόκια	=	ευρωεπιτόκιο
ευρωεπιτόκιο	noun	επιτόκιο που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ισχύει για τις συναλλαγές σε ευρώ
ευρωεπιτόκιου	=	ευρωεπιτόκιο
ευρωεπιτόκιων	=	ευρωεπιτόκιο
ευρωεταίρε	=	ευρωεταίρος
ευρωεταίρο	=	ευρωεταίρος
ευρωεταίροι	=	ευρωεταίρος
ευρωεταίρος	noun	ο εταίρος στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή γενικότερα της Ευρώπης
ευρωεταίρου	=	ευρωεταίρος
ευρωεταίρους	=	ευρωεταίρος
ευρωεταίρων	=	ευρωεταίρος
ευρωζωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωζωνικό
ευρωζωνικέ	adj	κλητική ενικού του ευρωζωνικός
ευρωζωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωζωνική
ευρωζωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρωζωνικός
ευρωζωνικής	adj	γενική ενικού του ευρωζωνική
ευρωζωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωζωνικός
ευρωζωνικού	adj	γενική ενικού του ευρωζωνικός
ευρωζωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρωζωνικός
ευρωζωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ευρωζωνικός
ευρωζωνικός	adj	ο σχετικός με την Ευρωζώνη
ευρωζωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ευρωζωνικός
ευρωκάλπες	=	ευρωκάλπη
ευρωκάλπη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών
ευρωκάλπης	=	ευρωκάλπη
ευρωκέρμα	noun	κέρμα που κυκλοφορεί ως νόμισμα στη ζώνη του ευρώ
ευρωκέρματα	=	ευρωκέρμα
ευρωκέρματος	=	ευρωκέρμα
ευρωκαλπών	=	ευρωκάλπη
ευρωκεντρικά	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικέ	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικές	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρική	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικής	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικοί	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικού	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικούς	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικό	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντρικός	adj	που προσεγγίζει την ιστορία, τον πολιτισμό ή την εξέλιξη των κοινωνιών με επίκεντρο την Ευρώπη, θεωρώντας την πρότυπο μέτρο ερμηνείας και αξιολόγησης άλλων κόσμων
ευρωκεντρικών	=	ευρωκεντρικός
ευρωκεντριστές	=	ευρωκεντριστής
ευρωκεντριστή	=	ευρωκεντριστής
ευρωκεντριστής	noun|formal	που ερμηνεύει ή αξιολογεί άλλους πολιτισμούς και κοινωνίες με κριτήριο τις ευρωπαϊκές αντιλήψεις και αξίες, θεωρώντας την Ευρώπη ως κύριο σημείο αναφοράς
ευρωκεντριστών	=	ευρωκεντριστής
ευρωκερμάτων	=	ευρωκέρμα
ευρωκοινοβουλίου	=	ευρωκοινοβούλιο
ευρωκοινοβουλίων	=	ευρωκοινοβούλιο
ευρωκοινοβουλευτής	noun|rare	άλλη μορφή του ευρωβουλευτής
ευρωκοινοβούλια	=	ευρωκοινοβούλιο
ευρωκοινοβούλιο	noun	το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το κοινοβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωκοινοβούλιου	=	ευρωκοινοβούλιο
ευρωκοινοβούλιων	=	ευρωκοινοβούλιο
ευρωκομμουνίστρια	noun	θηλυκό του ευρωκομμουνιστής
ευρωκομμουνίστριας	=	ευρωκομμουνίστρια
ευρωκομμουνίστριες	=	ευρωκομμουνίστρια
ευρωκομμουνισμέ	=	ευρωκομμουνισμός
ευρωκομμουνισμοί	=	ευρωκομμουνισμός
ευρωκομμουνισμού	noun	γενική ενικού του ευρωκομμουνισμός
ευρωκομμουνισμούς	=	ευρωκομμουνισμός
ευρωκομμουνισμό	=	ευρωκομμουνισμός
ευρωκομμουνισμός	noun|dated	ιδεολογικό ρεύμα του κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο ξεκίνησε να αναπτύσσεται λίγο πριν το 1970 κυρίως στη Δυτική Ευρώπη με βασικό γνώρισμά του τη θέληση να δημιουργηθεί ένας στενός δεσμός μεταξύ σοσιαλισμού, ελευθερίας και δημοκρατίας, ο οποίος περιγράφεται ως «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», για να δείξει την αντίθεση με το σταλινισμό
ευρωκομμουνισμών	=	ευρωκομμουνισμός
ευρωκομμουνιστές	=	ευρωκομμουνιστής
ευρωκομμουνιστή	=	ευρωκομμουνιστής
ευρωκομμουνιστής	noun	οπαδός του ευρωκομμουνισμού, του ρεύματος που επιδίωξε την προσαρμογή του κομμουνισμού στις δυτικοευρωπαϊκές δημοκρατικές συνθήκες.
ευρωκομμουνιστικά	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικέ	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικές	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστική	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικής	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικοί	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικού	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικούς	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικό	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ευρωκομμουνισμό ή ευρωκομμουνιστή ή αναφέρεται σʼ αυτά
ευρωκομμουνιστικών	=	ευρωκομμουνιστικός
ευρωκομμουνιστριών	=	ευρωκομμουνίστρια
ευρωκομμουνιστών	=	ευρωκομμουνιστής
ευρωκομουνίστρια	noun	θηλυκό του ευρωκομουνιστής
ευρωκομουνίστριας	=	ευρωκομουνίστρια
ευρωκομουνίστριες	=	ευρωκομουνίστρια
ευρωκομουνισμού	noun	γενική ενικού του ευρωκομουνισμός
ευρωκομουνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωκομουνιστής
ευρωκομουνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ευρωκομουνιστής
ευρωκομουνιστής	noun	οπαδός του ευρωκομουνισμού, του ρεύματος που επιδίωξε την προσαρμογή του κομμουνισμού στις δυτικοευρωπαϊκές δημοκρατικές συνθήκες.
ευρωκομουνιστικά	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικέ	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικές	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστική	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικής	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικοί	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικού	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικούς	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικό	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ευρωκομουνισμό ή ευρωκομουνιστή ή αναφέρεται σʼ αυτά
ευρωκομουνιστικών	=	ευρωκομουνιστικός
ευρωκομουνιστριών	=	ευρωκομουνίστρια
ευρωκομουνιστών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωκομουνιστής
ευρωκονδυλίου	=	ευρωκονδύλιο
ευρωκονδυλίων	=	ευρωκονδύλιο
ευρωκονδύλι	noun	χρηματικό ποσό που χορηγείται από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος-μέλος, φορέα ή ιδιώτη, με σκοπό τη στήριξη οικονομικών, κοινωνικών ή αναπτυξιακών δράσεων
ευρωκονδύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωκονδύλιο
ευρωκονδύλιο	noun	χρηματικό ποσό που χορηγείται από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος-μέλος, φορέα ή ιδιώτη, με σκοπό τη στήριξη οικονομικών, κοινωνικών ή αναπτυξιακών δράσεων
ευρωκονδύλιου	=	ευρωκονδύλιο
ευρωκονδύλιων	=	ευρωκονδύλιο
ευρωκούπα	noun	ευρωπαϊκή αθλητική διοργάνωση ή το τρόπαιο που απονέμεται στον νικητή της
ευρωκούπας	=	ευρωκούπα
ευρωκούπες	=	ευρωκούπα
ευρωκράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωκράτης
ευρωκράτη	=	ευρωκράτης
ευρωκράτης	noun	τεχνοκράτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωκρίσεις	=	ευρωκρίση
ευρωκρίσεων	=	ευρωκρίση
ευρωκρίση	noun	οικονομική κρίση που αφορά την Ευρωζώνη
ευρωκρίσης	=	ευρωκρίση
ευρωκρατών	=	ευρωκράτης
ευρωκωδίκων	=	ευρωκώδικας
ευρωκύπελλα	=	ευρωκύπελλο
ευρωκύπελλο	noun	ευρωπαϊκή αθλητική διοργάνωση ή το τρόπαιο που απονέμεται στον νικητή της
ευρωκύπελλου	=	ευρωκύπελλο
ευρωκύπελλων	=	ευρωκύπελλο
ευρωκώδικα	=	ευρωκώδικας
ευρωκώδικας	noun	ένας κώδικας, από μια σειρά δέκα Ευρωπαϊκών Προτύπων (EN) για το σχεδιασμό των κατασκευών που αναπτύχθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN)
ευρωκώδικες	=	ευρωκώδικας
ευρωλάγνος	noun	άλλη μορφή του ευρωλιγούρης
ευρωλίγκα	noun	η ανώτερη διασυλλογική διοργάνωση μπάσκετ στην Ευρώπη, στην οποία συμμετέχουν κορυφαίοι σύλλογοι της ηπείρου (πρωταθλητές στη χώρα τους) και ανταγωνίζονται σε ετήσια βάση για τον τίτλο της πρωταθλήτριας ομάδας Ευρώπης
ευρωλίγκας	=	ευρωλίγκα
ευρωλίγκες	=	ευρωλίγκα
ευρωλίστα	noun	ο κατάλογος των υποψηφίων ενός πολιτικού κόμματος για τις ευρωεκλογές, το ευρωψηφοδέλτιο
ευρωλίστας	=	ευρωλίστα
ευρωλίστες	=	ευρωλίστα
ευρωλαγνεία	noun	η ιδιότητα του ευρωλάγνου
ευρωλαγνείας	=	ευρωλαγνεία
ευρωλαγνείες	=	ευρωλαγνεία
ευρωλαγνειών	=	ευρωλαγνεία
ευρωλεπτά	=	ευρωλεπτό
ευρωλεπτού	=	ευρωλεπτό
ευρωλεπτό	noun	το καθένα από τα εκατό ίσα μέρη, στα οποία υποδιαιρείται το ευρώ (¹/₁₀₀ του ευρώ)
ευρωλεπτών	=	ευρωλεπτό
ευρωλιγκών	=	ευρωλίγκα
ευρωλιγούρη	=	ευρωλιγούρης
ευρωλιγούρηδες	=	ευρωλιγούρης
ευρωλιγούρηδων	=	ευρωλιγούρης
ευρωλιγούρης	noun	που θαυμάζει και αποδέχεται ενθουσιωδώς και άκριτα ό,τι προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή γενικότερα την (Δυτική) Ευρώπη
ευρωλιμένα	=	ευρωλιμένας
ευρωλιμένας	noun	λιμάνι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ή της Ευρώπης)
ευρωλιμένες	=	ευρωλιμένας
ευρωλιμένων	=	ευρωλιμένας
ευρωλιστών	=	ευρωλίστα
ευρωμεσογειακά	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακέ	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακές	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακή	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακής	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακοί	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακού	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακούς	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακό	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμεσογειακός	adj	ο σχετικός με την Ευρώπη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Μεσόγειο
ευρωμεσογειακών	=	ευρωμεσογειακός
ευρωμηχανισμέ	=	ευρωμηχανισμός
ευρωμηχανισμοί	=	ευρωμηχανισμός
ευρωμηχανισμού	=	ευρωμηχανισμός
ευρωμηχανισμούς	=	ευρωμηχανισμός
ευρωμηχανισμό	=	ευρωμηχανισμός
ευρωμηχανισμός	noun	μηχανισμός στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για χώρες-μέλη της
ευρωμηχανισμών	=	ευρωμηχανισμός
ευρωμπάσκετ	noun	η κορυφαία διοργάνωση καλαθοσφαίρισης εθνικών ομάδων στην Ευρώπη, η οποία διεξάγεται υπό την αιγίδα της FIBA Europe και αναδεικνύει τον πρωταθλητή ηπείρου μέσα από σύστημα προκριματικών και τελικής φάσης
ευρωναζί	noun	φανατικός υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ενοποίησης και του ευρώ, συχνά βίαιος ή χυδαίος
ευρωνομίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωνόμισμα
ευρωνομίσματος	noun	γενική ενικού του ευρωνόμισμα
ευρωνομισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ευρωνόμισμα
ευρωνόμισμα	noun	νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (κατ’ επέκταση) το ευρώ
ευρωομάδα	noun	άτυπο συμβούλιο των υπουργών οικονομικών των χωρών της ευρωζώνης, που συντονίζει τη δημοσιονομική πολιτική και εποπτεύει τη λειτουργία του ευρώ
ευρωομάδας	=	ευρωομάδα
ευρωομάδες	=	ευρωομάδα
ευρωομάδων	=	ευρωομάδα
ευρωομολογία	noun	αρχικά ομολογία η οποία εκδιδόταν από μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πωλείτο σε άλλη
ευρωομολογίας	noun	γενική ενικού του ευρωομολογία
ευρωομολογίες	=	ευρωομολογία
ευρωομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωομολογία
ευρωομολόγου	=	ευρωομόλογο
ευρωομολόγων	=	ευρωομόλογο
ευρωομόλογα	=	ευρωομόλογο
ευρωομόλογο	noun	ομόλογο δανεισμού που πωλείται ταυτόχρονα σε πολλές (ευρωπαϊκές ή / και άλλες) αγορές
ευρωομόλογου	=	ευρωομόλογο
ευρωομόλογων	=	ευρωομόλογο
ευρωπίου	=	ευρώπιο
ευρωπαΐστρια	noun	ευρωπαϊστής
ευρωπαΐστριας	noun	γενική ενικού του ευρωπαΐστρια
ευρωπαΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωπαΐστρια
ευρωπαλέτα	noun	παλέτα κατασκευασμένη σύμφωνα με τα πρότυπα της European Pallet Association e.V. (EPAL) και κυριότερα με τα πρότυπα EPAL 1 / UIC 435-2.
ευρωπαλέτας	=	ευρωπαλέτα
ευρωπαλέτες	=	ευρωπαλέτα
ευρωπαλετών	=	ευρωπαλέτα
ευρωπαρατηρητήρια	=	ευρωπαρατηρητήριο
ευρωπαρατηρητήριο	noun	θεσμός που ασχολείται με την παρακολούθηση της εισαγωγής του ευρώ σε μία χώρα, τη διασφάλιση της νομιμότητας των συναλλαγών, τη διαφάνεια των εμπορικών συναλλαγών των επαγγελματιών και την παροχή βοήθειας και πληροφόρησης των πολιτών σε θέματα σχετικά με το ευρώ
ευρωπαρατηρητήριου	=	ευρωπαρατηρητήριο
ευρωπαρατηρητήριων	=	ευρωπαρατηρητήριο
ευρωπαρατηρητηρίου	=	ευρωπαρατηρητήριο
ευρωπαρατηρητηρίων	=	ευρωπαρατηρητήριο
ευρωπαϊκά	adv	με ευρωπαϊκό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκέ	adj	κλητική ενικού του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωπαϊκή
ευρωπαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκής	adj	γενική ενικού του ευρωπαϊκή
ευρωπαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκοτήτων	=	ευρωπαϊκότητα
ευρωπαϊκού	adj	γενική ενικού του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊκός	adj	που έχει σχέση με την Ευρώπη, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν
ευρωπαϊκότητα	noun	η ιδιότητα του ευρωπαϊκού
ευρωπαϊκότητας	=	ευρωπαϊκότητα
ευρωπαϊκότητες	=	ευρωπαϊκότητα
ευρωπαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ευρωπαϊκός
ευρωπαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ευρωπαϊσμός
ευρωπαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωπαϊσμός
ευρωπαϊσμού	noun	γενική ενικού του ευρωπαϊσμός
ευρωπαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευρωπαϊσμός
ευρωπαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ευρωπαϊσμός
ευρωπαϊσμός	noun	ιδεολογία που πιστεύει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και ολοκλήρωση και υποστηρίζει τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα
ευρωπαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωπαϊσμός
ευρωπαϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωπαϊστής
ευρωπαϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ευρωπαϊστής
ευρωπαϊστής	noun	ο οπαδός του ευρωπαϊσμού, που θεωρεί ότι η Ευρώπη αποτελεί πολιτισμικό πρότυπο, που θεωρεί την πολιτική της Ευρώπης ως σύνολο θετική για τα εθνικά του συμφέροντα, που επιδιώκει την ένωση των ευρωπαϊκών κρατών
ευρωπαϊστικά	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικέ	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικές	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστική	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικής	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικοί	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικού	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικούς	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικό	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστικός	adj	που έχει σχέση με ευρωπαϊσμό ή ευρωπαϊστές ή αναφέρεται σʼ αυτά
ευρωπαϊστικών	=	ευρωπαϊστικός
ευρωπαϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωπαΐστρια
ευρωπαϊστών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωπαϊστής
ευρωπεριφέρεια	noun	περιοχή που βρίσκεται στην περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωπεριφέρειας	=	ευρωπεριφέρεια
ευρωπεριφέρειες	=	ευρωπεριφέρεια
ευρωπεριφερειών	=	ευρωπεριφέρεια
ευρωποίηση	noun	η προσαρμογή ή η εναρμόνιση των νόμων και θεσμών ενός κράτους με ό,τι επικρατεί ή συνηθίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση
ευρωποίησης	noun	γενική ενικού του ευρωποίηση
ευρωποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωποίηση
ευρωποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευρωποίηση
ευρωποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευρωποίηση
ευρωπρόεδρε	=	ευρωπρόεδρος
ευρωπρόεδρο	=	ευρωπρόεδρος
ευρωπρόεδροι	=	ευρωπρόεδρος
ευρωπρόεδρος	noun	ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
ευρωπρόεδρου	=	ευρωπρόεδρος
ευρωπρόεδρους	=	ευρωπρόεδρος
ευρωπρόεδρων	=	ευρωπρόεδρος
ευρωπυραύλου	=	ευρωπύραυλος
ευρωπυραύλους	=	ευρωπύραυλος
ευρωπυραύλων	=	ευρωπύραυλος
ευρωπόλ	noun	η ευρωαστυνομία
ευρωπύραυλε	=	ευρωπύραυλος
ευρωπύραυλο	=	ευρωπύραυλος
ευρωπύραυλοι	=	ευρωπύραυλος
ευρωπύραυλος	noun	πύραυλος που έχει εγκατασταθεί σε ευρωπαϊκό έδαφος
ευρωπύραυλου	=	ευρωπύραυλος
ευρωπύραυλους	=	ευρωπύραυλος
ευρωπύραυλων	=	ευρωπύραυλος
ευρωσκεπτικίστρια	noun	θηλυκό του ευρωσκεπτικιστής
ευρωσκεπτικίστριας	noun	γενική ενικού του ευρωσκεπτικίστρια
ευρωσκεπτικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωσκεπτικίστρια
ευρωσκεπτικισμέ	noun	κλητική ενικού του ευρωσκεπτικισμός
ευρωσκεπτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωσκεπτικισμός
ευρωσκεπτικισμού	noun	γενική ενικού του ευρωσκεπτικισμός
ευρωσκεπτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευρωσκεπτικισμός
ευρωσκεπτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευρωσκεπτικισμός
ευρωσκεπτικισμός	noun	τάση αμφισβήτησης ή απόρριψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεσμών της
ευρωσκεπτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωσκεπτικισμός
ευρωσκεπτικιστές	=	ευρωσκεπτικιστής
ευρωσκεπτικιστή	=	ευρωσκεπτικιστής
ευρωσκεπτικιστής	noun	που έχει μια τάση σκεπτικισμού, αμφιβολίας ως προς το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης
ευρωσκεπτικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωσκεπτικιστικό
ευρωσκεπτικιστικέ	adj	κλητική ενικού του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωσκεπτικιστική
ευρωσκεπτικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστικής	adj	γενική ενικού του ευρωσκεπτικιστική
ευρωσκεπτικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστικού	adj	γενική ενικού του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ευρωσκεπτικισμό ή τον ευρωσκεπτικιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
ευρωσκεπτικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ευρωσκεπτικιστικός
ευρωσκεπτικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωσκεπτικίστρια
ευρωσκεπτικιστών	=	ευρωσκεπτικιστής
ευρωσοσιαλίστρια	noun	θηλυκό του ευρωσοσιαλιστής
ευρωσοσιαλίστριας	=	ευρωσοσιαλίστρια
ευρωσοσιαλίστριες	=	ευρωσοσιαλίστρια
ευρωσοσιαλιστές	=	ευρωσοσιαλιστής
ευρωσοσιαλιστή	=	ευρωσοσιαλιστής
ευρωσοσιαλιστής	noun	οπαδός ή εκπρόσωπος του σοσιαλισμού στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής
ευρωσοσιαλιστριών	=	ευρωσοσιαλίστρια
ευρωσοσιαλιστών	=	ευρωσοσιαλιστής
ευρωστία	noun	σωματική δύναμη και υγεία, ισχύς
ευρωστίας	noun	γενική ενικού του ευρωστία
ευρωστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωστία
ευρωστιών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωστία
ευρωστρατέ	noun	κλητική ενικού του ευρωστρατός
ευρωστρατοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωστρατός
ευρωστρατού	noun	γενική ενικού του ευρωστρατός
ευρωστρατούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευρωστρατός
ευρωστρατό	noun	αιτιατική ενικού του ευρωστρατός
ευρωστρατός	noun	ο στρατός της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωστρατών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωστρατός
ευρωσυντάγματα	=	ευρωσύνταγμα
ευρωσυντάγματος	=	ευρωσύνταγμα
ευρωσυνταγμάτων	=	ευρωσύνταγμα
ευρωσύνταγμα	noun	σχέδιο συνθήκης που αποσκοπούσε στη θέσπιση ενιαίου συνταγματικού κειμένου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο τελικά δεν κυρώθηκε από τα κράτη–μέλη
ευρωτίαση	noun|formal	η εμφάνιση μούχλας, το μούχλιασμα
ευρωτίασης	noun	γενική ενικού του ευρωτίαση
ευρωταμεία	=	ευρωταμείο
ευρωταμείο	noun	ταμείο που συστήνεται από φορέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωταμείου	=	ευρωταμείο
ευρωταμείων	=	ευρωταμείο
ευρωτιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωτίαση
ευρωτιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευρωτίαση
ευρωτιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευρωτίαση
ευρωτιώ	verb|formal	μουχλιάζω
ευρωτιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευρωτιώ
ευρωτουρκικά	noun	θέματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία
ευρωτουρκικέ	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικές	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκική	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικής	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικοί	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικού	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικούς	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικό	=	ευρωτουρκικός
ευρωτουρκικός	adj	που έχει σχέση με θέματα που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία ή αναφέρεται σʼ αυτά
ευρωτουρκικών	=	ευρωτουρκικός
ευρωτούνελ	noun	υποθαλάσσια σήραγγα που διασχίζει τον πορθμό του Καλαί, συνδέοντας σιδηροδρομικώς τη Γαλλία με τη Βρετανία
ευρωτράπεζα	noun	τράπεζα που εδρεύει ή δραστηριοποιείται στην Ευρώπη
ευρωτράπεζας	=	ευρωτράπεζα
ευρωτράπεζες	=	ευρωτράπεζα
ευρωτραπεζών	=	ευρωτράπεζα
ευρωφασισμέ	noun	κλητική ενικού του ευρωφασισμός
ευρωφασισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρωφασισμός
ευρωφασισμού	noun	γενική ενικού του ευρωφασισμός
ευρωφασισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευρωφασισμός
ευρωφασισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευρωφασισμός
ευρωφασισμός	noun	νεοφασιστικό ρεύμα που υποστηρίζει τη δημιουργία πανευρωπαϊκής φασιστικής κρατικής δομής και κυβέρνησης, πάνω ή πέρα από τις εθνικές διαιρέσεις
ευρωφασισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωφασισμός
ευρωφοβία	noun	έντονη δυσπιστία, φόβος ή εχθρότητα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση
ευρωφοβίας	=	ευρωφοβία
ευρωφοβίες	=	ευρωφοβία
ευρωφοβικά	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικέ	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικές	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβική	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικής	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικοί	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικού	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικούς	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικό	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβικός	adj	που έχει σχέση με την ευρωφοβία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ευρωφοβικών	=	ευρωφοβικός
ευρωφοβιών	=	ευρωφοβία
ευρωχαρτονομίσματα	=	ευρωχαρτονόμισμα
ευρωχαρτονομίσματος	=	ευρωχαρτονόμισμα
ευρωχαρτονομισμάτων	=	ευρωχαρτονόμισμα
ευρωχαρτονόμισμα	noun	χαρτονόμισμα του ευρώ, που εκδίδεται για να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πληρωμής
ευρωχωρών	noun	γενική πληθυντικού του ευρωχώρα
ευρωχώρα	noun|rare	χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ευρωχώρας	noun	γενική ενικού του ευρωχώρα
ευρωχώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρωχώρα
ευρωχώρος	noun|rare	η Ευρωπαϊκή Ένωση ή (κατ’ επέκταση) η Ευρώπη
ευρωψηφοδέλτια	=	ευρωψηφοδέλτιο
ευρωψηφοδέλτιο	noun	το ψηφοδέλτιο των υποψηφίων για την ευρωβουλή βουλευτών, των ευρωβουλευτών
ευρωψηφοδέλτιου	=	ευρωψηφοδέλτιο
ευρωψηφοδέλτιων	=	ευρωψηφοδέλτιο
ευρωψηφοδελτίου	=	ευρωψηφοδέλτιο
ευρωψηφοδελτίων	=	ευρωψηφοδέλτιο
ευρό	=	ευρώ
ευρόν	=	ευρών
ευρόντα	=	ευρών
ευρόντες	=	ευρών
ευρόντος	=	ευρών
ευρόντων	=	ευρών
ευρύ	=	ευρύς
ευρύγναθα	=	ευρύγναθος
ευρύγναθε	=	ευρύγναθος
ευρύγναθες	=	ευρύγναθος
ευρύγναθη	=	ευρύγναθος
ευρύγναθης	=	ευρύγναθος
ευρύγναθο	=	ευρύγναθος
ευρύγναθοι	=	ευρύγναθος
ευρύγναθος	adj	που δηλώνει πλατιά ή φαρδιά γνάθο (σιαγόνα), είτε σε ανατομικό/περιγραφικό πλαίσιο για πρόσωπο ή κρανίο, είτε σε ζωολογικούς όρους για είδη με χαρακτηριστικά πλατιά γνάθο
ευρύγναθου	=	ευρύγναθος
ευρύγναθους	=	ευρύγναθος
ευρύγναθων	=	ευρύγναθος
ευρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύρυνση
ευρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του εύρυνση
ευρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του εύρυνση
ευρύνω	verb|figurative	άλλη μορφή του διευρύνω
ευρύς	adj	που έχει σχετικά μεγάλο εύρος
ευρύστερνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρύστερνο
ευρύστερνε	adj	κλητική ενικού του ευρύστερνος
ευρύστερνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρύστερνη
ευρύστερνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρύστερνος
ευρύστερνης	adj	γενική ενικού του ευρύστερνη
ευρύστερνο	adj	αιτιατική ενικού του ευρύστερνος
ευρύστερνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρύστερνος
ευρύστερνος	adj	που έχει ευρύ στέρνο
ευρύστερνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευρύστερνος
ευρύστερνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρύστερνος
ευρύστερνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευρύστερνος
ευρύτατα	=	ευρύς
ευρύτατε	=	ευρύς
ευρύτατες	=	ευρύς
ευρύτατη	=	ευρύς
ευρύτατης	=	ευρύς
ευρύτατο	=	ευρύς
ευρύτατοι	=	ευρύς
ευρύτατος	=	ευρύς
ευρύτατου	=	ευρύς
ευρύτατους	=	ευρύς
ευρύτατων	=	ευρύς
ευρύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρύτερο
ευρύτερε	adj	κλητική ενικού του ευρύτερος
ευρύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ευρύτερος
ευρύτερη	=	ευρύτερος
ευρύτερης	adj	γενική ενικού του ευρύτερη
ευρύτερο	adj	αιτιατική ενικού του ευρύτερος, συγκριτικού βαθμού του ευρύς
ευρύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρύτερος, συγκριτικού βαθμού του ευρύς
ευρύτερος	adj	πιο ευρύς, με μεγαλύτερο εύρος
ευρύτερου	adj	γενική ενικού του ευρύτερος
ευρύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευρύτερος, συγκριτικού βαθμού του ευρύς
ευρύτερων	adj	γενική πληθυντικού του ευρύτερος
ευρύτητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ευρύ(ς), η ιδιότητα του ευρέος / ευρύ
ευρύτητας	=	ευρύτητα
ευρύτητες	=	ευρύτητα
ευρύχωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευρύχωρος	adv	έχοντας μεγάλο χώρο, άνετα
ευρύχωρε	adj	κλητική ενικού του ευρύχωρος
ευρύχωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρύχωρη
ευρύχωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευρύχωρος
ευρύχωρης	adj	γενική ενικού του ευρύχωρη
ευρύχωρο	adj	αιτιατική ενικού του ευρύχωρος
ευρύχωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευρύχωρος
ευρύχωρος	adj	που χαρακτηρίζεται από ικανοποιητικό εύρος και μέγεθος
ευρύχωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευρύχωρος
ευρύχωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευρύχωρος
ευρύχωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευρύχωρος
ευρώ	noun	το επίσημο κοινό νόμισμα είκοσι χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανήκουν και στην Ευρωζώνη· χρησιμοποιείται και σε άλλες χώρες, ως κύριο ή δευτερεύον νόμισμα
ευρών	verb	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ευρίσκω: που βρήκε
ευρώπιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 63 και χημικό σύμβολο το Eu, που ανακαλύφθηκε το 1901 από τον Eugène-Anatole Demarçay
ευρώπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευρώπουλο
ευρώπουλο	noun	ευρώ
ευρώπουλου	noun	γενική ενικού του ευρώπουλο
ευρώπουλων	noun	γενική πληθυντικού του ευρώπουλο
ευρώς	noun|formal	μούχλα
ευσέβεια	noun	η ιδιότητα του ευσεβούς, σεβασμός προς τα θεία
ευσέβειας	noun	γενική ενικού του ευσέβεια
ευσέβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσέβεια
ευσήμου	noun	γενική ενικού του εύσημο
ευσήμων	noun	γενική πληθυντικού του εύσημο
ευσαρκί	adj	αιτιατική ενικού του ευσαρκία
ευσαρκία	adj|formal	η ιδιότητα του εύσαρκου
ευσαρκίας	=	ευσαρκία
ευσαρκίες	=	ευσαρκία
ευσαρκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσαρκί
ευσαρκε	adj	κλητική ενικού του ευσαρκία
ευσαρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσαρκη
ευσαρκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευσαρκία
ευσαρκης	adj	γενική ενικού του ευσαρκη
ευσαρκιών	=	ευσαρκία
ευσαρκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευσαρκία
ευσαρκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευσαρκία
ευσαρκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευσαρκία
ευσαρκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευσαρκία
ευσεβάστως	adv|formal	με εξαιρετικό σεβασμό (παρωχημένη αποφώνηση επιστολών, αιτήσεων)
ευσεβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευσεβής
ευσεβέστατα	=	ευσεβής
ευσεβέστατε	=	ευσεβής
ευσεβέστατες	=	ευσεβής
ευσεβέστατη	=	ευσεβής
ευσεβέστατης	=	ευσεβής
ευσεβέστατο	=	ευσεβής
ευσεβέστατοι	=	ευσεβής
ευσεβέστατος	=	ευσεβής
ευσεβέστατου	=	ευσεβής
ευσεβέστατους	=	ευσεβής
ευσεβέστατων	=	ευσεβής
ευσεβέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευσεβέστερος (επίθετο ευσεβής)	adv	συγκριτικός βαθμός του ευσεβώς
ευσεβέστερε	=	ευσεβής
ευσεβέστερες	=	ευσεβής
ευσεβέστερη	=	ευσεβής
ευσεβέστερης	=	ευσεβής
ευσεβέστερο	=	ευσεβής
ευσεβέστεροι	=	ευσεβής
ευσεβέστερος	=	ευσεβής
ευσεβέστερου	=	ευσεβής
ευσεβέστερους	=	ευσεβής
ευσεβέστερων	=	ευσεβής
ευσεβή	=	ευσεβής
ευσεβής	adj	αυτός που τρέφει σεβασμό προς τα θεία, που ακολουθεί τις ηθικές επιταγές της θρησκείας του, που εκπληρώνει τα θρησκευτικά καθήκοντά του
ευσεβίστρια	noun	αυτή που ασπάζεται ή ακολουθεί τις αρχές του ευσεβισμού
ευσεβίστριας	=	ευσεβίστρια
ευσεβίστριες	=	ευσεβίστρια
ευσεβείας	=	ευσέβειας
ευσεβείς	=	ευσεβής
ευσεβειών	noun	γενική πληθυντικού του ευσέβεια
ευσεβισμέ	noun	κλητική ενικού του ευσεβισμός
ευσεβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευσεβισμός
ευσεβισμού	noun	γενική ενικού του ευσεβισμός
ευσεβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευσεβισμός
ευσεβισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευσεβισμός
ευσεβισμός	noun	θρησκευτικό κίνημα του λουθηρανισμού που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπική πίστη, τη βιωματική ευσέβεια και τη διαπότιση της καθημερινής ζωής από το θρησκευτικό συναίσθημα
ευσεβισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευσεβισμός
ευσεβιστές	=	ευσεβιστής
ευσεβιστή	=	ευσεβιστής
ευσεβιστής	noun	αυτός που ασπάζεται ή ακολουθεί τις αρχές του ευσεβισμού
ευσεβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσεβιστικό
ευσεβιστικέ	adj	κλητική ενικού του ευσεβιστικός
ευσεβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσεβιστική
ευσεβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευσεβιστικός
ευσεβιστικής	adj	γενική ενικού του ευσεβιστική
ευσεβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευσεβιστικός
ευσεβιστικού	adj	γενική ενικού του ευσεβιστικός
ευσεβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευσεβιστικός
ευσεβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ευσεβιστικός
ευσεβιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ευσεβισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
ευσεβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ευσεβιστικός
ευσεβιστριών	=	ευσεβίστρια
ευσεβιστών	=	ευσεβιστής
ευσεβούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ευσεβής
ευσεβών	=	ευσεβής
ευσεβώς	adv	με σεβασμό
ευσπλαγχνία	=	ευσπλαχνία
ευσπλαγχνίζεσαι	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίζεστε	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίζεται	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίζομαι	verb|formal	δείχνω ευσπλαχνία
ευσπλαγχνίζονται	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίζονταν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίζου	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίσου	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόμασταν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόμαστε	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόμουν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόμουνα	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόντουσαν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόσασταν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόσαστε	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόσουν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόσουνα	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζόταν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιζότανε	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνικά	adv	άλλη μορφή του ευσπλαχνικά
ευσπλαγχνικέ	adj	κλητική ενικού του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσπλαγχνική
ευσπλαγχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνικής	adj	γενική ενικού του ευσπλαγχνική
ευσπλαγχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνικού	adj	γενική ενικού του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνικός	adj	άλλη μορφή του ευσπλαχνικός
ευσπλαγχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ευσπλαγχνικός
ευσπλαγχνισμένος	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστήκαν	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστήκανε	=	ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαγχνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαχνία	noun	η ικανότητα να συμπονούμε
ευσπλαχνίας	noun	γενική ενικού του ευσπλαχνία
ευσπλαχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσπλαχνία
ευσπλαχνίζομαι	verb|formal	άλλη μορφή του ευσπλαγχνίζομαι
ευσπλαχνίσθηκα	=	ευσπλαχνίζομαι
ευσπλαχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσπλαχνικό	adv	με ευσπλαχνικό τρόπο, με ευσπλαχνία
ευσπλαχνικέ	adj	κλητική ενικού του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσπλαχνική
ευσπλαχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνικής	adj	γενική ενικού του ευσπλαχνική
ευσπλαχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνικού	adj	γενική ενικού του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνικός	adj	που ευσπλαχνίζεται
ευσπλαχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ευσπλαχνικός
ευσπλαχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ευσπλαχνία
ευστάθεια	noun	η ευστάθεια του πολιτεύματος
ευστάθειας	noun	γενική ενικού του ευστάθεια
ευστάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευστάθεια
ευσταθές	=	ευσταθής
ευσταθή	=	ευσταθής
ευσταθής	adj	σταθερός, που δεν χάνει εύκολα την ισορροπία του
ευσταθίου	noun	γενική ενικού του Ευστάθιος
ευσταθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ευσταθώ
ευσταθείς	=	ευσταθής
ευσταθειών	noun	γενική πληθυντικού του ευστάθεια
ευσταθούς	=	ευσταθής
ευσταθώ	verb	στέκω γερά και αντέχω στην κριτική, ενδελεχή εξέταση και στην αμφισβήτηση, στην έρευνα για την ακρίβεια και την αλήθεια.
ευσταθών	=	ευσταθής
ευσταθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευσταθώ
ευσταθώς	adv|formal	με ευστάθεια
ευσταλές	=	ευσταλής
ευσταλή	=	ευσταλής
ευσταλής	adj|formal	που έχει ωραίο παράστημα
ευσταλείς	=	ευσταλής
ευσταλούς	=	ευσταλής
ευσταλών	=	ευσταλής
ευσταλώς	adv|formal	με ευσταλές παρουσιαστικό, με ωραίο παράστημα
ευστατισμέ	=	ευστατισμός
ευστατισμοί	=	ευστατισμός
ευστατισμού	=	ευστατισμός
ευστατισμούς	=	ευστατισμός
ευστατισμό	=	ευστατισμός
ευστατισμός	noun	η μεταβολή στη στάθμη της θάλασσας
ευστατισμών	=	ευστατισμός
ευσταχιανά	=	ευσταχιανός
ευσταχιανέ	=	ευσταχιανός
ευσταχιανές	=	ευσταχιανός
ευσταχιανή	=	ευσταχιανός
ευσταχιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ευσταχιανή) του ευσταχιανός
ευσταχιανοί	=	ευσταχιανός
ευσταχιανού	=	ευσταχιανός
ευσταχιανούς	=	ευσταχιανός
ευσταχιανό	=	ευσταχιανός
ευσταχιανός	adj	που αφορά το σωλήνα που συνδέει το ρινοφάρυγγα με την κοιλότητα του μέσου ωτός, ο οποίος συμβάλλει στην εξίσωση της πίεσης και στις δύο πλευρές του τυμπάνου
ευσταχιανών	=	ευσταχιανός
ευστοχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσαν	=	ευστοχώ
ευστοχήσανε	=	ευστοχώ
ευστοχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχήσουνε	=	ευστοχώ
ευστοχήστε	=	ευστοχώ
ευστοχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστοχία	noun	το να είναι κάποιος εύστοχος, η ιδιότητα του εύστοχου
ευστοχίας	noun	γενική ενικού του ευστοχία
ευστοχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευστοχία
ευστοχεί	=	ευστοχώ
ευστοχείς	=	ευστοχώ
ευστοχείτε	=	ευστοχώ
ευστοχιών	noun	γενική πληθυντικού του ευστοχία
ευστοχούμε	=	ευστοχώ
ευστοχούν	=	ευστοχώ
ευστοχούνε	=	ευστοχώ
ευστοχούσα	=	ευστοχώ
ευστοχούσαμε	=	ευστοχώ
ευστοχούσαν	=	ευστοχώ
ευστοχούσανε	=	ευστοχώ
ευστοχούσατε	=	ευστοχώ
ευστοχούσε	=	ευστοχώ
ευστοχούσες	=	ευστοχώ
ευστοχώ	verb	είμαι εύστοχος
ευστοχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευστοχώ
ευστροφία	noun	η ταχύτητα στην αντίληψη των παραγόντων που συνθέτουν ένα πρόβλημα ή μια κατάσταση και στην κατάλληλη αντίδραση
ευστροφίας	noun	γενική ενικού του ευστροφία
ευστροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευστροφία
ευστροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ευστροφία
ευστροφότατα	=	εύστροφος
ευστροφότατε	=	εύστροφος
ευστροφότατες	=	εύστροφος
ευστροφότατη	=	εύστροφος
ευστροφότατης	=	εύστροφος
ευστροφότατο	=	εύστροφος
ευστροφότατοι	=	εύστροφος
ευστροφότατος	=	εύστροφος
ευστροφότατου	=	εύστροφος
ευστροφότατους	=	εύστροφος
ευστροφότατων	=	εύστροφος
ευστροφότερα	=	εύστροφος
ευστροφότερε	=	εύστροφος
ευστροφότερες	=	εύστροφος
ευστροφότερη	=	εύστροφος
ευστροφότερης	=	εύστροφος
ευστροφότερο	=	εύστροφος
ευστροφότεροι	=	εύστροφος
ευστροφότερος	=	εύστροφος
ευστροφότερου	=	εύστροφος
ευστροφότερους	=	εύστροφος
ευστροφότερων	=	εύστροφος
ευστρόφως	adv|dated	εύστροφα
ευστόμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευστόμαχο
ευστόμαχε	adj	κλητική ενικού του ευστόμαχος
ευστόμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευστόμαχη
ευστόμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευστόμαχος
ευστόμαχης	adj	γενική ενικού του ευστόμαχη
ευστόμαχο	adj	αιτιατική ενικού του ευστόμαχος
ευστόμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευστόμαχος
ευστόμαχος	adj|formal	που κάνει καλό στο στομάχι, ωφέλιμος για το στομάχι
ευστόμαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευστόμαχος
ευστόμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευστόμαχος
ευστόμαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευστόμαχος
ευστόχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστόχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστόχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευστόχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευστοχώ
ευσυγκίνητα	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητε	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητες	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητη	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητης	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητο	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητοι	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητος	adj	κλίση που έχει κάποιος να αισθάνεται έντονα τις συγκινήσεις
ευσυγκίνητου	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητους	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκίνητων	=	ευσυγκίνητος
ευσυγκινησία	noun	η ιδιότητα αυτού που είναι ευσυγκίνητος
ευσυγκινησίας	noun	γενική ενικού του ευσυγκινησία
ευσυγκινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσυγκινησία
ευσυγκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του ευσυγκινησία
ευσυμβίβαστα	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστε	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστες	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστη	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστης	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστο	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστοι	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστος	adj	που εύκολα συμβιβάζεται
ευσυμβίβαστου	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστους	=	ευσυμβίβαστος
ευσυμβίβαστων	=	ευσυμβίβαστος
ευσυνείδητα	adv	με ευσυνειδησία
ευσυνείδητε	adj	κλητική ενικού του ευσυνείδητος
ευσυνείδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσυνείδητη
ευσυνείδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευσυνείδητος
ευσυνείδητης	adj	γενική ενικού του ευσυνείδητη
ευσυνείδητο	adj	αιτιατική ενικού του ευσυνείδητος
ευσυνείδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευσυνείδητος
ευσυνείδητος	adj	που φέρεται σωστά και έντιμα, σύμφωνα με τη συνείδησή του
ευσυνείδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευσυνείδητος
ευσυνείδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευσυνείδητος
ευσυνείδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευσυνείδητος
ευσυνειδήτως	adv|dated	ευσυνείδητα
ευσυνειδησία	noun	συνέπεια, υπευθυνότητα, συνείδηση
ευσυνειδησίας	noun	γενική ενικού του ευσυνειδησία
ευσυνειδησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευσυνειδησία
ευσυνειδησιών	noun	γενική πληθυντικού του ευσυνειδησία
ευσυνόπτως	adv|dated	ευσύνοπτα
ευσχήμων	adj|dated	ευπρεπής, αξιοπρεπής
ευσχήμως	adv|formal	με εύσχημο τρόπο
ευσχημοσυνών	=	ευσχημοσύνη
ευσχημοσύνες	=	ευσχημοσύνη
ευσχημοσύνη	noun|formal	η ιδιότητα του ευσχήμονος
ευσχημοσύνης	=	ευσχημοσύνη
ευσχημόνως	adv	με ευσχήμονα τρόπο, με ευσχημοσύνη
ευσύνοπτα	adv	με ευσύνοπτο τρόπο
ευσύνοπτε	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτες	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτη	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτης	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτο	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτοι	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτος	adj	που εύκολα συνοψίζεται, που αναδεικνύει την ουσία, την κεντρική ιδέα (για προφορικό ή γραπτό λόγο)
ευσύνοπτου	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτους	=	ευσύνοπτος
ευσύνοπτων	=	ευσύνοπτος
ευτάκτως	adv|formal	με εύτακτο τρόπο, με ευταξία
ευτέλεια	noun	η ιδιότητα του ευτελούς
ευτέλειας	noun	γενική ενικού του ευτέλεια
ευτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτέλεια
ευτέλιζα	=	ευτελίζω
ευτέλιζαν	=	ευτελίζω
ευτέλιζε	=	ευτελίζω
ευτέλιζες	=	ευτελίζω
ευτέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευταξία	noun|formal	τήρηση της τάξης
ευταξίας	noun	γενική ενικού του ευταξία
ευταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευταξία
ευταξιών	noun	γενική πληθυντικού του ευταξία
ευτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευτελής
ευτελέστατα	=	ευτελής
ευτελέστατε	=	ευτελής
ευτελέστατες	=	ευτελής
ευτελέστατη	=	ευτελής
ευτελέστατης	=	ευτελής
ευτελέστατο	=	ευτελής
ευτελέστατοι	=	ευτελής
ευτελέστατος	=	ευτελής
ευτελέστατου	=	ευτελής
ευτελέστατους	=	ευτελής
ευτελέστατων	=	ευτελής
ευτελέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτελέστερο
ευτελέστερε	adj	κλητική ενικού του ευτελέστερος
ευτελέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτελέστερη
ευτελέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευτελέστερος
ευτελέστερης	adj	γενική ενικού του ευτελέστερη
ευτελέστερο	adj	αιτιατική ενικού του ευτελέστερος
ευτελέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτελέστερος
ευτελέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ευτελής, ακόμα πιο τιποτένιος, ακόμα χαμηλότερης ποιότητας
ευτελέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευτελέστερος
ευτελέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευτελέστερος
ευτελέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευτελέστερος
ευτελή	=	ευτελής
ευτελής	adj	που είναι κακής ποιότητας
ευτελίζαμε	=	ευτελίζω
ευτελίζαν	=	ευτελίζω
ευτελίζανε	=	ευτελίζω
ευτελίζατε	=	ευτελίζω
ευτελίζει	=	ευτελίζω
ευτελίζεις	=	ευτελίζω
ευτελίζετε	=	ευτελίζω
ευτελίζομαι	=	ευτελίζω
ευτελίζοντας	=	ευτελίζω
ευτελίζουμε	=	ευτελίζω
ευτελίζουν	=	ευτελίζω
ευτελίζουνε	=	ευτελίζω
ευτελίζω	verb	μειώνω την αξία ή το κύρος (π.χ. ενός θεσμού, μιας ιδέας, ενός όντος).
ευτελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίσαν	=	ευτελίζω
ευτελίσανε	=	ευτελίζω
ευτελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελίστε	=	ευτελίζω
ευτελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτελίζω
ευτελείς	=	ευτελής
ευτελειών	noun	γενική πληθυντικού του ευτέλεια
ευτελισμέ	noun	κλητική ενικού του ευτελισμός
ευτελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτελισμένο
ευτελισμένε	verb	κλητική ενικού του ευτελισμένος
ευτελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτελισμένη
ευτελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευτελισμένος
ευτελισμένης	verb	γενική ενικού του ευτελισμένη
ευτελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευτελισμένος
ευτελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτελισμένος
ευτελισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ευτελίζω
ευτελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευτελισμένος
ευτελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευτελισμένος
ευτελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευτελισμένος
ευτελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτελισμός
ευτελισμού	noun	γενική ενικού του ευτελισμός
ευτελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευτελισμός
ευτελισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευτελισμός
ευτελισμός	noun	το αποτέλεσμα του ευτελίζω, η απώλεια της ηθικής αξίας
ευτελισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευτελισμός
ευτελούς	=	ευτελής
ευτελών	adj	γενική πληθυντικού του ευτελής
ευτελώς	adv	με ευτελή τρόπο
ευτηκτικά	=	ευτηκτικός
ευτηκτικέ	=	ευτηκτικός
ευτηκτικές	=	ευτηκτικός
ευτηκτική	=	ευτηκτικός
ευτηκτικής	=	ευτηκτικός
ευτηκτικοί	=	ευτηκτικός
ευτηκτικού	=	ευτηκτικός
ευτηκτικούς	=	ευτηκτικός
ευτηκτικό	=	ευτηκτικός
ευτηκτικός	adj	που σχετίζεται με ένα μίγμα ουσιών το οποίο τήκεται ή στερεοποιείται σε συγκεκριμένη σταθερή αναλογία και θερμοκρασία χαμηλότερη από εκείνη των επιμέρους συστατικών του
ευτηκτικών	=	ευτηκτικός
ευτηκτοειδές	=	ευτηκτοειδής
ευτηκτοειδή	=	ευτηκτοειδής
ευτηκτοειδής	adj	που παρουσιάζει ιδιότητες παρόμοιες με εκείνες των ευτηκτικών κραμάτων, δηλαδή χαμηλό σημείο τήξης και ομοιογενή τήξη
ευτηκτοειδείς	=	ευτηκτοειδής
ευτηκτοειδούς	=	ευτηκτοειδής
ευτηκτοειδών	=	ευτηκτοειδής
ευτηξία	noun|formal	η ιδιότητα του εύτηκτου
ευτηξίας	noun	γενική ενικού του ευτηξία
ευτηξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτηξία
ευτηξιών	noun	γενική πληθυντικού του ευτηξία
ευτολμία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του εύτολμου
ευτολμίας	noun	γενική ενικού του ευτολμία
ευτολμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτολμία
ευτολμιών	noun	γενική πληθυντικού του ευτολμία
ευτονία	noun|archaic	ευεξία, σφρίγος
ευτονίας	noun	γενική ενικού του ευτονία
ευτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτονία
ευτονιών	noun	γενική πληθυντικού του ευτονία
ευτοπία	noun	εφικτός ή υπαρκτός τόπος και τρόπος καλής συμβίωσης, σε αντίθεση με την ουτοπία, τον ανύπαρκτο τόπο ιδανικής συμβίωσης
ευτοπίας	=	ευτοπία
ευτοπίες	=	ευτοπία
ευτοπιών	=	ευτοπία
ευτούνο	pron	αυτό
ευτράπελα	adv	με ευτράπελο τρόπο
ευτράπελε	=	ευτράπελος
ευτράπελες	=	ευτράπελος
ευτράπελη	=	ευτράπελος
ευτράπελης	=	ευτράπελος
ευτράπελο	=	ευτράπελος
ευτράπελοι	=	ευτράπελος
ευτράπελος	adj	που προκαλεί γέλιο, επειδή είναι αστείος ή, (μειωτικό), τόσο γελοίος, ώστε να μη θεωρείται σοβαρός
ευτράπελου	=	ευτράπελος
ευτράπελους	=	ευτράπελος
ευτράπελων	=	ευτράπελος
ευτρέπιζα	=	ευτρεπίζω
ευτρέπιζαν	=	ευτρεπίζω
ευτρέπιζε	=	ευτρεπίζω
ευτρέπιζες	=	ευτρεπίζω
ευτρέπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρέπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρέπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρέπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτραπελία	noun|archaic	η ιδιότητα ή διάθεση κάποιου να αστειεύεται με ευφυΐα και λεπτότητα, προκαλώντας ευθυμία
ευτραπελίας	=	ευτραπελία
ευτραπελίες	=	ευτραπελία
ευτραπελιών	=	ευτραπελία
ευτραφές	=	ευτραφής
ευτραφή	=	ευτραφής
ευτραφής	adj|formal	παχουλός
ευτραφείς	=	ευτραφής
ευτραφούς	=	ευτραφής
ευτραφών	=	ευτραφής
ευτραφώς	adv|formal	με ευτραφή τρόπο, που δείχνει ότι κάποιος είναι ευτραφής
ευτρεπίζαμε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζαν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζανε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζατε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζει	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζεις	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζεσαι	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζεστε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζεται	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζετε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίζονται	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζονταν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζοντας	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζου	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζουμε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζουν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζουνε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίζω	verb	«ευτρεπίζω την άγκυρα»: την ελευθερώνω από τις περιπλοκές της αλυσίδας της
ευτρεπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίσαν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίσανε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίσου	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπίστε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίστηκα	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίστηκαν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίστηκε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίστηκες	=	ευτρεπίζω
ευτρεπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτρεπίζω
ευτρεπιζόμασταν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόμαστε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόμουν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόμουνα	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόντουσαν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόσασταν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόσαστε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόσουν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόσουνα	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζόταν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιζότανε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπισμέ	noun	κλητική ενικού του ευτρεπισμός
ευτρεπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτρεπισμένο
ευτρεπισμένε	verb	κλητική ενικού του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτρεπισμένη
ευτρεπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμένης	verb	γενική ενικού του ευτρεπισμένη
ευτρεπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμένος	=	ευτρεπίζω
ευτρεπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευτρεπισμένος
ευτρεπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτρεπισμός
ευτρεπισμού	noun	γενική ενικού του ευτρεπισμός
ευτρεπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευτρεπισμός
ευτρεπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευτρεπισμός
ευτρεπισμός	noun|formal	άλλη μορφή του ευπρεπισμός
ευτρεπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευτρεπισμός
ευτρεπιστήκαμε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιστήκαν	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιστήκανε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιστήκατε	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιστεί	=	ευτρεπίζω
ευτρεπιστείτε	=	ευτρεπίζω
ευτροφία	noun	άλλη μορφή του ευτροφισμός
ευτροφίας	noun	γενική ενικού του ευτροφία
ευτροφίες	=	ευτροφία
ευτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτροφικό
ευτροφικέ	adj	κλητική ενικού του ευτροφικός
ευτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτροφική
ευτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευτροφικός
ευτροφικής	adj	γενική ενικού του ευτροφική
ευτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτροφικός
ευτροφικού	adj	γενική ενικού του ευτροφικός
ευτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευτροφικός
ευτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του ευτροφικός
ευτροφικός	adj	που έχει σχέση με τον ευτροφισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή εμφανίζει αυτό το φαινόμενο
ευτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του ευτροφικός
ευτροφισμέ	noun	κλητική ενικού του ευτροφισμός
ευτροφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτροφισμός
ευτροφισμού	noun	γενική ενικού του ευτροφισμός
ευτροφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευτροφισμός
ευτροφισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευτροφισμός
ευτροφισμός	noun	ανάπτυξη των φυτών ενός υδάτινου οικοσυστήματος, σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό, ώστε να μειώνεται ο ζωτικός χώρος για τους ζωικούς οργανισμούς και να απειλούνται
ευτροφισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευτροφισμός
ευτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ευτροφία
ευτυχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ευτυχής
ευτυχέστατα	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατε	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατες	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατη	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατης	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατο	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατοι	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ευτυχής
ευτυχέστατου	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατους	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστατων	=	ευτυχέστατος
ευτυχέστερα	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερε	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερες	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερη	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερης	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερο	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστεροι	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ευτυχής
ευτυχέστερου	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερους	=	ευτυχέστερος
ευτυχέστερων	=	ευτυχέστερος
ευτυχή	adj	αιτιατική ενικού του ευτυχής
ευτυχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτύχημα
ευτυχήματος	noun	γενική ενικού του ευτύχημα
ευτυχής	adj	που αισθάνεται ευτυχία
ευτυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτυχία	noun	κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων
ευτυχίας	noun	γενική ενικού του ευτυχία
ευτυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτυχία
ευτυχίζω	verb	θεωρώ, λέω ή κάνω κάποιον ευτυχή / ευτυχισμένο
ευτυχείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτυχής
ευτυχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ευτύχημα
ευτυχισμένα	adv	με ευτυχία
ευτυχισμένε	verb	κλητική ενικού του ευτυχισμένος
ευτυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευτυχισμένη
ευτυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευτυχισμένος
ευτυχισμένης	verb	γενική ενικού του ευτυχισμένη
ευτυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευτυχισμένος
ευτυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευτυχισμένος
ευτυχισμένος	verb	που αισθάνεται ευτυχία
ευτυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευτυχισμένος
ευτυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευτυχισμένος
ευτυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευτυχισμένος
ευτυχισμός	noun|literary	η ευτυχία
ευτυχιών	noun	γενική πληθυντικού του ευτυχία
ευτυχούς	adj	γενική ενικού του ευτυχής
ευτυχώ	verb	αισθάνομαι ευτυχία
ευτυχών	adj	γενική πληθυντικού του ευτυχής
ευτυχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευτυχώ
ευτυχώς	adv	κατά ευτυχή τρόπο, κατά καλή τύχη
ευτόλμως	adv|formal	με ευτολμία
ευτύχημα	noun	ευτυχές ή ευχάριστο γεγονός ή περίπτωση
ευτύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευτύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευτυχώ
ευυποληψία	noun|formal	η υπόληψη, καλή φήμη και εκτίμηση που απολαμβάνει κάποιος στο κοινωνικό του περιβάλλον
ευυποληψίας	=	ευυποληψία
ευυποληψίες	=	ευυποληψία
ευυποληψιών	=	ευυποληψία
ευυπόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευυπόληπτος	adv	με ευυπόληπτο τρόπο
ευυπόληπτε	adj	κλητική ενικού του ευυπόληπτος
ευυπόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευυπόληπτη
ευυπόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευυπόληπτος
ευυπόληπτης	adj	γενική ενικού του ευυπόληπτη
ευυπόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του ευυπόληπτος
ευυπόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευυπόληπτος
ευυπόληπτος	adj	που τον σέβονται και τον υπολήπτονται όλοι
ευυπόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευυπόληπτος
ευυπόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευυπόληπτος
ευυπόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευυπόληπτος
ευφάνταστα	adv	με ευφάνταστο τρόπο
ευφάνταστε	=	ευφάνταστος
ευφάνταστες	=	ευφάνταστος
ευφάνταστη	=	ευφάνταστος
ευφάνταστης	=	ευφάνταστος
ευφάνταστο	=	ευφάνταστος
ευφάνταστοι	=	ευφάνταστος
ευφάνταστος	adj	που χαρακτηρίζεται από δημιουργική φαντασία
ευφάνταστου	=	ευφάνταστος
ευφάνταστους	=	ευφάνταστος
ευφάνταστων	=	ευφάνταστος
ευφήμια	=	ευφήμιο
ευφήμιο	noun|formal	έπαινος, εγκώμιο
ευφήμιου	=	ευφήμιο
ευφήμιων	=	ευφήμιο
ευφήμου	=	εύφημος
ευφήμους	=	εύφημος
ευφήμων	=	εύφημος
ευφήμως	adv|formal	με εύφημο τρόπο
ευφημία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευφημώ
ευφημίας	noun	γενική ενικού του ευφημία
ευφημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφημία
ευφημητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφημητικό
ευφημητικέ	adj	κλητική ενικού του ευφημητικός
ευφημητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφημητική
ευφημητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφημητικός
ευφημητικής	adj	γενική ενικού του ευφημητική
ευφημητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφημητικός
ευφημητικού	adj	γενική ενικού του ευφημητικός
ευφημητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφημητικός
ευφημητικό	adj	αιτιατική ενικού του ευφημητικός
ευφημητικός	adj	άλλη μορφή του επευφημητικός
ευφημητικών	adj	γενική πληθυντικού του ευφημητικός
ευφημισμέ	noun	κλητική ενικού του ευφημισμός
ευφημισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφημισμός
ευφημισμού	noun	γενική ενικού του ευφημισμός
ευφημισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευφημισμός
ευφημισμό	noun	αιτιατική ενικού του ευφημισμός
ευφημισμός	noun	έπαινος, εγκωμιασμός
ευφημισμών	noun	γενική πληθυντικού του ευφημισμός
ευφημιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευφημιστικός	adv	κατ’ ευφημισμόν, εξευμενιστικά
ευφημιστικέ	adj	κλητική ενικού του ευφημιστικός
ευφημιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφημιστική
ευφημιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφημιστικός
ευφημιστικής	adj	γενική ενικού του ευφημιστική
ευφημιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφημιστικός
ευφημιστικού	adj	γενική ενικού του ευφημιστικός
ευφημιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφημιστικός
ευφημιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ευφημιστικός
ευφημιστικός	adj	ο λεγόμενος κατ' ευφημισμόν, δηλαδή εγκωμιαστικά ή επαινετικά (ακόμη και αν αποσιωπάται κάτι κακό ή δυσάρεστο)
ευφημιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ευφημιστικός
ευφημιστικώς	adv	άλλη μορφή του ευφημιστικά
ευφημιών	noun	γενική πληθυντικού του ευφημία
ευφημώ	verb|formal	επευφημώ, επαινώ
ευφλεκτοτήτων	=	ευφλεκτότητα
ευφλεκτότητα	noun|formal	η ιδιότητα υλικού/ών που αναφλέγονται εύκολα
ευφλεκτότητας	=	ευφλεκτότητα
ευφλεκτότητες	=	ευφλεκτότητα
ευφλογιστία	noun	η ιδιότητα του ευφλόγιστου
ευφλογιστίας	noun	γενική ενικού του ευφλογιστία
ευφλογιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφλογιστία
ευφλογιστιών	noun	γενική πληθυντικού του ευφλογιστία
ευφλόγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφλόγιστο
ευφλόγιστε	adj	κλητική ενικού του ευφλόγιστος
ευφλόγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφλόγιστη
ευφλόγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφλόγιστος
ευφλόγιστης	adj	γενική ενικού του ευφλόγιστη
ευφλόγιστο	adj	αιτιατική ενικού του ευφλόγιστος
ευφλόγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφλόγιστος
ευφλόγιστος	adj	που εκπυρσοκροτεί εύκολα
ευφλόγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευφλόγιστος
ευφλόγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφλόγιστος
ευφλόγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευφλόγιστος
ευφορία	noun	η γονιμότητα του εδάφους
ευφορίας	noun	γενική ενικού του ευφορία
ευφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφορία
ευφορβία	noun	γένος φυτών της οικογένειας των Ευφορβιοειδών (Euphorbiaceae)
ευφορβίας	=	ευφορβία
ευφορβίες	=	ευφορβία
ευφορβιών	=	ευφορβία
ευφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφορικό
ευφορικέ	adj	κλητική ενικού του ευφορικός
ευφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφορική
ευφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφορικός
ευφορικής	adj	γενική ενικού του ευφορική
ευφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφορικός
ευφορικού	adj	γενική ενικού του ευφορικός
ευφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφορικός
ευφορικό	adj	αιτιατική ενικού του ευφορικός
ευφορικός	adj	που προκαλεί ψυχική ευφορία
ευφορικών	adj	γενική πληθυντικού του ευφορικός
ευφοριών	noun	γενική πληθυντικού του ευφορία
ευφράδεια	noun	η ικανότητα να εκφράζεται κανείς με άνεση, η ευχέρεια λόγου
ευφράδειας	noun	γενική ενικού του ευφράδεια
ευφράδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφράδεια
ευφράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράναν	=	ευφραίνω
ευφράνανε	=	ευφραίνω
ευφράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφράνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφράνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφράνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
ευφραίναμε	=	ευφραίνω
ευφραίναν	=	ευφραίνω
ευφραίνανε	=	ευφραίνω
ευφραίνατε	=	ευφραίνω
ευφραίνει	=	ευφραίνω
ευφραίνεις	=	ευφραίνω
ευφραίνεσαι	=	ευφραίνω
ευφραίνεστε	=	ευφραίνω
ευφραίνεται	=	ευφραίνω
ευφραίνετε	=	ευφραίνω
ευφραίνθηκα	=	ευφραίνω
ευφραίνθηκαν	=	ευφραίνω
ευφραίνθηκε	=	ευφραίνω
ευφραίνθηκες	=	ευφραίνω
ευφραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ευφραίνω: ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι
ευφραίνονται	=	ευφραίνω
ευφραίνονταν	=	ευφραίνω
ευφραίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευφραίνω
ευφραίνουμε	=	ευφραίνω
ευφραίνουν	=	ευφραίνω
ευφραίνουνε	=	ευφραίνω
ευφραίνσου	=	ευφραίνω
ευφραίνω	verb	χαροποιώ ή ευχαριστώ κάποιον (σε μεγάλο βαθμό)
ευφραδές	=	ευφραδής
ευφραδή	=	ευφραδής
ευφραδής	adj|formal	που έχει μεγάλη ευχέρεια στη διατύπωση σκέψεων, συναισθημάτων και επιχειρημάτων, που χειρίζεται τον προφορικό λόγο με πλούτο και αποτελεσματικότητα, που προκαλεί θαυμασμό με τον τρόπο ομιλίας του, που λέει ωραία λογύδρια.
ευφραδείς	=	ευφραδής
ευφραδειών	noun	γενική πληθυντικού του ευφράδεια
ευφραδούς	=	ευφραδής
ευφραδών	=	ευφραδής
ευφραδώς	adv|formal	με ευφράδεια
ευφραινθήκαμε	=	ευφραίνω
ευφραινθήκαν	=	ευφραίνω
ευφραινθήκανε	=	ευφραίνω
ευφραινθήκατε	=	ευφραίνω
ευφραινθεί	=	ευφραίνω
ευφραινθείτε	=	ευφραίνω
ευφραινόμασταν	=	ευφραίνω
ευφραινόμαστε	=	ευφραίνω
ευφραινόμουν	=	ευφραίνω
ευφραινόμουνα	=	ευφραίνω
ευφραινόντουσαν	=	ευφραίνω
ευφραινόσασταν	=	ευφραίνω
ευφραινόσαστε	=	ευφραίνω
ευφραινόσουν	=	ευφραίνω
ευφραινόσουνα	=	ευφραίνω
ευφραινόταν	=	ευφραίνω
ευφραινότανε	=	ευφραίνω
ευφρανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφρανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευφραίνομαι
ευφραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφραντικό	adv|formal	με ευφραντικό τρόπο, ευφραίνοντας
ευφραντικέ	adj	κλητική ενικού του ευφραντικός
ευφραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφραντική
ευφραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφραντικός
ευφραντικής	adj	γενική ενικού του ευφραντική
ευφραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφραντικός
ευφραντικού	adj	γενική ενικού του ευφραντικός
ευφραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφραντικός
ευφραντικό	adj	αιτιατική ενικού του ευφραντικός
ευφραντικός	adj|formal	που ευφραίνει
ευφραντικών	adj	γενική πληθυντικού του ευφραντικός
ευφροσύνες	=	ευφροσύνη
ευφροσύνη	noun	η χαρμοσύνη, η βαθιά ευχαρίστηση
ευφροσύνης	=	ευφροσύνη
ευφρόσυνα	adv	με ευφρόσυνο τρόπο
ευφρόσυνε	adj	κλητική ενικού του ευφρόσυνος
ευφρόσυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφρόσυνη
ευφρόσυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφρόσυνος
ευφρόσυνης	adj	γενική ενικού του ευφρόσυνη
ευφρόσυνο	adj	αιτιατική ενικού του ευφρόσυνος
ευφρόσυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφρόσυνος
ευφρόσυνος	adj|formal	που προξενεί μεγάλη χαρά, ψυχική απόλαυση
ευφρόσυνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευφρόσυνος
ευφρόσυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφρόσυνος
ευφρόσυνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευφρόσυνος
ευφυΐα	noun	η ικανότητα αντίληψης του κόσμου, η ευθυκρισία και η δυνατότητα του ατόμου να ενεργεί λειτουργικά, αποδοτικά, η ιδιότητα του ευφυούς
ευφυΐας	noun	γενική ενικού του ευφυΐα
ευφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφυΐα
ευφυές	=	ευφυής
ευφυέστατα	=	ευφυέστατος
ευφυέστατε	=	ευφυέστατος
ευφυέστατες	=	ευφυέστατος
ευφυέστατη	=	ευφυέστατος
ευφυέστατης	=	ευφυέστατος
ευφυέστατο	=	ευφυέστατος
ευφυέστατοι	=	ευφυέστατος
ευφυέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ευφυής
ευφυέστατου	=	ευφυέστατος
ευφυέστατους	=	ευφυέστατος
ευφυέστατων	=	ευφυέστατος
ευφυέστερα	=	ευφυής
ευφυέστερε	=	ευφυής
ευφυέστερες	=	ευφυής
ευφυέστερη	=	ευφυής
ευφυέστερης	=	ευφυής
ευφυέστερο	=	ευφυής
ευφυέστεροι	=	ευφυής
ευφυέστερος	=	ευφυής
ευφυέστερου	=	ευφυής
ευφυέστερους	=	ευφυής
ευφυέστερων	=	ευφυής
ευφυή	=	ευφυής
ευφυής	adj	πανέξυπνος
ευφυείς	=	ευφυής
ευφυολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφυολόγημα
ευφυολογήματος	noun	γενική ενικού του ευφυολόγημα
ευφυολογία	noun	ευφυολόγημα σκωπτικό, πνευματώδες ή γλαφυρό
ευφυολογίας	noun	γενική ενικού του ευφυολογία
ευφυολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφυολογία
ευφυολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ευφυολόγημα
ευφυολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ευφυολογία
ευφυολογώ	verb	αστειεύομαι
ευφυολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευφυολογώ
ευφυολόγε	noun	κλητική ενικού του ευφυολόγος
ευφυολόγημα	noun	έξυπνος λόγος, έξυπνο αστείο ή πείραγμα
ευφυολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ευφυολόγος
ευφυολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφυολόγος
ευφυολόγος	noun	που λέει ευφυολογίες / ευφυολογήματα
ευφυολόγου	noun	γενική ενικού του ευφυολόγος
ευφυολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ευφυολόγος
ευφυολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ευφυολόγος
ευφυούς	=	ευφυής
ευφυών	=	ευφυής
ευφυώς	adv	με ευφυή τρόπο, έξυπνα
ευφωνία	noun	εύηχη εκφώνηση των λέξεων
ευφωνίας	noun	γενική ενικού του ευφωνία
ευφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφωνία
ευφωνίου	=	ευφώνιο
ευφωνίων	=	ευφώνιο
ευφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφωνικό
ευφωνικέ	adj	κλητική ενικού του ευφωνικός
ευφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφωνική
ευφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφωνικός
ευφωνικής	adj	γενική ενικού του ευφωνική
ευφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφωνικός
ευφωνικού	adj	γενική ενικού του ευφωνικός
ευφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφωνικός
ευφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ευφωνικός
ευφωνικός	adj	που αναπτύσσεται χάριν ευφωνίας, π.χ. για σύμφωνο ή ημίφωνο που παρεμβάλλεται μεταξύ φωνηέντων, ώστε να αποφευχθεί η χασμωδία
ευφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ευφωνικός
ευφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ευφωνία
ευφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφωτικό
ευφωτικέ	adj	κλητική ενικού του ευφωτικός
ευφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφωτική
ευφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευφωτικός
ευφωτικής	adj	γενική ενικού του ευφωτική
ευφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευφωτικός
ευφωτικού	adj	γενική ενικού του ευφωτικός
ευφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευφωτικός
ευφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ευφωτικός
ευφωτικός	adj	που έχει επαρκές φως για να επιτελεστεί φωτοσύνθεση (συνήθως αναφέρεται σε θαλάσσια περιοχή)
ευφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ευφωτικός
ευφώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευφώνιο
ευφώνιο	noun	αερόφωνο όργανο με επιστόμιο της οικογένειας των χάλκινων.
ευφώνιου	noun	γενική ενικού του ευφώνιο
ευφώνιων	noun	γενική πληθυντικού του ευφώνιο
ευχάριστα	adv	με ευχάριστο τρόπο
ευχάριστε	adj	κλητική ενικού του ευχάριστος
ευχάριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχάριστη
ευχάριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευχάριστος
ευχάριστης	adj	γενική ενικού του ευχάριστη
ευχάριστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ευχάριστος
ευχάριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευχάριστος
ευχάριστος	adj	που προκαλεί θετικά συναισθήματα, που προσφέρει ευχαρίστηση, καλός, όμορφος
ευχάριστου	adj	γενική ενικού του ευχάριστος
ευχάριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευχάριστος
ευχάριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευχάριστος
ευχέλαια	=	ευχέλαιο
ευχέλαιο	noun	εκκλησιαστικό μυστήριο, κατά το οποίο τελείται ειδική ακολουθία με ευχές για άφεση αμαρτιών και ψυχοσωματική υγεία και τελετουργικά ο ιερέας αλείφει τους παρευρισκομένους με αγιασμένο έλαιο
ευχέλαιου	=	ευχέλαιο
ευχέλαιων	=	ευχέλαιο
ευχέρεια	noun	η ικανότητα σε έναν τομέα, η ευκολία / άνεση που έχει κάποιος σε έναν τομέα ή στην εκτέλεση ενός έργου
ευχέρειας	noun	γενική ενικού του ευχέρεια
ευχέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχέρεια
ευχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχή
ευχέτες	=	ευχέτης
ευχέτη	=	ευχέτης
ευχέτης	noun|archaic	αυτός που εύχεται
ευχέτι	=	ευχέτης
ευχέτιδα	=	ευχέτης
ευχέτιδας	=	ευχέτης
ευχέτιδες	=	ευχέτης
ευχέτιδος	=	ευχέτης
ευχέτιδων	=	ευχέτης
ευχέτις	=	ευχέτης
ευχή	noun	η προφορική έκφραση της επιθυμίας και της ελπίδας για κάτι που θέλουμε να συμβεί στο μέλλον
ευχήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχής	noun	γενική ενικού του ευχή
ευχήσου	=	εύχομαι
ευχαρίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαρίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαρίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαρίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαρίστηση	noun	αίσθημα χαράς, αγαλλίασης
ευχαρίστησης	noun	γενική ενικού του ευχαρίστηση
ευχαρίστως	adv	για να εκφράσει ευχαρίστηση
ευχαριστήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστήρια	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριας	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριε	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριες	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριο	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριοι	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριος	adj	χαρακτηρισμός για το μέσο με το οποίο εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας
ευχαριστήριου	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριους	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήριων	=	ευχαριστήριος
ευχαριστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσαν	=	ευχαριστώ
ευχαριστήσανε	=	ευχαριστώ
ευχαριστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχαρίστηση
ευχαριστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ευχαρίστηση
ευχαριστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ευχαρίστηση
ευχαριστήσου	=	ευχαριστώ
ευχαριστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσουνε	=	ευχαριστώ
ευχαριστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστώ
ευχαριστία	noun	η ενέργεια με την οποία εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας (λέμε «ευχαριστώ») προς κάποιον.
ευχαριστίας	noun	γενική ενικού του ευχαριστία
ευχαριστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστία
ευχαριστεί	=	ευχαριστώ
ευχαριστείς	=	ευχαριστώ
ευχαριστείσαι	=	ευχαριστώ
ευχαριστείσθε	=	ευχαριστώ
ευχαριστείστε	=	ευχαριστώ
ευχαριστείται	=	ευχαριστώ
ευχαριστείτε	=	ευχαριστώ
ευχαριστείτο	=	ευχαριστώ
ευχαριστηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθήκαν	=	ευχαριστώ
ευχαριστηθήκανε	=	ευχαριστώ
ευχαριστηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστηθούνε	=	ευχαριστώ
ευχαριστηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευχαριστιέμαι
ευχαριστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστημένο
ευχαριστημένε	verb	κλητική ενικού του ευχαριστημένος
ευχαριστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστημένη
ευχαριστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευχαριστημένος
ευχαριστημένης	verb	γενική ενικού του ευχαριστημένη
ευχαριστημένο	verb	αιτιατική ενικού του ευχαριστημένος
ευχαριστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευχαριστημένος
ευχαριστημένος	verb	που έχει ευχαριστηθεί
ευχαριστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευχαριστημένος
ευχαριστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευχαριστημένος
ευχαριστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευχαριστημένος
ευχαριστιέμαι	verb	νιώθω ευχαρίστηση, απόλαυση
ευχαριστιέσαι	=	ευχαριστώ
ευχαριστιέστε	=	ευχαριστώ
ευχαριστιέται	=	ευχαριστώ
ευχαριστιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευχαριστιακός	adv	με ευχαριστιακό τρόπο
ευχαριστιακέ	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακές	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακή	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακής	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακοί	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακού	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακούς	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακό	=	ευχαριστιακός
ευχαριστιακός	adj	που σχετίζεται με τη Θεία Ευχαριστία ή με την ευχαριστία προς τον Θεό
ευχαριστιακών	=	ευχαριστιακός
ευχαριστικός	adj|formal	που συμβάλλει στην ευχαριστία
ευχαριστιούνται	=	ευχαριστώ
ευχαριστιούνταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόμασταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόμαστε	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόμουν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόμουνα	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόνταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόντανε	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόντουσαν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόσασταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόσαστε	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόσουν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόσουνα	=	ευχαριστώ
ευχαριστιόταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστιότανε	=	ευχαριστώ
ευχαριστιών	noun	γενική πληθυντικού του ευχαριστία
ευχαριστούμαι	verb	άλλη μορφή του ευχαριστιέμαι
ευχαριστούμασταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστούμαστε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ευχαριστώ
ευχαριστούμουν	=	ευχαριστώ
ευχαριστούν	=	ευχαριστώ
ευχαριστούνε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούνται	=	ευχαριστώ
ευχαριστούνταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστούντο	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσα	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσαμε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσαν	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσανε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσασταν	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσαστε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσατε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσε	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσες	=	ευχαριστώ
ευχαριστούσουν	=	ευχαριστώ
ευχαριστώ	verb	δείχνω σε κάποιον ότι τον ευγνωμονώ για κάτι που μου έκανε ή που μου έδωσε	noun	ένδειξη ευγνωμοσύνης προς κάποιον
ευχαριστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευχαριστώ
ευχείρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχείρωτο
ευχείρωτε	adj	κλητική ενικού του ευχείρωτος
ευχείρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχείρωτη
ευχείρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευχείρωτος
ευχείρωτης	adj	γενική ενικού του ευχείρωτη
ευχείρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ευχείρωτος
ευχείρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευχείρωτος
ευχείρωτος	adj	εύκολος, βολικός, ευχερής
ευχείρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευχείρωτος
ευχείρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευχείρωτος
ευχείρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευχείρωτος
ευχελαίου	=	ευχέλαιο
ευχελαίων	=	ευχέλαιο
ευχερές	=	ευχερής
ευχερή	=	ευχερής
ευχερής	adj	που αντιμετωπίζεται, επιτυγχάνεται με ευκολία, χωρίς προβλήματα
ευχερείς	=	ευχερής
ευχερειών	noun	γενική πληθυντικού του ευχέρεια
ευχερούς	=	ευχερής
ευχερών	=	ευχερής
ευχετήρια	=	ευχετήριος
ευχετήριας	=	ευχετήριος
ευχετήριε	=	ευχετήριος
ευχετήριες	=	ευχετήριος
ευχετήριο	=	ευχετήριος
ευχετήριοι	=	ευχετήριος
ευχετήριος	adj	με τον οποίο εκφράζουμε ή στέλνουμε τις ευχές μας
ευχετήριου	=	ευχετήριος
ευχετήριους	=	ευχετήριος
ευχετήριων	=	ευχετήριος
ευχετίδων	=	ευχέτης
ευχετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχετικό
ευχετικέ	adj	κλητική ενικού του ευχετικός
ευχετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχετική
ευχετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευχετικός
ευχετικής	adj	γενική ενικού του ευχετική
ευχετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευχετικός
ευχετικού	adj	γενική ενικού του ευχετικός
ευχετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευχετικός
ευχετικό	adj	αιτιατική ενικού του ευχετικός
ευχετικός	adj	που έχει σχέση με ευχή ή εκφράζει ευχή
ευχετικών	adj	γενική πληθυντικού του ευχετικός
ευχετών	=	ευχέτης
ευχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθήκαν	=	εύχομαι
ευχηθήκανε	=	εύχομαι
ευχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχηθούνε	=	εύχομαι
ευχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εύχομαι
ευχητήριος	adj|rare	άλλη μορφή του ευχετήριος
ευχολογίου	noun	γενική ενικού του ευχολόγιο
ευχολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ευχολόγιο
ευχολογικά	=	ευχολογικός
ευχολογικέ	=	ευχολογικός
ευχολογικές	=	ευχολογικός
ευχολογική	=	ευχολογικός
ευχολογικής	=	ευχολογικός
ευχολογικοί	=	ευχολογικός
ευχολογικού	=	ευχολογικός
ευχολογικούς	=	ευχολογικός
ευχολογικό	=	ευχολογικός
ευχολογικός	adj	σχετικός με την ευχολογία
ευχολογικών	=	ευχολογικός
ευχολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχολόγιο
ευχολόγιο	noun	λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το τελετουργικό τυπικό που ισχύει σε κάθε ακολουθία και τις ανάλογες ευχές.
ευχολόγιου	noun	γενική ενικού του ευχολόγιο
ευχολόγιων	noun	γενική πληθυντικού του ευχολόγιο
ευχολόχρηστα	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστε	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστες	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστη	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστης	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστο	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστοι	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστος	adj	εύκολος στην χρήση
ευχολόχρηστου	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστους	=	ευχολόχρηστος
ευχολόχρηστων	=	ευχολόχρηστος
ευχρηστία	noun	η ευκολία χρήσης ή χρησιμοποίησης κάποιου πράγματος
ευχρηστίας	noun	γενική ενικού του ευχρηστία
ευχρηστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευχρηστία
ευχρηστιών	noun	γενική πληθυντικού του ευχρηστία
ευχόμασταν	=	εύχομαι
ευχόμαστε	=	εύχομαι
ευχόμεθα	=	εύχομαι
ευχόμενος	=	εύχομαι
ευχόμουν	=	εύχομαι
ευχόμουνα	=	εύχομαι
ευχόντουσαν	=	εύχομαι
ευχόσασταν	=	εύχομαι
ευχόσαστε	=	εύχομαι
ευχόσουν	=	εύχομαι
ευχόσουνα	=	εύχομαι
ευχόταν	=	εύχομαι
ευχότανε	=	εύχομαι
ευχών	noun	γενική πληθυντικού του ευχή
ευψυχία	noun|formal	γενναιότητα, ψυχικό σθένος
ευψυχίας	noun	γενική ενικού του ευψυχία
ευψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευψυχία
ευψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του ευψυχία
ευωδάω	=	ευωδιάζω
ευωδία	=	ευωδιά
ευωδίας	=	ευωδιά
ευωδίασα	=	ευωδιάζω
ευωδίες	=	ευωδιά
ευωδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευωδερός	adv|literary	άλλη μορφή του ευωδιαστά
ευωδερέ	adj	κλητική ενικού του ευωδερός
ευωδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωδερή
ευωδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευωδερός
ευωδερής	adj	γενική ενικού του ευωδερή
ευωδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευωδερός
ευωδερού	adj	γενική ενικού του ευωδερός
ευωδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευωδερός
ευωδερό	adj	αιτιατική ενικού του ευωδερός
ευωδερός	adj|literary	άλλη μορφή του ευωδιαστός
ευωδερών	adj	γενική πληθυντικού του ευωδερός
ευωδιά	noun	ευχάριστη μυρωδιά
ευωδιάζω	verb	αναδίδω ωραία μυρωδιά, μυρίζω ωραία
ευωδιάς	noun	γενική ενικού του ευωδιά
ευωδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευωδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωδιά
ευωδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωδιασμένο
ευωδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ευωδιασμένος
ευωδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωδιασμένη
ευωδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευωδιασμένος
ευωδιασμένης	verb	γενική ενικού του ευωδιασμένη
ευωδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ευωδιασμένος
ευωδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευωδιασμένος
ευωδιασμένος	verb	που ευωδιάζει, ευωδιαστός
ευωδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευωδιασμένος
ευωδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ευωδιασμένος
ευωδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευωδιασμένος
ευωδιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωδιαστό	adv	με ευωδιαστό τρόπο, με ευωδία
ευωδιαστέ	adj	κλητική ενικού του ευωδιαστός
ευωδιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωδιαστή
ευωδιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευωδιαστός
ευωδιαστής	adj	γενική ενικού του ευωδιαστή
ευωδιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευωδιαστός
ευωδιαστού	adj	γενική ενικού του ευωδιαστός
ευωδιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευωδιαστός
ευωδιαστό	adj	αιτιατική ενικού του ευωδιαστός
ευωδιαστός	adj	που μυρίζει πολύ όμορφα, που αναδίδει μια ευωδία
ευωδιαστών	adj	γενική πληθυντικού του ευωδιαστός
ευωδιών	=	ευωδιά
ευωδώ	verb|formal	άλλη μορφή του ευωδιάζω
ευωδών	=	ευώδης
ευωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ευωδώ
ευωχία	noun	το πλούσιο φαγοπότι και γλέντι
ευωχίας	noun	γενική ενικού του ευωχία
ευωχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευωχία
ευωχιών	noun	γενική πληθυντικού του ευωχία
ευωχούμαι	verb	μετέχω σε ευωχία
ευόδωση	noun	το αποτέλεσμα του ευοδώνω· η επιτυχημένη έκβαση, η τελεσφόρηση
ευόδωσης	=	ευόδωση
ευόρκως	adv|formal	με εύορκο τρόπο, τηρώντας τον όρκο
ευόφθαλμα	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμε	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμες	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμη	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμης	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμο	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμοι	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμος	adj|formal	που έχει ωραία μάτια
ευόφθαλμου	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμους	=	ευόφθαλμος
ευόφθαλμων	=	ευόφθαλμος
ευώδεις	=	ευώδης
ευώδες	=	ευώδης
ευώδη	=	ευώδης
ευώδης	adj|formal	που έχει όμορφη μυρωδιά (ευωδιά)
ευώδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευώδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευώδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευώδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευωδιάζω
ευώδους	=	ευώδης
ευώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευώνυμο
ευώνυμε	adj	κλητική ενικού του ευώνυμος
ευώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευώνυμη
ευώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευώνυμος
ευώνυμης	adj	γενική ενικού του ευώνυμη
ευώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του ευώνυμος
ευώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ευώνυμος
ευώνυμος	adj|archaic	αριστερός στην παγιωμένη έκφραση εξ ευωνύμων (εξ αριστερών)
ευώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ευώνυμος
ευώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ευώνυμος
ευώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευώνυμος
εφ	abbrev	η επιστημονική φαντασία
εφ-εμ	noun	σύστημα αναλογικής ραδιοφωνικής εκπομπής που στηρίζεται στη διαμόρφωση της συχνότητας του φέροντος κύματος, σε αντιδιαστολή προς τη διαμόρφωση πλάτους (AM, Amplitude Modulation)
εφάμιλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφάμιλλο
εφάμιλλε	adj	κλητική ενικού του εφάμιλλος
εφάμιλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφάμιλλη
εφάμιλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφάμιλλος
εφάμιλλης	adj	γενική ενικού του εφάμιλλη
εφάμιλλο	adj	αιτιατική ενικού του εφάμιλλος
εφάμιλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφάμιλλος
εφάμιλλος	adj	ίσος σε αξία, ισάξιος
εφάμιλλου	adj	γενική ενικού του εφάμιλλος
εφάμιλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφάμιλλος
εφάμιλλων	adj	γενική πληθυντικού του εφάμιλλος
εφάπαξ	adv	μια μόνο φορά	noun|figurative	χρηματικό ποσό που παίρνει κάποιος από το ασφαλιστικό του ταμείο όταν βγαίνει στη σύνταξη
εφάπλωμα	noun|formal	το πάπλωμα
εφάπτεσαι	=	εφάπτομαι
εφάπτεσθε	=	εφάπτομαι
εφάπτεστε	=	εφάπτομαι
εφάπτεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εφάπτομαι
εφάπτομαι	verb	για επιφάνεια που έρχεται σε επαφή με ένα ή πολλά σημεία μιας άλλης επιφάνειας
εφάπτονται	=	εφάπτομαι
εφάπτονταν	=	εφάπτομαι
εφάρμοζα	=	εφαρμόζω
εφάρμοζαν	=	εφαρμόζω
εφάρμοζε	=	εφαρμόζω
εφάρμοζες	=	εφαρμόζω
εφάρμοσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφάρμοσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφάρμοσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφάρμοσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφάψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έφαψη
εφάψεων	noun	γενική πληθυντικού του έφαψη
εφάψεως	noun|formal	γενική ενικού του έφαψη
εφέ	noun	οπτικό, ηχητικό ή άλλο στοιχείο (σε κινηματογραφικό έργο, θεατρική παράσταση κ.λπ.) που (με εντυπωσιακό συνήθως τρόπο) τραβά την προσοχή κάποιου ή προσδίδει αληθοφάνεια
εφέδρα	noun	γένος θάμνων της οικογένειας Ephedraceae, που είναι πολυετείς και έχουν λεπτούς πράσινους βλαστούς και πολύ μικρά λεπιοειδή φύλλα, ενώ ορισμένα είδη τους περιέχουν εφεδρίνη, παρουσιάζοντας έτσι φαρμακευτικές ιδιότητες
εφέδρανα	=	εφέδρανο
εφέδρανο	noun	ειδική κατασκευή που τοποθετείται συνήθως στα θεμέλια μιας οικοδομής ή στη βάση ενός κατασκευάσματος και παρέχει αντισεισμική και αντικραδασμική προστασία
εφέδρανου	=	εφέδρανο
εφέδρανων	=	εφέδρανο
εφέδρας	=	εφέδρα
εφέδρες	=	εφέδρα
εφέδρου	noun	γενική ενικού του έφεδρος
εφέδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έφεδρος
εφέδρων	noun	γενική πληθυντικού του έφεδρος
εφέλκω	verb|formal	έλκω, σύρω, τραβώ
εφένδες	=	εφένδης
εφένδη	=	εφένδης
εφένδης	noun|formal	άλλη μορφή του εφέντης
εφέντες	=	εφέντης
εφέντη	=	εφέντης
εφέντης	noun|dated	Τούρκος ή Αιγύπτιος αξιωματούχος ή ευγενής
εφέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έφεση
εφέσεων	noun	γενική πληθυντικού του έφεση
εφέσεως	noun|formal	γενική ενικού του έφεση
εφέσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφέσιμο
εφέσιμε	adj	κλητική ενικού του εφέσιμος
εφέσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφέσιμη
εφέσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφέσιμος
εφέσιμης	adj	γενική ενικού του εφέσιμη
εφέσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εφέσιμος
εφέσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφέσιμος
εφέσιμος	adj	που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης
εφέσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφέσιμος
εφέσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφέσιμος
εφέσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφέσιμος
εφέστια	=	εφέστιος
εφέστιας	=	εφέστιος
εφέστιε	=	εφέστιος
εφέστιες	=	εφέστιος
εφέστιο	=	εφέστιος
εφέστιοι	=	εφέστιος
εφέστιος	adj|formal	που βρίσκεται κοντά στην εστία
εφέστιου	=	εφέστιος
εφέστιους	=	εφέστιος
εφέστιων	=	εφέστιος
εφέτες	=	εφέτης
εφέτη	=	εφέτης
εφέτης	noun	ο ανώτερος δικαστής, το μέλος εφετείου
εφέτος	adv|formal	άλλη μορφή του φέτος
εφήβαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφήβαιο
εφήβαιο	noun	η τριγωνική περιοχή στο κάτω μέρος του υπογαστρίου που καλύπτεται από τρίχωμα από την περίοδο της εφηβείας και κατόπιν
εφήβαιου	noun	γενική ενικού του εφήβαιο
εφήβαιων	noun	γενική πληθυντικού του εφήβαιο
εφήβου	=	έφηβος
εφήβους	=	έφηβος
εφήβων	=	έφηβος
εφήμερα	noun	οι εφήμερες χαρές ή απολαύσεις	adv	με εφήμερο τρόπο, σε εφήμερη διάσταση
εφήμερε	=	εφήμερος
εφήμερες	=	εφήμερος
εφήμερη	=	εφήμερος
εφήμερης	=	εφήμερος
εφήμερο	=	εφήμερος
εφήμεροι	=	εφήμερος
εφήμερος	adj	που διαρκεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα
εφήμερου	=	εφήμερος
εφήμερους	=	εφήμερος
εφήμερων	=	εφήμερος
εφίδρωση	noun	έκχυση ιδρώτα στην επιδερμίδα των εμβίων μέσω των πόρων του σώματος, ίδρωμα
εφίδρωσης	noun	γενική ενικού του εφίδρωση
εφίππια	=	εφίππιο
εφίππιο	noun|formal	η σέλα
εφίππιου	=	εφίππιο
εφίστια	=	εφίστιος
εφίστιας	=	εφίστιος
εφίστιε	=	εφίστιος
εφίστιες	=	εφίστιος
εφίστιο	=	εφίστιος
εφίστιοι	=	εφίστιος
εφίστιος	adj	αυτός που φέρεται μόνιμα επί του ιστού, στην κορυφή του ιστού.
εφίστιου	=	εφίστιος
εφίστιους	=	εφίστιος
εφίστιων	=	εφίστιος
εφα	abbrev	περιφερειακή διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού (ΥΠΠΟ) της Ελλάδας με χωρικές αρμοδιότητες σε αρχαιολογικά ζητήματα
εφαλτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαλτήριο
εφαλτήριο	noun	κατασκευή που μοιάζει με άλογο και την χρησιμοποιούν οι αθλητές υπερπηδώντας την ή εκτελώντας διάφορες ασκήσεις
εφαλτήριου	=	εφαλτήριο
εφαλτηρίου	noun	γενική ενικού του εφαλτήριο
εφαλτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του εφαλτήριο
εφαπλωμάτων	=	εφάπλωμα
εφαπλωματοποιέ	noun	κλητική ενικού του εφαπλωματοποιός
εφαπλωματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφαπλωματοποιός
εφαπλωματοποιού	noun	γενική ενικού του εφαπλωματοποιός
εφαπλωματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφαπλωματοποιός
εφαπλωματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του εφαπλωματοποιός
εφαπλωματοποιός	noun|formal	άλλη μορφή του παπλωματοποιός
εφαπλωματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του εφαπλωματοποιός
εφαπλώματα	=	εφάπλωμα
εφαπλώματος	=	εφάπλωμα
εφαπτομένη	noun	ευθεία γραμμή που έχει ένα μόνο κοινό σημείο με μια καμπύλη γραμμή, ή μια καμπύλη επιφάνεια, χωρίς να την τέμνει
εφαπτομένης	=	εφαπτομένη
εφαπτομένων	=	εφαπτομένη
εφαπτόμασταν	=	εφάπτομαι
εφαπτόμαστε	=	εφάπτομαι
εφαπτόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαπτόμενο
εφαπτόμενε	verb	κλητική ενικού του εφαπτόμενος
εφαπτόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαπτόμενη
εφαπτόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφαπτόμενος
εφαπτόμενης	verb	γενική ενικού του εφαπτόμενη
εφαπτόμενο	verb	αιτιατική ενικού του εφαπτόμενος
εφαπτόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφαπτόμενος
εφαπτόμενος	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εφάπτομαι
εφαπτόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφαπτόμενος
εφαπτόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εφαπτόμενος
εφαπτόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφαπτόμενος
εφαπτόσασταν	=	εφάπτομαι
εφαπτόσαστε	=	εφάπτομαι
εφαπτόσουν	=	εφάπτομαι
εφαπτόταν	=	εφάπτομαι
εφαρμογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμογή
εφαρμογή	noun	η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια, το άπλωμα, ο απλωμός
εφαρμογής	=	εφαρμογή
εφαρμογίδια	=	εφαρμογίδιο
εφαρμογίδιο	noun	μικροεφαρμογή
εφαρμογίδιου	=	εφαρμογίδιο
εφαρμογίδιων	=	εφαρμογίδιο
εφαρμογών	=	εφαρμογή
εφαρμοζόμασταν	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόμαστε	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόμενος	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόμουν	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόμουνα	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόντουσαν	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόσασταν	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόσαστε	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόσουν	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόσουνα	=	εφαρμόζω
εφαρμοζόταν	=	εφαρμόζω
εφαρμοζότανε	=	εφαρμόζω
εφαρμοσιμοτήτων	=	εφαρμοσιμότητα
εφαρμοσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή ο βαθμός κατά τον οποίο κάτι μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη
εφαρμοσιμότητας	=	εφαρμοσιμότητα
εφαρμοσιμότητες	=	εφαρμοσιμότητα
εφαρμοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοσμένο
εφαρμοσμένε	verb	κλητική ενικού του εφαρμοσμένος
εφαρμοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοσμένη
εφαρμοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφαρμοσμένος
εφαρμοσμένης	verb	γενική ενικού του εφαρμοσμένη
εφαρμοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του εφαρμοσμένος
εφαρμοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοσμένος
εφαρμοσμένος	verb	που εφαρμόζεται
εφαρμοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφαρμοσμένος
εφαρμοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εφαρμοσμένος
εφαρμοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφαρμοσμένος
εφαρμοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοστό	adv	με εφαρμοστό τρόπο
εφαρμοστέ	adj	κλητική ενικού του εφαρμοστός
εφαρμοστέα	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέας	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέε	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέες	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέο	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέοι	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέος	adj	που πρέπει να εφαρμοστεί
εφαρμοστέου	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστέους	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοστή
εφαρμοστέων	=	εφαρμοστέος
εφαρμοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφαρμοστός
εφαρμοστήκαμε	=	εφαρμόζω
εφαρμοστήκαν	=	εφαρμόζω
εφαρμοστήκανε	=	εφαρμόζω
εφαρμοστήκατε	=	εφαρμόζω
εφαρμοστήρια	=	εφαρμοστήριο
εφαρμοστήριο	noun	εργαστήριο τεχνολογίας μηχανολογικών κατασκευών
εφαρμοστήριου	=	εφαρμοστήριο
εφαρμοστήριων	=	εφαρμοστήριο
εφαρμοστής	noun	επαγγελματίας που συναρμολογεί μηχανές ή τμήματα αυτών	adj	γενική ενικού του εφαρμοστή
εφαρμοστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφαρμόζομαι
εφαρμοστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζομαι
εφαρμοστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζομαι
εφαρμοστηρίου	=	εφαρμοστήριο
εφαρμοστηρίων	=	εφαρμοστήριο
εφαρμοστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοστικό
εφαρμοστικέ	adj	κλητική ενικού του εφαρμοστικός
εφαρμοστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοστική
εφαρμοστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφαρμοστικός
εφαρμοστικής	adj	γενική ενικού του εφαρμοστική
εφαρμοστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοστικός
εφαρμοστικού	adj	γενική ενικού του εφαρμοστικός
εφαρμοστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφαρμοστικός
εφαρμοστικό	adj	αιτιατική ενικού του εφαρμοστικός
εφαρμοστικός	adj	που έχει σχέση με την εφαρμογή, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
εφαρμοστικών	adj	γενική πληθυντικού του εφαρμοστικός
εφαρμοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφαρμοστός
εφαρμοστού	adj	γενική ενικού του εφαρμοστός
εφαρμοστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζομαι
εφαρμοστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζομαι
εφαρμοστούνε	=	εφαρμόζω
εφαρμοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφαρμοστός
εφαρμοστό	adj	αιτιατική ενικού του εφαρμοστός
εφαρμοστός	adj	που εφαρμόζει, που ταιριάζει τέλεια, που έχει καλή εφαρμογή, που αγκαλιάζει απολύτως το σώμα
εφαρμοστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζομαι
εφαρμοστών	adj	γενική πληθυντικού του εφαρμοστός
εφαρμόζαμε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζαν	=	εφαρμόζω
εφαρμόζανε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζατε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εφαρμόζω
εφαρμόζεις	=	εφαρμόζω
εφαρμόζεσαι	=	εφαρμόζω
εφαρμόζεστε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εφαρμόζομαι
εφαρμόζετε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόζομε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του εφαρμόζομαι
εφαρμόζονταν	=	εφαρμόζω
εφαρμόζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόζουμε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζουν	=	εφαρμόζω
εφαρμόζουνε	=	εφαρμόζω
εφαρμόζω	verb	ταιριάζω στην αναλογία, το σχέδιο ή την μορφή με κάτι άλλο
εφαρμόσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσαν	=	εφαρμόζω
εφαρμόσανε	=	εφαρμόζω
εφαρμόσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμόσιμο
εφαρμόσιμε	adj	κλητική ενικού του εφαρμόσιμος
εφαρμόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφαρμόσιμη
εφαρμόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφαρμόσιμος
εφαρμόσιμης	adj	γενική ενικού του εφαρμόσιμη
εφαρμόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του εφαρμόσιμος
εφαρμόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφαρμόσιμος
εφαρμόσιμος	adj	που μπορεί να εφαρμοστεί
εφαρμόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφαρμόσιμος
εφαρμόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφαρμόσιμος
εφαρμόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφαρμόσιμος
εφαρμόσομε	=	εφαρμόζω
εφαρμόσου	=	εφαρμόζω
εφαρμόσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαρμόσουνε	=	εφαρμόζω
εφαρμόστε	=	εφαρμόζω
εφαρμόστηκα	=	εφαρμόζω
εφαρμόστηκαν	=	εφαρμόζω
εφαρμόστηκε	=	εφαρμόζω
εφαρμόστηκες	=	εφαρμόζω
εφαρμόσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφαρμόζω
εφαψία	=	εφαψίας
εφαψίας	noun	κάποιος που νιώθει σεξουαλική διέγερση, όταν έρχεται σε απτική επαφή με άλλα άτομα, ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ατόμων
εφαψίες	=	εφαψίας
εφαψιών	=	εφαψίας
εφεδρίνες	=	εφεδρίνη
εφεδρίνη	noun	ουσία με διεγερτική δράση, που παράγεται από ορισμένα είδη εφέδρας ή συνθετικά και χρησιμοποιείται κυρίως σε φάρμακα για τη διευκόλυνση της αναπνοής, την αποσυμφόρηση αλλά και ως αναβολικό
εφεδρίνης	=	εφεδρίνη
εφεδρεία	noun	ένα σύνολο στρατιωτών, συμπληρωματικό της κύριας στρατιωτικής δύναμης, που βρίσκεται σε ετοιμότητα στα μετόπισθεν, έτοιμο να επέμβει, αν χρειαστεί
εφεδρείας	noun	γενική ενικού του εφεδρεία
εφεδρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεδρεία
εφεδρειών	noun	γενική πληθυντικού του εφεδρεία
εφεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεδρικό	adv	κατά τρόπο εφεδρικό
εφεδρικέ	adj	κλητική ενικού του εφεδρικός
εφεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεδρική
εφεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφεδρικός
εφεδρικής	adj	γενική ενικού του εφεδρική
εφεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφεδρικός
εφεδρικού	adj	γενική ενικού του εφεδρικός
εφεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφεδρικός
εφεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του εφεδρικός
εφεδρικός	adj	σχετικός με τους έφεδρους και την εφεδρεία
εφεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του εφεδρικός
εφεδρινών	=	εφεδρίνη
εφεδρών	=	εφέδρα
εφεε	abbrev	η φοιτητική ένωση στην Ελλάδα
εφεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεκτικό
εφεκτικέ	adj	κλητική ενικού του εφεκτικός
εφεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεκτική
εφεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφεκτικός
εφεκτικής	adj	γενική ενικού του εφεκτική
εφεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφεκτικός
εφεκτικοτήτων	=	εφεκτικότητα
εφεκτικού	adj	γενική ενικού του εφεκτικός
εφεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφεκτικός
εφεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του εφεκτικός
εφεκτικός	adj|archaic	που χαρακτηρίζεται από δισταγμό και επιφυλακτικότητα, συχνά αναβάλλοντας να εκφράσει μια οριστική άποψη ή να αναλάβει άμεση δράση.
εφεκτικότητα	noun	επιφυλακτικότητα, διστακτικότητα
εφεκτικότητας	noun	γενική ενικού του εφεκτικότητα
εφεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεκτικότητα
εφεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του εφεκτικός
εφελκίδα	noun	αποξηραμένο αίμα, ορός, πύον ή άλλο προϊόν εξίδρωσης που σχηματίζει κρούστα, συνήθως πάνω από προηγούμενη δερματική βλάβη
εφελκίδας	=	εφελκίδα
εφελκίδες	noun	εφελκίδα / ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφελκίς
εφελκίδων	=	εφελκίδα
εφελκίς	noun	(ιατρική, λόγιο μονοτονική γραφή του ἐφελκίς (καθαρεύουσα), η εφελκίδα
εφελκιδωδών	=	εφελκιδώδης
εφελκιδώδεις	=	εφελκιδώδης
εφελκιδώδες	=	εφελκιδώδης
εφελκιδώδη	=	εφελκιδώδης
εφελκιδώδης	adj	που είναι γεμάτος εφελκίδες
εφελκιδώδους	=	εφελκιδώδης
εφελκυσμέ	noun	κλητική ενικού του εφελκυσμός
εφελκυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφελκυσμός
εφελκυσμού	noun	γενική ενικού του εφελκυσμός
εφελκυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφελκυσμός
εφελκυσμό	noun	αιτιατική ενικού του εφελκυσμός
εφελκυσμός	noun	η άσκηση δύο ισοδύναμων αλλά αντίρροπων δυνάμεων πάνω σ' ένα σώμα, που τείνουν να οδηγήσουν στο τέντωμά του
εφελκυσμών	noun	γενική πληθυντικού του εφελκυσμός
εφελκυστικά	=	εφελκυστικός
εφελκυστικέ	=	εφελκυστικός
εφελκυστικές	=	εφελκυστικός
εφελκυστική	=	εφελκυστικός
εφελκυστικής	=	εφελκυστικός
εφελκυστικοί	=	εφελκυστικός
εφελκυστικού	=	εφελκυστικός
εφελκυστικούς	=	εφελκυστικός
εφελκυστικό	=	εφελκυστικός
εφελκυστικός	adj	που προκαλεί ή σχετίζεται με τον εφελκυσμό
εφελκυστικών	=	εφελκυστικός
εφελκύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφελκύω
εφελκύω	verb	ασκώ εφελκυσμό
εφενδών	=	εφένδης
εφεντών	=	εφέντης
εφεξής	adv	από εδώ και πέρα, στο εξής
εφεσίβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσίβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσίβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσίβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσίβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεσίβλητο
εφεσίβλητε	adj	κλητική ενικού του εφεσίβλητος
εφεσίβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεσίβλητη
εφεσίβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφεσίβλητος
εφεσίβλητης	adj	γενική ενικού του εφεσίβλητη
εφεσίβλητο	adj	αιτιατική ενικού του εφεσίβλητος
εφεσίβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφεσίβλητος
εφεσίβλητος	adj	εναντίον του οποίου έχει ασκηθεί ή μπορεί να ασκηθεί έφεση
εφεσίβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφεσίβλητος
εφεσίβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφεσίβλητος
εφεσίβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφεσίβλητος
εφεσείουσα	noun	θηλυκό του εφεσείων
εφεσείων	noun	ο προσφεύγων σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την αναθεώρηση δικαστικής απόφασης, ο διάδικος που ασκεί έφεση κατά δικαστικής απόφασης
εφεσιβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλλω	verb	προσβάλλω πρωτόδικη απόφαση δικαστηρίου και την παραπέμπω σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο για έλεγχο
εφεσιβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφεσιβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφεσιβάλλω
εφετ	abbrev	ελληνικός δημόσιος φορέας ελέγχου της ποιότητας των τροφίμων
εφετεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφετείο
εφετείο	noun	δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εκδικάζει εφέσεις
εφετείου	noun	γενική ενικού του εφετείο
εφετείων	noun	γενική πληθυντικού του εφετείο
εφετζή	=	εφετζής
εφετζήδες	=	εφετζής
εφετζήδων	=	εφετζής
εφετζής	noun	αυτός που επιδιώκει συστηματικά να εντυπωσιάζει τους άλλους με τη συμπεριφορά ή την εμφάνισή του
εφετζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εφετζίδικος	adv	με εφετζίδικο τρόπο
εφετζίδικε	adj	κλητική ενικού του εφετζίδικος
εφετζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφετζίδικη
εφετζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφετζίδικος
εφετζίδικης	adj	γενική ενικού του εφετζίδικη
εφετζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του εφετζίδικος
εφετζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφετζίδικος
εφετζίδικος	adj	που προσπαθεί να εντυπωσιάσει κάνοντας διάφορα εφέ
εφετζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφετζίδικος
εφετζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφετζίδικος
εφετζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφετζίδικος
εφετικά	adj	εφετικά ρήματα της αρχαίας ελληνικής σε -ιάω ή -είω, όπως μητιάω, κλαυσιάω, τυραννησείω
εφετικέ	adj	κλητική ενικού του εφετικός
εφετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφετική
εφετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφετικός
εφετικής	adj	γενική ενικού του εφετική
εφετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφετικός
εφετικού	adj	γενική ενικού του εφετικός
εφετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφετικός
εφετικό	adj	αιτιατική ενικού του εφετικός
εφετικός	adj	γραμμ. ο γραμματικός τύπος που δηλώνει σφοδρή επιθυμία
εφετικών	adj	γενική πληθυντικού του εφετικός
εφετινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφετινό	adv	άλλη μορφή του φετινά
εφετινέ	adj	κλητική ενικού του εφετινός
εφετινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφετινή
εφετινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφετινός
εφετινής	adj	γενική ενικού του εφετινή
εφετινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφετινός
εφετινού	adj	γενική ενικού του εφετινός
εφετινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφετινός
εφετινό	adj	αιτιατική ενικού του εφετινός
εφετινός	adj	άλλη μορφή του φετινός
εφετινών	adj	γενική πληθυντικού του εφετινός
εφετών	=	εφέτης
εφευρέθηκα	=	εφευρίσκω
εφευρέθηκαν	=	εφευρίσκω
εφευρέθηκε	=	εφευρίσκω
εφευρέθηκες	=	εφευρίσκω
εφευρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεύρεση
εφευρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του εφεύρεση
εφευρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του εφεύρεση
εφευρέσου	=	εφευρίσκω
εφευρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφευρέτης
εφευρέτη	=	εφευρέτης
εφευρέτης	noun	αυτός που επινοεί κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως
εφευρέτρια	noun	εφευρέτης
εφευρέτριας	noun	γενική ενικού του εφευρέτρια
εφευρέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφευρέτρια
εφευρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφεύρημα
εφευρήματος	noun	γενική ενικού του εφεύρημα
εφευρίσκαμε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκαν	=	εφευρίσκω
εφευρίσκανε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκατε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκει	=	εφευρίσκω
εφευρίσκεις	=	εφευρίσκω
εφευρίσκεσαι	=	εφευρίσκω
εφευρίσκεστε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκεται	=	εφευρίσκω
εφευρίσκετε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκομαι	=	εφευρίσκω
εφευρίσκομε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκονται	=	εφευρίσκω
εφευρίσκονταν	=	εφευρίσκω
εφευρίσκοντας	=	εφευρίσκω
εφευρίσκου	=	εφευρίσκω
εφευρίσκουμε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκουν	=	εφευρίσκω
εφευρίσκουνε	=	εφευρίσκω
εφευρίσκω	verb	επινοώ κάτι (μια μέθοδο, μια συσκευή κ.λπ.) που δεν υπήρχε προηγουμένως
εφευρεθήκαμε	=	εφευρίσκω
εφευρεθήκαν	=	εφευρίσκω
εφευρεθήκανε	=	εφευρίσκω
εφευρεθήκατε	=	εφευρίσκω
εφευρεθεί	=	εφευρίσκω
εφευρεθείς	=	εφευρίσκω
εφευρεθείτε	=	εφευρίσκω
εφευρεθούμε	=	εφευρίσκω
εφευρεθούν	=	εφευρίσκω
εφευρεθούνε	=	εφευρίσκω
εφευρεθώ	=	εφευρίσκω
εφευρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφευρετικό
εφευρετικέ	adj	κλητική ενικού του εφευρετικός
εφευρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφευρετική
εφευρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφευρετικός
εφευρετικής	adj	γενική ενικού του εφευρετική
εφευρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφευρετικός
εφευρετικοτήτων	=	εφευρετικότητα
εφευρετικού	adj	γενική ενικού του εφευρετικός
εφευρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφευρετικός
εφευρετικό	adj	αιτιατική ενικού του εφευρετικός
εφευρετικός	adj	που έχει την ικανότητα να κάνει εφευρέσεις
εφευρετικότητα	noun	η ιδιότητα του εφευρετικού
εφευρετικότητας	noun	γενική ενικού του εφευρετικότητα
εφευρετικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφευρετικότητα
εφευρετικών	adj	γενική πληθυντικού του εφευρετικός
εφευρετριών	noun	γενική πληθυντικού του εφευρέτρια
εφευρετών	=	εφευρέτης
εφευρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του εφεύρημα
εφευρημένος	=	εφευρίσκω
εφευρισκόμασταν	=	εφευρίσκω
εφευρισκόμαστε	=	εφευρίσκω
εφευρισκόμενος	=	εφευρίσκω
εφευρισκόμουν	=	εφευρίσκω
εφευρισκόμουνα	=	εφευρίσκω
εφευρισκόντουσαν	=	εφευρίσκω
εφευρισκόσασταν	=	εφευρίσκω
εφευρισκόσαστε	=	εφευρίσκω
εφευρισκόσουν	=	εφευρίσκω
εφευρισκόσουνα	=	εφευρίσκω
εφευρισκόταν	=	εφευρίσκω
εφευρισκότανε	=	εφευρίσκω
εφεύρα	=	εφευρίσκω
εφεύραμε	=	εφευρίσκω
εφεύραν	=	εφευρίσκω
εφεύρανε	=	εφευρίσκω
εφεύρατε	=	εφευρίσκω
εφεύρε	=	εφευρίσκω
εφεύρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφεύρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφεύρες	=	εφευρίσκω
εφεύρεση	noun	η δημιουργία ενός νέου αντικειμένου, που δεν υπήρχε προηγουμένως ή εύρεση μιας νέας μεθόδου
εφεύρεσης	noun	γενική ενικού του εφεύρεση
εφεύρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφεύρημα	noun	η επινόηση κάποιας ανύπαρκτης δικαιολογίας ή προσχήματος, που ουσιαστικά δεν στέκει, με σκοπό την παραπλάνηση ή την αποφυγή κάποιας εργασίας
εφεύρισκα	=	εφευρίσκω
εφεύρισκαν	=	εφευρίσκω
εφεύρισκε	=	εφευρίσκω
εφεύρισκες	=	εφευρίσκω
εφεύρομε	=	εφευρίσκω
εφεύρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφεύρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφεύρουνε	=	εφευρίσκω
εφεύρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφηβαίου	noun	γενική ενικού του εφήβαιο
εφηβαίων	noun	γενική πληθυντικού του εφήβαιο
εφηβεία	noun	το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και την πορεία προς την πλήρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και την ωριμότητα
εφηβείας	noun	γενική ενικού του εφηβεία
εφηβείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφηβεία
εφηβειών	noun	γενική πληθυντικού του εφηβεία
εφηβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφηβικό
εφηβικέ	adj	κλητική ενικού του εφηβικός
εφηβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφηβική
εφηβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφηβικός
εφηβικής	adj	γενική ενικού του εφηβική
εφηβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφηβικός
εφηβικού	adj	γενική ενικού του εφηβικός
εφηβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφηβικός
εφηβικό	adj	αιτιατική ενικού του εφηβικός
εφηβικός	adj	που αναφέρεται στον έφηβο
εφηβικών	adj	γενική πληθυντικού του εφηβικός
εφηβοφιλία	noun	η ερωτική έλξη προς παιδιά εφηβικής ηλικίας
εφηβοφιλίας	noun	γενική ενικού του εφηβοφιλία
εφηβοφιλίες	=	εφηβοφιλία
εφηβοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του εφηβοφιλία
εφηλίδα	noun	φακίδα
εφηλίδας	=	εφηλίδα
εφηλίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφηλίδα
εφηλίδων	=	εφηλίδα
εφημέρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημέρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημέρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημέρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημέρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εφημερεύω
εφημέρευσης	=	εφημέρευση
εφημέριε	noun	κλητική ενικού του εφημέριος
εφημέριο	noun	αιτιατική ενικού του εφημέριος
εφημέριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφημέριος
εφημέριος	noun	ο ιερέας μιας ενορίας
εφημέριου	noun	γενική ενικού του εφημέριος
εφημέριους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφημέριος
εφημέριων	noun	γενική πληθυντικού του εφημέριος
εφημερία	noun	η υπηρεσία πέρα από το κανονικό πρόγραμμα και ωράριο
εφημερίας	noun	γενική ενικού του εφημερία
εφημερίδα	noun	περιοδική, συνήθως ημερήσια, έντυπη έκδοση που περιέχει τρέχοντα γεγονότα, διάφορα σχόλια, ποικίλες πληροφορίες, ανταποκρίσεις, διαφημίσεις και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με την επικαιρότητα.
εφημερίδας	=	εφημερίδα
εφημερίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφημερίδα
εφημερίδων	noun	γενική πληθυντικού του εφημερίδα
εφημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφημερία
εφημερίου	noun	γενική ενικού του εφημέριος
εφημερίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφημέριος
εφημερίων	noun	γενική πληθυντικού του εφημέριος
εφημερεία	=	εφημερείο
εφημερείο	noun|formal	χώρος νοσοκομείου όπου παραμένουν ή αναπαύονται οι γιατροί κατά την εφημερία τους
εφημερείου	=	εφημερείο
εφημερείων	=	εφημερείο
εφημερευουσών	=	εφημερεύων
εφημερευούσης	=	εφημερεύων
εφημερευόντων	=	εφημερεύων
εφημερεύον	=	εφημερεύων
εφημερεύοντα	=	εφημερεύων
εφημερεύοντας	=	εφημερεύων
εφημερεύοντες	=	εφημερεύων
εφημερεύοντος	=	εφημερεύων
εφημερεύουσα	=	εφημερεύων
εφημερεύουσας	=	εφημερεύων
εφημερεύουσες	=	εφημερεύων
εφημερεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσεων	=	εφημέρευση
εφημερεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφημερεύω
εφημερεύω	verb	εκτελώ κάποια υπηρεσία που μου έχει ανατεθεί στα πλαίσια της δουλειάς ή των αρμοδιοτήτων / καθηκόντων μου όλο το εικοσιτετράωρο ή όλη την ημέρα
εφημερεύων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εφημερεύω: που εφημερεύει, που έχει εφημερία, δηλαδή λειτουργεί\εργάζεται εκ περιτροπής, σε ώρες που κανονικά θα έπρεπε να μη λειτουργεί ή να μην εργάζεται (αργίες, εκτός ωραρίου)
εφημεριακά	=	εφημεριακός
εφημεριακέ	=	εφημεριακός
εφημεριακές	=	εφημεριακός
εφημεριακή	=	εφημεριακός
εφημεριακής	=	εφημεριακός
εφημεριακοί	=	εφημεριακός
εφημεριακού	=	εφημεριακός
εφημεριακούς	=	εφημεριακός
εφημεριακό	=	εφημεριακός
εφημεριακός	adj	που έχει σχέση με τον εφημέριο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
εφημεριακών	=	εφημεριακός
εφημεριδά	=	εφημεριδάς
εφημεριδάδες	=	εφημεριδάς
εφημεριδάδων	=	εφημεριδάς
εφημεριδάς	noun	δημοσιογράφος που εργάζεται κυρίως σε εφημερίδες
εφημεριδογράφε	=	εφημεριδογράφος
εφημεριδογράφο	=	εφημεριδογράφος
εφημεριδογράφοι	=	εφημεριδογράφος
εφημεριδογράφος	noun|dated	ο δημοσιογράφος, ο συντάκτης του τύπου, ο κονδυλοφόρος ή ο κοντυλοφόρος
εφημεριδογράφου	=	εφημεριδογράφος
εφημεριδογράφους	=	εφημεριδογράφος
εφημεριδογράφων	=	εφημεριδογράφος
εφημεριδογραφία	noun|dated	η δουλειά του εφημεριδογράφου
εφημεριδογραφίας	noun	γενική ενικού του εφημεριδογραφία
εφημεριδογραφίες	=	εφημεριδογραφία
εφημεριδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του εφημεριδογραφία
εφημεριδοπωλεία	=	εφημεριδοπωλείο
εφημεριδοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλάει εφημερίδες (περιοδικά και ενδεχομένως άλλα μικροπράγματα)
εφημεριδοπωλείου	=	εφημεριδοπωλείο
εφημεριδοπωλείων	=	εφημεριδοπωλείο
εφημεριδοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του εφημεριδοπώλισσα
εφημεριδοπωλών	=	εφημεριδοπώλης
εφημεριδοπώλες	=	εφημεριδοπώλης
εφημεριδοπώλη	=	εφημεριδοπώλης
εφημεριδοπώλης	noun	αυτός που πουλάει εφημερίδες, συνήθως στο δρόμο
εφημεριδοπώλισσα	=	εφημεριδοπώλης
εφημεριδοπώλισσας	noun	γενική ενικού του εφημεριδοπώλισσα
εφημεριδοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφημεριδοπώλισσα
εφημεριδοφάγε	noun	κλητική ενικού του εφημεριδοφάγος
εφημεριδοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του εφημεριδοφάγος
εφημεριδοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφημεριδοφάγος
εφημεριδοφάγος	noun	συστηματικός ή και μανιώδης αναγνώστης εφημερίδων
εφημεριδοφάγου	noun	γενική ενικού του εφημεριδοφάγος
εφημεριδοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφημεριδοφάγος
εφημεριδοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του εφημεριδοφάγος
εφημεριδού	noun	γυναίκα δημοσιογράφος που εργάζεται κυρίως σε εφημερίδες
εφημεριδούδες	=	εφημεριδού
εφημεριδούδων	=	εφημεριδού
εφημεριδούς	=	εφημεριδού
εφημεριών	noun	γενική πληθυντικού του εφημερία
εφησυχάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάζω	verb	παύω να ανησυχώ για κάτι και έτσι δε βρίσκομαι σε ετοιμότητα να αντιδράσω
εφησυχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εφησύχαση
εφησυχάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εφησύχαση
εφησυχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησυχασμέ	noun	κλητική ενικού του εφησυχασμός
εφησυχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφησυχασμένο
εφησυχασμένε	verb	κλητική ενικού του εφησυχασμένος
εφησυχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφησυχασμένη
εφησυχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφησυχασμένος
εφησυχασμένης	verb	γενική ενικού του εφησυχασμένη
εφησυχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εφησυχασμένος
εφησυχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφησυχασμένος
εφησυχασμένος	verb	που έχει εφησυχάσει, που αδικαιολόγητα έχει πάψει να ανησυχεί για το τι συμβαίνει γύρω του
εφησυχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφησυχασμένος
εφησυχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εφησυχασμένος
εφησυχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφησυχασμένος
εφησυχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφησυχασμός
εφησυχασμού	noun	γενική ενικού του εφησυχασμός
εφησυχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφησυχασμός
εφησυχασμό	noun	αιτιατική ενικού του εφησυχασμός
εφησυχασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εφησυχάζω
εφησυχασμών	noun	γενική πληθυντικού του εφησυχασμός
εφησυχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφησυχαστικό	adv	με εφησυχαστικό τρόπο, εφησυχάζοντας
εφησυχαστικέ	adj	κλητική ενικού του εφησυχαστικός
εφησυχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφησυχαστική
εφησυχαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφησυχαστικός
εφησυχαστικής	adj	γενική ενικού του εφησυχαστική
εφησυχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφησυχαστικός
εφησυχαστικού	adj	γενική ενικού του εφησυχαστικός
εφησυχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφησυχαστικός
εφησυχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εφησυχαστικός
εφησυχαστικός	adj	που έχει σχέση με τον εφησυχασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί
εφησυχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εφησυχαστικός
εφησύχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησύχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησύχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησύχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφησυχάζω
εφησύχαση	noun|rare	άλλη μορφή του εφησυχασμός
εφησύχασης	noun	γενική ενικού του εφησύχαση
εφηύρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφηύραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφηύραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφηύρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφηύρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφηύρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφευρίσκω
εφθάρη	verb	γ’ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος φθείρω
εφιάλτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιάλτης
εφιάλτη	=	εφιάλτης
εφιάλτης	noun	τρομαχτικό όνειρο
εφιέ	=	εφιός
εφιαλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιαλτικό	adv	με εφιαλτικό τρόπο
εφιαλτικέ	adj	κλητική ενικού του εφιαλτικός
εφιαλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιαλτική
εφιαλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφιαλτικός
εφιαλτικής	adj	γενική ενικού του εφιαλτική
εφιαλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφιαλτικός
εφιαλτικού	adj	γενική ενικού του εφιαλτικός
εφιαλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφιαλτικός
εφιαλτικό	adj	αιτιατική ενικού του εφιαλτικός
εφιαλτικός	adj	που δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και φόβο, σαν να βλέπει κάποιος εφιάλτη
εφιαλτικότατα	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατε	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατες	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατη	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατης	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατο	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατοι	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατος	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατου	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατους	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότατων	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερα	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερε	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερες	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερη	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερης	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερο	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότεροι	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερος	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερου	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερους	=	εφιαλτικός
εφιαλτικότερων	=	εφιαλτικός
εφιαλτικών	adj	γενική πληθυντικού του εφιαλτικός
εφιαλτών	=	εφιάλτης
εφιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιδρωτικό
εφιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του εφιδρωτικός
εφιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφιδρωτική
εφιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφιδρωτικός
εφιδρωτικής	adj	γενική ενικού του εφιδρωτική
εφιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφιδρωτικός
εφιδρωτικού	adj	γενική ενικού του εφιδρωτικός
εφιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφιδρωτικός
εφιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του εφιδρωτικός	noun	φάρμακο που προκαλεί εφίδρωση
εφιδρωτικός	adj	που προκαλεί την εφίδρωση
εφιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του εφιδρωτικός
εφιδρώνω	verb	ιδρώνω φυσιολογικά.
εφιδρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφίδρωση
εφιδρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εφίδρωση
εφιδρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εφίδρωση
εφικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφικτό	adv	με εφικτό τρόπο
εφικτέ	adj	κλητική ενικού του εφικτός
εφικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφικτή
εφικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφικτός
εφικτής	adj	γενική ενικού του εφικτή
εφικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφικτός
εφικτού	adj	γενική ενικού του εφικτός
εφικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφικτός
εφικτό	adj	αιτιατική ενικού του εφικτός
εφικτός	adj	που μπορεί να επιτευχθεί, κατορθωτός
εφικτότητα	noun|formal	η ιδιότητα κάποιου σχεδίου, έργου ή εγχειρήματος να είναι εφικτό ή πραγματοποιήσιμο υπό δεδομένες συνθήκες και μέσα
εφικτών	adj	γενική πληθυντικού του εφικτός
εφιλέ	adj	που έχει κοπεί σε πολύ λεπτές φέτες
εφιοί	=	εφιός
εφιού	=	εφιός
εφιούς	=	εφιός
εφιππίου	=	εφίππιο
εφιππίων	=	εφίππιο
εφιστώ	verb	εφιστώ την προσοχή κάποιου σε κάτι: ειδοποιώ κάποιον, τον κάνω να προσέξει κάτι
εφιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εφιστώ
εφιό	=	εφιός
εφιός	noun	το αστραπόφιδο
εφιών	=	εφιός
εφκ	abbrev	φόρος ο οποίος επιβάλλεται κατά την αγορά συγκεκριμένων αγαθών, όπως π.χ. τα καύσιμα
εφκα	abbrev	ελληνικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης
εφκιός	noun	αυτός, εκείνος
εφοδίαζα	=	εφοδιάζω
εφοδίαζαν	=	εφοδιάζω
εφοδίαζε	=	εφοδιάζω
εφοδίαζες	=	εφοδιάζω
εφοδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδίου	noun	γενική ενικού του εφόδιο
εφοδίων	noun	γενική πληθυντικού του εφόδιο
εφοδιάζαμε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζαν	=	εφοδιάζω
εφοδιάζανε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζατε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζει	=	εφοδιάζω
εφοδιάζεις	=	εφοδιάζω
εφοδιάζεσαι	=	εφοδιάζω
εφοδιάζεστε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζεται	=	εφοδιάζω
εφοδιάζετε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάζομε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζονται	=	εφοδιάζω
εφοδιάζονταν	=	εφοδιάζω
εφοδιάζοντας	=	εφοδιάζω
εφοδιάζουμε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζουν	=	εφοδιάζω
εφοδιάζουνε	=	εφοδιάζω
εφοδιάζω	verb	δίνω σε κάποιον τα απαραίτητα εφόδια (υλικά, ηθικά ή πνευματικά)
εφοδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσαν	=	εφοδιάζω
εφοδιάσανε	=	εφοδιάζω
εφοδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσομε	=	εφοδιάζω
εφοδιάσου	=	εφοδιάζω
εφοδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιάσουνε	=	εφοδιάζω
εφοδιάστε	=	εφοδιάζω
εφοδιάστηκα	=	εφοδιάζω
εφοδιάστηκαν	=	εφοδιάζω
εφοδιάστηκε	=	εφοδιάζω
εφοδιάστηκες	=	εφοδιάζω
εφοδιάστρια	noun	θηλυκό του εφοδιαστής
εφοδιάστριας	=	εφοδιάστρια
εφοδιάστριες	=	εφοδιάστρια
εφοδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφοδιάζω
εφοδιαζόμασταν	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόμαστε	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόμουν	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόμουνα	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόντουσαν	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόσασταν	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόσαστε	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόσουν	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόσουνα	=	εφοδιάζω
εφοδιαζόταν	=	εφοδιάζω
εφοδιαζότανε	=	εφοδιάζω
εφοδιασμέ	noun	κλητική ενικού του εφοδιασμός
εφοδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοδιασμένο
εφοδιασμένε	verb	κλητική ενικού του εφοδιασμένος
εφοδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοδιασμένη
εφοδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφοδιασμένος
εφοδιασμένης	verb	γενική ενικού του εφοδιασμένη
εφοδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του εφοδιασμένος
εφοδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοδιασμένος
εφοδιασμένος	verb	που έχει εφοδιαστεί
εφοδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφοδιασμένος
εφοδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εφοδιασμένος
εφοδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφοδιασμένος
εφοδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοδιασμός
εφοδιασμού	noun	γενική ενικού του εφοδιασμός
εφοδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφοδιασμός
εφοδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του εφοδιασμός
εφοδιασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εφοδιάζω
εφοδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του εφοδιασμός
εφοδιαστές	=	εφοδιαστής
εφοδιαστή	=	εφοδιαστής
εφοδιαστήκαμε	=	εφοδιάζω
εφοδιαστήκαν	=	εφοδιάζω
εφοδιαστήκανε	=	εφοδιάζω
εφοδιαστήκατε	=	εφοδιάζω
εφοδιαστής	noun	αυτός που προμηθεύει ένα πρόσωπο, οργανισμό ή επιχείρηση με τα αναγκαία αγαθά ή υλικά, που συμβάλλει στον εφοδιασμό
εφοδιαστεί	=	εφοδιάζω
εφοδιαστείς	=	εφοδιάζω
εφοδιαστείτε	=	εφοδιάζω
εφοδιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοδιαστικό
εφοδιαστικέ	adj	κλητική ενικού του εφοδιαστικός
εφοδιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοδιαστική
εφοδιαστική	noun	που έχει σχέση με την αποθήκευση, μεταφορά ή διανομή εμπορευμάτων και αγαθών καθώς και με τη διαχείριση των σχετικών πληρωμών
εφοδιαστικής	adj	γενική ενικού του εφοδιαστική
εφοδιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοδιαστικός
εφοδιαστικού	adj	γενική ενικού του εφοδιαστικός
εφοδιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφοδιαστικός
εφοδιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του εφοδιαστικός
εφοδιαστικός	adj	που έχει σχέση με τον εφοδιασμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
εφοδιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του εφοδιαστικός
εφοδιαστούμε	=	εφοδιάζω
εφοδιαστούν	=	εφοδιάζω
εφοδιαστούνε	=	εφοδιάζω
εφοδιαστριών	=	εφοδιάστρια
εφοδιαστώ	=	εφοδιάζω
εφοδιαστών	=	εφοδιαστής
εφοδιοπομπές	=	εφοδιοπομπή
εφοδιοπομπή	noun	πομπή ή φάλαγγα οχημάτων που μεταφέρει εφόδια
εφοδιοπομπής	=	εφοδιοπομπή
εφοδιοπομπών	=	εφοδιοπομπή
εφολκίου	=	εφόλκιο
εφολκίων	=	εφόλκιο
εφοπλίζω	verb	αρματώνω πλοίο, το εξαρτίζω, το ετοιμάζω
εφοπλίστρια	noun	θηλυκό του εφοπλιστής
εφοπλίστριας	noun	γενική ενικού του εφοπλίστρια
εφοπλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλίστρια
εφοπλισμέ	noun	κλητική ενικού του εφοπλισμός
εφοπλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλισμένο
εφοπλισμένε	verb	κλητική ενικού του εφοπλισμένος
εφοπλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλισμένη
εφοπλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφοπλισμένος
εφοπλισμένης	verb	γενική ενικού του εφοπλισμένη
εφοπλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του εφοπλισμένος
εφοπλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοπλισμένος
εφοπλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εφοπλίζω
εφοπλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφοπλισμένος
εφοπλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εφοπλισμένος
εφοπλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφοπλισμένος
εφοπλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοπλισμός
εφοπλισμού	noun	γενική ενικού του εφοπλισμός
εφοπλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εφοπλισμός
εφοπλισμό	noun	αιτιατική ενικού του εφοπλισμός
εφοπλισμός	noun	οι εφοπλιστές ως σύνολο και οι σχετικές τους δραστηριότητες
εφοπλισμών	noun	γενική πληθυντικού του εφοπλισμός
εφοπλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλιστής
εφοπλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του εφοπλιστής
εφοπλιστής	noun	επιχειρηματίας που έχει ή ναυλώνει πλοία προς εμπορική εκμετάλλευση
εφοπλιστίνα	noun	θηλυκό του εφοπλιστής
εφοπλιστίνας	noun	γενική ενικού του εφοπλιστίνα
εφοπλιστίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλιστίνα
εφοπλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλιστικό
εφοπλιστικέ	adj	κλητική ενικού του εφοπλιστικός
εφοπλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοπλιστική
εφοπλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφοπλιστικός
εφοπλιστικής	adj	γενική ενικού του εφοπλιστική
εφοπλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοπλιστικός
εφοπλιστικού	adj	γενική ενικού του εφοπλιστικός
εφοπλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφοπλιστικός
εφοπλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του εφοπλιστικός
εφοπλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον εφοπλιστή ή τον εφοπλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
εφοπλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του εφοπλιστικός
εφοπλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του εφοπλίστρια
εφοπλιστών	noun	γενική πληθυντικού του εφοπλιστής
εφορία	noun	η οικονομική υπηρεσία του δημοσίου που έχει ως αρμοδιότητα τη βεβαίωση και είσπραξη φόρων, τελών και άλλων προσόδων
εφορίας	noun	γενική ενικού του εφορία
εφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφορία
εφορεία	noun	αρχή, υπηρεσία ή όργανο που έχει αρμοδιότητα να επιβλέπει κάποιον τομέα δραστηριότητας
εφορείας	noun	γενική ενικού του εφορεία
εφορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφορεία
εφορειών	noun	γενική πληθυντικού του εφορεία
εφορευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφορευτικό
εφορευτικέ	adj	κλητική ενικού του εφορευτικός
εφορευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφορευτική
εφορευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφορευτικός
εφορευτικής	adj	γενική ενικού του εφορευτική
εφορευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφορευτικός
εφορευτικού	adj	γενική ενικού του εφορευτικός
εφορευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφορευτικός
εφορευτικό	adj	αιτιατική ενικού του εφορευτικός
εφορευτικός	adj	που είναι αρμόδιος και υπεύθυνος να επιτηρεί, να εποπτεύει
εφορευτικών	adj	γενική πληθυντικού του εφορευτικός
εφορευτικώς	adv|dated	εφορευτικά
εφορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφορεύω	verb	είμαι έφορος και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
εφοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εφοριακός
εφοριακέ	adj	κλητική ενικού του εφοριακός
εφοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφοριακή
εφοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφοριακός
εφοριακής	adj	γενική ενικού του εφοριακή
εφοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφοριακός
εφοριακού	adj	γενική ενικού του εφοριακός
εφοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφοριακός
εφοριακό	adj	αιτιατική ενικού του εφοριακός
εφοριακός	noun	υπάλληλος εφορίας	adj	που έχει σχέση με την εφορία ή αναφέρεται σ’ αυτή
εφοριακών	adj	γενική πληθυντικού του εφοριακός
εφοριών	noun	γενική πληθυντικού του εφορία
εφορμά	=	εφορμώ
εφορμάει	=	εφορμώ
εφορμάμε	=	εφορμώ
εφορμάν	=	εφορμώ
εφορμάνε	=	εφορμώ
εφορμάς	=	εφορμώ
εφορμάτε	=	εφορμώ
εφορμάω	=	εφορμώ
εφορμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήσαν	=	εφορμώ
εφορμήσανε	=	εφορμώ
εφορμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφόρμηση
εφορμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του εφόρμηση
εφορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του εφόρμηση
εφορμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφορμούμε	=	εφορμώ
εφορμούν	=	εφορμώ
εφορμούνε	=	εφορμώ
εφορμούσα	=	εφορμώ
εφορμούσαμε	=	εφορμώ
εφορμούσαν	=	εφορμώ
εφορμούσανε	=	εφορμώ
εφορμούσατε	=	εφορμώ
εφορμούσε	=	εφορμώ
εφορμούσες	=	εφορμώ
εφορμώ	verb	ορμώ εναντίον κάποιου, επιτίθεμαι
εφορμώντας	=	εφορμώ
εφτά	num	το απόλυτο αριθμητικό (7) που ακολουθεί το έξι και προηγείται του οχτώ
εφτάγερα	=	εφτάγερος
εφτάγερε	=	εφτάγερος
εφτάγερες	=	εφτάγερος
εφτάγερη	=	εφτάγερος
εφτάγερης	=	εφτάγερος
εφτάγερο	=	εφτάγερος
εφτάγεροι	=	εφτάγερος
εφτάγερος	adj	που είναι πάρα πολύ γέρος
εφτάγερου	=	εφτάγερος
εφτάγερους	=	εφτάγερος
εφτάγερων	=	εφτάγερος
εφτάγωνος	=	επτάγωνος
εφτάδα	noun	άλλη γραφή του επτάδα
εφτάδας	=	εφτάδα
εφτάδες	=	εφτάδα
εφτάδιπλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάδιπλο
εφτάδιπλε	adj	κλητική ενικού του εφτάδιπλος
εφτάδιπλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάδιπλη
εφτάδιπλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτάδιπλος
εφτάδιπλης	adj	γενική ενικού του εφτάδιπλη
εφτάδιπλο	adj	αιτιατική ενικού του εφτάδιπλος
εφτάδιπλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτάδιπλος
εφτάδιπλος	adj	που έχει διπλωθεί εφτά φορές
εφτάδιπλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφτάδιπλος
εφτάδιπλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτάδιπλος
εφτάδιπλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφτάδιπλος
εφτάδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εφτάδυμος, άλλη μορφή του επτάδυμα
εφτάδων	=	εφτάδα
εφτάζυμα	noun	εφτάζυμα παξιμάδια
εφτάζυμε	adj	κλητική ενικού του εφτάζυμος
εφτάζυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάζυμη
εφτάζυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτάζυμος
εφτάζυμης	adj	γενική ενικού του εφτάζυμη
εφτάζυμο	noun	είδος ψωμιού που δεν έχει μαγιά αλλά προζύμι που προέρχεται από τη ζύμωση του ρεβιθιού
εφτάζυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτάζυμος
εφτάζυμος	adj	που έχει σχέση με εφτάζυμο ψωμί ή εφτάζυμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
εφτάζυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφτάζυμος
εφτάζυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτάζυμος
εφτάζυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφτάζυμος
εφτάμηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάμηνο
εφτάμηνε	adj	κλητική ενικού του εφτάμηνος
εφτάμηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάμηνη
εφτάμηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτάμηνος
εφτάμηνης	adj	γενική ενικού του εφτάμηνη
εφτάμηνο	=	εφτάμηνος
εφτάμηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτάμηνος
εφτάμηνος	adj|vulgar	άλλη μορφή του επτάμηνος
εφτάμηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφτάμηνος
εφτάμηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτάμηνος
εφτάμηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφτάμηνος
εφτάρα	noun	ποινή φυλάκισης ή αποβολής διάρκειας επτά ημερών
εφτάρας	=	εφτάρα
εφτάρες	=	εφτάρα
εφτάρι	noun	το ψηφίο επτά
εφτάρια	=	εφτάρι
εφτάρων	=	εφτάρα
εφτάστερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εφτάστερος
εφτάστιχο	noun	επτάστιχο
εφτάτομα	=	εφτάτομος
εφτάτομε	=	εφτάτομος
εφτάτομες	=	εφτάτομος
εφτάτομη	=	εφτάτομος
εφτάτομης	=	εφτάτομος
εφτάτομο	=	εφτάτομος
εφτάτομοι	=	εφτάτομος
εφτάτομος	adj	άλλη μορφή του επτάτομος
εφτάτομου	=	εφτάτομος
εφτάτομους	=	εφτάτομος
εφτάτομων	=	εφτάτομος
εφτάφωτα	=	εφτάφωτος
εφτάφωτε	=	εφτάφωτος
εφτάφωτες	=	εφτάφωτος
εφτάφωτη	=	εφτάφωτος
εφτάφωτης	=	εφτάφωτος
εφτάφωτο	=	εφτάφωτος
εφτάφωτοι	=	εφτάφωτος
εφτάφωτος	adj	άλλη μορφή του επτάφωτος
εφτάφωτου	=	εφτάφωτος
εφτάφωτους	=	εφτάφωτος
εφτάφωτων	=	εφτάφωτος
εφτάχορδα	=	εφτάχορδος
εφτάχορδε	=	εφτάχορδος
εφτάχορδες	=	εφτάχορδος
εφτάχορδη	=	εφτάχορδος
εφτάχορδης	=	εφτάχορδος
εφτάχορδο	=	εφτάχορδος
εφτάχορδοι	=	εφτάχορδος
εφτάχορδος	adj	που έχει εφτά χορδές
εφτάχορδου	=	εφτάχορδος
εφτάχορδους	=	εφτάχορδος
εφτάχορδων	=	εφτάχορδος
εφτάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάχρονο
εφτάχρονε	adj	κλητική ενικού του εφτάχρονος
εφτάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάχρονη
εφτάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτάχρονος
εφτάχρονης	adj	γενική ενικού του εφτάχρονη
εφτάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του εφτάχρονος
εφτάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτάχρονος
εφτάχρονος	adj	άλλη μορφή του επταετής
εφτάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφτάχρονος
εφτάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτάχρονος
εφτάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφτάχρονος
εφτάψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάψυχο
εφτάψυχε	adj	κλητική ενικού του εφτάψυχος
εφτάψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτάψυχη
εφτάψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτάψυχος
εφτάψυχης	adj	γενική ενικού του εφτάψυχη
εφτάψυχο	adj	αιτιατική ενικού του εφτάψυχος
εφτάψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτάψυχος
εφτάψυχος	adj	που γλιτώνει συνεχώς από κινδύνους, αρρώστιες, κακουχίες, σα να είχε εφτά ζωές, εφτά ψυχές
εφτάψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφτάψυχος
εφτάψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτάψυχος
εφτάψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφτάψυχος
εφτάωρα	=	εφτάωρος
εφτάωρε	=	εφτάωρος
εφτάωρες	=	εφτάωρος
εφτάωρη	=	εφτάωρος
εφτάωρης	=	εφτάωρος
εφτάωρο	=	εφτάωρος
εφτάωροι	=	εφτάωρος
εφτάωρος	adj	επτάωρος
εφτάωρου	=	εφτάωρος
εφτάωρους	=	εφτάωρος
εφτάωρων	=	εφτάωρος
εφτα	abbrev	εκκλησιαστικό ίδρυμα στην Αστυπάλαια ιδρυμένο περί το 1820
εφταήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφταήμερο
εφταήμερε	=	εφταήμερος
εφταήμερες	=	εφταήμερος
εφταήμερη	=	εφταήμερος
εφταήμερης	=	εφταήμερος
εφταήμερο	noun	επταήμερο
εφταήμεροι	=	εφταήμερος
εφταήμερος	adj	επταήμερος
εφταήμερου	noun	γενική ενικού του εφταήμερο
εφταήμερους	=	εφταήμερος
εφταήμερων	noun	γενική πληθυντικού του εφταήμερο
εφταετία	noun	επταετία
εφταετίας	=	εφταετία
εφταετίες	=	εφταετία
εφταετιών	=	εφταετία
εφτακοσαριά	noun	περίπου εφτακόσια
εφτακοσαριάς	noun	γενική ενικού του εφτακοσαριά
εφτακοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτακοσαριά
εφτακοσαριών	=	εφτακοσαριά
εφτακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτακοσιοστό
εφτακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του εφτακοσιοστός
εφτακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτακοσιοστή
εφτακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτακοσιοστός
εφτακοσιοστής	adj	γενική ενικού του εφτακοσιοστή
εφτακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτακοσιοστός
εφτακοσιοστού	adj	γενική ενικού του εφτακοσιοστός
εφτακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτακοσιοστός
εφτακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του εφτακοσιοστός
εφτακοσιοστός	=	επτακοσιοστός
εφτακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του εφτακοσιοστός
εφτακόσα	=	επτακόσια
εφτακόσια	num	άλλη μορφή του επτακόσια
εφτακόσιοι	adj	επτακόσιοι
εφταμήνου	=	εφτάμηνος
εφταμήνων	=	εφτάμηνος
εφταμελές	=	εφταμελής
εφταμελή	=	εφταμελής
εφταμελής	adj	άλλη μορφή του επταμελής
εφταμελείς	=	εφταμελής
εφταμελούς	=	εφταμελής
εφταμελών	=	εφταμελής
εφταμηνίτες	=	εφταμηνίτης
εφταμηνίτη	=	εφταμηνίτης
εφταμηνίτης	noun	κάποιος που γεννήθηκε τον έβδομο μήνα της κύησης
εφταμηνίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφταμηνίτικο
εφταμηνίτικε	adj	κλητική ενικού του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφταμηνίτικη
εφταμηνίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτικης	adj	γενική ενικού του εφταμηνίτικη
εφταμηνίτικο	adj	αιτιατική ενικού του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτικος	adj	που έχει γεννηθεί τον έβδομο μήνα της κύησης
εφταμηνίτικου	adj	γενική ενικού του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτικων	adj	γενική πληθυντικού του εφταμηνίτικος
εφταμηνίτισσα	noun	θηλυκό του εφταμηνίτης
εφταμηνίτισσας	noun	γενική ενικού του εφταμηνίτισσα
εφταμηνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφταμηνίτισσα
εφταμηνιτών	=	εφταμηνίτης
εφτανησιώτικα	noun	οικείος τύπος του επτανησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικε	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικες	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικη	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικης	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικο	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικοι	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικος	adj	ο επτανησιακός
εφτανησιώτικου	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικους	=	εφτανησιώτικος
εφτανησιώτικων	=	εφτανησιώτικος
εφταπάρθενα	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενε	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενες	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφταπάρθενος
εφταπάρθενης	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εφταπάρθενος
εφταπάρθενοι	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενος	adj	πολύ αγνός ή σεμνός
εφταπάρθενου	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενους	=	εφταπάρθενος
εφταπάρθενων	=	εφταπάρθενος
εφταπλά	=	εφταπλός
εφταπλάσια	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιας	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιε	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιες	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιο	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιοι	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιος	adj	επταπλάσιος
εφταπλάσιου	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιους	=	εφταπλάσιος
εφταπλάσιων	=	εφταπλάσιος
εφταπλέ	=	εφταπλός
εφταπλές	=	εφταπλός
εφταπλή	=	εφταπλός
εφταπλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εφταπλή) του εφταπλός
εφταπλοί	=	εφταπλός
εφταπλού	=	εφταπλός
εφταπλούς	=	εφταπλός
εφταπλό	=	εφταπλός
εφταπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
εφταπλών	=	εφταπλός
εφταριού	=	εφτάρι
εφταριών	=	εφτάρι
εφτασέλιδα	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδε	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδες	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδη	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδης	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδο	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδοι	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδος	adj	που έχει επτά σελίδες
εφτασέλιδου	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδους	=	εφτασέλιδος
εφτασέλιδων	=	εφτασέλιδος
εφτασφράγιστα	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστε	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστες	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστη	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστης	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστο	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστοι	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστος	adj	άλλη μορφή του επτασφράγιστος
εφτασφράγιστου	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστους	=	εφτασφράγιστος
εφτασφράγιστων	=	εφτασφράγιστος
εφτασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτασύλλαβο
εφτασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του εφτασύλλαβος
εφτασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφτασύλλαβη
εφτασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφτασύλλαβος
εφτασύλλαβης	adj	γενική ενικού του εφτασύλλαβη
εφτασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του εφτασύλλαβος
εφτασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφτασύλλαβος
εφτασύλλαβος	adj	αυτός που έχει εφτά συλλαβές
εφτασύλλαβου	adj	γενική ενικού του εφτασύλλαβος
εφτασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εφτασύλλαβος
εφτασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού του εφτασύλλαβος
εφτού	adv	εκεί
εφυάλωμα	noun	το αποτέλεσμα του εφυαλώνω
εφυάλωνα	=	εφυαλώνω
εφυάλωναν	=	εφυαλώνω
εφυάλωνε	=	εφυαλώνω
εφυάλωνες	=	εφυαλώνω
εφυάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυάλωση	noun	η προσθήκη βερνικιού ή άλλου υαλώδους επιχρίσματος στην επιφάνεια πήλινων ή άλλων αντικειμένων για λόγους προστασίας, γυαλάδας κ.λπ.
εφυάλωσης	noun	γενική ενικού του εφυάλωση
εφυαλωθήκαμε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωθήκαν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωθήκανε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωθήκατε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωθεί	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωθείτε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του εφυάλωμα
εφυαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφυαλωμένο
εφυαλωμένε	verb	κλητική ενικού του εφυαλωμένος
εφυαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφυαλωμένη
εφυαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εφυαλωμένος
εφυαλωμένης	verb	γενική ενικού του εφυαλωμένη
εφυαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του εφυαλωμένος
εφυαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εφυαλωμένος
εφυαλωμένος	verb	που έχει υποστεί εφυάλωση
εφυαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εφυαλωμένος
εφυαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του εφυαλωμένος
εφυαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εφυαλωμένος
εφυαλωνόμασταν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόμαστε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόμουν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόμουνα	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόντουσαν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόσασταν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόσαστε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόσουν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόσουνα	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνόταν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλωνότανε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώθηκα	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώθηκαν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώθηκε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώθηκες	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφυάλωμα
εφυαλώματος	noun	γενική ενικού του εφυάλωμα
εφυαλώναμε	=	εφυαλώνω
εφυαλώναν	=	εφυαλώνω
εφυαλώνανε	=	εφυαλώνω
εφυαλώνατε	=	εφυαλώνω
εφυαλώνει	=	εφυαλώνω
εφυαλώνεις	=	εφυαλώνω
εφυαλώνεσαι	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώνεστε	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώνεται	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώνετε	=	εφυαλώνω
εφυαλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώνονται	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώνονταν	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώνοντας	=	εφυαλώνω
εφυαλώνου	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώνουμε	=	εφυαλώνω
εφυαλώνουν	=	εφυαλώνω
εφυαλώνουνε	=	εφυαλώνω
εφυαλώνω	verb	κάνω εφυάλωση
εφυαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώσαν	=	εφυαλώνω
εφυαλώσανε	=	εφυαλώνω
εφυαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφυάλωση
εφυαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του εφυάλωση
εφυαλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του εφυάλωση
εφυαλώσου	=	εφυαλώνομαι
εφυαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εφυαλώνω
εφυγράνσεις	=	εφύγρανση
εφυγράνσεων	=	εφύγρανση
εφυες	abbrev	Έμμισθοι έφεδροι που κατοικούν σε παραμεθόριες περιοχές και υπηρετούν μερικούς μήνες τον χρόνο στο στρατό.
εφφέ	noun	παρωχημένη γραφή του εφέ
εφωράθη	verb|archaic	εντοπίστηκε ή συνελήφθη κάποιος την ώρα που διέπραττε μια πράξη, συνήθως παράνομη ή αξιόποινη
εφόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εφόδιο
εφόδιο	noun	το υλικό, ηθικό ή πνευματικό μέσο απαραίτητο σε κάποιον για να ενεργήσει ή να πετύχει κάτι
εφόδιου	=	εφόδιο
εφόδου	=	έφοδος
εφόδους	=	έφοδος
εφόδων	=	έφοδος
εφόλκια	=	εφόλκιο
εφόλκιο	noun	μικρό σκάφος, το οποίο ρυμουλκείται πίσω από μεγαλύτερο
εφόλκιου	=	εφόλκιο
εφόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορεύω
εφόρμα	=	εφορμώ
εφόρμαγε	=	εφορμώ
εφόρμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφόρμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφόρμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφόρμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εφορμώ
εφόρμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εφορμώ
εφόρμησης	noun	γενική ενικού του εφόρμηση
εφόρου	noun	γενική ενικού του έφορος
εφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του έφορος
εφόρων	noun	γενική πληθυντικού του έφορος
εφόσον	conj	με την προϋπόθεση ότι, επειδή, αφού
εφύγρανση	noun|formal	άλλη μορφή του ύγρανση
εφύγρανσης	=	εφύγρανση
εφύετο	=	φύομαι
εφύοντο	=	φύομαι
εχέγγυα	=	εχέγγυος
εχέγγυας	=	εχέγγυος
εχέγγυε	=	εχέγγυος
εχέγγυες	=	εχέγγυος
εχέγγυο	noun	αυτό που αποτελεί ή δίνεται ως εγγύηση
εχέγγυοι	=	εχέγγυος
εχέγγυος	adj	που έχει ή που μπορεί να παρέχει εγγύηση
εχέγγυου	=	εχέγγυος
εχέγγυους	=	εχέγγυος
εχέγγυων	=	εχέγγυος
εχέμυθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχέμυθο
εχέμυθε	adj	κλητική ενικού του εχέμυθος
εχέμυθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχέμυθη
εχέμυθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εχέμυθος
εχέμυθης	adj	γενική ενικού του εχέμυθη
εχέμυθο	adj	αιτιατική ενικού του εχέμυθος
εχέμυθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχέμυθος
εχέμυθος	adj	που κρατάει μυστικά, που μπορεί κάποιος να του εκμυστηρεύεται πράγματα
εχέμυθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εχέμυθος
εχέμυθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εχέμυθος
εχέμυθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εχέμυθος
εχέφρον	=	εχέφρων
εχέφρονα	=	εχέφρων
εχέφρονας	=	εχέφρων
εχέφρονες	=	εχέφρων
εχέφρονος	=	εχέφρων
εχέφρων	adj|formal	που είναι λογικός, που είναι σε μια υγιεινή ψυχολογική κατάσταση
εχίνε	noun	κλητική ενικού του εχίνος
εχίνο	noun	αιτιατική ενικού του εχίνος
εχίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχίνος
εχίνος	noun|formal	ο αχινός
εχίνου	noun	γενική ενικού του εχίνος
εχίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εχίνος
εχίνων	noun	γενική πληθυντικού του εχίνος
εχεμυθειών	noun	γενική πληθυντικού του εχεμύθεια
εχεμύθεια	noun	το να είναι κανείς εχέμυθος, δηλαδή να διαφυλάττει τα μυστικά που του εμπιστεύονται
εχεμύθειας	noun	γενική ενικού του εχεμύθεια
εχεμύθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχεμύθεια
εχεφροσυνών	=	εχεφροσύνη
εχεφροσύνες	=	εχεφροσύνη
εχεφροσύνη	noun	η σύνεση, η φρονιμάδα.
εχεφροσύνης	=	εχεφροσύνη
εχεφρόνων	=	εχέφρων
εχθάρω	=	εχθαίρω
εχθές	adv	άλλη μορφή του χτες
εχθαίρομαι	=	εχθαίρω
εχθαίρω	verb|formal	εχθρεύομαι, μισώ
εχθρά	=	εχθρός
εχθρέ	noun	κλητική ενικού του εχθρός
εχθρεύομαι	verb	έχω πολύ αρνητικά αισθήματα απέναντι σε κάποιον
εχθρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχθρικό	adv	με εχθρικό τρόπο
εχθρικέ	adj	κλητική ενικού του εχθρικός
εχθρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχθρική
εχθρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εχθρικός
εχθρικής	adj	γενική ενικού του εχθρική
εχθρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχθρικός
εχθρικοτήτων	=	εχθρικότητα
εχθρικού	adj	γενική ενικού του εχθρικός
εχθρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εχθρικός
εχθρικό	adj	αιτιατική ενικού του εχθρικός
εχθρικός	adj	που έχει σχέση με εχθρό, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτό
εχθρικότητα	noun	διαρκής επιθετικότητα
εχθρικότητας	=	εχθρικότητα
εχθρικότητες	=	εχθρικότητα
εχθρικών	adj	γενική πληθυντικού του εχθρικός
εχθρικώς	adv|dated	εχθρικά
εχθροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχθρός
εχθροπάθεια	noun	έντονα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει κάποιος για κάποιον, θεωρώντας τον εχθρό του
εχθροπάθειας	noun	γενική ενικού του εχθροπάθεια
εχθροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχθροπάθεια
εχθροπραξία	noun	η εχθρική ενέργεια και πολεμική σύγκρουση μεταξύ στρατιωτικών αντιπάλων
εχθροπραξίας	noun	γενική ενικού του εχθροπραξία
εχθροπραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχθροπραξία
εχθροπραξιών	noun	γενική πληθυντικού του εχθροπραξία
εχθροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του εχθρότητα
εχθρού	noun	γενική ενικού του εχθρός
εχθρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του εχθρός
εχθρό	noun	αιτιατική ενικού του εχθρός
εχθρός	noun	ο αντίπαλος, αυτός που επιχειρεί με πολεμικά μέσα να πετύχει στόχο που δεν είναι επιθυμητός από άλλους
εχθρότητα	noun	η εχθρική ή πολύ αρνητική στάση εναντίον κάποιου ή κάτι
εχθρότητας	noun	γενική ενικού του εχθρότητα
εχθρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχθρότητα
εχθρών	noun	γενική πληθυντικού του εχθρός
εχιδνών	noun	γενική πληθυντικού του έχιδνα
εχινάκεια	noun	πολυετές ποώδες φυτό του γένους Echinacea, με χαρακτηριστικά σύνθετα άνθη και καταγωγή από τη Βόρεια Αμερική, το οποίο καλλιεργείται ως καλλωπιστικό και χρησιμοποιείται ευρέως στη βοτανοθεραπεία για τις ιδιότητες που αποδίδονται στην υποστήριξη του ανοσοποιητικού συστήματος
εχινάκειας	=	εχινάκεια
εχινάκειες	=	εχινάκεια
εχινάκια	noun	άλλη γραφή του εχινάκεια
εχινάτσεα	noun	άλλη γραφή του εχινάκεια
εχινάτσια	noun	άλλη γραφή του εχινάκεια
εχινακειών	=	εχινάκεια
εχινοδέρμου	=	εχινόδερμο
εχινοδέρμων	=	εχινόδερμα
εχινοκοκκίαση	noun	παρασιτική νόσος που προκαλείται από ένα σκώληκα, την ταινία του εχινόκοκκου
εχινοκοκκίασης	noun	γενική ενικού του εχινοκοκκίαση
εχινοκοκκιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχινοκοκκίαση
εχινοκοκκιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του εχινοκοκκίαση
εχινοκοκκιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του εχινοκοκκίαση
εχινοκόκκου	noun	γενική ενικού του εχινόκοκκος
εχινοκόκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εχινόκοκκος
εχινοκόκκων	noun	γενική πληθυντικού του εχινόκοκκος
εχινόδερμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εχινόδερμο
εχινόδερμο	noun	μέλος κατηγορίας θαλάσσιων ζώων που έχουν αγκάθια και αποτελούν μια πολυπληθή συνομοταξία του ζωικού βασιλείου, όπως ο αστερίας, ο αχινός, ο οφίουρος, ο θαλάσσιος κρίνος, το ολοθούριο
εχινόδερμου	=	εχινόδερμο
εχινόκοκκε	noun	κλητική ενικού του εχινόκοκκος
εχινόκοκκο	noun	αιτιατική ενικού του εχινόκοκκος
εχινόκοκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εχινόκοκκος
εχινόκοκκος	noun	σκουλήκι (ταινία) που παρασιτεί και αναπτύσσεται σε έντερα σκύλου και προκαλεί εχινοκοκκίαση σε άνθρωπο ή ζώα
εχινόκοκκου	noun	γενική ενικού του εχινόκοκκος
εχινόκοκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του εχινόκοκκος
εχινόκοκκων	noun	γενική πληθυντικού του εχινόκοκκος
εχουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του έχων
εχούσης	=	έχων
εχτές	adv	άλλη μορφή του χτες
εχταγή	noun	επιθυμία
εχτρέ	=	εχτρός
εχτρεύομαι	verb|vulgar	εχθρεύομαι
εχτροί	=	εχτρός
εχτρού	=	εχτρός
εχτρούς	=	εχτρός
εχτρό	=	εχτρός
εχτρός	noun|vulgar	ο εχθρός
εχτρών	=	εχτρός
εχτός	=	εκτός
εχόντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του έχων
εψάλη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
εψάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
εψές	adv|vulgar	άλλη μορφή του ψες
εψήματα	=	έψημα
εψήματος	=	έψημα
εψήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του έψηση
εψήσεων	noun	γενική πληθυντικού του έψηση
εψήσεως	noun|formal	γενική ενικού του έψηση
εψεσινά	=	εψεσινός
εψεσινέ	=	εψεσινός
εψεσινές	=	εψεσινός
εψεσινή	=	εψεσινός
εψεσινής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (εψεσινή) του εψεσινός
εψεσινοί	=	εψεσινός
εψεσινού	=	εψεσινός
εψεσινούς	=	εψεσινός
εψεσινό	=	εψεσινός
εψεσινός	adj|dated	και (λαϊκότροπο) λέξη για το χτεσινός και ψεσινός
εψεσινών	=	εψεσινός
εψεύσθην	=	ψεύδομαι
εψημάτων	=	έψημα
εψιδίνες	=	εψιδίνη
εψιδίνη	noun	ορμόνη του αίματος που παράγεται στο ήπαρ και ρυθμίζει τον μεταβολισμό του σιδήρου
εψιδίνης	=	εψιδίνη
εψιδινών	=	εψιδίνη
εψομίτες	=	εψομίτης
εψομίτη	=	εψομίτης
εψομίτης	noun	ένυδρο θειικό ορυκτό του μαγνησίου (χημικός τύπος MgSO₄·7H₂O)
εψομιτών	=	εψομίτης
εωθινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εωθινό	adv|rare	πρωινά, πρωί
εωθινέ	adj	κλητική ενικού του εωθινός
εωθινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εωθινή
εωθινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εωθινός
εωθινής	adj	γενική ενικού του εωθινή
εωθινη	=	εωθινός
εωθινο	=	εωθινός
εωθινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εωθινός
εωθινού	adj	γενική ενικού του εωθινός
εωθινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εωθινός
εωθινό	noun	ορθρινό, τροπάριο του όρθρου	adj	αιτιατική ενικού του εωθινός
εωθινόν	=	εωθινό
εωθινός	adj	πρωινός
εωθινών	adj	γενική πληθυντικού του εωθινός
εωσίνες	=	εωσίνη
εωσίνη	noun	άλλη μορφή του ηωσίνη
εωσίνης	=	εωσίνη
εωσινοφίλου	=	εωσινόφιλο
εωσινοφίλων	=	εωσινόφιλο
εωσινοφιλία	noun	άλλη μορφή του ηωσινοφιλία
εωσινοφιλίας	=	εωσινοφιλία
εωσινοφιλίες	=	εωσινοφιλία
εωσινοφιλιών	=	εωσινοφιλία
εωσινόφιλα	noun	άλλη μορφή του ηωσινόφιλα
εωσινόφιλο	noun	άλλη μορφή του ηωσινόφιλο
εωσινόφιλου	=	εωσινόφιλο
εωσινόφιλων	=	εωσινόφιλα
εωσινών	=	εωσίνη
εωσφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εωσφορικό	adv	με εωσφορικό τρόπο, με τον τρόπο του Εωσφόρου
εωσφορικέ	adj	κλητική ενικού του εωσφορικός
εωσφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εωσφορική
εωσφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εωσφορικός
εωσφορικής	adj	γενική ενικού του εωσφορική
εωσφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εωσφορικός
εωσφορικού	adj	γενική ενικού του εωσφορικός
εωσφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του εωσφορικός
εωσφορικό	adj	αιτιατική ενικού του εωσφορικός
εωσφορικός	adj	που έχει σχέση με τον Εωσφόρο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
εωσφορικών	adj	γενική πληθυντικού του εωσφορικός
εόρταζα	=	εορτάζω
εόρταζαν	=	εορτάζω
εόρταζε	=	εορτάζω
εόρταζες	=	εορτάζω
εόρτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εόρτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εόρτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εόρτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εορτάζω
εόρτια	=	εόρτιος
εόρτιας	=	εόρτιος
εόρτιε	=	εόρτιος
εόρτιες	=	εόρτιος
εόρτιο	=	εόρτιος
εόρτιοι	=	εόρτιος
εόρτιος	adj|formal	που αναφέρεται σε μια γιορτή, ανήκει ή ταιριάζει σ' αυτή
εόρτιου	=	εόρτιος
εόρτιους	=	εόρτιος
εόρτιων	=	εόρτιος
εύανδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύανδρο
εύανδρε	adj	κλητική ενικού του εύανδρος
εύανδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύανδρη
εύανδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύανδρος
εύανδρης	adj	γενική ενικού του εύανδρη
εύανδρο	adj	αιτιατική ενικού του εύανδρος
εύανδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύανδρος
εύανδρος	adj|archaic	που γεννά γενναίους και ένδοξους άνδρες
εύανδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύανδρος
εύανδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύανδρος
εύανδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύανδρος
εύβοιας	noun	γενική ενικού του Εύβοια
εύβοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Εύβοια
εύβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύβουλο
εύβουλε	adj	κλητική ενικού του εύβουλος
εύβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύβουλη
εύβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύβουλος
εύβουλης	adj	γενική ενικού του εύβουλη
εύβουλο	adj	αιτιατική ενικού του εύβουλος
εύβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύβουλος
εύβουλος	adj|archaic	συνετός
εύβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύβουλος
εύβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύβουλος
εύβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύβουλος
εύγε	intj	μπράβο, καλά, ωραία
εύγευστα	=	εύγευστος
εύγευστε	=	εύγευστος
εύγευστες	=	εύγευστος
εύγευστη	=	εύγευστος
εύγευστης	=	εύγευστος
εύγευστο	=	εύγευστος
εύγευστοι	=	εύγευστος
εύγευστος	adj	ευχάριστος στη γεύση, νόστιμος
εύγευστου	=	εύγευστος
εύγευστους	=	εύγευστος
εύγευστων	=	εύγευστος
εύγλωττα	adv	με ευγλωττία, με εύστοχες και ωραίες λέξεις
εύγλωττε	adj	κλητική ενικού του εύγλωττος
εύγλωττες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύγλωττη
εύγλωττη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύγλωττος
εύγλωττης	adj	γενική ενικού του εύγλωττη
εύγλωττο	adj	αιτιατική ενικού του εύγλωττος
εύγλωττοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύγλωττος
εύγλωττος	adj	που εκφράζει κάτι κατά τρόπο απόλυτα σαφή και κατανοητό, εκφραστικός
εύγλωττου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύγλωττος
εύγλωττους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύγλωττος
εύγλωττων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύγλωττος
εύγνωμο	=	ευγνώμονας
εύγνωμον	=	ευγνώμων
εύγραμμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύγραμμο
εύγραμμε	adj	κλητική ενικού του εύγραμμος
εύγραμμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύγραμμη
εύγραμμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύγραμμος
εύγραμμης	adj	γενική ενικού του εύγραμμη
εύγραμμο	adj	αιτιατική ενικού του εύγραμμος
εύγραμμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύγραμμος
εύγραμμος	adj|formal	καλλίγραμμος, καλοσχεδιασμένος, κομψός
εύγραμμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύγραμμος
εύγραμμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύγραμμος
εύγραμμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύγραμμος
εύδιία	=	εύδιος
εύδιιο	=	εύδιος
εύδιος	adj	αίθριος, ασυννέφιαστος, καλοκαιρινός
εύδρομα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύδρομο
εύδρομε	adj	κλητική ενικού του εύδρομος
εύδρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύδρομη
εύδρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύδρομος
εύδρομης	adj	γενική ενικού του εύδρομη
εύδρομο	noun	το καταδρομικό πλοίο
εύδρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύδρομος
εύδρομος	adj|archaic	που τρέχει γρήγορα
εύδρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύδρομος
εύδρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύδρομος
εύδρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύδρομος
εύελπι	=	εύελπις
εύελπιν	=	εύελπις
εύελπις	noun	ο σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (ΣΣΕ)	adj|archaic	φέρελπις, που έχουμε μεγάλες προσδοκίες γι' αυτόν
εύζωνα	=	εύζωνας
εύζωνας	noun	άλλη μορφή του εύζωνος
εύζωνε	noun	κλητική ενικού του εύζωνος
εύζωνες	=	εύζωνας
εύζωνο	noun	αιτιατική ενικού του εύζωνος
εύζωνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύζωνος
εύζωνος	noun	στρατιώτης του ελληνικού πεζικού, με παραδοσιακή στολή
εύζωνου	=	εύζωνος
εύηχα	adv	με εύηχο τρόπο
εύηχε	adj	κλητική ενικού του εύηχος
εύηχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύηχη
εύηχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύηχος
εύηχης	adj	γενική ενικού του εύηχη
εύηχο	adj	αιτιατική ενικού του εύηχος
εύηχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύηχος
εύηχος	adj	που έχει ωραίο ήχο, ωραίο άκουσμα
εύηχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύηχος
εύηχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύηχος
εύηχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύηχος
εύθετα	adv	άλλη μορφή του ευθέτως
εύθετε	adj	κλητική ενικού του εύθετος
εύθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθετη
εύθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύθετος
εύθετης	adj	γενική ενικού του εύθετη
εύθετο	adj	αιτιατική ενικού του εύθετος
εύθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύθετος
εύθετος	adj	καλά / σωστά τοποθετημένος
εύθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύθετος
εύθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύθετος
εύθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύθετος
εύθικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθικτο
εύθικτε	adj	κλητική ενικού του εύθικτος
εύθικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθικτη
εύθικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύθικτος
εύθικτης	adj	γενική ενικού του εύθικτη
εύθικτο	adj	αιτιατική ενικού του εύθικτος
εύθικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύθικτος
εύθικτος	adj|formal	που θίγεται εύκολα, που συχνά θεωρεί προσβλητικά λόγια ή συμπεριφορές των άλλων απέναντί του, αυτός που παρεξηγείται εύκολα
εύθικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύθικτος
εύθικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύθικτος
εύθικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύθικτος
εύθραυστα	adv	με εύθραυστο τρόπο
εύθραυστε	adj	κλητική ενικού του εύθραυστος
εύθραυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθραυστη
εύθραυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύθραυστος
εύθραυστης	adj	γενική ενικού του εύθραυστη
εύθραυστο	adj	αιτιατική ενικού του εύθραυστος
εύθραυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύθραυστος
εύθραυστος	adj	που σπάει εύκολα
εύθραυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύθραυστος
εύθραυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύθραυστος
εύθραυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύθραυστος
εύθρυπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθρυπτο
εύθρυπτε	adj	κλητική ενικού του εύθρυπτος
εύθρυπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθρυπτη
εύθρυπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύθρυπτος
εύθρυπτης	adj	γενική ενικού του εύθρυπτη
εύθρυπτο	adj	αιτιατική ενικού του εύθρυπτος
εύθρυπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύθρυπτος
εύθρυπτος	adj	που τρίβεται εύκολα, που μετατρέπεται εύκολα σε θρύμματα ή σκόνη
εύθρυπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύθρυπτος
εύθρυπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύθρυπτος
εύθρυπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύθρυπτος
εύθυμα	adv	με εύθυμο τρόπο
εύθυμε	adj	κλητική ενικού του εύθυμος
εύθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύθυμη
εύθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύθυμος
εύθυμης	adj	γενική ενικού του εύθυμη
εύθυμο	adj	αιτιατική ενικού του εύθυμος
εύθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύθυμος
εύθυμος	adj	που έχει καλή διάθεση
εύθυμου	adj	γενική ενικού του εύθυμος
εύθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύθυμος
εύθυμων	adj	γενική πληθυντικού του εύθυμος
εύκαιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκαιρο
εύκαιρε	adj	κλητική ενικού του εύκαιρος
εύκαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκαιρη
εύκαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκαιρος
εύκαιρης	adj	γενική ενικού του εύκαιρη
εύκαιρο	adj	αιτιατική ενικού του εύκαιρος
εύκαιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύκαιρος
εύκαιρος	adj	που ευκαιρεί, που έχει διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο για κάτι
εύκαιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύκαιρος
εύκαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύκαιρος
εύκαιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύκαιρος
εύκαμπτα	adv	με εύκαμπτο τρόπο, με ευκαμψία
εύκαμπτε	adj	κλητική ενικού του εύκαμπτος
εύκαμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκαμπτη
εύκαμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκαμπτος
εύκαμπτης	adj	γενική ενικού του εύκαμπτη
εύκαμπτο	adj	αιτιατική ενικού του εύκαμπτος
εύκαμπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύκαμπτος
εύκαμπτος	adj|figurative	που κάμπτεται εύκολα, που εύκολα λυγίζει
εύκαμπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύκαμπτος
εύκαμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύκαμπτος
εύκαμπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύκαμπτος
εύκλεια	noun	η καλή φήμη, η δόξα
εύκλειας	noun	γενική ενικού του εύκλεια
εύκλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκλεια
εύκολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (εύκολο) του εύκολος	adv	με εύκολο τρόπο, με ευκολία, χωρίς δυσκολία
εύκολε	adj	κλητική ενικού του εύκολος
εύκολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκολη
εύκολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκολος
εύκολης	adj	γενική ενικού του εύκολη
εύκολο	adj	αιτιατική ενικού του εύκολος
εύκολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύκολος
εύκολος	adj	που επιτυγχάνεται ή επιλύεται χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια
εύκολου	adj	γενική ενικού του εύκολος
εύκολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύκολος
εύκολων	adj	γενική πληθυντικού του εύκολος
εύκοσμα	=	εύκοσμος
εύκοσμε	adj	κλητική ενικού του εύκοσμος
εύκοσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκοσμη
εύκοσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκοσμος
εύκοσμης	adj	γενική ενικού του εύκοσμη
εύκοσμο	adj	αιτιατική ενικού του εύκοσμος
εύκοσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύκοσμος
εύκοσμος	adj|formal	ευπρεπής, κόσμιος
εύκοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύκοσμος
εύκοσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύκοσμος
εύκοσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύκοσμος
εύκρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκρατο
εύκρατε	adj	κλητική ενικού του εύκρατος
εύκρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύκρατη
εύκρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύκρατος
εύκρατης	adj	γενική ενικού του εύκρατη
εύκρατο	adj	αιτιατική ενικού του εύκρατος
εύκρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύκρατος
εύκρατος	adj	που το κλίμα του είναι ήπιο, με μέτριες θερμοκρασίες
εύκρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύκρατος
εύκρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύκρατος
εύκρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύκρατος
εύλαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύλαλο
εύλαλε	adj	κλητική ενικού του εύλαλος
εύλαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύλαλη
εύλαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύλαλος
εύλαλης	adj	γενική ενικού του εύλαλη
εύλαλο	adj	αιτιατική ενικού του εύλαλος
εύλαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύλαλος
εύλαλος	noun|formal	ευφραδής, εύγλωττος
εύλαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύλαλος
εύλαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύλαλος
εύλαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύλαλος
εύληπτα	=	εύληπτος
εύληπτε	=	εύληπτος
εύληπτες	=	εύληπτος
εύληπτη	=	εύληπτος
εύληπτης	=	εύληπτος
εύληπτο	=	εύληπτος
εύληπτοι	=	εύληπτος
εύληπτος	adj	που λαμβάνεται εύκολα
εύληπτου	=	εύληπτος
εύληπτους	=	εύληπτος
εύληπτων	=	εύληπτος
εύλογα	adv	με εύλογο τρόπο, λογικά, δικαιολογημένα
εύλογε	adj	κλητική ενικού του εύλογος
εύλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύλογη
εύλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύλογος
εύλογης	adj	γενική ενικού του εύλογη
εύλογο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εύλογος
εύλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύλογος
εύλογος	adj	δικαιολογημένος
εύλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύλογος
εύλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύλογος
εύλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύλογος
εύμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύμορφο	adv	με εύμορφο τρόπο
εύμορφε	adj	κλητική ενικού του εύμορφος
εύμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύμορφη
εύμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύμορφος
εύμορφης	adj	γενική ενικού του εύμορφη
εύμορφο	adj	αιτιατική ενικού του εύμορφος
εύμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύμορφος
εύμορφος	adj|formal	άλλη μορφή του όμορφος
εύμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύμορφος
εύμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύμορφος
εύμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύμορφος
εύνοα	=	εύνους
εύνοες	=	εύνους
εύνοια	noun	μεροληπτική προτίμηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για προστασία ή υποστήριξη κάποιου από κάποιον ή κάτι που διαθέτει ισχύ
εύνοιας	noun	γενική ενικού του εύνοια
εύνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύνοια
εύνομα	=	εύνομος
εύνομε	=	εύνομος
εύνομες	=	εύνομος
εύνομη	=	εύνομος
εύνομης	=	εύνομος
εύνομο	=	εύνομος
εύνομοι	=	εύνομος
εύνομος	adj|formal	που χαρακτηρίζει κράτος ή πολιτεία που λειτουργεί βάσει δίκαιων νόμων και τους εφαρμόζει πιστά, με αποτέλεσμα ευνομία και τάξη
εύνομου	=	εύνομος
εύνομους	=	εύνομος
εύνομων	=	εύνομος
εύνου	=	εύνους
εύνουν	=	εύνους
εύνους	adj|archaic	που έχει ευνοϊκή διάθεση
εύορκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εύορκος	adv	με ευορκία, με εύορκο τρόπο
εύορκε	adj	κλητική ενικού του εύορκος
εύορκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύορκη
εύορκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύορκος
εύορκης	adj	γενική ενικού του εύορκη
εύορκο	adj	αιτιατική ενικού του εύορκος
εύορκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύορκος
εύορκος	adj	που κρατά τον όρκο του, που τον τηρεί
εύορκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύορκος
εύορκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύορκος
εύορκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύορκος
εύοσμα	=	εύοσμος
εύοσμε	=	εύοσμος
εύοσμες	=	εύοσμος
εύοσμη	=	εύοσμος
εύοσμης	=	εύοσμος
εύοσμο	=	εύοσμος
εύοσμοι	=	εύοσμος
εύοσμος	adj|formal	ευωδιαστός
εύοσμου	=	εύοσμος
εύοσμους	=	εύοσμος
εύοσμων	=	εύοσμος
εύπεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύπεπτο
εύπεπτε	adj	κλητική ενικού του εύπεπτος
εύπεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύπεπτη
εύπεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύπεπτος
εύπεπτης	adj	γενική ενικού του εύπεπτη
εύπεπτο	adj	αιτιατική ενικού του εύπεπτος
εύπεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύπεπτος
εύπεπτος	adj	που χωνεύεται εύκολα
εύπεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύπεπτος
εύπεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύπεπτος
εύπεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύπεπτος
εύπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (εύπιστο) του εύπιστος	adv	με εύπιστο τρόπο, με ευπιστία
εύπιστε	adj	κλητική ενικού του εύπιστος
εύπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύπιστη
εύπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύπιστος
εύπιστης	adj	γενική ενικού του εύπιστη
εύπιστο	adj	αιτιατική ενικού του εύπιστος
εύπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύπιστος
εύπιστος	adj	που πιστεύει εύκολα τους άλλους (και επομένως είναι εύκολο να εξαπατηθεί), αφελής
εύπιστου	adj	γενική ενικού του εύπιστος
εύπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύπιστος
εύπιστων	adj	γενική πληθυντικού του εύπιστος
εύπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύπλαστο	adv	με εύπλαστο τρόπο
εύπλαστε	adj	κλητική ενικού του εύπλαστος
εύπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύπλαστη
εύπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύπλαστος
εύπλαστης	adj	γενική ενικού του εύπλαστη
εύπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του εύπλαστος
εύπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύπλαστος
εύπλαστος	adj	που μπορείς να τον πλάσεις εύκολα, να του δώσεις όποιο σχήμα θέλεις
εύπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύπλαστος
εύπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύπλαστος
εύπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύπλαστος
εύπορα	adv	με εύπορο τρόπο, με ευπορία
εύπορε	adj	κλητική ενικού του εύπορος
εύπορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύπορη
εύπορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύπορος
εύπορης	adj	γενική ενικού του εύπορη
εύπορο	adj	αιτιατική ενικού του εύπορος
εύποροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύπορος
εύπορος	adj	που έχει αρκετούς πόρους για να ζήσει, αρκετά πλούσιος
εύπορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύπορος
εύπορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύπορος
εύπορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύπορος
εύρε	=	εύρος
εύρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ευρίσκω
εύρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευρίσκω
εύρεση	noun	το να βρει κάποιος κάτι
εύρεσης	noun	γενική ενικού του εύρεση
εύρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευρίσκω
εύρετρα	noun	αμοιβή του ευρέτη για την επιστροφή στον κάτοχο απολεσθέντων αντικειμένων ή χρημάτων
εύρη	=	εύρος
εύρηκα	intj	Βρίσκω ένα πράγμα/μια θεωρία μετά από πολύ κόπο/προσπάθεια που έχω κάνει.
εύρημα	noun	κάτι που βρίσκει κάποιος μετά από έρευνα
εύρο	=	εύρος
εύρομε	=	βρίσκω
εύρος	noun	το πλάτος
εύρου	=	εύρος
εύρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευρίσκω
εύρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευρίσκω
εύρουνε	=	βρίσκω
εύρους	noun	γενική ενικού του εύρος
εύρυθμα	adv	με εύρυθμο τρόπο
εύρυθμε	=	εύρυθμος
εύρυθμες	=	εύρυθμος
εύρυθμη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύρυθμος
εύρυθμης	=	εύρυθμος
εύρυθμο	=	εύρυθμος
εύρυθμοι	=	εύρυθμος
εύρυθμος	adj	που λειτουργεί σωστά, που γίνεται με ομαλό ρυθμό
εύρυθμου	=	εύρυθμος
εύρυθμους	=	εύρυθμος
εύρυθμων	=	εύρυθμος
εύρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευρύνω
εύρυνσης	noun	γενική ενικού του εύρυνση
εύρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευρίσκω
εύρωστα	adv	με εύρωστο τρόπο, με ευρωστία
εύρωστε	adj	κλητική ενικού του εύρωστος
εύρωστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύρωστη
εύρωστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύρωστος
εύρωστης	adj	γενική ενικού του εύρωστη
εύρωστο	adj	αιτιατική ενικού του εύρωστος
εύρωστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύρωστος
εύρωστος	adj	γερός, υγιής, δυνατός
εύρωστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύρωστος
εύρωστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύρωστος
εύρωστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύρωστος
εύσαρκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσαρκο
εύσαρκε	adj	κλητική ενικού του εύσαρκος
εύσαρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσαρκη
εύσαρκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύσαρκος
εύσαρκης	adj	γενική ενικού του εύσαρκη
εύσαρκο	adj	αιτιατική ενικού του εύσαρκος
εύσαρκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύσαρκος
εύσαρκος	adj|formal	παχύσαρκος, σαρκώδης
εύσαρκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύσαρκος
εύσαρκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύσαρκος
εύσαρκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύσαρκος
εύσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσημο
εύσημε	adj	κλητική ενικού του εύσημος
εύσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσημη
εύσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύσημος
εύσημης	adj	γενική ενικού του εύσημη
εύσημο	adj	αιτιατική ενικού του εύσημος	noun	κάθε μορφή τιμητικής διάκρισης που δίνεται ως αμοιβή σε κάποιον για την καλή του επίδοση
εύσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύσημος
εύσημος	adj	που έχει καλή σημασία
εύσημου	adj	γενική ενικού του εύσημος
εύσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύσημος
εύσημων	adj	γενική πληθυντικού του εύσημος
εύσπλαγχνα	adv	άλλη μορφή του εύσπλαχνα
εύσπλαγχνε	adj	κλητική ενικού του εύσπλαγχνος
εύσπλαγχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσπλαγχνη
εύσπλαγχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύσπλαγχνος
εύσπλαγχνης	adj	γενική ενικού του εύσπλαγχνη
εύσπλαγχνο	adj	αιτιατική ενικού του εύσπλαγχνος
εύσπλαγχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύσπλαγχνος
εύσπλαγχνος	adj	άλλη μορφή του εύσπλαχνος
εύσπλαγχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύσπλαγχνος
εύσπλαγχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύσπλαγχνος
εύσπλαγχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύσπλαγχνος
εύσπλαχνα	adv	με εύσπλαχνο τρόπο, με ευσπλαχνία
εύσπλαχνε	adj	κλητική ενικού του εύσπλαχνος
εύσπλαχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσπλαχνη
εύσπλαχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύσπλαχνος
εύσπλαχνης	adj	γενική ενικού του εύσπλαχνη
εύσπλαχνο	adj	αιτιατική ενικού του εύσπλαχνος
εύσπλαχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύσπλαχνος
εύσπλαχνος	adj|formal	που ευσπλαχνίζεται
εύσπλαχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύσπλαχνος
εύσπλαχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύσπλαχνος
εύσπλαχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύσπλαχνος
εύστοχα	adv	με εύστοχο τρόπο, με ευστοχία
εύστοχε	adj	κλητική ενικού του εύστοχος
εύστοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύστοχη
εύστοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύστοχος
εύστοχης	adj	γενική ενικού του εύστοχη
εύστοχο	adj	αιτιατική ενικού του εύστοχος
εύστοχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύστοχος
εύστοχος	adj	που καταφέρνει να πετύχει το στόχο
εύστοχου	adj	γενική ενικού του εύστοχος
εύστοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύστοχος
εύστοχων	adj	γενική πληθυντικού του εύστοχος
εύστροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εύστροφος	adv	με εύστροφο τρόπο, με ευστροφία
εύστροφε	adj	κλητική ενικού του εύστροφος
εύστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύστροφη
εύστροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύστροφος
εύστροφης	adj	γενική ενικού του εύστροφη
εύστροφο	adj	αιτιατική ενικού του εύστροφος
εύστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύστροφος
εύστροφος	adj	που χαρακτηρίζεται από ευστροφία, που σκέφτεται γρήγορα
εύστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύστροφος
εύστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύστροφος
εύστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύστροφος
εύσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εύσχημος	adv|formal	με εύσχημο τρόπο
εύσχημε	adj	κλητική ενικού του εύσχημος
εύσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσχημη
εύσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύσχημος
εύσχημης	adj	γενική ενικού του εύσχημη
εύσχημο	adj	αιτιατική ενικού του εύσχημος
εύσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύσχημος
εύσχημος	adj|formal	ευπαρουσίαστος
εύσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύσχημος
εύσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύσχημος
εύσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύσχημος
εύσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσωμο
εύσωμε	adj	κλητική ενικού του εύσωμος
εύσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύσωμη
εύσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύσωμος
εύσωμης	adj	γενική ενικού του εύσωμη
εύσωμο	adj	αιτιατική ενικού του εύσωμος
εύσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύσωμος
εύσωμος	adj	που έχει μεγαλύτερες απ’ τις συνήθεις σωματικές διαστάσεις, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση υπερβολικά χοντρού ατόμου, συνήθως εξαιτίας του μεγάλου ύψους του
εύσωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύσωμος
εύσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύσωμος
εύσωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύσωμος
εύτακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτακτο
εύτακτε	adj	κλητική ενικού του εύτακτος
εύτακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτακτη
εύτακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύτακτος
εύτακτης	adj	γενική ενικού του εύτακτη
εύτακτο	adj	αιτιατική ενικού του εύτακτος
εύτακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύτακτος
εύτακτος	adj|formal	που έχει τοποθετηθεί με τάξη
εύτακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύτακτος
εύτακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύτακτος
εύτακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύτακτος
εύτηκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτηκτο
εύτηκτε	adj	κλητική ενικού του εύτηκτος
εύτηκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτηκτη
εύτηκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύτηκτος
εύτηκτης	adj	γενική ενικού του εύτηκτη
εύτηκτο	adj	αιτιατική ενικού του εύτηκτος
εύτηκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύτηκτος
εύτηκτος	adj	που τήκεται εύκολα
εύτηκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύτηκτος
εύτηκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύτηκτος
εύτηκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύτηκτος
εύτολμή	=	εύτολμος
εύτολμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εύτολμος	adv	με εύτολμο τρόπο, με τόλμη
εύτολμε	adj	κλητική ενικού του εύτολμος
εύτολμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτολμη
εύτολμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύτολμος
εύτολμης	adj	γενική ενικού του εύτολμη
εύτολμο	adj	αιτιατική ενικού του εύτολμος
εύτολμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύτολμος
εύτολμος	adj	τολμηρός, αποφασιστικός
εύτολμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύτολμος
εύτολμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύτολμος
εύτολμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύτολμος
εύτονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτονο
εύτονε	adj	κλητική ενικού του εύτονος
εύτονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτονη
εύτονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύτονος
εύτονης	adj	γενική ενικού του εύτονη
εύτονο	adj	αιτιατική ενικού του εύτονος
εύτονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύτονος
εύτονος	adj|archaic	ισχυρός, ζωηρός
εύτονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύτονος
εύτονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύτονος
εύτονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύτονος
εύτρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτρωτο
εύτρωτε	adj	κλητική ενικού του εύτρωτος
εύτρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύτρωτη
εύτρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύτρωτος
εύτρωτης	adj	γενική ενικού του εύτρωτη
εύτρωτο	adj	αιτιατική ενικού του εύτρωτος
εύτρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύτρωτος
εύτρωτος	adj|archaic	που εύκολα χτυπιέται ή τραυματίζεται
εύτρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύτρωτος
εύτρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύτρωτος
εύτρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύτρωτος
εύφημα	=	εύφημος
εύφημε	adj	κλητική ενικού του εύφημος
εύφημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύφημη
εύφημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύφημος
εύφημης	adj	γενική ενικού του εύφημη
εύφημο	adj	αιτιατική ενικού του εύφημος
εύφημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύφημος
εύφημος	adj	που ευφημεί, που επαινεί, που τιμά
εύφημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύφημος
εύφημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύφημος
εύφημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύφημος
εύφλεκτα	adv	με εύφλεκτο τρόπο
εύφλεκτε	adj	κλητική ενικού του εύφλεκτος
εύφλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύφλεκτη
εύφλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύφλεκτος
εύφλεκτης	adj	γενική ενικού του εύφλεκτη
εύφλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του εύφλεκτος
εύφλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύφλεκτος
εύφλεκτος	adj	που αναφλέγεται εύκολα, που ανάβει και καίγεται εύκολα
εύφλεκτου	adj	γενική ενικού του εύφλεκτος
εύφλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύφλεκτος
εύφλεκτων	adj	γενική πληθυντικού του εύφλεκτος
εύφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύφορο
εύφορε	adj	κλητική ενικού του εύφορος
εύφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύφορη
εύφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύφορος
εύφορης	adj	γενική ενικού του εύφορη
εύφορο	adj	αιτιατική ενικού του εύφορος
εύφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύφορος
εύφορος	adj	που παράγει (ή είναι σε θέση να παράγει) πολλούς καρπούς
εύφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύφορος
εύφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύφορος
εύφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύφορος
εύφραινα	=	ευφραίνω
εύφραιναν	=	ευφραίνω
εύφραινε	=	ευφραίνω
εύφραινες	=	ευφραίνω
εύφρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
εύφραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
εύφρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
εύφρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ευφραίνω
εύφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύφωνο
εύφωνε	adj	κλητική ενικού του εύφωνος
εύφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύφωνη
εύφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύφωνος
εύφωνης	adj	γενική ενικού του εύφωνη
εύφωνο	adj	αιτιατική ενικού του εύφωνος
εύφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύφωνος
εύφωνος	adj|formal	που έχει καλή φωνή
εύφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύφωνος
εύφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύφωνος
εύφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύφωνος
εύχαρις	adj|formal	χαρούμενος, χαρωπός
εύχεσαι	=	εύχομαι
εύχεσθε	=	εύχομαι
εύχεστε	=	εύχομαι
εύχεται	=	εύχομαι
εύχομαι	verb	εκφράζω την επιθυμία μου και την ελπίδα μου να συμβεί στο μέλλον κάτι θετικό σε μένα ή σε άλλους
εύχονται	=	εύχομαι
εύχονταν	=	εύχομαι
εύχου	=	εύχομαι
εύχρηστα	=	εύχρηστος
εύχρηστε	=	εύχρηστος
εύχρηστες	=	εύχρηστος
εύχρηστη	=	εύχρηστος
εύχρηστης	=	εύχρηστος
εύχρηστο	=	εύχρηστος
εύχρηστοι	=	εύχρηστος
εύχρηστος	adj	ευχρησιμοποίητος, ευχρησιμοποιούμενος, εύκολος στην χρήση - εφαρμογή
εύχρηστου	=	εύχρηστος
εύχρηστους	=	εύχρηστος
εύχρηστων	=	εύχρηστος
εύχυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύχυμο
εύχυμε	adj	κλητική ενικού του εύχυμος
εύχυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύχυμη
εύχυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύχυμος
εύχυμης	adj	γενική ενικού του εύχυμη
εύχυμο	adj	αιτιατική ενικού του εύχυμος
εύχυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύχυμος
εύχυμος	adj	γεμάτος χυμούς
εύχυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύχυμος
εύχυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύχυμος
εύχυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύχυμος
εύψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύψυχο
εύψυχε	adj	κλητική ενικού του εύψυχος
εύψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εύψυχη
εύψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εύψυχος
εύψυχης	adj	γενική ενικού του εύψυχη
εύψυχο	adj	αιτιατική ενικού του εύψυχος
εύψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του εύψυχος
εύψυχος	adj|formal	τολμηρός, γενναίος
εύψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του εύψυχος
εύψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του εύψυχος
εύψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύψυχος
εἰκονικότης	noun	εικονικότητα
εἰκοσαέτις	noun	εικοσάχρονη, εικοσαετής
εἰκοσιτετράωρον	noun	εικοσιτετράωρο
εἰσπρακτορεῖον	noun	κρατική υπηρεσία, δημόσιο ταμείο για την είσπραξη φόρων ή τελών
εἰσχώρησις	noun	εισχώρηση
εἰσόρμησις	noun	εισόρμηση
εἴμεθα	=	είμεθα
εἶμαι	verb	πολυτονική γραφή του είμαι
εὐαισθητοποίησις	noun	η ευαισθητοποίηση
εὐεργετικότης	noun	η ευεργετικότητα
εὐερεθιστότης	noun	η ευερεθιστότητα
εὐθηνή	=	εὐθηνός
εὐθηνόν	=	εὐθηνός
εὐθηνός	adj	ευθηνός
εὐθραυστότης	noun	η ευθραυστότητα
εὐθυγράμμισις	noun	η ευθυγράμμιση
εὐθυγράμμως	adv	ευθύγραμμα
εὐθυμογραφικῶς	adv	ευθυμογραφικά
εὐθύνης	noun	πολυτονική γραφή του ευθύνης
εὐκάμπτως	adv	με ευκαμψία, εύκαμπτα
εὐλαβητικῶς	adv	ευλαβητικά
εὐρωτίασις	noun	η ευρωτίαση
εὐρώπιον	noun	το ευρώπιο, μεταλλικό χημικό στοιχείο με σύμβολο Eu
εὐσέβαστον	=	εὐσέβαστος
εὐσέβαστος	adj	αξιοσέβαστος, άξιος σεβασμού
εὐτράπελος	adj	πολυτονική γραφή του ευτράπελος
εὐφλέκτως	adv	εύφλεκτα
εὐχετικῶς	adv	εκφράζοντας ευχή ή ικεσία
εὑρίσκεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του εὑρίσκομαι
εὔγνωμον	=	ευγνώμων
εὔσημον	noun	το εύσημο
ζάβαλε	intj	διάολε, βέβαια
ζάβαλη	=	ζάβαλης
ζάβαλης	noun|dated	ταλαίπωρος, φουκαράς, κακομοίρης, δυστυχής
ζάβγια	noun	κόπιτσα, μικρή πόρπη
ζάβωνα	=	ζαβώνω
ζάβωναν	=	ζαβώνω
ζάβωνε	=	ζαβώνω
ζάβωνες	=	ζαβώνω
ζάβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζάβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζάβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζάβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζάθος	noun	παράσιτο ζώων, κυρίως των αιγοπροβάτων
ζάλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάλο
ζάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάλη
ζάλη	noun	προσωρινή μείωση της αίσθησης της ισορροπίας
ζάλης	=	ζάλη
ζάλιζα	=	ζαλίζω
ζάλιζαν	=	ζαλίζω
ζάλιζε	=	ζαλίζω
ζάλιζες	=	ζαλίζω
ζάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζάλισμα	noun	το αποτέλεσμα του ζαλίζω
ζάλο	noun	βήμα ή άλμα
ζάλου	noun	γενική ενικού του ζάλο
ζάλων	noun	γενική πληθυντικού του ζάλο
ζάλωνα	=	ζαλώνω
ζάλωναν	=	ζαλώνω
ζάλωνε	=	ζαλώνω
ζάλωνες	=	ζαλώνω
ζάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζάμια	noun	φυτό της οικογένειας Zamiaceae
ζάμιας	=	ζάμια
ζάμιες	=	ζάμια
ζάμπλουτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάμπλουτο
ζάμπλουτε	adj	κλητική ενικού του ζάμπλουτος
ζάμπλουτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάμπλουτη
ζάμπλουτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζάμπλουτος
ζάμπλουτης	adj	γενική ενικού του ζάμπλουτη
ζάμπλουτο	adj	αιτιατική ενικού του ζάμπλουτος
ζάμπλουτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζάμπλουτος
ζάμπλουτος	adj	άλλη μορφή του ζάπλουτος
ζάμπλουτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζάμπλουτος
ζάμπλουτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζάμπλουτος
ζάμπλουτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζάμπλουτος
ζάντα	noun	το μεταλλικό στεφάνι του τροχού
ζάντας	noun	γενική ενικού του ζάντα
ζάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάντα
ζάντσα	noun	συνήθεια, ιδιοτροπία
ζάπι	noun	μορφή της λέξης ζάφτι
ζάπια	=	ζάπι
ζάπινγκ	noun	η συχνή αλλαγή καναλιών στην τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ, είτε για να βρεθεί κάποιο ενδιαφέρον πρόγραμμα είτε απλώς από συνήθεια
ζάπλουτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάπλουτο
ζάπλουτε	adj	κλητική ενικού του ζάπλουτος
ζάπλουτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάπλουτη
ζάπλουτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζάπλουτος
ζάπλουτης	adj	γενική ενικού του ζάπλουτη
ζάπλουτο	adj	αιτιατική ενικού του ζάπλουτος
ζάπλουτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζάπλουτος
ζάπλουτος	adj	πάρα πολύ πλούσιος
ζάπλουτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζάπλουτος
ζάπλουτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζάπλουτος
ζάπλουτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζάπλουτος
ζάρα	noun	πτυχή, τσαλάκωμα σε ασιδέρωτο ρούχο
ζάρας	noun	γενική ενικού του ζάρα
ζάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάρα
ζάρι	noun	μικρός κύβος, από κόκκαλο ή ελεφαντοστό, του οποίου κάθε έδρα έχει από έναν αριθμό (από το 1 έως το 6), που χρησιμοποιείται στα παιχνίδια
ζάρια	noun	τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια
ζάρφι	noun	το πιατάκι του φλιτζανιού
ζάρφια	=	ζάρφι
ζάρωμα	noun	η ζαρωματιά, το αποτέλεσμα του ζαρώνω, το μάζεμα, το συρρίκνωμα
ζάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζάφτι	noun	επικράτηση, επιβολή
ζάφτια	=	ζάφτι
ζάφτω	verb|dated	ρίχνω, χτυπώ, αστράφτω, βαράω, κοπανάω
ζάχαρα	=	ζάχαρο
ζάχαρες	=	ζάχαρη
ζάχαρη	noun	κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C₁₂H₂₂Ο₁₁).
ζάχαρης	noun	γενική ενικού του ζάχαρη
ζάχαρι	noun	αιτιατική ενικού του ζάχαρις
ζάχαρο	noun	το σάκχαρο του αίματος
ζάχαρου	=	ζάχαρο
ζάχαρων	=	ζάχαρο
ζέβρα	noun	θηλαστικό, συγγενές του αλόγου, με χαρακτηριστικές μαύρες ρίγες
ζέβρας	noun	γενική ενικού του ζέβρα
ζέβρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζέβρα
ζέβρος	noun|rare	η αρσενική ζέβρα
ζέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ζέω
ζέμπρα	=	ζέβρα
ζέον	noun	Μικρό (μετάλλινο) δοχείο με το οποίο μεταφέρεται το ζέον ύδωρ (ζεστό νερό) που ο ιερέας αναμιγνύει με τον οίνο της θείας Kοινωνίας.
ζέπελιν	noun	μεγάλο πηδαλιουχούμενο αερόπλοιο με μεταλλικό σκελετό, κατασκευασμένο στη Γερμανία κατά τα έτη 1900 έως 1937
ζέρδελα	=	ζέρδελο
ζέρδελο	noun	βερίκοκο
ζέρδελου	=	ζέρδελο
ζέρδελων	=	ζέρδελο
ζέρζελο	=	ζέρδελο
ζέρμπερα	noun	καλλωπιστικό φυτό του γένους Gerbera της οικογένειας Asteraceae
ζέρμπερας	=	ζέρμπερα
ζέρμπερες	=	ζέρμπερα
ζέρσεϊ	noun	είδος λεπτού (ελαστικού) υφάσματος	adj	που είναι φτιαγμένο από #ύφασμα ζέρσεϊ
ζέρσεϋ	noun	παρωχημένη γραφή του ζέρσεϊ με ύψιλον για το ⟨y⟩ του αγγλικού jersey
ζέρταλο	=	ζέρδελο
ζέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζέση
ζέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ζέση
ζέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ζέση
ζέση	noun|formal	βρασμός
ζέσης	noun	γενική ενικού του ζέση
ζέστα	noun	η ζέστη
ζέσταινα	=	ζεσταίνω
ζέσταιναν	=	ζεσταίνω
ζέσταινε	=	ζεσταίνω
ζέσταινες	=	ζεσταίνω
ζέσταμα	noun	η διαδικασία με την οποία αυξάνουμε βαθμιαία τη θερμοκρασία ενός πράγματος, ιδίως κρύου φαγητού πριν την κατανάλωσή του
ζέστανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζέσταναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζέστανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζέστανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζέστας	noun	γενική ενικού του ζέστα
ζέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζέστα
ζέστη	noun	σχετικά υψηλή θερμοκρασία
ζέστης	=	ζέστη
ζέφυρε	=	ζέφυρος
ζέφυρο	=	ζέφυρος
ζέφυροι	=	ζέφυρος
ζέφυρος	noun	ο δυτικός άνεμος, ο πουνέντες
ζέφυρου	=	ζέφυρος
ζέφυρους	=	ζέφυρος
ζέφυρων	=	ζέφυρος
ζέχνω	verb	βρομάω, μυρίζω άσχημα λόγω βρόμας
ζέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζεύω
ζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεύω
ζέω	verb|formal	βράζω, κοχλάζω
ζήλε	=	ζήλος
ζήλεια	noun	παρωχημένη γραφή του ζήλια
ζήλειας	=	ζήλεια
ζήλειες	=	ζήλεια
ζήλευα	=	ζηλεύω
ζήλευαν	=	ζηλεύω
ζήλευε	=	ζηλεύω
ζήλευες	=	ζηλεύω
ζήλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζήλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζήλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζήλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζήλια	noun	το συναίσθημα που νιώθει κάποιος, όταν επιθυμεί να αποκτήσει τα αντικείμενα ή τα χαρίσματα ή τις κοινωνικές συναναστροφές ενός άλλου προσώπου και το ανταγωνίζεται, θεωρώντας ότι τα αντίστοιχα δικά του είναι υποδεέστερα
ζήλιας	noun	γενική ενικού του ζήλια
ζήλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήλια
ζήλο	noun	αιτιατική ενικού του ζήλος
ζήλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζήλος
ζήλος	noun	η επιθυμία να εκτελέσεις μια εργασία κατά τον καλύτερο τρόπο, η όρεξη, ο ενθουσιασμός για τη δουλειά και η αφοσίωση σ' αυτήν
ζήλου	=	ζήλος
ζήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσαν	=	ζω
ζήσανε	=	ζω
ζήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζω
ζήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήση	noun|literary	η ζωή, ο βίος του ανθρώπου
ζήσης	noun	γενική ενικού του ζήση
ζήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσουνε	=	ζω
ζήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζω
ζήτα	verb	β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ζητώ	noun	Το έκτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ζ, κεφαλαίο: Ζ)
ζήταγα	=	ζητάω
ζήταγαν	=	ζητάω
ζήταγε	=	ζητάω
ζήταγες	=	ζητάω
ζήτας	=	ζήτα
ζήτημα	noun	αυτό που ζητώ να βρω, να λύσω, να εξηγήσω, να ερμηνεύσω, να αντιμετωπίσω
ζήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζήτηση	noun	η συχνότητα με την οποία οι καταναλωτές ζητούν να αγοράσουν ένα προϊόν
ζήτησης	noun	γενική ενικού του ζήτηση
ζήτουλα	=	ζήτουλας
ζήτουλας	noun	αυτός που συνηθίζει να ζητάει και να παρακαλάει τους άλλους, ο ζητιάνος
ζήτουλες	=	ζήτουλας
ζήτουλων	=	ζήτουλας
ζήτω	intj	κραυγή επευφημίας ή ενθουσιασμού
ζίγρα	noun|dated	φυτό με αγκάθια, βάτος
ζίγρας	noun	γενική ενικού του ζίγρα
ζίγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζίγρα
ζίζιφο	=	τζίτζιφο
ζίζυφε	=	ζίζυφος
ζίζυφο	=	ζίζυφος
ζίζυφοι	=	ζίζυφος
ζίζυφος	noun	η τζιτζιφιά
ζίζυφου	=	ζίζυφος
ζίζυφους	=	ζίζυφος
ζίζυφων	=	ζίζυφος
ζίκα	noun	ιός που μεταδίδεται κυρίως με το τσίμπημα μολυσμένων κουνουπιών του γένους Aedes και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές στην εγκυμοσύνη
ζίλι	noun	βλέπε ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζίλια
ζίνια	noun	λουλούδι που ανήκει στο ομώνυμο γένος καλλωπιστικών φυτών της οικογένειας Asteraceae
ζίνιας	noun	γενική ενικού του ζίνια
ζίνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζίνια
ζίννια	noun	μη απλοποιημένη γραφή του ζίνια
ζίννιας	noun	γενική ενικού του ζίννια
ζίννιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζίννια
ζίπο	noun	είδος αναπτήρα με καπάκι
ζα	noun|vulgar	άλλη μορφή του ζώα, πληθυντικός αριθμός του ζώο ή του ζο
ζαΐμη	=	ζαΐμης
ζαΐμηδες	=	ζαΐμης
ζαΐμηδων	=	ζαΐμης
ζαΐμης	noun	κάτοχος ή επικαρπωτής κτημάτων, ο οποίος κατά τη διάρκεια πολέμου είχε την υποχρέωση να στείλει ιππείς στον σουλτάνο
ζαΐφη	=	ζαΐφης
ζαΐφηδες	=	ζαΐφης
ζαΐφηδων	=	ζαΐφης
ζαΐφης	noun|dated	φιλάσθενος, καχεκτικός
ζαία	=	ζαίος
ζαίε	=	ζαίος
ζαίο	=	ζαίος
ζαίοι	=	ζαίος
ζαίος	noun	ο συριζαίος, ο οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ
ζαίου	=	ζαίος
ζαίους	=	ζαίος
ζαίων	=	ζαίος
ζαβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβό	adv	ή (λαϊκότροπο) ανόητα, ηλίθια
ζαβάδα	noun	η ανοησία, η βλακεία, η ζαβομάρα, η χαζομάρα
ζαβάδας	=	ζαβάδα
ζαβάδες	=	ζαβάδα
ζαβάδων	=	ζαβάδα
ζαβάληδες	=	ζάβαλης
ζαβάληδων	=	ζάβαλης
ζαβάλισσα	=	ζάβαλης
ζαβέ	adj	κλητική ενικού του ζαβός
ζαβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβή
ζαβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαβός
ζαβής	adj	γενική ενικού του ζαβή
ζαβαλή	=	ζαβαλής
ζαβαλήδες	=	ζαβαλής
ζαβαλήδων	=	ζαβαλής
ζαβαλής	noun|dated	μορφή του ζάβαλης (με θηλυκό: ζαβάλισσα)
ζαβαλίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβαλίδικο
ζαβαλίδικο	noun	ουδέτερο του ζαβαλής
ζαβαλίδικου	noun	γενική ενικού του ζαβαλίδικο
ζαβαλίδικων	noun	γενική πληθυντικού του ζαβαλίδικο
ζαβαλού	=	ζαβαλής
ζαβαλούδες	=	ζαβαλής
ζαβαλούδων	=	ζαβαλής
ζαβαλούς	=	ζαβαλής
ζαβαρακατρανέμια	noun	λέξη χωρίς νόημα στο ομώνυμο τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου του 1968
ζαβαρακατρανέμιων	=	ζαβαρακατρανέμια
ζαβλάκωμα	noun	το αποτέλεσμα του ζαβλακώνω, η αποχαύνωση, η ατονία και η μειωμένη εγρήγορση που προκαλείται από μία εμπύρετη συνήθως ασθένεια όπως από μία ίωση
ζαβλάκωνα	=	ζαβλακώνω
ζαβλάκωναν	=	ζαβλακώνω
ζαβλάκωνε	=	ζαβλακώνω
ζαβλάκωνες	=	ζαβλακώνω
ζαβλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακωθήκαμε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωθήκαν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωθήκανε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωθήκατε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωθεί	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωθείτε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωμάρα	noun	η κατάσταση του ζαβλακωμένου
ζαβλακωμάρας	noun	γενική ενικού του ζαβλακωμάρα
ζαβλακωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβλακωμάρα
ζαβλακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζαβλάκωμα
ζαβλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβλακωμένο
ζαβλακωμένε	verb	κλητική ενικού του ζαβλακωμένος
ζαβλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβλακωμένη
ζαβλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαβλακωμένος
ζαβλακωμένης	verb	γενική ενικού του ζαβλακωμένη
ζαβλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαβλακωμένος
ζαβλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαβλακωμένος
ζαβλακωμένος	verb	που έχει ζαβλακωθεί, που έχει χαζέψει
ζαβλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαβλακωμένος
ζαβλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαβλακωμένος
ζαβλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαβλακωμένος
ζαβλακωνόμασταν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόμαστε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόμουν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόμουνα	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόντουσαν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόσασταν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόσαστε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόσουν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόσουνα	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνόταν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακωνότανε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώθηκα	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώθηκαν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώθηκε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώθηκες	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβλάκωμα
ζαβλακώματος	noun	γενική ενικού του ζαβλάκωμα
ζαβλακώναμε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώναν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνανε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνατε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνει	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνεις	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνεσαι	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνεστε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνεται	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνετε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνομαι	verb	αποβλακώνομαι
ζαβλακώνονται	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνονταν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνοντας	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνουμε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνουν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνουνε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώνω	verb	φέρνω κάποιον σε μια κατάσταση σωματικής και πνευματικής αδυναμίας που μοιάζει με τη νάρκωση
ζαβλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσαν	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώσανε	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσου	=	ζαβλακώνω
ζαβλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβλακώνω
ζαβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαβός
ζαβολιά	noun	η παραβίαση κάποιων κανόνων, συνήθως σε παιχνίδια μεταξύ παιδιών αλλά και γενικότερα στις συναλλαγές και τις ανθρώπινες σχέσεις
ζαβολιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαβολιάρης
ζαβολιάρας	adj	γενική ενικού του ζαβολιάρα
ζαβολιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβολιάρα
ζαβολιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζαβολιάρης
ζαβολιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβολιάρης
ζαβολιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ζαβολιάρης
ζαβολιάρης	adj	που κάνει όλο ζαβολιές, μικρές απάτες οι οποίες όμως (στην στατιστική τους πλειοψηφία) δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, που κλέβει στο παιχνίδι, που κάνει κατεργαριές
ζαβολιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ζαβολιάρικος	adv	με ζαβολιάρικο τρόπο
ζαβολιάρικε	=	ζαβολιάρικος
ζαβολιάρικες	=	ζαβολιάρικος
ζαβολιάρικη	=	ζαβολιάρικος
ζαβολιάρικης	=	ζαβολιάρικος
ζαβολιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζαβολιάρης
ζαβολιάρικοι	=	ζαβολιάρικος
ζαβολιάρικος	adj	που έχει σχέση με ζαβολιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ζαβολιάρικου	adj	γενική ενικού του ζαβολιάρικο
ζαβολιάρικους	=	ζαβολιάρικος
ζαβολιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ζαβολιάρικο
ζαβολιάρισσα	=	ζαβολιάρης
ζαβολιάς	noun	γενική ενικού του ζαβολιά
ζαβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβολιά
ζαβολιών	=	ζαβολιά
ζαβομάρα	noun	το να είναι κανείς ζαβός, η ανοησία ή η ιδιοτροπία, η παραξενιά
ζαβομάρας	noun	γενική ενικού του ζαβομάρα
ζαβομάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβομάρα
ζαβού	adj	γενική ενικού του ζαβός
ζαβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζαβός
ζαβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβωμένο
ζαβωμένε	verb	κλητική ενικού του ζαβωμένος
ζαβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαβωμένη
ζαβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαβωμένος
ζαβωμένης	verb	γενική ενικού του ζαβωμένη
ζαβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαβωμένος
ζαβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαβωμένος
ζαβωμένος	verb	χαλασμένος, στραβωμένος
ζαβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαβωμένος
ζαβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαβωμένος
ζαβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαβωμένος
ζαβό	adj	αιτιατική ενικού του ζαβός
ζαβός	adj	στραβός, στρεβλός, όχι ίσιος
ζαβών	adj	γενική πληθυντικού του ζαβός
ζαβώναμε	=	ζαβώνω
ζαβώναν	=	ζαβώνω
ζαβώνανε	=	ζαβώνω
ζαβώνατε	=	ζαβώνω
ζαβώνει	=	ζαβώνω
ζαβώνεις	=	ζαβώνω
ζαβώνετε	=	ζαβώνω
ζαβώνοντας	=	ζαβώνω
ζαβώνουμε	=	ζαβώνω
ζαβώνουν	=	ζαβώνω
ζαβώνουνε	=	ζαβώνω
ζαβώνω	verb	κάνω κάτι να γίνει στραβό, στρεβλό, να μην είναι πια ίσιο
ζαβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσαν	=	ζαβώνω
ζαβώσανε	=	ζαβώνω
ζαβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαβώνω
ζαγάρι	noun|vulgar	κυνηγόσκυλο
ζαγάρια	=	ζαγάρι
ζαγανεύω	verb	προκαλώ μικροθορύβους ψάχνοντας να βρω κάτι
ζαγανιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαγανιάρης
ζαγανιάρας	adj	γενική ενικού του ζαγανιάρα
ζαγανιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαγανιάρα
ζαγανιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζαγανιάρης
ζαγανιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαγανιάρης
ζαγανιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ζαγανιάρης
ζαγανιάρης	adj	καχεκτικός, κιτρινιάρης, αρρωστημένος
ζαγανιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαγανιάρικο
ζαγανιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζαγανιάρης
ζαγανιάρικου	adj	γενική ενικού του ζαγανιάρικο
ζαγανιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ζαγανιάρικο
ζαγαριού	=	ζαγάρι
ζαγαριών	=	ζαγάρι
ζαγαρομάτη	=	ζαγαρομάτης
ζαγαρομάτηδες	=	ζαγαρομάτης
ζαγαρομάτηδων	=	ζαγαρομάτης
ζαγαρομάτης	noun|dated	αυτός που τα μάτια του είναι σαν του κυνηγόσκυλου ζαγαριού
ζαγκέτα	noun	είδος του ψαριού γλώσσα (οικογένεια: Pleuronectidae)
ζαγκέτας	=	ζαγκέτα
ζαγκέτες	=	ζαγκέτα
ζαγκετών	=	ζαγκέτα
ζαερές	=	ζαϊρές
ζαζάκι	noun	γλώσσα ομιλούμενη γλώσσα-διάλεκτος στην Ανατολία, στην περιοχή της ανατολικής Τουρκίας
ζακάρ	noun	είδος περίτεχνης πλέξης με ειδικό αργαλειό (αργαλειός / μηχανή Jacquard) ή άλλο τρόπο, που επιτρέπει την δημιουργία μονόχρωμων ή πολύχρωμων σχεδίων πάνω στο ύφασμα
ζακέτα	noun	μάλλινο ή βαμβακερό πλεχτό ρούχο με μανίκια που καλύπτει τον κορμό και κουμπώνει μπροστά με κουμπιά ή φερμουάρ· φοριέται συνήθως πάνω από πουκάμισο ή μπλούζα
ζακέτας	noun	γενική ενικού του ζακέτα
ζακέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζακέτα
ζακετάκι	noun	υποκοριστικό του ζακέτα
ζακετάκια	=	ζακετάκι
ζακετούλα	noun	υποκοριστικό του ζακέτα
ζακετούλας	noun	γενική ενικού του ζακετούλα
ζακετούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζακετούλα
ζακετών	noun	γενική πληθυντικού του ζακέτα
ζακονιού	=	ζακόνι
ζακονιών	=	ζακόνι
ζακούσκα	noun	ποικιλία εδεσμάτων, μεζέδες
ζακούσκας	=	ζακούσκα
ζακούσκες	=	ζακούσκα
ζακυνθινά	=	ζακυνθινός
ζακυνθινέ	=	ζακυνθινός
ζακυνθινές	=	ζακυνθινός
ζακυνθινή	=	ζακυνθινός
ζακυνθινής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζακυνθινή) του ζακυνθινός
ζακυνθινιά	=	ζακυνθινός
ζακυνθινοί	=	ζακυνθινός
ζακυνθινού	=	ζακυνθινός
ζακυνθινούς	=	ζακυνθινός
ζακυνθινό	=	ζακυνθινός
ζακυνθινός	adj	που έχει σχέση με τη Ζάκυνθο ή αναφέρεται σ’ αυτή
ζακυνθινών	=	ζακυνθινός
ζακόνι	noun	έθιμο, συνήθεια
ζακόνια	=	ζακόνι
ζαλάδα	noun	το αίσθημα της ζάλης, του ιλίγγου
ζαλάδας	=	ζαλάδα
ζαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλάδα
ζαλάδων	=	ζαλάδα
ζαλίζαμε	=	ζαλίζω
ζαλίζαν	=	ζαλίζω
ζαλίζανε	=	ζαλίζω
ζαλίζατε	=	ζαλίζω
ζαλίζει	=	ζαλίζω
ζαλίζεις	=	ζαλίζω
ζαλίζεσαι	=	ζαλίζω
ζαλίζεστε	=	ζαλίζω
ζαλίζεται	=	ζαλίζω
ζαλίζετε	=	ζαλίζω
ζαλίζομαι	verb	νιώθω ζάλη, ζαλάδα, ίλιγγο
ζαλίζομε	=	ζαλίζω
ζαλίζονται	=	ζαλίζω
ζαλίζονταν	=	ζαλίζω
ζαλίζοντας	=	ζαλίζω
ζαλίζουμε	=	ζαλίζω
ζαλίζουν	=	ζαλίζω
ζαλίζουνε	=	ζαλίζω
ζαλίζω	verb	προκαλώ σε κάποιον ζάλη, ζαλάδα, ίλιγγο και αίσθηση απώλειας της ισορροπίας
ζαλίκα	noun	άλλη μορφή του ζαλίκι
ζαλίκας	=	ζαλίκα
ζαλίκες	=	ζαλίκα
ζαλίκι	noun	το φορτίο που κάποιος ζαλώνεται στους ώμους του
ζαλίκια	=	ζαλίκι
ζαλίκωνα	=	ζαλικώνω
ζαλίκωναν	=	ζαλικώνω
ζαλίκωνε	=	ζαλικώνω
ζαλίκωνες	=	ζαλικώνω
ζαλίκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλίκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλίκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλίκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλίμι	noun	ενοχλητικό και ζωηρό παιδί
ζαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσαν	=	ζαλίζω
ζαλίσανε	=	ζαλίζω
ζαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάλισμα
ζαλίσματος	noun	γενική ενικού του ζάλισμα
ζαλίσομε	=	ζαλίζω
ζαλίσου	=	ζαλίζω
ζαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίσουνε	=	ζαλίζω
ζαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζω
ζαλιά	noun	το φορτίο που μπορεί κάποιος να ζαλωθεί, να μεταφέρει στους ώμους του
ζαλιάς	noun	γενική ενικού του ζαλιά
ζαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλιά
ζαλιζόμασταν	=	ζαλίζω
ζαλιζόμαστε	=	ζαλίζω
ζαλιζόμουν	=	ζαλίζω
ζαλιζόμουνα	=	ζαλίζω
ζαλιζόντουσαν	=	ζαλίζω
ζαλιζόσασταν	=	ζαλίζω
ζαλιζόσαστε	=	ζαλίζω
ζαλιζόσουν	=	ζαλίζω
ζαλιζόσουνα	=	ζαλίζω
ζαλιζόταν	=	ζαλίζω
ζαλιζότανε	=	ζαλίζω
ζαλικιού	=	ζαλίκι
ζαλικιών	=	ζαλίκι
ζαλικωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλικωμένο
ζαλικωμένε	verb	κλητική ενικού του ζαλικωμένος
ζαλικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλικωμένη
ζαλικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαλικωμένος
ζαλικωμένης	verb	γενική ενικού του ζαλικωμένη
ζαλικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαλικωμένος
ζαλικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαλικωμένος
ζαλικωμένος	verb	ζαλωμένος
ζαλικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαλικωμένος
ζαλικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαλικωμένος
ζαλικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαλικωμένος
ζαλικώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνομαι
ζαλικώναμε	=	ζαλικώνω
ζαλικώναν	=	ζαλικώνω
ζαλικώνανε	=	ζαλικώνω
ζαλικώνατε	=	ζαλικώνω
ζαλικώνει	=	ζαλικώνω
ζαλικώνεις	=	ζαλικώνω
ζαλικώνετε	=	ζαλικώνω
ζαλικώνομαι	verb	παίρνω στους ώμους μου ένα φορτίο, φορτώνομαι
ζαλικώνοντας	=	ζαλικώνω
ζαλικώνουμε	=	ζαλικώνω
ζαλικώνουν	=	ζαλικώνω
ζαλικώνουνε	=	ζαλικώνω
ζαλικώνω	verb	φορτώνω στους ώμους κάποιου ένα φορτίο
ζαλικώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσαν	=	ζαλικώνω
ζαλικώσανε	=	ζαλικώνω
ζαλικώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλικώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλικώνω
ζαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζάλισμα
ζαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλισμένο
ζαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ζαλισμένος
ζαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ζαλισμένος
ζαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαλισμένος
ζαλισμένης	verb	γενική ενικού του ζαλισμένη
ζαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαλισμένος
ζαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαλισμένος
ζαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ζαλίζω
ζαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαλισμένος
ζαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαλισμένος
ζαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαλισμένος
ζαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστήκαν	=	ζαλίζω
ζαλιστήκανε	=	ζαλίζω
ζαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιστούνε	=	ζαλίζω
ζαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλίζομαι
ζαλιών	=	ζαλιά
ζαλούρα	noun	ζαλάδα
ζαλούρας	=	ζαλούρα
ζαλούρες	=	ζαλούρα
ζαλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλωμένο
ζαλωμένε	verb	κλητική ενικού του ζαλωμένος
ζαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαλωμένη
ζαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαλωμένος
ζαλωμένης	verb	γενική ενικού του ζαλωμένη
ζαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαλωμένος
ζαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαλωμένος
ζαλωμένος	verb	φορτωμένος με βαρύ φορτίο
ζαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαλωμένος
ζαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαλωμένος
ζαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαλωμένος
ζαλωνόμουν	=	ζαλώνομαι
ζαλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνομαι
ζαλών	=	ζάλη
ζαλώναμε	=	ζαλώνω
ζαλώναν	=	ζαλώνω
ζαλώνανε	=	ζαλώνω
ζαλώνατε	=	ζαλώνω
ζαλώνει	=	ζαλώνω
ζαλώνεις	=	ζαλώνω
ζαλώνετε	=	ζαλώνω
ζαλώνομαι	verb	παίρνω ένα φορτίο στους ώμους μου για να το μεταφέρω
ζαλώνοντας	=	ζαλώνω
ζαλώνουμε	=	ζαλώνω
ζαλώνουν	=	ζαλώνω
ζαλώνουνε	=	ζαλώνω
ζαλώνω	verb	προσαρμόζω ένα φορτίο στους ώμους κάποιου
ζαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσαν	=	ζαλώνω
ζαλώσανε	=	ζαλώνω
ζαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαλώνω
ζαμάνι	noun	μεγάλο χρονικό διάστημα· χρησιμοποιείται συνήθως στην έκφραση «χρόνια και ζαμάνια» (για πολύ καιρό)
ζαμάνια	noun	πολύς καιρός, πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα
ζαμανιού	=	ζαμάνι
ζαμανιών	=	ζαμάνι
ζαμανφουτίστα	=	ζαμανφουτίστας
ζαμανφουτίστας	noun	αυτός που είναι συστηματικά τελείως αδιάφορος, που αδιαφορεί για τα πάντα
ζαμανφουτίστες	=	ζαμανφουτίστας
ζαμανφουτίστικα	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικε	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικες	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικη	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικης	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικο	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικοι	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικος	adj	που αναφέρεται ή ταιριάζει σε κάποιον που είναι ζαμανφουτίστας
ζαμανφουτίστικου	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικους	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστικων	=	ζαμανφουτίστικος
ζαμανφουτίστρια	=	ζαμανφουτίστας
ζαμανφουτισμέ	noun	κλητική ενικού του ζαμανφουτισμός
ζαμανφουτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαμανφουτισμός
ζαμανφουτισμού	noun	γενική ενικού του ζαμανφουτισμός
ζαμανφουτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζαμανφουτισμός
ζαμανφουτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ζαμανφουτισμός
ζαμανφουτισμός	noun	πλήρης αδιαφορία για κάτι το οποίο θα έπρεπε να ενδιαφέρει / απασχολεί
ζαμανφουτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ζαμανφουτισμός
ζαμανφουτιστές	=	ζαμανφουτιστής
ζαμανφουτιστή	=	ζαμανφουτιστής
ζαμανφουτιστής	noun	ο ζαμανφουτίστας
ζαμανφουτιστών	=	ζαμανφουτίστας
ζαμανφού	adj	άλλη γραφή του ζαμάν φου
ζαμενής	noun	είδος (ανιοβόλου) φιδιού
ζαμιών	=	ζάμια
ζαμπάκι	noun	είδος του λουλουδιού νάρκισσος
ζαμπάκια	=	ζαμπάκι
ζαμπίτες	=	ζαμπίτης
ζαμπίτη	=	ζαμπίτης
ζαμπίτης	noun	αξιωματικός
ζαμπαγιόνε	noun	γλυκό της ιταλικής κουζίνας
ζαμπαρά	=	ζαμπαράς
ζαμπαράδες	=	ζαμπαράς
ζαμπαράδων	=	ζαμπαράς
ζαμπαράς	noun	γυναικοθήρας, γυναικάς
ζαμπαρούχι	noun	έντονο συνάχι
ζαμπιτών	=	ζαμπίτης
ζαμπονάκι	noun	υποκοριστικό του ζαμπόν
ζαμπονάκια	=	ζαμπονάκι
ζαμπονοπιτάκι	noun	υποκοριστικό του ζαμπονόπιτα
ζαμπονοπιτάκια	=	ζαμπονοπιτάκι
ζαμπονοτυροπιτών	=	ζαμπονοτυρόπιτα
ζαμπονοτυρόπιτα	noun	τυρόπιτα με γέμιση από ζαμπόν
ζαμπονοτυρόπιτας	noun	γενική ενικού του ζαμπονοτυρόπιτα
ζαμπονοτυρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαμπονοτυρόπιτα
ζαμπονόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό το ζαμπόν
ζαμπονόπιτας	noun	γενική ενικού του ζαμπονόπιτα
ζαμπονόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαμπονόπιτα
ζαμπούκε	=	ζαμπούκος
ζαμπούκο	=	ζαμπούκος
ζαμπούκοι	=	ζαμπούκος
ζαμπούκος	noun	άλλη μορφή του σαμπούκος
ζαμπούκου	=	ζαμπούκος
ζαμπούκους	=	ζαμπούκος
ζαμπούκων	=	ζαμπούκος
ζαμπούνη	=	ζαμπούνης
ζαμπούνηδες	=	ζαμπούνης
ζαμπούνηδων	=	ζαμπούνης
ζαμπούνης	noun	καχεκτικός, άρρωστος, κακοδιάθετος
ζαμπούνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαμπούνικο
ζαμπούνικε	adj	κλητική ενικού του ζαμπούνικος
ζαμπούνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαμπούνικη
ζαμπούνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαμπούνικος
ζαμπούνικης	adj	γενική ενικού του ζαμπούνικη
ζαμπούνικο	adj	αιτιατική ενικού του ζαμπούνικος
ζαμπούνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαμπούνικος
ζαμπούνικος	adj	ζαμπούνης, ο ασθενής, ο αδιάθετος
ζαμπούνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαμπούνικος
ζαμπούνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζαμπούνικος
ζαμπούνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαμπούνικος
ζαμπούνισσα	=	ζαμπούνης
ζαμπόν	noun	χοιρινό κρέας, από το μηρό ή την πλάτη, που έχει παστωθεί και παρασκευαστεί με τέτοιο ειδικό τρόπο, ώστε να μπορεί να συντηρηθεί
ζαμπόνια	noun|vulgar	πληθυντικός αριθμός του ζαμπόνι, εξελληνισμένος πληθυντικός του ζαμπόν
ζαμφόρ	noun	ράβδος που συνδέει τις αναρτήσεις των τροχών στον ίδιο άξονα με το πλαίσιο / σασί του αυτοκινήτου
ζαναέτη	=	ζαναέτης
ζαναέτηδες	=	ζαναέτης
ζαναέτηδων	=	ζαναέτης
ζαναέτης	noun	φιλάργυρος, συμφεροντολόγος
ζαναέτι	noun	επάγγελμα, τέχνη
ζαναέτια	=	ζαναέτι
ζαναετιού	=	ζαναέτι
ζαναετιών	=	ζαναέτι
ζαντ	noun	ημιπολύτιμος λίθος (νεφρίτης) πράσινου ή λευκού χρώματος, που χρησιμοποιείται συχνά για τη δημιουργία ειδωλίων, κομπολογιών κ.λπ.
ζανταβέλι	noun	μικρό γαϊδούρι
ζαντολάστιχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαντολάστιχο
ζαντολάστιχο	noun	η ζάντα του τροχού ενός οχήματος με το ελαστικό του μαζί
ζαντολάστιχου	=	ζαντολάστιχο
ζαντολάστιχων	=	ζαντολάστιχο
ζαντών	noun	γενική πληθυντικού του ζάντα
ζανφόρ	noun	άλλη μορφή του ζαμφόρ
ζαπίτης	=	ζαμπίτης
ζαπιού	=	ζάπι
ζαπιών	=	ζάπι
ζαπονέ	adj	για ένδυμα που έχει μια προέκταση υφάσματος από τον ώμο προς το χέρι, σαν κοντό μανίκι
ζαππίδα	noun	μαθήτρια ή απόφοιτος του Ζαππείου παρθεναγωγείου της Κωνσταντινούπολης
ζαππίδας	=	ζαππίδα
ζαππίδες	=	ζαππίδα
ζαππίδων	=	ζαππίδα
ζαπτιέ	=	ζαπτιές
ζαπτιέδες	=	ζαπτιές
ζαπτιέδων	=	ζαπτιές
ζαπτιές	noun	ο αστυνομικός, ο χωροφύλακας
ζαράρι	noun	ζημιά, βλάβη
ζαράρια	=	ζαράρι
ζαρίζω	verb	αρχίζω να φαίνομαι, ανατέλλω, προβάλλω, φωτίζω
ζαρίφη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζαρίφης
ζαρίφηδες	=	ζαρίφης
ζαρίφηδων	=	ζαρίφης
ζαρίφης	noun	ευγενής, κομψός
ζαρίφικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρίφικο
ζαρίφικε	adj	κλητική ενικού του ζαρίφικος
ζαρίφικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρίφικη
ζαρίφικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαρίφικος
ζαρίφικης	adj	γενική ενικού του ζαρίφικη
ζαρίφικο	adj	αιτιατική ενικού του ζαρίφικος
ζαρίφικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαρίφικος
ζαρίφικος	adj	που έχει σχέση με ζαρίφη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ζαρίφικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαρίφικος
ζαρίφικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζαρίφικος
ζαρίφικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαρίφικος
ζαρίφισσα	noun	θηλυκό του ζαρίφης
ζαρίφισσας	noun	γενική ενικού του ζαρίφισσα
ζαρίφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρίφισσα
ζαραζανέτ	noun	άλλη μορφή του σαραζανέτι
ζαραριού	=	ζαράρι
ζαραριών	=	ζαράρι
ζαργάνα	noun	ψάρι του γένους Belone, (επιστημονική ονομασία Belone belone), με μακρόστενο κορμί και ρύγχος που μοιάζει με βελόνα
ζαργάνας	noun	γενική ενικού του ζαργάνα
ζαργάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαργάνα
ζαργανών	noun	γενική πληθυντικού του ζαργάνα
ζαργκόν	noun	γλώσσα με ειδική ορολογία, λεξιλόγιο, ιδιωματισμούς και συντομογραφίες που σχετίζεται με κάποια συγκεκριμένη επιστημονική δραστηριότητα, επάγγελμα ή άλλη ομάδα
ζαρζαβάτι	noun	άλλη μορφή του ζαρζαβατικό
ζαρζαβάτια	=	ζαρζαβάτι
ζαρζαβατικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρζαβατικό
ζαρζαβατικού	noun	γενική ενικού του ζαρζαβατικό
ζαρζαβατικό	noun	λαχανικό, κηπευτικό ή χορταρικό
ζαρζαβατικών	noun	γενική πληθυντικού του ζαρζαβατικό
ζαρζαβατιού	=	ζαρζαβάτι
ζαρζαβατιών	=	ζαρζαβάτι
ζαρζανέτ	noun	άλλη μορφή του σαραζανέτι
ζαρζανέτι	noun	άλλη μορφή του σαραζανέτι
ζαρζανέτια	=	ζαρζανέτι
ζαρζανετιού	=	ζαρζανέτι
ζαρζανετιών	=	ζαρζανέτι
ζαριά	noun	το ρίξιμο των ζαριών
ζαριάς	noun	γενική ενικού του ζαριά
ζαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαριά
ζαριού	=	ζάρι
ζαριφλάτος	adj	όμορφος, ζηλευτός
ζαριφλίκι	noun	η εμφάνιση ή η συμπεριφορά του ζαρίφη, κομψότητα
ζαριφλίκια	=	ζαριφλίκι
ζαριών	noun	γενική πληθυντικού του ζάρι
ζαρκάδα	noun	το (θηλυκό) ζαρκάδι
ζαρκάδας	=	ζαρκάδα
ζαρκάδες	=	ζαρκάδα
ζαρκάδι	noun	θηλαστικό ζώο του είδους Capreolus capreolus, συγγενές με το ελάφι και με το οποίο μοιάζει, γνωστό για την ταχύτητά του
ζαρκάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρκάδι
ζαρκάδων	=	ζαρκάδα
ζαρκαδάκι	noun	υποκοριστικό του ζαρκάδι
ζαρκαδάκια	=	ζαρκαδάκι
ζαρκαδίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρκαδίσιο
ζαρκαδίσιας	=	ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιε	adj	κλητική ενικού του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρκαδίσιη
ζαρκαδίσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιης	adj	γενική ενικού του ζαρκαδίσιη
ζαρκαδίσιο	adj	αιτιατική ενικού του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιος	adj	που έχει σχέση με ζαρκάδι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
ζαρκαδίσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδίσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαρκαδίσιος
ζαρκαδιού	noun	γενική ενικού του ζαρκάδι
ζαρκαδιών	noun	γενική πληθυντικού του ζαρκάδι
ζαρντινιέρα	noun	κατασκευή, συνήθως σε σχήμα μακρόστενου ανοιχτού κουτιού, στην οποία τοποθετούνται γλάστρες ή γεμίζεται με χώμα και φυτεύονται φυτά
ζαρντινιέρας	noun	γενική ενικού του ζαρντινιέρα
ζαρντινιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρντινιέρα
ζαρομπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρομπασμένο
ζαρομπασμένε	verb	κλητική ενικού του ζαρομπασμένος
ζαρομπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρομπασμένη
ζαρομπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαρομπασμένος
ζαρομπασμένης	verb	γενική ενικού του ζαρομπασμένη
ζαρομπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαρομπασμένος
ζαρομπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαρομπασμένος
ζαρομπασμένος	verb	που φαίνεται ζαρωμένος ή καχεκτικός
ζαρομπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαρομπασμένος
ζαρομπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαρομπασμένος
ζαρομπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαρομπασμένος
ζαρταλουδιού	=	ζαρταλούδι
ζαρταλουδιών	=	ζαρταλούδι
ζαρταλούδι	noun	η βερικοκιά
ζαρταλούδια	=	ζαρταλούδι
ζαρτιέρα	noun	γυναικείο εσώρουχο σε μορφή ζώνης με ιμάντες οι οποίοι συγκρατούν τις κάλτσες
ζαρτιέρας	=	ζαρτιέρα
ζαρτιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρτιέρα
ζαρφιού	=	ζάρφι
ζαρφιών	=	ζάρφι
ζαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζάρωμα
ζαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρωμένο
ζαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ζαρωμένος
ζαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρωμένη
ζαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαρωμένος
ζαρωμένης	verb	γενική ενικού του ζαρωμένη
ζαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ζαρωμένος
ζαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαρωμένος
ζαρωμένος	verb	που έχει ζάρες, ρυτίδες
ζαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαρωμένος
ζαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαρωμένος
ζαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαρωμένος
ζαρωματιά	noun	η ζάρα, η πτυχή σε ύφασμα
ζαρωματιάς	noun	γενική ενικού του ζαρωματιά
ζαρωματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαρωματιά
ζαρωματιών	=	ζαρωματιά
ζαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάρωμα
ζαρώματος	noun	γενική ενικού του ζάρωμα
ζαρώνω	verb	κάνω ζάρες
ζαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαρώνω
ζατρίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζατρίκιο
ζατρίκιο	noun|dated	το σκάκι
ζατρίκιον	noun	μινωικό επιτραπέζιο παιχνίδι
ζατρίκιου	=	ζατρίκιο
ζατρικίου	noun	γενική ενικού του ζατρίκιο
ζατρικίων	noun	γενική πληθυντικού του ζατρίκιο
ζατρικοειδής	adj|rare	που έχει τη μορφή ζατρικίου, σκακιέρας
ζαφείρι	noun	πολύτιμος λίθος με ποικίλες αποχρώσεις του γαλανού
ζαφείρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαφείρι
ζαφειρένια	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιας	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιε	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιες	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιο	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιοι	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιος	adj	που έχει κατασκευαστεί από ζαφείρι ή έχει παρόμοιο χρώμα
ζαφειρένιου	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιους	=	ζαφειρένιος
ζαφειρένιων	=	ζαφειρένιος
ζαφειριού	=	ζαφείρι
ζαφειριών	=	ζαφείρι
ζαφειροπετρών	noun	γενική πληθυντικού του ζαφειρόπετρα
ζαφειρόπετρα	noun	το πετράδι απο ζαφείρι σε ένα δαχτυλιδι ή άλλο κόσμημα
ζαφειρόπετρας	noun	γενική ενικού του ζαφειρόπετρα
ζαφειρόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαφειρόπετρα
ζαφορά	noun	ουσία που λαμβάνεται από τα άνθη του φυτού κρόκος (Crocus sativus) και χρησιμοποιείται στη μαγειρική
ζαφοράς	noun	γενική ενικού του ζαφορά
ζαφορέλαια	=	ζαφορέλαιο
ζαφορέλαιο	noun	καρθαμέλαιο
ζαφορέλαιου	=	ζαφορέλαιο
ζαφορέλαιων	=	ζαφορέλαιο
ζαφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαφορά
ζαφορελαίου	=	ζαφορέλαιο
ζαφορελαίων	=	ζαφορέλαιο
ζαφορών	=	ζαφορά
ζαφράν	noun	άλλη μορφή του σαφράν
ζαφτά	=	ζαφτάς
ζαφτάδες	=	ζαφτάς
ζαφτάδων	=	ζαφτάς
ζαφτάς	noun	εξουσιαστής, κύριος
ζαφτίζω	verb	εξουσιάζω, επιβάλλομαι
ζαφτιού	=	ζάφτι
ζαφτιών	=	ζάφτι
ζαχάρεως	=	ζάχαρη
ζαχάριαζα	=	ζαχαριάζω
ζαχάριαζαν	=	ζαχαριάζω
ζαχάριαζε	=	ζαχαριάζω
ζαχάριαζες	=	ζαχαριάζω
ζαχάριασα	=	ζαχαριάζω
ζαχάριασαν	=	ζαχαριάζω
ζαχάριασε	=	ζαχαριάζω
ζαχάριασες	=	ζαχαριάζω
ζαχάρου	=	ζάχαρο
ζαχάρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζαχαρώνω
ζαχάρων	=	ζάχαρο
ζαχάρωνα	=	ζαχαρώνω
ζαχάρωναν	=	ζαχαρώνω
ζαχάρωνε	=	ζαχαρώνω
ζαχάρωνες	=	ζαχαρώνω
ζαχάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαράσβεστε	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαράσβεστο	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαράσβεστοι	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαράσβεστος	noun	μείγμα ζάχαρης με ανθρακικό ασβέστιο από το οποίο με κορεσμό παράγεται η ζάχαρη
ζαχαράσβεστου	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαράσβεστους	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαράσβεστων	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαράτα	=	ζαχαράτος
ζαχαράτε	=	ζαχαράτος
ζαχαράτες	=	ζαχαράτος
ζαχαράτη	=	ζαχαράτος
ζαχαράτης	=	ζαχαράτος
ζαχαράτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ζαχαράτος	noun	γλυκό φτιαγμένο με ζάχαρη
ζαχαράτοι	=	ζαχαράτος
ζαχαράτος	adj	άλλη μορφή του ζαχαρωτός
ζαχαράτου	=	ζαχαράτος
ζαχαράτους	=	ζαχαράτος
ζαχαράτων	=	ζαχαράτος
ζαχαρένια	noun	ευχάριστη ψυχική διάθεση	adj	θηλυκό του ζαχαρένιος
ζαχαρένιας	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιε	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιες	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιο	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιοι	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιος	adj	που φτιάχνεται από ζάχαρη ή είναι πασπαλισμένος μ’ αυτή
ζαχαρένιου	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιους	=	ζαχαρένιος
ζαχαρένιων	=	ζαχαρένιος
ζαχαρί	noun	το χρώμα της ζάχαρης
ζαχαρίνες	=	ζαχαρίνη
ζαχαρίνη	noun	σκόνη με κρυσταλλική δομή που παρασκευάζεται χημικά (C₇H₅NO₃S).
ζαχαρίνης	=	ζαχαρίνη
ζαχαρασβέστου	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαρασβέστους	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαρασβέστων	=	ζαχαράσβεστος
ζαχαριάζαμε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζαν	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζανε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζατε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζει	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζεις	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζετε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζοντας	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζουμε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζουν	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζουνε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάζω	verb	ζαχαρώνω, κρυσταλλώνομαι
ζαχαριάσαμε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάσαν	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάσανε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάσατε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάσει	=	ζαχαριάζω
ζαχαριάστε	=	ζαχαριάζω
ζαχαριέρα	noun	επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα της ζάχαρης
ζαχαριέρας	noun	γενική ενικού του ζαχαριέρα
ζαχαριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαριέρα
ζαχαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαριασμένο
ζαχαριασμένε	verb	κλητική ενικού του ζαχαριασμένος
ζαχαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαριασμένη
ζαχαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαχαριασμένος
ζαχαριασμένης	verb	γενική ενικού του ζαχαριασμένη
ζαχαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαχαριασμένος
ζαχαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαχαριασμένος
ζαχαριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ζαχαριάζω
ζαχαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαχαριασμένος
ζαχαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαχαριασμένος
ζαχαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαχαριασμένος
ζαχαρικά	=	ζαχαρικός
ζαχαρικέ	=	ζαχαρικός
ζαχαρικές	=	ζαχαρικός
ζαχαρική	=	ζαχαρικός
ζαχαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζαχαρική) του ζαχαρικός
ζαχαρικοί	=	ζαχαρικός
ζαχαρικού	=	ζαχαρικός
ζαχαρικούς	=	ζαχαρικός
ζαχαρικό	=	ζαχαρικός
ζαχαρικός	adj	που έχει σχέση με τη ζάχαρη ή την παραγωγή της ή αναφέρεται σ’ αυτές
ζαχαρικών	=	ζαχαρικός
ζαχαρινών	=	ζαχαρίνη
ζαχαροδιάλυμα	noun	διάλυμα που περιέχει ζάχαρη ή σάκχαρα
ζαχαροδιαβήτες	=	ζαχαροδιαβήτης
ζαχαροδιαβήτη	=	ζαχαροδιαβήτης
ζαχαροδιαβήτης	noun	άλλη μορφή του σακχαροδιαβήτης
ζαχαροδιαβητών	=	ζαχαροδιαβήτης
ζαχαροδιαλυμάτων	=	ζαχαροδιάλυμα
ζαχαροδιαλύματα	=	ζαχαροδιάλυμα
ζαχαροδιαλύματος	=	ζαχαροδιάλυμα
ζαχαροζυμωμένα	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένε	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένες	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένη	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένης	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένο	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένοι	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένος	verb	φτιαγμένος από ζάχαρη, ζυμωμένος με ζάχαρη
ζαχαροζυμωμένου	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένους	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζυμωμένων	=	ζαχαροζυμωμένος
ζαχαροζύμαρα	=	ζαχαροζύμαρο
ζαχαροζύμαρο	noun	είδος πάστας από ζάχαρη και νερό η όποια χρησιμοποιείται ως τροφή για τις μέλισσες τον χειμώνα όταν τα λουλούδια δεν είναι ανθισμένα
ζαχαροζύμαρου	=	ζαχαροζύμαρο
ζαχαροζύμαρων	=	ζαχαροζύμαρο
ζαχαροκάλαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροκάλαμο
ζαχαροκάλαμο	noun	αγγειόσπερμο, μονοκοτυλήδονο, ποώδες επίμηκες φυτό πλούσιο σε υδατάνθρακες
ζαχαροκάλαμου	noun	γενική ενικού του ζαχαροκάλαμο
ζαχαροκάλαμων	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαροκάλαμο
ζαχαροκάντια	=	ζαχαροκάντιο
ζαχαροκάντιο	noun	άλλη μορφή του κάντιο: κρυσταλλική ζάχαρη (που παράγεται μετά από επεξεργασία ζαχαροκάλαμου)
ζαχαροκάντιου	=	ζαχαροκάντιο
ζαχαροκάντιων	=	ζαχαροκάντιο
ζαχαροκούλλουρα	=	ζαχαροκούλλουρο
ζαχαροκούλλουρο	noun|dated	άλλη γραφή του ζαχαροκούλουρο
ζαχαροκούλλουρου	=	ζαχαροκούλλουρο
ζαχαροκούλλουρων	=	ζαχαροκούλλουρο
ζαχαροκούλουρα	=	ζαχαροκούλουρο
ζαχαροκούλουρο	noun	κουλούρι με βούτυρο και ζάχαρη
ζαχαροκούλουρου	=	ζαχαροκούλουρο
ζαχαροκούλουρων	=	ζαχαροκούλουρο
ζαχαρομάζα	noun	μείγμα κρυστάλλων ζάχαρης και σιροπιού, από το οποίο με φυγοκέντριση παράγεται η ζάχαρη
ζαχαρομάζας	noun	γενική ενικού του ζαχαρομάζα
ζαχαρομάζες	=	ζαχαρομάζα
ζαχαρομέτρου	=	ζαχαρόμετρο
ζαχαρομέτρων	=	ζαχαρόμετρο
ζαχαρομαζών	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαρομάζα
ζαχαρομπίζελα	=	ζαχαρομπίζελο
ζαχαρομπίζελο	noun	είδος μπιζελιού (Pisum sativum var. saccharatum)
ζαχαρομπίζελου	=	ζαχαρομπίζελο
ζαχαρομπίζελων	=	ζαχαρομπίζελο
ζαχαρομυκήτων	=	ζαχαρομύκητας
ζαχαρομύκητα	=	ζαχαρομύκητας
ζαχαρομύκητας	noun	άλλη μορφή του σακχαρομύκητας
ζαχαρομύκητες	=	ζαχαρομύκητας
ζαχαροπαστών	=	ζαχαρόπαστα
ζαχαροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαρόπιτα
ζαχαροπλάσταινα	=	ζαχαροπλάστης
ζαχαροπλάσταινας	noun	γενική ενικού του ζαχαροπλάσταινα
ζαχαροπλάσταινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλάσταινα
ζαχαροπλάσταινων	=	ζαχαροπλάστης
ζαχαροπλάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλάστης
ζαχαροπλάστη	=	ζαχαροπλάστης
ζαχαροπλάστης	noun	ο επαγγελματίας που διατηρεί ζαχαροπλαστείο ή εργάζεται σ’ αυτό και παρασκευάζει γλυκίσματα
ζαχαροπλάστισσα	noun	θηλυκό του ζαχαροπλάστης
ζαχαροπλάστισσας	noun	γενική ενικού του ζαχαροπλάστισσα
ζαχαροπλάστισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλάστισσα
ζαχαροπλάστρια	noun	θηλυκό του ζαχαροπλάστης
ζαχαροπλάστριας	noun	γενική ενικού του ζαχαροπλάστρια
ζαχαροπλάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλάστρια
ζαχαροπλασταινών	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαροπλάσταινα
ζαχαροπλαστεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλαστείο
ζαχαροπλαστείο	noun	κατάστημα που παρασκευάζει και πουλάει γλυκά
ζαχαροπλαστείου	noun	γενική ενικού του ζαχαροπλαστείο
ζαχαροπλαστείων	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαροπλαστείο
ζαχαροπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλαστικό
ζαχαροπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του ζαχαροπλαστικός
ζαχαροπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλαστική
ζαχαροπλαστική	noun	η τέχνη της παρασκευής γλυκισμάτων
ζαχαροπλαστικής	noun	γενική ενικού του ζαχαροπλαστική
ζαχαροπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαχαροπλαστικός
ζαχαροπλαστικού	adj	γενική ενικού του ζαχαροπλαστικός
ζαχαροπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζαχαροπλαστικός
ζαχαροπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ζαχαροπλαστικός
ζαχαροπλαστικός	adj	που έχει σχέση με τον ζαχαροπλάστη ή τη ζαχαροπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτά
ζαχαροπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ζαχαροπλαστικός
ζαχαροπλαστισσών	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαροπλάστισσα
ζαχαροπλαστριών	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαροπλάστρια
ζαχαροπλαστών	=	ζαχαροπλάστης
ζαχαροποιία	noun	η τέχνη του ζαχαροποιού
ζαχαροποιίας	=	ζαχαροποιία
ζαχαροποιίες	=	ζαχαροποιία
ζαχαροποιιών	=	ζαχαροποιία
ζαχαροπωλεία	=	ζαχαροπωλείο
ζαχαροπωλείο	noun	κατάστημα το οποίο πουλά γλυκά και είδη ζαχαροπλαστικής
ζαχαροπωλείου	=	ζαχαροπωλείο
ζαχαροπωλείων	=	ζαχαροπωλείο
ζαχαρουργεία	=	ζαχαρουργείο
ζαχαρουργείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο παραγωγής ζάχαρης
ζαχαρουργείου	=	ζαχαρουργείο
ζαχαρουργείων	=	ζαχαρουργείο
ζαχαρούχα	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχας	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχε	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχες	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχο	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχοι	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχος	adj	που περιέχει ζάχαρη ή σάκχαρα
ζαχαρούχου	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχους	=	ζαχαρούχος
ζαχαρούχων	=	ζαχαρούχος
ζαχαρωδών	=	ζαχαρώδης
ζαχαρωθήκαμε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθήκαν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθήκανε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθήκατε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθεί	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθείς	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθείτε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθούμε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθούν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθούνε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωθώ	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζαχάρωμα
ζαχαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρωμένο
ζαχαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ζαχαρωμένος
ζαχαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρωμένη
ζαχαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαχαρωμένος
ζαχαρωμένης	verb	γενική ενικού του ζαχαρωμένη
ζαχαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζαχαρωμένος
ζαχαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρωμένος
ζαχαρωμένος	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζαχαρωμένος
ζαχαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζαχαρωμένος
ζαχαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζαχαρωμένος
ζαχαρωνόμασταν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόμαστε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόμουν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόμουνα	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόντουσαν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόσασταν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόσαστε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόσουν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόσουνα	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνόταν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωνότανε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρωτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρωτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ζαχαρωτό) του ζαχαρωτός
ζαχαρωτέ	adj	κλητική ενικού του ζαχαρωτός
ζαχαρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρωτή
ζαχαρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζαχαρωτός
ζαχαρωτής	adj	γενική ενικού του ζαχαρωτή
ζαχαρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρωτός
ζαχαρωτού	adj	γενική ενικού του ζαχαρωτός
ζαχαρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζαχαρωτός
ζαχαρωτό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ζαχαρωτός	noun	γλύκισμα με βασικό υλικό τη ζάχαρη
ζαχαρωτός	adj	άλλη μορφή του ζαχαρένιος
ζαχαρωτών	adj	γενική πληθυντικού του ζαχαρωτός
ζαχαρόζη	noun	φυσικό προϊόν (C₁₂H₂₂0₁₁), γλυκαντική ουσία που περιλαμβάνεται στο ζαχαροκάλαμο, το ζαχαρότευτλο κ.α.
ζαχαρόζης	=	ζαχαρόζη
ζαχαρόμετρα	=	ζαχαρόμετρο
ζαχαρόμετρο	noun	άλλη μορφή του σακχαρόμετρο
ζαχαρόμετρου	=	ζαχαρόμετρο
ζαχαρόμετρων	=	ζαχαρόμετρο
ζαχαρόνερα	=	ζαχαρόνερο
ζαχαρόνερο	noun	ζαχαρωμένο νερό
ζαχαρόνερου	=	ζαχαρόνερο
ζαχαρόνερων	=	ζαχαρόνερο
ζαχαρόπαστα	noun	μείγμα επικάλυψης γλυκών, με ζάχαρη, ζελατίνη και άλλα υλικά
ζαχαρόπαστας	=	ζαχαρόπαστα
ζαχαρόπαστες	=	ζαχαρόπαστα
ζαχαρόπιτα	noun	υπολείμματα τεύτλων που διατίθενται μετά από ξήρανση ως ζωοτροφή
ζαχαρόπιτας	noun	γενική ενικού του ζαχαρόπιτα
ζαχαρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρόπιτα
ζαχαρότευτλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχαρότευτλο
ζαχαρότευτλο	noun	δικοτυλήδονο φυτό, από τη σαρκώδη ρίζα του οποίου παράγεται με ειδική επεξεργασία η ζάχαρη
ζαχαρότευτλου	noun	γενική ενικού του ζαχαρότευτλο
ζαχαρότευτλων	noun	γενική πληθυντικού του ζαχαρότευτλο
ζαχαρώδεις	=	ζαχαρώδης
ζαχαρώδες	=	ζαχαρώδης
ζαχαρώδη	=	ζαχαρώδης
ζαχαρώδης	adj	που (περι)έχει ζάχαρη
ζαχαρώδους	=	ζαχαρώδης
ζαχαρώθηκα	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώθηκαν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώθηκε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώθηκες	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζαχάρωμα
ζαχαρώματος	noun	γενική ενικού του ζαχάρωμα
ζαχαρώναμε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώναν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνανε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνατε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνει	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνεις	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνεσαι	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνεστε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνεται	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνετε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνομαι	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνομε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνονται	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνονταν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνοντας	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνουμε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνουν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνουνε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώνω	verb	ρίχνω ζάχαρη σε κάτι ή το ρίχνω μέσα σε διάλυμα ζάχαρης
ζαχαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσαν	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώσανε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσομε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώσου	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσουνε	=	ζαχαρώνω
ζαχαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζαχαρώνω
ζαχιρέ	=	ζαϊρές
ζαχιρέδες	=	ζαϊρές
ζαχιρέδων	=	ζαϊρές
ζαχιρές	=	ζαϊρές
ζαϊνισμέ	=	ζαϊνισμός
ζαϊνισμοί	=	ζαϊνισμός
ζαϊνισμού	=	ζαϊνισμός
ζαϊνισμούς	=	ζαϊνισμός
ζαϊνισμό	=	ζαϊνισμός
ζαϊνισμός	noun	αρχαία νταρμική θρησκεία, με επίκεντρο τη μη βία και την προσωπική προσπάθεια ανύψωσης της μετενσαρκωμένης ψυχής απελευθερώνοντάς την από τη σαμσάρα
ζαϊνισμών	=	ζαϊνισμός
ζαϊρέ	=	ζαϊρές
ζαϊρέδες	=	ζαϊρές
ζαϊρέδων	=	ζαϊρές
ζαϊρές	noun	άλλη προφορά του ζαχιρές
ζαϊφλίκι	noun|dated	ασθένεια, καχεξία
ζαϊφλίκια	=	ζαϊφλίκι
ζαϊφλικιού	=	ζαϊφλίκι
ζαϊφλικιών	=	ζαϊφλίκι
ζεία	noun	δημητριακό που καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα.
ζείας	noun	γενική ενικού του ζεία
ζείδωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζείδωρο
ζείδωρε	adj	κλητική ενικού του ζείδωρος
ζείδωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζείδωρη
ζείδωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζείδωρος
ζείδωρης	adj	γενική ενικού του ζείδωρη
ζείδωρο	adj	αιτιατική ενικού του ζείδωρος
ζείδωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζείδωρος
ζείδωρος	adj|formal	που προσφέρει ζωή, ζωογόνος
ζείδωρου	adj	γενική ενικού του ζείδωρος
ζείδωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζείδωρος
ζείδωρων	adj	γενική πληθυντικού του ζείδωρος
ζείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεία
ζείτε	=	ζω
ζεβζέκα	=	ζεβζέκης
ζεβζέκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεβζέκης
ζεβζέκης	adj|vulgar	ανόητος, χαζούλης, ελαφρόμυαλος, χάχας, χαζοβιόλης, φλύαρος, απεραντολόγος, αυτός που χαζολογάει και τελειωμό δεν έχει
ζεβζέκικο	=	ζεβζέκης
ζεβζέκισσα	=	ζεβζέκης
ζεβζεκιά	noun	ιδιότητα του ζεβζέκη η συμπεριφορά που ταιριάζει σε ζεβζέκη
ζεβζεκιάς	noun	γενική ενικού του ζεβζεκιά
ζεβζεκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεβζεκιά
ζεβζεκιών	=	ζεβζεκιά
ζεβλωμένα	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένε	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένες	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένη	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένης	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένο	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένοι	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένος	verb	λυγισμένος
ζεβλωμένου	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένους	=	ζεβλωμένος
ζεβλωμένων	=	ζεβλωμένος
ζεβρέ	adj	που το σχέδιο και τα χρώματά του μοιάζουν με της ζέβρας
ζεγκίνη	=	ζεγκίνης
ζεγκίνηδες	=	ζεγκίνης
ζεγκίνηδων	=	ζεγκίνης
ζεγκίνης	noun	πλούσιος
ζεδοάρειο	noun|rare	λευκή κουρκούμη
ζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ζω
ζεια	noun	άλλη μορφή του ζεία
ζειας	=	ζεια
ζειδώρου	=	ζείδωρος
ζειδώρους	=	ζείδωρος
ζειδώρων	=	ζείδωρος
ζειες	=	ζεια
ζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ζω
ζειων	=	ζεια
ζειών	noun	γενική πληθυντικού του ζεία
ζελέ	noun	τρόφιμο που έχει πηξει με ψύξη και με τη χρήση ζελατίνης και έχει κολλώδη υφή
ζελέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζελές
ζελέδων	=	ζελές
ζελές	noun|vulgar	κλιτή μορφή του άκλιτου ζελέ
ζελατίνα	noun	ονομασία πολλών ειδών πλαστικού που είναι πολύ λεπτά και διαφανή
ζελατίνας	noun	γενική ενικού του ζελατίνα
ζελατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζελατίνα
ζελατίνη	noun	ουσία ζωικής προέλευσης που χρησιμοποιείται για να πήξει υγρά φαγώσιμα
ζελατίνης	=	ζελατίνη
ζελατινοποίηση	noun	η διόγκωση του αμύλου σε διάφορα τρόφιμα, μέσω της προσρόφησης νερού
ζελατινοποίησης	=	ζελατινοποίηση
ζελατινοποιήσεις	=	ζελατινοποίηση
ζελατινοποιήσεων	=	ζελατινοποίηση
ζελατινοποιημένα	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένε	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένες	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένη	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένης	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένο	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένοι	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένος	verb	που έχει υποστεί ζελατινοποίηση
ζελατινοποιημένου	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένους	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιημένων	=	ζελατινοποιημένος
ζελατινοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζελατινοποιώ
ζελατινοποιώ	verb|rare	εφαρμόζω ζελατινοποίηση
ζελατινωδών	=	ζελατινώδης
ζελατινώδεις	=	ζελατινώδης
ζελατινώδες	=	ζελατινώδης
ζελατινώδη	=	ζελατινώδης
ζελατινώδης	adj	που έχει την υφή της ζελατίνης ή την περιέχει
ζελατινώδους	=	ζελατινώδης
ζελατινών	noun	γενική πληθυντικού του ζελατίνα
ζελεδάκι	noun	υποκοριστικό του ζελέ
ζελεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζελεδάκι
ζεμάταγα	=	ζεματάω
ζεμάτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζεματίζω / ζεματώ
ζεμάτιζα	=	ζεματίζω
ζεμάτιζαν	=	ζεματίζω
ζεμάτιζε	=	ζεματίζω
ζεμάτιζες	=	ζεματίζω
ζεμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεμάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζεματίζω / ζεματώ
ζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμένο
ζεμένε	verb	κλητική ενικού του ζεμένος
ζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμένη
ζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεμένος
ζεμένης	verb	γενική ενικού του ζεμένη
ζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζεμένος
ζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεμένος
ζεμένος	verb	που έχει μπει στο ζυγό
ζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεμένος
ζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζεμένος
ζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεμένος
ζεμανφουτίστα	=	ζεμανφουτίστας
ζεμανφουτίστας	noun	άλλη προφορά του ζαμανφουτίστας
ζεμανφουτίστες	=	ζεμανφουτίστας
ζεμανφουτίστικα	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικε	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικες	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικη	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικης	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικο	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικοι	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικος	noun	άλλη μορφή του ζαμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικου	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικους	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστικων	=	ζεμανφουτίστικος
ζεμανφουτίστρια	noun	άλλη προφορά του ζαμανφουτίστρια, θηλυκό του ζεμανφουτίστας
ζεμανφουτίστριας	noun	γενική ενικού του ζεμανφουτίστρια
ζεμανφουτίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμανφουτίστρια
ζεμανφουτισμέ	=	ζεμανφουτισμός
ζεμανφουτισμοί	=	ζεμανφουτισμός
ζεμανφουτισμού	=	ζεμανφουτισμός
ζεμανφουτισμούς	=	ζεμανφουτισμός
ζεμανφουτισμό	=	ζεμανφουτισμός
ζεμανφουτισμός	noun	άλλη μορφή του ζαμανφουτισμός
ζεμανφουτισμών	=	ζεμανφουτισμός
ζεμανφουτιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ζεμανφουτίστρια
ζεμανφουτιστών	=	ζεμανφουτίστας
ζεματάω	verb	ζεματίζω, περιβρέχω με ζεστό υγρό ή βυθίζω μέσα σε ζεστό υγρό
ζεματήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμάτημα
ζεματήματος	noun	γενική ενικού του ζεμάτημα
ζεματίζαμε	=	ζεματίζω
ζεματίζαν	=	ζεματίζω
ζεματίζανε	=	ζεματίζω
ζεματίζατε	=	ζεματίζω
ζεματίζει	=	ζεματίζω
ζεματίζεις	=	ζεματίζω
ζεματίζεσαι	=	ζεματίζω
ζεματίζεστε	=	ζεματίζω
ζεματίζεται	=	ζεματίζω
ζεματίζετε	=	ζεματίζω
ζεματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζεματίζω
ζεματίζονται	=	ζεματίζω
ζεματίζονταν	=	ζεματίζω
ζεματίζοντας	=	ζεματίζω
ζεματίζουμε	=	ζεματίζω
ζεματίζουν	=	ζεματίζω
ζεματίζουνε	=	ζεματίζω
ζεματίζω	verb	περιχύνω κάτι με βραστό υγρό ή το βυθίζω σε αυτό
ζεματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίσαν	=	ζεματίζω
ζεματίσανε	=	ζεματίζω
ζεματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμάτισμα
ζεματίσματος	noun	γενική ενικού του ζεμάτισμα
ζεματίσου	=	ζεματίζω
ζεματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματίστηκα	=	ζεματίζω
ζεματίστηκαν	=	ζεματίζω
ζεματίστηκε	=	ζεματίζω
ζεματίστηκες	=	ζεματίζω
ζεματίστρα	noun	η καταχύστρα
ζεματίστρας	=	ζεματίστρα
ζεματίστρες	=	ζεματίστρα
ζεματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεματίζω
ζεματημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζεμάτημα
ζεματιέμαι	=	ζεματάω
ζεματιζόμασταν	=	ζεματίζω
ζεματιζόμαστε	=	ζεματίζω
ζεματιζόμουν	=	ζεματίζω
ζεματιζόμουνα	=	ζεματίζω
ζεματιζόντουσαν	=	ζεματίζω
ζεματιζόσασταν	=	ζεματίζω
ζεματιζόσαστε	=	ζεματίζω
ζεματιζόσουν	=	ζεματίζω
ζεματιζόσουνα	=	ζεματίζω
ζεματιζόταν	=	ζεματίζω
ζεματιζότανε	=	ζεματίζω
ζεματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζεμάτισμα
ζεματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεματισμένο
ζεματισμένε	verb	κλητική ενικού του ζεματισμένος
ζεματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεματισμένη
ζεματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεματισμένος
ζεματισμένης	noun	γενική ενικού του ζεματισμένη
ζεματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζεματισμένος
ζεματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεματισμένος
ζεματισμένος	=	ζεματίζω
ζεματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεματισμένος
ζεματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζεματισμένος
ζεματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεματισμένος
ζεματιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεματιστό
ζεματιστέ	adj	κλητική ενικού του ζεματιστός
ζεματιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεματιστή
ζεματιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεματιστός
ζεματιστήκαμε	=	ζεματίζω
ζεματιστήκαν	=	ζεματίζω
ζεματιστήκανε	=	ζεματίζω
ζεματιστήκατε	=	ζεματίζω
ζεματιστής	adj	γενική ενικού του ζεματιστή
ζεματιστεί	=	ζεματίζω
ζεματιστείτε	=	ζεματίζω
ζεματιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεματιστός
ζεματιστού	adj	γενική ενικού του ζεματιστός
ζεματιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζεματιστός
ζεματιστρών	=	ζεματίστρα
ζεματιστό	adj	αιτιατική ενικού του ζεματιστός
ζεματιστός	adj	που ζεματάει, που δεν μπορείς να τον ακουμπήσεις επειδή είναι υπερβολικά ζεστός
ζεματιστώ	=	ζεματίζομαι
ζεματιστών	adj	γενική πληθυντικού του ζεματιστός
ζεματούσα	=	ζεματάω
ζεματώ	verb	λιγότερο συνηθισμένη μορφή του ζεματάω
ζεμπέκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμπέκικο
ζεμπέκικε	adj	κλητική ενικού του ζεμπέκικος
ζεμπέκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμπέκικη
ζεμπέκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεμπέκικος
ζεμπέκικης	adj	γενική ενικού του ζεμπέκικη
ζεμπέκικο	adj	αιτιατική ενικού του ζεμπέκικος
ζεμπέκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεμπέκικος
ζεμπέκικος	adj	ζεϊμπέκικος
ζεμπέκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεμπέκικος
ζεμπέκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζεμπέκικος
ζεμπέκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεμπέκικος
ζεμπίλι	noun	ο μεγάλος σάκος από ψάθα, χοντρό ύφασμα, δέρμα ή ελαστικό υλικό (καουτσούκ) με μεγάλο στόμιο και δύο χειρολαβές, που χρησιμεύει για την πρόχειρη μεταφορά οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων κ.λπ.
ζεμπίλια	=	ζεμπίλι
ζεμπεκιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ζεϊμπεκιά
ζεμπεκιάς	=	ζεμπεκιά
ζεμπεκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμπεκιά
ζεμπεκιών	=	ζεμπεκιά
ζεμπερέκι	noun	απλοϊκός μηχανισμός που περιλαμβάνει το χερούλι και το μάνταλο πόρτας
ζεμπερέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεμπερέκι
ζεμπερεκιού	=	ζεμπερέκι
ζεμπερεκιών	=	ζεμπερέκι
ζεμπιλιού	=	ζεμπίλι
ζεμπιλιών	=	ζεμπίλι
ζεμπρέ	adj|rare	άλλη μορφή του ζεβρέ
ζεν	noun	σχολή του βουδισμού που επιδιώκει την πνευματική φώτιση κυρίως μέσω του διαλογισμού και της άμεσης βιωματικής εμπειρίας
ζενίθ	noun	το υψηλότερο σε σχέση με κάποιον παρατηρητή σημείο ενός ουράνιου σώματος
ζενδικά	noun	συνώνυμο του αβεστικά, η ζενδική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ζενδικός
ζενδικέ	adj	κλητική ενικού του ζενδικός
ζενδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζενδική
ζενδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζενδικός
ζενδικής	adj	γενική ενικού του ζενδική
ζενδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζενδικός
ζενδικού	adj	γενική ενικού του ζενδικός
ζενδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζενδικός
ζενδικό	adj	αιτιατική ενικού του ζενδικός
ζενδικός	adj	που σχετίζεται με τη ζενδική γλώσσα
ζενδικών	adj	γενική πληθυντικού του ζενδικός
ζενερίκ	noun	η παράθεση των συντελεστών κινηματoγραφικής ταινίας ή τηλεοπτικής παραγωγής στην αρχή ή στο τέλος· τα «γράμματα»
ζενιθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζενιθιακό
ζενιθιακέ	adj	κλητική ενικού του ζενιθιακός
ζενιθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζενιθιακή
ζενιθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζενιθιακός
ζενιθιακής	adj	γενική ενικού του ζενιθιακή
ζενιθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζενιθιακός
ζενιθιακού	adj	γενική ενικού του ζενιθιακός
ζενιθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζενιθιακός
ζενιθιακό	adj	αιτιατική ενικού του ζενιθιακός
ζενιθιακός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στο ζενίθ
ζενιθιακών	adj	γενική πληθυντικού του ζενιθιακός
ζενιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζενιθικό
ζενιθικέ	adj	κλητική ενικού του ζενιθικός
ζενιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζενιθική
ζενιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζενιθικός
ζενιθικής	adj	γενική ενικού του ζενιθική
ζενιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζενιθικός
ζενιθικού	adj	γενική ενικού του ζενιθικός
ζενιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζενιθικός
ζενιθικό	adj	αιτιατική ενικού του ζενιθικός
ζενιθικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στο ζενίθ
ζενιθικών	adj	γενική πληθυντικού του ζενιθικός
ζεολίθου	=	ζεόλιθος
ζεολίθους	=	ζεόλιθος
ζεολίθων	=	ζεόλιθος
ζεολιθοφόρα	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρας	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρε	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρες	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρο	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόροι	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρος	adj	που περιέχει ζεόλιθο
ζεολιθοφόρου	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρους	=	ζεολιθοφόρος
ζεολιθοφόρων	=	ζεολιθοφόρος
ζερβά	adv	αριστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζερβό
ζερβέ	adj	κλητική ενικού του ζερβός
ζερβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζερβή
ζερβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζερβός
ζερβής	adj	γενική ενικού του ζερβή
ζερβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζερβός
ζερβοκουτάλα	noun	ο/η αριστερόχειρας
ζερβοκουτάλας	noun	ο αριστερόχειρας
ζερβοκουτάλες	=	ζερβοκουτάλα
ζερβοχέρα	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρας	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρες	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρη	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρηδες	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρηδων	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρης	adj	αριστερόχειρας
ζερβοχέρικα	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρικο	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρικου	=	ζερβοχέρης
ζερβοχέρικων	=	ζερβοχέρης
ζερβού	adj	γενική ενικού του ζερβός
ζερβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζερβός
ζερβό	adj	αιτιατική ενικού του ζερβός
ζερβόδεξα	=	ζερβόδεξος
ζερβόδεξε	adj	κλητική ενικού του ζερβόδεξος
ζερβόδεξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζερβόδεξη
ζερβόδεξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζερβόδεξος
ζερβόδεξης	adj	γενική ενικού του ζερβόδεξη
ζερβόδεξο	adj	αιτιατική ενικού του ζερβόδεξος
ζερβόδεξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζερβόδεξος
ζερβόδεξος	adj|vulgar	που γράφει και με τα δύο χέρια εξίσου καλά (ή τα χρησιμοποιεί και για άλλες ενέργειες)
ζερβόδεξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζερβόδεξος
ζερβόδεξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζερβόδεξος
ζερβόδεξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζερβόδεξος
ζερβός	adj	αριστερός, που είναι στην αριστερή πλευρά
ζερβών	adj	γενική πληθυντικού του ζερβός
ζερδαλί	=	ζέρδελο
ζερδελί	=	ζέρδελο
ζερζεβούλη	=	ζερζεβούλης
ζερζεβούληδες	=	ζερζεβούλης
ζερζεβούληδων	=	ζερζεβούλης
ζερζεβούλης	noun|vulgar	άλλη μορφή του βελζεβούλ
ζερμπερών	=	ζέρμπερα
ζερνεκαδέ	=	ζερνεκαδές
ζερνεκαδέδες	=	ζερνεκαδές
ζερνεκαδέδων	=	ζερνεκαδές
ζερνεκαδές	noun	μανουσάκι
ζερό	noun	το μηδέν
ζεσεομέτρου	=	ζεσεόμετρο
ζεσεομέτρων	=	ζεσεόμετρο
ζεσεοσκοπία	noun	μέθοδος μελέτης και προσδιορισμού του σημείου ζέσεως ενός στερεού, υγρού ή αερίου σώματος
ζεσεοσκοπίας	noun	γενική ενικού του ζεσεοσκοπία
ζεσεοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεσεοσκοπία
ζεσεοσκοπίου	noun	γενική ενικού του ζεσεοσκόπιο
ζεσεοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ζεσεοσκόπιο
ζεσεοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ζεσεοσκοπία
ζεσεοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεσεοσκόπιο
ζεσεοσκόπιο	noun	συσκευή προσδιορισμού του σημείου βρασμού σώματος ή ουσίας
ζεσεοσκόπιου	=	ζεσεοσκόπιο
ζεσεόμετρα	=	ζεσεόμετρο
ζεσεόμετρο	noun	συσκευή που μετρά το σημείο ζέσεως ενός υγρού
ζεσεόμετρου	=	ζεσεόμετρο
ζεσεόμετρων	=	ζεσεόμετρο
ζεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστό	adv	εγκάρδια, θερμά
ζεστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεστάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζέσταμα
ζεστάματος	noun	γενική ενικού του ζέσταμα
ζεστάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάναν	=	ζεσταίνω
ζεστάνανε	=	ζεσταίνω
ζεστάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνομε	=	ζεσταίνω
ζεστάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνουνε	=	ζεσταίνω
ζεστάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνω
ζεστάσου	=	ζεσταίνομαι
ζεστέ	adj	κλητική ενικού του ζεστός
ζεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστή
ζεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεστός
ζεστής	adj	γενική ενικού του ζεστή
ζεσταίναμε	=	ζεσταίνω
ζεσταίναν	=	ζεσταίνω
ζεσταίνανε	=	ζεσταίνω
ζεσταίνατε	=	ζεσταίνω
ζεσταίνει	=	ζεσταίνω
ζεσταίνεις	=	ζεσταίνω
ζεσταίνεσαι	=	ζεσταίνομαι
ζεσταίνεστε	=	ζεσταίνομαι
ζεσταίνεται	=	ζεσταίνομαι
ζεσταίνετε	=	ζεσταίνω
ζεσταίνομαι	verb	δέχομαι θερμότητα από εξωτερική πηγή και ανεβαίνει η θερμοκρασία μου
ζεσταίνομε	=	ζεσταίνω
ζεσταίνονται	=	ζεσταίνομαι
ζεσταίνονταν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταίνοντας	=	ζεσταίνω
ζεσταίνου	=	ζεσταίνομαι
ζεσταίνουμε	=	ζεσταίνω
ζεσταίνουν	=	ζεσταίνω
ζεσταίνουνε	=	ζεσταίνω
ζεσταίνω	verb	ανεβάζω τη θερμοκρασία ενός σώματος
ζεσταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθήκαν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταθήκανε	=	ζεσταίνομαι
ζεσταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταθούνε	=	ζεσταίνω
ζεσταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζεσταίνομαι
ζεσταινόμασταν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόμαστε	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόμουν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόμουνα	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόντουσαν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόσασταν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόσαστε	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόσουν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόσουνα	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινόταν	=	ζεσταίνομαι
ζεσταινότανε	=	ζεσταίνομαι
ζεσταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζέσταμα
ζεσταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεσταμένο
ζεσταμένε	verb	κλητική ενικού του ζεσταμένος
ζεσταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεσταμένη
ζεσταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεσταμένος
ζεσταμένης	verb	γενική ενικού του ζεσταμένη
ζεσταμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζεσταμένος
ζεσταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεσταμένος
ζεσταμένος	=	ζεσταίνω
ζεσταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεσταμένος
ζεσταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζεσταμένος
ζεσταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεσταμένος
ζεστασιά	noun	το ευχάριστο αίσθημα που προκαλεί μια υψηλότερη θερμοκρασία περιβάλλοντος
ζεστασιάς	noun	γενική ενικού του ζεστασιά
ζεστασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστασιά
ζεστασιών	=	ζεστασιά
ζεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεστός
ζεστοκοπάω	verb|vulgar	ζεσταίνω κάποιον (ιδίως αν κρυώνει, αν είναι άρρωστος ή βρεμένος)
ζεστοκοπήθηκα	=	ζεστοκοπιέμαι
ζεστοκοπήματα	=	ζεστοκόπημα
ζεστοκοπήματος	=	ζεστοκόπημα
ζεστοκοπημάτων	=	ζεστοκόπημα
ζεστοκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστοκοπημένο
ζεστοκοπημένε	verb	κλητική ενικού του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστοκοπημένη
ζεστοκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπημένης	verb	γενική ενικού του ζεστοκοπημένη
ζεστοκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπημένος	=	ζεστοκοπιέμαι
ζεστοκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεστοκοπημένος
ζεστοκοπιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζεστοκοπάω / ζεστοκοπώ
ζεστοκοπώ	verb	άλλη μορφή του ζεστοκοπάω
ζεστοκόπημα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζεστοκοπώ
ζεστοκόπησα	=	ζεστοκοπάω
ζεστού	adj	γενική ενικού του ζεστός
ζεστούλα	noun	υποκοριστικό του ζέστη
ζεστούλας	noun	γενική ενικού του ζεστούλα
ζεστούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστούλα
ζεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζεστός
ζεστούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστούτσικο
ζεστούτσικε	adj	κλητική ενικού του ζεστούτσικος
ζεστούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεστούτσικη
ζεστούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεστούτσικος
ζεστούτσικης	adj	γενική ενικού του ζεστούτσικη
ζεστούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ζεστούτσικος
ζεστούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεστούτσικος
ζεστούτσικος	adj	κάπως ζεστός, αλλά όχι υπερβολικά
ζεστούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεστούτσικος
ζεστούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζεστούτσικος
ζεστούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεστούτσικος
ζεστό	adj	αιτιατική ενικού του ζεστός	noun	το αφέψημα, το ρόφημα
ζεστός	adj	που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία, υψηλότερη από τον χλιαρό αλλά χαμηλότερη από τον καυτό
ζεστότατα	=	ζεστός
ζεστότατε	=	ζεστός
ζεστότατες	=	ζεστός
ζεστότατη	=	ζεστός
ζεστότατης	=	ζεστός
ζεστότατο	=	ζεστός
ζεστότατοι	=	ζεστός
ζεστότατος	=	ζεστός
ζεστότατου	=	ζεστός
ζεστότατους	=	ζεστός
ζεστότατων	=	ζεστός
ζεστότερα	=	ζεστός
ζεστότερε	=	ζεστός
ζεστότερες	=	ζεστός
ζεστότερη	=	ζεστός
ζεστότερης	=	ζεστός
ζεστότερο	=	ζεστός
ζεστότεροι	=	ζεστός
ζεστότερος	=	ζεστός
ζεστότερου	=	ζεστός
ζεστότερους	=	ζεστός
ζεστότερων	=	ζεστός
ζεστών	adj	γενική πληθυντικού του ζεστός
ζετέ	noun	το άθλημα της άρσης βαρών στο οποίο ο αθλητής σηκώνει το βάρος πάνω από το κεφάλι του με δύο κινήσεις, με στάση στο ύψος του ώμου.
ζευγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζευγάς
ζευγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγάς
ζευγάδων	noun	γενική πληθυντικού του ζευγάς
ζευγάρι	noun	συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
ζευγάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγάρι
ζευγάριζα	=	ζευγαρίζω
ζευγάριζαν	=	ζευγαρίζω
ζευγάριζε	=	ζευγαρίζω
ζευγάριζες	=	ζευγαρίζω
ζευγάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγάρισμα	noun	το όργωμα με ένα ζευγάρι ζώων
ζευγάρωμα	noun	η ένωση ή το ταίριασμα δύο στοιχείων
ζευγάρωνα	=	ζευγαρώνω
ζευγάρωναν	=	ζευγαρώνω
ζευγάρωνε	=	ζευγαρώνω
ζευγάρωνες	=	ζευγαρώνω
ζευγάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγάς	noun	ο αγρότης που οργώνει το χωράφι με ένα ζευγάρι βόδια
ζευγίτες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζευγίτης
ζευγίτη	=	ζευγίτης
ζευγίτης	noun	ζευγάς
ζευγαράκι	noun	ένα ζευγάρι νέων ερωτευμένων
ζευγαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαράκι
ζευγαρίζαμε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζαν	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζανε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζατε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζει	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζεις	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζετε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζοντας	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζουμε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζουν	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζουνε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίζω	verb|dated	οργώνω με ένα ζευγάρι αροτριώντων ζώων
ζευγαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσαν	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίσανε	=	ζευγαρίζω
ζευγαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγάρισμα
ζευγαρίσματος	noun	γενική ενικού του ζευγάρισμα
ζευγαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρίζω
ζευγαριά	noun|dated	παραδοσιακό μέτρο επιφάνειας (π.χ. στις Κυκλάδες) που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να οργωθεί στη διάρκεια μίας ημέρας από ένα ζευγάρι, δηλ. από δύο αροτριώντα ζώα (συνήθως βοοειδή, αλλά και άλογα)
ζευγαριάς	=	ζευγαριά
ζευγαριές	=	ζευγαριά
ζευγαριού	=	ζευγάρι
ζευγαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζευγάρισμα
ζευγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρισμένο
ζευγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ζευγαρισμένος
ζευγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρισμένη
ζευγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζευγαρισμένος
ζευγαρισμένης	verb	γενική ενικού του ζευγαρισμένη
ζευγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζευγαρισμένος
ζευγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρισμένος
ζευγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζευγαρισμένος
ζευγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζευγαρισμένος
ζευγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζευγαρισμένος
ζευγαριών	=	ζευγάρι
ζευγαρονήσι	noun	το νησί που επιλέγουν ζευγάρια για τις διακοπές τους
ζευγαρονήσια	=	ζευγαρονήσι
ζευγαρονησιού	=	ζευγαρονήσι
ζευγαρονησιών	=	ζευγαρονήσι
ζευγαροπλεχτά	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτέ	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτές	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτή	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζευγαροπλεχτή) του ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτοί	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτού	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτούς	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτό	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροπλεχτός	adj	ομοιοκαταληξία έξι στίχων που ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον δεύτερο, ο τρίτος με τον έκτο και ο τέταρτος με τον πέμπτο (ααβγγβ)
ζευγαροπλεχτών	=	ζευγαροπλεχτός
ζευγαροχαλάστρα	noun|literary	γυναίκα που χωρίζει ζευγάρια
ζευγαροχαλάστρας	=	ζευγαροχαλάστρα
ζευγαροχαλάστρες	=	ζευγαροχαλάστρα
ζευγαρωθήκαμε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωθήκαν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωθήκανε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωθήκατε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωθεί	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωθείτε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζευγάρωμα
ζευγαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρωμένο
ζευγαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ζευγαρωμένος
ζευγαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρωμένη
ζευγαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζευγαρωμένος
ζευγαρωμένης	verb	γενική ενικού του ζευγαρωμένη
ζευγαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζευγαρωμένος
ζευγαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρωμένος
ζευγαρωμένος	verb	που έχει ζευγαρώσει
ζευγαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζευγαρωμένος
ζευγαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζευγαρωμένος
ζευγαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζευγαρωμένος
ζευγαρωνόμασταν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόμαστε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόμουν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόμουνα	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόντουσαν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόσασταν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόσαστε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόσουν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόσουνα	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνόταν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωνότανε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρωτό	adv	δύο δύο, ανά δύο
ζευγαρωτέ	adj	κλητική ενικού του ζευγαρωτός
ζευγαρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρωτή
ζευγαρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζευγαρωτός
ζευγαρωτής	adj	γενική ενικού του ζευγαρωτή
ζευγαρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζευγαρωτός
ζευγαρωτού	adj	γενική ενικού του ζευγαρωτός
ζευγαρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζευγαρωτός
ζευγαρωτό	adj	αιτιατική ενικού του ζευγαρωτός
ζευγαρωτών	adj	γενική πληθυντικού του ζευγαρωτός
ζευγαρώθηκα	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώθηκαν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώθηκε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώθηκες	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγάρωμα
ζευγαρώματος	noun	γενική ενικού του ζευγάρωμα
ζευγαρώναμε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώναν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνανε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνατε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνει	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνεις	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνεσαι	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνεστε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνεται	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνετε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνομαι	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνονται	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνονταν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνοντας	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνουμε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνουν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνουνε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώνω	verb	γίνομαι ζευγάρι με κάποιον / κάποια, αναπτύσσω ερωτική σχέση μαζί του / της
ζευγαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσαν	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώσανε	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσου	=	ζευγαρώνω
ζευγαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζευγαρώνω
ζευγιτών	=	ζευγίτης
ζευγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζεύγμα
ζευγολάτες	=	ζευγολάτης
ζευγολάτη	=	ζευγολάτης
ζευγολάτης	noun	ο αγρότης που οργώνει το χωράφι με ένα ζευγάρι αροτριώντα ζώα
ζευγολάτισσα	noun	θηλυκό του ζευγολάτης
ζευγολάτισσας	noun	γενική ενικού του ζευγολάτισσα
ζευγολάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγολάτισσα
ζευγολατειά	=	ζευγολατειό
ζευγολατειού	=	ζευγολατειό
ζευγολατειό	noun|vulgar	άλλη γραφή του ζευγολατιό
ζευγολατειών	=	ζευγολατειό
ζευγολατιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγολατιό
ζευγολατιού	noun	γενική ενικού του ζευγολατιό
ζευγολατιό	noun	ζευγάρι ζώων που έχουν ζευχθεί σε ζυγό
ζευγολατιών	noun	γενική πληθυντικού του ζευγολατιό
ζευγολατών	=	ζευγολάτης
ζευγόλουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευγόλουρο
ζευγόλουρο	noun|vulgar	λουρί με το οποίο δένουν τα βόδια στον ζυγό
ζευγόλουρου	noun	γενική ενικού του ζευγόλουρο
ζευγόλουρων	noun	γενική πληθυντικού του ζευγόλουρο
ζευγών	noun	γενική πληθυντικού του ζεύγος
ζευκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ζευκτός	adv	με ζευκτό τρόπο
ζευκτέ	adj	κλητική ενικού του ζευκτός
ζευκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζευκτή
ζευκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζευκτός
ζευκτήρ	noun|archaic	άλλη μορφή του ζευκτήρας
ζευκτήρα	=	ζευκτήρας
ζευκτήρας	noun	ιμάντας που δένει τα ζώα στο ζυγό
ζευκτήρες	=	ζευκτήρας
ζευκτήρια	=	ζευκτήριος
ζευκτήριας	=	ζευκτήριος
ζευκτήριε	=	ζευκτήριος
ζευκτήριες	=	ζευκτήριος
ζευκτήριο	=	ζευκτήριος
ζευκτήριοι	=	ζευκτήριος
ζευκτήριος	adj	που μπορει να χρησιμοποιηθεί για ζεύξη, σύνδεση
ζευκτήριου	=	ζευκτήριος
ζευκτήριους	=	ζευκτήριος
ζευκτήριων	=	ζευκτήριος
ζευκτήρων	=	ζευκτήρας
ζευκτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ζευκτός
ζευκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζευκτός
ζευκτού	adj	γενική ενικού του ζευκτός
ζευκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζευκτός
ζευκτό	adj	αιτιατική ενικού του ζευκτός
ζευκτός	adj	συνδεδεμένος, συζευγμένος
ζευκτών	adj	γενική πληθυντικού του ζευκτός
ζευργάρωσα	=	ζευγαρώνω
ζεφυριώτικα	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικε	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικες	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικη	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικης	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικο	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικοι	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικος	adj	ο σχετικός με το Ζεφύρι ή τους κατοίκους του
ζεφυριώτικου	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικους	=	ζεφυριώτικος
ζεφυριώτικων	=	ζεφυριώτικος
ζεφύρου	=	ζέφυρος
ζεψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζέψιμο
ζεψίματος	noun	γενική ενικού του ζέψιμο
ζεψιμάτων	=	ζέψιμο
ζεϊμπέκη	=	ζεϊμπέκης
ζεϊμπέκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεϊμπέκης
ζεϊμπέκηδων	=	ζεϊμπέκης
ζεϊμπέκης	noun	μέλος πληθυσμού εξισλαμισμένων Ρωμιών της Δυτικής Ανατολίας (Mικρά Aσία), που είχε ήθη κι έθιμα ολότελα διαφορετικά από τους υπόλοιπους μουσουλμανικούς πληθυσμούς
ζεϊμπέκικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεϊμπέκικο
ζεϊμπέκικε	adj	κλητική ενικού του ζεϊμπέκικος
ζεϊμπέκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεϊμπέκικη
ζεϊμπέκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεϊμπέκικος
ζεϊμπέκικης	adj	γενική ενικού του ζεϊμπέκικη
ζεϊμπέκικο	=	ζεϊμπέκικος
ζεϊμπέκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεϊμπέκικος
ζεϊμπέκικος	adj	σχετικός με τον ζεϊμπέκη
ζεϊμπέκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεϊμπέκικος
ζεϊμπέκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζεϊμπέκικος
ζεϊμπέκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεϊμπέκικος
ζεϊμπεκιά	noun|vulgar	χορός ζεϊμπέκικος
ζεϊμπεκιάς	=	ζεϊμπεκιά
ζεϊμπεκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεϊμπεκιά
ζεϊμπεκιών	=	ζεϊμπεκιά
ζεόλιθε	=	ζεόλιθος
ζεόλιθο	=	ζεόλιθος
ζεόλιθοι	=	ζεόλιθος
ζεόλιθος	noun	μικροπορώδες αργυλοπυριτικό ορυκτό που χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων ως προσροφητικό και καταλύτης
ζεόλιθου	=	ζεόλιθος
ζεόλιθους	=	ζεόλιθος
ζεόλιθων	=	ζεόλιθος
ζεύγη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεύγος
ζεύγλα	noun	ξύλινο κατασκεύασμα για ζεύξη βοδιών προς άρωση.
ζεύγμα	noun|formal	καθετί που χρησιμεύει για σύνδεσμο (ζεύξη) δυο πραγμάτων· (ειδικότερα) κατασκευή που συνδέει δυο ακτές, όπως πλωτό ή μόνιμο φράγμα, γέφυρα, πρόχειρη αποβάθρα από σχεδίες ή βάρκες κ.τ.π.
ζεύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεύγμα
ζεύγματος	noun	γενική ενικού του ζεύγμα
ζεύγος	noun	ο συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
ζεύγους	noun	γενική ενικού του ζεύγος
ζεύκι	noun	διασκέδαση, κέφι
ζεύκτες	=	ζεύκτης
ζεύκτη	=	ζεύκτης
ζεύκτης	noun	ηλεκτρική συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ενέργειας από μια ηλεκτρική συσκευή σε άλλη, ειδικά χωρίς φυσική σύνδεση
ζεύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεύξη
ζεύξεων	noun	γενική πληθυντικού του ζεύξη
ζεύξεως	noun|formal	γενική ενικού του ζεύξη
ζεύξη	noun	η ένωση μεταξύ δύο αντικειμένων ή ακόμα και ζώων, π.χ. για το όργωμα
ζεύξης	noun	γενική ενικού του ζεύξη
ζεύξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεύξιμο
ζεύξιμε	adj	κλητική ενικού του ζεύξιμος
ζεύξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζεύξιμη
ζεύξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζεύξιμος
ζεύξιμης	adj	γενική ενικού του ζεύξιμη
ζεύξιμο	adj	αιτιατική ενικού του ζεύξιμος
ζεύξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζεύξιμος
ζεύξιμος	adj	που μπορεί να ζευχθεί, που είναι κατάλληλος γι’ αυτό το σκοπό
ζεύξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζεύξιμος
ζεύξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζεύξιμος
ζεύξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζεύξιμος
ζεύω	verb	δένω ένα ζώο σε άροτρο ή άμαξα
ζηλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψαν	=	ζηλεύω
ζηλέψανε	=	ζηλεύω
ζηλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψομε	=	ζηλεύω
ζηλέψου	=	ζηλεύω
ζηλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψουνε	=	ζηλεύω
ζηλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
ζηλαδέρφι	noun|vulgar	τα ετεροθαλή αδέρφια
ζηλαδέρφια	=	ζηλαδέρφι
ζηλαδερφιού	=	ζηλαδέρφι
ζηλαδερφιών	=	ζηλαδέρφι
ζηλειών	=	ζήλεια
ζηλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλεμένο
ζηλεμένε	verb	κλητική ενικού του ζηλεμένος
ζηλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλεμένη
ζηλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζηλεμένος
ζηλεμένης	verb	γενική ενικού του ζηλεμένη
ζηλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζηλεμένος
ζηλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζηλεμένος
ζηλεμένος	verb	που όλος ο κόσμος επιθυμεί
ζηλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζηλεμένος
ζηλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζηλεμένος
ζηλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζηλεμένος
ζηλευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλευτό	adv	προκαλώντας ζήλια
ζηλευτέ	adj	κλητική ενικού του ζηλευτός
ζηλευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλευτή
ζηλευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζηλευτός
ζηλευτήκαμε	=	ζηλεύω
ζηλευτήκαν	=	ζηλεύω
ζηλευτήκανε	=	ζηλεύω
ζηλευτήκατε	=	ζηλεύω
ζηλευτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζηλευτή) του ζηλευτός
ζηλευτεί	=	ζηλεύω
ζηλευτείς	=	ζηλεύω
ζηλευτείτε	=	ζηλεύω
ζηλευτη	=	ζηλευτός
ζηλευτο	=	ζηλευτός
ζηλευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζηλευτός
ζηλευτού	adj	γενική ενικού του ζηλευτός
ζηλευτούμε	=	ζηλεύω
ζηλευτούν	=	ζηλεύω
ζηλευτούνε	=	ζηλεύω
ζηλευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζηλευτός
ζηλευτό	adj	αιτιατική ενικού του ζηλευτός
ζηλευτός	adj	που αξίζει να τον ζηλέψεις, άξιος θαυμασμού
ζηλευτώ	=	ζηλεύω
ζηλευτών	adj	γενική πληθυντικού του ζηλευτός
ζηλευόμασταν	=	ζηλεύω
ζηλευόμαστε	=	ζηλεύω
ζηλευόμουν	=	ζηλεύω
ζηλευόμουνα	=	ζηλεύω
ζηλευόντουσαν	=	ζηλεύω
ζηλευόσασταν	=	ζηλεύω
ζηλευόσαστε	=	ζηλεύω
ζηλευόσουν	=	ζηλεύω
ζηλευόσουνα	=	ζηλεύω
ζηλευόταν	=	ζηλεύω
ζηλευότανε	=	ζηλεύω
ζηλεύαμε	=	ζηλεύω
ζηλεύαν	=	ζηλεύω
ζηλεύανε	=	ζηλεύω
ζηλεύατε	=	ζηλεύω
ζηλεύει	=	ζηλεύω
ζηλεύεις	=	ζηλεύω
ζηλεύεσαι	=	ζηλεύω
ζηλεύεστε	=	ζηλεύω
ζηλεύεται	=	ζηλεύω
ζηλεύετε	=	ζηλεύω
ζηλεύομαι	=	ζηλεύω
ζηλεύομε	=	ζηλεύω
ζηλεύονται	=	ζηλεύω
ζηλεύονταν	=	ζηλεύω
ζηλεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζηλεύω
ζηλεύου	=	ζηλεύω
ζηλεύουμε	=	ζηλεύω
ζηλεύουν	=	ζηλεύω
ζηλεύουνε	=	ζηλεύω
ζηλεύτε	=	ζηλεύω
ζηλεύτηκα	=	ζηλεύω
ζηλεύτηκαν	=	ζηλεύω
ζηλεύτηκε	=	ζηλεύω
ζηλεύτηκες	=	ζηλεύω
ζηλεύω	verb	διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο
ζηλιάρα	noun	ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ζηλιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζηλιάρης
ζηλιάρας	noun	γενική ενικού του ζηλιάρα	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ζηλιάρης
ζηλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ζηλιάρης
ζηλιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζηλιάρης	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζηλιάρης
ζηλιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλιάρης
ζηλιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ζηλιάρης	adj	γενική πληθυντικού του ζηλιάρης
ζηλιάρης	noun	ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ζηλιάρης	adj	που ζηλεύει τους άλλους
ζηλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ζηλιάρης	adv	με ζήλια
ζηλιάρικε	=	ζηλιάρικος
ζηλιάρικες	=	ζηλιάρικος
ζηλιάρικη	=	ζηλιάρικος
ζηλιάρικης	=	ζηλιάρικος
ζηλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ζηλιάρης
ζηλιάρικοι	=	ζηλιάρικος
ζηλιάρικος	adj	που έχει σχέση με ζηλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ζηλιάρικου	adj	γενική ενικού, ουδέτερου γένους (ζηλιάρικο) του ζηλιάρης
ζηλιάρικους	=	ζηλιάρικος
ζηλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ζηλιάρης
ζηλιαρόγατα	noun	ζηλιάρης ή ζηλιάρα (για όλα τα γένη}
ζηλιαρόγατας	noun	γενική ενικού του ζηλιαρόγατα
ζηλιαρόγατε	=	ζηλιαρόγατος
ζηλιαρόγατες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλιαρόγατα
ζηλιαρόγατο	=	ζηλιαρόγατος
ζηλιαρόγατοι	=	ζηλιαρόγατος
ζηλιαρόγατος	noun	ζηλιάρης
ζηλιαρόγατου	=	ζηλιαρόγατος
ζηλιαρόγατους	=	ζηλιαρόγατος
ζηλιαρόγατων	=	ζηλιαρόγατος
ζηλοτυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτυπία	noun	η παθολογική ζήλια για τον/την ερωτικό σύντροφο ή σύζυγο
ζηλοτυπίας	noun	γενική ενικού του ζηλοτυπία
ζηλοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλοτυπία
ζηλοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του ζηλοτυπία
ζηλοτυπώ	verb	εκδηλώνω ζηλοτυπία
ζηλοτύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοτύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοτυπώ
ζηλοφθονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθονία	noun	η ζήλια και ο φθόνος για κάτι θετικό που έχει ή έχει πετύχει κάποιος άλλος
ζηλοφθονίας	noun	γενική ενικού του ζηλοφθονία
ζηλοφθονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλοφθονία
ζηλοφθονιών	noun	γενική πληθυντικού του ζηλοφθονία
ζηλοφθονώ	verb	ζηλεύω και φθονώ κάτι θετικό που έχει ή έχει πετύχει κάποιος άλλος
ζηλοφθονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλοφθονώ
ζηλοφθόνων	=	ζηλόφθονας
ζηλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλωτής
ζηλωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζηλωτής
ζηλωτής	noun	κάποιος παθιασμένος με κάτι
ζηλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλωτικό
ζηλωτικέ	adj	κλητική ενικού του ζηλωτικός
ζηλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλωτική
ζηλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζηλωτικός
ζηλωτικής	adj	γενική ενικού του ζηλωτική
ζηλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζηλωτικός
ζηλωτικού	adj	γενική ενικού του ζηλωτικός
ζηλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζηλωτικός
ζηλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ζηλωτικός
ζηλωτικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στον ζηλωτή ή τους Ζηλωτές
ζηλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ζηλωτικός
ζηλωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ζηλώτρια
ζηλωτών	noun	γενική πληθυντικού του ζηλωτής
ζηλότυπα	=	ζηλότυπος
ζηλότυπε	=	ζηλότυπος
ζηλότυπες	=	ζηλότυπος
ζηλότυπη	=	ζηλότυπος
ζηλότυπης	=	ζηλότυπος
ζηλότυπο	=	ζηλότυπος
ζηλότυποι	=	ζηλότυπος
ζηλότυπος	adj	που ζηλεύει σε μεγάλο βαθμό, συχνά παθολογικά, τον/την σύζυγό ή τον/την ερωτική σύντροφο
ζηλότυπου	=	ζηλότυπος
ζηλότυπους	=	ζηλότυπος
ζηλότυπων	=	ζηλότυπος
ζηλόφθονα	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονας	noun	άλλη μορφή του ζηλόφθονος
ζηλόφθονε	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονες	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονη	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονης	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονο	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονοι	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονος	adj	που νιώθει ζήλια και φθόνο για την επιτυχία των άλλων
ζηλόφθονου	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονους	=	ζηλόφθονος
ζηλόφθονων	=	ζηλόφθονος
ζηλώ	verb|archaic	ζηλεύω κάτι ή κάποιον και επιθυμώ να το μιμηθώ
ζηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζηλώ
ζηλώτρια	noun	θηλυκό του ζηλωτής
ζηλώτριας	noun	γενική ενικού του ζηλώτρια
ζηλώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζηλώτρια
ζημία	noun|formal	βλάβη
ζημίας	noun	γενική ενικού του ζημία
ζημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημία
ζημίωνα	=	ζημιώνω
ζημίωναν	=	ζημιώνω
ζημίωνε	=	ζημιώνω
ζημίωνες	=	ζημιώνω
ζημίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιά	noun	καταστροφή ενός αντικειμένου, απώλεια από φθορά, βλάβη
ζημιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζημιάρης
ζημιάρας	adj	γενική ενικού του ζημιάρα
ζημιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημιάρα
ζημιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζημιάρης
ζημιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημιάρης
ζημιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ζημιάρης
ζημιάρης	adj	που κάνει όλο ζημιές
ζημιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημιάρικο
ζημιάρικε	=	ζημιάρικος
ζημιάρικες	=	ζημιάρικος
ζημιάρικη	=	ζημιάρικος
ζημιάρικης	=	ζημιάρικος
ζημιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζημιάρης
ζημιάρικοι	=	ζημιάρικος
ζημιάρικος	adj	που έχει σχέση με ζημιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ζημιάρικου	adj	γενική ενικού του ζημιάρικο
ζημιάρικους	=	ζημιάρικος
ζημιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ζημιάρικο
ζημιάς	noun	γενική ενικού του ζημιά
ζημιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζημιά
ζημιογόνα	=	ζημιογόνος
ζημιογόνας	=	ζημιογόνος
ζημιογόνε	=	ζημιογόνος
ζημιογόνες	=	ζημιογόνος
ζημιογόνο	=	ζημιογόνος
ζημιογόνοι	=	ζημιογόνος
ζημιογόνος	adj	που ζημιώνει, προκαλεί ζημία
ζημιογόνου	=	ζημιογόνος
ζημιογόνους	=	ζημιογόνος
ζημιογόνων	=	ζημιογόνος
ζημιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθήκαν	=	ζημιώνω
ζημιωθήκανε	=	ζημιώνω
ζημιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωθούνε	=	ζημιώνω
ζημιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιωμένα	=	ζημιωμένος
ζημιωμένε	=	ζημιωμένος
ζημιωμένες	=	ζημιωμένος
ζημιωμένη	=	ζημιωμένος
ζημιωμένης	=	ζημιωμένος
ζημιωμένο	=	ζημιωμένος
ζημιωμένοι	=	ζημιωμένος
ζημιωμένος	verb	που έχει υποστεί ζημία, που έχει ζημιωθεί
ζημιωμένου	=	ζημιωμένος
ζημιωμένους	=	ζημιωμένος
ζημιωμένων	=	ζημιωμένος
ζημιωνόμασταν	=	ζημιώνω
ζημιωνόμαστε	=	ζημιώνω
ζημιωνόμουν	=	ζημιώνομαι
ζημιωνόμουνα	=	ζημιώνω
ζημιωνόντουσαν	=	ζημιώνω
ζημιωνόσασταν	=	ζημιώνω
ζημιωνόσαστε	=	ζημιώνω
ζημιωνόσουν	=	ζημιώνω
ζημιωνόσουνα	=	ζημιώνω
ζημιωνόταν	=	ζημιώνω
ζημιωνότανε	=	ζημιώνω
ζημιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνομαι
ζημιών	noun	γενική πληθυντικού του ζημία
ζημιώναμε	=	ζημιώνω
ζημιώναν	=	ζημιώνω
ζημιώνανε	=	ζημιώνω
ζημιώνατε	=	ζημιώνω
ζημιώνει	=	ζημιώνω
ζημιώνεις	=	ζημιώνω
ζημιώνεσαι	=	ζημιώνω
ζημιώνεστε	=	ζημιώνω
ζημιώνεται	=	ζημιώνω
ζημιώνετε	=	ζημιώνω
ζημιώνομαι	verb	υφίσταμαι ζημία, οικονομική ή άλλη, βλάπτονται τα συμφέροντά μου
ζημιώνομε	=	ζημιώνω
ζημιώνονται	=	ζημιώνω
ζημιώνονταν	=	ζημιώνω
ζημιώνοντας	=	ζημιώνω
ζημιώνουμε	=	ζημιώνω
ζημιώνουν	=	ζημιώνω
ζημιώνουνε	=	ζημιώνω
ζημιώνω	verb	προκαλώ σε κάποιον ζημιά, συνήθως οικονομική
ζημιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσαν	=	ζημιώνω
ζημιώσανε	=	ζημιώνω
ζημιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσομε	=	ζημιώνω
ζημιώσου	=	ζημιώνω
ζημιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσουνε	=	ζημιώνω
ζημιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζημιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζημιώνω
ζην	noun	το να ζει κανείς, η ζωή, η επιβίωση
ζητά	=	ζητάω
ζητάγαμε	=	ζητάω
ζητάγανε	=	ζητάω
ζητάγατε	=	ζητάω
ζητάδες	=	ζητάς
ζητάδων	=	ζητάς
ζητάει	=	ζητάω
ζητάμε	=	ζητάω
ζητάν	=	ζητάω
ζητάνε	=	ζητάω
ζητάς	noun	αστυνομικός της Ομάδας Ζήτα
ζητάτε	=	ζητάω
ζητάω	verb	λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι
ζητήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήτημα
ζητήματος	noun	γενική ενικού του ζήτημα
ζητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσαν	=	ζητάω
ζητήσανε	=	ζητάω
ζητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζήτηση
ζητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ζήτηση
ζητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ζήτηση
ζητήσου	=	ζητάω
ζητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσουνε	=	ζητάω
ζητήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητώ
ζητακισμέ	noun	κλητική ενικού του ζητακισμός
ζητακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζητακισμός
ζητακισμού	noun	γενική ενικού του ζητακισμός
ζητακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζητακισμός
ζητακισμό	noun	αιτιατική ενικού του ζητακισμός
ζητακισμός	noun	ομιλητική διαταραχή κατά την οποία ο πάσχων τραυλίζει κάποια σύμφωνα και ιδίως το ζ
ζητακισμών	noun	γενική πληθυντικού του ζητακισμός
ζητεί	=	ζητάω
ζητεία	noun|dated	μορφή εράνου, που διεξαγόταν από πατριαρχεία, μοναστήρια ή μητροπόλεις κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας
ζητείας	noun	γενική ενικού του ζητεία
ζητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητεία
ζητείς	=	ζητάω
ζητείσαι	=	ζητάω
ζητείσθε	=	ζητάω
ζητείστε	=	ζητάω
ζητείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ζητούμαι
ζητείτε	=	ζητάω
ζητείτο	=	ζητάω
ζητειών	noun	γενική πληθυντικού του ζητεία
ζητηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθήκαν	=	ζητάω
ζητηθήκανε	=	ζητάω
ζητηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητηθούνε	=	ζητάω
ζητηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητούμαι
ζητημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζήτημα
ζητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητημένο
ζητημένε	verb	κλητική ενικού του ζητημένος
ζητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητημένη
ζητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζητημένος
ζητημένης	verb	γενική ενικού του ζητημένη
ζητημένο	verb	αιτιατική ενικού του ζητημένος
ζητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζητημένος
ζητημένος	=	ζητάω
ζητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζητημένος
ζητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζητημένος
ζητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζητημένος
ζητητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητητής
ζητητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζητητής
ζητητής	noun	αυτός που αναζητά, που ψάχνει με επιμονή
ζητητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητητικό	adv	σχετικά με τη ζητητική
ζητητικέ	adj	κλητική ενικού του ζητητικός
ζητητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητητική
ζητητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζητητικός
ζητητικής	adj	γενική ενικού του ζητητική
ζητητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζητητικός
ζητητικού	adj	γενική ενικού του ζητητικός
ζητητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζητητικός
ζητητικό	adj	αιτιατική ενικού του ζητητικός
ζητητικός	adj|formal	που ζητά, αναζητά ή διερευνεί κάτι (πνευματικό)
ζητητικών	adj	γενική πληθυντικού του ζητητικός
ζητητών	noun	γενική πληθυντικού του ζητητής
ζητιάνα	noun	θηλυκό του ζητιάνος
ζητιάνας	=	ζητιάνα
ζητιάνε	noun	κλητική ενικού του ζητιάνος
ζητιάνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζητιανεύω
ζητιάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητιάνα
ζητιάνευα	=	ζητιανεύω
ζητιάνευαν	=	ζητιανεύω
ζητιάνευε	=	ζητιανεύω
ζητιάνευες	=	ζητιανεύω
ζητιάνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιάνο	noun	αιτιατική ενικού του ζητιάνος
ζητιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζητιάνος
ζητιάνος	noun	αυτός που ζητάει από τους περαστικούς να τον λυπηθούν και να του δώσουν λίγα χρήματα ή άλλη οικονομική βοήθεια
ζητιάνου	noun	γενική ενικού του ζητιάνος
ζητιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζητιάνος
ζητιάνων	noun	γενική πληθυντικού του ζητιάνος
ζητιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζητώ
ζητιέσαι	=	ζητάω
ζητιέστε	=	ζητάω
ζητιέται	=	ζητάω
ζητιανάκι	noun	υποκοριστικό του: ζητιάνος
ζητιανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητιανάκι
ζητιανέματα	=	ζητιάνεμα
ζητιανέματος	=	ζητιάνεμα
ζητιανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψαν	=	ζητιανεύω
ζητιανέψανε	=	ζητιανεύω
ζητιανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψομε	=	ζητιανεύω
ζητιανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψουνε	=	ζητιανεύω
ζητιανέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανεμάτων	=	ζητιάνεμα
ζητιανεύαμε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύαν	=	ζητιανεύω
ζητιανεύανε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύατε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύει	=	ζητιανεύω
ζητιανεύεις	=	ζητιανεύω
ζητιανεύετε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύομε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζητιανεύω
ζητιανεύουμε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύουν	=	ζητιανεύω
ζητιανεύουνε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύτε	=	ζητιανεύω
ζητιανεύω	verb	είμαι ζητιάνος· γυρίζω στους δρόμους ή στέκομαι σε μια γωνιά και ζητώ από τους περαστικούς να με λυπηθούν και να μου δώσουν χρήματα ή άλλη οικονομική βοήθεια
ζητιανιά	noun	το να ζητιανεύει κάποιος
ζητιανιάς	noun	γενική ενικού του ζητιανιά
ζητιανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητιανιά
ζητιανιών	=	ζητιανιά
ζητιούνται	=	ζητάω
ζητιούνταν	=	ζητάω
ζητιόμασταν	=	ζητάω
ζητιόμαστε	=	ζητάω
ζητιόμουν	=	ζητάω
ζητιόμουνα	=	ζητάω
ζητιόνται	=	ζητάω
ζητιόνταν	=	ζητάω
ζητιόντανε	=	ζητάω
ζητιόντουσαν	=	ζητάω
ζητιόσασταν	=	ζητάω
ζητιόσαστε	=	ζητάω
ζητιόσουν	=	ζητάω
ζητιόσουνα	=	ζητάω
ζητιόταν	=	ζητάω
ζητιότανε	=	ζητάω
ζητουμένου	noun	γενική ενικού του ζητούμενο
ζητουμένων	noun	γενική πληθυντικού του ζητούμενο
ζητούμαι	=	ζητάω
ζητούμαστε	=	ζητάω
ζητούμε	=	ζητάω
ζητούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζητούμενο
ζητούμενε	=	ζητούμενος
ζητούμενες	=	ζητούμενος
ζητούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζητούμενος
ζητούμενης	=	ζητούμενος
ζητούμενο	noun	ο στόχος, το αντικείμενο για το οποίο διενεργείται μια έρευνα, μια συζήτηση ή αναπτύσσεται ένα θέμα
ζητούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζητούμενος
ζητούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ζητάω/ζητώ: αυτός που ζητείται (συνήθως για αφηρημένες έννοιες)
ζητούμενου	=	ζητούμενο
ζητούμενους	=	ζητούμενος
ζητούμενων	=	ζητούμενος
ζητούν	=	ζητάω
ζητούνε	=	ζητάω
ζητούνεν	=	ζητάω
ζητούνενε	=	ζητάω
ζητούνται	=	ζητάω
ζητούνταν	=	ζητάω
ζητούντο	=	ζητάω
ζητούσα	=	ζητάω
ζητούσαμε	=	ζητάω
ζητούσαν	=	ζητάω
ζητούσανε	=	ζητάω
ζητούσατε	=	ζητάω
ζητούσε	=	ζητάω
ζητούσες	=	ζητάω
ζητωκραυγάζαμε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζαν	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζανε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζατε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζει	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζεις	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζετε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζομε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζοντας	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζουμε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζουν	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζουνε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάζω	verb	επευφημώ με ενουσιασμό φωνάζοντας "ζήτω!"
ζητωκραυγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσαν	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσανε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσομε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσουνε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραυγές	=	ζητωκραυγή
ζητωκραυγή	noun	η κραυγή κάποιου που φωνάζει ζήτω
ζητωκραυγής	=	ζητωκραυγή
ζητωκραυγών	=	ζητωκραυγή
ζητωκραύγαζα	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγαζαν	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγαζε	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγαζες	=	ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγασα	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητωκραύγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζητωκραυγάζω
ζητώ	=	ζητάω
ζητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζητάω / ζητώ
ζητῶ	verb	το ζητώ στην καθαρεύουσα και στο πολυτονικό πριν από αυτήν
ζιαμέτι	noun|dated	έκταση γης (ή έσοδα από έκταση γης) που παραχωρούνταν από τον σουλτάνο σε κάποιον ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα
ζιαμέτια	=	ζιαμέτι
ζιαμετιού	=	ζιαμέτι
ζιαμετιών	=	ζιαμέτι
ζιαφέτι	noun|dated	συμπόσιο, διασκέδαση, γλέντι, τσιμπούσι, ξεφάντωμα
ζιαφέτια	=	ζιαφέτι
ζιαφετιού	=	ζιαφέτι
ζιαφετιών	=	ζιαφέτι
ζιβάγκο	noun	κλειστός κι ανυψωμένος γιακάς που τυλίγει γύρω από το λαιμό, καλύπτοντάς τον
ζιβέτ	noun	μοσχογαλή
ζιβελίνα	noun	άλλη μορφή του ζιμπελίνα
ζιβελίνας	noun	γενική ενικού του ζιβελίνα
ζιβελίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζιβελίνα
ζιγγίβερι	noun	η πιπερόριζα
ζιγκλέρ	noun	συνηθισμένη μορφή του ζικλέρ
ζιγκλεράκι	noun	το ζιγκλέρ
ζιγκλεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζιγκλεράκι
ζιγκολέτ	noun	νεαρή γυναίκα ελεύθερων ηθών
ζιγκολέτα	noun	κλιτή μορφή του ζιγκολέτ
ζιγκολέτας	=	ζιγκολέτα
ζιγκολέτες	=	ζιγκολέτα
ζιγκολό	noun	άντρας ο οποίος προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες σε διάφορες γυναίκες με ή χωρίς χρηματική αμοιβή
ζιγκουράτ	noun	ναός των αρχαίων Βαβυλωνίων που είχε μορφή πυραμίδας και ένα ιερό στην κορυφή του, χρησίμευε δε ως αστεροσκοπείο για θρησκευτικούς λόγους
ζιγρών	noun	γενική πληθυντικού του ζίγρα
ζιζάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζιζάνιο
ζιζάνιο	noun	το φυτό που ζει παρασιτικά, αγριόχορτο
ζιζάνιου	=	ζιζάνιο
ζιζανίου	noun	γενική ενικού του ζιζάνιο
ζιζανίων	noun	γενική πληθυντικού του ζιζάνιο
ζιζανιοκτόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζιζανιοκτόνο
ζιζανιοκτόνο	noun	η χημική ουσία που ραντίζεται σε μια καλλιέργεια για να σκοτώσει τα ζιζάνια
ζιζανιοκτόνου	noun	γενική ενικού του ζιζανιοκτόνο
ζιζανιοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του ζιζανιοκτόνο
ζιζανιολογία	noun	κλάδος της γεωπονίας που μελετά τα ζιζάνια, τα ζιζανιοκτόνα κ.λπ.
ζιζανιολογίας	=	ζιζανιολογία
ζιζανιολογίες	=	ζιζανιολογία
ζιζανιολογιών	=	ζιζανιολογία
ζιζανιολόγε	=	ζιζανιολόγος
ζιζανιολόγο	=	ζιζανιολόγος
ζιζανιολόγοι	=	ζιζανιολόγος
ζιζανιολόγος	noun	γεωπόνος στην κατεύθυνση της ζιζανιολογίας
ζιζανιολόγου	=	ζιζανιολόγος
ζιζανιολόγους	=	ζιζανιολόγος
ζιζανιολόγων	=	ζιζανιολόγος
ζικ-ζακ	noun	άλλη μορφή του ζιγκ ζαγκ
ζικλέρ	noun	σωληνάκι του καρμπιρατέρ που επιτρέπει στη βενζίνη να αναπηδήσει στον αέρα που πηγαίνει προς τον κινητήρα
ζιλέ	noun	ελαφρύ αμάνικο ένδυμα σαν γιλέκο
ζιλές	noun|rare	άλλη μορφή του ζιλέ
ζιλεδάκι	noun	υποκοριστικό του ζιλέ, το γιλεκάκι
ζιλεδάκια	=	ζιλεδάκι
ζιλιέν	adj	άλλη μορφή του ζουλιέν
ζιλοτέιπ	noun	άλλη μορφή του σελοτέιπ
ζιμμή	=	ζιμμής
ζιμμήδες	=	ζιμμής
ζιμμήδων	=	ζιμμής
ζιμμής	noun	κάθε μη μουσουλμάνος που ζει ως προστατευόμενο άτομο σε μουσουλμανικό κράτος και υπακούει στους νόμους του
ζιμπελίνα	noun	σαρκοφάγο ζώο της οικογένειας των μουστελιδών με μήκος περίπου 55 εκατ. (από τα οποία το 1/3 είναι η ουρά του), που απαντάται κυρίως στη Σιβηρία και τελεί υπό εξαφάνιση αφού θηρεύεται αλόγιστα λόγω της γούνας της
ζιμπελίνας	noun	γενική ενικού του ζιμπελίνα
ζιμπελίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζιμπελίνα
ζιμπουλιού	=	ζιμπούλι
ζιμπουλιών	=	ζιμπούλι
ζιμπούλι	noun	άλλη μορφή του ζουμπούλι
ζιμπούλια	=	ζιμπούλι
ζιπάρω	verb|slang	αποθηκεύω πολλά αρχεία σε ένα συμπιέζοντάς τα
ζιπέλαια	=	ζιπέλαιο
ζιπέλαιο	noun	υγρό (νάφθα) με το οποίο γεμίζονται αναπτήρες ζίπο
ζιπέλαιου	=	ζιπέλαιο
ζιπέλαιων	=	ζιπέλαιο
ζιπαρισμένα	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένε	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένες	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένη	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένης	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένο	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένοι	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ζιπάρω
ζιπαρισμένου	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένους	=	ζιπαρισμένος
ζιπαρισμένων	=	ζιπαρισμένος
ζιπουνάκι	noun	εσώρουχο για μωρά που φοριέται σαν φανελάκι
ζιπουνάκια	=	ζιπουνάκι
ζιπουνιού	=	ζιπούνι
ζιπουνιών	=	ζιπούνι
ζιπούνι	noun	είδος ζακέτας
ζιπούνια	=	ζιπούνι
ζιργκόν	noun	άλλη μορφή του ζιρκόνιο
ζιρκονία	noun	διοξείδιο του ζιρκονίου (ZrΟ₂), το οποίο χρησιμοποιείται ευρύτατα στην οδοντιατρική, αλλά και σε κοσμήματα
ζιρκονίας	=	ζιρκονία
ζιρκονίες	=	ζιρκονία
ζιρκονίου	noun	γενική ενικού του ζιρκόνιο
ζιρκόν	noun	άλλη μορφή του ζιρκόνιο
ζιρκόνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 40 και χημικό σύμβολο το Zr
ζιφιέ	noun	κλητική ενικού του ζιφιός
ζιφιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζιφιός
ζιφιού	noun	γενική ενικού του ζιφιός
ζιφιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζιφιός
ζιφιό	noun	αιτιατική ενικού του ζιφιός
ζιφιός	noun	είδος φάλαινας (Ziphius cavirostris)
ζιφιών	noun	γενική πληθυντικού του ζιφιός
ζλάπι	noun	άλλη μορφή του ζουλάπι
ζλάπια	=	ζλάπι
ζλαπιού	=	ζλάπι
ζλαπιών	=	ζλάπι
ζλότι	noun	το νόμισμα της Πολωνίας.
ζμπούτσαμ	intj|slang	δε με νοιάζει, δε με απασχολεί
ζνίχι	noun|dated	ο αυχένας, ο σβέρκος, τράχηλος
ζνίχια	=	ζνίχι
ζνιχιού	=	ζνίχι
ζνιχιών	=	ζνίχι
ζο	noun	το ζώο
ζογκλάρω	verb	κάνω ζογκλερικά
ζογκλέρ	noun	γενική ονομασία για οποιοδήποτε καλλιτέχνη πραγματοποιεί εντυπωσιακές ταχυδακτυλουργικές ή ακροβατικές ασκήσεις, συνήθως στο τσίρκο
ζογκλερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζογκλερικό
ζογκλερικέ	adj	κλητική ενικού του ζογκλερικός
ζογκλερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζογκλερική
ζογκλερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζογκλερικός
ζογκλερικής	adj	γενική ενικού του ζογκλερική
ζογκλερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζογκλερικός
ζογκλερικού	adj	γενική ενικού του ζογκλερικός
ζογκλερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζογκλερικός
ζογκλερικό	adj	αιτιατική ενικού του ζογκλερικός
ζογκλερικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει ή χαρακτηρίζει τον ζογκλέρ
ζογκλερικών	adj	γενική πληθυντικού του ζογκλερικός
ζολότα	noun	ασημένιο τουρκικό νόμισμα που ισοδυναμεί με τα ¾ απ’ το γρόσι
ζολότας	noun	γενική ενικού του ζολότα
ζολότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζολότα
ζομπονιάρη	=	ζομπονιάρης
ζομπονιάρηδες	=	ζομπονιάρης
ζομπονιάρηδων	=	ζομπονιάρης
ζομπονιάρης	noun	καχεκτικός, ζαρωμένος
ζομπονιασμένα	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένε	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένες	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένη	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένης	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένο	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένοι	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένος	adj	μαραμένος
ζομπονιασμένου	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένους	=	ζομπονιασμένος
ζομπονιασμένων	=	ζομπονιασμένος
ζορίζαμε	=	ζορίζω
ζορίζαν	=	ζορίζω
ζορίζανε	=	ζορίζω
ζορίζατε	=	ζορίζω
ζορίζει	=	ζορίζω
ζορίζεις	=	ζορίζω
ζορίζετε	=	ζορίζω
ζορίζομαι	verb	αντιμετωπίζω δυσκολίες, δυσκολεύομαι να αντεπεξέλθω σε συγκεκριμένο έργο ή να αντιμετωπίσω αντίξοες συνθήκες
ζορίζοντας	=	ζορίζω
ζορίζουμε	=	ζορίζω
ζορίζουν	=	ζορίζω
ζορίζουνε	=	ζορίζω
ζορίζω	verb	πιέζω υπερβολικά κάτι ή κάποιον ώστε να αποδώσει περισσότερο
ζορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίσαν	=	ζορίζω
ζορίσανε	=	ζορίζω
ζορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζόρισμα
ζορίσματος	noun	γενική ενικού του ζόρισμα
ζορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζορζέτα	noun	αραχνοΰφαντο μεταξωτό ύφασμα
ζορζέτας	noun	γενική ενικού του ζορζέτα
ζορζέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζορζέτα
ζοριζόμουν	=	ζορίζομαι
ζοριλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοριλίδικο
ζοριλίδικε	adj	κλητική ενικού του ζοριλίδικος
ζοριλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοριλίδικη
ζοριλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζοριλίδικος
ζοριλίδικης	adj	γενική ενικού του ζοριλίδικη
ζοριλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του ζοριλίδικος
ζοριλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζοριλίδικος
ζοριλίδικος	adj	άλλη μορφή του ζόρικος
ζοριλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζοριλίδικος
ζοριλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζοριλίδικος
ζοριλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζοριλίδικος
ζοριλίκι	noun	η εκφοβιστική συμπεριφορά που περιέχει στοιχεία βίας
ζοριλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοριλίκι
ζοριού	=	ζόρι
ζορισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζόρισμα
ζορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζορισμένο
ζορισμένε	verb	κλητική ενικού του ζορισμένος
ζορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζορισμένη
ζορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζορισμένος
ζορισμένης	verb	γενική ενικού του ζορισμένη
ζορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζορισμένος
ζορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζορισμένος
ζορισμένος	verb	που συναντά δυσκολίες, συνήθως στον οικονομικό ή τον επαγγελματικό τομέα
ζορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζορισμένος
ζορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζορισμένος
ζορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζορισμένος
ζοριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζορίζομαι
ζοριών	=	ζόρι
ζορκαμπέλι	noun	μικρό γυμνό παιδί
ζορλαμά	=	ζορλαμάς
ζορλαμάδες	=	ζορλαμάς
ζορλαμάδων	=	ζορλαμάς
ζορλαμάς	noun	αρθρίτιδα
ζορλαμαλίδικα	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικε	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικες	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικη	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικης	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικο	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικοι	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικος	adj	επώδυνος, δύσκολος
ζορλαμαλίδικου	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικους	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαμαλίδικων	=	ζορλαμαλίδικος
ζορλαντίζω	verb	δυσκολεύω, στενοχωρώ, ενοχλώ
ζορμπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζορμπάς
ζορμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζορμπάς
ζορμπάδων	noun	γενική πληθυντικού του ζορμπάς
ζορμπάς	noun|dated	βίαιος, καταπιεστής, καταπιεστικός, αυταρχικός
ζορμπαλή	=	ζορμπαλής
ζορμπαλήδες	=	ζορμπαλής
ζορμπαλήδων	=	ζορμπαλής
ζορμπαλής	noun	άνθρωπος αυταρχικός, καταπιεστικός, σατράπης, βίαιος, της αυθαιρεσίας και του έτσι θέλω.
ζορμπαλίδικα	adv	με τρόπο αυθαίρετο, αυταρχικό, με το έτσι θέλω
ζορμπαλίδικε	adj	κλητική ενικού του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζορμπαλίδικη
ζορμπαλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίδικης	adj	γενική ενικού του ζορμπαλίδικη
ζορμπαλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίδικος	adj	αυθαίρετος, αυταρχικός, βίαιος, καταπιεστικός
ζορμπαλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζορμπαλίδικος
ζορμπαλίκι	noun	αυταρχική και καταπιεστική συμπεριφορά, αυθαιρεσία
ζορμπαλίκια	=	ζορμπαλίκι
ζορμπαλικιού	=	ζορμπαλίκι
ζορμπαλικιών	=	ζορμπαλίκι
ζουάβε	=	ζουάβος
ζουάβο	=	ζουάβος
ζουάβοι	=	ζουάβος
ζουάβος	noun	στρατιώτης του συντάγματος των Ζουάβων, μονάδων του γαλλικού στρατού της Βόρειας Αφρικής από το 1830 έως το 1962 και από 1982 έως το 2006
ζουάβου	=	ζουάβος
ζουάβους	=	ζουάβος
ζουάβων	=	ζουάβος
ζουάνγκ	noun	άλλη γραφή της λέξης τσουανγκ
ζουγκλών	noun	γενική πληθυντικού του ζούγκλα
ζουδιάρηδες	=	ζούδιαρης
ζουδιάρηδων	=	ζούδιαρης
ζουδιού	=	ζούδι
ζουδιών	=	ζούδι
ζουζουνάκι	noun	υποκοριστικό του ζουζούνι
ζουζουνάκια	=	ζουζουνάκι
ζουζουνίζαμε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζαν	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζανε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζατε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ζουζουνίζω
ζουζουνίζεις	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζετε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζοντας	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζουμε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζουν	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζουνε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίζω	verb	παράγω έναν ήχο (ζζζ) κατά το πέταγμα
ζουζουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσαν	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίσανε	=	ζουζουνίζω
ζουζουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουζούνισμα
ζουζουνίσματος	noun	γενική ενικού του ζουζούνισμα
ζουζουνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζουνίτσα	noun	υποκοριστικό του ζουζούνι
ζουζουνίτσας	noun	γενική ενικού του ζουζουνίτσα
ζουζουνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουζουνίτσα
ζουζουνιά	noun	η σκανταλιά
ζουζουνιάς	=	ζουζουνιά
ζουζουνιές	=	ζουζουνιά
ζουζουνιού	=	ζουζούνι
ζουζουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζουζούνισμα
ζουζουνιών	=	ζουζούνι
ζουζούνα	noun	χαϊδευτική προσφώνηση αγαπημένου προσώπου
ζουζούνας	noun	γενική ενικού του ζουζούνα
ζουζούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουζούνα
ζουζούνι	noun	έντομο, ιδίως αυτό που κάνει χαρακτηριστικό βόμβο όταν πετάει
ζουζούνια	=	ζουζούνι
ζουζούνιζα	=	ζουζουνίζω
ζουζούνιζαν	=	ζουζουνίζω
ζουζούνιζε	=	ζουζουνίζω
ζουζούνιζες	=	ζουζουνίζω
ζουζούνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζούνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζούνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζούνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουζουνίζω
ζουζούνισμα	noun	ο ήχος (ζζζ) που ακούμε να κάνουν τα έντομα κατά το πέταγμά τους
ζουλάπι	noun	το άγριο ζώο
ζουλάπια	=	ζουλάπι
ζουλάω	verb	πιέζω κάτι με το χέρι μου σαν να θέλω να το στύψω
ζουλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψαν	=	ζουλεύω
ζουλέψανε	=	ζουλεύω
ζουλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψου	=	ζουλεύω
ζουλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζουλήγματα	=	ζούληγμα
ζουλήγματος	=	ζούληγμα
ζουλήθηκα	=	ζουλάω
ζουλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζουλήχτηκα	=	ζουλάω
ζουλίζω	verb	ζουλώ
ζουλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούλισμα
ζουλίσματος	noun	γενική ενικού του ζούλισμα
ζουλαπιού	=	ζουλάπι
ζουλαπιών	=	ζουλάπι
ζουλατζή	=	ζουλατζής
ζουλατζήδες	=	ζουλατζής
ζουλατζήδων	=	ζουλατζής
ζουλατζής	noun|slang	αυτός που ενεργεί πάντα κρυφά
ζουλεμένος	=	ζουλεύω
ζουλευτήκαμε	=	ζουλεύω
ζουλευτήκαν	=	ζουλεύω
ζουλευτήκανε	=	ζουλεύω
ζουλευτήκατε	=	ζουλεύω
ζουλευτεί	=	ζουλεύω
ζουλευτείτε	=	ζουλεύω
ζουλευόμασταν	=	ζουλεύω
ζουλευόμαστε	=	ζουλεύω
ζουλευόμουν	=	ζουλεύω
ζουλευόμουνα	=	ζουλεύω
ζουλευόντουσαν	=	ζουλεύω
ζουλευόσασταν	=	ζουλεύω
ζουλευόσαστε	=	ζουλεύω
ζουλευόσουν	=	ζουλεύω
ζουλευόσουνα	=	ζουλεύω
ζουλευόταν	=	ζουλεύω
ζουλευότανε	=	ζουλεύω
ζουλεύαμε	=	ζουλεύω
ζουλεύαν	=	ζουλεύω
ζουλεύανε	=	ζουλεύω
ζουλεύατε	=	ζουλεύω
ζουλεύει	=	ζουλεύω
ζουλεύεις	=	ζουλεύω
ζουλεύεσαι	=	ζουλεύω
ζουλεύεστε	=	ζουλεύω
ζουλεύεται	=	ζουλεύω
ζουλεύετε	=	ζουλεύω
ζουλεύομαι	=	ζουλεύω
ζουλεύονται	=	ζουλεύω
ζουλεύονταν	=	ζουλεύω
ζουλεύοντας	=	ζουλεύω
ζουλεύου	=	ζουλεύω
ζουλεύουμε	=	ζουλεύω
ζουλεύουν	=	ζουλεύω
ζουλεύουνε	=	ζουλεύω
ζουλεύτηκα	=	ζουλεύω
ζουλεύτηκαν	=	ζουλεύω
ζουλεύτηκε	=	ζουλεύω
ζουλεύτηκες	=	ζουλεύω
ζουλεύω	verb	άλλη μορφή του ζηλεύω
ζουληγμάτων	=	ζούληγμα
ζουληγμένος	=	ζουλάω
ζουλημένος	=	ζουλάω
ζουλιέμαι	=	ζουλάω
ζουλιέν	adj	κομμένος σε πολύ λεπτές και μακριές λωρίδες, ιδίως για λαχανικά στη μαγειρική
ζουλιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουλιγμένο
ζουλιγμένε	verb	κλητική ενικού του ζουλιγμένος
ζουλιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουλιγμένη
ζουλιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουλιγμένος
ζουλιγμένης	verb	γενική ενικού του ζουλιγμένη
ζουλιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζουλιγμένος
ζουλιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουλιγμένος
ζουλιγμένος	verb	που τον έχουν ζουλήξει
ζουλιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζουλιγμένος
ζουλιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζουλιγμένος
ζουλιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζουλιγμένος
ζουλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζούλισμα
ζουλουμιού	=	ζουλούμι
ζουλουμιών	=	ζουλούμι
ζουλού	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Νότια Αφρική
ζουλούμι	noun	καταπίεση, αδικία
ζουλούμια	=	ζουλούμι
ζουλούσα	=	ζουλάω
ζουλώ	=	ζουλάω
ζουμ	noun	φωτογραφικός ή κινηματογραφικός φακός που επιτρέπει την αυξομείωση του οπτικού πεδίου της λήψης
ζουμάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζουμάρω
ζουμάρω	verb	κάνω ζουμ, μεταβάλω το οπτικό πεδίο με τη χρήση ειδικού φακού, ώστε τα αντικείμενα της λήψης να φαίνονται πιο κοντά ή πιο μακριά
ζουμί	noun	ο ζωμός, το υγρό που περιέχει εκτός από νερό τις θρεπτικές ουσίες του κρέατος ή του ψαριού που έβρασε μέσα σ' αυτό
ζουμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμάρισμα
ζουμαρίσματος	=	ζουμάρισμα
ζουμαρισμάτων	=	ζουμάρισμα
ζουμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμαρισμένο
ζουμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ζουμαρισμένος
ζουμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμαρισμένη
ζουμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουμαρισμένος
ζουμαρισμένης	verb	γενική ενικού του ζουμαρισμένη
ζουμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζουμαρισμένος
ζουμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουμαρισμένος
ζουμαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ζουμάρω
ζουμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζουμαρισμένος
ζουμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζουμαρισμένος
ζουμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζουμαρισμένος
ζουμερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμερό	adv	με ζουμερό τρόπο
ζουμερέ	adj	κλητική ενικού του ζουμερός
ζουμερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμερή
ζουμερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουμερός
ζουμερής	adj	γενική ενικού του ζουμερή
ζουμεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουμερός
ζουμερού	adj	γενική ενικού του ζουμερός
ζουμερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζουμερός
ζουμερό	adj	αιτιατική ενικού του ζουμερός
ζουμερός	adj	που έχει πολύ ζουμί, πολλούς χυμούς
ζουμερών	adj	γενική πληθυντικού του ζουμερός
ζουμιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμί
ζουμιού	=	ζουμί
ζουμιών	=	ζουμί
ζουμπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζουμπάς
ζουμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμπάς
ζουμπάδων	noun	γενική πληθυντικού του ζουμπάς
ζουμπάς	noun	εργαλείο για κάρφωμα
ζουμπουλάκι	noun	υποκοριστικό του ζουμπούλι
ζουμπουλάκια	=	ζουμπουλάκι
ζουμπουλιού	=	ζουμπούλι
ζουμπουλιών	=	ζουμπούλι
ζουμπουρλούδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμπουρλούδικο
ζουμπουρλούδικε	adj	κλητική ενικού του ζουμπουρλούδικος
ζουμπουρλούδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμπουρλούδικη
ζουμπουρλούδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουμπουρλούδικος
ζουμπουρλούδικης	adj	γενική ενικού του ζουμπουρλούδικη
ζουμπουρλούδικο	adj	αιτιατική ενικού του ζουμπουρλούδικος
ζουμπουρλούδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουμπουρλούδικος
ζουμπουρλούδικος	adj|vulgar	παχουλός
ζουμπουρλούδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζουμπουρλούδικος
ζουμπουρλούδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζουμπουρλούδικος
ζουμπουρλούδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζουμπουρλούδικος
ζουμπούλι	noun	ο υάκινθος
ζουμπούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουμπούλι
ζουν	=	ζω
ζουνάρι	noun	το ζωνάρι, η φαρδιά ζώνη που φοράμε στη μέση μας -ειδικά οι άνδρες παλιότερα ή και κατά τόπους σήμερα
ζουνάρια	=	ζουνάρι
ζουναριού	=	ζουνάρι
ζουναριών	=	ζουνάρι
ζουπά	=	ζουπάς
ζουπάδες	=	ζουπάς
ζουπάδων	=	ζουπάς
ζουπάς	noun	άλλη μορφή του ζουμπάς
ζουπάω	verb	πιέζω κάτι σαν να θέλω να το στείψω, ζουλώ
ζουπήγματα	=	ζούπηγμα
ζουπήγματος	=	ζούπηγμα
ζουπήθηκα	=	ζουπάω
ζουπήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζουπήχτηκα	=	ζουπάω
ζουπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούπισμα
ζουπίσματος	noun	γενική ενικού του ζούπισμα
ζουπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζουπηγμάτων	=	ζούπηγμα
ζουπηγμένος	=	ζουπάω
ζουπημένος	=	ζουπάω
ζουπιέμαι	=	ζουπάω
ζουπιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουπιγμένο
ζουπιγμένε	verb	κλητική ενικού του ζουπιγμένος
ζουπιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουπιγμένη
ζουπιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουπιγμένος
ζουπιγμένης	verb	γενική ενικού του ζουπιγμένη
ζουπιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζουπιγμένος
ζουπιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουπιγμένος
ζουπιγμένος	verb	που τον έχουν ζουπίσει
ζουπιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζουπιγμένος
ζουπιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζουπιγμένος
ζουπιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζουπιγμένος
ζουπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζούπισμα
ζουπούσα	=	ζουπάω
ζουπώ	=	ζουπάω
ζουρίδα	noun	κουνάβι
ζουρίδας	=	ζουρίδα
ζουρίδες	=	ζουρίδα
ζουρίδων	=	ζουρίδα
ζουριάζω	verb|dated	κάνω κάποιον ή κάτι καχεκτικό ή ατροφικό
ζουριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούριασμα
ζουριάσματος	noun	γενική ενικού του ζούριασμα
ζουριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζούριασμα
ζουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουριασμένο
ζουριασμένε	verb	κλητική ενικού του ζουριασμένος
ζουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουριασμένη
ζουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουριασμένος
ζουριασμένης	verb	γενική ενικού του ζουριασμένη
ζουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζουριασμένος
ζουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουριασμένος
ζουριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ζουριάζω
ζουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζουριασμένος
ζουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζουριασμένος
ζουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζουριασμένος
ζουριών	=	ζούρια
ζουρλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ζουρλός	adv	τρελά, σαν ζουρλός
ζουρλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάναν	=	ζουρλαίνω
ζουρλάνανε	=	ζουρλαίνω
ζουρλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζουρλέ	adj	κλητική ενικού του ζουρλός
ζουρλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουρλή
ζουρλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουρλός
ζουρλής	adj	γενική ενικού του ζουρλή
ζουρλαίναμε	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίναν	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνανε	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνατε	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνει	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνεις	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνετε	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνοντας	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνουμε	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνουν	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνουνε	=	ζουρλαίνω
ζουρλαίνω	verb	τρελαίνω, εκνευρίζω κάποιον ή και τον βγάζω εκτός εαυτού
ζουρλαμάρα	noun	ενέργεια χωρίς λογική, τρέλα
ζουρλαμάρας	noun	γενική ενικού του ζουρλαμάρα
ζουρλαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουρλαμάρα
ζουρλαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουρλαμένο
ζουρλαμένε	verb	κλητική ενικού του ζουρλαμένος
ζουρλαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουρλαμένη
ζουρλαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζουρλαμένος
ζουρλαμένης	verb	γενική ενικού του ζουρλαμένη
ζουρλαμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζουρλαμένος
ζουρλαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουρλαμένος
ζουρλαμένος	verb	που έχει ζουρλαθεί, που έχει χάσει τον έλεγχο μιας κατάστασης, δεν μπορεί να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να βάλει προτεραιότητες λόγω φόρτου εργασίας ή δίνει την εικόνα ενός ανθρώπου χωρίς προσανατολισμό
ζουρλαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζουρλαμένος
ζουρλαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζουρλαμένος
ζουρλαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζουρλαμένος
ζουρλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζουρλός
ζουρλοκαμπέρες	=	ζουρλοκαμπέρω
ζουρλοκαμπέρω	noun|dated	άλλη μορφή του τρελοκαμπέρω
ζουρλοκαμπέρων	=	ζουρλοκαμπέρω
ζουρλοκαμπέρως	=	ζουρλοκαμπέρω
ζουρλοκομεία	=	ζουρλοκομείο
ζουρλοκομείο	noun|vulgar	τρελοκομείο
ζουρλοκομείου	=	ζουρλοκομείο
ζουρλοκομείων	=	ζουρλοκομείο
ζουρλομανδυών	=	ζουρλομανδύας
ζουρλομανδύα	=	ζουρλομανδύας
ζουρλομανδύας	noun|dated	ρόμπα με πολύ μακριά μανίκια που τη φορούν σε ψυχασθενείς σε κρίση και τους δένουν τα μανίκια πίσω από την πλάτη
ζουρλομανδύες	=	ζουρλομανδύας
ζουρλοπαντιέρα	noun	άτομο με αλλοπρόσαλλη, παλαβή συμπεριφορά
ζουρλοπαντιέρας	noun	γενική ενικού του ζουρλοπαντιέρα
ζουρλοπαντιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουρλοπαντιέρα
ζουρλού	adj	γενική ενικού του ζουρλός
ζουρλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζουρλός
ζουρλό	adj	αιτιατική ενικού του ζουρλός
ζουρλός	adj	που δεν συμπεριφέρεται λογικά
ζουρλών	adj	γενική πληθυντικού του ζουρλός
ζουρνά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζουρνάς
ζουρνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζουρνάς
ζουρνάδων	noun	γενική πληθυντικού του ζουρνάς
ζουρνάς	noun	πνευστό λαϊκό όργανο
ζουρνατζή	=	ζουρνατζής
ζουρνατζήδες	=	ζουρνατζής
ζουρνατζήδων	=	ζουρνατζής
ζουρνατζής	noun	μουσικός που παίζει ζουρνά
ζουρπώνω	verb	μαζεύομαι, κουλουριάζομαι από φόβο, κρύο ή ντροπή
ζουρών	=	ζούρα
ζουφάδα	noun	το να είναι κάτι ζουφό, η ιδιότητα του ζοφού
ζουφάδας	=	ζουφάδα
ζουφάδες	=	ζουφάδα
ζουφάδων	=	ζουφάδα
ζοφερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοφερό
ζοφερέ	adj	κλητική ενικού του ζοφερός
ζοφερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοφερή
ζοφερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζοφερός
ζοφερής	adj	γενική ενικού του ζοφερή
ζοφεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζοφερός
ζοφεροτήτων	=	ζοφερότητα
ζοφερού	adj	γενική ενικού του ζοφερός
ζοφερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζοφερός
ζοφερό	adj	αιτιατική ενικού του ζοφερός
ζοφερός	adj	που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο
ζοφερότητα	noun	η ιδιότητα του ζοφερού
ζοφερότητας	noun	γενική ενικού του ζοφερότητα
ζοφερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοφερότητα
ζοφερών	adj	γενική πληθυντικού του ζοφερός
ζοφωδών	=	ζοφώδης
ζοφώδεις	=	ζοφώδης
ζοφώδες	=	ζοφώδης
ζοφώδη	=	ζοφώδης
ζοφώδης	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του ζόφου, σκοτεινός και απαισιόδοξος, ζοφερός
ζοφώδους	=	ζοφώδης
ζοχάδα	noun	η αιμορροΐδα
ζοχάδας	noun	άνθρωπος δύστροπος, ευερέθιστος και ιδιότροπος
ζοχάδες	=	ζοχάδας
ζοχάδιαζα	=	ζοχαδιάζω
ζοχάδιαζαν	=	ζοχαδιάζω
ζοχάδιαζε	=	ζοχαδιάζω
ζοχάδιαζες	=	ζοχαδιάζω
ζοχάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχάδων	=	ζοχάδας
ζοχέ	noun	κλητική ενικού του ζοχός
ζοχαδιάζαμε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζαν	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζανε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζατε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζει	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζεις	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζετε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζοντας	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζουμε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζουν	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζουνε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάζω	verb	εκνευρίζω κάποιον, τον κάνω ν’ αποκτήσει κακή διάθεση
ζοχαδιάρα	=	ζοχαδιάρης
ζοχαδιάρη	=	ζοχαδιάρης
ζοχαδιάρηδες	=	ζοχαδιάρης
ζοχαδιάρηδων	=	ζοχαδιάρης
ζοχαδιάρης	noun	που έχει ζοχάδες
ζοχαδιάρικο	=	ζοχαδιάρης
ζοχαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσαν	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσανε	=	ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζοχαδιάζω
ζοχαδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοχαδιακό
ζοχαδιακέ	adj	κλητική ενικού του ζοχαδιακός
ζοχαδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοχαδιακή
ζοχαδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζοχαδιακός
ζοχαδιακής	adj	γενική ενικού του ζοχαδιακή
ζοχαδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζοχαδιακός
ζοχαδιακού	adj	γενική ενικού του ζοχαδιακός
ζοχαδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζοχαδιακός
ζοχαδιακό	adj	αιτιατική ενικού του ζοχαδιακός
ζοχαδιακός	adj	που έχει ζοχάδες (αιμορροΐδες) και υποφέρει απ’ αυτές
ζοχαδιακών	adj	γενική πληθυντικού του ζοχαδιακός
ζοχαδιασμένα	adv	εκνευρισμένα
ζοχαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ζοχαδιασμένος
ζοχαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζοχαδιασμένη
ζοχαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζοχαδιασμένος
ζοχαδιασμένης	verb	γενική ενικού του ζοχαδιασμένη
ζοχαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζοχαδιασμένος
ζοχαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζοχαδιασμένος
ζοχαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζοχαδιασμένος
ζοχαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζοχαδιασμένος
ζοχαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζοχαδιασμένος
ζοχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζοχός
ζοχού	noun	γενική ενικού του ζοχός
ζοχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζοχός
ζοχό	noun	αιτιατική ενικού του ζοχός
ζοχός	noun	κοινή ονομασία του φυτού Σόγχος ο λαχανώδης (Sonchus oleraceus)
ζοχών	noun	γενική πληθυντικού του ζοχός
ζούγκλα	noun	πυκνό τροπικό δάσος
ζούγκλας	noun	γενική ενικού του ζούγκλα
ζούγκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούγκλα
ζούδι	noun	μικρό ζώο
ζούδια	=	ζούδι
ζούδιαρη	=	ζούδιαρης
ζούδιαρης	adj	στη λαϊκή παράδοση ήταν αυτός που κυνηγούσε και σκότωνε τα ζούδια τα στοιχειά
ζούδος	noun	σημάδι στο δέρμα
ζούζουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούζουλο
ζούζουλο	noun	ζωύφιο, ζουζούνι
ζούζουλου	noun	γενική ενικού του ζούζουλο
ζούζουλων	noun	γενική πληθυντικού του ζούζουλο
ζούλα	noun|vulgar	η μυστικότητα	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ζουλάω
ζούλαγα	=	ζουλάω
ζούλας	noun	γενική ενικού του ζούλα
ζούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούλα
ζούλευα	=	ζουλεύω
ζούλευαν	=	ζουλεύω
ζούλευε	=	ζουλεύω
ζούλευες	=	ζουλεύω
ζούλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζούλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζούλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζούλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλεύω
ζούληγμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζουλώ, η άσκηση πίεσης σε εύπλαστο αντικείμενο και το σημάδι που αφήνει αυτή η πίεση
ζούλημα	=	ζούληγμα
ζούληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζούληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζούληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζούληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουλώ
ζούλησα	=	ζουλάω
ζούλια	noun|literary	ζήλια
ζούλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζουλίζω / ζουλώ
ζούμε	=	ζω
ζούμπα	noun	πρόγραμμα γυμναστικής που συνδυάζει λάτιν και διεθνή μουσική με χορό και αερόμπικ
ζούμπας	=	ζούμπα
ζούμπερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούμπερο
ζούμπερο	noun	ζωύφιο
ζούμπερου	noun	γενική ενικού του ζούμπερο
ζούμπερων	noun	γενική πληθυντικού του ζούμπερο
ζούμπες	=	ζούμπα
ζούνε	=	ζω
ζούπαγα	=	ζουπάω
ζούπηγμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζουπώ
ζούπηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζούπηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζούπηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζούπηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπώ
ζούπησα	=	ζουπάω
ζούπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζούπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζούπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζούπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουπίζω
ζούπισμα	=	ζούπηγμα
ζούρα	noun|dated	καχεξία, ατροφία
ζούρας	noun	γενική ενικού του ζούρα
ζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούρα
ζούρια	noun	άλλη μορφή του ζούρα
ζούριας	=	ζούρια
ζούριασμα	noun|dated	το αποτέλεσμα του ζουριάζω
ζούριες	=	ζούρια
ζούρλα	noun	η ιδιότητα του ζουρλού, ανόητη ή παράλογη συμπεριφορά
ζούρλαινα	=	ζουρλαίνω
ζούρλαιναν	=	ζουρλαίνω
ζούρλαινε	=	ζουρλαίνω
ζούρλαινες	=	ζουρλαίνω
ζούρλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζούρλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζούρλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζούρλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζουρλαίνω
ζούρλας	noun	γενική ενικού του ζούρλα
ζούρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούρλα
ζούρλια	noun	η ιδιότητα του ζουρλού, η τρέλα, η ιδιορρυθμία, η εκκεντρικότητα
ζούρλιας	noun	γενική ενικού του ζούρλια
ζούρλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζούρλια
ζούρνα	noun	άλλη μορφή του τούρνα
ζούρνας	=	ζούρνα
ζούρνες	=	ζούρνα
ζούσα	=	ζω
ζούσαμε	=	ζω
ζούσαν	=	ζω
ζούσανε	=	ζω
ζούσατε	=	ζω
ζούσε	=	ζω
ζούσες	=	ζω
ζούφια	=	ζούφιος
ζούφιας	=	ζούφιος
ζούφιε	=	ζούφιος
ζούφιες	=	ζούφιος
ζούφιο	=	ζούφιος
ζούφιοι	=	ζούφιος
ζούφιος	adj|vulgar	άλλη μορφή του τζούφιος
ζούφιου	=	ζούφιος
ζούφιους	=	ζούφιος
ζούφιων	=	ζούφιος
ζυγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγό
ζυγέ	adj	κλητική ενικού του ζυγός
ζυγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγή
ζυγή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγός
ζυγής	adj	γενική ενικού του ζυγή
ζυγίζαμε	=	ζυγίζω
ζυγίζαν	=	ζυγίζω
ζυγίζανε	=	ζυγίζω
ζυγίζατε	=	ζυγίζω
ζυγίζει	=	ζυγίζω
ζυγίζεις	=	ζυγίζω
ζυγίζεσαι	=	ζυγίζομαι
ζυγίζεστε	=	ζυγίζομαι
ζυγίζεται	=	ζυγίζομαι
ζυγίζετε	=	ζυγίζω
ζυγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζυγίζω
ζυγίζομε	=	ζυγίζω
ζυγίζονται	=	ζυγίζομαι
ζυγίζονταν	=	ζυγίζομαι
ζυγίζοντας	=	ζυγίζω
ζυγίζου	=	ζυγίζομαι
ζυγίζουμε	=	ζυγίζω
ζυγίζουν	=	ζυγίζω
ζυγίζουνε	=	ζυγίζω
ζυγίζω	verb	έχω συνολική μάζα, σύμφωνα με κάποια μονάδα μέτρησης
ζυγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίσαν	=	ζυγίζω
ζυγίσανε	=	ζυγίζω
ζυγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύγιση
ζυγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ζύγιση
ζυγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ζύγιση
ζυγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύγισμα
ζυγίσματος	noun	γενική ενικού του ζύγισμα
ζυγίσομε	=	ζυγίζω
ζυγίσου	=	ζυγίζομαι
ζυγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίσουνε	=	ζυγίζω
ζυγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγίστηκα	=	ζυγίζομαι
ζυγίστηκαν	=	ζυγίζομαι
ζυγίστηκε	=	ζυγίζομαι
ζυγίστηκες	=	ζυγίζομαι
ζυγίστρια	=	ζυγιστής
ζυγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζυγαινών	=	ζύγαινα
ζυγαριά	noun	όργανο μέτρησης του βάρους (μάζας)
ζυγαριάς	noun	γενική ενικού του ζυγαριά
ζυγαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγαριά
ζυγαριών	=	ζυγαριά
ζυγιά	noun|vulgar	το ζευγάρι
ζυγιάζαμε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζαν	=	ζυγιάζω
ζυγιάζανε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζατε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζει	=	ζυγιάζω
ζυγιάζεις	=	ζυγιάζω
ζυγιάζεσαι	=	ζυγιάζω
ζυγιάζεστε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζεται	=	ζυγιάζω
ζυγιάζετε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζομαι	=	ζυγιάζω
ζυγιάζομε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζονται	=	ζυγιάζω
ζυγιάζονταν	=	ζυγιάζω
ζυγιάζοντας	=	ζυγιάζω
ζυγιάζουμε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζουν	=	ζυγιάζω
ζυγιάζουνε	=	ζυγιάζω
ζυγιάζω	verb	άλλη μορφή του ζυγίζω
ζυγιάς	=	ζυγιά
ζυγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσαν	=	ζυγιάζω
ζυγιάσανε	=	ζυγιάζω
ζυγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύγιασμα
ζυγιάσματος	noun	γενική ενικού του ζύγιασμα
ζυγιάσομε	=	ζυγιάζω
ζυγιάσου	=	ζυγιάζω
ζυγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάσουνε	=	ζυγιάζω
ζυγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιάστηκα	=	ζυγιάζω
ζυγιάστηκαν	=	ζυγιάζω
ζυγιάστηκε	=	ζυγιάζω
ζυγιάστηκες	=	ζυγιάζω
ζυγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζυγιέμαι	=	ζυγιάζω
ζυγιές	=	ζυγιά
ζυγιαζόμασταν	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόμαστε	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόμουν	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόμουνα	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόντουσαν	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόσασταν	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόσαστε	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόσουν	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόσουνα	=	ζυγιάζω
ζυγιαζόταν	=	ζυγιάζω
ζυγιαζότανε	=	ζυγιάζω
ζυγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζύγιασμα
ζυγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγιασμένο
ζυγιασμένε	verb	κλητική ενικού του ζυγιασμένος
ζυγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγιασμένη
ζυγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγιασμένος
ζυγιασμένης	verb	γενική ενικού του ζυγιασμένη
ζυγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζυγιασμένος
ζυγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγιασμένος
ζυγιασμένος	=	ζυγιάζω
ζυγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζυγιασμένος
ζυγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζυγιασμένος
ζυγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζυγιασμένος
ζυγιαστήκαμε	=	ζυγιάζω
ζυγιαστήκαν	=	ζυγιάζω
ζυγιαστήκανε	=	ζυγιάζω
ζυγιαστήκατε	=	ζυγιάζω
ζυγιαστεί	=	ζυγιάζω
ζυγιαστείς	=	ζυγιάζω
ζυγιαστείτε	=	ζυγιάζω
ζυγιαστούμε	=	ζυγιάζω
ζυγιαστούν	=	ζυγιάζω
ζυγιαστούνε	=	ζυγιάζω
ζυγιαστώ	=	ζυγιάζω
ζυγιζόμασταν	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόμαστε	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόμουν	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόμουνα	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόντουσαν	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόσασταν	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόσαστε	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόσουν	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόσουνα	=	ζυγίζομαι
ζυγιζόταν	=	ζυγίζομαι
ζυγιζότανε	=	ζυγίζομαι
ζυγιού	=	ζύγι
ζυγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζύγισμα
ζυγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγισμένο
ζυγισμένε	verb	κλητική ενικού του ζυγισμένος
ζυγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγισμένη
ζυγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγισμένος
ζυγισμένης	verb	γενική ενικού του ζυγισμένη
ζυγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζυγισμένος
ζυγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγισμένος
ζυγισμένος	verb	που έχει ζυγιστεί για να βρεθεί το βάρος του
ζυγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζυγισμένος
ζυγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζυγισμένος
ζυγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζυγισμένος
ζυγισμμάτων	=	ζύγισμα
ζυγιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγιστής
ζυγιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ζυγιστής
ζυγιστήκαμε	=	ζυγίζομαι
ζυγιστήκαν	=	ζυγίζομαι
ζυγιστήκανε	=	ζυγίζομαι
ζυγιστήκατε	=	ζυγίζομαι
ζυγιστήρια	=	ζυγιστήριο
ζυγιστήριο	noun	το μέρος όπου γίνεται η ζύγιση
ζυγιστήριου	=	ζυγιστήριο
ζυγιστήριων	=	ζυγιστήριο
ζυγιστής	noun	αυτός που ζυγίζει
ζυγιστεί	=	ζυγίζομαι
ζυγιστείς	=	ζυγίζω
ζυγιστείτε	=	ζυγίζομαι
ζυγιστηρίου	=	ζυγιστήριο
ζυγιστηρίων	=	ζυγιστήριο
ζυγιστικά	noun	η αμοιβή του ζυγιστή
ζυγιστικέ	=	ζυγιστικός
ζυγιστικές	=	ζυγιστικός
ζυγιστική	=	ζυγιστικός
ζυγιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζυγιστική) του ζυγιστικός
ζυγιστικοί	=	ζυγιστικός
ζυγιστικού	=	ζυγιστικός
ζυγιστικούς	=	ζυγιστικός
ζυγιστικό	=	ζυγιστικός
ζυγιστικός	adj	που έχει σχέση με το ζύγισμα / τη ζύγιση ή αναφέρεται σ’ αυτά
ζυγιστικών	=	ζυγιστικά
ζυγιστούμε	=	ζυγίζω
ζυγιστούν	=	ζυγίζω
ζυγιστούνε	=	ζυγίζω
ζυγιστώ	=	ζυγίζω
ζυγιστών	noun	γενική πληθυντικού του ζυγιστής
ζυγιών	=	ζύγι
ζυγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγός
ζυγολογίου	=	ζυγολόγιο
ζυγολογίων	=	ζυγολόγιο
ζυγολούρι	noun|dated	δερμάτινος ιμάντας για την προσάρτηση του αρότρου στον ζυγό
ζυγολούρια	=	ζυγολούρι
ζυγολόγια	=	ζυγολόγιο
ζυγολόγιο	noun	κατάσταση ή ειδικό βιβλίο όπου σημειώνεται το βάρος εμπορευμάτων που ζυγίζονται
ζυγολόγιου	=	ζυγολόγιο
ζυγολόγιων	=	ζυγολόγιο
ζυγοστάθμιζα	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμιζαν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμιζε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμιζες	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοστάθμιση	noun	η διαδικασία με την οποία ελέγχεται και επιτυγχάνεται η συμμετρική κατανομή του βάρους σε ένα περιστρεφόμενο σύστημα, ώστε να εξασφαλιστεί η ομαλή και χωρίς κραδασμούς κίνησή του
ζυγοστάθμισης	noun	γενική ενικού του ζυγοστάθμιση
ζυγοστάτες	=	ζυγοστάτης
ζυγοστάτη	=	ζυγοστάτης
ζυγοστάτης	noun	αυτός που ζυγίζει, ο ζυγιστής
ζυγοσταθμίζαμε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζαν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζανε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζατε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζει	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζεις	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζεσαι	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζεστε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζεται	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζετε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζονται	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζονταν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζοντας	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζου	=	ζυγοσταθμίζομαι
ζυγοσταθμίζουμε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζουν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζουνε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίζω	verb	κάνω ζυγοστάθμιση
ζυγοσταθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσαν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσανε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγοστάθμιση
ζυγοσταθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ζυγοστάθμιση
ζυγοσταθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ζυγοστάθμιση
ζυγοσταθμίσου	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίστηκα	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίστηκαν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίστηκε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίστηκες	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόμασταν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόμαστε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόμουν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόμουνα	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόντουσαν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόσασταν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόσαστε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόσουν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόσουνα	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζόταν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιζότανε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγοσταθμισμένο
ζυγοσταθμισμένε	verb	κλητική ενικού του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγοσταθμισμένη
ζυγοσταθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμισμένης	verb	γενική ενικού του ζυγοσταθμισμένη
ζυγοσταθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμισμένος	verb	που του έχει γίνει ζυγοστάθμιση
ζυγοσταθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζυγοσταθμισμένος
ζυγοσταθμιστήκαμε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιστήκαν	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιστήκανε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιστήκατε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιστεί	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιστείτε	=	ζυγοσταθμίζω
ζυγοσταθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγοσταθμιστικό
ζυγοσταθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοσταθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγοσταθμιστική
ζυγοσταθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοσταθμιστικής	adj	γενική ενικού του ζυγοσταθμιστική
ζυγοσταθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοσταθμιστικού	adj	γενική ενικού του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοσταθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοσταθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοσταθμιστικός	adj	που έχει σχέση με τη ζυγοστάθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ζυγοσταθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ζυγοσταθμιστικός
ζυγοστατών	=	ζυγοστάτης
ζυγοταινία	noun	το δεύτερο στάδιο της μειωτικής προφάσης (που έπεται της λεπτοταινίας) κατά το οποίο τα ομόλογα χρωμοσώματα ξεκινούν την σύζευξη (μεταξύ τους)
ζυγοταινίας	noun	γενική ενικού του ζυγοταινία
ζυγοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγοταινία
ζυγοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του ζυγοταινία
ζυγουριού	=	ζυγούρι
ζυγουριών	=	ζυγούρι
ζυγού	adj	γενική ενικού του ζυγός
ζυγούρα	=	ζυγούρι
ζυγούρι	noun|vulgar	πρόβατο ηλικίας δύο ετών
ζυγούρια	=	ζυγούρι
ζυγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυγός
ζυγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζύγωμα
ζυγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγωμένο
ζυγωμένε	verb	κλητική ενικού του ζυγωμένος
ζυγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγωμένη
ζυγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγωμένος
ζυγωμένης	verb	γενική ενικού του ζυγωμένη
ζυγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζυγωμένος
ζυγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγωμένος
ζυγωμένος	verb	που έχει ζυγώσει, που έχει πλησιάσει (κάποιον ή κάτι), που συνηθίζει να ζει σε κάποιο περιβάλλον
ζυγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζυγωμένος
ζυγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζυγωμένος
ζυγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζυγωμένος
ζυγωματικά	noun	ζυγωματικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγωματικό
ζυγωματικέ	adj	κλητική ενικού του ζυγωματικός
ζυγωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγωματική
ζυγωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγωματικός
ζυγωματικής	adj	γενική ενικού του ζυγωματική
ζυγωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγωματικός
ζυγωματικού	adj	γενική ενικού του ζυγωματικός
ζυγωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυγωματικός
ζυγωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ζυγωματικός	noun	οστό του προσώπου
ζυγωματικός	adj	που έχει σχέση με τα ζυγωματικά ή την γύρω περιοχή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ζυγωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ζυγωματικός
ζυγωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγωτό
ζυγωτέ	adj	κλητική ενικού του ζυγωτός
ζυγωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυγωτή
ζυγωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυγωτός
ζυγωτής	adj	γενική ενικού του ζυγωτή
ζυγωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυγωτός
ζυγωτού	adj	γενική ενικού του ζυγωτός
ζυγωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυγωτός
ζυγωτό	adj	αιτιατική ενικού του ζυγωτός	noun	άλλη μορφή του ζυγώτης
ζυγωτός	adj	αυτός που φέρει ζυγό ή έχει ζυγό, αυτός που είναι διπλός, και από τις δύο μεριές
ζυγωτών	adj	γενική πληθυντικού του ζυγωτός
ζυγό	adj	αιτιατική ενικού του ζυγός
ζυγός	noun	όργανο μέτρησης της μάζας	adj	που διαιρείται ακριβώς με το 2, ο άρτιος (αριθμός), κάτι που είναι διπλό ή ζευγαρωτό
ζυγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύγωμα
ζυγώματος	noun	γενική ενικού του ζύγωμα
ζυγών	adj	γενική πληθυντικού του ζυγός
ζυγώνω	verb	πλησιάζω σε ένα σημείο
ζυγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζυγώτες	=	ζυγώτης
ζυγώτη	=	ζυγώτης
ζυγώτης	noun	το ζυγωτό κύτταρο, ένα γονιμοποιημένο ωάριο μετά από ένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου
ζυθεστιάτορα	=	ζυθεστιάτορας
ζυθεστιάτορας	noun	ιδιοκτήτης ζυθεστιατόριου ή εργαζόμενος σ’ αυτό
ζυθεστιάτορες	=	ζυθεστιάτορας
ζυθεστιατορίου	noun	γενική ενικού του ζυθεστιατόριο
ζυθεστιατορίων	noun	γενική πληθυντικού του ζυθεστιατόριο
ζυθεστιατόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυθεστιατόριο
ζυθεστιατόριο	noun	εστιατόριο όπου σερβίρεται και μπίρα
ζυθεστιατόριου	=	ζυθεστιατόριο
ζυθεστιατόρων	=	ζυθεστιάτορας
ζυθοζυμών	=	ζυθοζύμη
ζυθοζύμες	=	ζυθοζύμη
ζυθοζύμη	noun	η μαγιά του ζύθου, της μπίρας
ζυθοζύμης	=	ζυθοζύμη
ζυθοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζυθοποιώ
ζυθοποίησης	=	ζυθοποίηση
ζυθοποιέ	noun	κλητική ενικού του ζυθοποιός
ζυθοποιήσεις	=	ζυθοποίηση
ζυθοποιήσεων	=	ζυθοποίηση
ζυθοποιία	noun	η παρασκευή μπίρας
ζυθοποιίας	noun	γενική ενικού του ζυθοποιία
ζυθοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυθοποιία
ζυθοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυθοποιείο
ζυθοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο όπου παρασκευάζεται μπίρα (ζύθος)
ζυθοποιείου	noun	γενική ενικού του ζυθοποιείο
ζυθοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του ζυθοποιείο
ζυθοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυθοποιός
ζυθοποιού	noun	γενική ενικού του ζυθοποιός
ζυθοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζυθοποιός
ζυθοποιό	noun	αιτιατική ενικού του ζυθοποιός
ζυθοποιός	noun	που παρασκευάζει ζύθο / μπίρα
ζυθοποιών	noun	γενική πληθυντικού του ζυθοποιός
ζυθοποσία	noun	η κατανάλωση μπίρας
ζυθοποσίας	=	ζυθοποσία
ζυθοποσίες	=	ζυθοποσία
ζυθοποσιών	=	ζυθοποσία
ζυθοποτών	=	ζυθοπότης
ζυθοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυθοπωλείο
ζυθοπωλείο	noun	κατάστημα όπου πωλείται ή/και καταλανώνεται μπίρα
ζυθοπωλείου	noun	γενική ενικού του ζυθοπωλείο
ζυθοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ζυθοπωλείο
ζυθοπωλών	=	ζυθοπώλης
ζυθοπότες	=	ζυθοπότης
ζυθοπότη	=	ζυθοπότης
ζυθοπότης	noun	αυτός που καταναλώνει μεγάλη ποσότητα μπίρας
ζυθοπώλες	=	ζυθοπώλης
ζυθοπώλη	=	ζυθοπώλης
ζυθοπώλης	noun	αυτός που έχει κατάστημα που πουλάει μπίρα
ζυθοπώλισσα	=	ζυθοπώλης
ζυλιέν	adj	άλλη μορφή του ζουλιέν
ζυμάρι	noun	μείγμα από αλεύρι, νερό και μαγιά (συχνά κι άλλα υλικά) που μαλάσσεται (ζυμώνεται) μέχρι να γίνει ένα ομογενές σώμα και από το οποίο μπορούμε να πλάσουμε ψωμί, γλυκίσματα κ.λπ.
ζυμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμάρι
ζυμαρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμαρικό
ζυμαρικού	noun	γενική ενικού του ζυμαρικό
ζυμαρικό	noun	η γενική ονομασία για τρόφιμα από ζυμάρι που παρασκευάζεται από σιμιγδάλι, νερό και άλλα υλικά, κόβεται σε διάφορα σχήματα και αποξηραίνεται
ζυμαρικών	noun	γενική πληθυντικού του ζυμαρικό
ζυμαριού	=	ζυμάρι
ζυμαριών	=	ζυμάρι
ζυμαροπιτών	=	ζυμαρόπιτα
ζυμαρόπιτα	noun	είδος πίτας με βασικό υλικό το ζυμάρι
ζυμαρόπιτας	=	ζυμαρόπιτα
ζυμαρόπιτες	=	ζυμαρόπιτα
ζυμοδκιαρτίζω	verb	φτιάχνω το ζυμάρι για το ψωμί
ζυμοειδές	=	ζυμοειδής
ζυμοειδή	=	ζυμοειδής
ζυμοειδής	adj	που μοιάζει με ζύμη ή με προζύμι
ζυμοειδείς	=	ζυμοειδής
ζυμοειδούς	=	ζυμοειδής
ζυμοειδών	=	ζυμοειδής
ζυμολογία	noun	η μελέτη των μικροοργανισμών, των ουσιών και των διαδικασιών της ζύμωσης, η επιστήμη των ζυμώσεων
ζυμολογίας	=	ζυμολογία
ζυμολογίες	=	ζυμολογία
ζυμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμολογικό
ζυμολογικέ	adj	κλητική ενικού του ζυμολογικός
ζυμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμολογική
ζυμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυμολογικός
ζυμολογικής	adj	γενική ενικού του ζυμολογική
ζυμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυμολογικός
ζυμολογικού	adj	γενική ενικού του ζυμολογικός
ζυμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυμολογικός
ζυμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ζυμολογικός
ζυμολογικός	adj	σχετικός με τη ζύμωση
ζυμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ζυμολογικός
ζυμολογιών	=	ζυμολογία
ζυμομυκήτων	=	ζυμομύκητας
ζυμομυκητίαση	noun	μυκητίαση που προκαλείται από ζυμομύκητες
ζυμομυκητίασης	noun	γενική ενικού του ζυμομυκητίαση
ζυμομυκητιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμομυκητίαση
ζυμομυκητιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ζυμομυκητίαση
ζυμομυκητιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ζυμομυκητίαση
ζυμομύκητα	=	ζυμομύκητας
ζυμομύκητας	noun	ο σακχαρομύκητας
ζυμομύκητες	=	ζυμομύκητας
ζυμοτεχνία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τις ζυμώσεις και τον μηχανισμό τους
ζυμοτεχνίας	noun	γενική ενικού του ζυμοτεχνία
ζυμοτεχνίες	=	ζυμοτεχνία
ζυμοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμοτεχνικό
ζυμοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμοτεχνική
ζυμοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνικής	adj	γενική ενικού του ζυμοτεχνική
ζυμοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνικού	adj	γενική ενικού του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνικός	adj	σχετικός με τη ζυμοτεχνία
ζυμοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ζυμοτεχνικός
ζυμοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ζυμοτεχνία
ζυμωδών	=	ζυμώδης
ζυμωθήκαμε	=	ζυμώνω
ζυμωθήκαν	=	ζυμώνω
ζυμωθήκανε	=	ζυμώνω
ζυμωθήκατε	=	ζυμώνω
ζυμωθεί	=	ζυμώνω
ζυμωθείτε	=	ζυμώνω
ζυμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζύμωμα
ζυμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμωμένο
ζυμωμένε	verb	κλητική ενικού του ζυμωμένος
ζυμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμωμένη
ζυμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυμωμένος
ζυμωμένης	verb	γενική ενικού του ζυμωμένη
ζυμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζυμωμένος
ζυμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυμωμένος
ζυμωμένος	verb	που έχει ζυμωθεί
ζυμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζυμωμένος
ζυμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζυμωμένος
ζυμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζυμωμένος
ζυμωνόμασταν	=	ζυμώνω
ζυμωνόμαστε	=	ζυμώνω
ζυμωνόμουν	=	ζυμώνω
ζυμωνόμουνα	=	ζυμώνω
ζυμωνόντουσαν	=	ζυμώνω
ζυμωνόσασταν	=	ζυμώνω
ζυμωνόσαστε	=	ζυμώνω
ζυμωνόσουν	=	ζυμώνω
ζυμωνόσουνα	=	ζυμώνω
ζυμωνόταν	=	ζυμώνω
ζυμωνότανε	=	ζυμώνω
ζυμωσιογόνα	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνας	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνε	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνες	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνο	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνοι	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνος	adj	που έχει την ικανότητα να προκαλεί ζύμωση
ζυμωσιογόνου	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνους	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωσιογόνων	=	ζυμωσιογόνος
ζυμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμωτό	adv	με ζυμωτό τρόπο
ζυμωτέ	adj	κλητική ενικού του ζυμωτός
ζυμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμωτή
ζυμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυμωτός
ζυμωτήρια	=	ζυμωτήριο
ζυμωτήριο	noun	το μέρος στο οποίο ζυμώνουμε
ζυμωτήριου	=	ζυμωτήριο
ζυμωτήριων	=	ζυμωτήριο
ζυμωτής	noun	αυτός (άνθρωπος ή μηχάνημα) που ζυμώνει	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ζυμωτός
ζυμωτηρίου	=	ζυμωτήριο
ζυμωτηρίων	=	ζυμωτήριο
ζυμωτικά	noun	η αμοιβή του ζυμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμωτικό
ζυμωτικέ	adj	κλητική ενικού του ζυμωτικός
ζυμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμωτική
ζυμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζυμωτικός
ζυμωτικής	adj	γενική ενικού του ζυμωτική
ζυμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυμωτικός
ζυμωτικού	adj	γενική ενικού του ζυμωτικός
ζυμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυμωτικός
ζυμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ζυμωτικός
ζυμωτικός	adj	που έχει σχέση με τη ζύμωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ζυμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ζυμωτικός
ζυμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζυμωτός
ζυμωτού	adj	γενική ενικού του ζυμωτός
ζυμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζυμωτός
ζυμωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ζυμώτρια
ζυμωτό	adj	αιτιατική ενικού του ζυμωτός
ζυμωτός	adj	που έχει ζυμωθεί με τα χέρια
ζυμωτών	adj	γενική πληθυντικού του ζυμωτός
ζυμώδεις	=	ζυμώδης
ζυμώδες	=	ζυμώδης
ζυμώδη	=	ζυμώδης
ζυμώδης	adj	που μοιάζει με ζύμη ή με προζύμι
ζυμώδους	=	ζυμώδης
ζυμώθηκα	=	ζυμώνω
ζυμώθηκαν	=	ζυμώνω
ζυμώθηκε	=	ζυμώνω
ζυμώθηκες	=	ζυμώνω
ζυμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύμωμα
ζυμώματος	noun	γενική ενικού του ζύμωμα
ζυμών	=	ζύμη
ζυμώναμε	=	ζυμώνω
ζυμώναν	=	ζυμώνω
ζυμώνανε	=	ζυμώνω
ζυμώνατε	=	ζυμώνω
ζυμώνει	=	ζυμώνω
ζυμώνεις	=	ζυμώνω
ζυμώνεσαι	=	ζυμώνω
ζυμώνεστε	=	ζυμώνω
ζυμώνεται	=	ζυμώνω
ζυμώνετε	=	ζυμώνω
ζυμώνομαι	=	ζυμώνω
ζυμώνονται	=	ζυμώνω
ζυμώνονταν	=	ζυμώνω
ζυμώνοντας	=	ζυμώνω
ζυμώνου	=	ζυμώνω
ζυμώνουμε	=	ζυμώνω
ζυμώνουν	=	ζυμώνω
ζυμώνουνε	=	ζυμώνω
ζυμώνω	verb	με τα χέρια μου ή με ειδικό μηχάνημα πιέζω και μαλάσσω μια μάζα από ζύμη ώστε να γίνει ένα ομογενές σώμα και να είναι έτοιμη για να πλάσω από αυτήν ψωμί, γλυκίσματα κλπ
ζυμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώσαν	=	ζυμώνω
ζυμώσανε	=	ζυμώνω
ζυμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύμωση
ζυμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ζύμωση
ζυμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ζύμωση
ζυμώσου	=	ζυμώνω
ζυμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζυμώτρας	noun	γενική ενικού του ζυμώτρα
ζυμώτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμώτρα
ζυμώτρια	noun	θηλυκό του ζυμωτής
ζυμώτριας	noun	γενική ενικού του ζυμώτρια
ζυμώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζυμώτρια
ζυφτήρι	noun	λεμονοστίφτης
ζυφτήρια	=	ζυφτήρι
ζυφτηριού	=	ζυφτήρι
ζυφτηριών	=	ζυφτήρι
ζω	verb	βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή	noun	ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στο σι της ευρωπαϊκής
ζωάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωάδικο
ζωάκι	noun	υποκοριστικό του ζώο
ζωάκια	=	ζωάκι
ζωάνθρωπε	=	ζωάνθρωπος
ζωάνθρωπο	=	ζωάνθρωπος
ζωάνθρωποι	=	ζωάνθρωπος
ζωάνθρωπος	noun	ασθενής που πάσχει από ζωανθρωπία
ζωάνθρωπου	=	ζωάνθρωπος
ζωάνθρωπους	=	ζωάνθρωπος
ζωάνθρωπων	=	ζωάνθρωπος
ζωάρια	=	ζωάριο
ζωάριο	noun	μικρό ζώο, ζωάκι
ζωάριου	=	ζωάριο
ζωάρκεια	noun|formal	ό,τι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της ζωής
ζωάρκειας	=	ζωάρκεια
ζωάρκειες	=	ζωάρκεια
ζωέμπορα	=	ζωέμπορας
ζωέμπορας	noun	αυτός που ασχολείται με το εμπόριο ζώων (βοοειδών, χοίρων και αμνοεριφίων)
ζωέμπορε	noun	κλητική ενικού του ζωέμπορος
ζωέμπορες	=	ζωέμπορας
ζωέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του ζωέμπορος
ζωέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωέμπορος
ζωέμπορος	noun	αυτός που ασχολείται με το εμπόριο ζώων όπως βοοειδών, χοίρων και αμνοεριφίων
ζωέμπορου	noun	γενική ενικού του ζωέμπορος
ζωέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωέμπορος
ζωέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του ζωέμπορος
ζωές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωή
ζωή	noun	η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς.
ζωήλατα	=	ζωήλατος
ζωήλατε	=	ζωήλατος
ζωήλατες	=	ζωήλατος
ζωήλατη	=	ζωήλατος
ζωήλατης	=	ζωήλατος
ζωήλατο	=	ζωήλατος
ζωήλατοι	=	ζωήλατος
ζωήλατος	adj	που τον σέρνει, έλκει, που τον κινεί, ζώο
ζωήλατου	=	ζωήλατος
ζωήλατους	=	ζωήλατος
ζωήλατων	=	ζωήλατος
ζωήρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωήρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωήρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωήρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωής	noun	γενική ενικού του ζωή
ζωαγορά	noun	χώρος όπου πωλούνται και αγοράζονται ζώα
ζωαγοράς	=	ζωαγορά
ζωαγορές	=	ζωαγορά
ζωαγορών	=	ζωαγορά
ζωανθρωπία	noun	ψυχική ασθένεια κατά την οποία ο πάσχων πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε ζώο και συμπεριφέρεται ως τέτοιο
ζωανθρωπίας	noun	γενική ενικού του ζωανθρωπία
ζωανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωανθρωπία
ζωανθρωπικά	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικέ	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικές	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπική	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικής	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικοί	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικού	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικούς	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικό	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπικός	adj	που έχει σχέση με τη ζωανθρωπία ή τον ζωάνθρωπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ζωανθρωπικών	=	ζωανθρωπικός
ζωανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωανθρωπία
ζωανθρώπου	=	ζωάνθρωπος
ζωανθρώπους	=	ζωάνθρωπος
ζωανθρώπων	=	ζωάνθρωπος
ζωαρίου	=	ζωάριο
ζωαρίων	=	ζωάριο
ζωαρκειών	=	ζωάρκεια
ζωγράφε	noun	κλητική ενικού του ζωγράφος
ζωγράφιζα	=	ζωγραφίζω
ζωγράφιζαν	=	ζωγραφίζω
ζωγράφιζε	=	ζωγραφίζω
ζωγράφιζες	=	ζωγραφίζω
ζωγράφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγράφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγράφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγράφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγράφισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζωγραφίζω
ζωγράφο	noun	αιτιατική ενικού του ζωγράφος
ζωγράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωγράφος
ζωγράφος	noun	καλλιτέχνης που ζωγραφίζει, ασχολείται με τη ζωγραφική
ζωγράφου	noun	γενική ενικού του ζωγράφος
ζωγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωγράφος
ζωγράφων	noun	γενική πληθυντικού του ζωγράφος
ζωγραφία	=	ζωγραφιά
ζωγραφίας	=	ζωγραφιά
ζωγραφίες	=	ζωγραφιά
ζωγραφίζαμε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζαν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζανε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζατε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ζωγραφίζω
ζωγραφίζεις	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζεσαι	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζεστε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζεται	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζετε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίζομε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζονται	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζονταν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζωγραφίζοντας
ζωγραφίζουμε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζουν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζουνε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίζω	verb	σχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα
ζωγραφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσαν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίσανε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγράφισμα
ζωγραφίσματος	noun	γενική ενικού του ζωγράφισμα
ζωγραφίσομε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίσου	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίσουνε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζω
ζωγραφιά	noun	δημιουργική αναπαράσταση, φτιαγμένη με μολύβι ή χρώματα σε χαρτί, καμβά ή άλλο υλικό, που αναπαριστά μια εικόνα της πραγματικότητας ή κάτι το φανταστικό
ζωγραφιάς	noun	γενική ενικού του ζωγραφιά
ζωγραφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφιά
ζωγραφιζόμασταν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόμαστε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόμουν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόμουνα	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόντουσαν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόσασταν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόσαστε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόσουν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόσουνα	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζόταν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιζότανε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφικό	adv	σχετικά με τον ζωγράφο
ζωγραφικέ	adj	κλητική ενικού του ζωγραφικός
ζωγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφική
ζωγραφική	noun	μία από τις εικαστικές τέχνες· η τέχνη της δημιουργίας με γραμμές και χρώματα δισδιάστατων εικόνων - αναπαραστάσεων προσώπων ή πραγμάτων ή αφηρημένων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωγραφικός
ζωγραφικής	adj	γενική ενικού του ζωγραφική
ζωγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφικός
ζωγραφικού	adj	γενική ενικού του ζωγραφικός
ζωγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωγραφικός
ζωγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωγραφικός
ζωγραφικός	adj	που έχει σχέση με τη ζωγραφική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ζωγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωγραφικός
ζωγραφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζωγράφισμα
ζωγραφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφισμένο
ζωγραφισμένε	verb	κλητική ενικού του ζωγραφισμένος
ζωγραφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφισμένη
ζωγραφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωγραφισμένος
ζωγραφισμένης	verb	γενική ενικού του ζωγραφισμένη
ζωγραφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζωγραφισμένος
ζωγραφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφισμένος
ζωγραφισμένος	=	ζωγραφίζω
ζωγραφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωγραφισμένος
ζωγραφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζωγραφισμένος
ζωγραφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωγραφισμένος
ζωγραφιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφιστό	adv	με ζωγραφιστό τρόπο, ζωγραφίζοντας
ζωγραφιστέ	adj	κλητική ενικού του ζωγραφιστός
ζωγραφιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφιστή
ζωγραφιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωγραφιστός
ζωγραφιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστήκαν	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιστήκανε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστής	adj	γενική ενικού του ζωγραφιστή
ζωγραφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωγραφιστός
ζωγραφιστού	adj	γενική ενικού του ζωγραφιστός
ζωγραφιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστούνε	=	ζωγραφίζω
ζωγραφιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωγραφιστός
ζωγραφιστό	adj	αιτιατική ενικού του ζωγραφιστός
ζωγραφιστός	adj	που έχει ζωγραφιστεί, έχει απεικονιστεί σε μια ζωγραφική παράσταση
ζωγραφιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωγραφίζομαι
ζωγραφιστών	adj	γενική πληθυντικού του ζωγραφιστός
ζωγραφιωτών	=	ζωγραφιώτης
ζωγραφιών	=	ζωγραφιά
ζωγραφιώτες	=	ζωγραφιώτης
ζωγραφιώτη	=	ζωγραφιώτης
ζωγραφιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από του Ζωγράφου
ζωγραφιώτικα	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικε	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικες	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικη	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικης	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικο	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικοι	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικος	adj	ο σχετικός με του Ζωγράφου ή τους κατοίκους του
ζωγραφιώτικου	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικους	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτικων	=	ζωγραφιώτικος
ζωγραφιώτισσα	=	ζωγραφιώτης
ζωγραφώ	verb|rare	άλλη μορφή του ζωγραφίζω
ζωγραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζωγραφώ
ζωδίου	noun	γενική ενικού του ζώδιο
ζωδίων	noun	γενική πληθυντικού του ζώδιο
ζωδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωδιακό	adv	σχετικά με το ζώδιο κάποιου
ζωδιακέ	adj	κλητική ενικού του ζωδιακός
ζωδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωδιακή
ζωδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωδιακός
ζωδιακής	adj	γενική ενικού του ζωδιακή
ζωδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωδιακός
ζωδιακού	adj	γενική ενικού του ζωδιακός
ζωδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωδιακός
ζωδιακό	adj	αιτιατική ενικού του ζωδιακός
ζωδιακός	adj	ο σχετικός με ζώδια
ζωδιακών	adj	γενική πληθυντικού του ζωδιακός
ζωεμπορία	noun	η εμπορία ζώων (βοοειδών, χοίρων και αμνοεριφίων), το ζωεμπόριο
ζωεμπορίας	=	ζωεμπορία
ζωεμπορίες	=	ζωεμπορία
ζωεμπορίου	noun	γενική ενικού του ζωεμπόριο
ζωεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του ζωεμπόριο
ζωεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωεμπορικό
ζωεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του ζωεμπορικός
ζωεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωεμπορική
ζωεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωεμπορικός
ζωεμπορικής	adj	γενική ενικού του ζωεμπορική
ζωεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωεμπορικός
ζωεμπορικού	adj	γενική ενικού του ζωεμπορικός
ζωεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωεμπορικός
ζωεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωεμπορικός
ζωεμπορικός	adj	σχετικός με το ζωεμπόριο
ζωεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωεμπορικός
ζωεμποριών	=	ζωεμπορία
ζωεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωεμπόριο
ζωεμπόριο	adj	το εμπόριο ζώων
ζωεμπόριου	=	ζωεμπόριο
ζωεμπόρου	noun	γενική ενικού του ζωέμπορος
ζωεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωέμπορος
ζωεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του ζωέμπορος
ζωηρά	adv	με ζωντάνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωηρό
ζωηράδα	noun	το χαρακτηριστικό του ζωηρού, το να είναι κανείς ζωηρός
ζωηράδας	=	ζωηράδα
ζωηράδες	=	ζωηράδα
ζωηράδων	=	ζωηράδα
ζωηρέ	adj	κλητική ενικού του ζωηρός
ζωηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωηρή
ζωηρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωηρός
ζωηρής	adj	γενική ενικού του ζωηρή
ζωηρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωηρεμένο
ζωηρεμένε	verb	κλητική ενικού του ζωηρεμένος
ζωηρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωηρεμένη
ζωηρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωηρεμένος
ζωηρεμένης	verb	γενική ενικού του ζωηρεμένη
ζωηρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζωηρεμένος
ζωηρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωηρεμένος
ζωηρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ζωηρεύω
ζωηρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωηρεμένος
ζωηρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζωηρεμένος
ζωηρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωηρεμένος
ζωηρεύω	verb	γίνομαι περισσότερο ζωηρός απ' ό,τι ήμουν
ζωηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωηρός
ζωηροτήτων	=	ζωηρότητα
ζωηρού	adj	γενική ενικού του ζωηρός
ζωηρούλα	=	ζωηρούλης
ζωηρούλας	=	ζωηρούλης
ζωηρούλες	=	ζωηρούλης
ζωηρούλη	=	ζωηρούλης
ζωηρούληδες	=	ζωηρούλης
ζωηρούληδων	=	ζωηρούλης
ζωηρούλης	adj	υποκοριστικό του ζωηρός
ζωηρούλικα	=	ζωηρούλης
ζωηρούλικο	=	ζωηρούλης
ζωηρούλικου	=	ζωηρούλης
ζωηρούλικων	=	ζωηρούλης
ζωηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωηρός
ζωηρό	adj	αιτιατική ενικού του ζωηρός
ζωηρός	adj	που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
ζωηρότατα	=	ζωηρός
ζωηρότατε	=	ζωηρός
ζωηρότατες	=	ζωηρός
ζωηρότατη	=	ζωηρός
ζωηρότατης	=	ζωηρός
ζωηρότατο	=	ζωηρός
ζωηρότατοι	=	ζωηρός
ζωηρότατος	=	ζωηρός
ζωηρότατου	=	ζωηρός
ζωηρότατους	=	ζωηρός
ζωηρότατων	=	ζωηρός
ζωηρότερα	=	ζωηρός
ζωηρότερε	=	ζωηρός
ζωηρότερες	=	ζωηρός
ζωηρότερη	=	ζωηρός
ζωηρότερης	=	ζωηρός
ζωηρότερο	=	ζωηρός
ζωηρότεροι	=	ζωηρός
ζωηρότερος	=	ζωηρός
ζωηρότερου	=	ζωηρός
ζωηρότερους	=	ζωηρός
ζωηρότερων	=	ζωηρός
ζωηρότητα	noun	η ζωηράδα, η ζωντάνια, το στοιχείου του σφρίγους, του ακμαίου, της έντασης που δηλώνει υγεία, δύναμη, ζωή, συνοδευόμενη συχνά και από κίνηση
ζωηρότητας	noun	γενική ενικού του ζωηρότητα
ζωηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωηρότητα
ζωηρόχρωμα	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμε	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμες	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμη	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμης	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμο	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμοι	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμος	adj	που έχει ζωηρά (έντονα και χαρούμενα) χρώματα
ζωηρόχρωμου	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμους	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρόχρωμων	=	ζωηρόχρωμος
ζωηρών	adj	γενική πληθυντικού του ζωηρός
ζωηφόρα	=	ζωηφόρος
ζωηφόρας	=	ζωηφόρος
ζωηφόρε	=	ζωηφόρος
ζωηφόρες	=	ζωηφόρος
ζωηφόρο	=	ζωηφόρος
ζωηφόροι	=	ζωηφόρος
ζωηφόρος	adj	που φέρνει, δημιουργεί ζωή
ζωηφόρου	=	ζωηφόρος
ζωηφόρους	=	ζωηφόρος
ζωηφόρων	=	ζωηφόρος
ζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωικό	adv	κατά την συμπεριφορά των ζώων
ζωικέ	adj	κλητική ενικού του ζωικός
ζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωική
ζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωικός
ζωικής	adj	γενική ενικού του ζωική
ζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωικός
ζωικού	adj	γενική ενικού του ζωικός
ζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωικός
ζωικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωικός
ζωικός	adj	που αποτελείται από ζώα, π.χ. ζωικό βασίλειο
ζωικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωικός
ζωμάρι	noun|rare	είδος ζωμού
ζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζώμα
ζωμέ	noun	κλητική ενικού του ζωμός
ζωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωμός
ζωμού	noun	γενική ενικού του ζωμός
ζωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωμός
ζωμό	noun	αιτιατική ενικού του ζωμός
ζωμός	noun	το θρεπτικό εκχύλισμα που παρασκευάζεται με το βράσιμο κρέατος ή ψαριού ή / και λαχανικών, πλούσιο σε αντίστοιχες ουσίες· μπορεί να χρησιμοποιηθεί και συμπυκνωμένος στο μαγείρεμα
ζωμών	noun	γενική πληθυντικού του ζωμός
ζων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ζω: που ζει, υπάρχει
ζωνάρι	noun	η ζώνη που φοράμε στη μέση μας
ζωνάρια	=	ζωνάρι
ζωναράδικος	noun	παραδοσιακός χορός από τη Θράκη στον οποίο οι χορευτές πιάνονται από τα ζωνάρια τους
ζωναριού	=	ζωνάρι
ζωναριών	=	ζωνάρι
ζωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωνικό
ζωνικέ	adj	κλητική ενικού του ζωνικός
ζωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωνική
ζωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωνικός
ζωνικής	adj	γενική ενικού του ζωνική
ζωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωνικός
ζωνικού	adj	γενική ενικού του ζωνικός
ζωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωνικός
ζωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωνικός
ζωνικός	adj	ο σχετικός με χαρακτηριστική ζώνη, εύρος
ζωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωνικός
ζωνοδέλφινα	=	ζωνοδέλφινο
ζωνοδέλφινο	noun	δελφίνι (Stenella coeruleoalba) που ζει σε εύκρατα και τροπικά νερά όλων των ωκεανών του κόσμου, μέλος της οικογένειας Delphinidae
ζωνοδέλφινου	=	ζωνοδέλφινο
ζωνοδέλφινων	=	ζωνοδέλφινο
ζωνοπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωνοπερατό
ζωνοπερατέ	adj	κλητική ενικού του ζωνοπερατός
ζωνοπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωνοπερατή
ζωνοπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωνοπερατός
ζωνοπερατής	adj	γενική ενικού του ζωνοπερατή
ζωνοπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωνοπερατός
ζωνοπερατού	adj	γενική ενικού του ζωνοπερατός
ζωνοπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωνοπερατός
ζωνοπερατό	adj	αιτιατική ενικού του ζωνοπερατός
ζωνοπερατός	adj	(ηλεκτρολογία) (Για φίλτρο) το οποίο επιτρέπει τη διέλευση μόνο μίας περιοχής συχνοτήτων,προσδιορισμένης από μία μέγιστη και μια ελάχιστη συχνότητα.
ζωνοπερατών	adj	γενική πληθυντικού του ζωνοπερατός
ζωντάνεμα	noun	η τόνωση, η ενίσχυση, η προσφορά ζωής, το ζωήρεμα
ζωντάνευα	=	ζωντανεύω
ζωντάνευαν	=	ζωντανεύω
ζωντάνευε	=	ζωντανεύω
ζωντάνευες	=	ζωντανεύω
ζωντάνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντάνια	noun	το να είναι κάποιος ζωντανός, να έχει δηλαδή μια ενεργητικότητα, μια έντονη δραστηριότητα
ζωντάνιας	noun	γενική ενικού του ζωντάνια
ζωντάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντάνια
ζωντανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντανό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντανό
ζωντανέ	adj	κλητική ενικού του ζωντανός
ζωντανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντάνεμα
ζωντανέματος	noun	γενική ενικού του ζωντάνεμα
ζωντανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντανή
ζωντανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψαν	=	ζωντανεύω
ζωντανέψανε	=	ζωντανεύω
ζωντανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψομε	=	ζωντανεύω
ζωντανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψουνε	=	ζωντανεύω
ζωντανέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωντανεύω
ζωντανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωντανός
ζωντανής	adj	γενική ενικού του ζωντανή
ζωντανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ζωντάνεμα
ζωντανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντανεμένο
ζωντανεμένε	verb	κλητική ενικού του ζωντανεμένος
ζωντανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντανεμένη
ζωντανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωντανεμένος
ζωντανεμένης	verb	γενική ενικού του ζωντανεμένη
ζωντανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζωντανεμένος
ζωντανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωντανεμένος
ζωντανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωντανεμένος
ζωντανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζωντανεμένος
ζωντανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωντανεμένος
ζωντανεύαμε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύαν	=	ζωντανεύω
ζωντανεύανε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύατε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύει	=	ζωντανεύω
ζωντανεύεις	=	ζωντανεύω
ζωντανεύετε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύομε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύοντας	=	ζωντανεύω
ζωντανεύουμε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύουν	=	ζωντανεύω
ζωντανεύουνε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύτε	=	ζωντανεύω
ζωντανεύω	verb	ξαναγυρίζω στη ζωή, ανασταίνομαι
ζωντανιών	=	ζωντάνια
ζωντανμένος	=	ζωντανεύω
ζωντανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωντανός
ζωντανοθαμμένα	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένε	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένες	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένη	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένης	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένο	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένοι	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένος	adj|dated	που θάφτηκε ζωντανός λόγω νεκροφάνειας
ζωντανοθαμμένου	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένους	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοθαμμένων	=	ζωντανοθαμμένος
ζωντανοπεθαμένα	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένε	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένες	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένη	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένης	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένο	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένοι	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένος	adj|dated	που δείχνει να είναι πεθαμένος λόγω νεκροφάνειας, ενώ είναι ζωντανός
ζωντανοπεθαμένου	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένους	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανοπεθαμένων	=	ζωντανοπεθαμένος
ζωντανού	adj	γενική ενικού του ζωντανός
ζωντανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωντανός
ζωντανό	noun	οικόσιτο ζώο	adj	αιτιατική ενικού του ζωντανός
ζωντανός	adj	που ζει, βρίσκεται στη ζωή, δεν είναι νεκρός
ζωντανότατα	=	ζωντανός
ζωντανότατε	=	ζωντανός
ζωντανότατες	=	ζωντανός
ζωντανότατη	=	ζωντανός
ζωντανότατης	=	ζωντανός
ζωντανότατο	=	ζωντανός
ζωντανότατοι	=	ζωντανός
ζωντανότατος	=	ζωντανός
ζωντανότατου	=	ζωντανός
ζωντανότατους	=	ζωντανός
ζωντανότατων	=	ζωντανός
ζωντανότερα	=	ζωντανός
ζωντανότερε	=	ζωντανός
ζωντανότερες	=	ζωντανός
ζωντανότερη	=	ζωντανός
ζωντανότερης	=	ζωντανός
ζωντανότερο	=	ζωντανός
ζωντανότεροι	=	ζωντανός
ζωντανότερος	=	ζωντανός
ζωντανότερου	=	ζωντανός
ζωντανότερους	=	ζωντανός
ζωντανότερων	=	ζωντανός
ζωντανών	adj	γενική πληθυντικού του ζωντανός
ζωντοχήρα	noun	η γυναίκα που έχει πάρει διαζύγιο, η διαζευγμένη γυναίκα
ζωντοχήρας	noun	γενική ενικού του ζωντοχήρα
ζωντοχήρε	noun	κλητική ενικού του ζωντοχήρος
ζωντοχήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντοχήρα
ζωντοχήρο	noun	αιτιατική ενικού του ζωντοχήρος
ζωντοχήροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωντοχήρος
ζωντοχήρος	noun	ο άντρας που έχει πάρει διαζύγιο, ο διαζευγμένος άντρας
ζωντοχήρου	noun	γενική ενικού του ζωντοχήρος
ζωντοχήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωντοχήρος
ζωντοχήρων	noun	γενική πληθυντικού του ζωντοχήρος
ζωντόβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωντόβολο
ζωντόβολο	noun	ζώο, συνήθως μουλάρι ή γαϊδούρι
ζωντόβολου	noun	γενική ενικού του ζωντόβολο
ζωντόβολων	noun	γενική πληθυντικού του ζωντόβολο
ζωνόμασταν	=	ζώνω
ζωνόμαστε	=	ζώνω
ζωνόμουν	=	ζώνω
ζωνόμουνα	=	ζώνω
ζωνόντουσαν	=	ζώνω
ζωνόσασταν	=	ζώνω
ζωνόσαστε	=	ζώνω
ζωνόσουν	=	ζώνω
ζωνόσουνα	=	ζώνω
ζωνόταν	=	ζώνω
ζωνότανε	=	ζώνω
ζωνών	noun	γενική πληθυντικού του ζώνη
ζωνώσεις	=	ζώνωση
ζωνώσεων	=	ζώνωση
ζωοαγορά	noun	το μέρος όπου πωλούνται και αγοράζονται ζώα
ζωοαγοράς	=	ζωοαγορά
ζωοαγορές	=	ζωοαγορά
ζωοαγορών	=	ζωοαγορά
ζωοανθρωπονόσε	=	ζωοανθρωπονόσος
ζωοανθρωπονόσο	=	ζωοανθρωπονόσος
ζωοανθρωπονόσοι	=	ζωοανθρωπονόσος
ζωοανθρωπονόσος	noun	άλλη μορφή του ζωονόσος
ζωοανθρωπονόσου	=	ζωοανθρωπονόσος
ζωοανθρωπονόσους	=	ζωοανθρωπονόσος
ζωοανθρωπονόσων	=	ζωοανθρωπονόσος
ζωοβένθος	noun	μια από τις δύο υποδιαιρέσεις του βένθους και συγκεκριμένα εκείνη στην οποία ανήκουν οι ζωικοί οργανισμοί (Η δεύτερη υποδιαίρεση είναι το φυτοβένθος)
ζωογεωγραφία	noun	κλάδος της επιστήμης της Βιογεωγραφίας που αφορά τη γεωγραφική κατανομή (παρελθόν και παρόν) των ζωϊκών ειδών
ζωογεωγραφίας	noun	γενική ενικού του ζωογεωγραφία
ζωογεωγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωογεωγραφία
ζωογεωγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωογεωγραφία
ζωογλοιών	=	ζωόγλοια
ζωογονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσεων	=	ζωογόνηση
ζωογονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωογονημένο
ζωογονημένε	verb	κλητική ενικού του ζωογονημένος
ζωογονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωογονημένη
ζωογονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωογονημένος
ζωογονημένης	verb	γενική ενικού του ζωογονημένη
ζωογονημένο	verb	αιτιατική ενικού του ζωογονημένος
ζωογονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωογονημένος
ζωογονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωογονημένος
ζωογονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζωογονημένος
ζωογονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωογονημένος
ζωογονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωογονητικό
ζωογονητικέ	adj	κλητική ενικού του ζωογονητικός
ζωογονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωογονητική
ζωογονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωογονητικός
ζωογονητικής	adj	γενική ενικού του ζωογονητική
ζωογονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωογονητικός
ζωογονητικού	adj	γενική ενικού του ζωογονητικός
ζωογονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωογονητικός
ζωογονητικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωογονητικός
ζωογονητικός	adj	που ζωογονεί, που συντελεί στη ζωογόνηση
ζωογονητικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωογονητικός
ζωογονώ	verb	δίνω ζωή, τονώνω
ζωογόνα	=	ζωογόνος
ζωογόνας	=	ζωογόνος
ζωογόνε	=	ζωογόνος
ζωογόνες	=	ζωογόνος
ζωογόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωογονώ
ζωογόνηση	noun	η ενέργεια του ζωογονώ
ζωογόνησης	=	ζωογόνηση
ζωογόνο	=	ζωογόνος
ζωογόνοι	=	ζωογόνος
ζωογόνος	adj	που δίνει ζωή
ζωογόνου	=	ζωογόνος
ζωογόνους	=	ζωογόνος
ζωογόνων	=	ζωογόνος
ζωοδοτών	=	ζωοδότης
ζωοδότες	=	ζωοδότης
ζωοδότη	=	ζωοδότης
ζωοδότης	noun	που δίνει ζωή
ζωοδότρα	=	ζωοδότης
ζωοδότρας	noun	γενική ενικού του ζωοδότρα
ζωοδότρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοδότρα
ζωοδόχα	=	ζωοδόχος
ζωοδόχε	=	ζωοδόχος
ζωοδόχο	=	ζωοδόχος
ζωοδόχοι	=	ζωοδόχος
ζωοδόχος	adj|formal	που έχει δεχτεί τη ζωή (δηλαδή τον ίδιο το Χριστό)
ζωοδόχου	=	ζωοδόχος
ζωοδόχους	=	ζωοδόχος
ζωοδόχων	=	ζωοδόχος
ζωοθεραπευτικές	=	ζωοθεραπευτική
ζωοθεραπευτική	noun	η χρήση ειδικά εκπαιδευμένου ζώου στην αντιμετώπιση ψυχοπαθολογικών δυσλειτουργιών σε παιδιά ή εφήβους
ζωοθεραπευτικής	=	ζωοθεραπευτική
ζωοθεραπευτικών	=	ζωοθεραπευτική
ζωοθεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ζωοθεϊσμός
ζωοθεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωοθεϊσμός
ζωοθεϊσμού	noun	γενική ενικού του ζωοθεϊσμός
ζωοθεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωοθεϊσμός
ζωοθεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ζωοθεϊσμός
ζωοθεϊσμός	noun	ζωολατρία
ζωοθεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοθεϊσμός
ζωοθυσία	noun|formal	θυσία ζώων σε θρησκευτικές γιορτές
ζωοθυσίας	=	ζωοθυσία
ζωοθυσίες	=	ζωοθυσία
ζωοθυσιών	=	ζωοθυσία
ζωοκλέφτες	=	ζωοκλέφτης
ζωοκλέφτη	=	ζωοκλέφτης
ζωοκλέφτης	noun	ο κλέφτης ζώων εκτροφής
ζωοκλεφτών	=	ζωοκλέφτης
ζωοκλοπές	=	ζωοκλοπή
ζωοκλοπή	noun	η κλοπή ζώων (κοπαδιών), σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές
ζωοκλοπής	=	ζωοκλοπή
ζωοκλοπών	=	ζωοκλοπή
ζωοκομία	noun	εκτροφή ζώων με οργανωμένο και μεθοδικό τρόπο
ζωοκομίας	noun	γενική ενικού του ζωοκομία
ζωοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοκομία
ζωοκομικά	=	ζωοκομικός
ζωοκομικέ	=	ζωοκομικός
ζωοκομικές	=	ζωοκομικός
ζωοκομική	=	ζωοκομικός
ζωοκομικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζωοκομική) του ζωοκομικός
ζωοκομικοί	=	ζωοκομικός
ζωοκομικού	=	ζωοκομικός
ζωοκομικούς	=	ζωοκομικός
ζωοκομικό	=	ζωοκομικός
ζωοκομικός	adj	που έχει σχέση με τη ζωοκομία ή τον ζωοκόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ζωοκομικών	=	ζωοκομικός
ζωοκτονία	noun	το σκότωμα ζώων κατά λάθος ή με πρόθεση
ζωοκτονίας	noun	γενική ενικού του ζωοκτονία
ζωοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοκτονία
ζωοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοκτονία
ζωοκόμε	=	ζωοκόμος
ζωοκόμο	=	ζωοκόμος
ζωοκόμοι	=	ζωοκόμος
ζωοκόμος	noun	που ασχολείται (συστηματικά ή επαγγελματικά) με τη ζωοκομία
ζωοκόμου	=	ζωοκόμος
ζωοκόμους	=	ζωοκόμος
ζωοκόμων	=	ζωοκόμος
ζωολάτρες	=	ζωολάτρης
ζωολάτρη	=	ζωολάτρης
ζωολάτρης	noun	αυτός που αποδίδει θρησκευτική λατρεία σε ζώα
ζωολάτρισσα	noun	ζωολάτρης
ζωολάτρισσας	noun	γενική ενικού του ζωολάτρισσα
ζωολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολάτρισσα
ζωολατρία	noun	η απόδοση θρησκευτικής λατρείας σε ζώα
ζωολατρίας	noun	γενική ενικού του ζωολατρία
ζωολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολατρία
ζωολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολατρικό
ζωολατρικέ	adj	κλητική ενικού του ζωολατρικός
ζωολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολατρική
ζωολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωολατρικός
ζωολατρικής	adj	γενική ενικού του ζωολατρική
ζωολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωολατρικός
ζωολατρικού	adj	γενική ενικού του ζωολατρικός
ζωολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωολατρικός
ζωολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωολατρικός
ζωολατρικός	adj	σχετικός με τη ζωολατρία
ζωολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωολατρικός
ζωολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ζωολάτρισσα
ζωολατριών	noun	γενική πληθυντικού του ζωολατρία
ζωολατρών	=	ζωολάτρης
ζωολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που μελετά τα ζώα
ζωολογίας	noun	γενική ενικού του ζωολογία
ζωολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολογία
ζωολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολογικό	adv	σχετικά με τη ζωολογία
ζωολογικέ	adj	κλητική ενικού του ζωολογικός
ζωολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωολογική
ζωολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωολογικός
ζωολογικής	adj	γενική ενικού του ζωολογική
ζωολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωολογικός
ζωολογικού	adj	γενική ενικού του ζωολογικός
ζωολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωολογικός
ζωολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωολογικός
ζωολογικός	adj	που αναφέρεται στη ζωολογία και στους ζωολόγους
ζωολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωολογικός
ζωολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωολογία
ζωολόγε	noun	κλητική ενικού του ζωολόγος
ζωολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ζωολόγος
ζωολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωολόγος
ζωολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τα ζώα
ζωολόγου	noun	γενική ενικού του ζωολόγος
ζωολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωολόγος
ζωολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ζωολόγος
ζωομορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωομορφικό	adv	σχετικά με τον ζωομορφισμό
ζωομορφικέ	adj	κλητική ενικού του ζωομορφικός
ζωομορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωομορφική
ζωομορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωομορφικός
ζωομορφικής	adj	γενική ενικού του ζωομορφική
ζωομορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωομορφικός
ζωομορφικού	adj	γενική ενικού του ζωομορφικός
ζωομορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωομορφικός
ζωομορφικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωομορφικός
ζωομορφικός	adj	σχετικός με το ζωομορφισμό
ζωομορφικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωομορφικός
ζωομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του ζωομορφισμός
ζωομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωομορφισμός
ζωομορφισμού	noun	γενική ενικού του ζωομορφισμός
ζωομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωομορφισμός
ζωομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του ζωομορφισμός
ζωομορφισμός	noun	η απεικόνιση θεότητας με χαρακτηριστικά ζώου
ζωομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του ζωομορφισμός
ζωονομία	noun	οι νόμοι που διέπουν τη ζωή των ζώων καθώς και η επιστήμη που τους μελετά
ζωονομίας	noun	γενική ενικού του ζωονομία
ζωονομίες	=	ζωονομία
ζωονομιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωονομία
ζωονοσία	noun	η ζωονοσολογία
ζωονοσίας	noun	γενική ενικού του ζωονοσία
ζωονοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωονοσία
ζωονοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωονοσία
ζωονόσε	=	ζωονόσος
ζωονόσο	=	ζωονόσος
ζωονόσοι	=	ζωονόσος
ζωονόσος	noun	κάθε ασθένεια που μεταδίδεται από τα ζώα στους ανθρώπους, είτε μέσω του συγχρωτισμού τους, είτε μέσω της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων
ζωονόσου	=	ζωονόσος
ζωονόσους	=	ζωονόσος
ζωονόσων	=	ζωονόσος
ζωοπάζαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοπάζαρο
ζωοπάζαρο	noun	το παζάρι (υπαίθρια αγορά) για αγοροπωλησία ζώων παραγωγής
ζωοπάζαρου	noun	γενική ενικού του ζωοπάζαρο
ζωοπάζαρων	noun	γενική πληθυντικού του ζωοπάζαρο
ζωοπανήγυρη	noun	παλαιότερος θεσμός των αγροτικών περιοχών που συνδύαζε το πανηγύρι επ' ευκαιρία μιας θρησκευτικής γιορτής με τις αγοραπωλησίες ζώων παραγωγής σε ένα ανοιχτό χώρο
ζωοπανήγυρης	=	ζωοπανήγυρη
ζωοπανίδα	noun	το σύνολο των ζώων που ζουν σε έναν τόπο
ζωοπανίδας	noun	γενική ενικού του ζωοπανίδα
ζωοπανίδες	=	ζωοπανίδα
ζωοπανίδων	=	ζωοπανίδα
ζωοπανηγύρεις	=	ζωοπανήγυρη
ζωοπανηγύρεων	=	ζωοπανήγυρη
ζωοπλαγκτού	=	ζωοπλαγκτόν
ζωοπλαγκτόν	noun	πλαγκτόν που αποτελείται από μικροσκοπικούς ζωικούς οργανισμούς, σε αντιδιαστολή με τους φυτικούς (του φυτοπλαγκτού)
ζωοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζωοποιώ
ζωοποίησης	=	ζωοποίηση
ζωοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοποιό
ζωοποιάς	=	ζωοποιός
ζωοποιέ	adj	κλητική ενικού του ζωοποιός
ζωοποιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ζωοποιός
ζωοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήσαν	=	ζωοποιώ
ζωοποιήσανε	=	ζωοποιώ
ζωοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοποίηση
ζωοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήσεων	=	ζωοποίηση
ζωοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζωοποιώ
ζωοποιεί	=	ζωοποιώ
ζωοποιείς	=	ζωοποιώ
ζωοποιείτε	=	ζωοποιώ
ζωοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοποιημένο
ζωοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ζωοποιημένος
ζωοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοποιημένη
ζωοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωοποιημένος
ζωοποιημένης	verb	γενική ενικού του ζωοποιημένη
ζωοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ζωοποιημένος
ζωοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωοποιημένος
ζωοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωοποιημένος
ζωοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζωοποιημένος
ζωοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωοποιημένος
ζωοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωοποιός
ζωοποιού	adj	γενική ενικού του ζωοποιός
ζωοποιούμε	=	ζωοποιώ
ζωοποιούν	=	ζωοποιώ
ζωοποιούνε	=	ζωοποιώ
ζωοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωοποιός
ζωοποιούσα	=	ζωοποιώ
ζωοποιούσαμε	=	ζωοποιώ
ζωοποιούσαν	=	ζωοποιώ
ζωοποιούσανε	=	ζωοποιώ
ζωοποιούσατε	=	ζωοποιώ
ζωοποιούσε	=	ζωοποιώ
ζωοποιούσες	=	ζωοποιώ
ζωοποιό	adj	αιτιατική ενικού του ζωοποιός
ζωοποιός	adj	που δίνει ζωή
ζωοποιώ	verb	δίνω ζωή σε κάτι
ζωοποιών	adj	γενική πληθυντικού του ζωοποιός
ζωοποιώντας	=	ζωοποιώ
ζωοτέχνες	=	ζωοτέχνης
ζωοτέχνη	=	ζωοτέχνης
ζωοτέχνης	noun	που ειδικεύεται στη ζωοτεχνία
ζωοτεχνία	noun	η επιστήμη που μελετά την εκτροφή των ζώων, την αναπαραγωγή τους και τους τομείς όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν
ζωοτεχνίας	=	ζωοτεχνία
ζωοτεχνίες	=	ζωοτεχνία
ζωοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοτεχνικό	adv	σχετικά με τη ζωοτεχνία
ζωοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοτεχνική
ζωοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνικής	adj	γενική ενικού του ζωοτεχνική
ζωοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνικού	adj	γενική ενικού του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνικός	noun	εμπειρογνώμονας ειδικευμένος στη ζωοτεχνία	adj	σχετικός με τη ζωοτεχνία
ζωοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωοτεχνικός
ζωοτεχνιών	=	ζωοτεχνία
ζωοτεχνών	=	ζωοτέχνης
ζωοτοκία	noun	η γέννηση ζώντων έμβιων όντων
ζωοτοκίας	noun	γενική ενικού του ζωοτοκία
ζωοτοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοτοκία
ζωοτοκιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοτοκία
ζωοτομία	noun	Η ανατομή ζωντανού ζώου, για πειραματικούς, ερευνητικούς λόγους.
ζωοτομίας	=	ζωοτομία
ζωοτομίες	=	ζωοτομία
ζωοτομιών	=	ζωοτομία
ζωοτοξίνες	=	ζωοτοξίνη
ζωοτοξίνη	noun	τοξίνη που παράγεται από κάποια ζώα (για άμυνα ή άλλους λόγους)
ζωοτοξίνης	=	ζωοτοξίνη
ζωοτοξινών	=	ζωοτοξίνη
ζωοτροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοτροφή
ζωοτροφή	noun|dated	η τροφή που είναι απαραίτητη για τη ζωή του ανθρώπου
ζωοτροφής	=	ζωοτροφή
ζωοτροφία	noun	η τροφή που είναι απαραίτητη για τη ζωή του ανθρώπου
ζωοτροφίας	noun	γενική ενικού του ζωοτροφία
ζωοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοτροφία
ζωοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοτροφείο
ζωοτροφείο	noun	μονάδα εκτροφής ζώων
ζωοτροφείου	noun	γενική ενικού του ζωοτροφείο
ζωοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του ζωοτροφείο
ζωοτροφικά	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικέ	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικές	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφική	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζωοτροφική) του ζωοτροφικός
ζωοτροφικοί	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικού	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικούς	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικό	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφικός	adj	που έχει σχέση με τη ζωοτροφή, τη ζωοτροφία ή τον ζωοτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ζωοτροφικών	=	ζωοτροφικός
ζωοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοτροφία
ζωοτροφών	=	ζωοτροφή
ζωοτρόφε	=	ζωοτρόφος
ζωοτρόφο	=	ζωοτρόφος
ζωοτρόφοι	=	ζωοτρόφος
ζωοτρόφος	noun	που εκτρέφει ζώα
ζωοτρόφου	=	ζωοτρόφος
ζωοτρόφους	=	ζωοτρόφος
ζωοτρόφων	=	ζωοτρόφος
ζωοτόκα	=	ζωοτόκος
ζωοτόκας	=	ζωοτόκος
ζωοτόκε	=	ζωοτόκος
ζωοτόκες	=	ζωοτόκος
ζωοτόκο	=	ζωοτόκος
ζωοτόκοι	=	ζωοτόκος
ζωοτόκος	adj	χαρακτηρισμός για τα ζώα που γεννούν τα μικρά τους σε αντίθεση με αυτά που γεννούν αβγά
ζωοτόκου	=	ζωοτόκος
ζωοτόκους	=	ζωοτόκος
ζωοτόκων	=	ζωοτόκος
ζωοφάγε	=	ζωοφάγος
ζωοφάγο	=	ζωοφάγος
ζωοφάγοι	=	ζωοφάγος
ζωοφάγος	noun	που καταναλώνει ζωικές τροφές
ζωοφάγου	=	ζωοφάγος
ζωοφάγους	=	ζωοφάγος
ζωοφάγων	=	ζωοφάγος
ζωοφαγία	noun	η κατανάλωση ζωικών τροφών
ζωοφαγίας	noun	γενική ενικού του ζωοφαγία
ζωοφαγίες	=	ζωοφαγία
ζωοφαγικά	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικέ	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικές	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγική	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικής	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικοί	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικού	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικούς	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικό	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγικός	adj	που έχει σχέση με τη ζωοφαγία ή τον ζωοφάγο ή αναφέρεται σ' αυτά
ζωοφαγικών	=	ζωοφαγικός
ζωοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοφαγία
ζωοφιλία	noun	η συνήθης χρήση: η αγάπη και το έμπρακτο ενδιαφέρον για τα ζώα
ζωοφιλίας	noun	γενική ενικού του ζωοφιλία
ζωοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοφιλία
ζωοφιλικά	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικέ	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικές	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλική	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ζωοφιλική) του ζωοφιλικός
ζωοφιλικοί	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικού	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικούς	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικό	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλικός	adj	άλλη μορφή του φιλοζωικός
ζωοφιλικών	=	ζωοφιλικός
ζωοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοφιλία
ζωοφοβία	noun	φοβία για τα ζώα
ζωοφοβίας	noun	γενική ενικού του ζωοφοβία
ζωοφοβίες	=	ζωοφοβία
ζωοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοφοβικό
ζωοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του ζωοφοβικός
ζωοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωοφοβική
ζωοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωοφοβικός
ζωοφοβικής	adj	γενική ενικού του ζωοφοβική
ζωοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωοφοβικός
ζωοφοβικού	adj	γενική ενικού του ζωοφοβικός
ζωοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωοφοβικός
ζωοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωοφοβικός
ζωοφοβικός	adj	που φοβάται τα ζώα σε παθολογικό βαθμό
ζωοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωοφοβικός
ζωοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοφοβία
ζωοφυσική	noun	κλάδος της ζωολογίας που μελετά τις φυσικές ιδιότητες των ζώων
ζωοφυσικής	=	ζωοφυσική
ζωοφόρε	=	ζωοφόρος
ζωοφόρο	=	ζωοφόρος
ζωοφόροι	=	ζωοφόρος
ζωοφόρος	noun	σειρά από ανάγλυφες πλάκες που τοποθετούνταν πάνω από το επιστύλιο και κάτω από το γείσο των ναών ιωνικού ρυθμού ή στο ανώτερο τμήμα του εξωτερικού τοίχου άλλων ναών, όπως του Παρθενώνα
ζωοφόρου	=	ζωοφόρος
ζωοφόρους	=	ζωοφόρος
ζωοφόρων	=	ζωοφόρος
ζωοφύτου	=	ζωόφυτο
ζωοφύτων	=	ζωόφυτο
ζωοχημεία	noun	κλάδος της ζωολογίας που ασχολείται με τημελέτη της χημικής σύστασης των έμβιων όντων
ζωοχημείας	noun	γενική ενικού του ζωοχημεία
ζωοχημείες	=	ζωοχημεία
ζωοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοχημεία
ζωοχώσεις	=	ζωόχωση
ζωοχώσεων	=	ζωόχωση
ζωοψία	noun	η ψευδαίσθηση κάποιου να βλέπει ζώα που δεν υπάρχουν, ενώ είναι υπό την επήρεια ψυχοτρόπων ή άλλων παρόμοιων ουσιών
ζωοψίας	noun	γενική ενικού του ζωοψία
ζωοψίες	=	ζωοψία
ζωοψιών	noun	γενική πληθυντικού του ζωοψία
ζωούλα	noun	υποκοριστικό του ζωή
ζωούλας	noun	γενική ενικού του ζωούλα
ζωούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωούλα
ζωριά	=	ζωριό
ζωριού	=	ζωριό
ζωριό	noun	χαμηλός, ημιυπόγειος ή υπόγειος χώρος στη βάση ενός παραδοσιακού νερόμυλου, όπου φιλοξενείται ο κινητήριος μηχανισμός (η φτερωτή που περιστρέφεται από την πίεση του νερού και τα εξαρτήματα ρύθμισης), ακριβώς κάτω από το επίπεδο όπου βρίσκονται οι μυλόπετρες και πραγματοποιείται το άλεσμα
ζωριών	=	ζωριό
ζωροαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωροαστρικό
ζωροαστρικέ	adj	κλητική ενικού του ζωροαστρικός
ζωροαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωροαστρική
ζωροαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωροαστρικός
ζωροαστρικής	adj	γενική ενικού του ζωροαστρική
ζωροαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωροαστρικός
ζωροαστρικού	adj	γενική ενικού του ζωροαστρικός
ζωροαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωροαστρικός
ζωροαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωροαστρικός
ζωροαστρικός	adj	που είναι σχετικός με το ζωροαστρισμό
ζωροαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωροαστρικός
ζωροαστρισμέ	noun	κλητική ενικού του ζωροαστρισμός
ζωροαστρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωροαστρισμός
ζωροαστρισμού	noun	γενική ενικού του ζωροαστρισμός
ζωροαστρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζωροαστρισμός
ζωροαστρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ζωροαστρισμός
ζωροαστρισμός	noun	η αρχαία θρησκεία της Περσίας (Ιράν)
ζωροαστρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ζωροαστρισμός
ζωσίματα	=	ζώσιμο
ζωσίματος	=	ζώσιμο
ζωσιμάτων	=	ζώσιμο
ζωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωσμένο
ζωσμένε	verb	κλητική ενικού του ζωσμένος
ζωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ζωσμένος
ζωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωσμένος
ζωσμένης	verb	γενική ενικού του ζωσμένη
ζωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ζωσμένος
ζωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωσμένος
ζωσμένος	verb	που τον έχουν ζώσει, περικυκλωμένος
ζωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωσμένος
ζωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ζωσμένος
ζωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωσμένος
ζωστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωστό
ζωστέ	adj	κλητική ενικού του ζωστός
ζωστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωστή
ζωστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωστός
ζωστήκαμε	=	ζώνω
ζωστήκαν	=	ζώνω
ζωστήκανε	=	ζώνω
ζωστήκατε	=	ζώνω
ζωστήρα	noun	άλλη μορφή του ζωστήρας
ζωστήρας	noun	η ζώνη
ζωστήρες	=	ζωστήρας
ζωστήρων	=	ζωστήρας
ζωστής	adj	γενική ενικού του ζωστή
ζωστεί	=	ζώνω
ζωστείς	=	ζώνω
ζωστείτε	=	ζώνω
ζωστικ	adj	αιτιατική ενικού του ζωστικό
ζωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωστικό
ζωστικέ	adj	κλητική ενικού του ζωστικός
ζωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωστική
ζωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωστικός
ζωστικής	adj	γενική ενικού του ζωστική
ζωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωστικός
ζωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωστικός
ζωστικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωστικός	noun	μακρύς χιτώνας (ποδήρης) που φοριέται από τους ιερείς κάτω από το ράσο
ζωστικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωστικός
ζωστιού	adj	γενική ενικού του ζωστικό
ζωστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωστός
ζωστού	adj	γενική ενικού του ζωστός
ζωστούμε	=	ζώνω
ζωστούν	=	ζώνω
ζωστούνε	=	ζώνω
ζωστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωστός
ζωστό	adj	αιτιατική ενικού του ζωστός
ζωστός	adj	περασμένος σε ζώνη
ζωστώ	=	ζώνω
ζωστών	adj	γενική πληθυντικού του ζωστός
ζωσών	=	ζων
ζωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωτικό	adv	με θεμελιώδη, ουσιαστική σημασία
ζωτικέ	adj	κλητική ενικού του ζωτικός
ζωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωτική
ζωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωτικός
ζωτικής	adj	γενική ενικού του ζωτική
ζωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωτικός
ζωτικοτήτων	=	ζωτικότητα
ζωτικού	adj	γενική ενικού του ζωτικός
ζωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωτικός
ζωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ζωτικός
ζωτικός	adj	απαραίτητος για τη ζωή
ζωτικότατα	=	ζωτικός
ζωτικότατε	=	ζωτικός
ζωτικότατες	=	ζωτικός
ζωτικότατη	=	ζωτικός
ζωτικότατης	=	ζωτικός
ζωτικότατο	=	ζωτικός
ζωτικότατοι	=	ζωτικός
ζωτικότατος	=	ζωτικός
ζωτικότατου	=	ζωτικός
ζωτικότατους	=	ζωτικός
ζωτικότατων	=	ζωτικός
ζωτικότερα	=	ζωτικός
ζωτικότερε	=	ζωτικός
ζωτικότερες	=	ζωτικός
ζωτικότερη	=	ζωτικός
ζωτικότερης	=	ζωτικός
ζωτικότερο	=	ζωτικός
ζωτικότεροι	=	ζωτικός
ζωτικότερος	=	ζωτικός
ζωτικότερου	=	ζωτικός
ζωτικότερους	=	ζωτικός
ζωτικότερων	=	ζωτικός
ζωτικότητα	noun	η ζωντάνια, η ζωηράδα, το στοιχείο του ακμαίου, σφριγηλού
ζωτικότητας	noun	γενική ενικού του ζωτικότητα
ζωτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωτικότητα
ζωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ζωτικός
ζωυφίου	=	ζωύφιο
ζωυφίων	=	ζωύφιο
ζωφόρε	=	ζωφόρος
ζωφόρο	=	ζωφόρος
ζωφόροι	=	ζωφόρος
ζωφόρος	noun	άλλη μορφή του ζωοφόρος
ζωφόρου	=	ζωφόρος
ζωφόρους	=	ζωφόρος
ζωφόρων	=	ζωφόρος
ζωχιέ	=	ζωχιός
ζωχιοί	=	ζωχιός
ζωχιού	=	ζωχιός
ζωχιούς	=	ζωχιός
ζωχιό	=	ζωχιός
ζωχιός	noun	φυτό σόγχος / sonchus, μέρος της φυλής Cichorieae, της οικογένειας Asteraceae
ζωχιών	=	ζωχιός
ζωωδών	=	ζωώδης
ζωωνυμίου	=	ζωωνύμιο
ζωωνυμίων	=	ζωωνύμιο
ζωωνύμια	=	ζωωνύμιο
ζωωνύμιο	noun	το όνομα που δίνουν οι άνθρωπο σε κάποιο ζώο, συνήθως αγαπημένο
ζωωνύμιου	=	ζωωνύμιο
ζωόγλοια	noun	αποικία ή άθροισμα μυκητών ή / και μικροβίων, εντός γλοιώδους ουσίας, που τα συγκρατεί, πάνω σε υδάτινη επιφάνεια (στάσιμα ύδατα, ξίδι κ.λπ.)
ζωόγλοιας	=	ζωόγλοια
ζωόγλοιες	=	ζωόγλοια
ζωόμορφα	=	ζωόμορφος
ζωόμορφε	=	ζωόμορφος
ζωόμορφες	=	ζωόμορφος
ζωόμορφη	=	ζωόμορφος
ζωόμορφης	=	ζωόμορφος
ζωόμορφο	=	ζωόμορφος
ζωόμορφοι	=	ζωόμορφος
ζωόμορφος	adj	που έχει τη μορφή ζώου
ζωόμορφου	=	ζωόμορφος
ζωόμορφους	=	ζωόμορφος
ζωόμορφων	=	ζωόμορφος
ζωόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωόφιλο
ζωόφιλε	adj	κλητική ενικού του ζωόφιλος
ζωόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωόφιλη
ζωόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζωόφιλος
ζωόφιλης	adj	γενική ενικού του ζωόφιλη
ζωόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ζωόφιλος
ζωόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζωόφιλος
ζωόφιλος	adj	που αγαπάει τα ζώα, του αρέσει να τα φροντίζει και ενδιαφέρεται για τα δικαιώματά τους
ζωόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζωόφιλος
ζωόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζωόφιλος
ζωόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζωόφιλος
ζωόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωόφοβο
ζωόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζωόφοβη
ζωόφοβης	adj	γενική ενικού του ζωόφοβη
ζωόφυτα	=	ζωόφυτο
ζωόφυτο	noun	κατηγορία ασπόνδυλων ζώων μου έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τα φυτά
ζωόφυτου	=	ζωόφυτο
ζωόφυτων	=	ζωόφυτο
ζωόχωση	noun	η αφύσικη και στερεότυπη συμπεριφορά που συνίσταται στην επανάληψη σταθερών και μονότονων κινήσεων ζώων που βρίσκονται σε αιχμαλωσία
ζωόχωσης	=	ζωόχωση
ζωύφια	=	ζωύφιο
ζωύφιο	noun	έντομο ή άλλο πολύ μικρό ζώο, μαμούνι
ζωύφιου	=	ζωύφιο
ζωύφιων	=	ζωύφιο
ζωώδεις	=	ζωώδης
ζωώδες	=	ζωώδης
ζωώδη	=	ζωώδης
ζωώδης	adj	σχετικός με μορφή ή χαρακτηριστικά ζώων
ζωώδους	=	ζωώδης
ζωών	noun	γενική πληθυντικού του ζωή
ζόλος	noun	η βρόμα, η μπόχα, η δυσοσμία
ζόμπι	noun	το σώμα ενός νεκρού που επανέρχεται στη ζωή υπερφυσικά, για να υπηρετεί άβουλα αυτόν που τον επαναφέρει
ζόρε	noun	δυσκολία, ζόρι
ζόρι	noun	η άσκηση δύναμης πάνω σε ένα αντικείμενο
ζόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζόρι
ζόριζα	=	ζορίζω
ζόριζαν	=	ζορίζω
ζόριζε	=	ζορίζω
ζόριζες	=	ζορίζω
ζόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζόρικο
ζόρικε	adj	κλητική ενικού του ζόρικος
ζόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζόρικη
ζόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ζόρικος
ζόρικης	adj	γενική ενικού του ζόρικη
ζόρικια	=	ζόρικος
ζόρικιας	=	ζόρικος
ζόρικο	adj	αιτιατική ενικού του ζόρικος
ζόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζόρικος
ζόρικος	adj	δύσκολος, που χρειάζεται προσπάθεια ή δύναμη για να αντιμετωπιστεί
ζόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ζόρικος
ζόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ζόρικος
ζόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ζόρικος
ζόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζορίζω
ζόρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζορίζω
ζόρκα	=	ζόρκος
ζόρκος	noun	γυμνός
ζόφε	noun	κλητική ενικού του ζόφος
ζόφο	noun	αιτιατική ενικού του ζόφος
ζόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζόφος
ζόφος	noun	το πυκνό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου
ζόφου	noun	γενική ενικού του ζόφος
ζόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζόφος
ζόφων	noun	γενική πληθυντικού του ζόφος
ζύγαινα	noun	είδος καρχαρία των τροπικών
ζύγαινας	=	ζύγαινα
ζύγαινες	=	ζύγαινα
ζύγι	noun	μέτρο βάρους τοποθετούμενο στο ένα σκέλος του ζυγού για να προσδιοριστεί το βάρος αντικειμένου που τοποθετείται στο άλλο σκέλος του ζυγού
ζύγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύγι
ζύγιαζα	=	ζυγιάζω
ζύγιαζαν	=	ζυγιάζω
ζύγιαζε	=	ζυγιάζω
ζύγιαζες	=	ζυγιάζω
ζύγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζύγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζύγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζύγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγιάζω
ζύγιασμα	noun	το ζύγισμα
ζύγιζα	=	ζυγίζω
ζύγιζαν	=	ζυγίζω
ζύγιζε	=	ζυγίζω
ζύγιζες	=	ζυγίζω
ζύγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζύγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζύγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζύγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγίζω
ζύγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζυγίζω
ζύγισης	noun	γενική ενικού του ζύγιση
ζύγισμα	noun	η διαδικασία μέτρησης του βάρους
ζύγισμμα	=	ζύγισμα
ζύγωθρα	=	ζύγωθρο
ζύγωθρο	noun|formal	ο σύρτης που συγκρατεί τα δύο φύλλα ενός παραθύρου ή μιας πόρτας
ζύγωθρου	=	ζύγωθρο
ζύγωθρων	=	ζύγωθρο
ζύγωμα	noun	το πλησίασμα
ζύγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζύγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζύγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζύγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυγώνω
ζύθε	noun	κλητική ενικού του ζύθος
ζύθο	noun	αιτιατική ενικού του ζύθος
ζύθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ζύθος
ζύθος	noun|formal	η μπίρα
ζύθου	noun	γενική ενικού του ζύθος
ζύθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ζύθος
ζύθων	noun	γενική πληθυντικού του ζύθος
ζύμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζύμη
ζύμη	noun	κάθε μείγμα που περιέχει κυρίως αλεύρι και νερό
ζύμης	=	ζύμη
ζύμωμα	noun	η ενέργεια του ζυμώνω· η μάλαξη με τα χέρια ή με ειδικό μηχάνημα ενός μείγματος από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, για να φτιαχτεί ζύμη για ψωμί ή γλυκίσματα
ζύμωνα	=	ζυμώνω
ζύμωναν	=	ζυμώνω
ζύμωνε	=	ζυμώνω
ζύμωνες	=	ζυμώνω
ζύμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζύμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζύμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζύμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζυμώνω
ζύμωση	noun	το χημικό φαινόμενο κατά το οποίο πολυσύνθετες οργανικές ενώσεις μετασχηματίζονται σε άλλες απλούστερες με την επίδραση ενζύμων
ζύμωσης	noun	γενική ενικού του ζύμωση
ζώα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώο
ζώδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώδιο
ζώδιο	noun	ο καθένας από τους δώδεκα κύριους αστερισμούς που είναι ορατοί στον ουρανό κατά μήκος της εκλειπτικής
ζώδιου	=	ζώδιο
ζώμα	noun	είδος ζώνης, περίζωμα
ζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώμα
ζώματος	noun	γενική ενικού του ζώμα
ζώναμε	=	ζώνω
ζώναν	=	ζώνω
ζώνανε	=	ζώνω
ζώνατε	=	ζώνω
ζώνε	=	ζώνω
ζώνει	=	ζώνω
ζώνεις	=	ζώνω
ζώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώνη
ζώνεσαι	=	ζώνω
ζώνεστε	=	ζώνω
ζώνεται	=	ζώνω
ζώνετε	=	ζώνω
ζώνη	noun	δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους, όπως διακοσμητικούς, θεραπευτικούς
ζώνης	noun	γενική ενικού του ζώνη
ζώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ζώνω
ζώνομε	=	ζώνω
ζώνονται	=	ζώνω
ζώνονταν	=	ζώνω
ζώνοντας	=	ζώνω
ζώνουμε	=	ζώνω
ζώνουν	=	ζώνω
ζώνουνε	=	ζώνω
ζώντα	=	ζων
ζώντας	=	ζων
ζώντες	=	ζων
ζώντος	=	ζων
ζώντων	=	ζων
ζώνω	verb	σφίγγω με μία ζώνη, ένα λουρί
ζώνωση	noun	ο χωρισμός μιας περιοχής σε ζώνες
ζώνωσης	=	ζώνωση
ζώο	noun	κάθε έμβιο ον, εκτός από τα φυτά, κάθε οργανισμός με την ικανότητα της κίνησης και της συναίσθησης· Λέγεται κυρίως για θηλαστικά, αλλά αφορά και ψάρια, έντομα και ερπετά
ζώον	noun	μονοτονική γραφή του ζῷον, το ζώο
ζώου	noun	γενική ενικού του ζώο
ζώπυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζώπυρο
ζώπυρο	noun	αναμμένο καρβουνάκι διατηρημένο σε στάχτη, που χρησιμεύει για την αναζωπύρωση της φωτιάς
ζώπυρου	noun	γενική ενικού του ζώπυρο
ζώπυρων	noun	γενική πληθυντικού του ζώπυρο
ζώρκα	=	ζόρκος
ζώσα	=	ζων
ζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσαν	=	ζώνω
ζώσανε	=	ζώνω
ζώσας	=	ζων
ζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσες	=	ζων
ζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσης	=	ζων
ζώσιμο	noun	το αποτέλεσμα του ζώνω
ζώσομε	=	ζώνω
ζώσου	=	ζώνω
ζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώσουνε	=	ζώνω
ζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώστηκα	=	ζώνω
ζώστηκαν	=	ζώνω
ζώστηκε	=	ζώνω
ζώστηκες	=	ζώνω
ζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ζώνω
ζώων	noun	γενική πληθυντικού του ζώο
ζᾶ	noun	πολυτονική γραφή του ζα
ζῳγραφία	=	ζωγραφιά
ζῷον	noun	το ζώο
η	article	ονομαστική ενικού, θηλυκού γένους του ο
η-μέιλ	noun	άλλη μορφή του ημέιλ
η-τάξεις	=	η-τάξη
η-τάξεων	=	η-τάξη
η-τάξη	noun	άλλη μορφή του ηλετάξη
η-τάξης	=	η-τάξη
ηαε	abbrev	Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα: ομοσπονδιακό κράτος επτά εμιράτων στην Αραβική Χερσόνησο
ηβ	abbrev	το Ηνωμένο Βασίλειο
ηβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηβικό
ηβικέ	adj	κλητική ενικού του ηβικός
ηβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηβική
ηβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηβικός
ηβικής	adj	γενική ενικού του ηβική
ηβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηβικός
ηβικού	adj	γενική ενικού του ηβικός
ηβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηβικός
ηβικό	adj	αιτιατική ενικού του ηβικός
ηβικός	adj	που αναφέρεται στην ήβη, το εφήβαιο
ηβικών	adj	γενική πληθυντικού του ηβικός
ηβών	=	ήβη
ηγέρθη	=	εγείρω
ηγέρθην	=	εγείρομαι
ηγέρθησαν	=	εγείρω
ηγέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγέτης
ηγέτη	=	ηγέτης
ηγέτης	noun	αυτός που ηγείται, που έχει την εξουσία
ηγέτιδα	noun	θηλυκό του ηγέτης
ηγέτιδας	=	ηγέτιδα
ηγέτιδες	=	ηγέτιδα
ηγέτιδων	=	ηγέτιδα
ηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγήσου	=	ηγούμαι
ηγήτορα	=	ηγήτορας
ηγήτορας	noun	ηγέτης
ηγήτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγήτορας
ηγείσαι	=	ηγούμαι
ηγείσθε	=	ηγούμαι
ηγείσο	=	ηγούμαι
ηγείστε	=	ηγούμαι
ηγείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ηγούμαι
ηγείτο	=	ηγούμαι
ηγεμονία	noun	το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί
ηγεμονίας	noun	γενική ενικού του ηγεμονία
ηγεμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγεμονία
ηγεμονίσκε	=	ηγεμονίσκος
ηγεμονίσκο	=	ηγεμονίσκος
ηγεμονίσκοι	=	ηγεμονίσκος
ηγεμονίσκος	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν ηγεμόνα ή για κάποιον που φέρεται σαν ηγεμόνας
ηγεμονίσκου	=	ηγεμονίσκος
ηγεμονίσκους	=	ηγεμονίσκος
ηγεμονίσκων	=	ηγεμονίσκος
ηγεμονεύομαι	=	ηγεμονεύω
ηγεμονεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηγεμόνευση
ηγεμονεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηγεμόνευση
ηγεμονεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμονεύω	verb	είμαι ο ηγεμόνας μιας περιοχής
ηγεμονικά	adv	με ηγεμονικό τρόπο, μεγαλοπρεπώς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγεμονικό
ηγεμονικέ	adj	κλητική ενικού του ηγεμονικός
ηγεμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγεμονική
ηγεμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηγεμονικός
ηγεμονικής	adj	γενική ενικού του ηγεμονική
ηγεμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηγεμονικός
ηγεμονικοτήτων	=	ηγεμονικότητα
ηγεμονικού	adj	γενική ενικού του ηγεμονικός
ηγεμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηγεμονικός
ηγεμονικό	adj	αιτιατική ενικού του ηγεμονικός
ηγεμονικός	adj	που αναφέρεται σε έναν ηγεμόνα
ηγεμονικότητα	noun	η ιδιότητα του ηγεμονικού
ηγεμονικότητας	=	ηγεμονικότητα
ηγεμονικότητες	=	ηγεμονικότητα
ηγεμονικών	adj	γενική πληθυντικού του ηγεμονικός
ηγεμονισμέ	noun	κλητική ενικού του ηγεμονισμός
ηγεμονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηγεμονισμός
ηγεμονισμού	noun	γενική ενικού του ηγεμονισμός
ηγεμονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηγεμονισμός
ηγεμονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηγεμονισμός
ηγεμονισμός	noun	η θέληση να ηγεμονεύει κάποιος, να κυριαρχεί και να ρυθμίζει μια κατάσταση, καθώς και οι αντίστοιχες ενέργειες
ηγεμονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηγεμονισμός
ηγεμονιστικά	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικέ	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικές	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστική	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ηγεμονιστική) του ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικοί	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικού	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικούς	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικό	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιστικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον ηγεμονισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ηγεμονιστικών	=	ηγεμονιστικός
ηγεμονιών	noun	γενική πληθυντικού του ηγεμονία
ηγεμόνα	=	ηγεμόνας
ηγεμόνας	noun	αυτός που κυβερνάει με απολυταρχικό τρόπο ένα ανεξάρτητο ή ημιαυτόνομο κράτος
ηγεμόνες	=	ηγεμόνας
ηγεμόνευα	=	ηγεμονεύω
ηγεμόνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμόνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμόνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμόνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω
ηγεμόνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηγεμονεύω
ηγεμόνευσης	noun	γενική ενικού του ηγεμόνευση
ηγεμόνων	=	ηγεμόνας
ηγερία	noun|formal	μορφωμένη γυναίκα με μεγάλη επιρροή σε πνευματικά θέματα
ηγερίας	noun	γενική ενικού του ηγερία
ηγερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγερία
ηγεριών	noun	γενική πληθυντικού του ηγερία
ηγεσία	noun	η άσκηση της εξουσίας
ηγεσίας	noun	γενική ενικού του ηγεσία
ηγεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγεσία
ηγεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ηγεσία
ηγετίδων	=	ηγέτιδα
ηγετίσκε	=	ηγετίσκος
ηγετίσκο	=	ηγετίσκος
ηγετίσκοι	=	ηγετίσκος
ηγετίσκος	noun	υποκοριστικό του ηγέτης
ηγετίσκου	=	ηγετίσκος
ηγετίσκους	=	ηγετίσκος
ηγετίσκων	=	ηγετίσκος
ηγετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγετικό	adv	σαν ηγέτης
ηγετικέ	adj	κλητική ενικού του ηγετικός
ηγετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγετική
ηγετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηγετικός
ηγετικής	adj	γενική ενικού του ηγετική
ηγετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηγετικός
ηγετικοτήτων	=	ηγετικότητα
ηγετικού	adj	γενική ενικού του ηγετικός
ηγετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηγετικός
ηγετικό	adj	αιτιατική ενικού του ηγετικός
ηγετικός	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του ηγέτη
ηγετικότητα	noun	ιδιότητα με ηγετικά χαρακτηριστικά
ηγετικότητας	=	ηγετικότητα
ηγετικότητες	=	ηγετικότητα
ηγετικών	adj	γενική πληθυντικού του ηγετικός
ηγετών	=	ηγέτης
ηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθήκαν	=	ηγούμαι
ηγηθήκανε	=	ηγούμαι
ηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγηθούνε	=	ηγούμαι
ηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηγούμαι
ηγητόρων	=	ηγήτορας
ηγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγιασμένο
ηγιασμένε	verb	κλητική ενικού του ηγιασμένος
ηγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγιασμένη
ηγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηγιασμένος
ηγιασμένης	verb	γενική ενικού του ηγιασμένη
ηγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηγιασμένος
ηγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηγιασμένος
ηγιασμένος	=	αγιάζω
ηγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηγιασμένος
ηγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηγιασμένος
ηγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηγιασμένος
ηγουμένες	=	ηγούμενες
ηγουμένευα	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευαν	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευε	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευες	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευσα	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευσαν	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευσε	=	ηγουμενεύω
ηγουμένευσες	=	ηγουμενεύω
ηγουμένη	noun	η ανώτερη από τις μοναχές ενός γυναικείου μοναστηριού, αυτή που ασκεί τη διοίκηση και την πνευματική εποπτεία στη μονή
ηγουμένης	=	ηγουμένη
ηγουμένισσα	noun	ηγουμένη
ηγουμένισσας	noun	γενική ενικού του ηγουμένισσα
ηγουμένισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγουμένισσα
ηγουμένου	noun	γενική ενικού του ηγούμενος
ηγουμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηγούμενος
ηγουμένων	noun	γενική πληθυντικού του ηγούμενος
ηγουμενία	noun	η άσκηση των καθηκόντων του ηγουμένου μιας μονής και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα
ηγουμενίας	noun	γενική ενικού του ηγουμενία
ηγουμενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγουμενία
ηγουμενεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγουμενείο
ηγουμενείο	noun	μονή διοικούμενη από ηγούμενο
ηγουμενείου	noun	γενική ενικού του ηγουμενείο
ηγουμενείων	noun	γενική πληθυντικού του ηγουμενείο
ηγουμενεύαμε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύαν	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύανε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύατε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύει	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύεις	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύετε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύοντας	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύουμε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύουν	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύουνε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύσαμε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύσαν	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύσανε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύσατε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύσει	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύστε	=	ηγουμενεύω
ηγουμενεύω	verb	είμαι ηγούμενος σε μοναστήρι ή εκτελώ τα σχετικά καθήκοντα
ηγουμενιάρη	=	ηγουμενιάρης
ηγουμενιάρηδες	=	ηγουμενιάρης
ηγουμενιάρηδων	=	ηγουμενιάρης
ηγουμενιάρης	noun	μοναχός που έχει ως διακόνημα τη φροντίδα (της κατοικίας) του ηγουμένου
ηγουμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγουμενικό
ηγουμενικέ	adj	κλητική ενικού του ηγουμενικός
ηγουμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγουμενική
ηγουμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηγουμενικός
ηγουμενικής	adj	γενική ενικού του ηγουμενική
ηγουμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηγουμενικός
ηγουμενικού	adj	γενική ενικού του ηγουμενικός
ηγουμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηγουμενικός
ηγουμενικό	adj	αιτιατική ενικού του ηγουμενικός
ηγουμενικός	adj	σχετικός με έναν ηγούμενο μονής
ηγουμενικών	adj	γενική πληθυντικού του ηγουμενικός
ηγουμενισσών	=	ηγουμένισσα
ηγουμενιτσιωτισσών	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιτσιωτισών	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιτσιωτών	=	ηγουμενιτσιώτης
ηγουμενιτσιώτες	=	ηγουμενιτσιώτης
ηγουμενιτσιώτη	=	ηγουμενιτσιώτης
ηγουμενιτσιώτης	noun	ο κάτοικος της Ηγουμενίτσας ή αυτός που κατάγεται απʼ αυτήν
ηγουμενιτσιώτικα	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικε	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικες	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικη	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικης	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικο	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικοι	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικος	adj	που έχει σχέση με την Ηγουμενίτσα και τους κατοίκους της ή αναφέρεται σʼ αυτά
ηγουμενιτσιώτικου	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικους	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτικων	=	ηγουμενιτσιώτικος
ηγουμενιτσιώτισες	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιτσιώτιση	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιτσιώτισης	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιτσιώτισσα	noun	η κάτοικος της Ηγουμενίτσας ή αυτή που κατάγεται απʼ αυτήν
ηγουμενιτσιώτισσας	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιτσιώτισσες	=	ηγουμενιτσιώτισσα
ηγουμενιών	noun	γενική πληθυντικού του ηγουμενία
ηγουμενοσυμβουλίου	noun	γενική ενικού του ηγουμενοσυμβούλιο
ηγουμενοσυμβουλίων	noun	γενική πληθυντικού του ηγουμενοσυμβούλιο
ηγουμενοσυμβούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγουμενοσυμβούλιο
ηγουμενοσυμβούλιο	noun	το συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν ορισμένοι μοναχοί μαζί με τον ηγούμενο και το οποίο παίρνει τις σημαντικότερες αποφάσεις σχετικά με τις υποθέσεις της μονής
ηγουμενοσυμβούλιου	=	ηγουμενοσυμβούλιο
ηγούμαι	verb	είμαι ο πρώτος μιας σειράς
ηγούμασταν	=	ηγούμαι
ηγούμαστε	=	ηγούμαι
ηγούμεθα	=	ηγούμαι
ηγούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγούμενο
ηγούμενε	noun	κλητική ενικού του ηγούμενος
ηγούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηγούμενη
ηγούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηγούμενος
ηγούμενης	verb	γενική ενικού του ηγούμενη
ηγούμενο	noun	αιτιατική ενικού του ηγούμενος
ηγούμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηγούμενος
ηγούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος ηγούμαι: που ηγείται, ο αρχηγός (+ γενική)	noun	ο ανώτερος από τους μοναχούς μιας μονής, αυτός που ασκεί τη διοίκηση και την πνευματική εποπτεία στο μοναστήρι
ηγούμενου	noun	γενική ενικού του ηγούμενος
ηγούμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηγούμενος
ηγούμενων	noun	γενική πληθυντικού του ηγούμενος
ηγούμουν	=	ηγούμαι
ηγούμουνα	=	ηγούμαι
ηγούνται	=	ηγούμαι
ηγούνταν	=	ηγούμαι
ηγούντο	=	ηγούμαι
ηγόραζε	verb	μονοτονική γραφή του ἠγόραζε
ηδέως	adv|dated	με ευχαρίστηση
ηδατ	abbrev	Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων: (οικονομία) οργανωμένη ηλεκτρονική αγορά στην οποία πραγματοποιούνται συναλλαγές επί τίτλων που έχουν ήδη εκδοθεί
ηδικα	abbrev	ελληνική δημόσια ανώνυμη εταιρεία η οποία έχει ως σκοπό τον εκσυγχρονισμό και την ψηφιοποίηση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης
ηδονές	=	ηδονή
ηδονή	noun	η ιδιαίτερα έντονη απόλαυση των αισθήσεων κατά τη διάρκεια της ικανοποίησης ενστίκτων, κυρίως της γενετήσιας ορμής
ηδονής	=	ηδονή
ηδονίζαμε	=	ηδονίζω
ηδονίζαν	=	ηδονίζω
ηδονίζανε	=	ηδονίζω
ηδονίζατε	=	ηδονίζω
ηδονίζει	=	ηδονίζω
ηδονίζεις	=	ηδονίζω
ηδονίζεσαι	=	ηδονίζομαι
ηδονίζεστε	=	ηδονίζομαι
ηδονίζεται	=	ηδονίζομαι
ηδονίζετε	=	ηδονίζω
ηδονίζομαι	verb	νιώθω ηδονή, αισθάνομαι έντονη σωματική απόλαυση
ηδονίζονται	=	ηδονίζομαι
ηδονίζονταν	=	ηδονίζομαι
ηδονίζοντας	=	ηδονίζω
ηδονίζουμε	=	ηδονίζω
ηδονίζουν	=	ηδονίζω
ηδονίζουνε	=	ηδονίζω
ηδονίζω	verb	προκαλώ ηδονή, σωματική ή ψυχική
ηδονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίσαν	=	ηδονίζω
ηδονίσανε	=	ηδονίζω
ηδονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίσου	=	ηδονίζομαι
ηδονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονίστρια	noun	αυτή που ακολουθεί τη θεωρία του ηδονισμού
ηδονίστριας	noun	γενική ενικού του ηδονίστρια
ηδονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονίστρια
ηδονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδονιζόμασταν	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόμαστε	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόμουν	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόμουνα	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόντουσαν	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόσασταν	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόσαστε	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόσουν	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόσουνα	=	ηδονίζομαι
ηδονιζόταν	=	ηδονίζομαι
ηδονιζότανε	=	ηδονίζομαι
ηδονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονικό	adv	με ηδονή
ηδονικέ	adj	κλητική ενικού του ηδονικός
ηδονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονική
ηδονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηδονικός
ηδονικής	adj	γενική ενικού του ηδονική
ηδονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδονικός
ηδονικού	adj	γενική ενικού του ηδονικός
ηδονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηδονικός
ηδονικό	adj	αιτιατική ενικού του ηδονικός
ηδονικός	adj	που προσφέρει ηδονή
ηδονικών	adj	γενική πληθυντικού του ηδονικός
ηδονισμέ	noun	κλητική ενικού του ηδονισμός
ηδονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονισμένο
ηδονισμένε	verb	κλητική ενικού του ηδονισμένος
ηδονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονισμένη
ηδονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηδονισμένος
ηδονισμένης	verb	γενική ενικού του ηδονισμένη
ηδονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηδονισμένος
ηδονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδονισμένος
ηδονισμένος	verb	που έχει ηδονιστεί
ηδονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηδονισμένος
ηδονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηδονισμένος
ηδονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηδονισμένος
ηδονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδονισμός
ηδονισμού	noun	γενική ενικού του ηδονισμός
ηδονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηδονισμός
ηδονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηδονισμός
ηδονισμός	noun	ενέργεια με αυτοσκοπό την επίτευξη ηδονής
ηδονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηδονισμός
ηδονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονιστής
ηδονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ηδονιστής
ηδονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστήκαν	=	ηδονίζομαι
ηδονιστήκανε	=	ηδονίζομαι
ηδονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστής	noun	αυτός που στη ζωή του αναζητεί την ηδονή
ηδονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονιστικό	adv	επιδιώκοντας την ηδονή
ηδονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ηδονιστικός
ηδονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονιστική
ηδονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηδονιστικός
ηδονιστικής	adj	γενική ενικού του ηδονιστική
ηδονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδονιστικός
ηδονιστικού	adj	γενική ενικού του ηδονιστικός
ηδονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηδονιστικός
ηδονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηδονιστικός
ηδονιστικός	adj	που αποβλέπει στις ηδονές
ηδονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηδονιστικός
ηδονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστούνε	=	ηδονίζομαι
ηδονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ηδονίστρια
ηδονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηδονίζομαι
ηδονιστών	noun	γενική πληθυντικού του ηδονιστής
ηδονοβλεπτικά	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικέ	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικές	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτική	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικής	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικοί	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικού	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικούς	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικό	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεπτικός	adj	που έχει σχέση με ηδονοβλεψία ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ηδονοβλεπτικών	=	ηδονοβλεπτικός
ηδονοβλεψία	noun	η άντληση ηδονής από την παρακολούθηση σεξουαλικής πράξης στην οποία συμμετέχουν άλλοι
ηδονοβλεψίας	noun	πρόσωπο που νιώθει ηδονή βλέποντας κρυφά άλλους ανθρώπους σε ιδιωτικές τους στιγμές (π.χ. ερωτική επαφή, πλύσιμο στο λουτρό, ένδυση, έκδυση κ.λπ.), οι οποίες σχετίζονται με το ερωτικό στοιχείο
ηδονοβλεψίες	=	ηδονοβλεψίας
ηδονοβλεψιών	=	ηδονοβλεψίας
ηδονοθήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ηδονοθήρας
ηδονοθήρας	noun|formal	που επιδιώκει με κάθε μέσο την ηδονή, που την έχει κάνει σκοπό της ζωής του
ηδονοθήρες	=	ηδονοθήρας
ηδονοθήρων	=	ηδονοθήρας
ηδονοθηρία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ηδονοθήρα
ηδονοθηρίας	=	ηδονοθηρία
ηδονοθηρίες	=	ηδονοθηρία
ηδονοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ηδονοθηρικός	adv	με ηδονοθηρικό τρόπο
ηδονοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του ηδονοθηρικός
ηδονοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονοθηρική
ηδονοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηδονοθηρικός
ηδονοθηρικής	adj	γενική ενικού του ηδονοθηρική
ηδονοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδονοθηρικός
ηδονοθηρικού	adj	γενική ενικού του ηδονοθηρικός
ηδονοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηδονοθηρικός
ηδονοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του ηδονοθηρικός
ηδονοθηρικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον ηδονοθήρα ή την ηδονοθηρία ή αναφέρεται σ’ αυτά, που αναφέρεται στην επιδίωξη της ηδονής
ηδονοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του ηδονοθηρικός
ηδονοθηριών	=	ηδονοθηρία
ηδονολάτρες	=	ηδονολάτρης
ηδονολάτρη	=	ηδονολάτρης
ηδονολάτρης	noun	αυτός που λατρεύει τις ηδονές, που τις ανάγει σε βασικό σκοπό της ζωής του, ο ηδονιστής
ηδονολάτρισσα	noun	η ηδονίστρια, αυτή που λατρεύει τις ηδονές
ηδονολάτρισσας	=	ηδονολάτρισσα
ηδονολάτρισσες	=	ηδονολάτρισσα
ηδονολατρισσών	=	ηδονολάτρισσα
ηδονολατρών	=	ηδονολάτρης
ηδονόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονόπληκτο
ηδονόπληκτε	adj	κλητική ενικού του ηδονόπληκτος
ηδονόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδονόπληκτη
ηδονόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηδονόπληκτος
ηδονόπληκτης	adj	γενική ενικού του ηδονόπληκτη
ηδονόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του ηδονόπληκτος
ηδονόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδονόπληκτος
ηδονόπληκτος	adj|formal	που πλήττεται από τις ηδονές, που έχει ως κριτήριο των ενεργειών και των σκέψεών του την ηδονή που θα αποκομίσει
ηδονόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηδονόπληκτος
ηδονόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηδονόπληκτος
ηδονόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηδονόπληκτος
ηδονόχαρος	adj|rare	ο φιλήδονος
ηδονών	=	ηδονή
ηδυγλωσσία	noun|formal	το να είναι κάποιος ηδύγλωσσος, η ιδιότητα του ηδύγλωσσου
ηδυγλωσσίας	noun	γενική ενικού του ηδυγλωσσία
ηδυγλωσσίες	=	ηδυγλωσσία
ηδυγλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του ηδυγλωσσία
ηδυλογία	noun	το να είναι κάποιος ηδυλόγος, να μιλάει ηδέως, ευχάριστα
ηδυλογίας	noun	γενική ενικού του ηδυλογία
ηδυλογίες	=	ηδυλογία
ηδυλογιών	noun	γενική πληθυντικού του ηδυλογία
ηδυλόγα	=	ηδυλόγος
ηδυλόγας	=	ηδυλόγος
ηδυλόγε	=	ηδυλόγος
ηδυλόγες	=	ηδυλόγος
ηδυλόγο	=	ηδυλόγος
ηδυλόγοι	=	ηδυλόγος
ηδυλόγος	adj	που μιλάει ηδέως, ευχάριστα
ηδυλόγου	=	ηδυλόγος
ηδυλόγους	=	ηδυλόγος
ηδυλόγων	=	ηδυλόγος
ηδυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδυντικό
ηδυντικέ	adj	κλητική ενικού του ηδυντικός
ηδυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδυντική
ηδυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηδυντικός
ηδυντικής	adj	γενική ενικού του ηδυντική
ηδυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηδυντικός
ηδυντικού	adj	γενική ενικού του ηδυντικός
ηδυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηδυντικός
ηδυντικό	adj	αιτιατική ενικού του ηδυντικός
ηδυντικός	adj	που προσδίδει νόστιμη γεύση σε κάτι
ηδυντικών	adj	γενική πληθυντικού του ηδυντικός
ηδυπάθεια	noun|formal	η τάση και η ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις, φιληδονία, ακολασία
ηδυπάθειας	noun	γενική ενικού του ηδυπάθεια
ηδυπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδυπάθεια
ηδυπαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ηδυπαθής
ηδυπαθή	adj	αιτιατική ενικού του ηδυπαθής
ηδυπαθής	adj|formal	που εκφράζει μια έντονη τάση για ηδονή
ηδυπαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδυπαθής
ηδυπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ηδυπάθεια
ηδυπαθούς	adj	γενική ενικού του ηδυπαθής
ηδυπαθών	adj	γενική πληθυντικού του ηδυπαθής
ηδυπαθώς	adv|formal	με ηδυπάθεια
ηδυτήτων	=	ηδύτητα
ηδόνιζα	=	ηδονίζω
ηδόνιζαν	=	ηδονίζω
ηδόνιζε	=	ηδονίζω
ηδόνιζες	=	ηδονίζω
ηδόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηδονίζω
ηδύγευστα	=	ηδύγευστος
ηδύγευστε	=	ηδύγευστος
ηδύγευστες	=	ηδύγευστος
ηδύγευστη	=	ηδύγευστος
ηδύγευστης	=	ηδύγευστος
ηδύγευστο	=	ηδύγευστος
ηδύγευστοι	=	ηδύγευστος
ηδύγευστος	adj|archaic	που έχει γλυκιά, ευχάριστη ή απολαυστική γεύση
ηδύγευστου	=	ηδύγευστος
ηδύγευστους	=	ηδύγευστος
ηδύγευστων	=	ηδύγευστος
ηδύγλωσσα	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσε	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσες	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσση	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσης	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσο	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσοι	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσος	adj|formal	που μιλά ηδέως, ευχάριστα, γλυκομίλητος
ηδύγλωσσου	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσους	=	ηδύγλωσσος
ηδύγλωσσων	=	ηδύγλωσσος
ηδύνομαι	verb|archaic	ευχαριστιέμαι
ηδύοσμε	=	ηδύοσμος
ηδύοσμο	=	ηδύοσμος
ηδύοσμοι	=	ηδύοσμος
ηδύοσμος	noun	δυόσμος
ηδύοσμου	=	ηδύοσμος
ηδύοσμους	=	ηδύοσμος
ηδύοσμων	=	ηδύοσμος
ηδύποτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηδύποτο
ηδύποτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ηδύποτος	noun	γλυκό ποτό, συνήθως με γεύση φρούτων
ηδύποτου	noun	γενική ενικού του ηδύποτο
ηδύποτων	noun	γενική πληθυντικού του ηδύποτο
ηδύς	adj|formal	γλυκός
ηδύτητα	noun|formal	η ιδιότητα του ηδέος, το να είναι κάποιος ηδύς
ηδύτητας	=	ηδύτητα
ηδύτητες	=	ηδύτητα
ηδύφθογγα	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγε	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγες	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγη	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγης	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγο	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγοι	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγος	adj|formal	που έχει γλυκιά φωνή, ο γλυκύφωνος
ηδύφθογγου	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγους	=	ηδύφθογγος
ηδύφθογγων	=	ηδύφθογγος
ηδύφωνα	=	ηδύφωνος
ηδύφωνε	=	ηδύφωνος
ηδύφωνες	=	ηδύφωνος
ηδύφωνη	=	ηδύφωνος
ηδύφωνης	=	ηδύφωνος
ηδύφωνο	=	ηδύφωνος
ηδύφωνοι	=	ηδύφωνος
ηδύφωνος	adj|formal	γλυκύφωνος
ηδύφωνου	=	ηδύφωνος
ηδύφωνους	=	ηδύφωνος
ηδύφωνων	=	ηδύφωνος
ηδύφωτα	=	ηδύφωτος
ηδύφωτε	=	ηδύφωτος
ηδύφωτες	=	ηδύφωτος
ηδύφωτη	=	ηδύφωτος
ηδύφωτης	=	ηδύφωτος
ηδύφωτο	=	ηδύφωτος
ηδύφωτοι	=	ηδύφωτος
ηδύφωτος	adj|archaic	που φωτίζει γλυκά κι ευχάριστα
ηδύφωτου	=	ηδύφωτος
ηδύφωτους	=	ηδύφωτος
ηδύφωτων	=	ηδύφωτος
ηε	abbrev	Ηνωμένα Έθνη: διεθνής οργανισμός κρατών με κύριους σκοπούς τη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας και την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας
ηεγ	abbrev	ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
ηεδ	abbrev	η ηλεκτρεγερτική δύναμη
ηθελημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθελημένο
ηθελημένε	verb	κλητική ενικού του ηθελημένος
ηθελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθελημένη
ηθελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθελημένος
ηθελημένης	verb	γενική ενικού του ηθελημένη
ηθελημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηθελημένος
ηθελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθελημένος
ηθελημένος	verb	που γίνεται με τη θέληση κάποιου
ηθελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηθελημένος
ηθελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηθελημένος
ηθελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηθελημένος
ηθικά	adv	σύμφωνα με τις αρχές της ηθικής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικό
ηθικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικός
ηθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθική
ηθική	noun	σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι οφείλουμε να κάνουμε στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και στη σχέση μας με τη φύση, κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλει η κοινωνία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικός
ηθικής	adj	γενική ενικού του ηθική
ηθικίστρια	noun	θηλυκό του ηθικιστής
ηθικίστριας	=	ηθικίστρια
ηθικίστριες	=	ηθικίστρια
ηθικισμέ	=	ηθικισμός
ηθικισμοί	=	ηθικισμός
ηθικισμού	=	ηθικισμός
ηθικισμούς	=	ηθικισμός
ηθικισμό	=	ηθικισμός
ηθικισμός	noun	τάση ή στάση που υπερτονίζει την τήρηση ηθικών κανόνων και επικρίνει ή κρίνει τη συμπεριφορά με βάση αυτούς, συχνά με υποκριτική ή επιδεικτική διάθεση
ηθικισμών	=	ηθικισμός
ηθικιστές	=	ηθικιστής
ηθικιστή	=	ηθικιστής
ηθικιστής	noun	κάποιος που επιδεικνύει ή επιβάλλει αυστηρά ηθικά πρότυπα, συχνά με υποκριτική ή δασκαλίστικη διάθεση
ηθικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ηθικιστικός	adv	με ηθικιστικό τρόπο
ηθικιστικέ	=	ηθικιστικός
ηθικιστικές	=	ηθικιστικός
ηθικιστική	=	ηθικιστικός
ηθικιστικής	=	ηθικιστικός
ηθικιστικοί	=	ηθικιστικός
ηθικιστικού	=	ηθικιστικός
ηθικιστικούς	=	ηθικιστικός
ηθικιστικό	=	ηθικιστικός
ηθικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ηθικισμό ή τον ηθικιστή ή αναφέρεται σʼ αυτούς
ηθικιστικών	=	ηθικιστικός
ηθικιστριών	=	ηθικίστρια
ηθικιστών	=	ηθικιστής
ηθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικός
ηθικοδιδάσκαλε	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδάσκαλο	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδάσκαλοι	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδάσκαλος	noun|formal	ο διδάσκαλος / καθοδηγητής στον τομέα της ηθικής
ηθικοδιδάσκαλου	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδάσκαλους	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδάσκαλων	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοδιδακτικό
ηθικοδιδακτικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοδιδακτική
ηθικοδιδακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδακτικής	adj	γενική ενικού του ηθικοδιδακτική
ηθικοδιδακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδακτικού	adj	γενική ενικού του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδακτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδακτικός	adj	ηθικοπλαστικός
ηθικοδιδακτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικοδιδακτικός
ηθικοδιδασκάλου	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδασκάλους	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοδιδασκάλων	=	ηθικοδιδάσκαλος
ηθικοθρησκευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοθρησκευτικό
ηθικοθρησκευτικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοθρησκευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοθρησκευτική
ηθικοθρησκευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοθρησκευτικής	adj	γενική ενικού του ηθικοθρησκευτική
ηθικοθρησκευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοθρησκευτικού	adj	γενική ενικού του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοθρησκευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοθρησκευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοθρησκευτικός	adj	που αναφέρεται ταυτόχρονα στην ηθική και στη θρησκεία, με άλλα λόγια στη θρησκευτική ηθική
ηθικοθρησκευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικοθρησκευτικός
ηθικοκανονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκανονιστικό
ηθικοκανονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκανονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκανονιστική
ηθικοκανονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκανονιστικής	adj	γενική ενικού του ηθικοκανονιστική
ηθικοκανονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκανονιστικού	adj	γενική ενικού του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκανονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκανονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκανονιστικός	adj|formal	που είναι κανονιστικός με μια ηθική διάσταση
ηθικοκανονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικοκανονιστικός
ηθικοκρατία	noun	φιλοσοφική θεωρία που θεωρεί ότι η ηθική είναι η σημαντικότερη αξία και ότι πρέπει έμπρακτα να εφαρμόζεται
ηθικοκρατίας	noun	γενική ενικού του ηθικοκρατία
ηθικοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκρατία
ηθικοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκρατικό
ηθικοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκρατική
ηθικοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατικής	adj	γενική ενικού του ηθικοκρατική
ηθικοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατικού	adj	γενική ενικού του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την ηθικοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ηθικοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικοκρατικός
ηθικοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ηθικοκρατία
ηθικολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσαν	=	ηθικολογώ
ηθικολογήσανε	=	ηθικολογώ
ηθικολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολογία	noun	επιφανειακή, υποκριτική και ρηχή προσέγγιση και κουβέντα για την ηθική
ηθικολογίας	noun	γενική ενικού του ηθικολογία
ηθικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικολογία
ηθικολογεί	=	ηθικολογώ
ηθικολογείς	=	ηθικολογώ
ηθικολογείτε	=	ηθικολογώ
ηθικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικολογικό	adv	από ηθικολογική άποψη
ηθικολογικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικολογικός
ηθικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικολογική
ηθικολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικολογικός
ηθικολογικής	adj	γενική ενικού του ηθικολογική
ηθικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικολογικός
ηθικολογικού	adj	γενική ενικού του ηθικολογικός
ηθικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικολογικός
ηθικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικολογικός
ηθικολογικός	adj	σχετικός με την ηθικολογία
ηθικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικολογικός
ηθικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ηθικολογία
ηθικολογούμε	=	ηθικολογώ
ηθικολογούν	=	ηθικολογώ
ηθικολογούνε	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσα	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσαμε	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσαν	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσανε	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσατε	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσε	=	ηθικολογώ
ηθικολογούσες	=	ηθικολογώ
ηθικολογώ	verb	μιλώ για ηθική, ενίοτε με τρόπο επιτιμητικό και απαξιωτικό προς τις πράξεις άλλων, και με διάθεση απόλυτη και ίσως δογματική
ηθικολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολόγε	noun	κλητική ενικού του ηθικολόγος
ηθικολόγει	=	ηθικολογώ
ηθικολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
ηθικολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ηθικολόγος
ηθικολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικολόγος
ηθικολόγος	noun	αυτός που συνηθίζει να κάνει λόγο για ηθική, συχνά με δογματικό τρόπο και χωρίς ευρύτητα πνεύματος
ηθικολόγου	noun	γενική ενικού του ηθικολόγος
ηθικολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηθικολόγος
ηθικολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ηθικολόγος
ηθικοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοπλαστικό	adv	με ηθικοπλαστική δράση
ηθικοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του ηθικοπλαστικός
ηθικοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοπλαστική
ηθικοπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικοπλαστικός
ηθικοπλαστικής	adj	γενική ενικού του ηθικοπλαστική
ηθικοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικοπλαστικός
ηθικοπλαστικού	adj	γενική ενικού του ηθικοπλαστικός
ηθικοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικοπλαστικός
ηθικοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικοπλαστικός
ηθικοπλαστικός	adj	που αποσκοπεί στη διάπλαση ηθικού χαρακτήρα
ηθικοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικοπλαστικός
ηθικοποίει	=	ηθικοποιώ
ηθικοποίησα	=	ηθικοποιώ
ηθικοποίησαν	=	ηθικοποιώ
ηθικοποίησε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποίησες	=	ηθικοποιώ
ηθικοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ηθικοποιώ, η διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα ενός προσώπου ή συνόλου
ηθικοποίησης	=	ηθικοποίηση
ηθικοποιήσαμε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιήσαν	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιήσανε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιήσατε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιήσει	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιήσεις	=	ηθικοποίηση
ηθικοποιήσεων	=	ηθικοποίηση
ηθικοποιήσεως	=	ηθικοποίηση
ηθικοποιήστε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιεί	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιείς	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιείτε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοποιημένο
ηθικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ηθικοποιημένος
ηθικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικοποιημένη
ηθικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθικοποιημένος
ηθικοποιημένης	verb	γενική ενικού του ηθικοποιημένη
ηθικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηθικοποιημένος
ηθικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθικοποιημένος
ηθικοποιημένος	verb	που έχει ηθικοποιηθεί
ηθικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηθικοποιημένος
ηθικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηθικοποιημένος
ηθικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηθικοποιημένος
ηθικοποιητικά	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικέ	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικές	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητική	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικής	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικοί	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικού	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικούς	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικό	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιητικός	adj	που συμβάλλει στην ηθικοποίηση
ηθικοποιητικών	=	ηθικοποιητικός
ηθικοποιούμαι	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούμε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούν	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούνε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσα	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσαμε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσαν	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσανε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσατε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσε	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιούσες	=	ηθικοποιώ
ηθικοποιώ	verb|formal	διαπλάθω το ήθος και την ηθική συγκρότηση κάποιου, τον διαμορφώνω ηθικά
ηθικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ηθικοποιώ
ηθικοπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ηθικοπολιτικός	adv	με ηθικοπολιτικό τρόπο
ηθικοπολιτικέ	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικές	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτική	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικής	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικοί	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικού	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικούς	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικό	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοπολιτικός	adj	που έχει σχέση με την ηθική και την πολιτική ή αναφέρεται σʼ αυτά
ηθικοπολιτικών	=	ηθικοπολιτικός
ηθικοτήτων	=	ηθικότητα
ηθικού	adj	γενική ενικού του ηθικός
ηθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθικός
ηθικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθικός	noun	ψυχική δύναμη, ευψυχία, ευδιαθεσία, κυρίως σε στιγμές δοκιμασίας, ταλαιπωρίας ή στέρησης
ηθικός	adj	σχετικός με την ηθική· αυτός που σχετίζεται με εγκρατή, λειτουργική, κοινωνικά αποδεκτή κι ενίοτε αξιέπαινη συμπεριφορά
ηθικότατα	=	ηθικός
ηθικότατε	=	ηθικός
ηθικότατες	=	ηθικός
ηθικότατη	=	ηθικός
ηθικότατης	=	ηθικός
ηθικότατο	=	ηθικός
ηθικότατοι	=	ηθικός
ηθικότατος	=	ηθικός
ηθικότατου	=	ηθικός
ηθικότατους	=	ηθικός
ηθικότατων	=	ηθικός
ηθικότερα	=	ηθικότερος
ηθικότερε	=	ηθικότερος
ηθικότερες	=	ηθικότερος
ηθικότερη	=	ηθικότερος
ηθικότερης	=	ηθικότερος
ηθικότερο	=	ηθικότερος
ηθικότεροι	=	ηθικότερος
ηθικότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ηθικός
ηθικότερου	=	ηθικότερος
ηθικότερους	=	ηθικότερος
ηθικότερων	=	ηθικότερος
ηθικότητα	noun	το να είναι κάποιος ηθικός, η ιδιότητα του ηθικού
ηθικότητας	noun	γενική ενικού του ηθικότητα
ηθικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθικότητα
ηθικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθικός
ηθικώς	adv|dated	ηθικά
ηθμέ	noun	κλητική ενικού του ηθμός
ηθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθμός
ηθμοειδές	=	ηθμοειδής
ηθμοειδή	=	ηθμοειδής
ηθμοειδής	adj	που μοιάζει με ηθμό, που είναι σπογγώδες, πορώδες
ηθμοειδείς	=	ηθμοειδής
ηθμοειδούς	=	ηθμοειδής
ηθμοειδών	=	ηθμοειδής
ηθμοσωλήνα	=	ηθμοσωλήνας
ηθμοσωλήνας	noun	πόροι μέσω των οποίων μεταφέρονται θρεπτικές ουσίες από τα τμήματα του φυτού που φωτοσυνθέτουν προς τα υπόλοιπα
ηθμοσωλήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθμοσωλήνας
ηθμοσωλήνων	=	ηθμοσωλήνας
ηθμού	noun	γενική ενικού του ηθμός
ηθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηθμός
ηθμωδών	=	ηθμώδης
ηθμό	noun	αιτιατική ενικού του ηθμός
ηθμός	noun	φίλτρο, σουρωτήρι, στραγγιστήρι
ηθμώδεις	=	ηθμώδης
ηθμώδες	=	ηθμώδης
ηθμώδη	=	ηθμώδης
ηθμώδης	adj	άλλη μορφή του ηθμοειδής
ηθμώδους	=	ηθμώδης
ηθμών	noun	γενική πληθυντικού του ηθμός
ηθογράφε	noun	κλητική ενικού του ηθογράφος
ηθογράφημα	noun	λογοτεχνικό κείμενο που ανήκει στο χώρο της ηθογραφίας
ηθογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογράφηση	noun	η αφηγηματική ή περιγραφική παρουσίαση του ήθους, του χαρακτήρα και της προσωπικότητας κάποιου μέσα από τα λόγια ή τις πράξεις του
ηθογράφησης	noun	γενική ενικού του ηθογράφηση
ηθογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ηθογράφος
ηθογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθογράφος
ηθογράφος	noun	αυτός που περιγράφει ανθρώπινους χαρακτήρες
ηθογράφου	noun	γενική ενικού του ηθογράφος
ηθογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηθογράφος
ηθογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ηθογράφος
ηθογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθογράφημα
ηθογραφήματος	noun	γενική ενικού του ηθογράφημα
ηθογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθογράφηση
ηθογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηθογράφηση
ηθογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηθογράφηση
ηθογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθογραφώ
ηθογραφία	noun	το λογοτεχνικό είδος του πεζού λόγου που αποσκοπεί στην πιστή απόδοση της ζωής, των ηθών και των εθίμων των ανθρώπων μιας κοινωνικής ομάδας καθώς και του τόπου τους
ηθογραφίας	noun	γενική ενικού του ηθογραφία
ηθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθογραφία
ηθογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηθογράφημα
ηθογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθογραφικό	adv	σχετικά με την ηθογραφία
ηθογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ηθογραφικός
ηθογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθογραφική
ηθογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθογραφικός
ηθογραφικής	adj	γενική ενικού του ηθογραφική
ηθογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθογραφικός
ηθογραφικού	adj	γενική ενικού του ηθογραφικός
ηθογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθογραφικός
ηθογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθογραφικός
ηθογραφικός	adj	σχετικός με την ηθογραφία
ηθογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθογραφικός
ηθογραφικώς	adv|dated	ηθογραφικά
ηθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηθογραφία
ηθογραφώ	verb	περιγράφω το ήθος, το χαρακτήρα ενός προσώπου
ηθοδιδακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθοδιδακτικό
ηθοδιδακτικέ	adj	κλητική ενικού του ηθοδιδακτικός
ηθοδιδακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθοδιδακτική
ηθοδιδακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθοδιδακτικός
ηθοδιδακτικής	adj	γενική ενικού του ηθοδιδακτική
ηθοδιδακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθοδιδακτικός
ηθοδιδακτικού	adj	γενική ενικού του ηθοδιδακτικός
ηθοδιδακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθοδιδακτικός
ηθοδιδακτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθοδιδακτικός
ηθοδιδακτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθοδιδακτικός
ηθολογία	noun	η μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων (και του ανθρώπου)
ηθολογίας	noun	γενική ενικού του ηθολογία
ηθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθολογία
ηθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθολογικό	adv	με ηθολογική δράση
ηθολογικέ	adj	κλητική ενικού του ηθολογικός
ηθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθολογική
ηθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθολογικός
ηθολογικής	adj	γενική ενικού του ηθολογική
ηθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθολογικός
ηθολογικού	adj	γενική ενικού του ηθολογικός
ηθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθολογικός
ηθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθολογικός
ηθολογικός	adj	σχετικός με την ηθολογία
ηθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθολογικός
ηθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ηθολογία
ηθολογώ	verb	είμαι ηθολόγος ή καταγίνομαι με την ηθολογία
ηθολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ηθολογώ
ηθολόγε	noun	κλητική ενικού του ηθολόγος
ηθολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ηθολόγος
ηθολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθολόγος
ηθολόγος	noun	ο ασχολούμενος με την ηθολογία, ερευνητής που μελετά τα συμπεριφορικά μοτίβα των όντων και τις αιτίες τους
ηθολόγου	noun	γενική ενικού του ηθολόγος
ηθολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηθολόγος
ηθολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ηθολόγος
ηθοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθοπλαστικό	adv	με ηθοπλαστική δράση
ηθοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του ηθοπλαστικός
ηθοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθοπλαστική
ηθοπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηθοπλαστικός
ηθοπλαστικής	adj	γενική ενικού του ηθοπλαστική
ηθοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθοπλαστικός
ηθοπλαστικού	adj	γενική ενικού του ηθοπλαστικός
ηθοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηθοπλαστικός
ηθοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηθοπλαστικός
ηθοπλαστικός	adj	σχετικός με τη διάπλαση του ήθους
ηθοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηθοπλαστικός
ηθοποιέ	noun	κλητική ενικού του ηθοποιός
ηθοποιία	noun	το επάγγελμα του ηθοποιού
ηθοποιίας	noun	γενική ενικού του ηθοποιία
ηθοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηθοποιία
ηθοποιητικά	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικέ	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικές	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητική	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικής	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικοί	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικού	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικούς	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικό	=	ηθοποιητικός
ηθοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την ηθοποιία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ηθοποιητικών	=	ηθοποιητικός
ηθοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηθοποιός
ηθοποιού	noun	γενική ενικού του ηθοποιός
ηθοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηθοποιός
ηθοποιό	noun	αιτιατική ενικού του ηθοποιός
ηθοποιός	noun	καλλιτέχνης του οποίου το επάγγελμα είναι να παίζει ρόλους στο θέατρο, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση
ηθοποιώ	verb|archaic	διαμορφώνω το ήθος ή διαπλάθω τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου
ηθοποιών	noun	γενική πληθυντικού του ηθοποιός
ηθών	=	ήθος
ηκα	=	σαλπάρω
ηκαν	=	σαλπάρω
ηκγ	abbrev	ηλεκτροκαρδιογράφημα
ηκε	=	σαλπάρω
ηκες	=	σαλπάρω
ηλάγρα	noun|formal	εργαλείο για την αφαίρεση ήλων ή άλλων παρόμοιων αντικειμένων
ηλάγρας	noun	γενική ενικού του ηλάγρα
ηλάγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλάγρα
ηλέκτριζα	=	ηλεκτρίζω
ηλέκτριζαν	=	ηλεκτρίζω
ηλέκτριζε	=	ηλεκτρίζω
ηλέκτριζες	=	ηλεκτρίζω
ηλέκτρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλέκτρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλέκτρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλέκτρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλέκτριση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηλεκτρίζω
ηλέκτρισης	=	ηλέκτριση
ηλίανθε	=	ηλίανθος
ηλίανθο	=	ηλίανθος
ηλίανθοι	=	ηλίανθος
ηλίανθος	noun	ποώδες φυτό (Helianthus annuus) με κεφάλια μεγάλες μαργαρίτες που στρέφονται αντίθετα προς τον ήλιο κατά τη διάρκεια της μέρας
ηλίανθου	=	ηλίανθος
ηλίανθους	=	ηλίανθος
ηλίανθων	=	ηλίανθος
ηλίαση	noun	παθολογική αντίδραση του οργανισμού που εκδηλώνεται κυρίως με πονοκέφαλο, ναυτία και εξάντληση, έπειτα από παρατεταμένη έκθεση του ακάλυπτου κεφαλιού στην έντονη ηλιακή ακτινοβολία
ηλίασης	noun	γενική ενικού του ηλίαση
ηλίασμα	noun	άλλη μορφή του ηλιασμός
ηλίθια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλίθιος	adv	κατά τρόπο ηλίθιο, χωρίς προηγούμενη σκέψη για τις συνέπειες μιας πράξης, ανόητα
ηλίθιας	adj	γενική ενικού του ηλίθια
ηλίθιε	adj	κλητική ενικού του ηλίθιος
ηλίθιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλίθια
ηλίθιο	adj	αιτιατική ενικού του ηλίθιος
ηλίθιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλίθιος
ηλίθιος	adj	αυτός που τον χαρακτηρίζει η έλλειψη εξυπνάδας	noun	άνθρωπος χαμηλού διανοητικού ή πνευματικού επιπέδου
ηλίθιου	adj	γενική ενικού του ηλίθιος
ηλίθιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλίθιος
ηλίθιων	adj	γενική πληθυντικού του ηλίθιος
ηλίου	noun	γενική ενικού του ήλιο
ηλίους	=	ήλιος
ηλίων	=	ήλιος
ηλαγρών	noun	γενική πληθυντικού του ηλάγρα
ηλακάτες	=	ηλακάτη
ηλακάτη	noun|formal	η ρόκα, διχαλωτό ξύλο στο οποίο τοποθετείται μία ποσότητα μαλλιού για γνέσιμο
ηλακάτης	=	ηλακάτη
ηλακατών	=	ηλακάτη
ηλεγμένα	=	ηλεγμένος
ηλεγμένε	=	ηλεγμένος
ηλεγμένες	=	ηλεγμένος
ηλεγμένη	=	ηλεγμένος
ηλεγμένης	=	ηλεγμένος
ηλεγμένο	=	ηλεγμένος
ηλεγμένοι	=	ηλεγμένος
ηλεγμένος	adj|archaic	άλλη μορφή του ελεγμένος
ηλεγμένου	=	ηλεγμένος
ηλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλεγμένος
ηλεγμένων	=	ηλεγμένος
ηλεκτράμαξα	noun	σιδηρόδρομος που κινείται με ηλεκτρισμό
ηλεκτράμαξας	=	ηλεκτράμαξα
ηλεκτράμαξες	=	ηλεκτράμαξα
ηλεκτρίζαμε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζαν	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζανε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζατε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζει	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζεις	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζετε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζομαι	verb	με διαπερνά ηλεκτρικώ ρεύμα
ηλεκτρίζοντας	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζουμε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζουν	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζουνε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίζω	verb	προκαλώ τη ροή ηλεκτρικού σώματος μέσα από ένα σώμα
ηλεκτρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσαν	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσανε	=	ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλέκτριση
ηλεκτρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσεων	=	ηλέκτριση
ηλεκτρίσεως	=	ηλέκτριση
ηλεκτρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζω
ηλεκτραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτραγωγό
ηλεκτραγωγέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγές	=	ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγή	=	ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγής	=	ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγού	adj	γενική ενικού του ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτραγωγός
ηλεκτραγωγός	adj	που δρα ως καλός αγωγός του ηλεκτρικού ρεύματος, που επιτρέπει την δίοδο του ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτραγωγός
ηλεκτρακουστικά	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικέ	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικές	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστική	noun	κλάδος που μελετά τη μετατροπή του ήχου σε ηλεκτρικό σήμα και αντιστρόφως, με εφαρμογή σε συσκευές ηχογράφησης και αναπαραγωγής ήχου
ηλεκτρακουστικής	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικοί	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικού	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικούς	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικό	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτρακουστικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτρακουστική ή αναφέρεται σʼ αυτή
ηλεκτρακουστικών	=	ηλεκτρακουστικός
ηλεκτραμαξών	=	ηλεκτράμαξα
ηλεκτραρνητικά	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικέ	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικές	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητική	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικής	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικοί	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικοτήτων	=	ηλεκτραρνητικότητα
ηλεκτραρνητικού	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικούς	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικό	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτραρνητικός	adj	που έχει ισχυρή τάση να έλκει ηλεκτρόνια σε μια χημική ένωση, εμφανίζοντας υψηλή ηλεκτραρνητικότητα και τάση για απόκτηση αρνητικού φορτίου
ηλεκτραρνητικότητα	noun	η ικανότητα ή η τάση ενός ατόμου να έλκει προς τον εαυτό του τα κοινά ηλεκτρόνια σε μια χημική σύνδεση, εκδηλώνοντας χημική προτίμηση στην απόκτηση ηλεκτρονιακού φορτίου
ηλεκτραρνητικότητας	=	ηλεκτραρνητικότητα
ηλεκτραρνητικότητες	=	ηλεκτραρνητικότητα
ηλεκτραρνητικών	=	ηλεκτραρνητικός
ηλεκτρασθενές	=	ηλεκτρασθενής
ηλεκτρασθενή	=	ηλεκτρασθενής
ηλεκτρασθενής	adj	η ηλεκτρασθενής αλληλεπίδραση είναι ο συγκερασμός της ασθενούς αλληλεπίδρασης με την ηλεκτρομαγνητική αλληλεπίδραση
ηλεκτρασθενείς	=	ηλεκτρασθενής
ηλεκτρασθενούς	=	ηλεκτρασθενής
ηλεκτρασθενών	=	ηλεκτρασθενής
ηλεκτρεγερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρεγερτικό
ηλεκτρεγερτικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρεγερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρεγερτική
ηλεκτρεγερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρεγερτικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρεγερτική
ηλεκτρεγερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρεγερτικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρεγερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρεγερτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρεγερτικός	adj	που προκαλεί τη δημιουργία ηλεκτρισμού
ηλεκτρεγερτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρεγερτικός
ηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρικό	adv	με τη χρήση ηλεκτρισμού
ηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρικός
ηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρική
ηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρικός
ηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρική
ηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρικός
ηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρικός
ηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρικός
ηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρικός	noun	το ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτρικός	adj	που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό	noun	σιδηρόδρομος που κινείται με ηλεκτρισμό
ηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρικός
ηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του ηλεκτρισμός
ηλεκτρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρισμένο
ηλεκτρισμένε	verb	κλητική ενικού του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρισμένη
ηλεκτρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμένης	verb	γενική ενικού του ηλεκτρισμένη
ηλεκτρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμένος	verb|figurative	γεμάτος ένταση
ηλεκτρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηλεκτρισμένος
ηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρισμός
ηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του ηλεκτρισμός
ηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρισμός
ηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηλεκτρισμός
ηλεκτρισμός	noun	απόκτηση ηλεκτρικού φορτίου
ηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρισμός
ηλεκτριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρίζομαι
ηλεκτροακουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροακουστικό
ηλεκτροακουστικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροακουστική
ηλεκτροακουστική	noun	κλάδος που μελετά τη μετατροπή του ήχου σε ηλεκτρικό σήμα και αντιστρόφως, με εφαρμογή σε συσκευές ηχογράφησης και αναπαραγωγής ήχου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακουστικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροακουστική
ηλεκτροακουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακουστικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακουστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακουστικός	adj	σχετικός με την ηλεκτροακουστική
ηλεκτροακουστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροακουστικός
ηλεκτροακτινολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμού και τις ακτινοβολίες για τη θεράπευση διαφόρων παθήσεων
ηλεκτροακτινολογίας	=	ηλεκτροακτινολογία
ηλεκτροακτινολογίες	=	ηλεκτροακτινολογία
ηλεκτροακτινολογιών	=	ηλεκτροακτινολογία
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφε	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα	noun	ιατρική εξέταση της ηλεκτροφυσιολογίας του αμφιβληστροειδούς χιτώνος για τυχόντα νοσήματα
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφο	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφοι	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος	noun	όργανο ή μηχάνημα με το οποίο γίνεται το ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφου	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφους	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος
ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφων	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφος
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφήματα	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφήματος	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφία	noun	άλλη μορφή του ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφία
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφίες	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφία
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφημάτων	=	ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα
ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροαμφιβληστροειδογραφία
ηλεκτροανατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροανατομικό
ηλεκτροανατομικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροανατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροανατομική
ηλεκτροανατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροανατομικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροανατομική
ηλεκτροανατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροανατομικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροανατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροανατομικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροανατομικός	adj	που αφορά την χαρτογράφηση κάποιων ανατομικών χαρακτηριστικών με ηλεκτρικά ή άλλα μέσα
ηλεκτροανατομικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροανατομικός
ηλεκτροαποθέσεις	=	ηλεκτροαπόθεση
ηλεκτροαποθέσεων	=	ηλεκτροαπόθεση
ηλεκτροαπόθεση	noun	η εναπόθεση ενός μετάλλου σε κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση
ηλεκτροαπόθεσης	=	ηλεκτροαπόθεση
ηλεκτροαρνητικά	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικέ	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικές	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητική	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικής	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικοί	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικοτήτων	=	ηλεκτροαρνητικότητα
ηλεκτροαρνητικού	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικούς	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικό	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροαρνητικός	adj	άλλη μορφή του ηλεκτραρνητικός
ηλεκτροαρνητικότητα	noun	άλλη μορφή του ηλεκτραρνητικότητα
ηλεκτροαρνητικότητας	=	ηλεκτροαρνητικότητα
ηλεκτροαρνητικότητες	=	ηλεκτροαρνητικότητα
ηλεκτροαρνητικών	=	ηλεκτροαρνητικός
ηλεκτροβάνα	noun	ένας ηλεκτρομηχανικός διακόπτης (βάνα) που ελέγχει τη ροή υγρών ή αερίων με τη βοήθεια ηλεκτρομαγνήτη
ηλεκτροβάνας	=	ηλεκτροβάνα
ηλεκτροβάνες	=	ηλεκτροβάνα
ηλεκτροβανών	=	ηλεκτροβάνα
ηλεκτροβελονισμέ	=	ηλεκτροβελονισμός
ηλεκτροβελονισμοί	=	ηλεκτροβελονισμός
ηλεκτροβελονισμού	=	ηλεκτροβελονισμός
ηλεκτροβελονισμούς	=	ηλεκτροβελονισμός
ηλεκτροβελονισμό	=	ηλεκτροβελονισμός
ηλεκτροβελονισμός	noun	μέθοδος θεραπείας κατά την οποία εφαρμόζεται ηλεκτρικό ρεύμα σε επιλεγμένα σημεία του σώματος, συνήθως μέσω βελονών, με σκοπό τη διέγερσή τους και την επίτευξη θεραπευτικού αποτελέσματος
ηλεκτροβελονισμών	=	ηλεκτροβελονισμός
ηλεκτροβιογένεση	noun	παραγωγή ηλεκτρισμού από ζώντες οργανισμούς
ηλεκτροβιογένεσης	=	ηλεκτροβιογένεση
ηλεκτροβιογενέσεις	=	ηλεκτροβιογένεση
ηλεκτροβιογενέσεων	=	ηλεκτροβιογένεση
ηλεκτροβιολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που μελετά τα ηλεκτρικά φαινόμενα που εμφανίζονται σε ζώντες οργανισμούς
ηλεκτροβιολογίας	=	ηλεκτροβιολογία
ηλεκτροβιολογίες	=	ηλεκτροβιολογία
ηλεκτροβιολογιών	=	ηλεκτροβιολογία
ηλεκτροβιομηχανία	noun	βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή ηλεκτρικών μηχανών
ηλεκτροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροβιομηχανία
ηλεκτροβιομηχανίες	=	ηλεκτροβιομηχανία
ηλεκτροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροβιομηχανία
ηλεκτροβόρα	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρας	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρε	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρες	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρο	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόροι	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρος	adj	που καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειες
ηλεκτροβόρου	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρους	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτροβόρων	=	ηλεκτροβόρος
ηλεκτρογεννήτρια	noun	γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, συσκευή που δουλεύει συνήθως με πετρέλαιο και μετατρέπει τη θερμική ενέργεια σε ηλεκτρική
ηλεκτρογεννήτριας	noun	γενική ενικού του ηλεκτρογεννήτρια
ηλεκτρογεννήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρογεννήτρια
ηλεκτρογεννητριών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρογεννήτρια
ηλεκτρογόνα	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνας	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνε	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνες	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνο	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνοι	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνος	adj	που παράγει ηλεκτρισμό
ηλεκτρογόνου	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνους	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτρογόνων	=	ηλεκτρογόνος
ηλεκτροδίου	=	ηλεκτρόδιο
ηλεκτροδίων	=	ηλεκτρόδιο
ηλεκτροδηγέ	=	ηλεκτροδηγός
ηλεκτροδηγοί	=	ηλεκτροδηγός
ηλεκτροδηγού	=	ηλεκτροδηγός
ηλεκτροδηγούς	=	ηλεκτροδηγός
ηλεκτροδηγό	=	ηλεκτροδηγός
ηλεκτροδηγός	noun	ο οδηγός ηλεκτρικού σιδηροδρόμου
ηλεκτροδηγών	=	ηλεκτροδηγός
ηλεκτροδιάβρωση	noun	μέθοδος κατεργασίας μεταλλικών αντικειμένων με ελεγχόμενες ηλεκτρικές εκκενώσεις σε μονωτικό υγρό, που προκαλούν τη σταδιακή αφαίρεση υλικού
ηλεκτροδιάβρωσης	=	ηλεκτροδιάβρωση
ηλεκτροδιέγερση	noun	η χρήση ηλεκτρισμού για τη διέγερση ιστών, νεύρων ή μυών για την ενεργοποίηση ή την ενίσχυση σωματικών λειτουργιών για θεραπευτικούς, προπονητικούς ή ιατρικούς σκοπούς
ηλεκτροδιέγερσης	=	ηλεκτροδιέγερση
ηλεκτροδιαβρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροδιάβρωση
ηλεκτροδιαβρώσεων	=	ηλεκτροδιάβρωση
ηλεκτροδιαγνωστική	noun	η χρήση του ηλεκτρισμού για τη διάγνωση διαφόρων παθήσεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροδιαγνωστικός
ηλεκτροδιαγνωστικής	=	ηλεκτροδιαγνωστική
ηλεκτροδιακά	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακέ	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακές	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακή	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακής	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακοί	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακού	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακούς	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακό	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιακός	adj	που έχει σχέση με ηλεκτρόδιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
ηλεκτροδιακών	=	ηλεκτροδιακός
ηλεκτροδιεγέρσεις	=	ηλεκτροδιέγερση
ηλεκτροδιεγέρσεων	=	ηλεκτροδιέγερση
ηλεκτροδιεγέρτες	=	ηλεκτροδιεγέρτης
ηλεκτροδιεγέρτη	=	ηλεκτροδιεγέρτης
ηλεκτροδιεγέρτης	noun	συσκευή που παράγει και μεταδίδει ηλεκτρικά ερεθίσματα για τη διέγερση μυών, νεύρων ή άλλων ιστών
ηλεκτροδιεγερτών	=	ηλεκτροδιεγέρτης
ηλεκτροδοτήθηκα	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήθηκαν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήθηκε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήθηκες	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσαν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσανε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροδότηση
ηλεκτροδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροδότηση
ηλεκτροδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηλεκτροδότηση
ηλεκτροδοτήσου	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσουνε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτεί	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτείς	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτείσαι	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτείστε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτείται	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτείτε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτείτο	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθήκαμε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθήκαν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθήκανε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθήκατε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθεί	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθείς	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθείτε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθούμε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθούν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθούνε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτηθώ	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτημένος	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτικά	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικέ	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικές	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτική	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικής	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικοί	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικού	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικούς	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικό	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτροδότηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
ηλεκτροδοτικών	=	ηλεκτροδοτικός
ηλεκτροδοτούμαι	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούμασταν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούμαστε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούμε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούμενος	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούμουν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούμουνα	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούνε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούνται	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούνταν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούντο	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσα	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσαμε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσαν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσανε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσατε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσε	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσες	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσουν	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτούσουνα	=	ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδοτώ	verb	παρέχω ηλεκτρική ενέργεια (πχ. σε μια περιοχή ή ένα κτήριο)
ηλεκτροδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμικό
ηλεκτροδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμική
ηλεκτροδυναμική	noun	κλάδος της φυσικής που μελετά την αμοιβαία επίδραση των ηλεκτρικών ρευμάτων, καθώς και την επίδραση του ηλεκτρικού ρεύματος πάνω στους μαγνήτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροδυναμική
ηλεκτροδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμικός	adj	σχετικός με την ηλεκτροδυναμική
ηλεκτροδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμικός
ηλεκτροδυναμομέτρου	noun	γενική ενικού του ηλεκτροδυναμόμετρο
ηλεκτροδυναμομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμόμετρο
ηλεκτροδυναμόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμόμετρο
ηλεκτροδυναμόμετρο	noun	ηλεκτρομαγνητική συσκευή μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτροδυναμόμετρου	noun	γενική ενικού του ηλεκτροδυναμόμετρο
ηλεκτροδυναμόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροδυναμόμετρο
ηλεκτροδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροδοτώ
ηλεκτροδότηση	noun	η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (π.χ. σε ένα χωριό)
ηλεκτροδότησης	noun	γενική ενικού του ηλεκτροδότηση
ηλεκτροεγκεφαλογράφε	=	ηλεκτροεγκεφαλογράφος
ηλεκτροεγκεφαλογράφημα	noun	η γραφική απεικόνιση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου με τη χρήση ηλεκτροδίων που τοποθετούνται εξωτερικά στο κεφάλι του εξεταζόμενου
ηλεκτροεγκεφαλογράφο	=	ηλεκτροεγκεφαλογράφος
ηλεκτροεγκεφαλογράφοι	=	ηλεκτροεγκεφαλογράφος
ηλεκτροεγκεφαλογράφος	noun	μηχάνημα ή συσκευή που ανιχνεύει την εγκεφαλική βιοηλεκτρική δραστηριότητα και συμβάλλει στη διάγνωση ασθενειών ή παθολογικών καταστάσεων
ηλεκτροεγκεφαλογράφου	=	ηλεκτροεγκεφαλογράφος
ηλεκτροεγκεφαλογράφους	=	ηλεκτροεγκεφαλογράφος
ηλεκτροεγκεφαλογράφων	=	ηλεκτροεγκεφαλογράφος
ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος	noun	γενική ενικού του ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
ηλεκτροεγκεφαλογραφία	noun	η γραφική απεικόνιση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου με τη χρήση ηλεκτροδίων που τοποθετούνται εξωτερικά στο κεφάλι του εξεταζόμενου
ηλεκτροεγκεφαλογραφίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροεγκεφαλογραφία
ηλεκτροεγκεφαλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροεγκεφαλογραφία
ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
ηλεκτροεγκεφαλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροεγκεφαλογραφία
ηλεκτροθεραπεία	noun	μορφή φυσικοθεραπείας που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό για να διεγείρει τους μυϊκούς ιστούς
ηλεκτροθεραπείας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροθεραπεία
ηλεκτροθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροθεραπεία
ηλεκτροθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροθεραπεία
ηλεκτροθερμία	noun	κλάδος της φυσικής και της τεχνολογίας που μελετά και αξιοποιεί την μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμότητα για βιομηχανικούς, θεραπευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς
ηλεκτροθερμίας	=	ηλεκτροθερμία
ηλεκτροθερμίες	=	ηλεκτροθερμία
ηλεκτροθερμικά	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικέ	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικές	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμική	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικής	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικοί	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικού	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικούς	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικό	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτροθερμία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ηλεκτροθερμικών	=	ηλεκτροθερμικός
ηλεκτροθερμιών	=	ηλεκτροθερμία
ηλεκτροθερμόμετρα	=	ηλεκτροθερμόμετρο
ηλεκτροθερμόμετρο	noun	ηλεκτρικό θερμόμετρο
ηλεκτροθερμόμετρου	=	ηλεκτροθερμόμετρο
ηλεκτροθερμόμετρων	=	ηλεκτροθερμόμετρο
ηλεκτροθετικά	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικέ	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικές	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετική	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικής	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικοί	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικοτήτων	=	ηλεκτροθετικότητα
ηλεκτροθετικού	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικούς	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ηλεκτροθετικός
ηλεκτροθετικός	adj	που τείνει να χάνει εύκολα ηλεκτρόνια σχηματίζοντας θετικά ιόντα, λόγω χαμηλής ηλεκτραρνητικότητας
ηλεκτροθετικότητα	noun	η ικανότητα ενός ατόμου να χάνει ευκολότερα ηλεκτρόνια της εξωτερικής του στοιβάδας, δείχνοντας χημική προδιάθεση προς τον σχηματισμό θετικών ιόντων
ηλεκτροθετικότητας	=	ηλεκτροθετικότητα
ηλεκτροθετικότητες	=	ηλεκτροθετικότητα
ηλεκτροθετικών	=	ηλεκτροθετικός
ηλεκτροκάμινε	=	ηλεκτροκάμινος
ηλεκτροκάμινο	=	ηλεκτροκάμινος
ηλεκτροκάμινοι	=	ηλεκτροκάμινος
ηλεκτροκάμινος	noun	καμίνι στο οποίο η ενέργεια προσδίδεται με ηλεκτρισμό (συνήθως κάμινος επεξεργασίας μετάλλων)
ηλεκτροκίνηση	noun	η κίνηση χάρη στον ηλεκτρισμό
ηλεκτροκίνησης	=	ηλεκτροκίνηση
ηλεκτροκίνητα	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητε	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητες	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητης	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητος	adj	που κινείται με ηλεκτρισμό
ηλεκτροκίνητου	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητους	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκίνητων	=	ηλεκτροκίνητος
ηλεκτροκαμίνου	=	ηλεκτροκάμινος
ηλεκτροκαμίνους	=	ηλεκτροκάμινος
ηλεκτροκαμίνων	=	ηλεκτροκάμινος
ηλεκτροκαρδιογράφε	=	ηλεκτροκαρδιογράφος
ηλεκτροκαρδιογράφημα	noun	η γραφική παράσταση που εκτυπώνει ο ηλεκτροκαρδιογράφος και απεικονίζει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς
ηλεκτροκαρδιογράφο	=	ηλεκτροκαρδιογράφος
ηλεκτροκαρδιογράφοι	=	ηλεκτροκαρδιογράφος
ηλεκτροκαρδιογράφος	noun	μηχάνημα ή συσκευή που κάνει ηλεκτροκαρδιογραφήματα
ηλεκτροκαρδιογράφου	=	ηλεκτροκαρδιογράφος
ηλεκτροκαρδιογράφους	=	ηλεκτροκαρδιογράφος
ηλεκτροκαρδιογράφων	=	ηλεκτροκαρδιογράφος
ηλεκτροκαρδιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροκαρδιογράφημα
ηλεκτροκαρδιογραφήματος	noun	γενική ενικού του ηλεκτροκαρδιογράφημα
ηλεκτροκαρδιογραφία	noun	η διαγνωστική εξέταση της λειτουργίας της καρδιάς με ειδικό όργανο, τον ηλεκτροκαρδιογράφο, που καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς και εκτυπώνει μία γραφική απεικόνισή της (ηλεκτροκαρδιογράφημα)
ηλεκτροκαρδιογραφίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροκαρδιογραφία
ηλεκτροκαρδιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροκαρδιογραφία
ηλεκτροκαρδιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροκαρδιογράφημα
ηλεκτροκαρδιογραφικά	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικέ	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικές	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφική	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικής	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικοί	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικού	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικούς	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικό	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφικός	adj	που έχει σχέση με ηλεκτροκαρδιογραφία ή ηλεκτροκαρδιογράφημα ή αναφέρεται σʼ αυτά
ηλεκτροκαρδιογραφικών	=	ηλεκτροκαρδιογραφικός
ηλεκτροκαρδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροκαρδιογραφία
ηλεκτροκαυτηρίαση	noun	τεχνική που χρησιμοποιεί ένα ηλεκτρικό ρεύμα για να κόψει ή να δημιουργήσει ουλές σε ιστό, η οποία χρησιμοποιείται συχνά στη χειρουργική για την αφαίρεση ανεπιθύμητων ιστών
ηλεκτροκαυτηρίασης	=	ηλεκτροκαυτηρίαση
ηλεκτροκαυτηριάσεις	=	ηλεκτροκαυτηρίαση
ηλεκτροκαυτηριάσεων	=	ηλεκτροκαυτηρίαση
ηλεκτροκεφαλογράφημα	noun	ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
ηλεκτροκεφαλογραφήματα	=	ηλεκτροκεφαλογράφημα
ηλεκτροκεφαλογραφήματος	=	ηλεκτροκεφαλογράφημα
ηλεκτροκεφαλογραφημάτων	=	ηλεκτροκεφαλογράφημα
ηλεκτροκινήσεις	=	ηλεκτροκίνηση
ηλεκτροκινήσεων	=	ηλεκτροκίνηση
ηλεκτροκινήσεως	=	ηλεκτροκίνηση
ηλεκτροκινητήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ηλεκτροκινητήρας
ηλεκτροκινητήρας	noun	κινητήρας που τίθεται σε λειτουργία με ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτροκινητήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροκινητήρας
ηλεκτροκινητήρων	=	ηλεκτροκινητήρας
ηλεκτροκινητικά	=	ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικέ	=	ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικές	=	ηλεκτροκινητική
ηλεκτροκινητική	noun	κλάδος της ηλεκτρολογίας που μελετά τα φαινόμενα που προκαλούνται από την κίνηση ηλεκτρικών φορτίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικής	=	ηλεκτροκινητική
ηλεκτροκινητικοί	=	ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικού	=	ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικούς	=	ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικό	=	ηλεκτροκινητικός
ηλεκτροκινητικός	adj	που έχει σχέση με το ηλεκτροκινητική ή με φαινόμενα κίνησης που προκαλούνται από ηλεκτρικά φορτία
ηλεκτροκινητικών	=	ηλεκτροκινητική
ηλεκτροκολλήσεις	=	ηλεκτροκόλληση
ηλεκτροκολλήσεων	=	ηλεκτροκόλληση
ηλεκτροκολλήσεως	=	ηλεκτροκόλληση
ηλεκτροκόλληση	noun	μέθοδος ένωσης μετάλλων με τήξη των άκρων τους μέσω ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτροκόλλησης	=	ηλεκτροκόλληση
ηλεκτροληψία	noun	η λήψη ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτροληψίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροληψία
ηλεκτροληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροληψία
ηλεκτροληψιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροληψία
ηλεκτρολογία	noun	επιστήμη που ασχολείται με την τεχνολογία του ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτρολογίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτρολογία
ηλεκτρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολογία
ηλεκτρολογεία	=	ηλεκτρολογείο
ηλεκτρολογείο	noun	το κατάστημα ή το εργαστήριο ενός ηλεκτρολόγου
ηλεκτρολογείου	=	ηλεκτρολογείο
ηλεκτρολογείων	=	ηλεκτρολογείο
ηλεκτρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολογικό
ηλεκτρολογικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολογική
ηλεκτρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρολογική
ηλεκτρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογικός	adj	σχετικός με την ηλεκτρολογία και τον ηλεκτρολόγο
ηλεκτρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρολογικός
ηλεκτρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρολογία
ηλεκτρολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολυτικό
ηλεκτρολυτικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολυτική
ηλεκτρολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρολυτική
ηλεκτρολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτικός	adj	που αναφέρεται ή συμβάλλει στην ηλεκτρόλυση
ηλεκτρολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρολυτικός
ηλεκτρολυτών	=	ηλεκτρολύτης
ηλεκτρολόγε	noun	κλητική ενικού του ηλεκτρολόγος
ηλεκτρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ηλεκτρολόγος
ηλεκτρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρολόγος
ηλεκτρολόγος	noun	τεχνίτης ή επιστήμονας που ασχολείται επαγγελματικά με τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις ή γενικότερα με την ηλεκτρολογία
ηλεκτρολόγου	noun	γενική ενικού του ηλεκτρολόγος
ηλεκτρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρολόγος
ηλεκτρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρολόγος
ηλεκτρολύομαι	=	ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρόλυση
ηλεκτρολύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσεων	=	ηλεκτρόλυση
ηλεκτρολύσεως	=	ηλεκτρόλυση
ηλεκτρολύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρολύτες	=	ηλεκτρολύτης
ηλεκτρολύτη	=	ηλεκτρολύτης
ηλεκτρολύτης	noun	ουσία που διαλύεται στο νερό παράγοντας ιόντα
ηλεκτρολύω	verb	προκαλώ ηλεκτρόλυση
ηλεκτρομάλαξη	noun	μάλαξη με τη βοήθεια ηλεκτρικής συσκευής ή μηχανήματος
ηλεκτρομάλαξης	=	ηλεκτρομάλαξη
ηλεκτρομέτρου	=	ηλεκτρόμετρο
ηλεκτρομέτρων	=	ηλεκτρόμετρο
ηλεκτρομαγνήτες	=	ηλεκτρομαγνήτης
ηλεκτρομαγνήτη	=	ηλεκτρομαγνήτης
ηλεκτρομαγνήτης	noun	μαγνήτης που δημιουργεί μαγνητικό πεδίο με τη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος από πηνίο, συνήθως γύρω από σιδηρομαγνητικό πυρήνα
ηλεκτρομαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητικό
ηλεκτρομαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητική
ηλεκτρομαγνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρομαγνητική
ηλεκτρομαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητικός	adj	σχετικός με τον ηλεκτρομαγνητισμό
ηλεκτρομαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητικός
ηλεκτρομαγνητισμέ	noun	κλητική ενικού του ηλεκτρομαγνητισμός
ηλεκτρομαγνητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητισμός
ηλεκτρομαγνητισμού	noun	γενική ενικού του ηλεκτρομαγνητισμός
ηλεκτρομαγνητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητισμός
ηλεκτρομαγνητισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηλεκτρομαγνητισμός
ηλεκτρομαγνητισμός	noun	κλάδος της φυσικής που εξετάζει τη σχέση ηλεκτρικών πεδίων, μαγνητικών πεδίων, ηλεκτρικού ρεύματος και κινούμενων ηλεκτρικών φορτίων
ηλεκτρομαγνητισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρομαγνητισμός
ηλεκτρομαγνητών	=	ηλεκτρομαγνήτης
ηλεκτρομαλάξεις	=	ηλεκτρομάλαξη
ηλεκτρομαλάξεων	=	ηλεκτρομάλαξη
ηλεκτρομασάζ	noun	η ηλεκτρομάλαξη
ηλεκτροματσάκονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροματσάκονο
ηλεκτροματσάκονο	noun	επαναληπτικό κρουστικό εργαλείο η άκρη του οποίου καταλήγει σε ματσακόνι που λειτουργεί με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτροματσάκονου	=	ηλεκτροματσάκονο
ηλεκτροματσάκονων	=	ηλεκτροματσάκονο
ηλεκτρομειωτήρα	=	ηλεκτρομειωτήρας
ηλεκτρομειωτήρας	noun	ηλεκτρικός μειωτήρας
ηλεκτρομειωτήρες	=	ηλεκτρομειωτήρας
ηλεκτρομειωτήρων	=	ηλεκτρομειωτήρας
ηλεκτρομεταλλουργία	noun	κλάδος της μεταλλουργίας που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό για την μετατροπή των μεταλλευμάτων, μετάλλων, κραμάτων, κ.α.
ηλεκτρομεταλλουργίας	=	ηλεκτρομεταλλουργία
ηλεκτρομεταλλουργίες	=	ηλεκτρομεταλλουργία
ηλεκτρομεταλλουργιών	=	ηλεκτρομεταλλουργία
ηλεκτρομετρία	noun	το σύνολο των μεθόδων που επιτρέπουν τη μέτρηση ηλεκτρικών μεγεθών
ηλεκτρομετρίας	=	ηλεκτρομετρία
ηλεκτρομετρίες	=	ηλεκτρομετρία
ηλεκτρομετριών	=	ηλεκτρομετρία
ηλεκτρομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανή
ηλεκτρομηχανή	noun	κάθε μηχανή που λειτουργεί με ηλεκτρισμό
ηλεκτρομηχανής	=	ηλεκτρομηχανή
ηλεκτρομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανικό
ηλεκτρομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανική
ηλεκτρομηχανική	noun	η εφαρμογή του ηλεκτρικού ρεύματος στη μηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρομηχανική
ηλεκτρομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανικός	adj	σχετικός με τον έλεγχο ή τον χειρισμό κάποιας μηχανής με ηλεκτρικά όργανα	noun	ο μηχανικός ηλεκτρολόγος που ειδικεύεται στην σχεδίαση, κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρομηχανικών συσκευών
ηλεκτρομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανικός
ηλεκτρομηχανολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανολογικό
ηλεκτρομηχανολογικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανολογική
ηλεκτρομηχανολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανολογικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρομηχανολογική
ηλεκτρομηχανολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανολογικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανολογικός	adj	που αφορά μηχανές τροφοδοτούμενες με ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτρομηχανολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρομηχανολογικός
ηλεκτρομηχανών	=	ηλεκτρομηχανή
ηλεκτρομυογράφε	=	ηλεκτρομυογράφος
ηλεκτρομυογράφημα	noun	γραφική παράσταση της ηλεκτρικής δραστηριότητας όπως γίνεται στην ηλεκτρομυογραφία
ηλεκτρομυογράφο	=	ηλεκτρομυογράφος
ηλεκτρομυογράφοι	=	ηλεκτρομυογράφος
ηλεκτρομυογράφος	noun	ιατρική συσκευή που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της λειτουργίας του μυικού συστήματος με την καταγραφή των ηλεκτρικών σημάτων που παράγονται από τους μύες κατά την συστολή και χαλάρωσή τους, καθώς και τις διακυμάνσεις αυτών των σημάτων κατά τη διάρκεια διαφορετικών εντολών από τον εγκέφαλο ή από άλλα μέρη του νευρικού συστήματος
ηλεκτρομυογράφου	=	ηλεκτρομυογράφος
ηλεκτρομυογράφους	=	ηλεκτρομυογράφος
ηλεκτρομυογράφων	=	ηλεκτρομυογράφος
ηλεκτρομυογραφήματα	=	ηλεκτρομυογράφημα
ηλεκτρομυογραφήματος	=	ηλεκτρομυογράφημα
ηλεκτρομυογραφία	noun	διαγνωστική εξέταση με την οποία καταγράφεται η σωστή ή λανθασμένη λειτουργία των μυών και των νεύρων
ηλεκτρομυογραφίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτρομυογραφία
ηλεκτρομυογραφίες	=	ηλεκτρομυογραφία
ηλεκτρομυογραφημάτων	=	ηλεκτρομυογράφημα
ηλεκτρομυογραφικά	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικέ	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικές	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφική	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ηλεκτρομυογραφική) του ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικοί	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικού	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικούς	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικό	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτρομυογραφία, το ηλεκτρομυογράφημα ή τον ηλεκτρομυογράφο ή αναφέρεται σ' αυτά
ηλεκτρομυογραφικών	=	ηλεκτρομυογραφικός
ηλεκτρομυογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρομυογραφία
ηλεκτρονίου	noun	γενική ενικού του ηλεκτρόνιο
ηλεκτρονίων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρόνιο
ηλεκτρονιακά	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακέ	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακές	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακή	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακής	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακοί	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακού	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακούς	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακό	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονιακός	adj	που σχετίζεται με το ηλεκτρόνιο
ηλεκτρονιακών	=	ηλεκτρονιακός
ηλεκτρονικά	adv	με ηλεκτρονικό τρόπο	noun	κατάστημα αναψυχής που διαθέτει μεγάλες κονσόλες ηλεκτρονικών παιχνιδιών
ηλεκτρονικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρονική
ηλεκτρονική	noun	επιστήμη που ασχολείται με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτρονική
ηλεκτρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονικοποίει	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποίησα	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποίησαν	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποίησε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποίησες	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποίηση	noun	η μετατροπή κάποιων διαδικασιών σε ηλεκτρονικές και η διεκπεραίωσή τους με ηλεκτρονικό τρόπο
ηλεκτρονικοποίησης	=	ηλεκτρονικοποίηση
ηλεκτρονικοποιήσαμε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιήσαν	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιήσανε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιήσατε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιήσει	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιήσεις	=	ηλεκτρονικοποίηση
ηλεκτρονικοποιήσεων	=	ηλεκτρονικοποίηση
ηλεκτρονικοποιήστε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιεί	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιείς	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιείτε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρονικοποιημένο
ηλεκτρονικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρονικοποιημένη
ηλεκτρονικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιημένης	verb	γενική ενικού του ηλεκτρονικοποιημένη
ηλεκτρονικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιημένος	verb	που παράχθηκε από ηλεκτρονικοποίηση
ηλεκτρονικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηλεκτρονικοποιημένος
ηλεκτρονικοποιούμε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούν	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούνε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσα	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσαμε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσαν	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσανε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσατε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσε	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιούσες	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικοποιώ	verb	μετατρέπω μια διαδικασία, υπηρεσία ή λειτουργία ώστε να εκτελείται με ηλεκτρονικά μέσα και πληροφοριακά συστήματα
ηλεκτρονικοποιώντας	=	ηλεκτρονικοποιώ
ηλεκτρονικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονικός	noun	τεχνίτης της ηλεκτρονικής	adj	σχετικός με την ηλεκτρονική
ηλεκτρονικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτρονικός
ηλεκτρονιοβόλτ	noun	μονάδα μέτρησης της ενέργειας σε ατομικό και υποατομικό επίπεδο
ηλεκτρονιόφιλα	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλε	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλες	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλη	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλης	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλο	noun	χημικό σωματίδιο που σχηματίζει δεσμό με άλλο, δεχόμενο από αυτό ένα ζεύγος ηλεκτρονίων
ηλεκτρονιόφιλοι	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλος	adj	που έχει την τάση να δέχεται ζεύγος ηλεκτρονίων από άλλο χημικό σωματίδιο, σχηματίζοντας χημικό δεσμό, ή σχετίζεται με αυτή τη δράση
ηλεκτρονιόφιλου	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλους	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτρονιόφιλων	=	ηλεκτρονιόφιλος
ηλεκτροοπτικά	=	ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικέ	=	ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικές	=	ηλεκτροοπτική
ηλεκτροοπτική	noun	άλλη μορφή του ηλεκτροπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικής	=	ηλεκτροοπτική
ηλεκτροοπτικοί	=	ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικού	=	ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικούς	=	ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικό	=	ηλεκτροοπτικός
ηλεκτροοπτικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτροοπτική ή αναφέρεται σʼ αυτή
ηλεκτροοπτικών	=	ηλεκτροοπτική
ηλεκτροπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγό
ηλεκτροπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροπαραγωγός
ηλεκτροπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγή
ηλεκτροπαραγωγή	noun	η παραγωγή ηλεκτρισμού
ηλεκτροπαραγωγής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροπαραγωγή
ηλεκτροπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγικό
ηλεκτροπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγική
ηλεκτροπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροπαραγωγική
ηλεκτροπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγικός	adj	ο σχετικός με την ηλεκτροπαραγωγή
ηλεκτροπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγικός
ηλεκτροπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγός
ηλεκτροπαραγωγού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροπαραγωγός
ηλεκτροπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγός
ηλεκτροπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροπαραγωγός
ηλεκτροπαραγωγός	noun	άνθρωπος που διαθέτει μονάδα ηλεκτροπαραγωγής	adj	που παράγει ηλεκτρισμό
ηλεκτροπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροπαραγωγός
ηλεκτροπληξία	noun	η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης τάσης ή/και έντασης από τους ιστούς ζωντανού οργανισμού, συνήθως ως αποτέλεσμα ατυχήματος, καθώς και οι βλάβες που προκαλούνται εξαιτίας της έκθεσης αυτής (π.χ. στο νευρικό σύστημα, τη λειτουργία της καρδιάς, καταστροφή μυϊκού ιστού, εγκαύματα)
ηλεκτροπληξίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροπληξία
ηλεκτροπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπληξία
ηλεκτροπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροπληξία
ηλεκτροπνευματικά	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικέ	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικές	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματική	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικής	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικοί	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικού	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικούς	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικό	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπνευματικός	adj	που λειτουργεί με συνδυασμό ηλεκτρικής ενέργειας και πίεσης αερίου, συνήθως αέρα
ηλεκτροπνευματικών	=	ηλεκτροπνευματικός
ηλεκτροπορώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπόρωση
ηλεκτροπορώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροπόρωση
ηλεκτροπορώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηλεκτροπόρωση
ηλεκτροπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπτικό
ηλεκτροπτικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπτική
ηλεκτροπτική	noun	κλάδος της οπτικής που μελετά πώς τα ηλεκτρικά πεδία μεταβάλλουν τις οπτικές ιδιότητες των υλικών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπτικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροπτική
ηλεκτροπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπτικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπτικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτροπτική ή αναφέρεται σʼ αυτή
ηλεκτροπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροπτικός
ηλεκτροπόντα	noun	συσκευή που συγκολλά μεταλλικά ελάσματα σε επιμέρους σημεία, με πίεση και θερμότητα που παράγεται από ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτροπόντας	=	ηλεκτροπόντα
ηλεκτροπόντες	=	ηλεκτροπόντα
ηλεκτροπόπ	noun	είδος ποπ με κυρίαρχη χρήση ηλεκτρονικών οργάνων (ιδίως συνθετητών) και ψηφιακής επεξεργασίας ήχου
ηλεκτροπόρωση	noun	(χημεία, βιοχημεία_ μέθοδος με την οποία κύτταρα που δέχονται ηλεκτρικό ερεθισμό δημιουργούν προσωρινούς πόρους στη μεμβράνη τους επιτρέποντας έτσι κάποιες ουσίες να εισέλθουν στο εσωτερικό τους
ηλεκτροπόρωσης	noun	γενική ενικού του ηλεκτροπόρωση
ηλεκτροσκοπίου	noun	γενική ενικού του ηλεκτροσκόπιο
ηλεκτροσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροσκόπιο
ηλεκτροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροσκόπιο
ηλεκτροσκόπιο	noun	οποιαδήποτε συσκευή που εξετάζει εάν ένα σώμα περιέχει ηλεκτρισμό, καθώς και το είδος αυτού το ηλεκτρισμού
ηλεκτροσκόπιου	=	ηλεκτροσκόπιο
ηλεκτροσπασμοθεραπεία	noun	μέθοδος θεραπείας σοβαρών ψυχικών διαταραχών, κατά την οποία ηλεκτρικό ρεύμα προκαλεί σύντομη, ελεγχόμενη επιληπτική κρίση στον εγκέφαλο, υπό γενική αναισθησία
ηλεκτροσπασμοθεραπείας	=	ηλεκτροσπασμοθεραπεία
ηλεκτροσπασμοθεραπείες	=	ηλεκτροσπασμοθεραπεία
ηλεκτροσπασμοθεραπειών	=	ηλεκτροσπασμοθεραπεία
ηλεκτροστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροστατικό
ηλεκτροστατικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροστατική
ηλεκτροστατική	noun	τμήμα της φυσικής που μελετά τα ηλεκτρικά φορτία σε ισορροπία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροστατικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροστατική
ηλεκτροστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροστατικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροστατικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροστατικός	adj	σχετικός με τον στατικό ηλεκτρισμό
ηλεκτροστατικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροστατικός
ηλεκτροσυγκολλήσεις	=	ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυγκολλήσεων	=	ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυγκολλήσεως	=	ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυγκολλήτρια	=	ηλεκτροσυγκολλητής
ηλεκτροσυγκολλητά	=	ηλεκτροσυγκολλητός
ηλεκτροσυγκολλητέ	=	ηλεκτροσυγκολλητός
ηλεκτροσυγκολλητές	=	ηλεκτροσυγκολλητής
ηλεκτροσυγκολλητή	=	ηλεκτροσυγκολλητής
ηλεκτροσυγκολλητής	noun	ο εργάτης που συγκολλά μέταλλα με την ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυγκολλητοί	=	ηλεκτροσυγκολλητός
ηλεκτροσυγκολλητού	=	ηλεκτροσυγκολλητός
ηλεκτροσυγκολλητούς	=	ηλεκτροσυγκολλητός
ηλεκτροσυγκολλητό	=	ηλεκτροσυγκολλητός
ηλεκτροσυγκολλητός	adj	που έχει ενωθεί ή κατασκευαστεί με ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυγκολλητών	=	ηλεκτροσυγκολλητής
ηλεκτροσυγκολλώ	adj	κάνω ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυγκόλληση	noun	άλλη μορφή του ηλεκτροκόλληση
ηλεκτροσυγκόλλησης	=	ηλεκτροσυγκόλληση
ηλεκτροσυντήξεις	=	ηλεκτροσύντηξη
ηλεκτροσυντήξεων	=	ηλεκτροσύντηξη
ηλεκτροσυσσωρευτές	=	ηλεκτροσυσσωρευτής
ηλεκτροσυσσωρευτή	=	ηλεκτροσυσσωρευτής
ηλεκτροσυσσωρευτής	noun	οποιαδήποτε συσκευή που αποταμιεύει ηλεκτρική ενέργεια προκειμένου να την αποδώσει αργότερα, κοινώς μπαταρία
ηλεκτροσυσσωρευτών	=	ηλεκτροσυσσωρευτής
ηλεκτροσυστολές	=	ηλεκτροσυστολή
ηλεκτροσυστολή	noun	το ηλεκτρομηχανικό φαινόμενο της αλλαγής των διαστάσεων και του σχήματος ενός διηλεκτρικού κρυσταλλικού υλικού ως αποτέλεσμα του επαναπροσανατολισμού των πολικών του μορίων, όταν αυτό τοποθετηθεί σε ηλεκτρικό πεδίο
ηλεκτροσυστολής	=	ηλεκτροσυστολή
ηλεκτροσυστολών	=	ηλεκτροσυστολή
ηλεκτροσόκ	noun	η διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος σε ζωντανό οργανισμό
ηλεκτροσύντηξη	noun	η χρήση ηλεκτρικού ρεύματος για τη σύντηξη μετάλλων
ηλεκτροσύντηξης	=	ηλεκτροσύντηξη
ηλεκτροτεχνία	noun	ο τεχνολογικός κλάδος ο σχετικός με τις εφαρμογές του ηλεκτρισμού, την κατασκευή, επισκευή και συντήρηση ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, δικτύων, μηχανημάτων κ.λπ.
ηλεκτροτεχνίας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροτεχνία
ηλεκτροτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνία
ηλεκτροτεχνίτες	=	ηλεκτροτεχνίτης
ηλεκτροτεχνίτη	=	ηλεκτροτεχνίτης
ηλεκτροτεχνίτης	noun	τεχνίτης,απόφοιτος μέσης τεχνικής σχολής, που έχει ειδικευτεί στον χειρισμό, επισκευή και συντήρηση ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, δικτύων ή μηχανημάτων
ηλεκτροτεχνίτρια	noun	θηλυκό του ηλεκτροτεχνίτης
ηλεκτροτεχνίτριας	=	ηλεκτροτεχνίτρια
ηλεκτροτεχνίτριες	=	ηλεκτροτεχνίτρια
ηλεκτροτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνικό
ηλεκτροτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνική
ηλεκτροτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροτεχνική
ηλεκτροτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνικός	adj	σχετικός με τις τεχνικές εφαρμογές του ηλεκτρισμού
ηλεκτροτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνικός
ηλεκτροτεχνιτριών	=	ηλεκτροτεχνίτρια
ηλεκτροτεχνιτών	=	ηλεκτροτεχνίτης
ηλεκτροτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροτεχνία
ηλεκτροφορήσεις	=	ηλεκτροφόρηση
ηλεκτροφορήσεων	=	ηλεκτροφόρηση
ηλεκτροφορητικά	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικέ	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικές	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητική	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικής	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικοί	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικού	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικούς	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικό	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφορητικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτροφόρηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ηλεκτροφορητικών	=	ηλεκτροφορητικός
ηλεκτροφυσιολογία	noun	μελέτη των ηλεκτρικών ιδιοτήτων των κυττάρων
ηλεκτροφυσιολογίας	=	ηλεκτροφυσιολογία
ηλεκτροφυσιολογίες	=	ηλεκτροφυσιολογία
ηλεκτροφυσιολογιών	=	ηλεκτροφυσιολογία
ηλεκτροφωτίζαμε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζαν	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζανε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζατε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζει	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζεις	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζετε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζομαι	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζοντας	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζουμε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζουν	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζουνε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίζω	verb	φωτίζω χάρη στο ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτροφωτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσαν	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσανε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροφώτιση
ηλεκτροφωτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσεων	=	ηλεκτροφώτιση
ηλεκτροφωτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφωταυγειών	=	ηλεκτροφωταύγεια
ηλεκτροφωταύγεια	noun	οπτικό και ηλεκτρικό φαινόμενο κατά τη διάρκεια του οποίου ένα υλικό παράγει φως υπό την επίδραση ενός ηλεκτρικού ρεύματος που το διαπερνά ή ενός έντονου ηλεκτρικού πεδίου
ηλεκτροφωταύγειας	=	ηλεκτροφωταύγεια
ηλεκτροφωταύγειες	=	ηλεκτροφωταύγεια
ηλεκτροφωτισμέ	noun	κλητική ενικού του ηλεκτροφωτισμός
ηλεκτροφωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμένο
ηλεκτροφωτισμένε	verb	κλητική ενικού του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμένη
ηλεκτροφωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμένης	verb	γενική ενικού του ηλεκτροφωτισμένη
ηλεκτροφωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμένος	verb	που έχει ηλεκτροφωτιστεί
ηλεκτροφωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηλεκτροφωτισμένος
ηλεκτροφωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμός
ηλεκτροφωτισμού	noun	γενική ενικού του ηλεκτροφωτισμός
ηλεκτροφωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμός
ηλεκτροφωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηλεκτροφωτισμός
ηλεκτροφωτισμός	noun	φωτισμός χάρη στο ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτροφωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροφωτισμός
ηλεκτροφόρα	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρας	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρε	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρες	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρη	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρηση	noun	μέθοδος διαχωρισμού σωματιδίων που φέρουν διαφορετικά ηλεκτρικά φορτία, που πραγματοποιείται σε ειδική συσκευή με κατάλληλο ρυθμιστικό διάλυμα
ηλεκτροφόρησης	=	ηλεκτροφόρηση
ηλεκτροφόρο	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροα	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροε	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροες	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροη	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροης	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροι	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροο	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροοι	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροος	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροου	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροους	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρος	adj	που επιτρέπει την κυκλοφορία του ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτροφόρου	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρους	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόροων	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφόρων	=	ηλεκτροφόρος
ηλεκτροφώτιζα	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτιζαν	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτιζε	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτιζες	=	ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτροφωτίζω
ηλεκτροφώτιση	noun	φωτισμός χάρη στο ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτροφώτισης	=	ηλεκτροφώτιση
ηλεκτροφώτιστα	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστε	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστες	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστη	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστης	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστο	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστοι	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστος	adj	που φωτίζεται χάρη στο ηλεκτρικό ρεύμα
ηλεκτροφώτιστου	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστους	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροφώτιστων	=	ηλεκτροφώτιστος
ηλεκτροχειρουργικά	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικέ	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικές	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργική	noun	χειρουργική τεχνική που χρησιμοποιεί τη θερμότητα ηλεκτρικής προέλευσης για την κοπή ή καταστροφή ιστών και την αιμόσταση
ηλεκτροχειρουργικής	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικοί	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικού	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικούς	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικό	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχειρουργικός	adj	που έχει σχέση με την ηλεκτροχειρουργική ή αναφέρεται σʼ αυτή
ηλεκτροχειρουργικών	=	ηλεκτροχειρουργικός
ηλεκτροχημεία	noun	ο κλάδος της χημείας που ασχολείται με την παρατήρηση φαινομένων μεταφοράς ηλεκτρικού φορτίου δια μέσου διεπιφανειών, και πως αυτά επηρεάζουν το περιβάλλον στο οποίο λαμβάνουν χώρα
ηλεκτροχημείας	noun	γενική ενικού του ηλεκτροχημεία
ηλεκτροχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροχημεία
ηλεκτροχημειών	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτροχημεία
ηλεκτροχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροχημικό
ηλεκτροχημικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροχημική
ηλεκτροχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροχημικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροχημική
ηλεκτροχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροχημικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροχημικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροχημικός	adj	σχετικός με την ηλεκτροχημεία
ηλεκτροχημικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροχημικός
ηλεκτροϋδραυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροϋδραυλικό
ηλεκτροϋδραυλικέ	adj	κλητική ενικού του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτροϋδραυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροϋδραυλική
ηλεκτροϋδραυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτροϋδραυλικής	adj	γενική ενικού του ηλεκτροϋδραυλική
ηλεκτροϋδραυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτροϋδραυλικού	adj	γενική ενικού του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτροϋδραυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτροϋδραυλικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτροϋδραυλικός	adj	που αφορά κάποιον που λειτουργεί με ηλεκτρισμό και υδραυλικές μεθόδους
ηλεκτροϋδραυλικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλεκτροϋδραυλικός
ηλεκτρωσμώσεις	=	ηλεκτρώσμωση
ηλεκτρωσμώσεων	=	ηλεκτρώσμωση
ηλεκτρόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρόδιο
ηλεκτρόδιο	noun	αγώγιμο υλικό μέσω του οποίου μεταφέρεται ηλεκτρικό φορτίο μεταξύ ενός αγωγού και ενός κυκλώματος, υγρού ή άλλου σώματος
ηλεκτρόδιου	=	ηλεκτρόδιο
ηλεκτρόδιων	=	ηλεκτρόδιο
ηλεκτρόλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρόλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρόλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρόλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηλεκτρολύω
ηλεκτρόλυση	noun	χημική αντίδραση διάσπασης η οποία γίνεται με τη βοήθεια συνεχούς ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτρόλυσης	=	ηλεκτρόλυση
ηλεκτρόμετρα	=	ηλεκτρόμετρο
ηλεκτρόμετρο	noun|dated	συσκευή μέτρησης της τάση του ηλεκτρικού ρεύματος
ηλεκτρόμετρου	=	ηλεκτρόμετρο
ηλεκτρόμετρων	=	ηλεκτρόμετρο
ηλεκτρόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρόνιο
ηλεκτρόνιο	noun	το στοιχειώδες σωματίδιο που έχει αρνητικό φορτίο και κινείται σε τροχιά γύρω από τον πυρήνα ενός ατόμου
ηλεκτρόνιου	=	ηλεκτρόνιο
ηλεκτρόφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεκτρόφωνο
ηλεκτρόφωνο	noun|dated	ηλεκτρική συσκευή αναπαραγωγής ήχου από δίσκους βινυλίου όπως το πικάπ, το τζουκ μποξ
ηλεκτρόφωνου	noun	γενική ενικού του ηλεκτρόφωνο
ηλεκτρόφωνων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεκτρόφωνο
ηλεκτρώσμωση	noun	η δίοδος ιόντων ενός διαλύματος μέσα από πορώδη μεμβράνη υπό την επίδραση ενός ηλεκτρικού πεδίου
ηλεκτρώσμωσης	=	ηλεκτρώσμωση
ηλεμήνυμα	noun|rare	μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
ηλεμηνυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηλεμήνυμα
ηλεμηνύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλεμήνυμα
ηλεμηνύματος	noun	γενική ενικού του ηλεμήνυμα
ηλεμπόριο	noun|rare	το ηλεκτρονικό εμπόριο
ηλετάξη	noun|rare	ψηφιακή / εικονική τάξη / «αίθουσα» διδασκαλίας
ηλεταχυδρομείο	noun|rare	το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
ηλιάζαμε	=	ηλιάζω
ηλιάζαν	=	ηλιάζω
ηλιάζανε	=	ηλιάζω
ηλιάζατε	=	ηλιάζω
ηλιάζε	=	ηλιάζω
ηλιάζει	=	ηλιάζω
ηλιάζεις	=	ηλιάζω
ηλιάζεσαι	=	ηλιάζω
ηλιάζεστε	=	ηλιάζω
ηλιάζεται	=	ηλιάζω
ηλιάζετε	=	ηλιάζω
ηλιάζομαι	=	ηλιάζω
ηλιάζομε	=	ηλιάζω
ηλιάζονται	=	ηλιάζω
ηλιάζονταν	=	ηλιάζω
ηλιάζοντας	=	ηλιάζω
ηλιάζουμε	=	ηλιάζω
ηλιάζουν	=	ηλιάζω
ηλιάζουνε	=	ηλιάζω
ηλιάζω	verb	λιάζω
ηλιάλευρα	=	ηλιάλευρο
ηλιάλευρο	noun	άλευρο που προέρχεται από την άλεση και επεξεργασία του ηλιόσπορου
ηλιάλευρου	=	ηλιάλευρο
ηλιάλευρων	=	ηλιάλευρο
ηλιάσαμε	=	ηλιάζω
ηλιάσαν	=	ηλιάζω
ηλιάσανε	=	ηλιάζω
ηλιάσατε	=	ηλιάζω
ηλιάσε	=	ηλιάζω
ηλιάσει	=	ηλιάζω
ηλιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλίαση
ηλιάσετε	=	ηλιάζω
ηλιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηλίαση
ηλιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηλίαση
ηλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλίασμα
ηλιάσματος	noun	γενική ενικού του ηλίασμα
ηλιάσομε	=	ηλιάζω
ηλιάσου	=	ηλιάζω
ηλιάσουμε	=	ηλιάζω
ηλιάσουν	=	ηλιάζω
ηλιάσουνε	=	ηλιάζω
ηλιάστε	=	ηλιάζω
ηλιάστηκα	=	ηλιάζω
ηλιάστηκαν	=	ηλιάζω
ηλιάστηκε	=	ηλιάζω
ηλιάστηκες	=	ηλιάζω
ηλιάσω	=	ηλιάζω
ηλιέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιέλαιο
ηλιέλαιο	noun	έλαιο που παράγεται από τους σπόρους του ηλιάνθου και χρησιμοποιείται στη μαγειρική
ηλιέλαιου	noun	γενική ενικού του ηλιέλαιο
ηλιέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιέλαιο
ηλιαζόμασταν	=	ηλιάζω
ηλιαζόμαστε	=	ηλιάζω
ηλιαζόμουν	=	ηλιάζω
ηλιαζόμουνα	=	ηλιάζω
ηλιαζόντουσαν	=	ηλιάζω
ηλιαζόσασταν	=	ηλιάζω
ηλιαζόσαστε	=	ηλιάζω
ηλιαζόσουν	=	ηλιάζω
ηλιαζόσουνα	=	ηλιάζω
ηλιαζόταν	=	ηλιάζω
ηλιαζότανε	=	ηλιάζω
ηλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιακό
ηλιακέ	adj	κλητική ενικού του ηλιακός
ηλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιακή
ηλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιακός
ηλιακής	adj	γενική ενικού του ηλιακή
ηλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιακός
ηλιακού	adj	γενική ενικού του ηλιακός
ηλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλιακός
ηλιακωτό	=	λιακωτό
ηλιακό	adj	αιτιατική ενικού του ηλιακός
ηλιακός	adj	που ανήκει στον ήλιο ή προέρχεται από αυτόν	noun	ο ηλιακός θερμοσίφωνας, συσκευή που συλλέγει την ηλιακή ακτινοβολία και παρέχει στο οικιακό δίκτυο ζεστό νερό
ηλιακών	adj	γενική πληθυντικού του ηλιακός
ηλιανθόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιανθόμελο
ηλιανθόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από ηλίανθους
ηλιανθόμελου	noun	γενική ενικού του ηλιανθόμελο
ηλιανθόμελων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιανθόμελο
ηλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηλίασμα
ηλιασμέ	noun	κλητική ενικού του ηλιασμός
ηλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιασμένο
ηλιασμένε	verb	κλητική ενικού του ηλιασμένος
ηλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιασμένη
ηλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιασμένος
ηλιασμένης	verb	γενική ενικού του ηλιασμένη
ηλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηλιασμένος
ηλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιασμένος
ηλιασμένος	verb	που έχει ηλιαστεί
ηλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηλιασμένος
ηλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλιασμένος
ηλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηλιασμένος
ηλιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιασμός
ηλιασμού	noun	γενική ενικού του ηλιασμός
ηλιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλιασμός
ηλιασμό	noun	αιτιατική ενικού του ηλιασμός
ηλιασμός	noun	η πρόσπτωση των ακτίνων του ηλίου κάπου
ηλιασμών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιασμός
ηλιαστήκαμε	=	ηλιάζω
ηλιαστήκαν	=	ηλιάζω
ηλιαστήκανε	=	ηλιάζω
ηλιαστήκατε	=	ηλιάζω
ηλιαστήριο	noun|rare	τόπος ή χώρος που βοηθά στην έκθεση κάποιου (ανθρώπου ή πράγματος) στον ήλιο
ηλιαστεί	=	ηλιάζω
ηλιαστείς	=	ηλιάζω
ηλιαστείτε	=	ηλιάζω
ηλιαστούμε	=	ηλιάζω
ηλιαστούν	=	ηλιάζω
ηλιαστούνε	=	ηλιάζω
ηλιαστώ	=	ηλιάζω
ηλιαχτίδα	noun	αχτίδα ηλιακού φωτός
ηλιαχτίδας	=	ηλιαχτίδα
ηλιαχτίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιαχτίδα
ηλιαχτίδων	=	ηλιαχτίδα
ηλιαχτιδών	=	ηλιαχτίδα
ηλιελαίου	=	ηλιέλαιο
ηλιελαίων	=	ηλιέλαιο
ηλιθιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιθιότητα
ηλιθιωδών	=	ηλιθιώδης
ηλιθιωδώς	adv	με ηλιθιώδη τρόπο
ηλιθιότητα	noun	η ιδιότητα του ηλίθιου, η έλλειψη εξυπνάδας
ηλιθιότητας	noun	γενική ενικού του ηλιθιότητα
ηλιθιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιθιότητα
ηλιθιώδεις	=	ηλιθιώδης
ηλιθιώδες	=	ηλιθιώδης
ηλιθιώδη	=	ηλιθιώδης
ηλιθιώδης	adj	που μοιάζει με ηλίθιο
ηλιθιώδους	=	ηλιθιώδης
ηλικία	noun	ο χρόνος που διανύθηκε από τη γέννηση ενός ανθρώπου, ζώου ή άλλου ζωντανού οργανισμού, έως μια συγκεκριμένη στιγμή
ηλικίας	noun	γενική ενικού του ηλικία
ηλικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλικία
ηλικιακά	adv	όσον αφορά (σ)την ηλικία
ηλικιακέ	=	ηλικιακός
ηλικιακές	=	ηλικιακός
ηλικιακή	=	ηλικιακός
ηλικιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ηλικιακή) του ηλικιακός
ηλικιακοί	=	ηλικιακός
ηλικιακού	=	ηλικιακός
ηλικιακούς	=	ηλικιακός
ηλικιακό	=	ηλικιακός
ηλικιακός	adj	που έχει σχέση με την ηλικία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ηλικιακών	=	ηλικιακός
ηλικισμέ	=	ηλικισμός
ηλικισμοί	=	ηλικισμός
ηλικισμού	=	ηλικισμός
ηλικισμούς	=	ηλικισμός
ηλικισμό	=	ηλικισμός
ηλικισμός	noun	μία μορφή ρατσισμού σύμφωνα με την οποία δημιουργούνται διακρίσεις και προκαταλήψεις μεταξύ των ανθρώπων με βάση την ηλικία διαιωνίζοντας στερεοτυπικές πεποιθήσεις
ηλικισμών	=	ηλικισμός
ηλικιωθήκαμε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωθήκαν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωθήκανε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωθήκατε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωθεί	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωθείτε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλικιωμένο
ηλικιωμένε	verb	κλητική ενικού του ηλικιωμένος
ηλικιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλικιωμένη
ηλικιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλικιωμένος
ηλικιωμένης	verb	γενική ενικού του ηλικιωμένη
ηλικιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηλικιωμένος
ηλικιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλικιωμένος
ηλικιωμένος	verb	που είναι πολύ μεγάλος σε ηλικία
ηλικιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηλικιωμένος
ηλικιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλικιωμένος
ηλικιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηλικιωμένος
ηλικιωνόμασταν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόμαστε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόμουν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόμουνα	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόντουσαν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόσασταν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόσαστε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόσουν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόσουνα	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνόταν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιωνότανε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώθηκα	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώθηκαν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώθηκε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώθηκες	=	ηλικιώνομαι
ηλικιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλικία
ηλικιώνεσαι	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώνεστε	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώνεται	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώνομαι	verb	φτάνω σε ώριμη ηλικία
ηλικιώνονται	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώνονταν	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώνου	=	ηλικιώνομαι
ηλικιώσου	=	ηλικιώνομαι
ηλιοβαλβίδα	noun	μηχανισμός (βαλβίδα) που διακόπτει μια διαδικασία (π.χ. παροχή αερίου για τον φωτισμό φάρου), μόλις εμφανιστεί το φως του ήλιου
ηλιοβαλβίδας	=	ηλιοβαλβίδα
ηλιοβαλβίδες	=	ηλιοβαλβίδα
ηλιοβαλβίδων	=	ηλιοβαλβίδα
ηλιοβασίλεμα	noun	η δύση του ήλιου
ηλιοβασιλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοβασίλεμα
ηλιοβασιλέματος	noun	γενική ενικού του ηλιοβασίλεμα
ηλιοβασιλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοβασίλεμα
ηλιοβγάλματα	=	ηλιόβγαλμα
ηλιοβγάλματος	=	ηλιόβγαλμα
ηλιοβγαλμάτων	=	ηλιόβγαλμα
ηλιοβολές	=	ηλιοβολή
ηλιοβολή	noun	η ηλιακή ακτινοβολία
ηλιοβολής	=	ηλιοβολή
ηλιοβολία	noun	η ηλιακή ακτινοβολία
ηλιοβολίας	noun	γενική ενικού του ηλιοβολία
ηλιοβολίες	=	ηλιοβολία
ηλιοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοβολία
ηλιοβολών	=	ηλιοβολή
ηλιογέννητα	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητε	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητες	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητη	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητης	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητο	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητοι	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητος	adj	πανέμορφος
ηλιογέννητου	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητους	=	ηλιογέννητος
ηλιογέννητων	=	ηλιογέννητος
ηλιογράφε	noun	κλητική ενικού του ηλιογράφος
ηλιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ηλιογράφος
ηλιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιογράφος
ηλιογράφος	noun	όργανο μέτρησης της ηλιοφάνειας
ηλιογράφου	noun	γενική ενικού του ηλιογράφος
ηλιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλιογράφος
ηλιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιογράφος
ηλιογραμμένα	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένε	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένες	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένη	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένης	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένο	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένοι	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένος	adj	που το περίγραμμά του φαίνεται από τον ήλιο
ηλιογραμμένου	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένους	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραμμένων	=	ηλιογραμμένος
ηλιογραφία	noun	η περιγραφή του ήλιου
ηλιογραφίας	=	ηλιογραφία
ηλιογραφίες	=	ηλιογραφία
ηλιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιογραφικό
ηλιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ηλιογραφικός
ηλιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιογραφική
ηλιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιογραφικός
ηλιογραφικής	adj	γενική ενικού του ηλιογραφική
ηλιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιογραφικός
ηλιογραφικού	adj	γενική ενικού του ηλιογραφικός
ηλιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλιογραφικός
ηλιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλιογραφικός
ηλιογραφικός	adj	σχετικός με την ηλιογραφία
ηλιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλιογραφικός
ηλιογραφιών	=	ηλιογραφία
ηλιοθάλασσα	noun|literary	η αντανάκλαση του φωτός του ήλιου στην επιφάνεια της θάλασσας
ηλιοθάλασσας	=	ηλιοθάλασσα
ηλιοθάλασσες	=	ηλιοθάλασσα
ηλιοθαλασσών	=	ηλιοθάλασσα
ηλιοθεραπεία	noun	η εκούσια έκθεση του γυμνού σώματος στον ήλιο με σκοπό το μαύρισμα και την απόκτηση βιταμίνης D
ηλιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ηλιοθεραπεία
ηλιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοθεραπεία
ηλιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοθεραπεία
ηλιοθερμία	noun	η αξιοποίηση της ηλιακής ακτινοβολίας για την παραγωγή χρήσιμης θερμότητας
ηλιοθερμίας	=	ηλιοθερμία
ηλιοθερμίες	=	ηλιοθερμία
ηλιοθερμαντήρα	=	ηλιοθερμαντήρας
ηλιοθερμαντήρας	noun	ο θερμοσίφωνας
ηλιοθερμαντήρες	=	ηλιοθερμαντήρας
ηλιοθερμαντήρων	=	ηλιοθερμαντήρας
ηλιοθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοθερμικό
ηλιοθερμικέ	adj	κλητική ενικού του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοθερμική
ηλιοθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμικής	adj	γενική ενικού του ηλιοθερμική
ηλιοθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμικού	adj	γενική ενικού του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμικός	adj	που παράγει θερμότητα κάτω από την επίδραση του ηλιακού φωτός
ηλιοθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλιοθερμικός
ηλιοθερμιών	=	ηλιοθερμία
ηλιοκάματα	=	ηλιόκαμα
ηλιοκάματος	=	ηλιόκαμα
ηλιοκαές	=	ηλιοκαής
ηλιοκαή	=	ηλιοκαής
ηλιοκαής	adj|formal	ταυτόσημο με το ηλιοκαμένος
ηλιοκαβουρντισμένος	verb|figurative	ηλιοκαμένος
ηλιοκαείς	=	ηλιοκαής
ηλιοκαες	=	ηλιοκαής
ηλιοκαης	=	ηλιοκαής
ηλιοκαμάτων	=	ηλιόκαμα
ηλιοκαμένα	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένε	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένες	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένη	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένης	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένο	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένοι	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένος	verb	που έχει εκτεθεί πολύ στον ήλιο και το δέρμα του έχει σκουρήνει
ηλιοκαμένου	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηλιοκαμένος
ηλιοκαμένων	=	ηλιοκαμένος
ηλιοκαούς	=	ηλιοκαής
ηλιοκαών	=	ηλιοκαής
ηλιοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ηλιοκεντρικός	adv	κατά ηλιοκεντρικό τρόπο
ηλιοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοκεντρική
ηλιοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρικής	adj	γενική ενικού του ηλιοκεντρική
ηλιοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρικού	adj	γενική ενικού του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρικός	adj	που θεωρεί τον ήλιο κέντρο ενός συστήματος ουράνιων σωμάτων
ηλιοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλιοκεντρικός
ηλιοκεντρισμέ	=	ηλιοκεντρισμός
ηλιοκεντρισμοί	=	ηλιοκεντρισμός
ηλιοκεντρισμού	=	ηλιοκεντρισμός
ηλιοκεντρισμούς	=	ηλιοκεντρισμός
ηλιοκεντρισμό	=	ηλιοκεντρισμός
ηλιοκεντρισμός	noun	η αστρονομική θεωρία που τοποθετεί τον Ήλιο στο κέντρο του πλανητικού συστήματος, γύρω από τον οποίο κινούνται οι πλανήτες
ηλιοκεντρισμών	=	ηλιοκεντρισμός
ηλιοκρίσεις	=	ηλιόκριση
ηλιοκρίσεων	=	ηλιόκριση
ηλιολάτρες	=	ηλιολάτρης
ηλιολάτρη	=	ηλιολάτρης
ηλιολάτρης	noun	αυτός που λατρεύει τον ήλιο σαν θεότητα
ηλιολάτρισσα	=	ηλιολάτρης
ηλιολάτρισσας	noun	γενική ενικού του ηλιολάτρισσα
ηλιολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιολάτρισσα
ηλιολατρία	noun	η λατρεία του ήλιου σαν θεότητα
ηλιολατρίας	=	ηλιολατρία
ηλιολατρίες	=	ηλιολατρία
ηλιολατρεία	noun	η λατρεία του ήλιου
ηλιολατρείας	=	ηλιολατρεία
ηλιολατρείες	=	ηλιολατρεία
ηλιολατρειών	=	ηλιολατρεία
ηλιολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιολατρικό	adv	που αναφέρεται στην ηλιολατρία
ηλιολατρικέ	adj	κλητική ενικού του ηλιολατρικός
ηλιολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιολατρική
ηλιολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιολατρικός
ηλιολατρικής	adj	γενική ενικού του ηλιολατρική
ηλιολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιολατρικός
ηλιολατρικού	adj	γενική ενικού του ηλιολατρικός
ηλιολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλιολατρικός
ηλιολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του ηλιολατρικός
ηλιολατρικός	adj	που αναφέρεται στην ηλιολατρία
ηλιολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του ηλιολατρικός
ηλιολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιολάτρισσα
ηλιολατριών	=	ηλιολατρία
ηλιολατρών	=	ηλιολάτρης
ηλιοπαύσεις	=	ηλιόπαυση
ηλιοπαύσεων	=	ηλιόπαυση
ηλιοπερίχυτα	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτε	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτες	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτη	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτης	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτο	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτοι	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτος	adj	άλλη μορφή του λιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτου	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτους	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπερίχυτων	=	ηλιοπερίχυτος
ηλιοπετρών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιόπετρα
ηλιοπληξία	noun|dated	η βλάβη που προκαλείται από την υπερβολική έκθεση στις ακτίνες του ήλιου ή την ηλιακή θερμότητα (σειρίασις)· η ηλίαση
ηλιοπληξίας	=	ηλιοπληξία
ηλιοπληξίες	=	ηλιοπληξία
ηλιοπληξιών	=	ηλιοπληξία
ηλιοπροστασία	noun	προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου
ηλιοπροστασίας	=	ηλιοπροστασία
ηλιοπροστασίες	=	ηλιοπροστασία
ηλιοπροστασιών	=	ηλιοπροστασία
ηλιοροφές	=	ηλιοροφή
ηλιοροφή	noun	άνοιγμα στη μεταλλική οροφή αυτοκινήτου που κλείνει με τζάμι
ηλιοροφής	=	ηλιοροφή
ηλιοροφών	=	ηλιοροφή
ηλιοσκοπία	noun	η παρατήρηση του Ήλιου χάρη στο ηλιοσκόπιο
ηλιοσκοπίας	=	ηλιοσκοπία
ηλιοσκοπίες	=	ηλιοσκοπία
ηλιοσκοπίου	noun	γενική ενικού του ηλιοσκόπιο
ηλιοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοσκόπιο
ηλιοσκοπιών	=	ηλιοσκοπία
ηλιοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοσκόπιο
ηλιοσκόπιο	noun	μετεωρολογικό όργανο παρατήρησης του Ήλιου μειώνοντας την ένταση του φωτός του χάρη στον αντικατοπτρισμό του σε καθρέφτη
ηλιοσκόπιου	=	ηλιοσκόπιο
ηλιοστάλακτα	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτε	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτες	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτη	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτης	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτο	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτοι	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτος	adj|figurative	που στάζει ηλιακές ακτίνες, λαμπερός, φωτεινός
ηλιοστάλακτου	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτους	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάλακτων	=	ηλιοστάλακτος
ηλιοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοστάσιο
ηλιοστάσιο	noun	το ημερονύκτιο του έτους κατά το οποίο η χρονική διαφορά μεταξύ ημέρας και νύχτας μεγιστοποιείται
ηλιοστάσιου	=	ηλιοστάσιο
ηλιοστάτες	=	ηλιοστάτης
ηλιοστάτη	=	ηλιοστάτης
ηλιοστάτης	noun	μηχανολογική διάταξη, πάνω στην οποία τοποθετείται φωτοβολταϊκή γεννήτρια, ώστε το σύστημα να μπορεί να περιστρέφεται προς τον ήλιο και να κάνει την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας
ηλιοστασίου	noun	γενική ενικού του ηλιοστάσιο
ηλιοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοστάσιο
ηλιοστατών	=	ηλιοστάτης
ηλιοστεφές	=	ηλιοστεφής
ηλιοστεφή	=	ηλιοστεφής
ηλιοστεφής	adj	που έχει σαν στέμμα το ήλιο
ηλιοστεφείς	=	ηλιοστεφής
ηλιοστεφούς	=	ηλιοστεφής
ηλιοστεφών	=	ηλιοστεφής
ηλιοσυλλέκτες	=	ηλιοσυλλέκτης
ηλιοσυλλέκτη	=	ηλιοσυλλέκτης
ηλιοσυλλέκτης	noun	διάταξη ή συσκευή που συλλέγει ενέργεια από τις προσπίπτουσες ακτίνες του ηλίου
ηλιοσυλλεκτών	=	ηλιοσυλλέκτης
ηλιοσυσσωρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοσυσσωρευτής
ηλιοσυσσωρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ηλιοσυσσωρευτής
ηλιοσυσσωρευτής	noun	συσκευή που παράγει ηλεκτρική ενέργεια από μετατροπή της ενέργειας της ηλιακής ακτινοβολίας
ηλιοσυσσωρευτών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοσυσσωρευτής
ηλιοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιόσφαιρα
ηλιοσύγχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοσύγχρονο
ηλιοσύγχρονε	adj	κλητική ενικού του ηλιοσύγχρονος
ηλιοσύγχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοσύγχρονη
ηλιοσύγχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηλιοσύγχρονος
ηλιοσύγχρονης	adj	γενική ενικού του ηλιοσύγχρονη
ηλιοσύγχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ηλιοσύγχρονος
ηλιοσύγχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιοσύγχρονος
ηλιοσύγχρονος	adj	που η τροχιά του βρίσκεται σε ένα επίπεδο που διατηρεί σταθερή γωνία με την εκλιπτική, έτσι ώστε να έχει σταθερή ηλιοφάνεια
ηλιοσύγχρονου	adj	γενική ενικού του ηλιοσύγχρονος
ηλιοσύγχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηλιοσύγχρονος
ηλιοσύγχρονων	adj	γενική πληθυντικού του ηλιοσύγχρονος
ηλιοτροπία	noun	ο ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπίας	noun	γενική ενικού του ηλιοτροπία
ηλιοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοτροπία
ηλιοτροπίου	=	ηλιοτρόπιο
ηλιοτροπίων	=	ηλιοτρόπιο
ηλιοτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπισμού	noun	γενική ενικού του ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπισμός	noun	η ιδιότητα των φυτών να παρακολουθούν με τα φύλλα και τα άνθη τους την πορεία του ήλιου κατά τη διάρκεια της ημέρας
ηλιοτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοτροπισμός
ηλιοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοτροπία
ηλιοτρόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοτρόπιο
ηλιοτρόπιο	noun	ονομασία 250 περίπου ειδών αγγειόσπερμων ποωδών ή θαμνωδών φυτών του γένους Heliotropium, της οικογένειας Βοραγινιοειδή (Boraginaceae)
ηλιοτρόπιου	=	ηλιοτρόπιο
ηλιοτρόπιων	=	ηλιοτρόπιο
ηλιοτυπία	noun	μέθοδος εκτύπωσης με το άπλωμα ειδικού υλικού σε λιθογραφική πλάκα και έκθεση στον ήλιο
ηλιοτυπίας	noun	γενική ενικού του ηλιοτυπία
ηλιοτυπίες	=	ηλιοτυπία
ηλιοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοτυπία
ηλιουπολίτικα	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικε	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικες	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικη	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικης	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικο	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικοι	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικος	adj	ο σχετικός με την Ηλιούπολη ή τους κατοίκους της
ηλιουπολίτικου	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικους	=	ηλιουπολίτικος
ηλιουπολίτικων	=	ηλιουπολίτικος
ηλιοφάνεια	noun	η καιρική συνθήκη κατά την οποία ο ήλιος λάμπει στον ουρανό χωρίς ιδιαίτερες νεφώσεις
ηλιοφάνειας	noun	γενική ενικού του ηλιοφάνεια
ηλιοφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιοφάνεια
ηλιοφανειών	=	ηλιοφάνεια
ηλιοφοβία	noun	φοβία προς το ηλιακό φως
ηλιοφοβίας	noun	γενική ενικού του ηλιοφοβία
ηλιοφοβίες	=	ηλιοφοβία
ηλιοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ηλιοφοβία
ηλιοφρυμένα	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένε	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένες	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένη	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένης	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένο	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένοι	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένος	verb|figurative	άλλη μορφή του λιοφρυμένος
ηλιοφρυμένου	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένους	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφρυμένων	=	ηλιοφρυμένος
ηλιοφώτιστα	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστε	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστες	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστη	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστης	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστο	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστοι	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστος	adj	που φωτίζεται από τον ήλιο
ηλιοφώτιστου	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστους	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτιστων	=	ηλιοφώτιστος
ηλιοφώτου	=	ηλιόφωτο
ηλιοψημένα	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένε	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένες	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένη	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένης	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένο	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένοι	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένος	verb	που έχει μελαχρινό δέρμα εξαιτίας της μακροχρόνιας έκθεσης στον ήλιο
ηλιοψημένου	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένους	=	ηλιοψημένος
ηλιοψημένων	=	ηλιοψημένος
ηλιόβγαλμα	noun	η ανατολή Ηλίου
ηλιόβολο	noun|formal	που λούζεται από το φως του ήλιου
ηλιόκαλος	=	λιόκαλος
ηλιόκαμα	noun	η μεγάλη ζέστη κάτω από τον ήλιο (δηλαδή σε ανοιχτό, μη σκιασμένο, χώρο)
ηλιόκριση	noun|dated	άλλη μορφή του λιόκριση, λιόκρουση
ηλιόκρισης	=	ηλιόκριση
ηλιόλουστα	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστε	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστες	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστη	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστης	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστο	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστοι	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστος	adj	που είναι λουσμένος στον ήλιο, που έχει πολύ φως
ηλιόλουστου	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστους	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουστων	=	ηλιόλουστος
ηλιόλουτρα	=	ηλιόλουτρο
ηλιόλουτρο	noun|formal	η ηλιοθεραπεία
ηλιόλουτρου	=	ηλιόλουτρο
ηλιόλουτρων	=	ηλιόλουτρο
ηλιόμορφα	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφε	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφες	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφη	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφης	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφο	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφοι	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφος	adj	που έχει τη μορφή του ήλιου ή είναι ωραίος ή λαμπρός όπως ο ήλιος
ηλιόμορφου	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφους	=	ηλιόμορφος
ηλιόμορφων	=	ηλιόμορφος
ηλιόπαυση	noun	το απώτατο όριο του ηλιακού (μας) συστήματος, το σημείο μέχρι το οποίο επιδρά ο ηλιακός άνεμος, του οποίου η απόσταση υπολογίζεται σε 120 αστρονομικές μονάδες (18 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα)
ηλιόπαυσης	=	ηλιόπαυση
ηλιόπετρα	noun	κρύσταλλος που υποδείκνυε τη θέση του ήλιου και βοηθούσε τους Βίκινγκς στα ναυτικά τους ταξίδια
ηλιόπετρας	noun	γενική ενικού του ηλιόπετρα
ηλιόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιόπετρα
ηλιόπληκτα	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτε	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτες	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτη	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτης	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτο	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτοι	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτος	adj|formal	που έχει εγκαύματα από τον ήλιο ή έχει πάθει ηλίαση
ηλιόπληκτου	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτους	=	ηλιόπληκτος
ηλιόπληκτων	=	ηλιόπληκτος
ηλιόσκονες	=	ηλιόσκονη
ηλιόσκονη	noun	σκόνη (αιωρούμενα σωματίδια) που προέρχεται από την επιφάνεια του ηλίου
ηλιόσκονης	=	ηλιόσκονη
ηλιόσκονων	=	ηλιόσκονη
ηλιόσπορε	=	ηλιόσπορος
ηλιόσπορο	=	ηλιόσπορος
ηλιόσποροι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιόσπορος
ηλιόσπορος	noun	είδος ξηρού καρπού
ηλιόσπορου	=	ηλιόσπορος
ηλιόσπορους	=	ηλιόσπορος
ηλιόσπορων	=	ηλιόσπορος
ηλιόσφαιρα	noun	διαστρική περιοχή (με μεταβαλλόμενη ταχύτητα, πυκνότητα, μαγνητικό πεδίο και θερμοκρασία) με υδρογόνο, ήλιο και άλλα υλικά από τον ήλιο, που φτάνουν εκεί με τον ηλιακό άνεμο
ηλιόσφαιρας	noun	γενική ενικού του ηλιόσφαιρα
ηλιόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηλιόσφαιρα
ηλιόφιλα	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλε	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλες	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλη	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλης	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλο	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλοι	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλος	adj	που προτιμά / αγαπά τον ήλιο
ηλιόφιλου	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλους	=	ηλιόφιλος
ηλιόφιλων	=	ηλιόφιλος
ηλιόφοβα	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβε	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβες	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβη	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβης	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβο	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβοι	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβος	adj	που πάσχει από ηλιοφοβία
ηλιόφοβου	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβους	=	ηλιόφοβος
ηλιόφοβων	=	ηλιόφοβος
ηλιόφως	noun	το φως του ήλιου
ηλιόφωτα	=	ηλιόφωτο
ηλιόφωτο	noun	το ηλιόφως
ηλιόφωτος	=	ηλιόφως
ηλιόφωτου	=	ηλιόφωτο
ηλιόφωτων	=	ηλιόφωτο
ηλιόχαρα	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρε	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρες	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρη	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρης	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρο	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαροι	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρος	adj	που χαίρεται όντας λουσμένος στο φως του ήλιου
ηλιόχαρου	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρους	=	ηλιόχαρος
ηλιόχαρων	=	ηλιόχαρος
ηλπαπ	abbrev	δημόσια εταιρεία παροχής μεταφορών με τρόλεϊ σε Αθήνα και Πειραιά
ηλύσια	=	ηλύσιος
ηλύσιας	=	ηλύσιος
ηλύσιε	=	ηλύσιος
ηλύσιες	=	ηλύσιος
ηλύσιο	=	ηλύσιος
ηλύσιοι	=	ηλύσιος
ηλύσιος	adj	που έχει σχέση με το Ἠλύσιον, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
ηλύσιου	=	ηλύσιος
ηλύσιους	=	ηλύσιος
ηλύσιων	=	ηλύσιος
ηλώσεις	=	ήλωση
ηλώσεων	=	ήλωση
ημέιλ	noun	ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
ημέρα	noun	άλλη μορφή του μέρα
ημέρας	noun	γενική ενικού του ημέρα
ημέρεμα	=	ημέρωμα
ημέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέρα
ημέρευα	=	ημερεύω
ημέρευαν	=	ημερεύω
ημέρευε	=	ημερεύω
ημέρευες	=	ημερεύω
ημέρευση	noun|formal	σπανιότερη λόγια μορφή του ημέρωμα: η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ημερεύω, κάνω ήμερο
ημέρευσης	noun	γενική ενικού του ημέρευση
ημέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημέρωμα	noun	η τιθάσευση, η εξημέρωση
ημέρωνα	=	ημερώνω
ημέρωναν	=	ημερώνω
ημέρωνε	=	ημερώνω
ημέρωνες	=	ημερώνω
ημέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημέρωση	noun	συνώνυμο του ημέρωμα, ημέρευση
ημέρωσης	=	ημέρωση
ημέτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέτερο
ημέτερε	adj	κλητική ενικού του ημέτερος
ημέτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέτερη
ημέτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημέτερος
ημέτερης	adj	γενική ενικού του ημέτερη
ημέτερο	adj	αιτιατική ενικού του ημέτερος
ημέτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημέτερος
ημέτερος	adj|formal	δικός μας
ημέτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημέτερος
ημέτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημέτερος
ημέτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημέτερος
ημίαιμα	=	ημίαιμος
ημίαιμε	=	ημίαιμος
ημίαιμες	=	ημίαιμος
ημίαιμη	=	ημίαιμος
ημίαιμης	=	ημίαιμος
ημίαιμο	=	ημίαιμος
ημίαιμοι	=	ημίαιμος
ημίαιμος	adj	που προέρχεται από διασταύρωση διαφορετικών ρατσών ή έχει γονέα χωρίς καθαρόαιμη καταγωγή
ημίαιμου	=	ημίαιμος
ημίαιμους	=	ημίαιμος
ημίαιμων	=	ημίαιμος
ημίβρωτα	=	ημίβρωτος
ημίβρωτε	=	ημίβρωτος
ημίβρωτες	=	ημίβρωτος
ημίβρωτη	=	ημίβρωτος
ημίβρωτης	=	ημίβρωτος
ημίβρωτο	=	ημίβρωτος
ημίβρωτοι	=	ημίβρωτος
ημίβρωτος	adj|literary	ο μισοφαγωμένος
ημίβρωτου	=	ημίβρωτος
ημίβρωτους	=	ημίβρωτος
ημίβρωτων	=	ημίβρωτος
ημίγλυκα	=	ημίγλυκος
ημίγλυκε	=	ημίγλυκος
ημίγλυκες	=	ημίγλυκος
ημίγλυκη	=	ημίγλυκος
ημίγλυκης	=	ημίγλυκος
ημίγλυκο	=	ημίγλυκος
ημίγλυκοι	=	ημίγλυκος
ημίγλυκος	adj	κάπως γλυκός (για κρασί ή για γλύκισμα που περιέχει και λίγο αλάτι)
ημίγλυκου	=	ημίγλυκος
ημίγλυκους	=	ημίγλυκος
ημίγλυκων	=	ημίγλυκος
ημίγυμνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίγυμνο
ημίγυμνε	adj	κλητική ενικού του ημίγυμνος
ημίγυμνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίγυμνη
ημίγυμνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημίγυμνος
ημίγυμνης	adj	γενική ενικού του ημίγυμνη
ημίγυμνο	adj	αιτιατική ενικού του ημίγυμνος
ημίγυμνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημίγυμνος
ημίγυμνος	adj	που εμφανίζεται με πολύ λίγα ρούχα αλλά δεν είναι τελείως γυμνός
ημίγυμνου	adj	γενική ενικού του ημίγυμνος
ημίγυμνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημίγυμνος
ημίγυμνων	adj	γενική πληθυντικού του ημίγυμνος
ημίδιπλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίδιπλο
ημίδιπλε	adj	κλητική ενικού του ημίδιπλος
ημίδιπλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίδιπλη
ημίδιπλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημίδιπλος
ημίδιπλης	adj	γενική ενικού του ημίδιπλη
ημίδιπλο	adj	αιτιατική ενικού του ημίδιπλος
ημίδιπλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημίδιπλος
ημίδιπλος	adj	που είναι πιο φαρδύς απ’ τον μονό και πιο στενός από τον διπλό
ημίδιπλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημίδιπλος
ημίδιπλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημίδιπλος
ημίδιπλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημίδιπλος
ημίθεε	=	ημίθεος
ημίθεο	=	ημίθεος
ημίθεοι	=	ημίθεος
ημίθεος	noun	ήρωας που γεννήθηκε από την ένωση θεού με άνθρωπο
ημίθεου	=	ημίθεος
ημίθεους	=	ημίθεος
ημίθεων	=	ημίθεος
ημίκλαστα	=	ημίκλαστος
ημίκλαστε	=	ημίκλαστος
ημίκλαστες	=	ημίκλαστος
ημίκλαστη	=	ημίκλαστος
ημίκλαστης	=	ημίκλαστος
ημίκλαστο	=	ημίκλαστος
ημίκλαστοι	=	ημίκλαστος
ημίκλαστος	adj	τσακισμένος στα δύο
ημίκλαστου	=	ημίκλαστος
ημίκλαστους	=	ημίκλαστος
ημίκλαστων	=	ημίκλαστος
ημίκλειστα	=	ημίκλειστος
ημίκλειστε	=	ημίκλειστος
ημίκλειστες	=	ημίκλειστος
ημίκλειστη	=	ημίκλειστος
ημίκλειστης	=	ημίκλειστος
ημίκλειστο	=	ημίκλειστος
ημίκλειστοι	=	ημίκλειστος
ημίκλειστος	adj	μισόκλειστος
ημίκλειστου	=	ημίκλειστος
ημίκλειστους	=	ημίκλειστος
ημίκλειστων	=	ημίκλειστος
ημίκλιντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίκλιντο
ημίκλιντε	adj	κλητική ενικού του ημίκλιντος
ημίκλιντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίκλιντη
ημίκλιντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημίκλιντος
ημίκλιντης	adj	γενική ενικού του ημίκλιντη
ημίκλιντο	adj	αιτιατική ενικού του ημίκλιντος
ημίκλιντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημίκλιντος
ημίκλιντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημίκλιντος
ημίκλιντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημίκλιντος
ημίκλιντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημίκλιντος
ημίλευκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίλευκο
ημίλευκε	adj	κλητική ενικού του ημίλευκος
ημίλευκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίλευκη
ημίλευκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημίλευκος
ημίλευκης	adj	γενική ενικού του ημίλευκη
ημίλευκο	adj	αιτιατική ενικού του ημίλευκος
ημίλευκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημίλευκος
ημίλευκος	adj	αυτός που είναι εν μέρει λευκός
ημίλευκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημίλευκος
ημίλευκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημίλευκος
ημίλευκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημίλευκος
ημίμαυρα	=	ημίμαυρος
ημίμαυρε	=	ημίμαυρος
ημίμαυρες	=	ημίμαυρος
ημίμαυρη	=	ημίμαυρος
ημίμαυρης	=	ημίμαυρος
ημίμαυρο	=	ημίμαυρος
ημίμαυροι	=	ημίμαυρος
ημίμαυρος	adj	στο σχέδιο, και γενικά στις γραφικές τέχνες, κάποιος που είναι ανάμεσα στο λευκό και στο μαύρο σε σχέση με το χρώμα και την έντασή του
ημίμαυρου	=	ημίμαυρος
ημίμαυρους	=	ημίμαυρος
ημίμαυρων	=	ημίμαυρος
ημίμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίμετρο
ημίμετρο	noun	μέτρο ανεπαρκές να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά ένα πρόβλημα
ημίμετρου	=	ημίμετρο
ημίξηρα	=	ημίξηρος
ημίξηρε	=	ημίξηρος
ημίξηρες	=	ημίξηρος
ημίξηρη	=	ημίξηρος
ημίξηρης	=	ημίξηρος
ημίξηρο	=	ημίξηρος
ημίξηροι	=	ημίξηρος
ημίξηρος	adj	που περιέχει αζύμωτα σάκχαρα με περιεκτικότητα έως 15 γραμμάρια σε 1 λίτρο
ημίξηρου	=	ημίξηρος
ημίξηρους	=	ημίξηρος
ημίξηρων	=	ημίξηρος
ημίονε	noun	κλητική ενικού του ημίονος
ημίονο	noun	αιτιατική ενικού του ημίονος
ημίονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημίονος
ημίονος	noun	το μουλάρι
ημίονου	=	ημίονος
ημίονους	=	ημίονος
ημίπληκτα	=	ημίπληκτος
ημίπληκτε	=	ημίπληκτος
ημίπληκτες	=	ημίπληκτος
ημίπληκτη	=	ημίπληκτος
ημίπληκτης	=	ημίπληκτος
ημίπληκτο	=	ημίπληκτος
ημίπληκτοι	=	ημίπληκτος
ημίπληκτος	adj	που έχει υποστεί ημιπληγία
ημίπληκτου	=	ημίπληκτος
ημίπληκτους	=	ημίπληκτος
ημίπληκτων	=	ημίπληκτος
ημίρρευστα	=	ημίρρευστος
ημίρρευστε	=	ημίρρευστος
ημίρρευστες	=	ημίρρευστος
ημίρρευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημίρρευστος
ημίρρευστης	=	ημίρρευστος
ημίρρευστο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ημίρρευστος
ημίρρευστοι	=	ημίρρευστος
ημίρρευστος	adj	που βρίσκεται στο ενδιάμεσο μεταξύ στερεάς και υγρής κατάστασης
ημίρρευστου	=	ημίρρευστος
ημίρρευστους	=	ημίρρευστος
ημίρρευστων	=	ημίρρευστος
ημίσβεστα	=	ημίσβεστος
ημίσβεστε	=	ημίσβεστος
ημίσβεστες	=	ημίσβεστος
ημίσβεστη	=	ημίσβεστος
ημίσβεστης	=	ημίσβεστος
ημίσβεστο	=	ημίσβεστος
ημίσβεστοι	=	ημίσβεστος
ημίσβεστος	adj|formal	ο μισοσβησμένος
ημίσβεστου	=	ημίσβεστος
ημίσβεστους	=	ημίσβεστος
ημίσβεστων	=	ημίσβεστος
ημίσεα	=	ήμισυς
ημίσεια	=	ήμισυς
ημίσειες	=	ήμισυς
ημίσεος	=	ήμισυς
ημίσεων	=	ήμισυς
ημίσκληρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίσκληρο
ημίσκληρε	adj	κλητική ενικού του ημίσκληρος
ημίσκληρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίσκληρη
ημίσκληρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημίσκληρος
ημίσκληρης	adj	γενική ενικού του ημίσκληρη
ημίσκληρο	adj	αιτιατική ενικού του ημίσκληρος
ημίσκληροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημίσκληρος
ημίσκληρος	adj	που δεν είναι και πολύ σκληρός
ημίσκληρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημίσκληρος
ημίσκληρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημίσκληρος
ημίσκληρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημίσκληρος
ημίτονα	=	ημίτονο
ημίτονη	=	ημίτονος
ημίτονο	noun	τριγωνομετρικός αριθμός μιας γωνίας που ισούται με τον λόγο του μήκους της απέναντι από τη γωνία κάθετης πλευράς ορθογωνίου τριγώνου προς το μήκος της υποτείνουσας
ημίτονος	adj	στη ζωγραφική, που έχει μισό τόνο, που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο χρώματα, εντάσεις κ.λπ.
ημίτονου	=	ημίτονο
ημίτονων	=	ημίτονο
ημίφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίφωνο
ημίφωνε	=	ημίφωνος
ημίφωνες	=	ημίφωνος
ημίφωνη	=	ημίφωνος
ημίφωνης	=	ημίφωνος
ημίφωνο	noun	φθόγγος που ο τρόπος άρθρωσής του είναι μεταξύ φωνήεντος και συμφώνου.
ημίφωνοι	=	ημίφωνος
ημίφωνος	adj	που αποτελείται από μισή φωνή, που βρίσκεται ανάμεσα στο φωνήεν και σύμφωνο
ημίφωνου	=	ημίφωνος
ημίφωνους	=	ημίφωνος
ημίφωνων	=	ημίφωνος
ημίφως	noun	ο χαμηλός ή ανεπαρκής φωτισμός
ημίφωτος	=	ημίφως
ημίχρονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίχρονο
ημίχρονο	noun	το μέρος ενός αθλητικού αγώνα που έχει διάρκεια ίση με το μισό της συνολικής
ημίχρονου	=	ημίχρονο
ημίψηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημίψηλο
ημίψηλο	noun	παλαιότερος τύπος επίσημου καπέλου με ψηλό κυλινδρικό σώμα
ημίψηλου	noun	γενική ενικού του ημίψηλο
ημίψηλων	noun	γενική πληθυντικού του ημίψηλο
ημίωρα	=	ημίωρο
ημίωρε	=	ημίωρος
ημίωρες	=	ημίωρος
ημίωρη	=	ημίωρος
ημίωρης	=	ημίωρος
ημίωρο	noun	χρονική διάρκεια μισής ώρας (30 λεπτών)
ημίωροι	=	ημίωρος
ημίωρος	adj	που έχει διάρκεια μισής ώρας, 30 λεπτών
ημίωρου	=	ημίωρο
ημίωρους	=	ημίωρος
ημίωρων	=	ημίωρο
ημαρτημένα	=	ημαρτημένος
ημαρτημένε	=	ημαρτημένος
ημαρτημένες	=	ημαρτημένος
ημαρτημένη	=	ημαρτημένος
ημαρτημένης	=	ημαρτημένος
ημαρτημένο	=	ημαρτημένος
ημαρτημένοι	=	ημαρτημένος
ημαρτημένος	verb	λανθασμένος
ημαρτημένου	=	ημαρτημένος
ημαρτημένους	=	ημαρτημένος
ημαρτημένων	=	ημαρτημένος
ημείς	pron|archaic	άλλη μορφή του εμείς
ημεδαπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημεδαπό	adv	όσον αφορά την ημεδαπή
ημεδαπέ	adj	κλητική ενικού του ημεδαπός
ημεδαπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημεδαπή
ημεδαπή	noun	η χώρα μας, το κράτος στο οποίο διαμένουμε κι ανήκουμε ως πολίτες, το εσωτερικό ενός κράτους, μιας χώρας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημεδαπός
ημεδαπής	adj	γενική ενικού του ημεδαπή
ημεδαποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημεδαπός
ημεδαπού	adj	γενική ενικού του ημεδαπός
ημεδαπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημεδαπός
ημεδαπό	adj	αιτιατική ενικού του ημεδαπός
ημεδαπός	adj	που κατάγεται από την ίδια χώρα με εκείνη του προσώπου που αναφέρεται σε αυτόν (μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για νομικό πρόσωπο, αναφορικά με την έδρα του)
ημεδαπών	adj	γενική πληθυντικού του ημεδαπός
ημεράδα	noun	η κατάσταση και η ιδιότητα του ήμερου, η πραότητα, η ηρεμία
ημεράδας	noun	γενική ενικού του ημεράδα
ημεράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημεράδα
ημερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψαν	=	ημερεύω
ημερέψανε	=	ημερεύω
ημερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψομε	=	ημερεύω
ημερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψουνε	=	ημερεύω
ημερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερεύω
ημερήσιία	=	ημερήσιος
ημερήσια	=	ημερήσιος
ημερήσιας	=	ημερήσιος
ημερήσιε	=	ημερήσιος
ημερήσιες	=	ημερήσιος
ημερήσιια	=	ημερήσιος
ημερήσιιο	=	ημερήσιος
ημερήσιο	=	ημερήσιος
ημερήσιοι	=	ημερήσιος
ημερήσιος	adj	που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της μέρας (και όχι της νύχτας)
ημερήσιου	=	ημερήσιος
ημερήσιους	=	ημερήσιος
ημερήσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ημερήσιος
ημερίδα	noun	εκδήλωση που περιλαμβάνει εισηγήσεις και συζήτηση με το κοινό σχετικά με συγκεκριμένο θέμα και διαρκεί μία ημέρα
ημερίδας	=	ημερίδα
ημερίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερίδα
ημερίδων	=	ημερίδα
ημεραλωπία	noun	αδυναμία της όρασης που χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία να δει κάποιος όταν υπάρχει υψηλός φωτισμός, δηλαδή την ημέρα
ημεραλωπίας	noun	γενική ενικού του ημεραλωπία
ημεραλωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημεραλωπία
ημεραλωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ημεραλωπία
ημεραργία	noun	η ημέρα αργίας κατά την οποία ο εργαζόμενος παίρνει αυξημένο ημερομίσθιο
ημεραργίας	noun	γενική ενικού του ημεραργία
ημεραργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημεραργία
ημεραργιών	noun	γενική πληθυντικού του ημεραργία
ημερεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερεμένο
ημερεμένε	verb	κλητική ενικού του ημερεμένος
ημερεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερεμένη
ημερεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημερεμένος
ημερεμένης	verb	γενική ενικού του ημερεμένη
ημερεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ημερεμένος
ημερεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημερεμένος
ημερεμένος	verb	που έχει ημερέψει
ημερεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημερεμένος
ημερεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ημερεμένος
ημερεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημερεμένος
ημερεύαμε	=	ημερεύω
ημερεύαν	=	ημερεύω
ημερεύανε	=	ημερεύω
ημερεύατε	=	ημερεύω
ημερεύει	=	ημερεύω
ημερεύεις	=	ημερεύω
ημερεύετε	=	ημερεύω
ημερεύομε	=	ημερεύω
ημερεύοντας	=	ημερεύω
ημερεύουμε	=	ημερεύω
ημερεύουν	=	ημερεύω
ημερεύουνε	=	ημερεύω
ημερεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέρευση
ημερεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ημέρευση
ημερεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ημέρευση
ημερεύτε	=	ημερεύω
ημερεύω	verb	εξημερώνω, τιθασεύω κάποιον / κάτι
ημερησίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ημερήσιος
ημερησίως	adv	σε ημερήσια περιοδικότητα
ημερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερινό
ημερινέ	adj	κλητική ενικού του ημερινός
ημερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερινή
ημερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημερινός
ημερινής	adj	γενική ενικού του ημερινή
ημερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημερινός
ημερινού	adj	γενική ενικού του ημερινός
ημερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημερινός
ημερινό	adj	αιτιατική ενικού του ημερινός
ημερινός	adj	που γίνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας
ημερινών	adj	γενική πληθυντικού του ημερινός
ημεροδείκτες	=	ημεροδείκτης
ημεροδείκτη	=	ημεροδείκτης
ημεροδείκτης	noun	ημερολόγιο που έχει τόσες σελίδες όσες και οι μέρες του έτους και σε κάθε σελίδα δίνονται πληροφορίες για την αντίστοιχη μέρα
ημεροδεικτών	=	ημεροδείκτης
ημερολογίου	noun	γενική ενικού του ημερολόγιο
ημερολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ημερολόγιο
ημερολογιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερολογιακό	adv	όσον αφορά στο ημερολόγιο
ημερολογιακέ	adj	κλητική ενικού του ημερολογιακός
ημερολογιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερολογιακή
ημερολογιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημερολογιακός
ημερολογιακής	adj	γενική ενικού του ημερολογιακή
ημερολογιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημερολογιακός
ημερολογιακού	adj	γενική ενικού του ημερολογιακός
ημερολογιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημερολογιακός
ημερολογιακό	adj	αιτιατική ενικού του ημερολογιακός
ημερολογιακός	adj	σχετικός με το ημερολόγιο
ημερολογιακών	adj	γενική πληθυντικού του ημερολογιακός
ημερολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερολόγιο
ημερολόγιο	noun	σύστημα που ακολουθείται από ένα ή περισσότερους λαούς σχετικά με τον καθορισμό της διάρκειας του έτους, των μηνών, τον καθορισμό των δίσεκτων ετών ή άλλων μορφών εμβόλιμων ημερών κλπ
ημερολόγιου	=	ημερολόγιο
ημερολόγιων	=	ημερολόγιο
ημερομίσθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερομίσθιο
ημερομίσθιας	=	ημερομίσθιος
ημερομίσθιε	=	ημερομίσθιος
ημερομίσθιες	=	ημερομίσθιος
ημερομίσθιο	noun	η αμοιβή για την εργασία μιας ημέρας (αφορά τους εργάτες σε αντίθεση με τους υπαλλήλους που παίρνουν μισθό)
ημερομίσθιοι	=	ημερομίσθιος
ημερομίσθιος	adj	που πληρώνεται για την εργασία του με την ημέρα
ημερομίσθιου	=	ημερομίσθιο
ημερομίσθιους	=	ημερομίσθιος
ημερομίσθιων	=	ημερομίσθιος
ημερομηνία	noun	η ένδειξη της μέρας, του μήνα και του χρόνου
ημερομηνίας	noun	γενική ενικού του ημερομηνία
ημερομηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερομηνία
ημερομηνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ημερομηνιακός	adv	ανά ημερομηνία
ημερομηνιακέ	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακές	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακή	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακής	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακοί	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακού	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακούς	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακό	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιακός	adj	που έχει σχέση με την ημερομηνία ή αναφέρεται σʼ αυτή
ημερομηνιακών	=	ημερομηνιακός
ημερομηνιών	noun	γενική πληθυντικού του ημερομηνία
ημερομισθίου	noun	γενική ενικού του ημερομίσθιο
ημερομισθίων	noun	γενική πληθυντικού του ημερομίσθιο
ημερονυκτίου	noun	γενική ενικού του ημερονύκτιο
ημερονυκτίων	noun	γενική πληθυντικού του ημερονύκτιο
ημερονυχτίου	=	ημερονύχτιο
ημερονυχτίων	=	ημερονύχτιο
ημερονύκτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερονύκτιο
ημερονύκτιο	noun	χρονική διάρκεια 24 ωρών, μια ημέρα και μια νύχτα
ημερονύκτιου	=	ημερονύκτιο
ημερονύχτια	=	ημερονύχτιο
ημερονύχτιο	noun	χρονική διάρκεια 24 ωρών, μια ημέρα και μια νύχτα
ημερονύχτιου	=	ημερονύχτιο
ημεροσκόπε	=	ημεροσκόπος
ημεροσκόπο	=	ημεροσκόπος
ημεροσκόποι	=	ημεροσκόπος
ημεροσκόπος	noun	αυτός που φρουρεί σε σκοπιά κατά τη διάρκεια της μέρας
ημεροσκόπου	=	ημεροσκόπος
ημεροσκόπους	=	ημεροσκόπος
ημεροσκόπων	=	ημεροσκόπος
ημεροτήτων	=	ημερότητα
ημερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ημέρωμα
ημερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερωμένο
ημερωμένε	verb	κλητική ενικού του ημερωμένος
ημερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερωμένη
ημερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημερωμένος
ημερωμένης	verb	γενική ενικού του ημερωμένη
ημερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ημερωμένος
ημερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημερωμένος
ημερωμένος	verb	που τον έχουν ημερώσει
ημερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημερωμένος
ημερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ημερωμένος
ημερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημερωμένος
ημερόβια	=	ημερόβιος
ημερόβιας	=	ημερόβιος
ημερόβιε	=	ημερόβιος
ημερόβιες	=	ημερόβιος
ημερόβιη	=	ημερόβιος
ημερόβιης	=	ημερόβιος
ημερόβιο	=	ημερόβιος
ημερόβιοι	=	ημερόβιος
ημερόβιος	adj	που είναι ενεργό την ημέρα και κοιμάται ή ξεκουράζεται τη νύχτα
ημερόβιου	=	ημερόβιος
ημερόβιους	=	ημερόβιος
ημερόβιων	=	ημερόβιος
ημερόπλοια	=	ημερόπλοιο
ημερόπλοιο	noun	πλοίο που εκτελεί σύντομα δρομολόγια αναψυχής για τουρίστες κατά τη διάρκεια της ημέρας
ημερόπλοιου	=	ημερόπλοιο
ημερόπλοιων	=	ημερόπλοιο
ημερότητα	noun	το να είναι κάποιος ήμερος, η ιδιότητα του ήμερου
ημερότητας	noun	γενική ενικού του ημερότητα
ημερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημερότητα
ημερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέρωμα
ημερώματος	noun	γενική ενικού του ημέρωμα
ημερών	noun	γενική πληθυντικού του ημέρα
ημερώναμε	=	ημερώνω
ημερώναν	=	ημερώνω
ημερώνανε	=	ημερώνω
ημερώνατε	=	ημερώνω
ημερώνει	=	ημερώνω
ημερώνεις	=	ημερώνω
ημερώνετε	=	ημερώνω
ημερώνομαι	=	ημερώνω
ημερώνοντας	=	ημερώνω
ημερώνουμε	=	ημερώνω
ημερώνουν	=	ημερώνω
ημερώνουνε	=	ημερώνω
ημερώνω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον ήμερο
ημερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώσαν	=	ημερώνω
ημερώσανε	=	ημερώνω
ημερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημέρωση
ημερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώσεων	=	ημέρωση
ημερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ημερώνω
ημιάγρια	=	ημιάγριος
ημιάγριας	=	ημιάγριος
ημιάγριε	=	ημιάγριος
ημιάγριες	=	ημιάγριος
ημιάγριο	=	ημιάγριος
ημιάγριοι	=	ημιάγριος
ημιάγριος	adj	που βρίσκεται σε σχεδόν άγρια κατάσταση, που αποφεύγει κάθε σχέση με τους ανθρώπους
ημιάγριου	=	ημιάγριος
ημιάγριους	=	ημιάγριος
ημιάγριων	=	ημιάγριος
ημιάξονα	=	ημιάξονας
ημιάξονας	noun	μισός άξονας
ημιάξονες	=	ημιάξονας
ημιάπαχα	=	ημιάπαχος
ημιάπαχε	=	ημιάπαχος
ημιάπαχες	=	ημιάπαχος
ημιάπαχη	=	ημιάπαχος
ημιάπαχης	=	ημιάπαχος
ημιάπαχο	=	ημιάπαχος
ημιάπαχοι	=	ημιάπαχος
ημιάπαχος	adj	που περιέχει λιγότερα λιπαρά από το πλήρες, χωρίς να είναι εντελώς άπαχο
ημιάπαχου	=	ημιάπαχος
ημιάπαχους	=	ημιάπαχος
ημιάπαχων	=	ημιάπαχος
ημιέκταση	noun	στη γυμναστική, το τέντωμα ενός χεριού προς τα πλάγια, οριζόντια, ενώ το άλλο παραμένει τεντωμένο κατακόρυφα
ημιέκτασης	=	ημιέκταση
ημιέτοιμα	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμε	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμες	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμη	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμης	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμο	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμοι	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμος	adj	που είμαι περίπου ή κατά το ήμισυ έτοιμος
ημιέτοιμου	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμους	=	ημιέτοιμος
ημιέτοιμων	=	ημιέτοιμος
ημιαγωγέ	=	ημιαγωγός
ημιαγωγοί	=	ημιαγωγός
ημιαγωγού	=	ημιαγωγός
ημιαγωγούς	=	ημιαγωγός
ημιαγωγό	=	ημιαγωγός
ημιαγωγός	noun	υλικό που επιτρέπει να περνά το ηλεκτρικό φορτίο από μέσα του με κάποιες προϋποθέσεις
ημιαγωγών	=	ημιαγωγός
ημιαγώγιμα	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμε	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμες	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμη	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμης	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμο	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμοι	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμος	adj	που επιτρέπει τη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος όταν βρίσκεται σε υψηλή θερμοκρασία
ημιαγώγιμου	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμους	=	ημιαγώγιμος
ημιαγώγιμων	=	ημιαγώγιμος
ημιαθροιστές	=	ημιαθροιστής
ημιαθροιστή	=	ημιαθροιστής
ημιαθροιστής	noun	βασικό συνδυαστικό κύκλωμα που εκτελεί την πρόσθεση δυο δυαδικών αριθμών
ημιαθροιστών	=	ημιαθροιστής
ημιαμινάλες	=	ημιαμινάλη
ημιαμινάλη	noun	αζωτούχα οργανική χημική ένωση που φέρει στο μόριό ως χαρακτηριστική ομάδα μία αμινομάδα και μία υδροξυλομάδα που συνδέονται με το ίδιο άτομο άνθρακα και με μοριακό τύπο -C(OH)(NR₂)
ημιαμινάλης	noun	γενική ενικού του ημιαμινάλη
ημιαμιναλών	=	ημιαμινάλη
ημιαμφίδρομα	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομε	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομες	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομη	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομης	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομο	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομοι	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομος	adj	που παρέχει επικοινωνία και προς τις δύο πλευρές / κατευθύνσεις, αλλά όχι ταυτόχρονα (προς μία πλευρά / κατεύθυνση κάθε φορά)
ημιαμφίδρομου	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομους	=	ημιαμφίδρομος
ημιαμφίδρομων	=	ημιαμφίδρομος
ημιανάπαυση	noun	η στάση του σώματος που διαδέχεται με το αντίστοιχο παράγγελμα τη στάση της προσοχής: το ένα πόδι απομακρύνεται από το άλλο, ενώ το σώμα εξακολουθεί να στέκεται ολόισιο και τεντωμένο όπως και στην προσοχή
ημιανάπαυσης	=	ημιανάπαυση
ημιανάταση	noun	στη γυμναστική, η ανάταση ενός μόνο χεριού, το τέντωμα προς τα πάνω, κατακόρυφα
ημιανάτασης	=	ημιανάταση
ημιαναίσθητα	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητε	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητες	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητη	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητης	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητο	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητοι	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητος	adj	σχεδόν αναίσθητος
ημιαναίσθητου	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητους	=	ημιαναίσθητος
ημιαναίσθητων	=	ημιαναίσθητος
ημιαναπαύσεις	=	ημιανάπαυση
ημιαναπαύσεων	=	ημιανάπαυση
ημιανατάσεις	=	ημιανάταση
ημιανατάσεων	=	ημιανάταση
ημιανεξάρτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ημιανεξάρτητος	adv	με ημιανεξάρτητο τρόπο
ημιανεξάρτητε	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητες	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητη	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητης	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητο	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητοι	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητος	adj|formal	που διαθέτει ορισμένο βαθμό αυτονομίας, διατηρώντας μερική εξάρτηση από άλλο πρόσωπο, φορέα ή ευρύτερο σύνολο
ημιανεξάρτητου	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητους	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξάρτητων	=	ημιανεξάρτητος
ημιανεξαρτησία	noun|formal	η ιδιότητα του ημιανεξάρτητου
ημιανεξαρτησίας	=	ημιανεξαρτησία
ημιανεξαρτησίες	=	ημιανεξαρτησία
ημιανεξαρτησιών	=	ημιανεξαρτησία
ημιαντοχή	noun	κατηγορία αγώνων δρόμου του στίβου, που περιλαμβάνει τις μεσαίες αποστάσεις των 800 και 1.500 μέτρων
ημιαντοχής	=	ημιαντοχή
ημιαξονίου	=	ημιαξόνιο
ημιαξονίων	=	ημιαξόνιο
ημιαξόνια	=	ημιαξόνιο
ημιαξόνιο	noun	ο άξονας που ενώνει το διαφορικό με τον τροχό, μεταφέροντας την κινητήρια δύναμη χωριστά σε κάθε πλευρά του οχήματος
ημιαξόνιου	=	ημιαξόνιο
ημιαξόνιων	=	ημιαξόνιο
ημιαξόνων	=	ημιάξονας
ημιαπασχολήσεις	=	ημιαπασχόληση
ημιαπασχολήσεων	=	ημιαπασχόληση
ημιαπασχολούμενα	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενε	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενες	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενη	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενης	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενο	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενοι	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενος	adj	που εργάζεται με καθεστώς ημιαπασχόλησης
ημιαπασχολούμενου	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενους	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχολούμενων	=	ημιαπασχολούμενος
ημιαπασχόληση	noun|formal	εργασία με λιγότερες ώρες από όσες προβλέπει το πλήρες ωράριο
ημιαπασχόλησης	=	ημιαπασχόληση
ημιαποθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ημιαποθετικός
ημιαποθετικού	=	ημιαποθετικό
ημιαποθετικό	adj	αιτιατική ενικού του ημιαποθετικός	noun	ρήμα ενεργητικής διάθεσης, που σχηματίζει κάποιους χρόνους του κατά την ενεργητική φωνή και κάποιους κατά την παθητική φωνή
ημιαποθετικών	=	ημιαποθετικό
ημιαργία	noun	ημέρα κατά την οποία οι εργαζόμενοι σχολούν από τη δουλειά τους νωρίτερα από το κανονικό (συνήθως στις 12 το μεσημέρι)
ημιαργίας	noun	γενική ενικού του ημιαργία
ημιαργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιαργία
ημιαργιών	noun	γενική πληθυντικού του ημιαργία
ημιαστέρα	=	ημιαστέρας
ημιαστέρας	noun	εξαιρετικά λαμπρός πυρήνας μακρινού γαλαξία, που εμφανίζεται ως φωτεινό σημείο όμοιο με αστέρι
ημιαστέρες	=	ημιαστέρας
ημιαστέρων	=	ημιαστέρας
ημιαστικά	=	ημιαστικός
ημιαστικέ	=	ημιαστικός
ημιαστικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ημιαστικός
ημιαστική	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιαστικός
ημιαστικής	=	ημιαστικός
ημιαστικοί	=	ημιαστικός
ημιαστικού	=	ημιαστικός
ημιαστικούς	=	ημιαστικός
ημιαστικό	=	ημιαστικός
ημιαστικός	adj	που έχει χαρακτηριστικά αστικά αλλά και αγροτικά
ημιαστικών	=	ημιαστικός
ημιαυτονομία	noun	η ιδιότητα του ημιαυτόνομου
ημιαυτονομίας	=	ημιαυτονομία
ημιαυτονομίες	=	ημιαυτονομία
ημιαυτονομιών	=	ημιαυτονομία
ημιαυτόματα	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματε	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματες	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματη	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματης	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματο	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματοι	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματος	adj	όχι εντελώς αυτόματος
ημιαυτόματου	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματους	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόματων	=	ημιαυτόματος
ημιαυτόνομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ημιαυτόνομος	adv	με ημιαυτόνομο τρόπο
ημιαυτόνομε	=	ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομες	=	ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομη	=	ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομης	=	ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομοι	=	ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομος	adj|formal	που διαθέτει ορισμένο βαθμό αυτονομίας, διατηρώντας μερική εξάρτηση από άλλο πρόσωπο, φορέα ή ευρύτερο σύνολο
ημιαυτόνομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομους	=	ημιαυτόνομος
ημιαυτόνομων	=	ημιαυτόνομος
ημιβάρβαρα	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρε	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρες	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρη	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρης	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρο	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαροι	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρος	adj	που βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ βαρβαρότητας και πολιτισμού
ημιβάρβαρου	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρους	=	ημιβάρβαρος
ημιβάρβαρων	=	ημιβάρβαρος
ημιβορείου	=	ημιβόρειος
ημιβορείους	=	ημιβόρειος
ημιβορείων	=	ημιβόρειος
ημιβόρεια	=	ημιβόρειος
ημιβόρειας	=	ημιβόρειος
ημιβόρειε	=	ημιβόρειος
ημιβόρειες	=	ημιβόρειος
ημιβόρειο	=	ημιβόρειος
ημιβόρειοι	=	ημιβόρειος
ημιβόρειος	adj	που έχει κατά το ήμισυ τα χαρακτηριστικά του βορρά ή των κατοίκων του
ημιβόρειου	=	ημιβόρειος
ημιβόρειους	=	ημιβόρειος
ημιβόρειων	=	ημιβόρειος
ημιγυμνάσια	=	ημιγυμνάσιο
ημιγυμνάσιο	noun|dated	σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο λειτουργούσε ως προέκταση του δημοτικού σχολείου
ημιγυμνάσιου	=	ημιγυμνάσιο
ημιγυμνασίου	=	ημιγυμνάσιο
ημιγυμνασίων	=	ημιγυμνάσιο
ημιδημόσια	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιας	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιε	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιες	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιο	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιοι	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιος	adj	που είναι κατά το ήμισυ ή εν μέρει δημόσιος και κατά το υπόλοιπο ποσοστό ιδιωτικός
ημιδημόσιου	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιους	=	ημιδημόσιος
ημιδημόσιων	=	ημιδημόσιος
ημιδιάφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιδιάφανο
ημιδιάφανε	adj	κλητική ενικού του ημιδιάφανος
ημιδιάφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιδιάφανη
ημιδιάφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιδιάφανος
ημιδιάφανης	adj	γενική ενικού του ημιδιάφανη
ημιδιάφανο	adj	αιτιατική ενικού του ημιδιάφανος
ημιδιάφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιδιάφανος
ημιδιάφανος	adj	άλλη μορφή του ημιδιαφανής
ημιδιάφανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημιδιάφανος
ημιδιάφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιδιάφανος
ημιδιάφανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημιδιάφανος
ημιδιαμονές	=	ημιδιαμονή
ημιδιαμονή	noun|formal	διαμονή σε κατάλυμα για διάρκεια μικρότερη των εικοσιτεσσάρων ωρών
ημιδιαμονής	=	ημιδιαμονή
ημιδιαμονών	=	ημιδιαμονή
ημιδιανοιχθέν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ημιδιανοιχθείς
ημιδιανοιχθείς	adj|formal	που έχει διανοιχθεί κατά το ήμισυ ή κατά ένα μόνο μέρος του
ημιδιαπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιδιαπερατό
ημιδιαπερατέ	adj	κλητική ενικού του ημιδιαπερατός
ημιδιαπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιδιαπερατή
ημιδιαπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιδιαπερατός
ημιδιαπερατής	adj	γενική ενικού του ημιδιαπερατή
ημιδιαπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιδιαπερατός
ημιδιαπερατού	adj	γενική ενικού του ημιδιαπερατός
ημιδιαπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιδιαπερατός
ημιδιαπερατό	adj	αιτιατική ενικού του ημιδιαπερατός
ημιδιαπερατός	adj	άλλη μορφή του ημιπερατός
ημιδιαπερατών	adj	γενική πληθυντικού του ημιδιαπερατός
ημιδιατήρηση	noun	αναπαραγωγή 2 μορίων DNA από 1 όμως με διατήρηση των αποσυνδεδεμένων πια μερών
ημιδιατήρησης	noun	γενική ενικού του ημιδιατήρηση
ημιδιατηρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιδιατήρηση
ημιδιατηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ημιδιατήρηση
ημιδιατηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ημιδιατήρηση
ημιδιατροφές	=	ημιδιατροφή
ημιδιατροφή	noun	η παροχή πρωινού και ενός γεύματος την ημέρα χωρίς επιπλέον οικονομική επιβάρυνση για τον πελάτη, εφόσον η αξία τους είναι ήδη ενσωματωμένη στην τιμή ενοικίασης του δωματίου
ημιδιατροφής	=	ημιδιατροφή
ημιδιατροφών	=	ημιδιατροφή
ημιδιαφανές	=	ημιδιαφανής
ημιδιαφανή	=	ημιδιαφανής
ημιδιαφανής	adj	που επιτρέπει στο φως να περάσει από μέσα του κατά ένα μέρος
ημιδιαφανείς	=	ημιδιαφανής
ημιδιαφανούς	=	ημιδιαφανής
ημιδιαφανών	=	ημιδιαφανής
ημιδιώροφα	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφε	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφες	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφη	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφης	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφο	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφοι	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφος	adj	λέγεται για κτίρια που αποτελούνται από έναν όροφο εν μέρει υπόγειο και έναν κανονικό όροφο
ημιδιώροφου	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφους	=	ημιδιώροφος
ημιδιώροφων	=	ημιδιώροφος
ημιειδικευμένα	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένε	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένες	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένη	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένης	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένο	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένοι	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένος	verb	που έχει ειδικευτεί μόνο σε κάποια ή σε λίγες δεξιότητες
ημιειδικευμένου	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένους	=	ημιειδικευμένος
ημιειδικευμένων	=	ημιειδικευμένος
ημιεκτάσεις	=	ημιέκταση
ημιεκτάσεων	=	ημιέκταση
ημιελευθερία	noun	σωφρονιστικό καθεστώς που επιτρέπει στον κρατούμενο να εργάζεται εκτός φυλακής, με υποχρεωτική επιστροφή σε αυτή μετά την εργασία του
ημιελευθερίας	=	ημιελευθερία
ημιελευθερίες	=	ημιελευθερία
ημιελευθεριών	=	ημιελευθερία
ημιελεύθερα	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερε	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερες	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερη	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερης	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερο	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθεροι	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερος	adj	που έχει ή παρέχει ελευθερία με ορισμένους περιορισμούς, ιδίως ως προς την κίνηση και τη διαβίωση ζώων
ημιελεύθερου	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερους	=	ημιελεύθερος
ημιελεύθερων	=	ημιελεύθερος
ημιεξίτηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεξίτηλο
ημιεξίτηλε	adj	κλητική ενικού του ημιεξίτηλος
ημιεξίτηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεξίτηλη
ημιεξίτηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιεξίτηλος
ημιεξίτηλης	adj	γενική ενικού του ημιεξίτηλη
ημιεξίτηλο	adj	αιτιατική ενικού του ημιεξίτηλος
ημιεξίτηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιεξίτηλος
ημιεξίτηλος	adj	που δεν έχει γίνει τελείως εξίτηλος ούτε όμως είναι και ανεξίτηλος, αλλά βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση
ημιεξίτηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημιεξίτηλος
ημιεξίτηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιεξίτηλος
ημιεξίτηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημιεξίτηλος
ημιεπίπεδα	=	ημιεπίπεδο
ημιεπίπεδο	noun	καθένα από τα δύο τμήματα ενός επιπέδου που διαχωρίζονται από μία ευθεία καθώς και τα σημεία αυτής της ευθείας
ημιεπίπεδου	=	ημιεπίπεδο
ημιεπίσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεπίσημο
ημιεπίσημε	adj	κλητική ενικού του ημιεπίσημος
ημιεπίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεπίσημη
ημιεπίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιεπίσημος
ημιεπίσημης	adj	γενική ενικού του ημιεπίσημη
ημιεπίσημο	adj	αιτιατική ενικού του ημιεπίσημος
ημιεπίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιεπίσημος
ημιεπίσημος	adj	που δεν είναι ούτε τελείως επίσημος ούτε ξεκάθαρα ανεπίσημος
ημιεπίσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημιεπίσημος
ημιεπίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιεπίσημος
ημιεπίσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημιεπίσημος
ημιεπαγγελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεπαγγελματικό
ημιεπαγγελματικέ	adj	κλητική ενικού του ημιεπαγγελματικός
ημιεπαγγελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεπαγγελματική
ημιεπαγγελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιεπαγγελματικός
ημιεπαγγελματικής	adj	γενική ενικού του ημιεπαγγελματική
ημιεπαγγελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιεπαγγελματικός
ημιεπαγγελματικού	adj	γενική ενικού του ημιεπαγγελματικός
ημιεπαγγελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιεπαγγελματικός
ημιεπαγγελματικό	adj	αιτιατική ενικού του ημιεπαγγελματικός
ημιεπαγγελματικός	adj	που είναι σχεδόν επαγγελματικός, αλλά μπορεί να είναι και οικιακός
ημιεπαγγελματικών	adj	γενική πληθυντικού του ημιεπαγγελματικός
ημιεπεξεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεπεξεργασμένο
ημιεπεξεργασμένε	verb	κλητική ενικού του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιεπεξεργασμένη
ημιεπεξεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργασμένης	verb	γενική ενικού του ημιεπεξεργασμένη
ημιεπεξεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργασμένος	verb	που τον έχουν επεξεργαστεί κατά το ήμισυ ή ως έναν βαθμό
ημιεπεξεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημιεπεξεργασμένος
ημιεπεξεργαστές	=	ημιεπεξεργαστής
ημιεπεξεργαστή	=	ημιεπεξεργαστής
ημιεπεξεργαστής	noun	τύπος επεξεργαστή που χρησιμοποιείται σε υπολογιστικά συστήματα ή άλλες συσκευές
ημιεπεξεργαστών	=	ημιεπεξεργαστής
ημιεπιπέδου	=	ημιεπίπεδο
ημιεπιπέδων	=	ημιεπίπεδο
ημιευθεία	noun	μέρος μιας ευθείας που αρχίζει από ορισμένο σημείο και εκτείνεται απεριόριστα προς μία κατεύθυνση
ημιευθείας	=	ημιευθεία
ημιευθείες	=	ημιευθεία
ημιευθειών	=	ημιευθεία
ημιθέου	=	ημίθεος
ημιθέους	=	ημίθεος
ημιθέων	=	ημίθεος
ημιθανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ημιθανής
ημιθανή	adj	αιτιατική ενικού του ημιθανής
ημιθανής	adj	που βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου, που κοντεύει να πεθάνει
ημιθανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιθανής
ημιθανούς	adj	γενική ενικού του ημιθανής
ημιθανών	adj	γενική πληθυντικού του ημιθανής
ημιθολίου	=	ημιθόλιο
ημιθολίων	=	ημιθόλιο
ημιθωράκια	=	ημιθωράκιο
ημιθωράκιο	noun	το δεξιό ή το αριστερό ήμισυ του θώρακα
ημιθωράκιου	=	ημιθωράκιο
ημιθωράκιων	=	ημιθωράκιο
ημιθόλια	=	ημιθόλιο
ημιθόλιο	noun	μορφή στέγασης αψίδας ή κόγχης του ιερού στην οποία καλύπτεται το ένα τέταρτο της σφαίρας
ημιθόλιου	=	ημιθόλιο
ημιισογείου	=	ημιισόγειο
ημιισογείων	=	ημιισόγειο
ημιισόγεια	=	ημιισόγειος
ημιισόγειας	=	ημιισόγειος
ημιισόγειε	=	ημιισόγειος
ημιισόγειες	=	ημιισόγειος
ημιισόγειο	noun	κατασκευή που είναι κατά ένα τμήμα της πάνω από το έδαφος και κατά το ένα τμήμα της κάτω απ’ αυτό
ημιισόγειοι	=	ημιισόγειος
ημιισόγειος	adj	που είναι κατά ένα τμήμα του πάνω από το έδαφος και κατά το ένα τμήμα του κάτω απ’ αυτό
ημιισόγειου	=	ημιισόγειος
ημιισόγειους	=	ημιισόγειος
ημιισόγειων	=	ημιισόγειος
ημικίονα	=	ημικίονας
ημικίονας	noun	το ήμισυ ενός κίονα, που έχει επομένως διατομή όχι κυκλική αλλά ημικυκλική, και είναι ενσωματωμένος σε τοίχο ή άλλο αρχιτεκτονικό στοιχείο
ημικίονες	=	ημικίονας
ημικατεργασμένα	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένε	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένες	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένη	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένης	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένο	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένοι	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένος	verb|formal	εν μέρει κατεργασμένος
ημικατεργασμένου	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένους	=	ημικατεργασμένος
ημικατεργασμένων	=	ημικατεργασμένος
ημικιόνων	=	ημικίονας
ημικλάστου	=	ημίκλαστος
ημικλάστους	=	ημίκλαστος
ημικλάστων	=	ημίκλαστος
ημικρανία	noun	έντονος πονοκέφαλος, συνήθως εντοπισμένος στο μισό του κεφαλιού κοντά στον κρόταφο και συχνά συνοδευόμενος από ναυτία, ευαισθησία στο φως και διαταραχές της όρασης
ημικρανίας	noun	γενική ενικού του ημικρανία
ημικρανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημικρανία
ημικρανικά	=	ημικρανικός
ημικρανικέ	=	ημικρανικός
ημικρανικές	=	ημικρανικός
ημικρανική	=	ημικρανικός
ημικρανικής	=	ημικρανικός
ημικρανικοί	=	ημικρανικός
ημικρανικού	=	ημικρανικός
ημικρανικούς	=	ημικρανικός
ημικρανικό	=	ημικρανικός
ημικρανικός	noun	αυτός που πάσχει από ημικρανίες	adj	που έχει σχέση με ημικρανία ή αναφέρεται σ' αυτή
ημικρανικών	=	ημικρανικός
ημικρανιών	noun	γενική πληθυντικού του ημικρανία
ημικρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημικρατικό
ημικρατικέ	adj	κλητική ενικού του ημικρατικός
ημικρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημικρατική
ημικρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημικρατικός
ημικρατικής	adj	γενική ενικού του ημικρατική
ημικρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημικρατικός
ημικρατικού	adj	γενική ενικού του ημικρατικός
ημικρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημικρατικός
ημικρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ημικρατικός
ημικρατικός	adj	που είναι κατά το ήμισυ ή εν μέρει κρατικός και κατά το υπόλοιπο ποσοστό ιδιωτικός
ημικρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ημικρατικός
ημικρυπτοφύτου	=	ημικρυπτόφυτο
ημικρυπτοφύτων	=	ημικρυπτόφυτο
ημικρυπτόφυτα	=	ημικρυπτόφυτο
ημικρυπτόφυτο	noun	πολυετές φυτό του οποίου οι οφθαλμοί ανανέωσης βρίσκονται στην επιφάνεια του εδάφους ή πολύ κοντά σε αυτήν, ώστε να προστατεύονται κατά τη δυσμενή εποχή
ημικρυπτόφυτου	=	ημικρυπτόφυτο
ημικρυπτόφυτων	=	ημικρυπτόφυτο
ημικυκλίου	noun	γενική ενικού του ημικύκλιο
ημικυκλίων	noun	γενική πληθυντικού του ημικύκλιο
ημικυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημικυκλικό	adv	σε σχήμα μισού κύκλου
ημικυκλικέ	adj	κλητική ενικού του ημικυκλικός
ημικυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημικυκλική
ημικυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημικυκλικός
ημικυκλικής	adj	γενική ενικού του ημικυκλική
ημικυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημικυκλικός
ημικυκλικού	adj	γενική ενικού του ημικυκλικός
ημικυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημικυκλικός
ημικυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του ημικυκλικός
ημικυκλικός	adj	που έχει σχήμα μισού κύκλου
ημικυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του ημικυκλικός
ημικυτταρίνες	=	ημικυτταρίνη
ημικυτταρίνη	noun	πολυσακχαρίτης που συμβάλλει, μαζί με την κυτταρίνη, στη στήριξη του κυτταρικού τοιχώματος των φυτών
ημικυτταρίνης	=	ημικυτταρίνη
ημικυτταρινών	=	ημικυτταρίνη
ημικός	adj|formal	που σχετίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό ενός ατόμου ή λαού, με την αντίληψη που έχουν τα μέλη μιας πολιτισμικής ή εθνικής ομάδας για τον εαυτό τους
ημικύκλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημικύκλιο
ημικύκλιο	noun	σχήμα μισού κύκλου
ημικύκλιου	=	ημικύκλιο
ημιλιπόθυμα	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμε	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμες	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμη	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμης	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμο	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμοι	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμος	adj	που δεν έχει πλήρως τις αισθήσεις του
ημιλιπόθυμου	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμους	=	ημιλιπόθυμος
ημιλιπόθυμων	=	ημιλιπόθυμος
ημιλογαριθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιλογαριθμικό
ημιλογαριθμικέ	adj	κλητική ενικού του ημιλογαριθμικός
ημιλογαριθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιλογαριθμική
ημιλογαριθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιλογαριθμικός
ημιλογαριθμικής	adj	γενική ενικού του ημιλογαριθμική
ημιλογαριθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιλογαριθμικός
ημιλογαριθμικού	adj	γενική ενικού του ημιλογαριθμικός
ημιλογαριθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιλογαριθμικός
ημιλογαριθμικό	adj	αιτιατική ενικού του ημιλογαριθμικός
ημιλογαριθμικός	adj	που αφορά κάτι (π.χ. χαρτί) που κατά το ήμισυ χρησιμοποιείται για λογαριθμικές πράξεις ή παραστάσεις
ημιλογαριθμικών	adj	γενική πληθυντικού του ημιλογαριθμικός
ημιμάθεια	noun	το χαρακτηριστικό του ημιμαθούς, η ελλιπής γνώση ενός αντικειμένου, η οποία συχνά δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από το ίδιο το άτομο
ημιμάθειας	noun	γενική ενικού του ημιμάθεια
ημιμάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιμάθεια
ημιμέταλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιμέταλλο
ημιμέταλλο	noun	χημικό στοιχείο που βρίσκεται στο μεταίχμιο μετάλλων και αμετάλλων, με ιδιότητες που το καθιστούν ικανό να συμπεριφέρεται άλλοτε ως μέταλλο και άλλοτε ως αμέταλλο, ανάλογα με τις συνθήκες ή τη χημική του σύζευξη
ημιμέταλλου	=	ημιμέταλλο
ημιμέταλλων	=	ημιμέταλλο
ημιμέτρου	=	ημίμετρο
ημιμέτρων	=	ημίμετρο
ημιμαθές	=	ημιμαθής
ημιμαθής	adj	που οι γνώσεις του είναι μπερδεμένες, ατελείς ή περιορισμένες, ιδιαίτερα σε έναν τομέα που ο ίδιος θεωρεί πως κατέχει
ημιμαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ημιμάθεια
ημιμετάλλου	=	ημιμέταλλο
ημιμετάλλων	=	ημιμέταλλο
ημιμεταλλικά	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικέ	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικές	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλική	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικής	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικοί	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικού	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικούς	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικό	=	ημιμεταλλικός
ημιμεταλλικός	adj	που έχει σχέση με το ημιμέταλλο ή αναφέρεται σʼ αυτό
ημιμεταλλικών	=	ημιμεταλλικός
ημιμορίου	noun	γενική ενικού του ημιμόριο
ημιμορίων	noun	γενική πληθυντικού του ημιμόριο
ημιμόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιμόριο
ημιμόριο	noun	το μισό μέρος ενός σώματος
ημιμόριου	=	ημιμόριο
ημινομαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ημινομαδικός	adv	με ημινομαδικό τρόπο
ημινομαδικέ	=	ημινομαδικός
ημινομαδικές	=	ημινομαδικός
ημινομαδική	=	ημινομαδικός
ημινομαδικής	=	ημινομαδικός
ημινομαδικοί	=	ημινομαδικός
ημινομαδικοτήτων	=	ημινομαδικότητα
ημινομαδικού	=	ημινομαδικός
ημινομαδικούς	=	ημινομαδικός
ημινομαδικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ημινομαδικός
ημινομαδικός	adj	που συνδυάζει την εγκατάσταση σε σταθερό τόπο για ένα μέρος του έτους με περιοδικές μετακινήσεις, συνήθως για τη βόσκηση κοπαδιών
ημινομαδικότητα	noun	τρόπος ζωής που συνδυάζει την εποχική παραμονή σε σταθερό τόπο με μετακινήσεις, συνήθως για την εξεύρεση βοσκοτόπων
ημινομαδικότητας	=	ημινομαδικότητα
ημινομαδικότητες	=	ημινομαδικότητα
ημινομαδικών	=	ημινομαδικός
ημινομαδισμέ	=	ημινομαδισμός
ημινομαδισμοί	=	ημινομαδισμός
ημινομαδισμού	=	ημινομαδισμός
ημινομαδισμούς	=	ημινομαδισμός
ημινομαδισμό	=	ημινομαδισμός
ημινομαδισμός	noun	τρόπος ζωής που συνδυάζει την εποχική παραμονή σε σταθερό τόπο με μετακινήσεις, συνήθως για την εξεύρεση βοσκοτόπων
ημινομαδισμών	=	ημινομαδισμός
ημιοκτάβα	noun	μισή οκτάβα
ημιοκτάβας	=	ημιοκτάβα
ημιοκτάβες	=	ημιοκτάβα
ημιολία	noun	εμπορικό ή πολεμικό πλοίο που είχε δύο ιστούς (δικάταρτο) με τετραγωνικά ιστία (πανιά) στον πρωραίο ιστό, δηλαδή ακάτιο, δολώνιο (απλό ή διπλό) και προΐστια: φωσώνιο, παραδολώνιο και αρτέμωνες, ενώ στον πρυμναίο ιστό έφερε τριγωνικά ιστία: επίδρομο και λαίφο
ημιολίας	=	ημιολία
ημιολίες	=	ημιολία
ημιολίου	=	ημιόλιο
ημιολίων	=	ημιόλιο
ημιολιών	=	ημιολία
ημιονηγέ	noun	κλητική ενικού του ημιονηγός
ημιονηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιονηγός
ημιονηγού	noun	γενική ενικού του ημιονηγός
ημιονηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ημιονηγός
ημιονηγό	noun	αιτιατική ενικού του ημιονηγός
ημιονηγός	noun	ο οδηγός μουλαριού, ο μουλαράς
ημιονηγών	noun	γενική πληθυντικού του ημιονηγός
ημιορεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιορεινό
ημιορεινέ	adj	κλητική ενικού του ημιορεινός
ημιορεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιορεινή
ημιορεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιορεινός
ημιορεινής	adj	γενική ενικού του ημιορεινή
ημιορεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιορεινός
ημιορεινού	adj	γενική ενικού του ημιορεινός
ημιορεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιορεινός
ημιορεινό	adj	αιτιατική ενικού του ημιορεινός
ημιορεινός	adj	που βρίσκεται σε τέτοιο υψόμετρο, ώστε να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε πεδινός ούτε ορεινός
ημιορεινών	adj	γενική πληθυντικού του ημιορεινός
ημιορόφου	=	ημιόροφος
ημιορόφους	=	ημιόροφος
ημιορόφων	=	ημιόροφος
ημιπάρθενα	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενε	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενες	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενη	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενης	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενο	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενοι	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενος	adj	μειξοπάρθενος
ημιπάρθενου	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενους	=	ημιπάρθενος
ημιπάρθενων	=	ημιπάρθενος
ημιπαράλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπαράλυτο
ημιπαράλυτε	adj	κλητική ενικού του ημιπαράλυτος
ημιπαράλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπαράλυτη
ημιπαράλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιπαράλυτος
ημιπαράλυτης	adj	γενική ενικού του ημιπαράλυτη
ημιπαράλυτο	adj	αιτιατική ενικού του ημιπαράλυτος
ημιπαράλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιπαράλυτος
ημιπαράλυτος	adj	που είναι μερικώς παράλυτος
ημιπαράλυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημιπαράλυτος
ημιπαράλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιπαράλυτος
ημιπαράλυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημιπαράλυτος
ημιπαράφρον	=	ημιπαράφρων
ημιπαράφρονα	=	ημιπαράφρων
ημιπαράφρονας	=	ημιπαράφρων
ημιπαράφρονες	=	ημιπαράφρων
ημιπαράφρονος	=	ημιπαράφρων
ημιπαράφρων	adj	που οδεύει προς την πλήρη παραφροσύνη
ημιπαραφρόνων	=	ημιπαράφρων
ημιπερίοδε	=	ημιπερίοδος
ημιπερίοδο	=	ημιπερίοδος
ημιπερίοδοι	=	ημιπερίοδος
ημιπερίοδος	noun	τμήμα λόγου, υποτμήμα της περιόδου, αποτελούμενο από μία ή πιο πολλές προτάσεις, που λήγουν σε άνω τελεία
ημιπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπερατό
ημιπερατέ	adj	κλητική ενικού του ημιπερατός
ημιπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπερατή
ημιπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιπερατός
ημιπερατής	adj	γενική ενικού του ημιπερατή
ημιπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιπερατός
ημιπερατού	adj	γενική ενικού του ημιπερατός
ημιπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιπερατός
ημιπερατό	adj	αιτιατική ενικού του ημιπερατός
ημιπερατός	adj	που είναι περατός μόνο για κάποια συστατικά
ημιπερατών	adj	γενική πληθυντικού του ημιπερατός
ημιπεριφέρεια	noun	το μισό μιας περιφέρειας κύκλου, τόξο 180 μοιρών
ημιπεριφέρειας	noun	γενική ενικού του ημιπεριφέρεια
ημιπεριφέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπεριφέρεια
ημιπεριφερειών	noun	γενική πληθυντικού του ημιπεριφέρεια
ημιπεριόδου	=	ημιπερίοδος
ημιπεριόδους	=	ημιπερίοδος
ημιπεριόδων	=	ημιπερίοδος
ημιπληγία	noun	η παθολογική κατάσταση κατά την οποία μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο έχει παραλύσει η μία πλευρά του σώματος
ημιπληγίας	noun	γενική ενικού του ημιπληγία
ημιπληγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπληγία
ημιπληγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπληγικό
ημιπληγικέ	adj	κλητική ενικού του ημιπληγικός
ημιπληγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπληγική
ημιπληγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιπληγικός
ημιπληγικής	adj	γενική ενικού του ημιπληγική
ημιπληγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιπληγικός
ημιπληγικού	adj	γενική ενικού του ημιπληγικός
ημιπληγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιπληγικός
ημιπληγικό	adj	αιτιατική ενικού του ημιπληγικός
ημιπληγικός	noun	αυτός που πάσχει από ημιπληγία	adj	που έχει σχέση με την ημιπληγία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ημιπληγικών	adj	γενική πληθυντικού του ημιπληγικός
ημιπληγιών	noun	γενική πληθυντικού του ημιπληγία
ημιποδίου	=	ημιπόδιο
ημιποδίων	=	ημιπόδιο
ημιπολύτιμα	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμε	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμες	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμη	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμης	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμο	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμοι	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμος	adj	που έχει μικρότερη αξία και σπανιότητα από τον πολύτιμο
ημιπολύτιμου	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμους	=	ημιπολύτιμος
ημιπολύτιμων	=	ημιπολύτιμος
ημιπροεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπροεδρικό
ημιπροεδρικέ	adj	κλητική ενικού του ημιπροεδρικός
ημιπροεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιπροεδρική
ημιπροεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιπροεδρικός
ημιπροεδρικής	adj	γενική ενικού του ημιπροεδρική
ημιπροεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιπροεδρικός
ημιπροεδρικού	adj	γενική ενικού του ημιπροεδρικός
ημιπροεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιπροεδρικός
ημιπροεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του ημιπροεδρικός
ημιπροεδρικός	adj	που αφορά το πολίτευμα ενός κράτους όπου στο σύστημα διακυβέρνησης συνυπάρχουν οι εκτελεστικές αρμοδιότητες του προέδρου της δημοκρατίας με εκείνες του πρωθυπουργού και του κοινοβουλίου, που είναι υπεύθυνοι για τη θέσπιση των νόμων
ημιπροεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του ημιπροεδρικός
ημιπόδια	=	ημιπόδιο
ημιπόδιο	noun	μισός μετρικός πους / πόδας
ημιπόδιου	=	ημιπόδιο
ημιπόδιων	=	ημιπόδιο
ημιρυμουλκούμενα	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενε	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενες	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενη	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενης	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενο	noun	όχημα ή κατασκευή που έχει πίσω άξονα με ρόδες, όχι όμως και μπροστά, και μπορεί να ρυμουλκηθεί
ημιρυμουλκούμενοι	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενος	adj	που αφορά όχημα ή κατασκευή που έχει πίσω άξονα με ρόδες, όχι όμως και μπροστά, και μπορεί να ρυμουλκηθεί
ημιρυμουλκούμενου	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενους	=	ημιρυμουλκούμενος
ημιρυμουλκούμενων	=	ημιρυμουλκούμενος
ημισέληνε	=	ημισέληνος
ημισέληνο	noun	αιτιατική ενικού του ημισέληνος
ημισέληνοι	=	ημισέληνος
ημισέληνος	noun	η Σελήνη, αύξουσα ή φθίνουσα, στη φάση του μηνίσκου
ημισείας	=	ήμισυς
ημισείων	=	ήμισυς
ημισελήνου	=	ημισέληνος
ημισελήνους	=	ημισέληνος
ημισελήνων	=	ημισέληνος
ημισεληνοειδές	=	ημισεληνοειδής
ημισεληνοειδή	=	ημισεληνοειδής
ημισεληνοειδής	adj	που έχει μορφή ημισελήνου
ημισεληνοειδείς	=	ημισεληνοειδής
ημισεληνοειδούς	=	ημισεληνοειδής
ημισεληνοειδών	=	ημισεληνοειδής
ημιστίχια	=	ημιστίχιο
ημιστίχιο	noun	το ήμισυ ενός στίχου, ο μισός στίχος
ημιστίχιου	=	ημιστίχιο
ημιστίχιων	=	ημιστίχιο
ημιστερεά	=	ημιστερεός
ημιστερεάς	=	ημιστερεός
ημιστερεέ	=	ημιστερεός
ημιστερεές	=	ημιστερεός
ημιστερεή	=	ημιστερεός
ημιστερεής	=	ημιστερεός
ημιστερεοί	=	ημιστερεός
ημιστερεού	=	ημιστερεός
ημιστερεούς	=	ημιστερεός
ημιστερεό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ημιστερεός
ημιστερεός	adj	που είναι κατά το ήμισυ στερεός, σε μια κατάσταση ανάμεσα στον στερεό και τον υγρό
ημιστερεών	=	ημιστερεός
ημιστιχίου	=	ημιστίχιο
ημιστιχίων	=	ημιστίχιο
ημιστρατιωτικά	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικέ	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικές	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτική	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ημιστρατιωτική) του ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικοί	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικού	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικούς	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικό	=	ημιστρατιωτικός
ημιστρατιωτικός	adj	που είναι εν μέρει στρατιωτικός
ημιστρατιωτικών	=	ημιστρατιωτικός
ημιστυλίου	=	ημιστύλιο
ημιστυλίων	=	ημιστύλιο
ημιστύλια	=	ημιστύλιο
ημιστύλιο	noun	μισή κολόνα, ημικίονας
ημιστύλιου	=	ημιστύλιο
ημισυνθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημισυνθετικό
ημισυνθετικέ	adj	κλητική ενικού του ημισυνθετικός
ημισυνθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημισυνθετική
ημισυνθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημισυνθετικός
ημισυνθετικής	adj	γενική ενικού του ημισυνθετική
ημισυνθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημισυνθετικός
ημισυνθετικού	adj	γενική ενικού του ημισυνθετικός
ημισυνθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημισυνθετικός
ημισυνθετικό	adj	αιτιατική ενικού του ημισυνθετικός
ημισυνθετικός	adj	που είναι κατά το ήμισυ (ή κατά ένα -μεγάλο- μέρος του) συνθετικός
ημισυνθετικών	adj	γενική πληθυντικού του ημισυνθετικός
ημισυντήρησης	noun	γενική ενικού του ημισυντήρηση
ημισυντηρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημισυντήρηση
ημισυντηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ημισυντήρηση
ημισυντηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ημισυντήρηση
ημισφαίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημισφαίριο
ημισφαίριο	noun	το μισό μέρος μιας σφαίρας
ημισφαίριου	=	ημισφαίριο
ημισφαιρίου	noun	γενική ενικού του ημισφαίριο
ημισφαιρίων	noun	γενική πληθυντικού του ημισφαίριο
ημισφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημισφαιρικό
ημισφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του ημισφαιρικός
ημισφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημισφαιρική
ημισφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημισφαιρικός
ημισφαιρικής	adj	γενική ενικού του ημισφαιρική
ημισφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημισφαιρικός
ημισφαιρικού	adj	γενική ενικού του ημισφαιρικός
ημισφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημισφαιρικός
ημισφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του ημισφαιρικός
ημισφαιρικός	adj	που έχει σχήμα ημισφαιρίου
ημισφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του ημισφαιρικός
ημιταυτοχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιταυτοχρονισμένο
ημιταυτοχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιταυτοχρονισμένη
ημιταυτοχρονισμένης	verb	γενική ενικού του ημιταυτοχρονισμένη
ημιταχώς	adv|archaic	με τη μισή ταχύτητα
ημιτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ημιτελής
ημιτελή	adj	αιτιατική ενικού του ημιτελής
ημιτελής	adj	που δεν έχει τελειώσει, που η κατασκευή ή η δημιουργία του δεν έχει ολοκληρωθεί
ημιτελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιτελής
ημιτελικά	noun	η ημιτελική φάση ενός πρωταθλήματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιτελικό
ημιτελικέ	adj	κλητική ενικού του ημιτελικός
ημιτελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιτελική
ημιτελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιτελικός
ημιτελικής	adj	γενική ενικού του ημιτελική
ημιτελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιτελικός
ημιτελικού	adj	γενική ενικού του ημιτελικός
ημιτελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιτελικός
ημιτελικό	adj	αιτιατική ενικού του ημιτελικός
ημιτελικός	noun	αγώνας για την πρόκριση του ενός εκ των δύο αντιπάλων στον τελικό	adj	που αναφέρεται στους αγώνες για την πρόκριση στον τελικό
ημιτελικών	adj	γενική πληθυντικού του ημιτελικός
ημιτελούς	adj	γενική ενικού του ημιτελής
ημιτελών	adj	γενική πληθυντικού του ημιτελής
ημιτελώς	adv	κατά τρόπο ημιτελή
ημιτονίου	noun	γενική ενικού του ημιτόνιο
ημιτονίων	noun	γενική πληθυντικού του ημιτόνιο
ημιτονικά	=	ημιτονικός
ημιτονικέ	=	ημιτονικός
ημιτονικές	=	ημιτονικός
ημιτονική	=	ημιτονικός
ημιτονικής	=	ημιτονικός
ημιτονικοί	=	ημιτονικός
ημιτονικού	=	ημιτονικός
ημιτονικούς	=	ημιτονικός
ημιτονικό	=	ημιτονικός
ημιτονικός	adj	που περιγράφεται από τη συνάρτηση του ημιτόνου ή ακολουθεί τη μορφή της γραφικής παράστασής της
ημιτονικών	=	ημιτονικός
ημιτονισμέ	=	ημιτονισμός
ημιτονισμοί	=	ημιτονισμός
ημιτονισμού	=	ημιτονισμός
ημιτονισμούς	=	ημιτονισμός
ημιτονισμό	=	ημιτονισμός
ημιτονισμός	noun	στη ζωγραφική και άλλες γραφικές τέχνες, η χρησιμοποίηση μέσων τόνων
ημιτονισμών	=	ημιτονισμός
ημιτονοειδές	=	ημιτονοειδής
ημιτονοειδή	=	ημιτονοειδής
ημιτονοειδής	adj	που περιγράφεται από τη συνάρτηση του ημιτόνου ή ακολουθεί τη μορφή της γραφικής παράστασής της
ημιτονοειδείς	=	ημιτονοειδής
ημιτονοειδούς	=	ημιτονοειδής
ημιτονοειδών	=	ημιτονοειδής
ημιτόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιτόνιο
ημιτόνιο	noun	μουσικό διάστημα μισού τόνου
ημιτόνιου	=	ημιτόνιο
ημιτόνου	=	ημίτονο
ημιτόνων	=	ημίτονο
ημιυδρίτες	=	ημιυδρίτης
ημιυδρίτη	=	ημιυδρίτης
ημιυδρίτης	noun	είδος ορυκτού με χημικό τύπο Pb10Zn(CrO4)6(SiO4)2F2
ημιυδριτών	=	ημιυδρίτης
ημιυδρόβια	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιας	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιε	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιες	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιο	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιοι	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιος	adj	κατά το ήμισυ υδρόβιος, που ζει και στην ξηρά και στο νερό
ημιυδρόβιου	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιους	=	ημιυδρόβιος
ημιυδρόβιων	=	ημιυδρόβιος
ημιυπόγεια	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειας	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειε	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειες	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειο	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειοι	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειος	adj	που βρίσκεται εν μέρει στο υπόγειο και εν μέρει στο ισόγειο
ημιυπόγειου	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειους	=	ημιυπόγειος
ημιυπόγειων	=	ημιυπόγειος
ημιφάτνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιφάτνωτο
ημιφάτνωτε	adj	κλητική ενικού του ημιφάτνωτος
ημιφάτνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιφάτνωτη
ημιφάτνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ημιφάτνωτος
ημιφάτνωτης	adj	γενική ενικού του ημιφάτνωτη
ημιφάτνωτο	adj	αιτιατική ενικού του ημιφάτνωτος
ημιφάτνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιφάτνωτος
ημιφάτνωτος	adj	που έχει κατά το ήμισυ φατνώματα, δηλαδή σανίδες ή διακοσμητικές πλάκες με ζωγραφιές ή ανάγλυφα, που καλύπτουν τα κενά των δοκών στο ταβάνι ενός κτίσματος
ημιφάτνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ημιφάτνωτος
ημιφάτνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ημιφάτνωτος
ημιφάτνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ημιφάτνωτος
ημιφανές	=	ημιφανής
ημιφανή	=	ημιφανής
ημιφανής	adj	που μισοφαίνεται
ημιφανείς	=	ημιφανής
ημιφανούς	=	ημιφανής
ημιφανών	=	ημιφανής
ημιφιναλίστ	noun	ομάδα ή αθλητής που φτάνει στην ημιτελική φάση μιας διοργάνωσης
ημιφορτηγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιφορτηγό
ημιφορτηγού	noun	γενική ενικού του ημιφορτηγό
ημιφορτηγό	noun	μικρό φορτηγό (έχει τις διαστάσεις ενός συνηθισμένου επιβατηγού αυτοκινήτου ή είναι λίγο μεγαλύτερο) με ανοιχτή καρότσα
ημιφορτηγών	noun	γενική πληθυντικού του ημιφορτηγό
ημιφωνία	noun	η ύπαρξη φθόγγου ανάμεσα σε φωνήεν και σύμφωνο
ημιφωνίας	=	ημιφωνία
ημιφωνίες	=	ημιφωνία
ημιφωνιών	=	ημιφωνία
ημιφωνοποίηση	noun	η τροπή ενός φθόγγου σε ημίφωνο
ημιφωνοποίησης	=	ημιφωνοποίηση
ημιφωνοποιήσεις	=	ημιφωνοποίηση
ημιφωνοποιήσεων	=	ημιφωνοποίηση
ημιφώνου	noun	γενική ενικού του ημίφωνο
ημιφώνων	noun	γενική πληθυντικού του ημίφωνο
ημιχορίου	noun	γενική ενικού του ημιχόριο
ημιχορίων	noun	γενική πληθυντικού του ημιχόριο
ημιχρονίου	=	ημιχρόνιο
ημιχρονίων	=	ημιχρόνιο
ημιχρόνια	=	ημιχρόνιο
ημιχρόνιο	noun	το ημίχρονο
ημιχρόνιου	=	ημιχρόνιο
ημιχρόνου	noun	γενική ενικού του ημίχρονο
ημιχρόνων	noun	γενική πληθυντικού του ημίχρονο
ημιχόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ημιχόριο
ημιχόριο	noun	το ένα από τα δύο μέρη του χορού του αρχαίου δράματος
ημιχόριου	=	ημιχόριο
ημιωρόφου	=	ημιώροφος
ημιωρόφους	=	ημιώροφος
ημιωρόφων	=	ημιώροφος
ημιόλια	=	ημιόλιο
ημιόλιο	noun	η ονομασία της αναλογία 3:2 στη θεωρία της μουσικής, κυρίως όσον αφορά στο ρυθμικό σκέλος μιας μελωδίας
ημιόλιου	=	ημιόλιο
ημιόνου	noun	γενική ενικού του ημίονος
ημιόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ημίονος
ημιόνων	noun	γενική πληθυντικού του ημίονος
ημιόροφε	=	ημιόροφος
ημιόροφο	=	ημιόροφος
ημιόροφοι	=	ημιόροφος
ημιόροφος	noun	άλλη γραφή του ημιώροφος
ημιόροφου	=	ημιόροφος
ημιόροφους	=	ημιόροφος
ημιόροφων	=	ημιόροφος
ημιώρου	=	ημίωρο
ημιώροφε	noun	κλητική ενικού του ημιώροφος
ημιώροφο	noun	αιτιατική ενικού του ημιώροφος
ημιώροφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ημιώροφος
ημιώροφος	noun	το τμήμα ενός πολυώροφου κτιρίου που βρίσκεται ανάμεσα στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο
ημιώροφου	=	ημιώροφος
ημιώροφους	=	ημιώροφος
ημιώροφων	=	ημιώροφος
ημιώρων	=	ημίωρο
ημπορώ	verb	άλλη μορφή του μπορώ
ηνία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηνίο
ηνίο	noun	καθένα από τα δύο λουριά από σχοινί ή δέρμα, που η μία άκρη του στερεώνεται στο χαλινάρι ενός αλόγου ή ενός γαϊδουριού και η άλλη βρίσκεται στα χέρια του αναβάτη και του επιτρέπει να ελέγχει το ζώο
ηνίου	noun	γενική ενικού του ηνίο
ηνίοχε	noun	κλητική ενικού του ηνίοχος
ηνίοχο	noun	αιτιατική ενικού του ηνίοχος
ηνίοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηνίοχος
ηνίοχος	noun|formal	ο οδηγός άρματος που έλκουν άλογα, αυτός που κρατάει τα ηνία
ηνίοχου	noun	γενική ενικού του ηνίοχος
ηνίοχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηνίοχος
ηνίοχων	noun	γενική πληθυντικού του ηνίοχος
ηνίων	noun	γενική πληθυντικού του ηνίο
ηνιοχεία	noun|formal	η οδήγηση άμαξας ή άρματος που σέρνεται από ζώο που οδηγείται με ηνία
ηνιοχείας	=	ηνιοχεία
ηνιοχείες	=	ηνιοχεία
ηνιοχειών	=	ηνιοχεία
ηνιοχώ	verb	είμαι ηνίοχος, οδηγώ άρμα κρατώντας τα ηνία
ηνιόχου	noun	γενική ενικού του ηνίοχος
ηνιόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηνίοχος
ηνιόχων	noun	γενική πληθυντικού του ηνίοχος
ηνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηνωμένο
ηνωμένε	verb	κλητική ενικού του ηνωμένος
ηνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηνωμένη
ηνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηνωμένος
ηνωμένης	verb	γενική ενικού του ηνωμένη
ηνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηνωμένος
ηνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηνωμένος
ηνωμένος	verb|formal	ενωμένος, μονοτονική γραφή του ἡνωμένος, -η, -ον
ηνωμένου	verb	γενική ενικού του ηνωμένος
ηνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηνωμένος
ηνωμένων	adj	γενική πληθυντικού του ηνωμένος
ηνύστρου	noun	γενική ενικού του ήνυστρο
ηνύστρων	noun	γενική πληθυντικού του ήνυστρο
ηξεύρω	verb	άλλη μορφή του ξέρω
ηούς	=	ηώς
ηπάτωμα	noun	ο πρωτοπαθής καρκίνος του ήπατος, δηλαδή εκείνος που αρχίζει από τα κύτταρα του ιδίου του ήπατος (ηπατοκύτταρα) και όχι από καρκίνο άλλου οργάνου που έχει μετασταθεί σε αυτό
ηπάτων	=	ήπαρ
ηπίωνα	=	ηπιώνω
ηπίωναν	=	ηπιώνω
ηπίωνε	=	ηπιώνω
ηπίωνες	=	ηπιώνω
ηπίως	adv|dated	ήπια
ηπίωσα	=	ηπιώνω
ηπίωσαν	=	ηπιώνω
ηπίωσε	=	ηπιώνω
ηπίωσες	=	ηπιώνω
ηπα	abbrev	οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής
ηπαρίνες	=	ηπαρίνη
ηπαρίνη	noun	ένα ενέσιμο αντιπηκτικό φάρμακο ταχείας δράσης που χρησιμοποιείται για την πρόληψη και θεραπεία θρομβώσεων
ηπαρίνης	=	ηπαρίνη
ηπαρινών	=	ηπαρίνη
ηπατίτιδα	noun	φλεγμονή ή και νόσος του ήπατος που προκαλείται συνήθως από ιούς
ηπατίτιδας	=	ηπατίτιδα
ηπατίτιδες	=	ηπατίτιδα
ηπατίτιδων	=	ηπατίτιδα
ηπαταλγία	noun	πόνος στο συκώτι που επεκτείνεται συνήθως προς τον δεξιό ώμο
ηπαταλγίας	=	ηπαταλγία
ηπαταλγίες	=	ηπαταλγία
ηπαταλγιών	=	ηπαταλγία
ηπατεκτομές	=	ηπατεκτομή
ηπατεκτομή	noun	χειρουργική επέμβαση με την οποία αφαιρείται μέρος του συκωτιού
ηπατεκτομής	=	ηπατεκτομή
ηπατεκτομών	=	ηπατεκτομή
ηπατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατικό
ηπατικέ	adj	κλητική ενικού του ηπατικός
ηπατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατική
ηπατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηπατικός
ηπατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ηπατικός
ηπατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηπατικός
ηπατικού	adj	γενική ενικού του ηπατικός
ηπατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηπατικός
ηπατικό	adj	αιτιατική ενικού του ηπατικός
ηπατικός	adj	που έχει σχέση με το ήπαρ / συκώτι ή αναφέρεται σ’ αυτό
ηπατικών	adj	γενική πληθυντικού του ηπατικός
ηπατισμέ	=	ηπατισμός
ηπατισμοί	=	ηπατισμός
ηπατισμού	=	ηπατισμός
ηπατισμούς	=	ηπατισμός
ηπατισμό	=	ηπατισμός
ηπατισμός	noun	αδυναμία του συκωτιού να εκπληρώσει το ρόλο του
ηπατισμών	=	ηπατισμός
ηπατοκήλες	=	ηπατοκήλη
ηπατοκήλη	noun	κήλη του συκωτιού
ηπατοκήλης	=	ηπατοκήλη
ηπατοκυττάρου	=	ηπατοκύτταρο
ηπατοκυττάρων	=	ηπατοκύτταρο
ηπατοκυτταρικά	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικέ	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικές	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρική	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικής	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικοί	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικού	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικούς	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικό	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκυτταρικός	adj	που αφορά τα ηπατοκύτταρα, τη λειτουργία ή τις αλλοιώσεις τους
ηπατοκυτταρικών	=	ηπατοκυτταρικός
ηπατοκύτταρα	=	ηπατοκύτταρο
ηπατοκύτταρο	noun	βασικός τύπος κυττάρου του ήπατος που επιτελεί διάφορες σημαντικές λειτουργίες όπως αποθήκευση βιταμινών και μετάλλων, παραγωγή και έκκριση χολής, μεταβολισμός μικροθρεπτικών συστατικών, αποτοξίνωση του οργανισμού
ηπατοκύτταρου	=	ηπατοκύτταρο
ηπατολογία	noun	η επιστημονική μελέτη του ήπατος
ηπατολογίας	noun	γενική ενικού του ηπατολογία
ηπατολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατολογία
ηπατολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατολογικό
ηπατολογικέ	adj	κλητική ενικού του ηπατολογικός
ηπατολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατολογική
ηπατολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηπατολογικός
ηπατολογικής	adj	γενική ενικού του ηπατολογική
ηπατολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηπατολογικός
ηπατολογικού	adj	γενική ενικού του ηπατολογικός
ηπατολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηπατολογικός
ηπατολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ηπατολογικός
ηπατολογικός	adj	που έχει σχέση με τον ηπατολόγο ή την ηπατολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ηπατολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ηπατολογικός
ηπατολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ηπατολογία
ηπατολόγε	=	ηπατολόγος
ηπατολόγο	=	ηπατολόγος
ηπατολόγοι	=	ηπατολόγος
ηπατολόγος	noun	ιατρός που έχει σπουδάσει και ασκεί την ηπατολογία
ηπατολόγου	=	ηπατολόγος
ηπατολόγους	=	ηπατολόγος
ηπατολόγων	=	ηπατολόγος
ηπατομεγαλία	noun	παθολογική διόγκωση του συκωτιού
ηπατομεγαλίας	noun	γενική ενικού του ηπατομεγαλία
ηπατομεγαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατομεγαλία
ηπατομεγαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ηπατομεγαλία
ηπατοπάθεια	noun	γενικό όνομα των παθήσεων του συκωτιού
ηπατοπάθειας	noun	γενική ενικού του ηπατοπάθεια
ηπατοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατοπάθεια
ηπατοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ηπατοπάθεια
ηπατοπροστατευτικά	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικέ	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικές	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτική	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ηπατοπροστατευτική) του ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικοί	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικού	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικούς	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικό	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατοπροστατευτικός	adj	θεραπεία ή φάρμακο που διατηρεί την καλή λειτουργία του ήπατος
ηπατοπροστατευτικών	=	ηπατοπροστατευτικός
ηπατορραγία	noun	αιμορραγία του συκωτιού
ηπατορραγίας	noun	γενική ενικού του ηπατορραγία
ηπατορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπατορραγία
ηπατορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του ηπατορραγία
ηπατοτομία	noun	χειρουργική τομή του συκωτιού για την αφαίρεση αποστήματος, καρκινώματος ή πέτρας.
ηπατοτομίας	=	ηπατοτομία
ηπατοτομίες	=	ηπατοτομία
ηπατοτομιών	=	ηπατοτομία
ηπατοτοξικά	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικέ	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικές	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξική	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικής	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικοί	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικοτήτων	=	ηπατοτοξικότητα
ηπατοτοξικού	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικούς	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικό	=	ηπατοτοξικός
ηπατοτοξικός	adj	που έχει σχέση με ηπατοτοξικότητα, αναφέρεται σʼ αυτή ή την προκαλεί
ηπατοτοξικότητα	noun	η ιδιότητα μιας ουσίας, ιδίως ενός φαρμάκου, να προκαλεί βλάβη στο ήπαρ και, (κατ’ επέκταση), η βλάβη που προκύπτει από τη δράση της
ηπατοτοξικότητας	=	ηπατοτοξικότητα
ηπατοτοξικότητες	=	ηπατοτοξικότητα
ηπατοτοξικών	=	ηπατοτοξικός
ηπατωμάτων	=	ηπάτωμα
ηπατώματα	=	ηπάτωμα
ηπατώματος	=	ηπάτωμα
ηπείρου	noun	γενική ενικού του ήπειρος
ηπείρους	=	ήπειρος
ηπείρων	=	ήπειρος
ηπειρογένεση	noun	γεωλογικές και άλλες μεταβολές που οδήγησαν στον σχηματισμό των ηπείρων ή συντελούν στην διαμόρφωσή τους
ηπειρογένεσης	=	ηπειρογένεση
ηπειρογενέσεις	=	ηπειρογένεση
ηπειρογενέσεων	=	ηπειρογένεση
ηπειρωτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπειρωτάκι
ηπειρωτικά	noun	οι πεδινές περιοχές μιας χώρας.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπειρωτικό
ηπειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ηπειρωτικός
ηπειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπειρωτική
ηπειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηπειρωτικός
ηπειρωτικής	adj	γενική ενικού του ηπειρωτική
ηπειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηπειρωτικός
ηπειρωτικού	adj	γενική ενικού του ηπειρωτικός
ηπειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηπειρωτικός
ηπειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηπειρωτικός
ηπειρωτικός	adj	σχετικός με την ήπειρο
ηπειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηπειρωτικός
ηπειρώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπειρώτικο
ηπειρώτικε	adj	κλητική ενικού του ηπειρώτικος
ηπειρώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπειρώτικη
ηπειρώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηπειρώτικος
ηπειρώτικης	adj	γενική ενικού του ηπειρώτικη
ηπειρώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ηπειρώτικος
ηπειρώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηπειρώτικος
ηπειρώτικος	adj	που αναφέρεται στην Ήπειρο και τους Ηπειρώτες
ηπειρώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηπειρώτικος
ηπειρώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηπειρώτικος
ηπειρώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηπειρώτικος
ηπιοτήτων	=	ηπιότητα
ηπιωθήκαμε	=	ηπιώνω
ηπιωθήκαν	=	ηπιώνω
ηπιωθήκανε	=	ηπιώνω
ηπιωθήκατε	=	ηπιώνω
ηπιωθεί	=	ηπιώνω
ηπιωθείτε	=	ηπιώνω
ηπιωμένος	=	ηπιώνω
ηπιωνόμασταν	=	ηπιώνω
ηπιωνόμαστε	=	ηπιώνω
ηπιωνόμουν	=	ηπιώνω
ηπιωνόμουνα	=	ηπιώνω
ηπιωνόντουσαν	=	ηπιώνω
ηπιωνόσασταν	=	ηπιώνω
ηπιωνόσαστε	=	ηπιώνω
ηπιωνόσουν	=	ηπιώνω
ηπιωνόσουνα	=	ηπιώνω
ηπιωνόταν	=	ηπιώνω
ηπιωνότανε	=	ηπιώνω
ηπιότατα	=	ήπιος
ηπιότατε	=	ήπιος
ηπιότατες	=	ήπιος
ηπιότατη	=	ήπιος
ηπιότατης	=	ήπιος
ηπιότατο	=	ήπιος
ηπιότατοι	=	ήπιος
ηπιότατος	=	ήπιος
ηπιότατου	=	ήπιος
ηπιότατους	=	ήπιος
ηπιότατων	=	ήπιος
ηπιότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπιότερο	adv	με πιο ήπιο, πιο πράο τρόπο, πιο μαλακά
ηπιότερε	adj	κλητική ενικού του ηπιότερος
ηπιότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπιότερη
ηπιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηπιότερος
ηπιότερης	adj	γενική ενικού του ηπιότερη
ηπιότερο	adj	αιτιατική ενικού του ηπιότερος
ηπιότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηπιότερος
ηπιότερος	adj	που είναι πιο ήπιος, πιο μαλακός, πιο απαλός, λιγότερο έντονος
ηπιότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηπιότερος
ηπιότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηπιότερος
ηπιότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηπιότερος
ηπιότητα	noun	η ιδιότητα του ήπιου
ηπιότητας	noun	γενική ενικού του ηπιότητα
ηπιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηπιότητα
ηπιώθηκα	=	ηπιώνω
ηπιώθηκαν	=	ηπιώνω
ηπιώθηκε	=	ηπιώνω
ηπιώθηκες	=	ηπιώνω
ηπιώναμε	=	ηπιώνω
ηπιώναν	=	ηπιώνω
ηπιώνανε	=	ηπιώνω
ηπιώνατε	=	ηπιώνω
ηπιώνει	=	ηπιώνω
ηπιώνεις	=	ηπιώνω
ηπιώνεσαι	=	ηπιώνω
ηπιώνεστε	=	ηπιώνω
ηπιώνεται	=	ηπιώνω
ηπιώνετε	=	ηπιώνω
ηπιώνομαι	=	ηπιώνω
ηπιώνονται	=	ηπιώνω
ηπιώνονταν	=	ηπιώνω
ηπιώνοντας	=	ηπιώνω
ηπιώνουμε	=	ηπιώνω
ηπιώνουν	=	ηπιώνω
ηπιώνουνε	=	ηπιώνω
ηπιώνω	verb	καθιστώ κάτι ήπιο
ηπιώσαμε	=	ηπιώνω
ηπιώσαν	=	ηπιώνω
ηπιώσανε	=	ηπιώνω
ηπιώσατε	=	ηπιώνω
ηπιώσει	=	ηπιώνω
ηπιώσου	=	ηπιώνω
ηπιώστε	=	ηπιώνω
ηράκλεια	=	ηράκλειος
ηράκλειας	=	ηράκλειος
ηράκλειε	=	ηράκλειος
ηράκλειες	=	ηράκλειος
ηράκλειο	adj	αιτιατική ενικού του ηράκλειος
ηράκλειοι	=	ηράκλειος
ηράκλειος	adj	που αναφέρεται στον Ηρακλή
ηράκλειου	=	ηράκλειος
ηράκλειους	=	ηράκλειος
ηράκλειων	=	ηράκλειος
ηρέμα	adv|dated	ήρεμα, σιγά, αργά
ηρέμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρέμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρέμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρέμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρέμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηρεμώ
ηρέμησης	=	ηρέμηση
ηραίο	noun	ναός της θεάς Ήρας
ηρακλείου	=	ηράκλειο
ηρακλείτεια	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειας	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειε	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειες	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειο	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειοι	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειος	adj	που αναφέρεται στο έργο και τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου
ηρακλείτειου	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειους	=	ηρακλείτειος
ηρακλείτειων	=	ηρακλείτειος
ηρακλειώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρακλειώτικο
ηρακλειώτικε	adj	κλητική ενικού του ηρακλειώτικος
ηρακλειώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρακλειώτικη
ηρακλειώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηρακλειώτικος
ηρακλειώτικης	adj	γενική ενικού του ηρακλειώτικη
ηρακλειώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ηρακλειώτικος
ηρακλειώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηρακλειώτικος
ηρακλειώτικος	adj	ο σχετικός με το Ηράκλειο ή Ηράκλεια και τους κατοίκους τους
ηρακλειώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηρακλειώτικος
ηρακλειώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηρακλειώτικος
ηρακλειώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηρακλειώτικος
ηρεμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσαν	=	ηρεμώ
ηρεμήσανε	=	ηρεμώ
ηρεμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσεων	=	ηρέμηση
ηρεμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσουνε	=	ηρεμώ
ηρεμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρεμώ
ηρεμία	noun	κατάσταση απουσίας αναταράξεων, η γαλήνη
ηρεμίας	=	ηρεμία
ηρεμίες	=	ηρεμία
ηρεμίζω	verb	κάνω κάποιον ή κάτι ήρεμο, καλμάρω
ηρεμεί	=	ηρεμώ
ηρεμείς	=	ηρεμώ
ηρεμείτε	=	ηρεμώ
ηρεμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρεμιστικό
ηρεμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ηρεμιστικός
ηρεμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρεμιστική
ηρεμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηρεμιστικός
ηρεμιστικής	adj	γενική ενικού του ηρεμιστική
ηρεμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηρεμιστικός
ηρεμιστικού	adj	γενική ενικού του ηρεμιστικός
ηρεμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηρεμιστικός
ηρεμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηρεμιστικός	noun	φάρμακο που επιδρά ηρεμιστικά, που καταπραΰνει ψυχολογικές εξάρσεις και έντονα συναισθήματα
ηρεμιστικός	adj	που ηρεμεί, καταπραΰνει τον ψυχικό κόσμο κάποιου
ηρεμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηρεμιστικός
ηρεμιών	=	ηρεμία
ηρεμούμε	=	ηρεμώ
ηρεμούν	=	ηρεμώ
ηρεμούνε	=	ηρεμώ
ηρεμούσα	=	ηρεμώ
ηρεμούσαμε	=	ηρεμώ
ηρεμούσαν	=	ηρεμώ
ηρεμούσανε	=	ηρεμώ
ηρεμούσατε	=	ηρεμώ
ηρεμούσε	=	ηρεμώ
ηρεμούσες	=	ηρεμώ
ηρεμότατα	=	ήρεμος
ηρεμότατε	=	ήρεμος
ηρεμότατες	=	ήρεμος
ηρεμότατη	=	ήρεμος
ηρεμότατης	=	ήρεμος
ηρεμότατο	=	ήρεμος
ηρεμότατοι	=	ήρεμος
ηρεμότατος	=	ήρεμος
ηρεμότατου	=	ήρεμος
ηρεμότατους	=	ήρεμος
ηρεμότατων	=	ήρεμος
ηρεμότερα	=	ήρεμος
ηρεμότερε	=	ήρεμος
ηρεμότερες	=	ήρεμος
ηρεμότερη	=	ήρεμος
ηρεμότερης	=	ήρεμος
ηρεμότερο	=	ήρεμος
ηρεμότεροι	=	ήρεμος
ηρεμότερος	=	ήρεμος
ηρεμότερου	=	ήρεμος
ηρεμότερους	=	ήρεμος
ηρεμότερων	=	ήρεμος
ηρεμότητα	noun|rare	το να είναι κάποιος ήρεμος, η ιδιότητα του ήρεμου
ηρεμώ	verb	δεν ενεργώ, είμαι σε κατάσταση αδράνειας
ηρεμώντας	=	ηρεμώ
ηροδότεια	=	ηροδότειος
ηροδότειας	=	ηροδότειος
ηροδότειε	=	ηροδότειος
ηροδότειες	=	ηροδότειος
ηροδότειο	=	ηροδότειος
ηροδότειοι	=	ηροδότειος
ηροδότειος	adj	που έχει σχέση με τον Ηρόδοτο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
ηροδότειου	=	ηροδότειος
ηροδότειους	=	ηροδότειος
ηροδότειων	=	ηροδότειος
ηροστράτεια	=	ηροστράτειος
ηροστράτειας	=	ηροστράτειος
ηροστράτειε	=	ηροστράτειος
ηροστράτειες	=	ηροστράτειος
ηροστράτειο	=	ηροστράτειος
ηροστράτειοι	=	ηροστράτειος
ηροστράτειος	adj	για τα έργα κάποιου που αποζητάει τη φήμη διαπράττοντας καταστροφές, όπως έκανε ο Ηρόστρατος, που πυρπόλησε το 365 πκε τον ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο
ηροστράτειου	=	ηροστράτειος
ηροστράτειους	=	ηροστράτειος
ηροστράτειων	=	ηροστράτειος
ηροστρατείου	=	ηροστράτειος
ηροστρατείους	=	ηροστράτειος
ηροστρατείων	=	ηροστράτειος
ηρωίδα	noun	θηλυκό του ήρωας
ηρωίδας	=	ηρωίδα
ηρωίδες	=	ηρωίδα
ηρωίδων	=	ηρωίδα
ηρωίνες	=	ηρωίνη
ηρωίνη	noun	ιδιαίτερα εθιστικό ισχυρό ναρκωτικό υπό μορφή λευκής κρυσταλλικής σκόνης
ηρωίνης	=	ηρωίνη
ηρωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρωικό	adv	με ηρωικό τρόπο, με ηρωισμό
ηρωικέ	adj	κλητική ενικού του ηρωικός
ηρωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρωική
ηρωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηρωικός
ηρωικής	adj	γενική ενικού του ηρωική
ηρωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηρωικός
ηρωικού	adj	γενική ενικού του ηρωικός
ηρωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηρωικός
ηρωικό	adj	αιτιατική ενικού του ηρωικός
ηρωικός	adj	που αναφέρεται σε ήρωες
ηρωικών	adj	γενική πληθυντικού του ηρωικός
ηρωικώς	adv|dated	ηρωικά
ηρωινισμέ	=	ηρωινισμός
ηρωινισμοί	=	ηρωινισμός
ηρωινισμού	=	ηρωινισμός
ηρωινισμούς	=	ηρωινισμός
ηρωινισμό	=	ηρωινισμός
ηρωινισμός	noun	η κατάσταση της εξάρτησης απ’ την ηρωίνη
ηρωινισμών	=	ηρωινισμός
ηρωινομανές	=	ηρωινομανής
ηρωινομανή	=	ηρωινομανής
ηρωινομανής	adj	εθισμένος στην ηρωίνη
ηρωινομανείς	=	ηρωινομανής
ηρωινομανούς	=	ηρωινομανής
ηρωινομανών	=	ηρωινομανής
ηρωινών	=	ηρωίνη
ηρωισμέ	noun	κλητική ενικού του ηρωισμός
ηρωισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηρωισμός
ηρωισμού	noun	γενική ενικού του ηρωισμός
ηρωισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηρωισμός
ηρωισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηρωισμός
ηρωισμός	noun	ηρωική πράξη, ενέργεια που χαρακτηρίζεται από μεγάλη τόλμη, ακόμη και αυτοθυσία μπροστά στην επιδίωξη ενός υπέρτερου σκοπού
ηρωισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηρωισμός
ηρωισσών	noun	γενική πληθυντικού του ηρώισσα
ηρωολατρία	noun	η λατρεία των ηρώων, των αφηρωισμένων νεκρών
ηρωολατρίας	=	ηρωολατρία
ηρωολατρίες	=	ηρωολατρία
ηρωολατρεία	noun	ηρωολατρία
ηρωολατρείας	=	ηρωολατρεία
ηρωολατρείες	=	ηρωολατρεία
ηρωολατρειών	=	ηρωολατρεία
ηρωολατριών	=	ηρωολατρία
ηρωοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποίηση	noun	το να αρχίσει να θεωρείται κάποιος ως ήρωας
ηρωοποίησης	=	ηρωοποίηση
ηρωοποιήθηκα	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιήθηκαν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιήθηκε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιήθηκες	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρωοποίηση
ηρωοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήσεων	=	ηρωοποίηση
ηρωοποιήσου	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηρωοποιώ
ηρωοποιείσαι	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιείστε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιείται	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιηθήκαμε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιηθήκαν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιηθήκανε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιηθήκατε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιηθεί	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιηθείτε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηρωοποιημένος
ηρωοποιημένος	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούμαι	verb	με αναγάγουν σε ήρωα, ενώ είμαι ένας καθημερινός άνθρωπος
ηρωοποιούμασταν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούμαστε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούμουν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούνται	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούνταν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούσασταν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούσαστε	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιούσουν	=	ηρωοποιούμαι
ηρωοποιώ	verb	μετατρέπω κάποιον σε ήρωα (κάποιες φορές χωρίς να το αξίζει)
ηρώα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρώο
ηρώισσας	noun	γενική ενικού του ηρώισσα
ηρώισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηρώισσα
ηρών	=	ήρα
ηρώο	noun	μνημείο σε κεντρική τοποθεσία πόλης ή χωριού προς τιμήν των πεσόντων στους πολέμους
ηρώου	noun	γενική ενικού του ηρώο
ηρώων	noun	γενική πληθυντικού του ηρώο
ης	=	φυλλώδης
ησθ	=	ηλεκτροσπασμοθεραπεία
ησιόδεια	=	ησιόδειος
ησιόδειας	=	ησιόδειος
ησιόδειε	=	ησιόδειος
ησιόδειες	=	ησιόδειος
ησιόδειο	=	ησιόδειος
ησιόδειοι	=	ησιόδειος
ησιόδειος	adj	που ανήκει στον Ησίοδο ή είναι σχετικός με το έργο του
ησιόδειου	=	ησιόδειος
ησιόδειους	=	ησιόδειος
ησιόδειων	=	ησιόδειος
ησκιωμάτων	=	ήσκιωμα
ησκιώματα	=	ήσκιωμα
ησκιώματος	=	ήσκιωμα
ησυχάζαμε	=	ησυχάζω
ησυχάζαν	=	ησυχάζω
ησυχάζανε	=	ησυχάζω
ησυχάζατε	=	ησυχάζω
ησυχάζει	=	ησυχάζω
ησυχάζεις	=	ησυχάζω
ησυχάζετε	=	ησυχάζω
ησυχάζομε	=	ησυχάζω
ησυχάζοντας	=	ησυχάζω
ησυχάζουμε	=	ησυχάζω
ησυχάζουν	=	ησυχάζω
ησυχάζουνε	=	ησυχάζω
ησυχάζω	verb	φέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να είναι ανήσυχος ή να θορυβεί
ησυχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσαν	=	ησυχάζω
ησυχάσανε	=	ησυχάζω
ησυχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσομε	=	ησυχάζω
ησυχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσουνε	=	ησυχάζω
ησυχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησυχία	noun	απουσία δυνατών ήχων ή φασαρίας
ησυχίας	noun	γενική ενικού του ησυχία
ησυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ησυχία
ησυχασμέ	noun	κλητική ενικού του ησυχασμός
ησυχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ησυχασμός
ησυχασμού	noun	γενική ενικού του ησυχασμός
ησυχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ησυχασμός
ησυχασμό	noun	αιτιατική ενικού του ησυχασμός
ησυχασμός	noun	ορθόδοξη χριστιανική μέθοδος προσευχής, ενδοσκόπησης και επικοινωνίας με το θεό με τρόπο ψυχοσωματικό
ησυχασμών	noun	γενική πληθυντικού του ησυχασμός
ησυχαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ησυχαστής
ησυχαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ησυχαστής
ησυχαστήρια	=	ησυχαστήριο
ησυχαστήριο	noun	το μέρος όπου αποσύρεται ένας μοναχός που θέλει να απομονωθεί τελείως, το ερημητήριο, η σκήτη
ησυχαστήριου	=	ησυχαστήριο
ησυχαστήριων	=	ησυχαστήριο
ησυχαστής	noun	μοναχός που ενστερνίζεται τη θεωρία και πρακτική του θεολογικού κινήματος του ησυχασμού
ησυχαστηρίου	=	ησυχαστήριο
ησυχαστηρίων	=	ησυχαστήριο
ησυχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ησυχαστικό
ησυχαστικέ	adj	κλητική ενικού του ησυχαστικός
ησυχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ησυχαστική
ησυχαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ησυχαστικός
ησυχαστικής	adj	γενική ενικού του ησυχαστική
ησυχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ησυχαστικός
ησυχαστικού	adj	γενική ενικού του ησυχαστικός
ησυχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ησυχαστικός
ησυχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ησυχαστικός
ησυχαστικός	adj	που ησυχάζει
ησυχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ησυχαστικός
ησυχαστών	noun	γενική πληθυντικού του ησυχαστής
ησυχότατα	=	ήσυχος
ησυχότατε	=	ήσυχος
ησυχότατες	=	ήσυχος
ησυχότατη	=	ήσυχος
ησυχότατης	=	ήσυχος
ησυχότατο	=	ήσυχος
ησυχότατοι	=	ήσυχος
ησυχότατος	=	ήσυχος
ησυχότατου	=	ήσυχος
ησυχότατους	=	ήσυχος
ησυχότατων	=	ήσυχος
ησυχότερα	=	ήσυχος
ησυχότερε	=	ήσυχος
ησυχότερες	=	ήσυχος
ησυχότερη	=	ήσυχος
ησυχότερης	=	ήσυχος
ησυχότερο	=	ήσυχος
ησυχότεροι	=	ήσυχος
ησυχότερος	=	ήσυχος
ησυχότερου	=	ήσυχος
ησυχότερους	=	ήσυχος
ησυχότερων	=	ήσυχος
ησύχαζα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του ησυχάζω
ησύχαζαν	=	ησυχάζω
ησύχαζε	=	ησυχάζω
ησύχαζες	=	ησυχάζω
ησύχασα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του καθησυχάζω
ησύχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησύχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησύχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ησυχάζω
ησύχως	adv|dated	ήσυχα
ητικός	adj|formal	που σχετίζεται με τον ετεροπροσδιορισμό ενός ατόμου ή λαού, με την αντίληψη που έχουν τα μέλη μιας άλλης / ξένης πολιτισμικής ή εθνικής ομάδας για το(ν) προς εξέταση άτομο ή λαό
ηττάσαι	=	ηττώμαι
ηττάσθε	=	ηττώμαι
ηττάστε	=	ηττώμαι
ηττάται	=	ηττώμαι
ηττάτο	=	ηττώμαι
ηττήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττήσου	=	ηττώμαι
ηττηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθήκαν	=	ηττώμαι
ηττηθήκανε	=	ηττώμαι
ηττηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττηθούνε	=	ηττώμαι
ηττηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηττώμαι
ηττημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηττημένο
ηττημένε	verb	κλητική ενικού του ηττημένος
ηττημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηττημένη
ηττημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηττημένος
ηττημένης	verb	γενική ενικού του ηττημένη
ηττημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηττημένος
ηττημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηττημένος
ηττημένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος ηττώμαι: που έχει ηττηθεί
ηττημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηττημένος
ηττημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηττημένος
ηττημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηττημένος
ηττονταν	=	ηττώμαι
ηττοπάθεια	noun	η ιδιότητα του ηττοπαθούς, αυτού που δέχεται την ήττα μοιρολατρικά αφού πιστεύει ότι είναι αναπόφευκτη ή ότι ο ίδιος δεν είναι ικανός να κάνει κάτι γι' αυτή
ηττοπάθειας	noun	γενική ενικού του ηττοπάθεια
ηττοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηττοπάθεια
ηττοπαθές	=	ηττοπαθής
ηττοπαθή	=	ηττοπαθής
ηττοπαθής	adj	που είναι βέβαιος εκ των προτέρων για την ήττα του
ηττοπαθείς	=	ηττοπαθής
ηττοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ηττοπάθεια
ηττοπαθούς	=	ηττοπαθής
ηττοπαθών	=	ηττοπαθής
ηττόμασταν	=	ηττώμαι
ηττόμαστε	=	ηττώμαι
ηττόμουν	=	ηττώμαι
ηττόμουνα	=	ηττώμαι
ηττόνταν	=	ηττώμαι
ηττόντουσαν	=	ηττώμαι
ηττόσασταν	=	ηττώμαι
ηττόσουν	=	ηττώμαι
ηττόσουνα	=	ηττώμαι
ηττόταν	=	ηττώμαι
ηττότανε	=	ηττώμαι
ηττώμαι	verb	υφίσταμαι ήττα σε έναν πόλεμο, αθλητική αναμέτρηση ή οποιουδήποτε είδους αγώνα
ηττώμεθα	=	ηττώμαι
ηττών	noun	γενική πληθυντικού του ήττα
ηττώνται	=	ηττώμαι
ηττώντο	=	ηττώμαι
ηυξημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηυξημένο
ηυξημένε	verb	κλητική ενικού του ηυξημένος
ηυξημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηυξημένη
ηυξημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηυξημένος
ηυξημένης	verb	γενική ενικού του ηυξημένη
ηυξημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηυξημένος
ηυξημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηυξημένος
ηυξημένος	=	αυξάνω
ηυξημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηυξημένος
ηυξημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηυξημένος
ηυξημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηυξημένος
ηφαίστεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηφαίστειο
ηφαίστειας	=	ηφαίστειος
ηφαίστειε	=	ηφαίστειος
ηφαίστειες	=	ηφαίστειος
ηφαίστειο	noun	άνοιγμα ή ρωγμή στο φλοιό της Γης ή άλλου πλανήτη, από όπου, συχνά, εκρέουν ή εκρήγνυνται ατμός και ρευστά πετρώματα στην επιφάνεια με την μορφή λάβας
ηφαίστειοι	=	ηφαίστειος
ηφαίστειος	adj|formal	άλλη μορφή του ηφαιστειακός
ηφαίστειου	=	ηφαίστειο
ηφαίστειους	=	ηφαίστειος
ηφαίστειων	=	ηφαίστειος
ηφαιστείου	noun	γενική ενικού του ηφαίστειο
ηφαιστείων	noun	γενική πληθυντικού του ηφαίστειο
ηφαιστειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειακό
ηφαιστειακέ	adj	κλητική ενικού του ηφαιστειακός
ηφαιστειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειακή
ηφαιστειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηφαιστειακός
ηφαιστειακής	adj	γενική ενικού του ηφαιστειακή
ηφαιστειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειακός
ηφαιστειακού	adj	γενική ενικού του ηφαιστειακός
ηφαιστειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηφαιστειακός
ηφαιστειακό	adj	αιτιατική ενικού του ηφαιστειακός
ηφαιστειακός	adj	σχετικός με το ηφαίστειο
ηφαιστειακών	adj	γενική πληθυντικού του ηφαιστειακός
ηφαιστειογενές	=	ηφαιστειογενής
ηφαιστειογενή	=	ηφαιστειογενής
ηφαιστειογενής	adj	που δημιουργήθηκε από τη δράση ενός ηφαιστείου
ηφαιστειογενείς	=	ηφαιστειογενής
ηφαιστειογενούς	=	ηφαιστειογενής
ηφαιστειογενών	=	ηφαιστειογενής
ηφαιστειολογία	noun	επιστημονικός κλάδος της γεωλογίας που μελετά τα ηφαίστεια
ηφαιστειολογίας	noun	γενική ενικού του ηφαιστειολογία
ηφαιστειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειολογία
ηφαιστειολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειολογικό
ηφαιστειολογικέ	adj	κλητική ενικού του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειολογική
ηφαιστειολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογικής	adj	γενική ενικού του ηφαιστειολογική
ηφαιστειολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογικού	adj	γενική ενικού του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογικός	adj	ο σχετικός με ηφαιστειολογία ή τους ηφαιστειολόγους
ηφαιστειολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ηφαιστειολογικός
ηφαιστειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ηφαιστειολογία
ηφαιστειολόγε	noun	κλητική ενικού του ηφαιστειολόγος
ηφαιστειολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ηφαιστειολόγος
ηφαιστειολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηφαιστειολόγος
ηφαιστειολόγος	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στην ηφαιστειολογία
ηφαιστειολόγου	noun	γενική ενικού του ηφαιστειολόγος
ηφαιστειολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηφαιστειολόγος
ηφαιστειολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ηφαιστειολόγος
ηφαιστειοτήτων	=	ηφαιστειότητα
ηφαιστειωδών	=	ηφαιστειώδης
ηφαιστειότητα	noun	το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την έξοδο του μάγματος στην επιφάνεια της γης
ηφαιστειότητας	noun	γενική ενικού του ηφαιστειότητα
ηφαιστειότητες	=	ηφαιστειότητα
ηφαιστειώδεις	=	ηφαιστειώδης
ηφαιστειώδες	=	ηφαιστειώδης
ηφαιστειώδη	=	ηφαιστειώδης
ηφαιστειώδης	adj	που μοιάζει με ηφαίστειο
ηφαιστειώδους	=	ηφαιστειώδης
ηχήεις	adj	ηχηρός
ηχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσαν	=	ηχώ
ηχήσανε	=	ηχώ
ηχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ήχηση
ηχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ήχηση
ηχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσουνε	=	ηχώ
ηχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχώ
ηχαγωγά	=	ηχαγωγός
ηχαγωγέ	=	ηχαγωγός
ηχαγωγές	=	ηχαγωγός
ηχαγωγή	=	ηχαγωγός
ηχαγωγής	=	ηχαγωγός
ηχαγωγοί	=	ηχαγωγός
ηχαγωγού	=	ηχαγωγός
ηχαγωγούς	=	ηχαγωγός
ηχαγωγό	=	ηχαγωγός
ηχαγωγός	adj	που διευκολύνει τη μετάδοση του ήχου μέσα απ’ αυτόν
ηχαγωγών	=	ηχαγωγός
ηχεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ηχώ
ηχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχείο
ηχείο	noun	η ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή που μεταδίδει ή ενισχύει τον ήχο
ηχείου	noun	γενική ενικού του ηχείο
ηχείς	=	ηχώ
ηχείτε	=	ηχώ
ηχείων	noun	γενική πληθυντικού του ηχείο
ηχερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχερό
ηχερέ	adj	κλητική ενικού του ηχερός
ηχερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχερή
ηχερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχερός
ηχερής	adj	γενική ενικού του ηχερή
ηχεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχερός
ηχερού	adj	γενική ενικού του ηχερός
ηχερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχερός
ηχερό	adj	αιτιατική ενικού του ηχερός
ηχερός	adj	ηχηρός
ηχερών	adj	γενική πληθυντικού του ηχερός
ηχηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ηχηρός	adv	με ηχηρό τρόπο
ηχηρέ	adj	κλητική ενικού του ηχηρός
ηχηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχηρή
ηχηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχηρός
ηχηρής	adj	γενική ενικού του ηχηρή
ηχηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχηρός
ηχηροποίησα	=	ηχηροποιώ
ηχηροποίησαν	=	ηχηροποιώ
ηχηροποίησε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποίησες	=	ηχηροποιώ
ηχηροποίηση	noun	η τροπή άηχου συμφώνου στο αντίστοιχο ηχηρό
ηχηροποίησης	noun	γενική ενικού του ηχηροποίηση
ηχηροποιήθηκα	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιήσαμε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιήσαν	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιήσανε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιήσατε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιήσει	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχηροποίηση
ηχηροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηχηροποίηση
ηχηροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηχηροποίηση
ηχηροποιήστε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιεί	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιείς	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιείτε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχηροποιημένο
ηχηροποιημένε	verb	κλητική ενικού του ηχηροποιημένος
ηχηροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχηροποιημένη
ηχηροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχηροποιημένος
ηχηροποιημένης	verb	γενική ενικού του ηχηροποιημένη
ηχηροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηχηροποιημένος
ηχηροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχηροποιημένος
ηχηροποιημένος	verb	που έχει υποστεί ηχηροποίηση
ηχηροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηχηροποιημένος
ηχηροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηχηροποιημένος
ηχηροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηχηροποιημένος
ηχηροποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ηχηροποιώ
ηχηροποιούμε	verb	α' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ηχηροποιώ
ηχηροποιούν	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούνε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσα	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσαμε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσαν	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσανε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσατε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσε	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιούσες	=	ηχηροποιώ
ηχηροποιώ	verb	τρέπω ένα άηχο σύμφωνο στο αντίστοιχό του ηχηρό
ηχηροποιώντας	=	ηχηροποιώ
ηχηροτήτων	=	ηχηρότητα
ηχηρού	adj	γενική ενικού του ηχηρός
ηχηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχηρός
ηχηρό	adj	αιτιατική ενικού του ηχηρός
ηχηρός	adj	που συνοδεύεται από δυνατό ήχο
ηχηρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχηρότερη, συγκριτικός βαθμός του ηχηρή
ηχηρότητα	noun	η ιδιότητα του ηχηρού
ηχηρότητας	noun	γενική ενικού του ηχηρότητα
ηχηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχηρότητα
ηχηρών	adj	γενική πληθυντικού του ηχηρός
ηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχητικό	adv	από ηχητική άποψη
ηχητικέ	adj	κλητική ενικού του ηχητικός
ηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχητική
ηχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχητικός
ηχητικής	adj	γενική ενικού του ηχητική
ηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχητικός
ηχητικού	adj	γενική ενικού του ηχητικός
ηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχητικός
ηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχητικός
ηχητικός	adj	που σχετίζεται με τον ήχο
ηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχητικός
ηχητικώς	adv|dated	ηχητικά
ηχοαίσθημα	noun	η ιδιότητα ενός ήχου να μπορεί να γίνει αντιληπτός από κάποιον
ηχοαισθήματα	=	ηχοαίσθημα
ηχοαισθήματος	=	ηχοαίσθημα
ηχοαισθημάτων	=	ηχοαίσθημα
ηχοαπορροφητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοαπορροφητικό
ηχοαπορροφητικέ	adj	κλητική ενικού του ηχοαπορροφητικός
ηχοαπορροφητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοαπορροφητική
ηχοαπορροφητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχοαπορροφητικός
ηχοαπορροφητικής	adj	γενική ενικού του ηχοαπορροφητική
ηχοαπορροφητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχοαπορροφητικός
ηχοαπορροφητικού	adj	γενική ενικού του ηχοαπορροφητικός
ηχοαπορροφητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχοαπορροφητικός
ηχοαπορροφητικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχοαπορροφητικός
ηχοαπορροφητικός	adj	που έχει την ιδιότητα να απορροφά τα ηχητικά κύματα
ηχοαπορροφητικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχοαπορροφητικός
ηχοβολέα	=	ηχοβολέας
ηχοβολέας	noun	μετατροπέας που συνδέει ένα ηλεκτρικό σύστημα με τον ήχο, παράγοντας ή ανιχνεύοντας ηχητικά κύματα
ηχοβολές	=	ηχοβολή
ηχοβολέων	=	ηχοβολέας
ηχοβολή	noun	ο ηχοβολισμός
ηχοβολής	=	ηχοβολή
ηχοβολίδα	noun	βολίδα που χρησιμοποιείται για ηχοβολισμό
ηχοβολίδας	=	ηχοβολίδα
ηχοβολίδες	=	ηχοβολίδα
ηχοβολίδων	=	ηχοβολίδα
ηχοβολίζαμε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζαν	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζανε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζατε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζει	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζεις	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζεσαι	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίζεστε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίζεται	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίζετε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ηχοβολίζω
ηχοβολίζονται	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίζονταν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίζοντας	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζου	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίζουμε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζουν	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζουνε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίζω	verb	υπολογίζω το βάθος σ’ ένα σημείο της θάλασσας εκπέμποντας ηχητικά κύματα στο βυθό
ηχοβολίσαμε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίσαν	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίσανε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίσατε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίσει	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοβόλιση
ηχοβολίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηχοβόλιση
ηχοβολίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηχοβόλιση
ηχοβολίσου	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίστε	=	ηχοβολίζω
ηχοβολίστηκα	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίστηκαν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίστηκε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολίστηκες	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολείς	=	ηχοβολέας
ηχοβολιζόμασταν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόμαστε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόμουν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόμουνα	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόντουσαν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόσασταν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόσαστε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόσουν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόσουνα	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζόταν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιζότανε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολισμέ	noun	κλητική ενικού του ηχοβολισμός
ηχοβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολισμένο
ηχοβολισμένε	verb	κλητική ενικού του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολισμένη
ηχοβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμένης	verb	γενική ενικού του ηχοβολισμένη
ηχοβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμένος	verb	που τον έχουν ηχοβολίσει
ηχοβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηχοβολισμένος
ηχοβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολισμός
ηχοβολισμού	noun	γενική ενικού του ηχοβολισμός
ηχοβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηχοβολισμός
ηχοβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηχοβολισμός
ηχοβολισμός	noun	η χρήση ηχητικών κυμάτων στη μέτρηση του βάθους (των θαλασσών κ.λπ.)
ηχοβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοβολισμός
ηχοβολιστές	=	ηχοβολιστής
ηχοβολιστή	=	ηχοβολιστής
ηχοβολιστήκαμε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιστήκαν	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιστήκανε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιστήκατε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιστής	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται στον ηχοβολισμό
ηχοβολιστεί	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιστείτε	=	ηχοβολίζομαι
ηχοβολιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολιστικό
ηχοβολιστικέ	adj	κλητική ενικού του ηχοβολιστικός
ηχοβολιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολιστική
ηχοβολιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχοβολιστικός
ηχοβολιστικής	adj	γενική ενικού του ηχοβολιστική
ηχοβολιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχοβολιστικός
ηχοβολιστικού	adj	γενική ενικού του ηχοβολιστικός
ηχοβολιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχοβολιστικός
ηχοβολιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχοβολιστικός	noun	συσκευή (καθώς και η σχετική τεχνική) για την ανίχνευση και εντοπισμό αντικειμένων κάτω από το νερό, με την εκπομπή ηχητικών κυμάτων και ανίχνευσης των αντανακλάσεων
ηχοβολιστικός	adj	σχετικός με τον ηχοβολισμό
ηχοβολιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχοβολιστικός
ηχοβολιστών	=	ηχοβολιστής
ηχοβολούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ηχοβολώ
ηχοβολώ	verb	άλλη μορφή του ηχοβολίζω
ηχοβολών	=	ηχοβολή
ηχοβόλα	=	ηχοβόλος
ηχοβόλας	=	ηχοβόλος
ηχοβόλε	=	ηχοβόλος
ηχοβόλες	=	ηχοβόλος
ηχοβόλιζα	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλιζαν	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλιζε	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλιζες	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλισα	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλισαν	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλισε	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλισες	=	ηχοβολίζω
ηχοβόλιση	noun	άλλη μορφή του ηχοβολισμός
ηχοβόλισης	noun	γενική ενικού του ηχοβόλιση
ηχοβόλο	=	ηχοβόλος
ηχοβόλοι	=	ηχοβόλος
ηχοβόλος	adj	που παράγει ή εκπέμπει ήχο
ηχοβόλου	=	ηχοβόλος
ηχοβόλους	=	ηχοβόλος
ηχοβόλων	=	ηχοβόλος
ηχογράφε	=	ηχογράφος
ηχογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του ηχογραφώ
ηχογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογράφηση	noun	η καταγραφή ήχων σε κάποιο μέσο, συνήθως μαγνητικό, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί αργότερα να αναπαραχθούν από κατάλληλη συσκευή
ηχογράφησης	noun	γενική ενικού του ηχογράφηση
ηχογράφο	=	ηχογράφος
ηχογράφοι	=	ηχογράφος
ηχογράφος	noun	μηχάνημα ή λογισμικό που κάνει ηχογραφήσεις
ηχογράφου	=	ηχογράφος
ηχογράφους	=	ηχογράφος
ηχογράφων	=	ηχογράφος
ηχογραφήθηκα	=	ηχογραφώ
ηχογραφήθηκαν	=	ηχογραφώ
ηχογραφήθηκε	=	ηχογραφώ
ηχογραφήθηκες	=	ηχογραφώ
ηχογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχογράφημα
ηχογραφήματος	noun	γενική ενικού του ηχογράφημα
ηχογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήσαν	=	ηχογραφώ
ηχογραφήσανε	=	ηχογραφώ
ηχογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχογράφηση
ηχογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηχογράφηση
ηχογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηχογράφηση
ηχογραφήσου	=	ηχογραφώ
ηχογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφεί	=	ηχογραφώ
ηχογραφείς	=	ηχογραφώ
ηχογραφείσαι	=	ηχογραφώ
ηχογραφείστε	=	ηχογραφώ
ηχογραφείται	=	ηχογραφώ
ηχογραφείτε	=	ηχογραφώ
ηχογραφηθήκαμε	=	ηχογραφώ
ηχογραφηθήκαν	=	ηχογραφώ
ηχογραφηθήκανε	=	ηχογραφώ
ηχογραφηθήκατε	=	ηχογραφώ
ηχογραφηθεί	=	ηχογραφώ
ηχογραφηθείτε	=	ηχογραφώ
ηχογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηχογράφημα
ηχογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχογραφημένο
ηχογραφημένε	verb	κλητική ενικού του ηχογραφημένος
ηχογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχογραφημένη
ηχογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχογραφημένος
ηχογραφημένης	verb	γενική ενικού του ηχογραφημένη
ηχογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του ηχογραφημένος
ηχογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχογραφημένος
ηχογραφημένος	verb	που έχει ηχογραφηθεί
ηχογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηχογραφημένος
ηχογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ηχογραφημένος
ηχογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηχογραφημένος
ηχογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχογραφικό
ηχογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ηχογραφικός
ηχογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχογραφική
ηχογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχογραφικός
ηχογραφικής	adj	γενική ενικού του ηχογραφική
ηχογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχογραφικός
ηχογραφικού	adj	γενική ενικού του ηχογραφικός
ηχογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχογραφικός
ηχογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχογραφικός
ηχογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ηχογράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ηχογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχογραφικός
ηχογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ηχογραφώ
ηχογραφούμασταν	=	ηχογραφώ
ηχογραφούμαστε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούμε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούμενος	=	ηχογραφώ
ηχογραφούμουν	=	ηχογραφώ
ηχογραφούν	=	ηχογραφώ
ηχογραφούνε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούνται	=	ηχογραφώ
ηχογραφούνταν	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσα	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσαμε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσαν	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσανε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσασταν	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσαστε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσατε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσε	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσες	=	ηχογραφώ
ηχογραφούσουν	=	ηχογραφώ
ηχογραφώ	verb	καταγράφω ήχους σε κάποιο μέσο, συνήθως μαγνητικό, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί αργότερα να αναπαραχθούν από κατάλληλη συσκευή
ηχογραφώντας	=	ηχογραφώ
ηχογόνα	=	ηχογόνος
ηχογόνας	=	ηχογόνος
ηχογόνε	=	ηχογόνος
ηχογόνες	=	ηχογόνος
ηχογόνο	=	ηχογόνος
ηχογόνοι	=	ηχογόνος
ηχογόνος	adj	που παράγει ή εκπέμπει ήχο
ηχογόνου	=	ηχογόνος
ηχογόνους	=	ηχογόνος
ηχογόνων	=	ηχογόνος
ηχοεντοπισμέ	noun	κλητική ενικού του ηχοεντοπισμός
ηχοεντοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχοεντοπισμός
ηχοεντοπισμού	noun	γενική ενικού του ηχοεντοπισμός
ηχοεντοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ηχοεντοπισμός
ηχοεντοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ηχοεντοπισμός
ηχοεντοπισμός	noun	ο εντοπισμός της πηγής, της κατεύθυνσης ενός ήχου
ηχοεντοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοεντοπισμός
ηχοεντοπιστικά	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικέ	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικές	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστική	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ηχοεντοπιστική) του ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικοί	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικού	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικούς	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικό	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεντοπιστικός	adj	ο σχετικός με τον ηχοεντοπισμό
ηχοεντοπιστικών	=	ηχοεντοπιστικός
ηχοεπεξεργασία	noun	η επεξεργασία ενός ήχου
ηχοεπεξεργασίας	noun	γενική ενικού του ηχοεπεξεργασία
ηχοεπεξεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοεπεξεργασία
ηχοεπεξεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοεπεξεργασία
ηχοκαρδιογράφημα	noun	εξέταση της καρδιάς με παρακολούθηση της λειτουργίας της με υπέρηχους -αναφέρεται συνήθως ως "υπέρηχοι καρδιάς"
ηχοκαρδιογραφήματα	=	ηχοκαρδιογράφημα
ηχοκαρδιογραφήματος	=	ηχοκαρδιογράφημα
ηχοκαρδιογραφία	noun	περικοπή του υπερηχοκαρδιογραφία
ηχοκαρδιογραφίας	noun	γενική ενικού του ηχοκαρδιογραφία
ηχοκαρδιογραφίες	=	ηχοκαρδιογραφία
ηχοκαρδιογραφημάτων	=	ηχοκαρδιογράφημα
ηχοκαρδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοκαρδιογραφία
ηχοκαταστολές	=	ηχοκαταστολή
ηχοκαταστολή	noun	η καταστολή κάθε ήχου
ηχοκαταστολής	=	ηχοκαταστολή
ηχοκαταστολών	=	ηχοκαταστολή
ηχοκινησία	noun	ακούσια μίμηση κινήσεων που κάνουν άλλοι τριγύρω
ηχοκινησίας	noun	γενική ενικού του ηχοκινησία
ηχοκινησίες	=	ηχοκινησία
ηχοκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοκινησία
ηχοκυματική	noun	η ακουστική, κλάδος της φυσικής, εφαρμογή-τομέας της κυματικής
ηχολήπτες	=	ηχολήπτης
ηχολήπτη	=	ηχολήπτης
ηχολήπτης	noun	ο τεχνικός που είναι αρμόδιος για την καταγραφή του ήχου κατά τη διάρκεια μιας κινηματογράφησης ή μαγνητοσκόπησης
ηχολήπτρια	noun	θηλυκό του ηχολήπτης
ηχολήπτριας	noun	γενική ενικού του ηχολήπτρια
ηχολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχολήπτρια
ηχολαλία	noun	παθολογική, μηχανική επανάληψη λέξεων ή/και προτάσεων
ηχολαλίας	noun	γενική ενικού του ηχολαλία
ηχολαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχολαλία
ηχολαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχολαλία
ηχοληπτικά	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικέ	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικές	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτική	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικής	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικοί	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικού	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικούς	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικό	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτικός	adj	που έχει σχέση με ηχοληψία ή ηχολήπτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
ηχοληπτικών	=	ηχοληπτικός
ηχοληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του ηχολήπτρια
ηχοληπτών	=	ηχολήπτης
ηχοληψία	noun	η ποιοτικότερη κατά το δυνατόν λήψη ήχων για την καταγραφή τους σε μαγνητικά ή άλλα μέσα, πχ για την παραγωγή ενός δίσκου μουσικής ή τις ανάγκες ενός κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού έργου
ηχοληψίας	noun	γενική ενικού του ηχοληψία
ηχοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοληψία
ηχοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοληψία
ηχολογία	noun	η ακουστική, κλάδος της φυσικής, εφαρμογή-τομέας της κυματικής
ηχολογίας	=	ηχολογία
ηχολογίες	=	ηχολογία
ηχολογιών	=	ηχολογία
ηχολογώ	verb|rare	αντηχώ, αντιλαλώ
ηχομέτρου	=	ηχόμετρο
ηχομέτρων	=	ηχόμετρο
ηχομίμηση	noun	η πράξη, διαδικασία της μίμησης ήχων
ηχομίμησης	=	ηχομίμηση
ηχομίμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομίμητο
ηχομίμητε	adj	κλητική ενικού του ηχομίμητος
ηχομίμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομίμητη
ηχομίμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχομίμητος
ηχομίμητης	adj	γενική ενικού του ηχομίμητη
ηχομίμητο	adj	αιτιατική ενικού του ηχομίμητος
ηχομίμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχομίμητος
ηχομίμητος	adj	άλλη μορφή του ηχομιμητικός
ηχομίμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηχομίμητος
ηχομίμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχομίμητος
ηχομίμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηχομίμητος
ηχομετρία	noun	η μέτρηση της έντασης κι άλλων παραμέτρων των ήχων
ηχομετρίας	noun	γενική ενικού του ηχομετρία
ηχομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομετρία
ηχομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομετρικό
ηχομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ηχομετρικός
ηχομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομετρική
ηχομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχομετρικός
ηχομετρικής	adj	γενική ενικού του ηχομετρική
ηχομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχομετρικός
ηχομετρικού	adj	γενική ενικού του ηχομετρικός
ηχομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχομετρικός
ηχομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχομετρικός
ηχομετρικός	adj	σχετικός με την ηχομετρία
ηχομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχομετρικός
ηχομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ηχομετρία
ηχομιμήσεις	=	ηχομίμηση
ηχομιμήσεων	=	ηχομίμηση
ηχομιμία	noun	η ηχοκινησία
ηχομιμίας	noun	γενική ενικού του ηχομιμία
ηχομιμίες	=	ηχομιμία
ηχομιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομιμητικό
ηχομιμητικέ	adj	κλητική ενικού του ηχομιμητικός
ηχομιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομιμητική
ηχομιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχομιμητικός
ηχομιμητικής	adj	γενική ενικού του ηχομιμητική
ηχομιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχομιμητικός
ηχομιμητικού	adj	γενική ενικού του ηχομιμητικός
ηχομιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχομιμητικός
ηχομιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχομιμητικός
ηχομιμητικός	adj	αυτός που σχετίζεται με την ηχομίμηση· την μίμηση ήχων
ηχομιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχομιμητικός
ηχομιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχομιμία
ηχομονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομονωτικό
ηχομονωτικέ	adj	κλητική ενικού του ηχομονωτικός
ηχομονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομονωτική
ηχομονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχομονωτικός
ηχομονωτικής	adj	γενική ενικού του ηχομονωτική
ηχομονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχομονωτικός
ηχομονωτικού	adj	γενική ενικού του ηχομονωτικός
ηχομονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχομονωτικός
ηχομονωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ηχομονωτικός
ηχομονωτικός	adj	που έχει σχέση με την ηχομόνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει στην ηχομόνωση
ηχομονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ηχομονωτικός
ηχομονώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομόνωση
ηχομονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ηχομόνωση
ηχομονώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ηχομόνωση
ηχομπάρα	noun	ηχείο σε μορφή οριζόντιας ράβδου (μπάρας), που περιέχει διάφορα μεγάφωνα, το οποίο έχει χρήση υποκατάστατου ενός στερεοφωνικού ή πολυκάναλου συστήματος ηχείων και συνήθως τοποθετείται μπροστά από τηλεόραση ή οθόνη (κατά κανόνα συνοδεύεται ή συνδυάζεται με σαμπγούφερ)
ηχομπάρας	noun	γενική ενικού του ηχομπάρα
ηχομπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχομπάρα
ηχομπαρών	noun	γενική πληθυντικού του ηχομπάρα
ηχομόνωση	noun	η ηχητική απομόνωση ενός χώρου
ηχομόνωσης	noun	γενική ενικού του ηχομόνωση
ηχοπέτασμα	noun	μεγάλη κάθετη επιφάνεια, από ελαφρύ συνήθως υλικό, που χρησιμοποιείται για να μειώνει την ένταση των ήχων που προέρχονται από την κίνηση στους αυτοκινητόδρομους
ηχοπαγίδα	noun	διάταξη που τοποθετείται σε αγωγούς ή εγκαταστάσεις για να εξασθενεί τον θόρυβο κατά τη διάδοση του ήχου
ηχοπαγίδας	=	ηχοπαγίδα
ηχοπαγίδες	=	ηχοπαγίδα
ηχοπαγίδων	=	ηχοπαγίδα
ηχοπετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοπέτασμα
ηχοπετάσματος	noun	γενική ενικού του ηχοπέτασμα
ηχοπετασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηχοπέτασμα
ηχοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοποίητο
ηχοποίητε	adj	κλητική ενικού του ηχοποίητος
ηχοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχοποίητη
ηχοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηχοποίητος
ηχοποίητης	adj	γενική ενικού του ηχοποίητη
ηχοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ηχοποίητος
ηχοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηχοποίητος
ηχοποίητος	adj	σχηματισμένος μέσω σύνθεσης με ηχομιμητική λέξη
ηχοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηχοποίητος
ηχοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηχοποίητος
ηχοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηχοποίητος
ηχοπραξία	noun	ακούσια μίμηση κινήσεων που κάνουν άλλοι τριγύρω
ηχοπραξίας	noun	γενική ενικού του ηχοπραξία
ηχοπραξίες	=	ηχοπραξία
ηχοπραξιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχοπραξία
ηχοπροστασία	noun	σύνολο μέτρων και μέσων που περιορίζουν την έκθεση ανθρώπων ή χώρων σε επιβλαβή ή ενοχλητικό θόρυβο
ηχοπροστασίας	=	ηχοπροστασία
ηχοπροστασίες	=	ηχοπροστασία
ηχοπροστασιών	=	ηχοπροστασία
ηχορυπάνσεις	=	ηχορύπανση
ηχορυπάνσεων	=	ηχορύπανση
ηχορύπανση	noun	η επιβάρυνση του οικιστικού ιδίως περιβάλλοντος με συχνούς, δυνατούς και δυσάρεστους ήχους
ηχορύπανσης	=	ηχορύπανση
ηχοσκοπίου	=	ηχοσκόπιο
ηχοσκοπίων	=	ηχοσκόπιο
ηχοσκόπια	=	ηχοσκόπιο
ηχοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο ακούμε καλύτερα διάφορους ήχους
ηχοσκόπιου	=	ηχοσκόπιο
ηχοσκόπιων	=	ηχοσκόπιο
ηχοστάθμες	=	ηχοστάθμη
ηχοστάθμη	noun	μέτρο της πίεσης ή της έντασης ενός ήχου, που συνήθως εκφράζεται σε ντεσιμπέλ
ηχοστάθμης	=	ηχοστάθμη
ηχοσταθμών	=	ηχοστάθμη
ηχοσυστήματα	=	ηχοσύστημα
ηχοσυστήματος	=	ηχοσύστημα
ηχοσυστημάτων	=	ηχοσύστημα
ηχοσύστημα	noun	ηλεκτρονικό σύστημα που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή ή την ενίσχυση του ήχου
ηχοτοπία	=	ηχοτοπίο
ηχοτοπίο	noun	ήχος στο οποίο δεν δίνουμε έμφαση σε συγκεκριμένη μελωδία ή θόρυβο αλλά συνολικά
ηχοτοπίου	=	ηχοτοπίο
ηχοτοπίων	=	ηχοτοπίο
ηχοφοβικά	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικέ	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικές	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβική	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικής	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικοί	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικού	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικούς	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικό	=	ηχοφοβικός
ηχοφοβικός	adj	είδος που επιλέγει σταθερά (όχι περιστασιακά) ενδιαιτήματα σε μη θορυβώδεις περιοχές
ηχοφοβικών	=	ηχοφοβικός
ηχοχρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ηχόχρωμα
ηχοχρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηχόχρωμα
ηχοχρώματος	noun	γενική ενικού του ηχόχρωμα
ηχούμε	=	ηχώ
ηχούν	=	ηχώ
ηχούνε	=	ηχώ
ηχούς	=	ηχώ
ηχούσα	=	ηχώ
ηχούσαμε	=	ηχώ
ηχούσαν	=	ηχώ
ηχούσανε	=	ηχώ
ηχούσατε	=	ηχώ
ηχούσε	=	ηχώ
ηχούσες	=	ηχώ
ηχωκαρδιογραφία	noun|rare	ιδιάζουσα γραφή του ηχοκαρδιογραφία
ηχωκαρδιογραφίας	noun	γενική ενικού του ηχωκαρδιογραφία
ηχωκαρδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ηχωκαρδιογραφία
ηχόμετρα	=	ηχόμετρο
ηχόμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση της έντασης, διάρκειας και του ύψους του ήχου
ηχόμετρου	=	ηχόμετρο
ηχόφοβα	=	ηχόφοβος
ηχόφοβε	=	ηχόφοβος
ηχόφοβες	=	ηχόφοβος
ηχόφοβη	=	ηχόφοβος
ηχόφοβης	=	ηχόφοβος
ηχόφοβο	=	ηχόφοβος
ηχόφοβοι	=	ηχόφοβος
ηχόφοβος	adj	άλλη μορφή του ηχοφοβικός
ηχόφοβου	=	ηχόφοβος
ηχόφοβους	=	ηχόφοβος
ηχόφοβων	=	ηχόφοβος
ηχόχρωμα	noun	η ιδιαίτερη χροιά ενός ήχου, ανεξάρτητα από το ύψος ή την έντασή του
ηχώ	verb	εκπέμπω ήχο, κροτώ, βροντώ	noun	φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο ένας ήχος αντανακλάται σε ένα εμπόδιο που απέχει περισσότερο από 17 μέτρα από την πηγή του και επιστρέφοντας ακούγεται διακριτά και συνήθως με πολλαπλές επαναλήψεις (σε αντίθεση με την αντήχηση η οποία δεν εμφανίζει διακριτές επαναλήψεις)
ηχώντας	=	ηχώ
ηχώς	=	ηχώ
ηωζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηωζωικό
ηωζωικέ	adj	κλητική ενικού του ηωζωικός
ηωζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηωζωική
ηωζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηωζωικός
ηωζωικής	adj	γενική ενικού του ηωζωική
ηωζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηωζωικός
ηωζωικού	adj	γενική ενικού του ηωζωικός
ηωζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηωζωικός
ηωζωικό	adj	αιτιατική ενικού του ηωζωικός
ηωζωικός	adj	αυτός που αναφέρεται στην πρώτη περίοδο εμφάνισης ζωής
ηωζωικών	adj	γενική πληθυντικού του ηωζωικός
ηωκαινικά	=	ηωκαινικός
ηωκαινικέ	=	ηωκαινικός
ηωκαινικές	=	ηωκαινικός
ηωκαινική	=	ηωκαινικός
ηωκαινικής	=	ηωκαινικός
ηωκαινικοί	=	ηωκαινικός
ηωκαινικού	=	ηωκαινικός
ηωκαινικούς	=	ηωκαινικός
ηωκαινικό	=	ηωκαινικός
ηωκαινικός	adj	που αφορά την ηώκαινο περίοδο
ηωκαινικών	=	ηωκαινικός
ηωσίνες	=	ηωσίνη
ηωσίνη	noun	κοκκινωπή ουσία που αξιοποιείται ως χρωστική κυρίως σε μικροβιολογικές εξετάσεις επειδή αποκαλύπτει αμέσως την παρουσία ηωσινοφίλων κυττάρων
ηωσίνης	=	ηωσίνη
ηωσινοφίλου	=	ηωσινόφιλο
ηωσινοφίλων	=	ηωσινόφιλο
ηωσινοφιλία	noun	αύξηση των ηωσινόφιλων στο αίμα πέρα από τα φυσιολογικά όρια
ηωσινοφιλίας	=	ηωσινοφιλία
ηωσινοφιλίες	=	ηωσινοφιλία
ηωσινοφιλιών	=	ηωσινοφιλία
ηωσινόφιλα	noun	λευκά αιμοσφαίρια υπεύθυνα για την καταπολέμηση παρασίτων στο σώμα
ηωσινόφιλο	noun	λευκό αιμοσφαίριο με κοκκία που χρωματίζονται με ηωσίνη, το οποίο συμμετέχει στην άμυνα κατά των παρασίτων και στις αλλεργικές αντιδράσεις
ηωσινόφιλου	=	ηωσινόφιλο
ηωσινόφιλων	=	ηωσινόφιλο
ηωσινών	=	ηωσίνη
ηύρα	=	βρίσκω
ηύραμε	=	βρίσκω
ηύραν	=	βρίσκω
ηύρανε	=	βρίσκω
ηύρατε	=	βρίσκω
ηύρε	=	βρίσκω
ηύρες	=	βρίσκω
ηώ	=	ηώς
ηώκαινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηώκαινο
ηώκαινε	adj	κλητική ενικού του ηώκαινος
ηώκαινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ηώκαινη
ηώκαινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ηώκαινος
ηώκαινης	adj	γενική ενικού του ηώκαινη
ηώκαινο	adj	αιτιατική ενικού του ηώκαινος
ηώκαινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ηώκαινος
ηώκαινος	noun	άλλη μορφή του Ηώκαινο	adj	που έχει σχέση με το Ηώκαινο ή αναφέρεται σʼ αυτό
ηώκαινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ηώκαινος
ηώκαινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ηώκαινος
ηώκαινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ηώκαινος
ηώς	noun|archaic	η αυγή, το χάραμα
θάβαμε	=	θάβω
θάβαν	=	θάβω
θάβανε	=	θάβω
θάβατε	=	θάβω
θάβε	=	θάβω
θάβει	=	θάβω
θάβεις	=	θάβω
θάβεσαι	=	θάβω
θάβεστε	=	θάβω
θάβεται	=	θάβω
θάβετε	=	θάβω
θάβομαι	=	θάβω
θάβομε	=	θάβω
θάβονται	=	θάβω
θάβονταν	=	θάβω
θάβοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θάβω
θάβουμε	=	θάβω
θάβουν	=	θάβω
θάβουνε	=	θάβω
θάβω	verb	τοποθετώ έναν νεκρό σε τάφο, ενταφιάζω
θάλαμε	noun	κλητική ενικού του θάλαμος
θάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του θάλαμος
θάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θάλαμος
θάλαμος	noun	το δωμάτιο που προορίζεται συνήθως για τη διαμονή πολλών ατόμων
θάλαμου	=	θάλαμος
θάλαν	=	θάλλω
θάλανε	=	θάλλω
θάλασσα	noun	το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
θάλασσας	noun	γενική ενικού του θάλασσα
θάλασσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θάλασσα
θάλατε	=	θάλλω
θάλε	=	θάλλω
θάλει	=	θάλλω
θάλεις	=	θάλλω
θάλετε	=	θάλλω
θάλλαμε	=	θάλλω
θάλλαν	=	θάλλω
θάλλανε	=	θάλλω
θάλλατε	=	θάλλω
θάλλε	=	θάλλω
θάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θάλλω
θάλλεις	=	θάλλω
θάλλετε	=	θάλλω
θάλλια	=	θάλλιο
θάλλιο	noun	εύπλαστο, αργυρόλευκο, μεταλλικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 81 και χημικό σύμβολο το Tl
θάλλιου	=	θάλλιο
θάλλομε	=	θάλλω
θάλλοντας	=	θάλλω
θάλλουμε	=	θάλλω
θάλλουν	=	θάλλω
θάλλουνε	=	θάλλω
θάλλω	verb	ανθίζω, ανθοφορώ, βγάζω λουλούδια
θάλομε	=	θάλλω
θάλουμε	=	θάλλω
θάλουν	=	θάλλω
θάλουνε	=	θάλλω
θάλπαμε	=	θάλπω
θάλπαν	=	θάλπω
θάλπανε	=	θάλπω
θάλπατε	=	θάλπω
θάλπε	=	θάλπω
θάλπει	=	θάλπω
θάλπεις	=	θάλπω
θάλπετε	=	θάλπω
θάλπομαι	=	θάλπω
θάλπομε	=	θάλπω
θάλποντας	=	θάλπω
θάλπος	noun|literary	αίσθημα ζεστασιάς και σιγουριάς
θάλπουμε	=	θάλπω
θάλπουν	=	θάλπω
θάλπουνε	=	θάλπω
θάλπους	=	θάλπος
θάλπω	verb|archaic	εκπέμπω ή μεταδίδω ήπια και ευχάριστη ζέστη
θάλψαμε	=	θάλπω
θάλψαν	=	θάλπω
θάλψανε	=	θάλπω
θάλψατε	=	θάλπω
θάλψε	=	θάλπω
θάλψει	=	θάλπω
θάλψεις	=	θάλπω
θάλψετε	=	θάλπω
θάλψομε	=	θάλπω
θάλψουμε	=	θάλπω
θάλψουν	=	θάλπω
θάλψουνε	=	θάλπω
θάλψτε	=	θάλπω
θάλψω	=	θάλπω
θάλω	=	θάλλω
θάμα	noun|vulgar	το θαύμα
θάμαρη	noun	απόγνωση, απελπισία, τρόμος
θάμασμα	noun	ο θαυμασμός, η απορία
θάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θάμα
θάματος	noun	γενική ενικού του θάμα
θάμβη	=	θάμβος
θάμβος	noun|formal	λόγιος τύπος του θάμπος
θάμβους	=	θάμβος
θάμβωνα	=	θαμβώνω
θάμβωναν	=	θαμβώνω
θάμβωνε	=	θαμβώνω
θάμβωνες	=	θαμβώνω
θάμβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θάμβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θάμβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θάμβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θάμβωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θαμβώνω
θάμβωσης	noun	γενική ενικού του θάμβωση
θάμνε	noun	κλητική ενικού του θάμνος
θάμνο	noun	αιτιατική ενικού του θάμνος
θάμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θάμνος
θάμνος	noun	κάθε φυτό με ξυλώδη βλαστό και σχετικά χαμηλό ύψος· διακρίνεται από το δέντρο από την απουσία κορμού καθώς τα κλαδιά αναπτύσσονται από την επιφάνεια του εδάφους
θάμνου	noun	γενική ενικού του θάμνος
θάμνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θάμνος
θάμνων	noun	γενική πληθυντικού του θάμνος
θάμπη	=	θάμπος
θάμπιζα	=	θαμπίζω
θάμπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θάμπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θάμπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θάμπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θάμπος	noun|literary	δυνατό φως που θαμπώνει τα μάτια
θάμπους	=	θάμπος
θάμπωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαμπώνω
θάμπωνα	=	θαμπώνω
θάμπωναν	=	θαμπώνω
θάμπωνε	=	θαμπώνω
θάμπωνες	=	θαμπώνω
θάμπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θάμπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θάμπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θάμπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θάνατε	noun	κλητική ενικού του θάνατος
θάνατο	noun	αιτιατική ενικού του θάνατος
θάνατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θάνατος
θάνατος	noun	η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού: αναπνοή, πέψη, λειτουργία του νευρικού συστήματος
θάπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θάπτω
θάπτω	verb	λόγια μορφή του θάβω, τοποθετώ έναν νεκρό ή κάτι άλλο κάτω από το χώμα
θάρρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θάρρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θάρρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θάρρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θάρρη	=	θάρρος
θάρρητα	=	θάρρος
θάρρος	noun	η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον
θάρρους	=	θάρρος
θάφτε	=	θάβω
θάφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θάφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θάφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θάφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψαν	=	θάβω
θάψανε	=	θάβω
θάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θάβω
θάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψιμο	noun	η ενέργεια του θάβω, η ταφή
θάψομε	=	θάβω
θάψου	=	θάβω
θάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψουνε	=	θάβω
θάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβω
θέα	noun	αυτό που βλέπει κανείς
θέαινα	noun	η θεά, ειδικά στη γενική πληθυντικού για να μη συγχέεται με το αρσενικό
θέαινας	=	θέαινα
θέαινες	=	θέαινα
θέαμα	noun	η εικόνα αντικειμένων ή γεγονότων που βλέπει μπροστά του ο παρατηρητής ή θεατής, ικανή να προξενήσει συναισθηματικές αντιδράσεις
θέας	noun	γενική ενικού του θέα
θέαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θεώμαι
θέασης	noun	γενική ενικού του θέαση
θέατρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέατρο
θέατρο	noun	η δραματική τέχνη στο σύνολό της, η συγγραφή δραματικών έργων που προορίζονται να παρασταθούν ενώπιον κοινού καθώς και το σύνολο των καλλιτεχνικών πράξεων που απαιτούνται για να ανέβει μια θεατρική παράσταση
θέατρου	=	θέατρο
θέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέα
θέλαμε	=	θέλω
θέλαν	=	θέλω
θέλανε	=	θέλω
θέλατε	=	θέλω
θέλγαμε	=	θέλγω
θέλγαν	=	θέλγω
θέλγανε	=	θέλγω
θέλγατε	=	θέλγω
θέλγε	=	θέλγω
θέλγει	=	θέλγω
θέλγεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θέλγω
θέλγετε	=	θέλγω
θέλγητρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέλγητρο
θέλγητρο	noun	οτιδήποτε χρησιμεύει στο να προκαλείται έλξη, γοητεία, ή ενδιαφέρον (κατά κανόνα ερωτικό)
θέλγητρου	=	θέλγητρο
θέλγομαι	=	θέλγω
θέλγοντας	=	θέλγω
θέλγουμε	=	θέλγω
θέλγουν	=	θέλγω
θέλγουνε	=	θέλγω
θέλγω	verb	ελκύω τους άλλους με τα θέλγητρά μου (ιδίως ερωτικά), γοητεύω
θέλε	=	θέλω
θέλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέλεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέλετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέλημα	noun	η βούληση
θέλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλω
θέλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλω
θέλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλω
θέλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλω
θέληση	noun	η βούληση, επιθυμία που δυνητικά οδηγεί σε δράση, τα εσωτερικά κίνητρα ή οι επιθυμίες ενός ατόμου που εκδηλώνονται με ενέργειες προς κάποιο σκοπό
θέλησης	noun	γενική ενικού του θέληση
θέλιαζα	=	θελιάζω
θέλιαζαν	=	θελιάζω
θέλιαζε	=	θελιάζω
θέλιαζες	=	θελιάζω
θέλιασα	=	θελιάζω
θέλιασαν	=	θελιάζω
θέλιασε	=	θελιάζω
θέλιασες	=	θελιάζω
θέλξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξαν	=	θέλγω
θέλξανε	=	θέλγω
θέλξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλγω
θέλομε	=	θέλουμε
θέλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θέλω
θέλουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέλουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέλουνε	verb	άλλη μορφή του θέλουν· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέλω	verb	έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να κάνω κάτι, επιδιώκω ή απαιτώ
θέμα	noun	το αντικείμενο συζήτησης
θέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέμα
θέματος	noun	γενική ενικού του θέμα
θέμε	=	θέλω
θέμελα	=	θέμελο
θέμελο	noun|literary	άλλη μορφή του θεμέλιο
θέμελου	=	θέμελο
θέμελων	=	θέμελο
θένε	verb	άλλη μορφή του θέλουν· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του θέλω
θέρε	=	θέρος
θέρετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέρετρο
θέρετρο	noun	τόπος διακοπών, κέντρο παραθερισμού, με φυσική ομορφιά και τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τη διαμονή των επισκεπτών
θέρετρου	=	θέρετρο
θέρη	=	θέρος
θέριεμα	noun	το αποτέλεσμα του θεριεύω
θέριευα	=	θεριεύω
θέριευαν	=	θεριεύω
θέριευε	=	θεριεύω
θέριευες	=	θεριεύω
θέριεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θέριεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θέριεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θέριεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θέριζα	=	θερίζω
θέριζαν	=	θερίζω
θέριζε	=	θερίζω
θέριζες	=	θερίζω
θέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θέρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θερίζω
θέρμαινα	=	θερμαίνω
θέρμαιναν	=	θερμαίνω
θέρμαινε	=	θερμαίνω
θέρμαινες	=	θερμαίνω
θέρμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θέρμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θέρμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θέρμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θέρμανση	noun	η ενέργεια του θερμαίνω
θέρμανσης	noun	γενική ενικού του θέρμανση
θέρμες	=	θέρμη
θέρμη	noun	ο ζήλος για κάτι, η συναισθηματική ένταση που συνοδεύει μια ενέργεια που ενδιαφέρει πολύ το υποκείμενο
θέρμης	=	θέρμη
θέρο	=	θέρος
θέρος	noun	ο θερισμός
θέρου	=	θέρος
θέρους	=	θέρος
θέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσαν	=	θέτω
θέσανε	=	θέτω
θέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θέτω	adv	από τη θέση του, λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεται
θέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέση
θέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσεων	noun	γενική πληθυντικού του θέση
θέσεως	noun|formal	γενική ενικού του θέση
θέση	noun	ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
θέσης	noun	γενική ενικού του θέση
θέσιμο	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θέτω
θέσκελα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέσκελο
θέσκελε	adj	κλητική ενικού του θέσκελος
θέσκελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέσκελη
θέσκελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θέσκελος
θέσκελης	adj	γενική ενικού του θέσκελη
θέσκελο	adj	αιτιατική ενικού του θέσκελος
θέσκελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θέσκελος
θέσκελος	adj	θεόπνευστος, θεοκινούμενος, κινητοποιημένος από θεό
θέσκελου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θέσκελος
θέσκελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θέσκελος
θέσκελων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θέσκελος
θέσμια	=	θέσμιος
θέσμιας	=	θέσμιος
θέσμιε	=	θέσμιος
θέσμιες	=	θέσμιος
θέσμιζα	=	θεσμίζω
θέσμιζαν	=	θεσμίζω
θέσμιζε	=	θεσμίζω
θέσμιζες	=	θεσμίζω
θέσμιο	noun	τα ήθη και έθιμα, οι θεσμοί
θέσμιοι	=	θέσμιος
θέσμιος	adj	που ισχύει βάσει γραπτών ή άγραφων νόμων
θέσμιου	=	θέσμιος
θέσμιους	=	θέσμιος
θέσμισα	=	θεσμίζω
θέσμισαν	=	θεσμίζω
θέσμισε	=	θεσμίζω
θέσμισες	=	θεσμίζω
θέσμιση	noun|formal	η δημιουργία θεσμών
θέσμισης	noun	γενική ενικού του θέσμιση
θέσμιων	=	θέσμιος
θέσομε	=	θέτω
θέσου	=	θέτω
θέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσουνε	=	θέτω
θέσπιζα	=	θεσπίζω
θέσπιζαν	=	θεσπίζω
θέσπιζε	=	θεσπίζω
θέσπιζες	=	θεσπίζω
θέσπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θέσπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θέσπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θέσπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θέσπιση	noun	η ενέργεια του θεσπίζω
θέσπισης	noun	γενική ενικού του θέσπιση
θέσπισμα	noun	αυτό που επιτάσσει κάποια ανώτερη αρχή, κοσμική ή πνευματική, διαταγή
θέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέσφατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέσφατο
θέσφατο	noun	λόγος θεϊκός, χρησμός, θεϊκή απόφαση
θέσφατου	=	θέσφατο
θέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέτω
θέταμε	=	θέτω
θέταν	=	θέτω
θέτανε	=	θέτω
θέτατε	=	θέτω
θέτε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του θέτω
θέτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θέτω
θέτεις	=	θέτω
θέτετε	=	θέτω
θέτομαι	=	θέτω
θέτομε	=	θέτω
θέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θέτω
θέτουμε	=	θέτω
θέτουν	=	θέτω
θέτουνε	=	θέτω
θέτω	verb	βάζω, τοποθετώ
θέωση	noun	η ένωση του ανθρώπου με το Θεό
θέωσης	=	θέωση
θήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήκη
θήκη	noun	ένα περίβλημα μέσα στο οποίο τοποθετούνται ένα ή πολλά ομοειδή αντικείμενα για προστασία, τακτοποίηση ή ταξινόμηση
θήκης	=	θήκη
θήκιαζα	=	θηκιάζω
θήκιαζαν	=	θηκιάζω
θήκιαζε	=	θηκιάζω
θήκιαζες	=	θηκιάζω
θήκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θήκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θήκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θήκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θήλαζα	=	θηλάζω
θήλαζαν	=	θηλάζω
θήλαζε	=	θηλάζω
θήλαζες	=	θηλάζω
θήλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θήλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θήλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θήλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θήλασμα	noun	η ενέργεια του ρήματος θηλάζω
θήλαστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήλαστρο
θήλαστρο	noun|formal	το μπιμπερό
θήλαστρον	noun	θήλαστρο
θήλαστρου	=	θήλαστρο
θήλεα	=	θήλυς
θήλεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θήλυς
θήλεος	=	θήλυς
θήλιαζα	=	θηλιάζω
θήλιαζαν	=	θηλιάζω
θήλιαζε	=	θηλιάζω
θήλιαζες	=	θηλιάζω
θήλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θήλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θήλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θήλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θήλιασμα	noun	κατασκευή θηλιών (και πέρασμά τους σε μια βέργα)
θήλυ	=	θήλυς
θήλυς	adj|formal	θηλυκός
θήλωμα	noun	είδος καλοήθους δερματικού όγκου (του επιθηλίου)
θήρα	noun	το κυνήγι (ζώων)
θήραμα	noun	το ζώο που πιάστηκε ή σκοτώθηκε στο κυνήγι
θήρας	noun	γενική ενικού του θήρα
θήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήρα
θήρευμα	noun	αυτό που έχει κυνηγήσει κανείς, το θήραμα
θήρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θήρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θήρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θήρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θήτα	noun	το όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (θ, κεφαλαίο: Θ)
θήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήτης
θήτευα	=	θητεύω
θήτευαν	=	θητεύω
θήτευε	=	θητεύω
θήτευες	=	θητεύω
θήτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θήτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θήτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θήτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θήτευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θητεύω
θήτευσης	=	θήτευση
θήτη	=	θήτης
θήτης	noun	Αθηναίος πολίτης χωρίς περιουσία ή σταθερό εισόδημα, μέλος της κατώτερης τάξης (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι / ιππείς, διακοσιομέδιμνοι / ζευγίτες, θήτες) τον 6ο αιώνα π.Χ.
θίασε	noun	κλητική ενικού του θίασος
θίασο	noun	αιτιατική ενικού του θίασος
θίασοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θίασος
θίασος	noun	ομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα
θίασου	=	θίασος
θίγαμε	=	θίγω
θίγαν	=	θίγω
θίγανε	=	θίγω
θίγατε	=	θίγω
θίγε	=	θίγω
θίγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θίγω
θίγεις	=	θίγω
θίγεσαι	=	θίγομαι
θίγεστε	=	θίγομαι
θίγεται	=	θίγομαι
θίγετε	=	θίγω
θίγομαι	verb	ενοχλούμαι, προσβάλλομαι
θίγομε	=	θίγω
θίγονται	=	θίγομαι
θίγονταν	=	θίγομαι
θίγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θίγω
θίγου	=	θίγομαι
θίγουμε	=	θίγω
θίγουν	=	θίγω
θίγουνε	=	θίγω
θίγω	verb	προσβάλλω
θίνα	noun	αμμόλοφος
θίνας	noun	γενική ενικού του θίνα
θίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θίνα
θίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξαν	=	θίγω
θίξανε	=	θίγω
θίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θίγω
θίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξιμα	=	θίξιμο
θίξιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θίγω
θίξιμου	=	θίξιμο
θίξιμων	=	θίξιμο
θίξομε	=	θίγω
θίξου	=	θίγομαι
θίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξουνε	=	θίγω
θίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγω
θίχτε	=	θίγω
θίχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θίχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θίχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θίχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θα	particle	χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των ρηματικών τύπων που περιγράφουν μια πράξη η οποία πρόκειται να γίνει στο μέλλον	noun	οι υποσχέσεις
θαβόμασταν	=	θάβω
θαβόμαστε	=	θάβω
θαβόμουν	=	θάβω
θαβόμουνα	=	θάβω
θαβόντουσαν	=	θάβω
θαβόσασταν	=	θάβω
θαβόσαστε	=	θάβω
θαβόσουν	=	θάβω
θαβόσουνα	=	θάβω
θαβόταν	=	θάβω
θαβότανε	=	θάβω
θαθατζή	=	θαθατζής
θαθατζήδες	=	θαθατζής
θαθατζήδων	=	θαθατζής
θαθατζής	noun	που λέει πολλά θα, που δίνει αόριστες κι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις
θαλάμες	=	θαλάμη
θαλάμη	noun	φωλιά υδρόβιων ζώων
θαλάμης	=	θαλάμη
θαλάμι	noun	υποθαλάσσια τρύπα που χρησιμοποιείται από ζώα της θάλασσας για φωλιά
θαλάμια	=	θαλάμι
θαλάμου	=	θάλαμος
θαλάμους	=	θάλαμος
θαλάμων	=	θάλαμος
θαλάσιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του θαλάσσιος
θαλάσσερμα	noun	θαλασσινό νερό που γεμίζει δεξαμενές ενός πλοίου ή υποβρυχίου προκειμένου να επιτευχθεί η σταθερότητα του πλοίου ή η κατάδυση του υποβρυχίου.
θαλάσσης	=	θάλασσα
θαλάσσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλάσσιος
θαλάσσιας	=	θαλάσσιος
θαλάσσιε	=	θαλάσσιος
θαλάσσιες	=	θαλάσσιος
θαλάσσιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του θαλάσσιος
θαλάσσιοι	=	θαλάσσιος
θαλάσσιος	adj	που ζει ή συμβαίνει στη θάλασσα ή ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτήν
θαλάσσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του θαλάσσιος
θαλάσσιους	=	θαλάσσιος
θαλάσσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του θαλάσσιος
θαλάσσωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θαλασσώνω
θαλάσσωνα	=	θαλασσώνω
θαλάσσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλάσσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλάσσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλάσσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλαμάρχα	=	θαλαμάρχης
θαλαμάρχες	=	θαλαμάρχης
θαλαμάρχη	=	θαλαμάρχης
θαλαμάρχης	noun	ο υπεύθυνος ενός θαλάμου
θαλαμάρχου	=	θαλαμάρχης
θαλαμίσκε	noun	κλητική ενικού του θαλαμίσκος
θαλαμίσκο	noun	αιτιατική ενικού του θαλαμίσκος
θαλαμίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλαμίσκος
θαλαμίσκος	noun	μικρών διαστάσεων θάλαμος εξερευνητικού σκάφους (π.χ. διαστημοπλοίου)
θαλαμίσκου	noun	γενική ενικού του θαλαμίσκος
θαλαμίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαλαμίσκος
θαλαμίσκων	noun	γενική πληθυντικού του θαλαμίσκος
θαλαμαρχών	=	θαλαμάρχης
θαλαμηγέ	=	θαλαμηγός
θαλαμηγοί	=	θαλαμηγός
θαλαμηγού	=	θαλαμηγός
θαλαμηγούς	=	θαλαμηγός
θαλαμηγό	=	θαλαμηγός
θαλαμηγός	noun	το ιδιωτικό πολυτελές σκάφος αναψυχής
θαλαμηγών	=	θαλαμηγός
θαλαμηπόλε	noun	κλητική ενικού του θαλαμηπόλος
θαλαμηπόλο	noun	αιτιατική ενικού του θαλαμηπόλος
θαλαμηπόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλαμηπόλος
θαλαμηπόλος	noun	το μέλος του προσωπικού που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο
θαλαμηπόλου	noun	γενική ενικού του θαλαμηπόλος
θαλαμηπόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαλαμηπόλος
θαλαμηπόλων	noun	γενική πληθυντικού του θαλαμηπόλος
θαλαμιού	=	θαλάμι
θαλαμιών	=	θαλάμι
θαλαμοειδές	=	θαλαμοειδής
θαλαμοειδή	=	θαλαμοειδής
θαλαμοειδής	adj	που έχει σχήμα θαλάμου
θαλαμοειδείς	=	θαλαμοειδής
θαλαμοειδούς	=	θαλαμοειδής
θαλαμοειδών	=	θαλαμοειδής
θαλαμοντόγκ	=	θαλαμόσκυλο
θαλαμοφυλάκων	=	θαλαμοφύλακας
θαλαμοφυλίκι	noun|slang	η υπηρεσία ενός θαλαμοφύλακα
θαλαμοφυλίκια	=	θαλαμοφυλίκι
θαλαμοφυλικιού	=	θαλαμοφυλίκι
θαλαμοφυλικιών	=	θαλαμοφυλίκι
θαλαμοφύλακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θαλαμοφύλακας
θαλαμοφύλακας	noun	ο στρατιώτης που ορίζεται να φρουρεί έναν ή περισσότερους θαλάμους στρατιωτικού σχηματισμού (συνήθως επιπέδου διμοιρίας ή λόχου)
θαλαμοφύλακες	=	θαλαμοφύλακας
θαλαμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλαμωτό
θαλαμωτέ	adj	κλητική ενικού του θαλαμωτός
θαλαμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλαμωτή
θαλαμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλαμωτός
θαλαμωτής	adj	γενική ενικού του θαλαμωτή
θαλαμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλαμωτός
θαλαμωτού	adj	γενική ενικού του θαλαμωτός
θαλαμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαλαμωτός
θαλαμωτό	adj	αιτιατική ενικού του θαλαμωτός
θαλαμωτός	adj	που έχει σχήμα θαλάμου, θαλαμοειδής
θαλαμωτών	adj	γενική πληθυντικού του θαλαμωτός
θαλαμόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλαμόσκυλο
θαλαμόσκυλο	noun|slang	ο θαλαμοφύλακας
θαλαμόσκυλου	noun	γενική ενικού του θαλαμόσκυλο
θαλαμόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του θαλαμόσκυλο
θαλαμών	=	θαλάμη
θαλασσάκι	noun	η θάλασσα, η θαλασσίτσα
θαλασσάκια	=	θαλασσάκι
θαλασσέρματα	=	θαλάσσερμα
θαλασσέρματος	=	θαλάσσερμα
θαλασσή	=	θαλασσής
θαλασσής	adj	που έχει χρώμα σαν της θάλασσας, γαλάζιος, μπλε
θαλασσί	noun	το χρώμα της θάλασσας, γαλάζιο	adj	άκλιτος τύπος του θαλασσής για όλα τα γένη
θαλασσίλα	noun	η μυρωδιά ή η γεύση του θαλασσινού νερού
θαλασσίλας	=	θαλασσίλα
θαλασσίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσίλα
θαλασσίτσα	noun	τρυφερά, με αγάπη, ή με λαχτάρα (μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού) η θάλασσα
θαλασσίτσας	noun	γενική ενικού του θαλασσίτσα
θαλασσίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσίτσα
θαλασσαετέ	noun	κλητική ενικού του θαλασσαετός
θαλασσαετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσαετός
θαλασσαετού	noun	γενική ενικού του θαλασσαετός
θαλασσαετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσαετός
θαλασσαετό	noun	αιτιατική ενικού του θαλασσαετός
θαλασσαετός	noun	αετός της θάλασσας
θαλασσαετών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσαετός
θαλασσαιμία	noun	άλλη ονομασία για τη μεσογειακή αναιμία
θαλασσαιμίας	noun	γενική ενικού του θαλασσαιμία
θαλασσαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσαιμία
θαλασσαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσαιμικό
θαλασσαιμικέ	adj	κλητική ενικού του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσαιμική
θαλασσαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμικής	adj	γενική ενικού του θαλασσαιμική
θαλασσαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμικού	adj	γενική ενικού του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμικός	adj	που πάσχει από θαλασσαιμία
θαλασσαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του θαλασσαιμικός
θαλασσαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσαιμία
θαλασσασφάλεια	noun	η ναυτασφάλεια
θαλασσασφάλειας	noun	γενική ενικού του θαλασσασφάλεια
θαλασσασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσασφάλεια
θαλασσασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσασφάλεια
θαλασσαϊτέ	noun	κλητική ενικού του θαλασσαϊτός
θαλασσαϊτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσαϊτός
θαλασσαϊτού	noun	γενική ενικού του θαλασσαϊτός
θαλασσαϊτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσαϊτός
θαλασσαϊτό	noun	αιτιατική ενικού του θαλασσαϊτός
θαλασσαϊτός	noun	θαλασσαετός
θαλασσαϊτών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσαϊτός
θαλασσερμάτων	=	θαλάσσερμα
θαλασσιά	=	θαλασσής
θαλασσιάς	=	θαλασσής
θαλασσιές	=	θαλασσής
θαλασσινά	noun	τα ψάρια και τα άλλα θαλάσσια ζώα ως φαγητό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσινό
θαλασσινέ	adj	κλητική ενικού του θαλασσινός
θαλασσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσινή
θαλασσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσινός
θαλασσινής	adj	γενική ενικού του θαλασσινή
θαλασσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσινός
θαλασσινού	adj	γενική ενικού του θαλασσινός
θαλασσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσινός
θαλασσινό	adj	αιτιατική ενικού του θαλασσινός
θαλασσινός	noun	που εργάζεται στη θάλασσα ή κοντά σ' αυτήν, ο ναυτικός	adj	που ζει στη θάλασσα ή κοντά σ' αυτήν
θαλασσινών	adj	γενική πληθυντικού του θαλασσινός
θαλασσιοί	=	θαλασσής
θαλασσιού	=	θαλασσής
θαλασσιούς	=	θαλασσής
θαλασσιτσών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσίτσα
θαλασσιών	=	θαλασσής
θαλασσοβρεγμένα	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένε	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένες	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένη	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένης	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένο	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένοι	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένος	verb	που βρέχεται από τη θάλασσα
θαλασσοβρεγμένου	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένους	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσοβρεγμένων	=	θαλασσοβρεγμένος
θαλασσογράφε	=	θαλασσογράφος
θαλασσογράφο	=	θαλασσογράφος
θαλασσογράφοι	=	θαλασσογράφος
θαλασσογράφος	noun	ζωγράφος που ζωγραφίζει θαλασσινά θέματα (θαλασσογραφίες)
θαλασσογράφου	=	θαλασσογράφος
θαλασσογράφους	=	θαλασσογράφος
θαλασσογράφων	=	θαλασσογράφος
θαλασσογραφία	noun	εικαστική απεικόνιση θαλασσινού θέματος
θαλασσογραφίας	noun	γενική ενικού του θαλασσογραφία
θαλασσογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσογραφία
θαλασσογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσογραφία
θαλασσοδάνεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοδάνειο
θαλασσοδάνειο	noun	το ναυτοδάνειο, δάνειο προς ναυτιλιακή εταιρεία
θαλασσοδάνειου	=	θαλασσοδάνειο
θαλασσοδάρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδάρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδάρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδάρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδάρσιμο	noun|poetic	ο θαλασσοδαρμός
θαλασσοδάρσου	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρναμε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρναν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνανε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνατε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνεις	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνεσαι	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνεστε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνεται	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνετε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνομαι	verb	με χτυπούν τα κύματα της θάλασσας, αντιμετωπίζω μεγάλες τρικυμίες
θαλασσοδέρνονται	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνονταν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνοντας	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνου	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνουμε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνουν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνουνε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδέρνω	verb|literary	πλήττω με κύματα κάτι (καράβι, ακτή)
θαλασσοδανείου	noun	γενική ενικού του θαλασσοδάνειο
θαλασσοδανείων	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοδάνειο
θαλασσοδαρθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθήκαν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδαρθήκανε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδαρθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρμέ	=	θαλασσοδαρμός
θαλασσοδαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοδαρμένο
θαλασσοδαρμένε	verb	κλητική ενικού του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοδαρμένη
θαλασσοδαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμένης	verb	γενική ενικού του θαλασσοδαρμένη
θαλασσοδαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμένος	verb	που τον χτυπούν τα κύματα της θάλασσας
θαλασσοδαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδαρμοί	=	θαλασσοδαρμός
θαλασσοδαρμού	=	θαλασσοδαρμός
θαλασσοδαρμούς	=	θαλασσοδαρμός
θαλασσοδαρμό	=	θαλασσοδαρμός
θαλασσοδαρμός	noun|poetic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοδαρμών	=	θαλασσοδαρμός
θαλασσοδαρσίματα	=	θαλασσοδάρσιμο
θαλασσοδαρσίματος	=	θαλασσοδάρσιμο
θαλασσοδαρσιμάτων	=	θαλασσοδάρσιμο
θαλασσοδείραμε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδείραν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδείρανε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδείρατε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδείρει	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδείρτε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερμένα	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένε	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένες	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένη	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένης	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένο	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένοι	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θαλασσοδέρνω: άλλη μορφή του θαλασσοδαρμένος
θαλασσοδερμένου	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένους	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερμένων	=	θαλασσοδερμένος
θαλασσοδερνόμασταν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόμαστε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόμουν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόμουνα	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόντουσαν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόσασταν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόσαστε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόσουν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόσουνα	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνόταν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοδερνότανε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσοθεραπεία	noun	θεραπευτική πρακτική με θαλάσσια λουτρά, ή παραμονή σε παραθαλάσσιο τόπο
θαλασσοθεραπείας	noun	γενική ενικού του θαλασσοθεραπεία
θαλασσοθεραπείες	=	θαλασσοθεραπεία
θαλασσοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοθεραπεία
θαλασσοκαλλιέργεια	noun	η ιχθυοκαλλιέργεια σε θαλάσσιο περιβάλλον
θαλασσοκαλλιέργειας	=	θαλασσοκαλλιέργεια
θαλασσοκαλλιέργειες	=	θαλασσοκαλλιέργεια
θαλασσοκαλλιεργειών	=	θαλασσοκαλλιέργεια
θαλασσοκράτειρα	noun	κράτος, χώρα με μεγάλη και ισχυρή ναυτική δύναμη, που ελέγχει τους θαλάσσιους δρόμους
θαλασσοκράτειρας	=	θαλασσοκράτειρα
θαλασσοκράτειρες	=	θαλασσοκράτειρα
θαλασσοκράτειρων	=	θαλασσοκράτειρα
θαλασσοκράτορα	=	θαλασσοκράτορας
θαλασσοκράτορας	noun	ο κυρίαρχος της θάλασσας
θαλασσοκράτορες	=	θαλασσοκράτορας
θαλασσοκρατία	noun	η ηγεμονία ή η κυριαρχία που έχει κάποιος (π.χ. ένα κράτος ή ένα πρόσωπο ή μια εταιρεία) στη θάλασσα
θαλασσοκρατίας	noun	γενική ενικού του θαλασσοκρατία
θαλασσοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοκρατία
θαλασσοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοκρατία
θαλασσοκρατορία	noun	άλλη μορφή του θαλασσοκρατία
θαλασσοκρατορίας	noun	γενική ενικού του θαλασσοκρατορία
θαλασσοκρατορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοκρατορία
θαλασσοκρατοριών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοκρατορία
θαλασσοκρατόρισσα	=	θαλασσοκράτορας
θαλασσοκρατόρων	=	θαλασσοκράτορας
θαλασσοκρατώ	verb	εξουσιάζω τους θαλάσσιους δρόμους
θαλασσολιμόζα	noun	είδος πουλιού
θαλασσολιμόζας	=	θαλασσολιμόζα
θαλασσολιμόζες	=	θαλασσολιμόζα
θαλασσομάχε	noun	κλητική ενικού του θαλασσομάχος
θαλασσομάχο	noun	αιτιατική ενικού του θαλασσομάχος
θαλασσομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσομάχος
θαλασσομάχος	noun	Αυτός που μάχεται στη θάλασσα, ο ναυμάχος.
θαλασσομάχου	noun	γενική ενικού του θαλασσομάχος
θαλασσομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσομάχος
θαλασσομάχων	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσομάχος
θαλασσομαχία	noun	Η μάχη στη θάλασσα, η ναυμαχία.
θαλασσομαχίας	=	θαλασσομαχία
θαλασσομαχίες	=	θαλασσομαχία
θαλασσομαχητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσομαχητό
θαλασσομαχητού	noun	γενική ενικού του θαλασσομαχητό
θαλασσομαχητό	noun	Η μάχη με τη θάλασσα.
θαλασσομαχητών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσομαχητό
θαλασσομαχιών	=	θαλασσομαχία
θαλασσομαχώ	verb	Πολεμώ στη θάλασσα, ναυμαχώ.
θαλασσομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θαλασσομαχώ
θαλασσοπλοΐα	noun	η διάσχιση της θάλασσας με ένα πλοίο
θαλασσοπλοΐας	noun	γενική ενικού του θαλασσοπλοΐα
θαλασσοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοπλοΐα
θαλασσοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοπλοΐα
θαλασσοπνίγεσαι	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγεστε	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγεται	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγομαι	verb	κινδυνεύω να πνιγώ στη θάλασσα
θαλασσοπνίγονται	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγονταν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίγου	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίξιμο	noun	ο πνιγμός μέσα στη θάλασσα, καθώς και ο κίνδυνος να πνιγεί κάποιος εκεί
θαλασσοπνίξου	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνίχτες	=	θαλασσοπνίχτης
θαλασσοπνίχτη	=	θαλασσοπνίχτης
θαλασσοπνίχτης	noun	πλοίο που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση και κινδυνεύει να βυθιστεί
θαλασσοπνιγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγήκαν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγήκανε	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοπνιγμένο
θαλασσοπνιγμένε	verb	κλητική ενικού του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοπνιγμένη
θαλασσοπνιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγμένης	verb	γενική ενικού του θαλασσοπνιγμένη
θαλασσοπνιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγμένος	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαλασσοπνιγμένος
θαλασσοπνιγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόμασταν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόμαστε	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόμουν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόμουνα	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόντουσαν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόσασταν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόσαστε	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόσουν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόσουνα	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγόταν	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγότανε	=	θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσοπνίγομαι
θαλασσοπνιξίματα	=	θαλασσοπνίξιμο
θαλασσοπνιξίματος	=	θαλασσοπνίξιμο
θαλασσοπνιξιμάτων	=	θαλασσοπνίξιμο
θαλασσοπνιχτών	=	θαλασσοπνίχτης
θαλασσοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θαλασσοποιώ
θαλασσοποίησης	=	θαλασσοποίηση
θαλασσοποιέ	=	θαλασσοποιός
θαλασσοποιήσεις	=	θαλασσοποίηση
θαλασσοποιήσεων	=	θαλασσοποίηση
θαλασσοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοποιημένο
θαλασσοποιημένε	verb	κλητική ενικού του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοποιημένη
θαλασσοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιημένης	verb	γενική ενικού του θαλασσοποιημένη
θαλασσοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου θαλασσοποιώ
θαλασσοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαλασσοποιημένος
θαλασσοποιοί	=	θαλασσοποιός
θαλασσοποιού	=	θαλασσοποιός
θαλασσοποιούς	=	θαλασσοποιός
θαλασσοποιό	=	θαλασσοποιός
θαλασσοποιός	noun	που θαλασσοποιεί, που τα θαλασσώνει, που κάνει λάθη και προκαλεί αναστάτωση
θαλασσοποιώ	verb|rare	άλλη μορφή του θαλασσώνω
θαλασσοποιών	=	θαλασσοποιός
θαλασσοπορία	noun	θαλάσσιο ταξίδι, πορεία πάνω στη θάλασσα
θαλασσοπορίας	noun	γενική ενικού του θαλασσοπορία
θαλασσοπορίες	=	θαλασσοπορία
θαλασσοποριών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοπορία
θαλασσοπουλιού	=	θαλασσοπούλι
θαλασσοπουλιών	=	θαλασσοπούλι
θαλασσοπούλι	noun	πουλί που ζει στη θάλασσα
θαλασσοπούλια	=	θαλασσοπούλι
θαλασσοπόρε	noun	κλητική ενικού του θαλασσοπόρος
θαλασσοπόρο	noun	αιτιατική ενικού του θαλασσοπόρος
θαλασσοπόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοπόρος
θαλασσοπόρος	noun	ο ναυτικός που έχει κάνει μακρινά ταξίδια
θαλασσοπόρου	noun	γενική ενικού του θαλασσοπόρος
θαλασσοπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσοπόρος
θαλασσοπόρων	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοπόρος
θαλασσοσπηλιά	noun	σπηλιά που έχει το στόμιό της στη θάλασσα ή στην ακτή
θαλασσοσπηλιάς	=	θαλασσοσπηλιά
θαλασσοσπηλιές	=	θαλασσοσπηλιά
θαλασσοσπηλιών	=	θαλασσοσπηλιά
θαλασσοταραχές	=	θαλασσοταραχή
θαλασσοταραχή	noun	τρικυμία ή φουρτούνα, ύπαρξη μεγάλων κυμάτων στην επιφάνεια της θάλασσας
θαλασσοταραχής	=	θαλασσοταραχή
θαλασσοταραχών	=	θαλασσοταραχή
θαλασσοφίλητα	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητε	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητες	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητη	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητης	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητο	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητοι	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητος	adj	που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα, ώστε τα κύματά της τον «φιλούν»
θαλασσοφίλητου	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητους	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφίλητων	=	θαλασσοφίλητος
θαλασσοφοβία	noun	ο παθολογικός φόβος για τη θάλασσα
θαλασσοφοβίας	=	θαλασσοφοβία
θαλασσοφοβίες	=	θαλασσοφοβία
θαλασσοφοβίων	=	θαλασσοφοβία
θαλασσοχελίδονα	=	θαλασσοχελίδονο
θαλασσοχελίδονο	noun	είδος χελιδονιού που ζει στη θάλασσα
θαλασσοχελίδονου	=	θαλασσοχελίδονο
θαλασσοχελίδονων	=	θαλασσοχελίδονο
θαλασσοχελωνών	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσοχελώνα
θαλασσοχελώνα	noun	χελώνα που ζει στη θάλασσα
θαλασσοχελώνας	noun	γενική ενικού του θαλασσοχελώνα
θαλασσοχελώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσοχελώνα
θαλασσοχρόων	=	θαλασσόχρους
θαλασσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θαλάσσωμα
θαλασσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσωμένο
θαλασσωμένε	verb	κλητική ενικού του θαλασσωμένος
θαλασσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσωμένη
θαλασσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσωμένος
θαλασσωμένης	verb	γενική ενικού του θαλασσωμένη
θαλασσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαλασσωμένος
θαλασσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσωμένος
θαλασσωμένος	verb	που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα
θαλασσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαλασσωμένος
θαλασσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσωμένος
θαλασσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαλασσωμένος
θαλασσόβραχε	=	θαλασσόβραχος
θαλασσόβραχο	=	θαλασσόβραχος
θαλασσόβραχοι	=	θαλασσόβραχος
θαλασσόβραχος	noun	βράχος της θάλασσας
θαλασσόβραχου	=	θαλασσόβραχος
θαλασσόβραχους	=	θαλασσόβραχος
θαλασσόβραχων	=	θαλασσόβραχος
θαλασσόβρεχτα	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτε	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτες	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτη	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτης	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτο	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτοι	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτος	adj	που βρέχεται από τη θάλασσα
θαλασσόβρεχτου	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτους	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόβρεχτων	=	θαλασσόβρεχτος
θαλασσόδαρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσόδαρτο
θαλασσόδαρτε	adj	κλητική ενικού του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδαρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσόδαρτη
θαλασσόδαρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδαρτης	adj	γενική ενικού του θαλασσόδαρτη
θαλασσόδαρτο	adj	αιτιατική ενικού του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδαρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδαρτος	adj	που δέρνεται από τη θάλασσα, που τον χτυπά η θάλασσα
θαλασσόδαρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδαρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδαρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαλασσόδαρτος
θαλασσόδειρα	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδειραν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδειρε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδειρες	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδερνα	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδερναν	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδερνε	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόδερνες	=	θαλασσοδέρνω
θαλασσόλυκε	=	θαλασσόλυκος
θαλασσόλυκο	=	θαλασσόλυκος
θαλασσόλυκοι	=	θαλασσόλυκος
θαλασσόλυκος	noun	ναυτικός έμπειρος που έχει ζήσει πολλά χρόνια στα καράβια κι έχει αντιμετωπίσει πολλές φουρτούνες
θαλασσόλυκου	=	θαλασσόλυκος
θαλασσόλυκους	=	θαλασσόλυκος
θαλασσόλυκων	=	θαλασσόλυκος
θαλασσόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλασσόνερο
θαλασσόνερο	noun	το νερό της θάλασσας
θαλασσόνερου	noun	γενική ενικού του θαλασσόνερο
θαλασσόνερων	noun	γενική πληθυντικού του θαλασσόνερο
θαλασσόξυλα	=	θαλασσόξυλο
θαλασσόξυλο	noun	κομμάτι ξύλου που έχει ξεβραστεί στην ακτή από τη θάλασσα, έχοντας αποκτήσει μια χαρακτηριστική, φθαρμένη όψη λόγω της διάβρωσης από το αλάτι και το νερό
θαλασσόξυλου	=	θαλασσόξυλο
θαλασσόξυλων	=	θαλασσόξυλο
θαλασσόχορτα	=	θαλασσόχορτο
θαλασσόχορτο	noun	γενικό όνομα για φυτά που φυτρώνουν δίπλα στη θάλασσα
θαλασσόχορτου	=	θαλασσόχορτο
θαλασσόχορτων	=	θαλασσόχορτο
θαλασσόχροα	=	θαλασσόχρους
θαλασσόχροες	=	θαλασσόχρους
θαλασσόχρου	=	θαλασσόχρους
θαλασσόχρουν	=	θαλασσόχρους
θαλασσόχρους	adj	που έχει το χρώμα της θάλασσας
θαλασσόχρωμα	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμε	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμες	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμη	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμης	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμο	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμοι	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμος	adj	που έχει το χρώμα της θάλασσας
θαλασσόχρωμου	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμους	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσόχρωμων	=	θαλασσόχρωμος
θαλασσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλάσσωμα
θαλασσώματος	noun	γενική ενικού του θαλάσσωμα
θαλασσών	noun	γενική πληθυντικού του θάλασσα
θαλασσώνω	verb	μόνον στην έκφραση τα θαλασσώνω
θαλασσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλασσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαλασσώνω
θαλερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλερό	adv	με ακμαιότητα, με ζωντάνια
θαλερέ	adj	κλητική ενικού του θαλερός
θαλερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλερή
θαλερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλερός
θαλερής	adj	γενική ενικού του θαλερή
θαλεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλερός
θαλεροτήτων	=	θαλερότητα
θαλερού	adj	γενική ενικού του θαλερός
θαλερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαλερός
θαλερό	adj	αιτιατική ενικού του θαλερός
θαλερός	adj	ακμαίος, σφριγηλός, ανθηρός, ζωηρός
θαλερότητα	noun	η ιδιότητα του θαλερού
θαλερότητας	noun	γενική ενικού του θαλερότητα
θαλερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλερότητα
θαλερών	adj	γενική πληθυντικού του θαλερός
θαλιδομίδες	=	θαλιδομίδη
θαλιδομίδη	noun	ανοσορυθμιστικό φάρμακο (πλήρης ονομασία: Ν-φθαλίμιδο-γλουταριμίδη) που πρωτοκυκλοφόρησε στη Δυτική Γερμανία και συνταγογραφούταν σαν ηρεμιστικό ή υπνωτικό αλλά και για τη θεραπεία του άγχους, της αϋπνίας κ.ά.
θαλιδομίδης	=	θαλιδομίδη
θαλιδομιδών	=	θαλιδομίδη
θαλλίου	=	θάλλιο
θαλλίων	=	θάλλιο
θαλλιούχα	=	θαλλιούχος
θαλλιούχας	=	θαλλιούχος
θαλλιούχε	=	θαλλιούχος
θαλλιούχες	=	θαλλιούχος
θαλλιούχο	=	θαλλιούχος
θαλλιούχοι	=	θαλλιούχος
θαλλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο θαλλίου
θαλλιούχου	=	θαλλιούχος
θαλλιούχους	=	θαλλιούχος
θαλλιούχων	=	θαλλιούχος
θαλλός	noun	νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι
θαλλόφυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλλόφυτο
θαλλόφυτο	noun|dated	υποδιαίρεση των φυτών στην οποία περιλαμβάνονται σχετικά απλά ή ατελή φυτά (χωρίς βλαστούς, ρίζες, άνθη κ.λπ.): φύκια κ.ά.
θαλλόφυτου	=	θαλλόφυτο
θαλλόφυτων	=	θαλλόφυτο
θαλπερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλπερό	adv	με θαλπερό τρόπο
θαλπεράς	=	θαλπερός
θαλπερέ	adj	κλητική ενικού του θαλπερός
θαλπερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαλπερή
θαλπερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαλπερός
θαλπερής	adj	γενική ενικού του θαλπερή
θαλπεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαλπερός
θαλπεροτήτων	=	θαλπερότητα
θαλπερού	adj	γενική ενικού του θαλπερός
θαλπερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαλπερός
θαλπερό	adj	αιτιατική ενικού του θαλπερός
θαλπερός	adj	ευχάριστα ζεστός
θαλπερότητα	noun|formal	η ιδιότητα του θαλπερού
θαλπερότητας	=	θαλπερότητα
θαλπερότητες	=	θαλπερότητα
θαλπερών	adj	γενική πληθυντικού του θαλπερός
θαλπωρή	noun	η ευχάριστη ζέστη
θαλπωρής	=	θαλπωρή
θαλπωρικά	adv	ζεστά, άνετα, οικεία και σε περιβάλλον που μας αποδέχεται και μας γεμίζει συναισθηματικά
θαμάσματα	=	θάμασμα
θαμάσματος	=	θάμασμα
θαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θάμα
θαμένος	=	θάβω
θαμασμάτων	=	θάμασμα
θαμαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμαστό
θαμαστέ	adj	κλητική ενικού του θαμαστός
θαμαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμαστή
θαμαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμαστός
θαμαστής	adj	γενική ενικού του θαμαστή
θαμαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμαστός
θαμαστού	adj	γενική ενικού του θαμαστός
θαμαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμαστός
θαμαστό	adj	αιτιατική ενικού του θαμαστός
θαμαστός	adj	θαυμαστός
θαμαστών	adj	γενική πληθυντικού του θαμαστός
θαματουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαματουργό
θαματουργέ	adj	κλητική ενικού του θαματουργός
θαματουργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαματουργή
θαματουργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαματουργός
θαματουργής	adj	γενική ενικού του θαματουργή
θαματουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαματουργός
θαματουργού	adj	γενική ενικού του θαματουργός
θαματουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαματουργός
θαματουργό	adj	αιτιατική ενικού του θαματουργός
θαματουργός	adj	θαυματουργός
θαματουργών	adj	γενική πληθυντικού του θαματουργός
θαμβά	adv	θαμπά
θαμβέ	adj	κλητική ενικού του θαμβός
θαμβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμβή
θαμβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμβός
θαμβής	adj	γενική ενικού του θαμβή
θαμβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμβός
θαμβού	adj	γενική ενικού του θαμβός
θαμβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμβός
θαμβωθήκαμε	=	θαμβώνομαι
θαμβωθήκαν	=	θαμβώνομαι
θαμβωθήκανε	=	θαμβώνομαι
θαμβωθήκατε	=	θαμβώνομαι
θαμβωθεί	=	θαμβώνομαι
θαμβωθείτε	=	θαμβώνομαι
θαμβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμβωμένο
θαμβωμένε	verb	κλητική ενικού του θαμβωμένος
θαμβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμβωμένη
θαμβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμβωμένος
θαμβωμένης	verb	γενική ενικού του θαμβωμένη
θαμβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαμβωμένος
θαμβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμβωμένος
θαμβωμένος	=	θαμβώνομαι
θαμβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαμβωμένος
θαμβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαμβωμένος
θαμβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαμβωμένος
θαμβωνόμασταν	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόμαστε	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόμουν	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόμουνα	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόντουσαν	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόσασταν	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόσαστε	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόσουν	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόσουνα	=	θαμβώνομαι
θαμβωνόταν	=	θαμβώνομαι
θαμβωνότανε	=	θαμβώνομαι
θαμβωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμβωτικό
θαμβωτικέ	adj	κλητική ενικού του θαμβωτικός
θαμβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμβωτική
θαμβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμβωτικός
θαμβωτικής	adj	γενική ενικού του θαμβωτική
θαμβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμβωτικός
θαμβωτικού	adj	γενική ενικού του θαμβωτικός
θαμβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμβωτικός
θαμβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του θαμβωτικός
θαμβωτικός	adj|figurative	που θαμπώνει κάτι, που το κάνει θαμπό
θαμβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του θαμβωτικός
θαμβό	adj	αιτιατική ενικού του θαμβός
θαμβώθηκα	=	θαμβώνομαι
θαμβώθηκαν	=	θαμβώνομαι
θαμβώθηκε	=	θαμβώνομαι
θαμβώθηκες	=	θαμβώνομαι
θαμβών	adj	γενική πληθυντικού του θαμβός
θαμβώναμε	=	θαμβώνω
θαμβώναν	=	θαμβώνω
θαμβώνανε	=	θαμβώνω
θαμβώνατε	=	θαμβώνω
θαμβώνει	=	θαμβώνω
θαμβώνεις	=	θαμβώνω
θαμβώνεσαι	=	θαμβώνομαι
θαμβώνεστε	=	θαμβώνομαι
θαμβώνεται	=	θαμβώνομαι
θαμβώνετε	=	θαμβώνω
θαμβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θαμβώνω
θαμβώνονται	=	θαμβώνομαι
θαμβώνονταν	=	θαμβώνομαι
θαμβώνοντας	=	θαμβώνω
θαμβώνου	=	θαμβώνομαι
θαμβώνουμε	=	θαμβώνω
θαμβώνουν	=	θαμβώνω
θαμβώνουνε	=	θαμβώνω
θαμβώνω	verb|formal	άλλη μορφή του θαμπώνω
θαμβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσαν	=	θαμβώνω
θαμβώσανε	=	θαμβώνω
θαμβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσεων	noun	γενική πληθυντικού του θάμβωση
θαμβώσεως	noun|formal	γενική ενικού του θάμβωση
θαμβώσου	=	θαμβώνομαι
θαμβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμβώνω
θαμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμιστικό
θαμιστικέ	adj	κλητική ενικού του θαμιστικός
θαμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμιστική
θαμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμιστικός
θαμιστικής	adj	γενική ενικού του θαμιστική
θαμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμιστικός
θαμιστικού	adj	γενική ενικού του θαμιστικός
θαμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμιστικός
θαμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του θαμιστικός
θαμιστικός	adj	επαναληπτικός, συχνός, που δείχνει ότι κάτι γίνεται συχνά ή επανειλημμένα
θαμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του θαμιστικός
θαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμμένο
θαμμένε	verb	κλητική ενικού του θαμμένος
θαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμμένη
θαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμμένος
θαμμένης	verb	γενική ενικού του θαμμένη
θαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαμμένος
θαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμμένος
θαμμένος	verb	που έχει ταφεί
θαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαμμένος
θαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαμμένος
θαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαμμένος
θαμνοειδές	=	θαμνοειδής
θαμνοειδή	=	θαμνοειδής
θαμνοειδής	adj	που μοιάζει με θάμνο
θαμνοειδείς	=	θαμνοειδής
θαμνοειδούς	adj	γενική ενικού του θαμνοειδής
θαμνοειδών	adj	γενική πληθυντικού του θαμνοειδής
θαμνοκοπτικά	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικέ	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικές	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτική	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικής	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικοί	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικού	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικούς	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοκοπτικό	noun	μηχάνημα ή εργαλείο που χρησιμοποιείται με την κοπή ή το κλάδεμα θάμνων
θαμνοκοπτικός	adj	που έχει σχέση με την κοπή ή το κλάδεμα θάμνων αναφέρεται σ’ αυτά
θαμνοκοπτικών	=	θαμνοκοπτικός
θαμνοσκεπές	=	θαμνοσκεπής
θαμνοσκεπή	=	θαμνοσκεπής
θαμνοσκεπής	adj	που είναι γεμάτος από θάμνους
θαμνοσκεπείς	=	θαμνοσκεπής
θαμνοσκεπούς	=	θαμνοσκεπής
θαμνοσκεπών	=	θαμνοσκεπής
θαμνοψάλτες	=	θαμνοψάλτης
θαμνοψάλτη	=	θαμνοψάλτης
θαμνοψάλτης	noun	μικρό στρουθιόμορφο πουλί με γήινα χρώματα και αθόρυβες κινήσεις, γνωστό για το ήπιο κελάηδισμά του και τη συνήθειά του να κινείται κοντά σε φράχτες ή χαμόκλαδα
θαμνοψαλτών	=	θαμνοψάλτης
θαμνωδών	adj	γενική πληθυντικού του θαμνώδης
θαμνόβια	=	θαμνόβιος
θαμνόβιας	=	θαμνόβιος
θαμνόβιε	=	θαμνόβιος
θαμνόβιες	=	θαμνόβιος
θαμνόβιο	=	θαμνόβιος
θαμνόβιοι	=	θαμνόβιος
θαμνόβιος	adj	που ζει σε θάμνους
θαμνόβιου	=	θαμνόβιος
θαμνόβιους	=	θαμνόβιος
θαμνόβιων	=	θαμνόβιος
θαμνότοπε	=	θαμνότοπος
θαμνότοπο	=	θαμνότοπος
θαμνότοποι	=	θαμνότοπος
θαμνότοπος	noun	περιοχή η οποία καλύπτεται από θάμνους
θαμνότοπου	=	θαμνότοπος
θαμνότοπους	=	θαμνότοπος
θαμνότοπων	=	θαμνότοπος
θαμνόφιδα	=	θαμνόφιδο
θαμνόφιδο	noun	τo νανόφιδο
θαμνόφιδου	=	θαμνόφιδο
θαμνόφιδων	=	θαμνόφιδο
θαμνόφυτα	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτε	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτες	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτη	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτης	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτο	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτοι	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτος	adj	για περιοχή στην οποία έχουν φυτρώσει ή έχουν φυτευτεί θάμνοι, κατάφυτος ή γεμάτος από θάμνους
θαμνόφυτου	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτους	=	θαμνόφυτος
θαμνόφυτων	=	θαμνόφυτος
θαμνώδεις	=	θαμνώδης
θαμνώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θαμνώδης
θαμνώδη	=	θαμνώδης
θαμνώδης	adj	που μοιάζει με θάμνο
θαμνώδους	adj	γενική ενικού του θαμνώδης
θαμνώνα	=	θαμνώνας
θαμνώνας	noun	ο θαμνότοπος
θαμνώνες	=	θαμνώνας
θαμνώνων	=	θαμνώνας
θαμπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπό	adv	αμυδρά, όχι καθαρά
θαμπάδα	noun	το να είναι κάποιος θαμπός
θαμπάδας	=	θαμπάδα
θαμπάδες	=	θαμπάδα
θαμπάδων	=	θαμπάδα
θαμπέ	adj	κλητική ενικού του θαμπός
θαμπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπή
θαμπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμπός
θαμπής	adj	γενική ενικού του θαμπή
θαμπίζω	verb	άλλη μορφή του θαμπώνω
θαμπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπίζω
θαμπερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπερό	adv|rare	με θαμπερό τρόπο
θαμπερέ	adj	κλητική ενικού του θαμπερός
θαμπερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπερή
θαμπερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμπερός
θαμπερής	adj	γενική ενικού του θαμπερή
θαμπεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμπερός
θαμπερού	adj	γενική ενικού του θαμπερός
θαμπερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμπερός
θαμπερό	adj	αιτιατική ενικού του θαμπερός
θαμπερός	adj	θαμπός, με θαμπάδα
θαμπερών	adj	γενική πληθυντικού του θαμπερός
θαμποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμπός
θαμποφέγγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θαμποφέγγω
θαμποφέγγω	verb	φέγγω θαμπά
θαμποφέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαμποφέγγω
θαμποφέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμποφέγγω
θαμπού	adj	γενική ενικού του θαμπός
θαμπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμπός
θαμπωθήκαμε	=	θαμπώνομαι
θαμπωθήκαν	=	θαμπώνομαι
θαμπωθήκανε	=	θαμπώνομαι
θαμπωθήκατε	=	θαμπώνομαι
θαμπωθεί	=	θαμπώνομαι
θαμπωθείτε	=	θαμπώνομαι
θαμπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θάμπωμα
θαμπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπωμένο
θαμπωμένε	verb	κλητική ενικού του θαμπωμένος
θαμπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπωμένη
θαμπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμπωμένος
θαμπωμένης	verb	γενική ενικού του θαμπωμένη
θαμπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαμπωμένος
θαμπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμπωμένος
θαμπωμένος	verb	που έχει θαμπωθεί από μια λάμψη
θαμπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαμπωμένος
θαμπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαμπωμένος
θαμπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαμπωμένος
θαμπωνόμασταν	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόμαστε	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόμουν	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόμουνα	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόντουσαν	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόσασταν	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόσαστε	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόσουν	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόσουνα	=	θαμπώνομαι
θαμπωνόταν	=	θαμπώνομαι
θαμπωνότανε	=	θαμπώνομαι
θαμπωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπωτικό	adv	κατά τρόπο που θαμπώνει
θαμπωτικέ	adj	κλητική ενικού του θαμπωτικός
θαμπωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαμπωτική
θαμπωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαμπωτικός
θαμπωτικής	adj	γενική ενικού του θαμπωτική
θαμπωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαμπωτικός
θαμπωτικού	adj	γενική ενικού του θαμπωτικός
θαμπωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαμπωτικός
θαμπωτικό	adj	αιτιατική ενικού του θαμπωτικός
θαμπωτικός	adj|figurative	που θαμπώνει κάτι, που το κάνει θαμπό
θαμπωτικών	adj	γενική πληθυντικού του θαμπωτικός
θαμπό	adj	αιτιατική ενικού του θαμπός
θαμπόγυαλα	=	θαμπόγυαλο
θαμπόγυαλο	noun	θαμπό γυαλί
θαμπόγυαλου	=	θαμπόγυαλο
θαμπόγυαλων	=	θαμπόγυαλο
θαμπός	adj	που δεν είναι και τόσο διαφανής ή φωτεινός
θαμπότερα	=	θαμπός
θαμπότερε	=	θαμπός
θαμπότερες	=	θαμπός
θαμπότερη	=	θαμπός
θαμπότερης	=	θαμπός
θαμπότερο	=	θαμπός
θαμπότεροι	=	θαμπός
θαμπότερος	=	θαμπός
θαμπότερου	=	θαμπός
θαμπότερους	=	θαμπός
θαμπότερων	=	θαμπός
θαμπόφεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμποφέγγω
θαμπόφεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμποφέγγω
θαμπώθηκα	=	θαμπώνομαι
θαμπώθηκαν	=	θαμπώνομαι
θαμπώθηκε	=	θαμπώνομαι
θαμπώθηκες	=	θαμπώνομαι
θαμπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θάμπωμα
θαμπώματος	noun	γενική ενικού του θάμπωμα
θαμπών	adj	γενική πληθυντικού του θαμπός
θαμπώναμε	=	θαμπώνω
θαμπώναν	=	θαμπώνω
θαμπώνανε	=	θαμπώνω
θαμπώνατε	=	θαμπώνω
θαμπώνει	=	θαμπώνω
θαμπώνεις	=	θαμπώνω
θαμπώνεσαι	=	θαμπώνομαι
θαμπώνεστε	=	θαμπώνομαι
θαμπώνεται	=	θαμπώνομαι
θαμπώνετε	=	θαμπώνω
θαμπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θαμπώνω
θαμπώνονται	=	θαμπώνομαι
θαμπώνονταν	=	θαμπώνομαι
θαμπώνοντας	=	θαμπώνω
θαμπώνου	=	θαμπώνομαι
θαμπώνουμε	=	θαμπώνω
θαμπώνουν	=	θαμπώνω
θαμπώνουνε	=	θαμπώνω
θαμπώνω	verb	κάνω κάτι θαμπό (κυρίως για επιφάνειες διαφανείς ή ανακλαστικές)
θαμπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσαν	=	θαμπώνω
θαμπώσανε	=	θαμπώνω
θαμπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσου	=	θαμπώνομαι
θαμπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαμπώνω
θαμώνα	=	θαμώνας
θαμώνας	noun	αυτός/αυτή που συνηθίζει να παρευρίσκεται, να συχνάζει σε κάποιο μέρος
θαμώνες	=	θαμώνας
θαμώνων	=	θαμώνας
θανάση	=	θανάσης
θανάσηδες	=	θανάσης
θανάσηδων	=	θανάσης
θανάσης	noun|slang	ονομασία παράνομου χαρτοπαίγνιου
θανάσιμα	adv	επιφέροντας τον θάνατο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θανάσιμος
θανάσιμε	=	θανάσιμος
θανάσιμες	=	θανάσιμος
θανάσιμη	=	θανάσιμος
θανάσιμης	=	θανάσιμος
θανάσιμο	=	θανάσιμος
θανάσιμοι	=	θανάσιμος
θανάσιμος	adj	που επιφέρει το θάνατο
θανάσιμου	=	θανάσιμος
θανάσιμους	=	θανάσιμος
θανάσιμων	=	θανάσιμος
θανάτου	noun	γενική ενικού του θάνατος
θανάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θάνατος
θανάτων	noun	γενική πληθυντικού του θάνατος
θανάτωνα	=	θανατώνω
θανάτωναν	=	θανατώνω
θανάτωνε	=	θανατώνω
θανάτωνες	=	θανατώνω
θανάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανάτωση	noun	η ενέργεια του θανατώνω, η αφαίρεση της ζωής από ζώο ή άνθρωπο
θανάτωσης	noun	γενική ενικού του θανάτωση
θανές	=	θανή
θανή	noun	ο θάνατος
θανής	=	θανή
θανατίλα	noun	δυσάρεστη μυρωδιά από την αποσύνθεση νεκρού σώματος
θανατίλας	=	θανατίλα
θανατίλες	=	θανατίλα
θανατίλων	=	θανατίλα
θανατερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατερό	adv	θανάσιμα
θανατερέ	adj	κλητική ενικού του θανατερός
θανατερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατερή
θανατερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θανατερός
θανατερής	adj	γενική ενικού του θανατερή
θανατεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θανατερός
θανατερού	adj	γενική ενικού του θανατερός
θανατερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θανατερός
θανατερό	adj	αιτιατική ενικού του θανατερός
θανατερός	adj	θανάσιμος, θανατηφόρος
θανατερών	adj	γενική πληθυντικού του θανατερός
θανατηφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θανατηφόρος	adv	που οδηγεί στο θάνατο, τον προκαλεί ή τον επιφέρει
θανατηφόρας	=	θανατηφόρος
θανατηφόρε	=	θανατηφόρος
θανατηφόρες	=	θανατηφόρος
θανατηφόρο	=	θανατηφόρος
θανατηφόροι	=	θανατηφόρος
θανατηφόρος	adj	που οδηγεί στο θάνατο, τον προκαλεί ή τον επιφέρει
θανατηφόρου	=	θανατηφόρος
θανατηφόρους	=	θανατηφόρος
θανατηφόρων	=	θανατηφόρος
θανατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατικό
θανατικέ	adj	κλητική ενικού του θανατικός
θανατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατική
θανατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θανατικός
θανατικής	adj	γενική ενικού του θανατική
θανατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θανατικός
θανατικού	adj	γενική ενικού του θανατικός
θανατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θανατικός
θανατικό	adj	αιτιατική ενικού του θανατικός
θανατικός	adj	σχετικός με τον θάνατο
θανατικών	adj	γενική πληθυντικού του θανατικός
θανατολογία	noun	επιστήμη που μελετά τους ποικίλους μηχανισμούς και διεργασίες του θανάτου, αλλά και των μεταθανάτιων επιπτώσεων, συνδυάζοντας δεδομένα από διάφορες πλευρές, όπως από την ιατρική, τη νομική, την τεχνολογία, τη φιλοσοφία, τη θεολογία και τις κοινωνικές επιστήμες
θανατολογίας	noun	γενική ενικού του θανατολογία
θανατολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατολογία
θανατολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θανατολογία
θανατολόγε	=	θανατολόγος
θανατολόγο	=	θανατολόγος
θανατολόγοι	=	θανατολόγος
θανατολόγος	noun	ο ασχολούμενος με τον θάνατο
θανατολόγου	=	θανατολόγος
θανατολόγους	=	θανατολόγος
θανατολόγων	=	θανατολόγος
θανατοποινίτες	=	θανατοποινίτης
θανατοποινίτη	=	θανατοποινίτης
θανατοποινίτης	noun	ο καταδικασμένος στην ποινή του θανάτου που δεν έχει εκτελεστεί ακόμη
θανατοποινίτισσα	noun	αυτή που έχει καταδικαστεί στην ποινή του θανάτου και παραμένει στη φυλακή μέχρι την εκτέλεσή της
θανατοποινίτισσας	noun	γενική ενικού του θανατοποινίτισσα
θανατοποινίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατοποινίτισσα
θανατοποινιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του θανατοποινίτισσα
θανατοποινιτών	=	θανατοποινίτης
θανατοπραξία	noun|formal	τεχνική συντήρησης του ανθρώπινου σώματος μετά τον θάνατο, που επιβραδύνει την αποσύνθεση και διευκολύνει τη δημόσια έκθεση της σορού
θανατοπραξίας	=	θανατοπραξία
θανατοπραξίες	=	θανατοπραξία
θανατοπραξιών	=	θανατοπραξία
θανατοτουρισμέ	=	θανατοτουρισμός
θανατοτουρισμοί	=	θανατοτουρισμός
θανατοτουρισμού	=	θανατοτουρισμός
θανατοτουρισμούς	=	θανατοτουρισμός
θανατοτουρισμό	=	θανατοτουρισμός
θανατοτουρισμός	noun	τουριστική δραστηριότητα που αφορά επισκέψεις χώρων ή τοποθεσιών που σχετίζονται με το θάνατο και την οδύνη
θανατοτουρισμών	=	θανατοτουρισμός
θανατοφιλία	noun	η ενδόμυχη τάση ενός ατόμου να έλκεται από το θάνατο και οτιδήποτε σχετικό με αυτόν
θανατοφιλίας	=	θανατοφιλία
θανατοφιλίες	=	θανατοφιλία
θανατοφιλιών	=	θανατοφιλία
θανατοφοβία	noun	παθολογικός φόβος για το θάνατο
θανατοφοβίας	=	θανατοφοβία
θανατοφοβίες	=	θανατοφοβία
θανατοφοβιών	=	θανατοφοβία
θανατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατωμένο
θανατωμένε	verb	κλητική ενικού του θανατωμένος
θανατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανατωμένη
θανατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θανατωμένος
θανατωμένης	verb	γενική ενικού του θανατωμένη
θανατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θανατωμένος
θανατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θανατωμένος
θανατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θανατωμένος
θανατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θανατωμένος
θανατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θανατωμένος
θανατώναμε	=	θανατώνω
θανατώναν	=	θανατώνω
θανατώνανε	=	θανατώνω
θανατώνατε	=	θανατώνω
θανατώνει	=	θανατώνω
θανατώνεις	=	θανατώνω
θανατώνετε	=	θανατώνω
θανατώνοντας	=	θανατώνω
θανατώνουμε	=	θανατώνω
θανατώνουν	=	θανατώνω
θανατώνουνε	=	θανατώνω
θανατώνω	verb	σκοτώνω, εκτελώ
θανατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώσαν	=	θανατώνω
θανατώσανε	=	θανατώνω
θανατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θανατώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θανάτωση
θανατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του θανάτωση
θανατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του θανάτωση
θανατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θανατώνω
θανών	adj	που τέθνηκε, που πέθανε
θαπατέρα	=	θαπατέρας
θαπατέρας	noun	πολιτικός που δίνει υποσχέσεις αφειδώς ή αόριστες, ακολουθώντας την πρακτική του, επίσης πολιτικού, πατέρα του
θαπατέρες	=	θαπατέρας
θαπατέρων	=	θαπατέρας
θαρθουέλα	noun	είδος (ισπανικού) μουσικού θεάτρου, που με συχνά σατιρική διάθεση συνδυάζει τραγούδι, χορό και θεατρικό διάλογο
θαρθουέλας	noun	γενική ενικού του θαρθουέλα
θαρθουέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαρθουέλα
θαρθουελών	noun	γενική πληθυντικού του θαρθουέλα
θαρρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαρρεύω
θαρραλέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαρραλέος	adv	με θάρρος, θαρρετά
θαρραλέας	=	θαρραλέος
θαρραλέε	=	θαρραλέος
θαρραλέες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαρραλέα
θαρραλέο	adj	αιτιατική ενικού του θαρραλέος
θαρραλέοι	=	θαρραλέος
θαρραλέος	adj	που έχει θάρρος
θαρραλέου	=	θαρραλέος
θαρραλέους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαρραλέος
θαρραλέων	adj	γενική πληθυντικού του θαρραλέος
θαρρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαρρεμένο
θαρρεμένε	verb	κλητική ενικού του θαρρεμένος
θαρρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαρρεμένη
θαρρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαρρεμένος
θαρρεμένης	verb	γενική ενικού του θαρρεμένη
θαρρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαρρεμένος
θαρρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαρρεμένος
θαρρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαρρεμένος
θαρρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαρρεμένος
θαρρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαρρεμένος
θαρρετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαρρετό	adv	με θάρρος, τολμηρά
θαρρετέ	adj	κλητική ενικού του θαρρετός
θαρρετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαρρετή
θαρρετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαρρετός
θαρρετής	adj	γενική ενικού του θαρρετή
θαρρετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαρρετός
θαρρετού	adj	γενική ενικού του θαρρετός
θαρρετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαρρετός
θαρρετό	adj	αιτιατική ενικού του θαρρετός
θαρρετός	adj	που ενεργεί με θάρρος
θαρρετών	adj	γενική πληθυντικού του θαρρετός
θαρρεύω	verb	παίρνω θάρρος, γίνομαι θαρραλέος
θαρρώ	verb	νομίζω
θαρρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θαρρώ
θασίτες	=	θασίτης
θασίτη	=	θασίτης
θασίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Θάσο
θασίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θασίτικο
θασίτικε	adj	κλητική ενικού του θασίτικος
θασίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θασίτικη
θασίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θασίτικος
θασίτικης	adj	γενική ενικού του θασίτικη
θασίτικο	adj	αιτιατική ενικού του θασίτικος
θασίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θασίτικος
θασίτικος	adj	που έχει σχέση με την Θάσο ή αναφέρεται σ’ αυτή
θασίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θασίτικος
θασίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θασίτικος
θασίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θασίτικος
θασίτισσα	=	θασίτης
θασιτών	=	θασίτης
θατσερικά	=	θατσερικός
θατσερικέ	=	θατσερικός
θατσερικές	=	θατσερικός
θατσερική	=	θατσερικός
θατσερικής	=	θατσερικός
θατσερικοί	=	θατσερικός
θατσερικού	=	θατσερικός
θατσερικούς	=	θατσερικός
θατσερικό	=	θατσερικός
θατσερικός	adj	που έχει σχέση με τη Μάργκαρετ Θάτσερ ή αναφέρεται σʼ αυτή
θατσερικών	=	θατσερικός
θατσερισμέ	=	θατσερισμός
θατσερισμοί	=	θατσερισμός
θατσερισμού	=	θατσερισμός
θατσερισμούς	=	θατσερισμός
θατσερισμό	=	θατσερισμός
θατσερισμός	noun	ή πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ ως πρωθυπουργού τού Ηνωμένου Βασιλείου
θατσερισμών	=	θατσερισμός
θαυμάζαμε	=	θαυμάζω
θαυμάζαν	=	θαυμάζω
θαυμάζανε	=	θαυμάζω
θαυμάζατε	=	θαυμάζω
θαυμάζει	=	θαυμάζω
θαυμάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θαυμάζω
θαυμάζεσαι	=	θαυμάζω
θαυμάζεστε	=	θαυμάζω
θαυμάζεται	=	θαυμάζω
θαυμάζετε	=	θαυμάζω
θαυμάζομαι	=	θαυμάζω
θαυμάζομε	=	θαυμάζω
θαυμάζονται	=	θαυμάζω
θαυμάζονταν	=	θαυμάζω
θαυμάζοντας	=	θαυμάζω
θαυμάζουμε	=	θαυμάζω
θαυμάζουν	=	θαυμάζω
θαυμάζουνε	=	θαυμάζω
θαυμάζω	verb	εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος, αισθάνομαι θαυμασμό
θαυμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσαν	=	θαυμάζω
θαυμάσανε	=	θαυμάζω
θαυμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαυμάσιος	adv	πολύ ωραία, υπέροχα
θαυμάσιας	adj	γενική ενικού του θαυμάσια
θαυμάσιε	adj	κλητική ενικού του θαυμάσιος
θαυμάσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμάσια
θαυμάσιο	adj	αιτιατική ενικού του θαυμάσιος
θαυμάσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυμάσιος
θαυμάσιος	adj	εξαιρετικά καλός, υπέροχος, τόσο καλός ώστε να προκαλεί τον θαυμασμό
θαυμάσιου	adj	γενική ενικού του θαυμάσιος
θαυμάσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαυμάσιος
θαυμάσιων	adj	γενική πληθυντικού του θαυμάσιος
θαυμάσομε	=	θαυμάζω
θαυμάσου	=	θαυμάζω
θαυμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάσουνε	=	θαυμάζω
θαυμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάστηκα	=	θαυμάζω
θαυμάστηκαν	=	θαυμάζω
θαυμάστηκε	=	θαυμάζω
θαυμάστηκες	=	θαυμάζω
θαυμάστρια	noun	θαυμαστής
θαυμάστριας	noun	γενική ενικού του θαυμάστρια
θαυμάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμάστρια
θαυμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θαύμα
θαυμαζόμασταν	=	θαυμάζω
θαυμαζόμαστε	=	θαυμάζω
θαυμαζόμουν	=	θαυμάζω
θαυμαζόμουνα	=	θαυμάζω
θαυμαζόντουσαν	=	θαυμάζω
θαυμαζόσασταν	=	θαυμάζω
θαυμαζόσαστε	=	θαυμάζω
θαυμαζόσουν	=	θαυμάζω
θαυμαζόσουνα	=	θαυμάζω
θαυμαζόταν	=	θαυμάζω
θαυμαζότανε	=	θαυμάζω
θαυμασίτες	=	θαυμασίτης
θαυμασίτη	=	θαυμασίτης
θαυμασίτης	noun	ορυκτό που περιέχει πυρίτιο, άνθρακα, θείο κ.ά.
θαυμασιτών	=	θαυμασίτης
θαυμασμέ	noun	κλητική ενικού του θαυμασμός
θαυμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμασμένο
θαυμασμένε	verb	κλητική ενικού του θαυμασμένος
θαυμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμασμένη
θαυμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαυμασμένος
θαυμασμένης	verb	γενική ενικού του θαυμασμένη
θαυμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θαυμασμένος
θαυμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυμασμένος
θαυμασμένος	verb	θαυμάζω
θαυμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θαυμασμένος
θαυμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θαυμασμένος
θαυμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θαυμασμένος
θαυμασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυμασμός
θαυμασμού	noun	γενική ενικού του θαυμασμός
θαυμασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαυμασμός
θαυμασμό	noun	αιτιατική ενικού του θαυμασμός
θαυμασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θαυμάζω
θαυμασμών	noun	γενική πληθυντικού του θαυμασμός
θαυμαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστό	adv	κατά τρόπο θαυμαστό
θαυμαστέ	adj	κλητική ενικού του θαυμαστός
θαυμαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστή
θαυμαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαυμαστός
θαυμαστήκαμε	=	θαυμάζω
θαυμαστήκαν	=	θαυμάζω
θαυμαστήκανε	=	θαυμάζω
θαυμαστήκατε	=	θαυμάζω
θαυμαστής	noun	αυτός που θαυμάζει κάποιο πρόσωπο ή κάτι	adj	γενική ενικού του θαυμαστή
θαυμαστεί	=	θαυμάζω
θαυμαστείς	=	θαυμάζω
θαυμαστείτε	=	θαυμάζω
θαυμαστικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστικό
θαυμαστικέ	adj	κλητική ενικού του θαυμαστικός
θαυμαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστική
θαυμαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαυμαστικός
θαυμαστικής	adj	γενική ενικού του θαυμαστική
θαυμαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστικός
θαυμαστικού	adj	γενική ενικού του θαυμαστικός
θαυμαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαυμαστικός
θαυμαστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του θαυμαστικός	noun	σημείο στίξης που τοποθετείται στο τέλος επιφωνηματικών προτάσεων, μετά από επιφωνήματα ή μετά από τύπους της προστακτικής
θαυμαστικός	adj	που εκφράζει θαυμασμό
θαυμαστικών	adj	γενική πληθυντικού του θαυμαστικός
θαυμαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυμαστός
θαυμαστού	adj	γενική ενικού του θαυμαστός
θαυμαστούμε	=	θαυμάζω
θαυμαστούν	=	θαυμάζω
θαυμαστούνε	=	θαυμάζω
θαυμαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαυμαστός
θαυμαστριών	noun	γενική πληθυντικού του θαυμάστρια
θαυμαστό	adj	αιτιατική ενικού του θαυμαστός
θαυμαστός	adj	που προκαλεί και αξίζει το θαυμασμό
θαυμαστότatα	=	θαυμαστός
θαυμαστότatε	=	θαυμαστός
θαυμαστότatες	=	θαυμαστός
θαυμαστότatη	=	θαυμαστός
θαυμαστότatης	=	θαυμαστός
θαυμαστότatο	=	θαυμαστός
θαυμαστότatοι	=	θαυμαστός
θαυμαστότatος	=	θαυμαστός
θαυμαστότatου	=	θαυμαστός
θαυμαστότatους	=	θαυμαστός
θαυμαστότatων	=	θαυμαστός
θαυμαστότερα	=	θαυμαστός
θαυμαστότερε	=	θαυμαστός
θαυμαστότερες	=	θαυμαστός
θαυμαστότερη	=	θαυμαστός
θαυμαστότερης	=	θαυμαστός
θαυμαστότερο	=	θαυμαστός
θαυμαστότεροι	=	θαυμαστός
θαυμαστότερος	=	θαυμαστός
θαυμαστότερου	=	θαυμαστός
θαυμαστότερους	=	θαυμαστός
θαυμαστότερων	=	θαυμαστός
θαυμαστώ	=	θαυμάζω
θαυμαστών	adj	γενική πληθυντικού του θαυμαστός
θαυματοποιέ	noun	κλητική ενικού του θαυματοποιός
θαυματοποιία	noun	η τέχνη και οι ενέργειες του θαυματοποιού
θαυματοποιίας	noun	γενική ενικού του θαυματοποιία
θαυματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυματοποιία
θαυματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του θαυματοποιία
θαυματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυματοποιός
θαυματοποιού	noun	γενική ενικού του θαυματοποιός
θαυματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θαυματοποιός
θαυματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του θαυματοποιός
θαυματοποιός	noun	που κάνει θαύματα
θαυματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του θαυματοποιός
θαυματουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργό	adv	κατά τρόπο θαυματουργός
θαυματουργέ	adj	κλητική ενικού του θαυματουργός
θαυματουργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργή
θαυματουργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαυματουργός
θαυματουργήματα	=	θαυματούργημα
θαυματουργήματος	=	θαυματούργημα
θαυματουργής	adj	γενική ενικού του θαυματουργή
θαυματουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματουργία	noun	η επιτέλεση ενός θαύματος
θαυματουργίας	noun	γενική ενικού του θαυματουργία
θαυματουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργία
θαυματουργημάτων	=	θαυματούργημα
θαυματουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργικό	adv	κατά τρόπο θαυματουργικό
θαυματουργικέ	adj	κλητική ενικού του θαυματουργικός
θαυματουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργική
θαυματουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαυματουργικός
θαυματουργικής	adj	γενική ενικού του θαυματουργική
θαυματουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργικός
θαυματουργικού	adj	γενική ενικού του θαυματουργικός
θαυματουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαυματουργικός
θαυματουργικό	adj	αιτιατική ενικού του θαυματουργικός
θαυματουργικός	adj	που έχει σχέση με τον θαυματουργό (ενίοτε και το θαύμα) ή αναφέρεται σ’ αυτά
θαυματουργικών	adj	γενική πληθυντικού του θαυματουργικός
θαυματουργιών	noun	γενική πληθυντικού του θαυματουργία
θαυματουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαυματουργός
θαυματουργού	adj	γενική ενικού του θαυματουργός
θαυματουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαυματουργός
θαυματουργό	adj	αιτιατική ενικού του θαυματουργός
θαυματουργός	adj	που κάνει θαύματα
θαυματουργώ	verb	κάνω θαύματα
θαυματουργών	adj	γενική πληθυντικού του θαυματουργός
θαυματουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θαυματουργώ
θαυματούργημα	noun	θαυμάσιο έργο, θαύμα
θαυματούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαυματούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυματουργώ
θαφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαφτό
θαφτέ	adj	κλητική ενικού του θαφτός
θαφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαφτή
θαφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θαφτός
θαφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτήκαν	=	θάβω
θαφτήκανε	=	θάβω
θαφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτής	adj	γενική ενικού του θαφτή
θαφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θαφτός
θαφτού	adj	γενική ενικού του θαφτός
θαφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτούνε	=	θάβω
θαφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θαφτός
θαφτό	adj	αιτιατική ενικού του θαφτός
θαφτός	adj	ο θαμμένος
θαφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
θαφτών	adj	γενική πληθυντικού του θαφτός
θαψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θάψιμο
θαψίματος	noun	γενική ενικού του θάψιμο
θαψιμάτων	=	θάψιμο
θαύμα	noun	ένα παράξενο και απρόσμενο γεγονός στο οποίο αποδίδεται μια θετική θεϊκή επέμβαση
θαύμαζα	=	θαυμάζω
θαύμαζαν	=	θαυμάζω
θαύμαζε	=	θαυμάζω
θαύμαζες	=	θαυμάζω
θαύμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαύμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαύμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαύμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θαυμάζω
θαύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θαύμα
θαύματος	noun	γενική ενικού του θαύμα
θεά	noun	θηλυκή θεότητα
θεάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέαμα
θεάματος	noun	γενική ενικού του θέαμα
θεάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του Θεάνθρωπος
θεάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του Θεάνθρωπος
θεάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Θεάνθρωπος
θεάνθρωπος	noun	ον που είναι και θεός και άνθρωπος
θεάρεστα	=	θεάρεστος
θεάρεστε	=	θεάρεστος
θεάρεστες	=	θεάρεστος
θεάρεστη	=	θεάρεστος
θεάρεστης	=	θεάρεστος
θεάρεστο	=	θεάρεστος
θεάρεστοι	=	θεάρεστος
θεάρεστος	adj	πολύ όμορφος
θεάρεστου	=	θεάρεστος
θεάρεστους	=	θεάρεστος
θεάρεστων	=	θεάρεστος
θεάς	noun	γενική ενικού του θεά
θεάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέαση
θεάσεων	noun	γενική πληθυντικού του θέαση
θεάσεως	noun|formal	γενική ενικού του θέαση
θεάτρια	noun	θηλυκό του θεατής
θεάτριας	=	θεάτρια
θεάτριες	=	θεάτρια
θεάτριζα	=	θεατρίζω
θεάτριζαν	=	θεατρίζω
θεάτριζε	=	θεατρίζω
θεάτριζες	=	θεατρίζω
θεάτρισα	=	θεατρίζω
θεάτρισαν	=	θεατρίζω
θεάτρισε	=	θεατρίζω
θεάτρισες	=	θεατρίζω
θεάτρου	noun	γενική ενικού του θέατρο
θεάτρων	noun	γενική πληθυντικού του θέατρο
θεέ	noun	κλητική ενικού του θεός
θεές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεά
θεία	noun	η αδερφή του πατέρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θείος
θείας	noun	γενική ενικού του θεία
θείε	=	θείος
θείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεία
θείο	adj	αιτιατική ενικού του θείος	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 16 και χημικό σύμβολο S
θείοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θείος
θείον	noun|formal	το θείο, το χημικό στοιχείο
θείος	adj	θεϊκός
θείου	noun	γενική ενικού του θείος	adj	γενική ενικού του θείος
θείους	=	θείος
θείτσα	noun	θεία
θείτσας	=	θείτσα
θείτσες	=	θείτσα
θείων	noun	γενική πληθυντικού του θείο
θείωση	noun	το θειάφισμα
θείωσης	=	θείωση
θεαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθήναι	noun	το να μας βλέπουν οι άλλοι
θεαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεώμαι
θεαινών	=	θέαινα
θεαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θέαμα
θεαματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεαματικό	adv	κατά τρόπο θεαματικό
θεαματικέ	adj	κλητική ενικού του θεαματικός
θεαματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεαματική
θεαματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεαματικός
θεαματικής	adj	γενική ενικού του θεαματική
θεαματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεαματικός
θεαματικοποίηση	noun	άλλη μορφή του θεαματοποίηση
θεαματικοποίησης	=	θεαματικοποίηση
θεαματικοποιήσεις	=	θεαματικοποίηση
θεαματικοποιήσεων	=	θεαματικοποίηση
θεαματικοτήτων	=	θεαματικότητα
θεαματικού	adj	γενική ενικού του θεαματικός
θεαματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεαματικός
θεαματικό	adj	αιτιατική ενικού του θεαματικός
θεαματικός	adj	που εντυπωσιάζει όταν τον βλέπεις, που προσφέρει ωραίο θέαμα
θεαματικότατα	=	θεαματικός
θεαματικότατε	=	θεαματικός
θεαματικότατες	=	θεαματικός
θεαματικότατη	=	θεαματικός
θεαματικότατης	=	θεαματικός
θεαματικότατο	=	θεαματικός
θεαματικότατοι	=	θεαματικός
θεαματικότατος	=	θεαματικός
θεαματικότατου	=	θεαματικός
θεαματικότατους	=	θεαματικός
θεαματικότατων	=	θεαματικός
θεαματικότερα	=	θεαματικός
θεαματικότερε	=	θεαματικός
θεαματικότερες	=	θεαματικός
θεαματικότερη	=	θεαματικός
θεαματικότερης	=	θεαματικός
θεαματικότερο	=	θεαματικός
θεαματικότεροι	=	θεαματικός
θεαματικότερος	=	θεαματικός
θεαματικότερου	=	θεαματικός
θεαματικότερους	=	θεαματικός
θεαματικότερων	=	θεαματικός
θεαματικότητα	noun	η ιδιότητα του θεαματικού
θεαματικότητας	noun	γενική ενικού του θεαματικότητα
θεαματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεαματικότητα
θεαματικών	adj	γενική πληθυντικού του θεαματικός
θεαματοποίηση	noun	η μετατροπή ενός γεγονότος σε θέαμα
θεαματοποίησης	=	θεαματοποίηση
θεαματοποιήσεις	=	θεαματοποίηση
θεαματοποιήσεων	=	θεαματοποίηση
θεανθρωπισμέ	noun	κλητική ενικού του θεανθρωπισμός
θεανθρωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεανθρωπισμός
θεανθρωπισμού	noun	γενική ενικού του θεανθρωπισμός
θεανθρωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεανθρωπισμός
θεανθρωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του θεανθρωπισμός
θεανθρωπισμός	noun	η ιδιότητα του Χριστού να είναι θεάνθρωπος
θεανθρωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του θεανθρωπισμός
θεανθρώπου	noun	γενική ενικού του Θεάνθρωπος
θεανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του Θεάνθρωπος
θεανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του Θεάνθρωπος
θεατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατό
θεατέ	adj	κλητική ενικού του θεατός
θεατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατή
θεατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεατός
θεατής	noun	που παρακολουθεί ένα θέαμα	adj	γενική ενικού του θεατή
θεατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεατός
θεατού	adj	γενική ενικού του θεατός
θεατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεατός
θεατράκι	noun	μικρών διαστάσεων θεατρικός χώρος
θεατράκια	=	θεατράκι
θεατράλε	adv	θεατρικά, θεατρινίστικα
θεατράνθρωπε	=	θεατράνθρωπος
θεατράνθρωπο	=	θεατράνθρωπος
θεατράνθρωποι	=	θεατράνθρωπος
θεατράνθρωπος	noun	κάποιος που ασχολείται με το θέατρο, ηθοποιός ή σκηνοθέτης
θεατρίζαμε	=	θεατρίζω
θεατρίζαν	=	θεατρίζω
θεατρίζανε	=	θεατρίζω
θεατρίζατε	=	θεατρίζω
θεατρίζει	=	θεατρίζω
θεατρίζεις	=	θεατρίζω
θεατρίζεσαι	=	θεατρίζομαι
θεατρίζεστε	=	θεατρίζομαι
θεατρίζεται	=	θεατρίζομαι
θεατρίζετε	=	θεατρίζω
θεατρίζομαι	verb	πηγαίνω (τακτικά) στο θέατρο για παρακολούθηση θεατρικής παράστασης
θεατρίζονται	=	θεατρίζομαι
θεατρίζονταν	=	θεατρίζομαι
θεατρίζοντας	=	θεατρίζω
θεατρίζου	=	θεατρίζομαι
θεατρίζουμε	=	θεατρίζω
θεατρίζουν	=	θεατρίζω
θεατρίζουνε	=	θεατρίζω
θεατρίζω	verb|dated	διασύρω, διαπομπεύω
θεατρίνα	noun	γυναίκα ηθοποιός
θεατρίνας	=	θεατρίνα
θεατρίνε	noun	κλητική ενικού του θεατρίνος
θεατρίνες	=	θεατρίνα
θεατρίνο	noun	αιτιατική ενικού του θεατρίνος
θεατρίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεατρίνος
θεατρίνος	noun	άντρας ηθοποιός
θεατρίνου	noun	γενική ενικού του θεατρίνος
θεατρίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεατρίνος
θεατρίνων	noun	γενική πληθυντικού του θεατρίνος
θεατρίσαμε	=	θεατρίζω
θεατρίσαν	=	θεατρίζω
θεατρίσανε	=	θεατρίζω
θεατρίσατε	=	θεατρίζω
θεατρίσει	=	θεατρίζω
θεατρίσου	=	θεατρίζομαι
θεατρίστε	=	θεατρίζω
θεατρίστηκα	=	θεατρίζομαι
θεατρίστηκαν	=	θεατρίζομαι
θεατρίστηκε	=	θεατρίζομαι
θεατρίστηκες	=	θεατρίζομαι
θεατρανθρώπου	=	θεατράνθρωπος
θεατρανθρώπους	=	θεατράνθρωπος
θεατρανθρώπων	=	θεατράνθρωπος
θεατριζόμασταν	=	θεατρίζομαι
θεατριζόμαστε	=	θεατρίζομαι
θεατριζόμουν	=	θεατρίζομαι
θεατριζόμουνα	=	θεατρίζομαι
θεατριζόντουσαν	=	θεατρίζομαι
θεατριζόσασταν	=	θεατρίζομαι
θεατριζόσαστε	=	θεατρίζομαι
θεατριζόσουν	=	θεατρίζομαι
θεατριζόσουνα	=	θεατρίζομαι
θεατριζόταν	=	θεατρίζομαι
θεατριζότανε	=	θεατρίζομαι
θεατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατρικό	adv	με θεατρικό τρόπο, σε θεατρική παράσταση
θεατρικέ	adj	κλητική ενικού του θεατρικός
θεατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατρική
θεατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεατρικός
θεατρικής	adj	γενική ενικού του θεατρική
θεατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεατρικός
θεατρικογράφε	=	θεατρικογράφος
θεατρικογράφο	=	θεατρικογράφος
θεατρικογράφοι	=	θεατρικογράφος
θεατρικογράφος	noun	αυτός που αρθρογραφεί για θεατρικά θέματα
θεατρικογράφου	=	θεατρικογράφος
θεατρικογράφους	=	θεατρικογράφος
θεατρικογράφων	=	θεατρικογράφος
θεατρικοτήτων	=	θεατρικότητα
θεατρικού	adj	γενική ενικού του θεατρικός
θεατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεατρικός
θεατρικό	adj	αιτιατική ενικού του θεατρικός
θεατρικός	adj	σχετικός με το θέατρο
θεατρικότητα	noun	η ιδιότητα του θεατρικού, το σύνολο των στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια θεατρική παράσταση ή προσομοιάζουν σ’ αυτή
θεατρικότητας	=	θεατρικότητα
θεατρικότητες	=	θεατρικότητα
θεατρικών	adj	γενική πληθυντικού του θεατρικός
θεατρικώς	=	θεατρικά
θεατρινίστικα	adv	με επιδεικτικό, ψεύτικο τρόπο
θεατρινίστικε	adj	κλητική ενικού του θεατρινίστικος
θεατρινίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατρινίστικη
θεατρινίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεατρινίστικος
θεατρινίστικης	adj	γενική ενικού του θεατρινίστικη
θεατρινίστικο	adj	αιτιατική ενικού του θεατρινίστικος
θεατρινίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεατρινίστικος
θεατρινίστικος	adj	που περιέχει θεατρινισμούς
θεατρινίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεατρινίστικος
θεατρινίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεατρινίστικος
θεατρινίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεατρινίστικος
θεατρινισμέ	noun	κλητική ενικού του θεατρινισμός
θεατρινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεατρινισμός
θεατρινισμού	noun	γενική ενικού του θεατρινισμός
θεατρινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεατρινισμός
θεατρινισμό	noun	αιτιατική ενικού του θεατρινισμός
θεατρινισμός	noun	συμπεριφορά που περιλαμβάνει έντονες και υπερβολικές κινήσεις και ενέργειες εντυπωσιασμού ή παραπλάνησης για την επίτευξη ενός στόχου
θεατρινισμών	noun	γενική πληθυντικού του θεατρινισμός
θεατρινούλα	noun	νεαρή (και υπονοείται άσημη) ηθοποιός του θεάτρου
θεατρινούλας	=	θεατρινούλα
θεατρινούλες	=	θεατρινούλα
θεατρισμέ	=	θεατρισμός
θεατρισμένος	=	θεατρίζομαι
θεατρισμοί	=	θεατρισμός
θεατρισμού	=	θεατρισμός
θεατρισμούς	=	θεατρισμός
θεατρισμό	=	θεατρισμός
θεατρισμός	noun	η παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης
θεατρισμών	=	θεατρισμός
θεατριστήκαμε	=	θεατρίζομαι
θεατριστήκαν	=	θεατρίζομαι
θεατριστήκανε	=	θεατρίζομαι
θεατριστήκατε	=	θεατρίζομαι
θεατριστεί	=	θεατρίζομαι
θεατριστείτε	=	θεατρίζομαι
θεατριών	=	θεάτρια
θεατρολογία	noun	ο επιστημονικός κλάδος που μελετά το θέατρο
θεατρολογίας	noun	γενική ενικού του θεατρολογία
θεατρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατρολογία
θεατρολογικά	=	θεατρολογικός
θεατρολογικέ	=	θεατρολογικός
θεατρολογικές	=	θεατρολογικός
θεατρολογική	=	θεατρολογικός
θεατρολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θεατρολογική) του θεατρολογικός
θεατρολογικοί	=	θεατρολογικός
θεατρολογικού	=	θεατρολογικός
θεατρολογικούς	=	θεατρολογικός
θεατρολογικό	=	θεατρολογικός
θεατρολογικός	adj	σχετικός με την θεατρολογία
θεατρολογικών	=	θεατρολογικός
θεατρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θεατρολογία
θεατρολόγε	noun	κλητική ενικού του θεατρολόγος
θεατρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του θεατρολόγος
θεατρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεατρολόγος
θεατρολόγος	noun	ο μελετητής του θεάτρου
θεατρολόγου	noun	γενική ενικού του θεατρολόγος
θεατρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεατρολόγος
θεατρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του θεατρολόγος
θεατρομανές	=	θεατρομανής
θεατρομανή	=	θεατρομανής
θεατρομανής	adj	που θέλει μετά μανίας να παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις
θεατρομανία	noun	μανία με το θέατρο
θεατρομανίας	noun	γενική ενικού του θεατρομανία
θεατρομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεατρομανία
θεατρομανείς	=	θεατρομανής
θεατρομανιών	noun	γενική πληθυντικού του θεατρομανία
θεατρομανούς	=	θεατρομανής
θεατρομανών	=	θεατρομανής
θεατρωνών	=	θεατρώνης
θεατρόφιλα	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλε	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλες	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλη	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλης	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλο	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλοι	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλος	adj	ο φίλος του θεάτρου, που παρακολουθεί συχνά θεατρικές παραστάσεις
θεατρόφιλου	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλους	=	θεατρόφιλος
θεατρόφιλων	=	θεατρόφιλος
θεατρώνες	=	θεατρώνης
θεατρώνη	=	θεατρώνης
θεατρώνης	noun	ο ιδιοκτήτης ενός θεάτρου, ο επιχειρηματίας του θεάτρου
θεατό	adj	αιτιατική ενικού του θεατός
θεατός	adj	ορατός, που μπορεί κάποιος να τον δει
θεατών	adj	γενική πληθυντικού του θεατός
θειάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεια
θειάδων	=	θεία
θειάφι	noun	κοινή ονομασία του χημικού στοιχείου θείο (S)
θειάφια	=	θειάφι
θειάφιζα	=	θειαφίζω
θειάφιζαν	=	θειαφίζω
θειάφιζε	=	θειαφίζω
θειάφιζες	=	θειαφίζω
θειάφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειάφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειάφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειάφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειάφισμα	noun	το ράντισμα με θειάφι
θειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεια
θεια	=	θεία
θειαμίνες	=	θειαμίνη
θειαμίνη	noun	υδατοδιαλυτή βιταμίνη, ένα από τα συστατικά του συμπλέγματος βιταμινών Β, που βρίσκεται στο κρέας, τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα όσπρια και είναι απαραίτητο για το μεταβολισμό των υδατανθράκων
θειαμίνης	=	θειαμίνη
θειαμινών	=	θειαμίνη
θειας	noun	γενική ενικού του θεια
θειαφένια	=	θειαφένιος
θειαφένιας	=	θειαφένιος
θειαφένιε	=	θειαφένιος
θειαφένιες	=	θειαφένιος
θειαφένιο	=	θειαφένιος
θειαφένιοι	=	θειαφένιος
θειαφένιος	adj	που είναι από θειάφι ή έχει το χρώμα του
θειαφένιου	=	θειαφένιος
θειαφένιους	=	θειαφένιος
θειαφένιων	=	θειαφένιος
θειαφίζαμε	=	θειαφίζω
θειαφίζαν	=	θειαφίζω
θειαφίζανε	=	θειαφίζω
θειαφίζατε	=	θειαφίζω
θειαφίζει	=	θειαφίζω
θειαφίζεις	=	θειαφίζω
θειαφίζετε	=	θειαφίζω
θειαφίζομαι	=	θειαφίζω
θειαφίζοντας	=	θειαφίζω
θειαφίζουμε	=	θειαφίζω
θειαφίζουν	=	θειαφίζω
θειαφίζουνε	=	θειαφίζω
θειαφίζω	verb	ραντίζω με θειάφι για απολύμανση
θειαφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσαν	=	θειαφίζω
θειαφίσανε	=	θειαφίζω
θειαφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειάφισμα
θειαφίσματος	noun	γενική ενικού του θειάφισμα
θειαφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θειαφίζω
θειαφιού	=	θειάφι
θειαφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θειάφισμα
θειαφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειαφισμένο
θειαφισμένε	verb	κλητική ενικού του θειαφισμένος
θειαφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειαφισμένη
θειαφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θειαφισμένος
θειαφισμένης	verb	γενική ενικού του θειαφισμένη
θειαφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θειαφισμένος
θειαφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θειαφισμένος
θειαφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θειαφισμένος
θειαφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θειαφισμένος
θειαφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θειαφισμένος
θειαφιστήρι	noun	εργαλείο με το οποίο θειαφίζουμε
θειαφιστήρια	=	θειαφιστήρι
θειαφιστηριού	=	θειαφιστήρι
θειαφιστηριών	=	θειαφιστήρι
θειαφιών	=	θειάφι
θειαφοκέρι	noun	κερί που το φιτίλι του έχει βουτηχτεί σε θειάφι
θειαφοκέρια	=	θειαφοκέρι
θειαφοκεριού	=	θειαφοκέρι
θειαφοκεριών	=	θειαφοκέρι
θειε	=	θεία
θειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεια
θειικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειικό
θειικέ	adj	κλητική ενικού του θειικός
θειικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειική
θειική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θειικός
θειικής	adj	γενική ενικού του θειική
θειικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θειικός
θειικού	adj	γενική ενικού του θειικός
θειικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θειικός
θειικό	adj	αιτιατική ενικού του θειικός
θειικός	adj	για χημική ένωση ή ρίζα που περιέχει άτομο θείου (S)
θειικών	adj	γενική πληθυντικού του θειικός
θειο	=	θεία
θειοαναγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειοαναγωγικό
θειοαναγωγικέ	adj	κλητική ενικού του θειοαναγωγικός
θειοαναγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειοαναγωγική
θειοαναγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θειοαναγωγικός
θειοαναγωγικής	adj	γενική ενικού του θειοαναγωγική
θειοαναγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θειοαναγωγικός
θειοαναγωγικού	adj	γενική ενικού του θειοαναγωγικός
θειοαναγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θειοαναγωγικός
θειοαναγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του θειοαναγωγικός
θειοαναγωγικός	adj	που κάνει αναγωγή με το θείο
θειοαναγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του θειοαναγωγικός
θειοι	=	θεία
θειολών	=	θειόλη
θειονυλίου	=	θειονύλιο
θειονυλίων	=	θειονύλιο
θειονύλια	=	θειονύλιο
θειονύλιο	noun	δισθενής ανόργανη ρίζα με σύσταση SO, που δρα ως ηλεκτροφιλική ομάδα σε θειώδεις ενώσεις και παράγεται από το θειώδες οξύ με απομάκρυνση δύο υδροξυλοομάδων
θειονύλιου	=	θειονύλιο
θειονύλιων	=	θειονύλιο
θειοπηγές	=	θειοπηγή
θειοπηγή	noun	ιαματική(;) πηγή απ’ όπου αναβλύζει νερό που περιέχει θείο (θειούχο νερό)
θειοπηγής	=	θειοπηγή
θειοπηγών	=	θειοπηγή
θειος	=	θεία
θειοτάτη	=	θειότατος
θειοτάτης	=	θειότατος
θειοτάτου	=	θειότατος
θειοτάτους	=	θειότατος
θειοτάτων	=	θειότατος
θειοτήτων	=	θειότητα
θειου	=	θεία
θειους	=	θεία
θειούχα	=	θειούχος
θειούχας	=	θειούχος
θειούχε	=	θειούχος
θειούχες	=	θειούχος
θειούχο	=	θειούχος
θειούχοι	=	θειούχος
θειούχος	adj	που περιέχει θείο (θειάφι)
θειούχου	=	θειούχος
θειούχους	=	θειούχος
θειούχων	=	θειούχος
θειωδών	=	θειώδης
θειων	=	θεία
θειωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειωρυχείο
θειωρυχείο	noun	ορυχείο εξαγωγής θείου
θειωρυχείου	noun	γενική ενικού του θειωρυχείο
θειωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του θειωρυχείο
θειόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θειόλη
θειόλη	noun	οργανική χημική ένωση που περιέχει τη λειτουργική ομάδα –SH (σουλφυδρυλομάδα) συνδεδεμένη με άτομο άνθρακα· αποτελεί το θειούχο ανάλογο των αλκοολών, όπου το θείο αντικαθιστά το οξυγόνο της υδροξυλομάδας (–OH)
θειόλης	=	θειόλη
θειότατα	=	θειότατος
θειότατε	=	θειότατος
θειότατες	=	θειότατος
θειότατη	=	θειότατος
θειότατης	=	θειότατος
θειότατο	=	θειότατος
θειότατοι	=	θειότατος
θειότατος	adj|figurative	υπερθετικός βαθμός του θείος
θειότατου	=	θειότατος
θειότατους	=	θειότατος
θειότατων	=	θειότατος
θειότερα	=	θείος
θειότερε	=	θείος
θειότερες	=	θείος
θειότερη	=	θείος
θειότερης	=	θείος
θειότερο	=	θείος
θειότεροι	=	θείος
θειότερος	=	θείος
θειότερου	=	θείος
θειότερους	=	θείος
θειότερων	=	θείος
θειότητα	noun	η ιδιότητα του θείου
θειότητας	=	θειότητα
θειότητες	=	θειότητα
θειώδεις	=	θειώδης
θειώδες	=	θειώδης
θειώδη	=	θειώδης
θειώδης	adj	που μοιάζει με το θείο (θειάφι)
θειώδους	=	θειώδης
θειών	noun	γενική πληθυντικού του θεία
θειώσεις	=	θείωση
θειώσεων	=	θείωση
θελήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέλημα
θελήματος	noun	το θέλημα ουδέτερο, στη γενική ενικού (αριθμού)
θελήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσαν	=	θέλω
θελήσανε	=	θέλω
θελήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέληση
θελήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θέληση
θελήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θέληση
θελήσομε	=	θέλω
θελήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσουνε	=	θέλω
θελήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θέλω
θελγήτρου	noun	γενική ενικού του θέλγητρο
θελγήτρων	noun	γενική πληθυντικού του θέλγητρο
θελημάτων	noun	γενική πληθυντικού
θελημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελημένο
θελημένε	verb	κλητική ενικού του θελημένος
θελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελημένη
θελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θελημένος
θελημένης	verb	γενική ενικού του θελημένη
θελημένο	verb	αιτιατική ενικού του θελημένος
θελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θελημένος
θελημένος	=	θέλω
θελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θελημένος
θελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θελημένος
θελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θελημένος
θεληματάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεληματάρης
θεληματάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεληματάρης
θεληματάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του θεληματάρης
θεληματάρης	noun	αυτός που κάνει θελήματα (πληρωμένος ή μη)
θεληματία	=	θεληματίας
θεληματίας	noun	αυτός που έχει ισχυρή θέληση
θεληματίες	=	θεληματίας
θεληματίζω	verb	εκτελώ θέλημα
θεληματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεληματικό	adv	με θέληση, με αποφασιστικότητα
θεληματικέ	adj	κλητική ενικού του θεληματικός
θεληματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεληματική
θεληματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεληματικός
θεληματικής	adj	γενική ενικού του θεληματική
θεληματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεληματικός
θεληματικού	adj	γενική ενικού του θεληματικός
θεληματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεληματικός
θεληματικό	adj	αιτιατική ενικού του θεληματικός
θεληματικός	adj	που χαρακτηρίζεται από ισχυρή θέληση
θεληματικών	adj	γενική πληθυντικού του θεληματικός
θεληματιών	=	θεληματίας
θελιά	noun|vulgar	η θηλιά
θελιάζαμε	=	θελιάζω
θελιάζαν	=	θελιάζω
θελιάζανε	=	θελιάζω
θελιάζατε	=	θελιάζω
θελιάζει	=	θελιάζω
θελιάζεις	=	θελιάζω
θελιάζετε	=	θελιάζω
θελιάζοντας	=	θελιάζω
θελιάζουμε	=	θελιάζω
θελιάζουν	=	θελιάζω
θελιάζουνε	=	θελιάζω
θελιάζω	verb	άλλη μορφή του θηλιάζω
θελιάς	noun	γενική ενικού του θελιά
θελιάσαμε	=	θελιάζω
θελιάσαν	=	θελιάζω
θελιάσανε	=	θελιάζω
θελιάσατε	=	θελιάζω
θελιάσει	=	θελιάζω
θελιάστε	=	θελιάζω
θελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελιά
θελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελιασμένο
θελιασμένε	verb	κλητική ενικού του θελιασμένος
θελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελιασμένη
θελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θελιασμένος
θελιασμένης	verb	γενική ενικού του θελιασμένη
θελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θελιασμένος
θελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θελιασμένος
θελιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου θελιάζω
θελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θελιασμένος
θελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θελιασμένος
θελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θελιασμένος
θελιών	=	θελιά
θελκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελκτικό	adv	κατά τρόπο θελκτικό
θελκτικέ	adj	κλητική ενικού του θελκτικός
θελκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελκτική
θελκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θελκτικός
θελκτικής	adj	γενική ενικού του θελκτική
θελκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θελκτικός
θελκτικοτήτων	=	θελκτικότητα
θελκτικού	adj	γενική ενικού του θελκτικός
θελκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θελκτικός
θελκτικό	adj	αιτιατική ενικού του θελκτικός
θελκτικός	adj	που θέλγει, ελκυστικός, γοητευτικός
θελκτικότητα	noun	το να είναι κάποιος θελκτικός, η ιδιότητα του θελκτικού
θελκτικότητας	=	θελκτικότητα
θελκτικότητες	=	θελκτικότητα
θελκτικών	adj	γενική πληθυντικού του θελκτικός
θελκτικῶς	adv	θελκτικά
θελξίνοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελξίνοο
θελξίνοε	adj	κλητική ενικού του θελξίνοος
θελξίνοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θελξίνοη
θελξίνοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θελξίνοος
θελξίνοης	adj	γενική ενικού του θελξίνοη
θελξίνοο	adj	αιτιατική ενικού του θελξίνοος
θελξίνοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θελξίνοος
θελξίνοος	adj|archaic	που θέλγει τον νου, που μας ευχαριστεί
θελξίνοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θελξίνοος
θελξίνοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θελξίνοος
θελξίνους	adj|archaic	άλλη μορφή του θελξίνοος
θελξίνοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θελξίνοος
θελξικάρδια	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιας	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιε	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιες	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιο	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιοι	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιος	adj	που μας ευχαριστεί, που μας κάνει να χαιρόμαστε
θελξικάρδιου	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιους	=	θελξικάρδιος
θελξικάρδιων	=	θελξικάρδιος
θεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θέμα
θεμέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμέλιο
θεμέλιας	=	θεμέλιος
θεμέλιε	=	θεμέλιος
θεμέλιες	=	θεμέλιος
θεμέλιο	noun	η υλική βάση ενός κτίσματος
θεμέλιοι	=	θεμέλιος
θεμέλιος	adj	που αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ένα οικοδόμημα
θεμέλιου	=	θεμέλιο
θεμέλιους	=	θεμέλιος
θεμέλιωμα	noun|rare	άλλη μορφή του θεμελίωση
θεμέλιων	=	θεμέλιος
θεματάκι	noun	υποκοριστικό του θέμα
θεματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματάκι
θεματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματικό	adv	από θεματική άποψη
θεματικέ	adj	κλητική ενικού του θεματικός
θεματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματική
θεματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεματικός
θεματικής	adj	γενική ενικού του θεματική
θεματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεματικός
θεματικού	adj	γενική ενικού του θεματικός
θεματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεματικός
θεματικό	adj	αιτιατική ενικού του θεματικός
θεματικός	adj	ο σχετικός με ένα θέμα, ένα αντικείμενο υπό διαπραγμάτευση
θεματικών	adj	γενική πληθυντικού του θεματικός
θεματογραφία	noun	το σύνολο των θεμάτων με τα οποία ασχολείται ένας συγγραφέας, ζωγράφος κλπ
θεματογραφίας	noun	γενική ενικού του θεματογραφία
θεματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματογραφία
θεματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του θεματογραφία
θεματοδοτήσαμε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτήσαν	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτήσανε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτήσατε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτήσει	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτήστε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτεί	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτείς	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτείτε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούμε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούν	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούνε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσα	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσαμε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσαν	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσανε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσατε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσε	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτούσες	=	θεματοδοτώ
θεματοδοτριών	=	θεματοδότρια
θεματοδοτώ	verb	είμαι ή γίνομαι θεματοδότης / θεματοδότρια
θεματοδοτών	=	θεματοδότης
θεματοδοτώντας	=	θεματοδοτώ
θεματοδότει	=	θεματοδοτώ
θεματοδότες	=	θεματοδότης
θεματοδότη	=	θεματοδότης
θεματοδότης	noun	αυτός που δημιουργεί τα θέματα (εξετάσεων)
θεματοδότησα	=	θεματοδοτώ
θεματοδότησαν	=	θεματοδοτώ
θεματοδότησε	=	θεματοδοτώ
θεματοδότησες	=	θεματοδοτώ
θεματοδότρια	noun	θηλυκό του θεματοδότης
θεματοδότριας	=	θεματοδότρια
θεματοδότριες	=	θεματοδότρια
θεματοθέτες	=	θεματοθέτης
θεματοθέτη	=	θεματοθέτης
θεματοθέτης	noun	αυτός που θέτει το θέμα σε κάποιες εξετάσεις ή διαγωνισμούς
θεματοθέτρια	noun	θηλυκό του θεματοθέτης
θεματοθέτριας	noun	γενική ενικού του θεματοθέτρια
θεματοθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματοθέτρια
θεματοθετριών	noun	γενική πληθυντικού του θεματοθέτρια
θεματοθετών	=	θεματοθέτης
θεματολογία	noun	σύνολο θεμάτων (αντικειμένων) που αντιμετωπίζονται σε ένα έργο, συζήτηση κλπ
θεματολογίας	noun	γενική ενικού του θεματολογία
θεματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματολογία
θεματολογίου	noun	γενική ενικού του θεματολόγιο
θεματολογίων	noun	γενική πληθυντικού του θεματολόγιο
θεματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θεματολογικός	adv	από θεματολογικής απόψεως
θεματολογικέ	=	θεματολογικός
θεματολογικές	=	θεματολογικός
θεματολογική	=	θεματολογικός
θεματολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θεματολογική) του θεματολογικός
θεματολογικοί	=	θεματολογικός
θεματολογικού	=	θεματολογικός
θεματολογικούς	=	θεματολογικός
θεματολογικό	=	θεματολογικός
θεματολογικός	adj	σχετικός με την θεματολογία
θεματολογικών	=	θεματολογικός
θεματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θεματολογία
θεματολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεματολόγιο
θεματολόγιο	noun	συλλογή «θεμάτων», κειμένων στα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά, που διδάσκονται στους μαθητές οι οποίοι προετοιμάζονται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο
θεματολόγιου	=	θεματολόγιο
θεματολόγιων	=	θεματολόγιο
θεματοφυλάκων	=	θεματοφύλακας
θεματοφυλακές	=	θεματοφυλακή
θεματοφυλακή	noun	υπηρεσία φύλαξης τίτλων ή άλλων κινητών ή άυλων οικονομικών αποκτημάτων
θεματοφυλακής	=	θεματοφυλακή
θεματοφυλακών	=	θεματοφυλακή
θεματοφύλακα	=	θεματοφύλακας
θεματοφύλακας	noun	που προασπίζεται την ύπαρξη και τη συνέχεια ενός πράγματος, ο υπερασπιστής
θεματοφύλακες	=	θεματοφύλακας
θεματοφύλαξ	noun	θεματοφύλακας
θεμελίου	noun	γενική ενικού του θεμέλιο
θεμελίων	noun	γενική πληθυντικού του θεμέλιο
θεμελίωνα	=	θεμελιώνω
θεμελίωναν	=	θεμελιώνω
θεμελίωνε	=	θεμελιώνω
θεμελίωνες	=	θεμελιώνω
θεμελίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελίωση	noun	η ενέργεια του ρήματος θεμελιώνω
θεμελίωσης	=	θεμελίωση
θεμελιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιακό	adv	θεμελιωδώς
θεμελιακέ	adj	κλητική ενικού του θεμελιακός
θεμελιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιακή
θεμελιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεμελιακός
θεμελιακής	adj	γενική ενικού του θεμελιακή
θεμελιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεμελιακός
θεμελιακού	adj	γενική ενικού του θεμελιακός
θεμελιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεμελιακός
θεμελιακό	adj	αιτιατική ενικού του θεμελιακός
θεμελιακός	adj	που έχει σχέση με τα θεμέλια ή αναφέρεται σ' αυτά
θεμελιακών	adj	γενική πληθυντικού του θεμελιακός
θεμελιωδών	adj	γενική πληθυντικού του θεμελιώδης
θεμελιωδώς	adv	συθέμελα, εκ βάθρωνhttps://web.archive.org/web/20160629155113/http://www.odyssey.com.cy/main/default.aspx?it=1&tabid=145&itemid=1814, ριζικά, από τα θεμέλια
θεμελιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θεμέλιωμα
θεμελιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωμένο
θεμελιωμένε	verb	κλητική ενικού του θεμελιωμένος
θεμελιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωμένη
θεμελιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεμελιωμένος
θεμελιωμένης	verb	γενική ενικού του θεμελιωμένη
θεμελιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θεμελιωμένος
θεμελιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωμένος
θεμελιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεμελιωμένος
θεμελιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεμελιωμένος
θεμελιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεμελιωμένος
θεμελιωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωτής
θεμελιωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεμελιωτής
θεμελιωτής	noun	αυτός που έβαλε τα θεμέλια ενός σημαντικού κινήματος, ρεύματος, θρησκείας, ιδεολογίας κλπ
θεμελιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωτικό	adv	θεμελιωδώς
θεμελιωτικέ	adj	κλητική ενικού του θεμελιωτικός
θεμελιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωτική
θεμελιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεμελιωτικός
θεμελιωτικής	adj	γενική ενικού του θεμελιωτική
θεμελιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεμελιωτικός
θεμελιωτικού	adj	γενική ενικού του θεμελιωτικός
θεμελιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεμελιωτικός
θεμελιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του θεμελιωτικός
θεμελιωτικός	adj	που έχει σχέση με την θεμελίωση, ανήκει ή συμβάλλει σ’ αυτή
θεμελιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του θεμελιωτικός
θεμελιωτών	noun	γενική πληθυντικού του θεμελιωτής
θεμελιώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του θεμελιώδης
θεμελιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θεμελιώδης
θεμελιώδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θεμελιώδης
θεμελιώδης	adj	σχετικός με τα θεμέλια
θεμελιώδους	=	θεμελιώδης
θεμελιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελίωμα
θεμελιώματος	noun	γενική ενικού του θεμέλιωμα
θεμελιώναμε	=	θεμελιώνω
θεμελιώναν	=	θεμελιώνω
θεμελιώνανε	=	θεμελιώνω
θεμελιώνατε	=	θεμελιώνω
θεμελιώνει	=	θεμελιώνω
θεμελιώνεις	=	θεμελιώνω
θεμελιώνετε	=	θεμελιώνω
θεμελιώνοντας	=	θεμελιώνω
θεμελιώνουμε	=	θεμελιώνω
θεμελιώνουν	=	θεμελιώνω
θεμελιώνουνε	=	θεμελιώνω
θεμελιώνω	verb	βάζω τα θεμέλια σε μια οικοδομή ή σε ένα τεχνικό έργο
θεμελιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώσαν	=	θεμελιώνω
θεμελιώσανε	=	θεμελιώνω
θεμελιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμελίωση
θεμελιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώσεων	=	θεμελίωση
θεμελιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμελιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεμελιώνω
θεμιστοπόλε	=	θεμιστοπόλος
θεμιστοπόλο	=	θεμιστοπόλος
θεμιστοπόλοι	=	θεμιστοπόλος
θεμιστοπόλος	noun|formal	που υπηρετεί τη δικαιοσύνη, λειτουργός της (δικαστής, δικηγόρος)
θεμιστοπόλου	=	θεμιστοπόλος
θεμιστοπόλους	=	θεμιστοπόλος
θεμιστοπόλων	=	θεμιστοπόλος
θεμιτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμιτό	adv	κατά τρόπο θεμιτό
θεμιτέ	adj	κλητική ενικού του θεμιτός
θεμιτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεμιτή
θεμιτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεμιτός
θεμιτής	adj	γενική ενικού του θεμιτή
θεμιτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεμιτός
θεμιτού	adj	γενική ενικού του θεμιτός
θεμιτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεμιτός
θεμιτό	adj	αιτιατική ενικού του θεμιτός
θεμιτός	adj	σύμφωνος προς τις αρχές του δικαίου ή τα έθιμα
θεμιτών	adj	γενική πληθυντικού του θεμιτός
θενά	particle	θα
θεοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεός
θεοβάδιστα	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστε	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστες	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστη	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστης	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστο	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοβάδιστος
θεοβάδιστος	adj	για τόπο όπου βάδισε θεός
θεοβάδιστου	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστους	=	θεοβάδιστος
θεοβάδιστων	=	θεοβάδιστος
θεοβλαβούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοβλαβούμενο
θεοβλαβούμενε	verb	κλητική ενικού του θεοβλαβούμενος
θεοβλαβούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοβλαβούμενη
θεοβλαβούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοβλαβούμενος
θεοβλαβούμενης	verb	γενική ενικού του θεοβλαβούμενη
θεοβλαβούμενο	verb	αιτιατική ενικού του θεοβλαβούμενος
θεοβλαβούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοβλαβούμενος
θεοβλαβούμενος	verb|vulgar	που ευλαβείται τον θεό
θεοβλαβούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοβλαβούμενος
θεοβλαβούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεοβλαβούμενος
θεοβλαβούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοβλαβούμενος
θεοβρωμίνες	=	θεοβρωμίνη
θεοβρωμίνη	noun	ένα φυσικό αλκαλοειδές που βρίσκεται κυρίως στους σπόρους του κακάο, στη σοκολάτα και, σε πολύ μικρότερες ποσότητες, στα φύλλα του τσαγιού, έχει αγγειοδιασταλτική και διουρητική δράση και λειτουργεί ως αναστολέας της ουρικής λιθίασης
θεοβρωμίνης	=	θεοβρωμίνη
θεοβρωμινών	=	θεοβρωμίνη
θεογένητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογένητο
θεογένητε	adj	κλητική ενικού του θεογένητος
θεογένητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογένητη
θεογένητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεογένητος
θεογένητης	adj	γενική ενικού του θεογένητη
θεογένητο	adj	αιτιατική ενικού του θεογένητος
θεογένητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεογένητος
θεογένητος	adj	που γεννήθηκε από θεό, που έχει θεϊκή καταγωγή
θεογένητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεογένητος
θεογένητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεογένητος
θεογένητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεογένητος
θεογέννητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογέννητο
θεογέννητε	adj	κλητική ενικού του θεογέννητος
θεογέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογέννητη
θεογέννητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεογέννητος
θεογέννητης	adj	γενική ενικού του θεογέννητη
θεογέννητο	adj	αιτιατική ενικού του θεογέννητος
θεογέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεογέννητος
θεογέννητος	adj	άλλη μορφή του θεογένητος / θεογενής
θεογέννητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεογέννητος
θεογέννητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεογέννητος
θεογέννητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεογέννητος
θεογενές	=	θεογενής
θεογενή	=	θεογενής
θεογενής	adj	που γεννήθηκε από θεό, που έχει θεϊκή καταγωγή
θεογενείς	=	θεογενής
θεογεννήτορα	=	θεογεννήτορας
θεογεννήτορας	noun	αυτός που έχει γεννήσει θεό
θεογεννήτορες	=	θεογεννήτορας
θεογεννήτρα	noun	άλλη μορφή του θεογεννήτρια
θεογεννήτρας	=	θεογεννήτρα
θεογεννήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογεννήτρα
θεογεννήτρια	noun	θηλυκό του θεογεννήτορας
θεογεννήτριας	noun	γενική ενικού του θεογεννήτρια
θεογεννήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογεννήτρια
θεογεννητριών	noun	γενική πληθυντικού του θεογεννήτρια
θεογεννητόρων	=	θεογεννήτορας
θεογενούς	=	θεογενής
θεογενών	=	θεογενής
θεογνωσία	noun	η γνώση του θεού και η εφαρμογή των εντολών του
θεογνωσίας	noun	γενική ενικού του θεογνωσία
θεογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογνωσία
θεογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του θεογνωσία
θεογονία	noun	μυθολογική αφήγηση για τη γέννηση και το γενεαλογικό δέντρο των θεών
θεογονίας	noun	γενική ενικού του θεογονία
θεογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεογονία
θεογονιών	noun	γενική πληθυντικού του θεογονία
θεοδίδακτα	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτε	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτες	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτη	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτης	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτο	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτοι	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτος	adj	που έχει διδαχθεί από το θεό
θεοδίδακτου	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτους	=	θεοδίδακτος
θεοδίδακτων	=	θεοδίδακτος
θεοδικία	noun	η εκδήλωση της θεϊκής εύνοιας ή τιμωρίας σχετικά με ανθρώπινες πράξεις
θεοδικίας	noun	γενική ενικού του θεοδικία
θεοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοδικία
θεοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοδικία
θεοδολίχου	noun	γενική ενικού του θεοδόλιχος
θεοδολίχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεοδόλιχος
θεοδολίχων	noun	γενική πληθυντικού του θεοδόλιχος
θεοδοσιανά	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανέ	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανές	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανή	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θεοδοσιανή) του θεοδοσιανός
θεοδοσιανοί	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανού	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανούς	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανό	=	θεοδοσιανός
θεοδοσιανός	adj	ο σχετικός με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ ή τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β´
θεοδοσιανών	=	θεοδοσιανός
θεοδρομία	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θεοδρομώ
θεοδρομίας	noun	γενική ενικού του θεοδρομία
θεοδρομίες	=	θεοδρομία
θεοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοδρομία
θεοδρομώ	verb|formal	ακολουθώ τον θείο δρόμος και τις εντολές του θεού
θεοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεοδρομώ
θεοδρόμε	=	θεοδρόμος
θεοδρόμο	=	θεοδρόμος
θεοδρόμοι	=	θεοδρόμος
θεοδρόμος	noun|formal	που θεοδρομεί
θεοδρόμου	=	θεοδρόμος
θεοδρόμους	=	θεοδρόμος
θεοδρόμων	=	θεοδρόμος
θεοδόλιχε	noun	κλητική ενικού του θεοδόλιχος
θεοδόλιχο	noun	αιτιατική ενικού του θεοδόλιχος
θεοδόλιχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοδόλιχος
θεοδόλιχος	noun	όργανο που χρησιμοποιείται στην τοπογραφία και την αστρονομία για μετρήσεις γωνιών
θεοδόλιχου	=	θεοδόλιχος
θεοδόλιχους	=	θεοδόλιχος
θεοδόλιχων	=	θεοδόλιχος
θεοδώρητα	=	θεοδώρητος
θεοδώρητε	=	θεοδώρητος
θεοδώρητες	=	θεοδώρητος
θεοδώρητη	=	θεοδώρητος
θεοδώρητης	=	θεοδώρητος
θεοδώρητο	=	θεοδώρητος
θεοδώρητοι	=	θεοδώρητος
θεοδώρητος	adj|formal	που έχει δοθεί (ως δώρο) από τον θεό
θεοδώρητου	=	θεοδώρητος
θεοδώρητους	=	θεοδώρητος
θεοδώρητων	=	θεοδώρητος
θεοειδές	=	θεοειδής
θεοειδή	=	θεοειδής
θεοειδής	adj|archaic	που έχει τη μορφή θεού, που μοιάζει με θεό ή τείνει να μοιάσει με το θεό
θεοειδείς	=	θεοειδής
θεοειδούς	=	θεοειδής
θεοειδών	=	θεοειδής
θεοειδώς	adv|formal	με θεοειδή τρόπο
θεοκάπηλα	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλε	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλες	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλη	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλης	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλο	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλοι	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλος	adj|formal	που καπηλεύεται τον θεό ή την πίστη σ’ αυτόν για ίδιον όφελος
θεοκάπηλου	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλους	=	θεοκάπηλος
θεοκάπηλων	=	θεοκάπηλος
θεοκαπηλία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θεοκάπηλου
θεοκαπηλίας	noun	γενική ενικού του θεοκαπηλία
θεοκαπηλίες	=	θεοκαπηλία
θεοκαπηλιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοκαπηλία
θεοκατάρατα	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατε	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατες	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατη	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατης	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατο	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατοι	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατος	adj	που τον έχει καταραστεί ο θεός
θεοκατάρατου	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατους	=	θεοκατάρατος
θεοκατάρατων	=	θεοκατάρατος
θεοκινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοκινούμενο
θεοκινούμενε	verb	κλητική ενικού του θεοκινούμενος
θεοκινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοκινούμενη
θεοκινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοκινούμενος
θεοκινούμενης	verb	γενική ενικού του θεοκινούμενη
θεοκινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του θεοκινούμενος
θεοκινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοκινούμενος
θεοκινούμενος	verb	ηθικός, ο ορθά δρων-πράττων-ενεργών
θεοκινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοκινούμενος
θεοκινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεοκινούμενος
θεοκινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοκινούμενος
θεοκράτες	=	θεοκράτης
θεοκράτη	=	θεοκράτης
θεοκράτης	noun	οπαδός θεοκρατικού καθεστώτος / θεοκρατίας ή άτομο που ασκεί εξουσία σε τέτοιο καθεστώς
θεοκρασία	noun	η πρόσμειξη ιδιοτήτων διαφόρων θεοτήτων σε μια άλλη θεότητα ή η ανάμειξη θρησκευτικών στοιχείων ενός τρόπου λατρείας σε έναν άλλο.
θεοκρασίας	=	θεοκρασία
θεοκρασίες	=	θεοκρασία
θεοκρασιών	=	θεοκρασία
θεοκρατία	noun	το πολιτικό σύστημα στο οποίο την εξουσία ασκεί η θρησκευτική ηγεσία ως εκπρόσωπος του Θεού και η κοσμική νομοθεσία υποκαθίσταται από την θρησκευτική
θεοκρατίας	noun	γενική ενικού του θεοκρατία
θεοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοκρατία
θεοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θεοκρατικός	adv	με θεοκρατικό τρόπο
θεοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του θεοκρατικός
θεοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοκρατική
θεοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοκρατικός
θεοκρατικής	adj	γενική ενικού του θεοκρατική
θεοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοκρατικός
θεοκρατικού	adj	γενική ενικού του θεοκρατικός
θεοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεοκρατικός
θεοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του θεοκρατικός
θεοκρατικός	adj	που έχει σχέση με τη θεοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
θεοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του θεοκρατικός
θεοκρατικῶς	adv	με θεοκρατικό τρόπο ή μέσο
θεοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοκρατία
θεοκρατών	=	θεοκράτης
θεοκρισία	noun	(Χριστιανισμός) η τελική κρίση στην ημέρα της κρίσης
θεοκρισίας	noun	γενική ενικού του θεοκρισία
θεοκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοκρισία
θεοκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοκρισία
θεοκτόνα	=	θεοκτόνος
θεοκτόνε	=	θεοκτόνος
θεοκτόνο	=	θεοκτόνος
θεοκτόνοι	=	θεοκτόνος
θεοκτόνος	adj|dated	που σκοτώνει το θεό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
θεοκτόνου	=	θεοκτόνος
θεοκτόνους	=	θεοκτόνος
θεοκτόνων	=	θεοκτόνος
θεοκυβέρνητα	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητε	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητες	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητη	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητης	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητο	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητοι	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητος	adj	που προστατεύεται από τον θεό
θεοκυβέρνητου	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητους	=	θεοκυβέρνητος
θεοκυβέρνητων	=	θεοκυβέρνητος
θεολάτρες	=	θεολάτρης
θεολάτρη	=	θεολάτρης
θεολάτρης	noun	που λατρεύει το θεό
θεολατρών	=	θεολάτρης
θεοληψία	noun	η ιδιότητα του θεόληπτου
θεοληψίας	=	θεοληψία
θεοληψίες	=	θεοληψία
θεοληψιών	=	θεοληψία
θεολογία	noun	η επιστήμη που μελετά και ερμηνεύει τα ιερά κείμενα μιας θρησκείας ή την ιστορία των θρησκειών
θεολογίας	noun	γενική ενικού του θεολογία
θεολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεολογία
θεολογεία	=	θεολογείο
θεολογείο	noun	το μέρος (εξώστης ή πλατφόρμα) του αρχαίου θεάτρου, πάνω από τη σκηνή, όπου στέκονταν οι ηθοποιοί που παρίσταναν τους θεούς
θεολογείου	=	θεολογείο
θεολογείων	=	θεολογείο
θεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεολογικό	adv	από θεολογική άποψη
θεολογικέ	adj	κλητική ενικού του θεολογικός
θεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεολογική
θεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεολογικός
θεολογικής	adj	γενική ενικού του θεολογική
θεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεολογικός
θεολογικού	adj	γενική ενικού του θεολογικός
θεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεολογικός
θεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του θεολογικός
θεολογικός	adj	σχετικός με τη θεολογία και τους θεολόγους
θεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του θεολογικός
θεολογικώς	adv|dated	θεολογικά
θεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θεολογία
θεολογώ	verb	αναπτύσσω θεολογικά θέματα, σχετικά με τη θεολογία
θεολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεολογώ
θεολόγε	noun	κλητική ενικού του θεολόγος
θεολόγο	noun	αιτιατική ενικού του θεολόγος
θεολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεολόγος
θεολόγος	noun	που μελετά και ερμηνεύει τα ιερά κείμενα μιας θρησκείας ή την ιστορία των θρησκειών
θεολόγου	noun	γενική ενικού του θεολόγος
θεολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεολόγος
θεολόγων	noun	γενική πληθυντικού του θεολόγος
θεομάχα	=	θεομάχος
θεομάχε	=	θεομάχος
θεομάχο	=	θεομάχος
θεομάχοι	=	θεομάχος
θεομάχος	adj	που μάχεται το θεό
θεομάχου	=	θεομάχος
θεομάχους	=	θεομάχος
θεομάχων	=	θεομάχος
θεομίσητα	=	θεομίσητος
θεομίσητε	=	θεομίσητος
θεομίσητες	=	θεομίσητος
θεομίσητη	=	θεομίσητος
θεομίσητης	=	θεομίσητος
θεομίσητο	=	θεομίσητος
θεομίσητοι	=	θεομίσητος
θεομίσητος	adj	μισητός ακόμα και από το θεό
θεομίσητου	=	θεομίσητος
θεομίσητους	=	θεομίσητος
θεομίσητων	=	θεομίσητος
θεομαχία	noun	η μάχη μεταξύ θεών
θεομαχίας	=	θεομαχία
θεομαχίες	=	θεομαχία
θεομαχιών	=	θεομαχία
θεομαχώ	verb	μάχομαι θεό, ή θεούς
θεομηνία	noun	η οργή, η μάνητα του θεού
θεομηνίας	noun	γενική ενικού του θεομηνία
θεομηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεομηνία
θεομηνιόπληκτος	adj|formal	που τον έχει πλήξει κάποια θεομηνία
θεομηνιών	noun	γενική πληθυντικού του θεομηνία
θεομητορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεομητορικό
θεομητορικέ	adj	κλητική ενικού του θεομητορικός
θεομητορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεομητορική
θεομητορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεομητορικός
θεομητορικής	adj	γενική ενικού του θεομητορική
θεομητορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεομητορικός
θεομητορικού	adj	γενική ενικού του θεομητορικός
θεομητορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεομητορικός
θεομητορικό	adj	αιτιατική ενικού του θεομητορικός
θεομητορικός	adj	σχετικός με τη Θεομήτορα
θεομητορικών	adj	γενική πληθυντικού του θεομητορικός
θεομπαίχτες	=	θεομπαίχτης
θεομπαίχτη	=	θεομπαίχτης
θεομπαίχτης	noun	αυτός που δεν σέβεται, που εμπαίζει το Θεό και, γενικότερα, τα θεία
θεομπαίχτρας	noun	γενική ενικού του θεομπαίχτρα
θεομπαίχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεομπαίχτρα
θεομπαιχτών	=	θεομπαίχτης
θεονήστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεονήστικο
θεονήστικε	adj	κλητική ενικού του θεονήστικος
θεονήστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεονήστικη
θεονήστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεονήστικος
θεονήστικης	adj	γενική ενικού του θεονήστικη
θεονήστικο	adj	αιτιατική ενικού του θεονήστικος
θεονήστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεονήστικος
θεονήστικος	adj	τελείως νηστικός
θεονήστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεονήστικος
θεονήστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεονήστικος
θεονήστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεονήστικος
θεοπάλαβα	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβε	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβες	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβη	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβης	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβο	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβοι	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβος	adj	τελείως παλαβός, που κάνει πολύ μεγάλες παλαβομάρες
θεοπάλαβου	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβους	=	θεοπάλαβος
θεοπάλαβων	=	θεοπάλαβος
θεοπνευστία	noun	η θεϊκή έμπνευση
θεοπνευστίας	noun	γενική ενικού του θεοπνευστία
θεοπνευστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοπνευστία
θεοπνευστιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοπνευστία
θεοπνοιών	noun	γενική πληθυντικού του θεόπνοια
θεοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θεοποιώ
θεοποίησης	noun	γενική ενικού του θεοποίηση
θεοποιήθηκα	=	θεοποιώ
θεοποιήθηκαν	=	θεοποιούμαι
θεοποιήθηκε	=	θεοποιούμαι
θεοποιήθηκες	=	θεοποιούμαι
θεοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσαν	=	θεοποιώ
θεοποιήσανε	=	θεοποιώ
θεοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοποίηση
θεοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θεοποίηση
θεοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θεοποίηση
θεοποιήσου	=	θεοποιούμαι
θεοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσουνε	=	θεοποιώ
θεοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεοποιώ
θεοποιεί	=	θεοποιώ
θεοποιείς	=	θεοποιώ
θεοποιείσαι	=	θεοποιούμαι
θεοποιείστε	=	θεοποιούμαι
θεοποιείται	=	θεοποιούμαι
θεοποιείτε	=	θεοποιώ
θεοποιείτο	=	θεοποιώ
θεοποιηθήκαμε	=	θεοποιούμαι
θεοποιηθήκαν	=	θεοποιούμαι
θεοποιηθήκανε	=	θεοποιούμαι
θεοποιηθήκατε	=	θεοποιούμαι
θεοποιηθεί	=	θεοποιούμαι
θεοποιηθείς	=	θεοποιώ
θεοποιηθείτε	=	θεοποιούμαι
θεοποιηθούμε	=	θεοποιώ
θεοποιηθούν	=	θεοποιώ
θεοποιηθούνε	=	θεοποιώ
θεοποιηθώ	=	θεοποιώ
θεοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοποιημένο
θεοποιημένε	verb	κλητική ενικού του θεοποιημένος
θεοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοποιημένη
θεοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοποιημένος
θεοποιημένης	verb	γενική ενικού του θεοποιημένη
θεοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του θεοποιημένος
θεοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοποιημένος
θεοποιημένος	verb	που έχει θεοποιηθεί, που λατρεύεται ως θεός
θεοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοποιημένος
θεοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεοποιημένος
θεοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοποιημένος
θεοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοποιητικό
θεοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του θεοποιητικός
θεοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοποιητική
θεοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοποιητικός
θεοποιητικής	adj	γενική ενικού του θεοποιητική
θεοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοποιητικός
θεοποιητικού	adj	γενική ενικού του θεοποιητικός
θεοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεοποιητικός
θεοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του θεοποιητικός
θεοποιητικός	adj	ο σχετικός με την θεοποίηση, είτε αυτή περιορίζεται σε ηρωοποίηση και λατρεία ενός ατόμου είτε φτάνει στο σημείο να αποδίδει σε άνθρωπο ιδιότητες θεότητας
θεοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του θεοποιητικός
θεοποιούμαι	verb	ανάγουν τα θετικά χαρακτηριστικά μου σε υπερφυσικό, υπερβολικά υψηλό, σχεδόν υπεράνθρωπο βαθμό, με εξυψώνουν περισσότερο και από ήρωα ή άγιο, με βλέπουν σαν θεό
θεοποιούμασταν	=	θεοποιούμαι
θεοποιούμαστε	=	θεοποιούμαι
θεοποιούμε	=	θεοποιώ
θεοποιούμενος	=	θεοποιώ
θεοποιούμουν	=	θεοποιώ
θεοποιούμουνα	=	θεοποιώ
θεοποιούν	=	θεοποιώ
θεοποιούνε	=	θεοποιώ
θεοποιούνται	=	θεοποιούμαι
θεοποιούνταν	=	θεοποιούμαι
θεοποιούντο	=	θεοποιώ
θεοποιούσα	=	θεοποιώ
θεοποιούσαμε	=	θεοποιώ
θεοποιούσαν	=	θεοποιώ
θεοποιούσανε	=	θεοποιώ
θεοποιούσασταν	=	θεοποιούμαι
θεοποιούσαστε	=	θεοποιούμαι
θεοποιούσατε	=	θεοποιώ
θεοποιούσε	=	θεοποιώ
θεοποιούσες	=	θεοποιώ
θεοποιούσουν	=	θεοποιούμαι
θεοποιούσουνα	=	θεοποιώ
θεοποιόμασταν	=	θεοποιώ
θεοποιόμαστε	=	θεοποιώ
θεοποιόμουν	=	θεοποιώ
θεοποιόμουνα	=	θεοποιώ
θεοποιόνταν	=	θεοποιώ
θεοποιόντανε	=	θεοποιώ
θεοποιόντουσαν	=	θεοποιώ
θεοποιόσασταν	=	θεοποιώ
θεοποιόσαστε	=	θεοποιώ
θεοποιόσουν	=	θεοποιώ
θεοποιόσουνα	=	θεοποιώ
θεοποιόταν	=	θεοποιώ
θεοποιότανε	=	θεοποιώ
θεοποιώ	verb	αποδίδω σε κάποιον άνθρωπο θεϊκές ιδιότητες, του αποδίδω λατρεία όπως σε Θεό
θεοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεοποιώ
θεοπρεπές	=	θεοπρεπής
θεοπρεπής	adj	που αρμόζει σε θεό ή θεούς
θεοπρεπης	=	θεοπρεπής
θεοσέβεια	noun	o σεβασμός προς τον Θεό
θεοσέβειας	noun	γενική ενικού του θεοσέβεια
θεοσέβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσέβεια
θεοσεβές	=	θεοσεβής
θεοσεβή	=	θεοσεβής
θεοσεβής	adj	που δείχνει σεβασμό προς το θεό
θεοσεβείς	=	θεοσεβής
θεοσεβειών	noun	γενική πληθυντικού του θεοσέβεια
θεοσεβούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσεβούμενο
θεοσεβούμενε	verb	κλητική ενικού του θεοσεβούμενος
θεοσεβούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσεβούμενη
θεοσεβούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοσεβούμενος
θεοσεβούμενης	verb	γενική ενικού του θεοσεβούμενη
θεοσεβούμενο	verb	αιτιατική ενικού του θεοσεβούμενος
θεοσεβούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοσεβούμενος
θεοσεβούμενος	verb	αυτός που σέβεται τα θεία
θεοσεβούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοσεβούμενος
θεοσεβούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεοσεβούμενος
θεοσεβούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοσεβούμενος
θεοσεβούς	=	θεοσεβής
θεοσεβών	=	θεοσεβής
θεοσημία	noun	σημάδι που προέρχεται από το θεό, θαύμα
θεοσημίας	=	θεοσημία
θεοσημίες	=	θεοσημία
θεοσημιών	=	θεοσημία
θεοσκεπές	=	θεοσκεπής
θεοσκεπή	=	θεοσκεπής
θεοσκεπής	adj	που έχει ως προστάτη του τον Θεό, που τον προσταεύει ο Θεός, που ίσως δεν έχει άλλη προστασία ή καταφύγιο
θεοσκεπείς	=	θεοσκεπής
θεοσκεπούς	=	θεοσκεπής
θεοσκεπών	=	θεοσκεπής
θεοσκοτωμένα	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένε	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένες	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένη	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένης	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένο	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένοι	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένος	verb	υπερβολικά κουρασμένος
θεοσκοτωμένου	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένους	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκοτωμένων	=	θεοσκοτωμένος
θεοσκόταδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσκόταδο
θεοσκόταδο	noun	βαθύ σκοτάδι
θεοσκόταδου	noun	γενική ενικού του θεοσκόταδο
θεοσκόταδων	noun	γενική πληθυντικού του θεοσκόταδο
θεοσκότεινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θεοσκότεινος	adv	πάρα πολύ σκοτεινά
θεοσκότεινε	adj	κλητική ενικού του θεοσκότεινος
θεοσκότεινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσκότεινη
θεοσκότεινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοσκότεινος
θεοσκότεινης	adj	γενική ενικού του θεοσκότεινη
θεοσκότεινο	adj	αιτιατική ενικού του θεοσκότεινος
θεοσκότεινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοσκότεινος
θεοσκότεινος	adj	πάρα πολύ σκοτεινός
θεοσκότεινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοσκότεινος
θεοσκότεινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεοσκότεινος
θεοσκότεινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοσκότεινος
θεοσοφία	noun	άλλη μορφή του θεοσοφισμός
θεοσοφίας	noun	γενική ενικού του θεοσοφία
θεοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσοφία
θεοσοφίστρια	=	θεοσοφιστής
θεοσοφίστριας	noun	γενική ενικού του θεοσοφίστρια
θεοσοφίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσοφίστρια
θεοσοφικά	=	θεοσοφικός
θεοσοφικέ	=	θεοσοφικός
θεοσοφικές	=	θεοσοφικός
θεοσοφική	=	θεοσοφικός
θεοσοφικής	=	θεοσοφικός
θεοσοφικοί	=	θεοσοφικός
θεοσοφικού	=	θεοσοφικός
θεοσοφικούς	=	θεοσοφικός
θεοσοφικό	=	θεοσοφικός
θεοσοφικός	adj	που έχει σχέση με τη θεοσοφία / τον θεοσοφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
θεοσοφικών	=	θεοσοφικός
θεοσοφισμέ	noun	κλητική ενικού του θεοσοφισμός
θεοσοφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοσοφισμός
θεοσοφισμού	noun	γενική ενικού του θεοσοφισμός
θεοσοφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεοσοφισμός
θεοσοφισμό	noun	αιτιατική ενικού του θεοσοφισμός
θεοσοφισμός	noun	κάθε διδασκαλία θρησκευτικής φιλοσοφίας και μυστικισμού που υποστηρίζει ότι η γνώση του Θεού μπορεί να επιτευχθεί μέσω μυστικιστικής διορατικότητας και πνευματικής έκστασης και ότι είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία με τον υπερβατικό κόσμο
θεοσοφισμών	noun	γενική πληθυντικού του θεοσοφισμός
θεοσοφιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοσοφιστής
θεοσοφιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεοσοφιστής
θεοσοφιστής	noun	που ασχολείται με το θεοσοφισμό, οπαδός του θεοσοφισμού
θεοσοφιστικά	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικέ	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικές	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστική	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικής	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικοί	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικού	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικούς	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικό	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστικός	adj	άλλη μορφή του θεοσοφικός
θεοσοφιστικών	=	θεοσοφιστικός
θεοσοφιστριών	noun	γενική πληθυντικού του θεοσοφίστρια
θεοσοφιστών	noun	γενική πληθυντικού του θεοσοφιστής
θεοσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοσοφία
θεοσοφώ	verb	ασχολούμαι με τον θεοσοφισμό
θεοσοφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεοσοφώ
θεοστήρικτα	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτε	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτες	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτη	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτης	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτο	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτοι	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτος	adj	που τον στηρίζει ο θεός
θεοστήρικτου	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτους	=	θεοστήρικτος
θεοστήρικτων	=	θεοστήρικτος
θεοστεφές	=	θεοστεφής
θεοστεφή	=	θεοστεφής
θεοστεφής	adj	που τον φωτίζει ο θεός, που τον έχει στέψει βασιλιά ο θεός
θεοστεφείς	=	θεοστεφής
θεοστεφούς	=	θεοστεφής
θεοστεφών	=	θεοστεφής
θεοσυντήρητον	=	θεοσυντήρητος
θεοσυντήρητος	adj	που συντηρείται, προστατεύεται από τον Θεό
θεοσυνών	=	θεοσύνη
θεοσόφως	adv	με θεόσοφο τρόπο
θεοσύνες	=	θεοσύνη
θεοσύνη	noun	η θεία φύση
θεοσύνης	=	θεοσύνη
θεοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του θεότητα
θεοτικά	=	θεοτικός
θεοτικέ	adj	κλητική ενικού του θεοτικός
θεοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοτική
θεοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοτικός
θεοτικής	adj	γενική ενικού του θεοτική
θεοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοτικός
θεοτικού	adj	γενική ενικού του θεοτικός
θεοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεοτικός
θεοτικό	adj	αιτιατική ενικού του θεοτικός
θεοτικός	adj	που έχει σχέση με τη θεότητα και τις ενέργειες που γίνονται να προσελκυστεί η ευμένεια ή το έλεός της ή αναφέρεται σ’ αυτά
θεοτικών	adj	γενική πληθυντικού του θεοτικός
θεοτοκία	=	θεοτοκίο
θεοτοκίο	noun	τροπάριο που αποδίδει τιμή στην Θεοτόκο
θεοτοκίου	=	θεοτοκίο
θεοτοκίων	=	θεοτοκίο
θεοτοκωνυμίου	=	θεοτοκωνύμιο
θεοτοκωνυμίων	=	θεοτοκωνύμιο
θεοτοκωνύμια	=	θεοτοκωνύμιο
θεοτοκωνύμιο	noun	προσωνυμία της Θεοτόκου
θεοτοκωνύμιου	=	θεοτοκωνύμιο
θεοτοκωνύμιων	=	θεοτοκωνύμιο
θεοτόκια	=	θεοτόκιο
θεοτόκιο	noun	τροπάριο που αποδίδει τιμή στην Θεοτόκο
θεοτόκιου	=	θεοτόκιο
θεοτόκιων	=	θεοτόκιο
θεοτόκου	noun	γενική ενικού του Θεοτόκος
θεουργέ	noun	κλητική ενικού του θεουργός
θεουργία	noun	πρακτική τελετουργιών, κάποιες φορές μαγικής φύσης, οι οποίες τελούνται με σκοπό την επίκληση της δράσης ενός ή περισσοτέρων θεών, με ειδικότερο σκοπό την ένωση με το θείο και την τελειοποίηση του ατόμου
θεουργίας	noun	γενική ενικού του θεουργία
θεουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεουργία
θεουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεουργικό
θεουργικέ	adj	κλητική ενικού του θεουργικός
θεουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεουργική
θεουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεουργικός
θεουργικής	adj	γενική ενικού του θεουργική
θεουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεουργικός
θεουργικού	adj	γενική ενικού του θεουργικός
θεουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεουργικός
θεουργικό	adj	αιτιατική ενικού του θεουργικός
θεουργικός	adj	που έχει σχέση με τη θεουργία ή τον θεουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά
θεουργικών	adj	γενική πληθυντικού του θεουργικός
θεουργιών	noun	γενική πληθυντικού του θεουργία
θεουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεουργός
θεουργού	noun	γενική ενικού του θεουργός
θεουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεουργός
θεουργό	noun	αιτιατική ενικού του θεουργός
θεουργός	noun	που συμμετέχει σε θεουργία, που επικαλείται τελετουργικά τη δράση ενός ή περισσοτέρων θεών, με ειδικότερο σκοπό την ένωση με το θείο και την τελειοποίηση του ατόμου
θεουργών	noun	γενική πληθυντικού του θεουργός
θεουσών	noun	γενική πληθυντικού του θεούσα
θεοφάνεια	noun	η εμφάνιση θεού ή η εμφάνιση της θεότητας (δηλαδή της ιδιότητας του θεού) στους ανθρώπους
θεοφάνειας	noun	γενική ενικού του θεοφάνεια
θεοφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφάνεια
θεοφίλητα	=	θεοφίλητος
θεοφίλητε	=	θεοφίλητος
θεοφίλητες	=	θεοφίλητος
θεοφίλητη	=	θεοφίλητος
θεοφίλητης	=	θεοφίλητος
θεοφίλητο	=	θεοφίλητος
θεοφίλητοι	=	θεοφίλητος
θεοφίλητος	adj|formal	άλλη μορφή του θεοφιλής
θεοφίλητου	=	θεοφίλητος
θεοφίλητους	=	θεοφίλητος
θεοφίλητων	=	θεοφίλητος
θεοφαγία	noun	το φάγωμα των θεών, τελετουργική / συμβολική πράξη
θεοφαγίας	noun	γενική ενικού του θεοφαγία
θεοφαγίες	=	θεοφαγία
θεοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του θεοφαγία
θεοφανειών	noun	γενική πληθυντικού του θεοφάνεια
θεοφιλές	=	θεοφιλής
θεοφιλέστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφιλέστατο
θεοφιλέστατε	adj	κλητική ενικού του θεοφιλέστατος
θεοφιλέστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφιλέστατη
θεοφιλέστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοφιλέστατος
θεοφιλέστατης	adj	γενική ενικού του θεοφιλέστατη
θεοφιλέστατο	adj	αιτιατική ενικού του θεοφιλέστατος
θεοφιλέστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοφιλέστατος
θεοφιλέστατος	adj	που τον αγαπάει πάρα πολύ ο θεός, που αρέσει πάρα πολύ στον θεό
θεοφιλέστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοφιλέστατος
θεοφιλέστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεοφιλέστατος
θεοφιλέστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοφιλέστατος
θεοφιλή	=	θεοφιλής
θεοφιλής	adj	ο αγαπητός στον θεό
θεοφιλείς	=	θεοφιλής
θεοφιλούς	=	θεοφιλής
θεοφιλών	=	θεοφιλής
θεοφοβούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφοβούμενο
θεοφοβούμενε	verb	κλητική ενικού του θεοφοβούμενος
θεοφοβούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφοβούμενη
θεοφοβούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοφοβούμενος
θεοφοβούμενης	verb	γενική ενικού του θεοφοβούμενη
θεοφοβούμενο	verb	αιτιατική ενικού του θεοφοβούμενος
θεοφοβούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοφοβούμενος
θεοφοβούμενος	verb	που φοβάται / ευλαβείται το Θεό
θεοφοβούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοφοβούμενος
θεοφοβούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεοφοβούμενος
θεοφοβούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοφοβούμενος
θεοφορικό	adj	αιτιατική ενικού του θεοφορικός
θεοφρούρητα	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητε	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητες	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητη	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητης	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητο	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητοι	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητος	adj	που φυλάσσεται από τον Θεό, κυρίως για αυτοκράτορες ή το κράτος
θεοφρούρητου	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητους	=	θεοφρούρητος
θεοφρούρητων	=	θεοφρούρητος
θεοφόρα	=	θεοφόρος
θεοφόρε	=	θεοφόρος
θεοφόρο	=	θεοφόρος
θεοφόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοφόρος
θεοφόρος	adj	που φέρει μέσα του το λόγο του θεού, ώστε τα λόγια του είναι θεόπνευστα
θεοφόρου	=	θεοφόρος
θεοφόρους	=	θεοφόρος
θεοφόρων	=	θεοφόρος
θεοφύλακτα	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτε	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτες	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτη	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτης	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτο	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτοι	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτος	adj	που τον προστατεύει ο θεός
θεοφύλακτου	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτους	=	θεοφύλακτος
θεοφύλακτων	=	θεοφύλακτος
θεοφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφώτιστο
θεοφώτιστε	adj	κλητική ενικού του θεοφώτιστος
θεοφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεοφώτιστη
θεοφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεοφώτιστος
θεοφώτιστης	adj	γενική ενικού του θεοφώτιστη
θεοφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του θεοφώτιστος
θεοφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεοφώτιστος
θεοφώτιστος	adj	που έχει φωτιστεί από τον θεό
θεοφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεοφώτιστος
θεοφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεοφώτιστος
θεοφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεοφώτιστος
θεού	noun	γενική ενικού του θεός
θεούλη	=	θεούλης
θεούληδες	=	θεούλης
θεούληδων	=	θεούλης
θεούλης	noun	υποκοριστικό του θεός
θεούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεός
θεούσα	noun	η θρησκόληπτη γυναίκα, αυτή που ασχολείται υπερβολικά με τη θρησκεία και της οποίας στερεοτυπικά η συμπεριφορά και εμφάνιση είναι πολύ συντηρητική
θεούσας	noun	γενική ενικού του θεούσα
θεούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεούσα
θεούσος	=	θεούσα
θεούσων	=	θεούσα
θεράπευα	=	θεραπεύω
θεράπευαν	=	θεραπεύω
θεράπευε	=	θεραπεύω
θεράπευες	=	θεραπεύω
θεράπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεράπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεράπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεράπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεράπον	=	θεράπων
θεράποντα	=	θεράπων
θεράποντας	noun|formal	άλλη μορφή του θεράπων
θεράποντες	=	θεράπων
θεράποντος	=	θεράπων
θεράπων	noun|formal	που παρακολουθεί έναν άρρωστο
θερέτρου	noun	γενική ενικού του θέρετρο
θερέτρων	noun	γενική πληθυντικού του θέρετρο
θερίζαμε	=	θερίζω
θερίζαν	=	θερίζω
θερίζανε	=	θερίζω
θερίζατε	=	θερίζω
θερίζει	=	θερίζω
θερίζεις	=	θερίζω
θερίζεσαι	=	θερίζω
θερίζεστε	=	θερίζω
θερίζεται	=	θερίζω
θερίζετε	=	θερίζω
θερίζομαι	=	θερίζω
θερίζομε	=	θερίζω
θερίζονται	=	θερίζω
θερίζονταν	=	θερίζω
θερίζοντας	=	θερίζω
θερίζουμε	=	θερίζω
θερίζουν	=	θερίζω
θερίζουνε	=	θερίζω
θερίζω	verb	κόβω τα στάχυα ή χόρτα με δρεπάνι ή μηχανή
θερίζόμασταν	=	θερίζω
θερίζόμαστε	=	θερίζω
θερίζόμουν	=	θερίζω
θερίζόμουνα	=	θερίζω
θερίζόντουσαν	=	θερίζω
θερίζόσασταν	=	θερίζω
θερίζόσαστε	=	θερίζω
θερίζόσουν	=	θερίζω
θερίζόσουνα	=	θερίζω
θερίζόταν	=	θερίζω
θερίζότανε	=	θερίζω
θερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσαν	=	θερίζω
θερίσανε	=	θερίζω
θερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέρισμα
θερίσματος	noun	γενική ενικού του θέρισμα
θερίσομε	=	θερίζω
θερίσου	=	θερίζω
θερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίσουνε	=	θερίζω
θερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θερίστρια	noun	θεριστής
θερίστριας	noun	γενική ενικού του θερίστρια
θερίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερίστρια
θερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζω
θεραπαινίδα	noun|formal	η υπηρέτρια
θεραπαινίδας	=	θεραπαινίδα
θεραπαινίδες	=	θεραπαινίδα
θεραπαινίδων	=	θεραπαινίδα
θεραπεία	noun	το σύνολο των ενεργειών και των μέσων που χρησιμοποιούνται για να αντιμετωπιστεί μια ασθένεια ή άλλη ανεπιθύμητη κατάσταση και να αποκτήσει ξανά ο οργανισμός την καλή του υγεία
θεραπείας	noun	γενική ενικού του θεραπεία
θεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπεία
θεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του θεραπεία
θεραπευθήκαμε	=	θεραπεύω
θεραπευθήκαν	=	θεραπεύω
θεραπευθήκανε	=	θεραπεύω
θεραπευθήκατε	=	θεραπεύω
θεραπευθεί	=	θεραπεύω
θεραπευθείς	=	θεραπεύω
θεραπευθείτε	=	θεραπεύω
θεραπευθούμε	=	θεραπεύω
θεραπευθούν	=	θεραπεύω
θεραπευθούνε	=	θεραπεύω
θεραπευθώ	=	θεραπεύω
θεραπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπευμένο
θεραπευμένε	verb	κλητική ενικού του θεραπευμένος
θεραπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του θεραπευμένος
θεραπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεραπευμένος
θεραπευμένης	verb	γενική ενικού του θεραπευμένη
θεραπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του θεραπευμένος
θεραπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεραπευμένος
θεραπευμένος	=	θεραπεύω
θεραπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεραπευμένος
θεραπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεραπευμένος
θεραπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεραπευμένος
θεραπευσιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα μιας ασθένειας ή πάθησης να μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη αγωγή
θεραπευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπευτής
θεραπευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεραπευτής
θεραπευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτήκαν	=	θεραπεύω
θεραπευτήκανε	=	θεραπεύω
θεραπευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπευτήριο
θεραπευτήριο	noun	μονάδα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, ιατρείο, ιατρικό κέντρο, κλινική ή νοσοκομείο ή ψυχιατρείο
θεραπευτήριου	=	θεραπευτήριο
θεραπευτής	noun	που θεραπεύει, που εφαρμόζει μια θεραπεία
θεραπευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτηρίου	noun	γενική ενικού του θεραπευτήριο
θεραπευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του θεραπευτήριο
θεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπευτικό	adv	κατά τρόπο θεραπευτικό, αποσκοπώντας ή επιτυγχάνοντας τη θεραπεία
θεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του θεραπευτικός
θεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπευτική
θεραπευτική	noun	κλάδος της ιατρικής με αντικείμενο μελέτης τα μέσα θεραπείας νόσου, κάκωσης ή τραύματος.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεραπευτικός
θεραπευτικής	adj	γενική ενικού του θεραπευτική
θεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεραπευτικός
θεραπευτικού	adj	γενική ενικού του θεραπευτικός
θεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεραπευτικός
θεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του θεραπευτικός
θεραπευτικός	adj	ο κατάλληλος για θεραπεία
θεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του θεραπευτικός
θεραπευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτούνε	=	θεραπεύω
θεραπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του θεραπεύτρια
θεραπευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπευτών	noun	γενική πληθυντικού του θεραπευτής
θεραπευόμασταν	=	θεραπεύω
θεραπευόμαστε	=	θεραπεύω
θεραπευόμενος	=	θεραπεύω
θεραπευόμουν	=	θεραπεύω
θεραπευόμουνα	=	θεραπεύω
θεραπευόντουσαν	=	θεραπεύω
θεραπευόσασταν	=	θεραπεύω
θεραπευόσαστε	=	θεραπεύω
θεραπευόσουν	=	θεραπεύω
θεραπευόσουνα	=	θεραπεύω
θεραπευόταν	=	θεραπεύω
θεραπευότανε	=	θεραπεύω
θεραπεύαμε	=	θεραπεύω
θεραπεύαν	=	θεραπεύω
θεραπεύανε	=	θεραπεύω
θεραπεύατε	=	θεραπεύω
θεραπεύει	=	θεραπεύω
θεραπεύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύεσαι	=	θεραπεύω
θεραπεύεστε	=	θεραπεύω
θεραπεύεται	=	θεραπεύω
θεραπεύετε	=	θεραπεύω
θεραπεύθηκα	=	θεραπεύω
θεραπεύθηκαν	=	θεραπεύω
θεραπεύθηκε	=	θεραπεύω
θεραπεύθηκες	=	θεραπεύω
θεραπεύομαι	verb	γίνομαι καλά έχοντας δεχτεί μια θεραπεία
θεραπεύομε	=	θεραπεύω
θεραπεύονται	=	θεραπεύω
θεραπεύονταν	=	θεραπεύω
θεραπεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύου	=	θεραπεύω
θεραπεύουμε	=	θεραπεύω
θεραπεύουν	=	θεραπεύω
θεραπεύουνε	=	θεραπεύω
θεραπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσαν	=	θεραπεύω
θεραπεύσανε	=	θεραπεύω
θεραπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσιμα	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμε	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμες	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμη	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμης	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμο	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμοι	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμος	adj	που μπορεί να θεραπευτεί
θεραπεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμους	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσιμων	=	θεραπεύσιμος
θεραπεύσομε	=	θεραπεύω
θεραπεύσου	=	θεραπεύω
θεραπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσουνε	=	θεραπεύω
θεραπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεραπεύω
θεραπεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεραπεύομαι
θεραπεύτρια	noun	θεραπευτής
θεραπεύτριας	noun	γενική ενικού του θεραπεύτρια
θεραπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεραπεύτρια
θεραπεύω	verb	δίνω σε ασθενή μια θεραπεία και αποκαθιστώ την καλή του υγεία (λέγεται επίσης για το μέλος ή το όργανο που νοσεί καθώς και για την ίδια τη νόσο)
θεραπόντων	=	θεράπων
θεριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριό
θεριάκωνα	=	θεριακώνω
θεριάκωναν	=	θεριακώνω
θεριάκωνε	=	θεριακώνω
θεριάκωνες	=	θεριακώνω
θεριάκωσα	=	θεριακώνω
θεριάκωσαν	=	θεριακώνω
θεριάκωσε	=	θεριακώνω
θεριάκωσες	=	θεριακώνω
θεριέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέριεμα
θεριέματος	noun	γενική ενικού του θέριεμα
θεριέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψαν	=	θεριεύω
θεριέψανε	=	θεριεύω
θεριέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεριεύω
θεριακές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριακή
θεριακή	noun|dated	φάρμακο ή αντίδοτο για δηλητήριο ζώου
θεριακής	noun	γενική ενικού του θεριακή
θεριακλή	=	θεριακλής
θεριακλήδες	=	θεριακλής
θεριακλήδων	=	θεριακλής
θεριακλής	noun	ο μανιώδης καπνιστής ή γενικότερα αυτός που του αρέσει υπερβολικά κάτι
θεριακλίδισσα	noun	θηλυκό του θεριακλής
θεριακλίδισσας	noun	γενική ενικού του θεριακλίδισσα
θεριακλίδισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριακλίδισσα
θεριακλίκι	noun	η μανιώδης επιθυμία για κάτι, ιδίως για το κάπνισμα
θεριακλίκια	=	θεριακλίκι
θεριακλιδισσών	noun	γενική πληθυντικού του θεριακλίδισσα
θεριακλικιού	=	θεριακλίκι
θεριακλικιών	=	θεριακλίκι
θεριακλού	=	θεριακλής
θεριακλούδες	=	θεριακλής
θεριακλούδων	=	θεριακλής
θεριακλούς	=	θεριακλής
θεριακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριακωμένο
θεριακωμένε	verb	κλητική ενικού του θεριακωμένος
θεριακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριακωμένη
θεριακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεριακωμένος
θεριακωμένης	verb	γενική ενικού του θεριακωμένη
θεριακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θεριακωμένος
θεριακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεριακωμένος
θεριακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θεριακώνω
θεριακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεριακωμένος
θεριακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεριακωμένος
θεριακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεριακωμένος
θεριακών	noun	γενική πληθυντικού του θεριακή
θεριακώναμε	=	θεριακώνω
θεριακώναν	=	θεριακώνω
θεριακώνανε	=	θεριακώνω
θεριακώνατε	=	θεριακώνω
θεριακώνει	=	θεριακώνω
θεριακώνεις	=	θεριακώνω
θεριακώνετε	=	θεριακώνω
θεριακώνοντας	=	θεριακώνω
θεριακώνουμε	=	θεριακώνω
θεριακώνουν	=	θεριακώνω
θεριακώνουνε	=	θεριακώνω
θεριακώνω	verb|vulgar	γίνομαι τεράστιος
θεριακώσαμε	=	θεριακώνω
θεριακώσαν	=	θεριακώνω
θεριακώσανε	=	θεριακώνω
θεριακώσατε	=	θεριακώνω
θεριακώσει	=	θεριακώνω
θεριακώστε	=	θεριακώνω
θεριεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θέριεμα
θεριεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριεμένο
θεριεμένε	verb	κλητική ενικού του θεριεμένος
θεριεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριεμένη
θεριεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεριεμένος
θεριεμένης	verb	γενική ενικού του θεριεμένη
θεριεμένο	verb	αιτιατική ενικού του θεριεμένος
θεριεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεριεμένος
θεριεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θεριεύω
θεριεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεριεμένος
θεριεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεριεμένος
θεριεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεριεμένος
θεριεύαμε	=	θεριεύω
θεριεύαν	=	θεριεύω
θεριεύανε	=	θεριεύω
θεριεύατε	=	θεριεύω
θεριεύει	=	θεριεύω
θεριεύεις	=	θεριεύω
θεριεύετε	=	θεριεύω
θεριεύοντας	=	θεριεύω
θεριεύουμε	=	θεριεύω
θεριεύουν	=	θεριεύω
θεριεύουνε	=	θεριεύω
θεριεύω	verb	γίνομαι άγριος
θεριζοαλωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριζοαλωνιστικό
θεριζοαλωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του θεριζοαλωνιστικός
θεριζοαλωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριζοαλωνιστική
θεριζοαλωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεριζοαλωνιστικός
θεριζοαλωνιστικής	adj	γενική ενικού του θεριζοαλωνιστική
θεριζοαλωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεριζοαλωνιστικός
θεριζοαλωνιστικού	adj	γενική ενικού του θεριζοαλωνιστικός
θεριζοαλωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεριζοαλωνιστικός
θεριζοαλωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του θεριζοαλωνιστικός
θεριζοαλωνιστικός	adj	που θερίζει και αλωνίζει
θεριζοαλωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του θεριζοαλωνιστικός
θερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερινό	adv	έτσι όπως συνηθίζεται το καλοκαίρι
θερινέ	adj	κλητική ενικού του θερινός
θερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερινή
θερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερινός
θερινής	adj	γενική ενικού του θερινή
θερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερινός
θερινού	adj	γενική ενικού του θερινός
θερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερινός
θερινό	adj	αιτιατική ενικού του θερινός
θερινός	adj|formal	ο καλοκαιρινός
θερινών	adj	γενική πληθυντικού του θερινός
θεριού	noun	γενική ενικού του θεριό
θερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θέρισμα
θερισμέ	noun	κλητική ενικού του θερισμός
θερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερισμένο
θερισμένε	verb	κλητική ενικού του θερισμένος
θερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερισμένη
θερισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερισμένος
θερισμένης	verb	γενική ενικού του θερισμένη
θερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θερισμένος
θερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερισμένος
θερισμένος	=	θερίζω
θερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερισμένος
θερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θερισμένος
θερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερισμένος
θερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερισμός
θερισμού	noun	γενική ενικού του θερισμός
θερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θερισμός
θερισμό	noun	αιτιατική ενικού του θερισμός
θερισμός	noun	η ενέργεια του θερίζω, η κοπή των στάχεων των δημητριακών
θερισμών	noun	γενική πληθυντικού του θερισμός
θεριστάδες	=	θεριστής
θεριστάδων	=	θεριστής
θεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριστής
θεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεριστής
θεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστήκαν	=	θερίζω
θεριστήκανε	=	θερίζω
θεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστής	noun	αυτός που θερίζει ένα χωράφι
θεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστικά	noun|dated	τα έξοδα ή η αμοιβή για τον θερισμό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριστικό
θεριστικέ	adj	κλητική ενικού του θεριστικός
θεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεριστική
θεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεριστικός
θεριστικής	adj	γενική ενικού του θεριστική
θεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεριστικός
θεριστικού	adj	γενική ενικού του θεριστικός
θεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεριστικός
θεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του θεριστικός
θεριστικός	adj	που έχει σχέση με τον θερισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή είναι κατάλληλος γι’ αυτόν
θεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του θεριστικός
θεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστούνε	=	θερίζω
θεριστριών	noun	γενική πληθυντικού του θερίστρια
θεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερίζομαι
θεριστών	noun	γενική πληθυντικού του θεριστής
θεριό	noun|vulgar	το θηρίο
θεριών	noun	γενική πληθυντικού του θεριό
θερμά	adv	με θερμό τρόπο, με εγκαρδιότητα
θερμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάναν	=	θερμαίνω
θερμάνανε	=	θερμαίνω
θερμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμάνομε	=	θερμαίνω
θερμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνουνε	=	θερμαίνω
θερμάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέρμανση
θερμάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του θέρμανση
θερμάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του θέρμανση
θερμάνσου	=	θερμαίνω
θερμάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνω
θερμάστρα	noun	η συσκευή που ακτινοβολεί θερμότητα και χρησιμοποιείται στη θέρμανση ενός χώρου
θερμάστρας	noun	γενική ενικού του θερμάστρα
θερμάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμάστρα
θερμέ	adj	κλητική ενικού του θερμός
θερμές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμή
θερμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμός
θερμής	adj	γενική ενικού του θερμή
θερμίδα	noun	παλιότερη μονάδα μέτρησης της θερμότητας· αντιστοιχούσε με 4,184 τζάουλ
θερμίδας	=	θερμίδα
θερμίδες	=	θερμίδα
θερμίδων	=	θερμίδα
θερμίστορ	noun	είδος αντιστάτη του οποίου η ηλεκτρική αντίσταση μεταβάλλεται ανάλογα με τη θερμοκρασία του
θερμαίναμε	=	θερμαίνω
θερμαίναν	=	θερμαίνω
θερμαίνανε	=	θερμαίνω
θερμαίνατε	=	θερμαίνω
θερμαίνει	=	θερμαίνω
θερμαίνεις	=	θερμαίνω
θερμαίνεσαι	=	θερμαίνω
θερμαίνεστε	=	θερμαίνω
θερμαίνεται	=	θερμαίνω
θερμαίνετε	=	θερμαίνω
θερμαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θερμαίνω
θερμαίνομε	=	θερμαίνω
θερμαίνονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του θερμαίνομαι
θερμαίνονταν	=	θερμαίνω
θερμαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θερμαίνω
θερμαίνουμε	=	θερμαίνω
θερμαίνουν	=	θερμαίνω
θερμαίνουνε	=	θερμαίνω
θερμαίνω	verb	ανεβάζω τη θερμοκρασία ενός πράγματος, ζεσταίνω
θερμαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαγωγό
θερμαγωγέ	adj	κλητική ενικού του θερμαγωγός
θερμαγωγές	=	θερμαγωγός
θερμαγωγή	=	θερμαγωγός
θερμαγωγής	=	θερμαγωγός
θερμαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμαγωγός
θερμαγωγού	adj	γενική ενικού του θερμαγωγός
θερμαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμαγωγός
θερμαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του θερμαγωγός
θερμαγωγός	adj	που μεταδίδει θερμότητα
θερμαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του θερμαγωγός
θερμαινόμασταν	=	θερμαίνω
θερμαινόμαστε	=	θερμαίνω
θερμαινόμενα	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενε	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενες	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενη	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενης	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενο	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενοι	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος θερμαίνομαι
θερμαινόμενου	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενους	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμενων	=	θερμαινόμενος
θερμαινόμουν	=	θερμαίνω
θερμαινόμουνα	=	θερμαίνω
θερμαινόντουσαν	=	θερμαίνω
θερμαινόσασταν	=	θερμαίνω
θερμαινόσαστε	=	θερμαίνω
θερμαινόσουν	=	θερμαίνω
θερμαινόσουνα	=	θερμαίνω
θερμαινόταν	=	θερμαίνω
θερμαινότανε	=	θερμαίνω
θερμαισθησία	noun	η ικανότητα αντίληψης των αλλαγών της θερμοκρασίας
θερμαισθησίας	=	θερμαισθησία
θερμαισθησίες	=	θερμαισθησία
θερμαισθησιών	=	θερμαισθησία
θερμαλατιά	noun	διάλυμα που περιέχει αλάτι και ζεστό νερό και χρησιμεύει για εντριβές
θερμαλισμέ	=	θερμαλισμός
θερμαλισμοί	=	θερμαλισμός
θερμαλισμού	=	θερμαλισμός
θερμαλισμούς	=	θερμαλισμός
θερμαλισμό	=	θερμαλισμός
θερμαλισμός	noun	σύνολο θεραπευτικών πρακτικών με κέντρο τη χρήση των ιαματικών λουτρών
θερμαλισμών	=	θερμαλισμός
θερμαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαλιστικό
θερμαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του θερμαλιστικός
θερμαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαλιστική
θερμαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμαλιστικός
θερμαλιστικής	adj	γενική ενικού του θερμαλιστική
θερμαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμαλιστικός
θερμαλιστικού	adj	γενική ενικού του θερμαλιστικός
θερμαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμαλιστικός
θερμαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμαλιστικός
θερμαλιστικός	adj	σχετικός με το θερμαλισμό
θερμαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμαλιστικός
θερμανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθήκαν	=	θερμαίνω
θερμανθήκανε	=	θερμαίνω
θερμανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμανθούνε	=	θερμαίνω
θερμανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμαίνομαι
θερμαντήρα	=	θερμαντήρας
θερμαντήρας	noun	σκεύος θέρμανσης υγρού, αερίου κ.λπ.
θερμαντήρες	=	θερμαντήρας
θερμαντήρων	=	θερμαντήρας
θερμαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαντικό
θερμαντικέ	adj	κλητική ενικού του θερμαντικός
θερμαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαντική
θερμαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμαντικός
θερμαντικής	adj	γενική ενικού του θερμαντική
θερμαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμαντικός
θερμαντικοτήτων	=	θερμαντικότητα
θερμαντικού	adj	γενική ενικού του θερμαντικός
θερμαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμαντικός
θερμαντικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμαντικός
θερμαντικός	adj	που παράγει θερμότητα
θερμαντικότητα	noun	η ικανότητα ενός σώματος να θερμαίνει
θερμαντικότητας	noun	γενική ενικού του θερμαντικότητα
θερμαντικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαντικότητα
θερμαντικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμαντικός
θερμασιά	noun|vulgar	υψηλή θερμοκρασία, πυρετός
θερμασιάς	=	θερμασιά
θερμασιές	=	θερμασιά
θερμασιών	=	θερμασιά
θερμασμένα	=	θερμασμένος
θερμασμένε	=	θερμασμένος
θερμασμένες	=	θερμασμένος
θερμασμένη	=	θερμασμένος
θερμασμένης	=	θερμασμένος
θερμασμένο	=	θερμασμένος
θερμασμένοι	=	θερμασμένος
θερμασμένος	verb	που έχει θερμανθεί
θερμασμένου	=	θερμασμένος
θερμασμένους	=	θερμασμένος
θερμασμένων	=	θερμασμένος
θερμαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμαστής
θερμαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θερμαστής
θερμαστής	noun	ο υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία του ατμολέβητα σε ατμομηχανή (ατμόπλοιο, τραίνο κ.λπ.)
θερμαστρών	noun	γενική πληθυντικού του θερμάστρα
θερμαστών	noun	γενική πληθυντικού του θερμαστής
θερμηλασία	noun	η κατεργασία μετάλλων σε υψηλή θερμοκρασία
θερμηλασίας	=	θερμηλασία
θερμηλασίες	=	θερμηλασία
θερμηλασιών	=	θερμηλασία
θερμιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιδικό
θερμιδικέ	adj	κλητική ενικού του θερμιδικός
θερμιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιδική
θερμιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμιδικός
θερμιδικής	adj	γενική ενικού του θερμιδική
θερμιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμιδικός
θερμιδικού	adj	γενική ενικού του θερμιδικός
θερμιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμιδικός
θερμιδικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμιδικός
θερμιδικός	adj	που έχει σχέση με θερμίδες ή αναφέρεται σ’ αυτές
θερμιδικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμιδικός
θερμιδογόνα	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνας	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνε	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνες	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνο	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνοι	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνος	adj	που παράγει θερμίδες, που έχει τέτοια δυνατότητα
θερμιδογόνου	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνους	=	θερμιδογόνος
θερμιδογόνων	=	θερμιδογόνος
θερμιδομέτρου	noun	γενική ενικού του θερμιδόμετρο
θερμιδομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του θερμιδόμετρο
θερμιδομετρία	noun	κλάδος της φυσικής που μελετά τις θερμικές ανταλλαγές ανάμεσα σε διάφορα σώματα
θερμιδομετρίας	noun	γενική ενικού του θερμιδομετρία
θερμιδομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιδομετρία
θερμιδομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιδομετρικό
θερμιδομετρικέ	adj	κλητική ενικού του θερμιδομετρικός
θερμιδομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιδομετρική
θερμιδομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμιδομετρικός
θερμιδομετρικής	adj	γενική ενικού του θερμιδομετρική
θερμιδομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμιδομετρικός
θερμιδομετρικού	adj	γενική ενικού του θερμιδομετρικός
θερμιδομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμιδομετρικός
θερμιδομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμιδομετρικός
θερμιδομετρικός	adj	σχετικός με τη θερμιδομετρία
θερμιδομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμιδομετρικός
θερμιδομετριών	noun	γενική πληθυντικού του θερμιδομετρία
θερμιδόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιδόμετρο
θερμιδόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της ποσότητας θερμότητας
θερμιδόμετρου	=	θερμιδόμετρο
θερμιδόμετρων	=	θερμιδόμετρο
θερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμικό	adv	από θερμική άποψη
θερμικέ	adj	κλητική ενικού του θερμικός
θερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμική
θερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμικός
θερμικής	adj	γενική ενικού του θερμική
θερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμικός
θερμικού	adj	γενική ενικού του θερμικός
θερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμικός
θερμικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμικός
θερμικός	adj	που αναφέρεται στη θερμότητα
θερμικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμικός
θερμιονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιονικό
θερμιονικέ	adj	κλητική ενικού του θερμιονικός
θερμιονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιονική
θερμιονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμιονικός
θερμιονικής	adj	γενική ενικού του θερμιονική
θερμιονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμιονικός
θερμιονικού	adj	γενική ενικού του θερμιονικός
θερμιονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμιονικός
θερμιονικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμιονικός
θερμιονικός	adj	ο αναφερόμενος στο φαινόμενο της εκπομπής σωματιδίων από διάπυρο υλικό.
θερμιονικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμιονικός
θερμιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιώτικο
θερμιώτικε	adj	κλητική ενικού του θερμιώτικος
θερμιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμιώτικη
θερμιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμιώτικος
θερμιώτικης	adj	γενική ενικού του θερμιώτικη
θερμιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του θερμιώτικος
θερμιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμιώτικος
θερμιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Θερμιά και τους κατοίκους της
θερμιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερμιώτικος
θερμιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμιώτικος
θερμιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμιώτικος
θερμοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμός
θερμοαιμία	noun	το να είναι κάποιος θερμόαιμος, η ιδιότητα του θερμόαιμου
θερμοαιμίας	noun	γενική ενικού του θερμοαιμία
θερμοαιμίες	=	θερμοαιμία
θερμοαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοαιμία
θερμοανακλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοανακλαστικό
θερμοανακλαστικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοανακλαστικός
θερμοανακλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοανακλαστική
θερμοανακλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοανακλαστικός
θερμοανακλαστικής	adj	γενική ενικού του θερμοανακλαστική
θερμοανακλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοανακλαστικός
θερμοανακλαστικού	adj	γενική ενικού του θερμοανακλαστικός
θερμοανακλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοανακλαστικός
θερμοανακλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοανακλαστικός
θερμοανακλαστικός	adj	που συμβάλλει στην ανάκλαση της θερμότητας
θερμοανακλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοανακλαστικός
θερμοαπαγωγή	noun	η αποβολή / απαγωγή της θερμότητα από κάπου
θερμοαπαγωγής	=	θερμοαπαγωγή
θερμοαπαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοαπαγωγικό
θερμοαπαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοαπαγωγική
θερμοαπαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπαγωγικής	adj	γενική ενικού του θερμοαπαγωγική
θερμοαπαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπαγωγικού	adj	γενική ενικού του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπαγωγικός	adj	που έχει σχέση με τη θερμοαπαγωγή αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
θερμοαπαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοαπαγωγικός
θερμοαπορροφήσεις	=	θερμοαπορρόφηση
θερμοαπορροφήσεων	=	θερμοαπορρόφηση
θερμοαπορροφητικά	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικέ	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικές	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητική	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικής	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικοί	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικού	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικούς	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικό	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορροφητικός	adj	που σχετίζεται με τη θερμοαπορρόφηση
θερμοαπορροφητικών	=	θερμοαπορροφητικός
θερμοαπορρόφηση	noun	η απορρόφηση της εισερχόμενης θερμότητας από ένα υλικό, για παράδειγμα γυαλί
θερμοαπορρόφησης	=	θερμοαπορρόφηση
θερμοβαθογράφε	=	θερμοβαθογράφος
θερμοβαθογράφο	=	θερμοβαθογράφος
θερμοβαθογράφοι	=	θερμοβαθογράφος
θερμοβαθογράφος	noun	συσκευή καταγραφής της θερμοκρασίας του νερού κατά βάθος
θερμοβαθογράφου	=	θερμοβαθογράφος
θερμοβαθογράφους	=	θερμοβαθογράφος
θερμοβαθογράφων	=	θερμοβαθογράφος
θερμοβαρικά	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικέ	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικές	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρική	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θερμοβαρική) του θερμοβαρικός
θερμοβαρικοί	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικού	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικούς	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικό	=	θερμοβαρικός
θερμοβαρικός	adj	που αφορά όπλο / βόμβα που χρησιμοποιεί οξυγόνο από τον περιβάλλοντα αέρα, για να δημιουργήσει έκρηξη υψηλής θερμοκρασίας και τεράστιο ωστικό κύμα
θερμοβαρικών	=	θερμοβαρικός
θερμογέφυρα	noun	επιφάνεια ή σύνολο σημείων απ’ όπου ρέει (φεύγει) η θερμότητα από το εσωτερικό ενός χώρου προς το εξωτερικό περιβάλλον
θερμογέφυρας	noun	γενική ενικού του θερμογέφυρα
θερμογέφυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμογέφυρα
θερμογεφυρών	noun	γενική πληθυντικού του θερμογέφυρα
θερμογονία	noun	το να είναι κάποιος θερμογόνος, η ιδιότητα του θερμογόνου
θερμογονίας	noun	γενική ενικού του θερμογονία
θερμογονίες	=	θερμογονία
θερμογονιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμογονία
θερμογράφε	noun	κλητική ενικού του θερμογράφος
θερμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του θερμογράφος
θερμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμογράφος
θερμογράφος	noun	συσκευή ή όργανο καταγραφής των θερμοκρασιακών διακυμάνσεων
θερμογράφου	noun	γενική ενικού του θερμογράφος
θερμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θερμογράφος
θερμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του θερμογράφος
θερμογραφία	noun	μέτρηση και αποτύπωση / απεικόνιση του θερμικού πεδίου ενός σώματος
θερμογραφίας	noun	γενική ενικού του θερμογραφία
θερμογραφίες	=	θερμογραφία
θερμογραφικά	=	θερμογραφικός
θερμογραφικέ	=	θερμογραφικός
θερμογραφικές	=	θερμογραφικός
θερμογραφική	=	θερμογραφικός
θερμογραφικής	=	θερμογραφικός
θερμογραφικοί	=	θερμογραφικός
θερμογραφικού	=	θερμογραφικός
θερμογραφικούς	=	θερμογραφικός
θερμογραφικό	=	θερμογραφικός
θερμογραφικός	adj	που έχει σχέση με το θερμογράφο ή τη θερμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
θερμογραφικών	=	θερμογραφικός
θερμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμογραφία
θερμογόνα	=	θερμογόνος
θερμογόνας	=	θερμογόνος
θερμογόνε	=	θερμογόνος
θερμογόνες	=	θερμογόνος
θερμογόνο	=	θερμογόνος
θερμογόνοι	=	θερμογόνος
θερμογόνος	adj	που παράγει θερμότητα
θερμογόνου	=	θερμογόνος
θερμογόνους	=	θερμογόνος
θερμογόνων	=	θερμογόνος
θερμοδιακλυσμέ	=	θερμοδιακλυσμός
θερμοδιακλυσμοί	=	θερμοδιακλυσμός
θερμοδιακλυσμού	=	θερμοδιακλυσμός
θερμοδιακλυσμούς	=	θερμοδιακλυσμός
θερμοδιακλυσμό	=	θερμοδιακλυσμός
θερμοδιακλυσμός	noun	διακλυσμός με θερμό υγρό που διενεργείται από ωτορινολαρυγγολόγο
θερμοδιακλυσμών	=	θερμοδιακλυσμός
θερμοδιακοπές	=	θερμοδιακοπή
θερμοδιακοπή	noun	θερμικό φράγμα ενσωματωμένο σε αγώγιμες κατασκευές, όπως τα μεταλλικά κουφώματα, που διακόπτει τη μετάδοση της θερμότητας, βελτιώνοντας την ενεργειακή τους απόδοση
θερμοδιακοπής	=	θερμοδιακοπή
θερμοδιακοπτόμενα	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενε	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενες	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενη	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενης	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενο	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενοι	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενος	adj	για αλουμίνιο ή άλλο υλικό με ειδικά φύλλα μόνωσης (π.χ. πολυαμίδιο), ώστε να εμποδίζει / διακόπτει τη μεταφορά θερμοκρασίας (απ’ έξω προς τα μέσα) και να επιτυγχάνεται υψηλότερη θερμομόνωση αλλά και ηχομόνωση
θερμοδιακοπτόμενου	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενους	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπτόμενων	=	θερμοδιακοπτόμενος
θερμοδιακοπών	=	θερμοδιακοπή
θερμοδιαμορφώσεις	=	θερμοδιαμόρφωση
θερμοδιαμορφώσεων	=	θερμοδιαμόρφωση
θερμοδιαμόρφωση	noun	μέθοδος διαμόρφωσης διαφόρων υλικών (π.χ. θερμοπλαστικών)
θερμοδιαμόρφωσης	=	θερμοδιαμόρφωση
θερμοδιαχυτοτήτων	=	θερμοδιαχυτότητα
θερμοδιαχυτότητα	noun	η θερμοαγωγιμότητα μίας ουσίας, διαιρεμένη από το γινόμενο της πυκνότητάς της και της θερμοχωρητικότητάς της
θερμοδιαχυτότητας	=	θερμοδιαχυτότητα
θερμοδιαχυτότητες	=	θερμοδιαχυτότητα
θερμοδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοδυναμικό
θερμοδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοδυναμικός
θερμοδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοδυναμική
θερμοδυναμική	noun	κλάδος της φυσικής που μελετά τη μετατροπή της κίνησης σε θερμότητα και το αντίστροφο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοδυναμικός
θερμοδυναμικής	adj	γενική ενικού του θερμοδυναμική
θερμοδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοδυναμικός
θερμοδυναμικού	adj	γενική ενικού του θερμοδυναμικός
θερμοδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοδυναμικός
θερμοδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοδυναμικός
θερμοδυναμικός	adj	που έχει σχέση με τη θερμοδυναμική
θερμοδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοδυναμικός
θερμοζευγών	=	θερμοζεύγος
θερμοζεύγη	=	θερμοζεύγος
θερμοζεύγος	noun	συσκευή η οποία περιλαμβάνει δύο μη όμοιους μεταλλικούς αγωγούς των οποίων τα άκρα είναι συνδεδεμένα, στην οποία δημιουργείται μικρή τάση όταν υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ των δύο άκρων
θερμοζεύγους	=	θερμοζεύγος
θερμοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοηλεκτρικό
θερμοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοηλεκτρική
θερμοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του θερμοηλεκτρική
θερμοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρικός	adj	που αναφέρεται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από θερμική, πχ μέσω καύσης λίγνίτη
θερμοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοηλεκτρικός
θερμοηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του θερμοηλεκτρισμός
θερμοηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοηλεκτρισμός
θερμοηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του θερμοηλεκτρισμός
θερμοηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θερμοηλεκτρισμός
θερμοηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του θερμοηλεκτρισμός
θερμοηλεκτρισμός	noun	το φαινόμενο της άμεσης μετατροπής θερμότητας σε ηλεκτρισμό
θερμοηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοηλεκτρισμός
θερμοθεραπεία	noun	θεραπευτική μέθοδος με χρήση τοπικής αύξησης της θερμοκρασίας
θερμοθεραπείας	noun	γενική ενικού του θερμοθεραπεία
θερμοθεραπείες	=	θερμοθεραπεία
θερμοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοθεραπεία
θερμοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοκέφαλο
θερμοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του θερμοκέφαλος
θερμοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοκέφαλη
θερμοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοκέφαλος
θερμοκέφαλης	adj	γενική ενικού του θερμοκέφαλη
θερμοκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του θερμοκέφαλος
θερμοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοκέφαλος
θερμοκέφαλος	adj	ευέξαπτος
θερμοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερμοκέφαλος
θερμοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοκέφαλος
θερμοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμοκέφαλος
θερμοκήπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοκήπιο
θερμοκήπιο	noun	καλλιεργήσιμη έκταση που προστατεύεται από διαφανή κατασκευή (γυαλί ή πλαστικό), η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη θερμοκρασιών υψηλότερων από του εξωτερικού περιβάλλοντος και έτσι την καλλιέργεια φυτών εκτός εποχής
θερμοκήπιον	=	θερμοκήπιο
θερμοκήπιου	=	θερμοκήπιο
θερμοκαυτήρα	=	θερμοκαυτήρας
θερμοκαυτήρας	noun	ειδικό εργαλείο με το οποίο κάνουν θερμοκαυτηριάσεις
θερμοκαυτήρες	=	θερμοκαυτήρας
θερμοκαυτήρων	=	θερμοκαυτήρας
θερμοκαυτηρίαση	noun	καυτηρίαση με ειδικό θερμοκαυτήρα
θερμοκαυτηρίασης	=	θερμοκαυτηρίαση
θερμοκαυτηριάσεις	=	θερμοκαυτηρίαση
θερμοκαυτηριάσεων	=	θερμοκαυτηρίαση
θερμοκηπίου	noun	γενική ενικού του θερμοκήπιο
θερμοκηπίων	noun	γενική πληθυντικού του θερμοκήπιο
θερμοκηπιακά	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακέ	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακές	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακή	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακής	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακοί	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακού	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακούς	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακό	=	θερμοκηπιακός
θερμοκηπιακός	adj	που έχει σχέση με θερμοκήπιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
θερμοκηπιακών	=	θερμοκηπιακός
θερμοκλιματισμός	noun|rare	απόπειρα θεραπείας ασθενειών που συνδυάζει το καλό κλίμα και τη θερμοθεραπεία (ιαματικά θερμά λουτρά)
θερμοκοιτίδα	noun	συσκευή που παρέχει ελεγχόμενες συνθήκες υγρασίας, θερμοκρασίας και οξυγόνου στα πρόωρα και άρρωστα βρέφη
θερμοκοιτίδας	=	θερμοκοιτίδα
θερμοκοιτίδες	=	θερμοκοιτίδα
θερμοκοιτίδων	=	θερμοκοιτίδα
θερμοκρασία	noun	το φυσικό μέγεθος που εκφράζει το πόσο κρύο ή ζεστό είναι ένα σώμα και μετριέται με ένα θερμόμετρο σε διάφορες κλίμακες (Κελσίου, Φαρενάιτ ή Κέλβιν)· από φυσική άποψη, το μέτρο της θερμοκρασίας εκφράζει τη μέση κινητική ενέργεια των μορίων του σώματος αυτού: υψηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων δίνει ως αποτέλεσμα υψηλότερες μετρήσεις στο θερμόμετρο, ενώ το σώμα αυτό γίνεται υποκειμενικά αντιληπτό ως θερμότερο από ένα άλλο με χαμηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων του
θερμοκρασίας	noun	γενική ενικού του θερμοκρασία
θερμοκρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοκρασία
θερμοκρασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοκρασιακό	adv	όσον αφορά στις θερμοκρασίες
θερμοκρασιακέ	adj	κλητική ενικού του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοκρασιακή
θερμοκρασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιακής	adj	γενική ενικού του θερμοκρασιακή
θερμοκρασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιακού	adj	γενική ενικού του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιακό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιακός	adj	που έχει σχέση με τη θερμοκρασία ή αναφέρεται σ’ αυτή
θερμοκρασιακών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοκρασιακός
θερμοκρασιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοκρασία
θερμολύσεις	=	θερμόλυση
θερμολύσεων	=	θερμόλυση
θερμολύσεως	=	θερμόλυση
θερμομέτρει	=	θερμομετρώ
θερμομέτρημα	noun	το αποτέλεσμα του θερμομετρώ
θερμομέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θερμομετρώ, η μέτρηση της θερμοκρασίας
θερμομέτρησης	noun	γενική ενικού του θερμομέτρηση
θερμομέτρου	noun	γενική ενικού του θερμόμετρο
θερμομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του θερμόμετρο
θερμομαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομαγνητικό
θερμομαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομαγνητική
θερμομαγνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητικής	adj	γενική ενικού του θερμομαγνητική
θερμομαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητικού	adj	γενική ενικού του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητικός	adj	που έχει σχέση με τον θερμομαγνητισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
θερμομαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμομαγνητικός
θερμομαγνητισμέ	=	θερμομαγνητισμός
θερμομαγνητισμοί	=	θερμομαγνητισμός
θερμομαγνητισμού	=	θερμομαγνητισμός
θερμομαγνητισμούς	=	θερμομαγνητισμός
θερμομαγνητισμό	=	θερμομαγνητισμός
θερμομαγνητισμός	noun	μαγνητισμός που επηρεάζεται ή προκαλείται από τη δράση της θερμότητας
θερμομαγνητισμών	=	θερμομαγνητισμός
θερμομετράκι	noun	υποκοριστικό του θερμόμετρο
θερμομετράκια	=	θερμομετράκι
θερμομετρήθηκα	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρήθηκαν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρήθηκε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρήθηκες	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομέτρημα
θερμομετρήματος	noun	γενική ενικού του θερμομέτρημα
θερμομετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήσαν	=	θερμομετρώ
θερμομετρήσανε	=	θερμομετρώ
θερμομετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομέτρηση
θερμομετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θερμομέτρηση
θερμομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θερμομέτρηση
θερμομετρήσου	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρία	noun	η επιστήμη μέτρησης της θερμοκρασίας καθώς και η σχετική τεχνολογία
θερμομετρίας	noun	γενική ενικού του θερμομετρία
θερμομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρία
θερμομετρεί	=	θερμομετρώ
θερμομετρείς	=	θερμομετρώ
θερμομετρείσαι	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρείστε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρείται	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρείτε	=	θερμομετρώ
θερμομετρηθήκαμε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρηθήκαν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρηθήκανε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρηθήκατε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρηθεί	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρηθείτε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του θερμομέτρημα
θερμομετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρημένο
θερμομετρημένε	verb	κλητική ενικού του θερμομετρημένος
θερμομετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρημένη
θερμομετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμομετρημένος
θερμομετρημένης	verb	γενική ενικού του θερμομετρημένη
θερμομετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του θερμομετρημένος
θερμομετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρημένος
θερμομετρημένος	verb	που τον έχουν θερμομετρήσει
θερμομετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερμομετρημένος
θερμομετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θερμομετρημένος
θερμομετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμομετρημένος
θερμομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρικό
θερμομετρικέ	adj	κλητική ενικού του θερμομετρικός
θερμομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρική
θερμομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμομετρικός
θερμομετρικής	adj	γενική ενικού του θερμομετρική
θερμομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμομετρικός
θερμομετρικού	adj	γενική ενικού του θερμομετρικός
θερμομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμομετρικός
θερμομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμομετρικός
θερμομετρικός	adj	που έχει σχέση με το θερμόμετρο, τη θερμομέτρηση ή τη θερμομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
θερμομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμομετρικός
θερμομετριών	noun	γενική πληθυντικού του θερμομετρία
θερμομετρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θερμομετρώ
θερμομετρούμασταν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούμαστε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούμε	=	θερμομετρώ
θερμομετρούμουν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούν	=	θερμομετρώ
θερμομετρούνε	=	θερμομετρώ
θερμομετρούνται	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούνταν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούσα	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσαμε	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσαν	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσανε	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσασταν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούσαστε	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρούσατε	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσε	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσες	=	θερμομετρώ
θερμομετρούσουν	=	θερμομετρούμαι
θερμομετρώ	verb	μετρώ τη θερμοκρασία (από κάποιον ή κάτι)
θερμομετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θερμομετρώ
θερμομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομηχανικό
θερμομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του θερμομηχανικός
θερμομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομηχανική
θερμομηχανική	noun	επιστήμη που μελετά τη μεταβολή των μηχανικών ιδιοτήτων ενός υλικού σε σχέση με θερμοκρασία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμομηχανικός
θερμομηχανικής	adj	γενική ενικού του θερμομηχανική
θερμομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμομηχανικός
θερμομηχανικού	adj	γενική ενικού του θερμομηχανικός
θερμομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμομηχανικός
θερμομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμομηχανικός
θερμομηχανικός	adj	που έχει σχέση με τη θερμομηχανική ή αναφέρεται σ’ αυτή
θερμομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμομηχανικός
θερμομονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομονωτικό
θερμομονωτικέ	adj	κλητική ενικού του θερμομονωτικός
θερμομονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμομονωτική
θερμομονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμομονωτικός
θερμομονωτικής	adj	γενική ενικού του θερμομονωτική
θερμομονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμομονωτικός
θερμομονωτικού	adj	γενική ενικού του θερμομονωτικός
θερμομονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμομονωτικός
θερμομονωτικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμομονωτικός
θερμομονωτικός	adj	που εμποδίζει τη μετάδοση θερμότητας
θερμομονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμομονωτικός
θερμομονώσεις	=	θερμομόνωση
θερμομονώσεων	=	θερμομόνωση
θερμομορφώσεις	=	θερμομόρφωση
θερμομορφώσεων	=	θερμομόρφωση
θερμομόνωση	noun	ένα στρώμα υλικών που επικαλύπτει την εξωτερική επιφάνεια ενός χώρου και δεν επιτρέπει στη θερμότητα να διαφεύγει στο περιβάλλον (όταν κάνει κρύο) ή (όταν κάνει ζέστη) να εισέρχεται
θερμομόνωσης	=	θερμομόνωση
θερμομόρφωση	noun	τεχνική και διαδικασία μετατροπής, με τη συνδρομή της θερμότητας, ενός φύλλου πλαστικού σε διάφορα σχήματα που θέλουμε να του δώσουμε
θερμομόρφωσης	=	θερμομόρφωση
θερμοπίδακα	=	θερμοπίδακας
θερμοπίδακας	noun	φυσικό άνοιγμα του εδάφους που εκτοξεύει κατά διαστήματα πολύ θερμό νερό και ατμό λόγω συσσώρευσης υπόγειας πίεσης
θερμοπίδακες	=	θερμοπίδακας
θερμοπαραγωγικά	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικέ	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικές	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγική	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικής	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικοί	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικού	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικούς	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικό	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαραγωγικός	adj	ο σχετικός με την παραγωγή θερμότητας
θερμοπαραγωγικών	=	θερμοπαραγωγικός
θερμοπαρακάλα	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλαγα	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλαγαν	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλαγε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλαγες	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλά	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάγαμε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάγανε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάγατε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάει	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάμε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάν	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάνε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάς	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάτε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλάω	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσαν	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσανε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλεί	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλείς	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλείτε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούμε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούν	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούνε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσα	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσαμε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσαν	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσανε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσατε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσε	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλούσες	=	θερμοπαρακαλώ
θερμοπαρακαλώ	verb	παρακαλώ θερμά
θερμοπαρακαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θερμοπαρακαλάω / θερμοπαρακαλώ
θερμοπερατά	=	θερμοπερατός
θερμοπερατέ	=	θερμοπερατός
θερμοπερατές	=	θερμοπερατός
θερμοπερατή	=	θερμοπερατός
θερμοπερατής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θερμοπερατή) του θερμοπερατός
θερμοπερατοί	=	θερμοπερατός
θερμοπερατοτήτων	=	θερμοπερατότητα
θερμοπερατού	=	θερμοπερατός
θερμοπερατούς	=	θερμοπερατός
θερμοπερατό	=	θερμοπερατός
θερμοπερατός	adj	που μπορεί να τον διαπεράσει θερμότητα
θερμοπερατότητα	noun	η ιδιότητα του θερμοπερατού
θερμοπερατότητας	=	θερμοπερατότητα
θερμοπερατότητες	=	θερμοπερατότητα
θερμοπερατών	=	θερμοπερατός
θερμοπεριεκτικοτήτων	=	θερμοπεριεκτικότητα
θερμοπεριεκτικότητα	noun	το ποσό θερμότητας που διαθέτει ένα υλικό σε συγκεκριμένη θερμοκρασία και πίεση
θερμοπεριεκτικότητας	=	θερμοπεριεκτικότητα
θερμοπεριεκτικότητες	=	θερμοπεριεκτικότητα
θερμοπεριοδισμέ	=	θερμοπεριοδισμός
θερμοπεριοδισμοί	=	θερμοπεριοδισμός
θερμοπεριοδισμού	=	θερμοπεριοδισμός
θερμοπεριοδισμούς	=	θερμοπεριοδισμός
θερμοπεριοδισμό	=	θερμοπεριοδισμός
θερμοπεριοδισμός	noun	η ευαισθησία και βιοχημική ανταπόκριση που επιδεικνύουν τα φυτά στις θερμοκρασιακές μεταβολές
θερμοπεριοδισμών	=	θερμοπεριοδισμός
θερμοπηγές	=	θερμοπηγή
θερμοπηγή	noun	η πηγή που βγάζει ζεστό νερό
θερμοπηγής	=	θερμοπηγή
θερμοπηγών	=	θερμοπηγή
θερμοπιδάκων	=	θερμοπίδακας
θερμοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοπλαστικό
θερμοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοπλαστικός
θερμοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοπλαστική
θερμοπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοπλαστικός
θερμοπλαστικής	adj	γενική ενικού του θερμοπλαστική
θερμοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοπλαστικός
θερμοπλαστικού	adj	γενική ενικού του θερμοπλαστικός
θερμοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοπλαστικός
θερμοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοπλαστικός
θερμοπλαστικός	adj	που αφορά υλικό που γίνεται ευλύγιστο ή εύπλαστο πάνω από μια συγκεκριμένη θερμοκρασία και στερεοποιείται με ψύξη
θερμοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοπλαστικός
θερμοπληξία	noun	η παθολογική κατάσταση στην οποία περιέρχεται ένας οργανισμός λόγω παρατεταμένης έκθεσης σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος
θερμοπληξίας	noun	γενική ενικού του θερμοπληξία
θερμοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοπληξία
θερμοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοπληξία
θερμοπομπέ	noun	κλητική ενικού του θερμοπομπός
θερμοπομποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοπομπός
θερμοπομπού	noun	γενική ενικού του θερμοπομπός
θερμοπομπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θερμοπομπός
θερμοπομπό	noun	αιτιατική ενικού του θερμοπομπός
θερμοπομπός	noun	είδος συσκευής που θερμαίνει το χώρο
θερμοπομπών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοπομπός
θερμοπροστασία	noun	προστασία απ’ τη θερμότητα - συνήθως όρος της βιομηχανίας καλλυντικών για κρέμες για τα μαλλιά αλλά και άλλων εμπορικών προϊόντων
θερμοπροστασίας	=	θερμοπροστασία
θερμοπροστασίες	=	θερμοπροστασία
θερμοπροστασιών	=	θερμοπροστασία
θερμοπροσόψεις	=	θερμοπρόσοψη
θερμοπροσόψεων	=	θερμοπρόσοψη
θερμοπρόσοψη	noun	διαμόρφωση της πρόσοψης ενός κτηρίου, τοίχου κ.λπ. με την τοποθέτηση θερμομονωτικών πλακών στο εξωτερικό μέρος του
θερμοπρόσοψης	=	θερμοπρόσοψη
θερμοπυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοπυρηνικό
θερμοπυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοπυρηνικός
θερμοπυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοπυρηνική
θερμοπυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοπυρηνικός
θερμοπυρηνικής	adj	γενική ενικού του θερμοπυρηνική
θερμοπυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοπυρηνικός
θερμοπυρηνικού	adj	γενική ενικού του θερμοπυρηνικός
θερμοπυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοπυρηνικός
θερμοπυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοπυρηνικός
θερμοπυρηνικός	adj	σχετικός με την ενέργεια που εκλύεται κατά την πυρηνική σύντηξη (σε αντιδιαστολή με τη λέξη πυρηνικός που αναφέρεται σε ενέργεια που παράγεται από τη διάσπαση του πυρήνα του ατόμου)
θερμοπυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοπυρηνικός
θερμορυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμορύθμιση
θερμορυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του θερμορύθμιση
θερμορυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του θερμορύθμιση
θερμορυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμορυθμιστικό
θερμορυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του θερμορυθμιστικός
θερμορυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμορυθμιστική
θερμορυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμορυθμιστικός
θερμορυθμιστικής	adj	γενική ενικού του θερμορυθμιστική
θερμορυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμορυθμιστικός
θερμορυθμιστικού	adj	γενική ενικού του θερμορυθμιστικός
θερμορυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμορυθμιστικός
θερμορυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμορυθμιστικός
θερμορυθμιστικός	adj	που συμβάλλει στη ρύθμιση της θερμοκρασίας (του σώματος, του περιβάλλοντος χώρου κ.λπ.)
θερμορυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμορυθμιστικός
θερμορύθμιση	noun	η ρύθμιση της θέρμανσης ή της θερμότητας
θερμορύθμισης	noun	γενική ενικού του θερμορύθμιση
θερμοσίφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοσίφωνο
θερμοσίφωνας	noun	οικιακή συσκευή που λειτουργεί κυρίως με ηλεκτρισμό και θερμαίνει νερό για οικιακή χρήση
θερμοσίφωνες	=	θερμοσίφωνας
θερμοσίφωνο	noun	άλλη μορφή του θερμοσίφωνας
θερμοσίφωνου	noun	γενική ενικού του θερμοσίφωνο
θερμοσίφωνων	noun	γενική πληθυντικού του θερμοσίφωνο
θερμοσιφωνικά	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικέ	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικές	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνική	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικής	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικοί	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικού	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικούς	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικό	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνικός	adj	που σχετίζεται με θερμοσίφωνα
θερμοσιφωνικών	=	θερμοσιφωνικός
θερμοσιφωνισμέ	=	θερμοσιφωνισμός
θερμοσιφωνισμοί	=	θερμοσιφωνισμός
θερμοσιφωνισμού	=	θερμοσιφωνισμός
θερμοσιφωνισμούς	=	θερμοσιφωνισμός
θερμοσιφωνισμό	=	θερμοσιφωνισμός
θερμοσιφωνισμός	noun	η φυσική ή θερμαγωγική κίνηση αέρα ή νερού η οποία πραγματοποιείται λόγω θερμοκρασιακής διαφοράς
θερμοσιφωνισμών	=	θερμοσιφωνισμός
θερμοσιφώνων	=	θερμοσίφωνας
θερμοσκοπία	noun|rare	η μέτρηση της θερμοκρασίας (του αέρα)
θερμοσκοπίας	noun	γενική ενικού του θερμοσκοπία
θερμοσκοπίου	noun	γενική ενικού του θερμοσκόπιο
θερμοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του θερμοσκόπιο
θερμοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοσκοπικό
θερμοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοσκοπική
θερμοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπικής	adj	γενική ενικού του θερμοσκοπική
θερμοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπικού	adj	γενική ενικού του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη θερμοσκοπία ή το θερμοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
θερμοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοσκοπικός
θερμοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοσκοπία
θερμοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοσκόπιο
θερμοσκόπιο	noun	συσκευή που δείχνει τη θερμοκρασία και τις μεταβολές της
θερμοσκόπιου	=	θερμοσκόπιο
θερμοστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοστάτης
θερμοστάτη	=	θερμοστάτης
θερμοστάτης	noun	συσκευή που ελέγχει τη θερμοκρασία ενός συστήματος και, όταν αυτή φτάσει ή ξεπεράσει ένα ορισμένο κατώτατο ή ανώτατο όριο, θέτει σε λειτουργία ή σταματά έναν μηχανισμό
θερμοστατών	=	θερμοστάτης
θερμοσυσσωρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοσυσσωρευτής
θερμοσυσσωρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θερμοσυσσωρευτής
θερμοσυσσωρευτής	noun	οποιαδήποτε συσκευή που αποταμιεύει θερμική ενέργεια, προκειμένου να την αποδώσει αργότερα
θερμοσυσσωρευτών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοσυσσωρευτής
θερμοσυσσωρεύσεις	=	θερμοσυσσώρευση
θερμοσυσσωρεύσεων	=	θερμοσυσσώρευση
θερμοσυσσώρευση	noun	η αποθήκευση θερμότητας σε / με θερμοσυσσωρευτή
θερμοσυσσώρευσης	=	θερμοσυσσώρευση
θερμοτήτων	=	θερμότητα
θερμοτηκόμενα	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενε	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενες	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενη	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενης	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενο	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενοι	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενος	verb	που τήκεται λόγω αύξησης της θερμοκρασίας
θερμοτηκόμενου	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενους	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτηκόμενων	=	θερμοτηκόμενος
θερμοτροπία	noun	άλλη μορφή του θερμοτροπισμός
θερμοτροπίας	noun	γενική ενικού του θερμοτροπία
θερμοτροπίες	=	θερμοτροπία
θερμοτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοτροπικό
θερμοτροπικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοτροπικός
θερμοτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοτροπική
θερμοτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοτροπικός
θερμοτροπικής	adj	γενική ενικού του θερμοτροπική
θερμοτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοτροπικός
θερμοτροπικού	adj	γενική ενικού του θερμοτροπικός
θερμοτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοτροπικός
θερμοτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοτροπικός
θερμοτροπικός	adj	που έχει σχέση με τον θερμοτροπισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
θερμοτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοτροπικός
θερμοτροπισμέ	=	θερμοτροπισμός
θερμοτροπισμοί	=	θερμοτροπισμός
θερμοτροπισμού	=	θερμοτροπισμός
θερμοτροπισμούς	=	θερμοτροπισμός
θερμοτροπισμό	=	θερμοτροπισμός
θερμοτροπισμός	noun	τροπισμός / μετακίνηση ενός φυτού ή τμήματός του προς την πηγή εκπομπής θερμότητας
θερμοτροπισμών	=	θερμοτροπισμός
θερμοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοτροπία
θερμουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμουργό
θερμουργέ	adj	κλητική ενικού του θερμουργός
θερμουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμουργός
θερμουργού	adj	γενική ενικού του θερμουργός
θερμουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμουργός
θερμουργό	adj	αιτιατική ενικού του θερμουργός
θερμουργός	adj|formal	που δημιουργεί θερμότητα
θερμουργών	adj	γενική πληθυντικού του θερμουργός
θερμουργώς	adv|figurative	με θερμουργό τρόπο
θερμοφιλία	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του θερμόφιλου
θερμοφιλίας	noun	γενική ενικού του θερμοφιλία
θερμοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοφιλία
θερμοφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοφιλικό
θερμοφιλικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοφιλικός
θερμοφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοφιλική
θερμοφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοφιλικός
θερμοφιλικής	adj	γενική ενικού του θερμοφιλική
θερμοφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοφιλικός
θερμοφιλικού	adj	γενική ενικού του θερμοφιλικός
θερμοφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοφιλικός
θερμοφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοφιλικός
θερμοφιλικός	adj	άλλη μορφή του θερμόφιλος
θερμοφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοφιλικός
θερμοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοφιλία
θερμοφοβία	noun	η αποστροφή ορισμένων οργανισμών από τη θερμότητα
θερμοφοβίας	noun	γενική ενικού του θερμοφοβία
θερμοφοβίες	=	θερμοφοβία
θερμοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοφοβικό
θερμοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοφοβικός
θερμοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοφοβική
θερμοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοφοβικός
θερμοφοβικής	adj	γενική ενικού του θερμοφοβική
θερμοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοφοβικός
θερμοφοβικού	adj	γενική ενικού του θερμοφοβικός
θερμοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοφοβικός
θερμοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοφοβικός
θερμοφοβικός	adj	ο ψυχρόφιλος
θερμοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοφοβικός
θερμοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοφοβία
θερμοφωσφορισμέ	=	θερμοφωσφορισμός
θερμοφωσφορισμοί	=	θερμοφωσφορισμός
θερμοφωσφορισμού	=	θερμοφωσφορισμός
θερμοφωσφορισμούς	=	θερμοφωσφορισμός
θερμοφωσφορισμό	=	θερμοφωσφορισμός
θερμοφωσφορισμός	noun	ο φωσφορισμός που παρατηρείται μετά από θερμική διέγερση
θερμοφωσφορισμών	=	θερμοφωσφορισμός
θερμοφωταυγειών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοφωταύγεια
θερμοφωταύγεια	noun	μέθοδος χρονολόγησης που πραγματοποιείται με την μέτρηση της ποσότητας του φωτός που εκπέμπεται από κάποια ορυκτά, όταν αυτά θερμανθούν
θερμοφωταύγειας	noun	γενική ενικού του θερμοφωταύγεια
θερμοφωταύγειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοφωταύγεια
θερμοφωτοβολταϊκά	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκέ	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκές	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκή	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκής	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκη	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκο	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκοί	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκού	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκούς	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκό	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφωτοβολταϊκός	adj	που σχετίζεται με την παραγωγή ηλεκτρισμού μέσω θερμότητας ή φωτός
θερμοφωτοβολταϊκών	=	θερμοφωτοβολταϊκός
θερμοφόρα	noun	μικρός ελαστικός σάκος (παλαιότερα και από άλλα υλικά ή σε διαφορετικά σχήματα), που γεμίζεται με ζεστό νερό και χρησιμοποιείται για να θερμάνει μέρη του ανθρώπινου σώματος
θερμοφόρας	=	θερμοφόρα
θερμοφόρε	=	θερμοφόρος
θερμοφόρες	=	θερμοφόρα
θερμοφόρο	=	θερμοφόρος
θερμοφόροι	=	θερμοφόρος
θερμοφόρος	adj	που μεταφέρει θερμότητα, που θερμαίνει, θερμαντικός
θερμοφόρου	=	θερμοφόρος
θερμοφόρους	=	θερμοφόρος
θερμοφόρων	=	θερμοφόρα
θερμοχημεία	noun	κλάδος της χημείας που μελετά τη θερμοδυναμική (τα θερμικά φαινόμενα) των χημικών αντιδράσεων
θερμοχημείας	noun	γενική ενικού του θερμοχημεία
θερμοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοχημεία
θερμοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του θερμοχημεία
θερμοχρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοχρωματικό
θερμοχρωματικέ	adj	κλητική ενικού του θερμοχρωματικός
θερμοχρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμοχρωματική
θερμοχρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμοχρωματικός
θερμοχρωματικής	adj	γενική ενικού του θερμοχρωματική
θερμοχρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμοχρωματικός
θερμοχρωματικού	adj	γενική ενικού του θερμοχρωματικός
θερμοχρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμοχρωματικός
θερμοχρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του θερμοχρωματικός
θερμοχρωματικός	adj	βαφή που αλλάζει χρώμα με θερμοκρασιακές μεταβολές, συνήθως με την θερμότητα
θερμοχρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του θερμοχρωματικός
θερμοχωρητικοτήτων	=	θερμοχωρητικότητα
θερμοχωρητικότητα	noun	η ενέργεια που απαιτείται προκειμένου να θερμανθεί ή να ψυχθεί κάποιο σώμα
θερμοχωρητικότητας	=	θερμοχωρητικότητα
θερμοχωρητικότητες	=	θερμοχωρητικότητα
θερμού	adj	γενική ενικού του θερμός
θερμούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμός
θερμό	adj	αιτιατική ενικού του θερμός
θερμόαιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόαιμο
θερμόαιμε	adj	κλητική ενικού του θερμόαιμος
θερμόαιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόαιμη
θερμόαιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμόαιμος
θερμόαιμης	adj	γενική ενικού του θερμόαιμη
θερμόαιμο	adj	αιτιατική ενικού του θερμόαιμος
θερμόαιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμόαιμος
θερμόαιμος	adj	που έχει σταθερή θερμοκρασία αίματος, ανεξάρτητη από τις θερμοκρασιακές αλλαγές στο περιβάλλον
θερμόαιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερμόαιμος
θερμόαιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμόαιμος
θερμόαιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμόαιμος
θερμόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόλουτρο
θερμόλουτρο	noun	μπάνιο σε (ή με) ζεστό νερό
θερμόλουτρου	noun	γενική ενικού του θερμόλουτρο
θερμόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του θερμόλουτρο
θερμόλυση	noun	η χημική αντίδραση διάσπασης μιας χημικής ένωσης σε δύο ή περισσότερα χημικά στοιχεία ή ενώσεις με τη συνδρομή της θερμότητας (π.χ. το ανθρακικό ασβέστιο διασπάται θερμικά σε οξείδιο ασβεστίου και διοξείδιο του άνθρακα: CaCO3 → CaO + CO2)
θερμόλυσης	=	θερμόλυση
θερμόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόμετρο
θερμόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της θερμοκρασίας
θερμόμετρου	=	θερμόμετρο
θερμόμετρων	=	θερμόμετρο
θερμός	adj	που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία - αλλά χαμηλότερη από τον καυτό	noun	δοχείο για υγρά που τα κρατά σε σταθερή θερμοκρασία
θερμότατα	=	θερμός
θερμότατε	=	θερμός
θερμότατες	=	θερμός
θερμότατη	=	θερμός
θερμότατης	=	θερμός
θερμότατο	=	θερμός
θερμότατοι	=	θερμός
θερμότατος	=	θερμός
θερμότατου	=	θερμός
θερμότατους	=	θερμός
θερμότατων	=	θερμός
θερμότερα	=	θερμός
θερμότερε	=	θερμός
θερμότερες	=	θερμός
θερμότερη	=	θερμός
θερμότερης	=	θερμός
θερμότερο	=	θερμός
θερμότεροι	=	θερμός
θερμότερος	=	θερμός
θερμότερου	=	θερμός
θερμότερους	=	θερμός
θερμότερων	=	θερμός
θερμότητα	noun	μορφή ενέργειας που, εξαιτίας της μεταβολής θερμοκρασίας, μεταφέρεται από ένα σώμα και το περιβάλλον του σε ένα άλλο
θερμότητας	noun	γενική ενικού του θερμότητα
θερμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμότητα
θερμόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόφιλο
θερμόφιλε	adj	κλητική ενικού του θερμόφιλος
θερμόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόφιλη
θερμόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμόφιλος
θερμόφιλης	adj	γενική ενικού του θερμόφιλη
θερμόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του θερμόφιλος
θερμόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμόφιλος
θερμόφιλος	noun	οργανισμός που προτιμά να ζει και να αναπτύσσεται σε υψηλές θερμοκρασίες	adj	που προτιμά να ζει και να αναπτύσσεται σε υψηλές θερμοκρασίες
θερμόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερμόφιλος
θερμόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμόφιλος
θερμόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμόφιλος
θερμόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόφοβο
θερμόφοβε	adj	κλητική ενικού του θερμόφοβος
θερμόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θερμόφοβη
θερμόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θερμόφοβος
θερμόφοβης	adj	γενική ενικού του θερμόφοβη
θερμόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του θερμόφοβος
θερμόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θερμόφοβος
θερμόφοβος	noun	ο ψυχρόφιλος	adj	ο ψυχρόφιλος
θερμόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θερμόφοβος
θερμόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θερμόφοβος
θερμόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θερμόφοβος
θερμών	adj	γενική πληθυντικού του θερμός
θερσίτες	=	θερσίτης
θερσίτη	=	θερσίτης
θερσίτης	noun	μέλος του είδους Θερσίτης, γαστερόποδου μαλάκιου
θερσιτών	=	θερσίτης
θες	verb	β' ενικό ενεστώτα του ρήματος θέλω
θεσιθήρα	=	θεσιθήρας
θεσιθήρας	noun	αυτός που επιδιώκει την χωρίς αρχές ανάρρησή του σε θέσεις που προσφέρουν ισχύ και χρήματα
θεσιθήρες	=	θεσιθήρας
θεσιθήρων	=	θεσιθήρας
θεσιθηρία	noun	η χωρίς αρχές επιδίωξη κατάληψης μιας θέσης που προσφέρει ισχύ ή χρήματα
θεσιθηρίας	noun	γενική ενικού του θεσιθηρία
θεσιθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσιθηρία
θεσιθηριών	noun	γενική πληθυντικού του θεσιθηρία
θεσιθηρώ	verb	επιδιώκω χωρίς αρχές την κατάληψη θέσεων για να αποκτήσω ισχύ ή πλούτο
θεσμέ	noun	κλητική ενικού του θεσμός
θεσμίζαμε	=	θεσμίζω
θεσμίζαν	=	θεσμίζω
θεσμίζανε	=	θεσμίζω
θεσμίζατε	=	θεσμίζω
θεσμίζει	=	θεσμίζω
θεσμίζεις	=	θεσμίζω
θεσμίζεσαι	=	θεσμίζομαι
θεσμίζεστε	=	θεσμίζομαι
θεσμίζεται	=	θεσμίζομαι
θεσμίζετε	=	θεσμίζω
θεσμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θεσμίζω
θεσμίζονται	=	θεσμίζομαι
θεσμίζονταν	=	θεσμίζομαι
θεσμίζοντας	=	θεσμίζω
θεσμίζου	=	θεσμίζομαι
θεσμίζουμε	=	θεσμίζω
θεσμίζουν	=	θεσμίζω
θεσμίζουνε	=	θεσμίζω
θεσμίζω	verb|formal	δημιουργώ θεσμούς
θεσμίσαμε	=	θεσμίζω
θεσμίσαν	=	θεσμίζω
θεσμίσανε	=	θεσμίζω
θεσμίσατε	=	θεσμίζω
θεσμίσει	=	θεσμίζω
θεσμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέσμιση
θεσμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του θέσμιση
θεσμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του θέσμιση
θεσμίσου	=	θεσμίζομαι
θεσμίστε	=	θεσμίζω
θεσμίστηκα	=	θεσμίζομαι
θεσμίστηκαν	=	θεσμίζομαι
θεσμίστηκε	=	θεσμίζομαι
θεσμίστηκες	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόμασταν	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόμαστε	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόμουν	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόμουνα	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόντουσαν	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόσασταν	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόσαστε	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόσουν	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόσουνα	=	θεσμίζομαι
θεσμιζόταν	=	θεσμίζομαι
θεσμιζότανε	=	θεσμίζομαι
θεσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμικό	adv	με θεσμικό τρόπο, σε θεσμικό πλαίσιο
θεσμικέ	adj	κλητική ενικού του θεσμικός
θεσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμική
θεσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεσμικός
θεσμικής	adj	γενική ενικού του θεσμική
θεσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσμικός
θεσμικοπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμικοπολιτικό
θεσμικοπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του θεσμικοπολιτικός
θεσμικοπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμικοπολιτική
θεσμικοπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεσμικοπολιτικός
θεσμικοπολιτικής	adj	γενική ενικού του θεσμικοπολιτική
θεσμικοπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσμικοπολιτικός
θεσμικοπολιτικού	adj	γενική ενικού του θεσμικοπολιτικός
θεσμικοπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεσμικοπολιτικός
θεσμικοπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του θεσμικοπολιτικός
θεσμικοπολιτικός	adj	που είναι ταυτόχρονα θεσμικός και πολιτικός, που αφορά τους θεσμούς και την πολιτική
θεσμικοπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του θεσμικοπολιτικός
θεσμικού	adj	γενική ενικού του θεσμικός
θεσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεσμικός
θεσμικό	adj	αιτιατική ενικού του θεσμικός
θεσμικός	adj	που έχει σχέση με τους θεσμούς, αναφέρεται σ’ αυτούς ή κινείται μέσα στο πλαίσιο των θεσμών
θεσμικών	adj	γενική πληθυντικού του θεσμικός
θεσμισμένος	=	θεσμίζομαι
θεσμιστήκαμε	=	θεσμίζομαι
θεσμιστήκαν	=	θεσμίζομαι
θεσμιστήκανε	=	θεσμίζομαι
θεσμιστήκατε	=	θεσμίζομαι
θεσμιστεί	=	θεσμίζομαι
θεσμιστείτε	=	θεσμίζομαι
θεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσμός
θεσμοδίαιτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσμοδίαιτος
θεσμοθέτες	=	θεσμοθέτης
θεσμοθέτη	=	θεσμοθέτης
θεσμοθέτης	noun	αυτός που θεσμοθετεί
θεσμοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθέτηση	noun	η ενέργεια του θεσμοθετώ
θεσμοθέτησης	noun	γενική ενικού του θεσμοθέτηση
θεσμοθεσία	noun	συνώνυμο του θεσμοθέτηση
θεσμοθεσίας	noun	γενική ενικού του θεσμοθεσία
θεσμοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοθεσία
θεσμοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του θεσμοθεσία
θεσμοθετήθηκα	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήθηκαν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήθηκε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήθηκες	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοθέτημα
θεσμοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήσαν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήσανε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοθέτηση
θεσμοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θεσμοθέτηση
θεσμοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θεσμοθέτηση
θεσμοθετήσου	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσμοθετώ
θεσμοθετεί	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετείς	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετείσαι	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετείστε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετείται	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετείτε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετηθήκαμε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετηθήκαν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετηθήκανε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετηθήκατε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετηθεί	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετηθείτε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοθετημένο
θεσμοθετημένε	verb	κλητική ενικού του θεσμοθετημένος
θεσμοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοθετημένη
θεσμοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεσμοθετημένος
θεσμοθετημένης	verb	γενική ενικού του θεσμοθετημένη
θεσμοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του θεσμοθετημένος
θεσμοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσμοθετημένος
θεσμοθετημένος	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεσμοθετημένος
θεσμοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεσμοθετημένος
θεσμοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεσμοθετημένος
θεσμοθετούμαι	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούμασταν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούμαστε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούμε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούμενος	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούμουν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούνε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούνται	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούνταν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσα	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσαμε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσαν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσανε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσασταν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσαστε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσατε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσε	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσες	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετούσουν	=	θεσμοθετώ
θεσμοθετώ	verb	καθιερώνω έναν νέο θεσμό με νόμο
θεσμοθετών	=	θεσμοθέτης
θεσμοθετώντας	=	θεσμοθετώ
θεσμολαγνεία	noun	η λαγνεία προς τους θεσμούς
θεσμολαγνείας	=	θεσμολαγνεία
θεσμολαγνείες	=	θεσμολαγνεία
θεσμολαγνειών	=	θεσμολαγνεία
θεσμοποίηση	noun	η ενέργεια του θεσμοποιώ, η διαδικασία μετατροπής σε άτυπο θεσμό μιας επαναλαμβανόμενης πρακτικής
θεσμοποίησης	noun	γενική ενικού του θεσμοποίηση
θεσμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοποίηση
θεσμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θεσμοποίηση
θεσμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θεσμοποίηση
θεσμοφύλακας	noun|rare	αυτός που διαφυλάττει τους θεσμούς
θεσμοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσμοφύλακας
θεσμού	noun	γενική ενικού του θεσμός
θεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεσμός
θεσμό	noun	αιτιατική ενικού του θεσμός
θεσμός	noun	παγιωμένη πρακτική ή σχέση μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής που συχνά αποκτά επίσημη μορφή και επικυρώνεται από τη νομοθεσία
θεσμών	noun	γενική πληθυντικού του θεσμός
θεσούλα	noun	θέση
θεσούλας	=	θεσούλα
θεσούλες	=	θεσούλα
θεσπέσια	adv	κατά θεσπέσιο τρόπο
θεσπέσιας	=	θεσπέσιος
θεσπέσιε	=	θεσπέσιος
θεσπέσιες	=	θεσπέσιος
θεσπέσιο	=	θεσπέσιος
θεσπέσιοι	=	θεσπέσιος
θεσπέσιος	adj	θεϊκός, υπέροχος, εξαιρετικός
θεσπέσιου	=	θεσπέσιος
θεσπέσιους	=	θεσπέσιος
θεσπέσιων	=	θεσπέσιος
θεσπίζαμε	=	θεσπίζω
θεσπίζαν	=	θεσπίζω
θεσπίζανε	=	θεσπίζω
θεσπίζατε	=	θεσπίζω
θεσπίζει	=	θεσπίζω
θεσπίζεις	=	θεσπίζω
θεσπίζετε	=	θεσπίζω
θεσπίζομαι	=	θεσπίζω
θεσπίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεσπίζω
θεσπίζουμε	=	θεσπίζω
θεσπίζουν	=	θεσπίζω
θεσπίζουνε	=	θεσπίζω
θεσπίζω	verb	καθιερώνω με νόμο ή κανονισμό
θεσπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίσαν	=	θεσπίζω
θεσπίσανε	=	θεσπίζω
θεσπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέσπιση
θεσπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του θέσπιση
θεσπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του θέσπιση
θεσπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θέσπισμα
θεσπίσματος	noun	γενική ενικού του θέσπισμα
θεσπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεσπίζω
θεσπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θέσπισμα
θεσπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσπισμένο
θεσπισμένε	verb	κλητική ενικού του θεσπισμένος
θεσπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσπισμένη
θεσπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεσπισμένος
θεσπισμένης	verb	γενική ενικού του θεσπισμένη
θεσπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θεσπισμένος
θεσπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσπισμένος
θεσπισμένος	=	θεσπίζω
θεσπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεσπισμένος
θεσπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεσπισμένος
θεσπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεσπισμένος
θεσπρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσπρωτικό
θεσπρωτικέ	adj	κλητική ενικού του θεσπρωτικός
θεσπρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσπρωτική
θεσπρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεσπρωτικός
θεσπρωτικής	adj	γενική ενικού του θεσπρωτική
θεσπρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσπρωτικός
θεσπρωτικού	adj	γενική ενικού του θεσπρωτικός
θεσπρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεσπρωτικός
θεσπρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του θεσπρωτικός
θεσπρωτικός	adj	σχετικός με την περιοχή της Θεσπρωτίας
θεσπρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του θεσπρωτικός
θεσσαλέ	noun	κλητική ενικού του Θεσσαλός
θεσσαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσσαλικό
θεσσαλικέ	adj	κλητική ενικού του θεσσαλικός
θεσσαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεσσαλική
θεσσαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεσσαλικός
θεσσαλικής	adj	γενική ενικού του θεσσαλική
θεσσαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεσσαλικός
θεσσαλικού	adj	γενική ενικού του θεσσαλικός
θεσσαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεσσαλικός
θεσσαλικό	adj	αιτιατική ενικού του θεσσαλικός
θεσσαλικός	adj	που κατάγεται από τη Θεσσαλία ή ανήκει ή αναφέρεται στη Θεσσαλία και στους Θεσσαλούς
θεσσαλικών	adj	γενική πληθυντικού του θεσσαλικός
θεσσαλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Θεσσαλός
θεσσαλού	noun	γενική ενικού του Θεσσαλός
θεσσαλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του Θεσσαλός
θεσσαλό	noun	αιτιατική ενικού του Θεσσαλός
θεσσαλών	noun	γενική πληθυντικού του Θεσσαλός
θεσφάτου	noun	γενική ενικού του θέσφατο
θεσφάτων	noun	γενική πληθυντικού του θέσφατο
θετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετό
θετέ	adj	κλητική ενικού του θετός
θετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετή
θετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θετός
θετής	adj	γενική ενικού του θετή
θετικά	adv	κατά θετικό τρόπο, αίσιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικό
θετικέ	adj	κλητική ενικού του θετικός
θετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετική
θετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θετικός
θετικής	adj	γενική ενικού του θετική
θετικίστρια	noun	θετικιστής
θετικίστριας	noun	γενική ενικού του θετικίστρια
θετικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικίστρια
θετικισμέ	noun	κλητική ενικού του θετικισμός
θετικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θετικισμός
θετικισμού	noun	γενική ενικού του θετικισμός
θετικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θετικισμός
θετικισμό	noun	αιτιατική ενικού του θετικισμός
θετικισμός	noun	φιλοσοφικό ρεύμα που απορρίπτει τη μεταφυσική και υποστηρίζει ότι η μόνη έγκυρη γνώση είναι αυτή που μπορεί να επιβεβαιωθεί μέσω της επιστημονικής μεθόδου
θετικισμών	noun	γενική πληθυντικού του θετικισμός
θετικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικιστής
θετικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θετικιστής
θετικιστής	noun	αυτός που ακολουθεί τη θεωρία του θετικισμού
θετικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικιστικό	adv	με θετικιστικό τρόπο
θετικιστικέ	adj	κλητική ενικού του θετικιστικός
θετικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικιστική
θετικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θετικιστικός
θετικιστικής	adj	γενική ενικού του θετικιστική
θετικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θετικιστικός
θετικιστικού	adj	γενική ενικού του θετικιστικός
θετικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θετικιστικός
θετικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του θετικιστικός
θετικιστικός	adj	που συμφωνεί με τη θεωρία του θετικισμού ή αναφέρεται σε αυτήν και τους θετικιστές
θετικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του θετικιστικός
θετικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του θετικίστρια
θετικιστών	noun	γενική πληθυντικού του θετικιστής
θετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θετικός
θετικοποίει	=	θετικοποιώ
θετικοποίησα	=	θετικοποιώ
θετικοποίησαν	=	θετικοποιώ
θετικοποίησε	=	θετικοποιώ
θετικοποίησες	=	θετικοποιώ
θετικοποίηση	noun	το αποτέλεσμα του θετικοποιώ
θετικοποίησης	=	θετικοποίηση
θετικοποιήθηκα	=	θετικοποιώ
θετικοποιήθηκαν	=	θετικοποιώ
θετικοποιήθηκε	=	θετικοποιώ
θετικοποιήθηκες	=	θετικοποιώ
θετικοποιήσαμε	=	θετικοποιώ
θετικοποιήσαν	=	θετικοποιώ
θετικοποιήσανε	=	θετικοποιώ
θετικοποιήσατε	=	θετικοποιώ
θετικοποιήσει	=	θετικοποιώ
θετικοποιήσεις	=	θετικοποίηση
θετικοποιήσεων	=	θετικοποίηση
θετικοποιήσου	=	θετικοποιώ
θετικοποιήστε	=	θετικοποιώ
θετικοποιεί	=	θετικοποιώ
θετικοποιείς	=	θετικοποιώ
θετικοποιείσαι	=	θετικοποιώ
θετικοποιείστε	=	θετικοποιώ
θετικοποιείται	=	θετικοποιώ
θετικοποιείτε	=	θετικοποιώ
θετικοποιηθήκαμε	=	θετικοποιώ
θετικοποιηθήκαν	=	θετικοποιώ
θετικοποιηθήκανε	=	θετικοποιώ
θετικοποιηθήκατε	=	θετικοποιώ
θετικοποιηθεί	=	θετικοποιώ
θετικοποιηθείτε	=	θετικοποιώ
θετικοποιημένος	=	θετικοποιώ
θετικοποιούμαι	=	θετικοποιώ
θετικοποιούμασταν	=	θετικοποιώ
θετικοποιούμαστε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούμε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούμενος	=	θετικοποιώ
θετικοποιούμουν	=	θετικοποιώ
θετικοποιούν	=	θετικοποιώ
θετικοποιούνε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούνται	=	θετικοποιώ
θετικοποιούνταν	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσα	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσαμε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσαν	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσανε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσασταν	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσαστε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσατε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσε	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσες	=	θετικοποιώ
θετικοποιούσουν	=	θετικοποιώ
θετικοποιώ	verb	κάνω κάτι θετικό
θετικοποιώντας	=	θετικοποιώ
θετικοτήτων	=	θετικότητα
θετικού	adj	γενική ενικού του θετικός
θετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θετικός
θετικό	adj	αιτιατική ενικού του θετικός
θετικός	adj	μεγαλύτερος από το μηδέν (έχει πρόσημο το +)
θετικότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικότατο
θετικότατε	adj	κλητική ενικού του θετικότατος
θετικότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικότατη
θετικότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θετικότατος
θετικότατης	adj	γενική ενικού του θετικότατη
θετικότατο	adj	αιτιατική ενικού του θετικότατος
θετικότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θετικότατος
θετικότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του θετικός
θετικότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θετικότατος
θετικότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θετικότατος
θετικότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θετικότατος
θετικότερα	=	θετικός
θετικότερε	=	θετικός
θετικότερες	=	θετικός
θετικότερη	=	θετικός
θετικότερης	=	θετικός
θετικότερο	=	θετικός
θετικότεροι	=	θετικός
θετικότερος	=	θετικός
θετικότερου	=	θετικός
θετικότερους	=	θετικός
θετικότερων	=	θετικός
θετικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι θετικό(ς), η ιδιότητα του θετικού, ανάμεσα σε άλλα και σε κάποια ιατρική εξέταση
θετικότητας	noun	γενική ενικού του θετικότητα
θετικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θετικότητα
θετικών	adj	γενική πληθυντικού του θετικός
θετικώς	adv|dated	θετικά
θετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θετός
θετού	adj	γενική ενικού του θετός
θετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θετός
θετό	adj	αιτιατική ενικού του θετός
θετός	adj	που ανατρέφει ένα παιδί που δεν είναι δικό του, που υιοθετεί ένα παιδί
θετών	adj	γενική πληθυντικού του θετός
θεωνίτσας	noun	γενική ενικού του Θεωνίτσα
θεωνυμία	noun	συνώνυμο του θεωνύμιο, ονομασία θεού
θεωνυμίας	=	θεωνυμία
θεωνυμίες	=	θεωνυμία
θεωνυμίου	=	θεωνύμιο
θεωνυμίων	=	θεωνύμιο
θεωνυμιών	=	θεωνυμία
θεωνύμια	=	θεωνύμιο
θεωνύμιο	noun	ονομασία θεού
θεωνύμιου	=	θεωνύμιο
θεωνύμιων	=	θεωνύμιο
θεωρέ	noun	κλητική ενικού του θεωρός
θεωρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεώρημα
θεωρήματος	noun	γενική ενικού του θεώρημα
θεωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσαν	=	θεωρώ
θεωρήσανε	=	θεωρώ
θεωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεώρηση
θεωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θεώρηση
θεωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θεώρηση
θεωρήσου	=	θεωρώ
θεωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσουνε	=	θεωρώ
θεωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεωρήτρια	noun	θηλυκό του θεωρητής
θεωρήτριας	=	θεωρήτρια
θεωρήτριες	=	θεωρήτρια
θεωρία	noun	ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιδεών και προτάσεων που συνιστά μια ιδιαίτερη προσέγγιση ενός φιλοσοφικού, επιστημονικού, πολιτικού, οικονομικού ή άλλου ζητήματος
θεωρίας	noun	γενική ενικού του θεωρία
θεωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρία
θεωρεί	=	θεωρώ
θεωρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρείο
θεωρείο	noun	περιορισμένος χώρος για θεατές σε θεατρική ή κινηματογραφική αίθουσα σε υπερυψωμένη θέση γύρω από την πλατεία, ο οποίος προσφέρει καλύτερη θέα και σχετική απομόνωση σε προνομιούχους θεατές
θεωρείου	noun	γενική ενικού του θεωρείο
θεωρείς	=	θεωρώ
θεωρείσαι	=	θεωρώ
θεωρείσθε	=	θεωρώ
θεωρείστε	=	θεωρώ
θεωρείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θεωρούμαι
θεωρείτε	=	θεωρώ
θεωρείων	noun	γενική πληθυντικού του θεωρείο
θεωρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρηθήκαν	=	θεωρώ
θεωρηθήκανε	=	θεωρώ
θεωρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρηθείς	verb|formal	που τον έχουν επικυρώσει
θεωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρηθούνε	=	θεωρώ
θεωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρούμαι
θεωρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του θεώρημα
θεωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρημένο
θεωρημένε	verb	κλητική ενικού του θεωρημένος
θεωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρημένη
θεωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεωρημένος
θεωρημένης	verb	γενική ενικού του θεωρημένη
θεωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του θεωρημένος
θεωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεωρημένος
θεωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θεωρώ
θεωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεωρημένος
θεωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεωρημένος
θεωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεωρημένος
θεωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητής
θεωρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεωρητής
θεωρητής	noun	αυτός που θεωρεί κάτι, που κάνει θεώρηση (κειμένου, ιατρικής συνταγής κ.λπ.)
θεωρητικά	adv	κατά θεωρητικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικό
θεωρητικέ	adj	κλητική ενικού του θεωρητικός
θεωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητική
θεωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεωρητικός
θεωρητικής	adj	γενική ενικού του θεωρητική
θεωρητικιά	=	θεωρητικός
θεωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικός
θεωρητικολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολογία	noun	αναπόδεικτες ή μη αποδείξιμες γνώμες
θεωρητικολογίας	noun	γενική ενικού του θεωρητικολογία
θεωρητικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικολογία
θεωρητικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θεωρητικολογία
θεωρητικολογώ	verb	μιλάω θεωρητικά
θεωρητικολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρητικολογώ
θεωρητικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θεωρητικοποιώ
θεωρητικοποίησης	noun	γενική ενικού του θεωρητικοποίηση
θεωρητικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρητικοποίηση
θεωρητικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θεωρητικοποίηση
θεωρητικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θεωρητικοποίηση
θεωρητικοποιώ	verb	μαζεύω πολλές μελέτες μαζί για τη δημιουργία μιας ενιαίας δομής, μιας μεγάλης θεωρίας που να εξηγεί την πραγματικότητα με περιεκτικό τρόπο
θεωρητικού	adj	γενική ενικού του θεωρητικός
θεωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεωρητικός
θεωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του θεωρητικός
θεωρητικός	adj	που έχει σχέση με τη θεωρία ή αναφέρεται σ’ αυτή, που δεν στηρίζεται στην πρακτική και την εμπειρία ή δεν τις προκρίνει, αλλά στη σκέψη και περιδιάβαση του νου	noun	που ασχολείται με τη θεωρία μιας επιστήμης ή τέχνης, που τη μελετά (τη φιλοσοφία της, τις αρχές της κ.λπ.)
θεωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του θεωρητικός
θεωρητικώς	adv|formal	άλλη μορφή του θεωρητικά
θεωρητριών	=	θεωρήτρια
θεωρητών	noun	γενική πληθυντικού του θεωρητής
θεωρικά	noun	τα χρήματα που δίνονταν σε άπορους πολίτες της αρχαίας Αθήνας ως θεατρικό εισιτήριο
θεωρικών	=	θεωρικά
θεωριών	noun	γενική πληθυντικού του θεωρία
θεωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεωρός
θεωρού	noun	γενική ενικού του θεωρός
θεωρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θεωρώ
θεωρούμασταν	=	θεωρώ
θεωρούμαστε	=	θεωρώ
θεωρούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα (θεωρούμαι) του θεωρώ
θεωρούμεθα	=	θεωρώ
θεωρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρούμενο
θεωρούμενε	verb	κλητική ενικού του θεωρούμενος
θεωρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεωρούμενη
θεωρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεωρούμενος
θεωρούμενης	verb	γενική ενικού του θεωρούμενη
θεωρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του θεωρούμενος
θεωρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεωρούμενος
θεωρούμενος	verb	που θεωρείται
θεωρούμενου	verb	γενική ενικού του θεωρούμενος
θεωρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θεωρούμενος
θεωρούμενων	verb	γενική πληθυντικού του θεωρούμενος
θεωρούμουν	=	θεωρώ
θεωρούν	=	θεωρώ
θεωρούνε	=	θεωρώ
θεωρούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του θεωρούμαι
θεωρούνταν	=	θεωρώ
θεωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεωρός
θεωρούσα	=	θεωρώ
θεωρούσαμε	=	θεωρώ
θεωρούσαν	=	θεωρώ
θεωρούσανε	=	θεωρώ
θεωρούσασταν	=	θεωρώ
θεωρούσαστε	=	θεωρώ
θεωρούσατε	=	θεωρώ
θεωρούσε	=	θεωρώ
θεωρούσες	=	θεωρώ
θεωρούσουν	=	θεωρώ
θεωρό	noun	αιτιατική ενικού του θεωρός
θεωρός	noun|formal	θεατής, παρατηρητής
θεωρώ	verb	πιστεύω, νομίζω, κρίνω
θεωρών	noun	γενική πληθυντικού του θεωρός
θεωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θεωρώ
θεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (θεϊκό) του θεϊκός	adv	πολύ ωραία, υπέροχα
θεϊκέ	adj	κλητική ενικού του θεϊκός
θεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεϊκή
θεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεϊκός
θεϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θεϊκή) του θεϊκός
θεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεϊκός
θεϊκού	adj	γενική ενικού του θεϊκός
θεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεϊκός
θεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του θεϊκός
θεϊκός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο θεό
θεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του θεϊκός
θεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του θεϊσμός
θεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεϊσμός
θεϊσμού	noun	γενική ενικού του θεϊσμός
θεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θεϊσμός
θεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του θεϊσμός
θεϊσμός	noun	η πίστη στο θείο, η πίστη στο θείας φύσης μεταφυσικό
θεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του θεϊσμός
θεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεϊστής
θεϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θεϊστής
θεϊστής	noun	άτομο που πιστεύει σε θεό, θεούς ή θεία φύση (διότι πχ. πολλοί Βουδιστές δεν αποδέχονται κάποιο προσωπικό θεό, τέτοιες δοξασίες δεν αφορούν όμως μόνο τον Βουδισμό)
θεϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεϊστικό
θεϊστικέ	adj	κλητική ενικού του θεϊστικός
θεϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεϊστική
θεϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεϊστικός
θεϊστικής	adj	γενική ενικού του θεϊστική
θεϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεϊστικός
θεϊστικού	adj	γενική ενικού του θεϊστικός
θεϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεϊστικός
θεϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του θεϊστικός
θεϊστικός	adj	σχετικός με τον θεϊσμό
θεϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του θεϊστικός
θεϊστών	noun	γενική πληθυντικού του θεϊστής
θεό	noun	αιτιατική ενικού του θεός
θεόγυμνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόγυμνο
θεόγυμνε	adj	κλητική ενικού του θεόγυμνος
θεόγυμνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόγυμνη
θεόγυμνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόγυμνος
θεόγυμνης	adj	γενική ενικού του θεόγυμνη
θεόγυμνο	adj	αιτιατική ενικού του θεόγυμνος
θεόγυμνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόγυμνος
θεόγυμνος	adj	τελείως γυμνός, ολόγυμνος
θεόγυμνου	adj	γενική ενικού του θεόγυμνος
θεόγυμνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόγυμνος
θεόγυμνων	adj	γενική πληθυντικού του θεόγυμνος
θεόθεν	adv	από θεού, εκ θεού
θεόκλειστα	=	θεόκλειστος
θεόκλειστε	=	θεόκλειστος
θεόκλειστες	=	θεόκλειστος
θεόκλειστη	=	θεόκλειστος
θεόκλειστης	=	θεόκλειστος
θεόκλειστο	=	θεόκλειστος
θεόκλειστοι	=	θεόκλειστος
θεόκλειστος	adj	εντελώς κλειστός
θεόκλειστου	=	θεόκλειστος
θεόκλειστους	=	θεόκλειστος
θεόκλειστων	=	θεόκλειστος
θεόκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόκλητο
θεόκλητε	adj	κλητική ενικού του θεόκλητος
θεόκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόκλητη
θεόκλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόκλητος
θεόκλητης	adj	γενική ενικού του θεόκλητη
θεόκλητο	adj	αιτιατική ενικού του θεόκλητος
θεόκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόκλητος
θεόκλητος	adj|formal	που έχει κληθεί από τον θεό, που έχει επιλεγεί ή προοριστεί για κάποιο έργο ή σκοπό από τη θεία βούληση
θεόκλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεόκλητος
θεόκλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόκλητος
θεόκλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεόκλητος
θεόκουφα	=	θεόκουφος
θεόκουφε	=	θεόκουφος
θεόκουφες	=	θεόκουφος
θεόκουφη	=	θεόκουφος
θεόκουφης	=	θεόκουφος
θεόκουφο	=	θεόκουφος
θεόκουφοι	=	θεόκουφος
θεόκουφος	adj	τελείως κουφός
θεόκουφου	=	θεόκουφος
θεόκουφους	=	θεόκουφος
θεόκουφων	=	θεόκουφος
θεόλεκτα	=	θεόλεκτος
θεόλεκτε	=	θεόλεκτος
θεόλεκτες	=	θεόλεκτος
θεόλεκτη	=	θεόλεκτος
θεόλεκτης	=	θεόλεκτος
θεόλεκτο	=	θεόλεκτος
θεόλεκτοι	=	θεόλεκτος
θεόλεκτος	adj|formal	που έχει ειπωθεί από το θεό
θεόλεκτου	=	θεόλεκτος
θεόλεκτους	=	θεόλεκτος
θεόλεκτων	=	θεόλεκτος
θεόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόληπτο
θεόληπτε	adj	κλητική ενικού του θεόληπτος
θεόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόληπτη
θεόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόληπτος
θεόληπτης	adj	γενική ενικού του θεόληπτη
θεόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του θεόληπτος
θεόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόληπτος
θεόληπτος	adj	που έχει λάβει πνεύμα θεού, θεία έμπνευση
θεόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεόληπτος
θεόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόληπτος
θεόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεόληπτος
θεόμορφα	=	θεόμορφος
θεόμορφε	=	θεόμορφος
θεόμορφες	=	θεόμορφος
θεόμορφη	=	θεόμορφος
θεόμορφης	=	θεόμορφος
θεόμορφο	=	θεόμορφος
θεόμορφοι	=	θεόμορφος
θεόμορφος	adj	που μοιάζει στη μορφή με θεό, όμορφος σαν θεός
θεόμορφου	=	θεόμορφος
θεόμορφους	=	θεόμορφος
θεόμορφων	=	θεόμορφος
θεόμουρλα	=	θεόμουρλος
θεόμουρλε	=	θεόμουρλος
θεόμουρλες	=	θεόμουρλος
θεόμουρλη	=	θεόμουρλος
θεόμουρλης	=	θεόμουρλος
θεόμουρλο	=	θεόμουρλος
θεόμουρλοι	=	θεόμουρλος
θεόμουρλος	adj	τελείως μουρλός, ολότελα τρελός
θεόμουρλου	=	θεόμουρλος
θεόμουρλους	=	θεόμουρλος
θεόμουρλων	=	θεόμουρλος
θεόπαιδα	noun	η θεόπαις (για την Παναγία)
θεόπαις	noun	το παιδί ενός θεού
θεόπεμπτα	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτε	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτες	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτη	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτης	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτο	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτοι	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτος	adj	που έχει στείλει ο θεός
θεόπεμπτου	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτους	=	θεόπεμπτος
θεόπεμπτων	=	θεόπεμπτος
θεόπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόπλαστο
θεόπλαστε	adj	κλητική ενικού του θεόπλαστος
θεόπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόπλαστη
θεόπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόπλαστος
θεόπλαστης	adj	γενική ενικού του θεόπλαστη
θεόπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του θεόπλαστος
θεόπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόπλαστος
θεόπλαστος	adj	πλασμένος απ' τον θεό
θεόπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεόπλαστος
θεόπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόπλαστος
θεόπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεόπλαστος
θεόπνευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόπνευστο
θεόπνευστε	adj	κλητική ενικού του θεόπνευστος
θεόπνευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόπνευστη
θεόπνευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόπνευστος
θεόπνευστης	adj	γενική ενικού του θεόπνευστη
θεόπνευστο	adj	αιτιατική ενικού του θεόπνευστος
θεόπνευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόπνευστος
θεόπνευστος	adj	με έμπνευση προερχόμενη από τον Θεό ή από κάτι θείο
θεόπνευστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεόπνευστος
θεόπνευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόπνευστος
θεόπνευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεόπνευστος
θεόπνοιας	noun	γενική ενικού του θεόπνοια
θεόπνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόπνοια
θεόρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόρατο
θεόρατε	adj	κλητική ενικού του θεόρατος
θεόρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόρατη
θεόρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόρατος
θεόρατης	adj	γενική ενικού του θεόρατη
θεόρατο	adj	αιτιατική ενικού του θεόρατος
θεόρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόρατος
θεόρατος	adj	που έχει τεράστιες διαστάσεις
θεόρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεόρατος
θεόρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόρατος
θεόρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεόρατος
θεός	noun	αθάνατο ον, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και ιδιότητες που του απονέμεται λατρεία
θεόσοφα	=	θεόσοφος
θεόσοφε	=	θεόσοφος
θεόσοφες	=	θεόσοφος
θεόσοφη	=	θεόσοφος
θεόσοφης	=	θεόσοφος
θεόσοφο	=	θεόσοφος
θεόσοφοι	=	θεόσοφος
θεόσοφος	noun	που ασχολείται με το θεοσοφισμό, οπαδός του θεοσοφισμού	adj	που είναι γεμάτος από τη θεία σοφία και καθοδηγείται απ’ αυτή
θεόσοφου	=	θεόσοφος
θεόσοφους	=	θεόσοφος
θεόσοφων	=	θεόσοφος
θεόσταλτα	=	θεόσταλτος
θεόσταλτε	=	θεόσταλτος
θεόσταλτες	=	θεόσταλτος
θεόσταλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόσταλτος
θεόσταλτης	=	θεόσταλτος
θεόσταλτο	=	θεόσταλτος
θεόσταλτοι	=	θεόσταλτος
θεόσταλτος	adj	σταλμένος από το θεό
θεόσταλτου	=	θεόσταλτος
θεόσταλτους	=	θεόσταλτος
θεόσταλτων	=	θεόσταλτος
θεόστενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόστενο
θεόστενε	adj	κλητική ενικού του θεόστενος
θεόστενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεόστενη
θεόστενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θεόστενος
θεόστενης	adj	γενική ενικού του θεόστενη
θεόστενο	adj	αιτιατική ενικού του θεόστενος
θεόστενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θεόστενος
θεόστενος	adj	πάρα πολύ στενός
θεόστενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θεόστενος
θεόστενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θεόστενος
θεόστενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θεόστενος
θεόστραβα	=	θεόστραβος
θεόστραβε	=	θεόστραβος
θεόστραβες	=	θεόστραβος
θεόστραβη	=	θεόστραβος
θεόστραβης	=	θεόστραβος
θεόστραβο	=	θεόστραβος
θεόστραβοι	=	θεόστραβος
θεόστραβος	adj	αυτός που δεν βλέπει καθόλου, ο τυφλός, αλλά και μεταφορικά, αυτός που δεν βλέπει καλά
θεόστραβου	=	θεόστραβος
θεόστραβους	=	θεόστραβος
θεόστραβων	=	θεόστραβος
θεότητα	noun	άλλη μορφή του θεός
θεότητας	noun	γενική ενικού του θεότητα
θεότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θεότητα
θεότρελα	=	θεότρελος
θεότρελε	=	θεότρελος
θεότρελες	=	θεότρελος
θεότρελη	=	θεότρελος
θεότρελης	=	θεότρελος
θεότρελο	=	θεότρελος
θεότρελοι	=	θεότρελος
θεότρελος	adj	τελείως τρελός
θεότρελου	=	θεότρελος
θεότρελους	=	θεότρελος
θεότρελων	=	θεότρελος
θεότυφλα	=	θεότυφλος
θεότυφλε	=	θεότυφλος
θεότυφλες	=	θεότυφλος
θεότυφλη	=	θεότυφλος
θεότυφλης	=	θεότυφλος
θεότυφλο	=	θεότυφλος
θεότυφλοι	=	θεότυφλος
θεότυφλος	adj	τελείως τυφλός
θεότυφλου	=	θεότυφλος
θεότυφλους	=	θεότυφλος
θεότυφλων	=	θεότυφλος
θεόφτωχα	=	θεόφτωχος
θεόφτωχε	=	θεόφτωχος
θεόφτωχες	=	θεόφτωχος
θεόφτωχη	=	θεόφτωχος
θεόφτωχης	=	θεόφτωχος
θεόφτωχο	=	θεόφτωχος
θεόφτωχοι	=	θεόφτωχος
θεόφτωχος	adj	πάρα πολύ φτωχός, πάμφτωχος
θεόφτωχου	=	θεόφτωχος
θεόφτωχους	=	θεόφτωχος
θεόφτωχων	=	θεόφτωχος
θεώμαι	verb	παρατηρώ, βλέπω
θεών	noun	γενική πληθυντικού του θεός
θεώρημα	noun	πρόταση που αποδεικνύεται αληθής με βάση αξιώματα, άλλες αποδεδειγμένες προτάσεις και κανόνες μαθηματικής λογικής
θεώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θεωρώ
θεώρηση	noun	επίσημη σφραγίδα ή υπογραφή που τίθεται σε έγγραφο για επικύρωση ή έλεγχο
θεώρησης	noun	γενική ενικού του θεώρηση
θηβαίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηβαίικο
θηβαίικε	adj	κλητική ενικού του θηβαίικος
θηβαίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηβαίικη
θηβαίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηβαίικος
θηβαίικης	adj	γενική ενικού του θηβαίικη
θηβαίικο	adj	αιτιατική ενικού του θηβαίικος
θηβαίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηβαίικος
θηβαίικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του θηβαϊκός
θηβαίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θηβαίικος
θηβαίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηβαίικος
θηβαίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θηβαίικος
θηβαϊκά	noun	διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην περιοχή των Θηβών της Αιγύπτου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηβαϊκός
θηβαϊκέ	adj	κλητική ενικού του θηβαϊκός
θηβαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηβαϊκή
θηβαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηβαϊκός
θηβαϊκής	adj	γενική ενικού του θηβαϊκή
θηβαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηβαϊκός
θηβαϊκού	adj	γενική ενικού του θηβαϊκός
θηβαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηβαϊκός
θηβαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του θηβαϊκός
θηβαϊκός	adj	που σχετίζεται με την Θήβα ή τους Θηβαίους
θηβαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του θηβαϊκός
θηκάρι	noun	η θήκη του σπαθιού
θηκάρια	=	θηκάρι
θηκάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαριού	=	θηκάρι
θηκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηκαρισμένο
θηκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του θηκαρισμένος
θηκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηκαρισμένη
θηκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηκαρισμένος
θηκαρισμένης	verb	γενική ενικού του θηκαρισμένη
θηκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θηκαρισμένος
θηκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηκαρισμένος
θηκαρισμένος	verb	που βρίσκεται στην θήκη / το θηκάρι του
θηκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θηκαρισμένος
θηκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θηκαρισμένος
θηκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θηκαρισμένος
θηκαριών	=	θηκάρι
θηκαρώνω	verb	βάζω κάτι (σπαθί) στο θηκάρι του
θηκαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκαρώνω
θηκιάζαμε	=	θηκιάζω
θηκιάζαν	=	θηκιάζω
θηκιάζανε	=	θηκιάζω
θηκιάζατε	=	θηκιάζω
θηκιάζει	=	θηκιάζω
θηκιάζεις	=	θηκιάζω
θηκιάζεσαι	=	θηκιάζω
θηκιάζεστε	=	θηκιάζω
θηκιάζεται	=	θηκιάζω
θηκιάζετε	=	θηκιάζω
θηκιάζομαι	=	θηκιάζω
θηκιάζονται	=	θηκιάζω
θηκιάζονταν	=	θηκιάζω
θηκιάζοντας	=	θηκιάζω
θηκιάζουμε	=	θηκιάζω
θηκιάζουν	=	θηκιάζω
θηκιάζουνε	=	θηκιάζω
θηκιάζω	verb	τοποθετώ σε θήκες, συγκεντρώνω, αποθηκεύω
θηκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάσαν	=	θηκιάζω
θηκιάσανε	=	θηκιάζω
θηκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάσου	=	θηκιάζω
θηκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιάστηκα	=	θηκιάζω
θηκιάστηκαν	=	θηκιάζω
θηκιάστηκε	=	θηκιάζω
θηκιάστηκες	=	θηκιάζω
θηκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηκιάζω
θηκιαζόμασταν	=	θηκιάζω
θηκιαζόμαστε	=	θηκιάζω
θηκιαζόμουν	=	θηκιάζω
θηκιαζόμουνα	=	θηκιάζω
θηκιαζόντουσαν	=	θηκιάζω
θηκιαζόσασταν	=	θηκιάζω
θηκιαζόσαστε	=	θηκιάζω
θηκιαζόσουν	=	θηκιάζω
θηκιαζόσουνα	=	θηκιάζω
θηκιαζόταν	=	θηκιάζω
θηκιαζότανε	=	θηκιάζω
θηκιασμένος	=	θηκιάζω
θηκιαστήκαμε	=	θηκιάζω
θηκιαστήκαν	=	θηκιάζω
θηκιαστήκανε	=	θηκιάζω
θηκιαστήκατε	=	θηκιάζω
θηκιαστεί	=	θηκιάζω
θηκιαστείτε	=	θηκιάζω
θηκογράμματα	=	θηκόγραμμα
θηκογράμματος	=	θηκόγραμμα
θηκογραμμάτων	=	θηκόγραμμα
θηκόγραμμα	noun	γραφικός τρόπος παρουσίασης ενός δείγματος αριθμητικών δεδομένων μέσω πέντε στατιστικών στοιχείων: διάμεσο, κατώτερο τεταρτημόριο, ανώτερο τεταρτημόριο και ορισμένες ενδείξεις άλλων τιμών κοντά στα άκρα
θηκών	=	θήκη
θηλάζαμε	=	θηλάζω
θηλάζαν	=	θηλάζω
θηλάζανε	=	θηλάζω
θηλάζατε	=	θηλάζω
θηλάζει	=	θηλάζω
θηλάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θηλάζω
θηλάζετε	=	θηλάζω
θηλάζομε	=	θηλάζω
θηλάζοντας	=	θηλάζω
θηλάζουμε	=	θηλάζω
θηλάζουν	=	θηλάζω
θηλάζουνε	=	θηλάζω
θηλάζω	verb	βάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα
θηλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσαν	=	θηλάζω
θηλάσανε	=	θηλάζω
θηλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήλασμα
θηλάσματος	noun	γενική ενικού του θήλασμα
θηλάσομε	=	θηλάζω
θηλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάσουνε	=	θηλάζω
θηλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλάστρου	noun	γενική ενικού του θήλαστρο
θηλάστρων	noun	γενική πληθυντικού του θήλαστρο
θηλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλάζω
θηλές	=	θηλή
θηλέων	=	θήλυς
θηλή	noun	η ρώγα
θηλής	=	θηλή
θηλίτιδα	noun	φλεγμονή της οπτικής θηλής
θηλίτιδας	=	θηλίτιδα
θηλίτιδες	=	θηλίτιδα
θηλίτιδων	=	θηλίτιδα
θηλαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλαίος
θηλαίας	adj	γενική ενικού του θηλαία
θηλαίε	adj	θηλαίος, στην κλητική του ενικού
θηλαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλαία
θηλαίο	adj	θηλαίος, στην αιτιατική του ενικού
θηλαίοι	adj	θηλαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
θηλαίος	adj	που έχει σχέση με τη θηλή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
θηλαίου	adj	γενική ενικού του θηλαίος
θηλαίους	adj	θηλαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
θηλαίων	=	θηλαίος
θηλαρχές	=	θηλαρχή
θηλαρχή	noun	η έναρξη της ανάπτυξης και διόγκωσης του στήθους κάτω από την επίδραση των οιστρογόνων και της προγεστερόνης και η οποία αποτελεί το πρώτο σύνηθες σημάδι έναρξης της εφηβείας στα κορίτσια
θηλαρχής	=	θηλαρχή
θηλαρχών	=	θηλαρχή
θηλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θήλασμα
θηλασμέ	noun	κλητική ενικού του θηλασμός
θηλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλασμένο
θηλασμένε	verb	κλητική ενικού του θηλασμένος
θηλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλασμένη
θηλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλασμένος
θηλασμένης	verb	γενική ενικού του θηλασμένη
θηλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θηλασμένος
θηλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλασμένος
θηλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θηλασμένος
θηλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θηλασμένος
θηλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θηλασμένος
θηλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλασμός
θηλασμού	noun	γενική ενικού του θηλασμός
θηλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θηλασμός
θηλασμό	noun	αιτιατική ενικού του θηλασμός
θηλασμός	noun	το να τρέφει κανείς ένα βρέφος με μητρικό γάλα
θηλασμών	noun	γενική πληθυντικού του θηλασμός
θηλαστικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλαστικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (θηλαστικό) του θηλαστικός
θηλαστικέ	adj	κλητική ενικού του θηλαστικός
θηλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλαστική
θηλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλαστικός
θηλαστικής	adj	γενική ενικού του θηλαστική
θηλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλαστικός
θηλαστικολογία	noun	ο ζωολογικός κλάδος της μελέτης των θηλαστικών
θηλαστικολογίας	noun	γενική ενικού του θηλαστικολογία
θηλαστικολογίες	=	θηλαστικολογία
θηλαστικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θηλαστικολογία
θηλαστικού	adj	γενική ενικού του θηλαστικός
θηλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηλαστικός
θηλαστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του θηλαστικός	noun	ζώο που ανήκει στην ομοταξία των Θηλαστικών (Mammalia)
θηλαστικός	adj	που έχει σχέση με τα θηλαστικά ή αναφέρεται σ’ αυτά
θηλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του θηλαστικός
θηλεοκτονία	noun|formal	η δολοφονία θήλεος (ιδίως όταν υποκρύπτονται μισογυνικά κίνητρα)
θηλεοκτόνε	=	θηλεοκτόνος
θηλεοκτόνο	=	θηλεοκτόνος
θηλεοκτόνοι	=	θηλεοκτόνος
θηλεοκτόνος	noun	που διαπράττει γυναικοκτονία
θηλεοκτόνου	=	θηλεοκτόνος
θηλεοκτόνους	=	θηλεοκτόνος
θηλεοκτόνων	=	θηλεοκτόνος
θηλεοποίηση	noun	η εκθήλυνση
θηλεοποίησης	=	θηλεοποίηση
θηλεοποιήσεις	=	θηλεοποίηση
θηλεοποιήσεων	=	θηλεοποίηση
θηλιά	noun	σχοινί ή κορδόνι ή σύρμα ή άλλο παρόμοιο που σχηματίζει κυκλικό κόμπο του οποίου το άνοιγμα αυξομειώνεται
θηλιάζαμε	=	θηλιάζω
θηλιάζαν	=	θηλιάζω
θηλιάζανε	=	θηλιάζω
θηλιάζατε	=	θηλιάζω
θηλιάζει	=	θηλιάζω
θηλιάζεις	=	θηλιάζω
θηλιάζετε	=	θηλιάζω
θηλιάζοντας	=	θηλιάζω
θηλιάζουμε	=	θηλιάζω
θηλιάζουν	=	θηλιάζω
θηλιάζουνε	=	θηλιάζω
θηλιάζω	verb	κάνω θηλιά
θηλιάς	noun	γενική ενικού του θηλιά
θηλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσαν	=	θηλιάζω
θηλιάσανε	=	θηλιάζω
θηλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήλιασμα
θηλιάσματος	noun	γενική ενικού του θήλιασμα
θηλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλιάζω
θηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλιά
θηλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θήλιασμα
θηλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλιασμένο
θηλιασμένε	verb	κλητική ενικού του θηλιασμένος
θηλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλιασμένη
θηλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλιασμένος
θηλιασμένης	verb	γενική ενικού του θηλιασμένη
θηλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θηλιασμένος
θηλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλιασμένος
θηλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου θηλιάζω
θηλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θηλιασμένος
θηλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θηλιασμένος
θηλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θηλιασμένος
θηλιών	=	θηλιά
θηλοειδές	=	θηλοειδής
θηλοειδή	=	θηλοειδής
θηλοειδής	adj	που είναι σαν θηλή, σαν ρώγα μαστού
θηλοειδείς	=	θηλοειδής
θηλοειδούς	=	θηλοειδής
θηλοειδών	=	θηλοειδής
θηλορραγία	noun	αιμορραγία της θηλής
θηλορραγίας	noun	γενική ενικού του θηλορραγία
θηλορραγίες	=	θηλορραγία
θηλορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του θηλορραγία
θηλυγονία	noun|formal	γέννηση θηλυκών απογόνων
θηλυγονίας	noun	γενική ενικού του θηλυγονία
θηλυγονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυγονία
θηλυγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυγονικό
θηλυγονικέ	adj	κλητική ενικού του θηλυγονικός
θηλυγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυγονική
θηλυγονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλυγονικός
θηλυγονικής	adj	γενική ενικού του θηλυγονική
θηλυγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλυγονικός
θηλυγονικού	adj	γενική ενικού του θηλυγονικός
θηλυγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηλυγονικός
θηλυγονικό	adj	αιτιατική ενικού του θηλυγονικός
θηλυγονικός	adj|formal	που έχει σχέση με τη θηλυγονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
θηλυγονικών	adj	γενική πληθυντικού του θηλυγονικός
θηλυγονιών	noun	γενική πληθυντικού του θηλυγονία
θηλυδρία	=	θηλυδρίας
θηλυδρίας	noun|archaic	θηλυπρεπής
θηλυδρίες	=	θηλυδρίας
θηλυδριών	=	θηλυδρίας
θηλυκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυκό	adv	με θηλυκότητα
θηλυκέ	adj	κλητική ενικού του θηλυκός
θηλυκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυκή
θηλυκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλυκός
θηλυκής	adj	γενική ενικού του θηλυκή
θηλυκιά	=	θηλυκός
θηλυκιάς	=	θηλυκός
θηλυκιού	=	θηλύκι
θηλυκιών	=	θηλύκι
θηλυκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλυκός
θηλυκοποίηση	noun	εισαγωγή γυναικών σε ανδρικό περιβάλλον
θηλυκοποίησης	=	θηλυκοποίηση
θηλυκοποιήσεις	=	θηλυκοποίηση
θηλυκοποιήσεων	=	θηλυκοποίηση
θηλυκοτήτων	=	θηλυκότητα
θηλυκοτυριού	=	θηλυκοτύρι
θηλυκοτυριών	=	θηλυκοτύρι
θηλυκοτύρι	noun	γλυκόξινο ημίσκληρο τυρί από ανθόγαλο και γάλα από τη Νάξο
θηλυκοτύρια	=	θηλυκοτύρι
θηλυκού	adj	γενική ενικού του θηλυκός
θηλυκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηλυκός
θηλυκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θηλύκωμα
θηλυκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυκωμένο
θηλυκωμένε	verb	κλητική ενικού του θηλυκωμένος
θηλυκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυκωμένη
θηλυκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηλυκωμένος
θηλυκωμένης	verb	γενική ενικού του θηλυκωμένη
θηλυκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θηλυκωμένος
θηλυκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηλυκωμένος
θηλυκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θηλυκωμένος
θηλυκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θηλυκωμένος
θηλυκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θηλυκωμένος
θηλυκωτάρι	noun	άλλη μορφή του θηλυκωτήρι
θηλυκωτάρια	=	θηλυκωτάρι
θηλυκωτήρι	noun	είδος θηλιάς για το δέσιμο των υποδημάτων
θηλυκωτήρια	=	θηλυκωτήρι
θηλυκό	adj	αιτιατική ενικού του θηλυκός	noun	το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, αντωνυμιών που αντιστοιχεί στο βιολογικό γένος του θηλυκού.
θηλυκός	adj	που αναφέρεται στο βιολογικό φύλο που γεννά
θηλυκότητα	noun	τα χαρακτηριστικά ή ο τρόπος συμπεριφοράς που ταιριάζει ή προσιδιάζει σ’ ένα θηλυκό άτομο
θηλυκότητας	noun	γενική ενικού του θηλυκότητα
θηλυκότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυκότητα
θηλυκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλύκωμα
θηλυκώματος	noun	γενική ενικού του θηλύκωμα
θηλυκών	adj	γενική πληθυντικού του θηλυκός
θηλυκώναμε	=	θηλυκώνω
θηλυκώναν	=	θηλυκώνω
θηλυκώνανε	=	θηλυκώνω
θηλυκώνατε	=	θηλυκώνω
θηλυκώνει	=	θηλυκώνω
θηλυκώνεις	=	θηλυκώνω
θηλυκώνετε	=	θηλυκώνω
θηλυκώνοντας	=	θηλυκώνω
θηλυκώνουμε	=	θηλυκώνω
θηλυκώνουν	=	θηλυκώνω
θηλυκώνουνε	=	θηλυκώνω
θηλυκώνω	verb	ταιριάζω, τοποθετώ ένα αντικείμενο μέσα σε εσοχή άλλου
θηλυκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσαν	=	θηλυκώνω
θηλυκώσανε	=	θηλυκώνω
θηλυκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλυμανές	=	θηλυμανής
θηλυμανή	=	θηλυμανής
θηλυμανής	adj	που ρέπει (σε παθολογικό βαθμό) σε έντονες ερωτικές ή άλλες σχέσεις με γυναίκες
θηλυμανία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θηλυμανούς
θηλυμανίας	noun	γενική ενικού του θηλυμανία
θηλυμανίες	=	θηλυμανία
θηλυμανείς	=	θηλυμανής
θηλυμανιών	noun	γενική πληθυντικού του θηλυμανία
θηλυμανούς	=	θηλυμανής
θηλυμανών	=	θηλυμανής
θηλυμορφία	noun|formal	η ύπαρξη πολλών γυναικείων χαρακτηριστικών σε αντρικό σώμα ή πρόσωπο
θηλυμορφίας	noun	γενική ενικού του θηλυμορφία
θηλυμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυμορφία
θηλυμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του θηλυμορφία
θηλυπρέπεια	noun	η ιδιότητα του θηλυπρεπούς
θηλυπρέπειας	noun	γενική ενικού του θηλυπρέπεια
θηλυπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηλυπρέπεια
θηλυπρεπές	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατα	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατε	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατες	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατη	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατης	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατο	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατοι	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατος	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατου	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατους	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστατων	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερα	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερε	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερες	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερη	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερης	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερο	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστεροι	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερος	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερου	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερους	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπέστερων	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπή	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπής	adj	χαρακτηρισμός για άντρα που φέρεται, κινείται, μιλάει με γυναικείο τρόπο
θηλυπρεπείς	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του θηλυπρέπεια
θηλυπρεπούς	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπών	=	θηλυπρεπής
θηλυπρεπώς	adv	με θηλυπρέπεια
θηλυτήτων	=	θηλύτητα
θηλυτοκία	noun	γέννηση θηλυκών απογόνων
θηλυτοκίας	noun	γενική ενικού του θηλυτοκία
θηλυτοκίες	=	θηλυτοκία
θηλυτοκιών	noun	γενική πληθυντικού του θηλυτοκία
θηλυφανές	=	θηλυφανής
θηλυφανή	=	θηλυφανής
θηλυφανής	adj|formal	που μοιάζει με γυναίκα η με γυναικεία χαρακτηριστικά
θηλυφανείς	=	θηλυφανής
θηλυφανούς	=	θηλυφανής
θηλυφανών	=	θηλυφανής
θηλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θήλωμα
θηλύκι	noun	κουμπί
θηλύκια	=	θηλύκι
θηλύκωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού θηλυκώνω
θηλύκωνα	=	θηλυκώνω
θηλύκωναν	=	θηλυκώνω
θηλύκωνε	=	θηλυκώνω
θηλύκωνες	=	θηλυκώνω
θηλύκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλύκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλύκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλύκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηλυκώνω
θηλύτητα	noun	θηλυκότητα
θηλύτητας	=	θηλύτητα
θηλύτητες	=	θηλύτητα
θηλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήλωμα
θηλώματος	noun	γενική ενικού του θήλωμα
θηλών	=	θηλή
θημωνιά	noun	σωρός από θερισμένα σπαρτά ή άλλα φυτά και ειδικότερα ο δεμένος
θημωνιάζαμε	=	θημωνιάζω
θημωνιάζαν	=	θημωνιάζω
θημωνιάζανε	=	θημωνιάζω
θημωνιάζατε	=	θημωνιάζω
θημωνιάζει	=	θημωνιάζω
θημωνιάζεις	=	θημωνιάζω
θημωνιάζετε	=	θημωνιάζω
θημωνιάζοντας	=	θημωνιάζω
θημωνιάζουμε	=	θημωνιάζω
θημωνιάζουν	=	θημωνιάζω
θημωνιάζουνε	=	θημωνιάζω
θημωνιάζω	verb	σχηματίζω θημωνιές με τα σιτηρά (ή τα χόρτα) που έχω θερίσει
θημωνιάμ	=	θημωνιά
θημωνιάς	noun	γενική ενικού του θημωνιά
θημωνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσαν	=	θημωνιάζω
θημωνιάσανε	=	θημωνιάζω
θημωνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θημώνιασμα
θημωνιάσματος	noun	γενική ενικού του θημώνιασμα
θημωνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θημωνιά
θημωνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θημώνιασμα
θημωνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θημωνιασμένο
θημωνιασμένε	verb	κλητική ενικού του θημωνιασμένος
θημωνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θημωνιασμένη
θημωνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θημωνιασμένος
θημωνιασμένης	verb	γενική ενικού του θημωνιασμένη
θημωνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θημωνιασμένος
θημωνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θημωνιασμένος
θημωνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θημωνιασμένος
θημωνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θημωνιασμένος
θημωνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θημωνιασμένος
θημωνιών	=	θημωνιά
θημώνιαζα	=	θημωνιάζω
θημώνιαζαν	=	θημωνιάζω
θημώνιαζε	=	θημωνιάζω
θημώνιαζες	=	θημωνιάζω
θημώνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημώνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημώνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημώνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θημωνιάζω
θημώνιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού θημωνιάζω
θηράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήραμα
θηράματος	noun	γενική ενικού του θήραμα
θηρία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηρίο
θηρίο	noun	άγριο ζώο, μεγαλόσωμο
θηρίου	noun	γενική ενικού του θηρίο
θηρίων	noun	γενική πληθυντικού του θηρίο
θηραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θήραμα
θηραματοπονία	noun	απόπειρα για διατήρηση του πληθυσμού των θηραμάτων και περιορισμού του κυνηγιού
θηραματοπονίας	=	θηραματοπονία
θηραματοπονίες	=	θηραματοπονία
θηραματοπονιών	=	θηραματοπονία
θηραϊκά	=	θηραϊκός
θηραϊκέ	=	θηραϊκός
θηραϊκές	=	θηραϊκός
θηραϊκή	=	θηραϊκός
θηραϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θηραϊκή) του θηραϊκός
θηραϊκοί	=	θηραϊκός
θηραϊκού	=	θηραϊκός
θηραϊκούς	=	θηραϊκός
θηραϊκό	=	θηραϊκός
θηραϊκός	adj	που προέρχεται από τη Θήρα (τη Σαντορίνη)
θηραϊκών	=	θηραϊκός
θηρευμάτων	=	θήρευμα
θηρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηρευτής
θηρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θηρευτής
θηρευτής	noun	κυνηγός
θηρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηρευτικό	adv	σχετικά με το κυνήγι
θηρευτικέ	adj	κλητική ενικού του θηρευτικός
θηρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηρευτική
θηρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηρευτικός
θηρευτικής	adj	γενική ενικού του θηρευτική
θηρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηρευτικός
θηρευτικού	adj	γενική ενικού του θηρευτικός
θηρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηρευτικός
θηρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του θηρευτικός
θηρευτικός	adj	σχετικός με το κυνήγι
θηρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του θηρευτικός
θηρευτικώς	adv|dated	θηρευτικά
θηρευτριών	noun	γενική πληθυντικού του θηρεύτρια
θηρευτών	noun	γενική πληθυντικού του θηρευτής
θηρεύματα	=	θήρευμα
θηρεύματος	=	θήρευμα
θηρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσιμα	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμε	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμες	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμη	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμης	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμο	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμοι	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμος	adj	που μπορείς ή επιτρέπεται να τον κυνηγήσεις
θηρεύσιμου	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμους	=	θηρεύσιμος
θηρεύσιμων	=	θηρεύσιμος
θηρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θηρεύω
θηρεύτριας	noun	γενική ενικού του θηρεύτρια
θηρεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηρεύτρια
θηρεύω	verb	κυνηγώ
θηριά	=	θηριό
θηριανέ	=	θηριανός
θηριανές	=	θηριανή
θηριανή	noun	θηλυκό του θηριανός
θηριανής	=	θηριανή
θηριανοί	=	θηριανός
θηριανού	=	θηριανός
θηριανούς	=	θηριανός
θηριανό	=	θηριανός
θηριανός	noun	άτομο που ταυτίζεται εσωτερικά με την ταυτότητα ενός ή περισσότερων ζώων και εκφράζει αυτή την αντίληψη στην προσωπική του ζωή, συχνά ως μέλος της διαδικτυακής υποκουλτούρας των θηριανών
θηριανών	=	θηριανός
θηριοδαμάστρια	noun	θηλυκό του θηριοδαμαστής
θηριοδαμάστριας	noun	γενική ενικού του θηριοδαμάστρια
θηριοδαμάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριοδαμάστρια
θηριοδαμαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριοδαμαστής
θηριοδαμαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θηριοδαμαστής
θηριοδαμαστής	noun	αυτός που δαμάζει άγρια ζώα και τα προετοιμάζει για να κάνουν νούμερα σε τσίρκα
θηριοδαμαστριών	noun	γενική πληθυντικού του θηριοδαμάστρια
θηριοδαμαστών	noun	γενική πληθυντικού του θηριοδαμαστής
θηριοκτονία	noun|formal	το σκότωμα θηρίου
θηριοκτονίας	=	θηριοκτονία
θηριοκτονίες	=	θηριοκτονία
θηριοκτονιών	=	θηριοκτονία
θηριομάχε	=	θηριομάχος
θηριομάχησα	=	θηριομαχώ
θηριομάχησαν	=	θηριομαχώ
θηριομάχησε	=	θηριομαχώ
θηριομάχησες	=	θηριομαχώ
θηριομάχο	=	θηριομάχος
θηριομάχοι	=	θηριομάχος
θηριομάχος	noun	που μάχεται με τα θηρία
θηριομάχου	=	θηριομάχος
θηριομάχους	=	θηριομάχος
θηριομάχων	=	θηριομάχος
θηριομαχήσαμε	=	θηριομαχώ
θηριομαχήσαν	=	θηριομαχώ
θηριομαχήσανε	=	θηριομαχώ
θηριομαχήσατε	=	θηριομαχώ
θηριομαχήσει	=	θηριομαχώ
θηριομαχήστε	=	θηριομαχώ
θηριομαχία	noun	η μάχη θηρίων μεταξύ τους
θηριομαχίας	noun	γενική ενικού του θηριομαχία
θηριομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριομαχία
θηριομαχεί	=	θηριομαχώ
θηριομαχείς	=	θηριομαχώ
θηριομαχείτε	=	θηριομαχώ
θηριομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του θηριομαχία
θηριομαχούμε	=	θηριομαχώ
θηριομαχούν	=	θηριομαχώ
θηριομαχούνε	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσα	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσαμε	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσαν	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσανε	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσατε	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσε	=	θηριομαχώ
θηριομαχούσες	=	θηριομαχώ
θηριομαχώ	verb	μάχομαι / πολεμώ με τα θηρία
θηριομαχώντας	=	θηριομαχώ
θηριοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριοτροφείο
θηριοτροφείο	noun	τόπος που ζουν και τρέφονται έγκλειστα σε κλουβιά άγρια θηρία
θηριοτροφείου	noun	γενική ενικού του θηριοτροφείο
θηριοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του θηριοτροφείο
θηριοτρόφε	=	θηριοτρόφος
θηριοτρόφο	=	θηριοτρόφος
θηριοτρόφοι	=	θηριοτρόφος
θηριοτρόφος	noun	που εργάζεται σε θηριοτροφείο ή είναι ιδιοκτήτης του
θηριοτρόφου	=	θηριοτρόφος
θηριοτρόφους	=	θηριοτρόφος
θηριοτρόφων	=	θηριοτρόφος
θηριού	=	θηριό
θηριωδέστατα	=	θηριώδης
θηριωδέστατε	=	θηριώδης
θηριωδέστατες	=	θηριώδης
θηριωδέστατη	=	θηριώδης
θηριωδέστατης	=	θηριώδης
θηριωδέστατο	=	θηριώδης
θηριωδέστατοι	=	θηριώδης
θηριωδέστατος	=	θηριώδης
θηριωδέστατου	=	θηριώδης
θηριωδέστατους	=	θηριώδης
θηριωδέστατων	=	θηριώδης
θηριωδέστερα	=	θηριώδης
θηριωδέστερε	=	θηριώδης
θηριωδέστερες	=	θηριώδης
θηριωδέστερη	=	θηριώδης
θηριωδέστερης	=	θηριώδης
θηριωδέστερο	=	θηριώδης
θηριωδέστεροι	=	θηριώδης
θηριωδέστερος	=	θηριώδης
θηριωδέστερου	=	θηριώδης
θηριωδέστερους	=	θηριώδης
θηριωδέστερων	=	θηριώδης
θηριωδία	noun	η ακραία σκληρότητα
θηριωδίας	noun	γενική ενικού του θηριωδία
θηριωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριωδία
θηριωδιών	noun	γενική πληθυντικού του θηριωδία
θηριωδών	adj	γενική πληθυντικού του θηριώδης
θηριωδώς	adv	με θηριώδη τρόπο
θηριό	noun|literary	άλλη μορφή του θεριό
θηριόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριόμορφο
θηριόμορφε	adj	κλητική ενικού του θηριόμορφος
θηριόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θηριόμορφη
θηριόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θηριόμορφος
θηριόμορφης	adj	γενική ενικού του θηριόμορφη
θηριόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του θηριόμορφος
θηριόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θηριόμορφος
θηριόμορφος	adj	που έχει τη μορφή θηρίου
θηριόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θηριόμορφος
θηριόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θηριόμορφος
θηριόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θηριόμορφος
θηριώδεις	=	θηριώδης
θηριώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θηριώδης
θηριώδη	=	θηριώδης
θηριώδης	adj	που έχει χαρακτηριστικά θηρίου, πολύ άγριος, σκληρός, απάνθρωπος
θηριώδους	=	θηριώδης
θηριών	=	θηριό
θηροκτονία	noun|formal	το σκότωμα θηρίου
θηροκτονίας	=	θηροκτονία
θηροκτονίες	=	θηροκτονία
θηροκτονιών	=	θηροκτονία
θηροφυλάκων	=	θηροφύλακας
θηροφυλακές	=	θηροφυλακή
θηροφυλακή	noun	ιδιαίτερη δημόσια ή ιδιωτική υπηρεσία περιφρούρησης κυνηγίου ζώων σε ορισμένη περιοχή
θηροφυλακής	=	θηροφυλακή
θηροφυλακών	=	θηροφυλακή
θηροφύλακα	=	θηροφύλακας
θηροφύλακας	noun	ο επιφορτισμένος στη περιφρούρηση κυνηγίου ζώων σε ορισμένη περιοχή
θηροφύλακες	=	θηροφύλακας
θηρών	noun	γενική πληθυντικού του θήρα
θησαυρέ	noun	κλητική ενικού του θησαυρός
θησαυρίζαμε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζαν	=	θησαυρίζω
θησαυρίζανε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζατε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζει	=	θησαυρίζω
θησαυρίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίζεσαι	=	θησαυρίζω
θησαυρίζεστε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζεται	=	θησαυρίζω
θησαυρίζετε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζομαι	verb	συμπεριλαμβάνομαι σε λεξικό ή άλλη ταξινομημένη συλλογή λέξεων και όρων
θησαυρίζονται	=	θησαυρίζω
θησαυρίζονταν	=	θησαυρίζω
θησαυρίζοντας	=	θησαυρίζω
θησαυρίζουμε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζουν	=	θησαυρίζω
θησαυρίζουνε	=	θησαυρίζω
θησαυρίζω	verb	γίνομαι πλούσιος
θησαυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίσαν	=	θησαυρίζω
θησαυρίσανε	=	θησαυρίζω
θησαυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του θησαύριση
θησαυρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του θησαύριση
θησαυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαύρισμα
θησαυρίσματος	noun	γενική ενικού του θησαύρισμα
θησαυρίσου	=	θησαυρίζω
θησαυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαυριζόμασταν	=	θησαυρίζω
θησαυριζόμαστε	=	θησαυρίζω
θησαυριζόμουν	=	θησαυρίζω
θησαυριζόμουνα	=	θησαυρίζω
θησαυριζόντουσαν	=	θησαυρίζω
θησαυριζόσασταν	=	θησαυρίζω
θησαυριζόσαστε	=	θησαυρίζω
θησαυριζόσουν	=	θησαυρίζω
θησαυριζόσουνα	=	θησαυρίζω
θησαυριζόταν	=	θησαυρίζω
θησαυριζότανε	=	θησαυρίζω
θησαυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θησαύρισμα
θησαυρισμέ	noun	κλητική ενικού του θησαυρισμός
θησαυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαυρισμένο
θησαυρισμένε	verb	κλητική ενικού του θησαυρισμένος
θησαυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαυρισμένη
θησαυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θησαυρισμένος
θησαυρισμένης	verb	γενική ενικού του θησαυρισμένη
θησαυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θησαυρισμένος
θησαυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θησαυρισμένος
θησαυρισμένος	verb	συνώνυμο του αποθησαυρισμένος
θησαυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θησαυρισμένος
θησαυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θησαυρισμένος
θησαυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θησαυρισμένος
θησαυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θησαυρισμός
θησαυρισμού	noun	γενική ενικού του θησαυρισμός
θησαυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θησαυρισμός
θησαυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του θησαυρισμός
θησαυρισμός	noun	η συγκέντρωση αγαθών, πλούτου
θησαυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του θησαυρισμός
θησαυριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαυριστής
θησαυριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θησαυριστής
θησαυριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστήκαν	=	θησαυρίζω
θησαυριστήκανε	=	θησαυρίζω
θησαυριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστής	noun|rare	αυτός που θησαυρίζει
θησαυριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζομαι
θησαυριστών	noun	γενική πληθυντικού του θησαυριστής
θησαυροί	=	θησαυρός
θησαυροθηρία	noun|formal	το κυνήγι θησαυρού
θησαυροθηρίας	noun	γενική ενικού του θησαυροθηρία
θησαυροθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαυροθηρία
θησαυροθηριών	noun	γενική πληθυντικού του θησαυροθηρία
θησαυροφυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαυροφυλάκιο
θησαυροφυλάκιο	noun	το μέρος όπου φυλάσσονται θησαυροί
θησαυροφυλάκιου	=	θησαυροφυλάκιο
θησαυροφυλάκων	=	θησαυροφύλακας
θησαυροφυλακίου	noun	γενική ενικού του θησαυροφυλάκιο
θησαυροφυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του θησαυροφυλάκιο
θησαυροφύλακα	=	θησαυροφύλακας
θησαυροφύλακας	noun	άνθρωπος που προσέχει θησαυρό / θησαυροφυλάκειο
θησαυροφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θησαυροφύλακας
θησαυρού	noun	γενική ενικού του θησαυρός
θησαυρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θησαυρός
θησαυρό	noun	αιτιατική ενικού του θησαυρός
θησαυρός	noun	σύνολο πολύτιμων αντικειμένων, κειμηλίων ή μεγάλα ποσά χρημάτων που συγκεντρώνονται και φυλάγονται, συνήθως με τρόπο που είναι δύσκολο να τα βρει κανείς
θησαυρών	noun	γενική πληθυντικού του θησαυρός
θησαύριζα	=	θησαυρίζω
θησαύριζαν	=	θησαυρίζω
θησαύριζε	=	θησαυρίζω
θησαύριζες	=	θησαυρίζω
θησαύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θησαυρίζω
θησαύριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θησαυρίζω
θησαύρισης	noun	γενική ενικού του θησαύριση
θησαύρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θησαυρίζω
θητεία	noun	το διάστημα κατά το οποίο παραμένει στο στρατό ένας κληρωτός, η στρατιωτική υπηρεσία
θητείας	noun	γενική ενικού του θητεία
θητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θητεία
θητειών	noun	γενική πληθυντικού του θητεία
θητεύαμε	=	θητεύω
θητεύαν	=	θητεύω
θητεύανε	=	θητεύω
θητεύατε	=	θητεύω
θητεύει	=	θητεύω
θητεύεις	=	θητεύω
θητεύετε	=	θητεύω
θητεύοντας	=	θητεύω
θητεύουμε	=	θητεύω
θητεύουν	=	θητεύω
θητεύουνε	=	θητεύω
θητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσαν	=	θητεύω
θητεύσανε	=	θητεύω
θητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσεων	=	θήτευση
θητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θητεύω
θητεύω	verb|formal	μαθητεύω σε κάποιον σημαντικό δημιουργό ή καλλιτέχνη, ασχολούμενος με μια (σημαντική) τέχνη ή δραστηριότητα
θητών	=	θήτης
θιάσου	noun	γενική ενικού του θίασος
θιάσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θίασος
θιάσων	noun	γενική πληθυντικού του θίασος
θιασάρχα	=	θιασάρχης
θιασάρχες	=	θιασάρχης
θιασάρχη	=	θιασάρχης
θιασάρχης	noun	επικεφαλής ενός θιάσου
θιασάρχις	noun	θιασάρχισσα
θιασάρχισσα	=	θιασάρχης
θιασάρχισσας	noun	γενική ενικού του θιασάρχισσα
θιασάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιασάρχισσα
θιασάρχου	=	θιασάρχης
θιασαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του θιασάρχισσα
θιασαρχών	=	θιασάρχης
θιασωτριών	noun	γενική πληθυντικού του θιασώτρια
θιασωτών	=	θιασώτης
θιασώτες	=	θιασώτης
θιασώτη	=	θιασώτης
θιασώτης	noun	οπαδός, θαυμαστής, λάτρης
θιασώτρια	noun	θιασώτης
θιασώτριας	noun	γενική ενικού του θιασώτρια
θιασώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιασώτρια
θιβετιανά	noun	γλώσσα που μιλιέται στο Θιβέτ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιβετιανό
θιβετιανέ	=	θιβετιανός
θιβετιανές	=	θιβετιανός
θιβετιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θιβετιανός
θιβετιανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (θιβετιανή) του θιβετιανός
θιβετιανοί	=	θιβετιανός
θιβετιανού	=	θιβετιανός
θιβετιανούς	=	θιβετιανός
θιβετιανό	=	θιβετιανός
θιβετιανός	adj	που έχει σχέση με το Θιβέτ ή τους Θιβετιανούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
θιβετιανών	=	θιβετιανά
θιβετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιβετικό
θιβετικέ	adj	κλητική ενικού του θιβετικός
θιβετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιβετική
θιβετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θιβετικός
θιβετικής	adj	γενική ενικού του θιβετική
θιβετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θιβετικός
θιβετικού	adj	γενική ενικού του θιβετικός
θιβετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θιβετικός
θιβετικό	adj	αιτιατική ενικού του θιβετικός
θιβετικός	adj	ο σχετικός με το Θιβέτ
θιβετικών	adj	γενική πληθυντικού του θιβετικός
θιγμέ	=	θιγμός
θιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιγμένο
θιγμένε	verb	κλητική ενικού του θιγμένος
θιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θιγμένη
θιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θιγμένος
θιγμένης	verb	γενική ενικού του θιγμένη
θιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του θιγμένος
θιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θιγμένος
θιγμένος	verb	που έχει θιχτεί, προσβεβλημένος
θιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θιγμένος
θιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θιγμένος
θιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θιγμένος
θιγμοί	=	θιγμός
θιγμού	=	θιγμός
θιγμούς	=	θιγμός
θιγμό	=	θιγμός
θιγμός	noun	περιέλιξη φυτού γύρω από αντικείμενο
θιγμών	=	θιγμός
θιγόμασταν	=	θίγομαι
θιγόμαστε	=	θίγομαι
θιγόμουν	=	θίγομαι
θιγόμουνα	=	θίγομαι
θιγόντουσαν	=	θίγομαι
θιγόσασταν	=	θίγομαι
θιγόσαστε	=	θίγομαι
θιγόσουν	=	θίγομαι
θιγόσουνα	=	θίγομαι
θιγόταν	=	θίγομαι
θιγότανε	=	θίγομαι
θινών	noun	γενική πληθυντικού του θίνα
θιος	noun	ο θεός
θιχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτήκαν	=	θίγομαι
θιχτήκανε	=	θίγομαι
θιχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θιχτούνε	=	θίγω
θιχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θίγομαι
θλάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλάση
θλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του θλάση
θλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του θλάση
θλάση	noun	τραυματισμός σε ιστό του σώματος, που δεν συνοδεύεται από τραυματισμό στο δέρμα
θλάσης	noun	γενική ενικού του θλάση
θλίβαμε	=	θλίβω
θλίβαν	=	θλίβω
θλίβανε	=	θλίβω
θλίβατε	=	θλίβω
θλίβε	=	θλίβω
θλίβει	=	θλίβω
θλίβεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θλίβω
θλίβεσαι	=	θλίβω
θλίβεσθε	=	θλίβω
θλίβεστε	=	θλίβω
θλίβεται	=	θλίβω
θλίβετε	=	θλίβω
θλίβομαι	verb	αισθάνομαι θλίψη
θλίβομε	=	θλίβω
θλίβονται	=	θλίβω
θλίβονταν	=	θλίβω
θλίβοντας	=	θλίβω
θλίβουμε	=	θλίβω
θλίβουν	=	θλίβω
θλίβουνε	=	θλίβω
θλίβω	verb	προκαλώ θλίψη, λύπη, στεναχώρια
θλίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψαν	=	θλίβω
θλίψανε	=	θλίβω
θλίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψε	=	θλίβω
θλίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλίψη
θλίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψεων	noun	γενική πληθυντικού του θλίψη
θλίψεως	noun|formal	γενική ενικού του θλίψη
θλίψη	noun	η λύπη, ο ψυχικός πόνος
θλίψης	noun	γενική ενικού του θλίψη
θλίψομε	=	θλίβω
θλίψου	=	θλίβω
θλίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψουνε	=	θλίβω
θλίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θλίβω
θλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλαστικό
θλαστικέ	adj	κλητική ενικού του θλαστικός
θλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλαστική
θλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θλαστικός
θλαστικής	adj	γενική ενικού του θλαστική
θλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θλαστικός
θλαστικοτήτων	=	θλαστικότητα
θλαστικού	adj	γενική ενικού του θλαστικός
θλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θλαστικός
θλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του θλαστικός
θλαστικός	adj	που προκαλεί θλάση, σπάσιμο
θλαστικότητα	noun|formal	η ικανότητα αντικειμένου, μέσου ή οργάνου να συνθλίβει, να θρυμματίζει ή να σπάει κάτι μέσω πίεσης ή κρούσης
θλαστικότητας	=	θλαστικότητα
θλαστικότητες	=	θλαστικότητα
θλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του θλαστικός
θλιβεί	=	θλίβω
θλιβείτε	=	θλίβω
θλιβερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλιβερό	adv	με θλιβερό τρόπο, προκαλώντας θλίψη
θλιβερέ	adj	κλητική ενικού του θλιβερός
θλιβερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλιβερή
θλιβερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θλιβερός
θλιβερής	adj	γενική ενικού του θλιβερή
θλιβεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θλιβερός
θλιβεροτήτων	=	θλιβερότητα
θλιβερού	adj	γενική ενικού του θλιβερός
θλιβερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θλιβερός
θλιβερό	adj	αιτιατική ενικού του θλιβερός
θλιβερός	adj	αυτός που προκαλεί θλίψη, στεναχώρια, δυσαρέσκεια
θλιβερότατα	=	θλιβερός
θλιβερότατε	=	θλιβερός
θλιβερότατες	=	θλιβερός
θλιβερότατη	=	θλιβερός
θλιβερότατης	=	θλιβερός
θλιβερότατο	=	θλιβερός
θλιβερότατοι	=	θλιβερός
θλιβερότατος	=	θλιβερός
θλιβερότατου	=	θλιβερός
θλιβερότατους	=	θλιβερός
θλιβερότατων	=	θλιβερός
θλιβερότερα	=	θλιβερός
θλιβερότερε	=	θλιβερός
θλιβερότερες	=	θλιβερός
θλιβερότερη	=	θλιβερός
θλιβερότερης	=	θλιβερός
θλιβερότερο	=	θλιβερός
θλιβερότεροι	=	θλιβερός
θλιβερότερος	=	θλιβερός
θλιβερότερου	=	θλιβερός
θλιβερότερους	=	θλιβερός
θλιβερότερων	=	θλιβερός
θλιβερότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή η κατάσταση του θλιβερού
θλιβερότητας	=	θλιβερότητα
θλιβερότητες	=	θλιβερότητα
θλιβερών	adj	γενική πληθυντικού του θλιβερός
θλιβερώς	adv|dated	θλιβερά
θλιβόμασταν	=	θλίβω
θλιβόμαστε	=	θλίβω
θλιβόμουν	=	θλίβω
θλιβόμουνα	=	θλίβω
θλιβόντουσαν	=	θλίβω
θλιβόσασταν	=	θλίβω
θλιβόσαστε	=	θλίβω
θλιβόσουν	=	θλίβω
θλιβόσουνα	=	θλίβω
θλιβόταν	=	θλίβω
θλιβότανε	=	θλίβω
θλιβώ	=	θλίβω
θλιμμένα	adv	με θλίψη
θλιμμένε	verb	κλητική ενικού του θλιμμένος
θλιμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλιμμένη
θλιμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θλιμμένος
θλιμμένης	verb	γενική ενικού του θλιμμένη
θλιμμένο	verb	αιτιατική ενικού του θλιμμένος
θλιμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θλιμμένος
θλιμμένος	verb	που έχει καταληφθεί από θλίψη, λυπημένος
θλιμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θλιμμένος
θλιμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θλιμμένος
θλιμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θλιμμένος
θλιπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλιπτικό
θλιπτικέ	adj	κλητική ενικού του θλιπτικός
θλιπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θλιπτική
θλιπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θλιπτικός
θλιπτικής	adj	γενική ενικού του θλιπτική
θλιπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θλιπτικός
θλιπτικού	adj	γενική ενικού του θλιπτικός
θλιπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θλιπτικός
θλιπτικό	adj	αιτιατική ενικού του θλιπτικός
θλιπτικός	adj	που έχει σχέση με την θλίψη, την πίεση, την συμπίεση, ή αναφέρεται σ’ αυτή
θλιπτικών	adj	γενική πληθυντικού του θλιπτικός
θλιφτεί	=	θλίβω
θλιφτείτε	=	θλίβω
θλων	verb|archaic	που προκαλεί θλαστικές κακώσεις (όχι με τομή ή διάτρηση), που συνθλίβει, που σπάει
θλωσών	=	θλων
θλώντα	=	θλων
θλώντες	=	θλων
θλώντος	=	θλων
θλώντων	=	θλων
θλώσα	=	θλων
θλώσας	=	θλων
θλώσες	=	θλων
θλώσης	=	θλων
θνήσκω	verb|literary	πεθαίνω
θνήσκων	adj	που πεθαίνει
θνησιγένεια	noun	ο αριθμός του ποσοστού γέννησης νεκρών ή θνησιγενών νεογνών σε σχέση με τον συνολικό αριθμό γεννήσεων
θνησιγένειας	=	θνησιγένεια
θνησιγένειες	=	θνησιγένεια
θνησιγέννητα	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητε	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητες	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητη	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητης	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητο	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητοι	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητος	adj|figurative	άλλη μορφή του θνησιγενής
θνησιγέννητου	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητους	=	θνησιγέννητος
θνησιγέννητων	=	θνησιγέννητος
θνησιγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θνησιγενής
θνησιγενή	=	θνησιγενής
θνησιγενής	adj|figurative	που έχει γεννηθεί νεκρός ή πρόκειται να πεθάνει αμέσως μετά τη γέννα
θνησιγενείς	=	θνησιγενής
θνησιγενειών	=	θνησιγένεια
θνησιγενούς	=	θνησιγενής
θνησιγενών	=	θνησιγενής
θνησιγονία	noun	η γέννηση νεκρού παιδιού
θνησιγονίας	=	θνησιγονία
θνησιγονίες	=	θνησιγονία
θνησιγονιών	=	θνησιγονία
θνησιμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θνησιμαίος
θνησιμαίας	adj	γενική ενικού του θνησιμαία
θνησιμαίε	adj	θνησιμαίος, στην κλητική του ενικού
θνησιμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θνησιμαία
θνησιμαίο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του θνησιμαίος	noun	ψοφίμι, κουφάρι
θνησιμαίοι	adj	θνησιμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
θνησιμαίος	adj|formal	ψόφιος
θνησιμαίου	adj	γενική ενικού του θνησιμαίος
θνησιμαίους	adj	θνησιμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
θνησιμαίων	=	θνησιμαίος
θνησιμοτήτων	=	θνησιμότητα
θνησιμότης	noun	η θνησιμότητα
θνησιμότητα	noun	η αναλογία των θανάτων προς το σύνολο ενός πληθυσμού
θνησιμότητας	noun	γενική ενικού του θνησιμότητα
θνησιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θνησιμότητα
θνητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θνητός
θνητέ	adj	κλητική ενικού του θνητός
θνητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θνητή
θνητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θνητός
θνητής	adj	γενική ενικού του θνητή
θνητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θνητός
θνητοτήτων	=	θνητότητα
θνητού	adj	γενική ενικού του θνητός
θνητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θνητός
θνητό	adj	αιτιατική ενικού του θνητός
θνητός	noun	άνθρωπος	adj	που (είναι βέβαιο ότι) κάποτε θα πεθάνει
θνητότητα	noun	το να είναι κάποιος θνητός, η ιδιότητα του θνητού
θνητότητας	noun	γενική ενικού του θνητότητα
θνητότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θνητότητα
θνητών	adj	γενική πληθυντικού του θνητός
θοδωρούλας	noun	γενική ενικού του Θοδωρούλα
θολά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολό	adv	με θολό τρόπο
θολέ	adj	κλητική ενικού του θολός
θολές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολή
θολή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θολός
θολής	adj	γενική ενικού του θολή
θολίσκε	=	θολίσκος
θολίσκο	=	θολίσκος
θολίσκοι	=	θολίσκος
θολίσκος	noun	υποκοριστικό του θόλος
θολίσκου	=	θολίσκος
θολίσκους	=	θολίσκος
θολίσκων	=	θολίσκος
θολίτες	=	θολίτης
θολίτη	=	θολίτης
θολίτης	noun	σφηνοειδής λίθος που μαζί με άλλους χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μιας θόλου ή μιας αψίδας
θολερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολερό	adv|rare	με θολερότητα
θολερέ	adj	κλητική ενικού του θολερός
θολερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολερή
θολερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θολερός
θολερής	adj	γενική ενικού του θολερή
θολεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θολερός
θολεροτήτων	=	θολερότητα
θολερού	adj	γενική ενικού του θολερός
θολερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θολερός
θολερό	adj	αιτιατική ενικού του θολερός
θολερός	adj	για επιφάνεια που δεν είναι καθαρή, διαυγής και διαφανής
θολερότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι θολερό(ς), η ιδιότητα του θολερού
θολερότητας	noun	γενική ενικού του θολερότητα
θολερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολερότητα
θολερών	adj	γενική πληθυντικού του θολερός
θολιτών	=	θολίτης
θολοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θολός
θολοειδές	=	θολοειδής
θολοειδή	=	θολοειδής
θολοειδής	adj	που έχει το σχήμα θόλου, που μοιάζει με θόλο
θολοειδείς	=	θολοειδής
θολοειδούς	=	θολοειδής
θολοειδών	=	θολοειδής
θολοειδώς	adv|formal	σαν θόλος
θολοσκέπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολοσκέπαστο
θολοσκέπαστε	adj	κλητική ενικού του θολοσκέπαστος
θολοσκέπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολοσκέπαστη
θολοσκέπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θολοσκέπαστος
θολοσκέπαστης	adj	γενική ενικού του θολοσκέπαστη
θολοσκέπαστο	adj	αιτιατική ενικού του θολοσκέπαστος
θολοσκέπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θολοσκέπαστος
θολοσκέπαστος	adj	που έχει θολωτή στέγη, άλλη μορφή του θολοσκεπής
θολοσκέπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θολοσκέπαστος
θολοσκέπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θολοσκέπαστος
θολοσκέπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θολοσκέπαστος
θολοσκεπές	=	θολοσκεπής
θολοσκεπή	=	θολοσκεπής
θολοσκεπής	adj	που είναι σκεπασμένος από θόλο
θολοσκεπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολοσκεπασμένο
θολοσκεπασμένε	verb	κλητική ενικού του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολοσκεπασμένη
θολοσκεπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπασμένης	verb	γενική ενικού του θολοσκεπασμένη
θολοσκεπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπασμένος	verb|rare	άλλη μορφή του θολοσκέπαστος
θολοσκεπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θολοσκεπασμένος
θολοσκεπείς	=	θολοσκεπής
θολοσκεπούς	=	θολοσκεπής
θολοσκεπών	=	θολοσκεπής
θολοστάτες	=	θολοστάτης
θολοστάτη	=	θολοστάτης
θολοστάτης	noun	τοίχος (ή άλλη κατασκευή) επί του οποίου στηρίζεται θόλος
θολοστατών	=	θολοστάτης
θολοτήτων	=	θολότητα
θολού	adj	γενική ενικού του θολός
θολούρα	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάτι είναι θολό, δεν είναι διαυγές, καθαρό
θολούρας	noun	γενική ενικού του θολούρα
θολούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολούρα
θολούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θολός
θολωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θόλωμα
θολωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολωμένο
θολωμένε	verb	κλητική ενικού του θολωμένος
θολωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολωμένη
θολωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θολωμένος
θολωμένης	verb	γενική ενικού του θολωμένη
θολωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θολωμένος
θολωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θολωμένος
θολωμένος	=	θολώνω
θολωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θολωμένος
θολωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θολωμένος
θολωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θολωμένος
θολωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολωτό	adv	με θόλους
θολωτέ	adj	κλητική ενικού του θολωτός
θολωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολωτή
θολωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θολωτός
θολωτής	adj	γενική ενικού του θολωτή
θολωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θολωτός
θολωτού	adj	γενική ενικού του θολωτός
θολωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θολωτός
θολωτό	adj	αιτιατική ενικού του θολωτός
θολωτός	adj	που έχει σχήμα θόλου
θολωτών	adj	γενική πληθυντικού του θολωτός
θολό	adj	αιτιατική ενικού του θολός
θολόλιθε	=	θολόλιθος
θολόλιθο	=	θολόλιθος
θολόλιθοι	=	θολόλιθος
θολόλιθος	noun	ο θολίτης
θολόλιθου	=	θολόλιθος
θολόλιθους	=	θολόλιθος
θολόλιθων	=	θολόλιθος
θολός	adj	που δεν έχει διαύγεια λόγω στερεών προσμείξεων
θολότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι θολό(ς), η ιδιότητα του θολού
θολότητας	noun	γενική ενικού του θολότητα
θολότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θολότητα
θολώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θόλωμα
θολώματος	noun	γενική ενικού του θόλωμα
θολών	adj	γενική πληθυντικού του θολός
θολώνω	verb	κάνω κάτι θολό, μειώνω την ευκρίνεια της εικόνας του
θολώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσεων	noun	γενική πληθυντικού του θόλωση
θολώσεως	noun|formal	γενική ενικού του θόλωση
θολώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θολώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θορίου	noun	γενική ενικού του θόριο
θορικιώτικα	=	θορικιώτικος
θορικιώτικε	=	θορικιώτικος
θορικιώτικες	=	θορικιώτικος
θορικιώτικη	=	θορικιώτικος
θορικιώτικης	=	θορικιώτικος
θορικιώτικο	=	θορικιώτικος
θορικιώτικοι	=	θορικιώτικος
θορικιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Θορικό ή τους κατοίκους του
θορικιώτικου	=	θορικιώτικος
θορικιώτικους	=	θορικιώτικος
θορικιώτικων	=	θορικιώτικος
θοριοθεραπεία	noun|dated	θεραπεία του παρελθόντος, με «ακτίνες θορίου»
θοριοθεραπείας	noun	γενική ενικού του θοριοθεραπεία
θοριοθεραπείες	=	θοριοθεραπεία
θοριοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του θοριοθεραπεία
θοριούχα	=	θοριούχος
θοριούχας	=	θοριούχος
θοριούχε	=	θοριούχος
θοριούχες	=	θοριούχος
θοριούχο	=	θοριούχος
θοριούχοι	=	θοριούχος
θοριούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο θορίου
θοριούχου	=	θοριούχος
θοριούχους	=	θοριούχος
θοριούχων	=	θοριούχος
θορυβήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσεων	=	θορύβηση
θορυβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορυβηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θορυβούμαι
θορυβημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θορυβημένο
θορυβημένε	verb	κλητική ενικού του θορυβημένος
θορυβημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θορυβημένη
θορυβημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θορυβημένος
θορυβημένης	verb	γενική ενικού του θορυβημένη
θορυβημένο	verb	αιτιατική ενικού του θορυβημένος
θορυβημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θορυβημένος
θορυβημένος	verb	που έχουν ταραχτεί από μια συγκεκριμένη ενέργεια ή είδηση, ταραγμένος, έντονα ενοχλημένος, ανήσυχος που σκέφτεται πώς να αντιδράσει στην ενόχληση ή απειλή
θορυβημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θορυβημένος
θορυβημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θορυβημένος
θορυβημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θορυβημένος
θορυβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θορυβικό
θορυβικέ	adj	κλητική ενικού του θορυβικός
θορυβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θορυβική
θορυβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θορυβικός
θορυβικής	adj	γενική ενικού του θορυβική
θορυβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θορυβικός
θορυβικού	adj	γενική ενικού του θορυβικός
θορυβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θορυβικός
θορυβικό	adj	αιτιατική ενικού του θορυβικός
θορυβικός	adj	τυχαίος, τυχαία διεσπαρμένος
θορυβικών	adj	γενική πληθυντικού του θορυβικός
θορυβισμέ	noun	κλητική ενικού του θορυβισμός
θορυβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θορυβισμός
θορυβισμού	noun	γενική ενικού του θορυβισμός
θορυβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θορυβισμός
θορυβισμό	noun	αιτιατική ενικού του θορυβισμός
θορυβισμός	noun	καλλιτεχνικό κίνημα που βασίζεται στον θόρυβο, το τυχαίο
θορυβισμών	noun	γενική πληθυντικού του θορυβισμός
θορυβομηχανές	=	θορυβομηχανή
θορυβομηχανή	noun	μηχανή που είναι θορυβώδες
θορυβομηχανής	=	θορυβομηχανή
θορυβομηχανών	=	θορυβομηχανή
θορυβοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θορυβοποιός
θορυβοποιάς	adj	γενική ενικού του θορυβοποιά
θορυβοποιέ	adj	κλητική ενικού του θορυβοποιός
θορυβοποιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θορυβοποιά
θορυβοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θορυβοποιός
θορυβοποιού	adj	γενική ενικού του θορυβοποιός
θορυβοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θορυβοποιός
θορυβοποιό	adj	αιτιατική ενικού του θορυβοποιός
θορυβοποιός	adj	που προκαλεί θόρυβο
θορυβοποιών	adj	γενική πληθυντικού του θορυβοποιός
θορυβωδών	adj	γενική πληθυντικού του θορυβώδης
θορυβωδώς	adv|formal	κατά τρόπο θορυβώδη
θορυβώ	verb	κάνω θόρυβο
θορυβώδεις	=	θορυβώδης
θορυβώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θορυβώδης
θορυβώδη	=	θορυβώδης
θορυβώδης	adj	που έχει θόρυβο
θορυβώδους	adj	γενική ενικού του θορυβώδης
θορυβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θορυβώ
θορύβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορύβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορύβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορύβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θορυβώ
θορύβηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θορυβώ / θορυβούμαι
θορύβησης	=	θορύβηση
θορύβησις	noun	θορύβηση
θορύβου	=	θόρυβος
θορύβους	=	θόρυβος
θορύβων	=	θόρυβος
θουλίου	=	θούλιο
θουλίων	=	θούλιο
θουρίου	=	θούριος
θουρίους	=	θούριος
θουρίων	=	θούριος
θούλια	=	θούλιο
θούλιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 69 και χημικό σύμβολο το Tm
θούλιου	=	θούλιο
θούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θούριο
θούριας	=	θούριος
θούριε	noun	κλητική ενικού του θούριος
θούριες	=	θούριος
θούριο	=	θούριος
θούριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θούριος
θούριος	noun	πολεμικό τραγούδι με γοργό ρυθμό, που έχει σκοπό να εμψυχώσει και να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στους μαχητές	adj	πολεμικός
θούριου	=	θούριος
θούριους	=	θούριος
θούριων	=	θούριος
θράκα	noun	σωρός από αναμμένα κάρβουνα, που συνήθως προορίζονται για ψήσιμο φαγητού
θράκας	noun	γενική ενικού του θράκα
θράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θράκα
θράσεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρασεύω
θράσευα	=	θρασεύω
θράσευαν	=	θρασεύω
θράσευε	=	θρασεύω
θράσευες	=	θρασεύω
θράσεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θράσεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θράσεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θράσεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θράσος	noun	η αρνητική μορφή θάρρους για επιδίωξη στόχων με προσωπικό όφελος, ύπουλα και αθέμιτα μέσα.
θράσους	=	θράσος
θράφηκα	=	τράφηκα
θράψαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θράψαλο
θράψαλο	noun	είδος καλαμαριού (Todarodes sagittatus)
θράψαλου	noun	γενική ενικού του θράψαλο
θράψαλων	noun	γενική πληθυντικού του θράψαλο
θρέμμα	noun	οτιδήποτε τρέφεται ή ανατρέφεται
θρέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρέμμα
θρέμματος	noun	γενική ενικού του θρέμμα
θρέφαμε	=	θρέφω
θρέφαν	=	θρέφω
θρέφανε	=	θρέφω
θρέφατε	=	θρέφω
θρέφε	=	θρέφω
θρέφει	=	θρέφω
θρέφεις	=	θρέφω
θρέφετε	=	θρέφω
θρέφομαι	=	τρέφομαι
θρέφοντας	=	θρέφω
θρέφουμε	=	θρέφω
θρέφουν	=	θρέφω
θρέφουνε	=	θρέφω
θρέφω	verb	τρέφω
θρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψαν	=	θρέφω
θρέψανε	=	θρέφω
θρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψη	noun	το αποτέλεσμα του τρέφω ή του διατρέφω, το θρέψιμο
θρέψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρέφω / τρέφω
θρέψομε	=	τρέφω
θρέψου	=	τρέφω
θρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψουνε	=	τρέφω
θρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω
θρήνε	noun	κλητική ενικού του θρήνος
θρήνει	=	θρηνώ
θρήνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρήνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρήνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρήνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρήνο	noun	αιτιατική ενικού του θρήνος
θρήνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρήνος
θρήνος	noun	κλάμα έντονο και παρατεταμένο
θρήνου	noun	γενική ενικού του θρήνος
θρήνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θρήνος
θρήνων	noun	γενική πληθυντικού του θρήνος
θρήσκα	=	θρήσκος
θρήσκας	=	θρήσκος
θρήσκε	=	θρήσκος
θρήσκες	=	θρήσκος
θρήσκευμα	noun	η θρησκεία
θρήσκο	=	θρήσκος
θρήσκοι	=	θρήσκος
θρήσκος	adj	που έχει έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα και συμμετέχει ενεργά στην εκκλησιαστική ζωή
θρήσκου	=	θρήσκος
θρήσκους	=	θρήσκος
θρήσκων	=	θρήσκος
θρίαμβε	noun	κλητική ενικού του θρίαμβος
θρίαμβο	noun	αιτιατική ενικού του θρίαμβος
θρίαμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρίαμβος
θρίαμβος	noun	η παρέλαση που έκανε ένας νικητής στρατηγός στην αρχαία Ρώμη (ή αλλού) μετά τη νίκη του
θρίαμβου	=	θρίαμβος
θρίλερ	noun	δραματικό λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονο το στοιχείο της αγωνίας
θρακιά	=	θρακιάς
θρακιάδες	=	θρακιάς
θρακιάδων	=	θρακιάς
θρακιάς	noun	βοριάς που φυσάει από τη Θράκη
θρακικά	noun	εξαφανισμένη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα των Θρακών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρακικό, ουδέτερο του θρακικός
θρακικέ	adj	κλητική ενικού του θρακικός
θρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρακική
θρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρακικός
θρακικής	adj	γενική ενικού του θρακική
θρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρακικός
θρακικού	adj	γενική ενικού του θρακικός
θρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρακικός
θρακικό	adj	αιτιατική ενικού του θρακικός
θρακικός	adj	σχετικός με τη Θράκη
θρακικών	adj	γενική πληθυντικού του θρακικός
θρακιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρακιώτικο
θρακιώτικε	adj	κλητική ενικού του θρακιώτικος
θρακιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρακιώτικη
θρακιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρακιώτικος
θρακιώτικης	adj	γενική ενικού του θρακιώτικη
θρακιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του θρακιώτικος
θρακιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρακιώτικος
θρακιώτικος	adj	σχετικός με τη Θράκη και τους Θρακιώτες
θρακιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρακιώτικος
θρακιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρακιώτικος
θρακιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρακιώτικος
θρακομακεδόνα	=	θρακομακεδόνας
θρακομακεδόνας	noun	ο Θρακομακεδόνας
θρακομακεδόνες	=	θρακομακεδόνας
θρακομακεδόνισσα	=	θρακομακεδόνας
θρακομακεδόνων	=	θρακομακεδόνας
θρανία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρανίο
θρανίο	noun	σχολικό έπιπλο με τέσσερα πόδια, χώρο για τοποθέτηση βιβλίων, επίπεδη επιφάνεια εργασίας και συχνά με ενσωματωμένο κάθισμα, κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί από μαθητές
θρανίου	noun	γενική ενικού του θρανίο
θρανίων	noun	γενική πληθυντικού του θρανίο
θρας	noun	μουσικό είδος της μέταλ (και άρα της ροκ), προτιμάται η λατινική γραφή thrash metal
θρασέα	=	θρασύς
θρασέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θράσεμα
θρασέματος	noun	γενική ενικού του θράσεμα
θρασέος	=	θρασύς
θρασέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψαν	=	θρασεύω
θρασέψανε	=	θρασεύω
θρασέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασεύω
θρασέων	=	θρασύς
θρασέως	adv	με θρασύτητα, με αυθάδεια
θρασίμι	noun	το ψοφίμι
θρασίμια	=	θρασίμι
θρασεία	=	θρασύς
θρασείας	=	θρασύς
θρασείες	=	θρασύς
θρασείς	=	θρασύς
θρασειών	=	θρασύς
θρασεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θράσεμα
θρασεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρασεμένο
θρασεμένε	verb	κλητική ενικού του θρασεμένος
θρασεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρασεμένη
θρασεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρασεμένος
θρασεμένης	verb	γενική ενικού του θρασεμένη
θρασεμένο	verb	αιτιατική ενικού του θρασεμένος
θρασεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρασεμένος
θρασεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου θρασεύω
θρασεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρασεμένος
θρασεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θρασεμένος
θρασεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρασεμένος
θρασεύαμε	=	θρασεύω
θρασεύαν	=	θρασεύω
θρασεύανε	=	θρασεύω
θρασεύατε	=	θρασεύω
θρασεύει	=	θρασεύω
θρασεύεις	=	θρασεύω
θρασεύετε	=	θρασεύω
θρασεύοντας	=	θρασεύω
θρασεύουμε	=	θρασεύω
θρασεύουν	=	θρασεύω
θρασεύουνε	=	θρασεύω
θρασεύω	verb|vulgar	μεγαλώνω, φουντώνω, αναπτύσσομαι
θρασιμιού	=	θρασίμι
θρασιμιών	=	θρασίμι
θρασομάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομάνι	noun|literary	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού θρασομανώ
θρασομάνια	=	θρασομάνι
θρασομανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρασομανώ
θρασομανώ	verb|literary	θεριεύω, φουντώνω, ζωηρεύω, αυξάνομαι
θρασομανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θρασομανάω / θρασομανώ
θρασυδείλως	adv	θρασύδειλα, με θρασυδειλία
θρασυδειλία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θρασύδειλου, το να είναι κάποιος θρασύδειλος
θρασυδειλίας	noun	γενική ενικού του θρασυδειλία
θρασυδειλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρασυδειλία
θρασυδειλιών	noun	γενική πληθυντικού του θρασυδειλία
θρασυνθήκαμε	=	θρασύνομαι
θρασυνθήκαν	=	θρασύνομαι
θρασυνθήκανε	=	θρασύνομαι
θρασυνθήκατε	=	θρασύνομαι
θρασυνθεί	=	θρασύνομαι
θρασυνθείτε	=	θρασύνομαι
θρασυνόμασταν	=	θρασύνομαι
θρασυνόμαστε	=	θρασύνομαι
θρασυνόμενος	=	θρασύνομαι
θρασυνόμουν	=	θρασύνομαι
θρασυνόμουνα	=	θρασύνομαι
θρασυνόντουσαν	=	θρασύνομαι
θρασυνόσασταν	=	θρασύνομαι
θρασυνόσαστε	=	θρασύνομαι
θρασυνόσουν	=	θρασύνομαι
θρασυνόσουνα	=	θρασύνομαι
θρασυνόταν	=	θρασύνομαι
θρασυνότανε	=	θρασύνομαι
θρασυτήτων	=	θρασύτητα
θρασύ	=	θρασύς
θρασύδειλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θρασύδειλος	adv	με θρασύδειλο τρόπο
θρασύδειλε	adj	κλητική ενικού του θρασύδειλος
θρασύδειλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρασύδειλη
θρασύδειλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρασύδειλος
θρασύδειλης	adj	γενική ενικού του θρασύδειλη
θρασύδειλο	adj	αιτιατική ενικού του θρασύδειλος
θρασύδειλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρασύδειλος
θρασύδειλος	adj	που φέρεται με θράσος, αλαζονεία και έπαρση όταν αντιμετωπίζει άτομα ή καταστάσεις που πιστεύει ότι έχει υπό έλεγχο και δεν μπορούν να τον βλάψουν, αλλά αντίθετα δειλιάζει και φέρεται άνανδρα μπροστά σε ισχυρότερους.
θρασύδειλου	adj	γενική ενικού του θρασύδειλος
θρασύδειλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρασύδειλος
θρασύδειλων	adj	γενική πληθυντικού του θρασύδειλος
θρασύνεσαι	=	θρασύνομαι
θρασύνεστε	=	θρασύνομαι
θρασύνεται	=	θρασύνομαι
θρασύνθηκα	=	θρασύνομαι
θρασύνθηκαν	=	θρασύνομαι
θρασύνθηκε	=	θρασύνομαι
θρασύνθηκες	=	θρασύνομαι
θρασύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θρασύνω, άλλη μορφή του αποθρασύνομαι
θρασύνονται	=	θρασύνομαι
θρασύνονταν	=	θρασύνομαι
θρασύνου	=	θρασύνομαι
θρασύνσου	=	θρασύνομαι
θρασύνω	verb|formal	άλλη μορφή του αποθρασύνω
θρασύς	adj	που έχει πολύ θράσος
θρασύτατα	adv	με πάρα πολύ θράσος
θρασύτατε	=	θρασύς
θρασύτατες	=	θρασύς
θρασύτατη	=	θρασύς
θρασύτατης	=	θρασύς
θρασύτατο	=	θρασύς
θρασύτατοι	=	θρασύς
θρασύτατος	=	θρασύς
θρασύτατου	=	θρασύς
θρασύτατους	=	θρασύς
θρασύτατων	=	θρασύς
θρασύτερα	=	θρασύς
θρασύτερε	=	θρασύς
θρασύτερες	=	θρασύς
θρασύτερη	=	θρασύς
θρασύτερης	=	θρασύς
θρασύτερο	=	θρασύς
θρασύτεροι	=	θρασύς
θρασύτερος	=	θρασύς
θρασύτερου	=	θρασύς
θρασύτερους	=	θρασύς
θρασύτερων	=	θρασύς
θρασύτητα	noun	η ιδιότητα του να έχει κανείς θράσος, του να τολμά να πει ή να κάνει πράγματα που δεν θα έπρεπε διότι προσβάλλουν, αδικούν, κλπ.
θρασύτητας	=	θρασύτητα
θρασύτητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρασύτητα
θραυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θραύσμα
θραυσμένα	=	θραυσμένος
θραυσμένε	=	θραυσμένος
θραυσμένες	=	θραυσμένος
θραυσμένη	=	θραυσμένος
θραυσμένης	=	θραυσμένος
θραυσμένο	=	θραυσμένος
θραυσμένοι	=	θραυσμένος
θραυσμένος	verb	που τον έχουν θραύσει
θραυσμένου	=	θραυσμένος
θραυσμένους	=	θραυσμένος
θραυσμένων	=	θραυσμένος
θραυσματικά	=	θραυσματικός
θραυσματικέ	=	θραυσματικός
θραυσματικές	=	θραυσματικός
θραυσματική	=	θραυσματικός
θραυσματικής	=	θραυσματικός
θραυσματικοί	=	θραυσματικός
θραυσματικού	=	θραυσματικός
θραυσματικούς	=	θραυσματικός
θραυσματικό	=	θραυσματικός
θραυσματικός	adj	που αποτελείται από μικρά κομμάτια
θραυσματικών	=	θραυσματικός
θραυστήρα	=	θραυστήρας
θραυστήρας	noun	μηχάνημα ή συσκευή που θραύει
θραυστήρες	=	θραυστήρας
θραυστήρων	=	θραυστήρας
θραυστών	=	θραύστης
θραψερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θραψερό
θραψερέ	adj	κλητική ενικού του θραψερός
θραψερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θραψερή
θραψερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θραψερός
θραψερής	adj	γενική ενικού του θραψερή
θραψεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θραψερός
θραψερού	adj	γενική ενικού του θραψερός
θραψερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θραψερός
θραψερό	adj	αιτιατική ενικού του θραψερός
θραψερός	adj	γόνιμος
θραψερών	adj	γενική πληθυντικού του θραψερός
θραύαμε	=	θραύω
θραύαν	=	θραύω
θραύανε	=	θραύω
θραύατε	=	θραύω
θραύε	=	θραύω
θραύει	=	θραύω
θραύεις	=	θραύω
θραύεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θραύομαι
θραύετε	=	θραύω
θραύμα	noun|rare	άλλη μορφή του θραύσμα
θραύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θραύω
θραύοντας	=	θραύω
θραύουμε	=	θραύω
θραύουν	=	θραύω
θραύουνε	=	θραύω
θραύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύσαν	=	θραύω
θραύσανε	=	θραύω
θραύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θραύω
θραύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θραύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θραύση
θραύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύσεων	noun	γενική πληθυντικού του θραύση
θραύσεως	noun|formal	γενική ενικού του θραύση
θραύση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θραύω
θραύσης	noun	γενική ενικού του θραύση
θραύσμα	noun	κομματάκι από μεγαλύτερο αντικείμενο που έσπασε
θραύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θραύσμα
θραύσματος	noun	γενική ενικού του θραύσμα
θραύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύστες	=	θραύστης
θραύστη	=	θραύστης
θραύστης	noun	αυτός που θραύει
θραύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θραύω
θραύω	verb|formal	σπάω, σπάζω
θρεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θρέμμα
θρεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεμμένο
θρεμμένε	verb	κλητική ενικού του θρεμμένος
θρεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεμμένη
θρεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρεμμένος
θρεμμένης	verb	γενική ενικού του θρεμμένη
θρεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του θρεμμένος
θρεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρεμμένος
θρεμμένος	verb	που τρέφεται καλά και έχει την ανάλογη σωματική διάπλαση
θρεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρεμμένος
θρεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θρεμμένος
θρεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρεμμένος
θρεονίνες	=	θρεονίνη
θρεονίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
θρεονίνης	=	θρεονίνη
θρεονινών	=	θρεονίνη
θρεπτήρια	=	θρεπτήριος
θρεπτήριας	=	θρεπτήριος
θρεπτήριε	=	θρεπτήριος
θρεπτήριες	=	θρεπτήριος
θρεπτήριο	=	θρεπτήριος
θρεπτήριοι	=	θρεπτήριος
θρεπτήριος	adj	λόγιο, σπάνιο) άλλη μορφή του θρεπτικός
θρεπτήριου	=	θρεπτήριος
θρεπτήριους	=	θρεπτήριος
θρεπτήριων	=	θρεπτήριος
θρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεπτικό	adv	με θρεπτικό τρόπο
θρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του θρεπτικός
θρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεπτική
θρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρεπτικός
θρεπτικής	adj	γενική ενικού του θρεπτική
θρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρεπτικός
θρεπτικοτήτων	=	θρεπτικότητα
θρεπτικού	adj	γενική ενικού του θρεπτικός
θρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρεπτικός
θρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του θρεπτικός
θρεπτικός	adj	που συμβάλλει στη θρέψη, που περιέχει άφθονα στοιχεία για τη θρέψη
θρεπτικότης	noun	θρεπτικότητα
θρεπτικότητα	noun	η ιδιότητα του θρεπτικού, το να περιέχει θρεπτικά συστατικά
θρεπτικότητας	noun	γενική ενικού του θρεπτικότητα
θρεπτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεπτικότητα
θρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του θρεπτικός
θρεφτάρι	noun	το καλά διατρεφόμενο ζώο που προορίζεται για σφαγή
θρεφτάρια	=	θρεφτάρι
θρεφταριού	=	θρεφτάρι
θρεφταριών	=	θρεφτάρι
θρεφτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεφτικό	adv	θρεπτικά
θρεφτικέ	adj	κλητική ενικού του θρεφτικός
θρεφτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεφτική
θρεφτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρεφτικός
θρεφτικής	adj	γενική ενικού του θρεφτική
θρεφτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρεφτικός
θρεφτικού	adj	γενική ενικού του θρεφτικός
θρεφτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρεφτικός
θρεφτικό	adj	αιτιατική ενικού του θρεφτικός
θρεφτικών	adj	γενική πληθυντικού του θρεφτικός
θρεψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρέψιμο
θρεψίματος	noun	γενική ενικού του θρέψιμο
θρεψίνες	=	θρεψίνη
θρεψίνη	noun|dated	γλυκό έδεσμα που ήταν διαδεδομένο στην Ελλάδα στα μέσα του 20ου αιώνα
θρεψίνης	=	θρεψίνη
θρεψερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεψερό	adv	με θρεψερό τρόπο
θρεψερέ	adj	κλητική ενικού του θρεψερός
θρεψερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρεψερή
θρεψερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρεψερός
θρεψερής	adj	γενική ενικού του θρεψερή
θρεψεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρεψερός
θρεψερού	adj	γενική ενικού του θρεψερός
θρεψερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρεψερός
θρεψερό	adj	αιτιατική ενικού του θρεψερός
θρεψερός	adj	γόνιμος, με μεγάλη απόδοση
θρεψερών	adj	γενική πληθυντικού του θρεψερός
θρεψιμάτων	=	θρέψιμο
θρεψινών	=	θρεψίνη
θρηνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσαν	=	θρηνώ
θρηνήσανε	=	θρηνώ
θρηνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσου	=	θρηνώ
θρηνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσουνε	=	θρηνώ
θρηνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνώ
θρηνεί	=	θρηνώ
θρηνείς	=	θρηνώ
θρηνείσαι	=	θρηνώ
θρηνείσθε	=	θρηνώ
θρηνείστε	=	θρηνώ
θρηνείται	=	θρηνώ
θρηνείτε	=	θρηνώ
θρηνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθήκαν	=	θρηνώ
θρηνηθήκανε	=	θρηνώ
θρηνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνηθούνε	=	θρηνώ
θρηνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνούμαι
θρηνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρηνημένο
θρηνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρηνημένη
θρηνημένης	verb	γενική ενικού του θρηνημένη
θρηνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρηνητικό	adv	με θρηνητικό τρόπο
θρηνητικέ	adj	κλητική ενικού του θρηνητικός
θρηνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρηνητική
θρηνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρηνητικός
θρηνητικής	adj	γενική ενικού του θρηνητική
θρηνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρηνητικός
θρηνητικού	adj	γενική ενικού του θρηνητικός
θρηνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρηνητικός
θρηνητικό	adj	αιτιατική ενικού του θρηνητικός
θρηνητικός	adj	που θρηνεί, που έχει σχέση με τον θρήνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
θρηνητικών	adj	γενική πληθυντικού του θρηνητικός
θρηνητικώς	adv|dated	θρηνητικά
θρηνολογήματα	=	θρηνολόγημα
θρηνολογήματος	=	θρηνολόγημα
θρηνολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολογία	noun	παρατεταμένος θρήνος
θρηνολογίας	noun	γενική ενικού του θρηνολογία
θρηνολογίες	=	θρηνολογία
θρηνολογημάτων	=	θρηνολόγημα
θρηνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θρηνολογία
θρηνολογώ	verb	θρηνώ, μοιρολογώ
θρηνολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρηνολογώ
θρηνολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνολογώ
θρηνούμαι	verb	ο χαμός μου προκαλεί τη θλίψη των άλλων, η απουσία μου γίνεται αισθητή
θρηνούμασταν	=	θρηνώ
θρηνούμαστε	=	θρηνώ
θρηνούμε	=	θρηνώ
θρηνούμεθα	=	θρηνώ
θρηνούμενος	=	θρηνώ
θρηνούμουν	=	θρηνώ
θρηνούν	=	θρηνώ
θρηνούνε	=	θρηνώ
θρηνούνται	=	θρηνώ
θρηνούνταν	=	θρηνώ
θρηνούσα	=	θρηνώ
θρηνούσαμε	=	θρηνώ
θρηνούσαν	=	θρηνώ
θρηνούσανε	=	θρηνώ
θρηνούσατε	=	θρηνώ
θρηνούσε	=	θρηνώ
θρηνούσες	=	θρηνώ
θρηνούσουν	=	θρηνώ
θρηνωδέ	=	θρηνωδός
θρηνωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνωδία	noun	θρηνητικό τραγούδι, θρήνος, μοιρολόι
θρηνωδίας	noun	γενική ενικού του θρηνωδία
θρηνωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρηνωδία
θρηνωδιών	noun	γενική πληθυντικού του θρηνωδία
θρηνωδοί	=	θρηνωδός
θρηνωδού	=	θρηνωδός
θρηνωδούς	=	θρηνωδός
θρηνωδό	=	θρηνωδός
θρηνωδός	noun	αυτός/αυτή που θρηνεί, που μοιρολογάει
θρηνωδώ	verb	τραγουδώ θρηνητικά, θρηνώ
θρηνωδών	=	θρηνωδός
θρηνωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θρηνωδώ
θρηνώ	verb	κλαίω σπαραχτικά για κάποιον που πέθανε ή για άλλη απώλεια, εκφράζω θρήνο
θρηνώδεις	=	θρηνώδης
θρηνώδες	=	θρηνώδης
θρηνώδη	=	θρηνώδης
θρηνώδης	adj	που είναι όμοιος με θρήνο ή γεμάτος θρήνους
θρηνώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρηνωδώ
θρηνώδους	=	θρηνώδης
θρηνώντας	=	θρηνώ
θρησκεία	noun	παγιωμένο σύνολο αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούν στη σχέση του ανθρώπου με το θεό
θρησκείας	noun	γενική ενικού του θρησκεία
θρησκείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκεία
θρησκειολογία	noun	ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τις θρησκείες από ιστορική, φαινομενολογική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, ανθρωπολογική και φιλοσοφική άποψη
θρησκειολογίας	noun	γενική ενικού του θρησκειολογία
θρησκειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκειολογία
θρησκειολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκειολογικό	adv	από θρησκειολογική άποψη
θρησκειολογικέ	adj	κλητική ενικού του θρησκειολογικός
θρησκειολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκειολογική
θρησκειολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρησκειολογικός
θρησκειολογικής	adj	γενική ενικού του θρησκειολογική
θρησκειολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρησκειολογικός
θρησκειολογικού	adj	γενική ενικού του θρησκειολογικός
θρησκειολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρησκειολογικός
θρησκειολογικό	adj	αιτιατική ενικού του θρησκειολογικός
θρησκειολογικός	adj	σχετικός με τη θρησκειολογία
θρησκειολογικών	adj	γενική πληθυντικού του θρησκειολογικός
θρησκειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θρησκειολογία
θρησκειολόγε	=	θρησκειολόγος
θρησκειολόγο	=	θρησκειολόγος
θρησκειολόγοι	=	θρησκειολόγος
θρησκειολόγος	noun	ο επιστήμονας που ασχολείται με τη θρησκειολογία
θρησκειολόγου	=	θρησκειολόγος
θρησκειολόγους	=	θρησκειολόγος
θρησκειολόγων	=	θρησκειολόγος
θρησκειών	noun	γενική πληθυντικού του θρησκεία
θρησκευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θρήσκευμα
θρησκευτής	noun|archaic	κάποιος που θρησκεύει
θρησκευτικά	noun	το σχολικό μάθημα που αποσκοπεί στην ενημέρωση των μαθητών σχετικά με τις θρησκείες γενικά και ιδιαίτερα τη θρησκεία στην οποία πιστεύουν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκευτικό
θρησκευτικέ	adj	κλητική ενικού του θρησκευτικός
θρησκευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκευτική
θρησκευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρησκευτικός
θρησκευτικής	adj	γενική ενικού του θρησκευτική
θρησκευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρησκευτικός
θρησκευτικοτήτων	=	θρησκευτικότητα
θρησκευτικού	adj	γενική ενικού του θρησκευτικός
θρησκευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρησκευτικός
θρησκευτικό	adj	αιτιατική ενικού του θρησκευτικός
θρησκευτικός	adj	σχετικός με τη θρησκεία
θρησκευτικότης	noun	θρησκευτικότητα
θρησκευτικότητα	noun	η πίστη των ανθρώπων σε ένα ανώτερο ον, στο θεό
θρησκευτικότητας	noun	γενική ενικού του θρησκευτικότητα
θρησκευτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκευτικότητα
θρησκευτικών	adj	γενική πληθυντικού του θρησκευτικός
θρησκευτικώς	adv|dated	από θρησκευτική άποψη, με θρησκευτικό τρόπο
θρησκευόμενα	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενε	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενες	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενη	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενης	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενο	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενοι	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενος	verb	ο πιστός μιας θρησκείας ο οποίος ασκεί συστηματικά όσα νοούνται ως καθήκοντα σε αυτήν (π.χ. εκκλησιάζεται, μεταλαμβάνει κ.λπ.)
θρησκευόμενου	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενους	=	θρησκευόμενος
θρησκευόμενων	=	θρησκευόμενος
θρησκεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρήσκευμα
θρησκεύματος	noun	γενική ενικού του θρήσκευμα
θρησκεύομαι	verb|formal	άλλη μορφή του θρησκεύω
θρησκεύω	verb|archaic	είμαι θρήσκος και ασκώ ανελλιπώς τα θρησκευτικά μου καθήκοντα
θρησκοληψία	noun	το να είναι κάποιος θρησκόληπτος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θρησκόληπτου
θρησκοληψίας	noun	γενική ενικού του θρησκοληψία
θρησκοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκοληψία
θρησκοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του θρησκοληψία
θρησκομανές	=	θρησκομανής
θρησκομανή	=	θρησκομανής
θρησκομανής	adj	που έχει μανία με τη θρησκεία
θρησκομανία	noun	το να είναι κάποιος θρησκομανής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θρησκομανούς.
θρησκομανίας	=	θρησκομανία
θρησκομανίες	=	θρησκομανία
θρησκομανείς	=	θρησκομανής
θρησκομανιών	=	θρησκομανία
θρησκομανούς	=	θρησκομανής
θρησκομανών	=	θρησκομανής
θρησκοφοβία	noun|rare	ο φόβος για τις θρησκείες
θρησκοφοβίας	noun	γενική ενικού του θρησκοφοβία
θρησκοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκοφοβία
θρησκοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκοφοβικό
θρησκοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκοφοβική
θρησκοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβικής	adj	γενική ενικού του θρησκοφοβική
θρησκοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβικού	adj	γενική ενικού του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβικός	adj	που έχει σχέση με την θρησκοφοβία ή αναφέρεται σ’ αυτήν ή χαρακτηρίζεται από αυτήν
θρησκοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του θρησκοφοβικός
θρησκοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του θρησκοφοβία
θρησκόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκόληπτο
θρησκόληπτε	adj	κλητική ενικού του θρησκόληπτος
θρησκόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκόληπτη
θρησκόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρησκόληπτος
θρησκόληπτης	adj	γενική ενικού του θρησκόληπτη
θρησκόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του θρησκόληπτος
θρησκόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρησκόληπτος
θρησκόληπτος	adj	που διακατέχεται από υπερβολική και απλοϊκή αφοσίωση στη θρησκεία και σε θρησκευτικές αντιλήψεις και εξετάζει το καθετί μέσα από το πρίσμα της θρησκείας
θρησκόληπτου	adj	γενική ενικού του θρησκόληπτος
θρησκόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρησκόληπτος
θρησκόληπτων	adj	γενική πληθυντικού του θρησκόληπτος
θρησκόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκόφοβο
θρησκόφοβε	adj	κλητική ενικού του θρησκόφοβος
θρησκόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρησκόφοβη
θρησκόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρησκόφοβος
θρησκόφοβης	adj	γενική ενικού του θρησκόφοβη
θρησκόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του θρησκόφοβος
θρησκόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρησκόφοβος
θρησκόφοβος	adj	που είναι κατά των θρησκειών, για προκαταληπτικούς λόγους
θρησκόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρησκόφοβος
θρησκόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρησκόφοβος
θρησκόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρησκόφοβος
θριάμβευα	=	θριαμβεύω
θριάμβευαν	=	θριαμβεύω
θριάμβευε	=	θριαμβεύω
θριάμβευες	=	θριαμβεύω
θριάμβευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριάμβευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριάμβευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριάμβευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριάμβευση	noun	το αποτέλεσμα του θριαμβεύω
θριάμβευσης	noun	γενική ενικού του θριάμβευση
θριάμβευσις	noun	η θριάμβευση
θριάμβου	noun	γενική ενικού του θρίαμβος
θριάμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θρίαμβος
θριάμβων	noun	γενική πληθυντικού του θρίαμβος
θριαμβευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θριαμβευτής
θριαμβευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θριαμβευτής
θριαμβευτής	noun	αυτός που θριαμβεύει ή έχει θριαμβεύσει
θριαμβευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θριαμβευτικός	adv	κατά τρόπο θριαμβευτικό
θριαμβευτικέ	adj	κλητική ενικού του θριαμβευτικός
θριαμβευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θριαμβευτική
θριαμβευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θριαμβευτικός
θριαμβευτικής	adj	γενική ενικού του θριαμβευτική
θριαμβευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θριαμβευτικός
θριαμβευτικού	adj	γενική ενικού του θριαμβευτικός
θριαμβευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θριαμβευτικός
θριαμβευτικό	adj	αιτιατική ενικού του θριαμβευτικός
θριαμβευτικός	adj	που αποτελεί θρίαμβο
θριαμβευτικών	adj	γενική πληθυντικού του θριαμβευτικός
θριαμβευτριών	noun	γενική πληθυντικού του θριαμβεύτρια
θριαμβευτών	noun	γενική πληθυντικού του θριαμβευτής
θριαμβεύαμε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύαν	=	θριαμβεύω
θριαμβεύανε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύατε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύει	=	θριαμβεύω
θριαμβεύεις	=	θριαμβεύω
θριαμβεύετε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύομε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύοντας	=	θριαμβεύω
θριαμβεύουμε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύουν	=	θριαμβεύω
θριαμβεύουνε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσαν	=	θριαμβεύω
θριαμβεύσανε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του θριάμβευση
θριαμβεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του θριάμβευση
θριαμβεύσομε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσουνε	=	θριαμβεύω
θριαμβεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβεύω
θριαμβεύτρια	noun	θηλυκό του θριαμβευτής
θριαμβεύτριας	noun	γενική ενικού του θριαμβεύτρια
θριαμβεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θριαμβεύτρια
θριαμβεύω	verb	πετυχαίνω μια σημαντική νίκη, ένα θρίαμβο
θριαμβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θριαμβικό	adv	με θριαμβικό τρόπο
θριαμβικέ	adj	κλητική ενικού του θριαμβικός
θριαμβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θριαμβική
θριαμβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θριαμβικός
θριαμβικής	adj	γενική ενικού του θριαμβική
θριαμβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θριαμβικός
θριαμβικού	adj	γενική ενικού του θριαμβικός
θριαμβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θριαμβικός
θριαμβικό	adj	αιτιατική ενικού του θριαμβικός
θριαμβικός	adj	ο σχετικός με το θρίαμβο (την παρέλαση)
θριαμβικών	adj	γενική πληθυντικού του θριαμβικός
θριαμβολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσαν	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογήσανε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολογία	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θριαμβολογώ
θριαμβολογίας	noun	γενική ενικού του θριαμβολογία
θριαμβολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θριαμβολογία
θριαμβολογεί	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογείς	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογείτε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογιών	noun	γενική πληθυντικού του θριαμβολογία
θριαμβολογούμε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούν	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούνε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσα	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσαμε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσαν	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσανε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσατε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσε	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογούσες	=	θριαμβολογώ
θριαμβολογώ	verb	πανηγυρίζω με θριαμβευτικό τρόπο για κάτι που πέτυχα ή για κάποια νίκη μου
θριαμβολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριαμβολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θριαμβολογώ
θριγκέ	noun	κλητική ενικού του θριγκός
θριγκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θριγκός
θριγκού	noun	γενική ενικού του θριγκός
θριγκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θριγκός
θριγκό	noun	αιτιατική ενικού του θριγκός
θριγκός	noun	το εξωτερικά εμφανές μέρος των αρχαίων (ή κλασικών) κτιρίων που βρίσκεται πάνω από τους κίονες και κάτω από τη σκεπή
θριγκών	noun	γενική πληθυντικού του θριγκός
θριναξοδόντων	=	θριναξόδοντας
θριναξόδοντα	=	θριναξόδοντας
θριναξόδοντας	noun	είδος κυνόδοντα που έζησε στην αρχή της τριασικής περιόδου πριν από 256 εκατομμύρια χρόνια
θριναξόδοντες	=	θριναξόδοντας
θροΐζαμε	=	θροΐζω
θροΐζαν	=	θροΐζω
θροΐζανε	=	θροΐζω
θροΐζατε	=	θροΐζω
θροΐζει	=	θροΐζω
θροΐζεις	=	θροΐζω
θροΐζετε	=	θροΐζω
θροΐζοντας	=	θροΐζω
θροΐζουμε	=	θροΐζω
θροΐζουν	=	θροΐζω
θροΐζουνε	=	θροΐζω
θροΐζω	verb	παράγω ασθενικό και συνεχή, μόλις αισθητό ήχο, σαν κι αυτόν που προκαλεί ο αέρας όταν περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων
θροΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσαν	=	θροΐζω
θροΐσανε	=	θροΐζω
θροΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρόισμα
θροΐσματος	=	θρόισμα
θροΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θροήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θροώ
θροήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θροώ
θρομβίνες	=	θρομβίνη
θρομβίνη	noun	ένζυμο στο αίμα που συμβάλλει στον σχηματισμό της βάσης του αιματικού θρόμβου
θρομβίνης	=	θρομβίνη
θρομβεκτομές	=	θρομβεκτομή
θρομβεκτομή	noun	χειρουργική ενδαρτηριακή μέθοδος απόφραξης αρτηριών
θρομβεκτομής	=	θρομβεκτομή
θρομβεκτομών	=	θρομβεκτομή
θρομβινών	=	θρομβίνη
θρομβοεμβολές	=	θρομβοεμβολή
θρομβοεμβολή	noun	η απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου από θρόμβο αίματος ή θρόμβο που έχει σχηματιστεί αλλού στο σώμα και στη συνέχεια μετακινήθηκε μέσω της κυκλοφορίας του αίματος σε άλλο μέρος του σώματος
θρομβοεμβολής	=	θρομβοεμβολή
θρομβοεμβολών	=	θρομβοεμβολή
θρομβοκυττάρωση	noun	η υπερβολική αύξηση των αιμοπεταλίων στο αίμα
θρομβοκυττάρωσης	=	θρομβοκυττάρωση
θρομβοκυτταρώσεις	=	θρομβοκυττάρωση
θρομβοκυτταρώσεων	=	θρομβοκυττάρωση
θρομβολυτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρομβολυτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρομβολυτικό, ουδέτερο του θρομβολυτικός
θρομβολυτικέ	adj	κλητική ενικού του θρομβολυτικός
θρομβολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρομβολυτική
θρομβολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρομβολυτικός
θρομβολυτικής	adj	γενική ενικού του θρομβολυτική
θρομβολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρομβολυτικός
θρομβολυτικού	adj	γενική ενικού του θρομβολυτικός
θρομβολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρομβολυτικός
θρομβολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του θρομβολυτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που έχει σχέση με τη θρομβόλυση, που χορηγείται για τη διάλυση πρόσφατα σχηματισμένων θρόμβων
θρομβολυτικός	adj	που έχει σχέση με τη θρομβόλυση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
θρομβολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του θρομβολυτικός
θρομβολύσεις	=	θρομβόλυση
θρομβολύσεων	=	θρομβόλυση
θρομβοπάθεια	noun	πρόβλημα στο σύστημα πήξης του αίματος (τις ιδιότητες των αιμοπεταλίων)
θρομβοπάθειας	=	θρομβοπάθεια
θρομβοπάθειες	=	θρομβοπάθεια
θρομβοπαθειών	=	θρομβοπάθεια
θρομβοπενία	noun	η ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων στο αίμα κάτω από το φυσιολογικό επίπεδο
θρομβοπενίας	noun	γενική ενικού του θρομβοπενία
θρομβοπενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρομβοπενία
θρομβοπενιών	noun	γενική πληθυντικού του θρομβοπενία
θρομβοπλαστίνες	=	θρομβοπλαστίνη
θρομβοπλαστίνη	noun	ένζυμο που παράγεται από τα αιμοπετάλια και συμβάλλει στην πήξη του αίματος
θρομβοπλαστίνης	=	θρομβοπλαστίνη
θρομβοπλαστινών	=	θρομβοπλαστίνη
θρομβοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρομβοστατικό
θρομβοστατικέ	adj	κλητική ενικού του θρομβοστατικός
θρομβοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρομβοστατική
θρομβοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρομβοστατικός
θρομβοστατικής	adj	γενική ενικού του θρομβοστατική
θρομβοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρομβοστατικός
θρομβοστατικού	adj	γενική ενικού του θρομβοστατικός
θρομβοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρομβοστατικός
θρομβοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του θρομβοστατικός
θρομβοστατικός	adj	ο αντιθρομβωτικός
θρομβοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του θρομβοστατικός
θρομβοφιλία	noun	η παθολογική κατάσταση υπερπηκτικότητας της αιματικής κυκλοφορίας στον άνθρωπο που μπορεί να οδηγήσει πιο συχνά σε θρόμβωση
θρομβοφιλίας	=	θρομβοφιλία
θρομβοφιλίες	=	θρομβοφιλία
θρομβοφιλιών	=	θρομβοφιλία
θρομβοφλεβίτιδα	noun	η θρόμβωση λόγω φλεγμονής του τοιχώματος μιας φλέβας
θρομβοφλεβίτιδας	=	θρομβοφλεβίτιδα
θρομβοφλεβίτιδες	=	θρομβοφλεβίτιδα
θρομβοφλεβίτιδων	=	θρομβοφλεβίτιδα
θρομβούμαι	verb	παρουσιάζω ή σχηματίζω θρόμβους (στο αίμα)
θρομβωδών	=	θρομβώδης
θρομβωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβόλυση	noun	η διάλυση των θρόμβων στο αίμα με φάρμακα ή άλλα μέσα
θρομβόλυσης	=	θρομβόλυση
θρομβώδεις	=	θρομβώδης
θρομβώδες	=	θρομβώδης
θρομβώδη	=	θρομβώδης
θρομβώδης	adj|formal	που είναι γεμάτος θρόμβους
θρομβώδους	=	θρομβώδης
θρομβώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρομβούμαι
θρομβώσεις	=	θρόμβωση
θρομβώσεων	=	θρόμβωση
θρομβώσεως	=	θρόμβωση
θρονί	noun|literary	θρόνος
θρονιά	=	θρονί
θρονιάζαμε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζαν	=	θρονιάζομαι
θρονιάζανε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζατε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζει	=	θρονιάζομαι
θρονιάζεις	=	θρονιάζομαι
θρονιάζεσαι	=	θρονιάζομαι
θρονιάζεστε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζεται	=	θρονιάζομαι
θρονιάζετε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θρονιάζω κάθομαι κάπου βολικά και δεν εννοώ να φύγω
θρονιάζονται	=	θρονιάζομαι
θρονιάζονταν	=	θρονιάζομαι
θρονιάζοντας	=	θρονιάζομαι
θρονιάζουμε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζουν	=	θρονιάζομαι
θρονιάζουνε	=	θρονιάζομαι
θρονιάζω	=	θρονιάζομαι
θρονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάσαν	=	θρονιάζομαι
θρονιάσανε	=	θρονιάζομαι
θρονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρόνιασμα
θρονιάσματος	noun	γενική ενικού του θρόνιασμα
θρονιάσου	=	θρονιάζομαι
θρονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρονιαζόμασταν	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόμαστε	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόμουν	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόμουνα	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόντουσαν	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόσασταν	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόσαστε	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόσουν	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόσουνα	=	θρονιάζομαι
θρονιαζόταν	=	θρονιάζομαι
θρονιαζότανε	=	θρονιάζομαι
θρονιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θρόνιασμα
θρονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρονιασμένο
θρονιασμένε	verb	κλητική ενικού του θρονιασμένος
θρονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρονιασμένη
θρονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρονιασμένος
θρονιασμένης	verb	γενική ενικού του θρονιασμένη
θρονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θρονιασμένος
θρονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρονιασμένος
θρονιασμένος	verb	που έχει στρογγυλοκάτσει κάπου και δεν κάνει τίποτα
θρονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρονιασμένος
θρονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θρονιασμένος
θρονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρονιασμένος
θρονιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστήκαν	=	θρονιάζομαι
θρονιαστήκανε	=	θρονιάζομαι
θρονιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
θρονιού	=	θρονί
θρονιών	=	θρονί
θρος	noun|rare	άλλη γραφή του θρους, το θρόισμα
θρουλί	noun	κομματάκι, ψίχουλο
θρουμπιού	=	θρούμπι
θρουμπιών	=	θρούμπι
θρουμπών	noun	γενική πληθυντικού του θρούμπα
θρους	noun|archaic	ήχος από τριβή
θροφές	=	θροφή
θροφή	noun|vulgar	άλλη μορφή του τροφή
θροφής	=	θροφή
θροφών	=	θροφή
θροϊσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θρόισμα
θρούμπα	noun	ελιά που έχει ωριμάσει και αρωματιστεί με θρούμπι ή άλλα αρωματικά
θρούμπας	noun	γενική ενικού του θρούμπα
θρούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρούμπα
θρούμπη	noun	άλλη μορφή του θρούμπι
θρούμπης	=	θρούμπη
θρούμπι	noun	ποώδες αρωματικό φυτό (θάμνος) της οικογένειας των Χειλανθών
θρούμπια	=	θρούμπι
θροώ	verb	παράγω ασθενικό και συνεχή, μόλις αισθητό ήχο
θροώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θροώ
θρυαλλίδα	noun	το φιτίλι που πυροδοτεί έναν εκρηκτικό μηχανισμό
θρυαλλίδας	=	θρυαλλίδα
θρυαλλίδες	=	θρυαλλίδα
θρυαλλίδων	=	θρυαλλίδα
θρυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυλικό
θρυλικέ	adj	κλητική ενικού του θρυλικός
θρυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυλική
θρυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρυλικός
θρυλικής	adj	γενική ενικού του θρυλική
θρυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρυλικός
θρυλικού	adj	γενική ενικού του θρυλικός
θρυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρυλικός
θρυλικό	adj	αιτιατική ενικού του θρυλικός
θρυλικός	adj	που ανάγεται στην περιοχή του θρύλου
θρυλικότατα	=	θρυλικός
θρυλικότατε	=	θρυλικός
θρυλικότατες	=	θρυλικός
θρυλικότατη	=	θρυλικός
θρυλικότατης	=	θρυλικός
θρυλικότατο	=	θρυλικός
θρυλικότατοι	=	θρυλικός
θρυλικότατος	=	θρυλικός
θρυλικότατου	=	θρυλικός
θρυλικότατους	=	θρυλικός
θρυλικότατων	=	θρυλικός
θρυλικότερα	=	θρυλικός
θρυλικότερε	=	θρυλικός
θρυλικότερες	=	θρυλικός
θρυλικότερη	=	θρυλικός
θρυλικότερης	=	θρυλικός
θρυλικότερο	=	θρυλικός
θρυλικότεροι	=	θρυλικός
θρυλικότερος	=	θρυλικός
θρυλικότερου	=	θρυλικός
θρυλικότερους	=	θρυλικός
θρυλικότερων	=	θρυλικός
θρυλικών	adj	γενική πληθυντικού του θρυλικός
θρυλούμενα	=	θρυλούμενος
θρυλούμενε	=	θρυλούμενος
θρυλούμενες	=	θρυλούμενος
θρυλούμενη	=	θρυλούμενος
θρυλούμενης	=	θρυλούμενος
θρυλούμενο	=	θρυλούμενος
θρυλούμενοι	=	θρυλούμενος
θρυλούμενος	verb	που θρυλείται, που ακούγεται
θρυλούμενου	=	θρυλούμενος
θρυλούμενους	=	θρυλούμενος
θρυλούμενων	=	θρυλούμενος
θρυμμάτιζα	=	θρυμματίζω
θρυμμάτιζαν	=	θρυμματίζω
θρυμμάτιζε	=	θρυμματίζω
θρυμμάτιζες	=	θρυμματίζω
θρυμμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμμάτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρυμματίζω
θρυμμάτισης	=	θρυμμάτιση
θρυμμάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρυμματίζω
θρυμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θρύμμα
θρυμματίζαμε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζαν	=	θρυμματίζω
θρυμματίζανε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζατε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζει	=	θρυμματίζω
θρυμματίζεις	=	θρυμματίζω
θρυμματίζεσαι	=	θρυμματίζω
θρυμματίζεστε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζεται	=	θρυμματίζω
θρυμματίζετε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζομαι	=	θρυμματίζω
θρυμματίζομε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζονται	=	θρυμματίζω
θρυμματίζονταν	=	θρυμματίζω
θρυμματίζοντας	=	θρυμματίζω
θρυμματίζουμε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζουν	=	θρυμματίζω
θρυμματίζουνε	=	θρυμματίζω
θρυμματίζω	verb	σπάω κάτι, το διαλύω, το κάνω θρύψαλα
θρυμματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσαν	=	θρυμματίζω
θρυμματίσανε	=	θρυμματίζω
θρυμματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσεων	=	θρυμμάτιση
θρυμματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυμμάτισμα
θρυμματίσματος	noun	γενική ενικού του θρυμμάτισμα
θρυμματίσομε	=	θρυμματίζω
θρυμματίσου	=	θρυμματίζω
θρυμματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίσουνε	=	θρυμματίζω
θρυμματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματίστηκα	=	θρυμματίζω
θρυμματίστηκαν	=	θρυμματίζω
θρυμματίστηκε	=	θρυμματίζω
θρυμματίστηκες	=	θρυμματίζω
θρυμματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
θρυμματιζόμασταν	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόμαστε	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόμουν	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόμουνα	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόντουσαν	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόσασταν	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόσαστε	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόσουν	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόσουνα	=	θρυμματίζω
θρυμματιζόταν	=	θρυμματίζω
θρυμματιζότανε	=	θρυμματίζω
θρυμματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θρυμμάτισμα
θρυμματισμέ	noun	κλητική ενικού του θρυμματισμός
θρυμματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυμματισμένο
θρυμματισμένε	verb	κλητική ενικού του θρυμματισμένος
θρυμματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυμματισμένη
θρυμματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρυμματισμένος
θρυμματισμένης	verb	γενική ενικού του θρυμματισμένη
θρυμματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θρυμματισμένος
θρυμματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρυμματισμένος
θρυμματισμένος	verb	που έχει θρυμματιστεί
θρυμματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρυμματισμένος
θρυμματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θρυμματισμένος
θρυμματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρυμματισμένος
θρυμματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρυμματισμός
θρυμματισμού	noun	γενική ενικού του θρυμματισμός
θρυμματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θρυμματισμός
θρυμματισμό	noun	αιτιατική ενικού του θρυμματισμός
θρυμματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρυμματίζω
θρυμματισμών	noun	γενική πληθυντικού του θρυμματισμός
θρυμματιστήκαμε	=	θρυμματίζω
θρυμματιστήκαν	=	θρυμματίζω
θρυμματιστήκανε	=	θρυμματίζω
θρυμματιστήκατε	=	θρυμματίζω
θρυμματιστεί	=	θρυμματίζω
θρυμματιστείς	=	θρυμματίζω
θρυμματιστείτε	=	θρυμματίζω
θρυμματιστούμε	=	θρυμματίζω
θρυμματιστούν	=	θρυμματίζω
θρυμματιστούνε	=	θρυμματίζω
θρυμματιστώ	=	θρυμματίζω
θρυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυπτικό
θρυπτικέ	adj	κλητική ενικού του θρυπτικός
θρυπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυπτική
θρυπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρυπτικός
θρυπτικής	adj	γενική ενικού του θρυπτική
θρυπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρυπτικός
θρυπτικού	adj	γενική ενικού του θρυπτικός
θρυπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θρυπτικός
θρυπτικό	adj	αιτιατική ενικού του θρυπτικός
θρυπτικός	adj	που είναι κατάλληλος ή ικανός στο ν α συντρίβει
θρυπτικών	adj	γενική πληθυντικού του θρυπτικός
θρυπτοφάνη	=	τρυπτοφάνη
θρυψάλιαζα	=	θρυψαλιάζω
θρυψάλιαζαν	=	θρυψαλιάζω
θρυψάλιαζε	=	θρυψαλιάζω
θρυψάλιαζες	=	θρυψαλιάζω
θρυψάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψάλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρυψαλιάζω
θρυψίνες	=	θρυψίνη
θρυψίνη	noun	πρωτεολυτικό ένζυμο το οποίο σχηματίζεται στο έντερο
θρυψίνης	=	θρυψίνη
θρυψαλιάζαμε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζαν	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζανε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζατε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζει	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζεις	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζετε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζοντας	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζουμε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζουν	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζουνε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάζω	verb	κάνω θρύψαλα
θρυψαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσαν	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσανε	=	θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσματα	=	θρυψάλιασμα
θρυψαλιάσματος	=	θρυψάλιασμα
θρυψαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυψαλιάζω
θρυψαλιασμάτων	=	θρυψάλιασμα
θρυψαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυψαλιασμένο
θρυψαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του θρυψαλιασμένος
θρυψαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρυψαλιασμένη
θρυψαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θρυψαλιασμένος
θρυψαλιασμένης	verb	γενική ενικού του θρυψαλιασμένη
θρυψαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θρυψαλιασμένος
θρυψαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρυψαλιασμένος
θρυψαλιασμένος	verb	που έχει γίνει θρύψαλα
θρυψαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θρυψαλιασμένος
θρυψαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θρυψαλιασμένος
θρυψαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θρυψαλιασμένος
θρυψινών	=	θρυψίνη
θρόε	=	θρόος
θρόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροώ
θρόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροώ
θρόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροώ
θρόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροώ
θρόιζα	=	θροΐζω
θρόιζαν	=	θροΐζω
θρόιζε	=	θροΐζω
θρόιζες	=	θροΐζω
θρόισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θρόισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θρόισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θρόισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θροΐζω
θρόισμα	noun	συνεχής ελαφρός θόρυβος όταν ο αέρας κινεί τα φύλλα δέντρου
θρόμβε	noun	κλητική ενικού του θρόμβος
θρόμβο	noun	αιτιατική ενικού του θρόμβος
θρόμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρόμβος
θρόμβος	noun	σταγόνα αίματος που έχει πήξει
θρόμβου	noun	γενική ενικού του θρόμβος
θρόμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θρόμβος
θρόμβων	noun	γενική πληθυντικού του θρόμβος
θρόμβωση	noun	θρομβογένεση, η διαδικασία με την οποία επέρχεται πυκνότερη συνεκτικότητα υγρού με συνέπεια να δημιουργούνται θρόμβοι
θρόμβωσης	=	θρόμβωση
θρόνε	noun	κλητική ενικού του θρόνος
θρόνιαζα	=	θρονιάζομαι
θρόνιαζαν	=	θρονιάζομαι
θρόνιαζε	=	θρονιάζομαι
θρόνιαζες	=	θρονιάζομαι
θρόνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρόνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρόνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρόνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρονιάζω
θρόνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θρονιάζομαι
θρόνο	noun	αιτιατική ενικού του θρόνος
θρόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρόνος
θρόνος	noun	το πολυτελές κάθισμα πάνω στο οποίο κάθεται ένας μονάρχης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της εξουσίας του
θρόνου	noun	γενική ενικού του θρόνος
θρόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θρόνος
θρόνων	noun	γενική πληθυντικού του θρόνος
θρόο	=	θρόος
θρόοι	=	θρόος
θρόος	noun	βουητό από τους ήχους ομιλίας ανθρώπων
θρόου	=	θρόος
θρόους	=	θρόος
θρόων	=	θρόος
θρύα	=	θρύο
θρύβαμε	=	θρύβω
θρύβαν	=	θρύβω
θρύβανε	=	θρύβω
θρύβατε	=	θρύβω
θρύβε	=	θρύβω
θρύβει	=	θρύβω
θρύβεις	=	θρύβω
θρύβετε	=	θρύβω
θρύβοντας	=	θρύβω
θρύβουμε	=	θρύβω
θρύβουν	=	θρύβω
θρύβουνε	=	θρύβω
θρύβω	verb	θρύπτω
θρύλε	noun	κλητική ενικού του θρύλος
θρύλημα	noun|rare	φημολογία, φήμη, διάδοση, θρύλος
θρύλο	noun	αιτιατική ενικού του θρύλος
θρύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θρύλος
θρύλος	noun	προφορική παράδοση, συνήθως μυθική
θρύλου	noun	γενική ενικού του θρύλος
θρύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θρύλος
θρύλων	noun	γενική πληθυντικού του θρύλος
θρύμμα	noun	το κομμάτι που προέρχεται από το σπάσιμο κάποιου αντικειμένου
θρύμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρύμμα
θρύμματος	noun	γενική ενικού του θρύμμα
θρύο	noun	το καλάμι, το βούρλο
θρύου	=	θρύο
θρύπτω	verb	κόβω σε κομμάτια
θρύψαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θρύψαλο
θρύψαλο	noun	μικρό κομμάτι ενός ενιαίου αντικειμένου που έσπασε, θρυμματίστηκε
θρύψαλου	noun	γενική ενικού του θρύψαλο
θρύψαλων	noun	γενική πληθυντικού του θρύψαλο
θρύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψαν	=	θρύβω
θρύψανε	=	θρύβω
θρύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρύβω
θρύων	=	θρύο
θυέλλης	=	θύελλα
θυατέρα	=	θυγατέρα
θυγατέρα	noun	θηλυκό παιδί σε σχέση με τους γονείς του
θυγατέρας	=	θυγατέρα
θυγατέρες	=	θυγατέρα
θυγατέρων	noun	γενική πληθυντικού του θυγατέρα
θυγατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυγατρικό
θυγατρικέ	adj	κλητική ενικού του θυγατρικός
θυγατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυγατρική
θυγατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυγατρικός
θυγατρικής	adj	γενική ενικού του θυγατρική
θυγατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυγατρικός
θυγατρικού	adj	γενική ενικού του θυγατρικός
θυγατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θυγατρικός
θυγατρικό	adj	αιτιατική ενικού του θυγατρικός
θυγατρικός	adj	που έχει δημιουργηθεί από κάποιον άλλον μητρικό φορέα και διευθύνεται από αυτόν, αν και συνιστά ξεχωριστό νομικό πρόσωπο
θυγατρικών	adj	γενική πληθυντικού του θυγατρικός
θυελλωδών	adj	γενική πληθυντικού του θυελλώδης
θυελλωδώς	adv|figurative	με θυελλώδη τρόπο
θυελλόγλαρε	=	θυελλόγλαρος
θυελλόγλαρο	=	θυελλόγλαρος
θυελλόγλαροι	=	θυελλόγλαρος
θυελλόγλαρος	noun	είδος γλάρου
θυελλόγλαρου	=	θυελλόγλαρος
θυελλόγλαρους	=	θυελλόγλαρος
θυελλόγλαρων	=	θυελλόγλαρος
θυελλώδεις	=	θυελλώδης
θυελλώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θυελλώδης
θυελλώδη	=	θυελλώδης
θυελλώδης	adj	που έχει σφοδρούς ανέμους και θύελλες
θυελλώδους	=	θυελλώδης
θυελλών	noun	γενική πληθυντικού του θύελλα
θυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυλάκιο
θυλάκιο	noun	σακούλι
θυλάκιου	=	θυλάκιο
θυλάκου	noun	γενική ενικού του θύλακας
θυλάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θύλακας
θυλάκων	noun	γενική πληθυντικού του θύλακας
θυλακίου	noun	γενική ενικού του θυλάκιο
θυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του θυλάκιο
θυλακοειδές	=	θυλακοειδής
θυλακοειδή	=	θυλακοειδής
θυλακοειδής	adj	που μοιάζει με θύλακα, που έχει τέτοιο σχήμα
θυλακοειδείς	=	θυλακοειδής
θυλακοειδούς	=	θυλακοειδής
θυλακοειδών	=	θυλακοειδής
θυμάμαι	verb	ανακαλώ στη μνήμη μου
θυμάρι	noun	αρωματικός θάμνος του είδους Thymus vulgaris· τα ξεραμένα φύλλα και άνθη του χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό
θυμάρια	=	θυμάρι
θυμάσαι	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θυμάμαι
θυμάστε	=	θυμάμαι
θυμάται	=	θυμάμαι
θυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θύμα
θυμέ	noun	κλητική ενικού του θυμός
θυμέλαια	=	θυμέλαιο
θυμέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από θυμάρι
θυμέλαιου	=	θυμέλαιο
θυμέλαιων	=	θυμέλαιο
θυμέλη	noun	βωμός των αρχαίων ελληνικών θεάτρων, στο κέντρο της ορχήστρας, όπου στεκόταν ο κορυφαίος του χορού
θυμήζαμε	=	θυμίζω
θυμήζαν	=	θυμίζω
θυμήζανε	=	θυμίζω
θυμήζατε	=	θυμίζω
θυμήζει	=	θυμίζω
θυμήζεις	=	θυμίζω
θυμήζετε	=	θυμίζω
θυμήζομε	=	θυμίζω
θυμήζοντας	=	θυμίζω
θυμήζουμε	=	θυμίζω
θυμήζουν	=	θυμίζω
θυμήζουνε	=	θυμίζω
θυμήζω	=	θυμίζω
θυμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύμηση
θυμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θύμηση
θυμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θύμηση
θυμήσου	=	θυμάμαι
θυμίαζα	=	θυμιάζω
θυμίαζαν	=	θυμιάζω
θυμίαζε	=	θυμιάζω
θυμίαζες	=	θυμιάζω
θυμίαμα	noun	αρωματική ουσία με χαρακτηριστική κι έντονη μυρουδιά, που χρησιμοποιείται σε θρησκευτικές τελετές
θυμίασα	=	θυμιάζω
θυμίασαν	=	θυμιάζω
θυμίασε	=	θυμιάζω
θυμίασες	=	θυμιάζω
θυμίασις	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θυμιάζω
θυμίζαμε	=	θυμίζω
θυμίζαν	=	θυμίζω
θυμίζανε	=	θυμίζω
θυμίζατε	=	θυμίζω
θυμίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του θυμίζω
θυμίζεις	=	θυμίζω
θυμίζετε	=	θυμίζω
θυμίζοντας	=	θυμίζω
θυμίζουμε	=	θυμίζω
θυμίζουν	=	θυμίζω
θυμίζουνε	=	θυμίζω
θυμίζω	verb	φέρνω κάτι στον νου μου ή σε κάποιου άλλου με κάποιον λόγο ή πράξη
θυμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσαν	=	θυμίζω
θυμίσανε	=	θυμίζω
θυμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσομε	=	θυμίζω
θυμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσουνε	=	θυμίζω
θυμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θυμαράκι	noun	υποκοριστικό του θυμάρι
θυμαράκια	=	θυμαράκι
θυμαρίσια	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιας	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιε	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιες	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιο	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιοι	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιος	adj	που παράγεται από θυμάρι
θυμαρίσιου	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιους	=	θυμαρίσιος
θυμαρίσιων	=	θυμαρίσιος
θυμαριά	noun	το φυτό θυμάρι
θυμαριάς	=	θυμαριά
θυμαριές	=	θυμαριά
θυμαριού	=	θυμάρι
θυμαριών	=	θυμάρι
θυμαρόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμαρόμελο
θυμαρόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη θυμαριών
θυμαρόμελου	noun	γενική ενικού του θυμαρόμελο
θυμαρόμελων	noun	γενική πληθυντικού του θυμαρόμελο
θυματοποίει	=	θυματοποιώ
θυματοποίησα	=	θυματοποιώ
θυματοποίησαν	=	θυματοποιώ
θυματοποίησε	=	θυματοποιώ
θυματοποίησες	=	θυματοποιώ
θυματοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού θυματοποιώ
θυματοποίησης	noun	γενική ενικού του θυματοποίηση
θυματοποιήσαμε	=	θυματοποιώ
θυματοποιήσαν	=	θυματοποιώ
θυματοποιήσανε	=	θυματοποιώ
θυματοποιήσατε	=	θυματοποιώ
θυματοποιήσει	=	θυματοποιώ
θυματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυματοποίηση
θυματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του θυματοποίηση
θυματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του θυματοποίηση
θυματοποιήστε	=	θυματοποιώ
θυματοποιεί	=	θυματοποιώ
θυματοποιείς	=	θυματοποιώ
θυματοποιείτε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θυματοποιώ
θυματοποιούμε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούν	=	θυματοποιώ
θυματοποιούνε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσα	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσαμε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσαν	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσανε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσατε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσε	=	θυματοποιώ
θυματοποιούσες	=	θυματοποιώ
θυματοποιώ	verb	καθιστώ κάποιον θύμα
θυματοποιώντας	=	θυματοποιώ
θυμείστε	=	θυμάμαι
θυμεκτομές	=	θυμεκτομή
θυμεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση του θύμου αδένα
θυμεκτομής	=	θυμεκτομή
θυμεκτομών	=	θυμεκτομή
θυμελαίου	=	θυμέλαιο
θυμελαίων	=	θυμέλαιο
θυμελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμελικό
θυμελικέ	adj	κλητική ενικού του θυμελικός
θυμελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμελική
θυμελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμελικός
θυμελικής	adj	γενική ενικού του θυμελική
θυμελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμελικός
θυμελικού	adj	γενική ενικού του θυμελικός
θυμελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θυμελικός
θυμελικό	adj	αιτιατική ενικού του θυμελικός
θυμελικός	adj	που έχει σχέση με τη θυμέλη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
θυμελικών	adj	γενική πληθυντικού του θυμελικός
θυμηδία	noun|formal	διάθεση για γέλιο, σκωπτική και ειρωνική διάθεση
θυμηδίας	noun	γενική ενικού του θυμηδία
θυμηδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμηδία
θυμηδιών	noun	γενική πληθυντικού του θυμηδία
θυμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθήκαν	=	θυμάμαι
θυμηθήκανε	=	θυμάμαι
θυμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμηθούνε	=	θυμάμαι
θυμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμάμαι
θυμητάρι	noun	το ενθύμιο
θυμητάρια	=	θυμητάρι
θυμηταριού	=	θυμητάρι
θυμηταριών	=	θυμητάρι
θυμητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμητικό
θυμητικού	noun	γενική ενικού του θυμητικό
θυμητικό	noun	το μνημονικό, η μνήμη, η ικανότητα κάποιου να συγκρατεί στη μνήμη του πράγματα, να θυμάται
θυμητικών	noun	γενική πληθυντικού του θυμητικό
θυμιάζαμε	=	θυμιάζω
θυμιάζαν	=	θυμιάζω
θυμιάζανε	=	θυμιάζω
θυμιάζατε	=	θυμιάζω
θυμιάζει	=	θυμιάζω
θυμιάζεις	=	θυμιάζω
θυμιάζετε	=	θυμιάζω
θυμιάζοντας	=	θυμιάζω
θυμιάζουμε	=	θυμιάζω
θυμιάζουν	=	θυμιάζω
θυμιάζουνε	=	θυμιάζω
θυμιάζω	verb|figurative	άλλη μορφή του θυμιατίζω
θυμιάμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του θυμίαμα
θυμιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιάμα
θυμιάματος	noun	γενική ενικού του θυμιάμα
θυμιάσαμε	=	θυμιάζω
θυμιάσαν	=	θυμιάζω
θυμιάσανε	=	θυμιάζω
θυμιάσατε	=	θυμιάζω
θυμιάσει	=	θυμιάζω
θυμιάστε	=	θυμιάζω
θυμιάτιζα	=	θυμιατίζω
θυμιάτιζαν	=	θυμιατίζω
θυμιάτιζε	=	θυμιατίζω
θυμιάτιζες	=	θυμιατίζω
θυμιάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιάτισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θυμιατίζω
θυμιέστε	=	θυμάμαι
θυμιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θυμιάμα
θυμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιασμένο
θυμιασμένε	verb	κλητική ενικού του θυμιασμένος
θυμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιασμένη
θυμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμιασμένος
θυμιασμένης	verb	γενική ενικού του θυμιασμένη
θυμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θυμιασμένος
θυμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμιασμένος
θυμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυμιασμένος
θυμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θυμιασμένος
θυμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυμιασμένος
θυμιατά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιατό
θυμιατήρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του θυμιατό
θυμιατήρια	=	θυμιατήρι
θυμιατήριο	noun|vulgar	άλλη μορφή του θυμιατήρι
θυμιατήριον	noun|vulgar	άλλη μορφή του θυμιατήρι
θυμιατήριου	=	θυμιατήριο
θυμιατήριων	=	θυμιατήριο
θυμιατίζαμε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζαν	=	θυμιατίζω
θυμιατίζανε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζατε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζει	=	θυμιατίζω
θυμιατίζεις	=	θυμιατίζω
θυμιατίζεσαι	=	θυμιατίζω
θυμιατίζεστε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζεται	=	θυμιατίζω
θυμιατίζετε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίζομε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζονται	=	θυμιατίζω
θυμιατίζονταν	=	θυμιατίζω
θυμιατίζοντας	=	θυμιατίζω
θυμιατίζουμε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζουν	=	θυμιατίζω
θυμιατίζουνε	=	θυμιατίζω
θυμιατίζω	verb	ρίχνω τριγύρω με το θυμιατήρι καπνό θυμιάματος
θυμιατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσαν	=	θυμιατίζω
θυμιατίσανε	=	θυμιατίζω
θυμιατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιάτισμα
θυμιατίσματος	noun	γενική ενικού του θυμιάτισμα
θυμιατίσομε	=	θυμιατίζω
θυμιατίσου	=	θυμιατίζω
θυμιατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίσουνε	=	θυμιατίζω
θυμιατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατίστηκα	=	θυμιατίζω
θυμιατίστηκαν	=	θυμιατίζω
θυμιατίστηκε	=	θυμιατίζω
θυμιατίστηκες	=	θυμιατίζω
θυμιατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμιατίζω
θυμιατηρίου	=	θυμιατήριο
θυμιατηρίων	=	θυμιατήριο
θυμιατηριού	=	θυμιατήρι
θυμιατηριών	=	θυμιατήρι
θυμιατιζόμασταν	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόμαστε	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόμουν	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόμουνα	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόντουσαν	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόσασταν	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόσαστε	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόσουν	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόσουνα	=	θυμιατίζω
θυμιατιζόταν	=	θυμιατίζω
θυμιατιζότανε	=	θυμιατίζω
θυμιατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θυμιάτισμα
θυμιατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιατισμένο
θυμιατισμένε	verb	κλητική ενικού του θυμιατισμένος
θυμιατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμιατισμένη
θυμιατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμιατισμένος
θυμιατισμένης	verb	γενική ενικού του θυμιατισμένη
θυμιατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θυμιατισμένος
θυμιατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμιατισμένος
θυμιατισμένος	=	θυμιατίζω
θυμιατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυμιατισμένος
θυμιατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θυμιατισμένος
θυμιατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυμιατισμένος
θυμιατιστήκαμε	=	θυμιατίζω
θυμιατιστήκαν	=	θυμιατίζω
θυμιατιστήκανε	=	θυμιατίζω
θυμιατιστήκατε	=	θυμιατίζω
θυμιατιστεί	=	θυμιατίζω
θυμιατιστείς	=	θυμιατίζω
θυμιατιστείτε	=	θυμιατίζω
θυμιατιστούμε	=	θυμιατίζω
θυμιατιστούν	=	θυμιατίζω
θυμιατιστούνε	=	θυμιατίζω
θυμιατιστώ	=	θυμιατίζω
θυμιατού	noun	γενική ενικού του θυμιατό
θυμιατό	noun	το σκεύος με το οποίο θυμιατίζουν
θυμιατών	noun	γενική πληθυντικού του θυμιατό
θυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμικό
θυμικέ	adj	κλητική ενικού του θυμικός
θυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμική
θυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμικός
θυμικής	adj	γενική ενικού του θυμική
θυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμικός
θυμικού	adj	γενική ενικού του θυμικός
θυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θυμικός
θυμικό	noun	η συναισθηματική αιτιότητα-αφετηρία της θέλησης	adj	αιτιατική ενικού του θυμικός
θυμικός	adj	που έχει σχέση με το θυμικό ή αναφέρεται σ' αυτό
θυμικών	adj	γενική πληθυντικού του θυμικός
θυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμός
θυμοειδές	noun	το μέρος της ψυχής που περικλείει το συναίσθημα και τη βούληση
θυμοειδή	=	θυμοειδής
θυμοειδής	adj|formal	ζωηρός, ορμητικός
θυμοειδείς	=	θυμοειδής
θυμοειδούς	=	θυμοειδής
θυμοειδών	=	θυμοειδής
θυμοκρατία	noun	Φιλοσοφική θεωρία που πιστεύει ότι το συναίσθημα κυριαρχεί στην ψυχική ζωή ενός ανθρώπου
θυμοκρατίας	noun	γενική ενικού του θυμοκρατία
θυμοκρατίες	=	θυμοκρατία
θυμοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του θυμοκρατία
θυμολών	=	θυμόλη
θυμοσοφία	noun	η ιδιότητα του θυμόσοφου
θυμοσοφίας	noun	γενική ενικού του θυμοσοφία
θυμοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμοσοφία
θυμοσοφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμοσοφικό	adv	με θυμοσοφικό τρόπο
θυμοσοφικέ	adj	κλητική ενικού του θυμοσοφικός
θυμοσοφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμοσοφική
θυμοσοφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμοσοφικός
θυμοσοφικής	adj	γενική ενικού του θυμοσοφική
θυμοσοφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμοσοφικός
θυμοσοφικού	adj	γενική ενικού του θυμοσοφικός
θυμοσοφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θυμοσοφικός
θυμοσοφικό	adj	αιτιατική ενικού του θυμοσοφικός
θυμοσοφικός	adj	που έχει σχέση με τη θυμοσοφία ή τον θυμόσοφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
θυμοσοφικών	adj	γενική πληθυντικού του θυμοσοφικός
θυμοσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του θυμοσοφία
θυμοσοφώ	verb	είμαι θυμόσοφος
θυμού	noun	γενική ενικού του θυμός
θυμούμαι	=	θυμάμαι
θυμούμαστε	=	θυμάμαι
θυμούμενος	=	θυμάμαι
θυμούνται	=	θυμάμαι
θυμούνταν	=	θυμάμαι
θυμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θυμός
θυμωδών	=	θυμώδης
θυμωδώς	adv	ευέξαπτα, οξύθυμα, αψώς, οργίλα, ευερέθιστα
θυμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θύμωμα
θυμωμένα	adv	με θυμό
θυμωμένε	verb	κλητική ενικού του θυμωμένος
θυμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωμένη
θυμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμωμένος
θυμωμένης	verb	γενική ενικού του θυμωμένη
θυμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του θυμωμένος
θυμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμωμένος
θυμωμένος	verb	που έχει θυμώσει, που διακατέχεται από θυμό, οργή
θυμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυμωμένος
θυμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θυμωμένος
θυμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυμωμένος
θυμωσιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμωσιάρης
θυμωσιάρας	adj	γενική ενικού του θυμωσιάρα
θυμωσιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωσιάρα
θυμωσιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θυμωσιάρης
θυμωσιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωσιάρης
θυμωσιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του θυμωσιάρης
θυμωσιάρης	adj	που θυμώνει εύκολα, που είναι διαρκώς θυμωμένος
θυμωσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωσιάρικο
θυμωσιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του θυμωσιάρης
θυμωσιάρικου	adj	γενική ενικού του θυμωσιάρικο
θυμωσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του θυμωσιάρικο
θυμωτσιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμωτσιάρης
θυμωτσιάρας	adj	γενική ενικού του θυμωτσιάρα
θυμωτσιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωτσιάρα
θυμωτσιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θυμωτσιάρης
θυμωτσιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωτσιάρης
θυμωτσιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του θυμωτσιάρης
θυμωτσιάρης	adj	που θυμώνει εύκολα
θυμωτσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμωτσιάρικο
θυμωτσιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του θυμωτσιάρης
θυμωτσιάρικου	adj	γενική ενικού του θυμωτσιάρικο
θυμωτσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του θυμωτσιάρικο
θυμό	noun	αιτιατική ενικού του θυμός
θυμόλες	=	θυμόλη
θυμόλη	noun	οργανική ένωση, συστατικό των αιθέριων ελαίων πολλών φυτών (κυρίως ειδών θυμαριού και ρίγανης), χημική ονοματολογία: 2-ισοπροπυλ-5-μεθυλοφαινόλη, χημικός τύπος: C₁₀H₁₄O
θυμόλης	=	θυμόλη
θυμόμασταν	=	θυμάμαι
θυμόμαστε	=	θυμάμαι
θυμόμουν	=	θυμάμαι
θυμόμουνα	=	θυμάμαι
θυμόνται	=	θυμάμαι
θυμόνταν	=	θυμάμαι
θυμόντανε	=	θυμάμαι
θυμός	noun	το ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις
θυμόσασταν	=	θυμάμαι
θυμόσαστε	=	θυμάμαι
θυμόσουν	=	θυμάμαι
θυμόσουνα	=	θυμάμαι
θυμόσοφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμόσοφο
θυμόσοφε	adj	κλητική ενικού του θυμόσοφος
θυμόσοφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυμόσοφη
θυμόσοφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυμόσοφος
θυμόσοφης	adj	γενική ενικού του θυμόσοφη
θυμόσοφο	adj	αιτιατική ενικού του θυμόσοφος
θυμόσοφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυμόσοφος
θυμόσοφος	adj	ο από ένστικτο σοφός, ο πάντοτε ψύχραιμος, που αντιμετωπίζει ήρεμα τις οποιεσδήποτε καταστάσεις και επιγραμματικά τις χαρακτηρίζει
θυμόσοφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυμόσοφος
θυμόσοφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του θυμόσοφος
θυμόσοφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυμόσοφος
θυμόταν	=	θυμάμαι
θυμότανε	=	θυμάμαι
θυμώδεις	=	θυμώδης
θυμώδες	=	θυμώδης
θυμώδη	=	θυμώδης
θυμώδης	adj	που θυμώνει εύκολα
θυμώδους	=	θυμώδης
θυμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύμωμα
θυμώματος	noun	γενική ενικού του θύμωμα
θυμών	noun	γενική πληθυντικού του θυμός
θυμώναμε	=	θυμώνω
θυμώναν	=	θυμώνω
θυμώνανε	=	θυμώνω
θυμώνατε	=	θυμώνω
θυμώνει	=	θυμώνω
θυμώνεις	=	θυμώνω
θυμώνετε	=	θυμώνω
θυμώνομε	=	θυμώνω
θυμώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος θυμώνω
θυμώνουμε	=	θυμώνω
θυμώνουν	=	θυμώνω
θυμώνουνε	=	θυμώνω
θυμώνω	verb	κυριεύομαι από θυμό, οργίζομαι
θυμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσαν	=	θυμώνω
θυμώσανε	=	θυμώνω
θυμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσομε	=	θυμώνω
θυμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσουνε	=	θυμώνω
θυμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θυννεία	=	θυννείο
θυννείο	noun	παλαιότερο επαγγελματικό σύστημα αλιείας με μόνιμη παράκτια εγκατάσταση που λειτουργεί ως ιχθυοπαγίδα (παρόμοια με ιχθυοτροφείο)
θυννείου	=	θυννείο
θυννείων	=	θυννείο
θυννοσκοπεία	=	θυννοσκοπείο
θυννοσκοπείο	noun|dated	μέρος σε ψηλό σημείο απ’ όπου κάποιος εξετάζει αν το ποτάμι έχει θύννους / τόννους
θυννοσκοπείου	=	θυννοσκοπείο
θυννοσκοπείων	=	θυννοσκοπείο
θυρίδα	noun	μικρό άνοιγμα, μικρή πόρτα
θυρίδας	=	θυρίδα
θυρίδες	=	θυρίδα
θυρίδων	=	θυρίδα
θυρανοίξια	noun	τα εγκαίνια χριστιανικού ναού (κυριολεκτικά: το άνοιγμα των θυρών)
θυρανοιξίων	=	θυρανοίξια
θυρεέ	noun	κλητική ενικού του θυρεός
θυρεοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυρεός
θυρεοειδές	=	θυρεοειδής
θυρεοειδή	=	θυρεοειδής
θυρεοειδής	adj	που μοιάζει με θυρεό	noun	αδένας που βρίσκεται στο λαιμό και σχετίζεται με τον μεταβολισμό ενός οργανισμού
θυρεοειδίτιδα	noun	φλεγμονή του θυρεοειδούς αδένα
θυρεοειδίτιδας	=	θυρεοειδίτιδα
θυρεοειδίτιδες	=	θυρεοειδίτιδα
θυρεοειδίτιδων	=	θυρεοειδίτιδα
θυρεοειδείς	=	θυρεοειδής
θυρεοειδεκτομές	=	θυρεοειδεκτομή
θυρεοειδεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα
θυρεοειδεκτομής	=	θυρεοειδεκτομή
θυρεοειδεκτομών	=	θυρεοειδεκτομή
θυρεοειδούς	noun	γενική ενικού του θυρεοειδής	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του θυρεοειδής
θυρεοειδών	=	θυρεοειδής
θυρεοειδῖτις	noun	θυρεοειδίτιδα
θυρεοκήλες	=	θυρεοκήλη
θυρεοκήλη	noun	η βρογχοκήλη
θυρεοκήλης	=	θυρεοκήλη
θυρεοτρόπα	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπας	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπε	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπες	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπο	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόποι	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπος	adj	άλλη μορφή του θυρεοειδοτρόπος
θυρεοτρόπου	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπους	=	θυρεοτρόπος
θυρεοτρόπων	=	θυρεοτρόπος
θυρεού	noun	γενική ενικού του θυρεός
θυρεούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θυρεός
θυρεό	noun	αιτιατική ενικού του θυρεός
θυρεός	noun	το κύριο μέρος ενός οικόσημου που έχει σχήμα ασπίδας
θυρεών	noun	γενική πληθυντικού του θυρεός
θυροκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυροκόλληση
θυροκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήσεων	=	θυροκόλληση
θυροκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυροκολλημένο
θυροκολλημένε	verb	κλητική ενικού του θυροκολλημένος
θυροκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυροκολλημένη
θυροκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυροκολλημένος
θυροκολλημένης	verb	γενική ενικού του θυροκολλημένη
θυροκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του θυροκολλημένος
θυροκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυροκολλημένος
θυροκολλημένος	verb	που έχει θυροκολληθεί
θυροκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυροκολλημένος
θυροκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θυροκολλημένος
θυροκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυροκολλημένος
θυροκολλώ	verb	με οποιονδήποτε τρόπο κολλάω ή καρφιτσώνω στην είσοδο ενός οικήματος επίσημο έγγραφο το οποίο έχει σαν αποδέκτη κάποιον από τους κατοίκους του οικήματος, ώστε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο του εγγράφου
θυροκολλώμαι	=	θυροκολλώ
θυροκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυροκολλώ
θυροκόλληση	noun	η ενέργεια του θυροκολλώ
θυροκόλλησης	=	θυροκόλληση
θυροκόλλησις	noun	θυροκόλληση
θυροξίνες	=	θυροξίνη
θυροξίνη	noun	ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα
θυροξίνης	=	θυροξίνη
θυροξινών	=	θυροξίνη
θυροσκόπιο	noun|rare	συσκευή ημιαγωγών που λειτουργεί σαν ηλεκτρική βαλβίδα
θυροτηλέφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυροτηλέφωνο
θυροτηλέφωνο	noun	τηλέφωνο με το οποίο επικοινωνούν οι ένοικοι μιας οικίας με κάποιον που βρίσκεται στην εξώπορτα, έξω από τη θύρα της οικίας
θυροτηλέφωνου	noun	γενική ενικού του θυροτηλέφωνο
θυροτηλέφωνων	noun	γενική πληθυντικού του θυροτηλέφωνο
θυροτηλεοράσεις	=	θυροτηλεόραση
θυροτηλεοράσεων	=	θυροτηλεόραση
θυροτηλεφώνου	=	θυροτηλέφωνο
θυροτηλεφώνων	=	θυροτηλέφωνο
θυροτηλεόραση	noun	θυροτηλέφωνο με οθόνη για να βλέπουμε ποιος χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας
θυροτηλεόρασης	=	θυροτηλεόραση
θυροφράγματα	=	θυρόφραγμα
θυροφράγματος	=	θυρόφραγμα
θυροφραγμάτων	=	θυρόφραγμα
θυροφυλάκων	=	θυροφύλακας
θυροφύλακα	=	θυροφύλακας
θυροφύλακας	noun	ο επιφορτισμένος στον έλεγχο εισόδου - εξόδου πύλης, ή πόρτας
θυροφύλακες	=	θυροφύλακας
θυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θύρωμα
θυρωρέ	noun	κλητική ενικού του θυρωρός
θυρωρίνα	=	θυρωρός
θυρωρίνας	=	θυρωρός
θυρωρίνες	=	θυρωρός
θυρωρίνων	=	θυρωρός
θυρωρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυρωρείο
θυρωρείο	noun	ο χώρος όπου κάθεται συνήθως ο θυρωρός
θυρωρείου	noun	γενική ενικού του θυρωρείο
θυρωρείων	noun	γενική πληθυντικού του θυρωρείο
θυρωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυρωρός
θυρωρού	noun	γενική ενικού του θυρωρός
θυρωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θυρωρός
θυρωρό	noun	αιτιατική ενικού του θυρωρός
θυρωρός	noun	φύλακας εισόδου κτιρίου
θυρωρών	noun	γενική πληθυντικού του θυρωρός
θυρόφραγμα	noun	κατασκευή με ειδικό μηχανισμό ελέγχου της ροής υδάτων
θυρόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυρόφυλλο
θυρόφυλλο	noun	το καθένα από τα φύλλα μιας πόρτας, δηλαδή τα τμήματά της που κινούνται και ανοιγοκλείνουν
θυρόφυλλον	noun	θυρόφυλλο
θυρόφυλλου	noun	γενική ενικού του θυρόφυλλο
θυρόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του θυρόφυλλο
θυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύρωμα
θυρώματος	noun	γενική ενικού του θύρωμα
θυρών	noun	γενική πληθυντικού του θύρα
θυσάνου	noun	γενική ενικού του θύσανος
θυσάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θύσανος
θυσάνων	noun	γενική πληθυντικού του θύσανος
θυσία	noun	εκούσια απώλεια προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος στόχος
θυσίαζα	=	θυσιάζω
θυσίαζαν	=	θυσιάζω
θυσίαζε	=	θυσιάζω
θυσίαζες	=	θυσιάζω
θυσίας	noun	γενική ενικού του θυσία
θυσίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσία
θυσανοειδές	=	θυσανοειδής
θυσανοειδή	=	θυσανοειδής
θυσανοειδής	adj	άλλη μορφή του θυσανώδης
θυσανοειδείς	=	θυσανοειδής
θυσανοειδούς	=	θυσανοειδής
θυσανοειδών	=	θυσανοειδής
θυσανοστρωμάτων	=	θυσανόστρωμα
θυσανοστρώματα	=	θυσανόστρωμα
θυσανοστρώματος	=	θυσανόστρωμα
θυσανοσωρείτες	=	θυσανοσωρείτης
θυσανοσωρείτη	=	θυσανοσωρείτης
θυσανοσωρείτης	noun	σύνολο λεπτών και λευκών νεφών με σχήμα σφαιρικό, που μοιάζουν με μικρά κύματα σε σειρές
θυσανοσωρειτών	=	θυσανοσωρείτης
θυσανωδών	=	θυσανώδης
θυσανωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσανωτό	adv	με θυσανωτή μορφή
θυσανωτέ	adj	κλητική ενικού του θυσανωτός
θυσανωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσανωτή
θυσανωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυσανωτός
θυσανωτής	adj	γενική ενικού του θυσανωτή
θυσανωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυσανωτός
θυσανωτού	adj	γενική ενικού του θυσανωτός
θυσανωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θυσανωτός
θυσανωτό	adj	αιτιατική ενικού του θυσανωτός
θυσανωτός	adj	που μοιάζει με θύσανο, με φούντα
θυσανωτών	adj	γενική πληθυντικού του θυσανωτός
θυσανόμορφα	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφε	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφες	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφη	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφης	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφο	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφοι	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφος	adj	που έχει τη μορφή θυσάνου
θυσανόμορφου	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφους	=	θυσανόμορφος
θυσανόμορφων	=	θυσανόμορφος
θυσανόστρωμα	noun	κατηγορία διάφανων νεφών, σαν λευκά σεντόνια ή πέπλα, που σχηματίζουν μεγάλο φωτεινό κύκλο γύρω από τον Ήλιο, την ηλιακή ή την σεληνιακή άλω
θυσανώδεις	=	θυσανώδης
θυσανώδες	=	θυσανώδης
θυσανώδη	=	θυσανώδης
θυσανώδης	adj	που μοιάζει με θύσανο
θυσανώδους	=	θυσανώδης
θυσιάζαμε	=	θυσιάζω
θυσιάζαν	=	θυσιάζω
θυσιάζανε	=	θυσιάζω
θυσιάζατε	=	θυσιάζω
θυσιάζει	=	θυσιάζω
θυσιάζεις	=	θυσιάζω
θυσιάζεσαι	=	θυσιάζω
θυσιάζεστε	=	θυσιάζω
θυσιάζεται	=	θυσιάζω
θυσιάζετε	=	θυσιάζω
θυσιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος θυσιάζω
θυσιάζομε	=	θυσιάζω
θυσιάζονται	=	θυσιάζω
θυσιάζονταν	=	θυσιάζω
θυσιάζοντας	=	θυσιάζω
θυσιάζουμε	=	θυσιάζω
θυσιάζουν	=	θυσιάζω
θυσιάζουνε	=	θυσιάζω
θυσιάζω	verb	προσφέρω κάτι σε μία θεότητα, κάνω θυσία
θυσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσαν	=	θυσιάζω
θυσιάσανε	=	θυσιάζω
θυσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσομε	=	θυσιάζω
θυσιάσου	=	θυσιάζω
θυσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάσουνε	=	θυσιάζω
θυσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζω
θυσιαζόμασταν	=	θυσιάζω
θυσιαζόμαστε	=	θυσιάζω
θυσιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσιαζόμενο
θυσιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσιαζόμενη
θυσιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμενης	verb	γενική ενικού του θυσιαζόμενη
θυσιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμενος	verb	αυτός που θυσιάζεται
θυσιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυσιαζόμενος
θυσιαζόμουν	=	θυσιάζω
θυσιαζόμουνα	=	θυσιάζω
θυσιαζόντουσαν	=	θυσιάζω
θυσιαζόσασταν	=	θυσιάζω
θυσιαζόσαστε	=	θυσιάζω
θυσιαζόσουν	=	θυσιάζω
θυσιαζόσουνα	=	θυσιάζω
θυσιαζόταν	=	θυσιάζω
θυσιαζότανε	=	θυσιάζω
θυσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσιασμένο
θυσιασμένε	verb	κλητική ενικού του θυσιασμένος
θυσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσιασμένη
θυσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θυσιασμένος
θυσιασμένης	verb	γενική ενικού του θυσιασμένη
θυσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του θυσιασμένος
θυσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θυσιασμένος
θυσιασμένος	=	θυσιάζω
θυσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θυσιασμένος
θυσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θυσιασμένος
θυσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θυσιασμένος
θυσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσιαστής
θυσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θυσιαστής
θυσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστήκαν	=	θυσιάζω
θυσιαστήκανε	=	θυσιάζω
θυσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θυσιαστήριο
θυσιαστήριο	noun	Βωμός, Η Αγία Τράπεζα
θυσιαστήριου	=	θυσιαστήριο
θυσιαστής	noun	αυτός που κάνει θυσία
θυσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστηρίου	noun	γενική ενικού του θυσιαστήριο
θυσιαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του θυσιαστήριο
θυσιαστικά	=	θυσιαστικός
θυσιαστικέ	=	θυσιαστικός
θυσιαστικές	=	θυσιαστικός
θυσιαστική	=	θυσιαστικός
θυσιαστικής	=	θυσιαστικός
θυσιαστικοί	=	θυσιαστικός
θυσιαστικού	=	θυσιαστικός
θυσιαστικούς	=	θυσιαστικός
θυσιαστικό	=	θυσιαστικός
θυσιαστικός	adj|figurative	ανιδιοτελής
θυσιαστικών	=	θυσιαστικός
θυσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστούνε	=	θυσιάζω
θυσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θυσιάζομαι
θυσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του θυσιαστής
θυσιών	noun	γενική πληθυντικού του θυσία
θυτριών	noun	γενική πληθυντικού του θύτρια
θυτών	=	θύτης
θωμαϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωμαϊστής
θωμαϊστή	=	θωμαϊστής
θωμαϊστής	noun	μέλος της χριστιανικής εκκλησίας της (νότιας) Ινδίας, την οποία ίδρυσε, σύμφωνα με την παράδοση, ο απόστολος Θωμάς
θωμαϊστών	=	θωμαϊστής
θωμισμέ	noun	κλητική ενικού του θωμισμός
θωμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωμισμός
θωμισμού	noun	γενική ενικού του θωμισμός
θωμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θωμισμός
θωμισμό	noun	αιτιατική ενικού του θωμισμός
θωμισμός	noun	οι φιλοσοφικές και θεολογικές πεποιθήσεις του Θωμά Ακινάτη
θωμισμών	noun	γενική πληθυντικού του θωμισμός
θωμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωμιστής
θωμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θωμιστής
θωμιστής	noun	ο οπαδός του θωμισμού
θωμιστών	noun	γενική πληθυντικού του θωμιστής
θωπεία	noun	το χάδι
θωπείας	noun	γενική ενικού του θωπεία
θωπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπεία
θωπειών	noun	γενική πληθυντικού του θωπεία
θωπευμάτων	=	θώπευμα
θωπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπευμένο
θωπευμένε	verb	κλητική ενικού του θωπευμένος
θωπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπευμένη
θωπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωπευμένος
θωπευμένης	verb	γενική ενικού του θωπευμένη
θωπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του θωπευμένος
θωπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωπευμένος
θωπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θωπευμένος
θωπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θωπευμένος
θωπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θωπευμένος
θωπευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπευτής
θωπευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θωπευτής
θωπευτής	noun	αυτός που θωπεύει
θωπευτικά	adv	τρυφερά, με χάδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπευτικό
θωπευτικέ	adj	κλητική ενικού του θωπευτικός
θωπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπευτική
θωπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωπευτικός
θωπευτικής	adj	γενική ενικού του θωπευτική
θωπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωπευτικός
θωπευτικού	adj	γενική ενικού του θωπευτικός
θωπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θωπευτικός
θωπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του θωπευτικός
θωπευτικός	adj|formal	που φέρεται τρυφερά, με χάδια
θωπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του θωπευτικός
θωπευτικώς	adv	τρυφερά, με χάδια
θωπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του θωπεύτρια
θωπευτών	noun	γενική πληθυντικού του θωπευτής
θωπεύματα	=	θώπευμα
θωπεύματος	=	θώπευμα
θωπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θωπεύτριας	noun	γενική ενικού του θωπεύτρια
θωπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωπεύτρια
θωπεύω	verb|formal	χαϊδεύω
θωράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωράκιο
θωράκιζα	=	θωρακίζω
θωράκιζαν	=	θωρακίζω
θωράκιζε	=	θωρακίζω
θωράκιζες	=	θωρακίζω
θωράκιο	noun|formal	στηθαίο, παραπέτο
θωράκιου	=	θωράκιο
θωράκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωράκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωράκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωράκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωράκιση	noun	η ενέργεια που κάνει κάποιος για να θωρακίσει κάτι, να το προστατέψει αποτελεσματικά
θωράκισης	=	θωράκιση
θωράκισις	noun	θωράκιση
θωράκισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θωρακίζω
θωράκων	=	θώρακας
θωράω	verb	παράλληλος ασυναίρετος τύπος του θωρώ
θωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσαν	=	θωρώ
θωρήσανε	=	θωρώ
θωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θωρακίζαμε	=	θωρακίζω
θωρακίζαν	=	θωρακίζω
θωρακίζανε	=	θωρακίζω
θωρακίζατε	=	θωρακίζω
θωρακίζει	=	θωρακίζω
θωρακίζεις	=	θωρακίζω
θωρακίζετε	=	θωρακίζω
θωρακίζομαι	=	θωρακίζω
θωρακίζοντας	=	θωρακίζω
θωρακίζουμε	=	θωρακίζω
θωρακίζουν	=	θωρακίζω
θωρακίζουνε	=	θωρακίζω
θωρακίζω	verb	επενδύω κάτι (πχ όχημα) με έναν θώρακα προστασίας από μεταλλικές πλάκες
θωρακίου	noun	γενική ενικού του θωράκιο
θωρακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίσαν	=	θωρακίζω
θωρακίσανε	=	θωρακίζω
θωρακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωράκιση
θωρακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίσεων	=	θωράκιση
θωρακίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωράκισμα
θωρακίσματος	noun	γενική ενικού του θωράκισμα
θωρακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θωρακίζω
θωρακίων	noun	γενική πληθυντικού του θωράκιο
θωρακεκτομές	=	θωρακεκτομή
θωρακεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση μεγάλου αριθμού πλευρών
θωρακεκτομής	=	θωρακεκτομή
θωρακεκτομών	=	θωρακεκτομή
θωρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακικό
θωρακικέ	adj	κλητική ενικού του θωρακικός
θωρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακική
θωρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωρακικός
θωρακικής	adj	γενική ενικού του θωρακική
θωρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρακικός
θωρακικού	adj	γενική ενικού του θωρακικός
θωρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θωρακικός
θωρακικό	adj	αιτιατική ενικού του θωρακικός
θωρακικός	adj	που έχει σχέση με τον θώρακα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή βρίσκεται σ’ αυτόν
θωρακικών	adj	γενική πληθυντικού του θωρακικός
θωρακισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του θωράκισμα
θωρακισμέ	noun	κλητική ενικού του θωρακισμός
θωρακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακισμένο
θωρακισμένε	verb	κλητική ενικού του θωρακισμένος
θωρακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακισμένη
θωρακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωρακισμένος
θωρακισμένης	verb	γενική ενικού του θωρακισμένη
θωρακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του θωρακισμένος
θωρακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρακισμένος
θωρακισμένος	verb	που έχει θωρακιστεί
θωρακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του θωρακισμένος
θωρακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του θωρακισμένος
θωρακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του θωρακισμένος
θωρακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρακισμός
θωρακισμού	noun	γενική ενικού του θωρακισμός
θωρακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του θωρακισμός
θωρακισμό	noun	αιτιατική ενικού του θωρακισμός
θωρακισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θωρακίζω
θωρακισμών	noun	γενική πληθυντικού του θωρακισμός
θωρακοκέντηση	noun	παρακέντηση που διενεργείται στη θωρακική κοιλότητα ή στην κοιλότητα του υπεζωκότα, προκειμένου να ληφθεί υγρό για διαγνωστικούς λόγους ή για εκκένωση / αφαίρεση μεγάλης ποσότητας υγρού
θωρακοκέντησης	=	θωρακοκέντηση
θωρακοκεντήσεις	=	θωρακοκέντηση
θωρακοκεντήσεων	=	θωρακοκέντηση
θωρακοπλαστικές	=	θωρακοπλαστική
θωρακοπλαστική	noun	η πλαστική επέμβαση στον θώρακα
θωρακοπλαστικής	=	θωρακοπλαστική
θωρακοπλαστικών	=	θωρακοπλαστική
θωρακοσκοπήσεις	=	θωρακοσκόπηση
θωρακοσκοπήσεων	=	θωρακοσκόπηση
θωρακοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακοσκοπικό
θωρακοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακοσκοπική
θωρακοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκοπικής	adj	γενική ενικού του θωρακοσκοπική
θωρακοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκοπικού	adj	γενική ενικού του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη θωρακοσκόπηση ή το θωρακοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
θωρακοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του θωρακοσκοπικός
θωρακοσκόπηση	noun	εξέταση της θωρακικής κοιλότητα με ειδικό ενδοσκόπιο, το θωρακοσκόπιο
θωρακοσκόπησης	=	θωρακοσκόπηση
θωρακοσκόπια	=	θωρακοσκόπιο
θωρακοσκόπιο	noun	ενδοσκόπιο με το οποίο γίνεται η θωρακοσκόπηση
θωρακοσκόπιου	=	θωρακοσκόπιο
θωρακοσκόπιων	=	θωρακοσκόπιο
θωρακοτομία	noun	χειρουργική τομή του θώρακος
θωρακοτομίας	noun	γενική ενικού του θωρακοτομία
θωρακοτομίες	=	θωρακοτομία
θωρακοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του θωρακοτομία
θωρακοφόρα	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρας	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρε	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρες	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρο	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόροι	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρος	adj	που φέρει / φοράει θώρακα
θωρακοφόρου	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρους	=	θωρακοφόρος
θωρακοφόρων	=	θωρακοφόρος
θωρακοχειρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακοχειρουργικό
θωρακοχειρουργικέ	adj	κλητική ενικού του θωρακοχειρουργικός
θωρακοχειρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακοχειρουργική
θωρακοχειρουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωρακοχειρουργικός
θωρακοχειρουργικής	adj	γενική ενικού του θωρακοχειρουργική
θωρακοχειρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρακοχειρουργικός
θωρακοχειρουργικού	adj	γενική ενικού του θωρακοχειρουργικός
θωρακοχειρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θωρακοχειρουργικός
θωρακοχειρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του θωρακοχειρουργικός
θωρακοχειρουργικός	adj	που έχει σχέση με τον θωρακοχειρουργό ή αναφέρεται σ’ αυτόν και στις εγχειρήσεις που κάνει
θωρακοχειρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του θωρακοχειρουργικός
θωρακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακωτό	adv|rare	με θωρακωτό τρόπο
θωρακωτέ	adj	κλητική ενικού του θωρακωτός
θωρακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρακωτή
θωρακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωρακωτός
θωρακωτής	adj	γενική ενικού του θωρακωτή
θωρακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρακωτός
θωρακωτού	adj	γενική ενικού του θωρακωτός
θωρακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θωρακωτός
θωρακωτό	adj	αιτιατική ενικού του θωρακωτός	noun	πλοίο που οι ιστοί του φέρουν θωαράκια
θωρακωτός	adj	θωρακωτό
θωρακωτών	adj	γενική πληθυντικού του θωρακωτός
θωρεί	=	θωρώ
θωρείς	=	θωρώ
θωρείτε	=	θωρώ
θωρηκτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρηκτό
θωρηκτέ	adj	κλητική ενικού του θωρηκτός
θωρηκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρηκτή
θωρηκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του θωρηκτός
θωρηκτής	adj	γενική ενικού του θωρηκτή
θωρηκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θωρηκτός
θωρηκτού	noun	γενική ενικού του θωρηκτό
θωρηκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του θωρηκτός
θωρηκτό	noun	είδος μεγάλου πολεμικού πλοίου που φέρει βαριά θωράκιση και όπλα μεγάλου διαμετρήματος
θωρηκτός	adj	που σχετίζεται με θωρηκτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
θωρηκτών	noun	γενική πληθυντικού του θωρηκτό
θωρηχτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωρηχτό
θωρηχτού	noun	γενική ενικού του θωρηχτό
θωρηχτό	noun|rare	άλλη μορφή του θωρηκτό
θωρηχτών	noun	γενική πληθυντικού του θωρηχτό
θωριά	noun|literary	αυτό που φαίνεται εξωτερικά, η εξωτερική εμφάνιση, το παρουσιαστικό
θωριάς	noun	γενική ενικού του θωριά
θωριέμαι	=	θωρώ
θωριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θωριά
θωριών	=	θωριά
θωρούμαι	=	θωρώ
θωρούμε	=	θωρώ
θωρούν	=	θωρώ
θωρούνε	=	θωρώ
θωρούσα	=	θωρώ
θωρούσαμε	=	θωρώ
θωρούσαν	=	θωρώ
θωρούσανε	=	θωρώ
θωρούσατε	=	θωρώ
θωρούσε	=	θωρώ
θωρούσες	=	θωρώ
θωρώ	verb|literary	κοιτάζω
θωρώντας	=	θωρώ
θόλε	noun	κλητική ενικού του θόλος
θόλο	noun	αιτιατική ενικού του θόλος
θόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θόλος
θόλος	noun	κατασκευή με καμπύλο σχήμα για την κάλυψη ενός χώρου
θόλου	noun	γενική ενικού του θόλος
θόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θόλος
θόλωμα	noun|figurative	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού θολώνω
θόλων	noun	γενική πληθυντικού του θόλος
θόλωνα	=	θολώνω
θόλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θόλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θόλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θόλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θολώνω
θόλωση	noun|figurative	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού θολώνω
θόλωσης	noun	γενική ενικού του θόλωση
θόριο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 90 και χημικό σύμβολο το Th
θόριον	noun	θόριο
θόρυβε	noun	κλητική ενικού του θόρυβος
θόρυβο	noun	αιτιατική ενικού του θόρυβος
θόρυβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θόρυβος
θόρυβος	noun	δυνατός, ανεπιθύμητος ή ενοχλητικός ήχος
θόρυβου	=	θόρυβος
θύελλα	noun	μεγάλη καταιγίδα με δυνατό άνεμο και βροχή
θύελλας	noun	γενική ενικού του θύελλα
θύελλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύελλα
θύλακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του θύλακας
θύλακαι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θύλακας
θύλακας	noun	μικρός σάκος
θύλακε	noun	κλητική ενικού του θύλακας
θύλακες	=	θύλακας
θύλακο	noun	αιτιατική ενικού του θύλακας
θύλακοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θύλακος
θύλακος	noun	άλλη μορφή του θύλακας
θύλαξ	noun|archaic	άλλη μορφή του θύλακος
θύμα	noun	το άτομο ή το ζώο που δέχεται τα αποτελέσματα μιας εγκληματικής ενέργειας ή μιας φυσικής καταστροφής
θύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύμα
θύματος	noun	γενική ενικού του θύμα
θύμε	noun	κλητική ενικού του θύμος
θύμησα	=	θυμίζω
θύμησες	=	θύμηση
θύμηση	noun	η ανάμνηση, η ανάκληση κάποιου γεγονότος ή μιας κατάστασης στο νου από το παρελθόν
θύμησης	noun	γενική ενικού του θύμηση
θύμιζα	=	θυμίζω
θύμιζαν	=	θυμίζω
θύμιζε	=	θυμίζω
θύμιζες	=	θυμίζω
θύμιο	=	θυμάρι
θύμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θύμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θύμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θύμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμίζω
θύμο	noun	αιτιατική ενικού του θύμος
θύμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θύμος
θύμος	noun	ενδοκρινής αδένας που υπάρχει στα βρέφη και στους εφήβους και μικραίνει ιδιαίτερα στους ενήλικες και στον οποίο ωριμάζουν τα Τ-λεμφοκύτταρα (Τ-κύτταρα), τα οποία έχουν σημαντικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα
θύμου	noun	γενική ενικού του θύμος
θύμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θύμος
θύμωμα	noun	όγκος (νεόπλασμα) προερχόμενος από τα επιθηλιακά κύτταρα του θύμου
θύμων	noun	γενική πληθυντικού του θύμος
θύμωνα	=	θυμώνω
θύμωναν	=	θυμώνω
θύμωνε	=	θυμώνω
θύμωνες	=	θυμώνω
θύμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θύμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θύμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θύμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θυμώνω
θύννος	noun|formal	ο τόνος
θύρα	noun	η πόρτα
θύραθεν	adv	από έξω
θύρας	noun	γενική ενικού του θύρα
θύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύρα
θύρσε	noun	κλητική ενικού του θύρσος
θύρσο	noun	αιτιατική ενικού του θύρσος
θύρσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θύρσος
θύρσος	noun	αρχαία ελληνική θύρσος
θύρσου	noun	γενική ενικού του θύρσος
θύρσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θύρσος
θύρσων	noun	γενική πληθυντικού του θύρσος
θύρωμα	noun	πλαίσιο φτιαγμένο από μάρμαρο, πέτρα, ξύλο ή άλλα υλικά γύρω από το περίγραμμα μιας θύρας (ή παράθυρου)
θύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσανε	noun	κλητική ενικού του θύσανος
θύσανο	noun	αιτιατική ενικού του θύσανος
θύσανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θύσανος
θύσανος	noun	τα νήματα δεμένα μαζί σε ένα άκρο τους ενώ αφήνονται να κινούνται ελεύθερα στο άλλο άκρο, η φούντα
θύσανου	=	θύσανος
θύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θύω
θύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θύω
θύτες	=	θύτης
θύτη	=	θύτης
θύτης	noun	αυτός που προσφέρει θυσία
θύτρια	noun	θηλυκό του θύτης
θύτριας	noun	γενική ενικού του θύτρια
θύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θύτρια
θώκε	noun	κλητική ενικού του θώκος
θώκο	noun	αιτιατική ενικού του θώκος
θώκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του θώκος
θώκος	noun	το κάθισμα αξιωματούχου
θώκου	noun	γενική ενικού του θώκος
θώκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του θώκος
θώκων	noun	γενική πληθυντικού του θώκος
θώπευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του θωπεύω
θώπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θώπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θώπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θώπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωπεύω
θώρακα	noun	γενική ενικού του θώρακας
θώρακας	noun	μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
θώρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θώρακας
θώρακος	=	θώρακας
θώρει	=	θωρώ
θώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θωρώ
θώρι	noun	θέα, άποψη
θῆλυς	=	θήλυς
ι	=	αναμεμειγμένες
ιά	=	φαρδύς
ιάμβου	noun	γενική ενικού του ίαμβος
ιάμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίαμβος
ιάμβων	noun	γενική πληθυντικού του ίαμβος
ιάπων	noun|formal	άλλη μορφή του Ιάπωνας
ιάπωνα	noun	αιτιατική ενικού του Ιάπωνας
ιάπωνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Ιάπωνας
ιάπωνος	noun	γενική ενικού του Ιάπων
ιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίαση
ιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίαση
ιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίαση
ιάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιάσιμο
ιάσιμε	adj	κλητική ενικού του ιάσιμος
ιάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιάσιμη
ιάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιάσιμος
ιάσιμης	adj	γενική ενικού του ιάσιμη
ιάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ιάσιμος
ιάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιάσιμος
ιάσιμος	adj	που μπορεί να θεραπευτεί
ιάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιάσιμος
ιάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιάσιμος
ιάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιάσιμος
ιάσμινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιάσμινο
ιάσμινε	adj	κλητική ενικού του ιάσμινος
ιάσμινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιάσμινη
ιάσμινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιάσμινος
ιάσμινης	adj	γενική ενικού του ιάσμινη
ιάσμινο	adj	αιτιατική ενικού του ιάσμινος
ιάσμινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιάσμινος
ιάσμινος	adj	που έχει σχέση με τον ίασμο ή βγαίνει απ' αυτόν
ιάσμινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιάσμινος
ιάσμινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιάσμινος
ιάσμινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιάσμινος
ιάσμου	=	ίασμος
ιάσμους	=	ίασμος
ιάσμων	=	ίασμος
ιάτρευα	=	ιατρεύω
ιάτρευαν	=	ιατρεύω
ιάτρευε	=	ιατρεύω
ιάτρευες	=	ιατρεύω
ιάτρευσα	=	ιατρεύω
ιάτρευσαν	=	ιατρεύω
ιάτρευσε	=	ιατρεύω
ιάτρευσες	=	ιατρεύω
ιάτρεψα	=	ιατρεύω
ιάτρεψαν	=	ιατρεύω
ιάτρεψε	=	ιατρεύω
ιάτρεψες	=	ιατρεύω
ιέ	noun	κλητική ενικού του ιός
ιέρεια	noun	γυναίκα με ιερατικά καθήκοντα
ιέρειας	noun	γενική ενικού του ιέρεια
ιέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιέρεια
ιέρισσα	noun|literary	μορφή του ιέρεια
ιέρισσας	noun	γενική ενικού του ιέρισσα
ιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιέρισσα
ια	=	χαβανέζικος
ιαίνω	verb	γιατρεύω, θεραπεύω
ιαβέρεια	=	ιαβέρειος
ιαβέρειας	=	ιαβέρειος
ιαβέρειε	=	ιαβέρειος
ιαβέρειες	=	ιαβέρειος
ιαβέρειο	=	ιαβέρειος
ιαβέρειοι	=	ιαβέρειος
ιαβέρειος	adj	άτεγκτος, ανάλογος με τον χαρακτήρα του Ιαβέρη, του ήρωα του μυθιστορήματος του Β. Ουγκό "Οι Άθλιοι"
ιαβέρειου	=	ιαβέρειος
ιαβέρειους	=	ιαβέρειος
ιαβέρειων	=	ιαβέρειος
ιαβαϊκά	noun	της Ιάβας
ιαβαϊκέ	adj	κλητική ενικού του ιαβαϊκός
ιαβαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαβαϊκή
ιαβαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιαβαϊκός
ιαβαϊκής	adj	γενική ενικού του ιαβαϊκή
ιαβαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαβαϊκός
ιαβαϊκού	adj	γενική ενικού του ιαβαϊκός
ιαβαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιαβαϊκός
ιαβαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ιαβαϊκός
ιαβαϊκός	adj	ο σχετικός με Ιάβα
ιαβαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ιαβαϊκός
ιαβερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαβερισμός
ιαγουάρε	noun	κλητική ενικού του ιαγουάρος
ιαγουάρο	noun	αιτιατική ενικού του ιαγουάρος
ιαγουάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαγουάρος
ιαγουάρος	noun	μεγάλο αιλουροειδές της Αμερικής του είδους Panthera onca
ιαγουάρου	noun	γενική ενικού του ιαγουάρος
ιαγουάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιαγουάρος
ιαγουάρων	noun	γενική πληθυντικού του ιαγουάρος
ιακοψίτες	=	ιακοψίτης
ιακοψίτη	=	ιακοψίτης
ιακοψίτης	noun	ορυκτό που περιέχει οξείδιο του μαγγανίου και του σιδήρου
ιακοψιτών	=	ιακοψίτης
ιακωβίνε	noun	κλητική ενικού του ιακωβίνος
ιακωβίνο	noun	αιτιατική ενικού του ιακωβίνος
ιακωβίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιακωβίνος
ιακωβίνος	noun	μέλος επαναστατικής πολιτικής ομάδας που είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι σε ένα παλιό μοναστήρι των Ιακωβίνων
ιακωβίνου	noun	γενική ενικού του ιακωβίνος
ιακωβίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιακωβίνος
ιακωβίνων	noun	γενική πληθυντικού του ιακωβίνος
ιακωβιανά	=	ιακωβιανός
ιακωβιανέ	=	ιακωβιανός
ιακωβιανές	=	ιακωβιανός
ιακωβιανή	=	ιακωβιανός
ιακωβιανής	=	ιακωβιανός
ιακωβιανοί	=	ιακωβιανός
ιακωβιανού	=	ιακωβιανός
ιακωβιανούς	=	ιακωβιανός
ιακωβιανό	=	ιακωβιανός
ιακωβιανός	adj	που έχει σχέση με τον Ιακώβ, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ιακωβιανών	=	ιακωβιανός
ιακωβινισμέ	=	ιακωβινισμός
ιακωβινισμοί	=	ιακωβινισμός
ιακωβινισμού	=	ιακωβινισμός
ιακωβινισμούς	=	ιακωβινισμός
ιακωβινισμό	=	ιακωβινισμός
ιακωβινισμός	noun	η πολιτική θεωρία των Ιακωβίνων
ιακωβινισμών	=	ιακωβινισμός
ιακωβιτισμέ	=	ιακωβιτισμός
ιακωβιτισμοί	=	ιακωβιτισμός
ιακωβιτισμού	=	ιακωβιτισμός
ιακωβιτισμούς	=	ιακωβιτισμός
ιακωβιτισμό	=	ιακωβιτισμός
ιακωβιτισμός	noun	πολιτικό κίνημα στη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία για την αποκατάσταση του Ρωμαιοκαθολικού Στιούαρτ Βασιλιά Ιακώβου Β΄ της Αγγλίας και των κληρονόμων του στο θρόνο της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας.
ιακωβιτισμών	=	ιακωβιτισμός
ιαλπαΐτες	=	ιαλπαΐτης
ιαλπαΐτη	=	ιαλπαΐτης
ιαλπαΐτης	noun	ορυκτό που περιέχει χαλκό, άργυρο και θείο (Ag₃CuS₂)
ιαλπαϊτών	=	ιαλπαΐτης
ιαματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαματικό	adv	κατά τρόπο ιαματικό
ιαματικέ	adj	κλητική ενικού του ιαματικός
ιαματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαματική
ιαματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιαματικός
ιαματικής	adj	γενική ενικού του ιαματική
ιαματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαματικός
ιαματικού	adj	γενική ενικού του ιαματικός
ιαματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιαματικός
ιαματικό	adj	αιτιατική ενικού του ιαματικός
ιαματικός	adj	που έχει θεραπευτικά αποτελέσματα
ιαματικών	adj	γενική πληθυντικού του ιαματικός
ιαμβεία	=	ιαμβείος
ιαμβείας	=	ιαμβείος
ιαμβείε	=	ιαμβείος
ιαμβείες	=	ιαμβείος
ιαμβείο	=	ιαμβείος
ιαμβείοι	=	ιαμβείος
ιαμβείος	adj	άλλη μορφή του ιαμβικός
ιαμβείου	=	ιαμβείος
ιαμβείους	=	ιαμβείος
ιαμβείων	=	ιαμβείος
ιαμβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαμβικό
ιαμβικέ	adj	κλητική ενικού του ιαμβικός
ιαμβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαμβική
ιαμβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιαμβικός
ιαμβικής	adj	γενική ενικού του ιαμβική
ιαμβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαμβικός
ιαμβικού	adj	γενική ενικού του ιαμβικός
ιαμβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιαμβικός
ιαμβικό	adj	αιτιατική ενικού του ιαμβικός
ιαμβικός	adj	που αναφέρεται ιάμβους ή αποτελείται από ίαμβους
ιαμβικών	adj	γενική πληθυντικού του ιαμβικός
ιαμβογράφε	noun	κλητική ενικού του ιαμβογράφος
ιαμβογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ιαμβογράφος
ιαμβογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαμβογράφος
ιαμβογράφος	noun	ο ποιητής που συνθέτει ιάμβους
ιαμβογράφου	noun	γενική ενικού του ιαμβογράφος
ιαμβογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιαμβογράφος
ιαμβογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ιαμβογράφος
ιανουάρης	noun	άλλη γραφή του Γενάρης
ιαπετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαπετικό
ιαπετικέ	adj	κλητική ενικού του ιαπετικός
ιαπετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαπετική
ιαπετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιαπετικός
ιαπετικής	adj	γενική ενικού του ιαπετική
ιαπετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαπετικός
ιαπετικού	adj	γενική ενικού του ιαπετικός
ιαπετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιαπετικός
ιαπετικό	adj	αιτιατική ενικού του ιαπετικός
ιαπετικός	adj	ινδοευρωπαϊκός
ιαπετικών	adj	γενική πληθυντικού του ιαπετικός
ιαπωνικά	adv	με ιαπωνικό τρόπο	noun	ιαπωνική γλώσσα της ιαπωνικής γλωσσικής οικογένειας και επίσημη γλώσσα της Ιαπωνίας
ιαπωνικέ	adj	κλητική ενικού του ιαπωνικός
ιαπωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιαπωνική
ιαπωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιαπωνικός
ιαπωνικής	adj	γενική ενικού του ιαπωνική
ιαπωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιαπωνικός
ιαπωνικού	adj	γενική ενικού του ιαπωνικός
ιαπωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιαπωνικός
ιαπωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ιαπωνικός
ιαπωνικός	adj	σχετικός με τους Ιάπωνες και την Ιαπωνία, την γλώσσα και τον πολιτισμό της
ιαπωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ιαπωνικός
ιαπωνιστί	adv	με ιαπωνικό τρόπο
ιαπωνολογία	noun	η μελέτη του ιαπωνικού πολιτισμού
ιαπωνολογίας	noun	γενική ενικού του ιαπωνολογία
ιαπωνολογίες	=	ιαπωνολογία
ιαπωνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιαπωνολογία
ιαπώνων	noun	γενική πληθυντικού του Ιάπωνας
ιασιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα μιας ασθένειας ή πάθησης να μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη αγωγή
ιασμέλαια	=	ιασμέλαιο
ιασμέλαιο	noun	αιθέριο έλαιο που παράγεται από τα άνθη του γιασεμιού και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία
ιασμέλαιου	=	ιασμέλαιο
ιασμέλαιων	=	ιασμέλαιο
ιασμελαίου	=	ιασμέλαιο
ιασμελαίων	=	ιασμέλαιο
ιατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατό
ιατέ	adj	κλητική ενικού του ιατός
ιατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατή
ιατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατός
ιατής	adj	γενική ενικού του ιατή
ιατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατός
ιατού	adj	γενική ενικού του ιατός
ιατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατός
ιατρέ	=	ιατρός
ιατρέψαμε	=	ιατρεύω
ιατρέψαν	=	ιατρεύω
ιατρέψανε	=	ιατρεύω
ιατρέψατε	=	ιατρεύω
ιατρέψει	=	ιατρεύω
ιατρέψτε	=	ιατρεύω
ιατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρείο
ιατρείο	noun	ο χώρος όπου εργάζεται και εξετάζει τους ασθενείς του ένα γιατρός
ιατρείου	noun	γενική ενικού του ιατρείο
ιατρείων	noun	γενική πληθυντικού του ιατρείο
ιατρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρεμένο
ιατρεμένε	verb	κλητική ενικού του ιατρεμένος
ιατρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρεμένη
ιατρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατρεμένος
ιατρεμένης	verb	γενική ενικού του ιατρεμένη
ιατρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιατρεμένος
ιατρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατρεμένος
ιατρεμένος	verb	γιατρεμένος
ιατρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιατρεμένος
ιατρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιατρεμένος
ιατρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιατρεμένος
ιατρευθήκαμε	=	ιατρεύω
ιατρευθήκαν	=	ιατρεύω
ιατρευθήκανε	=	ιατρεύω
ιατρευθήκατε	=	ιατρεύω
ιατρευθεί	=	ιατρεύω
ιατρευθείς	=	ιατρεύω
ιατρευθείτε	=	ιατρεύω
ιατρευθούμε	=	ιατρεύω
ιατρευθούν	=	ιατρεύω
ιατρευθούνε	=	ιατρεύω
ιατρευθώ	=	ιατρεύω
ιατρευμένος	=	ιατρεύω
ιατρευόμασταν	=	ιατρεύω
ιατρευόμαστε	=	ιατρεύω
ιατρευόμενος	=	ιατρεύω
ιατρευόμουν	=	ιατρεύω
ιατρευόμουνα	=	ιατρεύω
ιατρευόντουσαν	=	ιατρεύω
ιατρευόσασταν	=	ιατρεύω
ιατρευόσαστε	=	ιατρεύω
ιατρευόσουν	=	ιατρεύω
ιατρευόσουνα	=	ιατρεύω
ιατρευόταν	=	ιατρεύω
ιατρευότανε	=	ιατρεύω
ιατρεύαμε	=	ιατρεύω
ιατρεύαν	=	ιατρεύω
ιατρεύανε	=	ιατρεύω
ιατρεύατε	=	ιατρεύω
ιατρεύει	=	ιατρεύω
ιατρεύεις	=	ιατρεύω
ιατρεύεσαι	=	ιατρεύω
ιατρεύεστε	=	ιατρεύω
ιατρεύεται	=	ιατρεύω
ιατρεύετε	=	ιατρεύω
ιατρεύθηκα	=	ιατρεύω
ιατρεύθηκαν	=	ιατρεύω
ιατρεύθηκε	=	ιατρεύω
ιατρεύθηκες	=	ιατρεύω
ιατρεύομαι	=	ιατρεύω
ιατρεύομε	=	ιατρεύω
ιατρεύονται	=	ιατρεύω
ιατρεύονταν	=	ιατρεύω
ιατρεύοντας	=	ιατρεύω
ιατρεύουμε	=	ιατρεύω
ιατρεύουν	=	ιατρεύω
ιατρεύουνε	=	ιατρεύω
ιατρεύσαμε	=	ιατρεύω
ιατρεύσαν	=	ιατρεύω
ιατρεύσανε	=	ιατρεύω
ιατρεύσατε	=	ιατρεύω
ιατρεύσει	=	ιατρεύω
ιατρεύσεις	=	ιατρεύω
ιατρεύσετε	=	ιατρεύω
ιατρεύσομε	=	ιατρεύω
ιατρεύσου	=	ιατρεύω
ιατρεύσουμε	=	ιατρεύω
ιατρεύσουν	=	ιατρεύω
ιατρεύσουνε	=	ιατρεύω
ιατρεύστε	=	ιατρεύω
ιατρεύσω	=	ιατρεύω
ιατρεύω	verb	άλλη μορφή του γιατρεύω
ιατρικά	adv	από ιατρικής απόψεως	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιατρικός
ιατρικέ	adj	κλητική ενικού του ιατρικός
ιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρική
ιατρική	noun	επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των ασθενειών και την καταπολέμησή τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατρικός
ιατρικής	adj	γενική ενικού του ιατρική
ιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατρικός
ιατρικού	adj	γενική ενικού του ιατρικός
ιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατρικός
ιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατρικός
ιατρικός	adj	που έχει σχέση με τον ιατρό ή την ιατρική ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατρικός
ιατρικώς	adv	από ιατρικής απόψεως
ιατροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατρός
ιατροβιολογία	noun|rare	η βιοϊατρική
ιατροβιολογίας	noun	γενική ενικού του ιατροβιολογία
ιατροβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροβιολογικό
ιατροβιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροβιολογική
ιατροβιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογικής	adj	γενική ενικού του ιατροβιολογική
ιατροβιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογικού	adj	γενική ενικού του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογικός	adj	άλλη γραφή του βιοϊατρικός
ιατροβιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατροβιολογικός
ιατροβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιατροβιολογία
ιατρογενές	=	ιατρογενής
ιατρογενή	=	ιατρογενής
ιατρογενής	adj	που οφείλεται σε ιατρικό χειρισμό ή παρέμβαση
ιατρογενείς	=	ιατρογενής
ιατρογενούς	=	ιατρογενής
ιατρογενών	=	ιατρογενής
ιατροδικάστρια	noun	θηλυκό του ιατροδικαστής
ιατροδικάστριας	=	ιατροδικάστρια
ιατροδικάστριες	=	ιατροδικάστρια
ιατροδικαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροδικαστής
ιατροδικαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιατροδικαστής
ιατροδικαστής	noun	ο γιατρός που εκτελεί, κατόπιν εισαγγελικής ή ανακριτικής αρχής, νεκροψία και νεκροτομή, εκδίδοντας σχετικό πόρισμα στο πλαίσιο της διερεύνησης ενός εγκλήματος
ιατροδικαστίνα	noun	θηλυκό του ιατροδικαστής
ιατροδικαστίνας	=	ιατροδικαστίνα
ιατροδικαστίνες	=	ιατροδικαστίνα
ιατροδικαστίνων	=	ιατροδικαστίνα
ιατροδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροδικαστικό
ιατροδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροδικαστική
ιατροδικαστική	noun	επιστήμη που σπούδασαν και ασκούν οι ιατροδικαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστικής	adj	γενική ενικού του ιατροδικαστική
ιατροδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστικού	adj	γενική ενικού του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστικός	adj	που έχει σχέση με ιατροδικαστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ιατροδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατροδικαστικός
ιατροδικαστριών	=	ιατροδικάστρια
ιατροδικαστών	noun	γενική πληθυντικού του ιατροδικαστής
ιατροκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροκεντρικό
ιατροκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του ιατροκεντρικός
ιατροκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροκεντρική
ιατροκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατροκεντρικός
ιατροκεντρικής	adj	γενική ενικού του ιατροκεντρική
ιατροκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατροκεντρικός
ιατροκεντρικού	adj	γενική ενικού του ιατροκεντρικός
ιατροκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατροκεντρικός
ιατροκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατροκεντρικός
ιατροκεντρικός	adj	που έχει στο κέντρο των ενδιαφερόντων και σχεδιασμών τους ιατρούς
ιατροκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατροκεντρικός
ιατρομηχανολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρομηχανολογικό
ιατρομηχανολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιατρομηχανολογικός
ιατρομηχανολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρομηχανολογική
ιατρομηχανολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατρομηχανολογικός
ιατρομηχανολογικής	adj	γενική ενικού του ιατρομηχανολογική
ιατρομηχανολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατρομηχανολογικός
ιατρομηχανολογικού	adj	γενική ενικού του ιατρομηχανολογικός
ιατρομηχανολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατρομηχανολογικός
ιατρομηχανολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατρομηχανολογικός
ιατρομηχανολογικός	adj	που έχει σχέση με την ιατρομηχανολογία
ιατρομηχανολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατρομηχανολογικός
ιατρονοσηλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρονοσηλευτικό
ιατρονοσηλευτικέ	adj	κλητική ενικού του ιατρονοσηλευτικός
ιατρονοσηλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατρονοσηλευτική
ιατρονοσηλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατρονοσηλευτικός
ιατρονοσηλευτικής	adj	γενική ενικού του ιατρονοσηλευτική
ιατρονοσηλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατρονοσηλευτικός
ιατρονοσηλευτικού	adj	γενική ενικού του ιατρονοσηλευτικός
ιατρονοσηλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατρονοσηλευτικός
ιατρονοσηλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατρονοσηλευτικός
ιατρονοσηλευτικός	adj	που σχετίζεται με την ιατρονοσηλεία
ιατρονοσηλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατρονοσηλευτικός
ιατροσήμου	=	ιατρόσημο
ιατροσήμων	=	ιατρόσημο
ιατροσυμβουλίου	=	ιατροσυμβούλιο
ιατροσυμβουλίων	=	ιατροσυμβούλιο
ιατροσυμβούλια	=	ιατροσυμβούλιο
ιατροσυμβούλιο	noun	συμβούλιο ιατρών
ιατροσυμβούλιου	=	ιατροσυμβούλιο
ιατροσυμβούλιων	=	ιατροσυμβούλιο
ιατροσυνέδρια	=	ιατροσυνέδριο
ιατροσυνέδριο	noun|dated	συμβουλευτικό ιατρικό σώμα του πρώην υπουργείου Υγιεινής στην Ελλάδα
ιατροσυνέδριου	=	ιατροσυνέδριο
ιατροσυνέδρου	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσυνέδρους	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσυνέδρων	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσυνεδρίου	=	ιατροσυνέδριο
ιατροσυνεδρίων	=	ιατροσυνέδριο
ιατροσόφιον	noun|formal	άλλη μορφή του γιατροσόφι
ιατροσύνεδρε	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσύνεδρο	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσύνεδροι	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσύνεδρος	noun|dated	ιατρός μέλος του ιατροσυνεδρίου
ιατροσύνεδρου	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσύνεδρους	=	ιατροσύνεδρος
ιατροσύνεδρων	=	ιατροσύνεδρος
ιατροτεχνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροτεχνολογικό
ιατροτεχνολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιατροτεχνολογικός
ιατροτεχνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροτεχνολογική
ιατροτεχνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατροτεχνολογικός
ιατροτεχνολογικής	adj	γενική ενικού του ιατροτεχνολογική
ιατροτεχνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατροτεχνολογικός
ιατροτεχνολογικού	adj	γενική ενικού του ιατροτεχνολογικός
ιατροτεχνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατροτεχνολογικός
ιατροτεχνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατροτεχνολογικός
ιατροτεχνολογικός	adj	που αφορά προϊόν τεχνολογίας που χρησιμοποιείται από την ιατρική και τους γιατρούς
ιατροτεχνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατροτεχνολογικός
ιατροφαρμακευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτικό
ιατροφαρμακευτικέ	adj	κλητική ενικού του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφαρμακευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτική
ιατροφαρμακευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφαρμακευτικής	adj	γενική ενικού του ιατροφαρμακευτική
ιατροφαρμακευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφαρμακευτικού	adj	γενική ενικού του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφαρμακευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφαρμακευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφαρμακευτικός	adj	που συσχετίζεται με την περίθαλψη ή τη θεραπεία από γιατρό ή με φάρμακα
ιατροφαρμακευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτικός
ιατροφιλοσόφου	noun	γενική ενικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλοσόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλοσόφων	noun	γενική πληθυντικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλόσοφε	noun	κλητική ενικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλόσοφο	noun	αιτιατική ενικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλόσοφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλόσοφος	noun	αυτός που συνδυάζει τις ιδιότητες του γιατρού και του φιλόσοφου (αναφέρεται συνήθως σε λογίους του 19ου αιώνα)
ιατροφιλόσοφου	noun	γενική ενικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλόσοφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροφιλόσοφων	noun	γενική πληθυντικού του ιατροφιλόσοφος
ιατροχειρουργικά	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικέ	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικές	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργική	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικής	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικοί	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικού	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικούς	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικό	=	ιατροχειρουργικός
ιατροχειρουργικός	adj	σχετικός με τους ιατρούς και τους χειρουργούς
ιατροχειρουργικών	=	ιατροχειρουργικός
ιατρού	noun	γενική ενικού του ιατρός
ιατρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιατρός
ιατρό	noun	αιτιατική ενικού του ιατρός
ιατρός	noun	επιστήμονας που εξασκεί την ιατρική
ιατρόσημα	=	ιατρόσημο
ιατρόσημο	noun	ειδικό ένσημο που το επικολλούν σε ιατρικά έγγραφα
ιατρόσημου	=	ιατρόσημο
ιατρόσημων	=	ιατρόσημο
ιατρών	noun	γενική πληθυντικού του ιατρός
ιατό	adj	αιτιατική ενικού του ιατός
ιατός	adj|formal	θεραπεύσιμος
ιατών	adj	γενική πληθυντικού του ιατός
ιαφεθίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Ιαφεθίτης
ιαχές	=	ιαχή
ιαχή	noun	δυνατή φωνή
ιαχής	=	ιαχή
ιαχοβά	=	ιαχοβάς
ιαχοβάδες	=	ιαχοβάς
ιαχοβάδων	=	ιαχοβάς
ιαχοβάς	noun	άλλη μορφή του ιεχωβάς
ιαχοβού	noun	άλλη μορφή του ιεχωβού
ιαχοβούδες	=	ιαχοβού
ιαχοβούδων	=	ιαχοβού
ιαχοβούς	=	ιαχοβού
ιαχωβά	=	ιαχωβάς
ιαχωβάδες	=	ιαχωβάς
ιαχωβάδων	=	ιαχωβάς
ιαχωβάς	noun	άλλη μορφή του ιεχωβάς
ιαχωβού	noun	άλλη μορφή του ιεχωβού
ιαχωβούδες	=	ιαχωβού
ιαχωβούδων	=	ιαχωβού
ιαχωβούς	=	ιαχωβού
ιαχών	=	ιαχή
ιβάρι	noun	ιχθυοτροφείο
ιβάρια	=	ιβάρι
ιβίσκε	noun	κλητική ενικού του ιβίσκος
ιβίσκο	noun	αιτιατική ενικού του ιβίσκος
ιβίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιβίσκος
ιβίσκος	noun	αγγειόσπερμο δικότυλο καλλωπιστικό φυτό του γένους Althaea officinalis που ανήκει στην τάξη Μαλαχώδη και στην οικογένεια Μαλαχοειδή
ιβίσκου	noun	γενική ενικού του ιβίσκος
ιβίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιβίσκος
ιβίσκων	noun	γενική πληθυντικού του ιβίσκος
ιβαριού	=	ιβάρι
ιβαριών	=	ιβάρι
ιβηρίδα	noun	φυτό της οικογένειας κραμβοειδή (Brassicaceae), που καλλιεργείται για καλλωπιστικούς και φαρμακευτικούς λόγους
ιβηρίδας	=	ιβηρίδα
ιβηρίδες	=	ιβηρίδα
ιβηρίδων	=	ιβηρίδα
ιβηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιβηρικό
ιβηρικέ	adj	κλητική ενικού του ιβηρικός
ιβηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιβηρική
ιβηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιβηρικός
ιβηρικής	adj	γενική ενικού του ιβηρική
ιβηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιβηρικός
ιβηρικού	adj	γενική ενικού του ιβηρικός
ιβηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιβηρικός
ιβηρικό	adj	αιτιατική ενικού του ιβηρικός
ιβηρικός	adj	που προέρχεται από την Ιβηρική χερσόνησο
ιβηρικών	adj	γενική πληθυντικού του ιβηρικός
ιβκφ	abbrev	κρατικό ινστιτούτο της Ελλάδας το οποίο ερευνά βιομηχανικά και κτηνοτροφικά φυτά
ιβοριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιβοριανό
ιβοριανέ	adj	κλητική ενικού του ιβοριανός
ιβοριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ιβοριανός
ιβοριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιβοριανός
ιβοριανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ιβοριανός
ιβοριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιβοριανός
ιβοριανού	adj	γενική ενικού του ιβοριανός
ιβοριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιβοριανός
ιβοριανό	adj	αιτιατική ενικού του ιβοριανός
ιβοριανός	adj	που έχει σχέση με την Ακτή Ελεφαντοστού ή τους κατοίκους της
ιβοριανών	adj	γενική πληθυντικού του ιβοριανός
ιβουάρ	noun	το χρώμα του επεξεργασμένου ελεφαντόδοντου	adj	που έχει το μπεζ χρώμα του ελεφαντόδοντου που το έχουν επεξεργαστεί
ιγγλέζικα	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικε	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικες	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικη	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικης	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικο	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικοι	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικος	adj|dated	ο αγγλικός
ιγγλέζικου	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικους	=	ιγγλέζικος
ιγγλέζικων	=	ιγγλέζικος
ιγγλών	=	ίγγλα
ιγδίο	=	γουδί
ιγε	abbrev	ελληνικός δημόσιος φορέας γεωπονικής εκπαίδευσης
ιγκλού	noun	μικρό καταφύγιο σε σχήμα θόλου, φτιαγμένο από πάγο και χιόνι
ιγκλών	=	ίγκλα
ιγκόγκνιτο	adv	άλλη γραφή του ινκόγκνιτο
ιγκόγνιτο	adv	άλλη γραφή του ινκόγκνιτο
ιγμορίτιδα	noun	φλεγμονή του ιγμορείου
ιγμορίτιδας	=	ιγμορίτιδα
ιγμορίτιδες	=	ιγμορίτιδα
ιγμορίτιδων	=	ιγμορίτιδα
ιγμορείου	=	ιγμόρειο
ιγμορείων	=	ιγμόρειο
ιγμόρεια	=	ιγμόρειος
ιγμόρειας	=	ιγμόρειος
ιγμόρειε	=	ιγμόρειος
ιγμόρειες	=	ιγμόρειος
ιγμόρειο	noun	κοιλότητα που βρίσκεται στην άνω γνάθο
ιγμόρειοι	=	ιγμόρειος
ιγμόρειος	adj	που έχει σχέση με το ιγμόρειο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ιγμόρειου	=	ιγμόρειος
ιγμόρειους	=	ιγμόρειος
ιγμόρειων	=	ιγμόρειος
ιγνυακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιγνυακό	adv	στην ιγνυακή περιοχή
ιγνυακέ	adj	κλητική ενικού του ιγνυακός
ιγνυακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιγνυακή
ιγνυακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιγνυακός
ιγνυακής	adj	γενική ενικού του ιγνυακή
ιγνυακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιγνυακός
ιγνυακού	adj	γενική ενικού του ιγνυακός
ιγνυακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιγνυακός
ιγνυακό	adj	αιτιατική ενικού του ιγνυακός
ιγνυακός	adj	σχετικός με την ιγνύα
ιγνυακών	adj	γενική πληθυντικού του ιγνυακός
ιγνυών	noun	γενική πληθυντικού του ιγνύα
ιγνωστικισμέ	=	ιγνωστικισμός
ιγνωστικισμοί	=	ιγνωστικισμός
ιγνωστικισμού	=	ιγνωστικισμός
ιγνωστικισμούς	=	ιγνωστικισμός
ιγνωστικισμό	=	ιγνωστικισμός
ιγνωστικισμός	noun	θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η γνώση που αφορά την πραγματικότητα του Θεού είναι εντελώς άκαρπη
ιγνωστικισμών	=	ιγνωστικισμός
ιγνύ	=	ιγνύς
ιγνύα	noun	κοιλότητα με σχήμα ρόμβου που βρίσκεται στο πίσω μέρος του γονάτου
ιγνύας	noun	γενική ενικού του ιγνύα
ιγνύες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιγνύα
ιγνύος	=	ιγνύς
ιγνύς	noun|formal	η ιγνύα
ιγνύων	=	ιγνύς
ιδέα	noun	νοητική παράσταση ενός όντος, αφηρημένης έννοιας κλπ
ιδέαζα	=	ιδεάζω
ιδέαζαν	=	ιδεάζω
ιδέαζε	=	ιδεάζω
ιδέαζες	=	ιδεάζω
ιδέας	noun	γενική ενικού του ιδέα
ιδέασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδέασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδέασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδέασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδέα
ιδές	=	βλέπω
ιδία	adv	ιδίως
ιδίωμα	noun	γλωσσική ποικιλία μιας διαλέκτου ή μιας γλώσσας που χαρακτηρίζει έναν τόπο ή μια κοινωνική ομάδα, στην οποία οι διαφορές (από τη συνηθισμένη γλώσσα) είναι φανερές, αλλά δεν εμποδίζουν την κατανόηση
ιδίως	adv	σε μεγαλύτερο βαθμό, πολύ περισσότερο, προπάντων, κυρίως
ιδαία	=	ιδαίος
ιδαίο	=	ιδαίος
ιδαίος	adj	που έχει σχέση με το όρος Ίδη της Κρήτης
ιδαλγέ	noun	κλητική ενικού του ιδαλγός
ιδαλγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδαλγός
ιδαλγού	noun	γενική ενικού του ιδαλγός
ιδαλγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδαλγός
ιδαλγό	noun	αιτιατική ενικού του ιδαλγός
ιδαλγός	noun	χαμηλόβαθμος Ισπανός (ή Πορτογάλος) ευγενής· άνθρωπος με καταγωγή από κάποια γνωστή και σημαντική οικογένεια
ιδαλγών	noun	γενική πληθυντικού του ιδαλγός
ιδανίκευα	=	ιδανικεύω
ιδανίκευαν	=	ιδανικεύω
ιδανίκευε	=	ιδανικεύω
ιδανίκευες	=	ιδανικεύω
ιδανίκευσα	=	ιδανικεύω
ιδανίκευσαν	=	ιδανικεύω
ιδανίκευσε	=	ιδανικεύω
ιδανίκευσες	=	ιδανικεύω
ιδανίκευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ιδανικεύω
ιδανίκευσης	noun	γενική ενικού του ιδανίκευση
ιδανικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδανικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιδανικός
ιδανικέ	adj	κλητική ενικού του ιδανικός
ιδανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδανική
ιδανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδανικός
ιδανικής	adj	γενική ενικού του ιδανική
ιδανικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδανικευμένο
ιδανικευμένε	verb	κλητική ενικού του ιδανικευμένος
ιδανικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδανικευμένη
ιδανικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδανικευμένος
ιδανικευμένης	verb	γενική ενικού του ιδανικευμένη
ιδανικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδανικευμένος
ιδανικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδανικευμένος
ιδανικευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ιδανικεύω
ιδανικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδανικευμένος
ιδανικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδανικευμένος
ιδανικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδανικευμένος
ιδανικευτήκαμε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευτήκαν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευτήκανε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευτήκατε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευτεί	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευτείτε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόμασταν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόμαστε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόμουν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόμουνα	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόντουσαν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόσασταν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόσαστε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόσουν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόσουνα	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευόταν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικευότανε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύαμε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύαν	=	ιδανικεύω
ιδανικεύανε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύατε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύει	=	ιδανικεύω
ιδανικεύεις	=	ιδανικεύω
ιδανικεύεσαι	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύεστε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύεται	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύετε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ιδανικεύω
ιδανικεύονται	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύονταν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύοντας	=	ιδανικεύω
ιδανικεύου	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύουμε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύουν	=	ιδανικεύω
ιδανικεύουνε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύσαμε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύσαν	=	ιδανικεύω
ιδανικεύσανε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύσατε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύσει	=	ιδανικεύω
ιδανικεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδανίκευση
ιδανικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιδανίκευση
ιδανικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιδανίκευση
ιδανικεύσου	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύστε	=	ιδανικεύω
ιδανικεύτηκα	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύτηκαν	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύτηκε	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύτηκες	=	ιδανικεύομαι
ιδανικεύω	verb|formal	άλλη μορφή του εξιδανικεύω
ιδανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδανικός
ιδανικοτήτων	=	ιδανικότητα
ιδανικού	adj	γενική ενικού του ιδανικός
ιδανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδανικός
ιδανικό	noun	σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος	adj	αιτιατική ενικού του ιδανικός
ιδανικός	adj	που μπορούμε να τον έχουμε ως πρότυπο, γιατί είναι άψογος ή τέλειος, χωρίς μειονεκτήματα
ιδανικότατα	=	ιδανικός
ιδανικότατε	=	ιδανικός
ιδανικότατες	=	ιδανικός
ιδανικότατη	=	ιδανικός
ιδανικότατης	=	ιδανικός
ιδανικότατο	=	ιδανικός
ιδανικότατοι	=	ιδανικός
ιδανικότατος	=	ιδανικός
ιδανικότατου	=	ιδανικός
ιδανικότατους	=	ιδανικός
ιδανικότατων	=	ιδανικός
ιδανικότερα	=	ιδανικός
ιδανικότερε	=	ιδανικός
ιδανικότερες	=	ιδανικός
ιδανικότερη	=	ιδανικός
ιδανικότερης	=	ιδανικός
ιδανικότερο	=	ιδανικός
ιδανικότεροι	=	ιδανικός
ιδανικότερος	=	ιδανικός
ιδανικότερου	=	ιδανικός
ιδανικότερους	=	ιδανικός
ιδανικότερων	=	ιδανικός
ιδανικότητα	noun	το να είναι κάποιος ιδανικός ή κάτι ιδανικό, η κατάσταση ή η ιδιότητα του ιδανικού
ιδανικότητας	noun	γενική ενικού του ιδανικότητα
ιδανικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδανικότητα
ιδανικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδανικός
ιδανικώς	adv|formal	ιδανικά
ιδανισμέ	noun	κλητική ενικού του ιδανισμός
ιδανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδανισμός
ιδανισμού	noun	γενική ενικού του ιδανισμός
ιδανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδανισμός
ιδανισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιδανισμός
ιδανισμός	noun|formal	τάση να αποδώσουμε κάτι εξιδανικεύοντάς το, με εξιδανικευμένο τρόπο
ιδανισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιδανισμός
ιδεάζαμε	=	ιδεάζω
ιδεάζαν	=	ιδεάζω
ιδεάζανε	=	ιδεάζω
ιδεάζατε	=	ιδεάζω
ιδεάζει	=	ιδεάζω
ιδεάζεις	=	ιδεάζω
ιδεάζεσαι	=	ιδεάζω
ιδεάζεστε	=	ιδεάζω
ιδεάζεται	=	ιδεάζω
ιδεάζετε	=	ιδεάζω
ιδεάζομαι	verb|formal	αντιλαμβάνομαι τη γενική ιδέα ενός πράγματος, μιας κατάστασης κ.λπ., περνά απ’ το μυαλό μου
ιδεάζονται	=	ιδεάζω
ιδεάζονταν	=	ιδεάζω
ιδεάζοντας	=	ιδεάζω
ιδεάζουμε	=	ιδεάζω
ιδεάζουν	=	ιδεάζω
ιδεάζουνε	=	ιδεάζω
ιδεάζω	verb|formal	δίνω σε κάποιον τη γενική ιδέα ενός πράγματος, μιας κατάστασης κ.λπ.
ιδεάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάσαν	=	ιδεάζω
ιδεάσανε	=	ιδεάζω
ιδεάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάσου	=	ιδεάζω
ιδεάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεάστηκα	=	ιδεάζω
ιδεάστηκαν	=	ιδεάζω
ιδεάστηκε	=	ιδεάζω
ιδεάστηκες	=	ιδεάζω
ιδεάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω
ιδεί	=	βλέπω
ιδείς	=	βλέπω
ιδείτε	=	βλέπω
ιδεα	abbrev	όνομα μυστικής, συνωμοτικής οργάνωσης αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού
ιδεαζόμασταν	=	ιδεάζω
ιδεαζόμαστε	=	ιδεάζω
ιδεαζόμουν	=	ιδεάζω
ιδεαζόμουνα	=	ιδεάζω
ιδεαζόντουσαν	=	ιδεάζω
ιδεαζόσασταν	=	ιδεάζω
ιδεαζόσαστε	=	ιδεάζω
ιδεαζόσουν	=	ιδεάζω
ιδεαζόσουνα	=	ιδεάζω
ιδεαζόταν	=	ιδεάζω
ιδεαζότανε	=	ιδεάζω
ιδεακός	adj	που αφορά ιδέα (όχι κάτι ιδανικό ή ιδεατό)
ιδεαλίζων	adj	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιδεαλίζω
ιδεαλίστρια	noun	θηλυκό του ιδεαλιστής
ιδεαλίστριας	noun	γενική ενικού του ιδεαλίστρια
ιδεαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεαλίστρια
ιδεαλισμέ	noun	κλητική ενικού του ιδεαλισμός
ιδεαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεαλισμός
ιδεαλισμού	noun	γενική ενικού του ιδεαλισμός
ιδεαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδεαλισμός
ιδεαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιδεαλισμός
ιδεαλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που δέχεται την πρωταρχικότητα του πνεύματος και πως μόνο η συνείδησή μας έχει πραγματική υπόσταση, ενώ ο υλικός κόσμος είναι απείκασμα ιδεών
ιδεαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεαλισμός
ιδεαλισοί	=	ιδεαλισμός
ιδεαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεαλιστής
ιδεαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιδεαλιστής
ιδεαλιστής	noun	οπαδός του ιδεαλισμού
ιδεαλιστικά	adv	με ιδεαλισμό, έχοντας υψηλά ιδανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεαλιστικό
ιδεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεαλιστική
ιδεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστικής	adj	γενική ενικού του ιδεαλιστική
ιδεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστικού	adj	γενική ενικού του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ιδεαλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ιδεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεαλιστικός
ιδεαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεαλίστρια
ιδεαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεαλιστής
ιδεασμέ	noun	κλητική ενικού του ιδεασμός
ιδεασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεασμένο
ιδεασμένε	verb	κλητική ενικού του ιδεασμένος
ιδεασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεασμένη
ιδεασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεασμένος
ιδεασμένης	verb	γενική ενικού του ιδεασμένη
ιδεασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδεασμένος
ιδεασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεασμένος
ιδεασμένος	verb	που έχει κάποια ιδέα, κάποια γνώση ή υποψία για κάτι που θα συμβεί
ιδεασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδεασμένος
ιδεασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδεασμένος
ιδεασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδεασμένος
ιδεασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεασμός
ιδεασμού	noun	γενική ενικού του ιδεασμός
ιδεασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδεασμός
ιδεασμό	noun	αιτιατική ενικού του ιδεασμός
ιδεασμός	noun	ο σχηματισμός έμμονων ιδεών και σκέψεων που (συνήθως) κατατρύχουν κάποιο άτομο
ιδεασμών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεασμός
ιδεαστήκαμε	=	ιδεάζω
ιδεαστήκαν	=	ιδεάζω
ιδεαστήκανε	=	ιδεάζω
ιδεαστήκατε	=	ιδεάζω
ιδεαστεί	=	ιδεάζω
ιδεαστείτε	=	ιδεάζω
ιδεατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεατό	adv	με ιδεατό τρόπο
ιδεατέ	adj	κλητική ενικού του ιδεατός
ιδεατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεατή
ιδεατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεατός
ιδεατής	adj	γενική ενικού του ιδεατή
ιδεατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεατός
ιδεατού	adj	γενική ενικού του ιδεατός
ιδεατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεατός
ιδεατό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεατός
ιδεατός	adj	που υπάρχει μόνο ως ιδέα, μέσα στο μυαλό μας
ιδεατών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεατός
ιδεογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεόγραμμα
ιδεογράμματος	noun	γενική ενικού του ιδεόγραμμα
ιδεογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδεόγραμμα
ιδεογραφία	noun	σύστημα γραφής που χρησιμοποιεί ιδεογράμματα
ιδεογραφίας	noun	γενική ενικού του ιδεογραφία
ιδεογραφίες	=	ιδεογραφία
ιδεογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεογραφικό	adv	με ιδεογραφικό τρόπο, χρησιμοποιώντας ιδεογράμματα
ιδεογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεογραφικός
ιδεογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεογραφική
ιδεογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεογραφικός
ιδεογραφικής	adj	γενική ενικού του ιδεογραφική
ιδεογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεογραφικός
ιδεογραφικού	adj	γενική ενικού του ιδεογραφικός
ιδεογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεογραφικός
ιδεογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεογραφικός
ιδεογραφικός	adj	που περιλαμβάνει τη χρήση ιδεογραμμάτων
ιδεογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεογραφικός
ιδεογραφικώς	adv|dated	ιδεογραφικά
ιδεογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεογραφία
ιδεοθύελλα	noun	καταιγισμός ιδεών
ιδεοθύελλας	=	ιδεοθύελλα
ιδεοθύελλες	=	ιδεοθύελλα
ιδεοκαταιγίδα	noun	καταιγισμός ιδεών
ιδεοκαταιγίδας	=	ιδεοκαταιγίδα
ιδεοκαταιγίδες	=	ιδεοκαταιγίδα
ιδεοκαταιγίδων	=	ιδεοκαταιγίδα
ιδεοκαταιγισμέ	=	ιδεοκαταιγισμός
ιδεοκαταιγισμοί	=	ιδεοκαταιγισμός
ιδεοκαταιγισμού	=	ιδεοκαταιγισμός
ιδεοκαταιγισμούς	=	ιδεοκαταιγισμός
ιδεοκαταιγισμό	=	ιδεοκαταιγισμός
ιδεοκαταιγισμός	noun	καταιγισμός ιδεών
ιδεοκαταιγισμών	=	ιδεοκαταιγισμός
ιδεοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκινητικό
ιδεοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεοκινητικός
ιδεοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκινητική
ιδεοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεοκινητικός
ιδεοκινητικής	adj	γενική ενικού του ιδεοκινητική
ιδεοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκινητικός
ιδεοκινητικού	adj	γενική ενικού του ιδεοκινητικός
ιδεοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεοκινητικός
ιδεοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεοκινητικός
ιδεοκινητικός	adj	που σχετίζεται με ακούσιες ενέργειες που προκαλούνται από υποσυνείδητη σκέψη
ιδεοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεοκινητικός
ιδεοκράτες	=	ιδεοκράτης
ιδεοκράτη	=	ιδεοκράτης
ιδεοκράτης	noun	οπαδός της ιδεοκρατίας, του ιδεαλισμού
ιδεοκρατία	noun	ο ιδεαλισμός
ιδεοκρατίας	noun	γενική ενικού του ιδεοκρατία
ιδεοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκρατία
ιδεοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκρατικό	adv	με ιδεοκρατικό τρόπο
ιδεοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκρατική
ιδεοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικής	adj	γενική ενικού του ιδεοκρατική
ιδεοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικού	adj	γενική ενικού του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την ιδεοκρατία ή τον ιδεοκράτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιδεοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεοκρατικός
ιδεοκρατικώς	adv|dated	ιδεοκρατικά
ιδεοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεοκρατία
ιδεοκρατών	=	ιδεοκράτης
ιδεοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοληπτικό	adv	με ιδεοληπτικό τρόπο
ιδεοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοληπτική
ιδεοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικής	adj	γενική ενικού του ιδεοληπτική
ιδεοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικού	adj	γενική ενικού του ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικός	noun	αυτός που πάσχει από ιδεοληψία	adj	που πάσχει από ιδεοληψία
ιδεοληπτικότατα	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατε	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατες	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατη	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατης	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατο	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατοι	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατος	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατου	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατους	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότατων	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερα	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερε	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερες	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερη	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερης	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερο	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότεροι	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερος	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερου	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερους	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικότερων	=	ιδεοληπτικός
ιδεοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεοληπτικός
ιδεοληψία	noun	η ακούσια εμφάνιση και επιβολή στη συνείδηση κάποιου επίμονων ιδεών ή συναίσθημάτων (κάποτε αδιάφορων και κάποτε -πολύ- ενοχλητικών για τον πάσχοντα ή τους γύρω του)
ιδεοληψίας	noun	γενική ενικού του ιδεοληψία
ιδεοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοληψία
ιδεοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεοληψία
ιδεολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεολόγημα
ιδεολογήματος	noun	γενική ενικού του ιδεολόγημα
ιδεολογία	noun	οι αρχές, απόψεις ή ιδέες που έχει κάποιος πάνω σε διάφορα ζητήματα (ηθικά, κοινωνικά κ.λπ.), βάσει των οποίων πορεύεται στη ζωή του
ιδεολογίας	noun	γενική ενικού του ιδεολογία
ιδεολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογία
ιδεολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδεολόγημα
ιδεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογικό	adv	όσον αφορά στην ιδεολογία
ιδεολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεολογικός
ιδεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογική
ιδεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεολογικός
ιδεολογικής	adj	γενική ενικού του ιδεολογική
ιδεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογικός
ιδεολογικοποίει	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποίησα	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποίησαν	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποίησε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποίησες	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποίηση	noun	η απόδοση ιδεολογικού χαρακτήρα σε ένα συμβάν
ιδεολογικοποίησης	=	ιδεολογικοποίηση
ιδεολογικοποιήσαμε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιήσαν	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιήσανε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιήσατε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιήσει	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιήσεις	=	ιδεολογικοποίηση
ιδεολογικοποιήσεων	=	ιδεολογικοποίηση
ιδεολογικοποιήστε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιεί	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιείς	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιείτε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιημένα	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένε	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένες	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένη	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένης	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένο	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένοι	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιημένου	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένους	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιημένων	=	ιδεολογικοποιημένος
ιδεολογικοποιούμαι	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούμε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούν	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούνε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσα	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσαμε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσαν	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσανε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσατε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσε	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιούσες	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοποιώ	verb|formal	προσδίδω σε ένα γεγονός, φαινόμενο ή πρακτική μια ιδεολογική ερμηνεία ή χροιά, εντάσσοντάς το σε ένα ευρύτερο σύστημα αξιών, πεποιθήσεων ή πολιτικών σκοπιμοτήτων
ιδεολογικοποιώντας	=	ιδεολογικοποιώ
ιδεολογικοπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογικοπολιτικό	adv	από ιδεολογική και πολιτική άποψη
ιδεολογικοπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικοπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογικοπολιτική
ιδεολογικοπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικοπολιτικής	adj	γενική ενικού του ιδεολογικοπολιτική
ιδεολογικοπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικοπολιτικού	adj	γενική ενικού του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικοπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικοπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικοπολιτικός	adj	που αναφέρεται στην ιδεολογία και την πολιτική
ιδεολογικοπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεολογικοπολιτικός
ιδεολογικού	adj	γενική ενικού του ιδεολογικός
ιδεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεολογικός
ιδεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεολογικός
ιδεολογικός	adj	που αναφέρεται στην ή εμπεριέχει μια ιδεολογία
ιδεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεολογικός
ιδεολογικώς	adv|dated	ιδεολογικά
ιδεολογισμέ	=	ιδεολογισμός
ιδεολογισμοί	=	ιδεολογισμός
ιδεολογισμού	=	ιδεολογισμός
ιδεολογισμούς	=	ιδεολογισμός
ιδεολογισμό	=	ιδεολογισμός
ιδεολογισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι μπορούμε να λύνουμε τα διάφορα προβλήματα εφαρμόζοντας κάποιες ιδεολογικές αρχές
ιδεολογισμών	=	ιδεολογισμός
ιδεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδεολογία
ιδεολόγε	noun	κλητική ενικού του ιδεολόγος
ιδεολόγημα	noun	ιδέα ή άποψη που επινοείται με σκοπό την υποστήριξη θέσεων ή πράξεων κάποιου
ιδεολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ιδεολόγος
ιδεολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεολόγος
ιδεολόγος	noun	που εμφορείται από υψηλά ιδανικά
ιδεολόγου	noun	γενική ενικού του ιδεολόγος
ιδεολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδεολόγος
ιδεολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ιδεολόγος
ιδεοπλασία	noun	επινόηση
ιδεοπλασίας	=	ιδεοπλασία
ιδεοπλασίες	=	ιδεοπλασία
ιδεοπλασιών	=	ιδεοπλασία
ιδεοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοτυπικό
ιδεοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του ιδεοτυπικός
ιδεοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδεοτυπική
ιδεοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδεοτυπικός
ιδεοτυπικής	adj	γενική ενικού του ιδεοτυπική
ιδεοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδεοτυπικός
ιδεοτυπικού	adj	γενική ενικού του ιδεοτυπικός
ιδεοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδεοτυπικός
ιδεοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδεοτυπικός
ιδεοτυπικός	adj	που έχει σχέση με τον ιδεότυπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ιδεοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεοτυπικός
ιδεωδών	adj	γενική πληθυντικού του ιδεώδης
ιδεωδώς	adv	με ιδεώδη τρόπο
ιδεόγλωσσα	noun|dated	τεχνητή, πλασμένη γλώσσα
ιδεόγραμμα	noun	γραπτό σύμβολο που εκφράζει μια ιδέα χωρίς να αναπαριστά τους φθόγγους από τους οποίους αποτελείται η αντίστοιχη λέξη
ιδεότυπα	=	ιδεότυπος
ιδεότυπε	=	ιδεότυπος
ιδεότυπες	=	ιδεότυπος
ιδεότυπη	=	ιδεότυπος
ιδεότυπης	=	ιδεότυπος
ιδεότυπο	=	ιδεότυπος
ιδεότυποι	=	ιδεότυπος
ιδεότυπος	noun	είναι ένα μοντέλο το οποίο δε συνιστά οντολογική περίπτωση ούτε δεοντολογική, αλλά ένα εν δυνάμει εξιδανικευμένο μοντέλο παρμένο από την ιστορική και εμπειρική πραγματικότητα ώστε να χρησιμεύσει για την ανάλυση, τη σύγκριση, τη θεωρητική απεικόνιση φαινομένων, τη μελέτη τους εν γένει.
ιδεότυπου	=	ιδεότυπος
ιδεότυπους	=	ιδεότυπος
ιδεότυπων	=	ιδεότυπος
ιδεώδεις	=	ιδεώδης
ιδεώδες	noun	κάτι που υφίσταται ως ιδέα και θεωρείται σημαντικό να το επιτύχουμε ή να το αποκτήσουμε	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιδεώδης
ιδεώδη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ιδεώδης
ιδεώδης	adj	που θεωρείται τέλειο και ανταποκρίνεται απόλυτα σε ένα πρότυπο, σε ένα ιδανικό
ιδεώδους	=	ιδεώδης
ιδεών	noun	γενική πληθυντικού του ιδέα
ιδιάζον	=	ιδιάζω
ιδιάζοντα	=	ιδιάζω
ιδιάζοντες	=	ιδιάζω
ιδιάζοντος	=	ιδιάζω
ιδιάζουσα	=	ιδιάζω
ιδιάζουσας	=	ιδιάζω
ιδιάζουσες	=	ιδιάζω
ιδιάζω	verb	αποτελώ ίδιον, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ενός πράγματος
ιδιάζων	=	ιδιάζω
ιδιαίτατα	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατε	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατες	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατη	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατης	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατο	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατοι	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατος	adj	ο εξαιρετικά ιδιαίτερος
ιδιαίτατου	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατους	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτατων	=	ιδιαίτατος
ιδιαίτερα	adv	προσωπικά, με άμεση επαφή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιαίτερο
ιδιαίτερε	adj	κλητική ενικού του ιδιαίτερος
ιδιαίτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιαίτερη
ιδιαίτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιαίτερος
ιδιαίτερης	adj	γενική ενικού του ιδιαίτερη
ιδιαίτερο	noun	μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περισσότερους μαθητές	adj	αιτιατική ενικού του ιδιαίτερος
ιδιαίτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιαίτερος
ιδιαίτερος	adj	που ανήκει σε κάποιον, που είναι δικός του και τον χαρακτηρίζει	noun	ο προσωπικός γραμματέας κάποιου, πχ ενός υπουργού
ιδιαίτερου	adj	γενική ενικού του ιδιαίτερος
ιδιαίτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιαίτερος
ιδιαίτερων	adj	γενική πληθυντικού του ιδιαίτερος
ιδιαζουσών	=	ιδιάζω
ιδιαζούσης	=	ιδιάζω
ιδιαζόντων	=	ιδιάζω
ιδιαζόντως	adv|formal	με ιδιάζοντα χαρακτηριστικά ή σε πολύ μεγάλο βαθμό
ιδιαιτέρα	noun	η προσωπική γραμματέας ή βοηθός
ιδιαιτέρας	noun	γενική ενικού του ιδιαιτέρα
ιδιαιτέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιαιτέρα
ιδιαιτέρων	=	ιδιαιτέρα
ιδιαιτέρως	adv|formal	ιδιαίτερα
ιδιαιτεροτήτων	=	ιδιαιτερότητα
ιδιαιτερότητα	noun	η ιδιότητα του ιδιαίτερου, το να είναι κάποιος ή κάτι ξεχωριστό, να διαφέρει από το σύνολο
ιδιαιτερότητας	noun	γενική ενικού του ιδιαιτερότητα
ιδιαιτερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιαιτερότητα
ιδιαιτερών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιαιτέρα
ιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδικό
ιδικέ	adj	κλητική ενικού του ιδικός
ιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδική
ιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδικός
ιδικής	adj	γενική ενικού του ιδική
ιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδικός
ιδικού	adj	γενική ενικού του ιδικός
ιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδικός
ιδικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδικός
ιδικός	adj	δικός
ιδικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδικός
ιδιοβούλου	=	ιδιόβουλος
ιδιοβούλους	=	ιδιόβουλος
ιδιοβούλων	=	ιδιόβουλος
ιδιοβούλως	adv|formal	αυτοβούλως
ιδιογράφως	adv|formal	ιδιόγραφα
ιδιοδιάνυσμα	noun	μη μηδενικό διάνυσμα x ενός τετραγωνικού πίνακα T που, όταν πολλαπλασιαστεί με τον T ισούται με το αρχικό διάνυσμα, πολλαπλασιασμένο με έναν αριθμό λ, έτσι ώστε: Ax=λx
ιδιοδιανυσμάτων	=	ιδιοδιάνυσμα
ιδιοδιανύσματα	=	ιδιοδιάνυσμα
ιδιοδιανύσματος	=	ιδιοδιάνυσμα
ιδιοδύναμα	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμε	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμες	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμη	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμης	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμο	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμοι	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμος	adj	αυτός που όταν εφαρμοστεί πολλές φορές, δίνει το ίδιο αποτέλεσμα με την πρώτη του εφαρμογή
ιδιοδύναμου	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμους	=	ιδιοδύναμος
ιδιοδύναμων	=	ιδιοδύναμος
ιδιοκατάσταση	noun	κβαντομηχανική κατάσταση που αντιστοιχίζεται σε μία ιδιοτιμή μίας κυματικής εξίσωσης
ιδιοκατάστασης	noun	γενική ενικού του ιδιοκατάσταση
ιδιοκατανάλωση	noun	η κατανάλωση αγαθών ή προϊόντων από το άτομο ή τον φορέα που τα παρασκεύασε
ιδιοκατανάλωσης	=	ιδιοκατανάλωση
ιδιοκαταναλώσεις	=	ιδιοκατανάλωση
ιδιοκαταναλώσεων	=	ιδιοκατανάλωση
ιδιοκατασκευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκατασκεύασμα
ιδιοκατασκευάσματος	noun	γενική ενικού του ιδιοκατασκεύασμα
ιδιοκατασκευές	=	ιδιοκατασκευή
ιδιοκατασκευή	noun	το ιδιοκατασκεύασμα
ιδιοκατασκευής	=	ιδιοκατασκευή
ιδιοκατασκευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοκατασκεύασμα
ιδιοκατασκευών	=	ιδιοκατασκευή
ιδιοκατασκεύασμα	noun	κατασκεύασμα που έχει φτιαχτεί από κάποιον ιδιώτη και δεν είναι βιομηχανικής κατασκευής ή «έτοιμο»
ιδιοκαταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκατάσταση
ιδιοκαταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοκατάσταση
ιδιοκαταστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιδιοκατάσταση
ιδιοκατοίκει	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοίκηση	noun	η χρήση ενός χώρου ως κατοικίας του ίδιου του ιδιοκτήτη του
ιδιοκατοίκησης	noun	γενική ενικού του ιδιοκατοίκηση
ιδιοκατοίκητα	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητε	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητες	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητη	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητης	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητο	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητοι	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητος	adj	για ακίνητο που κατοικείται από τον ιδιοκτήτη του
ιδιοκατοίκητου	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητους	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοίκητων	=	ιδιοκατοίκητος
ιδιοκατοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσαν	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσανε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκατοίκηση
ιδιοκατοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοκατοίκηση
ιδιοκατοικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιδιοκατοίκηση
ιδιοκατοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικεί	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικείς	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικείτε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκατοικημένο
ιδιοκατοικημένε	verb	κλητική ενικού του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκατοικημένη
ιδιοκατοικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικημένης	verb	γενική ενικού του ιδιοκατοικημένη
ιδιοκατοικημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιοκατοικημένος
ιδιοκατοικούμε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούν	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούνε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσα	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσαμε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσαν	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσανε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσατε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσε	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικούσες	=	ιδιοκατοικώ
ιδιοκατοικώ	verb	κατοικώ σε ιδιόκτητη οικία
ιδιοκατοικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιδιοκατοικώ
ιδιοκτήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτήτης
ιδιοκτήτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιδιοκτήτης
ιδιοκτήτης	noun	αυτός που έχει δικό του, ιδιοκτησία του, κάτι
ιδιοκτήτρια	noun	θηλυκό του ιδιοκτήτης
ιδιοκτήτριας	noun	γενική ενικού του ιδιοκτήτρια
ιδιοκτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτήτρια
ιδιοκτησία	noun	οτιδήποτε κατέχει κάποιος, ιδίως ακίνητα ή αντικείμενα μεγάλης αξίας
ιδιοκτησίας	noun	γενική ενικού του ιδιοκτησία
ιδιοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτησία
ιδιοκτησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτησιακό	adv	ως προς την ιδιοκτησία
ιδιοκτησιακέ	adj	κλητική ενικού του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτησιακή
ιδιοκτησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιακής	adj	γενική ενικού του ιδιοκτησιακή
ιδιοκτησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιακού	adj	γενική ενικού του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιακό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιακός	adj	που αναφέρεται στην ιδιοκτησία
ιδιοκτησιακών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιοκτησιακός
ιδιοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοκτησία
ιδιοκτητριών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοκτήτρια
ιδιοκτητών	=	ιδιοκτήτης
ιδιολέκτου	=	ιδιόλεκτος
ιδιολέκτους	=	ιδιόλεκτος
ιδιολέκτων	=	ιδιόλεκτος
ιδιομεταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιομεταλλικό
ιδιομεταλλικέ	adj	κλητική ενικού του ιδιομεταλλικός
ιδιομεταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιομεταλλική
ιδιομεταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιομεταλλικός
ιδιομεταλλικής	adj	γενική ενικού του ιδιομεταλλική
ιδιομεταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιομεταλλικός
ιδιομεταλλικού	adj	γενική ενικού του ιδιομεταλλικός
ιδιομεταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιομεταλλικός
ιδιομεταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιομεταλλικός
ιδιομεταλλικός	adj	που αφορά ηλεκτρικά φαινόμενα που εκδηλώνονται με απλή επαφή δύο μετάλλων
ιδιομεταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιομεταλλικός
ιδιομορφία	noun	η ιδιότητα του ιδιόμορφου, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που έχει κάτι και το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα της κατηγορίας του
ιδιομορφίας	noun	γενική ενικού του ιδιομορφία
ιδιομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιομορφία
ιδιομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιομορφία
ιδιοπάθεια	noun	χαρακτηρισμός ασθένειας χωρίς σαφή αίτια
ιδιοπάθειας	=	ιδιοπάθεια
ιδιοπάθειες	=	ιδιοπάθεια
ιδιοπαθές	=	ιδιοπαθής
ιδιοπαθή	=	ιδιοπαθής
ιδιοπαθής	adj	χαρακτηρισμός για ασθένεια που δεν έχει γνωστά παθολογικά αίτια
ιδιοπαθείς	=	ιδιοπαθής
ιδιοπαθειών	=	ιδιοπάθεια
ιδιοπαθούς	=	ιδιοπαθής
ιδιοπαθών	=	ιδιοπαθής
ιδιοπαραγόμενα	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενε	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενες	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενης	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενο	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενοι	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενος	verb	που παράγεται από τον ίδιο τον παραγωγό
ιδιοπαραγόμενου	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγόμενων	=	ιδιοπαραγόμενος
ιδιοπαραγώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοπαραγώμενο
ιδιοπαραγώμενε	verb	κλητική ενικού του ιδιοπαραγώμενος
ιδιοπαραγώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοπαραγώμενη
ιδιοπαραγώμενης	verb	γενική ενικού του ιδιοπαραγώμενη
ιδιοπαραγώμενο	verb	αιτιατική ενικού του ιδιοπαραγώμενος
ιδιοπαραγώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοπαραγώμενος
ιδιοπαραγώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιοπαραγώμενος
ιδιοπαραγώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιοπαραγώμενος
ιδιοπληρωτές	=	ιδιοπληρωτής
ιδιοπληρωτή	=	ιδιοπληρωτής
ιδιοπληρωτής	noun	αυτός που πληρώνει από τη τσέπη του
ιδιοπληρωτών	=	ιδιοπληρωτής
ιδιοποίηση	noun	η ενέργεια του ιδιοποιούμαι
ιδιοποίησης	=	ιδιοποίηση
ιδιοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιήσεις	=	ιδιοποίηση
ιδιοποιήσεων	=	ιδιοποίηση
ιδιοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιοποιούμαι
ιδιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοποιημένο
ιδιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ιδιοποιημένος
ιδιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοποιημένη
ιδιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοποιημένος
ιδιοποιημένης	verb	γενική ενικού του ιδιοποιημένη
ιδιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδιοποιημένος
ιδιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοποιημένος
ιδιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιοποιημένος
ιδιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοποιημένος
ιδιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιοποιημένος
ιδιοποιούμαι	verb	κάνω αυθαίρετα δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει
ιδιοπροσωπία	noun|formal	η ιδιαιτερότητα στην έκφραση του προσώπου κάποιου
ιδιοπροσωπίας	noun	γενική ενικού του ιδιοπροσωπία
ιδιοπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοπροσωπία
ιδιοπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοπροσωπία
ιδιορρυθμία	noun	η ιδιαιτερότητα ενός ανθρώπου, πράγματος ή κατάστασης που χαρακτηρίζονται ως ιδιόρρυθμα
ιδιορρυθμίας	noun	γενική ενικού του ιδιορρυθμία
ιδιορρυθμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιορρυθμία
ιδιορρυθμιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιορρυθμία
ιδιοσκευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσκεύασμα
ιδιοσκευάσματος	noun	γενική ενικού του ιδιοσκεύασμα
ιδιοσκευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοσκεύασμα
ιδιοσκεύασμα	noun	φάρμακο με ειδική ονομασία που διατίθεται συσκευασμένο εκ των προτέρων σε ιδιαίτερη συσκευασία
ιδιοσυγκρασία	noun	ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιδρά κι εκδηλώνει ένα άτομο τα αισθήματα και, γενικά, τον ψυχικό του κόσμο
ιδιοσυγκρασίας	noun	γενική ενικού του ιδιοσυγκρασία
ιδιοσυγκρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυγκρασία
ιδιοσυγκρασιακά	adv	από άποψης ιδιοσυγκρασίας
ιδιοσυγκρασιακέ	adj	κλητική ενικού του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυγκρασιακή
ιδιοσυγκρασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιακής	adj	γενική ενικού του ιδιοσυγκρασιακή
ιδιοσυγκρασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιακού	adj	γενική ενικού του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιακό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιακός	adj	που έχει έναν ιδιαίτερο δικό του τρόπο αντίδρασης σε εξωτερικές ή εσωτερικές επιδράσεις
ιδιοσυγκρασιακών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιοσυγκρασιακός
ιδιοσυγκρασιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοσυγκρασία
ιδιοσυντήρητα	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητε	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητες	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητη	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητης	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητο	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητοι	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητος	adj	που συντηρεί ο ίδιος τον εαυτό του
ιδιοσυντήρητου	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητους	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυντήρητων	=	ιδιοσυντήρητος
ιδιοσυστασία	noun	η ιδιαίτερη ψυχολογική σύσταση που καθορίζει τον χαρακτήρα του ατόμου
ιδιοσυστασίας	noun	γενική ενικού του ιδιοσυστασία
ιδιοσυστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστασία
ιδιοσυστασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστασιακό
ιδιοσυστασιακέ	adj	κλητική ενικού του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστασιακή
ιδιοσυστασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιακής	adj	γενική ενικού του ιδιοσυστασιακή
ιδιοσυστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιακού	adj	γενική ενικού του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιακός	adj	που έχει σχέση με την ιδιοσυστασία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιδιοσυστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιοσυστασιακός
ιδιοσυστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοσυστασία
ιδιοσυστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστατικό
ιδιοσυστατικέ	adj	κλητική ενικού του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστατική
ιδιοσυστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυστατικής	adj	γενική ενικού του ιδιοσυστατική
ιδιοσυστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυστατικού	adj	γενική ενικού του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυστατικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυστατικός	adj	που έχει σχέση με τον ιδιοσύστατο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ιδιοσυστατικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιοσυστατικός
ιδιοσυχνοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοσυχνότητα
ιδιοσυχνότητα	noun	η συχνότητα με την οποία ταλαντώνεται ελεύθερα ένα υλικό σώμα ή σύστημα· ισούται με f_0=1/2π·√ όπου D η σταθερά της ταλάντωσης και m η μάζα του σώματος που ταλαντώνεται και αποτελεί χαρακτηριστικό φυσικό μέγεθος του συγκεκριμένου σώματος ή συστήματος
ιδιοσυχνότητας	noun	γενική ενικού του ιδιοσυχνότητα
ιδιοσυχνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσυχνότητα
ιδιοσύστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσύστατο
ιδιοσύστατε	adj	κλητική ενικού του ιδιοσύστατος
ιδιοσύστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσύστατη
ιδιοσύστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιοσύστατος
ιδιοσύστατης	adj	γενική ενικού του ιδιοσύστατη
ιδιοσύστατο	adj	αιτιατική ενικού του ιδιοσύστατος
ιδιοσύστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιοσύστατος
ιδιοσύστατος	adj	που έχει τη δική του σύσταση, το δικό ιδιαίτερο περιεχόμενο
ιδιοσύστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιοσύστατος
ιδιοσύστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιοσύστατος
ιδιοσύστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιοσύστατος
ιδιοτέλεια	noun|formal	η ιδιότητα και η συμπεριφορά του ιδιοτελούς, το να είναι κάποιος ιδιοτελής
ιδιοτέλειας	noun	γενική ενικού του ιδιοτέλεια
ιδιοτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοτέλεια
ιδιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιότητα
ιδιοταγές	=	ιδιοταγής
ιδιοταγή	=	ιδιοταγής
ιδιοταγής	adj	ιδιόκτητος, αποκλειστικής κυριότητας
ιδιοταγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ιδιοταγής
ιδιοταγούς	=	ιδιοταγής
ιδιοταγών	=	ιδιοταγής
ιδιοτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιδιοτελής
ιδιοτελή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιοτελής
ιδιοτελής	adj	που ενεργεί με γνώμονα το προσωπικό του συμφέρον
ιδιοτελείς	=	ιδιοτελής
ιδιοτελειών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοτέλεια
ιδιοτελούς	adj	γενική ενικού του ιδιοτελής
ιδιοτελών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιοτελής
ιδιοτελώς	adv	κατά τρόπο ιδιοτελή, με σκοπό την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων
ιδιοτιμές	=	ιδιοτιμή
ιδιοτιμή	noun	ιδιοτιμή ενός γραμμικού μετασχηματισμού Α είναι η μεταβολή στο μέτρο (πιθανώς και στη φορά) ενός διανύσματος που μένει αναλλοίωτο ως προς τη διεύθυνση, κάτω από τον μετασχηματισμό Α.
ιδιοτιμής	=	ιδιοτιμή
ιδιοτιμών	=	ιδιοτιμή
ιδιοτροπία	noun	η ιδιότητα του ιδιότροπου
ιδιοτροπίας	noun	γενική ενικού του ιδιοτροπία
ιδιοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοτροπία
ιδιοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοτροπία
ιδιοτυπία	noun	η ιδιαίτερη μορφή, η ιδιομορφία, η διαφορετικότητα, η μοναδικότητα
ιδιοτυπίας	noun	γενική ενικού του ιδιοτυπία
ιδιοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοτυπία
ιδιοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοτυπία
ιδιοφυΐα	noun	το χαρακτηριστικό του ιδιοφυούς, η μεγάλη ευφυΐα, εξυπνάδα
ιδιοφυΐας	=	ιδιοφυΐα
ιδιοφυΐες	=	ιδιοφυΐα
ιδιοφυές	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατα	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατε	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατες	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατη	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατης	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατο	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατοι	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατος	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατου	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατους	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστατων	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερα	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερε	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερες	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερη	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερης	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερο	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστεροι	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερος	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερου	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερους	=	ιδιοφυής
ιδιοφυέστερων	=	ιδιοφυής
ιδιοφυή	=	ιδιοφυής
ιδιοφυής	adj	ιδιαίτερα έξυπνος, δημιουργικός και πρωτότυπος
ιδιοφυείς	=	ιδιοφυής
ιδιοφυούς	=	ιδιοφυής
ιδιοφυϊών	=	ιδιοφυΐα
ιδιοφυών	=	ιδιοφυής
ιδιοφυώς	adv	με ιδιοφυΐα
ιδιοχείρως	adv|formal	με το ίδιο μου το χέρι
ιδιοχρησία	noun	η αποκλειστική χρήση ενός πράγματος που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του
ιδιοχρησίας	noun	γενική ενικού του ιδιοχρησία
ιδιοχρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιοχρησία
ιδιοχρησιμοποίηση	noun	για χρησιμοποίηση από τον ίδιο, για ιδία χρήση
ιδιοχρησιμοποίησης	=	ιδιοχρησιμοποίηση
ιδιοχρησιμοποιήσεις	=	ιδιοχρησιμοποίηση
ιδιοχρησιμοποιήσεων	=	ιδιοχρησιμοποίηση
ιδιοχρησιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιοχρησία
ιδιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδίωμα
ιδιωματικά	adv	με τη χρήση ιδιωματισμών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωματικό
ιδιωματικέ	adj	κλητική ενικού του ιδιωματικός
ιδιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωματική
ιδιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιωματικός
ιδιωματικής	adj	γενική ενικού του ιδιωματική
ιδιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιωματικός
ιδιωματικού	adj	γενική ενικού του ιδιωματικός
ιδιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιωματικός
ιδιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιωματικός
ιδιωματικός	adj	που αναφέρεται σε ένα γλωσσικό ιδίωμα ή διάλεκτο, σε έναν ιδιωματισμό με σημασία που διαφέρει από την κοινή
ιδιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιωματικός
ιδιωματισμέ	noun	κλητική ενικού του ιδιωματισμός
ιδιωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιωματισμός
ιδιωματισμού	noun	γενική ενικού του ιδιωματισμός
ιδιωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδιωματισμός
ιδιωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιδιωματισμός
ιδιωματισμός	noun	κάθε γλωσσικό στοιχείο ή φαινόμενο που απαντά σε τοπικά ιδιώματα ή διαλέκτους και αποκλίνει από την κοινή μορφή μιας γλώσσας
ιδιωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιωματισμός
ιδιωνύμου	=	ιδιώνυμο
ιδιωνύμων	=	ιδιώνυμο
ιδιωτεία	noun	διανοητική ανεπάρκεια σε μεγάλο βαθμό
ιδιωτείας	noun	γενική ενικού του ιδιωτεία
ιδιωτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτεία
ιδιωτειών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιωτεία
ιδιωτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιώτευση
ιδιωτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιδιώτευση
ιδιωτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιωτεύω	verb	ζω ως ιδιώτης, απομακρύνομαι από τη δημόσια ζωή, παύω να ασχολούμαι με τα δημόσια πράγματα
ιδιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικό	adv	ως ιδιώτης (όχι ως δημόσιο πρόσωπο)
ιδιωτικέ	adj	κλητική ενικού του ιδιωτικός
ιδιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτική
ιδιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιωτικός
ιδιωτικής	adj	γενική ενικού του ιδιωτική
ιδιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικός
ιδιωτικοοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοοικονομικό
ιδιωτικοοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοοικονομική
ιδιωτικοοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοοικονομικής	adj	γενική ενικού του ιδιωτικοοικονομική
ιδιωτικοοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοοικονομικού	adj	γενική ενικού του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοοικονομικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας
ιδιωτικοοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιωτικοοικονομικός
ιδιωτικοποίει	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποίηση	noun	η απόδοση ενός δημόσιου αγαθού, οργανισμού, επιχείρησης κλπ σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα
ιδιωτικοποίησης	=	ιδιωτικοποίηση
ιδιωτικοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσαν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσανε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοποίηση
ιδιωτικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσεων	=	ιδιωτικοποίηση
ιδιωτικοποιήσεως	=	ιδιωτικοποίηση
ιδιωτικοποιήσου	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιεί	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιείς	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιείσαι	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιείστε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιείται	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιείτε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθήκαν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιηθήκανε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδιωτικοποιούμαι
ιδιωτικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοποιημένο
ιδιωτικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοποιημένη
ιδιωτικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιημένης	verb	γενική ενικού του ιδιωτικοποιημένη
ιδιωτικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιωτικοποιημένος
ιδιωτικοποιούμαι	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούμασταν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούμαστε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούμε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούμουν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούνε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούνται	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούνταν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσα	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσαμε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσαν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσανε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσασταν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσαστε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσατε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσε	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσες	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιούσουν	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοποιώ	verb	μετατρέπω μια δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική
ιδιωτικοποιώντας	=	ιδιωτικοποιώ
ιδιωτικοτήτων	=	ιδιωτικότητα
ιδιωτικού	adj	γενική ενικού του ιδιωτικός
ιδιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιωτικός
ιδιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδιωτικός
ιδιωτικός	adj	σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου
ιδιωτικότητα	noun	δικαίωμα των ανθρώπων να διαχειρίζονται πληροφορίες που τους αφορούν
ιδιωτικότητας	=	ιδιωτικότητα
ιδιωτικότητες	=	ιδιωτικότητα
ιδιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδιωτικός
ιδιωτικώς	adv|formal	ιδιωτικά
ιδιωτισμέ	noun	κλητική ενικού του ιδιωτισμός
ιδιωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιωτισμός
ιδιωτισμού	noun	γενική ενικού του ιδιωτισμός
ιδιωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδιωτισμός
ιδιωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιδιωτισμός
ιδιωτισμός	noun	έκφραση σε μια γλώσσα με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη
ιδιωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιδιωτισμός
ιδιωτών	=	ιδιώτης
ιδιωφέλεια	noun|formal	το να είναι κάποιος ιδιωφελής, η ατομική / ιδιωτική ωφέλεια
ιδιωφέλειας	=	ιδιωφέλεια
ιδιωφέλειες	=	ιδιωφέλεια
ιδιωφελές	=	ιδιωφελής
ιδιωφελή	=	ιδιωφελής
ιδιωφελής	adj	που είναι ωφέλιμος μόνο για τον εαυτό του, που αποφέρει ατομική ωφέλεια
ιδιωφελείς	=	ιδιωφελής
ιδιωφελειών	=	ιδιωφέλεια
ιδιωφελούς	=	ιδιωφελής
ιδιωφελών	=	ιδιωφελής
ιδιόβουλα	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλε	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλες	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλη	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλης	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλο	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλοι	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλος	adj	που έχει τη δική του σκέψη ή θέληση
ιδιόβουλου	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλους	=	ιδιόβουλος
ιδιόβουλων	=	ιδιόβουλος
ιδιόγραφα	adv	γράφοντας (κάποιος κάτι) με το ίδιο του το χέρι, χωρίς να χρησιμοποιηθεί γραμματέας ή κάποιο μηχάνημα
ιδιόγραφε	adj	κλητική ενικού του ιδιόγραφος
ιδιόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιόγραφη
ιδιόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιόγραφος
ιδιόγραφης	adj	γενική ενικού του ιδιόγραφη
ιδιόγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ιδιόγραφος
ιδιόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιόγραφος
ιδιόγραφος	adj	ο αυτόγραφος
ιδιόγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδιόγραφος
ιδιόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιόγραφος
ιδιόγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιόγραφος
ιδιόκλιτα	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτε	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτες	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτη	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτης	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτο	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτοι	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτος	adj	για όνομα που κλίνεται με ιδιαίτερο τρόπο και δεν ακολουθεί κάποια από τις συνηθισμένες κλίσεις
ιδιόκλιτου	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτους	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκλιτων	=	ιδιόκλιτος
ιδιόκτητα	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητε	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητες	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητη	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητης	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητο	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητοι	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητος	adj	που ανήκει ως ιδιοκτησία στον άνθρωπο για τον οποίο γίνεται λόγος
ιδιόκτητου	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητους	=	ιδιόκτητος
ιδιόκτητων	=	ιδιόκτητος
ιδιόλεκτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιόλεκτο
ιδιόλεκτε	=	ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτες	=	ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτη	=	ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτης	=	ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτο	noun	άλλη μορφή του ιδιόλεκτος, γένους θηλυκού
ιδιόλεκτοι	=	ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτος	noun	ο ιδιαίτερος ατομικός τρόπος με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία	adj	που σχετίζεται με ιδιόλεκτο
ιδιόλεκτου	noun	γενική ενικού του ιδιόλεκτο
ιδιόλεκτους	=	ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιόλεκτο
ιδιόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιόμελο
ιδιόμελε	=	ιδιόμελος
ιδιόμελες	=	ιδιόμελος
ιδιόμελη	=	ιδιόμελος
ιδιόμελης	=	ιδιόμελος
ιδιόμελο	noun	τροπάριο με ξεχωριστή δική του μελωδία, που δεν μοιάζει με τις μελωδίες άλλων τροπαρίων
ιδιόμελοι	=	ιδιόμελος
ιδιόμελος	adj	αυτός που έχει δική του, ιδιαίτερη, μελωδία
ιδιόμελου	noun	γενική ενικού του ιδιόμελο
ιδιόμελους	=	ιδιόμελος
ιδιόμελων	noun	γενική πληθυντικού του ιδιόμελο
ιδιόμορφα	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφε	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφες	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιόμορφος
ιδιόμορφης	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφο	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφοι	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφος	adj	που έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ώστε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα μέλη της κατηγορίας όπου ανήκει
ιδιόμορφου	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφους	=	ιδιόμορφος
ιδιόμορφων	=	ιδιόμορφος
ιδιόρρυθμα	adv	κατά τρόπο ιδιόρρυθμο
ιδιόρρυθμε	adj	κλητική ενικού του ιδιόρρυθμος
ιδιόρρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιόρρυθμη
ιδιόρρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδιόρρυθμος
ιδιόρρυθμης	adj	γενική ενικού του ιδιόρρυθμη
ιδιόρρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του ιδιόρρυθμος
ιδιόρρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδιόρρυθμος
ιδιόρρυθμος	adj	που έχει αποκλειστικά δικά του (ί-δι-α) χαρακτηριστικά
ιδιόρρυθμου	adj	γενική ενικού του ιδιόρρυθμος
ιδιόρρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδιόρρυθμος
ιδιόρρυθμων	adj	γενική πληθυντικού του ιδιόρρυθμος
ιδιότητα	noun	ιδιότητες των αριθμών, των σχημάτων κλπ.
ιδιότητας	noun	γενική ενικού του ιδιότητα
ιδιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιότητα
ιδιότροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιδιότροπος	adv	με ιδιότροπο τρόπο, με ιδιοτοπίες
ιδιότροπε	=	ιδιότροπος
ιδιότροπες	=	ιδιότροπος
ιδιότροπη	=	ιδιότροπος
ιδιότροπης	=	ιδιότροπος
ιδιότροπο	=	ιδιότροπος
ιδιότροποι	=	ιδιότροπος
ιδιότροπος	adj	που εμφανίζει χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες στη συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ιδιαίτερα απαιτητικός και συχνά να γίνεται δυσάρεστος ή να ενοχλείται εύκολα από τους άλλους
ιδιότροπου	=	ιδιότροπος
ιδιότροπους	=	ιδιότροπος
ιδιότροπων	=	ιδιότροπος
ιδιότυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ιδιότυπο) του ιδιότυπος	adv	με ιδιότυπο, ιδιόμορφο τρόπο
ιδιότυπε	=	ιδιότυπος
ιδιότυπες	=	ιδιότυπος
ιδιότυπη	=	ιδιότυπος
ιδιότυπης	=	ιδιότυπος
ιδιότυπο	=	ιδιότυπος
ιδιότυποι	=	ιδιότυπος
ιδιότυπος	adj	που έχει ιδιαίτερο τύπο, ιδιαίτερη μορφή, ο ιδιόμορφος, ο διαφορετικός, ο μοναδικός
ιδιότυπου	=	ιδιότυπος
ιδιότυπους	=	ιδιότυπος
ιδιότυπων	=	ιδιότυπος
ιδιόχειρα	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρε	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρες	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρη	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρης	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρο	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειροι	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρος	adj	που έγινε από κάποιον με το ίδιο του το χέρι
ιδιόχειρου	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρους	=	ιδιόχειρος
ιδιόχειρων	=	ιδιόχειρος
ιδιόχρωμα	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμε	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμες	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμη	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμης	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμο	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμοι	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμος	adj	που έχει το δικό του, το φυσικό, χρώμα
ιδιόχρωμου	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμους	=	ιδιόχρωμος
ιδιόχρωμων	=	ιδιόχρωμος
ιδιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδίωμα
ιδιώματος	noun	γενική ενικού του ιδίωμα
ιδιώνυμα	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμε	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμες	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμη	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμης	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμο	noun	αδίκημα που τιμωρείται με βάση ιδιαίτερο νόμο, διαχωριζόμενο από τη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων και τιμωρείται με ξεχωριστές ποινές από τις συνηθισμένες
ιδιώνυμοι	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμος	adj	αυτός που χαρακτηρίζεται ή καλείται με ιδιαίτερο όνομα
ιδιώνυμου	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμους	=	ιδιώνυμος
ιδιώνυμων	=	ιδιώνυμος
ιδιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδιώτης
ιδιώτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιώτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιώτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιώτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδιωτεύω
ιδιώτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιδιωτεύω, αποχή από την δημόσια ζωή
ιδιώτευσης	noun	γενική ενικού του ιδιώτευση
ιδιώτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιδιώτης
ιδιώτης	noun	το άτομο χωρίς δημόσια ιδιότητα
ιδού	particle	δεικτικό μόριο να!
ιδούμε	=	βλέπω
ιδούν	=	βλέπω
ιδούνε	=	βλέπω
ιδρέ	=	ιδρός
ιδροί	=	ιδρός
ιδροκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδροκόπημα
ιδροκοπήματος	noun	γενική ενικού του ιδροκόπημα
ιδροκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιδροκόπημα
ιδροκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδροκοπημένο
ιδροκοπημένε	verb	κλητική ενικού του ιδροκοπημένος
ιδροκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδροκοπημένη
ιδροκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδροκοπημένος
ιδροκοπημένης	verb	γενική ενικού του ιδροκοπημένη
ιδροκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδροκοπημένος
ιδροκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδροκοπημένος
ιδροκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδροκοπημένος
ιδροκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδροκοπημένος
ιδροκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδροκοπημένος
ιδροκοπώ	verb	ιδρώνω πολύ λόγω έντονης σωματικής προσπάθειας
ιδροκόπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιδροκοπώ
ιδροκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδροκοπώ
ιδροκόπι	noun|literary	άλλη μορφή του ιδροκόπημα
ιδρού	=	ιδρός
ιδρούς	=	ιδρός
ιδρυθήκαμε	=	ιδρύω
ιδρυθήκαν	=	ιδρύω
ιδρυθήκανε	=	ιδρύω
ιδρυθήκατε	=	ιδρύω
ιδρυθεί	=	ιδρύω
ιδρυθείς	=	ιδρύω
ιδρυθείτε	=	ιδρύω
ιδρυθούμε	=	ιδρύω
ιδρυθούν	=	ιδρύω
ιδρυθούνε	=	ιδρύω
ιδρυθώ	=	ιδρύω
ιδρυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίδρυμα
ιδρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυμένο
ιδρυμένε	verb	κλητική ενικού του ιδρυμένος
ιδρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυμένη
ιδρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδρυμένος
ιδρυμένης	verb	γενική ενικού του ιδρυμένη
ιδρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδρυμένος
ιδρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρυμένος
ιδρυμένος	=	ιδρύω
ιδρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδρυμένος
ιδρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδρυμένος
ιδρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδρυμένος
ιδρυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυματικό
ιδρυματικέ	adj	κλητική ενικού του ιδρυματικός
ιδρυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυματική
ιδρυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδρυματικός
ιδρυματικής	adj	γενική ενικού του ιδρυματική
ιδρυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρυματικός
ιδρυματικού	adj	γενική ενικού του ιδρυματικός
ιδρυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδρυματικός
ιδρυματικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδρυματικός
ιδρυματικός	adj	που έχει σχέση με ίδρυμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
ιδρυματικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδρυματικός
ιδρυματισμέ	noun	κλητική ενικού του ιδρυματισμός
ιδρυματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρυματισμός
ιδρυματισμού	noun	γενική ενικού του ιδρυματισμός
ιδρυματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιδρυματισμός
ιδρυματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιδρυματισμός
ιδρυματισμός	noun|formal	οι (συνήθως αρνητικές) επιπτώσεις που έχει, στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά όσων διαβιούν σε κάποιο ίδρυμα, η παραταμένη διαμονή τους σ’ αυτό
ιδρυματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιδρυματισμός
ιδρυματοποίει	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποίησα	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποίησαν	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποίησε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποίησες	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποίησης	noun	γενική ενικού του ιδρυματοποίηση
ιδρυματοποιήθηκα	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιήθηκαν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιήθηκε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιήθηκες	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιήσαμε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιήσαν	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιήσανε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιήσατε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιήσει	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυματοποίηση
ιδρυματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιδρυματοποίηση
ιδρυματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιδρυματοποίηση
ιδρυματοποιήσου	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιήστε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιεί	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιείς	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιείσαι	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιείστε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιείται	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιείτε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιηθήκαμε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιηθήκαν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιηθήκανε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιηθήκατε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιηθεί	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιηθείτε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιημένος	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούμαι	verb	μου προκαλούν συμπεριφορές, μου διαμορφώνουν ψυχοσύνθεση που σχετίζεται με την ιδρυματική ζωή
ιδρυματοποιούμασταν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούμαστε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούμε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούμουν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούν	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούνε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούνται	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούνταν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούσα	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσαμε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσαν	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσανε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσασταν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούσαστε	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιούσατε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσε	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσες	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυματοποιούσουν	=	ιδρυματοποιούμαι
ιδρυματοποιώ	verb	εγκλείω ανθρώπους σε νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα (ή τους κάνω να εξαρτηθούν από αυτά) και προκαλώ σε αυτούς τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή αντί να τους βοηθήσω να ενταχθούν κοινωνικά (να τους κοινωνικοποιήσω), μακροπρόθεσμα τους αποκλείω από τον κοινωνικό ιστό
ιδρυματοποιώντας	=	ιδρυματοποιώ
ιδρυτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυτής
ιδρυτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιδρυτής
ιδρυτής	noun	αυτός που ιδρύει ή ίδρυσε κάτι ή συνέβαλε στην ίδρυσή του
ιδρυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυτικό
ιδρυτικέ	adj	κλητική ενικού του ιδρυτικός
ιδρυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρυτική
ιδρυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδρυτικός
ιδρυτικής	adj	γενική ενικού του ιδρυτική
ιδρυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρυτικός
ιδρυτικού	adj	γενική ενικού του ιδρυτικός
ιδρυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδρυτικός
ιδρυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδρυτικός
ιδρυτικός	adj	που έχει σχέση με την ίδρυση ή τον ιδρυτή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιδρυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδρυτικός
ιδρυτριών	noun	γενική πληθυντικού του ιδρύτρια
ιδρυτών	noun	γενική πληθυντικού του ιδρυτής
ιδρυόμασταν	=	ιδρύω
ιδρυόμαστε	=	ιδρύω
ιδρυόμενος	=	ιδρύω
ιδρυόμουν	=	ιδρύω
ιδρυόμουνα	=	ιδρύω
ιδρυόντουσαν	=	ιδρύω
ιδρυόσασταν	=	ιδρύω
ιδρυόσαστε	=	ιδρύω
ιδρυόσουν	=	ιδρύω
ιδρυόσουνα	=	ιδρύω
ιδρυόταν	=	ιδρύω
ιδρυότανε	=	ιδρύω
ιδρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίδρωμα
ιδρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρωμένο
ιδρωμένε	verb	κλητική ενικού του ιδρωμένος
ιδρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρωμένη
ιδρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδρωμένος
ιδρωμένης	verb	γενική ενικού του ιδρωμένη
ιδρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδρωμένος
ιδρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρωμένος
ιδρωμένος	=	ιδρώνω
ιδρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδρωμένος
ιδρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδρωμένος
ιδρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδρωμένος
ιδρωτάρι	noun|vulgar	πολύς ιδρώτας
ιδρωτάρια	=	ιδρωτάρι
ιδρωτίλα	noun	η δυσάρεστη οσμή του ιδρώτα
ιδρωτίλας	=	ιδρωτίλα
ιδρωτίλες	=	ιδρωτίλα
ιδρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρωτικό
ιδρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ιδρωτικός
ιδρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρωτική
ιδρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδρωτικός
ιδρωτικής	adj	γενική ενικού του ιδρωτική
ιδρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρωτικός
ιδρωτικού	adj	γενική ενικού του ιδρωτικός
ιδρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδρωτικός
ιδρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιδρωτικός
ιδρωτικός	adj	άλλη μορφή του εφιδρωτικός
ιδρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιδρωτικός
ιδρωτικώς	adv	με ιδρωτικό τρόπο
ιδρωτοθεραπεία	noun	θεραπευτική μέθοδος με χρήση εφιδρώσεων
ιδρωτοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ιδρωτοθεραπεία
ιδρωτοθεραπείες	=	ιδρωτοθεραπεία
ιδρωτοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ιδρωτοθεραπεία
ιδρωτοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρωτοποιό
ιδρωτοποιέ	adj	κλητική ενικού του ιδρωτοποιός
ιδρωτοποιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρωτοποιή
ιδρωτοποιής	adj	γενική ενικού του ιδρωτοποιή
ιδρωτοποιία	noun|formal	το ίδρωμα
ιδρωτοποιίας	noun	γενική ενικού του ιδρωτοποιία
ιδρωτοποιίες	=	ιδρωτοποιία
ιδρωτοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του ιδρωτοποιία
ιδρωτοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδρωτοποιός
ιδρωτοποιού	adj	γενική ενικού του ιδρωτοποιός
ιδρωτοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιδρωτοποιός
ιδρωτοποιό	adj	αιτιατική ενικού του ιδρωτοποιός
ιδρωτοποιός	adj	που παράγει τον ιδρώτα
ιδρωτοποιών	adj	γενική πληθυντικού του ιδρωτοποιός
ιδρό	=	ιδρός
ιδρός	noun|vulgar	ο ιδρώτας
ιδρύαμε	=	ιδρύω
ιδρύαν	=	ιδρύω
ιδρύανε	=	ιδρύω
ιδρύατε	=	ιδρύω
ιδρύει	=	ιδρύω
ιδρύεις	=	ιδρύω
ιδρύεσαι	=	ιδρύω
ιδρύεστε	=	ιδρύω
ιδρύεται	=	ιδρύω
ιδρύετε	=	ιδρύω
ιδρύθηκα	=	ιδρύω
ιδρύθηκαν	=	ιδρύω
ιδρύθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ιδρύω
ιδρύθηκες	=	ιδρύω
ιδρύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίδρυμα
ιδρύματος	noun	γενική ενικού του ίδρυμα
ιδρύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ιδρύω
ιδρύομε	=	ιδρύω
ιδρύονται	=	ιδρύω
ιδρύονταν	=	ιδρύω
ιδρύοντας	=	ιδρύω
ιδρύου	=	ιδρύω
ιδρύουμε	=	ιδρύω
ιδρύουν	=	ιδρύω
ιδρύουνε	=	ιδρύω
ιδρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσαν	=	ιδρύω
ιδρύσανε	=	ιδρύω
ιδρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίδρυση
ιδρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίδρυση
ιδρύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίδρυση
ιδρύσομε	=	ιδρύω
ιδρύσου	=	ιδρύω
ιδρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσουνε	=	ιδρύω
ιδρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρύω
ιδρύτρια	noun	θηλυκό του ιδρυτής
ιδρύτριας	noun	γενική ενικού του ιδρύτρια
ιδρύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδρύτρια
ιδρύω	verb	δημιουργώ, παίρνω την πρωτοβουλία της δημιουργίας για
ιδρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίδρωμα
ιδρώματος	noun	γενική ενικού του ίδρωμα
ιδρών	=	ιδρός
ιδρώναμε	=	ιδρώνω
ιδρώναν	=	ιδρώνω
ιδρώνανε	=	ιδρώνω
ιδρώνατε	=	ιδρώνω
ιδρώνει	=	ιδρώνω
ιδρώνεις	=	ιδρώνω
ιδρώνετε	=	ιδρώνω
ιδρώνομε	=	ιδρώνω
ιδρώνοντας	=	ιδρώνω
ιδρώνουμε	=	ιδρώνω
ιδρώνουν	=	ιδρώνω
ιδρώνουνε	=	ιδρώνω
ιδρώνω	verb	αποβάλλω ιδρώτα από τους πόρους του δέρματος
ιδρώς	noun|vulgar	ο ιδρώτας
ιδρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσαν	=	ιδρώνω
ιδρώσανε	=	ιδρώνω
ιδρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσεων	=	ίδρωση
ιδρώσομε	=	ιδρώνω
ιδρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσουνε	=	ιδρώνω
ιδρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιδρώνω
ιδρώτα	=	ιδρώτας
ιδρώτας	noun	το σωματικό υγρό που εκκρίνεται από τους πόρους του δέρματος μετά από επίπονη άσκηση ή λόγω ζέστης ή από άλλες αιτίες
ιδρώτες	=	ιδρώτας
ιδρώτων	=	ιδρώτας
ιδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ιδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ιδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ιδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ιδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ιδωθούνε	=	βλέπω
ιδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
ιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδωμένο
ιδωμένε	verb	κλητική ενικού του ιδωμένος
ιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιδωμένη
ιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιδωμένος
ιδωμένης	verb	γενική ενικού του ιδωμένη
ιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιδωμένος
ιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιδωμένος
ιδωμένος	=	βλέπω
ιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιδωμένος
ιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιδωμένος
ιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδωμένος
ιδώ	=	βλέπω
ιε	abbrev	ινδοευρωπαϊκός
ιεζπ	abbrev	δημόσιο ερευνητικό ινστιτούτο το οποίο ερευνά θέματα σχετικά με την κτηνοτροφία
ιεκ	abbrev	δημόσια ή ιδιωτικά κέντρα κατάρτισης και μαθητείας
ιελ	abbrev	Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου: ερευνητικός οργανισμός που δραστηριοποιείται στη γλωσσική τεχνολογία, αναπτύσσοντας μεθόδους και ψηφιακά εργαλεία για την ανάλυση, επεξεργασία και αξιοποίηση της γλώσσας σε επιστημονικές και πρακτικές εφαρμογές
ιελκα	abbrev	ελληνικό ινστιτούτο το οποίο μελετά ζητήματα σχετικά με τη λιανική κατανάλωση αγαθών
ιερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερό
ιεράρχει	=	ιεραρχώ
ιεράρχες	=	ιεράρχης
ιεράρχη	=	ιεράρχης
ιεράρχης	noun	ανώτατος κληρικός ή προϊστάμενος κληρικών μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας
ιεράρχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεράρχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεράρχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεράρχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεράρχηση	noun	το να ιεραρχεί κανείς τα πράγματα, το να βάζει σε μια συγκεκριμένη αξιολογική σειρά ένα σύνολο στοιχείων ώστε να δοθεί προτεραιότητα στο πιο επείγον ή το πιο σημαντικό
ιεράρχησης	=	ιεράρχηση
ιερέ	adj	κλητική ενικού του ιερός
ιερέα	=	ιερέας
ιερέας	noun	ο λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ναούς και της πνευματικής καθοδήγησης των πιστών
ιερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερή
ιερέων	=	ιερέας
ιερέως	=	ιερέας
ιερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερός
ιερής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ιερή) του ιερός
ιερακοειδές	noun	το ιερακιδές	adj	το ιερακόσχημο, οτιδήποτε γερακόσχημο (πχ. θυρεός κτλ.) ή που θυμίζει γεράκι
ιερακοειδή	=	ιερακοειδής
ιερακοειδής	adj	το ιερακόσχημο, οτιδήποτε γερακόσχημο (πχ. θυρεός κτλ.) ή που θυμίζει γεράκι
ιερακοειδείς	=	ιερακοειδής
ιερακοειδούς	=	ιερακοειδής
ιερακοειδών	=	ιερακοειδής
ιερακοτροφία	noun	το επάγγελμα ή η ενασχόληση του ιερακοτρόφου
ιερακοτροφίας	noun	γενική ενικού του ιερακοτροφία
ιερακοτροφίες	=	ιερακοτροφία
ιερακοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιερακοτροφία
ιερακοτρόφε	=	ιερακοτρόφος
ιερακοτρόφο	=	ιερακοτρόφος
ιερακοτρόφοι	=	ιερακοτρόφος
ιερακοτρόφος	noun	που εκτρέφει και εκγυμνάζει γεράκια
ιερακοτρόφου	=	ιερακοτρόφος
ιερακοτρόφους	=	ιερακοτρόφος
ιερακοτρόφων	=	ιερακοτρόφος
ιερακόμορφα	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφε	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφες	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφη	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφης	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφο	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφοι	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφος	adj	που μοιάζει με ιέρακα / γεράκι
ιερακόμορφου	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφους	=	ιερακόμορφος
ιερακόμορφων	=	ιερακόμορφος
ιεραποστολές	=	ιεραποστολή
ιεραποστολή	noun	σύνολο κληρικών κ.ά. που μεταβαίνουν σε άλλη χώρα, για να κηρύξουν τη θρησκεία τους και να τη μεταδώσουν στους γηγενείς
ιεραποστολής	=	ιεραποστολή
ιεραποστολικά	adv	ως ιεραπόστολος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραποστολικό
ιεραποστολικέ	adj	κλητική ενικού του ιεραποστολικός
ιεραποστολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραποστολική
ιεραποστολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεραποστολικός
ιεραποστολικής	adj	γενική ενικού του ιεραποστολική
ιεραποστολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεραποστολικός
ιεραποστολικού	adj	γενική ενικού του ιεραποστολικός
ιεραποστολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεραποστολικός
ιεραποστολικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεραποστολικός
ιεραποστολικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει ή ταιριάζει στον ιεραπόστολο
ιεραποστολικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεραποστολικός
ιεραποστολών	=	ιεραποστολή
ιεραποστόλου	noun	γενική ενικού του ιεραπόστολος
ιεραποστόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιεραπόστολος
ιεραποστόλων	noun	γενική πληθυντικού του ιεραπόστολος
ιεραπόστολε	noun	κλητική ενικού του ιεραπόστολος
ιεραπόστολο	noun	αιτιατική ενικού του ιεραπόστολος
ιεραπόστολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεραπόστολος
ιεραπόστολος	noun	ιερέας ή μοναχός που δρα σε ξένη χώρα με στόχο τη διάδοση της διδασκαλίας μιας θρησκείας ή μιας θρησκευτικής ομολογίας
ιεραπόστολου	=	ιεραπόστολος
ιεραπόστολους	=	ιεραπόστολος
ιεραρχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήσαν	=	ιεραρχώ
ιεραρχήσανε	=	ιεραρχώ
ιεραρχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεράρχηση
ιεραρχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήσεων	=	ιεράρχηση
ιεραρχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιεραρχώ
ιεραρχία	noun	το σύνολο των ιεραρχών μιας (ορθόδοξης) εκκλησίας
ιεραρχίας	noun	γενική ενικού του ιεραρχία
ιεραρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχία
ιεραρχεί	=	ιεραρχώ
ιεραρχείς	=	ιεραρχώ
ιεραρχείτε	=	ιεραρχώ
ιεραρχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχημένο
ιεραρχημένε	verb	κλητική ενικού του ιεραρχημένος
ιεραρχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχημένη
ιεραρχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεραρχημένος
ιεραρχημένης	verb	γενική ενικού του ιεραρχημένη
ιεραρχημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιεραρχημένος
ιεραρχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχημένος
ιεραρχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιεραρχημένος
ιεραρχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιεραρχημένος
ιεραρχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιεραρχημένος
ιεραρχικά	adv	όσον αφορά μια συγκεκριμένη ιεραρχία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχικό
ιεραρχικέ	adj	κλητική ενικού του ιεραρχικός
ιεραρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχική
ιεραρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεραρχικός
ιεραρχικής	adj	γενική ενικού του ιεραρχική
ιεραρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεραρχικός
ιεραρχικού	adj	γενική ενικού του ιεραρχικός
ιεραρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεραρχικός
ιεραρχικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεραρχικός
ιεραρχικός	adj	που έχει σχέση με ιεραρχία ή ιεράρχες, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιεραρχικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεραρχικός
ιεραρχικώς	adv	άλλη μορφή του ιεραρχικά
ιεραρχιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεραρχία
ιεραρχούμε	=	ιεραρχώ
ιεραρχούν	=	ιεραρχώ
ιεραρχούνε	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσα	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσαμε	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσαν	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσανε	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσατε	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσε	=	ιεραρχώ
ιεραρχούσες	=	ιεραρχώ
ιεραρχώ	verb	κατατάσσω έναν αριθμό στοιχείων σε μια σειρά από το ανώτερο προς το κατώτερο ή από το σπουδαιότερο προς το λιγότερο σημαντικό
ιεραρχών	=	ιεράρχης
ιεραρχώντας	=	ιεραρχώ
ιερατεία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιερατεύω
ιερατείας	noun	γενική ενικού του ιερατεία
ιερατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερατεία
ιερατείο	noun	το σύνολο / η τάξη των ιερέων ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα
ιερατείου	noun	γενική ενικού του ιερατείο
ιερατείων	noun	γενική πληθυντικού του ιερατείο
ιερατειών	noun	γενική πληθυντικού του ιερατεία
ιερατεύω	verb	είμαι ιερέας ή ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
ιερατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερατικό	adv	κατά τρόπο ιερατικό
ιερατικέ	adj	κλητική ενικού του ιερατικός
ιερατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερατική
ιερατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερατικός
ιερατικής	adj	γενική ενικού του ιερατική
ιερατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερατικός
ιερατικού	adj	γενική ενικού του ιερατικός
ιερατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιερατικός
ιερατικό	adj	αιτιατική ενικού του ιερατικός
ιερατικός	adj	σχετικός με τους ιερείς
ιερατικών	adj	γενική πληθυντικού του ιερατικός
ιερείς	=	ιερέας
ιερειών	noun	γενική πληθυντικού του ιέρεια
ιερεμιάδα	noun	η θρηνωδία, το θρηνητικό ποίημα του προφήτη Ιερεμία που προέβλεψε την άλωση της Ιερουσαλήμ
ιερεμιάδας	=	ιερεμιάδα
ιερεμιάδες	=	ιερεμιάδα
ιερεμιάδων	=	ιερεμιάδα
ιερεμιαδικά	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικέ	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικές	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδική	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικής	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικοί	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικού	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικούς	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικό	=	ιερεμιαδικός
ιερεμιαδικός	adj|formal	που έχει σχέση με ιερεμιάδα ή αναφέρεται σ' αυτή
ιερεμιαδικών	=	ιερεμιαδικός
ιερισσών	noun	γενική πληθυντικού του ιέρισσα
ιεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερός
ιερογλυφικά	noun	ιδεογράμματα, σύστημα εικονογραφικής γραφής των αρχαίων Αιγυπτίων και (κατ’ επέκταση) οποιοδήποτε παρόμοιο σύστημα γραφής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερογλυφικό
ιερογλυφικέ	adj	κλητική ενικού του ιερογλυφικός
ιερογλυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερογλυφική
ιερογλυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερογλυφικός
ιερογλυφικής	adj	γενική ενικού του ιερογλυφική
ιερογλυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερογλυφικός
ιερογλυφικού	adj	γενική ενικού του ιερογλυφικός
ιερογλυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιερογλυφικός
ιερογλυφικό	adj	αιτιατική ενικού του ιερογλυφικός
ιερογλυφικός	adj	που έχει σχέση με τα ιερογλυφικά ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιερογλυφικών	adj	γενική πληθυντικού του ιερογλυφικός
ιερογράφε	=	ιερογράφος
ιερογράφει	=	ιερογραφώ
ιερογράφησα	=	ιερογραφώ
ιερογράφησαν	=	ιερογραφώ
ιερογράφησε	=	ιερογραφώ
ιερογράφησες	=	ιερογραφώ
ιερογράφο	=	ιερογράφος
ιερογράφοι	=	ιερογράφος
ιερογράφος	noun	που συγγράφει ιερά βιβλία ή (γενικότερα) με τον αρμόζοντα τρόπο
ιερογράφου	=	ιερογράφος
ιερογράφους	=	ιερογράφος
ιερογράφων	=	ιερογράφος
ιερογραφήσαμε	=	ιερογραφώ
ιερογραφήσαν	=	ιερογραφώ
ιερογραφήσανε	=	ιερογραφώ
ιερογραφήσατε	=	ιερογραφώ
ιερογραφήσει	=	ιερογραφώ
ιερογραφήστε	=	ιερογραφώ
ιερογραφία	noun	η εργασία του ιερογράφου
ιερογραφίας	noun	γενική ενικού του ιερογραφία
ιερογραφίες	=	ιερογραφία
ιερογραφεί	=	ιερογραφώ
ιερογραφείς	=	ιερογραφώ
ιερογραφείτε	=	ιερογραφώ
ιερογραφικά	=	ιερογραφικός
ιερογραφικέ	=	ιερογραφικός
ιερογραφικές	=	ιερογραφικός
ιερογραφική	=	ιερογραφικός
ιερογραφικής	=	ιερογραφικός
ιερογραφικοί	=	ιερογραφικός
ιερογραφικού	=	ιερογραφικός
ιερογραφικούς	=	ιερογραφικός
ιερογραφικό	=	ιερογραφικός
ιερογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον ιερογράφο ή την ιερογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιερογραφικών	=	ιερογραφικός
ιερογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιερογραφία
ιερογραφούμε	=	ιερογραφώ
ιερογραφούν	=	ιερογραφώ
ιερογραφούνε	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσα	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσαμε	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσαν	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσανε	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσατε	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσε	=	ιερογραφώ
ιερογραφούσες	=	ιερογραφώ
ιερογραφώ	verb	εργάζομαι ως / σαν ιερογράφος
ιερογραφώντας	=	ιερογραφώ
ιεροδίκες	=	ιεροδίκης
ιεροδίκη	=	ιεροδίκης
ιεροδίκης	noun	το μέλος ενός ιεροδικείου, ο δικαστής που δικάζει με βάση το θρησκευτικό νόμο
ιεροδιάκονε	noun	κλητική ενικού του ιεροδιάκονος
ιεροδιάκονο	noun	αιτιατική ενικού του ιεροδιάκονος
ιεροδιάκονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροδιάκονος
ιεροδιάκονος	noun	ο (άγαμος) διάκονος
ιεροδιάκονου	=	ιεροδιάκονος
ιεροδιακόνου	noun	γενική ενικού του ιεροδιάκονος
ιεροδιακόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιεροδιάκονος
ιεροδιακόνων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροδιάκονος
ιεροδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδάσκαλος	noun	ιερέας που είναι και δάσκαλος δημοτικού σχολείου
ιεροδιδάσκαλου	=	ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδάσκαλους	=	ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροδιδάσκαλος
ιεροδιδασκαλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροδιδασκαλείο
ιεροδιδασκαλείο	noun	σχολείο για την εκπαίδευση ιεροδιδασκάλων
ιεροδιδασκαλείου	noun	γενική ενικού του ιεροδιδασκαλείο
ιεροδιδασκαλείων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροδιδασκαλείο
ιεροδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροδικείο
ιεροδικείο	noun	το δικαστήριο που δικάζει με βάση το θρησκευτικό νόμο
ιεροδικείου	noun	γενική ενικού του ιεροδικείο
ιεροδικείων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροδικείο
ιεροδικών	=	ιεροδίκης
ιεροδουλία	noun	η ιδιότητα, το επάγγελμα ή η κατάσταση μιας ιερόδουλης
ιεροδουλίας	noun	γενική ενικού του ιεροδουλία
ιεροδουλίες	=	ιεροδουλία
ιεροδουλεία	noun	άλλη γραφή του ιεροδουλία (γραφή με γιώτα)
ιεροδουλείας	noun	γενική ενικού του ιεροδουλεία
ιεροδουλείες	=	ιεροδουλεία
ιεροδουλειών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροδουλεία
ιεροδουλιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροδουλία
ιεροδούλου	=	ιερόδουλος
ιεροδούλους	=	ιερόδουλος
ιεροδούλων	=	ιερόδουλος
ιεροεξεταστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροεξεταστής
ιεροεξεταστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιεροεξεταστής
ιεροεξεταστής	noun	ο κληρικός ανώτατου βαθμού που ήταν μέλος της Ιεράς Εξέτασης
ιεροεξεταστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροεξεταστικό
ιεροεξεταστικέ	adj	κλητική ενικού του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροεξεταστική
ιεροεξεταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστικής	adj	γενική ενικού του ιεροεξεταστική
ιεροεξεταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστικού	adj	γενική ενικού του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστικός	adj	που έχει τις ιδιότητες της Ιεράς Εξέτασης, επικριτικός με υπερβολική αυστηρότητα, και ακαμψία
ιεροεξεταστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεροεξεταστικός
ιεροεξεταστών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροεξεταστής
ιεροκήρυκα	=	ιεροκήρυκας
ιεροκήρυκας	noun	που κηρύττει το λόγο του Θεού
ιεροκήρυκες	=	ιεροκήρυκας
ιεροκηρύκων	=	ιεροκήρυκας
ιεροκοκκυγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροκοκκυγικό
ιεροκοκκυγικέ	adj	κλητική ενικού του ιεροκοκκυγικός
ιεροκοκκυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροκοκκυγική
ιεροκοκκυγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεροκοκκυγικός
ιεροκοκκυγικής	adj	γενική ενικού του ιεροκοκκυγική
ιεροκοκκυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροκοκκυγικός
ιεροκοκκυγικού	adj	γενική ενικού του ιεροκοκκυγικός
ιεροκοκκυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεροκοκκυγικός
ιεροκοκκυγικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεροκοκκυγικός
ιεροκοκκυγικός	adj	που έχει σχέση με το ιερό οστό και τον κόκκυγα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιεροκοκκυγικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεροκοκκυγικός
ιεροκρατία	noun|formal	ο κληρικαλισμός
ιεροκρατίας	noun	γενική ενικού του ιεροκρατία
ιεροκρατίες	=	ιεροκρατία
ιεροκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροκρατικό
ιεροκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ιεροκρατικός
ιεροκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροκρατική
ιεροκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεροκρατικός
ιεροκρατικής	adj	γενική ενικού του ιεροκρατική
ιεροκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροκρατικός
ιεροκρατικού	adj	γενική ενικού του ιεροκρατικός
ιεροκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεροκρατικός
ιεροκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεροκρατικός
ιεροκρατικός	adj	που έχει σχέση με την ιεροκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιεροκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεροκρατικός
ιεροκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροκρατία
ιεροκρυφίως	adv|formal	με ιεροκρύφιο τρόπο
ιεροκρύφια	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιας	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιε	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιες	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιο	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιοι	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιος	adj|formal	απόκρυφος, μυστηριώδης
ιεροκρύφιου	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιους	=	ιεροκρύφιος
ιεροκρύφιων	=	ιεροκρύφιος
ιεροκτόνα	=	ιεροκτόνος
ιεροκτόνε	=	ιεροκτόνος
ιεροκτόνο	=	ιεροκτόνος
ιεροκτόνοι	=	ιεροκτόνος
ιεροκτόνος	adj	αυτός που έχει σκοτώσει ιερέα
ιεροκτόνου	=	ιεροκτόνος
ιεροκτόνους	=	ιεροκτόνος
ιεροκτόνων	=	ιεροκτόνος
ιερολαγονίτιδα	noun	φλεγμονώδης πάθηση της μίας ή και των δύο ιερολαγονίων αρθρώσεων η οποία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα του ασθενούς λόγω του πόνου και της δυσκαμψίας στο κάτω μέρος της πλάτης και στα πόδια
ιερολαγονίτιδας	=	ιερολαγονίτιδα
ιερολαγονίτιδες	=	ιερολαγονίτιδα
ιερολαγονίτιδων	=	ιερολαγονίτιδα
ιερολογήσαμε	=	ιερολογώ
ιερολογήσαν	=	ιερολογώ
ιερολογήσανε	=	ιερολογώ
ιερολογήσατε	=	ιερολογώ
ιερολογήσει	=	ιερολογώ
ιερολογήστε	=	ιερολογώ
ιερολογία	noun	η πράξη του ιερολογώ, διαβάζω ευχές
ιερολογίας	noun	γενική ενικού του ιερολογία
ιερολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερολογία
ιερολογεί	=	ιερολογώ
ιερολογείς	=	ιερολογώ
ιερολογείτε	=	ιερολογώ
ιερολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερολογικό
ιερολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιερολογικός
ιερολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερολογική
ιερολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερολογικός
ιερολογικής	adj	γενική ενικού του ιερολογική
ιερολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερολογικός
ιερολογικού	adj	γενική ενικού του ιερολογικός
ιερολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιερολογικός
ιερολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιερολογικός
ιερολογικός	adj	που έχει σχέση με την ιερολογία ή αναφέρεται σ’ αυτήν
ιερολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιερολογικός
ιερολογιοτάτου	=	ιερολογιότατος
ιερολογιοτάτους	=	ιερολογιότατος
ιερολογιοτάτων	=	ιερολογιότατος
ιερολογιότατε	=	ιερολογιότατος
ιερολογιότατο	=	ιερολογιότατος
ιερολογιότατοι	=	ιερολογιότατος
ιερολογιότατος	noun	προσαγόρευση ιεροδιακόνου
ιερολογιότατου	=	ιερολογιότατος
ιερολογιότατους	=	ιερολογιότατος
ιερολογιότατων	=	ιερολογιότατος
ιερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιερολογία
ιερολογούμε	=	ιερολογώ
ιερολογούν	=	ιερολογώ
ιερολογούνε	=	ιερολογώ
ιερολογούσα	=	ιερολογώ
ιερολογούσαμε	=	ιερολογώ
ιερολογούσαν	=	ιερολογώ
ιερολογούσανε	=	ιερολογώ
ιερολογούσατε	=	ιερολογώ
ιερολογούσε	=	ιερολογώ
ιερολογούσες	=	ιερολογώ
ιερολογώ	verb	διαβάζω ειδικές εκκλησιαστικές ευχές σε μια τελετή επευλογώντας
ιερολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιερολογώ
ιερολοχίτες	=	ιερολοχίτης
ιερολοχίτη	=	ιερολοχίτης
ιερολοχίτης	noun	πολεμιστής που ανήκε στον Ιερό Λόχο
ιερολοχιτών	=	ιερολοχίτης
ιερολόγησα	=	ιερολογώ
ιερολόγησαν	=	ιερολογώ
ιερολόγησε	=	ιερολογώ
ιερολόγησες	=	ιερολογώ
ιερομάντες	=	ιερομάντης
ιερομάντη	=	ιερομάντης
ιερομάντης	noun	συνώνυμο του ιεροσκόπος
ιερομάρτυρα	=	ιερομάρτυρας
ιερομάρτυρας	noun	ιερωμένος της χριστιανικής Εκκλησίας (ή απλός πιστός), που θανατώθηκε μαρτυρικά για το Χριστιανισμό
ιερομάρτυρες	=	ιερομάρτυρας
ιερομάρτυρος	=	ιερομάρτυρας
ιερομαντία	noun	η ιεροσκοπία
ιερομαντίας	=	ιερομαντία
ιερομαντίες	=	ιερομαντία
ιερομαντιών	=	ιερομαντία
ιερομαντών	=	ιερομάντης
ιερομαρτύρων	=	ιερομάρτυρας
ιερομονάχου	noun	γενική ενικού του ιερομόναχος
ιερομονάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιερομόναχος
ιερομονάχων	noun	γενική πληθυντικού του ιερομόναχος
ιερομόναχε	noun	κλητική ενικού του ιερομόναχος
ιερομόναχο	noun	αιτιατική ενικού του ιερομόναχος
ιερομόναχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερομόναχος
ιερομόναχος	noun	ένας μοναχός που είναι ταυτόχρονα και ιερέας
ιερομόναχου	=	ιερομόναχος
ιερομόναχους	=	ιερομόναχος
ιερομόναχων	=	ιερομόναχος
ιεροπρέπεια	noun|formal	η ιδιότητα του ιεροπρεπούς
ιεροπρέπειας	=	ιεροπρέπεια
ιεροπρέπειες	=	ιεροπρέπεια
ιεροπραξία	noun	η ιερουργία, η ιεροτελεστία
ιεροπραξίας	noun	γενική ενικού του ιεροπραξία
ιεροπραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροπραξία
ιεροπραξιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροπραξία
ιεροπρεπές	=	ιεροπρεπής
ιεροπρεπή	=	ιεροπρεπής
ιεροπρεπής	adj|archaic	που τον χαρακτηρίζει ιερότητα
ιεροπρεπείς	=	ιεροπρεπής
ιεροπρεπειών	=	ιεροπρέπεια
ιεροπρεπούς	=	ιεροπρεπής
ιεροπρεπών	=	ιεροπρεπής
ιεροσκοπία	noun	μορφή μαντείας που βασίζεται στην παρατήρηση των θυσιαζόμενων ζώων
ιεροσκοπίας	noun	γενική ενικού του ιεροσκοπία
ιεροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροσκοπία
ιεροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροσκοπία
ιεροσκόπε	noun	κλητική ενικού του ιεροσκόπος
ιεροσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του ιεροσκόπος
ιεροσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροσκόπος
ιεροσκόπος	noun	μάντης που έκανε ιεροσκοπία
ιεροσκόπου	noun	γενική ενικού του ιεροσκόπος
ιεροσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιεροσκόπος
ιεροσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροσκόπος
ιεροσπουδαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροσπουδαστής
ιεροσπουδαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιεροσπουδαστής
ιεροσπουδαστήρια	=	ιεροσπουδαστήριο
ιεροσπουδαστήριο	noun	σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο δίνεται μεγάλη σημασία στην παροχή θρησκευτικής παιδείας και μόρφωσης
ιεροσπουδαστήριου	=	ιεροσπουδαστήριο
ιεροσπουδαστήριων	=	ιεροσπουδαστήριο
ιεροσπουδαστής	noun	σπουδαστής που φοιτά σε ιερατική σχολή
ιεροσπουδαστηρίου	=	ιεροσπουδαστήριο
ιεροσπουδαστηρίων	=	ιεροσπουδαστήριο
ιεροσπουδαστών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροσπουδαστής
ιεροσυλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροσύλημα
ιεροσυλήματος	noun	γενική ενικού του ιεροσύλημα
ιεροσυλία	noun	ιερόσυλη πράξη
ιεροσυλίας	noun	γενική ενικού του ιεροσυλία
ιεροσυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροσυλία
ιεροσυλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροσύλημα
ιεροσυλιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροσυλία
ιεροσυλώ	verb	διαπράττω ιεροσυλία
ιεροσυνών	=	ιεροσύνη
ιεροσύλημα	noun	ό,τι κλέβει κάποιος ιερόσυλος
ιεροσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροσύνη
ιεροσύνη	noun	το αξίωμα, το λειτούργημα του ιερέα
ιεροσύνης	=	ιεροσύνη
ιεροτήτων	=	ιερότητα
ιεροτελεστία	noun	η τελετουργία
ιεροτελεστίας	noun	γενική ενικού του ιεροτελεστία
ιεροτελεστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροτελεστία
ιεροτελεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροτελεστικό
ιεροτελεστικέ	adj	κλητική ενικού του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροτελεστική
ιεροτελεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστικής	adj	γενική ενικού του ιεροτελεστική
ιεροτελεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστικού	adj	γενική ενικού του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστικός	adj	που έχει σχέση με ιεροτελεστία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιεροτελεστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεροτελεστικός
ιεροτελεστιών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροτελεστία
ιερουργέ	noun	κλητική ενικού του ιερουργός
ιερουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσαν	=	ιερουργώ
ιερουργήσανε	=	ιερουργώ
ιερουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερουργία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιερουργώ, η τέλεση θρησκευτικής ή παρόμοιας τελετής
ιερουργίας	noun	γενική ενικού του ιερουργία
ιερουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερουργία
ιερουργεί	=	ιερουργώ
ιερουργείς	=	ιερουργώ
ιερουργείτε	=	ιερουργώ
ιερουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερουργικό
ιερουργικέ	adj	κλητική ενικού του ιερουργικός
ιερουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερουργική
ιερουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερουργικός
ιερουργικής	adj	γενική ενικού του ιερουργική
ιερουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερουργικός
ιερουργικού	adj	γενική ενικού του ιερουργικός
ιερουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιερουργικός
ιερουργικό	adj	αιτιατική ενικού του ιερουργικός
ιερουργικός	adj	που έχει σχέση με ιερουργία ή ιερουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιερουργικών	adj	γενική πληθυντικού του ιερουργικός
ιερουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ιερουργία
ιερουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερουργός
ιερουργού	noun	γενική ενικού του ιερουργός
ιερουργούμε	=	ιερουργώ
ιερουργούν	=	ιερουργώ
ιερουργούνε	=	ιερουργώ
ιερουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιερουργός
ιερουργούσα	=	ιερουργώ
ιερουργούσαμε	=	ιερουργώ
ιερουργούσαν	=	ιερουργώ
ιερουργούσανε	=	ιερουργώ
ιερουργούσατε	=	ιερουργώ
ιερουργούσε	=	ιερουργώ
ιερουργούσες	=	ιερουργώ
ιερουργό	noun	αιτιατική ενικού του ιερουργός
ιερουργός	noun	που ιερουργεί
ιερουργώ	verb	τελώ ιερουργίες και άλλες θρησκευτικές τελετές
ιερουργών	noun	γενική πληθυντικού του ιερουργός
ιερουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιερουργώ
ιεροφάντες	=	ιεροφάντης
ιεροφάντη	=	ιεροφάντης
ιεροφάντης	noun	ανώτατος θρησκευτικός άρχοντας στην αρχαία Ελλάδα· στη λατρεία των Ελευσινίων μυστηρίων, ήταν ο ιερατικός άρχοντας που ανήκε πάντα στο γένος των Ευμολπιδών
ιεροφάντιδα	=	ιεροφάντης
ιεροφάντισσα	=	ιεροφάντης
ιεροφάντισσας	noun	γενική ενικού του ιεροφάντισσα
ιεροφάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροφάντισσα
ιεροφαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του ιεροφάντισσα
ιεροφαντών	=	ιεροφάντης
ιεροφυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεροφυλάκιο
ιεροφυλάκιο	noun	το σκευοφυλάκιο
ιεροφυλάκιου	=	ιεροφυλάκιο
ιεροφυλακίου	noun	γενική ενικού του ιεροφυλάκιο
ιεροφυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του ιεροφυλάκιο
ιεροχλοών	=	ιεροχλόη
ιεροχλόες	=	ιεροχλόη
ιεροχλόη	noun	γένος ποώδους φυτού της οικογένειας των αγρωστωδών που απαντάται κυρίως στις εύκρατες τις υποαρκτικές περιοχές της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής, αν και ορισμένα είδη έχουν επεκταθεί προς νότο στην Αυστραλία και τη Λατινική Αμερική
ιεροχλόης	=	ιεροχλόη
ιεροψάλτες	=	ιεροψάλτης
ιεροψάλτη	=	ιεροψάλτης
ιεροψάλτης	noun|formal	ο ψάλτης
ιεροψαλτών	=	ιεροψάλτης
ιερού	adj	γενική ενικού του ιερός
ιερούργει	=	ιερουργώ
ιερούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιερουργώ
ιερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιερός
ιερωμένε	noun	κλητική ενικού του ιερωμένος
ιερωμένο	noun	αιτιατική ενικού του ιερωμένος
ιερωμένοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερωμένος
ιερωμένος	noun	που έχει κάποιον βαθμό ιεροσύνης
ιερωμένου	noun	γενική ενικού του ιερωμένος
ιερωμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιερωμένος
ιερωμένων	noun	γενική πληθυντικού του ιερωμένος
ιερό	noun	τμήμα κάθε χριστιανικού ναού μέσα στο οποίο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα	adj	αιτιατική ενικού του ιερός
ιερόγραπτα	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτε	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτες	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτη	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτης	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτο	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτοι	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτος	adj	γραμμένος σε ιερό τόπο ή μέρος
ιερόγραπτου	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτους	=	ιερόγραπτος
ιερόγραπτων	=	ιερόγραπτος
ιερόγραφα	=	ιερόγραφο
ιερόγραφο	noun	άλλη μορφή του ιερογραφία
ιερόγραφου	=	ιερόγραφο
ιερόγραφων	=	ιερόγραφο
ιερόδουλε	=	ιερόδουλος
ιερόδουλες	=	ιερόδουλη
ιερόδουλη	noun	γυναίκα που αφιερώνεται σε ένα ιερό και προσφέρει τον εαυτό της έναντι αμοιβής
ιερόδουλης	=	ιερόδουλη
ιερόδουλο	=	ιερόδουλος
ιερόδουλοι	=	ιερόδουλος
ιερόδουλος	noun|formal	άλλη μορφή του ιερόδουλη
ιερόδουλων	=	ιερόδουλη
ιερός	adj	που έχει μεγάλη θρησκευτική αξία και αντιμετωπίζεται με σεβασμό και δέος
ιερόσυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερόσυλο
ιερόσυλε	adj	κλητική ενικού του ιερόσυλος
ιερόσυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερόσυλη
ιερόσυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιερόσυλος
ιερόσυλης	adj	γενική ενικού του ιερόσυλη
ιερόσυλο	adj	αιτιατική ενικού του ιερόσυλος
ιερόσυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιερόσυλος
ιερόσυλος	noun	ο βέβηλος	adj	που προσβάλλει με τις ενέργειές του την ιερότητα ενός χώρου
ιερόσυλου	adj	γενική ενικού του ιερόσυλος
ιερόσυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιερόσυλος
ιερόσυλων	adj	γενική πληθυντικού του ιερόσυλος
ιερότατα	=	ιερός
ιερότατε	=	ιερός
ιερότατες	=	ιερός
ιερότατη	=	ιερός
ιερότατης	=	ιερός
ιερότατο	=	ιερός
ιερότατοι	=	ιερός
ιερότατος	=	ιερός
ιερότατου	=	ιερός
ιερότατους	=	ιερός
ιερότατων	=	ιερός
ιερότερα	=	ιερός
ιερότερε	=	ιερός
ιερότερες	=	ιερός
ιερότερη	=	ιερός
ιερότερης	=	ιερός
ιερότερο	=	ιερός
ιερότεροι	=	ιερός
ιερότερος	=	ιερός
ιερότερου	=	ιερός
ιερότερους	=	ιερός
ιερότερων	=	ιερός
ιερότητα	noun	η ιδιότητα του ιερού, του αγίου και του αγιασμένου
ιερότητας	noun	γενική ενικού του ιερότητα
ιερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιερότητα
ιερών	adj	γενική πληθυντικού του ιερός
ιευπ	abbrev	δημόσιο ινστιτούτο στην Ελλάδα το οποίο ασχολείται με θέματα εδαφολογίας και υδατολογίας
ιεχοβά	=	ιεχοβάς
ιεχοβάδες	=	ιεχοβάς
ιεχοβάδων	=	ιεχοβάς
ιεχοβάς	noun	άλλη μορφή του ιεχωβάς
ιεχοβού	noun	άλλη μορφή του ιεχωβού
ιεχοβούδες	=	ιεχοβού
ιεχοβούδων	=	ιεχοβού
ιεχοβούς	=	ιεχοβού
ιεχωβά	=	ιεχωβάς
ιεχωβάδες	noun	πιστοί της θρησκείας των μαρτύρων του Ιεχωβά
ιεχωβάδων	=	ιεχωβάς
ιεχωβάς	noun	μέλος της θρησκευτικής κοινότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά
ιεχωβίτες	=	ιεχωβίτης
ιεχωβίτη	=	ιεχωβίτης
ιεχωβίτης	noun	άλλη μορφή του ιεχωβάς
ιεχωβίτισσα	noun	άλλη μορφή του ιεχωβού
ιεχωβίτισσας	=	ιεχωβίτισσα
ιεχωβίτισσες	=	ιεχωβίτισσα
ιεχωβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεχωβικό
ιεχωβικέ	adj	κλητική ενικού του ιεχωβικός
ιεχωβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεχωβική
ιεχωβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεχωβικός
ιεχωβικής	adj	γενική ενικού του ιεχωβική
ιεχωβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεχωβικός
ιεχωβικού	adj	γενική ενικού του ιεχωβικός
ιεχωβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεχωβικός
ιεχωβικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεχωβικός
ιεχωβικός	adj	ο σχετιζόμενος ή αναφερόμενος στον Ιεχωβά Θεό
ιεχωβικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεχωβικός
ιεχωβισμέ	=	ιεχωβισμός
ιεχωβισμοί	=	ιεχωβισμός
ιεχωβισμού	=	ιεχωβισμός
ιεχωβισμούς	=	ιεχωβισμός
ιεχωβισμό	=	ιεχωβισμός
ιεχωβισμός	noun	άλλη μορφή του Γιαχβισμός
ιεχωβισμών	=	ιεχωβισμός
ιεχωβιστής	noun	άλλη μορφή του Γιαχβιστής
ιεχωβιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεχωβιτικό
ιεχωβιτικέ	adj	κλητική ενικού του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιεχωβιτική
ιεχωβιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτικής	adj	γενική ενικού του ιεχωβιτική
ιεχωβιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτικού	adj	γενική ενικού του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτικός	adj	σχετιζόμενος με τον Ιεχωβά ή τον Ιεχωβιστή
ιεχωβιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιεχωβιτικός
ιεχωβιτισσών	=	ιεχωβίτισσα
ιεχωβιτών	=	ιεχωβίτης
ιεχωβού	noun	θηλυκό του ιεχωβάς
ιεχωβούδες	=	ιεχωβού
ιεχωβούδων	=	ιεχωβού
ιεχωβούς	=	ιεχωβού
ιζάνι	noun	προσευχή από τον μιναρέ
ιζάνια	=	ιζάνι
ιζάνω	verb	άλλη μορφή του καθιζάνω: κατακάθομαι, κατασταλάζω
ιζήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίζημα
ιζήματος	noun	γενική ενικού του ίζημα
ιζίνι	noun	άδεια σε κάποιον να κάνει κάτι
ιζίνια	=	ιζίνι
ιζανιού	=	ιζάνι
ιζανιών	=	ιζάνι
ιζαφέτ	noun	γραμματικό μόριο (-e / -ye, -i / -yi, -ı) που βρίσκεται σε ορισμένες ιρανικές γλώσσες, καθώς και σε γλώσσες με επιρροή από τα περσικά, όπως η τουρκική, που συνδέει δύο λέξεις μεταξύ τους (ουσιαστικό και επίθετο, ουσιαστικό και επίρρημα ή ουσιαστικό και άλλο ουσιαστικό) και δηλώνει κατοχή, προσδιορισμό κ.λπ.
ιζαφετικά	=	ιζαφετικός
ιζαφετικέ	=	ιζαφετικός
ιζαφετικές	=	ιζαφετικός
ιζαφετική	=	ιζαφετικός
ιζαφετικής	=	ιζαφετικός
ιζαφετικοί	=	ιζαφετικός
ιζαφετικού	=	ιζαφετικός
ιζαφετικούς	=	ιζαφετικός
ιζαφετικό	=	ιζαφετικός
ιζαφετικός	adj	που έχει σχέση με ιζαφέτ ή αναφέρεται σ’ αυτό
ιζαφετικών	=	ιζαφετικός
ιζημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίζημα
ιζηματαποθέσεις	=	ιζηματαπόθεση
ιζηματαποθέσεων	=	ιζηματαπόθεση
ιζηματαπόθεση	noun	η απόθεση ιζημάτων
ιζηματαπόθεσης	=	ιζηματαπόθεση
ιζηματογένεση	noun	η δημιουργία ιζηματογενών πετρωμάτων
ιζηματογένεσης	=	ιζηματογένεση
ιζηματογενές	=	ιζηματογενής
ιζηματογενέσεις	=	ιζηματογένεση
ιζηματογενέσεων	=	ιζηματογένεση
ιζηματογενή	=	ιζηματογενής
ιζηματογενής	adj	που σχηματίζεται από ιζήματα
ιζηματογενείς	=	ιζηματογενής
ιζηματογενούς	=	ιζηματογενής
ιζηματογενών	adj	γενική πληθυντικού του ιζηματογενής
ιζηματογόνα	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνας	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνε	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνες	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνο	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνοι	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνος	adj	που προκαλεί δημιουργία ιζήματος
ιζηματογόνου	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνους	=	ιζηματογόνος
ιζηματογόνων	=	ιζηματογόνος
ιζηματολογία	noun	η μελέτη των ιζημάτων
ιζηματολογίας	noun	γενική ενικού του ιζηματολογία
ιζηματολογίες	=	ιζηματολογία
ιζηματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιζηματολογία
ιζηματολόγε	=	ιζηματολόγος
ιζηματολόγο	=	ιζηματολόγος
ιζηματολόγοι	=	ιζηματολόγος
ιζηματολόγος	noun	επιστήμονας ειδικός στην ιζηματολογία
ιζηματολόγου	=	ιζηματολόγος
ιζηματολόγους	=	ιζηματολόγος
ιζηματολόγων	=	ιζηματολόγος
ιζηματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιζηματοποιώ
ιζηματοποίησης	=	ιζηματοποίηση
ιζηματοποιήσεις	=	ιζηματοποίηση
ιζηματοποιήσεων	=	ιζηματοποίηση
ιζηματωδών	=	ιζηματώδης
ιζηματώδεις	=	ιζηματώδης
ιζηματώδες	=	ιζηματώδης
ιζηματώδη	=	ιζηματώδης
ιζηματώδης	adj	που είναι γεμάτος ιζήματα, που περιέχει ιζήματα
ιζηματώδους	=	ιζηματώδης
ιζινιού	=	ιζίνι
ιζινιών	=	ιζίνι
ιησουίτες	=	ιησουίτης
ιησουίτη	=	ιησουίτης
ιησουίτης	noun	μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1534 και ήταν γνωστό για την αυστηρή πειθαρχία των μελών του, την ακραία υπεράσπιση της πίστης τους και την εκπαιδευτική και ιεραποστολική τους δράση
ιησουίτικα	=	ιησουίτικος
ιησουίτικε	=	ιησουίτικος
ιησουίτικες	=	ιησουίτικος
ιησουίτικη	=	ιησουίτικος
ιησουίτικης	=	ιησουίτικος
ιησουίτικο	=	ιησουίτικος
ιησουίτικοι	=	ιησουίτικος
ιησουίτικος	adj|figurative	άλλη μορφή του ιησουιτικός
ιησουίτικου	=	ιησουίτικος
ιησουίτικους	=	ιησουίτικος
ιησουίτικων	=	ιησουίτικος
ιησουίτισσα	=	ιησουίτης
ιησουίτισσας	noun	γενική ενικού του ιησουίτισσα
ιησουίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιησουίτισσα
ιησουιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιησουιτικό
ιησουιτικέ	adj	κλητική ενικού του ιησουιτικός
ιησουιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιησουιτική
ιησουιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιησουιτικός
ιησουιτικής	adj	γενική ενικού του ιησουιτική
ιησουιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιησουιτικός
ιησουιτικού	adj	γενική ενικού του ιησουιτικός
ιησουιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιησουιτικός
ιησουιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιησουιτικός
ιησουιτικός	adj	που αφορά το Τάγμα των Ιησουιτών ή τα χαρακτηριστικά της οργάνωσης, της διδασκαλίας και της πρακτικής του.
ιησουιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιησουιτικός
ιησουιτισμέ	noun	κλητική ενικού του ιησουιτισμός
ιησουιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιησουιτισμός
ιησουιτισμού	noun	γενική ενικού του ιησουιτισμός
ιησουιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιησουιτισμός
ιησουιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιησουιτισμός
ιησουιτισμός	noun	η διδασκαλία και οι αρχές των ιησουιτών
ιησουιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιησουιτισμός
ιησουιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ιησουίτισσα
ιησουιτών	=	ιησουίτης
ιθαγένεια	noun	συνώνυμο του υπηκοότητα
ιθαγένειας	noun	γενική ενικού του ιθαγένεια
ιθαγένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιθαγένεια
ιθαγενές	=	ιθαγενής
ιθαγενή	=	ιθαγενής
ιθαγενής	adj	που ανήκει στον λαό που υπήρχε σε μια χώρα πριν την αποικιοκράτησή της	noun	που γεννήθηκε σε μια χώρα, σε αντίθεση με τους αποίκους της
ιθαγενείς	=	ιθαγενής
ιθαγενειών	noun	γενική πληθυντικού του ιθαγένεια
ιθαγενούς	=	ιθαγενής
ιθαγενών	=	ιθαγενής
ιθυνουσών	=	ιθύνων
ιθυνούσης	=	ιθύνων
ιθυνόντων	=	ιθύνων
ιθυφαλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιθυφαλλικό
ιθυφαλλικέ	adj	κλητική ενικού του ιθυφαλλικός
ιθυφαλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιθυφαλλική
ιθυφαλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιθυφαλλικός
ιθυφαλλικής	adj	γενική ενικού του ιθυφαλλική
ιθυφαλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιθυφαλλικός
ιθυφαλλικού	adj	γενική ενικού του ιθυφαλλικός
ιθυφαλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιθυφαλλικός
ιθυφαλλικό	adj	αιτιατική ενικού του ιθυφαλλικός
ιθυφαλλικός	adj	που παρουσιάζεται με ορθωμένο φαλλό
ιθυφαλλικών	adj	γενική πληθυντικού του ιθυφαλλικός
ιθύνον	=	ιθύνων
ιθύνοντα	=	ιθύνων
ιθύνοντας	=	ιθύνων
ιθύνοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιθύνων	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιθύνων
ιθύνοντος	=	ιθύνων
ιθύνουσα	=	ιθύνων
ιθύνουσας	=	ιθύνων
ιθύνουσες	=	ιθύνων
ιθύνω	verb	κατευθύνω
ιθύνων	verb|archaic	που κατευθύνει, που καθοδηγεί, που είναι αρχηγός ή επικεφαλής σε παγιωμένες εκφράσεις
ιθύφαλλος	noun	χορός
ιικά	=	ιικός
ιικέ	=	ιικός
ιικές	=	ιικός
ιική	=	ιικός
ιικής	=	ιικός
ιικοί	=	ιικός
ιικού	=	ιικός
ιικούς	=	ιικός
ιικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιικός
ιικός	adj	που έχει σχέση με ιό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ιικών	=	ιικός
ικάριε	=	ικάριος
ικάριο	=	ικάριος
ικάριοι	=	ικάριος
ικάριος	adj	ο σχετικός με τον Ίκαρο
ικάρου	=	ίκαρος
ικάρους	=	ίκαρος
ικάρων	=	ίκαρος
ικέτες	=	ικέτης
ικέτευα	=	ικετεύω
ικέτευαν	=	ικετεύω
ικέτευε	=	ικετεύω
ικέτευες	=	ικετεύω
ικέτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικέτη	=	ικέτης
ικέτης	noun	αυτός που κατέφευγε σε έναν ιερό χώρο ζητώντας άσυλο
ικέτιδα	=	ικέτης
ικέτισσα	noun	ικέτης
ικέτισσας	noun	γενική ενικού του ικέτισσα
ικέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικέτισσα
ικα	abbrev	το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το κύριο ασφαλιστικό ταμείο της Ελλάδας από το 1934 έως το 2017, όταν αντικαταστάθηκε από τον ΕΦΚΑ
ικαβικά	=	ικαβικός
ικαβικέ	=	ικαβικός
ικαβικές	=	ικαβικός
ικαβική	=	ικαβικός
ικαβικής	=	ικαβικός
ικαβικοί	=	ικαβικός
ικαβικού	=	ικαβικός
ικαβικούς	=	ικαβικός
ικαβικό	=	ικαβικός
ικαβικός	adj	που έχει σχέση με την διάλεκτο ή ομάδα διαλέκτων της σερβο-κροατικής που ομιλείται κυρίως στη Σερβία και χαρακτηρίζεται από την εξέλιξη τού γιατ (παλαιά κυριλλική: ѣ, γλαγολιτική: ⱑ, λατινική μεταγραφή: /ě/) ως /i/
ικαβικών	=	ικαβικός
ικανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανό	adv	με ικανότητα
ικανέ	adj	κλητική ενικού του ικανός
ικανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανή
ικανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικανός
ικανής	adj	γενική ενικού του ικανή
ικανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικανός
ικανοποίει	=	ικανοποιώ
ικανοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ικανοποιώ
ικανοποίησης	noun	γενική ενικού του ικανοποίηση
ικανοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσαν	=	ικανοποιώ
ικανοποιήσανε	=	ικανοποιώ
ικανοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ικανοποίηση
ικανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ικανοποίηση
ικανοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσουνε	=	ικανοποιώ
ικανοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιώ
ικανοποιεί	=	ικανοποιώ
ικανοποιείς	=	ικανοποιώ
ικανοποιείσαι	=	ικανοποιώ
ικανοποιείστε	=	ικανοποιώ
ικανοποιείται	=	ικανοποιώ
ικανοποιείτε	=	ικανοποιώ
ικανοποιείτο	=	ικανοποιώ
ικανοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθήκαν	=	ικανοποιώ
ικανοποιηθήκανε	=	ικανοποιώ
ικανοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιηθούνε	=	ικανοποιώ
ικανοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικανοποιούμαι
ικανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανοποιημένο
ικανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ικανοποιημένος
ικανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανοποιημένη
ικανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικανοποιημένος
ικανοποιημένης	verb	γενική ενικού του ικανοποιημένη
ικανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ικανοποιημένος
ικανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικανοποιημένος
ικανοποιημένος	verb	που αισθάνεται καλά, επειδή πραγματοποιήθηκε μια επιθυμία του
ικανοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ικανοποιημένος
ικανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ικανοποιημένος
ικανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ικανοποιημένος
ικανοποιητικά	adv	με ικανοποιητικό / ευχάριστο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανοποιητικό
ικανοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ικανοποιητικός
ικανοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανοποιητική
ικανοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικανοποιητικός
ικανοποιητικής	adj	γενική ενικού του ικανοποιητική
ικανοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικανοποιητικός
ικανοποιητικού	adj	γενική ενικού του ικανοποιητικός
ικανοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικανοποιητικός
ικανοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ικανοποιητικός
ικανοποιητικός	adj	που ικανοποιεί ή είναι δυνατόν να ικανοποιεί
ικανοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ικανοποιητικός
ικανοποιητικώς	adv	άλλη μορφή του ικανοποιητικά
ικανοποιούμαι	verb	ορισμός
ικανοποιούμασταν	=	ικανοποιώ
ικανοποιούμαστε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούμε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούμενος	=	ικανοποιώ
ικανοποιούμουν	=	ικανοποιώ
ικανοποιούμουνα	=	ικανοποιώ
ικανοποιούν	=	ικανοποιώ
ικανοποιούνε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούνται	=	ικανοποιώ
ικανοποιούνταν	=	ικανοποιώ
ικανοποιούντο	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσα	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσαμε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσαν	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσανε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσατε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσε	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσες	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσουν	=	ικανοποιώ
ικανοποιούσουνα	=	ικανοποιώ
ικανοποιόμασταν	=	ικανοποιώ
ικανοποιόμαστε	=	ικανοποιώ
ικανοποιόμουν	=	ικανοποιώ
ικανοποιόμουνα	=	ικανοποιώ
ικανοποιόνταν	=	ικανοποιώ
ικανοποιόντανε	=	ικανοποιώ
ικανοποιόντουσαν	=	ικανοποιώ
ικανοποιόσασταν	=	ικανοποιώ
ικανοποιόσαστε	=	ικανοποιώ
ικανοποιόσουν	=	ικανοποιώ
ικανοποιόσουνα	=	ικανοποιώ
ικανοποιόταν	=	ικανοποιώ
ικανοποιότανε	=	ικανοποιώ
ικανοποιώ	verb	δίνω σε κάποιον ικανοποίηση, κάνοντας κάτι που επιθυμεί ή προσδοκά
ικανοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ικανοποιώ
ικανοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ικανότητα
ικανού	adj	γενική ενικού του ικανός
ικανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικανός
ικανό	adj	αιτιατική ενικού του ικανός
ικανός	adj	που έχει ικανότητες
ικανότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανότατο
ικανότατε	adj	κλητική ενικού του ικανότατος
ικανότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανότατη
ικανότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικανότατος
ικανότατης	adj	γενική ενικού του ικανότατη
ικανότατο	adj	αιτιατική ενικού του ικανότατος
ικανότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικανότατος
ικανότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ικανός
ικανότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ικανότατος
ικανότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικανότατος
ικανότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ικανότατος
ικανότερα	=	ικανός
ικανότερε	=	ικανός
ικανότερες	=	ικανός
ικανότερη	=	ικανός
ικανότερης	=	ικανός
ικανότερο	=	ικανός
ικανότεροι	=	ικανός
ικανότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του ικανός
ικανότερου	=	ικανός
ικανότερους	=	ικανός
ικανότερων	=	ικανός
ικανότητα	noun	δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι
ικανότητας	noun	γενική ενικού του ικανότητα
ικανότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικανότητα
ικανών	adj	γενική πληθυντικού του ικανός
ικανώς	adv	με ικανότητα
ικαρίου	=	ικάριος
ικαρίους	=	ικάριος
ικαρίων	=	ικάριος
ικαριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικαριώτικο
ικαριώτικε	adj	κλητική ενικού του ικαριώτικος
ικαριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικαριώτικη
ικαριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικαριώτικος
ικαριώτικης	adj	γενική ενικού του ικαριώτικη
ικαριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ικαριώτικος
ικαριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικαριώτικος
ικαριώτικος	adj	ο σχετικός με την Ικαρία και τους κατοίκους της
ικαριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ικαριώτικος
ικαριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικαριώτικος
ικαριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ικαριώτικος
ικε	abbrev	εταιρική μορφή στην οποία δεν απαιτείται αρχικό κεφάλαιο και η σύσταση της μπορεί να γίνει με ιδιωτικό συμφωνητικό
ικεμπάνα	noun	η ιαπωνική τέχνη της ανθοδετικής, της δημιουργίας συνθέσεων με λουλούδια
ικεμπάνας	=	ικεμπάνα
ικεσία	noun	η πράξη του ικετεύω, θερμή παράκληση
ικεσίας	noun	γενική ενικού του ικεσία
ικεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικεσία
ικεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ικεσία
ικετέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψαν	=	ικετεύω
ικετέψανε	=	ικετεύω
ικετέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψομε	=	ικετεύω
ικετέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψουνε	=	ικετεύω
ικετέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετήρια	=	ικετήριος
ικετήριας	=	ικετήριος
ικετήριε	=	ικετήριος
ικετήριες	=	ικετήριος
ικετήριο	=	ικετήριος
ικετήριοι	=	ικετήριος
ικετήριος	adj|formal	άλλη μορφή του ικετευτικός
ικετήριου	=	ικετήριος
ικετήριους	=	ικετήριος
ικετήριων	=	ικετήριος
ικετευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικετευτικό	adv	με ικετευτικό τρόπο, ικετεύοντας
ικετευτικέ	adj	κλητική ενικού του ικετευτικός
ικετευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικετευτική
ικετευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικετευτικός
ικετευτικής	adj	γενική ενικού του ικετευτική
ικετευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικετευτικός
ικετευτικού	adj	γενική ενικού του ικετευτικός
ικετευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικετευτικός
ικετευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ικετευτικός
ικετευτικός	adj	που ικετεύει, που έχει τον χαρακτήρα της ικεσίας
ικετευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ικετευτικός
ικετεύαμε	=	ικετεύω
ικετεύαν	=	ικετεύω
ικετεύανε	=	ικετεύω
ικετεύατε	=	ικετεύω
ικετεύει	=	ικετεύω
ικετεύεις	=	ικετεύω
ικετεύετε	=	ικετεύω
ικετεύομε	=	ικετεύω
ικετεύοντας	=	ικετεύω
ικετεύουμε	=	ικετεύω
ικετεύουν	=	ικετεύω
ικετεύουνε	=	ικετεύω
ικετεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσομε	=	ικετεύω
ικετεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσουνε	=	ικετεύω
ικετεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ικετεύω
ικετεύτε	=	ικετεύω
ικετεύω	verb	παρακαλώ με μεγάλη ένταση και ταπείνωση κάποιον να με λυπηθεί
ικετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικετικό	adv	με ικετικό τρόπο, ως ικέτης
ικετικέ	adj	κλητική ενικού του ικετικός
ικετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικετική
ικετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικετικός
ικετικής	adj	γενική ενικού του ικετική
ικετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικετικός
ικετικού	adj	γενική ενικού του ικετικός
ικετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικετικός
ικετικό	adj	αιτιατική ενικού του ικετικός
ικετικός	adj|formal	άλλη μορφή του ικετευτικός
ικετικών	adj	γενική πληθυντικού του ικετικός
ικετικώς	adv|formal	με ικετικό τρόπο
ικετισσών	noun	γενική πληθυντικού του ικέτισσα
ικετών	=	ικέτης
ικιράμι	noun	περιποίηση
ικιράμια	=	ικιράμι
ικιραμιού	=	ικιράμι
ικιραμιών	=	ικιράμι
ικμάδα	noun	η δροσιά, η γήινη υγρασία
ικμάδας	=	ικμάδα
ικμάδες	=	ικμάδα
ικμάδων	=	ικμάδα
ικο	=	διαβατάρης
ικρίωμα	noun	πρόχειρο ξύλινο βάθρο για την εκτέλεση θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό ή αποκεφαλισμό
ικριωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ικρίωμα
ικριώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικρίωμα
ικριώματος	noun	γενική ενικού του ικρίωμα
ικτέρου	noun	γενική ενικού του ίκτερος
ικτέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίκτερος
ικτέρων	noun	γενική πληθυντικού του ίκτερος
ικτερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικτερικό
ικτερικέ	adj	κλητική ενικού του ικτερικός
ικτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ικτερική
ικτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ικτερικός
ικτερικής	adj	γενική ενικού του ικτερική
ικτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ικτερικός
ικτερικού	adj	γενική ενικού του ικτερικός
ικτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ικτερικός
ικτερικό	adj	αιτιατική ενικού του ικτερικός
ικτερικός	noun	ο ασθενής που πάσχει από ίκτερο	adj	σχετικός με τον ίκτερο
ικτερικών	adj	γενική πληθυντικού του ικτερικός
ικυ	abbrev	κρατικός φορέας χορήγησης υποτροφιών στην Ελλάδα
ιλάμι	noun|dated	έγγραφη απόφαση ή αναφορά
ιλάμια	=	ιλάμι
ιλάρχου	noun	γενική ενικού του ίλαρχος
ιλάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίλαρχος
ιλάρχων	noun	γενική πληθυντικού του ίλαρχος
ιλάτζι	noun	φάρμακο, γιατρειά, λύση
ιλάτζια	=	ιλάτζι
ιλίγγου	noun	γενική ενικού του ίλιγγος
ιλίγγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίλιγγος
ιλίγγων	noun	γενική πληθυντικού του ίλιγγος
ιλαμιού	=	ιλάμι
ιλαμιών	=	ιλάμι
ιλαρά	noun	παιδική λοιμώδης μεταδοτική νόσος η οποία προκαλείται από τον ιό Morbillivirus hominis και παρουσιάζεται με εξανθήματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ιλαρό) του ιλαρός
ιλαράς	noun	γενική ενικού του ιλαρά
ιλαρέ	adj	κλητική ενικού του ιλαρός
ιλαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαρή
ιλαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλαρός
ιλαρής	adj	γενική ενικού του ιλαρή
ιλαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιλαρός
ιλαροτήτων	=	ιλαρότητα
ιλαροτραγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαροτραγικό
ιλαροτραγικέ	adj	κλητική ενικού του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαροτραγική
ιλαροτραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγικής	adj	γενική ενικού του ιλαροτραγική
ιλαροτραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγικού	adj	γενική ενικού του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγικό	adj	αιτιατική ενικού του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγικός	adj	που, ενώ δημιουργείται από θλιβερό γεγονός, παρουσιάζεται με τρόπο που να προκαλεί γέλιο
ιλαροτραγικών	adj	γενική πληθυντικού του ιλαροτραγικός
ιλαροτραγωδία	noun	θεατρικό είδος δράματος
ιλαροτραγωδίας	noun	γενική ενικού του ιλαροτραγωδία
ιλαροτραγωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαροτραγωδία
ιλαροτραγωδιών	noun	γενική πληθυντικού του ιλαροτραγωδία
ιλαρού	adj	γενική ενικού του ιλαρός
ιλαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιλαρός
ιλαρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαρυντικό
ιλαρυντικέ	adj	κλητική ενικού του ιλαρυντικός
ιλαρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαρυντική
ιλαρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλαρυντικός
ιλαρυντικής	adj	γενική ενικού του ιλαρυντική
ιλαρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιλαρυντικός
ιλαρυντικού	adj	γενική ενικού του ιλαρυντικός
ιλαρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιλαρυντικός
ιλαρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του ιλαρυντικός
ιλαρυντικός	adj	που έχει σχέση με την ιλαρότητα αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
ιλαρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του ιλαρυντικός
ιλαρό	adj	αιτιατική ενικού του ιλαρός
ιλαρός	adj	ο χαρούμενος, ο φαιδρός, ο χαρωπός, ο γελαστός
ιλαρότητα	noun	η ιδιότητα του ιλαρού, ευθυμία, χαρά, αγαλλίαση
ιλαρότητας	noun	γενική ενικού του ιλαρότητα
ιλαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλαρότητα
ιλαρύνω	verb|formal	προκαλώ ιλαρή διάθεση, ιλαρότητα
ιλαρών	adj	γενική πληθυντικού του ιλαρός
ιλασμέ	noun	κλητική ενικού του ιλασμός
ιλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιλασμός
ιλασμού	noun	γενική ενικού του ιλασμός
ιλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιλασμός
ιλασμό	noun	αιτιατική ενικού του ιλασμός
ιλασμός	noun	συγχώρεση
ιλασμών	noun	γενική πληθυντικού του ιλασμός
ιλατζιού	=	ιλάτζι
ιλατζιών	=	ιλάτζι
ιλιάτσι	noun|dated	αυτοσχέδιο πρακτικό φάρμακο ή γιατρικό
ιλιάτσια	=	ιλιάτσι
ιλιαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλιαδικό
ιλιαδικέ	adj	κλητική ενικού του ιλιαδικός
ιλιαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλιαδική
ιλιαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλιαδικός
ιλιαδικής	adj	γενική ενικού του ιλιαδική
ιλιαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιλιαδικός
ιλιαδικού	adj	γενική ενικού του ιλιαδικός
ιλιαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιλιαδικός
ιλιαδικό	adj	αιτιατική ενικού του ιλιαδικός
ιλιαδικός	adj	που έχει σχέση με την Ιλιάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιλιαδικών	adj	γενική πληθυντικού του ιλιαδικός
ιλιγγιωδών	=	ιλιγγιώδης
ιλιγγιωδώς	adv	κατά τον ιλιγγιώδη τρόπο
ιλιγγιώδεις	=	ιλιγγιώδης
ιλιγγιώδες	=	ιλιγγιώδης
ιλιγγιώδη	=	ιλιγγιώδης
ιλιγγιώδης	adj	που προκαλεί ίλιγγο ή κατάπληξη (λόγω του μεγέθους του)
ιλιγγιώδους	=	ιλιγγιώδης
ιλισσέ	=	ιλισσός
ιλισσού	=	ιλισσός
ιλισσό	=	ιλισσός
ιλισσός	noun	άλλη γραφή του Ιλισός
ιλλίτης	noun	ομάδα αργιλικών, φυλλοπυριτικών ορυκτών που κρυσταλλώνονται στο μονοκλινές σύστημα με χημικό τύπο (K,H₃O)(Al,Mg,Fe)₂(Si,Al)₄O₁₀[(OH)₂,H₂O] με συχνές ιοντικές αντικαταστάσεις
ιλλυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλλυρικό
ιλλυρικέ	adj	κλητική ενικού του ιλλυρικός
ιλλυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιλλυρική
ιλλυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλλυρικός
ιλλυρικής	adj	γενική ενικού του ιλλυρική
ιλλυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιλλυρικός
ιλλυρικού	adj	γενική ενικού του ιλλυρικός
ιλλυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιλλυρικός
ιλλυρικό	adj	αιτιατική ενικού του ιλλυρικός
ιλλυρικός	adj	που έχει σχέση με τους Ιλλυριούς και την Ιλλυρία, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιλλυρικών	adj	γενική πληθυντικού του ιλλυρικός
ιλμενίτες	=	ιλμενίτης
ιλμενίτη	=	ιλμενίτης
ιλμενίτης	noun	σκούρο γκρι ορυκτό (οξείδιο σιδήρου και τιτανίου: FeTiO₃), με ασθενείς μαγνητικές ιδιότητες, που βρίσκεται σε μεταμορφικά και πυριγενή πετρώματα
ιλμενιτών	=	ιλμενίτης
ιλοκάνο	noun	ή ομάδα αυστρονησιακών γλωσσών που μιλιέται στις Φιλιππίνες
ιλουστρασιόν	adj	γυαλιστερό και κατάλληλο για εκτυπώσεις (φωτογραφίες, περιοδικά κ.λπ.)
ιλυωδών	=	ιλυώδης
ιλυόλιθε	=	ιλυόλιθος
ιλυόλιθο	=	ιλυόλιθος
ιλυόλιθοι	=	ιλυόλιθος
ιλυόλιθος	noun	πέτρωμα από ιλύ
ιλυόλιθου	=	ιλυόλιθος
ιλυόλιθους	=	ιλυόλιθος
ιλυόλιθων	=	ιλυόλιθος
ιλυόλουτρα	=	ιλυόλουτρο
ιλυόλουτρο	noun|formal	το λασπόλουτρο
ιλυόλουτρου	=	ιλυόλουτρο
ιλυόλουτρων	=	ιλυόλουτρο
ιλυώδεις	=	ιλυώδης
ιλυώδες	=	ιλυώδης
ιλυώδη	=	ιλυώδης
ιλυώδης	adj	γεμάτος ιλύ
ιλυώδους	=	ιλυώδης
ιλχάμι	noun	έμπνευση, θεία αποκάλυψη
ιλχάμια	=	ιλχάμι
ιλχαμιού	=	ιλχάμι
ιλχαμιών	=	ιλχάμι
ιλύ	noun	αιτιατική και κλητική κλίση ενικού του ουσιαστικού ιλύς
ιλύς	noun|formal	η λάσπη
ιλών	=	ίλη
ιμάμ	=	ιμάμης
ιμάμη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιμάμης
ιμάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμάμης
ιμάμηδων	noun	γενική πληθυντικού του ιμάμης
ιμάμης	noun	μουσουλμάνος θρησκευτικός λειτουργός, δάσκαλος του ιερού νόμου, που καλεί από τον μιναρέ τους πιστούς μουσουλμάνους για προσευχή
ιμάντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιμάντας
ιμάντας	noun	το λουρί
ιμάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμάντας
ιμάντων	noun	γενική πληθυντικού του ιμάντας
ιμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμάτιο
ιμάτιο	noun	ένδυμα στην αρχαία Ελλάδα με ίδια χρήση με το σημερινό παλτό
ιμάτιου	=	ιμάτιο
ιμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμίνη
ιμίνη	noun	οποιαδήποτε αζωτούχα οργανική ένωση που φέρει στο μόριό της μία τουλάχιστον ιμινομάδα, δηλαδή =NH ή =N, ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα
ιμίνης	noun	γενική ενικού του ιμίνη
ιμαζισμέ	noun	κλητική ενικού του ιμαζισμός
ιμαζισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμαζισμός
ιμαζισμού	noun	γενική ενικού του ιμαζισμός
ιμαζισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιμαζισμός
ιμαζισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιμαζισμός
ιμαζισμός	noun	λογοτεχνικό ρεύμα ή κίνημα που χρησιμοποιεί την εικονοποιία
ιμαζισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιμαζισμός
ιμαντελιγμέ	=	ιμαντελιγμός
ιμαντελιγμοί	=	ιμαντελιγμός
ιμαντελιγμού	=	ιμαντελιγμός
ιμαντελιγμούς	=	ιμαντελιγμός
ιμαντελιγμό	=	ιμαντελιγμός
ιμαντελιγμός	noun	αρχαιοελληνικό παιδικό παιχνίδι
ιμαντελιγμών	=	ιμαντελιγμός
ιματίου	noun	γενική ενικού του ιμάτιο
ιματίων	noun	γενική πληθυντικού του ιμάτιο
ιματιοθήκες	=	ιματιοθήκη
ιματιοθήκη	noun|formal	ειδικός χώρος (έπιπλο ή δωμάτιο, συνήθως σε ξενοδοχείο, θέατρο κ.α.) όπου φυλάσσονται ρούχα κι ενδύματα
ιματιοθήκης	=	ιματιοθήκη
ιματιοθηκών	=	ιματιοθήκη
ιματιοφυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιματιοφυλάκιο
ιματιοφυλάκιο	noun	η ιματιοθήκη
ιματιοφυλάκιου	=	ιματιοφυλάκιο
ιματιοφυλακίου	noun	γενική ενικού του ιματιοφυλάκιο
ιματιοφυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του ιματιοφυλάκιο
ιματισμέ	noun	κλητική ενικού του ιματισμός
ιματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιματισμός
ιματισμού	noun	γενική ενικού του ιματισμός
ιματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιματισμός
ιματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιματισμός
ιματισμός	noun	ο ρουχισμός, το σύνολο των ρούχων, η ενδυμασία
ιματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιματισμός
ιμβερτοποίει	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποίησα	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποίησαν	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποίησε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποίησες	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποίησης	=	ιμβερτοποίηση
ιμβερτοποιήμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμβερτοποιήμενο
ιμβερτοποιήμενε	verb	κλητική ενικού του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμβερτοποιήμενη
ιμβερτοποιήμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήμενης	verb	γενική ενικού του ιμβερτοποιήμενη
ιμβερτοποιήμενο	verb	αιτιατική ενικού του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιμβερτοποιήμενος
ιμβερτοποιήσαμε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιήσαν	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιήσανε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιήσατε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιήσει	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιήσεις	=	ιμβερτοποίηση
ιμβερτοποιήσεων	=	ιμβερτοποίηση
ιμβερτοποιήστε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιεί	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιείς	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιείτε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιημένα	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένε	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένες	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένη	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένης	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένο	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένοι	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιημένου	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένους	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιημένων	=	ιμβερτοποιημένος
ιμβερτοποιούμε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούν	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούνε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσα	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσαμε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσαν	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσανε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσατε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσε	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιούσες	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοποιώ	verb	διαχωρίζω τη φρουκτόζη από τη γλυκόζη με υδρόλυση
ιμβερτοποιώντας	=	ιμβερτοποιώ
ιμβερτοσάκχαρα	=	ιμβερτοσάκχαρο
ιμβερτοσάκχαρο	noun	γλυκόζη και φρουκτόζη που προκύπτουν από τον διαχωρισμό της σακχαρόζης
ιμβερτοσάκχαρου	=	ιμβερτοσάκχαρο
ιμβερτοσάκχαρων	=	ιμβερτοσάκχαρο
ιμβερτοσακχάρου	=	ιμβερτοσάκχαρο
ιμβερτοσακχάρων	=	ιμβερτοσάκχαρο
ιμδο	abbrev	δημόσιος φορέας της Ελλάδας που έχει ως στόχο την παρακολούθηση και έρευνα σε θέματα σχετικά με τα δασικά οικοσυστήματα
ιμερτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμερτό
ιμερτέ	adj	κλητική ενικού του ιμερτός
ιμερτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμερτή
ιμερτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιμερτός
ιμερτής	adj	γενική ενικού του ιμερτή
ιμερτη	=	ιμερτός
ιμερτο	=	ιμερτός
ιμερτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμερτός
ιμερτού	adj	γενική ενικού του ιμερτός
ιμερτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιμερτός
ιμερτό	adj	αιτιατική ενικού του ιμερτός
ιμερτός	adj	αγαπητός
ιμερτών	adj	γενική πληθυντικού του ιμερτός
ιμιδαζόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμιδαζόλιο
ιμινών	=	ιμίνη
ιμιπραμίνης	noun	γενική ενικού του ιμιπραμίνη
ιμιτασιόν	adj	για προϊόν που αποτελεί απομίμηση άλλου, υψηλότερης ποιότητας και επώνυμης προέλευσης
ιμπάλα	noun	είδος αντιλόπης που ζει στη νοτιοανατολική Αφρική
ιμπεριαλίστρια	noun	ιμπεριαλιστής
ιμπεριαλίστριας	noun	γενική ενικού του ιμπεριαλίστρια
ιμπεριαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπεριαλίστρια
ιμπεριαλισμέ	noun	κλητική ενικού του ιμπεριαλισμός
ιμπεριαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμπεριαλισμός
ιμπεριαλισμού	noun	γενική ενικού του ιμπεριαλισμός
ιμπεριαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιμπεριαλισμός
ιμπεριαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιμπεριαλισμός
ιμπεριαλισμός	noun	η κατακτητική και επεκτατική πολιτική ενός κράτους είτε με στρατιωτικά μέσα, είτε με οικονομικά
ιμπεριαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιμπεριαλισμός
ιμπεριαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπεριαλιστής
ιμπεριαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιμπεριαλιστής
ιμπεριαλιστής	noun	αυτός που ασκεί ή πιστεύει στον ιμπεριαλισμό, που εφαρμόζει σχετική πολιτική
ιμπεριαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπεριαλιστικό	adv	με ιμπεριαλιστικές διαθέσεις ή τρόπο
ιμπεριαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπεριαλιστική
ιμπεριαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστικής	adj	γενική ενικού του ιμπεριαλιστική
ιμπεριαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστικού	adj	γενική ενικού του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστικός	adj	σχετικός με κατακτητική και επεκτατική πολιτική ενός κράτους
ιμπεριαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιμπεριαλιστικός
ιμπεριαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ιμπεριαλίστρια
ιμπεριαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ιμπεριαλιστής
ιμπρέτι	noun	το δείγμα
ιμπρίκκι	noun	μπρίκι
ιμπρίκκια	=	ιμπρίκκι
ιμπρεσάριε	=	ιμπρεσάριος
ιμπρεσάριο	=	ιμπρεσάριος
ιμπρεσάριοι	=	ιμπρεσάριος
ιμπρεσάριος	noun	θεατρικός ή καλλιτεχνικός επιχειρηματίας που αναλαμβάνει με δικές του δαπάνες την κάλυψη των εξόδων αναγνωρισμένης φήμης καλλιτεχνών
ιμπρεσάριου	=	ιμπρεσάριος
ιμπρεσάριους	=	ιμπρεσάριος
ιμπρεσάριων	=	ιμπρεσάριος
ιμπρεσιονίστρια	noun	θηλυκό του ιμπρεσιονιστής
ιμπρεσιονίστριας	noun	γενική ενικού του ιμπρεσιονίστρια
ιμπρεσιονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπρεσιονίστρια
ιμπρεσιονισμέ	noun	κλητική ενικού του ιμπρεσιονισμός
ιμπρεσιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμπρεσιονισμός
ιμπρεσιονισμού	noun	γενική ενικού του ιμπρεσιονισμός
ιμπρεσιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιμπρεσιονισμός
ιμπρεσιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιμπρεσιονισμός
ιμπρεσιονισμός	noun	ρεύμα της ευρωπαϊκής τέχνης του τέλους του 19ου αιώνα, κυρίως στη ζωγραφική, με χαρακτηριστικά την αποτύπωση της οπτικής ή ψυχολογικής εντύπωσης, όπως οι αντανακλάσεις του φωτός, παρά της ρεαλιστικής απεικόνισης
ιμπρεσιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιμπρεσιονισμός
ιμπρεσιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστής
ιμπρεσιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιμπρεσιονιστής
ιμπρεσιονιστής	noun	καλλιτέχνης που ακολουθεί το ρεύμα του ιμπρεσιονισμού
ιμπρεσιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστικό	adv	με ιμπρεσιονιστικό τρόπο
ιμπρεσιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστική
ιμπρεσιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστικής	adj	γενική ενικού του ιμπρεσιονιστική
ιμπρεσιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστικού	adj	γενική ενικού του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ιμπρεσιονισμό ή τον ιμπρεσιονιστή ή αναφέρεται σ' αυτούς
ιμπρεσιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστικός
ιμπρεσιονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ιμπρεσιονίστρια
ιμπρεσιονιστών	noun	γενική πληθυντικού του ιμπρεσιονιστής
ιμπρικκιού	=	ιμπρίκκι
ιμπρικκιών	=	ιμπρίκκι
ιμότζι	=	εμότζι
ιν	abbrev	ο ιερός ναός
ινάτι	noun|vulgar	πείσμα
ινάτια	=	ινάτι
ινία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινίο
ινίδια	=	ινίδιο
ινίδιο	noun	μικρή ίνα
ινίδιου	=	ινίδιο
ινίδιων	=	ινίδιο
ινίο	noun	το πίσω και κάτω μέρος του κρανίου
ινίου	noun	γενική ενικού του ινίο
ινίων	noun	γενική πληθυντικού του ινίο
ιναγροκ	abbrev	ερευνητικό ινστιτούτο το οποίο ασχολείται με οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα του αγροτικού τομέα
ιναλε	abbrev	κρατικός οργανισμός της Ελλάδας με αντικείμενο έρευνας την αλιεία και το υδάτινο περιβάλλον εν γένει
ιναντινά	adv	πεισματικά
ινατίζω	verb	πεισμώνω κάποιον
ινατζή	=	ινατζής
ινατζήδες	=	ινατζής
ινατζήδων	=	ινατζής
ινατζής	noun	πεισματάρης
ινατζού	=	ινατζής
ινατιού	=	ινάτι
ινατιών	=	ινάτι
ινατσάρα	=	ινατζής
ινατσαρέ	=	ινατζής
ινβερτοποιημένα	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένε	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένες	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένη	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένης	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένο	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένοι	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένος	verb	ανεστραμμένος - που έχει υποστεί αναστροφή
ινβερτοποιημένου	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένους	=	ινβερτοποιημένος
ινβερτοποιημένων	=	ινβερτοποιημένος
ινβι	abbrev	τα αρχικά της φράσης «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων» που σύμφωνα με ευαγγελική περικοπή είχαν αναγραφεί στην πινακίδα που είχε αναρτηθεί από τους Ρωμαίους πάνω από τον Εσταυρωμένο.
ινδάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίνδαλμα
ινδάλματος	noun	γενική ενικού του ίνδαλμα
ινδέ	=	ινδός
ινδές	=	ινδή
ινδή	noun	η Ινδή, θηλυκό του ινδός
ινδής	=	ινδή
ινδίκτου	=	ίνδικτος
ινδίκτους	=	ίνδικτος
ινδίκτων	=	ίνδικτος
ινδίου	=	ίνδιο
ινδίων	=	ίνδιο
ινδαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίνδαλμα
ινδιάνα	=	ινδιάνος
ινδιάνε	noun	κλητική ενικού του ινδιάνος
ινδιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδιάνικο
ινδιάνικε	adj	κλητική ενικού του ινδιάνικος
ινδιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδιάνικη
ινδιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινδιάνικος
ινδιάνικης	adj	γενική ενικού του ινδιάνικη
ινδιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του ινδιάνικος
ινδιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινδιάνικος
ινδιάνικος	adj	που ανήκει ή αναφέρεται ή σχετίζεται με τους Ινδιάνους
ινδιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ινδιάνικος
ινδιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινδιάνικος
ινδιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ινδιάνικος
ινδιάνο	noun	αιτιατική ενικού του ινδιάνος
ινδιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινδιάνος
ινδιάνος	noun	ο Ινδιάνος
ινδιάνου	noun	γενική ενικού του ινδιάνος
ινδιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ινδιάνος
ινδιάνων	noun	γενική πληθυντικού του ινδιάνος
ινδικά	noun	η ινδική γλώσσα, μία από τις επίσημες γλώσσες που μιλιούνται στην Ινδία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδικό
ινδικέ	adj	κλητική ενικού του ινδικός
ινδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδική
ινδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινδικός
ινδικής	adj	γενική ενικού του ινδική
ινδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινδικός
ινδικού	adj	γενική ενικού του ινδικός
ινδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινδικός
ινδικτιών	noun|formal	η ινδικτιώνα
ινδικτιώνα	noun	χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών, που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν για τη μέτρηση του χρόνου (αρχικά για φορολογικούς λόγους)
ινδικτιώνας	=	ινδικτιώνα
ινδικτιώνες	=	ινδικτιώνα
ινδικτιώνων	=	ινδικτιώνα
ινδικό	adj	αιτιατική ενικού του ινδικός
ινδικός	adj	ο σχετικός με την Ινδία ή την ομώνυμη χερσόνησο
ινδικών	adj	γενική πληθυντικού του ινδικός
ινδισμέ	=	ινδισμός
ινδισμοί	=	ινδισμός
ινδισμού	=	ινδισμός
ινδισμούς	=	ινδισμός
ινδισμό	=	ινδισμός
ινδισμός	noun	οι θρησκευτικές πρακτικές των Ινδών
ινδισμών	=	ινδισμός
ινδοί	=	ινδός
ινδογερμανικά	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικέ	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικές	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανική	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικής	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικοί	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικού	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικούς	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικό	=	ινδογερμανικός
ινδογερμανικός	adj|dated	ο ινδοευρωπαϊκός
ινδογερμανικών	=	ινδογερμανικός
ινδοευρωπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκέ	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκές	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκή	noun	υποθετική προϊστορική εθνολογική ομάδα της Ευρασίας που μιλούσε την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκής	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκοί	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκού	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκούς	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκό	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοευρωπαϊκός	adj	που έχει σχέση με την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα ή τους Ινδοευρωπαίους ή αναφέρεται σ’ αυτά
ινδοευρωπαϊκών	=	ινδοευρωπαϊκός
ινδοκάλαμε	=	ινδοκάλαμος
ινδοκάλαμο	=	ινδοκάλαμος
ινδοκάλαμοι	=	ινδοκάλαμος
ινδοκάλαμος	noun|formal	το μπαμπού
ινδοκάλαμου	=	ινδοκάλαμος
ινδοκάλαμους	=	ινδοκάλαμος
ινδοκάλαμων	=	ινδοκάλαμος
ινδοκάρυδα	=	ινδοκάρυδο
ινδοκάρυδο	noun	η ινδική καρύδα, ο καρπός του κοκοφοίνικα
ινδοκάρυδου	=	ινδοκάρυδο
ινδοκάρυδων	=	ινδοκάρυδο
ινδοκαλάμου	=	ινδοκάλαμος
ινδοκαλάμους	=	ινδοκάλαμος
ινδοκαλάμων	=	ινδοκάλαμος
ινδοκυανίνες	=	ινδοκυανίνη
ινδοκυανίνη	noun	βαφή κυανίνης που περιέχει ινδόλη (χρωστική ουσία που χρησιμοποιείται στις αγγειογραφίες)
ινδοκυανίνης	=	ινδοκυανίνη
ινδοκυανινών	=	ινδοκυανίνη
ινδολίου	=	ινδόλιο
ινδολίων	=	ινδόλιο
ινδολών	=	ινδόλη
ινδονησιακά	noun	αυστρονησιακή γλώσσα που μιλιέται στην Ινδονησία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδονησιακό
ινδονησιακέ	adj	κλητική ενικού του ινδονησιακός
ινδονησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδονησιακή
ινδονησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινδονησιακός
ινδονησιακής	adj	γενική ενικού του ινδονησιακή
ινδονησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινδονησιακός
ινδονησιακού	adj	γενική ενικού του ινδονησιακός
ινδονησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινδονησιακός
ινδονησιακό	adj	αιτιατική ενικού του ινδονησιακός
ινδονησιακός	adj	που σχετίζεται με την Ινδονησία
ινδονησιακών	adj	γενική πληθυντικού του ινδονησιακός
ινδουίστρια	noun	θηλυκό του ινδουιστής
ινδουίστριας	noun	γενική ενικού του ινδουίστρια
ινδουίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδουίστρια
ινδουισμέ	noun	κλητική ενικού του ινδουισμός
ινδουισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινδουισμός
ινδουισμού	noun	γενική ενικού του ινδουισμός
ινδουισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ινδουισμός
ινδουισμό	noun	αιτιατική ενικού του ινδουισμός
ινδουισμός	noun	οι θρησκευτικές απόψεις, αντιλήψεις και πρακτικές των περισσοτέρων κατοίκων της Ινδίας
ινδουισμών	noun	γενική πληθυντικού του ινδουισμός
ινδουιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδουιστής
ινδουιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ινδουιστής
ινδουιστής	noun	αυτός που έχει ως θρησκεία του τον ινδουισμό
ινδουιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδουιστικό
ινδουιστικέ	adj	κλητική ενικού του ινδουιστικός
ινδουιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινδουιστική
ινδουιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινδουιστικός
ινδουιστικής	adj	γενική ενικού του ινδουιστική
ινδουιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινδουιστικός
ινδουιστικού	adj	γενική ενικού του ινδουιστικός
ινδουιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινδουιστικός
ινδουιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ινδουιστικός
ινδουιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ινδουισμό ή τον ινδουιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ινδουιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ινδουιστικός
ινδουιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ινδουίστρια
ινδουιστών	noun	γενική πληθυντικού του ινδουιστής
ινδού	=	ινδός
ινδούς	=	ινδός
ινδό	=	ινδός
ινδόλες	=	ινδόλη
ινδόλη	noun	αζωτούχα, αρωματική οργανική ένωση (C₈H₇N) με χαρακτηριστική οσμή, που απαντά τόσο φυσικά σε φυτά και ζωικούς ιστούς όσο και ως παραπροϊόν απόσταξης της ανθρακόπισσας, με χρήσεις στην αρωματοποιία και τη βιοχημεία
ινδόλης	=	ινδόλη
ινδόλια	=	ινδόλιο
ινδόλιο	noun	άλλη μορφή του ινδόλη
ινδόλιου	=	ινδόλιο
ινδόλιων	=	ινδόλιο
ινδόρνις	noun|dated	η ινδική όρνιθα, συνώνυμο του γαλοπούλα
ινδός	noun	ο Ινδός
ινδόχοιρε	=	ινδόχοιρος
ινδόχοιρο	=	ινδόχοιρος
ινδόχοιροι	=	ινδόχοιρος
ινδόχοιρος	noun	το ινδικό χοιρίδιο
ινδόχοιρου	=	ινδόχοιρος
ινδόχοιρους	=	ινδόχοιρος
ινδόχοιρων	=	ινδόχοιρος
ινδών	=	ινδός
ινιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινιακό	adv	στην ινιακή περιοχή
ινιακέ	adj	κλητική ενικού του ινιακός
ινιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινιακή
ινιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινιακός
ινιακής	adj	γενική ενικού του ινιακή
ινιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινιακός
ινιακού	adj	γενική ενικού του ινιακός
ινιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινιακός
ινιακό	adj	αιτιατική ενικού του ινιακός
ινιακός	adj	σχετικός με το ινίο
ινιακών	adj	γενική πληθυντικού του ινιακός
ινιδίου	=	ινίδιο
ινιδίων	=	ινίδιο
ινκάβο	noun	κοίλωμα, εσοχή
ινκάντο	noun	δημοπρασία, πλειστηριασμός, κάτι που γίνεται στα φανερά ή δημόσια	adv	φανερά, δημόσια
ινκα	abbrev	ελληνικό θεσμικό όργανο για την προστασία του καταναλωτή
ινκόγκνιτο	noun	η μυστικότητα στη μετακίνηση ή στην παρουσία προσωπικότητας σε ένα χώρο	adv	για πρόσωπο (προσωπικότητα) το οποίο κατά τη μετακίνησή του ή την παρουσία του σε ένα χώρο, προσπαθεί να αποκρύψει την ταυτότητά του, ώστε να διατηρήσει την ανωνυμία του και να περάσει απαρατήρητος
ινκόγνιτο	adv	άλλη γραφή του ινκόγκνιτο
ινοβλάστες	=	ινοβλάστη
ινοβλάστη	noun	είδος κυττάρου του ινώδους συνδετικού ιστού)
ινοβλάστης	=	ινοβλάστη
ινοβλαστών	=	ινοβλάστη
ινολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινολυτικό
ινολυτικέ	adj	κλητική ενικού του ινολυτικός
ινολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινολυτική
ινολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινολυτικός
ινολυτικής	adj	γενική ενικού του ινολυτική
ινολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινολυτικός
ινολυτικού	adj	γενική ενικού του ινολυτικός
ινολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινολυτικός
ινολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ινολυτικός
ινολυτικός	adj	άλλη μορφή του ινωδολυτικός
ινολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ινολυτικός
ινομυωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ινομύωμα
ινομυώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινομύωμα
ινομυώματος	noun	γενική ενικού του ινομύωμα
ινομύωμα	noun	είδος καλοήθους όγκου
ινοοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινοοπτικό
ινοοπτικέ	adj	κλητική ενικού του ινοοπτικός
ινοοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινοοπτική
ινοοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινοοπτικός
ινοοπτικής	adj	γενική ενικού του ινοοπτική
ινοοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινοοπτικός
ινοοπτικού	adj	γενική ενικού του ινοοπτικός
ινοοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινοοπτικός
ινοοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ινοοπτικός
ινοοπτικός	adj	που πραγματοποιείται ή μεταδίδεται μέσω οπτικών ινών
ινοοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ινοοπτικός
ινοπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινοπυριτικό
ινοπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του ινοπυριτικός
ινοπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινοπυριτική
ινοπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ινοπυριτικός
ινοπυριτικής	adj	γενική ενικού του ινοπυριτική
ινοπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ινοπυριτικός
ινοπυριτικού	adj	γενική ενικού του ινοπυριτικός
ινοπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ινοπυριτικός
ινοπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του ινοπυριτικός
ινοπυριτικός	adj	χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 3 (για τα μονής αλυσίδας) ή 2,75 (για τα διπλής αλυσίδας)
ινοπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του ινοπυριτικός
ινοσανίδα	noun	τεχνητό προϊόν ξύλου σε μορφή πλάκας, που παράγεται από συμπιεσμένες ίνες ξύλου με συνδετικές ρητίνες και χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή επίπλων και επενδύσεων
ινοσανίδας	=	ινοσανίδα
ινοσανίδες	=	ινοσανίδα
ινοσανίδων	=	ινοσανίδα
ινοσκοπίου	=	ινοσκόπιο
ινοσκοπίων	=	ινοσκόπιο
ινοσκόπια	=	ινοσκόπιο
ινοσκόπιο	noun	γενική ονομασία ιατρικού οργάνου, ενδοσκοπίου, που φέρει οπτική ίνα
ινοσκόπιου	=	ινοσκόπιο
ινουκτιτούτ	noun	μία από τις τέσσερις μεγάλες γλώσσες των Ίνουιτ, μιλιέται στο Κεμπέκ και στο Νούβανουτ (ανατολικός καναδικός Βορράς)
ινούπιακ	noun	ομάδα διαλέκτων των γλωσσών Ινουίτ που μιλιούνται στη βόρεια και βορειοδυτική Αλάσκα
ινπέτο	adv	κατάκαρδα
ινπούντο	adv	ακριβώς, στην ώρα ακριβώς
ινσουλίνες	=	ινσουλίνη
ινσουλίνη	noun	ορμόνη που ρυθμίζει τον μεταβολισμό των υδρογονανθράκων
ινσουλίνης	=	ινσουλίνη
ινσουλίνωμα	noun	ογκίδιο στο πάγκρεας και παράγει υπερβολική ποσότητα ινσουλίνης
ινσουλινοεξαρτώμενα	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενε	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενες	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενη	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενης	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενο	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενοι	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενος	verb	σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
ινσουλινοεξαρτώμενου	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενους	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοεξαρτώμενων	=	ινσουλινοεξαρτώμενος
ινσουλινοθεραπεία	noun	θεραπεία με χορήγηση ινσουλίνης σε ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη
ινσουλινοθεραπείας	=	ινσουλινοθεραπεία
ινσουλινοθεραπείες	=	ινσουλινοθεραπεία
ινσουλινοθεραπειών	=	ινσουλινοθεραπεία
ινσουλινωμάτων	=	ινσουλίνωμα
ινσουλινώματα	=	ινσουλίνωμα
ινσουλινώματος	=	ινσουλίνωμα
ινσουλινών	=	ινσουλίνη
ινστιτούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινστιτούτο
ινστιτούτο	noun	οργανισμός που με τις ενέργειές του προωθεί τα γράμματα, τις επιστήμες ή τον πολιτισμό καθώς και (κατ’ επέκταση) το κτήριο που στεγάζεται αυτός ο οργανισμός
ινστιτούτου	noun	γενική ενικού του ινστιτούτο
ινστιτούτων	noun	γενική πληθυντικού του ινστιτούτο
ινστρουμενταλισμέ	=	ινστρουμενταλισμός
ινστρουμενταλισμοί	=	ινστρουμενταλισμός
ινστρουμενταλισμού	=	ινστρουμενταλισμός
ινστρουμενταλισμούς	=	ινστρουμενταλισμός
ινστρουμενταλισμό	=	ινστρουμενταλισμός
ινστρουμενταλισμός	noun	φιλοσοφικό ρεύμα που ίδρυσε ο Αμερικανός φιλόσοφος Τζον Ντιούι (John Dewey) που υποστηρίζει πως το σημαντικότερο σε μια ιδέα ή πράγμα είναι η αξία τους σαν όργανο δράσης, και πως η αλήθεια μιας έννοιας βρίσκεται στην χρησιμότητά της
ινστρουμενταλισμών	=	ινστρουμενταλισμός
ινστρουχτόρων	=	ινστρούχτορας
ινστρούχτορα	=	ινστρούχτορας
ινστρούχτορας	noun	καθοδηγητής, συμβουλάτορας
ινστρούχτορες	=	ινστρούχτορας
ινταρέ	=	ινταρές
ινταρέδες	=	ινταρές
ινταρέδων	=	ινταρές
ινταρές	noun	διεύθυνση, συμβούλιο
ιντελέξουαλ	adj|rare	που σχετίζεται με τη διανόηση, με τους διανοούμενους ή φέρει ορισμένα χαρακτηριστικά τους· διανοητικός· διανοουμενίστικος
ιντελεκτουαλισμέ	=	ιντελεκτουαλισμός
ιντελεκτουαλισμοί	=	ιντελεκτουαλισμός
ιντελεκτουαλισμού	=	ιντελεκτουαλισμός
ιντελεκτουαλισμούς	=	ιντελεκτουαλισμός
ιντελεκτουαλισμό	=	ιντελεκτουαλισμός
ιντελεκτουαλισμός	noun	η νοησιαρχία
ιντελεκτουαλισμών	=	ιντελεκτουαλισμός
ιντελιγκέντσια	noun	ο κόσμος των διανοουμένων, η διανόηση
ιντελιγκέντσιας	noun	γενική ενικού του ιντελιγκέντσια
ιντελιγκέντσιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιντελιγκέντσια
ιντερέσα	=	ιντερέσο
ιντερέσο	noun	το συμφέρον
ιντερέσου	=	ιντερέσο
ιντερέσων	=	ιντερέσο
ιντερβιού	noun|rare	συνέντευξη
ιντερλίνγκουα	noun	τεχνητή γλώσσα που δημιουργήθηκε από τη Διεθνή Ένωση Βοηθητικών Γλωσσών και αναπτύχθηκε μεταξύ 1937 και 1951
ιντερλίνγκουε	noun	διεθνής τεχνητή γλώσσα που δημιουργήθηκε από τον Βαλτο-Γερμανό αξιωματικό του ναυτικού και δάσκαλο Έντγκαρ ντε Βαλ (Edgar de Wahl) και δημοσιεύθηκε το 1922.
ιντερλούδια	=	ιντερλούδιο
ιντερλούδιο	noun	δραματικό μουσικό ή κινηματογραφικό ιντερμέδιο που εκτελείται στη διάρκεια ενός θεάματος
ιντερλούδιου	=	ιντερλούδιο
ιντερλούδιων	=	ιντερλούδιο
ιντερμέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιντερμέδιο
ιντερμέδιο	noun	παρεμβολή ανάμεσα σε δύο πράξεις ενός θεατρικού (ή άλλου) έργου, με σχετική (ή απόλυτη) αυτοτέλεια σε σχέση με το υπόλοιπο έργο
ιντερμέδιου	noun	γενική ενικού του ιντερμέδιο
ιντερμέδιων	noun	γενική πληθυντικού του ιντερμέδιο
ιντερμέτζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιντερμέτζο
ιντερμέτζο	noun	παρεμβολή ανάμεσα σε δύο πράξεις μιας μουσικής σύνθεσης, με σχετική (ή απόλυτη) αυτοτέλεια σε σχέση με το υπόλοιπο έργο
ιντερμέτζου	noun	γενική ενικού του ιντερμέτζο
ιντερμέτζων	noun	γενική πληθυντικού του ιντερμέτζο
ιντερνέτ	=	ίντερνετ
ιντερνετάκηδες	=	ιντερνετάκιας
ιντερνετάκηδων	=	ιντερνετάκιας
ιντερνετάκια	=	ιντερνετάκιας
ιντερνετάκιας	noun	χαρακτηρισμός ατόμου που ασχολείται υπερβολικά με το ίντερνετ
ιντερνετικά	=	ιντερνετικός
ιντερνετικέ	=	ιντερνετικός
ιντερνετικές	=	ιντερνετικός
ιντερνετική	=	ιντερνετικός
ιντερνετικής	=	ιντερνετικός
ιντερνετικοί	=	ιντερνετικός
ιντερνετικού	=	ιντερνετικός
ιντερνετικούς	=	ιντερνετικός
ιντερνετικό	=	ιντερνετικός
ιντερνετικός	adj	που σχετίζεται με το ίντερνετ
ιντερνετικών	=	ιντερνετικός
ιντερνετισμέ	=	ιντερνετισμός
ιντερνετισμοί	=	ιντερνετισμός
ιντερνετισμού	=	ιντερνετισμός
ιντερνετισμούς	=	ιντερνετισμός
ιντερνετισμό	=	ιντερνετισμός
ιντερνετισμός	noun	ο εθισμός στο ίντερνετ και η εξάρτηση απ’ αυτό
ιντερνετισμών	=	ιντερνετισμός
ιντερνούντσιε	=	ιντερνούντσιος
ιντερνούντσιο	=	ιντερνούντσιος
ιντερνούντσιοι	=	ιντερνούντσιος
ιντερνούντσιος	noun	απεσταλμένος ή διπλωματικός εκπρόσωπος του πάπα σε διπλωματικές αποστολές του Βατικανού στο εξωτερικό, που εκτελεί τα καθήκοντα του νούντσιου, όταν ο τελευταίος δεν υπάρχει
ιντερνούντσιου	=	ιντερνούντσιος
ιντερνούντσιους	=	ιντερνούντσιος
ιντερνούντσιων	=	ιντερνούντσιος
ιντερφοβία	noun	η φοβία ή η αποστροφή προς τα ίντερσεξ άτομα
ιντερφοβίας	=	ιντερφοβία
ιντερφοβίες	=	ιντερφοβία
ιντερφοβιών	=	ιντερφοβία
ιντετερμινισμέ	noun	κλητική ενικού του ιντετερμινισμός
ιντετερμινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιντετερμινισμός
ιντετερμινισμού	noun	γενική ενικού του ιντετερμινισμός
ιντετερμινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιντετερμινισμός
ιντετερμινισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιντετερμινισμός
ιντετερμινισμός	noun	η θεωρία ότι η βούληση δεν καθορίζεται από προηγούμενες αιτίες και ότι υπάρχουν τυχαία γεγονότα
ιντετερμινισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιντετερμινισμός
ιντιβιντουαλισμέ	=	ιντιβιντουαλισμός
ιντιβιντουαλισμοί	=	ιντιβιντουαλισμός
ιντιβιντουαλισμού	=	ιντιβιντουαλισμός
ιντιβιντουαλισμούς	=	ιντιβιντουαλισμός
ιντιβιντουαλισμό	=	ιντιβιντουαλισμός
ιντιβιντουαλισμός	noun	συνώνυμο του ατομικισμός
ιντιβιντουαλισμών	=	ιντιβιντουαλισμός
ιντιμισμέ	noun	κλητική ενικού του ιντιμισμός
ιντιμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιντιμισμός
ιντιμισμού	noun	γενική ενικού του ιντιμισμός
ιντιμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιντιμισμός
ιντιμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιντιμισμός
ιντιμισμός	noun	ζωγραφική τεχνοτροπία απεικόνισης εσωτερικών χώρων (καθιερώθηκε από τους ζωγράφους Πιέρ Μπονάρ (Pierre Bonnard) και Εδουάρδο Βυγιάρ (Edouard Vuillard))
ιντιμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιντιμισμός
ιντριγκάρω	verb	εξιτάρω, εξάπτω
ιντριγκαδόρε	=	ιντριγκαδόρος
ιντριγκαδόρο	=	ιντριγκαδόρος
ιντριγκαδόροι	=	ιντριγκαδόρος
ιντριγκαδόρος	noun	που δημιουργεί ίντριγκες και διαμάχες μεταξύ ανθρώπων, συνώνυμο του δολοπλόκος
ιντριγκαδόρου	=	ιντριγκαδόρος
ιντριγκαδόρους	=	ιντριγκαδόρος
ιντριγκαδόρων	=	ιντριγκαδόρος
ιντρονίου	=	ιντρόνιο
ιντρονίων	=	ιντρόνιο
ιντρόνια	=	ιντρόνιο
ιντρόνιο	noun	τμήμα γονιδίου που παρεμβάλλεται μεταξύ εξονίων και απομακρύνεται από το πρόδρομο RNA κατά την επεξεργασία του
ιντρόνιου	=	ιντρόνιο
ιντρόνιων	=	ιντρόνιο
ιντσών	noun	γενική πληθυντικού του ίντσα
ινφάντα	noun	τίτλος που έφερε μια Ισπανίδα πριγκίπισσα (βασιλοπούλα)
ινφάντας	=	ινφάντα
ινφάντες	=	ινφάντης
ινφάντη	noun	τίτλος που έφερε μια Ισπανίδα πριγκίπισσα (βασιλοπούλα)
ινφάντης	noun	τίτλος που έφερε ένας Ισπανός πρίγκιπας (βασιλόπουλο) που δεν ήταν διάδοχος του θρόνου
ινφαντών	=	ινφάντης
ινφλουένσερ	noun	άτομο που χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να επηρεάσει τις απόψεις, τις επιλογές ή τη συμπεριφορά του κοινού του, συνήθως προωθώντας προϊόντα, υπηρεσίες ή ιδέες
ινφλουέντζα	noun|dated	η γρίπη
ινφλουέντζας	noun	γενική ενικού του ινφλουέντζα
ινφλουέντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινφλουέντζα
ινφλουέντσα	noun|dated	άλλη μορφή του ινφλουέντζα: η γρίπη
ινφλουέντσας	=	ινφλουέντσα
ινφλουέντσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινφλουέντσα
ινωδολυτικά	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικέ	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικές	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτική	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικής	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικοί	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικού	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικούς	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικό	=	ινωδολυτικός
ινωδολυτικός	adj	που έχει σχέση με την ινωδόλυση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ινωδολυτικών	=	ινωδολυτικός
ινωδολύσεις	=	ινωδόλυση
ινωδολύσεων	=	ινωδόλυση
ινωδόλυση	noun	διαδικασία αναχαίτισης της αύξησης των θρόμβων στο αίμα και συμβολή στη διάλυση / διάσπασή τους
ινωδόλυσης	=	ινωδόλυση
ινωδών	=	ινώδης
ινωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίνωμα
ινωμάτωση	noun	η παθολογική ανάπτυξη ινωμάτων σε κάποιο οργανισμό
ινωμάτωσης	noun	γενική ενικού του ινωμάτωση
ινωματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ινωμάτωση
ινωματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ινωμάτωση
ινωματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ινωμάτωση
ινώδεις	=	ινώδης
ινώδες	=	ινώδης
ινώδη	=	ινώδης
ινώδης	adj	που αποτελείται από ίνες
ινώδους	=	ινώδης
ινώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίνωμα
ινώματος	noun	γενική ενικού του ίνωμα
ινών	noun	γενική πληθυντικού του ίνα
ινώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίνωση
ινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίνωση
ινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίνωση
ιξέ	noun	κλητική ενικού του ιξός
ιξοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιξός
ιξού	noun	γενική ενικού του ιξός
ιξούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιξός
ιξωδολύσεις	=	ιξωδόλυση
ιξωδολύσεων	=	ιξωδόλυση
ιξωδόλυση	noun	ήπια θερμική πυρόλυση που αποσκοπεί στην ελάττωση του ιξώδους ενός ήδη αποσταγμένου καυσίμου
ιξωδόλυσης	=	ιξωδόλυση
ιξωδών	=	ιξώδης
ιξό	noun	αιτιατική ενικού του ιξός
ιξόβεργα	noun	άλλη μορφή του ξόβεργα
ιξόβεργας	=	ιξόβεργα
ιξόβεργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιξόβεργα
ιξός	noun	το γκι (είδος, Viscum album)
ιξώδεις	=	ιξώδης
ιξώδες	noun	η αντίσταση που παρουσιάζουν τα υγρά κατά τη ροή τους
ιξώδη	=	ιξώδης
ιξώδης	adj|formal	παχύρρευστος, κολλώδης, υλικό που εμφανίζει αντίσταση στη ροή του	noun	τσιμπούρι (ιδίως σε σκύλους)
ιξώδους	=	ιξώδης
ιξών	noun	γενική πληθυντικού του ιξός
ιο	=	ακέριος
ιοί	=	ιός
ιοβε	abbrev	ελληνικός, ιδιωτικός, μη κερδοσκοπικός, κοινωφελής, ερευνητικός οργανισμός ο οποίος ερευνά ζητήματα που άπτονται της οικονομίας και της βιομηχανίας
ιοβόλα	=	ιοβόλος
ιοβόλας	=	ιοβόλος
ιοβόλε	=	ιοβόλος
ιοβόλες	=	ιοβόλος
ιοβόλο	=	ιοβόλος
ιοβόλοι	=	ιοβόλος
ιοβόλος	adj	που ρίχνει δηλητήριο
ιοβόλου	=	ιοβόλος
ιοβόλους	=	ιοβόλος
ιοβόλων	=	ιοβόλος
ιογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιογενής
ιογενή	adj	αιτιατική ενικού του ιογενής
ιογενής	adj	για κατάσταση και συνήθως νόσο (ανθρώπων, ζώων ή φυτών) που προκαλείται από ιό
ιογενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιογενής
ιογενούς	adj	γενική ενικού του ιογενής
ιογενών	adj	γενική πληθυντικού του ιογενής
ιοειδές	noun	το ιώδες, μενεξεδί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιοειδής
ιοειδή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιοειδής
ιοειδής	adj	μενεξεδής
ιοειδείς	=	ιοειδής
ιοειδούς	=	ιοειδής
ιοειδών	=	ιοειδής
ιολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τη δομή και την καταπολέμηση ή και την θεραπευτική αξιοποίηση των ιών
ιολογίας	noun	γενική ενικού του ιολογία
ιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιολογία
ιολογικά	=	ιολογικός
ιολογικέ	=	ιολογικός
ιολογικές	=	ιολογικός
ιολογική	=	ιολογικός
ιολογικής	=	ιολογικός
ιολογικοί	=	ιολογικός
ιολογικού	=	ιολογικός
ιολογικούς	=	ιολογικός
ιολογικό	=	ιολογικός
ιολογικός	adj	σχετικός με την ιολογία
ιολογικών	=	ιολογικός
ιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιολογία
ιολόγε	=	ιολόγος
ιολόγο	=	ιολόγος
ιολόγοι	=	ιολόγος
ιολόγος	noun	ιατρός με ειδίκευση την ιολογία
ιολόγου	=	ιολόγος
ιολόγους	=	ιολόγος
ιολόγων	=	ιολόγος
ιονίζαμε	=	ιονίζω
ιονίζαν	=	ιονίζω
ιονίζανε	=	ιονίζω
ιονίζατε	=	ιονίζω
ιονίζει	=	ιονίζω
ιονίζεις	=	ιονίζω
ιονίζεσαι	=	ιονίζω
ιονίζεστε	=	ιονίζω
ιονίζεται	=	ιονίζω
ιονίζετε	=	ιονίζω
ιονίζομαι	=	ιονίζω
ιονίζον	=	ιονίζων
ιονίζοντα	=	ιονίζων
ιονίζονται	=	ιονίζω
ιονίζονταν	=	ιονίζω
ιονίζοντας	=	ιονίζω
ιονίζοντες	=	ιονίζων
ιονίζοντος	=	ιονίζων
ιονίζουμε	=	ιονίζω
ιονίζουν	=	ιονίζω
ιονίζουνε	=	ιονίζω
ιονίζουσα	=	ιονίζων
ιονίζουσας	=	ιονίζων
ιονίζουσες	=	ιονίζων
ιονίζω	verb	φορτίζω θετικά ή αρνητικά ένα άτομο ή ένα μόριο ώστε να το μετατρέψω σε ιόν
ιονίζων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιονίζω
ιονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίσαν	=	ιονίζω
ιονίσανε	=	ιονίζω
ιονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίσου	=	ιονίζω
ιονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονίστηκα	=	ιονίζω
ιονίστηκαν	=	ιονίζω
ιονίστηκε	=	ιονίζω
ιονίστηκες	=	ιονίζω
ιονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιονιζουσών	=	ιονίζων
ιονιζούσης	=	ιονίζων
ιονιζόμασταν	=	ιονίζω
ιονιζόμαστε	=	ιονίζω
ιονιζόμουν	=	ιονίζω
ιονιζόμουνα	=	ιονίζω
ιονιζόντουσαν	=	ιονίζω
ιονιζόντων	=	ιονίζων
ιονιζόσασταν	=	ιονίζω
ιονιζόσαστε	=	ιονίζω
ιονιζόσουν	=	ιονίζω
ιονιζόσουνα	=	ιονίζω
ιονιζόταν	=	ιονίζω
ιονιζότανε	=	ιονίζω
ιονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονικό
ιονικέ	adj	κλητική ενικού του ιονικός
ιονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονική
ιονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιονικός
ιονικής	adj	γενική ενικού του ιονική
ιονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιονικός
ιονικού	adj	γενική ενικού του ιονικός
ιονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιονικός
ιονικό	adj	αιτιατική ενικού του ιονικός
ιονικός	adj	άλλη μορφή του ιόνιος
ιονικών	adj	γενική πληθυντικού του ιονικός
ιονισμέ	noun	κλητική ενικού του ιονισμός
ιονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονισμένο
ιονισμένε	verb	κλητική ενικού του ιονισμένος
ιονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονισμένη
ιονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιονισμένος
ιονισμένης	verb	γενική ενικού του ιονισμένη
ιονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιονισμένος
ιονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιονισμένος
ιονισμένος	=	ιονίζω
ιονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιονισμένος
ιονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιονισμένος
ιονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιονισμένος
ιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιονισμός
ιονισμού	noun	γενική ενικού του ιονισμός
ιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιονισμός
ιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιονισμός
ιονισμός	noun	άλλη μορφή του ιοντισμός
ιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιονισμός
ιονιστές	=	ιονιστής
ιονιστή	=	ιονιστής
ιονιστήκαμε	=	ιονίζω
ιονιστήκαν	=	ιονίζω
ιονιστήκανε	=	ιονίζω
ιονιστήκατε	=	ιονίζω
ιονιστής	noun	συσκευή που ιονίζει την ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα αρκετά σωματίδια να βαραίνουν και να κατακάθονται με τη μορφή σκόνης ώστε να μειώνεται η ποσότητά τους στον αέρα που αναπνέουμε
ιονιστεί	=	ιονίζω
ιονιστείτε	=	ιονίζω
ιονιστών	=	ιονιστής
ιονοθεραπεία	noun	ιοντοθεραπεία
ιονοθεραπείας	=	ιονοθεραπεία
ιονοθεραπείες	=	ιονοθεραπεία
ιονοθεραπειών	=	ιονοθεραπεία
ιονοσφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονοσφαιρικό
ιονοσφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονοσφαιρική
ιονοσφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρικής	adj	γενική ενικού του ιονοσφαιρική
ιονοσφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρικού	adj	γενική ενικού του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρικός	adj	σχετικός με την ιονόσφαιρα
ιονοσφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του ιονοσφαιρικός
ιονοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του ιονόσφαιρα
ιοντίζαμε	=	ιοντίζω
ιοντίζαν	=	ιοντίζω
ιοντίζανε	=	ιοντίζω
ιοντίζατε	=	ιοντίζω
ιοντίζει	=	ιοντίζω
ιοντίζεις	=	ιοντίζω
ιοντίζετε	=	ιοντίζω
ιοντίζον	=	ιοντίζων
ιοντίζοντα	=	ιοντίζων
ιοντίζοντας	=	ιοντίζω
ιοντίζοντες	=	ιοντίζων
ιοντίζοντος	=	ιοντίζων
ιοντίζουμε	=	ιοντίζω
ιοντίζουν	=	ιοντίζω
ιοντίζουνε	=	ιοντίζω
ιοντίζουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιοντίζων
ιοντίζουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ιοντίζων
ιοντίζουσες	=	ιοντίζων
ιοντίζω	verb	άλλη μορφή του ιονίζω
ιοντίζων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιοντίζω
ιοντίσαμε	=	ιοντίζω
ιοντίσαν	=	ιοντίζω
ιοντίσανε	=	ιοντίζω
ιοντίσατε	=	ιοντίζω
ιοντίσει	=	ιοντίζω
ιοντίστε	=	ιοντίζω
ιοντιζουσών	=	ιοντίζων
ιοντιζούσης	=	ιοντίζων
ιοντιζόντων	=	ιοντίζων
ιοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιοντικό
ιοντικέ	adj	κλητική ενικού του ιοντικός
ιοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιοντική
ιοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιοντικός
ιοντικής	adj	γενική ενικού του ιοντική
ιοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιοντικός
ιοντικού	adj	γενική ενικού του ιοντικός
ιοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιοντικός
ιοντικό	adj	αιτιατική ενικού του ιοντικός
ιοντικός	adj	που έχει σχέση με τα ιόντα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιοντικών	adj	γενική πληθυντικού του ιοντικός
ιοντισμέ	noun	κλητική ενικού του ιοντισμός
ιοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιοντισμός
ιοντισμού	noun	γενική ενικού του ιοντισμός
ιοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιοντισμός
ιοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιοντισμός
ιοντισμός	noun	οποιαδήποτε διαδικασία οδηγεί στην πρόσληψη ή την αφαίρεση ενός ηλεκτρονίου από ένα ηλεκτρικά ουδέτερο άτομο ή μόριο και τη μετατροπή του σε ιόν
ιοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιοντισμός
ιοντοθεραπεία	noun	η για θεραπευτικούς λόγους εισαγωγή ιόντων σε ιστούς με την εφαρμογή ηλεκτρικού πεδίου
ιοντοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ιοντοθεραπεία
ιοντοθεραπείες	=	ιοντοθεραπεία
ιοντοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ιοντοθεραπεία
ιοντοσφαιρών	=	ιοντόσφαιρα
ιοντόσφαιρα	noun	ιονόσφαιρα
ιοντόσφαιρας	=	ιοντόσφαιρα
ιοντόσφαιρες	=	ιοντόσφαιρα
ιοντώσεις	=	ιόντωση
ιοντώσεων	=	ιόντωση
ιονόσφαιρα	noun	το ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας· εκτείνεται σε ύψος περίπου 50 έως 500 χλμ από την επιφάνεια της γης και παρουσιάζει μεγάλη συγκέντρωση ιόντων και ελεύθερων ηλεκτρονίων
ιονόσφαιρας	noun	γενική ενικού του ιονόσφαιρα
ιονόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιονόσφαιρα
ιοστεφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιοστεφής
ιοστεφή	adj	αιτιατική ενικού του ιοστεφής
ιοστεφής	adj	στεφανωμένος με ία, με μενεξέδες
ιοστεφείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιοστεφής
ιοστεφούς	adj	γενική ενικού του ιοστεφής
ιοστεφών	adj	γενική πληθυντικού του ιοστεφής
ιουδαιο-ισπανικά	noun	δείτε εβραιο-ισπανικά
ιουδαιο-ισπανικών	=	ιουδαιο-ισπανικά
ιουδαϊκά	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκέ	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκές	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιουδαϊκός
ιουδαϊκής	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκοί	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκού	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκούς	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊκό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ιουδαϊκός
ιουδαϊκός	adj	που έχει σχέση με τους Ιουδαίους
ιουδαϊκών	=	ιουδαϊκός
ιουδαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ιουδαϊσμός
ιουδαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιουδαϊσμός
ιουδαϊσμού	noun	γενική ενικού του ιουδαϊσμός
ιουδαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιουδαϊσμός
ιουδαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ιουδαϊσμός
ιουδαϊσμός	noun	η μονοθεϊστική θρησκεία των Ιουδαίων
ιουδαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ιουδαϊσμός
ιουλιανά	noun	η ανώμαλη πολιτική περίοδος μετά από την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965 και μέχρι την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιουλιανός
ιουλιανέ	adj	κλητική ενικού του ιουλιανός
ιουλιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιουλιανή
ιουλιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιουλιανός
ιουλιανής	adj	γενική ενικού του ιουλιανή
ιουλιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιουλιανός
ιουλιανού	adj	γενική ενικού του ιουλιανός
ιουλιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιουλιανός
ιουλιανό	adj	αιτιατική ενικού του ιουλιανός
ιουλιανός	adj	που γίνεται κατά τον Ιούλιο
ιουλιανών	adj	γενική πληθυντικού του ιουλιανός
ιουνιανά	noun	βίαιες αιματηρές συγκρούσεις που συνέβησαν στην Ελλάδα κατά το 1863
ιουνιανέ	adj	κλητική ενικού του ιουνιανός
ιουνιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιουνιανή
ιουνιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιουνιανός
ιουνιανής	adj	γενική ενικού του ιουνιανή
ιουνιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιουνιανός
ιουνιανού	adj	γενική ενικού του ιουνιανός
ιουνιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιουνιανός
ιουνιανό	adj	αιτιατική ενικού του ιουνιανός
ιουνιανός	adj	που συμβαίνει κατά τον Ιούνιο
ιουνιανών	adj	γενική πληθυντικού του ιουνιανός
ιουστινιάνεια	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειας	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειε	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειες	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειο	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειοι	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό
ιουστινιάνειου	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειους	=	ιουστινιάνειος
ιουστινιάνειων	=	ιουστινιάνειος
ιουτών	=	ιούτη
ιοχρόων	=	ιόχρους
ιού	noun	γενική ενικού του ιός
ιούλου	noun	γενική ενικού του ίουλος
ιούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ίουλος
ιούλων	noun	γενική πληθυντικού του ίουλος
ιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιός
ιούτες	=	ιούτη
ιούτη	noun	άλλη μορφή του γιούτα
ιούτης	=	ιούτη
ιπεριπτάμην	=	υπερίπταμαι
ιππάρια	=	ιππάριο
ιππάριο	noun|formal	υποκοριστικό του ίππος
ιππάριου	=	ιππάριο
ιππάριων	=	ιππάριο
ιππάρχου	=	ίππαρχος
ιππάρχους	=	ίππαρχος
ιππάρχων	=	ίππαρχος
ιππέα	=	ιππέας
ιππέας	noun	αυτός που ιππεύει άλογο, ο καβαλάρης
ιππέων	=	ιππέας
ιππέως	=	ιππέας
ιππήλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππήλατο
ιππήλατε	adj	κλητική ενικού του ιππήλατος
ιππήλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππήλατη
ιππήλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιππήλατος
ιππήλατης	adj	γενική ενικού του ιππήλατη
ιππήλατο	adj	αιτιατική ενικού του ιππήλατος
ιππήλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππήλατος
ιππήλατος	adj	που μετακινείται με τη βοήθεια ίππων, που σύρεται από άλογα
ιππήλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιππήλατος
ιππήλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιππήλατος
ιππήλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιππήλατος
ιππαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππαγωγό
ιππαγωγέ	adj	κλητική ενικού του ιππαγωγός
ιππαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππαγωγός
ιππαγωγού	adj	γενική ενικού του ιππαγωγός
ιππαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιππαγωγός
ιππαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ιππαγωγός
ιππαγωγόν	adj	ουδέτερο του ιππαγωγός
ιππαγωγός	adj	που μεταφέρει άλογα (συνήθως του ιππικού)
ιππαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του ιππαγωγός
ιππαρίου	=	ιππάριο
ιππαρίων	=	ιππάριο
ιππασία	noun	το καβαλίκεμα ενός αλόγου και η πορεία μ’ αυτό
ιππασίας	noun	γενική ενικού του ιππασία
ιππασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππασία
ιππασιών	noun	γενική πληθυντικού του ιππασία
ιππαστί	adv|formal	ιππεύοντας, καθήμενος καβάλα σε ίππο
ιππείς	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππέας
ιππευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππευμένο
ιππευμένε	verb	κλητική ενικού του ιππευμένος
ιππευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππευμένη
ιππευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιππευμένος
ιππευμένης	verb	γενική ενικού του ιππευμένη
ιππευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιππευμένος
ιππευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππευμένος
ιππευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ιππεύω
ιππευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιππευμένος
ιππευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιππευμένος
ιππευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιππευμένος
ιππευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππευτικό
ιππευτικέ	adj	κλητική ενικού του ιππευτικός
ιππευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππευτική
ιππευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιππευτικός
ιππευτικής	adj	γενική ενικού του ιππευτική
ιππευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππευτικός
ιππευτικού	adj	γενική ενικού του ιππευτικός
ιππευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιππευτικός
ιππευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιππευτικός
ιππευτικός	adj	ο σχετικός με τον ιππέα και την ιππασία
ιππευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιππευτικός
ιππευτριών	noun	γενική πληθυντικού του ιππεύτρια
ιππεύαμε	=	ιππεύω
ιππεύαν	=	ιππεύω
ιππεύανε	=	ιππεύω
ιππεύατε	=	ιππεύω
ιππεύει	=	ιππεύω
ιππεύεις	=	ιππεύω
ιππεύετε	=	ιππεύω
ιππεύομε	=	ιππεύω
ιππεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιππεύω
ιππεύουμε	=	ιππεύω
ιππεύουν	=	ιππεύω
ιππεύουνε	=	ιππεύω
ιππεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσαν	=	ιππεύω
ιππεύσανε	=	ιππεύω
ιππεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίππευση
ιππεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίππευση
ιππεύσομε	=	ιππεύω
ιππεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσουνε	=	ιππεύω
ιππεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιππεύω
ιππεύτρια	noun	αυτή που ιππεύει άλογα, καβαλάρισσα
ιππεύτριας	noun	γενική ενικού του ιππεύτρια
ιππεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππεύτρια
ιππεύω	verb	ανεβαίνω στην πλάτη ενός αλόγου και τρέχω, κάνω ιππασία
ιππηλάτες	=	ιππηλάτης
ιππηλάτη	=	ιππηλάτης
ιππηλάτης	noun|archaic	επαγγελματίας αναβάτης ενός αλόγου
ιππηλασία	noun|formal	η ιπποδρομία
ιππηλασίας	noun	γενική ενικού του ιππηλασία
ιππηλασίες	=	ιππηλασία
ιππηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του ιππηλασία
ιππηλατών	=	ιππηλάτης
ιππιατρικές	=	ιππιατρική
ιππιατρική	noun	ιατρική των ίππων, των αλόγων
ιππιατρικής	=	ιππιατρική
ιππιατρικών	=	ιππιατρική
ιππικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππικό
ιππικέ	adj	κλητική ενικού του ιππικός
ιππικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππική
ιππική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιππικός
ιππικής	adj	γενική ενικού του ιππική
ιππικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππικός
ιππικού	adj	γενική ενικού του ιππικός
ιππικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιππικός
ιππικό	adj	αιτιατική ενικού του ιππικός	noun	το τμήμα ενός στρατού που αποτελείται από ιππείς, έφιππους πολεμιστές
ιππικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται σε ίππους ή ιππείς
ιππικών	adj	γενική πληθυντικού του ιππικός
ιπποδαμαστές	=	ιπποδαμαστής
ιπποδαμαστή	=	ιπποδαμαστής
ιπποδαμαστής	noun	που δαμάζει άλογα
ιπποδαμαστών	=	ιπποδαμαστής
ιπποδρομία	noun	αγώνας ταχύτητας μεταξύ αλόγων
ιπποδρομίας	noun	γενική ενικού του ιπποδρομία
ιπποδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομία
ιπποδρομίου	noun	γενική ενικού του ιπποδρόμιο
ιπποδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποδρόμιο
ιπποδρομιάκηδες	=	ιπποδρομιάκιας
ιπποδρομιάκηδων	=	ιπποδρομιάκιας
ιπποδρομιάκια	=	ιπποδρομιάκιας
ιπποδρομιάκιας	noun	αυτός που ασχολείται με τις ιπποδρομίες
ιπποδρομιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομιακό	adv	όσον αφορά τον ιππόδρομο ή / και τις ιπποδρομίες
ιπποδρομιακέ	adj	κλητική ενικού του ιπποδρομιακός
ιπποδρομιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομιακή
ιπποδρομιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιπποδρομιακός
ιπποδρομιακής	adj	γενική ενικού του ιπποδρομιακή
ιπποδρομιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομιακός
ιπποδρομιακού	adj	γενική ενικού του ιπποδρομιακός
ιπποδρομιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιπποδρομιακός
ιπποδρομιακό	adj	αιτιατική ενικού του ιπποδρομιακός
ιπποδρομιακός	adj	που έχει σχέση με τον ιππόδρομο και τις ιπποδρομίες ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιπποδρομιακών	adj	γενική πληθυντικού του ιπποδρομιακός
ιπποδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομικό
ιπποδρομικέ	adj	κλητική ενικού του ιπποδρομικός
ιπποδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομική
ιπποδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιπποδρομικός
ιπποδρομικής	adj	γενική ενικού του ιπποδρομική
ιπποδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρομικός
ιπποδρομικού	adj	γενική ενικού του ιπποδρομικός
ιπποδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιπποδρομικός
ιπποδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του ιπποδρομικός
ιπποδρομικός	adj	άλλη μορφή του ιπποδρομιακός
ιπποδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του ιπποδρομικός
ιπποδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του ιπποδρομία
ιπποδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποδρόμιο
ιπποδρόμιο	noun	άλλη μορφή του ιππόδρομος, το σύνολο εγκαταστάσεων που προορίζονται για τη διεξαγωγή ιπποδρομιών
ιπποδρόμιου	=	ιπποδρόμιο
ιπποδρόμου	noun	γενική ενικού του ιππόδρομος
ιπποδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιππόδρομος
ιπποδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του ιππόδρομος
ιπποδυνάμεις	=	ιπποδύναμη
ιπποδυνάμεων	=	ιπποδύναμη
ιπποδύναμη	noun	μονάδα μέτρησης της ισχύος των μηχανών ή των κινητήρων
ιπποδύναμης	=	ιπποδύναμη
ιπποειδές	=	ιπποειδής
ιπποειδή	=	ιπποειδής
ιπποειδής	adj	που μοιάζει με άλογο
ιπποειδείς	=	ιπποειδής
ιπποειδούς	=	ιπποειδής
ιπποειδών	=	ιπποειδής
ιπποκάμπου	noun	γενική ενικού του ιππόκαμπος
ιπποκάμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιππόκαμπος
ιπποκάμπων	noun	γενική πληθυντικού του ιππόκαμπος
ιπποκομία	noun	η φροντίδα για την καθαριότητα, την υγεία και τη διατροφή των αλόγων
ιπποκομίας	noun	γενική ενικού του ιπποκομία
ιπποκομίες	=	ιπποκομία
ιπποκομιών	noun	γενική πληθυντικού του ιπποκομία
ιπποκράτεια	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειας	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειε	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειες	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειο	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειοι	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειος	adj|formal	άλλη μορφή του ιπποκρατικός
ιπποκράτειου	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειους	=	ιπποκράτειος
ιπποκράτειων	=	ιπποκράτειος
ιπποκρατικά	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικέ	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικές	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατική	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικής	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικοί	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικού	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικούς	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικό	=	ιπποκρατικός
ιπποκρατικός	adj	που έχει σχέση με τον Ιπποκράτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή εκπορεύεται απ’ αυτόν
ιπποκρατικών	=	ιπποκρατικός
ιπποκόμε	noun	κλητική ενικού του ιπποκόμος
ιπποκόμο	noun	αιτιατική ενικού του ιπποκόμος
ιπποκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποκόμος
ιπποκόμος	noun	ο υπεύθυνος που ασχολείται με την καθαριότητα, την υγεία και τη διατροφή των αλόγων
ιπποκόμου	noun	γενική ενικού του ιπποκόμος
ιπποκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιπποκόμος
ιπποκόμων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποκόμος
ιππομανία	noun	η μανία, η υπερβολική αγάπη για τα άλογα
ιππομανίας	=	ιππομανία
ιππομανίες	=	ιππομανία
ιππομανιών	=	ιππομανία
ιππομαχία	noun	μάχη με έφιππους στρατιώτες
ιππομαχίας	noun	γενική ενικού του ιππομαχία
ιππομαχίες	=	ιππομαχία
ιππομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του ιππομαχία
ιππονομές	=	ιππονομή
ιππονομή	noun|dated	η τροφή που διανέμεται στους (στρατιωτικούς) ίππους
ιππονομής	=	ιππονομή
ιππονομών	=	ιππονομή
ιπποπέδες	=	ιπποπέδη
ιπποπέδη	noun	δεσμά στα πόδια ίππου
ιπποπέδης	=	ιπποπέδη
ιπποπεδών	=	ιπποπέδη
ιπποποτάμου	noun	γενική ενικού του ιπποπόταμος
ιπποποτάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιπποπόταμος
ιπποποτάμων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποπόταμος
ιπποποταμάκι	noun	υποκοριστικό του ιπποπόταμος
ιπποποταμάκια	=	ιπποποταμάκι
ιπποπόταμε	noun	κλητική ενικού του ιπποπόταμος
ιπποπόταμο	noun	αιτιατική ενικού του ιπποπόταμος
ιπποπόταμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποπόταμος
ιπποπόταμος	noun	χοντρό αμφίβιο τετράποδο θηλαστικό, ανήκει στην οικογένεια των Παχυδέρμων, ζει στα μεγάλα ποτάμια και λίμνες της Αφρικής
ιπποπόταμου	noun	γενική ενικού του ιπποπόταμος
ιπποπόταμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιπποπόταμος
ιπποπόταμων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποπόταμος
ιπποσκευές	=	ιπποσκευή
ιπποσκευή	noun	το σύνολο των εξαρτημάτων που χρειάζονται για το καβαλίκεμα ενός αλόγου
ιπποσκευής	=	ιπποσκευή
ιπποσκευών	=	ιπποσκευή
ιπποστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποστάσιο
ιπποστάσιο	noun|formal	στάβλος για άλογα
ιπποστάσιου	=	ιπποστάσιο
ιπποστασίου	noun	γενική ενικού του ιπποστάσιο
ιπποστασίων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποστάσιο
ιπποσυνών	=	ιπποσύνη
ιπποσύνες	=	ιπποσύνη
ιπποσύνη	noun	η κοινωνική τάξη των ιπποτών καθώς και ο ηθικός και συμπεριφορικός τους κώδικας
ιπποσύνης	=	ιπποσύνη
ιπποτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποτικό	adv	με ιπποτικό τρόπο
ιπποτικέ	adj	κλητική ενικού του ιπποτικός
ιπποτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποτική
ιπποτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιπποτικός
ιπποτικής	adj	γενική ενικού του ιπποτική
ιπποτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποτικός
ιπποτικοτήτων	=	ιπποτικότητα
ιπποτικού	adj	γενική ενικού του ιπποτικός
ιπποτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιπποτικός
ιπποτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιπποτικός
ιπποτικός	adj	που έχει σχέση με τους ιππότες, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτούς
ιπποτικότητα	noun	το να είναι κάποιος ιππότης, να έχει την ιδιότητα του ιππότη καθώς και (κατ’ επέκταση) τις σχετικές ιδέες και αντιλήψεις
ιπποτικότητας	=	ιπποτικότητα
ιπποτικότητες	=	ιπποτικότητα
ιπποτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιπποτικός
ιπποτισμέ	noun	κλητική ενικού του ιπποτισμός
ιπποτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποτισμός
ιπποτισμού	noun	γενική ενικού του ιπποτισμός
ιπποτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιπποτισμός
ιπποτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιπποτισμός
ιπποτισμός	noun	η ιπποσύνη
ιπποτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιπποτισμός
ιπποτροφία	noun	η (με συστηματικό τρόπο) εκτροφή ίππων / αλόγων
ιπποτροφίας	noun	γενική ενικού του ιπποτροφία
ιπποτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποτροφία
ιπποτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποτροφείο
ιπποτροφείο	noun	εκτροφείο αλόγων, εκεί που γίνεται συστηματική εκτροφή αλόγων
ιπποτροφείου	noun	γενική ενικού του ιπποτροφείο
ιπποτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποτροφείο
ιπποτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιπποτροφία
ιπποτρόφε	=	ιπποτρόφος
ιπποτρόφο	=	ιπποτρόφος
ιπποτρόφοι	=	ιπποτρόφος
ιπποτρόφος	noun	που εκτρέφει άλογα
ιπποτρόφου	=	ιπποτρόφος
ιπποτρόφους	=	ιπποτρόφος
ιπποτρόφων	=	ιπποτρόφος
ιπποτών	=	ιππότης
ιππουρίδα	noun|dated	διακριτικό του βαθμού Τούρκου πασά (φτιαγμένο από φούντα από τρίχες της ουράς αλόγου)
ιππουρίδας	=	ιππουρίδα
ιππουρίδες	=	ιππουρίδα
ιππουρίδων	=	ιππουρίδα
ιπποφάγε	=	ιπποφάγος
ιπποφάγο	=	ιπποφάγος
ιπποφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπποφάγος
ιπποφάγος	noun	που τρώει κρέας ίππου / αλόγου
ιπποφάγου	=	ιπποφάγος
ιπποφάγους	=	ιπποφάγος
ιπποφάγων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποφάγος
ιπποφαές	noun	θάμνος της οικογένειας Ελαιαγνοειδών (Elaeagnaceae).
ιπποφαή	=	ιπποφαές
ιπποφαγία	noun	το να τρώει κάποιος κρέας ίππου / αλόγου
ιπποφαγίας	noun	γενική ενικού του ιπποφαγία
ιπποφαγίες	=	ιπποφαγία
ιπποφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ιπποφαγία
ιπποφαούς	=	ιπποφαές
ιπποφαών	=	ιπποφαές
ιπποφορβεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπποφορβείο
ιπποφορβείο	noun|formal	το ιπποτροφείο
ιπποφορβείου	noun	γενική ενικού του ιπποφορβείο
ιπποφορβείων	noun	γενική πληθυντικού του ιπποφορβείο
ιππόδρομε	noun	κλητική ενικού του ιππόδρομος
ιππόδρομο	noun	αιτιατική ενικού του ιππόδρομος
ιππόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππόδρομος
ιππόδρομος	noun	σύνολο εγκαταστάσεων που προορίζονται για τη διεξαγωγή ιπποδρομιών
ιππόδρομου	=	ιππόδρομος
ιππόδρομους	=	ιππόδρομος
ιππόκαμπε	noun	κλητική ενικού του ιππόκαμπος
ιππόκαμπο	noun	αιτιατική ενικού του ιππόκαμπος
ιππόκαμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιππόκαμπος
ιππόκαμπος	noun	είδος ψαριού που έχει κεφάλι σε μορφή αλόγου και κολυμπά κατακόρυφα
ιππόκαμπου	noun	γενική ενικού του ιππόκαμπος
ιππόκαμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιππόκαμπος
ιππόκαμπων	noun	γενική πληθυντικού του ιππόκαμπος
ιππότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιππότης
ιππότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιππότης
ιππότης	noun	κατά τον Μεσαίωνα, τίτλος ευγενείας για βαριά οπλισμένους έφιππους πολεμιστές, που μάχονταν με κάποιο τάγμα
ιπτάμεθα	=	ίπταμαι
ιπτάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπτάμενο
ιπτάμενε	verb	κλητική ενικού του ιπτάμενος
ιπτάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιπτάμενη
ιπτάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιπτάμενος
ιπτάμενης	verb	γενική ενικού του ιπτάμενη
ιπτάμενο	verb	αιτιατική ενικού του ιπτάμενος
ιπτάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιπτάμενος
ιπτάμενος	verb	που πετάει
ιπτάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιπτάμενος
ιπτάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιπτάμενος
ιπτάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιπτάμενος
ιπταμένου	=	ιπτάμενος
ιπταμένους	=	ιπτάμενος
ιπταμένων	=	ιπτάμενος
ιρίδιζα	=	ιριδίζω
ιρίδιζαν	=	ιριδίζω
ιρίδιζε	=	ιριδίζω
ιρίδιζες	=	ιριδίζω
ιρίδιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 77, ατομικό βάρος 192,217 και χημικό σύμβολο το Ir
ιρίδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιρίδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιρίδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιρίδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιρίδων	=	ίριδα
ιρα	abbrev	ο Ιρλανδικός Ρεπουμπλικανικός Στρατός, όνομα που έφεραν ανεπίσημες ένοπλες παραστρατιωτικές οργανώσεις στην Ιρλανδία τον 20ό και τον 21ο αιώνα, με σκοπό την ένωση της Βόρειας Ιρλανδίας με το κράτος της Ιρλανδίας και την απομάκρυνση των Βρετανικής κυριαρχίας.
ιραδέ	=	ιραδές
ιραδέδες	=	ιραδές
ιραδέδων	=	ιραδές
ιραδές	noun	διάταγμα (του σουλτάνου)
ιρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρακικό
ιρακικέ	adj	κλητική ενικού του ιρακικός
ιρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρακική
ιρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιρακικός
ιρακικής	adj	γενική ενικού του ιρακική
ιρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρακικός
ιρακικού	adj	γενική ενικού του ιρακικός
ιρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιρακικός
ιρακικό	adj	αιτιατική ενικού του ιρακικός
ιρακικός	adj	ο σχετικός με Ιράκ
ιρακικών	adj	γενική πληθυντικού του ιρακικός
ιρακινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρακινό
ιρακινέ	adj	κλητική ενικού του ιρακινός
ιρακινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρακινή
ιρακινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιρακινός
ιρακινής	adj	γενική ενικού του ιρακινή
ιρακινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρακινός
ιρακινού	adj	γενική ενικού του ιρακινός
ιρακινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιρακινός
ιρακινό	adj	αιτιατική ενικού του ιρακινός
ιρακινός	adj	ο Ιρακινός, σχετικός με το Ιράκ
ιρακινών	adj	γενική πληθυντικού του ιρακινός
ιρανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρανικό
ιρανικέ	adj	κλητική ενικού του ιρανικός
ιρανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρανική
ιρανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιρανικός
ιρανικής	adj	γενική ενικού του ιρανική
ιρανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρανικός
ιρανικού	adj	γενική ενικού του ιρανικός
ιρανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιρανικός
ιρανικό	adj	αιτιατική ενικού του ιρανικός
ιρανικός	adj	ο σχετικός με τη χώρα και τον λαό του Ιράν
ιρανικών	adj	γενική πληθυντικού του ιρανικός
ιρανιστί	adv|formal	στα ιρανικά, στην ιρανική γλώσσα
ιρασιοναλίστρια	noun	θηλυκό του ιρασιοναλιστής
ιρασιοναλίστριας	noun	γενική ενικού του ιρασιοναλίστρια
ιρασιοναλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρασιοναλίστρια
ιρασιοναλισμέ	noun	κλητική ενικού του ιρασιοναλισμός
ιρασιοναλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρασιοναλισμός
ιρασιοναλισμού	noun	γενική ενικού του ιρασιοναλισμός
ιρασιοναλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιρασιοναλισμός
ιρασιοναλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιρασιοναλισμός
ιρασιοναλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία η λογική έχει περιορισμένες δυνατότητες για την κατάκτηση της γνώσης, καθώς απαιτούνται επιπλέον η διαίσθηση, το ένστικτο, η ενόραση κ.λπ.
ιρασιοναλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιρασιοναλισμός
ιρασιοναλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρασιοναλιστής
ιρασιοναλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιρασιοναλιστής
ιρασιοναλιστής	noun	ο ακόλουθος ή οπαδός του ιρασιοναλισμού
ιρασιοναλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρασιοναλιστικό
ιρασιοναλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρασιοναλιστική
ιρασιοναλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστικής	adj	γενική ενικού του ιρασιοναλιστική
ιρασιοναλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστικού	adj	γενική ενικού του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστικός	adj	σχετικός με τον ιρασιοναλισμό
ιρασιοναλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ιρασιοναλιστικός
ιρασιοναλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ιρασιοναλίστρια
ιρασιοναλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ιρασιοναλιστής
ιρεδεντισμέ	noun	κλητική ενικού του ιρεδεντισμός
ιρεδεντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρεδεντισμός
ιρεδεντισμού	noun	γενική ενικού του ιρεδεντισμός
ιρεδεντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιρεδεντισμός
ιρεδεντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιρεδεντισμός
ιρεδεντισμός	noun	άλλη γραφή του ιρρεδεντισμός
ιρεδεντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιρεδεντισμός
ιριδίζαμε	=	ιριδίζω
ιριδίζαν	=	ιριδίζω
ιριδίζανε	=	ιριδίζω
ιριδίζατε	=	ιριδίζω
ιριδίζει	=	ιριδίζω
ιριδίζεις	=	ιριδίζω
ιριδίζετε	=	ιριδίζω
ιριδίζομε	=	ιριδίζω
ιριδίζον	=	ιριδίζων
ιριδίζοντα	=	ιριδίζων
ιριδίζοντας	=	ιριδίζω
ιριδίζοντες	=	ιριδίζων
ιριδίζοντος	=	ιριδίζων
ιριδίζουμε	=	ιριδίζω
ιριδίζουν	=	ιριδίζω
ιριδίζουνε	=	ιριδίζω
ιριδίζουσα	=	ιριδίζων
ιριδίζουσας	=	ιριδίζων
ιριδίζουσες	=	ιριδίζων
ιριδίζω	verb	κάνω να εμφανιστούν τα χρώματα της ίριδας σε μια επιφάνεια
ιριδίζων	verb|formal	που ιριδίζει (για επιφάνεια (ή αντικείμενο) που αλλάζει χρώμα ανάλογα με την γωνία πρόσπτωσης του φωτός)
ιριδίου	noun	γενική ενικού του ιρίδιο
ιριδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσαν	=	ιριδίζω
ιριδίσανε	=	ιριδίζω
ιριδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσομε	=	ιριδίζω
ιριδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσουνε	=	ιριδίζω
ιριδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιριδίζω
ιριδίτιδα	noun	φλεγμονή της ίριδας του οφθαλμού
ιριδίτιδας	=	ιριδίτιδα
ιριδίτιδες	=	ιριδίτιδα
ιριδίτιδων	=	ιριδίτιδα
ιριδεκτομές	=	ιριδεκτομή
ιριδεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση όλης ή μέρους της ίριδας του ματιού ώστε να αντιμετωπιστεί το γλαύκωμα κλειστής γωνίας και να αποκατασταθεί δίοδος για τις ακτίνες του φωτός προς το μάτι
ιριδεκτομής	=	ιριδεκτομή
ιριδεκτομών	=	ιριδεκτομή
ιριδιζουσών	=	ιριδίζων
ιριδιζούσης	=	ιριδίζων
ιριδιζόντων	=	ιριδίζων
ιριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιριδικό
ιριδικέ	adj	κλητική ενικού του ιριδικός
ιριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιριδική
ιριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιριδικός
ιριδικής	adj	γενική ενικού του ιριδική
ιριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιριδικός
ιριδικού	adj	γενική ενικού του ιριδικός
ιριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιριδικός
ιριδικό	adj	αιτιατική ενικού του ιριδικός
ιριδικός	adj	που σχετίζεται με την οφθαλμική ίριδα
ιριδικών	adj	γενική πληθυντικού του ιριδικός
ιριδιούχα	=	ιριδιούχος
ιριδιούχας	=	ιριδιούχος
ιριδιούχε	=	ιριδιούχος
ιριδιούχες	=	ιριδιούχος
ιριδιούχο	=	ιριδιούχος
ιριδιούχοι	=	ιριδιούχος
ιριδιούχος	adj	που έχει ή περιέχει ιρίδιο
ιριδιούχου	=	ιριδιούχος
ιριδιούχους	=	ιριδιούχος
ιριδιούχων	=	ιριδιούχος
ιριδισμέ	noun	κλητική ενικού του ιριδισμός
ιριδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιριδισμένο
ιριδισμένε	verb	κλητική ενικού του ιριδισμένος
ιριδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιριδισμένη
ιριδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιριδισμένος
ιριδισμένης	verb	γενική ενικού του ιριδισμένη
ιριδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιριδισμένος
ιριδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιριδισμένος
ιριδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ιριδίζω
ιριδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιριδισμένος
ιριδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιριδισμένος
ιριδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιριδισμένος
ιριδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιριδισμός
ιριδισμού	noun	γενική ενικού του ιριδισμός
ιριδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιριδισμός
ιριδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιριδισμός
ιριδισμός	noun	η εμφάνιση των χρωμάτων της ίριδας
ιριδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιριδισμός
ιριδοκήλες	=	ιριδοκήλη
ιριδοκήλη	noun	κήλη της ίριδας του ματιού που προκαλείται, συνήθως, μετά από τραυματισμό του κερατοειδούς
ιριδοκήλης	=	ιριδοκήλη
ιριδοσκοπήσεις	=	ιριδοσκόπηση
ιριδοσκοπήσεων	=	ιριδοσκόπηση
ιριδοσκοπίου	=	ιριδοσκόπιο
ιριδοσκοπίων	=	ιριδοσκόπιο
ιριδοσκόπηση	noun|formal	φωτογράφιση με ειδική κάμερα της ίριδας του ματιού
ιριδοσκόπησης	=	ιριδοσκόπηση
ιριδοσκόπια	=	ιριδοσκόπιο
ιριδοσκόπιο	noun	ειδική συσκευή με την οποία επιχειρείται η ιριδοσκόπηση
ιριδοσκόπιου	=	ιριδοσκόπιο
ιριδοτομία	noun|rare	χειρουργική τομή της ίριδος
ιριδοτομίας	noun	γενική ενικού του ιριδοτομία
ιριδοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του ιριδοτομία
ιριδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιριδωτό	adv	με ιριδωτό τρόπο, σαν την ίριδα
ιριδωτέ	adj	κλητική ενικού του ιριδωτός
ιριδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιριδωτή
ιριδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιριδωτός
ιριδωτής	adj	γενική ενικού του ιριδωτή
ιριδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιριδωτός
ιριδωτού	adj	γενική ενικού του ιριδωτός
ιριδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιριδωτός
ιριδωτό	adj	αιτιατική ενικού του ιριδωτός
ιριδωτός	adj	που έχει πολλά και διάφορα χρώματα, σαν την ίριδα
ιριδωτών	adj	γενική πληθυντικού του ιριδωτός
ιρλανδέ	=	ιρλανδός
ιρλανδή	=	ιρλανδός
ιρλανδικά	noun	επίσημη γλώσσα της Ιρλανδίας (μαζί με την αγγλική).	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιρλανδικός
ιρλανδικέ	adj	κλητική ενικού του ιρλανδικός
ιρλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιρλανδική
ιρλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιρλανδικός
ιρλανδικής	adj	γενική ενικού του ιρλανδική
ιρλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρλανδικός
ιρλανδικού	adj	γενική ενικού του ιρλανδικός
ιρλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιρλανδικός
ιρλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του ιρλανδικός
ιρλανδικός	adj	που αφορά την Ιρλανδία
ιρλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του ιρλανδικός
ιρλανδοί	=	ιρλανδός
ιρλανδού	=	ιρλανδός
ιρλανδούς	=	ιρλανδός
ιρλανδό	=	ιρλανδός
ιρλανδός	noun	ο Ιρλανδός
ιρλανδών	=	ιρλανδός
ιρρεδεντισμέ	noun	κλητική ενικού του ιρρεδεντισμός
ιρρεδεντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιρρεδεντισμός
ιρρεδεντισμού	noun	γενική ενικού του ιρρεδεντισμός
ιρρεδεντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιρρεδεντισμός
ιρρεδεντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιρρεδεντισμός
ιρρεδεντισμός	noun	ιταλικό κίνημα του 1870 κατά την ενοποίηση της Ιταλίας, που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση αλύτρωτων ιταλικών εδαφών
ιρρεδεντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιρρεδεντισμός
ιρφάνικα	=	ιρφάνικος
ιρφάνικε	=	ιρφάνικος
ιρφάνικες	=	ιρφάνικος
ιρφάνικη	=	ιρφάνικος
ιρφάνικης	=	ιρφάνικος
ιρφάνικο	=	ιρφάνικος
ιρφάνικοι	=	ιρφάνικος
ιρφάνικος	adj	εύθυμος
ιρφάνικου	=	ιρφάνικος
ιρφάνικους	=	ιρφάνικος
ιρφάνικων	=	ιρφάνικος
ισάδα	noun	άλλη μορφή του ισιάδα
ισάδας	=	ισάδα
ισάδελφε	=	ισάδελφος
ισάδελφη	=	ισάδελφος
ισάδελφο	=	ισάδελφος
ισάδελφοι	=	ισάδελφος
ισάδελφος	adj	που τον θεωρούμε συναισθηματικά ίσο προς τον αδελφό μας
ισάδελφου	=	ισάδελφος
ισάδελφους	=	ισάδελφος
ισάδες	=	ισάδα
ισάδων	=	ισάδα
ισάζαμε	=	ισάζω
ισάζαν	=	ισάζω
ισάζανε	=	ισάζω
ισάζατε	=	ισάζω
ισάζει	=	ισάζω
ισάζεις	=	ισάζω
ισάζεσαι	=	ισάζω
ισάζεστε	=	ισάζω
ισάζεται	=	ισάζω
ισάζετε	=	ισάζω
ισάζομαι	=	ισάζω
ισάζονται	=	ισάζω
ισάζονταν	=	ισάζω
ισάζοντας	=	ισάζω
ισάζουμε	=	ισάζω
ισάζουν	=	ισάζω
ισάζουνε	=	ισάζω
ισάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του ισιάζω
ισάκις	adv|archaic	ίσα, ίσες φορές
ισάλου	=	ίσαλος
ισάλους	=	ίσαλος
ισάλων	=	ίσαλος
ισάμπρι	noun	υπομονή, ανάπαυση
ισάμπρια	=	ισάμπρι
ισάξια	adv	κατά ισάξιο τρόπο
ισάξιας	=	ισάξιος
ισάξιε	=	ισάξιος
ισάξιες	=	ισάξιος
ισάξιο	=	ισάξιος
ισάξιοι	=	ισάξιος
ισάξιος	adj	που έχει ίση αξία, ίδιες ικανότητες, με κάποιον άλλον
ισάξιου	=	ισάξιος
ισάξιους	=	ισάξιος
ισάξιων	=	ισάξιος
ισάριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ισάριθμος	adv	με ισάριθμο τρόπο ή σε ισάριθμη ποσότητα
ισάριθμε	=	ισάριθμος
ισάριθμες	=	ισάριθμος
ισάριθμη	=	ισάριθμος
ισάριθμης	=	ισάριθμος
ισάριθμο	=	ισάριθμος
ισάριθμοι	=	ισάριθμος
ισάριθμος	adj	που είναι ίσος ως προς τον αριθμό με κάποιον/κάτι άλλο
ισάριθμου	=	ισάριθμος
ισάριθμους	=	ισάριθμος
ισάριθμων	=	ισάριθμος
ισάσαμε	=	ισάζω
ισάσαν	=	ισάζω
ισάσανε	=	ισάζω
ισάσατε	=	ισάζω
ισάσει	=	ισάζω
ισάσου	=	ισάζω
ισάστε	=	ισάζω
ισάστηκα	=	ισάζω
ισάστηκαν	=	ισάζω
ισάστηκε	=	ισάζω
ισάστηκες	=	ισάζω
ισάσω	=	ισάζω
ισάφιν	noun	νισάφι, το έλεος
ισίαζα	=	ισιάζω
ισίαζαν	=	ισιάζω
ισίαζε	=	ισιάζω
ισίαζες	=	ισιάζω
ισίασα	=	ισιάζω
ισίασαν	=	ισιάζω
ισίασε	=	ισιάζω
ισίασες	=	ισιάζω
ισα	abbrev	σύλλογος των επαγγελματιών ιδιωτών ιατρών της Αθήνας
ισαδέλφου	=	ισάδελφος
ισαδέλφους	=	ισάδελφος
ισαδέλφων	=	ισάδελφος
ισαζόμασταν	=	ισάζω
ισαζόμαστε	=	ισάζω
ισαζόμουν	=	ισάζω
ισαζόμουνα	=	ισάζω
ισαζόντουσαν	=	ισάζω
ισαζόσασταν	=	ισάζω
ισαζόσαστε	=	ισάζω
ισαζόσουν	=	ισάζω
ισαζόσουνα	=	ισάζω
ισαζόταν	=	ισάζω
ισαζότανε	=	ισάζω
ισαμπριού	=	ισάμπρι
ισαμπριών	=	ισάμπρι
ισανώμαλα	=	ισανώμαλος
ισανώμαλε	=	ισανώμαλος
ισανώμαλες	=	ισανώμαλος
ισανώμαλη	=	ισανώμαλος
ισανώμαλης	=	ισανώμαλος
ισανώμαλο	=	ισανώμαλος
ισανώμαλοι	=	ισανώμαλος
ισανώμαλος	adj	που είναι ίσος με κάποιον άλλο αλλά άνισος με κάποιον τρίτο
ισανώμαλου	=	ισανώμαλος
ισανώμαλους	=	ισανώμαλος
ισανώμαλων	=	ισανώμαλος
ισαπέχον	=	ισαπέχων
ισαπέχοντα	=	ισαπέχων
ισαπέχοντες	=	ισαπέχων
ισαπέχοντος	=	ισαπέχων
ισαπέχουσα	=	ισαπέχων
ισαπέχουσας	=	ισαπέχων
ισαπέχουσες	=	ισαπέχων
ισαπέχω	verb	απέχω εξίσου
ισαπέχων	verb	που ισαπέχει, που βρίσκεται σε ίσες αποστάσεις από κάτι ή κάποιον
ισαπεχουσών	=	ισαπέχων
ισαπεχούσης	=	ισαπέχων
ισαπεχόντων	=	ισαπέχων
ισαποστάκη	=	ισαποστάκης
ισαποστάκηδες	=	ισαποστάκης
ισαποστάκηδων	=	ισαποστάκης
ισαποστάκης	noun	ισαποστάκιας
ισαποστάκια	=	ισαποστάκιας
ισαποστάκιας	noun	που παίρνει ίσες αποστάσεις σε θέματα και δεν λαμβάνει ξεκάθαρη στάση
ισαποστακισμέ	=	ισαποστακισμός
ισαποστακισμοί	=	ισαποστακισμός
ισαποστακισμού	=	ισαποστακισμός
ισαποστακισμούς	=	ισαποστακισμός
ισαποστακισμό	=	ισαποστακισμός
ισαποστακισμός	noun	το δήθεν κράτημα ίσων αποστάσεων από αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις, με σκοπό την δικαιολόγηση ακραίων πρακτικών
ισαποστακισμών	=	ισαποστακισμός
ισαποστασάκιας	noun|rare	ισαποστάκιας
ισαποστασίτες	=	ισαποστασίτης
ισαποστασίτη	=	ισαποστασίτης
ισαποστασίτης	noun	ισαποστάκιας
ισαποστασιτών	=	ισαποστασίτης
ισαποστόλου	noun	γενική ενικού του ισαπόστολος
ισαποστόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισαπόστολος
ισαποστόλων	noun	γενική πληθυντικού του ισαπόστολος
ισαποχές	=	ισαποχή
ισαποχή	noun	αποστάσεις αντικειμένου το οποίο ισαπέχει από απομακρυσμένα σημεία ή επιφάνειες
ισαποχής	=	ισαποχή
ισαποχών	=	ισαποχή
ισαπόστολε	noun	κλητική ενικού του ισαπόστολος
ισαπόστολο	noun	αιτιατική ενικού του ισαπόστολος
ισαπόστολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισαπόστολος
ισαπόστολος	noun	άγιος ή αγία που τιμάται από την Εκκλησία ως ίσος/ίση με τους αποστόλους
ισαπόστολου	=	ισαπόστολος
ισαπόστολους	=	ισαπόστολος
ισαπόστολων	=	ισαπόστολος
ισασμέ	=	ισασμός
ισασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισασμένο
ισασμένε	verb	κλητική ενικού του ισασμένος
ισασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισασμένη
ισασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισασμένος
ισασμένης	verb	γενική ενικού του ισασμένη
ισασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισασμένος
ισασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισασμένος
ισασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισάζω
ισασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισασμένος
ισασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισασμένος
ισασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισασμένος
ισασμοί	=	ισασμός
ισασμού	=	ισασμός
ισασμούς	=	ισασμός
ισασμό	=	ισασμός
ισασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισάζω
ισασμών	=	ισασμός
ισαστήκαμε	=	ισάζω
ισαστήκαν	=	ισάζω
ισαστήκανε	=	ισάζω
ισαστήκατε	=	ισάζω
ισαστεί	=	ισάζω
ισαστείτε	=	ισάζω
ισηγορία	noun	η ισότιμη ελευθερία του λόγου, η παρρησία για όλους
ισηγορίας	=	ισηγορία
ισηγορίες	=	ισηγορία
ισηγοριών	=	ισηγορία
ισημερία	noun	το να έχουν ίση χρονική διάρκεια η ημέρα και η νύχτα, κάτι που συμβαίνει δύο φορές το έτος
ισημερίας	noun	γενική ενικού του ισημερία
ισημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισημερία
ισημερινά	=	ισημερινός
ισημερινέ	noun	κλητική ενικού του ισημερινός
ισημερινές	=	ισημερινός
ισημερινή	=	ισημερινός
ισημερινής	=	ισημερινός
ισημερινοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισημερινός
ισημερινού	noun	γενική ενικού του ισημερινός
ισημερινούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισημερινός
ισημερινό	noun	αιτιατική ενικού του ισημερινός
ισημερινός	noun	νοητή γραμμή στην επιφάνεια της Γης με ίση απόσταση από τον Βόρειο Πόλο και Νότιο Πόλο
ισημερινών	noun	γενική πληθυντικού του ισημερινός
ισημεριών	noun	γενική πληθυντικού του ισημερία
ισθμέ	noun	κλητική ενικού του ισθμός
ισθμίων	=	ίσθμια
ισθμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισθμιακό
ισθμιακέ	adj	κλητική ενικού του ισθμιακός
ισθμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισθμιακή
ισθμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισθμιακός
ισθμιακής	adj	γενική ενικού του ισθμιακή
ισθμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισθμιακός
ισθμιακού	adj	γενική ενικού του ισθμιακός
ισθμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισθμιακός
ισθμιακό	adj	αιτιατική ενικού του ισθμιακός
ισθμιακός	adj	που έχει σχέση με τα Ίσθμια ή αναφέρεται σ’ αυτά
ισθμιακών	adj	γενική πληθυντικού του ισθμιακός
ισθμιονίκες	=	ισθμιονίκης
ισθμιονίκη	=	ισθμιονίκης
ισθμιονίκης	noun	ο νικητής σε κάποιο αγώνισμα στα Ίσθμια
ισθμιονικών	=	ισθμιονίκης
ισθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισθμός
ισθμού	noun	γενική ενικού του ισθμός
ισθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισθμός
ισθμό	noun	αιτιατική ενικού του ισθμός
ισθμός	noun	στενή λωρίδα ξηράς που ενώνει δύο ξηρές και χωρίζει δύο θάλασσες
ισθμών	noun	γενική πληθυντικού του ισθμός
ισιάδα	noun	το να είσαι ίσιος, ευθύγραμμος
ισιάδας	=	ισιάδα
ισιάδες	=	ισιάδα
ισιάδων	=	ισιάδα
ισιάζαμε	=	ισιάζω
ισιάζαν	=	ισιάζω
ισιάζανε	=	ισιάζω
ισιάζατε	=	ισιάζω
ισιάζει	=	ισιάζω
ισιάζεις	=	ισιάζω
ισιάζετε	=	ισιάζω
ισιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ισιάζω
ισιάζοντας	=	ισιάζω
ισιάζουμε	=	ισιάζω
ισιάζουν	=	ισιάζω
ισιάζουνε	=	ισιάζω
ισιάζω	verb	άλλη μορφή του ισιώνω
ισιάξαμε	=	ισιάζω
ισιάξαν	=	ισιάζω
ισιάξανε	=	ισιάζω
ισιάξατε	=	ισιάζω
ισιάξει	=	ισιάζω
ισιάξτε	=	ισιάζω
ισιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσαν	=	ισιάζω
ισιάσανε	=	ισιάζω
ισιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιάζω
ισιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισιασμένο
ισιασμένε	verb	κλητική ενικού του ισιασμένος
ισιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισιασμένη
ισιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισιασμένος
ισιασμένης	verb	γενική ενικού του ισιασμένη
ισιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισιασμένος
ισιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισιασμένος
ισιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισιάζω
ισιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισιασμένος
ισιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισιασμένος
ισιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισιασμένος
ισιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίσιωμα
ισιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισιωμένο
ισιωμένε	verb	κλητική ενικού του ισιωμένος
ισιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισιωμένη
ισιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισιωμένος
ισιωμένης	verb	γενική ενικού του ισιωμένη
ισιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισιωμένος
ισιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισιωμένος
ισιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισιώνω
ισιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισιωμένος
ισιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισιωμένος
ισιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισιωμένος
ισιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσιωμα
ισιώματος	noun	γενική ενικού του ίσιωμα
ισιώναμε	=	ισιώνω
ισιώναν	=	ισιώνω
ισιώνανε	=	ισιώνω
ισιώνατε	=	ισιώνω
ισιώνει	=	ισιώνω
ισιώνεις	=	ισιώνω
ισιώνετε	=	ισιώνω
ισιώνομε	=	ισιώνω
ισιώνοντας	=	ισιώνω
ισιώνουμε	=	ισιώνω
ισιώνουν	=	ισιώνω
ισιώνουνε	=	ισιώνω
ισιώνω	verb	κάνω κάτι ίσιο (αν είναι στραβό) ή ομαλό (αν είναι ακατάστατο) ή επίπεδο (αν έχει ανώμαλη επιφάνεια)
ισιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσαν	=	ισιώνω
ισιώσανε	=	ισιώνω
ισιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσομε	=	ισιώνω
ισιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσουνε	=	ισιώνω
ισιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισιώνω
ισκε	abbrev	αρχικά του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος
ισκιερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισκιερό	adv	σε ισκιερό τόπο
ισκιερέ	adj	κλητική ενικού του ισκιερός
ισκιερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισκιερή
ισκιερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισκιερός
ισκιερής	adj	γενική ενικού του ισκιερή
ισκιεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισκιερός
ισκιερού	adj	γενική ενικού του ισκιερός
ισκιερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισκιερός
ισκιερό	adj	αιτιατική ενικού του ισκιερός
ισκιερός	adj	άλλη μορφή του σκιερός
ισκιερών	adj	γενική πληθυντικού του ισκιερός
ισκιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίσκιωμα
ισκιωμένος	=	ισκιώνω
ισκιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσκιωμα
ισκιώματος	noun	γενική ενικού του ίσκιωμα
ισκιώναμε	=	ισκιώνω
ισκιώναν	=	ισκιώνω
ισκιώνανε	=	ισκιώνω
ισκιώνατε	=	ισκιώνω
ισκιώνει	=	ισκιώνω
ισκιώνεις	=	ισκιώνω
ισκιώνετε	=	ισκιώνω
ισκιώνοντας	=	ισκιώνω
ισκιώνουμε	=	ισκιώνω
ισκιώνουν	=	ισκιώνω
ισκιώνουνε	=	ισκιώνω
ισκιώνω	verb	ρίχνω τον ίσκιο μου
ισκιώσαμε	=	ισκιώνω
ισκιώσαν	=	ισκιώνω
ισκιώσανε	=	ισκιώνω
ισκιώσατε	=	ισκιώνω
ισκιώσει	=	ισκιώνω
ισκιώστε	=	ισκιώνω
ισκιώσω	=	ισκιώνω
ισλάμ	noun	μονοθεϊστική θρησκεία του Αραβικού, κυρίως κόσμου, η οποία διαμορφώθηκε με το κήρυγμα και τη δράση του Προφήτη Μωάμεθ (Μουχάμαντ) στις αρχές του 7ου αιώνα
ισλαμίστρια	noun	θηλυκό του ισλαμιστής
ισλαμίστριας	noun	γενική ενικού του ισλαμίστρια
ισλαμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμίστρια
ισλαμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμικό
ισλαμικέ	adj	κλητική ενικού του ισλαμικός
ισλαμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμική
ισλαμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισλαμικός
ισλαμικής	adj	γενική ενικού του ισλαμική
ισλαμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισλαμικός
ισλαμικού	adj	γενική ενικού του ισλαμικός
ισλαμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισλαμικός
ισλαμικό	adj	αιτιατική ενικού του ισλαμικός
ισλαμικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο ισλάμ
ισλαμικών	adj	γενική πληθυντικού του ισλαμικός
ισλαμισμέ	noun	κλητική ενικού του ισλαμισμός
ισλαμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισλαμισμός
ισλαμισμού	noun	γενική ενικού του ισλαμισμός
ισλαμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισλαμισμός
ισλαμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ισλαμισμός
ισλαμισμός	noun	το ισλάμ, η ισλαμική πίστη, πίστη και αφοσίωση στον λόγο του Θεού-Αλλάχ μέσα απ' το Ιερό Κείμενο του Κορανίου που συνέγραψε ο προφήτης Μωάμεθ
ισλαμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ισλαμισμός
ισλαμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμιστής
ισλαμιστή	=	ισλαμιστής
ισλαμιστής	noun	ο οπαδός του ισλάμ ο οποίος έχει ενεργή δράση
ισλαμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμιστικό
ισλαμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ισλαμιστικός
ισλαμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμιστική
ισλαμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισλαμιστικός
ισλαμιστικής	adj	γενική ενικού του ισλαμιστική
ισλαμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισλαμιστικός
ισλαμιστικού	adj	γενική ενικού του ισλαμιστικός
ισλαμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισλαμιστικός
ισλαμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ισλαμιστικός
ισλαμιστικός	adj	σχετικός με το ισλάμ
ισλαμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ισλαμιστικός
ισλαμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ισλαμίστρια
ισλαμιστών	=	ισλαμιστής
ισλαμο-αριστερισμέ	=	ισλαμο-αριστερισμός
ισλαμο-αριστερισμοί	=	ισλαμο-αριστερισμός
ισλαμο-αριστερισμού	=	ισλαμο-αριστερισμός
ισλαμο-αριστερισμούς	=	ισλαμο-αριστερισμός
ισλαμο-αριστερισμό	=	ισλαμο-αριστερισμός
ισλαμο-αριστερισμός	noun	διασύνδεση ή συμμαχία σε πολιτικό επίπεδο ή στο πεδίο του πολιτικού λόγου μεταξύ αριστερών και ισλαμιστών
ισλαμο-αριστερισμών	=	ισλαμο-αριστερισμός
ισλαμοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοκρατία
ισλαμολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμολαγνεία
ισλαμολογία	noun	η μελέτη του ισλάμ
ισλαμολογίας	=	ισλαμολογία
ισλαμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμολογία
ισλαμολογιών	=	ισλαμολογία
ισλαμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοποίηση
ισλαμοτρομοκράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοτρομοκράτης
ισλαμοτρομοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοτρομοκρατία
ισλαμοφάγα	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγας	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγε	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγες	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγο	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγοι	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγος	noun	ισλαμοφάγος	adj	που μισεί το Ισλάμ και τους ισλαμιστές και θέλει να τους κάνει κακό
ισλαμοφάγου	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγους	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφάγων	=	ισλαμοφάγος
ισλαμοφασίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοφασίστας
ισλαμοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοφιλία
ισλαμοφοβία	noun	φόβος ή μίσος προς το ισλάμ ή τους μουσουλμάνους
ισλαμοφοβίας	noun	γενική ενικού του ισλαμοφοβία
ισλαμοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλαμοφοβία
ισλαμοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ισλαμοφοβία
ισλαμόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισλαμόφοβος
ισλανδέζα	noun	θηλυκό του Ισλανδέζος, η Ισλανδή
ισλανδέζας	=	ισλανδέζα
ισλανδέζες	=	ισλανδέζα
ισλανδέζων	=	ισλανδέζα
ισλανδή	=	ισλανδέζα
ισλανδικά	noun	ισλανδική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται στην Ισλανδία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλανδικό
ισλανδικέ	adj	κλητική ενικού του ισλανδικός
ισλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισλανδική
ισλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισλανδικός
ισλανδικής	adj	γενική ενικού του ισλανδική
ισλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισλανδικός
ισλανδικού	adj	γενική ενικού του ισλανδικός
ισλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισλανδικός
ισλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του ισλανδικός
ισλανδικός	adj	που αναφέρεται στην Ισλανδία
ισλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του ισλανδικός
ισλανδός	=	ισλανδέζα
ισνάφι	noun	άλλη μορφή του σινάφι
ισνάφια	=	ισνάφι
ισναφιού	=	ισνάφι
ισναφιών	=	ισνάφι
ισοένζυμα	=	ισοένζυμο
ισοένζυμο	noun	καθεμιά από τις διαφορετικές μορφές ενός ενζύμου στον ίδιο οργανισμό, που καταλύουν την ίδια αντίδραση αλλά διαφέρουν στη δομή, στη ρύθμιση ή στην κατανομή στους ιστούς
ισοένζυμου	=	ισοένζυμο
ισοένζυμων	=	ισοένζυμο
ισοβάθμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβάθμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβάθμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβάθμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβάθμια	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιας	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιε	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιες	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιο	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιοι	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιος	adj	άλλη μορφή του ισόβαθμος
ισοβάθμιου	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιους	=	ισοβάθμιος
ισοβάθμιων	=	ισοβάθμιος
ισοβίτες	=	ισοβίτης
ισοβίτη	=	ισοβίτης
ισοβίτης	noun	αυτός που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης
ισοβίτισσα	noun	αυτή που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης
ισοβίτισσας	noun	γενική ενικού του ισοβίτισσα
ισοβίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοβίτισσα
ισοβίων	=	ισόβια
ισοβίως	adv	ισόβια, για μια ζωή
ισοβαθές	=	ισοβαθής
ισοβαθή	=	ισοβαθής
ισοβαθής	adj	που έχει ίσο βάθος με κάτι άλλο
ισοβαθείς	=	ισοβαθής
ισοβαθμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοβαθμώ
ισοβαθμία	noun	η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι συναγωνιζόμενοι σε διαγωνισμό, πρωτάθλημα κλπ. ισοβαθμούν
ισοβαθμίας	=	ισοβαθμία
ισοβαθμίες	=	ισοβαθμία
ισοβαθμιών	=	ισοβαθμία
ισοβαθμώ	verb	έχω ίσους βαθμούς με άλλους συναγωνιζόμενους σε διαγωνισμό, πρωτάθλημα κλπ.
ισοβαθούς	=	ισοβαθής
ισοβαθών	=	ισοβαθής
ισοβαρές	noun	άτομο με ίσο μαζικό αριθμό/αριθμό νουκλεονίων μα (σχεδόν πάντα) διαφορετική σύσταση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισοβαρής
ισοβαρή	=	ισοβαρής
ισοβαρής	adj	που έχει ίσο βάρος με κάτι άλλο
ισοβαρείς	=	ισοβαρής
ισοβαρούς	=	ισοβαρής
ισοβαρών	=	ισοβαρής
ισοβιοτήτων	=	ισοβιότητα
ισοβιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ισοβίτισσα
ισοβιτών	=	ισοβίτης
ισοβιότητα	noun	η ιδιότητα του ισόβιου
ισοβιότητας	noun	γενική ενικού του ισοβιότητα
ισοβιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοβιότητα
ισογείου	=	ισόγειο
ισογείων	=	ισόγειο
ισογλώσσου	=	ισόγλωσσο
ισογλώσσων	=	ισόγλωσσο
ισογώνια	=	ισογώνιος
ισογώνιας	=	ισογώνιος
ισογώνιε	=	ισογώνιος
ισογώνιες	=	ισογώνιος
ισογώνιο	=	ισογώνιος
ισογώνιοι	=	ισογώνιος
ισογώνιος	adj	που έχει (όλες) τις γωνίες ίσες
ισογώνιου	=	ισογώνιος
ισογώνιους	=	ισογώνιος
ισογώνιων	=	ισογώνιος
ισοδυνάμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυνάμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυνάμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυνάμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδυναμία	noun	λογική σχέση στην οποία το ένα μέλος της σχέσης συνεπάγεται το άλλο
ισοδυναμίας	noun	γενική ενικού του ισοδυναμία
ισοδυναμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοδυναμία
ισοδυναμεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ισοδυναμώ
ισοδυναμείς	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμείτε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοδυναμία
ισοδυναμούμε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούν	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούνε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσα	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσαμε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσαν	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσανε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσατε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσε	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμούσες	=	ισοδυναμώ
ισοδυναμώ	verb	είμαι ισοδύναμος
ισοδυναμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισοδυναμώ
ισοδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοδύναμο
ισοδύναμε	adj	κλητική ενικού του ισοδύναμος
ισοδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοδύναμη
ισοδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοδύναμος
ισοδύναμης	adj	γενική ενικού του ισοδύναμη
ισοδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του ισοδύναμος
ισοδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοδύναμος
ισοδύναμος	adj	ίσος σε δύναμη ή σε αξία με κάποιον/κάτι άλλο
ισοδύναμου	adj	γενική ενικού του ισοδύναμος
ισοδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοδύναμος
ισοδύναμων	adj	γενική πληθυντικού του ισοδύναμος
ισοενζύμου	=	ισοένζυμο
ισοενζύμων	=	ισοένζυμο
ισοζυγές	=	ισοζυγής
ισοζυγή	=	ισοζυγής
ισοζυγής	adj	που έχει το ίδιο βάρος με κάποιον άλλο
ισοζυγία	noun	ισοσταθμία
ισοζυγίας	noun	γενική ενικού του ισοζυγία
ισοζυγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγία
ισοζυγίζαμε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζαν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζανε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζατε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζει	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζεις	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζεσαι	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζεστε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζεται	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζετε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ισοζυγίζω
ισοζυγίζονται	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζονταν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζοντας	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζου	=	ισοζυγίζομαι
ισοζυγίζουμε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζουν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζουνε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίζω	verb	με ζύγιση εξισορροπώ το βάρος δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων, τα κάνω να έχουν το ίδιο βάρος
ισοζυγίου	noun	γενική ενικού του ισοζύγιο
ισοζυγίσαμε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίσαν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίσανε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίσατε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίσει	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίσεις	=	ισοζύγιση
ισοζυγίσεων	=	ισοζύγιση
ισοζυγίσου	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίστε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίστηκα	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίστηκαν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίστηκε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίστηκες	=	ισοζυγίζω
ισοζυγίων	noun	γενική πληθυντικού του ισοζύγιο
ισοζυγείς	=	ισοζυγής
ισοζυγιάζαμε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζαν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζανε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζατε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζει	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζεις	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζεσαι	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζεστε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζεται	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζετε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζονται	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζονταν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζοντας	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζουμε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζουν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζουνε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάζω	verb	άλλη μορφή του ισοζυγίζω
ισοζυγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσαν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσανε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσου	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιάστηκα	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάστηκαν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάστηκε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάστηκες	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόμασταν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόμαστε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόμουν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόμουνα	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόντουσαν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόσασταν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόσαστε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόσουν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόσουνα	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζόταν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαζότανε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγιασμένο
ισοζυγιασμένε	verb	κλητική ενικού του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγιασμένη
ισοζυγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιασμένης	verb	γενική ενικού του ισοζυγιασμένη
ισοζυγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιασμένος	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοζυγιασμένος
ισοζυγιαστήκαμε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαστήκαν	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαστήκανε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαστήκατε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαστεί	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιαστείτε	=	ισοζυγιάζω
ισοζυγιζόμασταν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόμαστε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόμουν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόμουνα	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόντουσαν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόσασταν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόσαστε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόσουν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόσουνα	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζόταν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιζότανε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγισμέ	=	ισοζυγισμός
ισοζυγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγισμένο
ισοζυγισμένε	verb	κλητική ενικού του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγισμένη
ισοζυγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμένης	verb	γενική ενικού του ισοζυγισμένη
ισοζυγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισοζυγώ και ισοζυγίζω
ισοζυγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοζυγισμένος
ισοζυγισμοί	=	ισοζυγισμός
ισοζυγισμού	=	ισοζυγισμός
ισοζυγισμούς	=	ισοζυγισμός
ισοζυγισμό	=	ισοζυγισμός
ισοζυγισμός	noun	το αποτέλεσμα του ισοζυγίζω
ισοζυγισμών	=	ισοζυγισμός
ισοζυγιστές	=	ισοζυγιστής
ισοζυγιστή	=	ισοζυγιστής
ισοζυγιστήκαμε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιστήκαν	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιστήκανε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιστήκατε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιστής	noun	αυτός που ισοζυγίζει
ισοζυγιστεί	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιστείτε	=	ισοζυγίζω
ισοζυγιστών	=	ισοζυγιστής
ισοζυγιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοζυγία
ισοζυγούς	=	ισοζυγής
ισοζυγώ	verb	άλλη μορφή του ισοζυγίζω
ισοζυγών	=	ισοζυγής
ισοζυγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισοζυγώ
ισοζύγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοζύγιο
ισοζύγιαζα	=	ισοζυγιάζω
ισοζύγιαζαν	=	ισοζυγιάζω
ισοζύγιαζε	=	ισοζυγιάζω
ισοζύγιαζες	=	ισοζυγιάζω
ισοζύγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζύγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζύγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζύγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοζυγιάζω
ισοζύγιζα	=	ισοζυγίζω
ισοζύγιζαν	=	ισοζυγίζω
ισοζύγιζε	=	ισοζυγίζω
ισοζύγιζες	=	ισοζυγίζω
ισοζύγιο	noun	λογιστικός έλεγχος συμπληρωματικών ή αντίθετων οικονομικών μεγεθών (π.χ. έσοδα# έξοδα)
ισοζύγιου	=	ισοζύγιο
ισοζύγισα	=	ισοζυγίζω
ισοζύγισαν	=	ισοζυγίζω
ισοζύγισε	=	ισοζυγίζω
ισοζύγισες	=	ισοζυγίζω
ισοζύγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισοζυγίζω
ισοζύγισης	=	ισοζύγιση
ισοθερμία	noun	η ιδιότητα του ισόθερμου, η διατήρηση της ίδιας / σταθερής θερμοκρασίας παρά τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος
ισοθερμίας	noun	γενική ενικού του ισοθερμία
ισοθερμίες	=	ισοθερμία
ισοθερμιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοθερμιδικό
ισοθερμιδικέ	adj	κλητική ενικού του ισοθερμιδικός
ισοθερμιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοθερμιδική
ισοθερμιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοθερμιδικός
ισοθερμιδικής	adj	γενική ενικού του ισοθερμιδική
ισοθερμιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοθερμιδικός
ισοθερμιδικού	adj	γενική ενικού του ισοθερμιδικός
ισοθερμιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοθερμιδικός
ισοθερμιδικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοθερμιδικός
ισοθερμιδικός	adj	που προσφέρει τις ίδιες θερμίδες με κάτι άλλο
ισοθερμιδικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοθερμιδικός
ισοθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοθερμικό
ισοθερμικέ	adj	κλητική ενικού του ισοθερμικός
ισοθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοθερμική
ισοθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοθερμικός
ισοθερμικής	adj	γενική ενικού του ισοθερμική
ισοθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοθερμικός
ισοθερμικού	adj	γενική ενικού του ισοθερμικός
ισοθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοθερμικός
ισοθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοθερμικός
ισοθερμικός	adj	που αναφέρεται στην ισοθερμία
ισοθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοθερμικός
ισοθερμιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοθερμία
ισοκατανομές	=	ισοκατανομή
ισοκατανομή	noun	η ίση κατανομή, η κατανομή σε ίσα μέρη
ισοκατανομής	=	ισοκατανομή
ισοκατανομών	=	ισοκατανομή
ισοκεφαλία	noun	ο καλλιτεχνικός κανόνας κατά τον οποίο οι μορφές των ανάγλυφων ή ζωγραφικών παραστάσεων παριστάνονται έτσι ώστε οι κεφαλές των προσώπων να βρίσκονται στο ίδιο ύψος, χωρίς να λαμβάνεται υπ΄ όψη η θέση ή στάση της κάθε μορφής
ισοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του ισοκεφαλία
ισοκεφαλίες	=	ισοκεφαλία
ισοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοκεφαλία
ισοκράτημα	noun	συνοδεία της μελωδίας με τη σταθερή συνήχηση του ίσου
ισοκρατήματα	=	ισοκράτημα
ισοκρατήματος	=	ισοκράτημα
ισοκρατημάτων	=	ισοκράτημα
ισοκυανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοκυανικό
ισοκυανικέ	adj	κλητική ενικού του ισοκυανικός
ισοκυανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοκυανική
ισοκυανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοκυανικός
ισοκυανικής	adj	γενική ενικού του ισοκυανική
ισοκυανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοκυανικός
ισοκυανικού	adj	γενική ενικού του ισοκυανικός
ισοκυανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοκυανικός
ισοκυανικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοκυανικός
ισοκυανικός	adj	που έχει σχέση με το ισοκυανικό οξύ (Η-Ν=C=O) ή αναφέρεται σ’ αυτό
ισοκυανικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοκυανικός
ισοκόρυφή	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφα	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφε	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφες	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφη	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφης	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφο	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφοι	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφος	adj|formal	που οι κορυφές τους έχουν το ίδιο ύψος
ισοκόρυφου	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφους	=	ισοκόρυφος
ισοκόρυφων	=	ισοκόρυφος
ισοκώλου	noun	γενική ενικού του ισόκωλο
ισοκώλων	noun	γενική πληθυντικού του ισόκωλο
ισολευκίνες	=	ισολευκίνη
ισολευκίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
ισολευκίνης	=	ισολευκίνη
ισολευκινών	=	ισολευκίνη
ισολογισμέ	noun	κλητική ενικού του ισολογισμός
ισολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισολογισμός
ισολογισμού	noun	γενική ενικού του ισολογισμός
ισολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισολογισμός
ισολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του ισολογισμός
ισολογισμός	noun	η χρηματοοικονομική θέση μιας οικονομικής μονάδας, όπου παρουσιάζονται τα περιουσιακά στοιχεία, οι απαιτήσεις της (ενεργητικό) και οι υποχρεώσεις της (παθητικό), σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και σε ενιαίο νόμισμα
ισολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του ισολογισμός
ισομέγεθες	=	ισομεγέθης
ισομέρεια	noun	το να είναι κάποιος ισομερής, η ιδιότητα του ισομερούς
ισομέρειας	noun	γενική ενικού του ισομέρεια
ισομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισομέρεια
ισομήκεις	=	ισομήκης
ισομήκη	=	ισομήκης
ισομήκης	adj	που έχει ίσο μήκος με κάτι άλλο
ισομήκους	=	ισομήκης
ισομήκων	=	ισομήκης
ισομήκως	adv	σε ίσο μήκος
ισομεγέθεις	=	ισομεγέθης
ισομεγέθη	=	ισομεγέθης
ισομεγέθης	adj	που είναι ίσος στο μέγεθος με κάτι άλλο
ισομεγέθους	=	ισομεγέθης
ισομεγέθων	=	ισομεγέθης
ισομερές	noun	για άτομα με ίδιο χημικό τύπο αλλά άλλη διάταξη στοιχείων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισομερής
ισομερή	=	ισομερής
ισομερής	adj	που απαρτίζεται από ίσα μέρη
ισομερείς	=	ισομερής
ισομερείωσης	noun	γενική ενικού του ισομερείωση
ισομερειών	noun	γενική πληθυντικού του ισομέρεια
ισομερισμέ	noun	κλητική ενικού του ισομερισμός
ισομερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισομερισμός
ισομερισμού	noun	γενική ενικού του ισομερισμός
ισομερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισομερισμός
ισομερισμό	noun	αιτιατική ενικού του ισομερισμός
ισομερισμός	noun	ισομεροποίηση, η μετατροπή σε χημικό ή φυσικό ισομερές, μεταλλαγή από ένα ισομερές σε άλλο
ισομερισμών	noun	γενική πληθυντικού του ισομερισμός
ισομερούς	=	ισομερής
ισομερών	=	ισομερής
ισομερώς	adv|formal	με ισομερή τρόπο
ισομετρία	noun	η ιδιότητα του ισόμετρου, το να είναι κάποιος ή κάτι ισόμετρο(ς)
ισομετρίας	noun	γενική ενικού του ισομετρία
ισομετρίες	=	ισομετρία
ισομετρικά	=	ισομετρικός
ισομετρικέ	=	ισομετρικός
ισομετρικές	=	ισομετρικός
ισομετρική	=	ισομετρικός
ισομετρικής	=	ισομετρικός
ισομετρικοί	=	ισομετρικός
ισομετρικού	=	ισομετρικός
ισομετρικούς	=	ισομετρικός
ισομετρικό	=	ισομετρικός
ισομετρικός	adj	που έχει σχέση με τον ισόμετρο ή την ισομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ισομετρικών	=	ισομετρικός
ισομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ισομετρία
ισομοίραζα	=	ισομοιράζω
ισομοίραζαν	=	ισομοιράζω
ισομοίραζε	=	ισομοιράζω
ισομοίραζες	=	ισομοιράζω
ισομοίρασα	=	ισομοιράζω
ισομοίρασαν	=	ισομοιράζω
ισομοίρασε	=	ισομοιράζω
ισομοίρασες	=	ισομοιράζω
ισομοιράζαμε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζαν	=	ισομοιράζω
ισομοιράζανε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζατε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζει	=	ισομοιράζω
ισομοιράζεις	=	ισομοιράζω
ισομοιράζεσαι	=	ισομοιράζω
ισομοιράζεστε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζεται	=	ισομοιράζω
ισομοιράζετε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ισομοιράζω
ισομοιράζονται	=	ισομοιράζω
ισομοιράζονταν	=	ισομοιράζω
ισομοιράζοντας	=	ισομοιράζω
ισομοιράζουμε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζουν	=	ισομοιράζω
ισομοιράζουνε	=	ισομοιράζω
ισομοιράζω	verb	μοιράζω σε ίσα μερίδια
ισομοιράσαμε	=	ισομοιράζω
ισομοιράσαν	=	ισομοιράζω
ισομοιράσανε	=	ισομοιράζω
ισομοιράσατε	=	ισομοιράζω
ισομοιράσει	=	ισομοιράζω
ισομοιράσου	=	ισομοιράζω
ισομοιράστε	=	ισομοιράζω
ισομοιράστηκα	=	ισομοιράζω
ισομοιράστηκαν	=	ισομοιράζω
ισομοιράστηκε	=	ισομοιράζω
ισομοιράστηκες	=	ισομοιράζω
ισομοιρία	noun	ίσο μερίδιο
ισομοιρίας	noun	γενική ενικού του ισομοιρία
ισομοιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισομοιρία
ισομοιραζόμασταν	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόμαστε	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόμουν	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόμουνα	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόντουσαν	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόσασταν	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόσαστε	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόσουν	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόσουνα	=	ισομοιράζω
ισομοιραζόταν	=	ισομοιράζω
ισομοιραζότανε	=	ισομοιράζω
ισομοιρασμένα	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένε	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένες	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένη	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένης	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένο	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένοι	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ισομοιράζω
ισομοιρασμένου	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένους	=	ισομοιρασμένος
ισομοιρασμένων	=	ισομοιρασμένος
ισομοιραστήκαμε	=	ισομοιράζω
ισομοιραστήκαν	=	ισομοιράζω
ισομοιραστήκανε	=	ισομοιράζω
ισομοιραστήκατε	=	ισομοιράζω
ισομοιραστεί	=	ισομοιράζω
ισομοιραστείτε	=	ισομοιράζω
ισομοιριών	noun	γενική πληθυντικού του ισομοιρία
ισομορφία	noun	η ιδιότητα του ισόμορφου
ισομορφίας	noun	γενική ενικού του ισομορφία
ισομορφίες	=	ισομορφία
ισομορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισομορφικό
ισομορφικέ	adj	κλητική ενικού του ισομορφικός
ισομορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισομορφική
ισομορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισομορφικός
ισομορφικής	adj	γενική ενικού του ισομορφική
ισομορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισομορφικός
ισομορφικού	adj	γενική ενικού του ισομορφικός
ισομορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισομορφικός
ισομορφικό	adj	αιτιατική ενικού του ισομορφικός
ισομορφικός	adj	που έχει σχέση με ισόμορφες ιδιότητες ή αναφέρεται σ' αυτές
ισομορφικών	adj	γενική πληθυντικού του ισομορφικός
ισομορφισμέ	=	ισομορφισμός
ισομορφισμοί	=	ισομορφισμός
ισομορφισμού	=	ισομορφισμός
ισομορφισμούς	=	ισομορφισμός
ισομορφισμό	=	ισομορφισμός
ισομορφισμός	noun	ομοιότητα στη μορφή
ισομορφισμών	=	ισομορφισμός
ισομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ισομορφία
ισονομία	noun	η κατάσταση κατά την οποία όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και δεν προβλέπεται διαφορετική μεταχείριση για κανέναν λόγω καταγωγής, κοινωνικής θέσης, εισοδήματος, φύλου κλπ
ισονομίας	noun	γενική ενικού του ισονομία
ισονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισονομία
ισονομιών	noun	γενική πληθυντικού του ισονομία
ισοπέδωνα	=	ισοπεδώνω
ισοπέδωναν	=	ισοπεδώνω
ισοπέδωνε	=	ισοπεδώνω
ισοπέδωνες	=	ισοπεδώνω
ισοπέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπέδωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισοπεδώνω
ισοπέδωσης	=	ισοπέδωση
ισοπίθανα	=	ισοπίθανος
ισοπίθανε	=	ισοπίθανος
ισοπίθανες	=	ισοπίθανος
ισοπίθανη	=	ισοπίθανος
ισοπίθανης	=	ισοπίθανος
ισοπίθανο	=	ισοπίθανος
ισοπίθανοι	=	ισοπίθανος
ισοπίθανος	adj	αυτός που έχει ίδιες πιθανότητες να συμβεί
ισοπίθανου	=	ισοπίθανος
ισοπίθανους	=	ισοπίθανος
ισοπίθανων	=	ισοπίθανος
ισοπαλία	noun	αγώνας που τελειώνει χωρίς να υπάρχει νικητής
ισοπαλίας	noun	γενική ενικού του ισοπαλία
ισοπαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπαλία
ισοπαλιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοπαλία
ισοπαχές	=	ισοπαχής
ισοπαχή	=	ισοπαχής
ισοπαχής	adj	που έχει σε όλο το μήκος του το ίδιο πάχος
ισοπαχείς	=	ισοπαχής
ισοπαχούς	=	ισοπαχής
ισοπαχών	=	ισοπαχής
ισοπεδωθήκαμε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθήκαν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθήκανε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθήκατε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθεί	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθείς	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθείτε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθούμε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθούν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθούνε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωθώ	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωμένο
ισοπεδωμένε	verb	κλητική ενικού του ισοπεδωμένος
ισοπεδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωμένη
ισοπεδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοπεδωμένος
ισοπεδωμένης	verb	γενική ενικού του ισοπεδωμένη
ισοπεδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοπεδωμένος
ισοπεδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωμένος
ισοπεδωμένος	verb	που έχει ισοπεδωθεί
ισοπεδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοπεδωμένος
ισοπεδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοπεδωμένος
ισοπεδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοπεδωμένος
ισοπεδωνόμασταν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόμαστε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόμουν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόμουνα	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόντουσαν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόσασταν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόσαστε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόσουν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόσουνα	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνόταν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωνότανε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωτικό	adv	κατά τρόπο ισοπεδωτικό
ισοπεδωτικέ	adj	κλητική ενικού του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωτική
ισοπεδωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικής	adj	γενική ενικού του ισοπεδωτική
ισοπεδωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικού	adj	γενική ενικού του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικός	adj	που ισοπεδώνει, που καταργεί κάθε διαβάθμιση ή διαφορά
ισοπεδωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοπεδωτικός
ισοπεδωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοπεδωτισμός
ισοπεδώθηκα	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώθηκαν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώθηκε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώθηκες	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώναμε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώναν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνανε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνατε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνει	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνεις	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνεσαι	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνεστε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνεται	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνετε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώνομε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνονται	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνονταν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνοντας	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνουμε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνουν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνουνε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώνω	verb	κάνω μια επιφάνεια εδάφους επίπεδη κι ομαλή
ισοπεδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσαν	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώσανε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπέδωση
ισοπεδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσεων	=	ισοπέδωση
ισοπεδώσομε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώσου	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσουνε	=	ισοπεδώνω
ισοπεδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπεδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοπεδώνω
ισοπληθές	=	ισοπληθής
ισοπληθή	=	ισοπληθής
ισοπληθής	adj	που είναι ίσος σε πλήθος, σε αριθμό
ισοπληθείς	=	ισοπληθής
ισοπληθούς	=	ισοπληθής
ισοπληθών	=	ισοπληθής
ισοπολιτεία	noun	είναι η ίση πρόσβαση και συμμετοχή όλων στα δημόσια αξιώματα και τις αρχές
ισοπολιτείας	noun	γενική ενικού του ισοπολιτεία
ισοπολιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοπολιτεία
ισοπολιτειών	noun	γενική πληθυντικού του ισοπολιτεία
ισοπρένια	=	ισοπρένιο
ισοπρένιο	noun	οργανική χημική ένωση (CH2=C(CH3)CH=CH2), που στην καθαρή μορφή της είναι ένα άχρωμο πτητικό υγρό
ισοπρένιου	=	ισοπρένιο
ισοπρένιων	=	ισοπρένιο
ισορροπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσαν	=	ισορροπώ
ισορροπήσανε	=	ισορροπώ
ισορροπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορρόπηση
ισορροπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ισορρόπηση
ισορροπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ισορρόπηση
ισορροπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσουνε	=	ισορροπώ
ισορροπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορροπία	noun	κατάσταση ενός αντικειμένου ή προσώπου να στέκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, αν και τείνει να σταθεί σε κάποια άλλη
ισορροπίας	noun	γενική ενικού του ισορροπία
ισορροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορροπία
ισορροπίστρια	noun	θηλυκό του ισορροπιστής
ισορροπίστριας	noun	γενική ενικού του ισορροπίστρια
ισορροπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορροπίστρια
ισορροπεί	=	ισορροπώ
ισορροπείς	=	ισορροπώ
ισορροπείτε	=	ισορροπώ
ισορροπημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ισορροπημένος	adv	με ισορροπημένο τρόπο
ισορροπημένε	verb	κλητική ενικού του ισορροπημένος
ισορροπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορροπημένη
ισορροπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισορροπημένος
ισορροπημένης	verb	γενική ενικού του ισορροπημένη
ισορροπημένο	verb	αιτιατική ενικού του ισορροπημένος
ισορροπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισορροπημένος
ισορροπημένος	verb	που ισορροπεί, που διατηρεί την ισορροπία του
ισορροπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισορροπημένος
ισορροπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισορροπημένος
ισορροπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισορροπημένος
ισορροπητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορροπητικό
ισορροπητικέ	adj	κλητική ενικού του ισορροπητικός
ισορροπητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορροπητική
ισορροπητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισορροπητικός
ισορροπητικής	adj	γενική ενικού του ισορροπητική
ισορροπητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισορροπητικός
ισορροπητικού	adj	γενική ενικού του ισορροπητικός
ισορροπητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισορροπητικός
ισορροπητικό	adj	αιτιατική ενικού του ισορροπητικός
ισορροπητικός	adj	που έχει σχέση με την ισορροπία, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
ισορροπητικών	adj	γενική πληθυντικού του ισορροπητικός
ισορροπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισορροπιστής
ισορροπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ισορροπιστής
ισορροπιστής	noun	αυτός που ισορροπεί
ισορροπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ισορροπίστρια
ισορροπιστών	noun	γενική πληθυντικού του ισορροπιστής
ισορροπιών	noun	γενική πληθυντικού του ισορροπία
ισορροπούμε	=	ισορροπώ
ισορροπούν	=	ισορροπώ
ισορροπούνε	=	ισορροπώ
ισορροπούσα	=	ισορροπώ
ισορροπούσαμε	=	ισορροπώ
ισορροπούσαν	=	ισορροπώ
ισορροπούσανε	=	ισορροπώ
ισορροπούσατε	=	ισορροπώ
ισορροπούσε	=	ισορροπώ
ισορροπούσες	=	ισορροπώ
ισορροπώ	verb	διατηρώ την υλική, πνευματική ή ψυχική μου ισορροπία
ισορροπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισορροπώ
ισορρόπει	=	ισορροπώ
ισορρόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορρόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορρόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορρόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισορροπώ
ισορρόπηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισορροπώ
ισορρόπησης	noun	γενική ενικού του ισορρόπηση
ισοσθένεια	noun|archaic	ισοδυναμία
ισοσθένειας	noun	γενική ενικού του ισοσθένεια
ισοσθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσθένεια
ισοσθενές	=	ισοσθενής
ισοσθενή	=	ισοσθενής
ισοσθενής	adj|archaic	που έχει το ίσο σθένος, την ίδια δύναμη με κάποιον άλλο
ισοσθενία	noun|archaic	ισοδυναμία
ισοσθενίας	noun	γενική ενικού του ισοσθενία
ισοσθενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσθενία
ισοσθενείς	=	ισοσθενής
ισοσθενειών	noun	γενική πληθυντικού του ισοσθένεια
ισοσθενιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοσθενία
ισοσθενούς	=	ισοσθενής
ισοσθενώ	verb|archaic	ισοδυναμώ
ισοσθενών	=	ισοσθενής
ισοσκέλεια	noun	η ιδιότητα του ισοσκελούς
ισοσκέλειας	=	ισοσκέλεια
ισοσκέλειες	=	ισοσκέλεια
ισοσκέλιζα	=	ισοσκελίζω
ισοσκέλιζαν	=	ισοσκελίζω
ισοσκέλιζε	=	ισοσκελίζω
ισοσκέλιζες	=	ισοσκελίζω
ισοσκέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκέλιση	noun	η ενέργεια του ισοσκελίζω
ισοσκέλισης	=	ισοσκέλιση
ισοσκελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισοσκελής
ισοσκελή	adj	αιτιατική ενικού του ισοσκελής
ισοσκελής	adj	που έχει τα σκέλη ίσα
ισοσκελία	noun	άλλη μορφή του ισοσκέλεια
ισοσκελίας	=	ισοσκελία
ισοσκελίες	=	ισοσκελία
ισοσκελίζαμε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζαν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζανε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζατε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζει	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζεις	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζεσαι	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζεστε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζεται	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζετε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζομαι	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζομε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζονται	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζονταν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζοντας	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζουμε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζουν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζουνε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίζω	verb	ενεργώ έτσι ώστε τα δύο σκέλη ενός αντικειμένου να είναι ίσα μεταξύ τους (λέγεται κυρίως για το ενεργητικό και το παθητικό ενός ισολογισμού)
ισοσκελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίσαν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίσανε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσκέλιση
ισοσκελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίσεων	=	ισοσκέλιση
ισοσκελίσομε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίσου	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίσουνε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελίστηκα	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίστηκαν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίστηκε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίστηκες	=	ισοσκελίζω
ισοσκελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσκελίζω
ισοσκελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσκελής
ισοσκελειών	=	ισοσκέλεια
ισοσκελιζόμασταν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόμαστε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόμουν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόμουνα	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόντουσαν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόσασταν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόσαστε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόσουν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόσουνα	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζόταν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιζότανε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσκελισμένο
ισοσκελισμένε	verb	κλητική ενικού του ισοσκελισμένος
ισοσκελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσκελισμένη
ισοσκελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοσκελισμένος
ισοσκελισμένης	verb	γενική ενικού του ισοσκελισμένη
ισοσκελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοσκελισμένος
ισοσκελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοσκελισμένος
ισοσκελισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισοσκελίζω
ισοσκελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοσκελισμένος
ισοσκελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοσκελισμένος
ισοσκελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοσκελισμένος
ισοσκελιστήκαμε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστήκαν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστήκανε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστήκατε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστεί	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστείς	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστείτε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστούμε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστούν	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστούνε	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιστώ	=	ισοσκελίζω
ισοσκελιών	=	ισοσκελία
ισοσκελούς	adj	γενική ενικού του ισοσκελής
ισοσκελών	adj	γενική πληθυντικού του ισοσκελής
ισοσκελώς	adv	με ισοσκέλεια / ισοσκελία
ισοστάθμησα	=	ισοσταθμώ
ισοστάθμησαν	=	ισοσταθμώ
ισοστάθμησε	=	ισοσταθμώ
ισοστάθμησες	=	ισοσταθμώ
ισοστάθμιζα	=	ισοσταθμίζω
ισοστάθμιζαν	=	ισοσταθμίζω
ισοστάθμιζε	=	ισοσταθμίζω
ισοστάθμιζες	=	ισοσταθμίζω
ισοστάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοστάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοστάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοστάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοστάθμιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισοσταθμίζω
ισοστάθμισης	noun	γενική ενικού του ισοστάθμιση
ισοστάθμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισοσταθμίζω
ισοσταθμήσαμε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμήσαν	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμήσανε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμήσατε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμήσει	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμήστε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμία	noun	΄άλλη μορφή του ισοστάθμιση
ισοσταθμίας	noun	γενική ενικού του ισοσταθμία
ισοσταθμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμία
ισοσταθμίζαμε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζαν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζανε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζατε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζει	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζεις	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζεσαι	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζεστε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζεται	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζετε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζονται	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζονταν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζοντας	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζουμε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζουν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζουνε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίζω	verb	εξισορροπώ το βάρος δύο πραγμάτων
ισοσταθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσαν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσανε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοστάθμιση
ισοσταθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ισοστάθμιση
ισοσταθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ισοστάθμιση
ισοσταθμίσματα	=	ισοστάθμισμα
ισοσταθμίσματος	=	ισοστάθμισμα
ισοσταθμίσου	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμίστηκα	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίστηκαν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίστηκε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίστηκες	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοσταθμίζω
ισοσταθμεί	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμείς	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμείτε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμιζόμασταν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόμαστε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόμουν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόμουνα	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόντουσαν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόσασταν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόσαστε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόσουν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόσουνα	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζόταν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιζότανε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμικό
ισοσταθμικέ	adj	κλητική ενικού του ισοσταθμικός
ισοσταθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμική
ισοσταθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοσταθμικός
ισοσταθμικής	adj	γενική ενικού του ισοσταθμική
ισοσταθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμικός
ισοσταθμικού	adj	γενική ενικού του ισοσταθμικός
ισοσταθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοσταθμικός
ισοσταθμικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοσταθμικός
ισοσταθμικός	adj	σχετικός με ισοστάθμιση
ισοσταθμικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοσταθμικός
ισοσταθμισμάτων	=	ισοστάθμισμα
ισοσταθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμισμένο
ισοσταθμισμένε	verb	κλητική ενικού του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμισμένη
ισοσταθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμισμένης	verb	γενική ενικού του ισοσταθμισμένη
ισοσταθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμισμένος	verb	που έχει ισοσταθμιστεί
ισοσταθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοσταθμισμένος
ισοσταθμιστές	=	ισοσταθμιστής
ισοσταθμιστή	=	ισοσταθμιστής
ισοσταθμιστήκαμε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιστήκαν	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιστήκανε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιστήκατε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιστής	noun	αυτός που ισοσταθμίζει
ισοσταθμιστεί	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιστείτε	=	ισοσταθμίζω
ισοσταθμιστών	=	ισοσταθμιστής
ισοσταθμιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοσταθμία
ισοσταθμούμε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούν	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούνε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσα	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσαμε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσαν	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσανε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσατε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσε	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμούσες	=	ισοσταθμώ
ισοσταθμώ	verb	άλλη μορφή του ισοσταθμίζω
ισοσταθμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισοσταθμώ
ισοστασία	noun	η κατάσταση ισορροπίας δύο ή περισσότερων γειτονικών τμημάτων του γήινου φλοιού, που ισορροπούν επιπλέοντας πάνω σε μαγματικό στρώμα που βρίσκεται από κάτω
ισοστασίας	=	ισοστασία
ισοστασίες	=	ισοστασία
ισοστασιών	=	ισοστασία
ισοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοστατικό
ισοστατικέ	adj	κλητική ενικού του ισοστατικός
ισοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοστατική
ισοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοστατικός
ισοστατικής	adj	γενική ενικού του ισοστατική
ισοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοστατικός
ισοστατικού	adj	γενική ενικού του ισοστατικός
ισοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοστατικός
ισοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοστατικός
ισοστατικός	adj	που βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας μεταξύ δυνάμεων που του ασκούνται από διάφορες πλευρές
ισοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοστατικός
ισοσυγκερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσυγκερασμένο
ισοσυγκερασμένε	verb	κλητική ενικού του ισοσυγκερασμένος
ισοσυγκερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσυγκερασμένη
ισοσυγκερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοσυγκερασμένος
ισοσυγκερασμένης	verb	γενική ενικού του ισοσυγκερασμένη
ισοσυγκερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοσυγκερασμένος
ισοσυγκερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοσυγκερασμένος
ισοσυγκερασμένος	verb	κουρδισμένος με διαίρεση της οκτάβας σε διαστήματα που είναι ίσα μεταξύ τους
ισοσυγκερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοσυγκερασμένος
ισοσυγκερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοσυγκερασμένος
ισοσυγκερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοσυγκερασμένος
ισοσύλλαβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσύλλαβο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβε	adj	κλητική ενικού του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοσύλλαβη
ισοσύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβης	adj	γενική ενικού του ισοσύλλαβη
ισοσύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβος	adj	που διατηρεί τον ίδιο αριθμό συλλαβών
ισοσύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοσύλλαβος
ισοσύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοσύλλαβος
ισοτέλεια	noun	η ιδιότητα του ισοτελούς
ισοτέλειας	noun	γενική ενικού του ισοτέλεια
ισοτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοτέλεια
ισοτήτων	=	ισότητα
ισοταχές	=	ισοταχής
ισοταχή	=	ισοταχής
ισοταχής	adj	που έχει την ίδια ταχύτητα με κάποιον άλλον
ισοταχείς	=	ισοταχής
ισοταχούς	=	ισοταχής
ισοταχών	=	ισοταχής
ισοταχώς	adv|archaic	με την ίδια ταχύτητα, με ίση ταχύτητα
ισοτελές	=	ισοτελής
ισοτελή	=	ισοτελής
ισοτελής	adj	που πληρώνει ίσα τέλη, φόρους ή δασμούς με κάποιον άλλο
ισοτελείς	=	ισοτελής
ισοτελειών	noun	γενική πληθυντικού του ισοτέλεια
ισοτελούς	=	ισοτελής
ισοτελών	=	ισοτελής
ισοτελώς	adv	με ισοτελή τρόπο, με ισοτέλεια
ισοτιμία	noun	η ισότιμη σχέση σε πολιτικό, ηθικό ή άλλο επίπεδο
ισοτιμίας	noun	γενική ενικού του ισοτιμία
ισοτιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοτιμία
ισοτιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοτιμία
ισοτονία	noun	η ιδιότητα του ισοτόνου
ισοτονίας	=	ισοτονία
ισοτονίες	=	ισοτονία
ισοτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοτονικό
ισοτονικέ	adj	κλητική ενικού του ισοτονικός
ισοτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοτονική
ισοτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοτονικός
ισοτονικής	adj	γενική ενικού του ισοτονική
ισοτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοτονικός
ισοτονικού	adj	γενική ενικού του ισοτονικός
ισοτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοτονικός
ισοτονικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοτονικός
ισοτονικός	adj	(μυϊκή δραστηριότητα) που λαμβάνει χώρα με φυσιολογική συστολή
ισοτονικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοτονικός
ισοτονιών	=	ισοτονία
ισοτροπία	noun	φαινόμενο κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός μέσου είναι ανεξάρτητες από τη διεύθυνση προς την οποία εξετάζονται
ισοτροπίας	=	ισοτροπία
ισοτροπίες	=	ισοτροπία
ισοτροπικά	=	ισοτροπικός
ισοτροπικέ	=	ισοτροπικός
ισοτροπικές	=	ισοτροπικός
ισοτροπική	=	ισοτροπικός
ισοτροπικής	=	ισοτροπικός
ισοτροπικοί	=	ισοτροπικός
ισοτροπικού	=	ισοτροπικός
ισοτροπικούς	=	ισοτροπικός
ισοτροπικό	=	ισοτροπικός
ισοτροπικός	adj	άλλη μορφή του ισότροπος
ισοτροπικών	=	ισοτροπικός
ισοτροπιών	=	ισοτροπία
ισοτόπου	=	ισότοπο
ισοτόπων	=	ισότοπο
ισουλιού	=	ισούλι
ισουλιών	=	ισούλι
ισοφάριζα	=	ισοφαρίζω
ισοφάριζαν	=	ισοφαρίζω
ισοφάριζε	=	ισοφαρίζω
ισοφάριζες	=	ισοφαρίζω
ισοφάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφάριση	noun	το αποτέλεσμα του ισοφαρίζω
ισοφάρισης	noun	γενική ενικού του ισοφάριση
ισοφαρίζαμε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζαν	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζανε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζατε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζει	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζεις	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζεσαι	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζεστε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζεται	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζετε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζομαι	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζομε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζονται	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζονταν	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζοντας	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζουμε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζουν	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζουνε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίζω	verb	επανέρχομαι στο ίδιο αποτέλεσμα που είχε ο αντίπαλός μου, πετυχαίνω την ισοπαλία στο παιχνίδι
ισοφαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίσαν	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίσανε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοφάριση
ισοφαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ισοφάριση
ισοφαρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ισοφάριση
ισοφαρίσομε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίσου	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίσουνε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαρίστηκα	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίστηκαν	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίστηκε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίστηκες	=	ισοφαρίζω
ισοφαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
ισοφαριζόμασταν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόμαστε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόμενος	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόμουν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόμουνα	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόντουσαν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόσασταν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόσαστε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόσουν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόσουνα	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζόταν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριζότανε	=	ισοφαρίζω
ισοφαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοφαρισμένο
ισοφαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ισοφαρισμένος
ισοφαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοφαρισμένη
ισοφαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοφαρισμένος
ισοφαρισμένης	verb	γενική ενικού του ισοφαρισμένη
ισοφαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισοφαρισμένος
ισοφαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοφαρισμένος
ισοφαρισμένος	=	ισοφαρίζω
ισοφαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισοφαρισμένος
ισοφαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισοφαρισμένος
ισοφαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισοφαρισμένος
ισοφαριστήκαμε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστήκαν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστήκανε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστήκατε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστεί	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστείς	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστείτε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστούμε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστούν	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστούνε	=	ισοφαρίζω
ισοφαριστώ	=	ισοφαρίζω
ισοφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοφασικό
ισοφασικέ	adj	κλητική ενικού του ισοφασικός
ισοφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοφασική
ισοφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισοφασικός
ισοφασικής	adj	γενική ενικού του ισοφασική
ισοφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισοφασικός
ισοφασικού	adj	γενική ενικού του ισοφασικός
ισοφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισοφασικός
ισοφασικό	adj	αιτιατική ενικού του ισοφασικός
ισοφασικός	adj	που έχει ίση διάρκεια στις δύο ή περισσότερες φάσεις του
ισοφασικών	adj	γενική πληθυντικού του ισοφασικός
ισοχρονήσαμε	=	ισοχρονώ
ισοχρονήσαν	=	ισοχρονώ
ισοχρονήσανε	=	ισοχρονώ
ισοχρονήσατε	=	ισοχρονώ
ισοχρονήσει	=	ισοχρονώ
ισοχρονήστε	=	ισοχρονώ
ισοχρονία	noun	η παρουσίαση των γεγονότων από τον αφηγητή σε ίση χρονική διάρκεια με τον χρόνο που πραγματικά συνέβησαν
ισοχρονίας	noun	γενική ενικού του ισοχρονία
ισοχρονίες	=	ισοχρονία
ισοχρονεί	=	ισοχρονώ
ισοχρονείς	=	ισοχρονώ
ισοχρονείτε	=	ισοχρονώ
ισοχρονικά	adv	σε ισοχρονικό διάστημα
ισοχρονισμέ	=	ισοχρονισμός
ισοχρονισμοί	=	ισοχρονισμός
ισοχρονισμού	=	ισοχρονισμός
ισοχρονισμούς	=	ισοχρονισμός
ισοχρονισμό	=	ισοχρονισμός
ισοχρονισμός	noun	η πραγματοποίηση διαδικασιών σε ίσα χρονικά διαστήματα
ισοχρονισμών	=	ισοχρονισμός
ισοχρονιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοχρονία
ισοχρονούμε	=	ισοχρονώ
ισοχρονούν	=	ισοχρονώ
ισοχρονούνε	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσα	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσαμε	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσαν	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσανε	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσατε	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσε	=	ισοχρονώ
ισοχρονούσες	=	ισοχρονώ
ισοχρονώ	verb	είμαι ισόχρονος
ισοχρονώντας	=	ισοχρονώ
ισοχρόνει	=	ισοχρονώ
ισοχρόνησα	=	ισοχρονώ
ισοχρόνησαν	=	ισοχρονώ
ισοχρόνησε	=	ισοχρονώ
ισοχρόνησες	=	ισοχρονώ
ισοψήφει	=	ισοψηφώ
ισοψήφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψήφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψήφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψήφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσαν	=	ισοψηφώ
ισοψηφήσανε	=	ισοψηφώ
ισοψηφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοψηφώ
ισοψηφία	noun	η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι, συνδυασμοί ή προτάσεις λαμβάνουν ίσο αριθμό ψήφων σε μια εκλογή ή ψηφοφορία
ισοψηφίας	noun	γενική ενικού του ισοψηφία
ισοψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοψηφία
ισοψηφεί	=	ισοψηφώ
ισοψηφείς	=	ισοψηφώ
ισοψηφείτε	=	ισοψηφώ
ισοψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του ισοψηφία
ισοψηφούμε	=	ισοψηφώ
ισοψηφούν	=	ισοψηφώ
ισοψηφούνε	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσα	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσαμε	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσαν	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσανε	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσατε	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσε	=	ισοψηφώ
ισοψηφούσες	=	ισοψηφώ
ισοψηφώ	verb	συγκεντρώνω τον ίδιο αριθμό ψήφων με κάποιον άλλον
ισοψηφώντας	=	ισοψηφώ
ισοϋψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ισοϋψής
ισοϋψή	adj	αιτιατική ενικού του ισοϋψής
ισοϋψής	adj	ίσος σε ύψος με άλλον	noun	γραμμή τοπογραφικού σχεδίου ή χάρτη που συνδέει σημεία του εδάφους με το ίδιο υψόμετρο
ισοϋψείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισοϋψής
ισοϋψούς	adj	γενική ενικού του ισοϋψής
ισοϋψών	adj	γενική πληθυντικού του ισοϋψής
ισούλι	noun	συνήθεια, έθιμο
ισούλια	=	ισούλι
ισούμαι	verb	είμαι ίσος
ισούται	=	ισούμαι
ισπάτι	noun	απόδειξη
ισπάτια	=	ισπάτι
ισπανέ	=	ισπανός
ισπανίδα	=	ισπανός
ισπανικά	adv	χρησιμοποιώντας την ισπανική γλώσσα	noun	η ισπανική γλώσσα
ισπανικέ	adj	κλητική ενικού του ισπανικός
ισπανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισπανική
ισπανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισπανικός
ισπανικής	adj	γενική ενικού του ισπανική
ισπανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισπανικός
ισπανικού	adj	γενική ενικού του ισπανικός
ισπανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισπανικός
ισπανικό	adj	αιτιατική ενικού του ισπανικός
ισπανικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην Ισπανία και τους Ισπανούς
ισπανικών	adj	γενική πληθυντικού του ισπανικός
ισπανισμέ	=	ισπανισμός
ισπανισμοί	=	ισπανισμός
ισπανισμού	=	ισπανισμός
ισπανισμούς	=	ισπανισμός
ισπανισμό	=	ισπανισμός
ισπανισμός	noun	νεολογισμός ο οποίος άρχισε να χρησιμοποιείται πριν από τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας με σκοπό να δηλώσει την εθνική και γλωσσική ομοιογένεια της Ισπανίας
ισπανισμών	=	ισπανισμός
ισπανιστί	adv|formal	στα ισπανικά, στην ισπανική γλώσσα
ισπανοί	=	ισπανός
ισπανοεβραίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισπανοεβραίικο
ισπανοεβραίικε	adj	κλητική ενικού του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισπανοεβραίικη
ισπανοεβραίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίικης	adj	γενική ενικού του ισπανοεβραίικη
ισπανοεβραίικο	adj	αιτιατική ενικού του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίικος	adj	άλλη μορφή του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισπανοεβραίικος
ισπανοεβραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Ισπανοεβραίος
ισπανοεβραϊκά	noun	Δείτε εβραιο-ισπανικά (πρόκειται για ισπανικά Εβραίων και όχι για εβραϊκά Ισπανών).
ισπανοεβραϊκέ	adj	κλητική ενικού του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισπανοεβραϊκή
ισπανοεβραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραϊκής	adj	γενική ενικού του ισπανοεβραϊκή
ισπανοεβραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραϊκού	adj	γενική ενικού του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ισπανοεβραϊκός
ισπανοεβραϊκός	adj	σχετικός με την κοινότητα των Εβραίων που ζούσαν στην Ισπανία μέχρι την εκδίωξή τους το 1492
ισπανοεβραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ισπανοεβραϊκός
ισπανομαθές	=	ισπανομαθής
ισπανομαθή	=	ισπανομαθής
ισπανομαθής	adj	αυτός που γνωρίζει την ισπανική γλώσσα και γενικότερα έχει γαλουχηθεί με την ισπανική κουλτούρα
ισπανομαθείς	=	ισπανομαθής
ισπανομαθούς	=	ισπανομαθής
ισπανομαθών	=	ισπανομαθής
ισπανοτραφές	=	ισπανοτραφής
ισπανοτραφή	=	ισπανοτραφής
ισπανοτραφής	adj	που έχει γαλουχηθεί με την ισπανική κουλτούρα
ισπανοτραφείς	=	ισπανοτραφής
ισπανοτραφούς	=	ισπανοτραφής
ισπανοτραφών	=	ισπανοτραφής
ισπανού	=	ισπανός
ισπανούς	=	ισπανός
ισπανό	=	ισπανός
ισπανός	noun	ο Ισπανός
ισπανόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισπανόφιλος
ισπανόφωνα	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνε	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνες	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνη	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνης	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνο	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνοι	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνος	adj	που έχει ως μητρική γλώσσα τα ισπανικά
ισπανόφωνου	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνους	=	ισπανόφωνος
ισπανόφωνων	=	ισπανόφωνος
ισπανών	=	ισπανός
ισπατιού	=	ισπάτι
ισπατιών	=	ισπάτι
ισραηλινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισραηλινό	adv	με τον ισραηλινό τρόπο
ισραηλινέ	adj	κλητική ενικού του ισραηλινός
ισραηλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ισραηλινός
ισραηλινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισραηλινός
ισραηλινής	adj	γενική ενικού του ισραηλινή, θηλυκό του ισραηλινός
ισραηλινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισραηλινός
ισραηλινού	adj	γενική ενικού του ισραηλινός
ισραηλινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισραηλινός
ισραηλινό	adj	αιτιατική ενικού του ισραηλινός
ισραηλινός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στο Ισραήλ
ισραηλινών	adj	γενική πληθυντικού του ισραηλινός
ισραηλιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισραηλιτικό	adv	με τον ισραηλιτικό τρόπο
ισραηλιτικέ	adj	κλητική ενικού του ισραηλιτικός
ισραηλιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισραηλιτική
ισραηλιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισραηλιτικός
ισραηλιτικής	adj	γενική ενικού του ισραηλιτική
ισραηλιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισραηλιτικός
ισραηλιτικού	adj	γενική ενικού του ισραηλιτικός
ισραηλιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισραηλιτικός
ισραηλιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ισραηλιτικός
ισραηλιτικός	adj	που ανήκει ή χαρακτηρίζει τους Ισραηλίτες
ισραηλιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ισραηλιτικός
ιστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστάμενο
ιστάμενε	verb	κλητική ενικού του ιστάμενος
ιστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστάμενη
ιστάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστάμενος
ιστάμενης	verb	γενική ενικού του ιστάμενη
ιστάμενο	verb	αιτιατική ενικού του ιστάμενος
ιστάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστάμενος
ιστάμενος	verb	που στέκεται, που βρίσκεται
ιστάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιστάμενος
ιστάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιστάμενος
ιστάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιστάμενος
ιστέ	noun	κλητική ενικού του ιστός
ιστία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστίο
ιστίο	noun	το πανί ιστιοφόρου σκάφους, οποιουδήποτε τύπου και μεγέθους
ιστίου	noun	ιστίο, στη γενική του ενικού
ιστίων	noun	γενική πληθυντικού του ιστίο
ισταμένη	=	ιστάμενος
ισταμίνες	=	ισταμίνη
ισταμίνη	noun	oυσία που ανήκει στις αμίνες (C₅H₉N₃), παράγεται από τα κύτταρα του οργανισμού κατά τη δεύτερη είσοδο ενός αλλεργιογόνου σε αυτόν και προκαλεί αύξηση της διαπερατότητας των αγγείων, σύσπαση των λείων μυϊκών ινών ενώ παράλληλα διεγείρει την εκκριτική δραστηριότητα των βλεννογόνων αδένων
ισταμίνης	noun	γενική ενικού του ισταμίνη
ισταμίνων	=	ισταμίνη
ισταμινών	=	ισταμίνη
ιστιδίνες	=	ιστιδίνη
ιστιδίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
ιστιδίνης	=	ιστιδίνη
ιστιδινών	=	ιστιδίνη
ιστικά	=	ιστικός
ιστικέ	=	ιστικός
ιστικές	=	ιστικός
ιστική	=	ιστικός
ιστικής	=	ιστικός
ιστικοί	=	ιστικός
ιστικού	=	ιστικός
ιστικούς	=	ιστικός
ιστικό	=	ιστικός
ιστικός	adj	που έχει σχέση με ιστούς ή αναφέρεται σʼ αυτούς
ιστικών	=	ιστικός
ιστιοδέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοδέτης
ιστιοδέτη	=	ιστιοδέτης
ιστιοδέτης	noun	το σχοινί με το οποίο τυλίγεται το ιστίο (πανί) μετά την καθαίρεσή του από τον ιστιούχο όπου και τοποθετείται στην ιστιοθήκη για φύλαξη.
ιστιοδετών	=	ιστιοδέτης
ιστιοδρομήσαμε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομήσαν	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομήσανε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομήσατε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομήσει	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομήστε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομία	noun	αγώνας μεταξύ ιστιοφόρων
ιστιοδρομίας	noun	γενική ενικού του ιστιοδρομία
ιστιοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοδρομία
ιστιοδρομεί	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομείς	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομείτε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοδρομικό
ιστιοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του ιστιοδρομικός
ιστιοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοδρομική
ιστιοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστιοδρομικός
ιστιοδρομικής	adj	γενική ενικού του ιστιοδρομική
ιστιοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστιοδρομικός
ιστιοδρομικού	adj	γενική ενικού του ιστιοδρομικός
ιστιοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστιοδρομικός
ιστιοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστιοδρομικός	noun	σκάφος ιστιοδρομίας
ιστιοδρομικός	adj	που έχει σχέση με την ιστιοδρομία ή τον ιστιοδρόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιστιοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστιοδρομικός
ιστιοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστιοδρομία
ιστιοδρομούμε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούν	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούνε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσα	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσαμε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσαν	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσανε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσατε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομούσες	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρομώ	verb	ταξιδεύω με ανοιχτά πανιά, πλέω
ιστιοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιστιοδρομώ
ιστιοδρόμε	=	ιστιοδρόμος
ιστιοδρόμει	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρόμησα	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρόμησαν	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρόμησε	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρόμησες	=	ιστιοδρομώ
ιστιοδρόμο	=	ιστιοδρόμος
ιστιοδρόμοι	=	ιστιοδρόμος
ιστιοδρόμος	noun	που μετέχει σε ιστιοδρομία
ιστιοδρόμου	=	ιστιοδρόμος
ιστιοδρόμους	=	ιστιοδρόμος
ιστιοδρόμων	=	ιστιοδρόμος
ιστιοπλοΐα	noun	ναυτάθλημα, η τέχνη της διακυβέρνησης ενός ιστιοπλοϊκού για λόγους αναψυχής ή συμμετοχής σε αντίστοιχα αγωνίσματα
ιστιοπλοΐας	noun	γενική ενικού του ιστιοπλοΐα
ιστιοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοπλοΐα
ιστιοπλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοπλοϊκό
ιστιοπλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ιστιοπλοϊκός
ιστιοπλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοπλοϊκή
ιστιοπλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστιοπλοϊκός
ιστιοπλοϊκής	adj	γενική ενικού του ιστιοπλοϊκή
ιστιοπλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστιοπλοϊκός
ιστιοπλοϊκού	adj	γενική ενικού του ιστιοπλοϊκός
ιστιοπλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστιοπλοϊκός
ιστιοπλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ιστιοπλοϊκός	noun	σκάφος ιστιοπλοΐας
ιστιοπλοϊκός	adj	που εγχειρήματα σχέση με την ιστιοπλοΐα και τον ιστιοπλόο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιστιοπλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ιστιοπλοϊκός
ιστιοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ιστιοπλοΐα
ιστιοπλόε	noun	κλητική ενικού του ιστιοπλόος
ιστιοπλόο	noun	αιτιατική ενικού του ιστιοπλόος
ιστιοπλόοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστιοπλόος
ιστιοπλόος	noun	που κάνει ιστιοπλοΐα
ιστιοπλόου	noun	γενική ενικού του ιστιοπλόος
ιστιοπλόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιστιοπλόος
ιστιοπλόων	noun	γενική πληθυντικού του ιστιοπλόος
ιστιοράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιόραμμα
ιστιοράμματος	noun	γενική ενικού του ιστιόραμμα
ιστιοραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιστιόραμμα
ιστιοραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοραφείο
ιστιοραφείο	noun	ραφείο ιστίων (πανιών).
ιστιοραφείου	noun	γενική ενικού του ιστιοραφείο
ιστιοραφείων	noun	γενική πληθυντικού του ιστιοραφείο
ιστιοσανίδα	noun	ειδική σανίδα / σκάφος, που έχει προσαρμοσμένο σ’ αυτή ένα ιστίο, με τη βοήθεια του οποίου επιπλέει και κινείται στο νερό
ιστιοσανίδας	=	ιστιοσανίδα
ιστιοσανίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοσανίδα
ιστιοσανίδων	=	ιστιοσανίδα
ιστιοφορία	noun	το σύνολο των "ανοιγμένων" ιστίων (πανιών) που φέρει ένα ιστιοφόρο πλοίο επί των ιστών (καταρτιών) του, κατά τον χρόνο που ιστιοδρομεί.
ιστιοφορίας	noun	γενική ενικού του ιστιοφορία
ιστιοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοφορία
ιστιοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του ιστιοφορία
ιστιοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιοφόρο
ιστιοφόρας	=	ιστιοφόρος
ιστιοφόρε	=	ιστιοφόρος
ιστιοφόρες	=	ιστιοφόρος
ιστιοφόρο	noun	καράβι με πανιά
ιστιοφόροι	=	ιστιοφόρος
ιστιοφόρος	adj	αυτός που φέρει ιστίο ή ιστία.
ιστιοφόρου	noun	γενική ενικού του ιστιοφόρο
ιστιοφόρους	=	ιστιοφόρος
ιστιοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ιστιοφόρο
ιστιούχε	=	ιστιούχος
ιστιούχο	=	ιστιούχος
ιστιούχοι	=	ιστιούχος
ιστιούχος	noun	αυτός που κατέχει ή φέρει πανί (γενικά).
ιστιούχου	=	ιστιούχος
ιστιούχους	=	ιστιούχος
ιστιούχων	=	ιστιούχος
ιστιρατζή	=	ιστιρατζής
ιστιρατζήδες	=	ιστιρατζής
ιστιρατζήδων	=	ιστιρατζής
ιστιρατζής	noun	φοροεισπράκτορας
ιστιραχάτι	noun	ανάπαυση, ξεκούραση
ιστιραχάτια	=	ιστιραχάτι
ιστιραχατιού	=	ιστιραχάτι
ιστιραχατιών	=	ιστιραχάτι
ιστιόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστιόπανο
ιστιόπανο	noun	πανί που φέρεται σε ιστό, σε κατάρτι.
ιστιόπανου	noun	γενική ενικού του ιστιόπανο
ιστιόπανων	noun	γενική πληθυντικού του ιστιόπανο
ιστιόραμμα	noun	χοντρός σπάγκος (λιναρόσχοινο) ραφής ιστίων (πανιών)
ιστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστός
ιστογένεση	noun	η φυσική ή τεχνητή διαδικασία της γένεσης ιστών
ιστογένεσης	=	ιστογένεση
ιστογενέσεις	=	ιστογένεση
ιστογενέσεων	=	ιστογένεση
ιστογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστόγραμμα
ιστογράμματος	noun	γενική ενικού του ιστόγραμμα
ιστογράφε	=	ιστογράφος
ιστογράφο	=	ιστογράφος
ιστογράφοι	=	ιστογράφος
ιστογράφος	noun	αρθρογράφος ενός ιστολογίου
ιστογράφου	=	ιστογράφος
ιστογράφους	=	ιστογράφος
ιστογράφων	=	ιστογράφος
ιστογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιστόγραμμα
ιστογραφία	noun	δικτυογραφία
ιστογραφίας	noun	γενική ενικού του ιστογραφία
ιστογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστογραφία
ιστογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστογραφία
ιστοκαλλιέργεια	noun	καλλιέργεια ιστών ή οργάνων σε θρεπτικό μέσο, κάτω από τεχνητά ελεγχόμενες συνθήκες, καλλιέργεια in vitro
ιστοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του ιστοκαλλιέργεια
ιστοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοκαλλιέργεια
ιστοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοκαλλιέργεια
ιστολογήσαμε	=	ιστολογώ
ιστολογήσαν	=	ιστολογώ
ιστολογήσανε	=	ιστολογώ
ιστολογήσατε	=	ιστολογώ
ιστολογήσει	=	ιστολογώ
ιστολογήστε	=	ιστολογώ
ιστολογία	noun	κλάδος που μελετά τη λειτουργία των φυτικών και ζωικών ιστών και γενικότερα η μελέτη της λεπτής υφής των ιστολογικών οργάνων των διαφόρων οργανισμών
ιστολογίας	noun	γενική ενικού του ιστολογία
ιστολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστολογία
ιστολογίου	=	ιστολόγιο
ιστολογίων	=	ιστολόγιο
ιστολογεί	=	ιστολογώ
ιστολογείς	=	ιστολογώ
ιστολογείτε	=	ιστολογώ
ιστολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστολογικό	adv	από την πλευρά / άποψη της ιστολογίας
ιστολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιστολογικός
ιστολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστολογική
ιστολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστολογικός
ιστολογικής	adj	γενική ενικού του ιστολογική
ιστολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστολογικός
ιστολογικού	adj	γενική ενικού του ιστολογικός
ιστολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστολογικός
ιστολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστολογικός
ιστολογικός	adj	που έχει σχέση με την ιστολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιστολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστολογικός
ιστολογικώς	adv	όσον αφορά την ιστολογία, από την άποψη της ιστολογίας
ιστολογιοσφαιρών	=	ιστολογιόσφαιρα
ιστολογιόσφαιρα	noun	ένα σύνολο από ιστολόγια
ιστολογιόσφαιρας	=	ιστολογιόσφαιρα
ιστολογιόσφαιρες	=	ιστολογιόσφαιρα
ιστολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστολογία
ιστολογούμε	=	ιστολογώ
ιστολογούν	=	ιστολογώ
ιστολογούνε	=	ιστολογώ
ιστολογούσα	=	ιστολογώ
ιστολογούσαμε	=	ιστολογώ
ιστολογούσαν	=	ιστολογώ
ιστολογούσανε	=	ιστολογώ
ιστολογούσατε	=	ιστολογώ
ιστολογούσε	=	ιστολογώ
ιστολογούσες	=	ιστολογώ
ιστολογώ	verb	γράφω, δημοσιεύω κάτι σε ιστολόγιο (μπλογκ)
ιστολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιστολογώ
ιστολυσία	noun	η διάλυση, αποσύνθεση ή καταστροφή οργανικών ιστών
ιστολυσίας	noun	γενική ενικού του ιστολυσία
ιστολυσίες	=	ιστολυσία
ιστολυσιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστολυσία
ιστολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστολυτικό
ιστολυτικέ	adj	κλητική ενικού του ιστολυτικός
ιστολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστολυτική
ιστολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστολυτικός
ιστολυτικής	adj	γενική ενικού του ιστολυτική
ιστολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστολυτικός
ιστολυτικού	adj	γενική ενικού του ιστολυτικός
ιστολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστολυτικός
ιστολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστολυτικός
ιστολυτικός	adj	που έχει σχέση με την ιστολυσία, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
ιστολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστολυτικός
ιστολόγε	=	ιστολόγος
ιστολόγει	=	ιστολογώ
ιστολόγησα	=	ιστολογώ
ιστολόγησαν	=	ιστολογώ
ιστολόγησε	=	ιστολογώ
ιστολόγησες	=	ιστολογώ
ιστολόγια	=	ιστολόγιο
ιστολόγιο	noun	διαδικτυακή έκδοση (εφημερίδα, ημερολόγιο, ενημερωτικά δελτία κ.ά.) που αποτελείται από περιοδικά άρθρα, τα οποία συνήθως παρουσιάζονται σε ανάστροφη χρονολογική σειρά, ώστε οι πιο πρόσφατες πληροφορίες να εμφανίζονται πρώτες· πρόκειται για δυναμικές ιστοσελίδες όπου οι χρήστες μπορούν εύκολα και άμεσα να δημοσιοποιήσουν τις σκέψεις τους, τη γνώμη τους ή κάποια πληροφορία
ιστολόγιου	=	ιστολόγιο
ιστολόγιων	=	ιστολόγιο
ιστολόγο	=	ιστολόγος
ιστολόγοι	=	ιστολόγος
ιστολόγος	noun	ο χρήστης ενός ιστολογίου
ιστολόγου	=	ιστολόγος
ιστολόγους	=	ιστολόγος
ιστολόγων	=	ιστολόγος
ιστολύσεις	=	ιστόλυση
ιστολύσεων	=	ιστόλυση
ιστοπαθολογία	noun	η μελέτη των νόσων διαφόρων συστημάτων του οργανισμού
ιστοπαθολογίας	=	ιστοπαθολογία
ιστοπαθολογίες	=	ιστοπαθολογία
ιστοπαθολογικά	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικέ	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικές	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογική	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικής	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικοί	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικού	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικούς	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικό	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογικός	adj	σχετικός με την ιστοπαθολογία
ιστοπαθολογικών	=	ιστοπαθολογικός
ιστοπαθολογιών	=	ιστοπαθολογία
ιστορήθηκα	=	ιστορώ
ιστορήθηκαν	=	ιστορώ
ιστορήθηκε	=	ιστορώ
ιστορήθηκες	=	ιστορώ
ιστορήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστόρημα
ιστορήματος	noun	γενική ενικού του ιστόρημα
ιστορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσαν	=	ιστορώ
ιστορήσανε	=	ιστορώ
ιστορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιστορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστόρηση
ιστορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιστόρηση
ιστορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιστόρηση
ιστορήσου	=	ιστορώ
ιστορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσουνε	=	ιστορώ
ιστορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστορία	noun	η επιστήμη που μελετά τα γεγονότα του παρελθόντος
ιστορίας	noun	γενική ενικού του ιστορία
ιστορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορία
ιστορίζαμε	=	ιστορίζω
ιστορίζαν	=	ιστορίζω
ιστορίζανε	=	ιστορίζω
ιστορίζατε	=	ιστορίζω
ιστορίζει	=	ιστορίζω
ιστορίζεις	=	ιστορίζω
ιστορίζετε	=	ιστορίζω
ιστορίζοντας	=	ιστορίζω
ιστορίζουμε	=	ιστορίζω
ιστορίζουν	=	ιστορίζω
ιστορίζουνε	=	ιστορίζω
ιστορίζω	verb	ζωγραφίζω, απεικονίζω
ιστορίσαμε	=	ιστορίζω
ιστορίσαν	=	ιστορίζω
ιστορίσανε	=	ιστορίζω
ιστορίσατε	=	ιστορίζω
ιστορίσει	=	ιστορίζω
ιστορίστε	=	ιστορίζω
ιστορεί	=	ιστορώ
ιστορείς	=	ιστορώ
ιστορείσαι	=	ιστορώ
ιστορείστε	=	ιστορώ
ιστορείται	=	ιστορώ
ιστορείτε	=	ιστορώ
ιστορείτο	=	ιστορώ
ιστορηθήκαμε	=	ιστορώ
ιστορηθήκαν	=	ιστορώ
ιστορηθήκανε	=	ιστορώ
ιστορηθήκατε	=	ιστορώ
ιστορηθεί	=	ιστορώ
ιστορηθείς	=	ιστορώ
ιστορηθείτε	=	ιστορώ
ιστορηθούμε	=	ιστορώ
ιστορηθούν	=	ιστορώ
ιστορηθούνε	=	ιστορώ
ιστορηθώ	=	ιστορώ
ιστορημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιστόρημα
ιστορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορημένο
ιστορημένε	verb	κλητική ενικού του ιστορημένος
ιστορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορημένη
ιστορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορημένος
ιστορημένης	verb	γενική ενικού του ιστορημένη
ιστορημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιστορημένος
ιστορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστορημένος
ιστορημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιστορώ
ιστορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιστορημένος
ιστορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιστορημένος
ιστορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιστορημένος
ιστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορικό	adv	σύμφωνα με την ιστορία, σύμφωνα με τα γεγονότα
ιστορικέ	adj	κλητική ενικού του ιστορικός
ιστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορική
ιστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορικός
ιστορικής	adj	γενική ενικού του ιστορική
ιστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστορικός
ιστορικοδογματικά	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικέ	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικές	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματική	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικής	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικοί	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικού	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικούς	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικό	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοδογματικός	adj	που αφορά τα δόγματα σε ιστορικό πλαίσιο
ιστορικοδογματικών	=	ιστορικοδογματικός
ιστορικοκανονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορικοκανονικό
ιστορικοκανονικέ	adj	κλητική ενικού του ιστορικοκανονικός
ιστορικοκανονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορικοκανονική
ιστορικοκανονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορικοκανονικός
ιστορικοκανονικής	adj	γενική ενικού του ιστορικοκανονική
ιστορικοκανονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστορικοκανονικός
ιστορικοκανονικού	adj	γενική ενικού του ιστορικοκανονικός
ιστορικοκανονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστορικοκανονικός
ιστορικοκανονικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστορικοκανονικός
ιστορικοκανονικός	adj	που είναι (στη θρησκευτική νομική του διάσταση) κανονικός σε κάποιο ιστορικό πλαίσιο
ιστορικοκανονικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστορικοκανονικός
ιστορικοπολιτισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορικοπολιτισμικός
ιστορικοπολιτισμικός	adj|formal	που αναφέρεται σε οτιδήποτε συνδέεται άμεσα με την αλληλεπίδραση της ιστορίας και του πολιτισμού ενός τόπου ή μιας κοινωνίας
ιστορικοσυγκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοσυγκριτικός	adj	που σχετίζεται με την ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία
ιστορικοσυγκριτικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ιστορικοσυγκριτικός
ιστορικοτήτων	=	ιστορικότητα
ιστορικού	adj	γενική ενικού του ιστορικός
ιστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστορικός
ιστορικό	noun	η εξιστόρηση ενός συνόλου γεγονότων με χρονολογική σειρά	adj	αιτιατική ενικού του ιστορικός
ιστορικός	adj	ο σχετικός με την ιστορία	noun	ο ιστοριογράφος
ιστορικότατα	=	ιστορικός
ιστορικότατε	=	ιστορικός
ιστορικότατες	=	ιστορικός
ιστορικότατη	=	ιστορικός
ιστορικότατης	=	ιστορικός
ιστορικότατο	=	ιστορικός
ιστορικότατοι	=	ιστορικός
ιστορικότατος	=	ιστορικός
ιστορικότατου	=	ιστορικός
ιστορικότατους	=	ιστορικός
ιστορικότατων	=	ιστορικός
ιστορικότερα	=	ιστορικός
ιστορικότερε	=	ιστορικός
ιστορικότερες	=	ιστορικός
ιστορικότερη	=	ιστορικός
ιστορικότερης	=	ιστορικός
ιστορικότερο	=	ιστορικός
ιστορικότεροι	=	ιστορικός
ιστορικότερος	=	ιστορικός
ιστορικότερου	=	ιστορικός
ιστορικότερους	=	ιστορικός
ιστορικότερων	=	ιστορικός
ιστορικότητα	noun	η ιδιότητα του ιστορικού, του επιβεβαιωμένου από τις ιστορικές μαρτυρίες
ιστορικότητας	noun	γενική ενικού του ιστορικότητα
ιστορικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστορικότητα
ιστορικότροπα	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπε	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπες	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπη	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπης	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπο	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροποι	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπος	adj	αυτός που σχετίζεται με ή με κάποιον τρόπο συμμετέχει στην ιστορία
ιστορικότροπου	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπους	=	ιστορικότροπος
ιστορικότροπων	=	ιστορικότροπος
ιστορικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστορικός
ιστοριογράφε	noun	κλητική ενικού του ιστοριογράφος
ιστοριογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ιστοριογράφος
ιστοριογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστοριογράφος
ιστοριογράφος	noun	αυτός που συγγράφει ιστορική αφήγηση στηριζόμενος σε προσωπική γνώση ή σε πρωτογενή έρευνα
ιστοριογράφου	noun	γενική ενικού του ιστοριογράφος
ιστοριογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιστοριογράφος
ιστοριογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ιστοριογράφος
ιστοριογραφία	noun	η δραστηριότητα του ιστοριογράφου, η συγγραφή ιστορίας
ιστοριογραφίας	noun	γενική ενικού του ιστοριογραφία
ιστοριογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριογραφία
ιστοριογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριογραφικό
ιστοριογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριογραφική
ιστοριογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφικής	adj	γενική ενικού του ιστοριογραφική
ιστοριογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφικού	adj	γενική ενικού του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφικός	adj	σχετικός με την ιστοριογραφία
ιστοριογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστοριογραφικός
ιστοριογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοριογραφία
ιστοριοδίφες	=	ιστοριοδίφης
ιστοριοδίφη	=	ιστοριοδίφης
ιστοριοδίφης	noun|formal	αυτός που ψάχνει, που ερευνά επισταμένως και αναζητεί ιστορικά τεκμήρια
ιστοριοδίφισσα	noun	θηλυκό του ιστοριοδίφης
ιστοριοδίφισσας	noun	γενική ενικού του ιστοριοδίφισσα
ιστοριοδίφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοδίφισσα
ιστοριοδιφία	noun|formal	η ενασχόληση του ιστοριοδίφη
ιστοριοδιφίας	noun	γενική ενικού του ιστοριοδιφία
ιστοριοδιφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοδιφία
ιστοριοδιφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοδιγικό	adv	από ιστοριοδιφική άποψη
ιστοριοδιφικέ	adj	κλητική ενικού του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοδιφική
ιστοριοδιφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφικής	adj	γενική ενικού του ιστοριοδιφική
ιστοριοδιφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφικού	adj	γενική ενικού του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφικός	adj|formal	σχετικός με την ιστοριοδιφία και τους ιστοριοδίφες
ιστοριοδιφικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστοριοδιφικός
ιστοριοδιφισσών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοριοδίφισσα
ιστοριοδιφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοριοδιφία
ιστοριοδιφών	=	ιστοριοδίφης
ιστοριοκρατία	noun	βλ. ιστορισμός, οι συνθήκες και γύρω από τα καταγεγραμμένα γεγονότα, ιστορικό πλαίσιο
ιστοριοκρατίας	noun	γενική ενικού του ιστοριοκρατία
ιστοριοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοκρατία
ιστοριοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοριοκρατία
ιστοριομετρία	noun	στατιστική επεξεργασία και αξιολόγηση ιστορικών φαινομένων ή μορφών
ιστοριομετρίας	=	ιστοριομετρία
ιστοριομετρίες	=	ιστοριομετρία
ιστοριομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριομετρικό
ιστοριομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ιστοριομετρικός
ιστοριομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριομετρική
ιστοριομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστοριομετρικός
ιστοριομετρικής	adj	γενική ενικού του ιστοριομετρική
ιστοριομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστοριομετρικός
ιστοριομετρικού	adj	γενική ενικού του ιστοριομετρικός
ιστοριομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστοριομετρικός
ιστοριομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστοριομετρικός
ιστοριομετρικός	adj	που έχει σχέση με την ιστοριομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιστοριομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστοριομετρικός
ιστοριομετριών	=	ιστοριομετρία
ιστοριοπλασία	noun	η μυθοπλασία
ιστοριοπλασίας	noun	γενική ενικού του ιστοριοπλασία
ιστοριοπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριοπλασία
ιστοριοπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοριοπλασία
ιστοριοφοβία	noun	φόβος ιστορικής γνώσης
ιστοριοφοβίας	=	ιστοριοφοβία
ιστοριοφοβίες	=	ιστοριοφοβία
ιστοριοφοβιών	=	ιστοριοφοβία
ιστοριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοριούλα
ιστορισμέ	noun	κλητική ενικού του ιστορισμός
ιστορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστορισμός
ιστορισμού	noun	γενική ενικού του ιστορισμός
ιστορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιστορισμός
ιστορισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιστορισμός
ιστορισμός	noun	ιστοριοκρατία, κοινωνιολογική ή φιλοσοφική ιστορική ανάλυση
ιστορισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιστορισμός
ιστοριών	noun	γενική πληθυντικού του ιστορία
ιστορούμαι	=	ιστορώ
ιστορούμασταν	=	ιστορώ
ιστορούμαστε	=	ιστορώ
ιστορούμε	=	ιστορώ
ιστορούμενος	=	ιστορώ
ιστορούμουν	=	ιστορώ
ιστορούμουνα	=	ιστορώ
ιστορούν	=	ιστορώ
ιστορούνε	=	ιστορώ
ιστορούνται	=	ιστορώ
ιστορούνταν	=	ιστορώ
ιστορούντο	=	ιστορώ
ιστορούσα	=	ιστορώ
ιστορούσαμε	=	ιστορώ
ιστορούσαν	=	ιστορώ
ιστορούσανε	=	ιστορώ
ιστορούσατε	=	ιστορώ
ιστορούσε	=	ιστορώ
ιστορούσες	=	ιστορώ
ιστορούσουν	=	ιστορώ
ιστορούσουνα	=	ιστορώ
ιστορώ	verb	αφηγούμαι, εξιστορώ
ιστορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιστορώ
ιστοσελίδα	noun	ένα από τα τεκμήρια του Παγκόσμιου Ιστού, στην απλούστερη περίπτωση ένα αρχείο HTML, που μπορεί να περιέχει κείμενα, εικόνες, ήχους, συνδέσμους προς άλλα τεκμήρια κ.λπ.
ιστοσελίδας	=	ιστοσελίδα
ιστοσελίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοσελίδα
ιστοσελίδων	=	ιστοσελίδα
ιστοσελιδογραφία	noun	δικτυογραφία
ιστοσελιδογραφίας	noun	γενική ενικού του ιστοσελιδογραφία
ιστοσελιδογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοσελιδογραφία
ιστοσελιδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοσελιδογραφία
ιστοσταθμούσα	=	ισοσταθμώ
ιστοσυγκομιδές	=	ιστοσυγκομιδή
ιστοσυγκομιδή	noun	η συλλογή δεδομένων (data scraping) από ιστοσελίδες (web pages)
ιστοσυγκομιδής	=	ιστοσυγκομιδή
ιστοσυγκομιδών	=	ιστοσυγκομιδή
ιστοσυμβατά	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατέ	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατές	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατή	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατής	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατοί	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατοτήτων	=	ιστοσυμβατότητα
ιστοσυμβατού	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατούς	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατό	=	ιστοσυμβατός
ιστοσυμβατός	adj	που χαρακτηρίζεται από ιστοσυμβατότητα
ιστοσυμβατότητα	noun	τα στατιστικά χαρακτηριστικά των πολυμορφικών αλλίων ατόμου
ιστοσυμβατότητας	=	ιστοσυμβατότητα
ιστοσυμβατότητες	=	ιστοσυμβατότητα
ιστοσυμβατών	=	ιστοσυμβατός
ιστοτομία	noun	ανατομική εξέταση ιστών
ιστοτομίας	noun	γενική ενικού του ιστοτομία
ιστοτομίες	=	ιστοτομία
ιστοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του ιστοτομία
ιστοχάρτες	=	ιστοχάρτης
ιστοχάρτη	=	ιστοχάρτης
ιστοχάρτης	noun	ιστοσελίδα μέσα στην οποία υπάρχουν πολλοί σύνδεσμοι που παραπέμπουν σε διάφορες ιστοσελίδες που συνήθως έχουν παρεμφερές αντικείμενο
ιστοχαρτών	=	ιστοχάρτης
ιστοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοχημικό
ιστοχημικέ	adj	κλητική ενικού του ιστοχημικός
ιστοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιστοχημική
ιστοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιστοχημικός
ιστοχημικής	adj	γενική ενικού του ιστοχημική
ιστοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστοχημικός
ιστοχημικού	adj	γενική ενικού του ιστοχημικός
ιστοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιστοχημικός
ιστοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του ιστοχημικός
ιστοχημικός	adj	που έχει σχέση με την ιστοχημεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιστοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του ιστοχημικός
ιστοχώρε	=	ιστοχώρος
ιστοχώρο	=	ιστοχώρος
ιστοχώροι	=	ιστοχώρος
ιστοχώρος	noun	συλλογή από ιστοσελίδες με κείμενα, αρχεία εικόνας, ήχου, βίντεο, κ.λπ., τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και είναι διαθέσιμα στον Παγκόσμιο Ιστό, για την πληροφόρηση των χρηστών του διαδικτύου αλλά και την παρουσίαση ενός θέματος, μίας εταιρίας, ενός οργανισμού, ενός προσώπου κ.α.
ιστοχώρου	=	ιστοχώρος
ιστοχώρους	=	ιστοχώρος
ιστοχώρων	=	ιστοχώρος
ιστού	noun	ιστός, στη γενική του ενικού
ιστούς	noun	ιστός, στη αιτιατική του πληθυντικού
ιστό	noun	ιστός, στη αιτιατική του ενικού
ιστόγραμμα	noun	γραφική αναπαράσταση διασποράς-κατανομής αριθμητικών δεδομένων
ιστόγραμμο	noun|rare	άλλη γραφή του ιστόγραμμα
ιστόλυση	noun	άλλη μορφή του ιστολυσία
ιστόλυσης	=	ιστόλυση
ιστόρει	=	ιστορώ
ιστόρημα	noun	ιστόρηση, εξιστόρηση
ιστόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιστορώ
ιστόρηση	noun	αφήγηση
ιστόρησης	noun	γενική ενικού του ιστόρηση
ιστόριζα	=	ιστορίζω
ιστόριζαν	=	ιστορίζω
ιστόριζε	=	ιστορίζω
ιστόριζες	=	ιστορίζω
ιστόρισα	=	ιστορίζω
ιστόρισαν	=	ιστορίζω
ιστόρισε	=	ιστορίζω
ιστόρισες	=	ιστορίζω
ιστός	noun	σύνολο όμοιων κυττάρων που έχουν όλα την ίδια λειτουργία
ιστότοπε	noun	κλητική ενικού του ιστότοπος
ιστότοπο	noun	αιτιατική ενικού του ιστότοπος
ιστότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιστότοπος
ιστότοπος	noun	ομάδα ιστοσελίδων που αφορούν ένα συγκεκριμένο θέμα ή μερικά συναφή θέματα, αντιμετωπίζονται ως μία οντότητα και διατηρούνται από ένα πρόσωπο ή ένα φορέα σε υπολογιστή συνδεδεμένο στο Διαδίκτυο
ιστότοπου	=	ιστότοπος
ιστότοπους	=	ιστότοπος
ιστότοπων	=	ιστότοπος
ιστών	noun	γενική πληθυντικού του ιστός
ισχάδα	noun	είδος μικρής άγκυρας που χρησιμεύει στην πόντιση της μεγάλης
ισχάδας	=	ισχάδα
ισχάδες	=	ισχάδα
ισχάδων	=	ισχάδα
ισχάζαμε	=	ισχάζω
ισχάζαν	=	ισχάζω
ισχάζανε	=	ισχάζω
ισχάζατε	=	ισχάζω
ισχάζει	=	ισχάζω
ισχάζεις	=	ισχάζω
ισχάζετε	=	ισχάζω
ισχάζοντας	=	ισχάζω
ισχάζουμε	=	ισχάζω
ισχάζουν	=	ισχάζω
ισχάζουνε	=	ισχάζω
ισχάζω	verb	ποντίζω τη μεγάλη άγκυρα με τη βοήθεια της ισχάδας
ισχάσαμε	=	ισχάζω
ισχάσαν	=	ισχάζω
ισχάσανε	=	ισχάζω
ισχάσατε	=	ισχάζω
ισχάσει	=	ισχάζω
ισχάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσχαση
ισχάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίσχαση
ισχάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίσχαση
ισχάστε	=	ισχάζω
ισχία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχίο
ισχίο	noun	η άρθρωση του μηρού με τη λεκάνη και η γύρω περιοχή
ισχίου	noun	γενική ενικού του ισχίο
ισχίων	noun	γενική πληθυντικού του ισχίο
ισχαδόδεσμε	=	ισχαδόδεσμος
ισχαδόδεσμο	=	ισχαδόδεσμος
ισχαδόδεσμοι	=	ισχαδόδεσμος
ισχαδόδεσμος	noun	το δέσιμο με το οποίο δένεται η ισχάδα
ισχαδόδεσμου	=	ισχαδόδεσμος
ισχαδόδεσμους	=	ισχαδόδεσμος
ισχαδόδεσμων	=	ισχαδόδεσμος
ισχαιμία	noun	περιορισμός ή ελάττωση της κυκλοφορίας του αίματος σε κάποια σημεία ή όργανα του σώματος
ισχαιμίας	noun	γενική ενικού του ισχαιμία
ισχαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχαιμία
ισχαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχαιμικό
ισχαιμικέ	adj	κλητική ενικού του ισχαιμικός
ισχαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχαιμική
ισχαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχαιμικός
ισχαιμικής	adj	γενική ενικού του ισχαιμική
ισχαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχαιμικός
ισχαιμικού	adj	γενική ενικού του ισχαιμικός
ισχαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχαιμικός
ισχαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του ισχαιμικός
ισχαιμικός	adj	που έχει σχέση με την ισχαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ισχαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του ισχαιμικός
ισχαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ισχαιμία
ισχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχιακό
ισχιακέ	adj	κλητική ενικού του ισχιακός
ισχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχιακή
ισχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχιακός
ισχιακής	adj	γενική ενικού του ισχιακή
ισχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχιακός
ισχιακού	adj	γενική ενικού του ισχιακός
ισχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχιακός
ισχιακό	adj	αιτιατική ενικού του ισχιακός
ισχιακός	adj	σχετικός με τα ισχία
ισχιακών	adj	γενική πληθυντικού του ισχιακός
ισχιαλγία	noun	νευραλγία του ισχιακού νεύρου, ο πόνος εξαπλώνεται στους γλουτούς και στο πίσω μέρος του μηρού
ισχιαλγίας	noun	γενική ενικού του ισχιαλγία
ισχιαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχιαλγία
ισχιαλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχιαλγικό
ισχιαλγικέ	adj	κλητική ενικού του ισχιαλγικός
ισχιαλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχιαλγική
ισχιαλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχιαλγικός
ισχιαλγικής	adj	γενική ενικού του ισχιαλγική
ισχιαλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχιαλγικός
ισχιαλγικού	adj	γενική ενικού του ισχιαλγικός
ισχιαλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχιαλγικός
ισχιαλγικό	adj	αιτιατική ενικού του ισχιαλγικός
ισχιαλγικός	adj	που πάσχει από ισχιαλγία
ισχιαλγικών	adj	γενική πληθυντικού του ισχιαλγικός
ισχιαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του ισχιαλγία
ισχνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχνό	adv	με ισχνό τρόπο
ισχνάδα	noun	η ιδιότητα του να είναι κανείς ισχνός
ισχνάδας	=	ισχνάδα
ισχνάδες	=	ισχνάδα
ισχνάδων	=	ισχνάδα
ισχνάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάναν	=	ισχναίνω
ισχνάνανε	=	ισχναίνω
ισχνάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσχνανση
ισχνάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίσχνανση
ισχνάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίσχνανση
ισχνάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχναίνω
ισχνέ	adj	κλητική ενικού του ισχνός
ισχνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχνή
ισχνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχνός
ισχνής	adj	γενική ενικού του ισχνή
ισχναίναμε	=	ισχναίνω
ισχναίναν	=	ισχναίνω
ισχναίνανε	=	ισχναίνω
ισχναίνατε	=	ισχναίνω
ισχναίνει	=	ισχναίνω
ισχναίνεις	=	ισχναίνω
ισχναίνετε	=	ισχναίνω
ισχναίνομαι	=	ισχναίνω
ισχναίνοντας	=	ισχναίνω
ισχναίνουμε	=	ισχναίνω
ισχναίνουν	=	ισχναίνω
ισχναίνουνε	=	ισχναίνω
ισχναίνω	verb	κάνω κάτι (πιο) ισχνό
ισχναντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχναντικό
ισχναντικέ	adj	κλητική ενικού του ισχναντικός
ισχναντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχναντική
ισχναντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχναντικός
ισχναντικής	adj	γενική ενικού του ισχναντική
ισχναντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχναντικός
ισχναντικού	adj	γενική ενικού του ισχναντικός
ισχναντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχναντικός
ισχναντικό	adj	αιτιατική ενικού του ισχναντικός
ισχναντικός	adj	που έχει σχέση με την ίσχνανση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ισχναντικών	adj	γενική πληθυντικού του ισχναντικός
ισχνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχνεμένο
ισχνεμένε	verb	κλητική ενικού του ισχνεμένος
ισχνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχνεμένη
ισχνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχνεμένος
ισχνεμένης	verb	γενική ενικού του ισχνεμένη
ισχνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισχνεμένος
ισχνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχνεμένος
ισχνεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισχνεύω
ισχνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισχνεμένος
ισχνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισχνεμένος
ισχνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισχνεμένος
ισχνεύω	verb	κάνω κάτι ισχνό
ισχνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχνός
ισχνοτήτων	=	ισχνότητα
ισχνού	adj	γενική ενικού του ισχνός
ισχνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχνός
ισχνό	adj	αιτιατική ενικού του ισχνός
ισχνός	adj	εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή)
ισχνότατα	=	ισχνός
ισχνότατε	=	ισχνός
ισχνότατες	=	ισχνός
ισχνότατη	=	ισχνός
ισχνότατης	=	ισχνός
ισχνότατο	=	ισχνός
ισχνότατοι	=	ισχνός
ισχνότατος	=	ισχνός
ισχνότατου	=	ισχνός
ισχνότατους	=	ισχνός
ισχνότατων	=	ισχνός
ισχνότερα	=	ισχνός
ισχνότερε	=	ισχνός
ισχνότερες	=	ισχνός
ισχνότερη	=	ισχνός
ισχνότερης	=	ισχνός
ισχνότερο	=	ισχνός
ισχνότεροι	=	ισχνός
ισχνότερος	=	ισχνός
ισχνότερου	=	ισχνός
ισχνότερους	=	ισχνός
ισχνότερων	=	ισχνός
ισχνότητα	noun	λιποσαρκία, αδυναμία
ισχνότητας	noun	γενική ενικού του ισχνότητα
ισχνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχνότητα
ισχνόφωνη	=	ισχνόφωνος
ισχνόφωνο	=	ισχνόφωνος
ισχνόφωνος	adj	που έχει άτονη, σιγανή, αδύνατη φωνή
ισχνών	adj	γενική πληθυντικού του ισχνός
ισχουρία	noun	η δυσκολία ή η απόλυτη αδυναμία να ουρήσει κάποιος εκούσια
ισχουρίας	noun	γενική ενικού του ισχουρία
ισχουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχουρία
ισχουριών	noun	γενική πληθυντικού του ισχουρία
ισχυογενές	=	ισχυογενής
ισχυογενή	=	ισχυογενής
ισχυογενής	adj	που γίνεται ή πραγματοποιείται με τον κινητήρα σε ισχύ
ισχυογενείς	=	ισχυογενής
ισχυογενούς	=	ισχυογενής
ισχυογενών	=	ισχυογενής
ισχυουσών	=	ισχύων
ισχυούσης	=	ισχύων
ισχυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρό, ουδέτερο του ισχυρός	adv	με ισχυρό τρόπο
ισχυρέ	adj	κλητική ενικού του ισχυρός
ισχυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρή
ισχυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχυρός
ισχυρής	adj	γενική ενικού του ισχυρή
ισχυρίζεσαι	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίζεστε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίζεται	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίζομαι	verb	διατυπώνω μία άποψη (έναν ισχυρισμό) θεωρώντας την ή προβάλλοντάς την ως αληθινή
ισχυρίζονται	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίζονταν	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίζου	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίσθηκα	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίσθηκαν	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίσθηκε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίσθηκες	=	ισχυρίζομαι
ισχυρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριζόμασταν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόμαστε	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόμενος	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόμουν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόμουνα	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόντουσαν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόσασταν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόσαστε	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόσουν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόσουνα	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζόταν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριζότανε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθήκαμε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθήκαν	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθήκανε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθήκατε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθεί	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθείς	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθείτε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθούμε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθούν	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθούνε	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισθώ	=	ισχυρίζομαι
ισχυρισμέ	noun	κλητική ενικού του ισχυρισμός
ισχυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρισμένο
ισχυρισμένε	verb	κλητική ενικού του ισχυρισμένος
ισχυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρισμένη
ισχυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχυρισμένος
ισχυρισμένης	verb	γενική ενικού του ισχυρισμένη
ισχυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισχυρισμένος
ισχυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχυρισμένος
ισχυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισχυρίζομαι
ισχυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισχυρισμένος
ισχυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισχυρισμένος
ισχυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισχυρισμένος
ισχυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχυρισμός
ισχυρισμού	noun	γενική ενικού του ισχυρισμός
ισχυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ισχυρισμός
ισχυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ισχυρισμός
ισχυρισμός	noun	πρόταση με την οποία ισχυρίζομαι κάτι
ισχυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ισχυρισμός
ισχυριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστήκαν	=	ισχυρίζομαι
ισχυριστήκανε	=	ισχυρίζομαι
ισχυριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυριστούνε	=	ισχυρίζομαι
ισχυριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυρίζομαι
ισχυρο	=	ισχυρός
ισχυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχυρός
ισχυρογνωμοσυνών	=	ισχυρογνωμοσύνη
ισχυρογνωμοσύνες	=	ισχυρογνωμοσύνη
ισχυρογνωμοσύνη	noun	η αδιάλλακτη επιμονή κάποιου στις απόψεις του
ισχυρογνωμοσύνης	=	ισχυρογνωμοσύνη
ισχυρογνωμόνων	=	ισχυρογνώμων
ισχυρογνωμόνως	adv|formal	με ισχυρογνώμονα τρόπο, με ισχυρογνωμοσύνη
ισχυρογνώμον	=	ισχυρογνώμων
ισχυρογνώμονα	=	ισχυρογνώμων
ισχυρογνώμονας	adj|formal	λόγια μορφή του ισχυρογνώμων
ισχυρογνώμονες	=	ισχυρογνώμων
ισχυρογνώμονον	=	ισχυρογνώμονας
ισχυρογνώμονος	=	ισχυρογνώμων
ισχυρογνώμονων	=	ισχυρογνώμονας
ισχυρογνώμων	adj|formal	που συνηθίζει να υποστηρίζει επίμονα τις απόψεις του επιδεικνύοντας αδιαλλαξία
ισχυροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισχυροποιώ
ισχυροποίησης	=	ισχυροποίηση
ισχυροποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήσαν	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιήσανε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυροποίηση
ισχυροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήσεων	=	ισχυροποίηση
ισχυροποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιώ
ισχυροποιεί	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιείς	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιείτε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
ισχυροποιημένος	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούμαι	verb	γίνομαι πιο ισχυρός
ισχυροποιούμε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούν	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούνε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσα	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσαμε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσαν	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσανε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσατε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσε	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιούσες	=	ισχυροποιώ
ισχυροποιώ	verb	κάνω κάτι ισχυρό, ενισχύω
ισχυροποιώντας	=	ισχυροποιώ
ισχυρού	adj	γενική ενικού του ισχυρός
ισχυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχυρός
ισχυρό	adj	αιτιατική ενικού του ισχυρός
ισχυρός	adj	που έχει δύναμη, ισχύ (σωματική, ψυχική, νομική κ.ά.)
ισχυρότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρότατο, ουδέτερο του ισχυρότατος	adv	υπερθετικός βαθμός του ισχυρά, πάρα πολύ δυνατά
ισχυρότατε	=	ισχυρός
ισχυρότατες	=	ισχυρός
ισχυρότατη	=	ισχυρός
ισχυρότατης	=	ισχυρός
ισχυρότατο	=	ισχυρός
ισχυρότατοι	=	ισχυρός
ισχυρότατος	=	ισχυρός
ισχυρότατου	=	ισχυρός
ισχυρότατους	=	ισχυρός
ισχυρότατων	=	ισχυρός
ισχυρότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρότερο
ισχυρότερε	adj	κλητική ενικού του ισχυρότερος
ισχυρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισχυρότερη
ισχυρότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισχυρότερος
ισχυρότερης	adj	γενική ενικού του ισχυρότερη
ισχυρότερο	adj	αιτιατική ενικού του ισχυρότερος
ισχυρότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισχυρότερος
ισχυρότερος	adj	που είναι πιο ισχυρός, πιο δυνατός, έχει μεγαλύτερη ισχύ, ένταση, επιρροή
ισχυρότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισχυρότερος
ισχυρότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισχυρότερος
ισχυρότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισχυρότερος
ισχυρών	adj	γενική πληθυντικού του ισχυρός
ισχυτήτων	=	ισχύτητα
ισχυόντων	=	ισχύων
ισχύ	noun	αιτιατική ενικού του ισχύς
ισχύαμε	=	ισχύω
ισχύαν	=	ισχύω
ισχύανε	=	ισχύω
ισχύατε	=	ισχύω
ισχύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ισχύω
ισχύεις	=	ισχύω
ισχύες	=	ισχύς
ισχύετε	=	ισχύω
ισχύομε	=	ισχύω
ισχύον	verb|formal	ουδέτερο του ισχύων
ισχύοντα	=	ισχύων
ισχύοντας	=	ισχύω
ισχύοντες	=	ισχύων
ισχύοντος	=	ισχύων
ισχύος	noun	γενική ενικού του ισχύς
ισχύουμε	=	ισχύω
ισχύουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ισχύω
ισχύουνε	=	ισχύω
ισχύουσα	=	ισχύω
ισχύουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ισχύων
ισχύουσες	=	ισχύων
ισχύς	noun	η δύναμη
ισχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσαν	=	ισχύω
ισχύσανε	=	ισχύω
ισχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσομε	=	ισχύω
ισχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσουνε	=	ισχύω
ισχύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχύω
ισχύτητα	noun	όρος που περιγράφει τον ισχυρό ή ασθενή χαρακτήρα ενός οξέος ή μιας βάσεως.
ισχύτητας	=	ισχύτητα
ισχύτητες	=	ισχύτητα
ισχύω	verb	έχω ισχύ, παρέχω τη δυνατότητα, έχω κύρος, είμαι έγκυρος
ισχύων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ισχύω
ισωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ίσωμα
ισωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισωμένο
ισωμένε	verb	κλητική ενικού του ισωμένος
ισωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισωμένη
ισωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισωμένος
ισωμένης	verb	γενική ενικού του ισωμένη
ισωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ισωμένος
ισωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισωμένος
ισωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ισώνω
ισωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισωμένος
ισωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ισωμένος
ισωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισωμένος
ισόβαθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόβαθμο
ισόβαθμε	adj	κλητική ενικού του ισόβαθμος
ισόβαθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόβαθμη
ισόβαθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόβαθμος
ισόβαθμης	adj	γενική ενικού του ισόβαθμη
ισόβαθμο	adj	αιτιατική ενικού του ισόβαθμος
ισόβαθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόβαθμος
ισόβαθμος	adj	που έχει τον ίδιο βαθμό με κάποιον άλλο
ισόβαθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόβαθμος
ισόβαθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόβαθμος
ισόβαθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόβαθμος
ισόβαρα	=	ισόβαρος
ισόβαρε	=	ισόβαρος
ισόβαρες	=	ισόβαρος
ισόβαρη	=	ισόβαρος
ισόβαρης	=	ισόβαρος
ισόβαρο	=	ισόβαρος
ισόβαροι	=	ισόβαρος
ισόβαρος	adj	σπανιότερη μορφή του ισοβαρής
ισόβαρου	=	ισόβαρος
ισόβαρους	=	ισόβαρος
ισόβαρων	=	ισόβαρος
ισόβια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόβιος	adv	ισοβίως, για μια ζωή
ισόβιας	=	ισόβιος
ισόβιε	=	ισόβιος
ισόβιες	=	ισόβιος
ισόβιο	=	ισόβιος
ισόβιοι	=	ισόβιος
ισόβιος	adj	που κατέχει μια ορισμένη ιδιότητα για όλη του τη ζωή
ισόβιου	=	ισόβιος
ισόβιους	=	ισόβιος
ισόβιων	=	ισόβιος
ισόγεια	=	ισόγειο
ισόγειας	=	ισόγειος
ισόγειε	=	ισόγειος
ισόγειες	=	ισόγειος
ισόγειο	noun	το οριζόντιο τμήμα (όροφος) ενός κτηρίου που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος
ισόγειοι	=	ισόγειος
ισόγειος	adj	που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος
ισόγειου	=	ισόγειο
ισόγειους	=	ισόγειος
ισόγειων	=	ισόγειος
ισόγλωσσα	=	ισόγλωσσο
ισόγλωσση	=	ισόγλωσσο
ισόγλωσσο	noun	η συμβατική και κατά προσέγγιση απόδοση σε χάρτη του ορίου ανάμεσα σε δύο γλωσσικά φαινόμενα.
ισόγλωσσος	=	ισόγλωσσο
ισόγλωσσου	=	ισόγλωσσο
ισόδομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόδομο
ισόδομε	adj	κλητική ενικού του ισόδομος
ισόδομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόδομη
ισόδομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόδομος
ισόδομης	adj	γενική ενικού του ισόδομη
ισόδομο	adj	αιτιατική ενικού του ισόδομος
ισόδομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόδομος
ισόδομος	adj	για τοιχοποιία που έχει φτιαχτεί με λίθους ίσων διαστάσεων
ισόδομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόδομος
ισόδομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόδομος
ισόδομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόδομος
ισόθεα	=	ισόθεος
ισόθεε	=	ισόθεος
ισόθεες	=	ισόθεος
ισόθεη	=	ισόθεος
ισόθεης	=	ισόθεος
ισόθεο	=	ισόθεος
ισόθεοι	=	ισόθεος
ισόθεος	adj	ίσος με θεό· τιμητικός χαρακτηρισμός κυρίως στα ομηρικά έπη για σημαντικούς ήρωες
ισόθεου	=	ισόθεος
ισόθεους	=	ισόθεος
ισόθερμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόθερμο
ισόθερμε	adj	κλητική ενικού του ισόθερμος
ισόθερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόθερμη
ισόθερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόθερμος
ισόθερμης	adj	γενική ενικού του ισόθερμη
ισόθερμο	adj	αιτιατική ενικού του ισόθερμος
ισόθερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόθερμος
ισόθερμος	adj	που έχει την ίδια θερμοκρασία με κάποιον ή κάτι άλλο (παρά τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος)
ισόθερμου	adj	γενική ενικού του ισόθερμος
ισόθερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόθερμος
ισόθερμων	adj	γενική πληθυντικού του ισόθερμος
ισόθεων	=	ισόθεος
ισόκυρα	=	ισόκυρος
ισόκυρε	=	ισόκυρος
ισόκυρες	=	ισόκυρος
ισόκυρη	=	ισόκυρος
ισόκυρης	=	ισόκυρος
ισόκυρο	=	ισόκυρος
ισόκυροι	=	ισόκυρος
ισόκυρος	adj	αυτός που φέρει το ίδιο έννομο κύρος με κάποιον άλλον
ισόκυρου	=	ισόκυρος
ισόκυρους	=	ισόκυρος
ισόκυρων	=	ισόκυρος
ισόκωλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόκωλο
ισόκωλο	noun	ρητορικό σχήμα που χαρακτηρίζεται από την χρήση κώλων, ή ημιπεριόδων με ίσον αριθμό συλλαβών εντός μιας περιόδου
ισόκωλου	=	ισόκωλο
ισόμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόμερο
ισόμερε	adj	κλητική ενικού του ισόμερος
ισόμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόμερη
ισόμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόμερος
ισόμερης	adj	γενική ενικού του ισόμερη
ισόμερο	adj	αιτιατική ενικού του ισόμερος
ισόμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόμερος
ισόμερος	adj	άλλη μορφή του ισομερής
ισόμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόμερος
ισόμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόμερος
ισόμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόμερος
ισόμετρα	adv	με ισόμετρο τρόπο
ισόμετρε	=	ισόμετρος
ισόμετρες	=	ισόμετρος
ισόμετρη	=	ισόμετρος
ισόμετρης	=	ισόμετρος
ισόμετρο	=	ισόμετρος
ισόμετροι	=	ισόμετρος
ισόμετρος	adj	που έχει ίδιες διαστάσεις ή μέγεθος με κάποιον ή κάτι άλλο
ισόμετρου	=	ισόμετρος
ισόμετρους	=	ισόμετρος
ισόμετρων	=	ισόμετρος
ισόμηκες	=	ισομήκης
ισόμοιρα	=	ισόμοιρος
ισόμοιρε	=	ισόμοιρος
ισόμοιρες	=	ισόμοιρος
ισόμοιρη	=	ισόμοιρος
ισόμοιρης	=	ισόμοιρος
ισόμοιρο	=	ισόμοιρος
ισόμοιροι	=	ισόμοιρος
ισόμοιρος	adj	που έχει ίσο μερίδιο με κάποιον άλλο
ισόμοιρου	=	ισόμοιρος
ισόμοιρους	=	ισόμοιρος
ισόμοιρων	=	ισόμοιρος
ισόμορφα	=	ισόμορφος
ισόμορφε	=	ισόμορφος
ισόμορφες	=	ισόμορφος
ισόμορφη	=	ισόμορφος
ισόμορφης	=	ισόμορφος
ισόμορφο	=	ισόμορφος
ισόμορφοι	=	ισόμορφος
ισόμορφος	adj	που έχει την ίδια ή παρόμοια δομή ή διαμόρφωση με κάποιον ή κάτι άλλο
ισόμορφου	=	ισόμορφος
ισόμορφους	=	ισόμορφος
ισόμορφων	=	ισόμορφος
ισόνομα	=	ισόνομος
ισόνομε	=	ισόνομος
ισόνομες	=	ισόνομος
ισόνομη	=	ισόνομος
ισόνομης	=	ισόνομος
ισόνομο	=	ισόνομος
ισόνομοι	=	ισόνομος
ισόνομος	adj	που απέναντι στο νόμο έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που απολαύει ισονομία
ισόνομου	=	ισόνομος
ισόνομους	=	ισόνομος
ισόνομων	=	ισόνομος
ισόπαλα	=	ισόπαλος
ισόπαλε	=	ισόπαλος
ισόπαλες	=	ισόπαλος
ισόπαλη	=	ισόπαλος
ισόπαλης	=	ισόπαλος
ισόπαλο	=	ισόπαλος
ισόπαλοι	=	ισόπαλος
ισόπαλος	adj	που αναδεικνύεται ίσος σε δύναμη
ισόπαλου	=	ισόπαλος
ισόπαλους	=	ισόπαλος
ισόπαλων	=	ισόπαλος
ισόπαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόπαχο
ισόπαχε	adj	κλητική ενικού του ισόπαχος
ισόπαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόπαχη
ισόπαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόπαχος
ισόπαχης	adj	γενική ενικού του ισόπαχη
ισόπαχο	adj	αιτιατική ενικού του ισόπαχος
ισόπαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόπαχος
ισόπαχος	adj	που έχει σε όλο το μήκος του το ίδιο πάχος
ισόπαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόπαχος
ισόπαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόπαχος
ισόπαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόπαχος
ισόπεδα	=	ισόπεδος
ισόπεδε	=	ισόπεδος
ισόπεδες	=	ισόπεδος
ισόπεδη	=	ισόπεδος
ισόπεδης	=	ισόπεδος
ισόπεδο	=	ισόπεδος
ισόπεδοι	=	ισόπεδος
ισόπεδος	adj	που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με κάτι άλλο
ισόπεδου	=	ισόπεδος
ισόπεδους	=	ισόπεδος
ισόπεδων	=	ισόπεδος
ισόπλευρα	=	ισόπλευρος
ισόπλευρε	=	ισόπλευρος
ισόπλευρες	=	ισόπλευρος
ισόπλευρη	=	ισόπλευρος
ισόπλευρης	=	ισόπλευρος
ισόπλευρο	=	ισόπλευρος
ισόπλευροι	=	ισόπλευρος
ισόπλευρος	adj	που έχει ίσες πλευρές
ισόπλευρου	=	ισόπλευρος
ισόπλευρους	=	ισόπλευρος
ισόπλευρων	=	ισόπλευρος
ισόποσα	adv	με ισόποσο τρόπο, σε ίσες ποσότητες
ισόποσε	adj	κλητική ενικού του ισόποσος
ισόποσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ισόποσος
ισόποση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόποσος
ισόποσης	adj	γενική ενικού του ισόποση
ισόποσο	adj	αιτιατική ενικού του ισόποσος
ισόποσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόποσος
ισόποσος	adj	ίσος με κάποιον άλλον ως προς την ποσότητα
ισόποσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόποσος
ισόποσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόποσος
ισόποσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόποσος
ισόρροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ισόρροπος	adv	με ισόρροπο τρόπο
ισόρροπε	adj	κλητική ενικού του ισόρροπος
ισόρροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόρροπη
ισόρροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόρροπος
ισόρροπης	adj	γενική ενικού του ισόρροπη
ισόρροπο	adj	αιτιατική ενικού του ισόρροπος
ισόρροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόρροπος
ισόρροπος	adj	που διατηρεί ή εξασφαλίζει την ισορροπία, που αναπτύσσεται εξίσου σε όλη την έκταση ή όλους τους τομείς
ισόρροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόρροπος
ισόρροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόρροπος
ισόρροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόρροπος
ισόρρυθμα	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμε	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμες	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμη	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμης	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμο	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμοι	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμος	noun	τεχνική που χρησιμοποιεί ένα επαναλαμβανόμενο ρυθμικό μοτίβο σε όλη τη διάρκεια της μουσικής σύνθεσης, από τουλάχιστο μία φωνή.	adj	που έχει ίσο ρυθμό
ισόρρυθμου	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμους	=	ισόρρυθμος
ισόρρυθμων	=	ισόρρυθμος
ισόσταθμα	=	ισόσταθμος
ισόσταθμε	=	ισόσταθμος
ισόσταθμες	=	ισόσταθμος
ισόσταθμη	=	ισόσταθμος
ισόσταθμης	=	ισόσταθμος
ισόσταθμο	=	ισόσταθμος
ισόσταθμοι	=	ισόσταθμος
ισόσταθμος	adj	που έχει την ίδια στάθμη με κάποιον άλλο
ισόσταθμου	=	ισόσταθμος
ισόσταθμους	=	ισόσταθμος
ισόσταθμων	=	ισόσταθμος
ισότητα	noun	η σχέση δύο πραγμάτων που είναι ή θεωρούνται ίσα
ισότητας	noun	γενική ενικού του ισότητα
ισότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισότητα
ισότιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ισότιμος	adv	με ισότιμο τρόπο
ισότιμε	adj	κλητική ενικού του ισότιμος
ισότιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισότιμη
ισότιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισότιμος
ισότιμης	adj	γενική ενικού του ισότιμη
ισότιμο	adj	αιτιατική ενικού του ισότιμος
ισότιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισότιμος
ισότιμος	adj	που έχει την ίδια τιμή, την ίδια (οικονομική) αξία με κάποιον ή κάτι άλλο
ισότιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισότιμος
ισότιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισότιμος
ισότιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισότιμος
ισότονα	=	ισότονος
ισότονε	=	ισότονος
ισότονες	=	ισότονος
ισότονη	=	ισότονος
ισότονης	=	ισότονος
ισότονο	adj	αιτιατική ενικού του ισότονος	noun	νουκλίδια ή πυρήνες ατόμων που έχουν ίδιο αριθμό νετρονίων αλλά διαφορετικό αριθμό πρωτονίων
ισότονοι	=	ισότονος
ισότονος	adj	που έχει ίδια ένταση με άλλον
ισότονου	=	ισότονος
ισότονους	=	ισότονος
ισότονων	=	ισότονος
ισότοπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισότοπο
ισότοπο	noun	κάθε παραλλαγή χημικού στοιχείου που φέρει ίδιο ατομικό αριθμό αλλά διαφορετική μάζα με συνέπεια να κατέχει ίδια θέση (ίδιο τόπο) στον περιοδικό πίνακα.
ισότοπου	=	ισότοπο
ισότοπων	=	ισότοπο
ισότροπα	=	ισότροπος
ισότροπε	=	ισότροπος
ισότροπες	=	ισότροπος
ισότροπη	=	ισότροπος
ισότροπης	=	ισότροπος
ισότροπο	=	ισότροπος
ισότροποι	=	ισότροπος
ισότροπος	adj	χαρακτηρισμός υλικού, πεδίου ή συστήματος του οποίου οι φυσικές ιδιότητες παραμένουν ίδιες προς κάθε κατεύθυνση, ανεξάρτητα από τον προσανατολισμό της παρατήρησης ή της μέτρησης
ισότροπου	=	ισότροπος
ισότροπους	=	ισότροπος
ισότροπων	=	ισότροπος
ισόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόφωνο
ισόφωνε	adj	κλητική ενικού του ισόφωνος
ισόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόφωνη
ισόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόφωνος
ισόφωνης	adj	γενική ενικού του ισόφωνη
ισόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του ισόφωνος
ισόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόφωνος
ισόφωνος	adj	αυτός που έχει ίδια φωνή με άλλον
ισόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόφωνος
ισόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόφωνος
ισόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόφωνος
ισόχρονα	adv	σε ίσο χρόνο
ισόχρονε	adj	κλητική ενικού του ισόχρονος
ισόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ισόχρονη
ισόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ισόχρονος
ισόχρονης	adj	γενική ενικού του ισόχρονη
ισόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ισόχρονος
ισόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ισόχρονος
ισόχρονος	adj	που συμβαίνει ή γίνεται σε ίσο χρονικό διάστημα με κάτι άλλο
ισόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ισόχρονος
ισόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ισόχρονος
ισόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ισόχρονος
ισόψηφα	=	ισόψηφος
ισόψηφε	=	ισόψηφος
ισόψηφες	=	ισόψηφος
ισόψηφη	=	ισόψηφος
ισόψηφης	=	ισόψηφος
ισόψηφο	=	ισόψηφος
ισόψηφοι	=	ισόψηφος
ισόψηφος	adj	που λαμβάνει ίσο αριθμό ψήφων με άλλον ή άλλους
ισόψηφου	=	ισόψηφος
ισόψηφους	=	ισόψηφος
ισόψηφων	=	ισόψηφος
ισώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίσωμα
ισώματος	noun	γενική ενικού του ίσωμα
ισώναμε	=	ισώνω
ισώναν	=	ισώνω
ισώνανε	=	ισώνω
ισώνατε	=	ισώνω
ισώνει	=	ισώνω
ισώνεις	=	ισώνω
ισώνετε	=	ισώνω
ισώνοντας	=	ισώνω
ισώνουμε	=	ισώνω
ισώνουν	=	ισώνω
ισώνουνε	=	ισώνω
ισώνω	verb	άλλη προφορά του ισιώνω
ισώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσαν	=	ισώνω
ισώσανε	=	ισώνω
ισώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ισώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισώνω
ιτάμου	=	ίταμος
ιτάμους	=	ίταμος
ιτάμων	=	ίταμος
ιταάτι	noun|dated	υποταγή, αναγνώριση της εξουσίας
ιταάτια	=	ιταάτι
ιταέτι	noun|dated	υποταγή
ιταέτια	=	ιταέτι
ιταατιού	=	ιταάτι
ιταατιών	=	ιταάτι
ιταετιού	=	ιταέτι
ιταετιών	=	ιταέτι
ιταλέ	=	ιταλός
ιταλίδα	=	ιταλός
ιταλιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιταλιάνικο
ιταλιάνικε	adj	κλητική ενικού του ιταλιάνικος
ιταλιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιταλιάνικη
ιταλιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιταλιάνικος
ιταλιάνικης	adj	γενική ενικού του ιταλιάνικη
ιταλιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του ιταλιάνικος
ιταλιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιταλιάνικος
ιταλιάνικος	adj	ιταλικός
ιταλιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιταλιάνικος
ιταλιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιταλιάνικος
ιταλιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιταλιάνικος
ιταλικά	adv	χρησιμοποιώντας την ιταλική γλώσσα	noun	η ιταλική γλώσσα
ιταλικέ	adj	κλητική ενικού του ιταλικός
ιταλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιταλική
ιταλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιταλικός
ιταλικής	adj	γενική ενικού του ιταλική
ιταλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιταλικός
ιταλικού	adj	γενική ενικού του ιταλικός
ιταλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιταλικός
ιταλικό	adj	αιτιατική ενικού του ιταλικός
ιταλικός	adj	που προέρχεται από ή αναφέρεται ή ανήκει στην Ιταλία και στους Ιταλούς
ιταλικών	adj	γενική πληθυντικού του ιταλικός
ιταλισμέ	=	ιταλισμός
ιταλισμοί	=	ιταλισμός
ιταλισμού	=	ιταλισμός
ιταλισμούς	=	ιταλισμός
ιταλισμό	=	ιταλισμός
ιταλισμός	noun	ιταλικός ιδιωματισμός
ιταλισμών	=	ιταλισμός
ιταλιστί	adv	στα ιταλικά, στην ιταλική γλώσσα
ιταλοί	=	ιταλός
ιταλογερμανικά	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικέ	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικές	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανική	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικής	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικοί	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικού	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικούς	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικό	=	ιταλογερμανικός
ιταλογερμανικός	adj	που έχει σχέση με τη Ιταλία και την Γερμανία ή με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιταλογερμανικών	=	ιταλογερμανικός
ιταλομαθές	=	ιταλομαθής
ιταλομαθή	=	ιταλομαθής
ιταλομαθής	adj	αυτός που γνωρίζει την ιταλική γλώσσα και γενικότερα έχει γαλουχηθεί με την ιταλική κουλτούρα
ιταλομαθείς	=	ιταλομαθής
ιταλομαθούς	=	ιταλομαθής
ιταλομαθών	=	ιταλομαθής
ιταλομανία	noun	ο υπερβολικός θαυμασμός προς την Ιταλία και την κουλτούρα της
ιταλομανίας	=	ιταλομανία
ιταλομανίες	=	ιταλομανία
ιταλομανιών	=	ιταλομανία
ιταλοτραφές	=	ιταλοτραφής
ιταλοτραφή	=	ιταλοτραφής
ιταλοτραφής	adj	που έχει γαλουχηθεί με την ιταλική κουλτούρα
ιταλοτραφείς	=	ιταλοτραφής
ιταλοτραφούς	=	ιταλοτραφής
ιταλοτραφών	=	ιταλοτραφής
ιταλού	=	ιταλός
ιταλούς	=	ιταλός
ιταλό	=	ιταλός
ιταλός	noun	ο Ιταλός
ιταλόφωνα	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνε	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνες	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνη	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνης	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνο	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνοι	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνος	adj	αυτός που έχει ως μητρική γλώσσα τα ιταλικά
ιταλόφωνου	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνους	=	ιταλόφωνος
ιταλόφωνων	=	ιταλόφωνος
ιταλών	=	ιταλός
ιταμά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιταμός	adv	άλλη μορφή του ιταμώς
ιταμέ	adj	κλητική ενικού του ιταμός
ιταμές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιταμή
ιταμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιταμός
ιταμής	adj	γενική ενικού του ιταμή
ιταμοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιταμός
ιταμοτήτων	=	ιταμότητα
ιταμού	adj	γενική ενικού του ιταμός
ιταμούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιταμός
ιταμό	adj	αιτιατική ενικού του ιταμός
ιταμός	adj|formal	που επιδεικνύει μια αναιδή, θρασεία, προκλητική ή αυθάδη συμπεριφορά
ιταμότητα	noun	η ιδιότητα του ιταμού
ιταμότητας	noun	γενική ενικού του ιταμότητα
ιταμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιταμότητα
ιταμών	adj	γενική πληθυντικού του ιταμός
ιταμώς	adv	με ιταμότητα
ιταπ	abbrev	δημόσιος φορέας της Ελλάδας, ο οποίος ασχολείται με τη διασφάλιση της ποιότητας των τροφίμων φυτικής και ζωικής παραγωγής
ιτεωτών	=	ιτεώτης
ιτεώτες	=	ιτεώτης
ιτεώτη	=	ιτεώτης
ιτεώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Ιτέα
ιτεώτισσα	=	ιτεώτης
ιτιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Salix με μακρόστενα φύλλα που φυτρώνει κυρίως κοντά σε ποτάμια ή λίμνες
ιτιάς	noun	γενική ενικού του ιτιά
ιτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιτιά
ιτιών	=	ιτιά
ιφετ	abbrev	ελληνικό ερευνητικό ινστιτούτο φαρμάκων
ιφτάρ	noun	το βραδινό γεύμα με το οποίο τελειώνει η νηστεία που ισχύει καθ'όλη τη διάρκεια της ημέρας στην περίοδο του Ραμαζανιού
ιφτιρά	=	ιφτιράς
ιφτιράδες	=	ιφτιράς
ιφτιράδων	=	ιφτιράς
ιφτιράς	noun	συκοφαντία
ιχθυάλευρα	=	ιχθυάλευρο
ιχθυάλευρο	noun	η ουσία που μοιάζει με το αλεύρι και παρασκευάζεται από υπολείμματα ψαριών
ιχθυάλευρου	=	ιχθυάλευρο
ιχθυάλευρων	=	ιχθυάλευρο
ιχθυέλαια	=	ιχθυέλαιο
ιχθυέλαιο	noun	έλαιο που παρασκευάζεται από ψάρια
ιχθυέλαιου	=	ιχθυέλαιο
ιχθυέλαιων	=	ιχθυέλαιο
ιχθυέμπορε	=	ιχθυέμπορος
ιχθυέμπορο	=	ιχθυέμπορος
ιχθυέμποροι	=	ιχθυέμπορος
ιχθυέμπορος	noun|formal	αυτός που εμπορεύεται ψάρια
ιχθυέμπορου	=	ιχθυέμπορος
ιχθυέμπορους	=	ιχθυέμπορος
ιχθυέμπορων	=	ιχθυέμπορος
ιχθυαγορά	noun|formal	συνώνυμο του ψαραγορά
ιχθυαγοράς	noun	γενική ενικού του ιχθυαγορά
ιχθυαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυαγορά
ιχθυαγορών	=	ιχθυαγορά
ιχθυαποθέματα	=	ιχθυαπόθεμα
ιχθυαποθέματος	=	ιχθυαπόθεμα
ιχθυαποθεμάτων	=	ιχθυαπόθεμα
ιχθυαπόθεμα	noun	οι αλιευτικοί πόροι, ο θαλάσσιος πλούτος, το θαλάσσιο απόθεμα, ο πληθυσμός ψαριών σε μια θαλάσσια περιοχή
ιχθυδίου	=	ιχθύδιο
ιχθυδίων	=	ιχθύδιο
ιχθυελαίου	=	ιχθυέλαιο
ιχθυελαίων	=	ιχθυέλαιο
ιχθυεμπόρου	=	ιχθυέμπορος
ιχθυεμπόρους	=	ιχθυέμπορος
ιχθυεμπόρων	=	ιχθυέμπορος
ιχθυοβιομηχανία	noun	βιομηχανία αλιείας και επεξεργασίας ψαριών
ιχθυοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του ιχθυοβιομηχανία
ιχθυοβιομηχανίες	=	ιχθυοβιομηχανία
ιχθυοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοβιομηχανία
ιχθυοβόρα	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρας	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρε	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρες	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρο	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόροι	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρος	adj|formal	που τρώει ψάρια
ιχθυοβόρου	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρους	=	ιχθυοβόρος
ιχθυοβόρων	=	ιχθυοβόρος
ιχθυογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυογενετικό
ιχθυογενετικέ	adj	κλητική ενικού του ιχθυογενετικός
ιχθυογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυογενετική
ιχθυογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχθυογενετικός
ιχθυογενετικής	adj	γενική ενικού του ιχθυογενετική
ιχθυογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυογενετικός
ιχθυογενετικού	adj	γενική ενικού του ιχθυογενετικός
ιχθυογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυογενετικός
ιχθυογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του ιχθυογενετικός
ιχθυογενετικός	adj	σχετικός με την ιχθυογένεση
ιχθυογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του ιχθυογενετικός
ιχθυογεννητικά	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικέ	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικές	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητική	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικής	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικοί	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικού	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικούς	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικό	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυογεννητικός	adj	που έχει σχέση με τη γέννηση ιχθύων / ψαριών ή αναφέρεται σ’ αυτή
ιχθυογεννητικών	=	ιχθυογεννητικός
ιχθυοδεξαμενές	=	ιχθυοδεξαμενή
ιχθυοδεξαμενή	noun	δεξαμενή στην οποία υπάρχουν (και εκτρέφονται) ψάρια
ιχθυοδεξαμενής	=	ιχθυοδεξαμενή
ιχθυοδεξαμενών	=	ιχθυοδεξαμενή
ιχθυοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιχθυοειδής
ιχθυοειδή	=	ιχθυοειδής
ιχθυοειδής	adj|formal	που έχει μορφή ή σχήμα ιχθύος / ψαριού, που μοιάζει με ιχθύ / ψάρι
ιχθυοειδείς	=	ιχθυοειδής
ιχθυοειδούς	adj	γενική ενικού του ιχθυοειδής
ιχθυοειδών	=	ιχθυοειδής
ιχθυοκαλλιέργεια	noun	η εκτροφή ψαριών μέσα σε φυσικές ή τεχνητές δεξαμενές και διάφορες εγκαταστάσεις
ιχθυοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του ιχθυοκαλλιέργεια
ιχθυοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοκαλλιέργεια
ιχθυοκαλλιεργήτρια	noun	θηλυκό του ιχθυοκαλλιεργητής
ιχθυοκαλλιεργήτριας	noun	γενική ενικού του ιχθυοκαλλιεργήτρια
ιχθυοκαλλιεργήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοκαλλιεργήτρια
ιχθυοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοκαλλιέργεια
ιχθυοκαλλιεργητές	=	ιχθυοκαλλιεργητής
ιχθυοκαλλιεργητή	=	ιχθυοκαλλιεργητής
ιχθυοκαλλιεργητής	noun	εκείνος που ασχολείται με την ιχθυοκαλλιέργεια
ιχθυοκαλλιεργητριών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοκαλλιεργήτρια
ιχθυοκαλλιεργητών	=	ιχθυοκαλλιεργητής
ιχθυοκολλών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυόκολλα
ιχθυολογία	noun	κλάδος της ζωολογίας που μελετά τα ψάρια
ιχθυολογίας	noun	γενική ενικού του ιχθυολογία
ιχθυολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυολογία
ιχθυολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυολογικό
ιχθυολογικέ	adj	κλητική ενικού του ιχθυολογικός
ιχθυολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυολογική
ιχθυολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχθυολογικός
ιχθυολογικής	adj	γενική ενικού του ιχθυολογική
ιχθυολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυολογικός
ιχθυολογικού	adj	γενική ενικού του ιχθυολογικός
ιχθυολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυολογικός
ιχθυολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ιχθυολογικός
ιχθυολογικός	adj	σχετικός με την ιχθυολογία
ιχθυολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ιχθυολογικός
ιχθυολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυολογία
ιχθυολόγε	=	ιχθυολόγος
ιχθυολόγο	=	ιχθυολόγος
ιχθυολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυολόγος
ιχθυολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τα ψάρια
ιχθυολόγου	noun	γενική ενικού του ιχθυολόγος
ιχθυολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυολόγος
ιχθυολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυολόγος
ιχθυολών	=	ιχθυόλη
ιχθυομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση ενός κοπαδιού ψαριών, στην κατεύθυνση που παίρνει, τον όγκο του, καθώς και άλλων χαρακτηριστικών
ιχθυομαντείας	=	ιχθυομαντεία
ιχθυομαντείες	=	ιχθυομαντεία
ιχθυομαντειών	=	ιχθυομαντεία
ιχθυοπαγίδα	noun	παγίδα για ψάρια
ιχθυοπαγίδας	=	ιχθυοπαγίδα
ιχθυοπαγίδες	=	ιχθυοπαγίδα
ιχθυοπαγίδων	=	ιχθυοπαγίδα
ιχθυοπανίδα	noun	η πανίδα ιχθύων ενός υγροβιότοπου
ιχθυοπανίδας	=	ιχθυοπανίδα
ιχθυοπανίδες	=	ιχθυοπανίδα
ιχθυοπανίδων	=	ιχθυοπανίδα
ιχθυοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγό, ουδέτερο του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγή
ιχθυοπαραγωγή	noun	η παραγωγή ψαριών μια περιοχής και το σύνολο των ιχθύων που διατίθενται στο εμπόριο
ιχθυοπαραγωγής	adj	γενική ενικού του ιχθυοπαραγωγή
ιχθυοπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγικό
ιχθυοπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγική
ιχθυοπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του ιχθυοπαραγωγική
ιχθυοπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγικός	adj	που έχει σχέση με τον ιχθυοπαραγωγό ή την ιχθυοπαραγωγή ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιχθυοπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγικός
ιχθυοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπαραγωγός	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με την ιχθυοπαραγωγή	adj	που παράγει πολλά ψάρια και η ιχθυοπαραγωγή είναι σημαντικός τομέας της οικονομίας
ιχθυοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του ιχθυοπαραγωγός
ιχθυοπληθυσμέ	=	ιχθυοπληθυσμός
ιχθυοπληθυσμοί	=	ιχθυοπληθυσμός
ιχθυοπληθυσμού	=	ιχθυοπληθυσμός
ιχθυοπληθυσμούς	=	ιχθυοπληθυσμός
ιχθυοπληθυσμό	=	ιχθυοπληθυσμός
ιχθυοπληθυσμός	noun	η ιχθυοπανίδα
ιχθυοπληθυσμών	=	ιχθυοπληθυσμός
ιχθυοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοπωλείο
ιχθυοπωλείο	noun|formal	κατάστημα που πουλάει ψάρια
ιχθυοπωλείου	noun	γενική ενικού του ιχθυοπωλείο
ιχθυοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοπωλείο
ιχθυοπωλών	=	ιχθυοπώλης
ιχθυοπώλες	=	ιχθυοπώλης
ιχθυοπώλη	=	ιχθυοπώλης
ιχθυοπώλης	noun	ο έμπορος ψαριών
ιχθυοπώλισσα	=	ιχθυοπώλης
ιχθυοσαύρου	noun	γενική ενικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυοσαύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυοσαύρων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυοσκαλών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυόσκαλα
ιχθυοτροφία	noun	η εκτροφή ψαριών σε ειδικά διαμορφωμένο υδάτινο περιβάλλον (θαλάσσιο, λιμναίο κ.λπ.) με τρόπο συστηματικό και για εμπορικούς σκοπούς
ιχθυοτροφίας	noun	γενική ενικού του ιχθυοτροφία
ιχθυοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοτροφία
ιχθυοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοτροφείο
ιχθυοτροφείο	noun	περίκλειστη υδάτινη έκταση (θαλάσσια, ποτάμια, λιμναία), όπου εκτρέφονται και αναπαράγονται ψάρια για πώληση ή για επιστημονικές μελέτες
ιχθυοτροφείου	noun	γενική ενικού του ιχθυοτροφείο
ιχθυοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοτροφείο
ιχθυοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοτροφικό
ιχθυοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του ιχθυοτροφικός
ιχθυοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοτροφική
ιχθυοτροφική	adj	η τέχνη της εκτροφής ιχθύων
ιχθυοτροφικής	adj	γενική ενικού του ιχθυοτροφική
ιχθυοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοτροφικός
ιχθυοτροφικού	adj	γενική ενικού του ιχθυοτροφικός
ιχθυοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυοτροφικός
ιχθυοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του ιχθυοτροφικός
ιχθυοτροφικός	adj	που έχει σχέση με τον ιχθυοτρόφο, την ιχθυοτροφία ή το ιχθυοτροφείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιχθυοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του ιχθυοτροφικός
ιχθυοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοτροφία
ιχθυοτρόφε	=	ιχθυοτρόφος
ιχθυοτρόφο	=	ιχθυοτρόφος
ιχθυοτρόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοτρόφος
ιχθυοτρόφος	noun	που ασχολείται με την ιχθυοτροφία, εργαζόμενος σε φάρμα ψαριών
ιχθυοτρόφου	noun	γενική ενικού του ιχθυοτρόφος
ιχθυοτρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυοτρόφος
ιχθυοτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοτρόφος
ιχθυοφάγε	noun	κλητική ενικού του ιχθυοφάγος
ιχθυοφάγο	=	ιχθυοφάγος
ιχθυοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοφάγος
ιχθυοφάγος	noun	αυτός που τρέφεται κυρίως ή μόνο με ψάρια
ιχθυοφάγου	noun	γενική ενικού του ιχθυοφάγος
ιχθυοφάγους	=	ιχθυοφάγος
ιχθυοφάγων	=	ιχθυοφάγος
ιχθυοφαγία	noun	το να τρέφεται κανείς κυρίως ή μόνο με ψάρια για κάποια χρονική περίοδο
ιχθυοφαγίας	noun	γενική ενικού του ιχθυοφαγία
ιχθυοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυοφαγία
ιχθυοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυοφαγία
ιχθυόκολλα	noun|formal	συνώνυμο του ψαρόκολλα
ιχθυόκολλας	noun	γενική ενικού του ιχθυόκολλα
ιχθυόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυόκολλα
ιχθυόλες	=	ιχθυόλη
ιχθυόλη	noun	ουσία με αντισηπτικές, αναλγητικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες
ιχθυόλης	=	ιχθυόλη
ιχθυόμορφα	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφε	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφες	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφη	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφης	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφο	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφοι	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφος	adj	που μοιάζει με ψάρι
ιχθυόμορφου	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφους	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόμορφων	=	ιχθυόμορφος
ιχθυόσαυρε	noun	κλητική ενικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυόσαυρο	noun	αιτιατική ενικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυόσαυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυόσαυρος	noun	μεγάλο πελαγίσιο ερπετό του Μεσοζωικού αιώνα, που έμοιαζε με το δελφίνι
ιχθυόσαυρου	noun	γενική ενικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυόσαυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυόσαυρων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθυόσαυρος
ιχθυόσκαλα	noun	το μέρος λιμανιού όπου ξεφορτώνονται (και πωλούνται) ψάρια, που συνήθως διαθέτει υποδομές, όπως ψυκτικούς θαλάμους, αποθηκευτικούς χώρους, συσκευαστήρια κ.λπ.
ιχθυόσκαλας	noun	γενική ενικού του ιχθυόσκαλα
ιχθυόσκαλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχθυόσκαλα
ιχθύ	=	ιχθύς
ιχθύδια	=	ιχθύδιο
ιχθύδιο	noun	γόνος ψαριού
ιχθύδιου	=	ιχθύδιο
ιχθύες	=	ιχθύς
ιχθύος	=	ιχθύς
ιχθύς	noun|formal	το ψάρι
ιχθύων	noun	γενική πληθυντικού του ιχθύς
ιχιά	noun	τοπικό ναξιώτικο μέτρο για πολύ μικρή ποσότητα, που αριθμείται πάντα μία ("μιά ιχιά")
ιχνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνευμένο
ιχνευμένε	verb	κλητική ενικού του ιχνευμένος
ιχνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνευμένη
ιχνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχνευμένος
ιχνευμένης	verb	γενική ενικού του ιχνευμένη
ιχνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ιχνευμένος
ιχνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχνευμένος
ιχνευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ιχνεύω
ιχνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιχνευμένος
ιχνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιχνευμένος
ιχνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιχνευμένος
ιχνευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνευτής
ιχνευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ιχνευτής
ιχνευτής	noun	άλλη μορφή του ανιχνευτής
ιχνευτών	noun	γενική πληθυντικού του ιχνευτής
ιχνεύω	verb	άλλη μορφή του ανιχνεύω
ιχνηθέτες	=	ιχνηθέτης
ιχνηθέτη	=	ιχνηθέτης
ιχνηθέτης	noun|formal	λόγια μορφή του ιχνοθέτης: ουσία που εισάγεται σε κάποιο σύστημα λειτουργώντας ως ίχνος ώστε μ' αυτό να ανιχνεύονται, να ιχνηλατούνται, να παρακολουθούνται οι διαδικασίες που συμβαίνουν στο σύστημα
ιχνηθετών	=	ιχνηθέτης
ιχνηλάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλάσιμο
ιχνηλάσιμε	adj	κλητική ενικού του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλάσιμη
ιχνηλάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάσιμης	adj	γενική ενικού του ιχνηλάσιμη
ιχνηλάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάσιμος	adj	αυτός του οποίου η πορεία δύναται να χαρτογραφηθεί μέσω των αποτυπωμάτων που αφήνει
ιχνηλάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιχνηλάσιμος
ιχνηλάτες	=	ιχνηλάτης
ιχνηλάτη	=	ιχνηλάτης
ιχνηλάτης	noun	αυτός που έχει την ικανότητα να διακρίνει τα ίχνη ενός ανθρώπου ή ζώου και έτσι να καθοδηγεί αυτούς που τον/το ψάχνουν
ιχνηλάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλάτηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ιχνηλατώ
ιχνηλάτησης	noun	γενική ενικού του ιχνηλάτηση
ιχνηλασία	noun	η αναζήτηση των ιχνών κάποιου, η παρακολούθηση
ιχνηλασίας	noun	γενική ενικού του ιχνηλασία
ιχνηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλασία
ιχνηλασιμοτήτων	=	ιχνηλασιμότητα
ιχνηλασιμότητα	noun	η ιδιότητα του ιχνηλάσιμου
ιχνηλασιμότητας	=	ιχνηλασιμότητα
ιχνηλασιμότητες	=	ιχνηλασιμότητα
ιχνηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του ιχνηλασία
ιχνηλατήθηκα	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήθηκαν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήθηκε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήθηκες	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσαν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήσανε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ιχνηλάτηση
ιχνηλατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ιχνηλάτηση
ιχνηλατήσιμα	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμε	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμες	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμη	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμης	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμο	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμοι	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμος	adj	που μπορεί να εντοπιστεί από ένα ίχνος, που μπορεί να ανιχνευθεί, ανιχνεύσιμος
ιχνηλατήσιμου	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμους	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσιμων	=	ιχνηλατήσιμος
ιχνηλατήσου	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατεί	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατείς	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατείσαι	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατείστε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατείται	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατείτε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατηθήκαμε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατηθήκαν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατηθήκανε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατηθήκατε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατηθεί	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατηθείτε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατημένα	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένε	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένες	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένη	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένης	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένο	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένοι	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένος	verb	που έχουν ακολουθήσει και βρει τα ίχνη του
ιχνηλατημένου	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένους	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατημένων	=	ιχνηλατημένος
ιχνηλατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλατικό	adv	με ιχνηλατικό τρόπο, με ιχνηλάτηση
ιχνηλατικέ	adj	κλητική ενικού του ιχνηλατικός
ιχνηλατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλατική
ιχνηλατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχνηλατικός
ιχνηλατικής	adj	γενική ενικού του ιχνηλατική
ιχνηλατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχνηλατικός
ιχνηλατικού	adj	γενική ενικού του ιχνηλατικός
ιχνηλατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχνηλατικός
ιχνηλατικό	adj	αιτιατική ενικού του ιχνηλατικός
ιχνηλατικός	adj	που έχει σχέση με την ιχνηλάτηση ή τον ιχνηλάτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
ιχνηλατικών	adj	γενική πληθυντικού του ιχνηλατικός
ιχνηλατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατούμασταν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούμαστε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος ιχνηλατώ
ιχνηλατούμουν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούνε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούνται	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούνταν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσα	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσαμε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσαν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσανε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσασταν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσαστε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσατε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσε	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσες	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατούσουν	=	ιχνηλατώ
ιχνηλατώ	verb	καταδιώκω, ψάχνω να βρω κάτι ακολουθώντας τα ίχνη του
ιχνηλατών	=	ιχνηλάτης
ιχνηλατώντας	=	ιχνηλατώ
ιχνογράφε	noun	κλητική ενικού του ιχνογράφος
ιχνογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του ιχνογραφώ
ιχνογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ιχνογραφώ
ιχνογράφησης	=	ιχνογράφηση
ιχνογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ιχνογράφος
ιχνογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχνογράφος
ιχνογράφος	noun	που ασχολείται με την ιχνογραφία, που ιχνογραφεί
ιχνογράφου	noun	γενική ενικού του ιχνογράφος
ιχνογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιχνογράφος
ιχνογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ιχνογράφος
ιχνογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογράφημα
ιχνογραφήματος	noun	γενική ενικού του ιχνογράφημα
ιχνογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογράφηση
ιχνογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήσεων	=	ιχνογράφηση
ιχνογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνογραφία	noun	ζωγραφική με γραμμές, χωρίς χρώματα και φωτοσκιάσεις
ιχνογραφίας	noun	γενική ενικού του ιχνογραφία
ιχνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφία
ιχνογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ιχνογράφημα
ιχνογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφημένο
ιχνογραφημένε	verb	κλητική ενικού του ιχνογραφημένος
ιχνογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφημένη
ιχνογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχνογραφημένος
ιχνογραφημένης	verb	γενική ενικού του ιχνογραφημένη
ιχνογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του ιχνογραφημένος
ιχνογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφημένος
ιχνογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ιχνογραφώ
ιχνογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιχνογραφημένος
ιχνογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ιχνογραφημένος
ιχνογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιχνογραφημένος
ιχνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφικό
ιχνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ιχνογραφικός
ιχνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφική
ιχνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιχνογραφικός
ιχνογραφικής	adj	γενική ενικού του ιχνογραφική
ιχνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιχνογραφικός
ιχνογραφικού	adj	γενική ενικού του ιχνογραφικός
ιχνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιχνογραφικός
ιχνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ιχνογραφικός
ιχνογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ιχνογραφία ή τον ιχνογράφο ή αναφέρεται σ' αυτά
ιχνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ιχνογραφικός
ιχνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ιχνογραφία
ιχνογραφώ	verb	δημιουργώ ιχνογραφίες
ιχνογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ιχνογραφώ
ιχνολογία	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που μελετά τα ίχνη των εξαφανισμένων ζώων και τα απολιθώματα
ιχνολογίας	=	ιχνολογία
ιχνολογίες	=	ιχνολογία
ιχνολογιών	=	ιχνολογία
ιχνοστοιχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιχνοστοιχείο
ιχνοστοιχείο	noun	συγκεκριμένα ανόργανα χημικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονται σε μικρή συγκέντρωση σε ένα σύστημα (π.χ. σε ένα μετάλλευμα ή σε έναν οργανισμό)
ιχνοστοιχείου	noun	γενική ενικού του ιχνοστοιχείο
ιχνοστοιχείων	noun	γενική πληθυντικού του ιχνοστοιχείο
ιχνοσφαιρών	=	ιχνόσφαιρα
ιχνόσφαιρα	noun	trackball: συσκευή κατάδειξης (pointing device) που αποτελείται από μια σφαίρα (ball) τοποθετημένη σε μια υποδοχή με αισθητήρες, οι οποίοι μετατρέπουν την κίνησή της σε κίνηση του δρομέα (cursor)· η σφαίρα κινείται ελεύθερα προς όλες τις κατευθύνσεις με τα δάκτυλα.
ιχνόσφαιρας	=	ιχνόσφαιρα
ιχνόσφαιρες	=	ιχνόσφαιρα
ιχνών	=	ίχνος
ιχώρ	noun	το αίμα των θεών σύμφωνα με την αρχαιοελληνική μυθολογία
ιψενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιψενικό
ιψενικέ	adj	κλητική ενικού του ιψενικός
ιψενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιψενική
ιψενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιψενικός
ιψενικής	adj	γενική ενικού του ιψενική
ιψενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιψενικός
ιψενικού	adj	γενική ενικού του ιψενικός
ιψενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιψενικός
ιψενικό	adj	αιτιατική ενικού του ιψενικός
ιψενικός	adj	που αναφέρεται στο έργο του Νορβηγού δραματικού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν (Henrik Ibsen)
ιψενικών	adj	γενική πληθυντικού του ιψενικός
ιωαννιδικέ	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδική	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδικιά	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδικοί	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδικού	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδικούς	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδικό	=	ιωαννιδικός
ιωαννιδικός	noun	«σκληρός» χουντικός, συνεργάτης ή υποστηρικτής του Δημήτριου Ιωαννίδη, στελέχους της στρατιωτικής δικτατορίας του (1967-1974) στην Ελλάδα, που εγκαθιδρύθηκε με το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, στην εναντίωσή του με τον τελευταίο στη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» του καθεστώτος, που οδήγησε στην ανατροπή του Γ. Παπαδόπουλου με πραξικόπημα από τον Δημ.
ιωαννιδικών	=	ιωαννιδικός
ιωαννιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιωαννιώτικο
ιωαννιώτικε	adj	κλητική ενικού του ιωαννιώτικος
ιωαννιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιωαννιώτικη
ιωαννιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιωαννιώτικος
ιωαννιώτικης	adj	γενική ενικού του ιωαννιώτικη
ιωαννιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ιωαννιώτικος
ιωαννιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιωαννιώτικος
ιωαννιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Ιωάννινα και τους κατοίκους, άλλη μορφή του γιαννιώτικος
ιωαννιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ιωαννιώτικος
ιωαννιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιωαννιώτικος
ιωαννιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιωαννιώτικος
ιωβηλαία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιωβηλαίο
ιωβηλαίο	noun	η πεντηκοστή (ή άλλη σημαντική) επέτειος για την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος, μια συγκεκριμένη κοινωνική προσφορά, για γάμο ενός ζευγαριού κ.λπ.
ιωβηλαίου	noun	γενική ενικού του ιωβηλαίο
ιωβηλαίων	noun	γενική πληθυντικού του ιωβηλαίο
ιωδίου	noun	γενική ενικού του ιώδιο
ιωδίων	=	ιώδιο
ιωδιούχα	=	ιωδιούχος
ιωδιούχας	=	ιωδιούχος
ιωδιούχε	=	ιωδιούχος
ιωδιούχες	=	ιωδιούχος
ιωδιούχο	=	ιωδιούχος
ιωδιούχοι	=	ιωδιούχος
ιωδιούχος	adj	που περιέχει ιώδιο
ιωδιούχου	=	ιωδιούχος
ιωδιούχους	=	ιωδιούχος
ιωδιούχων	=	ιωδιούχος
ιωδισμέ	noun	κλητική ενικού του ιωδισμός
ιωδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιωδισμός
ιωδισμού	noun	γενική ενικού του ιωδισμός
ιωδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιωδισμός
ιωδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιωδισμός
ιωδισμός	noun	δηλητηρίαση από ιώδιο ή ιωδιούχο ουσία
ιωδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιωδισμός
ιωδών	=	ιώδης
ιωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιωνικό
ιωνικέ	adj	κλητική ενικού του ιωνικός
ιωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιωνική
ιωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιωνικός
ιωνικής	adj	γενική ενικού του ιωνική
ιωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιωνικός
ιωνικού	adj	γενική ενικού του ιωνικός
ιωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ιωνικός
ιωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ιωνικός
ιωνικός	adj	που σχετίζεται με τους Ίωνες και την Ιωνία
ιωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ιωνικός
ιωτακισμέ	noun	κλητική ενικού του ιωτακισμός
ιωτακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ιωτακισμός
ιωτακισμού	noun	γενική ενικού του ιωτακισμός
ιωτακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ιωτακισμός
ιωτακισμό	noun	αιτιατική ενικού του ιωτακισμός
ιωτακισμός	noun	η ταύτιση της προφοράς των η, ει, υι, οι και υ με αυτήν του ιώτα, εξέλιξη που άρχισε στην ελληνιστική περίοδο και ολοκληρώθηκε πριν τον 10ο αιώνα μ.Χ.
ιωτακισμών	noun	γενική πληθυντικού του ιωτακισμός
ιό	noun	αιτιατική ενικού του ιός
ιόν	noun	ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο
ιόνια	=	ιόνιος
ιόνιας	=	ιόνιος
ιόνιε	=	ιόνιος
ιόνιες	=	ιόνιος
ιόνιζα	=	ιονίζω
ιόνιζαν	=	ιονίζω
ιόνιζε	=	ιονίζω
ιόνιζες	=	ιονίζω
ιόνιο	=	ιόνιος
ιόνιοι	=	ιόνιος
ιόνιος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της Ελλάδας και τα νησιά της, τα Επτάνησα
ιόνιου	=	ιόνιος
ιόνιους	=	ιόνιος
ιόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ιονίζω
ιόνιων	=	ιόνιος
ιόντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ιόν
ιόντιζα	=	ιοντίζω
ιόντιζαν	=	ιοντίζω
ιόντιζε	=	ιοντίζω
ιόντιζες	=	ιοντίζω
ιόντισα	=	ιοντίζω
ιόντισαν	=	ιοντίζω
ιόντισε	=	ιοντίζω
ιόντισες	=	ιοντίζω
ιόντος	noun	γενική ενικού του ιόν
ιόντων	noun	γενική πληθυντικού του ιόν
ιόντωση	noun	άλλη μορφή του ιοντισμός
ιόντωσης	=	ιόντωση
ιός	noun	ιδιαίτερα μικροσκοπικός μολυσματικός παράγοντας ο οποίος, προκειμένου να αναπαραχθεί, πρέπει να εισέλθει στα κύτταρα ενός οργανισμού (ενός ξενιστή), του οποίου τα συστατικά και το μεταβολισμό χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό
ιότροπα	=	ιότροπος
ιότροπε	=	ιότροπος
ιότροπες	=	ιότροπος
ιότροπη	=	ιότροπος
ιότροπης	=	ιότροπος
ιότροπο	=	ιότροπος
ιότροποι	=	ιότροπος
ιότροπος	adj	που μεταδίδεται τόσο ραγδαίως στο διαδίκτυο που μοιάζει η διάδοσή του με την εξάπλωση ιού
ιότροπου	=	ιότροπος
ιότροπους	=	ιότροπος
ιότροπων	=	ιότροπος
ιόχροα	=	ιόχρους
ιόχροες	=	ιόχρους
ιόχρου	=	ιόχρους
ιόχρουν	=	ιόχρους
ιόχρους	adj|formal	μενεξεδής, που έχει το χρώμα του ίου, μοβ
ιώβεια	=	ιώβειος
ιώβειας	=	ιώβειος
ιώβειε	=	ιώβειος
ιώβειες	=	ιώβειος
ιώβειο	=	ιώβειος
ιώβειοι	=	ιώβειος
ιώβειος	adj	που χαρακτηρίζει τον Ιώβ (πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης), τα πάθη του και την υπομονή του
ιώβειου	=	ιώβειος
ιώβειους	=	ιώβειος
ιώβειων	=	ιώβειος
ιώδεις	=	ιώδης
ιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ιώδης
ιώδη	=	ιώδης
ιώδης	adj	που έχει το χρώμα του ίου (δηλ. της βιολέτας)
ιώδια	=	ιώδιο
ιώδιο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 53 και χημικό σύμβολο το I
ιώδιου	=	ιώδιο
ιώδους	=	ιώδης
ιών	noun	γενική πληθυντικού του ιός
ιώνιος	adj|formal	άλλη μορφή του ιωνικός
ιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ίωση
ιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ίωση
ιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ίωση
ιώτα	noun	το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
κ	=	κύριος
κάβα	noun	μέρος κατάλληλο για την αποθήκευση οινοπνευματωδών ποτών
κάβας	noun	γενική ενικού του κάβα
κάβε	noun	κλητική ενικού του κάβος
κάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάβα
κάβο	noun	αιτιατική ενικού του κάβος
κάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάβος
κάβος	noun	μια λωρίδα στεριάς που προεξέχει προς τη θάλασσα
κάβου	noun	γενική ενικού του κάβος
κάβουρα	=	κάβουρας
κάβουρας	noun	καρκινοειδές μαλακόστρακο που ζει στη θάλασσα, τις λίμνες και τα ποτάμια.
κάβουρες	=	κάβουρας
κάβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάβος
κάβων	noun	γενική πληθυντικού του κάβος
κάγκελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάγκελο
κάγκελο	noun	μεταλλική συνήθως κατασκευή από παράλληλες κατακόρυφες ράβδους που ενώνονται σε δύο ή περισσότερα σημεία από οριζόντιες δοκούς και χρησιμοποιείται στην περίφραξη χώρων ή μπαλκονιών
κάγκελου	noun	γενική ενικού του κάγκελο
κάγκελων	noun	γενική πληθυντικού του κάγκελο
κάγκουρα	=	κάγκουρας
κάγκουρας	noun|slang	νεαρός που φέρεται αλήτικα λόγω συνοικιακών φίλων και παρέας και συχνά είναι βιαιότερος από τον μέσο όρο
κάγκουρες	=	κάγκουρας
κάγκουρων	=	κάγκουρας
κάγχαζα	=	καγχάζω
κάγχαζαν	=	καγχάζω
κάγχαζε	=	καγχάζω
κάγχαζες	=	καγχάζω
κάγχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
κάγχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
κάγχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
κάγχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
κάδε	noun	κλητική ενικού του κάδος
κάδες	=	κάδη
κάδη	noun	ένα μεγάλο βαρέλι ανοικτό από πάνω όπου πατούν τα σταφύλια για να βγει ο μούστος
κάδης	=	κάδη
κάδμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 48 και χημικό σύμβολο το Cd
κάδο	noun	αιτιατική ενικού του κάδος
κάδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάδος
κάδος	noun	το ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο για υγρά
κάδου	noun	γενική ενικού του κάδος
κάδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάδος
κάδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάδρο
κάδρο	noun	πλαίσιο γύρω από έναν καθρέφτη, πίνακα ζωγραφικής, κ.α.
κάδρου	noun	γενική ενικού του κάδρο
κάδρων	noun	γενική πληθυντικού του κάδρο
κάδων	noun	γενική πληθυντικού του κάδος
κάζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάζο
κάζο	noun|vulgar	κάτι απρόβλεπτο, τυχαίο και (κάπως) δυσάρεστο
κάζου	noun	γενική ενικού του κάζο
κάζουαλ	adj	όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι χαλαρό, άνετο και μη επίσημο
κάζων	noun	γενική πληθυντικού του κάζο
κάηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
κάηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
κάηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
κάηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
κάθαρμα	noun	ο ελεεινός και τρισάθλιος άνθρωπος, ο ανήθικος
κάθαρση	noun	η απαλλαγή από το μίασμα της αμαρτίας, που γίνεται συνήθως με τελετουργικό τρόπο
κάθαρσης	noun	γενική ενικού του κάθαρση
κάθε	pron	ένας ένας/μία μία/ένα ένα
κάθειρξη	noun	βαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα
κάθειρξης	noun	γενική ενικού του κάθειρξη
κάθελκε	=	καθέλκω
κάθεσαι	=	κάθομαι
κάθεστε	=	κάθομαι
κάθετα	adv	σε διεύθυνση κάθετη ως προς κάτι, συνήθως ως προς το οριζόντιο επίπεδο
κάθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάθομαι
κάθετε	adj	κλητική ενικού του κάθετος
κάθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθετη
κάθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κάθετος
κάθετης	adj	γενική ενικού του κάθετη
κάθετο	adj	αιτιατική ενικού του κάθετος
κάθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάθετος
κάθετος	noun	ο κάθετος δρόμος, η κάθετη οδός	adj	χαρακτηρισμός ευθείας ή ευθύγραμμου τμήματος που σχηματίζει γωνία 90 μοιρών με άλλη ευθεία ή ευθύγραμμο τμήμα
κάθετου	adj	γενική ενικού του κάθετος
κάθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κάθετος
κάθετων	adj	γενική πληθυντικού του κάθετος
κάθημαι	verb|obsolete	απαντά στη μετοχή καθήμενος και σε συγγενικά παράγωγα
κάθιδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθιδρο
κάθιδρε	adj	κλητική ενικού του κάθιδρος
κάθιδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθιδρη
κάθιδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κάθιδρος
κάθιδρης	adj	γενική ενικού του κάθιδρη
κάθιδρο	adj	αιτιατική ενικού του κάθιδρος
κάθιδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάθιδρος
κάθιδρος	adj|formal	πολύ ιδρωμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα
κάθιδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κάθιδρος
κάθιδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κάθιδρος
κάθιδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κάθιδρος
κάθιζα	=	καθίζω
κάθιζαν	=	καθίζω
κάθιζε	=	καθίζω
κάθιζες	=	καθίζω
κάθισα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του καθίζω
κάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάθισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθίζω
κάθοδε	=	κάθοδος
κάθοδο	=	κάθοδος
κάθοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάθοδος
κάθοδος	noun	η πορεία με κατεύθυνση προς τα κάτω ή προς τη θάλασσα
κάθομαι	verb	έχω το σώμα μου πάνω σε ένα κάθισμα (σε καρέκλα, καναπέ ή οτιδήποτε άλλο)
κάθονται	=	κάθομαι
κάθονταν	=	κάθομαι
κάθοντας	=	κάθομαι
κάθουμαι	=	κάθομαι
κάθουνταν	=	κάθομαι
κάθυγρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθυγρο
κάθυγρε	adj	κλητική ενικού του κάθυγρος
κάθυγρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθυγρη
κάθυγρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κάθυγρος
κάθυγρης	adj	γενική ενικού του κάθυγρη
κάθυγρο	adj	αιτιατική ενικού του κάθυγρος
κάθυγροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάθυγρος
κάθυγρος	adj|formal	που είναι τελείως υγρός
κάθυγρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κάθυγρος
κάθυγρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κάθυγρος
κάθυγρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κάθυγρος
κάιζερ	noun	ο Γερμανός μονάρχης
κάιντα	=	γκάιντα
κάκα	=	κακά
κάκαδα	=	κάκαδο
κάκαδο	noun	άλλη μορφή του κακάδι
κάκαδου	=	κάκαδο
κάκαδων	=	κάκαδο
κάκητα	noun|literary	κακία
κάκητας	noun	γενική ενικού του κάκητα
κάκητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάκητα
κάκια	noun	γυναικείο όνομα
κάκιας	=	κάκια
κάκιζα	=	κακίζω
κάκιζαν	=	κακίζω
κάκιζε	=	κακίζω
κάκιζες	=	κακίζω
κάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κάκιστά	=	κακός
κάκιστα	adv	πάρα πολύ κακά
κάκιστε	=	κάκιστος
κάκιστες	=	κάκιστος
κάκιστη	=	κάκιστος
κάκιστης	=	κάκιστος
κάκιστο	=	κάκιστος
κάκιστοι	=	κάκιστος
κάκιστος	adj	υπερθετικός βαθμός του κακός
κάκιστου	=	κάκιστος
κάκιστους	=	κάκιστος
κάκιστων	=	κάκιστος
κάκιωμα	noun	το αποτέλεσμα του κακιώνω, όταν δύο ή περισσότερα άτομα κρατάνε μούτρα ο ένας στον άλλον, αρνούνται να μιλήσουν μεταξύ τους εξαιτίας κάποιας προηγηθείσας διένεξης, το να κρατάει κάποιος κακία σε κάποιον άλλον (αμοιβαία και μη), να είναι πολύ δυσαρεστημένος μαζί του, το ξέκομμα
κάκιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κάκιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κάκιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κάκιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κάκοσμα	=	κάκοσμος
κάκοσμε	=	κάκοσμος
κάκοσμες	=	κάκοσμος
κάκοσμη	=	κάκοσμος
κάκοσμης	=	κάκοσμος
κάκοσμο	=	κάκοσμος
κάκοσμοι	=	κάκοσμος
κάκοσμος	adj	που μυρίζει άσχημα
κάκοσμου	=	κάκοσμος
κάκοσμους	=	κάκοσμος
κάκοσμων	=	κάκοσμος
κάκου	adv	μόνο στην έκφραση του κάκου: μάταια, εις μάτην
κάκτε	noun	κλητική ενικού του κάκτος
κάκτο	noun	αιτιατική ενικού του κάκτος
κάκτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάκτος
κάκτος	noun	φυτό που ευνοείται σε ξηρά ζεστά κλίματα· τα περισσότερα είδη έχουν πολλά λεπτά αγκάθια
κάκτου	noun	γενική ενικού του κάκτος
κάκτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάκτος
κάκτων	noun	γενική πληθυντικού του κάκτος
κάκωση	noun	η βλάβη σωματική, ο τραυματισμός
κάκωσης	noun	γενική ενικού του κάκωση
κάλαθε	noun	κλητική ενικού του κάλαθος
κάλαθο	noun	αιτιατική ενικού του κάλαθος
κάλαθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάλαθος
κάλαθος	noun|formal	το καλάθι, στον όρο κάλαθος αχρήστων
κάλαθου	=	κάλαθος
κάλαθους	=	κάλαθος
κάλαθων	=	κάλαθος
κάλαμε	noun	κλητική ενικού του κάλαμος
κάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του κάλαμος
κάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάλαμος
κάλαμος	noun|formal	καλάμι
κάλαμου	=	κάλαμος
κάλαμους	=	κάλαμος
κάλαμων	=	κάλαμος
κάλαντα	noun	παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία ψάλλονται κυρίως από παιδιά που τριγυρνούν στα σπίτια την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών του Δωδεκαήμερου, αναφέρονται στο περιεχόμενό τους και περιλαμβάνουν ευχές για τους νοικοκύρηδες
κάλαρα	=	καλάρω
κάλαραν	=	καλάρω
κάλαρε	=	καλάρω
κάλαρες	=	καλάρω
κάλε	noun	κλητική ενικού του κάλος
κάλει	=	καλώ
κάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ
κάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ
κάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ
κάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ
κάλεσμα	noun	η πρόσκληση (είτε σε επίσημη -εόρτια- συνάντηση είτε σε κοινή προσπάθεια)
κάλια	=	κάλιο
κάλικο	noun	είδος σκληρού υφάσματος φτιαγμένο από αλεύκαντο και όχι τελείως επεξεργασμένο βαμβάκι	adj	τρίχρωμη γάτα με τρίχωμα μαύρο, άσπρο και πορτοκαλί
κάλιο	noun	αλκαλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 19 και χημικό σύμβολο το K
κάλιον	=	κάλιο
κάλιου	=	κάλιο
κάλιων	=	κάλιο
κάλλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλλος
κάλλια	adv	μορφή του καλλιά
κάλλιας	=	κάλλιος
κάλλιε	=	κάλλιος
κάλλιες	=	κάλλιος
κάλλιο	=	κάλλιος
κάλλιοι	=	κάλλιος
κάλλιος	adj	καλύτερος, προτιμότερος
κάλλιου	=	κάλλιος
κάλλιους	=	κάλλιος
κάλλιστα	adv	ασφαλώς, χωρίς καμιά δυσκολία, πολύ ωραία, θαυμάσια
κάλλιστε	=	κάλλιστος
κάλλιστες	=	κάλλιστος
κάλλιστη	=	κάλλιστος
κάλλιστης	=	κάλλιστος
κάλλιστο	=	κάλλιστος
κάλλιστοι	=	κάλλιστος
κάλλιστος	adj	υπερθετικός βαθμός του καλός
κάλλιστου	=	κάλλιστος
κάλλιστους	=	κάλλιστος
κάλλιστων	=	κάλλιστος
κάλλιων	=	κάλλιος
κάλλος	noun	η ομορφιά, η χάρη
κάλλους	noun	γενική ενικού του κάλλος
κάλμα	noun	νηνεμία	intj	ησυχία!
κάλμαρα	=	καλμάρω
κάλμαραν	=	καλμάρω
κάλμαρε	=	καλμάρω
κάλμαρες	=	καλμάρω
κάλμας	noun	γενική ενικού του κάλμα
κάλμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλμα
κάλο	noun	αιτιατική ενικού του κάλος
κάλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάλος
κάλος	noun	σημείο του δέρματος αρκετά σκληρό
κάλου	noun	γενική ενικού του κάλος
κάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάλος
κάλπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
κάλπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
κάλπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
κάλπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
κάλπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλπη
κάλπη	noun	κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια
κάλπηδες	=	κάλπη
κάλπηδων	=	κάλπη
κάλπης	=	κάλπη
κάλπικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κάλπικος	adv	με κάλπικο τρόπο
κάλπικε	adj	κλητική ενικού του κάλπικος
κάλπικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλπικη
κάλπικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κάλπικος
κάλπικης	adj	γενική ενικού του κάλπικη
κάλπικο	adj	αιτιατική ενικού του κάλπικος
κάλπικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάλπικος
κάλπικος	adj	ψεύτικος
κάλπικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κάλπικος
κάλπικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κάλπικος
κάλπικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κάλπικος
κάλτσα	noun	ρούχο που εφαρμόζει στο πόδι από το πέλμα μέχρι τον αστράγαλο (κοντές κάλτσες) ή μέχρι το γόνατο ή και ψηλότερα (μακριές κάλτσες)
κάλτσας	noun	γενική ενικού του κάλτσα
κάλτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλτσα
κάλυκα	=	κάλυκας
κάλυκας	noun	το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα και προστατεύει το άνθος
κάλυκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλυκας
κάλυμμα	noun	καθετί που καλύπτει κάτι άλλο όπως κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο
κάλυπτα	=	καλύπτω
κάλυπταν	=	καλύπτω
κάλυπτε	=	καλύπτω
κάλυπτες	=	καλύπτω
κάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
κάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
κάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
κάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
κάλυψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καλύπτω
κάλυψης	noun	γενική ενικού του κάλυψη
κάλφα	=	κάλφας
κάλφας	noun|dated	ο βοηθός του μάστορα, ο οποίος είναι ιεραρχικά πιο πάνω από τον μαθητευόμενο (που λέγεται τσιράκι από το επίσης Τουρκικό çιrak, ή και παραγιός).
κάλω	=	κάλως
κάλωες	=	κάλως
κάλων	noun	γενική πληθυντικού του κάλος
κάλως	noun	χοντρό σχοινί καραβιών
κάμα	noun|vulgar	δίκοπο μαχαίρι
κάμαμε	=	κάνω
κάμαρα	noun	το δωμάτιο διαμονής, συνηθέστερα υπνοδωμάτιο
κάμαρας	noun	γενική ενικού του κάμαρα
κάμαρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμαρα
κάμαρη	noun	άλλη μορφή του κάμαρα
κάμας	noun	γενική ενικού του κάμα
κάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμα
κάματε	noun	κλητική ενικού του κάματος
κάματο	noun	αιτιατική ενικού του κάματος
κάματοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάματος
κάματος	noun	σωματική ή ψυχική κούραση
κάματου	noun	γενική ενικού του κάματος
κάματους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάματος
κάματων	noun	γενική πληθυντικού του κάματος
κάμβια	=	κάμβιο
κάμβιο	noun	ο μεριστωματικός ιστός μεταξύ του ξυλώματος και του φλοιού (φλούδας) ενός φυτού
κάμβιου	=	κάμβιο
κάμβιων	=	κάμβιο
κάμε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάνω
κάμει	=	κάνω
κάμεις	=	κάνω
κάμερα	noun	μηχανική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων κινηματογράφου
κάμερας	noun	γενική ενικού του κάμερα
κάμερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμερα
κάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμα
κάμετε	=	κάνω
κάμηλε	=	κάμηλος
κάμηλο	=	κάμηλος
κάμηλοι	=	κάμηλος
κάμηλος	noun|formal	η καμήλα
κάμινε	=	κάμινος
κάμινο	=	κάμινος
κάμινοι	=	κάμινος
κάμινος	noun|formal	καμίνι
κάμναμε	=	κάμνω
κάμναν	=	κάμνω
κάμνανε	=	κάμνω
κάμνατε	=	κάμνω
κάμνε	=	κάμνω
κάμνει	=	κάμνω
κάμνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάμνω
κάμνετε	=	κάμνω
κάμνομε	=	κάμνω
κάμνοντας	=	κάμνω
κάμνουμε	=	κάμνω
κάμνουν	=	κάμνω
κάμνουνε	=	κάμνω
κάμνω	verb	άλλη μορφή του κάνω
κάμομε	=	κάνω
κάμουμε	=	κάνω
κάμουν	=	κάνω
κάμουνε	=	κάνω
κάμπε	noun	κλητική ενικού του κάμπος
κάμπες	=	κάμπια
κάμπη	=	κάμπια
κάμπης	=	κάμπια
κάμπια	noun	φυτοφάγος προνύμφη των κολεοπτέρων και λεπιδοπτέρων
κάμπιας	noun	γενική ενικού του κάμπια
κάμπιγκ	noun	ειδικός χώρος με διάφορες εγκαταστάσεις (τουαλέτες κ.λπ.), όπου μπορεί κάποιος να στήσει μια σκηνή και να κατασκηνώσει ή να παρκάρει το τροχόσπιτο
κάμπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμπια
κάμπινγκ	noun	άλλη γραφή του κάμπιγκ
κάμπλια	noun|rare	κάμπια
κάμπο	noun	αιτιατική ενικού του κάμπος
κάμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάμπος
κάμπος	noun	η ανοιχτή έκταση, η επίπεδη, η πεδιάδα
κάμποσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμποσο
κάμποσε	adj	κλητική ενικού του κάμποσος
κάμποσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμποση
κάμποση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κάμποσος
κάμποσης	adj	γενική ενικού του κάμποση
κάμποσο	pron	αιτιατική ενικού του κάμποσος	adv	αρκετά
κάμποσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάμποσος
κάμποσος	pron	που έχει αρκετή, ικανοποιητική ποσότητα
κάμποσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κάμποσος
κάμποσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κάμποσος
κάμποσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κάμποσος
κάμποτ	noun	χοντρό βαμβακερό ύφασμα
κάμποτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμποτο
κάμποτο	noun	χοντρό βαμβακερό ύφασμα
κάμποτου	noun	γενική ενικού του κάμποτο
κάμποτων	noun	γενική πληθυντικού του κάμποτο
κάμπου	noun	γενική ενικού του κάμπος
κάμπους	=	κάμπος
κάμπταμε	=	κάμπτω
κάμπταν	=	κάμπτω
κάμπτανε	=	κάμπτω
κάμπτατε	=	κάμπτω
κάμπτε	=	κάμπτω
κάμπτει	=	κάμπτω
κάμπτεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάμπτω
κάμπτεσαι	=	κάμπτω
κάμπτεσθε	=	κάμπτω
κάμπτεστε	=	κάμπτω
κάμπτεται	=	κάμπτω
κάμπτετε	=	κάμπτω
κάμπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κάμπτω
κάμπτομε	=	κάμπτω
κάμπτονται	=	κάμπτω
κάμπτονταν	=	κάμπτω
κάμπτοντας	=	κάμπτω
κάμπτου	=	κάμπτω
κάμπτουμε	=	κάμπτω
κάμπτουν	=	κάμπτω
κάμπτουνε	=	κάμπτω
κάμπτω	verb	λυγίζω κάτι μεταβάλλοντας το σχήμα του από ευθύ σε καμπύλο
κάμπων	noun	γενική πληθυντικού του κάμπος
κάμφθηκα	=	κάμπτω
κάμφθηκαν	=	κάμπτω
κάμφθηκε	=	κάμπτω
κάμφθηκες	=	κάμπτω
κάμφορα	noun	άλλη μορφή του καμφορά
κάμφορας	=	κάμφορα
κάμφορες	=	κάμφορα
κάμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψαν	=	κάμπτω
κάμψανε	=	κάμπτω
κάμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμψη
κάμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψεων	noun	γενική πληθυντικού του κάμψη
κάμψεως	noun|formal	γενική ενικού του κάμψη
κάμψη	noun	το αποτέλεσμα ή η επενέργεια του κάμπτω
κάμψης	noun	γενική ενικού του κάμψη
κάμψομε	=	κάμπτω
κάμψου	=	κάμπτω
κάμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψουνε	=	κάμπτω
κάμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
κάμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμνω και κάνω
κάμωμα	noun	παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά
κάνα	pron	άλλη μορφή του κανένα· ονομαστική και αιτιατική, ουδέτερου γένους του κανείς	noun	καθένα από τα δύο ιαπωνικά συλλαβάρια χιραγκάνα ή κατακάνα
κάναβα	noun	κλειστός χώρος που χρησιμοποιείται για οινοποιείο και αποθήκη κρασιών, εμφιαλωτήριο, οιναποθήκη
κάναβας	=	κάναβα
κάναβε	=	κάναβος
κάναβες	=	κάναβα
κάναβο	=	κάναβος
κάναβοι	=	κάναβος
κάναβος	noun	το νοητό πλέγμα από τελείες ή ευθύγραμμα τμήματα το οποίο βρίσκεται σχεδιασμένο πάνω σε υλικό που προορίζεται για σχεδιασμό
κάναβου	=	κάναβος
κάναβους	=	κάναβος
κάναμε	=	κάνω
κάναν	=	κάνω
κάνανε	=	κάνω
κάνας	pron|vulgar	άλλη μορφή του κανείς· αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς
κάνατε	=	κάνω
κάνε	=	κάνω
κάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του κάνω
κάνεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάνω
κάνετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω
κάνθαρε	noun	κλητική ενικού του κάνθαρος
κάνθαρο	noun	αιτιατική ενικού του κάνθαρος
κάνθαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάνθαρος
κάνθαρος	noun|formal	(Scarabaeus pilularius) σκαθάρι
κάνθαρου	=	κάνθαρος
κάνθαρους	=	κάνθαρος
κάνθαρων	=	κάνθαρος
κάνιστρα	=	κάνιστρο
κάνιστρο	noun	αβαθής και ευρύς κάλαθος πλεκτός από λυγαριά ή καλάμι κοινώς πανέρι
κάνιστρου	=	κάνιστρο
κάνιστρων	=	κάνιστρο
κάννα	noun	κνήμη, καλάμι
κάνναβε	=	κάνναβος
κάνναβη	noun	το φυτό από το οποίο βγαίνει το χασίς
κάνναβης	noun	γενική ενικού του κάνναβη
κάνναβο	=	κάνναβος
κάνναβοι	=	κάνναβος
κάνναβος	noun	άλλη γραφή του κάναβος
κάνναβου	=	κάνναβος
κάνναβους	=	κάνναβος
κάννες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάννη
κάννη	noun	το κυλινδρικό τμήμα ενός πυροβόλου όπλου από το οποίο εξέρχεται το βλήμα
κάννης	noun	γενική ενικού του κάννη
κάνομε	=	κάνω
κάνονας	noun|rare	επιτίμιο, κανόνας
κάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάνω
κάνουλα	noun	μηχανισμός βρύσης με μικρό σωλήνα και στρόφιγγα, ρουμπινές
κάνουλας	noun	γενική ενικού του κάνουλα
κάνουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάνουλα
κάνουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω
κάνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω
κάνουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κάνω
κάντε	=	κάνω
κάντζα	noun|dated	που χρησι­μοποιούσαν οι ξυλοκόποι, για να κουμαντάρουν τα κούτσουρα, καθώς μεταφέρονταν σε υδάτινο ρεύμα (ποτάμι κ.λπ.)
κάντζας	=	κάντζα
κάντζες	=	κάντζα
κάντζι	noun	σύστημα γραφής της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για ιαπωνικές λέξεις με κινεζικούς χαρακτήρες	adj	σχετιζόμενος με ή αναφερόμενος στα κάντζι
κάντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάντιο
κάντιο	noun	κρυσταλλική ζάχαρη (που παράγεται μετά από επεξεργασία ζαχαροκάλαμου)
κάντιου	noun	γενική ενικού του κάντιο
κάντιων	noun	γενική πληθυντικού του κάντιο
κάντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάντρο
κάντρου	noun	γενική ενικού του κάντρο
κάντρων	noun	γενική πληθυντικού του κάντρο
κάνω	verb	κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ
κάπα	noun	χοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών
κάπαρες	=	κάπαρη
κάπαρη	noun	το φυτό Capparis spinosa
κάπαρης	=	κάπαρη
κάπας	noun	γενική ενικού του κάπα
κάπε	=	κάπος
κάπελα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κάπελας
κάπελας	noun	ο ταβερνιάρης
κάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάπα
κάπηλε	noun	κλητική ενικού του κάπηλος
κάπηλο	noun	αιτιατική ενικού του κάπηλος
κάπηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάπηλος
κάπηλος	noun	αυτός που ιδιοτελώς καπηλεύεται, που εκμεταλλεύεται κάτι, συνήθως υψηλό και ευγενές
κάπηλου	=	κάπηλος
κάπηλους	=	κάπηλος
κάπηλων	=	κάπηλος
κάπνα	noun	η καπνιά
κάπνας	=	κάπνα
κάπνες	=	κάπνα
κάπνιζα	=	καπνίζω
κάπνιζαν	=	καπνίζω
κάπνιζε	=	καπνίζω
κάπνιζες	=	καπνίζω
κάπνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
κάπνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
κάπνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
κάπνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
κάπνισμα	noun	η ενέργεια του καπνίζω
κάπο	=	κάπος
κάποι	=	κάπος
κάποια	pron	θηλυκό του κάποιος
κάποιαν	=	κάποιος
κάποιας	=	κάποιος
κάποιε	=	κάποιος
κάποιες	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κάποιος
κάποιο	pron	ουδέτερο του κάποιος
κάποιοι	=	κάποιος
κάποιον	pron	αιτιατική ενικού του κάποιος
κάποιος	pron	δηλώνει αόριστο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα που δεν κατονομάζεται ή του οποίου η ακριβής ταυτότητα δεν είναι γνωστή
κάποιου	pron	γενική ενικού του κάποιος
κάποιους	=	κάποιος
κάποιων	=	κάποιος
κάπος	noun	ο επικεφαλής (στρατιωτών), επί τουρκοκρατίας ο κλέφτης που έστηνε σε περάσματα ενέδρα για ληστεία
κάποτε	adv	κάποια στιγμή, κάποια χρονική περίοδο (στο παρελθόν ή στο μέλλον)
κάπου	adv	σε κάποιο σημείο
κάπουλα	=	κάπουλο
κάπουλο	noun	άλλη μορφή του καπούλι
κάπουλου	=	κάπουλο
κάπουλων	=	κάπουλο
κάπους	=	κάπος
κάππα	noun	μη απλοποιημένη, ετυμολογική γραφή του κάπα
κάππαρες	=	κάππαρη
κάππαρη	noun	φυτό είδος θάμνου
κάππαρης	=	κάππαρη
κάπρε	noun	κλητική ενικού του κάπρος
κάπρο	noun	αιτιατική ενικού του κάπρος
κάπροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάπρος
κάπρος	noun	ενήλικο αρσενικό αγριογούρουνο
κάπρου	noun	γενική ενικού του κάπρος
κάπρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάπρος
κάπρων	noun	γενική πληθυντικού του κάπρος
κάπταιν	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κάπτεν
κάπτεν	noun|vulgar	ο καπετάνιος
κάπων	=	κάπος
κάπως	adv	με κάποιον τρόπο, κατά κάποιον τρόπο
κάρα	noun	κεφαλή ιερού λειψάνου
κάρας	noun	γενική ενικού του κάρα
κάρβουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρβουνο
κάρβουνο	noun	υλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη
κάρβουνου	noun	γενική ενικού του κάρβουνο
κάρβουνων	noun	γενική πληθυντικού του κάρβουνο
κάργα	adv	τελείως, πάρα πολύ γεμάτος	noun	άλλη μορφή του κάργια
κάργας	noun	ψευτοπαλικαράς, παλικαράς που κάνει τον σπουδαίο, τον νταή
κάργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάργα
κάργια	noun	πουλί με μαύρο φτέρωμα (Corvus monedula)
κάργιας	=	κάργια
κάργιες	=	κάργια
κάργιων	=	κάργια
κάρδαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρδαμο
κάρδαμο	noun	φυτό, κηπευτικό τα φύλλα του οποίου χρησιμοποιούνται κυρίως σε σαλάτες
κάρδαμου	noun	γενική ενικού του κάρδαμο
κάρδαμων	noun	γενική πληθυντικού του κάρδαμο
κάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρα
κάρι	noun	ινδικό μπαχαρικό από σκόνη διάφορων φυτών
κάρικα	=	κάρικο
κάρικο	noun|dated	το εμπόρευμα, το φορτίο
κάρικου	=	κάρικο
κάρικων	=	κάρικο
κάρκανα	=	κάρκανο
κάρκανο	noun	ξερό, αφυδατωμένο
κάρκανου	=	κάρκανο
κάρκανων	=	κάρκανο
κάρμα	noun	η πεποίθηση ότι κάθε πράξη έχει και μια ανάλογη συνέπεια στο μέλλον (μια καλή πράξη ανταμείβεται, ενώ μια κακή πράξη τιμωρείται)
κάρο	noun	όχημα για μεταφορά πραγμάτων με δύο ή, συνήθως, με τέσσερεις τροχούς που σπρώχνεται ή τραβιέται από ζώα
κάρου	noun	γενική ενικού του κάρο
κάρπευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπεύω, ο σχηματισμός καρπού
κάρπημα	noun	άλλη μορφή του κάρπευμα
κάρπιζα	=	καρπίζω
κάρπιζαν	=	καρπίζω
κάρπιζε	=	καρπίζω
κάρπιζες	=	καρπίζω
κάρπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
κάρπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
κάρπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
κάρπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
κάρπισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπίζω
κάρπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπώνομαι
κάρπωσης	=	κάρπωση
κάρρο	=	κάρο
κάρρων	noun	γενική πληθυντικού του κάρρο
κάρτα	noun	αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα
κάρτας	noun	γενική ενικού του κάρτα
κάρτερ	noun	προστατευτικό περίβλημα μηχανής εσωτερικής καύσης
κάρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρτα
κάρτιγκ	noun	άθλημα ή αγώνες ταχύτητας με οχήματα καρτ σε ειδικές πίστες
κάρυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρυο
κάρυνα	=	κάρυνος
κάρυνε	=	κάρυνος
κάρυνες	=	κάρυνος
κάρυνη	=	κάρυνος
κάρυνης	=	κάρυνος
κάρυνο	=	κάρυνος
κάρυνοι	=	κάρυνος
κάρυνος	adj	που είναι φτιαγμένος από ξύλο καρυδιάς
κάρυνου	=	κάρυνος
κάρυνους	=	κάρυνος
κάρυνων	=	κάρυνος
κάρυο	noun	ο πυρήνας του κυττάρου
κάρυον	=	κάρυο
κάρυου	=	κάρυο
κάρφε	=	κάρφος
κάρφο	=	κάρφος
κάρφοι	=	κάρφος
κάρφος	noun	άχυρο, φρύγανο
κάρφου	=	κάρφος
κάρφους	=	κάρφος
κάρφωμα	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρφώνω
κάρφων	=	κάρφος
κάρφωνα	=	καρφώνω
κάρφωναν	=	καρφώνω
κάρφωνε	=	καρφώνω
κάρφωνες	=	καρφώνω
κάρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
κάρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
κάρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
κάρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
κάρων	noun	γενική πληθυντικού του κάρο
κάρωνα	=	καρώνω
κάρωναν	=	καρώνω
κάρωνε	=	καρώνω
κάρωνες	=	καρώνω
κάρωσα	=	καρώνω
κάρωσαν	=	καρώνω
κάρωσε	=	καρώνω
κάρωσες	=	καρώνω
κάρωση	noun	η κατάσταση (βαθέος) ύπνου που καταλαμβάνει κάποιον
κάρωσης	noun	γενική ενικού του κάρωση
κάσα	noun	περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων
κάσαρα	=	κάσαρο
κάσαρο	noun	το επίστεγο στο κατάστρωμα πλοίου, στην πρύμνη
κάσαρου	=	κάσαρο
κάσαρων	=	κάσαρο
κάσας	noun	γενική ενικού του κάσα
κάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάσα
κάσια	noun	το κουτί
κάσιους	noun	δέντρο της οικογένειας των Ανακαρδιοειδών που ευδοκιμεί σε τροπικό κλίμα (Anacardium occidentale)
κάσκα	noun	το κράνος, ιδιαίτερα του μοτοσικλετιστή ή του ποδηλάτη
κάσκας	noun	γενική ενικού του κάσκα
κάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάσκα
κάσσα	noun	άλλη γραφή του κάσα
κάσσαρα	=	κάσσαρο
κάσσαρο	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κάσαρο
κάσσαρου	=	κάσσαρο
κάσσαρων	=	κάσσαρο
κάσσας	=	κάσσα
κάσσες	=	κάσσα
κάσσια	noun	αειθαλές νοτιοκινέζικο/νοτιοκινεζικό δέντρο του γένους Κιννάμωμον (Cinnamomum) που χρησιμοποιείται κυρίως για τον αρωματικό του φλοιό, ο οποίος χρησιμοποιείται ως καρύκευμα
κάσσιας	noun	γενική ενικού του κάσσια
κάσσιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάσσια
κάστα	noun|dated	τύπος οργάνωσης της κοινωνίας, κυρίως στην Ινδία, που είχε σαν σκοπό τη διατήρηση της καθαρότητας των κοινωνικών ομάδων
κάστανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάστανο
κάστανο	noun	ο καρπός της καστανιάς
κάστανου	noun	γενική ενικού του κάστανο
κάστανων	noun	γενική πληθυντικού του κάστανο
κάστας	noun	γενική ενικού του κάστα
κάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάστα
κάστινγκ	noun	η διαδικασία επιλογής ατόμων για να συμμετάσχουν σε τηλεοπτική σειρά, κινηματογραφική ταινία, μουσική ή θεατρική παράσταση κ.ά.
κάστορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κάστορας
κάστορας	noun	τρωκτικό που ζει κυρίως στο νερό και ανήκει στην οικογένεια Καστορίδες
κάστορες	=	κάστορας
κάστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάστρο
κάστρο	noun	ψηλό κτίσμα με οχυρώσεις που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη των πόλεων
κάστρου	noun	γενική ενικού του κάστρο
κάστρων	noun	γενική πληθυντικού του κάστρο
κάσωμα	noun	κάσα, η βάση στην οποία στηρίζεται η πόρτα ή το παράθυρο
κάταγμα	noun	το σπάσιμο οστού
κάταντες	=	κατάντης
κάτασπρα	=	κάτασπρος
κάτασπρε	=	κάτασπρος
κάτασπρες	=	κάτασπρος
κάτασπρη	=	κάτασπρος
κάτασπρης	=	κάτασπρος
κάτασπρο	=	κάτασπρος
κάτασπροι	=	κάτασπρος
κάτασπρος	adj	συνώνυμο του κατάλευκος, που είναι εντελώς άσπρος χωρίς κανένα άλλο χρώμα
κάτασπρου	=	κάτασπρος
κάτασπρους	=	κάτασπρος
κάτασπρων	=	κάτασπρος
κάτεργα	=	κάτεργο
κάτεργο	noun|dated	είδος μεγάλου πολεμικού πλοίου
κάτεργου	=	κάτεργο
κάτεργων	=	κάτεργο
κάτεχε	=	κατέχω
κάτης	noun	η γάτα
κάτι	pron	κάποιο πράγμα ή γεγονός	noun	μία πτυχή, μια δίπλα
κάτια	=	κάτι
κάτισχνα	=	κάτισχνος
κάτισχνε	=	κάτισχνος
κάτισχνες	=	κάτισχνος
κάτισχνη	=	κάτισχνος
κάτισχνης	=	κάτισχνος
κάτισχνο	=	κάτισχνος
κάτισχνοι	=	κάτισχνος
κάτισχνος	adj	που είναι πάρα πολύ ισχνός
κάτισχνου	=	κάτισχνος
κάτισχνους	=	κάτισχνος
κάτισχνων	=	κάτισχνος
κάτοικε	noun	κλητική ενικού του κάτοικος
κάτοικο	noun	αιτιατική ενικού του κάτοικος
κάτοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάτοικος
κάτοικος	noun	αυτός ή αυτή που μένει (κατοικεί) σε ορισμένο τόπο
κάτοικου	=	κάτοικος
κάτοικους	=	κάτοικος
κάτοπτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάτοπτρο
κάτοπτρο	noun|formal	καθρέφτης
κάτοπτρου	=	κάτοπτρο
κάτου	adv	κάτω
κάτουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάτουρο
κάτουρο	noun	τα ούρα
κάτουρου	noun	γενική ενικού του κάτουρο
κάτουρων	noun	γενική πληθυντικού του κάτουρο
κάτοχε	noun	κλητική ενικού του κάτοχος
κάτοχο	noun	αιτιατική ενικού του κάτοχος
κάτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάτοχος
κάτοχος	noun	αυτός ή αυτή που κατέχει (έχει δικό του) ένα αντικείμενο
κάτοψη	noun	η εικόνα ενός αντικειμένου από ψηλά
κάτοψης	noun	γενική ενικού του κάτοψη
κάτσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσαν	=	κάθομαι
κάτσανε	=	κάθομαι
κάτσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του κάθομαι
κάτσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσενα	noun|dated	άσπρη προβατίνα με κόκκινο πρόσωπο
κάτσενας	=	κάτσενα
κάτσενες	=	κάτσενα
κάτσενων	=	κάτσενα
κάτσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσιαζα	=	κατσιάζω
κάτσιαζαν	=	κατσιάζω
κάτσιαζε	=	κατσιάζω
κάτσιαζες	=	κατσιάζω
κάτσιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κάτσιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κάτσιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κάτσιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κάτσιασμα	noun	αυτό που παθαίνει κάποιος ή κάτι όταν κατσιάζει
κάτσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάτσουνε	=	κάθομαι
κάτστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι (αντί του κάτσετε)
κάτσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
κάττα	noun	η γάτα
κάττυμα	noun	κομμάτι δέρματος που χρησιμοποιείται για σόλα παπουτσιού
κάτω	adv	χαμηλότερα, σε χαμηλότερο σημείο ή επίπεδο	adj	που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο
κάτωθεν	adv	κάτω, από κάτω
κάτωθι	adv	αυτό που ακολουθεί, που θα αναφερθεί ή αναφέρεται σε πιο κάτω σημείο ενός γραπτού ή προφορικού λόγου
κάτωχρα	=	κάτωχρος
κάτωχρε	=	κάτωχρος
κάτωχρες	=	κάτωχρος
κάτωχρη	=	κάτωχρος
κάτωχρης	=	κάτωχρος
κάτωχρο	=	κάτωχρος
κάτωχροι	=	κάτωχρος
κάτωχρος	adj	παρά πολύ ωχρός εξαιτίας φόβου, ταραχής
κάτωχρου	=	κάτωχρος
κάτωχρους	=	κάτωχρος
κάτωχρων	=	κάτωχρος
κάφρε	noun	κλητική ενικού του κάφρος
κάφρο	noun	αιτιατική ενικού του κάφρος
κάφροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κάφρος
κάφρος	noun	κάποιος που δρα χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του τα συναισθήματα ή/και την ενόχληση των άλλων
κάφρου	noun	γενική ενικού του κάφρος
κάφρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάφρος
κάφρων	noun	γενική πληθυντικού του κάφρος
κάχρι	noun|dated	οργή, μίσος
κάψα	noun	σκεύος από λεπτή πορσελάνη για την παρασκευή φαρμακευτικών ή άλλων σκευασμάτων, από τα βασικότερα εργαλεία σε ένα χημικό εργαστήριο
κάψαλα	=	κάψαλο
κάψαλο	noun|literary	το καμένο δάσος
κάψαλου	=	κάψαλο
κάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψαν	=	καίω
κάψανε	=	καίω
κάψας	noun	γενική ενικού του κάψα
κάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καίω
κάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάψα
κάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καίω
κάψου	=	καίω
κάψουλα	noun	θήκη με κυλινδρικό, σφαιρικό ή ωοειδές σχήμα που περιέχει φάρμακο
κάψουλας	noun	γενική ενικού του κάψουλα
κάψουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάψουλα
κάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψουνε	=	καίω
κάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίω
κάψωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καψώνω
κάψωνα	=	καψώνω
κάψωναν	=	καψώνω
κάψωνε	=	καψώνω
κάψωνες	=	καψώνω
κάψωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψώνω
κάψωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψώνω
κάψωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψώνω
κάψωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψώνω
κέγχρε	=	κέγχρος
κέγχρο	=	κέγχρος
κέγχροι	=	κέγχρος
κέγχρος	noun	κεχρί
κέγχρου	=	κέγχρος
κέγχρους	=	κέγχρος
κέγχρων	=	κέγχρος
κέδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέδρο
κέδρε	noun	κλητική ενικού του κέδρος
κέδρινα	=	κέδρινος
κέδρινε	=	κέδρινος
κέδρινες	=	κέδρινος
κέδρινη	=	κέδρινος
κέδρινης	=	κέδρινος
κέδρινο	=	κέδρινος
κέδρινοι	=	κέδρινος
κέδρινος	adj	που έχει σχέση με κέδρος, προέρχεται απ’ αυτόν ή έχει κατασκευαστεί από το ξύλο του
κέδρινου	=	κέδρινος
κέδρινους	=	κέδρινος
κέδρινων	=	κέδρινος
κέδρο	noun	άλλη μορφή του κέδρος
κέδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κέδρος
κέδρος	noun	κωνοφόρο αειθαλές δέντρο στο γένος Cedrus, με βελονοειδή φύλλα
κέδρου	noun	γενική ενικού του κέδρο
κέδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κέδρος
κέδρων	noun	γενική πληθυντικού του κέδρο
κέικ	noun	γλυκό από ζύμη με αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και μαγιά που ψήνεται στο φούρνο συνήθως μέσα σε μακρόστενες ή στρογγυλές φόρμες με τρύπα μπορεί να περιέχει και διάφορα άλλα συστατικά
κέικς	=	κέικ
κέκτημαι	verb|archaic	αποκτώ
κέλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κέλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κέλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κέλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κέλευση	noun	η ενέργεια του κελεύω, προτροπή, πρόσκληση, διαταγή
κέλευσης	noun	γενική ενικού του κέλευση
κέλευσμα	noun	το παράγγελμα, το πρόσταγμα
κέλητα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κέλητας
κέλητας	noun	άλογο ιππασίας, δρομικό
κέλητες	=	κέλητας
κέλλα	noun	κελί
κέλλας	noun	γενική ενικού του κέλλα
κέλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέλλα
κέλτες	=	κέλτης
κέλτη	=	κέλτης
κέλτης	noun	μέλος ευρωπαϊκού λαού της αρχαιότητας
κέλτικα	=	κελτικά
κέλυφος	noun	το σκληρό περίβλημα
κέντα	=	κεντάω
κένταγα	=	κεντάω
κένταγαν	=	κεντάω
κένταγε	=	κεντάω
κένταγες	=	κεντάω
κένταρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κένταρχος
κένταυρε	noun	κλητική ενικού του κένταυρος
κένταυρο	noun	αιτιατική ενικού του κένταυρος
κένταυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κένταυρος
κένταυρος	noun	μυθικό ον με πόδια αλόγου και σώμα ανθρώπου
κένταυρου	noun	γενική ενικού του κένταυρος
κένταυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κένταυρος
κένταυρων	noun	γενική πληθυντικού του κένταυρος
κέντημα	noun	η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα)
κέντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κέντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κέντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κέντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κέντηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεντάω/κεντώ στη σημασία: τσιμπάω
κέντησης	=	κέντηση
κέντια	noun	η χοβέα, ονομασία δύο φοινικοειδών φυτών του γένους Howea
κέντιας	noun	γενική ενικού του κέντια
κέντιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέντια
κέντιζα	=	κεντίζω
κέντιζαν	=	κεντίζω
κέντιζε	=	κεντίζω
κέντιζες	=	κεντίζω
κέντισα	=	κεντίζω
κέντισαν	=	κεντίζω
κέντισε	=	κεντίζω
κέντισες	=	κεντίζω
κέντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέντρο
κέντριζα	=	κεντρίζω
κέντριζαν	=	κεντρίζω
κέντριζε	=	κεντρίζω
κέντριζες	=	κεντρίζω
κέντρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κέντρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κέντρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κέντρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κέντρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεντρίζω
κέντρο	noun	το σημείο από το οποίο ισαπέχουν όλα τα σημεία της περιφέρειας ενός κύκλου ή της επιφάνειας μιας σφαίρας
κέντρου	noun	γενική ενικού του κέντρο
κέντρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεντρώνω
κέντρων	noun	γενική πληθυντικού του κέντρο
κέντρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κέντρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κέντρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κέντρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κένωνα	=	κενώνω
κένωναν	=	κενώνω
κένωνε	=	κενώνω
κένωνες	=	κενώνω
κένωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κένωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κένωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κένωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κένωση	noun	άδειασμα
κένωσης	noun	γενική ενικού του κένωση
κέραμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κέραμος
κέραμος	noun|formal	κεραμίδι
κέρας	noun|formal	κέρατο
κέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κέρασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ
κέρασο	=	κέρασος
κέρασοι	=	κέρασος
κέρασος	noun	αναφορά στο ταξινομικό υπογένος Κέρασος στο οποίο ανήκει η κερασιά
κέρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρατο
κέρατο	noun	σκληρή έκφυση που μεγαλώνει στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών, συνήθως σε ζευγάρι
κέρατος	=	κέρας
κέρατου	=	κέρατο
κέρατων	=	κέρατο
κέρβερε	=	κέρβερος
κέρβερο	=	κέρβερος
κέρβεροι	=	κέρβερος
κέρβερος	noun	ο άγρυπνος και άγριος επιτηρητής ενός τόπου
κέρβερου	=	κέρβερος
κέρβερους	=	κέρβερος
κέρβερων	=	κέρβερος
κέρδευα	=	κερδεύω
κέρδευαν	=	κερδεύω
κέρδευε	=	κερδεύω
κέρδευες	=	κερδεύω
κέρδεψα	=	κερδεύω
κέρδεψαν	=	κερδεύω
κέρδεψε	=	κερδεύω
κέρδεψες	=	κερδεύω
κέρδη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρδος
κέρδιζα	=	κερδίζω
κέρδιζαν	=	κερδίζω
κέρδιζε	=	κερδίζω
κέρδιζες	=	κερδίζω
κέρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κέρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κέρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κέρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κέρδισμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του κερδίζω
κέρδος	noun	η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα
κέρδους	noun	γενική ενικού του κέρδος
κέρινα	=	κέρινος
κέρινε	=	κέρινος
κέρινες	=	κέρινος
κέρινη	=	κέρινος
κέρινης	=	κέρινος
κέρινο	=	κέρινος
κέρινοι	=	κέρινος
κέρινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από κερί
κέρινου	=	κέρινος
κέρινους	=	κέρινος
κέρινων	=	κέρινος
κέρκε	=	κέρκος
κέρκο	=	κέρκος
κέρκοι	=	κέρκος
κέρκος	noun|archaic	ουρά
κέρκου	=	κέρκος
κέρκουρε	=	κέρκουρος
κέρκουρο	=	κέρκουρος
κέρκουροι	=	κέρκουρος
κέρκουρος	noun	σε χρήση κατά τον 19ο αιώνα, αναφορικά με ιστιοφόρα του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας
κέρκους	=	κέρκος
κέρκων	=	κέρκος
κέρλινγκ	noun	ομαδικό άθλημα που παίζεται στον πάγο, σέρνοντας πάνω στην επιφάνειά του βαριές πέτρες
κέρμα	noun	μικρό κομμάτι
κέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρμα
κέρματος	noun	γενική ενικού του κέρμα
κέρνα	=	κερνάω
κέρναγα	=	κερνάω
κέρναγαν	=	κερνάω
κέρναγε	=	κερνάω
κέρναγες	=	κερνάω
κέρωμα	noun	η επάλειψη μιας επιφάνειας με κερί ή ουσία που περιέχει κερί για προστασία
κέρωνα	=	κερώνω
κέρωναν	=	κερώνω
κέρωνε	=	κερώνω
κέρωνες	=	κερώνω
κέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κέσια	=	κέσιο
κέσιο	noun	άλλη γραφή του καίσιο
κέσιου	=	κέσιο
κέσιων	=	κέσιο
κέτερινγκ	noun	άλλη γραφή της προφοράς κέιτερινγκ (γαστρονομία) επιχείρηση παρασκευής και διάθεσης έτοιμων φαγητών
κέτσαπ	noun	έτοιμη σάλτσα από ντομάτα, ζάχαρη και ξίδι
κέτσουα	noun	η ιθαγενής γλώσσα της αυτοκρατορίας των Ίνκα της Νότιας Αμερικής που μιλιέται με πολλές διαλέκτους στον Ισημερινό, το Περού, τη Βολιβία και τη βόρεια Αργεντινή
κέφαλε	=	κέφαλος
κέφαλο	=	κέφαλος
κέφαλοι	=	κέφαλος
κέφαλος	noun	νόστιμο ψάρι της οικογένειας Mugilidae
κέφαλου	=	κέφαλος
κέφαλους	=	κέφαλος
κέφαλων	=	κέφαλος
κέφι	noun	η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση
κέφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέφι
κέϊκ	=	κέικ
κήδευα	=	κηδεύω
κήδευαν	=	κηδεύω
κήδευε	=	κηδεύω
κήδευες	=	κηδεύω
κήδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κήδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κήδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κήδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κήδευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κηδεύω
κήδευσης	=	κήδευση
κήδεψα	=	κηδεύω
κήδεψαν	=	κηδεύω
κήδεψε	=	κηδεύω
κήδεψες	=	κηδεύω
κήλες	=	κήλη
κήλη	noun	η εξαιτίας παθολογικών αιτίων προβολή ενός εσωτερικού οργάνου ή τμήματός του από τη φυσιολογική του θέση
κήλης	=	κήλη
κήνσορα	=	κήνσορας
κήνσορας	noun	αξιωματούχος της αρχαίας ρωμαϊκής πολιτείας με καθήκον την εκτίμηση της περιουσίας των Ρωμαίων πολιτών, η μίσθωση των δημοσίων προσόδων και ο ηθικός έλεγχος των πολιτών
κήνσορες	=	κήνσορας
κήπε	noun	κλητική ενικού του κήπος
κήπευα	=	κηπεύω
κήπευαν	=	κηπεύω
κήπευε	=	κηπεύω
κήπευες	=	κηπεύω
κήπευσα	=	κηπεύω
κήπευσαν	=	κηπεύω
κήπευσε	=	κηπεύω
κήπευσες	=	κηπεύω
κήπευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κηπεύω
κήπευσης	=	κήπευση
κήπο	noun	αιτιατική ενικού του κήπος
κήποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κήπος
κήπος	noun	έκταση (συνήθως φραγμένη), όπου καλλιεργούνται είτε για λόγους καλλωπιστικούς είτε για λόγους διατροφικούς λουλούδια, δέντρα ή άλλα φυτά (ενίοτε δίπλα σε σπίτι ή κάποιο κτίσμα)
κήπου	noun	γενική ενικού του κήπος
κήπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κήπος
κήπων	noun	γενική πληθυντικού του κήπος
κήρυγμα	noun	ομιλία που εκφωνείται από ιερέα ή ιεροκήρυκα στην εκκλησία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας
κήρυκα	=	κήρυκας
κήρυκας	noun	αυτός που φέρνει μια είδηση, ο αγγελιοφόρος
κήρυκες	=	κήρυκας
κήρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κήρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κήρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κήρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κήρυξη	noun	η ενέργεια του κηρύττω
κήρυξης	noun	γενική ενικού του κήρυξη
κήρυσσα	=	κηρύσσω
κήρυσσαν	=	κηρύσσω
κήρυσσε	=	κηρύσσω
κήρυσσες	=	κηρύσσω
κήρυττα	=	κηρύττω
κήρυτταν	=	κηρύττω
κήρυττε	=	κηρύττω
κήρυττες	=	κηρύττω
κήτη	=	κήτος
κήτος	noun	οποιοδήποτε από τα μεγάλα θηλαστικά της θάλασσας, τα δελφίνια και τις φάλαινες
κήτους	=	κήτος
κίβδηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίβδηλο
κίβδηλε	adj	κλητική ενικού του κίβδηλος
κίβδηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίβδηλη
κίβδηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κίβδηλος
κίβδηλης	adj	γενική ενικού του κίβδηλη
κίβδηλο	adj	αιτιατική ενικού του κίβδηλος
κίβδηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κίβδηλος
κίβδηλος	adj	νόμισμα, ιδιαίτερα μεταλλικό - κέρμα, που είναι προϊόν παραχάραξης, μη γνήσιο, πλαστό
κίβδηλου	adj	γενική ενικού του κίβδηλος
κίβδηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κίβδηλος
κίβδηλων	adj	γενική πληθυντικού του κίβδηλος
κίδαρις	noun	γυναικείο μαντίλι, κάλυμμα του κεφαλιού
κίζντισα	=	κιζντίζω
κίκι	noun	πολυετές φυτό της οικογένειας των Ευφορβιοειδών, αυτοφυές στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, την ανατολική Αφρική και την Ινδία, απ' το οποίο εξάγεται το ρετσινόλαδο
κίκινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίκινο
κίκινε	adj	κλητική ενικού του κίκινος
κίκινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίκινη
κίκινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κίκινος
κίκινης	adj	γενική ενικού του κίκινη
κίκινο	adj	αιτιατική ενικού του κίκινος
κίκινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κίκινος
κίκινος	adj	που παρασκευάζεται από τον καρπό του δέντρου κίκι
κίκινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κίκινος
κίκινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κίκινος
κίκινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κίκινος
κίλερ	noun	αδίστακτος (εννοείται: αδίστακτος σαν δολοφόνος)
κίμινο	=	κύμινο
κίνα	noun	κιγχόνη
κίναγα	=	κινάω
κίναγαν	=	κινάω
κίναγε	=	κινάω
κίναγες	=	κινάω
κίναιδε	=	κίναιδος
κίναιδο	=	κίναιδος
κίναιδοι	=	κίναιδος
κίναιδος	noun	ο παθητικός ομοφυλόφιλος
κίναιδου	=	κίναιδος
κίναιδους	=	κίναιδος
κίναιδων	=	κίναιδος
κίνας	noun	γενική ενικού του κίνα
κίνδυνε	noun	κλητική ενικού του κίνδυνος
κίνδυνο	noun	αιτιατική ενικού του κίνδυνος
κίνδυνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κίνδυνος
κίνδυνος	noun	οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας (ζωής ή αγαθών)
κίνδυνου	=	κίνδυνος
κίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνα
κίνημα	noun	επαναστατική ενέργεια που με τη βία αποσκοπεί στην εξουσία και τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων
κίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ
κίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ
κίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ
κίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ
κίνηση	noun	το αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας
κίνησης	noun	γενική ενικού του κίνηση
κίνητρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνητρο
κίνητρο	noun	ο λόγος που κάνει κάποιος μια συγκεκριμένη ενέργεια
κίνητρου	=	κίνητρο
κίνο	noun	τυχερό παιχνίδι, που παίζεται σε πρακτορεία όσο και σε διαδικτυακά καζίνο, με επιλογή αριθμών από δελτίο που έχει 80 νούμερα
κίντυνε	=	κίντυνος
κίντυνο	=	κίντυνος
κίντυνοι	=	κίντυνος
κίντυνος	noun	κίνδυνος
κίντυνου	=	κίντυνος
κίντυνους	=	κίντυνος
κίονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κίονας
κίονας	noun	στύλος ως αρχιτεκτονικό μέλος, κυλινδρική στήλη, κολόνα
κίονες	=	κίονας
κίπου	noun	κορδόνια στα οποία, στον πολιτισμό των Ίνκα, καταγράφονται μηνύματα με κόμπους
κίρρωση	noun	σοβαρή ηπατική ασθένεια
κίρρωσης	noun	γενική ενικού του κίρρωση
κίσσα	noun	αποδημητικό πτηνό, του είδους Garrulus glandarius της οικογένειας των Κορακιδών, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής
κίσσας	noun	γενική ενικού του κίσσα
κίσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίσσα
κίσσηρις	noun	άλλη μορφή του ορυκτού κίσσηρη
κίστε	=	κίστος
κίστες	=	κίστη
κίστη	noun	καλάθι ή κιβώτιο για τη μεταφορά αντικειμένων
κίστης	=	κίστη
κίστο	=	κίστος
κίστοι	=	κίστος
κίστος	noun	αειθαλής θάμνος της οικογένειας των Κισθοειδών / Κιστιδών (Cistaceae)
κίστου	=	κίστος
κίστους	=	κίστος
κίστων	=	κίστος
κίτικος	adj	λιγοστός, σπάνιος
κίτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίτρο
κίτρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίτρινο
κίτρινε	adj	κλητική ενικού του κίτρινος
κίτρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίτρινη
κίτρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κίτρινος
κίτρινης	adj	γενική ενικού του κίτρινη
κίτρινο	noun	το χρώμα του κίτρου
κίτρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κίτρινος
κίτρινος	adj	που έχει κίτρινο χρώμα
κίτρινου	adj	γενική ενικού του κίτρινος
κίτρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κίτρινος
κίτρινων	adj	γενική πληθυντικού του κίτρινος
κίτρο	noun	ο εδώδιμος καρπός της κιτριάς, που ανήκει στα εσπεριδοειδή
κίτρου	noun	γενική ενικού του κίτρο
κίτρων	noun	γενική πληθυντικού του κίτρο
κίχλες	=	κίχλη
κίχλη	noun	η τσίχλα
κίχλης	=	κίχλη
κα	abbrev	κυρία (με κεφαλαίο, η επίσημη γραφή)
καΐκι	noun	μικρό ιστιοφόρο, συνήθως αλιευτικό σκάφος
καΐκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καΐκι
καΐλα	noun	η καούρα
καΐλας	noun	γενική ενικού του καΐλα
καΐλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καΐλα
καΐπωμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καϊπώνω
καΐπωνα	=	καϊπώνω
καΐπωναν	=	καϊπώνω
καΐπωνε	=	καϊπώνω
καΐπωνες	=	καϊπώνω
καΐπωσα	=	καϊπώνω
καΐπωσαν	=	καϊπώνω
καΐπωσε	=	καϊπώνω
καΐπωσες	=	καϊπώνω
καΐσι	noun	βερίκοκο
καΐσια	noun	πληθυντικός αριθμός του καΐσι
καήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
καήκαν	=	καίω
καήκανε	=	καίω
καήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
καίαμε	=	καίω
καίατε	=	καίω
καίγαμε	=	καίω
καίγαν	=	καίω
καίγανε	=	καίω
καίγατε	=	καίω
καίγε	=	καίω
καίγει	=	καίω
καίγεις	=	καίω
καίγεσαι	=	καίω
καίγεστε	=	καίω
καίγεται	=	καίω
καίγετε	=	καίω
καίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καίω
καίγομε	=	καίω
καίγονται	=	καίω
καίγονταν	=	καίω
καίγοντας	=	καίω
καίγουμε	=	καίω
καίγουν	=	καίω
καίγουνε	=	καίω
καίγω	=	καίω
καίε	=	καίω
καίει	=	καίω
καίεις	=	καίω
καίεσαι	=	καίω
καίεστε	=	καίω
καίεται	=	καίω
καίετε	=	καίω
καίμε	=	καίω
καίνε	=	καίω
καίομαι	=	καίω
καίομε	=	καίω
καίονται	=	καίω
καίονταν	=	καίω
καίοντας	=	καίω
καίουμε	=	καίω
καίουν	=	καίω
καίουνε	=	καίω
καίρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καίριος	adv	την κατάλληλη στιγμή
καίριας	=	καίριος
καίριε	=	καίριος
καίριες	=	καίριος
καίριο	=	καίριος
καίριοι	=	καίριος
καίριος	adj	που γίνεται την κατάλληλη στιγμή, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικός
καίριου	=	καίριος
καίριους	=	καίριος
καίριων	=	καίριος
καίσαρα	=	καίσαρας
καίσαρας	noun	τίτλος των συμβασιλέων της ρωμαϊκής τετραρχίας από τον Διοκλητιανό και έπειτα
καίσαρες	=	καίσαρας
καίσιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλκάλια, με ατομικό αριθμό 55, ατομικό βάρος 132,9054, θερμοκρασία τήξης 28,5 C°, θερμοκρασία βρασμού 678,4 C° και χημικό σύμβολο το Cs
καίτε	=	καίω
καίτοι	conj	αν και, παρόλο που, μολονότι, και πράγματι, και όμως
καίω	verb	προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού
κααγ	abbrev	το αεροδρόμιο του Αγρινίου
καακ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο του Ακτίου
κααλδ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης
κααξ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο του Αράξου
καβάδι	noun	είδος επενδύτη περσικής προέλευσης, το καφτάνι
καβάδια	=	καβάδι
καβάθα	noun	άλλη μορφή του γαβάθα
καβάθας	=	καβάθα
καβάθες	=	καβάθα
καβάκι	noun	είδος λεύκας που μοιάζει με κυπαρίσσι
καβάκια	=	καβάκι
καβάλα	adv	στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, ημιόνου κ.λπ.)	noun|vulgar	η ιππασία
καβάλαγα	=	καβαλώ
καβάλαγαν	=	καβαλώ
καβάλαγε	=	καβαλώ
καβάλαγες	=	καβαλώ
καβάλας	noun	γενική ενικού του καβάλα
καβάλε	noun	κλητική ενικού του καβάλος
καβάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβάλα
καβάλημα	noun	η ενέργεια του καβαλώ
καβάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβάλο	noun	άλλη μορφή του καβάλος
καβάλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβάλος
καβάλος	noun	το σημείο του παντελονιού που περιβάλλει τα γεννητικά όργανα
καβάλου	noun	γενική ενικού του καβάλο
καβάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καβάλος
καβάλων	noun	γενική πληθυντικού του καβάλο
καβάντζα	noun|vulgar	άλλη γραφή του καβάτζα
καβάντζας	noun	γενική ενικού του καβάντζα
καβάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβάντζα
καβάντζωνα	=	καβαντζώνω
καβάντζωναν	=	καβαντζώνω
καβάντζωνε	=	καβαντζώνω
καβάντζωνες	=	καβαντζώνω
καβάντζωσα	=	καβαντζώνω
καβάντζωσαν	=	καβαντζώνω
καβάντζωσε	=	καβαντζώνω
καβάντζωσες	=	καβαντζώνω
καβάση	=	καβάσης
καβάσηδες	=	καβάσης
καβάσηδων	=	καβάσης
καβάσης	noun|dated	κλητήρας ή θυρωρός πρεσβείας ή προξενείου της παλαιάς Τουρκίας
καβάτζα	noun|vulgar	απόθεμα που μπαίνει στην άκρη για να χρησιμοποιηθεί αργότερα
καβάτζας	noun	γενική ενικού του καβάτζα
καβάτζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβάτζα
καβάτζωνα	=	καβατζώνω
καβάτζωναν	=	καβατζώνω
καβάτζωνε	=	καβατζώνω
καβάτζωνες	=	καβατζώνω
καβάτζωσα	=	καβατζώνω
καβάτζωσαν	=	καβατζώνω
καβάτζωσε	=	καβατζώνω
καβάτζωσες	=	καβατζώνω
καβάφη	=	καβάφης
καβάφηδες	=	καβάφης
καβάφηδων	=	καβάφης
καβάφης	noun|dated	ο κατασκευαστής ή πωλητής υποδημάτων κατώτερης ποιότητας
καβάφικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβάφικο
καβάφικε	adj	κλητική ενικού του καβάφικος
καβάφικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβάφικη
καβάφικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβάφικος
καβάφικης	adj	γενική ενικού του καβάφικη
καβάφικο	adj	αιτιατική ενικού του καβάφικος	noun|dated	το εργαστήρι του καβάφη
καβάφικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβάφικος
καβάφικος	adj|dated	που ανήκει ή αναφέρεται σε καβάφη, παπουτσή
καβάφικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβάφικος
καβάφικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβάφικος
καβάφικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβάφικος
καβίλια	noun	γενική ονομασία κυλινδρικών εξαρτημάτων, συνήθως μικρών, που χρησιμοποιούνται για σταθεροποίηση τοποθετούμενα σε κατάλληλη τρύπα ή σε αντίστοιχες τρύπες δύο διαφορετικών εξαρτημάτων
καβίλιας	=	καβίλια
καβίλιες	=	καβίλια
καβαδιού	=	καβάδι
καβαδιών	=	καβάδι
καβαδούρα	noun	το τελείωμα μιας αμάνικης μπλούζας ή ενός φορέματος στον ώμο
καβαδούρας	=	καβαδούρα
καβαδούρες	=	καβαδούρα
καβαθά	=	καβαθάς
καβαθάδες	=	καβαθάς
καβαθάδων	=	καβαθάς
καβαθάς	noun	άλλη γραφή του γαβαθάς
καβαθών	=	καβάθα
καβακιού	=	καβάκι
καβακιών	=	καβάκι
καβακλιώτικα	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικε	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικες	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικη	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικης	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικο	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικοι	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικος	adj	ο σχετικός με το Καβακλί ή Καβακλή ή τους κατοίκους του
καβακλιώτικου	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικους	=	καβακλιώτικος
καβακλιώτικων	=	καβακλιώτικος
καβαλά	=	καβαλώ
καβαλάγαμε	=	καβαλώ
καβαλάγανε	=	καβαλώ
καβαλάγατε	=	καβαλώ
καβαλάει	=	καβαλώ
καβαλάμε	=	καβαλώ
καβαλάν	=	καβαλώ
καβαλάνε	=	καβαλώ
καβαλάρη	noun	καβαλάρης, στη γενική του ενικού
καβαλάρηδες	noun	καβαλάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
καβαλάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του καβαλάρης
καβαλάρης	noun	αυτός που κινείται καθισμένος στη ράχη ενός αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού
καβαλάρισσα	noun	αυτή που κινείται καθισμένη στη ράχη ενός αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού
καβαλάρισσας	noun	γενική ενικού του καβαλάρισσα
καβαλάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλάρισσα
καβαλάς	=	καβαλώ
καβαλάτε	=	καβαλώ
καβαλάω	=	καβαλώ
καβαλέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλέτο
καβαλέτο	noun	τρίποδο που χρησιμοποιεί ένας ζωγράφος ως βάση υποστήριξης ενός τελάρου που ζωγραφίζει
καβαλέτου	noun	γενική ενικού του καβαλέτο
καβαλέτων	noun	γενική πληθυντικού του καβαλέτο
καβαλήθηκα	=	καβαλώ
καβαλήθηκαν	=	καβαλώ
καβαλήθηκε	=	καβαλώ
καβαλήθηκες	=	καβαλώ
καβαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβάλημα
καβαλήματος	noun	γενική ενικού του καβάλημα
καβαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσαν	=	καβαλώ
καβαλήσανε	=	καβαλώ
καβαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσομε	=	καβαλώ
καβαλήσου	=	καβαλώ
καβαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσουνε	=	καβαλώ
καβαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλώ
καβαλίκεμα	noun	η ενέργεια του καβαλικεύω
καβαλίκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλίκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλίκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλίκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλίνα	noun	κοπριά μεγαλόσωμων ζώων, κυρίως του αλόγου
καβαλίνας	noun	γενική ενικού του καβαλίνα
καβαλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλίνα
καβαλίνων	=	καβαλίνα
καβαλαρία	noun	ομάδα ιππέων, ιππικό	adv	καβάλα σε άλογο ή άλλο ζώο
καβαλαρίας	noun	γενική ενικού του καβαλαρία
καβαλαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλαρία
καβαλαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του καβαλάρισσα
καβαλαριών	noun	γενική πληθυντικού του καβαλαρία
καβαληθήκαμε	=	καβαλώ
καβαληθήκαν	=	καβαλώ
καβαληθήκανε	=	καβαλώ
καβαληθήκατε	=	καβαλώ
καβαληθεί	=	καβαλώ
καβαληθείς	=	καβαλώ
καβαληθείτε	=	καβαλώ
καβαληθούμε	=	καβαλώ
καβαληθούν	=	καβαλώ
καβαληθούνε	=	καβαλώ
καβαληθώ	=	καβαλώ
καβαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καβάλημα
καβαλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλημένο
καβαλημένε	verb	κλητική ενικού του καβαλημένος
καβαλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλημένη
καβαλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβαλημένος
καβαλημένης	verb	γενική ενικού του καβαλημένη
καβαλημένο	verb	αιτιατική ενικού του καβαλημένος
καβαλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβαλημένος
καβαλημένος	verb	που τον έχουν καβαλήσει
καβαλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβαλημένος
καβαλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καβαλημένος
καβαλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβαλημένος
καβαλιέμαι	=	καβαλώ
καβαλιέρε	noun	κλητική ενικού του καβαλιέρος
καβαλιέρο	noun	αιτιατική ενικού του καβαλιέρος
καβαλιέροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβαλιέρος
καβαλιέρος	noun	ο άνδρας που χορεύει μαζί με μια γυναίκα
καβαλιέρου	noun	γενική ενικού του καβαλιέρος
καβαλιέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καβαλιέρος
καβαλιέρων	noun	γενική πληθυντικού του καβαλιέρος
καβαλιέσαι	=	καβαλώ
καβαλιέστε	=	καβαλώ
καβαλιέται	=	καβαλώ
καβαλικέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλίκεμα
καβαλικέματος	noun	γενική ενικού του καβαλίκεμα
καβαλικέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβαλικεύω
καβαλικεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καβαλίκεμα
καβαλικευτά	adv	έχοντας καβαλικέψει κάτι με τον τρόπο που θα καβαλούσαμε και ένα ζώο
καβαλικεύω	verb	άλλη μορφή του καβαλώ
καβαλιούνται	=	καβαλώ
καβαλιούνταν	=	καβαλώ
καβαλισμέ	=	καβαλισμός
καβαλισμοί	=	καβαλισμός
καβαλισμού	=	καβαλισμός
καβαλισμούς	=	καβαλισμός
καβαλισμό	=	καβαλισμός
καβαλισμός	noun	μυστικιστικό ιουδαϊκό φιλοσοφικό σύστημα που αναπτύχθηκε κατά το Μεσαίωνα και βασιζόταν σε ένα διαφορετικό τρόπο ερμηνείας των Γραφών
καβαλισμών	=	καβαλισμός
καβαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλιστής
καβαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καβαλιστής
καβαλιστής	noun	οπαδός της καμπάλας / του καβαλισμού
καβαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλιστικό	adv	με τον τρόπο των καβαλιστών
καβαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του καβαλιστικός
καβαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλιστική
καβαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβαλιστικός
καβαλιστικής	adj	γενική ενικού του καβαλιστική
καβαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβαλιστικός
καβαλιστικού	adj	γενική ενικού του καβαλιστικός
καβαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβαλιστικός
καβαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καβαλιστικός
καβαλιστικός	adj	σχετικός με τον καβαλισμό
καβαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καβαλιστικός
καβαλιστικώς	adv|formal	με τον τρόπο των καβαλιστών
καβαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του καβαλιστής
καβαλιόμασταν	=	καβαλώ
καβαλιόμαστε	=	καβαλώ
καβαλιόμουν	=	καβαλώ
καβαλιόμουνα	=	καβαλώ
καβαλιόνται	=	καβαλώ
καβαλιόνταν	=	καβαλώ
καβαλιόντανε	=	καβαλώ
καβαλιόντουσαν	=	καβαλώ
καβαλιόσασταν	=	καβαλώ
καβαλιόσαστε	=	καβαλώ
καβαλιόσουν	=	καβαλώ
καβαλιόσουνα	=	καβαλώ
καβαλιόταν	=	καβαλώ
καβαλιότανε	=	καβαλώ
καβαλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλιώτικο
καβαλιώτικε	adj	κλητική ενικού του καβαλιώτικος
καβαλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαλιώτικη
καβαλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβαλιώτικος
καβαλιώτικης	adj	γενική ενικού του καβαλιώτικη
καβαλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του καβαλιώτικος
καβαλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβαλιώτικος
καβαλιώτικος	adj	ο σχετικός με την Καβάλα
καβαλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβαλιώτικος
καβαλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβαλιώτικος
καβαλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβαλιώτικος
καβαλούμε	=	καβαλώ
καβαλούν	=	καβαλώ
καβαλούνε	=	καβαλώ
καβαλούσα	=	καβαλώ
καβαλούσαμε	=	καβαλώ
καβαλούσαν	=	καβαλώ
καβαλούσανε	=	καβαλώ
καβαλούσατε	=	καβαλώ
καβαλούσε	=	καβαλώ
καβαλούσες	=	καβαλώ
καβαλώ	verb	ανεβαίνω στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού) ιππεύω
καβαλώντας	=	καβαλώ
καβανά	=	καβανάς
καβανάδες	=	καβανάς
καβανάδων	=	καβανάς
καβανάς	noun|vulgar	το καβανόζι
καβαντζώναμε	=	καβαντζώνω
καβαντζώναν	=	καβαντζώνω
καβαντζώνανε	=	καβαντζώνω
καβαντζώνατε	=	καβαντζώνω
καβαντζώνει	=	καβαντζώνω
καβαντζώνεις	=	καβαντζώνω
καβαντζώνετε	=	καβαντζώνω
καβαντζώνοντας	=	καβαντζώνω
καβαντζώνουμε	=	καβαντζώνω
καβαντζώνουν	=	καβαντζώνω
καβαντζώνουνε	=	καβαντζώνω
καβαντζώνω	verb|slang	άλλη μορφή του καβατζώνω
καβαντζώσαμε	=	καβαντζώνω
καβαντζώσαν	=	καβαντζώνω
καβαντζώσανε	=	καβαντζώνω
καβαντζώσατε	=	καβαντζώνω
καβαντζώσει	=	καβαντζώνω
καβαντζώστε	=	καβαντζώνω
καβανόζι	noun|dated	πήλινο ή γυάλινο σκεύος με καπάκι, σαν κοντό αλλά φαρδύ μπουκάλι ή φιάλη, όπου οι νοικοκυρές φυλάσσουν σε μικρές ποσότητες γλυκά του κουταλιού ή τουρσί
καβανόζια	=	καβανόζι
καβατίνα	noun	μουσικό μέλος μικρής διάρκειας με το οποίο στο παλαιότερο μελόδραμα (όπερα) τελείωνε συνήθως ένα ρετσιτατίβο
καβατίνας	=	καβατίνα
καβατίνες	=	καβατίνα
καβατίνων	=	καβατίνα
καβατζάρισμα	noun	το προσπέρασμα ακρωτηρίου, η παράκαμψη κάβου
καβατζάρω	verb	περιπλέω κάποιον κάβο
καβατζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβατζάρισμα
καβατζαρίσματος	noun	γενική ενικού του καβατζάρισμα
καβατζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καβατζάρισμα
καβατζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβατζωμένο
καβατζωμένε	verb	κλητική ενικού του καβατζωμένος
καβατζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβατζωμένη
καβατζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβατζωμένος
καβατζωμένης	verb	γενική ενικού του καβατζωμένη
καβατζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καβατζωμένος
καβατζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβατζωμένος
καβατζωμένος	verb	που τον έχουν καβατζάρει
καβατζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβατζωμένος
καβατζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καβατζωμένος
καβατζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβατζωμένος
καβατζώναμε	=	καβατζώνω
καβατζώναν	=	καβατζώνω
καβατζώνανε	=	καβατζώνω
καβατζώνατε	=	καβατζώνω
καβατζώνει	=	καβατζώνω
καβατζώνεις	=	καβατζώνω
καβατζώνετε	=	καβατζώνω
καβατζώνοντας	=	καβατζώνω
καβατζώνουμε	=	καβατζώνω
καβατζώνουν	=	καβατζώνω
καβατζώνουνε	=	καβατζώνω
καβατζώνω	verb|slang	βάζω στην καβάτζα, κάνω κράτηση ή δημιουργώ καβάτζα
καβατζώσαμε	=	καβατζώνω
καβατζώσαν	=	καβατζώνω
καβατζώσανε	=	καβατζώνω
καβατζώσατε	=	καβατζώνω
καβατζώσει	=	καβατζώνω
καβατζώστε	=	καβατζώνω
καβαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαφικό
καβαφικέ	adj	κλητική ενικού του καβαφικός
καβαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβαφική
καβαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβαφικός
καβαφικής	adj	γενική ενικού του καβαφική
καβαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβαφικός
καβαφικού	adj	γενική ενικού του καβαφικός
καβαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβαφικός
καβαφικό	adj	αιτιατική ενικού του καβαφικός
καβαφικός	adj	που αναφέρεται στον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη και το έργο του
καβαφικών	adj	γενική πληθυντικού του καβαφικός
καβαφισμέ	=	καβαφισμός
καβαφισμοί	=	καβαφισμός
καβαφισμού	=	καβαφισμός
καβαφισμούς	=	καβαφισμός
καβαφισμό	=	καβαφισμός
καβαφισμός	noun	ποιητικό ύφος που μοιάζει με αυτό του Κωνσταντίνου Καβάφη
καβαφισμών	=	καβαφισμός
καβαφιστές	=	καβαφιστής
καβαφιστή	=	καβαφιστής
καβαφιστής	noun	υποστηρικτής του καβαφισμού, της ποίησης που έχει τα χαρακτηριστικά αυτής του Κωνσταντίνου Καβάφη
καβαφιστών	=	καβαφιστής
καβαφολογία	noun	η αναφορά / μελέτη του έργου του Κωνσταντίνου Καβάφη
καβαφολογίας	=	καβαφολογία
καβαφολογίες	=	καβαφολογία
καβαφολογικά	=	καβαφολογικός
καβαφολογικέ	=	καβαφολογικός
καβαφολογικές	=	καβαφολογικός
καβαφολογική	=	καβαφολογικός
καβαφολογικής	=	καβαφολογικός
καβαφολογικοί	=	καβαφολογικός
καβαφολογικού	=	καβαφολογικός
καβαφολογικούς	=	καβαφολογικός
καβαφολογικό	=	καβαφολογικός
καβαφολογικός	adj	σχετικός με την καβαφολογία, με τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη
καβαφολογικών	=	καβαφολογικός
καβαφολογιών	=	καβαφολογία
καββάδι	noun	άλλη γραφή του καβάδι
καββάδια	=	καββάδι
καββάλα	noun	άλλη γραφή του καμπάλα ή καβάλα: άλλη μορφή του καβαλισμός
καββάλας	=	καββάλα
καββάλες	=	καββάλα
καββαδά	=	καββαδάς
καββαδάδες	=	καββαδάς
καββαδάδων	=	καββαδάς
καββαδάς	noun	άτομο που φτιάχνει ή πουλά καβάδια
καββαδιού	=	καββάδι
καββαδιών	=	καββάδι
καββαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καββαλιστικό
καββαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του καββαλιστικός
καββαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καββαλιστική
καββαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καββαλιστικός
καββαλιστικής	adj	γενική ενικού του καββαλιστική
καββαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καββαλιστικός
καββαλιστικού	adj	γενική ενικού του καββαλιστικός
καββαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καββαλιστικός
καββαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καββαλιστικός
καββαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καββαλιστικός
καβγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καβγάς
καβγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγάς
καβγάδιζα	=	καβγαδίζω
καβγάδιζαν	=	καβγαδίζω
καβγάδιζε	=	καβγαδίζω
καβγάδιζες	=	καβγαδίζω
καβγάδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγάδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγάδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγάδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγάδισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καβγαδίζω
καβγάδων	noun	γενική πληθυντικού του καβγάς
καβγάς	noun|vulgar	έντονο επεισόδιο με φραστικές αντιπαραθέσεις και ίσως χρήση βίας
καβγαδάκι	noun	ερωτικός μικροκαβγάς χωρίς σοβαρές συνέπειες
καβγαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγαδάκι
καβγαδίζαμε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζαν	=	καβγαδίζω
καβγαδίζανε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζατε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζει	=	καβγαδίζω
καβγαδίζεις	=	καβγαδίζω
καβγαδίζετε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζομε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζοντας	=	καβγαδίζω
καβγαδίζουμε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζουν	=	καβγαδίζω
καβγαδίζουνε	=	καβγαδίζω
καβγαδίζω	verb	μαλώνω με κάποιον, διαπληκτίζομαι, λογομαχώ έντονα
καβγαδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσαν	=	καβγαδίζω
καβγαδίσανε	=	καβγαδίζω
καβγαδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγάδισμα
καβγαδίσματος	noun	γενική ενικού του καβγάδισμα
καβγαδίσομε	=	καβγαδίζω
καβγαδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσουνε	=	καβγαδίζω
καβγαδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβγαδίζω
καβγαδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καβγάδισμα
καβγατζή	=	καβγατζής
καβγατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγατζής
καβγατζήδων	=	καβγατζής
καβγατζής	noun	αυτός που προκαλεί και συμμετέχει σε καβγάδες, εριστικός
καβγατζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγατζίδικο
καβγατζίδικε	adj	κλητική ενικού του καβγατζίδικος
καβγατζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγατζίδικη
καβγατζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβγατζίδικος
καβγατζίδικης	adj	γενική ενικού του καβγατζίδικη
καβγατζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του καβγατζίδικος
καβγατζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβγατζίδικος
καβγατζίδικος	adj	που προκαλεί καβγάδες, που έχει σχέση με τον καβγατζή
καβγατζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβγατζίδικος
καβγατζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβγατζίδικος
καβγατζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβγατζίδικος
καβγατζού	noun	θηλυκό του καβγατζής
καβγατζούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβγατζού
καβγατζούδων	=	καβγατζού
καβγατζούς	=	καβγατζού
καβδιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβδιανό
καβδιανέ	adj	κλητική ενικού του καβδιανός
καβδιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβδιανή
καβδιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβδιανός
καβδιανής	adj	γενική ενικού του καβδιανή
καβδιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβδιανός
καβδιανού	adj	γενική ενικού του καβδιανός
καβδιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβδιανός
καβδιανό	adj	αιτιατική ενικού του καβδιανός
καβδιανών	adj	γενική πληθυντικού του καβδιανός
καβλί	noun|slang	το πέος
καβλαντίζω	=	καυλαντίζω
καβλιά	=	καβλί
καβλιού	=	καβλί
καβλιών	=	καβλί
καβοδέτες	=	καβοδέτης
καβοδέτη	=	καβοδέτης
καβοδέτης	noun	ο επιφορτισμένος με το καθήκον της καβοδεσίας
καβοδέτρια	noun	θηλυκό του καβοδέτης
καβοδέτριας	=	καβοδέτρια
καβοδέτριες	=	καβοδέτρια
καβοδεσία	noun	η πρόσδεση από καβοδέτη του πλοίου με κάβους στον προβλήτα κατά τον κατάπλου του
καβοδεσίας	=	καβοδεσία
καβοδεσίες	=	καβοδεσία
καβοδεσιών	=	καβοδεσία
καβοδετριών	=	καβοδέτρια
καβοδετών	=	καβοδέτης
καβοντορίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβοντορίτικο
καβοντορίτικε	adj	κλητική ενικού του καβοντορίτικος
καβοντορίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβοντορίτικη
καβοντορίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβοντορίτικος
καβοντορίτικης	adj	γενική ενικού του καβοντορίτικη
καβοντορίτικο	adj	αιτιατική ενικού του καβοντορίτικος
καβοντορίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβοντορίτικος
καβοντορίτικος	noun	ελληνικός παραδοσιακός νησιώτικος χορός, παραλλαγή του συρτού	adj	ο σχετιζόμενος με την περιοχή του Καβοντόρου ή τους κατοίκους της
καβοντορίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβοντορίτικος
καβοντορίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβοντορίτικος
καβοντορίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβοντορίτικος
καβουκιού	=	καβούκι
καβουκιών	=	καβούκι
καβουνιού	=	καβούνι
καβουνιών	=	καβούνι
καβουράκι	noun	υποκοριστικό του καβούρι: μικρό ή νεαρό καβούρι
καβουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουράκι
καβουρίνα	noun	θηλυκός κάβουρας
καβουρίνας	=	καβουρίνα
καβουρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρίνα
καβουρίνων	=	καβουρίνα
καβουρδίζαμε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζαν	=	καβουρδίζω
καβουρδίζανε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζατε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζει	=	καβουρδίζω
καβουρδίζεις	=	καβουρδίζω
καβουρδίζεσαι	=	καβουρδίζω
καβουρδίζεστε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζεται	=	καβουρδίζω
καβουρδίζετε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζομαι	=	καβουρδίζω
καβουρδίζομε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζονται	=	καβουρδίζω
καβουρδίζονταν	=	καβουρδίζω
καβουρδίζοντας	=	καβουρδίζω
καβουρδίζουμε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζουν	=	καβουρδίζω
καβουρδίζουνε	=	καβουρδίζω
καβουρδίζω	verb	άλλη μορφή του καβουρντίζω
καβουρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσαν	=	καβουρδίζω
καβουρδίσανε	=	καβουρδίζω
καβουρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβούρδισμα
καβουρδίσματος	noun	γενική ενικού του καβούρδισμα
καβουρδίσομε	=	καβουρδίζω
καβουρδίσου	=	καβουρδίζω
καβουρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίσουνε	=	καβουρδίζω
καβουρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδίστηκα	=	καβουρδίζω
καβουρδίστηκαν	=	καβουρδίζω
καβουρδίστηκε	=	καβουρδίζω
καβουρδίστηκες	=	καβουρδίζω
καβουρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβουρδιζόμασταν	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόμαστε	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόμουν	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόμουνα	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόντουσαν	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόσασταν	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόσαστε	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόσουν	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόσουνα	=	καβουρδίζω
καβουρδιζόταν	=	καβουρδίζω
καβουρδιζότανε	=	καβουρδίζω
καβουρδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καβούρδισμα
καβουρδισμένα	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένε	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένες	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβουρδισμένος
καβουρδισμένης	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένο	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβουρδισμένος
καβουρδισμένος	verb	που έχει καβουρντιστεί
καβουρδισμένου	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένους	=	καβουρδισμένος
καβουρδισμένων	=	καβουρδισμένος
καβουρδιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρδιστό
καβουρδιστέ	adj	κλητική ενικού του καβουρδιστός
καβουρδιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρδιστή
καβουρδιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβουρδιστός
καβουρδιστήκαμε	=	καβουρδίζω
καβουρδιστήκαν	=	καβουρδίζω
καβουρδιστήκανε	=	καβουρδίζω
καβουρδιστήκατε	=	καβουρδίζω
καβουρδιστήρι	noun	άλλη μορφή του καβουρντιστήρι
καβουρδιστήρια	=	καβουρδιστήρι
καβουρδιστής	adj	γενική ενικού του καβουρδιστή
καβουρδιστεί	=	καβουρδίζω
καβουρδιστείς	=	καβουρδίζω
καβουρδιστείτε	=	καβουρδίζω
καβουρδιστηριού	=	καβουρδιστήρι
καβουρδιστηριών	=	καβουρδιστήρι
καβουρδιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβουρδιστός
καβουρδιστού	adj	γενική ενικού του καβουρδιστός
καβουρδιστούμε	=	καβουρδίζω
καβουρδιστούν	=	καβουρδίζω
καβουρδιστούνε	=	καβουρδίζω
καβουρδιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβουρδιστός
καβουρδιστό	adj	αιτιατική ενικού του καβουρδιστός
καβουρδιστός	adj	άλλη μορφή του καβουρντιστός
καβουρδιστώ	=	καβουρδίζω
καβουρδιστών	adj	γενική πληθυντικού του καβουρδιστός
καβουριού	=	καβούρι
καβουριών	=	καβούρι
καβουρμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καβουρμάς
καβουρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρμάς
καβουρμάδων	noun	γενική πληθυντικού του καβουρμάς
καβουρμάς	noun	χοιρινό κρέας (σπάλα, στήθος, πλευρά), τεμαχισμένο σε μικρά κομμάτια, τσιγαρισμένο σε πολύ σιγανή φωτιά, το οποίο διατηρείται μέσα σε λίπος
καβουρντίζαμε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζαν	=	καβουρντίζω
καβουρντίζανε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζατε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζει	=	καβουρντίζω
καβουρντίζεις	=	καβουρντίζω
καβουρντίζεσαι	=	καβουρντίζω
καβουρντίζεστε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζεται	=	καβουρντίζω
καβουρντίζετε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζομαι	=	καβουρντίζω
καβουρντίζομε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζονται	=	καβουρντίζω
καβουρντίζονταν	=	καβουρντίζω
καβουρντίζοντας	=	καβουρντίζω
καβουρντίζουμε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζουν	=	καβουρντίζω
καβουρντίζουνε	=	καβουρντίζω
καβουρντίζω	verb	ψήνω ανακατεύοντάς τους διαρκώς κόκκους καφέ ή σπόρους δημητριακών (π.χ. αμύγδαλα) σε μεγάλη θερμοκρασία
καβουρντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσαν	=	καβουρντίζω
καβουρντίσανε	=	καβουρντίζω
καβουρντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβούρντισμα
καβουρντίσματος	noun	γενική ενικού του καβούρντισμα
καβουρντίσομε	=	καβουρντίζω
καβουρντίσου	=	καβουρντίζω
καβουρντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίσουνε	=	καβουρντίζω
καβουρντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντίστηκα	=	καβουρντίζω
καβουρντίστηκαν	=	καβουρντίζω
καβουρντίστηκε	=	καβουρντίζω
καβουρντίστηκες	=	καβουρντίζω
καβουρντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβουρντιζόμασταν	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόμαστε	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόμουν	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόμουνα	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόντουσαν	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόσασταν	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόσαστε	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόσουν	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόσουνα	=	καβουρντίζω
καβουρντιζόταν	=	καβουρντίζω
καβουρντιζότανε	=	καβουρντίζω
καβουρντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καβούρντισμα
καβουρντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρντισμένο
καβουρντισμένε	verb	κλητική ενικού του καβουρντισμένος
καβουρντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρντισμένη
καβουρντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβουρντισμένος
καβουρντισμένης	verb	γενική ενικού του καβουρντισμένη
καβουρντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καβουρντισμένος
καβουρντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβουρντισμένος
καβουρντισμένος	verb	ξεροψημένος, ψημένος σε δυνατή φωτιά
καβουρντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καβουρντισμένος
καβουρντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καβουρντισμένος
καβουρντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καβουρντισμένος
καβουρντιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρντιστό
καβουρντιστέ	adj	κλητική ενικού του καβουρντιστός
καβουρντιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρντιστή
καβουρντιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καβουρντιστός
καβουρντιστήκαμε	=	καβουρντίζω
καβουρντιστήκαν	=	καβουρντίζω
καβουρντιστήκανε	=	καβουρντίζω
καβουρντιστήκατε	=	καβουρντίζω
καβουρντιστήρι	noun	μηχάνημα για το καβούρντισμα του καφέ
καβουρντιστήρια	=	καβουρντιστήρι
καβουρντιστής	adj	γενική ενικού του καβουρντιστή
καβουρντιστεί	=	καβουρντίζω
καβουρντιστείς	=	καβουρντίζω
καβουρντιστείτε	=	καβουρντίζω
καβουρντιστηριού	=	καβουρντιστήρι
καβουρντιστηριών	=	καβουρντιστήρι
καβουρντιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καβουρντιστός
καβουρντιστού	adj	γενική ενικού του καβουρντιστός
καβουρντιστούμε	=	καβουρντίζω
καβουρντιστούν	=	καβουρντίζω
καβουρντιστούνε	=	καβουρντίζω
καβουρντιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καβουρντιστός
καβουρντιστό	adj	αιτιατική ενικού του καβουρντιστός
καβουρντιστός	adj	που μπορεί να καβουρντιστεί
καβουρντιστώ	=	καβουρντίζω
καβουρντιστών	adj	γενική πληθυντικού του καβουρντιστός
καβουρομάνα	noun	είδος μεγαλόσωμου καβουριού
καβουρομάνας	noun	γενική ενικού του καβουρομάνα
καβουρομάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρομάνα
καβουροσαλάτα	noun	σαλάτα με βασικό υλικό την καβουρόψιχα
καβουροσαλάτας	noun	γενική ενικού του καβουροσαλάτα
καβουροσαλάτες	=	καβουροσαλάτα
καβουροσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του καβουροσαλάτα
καβουρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τα βραστά καβούρια
καβουρόσουπας	noun	γενική ενικού του καβουρόσουπα
καβουρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβουρόσουπα
καβουρόψιχα	noun	η ψίχα του κάβουρα
καβουρόψιχας	=	καβουρόψιχα
καβουρόψιχες	=	καβουρόψιχα
καβούκι	noun	το σκληρό οστεοειδές περίβλημα διάφορων ασπόνδυλων ζώων
καβούκια	=	καβούκι
καβούνι	noun	το πεπόνι
καβούνια	=	καβούνι
καβούρδιζα	=	καβουρδίζω
καβούρδιζαν	=	καβουρδίζω
καβούρδιζε	=	καβουρδίζω
καβούρδιζες	=	καβουρδίζω
καβούρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβούρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβούρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβούρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρδίζω
καβούρδισμα	noun	άλλη μορφή του καβούρντισμα
καβούρι	noun	ο κάβουρας
καβούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καβούρι
καβούρντιζα	=	καβουρντίζω
καβούρντιζαν	=	καβουρντίζω
καβούρντιζε	=	καβουρντίζω
καβούρντιζες	=	καβουρντίζω
καβούρντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβούρντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβούρντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβούρντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καβουρντίζω
καβούρντισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καβουρντίζω
καβρέ	=	καβρός
καβροί	=	καβρός
καβρού	=	καβρός
καβρούς	=	καβρός
καβρό	=	καβρός
καβρός	noun	καβούρι
καβρών	=	καβρός
καβυλικά	noun	που μιλιέται στην Καβυλία, στη βόρεια Αλγερία.
καβυλικών	=	καβυλικά
καβύλος	noun	σχετικός με την Καβυλία και τους Καβύλους
καγιάκ	noun	μικρό σκάφος με θέσεις για έναν ή δύο κωπηλάτες οι οποίοι κωπηλατούν καθιστοί με διπλό κουπί
καγιέν	noun	είδος κόκκινου πιπεριού με καυτερή γεύση
καγιανά	=	καγιανάς
καγιανάδες	=	καγιανάς
καγιανάδων	=	καγιανάς
καγιανάς	noun	ομελέτα με χτυπημένα αβγά μαγειρεμένα σε σάλτσα ντομάτας
καγκάβα	noun	άλλη μορφή του γκαγκάβα
καγκάβας	=	καγκάβα
καγκάβες	=	καγκάβα
καγκάβων	=	καγκάβα
καγκέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καγκέλι
καγκελάκι	noun	μικρό κάγκελο
καγκελάκια	=	καγκελάκι
καγκελάριε	noun	κλητική ενικού του καγκελάριος
καγκελάριο	noun	αιτιατική ενικού του καγκελάριος
καγκελάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καγκελάριος
καγκελάριος	noun	τίτλος που συνοδεύει διάφορα αξιώματα, όπως του αρχηγού της κυβέρνησης (πρωθυπουργού στη Γερμανία και την Αυστρία ή του υπουργού Χρηματοοικονομικών στο Ηνωμένο Βασίλειο
καγκελάριου	noun	γενική ενικού του καγκελάριος
καγκελάριους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καγκελάριος
καγκελάριων	noun	γενική πληθυντικού του καγκελάριος
καγκελένια	=	καγκελένιος
καγκελένιας	=	καγκελένιος
καγκελένιε	=	καγκελένιος
καγκελένιες	=	καγκελένιος
καγκελένιο	=	καγκελένιος
καγκελένιοι	=	καγκελένιος
καγκελένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από κάγκελο
καγκελένιου	=	καγκελένιος
καγκελένιους	=	καγκελένιος
καγκελένιων	=	καγκελένιος
καγκελαρία	noun	τόπος κατοικίας του καγκελάριου
καγκελαρίας	noun	γενική ενικού του καγκελαρία
καγκελαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καγκελαρία
καγκελαρίου	noun	γενική ενικού του καγκελάριος
καγκελαρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καγκελάριος
καγκελαρίων	noun	γενική πληθυντικού του καγκελάριος
καγκελαριών	noun	γενική πληθυντικού του καγκελαρία
καγκελοπορτών	=	καγκελόπορτα
καγκελωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καγκελωτό
καγκελωτέ	adj	κλητική ενικού του καγκελωτός
καγκελωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καγκελωτή
καγκελωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καγκελωτός
καγκελωτής	adj	γενική ενικού του καγκελωτή
καγκελωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καγκελωτός
καγκελωτού	adj	γενική ενικού του καγκελωτός
καγκελωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καγκελωτός
καγκελωτό	adj	αιτιατική ενικού του καγκελωτός
καγκελωτός	adj	που είναι περιφραγμένος με κάγκελα
καγκελωτών	adj	γενική πληθυντικού του καγκελωτός
καγκελόπορτα	noun	η πόρτα, συνήθως ενός περιβόλου ή αυλής, που είναι φτιαγμένη από κάγκελα
καγκελόπορτας	noun	γενική ενικού του καγκελόπορτα
καγκελόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καγκελόπορτα
καγκελόφραχτα	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτε	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτες	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτη	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτης	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτο	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτοι	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτος	adj	που είναι φραγμένος με κάγκελα
καγκελόφραχτου	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτους	=	καγκελόφραχτος
καγκελόφραχτων	=	καγκελόφραχτος
καγκεμπίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καγκεμπίτης
καγκουρό	noun	μαρσιποφόρο ζώο της Αυστραλίας με ισχυρά πίσω πόδια που του επιτρέπουν να μετακινείται με μεγάλα πηδήματα
καγχάζαμε	=	καγχάζω
καγχάζαν	=	καγχάζω
καγχάζανε	=	καγχάζω
καγχάζατε	=	καγχάζω
καγχάζει	=	καγχάζω
καγχάζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καγχάζω
καγχάζετε	=	καγχάζω
καγχάζοντας	=	καγχάζω
καγχάζουμε	=	καγχάζω
καγχάζουν	=	καγχάζω
καγχάζουνε	=	καγχάζω
καγχάζω	verb	γελάω τεχνητά, δείχνοντας αποδοκιμασία ή σαρκασμό ή και πικρία
καγχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσαν	=	καγχάζω
καγχάσανε	=	καγχάζω
καγχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καγχάζω
καγχασμέ	noun	κλητική ενικού του καγχασμός
καγχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καγχασμός
καγχασμού	noun	γενική ενικού του καγχασμός
καγχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καγχασμός
καγχασμό	noun	αιτιατική ενικού του καγχασμός
καγχασμός	noun	το χαιρέκακο τεχνητό γέλιο ή το τεχνητό γέλιο που φανερώνει περιφρόνηση, πικρία, οικτηρμό
καγχασμών	noun	γενική πληθυντικού του καγχασμός
καδ	abbrev	αριθμός που εκδίδει το Υπουργείο Οικονομικών της Ελλάδας, ο οποίος δηλώνει τον κλάδο δραστηριότητας μιας επιχείρησης
καδένα	noun	αλυσίδα σε κόσμημα ή σε παλιό ρολόι τσέπης
καδένας	noun	καδένα, στη γενική του ενικού
καδένες	=	καδένα
καδένων	=	καδένα
καδή	=	καδής
καδήδες	=	καδής
καδήδων	=	καδής
καδής	noun	ο μουσουλμάνος δικαστής που δικάζει με βάση τον ισλαμικό νόμο
καδί	noun	μικρή κάδη
καδίσκε	=	καδίσκος
καδίσκο	=	καδίσκος
καδίσκοι	=	καδίσκος
καδίσκος	noun	μικρός κάδος
καδίσκου	=	καδίσκος
καδίσκους	=	καδίσκος
καδίσκων	=	καδίσκος
καδελέτο	noun	καθελέτο
καδενών	=	καδένα
καδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καδί
καδινάτσο	noun	μεγάλος σύρτης
καδιού	=	καδί
καδιών	=	καδί
καδμίου	=	κάδμιο
καδμεία	=	καδμείος
καδμείας	=	καδμείος
καδμείε	=	καδμείος
καδμείες	=	καδμείος
καδμείο	=	καδμείος
καδμείοι	=	καδμείος
καδμείος	adj	αυτός που αναφέρεται στον Κάδμο
καδμείου	=	καδμείος
καδμείους	=	καδμείος
καδμείων	=	καδμείος
καδοφόρα	=	καδοφόρος
καδοφόρας	=	καδοφόρος
καδοφόρε	=	καδοφόρος
καδοφόρες	=	καδοφόρος
καδοφόρο	=	καδοφόρος
καδοφόροι	=	καδοφόρος
καδοφόρος	adj	αυτός που φέρει κάδο ή κάδους
καδοφόρου	=	καδοφόρος
καδοφόρους	=	καδοφόρος
καδοφόρων	=	καδοφόρος
καδράραμε	=	καδράρω
καδράραν	=	καδράρω
καδράρανε	=	καδράρω
καδράρατε	=	καδράρω
καδράρει	=	καδράρω
καδράρεις	=	καδράρω
καδράρεσαι	=	καδράρω
καδράρεστε	=	καδράρω
καδράρεται	=	καδράρω
καδράρετε	=	καδράρω
καδράριζα	=	καδράρω
καδράριζαν	=	καδράρω
καδράριζε	=	καδράρω
καδράριζες	=	καδράρω
καδράρισα	=	καδράρω
καδράρισαν	=	καδράρω
καδράρισε	=	καδράρω
καδράρισες	=	καδράρω
καδράρισμα	noun	o ορισμός διάταξης θέματος και ορίων σε πίνακα (ζωγραφική, σινεμά, φωτογραφία)
καδράρομαι	=	καδράρω
καδράρομε	=	καδράρω
καδράρονται	=	καδράρω
καδράρονταν	=	καδράρω
καδράροντας	=	καδράρω
καδράρουμε	=	καδράρω
καδράρουν	=	καδράρω
καδράρουνε	=	καδράρω
καδράρω	verb	τοποθετώ εικόνα ή φωτογραφία σε κάδρο
καδρίλια	noun|formal	άλλη μορφή του καντρίλια
καδρίλιας	=	καδρίλια
καδρίλιες	=	καδρίλια
καδραρίσματα	=	καδράρισμα
καδραρίσματος	=	καδράρισμα
καδραρίσου	=	καδράρω
καδραρίστηκα	=	καδράρω
καδραρίστηκαν	=	καδράρω
καδραρίστηκε	=	καδράρω
καδραρίστηκες	=	καδράρω
καδραριζόμασταν	=	καδράρω
καδραριζόμαστε	=	καδράρω
καδραριζόμουν	=	καδράρω
καδραριζόμουνα	=	καδράρω
καδραριζόντουσαν	=	καδράρω
καδραριζόσασταν	=	καδράρω
καδραριζόσαστε	=	καδράρω
καδραριζόσουν	=	καδράρω
καδραριζόσουνα	=	καδράρω
καδραριζόταν	=	καδράρω
καδραριζότανε	=	καδράρω
καδραρισμάτων	=	καδράρισμα
καδραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καδραρισμένο
καδραρισμένε	verb	κλητική ενικού του καδραρισμένος
καδραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καδραρισμένη
καδραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καδραρισμένος
καδραρισμένης	verb	γενική ενικού του καδραρισμένη
καδραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καδραρισμένος
καδραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καδραρισμένος
καδραρισμένος	verb	τοποθετημένος μέσα σε κάδρο
καδραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καδραρισμένος
καδραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καδραρισμένος
καδραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καδραρισμένος
καδραριστήκαμε	=	καδράρω
καδραριστήκαν	=	καδράρω
καδραριστήκανε	=	καδράρω
καδραριστήκατε	=	καδράρω
καδραριστεί	=	καδράρω
καδραριστείς	=	καδράρω
καδραριστείτε	=	καδράρω
καδραριστούμε	=	καδράρω
καδραριστούν	=	καδράρω
καδραριστούνε	=	καδράρω
καδραριστώ	=	καδράρω
καδρονιάζαμε	=	καδρονιάζω
καδρονιάζαν	=	καδρονιάζω
καδρονιάζανε	=	καδρονιάζω
καδρονιάζατε	=	καδρονιάζω
καδρονιάζει	=	καδρονιάζω
καδρονιάζεις	=	καδρονιάζω
καδρονιάζετε	=	καδρονιάζω
καδρονιάζοντας	=	καδρονιάζω
καδρονιάζουμε	=	καδρονιάζω
καδρονιάζουν	=	καδρονιάζω
καδρονιάζουνε	=	καδρονιάζω
καδρονιάζω	verb	στήνω καδρόνια
καδρονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσαν	=	καδρονιάζω
καδρονιάσανε	=	καδρονιάζω
καδρονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καδρονιασμένο
καδρονιασμένε	verb	κλητική ενικού του καδρονιασμένος
καδρονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καδρονιασμένη
καδρονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καδρονιασμένος
καδρονιασμένης	verb	γενική ενικού του καδρονιασμένη
καδρονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καδρονιασμένος
καδρονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καδρονιασμένος
καδρονιασμένος	verb	που τον έχουν καδρονιάσει
καδρονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καδρονιασμένος
καδρονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καδρονιασμένος
καδρονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καδρονιασμένος
καδρονιού	=	καδρόνι
καδρονιών	=	καδρόνι
καδρόνι	noun	ξύλο με τετραγωνική τομή που χρησιμοποιείται σαν στύλος σε σκαλωσιές
καδρόνια	=	καδρόνι
καδρόνιαζα	=	καδρονιάζω
καδρόνιαζαν	=	καδρονιάζω
καδρόνιαζε	=	καδρονιάζω
καδρόνιαζες	=	καδρονιάζω
καδρόνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρόνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρόνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδρόνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καδρονιάζω
καδών	=	κάδη
καε	abbrev	Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών
καεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου (καώ) παθητικής φωνής (καίγομαι) του καίω
καείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
καείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
καερέτι	noun	βοήθεια
καζά	=	καζάς
καζάδες	=	καζάς
καζάδων	=	καζάς
καζάζη	=	καζάζης
καζάζηδες	=	καζάζης
καζάζηδων	=	καζάζης
καζάζης	noun|dated	που επεξεργάζεται ή πουλάει το μετάξι· ο μεταξουργός ή ο μεταξοπώλης
καζάκα	noun	είδος αμάνικης μπλούζας
καζάκας	noun	γενική ενικού του καζάκα
καζάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάκα
καζάκος	=	καζάκα
καζάνι	noun	μεταλλικό δοχείο μεγάλου μεγέθους για μαγείρεμα ή άλλες χρήσεις
καζάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάνι
καζάνιαζα	=	καζανιάζω
καζάνιαζαν	=	καζανιάζω
καζάνιαζε	=	καζανιάζω
καζάνιαζες	=	καζανιάζω
καζάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζάντι	noun	τα πλούτη που κέρδισε κάποιος ή τα κέρδη
καζάντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάντι
καζάντιζα	=	καζαντίζω
καζάντιζαν	=	καζαντίζω
καζάντιζε	=	καζαντίζω
καζάντιζες	=	καζαντίζω
καζάντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζάντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζάντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζάντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζάντισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καζαντίζω
καζάρμα	noun	ο στρατώνας, το φρουραρχείο της χωροφυλακής
καζάρμας	noun	γενική ενικού του καζάρμα
καζάρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάρμα
καζάς	noun	διοικητική διαίρεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, παρόμοια σε έκταση με το σημερινό νομό
καζάχα	=	καζάκα
καζίκι	noun	μια πολύ δύσκολη κατάσταση (κατ' αναλογία προς το παλούκι)
καζίκια	=	καζίκι
καζίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζίνο
καζίνο	noun	μεγάλος και, συνήθως, πολυτελής χώρος όπου διατίθενται νόμιμα τυχερά παιχνίδια, όπως ζάρια, ρουλέτα, χαρτιά κ.λπ.
καζίνου	noun	γενική ενικού του καζίνο
καζίνων	noun	γενική πληθυντικού του καζίνο
καζακικά	noun	επίσημη γλώσσα του Καζακστάν, ανήκει στις τουρκικές γλώσσες
καζακικών	=	καζακικά
καζακών	noun	γενική πληθυντικού του καζάκα
καζαμία	=	καζαμίας
καζαμίας	noun	ετήσιο ημερολόγιο που περιλαμβάνει πληροφορίες για αστρονομικά, μετεωρολογικά, γεωργικά κ.ά. φαινόμενα
καζαμίες	=	καζαμίας
καζαμιών	=	καζαμίας
καζανά	=	καζανάς
καζανάδες	=	καζανάς
καζανάδων	=	καζανάς
καζανάκι	noun	δοχείο της τουαλέτας από το οποίο ρέει νερό στη λεκάνη για να την καθαρίσει μετά από χρήση
καζανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζανάκι
καζανάρη	=	καζανάρης
καζανάρηδες	=	καζανάρης
καζανάρηδων	=	καζανάρης
καζανάρης	noun	το πρόσωπο που παράγει ρακή - τσικουδιά, ο ιδιοκτήτης του αποστακτηρίου (όπου υπάρχει το καζάνι, ο λουλάς, για την απόσταξη)
καζανάς	noun	ο καζανάρης
καζανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάνεμα
καζανέματος	noun	γενική ενικού του καζάνεμα
καζανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καζάνεμα
καζανιά	noun	η χωρητικότητα ενός καζανιού, ανά είδος
καζανιάζαμε	=	καζανιάζω
καζανιάζαν	=	καζανιάζω
καζανιάζανε	=	καζανιάζω
καζανιάζατε	=	καζανιάζω
καζανιάζει	=	καζανιάζω
καζανιάζεις	=	καζανιάζω
καζανιάζετε	=	καζανιάζω
καζανιάζοντας	=	καζανιάζω
καζανιάζουμε	=	καζανιάζω
καζανιάζουν	=	καζανιάζω
καζανιάζουνε	=	καζανιάζω
καζανιάζω	verb	βάζω ή ρίχνω σε καζάνι για βράσιμο ή απόσταξη
καζανιάς	noun	γενική ενικού του καζανιά
καζανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσαν	=	καζανιάζω
καζανιάσανε	=	καζανιάζω
καζανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζανιάζω
καζανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζανιά
καζανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζανιασμένο
καζανιασμένε	verb	κλητική ενικού του καζανιασμένος
καζανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζανιασμένη
καζανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καζανιασμένος
καζανιασμένης	verb	γενική ενικού του καζανιασμένη
καζανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καζανιασμένος
καζανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καζανιασμένος
καζανιασμένος	verb	που τον έχουν καζανιάσει
καζανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καζανιασμένος
καζανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καζανιασμένος
καζανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καζανιασμένος
καζανιού	=	καζάνι
καζανιών	=	καζανιά
καζαντίζαμε	=	καζαντίζω
καζαντίζαν	=	καζαντίζω
καζαντίζανε	=	καζαντίζω
καζαντίζατε	=	καζαντίζω
καζαντίζει	=	καζαντίζω
καζαντίζεις	=	καζαντίζω
καζαντίζετε	=	καζαντίζω
καζαντίζοντας	=	καζαντίζω
καζαντίζουμε	=	καζαντίζω
καζαντίζουν	=	καζαντίζω
καζαντίζουνε	=	καζαντίζω
καζαντίζω	verb	πλουτίζω, αποκτώ περιουσία
καζαντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσαν	=	καζαντίζω
καζαντίσανε	=	καζαντίζω
καζαντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζάντισμα
καζαντίσματος	noun	γενική ενικού του καζάντισμα
καζαντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καζαντίζω
καζαντζή	=	καζαντζής
καζαντζήδες	=	καζαντζής
καζαντζήδων	=	καζαντζής
καζαντζής	noun	ο κατασκευαστής καζανιών
καζαντζακικά	=	καζαντζακικός
καζαντζακικέ	=	καζαντζακικός
καζαντζακικές	=	καζαντζακικός
καζαντζακική	=	καζαντζακικός
καζαντζακικής	=	καζαντζακικός
καζαντζακικοί	=	καζαντζακικός
καζαντζακικού	=	καζαντζακικός
καζαντζακικούς	=	καζαντζακικός
καζαντζακικό	=	καζαντζακικός
καζαντζακικός	adj	που αφορά τον Νίκο Καζαντζάκη ή το έργο του
καζαντζακικών	=	καζαντζακικός
καζαντιού	=	καζάντι
καζαντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καζάντισμα
καζαντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζαντισμένο
καζαντισμένε	verb	κλητική ενικού του καζαντισμένος
καζαντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζαντισμένη
καζαντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καζαντισμένος
καζαντισμένης	verb	γενική ενικού του καζαντισμένη
καζαντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καζαντισμένος
καζαντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καζαντισμένος
καζαντισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καζαντίζω
καζαντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καζαντισμένος
καζαντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καζαντισμένος
καζαντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καζαντισμένος
καζαντιών	=	καζάντι
καζανόβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζανόβας
καζας	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Ζακύνθου
καζασκέρη	=	καζασκέρης
καζασκέρηδες	=	καζασκέρης
καζασκέρηδων	=	καζασκέρης
καζασκέρης	noun|dated	στρατοδίκης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
καζαχικά	=	καζακικά
καζεΐνες	=	καζεΐνη
καζεΐνη	noun	υψηλής σημασίας πρωτεΐνη που περιέχεται στο γάλα
καζεΐνης	=	καζεΐνη
καζεϊνών	=	καζεΐνη
καζικιού	=	καζίκι
καζικιών	=	καζίκι
καζμά	=	καζμάς
καζμάδες	=	καζμάς
καζμάδων	=	καζμάς
καζμάς	noun	γραφή της προφοράς του κασμάς
καζοντενεκέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζοντενεκές
καζοτενεκέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζοτενεκές
καζουαρίνα	noun	δέντρο του γένους Casuarina
καζουαρίνας	=	καζουαρίνα
καζουαρίνες	=	καζουαρίνα
καζουαρινών	=	καζουαρίνα
καζουιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζουιστικό
καζουιστικέ	adj	κλητική ενικού του καζουιστικός
καζουιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζουιστική
καζουιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καζουιστικός
καζουιστικής	adj	γενική ενικού του καζουιστική
καζουιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καζουιστικός
καζουιστικού	adj	γενική ενικού του καζουιστικός
καζουιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καζουιστικός
καζουιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καζουιστικός
καζουιστικός	adj	που προσπαθεί να λύσει ηθικά ζητήματα εφαρμόζοντας γενικούς κανόνες
καζουιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καζουιστικός
καζούρα	noun	ομαδική κοροϊδία εις βάρος κάποιου
καζούρας	noun	γενική ενικού του καζούρα
καζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καζούρα
καηκ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο του Ηρακλείου
καημέ	noun	κλητική ενικού του καημός
καημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καημένο
καημένε	verb	κλητική ενικού του καημένος
καημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καημένη
καημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καημένος
καημένης	verb	γενική ενικού του καημένη
καημένο	verb	αιτιατική ενικού του καημένος
καημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καημένος
καημένος	verb	χαρακτηρισμός που δηλώνει οίκτο
καημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καημένος
καημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καημένος
καημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καημένος
καημενούλα	=	καημενούλης
καημενούλας	=	καημενούλης
καημενούλες	=	καημενούλης
καημενούλη	=	καημενούλης
καημενούληδες	=	καημενούλης
καημενούληδων	=	καημενούλης
καημενούλης	adj	καημένος, ως τρυφερή εκδήλωση συμπάθειας ή οίκτου
καημενούλικα	=	καημενούλης
καημενούλικο	=	καημενούλης
καημενούλικου	=	καημενούλης
καημενούλικων	=	καημενούλης
καημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καημός
καημού	noun	γενική ενικού του καημός
καημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καημός
καημό	noun	αιτιατική ενικού του καημός
καημός	noun	η στενοχώρια, η θλίψη
καημών	noun	γενική πληθυντικού του καημός
καθάγνια	=	καθαγνίζω
καθάγνιζα	=	καθαγνίζω
καθάγνιζαν	=	καθαγνίζω
καθάγνιζε	=	καθαγνίζω
καθάγνιζες	=	καθαγνίζω
καθάγνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθάγνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθάγνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθάγνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθάπερ	adv|archaic	με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ακριβώς όπως
καθάπτομαι	verb|archaic	προσβάλλω, θίγω
καθάπτω	verb|archaic	συνάπτω, συνδέω
καθάρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθάριος
καθάριας	adj	γενική ενικού του καθάρια
καθάριε	adj	κλητική ενικού του καθάριος
καθάριες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθάρια
καθάριζα	=	καθαρίζω
καθάριζαν	=	καθαρίζω
καθάριζε	=	καθαρίζω
καθάριζες	=	καθαρίζω
καθάριο	adj	αιτιατική ενικού του καθάριος
καθάριοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθάριος
καθάριος	adj|literary	καθαρός
καθάριου	adj	γενική ενικού του καθάριος
καθάριους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθάριος
καθάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθαρίζω
καθάριων	adj	γενική πληθυντικού του καθάριος
καθάρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθαρμα
καθάρματος	noun	γενική ενικού του κάθαρμα
καθάρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθαρση
καθάρσεων	noun	γενική πληθυντικού του κάθαρση
καθάρσεως	noun|formal	γενική ενικού του κάθαρση
καθάρσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθάρσιο
καθάρσιο	noun	καθαρτικό φάρμακο, σκεύασμα κατά της δυσκοιλιότητας
καθάρσιου	noun	γενική ενικού του καθάρσιο
καθάρσιων	noun	γενική πληθυντικού του καθάρσιο
καθέγλα	=	καρέκλα
καθέδρα	noun	κάθισμα, έδρα καθηγητή
καθέδρας	noun	γενική ενικού του καθέδρα
καθέδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθέδρα
καθέκαστα	noun	τα συγκεκριμένα στοιχεία ή περιστατικά που συγκροτούν μία ενότητα ή ένα γεγονός
καθέκλα	noun	παρωχημένη γραφή του καρέκλα
καθέκλας	noun	γενική ενικού του καθέκλα
καθέκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθέκλα
καθέλκαμε	=	καθέλκω
καθέλκατε	=	καθέλκω
καθέλκει	=	καθέλκω
καθέλκεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθέλκω
καθέλκεσαι	=	καθέλκω
καθέλκεσθε	=	καθέλκω
καθέλκεται	=	καθέλκω
καθέλκετε	=	καθέλκω
καθέλκομαι	=	καθέλκω
καθέλκομε	=	καθέλκω
καθέλκονται	=	καθέλκω
καθέλκονταν	=	καθέλκω
καθέλκοντας	=	καθέλκω
καθέλκουμε	=	καθέλκω
καθέλκουν	=	καθέλκω
καθέλκυα	=	καθελκύω
καθέλκυαν	=	καθελκύω
καθέλκυε	=	καθελκύω
καθέλκυες	=	καθελκύω
καθέλκυσα	=	καθελκύω
καθέλκυσαν	=	καθελκύω
καθέλκυσε	=	καθελκύω
καθέλκυσες	=	καθελκύω
καθέλκυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθελκύω
καθέλκυσης	noun	γενική ενικού του καθέλκυση
καθέλκω	verb	άλλη μορφή του καθελκύω
καθέν	pron	καθένα
καθένα	num	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καθένας
καθέναν	=	καθένα
καθένας	pron	κάθε πρόσωπο (ζώο, πράγμα κ.λπ.) ξεχωριστά
καθέτου	=	κάθετος
καθέτους	=	κάθετος
καθέτων	=	κάθετος
καθέτως	adv|formal	κάθετα
καθήκι	noun	άλλη γραφή του καθοίκι
καθήκια	=	καθήκι
καθήκον	noun	αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία, το έθιμο ή τον ηθικό νόμο
καθήκοντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθήκον
καθήκοντος	=	καθήκον
καθήλωμα	noun|figurative	το αποτέλεσμα του καθηλώνω
καθήλωνα	=	καθηλώνω
καθήλωναν	=	καθηλώνω
καθήλωνε	=	καθηλώνω
καθήλωνες	=	καθηλώνω
καθήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθήλωση	noun	ο (εκούσιος ή ακούσιος) εξαναγκασμός σε ακινησία
καθήλωσης	noun	γενική ενικού του καθήλωση
καθήμενα	=	καθήμενος
καθήμενε	=	καθήμενος
καθήμενες	=	καθήμενος
καθήμενη	=	καθήμενος
καθήμενης	=	καθήμενος
καθήμενο	=	καθήμενος
καθήμενοι	=	καθήμενος
καθήμενος	verb|archaic	που κάθεται ή που έχει καθήσει	noun	που έχει κάθισμα, που κάθεται
καθήμενου	=	καθήμενος
καθήμενους	=	καθήμενος
καθήμενων	=	καθήμενος
καθίδρυα	=	καθιδρύω
καθίδρυαν	=	καθιδρύω
καθίδρυε	=	καθιδρύω
καθίδρυες	=	καθιδρύω
καθίδρυμα	noun	ίδρυμα με ιδιαίτερο κύρος
καθίδρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθίδρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθίδρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθίδρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθίδρυση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθιδρύω
καθίδρυσης	noun	γενική ενικού του καθίδρυση
καθίζαμε	=	καθίζω
καθίζαν	=	καθίζω
καθίζανα	=	καθιζάνω
καθίζαναν	=	καθιζάνω
καθίζανε	=	καθίζω
καθίζανες	=	καθιζάνω
καθίζατε	=	καθίζω
καθίζει	=	καθίζω
καθίζεις	=	καθίζω
καθίζετε	=	καθίζω
καθίζηση	noun	βύθιση τμήματος της επιφάνειας του εδάφους, που είναι αποτέλεσμα της κατακόρυφης μετακίνησης των μαζών του
καθίζησης	noun	γενική ενικού του καθίζηση
καθίζομε	=	καθίζω
καθίζοντας	=	καθίζω
καθίζουμε	=	καθίζω
καθίζουν	=	καθίζω
καθίζουνε	=	καθίζω
καθίζω	verb	τοποθετώ κάποιον σε κάθισμα
καθίκης	noun	παλιάνθρωπος, αχρείος
καθίκι	noun	άλλη γραφή του καθοίκι
καθίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθίκι
καθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσαν	=	καθίζω
καθίσανε	=	καθίζω
καθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθισμα
καθίσματος	=	κάθισμα
καθίσομε	=	καθίζω
καθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσουνε	=	κάθομαι
καθίσταμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθιστώ: γίνομαι
καθίστανται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του καθίσταμαι
καθίσταντο	=	καθιστώ
καθίστασαι	=	καθιστώ
καθίστασθε	=	καθιστώ
καθίσταται	=	καθιστώ
καθίστατο	=	καθιστώ
καθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάθομαι
καθαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαίρεση	noun	η στέρηση αξιώματος, ο υποβιβασμός, το ξήλωμα
καθαίρεσης	=	καθαίρεση
καθαίρησα	=	καθαιρώ
καθαίρησαν	=	καθαιρώ
καθαίρησε	=	καθαιρώ
καθαίρησες	=	καθαιρώ
καθαίρω	verb|formal	εξαγνίζω
καθαγίαζα	=	καθαγιάζω
καθαγίαζαν	=	καθαγιάζω
καθαγίαζε	=	καθαγιάζω
καθαγίαζες	=	καθαγιάζω
καθαγίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγίαση	noun	η ενέργεια του καθαγιάζω
καθαγίασης	=	καθαγίαση
καθαγιάζαμε	=	καθαγιάζω
καθαγιάζαν	=	καθαγιάζω
καθαγιάζανε	=	καθαγιάζω
καθαγιάζατε	=	καθαγιάζω
καθαγιάζει	=	καθαγιάζω
καθαγιάζεις	=	καθαγιάζω
καθαγιάζετε	=	καθαγιάζω
καθαγιάζομαι	verb	με καθαγιάζουν
καθαγιάζοντας	=	καθαγιάζω
καθαγιάζουμε	=	καθαγιάζω
καθαγιάζουν	=	καθαγιάζω
καθαγιάζουνε	=	καθαγιάζω
καθαγιάζω	verb	καθιστώ κάτι άγιο, του δίνω ιερό χαρακτήρα με ειδική τελετή (πχ ανάγνωση ευχών, ραντισμό κλπ)
καθαγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάσαν	=	καθαγιάζω
καθαγιάσανε	=	καθαγιάζω
καθαγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαγίαση
καθαγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάσεων	=	καθαγίαση
καθαγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγιάζω
καθαγιασμέ	noun	κλητική ενικού του καθαγιασμός
καθαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαγιασμένο
καθαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του καθαγιασμένος
καθαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαγιασμένη
καθαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαγιασμένος
καθαγιασμένης	verb	γενική ενικού του καθαγιασμένη
καθαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθαγιασμένος
καθαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαγιασμένος
καθαγιασμένος	verb	που τον έχουν καθαγιάσει
καθαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαγιασμένος
καθαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθαγιασμένος
καθαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαγιασμένος
καθαγιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαγιασμός
καθαγιασμού	noun	γενική ενικού του καθαγιασμός
καθαγιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαγιασμός
καθαγιασμό	noun	αιτιατική ενικού του καθαγιασμός
καθαγιασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθαγιάζω
καθαγιασμών	noun	γενική πληθυντικού του καθαγιασμός
καθαγνίζαμε	=	καθαγνίζω
καθαγνίζαν	=	καθαγνίζω
καθαγνίζανε	=	καθαγνίζω
καθαγνίζατε	=	καθαγνίζω
καθαγνίζει	=	καθαγνίζω
καθαγνίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίζετε	=	καθαγνίζω
καθαγνίζομαι	=	καθαγνίζω
καθαγνίζοντας	=	καθαγνίζω
καθαγνίζουμε	=	καθαγνίζω
καθαγνίζουν	=	καθαγνίζω
καθαγνίζουνε	=	καθαγνίζω
καθαγνίζω	verb|formal	εξαγνίζω
καθαγνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσαν	=	καθαγνίζω
καθαγνίσανε	=	καθαγνίζω
καθαγνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσθηκα	=	καθαγνίζω
καθαγνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαγνίζω
καθαγνισμέ	=	καθαγνισμός
καθαγνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαγνισμένο
καθαγνισμένε	verb	κλητική ενικού του καθαγνισμένος
καθαγνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαγνισμένη
καθαγνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαγνισμένος
καθαγνισμένης	verb	γενική ενικού του καθαγνισμένη
καθαγνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθαγνισμένος
καθαγνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαγνισμένος
καθαγνισμένος	verb	που έχει καθαγνιστεί
καθαγνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαγνισμένος
καθαγνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθαγνισμένος
καθαγνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαγνισμένος
καθαγνισμοί	=	καθαγνισμός
καθαγνισμού	=	καθαγνισμός
καθαγνισμούς	=	καθαγνισμός
καθαγνισμό	=	καθαγνισμός
καθαγνισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθαγνίζω
καθαγνισμών	=	καθαγνισμός
καθαιμάσσω	verb	καταματώνω (κυρίως στη μετοχή καθημαγμένος)
καθαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαίρεση
καθαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέσεων	=	καθαίρεση
καθαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρήθηκα	=	καθαιρώ
καθαιρήθηκαν	=	καθαιρώ
καθαιρήθηκε	=	καθαιρώ
καθαιρήθηκες	=	καθαιρώ
καθαιρήσαμε	=	καθαιρώ
καθαιρήσαν	=	καθαιρώ
καθαιρήσανε	=	καθαιρώ
καθαιρήσατε	=	καθαιρώ
καθαιρήσει	=	καθαιρώ
καθαιρήσου	=	καθαιρώ
καθαιρήστε	=	καθαιρώ
καθαιρεί	=	καθαιρώ
καθαιρείς	=	καθαιρώ
καθαιρείσαι	=	καθαιρώ
καθαιρείστε	=	καθαιρώ
καθαιρείται	=	καθαιρώ
καθαιρείτε	=	καθαιρώ
καθαιρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαιρεμένο
καθαιρεμένε	verb	κλητική ενικού του καθαιρεμένος
καθαιρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαιρεμένη
καθαιρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαιρεμένος
καθαιρεμένης	verb	γενική ενικού του καθαιρεμένη
καθαιρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθαιρεμένος
καθαιρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαιρεμένος
καθαιρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθαιρώ
καθαιρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαιρεμένος
καθαιρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθαιρεμένος
καθαιρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαιρεμένος
καθαιρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαιρετικό
καθαιρετικέ	adj	κλητική ενικού του καθαιρετικός
καθαιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαιρετική
καθαιρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαιρετικός
καθαιρετικής	adj	γενική ενικού του καθαιρετική
καθαιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαιρετικός
καθαιρετικού	adj	γενική ενικού του καθαιρετικός
καθαιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθαιρετικός
καθαιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του καθαιρετικός
καθαιρετικός	adj	σχετικός με την καθαίρεση
καθαιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του καθαιρετικός
καθαιρηθήκαμε	=	καθαιρώ
καθαιρηθήκαν	=	καθαιρώ
καθαιρηθήκανε	=	καθαιρώ
καθαιρηθήκατε	=	καθαιρώ
καθαιρηθεί	=	καθαιρώ
καθαιρηθείτε	=	καθαιρώ
καθαιρημένος	=	καθαιρώ
καθαιρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθαιρώ
καθαιρούμασταν	=	καθαιρώ
καθαιρούμαστε	=	καθαιρώ
καθαιρούμε	=	καθαιρώ
καθαιρούμενος	=	καθαιρώ
καθαιρούμουν	=	καθαιρώ
καθαιρούν	=	καθαιρώ
καθαιρούνε	=	καθαιρώ
καθαιρούνται	=	καθαιρώ
καθαιρούνταν	=	καθαιρώ
καθαιρούσα	=	καθαιρώ
καθαιρούσαμε	=	καθαιρώ
καθαιρούσαν	=	καθαιρώ
καθαιρούσανε	=	καθαιρώ
καθαιρούσασταν	=	καθαιρώ
καθαιρούσαστε	=	καθαιρώ
καθαιρούσατε	=	καθαιρώ
καθαιρούσε	=	καθαιρώ
καθαιρούσες	=	καθαιρώ
καθαιρούσουν	=	καθαιρώ
καθαιρώ	verb	στερώ από κάποιον το αξίωμα ή τον στρατιωτικό βαθμό του
καθαιρώντας	=	καθαιρώ
καθαλάτωση	noun	το φαινόμενο της εναπόθεσης, υπό μορφή σκληρού φλοιού (κρούστας), στερεών ουσιών αλάτων στα τοιχώματα δοχείων όπου βράζεται νερό ή άλλο διάλυμα αλάτων
καθαλάτωσης	=	καθαλάτωση
καθαλατώσεις	=	καθαλάτωση
καθαλατώσεων	=	καθαλάτωση
καθαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρό	adv	με καθαρό τρόπο
καθαρέ	adj	κλητική ενικού του καθαρός
καθαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρή
καθαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρός
καθαρής	adj	γενική ενικού του καθαρή
καθαρίζαμε	=	καθαρίζω
καθαρίζαν	=	καθαρίζω
καθαρίζανε	=	καθαρίζω
καθαρίζατε	=	καθαρίζω
καθαρίζει	=	καθαρίζω
καθαρίζεις	=	καθαρίζω
καθαρίζεσαι	=	καθαρίζω
καθαρίζεστε	=	καθαρίζω
καθαρίζεται	=	καθαρίζω
καθαρίζετε	=	καθαρίζω
καθαρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθαρίζω: αφαιρώ τη βρομιά από πάνω μου
καθαρίζομε	=	καθαρίζω
καθαρίζονται	=	καθαρίζω
καθαρίζονταν	=	καθαρίζω
καθαρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθαρίζω
καθαρίζουμε	=	καθαρίζω
καθαρίζουν	=	καθαρίζω
καθαρίζουνε	=	καθαρίζω
καθαρίζω	verb	κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια
καθαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσαν	=	καθαρίζω
καθαρίσανε	=	καθαρίζω
καθαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθάρισμα
καθαρίσματος	noun	γενική ενικού του καθάρισμα
καθαρίσομε	=	καθαρίζω
καθαρίσου	=	καθαρίζω
καθαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίσουνε	=	καθαρίζω
καθαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαρίστρια	noun	γυναίκα η οποία αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα να καθαρίζει ιδιωτικά ή δημόσια κτήρια
καθαρίστριας	noun	γενική ενικού του καθαρίστρια
καθαρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρίστρια
καθαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζω
καθαρευουσιάνα	noun	αυτή που χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα
καθαρευουσιάνας	noun	γενική ενικού του καθαρευουσιάνα
καθαρευουσιάνε	noun	κλητική ενικού του καθαρευουσιάνος
καθαρευουσιάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρευουσιάνα
καθαρευουσιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρευουσιάνικο
καθαρευουσιάνικε	adj	κλητική ενικού του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρευουσιάνικη
καθαρευουσιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνικης	adj	γενική ενικού του καθαρευουσιάνικη
καθαρευουσιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνικος	adj	που χαρακτηρίζει τον καθαρευουσιάνο και τη χρήση της καθαρεύουσας
καθαρευουσιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαρευουσιάνικος
καθαρευουσιάνο	noun	αιτιατική ενικού του καθαρευουσιάνος
καθαρευουσιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρευουσιάνος
καθαρευουσιάνος	noun	αυτός που χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα
καθαρευουσιάνου	noun	γενική ενικού του καθαρευουσιάνος
καθαρευουσιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαρευουσιάνος
καθαρευουσιάνων	noun	γενική πληθυντικού του καθαρευουσιάνος
καθαρευουσιανισμέ	noun	κλητική ενικού του καθαρευουσιανισμός
καθαρευουσιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρευουσιανισμός
καθαρευουσιανισμού	noun	γενική ενικού του καθαρευουσιανισμός
καθαρευουσιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαρευουσιανισμός
καθαρευουσιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του καθαρευουσιανισμός
καθαρευουσιανισμός	noun	η προσπάθεια στήριξης και χρήσης της καθαρεύουσας ή αρχαιοπρεπούς γλώσσας
καθαρευουσιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του καθαρευουσιανισμός
καθαρευούσης	noun	γενική ενικού του καθαρεύουσα
καθαρευούσῃ	noun	δοτική ενικού του καθαρεύουσα
καθαρεύουσα	noun	λόγια τεχνητή μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας, μείγμα αρχαίων, αρχαϊστικών και νεότερων μορφών που ήταν η επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976
καθαρεύουσαν	noun	αιτιατική ενικού του καθαρεύουσα
καθαρεύουσας	noun	γενική ενικού του καθαρεύουσα
καθαρεύουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρεύουσα
καθαριζόμασταν	=	καθαρίζω
καθαριζόμαστε	=	καθαρίζω
καθαριζόμουν	=	καθαρίζω
καθαριζόμουνα	=	καθαρίζω
καθαριζόντουσαν	=	καθαρίζω
καθαριζόσασταν	=	καθαρίζω
καθαριζόσαστε	=	καθαρίζω
καθαριζόσουν	=	καθαρίζω
καθαριζόσουνα	=	καθαρίζω
καθαριζόταν	=	καθαρίζω
καθαριζότανε	=	καθαρίζω
καθαριοτήτων	=	καθαριότητα
καθαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καθάρισμα
καθαρισμέ	noun	κλητική ενικού του καθαρισμός
καθαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρισμένο
καθαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καθαρισμένος
καθαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρισμένη
καθαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρισμένος
καθαρισμένης	verb	γενική ενικού του καθαρισμένη
καθαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθαρισμένος
καθαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρισμένος
καθαρισμένος	verb	που έχει καθαριστεί
καθαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαρισμένος
καθαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθαρισμένος
καθαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαρισμένος
καθαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρισμός
καθαρισμού	noun	γενική ενικού του καθαρισμός
καθαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαρισμός
καθαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του καθαρισμός
καθαρισμός	noun	η ενέργεια του καθαρίζω
καθαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του καθαρισμός
καθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαριστής
καθαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθαριστής
καθαριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστήκαν	=	καθαρίζω
καθαριστήκανε	=	καθαρίζω
καθαριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστήρα	=	καθαριστήρας
καθαριστήρας	noun	μηχάνημα, όργανο ή μηχανισμός που χρησιμοποιούμε για τον καθαρισμό
καθαριστήρες	=	καθαριστήρας
καθαριστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαριστήριο
καθαριστήριο	noun	κατάστημα που αναλαμβάνει τον καθαρισμό ρούχων, ιδίως αυτών που χρειάζονται στεγνό καθάρισμα
καθαριστήριου	=	καθαριστήριο
καθαριστήρων	=	καθαριστήρας
καθαριστής	noun	αυτός που κατ' επάγγελμα φροντίζει για την καθαριότητα ενός χώρου
καθαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστηρίου	noun	γενική ενικού του καθαριστήριο
καθαριστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του καθαριστήριο
καθαριστικά	=	καθαριστικός
καθαριστικέ	=	καθαριστικός
καθαριστικές	=	καθαριστικός
καθαριστική	=	καθαριστικός
καθαριστικής	=	καθαριστικός
καθαριστικοί	=	καθαριστικός
καθαριστικού	=	καθαριστικός
καθαριστικούς	=	καθαριστικός
καθαριστικό	noun	ουσία ή προϊόν σχεδιασμένο να απομακρύνει ρύπους, λεκέδες ή μικροοργανισμούς από επιφάνειες, αντικείμενα ή το ανθρώπινο σώμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθαριστικός
καθαριστικός	adj	που μπορεί να καθαρίζει
καθαριστικών	=	καθαριστικός
καθαριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστούνε	=	καθαρίζω
καθαριστριών	noun	γενική πληθυντικού του καθαρίστρια
καθαριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρίζομαι
καθαριστών	noun	γενική πληθυντικού του καθαριστής
καθαριότητα	noun	η ιδιότητα του καθαρού
καθαριότητας	noun	γενική ενικού του καθαριότητα
καθαριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαριότητα
καθαρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάθαρμα
καθαρμέ	noun	κλητική ενικού του καθαρμός
καθαρμένα	=	καθαρμένος
καθαρμένε	=	καθαρμένος
καθαρμένες	=	καθαρμένος
καθαρμένη	=	καθαρμένος
καθαρμένης	=	καθαρμένος
καθαρμένο	=	καθαρμένος
καθαρμένοι	=	καθαρμένος
καθαρμένος	verb	που έχει καθαρθεί
καθαρμένου	=	καθαρμένος
καθαρμένους	=	καθαρμένος
καθαρμένων	=	καθαρμένος
καθαρματάκι	=	κάθαρμα
καθαρματάρα	=	κάθαρμα
καθαρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρμός
καθαρμού	noun	γενική ενικού του καθαρμός
καθαρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαρμός
καθαρμό	noun	αιτιατική ενικού του καθαρμός
καθαρμών	noun	γενική πληθυντικού του καθαρμός
καθαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρός
καθαρογλωσσήματα	=	καθαρογλώσσημα
καθαρογλωσσήματος	=	καθαρογλώσσημα
καθαρογλωσσημάτων	=	καθαρογλώσσημα
καθαρογλώσσημα	noun|formal	ο γλωσσοδέτης
καθαρογράφε	noun	κλητική ενικού του καθαρογράφος
καθαρογράφημα	noun	ό,τι έχει καθαρογραφεί
καθαρογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθαρογράφω / καθαρογραφώ
καθαρογράφησης	noun	γενική ενικού του καθαρογράφηση
καθαρογράφησις	noun	καθαρογράφηση
καθαρογράφο	noun	αιτιατική ενικού του καθαρογράφος
καθαρογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρογράφος
καθαρογράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράφος	noun	που γράφει καθαρά
καθαρογράφου	noun	γενική ενικού του καθαρογράφος
καθαρογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαρογράφος
καθαρογράφω	verb	αντιγράφω ένα προσχέδιο κειμένου με καθαρά γράμματα και χωρίς λάθη
καθαρογράφων	noun	γενική πληθυντικού του καθαρογράφος
καθαρογράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρογραμμένο
καθαρογραμμένε	verb	κλητική ενικού του καθαρογραμμένος
καθαρογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρογραμμένη
καθαρογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρογραμμένος
καθαρογραμμένης	verb	γενική ενικού του καθαρογραμμένη
καθαρογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθαρογραμμένος
καθαρογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρογραμμένος
καθαρογραμμένος	verb	που είναι γραμμένος με ευανάγνωστα γράμματα
καθαρογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαρογραμμένος
καθαρογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθαρογραμμένος
καθαρογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαρογραμμένος
καθαρογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρογράφημα
καθαρογραφήματος	noun	γενική ενικού του καθαρογράφημα
καθαρογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρογράφηση
καθαρογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθαρογράφηση
καθαρογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθαρογράφηση
καθαρογραφία	noun|rare	άλλη γραφή του καθαρογράφηση
καθαρογραφίας	noun	γενική ενικού του καθαρογραφία
καθαρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρογραφία
καθαρογραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος καθαρογραφώ
καθαρογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καθαρογράφημα
καθαρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του καθαρογραφία
καθαρογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθαρογραφώ
καθαρογραφώ	verb|formal	άλλη μορφή του καθαρογράφω
καθαρογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθαρογραφώ
καθαροδευτεριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθαροδευτεριάτικος	adv	κατά τη διάρκεια της Καθαρής Δευτέρας
καθαροδευτεριάτικε	adj	κλητική ενικού του καθαροδευτεριάτικος
καθαροδευτεριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαροδευτεριάτικη
καθαροδευτεριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαροδευτεριάτικος
καθαροδευτεριάτικης	adj	γενική ενικού του καθαροδευτεριάτικη
καθαροδευτεριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του καθαροδευτεριάτικος
καθαροδευτεριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαροδευτεριάτικος
καθαροδευτεριάτικος	adj	που έχει σχέση με την Καθαρή Δευτέρα, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά της
καθαροδευτεριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθαροδευτεριάτικος
καθαροδευτεριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθαροδευτεριάτικος
καθαροδευτεριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθαροδευτεριάτικος
καθαρολογήσαμε	=	καθαρολογώ
καθαρολογήσαν	=	καθαρολογώ
καθαρολογήσανε	=	καθαρολογώ
καθαρολογήσατε	=	καθαρολογώ
καθαρολογήσει	=	καθαρολογώ
καθαρολογήστε	=	καθαρολογώ
καθαρολογία	noun	η χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας (γραπτώς ή προφορικώς)
καθαρολογίας	noun	γενική ενικού του καθαρολογία
καθαρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρολογία
καθαρολογεί	=	καθαρολογώ
καθαρολογείς	=	καθαρολογώ
καθαρολογείτε	=	καθαρολογώ
καθαρολογικά	=	καθαρολογικός
καθαρολογικέ	=	καθαρολογικός
καθαρολογικές	=	καθαρολογικός
καθαρολογική	=	καθαρολογικός
καθαρολογικής	=	καθαρολογικός
καθαρολογικοί	=	καθαρολογικός
καθαρολογικού	=	καθαρολογικός
καθαρολογικούς	=	καθαρολογικός
καθαρολογικό	=	καθαρολογικός
καθαρολογικός	adj	που έχει σχέση με τον καθαρολόγο ή την καθαρολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
καθαρολογικών	=	καθαρολογικός
καθαρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καθαρολογία
καθαρολογούμε	=	καθαρολογώ
καθαρολογούν	=	καθαρολογώ
καθαρολογούνε	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσα	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσαμε	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσαν	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσανε	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσατε	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσε	=	καθαρολογώ
καθαρολογούσες	=	καθαρολογώ
καθαρολογώ	verb	χρησιμοποιώ την καθαρεύουσα (γραπτώς ή προφορικώς)
καθαρολογώντας	=	καθαρολογώ
καθαρολόγε	=	καθαρολόγος
καθαρολόγει	=	καθαρολογώ
καθαρολόγησα	=	καθαρολογώ
καθαρολόγησαν	=	καθαρολογώ
καθαρολόγησε	=	καθαρολογώ
καθαρολόγησες	=	καθαρολογώ
καθαρολόγο	=	καθαρολόγος
καθαρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρολόγος
καθαρολόγος	noun|dated	που χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα
καθαρολόγου	noun	γενική ενικού του καθαρολόγος
καθαρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθαρολόγος
καθαρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του καθαρολόγος
καθαροτήτων	=	καθαρότητα
καθαρού	adj	γενική ενικού του καθαρός
καθαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθαρός
καθαρτές	=	καθαρτής
καθαρτή	=	καθαρτής
καθαρτήρα	=	καθαρτήρας
καθαρτήρας	noun	όργανο με το οποίο καθαρίζουμε την κάννη ενός όπλου
καθαρτήρες	=	καθαρτήρας
καθαρτήρια	=	καθαρτήριος
καθαρτήριας	=	καθαρτήριος
καθαρτήριε	=	καθαρτήριος
καθαρτήριες	=	καθαρτήριος
καθαρτήριο	noun	τόπος όπου καθαίρονται και εξαγνίζονται οι αμαρτωλές ψυχές, πριν περάσουν στον παράδεισο
καθαρτήριοι	=	καθαρτήριος
καθαρτήριος	adj	που συντελεί στον καθαρμό, στον εξαγνισμό
καθαρτήριου	=	καθαρτήριος
καθαρτήριους	=	καθαρτήριος
καθαρτήριων	=	καθαρτήριος
καθαρτήρων	=	καθαρτήρας
καθαρτής	noun	αυτός που καθαρίζει
καθαρτηρίου	=	καθαρτήριο
καθαρτηρίων	=	καθαρτήριο
καθαρτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρτικό, ουδέτερο του καθαρτικός
καθαρτικέ	adj	κλητική ενικού του καθαρτικός
καθαρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρτική
καθαρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθαρτικός
καθαρτικής	adj	γενική ενικού του καθαρτική
καθαρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθαρτικός
καθαρτικού	adj	γενική ενικού του καθαρτικός
καθαρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθαρτικός
καθαρτικό	adj	αιτιατική ενικού του καθαρτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου που επιτυγχάνει την άμεση και δραστική κένωση του εντέρου
καθαρτικός	adj	που καθαρίζει
καθαρτικών	adj	γενική πληθυντικού του καθαρτικός
καθαρτών	=	καθαρτής
καθαρό	adj	αιτιατική ενικού του καθαρός	noun	γραπτό απαλλαγμένο κατά το δυνατόν από λάθη και μουντζούρες, προορισμένο να παρουσιαστεί σε κάποιον που θα το αξιολογήσει
καθαρόαιμα	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμε	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμες	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμη	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμης	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμο	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμοι	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμος	adj	προερχόμενος από είδος που δεν προέκυψε από διασταύρωση ειδών
καθαρόαιμου	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμους	=	καθαρόαιμος
καθαρόαιμων	=	καθαρόαιμος
καθαρόγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρόγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρόγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρόγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθαρογράφω
καθαρός	adj	που δεν υπάρχει πάνω του ή μέσα του βρομιά, λεκές, σκόνη, δυσάρεστη οσμή ή κάτι άλλο ανεπιθύμητο
καθαρότατα	=	καθαρός
καθαρότατε	=	καθαρός
καθαρότατες	=	καθαρός
καθαρότατη	=	καθαρός
καθαρότατης	=	καθαρός
καθαρότατο	=	καθαρός
καθαρότατοι	=	καθαρός
καθαρότατος	=	καθαρός
καθαρότατου	=	καθαρός
καθαρότατους	=	καθαρός
καθαρότατων	=	καθαρός
καθαρότερα	=	καθαρός
καθαρότερε	=	καθαρός
καθαρότερες	=	καθαρός
καθαρότερη	=	καθαρός
καθαρότερης	=	καθαρός
καθαρότερο	=	καθαρός
καθαρότεροι	=	καθαρός
καθαρότερος	=	καθαρός
καθαρότερου	=	καθαρός
καθαρότερους	=	καθαρός
καθαρότερων	=	καθαρός
καθαρότητα	noun	η ιδιότητα του καθαρού
καθαρότητας	noun	γενική ενικού του καθαρότητα
καθαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθαρότητα
καθαρών	adj	γενική πληθυντικού του καθαρός
καθαρώς	adv|dated	καθαρά
καθαυτού	adv	άλλη μορφή του καθαυτό (στην αιτιατική)
καθαυτό	pron	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καθαυτός	adv	προϋποθέτει, αποπνέει, επιτείνει, τονίζει ή αναδεικνύει τη γνησιότητα, καθαρότητα κ.λπ. των χαρακτηριστικών του προσδιορισμένου ονοματικού συνόλου
καθαυτόν	pron|formal	αυτός ο ίδιος, για να αντιμετωπισθεί κάτι μεμονωμένα· χρησιμοποιείται με την προσωπική αντωνυμία (αυτός) μπροστά
καθείλκα	=	καθέλκω
καθείλκεσθε	=	καθέλκω
καθείλκετο	=	καθέλκω
καθείλκοντο	=	καθέλκω
καθείλκυα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος καθελκύω
καθείλκυαν	=	καθέλκω
καθείλκυε	=	καθέλκω
καθείλκυες	=	καθέλκω
καθείλκυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθείλκυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθείλκυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθείλκυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθείλξα	=	καθέλκω
καθείρξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάθειρξη
καθείρξεων	noun	γενική πληθυντικού του κάθειρξη
καθείρξεως	noun|formal	γενική ενικού του κάθειρξη
καθείς	pron|vulgar	άλλη μορφή του καθένας
καθεαυτού	adv	άλλη μορφή του καθαυτό (στην αιτιατική)
καθεαυτό	adv	άλλη μορφή του καθαυτό
καθεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθεδρικό
καθεδρικέ	adj	κλητική ενικού του καθεδρικός
καθεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθεδρική
καθεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθεδρικός
καθεδρικής	adj	γενική ενικού του καθεδρική
καθεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθεδρικός
καθεδρικού	adj	γενική ενικού του καθεδρικός
καθεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθεδρικός
καθεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του καθεδρικός
καθεδρικός	adj	που έχει σχέση με την καθέδρα επισκοπής ή αρχιεπισκοπής
καθεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του καθεδρικός
καθεδρών	noun	γενική πληθυντικού του καθέδρα
καθειλκήσθησαν	=	καθέλκω
καθειλκυσμένος	=	καθέλκω
καθειλκόμεθα	=	καθέλκω
καθειλκύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθειλκύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθεκλοποιία	noun|dated	άλλη μορφή του: καρεκλοποιία
καθεκλοποιίας	=	καθεκλοποιία
καθεκλοποιίες	=	καθεκλοποιία
καθεκλοποιιών	=	καθεκλοποιία
καθεκλών	noun	γενική πληθυντικού του καθέκλα
καθελέτο	noun	νεκροκρέβατο το οποίο άνηκε στην κοινότητα.
καθελκυσθήκαμε	=	καθέλκω
καθελκυσθήκατε	=	καθέλκω
καθελκυσθεί	=	καθέλκω
καθελκυσθείς	=	καθέλκω
καθελκυσθείτε	=	καθέλκω
καθελκυσθούμε	=	καθέλκω
καθελκυσθούν	=	καθέλκω
καθελκυσθώ	=	καθέλκω
καθελκυσμέ	noun	κλητική ενικού του καθελκυσμός
καθελκυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθελκυσμένο
καθελκυσμένε	verb	κλητική ενικού του καθελκυσμένος
καθελκυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθελκυσμένη
καθελκυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθελκυσμένος
καθελκυσμένης	verb	γενική ενικού του καθελκυσμένη
καθελκυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθελκυσμένος
καθελκυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθελκυσμένος
καθελκυσμένος	verb	που έχει καθελκυστεί
καθελκυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθελκυσμένος
καθελκυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθελκυσμένος
καθελκυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθελκυσμένος
καθελκυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθελκυσμός
καθελκυσμού	noun	γενική ενικού του καθελκυσμός
καθελκυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθελκυσμός
καθελκυσμό	noun	αιτιατική ενικού του καθελκυσμός
καθελκυσμός	noun|rare	άλλη μορφή του καθέλκυση
καθελκυσμών	noun	γενική πληθυντικού του καθελκυσμός
καθελκυστήκαμε	=	καθελκύω
καθελκυστήκαν	=	καθελκύω
καθελκυστήκανε	=	καθελκύω
καθελκυστήκατε	=	καθελκύω
καθελκυστεί	=	καθελκύω
καθελκυστείς	=	καθελκύω
καθελκυστείτε	=	καθελκύω
καθελκυστούμε	=	καθελκύω
καθελκυστούν	=	καθελκύω
καθελκυστούνε	=	καθελκύω
καθελκυστώ	=	καθελκύω
καθελκυόμασταν	=	καθελκύω
καθελκυόμαστε	=	καθελκύω
καθελκυόμουν	=	καθελκύω
καθελκυόμουνα	=	καθελκύω
καθελκυόντουσαν	=	καθελκύω
καθελκυόσασταν	=	καθελκύω
καθελκυόσαστε	=	καθελκύω
καθελκυόσουν	=	καθελκύω
καθελκυόσουνα	=	καθελκύω
καθελκυόταν	=	καθελκύω
καθελκυότανε	=	καθελκύω
καθελκόμεθα	=	καθέλκω
καθελκόμουν	=	καθέλκω
καθελκόσουν	=	καθέλκω
καθελκόταν	=	καθέλκω
καθελκύαμε	=	καθελκύω
καθελκύαν	=	καθελκύω
καθελκύανε	=	καθελκύω
καθελκύατε	=	καθελκύω
καθελκύει	=	καθελκύω
καθελκύεις	=	καθελκύω
καθελκύεσαι	=	καθελκύω
καθελκύεστε	=	καθελκύω
καθελκύεται	=	καθελκύω
καθελκύετε	=	καθελκύω
καθελκύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθελκύω
καθελκύομε	=	καθελκύω
καθελκύονται	=	καθελκύω
καθελκύονταν	=	καθελκύω
καθελκύοντας	=	καθελκύω
καθελκύουμε	=	καθελκύω
καθελκύουν	=	καθελκύω
καθελκύουνε	=	καθελκύω
καθελκύσαμε	=	καθελκύω
καθελκύσαν	=	καθελκύω
καθελκύσανε	=	καθελκύω
καθελκύσατε	=	καθελκύω
καθελκύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθελκύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθελκύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθέλκυση
καθελκύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθελκύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθέλκυση
καθελκύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθέλκυση
καθελκύσθηκα	=	καθέλκω
καθελκύσθηκαν	=	καθέλκω
καθελκύσθηκε	=	καθέλκω
καθελκύσθηκες	=	καθέλκω
καθελκύσομε	=	καθελκύω
καθελκύσου	=	καθελκύω
καθελκύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθελκύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθελκύσουνε	=	καθελκύω
καθελκύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθελκύστηκα	=	καθελκύω
καθελκύστηκαν	=	καθελκύω
καθελκύστηκε	=	καθελκύω
καθελκύστηκες	=	καθελκύω
καθελκύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθελκύω
καθελκύω	verb	ρίχνω ένα πλοίο (που μέχρι τότε βρισκόταν στη στεριά για κατασκευαστικούς ή επισκευαστικούς λόγους) στο νερό, αφήνοντάς το να γλιστρήσει πάνω σε ειδική κεκλιμένη πλατφόρμα)
καθεμία	pron	θηλυκό του καθένας
καθεμίαν	=	καθεμία
καθεμίας	=	καθένας
καθεμιά	pron	άλλη μορφή του καθεμία
καθεμιάν	=	καθεμία
καθεμιάς	=	καθένας
καθεμιανής	=	καθένας
καθενός	=	καθένας
καθεξής	adv	κατόπιν
καθεστηκυία	verb|formal	θηλυκό του καθεστηκώς, μονοτονική γραφή του καθεστηκυῖα, μόνο στην έκφραση: καθεστηκυία τάξη
καθεστηκυίας	noun	γενική ενικού του καθεστηκυία
καθεστηκυίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθεστηκυία
καθεστηκυιών	noun	γενική πληθυντικού του καθεστηκυία
καθεστωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθεστωτικό
καθεστωτικέ	adj	κλητική ενικού του καθεστωτικός
καθεστωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθεστωτική
καθεστωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθεστωτικός
καθεστωτικής	adj	γενική ενικού του καθεστωτική
καθεστωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθεστωτικός
καθεστωτικού	adj	γενική ενικού του καθεστωτικός
καθεστωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθεστωτικός
καθεστωτικό	adj	αιτιατική ενικού του καθεστωτικός
καθεστωτικός	adj	που αναφέρεται σε ένα πολιτικό καθεστώς
καθεστωτικών	adj	γενική πληθυντικού του καθεστωτικός
καθεστώς	noun	ο τρόπος διακυβέρνησης ενός κράτους
καθεστώτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθεστώς
καθεστώτος	noun	γενική ενικού του καθεστώς
καθεστώτων	noun	γενική πληθυντικού του καθεστώς
καθετές	=	καθετή
καθετή	noun	τρόπος ψαρέματος με πετονιά από βάρκα
καθετήρα	=	καθετήρας
καθετήρας	noun	λεπτός σωλήνας που χρησιμοποιείται σε φυσικές ή τεχνητές διόδους του σώματος για να διευκολυνθεί η απομάκρυνση υγρών ή για να διευκολυνθεί η εισαγωγή διαγνωστικών οργάνων ή υγρών
καθετήρες	=	καθετήρας
καθετήρων	=	καθετήρας
καθετής	=	καθετή
καθετί	pron	κάθε πράγμα, οτιδήποτε
καθετηρίαζα	=	καθετηριάζω
καθετηρίαζαν	=	καθετηριάζω
καθετηρίαζε	=	καθετηριάζω
καθετηρίαζες	=	καθετηριάζω
καθετηρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηρίαση	noun	ο καθετηριασμός
καθετηρίασης	noun	γενική ενικού του καθετηρίαση
καθετηρίασις	noun	καθετηρίαση
καθετηριάζαμε	=	καθετηριάζω
καθετηριάζαν	=	καθετηριάζω
καθετηριάζανε	=	καθετηριάζω
καθετηριάζατε	=	καθετηριάζω
καθετηριάζει	=	καθετηριάζω
καθετηριάζεις	=	καθετηριάζω
καθετηριάζετε	=	καθετηριάζω
καθετηριάζοντας	=	καθετηριάζω
καθετηριάζουμε	=	καθετηριάζω
καθετηριάζουν	=	καθετηριάζω
καθετηριάζουνε	=	καθετηριάζω
καθετηριάζω	verb	εισάγω καθετήρα σε ασθενή, προκειμένου να τον διευκολύνω να αποβάλλει υγρά ή να του εφαρμοστεί κάποια θεραπεία ή διάγνωση
καθετηριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάσαν	=	καθετηριάζω
καθετηριάσανε	=	καθετηριάζω
καθετηριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθετηρίαση
καθετηριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθετηρίαση
καθετηριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθετηρίαση
καθετηριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθετηριάζω
καθετηριασμέ	noun	κλητική ενικού του καθετηριασμός
καθετηριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθετηριασμένο
καθετηριασμένε	verb	κλητική ενικού του καθετηριασμένος
καθετηριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθετηριασμένη
καθετηριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθετηριασμένος
καθετηριασμένης	verb	γενική ενικού του καθετηριασμένη
καθετηριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθετηριασμένος
καθετηριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθετηριασμένος
καθετηριασμένος	verb	που έχει καθετηριασθεί
καθετηριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθετηριασμένος
καθετηριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθετηριασμένος
καθετηριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθετηριασμένος
καθετηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθετηριασμός
καθετηριασμού	noun	γενική ενικού του καθετηριασμός
καθετηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθετηριασμός
καθετηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του καθετηριασμός
καθετηριασμός	noun	η εισαγωγή καθετήρα σε ασθενή, προκειμένου να διευκολυνθεί να αποβάλλει υγρά ή να του εφαρμοστεί κάποια θεραπεία ή διάγνωση
καθετηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του καθετηριασμός
καθετοποίει	=	καθετοποιώ
καθετοποίησα	=	καθετοποιώ
καθετοποίησαν	=	καθετοποιώ
καθετοποίησε	=	καθετοποιώ
καθετοποίησες	=	καθετοποιώ
καθετοποίηση	noun	επέκταση των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, ώστε να περιλαμβάνει και άλλα διαδοχικά στάδια (προηγούμενα ή επόμενα) της παραγωγής του προϊόντος με το οποίο ασχολείται (από την πρώτη ύλη ως το τελικό προϊόν)
καθετοποίησης	noun	γενική ενικού του καθετοποίηση
καθετοποιήσαμε	=	καθετοποιώ
καθετοποιήσαν	=	καθετοποιώ
καθετοποιήσανε	=	καθετοποιώ
καθετοποιήσατε	=	καθετοποιώ
καθετοποιήσει	=	καθετοποιώ
καθετοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθετοποίηση
καθετοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθετοποίηση
καθετοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθετοποίηση
καθετοποιήστε	=	καθετοποιώ
καθετοποιεί	=	καθετοποιώ
καθετοποιείς	=	καθετοποιώ
καθετοποιείτε	=	καθετοποιώ
καθετοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθετοποιημένο
καθετοποιημένε	verb	κλητική ενικού του καθετοποιημένος
καθετοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθετοποιημένη
καθετοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθετοποιημένος
καθετοποιημένης	verb	γενική ενικού του καθετοποιημένη
καθετοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του καθετοποιημένος
καθετοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθετοποιημένος
καθετοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθετοποιώ
καθετοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθετοποιημένος
καθετοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθετοποιημένος
καθετοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθετοποιημένος
καθετοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθετοποιώ
καθετοποιούμε	=	καθετοποιώ
καθετοποιούν	=	καθετοποιώ
καθετοποιούνε	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσα	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσαμε	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσαν	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσανε	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσατε	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσε	=	καθετοποιώ
καθετοποιούσες	=	καθετοποιώ
καθετοποιώ	verb	εφαρμόζω καθετοποίηση
καθετοποιώντας	=	καθετοποιώ
καθετοτήτων	=	καθετότητα
καθετότητα	noun	το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε κάθετη θέση
καθετότητας	=	καθετότητα
καθετότητες	=	καθετότητα
καθετών	=	καθετή
καθεύδω	verb	κοιμάμαι, δεν ενεργοποιούμαι ενώ θα έπρεπε
καθηγήτρια	noun	καθηγητής
καθηγήτριας	noun	γενική ενικού του καθηγήτρια
καθηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγήτρια
καθηγεσία	noun	η ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου
καθηγεσίας	noun	γενική ενικού του καθηγεσία
καθηγεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγεσία
καθηγεσιών	noun	γενική πληθυντικού του καθηγεσία
καθηγητά	noun	κλητική ενικού του καθηγητής
καθηγητάδες	=	καθηγητής
καθηγητάδων	=	καθηγητής
καθηγητάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητάκι
καθηγητάκο	=	καθηγητάκος
καθηγητάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθηγητάκος
καθηγητάκος	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός για έναν καθηγητή
καθηγητάκου	=	καθηγητάκος
καθηγητάκους	=	καθηγητάκος
καθηγητάκων	=	καθηγητάκος
καθηγητάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητάρας
καθηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητής
καθηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθηγητής
καθηγητής	noun	ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
καθηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητικό
καθηγητικέ	adj	κλητική ενικού του καθηγητικός
καθηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητική
καθηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθηγητικός
καθηγητικής	adj	γενική ενικού του καθηγητική
καθηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθηγητικός
καθηγητικού	adj	γενική ενικού του καθηγητικός
καθηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθηγητικός
καθηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του καθηγητικός
καθηγητικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει έναν καθηγητή
καθηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του καθηγητικός
καθηγητού	=	καθηγητής
καθηγητριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηγητριούλα
καθηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του καθηγήτρια
καθηγητών	noun	γενική πληθυντικού του καθηγητής
καθηγουμένη	=	καθηγούμενος
καθηγουμένης	=	καθηγούμενος
καθηγουμένου	=	καθηγούμενος
καθηγουμένους	=	καθηγούμενος
καθηγουμένων	=	καθηγούμενος
καθηγούμαι	verb|rare	είμαι καθηγούμενος
καθηγούμενε	=	καθηγούμενος
καθηγούμενες	=	καθηγούμενος
καθηγούμενο	=	καθηγούμενος
καθηγούμενοι	=	καθηγούμενος
καθηγούμενος	noun|formal	ηγούμενος σε μοναστήρι
καθηγούμενου	=	καθηγούμενος
καθηγούμενους	=	καθηγούμενος
καθηγούμενων	=	καθηγούμενος
καθηκάκι	noun	άλλη γραφή του καθοικάκι
καθηκάκια	=	καθηκάκι
καθηκιού	=	καθήκι
καθηκιών	=	καθήκι
καθηκοντολογία	noun	τμήμα της ηθικής που αφορά τα καθήκοντα που έχει ο άνθρωπος προς τους άλλους και τον εαυτό του
καθηκοντολογίας	noun	γενική ενικού του καθηκοντολογία
καθηκοντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηκοντολογία
καθηκοντολογίου	=	καθηκοντολόγιο
καθηκοντολογίων	=	καθηκοντολόγιο
καθηκοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καθηκοντολογία
καθηκοντολόγια	=	καθηκοντολόγιο
καθηκοντολόγιο	noun	κατάλογος καθηκόντων
καθηκοντολόγιου	=	καθηκοντολόγιο
καθηκοντολόγιων	=	καθηκοντολόγιο
καθηκόντων	=	καθήκον
καθηκόντως	adv|formal	που γίνεται από καθήκον, από υποχρέωση
καθηλωθήκαμε	=	καθηλώνομαι
καθηλωθήκαν	=	καθηλώνομαι
καθηλωθήκανε	=	καθηλώνομαι
καθηλωθήκατε	=	καθηλώνομαι
καθηλωθεί	=	καθηλώνομαι
καθηλωθείτε	=	καθηλώνομαι
καθηλωμάτων	=	καθήλωμα
καθηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηλωμένο
καθηλωμένε	verb	κλητική ενικού του καθηλωμένος
καθηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθηλωμένη
καθηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθηλωμένος
καθηλωμένης	verb	γενική ενικού του καθηλωμένη
καθηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθηλωμένος
καθηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθηλωμένος
καθηλωμένος	verb	που έχει καθηλωθεί
καθηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθηλωμένος
καθηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθηλωμένος
καθηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθηλωμένος
καθηλωνόμασταν	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόμαστε	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόμουν	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόμουνα	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόντουσαν	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόσασταν	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόσαστε	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόσουν	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόσουνα	=	καθηλώνομαι
καθηλωνόταν	=	καθηλώνομαι
καθηλωνότανε	=	καθηλώνομαι
καθηλωτικά	=	καθηλωτικός
καθηλωτικέ	=	καθηλωτικός
καθηλωτικές	=	καθηλωτικός
καθηλωτική	=	καθηλωτικός
καθηλωτικής	=	καθηλωτικός
καθηλωτικοί	=	καθηλωτικός
καθηλωτικού	=	καθηλωτικός
καθηλωτικούς	=	καθηλωτικός
καθηλωτικό	=	καθηλωτικός
καθηλωτικός	adj|formal	που καθηλώνει, που συμβάλλει στην καθήλωση
καθηλωτικών	=	καθηλωτικός
καθηλώθηκα	=	καθηλώνομαι
καθηλώθηκαν	=	καθηλώνομαι
καθηλώθηκε	=	καθηλώνομαι
καθηλώθηκες	=	καθηλώνομαι
καθηλώματα	=	καθήλωμα
καθηλώματος	=	καθήλωμα
καθηλώναμε	=	καθηλώνω
καθηλώναν	=	καθηλώνω
καθηλώνανε	=	καθηλώνω
καθηλώνατε	=	καθηλώνω
καθηλώνει	=	καθηλώνω
καθηλώνεις	=	καθηλώνω
καθηλώνεσαι	=	καθηλώνομαι
καθηλώνεστε	=	καθηλώνομαι
καθηλώνεται	=	καθηλώνομαι
καθηλώνετε	=	καθηλώνω
καθηλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθηλώνω
καθηλώνονται	=	καθηλώνομαι
καθηλώνονταν	=	καθηλώνομαι
καθηλώνοντας	=	καθηλώνω
καθηλώνου	=	καθηλώνομαι
καθηλώνουμε	=	καθηλώνω
καθηλώνουν	=	καθηλώνω
καθηλώνουνε	=	καθηλώνω
καθηλώνω	verb	με τις ενέργειές μου αναγκάζω κάποιον να μένει (σχετικά) ακίνητος ή να κινείται σε πολύ περιορισμένο χώρο
καθηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώσαν	=	καθηλώνω
καθηλώσανε	=	καθηλώνω
καθηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθήλωση
καθηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθήλωση
καθηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθήλωση
καθηλώσιμα	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμε	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμες	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμη	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμης	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμο	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμοι	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμος	adj|figurative	που είναι δυνατόν να καθηλώσει
καθηλώσιμου	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμους	=	καθηλώσιμος
καθηλώσιμων	=	καθηλώσιμος
καθηλώσου	=	καθηλώνομαι
καθηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθηλώνω
καθημένου	=	καθήμενος
καθημένους	=	καθήμενος
καθημένων	=	καθήμενος
καθημαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθημαγμένο
καθημαγμένε	verb	κλητική ενικού του καθημαγμένος
καθημαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθημαγμένη
καθημαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθημαγμένος
καθημαγμένης	verb	γενική ενικού του καθημαγμένη
καθημαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθημαγμένος
καθημαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθημαγμένος
καθημαγμένος	verb	καταματωμένος, γεμάτος αίματα
καθημαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθημαγμένος
καθημαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθημαγμένος
καθημαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθημαγμένος
καθημερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθημερινός	adv	κάθε μέρα
καθημερινέ	adj	κλητική ενικού του καθημερινός
καθημερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθημερινή
καθημερινή	noun	η εργάσιμη μέρα, κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής και άλλης αργίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθημερινός
καθημερινής	adj	γενική ενικού του καθημερινή
καθημερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθημερινός
καθημερινοποίηση	noun|formal	το να γίνει κάτι καθημερινή συνήθεια ή πρακτική, ρουτίνα
καθημερινοποίησης	=	καθημερινοποίηση
καθημερινοποιήσεις	=	καθημερινοποίηση
καθημερινοποιήσεων	=	καθημερινοποίηση
καθημερινοτήτων	=	καθημερινότητα
καθημερινού	adj	γενική ενικού του καθημερινός
καθημερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθημερινός
καθημερινό	adj	αιτιατική ενικού του καθημερινός
καθημερινός	adj	που συμβαίνει, γίνεται ή εμφανίζεται κάθε πρωί
καθημερινότητα	noun	το σύνολο των δραστηριοτήτων και συνηθειών που συνθέτουν μια συνηθισμένη μέρα
καθημερινότητας	noun	γενική ενικού του καθημερινότητα
καθημερινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθημερινότητα
καθημερινότητος	=	καθημερινότητα
καθημερινών	adj	γενική πληθυντικού του καθημερινός
καθημερνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθημερνό	adv	καθημερινά
καθημερνέ	adj	κλητική ενικού του καθημερνός
καθημερνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθημερνή
καθημερνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθημερνός
καθημερνής	adj	γενική ενικού του καθημερνή
καθημερνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθημερνός
καθημερνού	adj	γενική ενικού του καθημερνός
καθημερνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθημερνός
καθημερνό	adj	αιτιατική ενικού του καθημερνός
καθημερνός	adj|literary	καθημερινός
καθημερνών	adj	γενική πληθυντικού του καθημερνός
καθησυχάζαμε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζαν	=	καθησυχάζω
καθησυχάζανε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζατε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζει	=	καθησυχάζω
καθησυχάζεις	=	καθησυχάζω
καθησυχάζετε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζομε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζοντας	=	καθησυχάζω
καθησυχάζουμε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζουν	=	καθησυχάζω
καθησυχάζουνε	=	καθησυχάζω
καθησυχάζω	verb	πείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί
καθησυχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσαν	=	καθησυχάζω
καθησυχάσανε	=	καθησυχάζω
καθησυχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσεων	=	καθησύχαση
καθησυχάσομε	=	καθησυχάζω
καθησυχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσουνε	=	καθησυχάζω
καθησυχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησυχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθησυχασμένο
καθησυχασμένε	verb	κλητική ενικού του καθησυχασμένος
καθησυχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθησυχασμένη
καθησυχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθησυχασμένος
καθησυχασμένης	verb	γενική ενικού του καθησυχασμένη
καθησυχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθησυχασμένος
καθησυχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθησυχασμένος
καθησυχασμένος	verb	που έχει καθησυχάσει
καθησυχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθησυχασμένος
καθησυχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθησυχασμένος
καθησυχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθησυχασμένος
καθησυχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθησυχαστικό, ουδέτερο του καθησυχαστικός	adv	με καθησυχαστικό τρόπο
καθησυχαστικάς	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικέ	adj	κλητική ενικού του καθησυχαστικός
καθησυχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθησυχαστική
καθησυχαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθησυχαστικός
καθησυχαστικήν	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικής	adj	γενική ενικού του καθησυχαστική
καθησυχαστικαί	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικαῖς	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθησυχαστικός
καθησυχαστικού	adj	γενική ενικού του καθησυχαστικός
καθησυχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθησυχαστικός
καθησυχαστικοῖς	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικοῦ	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του καθησυχαστικός
καθησυχαστικόν	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καθησυχαστικός
καθησυχαστικός	adj	που αποσκοπεί στην καθησύχαση, συνήθως ενός προσώπου, που ηρεμεί τελείως
καθησυχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του καθησυχαστικός
καθησυχαστικῆς	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικῇ	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικῶν	=	καθησυχαστικός
καθησυχαστικῷ	=	καθησυχαστικός
καθησύχαζα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του καθησυχάζω
καθησύχαζαν	=	καθησυχάζω
καθησύχαζε	=	καθησυχάζω
καθησύχαζες	=	καθησυχάζω
καθησύχασα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του καθησυχάζω
καθησύχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησύχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησύχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθησυχάζω
καθησύχαση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθησυχάζω· η απαλλαγή από φόβο ή ανησυχία
καθησύχασης	=	καθησύχαση
καθησύχασιν	noun	αιτιατική ενικού του καθησύχασις
καθησύχασις	noun	η καθησύχαση
καθιέρωνα	=	καθιερώνω
καθιέρωναν	=	καθιερώνω
καθιέρωνε	=	καθιερώνω
καθιέρωνες	=	καθιερώνω
καθιέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιέρωση	noun	η ενέργεια του καθιερώνω, το να δίνεις για πρώτη φορά σε κάτι χαρακτήρα θεσμού
καθιέρωσης	noun	γενική ενικού του καθιέρωση
καθιδρυθήκαμε	=	καθιδρύομαι
καθιδρυθήκαν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυθήκανε	=	καθιδρύομαι
καθιδρυθήκατε	=	καθιδρύομαι
καθιδρυθεί	=	καθιδρύομαι
καθιδρυθείς	=	καθιδρύω
καθιδρυθείτε	=	καθιδρύομαι
καθιδρυθούμε	=	καθιδρύω
καθιδρυθούν	=	καθιδρύω
καθιδρυθώ	=	καθιδρύω
καθιδρυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καθίδρυμα
καθιδρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιδρυμένο
καθιδρυμένε	verb	κλητική ενικού του καθιδρυμένος
καθιδρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιδρυμένη
καθιδρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθιδρυμένος
καθιδρυμένης	verb	γενική ενικού του καθιδρυμένη
καθιδρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθιδρυμένος
καθιδρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθιδρυμένος
καθιδρυμένος	verb	που έχει καθιδρυθεί
καθιδρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθιδρυμένος
καθιδρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθιδρυμένος
καθιδρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθιδρυμένος
καθιδρυτές	=	καθιδρυτής
καθιδρυτή	=	καθιδρυτής
καθιδρυτής	noun|formal	ο ιδρυτής
καθιδρυτών	=	καθιδρυτής
καθιδρυόμασταν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόμαστε	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόμουν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόμουνα	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόντουσαν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόσασταν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόσαστε	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόσουν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόσουνα	=	καθιδρύομαι
καθιδρυόταν	=	καθιδρύομαι
καθιδρυότανε	=	καθιδρύομαι
καθιδρύαμε	=	καθιδρύω
καθιδρύαν	=	καθιδρύω
καθιδρύανε	=	καθιδρύω
καθιδρύατε	=	καθιδρύω
καθιδρύει	=	καθιδρύω
καθιδρύεις	=	καθιδρύω
καθιδρύεσαι	=	καθιδρύομαι
καθιδρύεστε	=	καθιδρύομαι
καθιδρύεται	=	καθιδρύομαι
καθιδρύετε	=	καθιδρύω
καθιδρύθηκα	=	καθιδρύομαι
καθιδρύθηκαν	=	καθιδρύομαι
καθιδρύθηκε	=	καθιδρύομαι
καθιδρύθηκες	=	καθιδρύομαι
καθιδρύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθίδρυμα
καθιδρύματος	noun	γενική ενικού του καθίδρυμα
καθιδρύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύομε	=	καθιδρύω
καθιδρύονται	=	καθιδρύομαι
καθιδρύονταν	=	καθιδρύομαι
καθιδρύοντας	=	καθιδρύω
καθιδρύου	=	καθιδρύομαι
καθιδρύουμε	=	καθιδρύω
καθιδρύουν	=	καθιδρύω
καθιδρύουνε	=	καθιδρύω
καθιδρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσαν	=	καθιδρύω
καθιδρύσανε	=	καθιδρύω
καθιδρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθίδρυση
καθιδρύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθίδρυση
καθιδρύσομε	=	καθιδρύω
καθιδρύσου	=	καθιδρύομαι
καθιδρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
καθιδρύω	verb|formal	καθιερώνω
καθιερωθέν	=	καθιερωθείς
καθιερωθέντα	=	καθιερωθείς
καθιερωθέντας	=	καθιερωθείς
καθιερωθέντες	=	καθιερωθείς
καθιερωθέντος	=	καθιερωθείς
καθιερωθέντων	=	καθιερωθείς
καθιερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωθήκαν	=	καθιερώνω
καθιερωθήκανε	=	καθιερώνω
καθιερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος καθιερώνω που έχει καθιερωθεί κατά το παρελθόν, που αποτελεί πάγια συνήθεια, έθιμο, ο παραδοσιακός, ο συνηθισμένος
καθιερωθείσα	=	καθιερωθείς
καθιερωθείσας	=	καθιερωθείς
καθιερωθείσες	=	καθιερωθείς
καθιερωθείσης	=	καθιερωθείς
καθιερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωθεισών	=	καθιερωθείς
καθιερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωθούνε	=	καθιερώνω
καθιερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιερωμένο
καθιερωμένε	verb	κλητική ενικού του καθιερωμένος
καθιερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιερωμένη
καθιερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθιερωμένος
καθιερωμένης	verb	γενική ενικού του καθιερωμένη
καθιερωμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθιερωμένος
καθιερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθιερωμένος
καθιερωμένος	verb	που έχει καθιερωθεί, που είναι συνήθεια να γίνεται σε, συνήθως, επίσημες περιστάσεις
καθιερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθιερωμένος
καθιερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθιερωμένος
καθιερωμένων	verb	γενική πληθυντικού του καθιερωμένος
καθιερωνόμασταν	=	καθιερώνω
καθιερωνόμαστε	=	καθιερώνω
καθιερωνόμουν	=	καθιερώνομαι
καθιερωνόμουνα	=	καθιερώνω
καθιερωνόντουσαν	=	καθιερώνω
καθιερωνόσασταν	=	καθιερώνω
καθιερωνόσαστε	=	καθιερώνω
καθιερωνόσουν	=	καθιερώνω
καθιερωνόσουνα	=	καθιερώνω
καθιερωνόταν	=	καθιερώνω
καθιερωνότανε	=	καθιερώνω
καθιερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιερωτικό
καθιερωτικέ	adj	κλητική ενικού του καθιερωτικός
καθιερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιερωτική
καθιερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθιερωτικός
καθιερωτικής	adj	γενική ενικού του καθιερωτική
καθιερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθιερωτικός
καθιερωτικού	adj	γενική ενικού του καθιερωτικός
καθιερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθιερωτικός
καθιερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του καθιερωτικός
καθιερωτικός	adj	που επιφέρει καθιέρωση
καθιερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του καθιερωτικός
καθιερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
καθιερώναμε	=	καθιερώνω
καθιερώναν	=	καθιερώνω
καθιερώνανε	=	καθιερώνω
καθιερώνατε	=	καθιερώνω
καθιερώνει	=	καθιερώνω
καθιερώνεις	=	καθιερώνω
καθιερώνεσαι	=	καθιερώνω
καθιερώνεστε	=	καθιερώνω
καθιερώνεται	=	καθιερώνω
καθιερώνετε	=	καθιερώνω
καθιερώνομαι	verb	με καθιερώνουν
καθιερώνομε	=	καθιερώνω
καθιερώνονται	=	καθιερώνω
καθιερώνονταν	=	καθιερώνω
καθιερώνοντας	=	καθιερώνω
καθιερώνουμε	=	καθιερώνω
καθιερώνουν	=	καθιερώνω
καθιερώνουνε	=	καθιερώνω
καθιερώνω	verb	κάνω κάτι επίσημο κι αναγνωρισμένο, του δίνω τον χαρακτήρα του θεσμού
καθιερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσαν	=	καθιερώνω
καθιερώσανε	=	καθιερώνω
καθιερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιέρωση
καθιερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθιέρωση
καθιερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθιέρωση
καθιερώσομε	=	καθιερώνω
καθιερώσου	=	καθιερώνω
καθιερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσουνε	=	καθιερώνω
καθιερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνω
καθιζάναμε	=	καθιζάνω
καθιζάναν	=	καθιζάνω
καθιζάνανε	=	καθιζάνω
καθιζάνατε	=	καθιζάνω
καθιζάνει	=	καθιζάνω
καθιζάνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθιζάνω
καθιζάνετε	=	καθιζάνω
καθιζάνομε	=	καθιζάνω
καθιζάνοντας	=	καθιζάνω
καθιζάνουμε	=	καθιζάνω
καθιζάνουν	=	καθιζάνω
καθιζάνουνε	=	καθιζάνω
καθιζάνω	verb	υφίσταμαι καθίζηση (για έδαφος)
καθιζήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθίζηση
καθιζήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθίζηση
καθιζήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθίζηση
καθιζητήρα	=	καθιζητήρας
καθιζητήρας	noun	κατασκευή στην οποία γίνεται καθίζηση (της λάσπης κ.λπ.)
καθιζητήρες	=	καθιζητήρας
καθιζητήρων	=	καθιζητήρας
καθικάκι	noun	άλλη γραφή του καθοικάκι
καθικάκια	noun	άλλη γραφή του καθοικάκια (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθικάκι)
καθικέτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικέτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικέτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικέτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικέτευση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθικετεύω
καθικέτευσης	noun	γενική ενικού του καθικέτευση
καθικετεύεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθικέτευση
καθικετεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθικέτευση
καθικετεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθικέτευση
καθικετεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθικετεύω
καθικετεύω	verb|archaic	επιτατικό του ικετεύω, ικετεύω με θέρμη
καθικιού	=	καθίκι
καθικιών	=	καθίκι
καθισιά	noun	το να κάθεται κανείς να φάει για μία (1) φορά
καθισιάς	noun	γενική ενικού του καθισιά
καθισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθισιά
καθισιού	noun	γενική ενικού του καθισιό
καθισιό	noun	το να κάθεται κανείς και να μην κάνει τίποτα παραγωγικό· αναφέρεται τόσο στην ξεκούραση όσο και στην αδράνεια, την τεμπελιά
καθισιών	noun	γενική πληθυντικού του καθισιό
καθισμάτων	=	κάθισμα
καθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθισμένο
καθισμένε	verb	κλητική ενικού του καθισμένος
καθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθισμένη
καθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθισμένος
καθισμένης	verb	γενική ενικού του καθισμένη
καθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθισμένος
καθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθισμένος
καθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθίζω & κάθομαι
καθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθισμένος
καθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθισμένος
καθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθισμένος
καθισματάκι	noun	κάθισμα μικρών διαστάσεων, συνήθως για παιδί ή βρέφος
καθισματάκια	=	καθισματάκι
καθιστά	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καθιστώ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιστό
καθιστάμεθα	=	καθιστώ
καθιστάμενα	=	καθιστάμενος
καθιστάμενε	=	καθιστάμενος
καθιστάμενες	=	καθιστάμενος
καθιστάμενη	=	καθιστάμενος
καθιστάμενης	=	καθιστάμενος
καθιστάμενο	=	καθιστάμενος
καθιστάμενοι	=	καθιστάμενος
καθιστάμενος	verb|dated	αυτός που καθίσταται, που γίνεται
καθιστάμενου	=	καθιστάμενος
καθιστάμενους	=	καθιστάμενος
καθιστάμενων	=	καθιστάμενος
καθιστάς	=	καθιστώ
καθιστάτε	=	καθιστώ
καθιστέ	adj	κλητική ενικού του καθιστός
καθιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιστή
καθιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθιστός
καθιστής	adj	γενική ενικού του καθιστή
καθιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιστικό	adv	κάνοντας κάτι (ζωή, εργασία, διαμαρτυρία κ.λπ) καθιστικό
καθιστικέ	adj	κλητική ενικού του καθιστικός
καθιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθιστική
καθιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθιστικός
καθιστικής	adj	γενική ενικού του καθιστική
καθιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθιστικός
καθιστικού	adj	γενική ενικού του καθιστικός
καθιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθιστικός
καθιστικό	noun	το δωμάτιο του σπιτιού όπου τα μέλη της οικογένειας κάθονται μαζί για να ασχοληθούν με μια ευχάριστη κοινή δραστηριότητα ή να χαλαρώσουν και να ξεκουραστούν	adj	αιτιατική ενικού του καθιστικός
καθιστικός	adj	που δεν απαιτεί μετακίνηση ή ορθοστασία
καθιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καθιστικός
καθιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθιστός
καθιστού	adj	γενική ενικού του καθιστός
καθιστούμε	=	καθιστώ
καθιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθιστός
καθιστούσα	=	καθιστώ
καθιστούσαμε	=	καθιστώ
καθιστούσατε	=	καθιστώ
καθιστούσε	=	καθιστώ
καθιστούσες	=	καθιστώ
καθιστό	adj	αιτιατική ενικού του καθιστός
καθιστός	adj	που κάθεται, καθισμένος
καθιστώ	verb	κάνω κάτι ή κάποιον να έχει μια ιδιότητα
καθιστών	adj	γενική πληθυντικού του καθιστός
καθιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθιστώ
καθμ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης
καθοίκι	noun|vulgar	ουροδοχείο, δοχείο για να ουρεί κάποιος, δοχείο νυκτός
καθοίκια	=	καθοίκι
καθοδήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδήγηση	noun	το να δίνει κάποιος οδηγίες, συμβουλές σε κάποιο άλλο άτομο
καθοδήγησης	noun	γενική ενικού του καθοδήγηση
καθοδίου	=	καθόδιο
καθοδίων	=	καθόδιο
καθοδηγήθηκα	=	καθοδηγώ
καθοδηγήθηκαν	=	καθοδηγώ
καθοδηγήθηκε	=	καθοδηγώ
καθοδηγήθηκες	=	καθοδηγώ
καθοδηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσαν	=	καθοδηγώ
καθοδηγήσανε	=	καθοδηγώ
καθοδηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδήγηση
καθοδηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθοδήγηση
καθοδηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθοδήγηση
καθοδηγήσου	=	καθοδηγώ
καθοδηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσουνε	=	καθοδηγώ
καθοδηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
καθοδηγήτρια	=	καθοδηγητής
καθοδηγεί	=	καθοδηγώ
καθοδηγείς	=	καθοδηγώ
καθοδηγείσαι	=	καθοδηγώ
καθοδηγείστε	=	καθοδηγώ
καθοδηγείται	=	καθοδηγώ
καθοδηγείτε	=	καθοδηγώ
καθοδηγείτο	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθήκαμε	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθήκαν	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθήκανε	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθήκατε	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθεί	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθείς	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθείτε	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθούμε	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθούν	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθούνε	=	καθοδηγώ
καθοδηγηθώ	=	καθοδηγώ
καθοδηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγημένο
καθοδηγημένε	verb	κλητική ενικού του καθοδηγημένος
καθοδηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγημένη
καθοδηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθοδηγημένος
καθοδηγημένης	verb	γενική ενικού του καθοδηγημένη
καθοδηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του καθοδηγημένος
καθοδηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγημένος
καθοδηγημένος	verb	που έχει καθοδηγηθεί
καθοδηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθοδηγημένος
καθοδηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθοδηγημένος
καθοδηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθοδηγημένος
καθοδηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγητής
καθοδηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθοδηγητής
καθοδηγητής	noun	αυτός που καθοδηγεί κάποιον, του δείχνει τον δρόμο, τον συμβουλεύει
καθοδηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγητικό
καθοδηγητικέ	adj	κλητική ενικού του καθοδηγητικός
καθοδηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγητική
καθοδηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθοδηγητικός
καθοδηγητικής	adj	γενική ενικού του καθοδηγητική
καθοδηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθοδηγητικός
καθοδηγητικού	adj	γενική ενικού του καθοδηγητικός
καθοδηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθοδηγητικός
καθοδηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του καθοδηγητικός
καθοδηγητικός	adj	που συντελεί στην καθοδήγηση
καθοδηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του καθοδηγητικός
καθοδηγητών	noun	γενική πληθυντικού του καθοδηγητής
καθοδηγούμαι	=	καθοδηγώ
καθοδηγούμασταν	=	καθοδηγώ
καθοδηγούμαστε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούμε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούμενος	=	καθοδηγώ
καθοδηγούμουν	=	καθοδηγώ
καθοδηγούμουνα	=	καθοδηγώ
καθοδηγούν	=	καθοδηγώ
καθοδηγούνε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούνται	=	καθοδηγώ
καθοδηγούνταν	=	καθοδηγώ
καθοδηγούντο	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσα	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσαμε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσαν	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσανε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσατε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσε	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσες	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσουν	=	καθοδηγώ
καθοδηγούσουνα	=	καθοδηγώ
καθοδηγώ	verb	δείχνω σε κάποιον τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει για να φτάσει σε έναν προορισμό
καθοδηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθοδηγώ
καθοδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδικό
καθοδικέ	adj	κλητική ενικού του καθοδικός
καθοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδική
καθοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθοδικός
καθοδικής	adj	γενική ενικού του καθοδική
καθοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθοδικός
καθοδικού	adj	γενική ενικού του καθοδικός
καθοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθοδικός
καθοδικό	adj	αιτιατική ενικού του καθοδικός
καθοδικός	adj	έχει κατεύθυνση προς τα κάτω
καθοδικών	adj	γενική πληθυντικού του καθοδικός
καθοδοφωταυγειών	=	καθοδοφωταύγεια
καθοδοφωταύγεια	noun	φωταύγεια που προκαλείται από την έκθεση ενός σώματος σε καθοδικές ακτίνες
καθοδοφωταύγειας	=	καθοδοφωταύγεια
καθοδοφωταύγειες	=	καθοδοφωταύγεια
καθοικάκι	noun	άλλη γραφή του καθοίκι
καθοικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδάκι
καθοικιού	=	καθοίκι
καθοικιών	=	καθοίκι
καθολίκευα	=	καθολικεύω
καθολίκευαν	=	καθολικεύω
καθολίκευε	=	καθολικεύω
καθολίκευες	=	καθολικεύω
καθολίκευσα	=	καθολικεύω
καθολίκευσαν	=	καθολικεύω
καθολίκευσε	=	καθολικεύω
καθολίκευσες	=	καθολικεύω
καθολίκευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθολικεύω
καθολίκευσης	noun	γενική ενικού του καθολίκευση
καθολικά	adv	με καθολικό τρόπο, συνολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθολικό
καθολικέ	adj	κλητική ενικού του καθολικός
καθολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθολική
καθολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθολικός
καθολικής	adj	γενική ενικού του καθολική
καθολικευμένος	=	καθολικεύω
καθολικευτήκαμε	=	καθολικεύω
καθολικευτήκαν	=	καθολικεύω
καθολικευτήκανε	=	καθολικεύω
καθολικευτήκατε	=	καθολικεύω
καθολικευτεί	=	καθολικεύω
καθολικευτείτε	=	καθολικεύω
καθολικευόμασταν	=	καθολικεύω
καθολικευόμαστε	=	καθολικεύω
καθολικευόμουν	=	καθολικεύω
καθολικευόμουνα	=	καθολικεύω
καθολικευόντουσαν	=	καθολικεύω
καθολικευόσασταν	=	καθολικεύω
καθολικευόσαστε	=	καθολικεύω
καθολικευόσουν	=	καθολικεύω
καθολικευόσουνα	=	καθολικεύω
καθολικευόταν	=	καθολικεύω
καθολικευότανε	=	καθολικεύω
καθολικεύαμε	=	καθολικεύω
καθολικεύαν	=	καθολικεύω
καθολικεύανε	=	καθολικεύω
καθολικεύατε	=	καθολικεύω
καθολικεύει	=	καθολικεύω
καθολικεύεις	=	καθολικεύω
καθολικεύεσαι	=	καθολικεύω
καθολικεύεστε	=	καθολικεύω
καθολικεύεται	=	καθολικεύω
καθολικεύετε	=	καθολικεύω
καθολικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθολικεύω
καθολικεύονται	=	καθολικεύω
καθολικεύονταν	=	καθολικεύω
καθολικεύοντας	=	καθολικεύω
καθολικεύου	=	καθολικεύομαι
καθολικεύουμε	=	καθολικεύω
καθολικεύουν	=	καθολικεύω
καθολικεύουνε	=	καθολικεύω
καθολικεύσαμε	=	καθολικεύω
καθολικεύσαν	=	καθολικεύω
καθολικεύσανε	=	καθολικεύω
καθολικεύσατε	=	καθολικεύω
καθολικεύσει	=	καθολικεύω
καθολικεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθολίκευση
καθολικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθολίκευση
καθολικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθολίκευση
καθολικεύσου	=	καθολικεύω
καθολικεύστε	=	καθολικεύω
καθολικεύτηκα	=	καθολικεύω
καθολικεύτηκαν	=	καθολικεύω
καθολικεύτηκε	=	καθολικεύω
καθολικεύτηκες	=	καθολικεύω
καθολικεύω	verb	συνώνυμο του γενικεύω, κάνω κάτι καθολικό, ευρύτερο
καθολικιά	=	καθολικός
καθολικισμέ	noun	κλητική ενικού του καθολικισμός
καθολικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθολικισμός
καθολικισμού	noun	γενική ενικού του καθολικισμός
καθολικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθολικισμός
καθολικισμό	noun	αιτιατική ενικού του καθολικισμός
καθολικισμός	noun	το καθολικό χριστιανικό δόγμα
καθολικισμών	noun	γενική πληθυντικού του καθολικισμός
καθολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθολικός
καθολικοτήτων	=	καθολικότητα
καθολικού	adj	γενική ενικού του καθολικός
καθολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθολικός
καθολικό	noun	ο κεντρικός ναός μιας μονής, στον οποίο μαζεύονται κατά την τέλεση των ακολουθιών όλοι οι μοναχοί	adj	αιτιατική ενικού του καθολικός
καθολικός	adj	που αναφέρεται σε ή περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου	noun	ο πιστός του καθολικισμού
καθολικότατα	=	καθολικός
καθολικότατε	=	καθολικός
καθολικότατες	=	καθολικός
καθολικότατη	=	καθολικός
καθολικότατης	=	καθολικός
καθολικότατο	=	καθολικός
καθολικότατοι	=	καθολικός
καθολικότατος	=	καθολικός
καθολικότατου	=	καθολικός
καθολικότατους	=	καθολικός
καθολικότατων	=	καθολικός
καθολικότερα	=	καθολικός
καθολικότερε	=	καθολικός
καθολικότερες	=	καθολικός
καθολικότερη	=	καθολικός
καθολικότερης	=	καθολικός
καθολικότερο	=	καθολικός
καθολικότεροι	=	καθολικός
καθολικότερος	=	καθολικός
καθολικότερου	=	καθολικός
καθολικότερους	=	καθολικός
καθολικότερων	=	καθολικός
καθολικότης	noun	η καθολικότητα
καθολικότητα	noun	το να είναι κάποιος καθολικός
καθολικότητας	noun	γενική ενικού του καθολικότητα
καθολικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθολικότητα
καθολικών	adj	γενική πληθυντικού του καθολικός
καθομιλουμένη	noun	η γλώσσα που χρησιμοποιείται καθημερινά από την πλειονότητα των ομιλητών
καθομιλουμένης	=	καθομιλουμένη
καθομιλουμένων	=	καθομιλουμένη
καθομιλούμενες	=	καθομιλουμένη
καθομολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογήσαν	=	καθομολογώ
καθομολογήσανε	=	καθομολογώ
καθομολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθομολόγηση
καθομολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογήσεων	=	καθομολόγηση
καθομολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογήστε	=	καθομολογώ
καθομολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογία	noun	μορφh; καθομολόγηση: αποδοχή, δέσμευση
καθομολογίας	noun	γενική ενικού του καθομολογία
καθομολογίες	=	καθομολογία
καθομολογεί	=	καθομολογώ
καθομολογείς	=	καθομολογώ
καθομολογείτε	=	καθομολογώ
καθομολογημένα	=	καθομολογημένος
καθομολογημένε	=	καθομολογημένος
καθομολογημένες	=	καθομολογημένος
καθομολογημένη	=	καθομολογημένος
καθομολογημένης	=	καθομολογημένος
καθομολογημένο	=	καθομολογημένος
καθομολογημένοι	=	καθομολογημένος
καθομολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθομολογώ
καθομολογημένου	=	καθομολογημένος
καθομολογημένους	=	καθομολογημένος
καθομολογημένων	=	καθομολογημένος
καθομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καθομολογία
καθομολογούμαι	=	καθομολογώ
καθομολογούμε	=	καθομολογώ
καθομολογούν	=	καθομολογώ
καθομολογούνε	=	καθομολογώ
καθομολογούσα	=	καθομολογώ
καθομολογούσαμε	=	καθομολογώ
καθομολογούσαν	=	καθομολογώ
καθομολογούσανε	=	καθομολογώ
καθομολογούσατε	=	καθομολογώ
καθομολογούσε	=	καθομολογώ
καθομολογούσες	=	καθομολογώ
καθομολογώ	verb|formal	αποδέχομαι (ενόρκως), δεσμεύομαι, ομολογώ
καθομολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθομολογώ
καθομολόγει	=	καθομολογώ
καθομολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθομολογώ
καθομολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθομολογώ, όρκος αποδοχής, (ένορκη) δέσμευση, ομολογία
καθομολόγησης	=	καθομολόγηση
καθορίζαμε	=	καθορίζω
καθορίζαν	=	καθορίζω
καθορίζανε	=	καθορίζω
καθορίζατε	=	καθορίζω
καθορίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καθορίζω
καθορίζεις	=	καθορίζω
καθορίζεσαι	=	καθορίζομαι
καθορίζεστε	=	καθορίζομαι
καθορίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καθορίζομαι
καθορίζετε	=	καθορίζω
καθορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθορίζω
καθορίζομε	=	καθορίζω
καθορίζονται	=	καθορίζομαι
καθορίζονταν	=	καθορίζομαι
καθορίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθορίζω
καθορίζου	=	καθορίζομαι
καθορίζουμε	=	καθορίζω
καθορίζουν	=	καθορίζω
καθορίζουνε	=	καθορίζω
καθορίζω	verb	ορίζω, προσδιορίζω με ακρίβεια, συχνά κατά τρόπο επίσημο και οριστικό
καθορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσαν	=	καθορίζω
καθορίσανε	=	καθορίζω
καθορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσθηκα	=	καθορίζομαι
καθορίσθηκαν	=	καθορίζω
καθορίσθηκε	=	καθορίζω
καθορίσθηκες	=	καθορίζω
καθορίσομε	=	καθορίζω
καθορίσου	=	καθορίζομαι
καθορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίσουνε	=	καθορίζω
καθορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθορίστηκα	=	καθορίζομαι
καθορίστηκαν	=	καθορίζομαι
καθορίστηκε	=	καθορίζομαι
καθορίστηκες	=	καθορίζομαι
καθορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθοριζόμασταν	=	καθορίζομαι
καθοριζόμαστε	=	καθορίζομαι
καθοριζόμενα	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενε	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενες	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενη	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του καθοριζόμενος
καθοριζόμενο	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενοι	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καθορίζω
καθοριζόμενου	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενους	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμενων	=	καθοριζόμενος
καθοριζόμουν	=	καθορίζομαι
καθοριζόμουνα	=	καθορίζομαι
καθοριζόντουσαν	=	καθορίζομαι
καθοριζόσασταν	=	καθορίζομαι
καθοριζόσαστε	=	καθορίζομαι
καθοριζόσουν	=	καθορίζομαι
καθοριζόσουνα	=	καθορίζομαι
καθοριζόταν	=	καθορίζομαι
καθοριζότανε	=	καθορίζομαι
καθορισθήκαμε	=	καθορίζω
καθορισθήκαν	=	καθορίζω
καθορισθήκανε	=	καθορίζω
καθορισθήκατε	=	καθορίζω
καθορισθεί	=	καθορίζω
καθορισθείς	=	καθορίζω
καθορισθείτε	=	καθορίζω
καθορισθούμε	=	καθορίζω
καθορισθούν	=	καθορίζω
καθορισθούνε	=	καθορίζω
καθορισθώ	=	καθορίζω
καθορισμέ	noun	κλητική ενικού του καθορισμός
καθορισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθορισμένος	adv	κατά τρόπο καθορισμένο
καθορισμένε	verb	κλητική ενικού του καθορισμένος
καθορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθορισμένη
καθορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθορισμένος
καθορισμένης	verb	γενική ενικού του καθορισμένη
καθορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθορισμένος
καθορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθορισμένος
καθορισμένος	verb	που έχει καθοριστεί
καθορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθορισμένος
καθορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθορισμένος
καθορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθορισμένος
καθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθορισμός
καθορισμού	noun	γενική ενικού του καθορισμός
καθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθορισμός
καθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του καθορισμός
καθορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθορίζω
καθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του καθορισμός
καθοριστήκαμε	=	καθορίζομαι
καθοριστήκαν	=	καθορίζομαι
καθοριστήκανε	=	καθορίζομαι
καθοριστήκατε	=	καθορίζομαι
καθοριστεί	=	καθορίζομαι
καθοριστείς	=	καθορίζω
καθοριστείτε	=	καθορίζομαι
καθοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθοριστικός	adv	κατά τρόπο καθοριστικό
καθοριστικέ	adj	κλητική ενικού του καθοριστικός
καθοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοριστική
καθοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθοριστικός
καθοριστικής	adj	γενική ενικού του καθοριστική
καθοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθοριστικός
καθοριστικού	adj	γενική ενικού του καθοριστικός
καθοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καθοριστικός
καθοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του καθοριστικός
καθοριστικός	adj	που καθορίζει μια εξέλιξη ή ένα αποτέλεσμα
καθοριστικότατα	=	καθοριστικά
καθοριστικότατε	=	καθοριστικός
καθοριστικότατες	=	καθοριστικός
καθοριστικότατη	=	καθοριστικός
καθοριστικότατης	=	καθοριστικός
καθοριστικότατο	=	καθοριστικός
καθοριστικότατοι	=	καθοριστικός
καθοριστικότατος	=	καθοριστικός
καθοριστικότατου	=	καθοριστικός
καθοριστικότατους	=	καθοριστικός
καθοριστικότατων	=	καθοριστικός
καθοριστικότερα	=	καθοριστικά
καθοριστικότερε	=	καθοριστικός
καθοριστικότερες	=	καθοριστικός
καθοριστικότερη	=	καθοριστικός
καθοριστικότερης	=	καθοριστικός
καθοριστικότερο	=	καθοριστικός
καθοριστικότεροι	=	καθοριστικός
καθοριστικότερος	=	καθοριστικός
καθοριστικότερου	=	καθοριστικός
καθοριστικότερους	=	καθοριστικός
καθοριστικότερων	=	καθοριστικός
καθοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του καθοριστικός
καθοριστικώς	adv|dated	καθοριστικά
καθοριστούμε	=	καθορίζω
καθοριστούν	=	καθορίζω
καθοριστούνε	=	καθορίζω
καθοριστώ	=	καθορίζω
καθορώ	verb|formal	καθαρεύουσα: καθορῶ: βλέπω καθαρά, αντιλαμβάνομαι
καθορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθορώ
καθοσίωνα	=	καθοσιώνω
καθοσίωναν	=	καθοσιώνω
καθοσίωνε	=	καθοσιώνω
καθοσίωνες	=	καθοσιώνω
καθοσίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσίωση	noun|dated	αφιέρωση
καθοσίωσης	noun	γενική ενικού του καθοσίωση
καθοσιωθήκαμε	=	καθοσιώνω
καθοσιωθήκαν	=	καθοσιώνω
καθοσιωθήκανε	=	καθοσιώνω
καθοσιωθήκατε	=	καθοσιώνω
καθοσιωθεί	=	καθοσιώνω
καθοσιωθείτε	=	καθοσιώνω
καθοσιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοσιωμένο
καθοσιωμένε	verb	κλητική ενικού του καθοσιωμένος
καθοσιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοσιωμένη
καθοσιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθοσιωμένος
καθοσιωμένης	verb	γενική ενικού του καθοσιωμένη
καθοσιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθοσιωμένος
καθοσιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθοσιωμένος
καθοσιωμένος	verb	που έχει καθοσιωθεί
καθοσιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθοσιωμένος
καθοσιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθοσιωμένος
καθοσιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθοσιωμένος
καθοσιωνόμασταν	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόμαστε	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόμουν	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόμουνα	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόντουσαν	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόσασταν	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόσαστε	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόσουν	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόσουνα	=	καθοσιώνω
καθοσιωνόταν	=	καθοσιώνω
καθοσιωνότανε	=	καθοσιώνω
καθοσιώθηκα	=	καθοσιώνω
καθοσιώθηκαν	=	καθοσιώνω
καθοσιώθηκε	=	καθοσιώνω
καθοσιώθηκες	=	καθοσιώνω
καθοσιώναμε	=	καθοσιώνω
καθοσιώναν	=	καθοσιώνω
καθοσιώνανε	=	καθοσιώνω
καθοσιώνατε	=	καθοσιώνω
καθοσιώνει	=	καθοσιώνω
καθοσιώνεις	=	καθοσιώνω
καθοσιώνεσαι	=	καθοσιώνω
καθοσιώνεστε	=	καθοσιώνω
καθοσιώνεται	=	καθοσιώνω
καθοσιώνετε	=	καθοσιώνω
καθοσιώνομαι	=	καθοσιώνω
καθοσιώνονται	=	καθοσιώνω
καθοσιώνονταν	=	καθοσιώνω
καθοσιώνοντας	=	καθοσιώνω
καθοσιώνου	=	καθοσιώνω
καθοσιώνουμε	=	καθοσιώνω
καθοσιώνουν	=	καθοσιώνω
καθοσιώνουνε	=	καθοσιώνω
καθοσιώνω	verb	καθιστώ κάτι ιερό
καθοσιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώσαν	=	καθοσιώνω
καθοσιώσανε	=	καθοσιώνω
καθοσιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοσίωση
καθοσιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθοσίωση
καθοσιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθοσίωση
καθοσιώσου	=	καθοσιώνω
καθοσιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθοσιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοσιώνω
καθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθούμενο
καθούμενε	verb	κλητική ενικού του καθούμενος
καθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθούμενη
καθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθούμενος
καθούμενης	verb	γενική ενικού του καθούμενη
καθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καθούμενος
καθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθούμενος
καθούμενος	=	κάθομαι
καθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθούμενος
καθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθούμενος
καθούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθούμενος
καθρέπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρέπτης
καθρέπτης	=	καθρέφτης
καθρέφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρέφτης
καθρέφτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καθρέφτης
καθρέφτης	noun	λεία επιφάνεια που αντανακλά το φως σχηματίζοντας ένα ψευδές είδωλο
καθρέφτιζα	=	καθρεφτίζω
καθρέφτιζαν	=	καθρεφτίζω
καθρέφτιζε	=	καθρεφτίζω
καθρέφτιζες	=	καθρεφτίζω
καθρέφτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρέφτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρέφτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρέφτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρέφτισμα	noun	η αντανάκλαση
καθρεπτίζω	verb	καθρεφτίζω
καθρεπτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρεπτισμένο
καθρεπτισμένε	verb	κλητική ενικού του καθρεπτισμένος
καθρεπτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρεπτισμένη
καθρεπτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθρεπτισμένος
καθρεπτισμένης	verb	γενική ενικού του καθρεπτισμένη
καθρεπτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθρεπτισμένος
καθρεπτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθρεπτισμένος
καθρεπτισμένος	verb	που έχει καθρεπτιστεί
καθρεπτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθρεπτισμένος
καθρεπτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθρεπτισμένος
καθρεπτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθρεπτισμένος
καθρεφτάδικα	=	καθρεφτάδικο
καθρεφτάδικο	noun	κατάστημα που πουλάει καθρέφτες
καθρεφτάδικου	=	καθρεφτάδικο
καθρεφτάδικων	=	καθρεφτάδικο
καθρεφτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρεφτάκι
καθρεφτίζαμε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζαν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζανε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζατε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζει	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζεις	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζεσαι	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζεστε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζεται	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζετε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζομαι	verb	για κάτι του οποίου το είδωλο σχηματίζεται σε μια επιφάνεια που λειτουργεί ως καθρέφτης
καθρεφτίζομε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζονται	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζονταν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζοντας	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζουμε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζουν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζουνε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίζω	verb	λειτουργώ ως καθρέφτης και σχηματίζω το είδωλο ενός αντικειμένου
καθρεφτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσαν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίσανε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρέφτισμα
καθρεφτίσματος	noun	γενική ενικού του καθρέφτισμα
καθρεφτίσομε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίσου	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίσουνε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζω
καθρεφτιζόμασταν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόμαστε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόμουν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόμουνα	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόντουσαν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόσασταν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόσαστε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόσουν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόσουνα	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζόταν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιζότανε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καθρέφτισμα
καθρεφτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρεφτισμένο
καθρεφτισμένε	verb	κλητική ενικού του καθρεφτισμένος
καθρεφτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθρεφτισμένη
καθρεφτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθρεφτισμένος
καθρεφτισμένης	verb	γενική ενικού του καθρεφτισμένη
καθρεφτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθρεφτισμένος
καθρεφτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθρεφτισμένος
καθρεφτισμένος	verb	που έχει καθρεφτιστεί
καθρεφτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθρεφτισμένος
καθρεφτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθρεφτισμένος
καθρεφτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθρεφτισμένος
καθρεφτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστήκαν	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιστήκανε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτιστούνε	=	καθρεφτίζω
καθρεφτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθρεφτίζομαι
καθρεφτών	noun	γενική πληθυντικού του καθρέφτης
καθυβρίζαμε	=	καθυβρίζω
καθυβρίζαν	=	καθυβρίζω
καθυβρίζανε	=	καθυβρίζω
καθυβρίζατε	=	καθυβρίζω
καθυβρίζει	=	καθυβρίζω
καθυβρίζεις	=	καθυβρίζω
καθυβρίζετε	=	καθυβρίζω
καθυβρίζοντας	=	καθυβρίζω
καθυβρίζουμε	=	καθυβρίζω
καθυβρίζουν	=	καθυβρίζω
καθυβρίζουνε	=	καθυβρίζω
καθυβρίζω	verb	βρίζω, προσβάλλω κάποιον ή κάτι πολύ βαριά
καθυβρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίσαν	=	καθυβρίζω
καθυβρίσανε	=	καθυβρίζω
καθυβρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθύβριση
καθυβρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθύβριση
καθυβρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθύβριση
καθυβρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθυβρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυβρισμένο
καθυβρισμένε	verb	κλητική ενικού του καθυβρισμένος
καθυβρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυβρισμένη
καθυβρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθυβρισμένος
καθυβρισμένης	verb	γενική ενικού του καθυβρισμένη
καθυβρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθυβρισμένος
καθυβρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθυβρισμένος
καθυβρισμένος	verb	που έχει καθυβριστεί
καθυβρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθυβρισμένος
καθυβρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθυβρισμένος
καθυβρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθυβρισμένος
καθυγράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθύγρανση
καθυγράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθύγρανση
καθυγράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθύγρανση
καθυγραίνεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθυγραίνω
καθυγραίνω	verb	κάνω κάτι τελείως υγρό, το γεμίζω με υγρασία
καθυγραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυγραμένο
καθυγραμένε	verb	κλητική ενικού του καθυγραμένος
καθυγραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυγραμένη
καθυγραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθυγραμένος
καθυγραμένης	verb	γενική ενικού του καθυγραμένη
καθυγραμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθυγραμένος
καθυγραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθυγραμένος
καθυγραμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καθυγραίνω
καθυγραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθυγραμένος
καθυγραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθυγραμένος
καθυγραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθυγραμένος
καθυπέταξα	=	καθυποτάσσω
καθυπέτασσα	=	καθυποτάσσω
καθυποδουλώνω	verb|figurative	υποδουλώνω τελείως, ολοκληρωτικά
καθυποδουλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυποδούλωση
καθυποδουλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθυποδούλωση
καθυποδουλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθυποδούλωση
καθυποδούλωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθυποδουλώνω
καθυποδούλωσης	noun	γενική ενικού του καθυποδούλωση
καθυποτάζαμε	=	καθυποτάζω
καθυποτάζαν	=	καθυποτάζω
καθυποτάζανε	=	καθυποτάζω
καθυποτάζατε	=	καθυποτάζω
καθυποτάζει	=	καθυποτάζω
καθυποτάζεις	=	καθυποτάζω
καθυποτάζετε	=	καθυποτάζω
καθυποτάζοντας	=	καθυποτάζω
καθυποτάζουμε	=	καθυποτάζω
καθυποτάζουν	=	καθυποτάζω
καθυποτάζουνε	=	καθυποτάζω
καθυποτάζω	verb	άλλη μορφή του καθυποτάσσω
καθυποτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξαν	=	καθυποτάζω
καθυποτάξανε	=	καθυποτάζω
καθυποτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυπόταξη
καθυποτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξεων	=	καθυπόταξη
καθυποτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάσξαμε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσξαν	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσξανε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσξατε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσξει	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσξτε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσαμε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσαν	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσανε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσατε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσει	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσεις	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσετε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καθυποτάσσω
καθυποτάσσοντας	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσουμε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσουν	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσουνε	=	καθυποτάσσω
καθυποτάσσω	verb	υποδουλώνω ολοκληρωτικά, κατακτώ
καθυποτάχθηκα	=	καθυποτάσσω
καθυποταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυποταγμένο
καθυποταγμένε	verb	κλητική ενικού του καθυποταγμένος
καθυποταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυποταγμένη
καθυποταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθυποταγμένος
καθυποταγμένης	verb	γενική ενικού του καθυποταγμένη
καθυποταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καθυποταγμένος
καθυποταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθυποταγμένος
καθυποταγμένος	verb	που έχει καθυποταχθεί
καθυποταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθυποταγμένος
καθυποταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθυποταγμένος
καθυποταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθυποταγμένος
καθυποτασσόμουν	=	καθυποτάσσομαι
καθυποχρέωνα	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωναν	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωνε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωνες	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωσα	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωσαν	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωσε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωσες	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρέωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθυποχρεώνω
καθυποχρέωσης	=	καθυποχρέωση
καθυποχρεωμένα	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένε	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένες	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένη	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένης	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένο	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένοι	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένος	verb	άλλη μορφή του καταϋποχρεωμένος
καθυποχρεωμένου	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένους	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεωμένων	=	καθυποχρεωμένος
καθυποχρεώ	verb|formal	άλλη μορφή του καθυποχρεώνω / καταϋποχρεώνω
καθυποχρεώναμε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώναν	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνανε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνατε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνει	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνεις	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνετε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνομαι	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνοντας	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνουμε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνουν	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώνουνε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθυποχρεώ
καθυποχρεώνω	verb|formal	άλλη μορφή του καταϋποχρεώνω
καθυποχρεώσαμε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώσαν	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώσανε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώσατε	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώσει	=	καθυποχρεώνω
καθυποχρεώσεις	=	καθυποχρέωση
καθυποχρεώσεων	=	καθυποχρέωση
καθυποχρεώστε	=	καθυποχρεώνω
καθυπόταζα	=	καθυποτάζω
καθυπόταζαν	=	καθυποτάζω
καθυπόταζε	=	καθυποτάζω
καθυπόταζες	=	καθυποτάζω
καθυπόταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυπόταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυπόταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυπόταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυποτάσσω
καθυπόταξη	noun	η ενέργεια του καθυποτάσσω
καθυπόταξης	=	καθυπόταξη
καθυπόταξις	noun	η καθυπόταξη
καθυπότασξα	=	καθυποτάσσω
καθυπότασξαν	=	καθυποτάσσω
καθυπότασξε	=	καθυποτάσσω
καθυπότασξες	=	καθυποτάσσω
καθυπότασσα	=	καθυποτάσσω
καθυπότασσαν	=	καθυποτάσσω
καθυπότασσε	=	καθυποτάσσω
καθυπότασσες	=	καθυποτάσσω
καθυστέρημα	noun	χρηματικό ποσό του οποίου η πληρωμή έχει καθυστερήσει
καθυστέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστέρηση	noun	το να έχει καθυστερήσει κάποιος ή κάτι, να έχει αργήσει να έρθει ή να γίνει
καθυστέρησης	noun	γενική ενικού του καθυστέρηση
καθυστέρησις	noun	η καθυστέρηση
καθυστερήματα	=	καθυστέρημα
καθυστερήματος	=	καθυστέρημα
καθυστερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσαν	=	καθυστερώ
καθυστερήσανε	=	καθυστερώ
καθυστερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυστέρηση
καθυστερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καθυστέρηση
καθυστερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καθυστέρηση
καθυστερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσουνε	=	καθυστερώ
καθυστερήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθυστερώ
καθυστερεί	=	καθυστερώ
καθυστερείς	=	καθυστερώ
καθυστερείτε	=	καθυστερώ
καθυστερημάτων	=	καθυστέρημα
καθυστερημένα	adv	με καθυστέρηση, όχι την προγραμματισμένη ή αναμενόμενη ώρα ή ημέρα
καθυστερημένε	verb	κλητική ενικού του καθυστερημένος
καθυστερημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυστερημένη
καθυστερημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθυστερημένος
καθυστερημένης	verb	γενική ενικού του καθυστερημένη
καθυστερημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθυστερημένος
καθυστερημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθυστερημένος
καθυστερημένος	verb	που έρχεται ή γίνεται μετά από την καθορισμένη χρονική στιγμή
καθυστερημένου	verb	γενική ενικού του καθυστερημένος
καθυστερημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθυστερημένος
καθυστερημένων	verb	γενική πληθυντικού του καθυστερημένος
καθυστερούμε	=	καθυστερώ
καθυστερούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καθυστερούμενος	noun	αυτά που έχουν καθυστερήσει να μας δώσουν ή να δώσουμε
καθυστερούμενε	verb	κλητική ενικού του καθυστερούμενος
καθυστερούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθυστερούμενη
καθυστερούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καθυστερούμενος
καθυστερούμενης	verb	γενική ενικού του καθυστερούμενη
καθυστερούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καθυστερούμενος
καθυστερούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθυστερούμενος
καθυστερούμενος	verb	αυτός που τον έχουν καθυστερήσει
καθυστερούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καθυστερούμενος
καθυστερούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καθυστερούμενος
καθυστερούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καθυστερούμενος
καθυστερούν	=	καθυστερώ
καθυστερούνε	=	καθυστερώ
καθυστερούσα	=	καθυστερώ
καθυστερούσαμε	=	καθυστερώ
καθυστερούσαν	=	καθυστερώ
καθυστερούσανε	=	καθυστερώ
καθυστερούσατε	=	καθυστερώ
καθυστερούσε	=	καθυστερώ
καθυστερούσες	=	καθυστερώ
καθυστερώ	verb	κάνω κάτι αργότερα από ό,τι έχει καθοριστεί
καθυστερώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καθυστερώ
καθωσπρέπει	adj	που φέρεται με καθωσπρέπει τρόπους	adv	σύμφωνα με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, όπως πρέπει, όπως αρμόζει
καθωσπρεπισμέ	noun	κλητική ενικού του καθωσπρεπισμός
καθωσπρεπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καθωσπρεπισμός
καθωσπρεπισμού	noun	γενική ενικού του καθωσπρεπισμός
καθωσπρεπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καθωσπρεπισμός
καθωσπρεπισμό	noun	αιτιατική ενικού του καθωσπρεπισμός
καθωσπρεπισμός	noun	η συμπεριφορά που είναι πολύ καθώς πρέπει, που ακολουθεί τυφλά και συχνά υποκριτικά αυτό που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό
καθωσπρεπισμών	noun	γενική πληθυντικού του καθωσπρεπισμός
καθό	conj|vulgar	επειδή (είναι), διότι (είναι)
καθόδια	=	καθόδιο
καθόδιο	noun	ο πόλος ενός ηλεκτροδίου που δέχεται ηλεκτρόνια μέσα σε ηλεκτροχημικό κύκλωμα
καθόδιου	=	καθόδιο
καθόδιων	=	καθόδιο
καθόδου	=	κάθοδος
καθόδους	=	κάθοδος
καθόδων	=	κάθοδος
καθόλα	adv	από κάθε άποψη, σύμφωνα με τα πάντα
καθόλου	adv	σε μηδενικό βαθμό, σε μηδενική ποσότητα
καθόμασταν	=	κάθομαι
καθόμαστε	=	κάθομαι
καθόμουν	=	κάθομαι
καθόμουνα	=	κάθομαι
καθόνταντε	=	κάθομαι
καθόντουσαν	=	κάθομαι
καθόριζα	=	καθορίζω
καθόριζαν	=	καθορίζω
καθόριζε	=	καθορίζω
καθόριζες	=	καθορίζω
καθόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθορίζω
καθόσασταν	=	κάθομαι
καθόσαστε	=	κάθομαι
καθόσον	adv	απ’ όσο, σύμφωνα μ’ αυτό που, όσο	conj	επειδή
καθόσουν	=	κάθομαι
καθόσουνα	=	κάθομαι
καθόταν	=	κάθομαι
καθότανε	=	κάθομαι
καθότι	conj	επειδή
καθύβριζα	=	καθυβρίζω
καθύβριζαν	=	καθυβρίζω
καθύβριζε	=	καθυβρίζω
καθύβριζες	=	καθυβρίζω
καθύβρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθύβρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθύβρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθύβρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθυβρίζω
καθύβριση	noun	η ενέργεια του καθυβρίζω, η προσβολή ιερού πράγματος με ύβρεις
καθύβρισης	noun	γενική ενικού του καθύβριση
καθύγρανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καθυγραίνω
καθύγρανσης	noun	γενική ενικού του καθύγρανση
καθώς	conj	κατά τη διάρκεια, ενώ, όταν	adv	όπως
και	conj	συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης
καιάδα	=	καιάδας
καιάδας	noun	βάραθρο κοντά στην αρχαία Σπάρτη, όπου οι Σπαρτιάτες έριχναν κάποιες φορές αιχμαλώτους, κακούργους (κατά την παράδοση, και τόπος έκθεσης ανάπηρων μικρών παιδιών
καιάδες	=	καιάδας
καιάδων	=	καιάδας
καιγόμασταν	=	καίω
καιγόμαστε	=	καίω
καιγόμουν	=	καίγομαι
καιγόμουνα	=	καίω
καιγόντουσαν	=	καίω
καιγόσασταν	=	καίω
καιγόσαστε	=	καίω
καιγόσουν	=	καίω
καιγόσουνα	=	καίω
καιγόταν	=	καίω
καιγότανε	=	καίω
καιν	=	καίω
καινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καινό
καινέ	adj	κλητική ενικού του καινός
καινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καινή
καινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καινός
καινής	adj	γενική ενικού του καινή
καινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καινός
καινοζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καινοζωικό
καινοζωικέ	adj	κλητική ενικού του καινοζωικός
καινοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καινοζωική
καινοζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καινοζωικός
καινοζωικής	adj	γενική ενικού του καινοζωική
καινοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καινοζωικός
καινοζωικού	adj	γενική ενικού του καινοζωικός
καινοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καινοζωικός
καινοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του καινοζωικός
καινοζωικός	adj	που αφορά την πιο πρόσφατη γεωλογική περίοδο, στην οποία εντάσσεται και η σημερινή εποχή
καινοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του καινοζωικός
καινοθήρα	=	καινοθήρας
καινοθήρας	noun	αυτός που διαρκώς αναζητεί το καινούριο (ως αυτοσκοπό)
καινοθήρες	=	καινοθήρας
καινοθήρων	=	καινοθήρας
καινοθηρία	noun	η διαρκής αναζήτηση του καινούριου (που γίνεται αυτοσκοπός)
καινοθηρίας	=	καινοθηρία
καινοθηρίες	=	καινοθηρία
καινοθηριών	=	καινοθηρία
καινοπρεπές	=	καινοπρεπής
καινοπρεπή	=	καινοπρεπής
καινοπρεπής	adj|archaic	ο καινοφανής
καινοπρεπείς	=	καινοπρεπής
καινοπρεπούς	=	καινοπρεπής
καινοπρεπών	=	καινοπρεπής
καινοτομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσαν	=	καινοτομώ
καινοτομήσανε	=	καινοτομώ
καινοτομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτομία	noun	ενέργεια ή κατασκευή αυτού που καινοτομεί
καινοτομίας	noun	γενική ενικού του καινοτομία
καινοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καινοτομία
καινοτομεί	=	καινοτομώ
καινοτομείς	=	καινοτομώ
καινοτομείτε	=	καινοτομώ
καινοτομικά	=	καινοτομικός
καινοτομικέ	=	καινοτομικός
καινοτομικές	=	καινοτομικός
καινοτομική	=	καινοτομικός
καινοτομικής	=	καινοτομικός
καινοτομικοί	=	καινοτομικός
καινοτομικοτήτων	=	καινοτομικότητα
καινοτομικού	=	καινοτομικός
καινοτομικούς	=	καινοτομικός
καινοτομικό	=	καινοτομικός
καινοτομικός	noun	άλλη μορφή του καινοτόμος
καινοτομικότητα	noun	η ιδιότητα του καινοτομικού, το να είναι κάποιος καινοτόμος
καινοτομικότητας	=	καινοτομικότητα
καινοτομικότητες	=	καινοτομικότητα
καινοτομικών	=	καινοτομικός
καινοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του καινοτομία
καινοτομούμε	=	καινοτομώ
καινοτομούν	=	καινοτομώ
καινοτομούνε	=	καινοτομώ
καινοτομούσα	=	καινοτομώ
καινοτομούσαμε	=	καινοτομώ
καινοτομούσαν	=	καινοτομώ
καινοτομούσανε	=	καινοτομώ
καινοτομούσατε	=	καινοτομώ
καινοτομούσε	=	καινοτομώ
καινοτομούσες	=	καινοτομώ
καινοτομώ	verb	δημιουργώ, προτείνω ή εισάγω κάτι το πρωτοποριακό, τελείως καινούριο ή ριζικά διαφορετικό από αυτά που υπήρχαν παλιότερα, κάτι που αποτελεί τομή σε σχέση με το παρελθόν
καινοτομώντας	=	καινοτομώ
καινοτόμα	=	καινοτόμος
καινοτόμας	=	καινοτόμος
καινοτόμε	=	καινοτόμος
καινοτόμει	=	καινοτομώ
καινοτόμες	=	καινοτόμος
καινοτόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καινοτομώ
καινοτόμο	=	καινοτόμος
καινοτόμοι	=	καινοτόμος
καινοτόμος	noun	που καινοτομεί	adj	που καινοτομεί
καινοτόμου	=	καινοτόμος
καινοτόμους	=	καινοτόμος
καινοτόμων	=	καινοτόμος
καινουργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καινουργής
καινουργών	adj	γενική πληθυντικού του καινουργής
καινοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καινοφανής
καινοφανέστατα	=	καινοφανής
καινοφανέστατε	=	καινοφανής
καινοφανέστατες	=	καινοφανής
καινοφανέστατη	=	καινοφανής
καινοφανέστατης	=	καινοφανής
καινοφανέστατο	=	καινοφανής
καινοφανέστατοι	=	καινοφανής
καινοφανέστατος	=	καινοφανής
καινοφανέστατου	=	καινοφανής
καινοφανέστατους	=	καινοφανής
καινοφανέστατων	=	καινοφανής
καινοφανέστερα	=	καινοφανής
καινοφανέστερε	=	καινοφανής
καινοφανέστερες	=	καινοφανής
καινοφανέστερη	=	καινοφανής
καινοφανέστερης	=	καινοφανής
καινοφανέστερο	=	καινοφανής
καινοφανέστεροι	=	καινοφανής
καινοφανέστερος	=	καινοφανής
καινοφανέστερου	=	καινοφανής
καινοφανέστερους	=	καινοφανής
καινοφανέστερων	=	καινοφανής
καινοφανή	=	καινοφανής
καινοφανής	adj	που εμφανίζεται για πρώτη φορά, πρωτοεμφανιζόμενος
καινοφανείς	=	καινοφανής
καινοφανούς	adj	γενική ενικού του καινοφανής
καινοφανών	=	καινοφανής
καινοφανώς	adv	με καινοφανή τρόπο
καινού	adj	γενική ενικού του καινός
καινούργια	=	καινούργιος
καινούργιας	=	καινούργιος
καινούργιε	=	καινούργιος
καινούργιες	=	καινούργιος
καινούργιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καινούργιος
καινούργιοι	=	καινούργιος
καινούργιος	adj	ετυμολογική, εναλλακτική γραφή του καινούριος
καινούργιου	=	καινούργιος
καινούργιους	=	καινούργιος
καινούργιων	=	καινούργιος
καινούρια	=	καινούριος
καινούριας	=	καινούριος
καινούριε	=	καινούριος
καινούριες	=	καινούριος
καινούριο	=	καινούριος
καινούριοι	=	καινούριος
καινούριος	adj	που κατασκευάστηκε ή αποκτήθηκε ή εμφανίστηκε πρόσφατα
καινούριου	=	καινούριος
καινούριους	=	καινούριος
καινούριων	=	καινούριος
καινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καινός
καινό	adj	αιτιατική ενικού του καινός
καινός	adj|formal	που μόλις εμφανίστηκε, παρουσιάστηκε· αναγεννημένος
καινότροπα	=	καινότροπος
καινότροπε	=	καινότροπος
καινότροπες	=	καινότροπος
καινότροπη	=	καινότροπος
καινότροπης	=	καινότροπος
καινότροπο	=	καινότροπος
καινότροποι	=	καινότροπος
καινότροπος	adj|formal	καινοφανής
καινότροπου	=	καινότροπος
καινότροπους	=	καινότροπος
καινότροπων	=	καινότροπος
καινών	adj	γενική πληθυντικού του καινός
καιρ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Ικαρίας
καιρέ	noun	κλητική ενικού του καιρός
καιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καιρικό
καιρικέ	adj	κλητική ενικού του καιρικός
καιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καιρική
καιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καιρικός
καιρικής	adj	γενική ενικού του καιρική
καιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιρικός
καιρικού	adj	γενική ενικού του καιρικός
καιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καιρικός
καιρικό	adj	αιτιατική ενικού του καιρικός
καιρικός	adj	σχετικός με τον καιρό, τα μετεωρολογικά φαινόμενα
καιρικών	adj	γενική πληθυντικού του καιρικός
καιροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιρός
καιροσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσαν	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπήσανε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκοπία	noun|rare	άλλη μορφή του καιροσκοπισμός
καιροσκοπίας	noun	γενική ενικού του καιροσκοπία
καιροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καιροσκοπία
καιροσκοπεί	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπείς	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπείτε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καιροσκοπικό	adv	δείχνοντας καιροσκοπισμό
καιροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του καιροσκοπικός
καιροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καιροσκοπική
καιροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καιροσκοπικός
καιροσκοπικής	adj	γενική ενικού του καιροσκοπική
καιροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιροσκοπικός
καιροσκοπικού	adj	γενική ενικού του καιροσκοπικός
καιροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καιροσκοπικός
καιροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του καιροσκοπικός
καιροσκοπικός	adj	που συντελεί στον καιροσκοπισμό
καιροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του καιροσκοπικός
καιροσκοπισμέ	noun	κλητική ενικού του καιροσκοπισμός
καιροσκοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιροσκοπισμός
καιροσκοπισμού	noun	γενική ενικού του καιροσκοπισμός
καιροσκοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καιροσκοπισμός
καιροσκοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του καιροσκοπισμός
καιροσκοπισμός	noun	η τακτική του καιροσκόπου, η εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο για το μέλλον και χωρίς αρχές
καιροσκοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του καιροσκοπισμός
καιροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του καιροσκοπία
καιροσκοπούμε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούν	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούνε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσα	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσαμε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσαν	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσανε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσατε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσε	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπούσες	=	καιροσκοπώ
καιροσκοπώ	verb|formal	είμαι καιροσκόπος, φέρομαι καιροσκοπικά
καιροσκοπώντας	=	καιροσκοπώ
καιροσκόπε	noun	κλητική ενικού του καιροσκόπος
καιροσκόπει	=	καιροσκοπώ
καιροσκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροσκοπώ
καιροσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του καιροσκόπος
καιροσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καιροσκόπος
καιροσκόπος	noun	άνθρωπος που χωρίς να δεσμεύεται από αρχές καιροφυλακτεί και αρπάζει οποιαδήποτε ευκαιρία του προσφέρεται και έτσι συχνά αλλάζει στρατόπεδο, πολιτική τοποθέτηση, φίλους, συμμάχους κ.λπ.
καιροσκόπου	noun	γενική ενικού του καιροσκόπος
καιροσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καιροσκόπος
καιροσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του καιροσκόπος
καιροφυλάκτει	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλάκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλάκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλάκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλάκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήσαν	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήσανε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καιροφυλακτώ
καιροφυλακτήστε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτεί	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτείς	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτείτε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούμε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούν	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούνε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσα	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσαμε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσαν	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσανε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσατε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσε	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτούσες	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλακτώ	verb	αναζητώ την κατάλληλη περίσταση για να δράσω, παραμονεύω, καραδοκώ
καιροφυλακτώντας	=	καιροφυλακτώ
καιροφυλαχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καιροφυλαχτώ
καιρού	noun	γενική ενικού του καιρός
καιρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καιρός
καιρό	noun	αιτιατική ενικού του καιρός
καιρός	noun	οι επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες που αναφέρονται στην κατάσταση της ατμόσφαιρας, όπως περιγράφεται με τις βραχυπρόθεσμες εναλλαγές της θερμοκρασίας, της υγρασίας, της φωτεινότητας, της συννεφιάς, της έντασης των ανέμων, της ορατότητας κ.λπ.
καιρών	noun	γενική πληθυντικού του καιρός
καις	=	καίω
καισάρισσα	noun	θηλυκός τύπος του αυτοκρατορικού τίτλου καίσαρας
καισάρισσας	=	καισάρισσα
καισάρισσες	=	καισάρισσα
καισάρων	=	καίσαρας
καισίου	noun	γενική ενικού του καίσιο
καισαριανιώτικα	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικε	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικες	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικη	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικης	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικο	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικοι	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικος	adj	ο σχετικός με την Καισαριανή ή τους κατοίκους της
καισαριανιώτικου	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικους	=	καισαριανιώτικος
καισαριανιώτικων	=	καισαριανιώτικος
καισαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καισαρικό
καισαρικέ	adj	κλητική ενικού του καισαρικός
καισαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καισαρική
καισαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καισαρικός
καισαρικής	adj	γενική ενικού του καισαρική
καισαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καισαρικός
καισαρικού	adj	γενική ενικού του καισαρικός
καισαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καισαρικός
καισαρικό	adj	αιτιατική ενικού του καισαρικός
καισαρικός	adj	που αναφέρεται στον καίσαρα
καισαρικών	adj	γενική πληθυντικού του καισαρικός
καισαρισμέ	noun	κλητική ενικού του καισαρισμός
καισαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καισαρισμός
καισαρισμού	noun	γενική ενικού του καισαρισμός
καισαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καισαρισμός
καισαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του καισαρισμός
καισαρισμός	noun	η απολυταρχική και μη ανεκτική συμπεριφορά της εξουσίας
καισαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του καισαρισμός
καισαρισσών	=	καισάρισσα
καισαροβασιλικά	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικέ	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικές	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλική	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικής	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικοί	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικού	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικούς	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικό	=	καισαροβασιλικός
καισαροβασιλικός	adj|dated	χαρακτηρισμός σε επωνυμίες κρατικών υπηρεσιών και φορέων της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγαρίας
καισαροβασιλικών	=	καισαροβασιλικός
καισαροπαπισμέ	noun	κλητική ενικού του καισαροπαπισμός
καισαροπαπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καισαροπαπισμός
καισαροπαπισμού	noun	γενική ενικού του καισαροπαπισμός
καισαροπαπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καισαροπαπισμός
καισαροπαπισμό	noun	αιτιατική ενικού του καισαροπαπισμός
καισαροπαπισμός	noun	η συνένωση στο ίδιο πρόσωπο της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας
καισαροπαπισμών	noun	γενική πληθυντικού του καισαροπαπισμός
καιωπ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο των Ιωαννίνων
καιόμασταν	=	καίω
καιόμαστε	=	καίω
καιόμενα	=	καιόμενος
καιόμενε	=	καιόμενος
καιόμενες	=	καιόμενος
καιόμενη	=	καιόμενος
καιόμενης	=	καιόμενος
καιόμενο	=	καιόμενος
καιόμενοι	=	καιόμενος
καιόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καίω
καιόμενου	=	καιόμενος
καιόμενους	=	καιόμενος
καιόμενων	=	καιόμενος
καιόμουν	=	καίω
καιόσασταν	=	καίω
καιόσουν	=	καίω
καιόταν	=	καίω
κακά	adv	με κακία	noun	τα κόπρανα
κακάβι	noun	το λεβέτι, χάλκινο καζάνι μεσαίου μεγέθους
κακάδι	noun	στερεοποιημένο πηγμένο αίμα πάνω σε γδαρμένο δέρμα
κακάδια	=	κακάδι
κακάδιαζα	=	κακαδιάζω
κακάδιαζαν	=	κακαδιάζω
κακάδιαζε	=	κακαδιάζω
κακάδιαζες	=	κακαδιάζω
κακάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακάδιασμα	noun	το αποτέλεσμα του κακαδιάζω
κακάμη	=	κακάμης
κακάμηδες	=	κακάμης
κακάμηδων	=	κακάμης
κακάμης	noun	βλάκας, χάχας
κακάο	noun	η σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου
κακάου	=	κακάο
κακάριζα	=	κακαρίζω
κακάριζαν	=	κακαρίζω
κακάριζε	=	κακαρίζω
κακάριζες	=	κακαρίζω
κακάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακάρισμα	noun	η φωνή της κότας
κακάρωμα	noun	ο θάνατος
κακάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακάσχημα	=	κακάσχημος
κακάσχημε	=	κακάσχημος
κακάσχημες	=	κακάσχημος
κακάσχημη	=	κακάσχημος
κακάσχημης	=	κακάσχημος
κακάσχημο	=	κακάσχημος
κακάσχημοι	=	κακάσχημος
κακάσχημος	adj	που είναι πάρα πολύ άσχημος στην εμφάνιση
κακάσχημου	=	κακάσχημος
κακάσχημους	=	κακάσχημος
κακάσχημων	=	κακάσχημος
κακέ	adj	κλητική ενικού του κακός
κακέκτυπα	=	κακέκτυπος
κακέκτυπε	=	κακέκτυπος
κακέκτυπες	=	κακέκτυπος
κακέκτυπη	=	κακέκτυπος
κακέκτυπης	=	κακέκτυπος
κακέκτυπο	=	κακέκτυπος
κακέκτυποι	=	κακέκτυπος
κακέκτυπος	adj	που δεν έχει εκτυπωθεί σωστά
κακέκτυπου	=	κακέκτυπος
κακέκτυπους	=	κακέκτυπος
κακέκτυπων	=	κακέκτυπος
κακέμφατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακέμφατο
κακέμφατε	adj	κλητική ενικού του κακέμφατος
κακέμφατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακέμφατη
κακέμφατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακέμφατος
κακέμφατης	adj	γενική ενικού του κακέμφατη
κακέμφατο	adj	αιτιατική ενικού του κακέμφατος
κακέμφατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακέμφατος
κακέμφατος	adj|formal	κακόηχος
κακέμφατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακέμφατος
κακέμφατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακέμφατος
κακέμφατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακέμφατος
κακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακή
κακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακός
κακής	adj	γενική ενικού του κακή
κακί	noun	συνώνυμο του ιαπωνικός λωτός (Diospyros kaki), είδος λωτού ιθαγενές της Ιαπωνίας και άλλων ασιαστικών χωρών
κακία	noun	η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις
κακίας	noun	γενική ενικού του κακία
κακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακία
κακίζαμε	=	κακίζω
κακίζαν	=	κακίζω
κακίζανε	=	κακίζω
κακίζατε	=	κακίζω
κακίζει	=	κακίζω
κακίζεις	=	κακίζω
κακίζετε	=	κακίζω
κακίζοντας	=	κακίζω
κακίζουμε	=	κακίζω
κακίζουν	=	κακίζω
κακίζουνε	=	κακίζω
κακίζω	verb	κατηγορώ κάποιον, του αποδίδω κάτι κακό
κακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίσαν	=	κακίζω
κακίσανε	=	κακίζω
κακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακίστρα	noun	γυναίκα κακιά και μοχθηρή
κακίστρας	noun	γενική ενικού του κακίστρα
κακίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακίστρα
κακίστρω	noun	άλλη μορφή του κακίστρα
κακίστρων	=	κακίστρω
κακίστρως	=	κακίστρω
κακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακίζω
κακαβολίθια	noun	τα λιθάρια πού βάζουν πάνω στο κακάβι (λεβέτι)
κακαδιάζαμε	=	κακαδιάζω
κακαδιάζαν	=	κακαδιάζω
κακαδιάζανε	=	κακαδιάζω
κακαδιάζατε	=	κακαδιάζω
κακαδιάζει	=	κακαδιάζω
κακαδιάζεις	=	κακαδιάζω
κακαδιάζετε	=	κακαδιάζω
κακαδιάζοντας	=	κακαδιάζω
κακαδιάζουμε	=	κακαδιάζω
κακαδιάζουν	=	κακαδιάζω
κακαδιάζουνε	=	κακαδιάζω
κακαδιάζω	verb	σχηματίζω κακάδι
κακαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακαδιάσαν	=	κακαδιάζω
κακαδιάσανε	=	κακαδιάζω
κακαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακαδιάσματα	=	κακάδιασμα
κακαδιάσματος	=	κακάδιασμα
κακαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαδιάζω
κακαδιάστε	=	κακαδιάζω
κακαδιασμάτων	=	κακάδιασμα
κακαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακαδιασμένο
κακαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του κακαδιασμένος
κακαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακαδιασμένη
κακαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακαδιασμένος
κακαδιασμένης	verb	γενική ενικού του κακαδιασμένη
κακαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακαδιασμένος
κακαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακαδιασμένος
κακαδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακαδιάζω
κακαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακαδιασμένος
κακαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακαδιασμένος
κακαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακαδιασμένος
κακαδιού	=	κακάδι
κακαδιών	=	κακάδι
κακανθρωπίζω	verb|dated	βρικολακιάζω
κακανθρωπίσματα	noun	οι καλικάντζαροι
κακανθρωπισμάτων	=	κακανθρωπίσματα
κακαράντζα	noun	τα περιττώματα, η κοπριά ορισμένων ζώων, όπως της κατσίκας
κακαράντζας	=	κακαράντζα
κακαράντζες	=	κακαράντζα
κακαράντζων	=	κακαράντζα
κακαράτζα	noun	άλλη μορφή του κακαράντζα
κακαράτζας	=	κακαράτζα
κακαράτζες	=	κακαράτζα
κακαράτζων	=	κακαράτζα
κακαρίζαμε	=	κακαρίζω
κακαρίζαν	=	κακαρίζω
κακαρίζανε	=	κακαρίζω
κακαρίζατε	=	κακαρίζω
κακαρίζει	=	κακαρίζω
κακαρίζεις	=	κακαρίζω
κακαρίζετε	=	κακαρίζω
κακαρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακαρίζω
κακαρίζουμε	=	κακαρίζω
κακαρίζουν	=	κακαρίζω
κακαρίζουνε	=	κακαρίζω
κακαρίζω	verb	βγάζω φωνή κότας
κακαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσαν	=	κακαρίζω
κακαρίσανε	=	κακαρίζω
κακαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακάρισμα
κακαρίσματος	noun	γενική ενικού του κακάρισμα
κακαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρίζω
κακαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κακάρισμα
κακαριστά	=	κακαριστός
κακαριστέ	=	κακαριστός
κακαριστές	=	κακαριστός
κακαριστή	=	κακαριστός
κακαριστής	=	κακαριστός
κακαριστοί	=	κακαριστός
κακαριστού	=	κακαριστός
κακαριστούς	=	κακαριστός
κακαριστό	=	κακαριστός
κακαριστός	adj	που μοιάζει με κακάρισμα, που είναι δυνατό και κοφτό και συνήθως όχι πολύ ευχάριστο για τους άλλους
κακαριστών	=	κακαριστός
κακαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κακάρωμα
κακαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακαρωμένο
κακαρωμένε	verb	κλητική ενικού του κακαρωμένος
κακαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακαρωμένη
κακαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακαρωμένος
κακαρωμένης	verb	γενική ενικού του κακαρωμένη
κακαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακαρωμένος
κακαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακαρωμένος
κακαρωμένος	verb	νεκρός, πεθαμένος
κακαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακαρωμένος
κακαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακαρωμένος
κακαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακαρωμένος
κακαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακάρωμα
κακαρώματος	noun	γενική ενικού του κακάρωμα
κακαρώνω	verb	πεθαίνω ξαφνικά
κακαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακαρώνω
κακαφορούμαι	verb	υποπτεύομαι άσχημα πράγματα
κακαόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακαόδεντρο
κακαόδεντρο	noun	αειθαλές δέντρο (είδος Theobroma cacao), με ροζ ή ανοιχτά κίτρινα άνθη και μεγάλα ελλειψοειδή φύλλα· κατάγεται από τον Αμαζόνιο και καλλιεργείται για τον καρπό του, το κακάο
κακαόδεντρου	noun	γενική ενικού του κακαόδεντρο
κακαόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του κακαόδεντρο
κακβα	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Καβάλας
κακείθεν	adv	και από εκεί
κακεμφάτως	adv|archaic	με κακέμφατο τρόπο
κακεντρέχεια	noun	το να είναι κάποιος κακεντρεχής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του κακεντρεχούς
κακεντρέχειας	noun	γενική ενικού του κακεντρέχεια
κακεντρέχειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακεντρέχεια
κακεντρεχές	=	κακεντρεχής
κακεντρεχή	=	κακεντρεχής
κακεντρεχής	adj	που χαίρεται με τη δυστυχία των άλλων
κακεντρεχείς	=	κακεντρεχής
κακεντρεχειών	noun	γενική πληθυντικού του κακεντρέχεια
κακεντρεχούς	=	κακεντρεχής
κακεντρεχών	=	κακεντρεχής
κακεντρεχώς	adv	με κακεντρέχεια, με μίσος και κακία
κακεργέτες	=	κακεργέτης
κακεργέτη	=	κακεργέτης
κακεργέτης	noun|formal	κακοποιός
κακεργετών	=	κακεργέτης
κακζφ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Κοζάνης
κακθω	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο των Κυθήρων
κακιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακός
κακιάς	=	κακός
κακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακισμένο
κακισμένε	verb	κλητική ενικού του κακισμένος
κακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακισμένη
κακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακισμένος
κακισμένης	verb	γενική ενικού του κακισμένη
κακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακισμένος
κακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακισμένος
κακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακίζω
κακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακισμένος
κακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακισμένος
κακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακισμένος
κακιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάκιωμα
κακιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακιωμένο
κακιωμένε	verb	κλητική ενικού του κακιωμένος
κακιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακιωμένη
κακιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακιωμένος
κακιωμένης	verb	γενική ενικού του κακιωμένη
κακιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακιωμένος
κακιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακιωμένος
κακιωμένος	verb	που έχει κακιώσει με κάποιον
κακιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακιωμένος
κακιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακιωμένος
κακιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακιωμένος
κακιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάκιωμα
κακιώματος	noun	γενική ενικού του κάκιωμα
κακιών	noun	γενική πληθυντικού του κακία
κακιώνω	verb	θυμώνω με κάποιον με τον οποίο είχα καλές σχέσεις και του κρατάω κακία, δεν του μιλάω
κακιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακιώνω
κακκ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Κέρκυρας
κακκάβι	noun	μαγειρικό σκεύος μεγάλου μεγέθους από χαλκό ή ορείχαλκο
κακκάβια	=	κακκάβι
κακκαβά	=	κακκαβάς
κακκαβάδες	=	κακκαβάς
κακκαβάδων	=	κακκαβάς
κακκαβάς	noun	ο κατασκευαστής ή πωλητής κακκαβιών
κακκαβιά	noun	το περιεχόμενο κι η χωρητικότητα του κακκαβιού
κακκαβιού	=	κακκάβι
κακκαβιών	=	κακκάβι
κακλ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Καλαμάτας
κακμ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Καλύμνου
κακοέπαθα	=	κακοπαθαίνω
κακοέψηνα	=	κακοψήνω
κακοέψηναν	=	κακοψήνω
κακοέψηνε	=	κακοψήνω
κακοέψηνες	=	κακοψήνω
κακοέψησα	=	κακοψήνω
κακοέψησαν	=	κακοψήνω
κακοέψησε	=	κακοψήνω
κακοέψησες	=	κακοψήνω
κακοήθεια	noun	ο κακοήθης χαρακτήρας κάποιου
κακοήθειας	noun	γενική ενικού του κακοήθεια
κακοήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοήθεια
κακοήθεις	=	κακοήθης
κακοήθη	=	κακοήθης
κακοήθης	adj	που έχει κακή και ανήθικη σκέψη και συμπεριφορά
κακοήθους	=	κακοήθης
κακοήθων	=	κακοήθης
κακοήχως	adv	κακόηχα
κακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακός
κακοαναθρεμμένα	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένε	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένες	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένη	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένης	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένο	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένοι	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένος	verb	που έχει λάβει κακή ανατροφή
κακοαναθρεμμένου	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένους	=	κακοαναθρεμμένος
κακοαναθρεμμένων	=	κακοαναθρεμμένος
κακοβάζω	verb	βάζω κάτι σε κακή θέση
κακοβάνω	verb	άλλη μορφή του κακοβάζω
κακοβάσταγος	adj|literary	που δύσκολα κάποιος το βαστά, το υποφέρει
κακοβαλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοβαλμένο
κακοβαλμένε	verb	κλητική ενικού του κακοβαλμένος
κακοβαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοβαλμένη
κακοβαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοβαλμένος
κακοβαλμένης	verb	γενική ενικού του κακοβαλμένη
κακοβαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοβαλμένος
κακοβαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοβαλμένος
κακοβαλμένος	verb	που είναι βαλμένος σε κακή θέση, δεν έχει τοποθετηθεί σωστά
κακοβαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοβαλμένος
κακοβαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοβαλμένος
κακοβαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοβαλμένος
κακοβουλία	noun	το να επιθυμεί ή να επιδιώκει κάποιος το κακό κάποιου άλλου
κακοβουλίας	noun	γενική ενικού του κακοβουλία
κακοβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοβουλία
κακοβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοβουλία
κακογέννητα	=	κακογέννητος
κακογέννητε	=	κακογέννητος
κακογέννητες	=	κακογέννητη
κακογέννητη	noun	θηλυκό του κακογέννητος
κακογέννητης	=	κακογέννητη
κακογέννητο	=	κακογέννητος
κακογέννητοι	=	κακογέννητος
κακογέννητος	noun|vulgar	που είναι κακός ήδη από τη γέννησή του
κακογέννητου	=	κακογέννητος
κακογέννητους	=	κακογέννητος
κακογέννητων	=	κακογέννητη
κακογαμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογαμημένο
κακογαμημένε	verb	κλητική ενικού του κακογαμημένος
κακογαμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογαμημένη
κακογαμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακογαμημένος
κακογαμημένης	verb	γενική ενικού του κακογαμημένη
κακογαμημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακογαμημένος
κακογαμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακογαμημένος
κακογαμημένος	verb|vulgar	που δεν έχει κάνει ικανοποιητικό σεξ
κακογαμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακογαμημένος
κακογαμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακογαμημένος
κακογαμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακογαμημένος
κακογενεσία	noun	η τερατογονία
κακογενεσίας	=	κακογενεσία
κακογενεσίες	=	κακογενεσία
κακογενεσιών	=	κακογενεσία
κακογεννήτρα	noun	που γεννά με μεγάλη δυσκολία, με θανάσιμο κίνδυνο
κακογεννήτρας	=	κακογεννήτρα
κακογεννήτρες	=	κακογεννήτρα
κακογεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογεννημένο
κακογεννημένε	verb	κλητική ενικού του κακογεννημένος
κακογεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογεννημένη
κακογεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακογεννημένος
κακογεννημένης	verb	γενική ενικού του κακογεννημένη
κακογεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακογεννημένος
κακογεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακογεννημένος
κακογεννημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακογεννώ
κακογεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακογεννημένος
κακογεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακογεννημένος
κακογεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακογεννημένος
κακογεννώ	verb	γεννώ με μεγάλο κίνδυνο, διατρέχοντας θανάσιμο κίνδυνο
κακογεννώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακογεννάω / κακογεννώ
κακογερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογερασμένο
κακογερασμένε	verb	κλητική ενικού του κακογερασμένος
κακογερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογερασμένη
κακογερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακογερασμένος
κακογερασμένης	verb	γενική ενικού του κακογερασμένη
κακογερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακογερασμένος
κακογερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακογερασμένος
κακογερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακογερασμένος
κακογερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακογερασμένος
κακογερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακογερασμένος
κακογερνώ	verb	άλλη μορφή του κακογερνάω
κακογλωσσεύω	verb	διαδίδω ψεύτικες φήμες σε βάρος των συνανθρώπων μου
κακογλωσσιά	noun	η διάδοση κακών λόγων σε βάρος των συνανθρώπων
κακογλωσσιάς	noun	γενική ενικού του κακογλωσσιά
κακογλωσσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογλωσσιά
κακογλωσσιών	=	κακογλωσσιά
κακογνωμία	noun|formal	δυστροπία, κακοτροπία
κακογνωμίας	=	κακογνωμία
κακογνωμίες	=	κακογνωμία
κακογνωμιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του κακογνωμία
κακογνωμιάς	=	κακογνωμιά
κακογνωμιές	=	κακογνωμιά
κακογνωμιών	=	κακογνωμία
κακογουστιά	noun	η έλλειψη καλαισθησίας, καλού γούστου
κακογουστιάς	noun	γενική ενικού του κακογουστιά
κακογουστιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογουστιά
κακογουστιών	=	κακογουστιά
κακογράφαμε	=	κακογράφω
κακογράφαν	=	κακογράφω
κακογράφανε	=	κακογράφω
κακογράφατε	=	κακογράφω
κακογράφε	=	κακογράφος
κακογράφει	=	κακογράφω
κακογράφεις	=	κακογράφω
κακογράφεσαι	=	κακογράφω
κακογράφεστε	=	κακογράφω
κακογράφεται	=	κακογράφω
κακογράφετε	=	κακογράφω
κακογράφο	=	κακογράφος
κακογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακογράφος
κακογράφομαι	=	κακογράφω
κακογράφονται	=	κακογράφω
κακογράφονταν	=	κακογράφω
κακογράφοντας	=	κακογράφω
κακογράφος	noun	που γράφει άσχημα, με πρόχειρη και δυσανάγνωστη γραφή
κακογράφου	noun	γενική ενικού του κακογράφος
κακογράφουμε	=	κακογράφω
κακογράφουν	=	κακογράφω
κακογράφουνε	=	κακογράφω
κακογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κακογράφος
κακογράφτε	=	κακογράφω
κακογράφτηκα	=	κακογράφω
κακογράφτηκαν	=	κακογράφω
κακογράφτηκε	=	κακογράφω
κακογράφτηκες	=	κακογράφω
κακογράφω	verb	γράφω δυσανάγνωστα
κακογράφων	noun	γενική πληθυντικού του κακογράφος
κακογράψαμε	=	κακογράφω
κακογράψαν	=	κακογράφω
κακογράψανε	=	κακογράφω
κακογράψατε	=	κακογράφω
κακογράψε	=	κακογράφω
κακογράψει	=	κακογράφω
κακογράψου	=	κακογράφω
κακογράψτε	=	κακογράφω
κακογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογραμμένο
κακογραμμένε	verb	κλητική ενικού του κακογραμμένος
κακογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογραμμένη
κακογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακογραμμένος
κακογραμμένης	verb	γενική ενικού του κακογραμμένη
κακογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακογραμμένος
κακογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακογραμμένος
κακογραμμένος	verb	που έχει γραφεί με άσχημο τρόπο και είναι δυσανάγνωστος
κακογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακογραμμένος
κακογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακογραμμένος
κακογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακογραμμένος
κακογραφία	noun	γρήγορη, άσχημη, δυσανάγνωστη γραφή
κακογραφίας	noun	γενική ενικού του κακογραφία
κακογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακογραφία
κακογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κακογραφία
κακογραφτήκαμε	=	κακογράφω
κακογραφτήκαν	=	κακογράφω
κακογραφτήκανε	=	κακογράφω
κακογραφτήκατε	=	κακογράφω
κακογραφτεί	=	κακογράφω
κακογραφτείτε	=	κακογράφω
κακογραφόμασταν	=	κακογράφω
κακογραφόμαστε	=	κακογράφω
κακογραφόμενος	=	κακογράφω
κακογραφόμουν	=	κακογράφω
κακογραφόμουνα	=	κακογράφω
κακογραφόντουσαν	=	κακογράφω
κακογραφόσασταν	=	κακογράφω
κακογραφόσαστε	=	κακογράφω
κακογραφόσουν	=	κακογράφω
κακογραφόσουνα	=	κακογράφω
κακογραφόταν	=	κακογράφω
κακογραφότανε	=	κακογράφω
κακογραφώ	verb	γράφω στρεβλώνωντας τα σχήματα των γραμμάτων καθιστώντας δύσκολη την ανάγνωση
κακοδαίμων	adj|formal	δυστυχής, δυστυχισμένος
κακοδαιμονία	noun|formal	δυστυχία, ατυχία
κακοδαιμονίας	noun	γενική ενικού του κακοδαιμονία
κακοδαιμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδαιμονία
κακοδαιμονιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοδαιμονία
κακοδαιμονώ	verb|formal	δυστυχώ, είμαι δυστυχισμένος
κακοδαιμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακοδαιμονώ
κακοδιάθετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιάθετο
κακοδιάθετε	adj	κλητική ενικού του κακοδιάθετος
κακοδιάθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιάθετη
κακοδιάθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοδιάθετος
κακοδιάθετης	adj	γενική ενικού του κακοδιάθετη
κακοδιάθετο	adj	αιτιατική ενικού του κακοδιάθετος
κακοδιάθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοδιάθετος
κακοδιάθετος	adj	που έχει άσχημη διάθεση
κακοδιάθετου	adj	γενική ενικού του κακοδιάθετος
κακοδιάθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοδιάθετος
κακοδιάθετων	adj	γενική πληθυντικού του κακοδιάθετος
κακοδιαθεσία	noun	η άσχημη διάθεση που έχει κάποιος επειδή δε νιώθει καλά από σωματική άποψη ή επειδή δεν έχει κέφι
κακοδιαθεσίας	noun	γενική ενικού του κακοδιαθεσία
κακοδιαθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιαθεσία
κακοδιαθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοδιαθεσία
κακοδιατηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιατηρημένο
κακοδιατηρημένε	verb	κλητική ενικού του κακοδιατηρημένος
κακοδιατηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιατηρημένη
κακοδιατηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοδιατηρημένος
κακοδιατηρημένης	verb	γενική ενικού του κακοδιατηρημένη
κακοδιατηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοδιατηρημένος
κακοδιατηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοδιατηρημένος
κακοδιατηρημένος	verb	που δεν διατηρείται καλά
κακοδιατηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοδιατηρημένος
κακοδιατηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοδιατηρημένος
κακοδιατηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοδιατηρημένος
κακοδιαχείριση	noun	η κακή διαχείριση
κακοδιαχείρισης	noun	γενική ενικού του κακοδιαχείριση
κακοδιαχειρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιαχείριση
κακοδιαχειρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κακοδιαχείριση
κακοδιαχειρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κακοδιαχείριση
κακοδικία	noun	η δικαστική απόφαση που δε συμφωνεί με τους νόμους ή το δίκαιο
κακοδικίας	noun	γενική ενικού του κακοδικία
κακοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδικία
κακοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοδικία
κακοδιοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοίκηση	noun	η κακή και αναποτελεσματική διοίκηση
κακοδιοίκησης	=	κακοδιοίκηση
κακοδιοίκησις	noun	η κακοδιοίκηση
κακοδιοίκητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιοίκητο
κακοδιοίκητε	adj	κλητική ενικού του κακοδιοίκητος
κακοδιοίκητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιοίκητη
κακοδιοίκητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοδιοίκητος
κακοδιοίκητης	adj	γενική ενικού του κακοδιοίκητη
κακοδιοίκητο	adj	αιτιατική ενικού του κακοδιοίκητος
κακοδιοίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοδιοίκητος
κακοδιοίκητος	adj	που έχει διοικηθεί με άσχημο τρόπο, αναποτελεσματικά
κακοδιοίκητου	adj	γενική ενικού του κακοδιοίκητος
κακοδιοίκητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοδιοίκητος
κακοδιοίκητων	adj	γενική πληθυντικού του κακοδιοίκητος
κακοδιοικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσεων	=	κακοδιοίκηση
κακοδιοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδιοικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοδιοικούμαι
κακοδιοικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιοικημένο
κακοδιοικημένε	verb	κλητική ενικού του κακοδιοικημένος
κακοδιοικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδιοικημένη
κακοδιοικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοδιοικημένος
κακοδιοικημένης	verb	γενική ενικού του κακοδιοικημένη
κακοδιοικημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοδιοικημένος
κακοδιοικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοδιοικημένος
κακοδιοικημένος	verb	που έχει διοικηθεί άσχημα, αναποτελεσματικά
κακοδιοικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοδιοικημένος
κακοδιοικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοδιοικημένος
κακοδιοικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοδιοικημένος
κακοδιοικούμαι	verb	με διοικούν άσχημα, αναποτελεσματικά
κακοδιοικώ	verb	διοικώ με κακό ή ακατάλληλο τρόπο, ασκώ κακή διοίκηση, κακοδιοίκηση
κακοδιοικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακοδιοικώ
κακοδοξία	noun	η πίστη ή οι απόψεις ενός κακόδοξου
κακοδοξίας	noun	γενική ενικού του κακοδοξία
κακοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδοξία
κακοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοδοξία
κακοδοξώ	verb	είμαι κακόδοξος
κακοδοξώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακοδοξώ
κακοδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδουλεμένο
κακοδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του κακοδουλεμένος
κακοδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδουλεμένη
κακοδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοδουλεμένος
κακοδουλεμένης	verb	γενική ενικού του κακοδουλεμένη
κακοδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοδουλεμένος
κακοδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοδουλεμένος
κακοδουλεμένος	verb	που έχει κατεργαστεί πρόχειρα ή ανεπαρκώς
κακοδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοδουλεμένος
κακοδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοδουλεμένος
κακοδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοδουλεμένος
κακοδούλευτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδούλευτο
κακοδούλευτε	adj	κλητική ενικού του κακοδούλευτος
κακοδούλευτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοδούλευτη
κακοδούλευτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοδούλευτος
κακοδούλευτης	adj	γενική ενικού του κακοδούλευτη
κακοδούλευτο	adj	αιτιατική ενικού του κακοδούλευτος
κακοδούλευτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοδούλευτος
κακοδούλευτος	adj	που έχει κατεργαστεί πρόχειρα ή ανεπαρκώς
κακοδούλευτου	adj	γενική ενικού του κακοδούλευτος
κακοδούλευτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοδούλευτος
κακοδούλευτων	adj	γενική πληθυντικού του κακοδούλευτος
κακοευχαριστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοευχαριστημένο
κακοευχαριστημένε	verb	κλητική ενικού του κακοευχαριστημένος
κακοευχαριστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοευχαριστημένη
κακοευχαριστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοευχαριστημένος
κακοευχαριστημένης	verb	γενική ενικού του κακοευχαριστημένη
κακοευχαριστημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοευχαριστημένος
κακοευχαριστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοευχαριστημένος
κακοευχαριστημένος	verb	αυτός που δεν ευχαριστιέται, ο δυσαρεστημένος
κακοευχαριστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοευχαριστημένος
κακοευχαριστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοευχαριστημένος
κακοευχαριστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοευχαριστημένος
κακοζηλία	noun	η κακή μίμηση
κακοζηλίας	=	κακοζηλία
κακοζηλίες	=	κακοζηλία
κακοζηλιών	=	κακοζηλία
κακοζωία	noun	το να μη ζει κάποιος καλά, το να ζει άσχημα, μέσα στην αθλιότητα, το να κακοπερνά
κακοζωίας	noun	γενική ενικού του κακοζωία
κακοζωίες	=	κακοζωία
κακοζωίζω	verb	κακοζώ
κακοζωισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοζωισμένο
κακοζωισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοζωισμένος
κακοζωισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοζωισμένη
κακοζωισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοζωισμένος
κακοζωισμένης	verb	γενική ενικού του κακοζωισμένη
κακοζωισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοζωισμένος
κακοζωισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοζωισμένος
κακοζωισμένος	verb	που έχει περάσει δύσκολα στη ζωή του κι αυτό είναι εμφανές
κακοζωισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοζωισμένος
κακοζωισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοζωισμένος
κακοζωισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοζωισμένος
κακοζωιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοζωία
κακοζώ	verb	ζω με δυσκολίες, κακοπερνάω
κακοζώητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοζώητο
κακοζώητε	adj	κλητική ενικού του κακοζώητος
κακοζώητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοζώητη
κακοζώητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοζώητος
κακοζώητης	adj	γενική ενικού του κακοζώητη
κακοζώητο	adj	αιτιατική ενικού του κακοζώητος
κακοζώητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοζώητος
κακοζώητος	adj	ο κακοζωισμένος
κακοζώητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοζώητος
κακοζώητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοζώητος
κακοζώητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοζώητος
κακοζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακοζώ
κακοηθειών	noun	γενική πληθυντικού του κακοήθεια
κακοθάλασσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθάλασσο
κακοθάλασσε	adj	κλητική ενικού του κακοθάλασσος
κακοθάλασσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθάλασση
κακοθάλασση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοθάλασσος
κακοθάλασσης	adj	γενική ενικού του κακοθάλασση
κακοθάλασσο	adj	αιτιατική ενικού του κακοθάλασσος
κακοθάλασσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοθάλασσος
κακοθάλασσος	adj	που κλυδωνίζεται εύκολα από την τρικυμία
κακοθάλασσου	adj	γενική ενικού του κακοθάλασσος
κακοθάλασσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοθάλασσος
κακοθάλασσων	adj	γενική πληθυντικού του κακοθάλασσος
κακοθάνατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθάνατο
κακοθάνατε	adj	κλητική ενικού του κακοθάνατος
κακοθάνατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθάνατη
κακοθάνατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοθάνατος
κακοθάνατης	adj	γενική ενικού του κακοθάνατη
κακοθάνατο	adj	αιτιατική ενικού του κακοθάνατος
κακοθάνατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοθάνατος
κακοθάνατος	adj|vulgar	που έχει άθλιο ή ελεεινό θάνατο· που η ζωή του έχει κακό, άσχημο τέλος
κακοθάνατου	adj	γενική ενικού του κακοθάνατος
κακοθάνατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοθάνατος
κακοθάνατων	adj	γενική πληθυντικού του κακοθάνατος
κακοθέλητα	=	κακοθέλητος
κακοθέλητε	=	κακοθέλητος
κακοθέλητες	=	κακοθέλητος
κακοθέλητη	=	κακοθέλητος
κακοθέλητης	=	κακοθέλητος
κακοθέλητο	=	κακοθέλητος
κακοθέλητοι	=	κακοθέλητος
κακοθέλητος	noun	άλλη μορφή του κακοθελητής
κακοθέλητου	=	κακοθέλητος
κακοθέλητους	=	κακοθέλητος
κακοθέλητων	=	κακοθέλητος
κακοθανάτιζα	=	κακοθανατίζω
κακοθανάτιζαν	=	κακοθανατίζω
κακοθανάτιζε	=	κακοθανατίζω
κακοθανάτιζες	=	κακοθανατίζω
κακοθανάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανασία	noun	ο κακός, οδυνηρός θάνατος
κακοθανασίας	=	κακοθανασία
κακοθανασίες	=	κακοθανασία
κακοθανασιών	=	κακοθανασία
κακοθανατίζαμε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζαν	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζανε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζατε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζει	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζεις	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζετε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζοντας	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζουμε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζουν	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζουνε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίζω	verb	πεθαίνω με κακό, μακρόχρονο ή οδυνηρό τρόπο
κακοθανατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίσαν	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίσανε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατίστε	=	κακοθανατίζω
κακοθανατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοθανατίζω
κακοθανατιά	noun	συνώνυμο του κακοθανασία
κακοθανατιάς	=	κακοθανατιά
κακοθανατιές	=	κακοθανατιά
κακοθανατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθανατισμένο
κακοθανατισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοθανατισμένος
κακοθανατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθανατισμένη
κακοθανατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοθανατισμένος
κακοθανατισμένης	verb	γενική ενικού του κακοθανατισμένη
κακοθανατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοθανατισμένος
κακοθανατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοθανατισμένος
κακοθανατισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοθανατίζω
κακοθανατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοθανατισμένος
κακοθανατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοθανατισμένος
κακοθανατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοθανατισμένος
κακοθανατιών	=	κακοθανατιά
κακοθελήτρα	noun	θηλυκό του κακοθελητής
κακοθελήτρας	noun	γενική ενικού του κακοθελήτρα
κακοθελήτρες	=	κακοθελήτρα
κακοθελητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοθελητής
κακοθελητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κακοθελητής
κακοθελητής	noun	αυτός που θέλει το κακό κάποιου, που το επιδιώκει ή το εύχεται
κακοθελητρών	noun	γενική πληθυντικού του κακοθελήτρα
κακοθελητών	noun	γενική πληθυντικού του κακοθελητής
κακοθυμία	noun	η ιδιότητα του κακόθυμου
κακοθυμίας	noun	γενική ενικού του κακοθυμία
κακοθυμίες	=	κακοθυμία
κακοθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοθυμία
κακοκάρδιζα	=	κακοκαρδίζω
κακοκάρδιζαν	=	κακοκαρδίζω
κακοκάρδιζε	=	κακοκαρδίζω
κακοκάρδιζες	=	κακοκαρδίζω
κακοκάρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκάρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκάρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκάρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαιρία	noun	ο κακός καιρός, οι άσχημες καιρικές συνθήκες
κακοκαιρίας	noun	γενική ενικού του κακοκαιρία
κακοκαιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκαιρία
κακοκαιριά	noun	περίοδος άσχημου καιρού, πχ. με χιόνι, έντονη βροχή, θύελλες κλπ.
κακοκαιριάς	=	κακοκαιριά
κακοκαιριές	=	κακοκαιριά
κακοκαιριών	noun	γενική πληθυντικού του κακοκαιρία
κακοκαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκαμωμένο
κακοκαμωμένε	verb	κλητική ενικού του κακοκαμωμένος
κακοκαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκαμωμένη
κακοκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοκαμωμένος
κακοκαμωμένης	verb	γενική ενικού του κακοκαμωμένη
κακοκαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοκαμωμένος
κακοκαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοκαμωμένος
κακοκαμωμένος	verb	κατασκευασμένος με άτεχνο τρόπο
κακοκαμωμένου	verb	γενική ενικού του κακοκαμωμένος
κακοκαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοκαμωμένος
κακοκαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού του κακοκαμωμένος
κακοκαρδίζαμε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζαν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζανε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζατε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζει	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζεις	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζεσαι	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζεστε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζεται	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζετε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζομαι	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζονται	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζονταν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζοντας	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζουμε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζουν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζουνε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίζω	verb	στενοχωρώ κάποιον π.χ. λέγοντάς του μια άσχημη κουβέντα, μη κάνοντάς του ένα χατίρι
κακοκαρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσαν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσανε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσου	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδίστηκα	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίστηκαν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίστηκε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίστηκες	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόμασταν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόμαστε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόμουν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόμουνα	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόντουσαν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόσασταν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόσαστε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόσουν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόσουνα	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζόταν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιζότανε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκαρδισμένο
κακοκαρδισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκαρδισμένη
κακοκαρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδισμένης	verb	γενική ενικού του κακοκαρδισμένη
κακοκαρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδισμένος	verb	που τον έχουν κακοκαρδίσει, τον έχουν στενοχωρήσει
κακοκαρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοκαρδισμένος
κακοκαρδιστήκαμε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιστήκαν	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιστήκανε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιστήκατε	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιστεί	=	κακοκαρδίζω
κακοκαρδιστείτε	=	κακοκαρδίζω
κακοκεφαλιά	noun	η ισχυρογνωμοσύνη
κακοκεφαλιάς	noun	γενική ενικού του κακοκεφαλιά
κακοκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκεφαλιά
κακοκεφαλιών	=	κακοκεφαλιά
κακοκεφιά	noun	η κατάσταση του κακόκεφου, η έλλειψη κεφιού, η κακή διάθεση
κακοκεφιάς	noun	γενική ενικού του κακοκεφιά
κακοκεφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκεφιά
κακοκεφιών	=	κακοκεφιά
κακοκλεψία	noun	το να «κλέβει» άνδρας γυναίκα (συνήθως με σκοπό τον γάμο) χωρίς την συναίνεσή της (πχ. έθιμο Κιργιζίας) ή όταν είναι ανήλικη χωρίς την συναίνεση των γονέων της
κακοκλεψίας	noun	γενική ενικού του κακοκλεψία
κακοκλεψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκλεψία
κακοκλεψιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοκλεψία
κακοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι άσχημα, ανήσυχα
κακοκοιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκοιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοκοιμάμαι
κακοκουρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκουρεμένο
κακοκουρεμένε	verb	κλητική ενικού του κακοκουρεμένος
κακοκουρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοκουρεμένη
κακοκουρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοκουρεμένος
κακοκουρεμένης	verb	γενική ενικού του κακοκουρεμένη
κακοκουρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοκουρεμένος
κακοκουρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοκουρεμένος
κακοκουρεμένος	verb	που τον έχουν κουρέψει άσχημα, άτσαλα
κακοκουρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοκουρεμένος
κακοκουρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοκουρεμένος
κακοκουρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοκουρεμένος
κακολαμωμένο	=	καλοκαμωμένος
κακολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολογία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κακολογώ
κακολογίας	noun	γενική ενικού του κακολογία
κακολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακολογία
κακολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακολογημένο
κακολογημένε	verb	κλητική ενικού του κακολογημένος
κακολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακολογημένη
κακολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακολογημένος
κακολογημένης	verb	γενική ενικού του κακολογημένη
κακολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακολογημένος
κακολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακολογημένος
κακολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακολογώ
κακολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακολογημένος
κακολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακολογημένος
κακολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακολογημένος
κακολογιάζαμε	=	κακολογιάζω
κακολογιάζαν	=	κακολογιάζω
κακολογιάζανε	=	κακολογιάζω
κακολογιάζατε	=	κακολογιάζω
κακολογιάζει	=	κακολογιάζω
κακολογιάζεις	=	κακολογιάζω
κακολογιάζετε	=	κακολογιάζω
κακολογιάζοντας	=	κακολογιάζω
κακολογιάζουμε	=	κακολογιάζω
κακολογιάζουν	=	κακολογιάζω
κακολογιάζουνε	=	κακολογιάζω
κακολογιάζω	verb|vulgar	σκέφτομαι (να κάνω) κάτι κακό
κακολογιάσαμε	=	κακολογιάζω
κακολογιάσαν	=	κακολογιάζω
κακολογιάσανε	=	κακολογιάζω
κακολογιάσατε	=	κακολογιάζω
κακολογιάσει	=	κακολογιάζω
κακολογιάστε	=	κακολογιάζω
κακολογιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακολογιασμένο
κακολογιασμένε	verb	κλητική ενικού του κακολογιασμένος
κακολογιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακολογιασμένη
κακολογιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακολογιασμένος
κακολογιασμένης	verb	γενική ενικού του κακολογιασμένη
κακολογιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακολογιασμένος
κακολογιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακολογιασμένος
κακολογιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακολογιάζω
κακολογιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακολογιασμένος
κακολογιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακολογιασμένος
κακολογιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακολογιασμένος
κακολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κακολογία
κακολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κακολογώ
κακολογώ	verb	μιλώ άσχημα για κάποιον, τον σχολιάζω (αρνητικά)
κακολόγα	=	κακολόγος
κακολόγας	=	κακολόγος
κακολόγε	=	κακολόγος
κακολόγες	=	κακολόγος
κακολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακολογώ
κακολόγιαζα	=	κακολογιάζω
κακολόγιαζαν	=	κακολογιάζω
κακολόγιαζε	=	κακολογιάζω
κακολόγιαζες	=	κακολογιάζω
κακολόγιασα	=	κακολογιάζω
κακολόγιασαν	=	κακολογιάζω
κακολόγιασε	=	κακολογιάζω
κακολόγιασες	=	κακολογιάζω
κακολόγο	=	κακολόγος
κακολόγοι	=	κακολόγος
κακολόγος	adj	που του αρέσει να κακολογεί
κακολόγου	=	κακολόγος
κακολόγους	=	κακολόγος
κακολόγων	=	κακολόγος
κακομάθαινα	=	κακομαθαίνω
κακομάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακομίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομαγειρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομαγειρεμένο
κακομαγειρεμένε	verb	κλητική ενικού του κακομαγειρεμένος
κακομαγειρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομαγειρεμένη
κακομαγειρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακομαγειρεμένος
κακομαγειρεμένης	verb	γενική ενικού του κακομαγειρεμένη
κακομαγειρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακομαγειρεμένος
κακομαγειρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακομαγειρεμένος
κακομαγειρεμένος	verb	που δεν έχει μαγειρευτεί καλά
κακομαγειρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακομαγειρεμένος
κακομαγειρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακομαγειρεμένος
κακομαγειρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακομαγειρεμένος
κακομαθαίνω	verb	κάνω σε κάποιον όλα τα χατίρια, του παρέχω πλουσιοπάροχα όλα τα αγαθά χωρίς αυτός να χρειαστεί να κοπιάσει καθόλου για να τα αποκτήσει
κακομαθημένα	=	κακομαθημένος
κακομαθημένε	=	κακομαθημένος
κακομαθημένες	=	κακομαθημένος
κακομαθημένη	=	κακομαθημένος
κακομαθημένης	=	κακομαθημένος
κακομαθημένο	=	κακομαθημένος
κακομαθημένοι	=	κακομαθημένος
κακομαθημένος	verb	που έχει ή τον έχουν κακομάθει
κακομαθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κακομαθημένος
κακομαθημένους	=	κακομαθημένος
κακομαθημένων	=	κακομαθημένος
κακομελετώ	verb	βάζω με το νου μου κάτι κακό ή προμαντεύω κάτι κακό
κακομελετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακομελετάω / κακομελετώ
κακομεταχείριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κακομεταχειρίζομαι, η κακή μεταχείριση
κακομεταχείρισης	=	κακομεταχείριση
κακομεταχείρισις	noun	κακομεταχείριση
κακομεταχείρισμα	noun|rare	το αποτέλεσμα του κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίζεσαι	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίζεστε	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίζεται	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίζομαι	verb	χειρίζομαι άσχημα
κακομεταχειρίζονται	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίζονταν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίζου	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίσεις	=	κακομεταχείριση
κακομεταχειρίσεων	=	κακομεταχείριση
κακομεταχειρίσου	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόμασταν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόμαστε	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόμουν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόμουνα	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόντουσαν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόσασταν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόσαστε	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόσουν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόσουνα	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζόταν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριζότανε	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομεταχειρισμένο
κακομεταχειρισμένε	verb	κλητική ενικού του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομεταχειρισμένη
κακομεταχειρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειρισμένης	verb	γενική ενικού του κακομεταχειρισμένη
κακομεταχειρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειρισμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακομεταχειρισμένος
κακομεταχειριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστήκαν	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστήκανε	=	κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομεταχειριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομεταχειρίζομαι
κακομιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακομιλώ
κακομιλώ	verb	μιλώ απότομα και σκληρά
κακομιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακομιλάω / κακομιλώ
κακομνησία	noun	το να θυμάται κάποιος κυρίως τα αρνητικά γεγονότα
κακομοίρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακομοίρης
κακομοίρας	=	κακομοίρης
κακομοίρες	=	κακομοίρης
κακομοίρη	=	κακομοίρης
κακομοίρηδες	=	κακομοίρης
κακομοίρηδων	=	κακομοίρης
κακομοίρης	adj	που η μοίρα του δεν είναι καλή, που αντιμετωπίζει ατυχίες και δυστυχίες στη ζωή του
κακομοίριασα	=	κακομοιριάζω
κακομοίρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κακομοίρικος	adv	με κακομοίρικο τρόπο
κακομοίρικε	adj	κλητική ενικού του κακομοίρικος
κακομοίρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομοίρικη
κακομοίρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακομοίρικος
κακομοίρικης	adj	γενική ενικού του κακομοίρικη
κακομοίρικο	adj	αιτιατική ενικού του κακομοίρικος
κακομοίρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακομοίρικος
κακομοίρικος	adj	που έχει σχέση με τον κακομοίρη, αναφέρεται ή ταιριάζει σ' αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
κακομοίρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακομοίρικος
κακομοίρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακομοίρικος
κακομοίρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακομοίρικος
κακομοιρέλι	noun	το κακομοιρούλι
κακομοιρέλια	=	κακομοιρέλι
κακομοιρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομοιρασμένο
κακομοιρασμένε	verb	κλητική ενικού του κακομοιρασμένος
κακομοιρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομοιρασμένη
κακομοιρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακομοιρασμένος
κακομοιρασμένης	verb	γενική ενικού του κακομοιρασμένη
κακομοιρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακομοιρασμένος
κακομοιρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακομοιρασμένος
κακομοιρασμένος	verb	που έχει μοιραστεί με άσχημο τρόπο
κακομοιρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακομοιρασμένος
κακομοιρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακομοιρασμένος
κακομοιρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακομοιρασμένος
κακομοιρελιού	=	κακομοιρέλι
κακομοιρελιών	=	κακομοιρέλι
κακομοιριά	noun	η ιδιότητα του κακομοίρη
κακομοιριάζω	verb	γίνομαι ή αισθάνομαι κακομοίρης
κακομοιριάς	noun	γενική ενικού του κακομοιριά
κακομοιριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομοιριά
κακομοιριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομοιριασμένο
κακομοιριασμένε	verb	κλητική ενικού του κακομοιριασμένος
κακομοιριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακομοιριασμένη
κακομοιριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακομοιριασμένος
κακομοιριασμένης	verb	γενική ενικού του κακομοιριασμένη
κακομοιριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακομοιριασμένος
κακομοιριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακομοιριασμένος
κακομοιριασμένος	verb	που έχει κακομοιριαστεί
κακομοιριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακομοιριασμένος
κακομοιριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακομοιριασμένος
κακομοιριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακομοιριασμένος
κακομοιριών	=	κακομοιριά
κακομοιρούλα	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλας	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλες	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλη	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούληδες	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούληδων	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλης	adj	κακομοίρης
κακομοιρούλι	noun	πλάσμα που είναι κακομοιρούλικο
κακομοιρούλια	=	κακομοιρούλι
κακομοιρούλικα	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλικο	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλικου	=	κακομοιρούλης
κακομοιρούλικων	=	κακομοιρούλης
κακομούτσουνα	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνε	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνες	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνη	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνης	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνο	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνοι	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνος	adj	που έχει άσχημο πρόσωπο, άσχημος
κακομούτσουνου	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνους	=	κακομούτσουνος
κακομούτσουνων	=	κακομούτσουνος
κακομόρφως	adv	με κακόμορφο τρόπο, κακόμορφα
κακονοιών	noun	γενική πληθυντικού του κακόνοια
κακονομία	noun|formal	κακοί νόμοι ή κακή νομοθεσία
κακονομίας	=	κακονομία
κακονομίες	=	κακονομία
κακονομιών	=	κακονομία
κακοντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοντυμένο
κακοντυμένε	verb	κλητική ενικού του κακοντυμένος
κακοντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοντυμένη
κακοντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοντυμένος
κακοντυμένης	verb	γενική ενικού του κακοντυμένη
κακοντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοντυμένος
κακοντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοντυμένος
κακοντυμένος	verb	που είναι άσχημα ντυμένος
κακοντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοντυμένος
κακοντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοντυμένος
κακοντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοντυμένος
κακονυχτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακονυχτισμένο
κακονυχτισμένε	verb	κλητική ενικού του κακονυχτισμένος
κακονυχτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακονυχτισμένη
κακονυχτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακονυχτισμένος
κακονυχτισμένης	verb	γενική ενικού του κακονυχτισμένη
κακονυχτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακονυχτισμένος
κακονυχτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακονυχτισμένος
κακονυχτισμένος	verb	που πέρασε δυσάρεστη νύχτα
κακονυχτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακονυχτισμένος
κακονυχτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακονυχτισμένος
κακονυχτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακονυχτισμένος
κακοξυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοξυσμένο
κακοξυσμένε	verb	κλητική ενικού του κακοξυσμένος
κακοξυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοξυσμένη
κακοξυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοξυσμένος
κακοξυσμένης	verb	γενική ενικού του κακοξυσμένη
κακοξυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοξυσμένος
κακοξυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοξυσμένος
κακοξυσμένος	verb	που είναι κακά ξυσμένος
κακοξυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοξυσμένος
κακοξυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοξυσμένος
κακοξυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοξυσμένος
κακοοργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοοργανωμένο
κακοοργανωμένε	verb	κλητική ενικού του κακοοργανωμένος
κακοοργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοοργανωμένη
κακοοργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοοργανωμένος
κακοοργανωμένης	verb	γενική ενικού του κακοοργανωμένη
κακοοργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοοργανωμένος
κακοοργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοοργανωμένος
κακοοργανωμένος	adj	που έχει οργανωθεί κακά
κακοοργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοοργανωμένος
κακοοργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοοργανωμένος
κακοοργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοοργανωμένος
κακοπάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθεια	noun	άλλη μορφή του κακοπάθηση
κακοπάθειας	noun	γενική ενικού του κακοπάθεια
κακοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπάθεια
κακοπάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθημα	noun	το αποτέλεσμα του κακοπαθαίνω
κακοπάθησα	=	κακοπαθώ
κακοπάθησαν	=	κακοπαθώ
κακοπάθησε	=	κακοπαθώ
κακοπάθησες	=	κακοπαθώ
κακοπάθηση	noun	το αποτέλεσμα του κακοπαθαίνω
κακοπάθησης	noun	γενική ενικού του κακοπάθηση
κακοπάθια	noun	άλλη μορφή του κακοπάθηση
κακοπάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπάντρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπάντρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπάντρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπάντρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπέραση	noun	το να μην περνάς καλά, το να κακοπερνάς
κακοπέρασης	noun	γενική ενικού του κακοπέραση
κακοπέρασις	noun	η κακοπέραση καθώς μεταφέρθηκε σε εξαρχαϊσμένη γλώσσα, όπως σε δίγλωσσα λεξικά του 19ου αιώνα
κακοπέρνα	=	κακοπερνάω
κακοπέρναγε	=	κακοπερνάω
κακοπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακοπέφτω	verb	δυστυχώ, αντιμετωπίζομαι με εχθρότητα ή αδιαφορία
κακοπήρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπήραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαίρνω
κακοπίστως	adv	δόλια, κακόπιστα, δίνοντας εμπιστοσύνη σε άνθρωπο που δεν το αξίζει
κακοπίχερα	=	κακοπίχερος
κακοπίχερε	=	κακοπίχερος
κακοπίχερες	=	κακοπίχερος
κακοπίχερη	=	κακοπίχερος
κακοπίχερης	=	κακοπίχερος
κακοπίχερο	=	κακοπίχερος
κακοπίχεροι	=	κακοπίχερος
κακοπίχερος	adj	που φέρνει κακή τύχη
κακοπίχερου	=	κακοπίχερος
κακοπίχερους	=	κακοπίχερος
κακοπίχερων	=	κακοπίχερος
κακοπαίρνω	verb	παρεξηγώ
κακοπαθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπάθημα
κακοπαθήματος	noun	γενική ενικού του κακοπάθημα
κακοπαθήσαμε	=	κακοπαθώ
κακοπαθήσαν	=	κακοπαθώ
κακοπαθήσανε	=	κακοπαθώ
κακοπαθήσατε	=	κακοπαθώ
κακοπαθήσει	=	κακοπαθώ
κακοπαθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπάθηση
κακοπαθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κακοπάθηση
κακοπαθήστε	=	κακοπαθώ
κακοπαθαίνω	verb	δυσκολεύομαι, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι
κακοπαθεί	=	κακοπαθώ
κακοπαθείς	=	κακοπαθώ
κακοπαθείτε	=	κακοπαθώ
κακοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπάθεια
κακοπαθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κακοπάθημα
κακοπαθημένα	adv	έχοντας κακοπάθει, με κακοπάθηση
κακοπαθημένε	verb	κλητική ενικού του κακοπαθημένος
κακοπαθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπαθημένη
κακοπαθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοπαθημένος
κακοπαθημένης	verb	γενική ενικού του κακοπαθημένη
κακοπαθημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοπαθημένος
κακοπαθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοπαθημένος
κακοπαθημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακοπαθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοπαθημένος
κακοπαθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοπαθημένος
κακοπαθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοπαθημένος
κακοπαθισμένος	=	κακοπαθαίνω
κακοπαθούμε	=	κακοπαθώ
κακοπαθούν	=	κακοπαθώ
κακοπαθούνε	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσα	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσαμε	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσαν	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσανε	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσατε	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσε	=	κακοπαθώ
κακοπαθούσες	=	κακοπαθώ
κακοπαθώ	verb|formal	παλαιότερη μορφή του κακοπαθαίνω
κακοπαθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακοπαθώ
κακοπαντρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύω
κακοπαντρειά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κακοπαντρεύω
κακοπαντρειάς	=	κακοπαντρειά
κακοπαντρειές	=	κακοπαντρειά
κακοπαντρειών	=	κακοπαντρειά
κακοπαντρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπαντρεμένο
κακοπαντρεμένε	verb	κλητική ενικού του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπαντρεμένη
κακοπαντρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρεμένης	verb	γενική ενικού του κακοπαντρεμένη
κακοπαντρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοπαντρεύω, κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοπαντρεμένος
κακοπαντρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρεύομαι	verb	κάνω έναν αποτυχημένο γάμο (λέγεται συνήθως για γυναίκα)
κακοπαντρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαντρεύομαι
κακοπαντρεύω	verb	παντρεύω το παιδί μου κάνοντας αποτυχημένη επιλογή συζύγου
κακοπεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράσαν	=	κακοπερνάω
κακοπεράσανε	=	κακοπερνάω
κακοπεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράσεων	noun	γενική πληθυντικού του κακοπέραση
κακοπεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπεράστε	=	κακοπερνάω
κακοπεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοπερνώ
κακοπερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπερασμένο
κακοπερασμένε	verb	κλητική ενικού του κακοπερασμένος
κακοπερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπερασμένη
κακοπερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοπερασμένος
κακοπερασμένης	verb	γενική ενικού του κακοπερασμένη
κακοπερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοπερασμένος
κακοπερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοπερασμένος
κακοπερασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοπερνώ
κακοπερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοπερασμένος
κακοπερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοπερασμένος
κακοπερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοπερασμένος
κακοπερνά	=	κακοπερνάω
κακοπερνάει	=	κακοπερνάω
κακοπερνάμε	=	κακοπερνάω
κακοπερνάν	=	κακοπερνάω
κακοπερνάνε	=	κακοπερνάω
κακοπερνάς	=	κακοπερνάω
κακοπερνάτε	=	κακοπερνάω
κακοπερνάω	verb	περνάω άσχημα, με ταλαιπωρίες, χωρίς ανέσεις
κακοπερνούμε	=	κακοπερνάω
κακοπερνούν	=	κακοπερνάω
κακοπερνούνε	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσα	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσαμε	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσαν	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσανε	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσατε	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσε	=	κακοπερνάω
κακοπερνούσες	=	κακοπερνάω
κακοπερνώ	verb	άλλη μορφή του κακοπερνάω
κακοπερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακοπερνάω / κακοπερνώ
κακοπεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπεσμένο
κακοπεσμένε	verb	κλητική ενικού του κακοπεσμένος
κακοπεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπεσμένη
κακοπεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοπεσμένος
κακοπεσμένης	verb	γενική ενικού του κακοπεσμένη
κακοπεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοπεσμένος
κακοπεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοπεσμένος
κακοπεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοπέφτω
κακοπεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοπεσμένος
κακοπεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοπεσμένος
κακοπεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοπεσμένος
κακοπιστία	noun	η έλλειψη εμπιστοσύνης ή καλής πίστης
κακοπιστίας	noun	γενική ενικού του κακοπιστία
κακοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπιστία
κακοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπιστία
κακοπλήρωνα	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωναν	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωνε	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωνες	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωσα	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωσαν	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωσε	=	κακοπληρώνω
κακοπλήρωσες	=	κακοπληρώνω
κακοπλασία	noun	δυσπλασία, δυσμορφία
κακοπλασίας	noun	γενική ενικού του κακοπλασία
κακοπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπλασία
κακοπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπλασία
κακοπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπληρωμένο
κακοπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του κακοπληρωμένος
κακοπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπληρωμένη
κακοπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοπληρωμένος
κακοπληρωμένης	verb	γενική ενικού του κακοπληρωμένη
κακοπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοπληρωμένος
κακοπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοπληρωμένος
κακοπληρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοπληρώνω
κακοπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοπληρωμένος
κακοπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοπληρωμένος
κακοπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοπληρωμένος
κακοπληρωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπληρωτής
κακοπληρωτή	noun	κακοπληρωτής, στη γενική του ενικού
κακοπληρωτής	noun	που δεν είναι συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, ιδίως στην αποπληρωμή των χρεών του
κακοπληρωτριών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπληρώτρια
κακοπληρωτών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπληρωτής
κακοπληρώναμε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώναν	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνανε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνατε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνει	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνεις	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνετε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνοντας	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνουμε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνουν	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνουνε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώνω	verb	δεν πληρώνω καλά, δεν δίνω ικανοποιητικές αμοιβές
κακοπληρώσαμε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώσαν	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώσανε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώσατε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώσει	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώστε	=	κακοπληρώνω
κακοπληρώτριας	noun	γενική ενικού του κακοπληρώτρια
κακοπληρώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπληρώτρια
κακοποίει	=	κακοποιώ
κακοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κακοποιώ
κακοποίησης	noun	γενική ενικού του κακοποίηση
κακοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοποιό, ουδέτερο του κακοποιός
κακοποιάς	=	κακοποιός
κακοποιέ	adj	κλητική ενικού του κακοποιός
κακοποιές	=	κακοποιός
κακοποιήθηκα	=	κακοποιούμαι
κακοποιήθηκαν	=	κακοποιούμαι
κακοποιήθηκε	=	κακοποιούμαι
κακοποιήθηκες	=	κακοποιούμαι
κακοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσαν	=	κακοποιώ
κακοποιήσανε	=	κακοποιώ
κακοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοποίηση
κακοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κακοποίηση
κακοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κακοποίηση
κακοποιήσου	=	κακοποιούμαι
κακοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσουνε	=	κακοποιώ
κακοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοποιώ
κακοποιία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός κακοποιού
κακοποιίας	=	κακοποιία
κακοποιίες	=	κακοποιία
κακοποιεί	=	κακοποιώ
κακοποιείς	=	κακοποιώ
κακοποιείσαι	=	κακοποιούμαι
κακοποιείστε	=	κακοποιούμαι
κακοποιείται	=	κακοποιούμαι
κακοποιείτε	=	κακοποιώ
κακοποιείτο	=	κακοποιώ
κακοποιηθήκαμε	=	κακοποιούμαι
κακοποιηθήκαν	=	κακοποιούμαι
κακοποιηθήκανε	=	κακοποιούμαι
κακοποιηθήκατε	=	κακοποιούμαι
κακοποιηθεί	=	κακοποιούμαι
κακοποιηθείς	=	κακοποιώ
κακοποιηθείτε	=	κακοποιούμαι
κακοποιηθούμε	=	κακοποιώ
κακοποιηθούν	=	κακοποιώ
κακοποιηθούνε	=	κακοποιώ
κακοποιηθώ	=	κακοποιώ
κακοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοποιημένο
κακοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κακοποιημένος
κακοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοποιημένη
κακοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοποιημένος
κακοποιημένης	verb	γενική ενικού του κακοποιημένη
κακοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοποιημένος
κακοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοποιημένος
κακοποιημένος	verb	που έχει κακοποιηθεί
κακοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοποιημένος
κακοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοποιημένος
κακοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοποιημένος
κακοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοποιητικό
κακοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του κακοποιητικός
κακοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοποιητική
κακοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοποιητικός
κακοποιητικής	adj	γενική ενικού του κακοποιητική
κακοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοποιητικός
κακοποιητικού	adj	γενική ενικού του κακοποιητικός
κακοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοποιητικός
κακοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του κακοποιητικός
κακοποιητικός	adj	που έχει σχέση με κακοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κακοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του κακοποιητικός
κακοποιιών	=	κακοποιία
κακοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοποιός
κακοποιού	adj	γενική ενικού του κακοποιός
κακοποιούμαι	verb	υφίσταμαι κάποια μορφή κακοποίησης, κακομεταχείρισης, σε ποικίλους βαθμούς (από φραστική, λεκτική, προσβλητική στα λόγια έως σεξουαλική κακοποίηση ή ξυλοδαρμό), πέφτω θύμα βίας διαφόρων μορφών και έντασης
κακοποιούμασταν	=	κακοποιούμαι
κακοποιούμαστε	=	κακοποιούμαι
κακοποιούμε	=	κακοποιώ
κακοποιούμενος	=	κακοποιώ
κακοποιούμουν	=	κακοποιούμαι
κακοποιούμουνα	=	κακοποιώ
κακοποιούν	=	κακοποιώ
κακοποιούνε	=	κακοποιώ
κακοποιούνται	=	κακοποιούμαι
κακοποιούνταν	=	κακοποιούμαι
κακοποιούντο	=	κακοποιώ
κακοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοποιός
κακοποιούσα	=	κακοποιώ
κακοποιούσαμε	=	κακοποιώ
κακοποιούσαν	=	κακοποιώ
κακοποιούσανε	=	κακοποιώ
κακοποιούσασταν	=	κακοποιούμαι
κακοποιούσαστε	=	κακοποιούμαι
κακοποιούσατε	=	κακοποιώ
κακοποιούσε	=	κακοποιώ
κακοποιούσες	=	κακοποιώ
κακοποιούσουν	=	κακοποιούμαι
κακοποιούσουνα	=	κακοποιώ
κακοποιό	adj	αιτιατική ενικού του κακοποιός
κακοποιόμασταν	=	κακοποιώ
κακοποιόμαστε	=	κακοποιώ
κακοποιόμουν	=	κακοποιώ
κακοποιόμουνα	=	κακοποιώ
κακοποιόνταν	=	κακοποιώ
κακοποιόντανε	=	κακοποιώ
κακοποιόντουσαν	=	κακοποιώ
κακοποιός	noun	ο κακούργος, ο εγκληματίας, ο απατεώνας, αυτός που διαπράττει εγκλήματα	adj	που προξενεί κακό, εγκληματικός
κακοποιόσασταν	=	κακοποιώ
κακοποιόσαστε	=	κακοποιώ
κακοποιόσουν	=	κακοποιώ
κακοποιόσουνα	=	κακοποιώ
κακοποιόταν	=	κακοποιώ
κακοποιότανε	=	κακοποιώ
κακοποιώ	verb	προκαλώ κακό σε κάποιον και, ειδικότερα, σωματικά
κακοποιών	adj	γενική πληθυντικού του κακοποιός
κακοποιώντας	=	κακοποιώ
κακοπραγία	noun	κακή πράξη
κακοπραγίας	noun	γενική ενικού του κακοπραγία
κακοπραγίες	=	κακοπραγία
κακοπραγιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπραγία
κακοπραξία	noun|formal	άλλη μορφή του κακοπραγία
κακοπραξίας	noun	γενική ενικού του κακοπραξία
κακοπραξίες	=	κακοπραξία
κακοπραξιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοπραξία
κακοπροαίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπροαίρετο	adv	μου γίνεται με κακοπροαίρετη διάθεση, με σκοπό να βλάψει, με κακές προθέσεις, κακό κίνητρο και σκοπό
κακοπροαίρετε	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετες	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετη	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετης	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετο	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετοι	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετος	adj	που έχει κακή διάθεση, που έχει σκοπό να βλάψει
κακοπροαίρετου	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετους	=	κακοπροαίρετος
κακοπροαίρετων	=	κακοπροαίρετος
κακοπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπρόσωπο
κακοπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του κακοπρόσωπος
κακοπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοπρόσωπη
κακοπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοπρόσωπος
κακοπρόσωπης	adj	γενική ενικού του κακοπρόσωπη
κακοπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του κακοπρόσωπος
κακοπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοπρόσωπος
κακοπρόσωπος	adj|dated	άσχημος
κακοπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοπρόσωπος
κακοπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοπρόσωπος
κακοπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοπρόσωπος
κακοπόδαρα	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρε	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρες	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρη	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρης	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρο	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαροι	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρος	adj	που φέρνει κακή τύχη
κακοπόδαρου	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρους	=	κακοπόδαρος
κακοπόδαρων	=	κακοπόδαρος
κακορίζικα	adv	με κακορίζικο τρόπο
κακορίζικε	adj	κλητική ενικού του κακορίζικος
κακορίζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακορίζικη
κακορίζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακορίζικος
κακορίζικης	adj	γενική ενικού του κακορίζικη
κακορίζικο	adj	αιτιατική ενικού του κακορίζικος
κακορίζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακορίζικος
κακορίζικος	adj	κακομοίρης
κακορίζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακορίζικος
κακορίζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακορίζικος
κακορίζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακορίζικος
κακοραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοραμμένο
κακοραμμένε	verb	κλητική ενικού του κακοραμμένος
κακοραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοραμμένη
κακοραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοραμμένος
κακοραμμένης	verb	γενική ενικού του κακοραμμένη
κακοραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοραμμένος
κακοραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοραμμένος
κακοραμμένος	verb	άσχημα ή πρόχειρα ραμμένος
κακοραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοραμμένος
κακοραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοραμμένος
κακοραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοραμμένος
κακοραπάρω	verb	είμαι άθλιος, φάλτσος, χωρίς έμπνευση σαν ράπερ, κομπιάζω ή τραγουδώ άτεχνες ρίμες, έχω δυσαρμονική φωνητική χροιά
κακοριζικιά	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του κακορίζικου
κακοριζικιάς	=	κακοριζικιά
κακοριζικιές	=	κακοριζικιά
κακοριζικιών	=	κακοριζικιά
κακοσήμαδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσήμαδο
κακοσήμαδε	adj	κλητική ενικού του κακοσήμαδος
κακοσήμαδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσήμαδη
κακοσήμαδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοσήμαδος
κακοσήμαδης	adj	γενική ενικού του κακοσήμαδη
κακοσήμαδο	adj	αιτιατική ενικού του κακοσήμαδος
κακοσήμαδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοσήμαδος
κακοσήμαδος	adj	ο δυσοίωνος
κακοσήμαδου	adj	γενική ενικού του κακοσήμαδος
κακοσήμαδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοσήμαδος
κακοσήμαδων	adj	γενική πληθυντικού του κακοσήμαδος
κακοσαρκώνω	verb	είμαι κακόσαρκος, δεν επουλώνονται εύκολα οι πληγές μου
κακοσημαδιά	noun|vulgar	ο κακός οιωνός
κακοσημαδιάς	noun	γενική ενικού του κακοσημαδιά
κακοσημαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσημαδιά
κακοσημαδιών	=	κακοσημαδιά
κακοσμία	noun	δυσάρεστη οσμή
κακοσμίας	noun	γενική ενικού του κακοσμία
κακοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσμία
κακοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοσμία
κακοσούρα	=	κακοσούρης
κακοσούρας	=	κακοσούρης
κακοσούρες	=	κακοσούρης
κακοσούρη	=	κακοσούρης
κακοσούρηδες	=	κακοσούρης
κακοσούρηδων	=	κακοσούρης
κακοσούρης	adj	που φέρνει κακή τύχη
κακοσούρικα	=	κακοσούρης
κακοσούρικο	=	κακοσούρης
κακοσούρικου	=	κακοσούρης
κακοσούρικων	=	κακοσούρης
κακοστομάχιαζα	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιαζαν	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιαζε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιαζες	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιασα	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιασαν	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιασε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομάχιασες	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομία	noun|dated	κακή προφορά (της ελληνικής γλώσσας) από ξένους, βαρβαροστομία
κακοστομίας	noun	γενική ενικού του κακοστομία
κακοστομίες	=	κακοστομία
κακοστομαχιά	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του κακοστόμαχου
κακοστομαχιάζαμε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζαν	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζανε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζατε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζει	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζεις	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζετε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζοντας	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζουμε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζουν	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζουνε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάζω	verb	είμαι κακοστόμαχος, υποφέρω από στομαχικές διαταραχές
κακοστομαχιάς	=	κακοστομαχιά
κακοστομαχιάσαμε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάσαν	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάσανε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάσατε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάσει	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιάστε	=	κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιές	=	κακοστομαχιά
κακοστομαχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοστομαχιασμένο
κακοστομαχιασμένε	verb	κλητική ενικού του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοστομαχιασμένη
κακοστομαχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιασμένης	verb	γενική ενικού του κακοστομαχιασμένη
κακοστομαχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοστομαχιάζω
κακοστομαχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοστομαχιασμένος
κακοστομαχιών	=	κακοστομαχιά
κακοστομιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοστομία
κακοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοστρωμένο
κακοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του κακοστρωμένος
κακοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοστρωμένη
κακοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοστρωμένος
κακοστρωμένης	verb	γενική ενικού του κακοστρωμένη
κακοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοστρωμένος
κακοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοστρωμένος
κακοστρωμένος	verb	που δεν έχει στρωθεί καλά
κακοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοστρωμένος
κακοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοστρωμένος
κακοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοστρωμένος
κακοστόμαχα	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχε	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχες	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχη	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχης	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχο	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχοι	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχος	adj	που υποφέρει από στομαχικές διαταραχές
κακοστόμαχου	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχους	=	κακοστόμαχος
κακοστόμαχων	=	κακοστόμαχος
κακοσυνήθιζα	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθιζαν	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθιζε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθιζες	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνήθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυνεμένο
κακοσυνεμένε	verb	κλητική ενικού του κακοσυνεμένος
κακοσυνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυνεμένη
κακοσυνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοσυνεμένος
κακοσυνεμένης	verb	γενική ενικού του κακοσυνεμένη
κακοσυνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοσυνεμένος
κακοσυνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοσυνεμένος
κακοσυνεμένος	=	κακοσυνεύω
κακοσυνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοσυνεμένος
κακοσυνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοσυνεμένος
κακοσυνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοσυνεμένος
κακοσυνεύω	verb	απρόσωπο: κακοσυνεύει: χειροτερεύει ο καιρός
κακοσυνηθίζαμε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζαν	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζανε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζατε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζει	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζεις	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζετε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζοντας	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζουμε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζουν	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζουνε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίζω	verb	κακομαθαίνω, γίνομαι κακομαθημένος
κακοσυνηθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσαν	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσανε	=	κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυνηθισμένο
κακοσυνηθισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνηθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυνηθισμένη
κακοσυνηθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνηθισμένης	verb	γενική ενικού του κακοσυνηθισμένη
κακοσυνηθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνηθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνηθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοσυνηθίζω
κακοσυνηθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνηθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνηθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοσυνηθισμένος
κακοσυνιά	noun	κάκιωμα, ψύχρανση ή / και διακοπή των φιλικών σχέσεων ανάμεσα σε άτομα
κακοσυνιάς	=	κακοσυνιά
κακοσυνιές	=	κακοσυνιά
κακοσυνιών	=	κακοσυνιά
κακοσυντηρημένή	=	κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυντηρημένο
κακοσυντηρημένε	verb	κλητική ενικού του κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυντηρημένη
κακοσυντηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένης	verb	γενική ενικού του κακοσυντηρημένη
κακοσυντηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένος	verb	που έχει συντηρηθεί άσχημα
κακοσυντηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοσυντηρημένος
κακοσυντηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοσυντηρημένος
κακοσυνών	=	κακοσύνη
κακοσυσταίνομαι	=	κακοσυσταίνω
κακοσυσταίνω	verb	δίνω άσχημες συστάσεις για κάποιον
κακοσυστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυστημένο
κακοσυστημένε	verb	κλητική ενικού του κακοσυστημένος
κακοσυστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοσυστημένη
κακοσυστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοσυστημένος
κακοσυστημένης	verb	γενική ενικού του κακοσυστημένη
κακοσυστημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοσυστημένος
κακοσυστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοσυστημένος
κακοσυστημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοσυσταίνω
κακοσυστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοσυστημένος
κακοσυστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοσυστημένος
κακοσυστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοσυστημένος
κακοσφυγμία	noun	ο ανώμαλος σφυγμός, που δεν είναι φυσιολογικός
κακοσφυγμίας	=	κακοσφυγμία
κακοσφυγμίες	=	κακοσφυγμία
κακοσφυγμιών	=	κακοσφυγμία
κακοσφυξία	noun	ο ανώμαλος σφυγμός, που δεν είναι φυσιολογικός
κακοσφυξίας	=	κακοσφυξία
κακοσφυξίες	=	κακοσφυξία
κακοσφυξιών	=	κακοσφυξία
κακοσύνες	=	κακοσύνη
κακοσύνη	noun	κακότητα
κακοσύνης	=	κακοσύνη
κακοτάξιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτάξιδο
κακοτάξιδε	adj	κλητική ενικού του κακοτάξιδος
κακοτάξιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτάξιδη
κακοτάξιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοτάξιδος
κακοτάξιδης	adj	γενική ενικού του κακοτάξιδη
κακοτάξιδο	adj	αιτιατική ενικού του κακοτάξιδος
κακοτάξιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοτάξιδος
κακοτάξιδος	adj	που κάνει κακό ταξίδι
κακοτάξιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοτάξιδος
κακοτάξιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοτάξιδος
κακοτάξιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοτάξιδος
κακοτέχνημα	noun|rare	έργο που παρουσιάζει κακοτεχνίες
κακοτέχνως	adv|formal	άλλη μορφή του κακότεχνα
κακοτήτων	=	κακότητα
κακοταίριασμα	noun	το παραταίριασμα, συνδυασμός παράταιρων συστατικών
κακοταιριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοταίριασμα
κακοταιριάσματος	noun	γενική ενικού του κακοταίριασμα
κακοταιριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κακοταίριασμα
κακοτεχνία	noun	η ιδιότητα του κακότεχνου, η έλλειψη καλού γούστου ή επιδεξιότητας κατά την κατασκευή ενός έργου
κακοτεχνίας	noun	γενική ενικού του κακοτεχνία
κακοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτεχνία
κακοτεχνίτες	=	κακοτεχνίτης
κακοτεχνίτη	=	κακοτεχνίτης
κακοτεχνίτης	noun	άτεχνος μάστορας ή βοηθός
κακοτεχνίτισσα	=	κακοτεχνίτης
κακοτεχνίτρια	=	κακοτεχνίτης
κακοτεχνιτών	=	κακοτεχνίτης
κακοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοτεχνία
κακοτοπιά	noun	ο τόπος επικίνδυνος ή δύσβατος
κακοτοπιάς	noun	γενική ενικού του κακοτοπιά
κακοτοπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτοπιά
κακοτοπιών	=	κακοτοπιά
κακοτράχαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτράχαλο
κακοτράχαλε	adj	κλητική ενικού του κακοτράχαλος
κακοτράχαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτράχαλη
κακοτράχαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοτράχαλος
κακοτράχαλης	adj	γενική ενικού του κακοτράχαλη
κακοτράχαλο	adj	αιτιατική ενικού του κακοτράχαλος
κακοτράχαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοτράχαλος
κακοτράχαλος	adj	βραχώδης δύσβατος
κακοτράχαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοτράχαλος
κακοτράχαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακοτράχαλος
κακοτράχαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοτράχαλος
κακοτροπία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του κακότροπου
κακοτροπίας	noun	γενική ενικού του κακοτροπία
κακοτροπίες	=	κακοτροπία
κακοτροπιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του κακοτροπία
κακοτροπιάς	=	κακοτροπιά
κακοτροπιές	=	κακοτροπιά
κακοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοτροπία
κακοτυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτυπωμένο
κακοτυπωμένε	verb	κλητική ενικού του κακοτυπωμένος
κακοτυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτυπωμένη
κακοτυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοτυπωμένος
κακοτυπωμένης	verb	γενική ενικού του κακοτυπωμένη
κακοτυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοτυπωμένος
κακοτυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοτυπωμένος
κακοτυπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοτυπώνω
κακοτυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοτυπωμένος
κακοτυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοτυπωμένος
κακοτυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοτυπωμένος
κακοτυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτυχία	noun	η άσχημη τύχη, το να συμβαίνουν σε κάποιον δυσάρεστα γεγονότα (που συχνά δεν μπορεί αυτός να ελέγχει)
κακοτυχίας	=	κακοτυχία
κακοτυχίες	=	κακοτυχία
κακοτυχίζαμε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζαν	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζανε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζατε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζει	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζεις	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζετε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζοντας	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζουμε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζουν	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζουνε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίζω	verb	άλλη μορφή του κακοτυχώ: είμαι κακότυχος, ατυχώ
κακοτυχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσαν	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίσανε	=	κακοτυχίζω
κακοτυχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτυχιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του κακοτυχία
κακοτυχιάς	noun	γενική ενικού του κακοτυχιά
κακοτυχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτυχιά
κακοτυχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτυχισμένο
κακοτυχισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοτυχισμένος
κακοτυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοτυχισμένη
κακοτυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοτυχισμένος
κακοτυχισμένης	verb	γενική ενικού του κακοτυχισμένη
κακοτυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοτυχισμένος
κακοτυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοτυχισμένος
κακοτυχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοτυχώ και κακοτυχίζω
κακοτυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοτυχισμένος
κακοτυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοτυχισμένος
κακοτυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοτυχισμένος
κακοτυχιών	=	κακοτυχία
κακοτυχώ	verb	έχω κακή τύχη, μου τυχαίνουν πολλά άσχημα πράγματα στη ζωή μου
κακοτύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχώ
κακοτύχιζα	=	κακοτυχίζω
κακοτύχιζαν	=	κακοτυχίζω
κακοτύχιζε	=	κακοτυχίζω
κακοτύχιζες	=	κακοτυχίζω
κακοτύχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτύχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτύχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακοτύχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοτυχίζω
κακουρέ	=	κακουρές
κακουρέδες	=	κακουρές
κακουρέδων	=	κακουρές
κακουρές	noun	κακοφτιαγμένος, αδύναμος, ανίσχυρος, ελαττωματικός
κακουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακούργημα
κακουργήματος	noun	γενική ενικού του κακούργημα
κακουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακουργία	noun	το να είναι κάποιος κακούργος, οι ενέργειες ή η ιδιότητα ενός κακούργου
κακουργίας	noun	γενική ενικού του κακουργία
κακουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουργία
κακουργεύω	verb	άλλη μορφή του κακουργώ
κακουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κακούργημα
κακουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουργημένο
κακουργημένε	verb	κλητική ενικού του κακουργημένος
κακουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουργημένη
κακουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακουργημένος
κακουργημένης	verb	γενική ενικού του κακουργημένη
κακουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακουργημένος
κακουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακουργημένος
κακουργημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακουργώ
κακουργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακουργημένος
κακουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακουργημένος
κακουργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακουργημένος
κακουργηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουργηματικό
κακουργηματικέ	adj	κλητική ενικού του κακουργηματικός
κακουργηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουργηματική
κακουργηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακουργηματικός
κακουργηματικής	adj	γενική ενικού του κακουργηματική
κακουργηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακουργηματικός
κακουργηματικού	adj	γενική ενικού του κακουργηματικός
κακουργηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακουργηματικός
κακουργηματικό	adj	αιτιατική ενικού του κακουργηματικός
κακουργηματικός	adj	που έχει σχέση με κακούργημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
κακουργηματικών	adj	γενική πληθυντικού του κακουργηματικός
κακουργιά	noun	άλλη μορφή του κακουργία
κακουργιάς	=	κακουργιά
κακουργιές	=	κακουργιά
κακουργιοδίκες	=	κακουργιοδίκης
κακουργιοδίκη	=	κακουργιοδίκης
κακουργιοδίκης	noun	δικαστής που δικάζει σε κακουργιοδικείο
κακουργιοδίκου	=	κακουργιοδίκης
κακουργιοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουργιοδικείο
κακουργιοδικείο	noun	δικαστήριο όπου δικάζονται κακουργήματα
κακουργιοδικείου	noun	γενική ενικού του κακουργιοδικείο
κακουργιοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του κακουργιοδικείο
κακουργιοδικεῖον	noun	το κακουργιοδικείο
κακουργιοδικών	=	κακουργιοδίκης
κακουργιών	noun	γενική πληθυντικού του κακουργία
κακουργοδικεία	=	κακουργοδικείο
κακουργοδικείο	noun	άλλη μορφή του κακουργιοδικείο
κακουργοδικείου	=	κακουργοδικείο
κακουργοδικείων	=	κακουργοδικείο
κακουργώ	verb	διαπράττω κακούργημα
κακουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κακουργώ
κακουχία	noun	μεγάλη σωματική ταλαιπωρία και στέρηση
κακουχίας	noun	γενική ενικού του κακουχία
κακουχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακουχία
κακουχιών	noun	γενική πληθυντικού του κακουχία
κακοφάνηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφαίνεται
κακοφάνηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφαίνεται
κακοφέρνομαι	verb	φέρνομαι κακά
κακοφέρσιμο	noun	η κακή συμπεριφορά προς κάποιον
κακοφαίνεται	verb	ενοχλεί, (με) δυσαρεστεί (κάτι)
κακοφαγία	noun	η κατανάλωση φαγητών τα οποία χαρακτηρίζονται κακής ποιότητας
κακοφαγίας	noun	γενική ενικού του κακοφαγία
κακοφαγίες	=	κακοφαγία
κακοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοφαγία
κακοφανίζεσαι	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίζεστε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίζεται	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίζομαι	verb|vulgar	μου κακοφαίνεται
κακοφανίζονται	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίζονταν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίζου	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίσου	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίστηκα	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίστηκαν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίστηκε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανίστηκες	=	κακοφανίζομαι
κακοφανεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοφαίνεται
κακοφανιζόμασταν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόμαστε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόμουν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόμουνα	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόντουσαν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόσασταν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόσαστε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόσουν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόσουνα	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζόταν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιζότανε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανισμέ	noun	κλητική ενικού του κακοφανισμός
κακοφανισμένος	=	κακοφανίζομαι
κακοφανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοφανισμός
κακοφανισμού	noun	γενική ενικού του κακοφανισμός
κακοφανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κακοφανισμός
κακοφανισμό	noun	αιτιατική ενικού του κακοφανισμός
κακοφανισμός	noun	δυσαρέσκεια
κακοφανισμών	noun	γενική πληθυντικού του κακοφανισμός
κακοφανιστήκαμε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιστήκαν	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιστήκανε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιστήκατε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιστεί	=	κακοφανίζομαι
κακοφανιστείτε	=	κακοφανίζομαι
κακοφανούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοφαίνεται
κακοφερσίματα	=	κακοφέρσιμο
κακοφερσίματος	=	κακοφέρσιμο
κακοφερσιμάτων	=	κακοφέρσιμο
κακοφημία	noun	το να είναι γνωστός κανείς για κακή του πράξη ή αρνητικό του χαρακτηριστικό
κακοφημίας	=	κακοφημία
κακοφημίες	=	κακοφημία
κακοφημιών	=	κακοφημία
κακοφορμίζαμε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζαν	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζανε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζατε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζει	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζεις	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζετε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζοντας	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζουμε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζουν	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζουνε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίζω	verb	μολύνομαι από μικρόβιο και εμφανίζεται πύο
κακοφορμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσαν	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίσανε	=	κακοφορμίζω
κακοφορμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσματα	=	κακοφόρμισμα
κακοφορμίσματος	=	κακοφόρμισμα
κακοφορμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφορμισμάτων	=	κακοφόρμισμα
κακοφορμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοφορμισμένο
κακοφορμισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοφορμισμένος
κακοφορμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοφορμισμένη
κακοφορμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοφορμισμένος
κακοφορμισμένης	verb	γενική ενικού του κακοφορμισμένη
κακοφορμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοφορμισμένος
κακοφορμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοφορμισμένος
κακοφορμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοφορμίζω
κακοφορμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοφορμισμένος
κακοφορμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοφορμισμένος
κακοφορμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοφορμισμένος
κακοφούντουλα	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλε	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλες	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλη	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλης	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλο	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλοι	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλος	adj	ατημέλητος, κακοντυμένος
κακοφούντουλου	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλους	=	κακοφούντουλος
κακοφούντουλων	=	κακοφούντουλος
κακοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοφτιαγμένο
κακοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του κακοφτιαγμένος
κακοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοφτιαγμένη
κακοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοφτιαγμένος
κακοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του κακοφτιαγμένη
κακοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοφτιαγμένος
κακοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοφτιαγμένος
κακοφτιαγμένος	verb	που έχει φτιαχτεί με άτεχνο τρόπο
κακοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοφτιαγμένος
κακοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοφτιαγμένος
κακοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοφτιαγμένος
κακοφωνία	noun	η εντύπωση που προκαλεί ένας δυσάρεστος ήχος ή η δυσάρεστη συνήχηση
κακοφωνίας	noun	γενική ενικού του κακοφωνία
κακοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοφωνία
κακοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοφωνία
κακοφόρμιζα	=	κακοφορμίζω
κακοφόρμιζαν	=	κακοφορμίζω
κακοφόρμιζε	=	κακοφορμίζω
κακοφόρμιζες	=	κακοφορμίζω
κακοφόρμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφόρμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφόρμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφόρμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοφορμίζω
κακοφόρμισμα	noun	το αποτέλεσμα του κακοφορμίζω, η μόλυνση και ο σχηματισμός πύου σε μια πληγή
κακοχειμωνιά	noun	χειμώνας με δύσκολες καιρικές συνθήκες
κακοχειμωνιάς	=	κακοχειμωνιά
κακοχειμωνιές	=	κακοχειμωνιά
κακοχειμωνιών	=	κακοχειμωνιά
κακοχρονίζαμε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζαν	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζανε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζατε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζει	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζεις	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζετε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζοντας	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζουμε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζουν	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζουνε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίζω	verb	καταριέμαι κάποιον να έχει κακό χρόνο, να μην του πάνε καλά τα πράγματα
κακοχρονίσαμε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίσαν	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίσανε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίσατε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίσει	=	κακοχρονίζω
κακοχρονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοχρόνισμα
κακοχρονίσματος	noun	γενική ενικού του κακοχρόνισμα
κακοχρονίστε	=	κακοχρονίζω
κακοχρονιά	noun	κακή χρονιά, έτος συμφορών
κακοχρονιάς	=	κακοχρονιά
κακοχρονιές	=	κακοχρονιά
κακοχρονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κακοχρόνισμα
κακοχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοχρονισμένο
κακοχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του κακοχρονισμένος
κακοχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοχρονισμένη
κακοχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοχρονισμένος
κακοχρονισμένης	verb	γενική ενικού του κακοχρονισμένη
κακοχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοχρονισμένος
κακοχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοχρονισμένος
κακοχρονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κακοχρονίζω
κακοχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοχρονισμένος
κακοχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοχρονισμένος
κακοχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοχρονισμένος
κακοχρονιών	=	κακοχρονιά
κακοχρόνιζα	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνιζαν	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνιζε	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνιζες	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνισα	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνισαν	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνισε	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνισες	=	κακοχρονίζω
κακοχρόνισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κακοχρονίζω
κακοχυμία	noun	η κακή κατάσταση των «χυμών» ενός οργανισμού και η συνακόλουθη ασθένεια που προκαλείται
κακοχυμίας	noun	γενική ενικού του κακοχυμία
κακοχυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοχυμία
κακοχυμιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοχυμία
κακοχωνέψαμε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνέψαν	=	κακοχωνεύω
κακοχωνέψανε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνέψατε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνέψει	=	κακοχωνεύω
κακοχωνέψτε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοχωνεμένο
κακοχωνεμένε	verb	κλητική ενικού του κακοχωνεμένος
κακοχωνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοχωνεμένη
κακοχωνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοχωνεμένος
κακοχωνεμένης	verb	γενική ενικού του κακοχωνεμένη
κακοχωνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοχωνεμένος
κακοχωνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοχωνεμένος
κακοχωνεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοχωνεύω
κακοχωνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοχωνεμένος
κακοχωνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοχωνεμένος
κακοχωνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοχωνεμένος
κακοχωνεύαμε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύαν	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύανε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύατε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύει	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύεις	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύετε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύομαι	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύοντας	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύουμε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύουν	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύουνε	=	κακοχωνεύω
κακοχωνεύω	verb	δεν χωνεύω καλά (κάποια τροφή), έχω δυσπεψία
κακοχώνευα	=	κακοχωνεύω
κακοχώνευαν	=	κακοχωνεύω
κακοχώνευε	=	κακοχωνεύω
κακοχώνευες	=	κακοχωνεύω
κακοχώνευτα	adv	με κακοχώνευτο τρόπο
κακοχώνευτε	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτες	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτη	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτης	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτο	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτοι	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτος	adj	που χωνεύται με δυσκολία
κακοχώνευτου	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτους	=	κακοχώνευτος
κακοχώνευτων	=	κακοχώνευτος
κακοχώνεψα	=	κακοχωνεύω
κακοχώνεψαν	=	κακοχωνεύω
κακοχώνεψε	=	κακοχωνεύω
κακοχώνεψες	=	κακοχωνεύω
κακοψήθηκα	=	κακοψήνομαι
κακοψήθηκαν	=	κακοψήνομαι
κακοψήθηκε	=	κακοψήνομαι
κακοψήθηκες	=	κακοψήνομαι
κακοψήναμε	=	κακοψήνω
κακοψήναν	=	κακοψήνω
κακοψήνανε	=	κακοψήνω
κακοψήνατε	=	κακοψήνω
κακοψήνει	=	κακοψήνω
κακοψήνεις	=	κακοψήνω
κακοψήνεσαι	=	κακοψήνομαι
κακοψήνεστε	=	κακοψήνομαι
κακοψήνεται	=	κακοψήνομαι
κακοψήνετε	=	κακοψήνω
κακοψήνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κακοψήνω
κακοψήνονται	=	κακοψήνομαι
κακοψήνονταν	=	κακοψήνομαι
κακοψήνοντας	=	κακοψήνω
κακοψήνου	=	κακοψήνομαι
κακοψήνουμε	=	κακοψήνω
κακοψήνουν	=	κακοψήνω
κακοψήνουνε	=	κακοψήνω
κακοψήνω	verb	ψήνω άσχημα
κακοψήσαμε	=	κακοψήνω
κακοψήσαν	=	κακοψήνω
κακοψήσανε	=	κακοψήνω
κακοψήσατε	=	κακοψήνω
κακοψήσει	=	κακοψήνω
κακοψήσου	=	κακοψήνομαι
κακοψήστε	=	κακοψήνω
κακοψηθήκαμε	=	κακοψήνομαι
κακοψηθήκαν	=	κακοψήνομαι
κακοψηθήκανε	=	κακοψήνομαι
κακοψηθήκατε	=	κακοψήνομαι
κακοψηθεί	=	κακοψήνομαι
κακοψηθείτε	=	κακοψήνομαι
κακοψημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοψημένο
κακοψημένε	verb	κλητική ενικού του κακοψημένος
κακοψημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοψημένη
κακοψημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακοψημένος
κακοψημένης	verb	γενική ενικού του κακοψημένη
κακοψημένο	verb	αιτιατική ενικού του κακοψημένος
κακοψημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακοψημένος
κακοψημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοψήνω
κακοψημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακοψημένος
κακοψημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κακοψημένος
κακοψημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακοψημένος
κακοψηνόμασταν	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόμαστε	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόμουν	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόμουνα	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόντουσαν	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόσασταν	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόσαστε	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόσουν	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόσουνα	=	κακοψήνομαι
κακοψηνόταν	=	κακοψήνομαι
κακοψηνότανε	=	κακοψήνομαι
κακοψυχάω	verb|rare	είμαι κακόψυχος
κακοψυχία	noun	το να είναι κάποιος κακόψυχος, η ιδιότητα του κακόψυχου
κακοψυχίας	noun	γενική ενικού του κακοψυχία
κακοψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακοψυχία
κακοψυχιά	noun|vulgar	η κακοψυχία
κακοψυχιάς	=	κακοψυχιά
κακοψυχιές	=	κακοψυχιά
κακοψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του κακοψυχία
κακοψυχώ	verb|rare	είμαι κακόψυχος
κακοψύχι	noun|vulgar	η κακοψυχία
κακοψύχια	=	κακοψύχι
κακού	adj	γενική ενικού του κακός
κακούλα	=	κακούλης
κακούλας	=	κακούλης
κακούλες	=	κακούλης
κακούλη	=	κακούλης
κακούληδες	=	κακούλης
κακούληδων	=	κακούλης
κακούλης	adj	κάπως κακός· ξινός, λίγο θυμωμένος και αντιδραστικός
κακούλικα	=	κακούλης
κακούλικο	=	κακούλης
κακούλικου	=	κακούλης
κακούλικων	=	κακούλης
κακούργα	noun	θηλυκό του κακούργος
κακούργας	=	κακούργα
κακούργε	=	κακούργος
κακούργες	=	κακούργα
κακούργημα	noun	η βαρύτερη μορφή ποινικού αδικήματος
κακούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακουργώ
κακούργικά	=	κακούργικος
κακούργικέ	=	κακούργικος
κακούργικές	=	κακούργικος
κακούργική	=	κακούργικος
κακούργικής	=	κακούργικος
κακούργικοί	=	κακούργικος
κακούργικος	adj	άλλη μορφή του κακουργηματικός
κακούργικού	=	κακούργικος
κακούργικούς	=	κακούργικος
κακούργικό	=	κακούργικος
κακούργικός	=	κακούργικος
κακούργικών	=	κακούργικος
κακούργο	=	κακούργος
κακούργοι	=	κακούργος
κακούργος	noun	ο κακοποιός, ο εγκληματίας, ο απατεώνας
κακούργου	noun	γενική ενικού του κακούργος
κακούργους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κακούργος
κακούργων	=	κακούργος
κακούρη	=	κακούρης
κακούρηδες	=	κακούρης
κακούρηδων	=	κακούρης
κακούρης	noun	αδύναμος, ελαττωματικός, ανίσχυρος
κακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακός
κακπ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Καρπάθου
κακτάκι	noun	υποκοριστικό του κάκτος
κακτάκια	=	κακτάκι
κακτα	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Καστοριάς
κακτοειδές	noun	φυτό της οικογένειας Cactaceae, που είναι δικοτυλήδονο, έχει αγκάθια κι αντέχει στην ξηρασία
κακτοειδή	=	κακτοειδής
κακτοειδής	adj	που περιλαμβάνει φυτά της οικογένειας Cactaceae, που είναι δικοτυλήδονα, έχουν αγκάθια κι αντέχουν στην ξηρασία
κακτοειδείς	=	κακτοειδής
κακτοειδούς	=	κακτοειδής
κακτοειδών	=	κακτοειδής
κακτωδών	=	κακτώδης
κακτώδεις	=	κακτώδης
κακτώδες	=	κακτώδης
κακτώδη	=	κακτώδης
κακτώδης	adj	άλλη μορφή του κακτοειδής
κακτώδους	=	κακτώδης
κακφ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Κεφαλονιάς
κακωι	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Κω
κακωνυμία	noun|formal	η ιδιότητα του κακώνυμου, η κακή φήμη
κακωνυμίας	noun	γενική ενικού του κακωνυμία
κακωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακωνυμία
κακωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του κακωνυμία
κακωνύμου	=	κακώνυμο
κακωνύμων	=	κακώνυμο
κακό	adj	αιτιατική ενικού του κακός	noun	συμφορά, καταστροφικό γεγονός, π.χ. πυρκαγιά, πόλεμος, αρρώστια κλπ
κακόβολα	adv	με δύστροπο φέρσιμο
κακόβολε	=	κακόβολος
κακόβολες	=	κακόβολος
κακόβολη	=	κακόβολος
κακόβολης	=	κακόβολος
κακόβολο	=	κακόβολος
κακόβολοι	=	κακόβολος
κακόβολος	adj	που έχει δύστροπο χαρακτήρα
κακόβολου	=	κακόβολος
κακόβολους	=	κακόβολος
κακόβολων	=	κακόβολος
κακόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόβουλο
κακόβουλε	adj	κλητική ενικού του κακόβουλος
κακόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόβουλη
κακόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόβουλος
κακόβουλης	adj	γενική ενικού του κακόβουλη
κακόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του κακόβουλος
κακόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόβουλος
κακόβουλος	adj	που ελπίζει και προσπαθεί να προκαλέσει κακό
κακόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακόβουλος
κακόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόβουλος
κακόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόβουλος
κακόβραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόβραστο
κακόβραστε	adj	κλητική ενικού του κακόβραστος
κακόβραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόβραστη
κακόβραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόβραστος
κακόβραστης	adj	γενική ενικού του κακόβραστη
κακόβραστο	adj	αιτιατική ενικού του κακόβραστος
κακόβραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόβραστος
κακόβραστος	adj	που δύσκολα βράζει
κακόβραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακόβραστος
κακόβραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόβραστος
κακόβραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόβραστος
κακόγεννη	adj	κακογεννήτρα
κακόγλωσσα	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσε	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσες	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσση	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσης	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσο	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσοι	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσος	adj	που αρέσκεται να λέει κακό σε βάρος των συνανθρώπων του
κακόγλωσσου	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσους	=	κακόγλωσσος
κακόγλωσσων	=	κακόγλωσσος
κακόγνωμα	=	κακόγνωμος
κακόγνωμε	=	κακόγνωμος
κακόγνωμες	=	κακόγνωμος
κακόγνωμη	=	κακόγνωμος
κακόγνωμης	=	κακόγνωμος
κακόγνωμο	=	κακόγνωμος
κακόγνωμοι	=	κακόγνωμος
κακόγνωμος	adj	που έχει κακό και δύσκολο χαρακτήρα
κακόγνωμου	=	κακόγνωμος
κακόγνωμους	=	κακόγνωμος
κακόγνωμων	=	κακόγνωμος
κακόγουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κακόγουστος	adv	με έλλειψη καλαισθησίας, καλού γούστου
κακόγουστε	adj	κλητική ενικού του κακόγουστος
κακόγουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόγουστη
κακόγουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόγουστος
κακόγουστης	adj	γενική ενικού του κακόγουστη
κακόγουστο	adj	αιτιατική ενικού του κακόγουστος
κακόγουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόγουστος
κακόγουστος	adj	που έχει γίνει με έλλειψη καλαισθησίας, καλού γούστου
κακόγουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακόγουστος
κακόγουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόγουστος
κακόγουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόγουστος
κακόδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόδοξο	adv	με κακόδοξο τρόπο
κακόδοξε	adj	κλητική ενικού του κακόδοξος
κακόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόδοξη
κακόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόδοξος
κακόδοξης	adj	γενική ενικού του κακόδοξη
κακόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του κακόδοξος
κακόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόδοξος
κακόδοξος	adj	που έχει εσφαλμένες απόψεις και πίστη σε θρησκευτικά ή δογματικά ζητήματα
κακόδοξου	adj	γενική ενικού του κακόδοξος
κακόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόδοξος
κακόδοξων	adj	γενική πληθυντικού του κακόδοξος
κακόζηλα	adv	μιμούμενος άσχημα ή αδέξια (κάτι)
κακόζηλε	adj	κλητική ενικού του κακόζηλος
κακόζηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόζηλη
κακόζηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόζηλος
κακόζηλης	adj	γενική ενικού του κακόζηλη
κακόζηλο	adj	αιτιατική ενικού του κακόζηλος
κακόζηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόζηλος
κακόζηλος	adj	που μιμείται άσχημα και αδέξια κάποιον
κακόζηλου	adj	γενική ενικού του κακόζηλος
κακόζηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόζηλος
κακόζηλων	adj	γενική πληθυντικού του κακόζηλος
κακόηθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κακοήθης
κακόηχα	adv	με κακόηχο τρόπο
κακόηχε	adj	κλητική ενικού του κακόηχος
κακόηχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόηχη
κακόηχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόηχος
κακόηχης	adj	γενική ενικού του κακόηχη
κακόηχο	adj	αιτιατική ενικού του κακόηχος
κακόηχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόηχος
κακόηχος	adj	που δεν ακούγεται ευχάριστα (παράφωνος, με παράσιτα, συριγμούς κ.λπ.)
κακόηχου	adj	γενική ενικού του κακόηχος
κακόηχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόηχος
κακόηχων	adj	γενική πληθυντικού του κακόηχος
κακόθελα	=	κακόθελος
κακόθελε	=	κακόθελος
κακόθελες	=	κακόθελος
κακόθελη	=	κακόθελος
κακόθελης	=	κακόθελος
κακόθελο	=	κακόθελος
κακόθελοι	=	κακόθελος
κακόθελος	noun	άλλη μορφή του κακοθελητής
κακόθελου	=	κακόθελος
κακόθελους	=	κακόθελος
κακόθελων	=	κακόθελος
κακόθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόθυμο
κακόθυμε	adj	κλητική ενικού του κακόθυμος
κακόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόθυμη
κακόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόθυμος
κακόθυμης	adj	γενική ενικού του κακόθυμη
κακόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του κακόθυμος
κακόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόθυμος
κακόθυμος	adj	δύσθυμος, κακοδιάθετος
κακόθυμου	adj	γενική ενικού του κακόθυμος
κακόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόθυμος
κακόθυμων	adj	γενική πληθυντικού του κακόθυμος
κακόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόκαρδο
κακόκαρδε	adj	κλητική ενικού του κακόκαρδος
κακόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόκαρδη
κακόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόκαρδος
κακόκαρδης	adj	γενική ενικού του κακόκαρδη
κακόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του κακόκαρδος
κακόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόκαρδος
κακόκαρδος	adj	άτομο που έχει κακή καρδιά, που τρέφει για τους συνανθρώπους του φθόνο και κακία
κακόκαρδου	adj	γενική ενικού του κακόκαρδος
κακόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόκαρδος
κακόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού του κακόκαρδος
κακόκεφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόκεφο
κακόκεφε	adj	κλητική ενικού του κακόκεφος
κακόκεφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόκεφη
κακόκεφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόκεφος
κακόκεφης	adj	γενική ενικού του κακόκεφη
κακόκεφο	adj	αιτιατική ενικού του κακόκεφος
κακόκεφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόκεφος
κακόκεφος	adj	που δεν έχει κέφι, που έχει κακή διάθεση
κακόκεφου	adj	γενική ενικού του κακόκεφος
κακόκεφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόκεφος
κακόκεφων	adj	γενική πληθυντικού του κακόκεφος
κακόλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόλογο
κακόλογε	adj	κλητική ενικού του κακόλογος
κακόλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόλογη
κακόλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόλογος
κακόλογης	adj	γενική ενικού του κακόλογη
κακόλογο	adj	αιτιατική ενικού του κακόλογος
κακόλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόλογος
κακόλογος	adj	που κακολογεί
κακόλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακόλογος
κακόλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόλογος
κακόλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόλογος
κακόμαθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακόμαθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακόμαθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακόμαθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακομαθαίνω
κακόμοιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόμοιρο
κακόμοιρε	adj	κλητική ενικού του κακόμοιρος
κακόμοιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόμοιρη
κακόμοιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόμοιρος
κακόμοιρης	adj	γενική ενικού του κακόμοιρη
κακόμοιρο	adj	αιτιατική ενικού του κακόμοιρος
κακόμοιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόμοιρος
κακόμοιρος	adj	πάρα πολύ δυστυχισμένος
κακόμοιρου	adj	γενική ενικού του κακόμοιρος
κακόμοιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόμοιρος
κακόμοιρων	adj	γενική πληθυντικού του κακόμοιρος
κακόμορφα	adv	με κακόμορφο τρόπο
κακόνοια	noun	δυσμένεια, συνειδητή κακοβουλία, εχθρική διάθεση, κακεντρέχεια
κακόνοιας	noun	γενική ενικού του κακόνοια
κακόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόνοια
κακόνομα	=	κακόνομος
κακόνομε	=	κακόνομος
κακόνομες	=	κακόνομος
κακόνομη	=	κακόνομος
κακόνομης	=	κακόνομος
κακόνομο	=	κακόνομος
κακόνομοι	=	κακόνομος
κακόνομος	adj	που κυβερνιέται / διοικείται με κακούς νόμους
κακόνομου	=	κακόνομος
κακόνομους	=	κακόνομος
κακόνομων	=	κακόνομος
κακόπαθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακόπαθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακόπαθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακόπαθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπαθαίνω
κακόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόπαιδο
κακόπαιδο	noun	το κακό παιδί, το άτακτο
κακόπαιδου	noun	γενική ενικού του κακόπαιδο
κακόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του κακόπαιδο
κακόπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακόπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακόπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακόπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κακοπέφτω
κακόπιστα	adv	με κακόπιστο τρόπο, με κακοπιστία
κακόπιστε	adj	κλητική ενικού του κακόπιστος
κακόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόπιστη
κακόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόπιστος
κακόπιστης	adj	γενική ενικού του κακόπιστη
κακόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του κακόπιστος
κακόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόπιστος
κακόπιστος	adj	που έχει κακή πίστη, που είναι προδιατεθειμένος αρνητικά
κακόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακόπιστος
κακόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόπιστος
κακόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόπιστος
κακόπραγα	=	κακόπραγος
κακόπραγε	=	κακόπραγος
κακόπραγες	=	κακόπραγος
κακόπραγη	=	κακόπραγος
κακόπραγης	=	κακόπραγος
κακόπραγο	=	κακόπραγος
κακόπραγοι	=	κακόπραγος
κακόπραγος	adj	που φέρνει κακή τύχη
κακόπραγου	=	κακόπραγος
κακόπραγους	=	κακόπραγος
κακόπραγων	=	κακόπραγος
κακός	adj	που δεν αναγνωρίζεται ως χρήσιμος, ωφέλιμος, που προκαλεί την αποδοκιμασία για το ήθος και την ποιότητά του.
κακόσαρκα	=	κακόσαρκος
κακόσαρκε	=	κακόσαρκος
κακόσαρκες	=	κακόσαρκος
κακόσαρκη	=	κακόσαρκος
κακόσαρκης	=	κακόσαρκος
κακόσαρκο	=	κακόσαρκος
κακόσαρκοι	=	κακόσαρκος
κακόσαρκος	adj	που δεν επουλώνονται εύκολα οι πληγές του
κακόσαρκου	=	κακόσαρκος
κακόσαρκους	=	κακόσαρκος
κακόσαρκων	=	κακόσαρκος
κακόσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόσημο
κακόσημε	adj	κλητική ενικού του κακόσημος
κακόσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόσημη
κακόσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόσημος
κακόσημης	adj	γενική ενικού του κακόσημη
κακόσημο	adj	αιτιατική ενικού του κακόσημος
κακόσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόσημος
κακόσημος	adj	που έχει αρνητική σημασία
κακόσημου	adj	γενική ενικού του κακόσημος
κακόσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόσημος
κακόσημων	adj	γενική πληθυντικού του κακόσημος
κακόσμως	adv|archaic	με κακοσμία
κακόστομα	=	κακόστομος
κακόστομε	=	κακόστομος
κακόστομες	=	κακόστομος
κακόστομη	=	κακόστομος
κακόστομης	=	κακόστομος
κακόστομο	=	κακόστομος
κακόστομοι	=	κακόστομος
κακόστομος	adj|formal	που κακολογεί ή υβρίζει
κακόστομου	=	κακόστομος
κακόστομους	=	κακόστομος
κακόστομων	=	κακόστομος
κακόσχημα	=	κακόσχημος
κακόσχημε	=	κακόσχημος
κακόσχημες	=	κακόσχημος
κακόσχημη	=	κακόσχημος
κακόσχημης	=	κακόσχημος
κακόσχημο	=	κακόσχημος
κακόσχημοι	=	κακόσχημος
κακόσχημος	adj	που έχει κακό σχήμα /μορφή
κακόσχημου	=	κακόσχημος
κακόσχημους	=	κακόσχημος
κακόσχημων	=	κακόσχημος
κακότεχνα	adv	με κακότεχνο τρόπο
κακότεχνε	=	κακότεχνος
κακότεχνες	=	κακότεχνος
κακότεχνη	=	κακότεχνος
κακότεχνης	=	κακότεχνος
κακότεχνο	=	κακότεχνος
κακότεχνοι	=	κακότεχνος
κακότεχνος	adj	που είναι κακά φτιαγμένος, με τρόπο ακαλαίσθητο, άτεχνο ή πρόχειρο
κακότεχνου	adj	γενική ενικού του κακότεχνος
κακότεχνους	=	κακότεχνος
κακότεχνων	=	κακότεχνος
κακότητα	noun	η ιδιότητα του κακού
κακότητας	noun	γενική ενικού του κακότητα
κακότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακότητα
κακότροπα	=	κακότροπος
κακότροπε	=	κακότροπος
κακότροπες	=	κακότροπος
κακότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακότροπος
κακότροπης	=	κακότροπος
κακότροπο	=	κακότροπος
κακότροποι	=	κακότροπος
κακότροπος	adj	δύστροπος, απότομος, ψυχρός κι αναίτια αγενής· που δεν σέβεται τα κόσμια ήθη συναναστροφής
κακότροπου	=	κακότροπος
κακότροπους	=	κακότροπος
κακότροπων	=	κακότροπος
κακότυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακότυχο
κακότυχε	adj	κλητική ενικού του κακότυχος
κακότυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακότυχη
κακότυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακότυχος
κακότυχης	adj	γενική ενικού του κακότυχη
κακότυχο	adj	αιτιατική ενικού του κακότυχος
κακότυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακότυχος
κακότυχος	adj	που του έτυχαν άσχημα γεγονότα στη ζωή του, που έχει κακή τύχη
κακότυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακότυχος
κακότυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακότυχος
κακότυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακότυχος
κακόφημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόφημο
κακόφημε	adj	κλητική ενικού του κακόφημος
κακόφημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόφημη
κακόφημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόφημος
κακόφημης	adj	γενική ενικού του κακόφημη
κακόφημο	adj	αιτιατική ενικού του κακόφημος
κακόφημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόφημος
κακόφημος	adj	που έχει αποκτήσει κακή φήμη, δεν έχει καλό «όνομα»
κακόφημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακόφημος
κακόφημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόφημος
κακόφημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόφημος
κακόφωνα	=	κακόφωνος
κακόφωνε	=	κακόφωνος
κακόφωνες	=	κακόφωνος
κακόφωνη	=	κακόφωνος
κακόφωνης	=	κακόφωνος
κακόφωνο	=	κακόφωνος
κακόφωνοι	=	κακόφωνος
κακόφωνος	adj	που έχει άσχημη, δυσάρεστη φωνή
κακόφωνου	=	κακόφωνος
κακόφωνους	=	κακόφωνος
κακόφωνων	=	κακόφωνος
κακόχυμα	=	κακόχυμος
κακόχυμε	=	κακόχυμος
κακόχυμες	=	κακόχυμος
κακόχυμη	=	κακόχυμος
κακόχυμης	=	κακόχυμος
κακόχυμο	=	κακόχυμος
κακόχυμοι	=	κακόχυμος
κακόχυμος	adj	που πάσχει από κακοχυμία
κακόχυμου	=	κακόχυμος
κακόχυμους	=	κακόχυμος
κακόχυμων	=	κακόχυμος
κακόψηνε	=	κακοψήνω
κακόψησε	=	κακοψήνω
κακόψυχα	adv	με κακόψυχο τρόπο
κακόψυχε	adj	κλητική ενικού του κακόψυχος
κακόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακόψυχη
κακόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακόψυχος
κακόψυχης	adj	γενική ενικού του κακόψυχη
κακόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του κακόψυχος
κακόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακόψυχος
κακόψυχος	adj	που έχει κακή ψυχή
κακόψυχου	adj	γενική ενικού του κακόψυχος
κακόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακόψυχος
κακόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακόψυχος
κακών	adj	γενική πληθυντικού του κακός
κακώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακώνυμο
κακώνυμε	adj	κλητική ενικού του κακώνυμος
κακώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κακώνυμη
κακώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κακώνυμος
κακώνυμης	adj	γενική ενικού του κακώνυμη
κακώνυμο	noun	όνομα με αρνητική σημασία	adj	αιτιατική ενικού του κακώνυμος
κακώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κακώνυμος
κακώνυμος	adj|formal	που έχει κακό όνομα, κακή φήμη
κακώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κακώνυμος
κακώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κακώνυμος
κακώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κακώνυμος
κακώς	adv	με μη σωστό ή άσχημο τρόπο
κακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάκωση
κακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κάκωση
κακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κάκωση
καλά	adv	με καλό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (καλό) του καλός
καλάγι	noun|literary	ο κασσίτερος, ο ψευδάργυρος
καλάγια	=	καλάγι
καλάγκαθι	=	καλάγκαθο
καλάγκαθια	=	καλάγκαθο
καλάγκαθο	noun	η καλάγγουρα, το είδος Carlina gummifera
καλάζνικοφ	noun	γραφή της προφοράς του καλάσνικοφ
καλάθα	noun	μεγεθυντικό του καλάθι
καλάθας	noun	γενική ενικού του καλάθα
καλάθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάθα
καλάθι	noun	σκεύος από πλεγμένο καλάμι για προσωρινή αποθήκευση και μεταφορά αντικειμένων, όπως φρούτων και λαχανικών
καλάθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάθι
καλάθιαζα	=	καλαθιάζω
καλάθιαζαν	=	καλαθιάζω
καλάθιαζε	=	καλαθιάζω
καλάθιαζες	=	καλαθιάζω
καλάθιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλάθιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλάθιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλάθιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλάθου	noun	γενική ενικού του κάλαθος
καλάθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάλαθος
καλάθων	noun	γενική πληθυντικού του κάλαθος
καλάι	noun	συγκολλητικό κράμα κασσίτερου με μόλυβδο, χαλκό ή άργυρο
καλάισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλαΐζω
καλάμες	=	καλάμη
καλάμη	noun|archaic	το στέλεχος του σιταριού ή άλλων δημητριακών καθώς και (κατ’ επέκταση) ό,τι απομένει στο χώμα μετά τον θερισμό
καλάμης	=	καλάμη
καλάμι	noun	πολυετές υδροχαρές φυτό με ευλύγιστο κούφιο ξυλώδη βλαστό που φτάνει σε μεγάλο ύψος
καλάμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάμι
καλάμινα	=	καλάμινος
καλάμινε	=	καλάμινος
καλάμινες	=	καλάμινος
καλάμινη	=	καλάμινος
καλάμινης	=	καλάμινος
καλάμινο	=	καλάμινος
καλάμινοι	=	καλάμινος
καλάμινος	adj	άλλη μορφή του καλαμένιος
καλάμινου	=	καλάμινος
καλάμινους	=	καλάμινος
καλάμινων	=	καλάμινος
καλάμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλαμίζω
καλάμου	noun	γενική ενικού του κάλαμος
καλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάλαμος
καλάμων	noun	γενική πληθυντικού του κάλαμος
καλάντων	=	κάλαντα
καλάραμε	=	καλάρω
καλάραν	=	καλάρω
καλάρανε	=	καλάρω
καλάρατε	=	καλάρω
καλάρει	=	καλάρω
καλάρεις	=	καλάρω
καλάρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλάρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλάρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλάρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλάρετε	=	καλάρω
καλάριζα	=	καλάρω
καλάριζαν	=	καλάρω
καλάριζε	=	καλάρω
καλάριζες	=	καλάρω
καλάρισα	=	καλάρω
καλάρισαν	=	καλάρω
καλάρισε	=	καλάρω
καλάρισες	=	καλάρω
καλάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλάρω
καλάρομε	=	καλάρω
καλάροντας	=	καλάρω
καλάρουμε	=	καλάρω
καλάρουν	=	καλάρω
καλάρουνε	=	καλάρω
καλάρω	verb	ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα
καλάσνικοφ	noun	είδος ανθεκτικού υποπολυβόλου
καλέ	adj	κλητική ενικού του καλός	intj|informal	κάλεσμα προσώπου χωρίς να χρησιμοποιούμε το όνομά του, ή όταν απευθυνόμαστε σε άτομο που μας είναι άγνωστο
καλέδες	=	καλές
καλέδων	=	καλές
καλέμι	noun	λεπτή σμίλη, εργαλείο του ξυλουργού και του λιθοξόου
καλέμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλέμι
καλένδες	noun	η πρώτη ημέρα του μήνα
καλέντουλα	noun	μονοετές αγριολούλουδο της τάξης των σύνθετων με κίτρινα ή πορτοκαλί άνθη
καλέντουλας	=	καλέντουλα
καλέντουλες	=	καλέντουλα
καλέντουλων	=	καλέντουλα
καλένω	verb	προσκαλώ
καλές	noun	το κάστρο, το φρούριο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλή
καλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσαν	=	καλώ
καλέσανε	=	καλώ
καλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσιμος	adj	που δύναται/γίνεται να καλεστεί
καλέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλεσμα
καλέσματος	noun	γενική ενικού του κάλεσμα
καλέσου	=	καλώ
καλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέσουνε	=	καλώ
καλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλέστηκα	=	καλώ
καλέστηκαν	=	καλώ
καλέστηκε	=	καλώ
καλέστηκες	=	καλώ
καλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλώ
καλή	noun	η πλευρά ενός υφάσματος, ρούχου ή γενικά επίπεδου αντικειμένου που θεωρείται ότι είναι η εξωτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλός
καλήμερα	noun	έθιμο της παραμονής των Φώτων στην Ευρυτανία
καλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (καλή) του καλός
καλίγα	noun	υπόδημα (είδος αρβύλας) που φορούσαν οι ρωμαίοι ή βυζαντινοί στρατιώτες
καλίγας	noun	γενική ενικού του καλίγα
καλίγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλίγα
καλίγωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καλιγώνω
καλίγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλίγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλίγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλίγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλίκωση	noun	υπόδηση, παπούτσια
καλίκωσης	=	καλίκωση
καλίμπρα	noun	μηχάνημα ευθυγράμμισης για το σασί αυτοκινήτου που έχει στρεβλώσεις μετά από σύγκρουση
καλίμπρας	noun	γενική ενικού του καλίμπρα
καλίμπρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλίμπρα
καλίου	noun	γενική ενικού του κάλιο
καλίφης	noun	μουσουλμάνος ηγεμόνας , απόγονος του Μωάμεθ
καλίων	=	κάλιο
καλαΐζω	verb	κασσιτερώνω, επικασσιτερώνω, γανώνω
καλαΐσματα	=	καλάισμα
καλαΐσματος	=	καλάισμα
καλαίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλαίσθητος	adv	με καλαίσθητο τρόπο
καλαίσθητε	adj	κλητική ενικού του καλαίσθητος
καλαίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαίσθητη
καλαίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαίσθητος
καλαίσθητης	adj	γενική ενικού του καλαίσθητη
καλαίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του καλαίσθητος
καλαίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαίσθητος
καλαίσθητος	adj	που έχει την αίσθηση του ωραίου, του όμορφου
καλαίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλαίσθητος
καλαίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλαίσθητος
καλαίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλαίσθητος
καλααζάρ	noun	η λεϊσμανίαση
καλαβρέζικα	noun	η γλώσσα που μιλιέται στην Καλαβρία της Ιταλίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλαβρέζικος
καλαβρέζικε	adj	κλητική ενικού του καλαβρέζικος
καλαβρέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαβρέζικη
καλαβρέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαβρέζικος
καλαβρέζικης	adj	γενική ενικού του καλαβρέζικη
καλαβρέζικο	adj	αιτιατική ενικού του καλαβρέζικος
καλαβρέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαβρέζικος
καλαβρέζικος	adj	σχετικός με την Καλαβρία ή τους κατοίκους της
καλαβρέζικου	adj	γενική ενικού του καλαβρέζικος
καλαβρέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλαβρέζικος
καλαβρέζικων	adj	γενική πληθυντικού του καλαβρέζικος
καλαγιού	=	καλάγι
καλαγιών	=	καλάγι
καλαγκάθι	noun|vulgar	απόστημα σε παρωνυχίδα
καλαγκάθια	=	καλαγκάθι
καλαγκαθιού	=	καλαγκάθι
καλαγκαθιών	=	καλαγκάθι
καλαζάρ	noun	η λεϊσμανίαση
καλαθά	=	καλαθάς
καλαθάδες	=	καλαθάς
καλαθάδων	=	καλαθάς
καλαθάκι	noun	το μικρό καλάθι.
καλαθάκια	=	καλαθάκι
καλαθάρα	noun	μεγάλο καλάθι
καλαθάρας	=	καλαθάρα
καλαθάρες	=	καλαθάρα
καλαθάς	noun	αυτός που φτιάχνει καλάθια
καλαθιά	noun	όσο χωράει ένα καλάθι
καλαθιάζαμε	=	καλαθιάζω
καλαθιάζαν	=	καλαθιάζω
καλαθιάζανε	=	καλαθιάζω
καλαθιάζατε	=	καλαθιάζω
καλαθιάζει	=	καλαθιάζω
καλαθιάζεις	=	καλαθιάζω
καλαθιάζετε	=	καλαθιάζω
καλαθιάζοντας	=	καλαθιάζω
καλαθιάζουμε	=	καλαθιάζω
καλαθιάζουν	=	καλαθιάζω
καλαθιάζουνε	=	καλαθιάζω
καλαθιάζω	verb	βάζω μια ποσότητα προϊόντων σε καλάθια
καλαθιάς	noun	γενική ενικού του καλαθιά
καλαθιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσαν	=	καλαθιάζω
καλαθιάσανε	=	καλαθιάζω
καλαθιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαθιάζω
καλαθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθιά
καλαθιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθιασμένο
καλαθιασμένε	verb	κλητική ενικού του καλαθιασμένος
καλαθιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθιασμένη
καλαθιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαθιασμένος
καλαθιασμένης	verb	γενική ενικού του καλαθιασμένη
καλαθιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλαθιασμένος
καλαθιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαθιασμένος
καλαθιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλαθιάζω
καλαθιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλαθιασμένος
καλαθιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλαθιασμένος
καλαθιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλαθιασμένος
καλαθιού	noun	γενική ενικού του καλάθι
καλαθιών	noun	γενική ενικού του καλάθι
καλαθοπλέκτες	=	καλαθοπλέκτης
καλαθοπλέκτη	=	καλαθοπλέκτης
καλαθοπλέκτης	noun	αυτός που (επαγγελματικά) πλέκει καλάθια
καλαθοπλέκτρια	noun	θηλυκό του καλαθοπλέκτης
καλαθοπλέκτριας	=	καλαθοπλέκτρια
καλαθοπλέκτριες	=	καλαθοπλέκτρια
καλαθοπλεκτικές	=	καλαθοπλεκτική
καλαθοπλεκτική	noun	η τεχνική του πλεξίματος καλαθιών
καλαθοπλεκτικής	=	καλαθοπλεκτική
καλαθοπλεκτικών	=	καλαθοπλεκτική
καλαθοπλεκτριών	=	καλαθοπλέκτρια
καλαθοπλεκτών	=	καλαθοπλέκτης
καλαθοπλεχτικές	=	καλαθοπλεχτική
καλαθοπλεχτική	noun	άλλη μορφή του καλαθοπλεκτική
καλαθοπλεχτικής	=	καλαθοπλεχτική
καλαθοπλεχτικών	=	καλαθοπλεχτική
καλαθοποιέ	noun	κλητική ενικού του καλαθοποιός
καλαθοποιία	noun	η κατασκευή καλαθιών
καλαθοποιίας	noun	γενική ενικού του καλαθοποιία
καλαθοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθοποιία
καλαθοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του καλαθοποιία
καλαθοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαθοποιός
καλαθοποιού	noun	γενική ενικού του καλαθοποιός
καλαθοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλαθοποιός
καλαθοποιό	noun	αιτιατική ενικού του καλαθοποιός
καλαθοποιός	noun	που φτιάχνει καλάθια
καλαθοποιών	noun	γενική πληθυντικού του καλαθοποιός
καλαθοσφαίριση	noun|formal	το μπάσκετ
καλαθοσφαίρισης	noun	γενική ενικού του καλαθοσφαίριση
καλαθοσφαιρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθοσφαίριση
καλαθοσφαιρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του καλαθοσφαίριση
καλαθοσφαιρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του καλαθοσφαίριση
καλαθοσφαιρίστρια	noun	καλαθοσφαιριστής
καλαθοσφαιρίστριας	noun	γενική ενικού του καλαθοσφαιρίστρια
καλαθοσφαιρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθοσφαιρίστρια
καλαθοσφαιρικά	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικέ	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικές	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρική	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικής	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικοί	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικού	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικούς	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικό	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιρικός	adj|formal	που σχετίζεται με το μπάσκετ (καλαθοσφαίριση)
καλαθοσφαιρικών	=	καλαθοσφαιρικός
καλαθοσφαιριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθοσφαιριστής
καλαθοσφαιριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλαθοσφαιριστής
καλαθοσφαιριστής	noun	ο μπασκετμπολίστας
καλαθοσφαιριστριών	noun	γενική πληθυντικού του καλαθοσφαιρίστρια
καλαθοσφαιριστών	noun	γενική πληθυντικού του καλαθοσφαιριστής
καλαθοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του καλαθόσφαιρα
καλαθοφόρα	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρας	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρε	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρες	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρο	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόροι	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρος	adj	που φέρει, μεταφέρει ή κρατά καλάθι / κάλαθο
καλαθοφόρου	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρους	=	καλαθοφόρος
καλαθοφόρων	=	καλαθοφόρος
καλαθούνα	noun	μεγάλο καλάθι
καλαθούνας	noun	γενική ενικού του καλαθούνα
καλαθούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθούνα
καλαθούνι	noun	υποκοριστικό του καλάθι
καλαθούνια	=	καλαθούνι
καλαθόσφαιρας	noun	γενική ενικού του καλαθόσφαιρα
καλαθόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαθόσφαιρα
καλαθών	noun	γενική πληθυντικού του καλάθα
καλαισθήτως	adv|dated	καλαίσθητα
καλαισθησία	noun	η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τι είναι ωραίο, το καλό γούστο, η κομψότητα
καλαισθησίας	noun	γενική ενικού του καλαισθησία
καλαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαισθησία
καλαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του καλαισθησία
καλαισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαισθητικό	adv	με καλαισθητικό τρόπο, με καλαισθησία
καλαισθητικέ	adj	κλητική ενικού του καλαισθητικός
καλαισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαισθητική
καλαισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαισθητικός
καλαισθητικής	adj	γενική ενικού του καλαισθητική
καλαισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαισθητικός
καλαισθητικού	adj	γενική ενικού του καλαισθητικός
καλαισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλαισθητικός
καλαισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του καλαισθητικός
καλαισθητικός	adj	που έχει σχέση με την καλαισθησία, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει γίνει με καλαισθησία
καλαισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του καλαισθητικός
καλαισθητικώς	adv|dated	καλαισθητικά
καλακούω	verb	σε αρνητική πρόταση: (δεν) ακούω καλά
καλαμάκι	noun	υποκοριστικό του καλάμι, μικρό καλάμι
καλαμάκια	=	καλαμάκι
καλαμάρι	noun	Κεφαλόποδο μαλάκιο με μακρόστενο σώμα, τριγωνικά πτερύγια στην κάτω πλευρά του και δέκα πλοκάμια στο κεφάλι εκ των οποίων τα δύο είναι μεγαλύτερα από τα υπόλοιπα
καλαμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμάρι
καλαμάτες	=	καλαμάτης
καλαμάτη	=	καλαμάτης
καλαμάτης	noun	αυτός που έχει ωραία μάτια
καλαμένια	=	καλαμένιος
καλαμένιας	=	καλαμένιος
καλαμένιε	=	καλαμένιος
καλαμένιες	=	καλαμένιος
καλαμένιια	=	καλαμένιος
καλαμένιιο	=	καλαμένιος
καλαμένιο	=	καλαμένιος
καλαμένιοι	=	καλαμένιος
καλαμένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από καλάμια
καλαμένιου	=	καλαμένιος
καλαμένιους	=	καλαμένιος
καλαμένιων	=	καλαμένιος
καλαμήθρα	noun	άλλη γραφή του καλαμίθρα
καλαμήθρας	noun	γενική ενικού του καλαμήθρα
καλαμήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμήθρα
καλαμίδι	noun	υποκοριστικό του καλάμι
καλαμίδια	=	καλαμίδι
καλαμίζω	verb	τυλίγω το νήμα γύρω από ένα καλαμωτό μασούρι
καλαμίθρα	noun	κοινή ονομασία του είδους Μίνθη η στρογγυλόφυλλος (Mentha rotundifolia)
καλαμίθρας	noun	γενική ενικού του καλαμίθρα
καλαμίθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμίθρα
καλαμίνες	=	καλαμίνη
καλαμίνη	noun	φυσικό υδρογονούχο άλας πυριτικού οξέως του ψευδαργύρου
καλαμίνης	=	καλαμίνη
καλαμίσματα	=	καλάμισμα
καλαμίσματος	=	καλάμισμα
καλαμαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλαμαράς
καλαμαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμαράς
καλαμαράδων	noun	γενική πληθυντικού του καλαμαράς
καλαμαράκι	noun	το μικρό καλαμάρι
καλαμαράκια	=	καλαμαράκι
καλαμαράς	noun	λόγιος
καλαμαριά	noun|dated	επιτραπέζιο μελανοδοχείο
καλαμαριάς	noun	γενική ενικού του καλαμαριά
καλαμαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμαριά
καλαμαριού	=	καλαμάρι
καλαμαριών	=	καλαμαριά
καλαματιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαματιανό	adv	με καλαματιανό τρόπο
καλαματιανέ	adj	κλητική ενικού του καλαματιανός
καλαματιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαματιανή
καλαματιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαματιανός
καλαματιανής	adj	γενική ενικού του καλαματιανή
καλαματιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαματιανός
καλαματιανού	adj	γενική ενικού του καλαματιανός
καλαματιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλαματιανός
καλαματιανό	adj	αιτιατική ενικού του καλαματιανός
καλαματιανός	noun	ελληνικός παραδοσιακός χορός της Πελοποννήσου	adj	ο σχετιζόμενος με την Καλαμάτα
καλαματιανών	adj	γενική πληθυντικού του καλαματιανός
καλαματών	=	καλαμάτης
καλαμηθρών	noun	γενική πληθυντικού του καλαμήθρα
καλαμιά	noun	κοινή ονομασία για πολλά πολυετή υδροχαρή φυτά
καλαμιάς	noun	γενική ενικού του καλαμιά
καλαμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμιά
καλαμιδιού	=	καλαμίδι
καλαμιδιών	=	καλαμίδι
καλαμιθρών	noun	γενική πληθυντικού του καλαμίθρα
καλαμινών	=	καλαμίνη
καλαμιού	=	καλάμι
καλαμισμάτων	=	καλάμισμα
καλαμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμισμένο
καλαμισμένε	verb	κλητική ενικού του καλαμισμένος
καλαμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμισμένη
καλαμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαμισμένος
καλαμισμένης	verb	γενική ενικού του καλαμισμένη
καλαμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλαμισμένος
καλαμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαμισμένος
καλαμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλαμίζω
καλαμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλαμισμένος
καλαμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλαμισμένος
καλαμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλαμισμένος
καλαμιών	noun	γενική πληθυντικού του καλαμιά
καλαμιώνα	=	καλαμιώνας
καλαμιώνας	noun	περιοχή με καλαμιές
καλαμιώνες	=	καλαμιώνας
καλαμιώνων	=	καλαμιώνας
καλαμιώτικα	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικε	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικες	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικη	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικης	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικο	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικοι	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Καλάμι ή Καλαμιά ή Κάλαμος ή τους κατοίκους του
καλαμιώτικου	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικους	=	καλαμιώτικος
καλαμιώτικων	=	καλαμιώτικος
καλαμοειδές	=	καλαμοειδής
καλαμοειδή	=	καλαμοειδής
καλαμοειδής	adj	που μοιάζει με καλάμι
καλαμοειδείς	=	καλαμοειδής
καλαμοειδούς	=	καλαμοειδής
καλαμοειδών	=	καλαμοειδής
καλαμοκάνα	noun	θηλυκό του καλαμοκάνης
καλαμοκάνας	noun	γενική ενικού του καλαμοκάνα
καλαμοκάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμοκάνα
καλαμοκάνη	=	καλαμοκάνης
καλαμοκάνηδες	=	καλαμοκάνης
καλαμοκάνηδων	=	καλαμοκάνης
καλαμοκάνης	noun	αυτός που τα πόδια του είναι λεπτά σαν καλάμια
καλαμοκάνισσας	noun	γενική ενικού του καλαμοκάνισσα
καλαμοκάνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμοκάνισσα
καλαμοκανά	=	καλαμοκανάς
καλαμοκανάδες	=	καλαμοκανάς
καλαμοκανάδων	=	καλαμοκανάς
καλαμοκανάς	noun	είδος πουλιού
καλαμοκανισσών	noun	γενική πληθυντικού του καλαμοκάνισσα
καλαμοπόδαρα	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρε	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρες	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρη	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρης	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρο	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαροι	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρος	adj	που τα πόδια του είναι λεπτά σαν καλάμια
καλαμοπόδαρου	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρους	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοπόδαρων	=	καλαμοπόδαρος
καλαμοσάκχαρα	=	καλαμοσάκχαρο
καλαμοσάκχαρο	noun	ζάχαρη που παράγεται με επεξεργασία του σακχαροκάλαμου
καλαμοσάκχαρον	noun	το καλαμοσάκχαρο
καλαμοσάκχαρου	=	καλαμοσάκχαρο
καλαμοσίταρα	=	καλαμοσίταρο
καλαμοσίταρο	noun	αραβόσιτος, καλαμπόκι
καλαμοσίταρου	=	καλαμοσίταρο
καλαμοσίταρων	=	καλαμοσίταρο
καλαμοσακχάρου	=	καλαμοσάκχαρο
καλαμοσακχάρων	=	καλαμοσάκχαρο
καλαμπακιωτισσών	=	καλαμπακιώτισσα
καλαμπακιωτών	=	καλαμπακιώτης
καλαμπακιώτες	=	καλαμπακιώτης
καλαμπακιώτη	=	καλαμπακιώτης
καλαμπακιώτης	noun	ο Καλαμπακιώτης
καλαμπακιώτικα	noun	το καλαμπακιώτικο γλωσσικό ιδίωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικε	adj	κλητική ενικού του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμπακιώτικη
καλαμπακιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικης	adj	γενική ενικού του καλαμπακιώτικη
καλαμπακιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικος	adj	που έχει σχέση με την Καλαμπάκα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
καλαμπακιώτικου	adj	γενική ενικού του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτικων	adj	γενική πληθυντικού του καλαμπακιώτικος
καλαμπακιώτισσα	noun	η Καλαμπακιώτισσα
καλαμπακιώτισσας	=	καλαμπακιώτισσα
καλαμπακιώτισσες	=	καλαμπακιώτισσα
καλαμπακών	noun	γενική πληθυντικού του Καλαμπάκα
καλαμπαλίκι	noun	θόρυβος που προκαλείται από το συγκεντρωμένο πλήθος
καλαμπαλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμπαλίκι
καλαμποκά	=	καλαμποκάς
καλαμποκάδες	=	καλαμποκάς
καλαμποκάδων	=	καλαμποκάς
καλαμποκάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμποκάλευρο
καλαμποκάλευρο	noun	αλεύρι από καλαμπόκι
καλαμποκάλευρου	noun	γενική ενικού του καλαμποκάλευρο
καλαμποκάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του καλαμποκάλευρο
καλαμποκάς	noun	αυτός που (παράγει και) πουλάει καλαμπόκι
καλαμποκέλαια	=	καλαμποκέλαιο
καλαμποκέλαιο	noun	είδος λαδιού που βγαίνει από το καλαμπόκι
καλαμποκέλαιου	=	καλαμποκέλαιο
καλαμποκέλαιων	=	καλαμποκέλαιο
καλαμποκένια	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιας	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιε	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιες	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιο	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιοι	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιος	adj	άλλη μορφή του καλαμποκίσιος
καλαμποκένιου	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιους	=	καλαμποκένιος
καλαμποκένιων	=	καλαμποκένιος
καλαμποκίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιας	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιε	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιες	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιο	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιοι	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιος	adj	που είναι φτιαγμένος από καλαμπόκι
καλαμποκίσιου	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιους	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκίσιων	=	καλαμποκίσιος
καλαμποκελαίου	=	καλαμποκέλαιο
καλαμποκελαίων	=	καλαμποκέλαιο
καλαμποκιά	noun	το φυτό απ’ το οποίο παράγεται το καλαμπόκι
καλαμποκιάς	noun	γενική ενικού του καλαμποκιά
καλαμποκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμποκιά
καλαμποκιού	=	καλαμπόκι
καλαμποκιών	=	καλαμπόκι
καλαμποκόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά καλαμπόκια
καλαμποκόσουπας	noun	γενική ενικού του καλαμποκόσουπα
καλαμποκόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμποκόσουπα
καλαμπουρίζαμε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζαν	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζανε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζατε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζει	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζεις	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζετε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζοντας	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζουμε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζουν	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζουνε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίζω	verb	κάνω καλαμπούρια, αστειεύομαι ή σπάω πλάκα
καλαμπουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσαν	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσανε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπουριού	=	καλαμπούρι
καλαμπουριών	=	καλαμπούρι
καλαμπουρτζή	=	καλαμπουρτζής
καλαμπουρτζήδες	=	καλαμπουρτζής
καλαμπουρτζήδων	=	καλαμπουρτζής
καλαμπουρτζής	noun	που του αρέσει να κάνει καλαμπούρια, πλακατζής
καλαμπουρτζού	=	καλαμπουρτζής
καλαμπούρι	noun	αστείο με λογοπαίγνιο που βασίζεται στη διαφορά έννοιας μεταξύ λέξεων που έχουν παρόμοια ή παραπλήσια προφορά
καλαμπούρια	=	καλαμπούρι
καλαμπούριζα	=	καλαμπουρίζω
καλαμπούριζαν	=	καλαμπουρίζω
καλαμπούριζε	=	καλαμπουρίζω
καλαμπούριζες	=	καλαμπουρίζω
καλαμπούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαμπουρίζω
καλαμπόκι	noun	ετήσιο φυτό, που κανονικά φτάνει μέχρι 3 μέτρα· έχει μακρά στενά πράσινα φύλλα και καλλιεργείται για τους κίτρινους εδώδιμους κόκκους του που δημιουργούν σειρές σε κυλινδρικό σχήμα
καλαμπόκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμπόκι
καλαμπόρτζος	adj	αυτός που το παίζει ειδικός αλλά δεν ξέρει να κάνει τη δουλειά του.
καλαμωδών	=	καλαμώδης
καλαμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλαμωτός	adv	με καλαμωτό τρόπο
καλαμωτέ	adj	κλητική ενικού του καλαμωτός
καλαμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαμωτή
καλαμωτή	noun	πλέγμα από καλάμια, που χρησιμοποιείται για σκίαση ή ως διαχωριστικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαμωτός
καλαμωτής	adj	γενική ενικού του καλαμωτή
καλαμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαμωτός
καλαμωτού	adj	γενική ενικού του καλαμωτός
καλαμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλαμωτός
καλαμωτό	adj	αιτιατική ενικού του καλαμωτός
καλαμωτός	adj	άλλη μορφή του καλαμένιος
καλαμωτών	adj	γενική πληθυντικού του καλαμωτός
καλαμόκιρκε	=	καλαμόκιρκος
καλαμόκιρκο	=	καλαμόκιρκος
καλαμόκιρκοι	=	καλαμόκιρκος
καλαμόκιρκος	noun	είδος πουλιού (Circus aeruginosus)
καλαμόκιρκου	=	καλαμόκιρκος
καλαμόκιρκους	=	καλαμόκιρκος
καλαμόκιρκων	=	καλαμόκιρκος
καλαμόσπιτα	=	καλαμόσπιτο
καλαμόσπιτο	noun	σπίτι φτιαγμένο από καλάμια
καλαμόσπιτου	=	καλαμόσπιτο
καλαμόσπιτων	=	καλαμόσπιτο
καλαμόσχοινα	=	καλαμόσχοινο
καλαμόσχοινο	noun	σχοινί φτιαγμένο από καλάμι
καλαμόσχοινου	=	καλαμόσχοινο
καλαμόσχοινων	=	καλαμόσχοινο
καλαμόφυλλα	=	καλαμόφυλλο
καλαμόφυλλο	noun	το φύλλο της καλαμιάς
καλαμόφυλλου	=	καλαμόφυλλο
καλαμόφυλλων	=	καλαμόφυλλο
καλαμώδεις	=	καλαμώδης
καλαμώδες	=	καλαμώδης
καλαμώδη	=	καλαμώδης
καλαμώδης	adj	που είναι γεμάτος καλάμια
καλαμώδους	=	καλαμώδης
καλαμών	=	καλάμη
καλαναρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλαναρχώ
καλανδάριον	=	καλενδάριον
καλαντάρι	noun	ημερολόγιο (τοίχου ή επιτραπέζιο)
καλαντάρια	=	καλαντάρι
καλαντίστρια	noun	αυτή που λέει τα κάλαντα
καλαντίστριας	noun	γενική ενικού του καλαντίστρια
καλαντίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαντίστρια
καλανταριού	=	καλαντάρι
καλανταριών	=	καλαντάρι
καλαντιστές	=	καλαντιστής
καλαντιστή	=	καλαντιστής
καλαντιστής	noun	αυτός που λέει τα κάλαντα
καλαντιστριών	noun	γενική πληθυντικού του καλαντίστρια
καλαντιστών	=	καλαντιστής
καλαποδά	=	καλαποδάς
καλαποδάδες	=	καλαποδάς
καλαποδάδων	=	καλαποδάς
καλαποδάς	noun	αυτός που κατασκευάζει καλαπόδια
καλαποδιού	=	καλαπόδι
καλαποδιών	=	καλαπόδι
καλαπόδι	noun	ξύλινο ομοίωμα ολόκληρου του κάτω άκρου του ποδιού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή παπουτσιών ή τοποθετείται μέσα σε παπούτσι για να διατηρεί τη φόρμα του
καλαπόδια	=	καλαπόδι
καλαρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαρέσω
καλαρέσω	verb	συνηθέστερα στο γ’ ενικό: (μου) καλαρέσει: μου αρέσει αρκετά, με ευχαριστεί
καλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλάρισμα
καλαρίσματος	noun	γενική ενικού του καλάρισμα
καλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλάρισμα
καλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαρισμένο
καλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καλαρισμένος
καλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαρισμένη
καλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαρισμένος
καλαρισμένης	verb	γενική ενικού του καλαρισμένη
καλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλαρισμένος
καλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαρισμένος
καλαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλάρω
καλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλαρισμένος
καλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλαρισμένος
καλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλαρισμένος
καλαφάτη	=	καλαφάτης
καλαφάτηδες	=	καλαφάτης
καλαφάτηδων	=	καλαφάτης
καλαφάτης	noun	αυτός που σφραγίζει τις σχισμές ή ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους και στουπί, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα
καλαφάτι	noun	σκούφος γενιτσάρων
καλαφάτια	=	καλαφάτι
καλαφάτιζα	=	καλαφατίζω
καλαφάτιζαν	=	καλαφατίζω
καλαφάτιζε	=	καλαφατίζω
καλαφάτιζες	=	καλαφατίζω
καλαφάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφάτισμα	noun	το γέμισμα των σχισμών (ρωγμών) των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα.
καλαφατίζαμε	=	καλαφατίζω
καλαφατίζαν	=	καλαφατίζω
καλαφατίζανε	=	καλαφατίζω
καλαφατίζατε	=	καλαφατίζω
καλαφατίζει	=	καλαφατίζω
καλαφατίζεις	=	καλαφατίζω
καλαφατίζετε	=	καλαφατίζω
καλαφατίζοντας	=	καλαφατίζω
καλαφατίζουμε	=	καλαφατίζω
καλαφατίζουν	=	καλαφατίζω
καλαφατίζουνε	=	καλαφατίζω
καλαφατίζω	verb	σφραγίζω τις σχισμές/ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα
καλαφατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσαν	=	καλαφατίζω
καλαφατίσανε	=	καλαφατίζω
καλαφατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαφάτισμα
καλαφατίσματος	noun	γενική ενικού του καλαφάτισμα
καλαφατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατιού	=	καλαφάτι
καλαφατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλαφάτισμα
καλαφατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαφατισμένο
καλαφατισμένε	verb	κλητική ενικού του καλαφατισμένος
καλαφατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαφατισμένη
καλαφατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαφατισμένος
καλαφατισμένης	verb	γενική ενικού του καλαφατισμένη
καλαφατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλαφατισμένος
καλαφατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαφατισμένος
καλαφατισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλαφατίζω
καλαφατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλαφατισμένος
καλαφατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλαφατισμένος
καλαφατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλαφατισμένος
καλαφατιστήρι	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για καλαφάτισμα
καλαφατιστήρια	=	καλαφατιστήρι
καλαφατιστηριού	=	καλαφατιστήρι
καλαφατιστηριών	=	καλαφατιστήρι
καλαφατιών	=	καλαφάτι
καλαϊού	=	καλάι
καλαϊσμάτων	=	καλάισμα
καλαϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαϊσμένο
καλαϊσμένε	verb	κλητική ενικού του καλαϊσμένος
καλαϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλαϊσμένη
καλαϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλαϊσμένος
καλαϊσμένης	verb	γενική ενικού του καλαϊσμένη
καλαϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλαϊσμένος
καλαϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλαϊσμένος
καλαϊσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλαΐζω
καλαϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλαϊσμένος
καλαϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλαϊσμένος
καλαϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλαϊσμένος
καλαϊτζή	=	καλαϊτζής
καλαϊτζήδες	=	καλαϊτζής
καλαϊτζήδων	=	καλαϊτζής
καλαϊτζής	noun	ο κασσιτερωτής χαλκωμάτων, γενικότερα ο γανωτής, ή γανωτζής
καλβινίστρια	noun	καλβινιστής
καλβινίστριας	noun	γενική ενικού του καλβινίστρια
καλβινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλβινίστρια
καλβινισμέ	noun	κλητική ενικού του καλβινισμός
καλβινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλβινισμός
καλβινισμού	noun	γενική ενικού του καλβινισμός
καλβινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλβινισμός
καλβινισμό	noun	αιτιατική ενικού του καλβινισμός
καλβινισμός	noun	χριστιανική ιδεολογία που έχει ανάμεσα στις αρχές της την ιδέα της απόλυτης κυριαρχίας του Θεού, ο οποίος έχει προορίσει ποιοι θα σωθούν και ποιοι θα καταδικαστούν σε αιώνια τιμωρία
καλβινισμών	noun	γενική πληθυντικού του καλβινισμός
καλβινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλβινιστής
καλβινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλβινιστής
καλβινιστής	noun	οπαδός ή υποστηρικτής του καλβινισμού
καλβινιστικά	=	καλβινιστικός
καλβινιστικέ	=	καλβινιστικός
καλβινιστικές	=	καλβινιστικός
καλβινιστική	=	καλβινιστικός
καλβινιστικής	=	καλβινιστικός
καλβινιστικοί	=	καλβινιστικός
καλβινιστικού	=	καλβινιστικός
καλβινιστικούς	=	καλβινιστικός
καλβινιστικό	=	καλβινιστικός
καλβινιστικός	adj	που έχει σχέση με τον καλβινισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καλβινιστικών	=	καλβινιστικός
καλβινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του καλβινίστρια
καλβινιστών	noun	γενική πληθυντικού του καλβινιστής
καλδέρα	noun	άλλη μορφή του καλντέρα
καλδέρας	noun	γενική ενικού του καλδέρα
καλδέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλδέρα
καλδερών	noun	γενική πληθυντικού του καλδέρα
καλεί	=	καλώ
καλείς	=	καλώ
καλείσαι	=	καλούμαι
καλείσθε	=	καλώ
καλείστε	=	καλούμαι
καλείται	verb	τρίτο πρόσωπο ενικού οριστικής του παθητικού ενεστώτα του ρήματος καλώ
καλείτε	=	καλώ
καλειδοσκοπίου	=	καλειδοσκόπιο
καλειδοσκοπίων	=	καλειδοσκόπιο
καλειδοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλειδοσκοπικό
καλειδοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλειδοσκοπική
καλειδοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκοπικής	adj	γενική ενικού του καλειδοσκοπική
καλειδοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκοπικού	adj	γενική ενικού του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με καλειδοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
καλειδοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του καλειδοσκοπικός
καλειδοσκόπια	=	καλειδοσκόπιο
καλειδοσκόπιο	noun	οπτικό όργανο παρουσίασης συνθέσεων ποικίλων εγχρώμων σχεδίων μέσω κατόπτρων
καλειδοσκόπιον	noun	το καλειδοσκόπιο
καλειδοσκόπιου	=	καλειδοσκόπιο
καλειδοσκόπιων	=	καλειδοσκόπιο
καλεμιού	=	καλέμι
καλεμιών	=	καλέμι
καλεμκερί	noun|dated	γυναικείο κεφαλομάντιλο
καλεμκεριά	=	καλεμκερί
καλεμκεριού	=	καλεμκερί
καλεμκεριών	=	καλεμκερί
καλενδάριον	noun	μετάφραση του λατινικού calendarium (ρωμαϊκό πιστωτικό βιβλίο)
καλενδών	noun	γενική πληθυντικού του καλένδες
καλεντάρι	noun	άλλη μορφή του καλαντάρι
καλεντάρια	=	καλεντάρι
καλενταριού	=	καλεντάρι
καλενταριών	=	καλεντάρι
καλεντούλα	noun	άλλη μορφή του καλέντουλα
καλεντούλας	=	καλεντούλα
καλεντούλες	=	καλεντούλα
καλεντούλων	=	καλεντούλα
καλεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάλεσμα
καλεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλεσμένο
καλεσμένε	noun	κλητική ενικού του καλεσμένος
καλεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλεσμένη
καλεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλεσμένος
καλεσμένης	verb	γενική ενικού του καλεσμένη
καλεσμένο	noun	αιτιατική του καλεσμένος
καλεσμένοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλεσμένος
καλεσμένος	verb	που τον έχουν καλέσει	noun	επισκέπτης σε σπίτι ή παρευρισκόμενος σε εκπομπή που έχει έρθει μετά από προσωπική ή ανοιχτή πρόσκληση
καλεσμένου	noun	γενική ενικού του καλεσμένος
καλεσμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλεσμένος
καλεσμένων	noun	γενική πληθυντικού του καλεσμένος
καλεστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλεστής
καλεστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλεστής
καλεστήκαμε	=	καλώ
καλεστήκαν	=	καλώ
καλεστήκανε	=	καλώ
καλεστήκατε	=	καλώ
καλεστής	noun	αυτός που καλεί κάποιον ή κάποιους σε κάτι
καλεστεί	=	καλώ
καλεστείς	=	καλώ
καλεστείτε	=	καλώ
καλεστούμε	=	καλώ
καλεστούν	=	καλώ
καλεστούνε	=	καλώ
καλεστώ	=	καλώ
καλεστών	noun	γενική πληθυντικού του καλεστής
καλημέντο	noun	όφελος, προκοπή
καλημέρα	noun	αναφορά στον χαιρετισμό «καλημέρα»	intj	χαιρετισμός που δίνεται το πρωί
καλημέρας	=	καλημέρα
καλημέρες	=	καλημέρα
καλημέριζα	=	καλημερίζω
καλημέριζαν	=	καλημερίζω
καλημέριζε	=	καλημερίζω
καλημέριζες	=	καλημερίζω
καλημέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημέρισμα	noun	η ενέργεια του καλημερίζω
καλημαυκιού	=	καλημαύκι
καλημαυκιών	=	καλημαύκι
καλημαυχιού	=	καλημαύχι
καλημαυχιών	=	καλημαύχι
καλημαύκι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καλημαύκια	=	καλημαύκι
καλημαύχι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καλημαύχια	=	καλημαύχι
καλημερίζαμε	=	καλημερίζω
καλημερίζαν	=	καλημερίζω
καλημερίζανε	=	καλημερίζω
καλημερίζατε	=	καλημερίζω
καλημερίζει	=	καλημερίζω
καλημερίζεις	=	καλημερίζω
καλημερίζετε	=	καλημερίζω
καλημερίζομαι	verb	εύχομαι καλημέρα στον άλλο και δέχομαι τις ευχές του
καλημερίζοντας	=	καλημερίζω
καλημερίζουμε	=	καλημερίζω
καλημερίζουν	=	καλημερίζω
καλημερίζουνε	=	καλημερίζω
καλημερίζω	verb	χαιρετώ κάποιον λέγοντάς του καλημέρα
καλημερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσαν	=	καλημερίζω
καλημερίσανε	=	καλημερίζω
καλημερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλημέρισμα
καλημερίσματος	noun	γενική ενικού του καλημέρισμα
καλημερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλημερίζω
καλημερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλημέρισμα
καλημερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλημερισμένο
καλημερισμένε	verb	κλητική ενικού του καλημερισμένος
καλημερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλημερισμένη
καλημερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλημερισμένος
καλημερισμένης	verb	γενική ενικού του καλημερισμένη
καλημερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλημερισμένος
καλημερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλημερισμένος
καλημερισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλημερίζω
καλημερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλημερισμένος
καλημερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλημερισμένος
καλημερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλημερισμένος
καλημερούδια	noun	το καλημέρισμα	intj	καλημέρα!
καλημερών	=	καλημέρα
καληνυχτάδες	=	καληνύχτας
καληνυχτάδων	=	καληνύχτας
καληνυχτάκηδες	=	καληνυχτάκιας
καληνυχτάκηδων	=	καληνυχτάκιας
καληνυχτάκια	=	καληνυχτάκιας
καληνυχτάκιας	noun|vulgar	άνδρας που λέει «καληνύχτα», αφού συνοδέψει κάποια γυναίκα στο σπίτι της, αντί να κάνει κάποια ερωτική πρόταση ή κίνηση
καληνυχτίζαμε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζαν	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζανε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζατε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζει	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζεις	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζετε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζοντας	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζουμε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζουν	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζουνε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίζω	verb	λέω καληνύχτα
καληνυχτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσαν	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίσανε	=	καληνυχτίζω
καληνυχτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καληνύχτισμα
καληνυχτίσματος	noun	γενική ενικού του καληνύχτισμα
καληνυχτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνυχτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καληνύχτισμα
καληνυχτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καληνυχτισμένο
καληνυχτισμένε	verb	κλητική ενικού του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καληνυχτισμένη
καληνυχτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένης	verb	γενική ενικού του καληνυχτισμένη
καληνυχτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καληνυχτίζω
καληνυχτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καληνυχτισμένος
καληνυχτούδια	noun	το καληνύχτισμα	intj	καληνύχτα!
καληνωρίζαμε	=	καληνωρίζω
καληνωρίζαν	=	καληνωρίζω
καληνωρίζανε	=	καληνωρίζω
καληνωρίζατε	=	καληνωρίζω
καληνωρίζει	=	καληνωρίζω
καληνωρίζεις	=	καληνωρίζω
καληνωρίζετε	=	καληνωρίζω
καληνωρίζομαι	=	καληνωρίζω
καληνωρίζοντας	=	καληνωρίζω
καληνωρίζουμε	=	καληνωρίζω
καληνωρίζουν	=	καληνωρίζω
καληνωρίζουνε	=	καληνωρίζω
καληνωρίζω	verb|dated	χαιρετώ / χαιρετίζω
καληνωρίσαμε	=	καληνωρίζω
καληνωρίσαν	=	καληνωρίζω
καληνωρίσανε	=	καληνωρίζω
καληνωρίσατε	=	καληνωρίζω
καληνωρίσει	=	καληνωρίζω
καληνωρίσματα	=	καληνώρισμα
καληνωρίσματος	=	καληνώρισμα
καληνωρίστε	=	καληνωρίζω
καληνωρισμάτων	=	καληνώρισμα
καληνωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καληνωρισμένο
καληνωρισμένε	verb	κλητική ενικού του καληνωρισμένος
καληνωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καληνωρισμένη
καληνωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καληνωρισμένος
καληνωρισμένης	verb	γενική ενικού του καληνωρισμένη
καληνωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καληνωρισμένος
καληνωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καληνωρισμένος
καληνωρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καληνωρίζω
καληνωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καληνωρισμένος
καληνωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καληνωρισμένος
καληνωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καληνωρισμένος
καληνύκτα	=	καληνύχτα
καληνύχτα	noun	ο αντίστοιχος χαιρετισμός	intj	χαιρετισμός που απευθύνεται το βράδυ, λίγο πριν τον ύπνο
καληνύχτας	noun|vulgar	άλλη μορφή του καληνυχτάκιας
καληνύχτιζα	=	καληνυχτίζω
καληνύχτιζαν	=	καληνυχτίζω
καληνύχτιζε	=	καληνυχτίζω
καληνύχτιζες	=	καληνυχτίζω
καληνύχτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνύχτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνύχτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνύχτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καληνυχτίζω
καληνύχτισμα	noun	το καληνύχτα, η ενέργεια του καληνυχτίζω
καληνώριζα	=	καληνωρίζω
καληνώριζαν	=	καληνωρίζω
καληνώριζε	=	καληνωρίζω
καληνώριζες	=	καληνωρίζω
καληνώρισα	=	καληνωρίζω
καληνώρισαν	=	καληνωρίζω
καληνώρισε	=	καληνωρίζω
καληνώρισες	=	καληνωρίζω
καληνώρισμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καληνωρίζω
καλησπέρα	noun	η ενέργεια αυτού του χαιρετισμού	intj	χαιρετισμός που χρησιμοποιούμε από το απόγευμα και ως το βράδυ
καλησπέραν	noun	αιτιατική ενικού του καλησπέρα
καλησπέρας	=	καλησπέρα
καλησπέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλησπέρα
καλησπέριζα	=	καλησπερίζω
καλησπέριζαν	=	καλησπερίζω
καλησπέριζε	=	καλησπερίζω
καλησπέριζες	=	καλησπερίζω
καλησπέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπέρισμα	noun	η ενέργεια του καλησπερίζω
καλησπερίζαμε	=	καλησπερίζω
καλησπερίζαν	=	καλησπερίζω
καλησπερίζανε	=	καλησπερίζω
καλησπερίζατε	=	καλησπερίζω
καλησπερίζει	=	καλησπερίζω
καλησπερίζεις	=	καλησπερίζω
καλησπερίζετε	=	καλησπερίζω
καλησπερίζοντας	=	καλησπερίζω
καλησπερίζουμε	=	καλησπερίζω
καλησπερίζουν	=	καλησπερίζω
καλησπερίζουνε	=	καλησπερίζω
καλησπερίζω	verb	χαιρετώ κάποιον λέγοντάς του καλησπέρα
καλησπερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσαν	=	καλησπερίζω
καλησπερίσανε	=	καλησπερίζω
καλησπερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλησπέρισμα
καλησπερίσματος	noun	γενική ενικού του καλησπέρισμα
καλησπερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλησπερίζω
καλησπερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλησπέρισμα
καλησπερούδια	noun	το καλησπέρισμα	intj	καλησπέρα!
καληώρα	adv	π.χ., όπως, σαν
καλιά	adv|vulgar	στη φράση: «πάω καλιά μου» (πεθαίνω)
καλιακούδα	noun	το πουλί κάργια (Corvus monedula)
καλιακούδας	=	καλιακούδα
καλιακούδες	=	καλιακούδα
καλιακούδων	=	καλιακούδα
καλιαρντά	noun|slang	ιδιωματική διάλεκτος των ομοφυλοφίλων
καλιαρντή	noun|slang	άλλη μορφή του καλιαρντά
καλιαρντής	=	καλιαρντή
καλιαρντών	=	καλιαρντά
καλιγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλίγωμα
καλιγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλιγωμένο
καλιγωμένε	verb	κλητική ενικού του καλιγωμένος
καλιγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλιγωμένη
καλιγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλιγωμένος
καλιγωμένης	verb	γενική ενικού του καλιγωμένη
καλιγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλιγωμένος
καλιγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλιγωμένος
καλιγωμένος	verb	που έχει καλιγωθεί
καλιγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλιγωμένος
καλιγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλιγωμένος
καλιγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλιγωμένος
καλιγωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλιγωτής
καλιγωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλιγωτής
καλιγωτής	noun|dated	ο πεταλωτής
καλιγωτών	noun	γενική πληθυντικού του καλιγωτής
καλιγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλίγωμα
καλιγώματος	noun	γενική ενικού του καλίγωμα
καλιγών	noun	γενική πληθυντικού του καλίγα
καλιγώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλιγώνω
καλιγώνω	verb	τοποθετώ πέταλα στα πόδια αλόγου
καλιγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλιγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλιγώνω
καλικάντζαρε	=	καλικάντζαρος
καλικάντζαρο	=	καλικάντζαρος
καλικάντζαροι	=	καλικάντζαρος
καλικάντζαρος	noun	φανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει, ομαδικά, στην επιφάνεια της γης από τα έγκατά της τις ημέρες του Δωδεκαημέρου και προκαλεί μικροζημιές
καλικάντζαρου	noun	γενική ενικού του καλικάντζαρος
καλικάντζαρους	=	καλικάντζαρος
καλικάντζαρων	=	καλικάντζαρος
καλικαντζάρι	noun	άλλη μορφή του καλικάντζαρος
καλικαντζάρια	=	καλικαντζάρι
καλικαντζάρου	=	καλικάντζαρος
καλικαντζάρους	=	καλικάντζαρος
καλικαντζάρων	=	καλικάντζαρος
καλικαντζαράκι	noun	υποκοριστικό του καλικάντζαρος
καλικαντζαράκια	=	καλικαντζαράκι
καλικαντζαρίνα	noun	θηλυκό του καλικάντζαρος
καλικαντζαρίνας	noun	γενική ενικού του καλικαντζαρίνα
καλικαντζαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλικαντζαρίνα
καλικαντζαρίνων	=	καλικαντζαρίνα
καλικαντζαρινών	noun	γενική πληθυντικού του καλικαντζαρίνα
καλικαντζαριού	=	καλικαντζάρι
καλικαντζαριών	=	καλικαντζάρι
καλικαντζαρού	=	καλικάντζαρος
καλικαντζαρούδι	noun	υποκοριστικό του καλικάντζαρος
καλικαντζαρούδια	=	καλικαντζαρούδι
καλικαντζούρα	noun	κακογραμμένο γράμμα, που δεν φαίνεται καθαρά ποιο ακριβώς είναι (συχνότερο στον πληθυντικό)
καλικαντζούρας	=	καλικαντζούρα
καλικαντζούρες	=	καλικαντζούρα
καλικούτσα	adv	καβάλα, ιππαστί, στην πλάτη άλλου ανθρώπου, συνήθως αναφέρεται με το παίρνω: «παίρνω καλικούτσα»
καλικώσεις	=	καλίκωση
καλικώσεων	=	καλίκωση
καλιμέντο	noun	προκοπή
καλιμπράρισα	=	καλιμπράρω
καλιμπράρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλιμπράρω
καλιμπράρομαι	=	καλιμπράρω
καλιμπράρω	verb	διορθώνω τις διάφορες ρυθμίσεις ενός μηχανήματος ώστε να δουλεύει σωστά ή σύμφωνα με τις δικές μου προτιμήσεις
καλιμπραρίσματα	=	καλιμπράρισμα
καλιμπραρίσματος	=	καλιμπράρισμα
καλιμπραρίστηκα	=	καλιμπράρω
καλιμπραρισμάτων	=	καλιμπράρισμα
καλιμπραρισμένος	=	καλιμπράρω
καλιμπρών	noun	γενική πληθυντικού του καλίμπρα
καλιομαγνήσια	=	καλιομαγνήσιο
καλιομαγνήσιο	noun	πρώτο συνθετικό της ονομασίας του άλατος θειικό καλιομαγνήσιο με χημικό τύπο K2SO4.MgSO4
καλιομαγνήσιου	=	καλιομαγνήσιο
καλιομαγνήσιων	=	καλιομαγνήσιο
καλιομαγνησίου	=	καλιομαγνήσιο
καλιομαγνησίων	=	καλιομαγνήσιο
καλιούχα	=	καλιούχος
καλιούχας	=	καλιούχος
καλιούχε	=	καλιούχος
καλιούχες	=	καλιούχος
καλιούχο	=	καλιούχος
καλιούχοι	=	καλιούχος
καλιούχος	adj	που περιέχει κάλιο
καλιούχου	=	καλιούχος
καλιούχους	=	καλιούχος
καλιούχων	=	καλιούχος
καλιτσουνιού	=	καλιτσούνι
καλιτσουνιών	=	καλιτσούνι
καλιτσούνι	noun	άλλη μορφή του καλτσούνι
καλιτσούνια	=	καλιτσούνι
καλιφορνέζικα	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικε	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικες	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικη	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικης	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικο	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικοι	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικος	adj	σχετικός με την Καλιφόρνια ή τους κατοίκους της
καλιφορνέζικου	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικους	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνέζικων	=	καλιφορνέζικος
καλιφορνίου	=	καλιφόρνιο
καλιφόρνιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 98 και χημικό σύμβολο το Cf
καλκάνι	noun	είδος ψαριού (Scophthalmus maximus) με πεπλατυσμένο ρομβοειδές σώμα και τριγωνικά πτερύγια
καλκάνια	=	καλκάνι
καλκανιού	=	καλκάνι
καλκανιών	=	καλκάνι
καλκούνι	noun	η τάπα του βαρελιού
καλλίγραμμα	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμε	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμες	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμη	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμης	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμο	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμοι	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμος	adj	που έχει όμορφες σωματικές αναλογίες
καλλίγραμμου	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμους	=	καλλίγραμμος
καλλίγραμμων	=	καλλίγραμμος
καλλίκνημα	=	καλλίκνημος
καλλίκνημε	=	καλλίκνημος
καλλίκνημες	=	καλλίκνημος
καλλίκνημη	=	καλλίκνημος
καλλίκνημης	=	καλλίκνημος
καλλίκνημο	=	καλλίκνημος
καλλίκνημοι	=	καλλίκνημος
καλλίκνημος	adj	που έχει ωραίες κνήμες (γάμπες)
καλλίκνημου	=	καλλίκνημος
καλλίκνημους	=	καλλίκνημος
καλλίκνημων	=	καλλίκνημος
καλλίκομα	=	καλλίκομος
καλλίκομε	=	καλλίκομος
καλλίκομες	=	καλλίκομος
καλλίκομη	=	καλλίκομος
καλλίκομης	=	καλλίκομος
καλλίκομο	=	καλλίκομος
καλλίκομοι	=	καλλίκομος
καλλίκομος	adj|archaic	που έχει ωραία κόμη (μαλλιά)
καλλίκομου	=	καλλίκομος
καλλίκομους	=	καλλίκομος
καλλίκομων	=	καλλίκομος
καλλίμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλίμορφο
καλλίμορφε	adj	κλητική ενικού του καλλίμορφος
καλλίμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλίμορφη
καλλίμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλίμορφος
καλλίμορφης	adj	γενική ενικού του καλλίμορφη
καλλίμορφο	adj	αιτιατική ενικού του καλλίμορφος
καλλίμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλίμορφος
καλλίμορφος	adj|formal	όμορφος
καλλίμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλλίμορφος
καλλίμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλίμορφος
καλλίμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλλίμορφος
καλλίνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλίνικο
καλλίνικε	adj	κλητική ενικού του καλλίνικος
καλλίνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλίνικη
καλλίνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλίνικος
καλλίνικης	adj	γενική ενικού του καλλίνικη
καλλίνικο	adj	αιτιατική ενικού του καλλίνικος
καλλίνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλίνικος
καλλίνικος	adj|archaic	που πετυχαίνει σπουδαία και λαμπρή νίκη
καλλίνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλλίνικος
καλλίνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλίνικος
καλλίνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλλίνικος
καλλίπυγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλίπυγο
καλλίπυγε	adj	κλητική ενικού του καλλίπυγος
καλλίπυγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλίπυγη
καλλίπυγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλίπυγος
καλλίπυγης	adj	γενική ενικού του καλλίπυγη
καλλίπυγο	adj	αιτιατική ενικού του καλλίπυγος
καλλίπυγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλίπυγος
καλλίπυγος	adj|archaic	που έχει ωραία οπίσθια
καλλίπυγου	adj	γενική ενικού του καλλίπυγος
καλλίπυγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλίπυγος
καλλίπυγων	adj	γενική πληθυντικού του καλλίπυγος
καλλίσωμα	=	καλλίσωμος
καλλίσωμε	=	καλλίσωμος
καλλίσωμες	=	καλλίσωμος
καλλίσωμη	=	καλλίσωμος
καλλίσωμης	=	καλλίσωμος
καλλίσωμο	=	καλλίσωμος
καλλίσωμοι	=	καλλίσωμος
καλλίσωμος	adj	με ωραίο, όμορφο σώμα
καλλίσωμου	=	καλλίσωμος
καλλίσωμους	=	καλλίσωμος
καλλίσωμων	=	καλλίσωμος
καλλίτερα	adv	παλιότερη γραφή του καλύτερα
καλλίτερε	=	καλλίτερος
καλλίτερες	=	καλλίτερος
καλλίτερη	=	καλλίτερος
καλλίτερης	=	καλλίτερος
καλλίτερο	=	καλλίτερος
καλλίτεροι	=	καλλίτερος
καλλίτερος	adj	παρωχημένη γραφή του καλύτερος
καλλίτερου	=	καλλίτερος
καλλίτερους	=	καλλίτερος
καλλίτερων	=	καλλίτερος
καλλίφωνα	adv	με καλλίφωνο τρόπο
καλλίφωνε	=	καλλίφωνος
καλλίφωνες	=	καλλίφωνος
καλλίφωνη	=	καλλίφωνος
καλλίφωνης	=	καλλίφωνος
καλλίφωνο	=	καλλίφωνος
καλλίφωνοι	=	καλλίφωνος
καλλίφωνος	adj	που έχει ωραία φωνή
καλλίφωνου	=	καλλίφωνος
καλλίφωνους	=	καλλίφωνος
καλλίφωνων	=	καλλίφωνος
καλλιά	adv	καλύτερα
καλλιέπεια	noun|formal	επιμελημένος, γλαφυρός και φροντισμένος λόγος
καλλιέπειας	noun	γενική ενικού του καλλιέπεια
καλλιέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιέπεια
καλλιέργεια	noun	η φύτευση, το πότισμα και η γενική φροντίδα φυτών, συνήθως για ανθρώπινη χρήση, ώστε να ευδοκιμούν
καλλιέργειας	noun	γενική ενικού του καλλιέργεια
καλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιέργεια
καλλιέργημα	noun	το αποτέλεσμα της καλλιέργειας μικροβίων, αποικία βακτηρίων
καλλιέργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιέργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιέργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιέργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιγράφε	noun	κλητική ενικού του καλλιγράφος
καλλιγράφει	=	καλλιγραφώ
καλλιγράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγράφο	noun	αιτιατική ενικού του καλλιγράφος
καλλιγράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιγράφος
καλλιγράφος	noun	που η γραφή του χαρακτηρίζεται από καλλιγραφία, που γράφει καλλιγραφικά
καλλιγράφου	noun	γενική ενικού του καλλιγράφος
καλλιγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλλιγράφος
καλλιγράφω	verb	άλλη μορφή του καλλιγραφώ
καλλιγράφων	noun	γενική πληθυντικού του καλλιγράφος
καλλιγραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσαν	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφήσανε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιγραφία	noun	τρόπος γραφής που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνία
καλλιγραφίας	noun	γενική ενικού του καλλιγραφία
καλλιγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιγραφία
καλλιγραφεί	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφείς	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφείτε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιγραφικό	adv	με καλλιγραφικό τόπο, με καλλιγραφία
καλλιγραφικέ	adj	κλητική ενικού του καλλιγραφικός
καλλιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιγραφική
καλλιγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιγραφικός
καλλιγραφικής	adj	γενική ενικού του καλλιγραφική
καλλιγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιγραφικός
καλλιγραφικού	adj	γενική ενικού του καλλιγραφικός
καλλιγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλιγραφικός
καλλιγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του καλλιγραφικός
καλλιγραφικός	adj	που έχει σχέση με την καλλιγραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
καλλιγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του καλλιγραφικός
καλλιγραφικώς	adv|dated	καλλιγραφικά
καλλιγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιγραφία
καλλιγραφούμε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούν	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούνε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσα	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσαμε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσαν	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσανε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσατε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσε	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφούσες	=	καλλιγραφώ
καλλιγραφώ	verb	γράφω καλλιγραφικά
καλλιγραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλλιγραφώ
καλλιεπές	=	καλλιεπής
καλλιεπή	=	καλλιεπής
καλλιεπής	adj	που έχει την ικανότητα να εκφράζεται όμορφα χρησιμοποιώντας στον λόγο του καλολογικά στοιχεία
καλλιεπείς	=	καλλιεπής
καλλιεπειών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιέπεια
καλλιεπούς	=	καλλιεπής
καλλιεπών	=	καλλιεπής
καλλιεργήθηκα	=	καλλιεργώ
καλλιεργήθηκαν	=	καλλιεργώ
καλλιεργήθηκε	=	καλλιεργώ
καλλιεργήθηκες	=	καλλιεργώ
καλλιεργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιέργημα
καλλιεργήματος	noun	γενική ενικού του καλλιέργημα
καλλιεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσαν	=	καλλιεργώ
καλλιεργήσανε	=	καλλιεργώ
καλλιεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσιμα	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμε	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμης	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμο	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμοι	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμος	adj	που μπορεί να καλλιεργηθεί
καλλιεργήσιμου	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμους	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσιμων	=	καλλιεργήσιμος
καλλιεργήσου	=	καλλιεργώ
καλλιεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσουνε	=	καλλιεργώ
καλλιεργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργήτρια	noun	θηλυκό του καλλιεργητής
καλλιεργήτριας	noun	γενική ενικού του καλλιεργήτρια
καλλιεργήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργήτρια
καλλιεργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καλλιεργώ
καλλιεργείς	=	καλλιεργώ
καλλιεργείσαι	=	καλλιεργώ
καλλιεργείστε	=	καλλιεργώ
καλλιεργείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καλλιεργούμαι
καλλιεργείτε	=	καλλιεργώ
καλλιεργείτο	=	καλλιεργώ
καλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιέργεια
καλλιεργηθήκαμε	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθήκαν	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθήκανε	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθήκατε	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθεί	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθείς	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθείτε	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθούμε	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθούν	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθούνε	=	καλλιεργώ
καλλιεργηθώ	=	καλλιεργώ
καλλιεργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλλιέργημα
καλλιεργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργημένο
καλλιεργημένε	verb	κλητική ενικού του καλλιεργημένος
καλλιεργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργημένη
καλλιεργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιεργημένος
καλλιεργημένης	verb	γενική ενικού του καλλιεργημένη
καλλιεργημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλλιεργημένος
καλλιεργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργημένος
καλλιεργημένος	verb	που έχει καλλιεργηθεί
καλλιεργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλλιεργημένος
καλλιεργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλλιεργημένος
καλλιεργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλλιεργημένος
καλλιεργητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργητής
καλλιεργητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλλιεργητής
καλλιεργητής	noun	αυτός που καλλιεργεί (επαγγελματικά) μια έκταση γης
καλλιεργητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργητικό
καλλιεργητικέ	adj	κλητική ενικού του καλλιεργητικός
καλλιεργητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργητική
καλλιεργητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιεργητικός
καλλιεργητικής	adj	γενική ενικού του καλλιεργητική
καλλιεργητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργητικός
καλλιεργητικού	adj	γενική ενικού του καλλιεργητικός
καλλιεργητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλιεργητικός
καλλιεργητικό	adj	αιτιατική ενικού του καλλιεργητικός
καλλιεργητικός	adj	που έχει σχέση με την καλλιέργεια ή αναφέρεται σ’ αυτή
καλλιεργητικών	adj	γενική πληθυντικού του καλλιεργητικός
καλλιεργητριών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιεργήτρια
καλλιεργητών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιεργητής
καλλιεργουμένη	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργουμένης	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργουμένου	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργουμένους	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργουμένων	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργούμασταν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούμαστε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούμε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούμενα	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενε	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενες	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενης	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενο	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καλλιεργώ
καλλιεργούμενου	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενους	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμενων	=	καλλιεργούμενος
καλλιεργούμουν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούμουνα	=	καλλιεργώ
καλλιεργούν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούνε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούνται	=	καλλιεργώ
καλλιεργούνταν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούντο	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσα	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσαμε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσαν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσανε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσασταν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσαστε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσατε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσε	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσες	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσουν	=	καλλιεργώ
καλλιεργούσουνα	=	καλλιεργώ
καλλιεργώ	verb	εκτελώ με συστηματικό τρόπο όλες τις απαραίτητες εργασίες (όργωμα, σπορά, συγκομιδή κ.λπ.) ώστε σε ένα κομμάτι γης να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει ένα είδος φυτού
καλλιεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλλιεργώ
καλλιθεάτες	=	καλλιθεάτης
καλλιθεάτη	=	καλλιθεάτης
καλλιθεάτης	noun	που κατάγεται από την Καλλιθέα ή κατοικεί εκεί
καλλιθεάτικα	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικε	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικες	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικη	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικης	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικο	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικοι	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικος	adj	ο σχετικός με την Καλλιθέα ή τους κατοίκους της
καλλιθεάτικου	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικους	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτικων	=	καλλιθεάτικος
καλλιθεάτισσα	=	καλλιθεάτης
καλλιθεατών	=	καλλιθεάτης
καλλιθεωτών	=	καλλιθεώτης
καλλιθεώτες	=	καλλιθεώτης
καλλιθεώτη	=	καλλιθεώτης
καλλιθεώτης	noun	άλλη μορφή του Καλλιθεάτης
καλλιθεώτισσα	=	καλλιθεώτης
καλλικέλαδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλικέλαδο
καλλικέλαδε	adj	κλητική ενικού του καλλικέλαδος
καλλικέλαδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλικέλαδη
καλλικέλαδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλικέλαδος
καλλικέλαδης	adj	γενική ενικού του καλλικέλαδη
καλλικέλαδο	adj	αιτιατική ενικού του καλλικέλαδος
καλλικέλαδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλικέλαδος
καλλικέλαδος	adj|archaic	που κελαηδάει ωραία
καλλικέλαδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλλικέλαδος
καλλικέλαδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλικέλαδος
καλλικέλαδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλλικέλαδος
καλλικρατικά	=	καλλικρατικός
καλλικρατικέ	=	καλλικρατικός
καλλικρατικές	=	καλλικρατικός
καλλικρατική	=	καλλικρατικός
καλλικρατικής	=	καλλικρατικός
καλλικρατικοί	=	καλλικρατικός
καλλικρατικού	=	καλλικρατικός
καλλικρατικούς	=	καλλικρατικός
καλλικρατικό	=	καλλικρατικός
καλλικρατικός	adj	σχετικός με το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» στην Ελλάδα
καλλικρατικών	=	καλλικρατικός
καλλικόμη	=	καλλίκομος
καλλικόμης	=	καλλίκομος
καλλικόμου	=	καλλίκομος
καλλικόμους	=	καλλίκομος
καλλικόμων	=	καλλίκομος
καλλιλογία	noun	η καλλιέπεια, ο όμορφα φροντισμένος λόγος
καλλιλογίας	noun	γενική ενικού του καλλιλογία
καλλιλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιλογία
καλλιλογιών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιλογία
καλλιλογώ	verb|formal	εκφράζω κάτι με καλλιλογία, με καλλιέπεια
καλλιλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλλιλογώ
καλλιμάρμαρα	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρε	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρες	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρη	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρης	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρο	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαροι	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρος	adj	χαρακτηρισμός οικοδομήματος το οποίο έχουν χτίσει ή επενδύσει με μάρμαρα εξαιρετικής ποιότητας
καλλιμάρμαρου	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρους	=	καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρων	=	καλλιμάρμαρος
καλλιπάρεια	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειας	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειε	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειες	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειο	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειοι	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειος	adj|archaic	που έχει ωραίες παρειές (μάγουλα)
καλλιπάρειου	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειους	=	καλλιπάρειος
καλλιπάρειων	=	καλλιπάρειος
καλλιρροϊκά	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκέ	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκές	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκή	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκής	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκοί	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκού	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκούς	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκό	=	καλλιρροϊκός
καλλιρροϊκός	adj	που ανήκει στην, αναφέρεται στην ή αφορά την Καλλιρρόη
καλλιρροϊκών	=	καλλιρροϊκός
καλλισθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλισθενικό
καλλισθενικέ	adj	κλητική ενικού του καλλισθενικός
καλλισθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλισθενική
καλλισθενική	noun	είδος γυμναστικών ασκήσεων και γυμναστικής μεθόδου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλισθενικός
καλλισθενικής	adj	γενική ενικού του καλλισθενική
καλλισθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλισθενικός
καλλισθενικού	adj	γενική ενικού του καλλισθενικός
καλλισθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλισθενικός
καλλισθενικό	adj	αιτιατική ενικού του καλλισθενικός
καλλισθενικός	adj	που αφορά ή σχετίζεται με την καλλισθενική
καλλισθενικών	adj	γενική πληθυντικού του καλλισθενικός
καλλιστήμονα	=	καλλιστήμονας
καλλιστήμονας	noun	αειθαλές φυτό του γένους (Callistemon) με χαρακτηριστικές ταξιανθίες
καλλιστήμονες	=	καλλιστήμονας
καλλιστεία	noun	ο διαγωνισμός ομορφιάς
καλλιστείων	=	καλλιστεία
καλλιστημόνων	=	καλλιστήμονας
καλλιτέχνες	=	καλλιτέχνης
καλλιτέχνη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλλιτέχνης
καλλιτέχνημα	noun	το δημιούργημα ενός καλλιτέχνη
καλλιτέχνης	noun	αυτός που δημιουργεί έργα τέχνης, όπως ζωγραφικούς πίνακες, γλυπτά, κ.ά.
καλλιτέχνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτέχνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτέχνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτέχνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτέχνι	=	καλλιτέχνης
καλλιτέχνιδα	noun	θηλυκό του καλλιτέχνης
καλλιτέχνιδας	=	καλλιτέχνιδα
καλλιτέχνιδες	=	καλλιτέχνιδα
καλλιτέχνιδος	=	καλλιτέχνης
καλλιτέχνιδων	=	καλλιτέχνιδα
καλλιτέχνις	=	καλλιτέχνης
καλλιτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιτέχνημα
καλλιτεχνήματος	noun	γενική ενικού του καλλιτέχνημα
καλλιτεχνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτεχνία	noun	η δημιουργική δραστηριότητα (διαδικασία) ενός καλλιτέχνη και ενίοτε το προϊόν (αποτέλεσμα) αυτής
καλλιτεχνίας	noun	γενική ενικού του καλλιτεχνία
καλλιτεχνίδων	=	καλλιτέχνης
καλλιτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνία
καλλιτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλλιτέχνημα
καλλιτεχνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνημένο
καλλιτεχνημένε	verb	κλητική ενικού του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνημένη
καλλιτεχνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνημένης	verb	γενική ενικού του καλλιτεχνημένη
καλλιτεχνημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλλιτεχνώ
καλλιτεχνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλλιτεχνημένος
καλλιτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνικό	adv	σχετικά με τις καλές τέχνες, διά των καλών τεχνών
καλλιτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνική
καλλιτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνικής	adj	γενική ενικού του καλλιτεχνική
καλλιτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνικού	adj	γενική ενικού του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την καλλιτεχνία ή τον καλλιτέχνη ή αναφέρεται σ' αυτά
καλλιτεχνικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του καλλιτεχνικού
καλλιτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του καλλιτεχνικός
καλλιτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιτεχνία
καλλιτεχνώ	verb	δημιουργώ ένα καλλιτέχνημα
καλλιτεχνών	=	καλλιτέχνης
καλλιτεχνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλλιτεχνώ
καλλιτυπία	noun	φωτογραφική μέθοδος δημιουργίας αντιτύπων, χρησιμοποιώντας άλατα σιδήρου και αργύρου
καλλιτυπίας	=	καλλιτυπία
καλλιτυπίες	=	καλλιτυπία
καλλιτυπιών	=	καλλιτυπία
καλλιφωνία	noun	το να έχει κάποιος καλή φωνή, ιδίως όταν τραγουδάει
καλλιφωνίας	noun	γενική ενικού του καλλιφωνία
καλλιφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλιφωνία
καλλιφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του καλλιφωνία
καλλιφωνότατα	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατε	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατες	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατη	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατης	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατο	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατοι	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατος	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατου	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατους	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότατων	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερα	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερε	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερες	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερη	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερης	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερο	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότεροι	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερος	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερου	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερους	=	καλλίφωνος
καλλιφωνότερων	=	καλλίφωνος
καλλονές	=	καλλονή
καλλονή	noun	το κάλλος, η ομορφιά
καλλονής	=	καλλονή
καλλονιάτικα	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικε	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικες	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικη	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικης	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικο	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικοι	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικος	adj	ο σχετικός με την Καλλονή ή τους κατοίκους της
καλλονιάτικου	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικους	=	καλλονιάτικος
καλλονιάτικων	=	καλλονιάτικος
καλλονών	=	καλλονή
καλλουργιά	noun	καλλιέργεια, χωράφι καλλιεργημένο κατάλληλο για σπορά
καλλουργιάς	=	καλλουργιά
καλλουργιές	=	καλλουργιά
καλλουργιών	=	καλλουργιά
καλλουργώ	verb|figurative	καλλιεργώ (Χρειάζεται διεκρίνιση.
καλλουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλλουργώ
καλλυντήρια	=	καλλυντήριος
καλλυντήριας	=	καλλυντήριος
καλλυντήριε	=	καλλυντήριος
καλλυντήριες	=	καλλυντήριος
καλλυντήριο	noun	χώρος στον οποίο πραγματοποιείται καλλωπισμός
καλλυντήριοι	=	καλλυντήριος
καλλυντήριος	adj	αυτός που έχει τη δυνατότητα να ομορφύνει
καλλυντήριου	=	καλλυντήριος
καλλυντήριους	=	καλλυντήριος
καλλυντήριων	=	καλλυντήριος
καλλυντηρίου	=	καλλυντήριο
καλλυντηρίων	=	καλλυντήριο
καλλυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλυντικό
καλλυντικέ	adj	κλητική ενικού του καλλυντικός
καλλυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλυντική
καλλυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλυντικός
καλλυντικής	adj	γενική ενικού του καλλυντική
καλλυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλυντικός
καλλυντικού	adj	γενική ενικού του καλλυντικός
καλλυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλυντικός
καλλυντικό	adj	αιτιατική ενικού του καλλυντικός	noun	παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για αισθητικούς ή/και θεραπευτικούς λόγους
καλλυντικός	adj	που χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για αισθητικούς ή/και θεραπευτικούς λόγους
καλλυντικών	adj	γενική πληθυντικού του καλλυντικός
καλλωπίζαμε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζαν	=	καλλωπίζω
καλλωπίζανε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζατε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζει	=	καλλωπίζω
καλλωπίζεις	=	καλλωπίζω
καλλωπίζεσαι	=	καλλωπίζω
καλλωπίζεστε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζεται	=	καλλωπίζω
καλλωπίζετε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζομαι	=	καλλωπίζω
καλλωπίζομε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζονται	=	καλλωπίζω
καλλωπίζονταν	=	καλλωπίζω
καλλωπίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίζουμε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζουν	=	καλλωπίζω
καλλωπίζουνε	=	καλλωπίζω
καλλωπίζω	verb|formal	περιποιούμαι κάτι με σκοπό να το κάνω πιο όμορφο
καλλωπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσαν	=	καλλωπίζω
καλλωπίσανε	=	καλλωπίζω
καλλωπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσματα	=	καλλώπισμα
καλλωπίσματος	=	καλλώπισμα
καλλωπίσομε	=	καλλωπίζω
καλλωπίσου	=	καλλωπίζω
καλλωπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίσουνε	=	καλλωπίζω
καλλωπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπίστηκα	=	καλλωπίζω
καλλωπίστηκαν	=	καλλωπίζω
καλλωπίστηκε	=	καλλωπίζω
καλλωπίστηκες	=	καλλωπίζω
καλλωπίστρια	=	καλλωπιστής
καλλωπίστριας	noun	γενική ενικού του καλλωπίστρια
καλλωπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλωπίστρια
καλλωπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλωπιζόμασταν	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόμαστε	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόμουν	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόμουνα	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόντουσαν	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόσασταν	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόσαστε	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόσουν	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόσουνα	=	καλλωπίζω
καλλωπιζόταν	=	καλλωπίζω
καλλωπιζότανε	=	καλλωπίζω
καλλωπισμάτων	=	καλλώπισμα
καλλωπισμέ	noun	κλητική ενικού του καλλωπισμός
καλλωπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλωπισμένο
καλλωπισμένε	verb	κλητική ενικού του καλλωπισμένος
καλλωπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλωπισμένη
καλλωπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλωπισμένος
καλλωπισμένης	verb	γενική ενικού του καλλωπισμένη
καλλωπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλλωπισμένος
καλλωπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλωπισμένος
καλλωπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλλωπίζω
καλλωπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλλωπισμένος
καλλωπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλλωπισμένος
καλλωπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλλωπισμένος
καλλωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλωπισμός
καλλωπισμού	noun	γενική ενικού του καλλωπισμός
καλλωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλλωπισμός
καλλωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του καλλωπισμός
καλλωπισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλλωπίζω
καλλωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του καλλωπισμός
καλλωπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλωπιστής
καλλωπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλλωπιστής
καλλωπιστήκαμε	=	καλλωπίζω
καλλωπιστήκαν	=	καλλωπίζω
καλλωπιστήκανε	=	καλλωπίζω
καλλωπιστήκατε	=	καλλωπίζω
καλλωπιστήριο	noun|rare	χώρος καλλωπισμού
καλλωπιστής	noun	αυτός που καλλωπίζει
καλλωπιστεί	=	καλλωπίζω
καλλωπιστείς	=	καλλωπίζω
καλλωπιστείτε	=	καλλωπίζω
καλλωπιστικά	noun	φυτά κατάλληλα για καλλωπισμό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλωπιστικό
καλλωπιστικέ	adj	κλητική ενικού του καλλωπιστικός
καλλωπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλλωπιστική
καλλωπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλλωπιστικός
καλλωπιστικής	adj	γενική ενικού του καλλωπιστική
καλλωπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλλωπιστικός
καλλωπιστικού	adj	γενική ενικού του καλλωπιστικός
καλλωπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλλωπιστικός
καλλωπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καλλωπιστικός
καλλωπιστικός	adj	που εκτιμάται για την ομορφιά του και χρησιμοποιείται ή είναι κατάλληλος για διακόσμηση, για καλλωπισμό
καλλωπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καλλωπιστικός
καλλωπιστούμε	=	καλλωπίζω
καλλωπιστούν	=	καλλωπίζω
καλλωπιστούνε	=	καλλωπίζω
καλλωπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του καλλωπίστρια
καλλωπιστώ	=	καλλωπίζω
καλλωπιστών	noun	γενική πληθυντικού του καλλωπιστής
καλλύνω	verb|archaic	καλλωπίζω, ομορφαίνω
καλλώπιζα	=	καλλωπίζω
καλλώπιζαν	=	καλλωπίζω
καλλώπιζε	=	καλλωπίζω
καλλώπιζες	=	καλλωπίζω
καλλώπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλώπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλώπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλώπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλλωπίζω
καλλώπισμα	noun	άλλη μορφή του καλλωπισμός
καλμάραμε	=	καλμάρω
καλμάραν	=	καλμάρω
καλμάρανε	=	καλμάρω
καλμάρατε	=	καλμάρω
καλμάρει	=	καλμάρω
καλμάρεις	=	καλμάρω
καλμάρετε	=	καλμάρω
καλμάριζα	=	καλμάρω
καλμάριζαν	=	καλμάρω
καλμάριζε	=	καλμάρω
καλμάριζες	=	καλμάρω
καλμάρισα	=	καλμάρω
καλμάρισαν	=	καλμάρω
καλμάρισε	=	καλμάρω
καλμάρισες	=	καλμάρω
καλμάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καλμάρω
καλμάρομε	=	καλμάρω
καλμάροντας	=	καλμάρω
καλμάρουμε	=	καλμάρω
καλμάρουν	=	καλμάρω
καλμάρουνε	=	καλμάρω
καλμάρω	verb	ηρεμώ, γαληνεύω
καλμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλμάρισμα
καλμαρίσματος	noun	γενική ενικού του καλμάρισμα
καλμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλμάρισμα
καλμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλμαρισμένο
καλμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καλμαρισμένος
καλμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλμαρισμένη
καλμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλμαρισμένος
καλμαρισμένης	verb	γενική ενικού του καλμαρισμένη
καλμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλμαρισμένος
καλμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλμαρισμένος
καλμαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλμάρω
καλμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλμαρισμένος
καλμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλμαρισμένος
καλμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλμαρισμένος
καλμη	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Λήμνου
καλντέρα	noun	εδαφική κοιλότητα που σχηματίζεται, όταν υποχωρεί το τμήμα ενός ηφαιστειακού κώνου ή όταν διαβρώνονται βαθμιαία τα εσωτερικά τοιχώματά του
καλντέρας	noun	γενική ενικού του καλντέρα
καλντέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλντέρα
καλντερίμι	noun	λιθόστρωτος δρόμος του οποίου οι πέτρες δεν είναι κατεργασμένες
καλντερίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού της λέξης καλντερίμι
καλντεριμιού	=	καλντερίμι
καλντεριμιτζού	noun|vulgar	πόρνη του δρόμου, εκτός οίκου ανοχής
καλντεριμιτζούδες	=	καλντεριμιτζού
καλντεριμιτζούδων	=	καλντεριμιτζού
καλντεριμιτζούς	=	καλντεριμιτζού
καλντεριμιών	=	καλντερίμι
καλντερών	noun	γενική πληθυντικού του καλντέρα
καλοέβραζα	=	καλοβράζω
καλοέβραζαν	=	καλοβράζω
καλοέβραζε	=	καλοβράζω
καλοέβραζες	=	καλοβράζω
καλοέβρασα	=	καλοβράζω
καλοέβρασαν	=	καλοβράζω
καλοέβρασε	=	καλοβράζω
καλοέβρασες	=	καλοβράζω
καλοέπεσα	=	καλοπέφτω
καλοέψηνα	=	καλοψήνω
καλοέψηναν	=	καλοψήνω
καλοέψηνε	=	καλοψήνω
καλοέψηνες	=	καλοψήνω
καλοέψησα	=	καλοψήνω
καλοέψησαν	=	καλοψήνω
καλοέψησε	=	καλοψήνω
καλοέψησες	=	καλοψήνω
καλοήθεια	noun	η ιδιότητα του καλοήθους, αυτού που δεν είναι επικίνδυνος για τη ζωή
καλοήθειας	noun	γενική ενικού του καλοήθεια
καλοήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοήθεια
καλοήθεις	=	καλοήθης
καλοήθη	=	καλοήθης
καλοήθης	adj	για νόσο που δεν έχει σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία, συνήθως σε αντιδιαστολή με θανατηφόρα νόσο με επιφανειακά παρόμοια συμπτώματα
καλοήθους	=	καλοήθης
καλοήθων	=	καλοήθης
καλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλός
καλοαναθρεμμένα	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένε	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένες	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένη	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένης	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένο	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένοι	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένος	verb	που έχει ανατραφεί, διαπαιδαγωγηθεί σωστά, με ηθικές αξίες
καλοαναθρεμμένου	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένους	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαναθρεμμένων	=	καλοαναθρεμμένος
καλοαρέσω	verb	άλλη μορφή του καλαρέσω
καλοβάμονα	noun	πουλιά που ανήκουν στην υποτάξη Καλοβάμονα
καλοβάμονων	=	καλοβάμονα
καλοβαλμένα	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένε	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένες	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένη	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένης	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένο	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένοι	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένος	verb|figurative	κάποιος που φαίνεται σε καλή κατάσταση
καλοβαλμένου	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένους	=	καλοβαλμένος
καλοβαλμένων	=	καλοβαλμένος
καλοβαστιέμαι	verb	διατηρούμαι ακμαίος
καλοβαστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλοβαστάω / καλοβαστώ
καλοβατικά	noun	άλλη μορφή του καλοβάμονα
καλοβατικών	=	καλοβατικά
καλοβλέπω	verb	βλέπω καλά, καθαρά
καλοβολεμένα	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένε	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένες	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένη	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένης	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένο	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένοι	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένος	adj	που έχει βολευτεί καλά
καλοβολεμένου	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένους	=	καλοβολεμένος
καλοβολεμένων	=	καλοβολεμένος
καλοβολιά	noun	η ιδιότητα του καλόβολου
καλοβολιάς	=	καλοβολιά
καλοβολιές	=	καλοβολιά
καλοβολιών	=	καλοβολιά
καλοβουλία	noun|formal	καλή / ευμενής προαίρεση προς κάποιον ή προς κάτι
καλοβουλίας	=	καλοβουλία
καλοβουλίες	=	καλοβουλία
καλοβουλιών	=	καλοβουλία
καλοβράζαμε	=	καλοβράζω
καλοβράζαν	=	καλοβράζω
καλοβράζανε	=	καλοβράζω
καλοβράζατε	=	καλοβράζω
καλοβράζει	=	καλοβράζω
καλοβράζεις	=	καλοβράζω
καλοβράζετε	=	καλοβράζω
καλοβράζοντας	=	καλοβράζω
καλοβράζουμε	=	καλοβράζω
καλοβράζουν	=	καλοβράζω
καλοβράζουνε	=	καλοβράζω
καλοβράζω	verb	βράζω καλά (ή εύκολα)
καλοβράσαμε	=	καλοβράζω
καλοβράσαν	=	καλοβράζω
καλοβράσανε	=	καλοβράζω
καλοβράσατε	=	καλοβράζω
καλοβράσει	=	καλοβράζω
καλοβράστε	=	καλοβράζω
καλογέρευα	=	καλογερεύω
καλογέρευαν	=	καλογερεύω
καλογέρευε	=	καλογερεύω
καλογέρευες	=	καλογερεύω
καλογέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογέρι	noun	νεαρός καλόγερος
καλογέρια	=	καλογέρι
καλογέρου	=	καλόγερος
καλογέρους	=	καλόγερος
καλογέρων	=	καλόγερος
καλογήρου	=	καλόγηρος
καλογήρους	=	καλόγηρος
καλογήρων	=	καλόγηρος
καλογεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογεννημένο
καλογεννημένε	verb	κλητική ενικού του καλογεννημένος
καλογεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογεννημένη
καλογεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλογεννημένος
καλογεννημένης	verb	γενική ενικού του καλογεννημένη
καλογεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλογεννημένος
καλογεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλογεννημένος
καλογεννημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλογεννώ
καλογεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλογεννημένος
καλογεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλογεννημένος
καλογεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλογεννημένος
καλογεννώ	verb	γεννώ χωρίς προβλήματα, με την λεχώνα και το παιδί σε υγεία
καλογεννώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλογεννάω / καλογεννώ
καλογεράκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Καλογεράκης
καλογεράκηδων	noun	γενική πληθυντικού του Καλογεράκης
καλογεράκι	noun	νεαρός ή δόκιμος καλόγερος
καλογεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογεράκι
καλογερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψαν	=	καλογερεύω
καλογερέψανε	=	καλογερεύω
καλογερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλογερεύω
καλογερίστικα	adv	με καλογερίστικο τρόπο
καλογερίστικε	adj	κλητική ενικού του καλογερίστικος
καλογερίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογερίστικη
καλογερίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλογερίστικος
καλογερίστικης	adj	γενική ενικού του καλογερίστικη
καλογερίστικο	adj	αιτιατική ενικού του καλογερίστικος
καλογερίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλογερίστικος
καλογερίστικος	adj	που έχει κάποιες ιδιότητες όμοιες με αυτές του καλόγερου
καλογερίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλογερίστικος
καλογερίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλογερίστικος
καλογερίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλογερίστικος
καλογερεύαμε	=	καλογερεύω
καλογερεύαν	=	καλογερεύω
καλογερεύανε	=	καλογερεύω
καλογερεύατε	=	καλογερεύω
καλογερεύει	=	καλογερεύω
καλογερεύεις	=	καλογερεύω
καλογερεύετε	=	καλογερεύω
καλογερεύοντας	=	καλογερεύω
καλογερεύουμε	=	καλογερεύω
καλογερεύουν	=	καλογερεύω
καλογερεύουνε	=	καλογερεύω
καλογερεύω	verb	αποσύρομαι από τα εγκόσμια, γίνομαι καλόγερος
καλογερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογερικό	adv	με καλογερικό τρόπο
καλογερικέ	adj	κλητική ενικού του καλογερικός
καλογερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογερική
καλογερική	noun	το να είναι κανείς καλόγερος, να πρέπει να ζει τη ζωή ενός καλογέρου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλογερικός
καλογερικής	adj	γενική ενικού του καλογερική
καλογερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλογερικός
καλογερικού	adj	γενική ενικού του καλογερικός
καλογερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλογερικός
καλογερικό	adj	αιτιατική ενικού του καλογερικός
καλογερικός	adj	που αναφέρεται σε έναν καλόγερο ή ανήκει σε αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
καλογερικών	adj	γενική πληθυντικού του καλογερικός
καλογεριού	=	καλογέρι
καλογεριών	=	καλογέρι
καλογεροπαίδι	noun	δόκιμος μοναχός ή νεαρός καλόγερος
καλογεροπαίδια	=	καλογεροπαίδι
καλογεροπαιδιού	=	καλογεροπαίδι
καλογεροπαιδιών	=	καλογεροπαίδι
καλογεροπαπάδες	=	καλογερόπαπας
καλογεροπαπάδων	=	καλογερόπαπας
καλογεροσυνών	=	καλογεροσύνη
καλογεροσύνες	=	καλογεροσύνη
καλογεροσύνη	noun|vulgar	άλλη μορφή του καλογερική
καλογεροσύνης	=	καλογεροσύνη
καλογερόπαιδα	=	καλογερόπαιδο
καλογερόπαιδο	noun	άλλη μορφή του καλογεροπαίδι
καλογερόπαιδου	=	καλογερόπαιδο
καλογερόπαιδων	=	καλογερόπαιδο
καλογερόπαπα	=	καλογερόπαπας
καλογερόπαπας	noun|vulgar	ιερομόναχος
καλογηροσυνών	=	καλογηροσύνη
καλογηροσύνες	=	καλογηροσύνη
καλογηροσύνη	noun	άλλη μορφή του καλογερική
καλογηροσύνης	=	καλογηροσύνη
καλογιάννος	noun	το πτηνό κοκκινολαίμης
καλογιαννοπούλα	noun	λαϊκή ονομασία για το θηλυκό του πουλιού καλόγιαννος, επίσημα ερύθακος, του κοκκινολαίμη
καλογιαννοπούλας	=	καλογιαννοπούλα
καλογιαννοπούλες	=	καλογιαννοπούλα
καλογνωμία	noun	άλλη μορφή του καλογνωμιά
καλογνωμίας	noun	γενική ενικού του καλογνωμία
καλογνωμίες	=	καλογνωμία
καλογνωμιά	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του καλόγνωμου
καλογνωμιάς	=	καλογνωμιά
καλογνωμιές	=	καλογνωμιά
καλογνωμιών	noun	γενική πληθυντικού του καλογνωμία
καλογνωμοσυνών	=	καλογνωμοσύνη
καλογνωμοσύνες	=	καλογνωμοσύνη
καλογνωμοσύνη	noun	άλλη μορφή του καλογνωμιά
καλογνωμοσύνης	=	καλογνωμοσύνη
καλογρίτσα	noun	υποκοριστικό του καλόγρια
καλογρίτσας	noun	γενική ενικού του καλογρίτσα
καλογρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογρίτσα
καλογραία	noun	η καλόγρια, η μοναχή
καλογραίας	=	καλογραία
καλογραίες	=	καλογραία
καλογραιών	=	καλογραία
καλογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογραμμένο
καλογραμμένε	verb	κλητική ενικού του καλογραμμένος
καλογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογραμμένη
καλογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλογραμμένος
καλογραμμένης	verb	γενική ενικού του καλογραμμένη
καλογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλογραμμένος
καλογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλογραμμένος
καλογραμμένος	verb	που είναι γραμμένος με καλαισθησία
καλογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλογραμμένος
καλογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλογραμμένος
καλογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλογραμμένος
καλογρεζιωτών	=	καλογρεζιώτης
καλογρεζιώτες	=	καλογρεζιώτης
καλογρεζιώτη	=	καλογρεζιώτης
καλογρεζιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από την Καλογρέζα
καλογρεζιώτισσα	=	καλογρεζιώτης
καλογριά	noun	άλλη μορφή του καλόγρια
καλογριάς	=	καλογριά
καλογριές	=	καλογριά
καλογριούλα	noun	άλλη μορφή του καλογρίτσα, υποκοριστικό του καλόγρια
καλογριούλας	noun	γενική ενικού του καλογριούλα
καλογριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογριούλα
καλογριών	noun	γενική πληθυντικού του καλόγρια
καλογυαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογυαλισμένο
καλογυαλισμένε	verb	κλητική ενικού του καλογυαλισμένος
καλογυαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλογυαλισμένη
καλογυαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλογυαλισμένος
καλογυαλισμένης	verb	γενική ενικού του καλογυαλισμένη
καλογυαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλογυαλισμένος
καλογυαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλογυαλισμένος
καλογυαλισμένος	verb	γυαλισμένος πολύ καλά
καλογυαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλογυαλισμένος
καλογυαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλογυαλισμένος
καλογυαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλογυαλισμένος
καλογυρεύω	verb	εξετάζω ή αναζητώ κάτι με προσοχή ή επιμέλεια
καλοδέχομαι	verb	υποδέχομαι κάποιον δείχνοντας μεγάλη ευχαρίστηση
καλοδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοδείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοδείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοδεχάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδεχάμενο
καλοδεχάμενε	verb	κλητική ενικού του καλοδεχάμενος
καλοδεχάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδεχάμενη
καλοδεχάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοδεχάμενος
καλοδεχάμενης	verb	γενική ενικού του καλοδεχάμενη
καλοδεχάμενο	verb	αιτιατική ενικού του καλοδεχάμενος
καλοδεχάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοδεχάμενος
καλοδεχάμενος	verb|literary	άλλη μορφή του καλοδεχούμενος
καλοδεχάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοδεχάμενος
καλοδεχάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοδεχάμενος
καλοδεχάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοδεχάμενος
καλοδεχούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδεχούμενο
καλοδεχούμενε	verb	κλητική ενικού του καλοδεχούμενος
καλοδεχούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδεχούμενη
καλοδεχούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοδεχούμενος
καλοδεχούμενης	verb	γενική ενικού του καλοδεχούμενη
καλοδεχούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καλοδεχούμενος
καλοδεχούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοδεχούμενος
καλοδεχούμενος	verb	που γίνεται δεκτό με ευχαρίστηση, με καλή διάθεση
καλοδεχούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοδεχούμενος
καλοδεχούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοδεχούμενος
καλοδεχούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοδεχούμενος
καλοδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοδέχομαι
καλοδιάθετα	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετε	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετες	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετη	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετης	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετο	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετοι	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετος	adj	κάποιος που επιδεικνύει καλή διάθεση ή που συνήθως έχει καλή διάθεση
καλοδιάθετου	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετους	=	καλοδιάθετος
καλοδιάθετων	=	καλοδιάθετος
καλοδιαβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδιαβασμένο
καλοδιαβασμένε	verb	κλητική ενικού του καλοδιαβασμένος
καλοδιαβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδιαβασμένη
καλοδιαβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοδιαβασμένος
καλοδιαβασμένης	verb	γενική ενικού του καλοδιαβασμένη
καλοδιαβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοδιαβασμένος
καλοδιαβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοδιαβασμένος
καλοδιαβασμένος	verb	που έχει διαβάσει καλά το μάθημά του, που το μελέτησε σωστά (συνήθως για μαθητές)
καλοδιαβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοδιαβασμένος
καλοδιαβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοδιαβασμένος
καλοδιαβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοδιαβασμένος
καλοδιατηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδιατηρημένο
καλοδιατηρημένε	verb	κλητική ενικού του καλοδιατηρημένος
καλοδιατηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδιατηρημένη
καλοδιατηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοδιατηρημένος
καλοδιατηρημένης	verb	γενική ενικού του καλοδιατηρημένη
καλοδιατηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοδιατηρημένος
καλοδιατηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοδιατηρημένος
καλοδιατηρημένος	verb	που διατηρείται καλά
καλοδιατηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοδιατηρημένος
καλοδιατηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοδιατηρημένος
καλοδιατηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοδιατηρημένος
καλοδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδουλεμένο
καλοδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του καλοδουλεμένος
καλοδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοδουλεμένη
καλοδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοδουλεμένος
καλοδουλεμένης	verb	γενική ενικού του καλοδουλεμένη
καλοδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοδουλεμένος
καλοδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοδουλεμένος
καλοδουλεμένος	verb	κάτι που έχει τύχει καλής επεξεργασίας, που έχει δουλευτεί με καλό, με σωστό τρόπο
καλοδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοδουλεμένος
καλοδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοδουλεμένος
καλοδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοδουλεμένος
καλοδούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοδούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοδώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοείδα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοείδαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοείδαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοείδατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοείδε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοείδες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοβλέπω
καλοειπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοειπωμένο
καλοειπωμένε	verb	κλητική ενικού του καλοειπωμένος
καλοειπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοειπωμένη
καλοειπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοειπωμένος
καλοειπωμένης	verb	γενική ενικού του καλοειπωμένη
καλοειπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοειπωμένος
καλοειπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοειπωμένος
καλοειπωμένος	verb	που έχει καλοειπωθεί
καλοειπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοειπωμένος
καλοειπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοειπωμένος
καλοειπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοειπωμένος
καλοεξέταζα	=	καλοεξετάζω
καλοεξέταζαν	=	καλοεξετάζω
καλοεξέταζε	=	καλοεξετάζω
καλοεξέταζες	=	καλοεξετάζω
καλοεξέτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξέτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξέτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξέτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάζαμε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζαν	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζανε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζατε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζει	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζεις	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζεσαι	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζεστε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζεται	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζετε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάζονται	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζονταν	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζοντας	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζουμε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζουν	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζουνε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάζω	verb	εξετάζω με προσοχή κάτι, προκειμένου να αποφασίσω
καλοεξετάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάσαν	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάσανε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάσου	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξετάστηκα	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάστηκαν	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάστηκε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάστηκες	=	καλοεξετάζω
καλοεξετάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοεξετάζω
καλοεξεταζόμασταν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόμαστε	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόμουν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόμουνα	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόντουσαν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόσασταν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόσαστε	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόσουν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόσουνα	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζόταν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταζότανε	=	καλοεξετάζω
καλοεξετασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοεξετασμένο
καλοεξετασμένε	verb	κλητική ενικού του καλοεξετασμένος
καλοεξετασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοεξετασμένη
καλοεξετασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοεξετασμένος
καλοεξετασμένης	verb	γενική ενικού του καλοεξετασμένη
καλοεξετασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοεξετασμένος
καλοεξετασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοεξετασμένος
καλοεξετασμένος	verb	που έχει καλοεξεταστεί
καλοεξετασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοεξετασμένος
καλοεξετασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοεξετασμένος
καλοεξετασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοεξετασμένος
καλοεξεταστήκαμε	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταστήκαν	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταστήκανε	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταστήκατε	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταστεί	=	καλοεξετάζω
καλοεξεταστείτε	=	καλοεξετάζω
καλοζυγίζαμε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζαν	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζανε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζατε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζει	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζεις	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζετε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζομαι	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζοντας	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζουμε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζουν	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζουνε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίζω	verb	ζυγίζω με πιστότητα και ακρίβεια
καλοζυγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσαν	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίσανε	=	καλοζυγίζω
καλοζυγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζυγιάζω	verb|figurative	άλλη μορφή του καλοζυγίζω
καλοζυγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζυγιασμένο
καλοζυγιασμένε	verb	κλητική ενικού του καλοζυγιασμένος
καλοζυγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζυγιασμένη
καλοζυγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοζυγιασμένος
καλοζυγιασμένης	verb	γενική ενικού του καλοζυγιασμένη
καλοζυγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοζυγιασμένος
καλοζυγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοζυγιασμένος
καλοζυγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζυγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοζυγιασμένος
καλοζυγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοζυγιασμένος
καλοζυγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοζυγιασμένος
καλοζυγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζυγισμένο
καλοζυγισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοζυγισμένος
καλοζυγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζυγισμένη
καλοζυγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοζυγισμένος
καλοζυγισμένης	verb	γενική ενικού του καλοζυγισμένη
καλοζυγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοζυγισμένος
καλοζυγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοζυγισμένος
καλοζυγισμένος	verb	που έχει ζυγιστεί καλά
καλοζυγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοζυγισμένος
καλοζυγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοζυγισμένος
καλοζυγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοζυγισμένος
καλοζωία	noun	η καλή και άνετη ζωή
καλοζωίας	noun	γενική ενικού του καλοζωία
καλοζωίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζωία
καλοζωίζαμε	=	καλοζωίζω
καλοζωίζαν	=	καλοζωίζω
καλοζωίζανε	=	καλοζωίζω
καλοζωίζατε	=	καλοζωίζω
καλοζωίζει	=	καλοζωίζω
καλοζωίζεις	=	καλοζωίζω
καλοζωίζετε	=	καλοζωίζω
καλοζωίζοντας	=	καλοζωίζω
καλοζωίζουμε	=	καλοζωίζω
καλοζωίζουν	=	καλοζωίζω
καλοζωίζουνε	=	καλοζωίζω
καλοζωίζω	verb	ζω καλή ζωή, διάγω εν καλοζωία
καλοζωίσαμε	=	καλοζωίζω
καλοζωίσαν	=	καλοζωίζω
καλοζωίσανε	=	καλοζωίζω
καλοζωίσατε	=	καλοζωίζω
καλοζωίσει	=	καλοζωίζω
καλοζωίστε	=	καλοζωίζω
καλοζωίστρια	noun	θηλυκό του καλοζωιστής
καλοζωίστριας	=	καλοζωίστρια
καλοζωίστριες	=	καλοζωίστρια
καλοζωισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζωισμένο
καλοζωισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοζωισμένος
καλοζωισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζωισμένη
καλοζωισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοζωισμένος
καλοζωισμένης	verb	γενική ενικού του καλοζωισμένη
καλοζωισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοζωισμένος
καλοζωισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοζωισμένος
καλοζωισμένος	verb	που έχει καλό και πλούσιο επίπεδο διαβίωσης
καλοζωισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοζωισμένος
καλοζωισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοζωισμένος
καλοζωισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοζωισμένος
καλοζωιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοζωιστής
καλοζωιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλοζωιστής
καλοζωιστής	noun	που του αρέσει η καλή και άνετη ζωή
καλοζωιστριών	=	καλοζωίστρια
καλοζωιστών	noun	γενική πληθυντικού του καλοζωιστής
καλοζύγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζύγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζύγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζύγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγιάζω
καλοζύγιζα	=	καλοζυγίζω
καλοζύγιζαν	=	καλοζυγίζω
καλοζύγιζε	=	καλοζυγίζω
καλοζύγιζες	=	καλοζυγίζω
καλοζύγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζύγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζύγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζύγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοζυγίζω
καλοζώ	verb	ζω καλά, περνώ μια καλή ζωή
καλοζώιζα	=	καλοζωίζω
καλοζώιζαν	=	καλοζωίζω
καλοζώιζε	=	καλοζωίζω
καλοζώιζες	=	καλοζωίζω
καλοζώισα	=	καλοζωίζω
καλοζώισαν	=	καλοζωίζω
καλοζώισε	=	καλοζωίζω
καλοζώισες	=	καλοζωίζω
καλοζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλοζώ
καλοηθειών	noun	γενική πληθυντικού του καλοήθεια
καλοθάλασσα	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσε	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσες	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασση	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσης	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσο	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσοι	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσος	adj	που αντέχει καλά στην θάλασσα, που είναι ασφαλές και γρήγορο στην πλεύση (αναφέρεται συνήθως σε πλοίο)
καλοθάλασσου	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσους	=	καλοθάλασσος
καλοθάλασσων	=	καλοθάλασσος
καλοθανάτιζα	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτιζαν	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτιζε	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτιζες	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτισα	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτισαν	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτισε	=	καλοθανατίζω
καλοθανάτισες	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζαμε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζαν	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζανε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζατε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζει	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζεις	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζετε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζοντας	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζουμε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζουν	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζουνε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίζω	verb	βρίσκω έντιμο ή «καλό» θάνατο
καλοθανατίσαμε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίσαν	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίσανε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίσατε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίσει	=	καλοθανατίζω
καλοθανατίστε	=	καλοθανατίζω
καλοθανατιά	noun	ο ήσυχος, ήρεμος θάνατος
καλοθανατιάς	=	καλοθανατιά
καλοθανατιές	=	καλοθανατιά
καλοθανατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοθανατισμένο
καλοθανατισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοθανατισμένος
καλοθανατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοθανατισμένη
καλοθανατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοθανατισμένος
καλοθανατισμένης	verb	γενική ενικού του καλοθανατισμένη
καλοθανατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοθανατισμένος
καλοθανατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοθανατισμένος
καλοθανατισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοθανατίζω
καλοθανατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοθανατισμένος
καλοθανατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοθανατισμένος
καλοθανατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοθανατισμένος
καλοθανατιών	=	καλοθανατιά
καλοθελήτρα	noun	θηλυκό του καλοθελητής
καλοθελήτρας	noun	γενική ενικού του καλοθελήτρα
καλοθελήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοθελήτρα
καλοθελητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοθελητής
καλοθελητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλοθελητής
καλοθελητής	noun	που ενημερώνει χαιρέκακα για κάτι δυσάρεστο δείχνοντας προσποιητό ενδιαφέρον και υποκριτική συμπάθεια
καλοθελητών	noun	γενική πληθυντικού του καλοθελητής
καλοθρεμμένα	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένε	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένες	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένη	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένης	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένο	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένοι	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένος	verb	που έχει τραφεί καλά κι έχει παχύνει ωραία
καλοθρεμμένου	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένους	=	καλοθρεμμένος
καλοθρεμμένων	=	καλοθρεμμένος
καλοθυμάμαι	verb	θυμάμαι καλά
καλοθυμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοθυμάμαι
καλοθυμούμαι	verb	άλλη μορφή του καλοθυμάμαι
καλοκάγαθα	adv	με καλοκάγαθο τρόπο, με καλοκαγαθία
καλοκάγαθε	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθες	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθη	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθης	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθο	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθοι	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθος	adj	αγαθός και καλός
καλοκάγαθου	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθους	=	καλοκάγαθος
καλοκάγαθων	=	καλοκάγαθος
καλοκάθομαι	verb	κάθομαι άνετα, βολεύομαι
καλοκάρδια	adv	άλλη μορφή του καλόκαρδα
καλοκάρδιζα	=	καλοκαρδίζω
καλοκάρδιζαν	=	καλοκαρδίζω
καλοκάρδιζε	=	καλοκαρδίζω
καλοκάρδιζες	=	καλοκαρδίζω
καλοκάρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκάρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκάρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκάρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκάρδισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καλοκαρδίζω
καλοκαίρευα	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρευαν	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρευε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρευες	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρεψα	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρεψαν	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαιρεύω
καλοκαίρεψες	=	καλοκαιρεύω
καλοκαίρι	noun	η εποχή του έτους, μετά την άνοιξη και πριν το φθινόπωρο, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε υψηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν υψηλότερες θερμοκρασίες
καλοκαίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαίρι
καλοκαίριαζα	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριαζαν	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριαζε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριαζες	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριασα	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριασαν	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαιριάζω
καλοκαίριασες	=	καλοκαιριάζω
καλοκαίριασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καλοκαιριάζω / καλοκαιριάζει
καλοκαίρισε	=	καλοκαιριάζει
καλοκαγαθία	noun	η ιδιότητα του καλοκἀγαθοῦ, του ανθρώπου που αποτελεί πρότυπο και συνδυάζει σωματική ομορφιά και ηθική αρετή (και σε κάποιες χρονικές περιόδους και την ευγενική καταγωγή)
καλοκαγαθίας	noun	γενική ενικού του καλοκαγαθία
καλοκαγαθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαγαθία
καλοκαγαθιών	noun	γενική πληθυντικού του καλοκαγαθία
καλοκαιράκι	noun	καλοκαίρι
καλοκαιράκια	=	καλοκαιράκι
καλοκαιρέψαμε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρέψαν	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρέψανε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρέψατε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοκαιρεύω
καλοκαιρέψτε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρία	noun	Η κατάσταση κατά την οποία ο καιρός που επικρατεί σε μία περιοχή είναι καλός.
καλοκαιρίας	noun	γενική ενικού του καλοκαιρία
καλοκαιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιρία
καλοκαιρεύαμε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύαν	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύανε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύατε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύει	verb	άλλη γραφή του καλοκαιριάζει
καλοκαιρεύεις	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύετε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύοντας	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύουμε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύουν	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύουνε	=	καλοκαιρεύω
καλοκαιρεύω	verb|vulgar	άλλη γραφή του καλοκαιριάζω
καλοκαιριά	noun	άλλη μορφή του καλοκαιρία
καλοκαιριάζαμε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζαν	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζανε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζατε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζει	verb	αρχίζει το καλοκαίρι
καλοκαιριάζεις	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζετε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζοντας	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζουμε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζουν	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζουνε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάζω	verb|vulgar	περνώ κάπου το καλοκαίρι μου
καλοκαιριάς	=	καλοκαιριά
καλοκαιριάσαμε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάσαν	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάσανε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάσατε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοκαιριάζω
καλοκαιριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαίριασμα
καλοκαιριάσματος	noun	γενική ενικού του καλοκαίριασμα
καλοκαιριάστε	=	καλοκαιριάζω
καλοκαιριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιριάτικομ ουδέτερο του καλοκαιριάτικος	adv	που γίνεται το καλοκαίρι, ενώ δεν θα έπρεπε (αρνητική χροιά)
καλοκαιριάτικε	adj	κλητική ενικού του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιριάτικη
καλοκαιριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριάτικης	adj	γενική ενικού του καλοκαιριάτικη
καλοκαιριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριάτικος	adj	άλλη μορφή του καλοκαιρινός
καλοκαιριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοκαιριάτικος
καλοκαιριές	=	καλοκαιριά
καλοκαιριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλοκαίριασμα
καλοκαιρινά	noun	τα ρούχα που φοριούνται κυρίως το καλοκαίρι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιρινό
καλοκαιρινέ	adj	κλητική ενικού του καλοκαιρινός
καλοκαιρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιρινή
καλοκαιρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοκαιρινός
καλοκαιρινής	adj	γενική ενικού του καλοκαιρινή
καλοκαιρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκαιρινός
καλοκαιρινού	adj	γενική ενικού του καλοκαιρινός
καλοκαιρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλοκαιρινός
καλοκαιρινό	adj	αιτιατική ενικού του καλοκαιρινός
καλοκαιρινός	adj	που έχει σχέση με το καλοκαίρι, αναφέρεται σ’ αυτό, συμβαίνει κατά τη διάρκειά του ή χρησιμοποιείται το καλοκαίρι
καλοκαιρινών	adj	γενική πληθυντικού του καλοκαιρινός
καλοκαιριού	noun	γενική του καλοκαίρι
καλοκαιριών	=	καλοκαίρι
καλοκαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαμωμένο
καλοκαμωμένε	verb	κλητική ενικού του καλοκαμωμένος
καλοκαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαμωμένη
καλοκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοκαμωμένος
καλοκαμωμένης	verb	γενική ενικού του καλοκαμωμένη
καλοκαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοκαμωμένος
καλοκαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκαμωμένος
καλοκαμωμένος	verb	που είναι ωραία, όμορφα ή καλά φτιαγμένος
καλοκαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοκαμωμένος
καλοκαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοκαμωμένος
καλοκαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοκαμωμένος
καλοκαρδίζαμε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζαν	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζανε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζατε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζει	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζεις	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζεσαι	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίζεστε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίζεται	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίζετε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζονται	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίζονταν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίζοντας	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζου	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίζουμε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζουν	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζουνε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίζω	verb	φέρομαι καλόκαρδα κι έτσι ευχαριστώ κάποιον
καλοκαρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσαν	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσανε	=	καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκάρδισμα
καλοκαρδίσματος	noun	γενική ενικού του καλοκάρδισμα
καλοκαρδίσου	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδίστηκα	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίστηκαν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίστηκε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίστηκες	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδιζόμασταν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόμαστε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόμουν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόμουνα	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόντουσαν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόσασταν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόσαστε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόσουν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόσουνα	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζόταν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιζότανε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλοκάρδισμα
καλοκαρδισμέ	noun	κλητική ενικού του καλοκαρδισμός
καλοκαρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδισμένο
καλοκαρδισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδισμένη
καλοκαρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμένης	verb	γενική ενικού του καλοκαρδισμένη
καλοκαρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοκαρδίζω
καλοκαρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοκαρδισμένος
καλοκαρδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδισμός
καλοκαρδισμού	noun	γενική ενικού του καλοκαρδισμός
καλοκαρδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλοκαρδισμός
καλοκαρδισμό	noun	αιτιατική ενικού του καλοκαρδισμός
καλοκαρδισμός	noun|rare	άλλη μορφή του καλοκάρδισμα
καλοκαρδισμών	noun	γενική πληθυντικού του καλοκαρδισμός
καλοκαρδιστήκαμε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιστήκαν	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιστήκανε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιστήκατε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιστεί	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιστείτε	=	καλοκαρδίζομαι
καλοκαρδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδιστικό
καλοκαρδιστικέ	adj	κλητική ενικού του καλοκαρδιστικός
καλοκαρδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδιστική
καλοκαρδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοκαρδιστικός
καλοκαρδιστικής	adj	γενική ενικού του καλοκαρδιστική
καλοκαρδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκαρδιστικός
καλοκαρδιστικού	adj	γενική ενικού του καλοκαρδιστικός
καλοκαρδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλοκαρδιστικός
καλοκαρδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καλοκαρδιστικός
καλοκαρδιστικός	adj	που έχει σχέση με τον καλόκαρδο και την συμπεριφορά του
καλοκαρδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καλοκαρδιστικός
καλοκοίταζα	=	καλοκοιτάζω
καλοκοίταζαν	=	καλοκοιτάζω
καλοκοίταζε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοίταζες	=	καλοκοιτάζω
καλοκοίταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοίταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοίταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοίταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι καλά, ήσυχα
καλοκοιτάζαμε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζαν	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζανε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζατε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζει	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζεις	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζετε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζοντας	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζουμε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζουν	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζουνε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάζω	verb	κοιτάζω κάποιον ή κάτι με διάθεση θετικής προσέγγισης
καλοκοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξαν	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξανε	=	καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοκοιτάζω
καλοκουρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκουρεμένο
καλοκουρεμένε	verb	κλητική ενικού του καλοκουρεμένος
καλοκουρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκουρεμένη
καλοκουρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοκουρεμένος
καλοκουρεμένης	verb	γενική ενικού του καλοκουρεμένη
καλοκουρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοκουρεμένος
καλοκουρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοκουρεμένος
καλοκουρεμένος	verb	που του έχουν κάνει ωραίο κούρεμα
καλοκουρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοκουρεμένος
καλοκουρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοκουρεμένος
καλοκουρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοκουρεμένος
καλοκυρά	noun|vulgar	νεράιδα
καλοκυράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοκυρά
καλοκυράς	=	καλοκυρά
καλοκυρές	=	καλοκυρά
καλοκυρών	=	καλοκυρά
καλολέω	verb	διηγούμαι με ακρίβεια και πιστότητα
καλολογία	noun	η αισθητική του λόγου
καλολογίας	noun	γενική ενικού του καλολογία
καλολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλολογία
καλολογιάζαμε	=	καλολογιάζω
καλολογιάζαν	=	καλολογιάζω
καλολογιάζανε	=	καλολογιάζω
καλολογιάζατε	=	καλολογιάζω
καλολογιάζει	=	καλολογιάζω
καλολογιάζεις	=	καλολογιάζω
καλολογιάζετε	=	καλολογιάζω
καλολογιάζοντας	=	καλολογιάζω
καλολογιάζουμε	=	καλολογιάζω
καλολογιάζουν	=	καλολογιάζω
καλολογιάζουνε	=	καλολογιάζω
καλολογιάζω	verb	λογιάζω κάτι με προσοχή, το εξετάζω με περίσκεψη, προσεκτικά και καλά
καλολογιάσαμε	=	καλολογιάζω
καλολογιάσαν	=	καλολογιάζω
καλολογιάσανε	=	καλολογιάζω
καλολογιάσατε	=	καλολογιάζω
καλολογιάσει	=	καλολογιάζω
καλολογιάστε	=	καλολογιάζω
καλολογιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλολογιασμένο
καλολογιασμένε	verb	κλητική ενικού του καλολογιασμένος
καλολογιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλολογιασμένη
καλολογιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλολογιασμένος
καλολογιασμένης	verb	γενική ενικού του καλολογιασμένη
καλολογιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλολογιασμένος
καλολογιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλολογιασμένος
καλολογιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλολογιάζω
καλολογιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλολογιασμένος
καλολογιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλολογιασμένος
καλολογιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλολογιασμένος
καλολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλολογικό	adv	με καλολογικό τρόπο
καλολογικέ	adj	κλητική ενικού του καλολογικός
καλολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλολογική
καλολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλολογικός
καλολογικής	adj	γενική ενικού του καλολογική
καλολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλολογικός
καλολογικού	adj	γενική ενικού του καλολογικός
καλολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλολογικός
καλολογικό	adj	αιτιατική ενικού του καλολογικός
καλολογικός	adj	που έχει σχέση με την καλολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
καλολογικών	adj	γενική πληθυντικού του καλολογικός
καλολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καλολογία
καλολόγιαζα	=	καλολογιάζω
καλολόγιαζαν	=	καλολογιάζω
καλολόγιαζε	=	καλολογιάζω
καλολόγιαζες	=	καλολογιάζω
καλολόγιασα	=	καλολογιάζω
καλολόγιασαν	=	καλολογιάζω
καλολόγιασε	=	καλολογιάζω
καλολόγιασες	=	καλολογιάζω
καλομάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομίλητα	=	καλομίλητος
καλομίλητε	=	καλομίλητος
καλομίλητες	=	καλομίλητος
καλομίλητη	=	καλομίλητος
καλομίλητης	=	καλομίλητος
καλομίλητο	=	καλομίλητος
καλομίλητοι	=	καλομίλητος
καλομίλητος	adj	που μιλάει ήρεμα και ευγενικά
καλομίλητου	=	καλομίλητος
καλομίλητους	=	καλομίλητος
καλομίλητων	=	καλομίλητος
καλομαγειρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομαγειρεμένο
καλομαγειρεμένε	verb	κλητική ενικού του καλομαγειρεμένος
καλομαγειρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομαγειρεμένη
καλομαγειρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλομαγειρεμένος
καλομαγειρεμένης	verb	γενική ενικού του καλομαγειρεμένη
καλομαγειρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλομαγειρεμένος
καλομαγειρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλομαγειρεμένος
καλομαγειρεμένος	verb	που έχει μαγειρευτεί καλά
καλομαγειρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλομαγειρεμένος
καλομαγειρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλομαγειρεμένος
καλομαγειρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλομαγειρεμένος
καλομαθαίνω	verb	κάνω κάποιον να συνηθίσει σε μια άνετη κι ευχάριστη ζωή
καλομαθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομαθημένο
καλομαθημένε	verb	κλητική ενικού του καλομαθημένος
καλομαθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομαθημένη
καλομαθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλομαθημένος
καλομαθημένης	verb	γενική ενικού του καλομαθημένη
καλομαθημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλομαθημένος
καλομαθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλομαθημένος
καλομαθημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλομαθαίνω
καλομαθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλομαθημένος
καλομαθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλομαθημένος
καλομαθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλομαθημένος
καλομελετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομελετημένο
καλομελετημένε	verb	κλητική ενικού του καλομελετημένος
καλομελετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομελετημένη
καλομελετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλομελετημένος
καλομελετημένης	verb	γενική ενικού του καλομελετημένη
καλομελετημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλομελετημένος
καλομελετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλομελετημένος
καλομελετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλομελετώ
καλομελετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλομελετημένος
καλομελετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλομελετημένος
καλομελετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλομελετημένος
καλομελετώ	verb	σκέφτομαι αισιόδοξα
καλομελετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλομελετάω / καλομελετάω
καλομεταχείριση	noun	συμπεριφορά γεμάτη σεβασμό και ανθρωπιά
καλομεταχείρισης	=	καλομεταχείριση
καλομεταχείρισμα	noun|rare	το αποτέλεσμα του καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίζεσαι	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίζεστε	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίζεται	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίζομαι	verb	μεταχειρίζομαι καλά, συμπεριφέρομαι με ευγένεια και καλοσύνη
καλομεταχειρίζονται	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίζονταν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίζου	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίσεις	=	καλομεταχείριση
καλομεταχειρίσεων	=	καλομεταχείριση
καλομεταχειρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόμασταν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόμαστε	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόμουν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόμουνα	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόντουσαν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόσασταν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόσαστε	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόσουν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόσουνα	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζόταν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριζότανε	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομεταχειρισμένο
καλομεταχειρισμένε	verb	κλητική ενικού του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομεταχειρισμένη
καλομεταχειρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειρισμένης	verb	γενική ενικού του καλομεταχειρισμένη
καλομεταχειρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειρισμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλομεταχειρισμένος
καλομεταχειριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστήκαν	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστήκανε	=	καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομεταχειριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομεταχειρίζομαι
καλομετριέμαι	=	καλομετρώ
καλομετρώ	verb	μετράω καλά, κάνω καλά έναν υπολογισμό
καλομιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλομιλώ
καλομιλώ	verb	μιλώ ήρεμα και ευγενικά
καλομιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλομιλάω / καλομιλώ
καλομοίρα	=	καλομοίρης
καλομοίρας	=	καλομοίρης
καλομοίρες	=	καλομοίρης
καλομοίρη	=	καλομοίρης
καλομοίρηδες	=	καλομοίρης
καλομοίρηδων	=	καλομοίρης
καλομοίρης	adj	ο καλότυχος
καλομοίρικα	=	καλομοίρης
καλομοίρικο	=	καλομοίρης
καλομοίρικου	=	καλομοίρης
καλομοίρικων	=	καλομοίρης
καλομοιρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομοιρασμένο
καλομοιρασμένε	verb	κλητική ενικού του καλομοιρασμένος
καλομοιρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλομοιρασμένη
καλομοιρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλομοιρασμένος
καλομοιρασμένης	verb	γενική ενικού του καλομοιρασμένη
καλομοιρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλομοιρασμένος
καλομοιρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλομοιρασμένος
καλομοιρασμένος	verb	που έχει μοιραστεί καλά
καλομοιρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλομοιρασμένος
καλομοιρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλομοιρασμένος
καλομοιρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλομοιρασμένος
καλομοιριά	noun	η κατάσταση του καλόμοιρου / καλομοίρη
καλομοιριάς	=	καλομοιριά
καλομοιριές	=	καλομοιριά
καλομοιριών	=	καλομοιριά
καλονάρχε	=	καλονάρχος
καλονάρχημα	noun|vulgar	άλλη μορφή του κανονάρχημα
καλονάρχο	=	καλονάρχος
καλονάρχοι	=	καλονάρχος
καλονάρχος	noun	άλλη μορφή του κανονάρχης
καλονάρχου	=	καλονάρχος
καλονάρχους	=	καλονάρχος
καλονάρχων	=	καλονάρχος
καλοναρχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλονάρχημα
καλοναρχήματος	noun	γενική ενικού του καλονάρχημα
καλοναρχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλονάρχημα
καλοναρχώ	verb	βοηθώ τον ψάλτη στην εκκλησία, είμαι καλονάρχος
καλοναρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλοναρχώ
καλοντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοντυμένο
καλοντυμένε	verb	κλητική ενικού του καλοντυμένος
καλοντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοντυμένη
καλοντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοντυμένος
καλοντυμένης	verb	γενική ενικού του καλοντυμένη
καλοντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοντυμένος
καλοντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοντυμένος
καλοντυμένος	verb	που είναι όμορφα ντυμένος
καλοντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοντυμένος
καλοντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοντυμένος
καλοντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοντυμένος
καλονυκτώνει	verb|literary	άλλη γραφή του καλονυχτώνει
καλονυκτώσει	=	καλονυκτώνει
καλονυχτώνει	verb|literary	βραδιάζει για τα καλά
καλονυχτώσει	=	καλονυχτώνει
καλονύκτωνε	=	καλονυκτώνει
καλονύκτωσε	=	καλονυκτώνει
καλονύχτωνε	=	καλονυχτώνει
καλονύχτωσε	=	καλονυχτώνει
καλοξέταζα	=	καλοξετάζω
καλοξέταζαν	=	καλοξετάζω
καλοξέταζε	=	καλοξετάζω
καλοξέταζες	=	καλοξετάζω
καλοξέτασα	=	καλοξετάζω
καλοξέτασαν	=	καλοξετάζω
καλοξέτασε	=	καλοξετάζω
καλοξέτασες	=	καλοξετάζω
καλοξετάζαμε	=	καλοξετάζω
καλοξετάζαν	=	καλοξετάζω
καλοξετάζανε	=	καλοξετάζω
καλοξετάζατε	=	καλοξετάζω
καλοξετάζει	=	καλοξετάζω
καλοξετάζεις	=	καλοξετάζω
καλοξετάζετε	=	καλοξετάζω
καλοξετάζοντας	=	καλοξετάζω
καλοξετάζουμε	=	καλοξετάζω
καλοξετάζουν	=	καλοξετάζω
καλοξετάζουνε	=	καλοξετάζω
καλοξετάζω	verb	άλλη μορφή του καλοεξετάζω
καλοξετάσαμε	=	καλοξετάζω
καλοξετάσαν	=	καλοξετάζω
καλοξετάσανε	=	καλοξετάζω
καλοξετάσατε	=	καλοξετάζω
καλοξετάσει	=	καλοξετάζω
καλοξετάστε	=	καλοξετάζω
καλοξυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοξυρισμένο
καλοξυρισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοξυρισμένος
καλοξυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοξυρισμένη
καλοξυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοξυρισμένος
καλοξυρισμένης	verb	γενική ενικού του καλοξυρισμένη
καλοξυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοξυρισμένος
καλοξυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοξυρισμένος
καλοξυρισμένος	verb	που έχει ξυριστεί καλά, όχι πρόχειρα, όχι επιπόλαια
καλοξυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοξυρισμένος
καλοξυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοξυρισμένος
καλοξυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοξυρισμένος
καλοξυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοξυσμένο
καλοξυσμένε	verb	κλητική ενικού του καλοξυσμένος
καλοξυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοξυσμένη
καλοξυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοξυσμένος
καλοξυσμένης	verb	γενική ενικού του καλοξυσμένη
καλοξυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοξυσμένος
καλοξυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοξυσμένος
καλοξυσμένος	verb	που είναι καλά ξυσμένος
καλοξυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοξυσμένος
καλοξυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοξυσμένος
καλοξυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοξυσμένος
καλοοργανωμένα	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένε	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένες	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένη	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένης	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένο	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένοι	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένος	adj	που έχει οργανωθεί καλά
καλοοργανωμένου	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένους	=	καλοοργανωμένος
καλοοργανωμένων	=	καλοοργανωμένος
καλοπάντρευα	=	καλοπαντρεύω
καλοπάντρευαν	=	καλοπαντρεύω
καλοπάντρευε	=	καλοπαντρεύω
καλοπάντρευες	=	καλοπαντρεύω
καλοπάντρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπάντρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπάντρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπάντρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπερνώ
καλοπέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπερνώ
καλοπέραση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλοπερνώ
καλοπέρασης	noun	γενική ενικού του καλοπέραση
καλοπέρασμα	noun|rare	άλλη μορφή του καλοπέραση
καλοπέρνα	=	καλοπερνάω
καλοπέρναγε	=	καλοπερνάω
καλοπέφτω	verb|vulgar	έχω καλή μεταχείριση, πέφτω σε καλά χέρια
καλοπίστως	adv|formal	άλλη μορφή του καλόπιστα
καλοπίχερα	=	καλοπίχερος
καλοπίχερε	=	καλοπίχερος
καλοπίχερες	=	καλοπίχερος
καλοπίχερη	=	καλοπίχερος
καλοπίχερης	=	καλοπίχερος
καλοπίχερο	=	καλοπίχερος
καλοπίχεροι	=	καλοπίχερος
καλοπίχερος	adj|dated	τυχερός, καλότυχος
καλοπίχερου	=	καλοπίχερος
καλοπίχερους	=	καλοπίχερος
καλοπίχερων	=	καλοπίχερος
καλοπαντρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψαν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψανε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύω
καλοπαντρειά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλοπαντρεύω
καλοπαντρειάς	=	καλοπαντρειά
καλοπαντρειές	=	καλοπαντρειά
καλοπαντρειών	=	καλοπαντρειά
καλοπαντρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπαντρεμένο
καλοπαντρεμένε	verb	κλητική ενικού του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπαντρεμένη
καλοπαντρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρεμένης	verb	γενική ενικού του καλοπαντρεμένη
καλοπαντρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοπαντρεύω / καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοπαντρεμένος
καλοπαντρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτήκαν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευτήκανε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρευόμασταν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόμαστε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόμουν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόμουνα	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόντουσαν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόσασταν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόσαστε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόσουν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόσουνα	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευόταν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρευότανε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύαμε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύαν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύανε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύατε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύει	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύεις	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύεσαι	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύεστε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύεται	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύετε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλοπαντρεύω: κάνω έναν πετυχημένο γάμο (λέγεται συνήθως για γυναίκα}
καλοπαντρεύονται	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύονταν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύοντας	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύουμε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύουν	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύουνε	=	καλοπαντρεύω
καλοπαντρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπαντρεύομαι
καλοπαντρεύω	verb	παντρεύω το παιδί μου με καλό σύζυγο
καλοπεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπεράσαν	=	καλοπερνάω
καλοπεράσανε	=	καλοπερνάω
καλοπεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπερνώ
καλοπεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπερνώ
καλοπεράσεων	noun	γενική πληθυντικού του καλοπέραση
καλοπεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπερνάω & καλοπερνώ
καλοπεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοπερνώ
καλοπεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπερνώ
καλοπερασάκηδες	=	καλοπερασάκιας
καλοπερασάκηδων	=	καλοπερασάκιας
καλοπερασάκια	=	καλοπερασάκιας
καλοπερασάκιας	noun	αυτός που τον απασχολεί μόνο το πώς θα περνάει καλά, θα έχει ανέσεις και θα αποφεύγει την κούραση
καλοπερνά	=	καλοπερνάω
καλοπερνάει	=	καλοπερνάω
καλοπερνάμε	=	καλοπερνάω
καλοπερνάν	=	καλοπερνάω
καλοπερνάνε	=	καλοπερνάω
καλοπερνάς	=	καλοπερνάω
καλοπερνάτε	=	καλοπερνάω
καλοπερνάω	verb	περνάω καλά, ευχάριστα, με ανέσεις
καλοπερνούμε	=	καλοπερνάω
καλοπερνούν	=	καλοπερνάω
καλοπερνούνε	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσα	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσαμε	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσαν	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσανε	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσατε	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσε	=	καλοπερνάω
καλοπερνούσες	=	καλοπερνάω
καλοπερνώ	verb	άλλη μορφή του καλοπερνάω
καλοπερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλοπερνάω / καλοπερνώ
καλοπεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπεσμένο
καλοπεσμένε	verb	κλητική ενικού του καλοπεσμένος
καλοπεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπεσμένη
καλοπεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοπεσμένος
καλοπεσμένης	verb	γενική ενικού του καλοπεσμένη
καλοπεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοπεσμένος
καλοπεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοπεσμένος
καλοπεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοπέφτω
καλοπεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοπεσμένος
καλοπεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοπεσμένος
καλοπεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοπεσμένος
καλοπιάναμε	=	καλοπιάνω
καλοπιάναν	=	καλοπιάνω
καλοπιάνανε	=	καλοπιάνω
καλοπιάνατε	=	καλοπιάνω
καλοπιάνει	=	καλοπιάνω
καλοπιάνεις	=	καλοπιάνω
καλοπιάνετε	=	καλοπιάνω
καλοπιάνοντας	=	καλοπιάνω
καλοπιάνουμε	=	καλοπιάνω
καλοπιάνουν	=	καλοπιάνω
καλοπιάνουνε	=	καλοπιάνω
καλοπιάνω	verb	λέω σε κάποιον αρεστά λόγια ή του φέρομαι ευχάριστα, για να τον πάρω με το μέρος μου ή να μου κάνει μια χάρη
καλοπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσαν	=	καλοπιάνω
καλοπιάσανε	=	καλοπιάνω
καλοπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόπιασμα
καλοπιάσματος	noun	γενική ενικού του καλόπιασμα
καλοπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλοπιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλόπιασμα
καλοπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπιασμένο
καλοπιασμένε	verb	κλητική ενικού του καλοπιασμένος
καλοπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπιασμένη
καλοπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοπιασμένος
καλοπιασμένης	verb	γενική ενικού του καλοπιασμένη
καλοπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοπιασμένος
καλοπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοπιασμένος
καλοπιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοπιάνω
καλοπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοπιασμένος
καλοπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοπιασμένος
καλοπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοπιασμένος
καλοπιστία	noun	το να είναι κάποιος καλόπιστος
καλοπιστίας	noun	γενική ενικού του καλοπιστία
καλοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπιστία
καλοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του καλοπιστία
καλοπλήρωνα	=	καλοπληρώνω
καλοπλήρωναν	=	καλοπληρώνω
καλοπλήρωνε	=	καλοπληρώνω
καλοπλήρωνες	=	καλοπληρώνω
καλοπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπληρωμένο
καλοπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του καλοπληρωμένος
καλοπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπληρωμένη
καλοπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοπληρωμένος
καλοπληρωμένης	verb	γενική ενικού του καλοπληρωμένη
καλοπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοπληρωμένος
καλοπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοπληρωμένος
καλοπληρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοπληρωμένος
καλοπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοπληρωμένος
καλοπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοπληρωμένος
καλοπληρωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπληρωτής
καλοπληρωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλοπληρωτής
καλοπληρωτής	noun	που αποπληρώνει κάθε οικονομική εκκρεμότητα, χωρίς καθυστερήσεις και κακή διάθεση
καλοπληρωτριών	noun	γενική πληθυντικού του καλοπληρώτρια
καλοπληρωτών	noun	γενική πληθυντικού του καλοπληρωτής
καλοπληρώναμε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώναν	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνανε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνατε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνει	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνεις	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνετε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνομαι	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνοντας	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνουμε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνουν	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνουνε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώνω	verb	πληρώνω κάποιον με πολύ καλή αμοιβή
καλοπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσαν	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώσανε	=	καλοπληρώνω
καλοπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοπληρώνω
καλοπληρώτρια	=	καλοπληρωτής
καλοπληρώτριας	noun	γενική ενικού του καλοπληρώτρια
καλοπληρώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπληρώτρια
καλοπλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπλυμένο
καλοπλυμένε	verb	κλητική ενικού του καλοπλυμένος
καλοπλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπλυμένη
καλοπλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοπλυμένος
καλοπλυμένης	verb	γενική ενικού του καλοπλυμένη
καλοπλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοπλυμένος
καλοπλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοπλυμένος
καλοπλυμένος	verb	για ρούχο που είναι πλυμένο καλά
καλοπλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοπλυμένος
καλοπλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοπλυμένος
καλοπλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοπλυμένος
καλοπροαίρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοπροαίρετο	adv	που γίνεται με αγαθή, καλή προαίρεση, με καλή διάθεση, θετική, με σκοπό το καλό (:συχνά χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με κάτι αρνητικό ή βλαπτικό που συνέβη όμως λόγω συγκυριών ή εσφαλμένων ενεργειών, και όχι λόγω των αρχικών προθέσεων που ήταν αγαθές)
καλοπροαίρετε	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετες	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετη	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετης	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετο	adj	αιτιατική ενικού του καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετοι	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετος	adj	με διάθεση για θετική, ευμενή αντιμετώπιση
καλοπροαίρετου	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετους	=	καλοπροαίρετος
καλοπροαίρετων	=	καλοπροαίρετος
καλοπόδαρα	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρε	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρες	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρη	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρης	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρο	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαροι	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρος	adj	γουρλής, γουρλίδικος, τυχερός
καλοπόδαρου	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρους	=	καλοπόδαρος
καλοπόδαρων	=	καλοπόδαρος
καλορί	noun	η θερμίδα
καλορίζικα	noun	ευχές για καλοτυχία	intj	ευχή για καλοτυχία
καλορίζικε	adj	κλητική ενικού του καλορίζικος
καλορίζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλορίζικη
καλορίζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλορίζικος
καλορίζικης	adj	γενική ενικού του καλορίζικη
καλορίζικο	adj	αιτιατική ενικού του καλορίζικος
καλορίζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλορίζικος
καλορίζικος	adj	καλότυχος, τυχερός, κι ως εκ τούτου ευτυχισμένος (χρησιμοποιείται σε ευχές για μια νέα αρχή ή κάτι νέο)
καλορίζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλορίζικος
καλορίζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλορίζικος
καλορίζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλορίζικος
καλορίμετρα	=	καλορίμετρο
καλορίμετρο	noun	διάταξη που ανιχνεύει (στην πυρηνική φυσική) τα σωματίδια και καταμετρά τις ιδιότητές τους
καλορίμετρου	=	καλορίμετρο
καλορίμετρων	=	καλορίμετρο
καλοριζικεύω	verb	κάνω κάποιον ευτυχή
καλοριζικιά	noun	ευτυχία, καλοτυχία
καλοριζικιάς	=	καλοριζικιά
καλοριζικιές	=	καλοριζικιά
καλοριζικιών	=	καλοριζικιά
καλοριμέτρου	=	καλορίμετρο
καλοριμέτρων	=	καλορίμετρο
καλοριφέρ	noun	το σύστημα θέρμανσης που χρησιμοποιεί νερό για τη μεταφορά της θερμότητας από έναν κεντρικό λέβητα στους επιμέρους χώρους που θα θερμαίνονται
καλοσβαρνισμένα	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένε	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένες	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένη	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένης	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένο	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένοι	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοσβαρνίζω
καλοσβαρνισμένου	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένους	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσβαρνισμένων	=	καλοσβαρνισμένος
καλοσιδερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσιδερωμένο
καλοσιδερωμένε	verb	κλητική ενικού του καλοσιδερωμένος
καλοσιδερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσιδερωμένη
καλοσιδερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσιδερωμένος
καλοσιδερωμένης	verb	γενική ενικού του καλοσιδερωμένη
καλοσιδερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοσιδερωμένος
καλοσιδερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσιδερωμένος
καλοσιδερωμένος	verb	για ρούχο που έχει σιδερωθεί καλά
καλοσιδερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσιδερωμένος
καλοσιδερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοσιδερωμένος
καλοσιδερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσιδερωμένος
καλοσκάμνιζα	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνιζαν	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνιζε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνιζες	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνισα	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνισαν	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνισε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκάμνισες	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκέπτομαι	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτεσαι	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτεστε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτεται	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτηκα	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτηκαν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτηκε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτηκες	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτομαι	verb	εξετάζω κάτι προσεκτικά, το σκέφτομαι ξανά (και μεταβάλλω την αρχική μου γνώμη ή απόφαση)
καλοσκέφτονται	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέφτονταν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκέψου	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκαμνίζαμε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζαν	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζανε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζατε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζει	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζεις	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζετε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζοντας	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζουμε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζουν	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζουνε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίζω	verb|literary	δίνω σε κάποιον την πρωτοκαθεδρία, τον υποδέχομαι με τιμές
καλοσκαμνίσαμε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίσαν	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίσανε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίσατε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίσει	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνίστε	=	καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσκαμνισμένο
καλοσκαμνισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοσκαμνισμένος
καλοσκαμνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσκαμνισμένη
καλοσκαμνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσκαμνισμένος
καλοσκαμνισμένης	verb	γενική ενικού του καλοσκαμνισμένη
καλοσκαμνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοσκαμνισμένος
καλοσκαμνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσκαμνισμένος
καλοσκαμνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοσκαμνίζω
καλοσκαμνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσκαμνισμένος
καλοσκαμνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοσκαμνισμένος
καλοσκαμνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσκαμνισμένος
καλοσκεφτήκαμε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτήκαν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτήκανε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτήκατε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτεί	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτείς	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτείτε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτούμε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτούν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτούνε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόμασταν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόμαστε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόμουν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόμουνα	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόντουσαν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόσασταν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόσαστε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόσουν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόσουνα	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτόταν	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτότανε	=	καλοσκέφτομαι
καλοσκεφτώ	=	καλοσκέφτομαι
καλοστέριωτα	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτε	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτες	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτη	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτης	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτο	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτοι	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτος	adj	ως ευχή, προκειμένου να εδραιωθεί κάποιος και να ευδοκιμήσει σε κάποιον τομέα
καλοστέριωτου	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτους	=	καλοστέριωτος
καλοστέριωτων	=	καλοστέριωτος
καλοστεκάμενα	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενε	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενες	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενη	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενης	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενο	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενοι	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενος	verb	άλλη μορφή του καλοστεκούμενος
καλοστεκάμενου	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενους	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκάμενων	=	καλοστεκάμενος
καλοστεκούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοστεκούμενο
καλοστεκούμενε	verb	κλητική ενικού του καλοστεκούμενος
καλοστεκούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοστεκούμενη
καλοστεκούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοστεκούμενος
καλοστεκούμενης	verb	γενική ενικού του καλοστεκούμενη
καλοστεκούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καλοστεκούμενος
καλοστεκούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοστεκούμενος
καλοστεκούμενος	verb	που βρίσκεται σε καλή κατάσταση, είτε σωματικά (αν και είναι ηλικιωμένος) είτε οικονομικά
καλοστεκούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοστεκούμενος
καλοστεκούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοστεκούμενος
καλοστεκούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοστεκούμενος
καλοστημένα	=	καλοστημένος
καλοστημένε	=	καλοστημένος
καλοστημένες	=	καλοστημένος
καλοστημένη	=	καλοστημένος
καλοστημένης	=	καλοστημένος
καλοστημένο	=	καλοστημένος
καλοστημένοι	=	καλοστημένος
καλοστημένος	verb|figurative	που τον έχουν στήσει καλά, καλά στημένος
καλοστημένου	=	καλοστημένος
καλοστημένους	=	καλοστημένος
καλοστημένων	=	καλοστημένος
καλοστρωθήκαμε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωθήκαν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωθήκανε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωθήκατε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωθεί	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωθείτε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοστρωμένο
καλοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του καλοστρωμένος
καλοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοστρωμένη
καλοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοστρωμένος
καλοστρωμένης	verb	γενική ενικού του καλοστρωμένη
καλοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοστρωμένος
καλοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοστρωμένος
καλοστρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοστρώνω
καλοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοστρωμένος
καλοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοστρωμένος
καλοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοστρωμένος
καλοστρωνόμασταν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόμαστε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόμουν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόμουνα	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόντουσαν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόσασταν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόσαστε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόσουν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόσουνα	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνόταν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρωνότανε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώθηκα	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώθηκαν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώθηκε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώθηκες	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώναμε	=	καλοστρώνω
καλοστρώναν	=	καλοστρώνω
καλοστρώνανε	=	καλοστρώνω
καλοστρώνατε	=	καλοστρώνω
καλοστρώνει	=	καλοστρώνω
καλοστρώνεις	=	καλοστρώνω
καλοστρώνεσαι	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώνεστε	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώνεται	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώνετε	=	καλοστρώνω
καλοστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλοστρώνω
καλοστρώνονται	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώνονταν	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώνοντας	=	καλοστρώνω
καλοστρώνου	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώνουμε	=	καλοστρώνω
καλοστρώνουν	=	καλοστρώνω
καλοστρώνουνε	=	καλοστρώνω
καλοστρώνω	verb	στρώνω κάτι καλά
καλοστρώσαμε	=	καλοστρώνω
καλοστρώσαν	=	καλοστρώνω
καλοστρώσανε	=	καλοστρώνω
καλοστρώσατε	=	καλοστρώνω
καλοστρώσει	=	καλοστρώνω
καλοστρώσου	=	καλοστρώνομαι
καλοστρώστε	=	καλοστρώνω
καλοσυνάδα	noun	άλλη μορφή του καλοσύνη
καλοσυνάδας	=	καλοσυνάδα
καλοσυνάδες	=	καλοσυνάδα
καλοσυνάδων	=	καλοσυνάδα
καλοσυνάτα	adv	με καλοσυνάτο τρόπο
καλοσυνάτε	adj	κλητική ενικού του καλοσυνάτος
καλοσυνάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσυνάτη
καλοσυνάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσυνάτος
καλοσυνάτης	adj	γενική ενικού του καλοσυνάτη
καλοσυνάτο	adj	αιτιατική ενικού του καλοσυνάτος
καλοσυνάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσυνάτος
καλοσυνάτος	adj	γεμάτος καλοσύνη, ευγενικός και ευχάριστος προς τους άλλους
καλοσυνάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσυνάτος
καλοσυνάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλοσυνάτος
καλοσυνάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσυνάτος
καλοσυνέματα	=	καλοσύνεμα
καλοσυνέματος	=	καλοσύνεμα
καλοσυνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψαν	=	καλοσυνεύω
καλοσυνέψανε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσυνήθιζα	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθιζαν	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθιζε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθιζες	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθισα	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθισαν	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθισε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνήθισες	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνεμάτων	=	καλοσύνεμα
καλοσυνεύαμε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύαν	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύανε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύατε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύει	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύεις	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύετε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύοντας	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύουμε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύουν	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύουνε	=	καλοσυνεύω
καλοσυνεύω	verb	καλυτερεύω, γίνομαι καλύτερος
καλοσυνηθίζαμε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζαν	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζανε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζατε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζει	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζεις	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζετε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζοντας	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζουμε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζουν	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζουνε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίζω	verb	καλομαθαίνω
καλοσυνηθίσαμε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίσαν	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίσανε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίσατε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίσει	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθίστε	=	καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσυνηθισμένο
καλοσυνηθισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοσυνηθισμένος
καλοσυνηθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσυνηθισμένη
καλοσυνηθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσυνηθισμένος
καλοσυνηθισμένης	verb	γενική ενικού του καλοσυνηθισμένη
καλοσυνηθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοσυνηθισμένος
καλοσυνηθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσυνηθισμένος
καλοσυνηθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοσυνηθίζω
καλοσυνηθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσυνηθισμένος
καλοσυνηθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοσυνηθισμένος
καλοσυνηθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσυνηθισμένος
καλοσυντηρημένή	=	καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσυντηρημένο
καλοσυντηρημένε	verb	κλητική ενικού του καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσυντηρημένη
καλοσυντηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένης	verb	γενική ενικού του καλοσυντηρημένη
καλοσυντηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένος	verb	που έχει συντηρηθεί καλά
καλοσυντηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοσυντηρημένος
καλοσυντηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσυντηρημένος
καλοσυνών	=	καλοσύνη
καλοσχεδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσχεδιασμένο
καλοσχεδιασμένε	verb	κλητική ενικού του καλοσχεδιασμένος
καλοσχεδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσχεδιασμένη
καλοσχεδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσχεδιασμένος
καλοσχεδιασμένης	verb	γενική ενικού του καλοσχεδιασμένη
καλοσχεδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοσχεδιασμένος
καλοσχεδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσχεδιασμένος
καλοσχεδιασμένος	verb	που έχει σχεδιαστεί καλά
καλοσχεδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσχεδιασμένος
καλοσχεδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοσχεδιασμένος
καλοσχεδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσχεδιασμένος
καλοσχηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσχηματισμένο
καλοσχηματισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοσχηματισμένος
καλοσχηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοσχηματισμένη
καλοσχηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοσχηματισμένος
καλοσχηματισμένης	verb	γενική ενικού του καλοσχηματισμένη
καλοσχηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοσχηματισμένος
καλοσχηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοσχηματισμένος
καλοσχηματισμένος	verb	που έχει σχηματιστεί καλά
καλοσχηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοσχηματισμένος
καλοσχηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοσχηματισμένος
καλοσχηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοσχηματισμένος
καλοσύνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλοσυνεύω
καλοσύνες	=	καλοσύνη
καλοσύνευα	=	καλοσυνεύω
καλοσύνευαν	=	καλοσυνεύω
καλοσύνευε	=	καλοσυνεύω
καλοσύνευες	=	καλοσυνεύω
καλοσύνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσύνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσύνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσύνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοσυνεύω
καλοσύνη	noun	η ιδιότητα του καλού, εκείνου που επιθυμεί την ειρήνη και την ευτυχία των συνανθρώπων του
καλοσύνης	=	καλοσύνη
καλοτάιζα	=	καλοταΐζω
καλοτάιζαν	=	καλοταΐζω
καλοτάιζε	=	καλοταΐζω
καλοτάιζες	=	καλοταΐζω
καλοτάισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοτάισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοτάισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοτάισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοτάξιδα	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδε	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδες	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδη	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδης	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδο	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδοι	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδος	adj	ευχή σε καινούριο καράβι, για καλά ταξίδια
καλοτάξιδου	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδους	=	καλοτάξιδος
καλοτάξιδων	=	καλοτάξιδος
καλοτάριν	noun	η καλοκαιρία
καλοταΐζαμε	=	καλοταΐζω
καλοταΐζαν	=	καλοταΐζω
καλοταΐζανε	=	καλοταΐζω
καλοταΐζατε	=	καλοταΐζω
καλοταΐζει	=	καλοταΐζω
καλοταΐζεις	=	καλοταΐζω
καλοταΐζετε	=	καλοταΐζω
καλοταΐζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐζοντας	=	καλοταΐζω
καλοταΐζουμε	=	καλοταΐζω
καλοταΐζουν	=	καλοταΐζω
καλοταΐζουνε	=	καλοταΐζω
καλοταΐζω	verb	ταΐζω κάποιον καλά, του δίνω άφθονη κι (ενδεχομένως) εκλεκτή τροφή
καλοταΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσαν	=	καλοταΐζω
καλοταΐσανε	=	καλοταΐζω
καλοταΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοταΐζω
καλοταϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοταϊσμένο
καλοταϊσμένε	verb	κλητική ενικού του καλοταϊσμένος
καλοταϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοταϊσμένη
καλοταϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοταϊσμένος
καλοταϊσμένης	verb	γενική ενικού του καλοταϊσμένη
καλοταϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοταϊσμένος
καλοταϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοταϊσμένος
καλοταϊσμένος	verb	που τον έχουν καλοταΐσει
καλοταϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοταϊσμένος
καλοταϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοταϊσμένος
καλοταϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοταϊσμένος
καλοτρώγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλοτρώγω, καλοτρώω
καλοτρώγω	verb	τρώω καλά, απολαμβάνω τρώγοντας
καλοτυπωμένα	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένε	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένες	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένη	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένης	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένο	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένοι	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένος	verb	αυτός που έχει τυπωθεί καλά
καλοτυπωμένου	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένους	=	καλοτυπωμένος
καλοτυπωμένων	=	καλοτυπωμένος
καλοτυχία	noun	η κατάσταση και η ιδιότητα του καλότυχου, το να είναι κάποιος καλότυχος
καλοτυχίας	noun	γενική ενικού του καλοτυχία
καλοτυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοτυχία
καλοτυχίζαμε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζαν	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζανε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζατε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζει	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζεις	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζετε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζοντας	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζουμε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζουν	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζουνε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίζω	verb	θεωρώ κάποιον καλότυχο ή του εύχομαι να είναι καλότυχος
καλοτυχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσαν	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίσανε	=	καλοτυχίζω
καλοτυχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοτύχισμα
καλοτυχίσματος	noun	γενική ενικού του καλοτύχισμα
καλοτυχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτυχιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του καλοτυχία
καλοτυχιάς	=	καλοτυχιά
καλοτυχιές	=	καλοτυχιά
καλοτυχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλοτύχισμα
καλοτυχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοτυχισμένο
καλοτυχισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοτυχισμένος
καλοτυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοτυχισμένη
καλοτυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοτυχισμένος
καλοτυχισμένης	verb	γενική ενικού του καλοτυχισμένη
καλοτυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοτυχισμένος
καλοτυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοτυχισμένος
καλοτυχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοτυχίζω
καλοτυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοτυχισμένος
καλοτυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοτυχισμένος
καλοτυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοτυχισμένος
καλοτυχιών	noun	γενική πληθυντικού του καλοτυχία
καλοτύχιζα	=	καλοτυχίζω
καλοτύχιζαν	=	καλοτυχίζω
καλοτύχιζε	=	καλοτυχίζω
καλοτύχιζες	=	καλοτυχίζω
καλοτύχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτύχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτύχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτύχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοτυχίζω
καλοτύχισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλοτυχίζω
καλοτών	=	καλότα
καλουμάρισα	=	καλουμάρω
καλουμάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλουμάρω
καλουμάρω	verb	αφήνω πιο χαλαρή την αλυσίδα (ή το σχοινί) της άγκυρας
καλουμαρίσματα	=	καλουμάρισμα
καλουμαρίσματος	=	καλουμάρισμα
καλουμαρισμάτων	=	καλουμάρισμα
καλουμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλουμαρισμένο
καλουμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καλουμαρισμένος
καλουμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλουμαρισμένη
καλουμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλουμαρισμένος
καλουμαρισμένης	verb	γενική ενικού του καλουμαρισμένη
καλουμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλουμαρισμένος
καλουμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλουμαρισμένος
καλουμαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλουμάρω
καλουμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλουμαρισμένος
καλουμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλουμαρισμένος
καλουμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλουμαρισμένος
καλουμπών	=	καλούμπα
καλουπατζή	=	καλουπατζής
καλουπατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλουπατζής
καλουπατζήδων	=	καλουπατζής
καλουπατζής	noun	τεχνίτης οικοδομής ο οποίος είναι ειδικευμένος στην κατασκευή καλουπωμάτων τοιχίων, κολονών και πλακών για ρίψη μπετού
καλουπιού	=	καλούπι
καλουπιτζή	=	καλουπιτζής
καλουπιτζήδες	=	καλουπιτζής
καλουπιτζήδων	=	καλουπιτζής
καλουπιτζής	noun	αυτός που καλουπώνει με ξυλεία κυρίως για να πέσουν έπειτα τα μπετά
καλουπιών	=	καλούπι
καλουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλούπωμα
καλουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλουπωμένο
καλουπωμένε	verb	κλητική ενικού του καλουπωμένος
καλουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλουπωμένη
καλουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλουπωμένος
καλουπωμένης	verb	γενική ενικού του καλουπωμένη
καλουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλουπωμένος
καλουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλουπωμένος
καλουπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλουπώνω
καλουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλουπωμένος
καλουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλουπωμένος
καλουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλουπωμένος
καλουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλούπωμα
καλουπώματος	noun	γενική ενικού του καλούπωμα
καλουπώναμε	=	καλουπώνω
καλουπώναν	=	καλουπώνω
καλουπώνανε	=	καλουπώνω
καλουπώνατε	=	καλουπώνω
καλουπώνει	=	καλουπώνω
καλουπώνεις	=	καλουπώνω
καλουπώνετε	=	καλουπώνω
καλουπώνομαι	=	καλουπώνω
καλουπώνοντας	=	καλουπώνω
καλουπώνουμε	=	καλουπώνω
καλουπώνουν	=	καλουπώνω
καλουπώνουνε	=	καλουπώνω
καλουπώνω	verb	ετοιμάζω καλούπια, βάζω καλούπια
καλουπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσαν	=	καλουπώνω
καλουπώσανε	=	καλουπώνω
καλουπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλουπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλοφάγι	noun|literary	το καλό φαγητό
καλοφάγια	=	καλοφάγι
καλοφάγωτα	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτε	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτες	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτη	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτης	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτο	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτοι	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτος	adj	σε ευχές, για να φαγωθεί κάτι ή να καταναλωθεί με υγεία, ορεξάτα και ευχάριστα
καλοφάγωτου	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτους	=	καλοφάγωτος
καλοφάγωτων	=	καλοφάγωτος
καλοφάνερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφάνερο
καλοφάνερε	adj	κλητική ενικού του καλοφάνερος
καλοφάνερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφάνερη
καλοφάνερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοφάνερος
καλοφάνερης	adj	γενική ενικού του καλοφάνερη
καλοφάνερο	adj	αιτιατική ενικού του καλοφάνερος
καλοφάνεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοφάνερος
καλοφάνερος	noun	λόγια λέξη για εκείνον που φανερώνει κάτι καλό, που δείχνει κάτι αίσιο, για το "καλό σημάδι" (ως ένδειξη ότι έρχεται κάτι καλό πιθανόν) ή και με σιγουριά
καλοφάνερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοφάνερος
καλοφάνερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλοφάνερος
καλοφάνερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοφάνερος
καλοφαίνομαι	verb	φαίνομαι καλά, είμαι ευδιάκριτος
καλοφαγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καλοφαγάς
καλοφαγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφαγάς
καλοφαγάδων	noun	γενική πληθυντικού του καλοφαγάς
καλοφαγάς	noun	αυτός που τρώει καλά, αριστοκρατικά, που του αρέσουν τα εκλεκτά εδέσματα
καλοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πλούσιο και εκλεκτό φαγητό
καλοφαγίας	noun	γενική ενικού του καλοφαγία
καλοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφαγία
καλοφαγιά	noun	άλλη μορφή του καλοφαγία
καλοφαγιάς	=	καλοφαγιά
καλοφαγιές	=	καλοφαγιά
καλοφαγιού	=	καλοφάγι
καλοφαγιών	=	καλοφάγι
καλοφαγού	noun	θηλυκό του καλοφαγάς
καλοφαγούδες	=	καλοφαγού
καλοφαγούδων	=	καλοφαγού
καλοφαγούς	=	καλοφαγού
καλοφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφαγωμένο
καλοφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του καλοφαγωμένος
καλοφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφαγωμένη
καλοφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοφαγωμένος
καλοφαγωμένης	verb	γενική ενικού του καλοφαγωμένη
καλοφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοφαγωμένος
καλοφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοφαγωμένος
καλοφαγωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοτρώγω, καλοτρώω
καλοφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοφαγωμένος
καλοφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοφαγωμένος
καλοφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοφαγωμένος
καλοφορέσαμε	=	καλοφορώ
καλοφορέσαν	=	καλοφορώ
καλοφορέσανε	=	καλοφορώ
καλοφορέσατε	=	καλοφορώ
καλοφορέσει	=	καλοφορώ
καλοφορέστε	=	καλοφορώ
καλοφορεί	=	καλοφορώ
καλοφορείς	=	καλοφορώ
καλοφορείτε	=	καλοφορώ
καλοφορεμένα	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένε	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένες	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένη	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένης	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένο	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένοι	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοφορώ
καλοφορεμένου	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένους	=	καλοφορεμένος
καλοφορεμένων	=	καλοφορεμένος
καλοφορούμε	=	καλοφορώ
καλοφορούν	=	καλοφορώ
καλοφορούνε	=	καλοφορώ
καλοφορούσα	=	καλοφορώ
καλοφορούσαμε	=	καλοφορώ
καλοφορούσαν	=	καλοφορώ
καλοφορούσανε	=	καλοφορώ
καλοφορούσατε	=	καλοφορώ
καλοφορούσε	=	καλοφορώ
καλοφορούσες	=	καλοφορώ
καλοφορώ	verb	χρησιμοποιείται προκειμένου να ευχηθούμε σε κάποιον να φορέσει τα καινούργια του ενδύματα ή υποδήματα με γεια
καλοφορώντας	=	καλοφορώ
καλοφούρτουνα	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνε	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνες	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνη	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνης	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνο	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνοι	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνος	adj	που φέρνει καλή τύχη
καλοφούρτουνου	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνους	=	καλοφούρτουνος
καλοφούρτουνων	=	καλοφούρτουνος
καλοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφτιαγμένο
καλοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του καλοφτιαγμένος
καλοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοφτιαγμένη
καλοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοφτιαγμένος
καλοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του καλοφτιαγμένη
καλοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοφτιαγμένος
καλοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοφτιαγμένος
καλοφτιαγμένος	verb	που έχει φτιαχτεί με προσοχή και καλαισθησία
καλοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοφτιαγμένος
καλοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοφτιαγμένος
καλοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοφτιαγμένος
καλοφόρει	=	καλοφορώ
καλοφόρεσα	=	καλοφορώ
καλοφόρεσαν	=	καλοφορώ
καλοφόρεσε	=	καλοφορώ
καλοφόρεσες	=	καλοφορώ
καλοφόρετα	=	καλοφόρετος
καλοφόρετε	=	καλοφόρετος
καλοφόρετες	=	καλοφόρετος
καλοφόρετη	=	καλοφόρετος
καλοφόρετης	=	καλοφόρετος
καλοφόρετο	=	καλοφόρετος
καλοφόρετοι	=	καλοφόρετος
καλοφόρετος	adj	ευχή σε κάποιον να φορέσει τα καινούργια του ενδύματα ή υποδήματα «με γεια»
καλοφόρετου	=	καλοφόρετος
καλοφόρετους	=	καλοφόρετος
καλοφόρετων	=	καλοφόρετος
καλοχειμωνιά	noun	ο ήπιος χειμώνας, κατά τον οποίο ο καιρός δεν είναι ιδιαίτερα κακός
καλοχειμωνιάς	=	καλοχειμωνιά
καλοχειμωνιές	=	καλοχειμωνιά
καλοχειμωνιών	=	καλοχειμωνιά
καλοχρονίζαμε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζαν	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζανε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζατε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζει	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζεις	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζετε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζοντας	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζουμε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζουν	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζουνε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίζω	verb	εύχομαι καλοχρονιά σε κάποιον
καλοχρονίσαμε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίσαν	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίσανε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίσατε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίσει	=	καλοχρονίζω
καλοχρονίσματα	=	καλοχρόνισμα
καλοχρονίσματος	=	καλοχρόνισμα
καλοχρονίστε	=	καλοχρονίζω
καλοχρονιά	noun	η καλή χρονιά (σε ευχές για το νέο έτος)
καλοχρονιάς	=	καλοχρονιά
καλοχρονιές	=	καλοχρονιά
καλοχρονισμάτων	=	καλοχρόνισμα
καλοχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοχρονισμένο
καλοχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοχρονισμένος
καλοχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοχρονισμένη
καλοχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοχρονισμένος
καλοχρονισμένης	verb	γενική ενικού του καλοχρονισμένη
καλοχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοχρονισμένος
καλοχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοχρονισμένος
καλοχρονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοχρονίζω
καλοχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοχρονισμένος
καλοχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοχρονισμένος
καλοχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοχρονισμένος
καλοχρονιών	=	καλοχρονιά
καλοχρόνιζα	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνιζαν	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνιζε	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνιζες	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνισα	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνισαν	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνισε	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνισες	=	καλοχρονίζω
καλοχρόνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καλοχρονίζω
καλοχωνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχωνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοχωνεμένο
καλοχωνεμένε	verb	κλητική ενικού του καλοχωνεμένος
καλοχωνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοχωνεμένη
καλοχωνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοχωνεμένος
καλοχωνεμένης	verb	γενική ενικού του καλοχωνεμένη
καλοχωνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοχωνεμένος
καλοχωνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοχωνεμένος
καλοχωνεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοχωνεύω
καλοχωνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοχωνεμένος
καλοχωνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοχωνεμένος
καλοχωνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοχωνεμένος
καλοχωνεύομαι	=	καλοχωνεύω
καλοχωνεύτηκα	=	καλοχωνεύω
καλοχωνεύω	verb|figurative	συμπαθώ
καλοχωρίτικα	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικε	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικες	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικη	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικης	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικο	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικοι	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικος	adj	ο σχετικός με το Καλοχώρι ή τους κατοίκους του
καλοχωρίτικου	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικους	=	καλοχωρίτικος
καλοχωρίτικων	=	καλοχωρίτικος
καλοχώνευτα	adv	με καλοχώνευτο τρόπο
καλοχώνευτε	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτες	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτη	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτης	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτο	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτοι	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτος	adj	που χωνεύται με ευκολία
καλοχώνευτου	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτους	=	καλοχώνευτος
καλοχώνευτων	=	καλοχώνευτος
καλοχώνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχώνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχώνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοχώνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοχωνεύω
καλοψήθηκα	=	καλοψήνομαι
καλοψήθηκαν	=	καλοψήνομαι
καλοψήθηκε	=	καλοψήνομαι
καλοψήθηκες	=	καλοψήνομαι
καλοψήναμε	=	καλοψήνω
καλοψήναν	=	καλοψήνω
καλοψήνανε	=	καλοψήνω
καλοψήνατε	=	καλοψήνω
καλοψήνει	=	καλοψήνω
καλοψήνεις	=	καλοψήνω
καλοψήνεσαι	=	καλοψήνομαι
καλοψήνεστε	=	καλοψήνομαι
καλοψήνεται	=	καλοψήνομαι
καλοψήνετε	=	καλοψήνω
καλοψήνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλοψήνω
καλοψήνονται	=	καλοψήνομαι
καλοψήνονταν	=	καλοψήνομαι
καλοψήνοντας	=	καλοψήνω
καλοψήνου	=	καλοψήνομαι
καλοψήνουμε	=	καλοψήνω
καλοψήνουν	=	καλοψήνω
καλοψήνουνε	=	καλοψήνω
καλοψήνω	verb	ψήνω καλά
καλοψήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσαν	=	καλοψήνω
καλοψήσανε	=	καλοψήνω
καλοψήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσου	=	καλοψήνομαι
καλοψήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλοψηθήκαμε	=	καλοψήνομαι
καλοψηθήκαν	=	καλοψήνομαι
καλοψηθήκανε	=	καλοψήνομαι
καλοψηθήκατε	=	καλοψήνομαι
καλοψηθεί	=	καλοψήνομαι
καλοψηθείτε	=	καλοψήνομαι
καλοψημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοψημένο
καλοψημένε	verb	κλητική ενικού του καλοψημένος
καλοψημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοψημένη
καλοψημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοψημένος
καλοψημένης	verb	γενική ενικού του καλοψημένη
καλοψημένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοψημένος
καλοψημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοψημένος
καλοψημένος	verb	που τον έχουν ψήσει καλά
καλοψημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοψημένος
καλοψημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοψημένος
καλοψημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοψημένος
καλοψηνόμασταν	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόμαστε	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόμουν	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόμουνα	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόντουσαν	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόσασταν	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόσαστε	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόσουν	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόσουνα	=	καλοψήνομαι
καλοψηνόταν	=	καλοψήνομαι
καλοψηνότανε	=	καλοψήνομαι
καλοψυχία	noun	η ιδιότητα του καλόψυχου, το να είναι κάποιος καλόψυχος
καλοψυχίας	=	καλοψυχία
καλοψυχίες	=	καλοψυχία
καλοψυχίζαμε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζαν	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζανε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζατε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζει	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζεις	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζετε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζοντας	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζουμε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζουν	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζουνε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίζω	verb	καλοκαρδίζω, ευσπλαχνίζομαι
καλοψυχίσαμε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίσαν	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίσανε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίσατε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίσει	=	καλοψυχίζω
καλοψυχίστε	=	καλοψυχίζω
καλοψυχιά	noun	άλλη μορφή του καλοψυχία
καλοψυχιάς	=	καλοψυχιά
καλοψυχιές	=	καλοψυχιά
καλοψυχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοψυχισμένο
καλοψυχισμένε	verb	κλητική ενικού του καλοψυχισμένος
καλοψυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλοψυχισμένη
καλοψυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλοψυχισμένος
καλοψυχισμένης	verb	γενική ενικού του καλοψυχισμένη
καλοψυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλοψυχισμένος
καλοψυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλοψυχισμένος
καλοψυχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλοψυχίζω
καλοψυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλοψυχισμένος
καλοψυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλοψυχισμένος
καλοψυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλοψυχισμένος
καλοψυχιών	=	καλοψυχία
καλοψυχώ	verb	άλλη μορφή του καλοψυχίζω
καλοψύχιζα	=	καλοψυχίζω
καλοψύχιζαν	=	καλοψυχίζω
καλοψύχιζε	=	καλοψυχίζω
καλοψύχιζες	=	καλοψυχίζω
καλοψύχισα	=	καλοψυχίζω
καλοψύχισαν	=	καλοψυχίζω
καλοψύχισε	=	καλοψυχίζω
καλοψύχισες	=	καλοψυχίζω
καλού	noun	γενική ενικού του καλό	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του καλός
καλού-κακού	adv	για κάθε ενδεχόμενο
καλούδι	noun	τρόφιμο (φαγητό, επιδόρπιο, γλύκισμα κ.λπ.), που προφέρεται μερικές φορές ως δώρο
καλούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλούδι
καλούμα	=	καλούμπα
καλούμαι	verb	με καλεί το καθήκον, κάποια υποχρέωση, πρέπει να κάνω κάτι που δεν είναι σαφές αν το επιθυμώ και που τείνει να μην αφορά κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο
καλούμασταν	=	καλούμαι
καλούμαστε	=	καλούμαι
καλούμε	=	καλώ
καλούμεθα	=	καλώ
καλούμενος	=	καλούμαι
καλούμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλούμα
καλούμουν	=	καλούμαι
καλούμπα	noun	κουβάρι από σπάγγο για το πέταγμα του χαρταετού την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας
καλούμπας	noun	γενική ενικού του καλούμπα
καλούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλούμπα
καλούν	=	καλώ
καλούνα	noun	θαμνώδες καλλωπιστικό φυτό (Calluna vulgaris) της οικογένειας Ericaceae
καλούνε	=	καλώ
καλούνται	=	καλούμαι
καλούνταν	=	καλούμαι
καλούπι	noun	κατασκευή ή εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για να χυθεί μέσα σε αυτό ένα ρευστό υλικό, να πήξει εκεί μέσα, ώστε να πάρει το συγκεκριμένο σχήμα για το οποίο σχεδιάστηκε, και μετά να αφαιρεθεί
καλούπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλούπι
καλούπωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλουπώνω
καλούπωνα	=	καλουπώνω
καλούπωναν	=	καλουπώνω
καλούπωνε	=	καλουπώνω
καλούπωνες	=	καλουπώνω
καλούπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλούπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλούπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλούπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλουπώνω
καλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλός
καλούσα	=	καλώ
καλούσαμε	=	καλώ
καλούσαν	=	καλώ
καλούσανε	=	καλώ
καλούσασταν	=	καλούμαι
καλούσαστε	=	καλούμαι
καλούσατε	=	καλώ
καλούσε	=	καλώ
καλούσες	=	καλώ
καλούσουν	=	καλούμαι
καλούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλούτσικος	adv	σχεδόν καλά
καλούτσικε	adj	κλητική ενικού του καλούτσικος
καλούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλούτσικη
καλούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλούτσικος
καλούτσικης	adj	γενική ενικού του καλούτσικη
καλούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του καλούτσικος
καλούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλούτσικος
καλούτσικος	adj	υποκοριστικό του καλός
καλούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλούτσικος
καλούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλούτσικος
καλούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλούτσικος
καλπάζον	=	καλπάζων
καλπάζοντα	=	καλπάζων
καλπάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλπάζω
καλπάζοντες	=	καλπάζων
καλπάζοντος	=	καλπάζων
καλπάζουσα	=	καλπάζων
καλπάζουσας	=	καλπάζων
καλπάζουσες	=	καλπάζων
καλπάζω	verb	τρέχω, ιππεύω ορμητικά
καλπάζων	verb|formal	που εξελίσσεται τόσο γρήγορα, ώστε μοιάζει με καλπασμό (συνήθως αρνητικά)
καλπάκι	noun	είδος καπέλου που συνηθίζεται να φοριέται στην Τουρκία και άλλες γειτονικές της χώρες
καλπάκια	=	καλπάκι
καλπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλπάζω
καλπαζουσών	=	καλπάζων
καλπαζούσης	=	καλπάζων
καλπαζόντων	=	καλπάζων
καλπακιού	=	καλπάκι
καλπακιών	=	καλπάκι
καλπασμέ	noun	κλητική ενικού του καλπασμός
καλπασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλπασμός
καλπασμού	noun	γενική ενικού του καλπασμός
καλπασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλπασμός
καλπασμό	noun	αιτιατική ενικού του καλπασμός
καλπασμός	noun	ο γρήγορος βηματισμός του αλόγου με τα μπροστινά πόδια να σηκώνονται πιο ψηλά
καλπασμών	noun	γενική πληθυντικού του καλπασμός
καλπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλπαστικός	adv	με καλπαστικό τρόπο, καλπάζοντας
καλπαστικέ	adj	κλητική ενικού του καλπαστικός
καλπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπαστική
καλπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλπαστικός
καλπαστικής	adj	γενική ενικού του καλπαστική
καλπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλπαστικός
καλπαστικού	adj	γενική ενικού του καλπαστικός
καλπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλπαστικός
καλπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του καλπαστικός
καλπαστικός	adj	που έχει σχέση με τον καλπασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καλπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του καλπαστικός
καλπιά	noun	η απατεωνιά, η απάτη
καλπιάς	=	καλπιά
καλπιές	=	καλπιά
καλπιών	=	καλπιά
καλπονοθεία	noun	η νόθευση των εκλογικών αποτελεσμάτων και της βούλησης του εκλογικού σώματος με ποικίλους δόλιους τρόπους
καλπονοθείας	noun	γενική ενικού του καλπονοθεία
καλπονοθείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπονοθεία
καλπονοθειών	noun	γενική πληθυντικού του καλπονοθεία
καλπονοθευμένα	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένε	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένες	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένη	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένης	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένο	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένοι	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένος	adj	που τον έχουν καλπονοθεύσει
καλπονοθευμένου	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένους	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευμένων	=	καλπονοθευμένος
καλπονοθευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλπονοθευτικός	adv	που οδηγεί στην καλπονοθεία, με καλπονοθευτικό τρόπο
καλπονοθευτικέ	adj	κλητική ενικού του καλπονοθευτικός
καλπονοθευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπονοθευτική
καλπονοθευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλπονοθευτικός
καλπονοθευτικής	adj	γενική ενικού του καλπονοθευτική
καλπονοθευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλπονοθευτικός
καλπονοθευτικού	adj	γενική ενικού του καλπονοθευτικός
καλπονοθευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλπονοθευτικός
καλπονοθευτικό	adj	αιτιατική ενικού του καλπονοθευτικός
καλπονοθευτικός	adj	που έχει σχέση με την καλπονοθεία / καλπονόθευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
καλπονοθευτικών	adj	γενική πληθυντικού του καλπονοθευτικός
καλπονοθεύαμε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύαν	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύανε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύατε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύει	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύεις	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύετε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύοντας	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύουμε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύουν	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύουνε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύσαμε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύσαν	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύσανε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύσατε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύσει	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπονόθευση
καλπονοθεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καλπονόθευση
καλπονοθεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καλπονόθευση
καλπονοθεύστε	=	καλπονοθεύω
καλπονοθεύω	verb	κάνω καλπονοθεία
καλπονόθευα	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευαν	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευε	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευες	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευσα	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευσαν	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευσε	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευσες	=	καλπονοθεύω
καλπονόθευση	noun	η καλπονοθεία
καλπονόθευσης	noun	γενική ενικού του καλπονόθευση
καλπουζάνα	noun	θηλυκό του καλπουζάνος
καλπουζάνας	=	καλπουζάνα
καλπουζάνε	noun	κλητική ενικού του καλπουζάνος
καλπουζάνες	=	καλπουζάνα
καλπουζάνη	=	καλπουζάνης
καλπουζάνηδες	=	καλπουζάνης
καλπουζάνηδων	=	καλπουζάνης
καλπουζάνης	noun	άλλη μορφή του καλπουζάνος
καλπουζάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπουζάνικο
καλπουζάνικε	adj	κλητική ενικού του καλπουζάνικος
καλπουζάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπουζάνικη
καλπουζάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλπουζάνικος
καλπουζάνικης	adj	γενική ενικού του καλπουζάνικη
καλπουζάνικο	adj	αιτιατική ενικού του καλπουζάνικος
καλπουζάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλπουζάνικος
καλπουζάνικος	adj	που έχει σχέση με καλπουζάνο ή καλπουζανιά ή αναφέρεται σ’ αυτά
καλπουζάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλπουζάνικος
καλπουζάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλπουζάνικος
καλπουζάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλπουζάνικος
καλπουζάνο	noun	αιτιατική ενικού του καλπουζάνος
καλπουζάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλπουζάνος
καλπουζάνος	noun	αυτός που φτιάχνει κάλπικα νομίσματα
καλπουζάνου	noun	γενική ενικού του καλπουζάνος
καλπουζάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλπουζάνος
καλπουζάνων	noun	γενική πληθυντικού του καλπουζάνος
καλπουζανιά	noun|vulgar	(παρωχημένο) παραχάραξη
καλπουζανιάς	noun	γενική ενικού του καλπουζανιά
καλπουζανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλπουζανιά
καλπουζανιών	=	καλπουζανιά
καλπών	=	κάλπη
καλσόν	noun	άλλη γραφή του καλτσόν
καλτσάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλτσάδικο
καλτσάκι	noun	κάλτσα μικρή σε διαστάσεις
καλτσάκια	=	καλτσάκι
καλτσοβελονών	noun	γενική πληθυντικού του καλτσοβελόνα
καλτσοβελόνα	noun	βελόνα που χρησιμοποιείται στο πλέξιμο καλτσών
καλτσοβελόνας	noun	γενική ενικού του καλτσοβελόνα
καλτσοβελόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλτσοβελόνα
καλτσοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής καλτσών
καλτσοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του καλτσοβιομηχανία
καλτσοβιομηχανίες	=	καλτσοβιομηχανία
καλτσοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του καλτσοβιομηχανία
καλτσοδέτα	noun	ελαστική ταινία που συγκρατεί μια κάλτσα ψηλά, πάνω ή κάτω από το γόνατο
καλτσοδέτας	noun	γενική ενικού του καλτσοδέτα
καλτσοδέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλτσοδέτα
καλτσοδετών	noun	γενική πληθυντικού του καλτσοδέτα
καλτσομηχανές	=	καλτσομηχανή
καλτσομηχανή	noun	μηχανή που συμβάλλει στο πλέξιμο καλτσών
καλτσομηχανής	=	καλτσομηχανή
καλτσομηχανών	=	καλτσομηχανή
καλτσουνιού	=	καλτσούνι
καλτσουνιών	=	καλτσούνι
καλτσούνι	noun|dated	είδος κάλτσας
καλτσούνια	=	καλτσούνι
καλτσόν	noun	κάλυμμα για τα πόδια, όπως οι κάλτσες, αλλά μονοκόμματο και από λεπτότερο ύφασμα, και που φτάνει έως τη μέση· φοριέται κυρίως από γυναίκες
καλτσόνε	noun	είδος πίτσας
καλτσών	noun	γενική πληθυντικού του κάλτσα
καλυβάκι	noun	υποκοριστικό του καλύβα
καλυβάκια	=	καλυβάκι
καλυβίτσα	noun	υποκοριστικό του καλύβα
καλυβίτσας	=	καλυβίτσα
καλυβίτσες	=	καλυβίτσα
καλυβιού	=	καλύβι
καλυβιών	=	καλύβι
καλυβιώτικα	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικε	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικες	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικη	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικης	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικο	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικοι	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Καλύβια ή τους κατοίκους του
καλυβιώτικου	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικους	=	καλυβιώτικος
καλυβιώτικων	=	καλυβιώτικος
καλυβούλα	noun	υποκοριστικό του καλύβα
καλυβούλας	=	καλυβούλα
καλυβούλες	=	καλυβούλα
καλυβόσπιτα	=	καλυβόσπιτο
καλυβόσπιτο	noun	μικρό και φτωχικό σπίτι, που δίνει την εντύπωση καλυβιού
καλυβόσπιτου	=	καλυβόσπιτο
καλυβόσπιτων	=	καλυβόσπιτο
καλυβών	noun	γενική πληθυντικού του καλύβα
καλυδώνια	=	καλυδώνιος
καλυδώνιας	=	καλυδώνιος
καλυδώνιε	=	καλυδώνιος
καλυδώνιες	=	καλυδώνιος
καλυδώνιο	=	καλυδώνιος
καλυδώνιοι	=	καλυδώνιος
καλυδώνιος	adj	που έχει σχέση με την Καλυδώνα ή κατάγεται απ’ αυτή
καλυδώνιου	=	καλυδώνιος
καλυδώνιους	=	καλυδώνιος
καλυδώνιων	=	καλυδώνιος
καλυκάγρα	noun|formal	εργαλείο με το οποίο εξάγουμε τον κάλυκα από το κοίλο ενός πυροβόλου όπλου
καλυκάγρας	=	καλυκάγρα
καλυκάγρες	=	καλυκάγρα
καλυκαγρών	=	καλυκάγρα
καλυκιού	=	καλύκι
καλυκιών	=	καλύκι
καλυκοειδές	noun	κύτταρο σε σχήμα κάλυκα που βρίσκεται στο επιθήλιο της αναπνευστικής και εντερικής οδού που εκκρίνει τα κύρια συστατικά της βλέννας
καλυκοειδή	=	καλυκοειδής
καλυκοειδής	adj	που μοιάζει με κάλυκα
καλυκοειδείς	=	καλυκοειδής
καλυκοειδούς	=	καλυκοειδής
καλυκοειδών	=	καλυκοειδής
καλυκοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλυκοποιείο
καλυκοποιείο	noun	ο εργοστάσιο παραγωγής καλύκων για πυροβόλα όπλα
καλυκοποιείου	noun	γενική ενικού του καλυκοποιείο
καλυκοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του καλυκοποιείο
καλυκουλκέ	=	καλυκουλκός
καλυκουλκοί	=	καλυκουλκός
καλυκουλκού	=	καλυκουλκός
καλυκουλκούς	=	καλυκουλκός
καλυκουλκό	=	καλυκουλκός
καλυκουλκός	noun|formal	εργαλείο με το οποίο εξάγουμε τον κάλυκα από το κοίλο ενός πυροβόλου όπλου
καλυκουλκών	=	καλυκουλκός
καλυκοφόρα	noun	φυτά που φέρουν κάλυκα
καλυκοφόρας	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόρε	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόρες	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόρο	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόροι	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόρος	adj	που φέρει κάλυκα
καλυκοφόρου	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόρους	=	καλυκοφόρος
καλυκοφόρων	=	καλυκοφόρος
καλυκόσχημα	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημε	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημες	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημη	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημης	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημο	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημοι	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημος	adj	που έχει σχήμα κάλυκα
καλυκόσχημου	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημους	=	καλυκόσχημος
καλυκόσχημων	=	καλυκόσχημος
καλυμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάλυμμα
καλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλυμμένο	adv	με καλλυμένο, κρυφό τρόπο
καλυμμένε	verb	κλητική ενικού του καλυμμένος
καλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλυμμένη
καλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλυμμένος
καλυμμένης	verb	γενική ενικού του καλυμμένη
καλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλυμμένος
καλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλυμμένος
καλυμμένος	verb	σκεπασμένος
καλυμμένου	verb	γενική ενικού του καλυμμένος
καλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλυμμένος
καλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού του καλυμμένος
καλυμμαυκιού	=	καλυμμαύκι
καλυμμαυκιών	=	καλυμμαύκι
καλυμμαυχιού	=	καλυμμαύχι
καλυμμαυχιών	=	καλυμμαύχι
καλυμμαύκι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καλυμμαύκια	=	καλυμμαύκι
καλυμμαύχι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καλυμμαύχια	=	καλυμμαύχι
καλυμνιά	=	καλύμνια
καλυμνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλυμνιώτικο
καλυμνιώτικε	adj	κλητική ενικού του καλυμνιώτικος
καλυμνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλυμνιώτικη
καλυμνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλυμνιώτικος
καλυμνιώτικης	adj	γενική ενικού του καλυμνιώτικη
καλυμνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του καλυμνιώτικος
καλυμνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλυμνιώτικος
καλυμνιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κάλυμνο ή τους κατοίκους της
καλυμνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλυμνιώτικος
καλυμνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλυμνιώτικος
καλυμνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλυμνιώτικος
καλυπτήρια	=	καλυπτήριος
καλυπτήριας	=	καλυπτήριος
καλυπτήριε	=	καλυπτήριος
καλυπτήριες	=	καλυπτήριος
καλυπτήριο	=	καλυπτήριος
καλυπτήριοι	=	καλυπτήριος
καλυπτήριος	adj|formal	που συμβάλλει στην κάλυψη ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
καλυπτήριου	=	καλυπτήριος
καλυπτήριους	=	καλυπτήριος
καλυπτήριων	=	καλυπτήριος
καλυπτικά	=	καλυπτικός
καλυπτικέ	=	καλυπτικός
καλυπτικές	=	καλυπτικός
καλυπτική	=	καλυπτικός
καλυπτικής	=	καλυπτικός
καλυπτικοί	=	καλυπτικός
καλυπτικοτήτων	=	καλυπτικότητα
καλυπτικού	=	καλυπτικός
καλυπτικούς	=	καλυπτικός
καλυπτικό	=	καλυπτικός
καλυπτικός	adj	που καλύπτει ή συμβάλλει στην κάλυψη
καλυπτικότητα	noun	η ιδιότητα μιας ουσίας (π.χ. χρώματος ή καλλυντικού) να απλώνεται πάνω σε επιφάνεια δημιουργώντας ομοιόμορφο στρώμα που κρύβει το υπόστρωμα
καλυπτικότητας	=	καλυπτικότητα
καλυπτικότητες	=	καλυπτικότητα
καλυπτικών	=	καλυπτικός
καλυπτρών	noun	γενική πληθυντικού του καλύπτρα
καλυπτόμασταν	=	καλύπτω
καλυπτόμαστε	=	καλύπτω
καλυπτόμενος	=	καλύπτω
καλυπτόμουν	=	καλύπτω
καλυπτόμουνα	=	καλύπτω
καλυπτόντουσαν	=	καλύπτω
καλυπτόσασταν	=	καλύπτω
καλυπτόσαστε	=	καλύπτω
καλυπτόσουν	=	καλύπτω
καλυπτόσουνα	=	καλύπτω
καλυπτόταν	=	καλύπτω
καλυπτότανε	=	καλύπτω
καλυτέρευα	=	καλυτερεύω
καλυτέρευαν	=	καλυτερεύω
καλυτέρευε	=	καλυτερεύω
καλυτέρευες	=	καλυτερεύω
καλυτέρευσα	=	καλυτερεύω
καλυτέρευσαν	=	καλυτερεύω
καλυτέρευσε	=	καλυτερεύω
καλυτέρευσες	=	καλυτερεύω
καλυτέρευση	noun	το αποτέλεσμα του καλυτερεύω
καλυτέρευσης	noun	γενική ενικού του καλυτέρευση
καλυτέρευσις	noun	η καλυτέρευση
καλυτέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτέρεψη	noun	το αποτέλεσμα του καλυτερεύω
καλυτέρεψης	noun	γενική ενικού του καλυτέρεψη
καλυτερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψαν	=	καλυτερεύω
καλυτερέψανε	=	καλυτερεύω
καλυτερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψεων	noun	γενική πληθυντικού του καλυτέρεψη
καλυτερέψομε	=	καλυτερεύω
καλυτερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψουνε	=	καλυτερεύω
καλυτερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλυτερεύω
καλυτερεύαμε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύαν	=	καλυτερεύω
καλυτερεύανε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύατε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύει	=	καλυτερεύω
καλυτερεύεις	=	καλυτερεύω
καλυτερεύετε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύομε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύοντας	=	καλυτερεύω
καλυτερεύουμε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύουν	=	καλυτερεύω
καλυτερεύουνε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσαμε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσατε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσει	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλυτέρευση
καλυτερεύσετε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καλυτέρευση
καλυτερεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καλυτέρευση
καλυτερεύσομε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσουμε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσουν	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσουνε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύστε	=	καλυτερεύω
καλυτερεύσω	=	καλυτερεύω
καλυτερεύω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον καλύτερο, βελτιώνω
καλυτερότερα	=	καλυτερότερος
καλυτερότερε	=	καλυτερότερος
καλυτερότερες	=	καλυτερότερος
καλυτερότερη	=	καλυτερότερος
καλυτερότερης	=	καλυτερότερος
καλυτερότερο	=	καλυτερότερος
καλυτερότεροι	=	καλυτερότερος
καλυτερότερος	adj|informal	νεωτερικός, πλαστός συγκριτικός βαθμός του καλός: πιο καλός και από καλύτερος, ο καλύτερος όλων, ανεπίσημη, λανθασμένη (συνειδητά ή ασυνείδητα) γραμματικά λέξη σε χρήση μετά το τέλος του 20ου αιώνα με σκοπό να δώσει έμφαση
καλυτερότερου	=	καλυτερότερος
καλυτερότερους	=	καλυτερότερος
καλυτερότερων	=	καλυτερότερος
καλυφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθήκαν	=	καλύπτω
καλυφθήκανε	=	καλύπτω
καλυφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφθούνε	=	καλύπτω
καλυφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλυφτήκαμε	=	καλύπτω
καλυφτήκαν	=	καλύπτω
καλυφτήκανε	=	καλύπτω
καλυφτήκατε	=	καλύπτω
καλυφτεί	=	καλύπτω
καλυφτείς	=	καλύπτω
καλυφτείτε	=	καλύπτω
καλυφτούμε	=	καλύπτω
καλυφτούν	=	καλύπτω
καλυφτούνε	=	καλύπτω
καλυφτώ	=	καλύπτω
καλφάδες	=	κάλφας
καλφάδων	=	κάλφας
καλφαλίκι	noun|dated	το να είναι κάποιος κάλφας / μάστορας
καλφαλίκια	=	καλφαλίκι
καλφαλικιού	=	καλφαλίκι
καλφαλικιών	=	καλφαλίκι
καλφόπουλα	=	καλφόπουλο
καλφόπουλο	noun	υποκοριστικό του κάλφας
καλφόπουλου	=	καλφόπουλο
καλφόπουλων	=	καλφόπουλο
καλωδίου	noun	γενική ενικού του καλώδιο
καλωδίων	noun	γενική πληθυντικού του καλώδιο
καλωδίωση	noun	} η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλωδιώνω, η οποιαδήποτε σύνδεση με καλώδια
καλωδίωσης	noun	γενική ενικού του καλωδίωση
καλωδιάκι	noun	υποκοριστικό του καλώδιο
καλωδιάκια	=	καλωδιάκι
καλωδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωδιακό	adv	με εγκατάσταση καλωδίων, μέσω καλωδίων
καλωδιακέ	adj	κλητική ενικού του καλωδιακός
καλωδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωδιακή
καλωδιακή	noun	τηλεόραση που λαμβάνει δορυφορικό ή άλλο σήμα μέσω δικτύου καλωδίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλωδιακός
καλωδιακής	adj	γενική ενικού του καλωδιακή
καλωδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλωδιακός
καλωδιακού	adj	γενική ενικού του καλωδιακός
καλωδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλωδιακός
καλωδιακό	adj	αιτιατική ενικού του καλωδιακός
καλωδιακός	adj	που έχει σχέση με καλώδιο, αναφέρεται σ’ αυτό, γίνεται μ’ αυτό ή λειτουργεί μέσω αυτού
καλωδιακών	adj	γενική πληθυντικού του καλωδιακός
καλωδιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωδιωμένο
καλωδιωμένε	verb	κλητική ενικού του καλωδιωμένος
καλωδιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωδιωμένη
καλωδιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλωδιωμένος
καλωδιωμένης	verb	γενική ενικού του καλωδιωμένη
καλωδιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλωδιωμένος
καλωδιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλωδιωμένος
καλωδιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλωδιώνω
καλωδιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλωδιωμένος
καλωδιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλωδιωμένος
καλωδιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλωδιωμένος
καλωδιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλωδιώνω
καλωδιώνω	verb	τοποθετώ καλώδια ή ενώνω με καλώδιο (ηλεκτρισμού ή τηλεπικοινωνιών)
καλωδιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωδίωση
καλωδιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καλωδίωση
καλωδιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καλωδίωση
καλωσορίζαμε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζαν	=	καλωσορίζω
καλωσορίζανε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζατε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζει	=	καλωσορίζω
καλωσορίζεις	=	καλωσορίζω
καλωσορίζετε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζομε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζοντας	=	καλωσορίζω
καλωσορίζουμε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζουν	=	καλωσορίζω
καλωσορίζουνε	=	καλωσορίζω
καλωσορίζω	verb	χαιρετώ και υποδέχομαι φιλόξενα κάποιον που μόλις έφτασε, με τη φράση καλώς όρισες - καλώς ορίσατε ή κάποια άλλη παρόμοια
καλωσορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσαν	=	καλωσορίζω
καλωσορίσανε	=	καλωσορίζω
καλωσορίσατε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου (καλωσόρισα) του καλωσορίζω	noun	το καλωσόρισμα
καλωσορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωσόρισμα
καλωσορίσματος	noun	γενική ενικού του καλωσόρισμα
καλωσορίσομε	=	καλωσορίζω
καλωσορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσουνε	=	καλωσορίζω
καλωσορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσορισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καλωσόρισμα
καλωσορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωσορισμένο
καλωσορισμένε	verb	κλητική ενικού του καλωσορισμένος
καλωσορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωσορισμένη
καλωσορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλωσορισμένος
καλωσορισμένης	verb	γενική ενικού του καλωσορισμένη
καλωσορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καλωσορισμένος
καλωσορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλωσορισμένος
καλωσορισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καλωσορίζω
καλωσορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλωσορισμένος
καλωσορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καλωσορισμένος
καλωσορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλωσορισμένος
καλωσόριζα	=	καλωσορίζω
καλωσόριζαν	=	καλωσορίζω
καλωσόριζε	=	καλωσορίζω
καλωσόριζες	=	καλωσορίζω
καλωσόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλωσορίζω
καλωσόρισες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου (καλωσόρισα) του καλωσορίζω	noun	το καλωσόρισμα
καλωσόρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καλωσορίζω, η φιλόξενη υποδοχή κάποιου που μόλις έφτασε και ο χαιρετισμός με τη φράση καλώς όρισες
καλωσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλωσύνη
καλωσύνη	noun	παρωχημένη γραφή του καλοσύνη
καλωσύνης	=	καλωσύνη
καλό	noun	το σύνολο των δυνάμεων που δρουν με καλοσύνη προς όφελος της ανθρώπινης ζωής	adj	αιτιατική ενικού του καλός
καλόβαθρον	noun	ξύλινο σκέλος στήριξης ακρωτηριασμένου άκρου
καλόβολα	adv	με καλόβολο τρόπο
καλόβολε	=	καλόβολος
καλόβολες	=	καλόβολος
καλόβολη	=	καλόβολος
καλόβολης	=	καλόβολος
καλόβολο	=	καλόβολος
καλόβολοι	=	καλόβολος
καλόβολος	adj	που δείχνει καλή και θετική διάθεση προς τους άλλους ανθρώπους, προσαρμόζεται εύκολα και συνεννοείται μαζί τους καλά
καλόβολου	=	καλόβολος
καλόβολους	=	καλόβολος
καλόβολων	=	καλόβολος
καλόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόβουλο
καλόβουλε	adj	κλητική ενικού του καλόβουλος
καλόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόβουλη
καλόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλόβουλος
καλόβουλης	adj	γενική ενικού του καλόβουλη
καλόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του καλόβουλος
καλόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλόβουλος
καλόβουλος	adj	αυτός που έχει καλή βούληση, καλή θέληση
καλόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλόβουλος
καλόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλόβουλος
καλόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλόβουλος
καλόβραζε	=	καλοβράζω
καλόβρασε	=	καλοβράζω
καλόβραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόβραστο
καλόβραστε	adj	κλητική ενικού του καλόβραστος
καλόβραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόβραστη
καλόβραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλόβραστος
καλόβραστης	adj	γενική ενικού του καλόβραστη
καλόβραστο	adj	αιτιατική ενικού του καλόβραστος
καλόβραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλόβραστος
καλόβραστος	adj	που εύκολα βράζει
καλόβραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλόβραστος
καλόβραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλόβραστος
καλόβραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλόβραστος
καλόγεννα	=	καλόγεννος
καλόγεννας	=	καλόγεννος
καλόγεννες	=	καλόγεννος
καλόγεννη	=	καλόγεννος
καλόγεννηδες	=	καλόγεννος
καλόγεννηδων	=	καλόγεννος
καλόγεννης	=	καλόγεννος
καλόγεννικα	=	καλόγεννος
καλόγεννικο	=	καλόγεννος
καλόγεννικου	=	καλόγεννος
καλόγεννικων	=	καλόγεννος
καλόγεννος	adj	που γεννά εύκολα
καλόγερε	noun	κλητική ενικού του καλόγερος
καλόγερο	noun	αιτιατική ενικού του καλόγερος
καλόγεροι	noun	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού του καλόγερος
καλόγερος	noun	μοναχός
καλόγερου	noun	γενική ενικού του καλόγερος
καλόγερους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλόγερος
καλόγερων	noun	γενική πληθυντικού του καλόγερος
καλόγηρε	noun	κλητική ενικού του καλόγηρος
καλόγηρο	noun	αιτιατική ενικού του καλόγηρος
καλόγηροι	noun	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού του καλόγηρος
καλόγηρος	noun	άλλη μορφή του καλόγερος
καλόγηρου	=	καλόγηρος
καλόγηρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καλόγηρος
καλόγηρων	noun	γενική πληθυντικού του καλόγερος
καλόγλωσσος	adj|rare	γλυκομίλητος
καλόγνωμα	adv	με καλόγνωμο τρόπο, με καλογνωμιά
καλόγνωμε	=	καλόγνωμος
καλόγνωμες	=	καλόγνωμος
καλόγνωμη	noun	είδος μαλάκιου οστρακόδερμου (Arca noae)
καλόγνωμης	=	καλόγνωμος
καλόγνωμο	=	καλόγνωμος
καλόγνωμοι	=	καλόγνωμος
καλόγνωμος	adj	άνθρωπος καλού και ήπιου χαρακτήρα, θετικής διάθεσης και συνεννοήσιμος
καλόγνωμου	=	καλόγνωμος
καλόγνωμους	=	καλόγνωμος
καλόγνωμων	=	καλόγνωμος
καλόγουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλόγουστος	adv	με καλαισθησία, με καλό γούστο
καλόγουστε	adj	κλητική ενικού του καλόγουστος
καλόγουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόγουστη
καλόγουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλόγουστος
καλόγουστης	adj	γενική ενικού του καλόγουστη
καλόγουστο	adj	αιτιατική ενικού του καλόγουστος
καλόγουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλόγουστος
καλόγουστος	adj	που έχει (ή γίνεται με) καλαισθησία, καλό γούστο
καλόγουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλόγουστος
καλόγουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλόγουστος
καλόγουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλόγουστος
καλόγρια	noun	γυναίκα ντυμένη το μοναχικό σχήμα
καλόγριας	noun	γενική ενικού του καλόγρια
καλόγριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόγρια
καλόδεχτα	=	καλόδεχτος
καλόδεχτε	=	καλόδεχτος
καλόδεχτες	=	καλόδεχτος
καλόδεχτη	=	καλόδεχτος
καλόδεχτης	=	καλόδεχτος
καλόδεχτο	=	καλόδεχτος
καλόδεχτοι	=	καλόδεχτος
καλόδεχτος	adj	συνώνυμο του καλοδεχούμενος
καλόδεχτου	=	καλόδεχτος
καλόδεχτους	=	καλόδεχτος
καλόδεχτων	=	καλόδεχτος
καλόηθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καλοήθης
καλόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλόκαρδος	adv	με καλόκαρδο τρόπο
καλόκαρδε	adj	κλητική ενικού του καλόκαρδος
καλόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόκαρδη
καλόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλόκαρδος
καλόκαρδης	adj	γενική ενικού του καλόκαρδη
καλόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του καλόκαρδος
καλόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλόκαρδος
καλόκαρδος	adj	που έχει «καλή καρδιά», που αγαπάει τους συνανθρώπους του κι έχει χαρούμενη διάθεση
καλόκαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλόκαρδος
καλόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλόκαρδος
καλόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλόκαρδος
καλόμαθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλόμαθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλόμαθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλόμαθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλομαθαίνω
καλόμοιρα	=	καλόμοιρος
καλόμοιρε	=	καλόμοιρος
καλόμοιρες	=	καλόμοιρος
καλόμοιρη	=	καλόμοιρος
καλόμοιρης	=	καλόμοιρος
καλόμοιρο	=	καλόμοιρος
καλόμοιροι	=	καλόμοιρος
καλόμοιρος	adj	που έχει καλή μοίρα, καλή τύχη, που είναι ευτυχισμένος
καλόμοιρου	=	καλόμοιρος
καλόμοιρους	=	καλόμοιρος
καλόμοιρων	=	καλόμοιρος
καλόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόπαιδο
καλόπεσα	=	καλοπέφτω
καλόπεφτα	=	καλοπέφτω
καλόπιανα	=	καλοπιάνω
καλόπιαναν	=	καλοπιάνω
καλόπιανε	=	καλοπιάνω
καλόπιανες	=	καλοπιάνω
καλόπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλόπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλόπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλόπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοπιάνω
καλόπιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλοπιάνω
καλόπιστα	adv	με καλόπιστο τρόπο, με καλοπιστία
καλόπιστε	adj	κλητική ενικού του καλόπιστος
καλόπιστες	=	καλόπιστος
καλόπιστη	=	καλόπιστος
καλόπιστης	adj	γενική ενικού του καλόπιστη
καλόπιστο	=	καλόπιστος
καλόπιστοι	=	καλόπιστος
καλόπιστος	adj	που συνεννοείται χωρίς προκαταλήψεις, με καλές προθέσεις
καλόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλόπιστος
καλόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλόπιστος
καλόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλόπιστος
καλός	adj	ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους, όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοηθά τους άλλους ανθρώπους, που συγχωρεί εύκολα και επιδιώκει το καλύτερο για όλους	noun	ο αγαπημένος, ο ερωμένος
καλόστρωνα	=	καλοστρώνω
καλόστρωναν	=	καλοστρώνω
καλόστρωνε	=	καλοστρώνω
καλόστρωνες	=	καλοστρώνω
καλόστρωσα	=	καλοστρώνω
καλόστρωσαν	=	καλοστρώνω
καλόστρωσε	=	καλοστρώνω
καλόστρωσες	=	καλοστρώνω
καλόστρωτα	=	καλόστρωτος
καλόστρωτε	=	καλόστρωτος
καλόστρωτες	=	καλόστρωτος
καλόστρωτη	=	καλόστρωτος
καλόστρωτης	=	καλόστρωτος
καλόστρωτο	=	καλόστρωτος
καλόστρωτοι	=	καλόστρωτος
καλόστρωτος	adj	άλλη μορφή του καλοστρωμένος
καλόστρωτου	=	καλόστρωτος
καλόστρωτους	=	καλόστρωτος
καλόστρωτων	=	καλόστρωτος
καλόσυνα	=	καλόσυνος
καλόσυνε	=	καλόσυνος
καλόσυνες	=	καλόσυνος
καλόσυνη	=	καλόσυνος
καλόσυνης	=	καλόσυνος
καλόσυνο	=	καλόσυνος
καλόσυνοι	=	καλόσυνος
καλόσυνος	adj	άλλη μορφή του καλοσυνάτος
καλόσυνου	=	καλόσυνος
καλόσυνους	=	καλόσυνος
καλόσυνων	=	καλόσυνος
καλότα	noun|dated	το τμήμα γυναικείου καπέλου που καλύπτει το κεφάλι (σε αντιδιαστολή με το γείσο)
καλότας	=	καλότα
καλότες	=	καλότα
καλότροπα	adv	με καλό τρόπο
καλότροπε	adj	κλητική ενικού του καλότροπος
καλότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλότροπη
καλότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλότροπος
καλότροπης	adj	γενική ενικού του καλότροπη
καλότροπο	adj	αιτιατική ενικού του καλότροπος
καλότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλότροπος
καλότροπος	adj	που έχει καλούς τρόπους, ευγενικός
καλότροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλότροπος
καλότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλότροπος
καλότροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλότροπος
καλότυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καλότυχος	adv	με καλότυχο τρόπο
καλότυχε	adj	κλητική ενικού του καλότυχος
καλότυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλότυχη
καλότυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλότυχος
καλότυχης	adj	γενική ενικού του καλότυχη
καλότυχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καλότυχος
καλότυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλότυχος
καλότυχος	adj	που έχει καλή τύχη
καλότυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλότυχος
καλότυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλότυχος
καλότυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλότυχος
καλόφαγε	=	καλόφαγος
καλόφαγο	=	καλόφαγος
καλόφαγοι	=	καλόφαγος
καλόφαγος	noun	άλλη μορφή του καλοφαγάς
καλόφαγου	=	καλόφαγος
καλόφαγους	=	καλόφαγος
καλόφαγων	=	καλόφαγος
καλόφωνα	adv|rare	άλλη μορφή του καλλίφωνα
καλόφωνος	adj|rare	άλλη μορφή του καλλίφωνος
καλόχρονα	=	καλόχρονος
καλόχρονε	=	καλόχρονος
καλόχρονες	=	καλόχρονος
καλόχρονη	=	καλόχρονος
καλόχρονης	=	καλόχρονος
καλόχρονο	=	καλόχρονος
καλόχρονοι	=	καλόχρονος
καλόχρονος	adj	σε ευχές για ευζωία και ευημερία
καλόχρονου	=	καλόχρονος
καλόχρονους	=	καλόχρονος
καλόχρονων	=	καλόχρονος
καλόχυμα	=	καλόχυμος
καλόχυμε	=	καλόχυμος
καλόχυμες	=	καλόχυμος
καλόχυμη	=	καλόχυμος
καλόχυμης	=	καλόχυμος
καλόχυμο	=	καλόχυμος
καλόχυμοι	=	καλόχυμος
καλόχυμος	adj	ο χυμώδης, ο ζουμερός
καλόχυμου	=	καλόχυμος
καλόχυμους	=	καλόχυμος
καλόχυμων	=	καλόχυμος
καλόψηνε	=	καλοψήνω
καλόψησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλόψησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλόψησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλόψησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλοψήνω
καλόψυχα	adv	με καλόψυχο τρόπο
καλόψυχε	adj	κλητική ενικού του καλόψυχος
καλόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλόψυχη
καλόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλόψυχος
καλόψυχης	adj	γενική ενικού του καλόψυχη
καλόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του καλόψυχος
καλόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλόψυχος
καλόψυχος	adj	που έχει καλή ψυχή
καλόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καλόψυχος
καλόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλόψυχος
καλόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καλόψυχος
καλύβα	noun	μικρό οίκημα κατασκευασμένο με πρόχειρα υλικά (ξύλα, χώμα, άχυρα κ.λπ)
καλύβας	noun	γενική ενικού του καλύβα
καλύβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλύβα
καλύβη	noun|formal	η καλύβα
καλύβης	=	καλύβη
καλύβι	noun	καλύβα
καλύβια	=	καλύβι
καλύκι	noun|literary	μορφή του κάλυκας
καλύκια	=	καλύκι
καλύκων	=	κάλυκας
καλύμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλυμμα
καλύμματος	noun	γενική ενικού του κάλυμμα
καλύμνια	noun	η δημότης ή κάτοικος της Καλύμνου ή αυτή που κατάγεται από την πόλη ή το νησί αυτό
καλύμνιος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κάλυμνο.
καλύπταμε	=	καλύπτω
καλύπταν	=	καλύπτω
καλύπτανε	=	καλύπτω
καλύπτατε	=	καλύπτω
καλύπτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καλύπτω
καλύπτεις	=	καλύπτω
καλύπτεσαι	=	καλύπτω
καλύπτεσθε	=	καλύπτω
καλύπτεστε	=	καλύπτω
καλύπτεται	verb	γ' ενικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος καλύπτομαι
καλύπτετε	=	καλύπτω
καλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καλύπτω
καλύπτομε	=	καλύπτω
καλύπτονται	=	καλύπτω
καλύπτονταν	=	καλύπτω
καλύπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καλύπτω
καλύπτουμε	=	καλύπτω
καλύπτουν	=	καλύπτω
καλύπτουνε	=	καλύπτω
καλύπτρα	noun	κάτι που καλύπτει
καλύπτρας	noun	γενική ενικού του καλύπτρα
καλύπτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλύπτρα
καλύπτω	verb	σκεπάζω
καλύτερα	adv	συγκριτικός βαθμός του καλά
καλύτερε	adj	κλητική ενικού του καλύτερος
καλύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλύτερη
καλύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καλύτερος
καλύτερης	adj	γενική ενικού του καλύτερη
καλύτερο	adj	αιτιατική ενικού του καλύτερος
καλύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καλύτερος
καλύτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του καλός
καλύτερου	adj	γενική ενικού του καλύτερος
καλύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καλύτερος
καλύτερων	adj	γενική πληθυντικού του καλύτερος
καλύφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλύφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλύφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλύφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλύφτηκα	=	καλύπτω
καλύφτηκαν	=	καλύπτω
καλύφτηκε	=	καλύπτω
καλύφτηκες	=	καλύπτω
καλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψαν	=	καλύπτω
καλύψανε	=	καλύπτω
καλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάλυψη
καλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του κάλυψη
καλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του κάλυψη
καλύψομε	=	καλύπτω
καλύψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτομαι
καλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψουνε	=	καλύπτω
καλύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
καλώ	verb	λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια
καλώδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καλώδιο
καλώδιο	noun	οποιοδήποτε σύρμα μέτριου πάχους
καλώδιου	=	καλώδιο
καλώδιων	=	καλώδιο
καλών	verb|formal	αυτός που καλεί ή τηλεφωνεί	noun	γενική πληθυντικού του καλό
καλώντας	=	καλώ
καλώς	adv	καλά, σωστά
καλώων	=	κάλως
καμάκι	noun	εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι
καμάκια	=	καμάκι
καμάκιαζα	=	καμακιάζω
καμάκιαζαν	=	καμακιάζω
καμάκιαζε	=	καμακιάζω
καμάκιαζες	=	καμακιάζω
καμάκιασα	=	καμακιάζω
καμάκιασαν	=	καμακιάζω
καμάκιασε	=	καμακιάζω
καμάκιασες	=	καμακιάζω
καμάκιζα	=	καμακίζω
καμάκιζαν	=	καμακίζω
καμάκιζε	=	καμακίζω
καμάκιζες	=	καμακίζω
καμάκισα	=	καμακίζω
καμάκισαν	=	καμακίζω
καμάκισε	=	καμακίζω
καμάκισες	=	καμακίζω
καμάκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καμακώνω
καμάκωνα	=	καμακώνω
καμάκωναν	=	καμακώνω
καμάκωνε	=	καμακώνω
καμάκωνες	=	καμακώνω
καμάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμάρα	noun	η σκεπαστή κατασκευή σε σχήμα τόξου
καμάρας	noun	γενική ενικού του καμάρα
καμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμάρα
καμάρι	noun	η περηφάνια για κάτι ή κάποιον
καμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμάρι
καμάριον	=	καμάρι
καμάρωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καμαρώνω
καμάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καμάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καμάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καμάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καμάτου	noun	γενική ενικού του κάματος
καμάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάματος
καμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάματος
καμέλια	noun	καλλωπιστικό φυτό (Τάξη: Ερεικώδη (Ericales), Οικογένενεια: Θεοειδή) καθώς και (κατ’ επέκταση) το άνθος του φυτού αυτού
καμέλιας	noun	γενική ενικού του καμέλια
καμέλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμέλια
καμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμένο
καμένε	verb	κλητική ενικού του καμένος
καμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμένη
καμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμένος
καμένης	verb	γενική ενικού του καμένη
καμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμένος
καμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμένος
καμένος	verb	που έχει καεί, από οποιαδήποτε αιτία (π.χ. φωτιά, έκρηξη, καυστική ουσία, παγετό κ.λπ.)
καμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμένος
καμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμένος
καμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμένος
καμέραμαν	noun	σπάνια προφορά του καμεραμάν
καμήλα	noun	μηρυκαστικό θηλαστικό της ερήμου, με μία ή δύο καμπούρες
καμήλας	noun	γενική ενικού του καμήλα
καμήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμήλα
καμήλου	=	κάμηλος
καμήλους	=	κάμηλος
καμήλων	=	κάμηλος
καμία	pron	ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμίαν	pron	άλλη μορφή του καμία· αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμίας	pron	γενική, θηλυκού γένους του κανείς
καμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμία
καμίνευμα	noun	ό,τι παίρνουμε μετά την καμίνευση
καμίνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καμινεύω
καμίνευσης	=	καμίνευση
καμίνευσις	noun	καμίνευση
καμίνι	noun	ειδική κατασκευή, μέσα στην οποία αναπτύσσονται μεγάλες θερμοκρασίες, προκειμένου να τηχθούν μέταλλα ή για άλλους λόγους
καμίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμίνι
καμίνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμίνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμίνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμίνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμίνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καμινιάζω
καμίνου	=	κάμινος
καμίνους	=	κάμινος
καμίνων	=	κάμινος
καμακίζαμε	=	καμακίζω
καμακίζαν	=	καμακίζω
καμακίζανε	=	καμακίζω
καμακίζατε	=	καμακίζω
καμακίζει	=	καμακίζω
καμακίζεις	=	καμακίζω
καμακίζετε	=	καμακίζω
καμακίζοντας	=	καμακίζω
καμακίζουμε	=	καμακίζω
καμακίζουν	=	καμακίζω
καμακίζουνε	=	καμακίζω
καμακίζω	verb	τρυπώ με καμάκι
καμακίσαμε	=	καμακίζω
καμακίσαν	=	καμακίζω
καμακίσανε	=	καμακίζω
καμακίσατε	=	καμακίζω
καμακίσει	=	καμακίζω
καμακίστε	=	καμακίζω
καμακιάζαμε	=	καμακιάζω
καμακιάζαν	=	καμακιάζω
καμακιάζανε	=	καμακιάζω
καμακιάζατε	=	καμακιάζω
καμακιάζει	=	καμακιάζω
καμακιάζεις	=	καμακιάζω
καμακιάζετε	=	καμακιάζω
καμακιάζοντας	=	καμακιάζω
καμακιάζουμε	=	καμακιάζω
καμακιάζουν	=	καμακιάζω
καμακιάζουνε	=	καμακιάζω
καμακιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του καμακώνω
καμακιάσαμε	=	καμακιάζω
καμακιάσαν	=	καμακιάζω
καμακιάσανε	=	καμακιάζω
καμακιάσατε	=	καμακιάζω
καμακιάσει	=	καμακιάζω
καμακιάστε	=	καμακιάζω
καμακιού	=	καμάκι
καμακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμακισμένο
καμακισμένε	verb	κλητική ενικού του καμακισμένος
καμακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμακισμένη
καμακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμακισμένος
καμακισμένης	verb	γενική ενικού του καμακισμένη
καμακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμακισμένος
καμακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμακισμένος
καμακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καμακίζω
καμακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμακισμένος
καμακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμακισμένος
καμακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμακισμένος
καμακιών	=	καμάκι
καμακωθήκαμε	=	καμακώνομαι
καμακωθήκαν	=	καμακώνομαι
καμακωθήκανε	=	καμακώνομαι
καμακωθήκατε	=	καμακώνομαι
καμακωθεί	=	καμακώνομαι
καμακωθείτε	=	καμακώνομαι
καμακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καμάκωμα
καμακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμακωμένο
καμακωμένε	verb	κλητική ενικού του καμακωμένος
καμακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμακωμένη
καμακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμακωμένος
καμακωμένης	verb	γενική ενικού του καμακωμένη
καμακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμακωμένος
καμακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμακωμένος
καμακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καμακώνω
καμακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμακωμένος
καμακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμακωμένος
καμακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμακωμένος
καμακωνόμασταν	=	καμακώνομαι
καμακωνόμαστε	=	καμακώνομαι
καμακωνόμουν	=	καμακώνομαι
καμακωνόμουνα	=	καμακώνομαι
καμακωνόντουσαν	=	καμακώνομαι
καμακωνόσασταν	=	καμακώνομαι
καμακωνόσαστε	=	καμακώνομαι
καμακωνόσουν	=	καμακώνομαι
καμακωνόσουνα	=	καμακώνομαι
καμακωνόταν	=	καμακώνομαι
καμακωνότανε	=	καμακώνομαι
καμακώθηκα	=	καμακώνομαι
καμακώθηκαν	=	καμακώνομαι
καμακώθηκε	=	καμακώνομαι
καμακώθηκες	=	καμακώνομαι
καμακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμάκωμα
καμακώματος	noun	γενική ενικού του καμάκωμα
καμακώναμε	=	καμακώνω
καμακώναν	=	καμακώνω
καμακώνανε	=	καμακώνω
καμακώνατε	=	καμακώνω
καμακώνει	=	καμακώνω
καμακώνεις	=	καμακώνω
καμακώνεσαι	=	καμακώνομαι
καμακώνεστε	=	καμακώνομαι
καμακώνεται	=	καμακώνομαι
καμακώνετε	=	καμακώνω
καμακώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καμακώνω
καμακώνονται	=	καμακώνομαι
καμακώνονταν	=	καμακώνομαι
καμακώνοντας	=	καμακώνω
καμακώνου	=	καμακώνομαι
καμακώνουμε	=	καμακώνω
καμακώνουν	=	καμακώνω
καμακώνουνε	=	καμακώνω
καμακώνω	verb	χτυπάω ή τρυπάω με το καμάκι κάποιο αντικείμενο ή ζώο
καμακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσαν	=	καμακώνω
καμακώσανε	=	καμακώνω
καμακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσου	=	καμακώνομαι
καμακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
καμαράκι	noun	υποκοριστικό του κάμαρα
καμαράκια	=	καμαράκι
καμαρίλα	noun	το σύνολο των ανεπίσημων μυστικοσυμβούλων, που παρασκηνιακά ασκούν εξουσία, επηρεάζοντας ως προς τη λήψη αποφάσεων ένα ισχυρό άτομο, που έχει συνήθως πολλές δικαιοδοσίες.
καμαρίλας	noun	γενική ενικού του καμαρίλα
καμαρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρίλα
καμαρίλλα	noun	μη απλοποιημένη γραφή του καμαρίλα
καμαρίλλας	noun	γενική ενικού του καμαρίλλα
καμαρίλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρίλλα
καμαρίνι	noun	το δωματιάκι στα παρασκήνια ενός θεάτρου, που εξυπηρετεί τους ηθοποιούς (αλλάζουν ρούχα, ξεκουράζονται κ.λπ.)
καμαρίνια	=	καμαρίνι
καμαρίτσα	noun	υποκοριστικό του κάμαρα
καμαρίτσας	=	καμαρίτσα
καμαρίτσες	=	καμαρίτσα
καμαραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαραϊκό
καμαραϊκέ	adj	κλητική ενικού του καμαραϊκός
καμαραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαραϊκή
καμαραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμαραϊκός
καμαραϊκής	adj	γενική ενικού του καμαραϊκή
καμαραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμαραϊκός
καμαραϊκού	adj	γενική ενικού του καμαραϊκός
καμαραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμαραϊκός
καμαραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του καμαραϊκός
καμαραϊκός	adj	που προέρχεται ή έχει σχέση με το χωριό Καμάρες του νομού Ηρακλείου της Κρήτης
καμαραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του καμαραϊκός
καμαριέρα	noun	θηλυκό του καμαριέρης
καμαριέρας	noun	γενική ενικού του καμαριέρα
καμαριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαριέρα
καμαριέρη	=	καμαριέρης
καμαριέρηδες	=	καμαριέρης
καμαριέρηδων	=	καμαριέρης
καμαριέρης	noun	πρόσωπο που φροντίζει για την ευταξία και την τακτοποίηση των χώρων σε ένα ξενοδοχείο, ένα σπίτι κ.α.
καμαριλλών	noun	γενική πληθυντικού του καμαρίλλα
καμαρινιού	=	καμαρίνι
καμαρινιών	=	καμαρίνι
καμαριού	=	καμάρι
καμαριών	=	καμάρι
καμαροειδές	=	καμαροειδής
καμαροειδή	=	καμαροειδής
καμαροειδής	adj	σχηματίζει καμάρα, έχει σχήμα καμάρας· καμαρωτός
καμαροειδείς	=	καμαροειδής
καμαροειδούς	=	καμαροειδής
καμαροειδών	=	καμαροειδής
καμαροπορτών	=	καμαρόπορτα
καμαροσκέπαστα	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστε	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστες	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστη	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστης	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστο	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστοι	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστος	adj	ο καλυμμένος με καμάρα
καμαροσκέπαστου	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστους	=	καμαροσκέπαστος
καμαροσκέπαστων	=	καμαροσκέπαστος
καμαροφρυδούσα	noun|literary	άλλη μορφή του καμαροφρύδα
καμαροφρυδούσας	=	καμαροφρυδούσα
καμαροφρυδούσες	=	καμαροφρυδούσα
καμαροφρύδα	=	καμαροφρύδης
καμαροφρύδας	noun	γενική ενικού του καμαροφρύδα
καμαροφρύδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαροφρύδα
καμαροφρύδη	=	καμαροφρύδης
καμαροφρύδηδες	=	καμαροφρύδης
καμαροφρύδηδων	=	καμαροφρύδης
καμαροφρύδης	noun|literary	που έχει όμορφα τοξωτά φρύδια, σαν καμάρα
καμαρούλα	noun	υποκοριστικό του κάμαρα
καμαρούλας	=	καμαρούλα
καμαρούλες	=	καμαρούλα
καμαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καμάρωμα
καμαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρωμένο
καμαρωμένε	verb	κλητική ενικού του καμαρωμένος
καμαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρωμένη
καμαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμαρωμένος
καμαρωμένης	verb	γενική ενικού του καμαρωμένη
καμαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμαρωμένος
καμαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμαρωμένος
καμαρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καμαρώνω
καμαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμαρωμένος
καμαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμαρωμένος
καμαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμαρωμένος
καμαρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρωτό, ουδέτερο του καμαρωτός	adv	με καμαρωτό τρόπο
καμαρωτέ	adj	κλητική ενικού του καμαρωτός
καμαρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρωτή
καμαρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμαρωτός
καμαρωτής	adj	γενική ενικού του καμαρωτή
καμαρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμαρωτός
καμαρωτού	adj	γενική ενικού του καμαρωτός
καμαρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμαρωτός
καμαρωτό	adj	αιτιατική ενικού του καμαρωτός
καμαρωτός	adj	στητός και περήφανος, όλος καμάρι
καμαρωτών	adj	γενική πληθυντικού του καμαρωτός
καμαρόπορτα	noun	πόρτα με τοξωτό / καμπύλο υπέρθυρο
καμαρόπορτας	noun	γενική ενικού του καμαρόπορτα
καμαρόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμαρόπορτα
καμαρότε	noun	κλητική ενικού του καμαρότος
καμαρότο	noun	αιτιατική ενικού του καμαρότος
καμαρότοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμαρότος
καμαρότος	noun	το μέλος του πληρώματος ενός πλοίου (ή κλινάμαξας τρένου) που είναι υπεύθυνος για τις καμπίνες των επιβατών
καμαρότου	noun	γενική ενικού του καμαρότος
καμαρότους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καμαρότος
καμαρότων	noun	γενική πληθυντικού του καμαρότος
καμαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμάρωμα
καμαρώματος	noun	γενική ενικού του καμάρωμα
καμαρών	noun	γενική πληθυντικού του καμάρα
καμαρώνομαι	verb	υπερηφανεύομαι, θαυμάζω τον εαυτό μου
καμαρώνω	verb	έχω κάποιον ή κάτι για καμάρι
καμαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμαρώνω
καμασούτρα	noun	το αρχαίο ινδουιστικό κείμενο Κάμα Σούτρα
καματάρη	noun	καματάρης, στη γενική του ενικού
καματάρηδες	noun	καματάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
καματάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του καματάρης
καματάρης	noun|literary	αυτός που καματεύει
καματάρισσας	noun	γενική ενικού του καματάρισσα
καματάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καματάρισσα
καματέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καματεύω
καματαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του καματάρισσα
καματερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καματερό	adv	με καματερό τρόπο
καματερέ	adj	κλητική ενικού του καματερός
καματερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καματερή
καματερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καματερός
καματερής	adj	γενική ενικού του καματερή
καματεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καματερός
καματερού	adj	γενική ενικού του καματερός
καματερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καματερός
καματερό	noun	το βόδι που βάζουμε στο όργωμα	adj	αιτιατική ενικού του καματερός
καματερός	adj|dated	εργατικός
καματερών	adj	γενική πληθυντικού του καματερός
καματεύω	verb|literary	καλλιεργώ τα χωράφια
καμβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καμβάς
καμβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμβάς
καμβάδων	noun	γενική πληθυντικού του καμβάς
καμβάς	noun	το ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί
καμβίου	=	κάμβιο
καμβίων	=	κάμβιο
καμελιών	noun	γενική πληθυντικού του καμέλια
καμεραλισμέ	=	καμεραλισμός
καμεραλισμοί	=	καμεραλισμός
καμεραλισμού	=	καμεραλισμός
καμεραλισμούς	=	καμεραλισμός
καμεραλισμό	=	καμεραλισμός
καμεραλισμός	noun	οικονομική θεωρία και πρακτική, ιδίως στη Γερμανία από τον 16^ο ως τον 19^ο αιώνα, που στόχευε στην ισχυρή διαχείριση μιας συγκεντρωτικής οικονομίας προς όφελος κυρίως του κράτους
καμεραλισμών	=	καμεραλισμός
καμεραμάν	noun	ο εικονολήπτης
καμερουνέζα	noun	θηλυκό του Καμερουνέζος
καμερουνέζας	=	καμερουνέζα
καμερουνέζε	=	καμερουνέζος
καμερουνέζες	=	καμερουνέζα
καμερουνέζικα	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικε	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικες	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικη	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικης	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικο	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικοι	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικος	adj	ο σχετικός με το Καμερούν ή τους Καμερουνέζους
καμερουνέζικου	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικους	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζικων	=	καμερουνέζικος
καμερουνέζο	=	καμερουνέζος
καμερουνέζοι	=	καμερουνέζος
καμερουνέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Καμερούν
καμερουνέζου	=	καμερουνέζος
καμερουνέζους	=	καμερουνέζος
καμερουνέζων	=	καμερουνέζος
καμερών	noun	γενική πληθυντικού του κάμερα
καμηλίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμηλίσιος
καμηλίσιας	=	καμηλίσιος
καμηλίσιε	=	καμηλίσιος
καμηλίσιες	=	καμηλίσιος
καμηλίσιο	=	καμηλίσιος
καμηλίσιοι	=	καμηλίσιος
καμηλίσιος	adj	που προέρχεται από καμήλα
καμηλίσιου	=	καμηλίσιος
καμηλίσιους	=	καμηλίσιος
καμηλίσιων	=	καμηλίσιος
καμηλαυκιού	=	καμηλαύκι
καμηλαυκιών	=	καμηλαύκι
καμηλαυχιού	=	καμηλαύχι
καμηλαυχιών	=	καμηλαύχι
καμηλαύκι	noun	το είδος καπέλου που φορούν οι ορθόδοξοι ιερείς
καμηλαύκια	=	καμηλαύκι
καμηλαύχι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καμηλαύχια	=	καμηλαύχι
καμηλιέρη	=	καμηλιέρης
καμηλιέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμηλιέρης
καμηλιέρηδων	=	καμηλιέρης
καμηλιέρης	noun	αυτός που οδηγεί καμήλες (ή καραβάνι με καμήλες)
καμηλιέρισσα	noun	θηλυκό του καμηλιέρης
καμηλιέρισσας	noun	γενική ενικού του καμηλιέρισσα
καμηλιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμηλιέρισσα
καμηλοδέρματα	=	καμηλόδερμα
καμηλοδέρματος	=	καμηλόδερμα
καμηλοδερμάτων	=	καμηλόδερμα
καμηλοπάρδαλη	noun	μηρυκαστικό θηλαστικό ζώο της Αφρικής.
καμηλοπάρδαλης	noun	γενική ενικού του καμηλοπάρδαλη
καμηλοπαρδάλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμηλοπάρδαλη
καμηλοπαρδάλεων	noun	γενική πληθυντικού του καμηλοπάρδαλη
καμηλοπαρδάλεως	noun|formal	γενική ενικού του καμηλοπάρδαλη
καμηλοτριχών	=	καμηλότριχα
καμηλωτές	=	καμηλωτή
καμηλωτή	noun	το τομάρι ή δέρμα της καμήλας
καμηλωτής	=	καμηλωτή
καμηλωτών	=	καμηλωτή
καμηλό	noun	χοντρό ύφασμα από τρίχα κατσίκας, προβάτου, καμήλας κ.λπ.
καμηλόδερμα	noun	δέρμα από καμήλα
καμηλόμαλλα	=	καμηλόμαλλο
καμηλόμαλλο	noun	το μαλλί από καμήλα
καμηλόμαλλου	=	καμηλόμαλλο
καμηλόμαλλων	=	καμηλόμαλλο
καμηλότριχα	noun	τρίχα από καμήλα
καμηλότριχας	=	καμηλότριχα
καμηλότριχες	=	καμηλότριχα
καμηλών	noun	γενική πληθυντικού του καμήλα
καμιά	pron	άλλη μορφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμιάν	pron	άλλη μορφή του καμία· αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμιάς	pron	άλλη μορφή του καμίας· γενική, θηλυκού γένους του κανείς
καμιανή	pron|vulgar	άλλη μορφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμιανής	pron|vulgar	άλλη μορφή του καμίας· γενική, θηλυκού γένους του κανείς
καμιανού	pron	άλλη μορφή του κανενός· γενική, αρσενικού γένους του κανείς
καμιζολών	=	καμιζόλα
καμιζόλα	noun	φαρδιά και μακριά μπλούζα ή πουκάμισο
καμιζόλαν	noun	αιτιατική ενικού του καμιζόλα
καμιζόλας	noun	γενική ενικού του καμιζόλα
καμιζόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμιζόλα
καμικάζι	noun	κάποιος που κάνει επίθεση αυτοκτονίας
καμιλαυκιού	=	καμιλαύκι
καμιλαυκιών	=	καμιλαύκι
καμιλαυχιού	=	καμιλαύχι
καμιλαυχιών	=	καμιλαύχι
καμιλαύκι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καμιλαύκια	=	καμιλαύκι
καμιλαύχι	noun	άλλη μορφή του καμηλαύκι
καμιλαύχια	=	καμιλαύχι
καμινά	=	καμινάς
καμινάδα	noun	ο κάθετος προς την γη αγωγός για την απομάκρυνση των αερίων προϊόντων της καύσης
καμινάδας	=	καμινάδα
καμινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινάδα
καμινάδων	=	καμινάδα
καμινάρη	noun	καμινάρης, στη γενική του ενικού
καμινάρηδες	noun	καμινάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
καμινάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του καμινάρης
καμινάρης	noun|dated	εισπράκτορας φόρων καπνού, οινοπνευματωδών κ.α. στις παραδουνάβιες ηγεμονίες
καμινάς	noun|vulgar	άλλη μορφή του καμινευτής
καμινέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινέτο
καμινέτο	noun	ειδική φορητή συσκευή, που με την προσάρτηση φιάλης προπανίου, βουτανίου ή άλλου υλικού στο κάτω μέρος δημιουργεί φλόγα στο πάνω μέρος της συσκευής και χρησιμοποιείται στη μαγειρική
καμινέτου	noun	γενική ενικού του καμινέτο
καμινέτων	noun	γενική πληθυντικού του καμινέτο
καμινεία	noun|formal	άλλη μορφή του καμίνευση
καμινείας	=	καμινεία
καμινείες	=	καμινεία
καμινειών	=	καμινεία
καμινετάκι	noun	υποκοριστικό του καμινέτο
καμινετάκια	=	καμινετάκι
καμινευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καμίνευμα
καμινευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινευτής
καμινευτή	=	καμινευτής
καμινευτήρα	=	καμινευτήρας
καμινευτήρας	noun	αγωγός διοχέτευσης αέρα σε καμίνι
καμινευτήρες	=	καμινευτήρας
καμινευτήρια	=	καμινευτήριο
καμινευτήριο	noun	χώρος όπου γίνεται η καμίνευση
καμινευτήριου	=	καμινευτήριο
καμινευτήριων	=	καμινευτήριο
καμινευτήρων	=	καμινευτήρας
καμινευτής	noun	που εργάζεται σε καμίνι
καμινευτηρίου	=	καμινευτήριο
καμινευτηρίων	=	καμινευτήριο
καμινευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινευτικό
καμινευτικέ	adj	κλητική ενικού του καμινευτικός
καμινευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινευτική
καμινευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμινευτικός
καμινευτικής	adj	γενική ενικού του καμινευτική
καμινευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμινευτικός
καμινευτικού	adj	γενική ενικού του καμινευτικός
καμινευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμινευτικός
καμινευτικό	adj	αιτιατική ενικού του καμινευτικός
καμινευτικός	adj	που έχει σχέση με την καμίνευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
καμινευτικών	adj	γενική πληθυντικού του καμινευτικός
καμινευτριών	noun	γενική πληθυντικού του καμινεύτρια
καμινευτών	=	καμινευτής
καμινεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμίνευμα
καμινεύματος	noun	γενική ενικού του καμίνευμα
καμινεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμίνευση
καμινεύσεων	=	καμίνευση
καμινεύτρια	noun	θηλυκό του καμινευτής
καμινεύτριας	noun	γενική ενικού του καμινεύτρια
καμινεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινεύτρια
καμινεύω	verb	λιώνω μέταλλο στο καμίνι και το επεξεργάζομαι
καμινιάζω	verb	βάζω μέσα σε καμίνι διάφορα υλικά, ώστε με την καμίνευση να έχω τα επιθυμητά αποτελέσματα (ξυλάνθρακες από ξύλα, ασβέστη από ασβεστολιθικά πετρώματα κ.λπ.)
καμινιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσματα	=	καμίνιασμα
καμινιάσματος	=	καμίνιασμα
καμινιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμινιάζω
καμινιασμάτων	=	καμίνιασμα
καμινιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινιασμένο
καμινιασμένε	verb	κλητική ενικού του καμινιασμένος
καμινιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμινιασμένη
καμινιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμινιασμένος
καμινιασμένης	verb	γενική ενικού του καμινιασμένη
καμινιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμινιασμένος
καμινιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμινιασμένος
καμινιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καμινιάζω
καμινιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμινιασμένος
καμινιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμινιασμένος
καμινιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμινιασμένος
καμινιού	=	καμίνι
καμινιών	=	καμίνι
καμινιώτικα	=	καμινιώτικος
καμινιώτικε	=	καμινιώτικος
καμινιώτικες	=	καμινιώτικος
καμινιώτικη	=	καμινιώτικος
καμινιώτικης	=	καμινιώτικος
καμινιώτικο	=	καμινιώτικος
καμινιώτικοι	=	καμινιώτικος
καμινιώτικος	adj	σχετικός με οικισμό με το όνομα Καμίνι ή Καμίνια και τους κατοίκους του
καμινιώτικου	=	καμινιώτικος
καμινιώτικους	=	καμινιώτικος
καμινιώτικων	=	καμινιώτικος
καμινοβίγλι	noun	είδος φρυκτωρίας κατά τον μεσαίωνα
καμινοβίγλια	=	καμινοβίγλι
καμινοβιγλιού	=	καμινοβίγλι
καμινοβιγλιών	=	καμινοβίγλι
καμιονιού	=	καμιόνι
καμιονιών	=	καμιόνι
καμιτσίκι	noun|rare	άλλη μορφή του καμτσίκι
καμιόνι	noun	το φορτηγό
καμιόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμιόνι
καμιών	noun	γενική πληθυντικού του καμία
καμκ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Μυκόνου
καμλ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Μήλου
καμμία	pron	μη απλοποιημένη γραφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμίαν	pron	μη απλοποιημένη γραφή του καμίαν· αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμίας	pron	μη απλοποιημένη γραφή του καμίας· γενική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμμία
καμμιά	pron	άλλη μορφή του καμία· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμιάν	pron	μη απλοποιημένη γραφή του καμιάν· αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμιάς	pron	μη απλοποιημένη γραφή του καμιάς· γενική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμιανή	pron|vulgar	μη απλοποιημένη γραφή του καμιανή· ονομαστική και αιτιατική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμιανής	pron|vulgar	μη απλοποιημένη γραφή του καμιανής· γενική, θηλυκού γένους του κανείς
καμμιανού	pron	μη απλοποιημένη γραφή του καμιανού· γενική, αρσενικού γένους του κανείς
καμμιών	noun	γενική πληθυντικού του καμμία
καμμύζω	verb|archaic	άλλη μορφή του καμμύω
καμμύω	verb	κλείνω τα μάτια από νύστα
καμμώ	verb	άλλη μορφή του καμμύω
καμουζά	=	καμουζός
καμουζέ	=	καμουζός
καμουζές	=	καμουζός
καμουζή	=	καμουζός
καμουζής	=	καμουζός
καμουζοί	=	καμουζός
καμουζού	=	καμουζός
καμουζούς	=	καμουζός
καμουζό	=	καμουζός
καμουζός	adj	σταχτόχρωμος
καμουζών	=	καμουζός
καμουτσί	noun	άλλη μορφή του καμτσίκι
καμουτσίκι	noun	άλλη μορφή του καμτσίκι
καμουτσίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμουτσίκι
καμουτσίκιζα	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκιζαν	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκιζε	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκιζες	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκισα	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκισαν	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκισε	=	καμουτσικίζω
καμουτσίκισες	=	καμουτσικίζω
καμουτσιά	=	καμουτσί
καμουτσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμουτσιά
καμουτσικίζαμε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζαν	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζανε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζατε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζει	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζεις	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζετε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζοντας	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζουμε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζουν	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζουνε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίζω	verb	χτυπώ με το καμτσίκι
καμουτσικίσαμε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίσαν	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίσανε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίσατε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίσει	=	καμουτσικίζω
καμουτσικίστε	=	καμουτσικίζω
καμουτσικιά	noun	άλλη μορφή του καμτσικιά
καμουτσικιάς	noun	γενική ενικού του καμουτσικιά
καμουτσικιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμουτσικιά
καμουτσικιού	=	καμουτσίκι
καμουτσικιών	=	καμουτσικιά
καμουτσιού	=	καμουτσί
καμουτσιών	=	καμουτσί
καμουφλάζ	noun	η τεχνική της απόκρυψης ενός ανθρώπου, ζώου ή αντικειμένου· συνίσταται στην κάλυψη του αντικειμένου με κλαδιά, φύλλα ή ύφασμα στα χρώματα του φυσικού περιβάλλοντος, ώστε να είναι δύσκολο να το διακρίνει κανείς από το τοπίο.
καμουφλάραμε	=	καμουφλάρω
καμουφλάραν	=	καμουφλάρω
καμουφλάρανε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρατε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρει	=	καμουφλάρω
καμουφλάρεις	=	καμουφλάρω
καμουφλάρεσαι	=	καμουφλάρω
καμουφλάρεστε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρεται	=	καμουφλάρω
καμουφλάρετε	=	καμουφλάρω
καμουφλάριζα	=	καμουφλάρω
καμουφλάριζαν	=	καμουφλάρω
καμουφλάριζε	=	καμουφλάρω
καμουφλάριζες	=	καμουφλάρω
καμουφλάρισα	=	καμουφλάρω
καμουφλάρισαν	=	καμουφλάρω
καμουφλάρισε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρισες	=	καμουφλάρω
καμουφλάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καμουφλάρω
καμουφλάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καμουφλάρω
καμουφλάρομε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρονται	=	καμουφλάρω
καμουφλάρονταν	=	καμουφλάρω
καμουφλάροντας	=	καμουφλάρω
καμουφλάρουμε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρουν	=	καμουφλάρω
καμουφλάρουνε	=	καμουφλάρω
καμουφλάρω	verb	καλύπτω κάτι με καμουφλάζ, με αποτέλεσμα να μην το βλέπουν ή να μην αντιλαμβάνονται τι ακριβώς είναι
καμουφλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμουφλάρισμα
καμουφλαρίσματος	noun	γενική ενικού του καμουφλάρισμα
καμουφλαρίσου	=	καμουφλάρω
καμουφλαρίστηκα	=	καμουφλάρω
καμουφλαρίστηκαν	=	καμουφλάρω
καμουφλαρίστηκε	=	καμουφλάρω
καμουφλαρίστηκες	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόμασταν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόμαστε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόμουν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόμουνα	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόντουσαν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόσασταν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόσαστε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόσουν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόσουνα	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζόταν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριζότανε	=	καμουφλάρω
καμουφλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καμουφλάρισμα
καμουφλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμουφλαρισμένο
καμουφλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμουφλαρισμένη
καμουφλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμένης	verb	γενική ενικού του καμουφλαρισμένη
καμουφλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καμουφλάρω
καμουφλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμουφλαρισμένος
καμουφλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμουφλαρισμένος
καμουφλαριστήκαμε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστήκαν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστήκανε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστήκατε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστεί	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστείς	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστείτε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστούμε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστούν	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστούνε	=	καμουφλάρω
καμουφλαριστώ	=	καμουφλάρω
καμουχά	=	καμουχάς
καμουχάδες	=	καμουχάς
καμουχάδων	=	καμουχάς
καμουχάς	noun	ύφασμα με μετάξι και σχέδια από στοιχεία φυτών (φύλλα, κλαδιά)
καμπάγι	noun	είδος (στρατιωτικού) ρωμαϊκού ή βυζαντινού υποδήματος
καμπάγια	=	καμπάγι
καμπάδικα	=	καμπάδικος
καμπάδικε	=	καμπάδικος
καμπάδικες	=	καμπάδικος
καμπάδικη	=	καμπάδικος
καμπάδικης	=	καμπάδικος
καμπάδικο	=	καμπάδικος
καμπάδικοι	=	καμπάδικος
καμπάδικος	adj	ογκώδης
καμπάδικου	=	καμπάδικος
καμπάδικους	=	καμπάδικος
καμπάδικων	=	καμπάδικος
καμπάλα	noun	άλλη μορφή του καβαλισμός
καμπάλας	=	καμπάλα
καμπάλες	=	καμπάλα
καμπάνα	noun	ηχητικό όργανο που έχει σχήμα ανάποδου κόλουρου κώνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα γλωσσίδι και συνήθως χρησιμεύει για σήμαντρο εκκλησίας ή σχολείου
καμπάνας	noun	γενική ενικού του καμπάνα
καμπάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπάνα
καμπάνια	noun	εκστρατεία ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, προβολής ή προώθησης κάποιου ζητήματος
καμπάνιας	noun	γενική ενικού του καμπάνια
καμπάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπάνια
καμπάνιζα	=	καμπανίζω
καμπάνιζαν	=	καμπανίζω
καμπάνιζε	=	καμπανίζω
καμπάνιζες	=	καμπανίζω
καμπάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καμπανίζω
καμπέρω	noun|rare	θηλυκό του καμπέρης
καμπές	=	καμπή
καμπή	noun	το σημείο στο οποίο μία γραμμή κάμπτεται, καμπυλώνεται και αλλάζει διεύθυνση
καμπής	=	καμπή
καμπίλε	noun	η καβυλία γλώσσα
καμπίνα	noun	μικρό δωμάτιο, οριοθετημένος χώρος
καμπίνας	=	καμπίνα
καμπίνες	=	καμπίνα
καμπίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπίσιος
καμπίσιας	=	καμπίσιος
καμπίσιε	=	καμπίσιος
καμπίσιες	=	καμπίσιος
καμπίσιια	=	καμπίσιος
καμπίσιιο	=	καμπίσιος
καμπίσιο	=	καμπίσιος
καμπίσιοα	=	καμπίσιος
καμπίσιοι	=	καμπίσιος
καμπίσιος	noun	ο κάτοικος περιοχής που βρίσκεται σε κάμπο	adj	που βρίσκεται, ζει ή παράγεται στον κάμπο
καμπίσιου	=	καμπίσιος
καμπίσιους	=	καμπίσιος
καμπίσιων	=	καμπίσιος
καμπαέτι	noun	ενοχή, φταίξιμο
καμπαέτια	=	καμπαέτι
καμπαγιού	=	καμπάγι
καμπαγιών	=	καμπάγι
καμπαετιού	=	καμπαέτι
καμπαετιών	=	καμπαέτι
καμπαετλή	=	καμπαετλής
καμπαετλήδες	=	καμπαετλής
καμπαετλήδων	=	καμπαετλής
καμπαετλής	noun	φταίχτης, υπεύθυνος
καμπανάκι	noun	μικρή καμπάνα
καμπανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανάκι
καμπανάρη	=	καμπανάρης
καμπανάρηδες	=	καμπανάρης
καμπανάρηδων	=	καμπανάρης
καμπανάρης	noun|literary	ο κωδωνοκρούστης, κυρίως σε μοναστήρι
καμπανάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανάτο
καμπανάτε	adj	κλητική ενικού του καμπανάτος
καμπανάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανάτη
καμπανάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπανάτος
καμπανάτης	adj	γενική ενικού του καμπανάτη
καμπανάτο	adj	αιτιατική ενικού του καμπανάτος
καμπανάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπανάτος
καμπανάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμπανάτος
καμπανάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμπανάτος
καμπανάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμπανάτος
καμπανίζαμε	=	καμπανίζω
καμπανίζαν	=	καμπανίζω
καμπανίζανε	=	καμπανίζω
καμπανίζατε	=	καμπανίζω
καμπανίζει	=	καμπανίζω
καμπανίζεις	=	καμπανίζω
καμπανίζετε	=	καμπανίζω
καμπανίζοντας	=	καμπανίζω
καμπανίζουμε	=	καμπανίζω
καμπανίζουν	=	καμπανίζω
καμπανίζουνε	=	καμπανίζω
καμπανίζω	verb	ηχώ, παράγω ήχο σαν της καμπάνας
καμπανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσαν	=	καμπανίζω
καμπανίσανε	=	καμπανίζω
καμπανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπάνισμα
καμπανίσματος	noun	γενική ενικού του καμπάνισμα
καμπανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπανίζω
καμπανίτες	=	καμπανίτης
καμπανίτη	=	καμπανίτης
καμπανίτης	noun|formal	η σαμπάνια
καμπανίτσα	noun	υποκοριστικό του καμπάνα
καμπανίτσας	noun	γενική ενικού του καμπανίτσα
καμπανίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανίτσα
καμπανανθέ	=	καμπανανθός
καμπανανθοί	=	καμπανανθός
καμπανανθού	=	καμπανανθός
καμπανανθούς	=	καμπανανθός
καμπανανθό	=	καμπανανθός
καμπανανθός	noun	η καμπανούλα
καμπανανθών	=	καμπανανθός
καμπαναριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπαναριό
καμπαναριού	noun	γενική ενικού του καμπαναριό
καμπαναριό	noun	ψηλή κατασκευή που μοιάζει με πύργο και στην οποία βρίσκονται οι καμπάνες μιας εκκλησίας
καμπαναριών	noun	γενική πληθυντικού του καμπαναριό
καμπανιά	noun|vulgar	το χτύπημα μιας καμπάνας
καμπανιάς	noun	γενική ενικού του καμπανιά
καμπανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανιά
καμπανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καμπάνισμα
καμπανιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανιστό	adv	με καμπανιστό τρόπο
καμπανιστέ	adj	κλητική ενικού του καμπανιστός
καμπανιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανιστή
καμπανιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπανιστός
καμπανιστής	adj	γενική ενικού του καμπανιστή
καμπανιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπανιστός
καμπανιστού	adj	γενική ενικού του καμπανιστός
καμπανιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμπανιστός
καμπανιστό	adj	αιτιατική ενικού του καμπανιστός
καμπανιστός	adj	που αφορά (μεταλλικό) ευδιάκριτο ήχο και με καθαρότητα
καμπανιστών	adj	γενική πληθυντικού του καμπανιστός
καμπανιτών	=	καμπανίτης
καμπανιών	=	καμπανιά
καμπανοειδές	=	καμπανοειδής
καμπανοειδή	=	καμπανοειδής
καμπανοειδής	adj	που έχει μορφή καμπάνας
καμπανοειδείς	=	καμπανοειδής
καμπανοειδούς	=	καμπανοειδής
καμπανοειδών	=	καμπανοειδής
καμπανοπιπεριά	noun	κόκκινη ή πράσινη πιπεριά σχεδόν πάντα γλυκιά (μη καυτερή) με σκληρό δέρμα, κατάλληλη για μαγείρεμα, και τη συνταγή γεμιστά
καμπανοπιπεριάς	=	καμπανοπιπεριά
καμπανοπιπεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπανοπιπεριά
καμπανοπιπεριών	=	καμπανοπιπεριά
καμπανουλών	=	καμπανούλα
καμπανούλα	noun	υποκοριστικό του καμπάνα
καμπανούλας	=	καμπανούλα
καμπανούλες	=	καμπανούλα
καμπανών	noun	γενική πληθυντικού του καμπάνα
καμπαρέ	noun	το κέντρο νυχτερινής διασκέδασης με μουσική, χορό και καλλιτέχνιδες ή καλλιτέχνες που συντροφεύουν τους πελάτες
καμπαρετζού	noun	γυναίκα που δουλεύει σε καμπαρέ κρατώντας συντροφιά σε άντρες και πίνοντας μαζί τους
καμπαρετζούδες	=	καμπαρετζού
καμπαρετζούδων	=	καμπαρετζού
καμπαρετζούς	=	καμπαρετζού
καμπαρντίνα	noun	αδιάβροχο ένδυμα / πανωφόρι
καμπαρντίνας	noun	γενική ενικού του καμπαρντίνα
καμπαρντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπαρντίνα
καμπαρντινέ	adj	για είδος υφάσματος με διαγώνια ύφανση ή πλέξη
καμπαρντινούλα	noun	υποκοριστικό του καμπαρντίνα
καμπαρντινούλας	=	καμπαρντινούλα
καμπαρντινούλες	=	καμπαρντινούλα
καμπαρντινών	=	καμπαρντίνα
καμπιαδόρε	=	καμπιαδόρος
καμπιαδόρο	=	καμπιαδόρος
καμπιαδόροι	=	καμπιαδόρος
καμπιαδόρος	noun	ο χρηματοδότης του φορτίου ενός πλοίου
καμπιαδόρου	=	καμπιαδόρος
καμπιαδόρους	=	καμπιαδόρος
καμπιαδόρων	=	καμπιαδόρος
καμπινέ	noun	άλλη μορφή του καμπινές
καμπινέδες	=	καμπινές
καμπινέδων	=	καμπινές
καμπινές	noun	τουαλέτα, αποχωρητήριο
καμπινών	=	καμπίνα
καμπιώτικα	=	καμπιώτικος
καμπιώτικε	=	καμπιώτικος
καμπιώτικες	=	καμπιώτικος
καμπιώτικη	=	καμπιώτικος
καμπιώτικης	=	καμπιώτικος
καμπιώτικο	=	καμπιώτικος
καμπιώτικοι	=	καμπιώτικος
καμπιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Καμπιά ή Κάμπος ή τους κατοίκους του
καμπιώτικου	=	καμπιώτικος
καμπιώτικους	=	καμπιώτικος
καμπιώτικων	=	καμπιώτικος
καμποτάζ	noun	το αποκλειστικό δικαίωμα κάθε χώρας της εκτέλεσης εσωτερικών μεταφορών (ενδομεταφορών) από συγκοινωνιακά μέσα της ίδιας της χώρας
καμποτίνε	noun	κλητική ενικού του καμποτίνος
καμποτίνο	noun	αιτιατική ενικού του καμποτίνος
καμποτίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμποτίνος
καμποτίνος	noun	ατάλαντος (πλανόδιος) ηθοποιός
καμποτίνου	noun	γενική ενικού του καμποτίνος
καμποτίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καμποτίνος
καμποτίνων	noun	γενική πληθυντικού του καμποτίνος
καμποτζιανά	noun	που μιλιέται στην Καμπότζη
καμποτζιανέ	=	καμποτζιανός
καμποτζιανές	=	καμποτζιανός
καμποτζιανή	=	καμποτζιανός
καμποτζιανής	=	καμποτζιανός
καμποτζιανοί	=	καμποτζιανός
καμποτζιανού	=	καμποτζιανός
καμποτζιανούς	=	καμποτζιανός
καμποτζιανό	=	καμποτζιανός
καμποτζιανός	adj	ο σχετικός με την Καμπότζη ή τους Καμποτζιανούς
καμποτζιανών	=	καμποτζιανά
καμποτινισμέ	noun	κλητική ενικού του καμποτινισμός
καμποτινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμποτινισμός
καμποτινισμού	noun	γενική ενικού του καμποτινισμός
καμποτινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καμποτινισμός
καμποτινισμό	noun	αιτιατική ενικού του καμποτινισμός
καμποτινισμός	noun	το να φέρεται κάποιος ως ή σαν καμποτίνος
καμποτινισμών	noun	γενική πληθυντικού του καμποτινισμός
καμπουλίζομαι	verb	παραδέχομαι, ανέχομαι
καμπουλαντίζω	verb	παραδέχομαι, δέχομαι, υιοθετώ
καμπουλιού	=	καμπούλι
καμπουλιών	=	καμπούλι
καμπουνιού	=	καμπούνι
καμπουνιών	=	καμπούνι
καμπουριάζω	verb	σχηματίζω με το σώμα μου (εκούσια ή ακούσια) καμπούρα
καμπουριάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπουριάρης
καμπουριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπούριασμα
καμπουριάσματος	noun	γενική ενικού του καμπούριασμα
καμπουριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καμπούριασμα
καμπουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπουριασμένο
καμπουριασμένε	verb	κλητική ενικού του καμπουριασμένος
καμπουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπουριασμένη
καμπουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπουριασμένος
καμπουριασμένης	verb	γενική ενικού του καμπουριασμένη
καμπουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμπουριασμένος
καμπουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπουριασμένος
καμπουριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καμπουριάζω
καμπουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμπουριασμένος
καμπουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμπουριασμένος
καμπουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμπουριασμένος
καμπουρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπουρωτό	adv	με καμπουρωτό τρόπο
καμπουρωτέ	adj	κλητική ενικού του καμπουρωτός
καμπουρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπουρωτή
καμπουρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπουρωτός
καμπουρωτής	adj	γενική ενικού του καμπουρωτή
καμπουρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπουρωτός
καμπουρωτού	adj	γενική ενικού του καμπουρωτός
καμπουρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμπουρωτός
καμπουρωτό	adj	αιτιατική ενικού του καμπουρωτός
καμπουρωτός	adj	που σχηματίζει καμπούρα ή κάτι σε παρόμοιο σχήμα
καμπουρωτών	adj	γενική πληθυντικού του καμπουρωτός
καμπουρών	noun	γενική πληθυντικού του καμπούρα
καμπούκι	noun	ένα είδος παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου
καμπούλι	noun|dated	αποδοχή
καμπούλια	=	καμπούλι
καμπούνι	noun	το πρόστεγο των πλοίων, η πρωραία υπερκατασκευή
καμπούνια	=	καμπούνι
καμπούρα	noun	παραμορφωτική κύρτωση της ράχης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπούρης
καμπούρας	noun	γενική ενικού του καμπούρα
καμπούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπούρα
καμπούρη	=	καμπούρης
καμπούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπούρης
καμπούρηδων	=	καμπούρης
καμπούρης	adj	άτομο που έχει καμπούρα
καμπούριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπούριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπούριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπούριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπουριάζω
καμπούριασμα	noun	το αποτέλεσμα του καμπουριάζω
καμπούρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπούρικο
καμπούρικε	adj	κλητική ενικού του καμπούρικος
καμπούρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπούρικη
καμπούρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπούρικος
καμπούρικης	adj	γενική ενικού του καμπούρικη
καμπούρικο	adj	αιτιατική ενικού του καμπούρικος
καμπούρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπούρικος
καμπούρικος	adj	που έχει σχέση με τον καμπούρη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
καμπούρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμπούρικος
καμπούρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμπούρικος
καμπούρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμπούρικος
καμπούτερς	noun	ονομασία ακολούθων κινήματος αντικουλτούρας που αναπτύχθηκε και έδρασε την περίοδο 1969-1970 στην Ολλανδία, με ιδιαίτερη δράση στο Άμστερνταμ.
καμπριολέ	noun	ανοιχτός, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
καμπτήρα	=	καμπτήρας
καμπτήρας	noun	μυς που επιτρέπει την κάμψη
καμπτήρες	=	καμπτήρας
καμπτήρων	=	καμπτήρας
καμπτόμασταν	=	κάμπτω
καμπτόμαστε	=	κάμπτω
καμπτόμενος	=	κάμπτω
καμπτόμουν	=	κάμπτω
καμπτόμουνα	=	κάμπτω
καμπτόντουσαν	=	κάμπτω
καμπτόσασταν	=	κάμπτω
καμπτόσαστε	=	κάμπτω
καμπτόσουν	=	κάμπτω
καμπτόσουνα	=	κάμπτω
καμπτόταν	=	κάμπτω
καμπτότανε	=	κάμπτω
καμπυλογράμμως	adv	καμπυλόγραμμα
καμπυλογράφε	=	καμπυλογράφος
καμπυλογράφο	=	καμπυλογράφος
καμπυλογράφοι	=	καμπυλογράφος
καμπυλογράφος	noun	όργανο που το χρησιμοποιούμε για να σχεδιάσουμε διάφορες καμπύλες
καμπυλογράφου	=	καμπυλογράφος
καμπυλογράφους	=	καμπυλογράφος
καμπυλογράφων	=	καμπυλογράφος
καμπυλοειδές	=	καμπυλοειδής
καμπυλοειδή	=	καμπυλοειδής
καμπυλοειδής	adj	που μοιάζει με καμπύλη, που έχει τέτοιο σχήμα
καμπυλοειδείς	=	καμπυλοειδής
καμπυλοειδούς	=	καμπυλοειδής
καμπυλοειδών	=	καμπυλοειδής
καμπυλοειδώς	adv|formal	με καμπυλοειδή τρόπο
καμπυλοτήτων	=	καμπυλότητα
καμπυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπυλωμένο
καμπυλωμένε	verb	κλητική ενικού του καμπυλωμένος
καμπυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπυλωμένη
καμπυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπυλωμένος
καμπυλωμένης	verb	γενική ενικού του καμπυλωμένη
καμπυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμπυλωμένος
καμπυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπυλωμένος
καμπυλωμένος	verb	που έχει καμπυλωθεί
καμπυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμπυλωμένος
καμπυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμπυλωμένος
καμπυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμπυλωμένος
καμπυλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπυλωτό	adv	με καμπυλωτό τρόπο
καμπυλωτέ	adj	κλητική ενικού του καμπυλωτός
καμπυλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπυλωτή
καμπυλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπυλωτός
καμπυλωτής	adj	γενική ενικού του καμπυλωτή
καμπυλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμπυλωτός
καμπυλωτού	adj	γενική ενικού του καμπυλωτός
καμπυλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμπυλωτός
καμπυλωτό	adj	αιτιατική ενικού του καμπυλωτός
καμπυλωτός	adj	που καμπυλώνει, εμφανίζει καμπύλη
καμπυλωτών	adj	γενική πληθυντικού του καμπυλωτός
καμπυλόγραμμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καμπυλόγραμμος	adv	με καμπυλόγραμμο τρόπο ή σχήμα
καμπυλόγραμμε	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμες	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμη	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμης	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμο	noun	καμπυλόγραμμο σχήμα
καμπυλόγραμμοι	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμος	adj	που έχει ή σχηματίζει καμπύλες γραμμές
καμπυλόγραμμου	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμους	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλόγραμμων	=	καμπυλόγραμμος
καμπυλότητα	noun	η ιδιότητα του καμπύλου
καμπυλότητας	noun	γενική ενικού του καμπυλότητα
καμπυλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπυλότητα
καμπυλών	=	καμπύλη
καμπυλώναμε	=	καμπυλώνω
καμπυλώναν	=	καμπυλώνω
καμπυλώνανε	=	καμπυλώνω
καμπυλώνατε	=	καμπυλώνω
καμπυλώνει	=	καμπυλώνω
καμπυλώνεις	=	καμπυλώνω
καμπυλώνετε	=	καμπυλώνω
καμπυλώνοντας	=	καμπυλώνω
καμπυλώνουμε	=	καμπυλώνω
καμπυλώνουν	=	καμπυλώνω
καμπυλώνουνε	=	καμπυλώνω
καμπυλώνω	verb	δημιουργώ / σχηματίζω καμπύλη
καμπυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώσαν	=	καμπυλώνω
καμπυλώσανε	=	καμπυλώνω
καμπυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμπύλωση
καμπυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καμπύλωση
καμπυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καμπύλωση
καμπυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπόσα	=	καμπόσος
καμπόσες	=	καμπόσος
καμπόση	=	καμπόσος
καμπόσης	=	καμπόσος
καμπόσο	pron	αιτιατική ενικού του καμπόσος	adv	αρκετά
καμπόσοι	=	καμπόσος
καμπόσος	pron	κάμποσος
καμπόσου	=	καμπόσος
καμπόσους	=	καμπόσος
καμπόσων	=	καμπόσος
καμπύλα	=	καμπύλος
καμπύλε	=	καμπύλος
καμπύλες	=	καμπύλος
καμπύλη	noun	γραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπύλος
καμπύλης	=	καμπύλος
καμπύλο	=	καμπύλος
καμπύλοι	=	καμπύλος
καμπύλος	adj	που δεν είναι ευθύγραμμος αλλά κάμπτεται σε διάφορα σημεία και που μεταβάλλει κατεύθυνση χωρίς να σχηματίζει γωνία
καμπύλου	=	καμπύλος
καμπύλους	=	καμπύλος
καμπύλων	=	καμπύλος
καμπύλωνα	=	καμπυλώνω
καμπύλωναν	=	καμπυλώνω
καμπύλωνε	=	καμπυλώνω
καμπύλωνες	=	καμπυλώνω
καμπύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμπυλώνω
καμπύλωση	noun	η μετατροπή ενός ίσιου ή επίπεδου αντικειμένου σε καμπύλο, η απόκτηση καμπυλότητας
καμπύλωσης	noun	γενική ενικού του καμπύλωση
καμπών	=	κάμπια
καμτε	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Μυτιλήνης
καμτσίκι	noun	μαστίγιο με λαβή και λεπτή λωρίδα από δέρμα ή άλλο υλικό
καμτσίκια	=	καμτσίκι
καμτσίκιζα	=	καμτσικίζω
καμτσίκιζαν	=	καμτσικίζω
καμτσίκιζε	=	καμτσικίζω
καμτσίκιζες	=	καμτσικίζω
καμτσίκισα	=	καμτσικίζω
καμτσίκισαν	=	καμτσικίζω
καμτσίκισε	=	καμτσικίζω
καμτσίκισες	=	καμτσικίζω
καμτσίκωνα	=	καμτσικώνω
καμτσίκωναν	=	καμτσικώνω
καμτσίκωνε	=	καμτσικώνω
καμτσίκωνες	=	καμτσικώνω
καμτσίκωσα	=	καμτσικώνω
καμτσίκωσαν	=	καμτσικώνω
καμτσίκωσε	=	καμτσικώνω
καμτσίκωσες	=	καμτσικώνω
καμτσικίζαμε	=	καμτσικίζω
καμτσικίζαν	=	καμτσικίζω
καμτσικίζανε	=	καμτσικίζω
καμτσικίζατε	=	καμτσικίζω
καμτσικίζει	=	καμτσικίζω
καμτσικίζεις	=	καμτσικίζω
καμτσικίζετε	=	καμτσικίζω
καμτσικίζοντας	=	καμτσικίζω
καμτσικίζουμε	=	καμτσικίζω
καμτσικίζουν	=	καμτσικίζω
καμτσικίζουνε	=	καμτσικίζω
καμτσικίζω	verb	χτυπώ με το καμτσίκι
καμτσικίσαμε	=	καμτσικίζω
καμτσικίσαν	=	καμτσικίζω
καμτσικίσανε	=	καμτσικίζω
καμτσικίσατε	=	καμτσικίζω
καμτσικίσει	=	καμτσικίζω
καμτσικίστε	=	καμτσικίζω
καμτσικιά	noun	χτύπημα με το καμτσίκι
καμτσικιάς	=	καμτσικιά
καμτσικιές	=	καμτσικιά
καμτσικιού	=	καμτσίκι
καμτσικιών	=	καμτσικιά
καμτσικώναμε	=	καμτσικώνω
καμτσικώναν	=	καμτσικώνω
καμτσικώνανε	=	καμτσικώνω
καμτσικώνατε	=	καμτσικώνω
καμτσικώνει	=	καμτσικώνω
καμτσικώνεις	=	καμτσικώνω
καμτσικώνετε	=	καμτσικώνω
καμτσικώνοντας	=	καμτσικώνω
καμτσικώνουμε	=	καμτσικώνω
καμτσικώνουν	=	καμτσικώνω
καμτσικώνουνε	=	καμτσικώνω
καμτσικώνω	verb	χτυπώ με το καμτσίκι
καμτσικώσαμε	=	καμτσικώνω
καμτσικώσαν	=	καμτσικώνω
καμτσικώσανε	=	καμτσικώνω
καμτσικώσατε	=	καμτσικώνω
καμτσικώσει	=	καμτσικώνω
καμτσικώστε	=	καμτσικώνω
καμφθήκαμε	=	κάμπτω
καμφθήκαν	=	κάμπτω
καμφθήκανε	=	κάμπτω
καμφθήκατε	=	κάμπτω
καμφθεί	=	κάμπτω
καμφθείς	=	κάμπτω
καμφθείτε	=	κάμπτω
καμφθούμε	=	κάμπτω
καμφθούν	=	κάμπτω
καμφθούνε	=	κάμπτω
καμφθώ	=	κάμπτω
καμφορά	noun	η λευκή (ημι)διαφανής κρυσταλλική ουσία (C₁₀H₁₆O), με κηρώδη υφή και έντονη οσμή.
καμφοράς	noun	γενική ενικού του καμφορά
καμφορέλαια	=	καμφορέλαιο
καμφορέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από καμφορά
καμφορέλαιου	=	καμφορέλαιο
καμφορέλαιων	=	καμφορέλαιο
καμφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμφορά
καμφορελαίου	=	καμφορέλαιο
καμφορελαίων	=	καμφορέλαιο
καμφορόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμφορόδεντρο
καμφορόδεντρο	noun	μεγάλο αειθαλές δέντρο (είδος Cinnamomum camphora) με μικρά άσπρα άνθη και μικρούς στρογγυλούς μαύρους καρπούς· από το ξύλο και τα φύλλα του παράγεται η καμφορά
καμφορόδεντρου	noun	γενική ενικού του καμφορόδεντρο
καμφορόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του καμφορόδεντρο
καμφορών	=	κάμφορα
καμχάς	noun	αμάνικο φόρεμα, κομμάτι της φορεσιάς της Μπάλτσας και του Δρυμού Θεσσαλονίκης
καμωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάμωμα
καμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμωμένο
καμωμένε	verb	κλητική ενικού του καμωμένος
καμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμωμένη
καμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμωμένος
καμωμένης	verb	γενική ενικού του καμωμένη
καμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καμωμένος
καμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμωμένος
καμωμένος	verb	που έχει φτιαχθεί
καμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καμωμένος
καμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καμωμένος
καμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καμωμένος
καμωματού	noun	γυναίκα που της αρέσει να κάνει καμώματα και να έλκει το ενδιαφέρον (των ανδρών)
καμωματούδες	=	καμωματού
καμωματούδων	=	καμωματού
καμωματούς	=	καμωματού
καμωνόμουν	=	καμώνομαι
καμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμωτό	adv|rare	με φτιαχτό τρόπο, χειροποίητα
καμωτέ	adj	κλητική ενικού του καμωτός
καμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καμωτή
καμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμωτός
καμωτής	adj	γενική ενικού του καμωτή
καμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καμωτός
καμωτού	adj	γενική ενικού του καμωτός
καμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καμωτός
καμωτό	adj	αιτιατική ενικού του καμωτός
καμωτός	adj	φτιαγμένος, καμωμένος
καμωτών	adj	γενική πληθυντικού του καμωτός
καμόρα	noun	εγκληματική οργάνωση στην περιοχή της Καμπανίας και της Νάπολης
καμόρας	noun	γενική ενικού του Καμόρα
καμώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάμωμα
καμώματος	noun	γενική ενικού του κάμωμα
καμών	noun	γενική πληθυντικού του κάμα
καμώνομαι	verb	προσποιούμαι, παριστάνω
καμώνω	verb	ως αποθετικό ρήμα
καμώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καμώνομαι
καν	conj	επιτατικό αρνητικό μόριο
κανά	pron	άλλη μορφή του κανένα· ονομαστική και αιτιατική, ουδέτερου γένους του κανείς
κανάβου	=	κάναβος
κανάβους	=	κάναβος
κανάβων	=	κάναβος
κανάγηδες	=	κανάγιας
κανάγηδων	=	κανάγιας
κανάγια	=	κανάγιας
κανάγιας	noun	παλιάνθρωπος, κάθαρμα
κανάγιες	=	κανάγιας
κανάκεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κανακεύω
κανάκευα	=	κανακεύω
κανάκευαν	=	κανακεύω
κανάκευε	=	κανακεύω
κανάκευες	=	κανακεύω
κανάκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανάκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανάκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανάκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανάκι	noun	κανάκια
κανάκια	noun	χάδια και (κατ’ επέκταση) φροντίδα και περιποίηση
κανάκιζα	=	κανακίζω
κανάκιζαν	=	κανακίζω
κανάκιζε	=	κανακίζω
κανάκιζες	=	κανακίζω
κανάκισα	=	κανακίζω
κανάκισαν	=	κανακίζω
κανάκισε	=	κανακίζω
κανάκισες	=	κανακίζω
κανάλι	noun	υδάτινο πέρασμα
κανάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανάλι
κανάρα	noun	θηλυκό καναρίνι
κανάρας	=	κανάρα
κανάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανάρα
κανάρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του καναρίνι
κανάρια	=	κανάρι
κανάς	pron|vulgar	άλλη μορφή του κανείς· αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς
κανάστα	noun	είδος χαρτοπαίγνιου
κανάστας	=	κανάστα
κανάστες	=	κανάστα
κανάτα	noun	το επιτραπέζιο σκεύος με πλατύ στόμιο και λαβή, για το σερβίρισμα διαφόρων υγρών (νερό, κρασί κ.ά.)
κανάτας	noun	ο μέθυσος
κανάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανάτα
κανάτι	noun	ένα είδος μικρής κανάτας
κανάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανάτι
κανέλα	noun	μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
κανέλας	noun	γενική ενικού του κανέλα
κανέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανέλα
κανένα	pron	ονομαστική και αιτιατική, ουδέτερου γένους του κανείς
κανέναν	pron	αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς
κανένας	pron	άλλη μορφή του κανείς
κανί	noun	πόδι
κανίβαλε	noun	κλητική ενικού του κανίβαλος
κανίβαλο	noun	αιτιατική ενικού του κανίβαλος
κανίβαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανίβαλος
κανίβαλος	noun	αυτός που επιδίδεται σε κανιβαλισμό
κανίβαλου	noun	γενική ενικού του κανίβαλος
κανίβαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανίβαλος
κανίβαλων	noun	γενική πληθυντικού του κανίβαλος
κανίς	noun	ράτσα μικρόσωμων σκυλιών
κανίσκι	noun	μικρό καλάθι / πανέρι με δώρα, που στελνόταν σε γάμους και βαφτίσια
κανίσκια	=	κανίσκι
κανίστρου	=	κάνιστρο
κανίστρων	=	κάνιστρο
κανα	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Νέας Αγχιάλου
καναβάτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναβάτσο
καναβάτσο	noun	άλλη γραφή του κανναβάτσο
καναβάτσου	noun	γενική ενικού του καναβάτσο
καναβάτσων	noun	γενική πληθυντικού του καναβάτσο
καναβουριά	noun	η κοινή ονομασία του φυτού κάνναβη, καρπός του οποίου είναι το κανναβούρι
καναβουριάς	=	καναβουριά
καναβουριές	=	καναβουριά
καναβουριών	=	καναβουριά
καναβών	=	κάναβα
καναδέζα	noun	η Καναδέζα
καναδέζας	=	καναδέζα
καναδέζες	=	καναδέζα
καναδέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναδέζικο
καναδέζικε	adj	κλητική ενικού του καναδέζικος
καναδέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναδέζικη
καναδέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καναδέζικος
καναδέζικης	adj	γενική ενικού του καναδέζικη
καναδέζικο	adj	αιτιατική ενικού του καναδέζικος
καναδέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καναδέζικος
καναδέζικος	adj	καναδικός
καναδέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καναδέζικος
καναδέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καναδέζικος
καναδέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καναδέζικος
καναδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναδικό
καναδικέ	adj	κλητική ενικού του καναδικός
καναδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναδική
καναδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καναδικός
καναδικής	adj	γενική ενικού του καναδική
καναδικα	=	καναδέζικος
καναδικε	=	καναδέζικος
καναδικες	=	καναδέζικος
καναδικη	=	καναδέζικος
καναδικης	=	καναδέζικος
καναδικο	=	καναδέζικος
καναδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καναδικός
καναδικοι	=	καναδέζικος
καναδικος	=	καναδέζικος
καναδικου	=	καναδέζικος
καναδικους	=	καναδέζικος
καναδικού	adj	γενική ενικού του καναδικός
καναδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καναδικός
καναδικων	=	καναδέζικος
καναδικό	adj	αιτιατική ενικού του καναδικός
καναδικός	adj	σχετικός με τον Καναδά ή τους Καναδούς
καναδικών	adj	γενική πληθυντικού του καναδικός
κανακάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανακάρης
κανακάρας	adj	γενική ενικού του κανακάρα
κανακάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανακάρα
κανακάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανακάρης
κανακάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανακάρης
κανακάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κανακάρης
κανακάρης	noun	αγόρι χαϊδεμένο ή και κακομαθημένο, που του κάνουν όλα τα χατίρια
κανακάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανακάρικο
κανακάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανακάρης
κανακάρικου	adj	γενική ενικού του κανακάρικο
κανακάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κανακάρικο
κανακάρισσα	noun	θηλυκό του κανακάρης
κανακάρισσας	noun	γενική ενικού του κανακάρισσα
κανακάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανακάρισσα
κανακέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανάκεμα
κανακέματος	noun	γενική ενικού του κανάκεμα
κανακέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψαν	=	κανακεύω
κανακέψανε	=	κανακεύω
κανακέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψομε	=	κανακεύω
κανακέψου	=	κανακεύω
κανακέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψουνε	=	κανακεύω
κανακέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανακεύω
κανακίζαμε	=	κανακίζω
κανακίζαν	=	κανακίζω
κανακίζανε	=	κανακίζω
κανακίζατε	=	κανακίζω
κανακίζει	=	κανακίζω
κανακίζεις	=	κανακίζω
κανακίζετε	=	κανακίζω
κανακίζοντας	=	κανακίζω
κανακίζουμε	=	κανακίζω
κανακίζουν	=	κανακίζω
κανακίζουνε	=	κανακίζω
κανακίζω	verb	άλλη μορφή του κανακεύω
κανακίσαμε	=	κανακίζω
κανακίσαν	=	κανακίζω
κανακίσανε	=	κανακίζω
κανακίσατε	=	κανακίζω
κανακίσει	=	κανακίζω
κανακίστε	=	κανακίζω
κανακεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κανάκεμα
κανακεμένα	=	κανακεμένος
κανακεμένε	=	κανακεμένος
κανακεμένες	=	κανακεμένος
κανακεμένη	=	κανακεμένος
κανακεμένης	=	κανακεμένος
κανακεμένο	=	κανακεμένος
κανακεμένοι	=	κανακεμένος
κανακεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κανακεύω
κανακεμένου	=	κανακεμένος
κανακεμένους	=	κανακεμένος
κανακεμένων	=	κανακεμένος
κανακευτήκαμε	=	κανακεύω
κανακευτήκαν	=	κανακεύω
κανακευτήκανε	=	κανακεύω
κανακευτήκατε	=	κανακεύω
κανακευτεί	=	κανακεύω
κανακευτείς	=	κανακεύω
κανακευτείτε	=	κανακεύω
κανακευτούμε	=	κανακεύω
κανακευτούν	=	κανακεύω
κανακευτούνε	=	κανακεύω
κανακευτώ	=	κανακεύω
κανακευόμασταν	=	κανακεύω
κανακευόμαστε	=	κανακεύω
κανακευόμουν	=	κανακεύω
κανακευόμουνα	=	κανακεύω
κανακευόντουσαν	=	κανακεύω
κανακευόσασταν	=	κανακεύω
κανακευόσαστε	=	κανακεύω
κανακευόσουν	=	κανακεύω
κανακευόσουνα	=	κανακεύω
κανακευόταν	=	κανακεύω
κανακευότανε	=	κανακεύω
κανακεύαμε	=	κανακεύω
κανακεύαν	=	κανακεύω
κανακεύανε	=	κανακεύω
κανακεύατε	=	κανακεύω
κανακεύει	=	κανακεύω
κανακεύεις	=	κανακεύω
κανακεύεσαι	=	κανακεύω
κανακεύεστε	=	κανακεύω
κανακεύεται	=	κανακεύω
κανακεύετε	=	κανακεύω
κανακεύομαι	=	κανακεύω
κανακεύομε	=	κανακεύω
κανακεύονται	=	κανακεύω
κανακεύονταν	=	κανακεύω
κανακεύοντας	=	κανακεύω
κανακεύουμε	=	κανακεύω
κανακεύουν	=	κανακεύω
κανακεύουνε	=	κανακεύω
κανακεύτε	=	κανακεύω
κανακεύτηκα	=	κανακεύω
κανακεύτηκαν	=	κανακεύω
κανακεύτηκε	=	κανακεύω
κανακεύτηκες	=	κανακεύω
κανακεύω	verb	μεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια
κανακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανακισμένο
κανακισμένε	verb	κλητική ενικού του κανακισμένος
κανακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανακισμένη
κανακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανακισμένος
κανακισμένης	verb	γενική ενικού του κανακισμένη
κανακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κανακισμένος
κανακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανακισμένος
κανακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κανακίζω
κανακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κανακισμένος
κανακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κανακισμένος
κανακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κανακισμένος
καναλάκι	noun	υποκοριστικό του: κανάλι
καναλάκια	=	καναλάκι
καναλάρα	noun	μεγάλο, ισχυρό τηλεοπτικό κανάλι
καναλάρας	noun	γενική ενικού του καναλάρα
καναλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναλάρα
καναλάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναλάρχης
καναλάρχη	=	καναλάρχης
καναλάρχης	noun	ιδιοκτήτης τηλεοπτικού καναλιού
καναλαρχών	=	καναλάρχης
καναλιού	noun	γενική ενικού του κανάλι
καναλιών	noun	γενική πληθυντικού του κανάλι
καναντέρ	noun	καναδικό αμφίβιο (συνήθως πυροσβεστικό) αεροσκάφος
καναπέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καναπές
καναπέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναπές
καναπέδων	=	καναπές
καναπές	noun	έπιπλο με μία, δύο ή περισσότερες θέσεις στις οποίες καθόμαστε
καναπίτσα	noun	η λυγαριά
καναπίτσας	=	καναπίτσα
καναπίτσες	=	καναπίτσα
καναπεδάκι	noun	ορεκτικό που αποτελείται από άγλυκο μπισκοτάκι ή άλλο μικρού μεγέθους αρτοσκεύασμα και είναι γαρνιρισμένο, στο επάνω μέρος, με κάποιο φαγώσιμο
καναπεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναπεδάκι
καναπεδάτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καναπεδάτος
καναπιτσιά	noun|vulgar	άλλη γραφή του καναπίτσα
καναπιτσιάς	=	καναπιτσιά
καναπιτσιές	=	καναπιτσιά
καναπιτσιών	=	καναπιτσιά
καναρίνι	noun	ωδικό πτηνό που ανήκει στην τάξη των στρουθιόμορφων και στην οικογένεια των φριγγιλιδών (Fringillidae).
καναρίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καναρίνι
καναρινάκι	noun	υποκοριστικό του καναρίνι
καναρινάκια	=	καναρινάκι
καναρινή	=	καναρινής
καναρινής	adj	που έχει το κίτρινο χρώμα ενός καναρινιού, το καναρινί
καναρινί	noun	το κίτρινο χρώμα ενός καναρινιού	adj	άκλιτος τύπος του καναρινής για όλα τα γένη
καναρινιά	=	καναρινής
καναρινιάς	=	καναρινής
καναρινιές	=	καναρινής
καναρινιοί	=	καναρινής
καναρινιού	=	καναρίνι
καναρινιούς	=	καναρινής
καναρινιών	=	καναρίνι
καναριού	=	κανάρι
καναριών	=	κανάρι
καναστών	=	κανάστα
κανατά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανατάς
κανατάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανατάς
κανατάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανατάδικο
κανατάδικο	noun	εργαστήριο στο οποίο κατασκευάζονται πήλινα κανάτια
κανατάδικου	=	κανατάδικο
κανατάδικων	=	κανατάδικο
κανατάδων	noun	γενική πληθυντικού του κανατάς
κανατάκι	noun	υποκοριστικό του κανάτι
κανατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανατάκι
κανατάς	noun	παλαιότερη ονομασία των επαγγελματιών που ασχολούνταν με την κατασκευή και πώληση πήλινων και ειδικότερα πήλινων δοχείων
κανατίτσα	noun	υποκοριστικό του κανάτα
κανατίτσας	noun	γενική ενικού του κανατίτσα
κανατίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανατίτσα
κανατιού	=	κανάτι
κανατιών	=	κανάτι
κανατούλα	noun	υποκοριστικό του κανάτα
κανατούλας	noun	γενική ενικού του κανατούλα
κανατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανατούλα
κανατών	noun	γενική πληθυντικού του κανάτα
κανδ	abbrev	το αεροδρόμιο της Ανδραβίδας
κανδήλα	noun	άλλη μορφή του καντήλα
κανδήλας	noun	γενική ενικού του κανδήλα
κανδήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανδήλα
κανδήλι	noun	άλλη μορφή του καντήλι
κανδήλια	=	κανδήλι
κανδαυλισμέ	=	κανδαυλισμός
κανδαυλισμοί	=	κανδαυλισμός
κανδαυλισμού	=	κανδαυλισμός
κανδαυλισμούς	=	κανδαυλισμός
κανδαυλισμό	=	κανδαυλισμός
κανδαυλισμός	noun	κανδαυλισμός ονομάζεται η σεξουαλική πράξη ή φαντασίωση της επίδειξης της συζύγου ή ερωμένης σε άλλους.
κανδαυλισμών	=	κανδαυλισμός
κανδηλανάπτες	=	κανδηλανάπτης
κανδηλανάπτη	=	κανδηλανάπτης
κανδηλανάπτης	noun|formal	άλλη μορφή του καντηλανάφτης
κανδηλανάπτισσα	=	κανδηλανάπτης
κανδηλαναπτών	=	κανδηλανάπτης
κανδηλιού	=	κανδήλι
κανδηλιών	=	κανδήλι
κανδηλών	noun	γενική πληθυντικού του κανδήλα
κανείς	pron	ούτε ένας
κανελή	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του κανελής
κανελής	adj	που έχει το ανοιχτό καφέ χρώμα της κανέλας
κανελί	noun	αντοιχό καφέ χρώμα σαν της κανέλας	adj	άκλιτος τύπος του κανελής για όλα τα γένη
κανελιά	=	κανελής
κανελιάς	=	κανελής
κανελιές	=	κανελής
κανελιοί	=	κανελής
κανελιού	=	κανελής
κανελιούς	=	κανελής
κανελιών	=	κανελής
κανελλί	=	κανελί
κανελονιού	=	κανελόνι
κανελονιών	=	κανελόνι
κανελόνι	noun	είδος ζυμαρικού από ανοιγμένη ζύμη σε φύλλο, κομμένη και τυλιγμένη στη συνέχεια σε ρολό.
κανελόνια	=	κανελόνι
κανενού	pron	άλλη μορφή του κανενός· γενική, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κανείς
κανενός	pron	γενική, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κανείς
κανηφόρα	=	κανηφόρος
κανηφόρας	=	κανηφόρος
κανηφόρε	=	κανηφόρος
κανηφόρες	=	κανηφόρος
κανηφόρο	=	κανηφόρος
κανηφόροι	=	κανηφόρος
κανηφόρος	adj	που κουβαλάει καλάθι
κανηφόρου	=	κανηφόρος
κανηφόρους	=	κανηφόρος
κανηφόρων	=	κανηφόρος
κανθάρου	noun	γενική ενικού του κάνθαρος
κανθάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάνθαρος
κανθάρων	noun	γενική πληθυντικού του κάνθαρος
κανθέ	noun	κλητική ενικού του κανθός
κανθαρέλα	noun	μανιτάρι γένους cantharellus
κανθαρέλας	=	κανθαρέλα
κανθαρέλες	=	κανθαρέλα
κανθαρέλων	=	κανθαρέλα
κανθαρίδα	noun	είδος χρυσοπράσινου σκαθαριού (Lytta vesicatoria), της οικογένειας των μηλοϊδών, απ' το οποίο παράγεται η κανθαριδίνη
κανθαρίδας	=	κανθαρίδα
κανθαρίδες	=	κανθαρίδα
κανθαρίδων	=	κανθαρίδα
κανθαριδίνες	=	κανθαριδίνη
κανθαριδίνη	noun	τοξική ουσία (οργανική χημική ένωση) που λαμβάνεται από ένα είδος σκαθαριού (κανθαρίδα - Lytta vesicatoria) και παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν ως αφροδισιακό
κανθαριδίνης	=	κανθαριδίνη
κανθαριδινών	=	κανθαριδίνη
κανθαριδών	=	κανθαρίδα
κανθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανθός
κανθού	noun	γενική ενικού του κανθός
κανθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανθός
κανθό	noun	αιτιατική ενικού του κανθός
κανθός	noun	η γωνία που σχηματίζεται από τις άκρες των βλεφάρων
κανθών	noun	γενική πληθυντικού του κανθός
κανιά	=	κανί
κανιβάλου	noun	γενική ενικού του κανίβαλος
κανιβάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανίβαλος
κανιβάλων	noun	γενική πληθυντικού του κανίβαλος
κανιβαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανιβαλικό	adv	με κανιβαλικό τρόπο
κανιβαλικέ	adj	κλητική ενικού του κανιβαλικός
κανιβαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανιβαλική
κανιβαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανιβαλικός
κανιβαλικής	adj	γενική ενικού του κανιβαλική
κανιβαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανιβαλικός
κανιβαλικού	adj	γενική ενικού του κανιβαλικός
κανιβαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κανιβαλικός
κανιβαλικό	adj	αιτιατική ενικού του κανιβαλικός
κανιβαλικός	adj|figurative	που έχει σχέση με κανιβαλισμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κανιβαλικών	adj	γενική πληθυντικού του κανιβαλικός
κανιβαλισμέ	noun	κλητική ενικού του κανιβαλισμός
κανιβαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανιβαλισμός
κανιβαλισμού	noun	γενική ενικού του κανιβαλισμός
κανιβαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανιβαλισμός
κανιβαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του κανιβαλισμός
κανιβαλισμός	noun	η ανθρωποφαγία, μια τελετουργία διαδεδομένη στις πρωτόγονες φυλές, με σκοπό να αποκτηθούν οι ιδιότητες του νεκρού, να αποκτηθούν μαγικές δυνάμεις και να διατηρηθεί η ενότητα, όταν ο νεκρός ανήκε στην ίδια φυλή, αλλά και να υπάρξει εκδίκηση και οικειοποίηση ξένων ιδιοτήτων, όταν ο νεκρός ανήκε σε ξένη φυλή
κανιβαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του κανιβαλισμός
κανιού	=	κανί
κανισκιού	=	κανίσκι
κανισκιών	=	κανίσκι
κανιστροειδές	=	κανιστροειδής
κανιστροειδή	=	κανιστροειδής
κανιστροειδής	adj	που είναι φτιαγμένος σαν κάνιστρο ή μοιάζει μ’ αυτό
κανιστροειδείς	=	κανιστροειδής
κανιστροειδούς	=	κανιστροειδής
κανιστροειδών	=	κανιστροειδής
κανιών	=	κανί
κανκάν	noun	γαλλικός τολμηρός, γυναικείος χορός του 20ου αιώνα
καννάβεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάνναβη
καννάβεων	noun	γενική πληθυντικού του κάνναβη
καννάβεως	noun|formal	γενική ενικού του κάνναβη
καννάβι	noun	το φυτό Cannabis sativa
καννάβια	=	καννάβι
καννάβου	=	κάνναβος
καννάβους	=	κάνναβος
καννάβων	=	κάνναβος
καννάτα	=	κανάτα
καννάτι	=	κανάτι
καννέλα	=	κανέλα
καννίν	noun	συνώνυμο του κάννα
κανναβάτσα	noun	άλλη μορφή του κανναβάτσο
κανναβάτσας	noun	γενική ενικού του κανναβάτσα
κανναβάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανναβάτσα
κανναβάτσο	noun	χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο από ίνες κάνναβης (καθώς και λιναριού, βαμβακιού κ.ά.), με το οποίο παρασκευάζονται σακιά, πανιά κ.ά.
κανναβάτσου	noun	γενική ενικού του κανναβάτσο
κανναβάτσων	noun	γενική πληθυντικού του κανναβάτσο
κανναβέλαια	=	κανναβέλαιο
κανναβέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από κάνναβη
κανναβέλαιου	=	κανναβέλαιο
κανναβέλαιων	=	κανναβέλαιο
κανναβένια	=	κανναβένιος
κανναβένιας	=	κανναβένιος
κανναβένιε	=	κανναβένιος
κανναβένιες	=	κανναβένιος
κανναβένιο	=	κανναβένιος
κανναβένιοι	=	κανναβένιος
κανναβένιος	adj	φτιαγμένος από καννάβι
κανναβένιου	=	κανναβένιος
κανναβένιους	=	κανναβένιος
κανναβένιων	=	κανναβένιος
κανναβίς	noun	σπόροι κάνναβης
κανναβατσών	noun	γενική πληθυντικού του κανναβάτσα
κανναβελαίου	=	κανναβέλαιο
κανναβελαίων	=	κανναβέλαιο
κανναβιδιολών	=	κανναβιδιόλη
κανναβιδιόλες	=	κανναβιδιόλη
κανναβιδιόλη	noun	χημική ένωση που ανήκει στα κανναβινοειδή και εκχυλίζεται από το φυτό της κάνναβης, η οποία χρησιμοποιείται για ιατρικούς σκοπούς και δεν έχει ψυχοδραστική δράση
κανναβιδιόλης	=	κανναβιδιόλη
κανναβιού	=	καννάβι
κανναβιών	=	καννάβι
κανναβουριά	=	καναβουριά
κανναβουριού	=	κανναβούρι
κανναβουριών	=	κανναβούρι
κανναβούρι	noun	ο σπόρος του φυτού καννάβι (κάνναβις)
κανναβούρια	=	κανναβούρι
κανναβόσκοινα	=	κανναβόσκοινο
κανναβόσκοινο	noun	σκοινί φτιαγμένο από καννάβι
κανναβόσκοινου	=	κανναβόσκοινο
κανναβόσκοινων	=	κανναβόσκοινο
κανναβόσπορε	=	κανναβόσπορος
κανναβόσπορο	=	κανναβόσπορος
κανναβόσποροι	=	κανναβόσπορος
κανναβόσπορος	noun	σπόρος κάνναβης
κανναβόσπορου	=	κανναβόσπορος
κανναβόσπορους	=	κανναβόσπορος
κανναβόσπορων	=	κανναβόσπορος
κανναβόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανναβόσχοινο
κανναβόσχοινο	noun	άλλη μορφή του κανναβόσκοινο
κανναβόσχοινου	noun	γενική ενικού του κανναβόσχοινο
κανναβόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του κανναβόσχοινο
κανναβόχαρτα	=	κανναβόχαρτο
κανναβόχαρτο	noun	χαρτί από κλωστική κάνναβη
κανναβόχαρτου	=	κανναβόχαρτο
κανναβόχαρτων	=	κανναβόχαρτο
καννελής	=	κανελής
καννελί	=	κανελί
καννόνι	=	κανόνι
καννών	noun	γενική πληθυντικού του κάννη
κανξ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Νάξου
κανοΐστα	=	κανοΐστας
κανοΐστας	noun	ο αθλητής τού κανό
κανοΐστες	=	κανοΐστας
κανοκιάλι	noun	είδος τηλεσκοπικής διόπτρας (που χρησιμοποιούνταν συνήθως από ναυτικούς)
κανοκιάλια	=	κανοκιάλι
κανοκιαλιού	=	κανοκιάλι
κανοκιαλιών	=	κανοκιάλι
κανονάκι	noun	μικρό κανόνι
κανονάκια	=	κανονάκι
κανονάρχε	=	κανονάρχος
κανονάρχες	=	κανονάρχης
κανονάρχη	=	κανονάρχης
κανονάρχημα	noun	το αποτέλεσμα του κανοναρχώ
κανονάρχης	noun	βοηθός ιεροψάλτη που απαγγέλλει με μελωδικό τρόπο τους στίχους ενός τροπαρίου, πριν εκτελεστούν με τη μουσική τους εκτέλεση
κανονάρχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανονάρχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανονάρχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανονάρχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανονάρχο	=	κανονάρχος
κανονάρχοι	=	κανονάρχος
κανονάρχος	noun	άλλη μορφή του κανονάρχης
κανονάρχου	=	κανονάρχος
κανονάρχους	=	κανονάρχος
κανονάρχων	=	κανονάρχος
κανονίδι	noun	συρροή από κανονιές, πολλές κανονιές
κανονίδια	=	κανονίδι
κανονίζαμε	=	κανονίζω
κανονίζαν	=	κανονίζω
κανονίζανε	=	κανονίζω
κανονίζατε	=	κανονίζω
κανονίζει	=	κανονίζω
κανονίζεις	=	κανονίζω
κανονίζεσαι	=	κανονίζω
κανονίζεστε	=	κανονίζω
κανονίζεται	=	κανονίζω
κανονίζετε	=	κανονίζω
κανονίζομαι	verb	προγραμματίζομαι από κάποιον
κανονίζομε	=	κανονίζω
κανονίζονται	=	κανονίζω
κανονίζονταν	=	κανονίζω
κανονίζοντας	=	κανονίζω
κανονίζουμε	=	κανονίζω
κανονίζουν	=	κανονίζω
κανονίζουνε	=	κανονίζω
κανονίζω	verb	προγραμματίζω μια μελλοντική ενέργεια, συχνά μαζί με άλλους
κανονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσαν	=	κανονίζω
κανονίσανε	=	κανονίζω
κανονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανόνισμα
κανονίσματος	noun	γενική ενικού του κανόνισμα
κανονίσομε	=	κανονίζω
κανονίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίσουνε	=	κανονίζω
κανονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανοναρχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονάρχημα
κανοναρχήματος	noun	γενική ενικού του κανονάρχημα
κανοναρχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανοναρχώ
κανοναρχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κανονάρχημα
κανοναρχώ	verb	είμαι κανονάρχης και εκτελώ το σχετικό διακόνημα
κανοναρχών	=	κανονάρχης
κανοναρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κανοναρχώ
κανονιά	noun	βολή με κανόνι
κανονιάς	noun	γενική ενικού του κανονιά
κανονιέρη	=	κανονιέρης
κανονιέρηδες	=	κανονιέρης
κανονιέρηδων	=	κανονιέρης
κανονιέρης	noun	χειριστής κανονιού
κανονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονιά
κανονιδιού	=	κανονίδι
κανονιδιών	=	κανονίδι
κανονιζόμασταν	=	κανονίζω
κανονιζόμαστε	=	κανονίζω
κανονιζόμουν	=	κανονίζομαι
κανονιζόμουνα	=	κανονίζω
κανονιζόντουσαν	=	κανονίζω
κανονιζόσασταν	=	κανονίζω
κανονιζόσαστε	=	κανονίζω
κανονιζόσουν	=	κανονίζω
κανονιζόσουνα	=	κανονίζω
κανονιζόταν	=	κανονίζω
κανονιζότανε	=	κανονίζω
κανονικά	adv	με κανονικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κανονικό) του κανονικός
κανονικέ	adj	κλητική ενικού του κανονικός
κανονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονική
κανονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανονικός
κανονικής	adj	γενική ενικού του κανονική
κανονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανονικός
κανονικοποίηση	noun	η διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται περισσότερο κανονικό, υπακούοντας σε κάποιους κανόνες
κανονικοποίησης	noun	γενική ενικού του κανονικοποίηση
κανονικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονικοποίηση
κανονικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κανονικοποίηση
κανονικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κανονικοποίηση
κανονικοτήτων	=	κανονικότητα
κανονικού	adj	γενική ενικού του κανονικός
κανονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κανονικός
κανονικό	adj	αιτιατική ενικού του κανονικός
κανονικός	adj	που είναι σύμφωνος με έναν κανόνα
κανονικότης	noun	η κανονικότητα
κανονικότητα	noun	το να συμβαίνουν τα γεγονότα όπως συνήθως ή όπως έχει οριστεί
κανονικότητας	noun	γενική ενικού του κανονικότητα
κανονικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονικότητα
κανονικών	adj	γενική πληθυντικού του κανονικός
κανονικώς	adv|dated	κανονικά
κανονιοβολά	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάει	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάμε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάν	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάνε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάς	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάτε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολάω	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσαν	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολήσανε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβολεί	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολείς	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολείτε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονιοβολημένο
κανονιοβολημένε	verb	κλητική ενικού του κανονιοβολημένος
κανονιοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονιοβολημένη
κανονιοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανονιοβολημένος
κανονιοβολημένης	verb	γενική ενικού του κανονιοβολημένη
κανονιοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του κανονιοβολημένος
κανονιοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανονιοβολημένος
κανονιοβολημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κανονιοβολώ
κανονιοβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κανονιοβολημένος
κανονιοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κανονιοβολημένος
κανονιοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κανονιοβολημένος
κανονιοβολισμέ	noun	κλητική ενικού του κανονιοβολισμός
κανονιοβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανονιοβολισμός
κανονιοβολισμού	noun	γενική ενικού του κανονιοβολισμός
κανονιοβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανονιοβολισμός
κανονιοβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του κανονιοβολισμός
κανονιοβολισμός	noun	βολή πυροβόλου όπλου, συνεχείς κανονιές
κανονιοβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του κανονιοβολισμός
κανονιοβολούμε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούν	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούνε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούσα	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούσαμε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούσαν	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούσατε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούσε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολούσες	=	κανονιοβολώ
κανονιοβολώ	verb	βάλλω με κανόνι
κανονιοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβόλα	=	κανονιοβολώ
κανονιοβόλαγε	=	κανονιοβολώ
κανονιοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονιοβολώ
κανονιοθυρίδα	noun	θυρίδα, άνοιγμα, από το οποίο μπορεί να βάλει κανόνι σε πλοίο ή σε κτίριο (φρούριο)
κανονιοθυρίδας	=	κανονιοθυρίδα
κανονιοθυρίδες	=	κανονιοθυρίδα
κανονιοθυρίδων	=	κανονιοθυρίδα
κανονιοστάσια	=	κανονιοστάσιο
κανονιοστάσιο	noun	τόπος όπου βρίσκονται και από όπου βάλλουν κανόνια ή πυροβόλα, το πυροβολείο
κανονιοστάσιου	=	κανονιοστάσιο
κανονιοστάσιων	=	κανονιοστάσιο
κανονιοστασίου	=	κανονιοστάσιο
κανονιοστασίων	=	κανονιοστάσιο
κανονιοστοιχία	noun	σειρά κανονιών ή πυροβόλων που τα έχουν τοποθετήσει σε παράταξη
κανονιοστοιχίας	noun	γενική ενικού του κανονιοστοιχία
κανονιοστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονιοστοιχία
κανονιοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του κανονιοστοιχία
κανονιοφόρα	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρας	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρε	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρες	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρο	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόροι	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρος	noun	εξειδικευμένος τύπος μικρού σχετικά πολεμικού πλοίου που φέρει στη πλώρη ή και στη πρύμνη μεγάλο πυροβόλο (κανόνι)	adj	που φέρει κανόνια
κανονιοφόρου	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρους	=	κανονιοφόρος
κανονιοφόρων	=	κανονιοφόρος
κανονιού	=	κανόνι
κανονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κανόνισμα
κανονισμέ	noun	κλητική ενικού του κανονισμός
κανονισμένα	=	κανονισμένος
κανονισμένε	=	κανονισμένος
κανονισμένες	=	κανονισμένος
κανονισμένη	=	κανονισμένος
κανονισμένης	=	κανονισμένος
κανονισμένο	=	κανονισμένος
κανονισμένοι	=	κανονισμένος
κανονισμένος	verb	που έχει κανονιστεί, προγραμματισμένος
κανονισμένου	=	κανονισμένος
κανονισμένους	=	κανονισμένος
κανονισμένων	=	κανονισμένος
κανονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανονισμός
κανονισμού	noun	γενική ενικού του κανονισμός
κανονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανονισμός
κανονισμό	noun	αιτιατική ενικού του κανονισμός
κανονισμός	noun	οι οδηγίες που υποχρεώνονται να λαμβάνουν υπόψη τους και να ακολουθούν τα άτομα ενός οργανωμένου συνόλου (σε σχολείο, στρατό, πολυκατοικία κ.λπ.)
κανονισμών	noun	γενική πληθυντικού του κανονισμός
κανονιστές	=	κανονιστής
κανονιστή	=	κανονιστής
κανονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστήκαν	=	κανονίζω
κανονιστήκανε	=	κανονίζω
κανονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστής	noun	αυτός που κανονίζει κάτι, που συντονίζει
κανονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονιστικό
κανονιστικέ	adj	κλητική ενικού του κανονιστικός
κανονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανονιστική
κανονιστική	noun	οτιδήποτε ρυθμίζει και κανονίζει συστημικά-συστηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανονιστικός
κανονιστικής	adj	γενική ενικού του κανονιστική
κανονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανονιστικός
κανονιστικού	adj	γενική ενικού του κανονιστικός
κανονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κανονιστικός
κανονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κανονιστικός
κανονιστικός	adj	είναι αυτός που βγάζει συμπεράσματα αξιακά, θεσπίζει κανόνες, αρχές κρίσης και νοοτροπίας
κανονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κανονιστικός
κανονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστούνε	=	κανονίζω
κανονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κανονίζομαι
κανονιστών	=	κανονιστής
κανονιών	=	κανόνι
κανονολογικά	=	κανονολογικός
κανονολογικέ	=	κανονολογικός
κανονολογικές	=	κανονολογικός
κανονολογική	=	κανονολογικός
κανονολογικής	=	κανονολογικός
κανονολογικοί	=	κανονολογικός
κανονολογικού	=	κανονολογικός
κανονολογικούς	=	κανονολογικός
κανονολογικό	=	κανονολογικός
κανονολογικός	adj	σχετικός με την κανονολογία
κανονολογικών	=	κανονολογικός
κανοϊστών	=	κανοΐστας
καντάδα	noun	είδος τραγουδιού με επιμελημένη και γλυκιά μελωδία, που αποπνέει μια ρομαντική και ενίοτε ερωτική διάθεση και τραγουδιέται μερικές φορές κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης του κανταδόρου
καντάδας	=	καντάδα
καντάδες	=	καντάδα
καντάδων	=	καντάδα
καντάρι	noun	ρωμαϊκή μονάδα βάρους, ίση με 44 οκάδες (56,408 κιλά)
καντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντάρι
καντάτα	noun	χορωδιακό έργο, που συνήθως συνοδεύεται από ορχήστρα και (συνήθως) έχει θρησκευτικό θέμα ή περιεχόμενο (ιστορικά ευδοκιμεί στην Ιταλία κατά τους 17^ο και 18^ο αιώνες)
καντάτας	noun	γενική ενικού του καντάτα
καντάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντάτα
καντέμη	=	καντέμης
καντέμηδες	=	καντέμης
καντέμηδων	=	καντέμης
καντέμης	noun	γκαντέμης
καντέντσα	noun	ελεύθερο, δεξιοτεχνικό μέρος αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα ενσωματωμένο σε αρμονική πτώση προς το τέλος μέρους κοντσέρτου για σολίστα και ορχήστρα ή σε σημείο φωνητικής άριας (σπανιότατα σε σονάτες)
καντέντσας	=	καντέντσα
καντέντσες	=	καντέντσα
καντήλα	noun	το μεγάλο κρεμαστό καντήλι
καντήλας	noun	γενική ενικού του καντήλα
καντήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντήλα
καντήλι	noun	δοχείο που περιέχει λάδι, πάνω στο οποίο καίει κάποιο φιτίλι, και, συνήθως, τοποθετείται μπροστά από εικονίσματα για λόγους θρησκευτικής λατρείας
καντήλια	=	καντήλι
καντίνα	noun	μικρό πρατήριο με τρόφιμα, πχ ένα κυλικείο κτηρίου, σχολείου κλπ
καντίνας	noun	γενική ενικού του καντίνα
καντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντίνα
καντίνη	noun	γιαγιά
καντίνης	=	καντίνη
καντίνι	noun	η λεπτότερη χορδή έγχορδου μουσικού οργάνου, που παράγει ψηλό ήχο
καντίνια	=	καντίνι
κανταΐφι	noun	νηματοειδής ζύμη που χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή του ομώνυμου γλυκού
κανταΐφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανταΐφι
κανταδίτσα	noun	υποκοριστικό του καντάδα
κανταδίτσας	noun	γενική ενικού του κανταδίτσα
κανταδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανταδίτσα
κανταδόρε	noun	κλητική ενικού του κανταδόρος
κανταδόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κανταδόρικος	adv	με κανταδόρικο τρόπο
κανταδόρικε	adj	κλητική ενικού του κανταδόρικος
κανταδόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανταδόρικη
κανταδόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κανταδόρικος
κανταδόρικης	adj	γενική ενικού του κανταδόρικη
κανταδόρικο	adj	αιτιατική ενικού του κανταδόρικος
κανταδόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανταδόρικος
κανταδόρικος	adj	που έχει σχέση με τον κανταδόρο ή την καντάδα ή αναφέρεται σ' αυτά
κανταδόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κανταδόρικος
κανταδόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κανταδόρικος
κανταδόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κανταδόρικος
κανταδόρο	noun	αιτιατική ενικού του κανταδόρος
κανταδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανταδόρος
κανταδόρος	noun|dated	αυτός που τραγουδάει καντάδες
κανταδόρου	noun	γενική ενικού του κανταδόρος
κανταδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανταδόρος
κανταδόρων	noun	γενική πληθυντικού του κανταδόρος
καντακουζηνικά	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικέ	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικές	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνική	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικής	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικοί	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικού	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικούς	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικό	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνικός	adj	που είναι οπαδός τού Καντακουζηνού και της πολιτικής του
καντακουζηνικών	=	καντακουζηνικός
καντακουζηνισμέ	=	καντακουζηνισμός
καντακουζηνισμοί	=	καντακουζηνισμός
καντακουζηνισμού	=	καντακουζηνισμός
καντακουζηνισμούς	=	καντακουζηνισμός
καντακουζηνισμό	=	καντακουζηνισμός
καντακουζηνισμός	noun	προπαγανδιστική κατηγορία για συμπεριφορά που βλάπτει τα νόμιμα συμφέροντα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ευνοεί τις έκνομες πολιτικές που προωθεί ο Ιωάννης Καντακουζηνός
καντακουζηνισμών	=	καντακουζηνισμός
κανταριού	=	καντάρι
κανταριστής	noun|dated	συνώνυμο του κανταρτζής
κανταριών	=	καντάρι
κανταρτζή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανταρτζής
κανταρτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανταρτζής
κανταρτζήδων	noun	γενική πληθυντικού του κανταρτζής
κανταρτζής	noun|dated	ζυγιστής που χρησιμοποιούσε καντάρι
καντατών	noun	γενική πληθυντικού του καντάτα
κανταφίστρια	=	κανταφιστής
κανταφισμέ	noun	κλητική ενικού του κανταφισμός
κανταφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κανταφισμός
κανταφισμού	noun	γενική ενικού του κανταφισμός
κανταφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κανταφισμός
κανταφισμό	noun	αιτιατική ενικού του κανταφισμός
κανταφισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία και πρακτική του Καντάφι
κανταφισμών	noun	γενική πληθυντικού του κανταφισμός
κανταφιστές	=	κανταφιστής
κανταφιστή	=	κανταφιστής
κανταφιστής	noun	ο οπαδός του κανταφισμού
κανταφιστών	=	κανταφιστής
κανταϊφιού	noun	γενική ενικού του κανταΐφι
κανταϊφιών	noun	γενική πληθυντικού του κανταΐφι
καντεμιά	noun|rare	άλλη μορφή του γκαντεμιά
καντεμιάς	noun	γενική ενικού του καντεμιά
καντεμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντεμιά
καντεντσών	=	καντέντσα
καντζελλαρία	noun|dated	το διοικητήριο ελληνικής νήσου, επί τουρκοκρατίας, στο οποίο συνέρχονταν οι προύχοντες - νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες
καντζελλαρίας	noun	γενική ενικού του καντζελλαρία
καντζελλαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντζελλαρία
καντζελλαριών	noun	γενική πληθυντικού του καντζελλαρία
καντζικλίκι	noun	απάτη, πονηριά, κατεργαριά
καντζικλίκια	=	καντζικλίκι
καντηλέρι	noun|dated	κηροπήγιο
καντηλέρια	=	καντηλέρι
καντηλήθρα	noun	μικρό εξάρτημα, το οποίο έχει τη δυνατότητα να επιπλέει στο λάδι, με τρύπα στη μέση στην οποία τοποθετούνται τα λουμίνια για να ανάβει το καντήλι
καντηλήθρας	noun	γενική ενικού του καντηλήθρα
καντηλήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντηλήθρα
καντηλίτσα	noun	είδος κόμπου
καντηλίτσας	noun	γενική ενικού του καντηλίτσα
καντηλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντηλίτσα
καντηλανάφτες	=	καντηλανάφτης
καντηλανάφτη	=	καντηλανάφτης
καντηλανάφτης	noun	αυτός που ανάβει τα καντήλια σε ναό
καντηλανάφτισσα	noun	καντηλανάφτης
καντηλανάφτισσας	=	καντηλανάφτισσα
καντηλανάφτισσες	=	καντηλανάφτισσα
καντηλαναφτισσών	=	καντηλανάφτισσα
καντηλαναφτών	=	καντηλανάφτης
καντηλιέρι	noun|dated	κηροπήγιο
καντηλιέρια	=	καντηλιέρι
καντηλιού	=	καντήλι
καντηλιών	=	καντήλι
καντηλών	noun	γενική πληθυντικού του καντήλα
καντιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καντιανός	adv	με τον τρόπο, την μέθοδο ή την φιλοσοφία του Ιμμάνουελ Καντ
καντιανέ	adj	κλητική ενικού του καντιανός
καντιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντιανή
καντιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καντιανός
καντιανής	adj	γενική ενικού του καντιανή
καντιανισμέ	noun	κλητική ενικού του καντιανισμός
καντιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καντιανισμός
καντιανισμού	noun	γενική ενικού του καντιανισμός
καντιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καντιανισμός
καντιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του καντιανισμός
καντιανισμός	noun	το φιλοσοφικό σύστημα του Καντ
καντιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του καντιανισμός
καντιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καντιανός
καντιανού	adj	γενική ενικού του καντιανός
καντιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καντιανός
καντιανό	adj	αιτιατική ενικού του καντιανός
καντιανός	adj	που έχει σχέση με τον γερμανό φιλόσοφο Ιμμάνουελ Καντ ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καντιανών	adj	γενική πληθυντικού του καντιανός
καντιλέτο	noun	φέρετρο, νεκροκρέβατο το οποίο άνηκε στην κοινότητα (Θήρα)
καντινιού	=	καντίνι
καντινιών	=	καντίνι
καντινών	noun	γενική πληθυντικού του καντίνα
καντονέζικα	noun	σινιτική γλώσσα που ομιλείται κυρίως στο νοτιοανατολικό τμήμα της ηπειρωτικής Κίνας, στην Καντόνα, στο Χονγκ Κονγκ και στο Μακάο
καντονέζικων	=	καντονέζικα
καντονιού	=	καντόνι
καντονιών	=	καντόνι
καντουνιού	=	καντούνι
καντουνιών	=	καντούνι
καντούνι	noun	η στροφή, η καμπή του δρόμου
καντούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντούνι
καντράν	noun	επιφάνεια με διάφορες ενδείξεις, πίνακας με διάφορα όργανα μέτρησης (π.χ. δίπλα στο τιμόνι κάποιου οχήματος)
καντρίλια	noun|dated	είδος ευρωπαϊκού αντικριστού χορού
καντρίλιας	noun	γενική ενικού του καντρίλια
καντρίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντρίλια
καντριγιέ	adj	χαρακτηρισμός χαρτιού που περιέχει τυπωμένες γραμμές, κάθετες και οριζόντιες, οι οποίες συνήθως δημιουργούν παραλληλόγραμμα και όχι τετράγωνα κελιά
καντρονιού	=	καντρόνι
καντρονιών	=	καντρόνι
καντρόνι	noun	άλλη μορφή του καδρόνι
καντρόνια	=	καντρόνι
καντσονέτα	noun	είδος λαϊκού ιταλικού τραγουδιού
καντσονέτας	noun	γενική ενικού του καντσονέτα
καντσονέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καντσονέτα
καντσονετών	noun	γενική πληθυντικού του καντσονέτα
καντόν	noun	κινέζικη γλώσσα που μιλιέται κυρίως στο Χογκ Κογκ, στο Μακάο, και στα νοτιοανατολικά της Κίνας.
καντόνι	noun	διοικητική διαίρεση ορισμένων κρατών (Ελβετία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, κ.λπ.)
καντόνια	=	καντόνι
κανό	noun	μακρόστενη ελαφριά βάρκα η οποία έχει ίδια πρύμνη και πλώρη
κανόνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κανόνας
κανόνας	noun	ρυθμίσεις, νόμοι η άλλες αρχές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάτι
κανόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανόνας
κανόνι	noun	πολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση
κανόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κανόνι
κανόνιζα	=	κανονίζω
κανόνιζαν	=	κανονίζω
κανόνιζε	=	κανονίζω
κανόνιζες	=	κανονίζω
κανόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κανονίζω
κανόνισμα	noun	η διαδικασία, η ενέργεια του κανονίζω
κανόνων	noun	γενική πληθυντικού του κανόνας
κανώνας	=	κανόνας
καολίνες	=	καολίνης
καολίνη	=	καολίνης
καολίνης	noun	αργιλικό ορυκτό, πλούσιο σε καολινίτη, μέρος της ομάδας βιομηχανικών ορυκτών με χημική σύνθεση Al2Si2O5(OH)4
καολινίτης	noun	αργιλοπυριτικό ορυκτό, λευκού χρώματος, κύριο συστατικό του καολίνη με χημικό τύπο Al₂O₃.2SiO₂.2H₂O
καολινών	=	καολίνης
καουμπόη	=	καουμπόης
καουμπόηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καουμπόης
καουμπόηδων	=	καουμπόης
καουμπόης	noun	αγελαδοτρόφος (στις ΗΠΑ)
καουμπόι	noun	άκλιτη μορφή του καουμπόης
καουμπόικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καουμπόικο
καουμπόικε	adj	κλητική ενικού του καουμπόικος
καουμπόικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καουμπόικη
καουμπόικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καουμπόικος
καουμπόικης	adj	γενική ενικού του καουμπόικη
καουμπόικο	adj	αιτιατική ενικού του καουμπόικος
καουμπόικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καουμπόικος
καουμπόικος	adj	που έχει σχέση με τον καουμπόη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καουμπόικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καουμπόικος
καουμπόικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καουμπόικος
καουμπόικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καουμπόικος
καουμπόισσα	=	καουμπόης
καουνιού	=	καούνι
καουνιών	=	καούνι
καουτσουκένια	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιας	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιε	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιες	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιο	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιοι	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιος	adj	φτιαγμένος από καουτσούκ
καουτσουκένιου	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιους	=	καουτσουκένιος
καουτσουκένιων	=	καουτσουκένιος
καουτσουκόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καουτσουκόδεντρο
καουτσουκόδεντρο	noun	φυλλοβόλο δέντρο (λατινικό όνομα «Hevea brasiliensis») με μικρά πρασινοκίτρινα άνθη· ευδοκιμεί σε τροπικές περιοχές, και από τον κορμό του βγαίνει το καουτσούκ
καουτσουκόδεντρου	noun	γενική ενικού του καουτσουκόδεντρο
καουτσουκόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του καουτσουκόδεντρο
καουτσούκ	noun	ελαστικό υλικό που παράγεται από τον χυμό (λατέξ) του καουτσουκόδεντρου
καούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
καούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
καούνε	=	καίω
καούνι	noun	άλλη μορφή του καβούνι, πεπόνι
καούνια	=	καούνι
καούρα	noun	η αίσθηση καψίματος μέσα μας, το οποίο είναι αποτέλεσμα της παλινδρόμησης οξέων από το στομάχι
καούρας	noun	γενική ενικού του καούρα
καούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καούρα
καπ	abbrev	η ενοποιημένη αγροτική πολιτική που ακολουθούν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δημιουργήθηκε το 1962)
καπάκι	noun	κάλυμμα δοχείου, σκεύους κ.λπ.	adv	αμέσως μετά, ακριβώς μετά (στο καπάκι)
καπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπάκι
καπάκωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπακώνω
καπάκωνα	=	καπακώνω
καπάκωναν	=	καπακώνω
καπάκωνε	=	καπακώνω
καπάκωνες	=	καπακώνω
καπάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπάρο
καπάρο	noun	είδος προκαταβολής που δίνεται για αγορά, ώστε ο πωλητής να μην πουλήσει το αντικείμενο της συναλλαγής σε άλλον μέχρι να γίνει η οριστική πώληση
καπάρος	noun|rare	άλλη μορφή του καπάρο
καπάρου	noun	γενική ενικού του καπάρο
καπάρωμα	noun	η απόδοση κάποιου χρηματικού ποσού σαν προκαταβολή και ταυτόχρονα σαν εγγύηση ότι ο αγοραστής θα προχωρήσει στην αγορά κάποιου αντικειμένου
καπάρων	noun	γενική πληθυντικού του καπάρο
καπάρωνα	=	καπαρώνω
καπάρωναν	=	καπαρώνω
καπάρωνε	=	καπαρώνω
καπάρωνες	=	καπαρώνω
καπάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπάτσα	noun	θηλυκό του καπάτσος
καπάτσας	noun	γενική ενικού του καπάτσα
καπάτσε	noun	κλητική ενικού του καπάτσος
καπάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπάτσα
καπάτσο	noun	αιτιατική ενικού του καπάτσος
καπάτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπάτσος
καπάτσος	noun	ο έξυπνος ή πονηρός που με διάφορα μέσα μπορεί να επιτύχει αυτό που θέλει, ο καταφερτζής
καπάτσου	noun	γενική ενικού του καπάτσος
καπάτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπάτσος
καπάτσων	noun	γενική πληθυντικού του καπάτσος
καπέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπέλο
καπέλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπέλλο
καπέλλο	noun	άλλη μορφή του καπέλο
καπέλλου	noun	γενική ενικού του καπέλλο
καπέλλων	noun	γενική πληθυντικού του καπέλλο
καπέλο	noun	εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος)
καπέλου	noun	γενική ενικού του καπέλο
καπέλωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καπελώνω
καπέλων	noun	γενική πληθυντικού του καπέλο
καπέλωνα	=	καπελώνω
καπέλωναν	=	καπελώνω
καπέλωνε	=	καπελώνω
καπέλωνες	=	καπελώνω
καπέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπήλευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καπηλεύομαι
καπήλευσης	=	καπήλευση
καπήλου	=	κάπηλος
καπήλους	=	κάπηλος
καπήλων	=	κάπηλος
καπίκι	noun	ρωσικό νόμισμα, υποδιαίρεση του ρουβλίου (1/100ό)
καπίκια	=	καπίκι
καπίνι	noun	ιεροδικαστική πράξη γάμου μουσουλμάνων
καπίνια	=	καπίνι
καπίστρι	noun	εξάρτημα της ιπποσκευής από ιμάντες που φοριέται στο κεφάλι του αλόγου για να ελέγχει ο αναβάτης την πορεία του
καπίστρια	=	καπίστρι
καπίστρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καπιστρώνω
καπίστρωνα	=	καπιστρώνω
καπίστρωναν	=	καπιστρώνω
καπίστρωνε	=	καπιστρώνω
καπίστρωνες	=	καπιστρώνω
καπίστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπίστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπίστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπίστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπα	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Πάρου
καπακιού	=	καπάκι
καπακιών	=	καπάκι
καπακλή	=	καπακλής
καπακλήδες	=	καπακλής
καπακλήδων	=	καπακλής
καπακλής	noun	είδος πουλιού
καπακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καπάκωμα
καπακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπακωμένο
καπακωμένε	verb	κλητική ενικού του καπακωμένος
καπακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπακωμένη
καπακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπακωμένος
καπακωμένης	verb	γενική ενικού του καπακωμένη
καπακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπακωμένος
καπακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπακωμένος
καπακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καπακώνω
καπακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπακωμένος
καπακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπακωμένος
καπακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπακωμένος
καπακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπακωτό
καπακωτέ	adj	κλητική ενικού του καπακωτός
καπακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπακωτή
καπακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπακωτός
καπακωτής	adj	γενική ενικού του καπακωτή
καπακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπακωτός
καπακωτού	adj	γενική ενικού του καπακωτός
καπακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπακωτός
καπακωτό	adj	αιτιατική ενικού του καπακωτός
καπακωτός	adj	σκεπασμένος με καπάκι
καπακωτών	adj	γενική πληθυντικού του καπακωτός
καπακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπάκωμα
καπακώματος	noun	γενική ενικού του καπάκωμα
καπακώναμε	=	καπακώνω
καπακώναν	=	καπακώνω
καπακώνανε	=	καπακώνω
καπακώνατε	=	καπακώνω
καπακώνει	=	καπακώνω
καπακώνεις	=	καπακώνω
καπακώνετε	=	καπακώνω
καπακώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καπακώνω
καπακώνοντας	=	καπακώνω
καπακώνουμε	=	καπακώνω
καπακώνουν	=	καπακώνω
καπακώνουνε	=	καπακώνω
καπακώνω	verb	καλύπτω με καπάκι ή με κάτι που μοιάζει μ’ αυτό
καπακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσαν	=	καπακώνω
καπακώσανε	=	καπακώνω
καπακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπακώνω
καπαμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπαμάς
καπαμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπαμάς
καπαμάδων	noun	γενική πληθυντικού του καπαμάς
καπαμάς	noun	τεχνική μαγειρικής με βάση αρνίσιο ή μοσχαρίσιο κρέας, με ντομάτες και καρυκεύματα
καπαμπάνγκαν	noun	που μιλιέται στις Φιλιππίνες
καπανταή	=	καπανταής
καπανταήδες	=	καπανταής
καπανταήδων	=	καπανταής
καπανταής	noun	ψευτοπαλικαράς, αρχιπαλικαράς
καπαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καπάρωμα
καπαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπαρωμένο
καπαρωμένε	verb	κλητική ενικού του καπαρωμένος
καπαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπαρωμένη
καπαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπαρωμένος
καπαρωμένης	verb	γενική ενικού του καπαρωμένη
καπαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπαρωμένος
καπαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπαρωμένος
καπαρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καπαρώνω
καπαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπαρωμένος
καπαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπαρωμένος
καπαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπαρωμένος
καπαρόκουμπα	=	καπαρόκουμπο
καπαρόκουμπο	noun	το μπουμπούκι του φυτού κάπαρη λίγο πριν ανθίσει
καπαρόκουμπου	=	καπαρόκουμπο
καπαρόκουμπων	=	καπαρόκουμπο
καπαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπάρωμα
καπαρώματος	noun	γενική ενικού του καπάρωμα
καπαρώναμε	=	καπαρώνω
καπαρώναν	=	καπαρώνω
καπαρώνανε	=	καπαρώνω
καπαρώνατε	=	καπαρώνω
καπαρώνει	=	καπαρώνω
καπαρώνεις	=	καπαρώνω
καπαρώνετε	=	καπαρώνω
καπαρώνοντας	=	καπαρώνω
καπαρώνουμε	=	καπαρώνω
καπαρώνουν	=	καπαρώνω
καπαρώνουνε	=	καπαρώνω
καπαρώνω	verb	δίνω κάποιο χρηματικό ποσό σαν προκαταβολή και ταυτόχρονα σαν εγγύηση ότι θα προχωρήσω στην αγορά κάποιου αντικειμένου
καπαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσαν	=	καπαρώνω
καπαρώσανε	=	καπαρώνω
καπαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπαρώνω
καπατουμά	noun	ερωμένη
καπατουμάς	=	καπατουμά
καπατουμές	=	καπατουμά
καπατουμών	=	καπατουμά
καπατσοσυνών	=	καπατσοσύνη
καπατσοσύνες	=	καπατσοσύνη
καπατσοσύνη	noun	το να είναι κάποιος καπάτσος, η ιδιότητα του καπάτσου
καπατσοσύνης	=	καπατσοσύνη
καπελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπελάς
καπελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελάς
καπελάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελάδικο
καπελάδικο	noun	το μαγαζί του καπελά
καπελάδικου	noun	γενική ενικού του καπελάδικο
καπελάδικων	noun	γενική πληθυντικού του καπελάδικο
καπελάδων	noun	γενική πληθυντικού του καπελάς
καπελάκι	noun	υποκοριστικό του καπέλο
καπελάκια	=	καπελάκι
καπελάνε	=	καπελάνος
καπελάνο	=	καπελάνος
καπελάνοι	=	καπελάνος
καπελάνος	noun|dated	ιερέας που ιερουργεί όχι σε κάποια ενορία αλλά σε ανάκτορο, ίδρυμα κ.λπ.
καπελάνου	=	καπελάνος
καπελάνους	=	καπελάνος
καπελάνων	=	καπελάνος
καπελάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καπελάρω
καπελάρω	verb	τοποθετώ «καπέλο» / αγκύλη σε στήλη ή κεραία πλοίου
καπελάς	noun	αυτός που πουλάει ή επιδιορθώνει καπέλα
καπελίνα	noun	γυναικείο καπέλο με μεγάλο γείσο
καπελίνας	noun	γενική ενικού του καπελίνα
καπελίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελίνα
καπελίνο	noun	γυναικείο μικρό καπέλο
καπελίνου	noun	γενική ενικού του καπελίνο
καπελίνων	noun	γενική πληθυντικού του καπελίνο
καπελαδούρα	noun	πλατύγυρο καπέλο
καπελαδούρας	noun	γενική ενικού του καπελαδούρα
καπελαδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελαδούρα
καπελαρίσματα	=	καπελάρισμα
καπελαρίσματος	=	καπελάρισμα
καπελαρισμάτων	=	καπελάρισμα
καπελειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελειό
καπελειού	noun	γενική ενικού του καπελειό
καπελειό	noun	άλλη μορφή του καπηλειό
καπελειών	noun	γενική πληθυντικού του καπελειό
καπελιέρα	noun	θήκη για τη φύλαξη ή μεταφορά καπέλων
καπελιέρας	noun	γενική ενικού του καπελιέρα
καπελιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελιέρα
καπελού	=	καπελάς
καπελούδες	=	καπελάς
καπελούδων	=	καπελάς
καπελούς	=	καπελάς
καπελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καπέλωμα
καπελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελωμένο
καπελωμένε	verb	κλητική ενικού του καπελωμένος
καπελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπελωμένη
καπελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπελωμένος
καπελωμένης	verb	γενική ενικού του καπελωμένη
καπελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπελωμένος
καπελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπελωμένος
καπελωμένος	verb|figurative	που τον έχουν καπελώσει
καπελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπελωμένος
καπελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπελωμένος
καπελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπελωμένος
καπελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπέλωμα
καπελώματος	noun	γενική ενικού του καπέλωμα
καπελώναμε	=	καπελώνω
καπελώναν	=	καπελώνω
καπελώνανε	=	καπελώνω
καπελώνατε	=	καπελώνω
καπελώνει	=	καπελώνω
καπελώνεις	=	καπελώνω
καπελώνετε	=	καπελώνω
καπελώνοντας	=	καπελώνω
καπελώνουμε	=	καπελώνω
καπελώνουν	=	καπελώνω
καπελώνουνε	=	καπελώνω
καπελώνω	verb	φορώ σε κάποιον καπέλο
καπελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσαν	=	καπελώνω
καπελώσανε	=	καπελώνω
καπελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπελώνω
καπετάν	noun	άκλιτο προτακτικό για προσφώνηση πλοιάρχου ή οπλαρχηγού
καπετάνιε	noun	κλητική ενικού του καπετάνιος
καπετάνιο	noun	αιτιατική ενικού του καπετάνιος
καπετάνιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπετάνιος
καπετάνιος	noun	κυβερνήτης καραβιού
καπετάνιου	noun	γενική ενικού του καπετάνιος
καπετάνιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπετάνιος
καπετάνισσα	noun	η γυναίκα καπετάνιος
καπετάνισσας	noun	γενική ενικού του καπετάνισσα
καπετάνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπετάνισσα
καπετάνιων	noun	γενική πληθυντικού του καπετάνιος
καπετανάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπετανάτο
καπετανάτο	noun	περιοχή στην οποία είχε δικαιοδοσία ένας καπετάνιος
καπετανάτου	noun	γενική ενικού του καπετανάτο
καπετανάτων	noun	γενική πληθυντικού του καπετανάτο
καπετανία	noun|dated	η ιδιότητα ή το αξίωμα του καπετάνιου (αρχηγού αρματολών ή κλεφτών)
καπετανίας	=	καπετανία
καπετανίες	=	καπετανία
καπεταναίοι	=	καπετάνιος
καπεταναίους	=	καπετάνιος
καπεταναίων	=	καπετάνιος
καπετανισσών	noun	γενική πληθυντικού του καπετάνισσα
καπετανιών	=	καπετανία
καπετανλίκι	noun|vulgar	καπετανάτο
καπετανλίκια	=	καπετανλίκι
καπετανόπουλα	=	καπετανόπουλο
καπετανόπουλο	noun|dated	υποκοριστικό του καπετάνιος
καπετανόπουλου	=	καπετανόπουλο
καπετανόπουλων	=	καπετανόπουλο
καπη	abbrev	Δημοτικά καταστήματα, νομικά πρόσωπα, δημιουργικής απασχόλησης και φροντίδας των ατόμων της τρίτης ηλικίας.
καπηλεία	noun	η ενέργεια του καπηλεύομαι, η ιδιοτελής χρησιμοποίηση ιδεών, ατόμων για επίτευξη οφέλους
καπηλείας	noun	γενική ενικού του καπηλεία
καπηλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλεία
καπηλειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλειό
καπηλειού	noun	γενική ενικού του καπηλειό
καπηλειό	noun	ταβέρνα, κρασοπουλειό, οινοπωλείο
καπηλειών	noun	γενική πληθυντικού του καπηλεία
καπηλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλεμένο
καπηλεμένε	verb	κλητική ενικού του καπηλεμένος
καπηλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλεμένη
καπηλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπηλεμένος
καπηλεμένης	verb	γενική ενικού του καπηλεμένη
καπηλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπηλεμένος
καπηλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπηλεμένος
καπηλεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καπηλεύομαι
καπηλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπηλεμένος
καπηλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπηλεμένος
καπηλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπηλεμένος
καπηλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλευτής
καπηλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπηλευτής
καπηλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτής	noun|formal	άλλη μορφή του κάπηλος, αυτός που καπηλεύεται κάποιον ή κάτι
καπηλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλευτικό
καπηλευτικέ	adj	κλητική ενικού του καπηλευτικός
καπηλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλευτική
καπηλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπηλευτικός
καπηλευτικής	adj	γενική ενικού του καπηλευτική
καπηλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπηλευτικός
καπηλευτικού	adj	γενική ενικού του καπηλευτικός
καπηλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπηλευτικός
καπηλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του καπηλευτικός
καπηλευτικός	adj|formal	άλλη μορφή του καπηλικός
καπηλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του καπηλευτικός
καπηλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλευτών	noun	γενική πληθυντικού του καπηλευτής
καπηλεύομαι	verb	εκμεταλλεύομαι ευγενικές ιδέες για ίδιο όφελος
καπηλεύσεις	=	καπήλευση
καπηλεύσεων	=	καπήλευση
καπηλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπηλεύομαι
καπηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλικό
καπηλικέ	adj	κλητική ενικού του καπηλικός
καπηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλική
καπηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπηλικός
καπηλικής	adj	γενική ενικού του καπηλική
καπηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπηλικός
καπηλικού	adj	γενική ενικού του καπηλικός
καπηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπηλικός
καπηλικό	adj	αιτιατική ενικού του καπηλικός
καπηλικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον κάπηλο και την καπηλεία ή αναφέρεται σ’ αυτά
καπηλικών	adj	γενική πληθυντικού του καπηλικός
καπηλικώς	adv|archaic	με καπηλικό τρόπο
καπικιού	=	καπίκι
καπικιών	=	καπίκι
καπινιού	=	καπίνι
καπινιών	=	καπίνι
καπινός	noun	καπνός
καπιστράνα	noun	δερμάτινοι ιμάντες μέρος της εξάρτησης ίππου
καπιστριού	=	καπίστρι
καπιστριών	=	καπίστρι
καπιστρωθήκαμε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωθήκαν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωθήκανε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωθήκατε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωθεί	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωθείτε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καπίστρωμα
καπιστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιστρωμένο
καπιστρωμένε	verb	κλητική ενικού του καπιστρωμένος
καπιστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιστρωμένη
καπιστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπιστρωμένος
καπιστρωμένης	verb	γενική ενικού του καπιστρωμένη
καπιστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπιστρωμένος
καπιστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπιστρωμένος
καπιστρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπιστρωμένος
καπιστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπιστρωμένος
καπιστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπιστρωμένος
καπιστρωνόμασταν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόμαστε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόμουν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόμουνα	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόντουσαν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόσασταν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόσαστε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόσουν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόσουνα	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνόταν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρωνότανε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώθηκα	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώθηκαν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώθηκε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώθηκες	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπίστρωμα
καπιστρώματος	noun	γενική ενικού του καπίστρωμα
καπιστρώναμε	=	καπιστρώνω
καπιστρώναν	=	καπιστρώνω
καπιστρώνανε	=	καπιστρώνω
καπιστρώνατε	=	καπιστρώνω
καπιστρώνει	=	καπιστρώνω
καπιστρώνεις	=	καπιστρώνω
καπιστρώνεσαι	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώνεστε	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώνεται	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώνετε	=	καπιστρώνω
καπιστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώνονται	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώνονταν	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώνοντας	=	καπιστρώνω
καπιστρώνου	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώνουμε	=	καπιστρώνω
καπιστρώνουν	=	καπιστρώνω
καπιστρώνουνε	=	καπιστρώνω
καπιστρώνω	verb	τοποθετώ καπίστρι σε άλογο ή άλλο υποζύγιο
καπιστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσαν	=	καπιστρώνω
καπιστρώσανε	=	καπιστρώνω
καπιστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσου	=	καπιστρώνομαι
καπιστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπιστρώνω
καπιτάλα	noun	ο καπιταλιστής
καπιτάλας	noun	άτομο που υπερασπίζεται το καπιταλιστικό σύστημα
καπιτάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιτάλα
καπιτάλι	noun|vulgar	το κεφάλαιο
καπιτάλια	=	καπιτάλι
καπιτάλων	=	καπιτάλας
καπιτάνος	noun	άλλη μορφή του καπετάνιος (αρχηγός ενόπλων)
καπιταλάκι	noun	τυπογραφικό στοιχείο που ανήκει στα κεφαλαία, αλλά έχει μικρότερο μέγεθος από τα υπόλοιπα κεφαλαία της ίδιας γραμματοσειράς
καπιταλάκια	=	καπιταλάκι
καπιταλίστα	=	καπιταλίστας
καπιταλίστας	noun	άλλη μορφή του καπιταλιστής
καπιταλίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλίστας
καπιταλίστης	noun|dated	κεφαλαιούχος
καπιταλίστρια	noun	καπιταλιστής
καπιταλίστριας	noun	γενική ενικού του καπιταλίστρια
καπιταλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλίστρια
καπιταλισμέ	noun	κλητική ενικού του καπιταλισμός
καπιταλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπιταλισμός
καπιταλισμού	noun	γενική ενικού του καπιταλισμός
καπιταλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπιταλισμός
καπιταλισμό	noun	αιτιατική ενικού του καπιταλισμός
καπιταλισμός	noun	το πολιτικό και οικονομικό σύστημα όπου βασικό οικονομικό παράγοντα αποτελεί το ιδιωτικό κεφάλαιο
καπιταλισμών	noun	γενική πληθυντικού του καπιταλισμός
καπιταλιστάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλιστάρας
καπιταλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλιστής
καπιταλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπιταλιστής
καπιταλιστής	noun	κεφαλαιοκράτης
καπιταλισταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλισταράς
καπιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλιστικό	adv	με καπιταλιστικό τρόπο, με το καπιταλιστικό σύστημα
καπιταλιστικέ	adj	κλητική ενικού του καπιταλιστικός
καπιταλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπιταλιστική
καπιταλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπιταλιστικός
καπιταλιστικής	adj	γενική ενικού του καπιταλιστική
καπιταλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπιταλιστικός
καπιταλιστικοποίηση	noun	η προσπάθεια εισαγωγής ή επιβολής του καπιταλιστικού συστήματος
καπιταλιστικοποίησης	=	καπιταλιστικοποίηση
καπιταλιστικοποιήσεις	=	καπιταλιστικοποίηση
καπιταλιστικοποιήσεων	=	καπιταλιστικοποίηση
καπιταλιστικού	adj	γενική ενικού του καπιταλιστικός
καπιταλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπιταλιστικός
καπιταλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καπιταλιστικός
καπιταλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον καπιταλισμό ή τον καπιταλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
καπιταλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καπιταλιστικός
καπιταλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του καπιταλίστρια
καπιταλιστών	noun	γενική πληθυντικού του καπιταλιστής
καπιτζίμπαση	=	καπιτζίμπασης
καπιτζίμπασης	noun|dated	ο αρχιθυρωρός του παλατιού
καπιτζιμπάσηδες	=	καπιτζίμπασης
καπιτζιμπάσηδων	=	καπιτζίμπασης
καπιτζιοχατάρη	=	καπιτζιοχατάρης
καπιτζιοχατάρηδες	=	καπιτζιοχατάρης
καπιτζιοχατάρηδων	=	καπιτζιοχατάρης
καπιτζιοχατάρης	noun|dated	άλλη μορφή του καπουτζοχαντάρης
καπιτζοχαδάρη	=	καπιτζοχαδάρης
καπιτζοχαδάρηδες	=	καπιτζοχαδάρης
καπιτζοχαδάρηδων	=	καπιτζοχαδάρης
καπιτζοχαδάρης	noun|dated	άλλη γραφή του καπουτζοχαντάρης
καπιτζοχαντάρη	=	καπιτζοχαντάρης
καπιτζοχαντάρηδες	=	καπιτζοχαντάρης
καπιτζοχαντάρηδων	=	καπιτζοχαντάρης
καπιτζοχαντάρης	noun|dated	άλλη μορφή του καπουτζοχαντάρης
καπιτολάρια	=	καπιτολάριο
καπιτολάριο	noun	άλλη μορφή του καπιτουλάριο: καταστατικό, δημόσιο κατάστιχο, επίσημο βιβλίο στο οποίο καταγράφονταν πράξεις, είτε κρατικές είτε εκκλησιαστικές
καπιτολάριου	=	καπιτολάριο
καπιτολάριων	=	καπιτολάριο
καπιτολαρίου	=	καπιτολάριο
καπιτολαρίων	=	καπιτολάριο
καπιτονάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καπιτονάρω
καπιτονάρω	verb	επενδύω με καπιτονέ, «ντύνω» κάτι με καπιτονέ
καπιτονέ	noun	ύφασμα, ταπετσαρία ή φόδρα που είναι επενδυμένα με βαμβακερό ή άλλο ύφασμα, στο οποίο τα γαζιά ή οι πτυχώσεις σχηματίζουν διάφορα σχέδια	adj	που είναι επενδυμένος με βαμβακερό ή άλλο ύφασμα, στο οποίο τα γαζιά ή οι πτυχώσεις σχηματίζουν διάφορα σχέδια
καπιτουλάρια	=	καπιτουλάριο
καπιτουλάριο	noun	μεσαιωνική ελληνική καπιτουλάριον (δημόσιο κατάστιχο) επίσημο βιβλίο στο οποίο καταγράφονταν πράξεις, είτε κρατικές είτε εκκλησιαστικές
καπιτουλάριου	=	καπιτουλάριο
καπιτουλάριων	=	καπιτουλάριο
καπιτουλαρίου	=	καπιτουλάριο
καπιτουλαρίων	=	καπιτουλάριο
καπλ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Αστυπάλαιας
καπλάνι	noun|dated	είδος αιλουροειδούς, πιθανόν τίγρη ή λεοπάρδαλη.
καπλάνια	=	καπλάνι
καπλάντιζα	=	καπλαντίζω
καπλάντιζαν	=	καπλαντίζω
καπλάντιζε	=	καπλαντίζω
καπλάντιζες	=	καπλαντίζω
καπλάντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλάντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλάντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλάντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλάντισμα	noun	η ενέργεια του καπλαντίζω
καπλαμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπλαμάς
καπλαμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπλαμάς
καπλαμάδων	noun	γενική πληθυντικού του καπλαμάς
καπλαμάς	noun	λεπτό φύλλο ξύλου (και ξυλόφυλλο) που χρησιμοποιείται για να καλύψει μία επιφάνεια συνήθως ξύλινη
καπλαματζή	=	καπλαματζής
καπλαματζήδες	=	καπλαματζής
καπλαματζήδων	=	καπλαματζής
καπλαματζής	noun	ο τεχνίτης ξυλουργός που επενδύει ξύλα με καπλαμά
καπλανιού	=	καπλάνι
καπλανιών	=	καπλάνι
καπλαντίζαμε	=	καπλαντίζω
καπλαντίζαν	=	καπλαντίζω
καπλαντίζανε	=	καπλαντίζω
καπλαντίζατε	=	καπλαντίζω
καπλαντίζει	=	καπλαντίζω
καπλαντίζεις	=	καπλαντίζω
καπλαντίζεσαι	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίζεστε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίζεται	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίζετε	=	καπλαντίζω
καπλαντίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίζονται	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίζονταν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίζοντας	=	καπλαντίζω
καπλαντίζου	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίζουμε	=	καπλαντίζω
καπλαντίζουν	=	καπλαντίζω
καπλαντίζουνε	=	καπλαντίζω
καπλαντίζω	verb	επενδύω, επικαλύπτω κάποιο υλικό ή αντικείμενο με καπλαμά
καπλαντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίσαν	=	καπλαντίζω
καπλαντίσανε	=	καπλαντίζω
καπλαντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπλάντισμα
καπλαντίσματος	noun	γενική ενικού του καπλάντισμα
καπλαντίσου	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντίστηκα	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίστηκαν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίστηκε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίστηκες	=	καπλαντίζομαι
καπλαντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντιζόμασταν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόμαστε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόμουν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόμουνα	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόντουσαν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόσασταν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόσαστε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόσουν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόσουνα	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζόταν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιζότανε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καπλάντισμα
καπλαντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπλαντισμένο
καπλαντισμένε	verb	κλητική ενικού του καπλαντισμένος
καπλαντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπλαντισμένη
καπλαντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπλαντισμένος
καπλαντισμένης	verb	γενική ενικού του καπλαντισμένη
καπλαντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπλαντισμένος
καπλαντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπλαντισμένος
καπλαντισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καπλαντίζω
καπλαντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπλαντισμένος
καπλαντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπλαντισμένος
καπλαντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπλαντισμένος
καπλαντιστά	=	καπλαντιστός
καπλαντιστέ	=	καπλαντιστός
καπλαντιστές	=	καπλαντιστός
καπλαντιστή	=	καπλαντιστός
καπλαντιστήκαμε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιστήκαν	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιστήκανε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιστήκατε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιστής	=	καπλαντιστός
καπλαντιστεί	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιστείτε	=	καπλαντίζομαι
καπλαντιστοί	=	καπλαντιστός
καπλαντιστού	=	καπλαντιστός
καπλαντιστούς	=	καπλαντιστός
καπλαντιστό	=	καπλαντιστός
καπλαντιστός	adj	άλλη μορφή του καπλαντισμένος
καπλαντιστών	=	καπλαντιστός
καπλαντοβελονών	=	καπλαντοβελόνα
καπλαντοβελόνα	noun	βελόνα για να καπλαντίζουν παπλώματα
καπλαντοβελόνας	=	καπλαντοβελόνα
καπλαντοβελόνες	=	καπλαντοβελόνα
καπλοσυκιά	noun	φραγκοσυκιά
καπλοσυκιάς	=	καπλοσυκιά
καπλοσυκιές	=	καπλοσυκιά
καπλοσυκιών	=	καπλοσυκιά
καπνά	noun	η ποσότητα σκόνης καπνού την οποία παίρνουμε απ το ομώνυμο φυτό
καπνάδες	=	καπνάς
καπνάδων	=	καπνάς
καπνάς	noun|vulgar	καπνοπαραγωγός
καπνέ	noun	κλητική ενικού του καπνός
καπνέλαια	=	καπνέλαιο
καπνέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από εκχύλιση σπόρων καπνού
καπνέλαιου	=	καπνέλαιο
καπνέλαιων	=	καπνέλαιο
καπνέμπορα	=	καπνέμπορας
καπνέμπορας	noun	άλλη μορφή του καπνέμπορος
καπνέμπορε	noun	κλητική ενικού του καπνέμπορος
καπνέμπορες	=	καπνέμπορας
καπνέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του καπνέμπορος
καπνέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνέμπορος
καπνέμπορος	noun	αυτός που εμπορεύεται καπνό, καπνά ή καπνικά προϊόντα
καπνέμπορου	noun	γενική ενικού του καπνέμπορος
καπνέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνέμπορος
καπνέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του καπνέμπορος
καπνίζαμε	=	καπνίζω
καπνίζαν	=	καπνίζω
καπνίζανε	=	καπνίζω
καπνίζατε	=	καπνίζω
καπνίζει	=	καπνίζω
καπνίζεις	=	καπνίζω
καπνίζεσαι	=	καπνίζω
καπνίζεστε	=	καπνίζω
καπνίζεται	=	καπνίζω
καπνίζετε	=	καπνίζω
καπνίζομαι	=	καπνίζω
καπνίζομε	=	καπνίζω
καπνίζονται	=	καπνίζω
καπνίζονταν	=	καπνίζω
καπνίζοντας	=	καπνίζω
καπνίζουμε	=	καπνίζω
καπνίζουν	=	καπνίζω
καπνίζουνε	=	καπνίζω
καπνίζω	verb	βγάζω, αναδίδω καπνό
καπνίλα	noun	έντονη και δυσάρεστη οσμή καπνού
καπνίλας	noun	γενική ενικού του καπνίλα
καπνίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνίλα
καπνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσαν	=	καπνίζω
καπνίσανε	=	καπνίζω
καπνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάπνισμα
καπνίσματος	noun	γενική ενικού του κάπνισμα
καπνίσομε	=	καπνίζω
καπνίσου	=	καπνίζω
καπνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίσουνε	=	καπνίζω
καπνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπνίστηκα	=	καπνίζω
καπνίστηκαν	=	καπνίζω
καπνίστηκε	=	καπνίζω
καπνίστηκες	=	καπνίζω
καπνίστρια	noun	αυτή που καπνίζει
καπνίστριας	noun	γενική ενικού του καπνίστρια
καπνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνίστρια
καπνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καπνίζω
καπναέρια	=	καπναέριο
καπναέριο	noun	αέριο το οποίο παράγεται από ανάφλεξη καυσίμου
καπναέριου	=	καπναέριο
καπναγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καπναγωγός
καπναγωγέ	adj	κλητική ενικού του καπναγωγός
καπναγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπναγωγός
καπναγωγού	adj	γενική ενικού του καπναγωγός
καπναγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπναγωγός
καπναγωγό	adj	αιτιατική ενικού του καπναγωγός
καπναγωγός	noun	καπνοδόχος	adj|dated	που μέσα του διοχετεύεται ο καπνός
καπναγωγών	adj	γενική πληθυντικού του καπναγωγός
καπναερίου	=	καπναέριο
καπναερίων	=	καπναέριο
καπναποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπναποθήκη
καπναποθήκη	noun	αποθήκη φύλαξης καπνών
καπναποθήκης	=	καπναποθήκη
καπναποθηκών	=	καπναποθήκη
καπνελαίου	=	καπνέλαιο
καπνελαίων	=	καπνέλαιο
καπνεμπορίου	=	καπνεμπόριο
καπνεμπορίων	=	καπνεμπόριο
καπνεμπορεία	=	καπνεμπορείο
καπνεμπορείο	noun	το κατάστημα στο οποίο γίνεται το εμπόριο καπνού, καπνών ή καπνικών προϊόντων
καπνεμπορείου	=	καπνεμπορείο
καπνεμπορείων	=	καπνεμπορείο
καπνεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεμπορικό
καπνεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του καπνεμπορικός
καπνεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεμπορική
καπνεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπνεμπορικός
καπνεμπορικής	adj	γενική ενικού του καπνεμπορική
καπνεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνεμπορικός
καπνεμπορικού	adj	γενική ενικού του καπνεμπορικός
καπνεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπνεμπορικός
καπνεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του καπνεμπορικός
καπνεμπορικός	adj	που έχει σχέση με τον καπνέμπορο ή το καπνεμπόριο ή αναφέρεται σ’ αυτά
καπνεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του καπνεμπορικός
καπνεμπορισσών	noun	γενική πληθυντικού του καπνεμπόρισσα
καπνεμπόρια	=	καπνεμπόριο
καπνεμπόριο	noun	το εμπόριο καπνού, καπνών ή καπνικών προϊόντων
καπνεμπόριου	=	καπνεμπόριο
καπνεμπόρισσα	noun	θηλυκό του καπνέμπορος
καπνεμπόρισσας	noun	γενική ενικού του καπνεμπόρισσα
καπνεμπόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεμπόρισσα
καπνεμπόριων	=	καπνεμπόριο
καπνεμπόρου	noun	γενική ενικού του καπνέμπορος
καπνεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνέμπορος
καπνεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του καπνέμπορος
καπνεργάτες	=	καπνεργάτης
καπνεργάτη	=	καπνεργάτης
καπνεργάτης	noun	άνθρωπος που εργάζεται σε συλλογή φύλλων καπνού ή σε καπνεργοστάσιο
καπνεργάτισσα	noun	θηλυκό του καπνεργάτης
καπνεργάτισσας	noun	γενική ενικού του καπνεργάτισσα
καπνεργάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεργάτισσα
καπνεργάτρια	noun	θηλυκό του καπνεργάτης
καπνεργάτριας	noun	γενική ενικού του καπνεργάτρια
καπνεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεργάτρια
καπνεργατικά	noun	αμοιβή καπνεργατών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεργατικό
καπνεργατικέ	adj	κλητική ενικού του καπνεργατικός
καπνεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεργατική
καπνεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπνεργατικός
καπνεργατικής	adj	γενική ενικού του καπνεργατική
καπνεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνεργατικός
καπνεργατικού	adj	γενική ενικού του καπνεργατικός
καπνεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπνεργατικός
καπνεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του καπνεργατικός
καπνεργατικός	adj	που έχει σχέση με τον καπνεργάτη ή την κατεργασία καπνού ή αναφέρεται σ’ αυτά
καπνεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του καπνεργατικός
καπνεργατισσών	noun	γενική πληθυντικού του καπνεργάτισσα
καπνεργατριών	noun	γενική πληθυντικού του καπνεργάτρια
καπνεργατών	=	καπνεργάτης
καπνεργοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνεργοστάσιο
καπνεργοστάσιο	noun	εργοστάσιο που επεξεργάζεται καπνό ή / και παράγει σχετικά προϊόντα
καπνεργοστάσιου	=	καπνεργοστάσιο
καπνεργοστασίου	noun	γενική ενικού του καπνεργοστάσιο
καπνεργοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του καπνεργοστάσιο
καπνιά	noun	μαύρη στάχτη που εναποτίθεται σε διάφορες επιφάνειες (τοίχους, καπνοδόχους), που παράγεται από την ατελή καύση των καύσιμων ουσιών
καπνιάς	noun	γενική ενικού του καπνιά
καπνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνιά
καπνιζόμασταν	=	καπνίζω
καπνιζόμαστε	=	καπνίζω
καπνιζόμουν	=	καπνίζω
καπνιζόμουνα	=	καπνίζω
καπνιζόντουσαν	=	καπνίζω
καπνιζόσασταν	=	καπνίζω
καπνιζόσαστε	=	καπνίζω
καπνιζόσουν	=	καπνίζω
καπνιζόσουνα	=	καπνίζω
καπνιζόταν	=	καπνίζω
καπνιζότανε	=	καπνίζω
καπνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνικό
καπνικέ	adj	κλητική ενικού του καπνικός
καπνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνική
καπνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπνικός
καπνικής	adj	γενική ενικού του καπνική
καπνικαρέα	noun	μετωνυμία γυναίκας μεγάλης ηλικίας
καπνικαρέας	=	καπνικαρέα
καπνικαρέες	=	καπνικαρέα
καπνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνικός
καπνικού	adj	γενική ενικού του καπνικός
καπνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπνικός
καπνικό	adj	αιτιατική ενικού του καπνικός
καπνικόν	noun	ιστορία, οικονομία) ειδικός φόρος στο Βυζάντιο -βάραινε κάθε νοικοκυριό και ενίοτε και ιδρύματα, αλλά πιθανόν να αφορούσε κυρίως αγροτικά νοικοκυριά και όχι αστικά
καπνικός	adj	που έχει σχέση με τον καπνό (καλλιέργεια, επεξεργασία, εμπόριο) ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καπνικών	adj	γενική πληθυντικού του καπνικός
καπνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάπνισμα
καπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνισμένο
καπνισμένε	verb	κλητική ενικού του καπνισμένος
καπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνισμένη
καπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπνισμένος
καπνισμένης	verb	γενική ενικού του καπνισμένη
καπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καπνισμένος
καπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνισμένος
καπνισμένος	verb	που έχει επάνω του καπνιά ή σύννεφα κάπνας
καπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καπνισμένος
καπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καπνισμένος
καπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καπνισμένος
καπνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνιστό	adv	με καπνιστό τρόπο
καπνιστέ	adj	κλητική ενικού του καπνιστός
καπνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνιστή
καπνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπνιστός
καπνιστήκαμε	=	καπνίζω
καπνιστήκαν	=	καπνίζω
καπνιστήκανε	=	καπνίζω
καπνιστήκατε	=	καπνίζω
καπνιστήρι	noun	μελισσοκομικό εργαλείο που παράγει καπνό
καπνιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνιστήριο
καπνιστήριο	noun	το δωμάτιο, ο θάλαμος ή, γενικά, ο χώρος που επιτρέπεται το κάπνισμα
καπνιστήριου	=	καπνιστήριο
καπνιστής	noun	αυτός που καπνίζει συστηματικά τσιγάρα, πούρα ή πίπα	adj	γενική ενικού του καπνιστή
καπνιστεί	=	καπνίζω
καπνιστείς	=	καπνίζω
καπνιστείτε	=	καπνίζω
καπνιστηρίου	noun	γενική ενικού του καπνιστήριο
καπνιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του καπνιστήριο
καπνιστηριού	=	καπνιστήρι
καπνιστηριών	=	καπνιστήρι
καπνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνιστικό
καπνιστικέ	adj	κλητική ενικού του καπνιστικός
καπνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνιστική
καπνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπνιστικός
καπνιστικής	adj	γενική ενικού του καπνιστική
καπνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνιστικός
καπνιστικού	adj	γενική ενικού του καπνιστικός
καπνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπνιστικός
καπνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καπνιστικός
καπνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον καπνιστή ή το κάπνισμα ή αναφέρεται σ' αυτά
καπνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καπνιστικός
καπνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνιστός
καπνιστού	adj	γενική ενικού του καπνιστός
καπνιστούμε	=	καπνίζω
καπνιστούν	=	καπνίζω
καπνιστούνε	=	καπνίζω
καπνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπνιστός
καπνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του καπνίστρια
καπνιστό	adj	αιτιατική ενικού του καπνιστός
καπνιστός	adj	που τον έχουν καπνίσει, που έχει υπσοτεί επεξεργασία ή έχει τρόπον τινά μαγειρευτεί με κάπνισμα, συνήθως για τρόφιμο
καπνιστώ	=	καπνίζω
καπνιστών	adj	γενική πληθυντικού του καπνιστός
καπνιών	=	καπνιά
καπνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνός
καπνοβιομήχανε	noun	κλητική ενικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομήχανο	noun	αιτιατική ενικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομήχανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομήχανος	noun	ο ιδιοκτήτης ή μεγαλομέτοχος καπνοβιομηχανίας
καπνοβιομήχανου	noun	γενική ενικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομήχανους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομήχανων	noun	γενική πληθυντικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομηχάνου	noun	γενική ενικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομηχάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομηχάνων	noun	γενική πληθυντικού του καπνοβιομήχανος
καπνοβιομηχανία	noun	βιομηχανία που επεξεργάζεται καπνό, παράγοντας τσιγάρα και παρεμφερή είδη
καπνοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του καπνοβιομηχανία
καπνοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοβιομηχανία
καπνοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοβιομηχανία
καπνοβόρα	=	καπνοβόρος
καπνοβόρας	=	καπνοβόρος
καπνοβόρε	=	καπνοβόρος
καπνοβόρες	=	καπνοβόρος
καπνοβόρο	=	καπνοβόρος
καπνοβόροι	=	καπνοβόρος
καπνοβόρος	adj	που απορροφά τον καπνό που βγαίνει από κάποια πηγή
καπνοβόρου	=	καπνοβόρος
καπνοβόρους	=	καπνοβόρος
καπνοβόρων	=	καπνοβόρος
καπνογόνα	=	καπνογόνος
καπνογόνας	=	καπνογόνος
καπνογόνε	=	καπνογόνος
καπνογόνες	=	καπνογόνος
καπνογόνο	noun	ειδική συσκευή που παράγει καπνό και χρησιμοποιείται από οπαδούς στα γήπεδα, από στρατό ή αστυνομία στη διάλυση διαδηλώσεων κ.λπ.
καπνογόνοι	=	καπνογόνος
καπνογόνος	adj	που παράγει καπνό
καπνογόνου	=	καπνογόνος
καπνογόνους	=	καπνογόνος
καπνογόνων	=	καπνογόνος
καπνοδοχοκαθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοδοχοκαθαριστής
καπνοδοχοκαθαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπνοδοχοκαθαριστής
καπνοδοχοκαθαριστής	noun	επαγγελματίας που καθαρίζει καπνοδόχους
καπνοδοχοκαθαριστών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοδοχοκαθαριστής
καπνοδόχε	noun	κλητική ενικού του καπνοδόχος
καπνοδόχο	noun	αιτιατική ενικού του καπνοδόχος
καπνοδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνοδόχος
καπνοδόχος	noun	αγωγός απαγωγής των αερίων της καύσης και εισδοχής του (απαραίτητου για την καύση) οξυγόνου
καπνοδόχου	noun	γενική ενικού του καπνοδόχος
καπνοδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνοδόχος
καπνοδόχων	noun	γενική πληθυντικού του καπνοδόχος
καπνοθάλαμε	noun	κλητική ενικού του καπνοθάλαμος
καπνοθάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του καπνοθάλαμος
καπνοθάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνοθάλαμος
καπνοθάλαμος	noun	ειδικός θάλαμος όπου συγκεντρώνεται ο καπνός και τα αέρια της καύσης
καπνοθάλαμου	=	καπνοθάλαμος
καπνοθάλαμους	=	καπνοθάλαμος
καπνοθήκες	=	καπνοθήκη
καπνοθήκη	noun	θήκη για καπνό
καπνοθήκης	=	καπνοθήκη
καπνοθαλάμου	noun	γενική ενικού του καπνοθάλαμος
καπνοθαλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνοθάλαμος
καπνοθαλάμων	noun	γενική πληθυντικού του καπνοθάλαμος
καπνοθηκών	=	καπνοθήκη
καπνοκαλλιέργεια	noun	καλλιέργεια καπνού
καπνοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του καπνοκαλλιέργεια
καπνοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοκαλλιέργεια
καπνοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοκαλλιέργεια
καπνοκαλλιεργητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοκαλλιεργητής
καπνοκαλλιεργητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καπνοκαλλιεργητής
καπνοκαλλιεργητής	noun	καλλιεργητής καπνού
καπνοκαλλιεργητών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοκαλλιεργητής
καπνοκοπτήρια	=	καπνοκοπτήριο
καπνοκοπτήριο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο όπου κόβονται φύλλα καπνού
καπνοκοπτήριου	=	καπνοκοπτήριο
καπνοκοπτηρίου	=	καπνοκοπτήριο
καπνοκοπτηρίων	=	καπνοκοπτήριο
καπνολογικά	=	καπνολογικός
καπνολογικέ	=	καπνολογικός
καπνολογικές	=	καπνολογικός
καπνολογική	=	καπνολογικός
καπνολογικής	=	καπνολογικός
καπνολογικοί	=	καπνολογικός
καπνολογικού	=	καπνολογικός
καπνολογικούς	=	καπνολογικός
καπνολογικό	=	καπνολογικός
καπνολογικός	adj	σχετικός με την καπνολογία / με τον καπνό
καπνολογικών	=	καπνολογικός
καπνομάγαζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνομάγαζο
καπνομάγαζο	noun	αποθήκη καπνέμπορου όπου γίνεται διαλογή φύλλων καπνού από καπνεργάτες
καπνομάγαζου	noun	γενική ενικού του καπνομάγαζο
καπνομάγαζων	noun	γενική πληθυντικού του καπνομάγαζο
καπνομίχλες	=	καπνομίχλη
καπνομίχλη	noun	η αιθαλομίχλη
καπνομίχλης	=	καπνομίχλη
καπνομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην κατεύθυνση του καπνού, καθώς και στα σχήματα που εμφανίζει
καπνομαντείας	=	καπνομαντεία
καπνομαντείες	=	καπνομαντεία
καπνομαντειών	=	καπνομαντεία
καπνομιχλών	=	καπνομίχλη
καπνοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καπνοπαραγωγός
καπνοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του καπνοπαραγωγός
καπνοπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοπαραγωγή
καπνοπαραγωγή	noun	η παραγωγή καπνού
καπνοπαραγωγής	adj	γενική ενικού του καπνοπαραγωγή
καπνοπαραγωγικά	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικέ	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικές	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγική	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικής	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικοί	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικού	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικούς	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικό	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγικός	adj	σχετικός με την καπνοπαραγωγή
καπνοπαραγωγικών	=	καπνοπαραγωγικός
καπνοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπνοπαραγωγός
καπνοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του καπνοπαραγωγός
καπνοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καπνοπαραγωγός
καπνοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του καπνοπαραγωγός
καπνοπαραγωγός	noun	που καλλιεργεί και παράγει καπνό	adj	που ευνοεί την καλλιέργεια και παράγει καπνό (σε μεγάλες ποσότητες)
καπνοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του καπνοπαραγωγός
καπνοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοπωλείο
καπνοπωλείο	noun	κατάστημα εξειδικευμένο στην πώληση προϊόντων καπνού και ειδών χρήσιμων στους καπνιστές
καπνοπωλείου	noun	γενική ενικού του καπνοπωλείο
καπνοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του καπνοπωλείο
καπνοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοπώλισσα
καπνοπωλών	=	καπνοπώλης
καπνοπώλες	=	καπνοπώλης
καπνοπώλη	=	καπνοπώλης
καπνοπώλης	noun	επαγγελματίας που ασχολείται με την πώληση προϊόντων καπνού και ειδών χρήσιμων στους καπνιστές
καπνοπώλισσα	=	καπνοπώλης
καπνοπώλισσας	noun	γενική ενικού του καπνοπώλισσα
καπνοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοπώλισσα
καπνοπῶλις	noun	η καπνοπώλισσα
καπνοσακουλών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοσακούλα
καπνοσακούλα	noun	σακούλα ή θήκη στην οποία τοποθετούμε καπνό για κάπνισμα (σε στριφτό τσιγάρο, πίπα κ.λπ.)
καπνοσακούλας	noun	γενική ενικού του καπνοσακούλα
καπνοσακούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοσακούλα
καπνοσυλλέκτες	=	καπνοσυλλέκτης
καπνοσυλλέκτη	=	καπνοσυλλέκτης
καπνοσυλλέκτης	noun	φίλτρο σε καμινάδα ή άλλο σημείο, το οποίο φιλτράρει τον καπνό ή την καπνιά
καπνοσυλλεκτών	=	καπνοσυλλέκτης
καπνοσυρίγγων	=	καπνοσύριγγα
καπνοσωλήν	noun	καπνοσωλήνας
καπνοσωλήνα	=	καπνοσωλήνας
καπνοσωλήνας	noun	σωλήνας που μεταφέρει τον καπνό μιας σόμπας η ενός καυστήρα καρολιφέρ στην ατμόσφαιρα
καπνοσωλήνες	=	καπνοσωλήνας
καπνοσωλήνων	=	καπνοσωλήνας
καπνοσύριγγα	noun	η πίπα
καπνοσύριγγας	=	καπνοσύριγγα
καπνοσύριγγες	=	καπνοσύριγγα
καπνοσῦριγξ	noun	η καπνοσύριγγα
καπνοτοπιού	=	καπνοτόπι
καπνοτοπιών	=	καπνοτόπι
καπνοτόπι	noun	τόπος κατάλληλος για καλλιέργεια καπνού ή όπου γενικά καλλιεργείται καπνός
καπνοτόπια	=	καπνοτόπι
καπνοφυτεία	noun	φυτεία καπνού, όπου καλλιεργούνται καπνά
καπνοφυτείας	noun	γενική ενικού του καπνοφυτεία
καπνοφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνοφυτεία
καπνοφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του καπνοφυτεία
καπνού	noun	γενική ενικού του καπνός
καπνούρα	noun|vulgar	πυκνά σύννεφα καπνού στην ατμόσφαιρα
καπνούρας	=	καπνούρα
καπνούρες	=	καπνούρα
καπνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπνός
καπνό	noun	αιτιατική ενικού του καπνός
καπνός	noun	μείγμα από αέρια και στερεά σωματίδια άνθρακα, το οποίο είναι αποτέλεσμα της καύσης ενός σώματος.
καπνότοπε	=	καπνότοπος
καπνότοπο	=	καπνότοπος
καπνότοποι	=	καπνότοπος
καπνότοπος	noun	άλλη μορφή του καπνοτόπι
καπνότοπου	=	καπνότοπος
καπνότοπους	=	καπνότοπος
καπνότοπων	=	καπνότοπος
καπνόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπνόφυλλο
καπνόφυλλο	noun	φύλλο του φυτού καπνός
καπνόφυλλου	noun	γενική ενικού του καπνόφυλλο
καπνόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του καπνόφυλλο
καπνών	noun	γενική πληθυντικού του καπνός
καποδιστριακά	=	καποδιστριακός
καποδιστριακέ	=	καποδιστριακός
καποδιστριακές	=	καποδιστριακός
καποδιστριακή	=	καποδιστριακός
καποδιστριακής	=	καποδιστριακός
καποδιστριακοί	=	καποδιστριακός
καποδιστριακού	=	καποδιστριακός
καποδιστριακούς	=	καποδιστριακός
καποδιστριακό	=	καποδιστριακός
καποδιστριακός	adj	σχετικός με τον Καποδίστρια ή το Σχέδιο «Καποδίστριας» στην Ελλάδα
καποδιστριακών	=	καποδιστριακός
καποιανής	=	κάποιος
καποιανού	=	κάποιος
καποιανών	=	κάποιος
καπονάτα	noun	πιάτο της Σικελικής κουζίνας με κύβους μελιτζάνας, τηγανισμένα με σάλτσα ντομάτας, σέλινο, κρεμμύδι, ελιές και κάπαρη
καπονιού	=	καπόνι
καπονιών	=	καπόνι
καποτά	=	καποτάς
καποτάδες	=	καποτάς
καποτάδων	=	καποτάς
καποτάς	noun	επαγγελματίας που φτιάχνει κάπες (καπότες)
καποτάστο	noun	εργαλείο το οποίο σφίγγεται πάνω στην ταστιέρα των έγχορδων οργάνων με σκοπό να μεταβάλλει ομοιόμορφα και προσωρινά το ενεργό μήκος των χορδών
καποτών	noun	γενική πληθυντικού του καπότα
καπουδάν	noun	πλοίαρχος
καπουλιού	=	καπούλι
καπουλιών	=	καπούλι
καπουτζή	=	καπουτζής
καπουτζήδες	=	καπουτζής
καπουτζήδων	=	καπουτζής
καπουτζής	noun	ο θυρωρός, ο φύλακας της πύλης
καπουτζοχαντάρη	=	καπουτζοχαντάρης
καπουτζοχαντάρηδες	=	καπουτζοχαντάρης
καπουτζοχαντάρηδων	=	καπουτζοχαντάρης
καπουτζοχαντάρης	noun|dated	ο εκπρόσωπος ή διαγγελέας κάποιου πασά στην Κωνσταντινούπολη
καπουτσίνε	noun	κλητική ενικού του καπουτσίνος
καπουτσίνο	noun	είδος καφέ εσπρέσο που παρασκευάζεται σε καφετιέρα, με προσθήκη ζεστού γάλατος και αφρόγαλου
καπουτσίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπουτσίνος
καπουτσίνος	noun	καθολικός μοναχός του ομώνυμου τάγματος
καπουτσίνου	noun	γενική ενικού του καπουτσίνος
καπουτσίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπουτσίνος
καπουτσίνων	noun	γενική πληθυντικού του καπουτσίνος
καπούλι	noun	τα νώτα υποζυγίου
καπούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπούλι
καπούτ	adj	που είναι αχρηστευμένος, τελειωμένος
καππαδοκικά	noun	νεοελληνική διάλεκτος, από τα μεσαιωνικά ελληνικά, που μιλιόταν στην Καππαδοκία με επιρροές από την τουρκική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καππαδοκικό, ουδέτερο του καππαδοκικός
καππαδοκικέ	=	καππαδοκικός
καππαδοκικές	=	καππαδοκικός
καππαδοκική	=	καππαδοκικός
καππαδοκικής	=	καππαδοκικός
καππαδοκικοί	=	καππαδοκικός
καππαδοκικού	=	καππαδοκικός
καππαδοκικούς	=	καππαδοκικός
καππαδοκικό	=	καππαδοκικός
καππαδοκικός	adj	ο σχετικός με την Καππαδοκία ή τους κατοίκους της
καππαδοκικότατα	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατε	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατες	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατη	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατης	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατο	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατοι	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατος	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατου	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατους	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότατων	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερα	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερε	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερες	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερη	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερης	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερο	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότεροι	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερος	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερου	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερους	=	καππαδοκικός
καππαδοκικότερων	=	καππαδοκικός
καππαδοκικών	=	καππαδοκικά
καππαριά	noun	το φυτό της κάπαρης
καππαριάς	=	καππαριά
καππαριές	=	καππαριά
καππαριών	=	καππαριά
καπρίτσα	=	καπρίτσο
καπρίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπρίτσιο
καπρίτσιο	noun	ιδιοτροπία, αξίωση ικανοποίησης περίεργων ή και παράλογων επιθυμιών
καπρίτσιου	noun	γενική ενικού του καπρίτσιο
καπρίτσιων	noun	γενική πληθυντικού του καπρίτσιο
καπρίτσο	noun	άλλη μορφή του καπρίτσιο
καπρίτσου	=	καπρίτσο
καπρίτσων	=	καπρίτσο
καπριτσιόζα	noun	θηλυκό του καπριτσιόζος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καπριτσιόζος
καπριτσιόζας	=	καπριτσιόζος
καπριτσιόζε	noun	κλητική ενικού του καπριτσιόζος
καπριτσιόζες	=	καπριτσιόζος
καπριτσιόζικα	adv	με καπριτσιόζικο τρόπο
καπριτσιόζικε	=	καπριτσιόζικος
καπριτσιόζικες	=	καπριτσιόζικος
καπριτσιόζικη	=	καπριτσιόζικος
καπριτσιόζικης	=	καπριτσιόζικος
καπριτσιόζικο	=	καπριτσιόζος
καπριτσιόζικοι	=	καπριτσιόζικος
καπριτσιόζικος	adj	που έχει σχέση με καπριτσιόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καπριτσιόζικου	=	καπριτσιόζος
καπριτσιόζικους	=	καπριτσιόζικος
καπριτσιόζικων	=	καπριτσιόζος
καπριτσιόζιο	=	καπριτσιόζος
καπριτσιόζο	noun	αιτιατική ενικού του καπριτσιόζος
καπριτσιόζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καπριτσιόζος
καπριτσιόζος	noun	που είναι καπριτσιόζος	adj	που φέρεται με καπρίτσιο, που ενεργεί κινούμενος από κάποιο καπρίτσιο
καπριτσιόζου	noun	γενική ενικού του καπριτσιόζος
καπριτσιόζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καπριτσιόζος
καπριτσιόζων	noun	γενική πληθυντικού του καπριτσιόζος
καπριτσόζος	noun|rare	άλλη προφορά του καπριτσιόζος	adj|rare	άλλη προφορά του καπριτσιόζος
καπτάν	noun	άκλιτο προτακτικό, καπετάν, καπετάνιος
καπό	noun	το μεταλλικό κάλυμμα του αμαξώματος που καλύπτει το χώρο όπου είναι τοποθετημένη η μηχανή του αυτοκινήτου
καπόνι	noun	επίμηκες ψάρι με πλατύ και μεγάλο κεφάλι (Chelidonichthys obscurus: Χελιδωνιχθύς ο σκοτεινός)
καπόνια	=	καπόνι
καπότα	noun|dated	χοντρή κάπα με κουκούλα
καπότας	noun	γενική ενικού του καπότα
καπότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπότα
καπών	noun	γενική πληθυντικού του κάπα
καρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καράς
καράβι	noun	μεγάλο ναυπήγημα, αυτοκινούμενο, με δυνατότητα μεταφοράς επιβατών ή φορτίων
καράβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράβι
καράβλακα	=	καράβλακας
καράβλακας	noun	βλάκας με περικεφαλαία, βλάκας ολκής
καράβλακες	=	καράβλακας
καράβλακων	=	καράβλακας
καράβλαχε	=	καράβλαχος
καράβλαχο	=	καράβλαχος
καράβλαχοι	=	καράβλαχος
καράβλαχος	noun	άνθρωπος άξεστος ή/και αγροίκος, ο οποίος προέρχεται από περιοχή κτηνοτρόφων
καράβλαχου	=	καράβλαχος
καράβλαχους	=	καράβλαχος
καράβλαχων	=	καράβλαχος
καράγιαλη	=	καράγιαλης
καράγιαλης	noun	βορειοδυτικός άνεμος
καράγυφτος	=	γύφτος
καράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράς
καράδων	noun	γενική πληθυντικού του καράς
καράμπα	noun	εμφάνιση με κορδέλες στα μαλλιά (Χρειάζεται τεκμηρίωση)
καράρι	noun|dated	απόφαση
καράρια	=	καράρι
καράς	noun	μαύρο άλογο
καράτε	noun	ιαπωνική πολεμική τέχνη που βασίζεται στη θέληση και τεχνικά χτυπήματα με όλα τα μέρη του σώματος
καράτι	noun	μονάδα με την οποία μετριέται η περιεκτικότητα σε καθαρό χρυσό ενός αντικειμένου που αποτελείται από κράμα χρυσού και αντιστοιχεί σε περιεκτικότητα 1 γραμμαρίου χρυσού σε 24 γραμμάρια κράματος
καράτια	=	καράτι
καράφα	noun	γυάλινο δοχείο υγρών χωρίς πώμα, με σφαιρικό σώμα, στενό λαιμό και πλατύ στόμιο
καράφας	noun	γενική ενικού του καράφα
καράφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράφα
καράφλα	noun	βλέπε λέξη φαλάκρα
καράφλας	=	καράφλα
καράφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράφλα
καράφλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καράφλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καράφλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καράφλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καρέ	noun	στιγμιότυπο από κινηματογραφική ταινία ή κινούμενα σχέδια
καρέγλα	noun|dated	άλλη μορφή του καρέκλα
καρέγλας	=	καρέγλα
καρέγλες	=	καρέγλα
καρέκλα	noun	έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη
καρέκλας	noun	γενική ενικού του καρέκλα
καρέκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρέκλα
καρένα	noun	άλλη μορφή του καρίνα
καρένας	noun	γενική ενικού του καρένα
καρένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρένα
καρέτα	noun	Caretta caretta (είδος χελώνας)
καρέτας	=	καρέτα
καρέτες	=	καρέτα
καρίκι	noun	αυλάκι σε σειρές φυτών
καρίκια	=	καρίκι
καρίκωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρικώνω
καρίκωνα	=	καρικώνω
καρίκωναν	=	καρικώνω
καρίκωνε	=	καρικώνω
καρίκωνες	=	καρικώνω
καρίκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρίκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρίκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρίκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρίνα	noun	το κατώτερο τμήμα του σκελετού ενός πλοίου ή μιας βάρκας, που εκτείνεται από την πλώρη ως την πρύμνη· αποτελείται από ένα ή από περισσότερα ξύλινα ή σιδερένια δοκάρια και λειτουργεί ως αντίβαρο για την καλύτερη ισορροπία και πλεύση του σκάφους
καρίνας	noun	γενική ενικού του καρίνα
καρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρίνα
καραβά	=	καραβάς
καραβάδες	=	καραβάς
καραβάδων	=	καραβάς
καραβάκι	noun	μικρό καράβι
καραβάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβάκι
καραβάνα	noun	η γενική ονομασία για κάθε μεταλλικό σκεύος που έχει λαβή και χρησιμοποιείται σε συσσίτια
καραβάνας	noun	γενική ενικού του καραβάνα
καραβάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβάνα
καραβάνι	noun	εμπόροι ή ταξιδιώτες οι οποίοι ταξίδευαν παλαιότερα οδικώς σαν ομάδα, κυρίως για λόγους ασφαλείας
καραβάνια	=	καραβάνι
καραβάρα	noun|vulgar	πολύ μεγάλο καράβι
καραβάρας	noun	γενική ενικού του καραβάρα
καραβάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβάρα
καραβάς	noun|vulgar	ο ναυπηγός
καραβέλα	noun	μικρό πλοίο με τρία κατάρτια και συνήθως τριγωνικά πανιά, που χρησιμοποιούνταν για υπερατλαντικά ταξίδια στην αρχή της Εποχής των Ανακαλύψεων
καραβέλας	noun	γενική ενικού του καραβέλα
καραβέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβέλα
καραβίδα	noun	μαλακόστρακο ζώο του γλυκού νερού που μοιάζει με αστακό
καραβίδας	=	καραβίδα
καραβίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβίδα
καραβίδων	=	καραβίδα
καραβίνα	noun	παρωχημένη γραφή του καραμπίνα
καραβίνας	=	καραβίνα
καραβίνες	=	καραβίνα
καραβίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραβίσιος
καραβίσιας	=	καραβίσιος
καραβίσιε	=	καραβίσιος
καραβίσιες	=	καραβίσιος
καραβίσιο	=	καραβίσιος
καραβίσιοι	=	καραβίσιος
καραβίσιος	adj	που έχει σχέση με καράβι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
καραβίσιου	=	καραβίσιος
καραβίσιους	=	καραβίσιος
καραβίσιων	=	καραβίσιος
καραβανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καραβανάς
καραβανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβανάς
καραβανάδων	noun	γενική πληθυντικού του καραβανάς
καραβανάς	noun|dated	έφεδρος στρατιώτης ή υπαξιωματικός που παρέμεινε σαν μόνιμος στο στράτευμα
καραβανιού	=	καραβάνι
καραβανιών	=	καραβάνι
καραβανσαράγια	=	καραβανσαράι
καραβανσαράι	noun	άλλη μορφή του καραβανσεράι
καραβανσαραγιού	=	καραβανσαράι
καραβανσαραγιών	=	καραβανσαράι
καραβανσεράγια	=	καραβανσεράι
καραβανσεράι	noun	πανδοχείο στο οποίο σταματούσαν οι έμποροι των καραβανιών για ξεκούραση και ασφάλεια
καραβανσεραγιού	=	καραβανσεράι
καραβανσεραγιών	=	καραβανσεράι
καραβανών	noun	γενική πληθυντικού του καραβάνα
καραβελών	noun	γενική πληθυντικού του καραβέλα
καραβιά	noun	αόριστη ποσότητα πραγμάτων ή ατόμων που θεωρητικά χωράει σε ένα, αορίστου μεγέθους, καράβι
καραβιάς	noun	γενική ενικού του καραβιά
καραβιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβιά
καραβινοφόρε	=	καραβινοφόρος
καραβινοφόρο	=	καραβινοφόρος
καραβινοφόροι	=	καραβινοφόρος
καραβινοφόρος	noun|dated	ο καραμπινιέρος
καραβινοφόρου	=	καραβινοφόρος
καραβινοφόρους	=	καραβινοφόρος
καραβινοφόρων	=	καραβινοφόρος
καραβινών	=	καραβίνα
καραβιού	noun	γενική ενικού του καράβι
καραβιών	=	καράβι
καραβιώτικα	=	καραβιώτικος
καραβιώτικε	=	καραβιώτικος
καραβιώτικες	=	καραβιώτικος
καραβιώτικη	=	καραβιώτικος
καραβιώτικης	=	καραβιώτικος
καραβιώτικο	=	καραβιώτικος
καραβιώτικοι	=	καραβιώτικος
καραβιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Καραβάς ή τους κατοίκους του
καραβιώτικου	=	καραβιώτικος
καραβιώτικους	=	καραβιώτικος
καραβιώτικων	=	καραβιώτικος
καραβλάχου	=	καράβλαχος
καραβλάχους	=	καράβλαχος
καραβλάχων	=	καράβλαχος
καραβοκυραίοι	=	καραβοκύρης
καραβοκυραίους	=	καραβοκύρης
καραβοκυραίων	=	καραβοκύρης
καραβοκυρισσών	noun	γενική πληθυντικού του καραβοκύρισσα
καραβοκύρη	=	καραβοκύρης
καραβοκύρηδες	=	καραβοκύρης
καραβοκύρηδων	=	καραβοκύρης
καραβοκύρης	noun	ο πλοιοκτήτης, ή ο συμπλοιοκτήτης με το μεγαλύτερο μέρισμα
καραβοκύρισσα	=	καραβοκύρης
καραβοκύρισσας	noun	γενική ενικού του καραβοκύρισσα
καραβοκύρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβοκύρισσα
καραβολίδα	noun|slang	πολύ δυνατή μπαλιά
καραβολίδας	=	καραβολίδα
καραβολίδες	=	καραβολίδα
καραβολιδών	=	καραβολίδα
καραβομαραγκέ	noun	κλητική ενικού του καραβομαραγκός
καραβομαραγκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραβομαραγκός
καραβομαραγκού	noun	γενική ενικού του καραβομαραγκός
καραβομαραγκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καραβομαραγκός
καραβομαραγκό	noun	αιτιατική ενικού του καραβομαραγκός
καραβομαραγκός	noun	μαραγκός που δουλεύει σε ναυπηγείο
καραβομαραγκών	noun	γενική πληθυντικού του καραβομαραγκός
καραβοστάσι	noun|vulgar	λιμάνι, αγκυροβόλι
καραβοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβοστάσι
καραβοτσάκισμα	noun	το τσάκισμα ενός πλοίου (σε βράχια), η συντριβή του
καραβοτσακίζεσαι	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίζεστε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίζεται	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίζομαι	verb	πέφτω σε βράχια και τσακίζομαι
καραβοτσακίζονται	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίζονταν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβοτσάκισμα
καραβοτσακίσματος	noun	γενική ενικού του καραβοτσάκισμα
καραβοτσακίσου	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίστηκα	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίστηκαν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίστηκε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακίστηκες	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόμασταν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόμαστε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόμουν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόμουνα	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόντουσαν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόσασταν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόσαστε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόσουν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόσουνα	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζόταν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιζότανε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καραβοτσάκισμα
καραβοτσακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβοτσακισμένο
καραβοτσακισμένε	verb	κλητική ενικού του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβοτσακισμένη
καραβοτσακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακισμένης	verb	γενική ενικού του καραβοτσακισμένη
καραβοτσακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακισμένος	verb	που έχει συνδεθεί με ναυάγιο πλοίου ή γενικά που έχει ταλαιπωρηθεί πολυ στη θάλασσα (καράβι, καϊκι, αλλά και άνθρωπος, όπως ένας ψαράς ή κυρίως ένας ναυτικός)
καραβοτσακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καραβοτσακισμένος
καραβοτσακιστήκαμε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιστήκαν	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιστήκανε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιστήκατε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιστεί	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοτσακιστείτε	=	καραβοτσακίζομαι
καραβοφάναρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβοφάναρο
καραβοφάναρο	noun	πλωτός φάρος, πλοίο που αγκυροβολεί σε ειδικά σημεία φέροντας στο κατάστρωμα φάρο
καραβοφάναρου	noun	γενική ενικού του καραβοφάναρο
καραβοφάναρων	noun	γενική πληθυντικού του καραβοφάναρο
καραβόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβόπανο
καραβόπανο	noun	το πανί ιστιοφόρου πλοίου
καραβόπανου	noun	γενική ενικού του καραβόπανο
καραβόπανων	noun	γενική πληθυντικού του καραβόπανο
καραβόσκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβόσκαρο
καραβόσκαρο	noun	μεγάλο καΐκι με δύο άλμπουρα, δικάταρτο
καραβόσκαρου	noun	γενική ενικού του καραβόσκαρο
καραβόσκαρων	noun	γενική πληθυντικού του καραβόσκαρο
καραβόσκοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβόσκοινο
καραβόσκοινο	noun	σκοινί μεγάλης αντοχής που χρησιμοποιείται στα καράβια
καραβόσκοινου	noun	γενική ενικού του καραβόσκοινο
καραβόσκοινων	noun	γενική πληθυντικού του καραβόσκοινο
καραβόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβόσκυλο
καραβόσκυλε	=	καραβόσκυλος
καραβόσκυλο	=	καραβόσκυλος
καραβόσκυλοι	=	καραβόσκυλος
καραβόσκυλος	noun	σκύλος που ζει σε καράβι
καραβόσκυλου	noun	γενική ενικού του καραβόσκυλο
καραβόσκυλους	=	καραβόσκυλος
καραβόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του καραβόσκυλο
καραβόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραβόσχοινο
καραβόσχοινο	noun	σχοινί που χρησιμοποιείται σε πλοίο, ή καράβι
καραβόσχοινου	noun	γενική ενικού του καραβόσχοινο
καραβόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του καραβόσχοινο
καραγάτσι	noun	η φτελιά
καραγάτσια	=	καραγάτσι
καραγενάνες	=	καραγενάνη
καραγενάνη	noun	φυσικό πηκτικό και σταθεροποιητικό πρόσθετο τροφίμων, που προέρχεται από κόκκινα φύκια και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων για τη βελτίωση της υφής και της σταθερότητας προϊόντων όπως γαλακτοκομικά, αλλαντικά και ζελέ
καραγενάνης	=	καραγενάνη
καραγενανών	=	καραγενάνη
καραγιάληδες	=	καράγιαλης
καραγιάληδων	=	καράγιαλης
καραγιαπί	noun|vulgar	ημιτελές γιαπί
καραγιαπιά	=	καραγιαπί
καραγιαπιού	=	καραγιαπί
καραγιαπιών	=	καραγιαπί
καραγκέι	noun	ο εμφανώς ομοφυλόφιλος
καραγκιοζιλίκι	noun|vulgar	φαιδρή συμπεριφορά που οδηγεί σε (αυτο)γελοιοποίηση, παρόμοια με αυτή του Καραγκιόζη στην παράσταση σκιών
καραγκιοζιλίκια	=	καραγκιοζιλίκι
καραγκιοζλίκι	noun|vulgar	άλλη μορφή του καραγκιοζιλίκι
καραγκιοζλίκια	=	καραγκιοζλίκι
καραγκιοζοπαίκτες	=	καραγκιοζοπαίκτης
καραγκιοζοπαίκτη	=	καραγκιοζοπαίκτης
καραγκιοζοπαίκτης	noun	καλλιτέχνης που παίζει θέατρο σκιών
καραγκιοζοπαίχτες	=	καραγκιοζοπαίχτης
καραγκιοζοπαίχτη	=	καραγκιοζοπαίχτης
καραγκιοζοπαίχτης	noun	αυτός που παίζει παράσταση του θεάτρου σκιών Καραγκιόζη
καραγκιοζοπαικτών	=	καραγκιοζοπαίκτης
καραγκιοζοπαιχτών	=	καραγκιοζοπαίχτης
καραγκιουλέ	=	καραγκιουλές
καραγκιουλέδες	=	καραγκιουλές
καραγκιουλέδων	=	καραγκιουλές
καραγκιουλές	noun	μαύρο τριαντάφυλλο
καραγκιόζη	=	καραγκιόζης
καραγκιόζηδες	=	καραγκιόζης
καραγκιόζηδων	=	καραγκιόζης
καραγκιόζης	noun	άνθρωπος γελοίος στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά
καραγκιόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραγκιόζικο
καραγκιόζικε	adj	κλητική ενικού του καραγκιόζικος
καραγκιόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραγκιόζικη
καραγκιόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραγκιόζικος
καραγκιόζικης	adj	γενική ενικού του καραγκιόζικη
καραγκιόζικο	adj	αιτιατική ενικού του καραγκιόζικος
καραγκιόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραγκιόζικος
καραγκιόζικος	adj	που έχει σχέση με τον Καραγκιόζη ή τον καραγκιόζη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καραγκιόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καραγκιόζικος
καραγκιόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καραγκιόζικος
καραγκιόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καραγκιόζικος
καραγκουνισσών	noun	γενική πληθυντικού του καραγκούνισσα
καραγκούνα	noun	Καραγκούνα & θηλυκό του καραγκούνης
καραγκούνας	noun	γενική ενικού του καραγκούνα
καραγκούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραγκούνα
καραγκούνη	=	καραγκούνης
καραγκούνηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραγκούνης
καραγκούνηδων	noun	γενική πληθυντικού του καραγκούνης
καραγκούνης	noun	ο Καραγκούνης
καραγκούνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καραγκούνικος	adv	με τον τρόπο των καραγκούνηδων
καραγκούνικε	adj	κλητική ενικού του καραγκούνικος
καραγκούνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραγκούνικη
καραγκούνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραγκούνικος
καραγκούνικης	adj	γενική ενικού του καραγκούνικη
καραγκούνικο	adj	αιτιατική ενικού του καραγκούνικος
καραγκούνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραγκούνικος
καραγκούνικος	adj	που έχει σχέση με τους καραγκούνηδες, ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς
καραγκούνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καραγκούνικος
καραγκούνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καραγκούνικος
καραγκούνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καραγκούνικος
καραγκούνισσα	noun	άλλη μορφή του καραγκούνα, θηλυκό του καραγκούνης
καραγκούνισσας	noun	γενική ενικού του καραγκούνισσα
καραγκούνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραγκούνισσα
καραγωγέα	=	καραγωγέας
καραγωγέας	noun	οδηγός κάρου
καραγωγέων	=	καραγωγέας
καραγωγείς	=	καραγωγέας
καραδοκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδοκώ	verb	περιμένω να βρω την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ ή να δράσω
καραδόκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδόκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδόκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραδόκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραδοκώ
καραζιλή	=	καραζιλής
καραζιλήδες	=	καραζιλής
καραζιλήδων	=	καραζιλής
καραζιλής	noun	μνησίκακος
καρακάντζολε	=	καρακάντζολος
καρακάντζολο	=	καρακάντζολος
καρακάντζολοι	=	καρακάντζολος
καρακάντζολος	noun	άλλη μορφή του καλικάντζαρος
καρακάντζολου	=	καρακάντζολος
καρακάντζολους	=	καρακάντζολος
καρακάντζολων	=	καρακάντζολος
καρακάξα	noun	πουλί του είδους Pica pica της οικογένειας των Κορακιδών, με άσχημη φωνή αλλά εξαιρετική ευφυία.
καρακάξας	noun	γενική ενικού του καρακάξα
καρακάξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρακάξα
καρακαηδόνα	noun|vulgar	πολυλογού, ανόητη γυναίκα που γίνεται και ενοχλητική
καρακαηδόνας	=	καρακαηδόνα
καρακαηδόνες	=	καρακαηδόνα
καρακαηδόνων	=	καρακαηδόνα
καρακαμπίλα	noun|dated	η απεραντοσύνη του κάμπου
καρακαμπίλας	=	καρακαμπίλα
καρακαμπίλες	=	καρακαμπίλα
καρακαξών	noun	γενική πληθυντικού του καρακάξα
καρακατσάνοι	noun	άλλη μορφή του Σαρακατσάνοι
καρακουλίζω	verb	φρουρώ
καρακουχιού	=	καρακούχι
καρακουχιών	=	καρακούχι
καρακούχι	noun	ζωονόσος
καρακούχια	=	καρακούχι
καρακόλι	noun|slang	στρατονόμος
καρακόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρακόλι
καραμέλα	noun	μικρό στερό σκληρό γλύκισμα διαφόρων γεύσεων και αρωμάτων που λειώνει στο στόμα
καραμέλας	noun	γενική ενικού του καραμέλα
καραμέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμέλα
καραμέλιαζα	=	καραμελιάζω
καραμέλιαζαν	=	καραμελιάζω
καραμέλιαζε	=	καραμελιάζω
καραμέλιαζες	=	καραμελιάζω
καραμέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμέλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καραμελιάζω
καραμέλλα	noun	μη απλοποιημένη γραφή του καραμέλα
καραμέλλας	=	καραμέλλα
καραμέλλες	=	καραμέλλα
καραμέλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καραμελώνω
καραμέλωσα	=	καραμελώνω
καραμέλωση	noun	η διαδικασία διάσπασης της ζάχαρης και μετατροπής της σε καραμέλα
καραμέλωσης	=	καραμέλωση
καραμανλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμανλικό
καραμανλικέ	adj	κλητική ενικού του καραμανλικός
καραμανλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμανλική
καραμανλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραμανλικός
καραμανλικής	adj	γενική ενικού του καραμανλική
καραμανλικιά	=	καραμανλικός
καραμανλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραμανλικός
καραμανλικού	adj	γενική ενικού του καραμανλικός
καραμανλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καραμανλικός
καραμανλικό	adj	αιτιατική ενικού του καραμανλικός
καραμανλικός	adj	σχετικά με τον Καραμανλή
καραμανλικών	adj	γενική πληθυντικού του καραμανλικός
καραμελάδικα	=	καραμελάδικο
καραμελάδικο	noun	το εργαστήριο όπου παρασκευάζονται καραμέλες και διάφορα άλλα ζαχαρωτά ή το κατάστημα που τα πουλάει
καραμελάδικου	=	καραμελάδικο
καραμελάδικων	=	καραμελάδικο
καραμελένια	=	καραμελένιος
καραμελένιας	=	καραμελένιος
καραμελένιε	=	καραμελένιος
καραμελένιες	=	καραμελένιος
καραμελένιο	=	καραμελένιος
καραμελένιοι	=	καραμελένιος
καραμελένιος	adj	που είναι σαν καραμέλα
καραμελένιου	=	καραμελένιος
καραμελένιους	=	καραμελένιος
καραμελένιων	=	καραμελένιος
καραμελίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμελίτσα
καραμελιάζαμε	=	καραμελιάζω
καραμελιάζαν	=	καραμελιάζω
καραμελιάζανε	=	καραμελιάζω
καραμελιάζατε	=	καραμελιάζω
καραμελιάζει	=	καραμελιάζω
καραμελιάζεις	=	καραμελιάζω
καραμελιάζετε	=	καραμελιάζω
καραμελιάζοντας	=	καραμελιάζω
καραμελιάζουμε	=	καραμελιάζω
καραμελιάζουν	=	καραμελιάζω
καραμελιάζουνε	=	καραμελιάζω
καραμελιάζω	verb	γίνομαι σαν καραμέλα καθώς πήζω (για σιρόπι κ.ά.)
καραμελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσαν	=	καραμελιάζω
καραμελιάσανε	=	καραμελιάζω
καραμελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσματα	=	καραμέλιασμα
καραμελιάσματος	=	καραμέλιασμα
καραμελιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιασμάτων	=	καραμέλιασμα
καραμελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμελιασμένο
καραμελιασμένε	verb	κλητική ενικού του καραμελιασμένος
καραμελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμελιασμένη
καραμελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραμελιασμένος
καραμελιασμένης	verb	γενική ενικού του καραμελιασμένη
καραμελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καραμελιασμένος
καραμελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραμελιασμένος
καραμελιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καραμελιάζω
καραμελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καραμελιασμένος
καραμελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καραμελιασμένος
καραμελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καραμελιασμένος
καραμελλών	=	καραμέλλα
καραμελοχρωμάτων	=	καραμελόχρωμα
καραμελοχρώματα	=	καραμελόχρωμα
καραμελοχρώματος	=	καραμελόχρωμα
καραμελωμάτων	=	καραμέλωμα
καραμελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμελωμένο
καραμελωμένε	verb	κλητική ενικού του καραμελωμένος
καραμελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμελωμένη
καραμελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραμελωμένος
καραμελωμένης	verb	γενική ενικού του καραμελωμένη
καραμελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καραμελωμένος
καραμελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραμελωμένος
καραμελωμένος	verb	που έχει καραμελωθεί
καραμελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καραμελωμένος
καραμελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καραμελωμένος
καραμελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καραμελωμένος
καραμελόχρωμα	noun	γενική ονομασία για κάθε συνθετική ή φυσική ουσία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χρωματισμό τροφίμων και ιδιαίτερα των γλυκών
καραμελώματα	=	καραμέλωμα
καραμελώματος	=	καραμέλωμα
καραμελών	noun	γενική πληθυντικού του καραμέλα
καραμελώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καραμελώνω
καραμελώνω	verb	διασπώ τη ζάχαρη και τη μετατρέπω σε καραμέλα
καραμελώσεις	=	καραμέλωση
καραμελώσεων	=	καραμέλωση
καραμηλωτές	=	καραμηλωτή
καραμηλωτή	noun|dated	είδος υφαντού (κουβέρτα, χαλί κ.λπ.) με γεωμετρικά (ή άλλα) σχέδια
καραμηλωτής	=	καραμηλωτή
καραμηλωτών	=	καραμηλωτή
καραμουζών	noun	γενική πληθυντικού του καραμούζα
καραμουσάλι	noun	είδος πλοίου
καραμουσάλια	=	καραμουσάλι
καραμουσαλιού	=	καραμουσάλι
καραμουσαλιών	=	καραμουσάλι
καραμούζα	noun	πνευστό όργανο που μοιάζει με μικρή τρομπέτα με οξύ και διαπεραστικό ήχο.
καραμούζας	noun	γενική ενικού του καραμούζα
καραμούζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμούζα
καραμπάσι	noun	είδος λεβάντας (Lavandula stoehas)
καραμπάσια	=	καραμπάσι
καραμπίνα	noun	ελαφρό πυροβόλο όπλο με κοντάκι και μία κοντή κάννη, βραχύκαννο φορητό όπλο
καραμπίνας	noun	γενική ενικού του καραμπίνα
καραμπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμπίνα
καραμπασιού	=	καραμπάσι
καραμπασιών	=	καραμπάσι
καραμπινάτα	=	καραμπινάτος
καραμπινάτε	=	καραμπινάτος
καραμπινάτες	=	καραμπινάτος
καραμπινάτη	=	καραμπινάτος
καραμπινάτης	=	καραμπινάτος
καραμπινάτο	=	καραμπινάτος
καραμπινάτοι	=	καραμπινάτος
καραμπινάτος	adj	που δεν αμφισβητείται από τον λέγοντα (ή γράφοντα)
καραμπινάτου	=	καραμπινάτος
καραμπινάτους	=	καραμπινάτος
καραμπινάτων	=	καραμπινάτος
καραμπινιέρε	noun	κλητική ενικού του καραμπινιέρος
καραμπινιέρο	noun	αιτιατική ενικού του καραμπινιέρος
καραμπινιέροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραμπινιέρος
καραμπινιέρος	noun	Ιταλός χωροφύλακας
καραμπινιέρου	noun	γενική ενικού του καραμπινιέρος
καραμπινιέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καραμπινιέρος
καραμπινιέρων	noun	γενική πληθυντικού του καραμπινιέρος
καραμπινιερία	noun	ιταλική χωροφυλακή, αστυνομία με στρατιωτικό χαρακτήρα
καραμπινιερίας	noun	γενική ενικού του καραμπινιερία
καραμπινιερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμπινιερία
καραμπινιεριών	noun	γενική πληθυντικού του καραμπινιερία
καραμπινών	noun	γενική πληθυντικού του καραμπίνα
καραμπλουζουκλού	=	καραμπουζουκλής
καραμπογιά	noun	θειικό υποξείδιο του σιδήρου, που χρησιμοποιείται για να βάψουμε κάτι μαύρο
καραμπογιάς	noun	γενική ενικού του καραμπογιά
καραμπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμπογιά
καραμπογιών	=	καραμπογιά
καραμπουζουκλή	=	καραμπουζουκλής
καραμπουζουκλήδες	=	καραμπουζουκλής
καραμπουζουκλήδων	=	καραμπουζουκλής
καραμπουζουκλής	noun	φιλική προσφώνηση με θετικές ή ειρωνικές συνδηλώσεις (όπως μάγκας, τσίφτης)
καραμπουτζέ	=	καραμπουτζές
καραμπουτζέδες	=	καραμπουτζές
καραμπουτζέδων	=	καραμπουτζές
καραμπουτζές	noun	σταφίδα τελευταίας διαλογής
καραμπόλα	noun	η σύγκρουση πολλών οχημάτων με το ένα να προσκρούει πάνω το άλλο
καραμπόλας	noun	γενική ενικού του καραμπόλα
καραμπόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραμπόλα
καραντί	noun|dated	θαλασσοταραχή που επενεργεί ακόμα και μετά την κατάπαυση του ανέμου
καραντίνα	noun	περιορισμός για κάποιο χρονικό διάστημα και εξέταση όσων ανθρώπων (ή ζώων ή εμπορευμάτων) έρχονταν από περιοχές που είχαν εξαπλωθεί μολυσματικές ασθένειες
καραντίνας	noun	γενική ενικού του καραντίνα
καραντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραντίνα
καραντεμίρη	=	καραντεμίρης
καραντεμίρηδες	=	καραντεμίρης
καραντεμίρηδων	=	καραντεμίρης
καραντεμίρης	adj	μαύρος σαν σίδερο, γερός σαν σίδερο
καραντιά	=	καραντί
καραντιού	=	καραντί
καραντιών	=	καραντί
καραντουζένι	noun	μαύρο ντουζένι
καραντουζένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραντουζένι
καραντουζενιού	=	καραντουζένι
καραντουζενιών	=	καραντουζένι
καραουλιού	=	καραούλι
καραουλιών	=	καραούλι
καραούλι	noun	η φρουρά
καραούλια	=	καραούλι
καραπουτάνα	noun	επιτατικό της έννοιας πουτάνα
καραπουτάνας	noun	γενική ενικού του καραπουτάνα
καραπουτάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραπουτάνα
καραπουτανάρα	noun	μεγεθυντικό του καραπουτάνα
καραπουτανάρας	noun	γενική ενικού του καραπουτανάρα
καραπουτανάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραπουτανάρα
καραπουτσακλάρα	noun|vulgar	στην έκφραση στην καραπουτσακλάρα μου: δηλώνει αδιαφορία
καραπουτσακλάρας	=	καραπουτσακλάρα
καραπουτσακλάρες	=	καραπουτσακλάρα
καραπουτσαριά	=	καραπουτσαριό
καραπουτσαριού	=	καραπουτσαριό
καραπουτσαριό	noun	ιδιαίτερα κακό, ανοργάνωτο περιβάλλον
καραπουτσαριών	=	καραπουτσαριό
καραπούτανε	=	καραπούτανος
καραπούτανο	=	καραπούτανος
καραπούτανοι	=	καραπούτανος
καραπούτανος	noun	αναφορά σε πουτάνα (πόρνη)
καραπούτανου	=	καραπούτανος
καραπούτανους	=	καραπούτανος
καραπούτανων	=	καραπούτανος
καραριού	=	καράρι
καραριών	=	καράρι
καραρουφιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραρουφιάνος
καρασεβντά	=	καρασεβντάς
καρασεβντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρασεβντάς
καρασεβντάδων	=	καρασεβντάς
καρασεβντάς	noun	μεγάλος σεβντάς
καραστημένος	verb|figurative	που είναι σε όλη του την έκταση στημένος, σικέ, προσυμφωνημένος
καρατάρισα	=	καρατάρω
καρατάρω	verb|dated	υπολογίζω κατ' εκτίμηση, κατ' αναλογία, λογαριάζω
καρατέκα	noun	ο αθλητής του καράτε
καρατίου	=	καράτι
καρατίων	=	καράτι
καρατερίστα	noun	θηλυκό του καρατερίστας
καρατερίστας	noun	ηθοποιός που εμφανίζεται κυρίως σε ρόλους με συγκεκριμένο χαρακτήρα για τύπους όπως μεθύστακας, αγαθός, κακός, αριστοκράτης, βλάκας κλπ.
καρατερίστες	=	καρατερίστας
καρατεριστών	=	καρατερίστας
καρατζά	=	καρατζάς
καρατζάδες	=	καρατζάς
καρατζάδων	=	καρατζάς
καρατζάς	noun	είδος αγριοκάτσικου μαύρου χρώματος
καρατζοβίτικα	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικε	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικες	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικη	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικης	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικο	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικοι	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικος	adj	ο σχετικός με την Καρατζόβα ή τους κατοίκους της
καρατζοβίτικου	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικους	=	καρατζοβίτικος
καρατζοβίτικων	=	καρατζοβίτικος
καρατζόβα	=	καρατζόβας
καρατζόβας	noun	χωρίς καλούς ή λεπτούς τρόπους, χωριάτης, βλάχος, άξεστος
καρατζόβες	=	καρατζόβας
καρατιού	=	καράτι
καρατιών	=	καράτι
καρατμήσεις	=	καρατόμηση
καρατμήσεων	=	καρατόμηση
καρατομήθηκα	=	καρατομώ
καρατομήθηκαν	=	καρατομώ
καρατομήθηκε	=	καρατομώ
καρατομήθηκες	=	καρατομώ
καρατομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσαν	=	καρατομώ
καρατομήσανε	=	καρατομώ
καρατομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρατόμηση
καρατομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καρατόμηση
καρατομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καρατόμηση
καρατομήσου	=	καρατομώ
καρατομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσουνε	=	καρατομώ
καρατομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατομεί	=	καρατομώ
καρατομείς	=	καρατομώ
καρατομείσαι	=	καρατομώ
καρατομείστε	=	καρατομώ
καρατομείται	=	καρατομώ
καρατομείτε	=	καρατομώ
καρατομείτο	=	καρατομώ
καρατομηθήκαμε	=	καρατομώ
καρατομηθήκαν	=	καρατομώ
καρατομηθήκανε	=	καρατομώ
καρατομηθήκατε	=	καρατομώ
καρατομηθεί	=	καρατομώ
καρατομηθείς	=	καρατομώ
καρατομηθείτε	=	καρατομώ
καρατομηθούμε	=	καρατομώ
καρατομηθούν	=	καρατομώ
καρατομηθούνε	=	καρατομώ
καρατομηθώ	=	καρατομώ
καρατομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρατομημένο
καρατομημένε	verb	κλητική ενικού του καρατομημένος
καρατομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρατομημένη
καρατομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρατομημένος
καρατομημένης	verb	γενική ενικού του καρατομημένη
καρατομημένο	verb	αιτιατική ενικού του καρατομημένος
καρατομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρατομημένος
καρατομημένος	verb	αποκεφαλισμένος
καρατομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρατομημένος
καρατομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρατομημένος
καρατομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρατομημένος
καρατομούμαι	=	καρατομώ
καρατομούμασταν	=	καρατομώ
καρατομούμαστε	=	καρατομώ
καρατομούμε	=	καρατομώ
καρατομούμενος	=	καρατομώ
καρατομούμουν	=	καρατομώ
καρατομούμουνα	=	καρατομώ
καρατομούν	=	καρατομώ
καρατομούνε	=	καρατομώ
καρατομούνται	=	καρατομώ
καρατομούνταν	=	καρατομώ
καρατομούντο	=	καρατομώ
καρατομούσα	=	καρατομώ
καρατομούσαμε	=	καρατομώ
καρατομούσαν	=	καρατομώ
καρατομούσανε	=	καρατομώ
καρατομούσασταν	=	καρατομώ
καρατομούσαστε	=	καρατομώ
καρατομούσατε	=	καρατομώ
καρατομούσε	=	καρατομώ
καρατομούσες	=	καρατομώ
καρατομούσουν	=	καρατομώ
καρατομούσουνα	=	καρατομώ
καρατομώ	verb	αποκόπτω το κεφάλι, αποκεφαλίζω κάποιον
καρατομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καρατομώ
καρατσεκάρω	=	τσεκάρω
καρατσεκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρατσεκαρισμένο
καρατσεκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καρατσεκαρισμένος
καρατσεκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρατσεκαρισμένη
καρατσεκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρατσεκαρισμένος
καρατσεκαρισμένης	verb	γενική ενικού του καρατσεκαρισμένη
καρατσεκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρατσεκαρισμένος
καρατσεκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρατσεκαρισμένος
καρατσεκαρισμένος	verb	επιτατικό του διασταυρωμένος: που είναι από πολλές πλευρές και με πολλούς τρόπους τσεκαρισμένος· που έχει ελεγχθεί με προσοχή (επισταμένα) ως προς την αλήθεια ή την ισχύ του
καρατσεκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρατσεκαρισμένος
καρατσεκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρατσεκαρισμένος
καρατσεκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρατσεκαρισμένος
καρατόμει	=	καρατομώ
καρατόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρατομώ
καρατόμηση	noun|formal	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του καρατομώ
καρατόμησης	noun	γενική ενικού του καρατόμηση
καραφάκι	noun	η μικρή καράφα
καραφάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραφάκι
καραφατμέ	=	καραφατουμές
καραφατουμέ	=	καραφατουμές
καραφατουμέδες	=	καραφατουμές
καραφατουμέδων	=	καραφατουμές
καραφατουμές	noun	σκουλήκι που τρώει τις ρίζες των κηπευτικών
καραφλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καραφλός
καραφλέ	adj	κλητική ενικού του καραφλός
καραφλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραφλή
καραφλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραφλός
καραφλής	adj	γενική ενικού του καραφλή
καραφλιάζω	verb	αποκτώ φαλάκρα
καραφλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καράφλιασμα
καραφλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καραφλιάζω
καραφλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραφλός
καραφλού	adj	γενική ενικού του καραφλός
καραφλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καραφλός
καραφλό	adj	αιτιατική ενικού του καραφλός
καραφλός	adj	άλλη μορφή του φαλακρός
καραφλών	adj	γενική πληθυντικού του καραφλός	noun	γενική πληθυντικού του καράφλα
καραφών	noun	γενική πληθυντικού του καράφα
καραϊβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραϊβικό
καραϊβικέ	adj	κλητική ενικού του καραϊβικός
καραϊβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καραϊβική
καραϊβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καραϊβικός
καραϊβικής	adj	γενική ενικού του καραϊβική
καραϊβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καραϊβικός
καραϊβικού	adj	γενική ενικού του καραϊβικός
καραϊβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καραϊβικός
καραϊβικό	adj	αιτιατική ενικού του καραϊβικός
καραϊβικός	adj	σχετικός με την Καραϊβική
καραϊβικών	adj	γενική πληθυντικού του καραϊβικός
καραόκε	noun	μορφή διασκέδασης, αρχικά από την Ιαπωνία, στην οποία παίζονται ηχογραφήσεις τραγουδιών χωρίς την φωνή του τραγουδιστή, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να τραγουδούν οι ίδιοι τους στίχους του τραγουδιού
καρβέλι	noun	ψωμί στρογγυλού σχήματος
καρβέλια	=	καρβέλι
καρβίδια	=	καρβίδιο
καρβίδιο	noun	χημική ένωση του άνθρακα με μέταλλο ή άλλο στοιχείο, συνήθως σκληρή και ανθεκτική στη θερμότητα
καρβίδιου	=	καρβίδιο
καρβίδιων	=	καρβίδιο
καρβαχολών	=	καρβαχόλη
καρβαχόλες	=	καρβαχόλη
καρβαχόλη	noun	συνθετική φαρμακευτική ουσία με ισχυρή χολινεργική δράση, η οποία —λειτουργώντας ως διεγέρτης του παρασυμπαθητικού συστήματος— αξιοποιείται στην οφθαλμολογία για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και την πρόκληση μύσης
καρβαχόλης	=	καρβαχόλη
καρβελάκι	noun	υποκοριστικό του καρβέλι
καρβελάκια	=	καρβελάκι
καρβελιού	=	καρβέλι
καρβελιών	=	καρβέλι
καρβιδίου	=	καρβίδιο
καρβιδίων	=	καρβίδιο
καρβονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβονικό
καρβονικέ	adj	κλητική ενικού του καρβονικός
καρβονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβονική
καρβονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρβονικός
καρβονικής	adj	γενική ενικού του καρβονική
καρβονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρβονικός
καρβονικού	adj	γενική ενικού του καρβονικός
καρβονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρβονικός
καρβονικό	adj	αιτιατική ενικού του καρβονικός
καρβονικόν	=	καρβονικό
καρβονικών	adj	γενική πληθυντικού του καρβονικός
καρβουνά	=	καρβουνάς
καρβουνάδες	=	καρβουνάς
καρβουνάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουνάδικο
καρβουνάδικο	noun	κατάστημα που πουλάει κάρβουνο
καρβουνάδικου	noun	γενική ενικού του καρβουνάδικο
καρβουνάδικων	noun	γενική πληθυντικού του καρβουνάδικο
καρβουνάδων	=	καρβουνάς
καρβουνάκι	noun	υποκοριστικό για το κάρβουνο
καρβουνάκια	=	καρβουνάκι
καρβουνάς	noun|dated	ο παρασκευαστής η πωλητής κάρβουνου
καρβουνέμπορε	noun	κλητική ενικού του καρβουνέμπορος
καρβουνέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του καρβουνέμπορος
καρβουνέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρβουνέμπορος
καρβουνέμπορος	noun	έμπορος μεγάλων ποσοτήτων κάρβουνου
καρβουνέμπορου	=	καρβουνέμπορος
καρβουνέμπορους	=	καρβουνέμπορος
καρβουνέμπορων	=	καρβουνέμπορος
καρβουνίζαμε	=	καρβουνίζω
καρβουνίζαν	=	καρβουνίζω
καρβουνίζανε	=	καρβουνίζω
καρβουνίζατε	=	καρβουνίζω
καρβουνίζει	=	καρβουνίζω
καρβουνίζεις	=	καρβουνίζω
καρβουνίζετε	=	καρβουνίζω
καρβουνίζοντας	=	καρβουνίζω
καρβουνίζουμε	=	καρβουνίζω
καρβουνίζουν	=	καρβουνίζω
καρβουνίζουνε	=	καρβουνίζω
καρβουνίζω	verb	άλλη μορφή του καρβουνιάζω
καρβουνίσαμε	=	καρβουνίζω
καρβουνίσαν	=	καρβουνίζω
καρβουνίσανε	=	καρβουνίζω
καρβουνίσατε	=	καρβουνίζω
καρβουνίσει	=	καρβουνίζω
καρβουνίσματα	=	καρβούνισμα
καρβουνίσματος	=	καρβούνισμα
καρβουνίστε	=	καρβουνίζω
καρβουναποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουναποθήκη
καρβουναποθήκη	noun	αποθήκη φύλαξης κάρβουνων
καρβουναποθήκης	=	καρβουναποθήκη
καρβουναποθηκών	=	καρβουναποθήκη
καρβουναριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουναριό
καρβουναριού	noun	γενική ενικού του καρβουναριό
καρβουναριό	noun	αποθήκη για κάρβουνα
καρβουναριών	noun	γενική πληθυντικού του καρβουναριό
καρβουνεμπόρου	noun	γενική ενικού του καρβουνέμπορος
καρβουνεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρβουνέμπορος
καρβουνεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του καρβουνέμπορος
καρβουνιάζω	verb	κάνω κάτι κάρβουνο καίγοντάς το ή σαν κάρβουνο
καρβουνιάρη	noun	καρβουνιάρης, στη γενική του ενικού
καρβουνιάρηδες	noun	καρβουνιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
καρβουνιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του καρβουνιάρης
καρβουνιάρης	noun	ο πωλητής κάρβουνου ή άνθρακα
καρβουνιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιάρικο
καρβουνιάρικε	adj	κλητική ενικού του καρβουνιάρικος
καρβουνιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιάρικη
καρβουνιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρβουνιάρικος
καρβουνιάρικης	adj	γενική ενικού του καρβουνιάρικη
καρβουνιάρικο	noun	κατάστημα που πουλάει κάρβουνα	adj	αιτιατική ενικού του καρβουνιάρικος (αρσενικό)
καρβουνιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιάρικος
καρβουνιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον καρβουνιάρη ή τα κάρβουνα ή αναφέρεται σ’ αυτά
καρβουνιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρβουνιάρικος
καρβουνιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρβουνιάρικος
καρβουνιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρβουνιάρικος
καρβουνιάρισσας	noun	γενική ενικού του καρβουνιάρισσα
καρβουνιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιάρισσα
καρβουνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβούνιασμα
καρβουνιάσματος	noun	γενική ενικού του καρβούνιασμα
καρβουνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβουνιέρα	noun	μαούνα ή μικρό σκάφος που μεταφέρει κάρβουνα
καρβουνιέρας	=	καρβουνιέρα
καρβουνιέρες	=	καρβουνιέρα
καρβουνιαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του καρβουνιάρισσα
καρβουνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρβούνιασμα
καρβουνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιασμένο
καρβουνιασμένε	verb	κλητική ενικού του καρβουνιασμένος
καρβουνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιασμένη
καρβουνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρβουνιασμένος
καρβουνιασμένης	verb	γενική ενικού του καρβουνιασμένη
καρβουνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρβουνιασμένος
καρβουνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρβουνιασμένος
καρβουνιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καρβουνιάζω
καρβουνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρβουνιασμένος
καρβουνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρβουνιασμένος
καρβουνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρβουνιασμένος
καρβουνισμάτων	=	καρβούνισμα
καρβουνοπωλεία	=	καρβουνοπωλείο
καρβουνοπωλείο	noun|formal	κατάστημα που πουλάει κάρβουνα
καρβουνοπωλείου	=	καρβουνοπωλείο
καρβουνοπωλείων	=	καρβουνοπωλείο
καρβουνόσκονες	=	καρβουνόσκονη
καρβουνόσκονη	noun	σκόνη κάρβουνων
καρβουνόσκονης	=	καρβουνόσκονη
καρβουνόσκονων	=	καρβουνόσκονη
καρβούνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβούνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβούνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβούνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρβουνιάζω
καρβούνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρβουνιάζω
καρβούνιζα	=	καρβουνίζω
καρβούνιζαν	=	καρβουνίζω
καρβούνιζε	=	καρβουνίζω
καρβούνιζες	=	καρβουνίζω
καρβούνισα	=	καρβουνίζω
καρβούνισαν	=	καρβουνίζω
καρβούνισε	=	καρβουνίζω
καρβούνισες	=	καρβουνίζω
καρβούνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρβουνιάζω
καρβυνίου	=	καρβύνιο
καρβυνίων	=	καρβύνιο
καρβύνια	=	καρβύνιο
καρβύνιο	noun	υλικό που αποτελείται από αλυσίδες άνθρακα που συνδέονται εναλλάξ με διπλούς και τριπλούς δεσμούς
καρβύνιου	=	καρβύνιο
καργάρω	verb	γεμίζω κάτι τελείως
καργαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καργάρισμα
καργαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καργαρισμένο
καργαρισμένε	verb	κλητική ενικού του καργαρισμένος
καργαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καργαρισμένη
καργαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καργαρισμένος
καργαρισμένης	verb	γενική ενικού του καργαρισμένη
καργαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καργαρισμένος
καργαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καργαρισμένος
καργαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καργάρω
καργαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καργαρισμένος
καργαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καργαρισμένος
καργαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καργαρισμένος
καργιόλα	noun	άλλη γραφή του καριόλα
καρδ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Ρόδου
καρδάμου	=	κάρδαμο
καρδάμωμα	noun	το αποτέλεσμα τού καρδαμώνω
καρδάμωμο	noun	είδος πόας (Elettaria cardamomum)
καρδάμωμου	=	καρδάμωμο
καρδάμωμων	=	καρδάμωμο
καρδάμων	=	κάρδαμο
καρδάμωνα	=	καρδαμώνω
καρδάμωναν	=	καρδαμώνω
καρδάμωνε	=	καρδαμώνω
καρδάμωνες	=	καρδαμώνω
καρδάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδάρα	noun	δοχείο μέσα στο οποίο συγκεντρώνεται το γάλα κατά το άρμεγμα
καρδάρας	noun	γενική ενικού του καρδάρα
καρδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδάρα
καρδάρι	noun	μικρό δοχείο μέσα στο οποίο συγκεντρώνεται το γάλα κατά το άρμεγμα
καρδάρια	=	καρδάρι
καρδίτιδα	noun|dated	φλεγμονή της καρδιάς
καρδίτιδας	=	καρδίτιδα
καρδίτιδες	=	καρδίτιδα
καρδίτιδων	=	καρδίτιδα
καρδαμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρδάμωμα
καρδαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδαμωμένο
καρδαμωμένε	verb	κλητική ενικού του καρδαμωμένος
καρδαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδαμωμένη
καρδαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδαμωμένος
καρδαμωμένης	verb	γενική ενικού του καρδαμωμένη
καρδαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρδαμωμένος
καρδαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδαμωμένος
καρδαμωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρδαμωμένος
καρδαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρδαμωμένος
καρδαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρδαμωμένος
καρδαμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδάμωμα
καρδαμώματος	noun	γενική ενικού του καρδάμωμα
καρδαμώναμε	=	καρδαμώνω
καρδαμώναν	=	καρδαμώνω
καρδαμώνανε	=	καρδαμώνω
καρδαμώνατε	=	καρδαμώνω
καρδαμώνει	=	καρδαμώνω
καρδαμώνεις	=	καρδαμώνω
καρδαμώνετε	=	καρδαμώνω
καρδαμώνοντας	=	καρδαμώνω
καρδαμώνουμε	=	καρδαμώνω
καρδαμώνουν	=	καρδαμώνω
καρδαμώνουνε	=	καρδαμώνω
καρδαμώνω	verb	γίνομαι πιο δυνατός από αδύναμος που ήμουν
καρδαμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσαν	=	καρδαμώνω
καρδαμώσανε	=	καρδαμώνω
καρδαμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδαμώνω
καρδαριού	=	καρδάρι
καρδαριών	=	καρδάρι
καρδαρών	noun	γενική πληθυντικού του καρδάρα
καρδερίνα	noun	στρουθιόμορφο ωδικό αποδημητικό πτηνό της οικογένειας των σπιζιδών που ζει σε δάση και λιβάδια της Ευρώπης, Βόρειας Αφρικής και Δυτικής Ασίας αλλά και σε κατάσταση αιχμαλωσίας σε κλουβιά
καρδερίνας	noun	γενική ενικού του καρδερίνα
καρδερίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδερίνα
καρδερινάκι	noun	υποκοριστικό του καρδερίνα
καρδερινάκια	=	καρδερινάκι
καρδερινούλα	noun	υποκοριστικό του καρδερίνα
καρδερινούλας	=	καρδερινούλα
καρδερινούλες	=	καρδερινούλα
καρδερινών	noun	γενική πληθυντικού του καρδερίνα
καρδιά	noun	μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος
καρδιάς	noun	γενική ενικού του καρδιά
καρδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιά
καρδιαγγειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιαγγειακό
καρδιαγγειακέ	adj	κλητική ενικού του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιαγγειακή
καρδιαγγειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειακής	adj	γενική ενικού του καρδιαγγειακή
καρδιαγγειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειακού	adj	γενική ενικού του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειακό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειακός	adj	ο σχετικός με την καρδιά και τα αγγεία που την περιβάλλουν
καρδιαγγειακών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιαγγειακός
καρδιαγγειογραφία	noun	αγγειογραφία των αγγείων που περιβάλλουν την καρδιά
καρδιαγγειογραφίας	noun	γενική ενικού του καρδιαγγειογραφία
καρδιαγγειογραφίες	=	καρδιαγγειογραφία
καρδιαγγειογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιαγγειογραφία
καρδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιακό	adv	που αφορά ζητήματα καρδιάς
καρδιακέ	adj	κλητική ενικού του καρδιακός
καρδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιακή
καρδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιακός
καρδιακής	adj	γενική ενικού του καρδιακή
καρδιακιά	=	καρδιακός
καρδιακιάς	=	καρδιακός
καρδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιακός
καρδιακού	adj	γενική ενικού του καρδιακός
καρδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιακός
καρδιακό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιακός
καρδιακός	noun	κάποιος που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την καρδιά του	adj	που αναφέρεται στην καρδιά, το όργανο του σώματος
καρδιακών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιακός
καρδιαλγία	noun	νευραλγία στην περιοχή της καρδιάς
καρδιαλγίας	noun	γενική ενικού του καρδιαλγία
καρδιαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιαλγία
καρδιαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιαλγία
καρδιεκτασία	noun	άλλη μορφή του καρδιομεγαλία
καρδιεκτασίας	=	καρδιεκτασία
καρδιεκτασίες	=	καρδιεκτασία
καρδιεκτασιών	=	καρδιεκτασία
καρδινάλιε	noun	κλητική ενικού του καρδινάλιος
καρδινάλιο	noun	αιτιατική ενικού του καρδινάλιος
καρδινάλιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδινάλιος
καρδινάλιος	noun	κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας σε ανώτατη βαθμίδα.
καρδινάλιου	noun	γενική ενικού του καρδινάλιος
καρδινάλιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρδινάλιος
καρδινάλιων	noun	γενική πληθυντικού του καρδινάλιος
καρδιναλίου	noun	γενική ενικού του καρδινάλιος
καρδιναλίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρδινάλιος
καρδιναλίων	noun	γενική πληθυντικού του καρδινάλιος
καρδιοαγγειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακέ	adj	κλητική ενικού του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοαγγειακή
καρδιοαγγειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακής	adj	γενική ενικού του καρδιοαγγειακή
καρδιοαγγειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακού	adj	γενική ενικού του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειακός	adj	σχετιζόμενος με τα αγγεία που περιβάλλουν την καρδιά
καρδιοαγγειακών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιοαγγειακός
καρδιοαγγειογραφία	noun	αγγειογραφία των αγγείων της καρδιάς
καρδιοαγγειογραφίας	noun	γενική ενικού του καρδιοαγγειογραφία
καρδιοαγγειογραφίες	=	καρδιοαγγειογραφία
καρδιοαγγειογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιοαγγειογραφία
καρδιοαναπνευστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοαναπνευστικό
καρδιοαναπνευστικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιοαναπνευστικός
καρδιοαναπνευστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοαναπνευστική
καρδιοαναπνευστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιοαναπνευστικός
καρδιοαναπνευστικής	adj	γενική ενικού του καρδιοαναπνευστική
καρδιοαναπνευστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιοαναπνευστικός
καρδιοαναπνευστικού	adj	γενική ενικού του καρδιοαναπνευστικός
καρδιοαναπνευστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιοαναπνευστικός
καρδιοαναπνευστικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιοαναπνευστικός
καρδιοαναπνευστικός	adj	που αφορά την καρδιά και το αναπνευστικό σύστημα
καρδιοαναπνευστικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιοαναπνευστικός
καρδιογνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιογνώστρια
καρδιογνωστών	=	καρδιογνώστης
καρδιογνώστες	=	καρδιογνώστης
καρδιογνώστη	=	καρδιογνώστης
καρδιογνώστης	noun	αυτός που γνωρίζει ή αντιλαμβάνεται τις σκέψεις ή επιθυμίες κάποιου
καρδιογνώστρια	noun	θηλυκό του καρδιογνώστης
καρδιογνώστριας	noun	γενική ενικού του καρδιογνώστρια
καρδιογνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιογνώστρια
καρδιογράφε	noun	κλητική ενικού του καρδιογράφος
καρδιογράφημα	noun	γραφική απεικόνιση της λειτουργίας της καρδιάς, που συμβάλλει στην διάγνωση καρδιακών δυσλειτουργιών
καρδιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του καρδιογράφος
καρδιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιογράφος
καρδιογράφος	noun	συσκευή με την οποία κάνουν καρδιογραφήματα
καρδιογράφου	noun	γενική ενικού του καρδιογράφος
καρδιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρδιογράφος
καρδιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του καρδιογράφος
καρδιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιογράφημα
καρδιογραφήματος	noun	γενική ενικού του καρδιογράφημα
καρδιογραφία	noun	μέθοδος εξέτασης της καρδιακής λειτουργίας με καρδιογράφο
καρδιογραφίας	noun	γενική ενικού του καρδιογραφία
καρδιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιογραφία
καρδιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρδιογράφημα
καρδιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιογραφικό	adv	με καρδιογραφικό τρόπο
καρδιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιογραφικός
καρδιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιογραφική
καρδιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιογραφικός
καρδιογραφικής	adj	γενική ενικού του καρδιογραφική
καρδιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιογραφικός
καρδιογραφικού	adj	γενική ενικού του καρδιογραφικός
καρδιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιογραφικός
καρδιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιογραφικός
καρδιογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον καρδιογράφο ή την καρδιογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
καρδιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιογραφικός
καρδιογραφικώς	adv|dated	καρδιογραφικά
καρδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιογραφία
καρδιοδυναμική	noun	η μελέτη των δυναμικών συνθηκών στην καρδιά και τα αγγεία
καρδιοδυναμικής	=	καρδιοδυναμική
καρδιοειδές	=	καρδιοειδής
καρδιοειδή	=	καρδιοειδής
καρδιοειδής	adj	που μοιάζει με καρδιά, καρδιόσχημος
καρδιοειδείς	=	καρδιοειδής
καρδιοειδούς	=	καρδιοειδής
καρδιοειδών	=	καρδιοειδής
καρδιοθωρακοχειρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοθωρακοχειρουργικό
καρδιοθωρακοχειρουργικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοθωρακοχειρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοθωρακοχειρουργική
καρδιοθωρακοχειρουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοθωρακοχειρουργικής	adj	γενική ενικού του καρδιοθωρακοχειρουργική
καρδιοθωρακοχειρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοθωρακοχειρουργικού	adj	γενική ενικού του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοθωρακοχειρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοθωρακοχειρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοθωρακοχειρουργικός	adj	που έχει σχέση με τον καρδιοθωρακοχειρουργό ή αναφέρεται σ’ αυτόν και στις εγχειρήσεις που κάνει
καρδιοθωρακοχειρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιοθωρακοχειρουργικός
καρδιοκατακτήτρια	=	καρδιοκατακτητής
καρδιοκατακτητές	=	καρδιοκατακτητής
καρδιοκατακτητή	=	καρδιοκατακτητής
καρδιοκατακτητής	noun	αυτός που «κατακτά» (ερωτικά) μια γυναίκα, που την γοητεύει
καρδιοκατακτητών	=	καρδιοκατακτητής
καρδιοκλέφτες	=	καρδιοκλέφτης
καρδιοκλέφτη	=	καρδιοκλέφτης
καρδιοκλέφτης	noun	αυτός που «κλέβει» την καρδιά κάποιας (ή κάποιου), που προκαλεί τον έρωτά τους
καρδιοκλέφτρα	noun	θηλυκό του καρδιοκλέφτης
καρδιοκλέφτρας	=	καρδιοκλέφτρα
καρδιοκλέφτρες	=	καρδιοκλέφτρα
καρδιοκλεφτρών	=	καρδιοκλέφτρα
καρδιοκλεφτών	=	καρδιοκλέφτης
καρδιολογία	noun	ο τομέας της ιατρικής που ασχολείται με τις παθήσεις της καρδιάς
καρδιολογίας	noun	γενική ενικού του καρδιολογία
καρδιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιολογία
καρδιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιολογικό
καρδιολογικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιολογικός
καρδιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιολογική
καρδιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιολογικός
καρδιολογικής	adj	γενική ενικού του καρδιολογική
καρδιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιολογικός
καρδιολογικού	adj	γενική ενικού του καρδιολογικός
καρδιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιολογικός
καρδιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιολογικός
καρδιολογικός	adj	που έχει σχέση με τον καρδιολόγο ή την καρδιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
καρδιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιολογικός
καρδιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιολογία
καρδιολόγε	noun	κλητική ενικού του καρδιολόγος
καρδιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του καρδιολόγος
καρδιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιολόγος
καρδιολόγος	noun	γιατρός με ειδίκευση στην καρδιολογία
καρδιολόγου	noun	γενική ενικού του καρδιολόγος
καρδιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρδιολόγος
καρδιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του καρδιολόγος
καρδιομεγαλία	noun	η αύξηση του μεγέθους της καρδιάς που οφείλεται σε παθολογικά αίτια
καρδιομεγαλίας	=	καρδιομεγαλία
καρδιομεγαλίες	=	καρδιομεγαλία
καρδιομεγαλιών	=	καρδιομεγαλία
καρδιοπάθεια	noun	πάθηση της καρδιάς
καρδιοπάθειας	noun	γενική ενικού του καρδιοπάθεια
καρδιοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοπάθεια
καρδιοπαθές	=	καρδιοπαθής
καρδιοπαθή	=	καρδιοπαθής
καρδιοπαθής	noun	ο πάσχων από καρδιακές νόσους
καρδιοπαθείς	=	καρδιοπαθής
καρδιοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιοπάθεια
καρδιοπαθούς	=	καρδιοπαθής
καρδιοπαθών	=	καρδιοπαθής
καρδιοπαλμός	noun|rare	ο παλμός, ή χτύπος, της καρδιάς
καρδιοπνευμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοπνευμονικό
καρδιοπνευμονικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπνευμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοπνευμονική
καρδιοπνευμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπνευμονικής	adj	γενική ενικού του καρδιοπνευμονική
καρδιοπνευμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπνευμονικού	adj	γενική ενικού του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπνευμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπνευμονικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπνευμονικός	adj	που έχει σχέση με την καρδιά ή / και τους πνεύμονες ή αναφέρεται σ’ αυτά
καρδιοπνευμονικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιοπνευμονικός
καρδιοπροστασία	noun	προστατευτική δράση για την υγεία της καρδιάς
καρδιοπροστασίας	=	καρδιοπροστασία
καρδιοπροστασίες	=	καρδιοπροστασία
καρδιοπροστασιών	=	καρδιοπροστασία
καρδιοσωμός	noun|rare	άλλη μορφή του καρδιοσωσμός
καρδιοσωσμός	noun|rare	μεγάλη στενοχώρια ή λύπη (Χρειάζεται επεξεργασία)
καρδιοτοκογράφε	=	καρδιοτοκογράφος
καρδιοτοκογράφημα	noun	ιατρική εξέταση που καταγράφει τη δραστηριότητα του εμβρύου και τη διακύμανση του ρυθμού της καρδιάς του, σε συνδυασμό με την καταγραφή της δραστηριότη­τας της μήτρας στην εκάστοτε χρονική περίοδο
καρδιοτοκογράφο	noun	αιτιατική ενικού του καρδιοτοκογράφος
καρδιοτοκογράφοι	=	καρδιοτοκογράφος
καρδιοτοκογράφος	noun	μηχάνημα που καταγράφει τον εμβρυϊκό καρδιακό παλμό και τις συστολές της μήτρας
καρδιοτοκογράφου	=	καρδιοτοκογράφος
καρδιοτοκογράφους	=	καρδιοτοκογράφος
καρδιοτοκογράφων	=	καρδιοτοκογράφος
καρδιοτοκογραφήματα	=	καρδιοτοκογράφημα
καρδιοτοκογραφήματος	=	καρδιοτοκογράφημα
καρδιοτοκογραφία	noun	η καταγραφή του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού και των συστολών της μήτρας με καρδιοτοκογράφο
καρδιοτοκογραφίας	=	καρδιοτοκογραφία
καρδιοτοκογραφίες	=	καρδιοτοκογραφία
καρδιοτοκογραφημάτων	=	καρδιοτοκογράφημα
καρδιοτοκογραφιών	=	καρδιοτοκογραφία
καρδιοτομία	noun|rare	χειρουργική τομή της καρδιάς
καρδιοτομίας	noun	γενική ενικού του καρδιοτομία
καρδιοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του καρδιοτομία
καρδιοτονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοτονωτικό
καρδιοτονωτικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιοτονωτικός
καρδιοτονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοτονωτική
καρδιοτονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιοτονωτικός
καρδιοτονωτικής	adj	γενική ενικού του καρδιοτονωτική
καρδιοτονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιοτονωτικός
καρδιοτονωτικού	adj	γενική ενικού του καρδιοτονωτικός
καρδιοτονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιοτονωτικός
καρδιοτονωτικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιοτονωτικός
καρδιοτονωτικός	adj	που τονώνει τη λειτουργία της καρδιάς
καρδιοτονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιοτονωτικός
καρδιοφυσιολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη φυσιολογία της καρδιάς και την καλή λειτουργία της
καρδιοφυσιολογίας	=	καρδιοφυσιολογία
καρδιοφυσιολογίες	=	καρδιοφυσιολογία
καρδιοφυσιολογιών	=	καρδιοφυσιολογία
καρδιοχειρουργέ	=	καρδιοχειρουργός
καρδιοχειρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοχειρουργικό
καρδιοχειρουργικέ	adj	κλητική ενικού του καρδιοχειρουργικός
καρδιοχειρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοχειρουργική
καρδιοχειρουργική	noun	ο κλάδος της χειρουργικής που ασχολείται με την καρδιά
καρδιοχειρουργικής	adj	γενική ενικού του καρδιοχειρουργική
καρδιοχειρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιοχειρουργικός
καρδιοχειρουργικού	adj	γενική ενικού του καρδιοχειρουργικός
καρδιοχειρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιοχειρουργικός
καρδιοχειρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του καρδιοχειρουργικός
καρδιοχειρουργικός	adj	που έχει σχέση με τον καρδιοχειρούργο ή την καρδιοχειρουργική ή αναφέρεται σ’ αυτά
καρδιοχειρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του καρδιοχειρουργικός
καρδιοχειρουργοί	=	καρδιοχειρουργός
καρδιοχειρουργού	=	καρδιοχειρουργός
καρδιοχειρουργούς	=	καρδιοχειρουργός
καρδιοχειρουργό	=	καρδιοχειρουργός
καρδιοχειρουργός	noun	ο χειρουργός που έχει ειδικευτεί στις χειρουργικές επεμβάσεις στην καρδιά
καρδιοχειρουργών	=	καρδιοχειρουργός
καρδιοχειρούργε	=	καρδιοχειρούργος
καρδιοχειρούργο	=	καρδιοχειρούργος
καρδιοχειρούργοι	=	καρδιοχειρούργος
καρδιοχειρούργος	noun	άλλη μορφή του καρδιοχειρουργός (με μετακίνηση τόνου)
καρδιοχειρούργου	=	καρδιοχειρούργος
καρδιοχειρούργους	=	καρδιοχειρούργος
καρδιοχειρούργων	=	καρδιοχειρούργος
καρδιοχτυπά	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάγαμε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάγανε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάγατε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάει	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάμε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάν	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάνε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάς	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάτε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπάω	verb	άλλη μορφή του καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσαν	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσανε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπιού	=	καρδιοχτύπι
καρδιοχτυπιών	=	καρδιοχτύπι
καρδιοχτυπούμε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούν	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούνε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσα	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσαμε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσαν	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσανε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσατε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπούσες	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτυπώ	verb	ανησυχώ ή αγωνιώ για κάτι και σαν να χτυπάει πιο γρήγορα η καρδιά μου
καρδιοχτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καρδιοχτυπάω / καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπα	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπαγα	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπαγαν	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπαγε	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπαγες	=	καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρδιοχτυπώ
καρδιοχτύπι	noun	ο χτύπος της καρδιάς
καρδιοχτύπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιοχτύπι
καρδιτσιωτών	=	καρδιτσιώτης
καρδιτσιώτες	=	καρδιτσιώτης
καρδιτσιώτη	=	καρδιτσιώτης
καρδιτσιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Καρδίτσα
καρδιτσιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιτσιώτικο
καρδιτσιώτικε	adj	κλητική ενικού του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιτσιώτικη
καρδιτσιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτικης	adj	γενική ενικού του καρδιτσιώτικη
καρδιτσιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτικος	adj	ο σχετικός με την Καρδίτσα και τους κατοίκους της
καρδιτσιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρδιτσιώτικος
καρδιτσιώτισσα	=	καρδιτσιώτης
καρδιόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιόσχημο
καρδιόσχημε	adj	κλητική ενικού του καρδιόσχημος
καρδιόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδιόσχημη
καρδιόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρδιόσχημος
καρδιόσχημης	adj	γενική ενικού του καρδιόσχημη
καρδιόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του καρδιόσχημος
καρδιόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρδιόσχημος
καρδιόσχημος	adj	που έχει το σχήμα της καρδιάς
καρδιόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρδιόσχημος
καρδιόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρδιόσχημος
καρδιόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρδιόσχημος
καρδιών	=	καρδιά
καρδουλώναμε	=	καρδουλώνω
καρδουλώναν	=	καρδουλώνω
καρδουλώνανε	=	καρδουλώνω
καρδουλώνατε	=	καρδουλώνω
καρδουλώνει	=	καρδουλώνω
καρδουλώνεις	=	καρδουλώνω
καρδουλώνετε	=	καρδουλώνω
καρδουλώνοντας	=	καρδουλώνω
καρδουλώνουμε	=	καρδουλώνω
καρδουλώνουν	=	καρδουλώνω
καρδουλώνουνε	=	καρδουλώνω
καρδουλώνω	verb	αντιδρώ σε ανάρτηση με καρδιά
καρδουλώσαμε	=	καρδουλώνω
καρδουλώσαν	=	καρδουλώνω
καρδουλώσανε	=	καρδουλώνω
καρδουλώσατε	=	καρδουλώνω
καρδουλώσει	=	καρδουλώνω
καρδουλώστε	=	καρδουλώνω
καρδούλα	noun	υποκοριστικό του: καρδιά
καρδούλας	=	καρδούλα
καρδούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρδούλα
καρδούλωνα	=	καρδουλώνω
καρδούλωναν	=	καρδουλώνω
καρδούλωνε	=	καρδουλώνω
καρδούλωνες	=	καρδουλώνω
καρδούλωσα	=	καρδουλώνω
καρδούλωσαν	=	καρδουλώνω
καρδούλωσε	=	καρδουλώνω
καρδούλωσες	=	καρδουλώνω
καρδῖτις	noun	η καρδίτιδα
καρεγλών	=	καρέγλα
καρεδάκι	noun	υποκοριστικό της λέξης καρέ
καρεδάκια	=	καρεδάκι
καρεκλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρεκλάς
καρεκλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρεκλάς
καρεκλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρεκλάδικο
καρεκλάδικο	noun	το μαγαζί του καρεκλά
καρεκλάδικου	adj	κλητική ενικού του καρεκλάδικος (αρσενικό)	noun	γενική ενικού του καρεκλάδικο
καρεκλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του καρεκλάδικο
καρεκλάδων	noun	γενική πληθυντικού του καρεκλάς
καρεκλάκι	noun	η μικρή καρέκλα
καρεκλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρεκλάκι
καρεκλάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρεκλάρχης
καρεκλάς	noun	αυτός που κατασκευάζει ή επισκευάζει καρέκλες και άλλα καθίσματα
καρεκλί	noun	η καρέκλα
καρεκλίτσα	noun	η μικρή καρέκλα
καρεκλίτσας	=	καρεκλίτσα
καρεκλίτσες	=	καρεκλίτσα
καρεκλοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρεκλοθηρία
καρεκλοκένταυρε	=	καρεκλοκένταυρος
καρεκλοκένταυρο	=	καρεκλοκένταυρος
καρεκλοκένταυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρεκλοκένταυρος
καρεκλοκένταυρος	noun	αυτός που κατέχει κάποιο (ανώτερο) αξίωμα, αλλά τον ενδιαφέρει μόνο αυτό κι όχι να προσφέρει υπηρεσία.
καρεκλοκένταυρου	=	καρεκλοκένταυρος
καρεκλοκένταυρους	=	καρεκλοκένταυρος
καρεκλοκένταυρων	=	καρεκλοκένταυρος
καρεκλοκενταυρισμέ	=	καρεκλοκενταυρισμός
καρεκλοκενταυρισμοί	=	καρεκλοκενταυρισμός
καρεκλοκενταυρισμού	=	καρεκλοκενταυρισμός
καρεκλοκενταυρισμούς	=	καρεκλοκενταυρισμός
καρεκλοκενταυρισμό	=	καρεκλοκενταυρισμός
καρεκλοκενταυρισμός	noun	πάθος για διατήρηση της εξουσίας
καρεκλοκενταυρισμών	=	καρεκλοκενταυρισμός
καρεκλολαγνεία	noun	πάθος για διατήρηση της εξουσίας
καρεκλολαγνείας	=	καρεκλολαγνεία
καρεκλολαγνείες	=	καρεκλολαγνεία
καρεκλολαγνειών	=	καρεκλολαγνεία
καρεκλοπόδαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρεκλοπόδαρο
καρεκλοπόδαρο	noun	το πόδι μιας καρέκλας
καρεκλοπόδαρου	noun	γενική ενικού του καρεκλοπόδαρο
καρεκλοπόδαρων	noun	γενική πληθυντικού του καρεκλοπόδαρο
καρεκλών	noun	γενική πληθυντικού του καρέκλα
καρενάγια	=	καρενάγιο
καρενάγιο	noun	άλλη μορφή του καρνάγιο
καρενάγιου	=	καρενάγιο
καρενάγιων	=	καρενάγιο
καρενών	noun	γενική πληθυντικού του καρένα
καρετεράγαμε	=	καρτερώ
καρετεράγανε	=	καρτερώ
καρετεράγατε	=	καρτερώ
καρετεράει	=	καρτερώ
καρετεράν	=	καρτερώ
καρετεράνε	=	καρτερώ
καρετερήσαμε	=	καρτερώ
καρετερήσαν	=	καρτερώ
καρετερήσανε	=	καρτερώ
καρετερήσατε	=	καρτερώ
καρετερήσει	=	καρτερώ
καρετερήσεις	=	καρτερώ
καρετερήσετε	=	καρτερώ
καρετερήσουμε	=	καρτερώ
καρετερήσουν	=	καρτερώ
καρετερήσουνε	=	καρτερώ
καρετερήστε	=	καρτερώ
καρετερήσω	=	καρτερώ
καρετερούν	=	καρτερώ
καρετερούνε	=	καρτερώ
καρετερούσα	=	καρτερώ
καρετερούσαμε	=	καρτερώ
καρετερούσαν	=	καρτερώ
καρετερούσανε	=	καρτερώ
καρετερούσατε	=	καρτερώ
καρετερούσε	=	καρτερώ
καρετερούσες	=	καρτερώ
καρετερώντας	=	καρτερώ
καρετών	=	καρέτα
καρηβαρία	noun|archaic	πονοκέφαλος
καρηβαρίας	noun	γενική ενικού του καρηβαρία
καρηβαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρηβαρία
καρηβαριών	noun	γενική πληθυντικού του καρηβαρία
καρθαμέλαια	=	καρθαμέλαιο
καρθαμέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από την έκθλιψη των σπόρων του κάρθαμου (Κάρθαμος η βαφική)
καρθαμέλαιου	=	καρθαμέλαιο
καρθαμέλαιων	=	καρθαμέλαιο
καρθαμελαίου	=	καρθαμέλαιο
καρθαμελαίων	=	καρθαμέλαιο
καριέρα	noun	η επαγγελματική ή καλλιτεχνική σταδιοδρομία
καριέρας	noun	γενική ενικού του καριέρα
καριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καριέρα
καριερίστα	noun	θηλυκό του καριερίστας
καριερίστας	noun	άτομο που ασχολείται πρώτιστα με την καριέρα του· που η επαγγελματική εξέλιξή του έχει απόλυτη προτεραιότητα στη ζωή του, με αποτέλεσμα να βλάπτει άλλους, ή να παραμελεί οικεία του πρόσωπα κ.λπ.
καριερίστες	=	καριερίστας
καριερίστρια	noun	θηλυκό του καριερίστας
καριερίστριας	=	καριερίστρια
καριερίστριες	=	καριερίστρια
καριερισμέ	=	καριερισμός
καριερισμοί	=	καριερισμός
καριερισμού	=	καριερισμός
καριερισμούς	=	καριερισμός
καριερισμό	=	καριερισμός
καριερισμός	noun	η κατάσταση ή η συμπεριφορά του καριερίστα, που ασχολείται υπερβολικά με την καριέρα του
καριερισμών	=	καριερισμός
καριεριστών	=	καριερίστας
καρικατουρίστα	=	καρικατουρίστας
καρικατουρίστας	noun	αυτός που σχεδιάζει καρικατούρες
καρικατουρίστες	=	καρικατουρίστας
καρικατουριστών	=	καρικατουρίστας
καρικατούρα	noun	ανεπιτυχής απομίμηση ενός προτύπου
καρικατούρας	noun	γενική ενικού του καρικατούρα
καρικατούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρικατούρα
καρικωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρίκωμα
καρικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρικωμένο
καρικωμένε	verb	κλητική ενικού του καρικωμένος
καρικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρικωμένη
καρικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρικωμένος
καρικωμένης	verb	γενική ενικού του καρικωμένη
καρικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρικωμένος
καρικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρικωμένος
καρικωμένος	verb	που έχει καρικωθεί
καρικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρικωμένος
καρικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρικωμένος
καρικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρικωμένος
καρικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρίκωμα
καρικώματος	noun	γενική ενικού του καρίκωμα
καρικώναμε	=	καρικώνω
καρικώναν	=	καρικώνω
καρικώνανε	=	καρικώνω
καρικώνατε	=	καρικώνω
καρικώνει	=	καρικώνω
καρικώνεις	=	καρικώνω
καρικώνετε	=	καρικώνω
καρικώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καρικώνω
καρικώνοντας	=	καρικώνω
καρικώνουμε	=	καρικώνω
καρικώνουν	=	καρικώνω
καρικώνουνε	=	καρικώνω
καρικώνω	verb	στερεώνω προσωρινά, με αραιές και όχι σφιχτές βελονιές, κάποια σημεία σε ύφασμα ή ρούχο στα σημεία που πρέπει να ραφτεί
καρικώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσαν	=	καρικώνω
καρικώσανε	=	καρικώνω
καρικώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καρικώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρικώνω
καριμπού	noun	είδος τάρανδου της βόρειας Αμερικής
καριολούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καριολού
καριοφίλι	noun|dated	εμπροσθογεμές ντουφέκι
καριοφίλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καριοφίλι
καριοφιλιού	=	καριοφίλι
καριοφιλιών	=	καριοφίλι
καριχίρω	verb	επιχειρώ, παρεμβαίνω
καριόλα	noun	πόρνη, ανήθικη γυναίκα
καριόλας	noun	γενική ενικού του καριόλα
καριόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καριόλα
καριόλη	=	καριόλης
καριόληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καριόλης
καριόληδων	=	καριόλης
καριόλης	noun	κατάπτυστο ή πολύ δυσάρεστο πρόσωπο, ανήθικος άνδρας
καριόλικα	=	καριόλικος
καριόλικε	=	καριόλικος
καριόλικες	=	καριόλικος
καριόλικη	=	καριόλικος
καριόλικης	=	καριόλικος
καριόλικο	=	καριόλικος
καριόλικοι	=	καριόλικος
καριόλικος	adj	που έχει σχέση με καριόλη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
καριόλικου	=	καριόλικος
καριόλικους	=	καριόλικος
καριόλικων	=	καριόλικος
καριόφιλα	=	καριόφιλο
καριόφιλο	noun	άλλη γραφή του καριοφίλι
καριόφιλου	=	καριόφιλο
καριόφιλων	=	καριόφιλο
καρκάδι	noun	άλλη μορφή του κακάδι
καρκάδια	=	καρκάδι
καρκάνι	noun	άλλη μορφή του κάρκανο
καρκάτζι	noun|dated	κάτι που έχει τσουρουφλιστεί ή καεί κι έχει καταντήσει ξηρό ή ισχνό
καρκίνε	noun	κλητική ενικού του καρκίνος
καρκίνο	noun	αιτιατική ενικού του καρκίνος
καρκίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρκίνος
καρκίνος	noun	κάβουρας
καρκίνου	noun	γενική ενικού του καρκίνος
καρκίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρκίνος
καρκίνωμα	noun	κακοήθης όγκος επιθηλιακής προέλευσης
καρκίνων	noun	γενική πληθυντικού του καρκίνος
καρκίνωση	noun	η δημιουργία καρκίνου σε οργανισμό
καρκίνωσης	=	καρκίνωση
καρκαδιού	=	καρκάδι
καρκαδιών	=	καρκάδι
καρκαλέτσε	=	καρκαλέτσος
καρκαλέτσι	noun	ακρίδα (σε χρήση στην Ήπειρο, σε περιοχές με επαφή με την αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα)
καρκαλέτσια	=	καρκαλέτσι
καρκαλέτσο	=	καρκαλέτσος
καρκαλέτσοι	=	καρκαλέτσος
καρκαλέτσος	noun	άλλη μορφή του καρκαλέτσι
καρκαλέτσου	=	καρκαλέτσος
καρκαλέτσους	=	καρκαλέτσος
καρκαλέτσων	=	καρκαλέτσος
καρκανιάζω	verb|dated	είμαι πολύ διψασμένος, μου λείπει νερό
καρκινιάρα	=	καρκινιάρης
καρκινιάρας	=	καρκινιάρης
καρκινιάρες	=	καρκινιάρης
καρκινιάρη	=	καρκινιάρης
καρκινιάρηδες	=	καρκινιάρης
καρκινιάρηδων	=	καρκινιάρης
καρκινιάρης	adj	ο καρκινοπαθής
καρκινιάρικα	=	καρκινιάρης
καρκινιάρικο	=	καρκινιάρης
καρκινιάρικου	=	καρκινιάρης
καρκινιάρικων	=	καρκινιάρης
καρκινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινικό
καρκινικέ	adj	κλητική ενικού του καρκινικός
καρκινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινική
καρκινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρκινικός
καρκινικής	adj	γενική ενικού του καρκινική
καρκινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρκινικός
καρκινικού	adj	γενική ενικού του καρκινικός
καρκινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρκινικός
καρκινικό	adj	αιτιατική ενικού του καρκινικός
καρκινικός	adj	που αναφέρεται στον καρκίνο, τους κακοήθεις όγκους
καρκινικών	adj	γενική πληθυντικού του καρκινικός
καρκινοβάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβασία	noun	μεγάλη αργοπορία ή οπισθοδρόμηση στην εκτέλεση ενός έργου
καρκινοβασίας	noun	γενική ενικού του καρκινοβασία
καρκινοβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινοβασία
καρκινοβασιών	noun	γενική πληθυντικού του καρκινοβασία
καρκινοβατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινοβατώ	verb	καθυστερώ πολύ, προχωρώ με πολύ αργό ρυθμό ή οπισθοδρομώ
καρκινοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καρκινοβατώ
καρκινογένεση	noun	η γένεση / δημιουργία καρκινικών κυττάρων
καρκινογένεσης	=	καρκινογένεση
καρκινογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καρκινογενής
καρκινογενέσεις	=	καρκινογένεση
καρκινογενέσεων	=	καρκινογένεση
καρκινογενετικά	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικέ	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικές	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετική	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικής	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικοί	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικού	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικούς	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικό	=	καρκινογενετικός
καρκινογενετικός	adj	που προκαλεί καρκίνο
καρκινογενετικών	=	καρκινογενετικός
καρκινογενούς	=	καρκινογενές
καρκινογόνα	=	καρκινογόνος
καρκινογόνας	=	καρκινογόνος
καρκινογόνε	=	καρκινογόνος
καρκινογόνες	=	καρκινογόνος
καρκινογόνο	=	καρκινογόνος
καρκινογόνοι	=	καρκινογόνος
καρκινογόνος	adj	που προκαλεί καρκίνο
καρκινογόνου	=	καρκινογόνος
καρκινογόνους	=	καρκινογόνος
καρκινογόνων	=	καρκινογόνος
καρκινοειδές	noun	ομάδα αρθρόποδων, που περιλαμβάνει ζώα όπως τα καβούρια, τους αστακούς, οι καραβίδες, οι γαρίδες, κριλ κ.ά.
καρκινοειδή	=	καρκινοειδής
καρκινοειδής	adj	που μοιάζει με τον καρκίνο / κάβουρα
καρκινοειδείς	=	καρκινοειδής
καρκινοειδούς	=	καρκινοειδής
καρκινοειδών	noun	γενική πληθυντικού του καρκινοειδές
καρκινολογία	noun	η ιατρική επιστήμη που ασχολείται με την μελέτη του καρκίνου
καρκινολογίας	noun	γενική ενικού του καρκινολογία
καρκινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινολογία
καρκινολογικά	=	καρκινολογικός
καρκινολογικέ	=	καρκινολογικός
καρκινολογικές	=	καρκινολογικός
καρκινολογική	=	καρκινολογικός
καρκινολογικής	=	καρκινολογικός
καρκινολογικοί	=	καρκινολογικός
καρκινολογικού	=	καρκινολογικός
καρκινολογικούς	=	καρκινολογικός
καρκινολογικό	=	καρκινολογικός
καρκινολογικός	adj	σχετικός με την καρκινολογία
καρκινολογικών	=	καρκινολογικός
καρκινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καρκινολογία
καρκινολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινολυτικό
καρκινολυτικέ	adj	κλητική ενικού του καρκινολυτικός
καρκινολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινολυτική
καρκινολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρκινολυτικός
καρκινολυτικής	adj	γενική ενικού του καρκινολυτική
καρκινολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρκινολυτικός
καρκινολυτικού	adj	γενική ενικού του καρκινολυτικός
καρκινολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρκινολυτικός
καρκινολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του καρκινολυτικός
καρκινολυτικός	adj	που έχει σχέση με καρκινόλυση ή αναφέρεται σ’ αυτή
καρκινολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του καρκινολυτικός
καρκινολόγε	noun	κλητική ενικού του καρκινολόγος
καρκινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του καρκινολόγος
καρκινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρκινολόγος
καρκινολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην καρκινολογία
καρκινολόγου	noun	γενική ενικού του καρκινολόγος
καρκινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρκινολόγος
καρκινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του καρκινολόγος
καρκινολύσεις	=	καρκινόλυση
καρκινολύσεων	=	καρκινόλυση
καρκινοπαθές	=	καρκινοπαθής
καρκινοπαθή	=	καρκινοπαθής
καρκινοπαθής	adj	ο πάσχων από καρκίνο
καρκινοπαθείς	=	καρκινοπαθής
καρκινοπαθούς	=	καρκινοπαθής
καρκινοπαθών	=	καρκινοπαθής
καρκινοποίηση	noun	η ογκοποίηση, η εξαλλαγή
καρκινοποίησης	=	καρκινοποίηση
καρκινοποίησις	noun	καρκινοποίηση
καρκινοποιήσεις	=	καρκινοποίηση
καρκινοποιήσεων	=	καρκινοποίηση
καρκινοφιλία	noun	η ιδιότητα κάποιων ιστών ή οργάνων να αναπτύσσουν, με μεγαλύτερη ευκολία από άλλα, καρκίνο, καρκινώματα ή καρκινικές μεταστάσεις
καρκινοφιλίας	=	καρκινοφιλία
καρκινοφιλίες	=	καρκινοφιλία
καρκινοφιλιών	=	καρκινοφιλία
καρκινοφοβία	noun	φοβία που έχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι θα νοσήσουν από καρκίνο
καρκινοφοβίας	noun	γενική ενικού του καρκινοφοβία
καρκινοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκινοφοβία
καρκινοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του καρκινοφοβία
καρκινωδών	=	καρκινώδης
καρκινωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρκίνωμα
καρκινωματωδών	=	καρκινωματώδης
καρκινωματώδεις	=	καρκινωματώδης
καρκινωματώδες	=	καρκινωματώδης
καρκινωματώδη	=	καρκινωματώδης
καρκινωματώδης	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά και τη φύση καρκινώματος / καρκίνου
καρκινωματώδους	=	καρκινωματώδης
καρκινόλυση	noun	η καταστροφή καρκινικών κυττάρων
καρκινόλυσης	=	καρκινόλυση
καρκινώδεις	=	καρκινώδης
καρκινώδες	=	καρκινώδης
καρκινώδη	=	καρκινώδης
καρκινώδης	adj	άλλη μορφή του καρκινωματώδης
καρκινώδους	=	καρκινώδης
καρκινώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρκίνωμα
καρκινώματος	noun	γενική ενικού του καρκίνωμα
καρκινώσεις	=	καρκίνωση
καρκινώσεων	=	καρκίνωση
καρλής	adj	χιονισμένος
καρλίνα	=	καρλίνο
καρλίνο	noun	χρυσό νόμισμα της Νάπολης
καρλίνου	=	καρλίνο
καρλίνων	=	καρλίνο
καρλαύτης	adj	αυτός που έχει μεγάλα αυτιά
καρλισμέ	=	καρλισμός
καρλισμοί	=	καρλισμός
καρλισμού	=	καρλισμός
καρλισμούς	=	καρλισμός
καρλισμό	=	καρλισμός
καρλισμός	noun	παραδοσιοκρατικό πολιτικό κίνημα στην Ισπανία, το οποίο επιδιώκει τη δημιουργία μιας ξεχωριστής γραμμής της δυναστείας των Βουρβόνων στον ισπανικό θρόνο
καρλισμών	=	καρλισμός
καρμάς	=	κιρμάς
καρμίνες	=	καρμίνη
καρμίνη	noun	χρωστική ουσία που δίνει ένα κοκκινωπό χρώμα
καρμίνης	=	καρμίνη
καρμίνι	noun	άλλη μορφή του καρμίνη
καρμίνια	=	καρμίνιο
καρμίνιο	noun	άλλη μορφή του καρμίνη
καρμίνιου	=	καρμίνιο
καρμίνιων	=	καρμίνιο
καρμίρη	=	καρμίρης
καρμίρηδες	=	καρμίρης
καρμίρηδων	=	καρμίρης
καρμίρης	noun	ο μίζερος, ο τσιγκούνης
καρμίρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρμίρικος	adv|vulgar	με καρμίρικο τρόπο
καρμίρικε	adj	κλητική ενικού του καρμίρικος
καρμίρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμίρικη
καρμίρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρμίρικος
καρμίρικης	adj	γενική ενικού του καρμίρικη
καρμίρικο	adj	αιτιατική ενικού του καρμίρικος
καρμίρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρμίρικος
καρμίρικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με καρμίρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καρμίρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρμίρικος
καρμίρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρμίρικος
καρμίρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρμίρικος
καρμανιόλα	noun	η λαιμητόμος
καρμανιόλας	noun	γενική ενικού του καρμανιόλα
καρμανιόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμανιόλα
καρμανιόλων	=	καρμανιόλα
καρμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμικό
καρμικέ	adj	κλητική ενικού του καρμικός
καρμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμική
καρμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρμικός
καρμικής	adj	γενική ενικού του καρμική
καρμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρμικός
καρμικού	adj	γενική ενικού του καρμικός
καρμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρμικός
καρμικό	adj	αιτιατική ενικού του καρμικός
καρμικός	adj	αυτός που σχετίζεται με το κάρμα
καρμικών	adj	γενική πληθυντικού του καρμικός
καρμινιού	=	καρμίνι
καρμινιών	=	καρμίνι
καρμινών	=	καρμίνη
καρμιριά	noun	το να είναι κάποιος καρμίρης, η ιδιότητα του καρμίρη
καρμιριάς	noun	γενική ενικού του καρμιριά
καρμιριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμιριά
καρμιριών	=	καρμιριά
καρμπαπενέμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμπαπενέμη
καρμπιλατέρ	noun	άλλη μορφή του: καρμπιρατέρ
καρμπιρατέρ	noun	εξάρτημα του συστήματος τροφοδοσίας του κινητήρα στα μηχανοκίνητα οχήματα, το οποίο προετοιμάζει το μείγμα αέρα-βενζίνης στις κατάλληλες αναλογίες
καρμπολάχανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμπολάχανο
καρμπολάχανο	noun	συνώνυμο του κραμπί, το κραμβολάχανο
καρμπολάχανου	noun	γενική ενικού του καρμπολάχανο
καρμπολάχανων	noun	γενική πληθυντικού του καρμπολάχανο
καρμπονάρα	noun	πιάτο ζυμαρικών της ιταλικής κουζίνας με σάλτσα που περιέχει αβγά, τυρί και μπέικον
καρμπονάρας	noun	γενική ενικού του καρμπονάρα
καρμπονάρε	=	καρμπονάρος
καρμπονάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρμπονάρα
καρμπονάρο	=	καρμπονάρος
καρμπονάροι	=	καρμπονάρος
καρμπονάρος	noun|dated	καρβουνιάρης
καρμπονάρου	=	καρμπονάρος
καρμπονάρους	=	καρμπονάρος
καρμπονάρων	=	καρμπονάρος
καρμποναρών	noun	γενική πληθυντικού του καρμπονάρα
καρμπυρατέρ	noun	παρωχημένη γραφή του καρμπιρατέρ κατά τη γαλλική carburateur
καρμπόν	noun	ειδικό χαρτί αλειμμένο με μελάνι, που χρησίμευε στην παραγωγή αντιγράφων (χειρόγραφων ή στη γραφομηχανή)
καρνάβαλε	=	καρνάβαλος
καρνάβαλο	=	καρνάβαλος
καρνάβαλοι	=	καρνάβαλος
καρνάβαλος	noun	ανθρώπινο ομοίωμα που περιφέρεται πάνω σε άρμα την αποκριά
καρνάβαλου	=	καρνάβαλος
καρνάβαλους	=	καρνάβαλος
καρνάβαλων	=	καρνάβαλος
καρνάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρνάγιο
καρνάγιο	noun	μικρό ναυπηγείο κυρίως για επισκευές
καρνάγιου	noun	γενική ενικού του καρνάγιο
καρνάγιων	noun	γενική πληθυντικού του καρνάγιο
καρνέ	noun	μικρό πρόχειρο σημειωματάριο (για τηλέφωνα, διευθύνσεις κ.λπ.)
καρναβάλι	noun	η εορταστική περίοδος της αποκριάς
καρναβάλια	=	καρναβάλι
καρναβαλάκι	=	καρναβάλι
καρναβαλίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρναβαλίστικος	adv	με καρναβαλίστικο τρόπο
καρναβαλίστικε	adj	κλητική ενικού του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρναβαλίστικη
καρναβαλίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστικης	adj	γενική ενικού του καρναβαλίστικη
καρναβαλίστικο	adj	αιτιατική ενικού του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστικος	adj	που έχει σχέση με το καρναβάλι, τον καρνάβαλο ή τους καρναβαλιστές ή αναφέρεται σ' αυτά
καρναβαλίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρναβαλίστικος
καρναβαλίστρια	noun	θηλυκό του καρναβαλιστής
καρναβαλίστριας	noun	γενική ενικού του καρναβαλίστρια
καρναβαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρναβαλίστρια
καρναβαλικά	noun	με καρναβαλικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρναβαλικό
καρναβαλικέ	adj	κλητική ενικού του καρναβαλικός
καρναβαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρναβαλική
καρναβαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρναβαλικός
καρναβαλικής	adj	γενική ενικού του καρναβαλική
καρναβαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρναβαλικός
καρναβαλικού	adj	γενική ενικού του καρναβαλικός
καρναβαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρναβαλικός
καρναβαλικό	adj	αιτιατική ενικού του καρναβαλικός
καρναβαλικός	adj	που έχει σχέση με το καρναβάλι ή αναφέρεται σ’ αυτό
καρναβαλικών	adj	γενική πληθυντικού του καρναβαλικός
καρναβαλιού	=	καρναβάλι
καρναβαλιστές	=	καρναβαλιστής
καρναβαλιστή	=	καρναβαλιστής
καρναβαλιστής	noun	μεταμφιεσμένος που συμμετέχει στις αποκριάτικες εορταστικές εκδηλώσεις
καρναβαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του καρναβαλίστρια
καρναβαλιστών	=	καρναβαλιστής
καρναβαλιών	=	καρναβάλι
καρναγιάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρναγιάρω
καρναγιάρω	verb	εκτελώ εργασίες σε καρνάγιο
καρναγιαρίσματα	=	καρναγιάρισμα
καρναγιαρίσματος	=	καρναγιάρισμα
καρναγιαρισμάτων	=	καρναγιάρισμα
καρντάσαινα	noun	θηλυκό του καρντάσης
καρντάσαινας	=	καρντάσαινα
καρντάσαινες	=	καρντάσαινα
καρντάση	=	καρντάσης
καρντάσηδες	=	καρντάσης
καρντάσηδων	=	καρντάσης
καρντάσης	noun|vulgar	αδελφός, σύντροφος, φίλος
καρντάσι	noun	άλλη μορφή του καρντάσης
καρντάσια	=	καρντάσι
καρντέ	adj	νήματα που έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία
καρντασίνα	noun	θηλυκό του καρντάσης
καρντασίνας	=	καρντασίνα
καρντασίνες	=	καρντασίνα
καροσερί	noun	το αμάξωμα ενός αυτοκινήτου
καροτάκι	noun	υποκοριστικό του καρότο
καροτάκια	=	καροτάκι
καροτέλαια	=	καροτέλαιο
καροτέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από καρότα
καροτέλαιου	=	καροτέλαιο
καροτέλαιων	=	καροτέλαιο
καροτή	=	καροτής
καροτής	adj	που έχει το χρώμα του καρότου, το καροτί
καροτί	noun	το χρώμα του καρότου	adj	άκλιτος τύπος του καροτής για όλα τα γένη
καροτίλα	noun	έντονη μυρωδιά ή γεύση καρότου
καροτίλας	noun	γενική ενικού του καροτίλα
καροτίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτίλα
καροτίνες	=	καροτίνη
καροτίνη	noun	είδος βιταμίνης (προβιταμίνη Α)
καροτίνης	=	καροτίνη
καροτελαίου	=	καροτέλαιο
καροτελαίων	=	καροτέλαιο
καροτιά	=	καροτής
καροτιάς	=	καροτής
καροτιές	=	καροτής
καροτινών	=	καροτίνη
καροτιοί	=	καροτής
καροτιού	=	καροτής
καροτιούς	=	καροτής
καροτιών	=	καροτής
καροτοπουρέ	=	καροτοπουρές
καροτοπουρέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτοπουρές
καροτοπουρέδων	=	καροτοπουρές
καροτοπουρές	noun	πουρές που γίνεται από καρότα.
καροτοσαλάτα	noun	σαλάτα με καρότο
καροτοσαλάτας	noun	γενική ενικού του καροτοσαλάτα
καροτοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτοσαλάτα
καροτοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του καροτοσαλάτα
καροτσάδα	noun|dated	βόλτα με καρότσα (συνήθως με τη σημασία ιππήλατη άμαξα)
καροτσάδας	=	καροτσάδα
καροτσάδες	=	καροτσάδα
καροτσάδων	=	καροτσάδα
καροτσάκι	noun	καρότσι, οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς με 1, 2 ή 4 ρόδες που κινείται ωθούμενο από άνθρωπο ή με ειδικό μηχανισμό
καροτσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτσάκι
καροτσέρη	=	καροτσέρης
καροτσέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτσέρης
καροτσέρηδων	=	καροτσέρης
καροτσέρης	noun	άλλη μορφή του καροτσιέρης
καροτσιέρη	=	καροτσιέρης
καροτσιέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτσιέρης
καροτσιέρηδων	=	καροτσιέρης
καροτσιέρης	noun	ο (συνήθως επαγγελματίας) οδηγός καρότσας (ιππήλατης άμαξας) ή κάρου επιβατικού
καροτόζουμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτόζουμο
καροτόζουμο	noun	ζουμί από καρότο
καροτόζουμου	noun	γενική ενικού του καροτόζουμο
καροτόζουμων	noun	γενική πληθυντικού του καροτόζουμο
καροτόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά καρότα
καροτόσουπας	noun	γενική ενικού του καροτόσουπα
καροτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καροτόσουπα
καρουζέλ	noun	κυκλική περιστρεφόμενη κατασκευή με θέσεις που έχουν μορφή ζώου (π.χ. αλογάκι).
καρουλιάζω	verb	τυλίγω με το χέρι ή με μηχάνημα κάποιο νήμα σε καρούλι
καρουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρουλιασμένο
καρουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του καρουλιασμένος
καρουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρουλιασμένη
καρουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρουλιασμένος
καρουλιασμένης	verb	γενική ενικού του καρουλιασμένη
καρουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρουλιασμένος
καρουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρουλιασμένος
καρουλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καρουλιάζω
καρουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρουλιασμένος
καρουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρουλιασμένος
καρουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρουλιασμένος
καρουλιού	=	καρούλι
καρουλιών	=	καρούλι
καρουμπαλάκι	noun	υποκοριστικό του καρούμπαλο
καρουμπαλάκια	=	καρουμπαλάκι
καρουτών	=	καρούτα
καρούλα	noun	φουσκάλα στο δέρμα (πχ των δακτύλων) από τριβή
καρούλας	noun	γενική ενικού του καρούλα
καρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρούλα
καρούλι	noun	κύλινδρος στον οποίο τα άκρα προεξέχουν και είναι πεπλατυσμένα ώστε στο ενδιάμεσο διάστημα να μπορεί να τυλιχτεί κάποιο υλικό που έχει μορφή νήματος
καρούλια	=	καρούλι
καρούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρουλιάζω
καρούμπαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρούμπαλο
καρούμπαλο	noun	σκληρό πρήξιμο στην περιοχή του κεφαλιού, που προέρχεται, συνήθως, από χτύπημα
καρούμπαλος	noun|rare	άλλη μορφή του καρούμπαλο
καρούμπαλου	noun	γενική ενικού του καρούμπαλο
καρούμπαλων	noun	γενική πληθυντικού του καρούμπαλο
καρούτα	noun|dated	ξύλινη κοίλη σκάφη —συχνά φτιαγμένη από σκαμμένο κορμό— που χρησίμευε στην ύπαιθρο ως ποτίστρα ή ταΐστρα ζώων και, (κατ’ επέκταση), έδωσε όνομα σε τοποθεσίες όπου υπήρχαν τέτοιες κατασκευές: Καρούτα, Καρούτια κ.λπ.
καρούτας	=	καρούτα
καρούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρούτα
καρπάζωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπαζώνω
καρπάζωνα	=	καρπαζώνω
καρπάζωναν	=	καρπαζώνω
καρπάζωνε	=	καρπαζώνω
καρπάζωνες	=	καρπαζώνω
καρπάζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπάζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπάζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπάζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπάτσιο	noun	έδεσμα από λεπτοκομμένες φέτες ωμού μαριναρισμένου κρέατος ή ψαριού
καρπέ	noun	κλητική ενικού του καρπός
καρπέτα	noun	είδος χαλιού χωρίς χνούδι
καρπέτας	noun	γενική ενικού του καρπέτα
καρπέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπέτα
καρπέτο	noun	άλλη γραφή του καρπέτα
καρπέτου	=	καρπέτο
καρπέτων	=	καρπέτο
καρπήματα	=	κάρπημα
καρπήματος	=	κάρπημα
καρπίζαμε	=	καρπίζω
καρπίζαν	=	καρπίζω
καρπίζανε	=	καρπίζω
καρπίζατε	=	καρπίζω
καρπίζει	=	καρπίζω
καρπίζεις	=	καρπίζω
καρπίζετε	=	καρπίζω
καρπίζομε	=	καρπίζω
καρπίζοντας	=	καρπίζω
καρπίζουμε	=	καρπίζω
καρπίζουν	=	καρπίζω
καρπίζουνε	=	καρπίζω
καρπίζω	verb	απολαμβάνω τους καρπούς
καρπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσαν	=	καρπίζω
καρπίσανε	=	καρπίζω
καρπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρπισμα
καρπίσματος	noun	γενική ενικού του κάρπισμα
καρπίσομε	=	καρπίζω
καρπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσουνε	=	καρπίζω
καρπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπίζω
καρπαζιά	noun	δυνατή σφαλιάρα στο σβέρκο
καρπαζιάς	noun	γενική ενικού του καρπαζιά
καρπαζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπαζιά
καρπαζιών	=	καρπαζιά
καρπαζοεισπράκτορα	=	καρπαζοεισπράκτορας
καρπαζοεισπράκτορας	noun	άλλη μορφή του καρπαζοεισπράχτορας
καρπαζοεισπράκτορες	=	καρπαζοεισπράκτορας
καρπαζοεισπράχτορα	=	καρπαζοεισπράχτορας
καρπαζοεισπράχτορας	noun	αυτός που καρπαζώνεται, που δέχεται καρπαζιές
καρπαζοεισπράχτορες	=	καρπαζοεισπράχτορας
καρπαζοεισπρακτόρων	=	καρπαζοεισπράκτορας
καρπαζοεισπραχτόρων	=	καρπαζοεισπράχτορας
καρπαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρπάζωμα
καρπαζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπαζωμένο
καρπαζωμένε	verb	κλητική ενικού του καρπαζωμένος
καρπαζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπαζωμένη
καρπαζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρπαζωμένος
καρπαζωμένης	verb	γενική ενικού του καρπαζωμένη
καρπαζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρπαζωμένος
καρπαζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρπαζωμένος
καρπαζωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρπαζωμένος
καρπαζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρπαζωμένος
καρπαζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρπαζωμένος
καρπαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπάζωμα
καρπαζώματος	noun	γενική ενικού του καρπάζωμα
καρπαζώναμε	=	καρπαζώνω
καρπαζώναν	=	καρπαζώνω
καρπαζώνανε	=	καρπαζώνω
καρπαζώνατε	=	καρπαζώνω
καρπαζώνει	=	καρπαζώνω
καρπαζώνεις	=	καρπαζώνω
καρπαζώνετε	=	καρπαζώνω
καρπαζώνοντας	=	καρπαζώνω
καρπαζώνουμε	=	καρπαζώνω
καρπαζώνουν	=	καρπαζώνω
καρπαζώνουνε	=	καρπαζώνω
καρπαζώνω	verb|figurative	ρίχνω καρπαζιές σε κάποιον
καρπαζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσαν	=	καρπαζώνω
καρπαζώσανε	=	καρπαζώνω
καρπαζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπαζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπαζώνω
καρπενησιώτικα	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικε	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικες	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικη	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικης	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικο	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικοι	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικος	adj	ο σχετικός με το Καρπενήσι ή τους κατοίκους του
καρπενησιώτικου	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικους	=	καρπενησιώτικος
καρπενησιώτικων	=	καρπενησιώτικος
καρπερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρπερός	adv	με καρπερό τρόπο
καρπερέ	adj	κλητική ενικού του καρπερός
καρπερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπερή
καρπερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρπερός
καρπερής	adj	γενική ενικού του καρπερή
καρπεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρπερός
καρπερού	adj	γενική ενικού του καρπερός
καρπερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρπερός
καρπερό	adj	αιτιατική ενικού του καρπερός
καρπερός	adj	αυτός που δίνει πολλούς καρπούς
καρπερών	adj	γενική πληθυντικού του καρπερός
καρπετών	noun	γενική πληθυντικού του καρπέτα
καρπευμάτων	=	κάρπευμα
καρπεύματα	=	κάρπευμα
καρπεύματος	=	κάρπευμα
καρπεύω	verb	δένω καρπό, σχηματίζω καρπό
καρπημάτων	=	κάρπημα
καρπιαία	=	καρπιαίος
καρπιαίας	=	καρπιαίος
καρπιαίε	=	καρπιαίος
καρπιαίες	=	καρπιαίος
καρπιαίο	=	καρπιαίος
καρπιαίοι	=	καρπιαίος
καρπιαίος	adj	σχετικός με τον καρπό του χεριού
καρπιαίου	=	καρπιαίος
καρπιαίους	=	καρπιαίος
καρπιαίων	=	καρπιαίος
καρπικά	=	καρπικός
καρπικέ	=	καρπικός
καρπικές	=	καρπικός
καρπική	=	καρπικός
καρπικής	=	καρπικός
καρπικοί	=	καρπικός
καρπικού	=	καρπικός
καρπικούς	=	καρπικός
καρπικό	=	καρπικός
καρπικός	adj	που έχει σχέση με τον καρπό (του χεριού) ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καρπικών	=	καρπικός
καρπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάρπισμα
καρπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπισμένο
καρπισμένε	verb	κλητική ενικού του καρπισμένος
καρπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπισμένη
καρπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρπισμένος
καρπισμένης	verb	γενική ενικού του καρπισμένη
καρπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρπισμένος
καρπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρπισμένος
καρπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καρπίζω
καρπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρπισμένος
καρπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρπισμένος
καρπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρπισμένος
καρποί	=	καρπός
καρποδέσεις	=	καρπόδεση
καρποδέσεων	=	καρπόδεση
καρποκάψα	noun	λεπιδόπτερο (Cydia pomonella) που παρασιτεί και καταστρέφει τον καρπό οπωροφόρων δέντρων
καρποκάψας	=	καρποκάψα
καρποκάψες	=	καρποκάψα
καρποκαψών	=	καρποκάψα
καρπολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπολόγημα
καρπολογήματος	noun	γενική ενικού του καρπολόγημα
καρπολογία	noun|literary	άλλη μορφή του καρπολόγημα
καρπολογίας	noun	γενική ενικού του καρπολογία
καρπολογίες	=	καρπολογία
καρπολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρπολόγημα
καρπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καρπολογία
καρπολογώ	verb|literary	συλλέγω καρπούς
καρπολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καρπολογώ
καρπολόγε	=	καρπολόγος
καρπολόγημα	noun|literary	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπολογώ
καρπολόγο	=	καρπολόγος
καρπολόγοι	=	καρπολόγος
καρπολόγος	noun|literary	που καρπολογεί
καρπολόγου	=	καρπολόγος
καρπολόγους	=	καρπολόγος
καρπολόγων	=	καρπολόγος
καρπουζά	=	καρπουζάς
καρπουζάδες	=	καρπουζάς
καρπουζάδων	=	καρπουζάς
καρπουζάκι	noun	υποκοριστικό του καρπούζι
καρπουζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπουζάκι
καρπουζάς	noun	ο πωλητής καρπουζιών
καρπουζιά	noun	φυτό που έχει ως καρπό του το καρπούζι
καρπουζιάς	noun	γενική ενικού του καρπουζιά
καρπουζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπουζιά
καρπουζιού	=	καρπούζι
καρπουζιών	=	καρπούζι
καρπουζόπιτα	noun	παραδοσιακή πίτα των Κυκλάδων
καρπουζόπιτας	=	καρπουζόπιτα
καρπουζόπιτες	=	καρπουζόπιτα
καρποφάγα	=	καρποφάγος
καρποφάγας	=	καρποφάγος
καρποφάγε	=	καρποφάγος
καρποφάγες	=	καρποφάγος
καρποφάγο	=	καρποφάγος
καρποφάγοι	=	καρποφάγος
καρποφάγος	adj	που τρώει καρπούς
καρποφάγου	=	καρποφάγος
καρποφάγους	=	καρποφάγος
καρποφάγων	=	καρποφάγος
καρποφαγία	noun	το να τρώει κάποιος καρπούς
καρποφαγίας	=	καρποφαγία
καρποφαγίες	=	καρποφαγία
καρποφαγιών	=	καρποφαγία
καρποφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσαν	=	καρποφορώ
καρποφορήσανε	=	καρποφορώ
καρποφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσουνε	=	καρποφορώ
καρποφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφορία	noun	το αποτέλεσμα του καρποφορώ, η παραγωγή καρπών
καρποφορίας	noun	γενική ενικού του καρποφορία
καρποφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρποφορία
καρποφορεί	=	καρποφορώ
καρποφορείς	=	καρποφορώ
καρποφορείτε	=	καρποφορώ
καρποφοριών	noun	γενική πληθυντικού του καρποφορία
καρποφορούμε	=	καρποφορώ
καρποφορούν	=	καρποφορώ
καρποφορούνε	=	καρποφορώ
καρποφορούσα	=	καρποφορώ
καρποφορούσαμε	=	καρποφορώ
καρποφορούσαν	=	καρποφορώ
καρποφορούσανε	=	καρποφορώ
καρποφορούσατε	=	καρποφορώ
καρποφορούσε	=	καρποφορώ
καρποφορούσες	=	καρποφορώ
καρποφορώ	verb	παράγω καρπούς
καρποφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καρποφορώ
καρποφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρποφόρος	adv	που καρποφορεί, με (πολλή) καρποφορία
καρποφόρας	=	καρποφόρος
καρποφόρε	=	καρποφόρος
καρποφόρει	=	καρποφορώ
καρποφόρες	=	καρποφόρος
καρποφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρποφορώ
καρποφόρο	=	καρποφόρος
καρποφόροι	=	καρποφόρος
καρποφόρος	adj|figurative	που καρποφορεί
καρποφόρου	=	καρποφόρος
καρποφόρους	=	καρποφόρος
καρποφόρων	=	καρποφόρος
καρπού	noun	γενική ενικού του καρπός
καρπούζι	noun	ο καρπός της καρπουζιάς (Citrullus lanatus) με πράσινη, λεία και χοντρή φλούδα
καρπούζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπούζι
καρπούμαι	verb|formal	άλλη μορφή του καρπώνομαι
καρπούμασταν	=	καρπούμαι
καρπούμαστε	=	καρπούμαι
καρπούμεθα	=	καρπούμαι
καρπούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπούμενο
καρπούμενε	verb	κλητική ενικού του καρπούμενος
καρπούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπούμενη
καρπούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρπούμενος
καρπούμενης	verb	γενική ενικού του καρπούμενη
καρπούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καρπούμενος
καρπούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρπούμενος
καρπούμενος	verb	που καρπώνεται, επωφελείται
καρπούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρπούμενος
καρπούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρπούμενος
καρπούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρπούμενος
καρπούμην	=	καρπούμαι
καρπούμουν	=	καρπούμαι
καρπούνται	=	καρπούμαι
καρπούνταν	=	καρπούμαι
καρπούντο	=	καρπούμαι
καρπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρπός
καρπούσαι	=	καρπούμαι
καρπούσασταν	=	καρπούμαι
καρπούσαστε	=	καρπούμαι
καρπούσθε	=	καρπούμαι
καρπούσο	=	καρπούμαι
καρπούσουν	=	καρπούμαι
καρπούστε	=	καρπούμαι
καρπούται	=	καρπούμαι
καρπούτο	=	καρπούμαι
καρπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθήκαν	=	καρπώνομαι
καρπωθήκανε	=	καρπώνομαι
καρπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπωμένο
καρπωμένε	verb	κλητική ενικού του καρπωμένος
καρπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπωμένη
καρπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρπωμένος
καρπωμένης	verb	γενική ενικού του καρπωμένη
καρπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρπωμένος
καρπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρπωμένος
καρπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καρπώνομαι
καρπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρπωμένος
καρπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρπωμένος
καρπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρπωμένος
καρπωνόμασταν	=	καρπώνομαι
καρπωνόμαστε	=	καρπώνομαι
καρπωνόμουν	=	καρπώνομαι
καρπωνόμουνα	=	καρπώνομαι
καρπωνόντουσαν	=	καρπώνομαι
καρπωνόσασταν	=	καρπώνομαι
καρπωνόσαστε	=	καρπώνομαι
καρπωνόσουν	=	καρπώνομαι
καρπωνόσουνα	=	καρπώνομαι
καρπωνόταν	=	καρπώνομαι
καρπωνότανε	=	καρπώνομαι
καρπωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπωτής
καρπωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρπωτής
καρπωτής	noun	κάποιος που καρπώνεται κάτι
καρπωτριών	noun	γενική πληθυντικού του καρπώτρια
καρπωτών	noun	γενική πληθυντικού του καρπωτής
καρπό	noun	αιτιατική ενικού του καρπός
καρπόδεση	noun	η ωρίμανση των καρπών
καρπόδεσης	=	καρπόδεση
καρπόκαψα	noun	άλλη μορφή του καρποκάψα
καρπόκαψας	=	καρπόκαψα
καρπόκαψες	=	καρπόκαψα
καρπός	noun	άρθρωση του ανθρώπινου σώματος: εκεί που ενώνεται η παλάμη με την κερκίδα και την ωλένη
καρπόφυλλα	=	καρπόφυλλο
καρπόφυλλο	noun	τμήμα αγγειόσπερμου φυτού στο οποίο περικλείονται σπερματικές βλάστες
καρπόφυλλου	=	καρπόφυλλο
καρπόφυλλων	=	καρπόφυλλο
καρπώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπών	noun	γενική πληθυντικού του καρπός
καρπώνεσαι	=	καρπώνομαι
καρπώνεστε	=	καρπώνομαι
καρπώνεται	=	καρπώνομαι
καρπώνομαι	verb	αποκομίζω τους «καρπούς», κερδίζω το θετικό αποτέλεσμα που παρήγαγε μια ενέργεια
καρπώνονται	=	καρπώνομαι
καρπώνονταν	=	καρπώνομαι
καρπώνου	=	καρπώνομαι
καρπώσεις	=	κάρπωση
καρπώσεων	=	κάρπωση
καρπώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρπώνομαι
καρπώτρια	noun	θηλυκό του καρπωτής
καρπώτριας	noun	γενική ενικού του καρπώτρια
καρπώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρπώτρια
καρσί	adv|dated	απέναντι
καρσιλαμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρσιλαμάς
καρσιλαμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρσιλαμάς
καρσιλαμάδων	noun	γενική πληθυντικού του καρσιλαμάς
καρσιλαμάς	noun	ανατολίτικος αντικριστός ζωηρός χορός (χορεύεται από δύο άτομα αντικριστά)
καρσινά	=	καρσινός
καρσινέ	adj	κλητική ενικού του καρσινός
καρσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρσινή
καρσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρσινός
καρσινής	adj	γενική ενικού του καρσινή
καρσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρσινός
καρσινού	adj	γενική ενικού του καρσινός
καρσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρσινός
καρσινό	adj	αιτιατική ενικού του καρσινός
καρσινός	adj|dated	ο απέναντι, ο αντικρινός
καρσινών	adj	γενική πληθυντικού του καρσινός
καρστ	noun	πέτρωμα που διαλύεται εύκολα στο νερό
καρστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρστικό
καρστικέ	adj	κλητική ενικού του καρστικός
καρστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρστική
καρστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρστικός
καρστικής	adj	γενική ενικού του καρστική
καρστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρστικός
καρστικοποίηση	noun	η διαδικασία αποσάθρωσης και διάβρωσης πετρωμάτων από το νερό και άλλους παράγοντες
καρστικοποίησης	noun	γενική ενικού του καρστικοποίηση
καρστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρστικοποίηση
καρστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καρστικοποίηση
καρστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καρστικοποίηση
καρστικού	adj	γενική ενικού του καρστικός
καρστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρστικός
καρστικό	adj	αιτιατική ενικού του καρστικός
καρστικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται σε διάβρωση και αποσάθρωση πετρωμάτων από νερό
καρστικών	adj	γενική πληθυντικού του καρστικός
καρτ	noun	μικρό αυτοκίνητο αγώνων σε ειδική πίστα
καρτάλι	noun	το πουλί Μαυρόγυπας (Aegypius Monachus)
καρτάλια	=	καρτάλι
καρτέλ	noun	η σύμπραξη ανάμεσα σε ομάδες συνδικαλιστικών, ή επαγγελματικών, ή επιχειρήσεων, ή κρατών σε κοινή δράση, ώστε να περιορίσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και να ελέγξουν τις τιμές των προϊόντων τους
καρτέλα	noun	η κάρτα στην οποία καταγράφονται διάφορα δεδομένα και η οποία φυλάσσεται μαζί με άλλες καρτέλες, συνήθως ειδικά ταξινομημένες
καρτέλας	noun	γενική ενικού του καρτέλα
καρτέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτέλα
καρτέρα	=	καρτερώ
καρτέραγα	=	καρτερώ
καρτέραγαν	=	καρτερώ
καρτέραγε	=	καρτερώ
καρτέραγες	=	καρτερώ
καρτέρεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρτερώ / καρτερεύω
καρτέρεσα	=	καρτερώ
καρτέρεσαμε	=	καρτερώ
καρτέρεσαν	=	καρτερώ
καρτέρεσατε	=	καρτερώ
καρτέρεσε	=	καρτερώ
καρτέρεσες	=	καρτερώ
καρτέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτέρημα	noun|vulgar	υπομονή, καρτερία, αναμονή
καρτέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτέρι	noun	ενέδρα
καρτέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτέρι
καρταλιού	=	καρτάλι
καρταλιών	=	καρτάλι
καρταναγνωστών	=	καρταναγνώστης
καρταναγνώστες	=	καρταναγνώστης
καρταναγνώστη	=	καρταναγνώστης
καρταναγνώστης	noun	σύστημα ανάγνωσης (ηλεκτρονικών) καρτών
καρτελάκι	noun	υποκοριστικό του καρτέλα
καρτελάκια	=	καρτελάκι
καρτελοθήκες	=	καρτελοθήκη
καρτελοθήκη	noun	θήκη για καρτέλες
καρτελοθήκης	=	καρτελοθήκη
καρτελοθηκών	=	καρτελοθήκη
καρτελοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτελοκρατία
καρτελοποιώ	verb|rare	τακτοποιώ σε / τις καρτέλες
καρτελών	noun	γενική πληθυντικού του καρτέλα
καρτεράω	=	καρτερώ
καρτερέματα	=	καρτέρεμα
καρτερέματος	=	καρτέρεμα
καρτερέσαν	=	καρτερώ
καρτερέσανε	=	καρτερώ
καρτερέσει	=	καρτερώ
καρτερέσεις	=	καρτερώ
καρτερέσετε	=	καρτερώ
καρτερέσουμε	=	καρτερώ
καρτερέσουν	=	καρτερώ
καρτερέσουνε	=	καρτερώ
καρτερέσω	=	καρτερώ
καρτερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερεύω
καρτερήματα	=	καρτέρημα
καρτερήματος	=	καρτέρημα
καρτερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρτερώ
καρτερία	noun	η υπομονή, η ανοχή
καρτερίας	noun	γενική ενικού του καρτερία
καρτερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτερία
καρτερεμάτων	=	καρτέρεμα
καρτερεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτερεμένο
καρτερεμένε	verb	κλητική ενικού του καρτερεμένος
καρτερεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτερεμένη
καρτερεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρτερεμένος
καρτερεμένης	verb	γενική ενικού του καρτερεμένη
καρτερεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρτερεμένος
καρτερεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρτερεμένος
καρτερεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καρτερώ
καρτερεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρτερεμένος
καρτερεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρτερεμένος
καρτερεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρτερεμένος
καρτερεύομαι	=	καρτερεύω
καρτερεύω	verb|vulgar	υπομένω
καρτερημάτων	=	καρτέρημα
καρτερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτερικό	adv	με υπομονή
καρτερικέ	adj	κλητική ενικού του καρτερικός
καρτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτερική
καρτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρτερικός
καρτερικής	adj	γενική ενικού του καρτερική
καρτερικη	=	καρτερικός
καρτερικο	=	καρτερικός
καρτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρτερικός
καρτερικοτήτων	=	καρτερικότητα
καρτερικού	adj	γενική ενικού του καρτερικός
καρτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρτερικός
καρτερικό	adj	αιτιατική ενικού του καρτερικός
καρτερικός	adj	που δείχνει καρτερία
καρτερικότης	noun	η καρτερικότητα
καρτερικότητα	noun	η ιδιότητα του καρτερικού
καρτερικότητας	noun	γενική ενικού του καρτερικότητα
καρτερικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτερικότητα
καρτερικών	adj	γενική πληθυντικού του καρτερικός
καρτερικώς	adv|dated	καρτερικά
καρτεριού	=	καρτέρι
καρτεριών	noun	γενική πληθυντικού του καρτερία
καρτεροψυχία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του καρτερόψυχου
καρτεροψυχίας	=	καρτεροψυχία
καρτεροψυχίες	=	καρτεροψυχία
καρτεροψυχιών	=	καρτεροψυχία
καρτερούσα	=	καρτερώ
καρτερόψυχα	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχε	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχες	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχη	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχης	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχο	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχοι	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχος	adj|formal	γενναιόψυχος
καρτερόψυχου	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχους	=	καρτερόψυχος
καρτερόψυχων	=	καρτερόψυχος
καρτερώ	verb|literary	περιμένω με υπομονή
καρτεσιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρτεσιανός
καρτεσιανέ	adj	κλητική ενικού του καρτεσιανός
καρτεσιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτεσιανή
καρτεσιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρτεσιανός
καρτεσιανής	adj	γενική ενικού του καρτεσιανή
καρτεσιανισμέ	noun	κλητική ενικού του καρτεσιανισμός
καρτεσιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρτεσιανισμός
καρτεσιανισμού	noun	γενική ενικού του καρτεσιανισμός
καρτεσιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καρτεσιανισμός
καρτεσιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του καρτεσιανισμός
καρτεσιανισμός	noun	η φιλοσοφική θεωρία του Καρτέσιου
καρτεσιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του καρτεσιανισμός
καρτεσιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρτεσιανός
καρτεσιανού	adj	γενική ενικού του καρτεσιανός
καρτεσιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρτεσιανός
καρτεσιανό	adj	αιτιατική ενικού του καρτεσιανός
καρτεσιανός	adj	που σχετίζεται με τον Καρτέσιο ή τις θεωρίες του
καρτεσιανών	adj	γενική πληθυντικού του καρτεσιανός
καρτοθήκες	=	καρτοθήκη
καρτοθήκη	noun	θήκη για κάρτες
καρτοθήκης	=	καρτοθήκη
καρτοθηκών	=	καρτοθήκη
καρτοκινητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτοκινητό
καρτοκινητέ	adj	κλητική ενικού του καρτοκινητός
καρτοκινητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτοκινητή
καρτοκινητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρτοκινητός
καρτοκινητής	adj	γενική ενικού του καρτοκινητή
καρτοκινητη	=	καρτοκινητός
καρτοκινητο	=	καρτοκινητός
καρτοκινητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρτοκινητός
καρτοκινητού	adj	γενική ενικού του καρτοκινητός
καρτοκινητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρτοκινητός
καρτοκινητό	adj	αιτιατική ενικού του καρτοκινητός
καρτοκινητός	adj	που συνδέεται με το είδος της ασύρματης τηλεφωνίας στην οποία χρησιμοποιείται προπληρωμένη κάρτα
καρτοκινητών	adj	γενική πληθυντικού του καρτοκινητός
καρτονιού	=	καρτόνι
καρτονιών	=	καρτόνι
καρτοτηλέφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτοτηλέφωνο
καρτοτηλέφωνο	noun	τηλεφωνική συσκευή τοποθετημένη συνήθως σε δημόσιους χώρους, η οποία λειτουργεί με τη χρήση και χρέωση προπληρωμένης κάρτας
καρτοτηλέφωνου	=	καρτοτηλέφωνο
καρτοτηλεφώνου	noun	γενική ενικού του καρτοτηλέφωνο
καρτοτηλεφώνων	noun	γενική πληθυντικού του καρτοτηλέφωνο
καρτουνίστα	=	καρτουνίστας
καρτουνίστας	noun	δημιουργός καρτούν
καρτουνίστες	=	καρτουνίστας
καρτουνίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτουνίστικο
καρτουνίστικε	adj	κλητική ενικού του καρτουνίστικος
καρτουνίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτουνίστικη
καρτουνίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρτουνίστικος
καρτουνίστικης	adj	γενική ενικού του καρτουνίστικη
καρτουνίστικο	adj	αιτιατική ενικού του καρτουνίστικος
καρτουνίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρτουνίστικος
καρτουνίστικος	adj	που έχει σχέση με τα καρτούν ή αναφέρεται σ’ αυτά
καρτουνίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρτουνίστικος
καρτουνίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρτουνίστικος
καρτουνίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρτουνίστικος
καρτουνιστών	=	καρτουνίστας
καρτούν	noun	σχέδιο ή ζωγραφιά που μαζί με άλλα δημιουργούν μια ταινία κινούμενων σχεδίων και (κατ’ επέκταση) η ίδια η ταινία κινούμενων σχεδίων
καρτούτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρτούτσο
καρτούτσο	noun	παλαιό μέτρο χωρητικότητας υγρών περίπου 460 ml
καρτούτσου	noun	γενική ενικού του καρτούτσο
καρτούτσων	noun	γενική πληθυντικού του καρτούτσο
καρτσόνι	noun	ιδιωματικό, όπως και στην Κρήτη) κοντή κάλτσα
καρτόνι	noun	το κουτί το οποίο είναι φτιαγμένο από σκληρό χαρτί προορισμένο για μεταφορά ή αποθήκευση αγαθών, το χαρτόκουτο
καρτόνια	=	καρτόνι
καρτών	noun	γενική πληθυντικού του κάρτα
καρυά	noun|formal	η καρυδιά
καρυάς	=	καρυά
καρυάτιδα	noun	γυναικείο άγαλμα που χρησιμεύει ως κίονας στηρίζοντας τον θριγκό ενός οικοδομήματος
καρυάτιδας	noun	γενική ενικού του καρυάτιδα
καρυάτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυάτιδα
καρυάτιδων	noun	γενική πληθυντικού του καρυάτιδα
καρυές	=	καρυά
καρυδάκι	noun	μικρό καρύδι
καρυδάκια	=	καρυδάκι
καρυδάτα	=	καρυδάτος
καρυδάτε	=	καρυδάτος
καρυδάτες	=	καρυδάτος
καρυδάτη	=	καρυδάτος
καρυδάτης	=	καρυδάτος
καρυδάτο	=	καρυδάτος
καρυδάτοι	=	καρυδάτος
καρυδάτος	adj	που έχει το σχήμα του καρυδιού ή ανάλογο μέγεθος ή περιέχει καρύδι (ψίχα καρυδιού)
καρυδάτου	=	καρυδάτος
καρυδάτους	=	καρυδάτος
καρυδάτων	=	καρυδάτος
καρυδέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδέλαιο
καρυδέλαιο	noun	φυτικό λάδι, από την ψίχα του καρυδιού
καρυδέλαιου	noun	γενική ενικού του καρυδέλαιο
καρυδέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του καρυδέλαιο
καρυδένια	=	καρυδένιος
καρυδένιας	=	καρυδένιος
καρυδένιε	=	καρυδένιος
καρυδένιες	=	καρυδένιος
καρυδένιο	=	καρυδένιος
καρυδένιοι	=	καρυδένιος
καρυδένιος	adj	ο κατασκευασμένος από ξύλο καρυδιάς, από καρυδόξυλο
καρυδένιου	=	καρυδένιος
καρυδένιους	=	καρυδένιος
καρυδένιων	=	καρυδένιος
καρυδεώνα	=	καρυδεώνας
καρυδεώνας	noun	έκταση γης στην οποία καλλιεργούνται καρυδιές
καρυδεώνες	=	καρυδεώνας
καρυδεώνων	=	καρυδεώνας
καρυδιά	noun	το φυλλοβόλο δέντρο του γένους Juglans, με μεγάλα φύλλα και με καρπό το καρύδι· καλλιεργείται και για το καρπό και για το ξύλο του
καρυδιάς	noun	γενική ενικού του καρυδιά
καρυδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδιά
καρυδιού	=	καρύδι
καρυδιών	=	καρυδιά
καρυδιώτικα	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικε	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικες	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικη	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικης	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικο	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικοι	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Καρυδιά ή τους κατοίκους του
καρυδιώτικου	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικους	=	καρυδιώτικος
καρυδιώτικων	=	καρυδιώτικος
καρυδοβουτύρου	=	καρυδοβούτυρο
καρυδοβουτύρων	=	καρυδοβούτυρο
καρυδοβούτυρα	=	καρυδοβούτυρο
καρυδοβούτυρο	noun	πολτός ψημένων και τριμμένων καρυδιών που μοιάζει με βούτυρο
καρυδοβούτυρου	=	καρυδοβούτυρο
καρυδοβούτυρων	=	καρυδοβούτυρο
καρυδοφλουδών	=	καρυδόφλουδα
καρυδοφύλλου	=	καρυδόφυλλο
καρυδοφύλλων	=	καρυδόφυλλο
καρυδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρύδωμα
καρυδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδωμένο
καρυδωμένε	verb	κλητική ενικού του καρυδωμένος
καρυδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδωμένη
καρυδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρυδωμένος
καρυδωμένης	verb	γενική ενικού του καρυδωμένη
καρυδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρυδωμένος
καρυδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρυδωμένος
καρυδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καρυδώνω
καρυδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρυδωμένος
καρυδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρυδωμένος
καρυδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρυδωμένος
καρυδόξυλα	=	καρυδόξυλο
καρυδόξυλο	noun	ξύλο καρυδιάς
καρυδόξυλου	=	καρυδόξυλο
καρυδόξυλων	=	καρυδόξυλο
καρυδόπιτα	noun	γλύκισμα που περιέχει και ψίχα από καρύδια
καρυδόπιτας	noun	γενική ενικού του καρυδόπιτα
καρυδόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδόπιτα
καρυδότσουφλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδότσουφλο
καρυδότσουφλο	noun	ο σκληρός φλοιός του καρυδιού, το τσόφλι του
καρυδότσουφλου	noun	γενική ενικού του καρυδότσουφλο
καρυδότσουφλων	noun	γενική πληθυντικού του καρυδότσουφλο
καρυδόφλουδα	noun	το καρυδότσουφλο
καρυδόφλουδας	=	καρυδόφλουδα
καρυδόφλουδες	=	καρυδόφλουδα
καρυδόφλουδο	noun	το καρυδότσουφλο
καρυδόφλουδου	=	καρυδόφλουδο
καρυδόφλουδων	=	καρυδόφλουδο
καρυδόφυλλα	=	καρυδόφυλλο
καρυδόφυλλο	noun	το φύλλο της καρυδιάς
καρυδόφυλλον	noun	το καρυδόφυλλο
καρυδόφυλλου	=	καρυδόφυλλο
καρυδόφυλλων	=	καρυδόφυλλο
καρυδόψιχα	noun	η ψίχα του καρυδιού
καρυδόψιχας	noun	γενική ενικού του καρυδόψιχα
καρυδόψιχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυδόψιχα
καρυδόψιχων	=	καρυδόψιχα
καρυδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρύδωμα
καρυδώματος	noun	γενική ενικού του καρύδωμα
καρυδώναμε	=	καρυδώνω
καρυδώναν	=	καρυδώνω
καρυδώνανε	=	καρυδώνω
καρυδώνατε	=	καρυδώνω
καρυδώνει	=	καρυδώνω
καρυδώνεις	=	καρυδώνω
καρυδώνετε	=	καρυδώνω
καρυδώνοντας	=	καρυδώνω
καρυδώνουμε	=	καρυδώνω
καρυδώνουν	=	καρυδώνω
καρυδώνουνε	=	καρυδώνω
καρυδώνω	verb	στραγγαλίζω κάποιον, του σφίγγω το καρύδι στο λαιμό
καρυδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώσαν	=	καρυδώνω
καρυδώσανε	=	καρυδώνω
καρυδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυκέψαμε	=	καρυκεύω
καρυκέψαν	=	καρυκεύω
καρυκέψανε	=	καρυκεύω
καρυκέψατε	=	καρυκεύω
καρυκέψει	=	καρυκεύω
καρυκέψεις	=	καρυκεύω
καρυκέψετε	=	καρυκεύω
καρυκέψομε	=	καρυκεύω
καρυκέψου	=	καρυκεύω
καρυκέψουμε	=	καρυκεύω
καρυκέψουν	=	καρυκεύω
καρυκέψουνε	=	καρυκεύω
καρυκέψτε	=	καρυκεύω
καρυκέψω	=	καρυκεύω
καρυκαρυδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρυκευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρύκευμα
καρυκευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυκευμένο
καρυκευμένε	verb	κλητική ενικού του καρυκευμένος
καρυκευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυκευμένη
καρυκευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρυκευμένος
καρυκευμένης	verb	γενική ενικού του καρυκευμένη
καρυκευμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρυκευμένος
καρυκευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρυκευμένος
καρυκευμένος	verb	που έχει καρυκευτεί
καρυκευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρυκευμένος
καρυκευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρυκευμένος
καρυκευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρυκευμένος
καρυκευτήκαμε	=	καρυκεύω
καρυκευτήκαν	=	καρυκεύω
καρυκευτήκανε	=	καρυκεύω
καρυκευτήκατε	=	καρυκεύω
καρυκευτεί	=	καρυκεύω
καρυκευτείς	=	καρυκεύω
καρυκευτείτε	=	καρυκεύω
καρυκευτούμε	=	καρυκεύω
καρυκευτούν	=	καρυκεύω
καρυκευτούνε	=	καρυκεύω
καρυκευτώ	=	καρυκεύω
καρυκευόμασταν	=	καρυκεύω
καρυκευόμαστε	=	καρυκεύω
καρυκευόμουν	=	καρυκεύω
καρυκευόμουνα	=	καρυκεύω
καρυκευόντουσαν	=	καρυκεύω
καρυκευόσασταν	=	καρυκεύω
καρυκευόσαστε	=	καρυκεύω
καρυκευόσουν	=	καρυκεύω
καρυκευόσουνα	=	καρυκεύω
καρυκευόταν	=	καρυκεύω
καρυκευότανε	=	καρυκεύω
καρυκεύαμε	=	καρυκεύω
καρυκεύαν	=	καρυκεύω
καρυκεύανε	=	καρυκεύω
καρυκεύατε	=	καρυκεύω
καρυκεύει	=	καρυκεύω
καρυκεύεις	=	καρυκεύω
καρυκεύεσαι	=	καρυκεύω
καρυκεύεστε	=	καρυκεύω
καρυκεύεται	=	καρυκεύω
καρυκεύετε	=	καρυκεύω
καρυκεύμάτων	=	καρύκευμα
καρυκεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρύκευμα
καρυκεύματος	noun	γενική ενικού του καρύκευμα
καρυκεύομαι	=	καρυκεύω
καρυκεύομε	=	καρυκεύω
καρυκεύονται	=	καρυκεύω
καρυκεύονταν	=	καρυκεύω
καρυκεύοντας	=	καρυκεύω
καρυκεύουμε	=	καρυκεύω
καρυκεύουν	=	καρυκεύω
καρυκεύουνε	=	καρυκεύω
καρυκεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καρύκευση
καρυκεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καρύκευση
καρυκεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρυκεύτηκα	=	καρυκεύω
καρυκεύτηκαν	=	καρυκεύω
καρυκεύτηκε	=	καρυκεύω
καρυκεύτηκες	=	καρυκεύω
καρυκεύω	verb	προσθέτω καρύκευμα σε φαγητό
καρυοθραυστών	=	καρυοθραύστης
καρυοθραύστες	=	καρυοθραύστης
καρυοθραύστη	=	καρυοθραύστης
καρυοθραύστης	noun	εργαλείο με το οποίο συνθλίβεται ή σπάζει ο σκληρός φλοιός του καρυδιού, ώστε να απογυμνωθεί το βρώσιμο εσωτερικό του, η ψίχα
καρυοτυπικά	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικέ	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικές	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπική	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικής	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικοί	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικού	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικούς	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικό	=	καρυοτυπικός
καρυοτυπικός	adj	που έχει σχέση με τον καρυότυπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καρυοτυπικών	=	καρυοτυπικός
καρυοτύπου	=	καρυότυπος
καρυοτύπους	=	καρυότυπος
καρυοτύπων	=	καρυότυπος
καρυοφυλλιού	=	καρυοφύλλι
καρυοφυλλιών	=	καρυοφύλλι
καρυοφύλλι	noun	φυτό που οι κάλυκές του χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα
καρυοφύλλια	=	καρυοφύλλι
καρυοχαρτογράφηση	noun	η χαρτογράφηση του καρυότυπου
καρυοχαρτογράφησης	=	καρυοχαρτογράφηση
καρυοχαρτογραφήσεις	=	καρυοχαρτογράφηση
καρυοχαρτογραφήσεων	=	καρυοχαρτογράφηση
καρυότυπε	=	καρυότυπος
καρυότυπο	=	καρυότυπος
καρυότυποι	=	καρυότυπος
καρυότυπος	noun	η απεικόνιση των χρωμοσωμάτων κάποιου ανά ζεύγη και βάσει του μεγέθους τους
καρυότυπου	=	καρυότυπος
καρυότυπους	=	καρυότυπος
καρυότυπων	=	καρυότυπος
καρυόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρυόφυλλο
καρυόφυλλο	noun	άλλη μορφή του καρυοφύλλι
καρυόφυλλον	noun	γένος φυτών (στα οποία ανήκει η γαριφαλιά)
καρυόφυλλου	noun	γενική ενικού του καρυόφυλλο
καρυόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του καρυόφυλλο
καρυών	=	καρυά
καρυώτικα	=	καρυώτικος
καρυώτικε	=	καρυώτικος
καρυώτικες	=	καρυώτικος
καρυώτικη	=	καρυώτικος
καρυώτικης	=	καρυώτικος
καρυώτικο	=	καρυώτικος
καρυώτικοι	=	καρυώτικος
καρυώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Καρυά ή Καρυές ή τους κατοίκους του
καρυώτικου	=	καρυώτικος
καρυώτικους	=	καρυώτικος
καρυώτικων	=	καρυώτικος
καρφάκι	noun	μικρό καρφί
καρφάκια	=	καρφάκι
καρφί	noun	αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικειμένων σε τοίχο	adv	ευθύγραμμη πορεία, ολόισια
καρφίς	noun|archaic	καρφίτσα ή είδος καρφίτσας
καρφίτσα	noun	λεπτό αντικείμενο με πλατύ κεφάλι που μοιάζει με μικρό καρφί και χρησιμοποιείται συνήθως στη ραφτική
καρφίτσας	noun	γενική ενικού του καρφίτσα
καρφίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφίτσα
καρφίτσωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καρφιτσώνω
καρφίτσωνα	=	καρφιτσώνω
καρφίτσωναν	=	καρφιτσώνω
καρφίτσωνε	=	καρφιτσώνω
καρφίτσωνες	=	καρφιτσώνω
καρφίτσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφίτσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφίτσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφίτσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφί
καρφιού	=	καρφί
καρφιτσοθήκες	=	καρφιτσοθήκη
καρφιτσοθήκη	noun	μικρό μαξιλαράκι όπου μπήγονται οι καρφίτσες από τις ράφτρες.
καρφιτσοθήκης	=	καρφιτσοθήκη
καρφιτσοθηκών	=	καρφιτσοθήκη
καρφιτσωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθήκαν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωθήκανε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καρφίτσωμα
καρφιτσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφιτσωμένο
καρφιτσωμένε	verb	κλητική ενικού του καρφιτσωμένος
καρφιτσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφιτσωμένη
καρφιτσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρφιτσωμένος
καρφιτσωμένης	verb	γενική ενικού του καρφιτσωμένη
καρφιτσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρφιτσωμένος
καρφιτσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρφιτσωμένος
καρφιτσωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρφιτσωμένος
καρφιτσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρφιτσωμένος
καρφιτσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρφιτσωμένος
καρφιτσωνόμασταν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόμαστε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόμουν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόμουνα	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόντουσαν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόσασταν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόσαστε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόσουν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόσουνα	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνόταν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσωνότανε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνομαι
καρφιτσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφίτσωμα
καρφιτσώματος	noun	γενική ενικού του καρφίτσωμα
καρφιτσών	noun	γενική πληθυντικού του καρφίτσα
καρφιτσώναμε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώναν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνανε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνατε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνει	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνεις	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνεσαι	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνεστε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνεται	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνετε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώνονται	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνονταν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνοντας	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνουμε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνουν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνουνε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώνω	verb	ενώνω με καρφίτσα
καρφιτσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσαν	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώσανε	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσου	=	καρφιτσώνω
καρφιτσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιτσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφιτσώνω
καρφιών	noun	γενική πληθυντικού του καρφί
καρφοβελονών	noun	γενική πληθυντικού του καρφοβελόνα
καρφοβελόνα	noun	είδος λεπτής πρόκας συνήθως με πολύ μικρό κεφάλι
καρφοβελόνας	noun	γενική ενικού του καρφοβελόνα
καρφοβελόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφοβελόνα
καρφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθήκαν	=	καρφώνω
καρφωθήκανε	=	καρφώνω
καρφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωθούνε	=	καρφώνω
καρφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάρφωμα
καρφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφωμένο
καρφωμένε	verb	κλητική ενικού του καρφωμένος
καρφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφωμένη
καρφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρφωμένος
καρφωμένης	verb	γενική ενικού του καρφωμένη
καρφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καρφωμένος
καρφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρφωμένος
καρφωμένος	verb	που έχει καρφωθεί
καρφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καρφωμένος
καρφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καρφωμένος
καρφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καρφωμένος
καρφωνόμασταν	=	καρφώνω
καρφωνόμαστε	=	καρφώνω
καρφωνόμουν	=	καρφώνω
καρφωνόμουνα	=	καρφώνω
καρφωνόντουσαν	=	καρφώνω
καρφωνόσασταν	=	καρφώνω
καρφωνόσαστε	=	καρφώνω
καρφωνόσουν	=	καρφώνω
καρφωνόσουνα	=	καρφώνω
καρφωνόταν	=	καρφώνω
καρφωνότανε	=	καρφώνω
καρφωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφωτό	adv	με καρφωτό τρόπο
καρφωτέ	adj	κλητική ενικού του καρφωτός
καρφωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρφωτή
καρφωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρφωτός
καρφωτής	noun	ο καταδότης	adj	γενική ενικού του καρφωτή
καρφωτικά	=	καρφωτικός
καρφωτικέ	=	καρφωτικός
καρφωτικές	=	καρφωτικός
καρφωτική	=	καρφωτικός
καρφωτικής	=	καρφωτικός
καρφωτικοί	=	καρφωτικός
καρφωτικού	=	καρφωτικός
καρφωτικούς	=	καρφωτικός
καρφωτικό	=	καρφωτικός
καρφωτικός	adj	που χρησιμοποιείται για κάρφωμα
καρφωτικών	=	καρφωτικός
καρφωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρφωτός
καρφωτού	adj	γενική ενικού του καρφωτός
καρφωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρφωτός
καρφωτό	adj	αιτιατική ενικού του καρφωτός
καρφωτός	adj	που τον έχουν καρφώσει
καρφωτών	adj	γενική πληθυντικού του καρφωτός
καρφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνομαι
καρφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρφωμα
καρφώματος	noun	γενική ενικού του κάρφωμα
καρφώναμε	=	καρφώνω
καρφώναν	=	καρφώνω
καρφώνανε	=	καρφώνω
καρφώνατε	=	καρφώνω
καρφώνει	=	καρφώνω
καρφώνεις	=	καρφώνω
καρφώνεσαι	=	καρφώνω
καρφώνεστε	=	καρφώνω
καρφώνεται	=	καρφώνω
καρφώνετε	=	καρφώνω
καρφώνομαι	verb	στέκομαι ακίνητος, καθηλωμένος, λόγω φόβου, έκπληξης ή άλλων συναισθημάτων
καρφώνομε	=	καρφώνω
καρφώνονται	=	καρφώνω
καρφώνονταν	=	καρφώνω
καρφώνοντας	=	καρφώνω
καρφώνου	=	καρφώνω
καρφώνουμε	=	καρφώνω
καρφώνουν	=	καρφώνω
καρφώνουνε	=	καρφώνω
καρφώνω	verb	μπήζω αιχμηρό αντικείμενο σε άλλο αντικείμενο
καρφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσαν	=	καρφώνω
καρφώσανε	=	καρφώνω
καρφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσομε	=	καρφώνω
καρφώσου	=	καρφώνω
καρφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσουνε	=	καρφώνω
καρφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καρφώνω
καρχαρία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καρχαρίας
καρχαρίας	noun	το σαρκοβόρο ψάρι που έχει ιδιαίτερες ικανότητες στο κολύμπι εξαιτίας του υδροδυναμικού σώματός του, με αιχμηρά σαγόνια δυνατή ουρά και χαρακτηριστικό πτερύγιο.
καρχαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρχαρίας
καρχαριών	noun	γενική πληθυντικού του καρχαρίας
καρχηδονιακά	adv	με τον τρόπο των Καρχηδονίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καρχηδονιακός
καρχηδονιακέ	adj	κλητική ενικού του καρχηδονιακός
καρχηδονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρχηδονιακή
καρχηδονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρχηδονιακός
καρχηδονιακής	adj	γενική ενικού του καρχηδονιακή
καρχηδονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρχηδονιακός
καρχηδονιακού	adj	γενική ενικού του καρχηδονιακός
καρχηδονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρχηδονιακός
καρχηδονιακό	adj	αιτιατική ενικού του καρχηδονιακός
καρχηδονιακός	adj	που έχει σχέση ή ανήκει στην Καρχηδόνα ή στους Καρχηδονίους
καρχηδονιακών	adj	γενική πληθυντικού του καρχηδονιακός
καρχηδονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρχηδονικό
καρχηδονικέ	adj	κλητική ενικού του καρχηδονικός
καρχηδονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρχηδονική
καρχηδονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρχηδονικός
καρχηδονικής	adj	γενική ενικού του καρχηδονική
καρχηδονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρχηδονικός
καρχηδονικού	adj	γενική ενικού του καρχηδονικός
καρχηδονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρχηδονικός
καρχηδονικό	adj	αιτιατική ενικού του καρχηδονικός
καρχηδονικός	adj	που έχει σχέση ή ανήκει στην Καρχηδόνα ή στους Καρχηδονίους
καρχηδονικών	adj	γενική πληθυντικού του καρχηδονικός
καρωτίδα	noun	η καθεμιά από τις αρτηρίες που ξεκινούν από την αορτή, περνούν από το λαιμό και τροφοδοτούν με αίμα τον εγκέφαλο
καρωτίδας	=	καρωτίδα
καρωτίδες	=	καρωτίδα
καρωτίδων	=	καρωτίδα
καρωτιδικά	=	καρωτιδικός
καρωτιδικέ	=	καρωτιδικός
καρωτιδικές	=	καρωτιδικός
καρωτιδική	=	καρωτιδικός
καρωτιδικής	=	καρωτιδικός
καρωτιδικοί	=	καρωτιδικός
καρωτιδικού	=	καρωτιδικός
καρωτιδικούς	=	καρωτιδικός
καρωτιδικό	=	καρωτιδικός
καρωτιδικός	adj	που σχετίζεται με την καρωτίδα
καρωτιδικών	=	καρωτιδικός
καρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρωτικό
καρωτικέ	adj	κλητική ενικού του καρωτικός
καρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρωτική
καρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καρωτικός
καρωτικής	adj	γενική ενικού του καρωτική
καρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καρωτικός
καρωτικού	adj	γενική ενικού του καρωτικός
καρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καρωτικός
καρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του καρωτικός
καρωτικός	adj	που προκαλεί ζάλη, ύπνο
καρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του καρωτικός
καρό	noun	διακοσμητικό μοτίβο σε σχήμα ρόμβου ή τετραγώνου
καρότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρότο
καρότο	noun	εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα
καρότου	noun	γενική ενικού του καρότο
καρότσα	noun	το αμάξωμα ενός (φορτηγού) αυτοκινήτου
καρότσας	noun	γενική ενικού του καρότσα
καρότσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρότσα
καρότσι	=	καροτσάκι
καρότσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρότσι
καρότων	noun	γενική πληθυντικού του καρότο
καρύδα	noun	ο καρπός του κοκοφοίνικα (Cocos nucifera)
καρύδας	=	καρύδα
καρύδες	=	καρύδα
καρύδι	noun	ο καρπός της καρυδιάς
καρύδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρύδι
καρύδωμα	noun	ο στραγγαλισμός, ο φόνος κάποιου με πίεση στο καρύδι του λαιμού του
καρύδων	=	καρύδα
καρύδωνα	=	καρυδώνω
καρύδωναν	=	καρυδώνω
καρύδωνε	=	καρυδώνω
καρύδωνες	=	καρυδώνω
καρύδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρύδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρύδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρύδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυδώνω
καρύκευα	=	καρυκεύω
καρύκευαν	=	καρυκεύω
καρύκευε	=	καρυκεύω
καρύκευες	=	καρυκεύω
καρύκευμα	noun	ουσία (π.χ. φύλλα από φυτό, σάλτσα) που προστίθεται στο φαγητό για τη γεύση ή τη μυρωδιά του
καρύκευματα	=	καρύκευμα
καρύκευματος	=	καρύκευμα
καρύκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρύκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρύκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρύκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καρυκεύω
καρύκευση	noun	η διαδικασία η το αποτέλεσμα του καρυκεύω
καρύκευσης	noun	γενική ενικού του καρύκευση
καρύκεψα	=	καρυκεύω
καρύκεψαν	=	καρυκεύω
καρύκεψε	=	καρυκεύω
καρύκεψες	=	καρυκεύω
καρύου	noun	γενική ενικού του κάρυο
καρύων	noun	γενική πληθυντικού του κάρυο
καρών	noun	γενική πληθυντικού του κάρα
καρώναμε	=	καρώνω
καρώναν	=	καρώνω
καρώνανε	=	καρώνω
καρώνατε	=	καρώνω
καρώνει	=	καρώνω
καρώνεις	=	καρώνω
καρώνετε	=	καρώνω
καρώνοντας	=	καρώνω
καρώνουμε	=	καρώνω
καρώνουν	=	καρώνω
καρώνουνε	=	καρώνω
καρώνω	verb|vulgar	κάνω κάποιον να πέσει σε λήθαργο
καρώσαμε	=	καρώνω
καρώσαν	=	καρώνω
καρώσανε	=	καρώνω
καρώσατε	=	καρώνω
καρώσει	=	καρώνω
καρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρωση
καρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κάρωση
καρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κάρωση
καρώστε	=	καρώνω
καρώτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καρώτο
καρώτο	noun	άλλη γραφή του καρότο
καρώτου	noun	γενική ενικού του καρώτο
καρώτων	noun	γενική πληθυντικού του καρώτο
κας	abbrev	επιστημονικό όργανο του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας (ΥΠΠΟ)
κασάγια	noun	ρόμπα (συνήθως σε πορτοκαλί ή καφέ - κόκκινο χρώμα) που φορούν οι Βουδιστές μοναχοί
κασάμι	noun	απογραφή περιουσίας θανόντος
κασάπη	=	κασάπης
κασάπηδες	=	κασάπης
κασάπηδων	=	κασάπης
κασάπης	noun	κρεοπώλης, χασάπης
κασέ	noun	η αμοιβή που ζητάει (και λαμβάνει) κάποιος καλλιτέχνης
κασέλα	noun	το κιβώτιο, συνήθως ξύλινο και επίμηκες, στο οποίο φυλάγονται διάφορα πράγματα
κασέλας	noun	γενική ενικού του κασέλα
κασέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασέλα
κασέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασέρι	noun	είδος ημίσκληρου τυριού από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα, με συμπαγή μάζα χωρίς τρύπες
κασέρια	=	κασέρι
κασέτα	noun|dated	θήκη με μαγνητοταινία για εγγραφή ήχων, εικόνων ή δεδομένων
κασέτας	noun	γενική ενικού του κασέτα
κασέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασέτα
κασία	noun	γένος φυτών με πολλά είδη, που χρησιμοποιούνται για ιατρικούς ή διατροφικούς σκοπούς (Cassia senna, Senna alexandrina)
κασίας	=	κασία
κασίδα	noun	πάθηση του τριχωτού της κεφαλής με κύριο χαρακτηριστικό την τριχόπτωση
κασίδας	noun	γενική ενικού του κασίδα
κασίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασίδα
κασίδη	=	κασίδης
κασίδηδες	=	κασίδης
κασίδηδων	=	κασίδης
κασίδης	noun	ο κασιδιάρης
κασίδιαζα	=	κασιδιάζω
κασίδιαζαν	=	κασιδιάζω
κασίδιαζε	=	κασιδιάζω
κασίδιαζες	=	κασιδιάζω
κασίδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασίδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασίδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασίδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασίες	=	κασία
κασαβέτι	noun|dated	θλίψη, στενοχώρια
κασαβέτια	=	κασαβέτι
κασαβετιού	=	κασαβέτι
κασαβετιών	=	κασαβέτι
κασαμπά	=	κασαμπάς
κασαμπάδες	=	κασαμπάς
κασαμπάδων	=	κασαμπάς
κασαμπάς	noun	οχυρωμένη πόλη
κασαπηλειό	noun	κρεοπωλείο
κασαπηλεύω	verb	είμαι κρεοπώλης
κασαρία	noun|dated	τυροκομείο
κασαρίας	noun	γενική ενικού του κασαρία
κασαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασαρία
κασαριών	noun	γενική πληθυντικού του κασαρία
κασελάκι	noun	υποκοριστικό του κασέλα
κασελάκια	=	κασελάκι
κασελίτσα	noun	υποκοριστικό του κασέλα
κασελίτσας	=	κασελίτσα
κασελίτσες	=	κασελίτσα
κασελιάζω	verb	βάζω σε κασέλα, συσκευάζω σε κιβώτιο
κασελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασελιάζω
κασελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασελιασμένο
κασελιασμένε	verb	κλητική ενικού του κασελιασμένος
κασελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασελιασμένη
κασελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κασελιασμένος
κασελιασμένης	verb	γενική ενικού του κασελιασμένη
κασελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κασελιασμένος
κασελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κασελιασμένος
κασελιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κασελιάζω
κασελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κασελιασμένος
κασελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κασελιασμένος
κασελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κασελιασμένος
κασελών	noun	γενική πληθυντικού του κασέλα
κασεράκι	noun	υποκοριστικό του κασέρι
κασεράκια	=	κασεράκι
κασεριού	=	κασέρι
κασεριών	=	κασέρι
κασεροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του κασερόπιτα
κασερόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό το κασέρι
κασερόπιτας	noun	γενική ενικού του κασερόπιτα
κασερόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασερόπιτα
κασετάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασετάδικο
κασετάδικο	noun	κατάστημα όπου πωλούνται μουσικές κασέτες
κασετάδικου	noun	γενική ενικού του κασετάδικο
κασετάδικων	noun	γενική πληθυντικού του κασετάδικο
κασετίνα	noun	…μολύβια και άλλα σχετικά μαθητικά αντικείμενα
κασετίνας	noun	γενική ενικού του κασετίνα
κασετίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασετίνα
κασετινούλα	noun	υποκοριστικό του κασετίνα
κασετινούλας	noun	γενική ενικού του κασετινούλα
κασετινούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασετινούλα
κασετινών	noun	γενική πληθυντικού του κασετίνα
κασετοπειρατές	=	κασετοπειρατής
κασετοπειρατή	=	κασετοπειρατής
κασετοπειρατής	noun|dated	αυτός που διαπράττει κασετοπειρατεία
κασετοπειρατεία	noun|dated	η αναπαραγωγή και διακίνηση κασετών χωρίς απόδοση πνευματικών δικαιωμάτων
κασετοπειρατείας	noun	γενική ενικού του κασετοπειρατεία
κασετοπειρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασετοπειρατεία
κασετοπειρατειών	noun	γενική πληθυντικού του κασετοπειρατεία
κασετοπειρατών	=	κασετοπειρατής
κασετοφωνάκι	noun	υποκοριστικό του κασετόφωνο
κασετοφωνάκια	=	κασετοφωνάκι
κασετόφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασετόφωνο
κασετόφωνο	noun	ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής ήχου που έχει έγγραφεί σε κασέτα (ταινίας)
κασετόφωνου	noun	γενική ενικού του κασετόφωνο
κασετόφωνων	noun	γενική πληθυντικού του κασετόφωνο
κασετών	noun	γενική πληθυντικού του κασέτα
κασιέρα	noun	γυναίκα ταμίας σε ένα κατάστημα
κασιέρας	noun	γενική ενικού του κασιέρα
κασιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιέρα
κασιδιάζαμε	=	κασιδιάζω
κασιδιάζαν	=	κασιδιάζω
κασιδιάζανε	=	κασιδιάζω
κασιδιάζατε	=	κασιδιάζω
κασιδιάζει	=	κασιδιάζω
κασιδιάζεις	=	κασιδιάζω
κασιδιάζετε	=	κασιδιάζω
κασιδιάζοντας	=	κασιδιάζω
κασιδιάζουμε	=	κασιδιάζω
κασιδιάζουν	=	κασιδιάζω
κασιδιάζουνε	=	κασιδιάζω
κασιδιάζω	verb	προσβάλλομαι από κασίδα
κασιδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κασιδιάρης
κασιδιάρας	adj	γενική ενικού του κασιδιάρα
κασιδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιδιάρα
κασιδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κασιδιάρης
κασιδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιδιάρης
κασιδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κασιδιάρης
κασιδιάρης	adj	αυτός που έχει κασίδα· ο κασίδης
κασιδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιδιάρικο
κασιδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κασιδιάρης
κασιδιάρικου	adj	γενική ενικού του κασιδιάρικο
κασιδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κασιδιάρικο
κασιδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσαν	=	κασιδιάζω
κασιδιάσανε	=	κασιδιάζω
κασιδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασιδιάζω
κασιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιδιασμένο
κασιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του κασιδιασμένος
κασιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιδιασμένη
κασιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κασιδιασμένος
κασιδιασμένης	verb	γενική ενικού του κασιδιασμένη
κασιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κασιδιασμένος
κασιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κασιδιασμένος
κασιδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κασιδιάζω
κασιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κασιδιασμένος
κασιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κασιδιασμένος
κασιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κασιδιασμένος
κασιωτών	=	κασιώτης
κασιών	=	κασία
κασιώτες	=	κασιώτης
κασιώτη	=	κασιώτης
κασιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κάσο.
κασιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιώτικο
κασιώτικε	adj	κλητική ενικού του κασιώτικος
κασιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασιώτικη
κασιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κασιώτικος
κασιώτικης	adj	γενική ενικού του κασιώτικη
κασιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κασιώτικος
κασιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κασιώτικος
κασιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κάσο και τους κατοίκους της
κασιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κασιώτικος
κασιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κασιώτικος
κασιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κασιώτικος
κασιώτισσα	=	κασιώτης
κασκ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σκιάθου
κασκέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασκέτο
κασκέτο	noun	είδος καπέλου με γείσο
κασκέτου	noun	γενική ενικού του κασκέτο
κασκέτων	noun	γενική πληθυντικού του κασκέτο
κασκαβάλι	noun	είδος κίτρινου τυριού, είδος κασεριού
κασκαβάλια	=	κασκαβάλι
κασκαβαλιού	=	κασκαβάλι
κασκαβαλιών	=	κασκαβάλι
κασκαντέρ	noun	ακροβάτης που αντικαθιστά (ντουμπλάρει) έναν ηθοποιό σε επικίνδυνες σκηνές μιας ταινίας
κασκαρίκα	noun	πάθημα που συνήθως προέρχεται από απερισκεψία
κασκαρίκας	noun	γενική ενικού του κασκαρίκα
κασκαρίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασκαρίκα
κασκορσέ	=	κασκορσές
κασκορσέδες	=	κασκορσές
κασκορσέδων	=	κασκορσές
κασκορσές	noun|dated	κλιτή μορφή του κασκορσέ (ουδέτερο)
κασκορσεδάκι	noun|dated	υποκοριστικό του κασκορσές
κασκορσεδάκια	=	κασκορσεδάκι
κασκόλ	noun	μακρόστενο κομμάτι από ύφασμα που φοριέται τυλιγμένο γύρω από το λαιμό
κασκών	noun	γενική πληθυντικού του κάσκα
κασλά	=	κασλάς
κασλάδες	=	κασλάς
κασλάδων	=	κασλάς
κασλάς	noun|dated	στρατιωτικό κτίσμα ή οίκημα
κασμ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σάμου
κασμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κασμάς
κασμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασμάς
κασμάδων	noun	γενική πληθυντικού του κασμάς
κασμάς	noun	σκαπτικό εργαλείο
κασμίρ	noun	άλλη μορφή του κασμίρι
κασμίρι	noun	είδος λείου, ζεστού, γυαλιστερού και ακριβού υφάσματος
κασμίρια	=	κασμίρι
κασμιρικά	noun	του Κασμίρ, μία από τις 22 γλώσσες της Ινδίας
κασμιρικέ	adj	κλητική ενικού του κασμιρικός
κασμιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασμιρική
κασμιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κασμιρικός
κασμιρικής	adj	γενική ενικού του κασμιρική
κασμιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κασμιρικός
κασμιρικού	adj	γενική ενικού του κασμιρικός
κασμιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κασμιρικός
κασμιρικό	adj	αιτιατική ενικού του κασμιρικός
κασμιρικός	adj	ο σχετικός με Κασμίρ
κασμιρικών	adj	γενική πληθυντικού του κασμιρικός
κασμιριού	=	κασμίρι
κασμιριών	=	κασμίρι
κασοβ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σύρου
κασονάκι	noun	υποκοριστικό του κασόνι
κασονάκια	=	κασονάκι
κασονιού	=	κασόνι
κασονιών	=	κασόνι
κασονών	=	κασόνα
κασουάρια	=	κασουάριο
κασουάριο	noun	είδος στρουθοκάμηλου
κασουάριου	=	κασουάριο
κασουάριων	=	κασουάριο
κασουβιανά	noun	άλλη μορφή του κασουβικά, η κασουβική γλώσσα
κασουβιανών	=	κασουβιανά
κασουβικά	noun	σλαβική γλώσσα που μιλιέται σε περιοχές της Πολωνίας
κασουβικών	=	κασουβικά
κασουλέ	noun	παραδοσιακό πιάτο της νοτιοδυτικής Γαλλίας, αποτελούμενο κυρίως από άσπρα φασόλια που μαγειρεύονται αργά στον φούρνο μαζί με διάφορα κρεατικά —όπως χοιρινό, λουκάνικα ή πάπια
κασπ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σπάρτης
κασπό	noun	είδος διακοσμητικής γλάστρας χωρίς τρύπα στον πάτο
κασπώ	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κασπό
κασρ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σαντορίνης
κασσάνδρεια	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειας	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειε	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειες	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειο	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειοι	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειος	adj	που έχει σχέση με τον Κάσσανδρο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
κασσάνδρειου	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειους	=	κασσάνδρειος
κασσάνδρειων	=	κασσάνδρειος
κασσίδη	=	κασσίδης
κασσίδηδες	=	κασσίδης
κασσίδηδων	=	κασσίδης
κασσίδης	noun	άλλη μορφή του κασίδης
κασσίτερε	noun	κλητική ενικού του κασσίτερος
κασσίτερο	noun	αιτιατική ενικού του κασσίτερος
κασσίτεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κασσίτερος
κασσίτερος	noun	χημικό στοιχείο που ανήκει στα μέταλλα με ατομικό αριθμό 50 και χημικό σύμβολο το Sn, γνωστό και ως καλάι
κασσίτερου	noun	γενική ενικού του κασσίτερος
κασσίτερους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κασσίτερος
κασσίτερων	noun	γενική πληθυντικού του κασσίτερος
κασσιτέρινα	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινε	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινες	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινη	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινης	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινο	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινοι	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινος	adj	φτιαγμένος από κασσίτερο
κασσιτέρινου	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινους	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρινων	=	κασσιτέρινος
κασσιτέρου	noun	γενική ενικού του κασσίτερος
κασσιτέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κασσίτερος
κασσιτέρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κασσιτερώνω
κασσιτέρων	noun	γενική πληθυντικού του κασσίτερος
κασσιτέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτέρωση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του κασσιτερώνω
κασσιτέρωσης	noun	γενική ενικού του κασσιτέρωση
κασσιτεροκολλήσεις	=	κασσιτεροκόλληση
κασσιτεροκολλήσεων	=	κασσιτεροκόλληση
κασσιτεροκόλληση	noun	μέθοδος σύνδεσης δύο μεταλλικών επιφανειών μεταξύ τους με τήξη κασσιτέρου (ή κράματος κασσιτέρου κ.ά.)
κασσιτεροκόλλησης	=	κασσιτεροκόλληση
κασσιτεροκόλλησις	noun	κασσιτεροκόλληση
κασσιτερωμάτων	=	κασσιτέρωμα
κασσιτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασσιτερωμένο
κασσιτερωμένε	verb	κλητική ενικού του κασσιτερωμένος
κασσιτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασσιτερωμένη
κασσιτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κασσιτερωμένος
κασσιτερωμένης	verb	γενική ενικού του κασσιτερωμένη
κασσιτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κασσιτερωμένος
κασσιτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κασσιτερωμένος
κασσιτερωμένος	verb	που έχει υποστεί κασσιτέρωση, που έχει επιστρωθεί με κασσίτερο για να αποφύγει την οξείδωση
κασσιτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κασσιτερωμένος
κασσιτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κασσιτερωμένος
κασσιτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κασσιτερωμένος
κασσιτερωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κασσιτερωτής
κασσιτερωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κασσιτερωτής
κασσιτερωτής	noun	αυτός που κασσιτερώνει
κασσιτερωτών	noun	γενική πληθυντικού του κασσιτερωτής
κασσιτερώματα	=	κασσιτέρωμα
κασσιτερώματος	=	κασσιτέρωμα
κασσιτερώνομαι	verb	με κασσιτερώνουν.
κασσιτερώνω	verb|rare	καλύπτω την επιφάνεια κάποιου μεταλλικού (π.χ. χάλκινου, ορειχάλκινου, κλπ.) συνήθως αντικειμένου με κασσίτερο (είτε για να προστατεύεται το μέταλλο από την οξείδωση είτε για άλλους λόγους)
κασσιτερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κασσιτέρωση
κασσιτερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κασσιτέρωση
κασσιτερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιτερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κασσιτερώνω
κασσιών	noun	γενική πληθυντικού του κάσσια
κασσών	=	κάσσα
καστ	noun	η ομάδα των ηθοποιών που παίζουν μαζί σε κάποιο έργο
καστάνια	noun	εξάρτημα μηχανισμού το οποίο εμποδίζει την περιστροφή γραναζιού προς τη μία φορά
καστάνιας	noun	γενική ενικού του καστάνια
καστάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστάνια
καστέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστέλο
καστέλι	noun	μικρό κάστρο
καστέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστέλι
καστέλλα	noun	άλλη γραφή του καστέλα / ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστέλλο
καστέλλο	noun	άλλη μορφή του καστέλι
καστέλλου	=	καστέλλο
καστέλλων	=	καστέλλο
καστέλο	noun	άλλη μορφή του καστέλι
καστέλου	=	καστέλο
καστέλων	=	καστέλο
καστανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καστανός
καστανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανάς
καστανάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανάδικο
καστανάδων	noun	γενική πληθυντικού του καστανάς
καστανάς	noun	υπαίθριος πωλητής που πουλά ψημένα κάστανα
καστανέ	adj	κλητική ενικού του καστανός
καστανέρυθρα	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρε	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρες	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρη	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρης	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρο	noun	το χρώμα που είναι καστανό προς ερυθρό
καστανέρυθροι	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρος	adj	που το χρώμα του είναι καστανό προς ερυθρό
καστανέρυθρου	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρους	=	καστανέρυθρος
καστανέρυθρων	=	καστανέρυθρος
καστανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανή
καστανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καστανός
καστανής	adj	γενική ενικού του καστανή
καστανιά	noun	το αιωνόβιο φυλλοβόλο δέντρο του γένους Castanea, με οδοντωτά φύλλα, που καλλιεργείται για το ξύλο του και για το καρπό, το κάστανο
καστανιάς	noun	γενική ενικού του καστανιά
καστανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανιά
καστανιέτα	noun	κρουστό ιδιόφωνο μουσικό όργανο, το ένα από τα δύο κοίλα ξύλινα κρόταλα, ενωμένα με κορδόνι, που χτυπιούνται με τα δάκτυλα, χαρακτηριστό παραδοσιακό όργανο της Ισπανίας
καστανιέτας	noun	γενική ενικού του καστανιέτα
καστανιέτες	=	καστανιέτα
καστανιετών	noun	γενική πληθυντικού του καστανιέτα
καστανιών	=	καστανιά
καστανιώτικα	=	καστανιώτικος
καστανιώτικε	=	καστανιώτικος
καστανιώτικες	=	καστανιώτικος
καστανιώτικη	=	καστανιώτικος
καστανιώτικης	=	καστανιώτικος
καστανιώτικο	=	καστανιώτικος
καστανιώτικοι	=	καστανιώτικος
καστανιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Καστανάς, Καστανιά ή Καστανιές ή τους κατοίκους του
καστανιώτικου	=	καστανιώτικος
καστανιώτικους	=	καστανιώτικος
καστανιώτικων	=	καστανιώτικος
καστανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καστανός
καστανοδάση	=	καστανοδάσος
καστανοδάσος	noun	άλλη μορφή του καστανόδασος: δάσος με δέντρα καστανιάς
καστανοδάσους	=	καστανοδάσος
καστανοδασών	=	καστανοδάσος
καστανομάλλα	=	καστανομάλλης
καστανομάλλας	=	καστανομάλλης
καστανομάλλες	=	καστανομάλλης
καστανομάλλη	=	καστανομάλλης
καστανομάλληδες	=	καστανομάλλης
καστανομάλληδων	=	καστανομάλλης
καστανομάλλης	adj	που το χρώμα των μαλλιών του είναι καστανό
καστανομάλλικα	=	καστανομάλλης
καστανομάλλικο	=	καστανομάλλης
καστανομάλλικου	=	καστανομάλλης
καστανομάλλικων	=	καστανομάλλης
καστανομάλλού	=	καστανομάλλης
καστανομάλλούσα	=	καστανομάλλης
καστανομάτα	=	καστανομάτης
καστανομάτας	=	καστανομάτης
καστανομάτες	=	καστανομάτης
καστανομάτη	=	καστανομάτης
καστανομάτηδες	=	καστανομάτης
καστανομάτηδων	=	καστανομάτης
καστανομάτης	adj	που τα μάτια του έχουν χρώμα καστανό
καστανομάτικα	=	καστανομάτης
καστανομάτικο	=	καστανομάτης
καστανομάτικου	=	καστανομάτης
καστανομάτικων	=	καστανομάτης
καστανομαλλού	=	καστανομάλλης
καστανομαλλούδες	=	καστανομάλλης
καστανομαλλούδων	=	καστανομάλλης
καστανομαλλούς	=	καστανομάλλης
καστανομαλλούσα	noun	θηλυκό του καστανομάλλης
καστανομαλλούσας	noun	γενική ενικού του καστανομαλλούσα
καστανομαλλούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανομαλλούσα
καστανοπράσινα	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινε	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινες	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινη	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινης	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινο	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινοι	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινος	adj	που έχει απόχρωση μεταξύ καστανού και πράσινου
καστανοπράσινου	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινους	=	καστανοπράσινος
καστανοπράσινων	=	καστανοπράσινος
καστανοπωλών	=	καστανοπώλης
καστανοπώλες	=	καστανοπώλης
καστανοπώλη	=	καστανοπώλης
καστανοπώληδες	=	καστανοπώλης
καστανοπώληδων	=	καστανοπώλης
καστανοπώλης	noun	που πουλά κάστανα
καστανοχώματος	=	καστανόχωμα
καστανού	adj	γενική ενικού του καστανός
καστανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καστανός
καστανωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανωπό
καστανωπέ	adj	κλητική ενικού του καστανωπός
καστανωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανωπή
καστανωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καστανωπός
καστανωπής	adj	γενική ενικού του καστανωπή
καστανωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καστανωπός
καστανωπού	adj	γενική ενικού του καστανωπός
καστανωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καστανωπός
καστανωπό	adj	αιτιατική ενικού του καστανωπός
καστανωπός	adj	που είναι κάπως καστανός
καστανωπών	adj	γενική πληθυντικού του καστανωπός
καστανό	adj	αιτιατική ενικού του καστανός	noun	το καστανό χρώμα
καστανόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανόμελο
καστανόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη καστανιάς
καστανόμελου	noun	γενική ενικού του καστανόμελο
καστανόμελων	noun	γενική πληθυντικού του καστανόμελο
καστανόξανθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανόξανθο
καστανόξανθε	adj	κλητική ενικού του καστανόξανθος
καστανόξανθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανόξανθη
καστανόξανθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καστανόξανθος
καστανόξανθης	adj	γενική ενικού του καστανόξανθη
καστανόξανθο	adj	αιτιατική ενικού του καστανόξανθος
καστανόξανθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καστανόξανθος
καστανόξανθος	adj	που έχει χρώμα (ανοιχτό) καστανό και ξανθό
καστανόξανθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καστανόξανθος
καστανόξανθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καστανόξανθος
καστανόξανθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καστανόξανθος
καστανόπαπια	noun	είδος πάπιας
καστανόπαπιας	=	καστανόπαπια
καστανόπαπιες	=	καστανόπαπια
καστανόπαπιων	=	καστανόπαπια
καστανός	adj	που έχει το χρώμα του κάστανου
καστανόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά κάστανα
καστανόσουπας	noun	γενική ενικού του καστανόσουπα
καστανόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστανόσουπα
καστανόχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καστανόχρωμος
καστανόχρωμε	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμες	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμη	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμης	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμο	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμοι	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμος	adj	που έχει χρώμα καστανό
καστανόχρωμου	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμους	=	καστανόχρωμος
καστανόχρωμων	=	καστανόχρωμος
καστανόχωμα	noun	είδος φυτοχώματος που είναι αποτέλεσμα αποσύνθεσης φύλλων και ξύλου καστανιάς
καστανών	adj	γενική πληθυντικού του καστανός
καστελάνε	=	καστελάνος
καστελάνο	=	καστελάνος
καστελάνοι	=	καστελάνος
καστελάνος	noun	ο διοικητής της φρουράς ενός κάστρου κατά το Μεσαίωνα, ο φρούραρχος
καστελάνου	=	καστελάνος
καστελάνους	=	καστελάνος
καστελάνων	=	καστελάνος
καστελιού	=	καστέλι
καστελιών	=	καστέλι
καστελλιώτικα	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικε	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικες	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικη	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικης	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικο	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικοι	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικος	adj	ο σχετικός με την Καστέλλα ή το Καστέλλι ή τα Καστέλλια ή τους κατοίκους τους
καστελλιώτικου	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικους	=	καστελλιώτικος
καστελλιώτικων	=	καστελλιώτικος
καστιλλιάνικα	noun	η διάλεκτος της Καστίλλης της ισπανικής γλώσσας, που συχνά (ιδίως ιστορικά) θεωρείται η διάλεκτος κύρους της ισπανικής γλώσσας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικε	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικες	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικη	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικης	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικο	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικοι	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικος	adj	ο σχετικός με την Καστίλλη ή τους κατοίκους της
καστιλλιάνικου	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικους	=	καστιλλιάνικος
καστιλλιάνικων	=	καστιλλιάνικος
καστορέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστορέλαιο
καστορέλαιο	noun	φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός και το χρησιμοποιούμε σαν καθαρτικό ή στην παρασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, βαφών, αρωμάτων κ.ά.
καστορέλαιου	noun	γενική ενικού του καστορέλαιο
καστορέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του καστορέλαιο
καστοριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καστοριανός	adv	το γλωσσικό ιδίωμα της Καστοριάς
καστοριανέ	=	καστοριανός
καστοριανές	=	καστοριανός
καστοριανή	=	καστοριανός
καστοριανής	=	καστοριανός
καστοριανοί	=	καστοριανός
καστοριανού	=	καστοριανός
καστοριανούς	=	καστοριανός
καστοριανό	=	καστοριανός
καστοριανός	adj	που έχει σχέση με την Καστοριά ή του Καστοριανούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
καστοριανών	=	καστοριανός
καστοριού	=	καστόρι
καστοριών	=	καστόρι
καστράκι	noun	υποκοριστικό του κάστρο
καστράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστράκι
καστράτε	=	καστράτος
καστράτο	=	καστράτος
καστράτοι	=	καστράτος
καστράτος	noun	άνδρας ερμηνευτής της εκκλησιαστικής μουσικής και της όπερας από το 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα, ο οποίος είχε υποστεί ευνουχισμό στην παιδική ηλικία, ώστε η φωνή του να διατηρήσει την ικανότητα να αποδίδει πολύ ψηλές νότες
καστράτου	=	καστράτος
καστράτους	=	καστράτος
καστράτων	=	καστράτος
καστρί	noun	μικρό κάστρο
καστραβέτσι	noun	αγγούρι
καστρακιωτών	=	καστρακιώτης
καστρακιώτες	=	καστρακιώτης
καστρακιώτη	=	καστρακιώτης
καστρακιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Καστράκι
καστρακιώτισσα	=	καστρακιώτης
καστριά	=	καστρί
καστριού	=	καστρί
καστριών	=	καστρί
καστριώτικα	=	καστριώτικος
καστριώτικε	=	καστριώτικος
καστριώτικες	=	καστριώτικος
καστριώτικη	=	καστριώτικος
καστριώτικης	=	καστριώτικος
καστριώτικο	=	καστριώτικος
καστριώτικοι	=	καστριώτικος
καστριώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό που λέγεται Κάστρο ή Καστρί ή τους κατοίκους του
καστριώτικου	=	καστριώτικος
καστριώτικους	=	καστριώτικος
καστριώτικων	=	καστριώτικος
καστρομονάστηρα	=	καστρομονάστηρο
καστρομονάστηρο	noun	είδος μοναστηριού που περιβάλλεται από οχύρωση για προστασία από διάφορους κινδύνους (π.χ. πειρατεία, πόλεμοι)
καστρομονάστηρου	=	καστρομονάστηρο
καστρομονάστηρων	=	καστρομονάστηρο
καστροπεριζωμένα	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένε	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένες	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένη	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένης	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένο	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένοι	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένος	adj|literary	που έχει τριγύρω πολλά κάστρα
καστροπεριζωμένου	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένους	=	καστροπεριζωμένος
καστροπεριζωμένων	=	καστροπεριζωμένος
καστροπολιτεία	noun	μια καλά οχυρωμένη πόλη που αναπτύσσεται μέσα σε ένα κάστρο
καστροπολιτείας	=	καστροπολιτεία
καστροπολιτείες	=	καστροπολιτεία
καστροπολιτειών	=	καστροπολιτεία
καστροπορτών	=	καστρόπορτα
καστρουπόλεις	=	καστρούπολη
καστρουπόλεων	=	καστρούπολη
καστροφυλάκων	=	καστροφύλακας
καστροφύλακα	=	καστροφύλακας
καστροφύλακας	noun	ο φύλακας του κάστρου
καστροφύλακες	=	καστροφύλακας
καστρούπολη	noun	οικισμός μέσα από τα τείχη ενός κάστρου
καστρούπολης	=	καστρούπολη
καστρόπορτα	noun	η πόρτα / πύλη ενός κάστρου
καστρόπορτας	noun	γενική ενικού του καστρόπορτα
καστρόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστρόπορτα
καστρόπυργε	=	καστρόπυργος
καστρόπυργο	=	καστρόπυργος
καστρόπυργοι	=	καστρόπυργος
καστρόπυργος	noun	πύργος σε κάστρο ή τείχη
καστρόπυργου	=	καστρόπυργος
καστρόπυργους	=	καστρόπυργος
καστρόπυργων	=	καστρόπυργος
καστόνι	noun	περίβλημα που στερεώνει την πέτρα στο κόσμημα
καστόρ	noun	άλλη μορφή του καστόρι	adj	άλλη μορφή του καστόρινος
καστόρι	noun	δέρμα από κάστορα ή από άλλο ζώο που του μοιάζει σε υφή	adj	προϊόν από γούνα κάστορα
καστόρια	=	καστόρι
καστόρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστόρινο
καστόρινε	adj	κλητική ενικού του καστόρινος
καστόρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καστόρινη
καστόρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καστόρινος
καστόρινης	adj	γενική ενικού του καστόρινη
καστόρινο	adj	αιτιατική ενικού του καστόρινος
καστόρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καστόρινος
καστόρινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από καστόρι / δέρμα κάστορα
καστόρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καστόρινος
καστόρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καστόρινος
καστόρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καστόρινος
καστόρων	noun	γενική πληθυντικού του κάστορας
καστών	noun	γενική πληθυντικού του κάστα
κασυ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Σκύρου
κασωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάσωμα
κασόνα	noun	μεγεθυντικό του κασόνι
κασόνας	=	κασόνα
κασόνες	=	κασόνα
κασόνι	noun	μεγάλο κιβώτιο από σανίδες για τη συσκευασία και αποστολή εμπορευμάτων ή την αποθήκευση πραγμάτων
κασόνια	=	κασόνι
κασώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάσωμα
κασώματος	noun	γενική ενικού του κάσωμα
κασών	noun	γενική πληθυντικού του κάσα
κατ	noun	διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο
κατά	prep	εναντίον
κατάβα	=	καταβαίνω
κατάβαθα	noun|figurative	που βρίσκονται πάρα πολύ βαθιά	adv	πάρα πολύ βαθιά
κατάβαινα	=	καταβαίνω
κατάβαιναν	=	καταβαίνω
κατάβαινε	=	καταβαίνω
κατάβαινες	=	καταβαίνω
κατάβαλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
κατάβαλλε	=	καταβάλλω
κατάβαση	noun	πορεία προς τα κάτω, το κατέβασμα (ιδίως από βουνό)
κατάβασης	noun	γενική ενικού του κατάβαση
κατάβει	=	καταβαίνω
κατάβηκα	=	καταβαίνω
κατάβηκαν	=	καταβαίνω
κατάβηκε	=	καταβαίνω
κατάβηκες	=	καταβαίνω
κατάβρεγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταβρέχω
κατάβρεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάβρεκτο
κατάβρεκτε	adj	κλητική ενικού του κατάβρεκτος
κατάβρεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάβρεκτη
κατάβρεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάβρεκτος
κατάβρεκτης	adj	γενική ενικού του κατάβρεκτη
κατάβρεκτο	adj	αιτιατική ενικού του κατάβρεκτος
κατάβρεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάβρεκτος
κατάβρεκτος	adj	τελείως βρεγμένος, μουσκεμένος
κατάβρεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάβρεκτος
κατάβρεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάβρεκτος
κατάβρεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάβρεκτος
κατάβρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
κατάβρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
κατάβρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
κατάβρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
κατάβρεξη	noun|rare	άλλη μορφή του κατάβρεγμα
κατάβρεξης	noun	γενική ενικού του κατάβρεξη
κατάβρεχα	=	κατάβρεχος
κατάβρεχε	=	καταβρέχω
κατάβρεχες	=	κατάβρεχος
κατάβρεχη	=	κατάβρεχος
κατάβρεχης	=	κατάβρεχος
κατάβρεχο	=	κατάβρεχος
κατάβρεχοι	=	κατάβρεχος
κατάβρεχος	adj|literary	άλλη γραφή του κατάβροχος
κατάβρεχου	=	κατάβρεχος
κατάβρεχους	=	κατάβρεχος
κατάβρεχων	=	κατάβρεχος
κατάβροχα	=	κατάβροχος
κατάβροχε	=	κατάβροχος
κατάβροχες	=	κατάβροχος
κατάβροχη	=	κατάβροχος
κατάβροχης	=	κατάβροχος
κατάβροχο	=	κατάβροχος
κατάβροχοι	=	κατάβροχος
κατάβροχος	adj|literary	ο πολύ βρεγμένος
κατάβροχου	=	κατάβροχος
κατάβροχους	=	κατάβροχος
κατάβροχων	=	κατάβροχος
κατάγγειλα	=	καταγγέλλω
κατάγγειλαν	=	καταγγέλλω
κατάγγειλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
κατάγγειλες	=	καταγγέλλω
κατάγγελλα	=	καταγγέλλω
κατάγγελλαν	=	καταγγέλλω
κατάγγελλε	=	καταγγέλλω
κατάγγελλες	=	καταγγέλλω
κατάγεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατάγομαι
κατάγιαλα	adv	πάνω στο γιαλό· πολύ κοντά στη θάλασσα
κατάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάταγμα
κατάγματος	noun	γενική ενικού του κάταγμα
κατάγναντα	adv|literary	ακριβώς απέναντι, κατέναντι
κατάγομαι	verb	προέρχομαι από κάποιον τόπο
κατάγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάγραφο
κατάγραφε	adj	κλητική ενικού του κατάγραφος
κατάγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάγραφη
κατάγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάγραφος
κατάγραφης	adj	γενική ενικού του κατάγραφη
κατάγραφο	adj	αιτιατική ενικού του κατάγραφος
κατάγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάγραφος
κατάγραφος	adj	που όλη η επιφάνειά του είναι γραμμένη ή ζωγραφισμένη
κατάγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάγραφος
κατάγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάγραφος
κατάγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάγραφος
κατάγραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
κατάγω	verb	επιφέρω, καταφέρω
κατάδειξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταδεικνύω
κατάδειξης	noun	γενική ενικού του κατάδειξη
κατάδειξις	noun	κατάδειξη
κατάδηλα	=	κατάδηλος
κατάδηλε	=	κατάδηλος
κατάδηλες	=	κατάδηλος
κατάδηλη	=	κατάδηλος
κατάδηλης	=	κατάδηλος
κατάδηλο	=	κατάδηλος
κατάδηλοι	=	κατάδηλος
κατάδηλος	adj	ολοφάνερος
κατάδηλου	=	κατάδηλος
κατάδηλους	=	κατάδηλος
κατάδηλων	=	κατάδηλος
κατάδικε	noun	κλητική ενικού του κατάδικος
κατάδικο	noun	αιτιατική ενικού του κατάδικος
κατάδικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάδικος
κατάδικος	noun	που έχει καταδικαστεί από επίσημη δικαστική αρχή
κατάδικου	noun	γενική ενικού του κατάδικος
κατάδικους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατάδικος
κατάδικων	noun	γενική πληθυντικού του κατάδικος
κατάδοση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταδίδω
κατάδοσης	noun	γενική ενικού του κατάδοση
κατάδρομα	=	κατάδρομος
κατάδρομε	=	κατάδρομος
κατάδρομες	=	κατάδρομος
κατάδρομη	=	κατάδρομος
κατάδρομης	=	κατάδρομος
κατάδρομο	=	κατάδρομος
κατάδρομοι	=	κατάδρομος
κατάδρομος	adj	που κινείται προς τα κάτω, που κινείται σύμφωνα με τη φυσική ροή ή φορά
κατάδρομου	=	κατάδρομος
κατάδρομους	=	κατάδρομος
κατάδρομων	=	κατάδρομος
κατάδυση	noun	βύθιση μέσα στη θάλασσα
κατάδυσης	noun	γενική ενικού του κατάδυση
κατάδωσα	=	καταδίδω
κατάδωσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
κατάθαμβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάθαμβο
κατάθαμβε	adj	κλητική ενικού του κατάθαμβος
κατάθαμβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάθαμβη
κατάθαμβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάθαμβος
κατάθαμβης	adj	γενική ενικού του κατάθαμβη
κατάθαμβο	adj	αιτιατική ενικού του κατάθαμβος
κατάθαμβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάθαμβος
κατάθαμβος	adj	ποιητικός τύπος (παρωχημένο) άλλη μορφή του έκθαμβος
κατάθαμβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάθαμβος
κατάθαμβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάθαμβος
κατάθαμβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάθαμβος
κατάθεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
κατάθεση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω
κατάθεσης	noun	γενική ενικού του κατάθεση
κατάθετε	=	καταθέτω
κατάθλιβε	=	καταθλίβω
κατάθλιψε	=	καταθλίβω
κατάθλιψη	noun	η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
κατάθλιψης	=	κατάθλιψη
κατάθλιψις	noun	η κατάθλιψη (συμπίεση σε σωλήνα)
κατάκαλα	=	κατάκαλος
κατάκαλε	=	κατάκαλος
κατάκαλες	=	κατάκαλος
κατάκαλη	=	κατάκαλος
κατάκαλης	=	κατάκαλος
κατάκαλο	=	κατάκαλος
κατάκαλοι	=	κατάκαλος
κατάκαλος	adj|vulgar	ο υπερβολικά καλός
κατάκαλου	=	κατάκαλος
κατάκαλους	=	κατάκαλος
κατάκαλων	=	κατάκαλος
κατάκαμπα	adv|dated	στη μέση ενός κάμπου
κατάκαρδα	adv	στην καρδιά ή γενικότερα στο μέρος της καρδιάς
κατάκαυση	noun	μέθοδος ελεγχόμενης χρήσης φωτιάς περιμετρικά μιας πυρκαγιάς σε αγροτοδασική έκταση, με στόχο το κάψιμο της καύσιμης ύλης σε συγκεκριμένο εύρος και τη διαπλάτυνση των ζωνών με καμένο υλικό, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα η πυρκαγιά να υπερπηδήσει αυτές τις ζώνες
κατάκαυσης	noun	γενική ενικού του κατάκαυση
κατάκειμαι	verb	βρίσκομαι ξαπλωμένος στο έδαφος
κατάκλαση	noun|formal	θραύση σε κομματάκια
κατάκλασης	noun	γενική ενικού του κατάκλαση
κατάκλειστα	adv	τελείως κλειστά
κατάκλειστε	=	κατάκλειστος
κατάκλειστες	=	κατάκλειστος
κατάκλειστη	=	κατάκλειστος
κατάκλειστης	=	κατάκλειστος
κατάκλειστο	=	κατάκλειστος
κατάκλειστοι	=	κατάκλειστος
κατάκλειστος	adj	που είναι τελείως κλειστός
κατάκλειστου	=	κατάκλειστος
κατάκλειστους	=	κατάκλειστος
κατάκλειστων	=	κατάκλειστος
κατάκλεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατάκλιση	noun	η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να τοποθετηθεί κάτω ξαπλωτά κάποιος ή κάτι
κατάκλισης	noun	γενική ενικού του κατάκλιση
κατάκλυση	noun	η υπερπλήρωση ενός χώρου με κάποιο υλικό
κατάκλυσης	=	κατάκλυση
κατάκοιτα	=	κατάκοιτος
κατάκοιτε	=	κατάκοιτος
κατάκοιτες	=	κατάκοιτος
κατάκοιτη	=	κατάκοιτος
κατάκοιτης	=	κατάκοιτος
κατάκοιτο	=	κατάκοιτος
κατάκοιτοι	=	κατάκοιτος
κατάκοιτος	adj	καθηλωμένος στο κρεβάτι για μεγάλο χρονικό διάστημα ή εφ' όρου ζωής λόγω ανίατης συνήθως αρρώστιας
κατάκοιτου	=	κατάκοιτος
κατάκοιτους	=	κατάκοιτος
κατάκοιτων	=	κατάκοιτος
κατάκοπα	=	κατάκοπος
κατάκοπε	=	κατάκοπος
κατάκοπες	=	κατάκοπος
κατάκοπη	=	κατάκοπος
κατάκοπης	=	κατάκοπος
κατάκοπο	=	κατάκοπος
κατάκοποι	=	κατάκοπος
κατάκοπος	adj	που είναι πολύ κουρασμένος
κατάκοπου	=	κατάκοπος
κατάκοπους	=	κατάκοπος
κατάκοπων	=	κατάκοπος
κατάκορφα	adv	που βρίσκεται στην κορφή, ακριβώς στο ψηλότερο σημείο
κατάκορφε	=	κατάκορφος
κατάκορφες	=	κατάκορφος
κατάκορφη	=	κατάκορφος
κατάκορφης	=	κατάκορφος
κατάκορφο	=	κατάκορφος
κατάκορφοι	=	κατάκορφος
κατάκορφος	adj	που βρίσκεται στην κορφή, ακριβώς στο ψηλότερο σημείο
κατάκορφου	=	κατάκορφος
κατάκορφους	=	κατάκορφος
κατάκορφων	=	κατάκορφος
κατάκοψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατάκρινε	=	κατακρίνω
κατάκριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρίνω: η αρνητική κρίση
κατάκρισης	noun	γενική ενικού του κατάκριση
κατάκρυα	=	κατάκρυος
κατάκρυε	=	κατάκρυος
κατάκρυες	=	κατάκρυος
κατάκρυη	=	κατάκρυος
κατάκρυης	=	κατάκρυος
κατάκρυο	=	κατάκρυος
κατάκρυοι	=	κατάκρυος
κατάκρυος	adj	ιδιαίτερα κρύος
κατάκρυου	=	κατάκρυος
κατάκρυους	=	κατάκρυος
κατάκρυων	=	κατάκρυος
κατάκτησα	=	κατακτώ
κατάκτησε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατάκτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακτώ
κατάκτησης	=	κατάκτηση
κατάλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
κατάλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
κατάλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
κατάλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
κατάλαλε	=	κατάλαλος
κατάλαλο	=	κατάλαλος
κατάλαλοι	=	κατάλαλος
κατάλαλος	noun|vulgar	άλλη μορφή του καταλαλητής
κατάλαλου	=	κατάλαλος
κατάλαλους	=	κατάλαλος
κατάλαλων	=	κατάλαλος
κατάλευκα	=	κατάλευκος
κατάλευκε	=	κατάλευκος
κατάλευκες	=	κατάλευκος
κατάλευκη	=	κατάλευκος
κατάλευκης	=	κατάλευκος
κατάλευκο	=	κατάλευκος
κατάλευκοι	=	κατάλευκος
κατάλευκος	adj	που είναι εντελώς λευκός χωρίς κανένα άλλο χρώμα
κατάλευκου	=	κατάλευκος
κατάλευκους	=	κατάλευκος
κατάλευκων	=	κατάλευκος
κατάληγε	=	καταλήγω
κατάληξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
κατάληξη	noun	το αποτέλεσμα του καταλήγω
κατάληξης	noun	γενική ενικού του κατάληξη
κατάληψη	noun	η στρατιωτική ενέργεια με την οποία καταλαμβάνεται ένας τόπος (ύψωμα, οχυρό κ.λπ.)
κατάληψης	noun	γενική ενικού του κατάληψη
κατάλληλα	adv	ανάλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλληλο, ουδέτερο του κατάλληλος
κατάλληλε	adj	κλητική ενικού του κατάλληλος
κατάλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλληλη
κατάλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάλληλος
κατάλληλης	adj	γενική ενικού του κατάλληλη
κατάλληλο	adj	αιτιατική ενικού του κατάλληλος
κατάλληλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάλληλος
κατάλληλος	adj	που έχει τα απαραίτητα προσόντα, που πληροί τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες ανάγκες και να επιφέρει θετικό αποτέλεσμα
κατάλληλου	adj	γενική ενικού του κατάλληλος
κατάλληλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάλληλος
κατάλληλων	adj	γενική πληθυντικού του κατάλληλος
κατάλογε	noun	κλητική ενικού του κατάλογος
κατάλογο	noun	αιτιατική ενικού του κατάλογος
κατάλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάλογος
κατάλογος	noun	σειρά ομοειδών στοιχείων (ονομάτων, αντικειμένων, ειδών προς πώληση κ.λπ.)
κατάλογου	=	κατάλογος
κατάλοιπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλοιπο
κατάλοιπε	=	κατάλοιπος
κατάλοιπες	=	κατάλοιπος
κατάλοιπη	=	κατάλοιπος
κατάλοιπης	=	κατάλοιπος
κατάλοιπο	noun	ό,τι έχει καταλειφθεί, έχει απομείνει από κάτι, με την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος
κατάλοιποι	=	κατάλοιπος
κατάλοιπος	adj	υπολειπόμενος, υπόλοιπος
κατάλοιπου	=	κατάλοιπος
κατάλοιπους	=	κατάλοιπος
κατάλοιπων	noun	γενική πληθυντικού του κατάλοιπο	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του κατάλοιπος
κατάλυε	=	καταλύω
κατάλυμα	noun	χώρος προσωρινής διαμονής
κατάλυσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
κατάλυση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος καταλύω, η κατάργηση δια της βίας, η διάλυση
κατάλυσης	noun	γενική ενικού του κατάλυση
κατάματα	adv	μέσα στα μάτια
κατάμαυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάμαυρο
κατάμαυρε	adj	κλητική ενικού του κατάμαυρος
κατάμαυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάμαυρη
κατάμαυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάμαυρος
κατάμαυρης	adj	γενική ενικού του κατάμαυρη
κατάμαυρο	adj	αιτιατική ενικού του κατάμαυρος
κατάμαυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάμαυρος
κατάμαυρος	adj	που είναι τελείως μαύρος
κατάμαυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάμαυρος
κατάμαυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάμαυρος
κατάμαυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάμαυρος
κατάμεστα	=	κατάμεστος
κατάμεστε	=	κατάμεστος
κατάμεστες	=	κατάμεστος
κατάμεστη	=	κατάμεστος
κατάμεστης	=	κατάμεστος
κατάμεστο	=	κατάμεστος
κατάμεστοι	=	κατάμεστος
κατάμεστος	adj	τελείως γεμάτος, υπερπλήρης (από πρόσωπα ή πράγματα)
κατάμεστου	=	κατάμεστος
κατάμεστους	=	κατάμεστος
κατάμεστων	=	κατάμεστος
κατάμονα	=	κατάμονος
κατάμονε	=	κατάμονος
κατάμονες	=	κατάμονος
κατάμονη	=	κατάμονος
κατάμονης	=	κατάμονος
κατάμονο	=	κατάμονος
κατάμονοι	=	κατάμονος
κατάμονος	adj	εντελώς μόνος
κατάμονου	=	κατάμονος
κατάμονους	=	κατάμονος
κατάμονων	=	κατάμονος
κατάμουτρα	adv	απευθείας πάνω στο μούτρο / πρόσωπο κάποιου
κατάμπαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάμπαρο
κατάμπαρο	noun	το κάτω μέρος του αμπαριού πλοίου
κατάμπαρου	noun	γενική ενικού του κατάμπαρο
κατάμπαρων	noun	γενική πληθυντικού του κατάμπαρο
κατάνα	noun	μακρύ ιαπωνικό μονόκοπο ξίφος με ενιαία άκρη και μικρή κυρτότητα
κατάνειμε	=	κατανέμω
κατάνεμε	=	κατανέμω
κατάνευα	=	κατανεύω
κατάνευαν	=	κατανεύω
κατάνευε	=	κατανεύω
κατάνευες	=	κατανεύω
κατάνευσα	=	κατανεύω
κατάνευσαν	=	κατανεύω
κατάνευσε	=	κατανεύω
κατάνευσες	=	κατανεύω
κατάνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατανεύω
κατάνευσης	=	κατάνευση
κατάντα	=	καταντάω
κατάνταγα	=	καταντάω
κατάνταγαν	=	καταντάω
κατάνταγε	=	καταντάω
κατάνταγες	=	καταντάω
κατάντεις	=	κατάντης
κατάντη	=	κατάντης
κατάντημα	noun	άλλη μορφή του κατάντια
κατάντης	adj	που βρίσκεται προς τα κάτω
κατάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντώ
κατάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντώ
κατάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντώ
κατάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντώ
κατάντι	noun	άλλη μορφή του κατάντια
κατάντια	noun	κατάληξη σε κακή ή ανεπιθύμητη κατάσταση
κατάντιας	noun	γενική ενικού του κατάντια
κατάντιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάντια
κατάντικρυ	adv	ακριβώς απέναντι
κατάντους	=	κατάντης
κατάντων	=	κατάντης
κατάνυξη	noun	αίσθημα που περιλαμβάνει σεβασμό, ευλάβεια και συγκίνηση, συνήθως σε σχέση με κάποια θεϊκή ή μεταφυσική παράσταση ή έννοια
κατάνυξης	noun	γενική ενικού του κατάνυξη
κατάξανθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάξανθο
κατάξανθε	adj	κλητική ενικού του κατάξανθος
κατάξανθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάξανθη
κατάξανθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάξανθος
κατάξανθης	adj	γενική ενικού του κατάξανθη
κατάξανθο	adj	αιτιατική ενικού του κατάξανθος
κατάξανθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάξανθος
κατάξανθος	adj	που είναι τελείως ξανθός
κατάξανθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάξανθος
κατάξανθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάξανθος
κατάξανθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάξανθος
κατάξερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάξερο
κατάξερε	adj	κλητική ενικού του κατάξερος
κατάξερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάξερη
κατάξερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάξερος
κατάξερης	adj	γενική ενικού του κατάξερη
κατάξερο	adj	αιτιατική ενικού του κατάξερος
κατάξεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάξερος
κατάξερος	adj	που είναι τελείως ξερός
κατάξερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάξερος
κατάξερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάξερος
κατάξερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάξερος
κατάξηρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάξηρο
κατάξηρε	adj	κλητική ενικού του κατάξηρος
κατάξηρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάξηρη
κατάξηρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάξηρος
κατάξηρης	adj	γενική ενικού του κατάξηρη
κατάξηρο	adj	αιτιατική ενικού του κατάξηρος
κατάξηροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάξηρος
κατάξηρος	adj|formal	άλλη μορφή του κατάξερος
κατάξηρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάξηρος
κατάξηρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάξηρος
κατάξηρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάξηρος
κατάορτσα	adv	εντελώς όρτσα
κατάπαυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
κατάπαυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
κατάπαυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
κατάπαυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
κατάπαυση	noun	η απόλυτη παύση ή οριστική διακοπή συνήθως μίας έντονης και αρνητικής δραστηριότητας
κατάπαυσης	noun	γενική ενικού του κατάπαυση
κατάπια	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
κατάπιαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
κατάπιαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
κατάπιανε	=	καταπίνω
κατάπιατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
κατάπιε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
κατάπιες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
κατάπικρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπικρο
κατάπικρε	adj	κλητική ενικού του κατάπικρος
κατάπικρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπικρη
κατάπικρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάπικρος
κατάπικρης	adj	γενική ενικού του κατάπικρη
κατάπικρο	adj	αιτιατική ενικού του κατάπικρος
κατάπικροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάπικρος
κατάπικρος	adj	ο πάρα πολύ πικρός
κατάπικρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάπικρος
κατάπικρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάπικρος
κατάπικρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάπικρος
κατάπιμα	noun	η κατάποση
κατάπινα	=	καταπίνω
κατάπιναν	=	καταπίνω
κατάπινε	=	καταπίνω
κατάπινες	=	καταπίνω
κατάπιομα	noun	η κατάποση
κατάπλασμα	noun	τοπικό επίθεμα στην επιφάνεια του σώματος για θεραπευτικούς σκοπούς.
κατάπλατα	adv|rare	στην πλάτη (ακριβώς), στην ράχη
κατάπλεε	=	καταπλέω
κατάπλευσε	=	καταπλέω
κατάπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπληκτο
κατάπληκτε	adj	κλητική ενικού του κατάπληκτος
κατάπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπληκτη
κατάπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάπληκτος
κατάπληκτης	adj	γενική ενικού του κατάπληκτη
κατάπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του κατάπληκτος
κατάπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάπληκτος
κατάπληκτος	adj	που καταπλήσσεται
κατάπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάπληκτος
κατάπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάπληκτος
κατάπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάπληκτος
κατάπληξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
κατάπληξη	noun	η συμπεριφορά και η ψυχολογική κατάσταση αυτού που καταπλήσσεται
κατάπληξης	noun	γενική ενικού του κατάπληξη
κατάπλησσε	=	καταπλήσσω
κατάπληττε	=	καταπλήττω
κατάπληχτα	=	κατάπληχτος
κατάπληχτε	=	κατάπληχτος
κατάπληχτες	=	κατάπληχτος
κατάπληχτη	=	κατάπληχτος
κατάπληχτης	=	κατάπληχτος
κατάπληχτο	=	κατάπληχτος
κατάπληχτοι	=	κατάπληχτος
κατάπληχτος	adj	άλλη μορφή του κατάπληκτος
κατάπληχτου	=	κατάπληχτος
κατάπληχτους	=	κατάπληχτος
κατάπληχτων	=	κατάπληχτος
κατάπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάπλους
κατάπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατάπλους
κατάπλουν	=	κατάπλους
κατάπλους	noun	η άφιξη πλοίου σε λιμάνι, όρμο, παράλια ή πλωτή εγκατάσταση
κατάπλων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπλους
κατάπλωρα	adv	ακριβώς μπροστά από την πλώρη πλοίου, σε κατεύθυνση, (ανεξάρτητα απόστασης)
κατάπλωρε	=	κατάπλωρος
κατάπλωρες	=	κατάπλωρος
κατάπλωρη	=	κατάπλωρος
κατάπλωρης	=	κατάπλωρος
κατάπλωρο	=	κατάπλωρος
κατάπλωροι	=	κατάπλωρος
κατάπλωρος	adj	αυτός που βρίσκεται μπροστά από την πλώρη του πλοίου ανεξάρτητα απόστασης
κατάπλωρου	=	κατάπλωρος
κατάπλωρους	=	κατάπλωρος
κατάπλωρων	=	κατάπλωρος
κατάπνιξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
κατάπνιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπνίγω
κατάπνιξης	noun	γενική ενικού του κατάπνιξη
κατάποση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπίνω
κατάποσης	noun	γενική ενικού του κατάποση
κατάπρυμα	adv	από την πλευρά της πρύμνης
κατάπρυμε	=	κατάπρυμος
κατάπρυμες	=	κατάπρυμος
κατάπρυμη	=	κατάπρυμος
κατάπρυμης	=	κατάπρυμος
κατάπρυμο	=	κατάπρυμος
κατάπρυμοι	=	κατάπρυμος
κατάπρυμος	adj	που κατευθύνεται από την πρύμνη ή από την πλευρά αυτή του πλοίου προς το υπόλοιπο πλοίο
κατάπρυμου	=	κατάπρυμος
κατάπρυμους	=	κατάπρυμος
κατάπρυμων	=	κατάπρυμος
κατάπτυστα	=	κατάπτυστος
κατάπτυστε	adj	κλητική ενικού του κατάπτυστος
κατάπτυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπτυστη
κατάπτυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάπτυστος
κατάπτυστης	adj	γενική ενικού του κατάπτυστη
κατάπτυστο	adj	αιτιατική ενικού του κατάπτυστος
κατάπτυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάπτυστος
κατάπτυστος	adj	που είναι πάρα πολύ αισχρός και προκαλεί απέχθεια, αυτός που χαρακτηρίζεται, λαϊκά, "για φτύσιμο"
κατάπτυστου	adj	γενική ενικού του κατάπτυστος
κατάπτυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάπτυστος
κατάπτυστων	adj	γενική πληθυντικού του κατάπτυστος
κατάπτωση	noun	η επιδείνωση της φυσικής κατάστασης ενός ατόμου, η εξάντληση
κατάπτωσης	noun	γενική ενικού του κατάπτωση
κατάπτωσις	noun	πέσιμο
κατάρα	noun	επίκληση για επέλευση κακού
κατάρας	noun	γενική ενικού του κατάρα
κατάρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρατο
κατάρατε	adj	κλητική ενικού του κατάρατος
κατάρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρατη
κατάρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάρατος
κατάρατης	adj	γενική ενικού του κατάρατη
κατάρατο	adj	αιτιατική ενικού του κατάρατος
κατάρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάρατος
κατάρατος	adj|vulgar	καταραμένος
κατάρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάρατος
κατάρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάρατος
κατάρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάρατος
κατάραχα	=	κατάραχο
κατάραχο	noun|vulgar	άλλη μορφή του καταράχι
κατάραχου	=	κατάραχο
κατάραχων	=	κατάραχο
κατάργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατάργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατάργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατάργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατάργηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταργώ
κατάργησης	noun	γενική ενικού του κατάργηση
κατάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρα
κατάρρεε	=	καταρρέω
κατάρρευσε	=	καταρρέω
κατάρρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρέω
κατάρρευσης	noun	γενική ενικού του κατάρρευση
κατάρριπτε	=	καταρρίπτω
κατάρριψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
κατάρριψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρίπτω
κατάρριψης	=	κατάρριψη
κατάρρυτα	=	κατάρρυτος
κατάρρυτε	=	κατάρρυτος
κατάρρυτες	=	κατάρρυτος
κατάρρυτη	=	κατάρρυτος
κατάρρυτης	=	κατάρρυτος
κατάρρυτο	=	κατάρρυτος
κατάρρυτοι	=	κατάρρυτος
κατάρρυτος	adj|archaic	που αρδεύεται από πολύ νερό
κατάρρυτου	=	κατάρρυτος
κατάρρυτους	=	κατάρρυτος
κατάρρυτων	=	κατάρρυτος
κατάρτι	noun	ο ιστός πλοίου, στύλος μεγάλου ύψους από τον οποίο στα μεν ιστιοφόρα (ξύλινος) φέρονται τα πανιά στα δε νεότερα φορτηγά (μεταλλικός) οι φορτωτήρες, κεραίες επικοινωνίας, ραντάρ κ.λπ. καθώς και φανός ναυσιπλοΐας.
κατάρτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρτι
κατάρτιζα	=	καταρτίζω
κατάρτιζαν	=	καταρτίζω
κατάρτιζε	=	καταρτίζω
κατάρτιζες	=	καταρτίζω
κατάρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρτίζω
κατάρτισαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
κατάρτισε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
κατάρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρτίζω
κατάρτιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καταρτίζω
κατάρτισης	noun	γενική ενικού του κατάρτιση
κατάσαρκα	adv	απευθείας πάνω στην επιδερμίδα, στο σώμα
κατάσβεση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του κατασβήνω
κατάσβεσης	noun	γενική ενικού του κατάσβεση
κατάσβηνε	=	κατασβήνω
κατάσβησε	=	κατασβήνω
κατάσκαψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατάσκια	=	κατάσκιος
κατάσκιας	=	κατάσκιος
κατάσκιε	=	κατάσκιος
κατάσκιες	=	κατάσκιος
κατάσκιζα	=	κατασκίζω
κατάσκιζαν	=	κατασκίζω
κατάσκιζε	=	κατασκίζω
κατάσκιζες	=	κατασκίζω
κατάσκιο	=	κατάσκιος
κατάσκιοι	=	κατάσκιος
κατάσκιος	adj	που έχει πολλή σκιά, που είναι πολύ σκιερός
κατάσκιου	=	κατάσκιος
κατάσκιους	=	κατάσκιος
κατάσκισα	=	κατασκίζω
κατάσκισαν	=	κατασκίζω
κατάσκισε	=	κατασκίζω
κατάσκισες	=	κατασκίζω
κατάσκιων	=	κατάσκιος
κατάσκοπε	noun	κλητική ενικού του κατάσκοπος
κατάσκοπο	noun	αιτιατική ενικού του κατάσκοπος
κατάσκοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάσκοπος
κατάσκοπος	noun	που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης
κατάσκοπου	noun	γενική ενικού του κατάσκοπος
κατάσκοπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατάσκοπος
κατάσκοπων	noun	γενική πληθυντικού του κατάσκοπος
κατάσπαρτα	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτε	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτες	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτη	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτης	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτο	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτοι	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτος	adj|figurative	που είναι σπαρμένος με κάτι σε όλη του την έκταση ή στο μεγαλύτερο μέρος της
κατάσπαρτου	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτους	=	κατάσπαρτος
κατάσπαρτων	=	κατάσπαρτος
κατάσταση	noun	ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο· οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως
κατάστασης	noun	γενική ενικού του κατάσταση
κατάστεγνα	=	κατάστεγνος
κατάστεγνε	=	κατάστεγνος
κατάστεγνες	=	κατάστεγνος
κατάστεγνη	=	κατάστεγνος
κατάστεγνης	=	κατάστεγνος
κατάστεγνο	=	κατάστεγνος
κατάστεγνοι	=	κατάστεγνος
κατάστεγνος	adj	που είναι τελείως στεγνός
κατάστεγνου	=	κατάστεγνος
κατάστεγνους	=	κατάστεγνος
κατάστεγνων	=	κατάστεγνος
κατάστερα	=	κατάστερος
κατάστερε	=	κατάστερος
κατάστερες	=	κατάστερος
κατάστερη	=	κατάστερος
κατάστερης	=	κατάστερος
κατάστερο	=	κατάστερος
κατάστεροι	=	κατάστερος
κατάστερος	adj|literary	που είναι γεμάτος αστέρια
κατάστερου	=	κατάστερος
κατάστερους	=	κατάστερος
κατάστερων	=	κατάστερος
κατάστηθα	adv	πάνω στο στήθος, στο κέντρο του
κατάστημα	noun	ο χώρος ή το κτήριο όπου στεγάζει τις δραστηριότητές του ένας επαγγελματίας, έμπορος ή μία εταιρεία ώστε να έρχεται σε επαφή με τους πελάτες, να εκθέτει τα προς πώληση προϊόντα και να εκτελεί συναλλαγές
κατάστησε	=	καθιστώ
κατάστικτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστικτο
κατάστικτε	adj	κλητική ενικού του κατάστικτος
κατάστικτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστικτη
κατάστικτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάστικτος
κατάστικτης	adj	γενική ενικού του κατάστικτη
κατάστικτο	adj	αιτιατική ενικού του κατάστικτος
κατάστικτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάστικτος
κατάστικτος	adj|figurative	γεμάτος στίγματα
κατάστικτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάστικτος
κατάστικτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάστικτος
κατάστικτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάστικτος
κατάστιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταστίζω
κατάστιξης	=	κατάστιξη
κατάστιχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστιχο
κατάστιχο	noun|dated	το ειδικό τετράδιο για λογιστικές εγγραφές
κατάστιχου	noun	γενική ενικού του κατάστιχο
κατάστιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστιχτο
κατάστιχτε	adj	κλητική ενικού του κατάστιχτος
κατάστιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστιχτη
κατάστιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάστιχτος
κατάστιχτης	adj	γενική ενικού του κατάστιχτη
κατάστιχτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κατάστιχτος
κατάστιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάστιχτος
κατάστιχτος	adj	άλλη μορφή του κατάστικτος
κατάστιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάστιχτος
κατάστιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάστιχτος
κατάστιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάστιχτος
κατάστιχων	noun	γενική πληθυντικού του κατάστιχο
κατάστρεφα	=	καταστρέφω
κατάστρεφαν	=	καταστρέφω
κατάστρεφε	=	καταστρέφω
κατάστρεφες	=	καταστρέφω
κατάστρεψα	=	καταστρέφω
κατάστρεψαν	=	καταστρέφω
κατάστρεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
κατάστρεψες	=	καταστρέφω
κατάστρωμα	noun	το δάπεδο σε πλοίο που το διαχωρίζει οριζόντια σε επίπεδα
κατάστρωνα	=	καταστρώνω
κατάστρωναν	=	καταστρώνω
κατάστρωνε	=	καταστρώνω
κατάστρωνες	=	καταστρώνω
κατάστρωσα	=	καταστρώνω
κατάστρωσαν	=	καταστρώνω
κατάστρωσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
κατάστρωσες	=	καταστρώνω
κατάστρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταστρώνω
κατάστρωσης	=	κατάστρωση
κατάστρωτα	=	κατάστρωτος
κατάστρωτε	=	κατάστρωτος
κατάστρωτες	=	κατάστρωτος
κατάστρωτη	=	κατάστρωτος
κατάστρωτης	=	κατάστρωτος
κατάστρωτο	=	κατάστρωτος
κατάστρωτοι	=	κατάστρωτος
κατάστρωτος	adj	που είναι εντελώς στρωμένος
κατάστρωτου	=	κατάστρωτος
κατάστρωτους	=	κατάστρωτος
κατάστρωτων	=	κατάστρωτος
κατάσφαζε	=	κατασφάζω
κατάσφαξε	=	κατασφάζω
κατάσχει	=	κατάσχω
κατάσχεις	=	κατάσχω
κατάσχεσα	=	κατάσχω
κατάσχεσαι	=	κατάσχω
κατάσχεσαν	=	κατάσχω
κατάσχεσε	=	κατάσχω
κατάσχεσες	=	κατάσχω
κατάσχεση	noun	η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του
κατάσχεσης	noun	γενική ενικού του κατάσχεση
κατάσχεστε	=	κατάσχω
κατάσχεται	=	κατάσχω
κατάσχετε	=	κατάσχω
κατάσχισα	=	κατασχίζω
κατάσχομαι	verb	με κατάσχουν
κατάσχομε	=	κατάσχω
κατάσχονται	=	κατάσχω
κατάσχονταν	=	κατάσχω
κατάσχοντας	=	κατάσχω
κατάσχουμε	=	κατάσχω
κατάσχουν	=	κατάσχω
κατάσχουνε	=	κατάσχω
κατάσχω	verb	κάνω κατάσχεση, θέτω περιουσιακό στοιχείο κάποιου υπό δικαστική δέσμευση και αφαιρώ από αυτόν το δικαίωμα διάθεσής του, πχ λόγω ανεξόφλητου χρέους ή στο πλαίσιο μιας δικαστικής έρευνας ή επειδή η κατοχή αυτού του περιουσιακού στοιχείου είναι αντίθετη με νόμους ή κανονισμούς
κατάσχόμασταν	=	κατάσχω
κατάσχόμαστε	=	κατάσχω
κατάσχόμουν	=	κατάσχω
κατάσχόμουνα	=	κατάσχω
κατάσχόντουσαν	=	κατάσχω
κατάσχόσασταν	=	κατάσχω
κατάσχόσαστε	=	κατάσχω
κατάσχόσουν	=	κατάσχω
κατάσχόσουνα	=	κατάσχω
κατάσχόταν	=	κατάσχω
κατάσχότανε	=	κατάσχω
κατάταξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατάταξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατάσσω
κατάταξης	=	κατάταξη
κατάτασσε	=	κατατάσσω
κατάτμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατέμνω
κατάτμησης	noun	γενική ενικού του κατάτμηση
κατάτμησις	noun	η κατάτμηση
κατάτρεξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατάφαση	noun	λέω «ναι», καταφάσκω
κατάφασης	noun	γενική ενικού του κατάφαση
κατάφατσα	adv	κατευθείαν προς το πρόσωπο κάποιου
κατάφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
κατάφεραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
κατάφερε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
κατάφερες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
κατάφερνα	=	καταφέρνω
κατάφερναν	=	καταφέρνω
κατάφερνε	=	καταφέρνω
κατάφερνες	=	καταφέρνω
κατάφευγε	=	καταφεύγω
κατάφθανε	=	καταφθάνω
κατάφθασε	=	καταφθάνω
κατάφορτα	=	κατάφορτος
κατάφορτε	=	κατάφορτος
κατάφορτες	=	κατάφορτος
κατάφορτη	=	κατάφορτος
κατάφορτης	=	κατάφορτος
κατάφορτο	=	κατάφορτος
κατάφορτοι	=	κατάφορτος
κατάφορτος	adj	που έχει μεγάλο φορτίο
κατάφορτου	=	κατάφορτος
κατάφορτους	=	κατάφορτος
κατάφορτων	=	κατάφορτος
κατάφρακτα	=	κατάφρακτος
κατάφρακτε	=	κατάφρακτος
κατάφρακτες	=	κατάφρακτος
κατάφρακτη	=	κατάφρακτος
κατάφρακτης	=	κατάφρακτος
κατάφρακτο	=	κατάφρακτος
κατάφρακτοι	=	κατάφρακτος
κατάφρακτος	adj	ο πολύ καλά προστατευμένος από θώρακα, πανοπλία
κατάφρακτου	=	κατάφρακτος
κατάφρακτους	=	κατάφρακτος
κατάφρακτων	=	κατάφρακτος
κατάφτανε	=	καταφτάνω
κατάφτασα	=	καταφτάνω
κατάφτασε	=	καταφτάνω
κατάφυγε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
κατάφυση	noun	άκρο μυός που προσφύεται σε οστό
κατάφυσης	=	κατάφυση
κατάφυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάφυτο
κατάφυτε	adj	κλητική ενικού του κατάφυτος
κατάφυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάφυτη
κατάφυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάφυτος
κατάφυτης	adj	γενική ενικού του κατάφυτη
κατάφυτο	adj	αιτιατική ενικού του κατάφυτος
κατάφυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάφυτος
κατάφυτος	adj	γεμάτος βλάστηση, με πολλά φυτά
κατάφυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάφυτος
κατάφυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάφυτος
κατάφυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάφυτος
κατάφωρα	adv	με κατάφωρο τρόπο, με ολοφάνερα κατακριτέο ή αξιόποινο τρόπο
κατάφωρε	adj	κλητική ενικού του κατάφωρος
κατάφωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάφωρη
κατάφωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάφωρος
κατάφωρης	adj	γενική ενικού του κατάφωρη
κατάφωρο	adj	αιτιατική ενικού του κατάφωρος
κατάφωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάφωρος
κατάφωρος	adj	ολοφάνερα έκνομη και καταδικαστέα ενέργεια
κατάφωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάφωρος
κατάφωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάφωρος
κατάφωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάφωρος
κατάφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάφωτο
κατάφωτε	adj	κλητική ενικού του κατάφωτος
κατάφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάφωτη
κατάφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάφωτος
κατάφωτης	adj	γενική ενικού του κατάφωτη
κατάφωτο	adj	αιτιατική ενικού του κατάφωτος
κατάφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάφωτος
κατάφωτος	adj	που είναι πολύ φωτεινός
κατάφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάφωτος
κατάφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάφωτος
κατάφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάφωτος
κατάχαμα	adv	που βρίσκεται κάτω, που είναι επάνω στο πάτωμα ή στο έδαφος
κατάχεζα	=	καταχέζω
κατάχεζαν	=	καταχέζω
κατάχεζε	=	καταχέζω
κατάχεζες	=	καταχέζω
κατάχεσα	=	καταχέζω
κατάχεσαν	=	καταχέζω
κατάχεσε	=	καταχέζω
κατάχεσες	=	καταχέζω
κατάχλομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάχλομο
κατάχλομε	adj	κλητική ενικού του κατάχλομος
κατάχλομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάχλομη
κατάχλομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάχλομος
κατάχλομης	adj	γενική ενικού του κατάχλομη
κατάχλομο	adj	αιτιατική ενικού του κατάχλομος
κατάχλομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάχλομος
κατάχλομος	adj	που είναι πάρα πολύ χλομός
κατάχλομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάχλομος
κατάχλομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάχλομος
κατάχλομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάχλομος
κατάχλωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάχλωμο
κατάχλωμε	adj	κλητική ενικού του κατάχλωμος
κατάχλωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάχλωμη
κατάχλωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατάχλωμος
κατάχλωμης	adj	γενική ενικού του κατάχλωμη
κατάχλωμο	adj	αιτιατική ενικού του κατάχλωμος
κατάχλωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατάχλωμος
κατάχλωμος	adj	άλλη γραφή του κατάχλομος
κατάχλωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατάχλωμος
κατάχλωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατάχλωμος
κατάχλωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατάχλωμος
κατάχνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχνιάζει
κατάχνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχνιάζει
κατάχρηση	noun	η υπερβολική χρήση
κατάχρησης	noun	γενική ενικού του κατάχρηση
κατάχτηση	noun	άλλη μορφή του κατάκτηση
κατάχτησης	=	κατάχτηση
κατάχωνα	=	καταχώνω
κατάχωναν	=	καταχώνω
κατάχωνε	=	καταχώνω
κατάχωνες	=	καταχώνω
κατάχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
κατάχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
κατάχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
κατάχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
κατάχωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταχώνω
κατάχωσης	=	κατάχωση
κατάψυξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
κατάψυξη	noun	η έκθεση ζωικών ή φυτικών ουσιών σε πολύ χαμηλής θερμοκρασίας ώστε να παγώσουν
κατάψυξης	=	κατάψυξη
κατάψυχε	=	καταψύχω
κατέβα	verb	βʹ ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω	noun	το κατέβασμα
κατέβαζα	=	κατεβάζω
κατέβαζαν	=	κατεβάζω
κατέβαζε	=	κατεβάζω
κατέβαζες	=	κατεβάζω
κατέβαινα	=	κατεβαίνω
κατέβαιναν	=	κατεβαίνω
κατέβαινε	=	κατεβαίνω
κατέβαινες	=	κατεβαίνω
κατέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
κατέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
κατέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
κατέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
κατέβαλλα	=	καταβάλλω
κατέβαλλαν	=	καταβάλλω
κατέβαλλε	=	καταβάλλω
κατέβαλλες	=	καταβάλλω
κατέβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατέβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατέβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατέβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατέβασμα	noun	download: η διαδικασία της λήψης αρχείων και της τοποθέτησης τους στον τοπικό υπολογιστή
κατέβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέβουνε	=	κατεβαίνω
κατέβρεξα	=	καταβρέχω
κατέβρεξαν	=	καταβρέχω
κατέβρεξε	=	καταβρέχω
κατέβρεξες	=	καταβρέχω
κατέβρεχα	=	καταβρέχω
κατέβρεχαν	=	καταβρέχω
κατέβρεχε	=	καταβρέχω
κατέβρεχες	=	καταβρέχω
κατέβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατέγνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
κατέγνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
κατέγνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
κατέγνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
κατέγραφα	=	καταγράφω
κατέγραφαν	=	καταγράφω
κατέγραφε	=	καταγράφω
κατέγραφες	=	καταγράφω
κατέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
κατέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
κατέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
κατέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
κατέδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
κατέδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
κατέδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
κατέδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
κατέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
κατέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
κατέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
κατέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
κατέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
κατέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
κατέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
κατέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
κατέθετα	=	καταθέτω
κατέθεταν	=	καταθέτω
κατέθετε	=	καταθέτω
κατέθετες	=	καταθέτω
κατέθλιβα	=	καταθλίβω
κατέθλιβαν	=	καταθλίβω
κατέθλιβε	=	καταθλίβω
κατέθλιβες	=	καταθλίβω
κατέθλιψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
κατέθλιψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
κατέθλιψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
κατέθλιψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
κατέκαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατέκαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατέκαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατέκαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατέκλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατέκλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατέκλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατέκλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατέκλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατέκλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατέκλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατέκλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατέκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατέκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατέκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατέκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατέκρινα	=	κατακρίνω
κατέκριναν	=	κατακρίνω
κατέκρινε	=	κατακρίνω
κατέκρινες	=	κατακρίνω
κατέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαμβάνω
κατέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαμβάνω
κατέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαμβάνω
κατέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαμβάνω
κατέληγα	=	καταλήγω
κατέληγαν	=	καταλήγω
κατέληγε	=	καταλήγω
κατέληγες	=	καταλήγω
κατέληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
κατέληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
κατέληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
κατέληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
κατέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατέλιπα	=	καταλείπω
κατέλυα	=	καταλύω
κατέλυαν	=	καταλύω
κατέλυε	=	καταλύω
κατέλυες	=	καταλύω
κατέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλύω
κατέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλύω
κατέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλύω
κατέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλύω
κατέναντι	adv	ακριβώς απέναντι, καταντίκρυ
κατένειμα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατένειμαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατένειμε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατένειμες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατένεμα	=	κατανέμω
κατένεμαν	=	κατανέμω
κατένεμε	=	κατανέμω
κατένεμες	=	κατανέμω
κατένευσα	=	κατανεύω
κατέπαυσα	=	καταπαύω
κατέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
κατέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
κατέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
κατέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
κατέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
κατέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
κατέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
κατέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
κατέπλεα	=	καταπλέω
κατέπλεαν	=	καταπλέω
κατέπλεε	=	καταπλέω
κατέπλεες	=	καταπλέω
κατέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
κατέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
κατέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
κατέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
κατέπληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
κατέπληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
κατέπληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
κατέπληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
κατέπλησσα	=	καταπλήσσω
κατέπλησσαν	=	καταπλήσσω
κατέπλησσε	=	καταπλήσσω
κατέπλησσες	=	καταπλήσσω
κατέπληττα	=	καταπλήττω
κατέπλητταν	=	καταπλήττω
κατέπληττε	=	καταπλήττω
κατέπληττες	=	καταπλήττω
κατέπνιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
κατέπνιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
κατέπνιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
κατέπνιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
κατέρρεα	=	καταρρέω
κατέρρεαν	=	καταρρέω
κατέρρεε	=	καταρρέω
κατέρρεες	=	καταρρέω
κατέρρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
κατέρρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
κατέρρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
κατέρρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
κατέρριπτα	=	καταρρίπτω
κατέρριπταν	=	καταρρίπτω
κατέρριπτε	=	καταρρίπτω
κατέρριπτες	=	καταρρίπτω
κατέρριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
κατέρριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
κατέρριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
κατέρριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
κατέρχομαι	verb	κατεβαίνω (από κάπου)
κατέσβηνα	=	κατασβήνω
κατέσβηναν	=	κατασβήνω
κατέσβηνε	=	κατασβήνω
κατέσβηνες	=	κατασβήνω
κατέσβησα	=	κατασβήνω
κατέσβησαν	=	κατασβήνω
κατέσβησε	=	κατασβήνω
κατέσβησες	=	κατασβήνω
κατέσκαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατέσκαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατέσκαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατέσκαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
κατέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
κατέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
κατέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
κατέστελλα	=	καταστέλλω
κατέστη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
κατέστην	verb|formal	οριστικής αορίστου παθητικής φωνής (καθίσταμαι) του καθιστώ
κατέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
κατέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
κατέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
κατέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
κατέστρεφα	=	καταστρέφω
κατέστρεφαν	=	καταστρέφω
κατέστρεφε	=	καταστρέφω
κατέστρεφες	=	καταστρέφω
κατέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
κατέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
κατέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
κατέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
κατέστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
κατέστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
κατέστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
κατέστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
κατέσφαζα	=	κατασφάζω
κατέσφαζαν	=	κατασφάζω
κατέσφαζε	=	κατασφάζω
κατέσφαζες	=	κατασφάζω
κατέσφαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατέσφαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατέσφαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατέσφαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατέσχεσα	=	κατάσχω
κατέσχεσαν	=	κατάσχω
κατέσχεσε	=	κατάσχω
κατέσχεσες	=	κατάσχω
κατέσχισα	=	κατασχίζω
κατέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατέτασσα	=	κατατάσσω
κατέτασσαν	=	κατατάσσω
κατέτασσε	=	κατατάσσω
κατέτασσες	=	κατατάσσω
κατέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατέφερα	verb	α' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος καταφέρω
κατέφεραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρήματος καταφέρω
κατέφερε	verb	γ' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος καταφέρω
κατέφερες	verb	β' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος καταφέρω
κατέφευγα	=	καταφεύγω
κατέφευγαν	=	καταφεύγω
κατέφευγε	=	καταφεύγω
κατέφευγες	=	καταφεύγω
κατέφθανα	=	καταφθάνω
κατέφθαναν	=	καταφθάνω
κατέφθανε	=	καταφθάνω
κατέφθανες	=	καταφθάνω
κατέφθασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
κατέφθασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
κατέφθασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
κατέφθασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
κατέφτανα	=	καταφτάνω
κατέφταναν	=	καταφτάνω
κατέφτανε	=	καταφτάνω
κατέφτανες	=	καταφτάνω
κατέφτασα	=	καταφτάνω
κατέφτασαν	=	καταφτάνω
κατέφτασε	=	καταφτάνω
κατέφτασες	=	καταφτάνω
κατέφυγα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
κατέφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
κατέφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
κατέφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
κατέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατέχω
κατέχεις	=	κατέχω
κατέχετε	=	κατέχω
κατέχιζα	=	κατασχίζω
κατέχομαι	verb	βρίσκομαι υπό την κυριαρχία
κατέχον	=	κατέχων
κατέχοντα	=	κατέχων
κατέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατέχω
κατέχοντες	=	κατέχων
κατέχοντος	=	κατέχων
κατέχουμε	=	κατέχω
κατέχουν	=	κατέχω
κατέχουνε	=	κατέχω
κατέχουσα	=	κατέχων
κατέχουσας	=	κατέχων
κατέχουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατέχουσα
κατέχω	verb	έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου
κατέχων	verb|formal	που έχει κάτι στην κατοχή του
κατέψυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
κατέψυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
κατέψυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
κατέψυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
κατέψυχα	=	καταψύχω
κατέψυχαν	=	καταψύχω
κατέψυχε	=	καταψύχω
κατέψυχες	=	καταψύχω
κατή	=	κατής
κατήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάγω
κατήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάγω
κατήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάγω
κατήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάγω
κατήγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
κατήγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
κατήγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
κατήγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
κατήγγελλα	=	καταγγέλλω
κατήγορε	noun	κλητική ενικού του κατήγορος
κατήγορο	noun	αιτιατική ενικού του κατήγορος
κατήγοροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατήγορος
κατήγορος	noun	που κατηγορεί κάποιον
κατήγορου	noun	γενική ενικού του κατήγορος
κατήγορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατήγορος
κατήγορων	noun	γενική πληθυντικού του κατήγορος
κατήδες	=	κατής
κατήδων	=	κατής
κατήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατέρχομαι
κατήντησα	=	καταντάω
κατήντησαν	=	καταντάω
κατήντησε	=	καταντάω
κατήντησες	=	καταντάω
κατήργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατήργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατήργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατήργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
κατήρτισε	=	καταρτίζω
κατής	noun	άλλη μορφή του καδής
κατήφεια	noun|formal	η ψυχική κατάσταση κατά την οποία δεν έχουμε καλή διάθεση, δεν έχουμε κέφι
κατήφειας	noun	γενική ενικού του κατήφεια
κατήφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατήφεια
κατήφορε	=	κατήφορος
κατήφορο	=	κατήφορος
κατήφοροι	=	κατήφορος
κατήφορος	noun	έδαφος το οποίο έχει κλίση προς τα κάτω (από το σημείο που βρισκόμαστε)
κατήφορου	=	κατήφορος
κατήφορους	=	κατήφορος
κατήφορων	=	κατήφορος
κατήχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατήχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατήχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατήχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατήχηση	noun	η μύηση, με διδασκαλία, σε θρησκευτικό δόγμα ή μυστική οργάνωση
κατήχησης	noun	γενική ενικού του κατήχηση
κατίκι	noun	λευκό μαλακό τυρί.
κατίκια	=	κατίκι
κατίνα	noun	χλευαστικός χαρακτηρισμός για κουτσομπόλα γυναίκα, ή με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο
κατίνας	=	κατίνα
κατίνες	=	κατίνα
κατίνιζα	=	κατινίζω
κατίνιζαν	=	κατινίζω
κατίνιζε	=	κατινίζω
κατίνιζες	=	κατινίζω
κατίσχυα	=	κατισχύω
κατίσχυαν	=	κατισχύω
κατίσχυε	=	κατισχύω
κατίσχυες	=	κατισχύω
κατίσχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατίσχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατίσχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατίσχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατίσχυση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατισχύω
κατίσχυσης	noun	γενική ενικού του κατίσχυση
καταΐφι	noun	άλλη μορφή του κανταΐφι
καταΐφια	=	καταΐφι
καταή	adv|vulgar	άλλη μορφή του καταγής
καταβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλαν	=	καταβάλλω
καταβάλανε	=	καταβάλλω
καταβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλλαμε	=	καταβάλλω
καταβάλλαν	=	καταβάλλω
καταβάλλανε	=	καταβάλλω
καταβάλλατε	=	καταβάλλω
καταβάλλει	=	καταβάλλω
καταβάλλεις	=	καταβάλλω
καταβάλλεσαι	=	καταβάλλω
καταβάλλεσθε	=	καταβάλλω
καταβάλλεστε	=	καταβάλλω
καταβάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταβάλλομαι
καταβάλλετε	=	καταβάλλω
καταβάλλομαι	verb	ρήμα που χρησιμοποιείται συχνότερα στο τρίτο πρόσωπο ενικού και πληθυντικού και σημαίνει την κατάθεση οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή προσπάθειας για να αρθεί μια αντιξοότητα
καταβάλλομε	=	καταβάλλω
καταβάλλονται	=	καταβάλλω
καταβάλλονταν	=	καταβάλλω
καταβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταβάλλω
καταβάλλουμε	=	καταβάλλω
καταβάλλουν	=	καταβάλλω
καταβάλλουνε	=	καταβάλλω
καταβάλλω	verb	νικάω
καταβάλομε	=	καταβάλλω
καταβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάλουνε	=	καταβάλλω
καταβάλω	verb	α΄ ενικό πρόσωπο της υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
καταβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάβαση
καταβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάβαση
καταβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάβαση
καταβάτες	=	καταβάτης
καταβάτη	=	καταβάτης
καταβάτης	noun	ρεύμα αέρα που κατεβαίνει (π.χ. από την πλαγιά ενός βουνού)
καταβήκαμε	=	καταβαίνω
καταβήκαν	=	καταβαίνω
καταβήκανε	=	καταβαίνω
καταβήκατε	=	καταβαίνω
καταβίβαζα	=	καταβιβάζω
καταβίβαζαν	=	καταβιβάζω
καταβίβαζε	=	καταβιβάζω
καταβίβαζες	=	καταβιβάζω
καταβίβασα	=	καταβιβάζω
καταβίβασαν	=	καταβιβάζω
καταβίβασε	=	καταβιβάζω
καταβίβασες	=	καταβιβάζω
καταβίβαση	noun|formal	κατέβασμα
καταβίβασης	noun	γενική ενικού του καταβίβαση
καταβαίναμε	=	καταβαίνω
καταβαίναν	=	καταβαίνω
καταβαίνανε	=	καταβαίνω
καταβαίνατε	=	καταβαίνω
καταβαίνει	=	καταβαίνω
καταβαίνεις	=	καταβαίνω
καταβαίνετε	=	καταβαίνω
καταβαίνοντας	=	καταβαίνω
καταβαίνουμε	=	καταβαίνω
καταβαίνουν	=	καταβαίνω
καταβαίνουνε	=	καταβαίνω
καταβαίνω	verb|dated	άλλη μορφή του κατεβαίνω
καταβαλλόμασταν	=	καταβάλλω
καταβαλλόμαστε	=	καταβάλλω
καταβαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβαλλόμενο
καταβαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβαλλόμενη
καταβαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμενης	verb	γενική ενικού του καταβαλλόμενη
καταβαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμενος	verb	αυτός που οφείλεται και καταβάλλεται τακτικά (μισθός, εισφορά)
καταβαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού του καταβαλλόμενος
καταβαλλόμουν	=	καταβάλλω
καταβαλλόμουνα	=	καταβάλλω
καταβαλλόντουσαν	=	καταβάλλω
καταβαλλόσασταν	=	καταβάλλω
καταβαλλόσαστε	=	καταβάλλω
καταβαλλόσουν	=	καταβάλλω
καταβαλλόσουνα	=	καταβάλλω
καταβαλλόταν	=	καταβάλλω
καταβαλλότανε	=	καταβάλλω
καταβαράθρωνα	=	καταβαραθρώνω
καταβαράθρωναν	=	καταβαραθρώνω
καταβαράθρωνε	=	καταβαραθρώνω
καταβαράθρωνες	=	καταβαραθρώνω
καταβαράθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαράθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαράθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαράθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαράθρωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταβαραθρώνω
καταβαράθρωσης	noun	γενική ενικού του καταβαράθρωση
καταβαράθρωσις	noun	καταβαράθρωση
καταβαραθρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβαραθρωμένο
καταβαραθρωμένε	verb	κλητική ενικού του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβαραθρωμένη
καταβαραθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρωμένης	verb	γενική ενικού του καταβαραθρωμένη
καταβαραθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταβαραθρώνω, καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβαραθρωμένος
καταβαραθρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνομαι
καταβαραθρώναμε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώναν	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνανε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνατε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνει	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνεις	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνετε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνοντας	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνουμε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνουν	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνουνε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώνω	verb	ρίχνω κάποιον/κάτι σε ένα βάραθρο
καταβαραθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσαν	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσανε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβαράθρωση
καταβαραθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταβαράθρωση
καταβαραθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταβαράθρωση
καταβαραθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβαραθρώστε	=	καταβαραθρώνω
καταβαραθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαραθρώνω
καταβασάνιζα	=	καταβασανίζω
καταβασάνιζαν	=	καταβασανίζω
καταβασάνιζε	=	καταβασανίζω
καταβασάνιζες	=	καταβασανίζω
καταβασάνισα	=	καταβασανίζω
καταβασάνισαν	=	καταβασανίζω
καταβασάνισε	=	καταβασανίζω
καταβασάνισες	=	καταβασανίζω
καταβασία	noun	είδος εκκλησιαστικού ύμνου που ψάλλεται προ της Ωραίας Πύλης και περιέχεται στο ειρμολόγιο
καταβασίας	=	καταβασία
καταβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβασία
καταβασανίζαμε	=	καταβασανίζω
καταβασανίζαν	=	καταβασανίζω
καταβασανίζανε	=	καταβασανίζω
καταβασανίζατε	=	καταβασανίζω
καταβασανίζει	=	καταβασανίζω
καταβασανίζεις	=	καταβασανίζω
καταβασανίζετε	=	καταβασανίζω
καταβασανίζοντας	=	καταβασανίζω
καταβασανίζουμε	=	καταβασανίζω
καταβασανίζουν	=	καταβασανίζω
καταβασανίζουνε	=	καταβασανίζω
καταβασανίζω	verb	βασανίζω σε μεγάλο βαθμό
καταβασανίσαμε	=	καταβασανίζω
καταβασανίσαν	=	καταβασανίζω
καταβασανίσανε	=	καταβασανίζω
καταβασανίσατε	=	καταβασανίζω
καταβασανίσει	=	καταβασανίζω
καταβασανίστε	=	καταβασανίζω
καταβασιών	=	καταβασία
καταβατικά	=	καταβατικός
καταβατικέ	=	καταβατικός
καταβατικές	=	καταβατικός
καταβατική	=	καταβατικός
καταβατικής	=	καταβατικός
καταβατικοί	=	καταβατικός
καταβατικού	=	καταβατικός
καταβατικούς	=	καταβατικός
καταβατικό	=	καταβατικός
καταβατικός	adj	που έχει σχέση με κατάβαση ή αναφέρεται σʼ αυτή
καταβατικών	=	καταβατικός
καταβατών	=	καταβάτης
καταβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβαίνω
καταβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαίνω
καταβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαίνω
καταβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβεβλημένο
καταβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του καταβεβλημένος
καταβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβεβλημένη
καταβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβεβλημένος
καταβεβλημένης	verb	γενική ενικού του καταβεβλημένη
καταβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβεβλημένος
καταβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβεβλημένος
καταβεβλημένος	verb	με μειωμένες σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις, κουρασμένος, εξαντλημένος
καταβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβεβλημένος
καταβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβεβλημένος
καταβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού του καταβεβλημένος
καταβιβάζαμε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζαν	=	καταβιβάζω
καταβιβάζανε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζατε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζει	=	καταβιβάζω
καταβιβάζεις	=	καταβιβάζω
καταβιβάζεσαι	=	καταβιβάζω
καταβιβάζεστε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζεται	=	καταβιβάζω
καταβιβάζετε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζομαι	=	καταβιβάζω
καταβιβάζονται	=	καταβιβάζω
καταβιβάζονταν	=	καταβιβάζω
καταβιβάζοντας	=	καταβιβάζω
καταβιβάζουμε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζουν	=	καταβιβάζω
καταβιβάζουνε	=	καταβιβάζω
καταβιβάζω	verb|archaic	κατεβάζω
καταβιβάσαμε	=	καταβιβάζω
καταβιβάσαν	=	καταβιβάζω
καταβιβάσανε	=	καταβιβάζω
καταβιβάσατε	=	καταβιβάζω
καταβιβάσει	=	καταβιβάζω
καταβιβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβίβαση
καταβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταβίβαση
καταβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταβίβαση
καταβιβάσου	=	καταβιβάζω
καταβιβάστε	=	καταβιβάζω
καταβιβάστηκα	=	καταβιβάζω
καταβιβάστηκαν	=	καταβιβάζω
καταβιβάστηκε	=	καταβιβάζω
καταβιβάστηκες	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόμασταν	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόμαστε	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόμουν	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόμουνα	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόντουσαν	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόσασταν	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόσαστε	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόσουν	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόσουνα	=	καταβιβάζω
καταβιβαζόταν	=	καταβιβάζω
καταβιβαζότανε	=	καταβιβάζω
καταβιβασμέ	=	καταβιβασμός
καταβιβασμένα	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένε	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένες	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένη	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένης	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένο	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένοι	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταβιβάζω
καταβιβασμένου	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένους	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμένων	=	καταβιβασμένος
καταβιβασμοί	=	καταβιβασμός
καταβιβασμού	=	καταβιβασμός
καταβιβασμούς	=	καταβιβασμός
καταβιβασμό	=	καταβιβασμός
καταβιβασμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταβιβάζω
καταβιβασμών	=	καταβιβασμός
καταβιβαστήκαμε	=	καταβιβάζω
καταβιβαστήκαν	=	καταβιβάζω
καταβιβαστήκανε	=	καταβιβάζω
καταβιβαστήκατε	=	καταβιβάζω
καταβιβαστεί	=	καταβιβάζω
καταβιβαστείτε	=	καταβιβάζω
καταβιβρώσκω	verb|archaic	καταβροχθίζω, κατατρώγω
καταβλήθηκα	=	καταβάλλω
καταβλήθηκαν	=	καταβάλλω
καταβλήθηκε	=	καταβάλλω
καταβλήθηκες	=	καταβάλλω
καταβληθήκαμε	=	καταβάλλω
καταβληθήκαν	=	καταβάλλω
καταβληθήκανε	=	καταβάλλω
καταβληθήκατε	=	καταβάλλω
καταβληθεί	=	καταβάλλω
καταβληθείς	=	καταβάλλω
καταβληθείσα	=	καταβάλλω
καταβληθείτε	=	καταβάλλω
καταβληθούμε	=	καταβάλλω
καταβληθούν	=	καταβάλλω
καταβληθούνε	=	καταβάλλω
καταβληθώ	=	καταβάλλω
καταβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβλημένο
καταβλημένε	verb	κλητική ενικού του καταβλημένος
καταβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβλημένη
καταβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβλημένος
καταβλημένης	verb	γενική ενικού του καταβλημένη
καταβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβλημένος
καταβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβλημένος
καταβλημένος	verb	που έχει καταβληθεί, κουραστεί ιδιαίτερα
καταβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβλημένος
καταβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβλημένος
καταβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβλημένος
καταβλητέα	=	καταβλητέος
καταβλητέας	=	καταβλητέος
καταβλητέε	=	καταβλητέος
καταβλητέες	=	καταβλητέος
καταβλητέο	=	καταβλητέος
καταβλητέοι	=	καταβλητέος
καταβλητέος	adj	που πρέπει ή πρόκειται να καταβληθεί
καταβλητέου	=	καταβλητέος
καταβλητέους	=	καταβλητέος
καταβλητέων	=	καταβλητέος
καταβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβλητικό
καταβλητικέ	adj	κλητική ενικού του καταβλητικός
καταβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβλητική
καταβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβλητικός
καταβλητικής	adj	γενική ενικού του καταβλητική
καταβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβλητικός
καταβλητικού	adj	γενική ενικού του καταβλητικός
καταβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταβλητικός
καταβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του καταβλητικός
καταβλητικός	adj	που επιφέρει εξάντληση
καταβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του καταβλητικός
καταβοδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβοδωμένο
καταβοδωμένε	verb	κλητική ενικού του καταβοδωμένος
καταβοδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβοδωμένη
καταβοδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβοδωμένος
καταβοδωμένης	verb	γενική ενικού του καταβοδωμένη
καταβοδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβοδωμένος
καταβοδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβοδωμένος
καταβοδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταβοδώνω
καταβοδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβοδωμένος
καταβοδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβοδωμένος
καταβοδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβοδωμένος
καταβοδώνω	verb|rare	άλλη μορφή του κατευοδώνω
καταβοθρών	noun	γενική πληθυντικού του καταβόθρα
καταβολάδα	noun	τμήμα ορισμένων φυτών που, χωρίς να κοπεί, φυτεύεται στο έδαφος με σκοπό να δημιουργηθεί νέο φυτό, με νέο ρίζωμα
καταβολάδας	=	καταβολάδα
καταβολάδες	=	καταβολάδα
καταβολάδων	=	καταβολάδα
καταβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβολή
καταβολέψαμε	=	καταβολεύω
καταβολέψαν	=	καταβολεύω
καταβολέψανε	=	καταβολεύω
καταβολέψατε	=	καταβολεύω
καταβολέψει	=	καταβολεύω
καταβολέψου	=	καταβολεύω
καταβολέψτε	=	καταβολεύω
καταβολή	noun	η χρησιμοποίηση, η διάθεση δύναμης ή ενέργειας
καταβολής	=	καταβολή
καταβολίζαμε	=	καταβολίζω
καταβολίζαν	=	καταβολίζω
καταβολίζανε	=	καταβολίζω
καταβολίζατε	=	καταβολίζω
καταβολίζει	=	καταβολίζω
καταβολίζεις	=	καταβολίζω
καταβολίζετε	=	καταβολίζω
καταβολίζοντας	=	καταβολίζω
καταβολίζουμε	=	καταβολίζω
καταβολίζουν	=	καταβολίζω
καταβολίζουνε	=	καταβολίζω
καταβολίζω	verb	προκαλώ καταβολισμό
καταβολίσαμε	=	καταβολίζω
καταβολίσαν	=	καταβολίζω
καταβολίσανε	=	καταβολίζω
καταβολίσατε	=	καταβολίζω
καταβολίσει	=	καταβολίζω
καταβολίστε	=	καταβολίζω
καταβολεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβολεμένο
καταβολεμένε	verb	κλητική ενικού του καταβολεμένος
καταβολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβολεμένη
καταβολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβολεμένος
καταβολεμένης	verb	γενική ενικού του καταβολεμένη
καταβολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβολεμένος
καταβολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβολεμένος
καταβολεμένος	verb	πλήρως, εντελώς βολεμένος
καταβολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβολεμένος
καταβολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβολεμένος
καταβολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβολεμένος
καταβολευτήκαμε	=	καταβολεύω
καταβολευτήκαν	=	καταβολεύω
καταβολευτήκανε	=	καταβολεύω
καταβολευτήκατε	=	καταβολεύω
καταβολευτεί	=	καταβολεύω
καταβολευτείτε	=	καταβολεύω
καταβολευόμασταν	=	καταβολεύω
καταβολευόμαστε	=	καταβολεύω
καταβολευόμουν	=	καταβολεύω
καταβολευόμουνα	=	καταβολεύω
καταβολευόντουσαν	=	καταβολεύω
καταβολευόσασταν	=	καταβολεύω
καταβολευόσαστε	=	καταβολεύω
καταβολευόσουν	=	καταβολεύω
καταβολευόσουνα	=	καταβολεύω
καταβολευόταν	=	καταβολεύω
καταβολευότανε	=	καταβολεύω
καταβολεύαμε	=	καταβολεύω
καταβολεύαν	=	καταβολεύω
καταβολεύανε	=	καταβολεύω
καταβολεύατε	=	καταβολεύω
καταβολεύει	=	καταβολεύω
καταβολεύεις	=	καταβολεύω
καταβολεύεσαι	=	καταβολεύω
καταβολεύεστε	=	καταβολεύω
καταβολεύεται	=	καταβολεύω
καταβολεύετε	=	καταβολεύω
καταβολεύομαι	=	καταβολεύω
καταβολεύονται	=	καταβολεύω
καταβολεύονταν	=	καταβολεύω
καταβολεύοντας	=	καταβολεύω
καταβολεύουμε	=	καταβολεύω
καταβολεύουν	=	καταβολεύω
καταβολεύουνε	=	καταβολεύω
καταβολεύτηκα	=	καταβολεύω
καταβολεύτηκαν	=	καταβολεύω
καταβολεύτηκε	=	καταβολεύω
καταβολεύτηκες	=	καταβολεύω
καταβολεύω	verb	βολεύω ιδιαίτερα
καταβολιάζαμε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζαν	=	καταβολιάζω
καταβολιάζανε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζατε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζει	=	καταβολιάζω
καταβολιάζεις	=	καταβολιάζω
καταβολιάζεσαι	=	καταβολιάζω
καταβολιάζεστε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζεται	=	καταβολιάζω
καταβολιάζετε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζομαι	=	καταβολιάζω
καταβολιάζονται	=	καταβολιάζω
καταβολιάζονταν	=	καταβολιάζω
καταβολιάζοντας	=	καταβολιάζω
καταβολιάζουμε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζουν	=	καταβολιάζω
καταβολιάζουνε	=	καταβολιάζω
καταβολιάζω	verb|vulgar	βάζω μέσα στο έδαφος καταβολάδες
καταβολιάσαμε	=	καταβολιάζω
καταβολιάσαν	=	καταβολιάζω
καταβολιάσανε	=	καταβολιάζω
καταβολιάσατε	=	καταβολιάζω
καταβολιάσει	=	καταβολιάζω
καταβολιάσου	=	καταβολιάζω
καταβολιάστε	=	καταβολιάζω
καταβολιάστηκα	=	καταβολιάζω
καταβολιάστηκαν	=	καταβολιάζω
καταβολιάστηκε	=	καταβολιάζω
καταβολιάστηκες	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόμασταν	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόμαστε	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόμουν	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόμουνα	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόντουσαν	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόσασταν	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόσαστε	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόσουν	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόσουνα	=	καταβολιάζω
καταβολιαζόταν	=	καταβολιάζω
καταβολιαζότανε	=	καταβολιάζω
καταβολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβολιασμένο
καταβολιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταβολιασμένος
καταβολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβολιασμένη
καταβολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβολιασμένος
καταβολιασμένης	verb	γενική ενικού του καταβολιασμένη
καταβολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβολιασμένος
καταβολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβολιασμένος
καταβολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταβολιάζω
καταβολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβολιασμένος
καταβολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβολιασμένος
καταβολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβολιασμένος
καταβολιαστήκαμε	=	καταβολιάζω
καταβολιαστήκαν	=	καταβολιάζω
καταβολιαστήκανε	=	καταβολιάζω
καταβολιαστήκατε	=	καταβολιάζω
καταβολιαστεί	=	καταβολιάζω
καταβολιαστείτε	=	καταβολιάζω
καταβολισμέ	=	καταβολισμός
καταβολισμοί	=	καταβολισμός
καταβολισμού	=	καταβολισμός
καταβολισμούς	=	καταβολισμός
καταβολισμό	=	καταβολισμός
καταβολισμός	noun	η λειτουργία εκείνη του οργανισμού στην οποία οι πολύπλοκες ουσίες που προσλαμβάνει μετατρέπονται σε απλούστερες, προκειμένου να απελευθερωθεί ενέργεια.
καταβολισμών	=	καταβολισμός
καταβολών	=	καταβολή
καταβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαίνω
καταβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαίνω
καταβρέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάβρεγμα
καταβρέγματος	noun	γενική ενικού του κατάβρεγμα
καταβρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξαν	=	καταβρέχω
καταβρέξανε	=	καταβρέχω
καταβρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάβρεξη
καταβρέξεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάβρεξη
καταβρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβρέχω
καταβρέχαμε	=	καταβρέχω
καταβρέχαν	=	καταβρέχω
καταβρέχανε	=	καταβρέχω
καταβρέχατε	=	καταβρέχω
καταβρέχει	=	καταβρέχω
καταβρέχεις	=	καταβρέχω
καταβρέχετε	=	καταβρέχω
καταβρέχομαι	verb	καταβρέχω τον εαυτο μου, συνήθως με νερό, τον βρέχω πατόκορφα, ή με καταβρέχουν άλλοι
καταβρέχοντας	=	καταβρέχω
καταβρέχουμε	=	καταβρέχω
καταβρέχουν	=	καταβρέχω
καταβρέχουνε	=	καταβρέχω
καταβρέχω	verb	ρίχνω νερό κάπου με ειδική συσκευή (π.χ. καταβρεχτήρι) ή άλλο τρόπο, έτσι που να πέφτει σαν βροχή
καταβρεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατάβρεγμα
καταβρεγμέ	noun	κλητική ενικού του καταβρεγμός
καταβρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβρεγμένο
καταβρεγμένε	verb	κλητική ενικού του καταβρεγμένος
καταβρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβρεγμένη
καταβρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβρεγμένος
καταβρεγμένης	verb	γενική ενικού του καταβρεγμένη
καταβρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβρεγμένος
καταβρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβρεγμένος
καταβρεγμένος	verb	ιδιαίτερα, πλήρως βρεγμένος
καταβρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβρεγμένος
καταβρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβρεγμένος
καταβρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβρεγμένος
καταβρεγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβρεγμός
καταβρεγμού	noun	γενική ενικού του καταβρεγμός
καταβρεγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταβρεγμός
καταβρεγμό	noun	αιτιατική ενικού του καταβρεγμός
καταβρεγμός	noun|rare	άλλη μορφή του κατάβρεγμα
καταβρεγμών	noun	γενική πληθυντικού του καταβρεγμός
καταβρεχτήρα	=	καταβρεχτήρας
καταβρεχτήρας	noun	υδροφόρο όχημα με το οποίο καταβρέχουν τους δρόμους, για να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός ή για άλλους λόγους
καταβρεχτήρες	=	καταβρεχτήρας
καταβρεχτήρι	noun	ποτιστήρι
καταβρεχτήρια	=	καταβρεχτήρι
καταβρεχτήρων	=	καταβρεχτήρας
καταβρεχτηριού	=	καταβρεχτήρι
καταβρεχτηριών	=	καταβρεχτήρι
καταβρομίζαμε	=	καταβρομίζω
καταβρομίζαν	=	καταβρομίζω
καταβρομίζανε	=	καταβρομίζω
καταβρομίζατε	=	καταβρομίζω
καταβρομίζει	=	καταβρομίζω
καταβρομίζεις	=	καταβρομίζω
καταβρομίζετε	=	καταβρομίζω
καταβρομίζοντας	=	καταβρομίζω
καταβρομίζουμε	=	καταβρομίζω
καταβρομίζουν	=	καταβρομίζω
καταβρομίζουνε	=	καταβρομίζω
καταβρομίζω	verb	βρομίζω τελείως
καταβρομίσαμε	=	καταβρομίζω
καταβρομίσαν	=	καταβρομίζω
καταβρομίσανε	=	καταβρομίζω
καταβρομίσατε	=	καταβρομίζω
καταβρομίσει	=	καταβρομίζω
καταβρομίστε	=	καταβρομίζω
καταβρομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβρομισμένο
καταβρομισμένε	verb	κλητική ενικού του καταβρομισμένος
καταβρομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβρομισμένη
καταβρομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβρομισμένος
καταβρομισμένης	verb	γενική ενικού του καταβρομισμένη
καταβρομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβρομισμένος
καταβρομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβρομισμένος
καταβρομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταβρομίζω
καταβρομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβρομισμένος
καταβρομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβρομισμένος
καταβρομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβρομισμένος
καταβροχθίζαμε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζαν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζανε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζατε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζει	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζεις	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζεσαι	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζεστε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζεται	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζετε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζομαι	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζομε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζονται	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζονταν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίζουμε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζουν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζουνε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίζω	verb	καταπίνω λαίμαργα και σχεδόν αμάσητη πολλή τροφή
καταβροχθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσαν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίσανε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσεων	=	καταβρόχθιση
καταβροχθίσομε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίσου	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίσουνε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθίστηκα	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίστηκαν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίστηκε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίστηκες	=	καταβροχθίζω
καταβροχθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβροχθιζόμασταν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόμαστε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόμουν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόμουνα	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόντουσαν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόσασταν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόσαστε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόσουν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόσουνα	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζόταν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιζότανε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβροχθισμένο
καταβροχθισμένε	verb	κλητική ενικού του καταβροχθισμένος
καταβροχθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβροχθισμένη
καταβροχθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβροχθισμένος
καταβροχθισμένης	verb	γενική ενικού του καταβροχθισμένη
καταβροχθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβροχθισμένος
καταβροχθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβροχθισμένος
καταβροχθισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταβροχθίζω
καταβροχθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβροχθισμένος
καταβροχθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβροχθισμένος
καταβροχθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβροχθισμένος
καταβροχθιστήκαμε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστήκαν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστήκανε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστήκατε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστεί	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστείς	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστείτε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστούμε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστούν	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστούνε	=	καταβροχθίζω
καταβροχθιστώ	=	καταβροχθίζω
καταβρόμιζα	=	καταβρομίζω
καταβρόμιζαν	=	καταβρομίζω
καταβρόμιζε	=	καταβρομίζω
καταβρόμιζες	=	καταβρομίζω
καταβρόμισα	=	καταβρομίζω
καταβρόμισαν	=	καταβρομίζω
καταβρόμισε	=	καταβρομίζω
καταβρόμισες	=	καταβρομίζω
καταβρόχθιζα	=	καταβροχθίζω
καταβρόχθιζαν	=	καταβροχθίζω
καταβρόχθιζε	=	καταβροχθίζω
καταβρόχθιζες	=	καταβροχθίζω
καταβρόχθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβρόχθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβρόχθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβρόχθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβροχθίζω
καταβρόχθιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταβροχθίζω
καταβρόχθισης	=	καταβρόχθιση
καταβρόχθισις	noun	καταβρόχθιση
καταβυθίζαμε	=	καταβυθίζω
καταβυθίζαν	=	καταβυθίζω
καταβυθίζανε	=	καταβυθίζω
καταβυθίζατε	=	καταβυθίζω
καταβυθίζει	=	καταβυθίζω
καταβυθίζεις	=	καταβυθίζω
καταβυθίζετε	=	καταβυθίζω
καταβυθίζοντας	=	καταβυθίζω
καταβυθίζουμε	=	καταβυθίζω
καταβυθίζουν	=	καταβυθίζω
καταβυθίζουνε	=	καταβυθίζω
καταβυθίζω	verb	βυθίζω ολοσχερώς
καταβυθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσαν	=	καταβυθίζω
καταβυθίσανε	=	καταβυθίζω
καταβυθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταβύθιση
καταβυθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταβύθιση
καταβυθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβυθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβυθισμένο
καταβυθισμένε	verb	κλητική ενικού του καταβυθισμένος
καταβυθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβυθισμένη
καταβυθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταβυθισμένος
καταβυθισμένης	verb	γενική ενικού του καταβυθισμένη
καταβυθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταβυθισμένος
καταβυθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταβυθισμένος
καταβυθισμένος	verb	πλήρως βυθισμένος
καταβυθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταβυθισμένος
καταβυθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταβυθισμένος
καταβυθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταβυθισμένος
καταβυθιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβυθιστής
καταβυθιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταβυθιστής
καταβυθιστής	noun	αυτός που καταβυθίζει
καταβυθιστών	noun	γενική πληθυντικού του καταβυθιστής
καταβόδια	=	καταβόδιο
καταβόδιο	noun	άλλη μορφή του κατευόδιο
καταβόδιου	=	καταβόδιο
καταβόδιων	=	καταβόδιο
καταβόθρα	noun	υπόγειος φυσικός αγωγός στον οποίο διοχετεύονται νερά από λίμνες ή ποτάμια προς τη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης όπου αναβλύζουν
καταβόθρας	noun	γενική ενικού του καταβόθρα
καταβόθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταβόθρα
καταβόλευα	=	καταβολεύω
καταβόλευαν	=	καταβολεύω
καταβόλευε	=	καταβολεύω
καταβόλευες	=	καταβολεύω
καταβόλεψα	=	καταβολεύω
καταβόλεψαν	=	καταβολεύω
καταβόλεψε	=	καταβολεύω
καταβόλεψες	=	καταβολεύω
καταβόλιαζα	=	καταβολιάζω
καταβόλιαζαν	=	καταβολιάζω
καταβόλιαζε	=	καταβολιάζω
καταβόλιαζες	=	καταβολιάζω
καταβόλιασα	=	καταβολιάζω
καταβόλιασαν	=	καταβολιάζω
καταβόλιασε	=	καταβολιάζω
καταβόλιασες	=	καταβολιάζω
καταβόλιζα	=	καταβολίζω
καταβόλιζαν	=	καταβολίζω
καταβόλιζε	=	καταβολίζω
καταβόλιζες	=	καταβολίζω
καταβόλισα	=	καταβολίζω
καταβόλισαν	=	καταβολίζω
καταβόλισε	=	καταβολίζω
καταβόλισες	=	καταβολίζω
καταβύθιζα	=	καταβυθίζω
καταβύθιζαν	=	καταβυθίζω
καταβύθιζε	=	καταβυθίζω
καταβύθιζες	=	καταβυθίζω
καταβύθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβύθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβύθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβύθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβυθίζω
καταβύθιση	noun	πλήρης βύθιση
καταβύθισης	noun	γενική ενικού του καταβύθιση
καταβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβαίνω
καταγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάγω
καταγάλανα	=	καταγάλανος
καταγάλανε	=	καταγάλανος
καταγάλανες	=	καταγάλανος
καταγάλανη	=	καταγάλανος
καταγάλανης	=	καταγάλανος
καταγάλανο	=	καταγάλανος
καταγάλανοι	=	καταγάλανος
καταγάλανος	adj	εντελώς γαλανός
καταγάλανου	=	καταγάλανος
καταγάλανους	=	καταγάλανος
καταγάλανων	=	καταγάλανος
καταγέλα	=	καταγελώ
καταγέλαγε	=	καταγελώ
καταγέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγέλαστα	=	καταγέλαστος
καταγέλαστε	=	καταγέλαστος
καταγέλαστες	=	καταγέλαστος
καταγέλαστη	=	καταγέλαστος
καταγέλαστης	=	καταγέλαστος
καταγέλαστο	=	καταγέλαστος
καταγέλαστοι	=	καταγέλαστος
καταγέλαστος	adj	που τον καταγελούν για τις ενέργειες ή τη συμπεριφορά του
καταγέλαστου	=	καταγέλαστος
καταγέλαστους	=	καταγέλαστος
καταγέλαστων	=	καταγέλαστος
καταγέλησα	=	καταγελώ
καταγέλησαν	=	καταγελώ
καταγέλησε	=	καταγελώ
καταγέλησες	=	καταγελώ
καταγής	adv	κάτω, στο δάπεδο, πάνω στο έδαφος, στο χώμα
καταγίνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνομαι	verb	ασχολούμαι
καταγίνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγίνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγγέλθηκα	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλθηκαν	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλθηκε	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλθηκες	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλαμε	=	καταγγέλλω
καταγγέλλαν	=	καταγγέλλω
καταγγέλλανε	=	καταγγέλλω
καταγγέλλατε	=	καταγγέλλω
καταγγέλλει	=	καταγγέλλω
καταγγέλλεις	=	καταγγέλλω
καταγγέλλεσαι	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλεστε	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλεται	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλετε	=	καταγγέλλω
καταγγέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταγγέλλω
καταγγέλλον	=	καταγγέλλων
καταγγέλλοντα	=	καταγγέλλων
καταγγέλλονται	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλονταν	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλοντας	=	καταγγέλλω
καταγγέλλοντες	=	καταγγέλλων
καταγγέλλοντος	=	καταγγέλλων
καταγγέλλου	=	καταγγέλλομαι
καταγγέλλουμε	=	καταγγέλλω
καταγγέλλουν	=	καταγγέλλω
καταγγέλλουνε	=	καταγγέλλω
καταγγέλλουσα	=	καταγγέλλων
καταγγέλλουσας	=	καταγγέλλων
καταγγέλλουσες	=	καταγγέλλων
καταγγέλλω	verb	κατηγορώ κάποιον για μία παράνομη πράξη και απευθύνομαι στις διωκτικές αρχές ή γενικώς γνωστοποιώ δημοσίως μία κατηγορία που προσάπτω σε κάποιον
καταγγέλλων	verb	που καταγγέλλει κάτι, που επίσημα δηλωνει ότι κάποιο άλλο άτομο ή άτομα φέρουν ευθύνη για κάτι παράνομο ή παράτυπο, που απευθύνεται στις αρχές για μια παράνομη ενέργεια που υπέπεσε στην αντιληψή του ανεξαρτήτως του αν γνωρίζει του δράστες ή όχι
καταγγέλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλαν	=	καταγγέλλω
καταγγείλανε	=	καταγγέλλω
καταγγείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλου	=	καταγγέλλομαι
καταγγείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγγέλλω
καταγγελία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταγγέλλω
καταγγελίας	noun	γενική ενικού του καταγγελία
καταγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγγελία
καταγγελθέν	=	καταγγελθείς
καταγγελθήκαμε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελθήκαν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελθήκανε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελθήκατε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελθεί	=	καταγγέλλομαι
καταγγελθείς	verb	που τον έχουν καταγγείλει, τον έχουν κατηγορήσει είτε στις επίσημες αρχές είτε σε μέσα μαζικής ενημέρωσης
καταγγελθείσα	=	καταγγελθείς
καταγγελθείτε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του καταγγελία
καταγγελλουσών	=	καταγγέλλων
καταγγελλούσης	=	καταγγέλλων
καταγγελλόμασταν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόμαστε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόμενα	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενε	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενες	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενη	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενης	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενο	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενοι	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καταγγέλλω
καταγγελλόμενου	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενους	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμενων	=	καταγγελλόμενος
καταγγελλόμουν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόμουνα	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόντουσαν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόντων	=	καταγγέλλων
καταγγελλόσασταν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόσαστε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόσουν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόσουνα	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλόταν	=	καταγγέλλομαι
καταγγελλότανε	=	καταγγέλλομαι
καταγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγγελμένο
καταγγελμένε	verb	κλητική ενικού του καταγγελμένος
καταγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγγελμένη
καταγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγγελμένος
καταγγελμένης	verb	γενική ενικού του καταγγελμένη
καταγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταγγελμένος
καταγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγγελμένος
καταγγελμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταγγέλλω
καταγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταγγελμένος
καταγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταγγελμένος
καταγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταγγελμένος
καταγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγγελτικό
καταγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του καταγγελτικός
καταγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγγελτική
καταγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγγελτικός
καταγγελτικής	adj	γενική ενικού του καταγγελτική
καταγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγγελτικός
καταγγελτικού	adj	γενική ενικού του καταγγελτικός
καταγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταγγελτικός
καταγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταγγελτικός
καταγγελτικός	adj	που καταγγέλλει
καταγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταγγελτικός
καταγεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγεγραμμένο
καταγεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του καταγεγραμμένος
καταγεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγεγραμμένη
καταγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγεγραμμένος
καταγεγραμμένης	verb	γενική ενικού του καταγεγραμμένη
καταγεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταγεγραμμένος
καταγεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγεγραμμένος
καταγεγραμμένος	verb	που έχει καταγραφεί στο παρελθόν και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος σε κάποια επίσημα αρχεία
καταγεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταγεγραμμένος
καταγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταγεγραμμένος
καταγεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταγεγραμμένος
καταγελά	=	καταγελώ
καταγελάει	=	καταγελώ
καταγελάμε	=	καταγελώ
καταγελάν	=	καταγελώ
καταγελάνε	=	καταγελώ
καταγελάς	=	καταγελώ
καταγελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγελώ
καταγελάτε	=	καταγελώ
καταγελάω	=	καταγελώ
καταγελήσαμε	=	καταγελώ
καταγελήσαν	=	καταγελώ
καταγελήσανε	=	καταγελώ
καταγελήσατε	=	καταγελώ
καταγελήσει	=	καταγελώ
καταγελήστε	=	καταγελώ
καταγελούμε	=	καταγελώ
καταγελούν	=	καταγελώ
καταγελούνε	=	καταγελώ
καταγελούσα	=	καταγελώ
καταγελούσαμε	=	καταγελώ
καταγελούσαν	=	καταγελώ
καταγελούσανε	=	καταγελώ
καταγελούσατε	=	καταγελώ
καταγελούσε	=	καταγελώ
καταγελούσες	=	καταγελώ
καταγελώ	verb|formal	περιγελώ, περιπαίζω
καταγελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταγελώ
καταγιγνώσκω	verb|archaic	διαπιστώνω / πιστοποιώ την ύπαρξη αδικήματος και βγάζω καταδικαστική απόφαση
καταγινήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγινήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγίνομαι
καταγινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγινωμένο
καταγινωμένε	verb	κλητική ενικού του καταγινωμένος
καταγινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγινωμένη
καταγινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγινωμένος
καταγινωμένης	verb	γενική ενικού του καταγινωμένη
καταγινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταγινωμένος
καταγινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγινωμένος
καταγινωμένος	verb	ιδιαιτέρως γινωμένος
καταγινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταγινωμένος
καταγινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταγινωμένος
καταγινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταγινωμένος
καταγλαΐζομαι	=	καταγλαΐζω
καταγλαΐζω	verb|archaic	καταστολίζω, καταλαμπρύνω
καταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάταγμα
καταγνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγιγνώσκω
καταγοήτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοήτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοήτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοήτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοήτευση	noun|rare	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταγοητεύω
καταγοήτευσης	noun	γενική ενικού του καταγοήτευση
καταγοητευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγοητευμένο
καταγοητευμένε	verb	κλητική ενικού του καταγοητευμένος
καταγοητευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγοητευμένη
καταγοητευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγοητευμένος
καταγοητευμένης	verb	γενική ενικού του καταγοητευμένη
καταγοητευμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταγοητευμένος
καταγοητευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγοητευμένος
καταγοητευμένος	verb	ιδιαίτερα, πλήρως γοητευμένος
καταγοητευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταγοητευμένος
καταγοητευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταγοητευμένος
καταγοητευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταγοητευμένος
καταγοητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταγοήτευση
καταγοητεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταγοήτευση
καταγοητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγοητεύω
καταγοητεύω	verb	γοητεύω, ιδιαιτέρως, πλήρως, εντελώς
καταγράφαμε	=	καταγράφω
καταγράφαν	=	καταγράφω
καταγράφανε	=	καταγράφω
καταγράφατε	=	καταγράφω
καταγράφει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταγράφω
καταγράφεις	=	καταγράφω
καταγράφεσαι	=	καταγράφω
καταγράφεστε	=	καταγράφω
καταγράφεται	=	καταγράφω
καταγράφετε	=	καταγράφω
καταγράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταγράφω
καταγράφομε	=	καταγράφω
καταγράφονται	=	καταγράφω
καταγράφονταν	=	καταγράφω
καταγράφοντας	=	καταγράφω
καταγράφουμε	=	καταγράφω
καταγράφουν	=	καταγράφω
καταγράφουνε	=	καταγράφω
καταγράφτε	=	καταγράφω
καταγράφτηκα	=	καταγράφομαι
καταγράφτηκαν	=	καταγράφω
καταγράφτηκε	=	καταγράφω
καταγράφτηκες	=	καταγράφω
καταγράφω	verb	γράφω για διάφορα γεγονότα ή συμβάντα, τα αποτυπώνω σε γραπτό λόγο
καταγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψαν	=	καταγράφω
καταγράψανε	=	καταγράφω
καταγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψιμα	=	καταγράψιμος
καταγράψιμε	=	καταγράψιμος
καταγράψιμες	=	καταγράψιμος
καταγράψιμη	=	καταγράψιμος
καταγράψιμης	=	καταγράψιμος
καταγράψιμο	=	καταγράψιμος
καταγράψιμοι	=	καταγράψιμος
καταγράψιμος	adj	που δύναται να καταγράφει
καταγράψιμου	=	καταγράψιμος
καταγράψιμους	=	καταγράψιμος
καταγράψιμων	=	καταγράψιμος
καταγράψομε	=	καταγράφω
καταγράψου	=	καταγράφω
καταγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψουνε	=	καταγράφω
καταγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφω
καταγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγραμμένο
καταγραμμένε	verb	κλητική ενικού του καταγραμμένος
καταγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγραμμένη
καταγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγραμμένος
καταγραμμένης	verb	γενική ενικού του καταγραμμένη
καταγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταγραμμένος
καταγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγραμμένος
καταγραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταγράφω
καταγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταγραμμένος
καταγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταγραμμένος
καταγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταγραμμένος
καταγραφέα	=	καταγραφέας
καταγραφέας	noun	αυτός που καταγράφει
καταγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγραφή
καταγραφέων	=	καταγραφέας
καταγραφέως	=	καταγραφέας
καταγραφή	noun	παρουσίαση γεγονότων ή καταστάσεων με τον γραπτό λόγο, εικόνα ή ήχο με τη βοήθεια τεχνικών μέσων
καταγραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφής	=	καταγραφή
καταγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφητής	noun|rare	καταγραφική συσκευή
καταγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγραφικό
καταγραφικέ	adj	κλητική ενικού του καταγραφικός
καταγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγραφική
καταγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγραφικός
καταγραφικής	adj	γενική ενικού του καταγραφική
καταγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγραφικός
καταγραφικού	adj	γενική ενικού του καταγραφικός
καταγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταγραφικός
καταγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του καταγραφικός
καταγραφικός	adj	σχετικός με την καταγραφή
καταγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του καταγραφικός
καταγραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφούνε	=	καταγράφω
καταγραφτήκαμε	=	καταγράφω
καταγραφτήκαν	=	καταγράφω
καταγραφτήκανε	=	καταγράφω
καταγραφτήκατε	=	καταγράφω
καταγραφτεί	=	καταγράφω
καταγραφτείς	=	καταγράφω
καταγραφτείτε	=	καταγράφω
καταγραφτούμε	=	καταγράφω
καταγραφτούν	=	καταγράφω
καταγραφτούνε	=	καταγράφω
καταγραφτώ	=	καταγράφω
καταγραφόμασταν	=	καταγράφω
καταγραφόμαστε	=	καταγράφω
καταγραφόμουν	=	καταγράφω
καταγραφόμουνα	=	καταγράφω
καταγραφόντουσαν	=	καταγράφω
καταγραφόσασταν	=	καταγράφω
καταγραφόσαστε	=	καταγράφω
καταγραφόσουν	=	καταγράφω
καταγραφόσουνα	=	καταγράφω
καταγραφόταν	=	καταγράφω
καταγραφότανε	=	καταγράφω
καταγραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταγράφομαι
καταγραφών	=	καταγραφή
καταγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγωγή
καταγωγή	noun	οι πρόγονοί (ειδικά οι γονείς) ενός ατόμου
καταγωγής	=	καταγωγή
καταγωγίου	noun	γενική ενικού του καταγώγιο
καταγωγίων	noun	γενική πληθυντικού του καταγώγιο
καταγωγικά	=	καταγωγικός
καταγωγικέ	=	καταγωγικός
καταγωγικές	=	καταγωγικός
καταγωγική	=	καταγωγικός
καταγωγικής	=	καταγωγικός
καταγωγικοί	=	καταγωγικός
καταγωγικού	=	καταγωγικός
καταγωγικούς	=	καταγωγικός
καταγωγικό	=	καταγωγικός
καταγωγικός	adj	ο σχετικός με την καταγωγή
καταγωγικών	=	καταγωγικός
καταγωγών	=	καταγωγή
καταγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγόμενο
καταγόμενε	verb	κλητική ενικού του καταγόμενος
καταγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγόμενη
καταγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταγόμενος
καταγόμενης	verb	γενική ενικού του καταγόμενη
καταγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του καταγόμενος
καταγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταγόμενος
καταγόμενος	verb	που κατάγεται από κάποιον τόπο
καταγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταγόμενος
καταγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταγόμενος
καταγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταγόμενος
καταγόμουν	=	κατάγομαι
καταγώγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταγώγιο
καταγώγιο	noun	το κέντρο διασκέδασης συνήθως υπόγειο και κακόφημο
καταγώγιου	=	καταγώγιο
καταδάμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδάμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδάμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδάμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδέξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδέχομαι	verb	δέχομαι να κάνω κάτι που ταιριάζει σε θέση κατώτερη από αυτήν που έχω ή θεωρώ ότι μου αξίζει
καταδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδήλως	adv	με κατάδηλο τρόπο
καταδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταδίδω
καταδίδω	verb	προδίδω, καταγγέλλω κάτι ή κάποιον παράνομο, αποκαλύπτω (με μυστικότητα) κρυφά πράγματα
καταδίκαζα	=	καταδικάζω
καταδίκαζαν	=	καταδικάζω
καταδίκαζε	=	καταδικάζω
καταδίκαζες	=	καταδικάζω
καταδίκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδίκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδίκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδίκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδίκη
καταδίκη	noun	η απόφαση δικαστηρίου με την οποία κρίνεται ένοχος ο κατηγορούμενος και του επιβάλλεται ποινή
καταδίκης	=	καταδίκη
καταδίκου	noun	γενική ενικού του κατάδικος
καταδίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατάδικος
καταδίκων	noun	γενική πληθυντικού του κατάδικος
καταδίνομαι	=	καταδίνω
καταδίνω	verb	αποκαλύπτω / καταγγέλλω κάποιον
καταδίωκα	=	καταδιώκω
καταδίωκαν	=	καταδιώκω
καταδίωκε	=	καταδιώκω
καταδίωκες	=	καταδιώκω
καταδίωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδίωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδίωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδίωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδίωξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταδιώκω
καταδίωξης	noun	γενική ενικού του καταδίωξη
καταδίωξις	noun	καταδίωξη
καταδαμάζω	verb	υποτάσσω
καταδαμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαμάζω
καταδαμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδαμασμένο
καταδαμασμένε	verb	κλητική ενικού του καταδαμασμένος
καταδαμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδαμασμένη
καταδαμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδαμασμένος
καταδαμασμένης	verb	γενική ενικού του καταδαμασμένη
καταδαμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταδαμασμένος
καταδαμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδαμασμένος
καταδαμασμένος	verb	πλήρως δαμασμένος
καταδαμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταδαμασμένος
καταδαμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταδαμασμένος
καταδαμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταδαμασμένος
καταδαπάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδαπανώ
καταδαπανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδαπανημένο
καταδαπανημένε	verb	κλητική ενικού του καταδαπανημένος
καταδαπανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδαπανημένη
καταδαπανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδαπανημένος
καταδαπανημένης	verb	γενική ενικού του καταδαπανημένη
καταδαπανημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταδαπανημένος
καταδαπανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδαπανημένος
καταδαπανημένος	verb	ιδιαίτερα δαπανημένος
καταδαπανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταδαπανημένος
καταδαπανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταδαπανημένος
καταδαπανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταδαπανημένος
καταδαπανώ	verb	κάνω υπερβολικές δαπάνες, καταξοδεύω
καταδαπανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταδαπανώ
καταδείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάδειξη
καταδείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάδειξη
καταδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάδειξη
καταδείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδεικνύω
καταδεικνύω	verb	δείχνω, αποδεικνύω
καταδεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταδεκτικός	adv	με καταδεκτικό τρόπο, με καταδεκτικότητα
καταδεκτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδεκτικός
καταδεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδεκτική
καταδεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδεκτικός
καταδεκτικής	adj	γενική ενικού του καταδεκτική
καταδεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδεκτικός
καταδεκτικοτήτων	=	καταδεκτικότητα
καταδεκτικού	adj	γενική ενικού του καταδεκτικός
καταδεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδεκτικός
καταδεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδεκτικός
καταδεκτικός	adj	που καταδέχεται ή αποδέχεται άλλους
καταδεκτικότης	noun	η καταδεκτικότητα
καταδεκτικότητα	noun	το να είναι κάποιος καταδεκτικός, η ιδιότητα του καταδεκτικού
καταδεκτικότητας	=	καταδεκτικότητα
καταδεκτικότητες	=	καταδεκτικότητα
καταδεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδεκτικός
καταδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταδεχτικός	adv	με καταδεχτικό τρόπο, με καταδεχτικότητα
καταδεχτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδεχτικός
καταδεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδεχτική
καταδεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδεχτικός
καταδεχτικής	adj	γενική ενικού του καταδεχτική
καταδεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδεχτικός
καταδεχτικοτήτων	=	καταδεχτικότητα
καταδεχτικού	adj	γενική ενικού του καταδεχτικός
καταδεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδεχτικός
καταδεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδεχτικός
καταδεχτικός	adj	καταδεκτικός
καταδεχτικότητα	noun	άλλη μορφή του καταδεκτικότητα
καταδεχτικότητας	=	καταδεχτικότητα
καταδεχτικότητες	=	καταδεχτικότητα
καταδεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδεχτικός
καταδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδέχομαι
καταδεχόμουν	=	καταδέχομαι
καταδημαγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσαν	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσανε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδημαγώγηση
καταδημαγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταδημαγώγηση
καταδημαγωγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταδημαγώγηση
καταδημαγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγωγεί	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγείς	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγείτε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούμε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούν	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούνε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσα	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσαμε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσαν	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσανε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσατε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσε	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγούσες	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγωγώ	verb|formal	είμαι μεγάλος δημαγωγός
καταδημαγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγώγει	=	καταδημαγωγώ
καταδημαγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδημαγωγώ
καταδημαγώγηση	noun	η ενέργεια του καταδημαγωγώ, η ακραία δημαγωγία
καταδημαγώγησης	noun	γενική ενικού του καταδημαγώγηση
καταδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδικό
καταδικάζαμε	=	καταδικάζω
καταδικάζαν	=	καταδικάζω
καταδικάζανε	=	καταδικάζω
καταδικάζατε	=	καταδικάζω
καταδικάζει	=	καταδικάζω
καταδικάζεις	=	καταδικάζω
καταδικάζεσαι	=	καταδικάζομαι
καταδικάζεστε	=	καταδικάζομαι
καταδικάζεται	=	καταδικάζομαι
καταδικάζετε	=	καταδικάζω
καταδικάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταδικάζω
καταδικάζομε	=	καταδικάζω
καταδικάζονται	=	καταδικάζομαι
καταδικάζονταν	=	καταδικάζομαι
καταδικάζοντας	=	καταδικάζω
καταδικάζου	=	καταδικάζομαι
καταδικάζουμε	=	καταδικάζω
καταδικάζουν	=	καταδικάζω
καταδικάζουνε	=	καταδικάζω
καταδικάζω	verb	επιβάλλω τιμωρία αφού δικάσω
καταδικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσαν	=	καταδικάζω
καταδικάσανε	=	καταδικάζω
καταδικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσιμα	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμε	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμες	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμη	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμης	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμο	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμοι	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να καταδικαστεί
καταδικάσιμου	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμους	=	καταδικάσιμος
καταδικάσιμων	=	καταδικάσιμος
καταδικάσομε	=	καταδικάζω
καταδικάσου	=	καταδικάζομαι
καταδικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάσουνε	=	καταδικάζω
καταδικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικάστηκα	=	καταδικάζομαι
καταδικάστηκαν	=	καταδικάζομαι
καταδικάστηκε	=	καταδικάζομαι
καταδικάστηκες	=	καταδικάζομαι
καταδικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
καταδικέ	adj	κλητική ενικού του καταδικός
καταδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδική
καταδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδικός
καταδικής	adj	γενική ενικού του καταδική
καταδικαζόμασταν	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόμαστε	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόμενος	=	καταδικάζω
καταδικαζόμουν	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόμουνα	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόντουσαν	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόσασταν	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόσαστε	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόσουν	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόσουνα	=	καταδικάζομαι
καταδικαζόταν	=	καταδικάζομαι
καταδικαζότανε	=	καταδικάζομαι
καταδικασθέν	=	καταδικασθείς
καταδικασθείς	verb|formal	που καταδικάστηκε σε δικαστήριο
καταδικασθείσα	=	καταδικασθείς
καταδικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδικασμένο
καταδικασμένε	verb	κλητική ενικού του καταδικασμένος
καταδικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδικασμένη
καταδικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδικασμένος
καταδικασμένης	verb	γενική ενικού του καταδικασμένη
καταδικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταδικασμένος
καταδικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδικασμένος
καταδικασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταδικάζω
καταδικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταδικασμένος
καταδικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταδικασμένος
καταδικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταδικασμένος
καταδικαστέα	=	καταδικαστέος
καταδικαστέας	=	καταδικαστέος
καταδικαστέε	=	καταδικαστέος
καταδικαστέες	=	καταδικαστέος
καταδικαστέο	=	καταδικαστέος
καταδικαστέοι	=	καταδικαστέος
καταδικαστέος	adj	που υπόκειται σε καταδίκη
καταδικαστέου	=	καταδικαστέος
καταδικαστέους	=	καταδικαστέος
καταδικαστέων	=	καταδικαστέος
καταδικαστήκαμε	=	καταδικάζομαι
καταδικαστήκαν	=	καταδικάζομαι
καταδικαστήκανε	=	καταδικάζομαι
καταδικαστήκατε	=	καταδικάζομαι
καταδικαστεί	=	καταδικάζομαι
καταδικαστείς	=	καταδικάζω
καταδικαστείτε	=	καταδικάζομαι
καταδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδικαστικό
καταδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του καταδικαστικός
καταδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδικαστική
καταδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδικαστικός
καταδικαστικής	adj	γενική ενικού του καταδικαστική
καταδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδικαστικός
καταδικαστικού	adj	γενική ενικού του καταδικαστικός
καταδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδικαστικός
καταδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδικαστικός
καταδικαστικός	adj	σχετικός με καταδίκη, ή με κατάδικο
καταδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδικαστικός
καταδικαστούμε	=	καταδικάζω
καταδικαστούν	=	καταδικάζω
καταδικαστούνε	=	καταδικάζω
καταδικαστώ	=	καταδικάζω
καταδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδικός
καταδικού	adj	γενική ενικού του καταδικός
καταδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδικός
καταδικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδικός
καταδικός	adj	τελείως, εντελώς δικός
καταδικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδικός
καταδιοπτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιοπτρικό
καταδιοπτρικέ	adj	κλητική ενικού του καταδιοπτρικός
καταδιοπτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιοπτρική
καταδιοπτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδιοπτρικός
καταδιοπτρικής	adj	γενική ενικού του καταδιοπτρική
καταδιοπτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδιοπτρικός
καταδιοπτρικού	adj	γενική ενικού του καταδιοπτρικός
καταδιοπτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδιοπτρικός
καταδιοπτρικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδιοπτρικός
καταδιοπτρικός	adj	ο σχετικός με διάταξη φακών και διόπτρων
καταδιοπτρικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδιοπτρικός
καταδιωγμέ	noun	κλητική ενικού του καταδιωγμός
καταδιωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιωγμένο
καταδιωγμένε	verb	κλητική ενικού του καταδιωγμένος
καταδιωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιωγμένη
καταδιωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδιωγμένος
καταδιωγμένης	verb	γενική ενικού του καταδιωγμένη
καταδιωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταδιωγμένος
καταδιωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδιωγμένος
καταδιωγμένος	verb	που έχει καταδιωχθεί
καταδιωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταδιωγμένος
καταδιωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταδιωγμένος
καταδιωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταδιωγμένος
καταδιωγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδιωγμός
καταδιωγμού	noun	γενική ενικού του καταδιωγμός
καταδιωγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταδιωγμός
καταδιωγμό	noun	αιτιατική ενικού του καταδιωγμός
καταδιωγμός	noun	το αποτέλεσμα του καταδιώκω
καταδιωγμών	noun	γενική πληθυντικού του καταδιωγμός
καταδιωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιωκτικό	adv	με καταδιωκτικό τρόπο, καταδιώκοντας
καταδιωκτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδιωκτικός
καταδιωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιωκτική
καταδιωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδιωκτικός
καταδιωκτικής	adj	γενική ενικού του καταδιωκτική
καταδιωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδιωκτικός
καταδιωκτικού	adj	γενική ενικού του καταδιωκτικός
καταδιωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδιωκτικός
καταδιωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδιωκτικός
καταδιωκτικός	adj	που έχει σχέση με την καταδίωξη, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
καταδιωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδιωκτικός
καταδιωκόμασταν	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόμαστε	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόμενα	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενε	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενες	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενη	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενης	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενο	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενοι	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενος	adj	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καταδιώκω
καταδιωκόμενου	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενους	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμενων	=	καταδιωκόμενος
καταδιωκόμουν	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόμουνα	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόντουσαν	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόσασταν	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόσαστε	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόσουν	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόσουνα	=	καταδιώκομαι
καταδιωκόταν	=	καταδιώκομαι
καταδιωκότανε	=	καταδιώκομαι
καταδιωχθήκαμε	=	καταδιώκω
καταδιωχθήκαν	=	καταδιώκω
καταδιωχθήκανε	=	καταδιώκω
καταδιωχθήκατε	=	καταδιώκω
καταδιωχθεί	=	καταδιώκω
καταδιωχθείς	=	καταδιώκω
καταδιωχθείτε	=	καταδιώκω
καταδιωχθούμε	=	καταδιώκω
καταδιωχθούν	=	καταδιώκω
καταδιωχθούνε	=	καταδιώκω
καταδιωχθώ	=	καταδιώκω
καταδιωχτήκαμε	=	καταδιώκομαι
καταδιωχτήκαν	=	καταδιώκομαι
καταδιωχτήκανε	=	καταδιώκομαι
καταδιωχτήκατε	=	καταδιώκομαι
καταδιωχτεί	=	καταδιώκομαι
καταδιωχτείς	=	καταδιώκω
καταδιωχτείτε	=	καταδιώκομαι
καταδιωχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιωχτικό
καταδιωχτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδιωχτικός
καταδιωχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδιωχτική
καταδιωχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδιωχτικός
καταδιωχτικής	adj	γενική ενικού του καταδιωχτική
καταδιωχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδιωχτικός
καταδιωχτικού	adj	γενική ενικού του καταδιωχτικός
καταδιωχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδιωχτικός
καταδιωχτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδιωχτικός
καταδιωχτικός	adj	άλλη μορφή του καταδιωκτικός
καταδιωχτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδιωχτικός
καταδιωχτούμε	=	καταδιώκω
καταδιωχτούν	=	καταδιώκω
καταδιωχτούνε	=	καταδιώκω
καταδιωχτώ	=	καταδιώκω
καταδιώκαμε	=	καταδιώκω
καταδιώκαν	=	καταδιώκω
καταδιώκανε	=	καταδιώκω
καταδιώκατε	=	καταδιώκω
καταδιώκει	=	καταδιώκω
καταδιώκεις	=	καταδιώκω
καταδιώκεσαι	=	καταδιώκομαι
καταδιώκεστε	=	καταδιώκομαι
καταδιώκεται	=	καταδιώκομαι
καταδιώκετε	=	καταδιώκω
καταδιώκομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταδιώκω
καταδιώκομε	=	καταδιώκω
καταδιώκονται	=	καταδιώκομαι
καταδιώκονταν	=	καταδιώκομαι
καταδιώκοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταδιώκω
καταδιώκου	=	καταδιώκομαι
καταδιώκουμε	=	καταδιώκω
καταδιώκουν	=	καταδιώκω
καταδιώκουνε	=	καταδιώκω
καταδιώκω	verb	κυνηγώ κάποιον, για να τον συλλάβω ή για άλλο λόγο
καταδιώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξαν	=	καταδιώκω
καταδιώξανε	=	καταδιώκω
καταδιώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδίωξη
καταδιώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξεων	noun	γενική πληθυντικού του καταδίωξη
καταδιώξεως	noun|formal	γενική ενικού του καταδίωξη
καταδιώξομε	=	καταδιώκω
καταδιώξου	=	καταδιώκομαι
καταδιώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξουνε	=	καταδιώκω
καταδιώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδιώκω
καταδιώχθηκα	=	καταδιώκω
καταδιώχθηκαν	=	καταδιώκω
καταδιώχθηκε	=	καταδιώκω
καταδιώχθηκες	=	καταδιώκω
καταδιώχτηκα	=	καταδιώκομαι
καταδιώχτηκαν	=	καταδιώκομαι
καταδιώχτηκε	=	καταδιώκομαι
καταδιώχτηκες	=	καταδιώκομαι
καταδολίευση	noun	η χρήση δόλου για την εξαπάτηση κάποιου
καταδολίευσης	noun	γενική ενικού του καταδολίευση
καταδολίευσις	noun	καταδολίευση
καταδολιευμένος	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτήκαν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευτήκανε	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταδολιευτικός	adv	με καταδολιευτικό τρόπο
καταδολιευτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδολιευτικός
καταδολιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδολιευτική
καταδολιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδολιευτικός
καταδολιευτικής	adj	γενική ενικού του καταδολιευτική
καταδολιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδολιευτικός
καταδολιευτικού	adj	γενική ενικού του καταδολιευτικός
καταδολιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδολιευτικός
καταδολιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδολιευτικός
καταδολιευτικός	adj	που έχει σχέση με την καταδολίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
καταδολιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδολιευτικός
καταδολιευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιευόμασταν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόμαστε	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόμουν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόμουνα	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόντουσαν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόσασταν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόσαστε	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόσουν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόσουνα	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευόταν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιευότανε	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύεσαι	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύεστε	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύεται	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύομαι	verb|formal	χρησιμοποιώντας δόλο εξαπατώ κάποιον (ιδίως ως νομικός όρος)
καταδολιεύονται	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύονταν	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδολίευση
καταδολιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταδολίευση
καταδολιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταδολίευση
καταδολιεύσου	=	καταδολιεύομαι
καταδολιεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδολιεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδολιεύομαι
καταδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδοτικό
καταδοτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδοτικός
καταδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδοτική
καταδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδοτικός
καταδοτικής	adj	γενική ενικού του καταδοτική
καταδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδοτικός
καταδοτικού	adj	γενική ενικού του καταδοτικός
καταδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδοτικός
καταδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδοτικός
καταδοτικός	adj	που έχει σχέση με τον καταδότη ή την κατάδοση ή αναφέρεται σ’ αυτά
καταδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδοτικός
καταδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του καταδότρια
καταδοτών	=	καταδότης
καταδρομέα	=	καταδρομέας
καταδρομέας	noun	μέλος των ενόπλων δυνάμεων ειδικά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο για τακτικές ανορθόδοξου πολέμου
καταδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδρομή
καταδρομέων	=	καταδρομέας
καταδρομέως	=	καταδρομέας
καταδρομή	noun	η επιθετική ενέργεια που έχει το στοιχείο του αιφνιδιασμού
καταδρομής	=	καταδρομή
καταδρομείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδρομέας
καταδρομεύς	noun	καταδρομέας
καταδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδρομικό
καταδρομικέ	adj	κλητική ενικού του καταδρομικός
καταδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδρομική
καταδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδρομικός
καταδρομικής	adj	γενική ενικού του καταδρομική
καταδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδρομικός
καταδρομικού	adj	γενική ενικού του καταδρομικός
καταδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδρομικός
καταδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδρομικός	noun	το πολεμικό σκάφος προοριζόμενο για αιφνιδιαστικές επιθέσεις και καταδίωξη εχθρικών σκαφών
καταδρομικόν	noun	καταδρομικό
καταδρομικός	adj	που έχει σχέση με τις καταδρομές ή που χρησιμοποιείται γι' αυτές
καταδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδρομικός
καταδρομών	=	καταδρομή
καταδυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθήκαν	=	καταδύομαι
καταδυθήκανε	=	καταδύομαι
καταδυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυθούνε	=	καταδύομαι
καταδυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδυνάστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυνάστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυνάστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυνάστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυνάστευση	noun	η ενέργεια του καταδυναστεύω
καταδυνάστευσης	=	καταδυνάστευση
καταδυνάστευσις	noun	καταδυνάστευση
καταδυναστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυναστευμένο
καταδυναστευμένε	verb	κλητική ενικού του καταδυναστευμένος
καταδυναστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυναστευμένη
καταδυναστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδυναστευμένος
καταδυναστευμένης	verb	γενική ενικού του καταδυναστευμένη
καταδυναστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταδυναστευμένος
καταδυναστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδυναστευμένος
καταδυναστευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταδυναστευμένος
καταδυναστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταδυναστευμένος
καταδυναστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταδυναστευμένος
καταδυναστευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυναστευτικό
καταδυναστευτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδυναστευτικός
καταδυναστευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυναστευτική
καταδυναστευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδυναστευτικός
καταδυναστευτικής	adj	γενική ενικού του καταδυναστευτική
καταδυναστευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδυναστευτικός
καταδυναστευτικού	adj	γενική ενικού του καταδυναστευτικός
καταδυναστευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδυναστευτικός
καταδυναστευτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδυναστευτικός
καταδυναστευτικός	adj	που καταδυναστεύει
καταδυναστευτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδυναστευτικός
καταδυναστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυνάστευση
καταδυναστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύσεων	=	καταδυνάστευση
καταδυναστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδυναστεύω
καταδυναστεύω	verb	εξουσιάζω τυραννικά, με βία ή ιδιαίτερη πίεση
καταδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυτικό
καταδυτικέ	adj	κλητική ενικού του καταδυτικός
καταδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδυτική
καταδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταδυτικός
καταδυτικής	adj	γενική ενικού του καταδυτική
καταδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταδυτικός
καταδυτικού	adj	γενική ενικού του καταδυτικός
καταδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταδυτικός
καταδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταδυτικός
καταδυτικός	adj	που χρησιμεύει στην κατάδυση
καταδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταδυτικός
καταδυόμασταν	=	καταδύομαι
καταδυόμαστε	=	καταδύομαι
καταδυόμενος	=	καταδύομαι
καταδυόμουν	=	καταδύομαι
καταδυόμουνα	=	καταδύομαι
καταδυόντουσαν	=	καταδύομαι
καταδυόσασταν	=	καταδύομαι
καταδυόσαστε	=	καταδύομαι
καταδυόσουν	=	καταδύομαι
καταδυόσουνα	=	καταδύομαι
καταδυόταν	=	καταδύομαι
καταδυότανε	=	καταδύομαι
καταδόθηκα	=	καταδίδομαι
καταδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάδοση
καταδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάδοση
καταδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάδοση
καταδότες	=	καταδότης
καταδότη	=	καταδότης
καταδότης	noun	αυτός που καταδίδει
καταδότρα	=	καταδότης
καταδότρας	noun	γενική ενικού του καταδότρα
καταδότρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδότρα
καταδότρια	noun	θηλυκό του καταδότης
καταδότριας	noun	γενική ενικού του καταδότρια
καταδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταδότρια
καταδύεσαι	=	καταδύομαι
καταδύεστε	=	καταδύομαι
καταδύεται	=	καταδύομαι
καταδύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδύομαι	verb	βυθίζομαι στο νερό και κινούμαι προς τον βυθό
καταδύονται	=	καταδύομαι
καταδύονταν	=	καταδύομαι
καταδύου	=	καταδύομαι
καταδύσει	noun|formal	δοτική ενικού του κατάδυσις
καταδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάδυση
καταδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάδυση
καταδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάδυση
καταδύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδύομαι
καταδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταδίδω
καταζήτα	=	καταζητώ
καταζήταγε	=	καταζητώ
καταζήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζήτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταζητώ
καταζήτησης	=	καταζήτηση
καταζήτησις	noun	καταζήτηση
καταζητά	=	καταζητώ
καταζητάει	=	καταζητώ
καταζητάμε	=	καταζητώ
καταζητάν	=	καταζητώ
καταζητάνε	=	καταζητώ
καταζητάς	=	καταζητώ
καταζητάτε	=	καταζητώ
καταζητάω	=	καταζητώ
καταζητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσαν	=	καταζητώ
καταζητήσανε	=	καταζητώ
καταζητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσεων	=	καταζήτηση
καταζητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταζητώ
καταζητούμαι	verb	που με καταζητούν οι αρχές
καταζητούμε	=	καταζητώ
καταζητούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταζητούμενο
καταζητούμενε	verb	κλητική ενικού του καταζητούμενος
καταζητούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταζητούμενη
καταζητούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταζητούμενος
καταζητούμενης	verb	γενική ενικού του καταζητούμενη
καταζητούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καταζητούμενος
καταζητούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταζητούμενος
καταζητούμενος	verb	που καταζητείται από τις αρχές
καταζητούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταζητούμενος
καταζητούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταζητούμενος
καταζητούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταζητούμενος
καταζητούν	=	καταζητώ
καταζητούνε	=	καταζητώ
καταζητούσα	=	καταζητώ
καταζητούσαμε	=	καταζητώ
καταζητούσαν	=	καταζητώ
καταζητούσανε	=	καταζητώ
καταζητούσατε	=	καταζητώ
καταζητούσε	=	καταζητώ
καταζητούσες	=	καταζητώ
καταζητώ	verb	προσπαθώ ερευνώντας να βρω το κρησφύγετο κάποιου καταδιωκόμενου ή τον τόπο όπου βρίσκεται
καταζητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταζητώ
καταθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσαν	=	καταθέτω
καταθέσανε	=	καταθέτω
καταθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάθεση
καταθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάθεση
καταθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάθεση
καταθέσομε	=	καταθέτω
καταθέσου	=	καταθέτω
καταθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσουνε	=	καταθέτω
καταθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθέτω
καταθέταμε	=	καταθέτω
καταθέταν	=	καταθέτω
καταθέτανε	=	καταθέτω
καταθέτατε	=	καταθέτω
καταθέτει	=	καταθέτω
καταθέτεις	=	καταθέτω
καταθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθέτης
καταθέτετε	=	καταθέτω
καταθέτη	=	καταθέτης
καταθέτης	noun	αυτός που καταθέτει
καταθέτομαι	=	καταθέτω
καταθέτομε	=	καταθέτω
καταθέτοντας	=	καταθέτω
καταθέτουμε	=	καταθέτω
καταθέτουν	=	καταθέτω
καταθέτουνε	=	καταθέτω
καταθέτρια	noun	καταθέτης
καταθέτριας	noun	γενική ενικού του καταθέτρια
καταθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθέτρια
καταθέτω	verb	τοποθετώ κάποιο αντικείμενο σε μνημείο σαν ένδειξη θαυμασμού ή εκτίμησης
καταθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθετικό
καταθετικέ	adj	κλητική ενικού του καταθετικός
καταθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθετική
καταθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταθετικός
καταθετικής	adj	γενική ενικού του καταθετική
καταθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταθετικός
καταθετικού	adj	γενική ενικού του καταθετικός
καταθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταθετικός
καταθετικό	adj	αιτιατική ενικού του καταθετικός
καταθετικός	adj	που σχετίζεται με την κατάθεση, π.χ. χρημάτων σε τραπεζικό λογαρισμό, στεφάνων σε μνημείο, κ.α.
καταθετικών	adj	γενική πληθυντικού του καταθετικός
καταθετριών	noun	γενική πληθυντικού του καταθέτρια
καταθετών	=	καταθέτης
καταθλίβαμε	=	καταθλίβω
καταθλίβαν	=	καταθλίβω
καταθλίβανε	=	καταθλίβω
καταθλίβατε	=	καταθλίβω
καταθλίβει	=	καταθλίβω
καταθλίβεις	=	καταθλίβω
καταθλίβεσαι	=	καταθλίβω
καταθλίβεστε	=	καταθλίβω
καταθλίβεται	=	καταθλίβω
καταθλίβετε	=	καταθλίβω
καταθλίβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταθλίβω
καταθλίβομε	=	καταθλίβω
καταθλίβονται	=	καταθλίβω
καταθλίβονταν	=	καταθλίβω
καταθλίβοντας	=	καταθλίβω
καταθλίβουμε	=	καταθλίβω
καταθλίβουν	=	καταθλίβω
καταθλίβουνε	=	καταθλίβω
καταθλίβω	verb	προκαλώ κατάθλιψη
καταθλίπτες	=	καταθλίπτης
καταθλίπτη	=	καταθλίπτης
καταθλίπτης	noun	μηχάνημα ή συσκευή που συμβάλλει στην κατάθλιψη, στη συμπίεση
καταθλίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψαν	=	καταθλίβω
καταθλίψανε	=	καταθλίβω
καταθλίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάθλιψη
καταθλίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψεων	=	κατάθλιψη
καταθλίψομε	=	καταθλίβω
καταθλίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψουνε	=	καταθλίβω
καταθλίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθλίβω
καταθλιβόμασταν	=	καταθλίβω
καταθλιβόμαστε	=	καταθλίβω
καταθλιβόμουν	=	καταθλίβω
καταθλιβόμουνα	=	καταθλίβω
καταθλιβόντουσαν	=	καταθλίβω
καταθλιβόσασταν	=	καταθλίβω
καταθλιβόσαστε	=	καταθλίβω
καταθλιβόσουν	=	καταθλίβω
καταθλιβόσουνα	=	καταθλίβω
καταθλιβόταν	=	καταθλίβω
καταθλιβότανε	=	καταθλίβω
καταθλιμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθλιμμένο
καταθλιμμένε	verb	κλητική ενικού του καταθλιμμένος
καταθλιμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθλιμμένη
καταθλιμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταθλιμμένος
καταθλιμμένης	verb	γενική ενικού του καταθλιμμένη
καταθλιμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταθλιμμένος
καταθλιμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταθλιμμένος
καταθλιμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταθλίβω
καταθλιμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταθλιμμένος
καταθλιμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταθλιμμένος
καταθλιμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταθλιμμένος
καταθλιπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθλιπτικό	adv	με καταθλιπτικό τρόπο, με καταθλιπτικότητα
καταθλιπτικέ	adj	κλητική ενικού του καταθλιπτικός
καταθλιπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθλιπτική
καταθλιπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταθλιπτικός
καταθλιπτικής	adj	γενική ενικού του καταθλιπτική
καταθλιπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταθλιπτικός
καταθλιπτικοτήτων	=	καταθλιπτικότητα
καταθλιπτικού	adj	γενική ενικού του καταθλιπτικός
καταθλιπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταθλιπτικός
καταθλιπτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταθλιπτικός
καταθλιπτικός	adj	σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση
καταθλιπτικότητα	noun	η ιδιότητα του καταθλιπτικού, το να είναι κάποιος καταθλιπτικός
καταθλιπτικότητας	=	καταθλιπτικότητα
καταθλιπτικότητες	=	καταθλιπτικότητα
καταθλιπτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταθλιπτικός
καταθλιπτικῶς	adv	καταθλιπτικά
καταθλιπτών	=	καταθλίπτης
καταθορυβήθηκα	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβήθηκαν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβήθηκε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβήθηκες	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσου	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβείσαι	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβείστε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβείται	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβηθήκαμε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβηθήκαν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβηθήκανε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβηθήκατε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβηθεί	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβηθείτε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθορυβημένο
καταθορυβημένε	verb	κλητική ενικού του καταθορυβημένος
καταθορυβημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταθορυβημένη
καταθορυβημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταθορυβημένος
καταθορυβημένης	verb	γενική ενικού του καταθορυβημένη
καταθορυβημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταθορυβημένος
καταθορυβημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταθορυβημένος
καταθορυβημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταθορυβημένος
καταθορυβημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταθορυβημένος
καταθορυβημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταθορυβημένος
καταθορυβούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταθορυβώ
καταθορυβούμασταν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούμαστε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούμουν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούνται	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούνταν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούσασταν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούσαστε	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβούσουν	=	καταθορυβούμαι
καταθορυβώ	verb	παράγω πολύ θόρυβο
καταθορυβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταθορυβώ
καταθορύβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορύβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορύβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθορύβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταθορυβώ
καταθρενία	noun	άλλη μορφή του καταθρηνία
καταθρενίας	=	καταθρενία
καταθρενίες	=	καταθρενία
καταθρενιών	=	καταθρενία
καταθρηνία	noun	σπάνια υπνική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μονότονο, ακανόνιστο εκπνευστικό στεναγμό
καταθρηνίας	=	καταθρηνία
καταθρηνίες	=	καταθρηνία
καταθρηνιών	=	καταθρηνία
καταιγίδα	noun	πολύ δυνατή βροχή που συνοδεύεται από αστραπές, κεραυνούς και ισχυρούς ανέμους
καταιγίδας	=	καταιγίδα
καταιγίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταιγίδα
καταιγίδων	=	καταιγίδα
καταιγιδοφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταιγιδοφόρο
καταιγιδοφόρας	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόρε	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόρες	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόρο	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόροι	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόρος	adj	αυτός που φέρει καταιγίδα
καταιγιδοφόρου	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόρους	=	καταιγιδοφόρος
καταιγιδοφόρων	=	καταιγιδοφόρος
καταιγισμέ	noun	κλητική ενικού του καταιγισμός
καταιγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταιγισμός
καταιγισμού	noun	γενική ενικού του καταιγισμός
καταιγισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταιγισμός
καταιγισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταιγισμός
καταιγισμός	noun	χαρακτηρισμός ενέργειας που έχει τη σφοδρότητα, την ορμητικότητα της καταιγίδας
καταιγισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταιγισμός
καταιγιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταιγιστικό
καταιγιστικέ	adj	κλητική ενικού του καταιγιστικός
καταιγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταιγιστική
καταιγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταιγιστικός
καταιγιστικής	adj	γενική ενικού του καταιγιστική
καταιγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταιγιστικός
καταιγιστικού	adj	γενική ενικού του καταιγιστικός
καταιγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταιγιστικός
καταιγιστικό	adj	αιτιατική ενικού του καταιγιστικός
καταιγιστικός	adj	που έχει σχέση με καταιγισμό ρίψης βλημάτων
καταιγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του καταιγιστικός
καταιονήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταιόνηση
καταιονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταιόνηση
καταιονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταιόνηση
καταιονίζεσαι	=	καταιονίζομαι
καταιονίζεστε	=	καταιονίζομαι
καταιονίζεται	=	καταιονίζομαι
καταιονίζομαι	verb	κάνω ντουζ, λούζομαι
καταιονίζονται	=	καταιονίζομαι
καταιονίζονταν	=	καταιονίζομαι
καταιονίζου	=	καταιονίζομαι
καταιονίζω	verb	κάνω ντουζ σε κάποιον, λούζω
καταιονίσου	=	καταιονίζομαι
καταιονίστηκα	=	καταιονίζομαι
καταιονίστηκαν	=	καταιονίζομαι
καταιονίστηκε	=	καταιονίζομαι
καταιονίστηκες	=	καταιονίζομαι
καταιονητήρ	noun	ο καταιονητήρας, καταιονιστήρας
καταιονητήρα	=	καταιονητήρας
καταιονητήρας	noun	συσκευή ντους, λουσίματος ή πλυσίματος του σώματος με νερό στο λουτρό
καταιονητήρες	=	καταιονητήρας
καταιονητήρων	=	καταιονητήρας
καταιονιζόμασταν	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόμαστε	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόμουν	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόμουνα	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόντουσαν	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόσασταν	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόσαστε	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόσουν	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόσουνα	=	καταιονίζομαι
καταιονιζόταν	=	καταιονίζομαι
καταιονιζότανε	=	καταιονίζομαι
καταιονισμέ	noun	κλητική ενικού του καταιονισμός
καταιονισμένος	=	καταιονίζομαι
καταιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταιονισμός
καταιονισμού	noun	γενική ενικού του καταιονισμός
καταιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταιονισμός
καταιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταιονισμός
καταιονισμός	noun	ντους, ντουσάρισμα
καταιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταιονισμός
καταιονιστήκαμε	=	καταιονίζομαι
καταιονιστήκαν	=	καταιονίζομαι
καταιονιστήκανε	=	καταιονίζομαι
καταιονιστήκατε	=	καταιονίζομαι
καταιονιστήρα	=	καταιονιστήρας
καταιονιστήρας	noun	διάταξη η οποία χρησιμοποιείται για να ψεκάζει, συνήθως νερό
καταιονιστήρες	=	καταιονιστήρας
καταιονιστήρων	=	καταιονιστήρας
καταιονιστεί	=	καταιονίζομαι
καταιονιστείτε	=	καταιονίζομαι
καταιονιστώ	=	καταιονίζομαι
καταισχύνες	=	καταισχύνη
καταισχύνη	noun|formal	μεγάλη ντροπή
καταισχύνης	=	καταισχύνη
καταισχύνω	verb|formal	καταντροπιάζω, εξευτελίζω εντελώς
καταισχύνων	=	καταισχύνη
καταιόνηση	noun	ντους, καταιονισμός, πλύση σε ροή ύδατος
καταιόνησης	noun	γενική ενικού του καταιόνηση
κατακάθημαι	verb	άλλη μορφή του κατακάθομαι
κατακάθι	noun	η στερεά ουσία που παραμένει αδιάλυτη σε ένα υγρό και συγκεντρώνεται (κατακάθεται) στον πυθμένα του δοχείου που περιέχει το διάλυμα
κατακάθια	=	κατακάθι
κατακάθιζα	=	κατακαθίζω
κατακάθιζαν	=	κατακαθίζω
κατακάθιζε	=	κατακαθίζω
κατακάθιζες	=	κατακαθίζω
κατακάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακάθιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακαθίζω
κατακάθισης	=	κατακάθιση
κατακάθισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακάθομαι
κατακάθομαι	verb	υποχωρώ σιγά-σιγά προς τα κάτω, κάθομαι λόγω βαρύτητας, καθιζάνω
κατακάλυπτα	=	κατακαλύπτω
κατακάλυπταν	=	κατακαλύπτω
κατακάλυπτε	=	κατακαλύπτω
κατακάλυπτες	=	κατακαλύπτω
κατακάλυψα	=	κατακαλύπτω
κατακάλυψαν	=	κατακαλύπτω
κατακάλυψε	=	κατακαλύπτω
κατακάλυψες	=	κατακαλύπτω
κατακάνα	noun	συλλαβάριο της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται κυρίως για γλωσσικά δάνεια, αλλά και για όρους της βιολογίας, ηχομιμητικές λέξεις κ.ά.
κατακάτσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακαίω
κατακέφαλα	adv	στο κεφάλι
κατακέφαλε	=	κατακέφαλος
κατακέφαλο	=	κατακέφαλος
κατακέφαλοι	=	κατακέφαλος
κατακέφαλος	noun	άλλη μορφή του κατακεφαλιά
κατακέφαλου	=	κατακέφαλος
κατακέφαλους	=	κατακέφαλος
κατακέφαλων	=	κατακέφαλος
κατακίτρινα	=	κατακίτρινος
κατακίτρινε	=	κατακίτρινος
κατακίτρινες	=	κατακίτρινος
κατακίτρινη	=	κατακίτρινος
κατακίτρινης	=	κατακίτρινος
κατακίτρινο	=	κατακίτρινος
κατακίτρινοι	=	κατακίτρινος
κατακίτρινος	adj	εντελώς κίτρινος
κατακίτρινου	=	κατακίτρινος
κατακίτρινους	=	κατακίτρινος
κατακίτρινων	=	κατακίτρινος
κατακαίνουργα	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργε	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργες	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργη	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργης	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργια	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιας	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιε	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιες	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιο	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιοι	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιος	adj	εντελώς καινούργιος
κατακαίνουργιου	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιους	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργιων	=	κατακαίνουργιος
κατακαίνουργο	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργοι	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργος	adj	εντελώς καινούργιος
κατακαίνουργου	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργους	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουργων	=	κατακαίνουργος
κατακαίνουρια	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριας	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριε	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριες	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριο	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριοι	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριος	adj	εντελώς καινούργιος
κατακαίνουριου	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριους	=	κατακαίνουριος
κατακαίνουριων	=	κατακαίνουριος
κατακαίω	verb	καίω κάτι τελείως
κατακαημένα	=	κατακαημένος
κατακαημένε	=	κατακαημένος
κατακαημένες	=	κατακαημένος
κατακαημένη	=	κατακαημένος
κατακαημένης	=	κατακαημένος
κατακαημένο	=	κατακαημένος
κατακαημένοι	=	κατακαημένος
κατακαημένος	verb	ο πολύ δυστυχισμένος ή άτυχος
κατακαημένου	=	κατακαημένος
κατακαημένους	=	κατακαημένος
κατακαημένων	=	κατακαημένος
κατακαθίζαμε	=	κατακαθίζω
κατακαθίζαν	=	κατακαθίζω
κατακαθίζανε	=	κατακαθίζω
κατακαθίζατε	=	κατακαθίζω
κατακαθίζει	=	κατακαθίζω
κατακαθίζεις	=	κατακαθίζω
κατακαθίζετε	=	κατακαθίζω
κατακαθίζοντας	=	κατακαθίζω
κατακαθίζουμε	=	κατακαθίζω
κατακαθίζουν	=	κατακαθίζω
κατακαθίζουνε	=	κατακαθίζω
κατακαθίζω	verb	άλλη μορφή του κατακάθομαι
κατακαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσαν	=	κατακαθίζω
κατακαθίσανε	=	κατακαθίζω
κατακαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσεων	=	κατακάθιση
κατακαθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακάθισμα
κατακαθίσματος	noun	γενική ενικού του κατακάθισμα
κατακαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακάθομαι
κατακαθιού	=	κατακάθι
κατακαθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατακάθισμα
κατακαθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακαθισμένο
κατακαθισμένε	verb	κλητική ενικού του κατακαθισμένος
κατακαθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακαθισμένη
κατακαθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακαθισμένος
κατακαθισμένης	verb	γενική ενικού του κατακαθισμένη
κατακαθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακαθισμένος
κατακαθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακαθισμένος
κατακαθισμένος	verb	που έχει κατακαθίσει, που έχει κατακάτσει
κατακαθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακαθισμένος
κατακαθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακαθισμένος
κατακαθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακαθισμένος
κατακαθιών	=	κατακάθι
κατακαλόκαιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακαλόκαιρο
κατακαλόκαιρο	noun	τα μέσα του καλοκαιριού, που επικρατούν (συνήθως) οι πιο υψηλές θερμοκρασίες	adv	στα μέσα του καλοκαιριού, που επικρατούν (ενίοτε) οι πιο υψηλές θερμοκρασίες
κατακαλόκαιρου	noun	γενική ενικού του κατακαλόκαιρο
κατακαλόκαιρων	noun	γενική πληθυντικού του κατακαλόκαιρο
κατακαλύπταμε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπταν	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτανε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτατε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτει	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτεις	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτετε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτοντας	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτουμε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτουν	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτουνε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύπτω	verb	καλύπτω κάτι εντελώς
κατακαλύψαμε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύψαν	=	κατακαλύπτω
κατακαλύψανε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύψατε	=	κατακαλύπτω
κατακαλύψει	=	κατακαλύπτω
κατακαλύψτε	=	κατακαλύπτω
κατακαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακαμένο
κατακαμένε	verb	κλητική ενικού του κατακαμένος
κατακαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακαμένη
κατακαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακαμένος
κατακαμένης	verb	γενική ενικού του κατακαμένη
κατακαμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακαμένος
κατακαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακαμένος
κατακαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατακαίω
κατακαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακαμένος
κατακαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακαμένος
κατακαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακαμένος
κατακαμπής	adv|dated	στη μέση ενός κάμπου
κατακαύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάκαυση
κατακαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάκαυση
κατακαύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάκαυση
κατακελευσμέ	=	κατακελευσμός
κατακελευσμοί	=	κατακελευσμός
κατακελευσμού	=	κατακελευσμός
κατακελευσμούς	=	κατακελευσμός
κατακελευσμό	=	κατακελευσμός
κατακελευσμός	noun	όρος αναφερόμενος στο αρχαίο θέατρο: προτροπή, το κατακελεύειν
κατακελευσμών	=	κατακελευσμός
κατακεραυνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακεραυνωμένο
κατακεραυνωμένε	verb	κλητική ενικού του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακεραυνωμένη
κατακεραυνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνωμένης	verb	γενική ενικού του κατακεραυνωμένη
κατακεραυνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακεραυνωμένος
κατακεραυνώναμε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώναν	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνανε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνατε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνει	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνεις	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνετε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνομαι	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνοντας	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνουμε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνουν	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνουνε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώνω	verb	κεραυνοβολώ
κατακεραυνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσαν	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσανε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακεραύνωση
κατακεραυνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατακεραύνωση
κατακεραυνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατακεραύνωση
κατακεραυνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραυνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραύνωνα	=	κατακεραυνώνω
κατακεραύνωναν	=	κατακεραυνώνω
κατακεραύνωνε	=	κατακεραυνώνω
κατακεραύνωνες	=	κατακεραυνώνω
κατακεραύνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραύνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραύνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραύνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακεραυνώνω
κατακεραύνωση	noun	η ενέργεια του κατακεραυνώνω, η εξαπόλυση δριμείας λεκτικής επίθεσης
κατακεραύνωσης	noun	γενική ενικού του κατακεραύνωση
κατακερμάτιζα	=	κατακερματίζω
κατακερμάτιζαν	=	κατακερματίζω
κατακερμάτιζε	=	κατακερματίζω
κατακερμάτιζες	=	κατακερματίζω
κατακερμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίζαμε	=	κατακερματίζω
κατακερματίζαν	=	κατακερματίζω
κατακερματίζανε	=	κατακερματίζω
κατακερματίζατε	=	κατακερματίζω
κατακερματίζει	=	κατακερματίζω
κατακερματίζεις	=	κατακερματίζω
κατακερματίζετε	=	κατακερματίζω
κατακερματίζομαι	verb	διαιρούμαι σε πολύ μικρά κομμάτια
κατακερματίζοντας	=	κατακερματίζω
κατακερματίζουμε	=	κατακερματίζω
κατακερματίζουν	=	κατακερματίζω
κατακερματίζουνε	=	κατακερματίζω
κατακερματίζω	verb	διαιρώ σε πολύ μικρά κομμάτια
κατακερματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσαν	=	κατακερματίζω
κατακερματίσανε	=	κατακερματίζω
κατακερματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακερματίζω
κατακερματισμέ	noun	κλητική ενικού του κατακερματισμός
κατακερματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακερματισμένο
κατακερματισμένε	verb	κλητική ενικού του κατακερματισμένος
κατακερματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακερματισμένη
κατακερματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακερματισμένος
κατακερματισμένης	verb	γενική ενικού του κατακερματισμένη
κατακερματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακερματισμένος
κατακερματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακερματισμένος
κατακερματισμένος	verb	που έχει υποστεί κατακερματισμό
κατακερματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακερματισμένος
κατακερματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακερματισμένος
κατακερματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακερματισμένος
κατακερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακερματισμός
κατακερματισμού	noun	γενική ενικού του κατακερματισμός
κατακερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατακερματισμός
κατακερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του κατακερματισμός
κατακερματισμός	noun	η διάσπαση ενός αντικειμένου σε πάρα πολλά μικρά κομμάτια, η συντριβή του
κατακερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του κατακερματισμός
κατακεφαλιά	noun	χτύπημα στο κεφάλι
κατακεφαλιάς	noun	γενική ενικού του κατακεφαλιά
κατακεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακεφαλιά
κατακεφαλιών	=	κατακεφαλιά
κατακιτρίνιζα	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρίνιζαν	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρίνιζε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρίνιζες	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζαμε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζαν	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζανε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζατε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζει	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζεις	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζετε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζοντας	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζουμε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζουν	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζουνε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίζω	verb	κιτρινίζω εντελώς, πλήρως
κατακιτρινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσαν	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσανε	=	κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακιτρινίζω
κατακιτρινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακιτρινισμένο
κατακιτρινισμένε	verb	κλητική ενικού του κατακιτρινισμένος
κατακιτρινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακιτρινισμένη
κατακιτρινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακιτρινισμένος
κατακιτρινισμένης	verb	γενική ενικού του κατακιτρινισμένη
κατακιτρινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακιτρινισμένος
κατακιτρινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακιτρινισμένος
κατακιτρινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατακιτρινίζω
κατακιτρινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακιτρινισμένος
κατακιτρινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακιτρινισμένος
κατακιτρινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακιτρινισμένος
κατακλάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάκλαση
κατακλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάκλαση
κατακλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάκλαση
κατακλέβω	verb	κλέβω τα πάντα ή τα περισσότερα από όσα υπάρχουν για να κλαπούν
κατακλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλέβω
κατακλίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλίνεσαι	=	κατακλίνομαι
κατακλίνεστε	=	κατακλίνομαι
κατακλίνεται	=	κατακλίνομαι
κατακλίνομαι	verb	πέφτω στο κρεβάτι για ύπνο
κατακλίνονται	=	κατακλίνομαι
κατακλίνονταν	=	κατακλίνομαι
κατακλίνου	=	κατακλίνομαι
κατακλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάκλιση
κατακλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάκλιση
κατακλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάκλιση
κατακλίσου	=	κατακλίνομαι
κατακλείδα	noun	οι τελικές φράσεις σε λόγο ή κείμενο, συνήθως συνοπτικές και συμπερασματικές
κατακλείδας	=	κατακλείδα
κατακλείδες	=	κατακλείδα
κατακλείδων	=	κατακλείδα
κατακλείνω	verb	κλείνω πλήρως, εντελώς
κατακλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλεισμένο
κατακλεισμένε	verb	κλητική ενικού του κατακλεισμένος
κατακλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλεισμένη
κατακλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακλεισμένος
κατακλεισμένης	verb	γενική ενικού του κατακλεισμένη
κατακλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακλεισμένος
κατακλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακλεισμένος
κατακλεισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατακλείνω
κατακλεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακλεισμένος
κατακλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακλεισμένος
κατακλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακλεισμένος
κατακλεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλεμμένο
κατακλεμμένε	verb	κλητική ενικού του κατακλεμμένος
κατακλεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλεμμένη
κατακλεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακλεμμένος
κατακλεμμένης	verb	γενική ενικού του κατακλεμμένη
κατακλεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακλεμμένος
κατακλεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακλεμμένος
κατακλεμμένος	verb	ιδιαίτερα, πλήρως κλεμμένος
κατακλεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακλεμμένος
κατακλεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακλεμμένος
κατακλεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακλεμμένος
κατακλιθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθήκαν	=	κατακλίνομαι
κατακλιθήκανε	=	κατακλίνομαι
κατακλιθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλίνομαι
κατακλιμένος	=	κατακλίνομαι
κατακλινόμασταν	=	κατακλίνομαι
κατακλινόμαστε	=	κατακλίνομαι
κατακλινόμουν	=	κατακλίνομαι
κατακλινόμουνα	=	κατακλίνομαι
κατακλινόντουσαν	=	κατακλίνομαι
κατακλινόσασταν	=	κατακλίνομαι
κατακλινόσαστε	=	κατακλίνομαι
κατακλινόσουν	=	κατακλίνομαι
κατακλινόσουνα	=	κατακλίνομαι
κατακλινόταν	=	κατακλίνομαι
κατακλινότανε	=	κατακλίνομαι
κατακλυζόμασταν	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόμαστε	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόμουν	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόμουνα	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόντουσαν	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόσασταν	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόσαστε	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόσουν	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόσουνα	=	κατακλύζομαι
κατακλυζόταν	=	κατακλύζομαι
κατακλυζότανε	=	κατακλύζομαι
κατακλυσμέ	noun	κλητική ενικού του κατακλυσμός
κατακλυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμένο
κατακλυσμένε	verb	κλητική ενικού του κατακλυσμένος
κατακλυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμένη
κατακλυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακλυσμένος
κατακλυσμένης	verb	γενική ενικού του κατακλυσμένη
κατακλυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακλυσμένος
κατακλυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμένος
κατακλυσμένος	verb	που έχει κατακλυσθεί
κατακλυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακλυσμένος
κατακλυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακλυσμένος
κατακλυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακλυσμένος
κατακλυσμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακλυσμιαίος
κατακλυσμιαίας	adj	γενική ενικού του κατακλυσμιαία
κατακλυσμιαίε	adj	κατακλυσμιαίος, στην κλητική του ενικού
κατακλυσμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμιαία
κατακλυσμιαίο	adj	κατακλυσμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
κατακλυσμιαίοι	adj	κατακλυσμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κατακλυσμιαίος	adj	που έχει σχέση με τον κατακλυσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κατακλυσμιαίου	adj	γενική ενικού του κατακλυσμιαίος
κατακλυσμιαίους	adj	κατακλυσμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κατακλυσμιαίων	=	κατακλυσμιαίος
κατακλυσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμικό
κατακλυσμικέ	adj	κλητική ενικού του κατακλυσμικός
κατακλυσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμική
κατακλυσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακλυσμικός
κατακλυσμικής	adj	γενική ενικού του κατακλυσμική
κατακλυσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμικός
κατακλυσμικού	adj	γενική ενικού του κατακλυσμικός
κατακλυσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατακλυσμικός
κατακλυσμικό	adj	αιτιατική ενικού του κατακλυσμικός
κατακλυσμικός	adj	που έχει σχέση με τον κατακλυσμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κατακλυσμικών	adj	γενική πληθυντικού του κατακλυσμικός
κατακλυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακλυσμός
κατακλυσμού	noun	γενική ενικού του κατακλυσμός
κατακλυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατακλυσμός
κατακλυσμό	noun	αιτιατική ενικού του κατακλυσμός
κατακλυσμός	noun	η κάλυψη της γης από πλημμύρα
κατακλυσμών	noun	γενική πληθυντικού του κατακλυσμός
κατακλυστήκαμε	=	κατακλύζομαι
κατακλυστήκαν	=	κατακλύζομαι
κατακλυστήκανε	=	κατακλύζομαι
κατακλυστήκατε	=	κατακλύζομαι
κατακλυστεί	=	κατακλύζομαι
κατακλυστείτε	=	κατακλύζομαι
κατακλύζεσαι	=	κατακλύζομαι
κατακλύζεστε	=	κατακλύζομαι
κατακλύζεται	=	κατακλύζομαι
κατακλύζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατακλύζω
κατακλύζονται	=	κατακλύζομαι
κατακλύζονταν	=	κατακλύζομαι
κατακλύζου	=	κατακλύζομαι
κατακλύζω	verb	σκεπάζω με νερά, πλημμυρίζω
κατακλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύσεων	=	κατάκλυση
κατακλύσου	=	κατακλύζομαι
κατακλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακλύστηκα	=	κατακλύζομαι
κατακλύστηκαν	=	κατακλύζομαι
κατακλύστηκε	=	κατακλύζομαι
κατακλύστηκες	=	κατακλύζομαι
κατακλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακλύζω
κατακοκκίνιζα	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκίνιζαν	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκίνιζε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκίνιζες	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζαμε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζαν	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζανε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζατε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζει	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζεις	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζετε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζοντας	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζουμε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζουν	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζουνε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίζω	verb	γίνομαι εντελώς κόκκινος, κοκκινίζω τελείως
κατακοκκινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσαν	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσανε	=	κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακοκκινίζω
κατακοκκινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακοκκινισμένο
κατακοκκινισμένε	verb	κλητική ενικού του κατακοκκινισμένος
κατακοκκινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακοκκινισμένη
κατακοκκινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακοκκινισμένος
κατακοκκινισμένης	verb	γενική ενικού του κατακοκκινισμένη
κατακοκκινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακοκκινισμένος
κατακοκκινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακοκκινισμένος
κατακοκκινισμένος	verb	ιδιαίτερα, πλήρως κοκκινισμένος
κατακοκκινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακοκκινισμένος
κατακοκκινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακοκκινισμένος
κατακοκκινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακοκκινισμένος
κατακομβών	=	κατακόμβη
κατακομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακομμένο
κατακομμένε	verb	κλητική ενικού του κατακομμένος
κατακομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακομμένη
κατακομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακομμένος
κατακομμένης	verb	γενική ενικού του κατακομμένη
κατακομμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακομμένος
κατακομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακομμένος
κατακομμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατακόβω: ιδιαίτερα, πλήρως κομμένος, κομματιασμένος
κατακομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακομμένος
κατακομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακομμένος
κατακομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακομμένος
κατακορύφου	=	κατακόρυφος
κατακορύφους	=	κατακόρυφος
κατακορύφων	=	κατακόρυφος
κατακορύφως	adv|dated	κατακόρυφα
κατακουκουλωμένα	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένε	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένες	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένη	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένης	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένο	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένοι	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένος	verb	εντελώς κουκουλωμένος
κατακουκουλωμένου	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένους	=	κατακουκουλωμένος
κατακουκουλωμένων	=	κατακουκουλωμένος
κατακουράζαμε	=	κατακουράζω
κατακουράζαν	=	κατακουράζω
κατακουράζανε	=	κατακουράζω
κατακουράζατε	=	κατακουράζω
κατακουράζει	=	κατακουράζω
κατακουράζεις	=	κατακουράζω
κατακουράζετε	=	κατακουράζω
κατακουράζοντας	=	κατακουράζω
κατακουράζουμε	=	κατακουράζω
κατακουράζουν	=	κατακουράζω
κατακουράζουνε	=	κατακουράζω
κατακουράζω	verb	κουράζω ιδιαίτερα
κατακουράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράσαν	=	κατακουράζω
κατακουράσανε	=	κατακουράζω
κατακουράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουράστε	=	κατακουράζω
κατακουράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακουρέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακουρασμένο
κατακουρασμένε	verb	κλητική ενικού του κατακουρασμένος
κατακουρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακουρασμένη
κατακουρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακουρασμένος
κατακουρασμένης	verb	γενική ενικού του κατακουρασμένη
κατακουρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακουρασμένος
κατακουρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακουρασμένος
κατακουρασμένος	verb	που είναι πολύ κουρασμένος
κατακουρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακουρασμένος
κατακουρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακουρασμένος
κατακουρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακουρασμένος
κατακουρελιάζω	verb	κουρελιάζω εντελώς
κατακουρελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακουρελιάζω
κατακουρελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακουρελιασμένο
κατακουρελιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατακουρελιασμένος
κατακουρελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακουρελιασμένη
κατακουρελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακουρελιασμένος
κατακουρελιασμένης	verb	γενική ενικού του κατακουρελιασμένη
κατακουρελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακουρελιασμένος
κατακουρελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακουρελιασμένος
κατακουρελιασμένος	verb	πλήρως, εντελώς κουρελιασμένος
κατακουρελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακουρελιασμένος
κατακουρελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακουρελιασμένος
κατακουρελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακουρελιασμένος
κατακούραζα	=	κατακουράζω
κατακούραζαν	=	κατακουράζω
κατακούραζε	=	κατακουράζω
κατακούραζες	=	κατακουράζω
κατακούρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακούρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακούρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακούρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακουράζω
κατακράτα	=	κατακρατώ
κατακράταγε	=	κατακρατώ
κατακράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ
κατακράτησης	=	κατακράτηση
κατακρήμνιζα	=	κατακρημνίζω
κατακρήμνιζαν	=	κατακρημνίζω
κατακρήμνιζε	=	κατακρημνίζω
κατακρήμνιζες	=	κατακρημνίζω
κατακρήμνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρήμνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρήμνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρήμνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρήμνιση	noun	η πτώση από γκρεμό ή γενικότερα από ψηλά
κατακρήμνισης	noun	γενική ενικού του κατακρήμνιση
κατακρήμνισις	noun	κατακρήμνιση
κατακρήμνισμα	noun|formal	το αποτέλεσμα του κατακρημνίζω
κατακρίθηκα	=	κατακρίνω
κατακρίναμε	=	κατακρίνω
κατακρίναν	=	κατακρίνω
κατακρίνανε	=	κατακρίνω
κατακρίνατε	=	κατακρίνω
κατακρίνει	=	κατακρίνω
κατακρίνεις	=	κατακρίνω
κατακρίνετε	=	κατακρίνω
κατακρίνομαι	verb	με κατακρίνουν για κάτι σχετικά σοβαρό, με κατηγορούν για κάτι (πιο σοβαρό από κάτι για το οποίο θα με επέκριναν)
κατακρίνοντας	=	κατακρίνω
κατακρίνουμε	=	κατακρίνω
κατακρίνουν	=	κατακρίνω
κατακρίνουνε	=	κατακρίνω
κατακρίντε	=	κατακρίνω
κατακρίνω	verb	κρίνω αρνητικά κάτι
κατακρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάκριση
κατακρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάκριση
κατακρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάκριση
κατακρατά	=	κατακρατώ
κατακρατάει	=	κατακρατώ
κατακρατάμε	=	κατακρατώ
κατακρατάν	=	κατακρατώ
κατακρατάνε	=	κατακρατώ
κατακρατάς	=	κατακρατώ
κατακρατάτε	=	κατακρατώ
κατακρατάω	=	κατακρατώ
κατακρατήθηκα	=	κατακρατώ
κατακρατήθηκαν	=	κατακρατώ
κατακρατήθηκε	=	κατακρατώ
κατακρατήθηκες	=	κατακρατώ
κατακρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσαν	=	κατακρατώ
κατακρατήσανε	=	κατακρατώ
κατακρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσεων	=	κατακράτηση
κατακρατήσου	=	κατακρατώ
κατακρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσουνε	=	κατακρατώ
κατακρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρατώ
κατακρατεί	=	κατακρατώ
κατακρατείς	=	κατακρατώ
κατακρατείσαι	=	κατακρατώ
κατακρατείστε	=	κατακρατώ
κατακρατείται	=	κατακρατώ
κατακρατείτε	=	κατακρατώ
κατακρατείτο	=	κατακρατώ
κατακρατηθήκαμε	=	κατακρατώ
κατακρατηθήκαν	=	κατακρατώ
κατακρατηθήκανε	=	κατακρατώ
κατακρατηθήκατε	=	κατακρατώ
κατακρατηθεί	=	κατακρατώ
κατακρατηθείς	=	κατακρατώ
κατακρατηθείτε	=	κατακρατώ
κατακρατηθούμε	=	κατακρατώ
κατακρατηθούν	=	κατακρατώ
κατακρατηθούνε	=	κατακρατώ
κατακρατηθώ	=	κατακρατώ
κατακρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρατημένο
κατακρατημένε	verb	κλητική ενικού του κατακρατημένος
κατακρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρατημένη
κατακρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακρατημένος
κατακρατημένης	verb	γενική ενικού του κατακρατημένη
κατακρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακρατημένος
κατακρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακρατημένος
κατακρατημένος	verb	πλήρως, εντελώς κρατημένος
κατακρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακρατημένος
κατακρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακρατημένος
κατακρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακρατημένος
κατακρατιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατακρατάω/κατακρατώ
κατακρατιέσαι	=	κατακρατώ
κατακρατιέστε	=	κατακρατώ
κατακρατιέται	=	κατακρατώ
κατακρατιούνται	=	κατακρατώ
κατακρατιούνταν	=	κατακρατώ
κατακρατιόμασταν	=	κατακρατώ
κατακρατιόμαστε	=	κατακρατώ
κατακρατιόμουν	=	κατακρατώ
κατακρατιόμουνα	=	κατακρατώ
κατακρατιόνταν	=	κατακρατώ
κατακρατιόντανε	=	κατακρατώ
κατακρατιόντουσαν	=	κατακρατώ
κατακρατιόσασταν	=	κατακρατώ
κατακρατιόσαστε	=	κατακρατώ
κατακρατιόσουν	=	κατακρατώ
κατακρατιόσουνα	=	κατακρατώ
κατακρατιόταν	=	κατακρατώ
κατακρατιότανε	=	κατακρατώ
κατακρατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατακρατώ
κατακρατούμασταν	=	κατακρατώ
κατακρατούμαστε	=	κατακρατώ
κατακρατούμε	=	κατακρατώ
κατακρατούμενος	=	κατακρατώ
κατακρατούμουν	=	κατακρατώ
κατακρατούμουνα	=	κατακρατώ
κατακρατούν	=	κατακρατώ
κατακρατούνε	=	κατακρατώ
κατακρατούνται	=	κατακρατώ
κατακρατούνταν	=	κατακρατώ
κατακρατούντο	=	κατακρατώ
κατακρατούσα	=	κατακρατώ
κατακρατούσαμε	=	κατακρατώ
κατακρατούσαν	=	κατακρατώ
κατακρατούσανε	=	κατακρατώ
κατακρατούσασταν	=	κατακρατώ
κατακρατούσαστε	=	κατακρατώ
κατακρατούσατε	=	κατακρατώ
κατακρατούσε	=	κατακρατώ
κατακρατούσες	=	κατακρατώ
κατακρατούσουν	=	κατακρατώ
κατακρατούσουνα	=	κατακρατώ
κατακρατώ	verb	κατέχω με παράνομο τρόπο κάτι που δεν μου ανήκει και δεν το αποδίδω
κατακρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατακρατώ
κατακραυγάζαμε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζαν	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζανε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζατε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζει	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζεις	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζετε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζοντας	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζουμε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζουν	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζουνε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάζω	verb|formal	διαμαρτύρομαι κραυγάζοντας
κατακραυγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσαν	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάσανε	=	κατακραυγάζω
κατακραυγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακραυγή
κατακραυγή	noun|formal	αποδοκιμασία σε έντονο ύφος
κατακραυγής	noun	γενική ενικού του κατακραυγή
κατακραυγών	noun	γενική πληθυντικού του κατακραυγή
κατακραύγαζα	=	κατακραυγάζω
κατακραύγαζαν	=	κατακραυγάζω
κατακραύγαζε	=	κατακραυγάζω
κατακραύγαζες	=	κατακραυγάζω
κατακραύγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραύγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραύγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακραύγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακραυγάζω
κατακρεουργήθηκα	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργήθηκαν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργήθηκε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργήθηκες	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργήματα	=	κατακρεούργημα
κατακρεουργήματος	=	κατακρεούργημα
κατακρεουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσαν	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργήσανε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατακρεούργηση
κατακρεουργήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατακρεούργηση
κατακρεουργήσου	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργεί	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργείς	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργείσαι	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργείστε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργείται	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργείτε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργηθήκαμε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργηθήκαν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργηθήκανε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργηθήκατε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργηθεί	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργηθείτε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργημάτων	=	κατακρεούργημα
κατακρεουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρεουργημένο
κατακρεουργημένε	verb	κλητική ενικού του κατακρεουργημένος
κατακρεουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρεουργημένη
κατακρεουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακρεουργημένος
κατακρεουργημένης	verb	γενική ενικού του κατακρεουργημένη
κατακρεουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακρεουργημένος
κατακρεουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακρεουργημένος
κατακρεουργημένος	verb	που έχει κατακρεουργηθεί κυριολεκτικά
κατακρεουργημένου	verb	γενική ενικού του κατακρεουργημένος
κατακρεουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακρεουργημένος
κατακρεουργημένων	verb	γενική πληθυντικού του κατακρεουργημένος
κατακρεουργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεουργούμασταν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούμαστε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούμε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούμουν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούν	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούνε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούνται	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούνταν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούσα	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσαμε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσαν	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσανε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσασταν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούσαστε	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργούσατε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσε	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσες	=	κατακρεουργώ
κατακρεουργούσουν	=	κατακρεουργούμαι
κατακρεουργώ	verb	σφάζω κάποιον διαμελίζοντάς τον
κατακρεουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεούργει	=	κατακρεουργώ
κατακρεούργημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρεουργώ
κατακρεούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρεουργώ
κατακρεούργηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρεουργώ
κατακρεούργησης	noun	γενική ενικού του κατακρεούργηση
κατακρεούργησις	noun	κατακρεούργηση
κατακρημνίζαμε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζαν	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζανε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζατε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζει	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζεις	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζετε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζομαι	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζοντας	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζουμε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζουν	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζουνε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίζω	verb|formal	γκρεμίζω
κατακρημνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίσαν	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίσανε	=	κατακρημνίζω
κατακρημνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρήμνιση
κατακρημνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατακρήμνιση
κατακρημνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατακρήμνιση
κατακρημνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρήμνισμα
κατακρημνίσματος	noun	γενική ενικού του κατακρήμνισμα
κατακρημνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακρημνίζω
κατακρημνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατακρήμνισμα
κατακρημνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρημνισμένο
κατακρημνισμένε	verb	κλητική ενικού του κατακρημνισμένος
κατακρημνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακρημνισμένη
κατακρημνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακρημνισμένος
κατακρημνισμένης	verb	γενική ενικού του κατακρημνισμένη
κατακρημνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακρημνισμένος
κατακρημνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακρημνισμένος
κατακρημνισμένος	verb	που έχει κατακρημνιστεί
κατακρημνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακρημνισμένος
κατακρημνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακρημνισμένος
κατακρημνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακρημνισμένος
κατακριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακριμένο
κατακριμένε	verb	κλητική ενικού του κατακριμένος
κατακριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακριμένη
κατακριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακριμένος
κατακριμένης	verb	γενική ενικού του κατακριμένη
κατακριμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακριμένος
κατακριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακριμένος
κατακριμένος	verb	που τον έχουν κατακρίνει
κατακριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακριμένος
κατακριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακριμένος
κατακριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακριμένος
κατακριτέα	adv	που κρίνεται αρνητικά
κατακριτέας	=	κατακριτέος
κατακριτέε	=	κατακριτέος
κατακριτέες	=	κατακριτέος
κατακριτέο	=	κατακριτέος
κατακριτέοι	=	κατακριτέος
κατακριτέος	adj	που πρέπει να τον κατακρίνω, αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος
κατακριτέου	=	κατακριτέος
κατακριτέους	=	κατακριτέος
κατακριτέων	=	κατακριτέος
κατακτά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατακτώ
κατακτάω	=	κατακτώ
κατακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάκτηση
κατακτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήσεων	=	κατάκτηση
κατακτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακτώ
κατακτήτρια	noun	θηλυκό του κατακτητής
κατακτήτριας	noun	γενική ενικού του κατακτήτρια
κατακτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακτήτρια
κατακτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακτημένο
κατακτημένε	verb	κλητική ενικού του κατακτημένος
κατακτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακτημένη
κατακτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακτημένος
κατακτημένης	verb	γενική ενικού του κατακτημένη
κατακτημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακτημένος
κατακτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακτημένος
κατακτημένος	verb	που έχει κατακτηθεί
κατακτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακτημένος
κατακτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακτημένος
κατακτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακτημένος
κατακτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακτητής
κατακτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατακτητής
κατακτητής	noun|figurative	αυτός που κατακτά
κατακτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακτητικό	adv	με κατακτητικό τρόπο, κατακτώντας
κατακτητικέ	adj	κλητική ενικού του κατακτητικός
κατακτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακτητική
κατακτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακτητικός
κατακτητικής	adj	γενική ενικού του κατακτητική
κατακτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακτητικός
κατακτητικοτήτων	=	κατακτητικότητα
κατακτητικού	adj	γενική ενικού του κατακτητικός
κατακτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατακτητικός
κατακτητικό	adj	αιτιατική ενικού του κατακτητικός
κατακτητικός	adj	ο σχετικός με κατάκτηση ή με κατακτητή
κατακτητικότητα	noun	η ιδιότητα του κατακτητικού, το να είναι κάποιος κατακτητικός
κατακτητικότητας	=	κατακτητικότητα
κατακτητικότητες	=	κατακτητικότητα
κατακτητικών	adj	γενική πληθυντικού του κατακτητικός
κατακτητικώς	adv|dated	κατακτητικά
κατακτητριών	noun	γενική πληθυντικού του κατακτήτρια
κατακτητών	noun	γενική πληθυντικού του κατακτητής
κατακτιέμαι	=	κατακτώ
κατακτώ	verb	κυριεύω μια περιοχή ή μια χώρα, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία
κατακτώμαι	verb	με κατακτούν
κατακτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατακτώ
κατακυρίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυρίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυρίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυρίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυρίευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κατακυριεύω
κατακυρίευσης	noun	γενική ενικού του κατακυρίευση
κατακυριευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακυριευμένο
κατακυριευμένε	verb	κλητική ενικού του κατακυριευμένος
κατακυριευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακυριευμένη
κατακυριευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακυριευμένος
κατακυριευμένης	verb	γενική ενικού του κατακυριευμένη
κατακυριευμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακυριευμένος
κατακυριευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακυριευμένος
κατακυριευμένος	verb	πλήρως, εντελώς κυριευμένος
κατακυριευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακυριευμένος
κατακυριευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακυριευμένος
κατακυριευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακυριευμένος
κατακυριεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακυρίευση
κατακυριεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατακυρίευση
κατακυριεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατακυρίευση
κατακυριεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυριεύω
κατακυριεύω	verb	κυριεύω εξ ολοκλήρου
κατακυρωθέν	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθέντα	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθέντας	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθέντες	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθέντος	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθέντων	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθήκαμε	=	κατακυρώνω
κατακυρωθήκαν	=	κατακυρώνω
κατακυρωθήκανε	=	κατακυρώνω
κατακυρωθήκατε	=	κατακυρώνω
κατακυρωθεί	=	κατακυρώνω
κατακυρωθείς	verb	που κατακυρώθηκε, που είναι πλέον απολύτως αναγνωρισμένο, επικυρωμένο, που έγινε αντικείμενο πλειστηριασμού και δοθηκε στον πλειοδότη, που κατόπιν εκδίκασης σχετικής υπόθεσης αποδόθηκε επισήμως σε κάποιον
κατακυρωθείσα	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθείσας	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθείσες	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθείσης	=	κατακυρωθείς
κατακυρωθείτε	=	κατακυρώνω
κατακυρωθεισών	=	κατακυρωθείς
κατακυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακυρωμένο
κατακυρωμένε	verb	κλητική ενικού του κατακυρωμένος
κατακυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακυρωμένη
κατακυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακυρωμένος
κατακυρωμένης	verb	γενική ενικού του κατακυρωμένη
κατακυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατακυρωμένος
κατακυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακυρωμένος
κατακυρωμένος	verb	που έχει κατακυρωθεί
κατακυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακυρωμένος
κατακυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατακυρωμένος
κατακυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακυρωμένος
κατακυρωνόμασταν	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόμαστε	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόμουν	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόμουνα	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόντουσαν	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόσασταν	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόσαστε	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόσουν	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόσουνα	=	κατακυρώνω
κατακυρωνόταν	=	κατακυρώνω
κατακυρωνότανε	=	κατακυρώνω
κατακυρώθηκα	=	κατακυρώνω
κατακυρώθηκαν	=	κατακυρώνω
κατακυρώθηκε	=	κατακυρώνω
κατακυρώθηκες	=	κατακυρώνω
κατακυρώναμε	=	κατακυρώνω
κατακυρώναν	=	κατακυρώνω
κατακυρώνανε	=	κατακυρώνω
κατακυρώνατε	=	κατακυρώνω
κατακυρώνει	=	κατακυρώνω
κατακυρώνεις	=	κατακυρώνω
κατακυρώνεσαι	=	κατακυρώνω
κατακυρώνεστε	=	κατακυρώνω
κατακυρώνεται	=	κατακυρώνω
κατακυρώνετε	=	κατακυρώνω
κατακυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώνονται	=	κατακυρώνω
κατακυρώνονταν	=	κατακυρώνω
κατακυρώνοντας	=	κατακυρώνω
κατακυρώνουμε	=	κατακυρώνω
κατακυρώνουν	=	κατακυρώνω
κατακυρώνουνε	=	κατακυρώνω
κατακυρώνω	verb	κάνω κάτι να είναι έγκυρο
κατακυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώσαν	=	κατακυρώνω
κατακυρώσανε	=	κατακυρώνω
κατακυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακύρωση
κατακυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατακύρωση
κατακυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατακύρωση
κατακυρώσου	=	κατακυρώνω
κατακυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακόβω	verb	κόβω εντελώς, κόβω ιδιαίτερα / πολύ
κατακόκκινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακόκκινο
κατακόκκινε	adj	κλητική ενικού του κατακόκκινος
κατακόκκινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατακόκκινη
κατακόκκινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακόκκινος
κατακόκκινης	adj	γενική ενικού του κατακόκκινη
κατακόκκινο	adj	αιτιατική ενικού του κατακόκκινος
κατακόκκινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατακόκκινος
κατακόκκινος	adj	ο τελείως κόκκινος
κατακόκκινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατακόκκινος
κατακόκκινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατακόκκινος
κατακόκκινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατακόκκινος
κατακόμβες	=	κατακόμβη
κατακόμβη	noun	σύστημα από υπόγειες σήραγγες και θαλάμους που χρησίμευε στο παρελθόν ως νεκροταφείο
κατακόμβης	=	κατακόμβη
κατακόπτω	verb|obsolete	κατακόβω, πετσοκόβω, ψιλοκόβω, κόβω, κομματιάζω
κατακόρυφα	adv	σε κατακόρυφη θέση
κατακόρυφε	=	κατακόρυφος
κατακόρυφες	=	κατακόρυφος
κατακόρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατακόρυφος
κατακόρυφης	=	κατακόρυφος
κατακόρυφο	=	κατακόρυφος
κατακόρυφοι	=	κατακόρυφος
κατακόρυφος	adj	που ακολουθεί τη διεύθυνση της βαρύτητας, που είναι κάθετος σε ένα οριζόντιο επίπεδο	noun	τοποθέτηση του σώματος σε θέση κάθετη προς το επίπεδο και με τα πόδια προς τα πάνω
κατακόρυφου	=	κατακόρυφος
κατακόρυφους	=	κατακόρυφος
κατακόρυφων	=	κατακόρυφος
κατακόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατακόβω
κατακύρωνα	=	κατακυρώνω
κατακύρωναν	=	κατακυρώνω
κατακύρωνε	=	κατακυρώνω
κατακύρωνες	=	κατακυρώνω
κατακύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατακυρώνω
κατακύρωση	noun	η επικύρωση, η επιβεβαίωση
κατακύρωσης	noun	γενική ενικού του κατακύρωση
κατακύρωσις	noun	κατακύρωση
καταλάβαινα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του καταλαβαίνω
καταλάβαιναν	=	καταλαβαίνω
καταλάβαινε	=	καταλαβαίνω
καταλάβαινες	=	καταλαβαίνω
καταλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβαν	=	καταλαβαίνω
καταλάβανε	=	καταλαβαίνω
καταλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβομε	=	καταλαμβάνω
καταλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάβουνε	=	καταλαμβάνω
καταλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
καταλάγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλάγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλάγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλάγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλάγιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταλαγιάζω
καταλάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλάμβανα	=	καταλαμβάνω
καταλάμβαναν	=	καταλαμβάνω
καταλάμβανε	=	καταλαμβάνω
καταλάμβανες	=	καταλαμβάνω
καταλάμπω	verb	λάμπω ιδιαίτερα
καταλάσπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλάσπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλάσπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλάσπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλέγω	verb	επιλέγω
καταλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλέγω
καταλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλέγω
καταλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλέγω
καταλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλέγω
καταλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλέγω
καταλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλέγω
καταλέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλήγαμε	=	καταλήγω
καταλήγαν	=	καταλήγω
καταλήγανε	=	καταλήγω
καταλήγατε	=	καταλήγω
καταλήγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταλήγω
καταλήγεις	=	καταλήγω
καταλήγετε	=	καταλήγω
καταλήγομε	=	καταλήγω
καταλήγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταλήγω
καταλήγουμε	=	καταλήγω
καταλήγουν	=	καταλήγω
καταλήγουνε	=	καταλήγω
καταλήγω	verb	φτάνω στο τέρμα, τελειώνω σε ένα σημείο, σε κάποιο μέρος
καταλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξαν	=	καταλήγω
καταλήξανε	=	καταλήγω
καταλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάληξη
καταλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάληξη
καταλήξεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάληξη
καταλήξομε	=	καταλήγω
καταλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξουνε	=	καταλήγω
καταλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλήγω
καταλήφθηκα	=	καταλαμβάνω
καταλήφθηκαν	=	καταλαμβάνω
καταλήφθηκε	=	καταλαμβάνω
καταλήφθηκες	=	καταλαμβάνω
καταλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάληψη
καταλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάληψη
καταλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάληψη
καταλαβαίναμε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίναν	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνανε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνατε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνει	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνεις	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνεστε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνετε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνομε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνονται	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνονταν	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνοντας	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνουμε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνουν	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνουνε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαίνω	verb	αντιλαμβάνομαι ή συλλαμβάνω το νόημα, την σημασία, λογική, αιτία ή φύση κάποιου πράγματος μέσω της γλώσσας, των αισθήσεων ή της σκέψης
καταλαβαινόμασταν	=	καταλαβαίνω
καταλαβαινόμαστε	=	καταλαβαίνω
καταλαβαινόντουσαν	=	καταλαβαίνω
καταλαβαινόσασταν	=	καταλαβαίνω
καταλαβαινόσαστε	=	καταλαβαίνω
καταλαγιάζω	verb	ηρεμώ, καταπραΰνω κάποιον
καταλαγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλάγιασμα
καταλαγιάσματος	noun	γενική ενικού του καταλάγιασμα
καταλαγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαγιάζω
καταλαγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καταλάγιασμα
καταλαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλαγιασμένο
καταλαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταλαγιασμένος
καταλαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλαγιασμένη
καταλαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλαγιασμένος
καταλαγιασμένης	verb	γενική ενικού του καταλαγιασμένη
καταλαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλαγιασμένος
καταλαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλαγιασμένος
καταλαγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταλαγιάζω
καταλαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλαγιασμένος
καταλαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλαγιασμένος
καταλαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλαγιασμένος
καταλαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαλώ
καταλαλήτρα	=	καταλαλητής
καταλαλήτρας	=	καταλαλητής
καταλαλήτρες	=	καταλαλητής
καταλαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλαλητό
καταλαλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλαλητής
καταλαλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταλαλητής
καταλαλητής	noun|vulgar	αυτός που καταλαλεί
καταλαλητού	noun	γενική ενικού του καταλαλητό
καταλαλητό	noun|vulgar	άλλη μορφή του καταλαλιά
καταλαλητών	noun	γενική πληθυντικού του καταλαλητής
καταλαλιά	noun|vulgar	κακολογία, συκοφαντία
καταλαλιάς	noun	γενική ενικού του καταλαλιά
καταλαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλαλιά
καταλαλιών	=	καταλαλιά
καταλαλώ	verb|formal	κακολογώ, συκοφαντώ
καταλαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταλαλώ
καταλαμβάναμε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάναν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνανε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνατε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνει	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνεις	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνεσαι	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνεσθε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνεστε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνεται	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνετε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταλαμβάνω
καταλαμβάνομε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνονται	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνονταν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνοντας	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνου	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνουμε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνουν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνουνε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβάνω	verb	αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δε μου ανήκε
καταλαμβανόμασταν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόμαστε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόμενος	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόμουν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόμουνα	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόντουσαν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόσασταν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόσαστε	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόσουν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόσουνα	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανόταν	=	καταλαμβάνω
καταλαμβανότανε	=	καταλαμβάνω
καταλανικά	noun	η καταλανική γλώσσα που μιλιέται στην Καταλονία, αυτόνομη περιφέρεια της Ισπανίας.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταλανικό
καταλανικέ	adj	κλητική ενικού του καταλανικός
καταλανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλανική
καταλανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλανικός
καταλανικής	adj	γενική ενικού του καταλανική
καταλανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλανικός
καταλανικού	adj	γενική ενικού του καταλανικός
καταλανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταλανικός
καταλανικό	adj	αιτιατική ενικού του καταλανικός
καταλανικός	adj	που έχει σχέση με ή αναφέρεται στην καταλανική γλώσσα, στους Καταλανούς ή στην Καταλονία (ή Καταλωνία)
καταλανικών	adj	γενική πληθυντικού του καταλανικός
καταλασπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλασπωμένο
καταλασπωμένε	verb	κλητική ενικού του καταλασπωμένος
καταλασπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλασπωμένη
καταλασπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλασπωμένος
καταλασπωμένης	verb	γενική ενικού του καταλασπωμένη
καταλασπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλασπωμένος
καταλασπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλασπωμένος
καταλασπωμένος	verb	ιδιαίτερα λασπωμένος
καταλασπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλασπωμένος
καταλασπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλασπωμένος
καταλασπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλασπωμένος
καταλασπώνω	verb	γεμίζω με λάσπες
καταλασπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλασπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλασπώνω
καταλείπομαι	=	καταλείπω
καταλείπω	verb	κληροδοτώ, γράφω ένα κληροδότημα, μια κληρονομιά
καταλεπτώς	adv|formal	χωρίς να παραλειφθεί τίποτε
καταλερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλερωμένο
καταλερωμένε	verb	κλητική ενικού του καταλερωμένος
καταλερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλερωμένη
καταλερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλερωμένος
καταλερωμένης	verb	γενική ενικού του καταλερωμένη
καταλερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλερωμένος
καταλερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλερωμένος
καταλερωμένος	verb	ιδιαίτερα λερωμένος
καταλερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλερωμένος
καταλερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλερωμένος
καταλερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλερωμένος
καταλερώνω	verb	λερώνω εντελώς
καταλερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταλερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλερώνω
καταληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληκτικό	adv	καταλήγοντας, στην κατάληξη
καταληκτικέ	adj	κλητική ενικού του καταληκτικός
καταληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληκτική
καταληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταληκτικός
καταληκτικής	adj	γενική ενικού του καταληκτική
καταληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταληκτικός
καταληκτικού	adj	γενική ενικού του καταληκτικός
καταληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταληκτικός
καταληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταληκτικός
καταληκτικός	adj	ο σχετικός με κατάληξη ή λήξη
καταληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταληκτικός
καταληκτικώς	adv|dated	καταληκτικά
καταληπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταληπτός	adv	με καταληπτό τρόπο
καταληπτέ	adj	κλητική ενικού του καταληπτός
καταληπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληπτή
καταληπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταληπτός
καταληπτής	adj	γενική ενικού του καταληπτή
καταληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταληπτικός	adv	με καταληπτικό τρόπο
καταληπτικέ	adj	κλητική ενικού του καταληπτικός
καταληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληπτική
καταληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταληπτικός
καταληπτικής	adj	γενική ενικού του καταληπτική
καταληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταληπτικός
καταληπτικού	adj	γενική ενικού του καταληπτικός
καταληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταληπτικός
καταληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταληπτικός
καταληπτικός	adj	ο ικανός για κατάληψη - κυριαρχία	noun	που πάσχει από καταληψία
καταληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταληπτικός
καταληπτικώς	adv|dated	καταληπτικά
καταληπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταληπτός
καταληπτού	adj	γενική ενικού του καταληπτός
καταληπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταληπτός
καταληπτό	adj	αιτιατική ενικού του καταληπτός
καταληπτός	adj	αυτός που γίνεται εύκολα κατανοητός, που τον αντιλαμβάνεται κανείς με ευκολία
καταληπτών	adj	γενική πληθυντικού του καταληπτός
καταληστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλήστευση
καταληστεύω	verb	ληστεύω τα πάντα
καταληφθήκαμε	=	καταλαμβάνω
καταληφθήκαν	=	καταλαμβάνω
καταληφθήκανε	=	καταλαμβάνω
καταληφθήκατε	=	καταλαμβάνω
καταληφθεί	=	καταλαμβάνω
καταληφθείς	=	καταλαμβάνω
καταληφθείτε	=	καταλαμβάνω
καταληφθούμε	=	καταλαμβάνω
καταληφθούν	=	καταλαμβάνω
καταληφθούνε	=	καταλαμβάνω
καταληφθώ	=	καταλαμβάνω
καταληχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληχτικό
καταληχτικέ	adj	κλητική ενικού του καταληχτικός
καταληχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληχτική
καταληχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταληχτικός
καταληχτικής	adj	γενική ενικού του καταληχτική
καταληχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταληχτικός
καταληχτικού	adj	γενική ενικού του καταληχτικός
καταληχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταληχτικός
καταληχτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταληχτικός
καταληχτικός	adj	άλλη μορφή του καταληκτικός
καταληχτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταληχτικός
καταληψία	noun	παθολογική κατάσταση που μοιάζει με ύπνωση, κατά την οποία ο ασθενής δεν κινείται αυτοβούλως και το σώμα ή τα μέλη του μπορεί να λάβουν παράδοξες στάσεις· αν και γενικά τα άτομο που την παρουσιάζει δεν έχει αντίληψη μέσω των αισθήσεων, υπάρχουν διάφορες εκδηλώσεις υστερικού τύπου· μπορεί να εμφανιστεί, μεταξύ άλλων, ως σύμπτωμα διάφορων νευρολογικών διαταραχών, όπως η επιληψία και το Πάρκινσον
καταληψίας	noun	που συμμετέχει σε κατάληψη
καταληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταληψία
καταληψιών	noun	γενική πληθυντικού του καταληψία
καταλιγδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλιγδιασμένο
καταλιγδιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταλιγδιασμένος
καταλιγδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλιγδιασμένη
καταλιγδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλιγδιασμένος
καταλιγδιασμένης	verb	γενική ενικού του καταλιγδιασμένη
καταλιγδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλιγδιασμένος
καταλιγδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλιγδιασμένος
καταλιγδιασμένος	verb	που είναι πάρα πολύ λιγδιασμένος
καταλιγδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλιγδιασμένος
καταλιγδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλιγδιασμένος
καταλιγδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλιγδιασμένος
καταλλήλως	adv|formal	άλλη μορφή του κατάλληλα
καταλλαγές	=	καταλλαγή
καταλλαγή	noun	η συνδιαλλαγή, η συμφιλίωση
καταλλαγής	=	καταλλαγή
καταλλαγών	=	καταλλαγή
καταλληλοτήτων	=	καταλληλότητα
καταλληλότατα	=	κατάλληλος
καταλληλότατε	=	κατάλληλος
καταλληλότατες	=	κατάλληλος
καταλληλότατη	=	κατάλληλος
καταλληλότατης	=	κατάλληλος
καταλληλότατο	=	κατάλληλος
καταλληλότατοι	=	κατάλληλος
καταλληλότατος	=	κατάλληλος
καταλληλότατου	=	κατάλληλος
καταλληλότατους	=	κατάλληλος
καταλληλότατων	=	κατάλληλος
καταλληλότερα	=	κατάλληλος
καταλληλότερε	=	κατάλληλος
καταλληλότερες	=	κατάλληλος
καταλληλότερη	=	κατάλληλος
καταλληλότερης	=	κατάλληλος
καταλληλότερο	=	κατάλληλος
καταλληλότεροι	=	κατάλληλος
καταλληλότερος	=	κατάλληλος
καταλληλότερου	=	κατάλληλος
καταλληλότερους	=	κατάλληλος
καταλληλότερων	=	κατάλληλος
καταλληλότητα	noun	η ιδιότητα του κατάλληλου
καταλληλότητας	noun	γενική ενικού του καταλληλότητα
καταλληλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλληλότητα
καταλοίπου	=	κατάλοιπο
καταλοίπων	noun	γενική πληθυντικού του κατάλοιπο	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του κατάλοιπος
καταλογάδην	adv	όπως ο πεζός λόγος (διαβάζεται ή γράφεται) κι όχι όπως ο ποιητικός
καταλογές	=	καταλογή
καταλογή	noun|literary	ποίημα της δημοτικής παράδοσης που δεν τραγουδιέται αλλά απαγγέλλεται
καταλογής	=	καταλογή
καταλογίζαμε	=	καταλογίζω
καταλογίζαν	=	καταλογίζω
καταλογίζανε	=	καταλογίζω
καταλογίζατε	=	καταλογίζω
καταλογίζει	=	καταλογίζω
καταλογίζεις	=	καταλογίζω
καταλογίζεσαι	=	καταλογίζω
καταλογίζεστε	=	καταλογίζω
καταλογίζεται	=	καταλογίζω
καταλογίζετε	=	καταλογίζω
καταλογίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταλογίζω
καταλογίζονται	=	καταλογίζω
καταλογίζονταν	=	καταλογίζω
καταλογίζοντας	=	καταλογίζω
καταλογίζου	=	καταλογίζομαι
καταλογίζουμε	=	καταλογίζω
καταλογίζουν	=	καταλογίζω
καταλογίζουνε	=	καταλογίζω
καταλογίζω	verb	αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη
καταλογίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίσαν	=	καταλογίζω
καταλογίσανε	=	καταλογίζω
καταλογίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίσθηκα	=	καταλογίζω
καταλογίσιμα	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμε	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμες	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμη	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμης	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμο	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμοι	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να καταλογιστεί
καταλογίσιμου	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμους	=	καταλογίσιμος
καταλογίσιμων	=	καταλογίσιμος
καταλογίσου	=	καταλογίζω
καταλογίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογίστηκα	=	καταλογίζω
καταλογίστηκαν	=	καταλογίζω
καταλογίστηκε	=	καταλογίζω
καταλογίστηκες	=	καταλογίζω
καταλογίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλογιζόμασταν	=	καταλογίζω
καταλογιζόμαστε	=	καταλογίζω
καταλογιζόμουν	=	καταλογίζω
καταλογιζόμουνα	=	καταλογίζω
καταλογιζόντουσαν	=	καταλογίζω
καταλογιζόσασταν	=	καταλογίζω
καταλογιζόσαστε	=	καταλογίζω
καταλογιζόσουν	=	καταλογίζω
καταλογιζόσουνα	=	καταλογίζω
καταλογιζόταν	=	καταλογίζω
καταλογιζότανε	=	καταλογίζω
καταλογισιμοτήτων	=	καταλογισιμότητα
καταλογισιμότητα	noun	η ιδιότητα του καταλογίσιμου
καταλογισιμότητας	=	καταλογισιμότητα
καταλογισιμότητες	=	καταλογισιμότητα
καταλογισμέ	noun	κλητική ενικού του καταλογισμός
καταλογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλογισμένο
καταλογισμένε	verb	κλητική ενικού του καταλογισμένος
καταλογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλογισμένη
καταλογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλογισμένος
καταλογισμένης	verb	γενική ενικού του καταλογισμένη
καταλογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλογισμένος
καταλογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλογισμένος
καταλογισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταλογίζω
καταλογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλογισμένος
καταλογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλογισμένος
καταλογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλογισμένος
καταλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλογισμός
καταλογισμού	noun	γενική ενικού του καταλογισμός
καταλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταλογισμός
καταλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταλογισμός
καταλογισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταλογίζω
καταλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταλογισμός
καταλογιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλογιστό
καταλογιστέ	adj	κλητική ενικού του καταλογιστός
καταλογιστέα	=	καταλογιστέος
καταλογιστέας	=	καταλογιστέος
καταλογιστέε	=	καταλογιστέος
καταλογιστέες	=	καταλογιστέος
καταλογιστέο	=	καταλογιστέος
καταλογιστέοι	=	καταλογιστέος
καταλογιστέος	adj	που πρέπει να καταλογιστεί
καταλογιστέου	=	καταλογιστέος
καταλογιστέους	=	καταλογιστέος
καταλογιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλογιστή
καταλογιστέων	=	καταλογιστέος
καταλογιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλογιστός
καταλογιστήκαμε	=	καταλογίζω
καταλογιστήκαν	=	καταλογίζω
καταλογιστήκανε	=	καταλογίζω
καταλογιστήκατε	=	καταλογίζω
καταλογιστής	adj	γενική ενικού του καταλογιστή
καταλογιστεί	=	καταλογίζω
καταλογιστείτε	=	καταλογίζω
καταλογιστη	=	καταλογιστός
καταλογιστο	=	καταλογιστός
καταλογιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλογιστός
καταλογιστού	adj	γενική ενικού του καταλογιστός
καταλογιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταλογιστός
καταλογιστό	noun	η ικανότητα για καταλογισμό
καταλογιστόν	noun|formal	άλλη μορφή του καταλογιστό
καταλογιστός	adj	αυτός που υπόκειται ή επιβαρύνεται με κάποιο καταλογισμό (ευθύνης, πράξης, πληρωμής τελών, κ.λπ.)
καταλογιστών	adj	γενική πληθυντικού του καταλογιστός
καταλογογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογράφηση	noun	η καταγραφή ομοειδών στοιχείων σε κατάλογο
καταλογογράφησης	noun	γενική ενικού του καταλογογράφηση
καταλογογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλογογράφηση
καταλογογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταλογογράφηση
καταλογογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταλογογράφηση
καταλογογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογογραφώ	verb	καταγράφω ομοειδή στοιχεία με μία συγκεκριμένη σειρά, σχηματίζω έναν κατάλογο
καταλογογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταλογογραφώ
καταλογών	=	καταλογή
καταλοιβάδα	noun|formal	το στάξιμο βαφής πάνω σε αγγείο
καταλυθήκαμε	=	καταλύω
καταλυθήκαν	=	καταλύω
καταλυθήκανε	=	καταλύω
καταλυθήκατε	=	καταλύω
καταλυθεί	=	καταλύω
καταλυθείς	=	καταλύω
καταλυθείτε	=	καταλύω
καταλυθούμε	=	καταλύω
καταλυθούν	=	καταλύω
καταλυθούνε	=	καταλύω
καταλυθώ	=	καταλύω
καταλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατάλυμα
καταλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλυμένο
καταλυμένε	verb	κλητική ενικού του καταλυμένος
καταλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλυμένη
καταλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλυμένος
καταλυμένης	verb	γενική ενικού του καταλυμένη
καταλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλυμένος
καταλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλυμένος
καταλυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταλύω
καταλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλυμένος
καταλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλυμένος
καταλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλυμένος
καταλυματίας	noun	τίτλος αξιωματικού του οικονομικού κλάδου του στρατού τον 19ο αιώνα, αντίστοιχος του υπολοχαγού
καταλυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλυπημένο
καταλυπημένε	verb	κλητική ενικού του καταλυπημένος
καταλυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλυπημένη
καταλυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλυπημένος
καταλυπημένης	verb	γενική ενικού του καταλυπημένη
καταλυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταλυπημένος
καταλυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλυπημένος
καταλυπημένος	verb	ο περίλυπος, ο υπερβολικά λυπημένος
καταλυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταλυπημένος
καταλυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταλυπημένος
καταλυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταλυπημένος
καταλυπώ	verb	λυπώ ιδιαίτερα
καταλυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταλυπώ
καταλυτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλυτής
καταλυτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταλυτής
καταλυτής	noun	κάποιος που καταλύει, που καταστρέφει
καταλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταλυτικός	adv	με καταλυτικό τρόπο
καταλυτικέ	adj	κλητική ενικού του καταλυτικός
καταλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταλυτική
καταλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταλυτικός
καταλυτικής	adj	γενική ενικού του καταλυτική
καταλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταλυτικός
καταλυτικού	adj	γενική ενικού του καταλυτικός
καταλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταλυτικός
καταλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταλυτικός
καταλυτικός	adj	καταστροφικός
καταλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταλυτικός
καταλυτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του καταλυτικά
καταλυτρών	=	καταλύτρα
καταλυτών	noun	γενική πληθυντικού του καταλυτής
καταλυόμασταν	=	καταλύω
καταλυόμαστε	=	καταλύω
καταλυόμουν	=	καταλύω
καταλυόμουνα	=	καταλύω
καταλυόντουσαν	=	καταλύω
καταλυόσασταν	=	καταλύω
καταλυόσαστε	=	καταλύω
καταλυόσουν	=	καταλύω
καταλυόσουνα	=	καταλύω
καταλυόταν	=	καταλύω
καταλυότανε	=	καταλύω
καταλόγιζα	=	καταλογίζω
καταλόγιζαν	=	καταλογίζω
καταλόγιζε	=	καταλογίζω
καταλόγιζες	=	καταλογίζω
καταλόγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλόγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλόγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλόγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλογίζω
καταλόγου	=	κατάλογος
καταλόγους	=	κατάλογος
καταλόγων	=	κατάλογος
καταλύαμε	=	καταλύω
καταλύαν	=	καταλύω
καταλύανε	=	καταλύω
καταλύατε	=	καταλύω
καταλύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταλύω
καταλύεις	=	καταλύω
καταλύεσαι	=	καταλύω
καταλύεστε	=	καταλύω
καταλύεται	=	καταλύω
καταλύετε	=	καταλύω
καταλύθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του καταλύω
καταλύθηκαν	=	καταλύω
καταλύθηκε	=	καταλύω
καταλύθηκες	=	καταλύω
καταλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλυμα
καταλύματος	noun	γενική ενικού του κατάλυμα
καταλύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταλύω
καταλύομε	=	καταλύω
καταλύομεν	=	καταλύω
καταλύονται	=	καταλύω
καταλύονταν	=	καταλύω
καταλύοντας	=	καταλύω
καταλύουμε	=	καταλύω
καταλύουν	=	καταλύω
καταλύουνε	=	καταλύω
καταλύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλυπώ
καταλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσαν	=	καταλύω
καταλύσανε	=	καταλύω
καταλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάλυση
καταλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάλυση
καταλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάλυση
καταλύσομε	=	καταλύω
καταλύσου	=	καταλύω
καταλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσουνε	=	καταλύω
καταλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
καταλύτες	=	καταλύτης
καταλύτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταλύτης
καταλύτης	noun	ουσία που αυξάνει την ταχύτητα μιας χημικής αντίδρασης, χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια
καταλύτρα	noun	θηλυκό του καταλύτης, αυτή που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διεργασίας
καταλύτρας	=	καταλύτρα
καταλύτρες	=	καταλύτρα
καταλύω	verb	διαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ
καταλώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του καταλύω, σταματάω τη νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες
καταλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταλώ
καταμάγευα	=	καταμαγεύω
καταμάγευαν	=	καταμαγεύω
καταμάγευε	=	καταμαγεύω
καταμάγευες	=	καταμαγεύω
καταμάγεψα	=	καταμαγεύω
καταμάγεψαν	=	καταμαγεύω
καταμάγεψε	=	καταμαγεύω
καταμάγεψες	=	καταμαγεύω
καταμάτωνα	=	καταματώνω
καταμάτωναν	=	καταματώνω
καταμάτωνε	=	καταματώνω
καταμάτωνες	=	καταματώνω
καταμάτωσα	=	καταματώνω
καταμάτωσαν	=	καταματώνω
καταμάτωσε	=	καταματώνω
καταμάτωσες	=	καταματώνω
καταμέριζα	=	καταμερίζω
καταμέριζαν	=	καταμερίζω
καταμέριζε	=	καταμερίζω
καταμέριζες	=	καταμερίζω
καταμέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμέριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταμερίζω
καταμέρισης	=	καταμέριση
καταμέτρα	=	καταμετρώ
καταμέτραγε	=	καταμετρώ
καταμέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμέτρηση	noun	η ενέργεια του καταμετρώ, η ακριβής μέτρηση ενός μεγέθους
καταμέτρησης	noun	γενική ενικού του καταμέτρηση
καταμήνια	=	καταμήνιος
καταμήνιας	=	καταμήνιος
καταμήνιε	=	καταμήνιος
καταμήνιες	=	καταμήνιος
καταμήνιο	=	καταμήνιος
καταμήνιοι	=	καταμήνιος
καταμήνιος	adj|formal	έμμηνος
καταμήνιου	=	καταμήνιος
καταμήνιους	=	καταμήνιος
καταμήνιων	=	καταμήνιος
καταμήνυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμήνυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμήνυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμήνυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμήνυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταμηνύω
καταμήνυσης	=	καταμήνυση
καταμαγέψαμε	=	καταμαγεύω
καταμαγέψαν	=	καταμαγεύω
καταμαγέψανε	=	καταμαγεύω
καταμαγέψατε	=	καταμαγεύω
καταμαγέψει	=	καταμαγεύω
καταμαγέψτε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύαμε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύαν	=	καταμαγεύω
καταμαγεύανε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύατε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύει	=	καταμαγεύω
καταμαγεύεις	=	καταμαγεύω
καταμαγεύετε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύομαι	=	καταμαγεύω
καταμαγεύοντας	=	καταμαγεύω
καταμαγεύουμε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύουν	=	καταμαγεύω
καταμαγεύουνε	=	καταμαγεύω
καταμαγεύω	verb	μαγεύω κάποιον σε μεγάλο βαθμό, τον γοητεύω και τον συναρπάζω
καταμαράν	noun	είδος σκαφών με δύο παράλληλες γάστρες όπου στερεώνεται ο σκελετός
καταμαρτυρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσεων	=	καταμαρτύρηση
καταμαρτυρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτυρώ	verb	προσάπτω κατηγορίες
καταμαρτυρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτύρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτύρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτύρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτύρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαρτυρώ
καταμαρτύρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταμαρτυρώ
καταμαρτύρησης	=	καταμαρτύρηση
καταματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταματωμένο
καταματωμένε	verb	κλητική ενικού του καταματωμένος
καταματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταματωμένη
καταματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταματωμένος
καταματωμένης	verb	γενική ενικού του καταματωμένη
καταματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταματωμένος
καταματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταματωμένος
καταματωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταματώνω
καταματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταματωμένος
καταματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταματωμένος
καταματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταματωμένος
καταματώναμε	=	καταματώνω
καταματώναν	=	καταματώνω
καταματώνανε	=	καταματώνω
καταματώνατε	=	καταματώνω
καταματώνει	=	καταματώνω
καταματώνεις	=	καταματώνω
καταματώνετε	=	καταματώνω
καταματώνοντας	=	καταματώνω
καταματώνουμε	=	καταματώνω
καταματώνουν	=	καταματώνω
καταματώνουνε	=	καταματώνω
καταματώνω	verb	πληγώνω κάποιον πολύ, ώστε να γεμίσει αίματα
καταματώσαμε	=	καταματώνω
καταματώσαν	=	καταματώνω
καταματώσανε	=	καταματώνω
καταματώσατε	=	καταματώνω
καταματώσει	=	καταματώνω
καταματώστε	=	καταματώνω
καταμαυρίζαμε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζαν	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζανε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζατε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζει	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζεις	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζετε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζοντας	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζουμε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζουν	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζουνε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίζω	verb	μαυρίζω ιδιαιτέρως, πολύ
καταμαυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσαν	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίσανε	=	καταμαυρίζω
καταμαυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμαυρισμένο
καταμαυρισμένε	verb	κλητική ενικού του καταμαυρισμένος
καταμαυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμαυρισμένη
καταμαυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταμαυρισμένος
καταμαυρισμένης	verb	γενική ενικού του καταμαυρισμένη
καταμαυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταμαυρισμένος
καταμαυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταμαυρισμένος
καταμαυρισμένος	verb	που έχει μαυρίσει πλήρως, εντελώς
καταμαυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταμαυρισμένος
καταμαυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταμαυρισμένος
καταμαυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταμαυρισμένος
καταμαύριζα	=	καταμαυρίζω
καταμαύριζαν	=	καταμαυρίζω
καταμαύριζε	=	καταμαυρίζω
καταμαύριζες	=	καταμαυρίζω
καταμαύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμαύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμαυρίζω
καταμερίζαμε	=	καταμερίζω
καταμερίζαν	=	καταμερίζω
καταμερίζανε	=	καταμερίζω
καταμερίζατε	=	καταμερίζω
καταμερίζει	=	καταμερίζω
καταμερίζεις	=	καταμερίζω
καταμερίζετε	=	καταμερίζω
καταμερίζομαι	=	καταμερίζω
καταμερίζοντας	=	καταμερίζω
καταμερίζουμε	=	καταμερίζω
καταμερίζουν	=	καταμερίζω
καταμερίζουνε	=	καταμερίζω
καταμερίζω	verb|formal	κάνω τη μοιρασιά και δίνω το μερίδιο στον καθένα
καταμερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσαν	=	καταμερίζω
καταμερίσανε	=	καταμερίζω
καταμερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσεων	=	καταμέριση
καταμερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμερίζω
καταμερισμέ	noun	κλητική ενικού του καταμερισμός
καταμερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμερισμένο
καταμερισμένε	verb	κλητική ενικού του καταμερισμένος
καταμερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμερισμένη
καταμερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταμερισμένος
καταμερισμένης	verb	γενική ενικού του καταμερισμένη
καταμερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταμερισμένος
καταμερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταμερισμένος
καταμερισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταμερίζω
καταμερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταμερισμένος
καταμερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταμερισμένος
καταμερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταμερισμένος
καταμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταμερισμός
καταμερισμού	noun	γενική ενικού του καταμερισμός
καταμερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταμερισμός
καταμερισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταμερισμός
καταμερισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταμερίζω
καταμερισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταμερισμός
καταμεσήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμεσήμερο	adv	ακριβώς το μεσημέρι, την ώρα του μεσημεριού
καταμεσήμερο	noun	ακριβώς το μεσημέρι, η ώρα του μεσημεριού	adv	ακριβώς το μεσημέρι, την ώρα του μεσημεριού
καταμεσήμερου	noun	γενική ενικού του καταμεσήμερο
καταμεσήμερων	noun	γενική πληθυντικού του καταμεσήμερο
καταμεσής	adv	στη μέση
καταμεσίς	adv	στη μέση
καταμετρά	=	καταμετρώ
καταμετράει	=	καταμετρώ
καταμετράμε	=	καταμετρώ
καταμετράν	=	καταμετρώ
καταμετράνε	=	καταμετρώ
καταμετράς	=	καταμετρώ
καταμετράτε	=	καταμετρώ
καταμετράω	=	καταμετρώ
καταμετρήθηκα	=	καταμετρώ
καταμετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήσαν	=	καταμετρώ
καταμετρήσανε	=	καταμετρώ
καταμετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμέτρηση
καταμετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταμέτρηση
καταμετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταμέτρηση
καταμετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμετρώ
καταμετρήτρια	noun	θηλυκό του καταμετρητής
καταμετρήτριας	=	καταμετρήτρια
καταμετρήτριες	=	καταμετρήτρια
καταμετρηθέν	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθέντα	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθέντες	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθέντος	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθέντων	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος καταμετρώ καταμετρημένος, που καταμετρήθηκε
καταμετρηθείσα	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθείσας	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθείσες	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθείσης	=	καταμετρηθείς
καταμετρηθεισών	=	καταμετρηθείς
καταμετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμετρημένο
καταμετρημένε	verb	κλητική ενικού του καταμετρημένος
καταμετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμετρημένη
καταμετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταμετρημένος
καταμετρημένης	verb	γενική ενικού του καταμετρημένη
καταμετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταμετρημένος
καταμετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταμετρημένος
καταμετρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταμετρώ
καταμετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταμετρημένος
καταμετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταμετρημένος
καταμετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταμετρημένος
καταμετρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμετρητής
καταμετρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταμετρητής
καταμετρητής	noun	άτομο που καταμετρά
καταμετρητριών	=	καταμετρήτρια
καταμετρητών	noun	γενική πληθυντικού του καταμετρητής
καταμετριέμαι	=	καταμετρώ
καταμετρούμαι	=	καταμετρώ
καταμετρούμε	=	καταμετρώ
καταμετρούν	=	καταμετρώ
καταμετρούνε	=	καταμετρώ
καταμετρούσα	=	καταμετρώ
καταμετρούσαμε	=	καταμετρώ
καταμετρούσαν	=	καταμετρώ
καταμετρούσανε	=	καταμετρώ
καταμετρούσατε	=	καταμετρώ
καταμετρούσε	=	καταμετρώ
καταμετρούσες	=	καταμετρώ
καταμετρώ	verb	υπολογίζω / μετρώ ακριβώς το μήκος, τον όγκο κ.λπ., συνήθως χρησιμοποιώντας ειδικά όργανα ή μεθόδους
καταμετρώμαι	=	καταμετρώ
καταμετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταμετρώ
καταμηνίων	=	καταμήνιος
καταμηνύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμήνυση
καταμηνύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσεων	=	καταμήνυση
καταμηνύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταμηνύω
καταμηνύω	verb	προβαίνω σε καταγγελία αξιόποινης πράξης
καταμοσχευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμοσχευμένο
καταμοσχευμένε	verb	κλητική ενικού του καταμοσχευμένος
καταμοσχευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταμοσχευμένη
καταμοσχευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταμοσχευμένος
καταμοσχευμένης	verb	γενική ενικού του καταμοσχευμένη
καταμοσχευμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταμοσχευμένος
καταμοσχευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταμοσχευμένος
καταμοσχευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταμοσχεύω
καταμοσχευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταμοσχευμένος
καταμοσχευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταμοσχευμένος
καταμοσχευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταμοσχευμένος
καταμοσχεύσεις	=	καταμόσχευση
καταμοσχεύσεων	=	καταμόσχευση
καταμοσχεύω	verb	μπολιάζω
καταμουντζουρωθήκαμε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωθήκαν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωθήκανε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωθήκατε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωθεί	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωθείτε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωμένα	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένε	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένες	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένη	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένης	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένο	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένοι	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρωμένου	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένους	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωμένων	=	καταμουντζουρωμένος
καταμουντζουρωνόμασταν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόμαστε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόμουν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόμουνα	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόντουσαν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόσασταν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόσαστε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόσουν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόσουνα	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνόταν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρωνότανε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώθηκα	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώθηκαν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώθηκε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώθηκες	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώναμε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώναν	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνανε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνατε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνει	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνεις	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνεσαι	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώνεστε	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώνεται	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώνετε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνονται	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώνονταν	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώνοντας	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνου	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώνουμε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνουν	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνουνε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώνω	verb	μουντζουρώνω εντελώς
καταμουντζουρώσαμε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώσαν	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώσανε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώσατε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώσει	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζουρώσου	=	καταμουντζουρώνομαι
καταμουντζουρώστε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωνα	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωναν	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωνε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωνες	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωσα	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωσαν	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωσε	=	καταμουντζουρώνω
καταμουντζούρωσες	=	καταμουντζουρώνω
καταμόναχα	=	καταμόναχος
καταμόναχε	=	καταμόναχος
καταμόναχες	=	καταμόναχος
καταμόναχη	=	καταμόναχος
καταμόναχης	=	καταμόναχος
καταμόναχο	=	καταμόναχος
καταμόναχοι	=	καταμόναχος
καταμόναχος	adj	εντελώς μόνος
καταμόναχου	=	καταμόναχος
καταμόναχους	=	καταμόναχος
καταμόναχων	=	καταμόναχος
καταμόσχευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταμοσχεύω
καταμόσχευσης	=	καταμόσχευση
κατανάγκαζα	=	καταναγκάζω
κατανάγκαζαν	=	καταναγκάζω
κατανάγκαζε	=	καταναγκάζω
κατανάγκαζες	=	καταναγκάζω
κατανάγκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
κατανάγκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
κατανάγκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
κατανάγκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
κατανάγκη	noun	εξαναγκασμός	adv	αναγκαστικά
κατανάλωνα	=	καταναλώνω
κατανάλωναν	=	καταναλώνω
κατανάλωνε	=	καταναλώνω
κατανάλωνες	=	καταναλώνω
κατανάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
κατανάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
κατανάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
κατανάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
κατανάλωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταναλώνω, η αγορά και χρήση προϊόντων, υπηρεσιών
κατανάλωσης	noun	γενική ενικού του κατανάλωση
κατανέμαμε	=	κατανέμω
κατανέμαν	=	κατανέμω
κατανέμανε	=	κατανέμω
κατανέματε	=	κατανέμω
κατανέμει	=	κατανέμω
κατανέμεις	=	κατανέμω
κατανέμετε	=	κατανέμω
κατανέμομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατανέμω
κατανέμονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του κατανέμομαι
κατανέμοντας	=	κατανέμω
κατανέμουμε	=	κατανέμω
κατανέμουν	=	κατανέμω
κατανέμουνε	=	κατανέμω
κατανέμω	verb	μοιράζω, διαμοιράζω, διανέμω, καταμερίζω
κατανίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατανικώ
κατανίκησης	=	κατανίκηση
κατανίκησις	noun	η κατανίκηση
καταναγκάζαμε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζαν	=	καταναγκάζω
καταναγκάζανε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζατε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζει	=	καταναγκάζω
καταναγκάζεις	=	καταναγκάζω
καταναγκάζεσαι	=	καταναγκάζω
καταναγκάζεστε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζεται	=	καταναγκάζω
καταναγκάζετε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζομαι	=	καταναγκάζω
καταναγκάζομε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζονται	=	καταναγκάζω
καταναγκάζονταν	=	καταναγκάζω
καταναγκάζοντας	=	καταναγκάζω
καταναγκάζουμε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζουν	=	καταναγκάζω
καταναγκάζουνε	=	καταναγκάζω
καταναγκάζω	verb	αναγκάζω βίαια ή πιεστικά κάποιον να ενεργήσει ή να κάνει κάτι
καταναγκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσαν	=	καταναγκάζω
καταναγκάσανε	=	καταναγκάζω
καταναγκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσομε	=	καταναγκάζω
καταναγκάσου	=	καταναγκάζω
καταναγκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάσουνε	=	καταναγκάζω
καταναγκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκάστηκα	=	καταναγκάζω
καταναγκάστηκαν	=	καταναγκάζω
καταναγκάστηκε	=	καταναγκάζω
καταναγκάστηκες	=	καταναγκάζω
καταναγκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναγκάζω
καταναγκαζόμασταν	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόμαστε	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόμουν	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόμουνα	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόντουσαν	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόσασταν	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόσαστε	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόσουν	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόσουνα	=	καταναγκάζω
καταναγκαζόταν	=	καταναγκάζω
καταναγκαζότανε	=	καταναγκάζω
καταναγκασμέ	noun	κλητική ενικού του καταναγκασμός
καταναγκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναγκασμένο
καταναγκασμένε	verb	κλητική ενικού του καταναγκασμένος
καταναγκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναγκασμένη
καταναγκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταναγκασμένος
καταναγκασμένης	verb	γενική ενικού του καταναγκασμένη
καταναγκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταναγκασμένος
καταναγκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναγκασμένος
καταναγκασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταναγκάζω
καταναγκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταναγκασμένος
καταναγκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταναγκασμένος
καταναγκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταναγκασμένος
καταναγκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναγκασμός
καταναγκασμού	noun	γενική ενικού του καταναγκασμός
καταναγκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταναγκασμός
καταναγκασμό	noun	αιτιατική ενικού του καταναγκασμός
καταναγκασμός	noun	η εξωτερική δύναμη/ενέργεια που οδηγεί τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα παρά τη θέλησή τους καθώς και το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας
καταναγκασμών	noun	γενική πληθυντικού του καταναγκασμός
καταναγκαστήκαμε	=	καταναγκάζω
καταναγκαστήκαν	=	καταναγκάζω
καταναγκαστήκανε	=	καταναγκάζω
καταναγκαστήκατε	=	καταναγκάζω
καταναγκαστεί	=	καταναγκάζω
καταναγκαστείς	=	καταναγκάζω
καταναγκαστείτε	=	καταναγκάζω
καταναγκαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναγκαστικό	adv	με καταναγκαστικό τρόπο
καταναγκαστικέ	adj	κλητική ενικού του καταναγκαστικός
καταναγκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναγκαστική
καταναγκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταναγκαστικός
καταναγκαστικής	adj	γενική ενικού του καταναγκαστική
καταναγκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναγκαστικός
καταναγκαστικού	adj	γενική ενικού του καταναγκαστικός
καταναγκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταναγκαστικός
καταναγκαστικό	adj	αιτιατική ενικού του καταναγκαστικός
καταναγκαστικός	adj	ο επιβαλλόμενος δια νόμου, διαταγής ή άσκησης βίας
καταναγκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του καταναγκαστικός
καταναγκαστικώς	adv|dated	καταναγκαστικά
καταναγκαστούμε	=	καταναγκάζω
καταναγκαστούν	=	καταναγκάζω
καταναγκαστούνε	=	καταναγκάζω
καταναγκαστώ	=	καταναγκάζω
καταναλίσκω	verb|formal	καταναλώνω
καταναλωθέν	=	καταναλωθείς
καταναλωθέντα	=	καταναλωθείς
καταναλωθέντας	=	καταναλωθείς
καταναλωθέντες	=	καταναλωθείς
καταναλωθέντος	=	καταναλωθείς
καταναλωθέντων	=	καταναλωθείς
καταναλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθήκαν	=	καταναλώνω
καταναλωθήκανε	=	καταναλώνω
καταναλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθείσα	=	καταναλωθείς
καταναλωθείσας	=	καταναλωθείς
καταναλωθείσες	=	καταναλωθείς
καταναλωθείσης	=	καταναλωθείς
καταναλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθεισών	=	καταναλωθείς
καταναλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωθούνε	=	καταναλώνω
καταναλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλωμένο
καταναλωμένε	verb	κλητική ενικού του καταναλωμένος
καταναλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλωμένη
καταναλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταναλωμένος
καταναλωμένης	verb	γενική ενικού του καταναλωμένη
καταναλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταναλωμένος
καταναλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναλωμένος
καταναλωμένος	verb	που έχει καταναλωθεί
καταναλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταναλωμένος
καταναλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταναλωμένος
καταναλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταναλωμένος
καταναλωνόμασταν	=	καταναλώνω
καταναλωνόμαστε	=	καταναλώνω
καταναλωνόμουν	=	καταναλώνω
καταναλωνόμουνα	=	καταναλώνω
καταναλωνόντουσαν	=	καταναλώνω
καταναλωνόσασταν	=	καταναλώνω
καταναλωνόσαστε	=	καταναλώνω
καταναλωνόσουν	=	καταναλώνω
καταναλωνόσουνα	=	καταναλώνω
καταναλωνόταν	=	καταναλώνω
καταναλωνότανε	=	καταναλώνω
καταναλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλωτής
καταναλωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταναλωτής
καταναλωτής	noun	αυτός που καταναλώνει, που αγοράζει καταναλωτικά αγαθά
καταναλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλωτικό
καταναλωτικέ	adj	κλητική ενικού του καταναλωτικός
καταναλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλωτική
καταναλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταναλωτικός
καταναλωτικής	adj	γενική ενικού του καταναλωτική
καταναλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναλωτικός
καταναλωτικού	adj	γενική ενικού του καταναλωτικός
καταναλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταναλωτικός
καταναλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταναλωτικός
καταναλωτικός	adj	σχετικός με την κατανάλωση
καταναλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταναλωτικός
καταναλωτισμέ	noun	κλητική ενικού του καταναλωτισμός
καταναλωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναλωτισμός
καταναλωτισμού	noun	γενική ενικού του καταναλωτισμός
καταναλωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταναλωτισμός
καταναλωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταναλωτισμός
καταναλωτισμός	noun	η οικονομική και κοινωνική τάση που προάγει την υπερβολική κατανάλωση, δηλαδή την κατανάλωση μη αναγκαίων αγαθών ή απαραίτητων μεν, αλλά σε μη αναγκαίες ποσότητες
καταναλωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταναλωτισμός
καταναλωτριών	noun	γενική πληθυντικού του καταναλώτρια
καταναλωτών	noun	γενική πληθυντικού του καταναλωτής
καταναλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνομαι
καταναλώναμε	=	καταναλώνω
καταναλώναν	=	καταναλώνω
καταναλώνανε	=	καταναλώνω
καταναλώνατε	=	καταναλώνω
καταναλώνει	=	καταναλώνω
καταναλώνεις	=	καταναλώνω
καταναλώνεσαι	=	καταναλώνω
καταναλώνεστε	=	καταναλώνω
καταναλώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταναλώνομαι
καταναλώνετε	=	καταναλώνω
καταναλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταναλώνω
καταναλώνομε	=	καταναλώνω
καταναλώνονται	=	καταναλώνω
καταναλώνονταν	=	καταναλώνω
καταναλώνοντας	=	καταναλώνω
καταναλώνουμε	=	καταναλώνω
καταναλώνουν	=	καταναλώνω
καταναλώνουνε	=	καταναλώνω
καταναλώνω	verb|figurative	ξοδεύω, δαπανώ
καταναλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσαν	=	καταναλώνω
καταναλώσανε	=	καταναλώνω
καταναλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανάλωση
καταναλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατανάλωση
καταναλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατανάλωση
καταναλώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλώσιμο
καταναλώσιμε	adj	κλητική ενικού του καταναλώσιμος
καταναλώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλώσιμη
καταναλώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταναλώσιμος
καταναλώσιμης	adj	γενική ενικού του καταναλώσιμη
καταναλώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του καταναλώσιμος
καταναλώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταναλώσιμος
καταναλώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να καταναλωθεί, είναι κατάλληλος για κατανάλωση ή προορίζεται γι’ αυτή
καταναλώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταναλώσιμος
καταναλώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταναλώσιμος
καταναλώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταναλώσιμος
καταναλώσομε	=	καταναλώνω
καταναλώσου	=	καταναλώνω
καταναλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσουνε	=	καταναλώνω
καταναλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναλώνω
καταναλώτρια	noun	θηλυκό του καταναλωτής
καταναλώτριας	noun	γενική ενικού του καταναλώτρια
καταναλώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναλώτρια
καταναυμάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμάχηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταναυμαχώ, η επικράτηση επί αντιπάλου σε ναυμαχία
καταναυμάχησης	noun	γενική ενικού του καταναυμάχηση
καταναυμαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταναυμάχηση
καταναυμαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταναυμάχηση
καταναυμαχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταναυμάχηση
καταναυμαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταναυμαχώ
καταναυμαχούμαι	=	καταναυμαχώ
καταναυμαχώ	verb	ναυμαχώ και νικώ τελείως τους εχθρούς
καταναυμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταναυμαχώ
κατανείμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμαν	=	κατανέμω
κατανείμανε	=	κατανέμω
κατανείματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανείμτε	=	κατανέμω
κατανείμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανέμω
κατανεμηθέν	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθέντα	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθέντες	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθέντος	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθέντων	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθείς	verb|formal	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος κατανέμω: κατανεμημένος, που κατανεμήθηκε, μοιράστηκε
κατανεμηθείσα	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθείσας	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθείσες	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθείσης	=	κατανεμηθείς
κατανεμηθεισών	=	κατανεμηθείς
κατανεμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανεμημένο
κατανεμημένε	verb	κλητική ενικού του κατανεμημένος
κατανεμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανεμημένη
κατανεμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανεμημένος
κατανεμημένης	verb	γενική ενικού του κατανεμημένη
κατανεμημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατανεμημένος
κατανεμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανεμημένος
κατανεμημένος	verb	που έχει κατανεμηθεί
κατανεμημένου	verb	γενική ενικού του κατανεμημένος
κατανεμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατανεμημένος
κατανεμημένων	verb	γενική πληθυντικού του κατανεμημένος
κατανεμητέα	=	κατανεμητέος
κατανεμητέας	=	κατανεμητέος
κατανεμητέε	=	κατανεμητέος
κατανεμητέες	=	κατανεμητέος
κατανεμητέο	=	κατανεμητέος
κατανεμητέοι	=	κατανεμητέος
κατανεμητέος	adj	που πρέπει να κατανεμηθεί
κατανεμητέου	=	κατανεμητέος
κατανεμητέους	=	κατανεμητέος
κατανεμητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανεμητής
κατανεμητέων	=	κατανεμητέος
κατανεμητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατανεμητής
κατανεμητής	noun	συσκευή που κατανέμει κάτι
κατανεμητών	noun	γενική πληθυντικού του κατανεμητής
κατανευριασμένα	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένε	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένες	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένη	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένης	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένο	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένοι	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατανευριάζω
κατανευριασμένου	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένους	=	κατανευριασμένος
κατανευριασμένων	=	κατανευριασμένος
κατανεύαμε	=	κατανεύω
κατανεύαν	=	κατανεύω
κατανεύανε	=	κατανεύω
κατανεύατε	=	κατανεύω
κατανεύει	=	κατανεύω
κατανεύεις	=	κατανεύω
κατανεύετε	=	κατανεύω
κατανεύοντας	=	κατανεύω
κατανεύουμε	=	κατανεύω
κατανεύουν	=	κατανεύω
κατανεύουνε	=	κατανεύω
κατανεύσαμε	=	κατανεύω
κατανεύσαν	=	κατανεύω
κατανεύσανε	=	κατανεύω
κατανεύσατε	=	κατανεύω
κατανεύσει	=	κατανεύω
κατανεύσεις	=	κατάνευση
κατανεύσεων	=	κατάνευση
κατανεύστε	=	κατανεύω
κατανεύω	verb|formal	συναινώ / συγκατατίθεμαι γνέφοντας με το κεφάλι μου προς τα κάτω
κατανικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανίκηση
κατανικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήσεων	=	κατανίκηση
κατανικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανικώ
κατανικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανικημένο
κατανικημένε	verb	κλητική ενικού του κατανικημένος
κατανικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανικημένη
κατανικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανικημένος
κατανικημένης	verb	γενική ενικού του κατανικημένη
κατανικημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατανικημένος
κατανικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανικημένος
κατανικημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατανικώ
κατανικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατανικημένος
κατανικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατανικημένος
κατανικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατανικημένος
κατανικώ	verb	νικώ ολοκληρωτικά
κατανικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατανικώ
κατανοήθηκα	verb	α' πρόσωπο ενικού στην οριστική παθητικού αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήθηκαν	=	κατανοώ
κατανοήθηκε	=	κατανοώ
κατανοήθηκες	=	κατανοώ
κατανοήματα	=	κατανόημα
κατανοήματος	=	κατανόημα
κατανοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήσαν	=	κατανοώ
κατανοήσανε	=	κατανοώ
κατανοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανοώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανόηση
κατανοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατανόηση
κατανοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατανόηση
κατανοήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοήσιμο
κατανοήσιμε	adj	κλητική ενικού του κατανοήσιμος
κατανοήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοήσιμη
κατανοήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανοήσιμος
κατανοήσιμης	adj	γενική ενικού του κατανοήσιμη
κατανοήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του κατανοήσιμος
κατανοήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανοήσιμος
κατανοήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να γίνει κατανοητός
κατανοήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατανοήσιμος
κατανοήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατανοήσιμος
κατανοήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατανοήσιμος
κατανοήσου	=	κατανοώ
κατανοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανοεί	=	κατανοώ
κατανοείς	=	κατανοώ
κατανοείσαι	=	κατανοώ
κατανοείστε	=	κατανοώ
κατανοείται	=	κατανοώ
κατανοείτε	=	κατανοώ
κατανοηθήκαμε	=	κατανοώ
κατανοηθήκαν	=	κατανοώ
κατανοηθήκανε	=	κατανοώ
κατανοηθήκατε	=	κατανοώ
κατανοηθεί	=	κατανοώ
κατανοηθείτε	=	κατανοώ
κατανοημάτων	=	κατανόημα
κατανοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοημένο
κατανοημένε	verb	κλητική ενικού του κατανοημένος
κατανοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοημένη
κατανοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανοημένος
κατανοημένης	verb	γενική ενικού του κατανοημένη
κατανοημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατανοημένος
κατανοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανοημένος
κατανοημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατανοώ
κατανοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατανοημένος
κατανοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατανοημένος
κατανοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατανοημένος
κατανοητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοητό	adv	με κατανοητό τρόπο
κατανοητέ	adj	κλητική ενικού του κατανοητός
κατανοητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοητή
κατανοητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανοητός
κατανοητής	adj	γενική ενικού του κατανοητή
κατανοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοητικό
κατανοητικέ	adj	κλητική ενικού του κατανοητικός
κατανοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανοητική
κατανοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανοητικός
κατανοητικής	adj	γενική ενικού του κατανοητική
κατανοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανοητικός
κατανοητικού	adj	γενική ενικού του κατανοητικός
κατανοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατανοητικός
κατανοητικό	adj	αιτιατική ενικού του κατανοητικός
κατανοητικός	adj|formal	που δείχνει κατανόηση
κατανοητικών	adj	γενική πληθυντικού του κατανοητικός
κατανοητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανοητός
κατανοητού	adj	γενική ενικού του κατανοητός
κατανοητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατανοητός
κατανοητό	adj	αιτιατική ενικού του κατανοητός
κατανοητός	adj	που είναι δυνατόν να τον κατανοήσουμε
κατανοητών	adj	γενική πληθυντικού του κατανοητός
κατανομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανομή
κατανομή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατανέμω
κατανομής	noun	γενική ενικού του κατανομή
κατανομών	noun	γενική πληθυντικού του κατανομή
κατανοούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατανοώ
κατανοούμασταν	=	κατανοώ
κατανοούμαστε	=	κατανοώ
κατανοούμε	=	κατανοώ
κατανοούμουν	=	κατανοώ
κατανοούν	=	κατανοώ
κατανοούνε	=	κατανοώ
κατανοούνται	=	κατανοώ
κατανοούνταν	=	κατανοώ
κατανοούσα	=	κατανοώ
κατανοούσαμε	=	κατανοώ
κατανοούσαν	=	κατανοώ
κατανοούσανε	=	κατανοώ
κατανοούσασταν	=	κατανοώ
κατανοούσαστε	=	κατανοώ
κατανοούσατε	=	κατανοώ
κατανοούσε	=	κατανοώ
κατανοούσες	=	κατανοώ
κατανοούσουν	=	κατανοώ
κατανοώ	verb	καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, πιάνω
κατανοώντας	=	κατανοώ
καταντά	=	καταντάω
καταντάγαμε	=	καταντάω
καταντάγανε	=	καταντάω
καταντάγατε	=	καταντάω
καταντάει	=	καταντάω
καταντάμε	=	καταντάω
καταντάν	=	καταντάω
καταντάνε	=	καταντάω
καταντάς	=	καταντάω
καταντάτε	=	καταντάω
καταντάω	verb	φτάνω σε μια κατάσταση άσχημη ή με αρνητικά χαρακτηρισικά
καταντήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάντημα
καταντήματος	noun	γενική ενικού του κατάντημα
καταντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσαν	=	καταντάω
καταντήσανε	=	καταντάω
καταντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσουνε	=	καταντάω
καταντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντώ
καταντίπ	adv|vulgar	επιτατικό του ντιπ
καταντημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατάντημα
καταντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταντημένο
καταντημένε	verb	κλητική ενικού του καταντημένος
καταντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταντημένη
καταντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταντημένος
καταντημένης	verb	γενική ενικού του καταντημένη
καταντημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταντημένος
καταντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταντημένος
καταντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταντάω / καταντώ
καταντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταντημένος
καταντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταντημένος
καταντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταντημένος
καταντικρύ	adv	ακριβώς απέναντι
καταντούμε	=	καταντάω
καταντούν	=	καταντάω
καταντούνε	=	καταντάω
καταντούσα	=	καταντάω
καταντούσαμε	=	καταντάω
καταντούσαν	=	καταντάω
καταντούσανε	=	καταντάω
καταντούσατε	=	καταντάω
καταντούσε	=	καταντάω
καταντούσες	=	καταντάω
καταντράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντρέπομαι	verb	νιώθω πολύ μεγάλη ντροπή
καταντραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντρέπομαι
καταντροπιάζω	verb	ντροπιάζω κάποιον πάρα πολύ
καταντροπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντροπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντροπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντροπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντροπιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταντροπιασμένο
καταντροπιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταντροπιασμένος
καταντροπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταντροπιασμένη
καταντροπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταντροπιασμένος
καταντροπιασμένης	verb	γενική ενικού του καταντροπιασμένη
καταντροπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταντροπιασμένος
καταντροπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταντροπιασμένος
καταντροπιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταντροπιάζω
καταντροπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταντροπιασμένος
καταντροπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταντροπιασμένος
καταντροπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταντροπιασμένος
καταντροπιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντροπιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζομαι
καταντρόπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντρόπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντρόπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντρόπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταντροπιάζω
καταντώ	verb	άλλη μορφή του καταντάω
καταντώντας	=	καταντάω
κατανυκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανυκτικό	adv	με κατανυκτικό τρόπο, με κατανυκτικότητα
κατανυκτικέ	adj	κλητική ενικού του κατανυκτικός
κατανυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανυκτική
κατανυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανυκτικός
κατανυκτικής	adj	γενική ενικού του κατανυκτική
κατανυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανυκτικός
κατανυκτικοτήτων	=	κατανυκτικότητα
κατανυκτικού	adj	γενική ενικού του κατανυκτικός
κατανυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατανυκτικός
κατανυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του κατανυκτικός	noun	τροπάριο με το οποίο εκφράζεται κατάνυξη
κατανυκτικός	adj	που έχει σχέση με κατάνυξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή χαρακτηρίζεται απ’ αυτή
κατανυκτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του κατανυκτικού
κατανυκτικότητας	=	κατανυκτικότητα
κατανυκτικότητες	=	κατανυκτικότητα
κατανυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του κατανυκτικός
κατανυκτικώς	adv|dated	κατανυκτικά
κατανυχτιά	=	κατανυχτικά
κατανυχτιέ	=	κατανυχτικά
κατανυχτιές	=	κατανυχτικά
κατανυχτιή	=	κατανυχτικά
κατανυχτιής	=	κατανυχτικά
κατανυχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανυχτικό	adv	άλλη μορφή του κατανυκτικά
κατανυχτικέ	adj	κλητική ενικού του κατανυχτικός
κατανυχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατανυχτική
κατανυχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατανυχτικός
κατανυχτικής	adj	γενική ενικού του κατανυχτική
κατανυχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατανυχτικός
κατανυχτικού	adj	γενική ενικού του κατανυχτικός
κατανυχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατανυχτικός
κατανυχτικό	adj	αιτιατική ενικού του κατανυχτικός
κατανυχτικός	adj	άλλη μορφή του κατανυκτικός
κατανυχτικών	adj	γενική πληθυντικού του κατανυχτικός
κατανυχτιοί	=	κατανυχτικά
κατανυχτιού	=	κατανυχτικά
κατανυχτιούς	=	κατανυχτικά
κατανυχτιό	=	κατανυχτικά
κατανυχτιός	=	κατανυχτικά
κατανυχτιών	=	κατανυχτικά
κατανόημα	noun	συνώνυμο του αντίλημμα
κατανόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατανοώ
κατανόηση	noun	το να καταλαβαίνει κανείς μια κατάσταση
κατανόησης	noun	γενική ενικού του κατανόηση
κατανύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάνυξη
κατανύξεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάνυξη
κατανύξεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάνυξη
κατανύσσομαι	verb|formal	νιώθω κατάνυξη, βαθιά θρησκευτική συγκίνηση ή ευλάβεια
κατανύσσω	verb|formal	προκαλώ κατάνυξη, βαθιά θρησκευτική συγκίνηση ή ευλάβεια
καταξέραινα	=	καταξεραίνω
καταξέραιναν	=	καταξεραίνω
καταξέραινε	=	καταξεραίνω
καταξέραινες	=	καταξεραίνω
καταξέρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξέραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξέρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξέρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξέσκιζα	=	καταξεσκίζω
καταξέσκιζαν	=	καταξεσκίζω
καταξέσκιζε	=	καταξεσκίζω
καταξέσκιζες	=	καταξεσκίζω
καταξέσκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξέσκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξέσκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξέσκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξέσκισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταξεσκίζω
καταξέσχιζα	=	καταξεσχίζω
καταξέσχιζαν	=	καταξεσχίζω
καταξέσχιζε	=	καταξεσχίζω
καταξέσχιζες	=	καταξεσχίζω
καταξέσχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξέσχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξέσχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξέσχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξέσχισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταξεσχίζω
καταξήραινα	=	καταξηραίνω
καταξήραιναν	=	καταξηραίνω
καταξήραινε	=	καταξηραίνω
καταξήραινες	=	καταξηραίνω
καταξήρανα	=	καταξηραίνω
καταξήραναν	=	καταξηραίνω
καταξήρανε	=	καταξηραίνω
καταξήρανες	=	καταξηραίνω
καταξίωνα	=	καταξιώνω
καταξίωναν	=	καταξιώνω
καταξίωνε	=	καταξιώνω
καταξίωνες	=	καταξιώνω
καταξίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξίωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού καταξιώνω, η παραδοχή της αξίας κάποιου
καταξίωσης	noun	γενική ενικού του καταξίωση
καταξεράθηκα	=	καταξεραίνομαι
καταξεράθηκαν	=	καταξεραίνομαι
καταξεράθηκε	=	καταξεραίνομαι
καταξεράθηκες	=	καταξεραίνομαι
καταξεράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράναν	=	καταξεραίνω
καταξεράνανε	=	καταξεραίνω
καταξεράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεραίνω
καταξεράσου	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίναμε	=	καταξεραίνω
καταξεραίναν	=	καταξεραίνω
καταξεραίνανε	=	καταξεραίνω
καταξεραίνατε	=	καταξεραίνω
καταξεραίνει	=	καταξεραίνω
καταξεραίνεις	=	καταξεραίνω
καταξεραίνεσαι	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίνεστε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίνεται	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίνετε	=	καταξεραίνω
καταξεραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταξεραίνω
καταξεραίνονται	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίνονταν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίνοντας	=	καταξεραίνω
καταξεραίνου	=	καταξεραίνομαι
καταξεραίνουμε	=	καταξεραίνω
καταξεραίνουν	=	καταξεραίνω
καταξεραίνουνε	=	καταξεραίνω
καταξεραίνω	verb	κάνω κάτι ξερό, κατάξερο
καταξεραθήκαμε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραθήκαν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραθήκανε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραθήκατε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραθεί	=	καταξεραίνομαι
καταξεραθείτε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόμασταν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόμαστε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόμουν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόμουνα	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόντουσαν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόσασταν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόσαστε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόσουν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόσουνα	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινόταν	=	καταξεραίνομαι
καταξεραινότανε	=	καταξεραίνομαι
καταξεραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξεραμένο
καταξεραμένε	verb	κλητική ενικού του καταξεραμένος
καταξεραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξεραμένη
καταξεραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταξεραμένος
καταξεραμένης	verb	γενική ενικού του καταξεραμένη
καταξεραμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταξεραμένος
καταξεραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταξεραμένος
καταξεραμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταξεραίνω
καταξεραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταξεραμένος
καταξεραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταξεραμένος
καταξεραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταξεραμένος
καταξεριά	=	καταξεριάς
καταξεριάδες	=	καταξεριάς
καταξεριάδων	=	καταξεριάς
καταξεριάς	noun|vulgar	ζεστός άνεμος που ξεραίνει τα φυτά
καταξεσκίζαμε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζαν	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζανε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζατε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζει	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζεις	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζετε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζομαι	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζοντας	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζουμε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζουν	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζουνε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίζω	verb	σκίζω κάτι τελείως
καταξεσκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσαν	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίσανε	=	καταξεσκίζω
καταξεσκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσματα	=	καταξέσκισμα
καταξεσκίσματος	=	καταξέσκισμα
καταξεσκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσκίζω
καταξεσκισμάτων	=	καταξέσκισμα
καταξεσκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξεσκισμένο
καταξεσκισμένε	verb	κλητική ενικού του καταξεσκισμένος
καταξεσκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξεσκισμένη
καταξεσκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταξεσκισμένος
καταξεσκισμένης	verb	γενική ενικού του καταξεσκισμένη
καταξεσκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταξεσκισμένος
καταξεσκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταξεσκισμένος
καταξεσκισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταξεσκίζω
καταξεσκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταξεσκισμένος
καταξεσκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταξεσκισμένος
καταξεσκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταξεσκισμένος
καταξεσχίζαμε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζαν	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζανε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζατε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζει	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζεις	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζετε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζομαι	=	καταξεσκίζω
καταξεσχίζοντας	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζουμε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζουν	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζουνε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίζω	verb	άλλη μορφή του καταξεσκίζω
καταξεσχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσαν	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίσανε	=	καταξεσχίζω
καταξεσχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσματα	=	καταξέσχισμα
καταξεσχίσματος	=	καταξέσχισμα
καταξεσχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξεσχίζω
καταξεσχισμάτων	=	καταξέσχισμα
καταξεσχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξεσχισμένο
καταξεσχισμένε	verb	κλητική ενικού του καταξεσχισμένος
καταξεσχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξεσχισμένη
καταξεσχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταξεσχισμένος
καταξεσχισμένης	verb	γενική ενικού του καταξεσχισμένη
καταξεσχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταξεσχισμένος
καταξεσχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταξεσχισμένος
καταξεσχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταξεσχίζω
καταξεσχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταξεσχισμένος
καταξεσχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταξεσχισμένος
καταξεσχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταξεσχισμένος
καταξηράναμε	=	καταξηραίνω
καταξηράναν	=	καταξηραίνω
καταξηράνανε	=	καταξηραίνω
καταξηράνατε	=	καταξηραίνω
καταξηράνει	=	καταξηραίνω
καταξηράνετε	=	καταξηραίνω
καταξηράνθηκα	=	καταξηραίνομαι
καταξηράνθηκαν	=	καταξηραίνομαι
καταξηράνθηκε	=	καταξηραίνομαι
καταξηράνθηκες	=	καταξηραίνομαι
καταξηράνσου	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίναμε	=	καταξηραίνω
καταξηραίναν	=	καταξηραίνω
καταξηραίνανε	=	καταξηραίνω
καταξηραίνατε	=	καταξηραίνω
καταξηραίνει	=	καταξηραίνω
καταξηραίνεις	=	καταξηραίνω
καταξηραίνεσαι	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίνεστε	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίνεται	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίνετε	=	καταξηραίνω
καταξηραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταξηραίνω
καταξηραίνονται	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίνονταν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίνοντας	=	καταξηραίνω
καταξηραίνου	=	καταξηραίνομαι
καταξηραίνουμε	=	καταξηραίνω
καταξηραίνουν	=	καταξηραίνω
καταξηραίνουνε	=	καταξηραίνω
καταξηραίνω	verb	άλλη μορφή του καταξεραίνω
καταξηραινόμασταν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόμαστε	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόμουν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόμουνα	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόντουσαν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόσασταν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόσαστε	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόσουν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόσουνα	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινόταν	=	καταξηραίνομαι
καταξηραινότανε	=	καταξηραίνομαι
καταξηρανθήκαμε	=	καταξηραίνομαι
καταξηρανθήκαν	=	καταξηραίνομαι
καταξηρανθήκανε	=	καταξηραίνομαι
καταξηρανθήκατε	=	καταξηραίνομαι
καταξηρανθεί	=	καταξηραίνομαι
καταξηρανθείτε	=	καταξηραίνομαι
καταξηρασμένος	=	καταξηραίνομαι
καταξιωθήκαμε	=	καταξιώνομαι
καταξιωθήκαν	=	καταξιώνομαι
καταξιωθήκανε	=	καταξιώνομαι
καταξιωθήκατε	=	καταξιώνομαι
καταξιωθεί	=	καταξιώνομαι
καταξιωθείτε	=	καταξιώνομαι
καταξιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξιωμένο
καταξιωμένε	verb	κλητική ενικού του καταξιωμένος
καταξιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξιωμένη
καταξιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταξιωμένος
καταξιωμένης	verb	γενική ενικού του καταξιωμένη
καταξιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταξιωμένος
καταξιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταξιωμένος
καταξιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταξιώνω
καταξιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταξιωμένος
καταξιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταξιωμένος
καταξιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταξιωμένος
καταξιωνόμασταν	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόμαστε	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόμουν	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόμουνα	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόντουσαν	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόσασταν	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόσαστε	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόσουν	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόσουνα	=	καταξιώνομαι
καταξιωνόταν	=	καταξιώνομαι
καταξιωνότανε	=	καταξιώνομαι
καταξιώθηκα	=	καταξιώνομαι
καταξιώθηκαν	=	καταξιώνομαι
καταξιώθηκε	=	καταξιώνομαι
καταξιώθηκες	=	καταξιώνομαι
καταξιώναμε	=	καταξιώνω
καταξιώναν	=	καταξιώνω
καταξιώνανε	=	καταξιώνω
καταξιώνατε	=	καταξιώνω
καταξιώνει	=	καταξιώνω
καταξιώνεις	=	καταξιώνω
καταξιώνεσαι	=	καταξιώνομαι
καταξιώνεστε	=	καταξιώνομαι
καταξιώνεται	=	καταξιώνομαι
καταξιώνετε	=	καταξιώνω
καταξιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταξιώνω
καταξιώνονται	=	καταξιώνομαι
καταξιώνονταν	=	καταξιώνομαι
καταξιώνοντας	=	καταξιώνω
καταξιώνου	=	καταξιώνομαι
καταξιώνουμε	=	καταξιώνω
καταξιώνουν	=	καταξιώνω
καταξιώνουνε	=	καταξιώνω
καταξιώνω	verb	κρίνω κάποιον άξιο, αναγνωρίζω την αξία του
καταξιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώσαν	=	καταξιώνω
καταξιώσανε	=	καταξιώνω
καταξιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξίωση
καταξιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταξίωση
καταξιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταξίωση
καταξιώσου	=	καταξιώνομαι
καταξιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξιώνω
καταξοδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψαν	=	καταξοδεύω
καταξοδέψανε	=	καταξοδεύω
καταξοδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψομε	=	καταξοδεύω
καταξοδέψου	=	καταξοδεύω
καταξοδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψουνε	=	καταξοδεύω
καταξοδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξοδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξοδεμένο
καταξοδεμένε	verb	κλητική ενικού του καταξοδεμένος
καταξοδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξοδεμένη
καταξοδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταξοδεμένος
καταξοδεμένης	verb	γενική ενικού του καταξοδεμένη
καταξοδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταξοδεμένος
καταξοδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταξοδεμένος
καταξοδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταξοδεύω
καταξοδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταξοδεμένος
καταξοδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταξοδεμένος
καταξοδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταξοδεμένος
καταξοδευτήκαμε	=	καταξοδεύω
καταξοδευτήκαν	=	καταξοδεύω
καταξοδευτήκανε	=	καταξοδεύω
καταξοδευτήκατε	=	καταξοδεύω
καταξοδευτεί	=	καταξοδεύω
καταξοδευτείς	=	καταξοδεύω
καταξοδευτείτε	=	καταξοδεύω
καταξοδευτούμε	=	καταξοδεύω
καταξοδευτούν	=	καταξοδεύω
καταξοδευτούνε	=	καταξοδεύω
καταξοδευτώ	=	καταξοδεύω
καταξοδευόμασταν	=	καταξοδεύω
καταξοδευόμαστε	=	καταξοδεύω
καταξοδευόμουν	=	καταξοδεύω
καταξοδευόμουνα	=	καταξοδεύω
καταξοδευόντουσαν	=	καταξοδεύω
καταξοδευόσασταν	=	καταξοδεύω
καταξοδευόσαστε	=	καταξοδεύω
καταξοδευόσουν	=	καταξοδεύω
καταξοδευόσουνα	=	καταξοδεύω
καταξοδευόταν	=	καταξοδεύω
καταξοδευότανε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύαμε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύαν	=	καταξοδεύω
καταξοδεύανε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύατε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύει	=	καταξοδεύω
καταξοδεύεις	=	καταξοδεύω
καταξοδεύεσαι	=	καταξοδεύω
καταξοδεύεστε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύεται	=	καταξοδεύω
καταξοδεύετε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύομαι	verb	σπαταλώ ακρατώς κι αδιακρίτως
καταξοδεύομε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύονται	=	καταξοδεύω
καταξοδεύονταν	=	καταξοδεύω
καταξοδεύοντας	=	καταξοδεύω
καταξοδεύουμε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύουν	=	καταξοδεύω
καταξοδεύουνε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύτε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύτηκα	=	καταξοδεύω
καταξοδεύτηκαν	=	καταξοδεύω
καταξοδεύτηκε	=	καταξοδεύω
καταξοδεύτηκες	=	καταξοδεύω
καταξοδεύω	verb	βάζω κάποιον σε πολύ μεγάλα έξοδα
καταξοδιάζαμε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζαν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζανε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζατε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζει	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζεις	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζεσαι	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζεστε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζεται	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζετε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζομαι	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζομε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζονται	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζονταν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζοντας	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζουμε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζουν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζουνε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάζω	verb	άλλη μορφή του καταξοδεύω
καταξοδιάσαμε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσαν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσανε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσατε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσει	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσεις	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσετε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσομε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσου	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσουμε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσουν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσουνε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάστε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάστηκα	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάστηκαν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάστηκε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάστηκες	=	καταξοδιάζω
καταξοδιάσω	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόμασταν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόμαστε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόμουν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόμουνα	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόντουσαν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόσασταν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόσαστε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόσουν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόσουνα	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζόταν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαζότανε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξοδιασμένο
καταξοδιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταξοδιασμένος
καταξοδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταξοδιασμένη
καταξοδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταξοδιασμένος
καταξοδιασμένης	verb	γενική ενικού του καταξοδιασμένη
καταξοδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταξοδιασμένος
καταξοδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταξοδιασμένος
καταξοδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταξοδιάζω
καταξοδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταξοδιασμένος
καταξοδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταξοδιασμένος
καταξοδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταξοδιασμένος
καταξοδιαστήκαμε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστήκαν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστήκανε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστήκατε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστεί	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστείς	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστείτε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστούμε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστούν	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστούνε	=	καταξοδιάζω
καταξοδιαστώ	=	καταξοδιάζω
καταξόδευα	=	καταξοδεύω
καταξόδευαν	=	καταξοδεύω
καταξόδευε	=	καταξοδεύω
καταξόδευες	=	καταξοδεύω
καταξόδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξόδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξόδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξόδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταξοδεύω
καταξόδιαζα	=	καταξοδιάζω
καταξόδιαζαν	=	καταξοδιάζω
καταξόδιαζε	=	καταξοδιάζω
καταξόδιαζες	=	καταξοδιάζω
καταξόδιασα	=	καταξοδιάζω
καταξόδιασαν	=	καταξοδιάζω
καταξόδιασε	=	καταξοδιάζω
καταξόδιασες	=	καταξοδιάζω
καταπάνω	adv	επάνω ή ενάντια σε κάποιον ή κάτι, προς το μέρος
καταπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπάτηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπατώ
καταπάτησης	noun	γενική ενικού του καταπάτηση
καταπάτι	noun|vulgar	ίζημα, κατακάθι
καταπάτια	=	καταπάτι
καταπέλτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπέλτης
καταπέλτη	=	καταπέλτης
καταπέλτης	noun	το πολεμικό μηχάνημα που εκσφενδονίζει βλήματα σε μεγάλη απόσταση
καταπέμπω	verb|archaic	μεταφέρω κάτι προς τα κάτω
καταπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέμπω
καταπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπέφτω
καταπέτασμα	noun	διαχωριστικό χώρων, πχ κουρτίνα
καταπέφτω	verb	πέφτω κάτω
καταπίεζα	=	καταπιέζω
καταπίεζαν	=	καταπιέζω
καταπίεζε	=	καταπιέζω
καταπίεζες	=	καταπιέζω
καταπίεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπίεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπίεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπίεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπίεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω, η συστηματική άσκηση εξωτερικής ή εσωτερικής πίεσης που περιορίζει την ελευθερία, τα δικαιώματα ή την αυθόρμητη έκφραση ενός ατόμου ή μιας ομάδας, οδηγώντας σε ανισότητα, στέρηση ή ψυχική καταστολή
καταπίεσης	noun	γενική ενικού του καταπίεση
καταπίκραινα	=	καταπικραίνω
καταπίκραιναν	=	καταπικραίνω
καταπίκραινε	=	καταπικραίνω
καταπίκραινες	=	καταπικραίνω
καταπίκρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπίκραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπίκρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπίκρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπίματα	=	κατάπιμα
καταπίματος	=	κατάπιμα
καταπίναμε	=	καταπίνω
καταπίναν	=	καταπίνω
καταπίνανε	=	καταπίνω
καταπίνατε	=	καταπίνω
καταπίνει	=	καταπίνω
καταπίνεις	=	καταπίνω
καταπίνεσαι	=	καταπίνω
καταπίνεστε	=	καταπίνω
καταπίνεται	=	καταπίνω
καταπίνετε	=	καταπίνω
καταπίνομαι	=	καταπίνω
καταπίνομε	=	καταπίνω
καταπίνονται	=	καταπίνω
καταπίνονταν	=	καταπίνω
καταπίνοντας	=	καταπίνω
καταπίνουμε	=	καταπίνω
καταπίνουν	=	καταπίνω
καταπίνουνε	=	καταπίνω
καταπίνω	verb	κατεβάζω στον οισοφάγο και στο στομάχι μου υγρή ή στέρεη τροφή
καταπίπτω	verb|formal	πέφτω κάτω
καταπίστευμα	noun	κάτι που εμπιστεύεται κάποιος σε άλλον
καταπίστευση	noun	η πράξη κατά την οποία κάποιος εμπιστεύεται ένα αγαθό σε άλλον, ώστε να αυτός να το μεταβιβάσει σε τρίτον
καταπίστευσης	=	καταπίστευση
καταπίστευσις	noun	η καταπίστευση
καταπίστομα	adv|vulgar	μπρούμυτα
καταπακτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπακτή
καταπακτή	noun	η οριζόντια πόρτα σε δάπεδο ή οροφή που οδηγεί σε ξεχωριστό χώρο
καταπακτής	=	καταπακτή
καταπακτών	=	καταπακτή
καταπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπάτηση
καταπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταπάτηση
καταπατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταπάτηση
καταπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπατώ
καταπατήτρια	noun	θηλυκό του καταπατητής
καταπατήτριας	=	καταπατήτρια
καταπατήτριες	=	καταπατήτρια
καταπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπατημένο
καταπατημένε	verb	κλητική ενικού του καταπατημένος
καταπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπατημένη
καταπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπατημένος
καταπατημένης	verb	γενική ενικού του καταπατημένη
καταπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπατημένος
καταπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπατημένος
καταπατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταπατώ
καταπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπατημένος
καταπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπατημένος
καταπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπατημένος
καταπατητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπατητής
καταπατητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταπατητής
καταπατητής	noun|figurative	αυτός που καταπατά
καταπατητριών	=	καταπατήτρια
καταπατητών	noun	γενική πληθυντικού του καταπατητής
καταπατώ	verb	καταλαμβάνω παρανόμως (και ενίοτε τμηματικά) κάποιο χώρο
καταπατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταπατώ
καταπαυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπαυμένο
καταπαυμένε	verb	κλητική ενικού του καταπαυμένος
καταπαυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπαυμένη
καταπαυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπαυμένος
καταπαυμένης	verb	γενική ενικού του καταπαυμένη
καταπαυμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπαυμένος
καταπαυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπαυμένος
καταπαυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπαύω
καταπαυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπαυμένος
καταπαυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπαυμένος
καταπαυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπαυμένος
καταπαχτές	=	καταπαχτή
καταπαχτή	noun	άλλη μορφή του καταπακτή
καταπαχτής	=	καταπαχτή
καταπαχτών	=	καταπαχτή
καταπαύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπαύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπαυση
καταπαύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπαυση
καταπαύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάπαυση
καταπαύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπαύω
καταπαύω	verb	διακόπτω κάτι τελείως
καταπείθω	verb|formal	πείθω σε μεγάλο βαθμό, εντελώς
καταπειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπειστικό
καταπειστικέ	adj	κλητική ενικού του καταπειστικός
καταπειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπειστική
καταπειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπειστικός
καταπειστικής	adj	γενική ενικού του καταπειστική
καταπειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπειστικός
καταπειστικού	adj	γενική ενικού του καταπειστικός
καταπειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπειστικός
καταπειστικό	adj	αιτιατική ενικού του καταπειστικός
καταπειστικός	adj|formal	που καταπείθει, που πείθει εντελώς
καταπειστικών	adj	γενική πληθυντικού του καταπειστικός
καταπελτών	=	καταπέλτης
καταπεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπεσμένο
καταπεσμένε	verb	κλητική ενικού του καταπεσμένος
καταπεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπεσμένη
καταπεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπεσμένος
καταπεσμένης	verb	γενική ενικού του καταπεσμένη
καταπεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπεσμένος
καταπεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπεσμένος
καταπεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπέφτω
καταπεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπεσμένος
καταπεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπεσμένος
καταπεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπεσμένος
καταπετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπέτασμα
καταπετάσματος	noun	γενική ενικού του καταπέτασμα
καταπετασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καταπέτασμα
καταπιά	noun|vulgar	γουλιά
καταπιάνεσαι	=	καταπιάνομαι
καταπιάνεστε	=	καταπιάνομαι
καταπιάνεται	=	καταπιάνομαι
καταπιάνομαι	verb	ασχολούμαι εντατικά με κάτι, αφοσιώνομαι
καταπιάνονται	=	καταπιάνομαι
καταπιάνονταν	=	καταπιάνομαι
καταπιάς	=	καταπιά
καταπιάσου	=	καταπιάνομαι
καταπιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιέζαμε	=	καταπιέζω
καταπιέζαν	=	καταπιέζω
καταπιέζανε	=	καταπιέζω
καταπιέζατε	=	καταπιέζω
καταπιέζει	=	καταπιέζω
καταπιέζεις	=	καταπιέζω
καταπιέζεσαι	=	καταπιέζομαι
καταπιέζεστε	=	καταπιέζομαι
καταπιέζεται	=	καταπιέζομαι
καταπιέζετε	=	καταπιέζω
καταπιέζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπιέζω
καταπιέζονται	=	καταπιέζομαι
καταπιέζονταν	=	καταπιέζομαι
καταπιέζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταπιέζω
καταπιέζου	=	καταπιέζομαι
καταπιέζουμε	=	καταπιέζω
καταπιέζουν	=	καταπιέζω
καταπιέζουνε	=	καταπιέζω
καταπιέζω	verb	επιβάλλω σε κάποιον ή κάποιους τη θέλησή μου ή τις απόψεις μου με βίαιο και πιεστικό τρόπο, περιορίζοντας τις ελευθερίες ή τα δικαιώματά τους
καταπιές	=	καταπιά
καταπιέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέσαν	=	καταπιέζω
καταπιέσανε	=	καταπιέζω
καταπιέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπίεση
καταπιέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταπίεση
καταπιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταπίεση
καταπιέσου	=	καταπιέζομαι
καταπιέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιέστηκα	=	καταπιέζομαι
καταπιέστηκαν	=	καταπιέζομαι
καταπιέστηκε	=	καταπιέζομαι
καταπιέστηκες	=	καταπιέζομαι
καταπιέστρια	noun	θηλυκό του καταπιεστής
καταπιέστριας	noun	γενική ενικού του καταπιέστρια
καταπιέστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιέστρια
καταπιέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιέζω
καταπιανόμασταν	=	καταπιάνομαι
καταπιανόμαστε	=	καταπιάνομαι
καταπιανόμουν	=	καταπιάνομαι
καταπιανόμουνα	=	καταπιάνομαι
καταπιανόντουσαν	=	καταπιάνομαι
καταπιανόσασταν	=	καταπιάνομαι
καταπιανόσαστε	=	καταπιάνομαι
καταπιανόσουν	=	καταπιάνομαι
καταπιανόσουνα	=	καταπιάνομαι
καταπιανόταν	=	καταπιάνομαι
καταπιανότανε	=	καταπιάνομαι
καταπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιασμένο
καταπιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταπιασμένος
καταπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιασμένη
καταπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπιασμένος
καταπιασμένης	verb	γενική ενικού του καταπιασμένη
καταπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπιασμένος
καταπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπιασμένος
καταπιασμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος καταπιάνομαι
καταπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπιασμένος
καταπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπιασμένος
καταπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπιασμένος
καταπιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστήκαν	=	καταπιάνομαι
καταπιαστήκανε	=	καταπιάνομαι
καταπιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπιάνομαι
καταπιεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπίνω
καταπιείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
καταπιείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
καταπιεζόμασταν	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόμαστε	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιεζόμενο
καταπιεζόμενε	verb	κλητική ενικού του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιεζόμενη
καταπιεζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμενης	verb	γενική ενικού του καταπιεζόμενη
καταπιεζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καταπιέζω
καταπιεζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπιεζόμενος
καταπιεζόμουν	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόμουνα	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόντουσαν	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόσασταν	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόσαστε	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόσουν	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόσουνα	=	καταπιέζομαι
καταπιεζόταν	=	καταπιέζομαι
καταπιεζότανε	=	καταπιέζομαι
καταπιεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιεσμένο
καταπιεσμένε	verb	κλητική ενικού του καταπιεσμένος
καταπιεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιεσμένη
καταπιεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπιεσμένος
καταπιεσμένης	verb	γενική ενικού του καταπιεσμένη
καταπιεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπιεσμένος
καταπιεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπιεσμένος
καταπιεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπιέζω
καταπιεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπιεσμένος
καταπιεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπιεσμένος
καταπιεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπιεσμένος
καταπιεστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιεστής
καταπιεστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταπιεστής
καταπιεστήκαμε	=	καταπιέζομαι
καταπιεστήκαν	=	καταπιέζομαι
καταπιεστήκανε	=	καταπιέζομαι
καταπιεστήκατε	=	καταπιέζομαι
καταπιεστής	noun	αυτός που καταπιέζει
καταπιεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπιέζομαι
καταπιεστείτε	=	καταπιέζομαι
καταπιεστικά	adv	με καταπιεστικό τρόπο, καταπιέζοντας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταπιεστικός
καταπιεστικέ	adj	κλητική ενικού του καταπιεστικός
καταπιεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπιεστική
καταπιεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπιεστικός
καταπιεστικής	adj	γενική ενικού του καταπιεστική
καταπιεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπιεστικός
καταπιεστικού	adj	γενική ενικού του καταπιεστικός
καταπιεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπιεστικός
καταπιεστικό	adj	αιτιατική ενικού του καταπιεστικός
καταπιεστικός	adj	που καταπιέζει
καταπιεστικών	adj	γενική πληθυντικού του καταπιεστικός
καταπιεστικώς	adv|dated	καταπιεστικά
καταπιεστριών	noun	γενική πληθυντικού του καταπιέστρια
καταπιεστών	noun	γενική πληθυντικού του καταπιεστής
καταπικράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράναν	=	καταπικραίνω
καταπικράνανε	=	καταπικραίνω
καταπικράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπικραίνω
καταπικραίναμε	=	καταπικραίνω
καταπικραίναν	=	καταπικραίνω
καταπικραίνανε	=	καταπικραίνω
καταπικραίνατε	=	καταπικραίνω
καταπικραίνει	=	καταπικραίνω
καταπικραίνεις	=	καταπικραίνω
καταπικραίνετε	=	καταπικραίνω
καταπικραίνοντας	=	καταπικραίνω
καταπικραίνουμε	=	καταπικραίνω
καταπικραίνουν	=	καταπικραίνω
καταπικραίνουνε	=	καταπικραίνω
καταπικραίνω	verb|figurative	πικραίνω πάρα πολύ
καταπικραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπικραμένο
καταπικραμένε	verb	κλητική ενικού του καταπικραμένος
καταπικραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπικραμένη
καταπικραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπικραμένος
καταπικραμένης	verb	γενική ενικού του καταπικραμένη
καταπικραμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπικραμένος
καταπικραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπικραμένος
καταπικραμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπικραίνω
καταπικραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπικραμένος
καταπικραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπικραμένος
καταπικραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπικραμένος
καταπιμάτων	=	κατάπιμα
καταπινόμασταν	=	καταπίνω
καταπινόμαστε	=	καταπίνω
καταπινόμουν	=	καταπίνω
καταπινόμουνα	=	καταπίνω
καταπινόντουσαν	=	καταπίνω
καταπινόσασταν	=	καταπίνω
καταπινόσαστε	=	καταπίνω
καταπινόσουν	=	καταπίνω
καταπινόσουνα	=	καταπίνω
καταπινόταν	=	καταπίνω
καταπινότανε	=	καταπίνω
καταπιομάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπιομα
καταπιούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
καταπιούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
καταπιούνε	=	καταπίνω
καταπιστευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καταπίστευμα
καταπιστευματικά	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικέ	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικές	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματική	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικής	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικοί	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικού	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικούς	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικό	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται σε καταπίστευμα
καταπιστευματικών	=	καταπιστευματικός
καταπιστευματοδόχε	=	καταπιστευματοδόχος
καταπιστευματοδόχο	=	καταπιστευματοδόχος
καταπιστευματοδόχοι	=	καταπιστευματοδόχος
καταπιστευματοδόχος	noun	είναι το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) στο οποίο μεταβιβάζεται μια περιουσία ή ένα αντικείμενο από ένα ιδιοκτήτη (διαθέτης) προς την αποκόμιση οφελών του τελευταίου ή τρίτου προσώπου (δικαιούχος)
καταπιστευματοδόχου	=	καταπιστευματοδόχος
καταπιστευματοδόχους	=	καταπιστευματοδόχος
καταπιστευματοδόχων	=	καταπιστευματοδόχος
καταπιστευτικός	adj|rare	άλλη μορφή του καταπιστευματικός
καταπιστεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπίστευμα
καταπιστεύματος	noun	γενική ενικού του καταπίστευμα
καταπιστεύσεις	=	καταπίστευση
καταπιστεύσεων	=	καταπίστευση
καταπιωμένος	=	καταπίνω
καταπιόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπιομα
καταπιόματος	noun	γενική ενικού του κατάπιομα
καταπιόνα	noun|vulgar	ο οισοφάγος
καταπιόνας	noun|vulgar	ο οισοφάγος
καταπιόνες	=	καταπιόνας
καταπιόνων	=	καταπιόνας
καταπιώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπίνω
καταπιών	=	καταπιά
καταπλάκωνα	=	καταπλακώνω
καταπλάκωναν	=	καταπλακώνω
καταπλάκωνε	=	καταπλακώνω
καταπλάκωνες	=	καταπλακώνω
καταπλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπλασμα
καταπλάσματος	noun	γενική ενικού του κατάπλασμα
καταπλέαμε	=	καταπλέω
καταπλέαν	=	καταπλέω
καταπλέανε	=	καταπλέω
καταπλέατε	=	καταπλέω
καταπλέει	=	καταπλέω
καταπλέεις	=	καταπλέω
καταπλέετε	=	καταπλέω
καταπλέομε	=	καταπλέω
καταπλέον	=	καταπλέων
καταπλέοντα	=	καταπλέων
καταπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταπλέω
καταπλέοντες	=	καταπλέων
καταπλέοντος	=	καταπλέων
καταπλέουμε	=	καταπλέω
καταπλέουν	=	καταπλέω
καταπλέουνε	=	καταπλέω
καταπλέουσα	=	καταπλέων
καταπλέουσας	=	καταπλέων
καταπλέουσες	=	καταπλέων
καταπλέω	verb	φτάνω στον προορισμό μου κινούμενος μέσα στη θάλασσα
καταπλέων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταπλέω
καταπλήγιαζα	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιαζαν	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιαζε	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιαζες	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιασα	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιασαν	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιασε	=	καταπληγιάζω
καταπλήγιασες	=	καταπληγιάζω
καταπλήγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπλήγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπλήγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπλήγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξαν	=	καταπλήσσω
καταπλήξανε	=	καταπλήσσω
καταπλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπληξη
καταπλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπληξη
καταπλήξεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάπληξη
καταπλήξου	=	καταπλήσσομαι
καταπλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήσσαμε	=	καταπλήσσω
καταπλήσσαν	=	καταπλήσσω
καταπλήσσανε	=	καταπλήσσω
καταπλήσσατε	=	καταπλήσσω
καταπλήσσει	=	καταπλήσσω
καταπλήσσεις	=	καταπλήσσω
καταπλήσσεσαι	=	καταπλήσσομαι
καταπλήσσεστε	=	καταπλήσσομαι
καταπλήσσεται	=	καταπλήσσομαι
καταπλήσσετε	=	καταπλήσσω
καταπλήσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπλήσσω
καταπλήσσονται	=	καταπλήσσομαι
καταπλήσσονταν	=	καταπλήσσομαι
καταπλήσσοντας	=	καταπλήσσω
καταπλήσσου	=	καταπλήσσομαι
καταπλήσσουμε	=	καταπλήσσω
καταπλήσσουν	=	καταπλήσσω
καταπλήσσουνε	=	καταπλήσσω
καταπλήσσω	verb	αφήνω κάποιον έκθαμβο, να θαυμάζει για κάτι απρόοπτο και απρόβλεπτο (ευχάριστο ή δυσάρεστο)
καταπλήτταμε	=	καταπλήττω
καταπλήτταν	=	καταπλήττω
καταπλήττανε	=	καταπλήττω
καταπλήττατε	=	καταπλήττω
καταπλήττει	=	καταπλήττω
καταπλήττεις	=	καταπλήττω
καταπλήττεσαι	=	καταπλήττομαι
καταπλήττεστε	=	καταπλήττομαι
καταπλήττεται	=	καταπλήττομαι
καταπλήττετε	=	καταπλήττω
καταπλήττομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπλήττω
καταπλήττονται	=	καταπλήττομαι
καταπλήττονταν	=	καταπλήττομαι
καταπλήττοντας	=	καταπλήττω
καταπλήττου	=	καταπλήττομαι
καταπλήττουμε	=	καταπλήττω
καταπλήττουν	=	καταπλήττω
καταπλήττουνε	=	καταπλήττω
καταπλήττω	verb	άλλη μορφή του καταπλήσσω
καταπλήχθηκα	=	καταπλήσσομαι
καταπλήχθηκαν	=	καταπλήσσομαι
καταπλήχθηκε	=	καταπλήσσομαι
καταπλήχθηκες	=	καταπλήσσομαι
καταπλακωθήκαμε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωθήκαν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωθήκανε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωθήκατε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωθεί	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωθείτε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπλακωμένο
καταπλακωμένε	verb	κλητική ενικού του καταπλακωμένος
καταπλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπλακωμένη
καταπλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπλακωμένος
καταπλακωμένης	verb	γενική ενικού του καταπλακωμένη
καταπλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπλακωμένος
καταπλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπλακωμένος
καταπλακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπλακώνω
καταπλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπλακωμένος
καταπλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπλακωμένος
καταπλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπλακωμένος
καταπλακωνόμασταν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόμαστε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόμουν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόμουνα	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόντουσαν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόσασταν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόσαστε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόσουν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόσουνα	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνόταν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακωνότανε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώθηκα	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώθηκαν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώθηκε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώθηκες	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώναμε	=	καταπλακώνω
καταπλακώναν	=	καταπλακώνω
καταπλακώνανε	=	καταπλακώνω
καταπλακώνατε	=	καταπλακώνω
καταπλακώνει	=	καταπλακώνω
καταπλακώνεις	=	καταπλακώνω
καταπλακώνεσαι	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώνεστε	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώνεται	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώνετε	=	καταπλακώνω
καταπλακώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώνονται	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώνονταν	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώνοντας	=	καταπλακώνω
καταπλακώνου	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώνουμε	=	καταπλακώνω
καταπλακώνουν	=	καταπλακώνω
καταπλακώνουνε	=	καταπλακώνω
καταπλακώνω	verb	πλακώνω εξ ολοκλήρου κάποιον ή κάτι
καταπλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσαν	=	καταπλακώνω
καταπλακώσανε	=	καταπλακώνω
καταπλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσου	=	καταπλακώνομαι
καταπλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλακώνω
καταπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπλασμα
καταπλεουσών	=	καταπλέων
καταπλεούσης	=	καταπλέων
καταπλεόντων	=	καταπλέων
καταπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσαν	=	καταπλέω
καταπλεύσανε	=	καταπλέω
καταπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσομε	=	καταπλέω
καταπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσουνε	=	καταπλέω
καταπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπλέω
καταπληγιάζαμε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζαν	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζανε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζατε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζει	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζεις	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζεσαι	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάζεστε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάζεται	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάζετε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπληγιάζω
καταπληγιάζονται	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάζονταν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάζοντας	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζου	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάζουμε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζουν	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζουνε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάζω	verb	πληγιάζω σε μεγάλο βαθμό
καταπληγιάσαμε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάσαν	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάσανε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάσατε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάσει	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάσου	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάστε	=	καταπληγιάζω
καταπληγιάστηκα	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάστηκαν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάστηκε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιάστηκες	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόμασταν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόμαστε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόμουν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόμουνα	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόντουσαν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόσασταν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόσαστε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόσουν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόσουνα	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζόταν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαζότανε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιασμένα	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένε	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένες	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένη	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένης	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένο	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένοι	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταπληγιάζω
καταπληγιασμένου	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένους	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιασμένων	=	καταπληγιασμένος
καταπληγιαστήκαμε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαστήκαν	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαστήκανε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαστήκατε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαστεί	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγιαστείτε	=	καταπληγιάζομαι
καταπληγμένος	=	καταπλήσσομαι
καταπληγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληγωμένο
καταπληγωμένε	verb	κλητική ενικού του καταπληγωμένος
καταπληγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληγωμένη
καταπληγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπληγωμένος
καταπληγωμένης	verb	γενική ενικού του καταπληγωμένη
καταπληγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπληγωμένος
καταπληγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπληγωμένος
καταπληγωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπληγώνω
καταπληγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπληγωμένος
καταπληγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπληγωμένος
καταπληγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπληγωμένος
καταπληγώνω	verb|rare	πληγώνω σε μεγάλο βαθμό, επιφέροντας πολλές πληγές
καταπληγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπληγώνω
καταπληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληκτικό	adv	με καταπληκτικό τρόπο
καταπληκτικέ	adj	κλητική ενικού του καταπληκτικός
καταπληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληκτική
καταπληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπληκτικός
καταπληκτικής	adj	γενική ενικού του καταπληκτική
καταπληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπληκτικός
καταπληκτικού	adj	γενική ενικού του καταπληκτικός
καταπληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπληκτικός
καταπληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταπληκτικός
καταπληκτικός	adj	πολύ καλός, εκπληκτικός
καταπληκτικότατα	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατε	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατες	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατη	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατης	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατο	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατοι	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατος	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατου	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατους	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότατων	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερα	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερε	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερες	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερη	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερης	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερο	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότεροι	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερος	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερου	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερους	=	καταπληκτικός
καταπληκτικότερων	=	καταπληκτικός
καταπληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταπληκτικός
καταπληκτικώς	adv|obsolete	καταπληκτικά
καταπλημμυρίζαμε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζαν	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζανε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζατε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζει	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζεις	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζετε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζοντας	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζουμε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζουν	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζουνε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίζω	verb	πλημμυρίζω τελείως, σε μεγάλη έκταση
καταπλημμυρίσαμε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίσαν	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίσανε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίσατε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίσει	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρίστε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπλημμυρισμένο
καταπλημμυρισμένε	verb	κλητική ενικού του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπλημμυρισμένη
καταπλημμυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρισμένης	verb	γενική ενικού του καταπλημμυρισμένη
καταπλημμυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπλημμυρισμένος
καταπλημμυρώ	verb|rare	άλλη μορφή του καταπλημμυρίζω
καταπλημμυρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταπλημμυρώ
καταπλημμύριζα	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύριζαν	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύριζε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύριζες	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύρισα	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύρισαν	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύρισε	=	καταπλημμυρίζω
καταπλημμύρισες	=	καταπλημμυρίζω
καταπληξία	noun	νευρική κατάσταση ανθρώπων όπου σημειώνεται κατάρρευση χωρίς απώλεια συνείδησης.
καταπληξίας	noun	γενική ενικού του καταπληξία
καταπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληξία
καταπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του καταπληξία
καταπλησσόμασταν	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόμαστε	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόμουν	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόμουνα	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόντουσαν	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόσασταν	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόσαστε	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόσουν	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόσουνα	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσόταν	=	καταπλήσσομαι
καταπλησσότανε	=	καταπλήσσομαι
καταπληττόμασταν	=	καταπλήττομαι
καταπληττόμαστε	=	καταπλήττομαι
καταπληττόμουν	=	καταπλήττομαι
καταπληττόμουνα	=	καταπλήττομαι
καταπληττόντουσαν	=	καταπλήττομαι
καταπληττόσασταν	=	καταπλήττομαι
καταπληττόσαστε	=	καταπλήττομαι
καταπληττόσουν	=	καταπλήττομαι
καταπληττόσουνα	=	καταπλήττομαι
καταπληττόταν	=	καταπλήττομαι
καταπληττότανε	=	καταπλήττομαι
καταπληχθήκαμε	=	καταπλήσσομαι
καταπληχθήκαν	=	καταπλήσσομαι
καταπληχθήκανε	=	καταπλήσσομαι
καταπληχθήκατε	=	καταπλήσσομαι
καταπληχθεί	=	καταπλήσσομαι
καταπληχθείτε	=	καταπλήσσομαι
καταπληχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληχτικό	adv	καταπληκτικά
καταπληχτικέ	adj	κλητική ενικού του καταπληχτικός
καταπληχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπληχτική
καταπληχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπληχτικός
καταπληχτικής	adj	γενική ενικού του καταπληχτική
καταπληχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπληχτικός
καταπληχτικού	adj	γενική ενικού του καταπληχτικός
καταπληχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπληχτικός
καταπληχτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταπληχτικός
καταπληχτικός	adj	άλλη μορφή του καταπληκτικός
καταπληχτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταπληχτικός
καταπλύνομαι	verb	κατάπλυσις
καταπνίγομαι	=	καταπνίγω
καταπνίγω	verb	καταστέλλω (για εξέγερση, αντίδραση κ.λπ.)
καταπνίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπνιξη
καταπνίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπνιξη
καταπνίξεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάπνιξη
καταπνίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπνίγω
καταπνιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπνιγμένο
καταπνιγμένε	verb	κλητική ενικού του καταπνιγμένος
καταπνιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπνιγμένη
καταπνιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπνιγμένος
καταπνιγμένης	verb	γενική ενικού του καταπνιγμένη
καταπνιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπνιγμένος
καταπνιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπνιγμένος
καταπνιγμένος	verb	εμποδισμένος, κατεσταλμένος
καταπνιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπνιγμένος
καταπνιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπνιγμένος
καταπνιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπνιγμένος
καταπνικτικά	=	καταπνικτικός
καταπνικτικέ	=	καταπνικτικός
καταπνικτικές	=	καταπνικτικός
καταπνικτική	=	καταπνικτικός
καταπνικτικής	=	καταπνικτικός
καταπνικτικοί	=	καταπνικτικός
καταπνικτικού	=	καταπνικτικός
καταπνικτικούς	=	καταπνικτικός
καταπνικτικό	=	καταπνικτικός
καταπνικτικός	adj	που έχει σχέση με την κατάπνιξη ή συντελεί σ’ αυτή
καταπνικτικών	=	καταπνικτικός
καταποδιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταποδιαστός	adv	με καταποδιαστό τρόπο
καταποδιαστέ	adj	κλητική ενικού του καταποδιαστός
καταποδιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταποδιαστή
καταποδιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταποδιαστός
καταποδιαστής	adj	γενική ενικού του καταποδιαστή
καταποδιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταποδιαστός
καταποδιαστού	adj	γενική ενικού του καταποδιαστός
καταποδιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταποδιαστός
καταποδιαστό	adj	αιτιατική ενικού του καταποδιαστός
καταποδιαστός	adj	που ακολουθεί κάποιον καταπόδας
καταποδιαστών	adj	γενική πληθυντικού του καταποδιαστός
καταποθώ	=	καταπίνω
καταπολέμα	=	καταπολεμώ
καταπολέμαγα	=	καταπολεμώ
καταπολέμαγαν	=	καταπολεμώ
καταπολέμαγε	=	καταπολεμώ
καταπολέμαγες	=	καταπολεμώ
καταπολέμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολέμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολέμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολέμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολέμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπολεμώ
καταπολέμησης	=	καταπολέμηση
καταπολεμά	=	καταπολεμώ
καταπολεμάγαμε	=	καταπολεμώ
καταπολεμάγανε	=	καταπολεμώ
καταπολεμάγατε	=	καταπολεμώ
καταπολεμάει	=	καταπολεμώ
καταπολεμάμε	=	καταπολεμώ
καταπολεμάν	=	καταπολεμώ
καταπολεμάνε	=	καταπολεμώ
καταπολεμάς	=	καταπολεμώ
καταπολεμάτε	=	καταπολεμώ
καταπολεμάω	verb	άλλη μορφή του καταπολεμώ
καταπολεμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήσαν	=	καταπολεμώ
καταπολεμήσανε	=	καταπολεμώ
καταπολεμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπολέμηση
καταπολεμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήσεων	=	καταπολέμηση
καταπολεμήσου	=	καταπολεμώ
καταπολεμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμεί	=	καταπολεμώ
καταπολεμείς	=	καταπολεμώ
καταπολεμείσαι	=	καταπολεμώ
καταπολεμείστε	=	καταπολεμώ
καταπολεμείται	=	καταπολεμώ
καταπολεμείτε	=	καταπολεμώ
καταπολεμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθήκαν	=	καταπολεμώ
καταπολεμηθήκανε	=	καταπολεμώ
καταπολεμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπολεμώμαι
καταπολεμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπολεμημένο
καταπολεμημένε	verb	κλητική ενικού του καταπολεμημένος
καταπολεμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπολεμημένη
καταπολεμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπολεμημένος
καταπολεμημένης	verb	γενική ενικού του καταπολεμημένη
καταπολεμημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπολεμημένος
καταπολεμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπολεμημένος
καταπολεμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπολεμώ
καταπολεμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπολεμημένος
καταπολεμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπολεμημένος
καταπολεμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπολεμημένος
καταπολεμιέμαι	verb	καταπολεμούμαι
καταπολεμιέσαι	=	καταπολεμώ
καταπολεμιέστε	=	καταπολεμώ
καταπολεμιέται	=	καταπολεμώ
καταπολεμιούνται	=	καταπολεμώ
καταπολεμιούνταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόμασταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόμαστε	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόμουν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόμουνα	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόνταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόντανε	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόντουσαν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόσασταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόσαστε	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόσουν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόσουνα	=	καταπολεμώ
καταπολεμιόταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμιότανε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπολεμώ
καταπολεμούμασταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμούμαστε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούμε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούμουν	=	καταπολεμώ
καταπολεμούν	=	καταπολεμώ
καταπολεμούνε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούνται	=	καταπολεμώ
καταπολεμούνταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσα	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσαμε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσαν	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσανε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσασταν	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσαστε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσατε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσε	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσες	=	καταπολεμώ
καταπολεμούσουν	=	καταπολεμώ
καταπολεμώ	verb	εξουδετερώνω κάποιον ή κάτι επικίνδυνο, αντιμετωπίζοντάς το(ν) με δραστικό τρόπο
καταπολεμώμαι	=	καταπολεμούμαι
καταπολεμώντας	=	καταπολεμώ
καταπονήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονήσαν	=	καταπονώ
καταπονήσανε	=	καταπονώ
καταπονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπόνηση
καταπονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταπόνηση
καταπονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταπόνηση
καταπονήσου	=	καταπονούμαι
καταπονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονήστε	=	καταπονώ
καταπονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπονεί	=	καταπονώ
καταπονείς	=	καταπονώ
καταπονείσαι	=	καταπονούμαι
καταπονείστε	=	καταπονούμαι
καταπονείται	=	καταπονούμαι
καταπονείτε	=	καταπονώ
καταπονηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθήκαν	=	καταπονούμαι
καταπονηθήκανε	=	καταπονούμαι
καταπονηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπονούμαι
καταπονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπονημένο
καταπονημένε	verb	κλητική ενικού του καταπονημένος
καταπονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπονημένη
καταπονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπονημένος
καταπονημένης	verb	γενική ενικού του καταπονημένη
καταπονημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπονημένος
καταπονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπονημένος
καταπονημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταπονώ
καταπονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπονημένος
καταπονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπονημένος
καταπονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπονημένος
καταπονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπονητικό	adv	με καταπονητικό τρόπο
καταπονητικέ	adj	κλητική ενικού του καταπονητικός
καταπονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπονητική
καταπονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπονητικός
καταπονητικής	adj	γενική ενικού του καταπονητική
καταπονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπονητικός
καταπονητικού	adj	γενική ενικού του καταπονητικός
καταπονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπονητικός
καταπονητικό	adj	αιτιατική ενικού του καταπονητικός
καταπονητικός	adj	που προκαλεί καταπόνηση ή εξάντληση
καταπονητικών	adj	γενική πληθυντικού του καταπονητικός
καταπονητικώς	adv|dated	καταπονητικά
καταπονούμαι	verb	κουράζομαι υπερβολικά
καταπονούμασταν	=	καταπονούμαι
καταπονούμαστε	=	καταπονούμαι
καταπονούμε	=	καταπονώ
καταπονούμουν	=	καταπονούμαι
καταπονούν	=	καταπονώ
καταπονούνε	=	καταπονώ
καταπονούνται	=	καταπονούμαι
καταπονούνταν	=	καταπονούμαι
καταπονούσα	=	καταπονώ
καταπονούσαμε	=	καταπονώ
καταπονούσαν	=	καταπονώ
καταπονούσανε	=	καταπονώ
καταπονούσασταν	=	καταπονούμαι
καταπονούσαστε	=	καταπονούμαι
καταπονούσατε	=	καταπονώ
καταπονούσε	=	καταπονώ
καταπονούσες	=	καταπονώ
καταπονούσουν	=	καταπονούμαι
καταποντίζαμε	=	καταποντίζω
καταποντίζαν	=	καταποντίζω
καταποντίζανε	=	καταποντίζω
καταποντίζατε	=	καταποντίζω
καταποντίζει	=	καταποντίζω
καταποντίζεις	=	καταποντίζω
καταποντίζεσαι	=	καταποντίζω
καταποντίζεστε	=	καταποντίζω
καταποντίζεται	=	καταποντίζω
καταποντίζετε	=	καταποντίζω
καταποντίζομαι	=	καταποντίζω
καταποντίζονται	=	καταποντίζω
καταποντίζονταν	=	καταποντίζω
καταποντίζοντας	=	καταποντίζω
καταποντίζου	=	καταποντίζω
καταποντίζουμε	=	καταποντίζω
καταποντίζουν	=	καταποντίζω
καταποντίζουνε	=	καταποντίζω
καταποντίζω	verb	βυθίζω
καταποντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίσαν	=	καταποντίζω
καταποντίσανε	=	καταποντίζω
καταποντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπόντιση
καταποντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίσεων	=	καταπόντιση
καταποντίσου	=	καταποντίζω
καταποντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντίστηκα	=	καταποντίζω
καταποντίστηκαν	=	καταποντίζω
καταποντίστηκε	=	καταποντίζω
καταποντίστηκες	=	καταποντίζω
καταποντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταποντιζόμασταν	=	καταποντίζω
καταποντιζόμαστε	=	καταποντίζω
καταποντιζόμουν	=	καταποντίζω
καταποντιζόμουνα	=	καταποντίζω
καταποντιζόντουσαν	=	καταποντίζω
καταποντιζόσασταν	=	καταποντίζω
καταποντιζόσαστε	=	καταποντίζω
καταποντιζόσουν	=	καταποντίζω
καταποντιζόσουνα	=	καταποντίζω
καταποντιζόταν	=	καταποντίζω
καταποντιζότανε	=	καταποντίζω
καταποντισμέ	noun	κλητική ενικού του καταποντισμός
καταποντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταποντισμένο
καταποντισμένε	verb	κλητική ενικού του καταποντισμένος
καταποντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταποντισμένη
καταποντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταποντισμένος
καταποντισμένης	verb	γενική ενικού του καταποντισμένη
καταποντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταποντισμένος
καταποντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταποντισμένος
καταποντισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταποντίζω
καταποντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταποντισμένος
καταποντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταποντισμένος
καταποντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταποντισμένος
καταποντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταποντισμός
καταποντισμού	noun	γενική ενικού του καταποντισμός
καταποντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταποντισμός
καταποντισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταποντισμός
καταποντισμός	noun	κατέβασμα πράγματος ως τον βυθό
καταποντισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταποντισμός
καταποντιστήκαμε	=	καταποντίζω
καταποντιστήκαν	=	καταποντίζω
καταποντιστήκανε	=	καταποντίζω
καταποντιστήκατε	=	καταποντίζω
καταποντιστεί	=	καταποντίζω
καταποντιστείτε	=	καταποντίζω
καταπονώ	verb	επιφέρω καταπόνηση
καταπονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταπονώ
καταποτήρα	=	καταποτήρας
καταποτήρας	noun|dated	αγωγός βρομόνερων
καταποτήρες	=	καταποτήρας
καταποτήρων	=	καταποτήρας
καταποτιού	=	καταπότι
καταποτιών	=	καταπότι
καταπράσινα	=	καταπράσινος
καταπράσινε	=	καταπράσινος
καταπράσινες	=	καταπράσινος
καταπράσινη	=	καταπράσινος
καταπράσινης	=	καταπράσινος
καταπράσινο	=	καταπράσινος
καταπράσινοι	=	καταπράσινος
καταπράσινος	adj	πολύ πράσινος, εντελώς πράσινος
καταπράσινου	=	καταπράσινος
καταπράσινους	=	καταπράσινος
καταπράσινων	=	καταπράσινος
καταπράυνα	=	καταπραΰνω
καταπράυναν	=	καταπραΰνω
καταπράυνε	=	καταπραΰνω
καταπράυνες	=	καταπραΰνω
καταπράυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπραΰνω
καταπράυνσης	noun	γενική ενικού του καταπράυνση
καταπραΰναμε	=	καταπραΰνω
καταπραΰναν	=	καταπραΰνω
καταπραΰνανε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνατε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνει	=	καταπραΰνω
καταπραΰνεις	=	καταπραΰνω
καταπραΰνεσαι	=	καταπραΰνω
καταπραΰνεστε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνεται	=	καταπραΰνω
καταπραΰνετε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνθηκα	=	καταπραΰνω
καταπραΰνθηκαν	=	καταπραΰνω
καταπραΰνθηκε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνθηκες	=	καταπραΰνω
καταπραΰνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπραΰνω
καταπραΰνονται	=	καταπραΰνω
καταπραΰνονταν	=	καταπραΰνω
καταπραΰνοντας	=	καταπραΰνω
καταπραΰνου	=	καταπραΰνω
καταπραΰνουμε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνουν	=	καταπραΰνω
καταπραΰνουνε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπράυνση
καταπραΰνσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταπράυνση
καταπραΰνσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταπράυνση
καταπραΰνσου	=	καταπραΰνω
καταπραΰντε	=	καταπραΰνω
καταπραΰνω	verb	κάνω κάτι πιο πράο και ήσυχο, κατευνάζω
καταπραϋμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπραϋμένο
καταπραϋμένε	verb	κλητική ενικού του καταπραϋμένος
καταπραϋμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπραϋμένη
καταπραϋμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπραϋμένος
καταπραϋμένης	verb	γενική ενικού του καταπραϋμένη
καταπραϋμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπραϋμένος
καταπραϋμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπραϋμένος
καταπραϋμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπραΰνω
καταπραϋμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπραϋμένος
καταπραϋμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπραϋμένος
καταπραϋμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπραϋμένος
καταπραϋνθήκαμε	=	καταπραΰνω
καταπραϋνθήκαν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνθήκανε	=	καταπραΰνω
καταπραϋνθήκατε	=	καταπραΰνω
καταπραϋνθεί	=	καταπραΰνω
καταπραϋνθείτε	=	καταπραΰνω
καταπραϋντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπραϋντικό	adv	με καταπραϋντικό τρόπο
καταπραϋντικέ	adj	κλητική ενικού του καταπραϋντικός
καταπραϋντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπραϋντική
καταπραϋντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπραϋντικός
καταπραϋντικής	adj	γενική ενικού του καταπραϋντική
καταπραϋντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπραϋντικός
καταπραϋντικού	adj	γενική ενικού του καταπραϋντικός
καταπραϋντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπραϋντικός
καταπραϋντικό	adj	αιτιατική ενικού του καταπραϋντικός
καταπραϋντικός	adj	που καταπραΰνει
καταπραϋντικών	adj	γενική πληθυντικού του καταπραϋντικός
καταπραϋντικώς	adv|dated	καταπραϋντικά
καταπραϋνόμασταν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόμαστε	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόμουν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόμουνα	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόντουσαν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόσασταν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόσαστε	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόσουν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόσουνα	=	καταπραΰνω
καταπραϋνόταν	=	καταπραΰνω
καταπραϋνότανε	=	καταπραΰνω
καταπροδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπροδίδω
καταπροδίδω	verb|rare	προδίδω χωρίς ενδοιασμούς και απροκάλυπτα
καταπροδίνομαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος καταπροδίνω
καταπροδίνω	verb|rare	άλλη μορφή του καταπροδίδω
καταπροδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπρόδοση
καταπροδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταπρόδοση
καταπροδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταπρόδοση
καταπρόδοση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπροδίδω
καταπρόδοσης	noun	γενική ενικού του καταπρόδοση
καταπρόσωπα	adv	πάνω στο πρόσωπο κατευθείαν
καταπρόσωπο	adv	πάνω στο πρόσωπο κατευθείαν
καταπτοήθηκα	=	καταπτοούμαι
καταπτοήθηκαν	=	καταπτοούμαι
καταπτοήθηκε	=	καταπτοούμαι
καταπτοήθηκες	=	καταπτοούμαι
καταπτοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοήσαν	=	καταπτοώ
καταπτοήσανε	=	καταπτοώ
καταπτοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπτόηση
καταπτοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοήσεων	=	καταπτόηση
καταπτοήσου	=	καταπτοούμαι
καταπτοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοήστε	=	καταπτοώ
καταπτοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτοεί	=	καταπτοώ
καταπτοείς	=	καταπτοώ
καταπτοείσαι	=	καταπτοούμαι
καταπτοείστε	=	καταπτοούμαι
καταπτοείται	=	καταπτοούμαι
καταπτοείτε	=	καταπτοώ
καταπτοηθήκαμε	=	καταπτοούμαι
καταπτοηθήκαν	=	καταπτοούμαι
καταπτοηθήκανε	=	καταπτοούμαι
καταπτοηθήκατε	=	καταπτοούμαι
καταπτοηθεί	=	καταπτοούμαι
καταπτοηθείτε	=	καταπτοούμαι
καταπτοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπτοημένο
καταπτοημένε	verb	κλητική ενικού του καταπτοημένος
καταπτοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπτοημένη
καταπτοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπτοημένος
καταπτοημένης	verb	γενική ενικού του καταπτοημένη
καταπτοημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταπτοημένος
καταπτοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπτοημένος
καταπτοημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταπτοώ / καταπτοούμαι
καταπτοημένου	verb	γενική ενικού του καταπτοημένος
καταπτοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταπτοημένος
καταπτοημένων	verb	γενική πληθυντικού του καταπτοημένος
καταπτοούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταπτοώ
καταπτοούμασταν	=	καταπτοούμαι
καταπτοούμαστε	=	καταπτοούμαι
καταπτοούμε	=	καταπτοώ
καταπτοούμουν	=	καταπτοούμαι
καταπτοούν	=	καταπτοώ
καταπτοούνε	=	καταπτοώ
καταπτοούνται	=	καταπτοούμαι
καταπτοούνταν	=	καταπτοούμαι
καταπτοούσα	=	καταπτοώ
καταπτοούσαμε	=	καταπτοώ
καταπτοούσαν	=	καταπτοώ
καταπτοούσανε	=	καταπτοώ
καταπτοούσασταν	=	καταπτοούμαι
καταπτοούσαστε	=	καταπτοούμαι
καταπτοούσατε	=	καταπτοώ
καταπτοούσε	=	καταπτοώ
καταπτοούσες	=	καταπτοώ
καταπτοούσουν	=	καταπτοούμαι
καταπτοώ	verb|formal	προξενώ σε κάποιον μείωση των ψυχικών δυνάμεων και αντοχών καθώς και απώλεια του θάρρους του
καταπτοώντας	=	καταπτοώ
καταπτόει	=	καταπτοώ
καταπτόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπτοώ
καταπτόηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπτοώ / καταπτοούμαι
καταπτόησης	=	καταπτόηση
καταπτόησις	noun	η καταπτόηση
καταπτύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταπτύω
καταπτύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτύω
καταπτύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτύω
καταπτύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτύω
καταπτύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτύω
καταπτύστως	adv|obsolete	κατάπτυστα
καταπτύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταπτύω
καταπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάπτωση
καταπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάπτωση
καταπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάπτωση
καταπόδα	adv|vulgar	άλλη μορφή του καταπόδας
καταπόδας	adv	πίσω από κάποιον ή κάτι που κινείται και σε μικρή απόσταση απ’ αυτό(ν)
καταπόδι	adv|vulgar	άλλη μορφή του καταπόδας / καταπόδα
καταπόθηκα	=	καταπίνω
καταπόνει	=	καταπονώ
καταπόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταπονώ
καταπόνηση	noun	η υπερβολική κούραση και ταλαιπωρία
καταπόνησης	noun	γενική ενικού του καταπόνηση
καταπόντιζα	=	καταποντίζω
καταπόντιζαν	=	καταποντίζω
καταπόντιζε	=	καταποντίζω
καταπόντιζες	=	καταποντίζω
καταπόντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταπόντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταπόντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταπόντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταποντίζω
καταπόντιση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταποντίζω
καταπόντισης	=	καταπόντιση
καταπόπλοι	=	καταπόπλους
καταπόπλους	noun	η διαδικασία και ο χρόνος του κατάπλου και απόπλου πλοίου ή πλωτού ναυπηγήματος σ΄ έναν όρμο, λιμάνι, παράλια ή πλωτή εγκατάσταση.
καταπόρφυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπόρφυρο
καταπόρφυρε	adj	κλητική ενικού του καταπόρφυρος
καταπόρφυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταπόρφυρη
καταπόρφυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταπόρφυρος
καταπόρφυρης	adj	γενική ενικού του καταπόρφυρη
καταπόρφυρο	adj	αιτιατική ενικού του καταπόρφυρος
καταπόρφυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταπόρφυρος
καταπόρφυρος	adj	ο ολοπόρφυρος
καταπόρφυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταπόρφυρος
καταπόρφυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταπόρφυρος
καταπόρφυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταπόρφυρος
καταπόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάποση
καταπόσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάποση
καταπόσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάποση
καταπότης	noun	ποταμάκι, αυλάκι
καταπότι	noun|vulgar	χάπι
καταπότια	=	καταπότι
καταπώς	adv	έτσι όπως
καταράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταράχι	noun|vulgar	το πιο ψηλό σημείο της βουνοκορφής
καταράχια	=	καταράχι
καταρίθμει	=	καταριθμώ
καταρίθμησα	=	καταριθμώ
καταρίθμησαν	=	καταριθμώ
καταρίθμησε	=	καταριθμώ
καταρίθμησες	=	καταριθμώ
καταρίθμηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταριθμώ
καταρίθμησης	=	καταρίθμηση
καταραμένα	=	καταραμένος
καταραμένε	=	καταραμένος
καταραμένες	=	καταραμένος
καταραμένη	=	καταραμένος
καταραμένης	=	καταραμένος
καταραμένο	=	καταραμένος
καταραμένοι	=	καταραμένος
καταραμένος	verb	που τον έχουν καταραστεί
καταραμένου	=	καταραμένος
καταραμένους	=	καταραμένος
καταραμένων	=	καταραμένος
καταραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταριέμαι
καταραχιού	=	καταράχι
καταραχιών	=	καταράχι
καταργήθηκα	=	καταργώ
καταργήθηκαν	=	καταργώ
καταργήθηκε	=	καταργώ
καταργήθηκες	=	καταργώ
καταργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσαν	=	καταργώ
καταργήσανε	=	καταργώ
καταργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταργώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάργηση
καταργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάργηση
καταργήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάργηση
καταργήσου	=	καταργώ
καταργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσουνε	=	καταργώ
καταργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταργώ
καταργεί	=	καταργώ
καταργείς	=	καταργώ
καταργείσαι	=	καταργώ
καταργείστε	=	καταργώ
καταργείται	=	καταργώ
καταργείτε	=	καταργώ
καταργείτο	=	καταργώ
καταργηθήκαμε	=	καταργώ
καταργηθήκαν	=	καταργώ
καταργηθήκανε	=	καταργώ
καταργηθήκατε	=	καταργώ
καταργηθεί	=	καταργώ
καταργηθείς	=	καταργώ
καταργηθείτε	=	καταργώ
καταργηθούμε	=	καταργώ
καταργηθούν	=	καταργώ
καταργηθούνε	=	καταργώ
καταργηθώ	=	καταργώ
καταργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταργημένο
καταργημένε	verb	κλητική ενικού του καταργημένος
καταργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταργημένη
καταργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταργημένος
καταργημένης	verb	γενική ενικού του καταργημένη
καταργημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταργημένος
καταργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταργημένος
καταργημένος	verb	που έχει καταργηθεί
καταργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταργημένος
καταργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταργημένος
καταργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταργημένος
καταργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταργώ
καταργούμασταν	=	καταργώ
καταργούμαστε	=	καταργώ
καταργούμε	=	καταργώ
καταργούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταργούμενο
καταργούμενε	verb	κλητική ενικού του καταργούμενος
καταργούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταργούμενη
καταργούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταργούμενος
καταργούμενης	verb	γενική ενικού του καταργούμενη
καταργούμενο	verb	αιτιατική ενικού του καταργούμενος
καταργούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταργούμενος
καταργούμενος	verb	που καταργείται
καταργούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταργούμενος
καταργούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταργούμενος
καταργούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταργούμενος
καταργούμουν	=	καταργώ
καταργούμουνα	=	καταργώ
καταργούν	=	καταργώ
καταργούνε	=	καταργώ
καταργούνται	=	καταργώ
καταργούνταν	=	καταργώ
καταργούντο	=	καταργώ
καταργούσα	=	καταργώ
καταργούσαμε	=	καταργώ
καταργούσαν	=	καταργώ
καταργούσανε	=	καταργώ
καταργούσασταν	=	καταργώ
καταργούσαστε	=	καταργώ
καταργούσατε	=	καταργώ
καταργούσε	=	καταργώ
καταργούσες	=	καταργώ
καταργούσουν	=	καταργώ
καταργούσουνα	=	καταργώ
καταργώ	verb	αίρω την ισχύ ή διακόπτω κάποια πράγματα, καταστάσεις, δραστηριότητες κ.λπ.
καταργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταργώ
καταριέμαι	verb	εκστομίζω κατάρες εναντίον κάποιου, εύχομαι το κακό του
καταριανά	noun	τα αραβικά όπως μιλιούνται στο Κατάρ
καταριανέ	=	καταριανός
καταριανές	=	καταριανή
καταριανή	noun	θηλυκό του Καταριανός
καταριανής	=	καταριανή
καταριανοί	=	καταριανός
καταριανού	=	καταριανός
καταριανούς	=	καταριανός
καταριανό	=	καταριανός
καταριανός	adj	που έχει σχέση με το Κατάρ ή τους Καταριανούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
καταριανών	=	καταριανή
καταριθμήθηκα	=	καταριθμούμαι
καταριθμήθηκαν	=	καταριθμούμαι
καταριθμήθηκε	=	καταριθμούμαι
καταριθμήθηκες	=	καταριθμούμαι
καταριθμήσαμε	=	καταριθμώ
καταριθμήσαν	=	καταριθμώ
καταριθμήσανε	=	καταριθμώ
καταριθμήσατε	=	καταριθμώ
καταριθμήσει	=	καταριθμώ
καταριθμήσεις	=	καταρίθμηση
καταριθμήσεων	=	καταρίθμηση
καταριθμήσου	=	καταριθμούμαι
καταριθμήστε	=	καταριθμώ
καταριθμεί	=	καταριθμώ
καταριθμείς	=	καταριθμώ
καταριθμείσαι	=	καταριθμούμαι
καταριθμείστε	=	καταριθμούμαι
καταριθμείται	=	καταριθμούμαι
καταριθμείτε	=	καταριθμώ
καταριθμηθήκαμε	=	καταριθμούμαι
καταριθμηθήκαν	=	καταριθμούμαι
καταριθμηθήκανε	=	καταριθμούμαι
καταριθμηθήκατε	=	καταριθμούμαι
καταριθμηθεί	=	καταριθμούμαι
καταριθμηθείτε	=	καταριθμούμαι
καταριθμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταριθμημένο
καταριθμημένε	verb	κλητική ενικού του καταριθμημένος
καταριθμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταριθμημένη
καταριθμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταριθμημένος
καταριθμημένης	verb	γενική ενικού του καταριθμημένη
καταριθμημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταριθμημένος
καταριθμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταριθμημένος
καταριθμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταριθμώ
καταριθμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταριθμημένος
καταριθμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταριθμημένος
καταριθμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταριθμημένος
καταριθμούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταριθμώ
καταριθμούμασταν	=	καταριθμούμαι
καταριθμούμαστε	=	καταριθμούμαι
καταριθμούμε	=	καταριθμώ
καταριθμούμουν	=	καταριθμούμαι
καταριθμούν	=	καταριθμώ
καταριθμούνε	=	καταριθμώ
καταριθμούνται	=	καταριθμούμαι
καταριθμούνταν	=	καταριθμούμαι
καταριθμούσα	=	καταριθμώ
καταριθμούσαμε	=	καταριθμώ
καταριθμούσαν	=	καταριθμώ
καταριθμούσανε	=	καταριθμώ
καταριθμούσασταν	=	καταριθμούμαι
καταριθμούσαστε	=	καταριθμούμαι
καταριθμούσατε	=	καταριθμώ
καταριθμούσε	=	καταριθμώ
καταριθμούσες	=	καταριθμώ
καταριθμούσουν	=	καταριθμούμαι
καταριθμώ	verb|formal	αριθμώ / μετρώ ακριβώς, καταγράφοντας το αποτέλεσμα
καταριθμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταριθμώ
καταρράκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρράκτης
καταρράκτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταρράκτης
καταρράκτης	noun	η ορμητική πτώση του νερού ενός ποταμού από μεγάλο ύψος, η οποία προκαλείται από την ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές
καταρράκωνα	=	καταρρακώνω
καταρράκωναν	=	καταρρακώνω
καταρράκωνε	=	καταρρακώνω
καταρράκωνες	=	καταρρακώνω
καταρράκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρράκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρράκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρράκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρράκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταρρακώνω
καταρράκωσης	=	καταρράκωση
καταρράκωσις	noun	η καταρράκωση
καταρράχι	noun|vulgar	άλλη γραφή του καταράχι
καταρράχια	=	καταρράχι
καταρράχτες	=	καταρράχτης
καταρράχτη	=	καταρράχτης
καταρράχτης	noun	καταρράκτης
καταρρέαμε	=	καταρρέω
καταρρέαν	=	καταρρέω
καταρρέανε	=	καταρρέω
καταρρέατε	=	καταρρέω
καταρρέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταρρέω
καταρρέεις	=	καταρρέω
καταρρέετε	=	καταρρέω
καταρρέομε	=	καταρρέω
καταρρέον	=	καταρρέων
καταρρέοντα	=	καταρρέων
καταρρέοντας	=	καταρρέω
καταρρέοντες	=	καταρρέων
καταρρέοντος	=	καταρρέων
καταρρέουμε	=	καταρρέω
καταρρέουν	=	καταρρέω
καταρρέουνε	=	καταρρέω
καταρρέουσα	=	καταρρέων
καταρρέουσας	=	καταρρέων
καταρρέουσες	=	καταρρέων
καταρρέω	verb	πέφτω προς τα κάτω, γκρεμίζομαι
καταρρέων	verb|formal	που καταρρέει
καταρρίπταμε	=	καταρρίπτω
καταρρίπταν	=	καταρρίπτω
καταρρίπτανε	=	καταρρίπτω
καταρρίπτατε	=	καταρρίπτω
καταρρίπτει	=	καταρρίπτω
καταρρίπτεις	=	καταρρίπτω
καταρρίπτετε	=	καταρρίπτω
καταρρίπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίπτοντας	=	καταρρίπτω
καταρρίπτουμε	=	καταρρίπτω
καταρρίπτουν	=	καταρρίπτω
καταρρίπτουνε	=	καταρρίπτω
καταρρίπτω	verb	ρίχνω κάτι κάτω, στο έδαφος, αφού το χτυπήσω
καταρρίφθηκα	=	καταρρίπτω
καταρρίφθηκαν	=	καταρρίπτομαι
καταρρίφθηκε	=	καταρρίπτομαι
καταρρίχηση	noun	η τεχνική κατάβασης από βράχο ή η κατάβαση σε φαράγγι μετά την αναρρίχηση
καταρρίχησης	=	καταρρίχηση
καταρρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψαν	=	καταρρίπτω
καταρρίψανε	=	καταρρίπτω
καταρρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρριψη
καταρρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψεων	=	κατάρριψη
καταρρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρίπτω
καταρρακτωδών	adj	γενική πληθυντικού του καταρρακτώδης
καταρρακτωδώς	adv	με την ορμή με την οποία πέφτει ένας καταρράκτης, με μεγάλη ένταση
καταρρακτώδεις	=	καταρρακτώδης
καταρρακτώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καταρρακτώδης
καταρρακτώδη	=	καταρρακτώδης
καταρρακτώδης	adj	που μοιάζει με καταρράκτη, που έχει τις ιδιότητες του καταρράκτη (ως προς την ορμή και την ποσότητα)
καταρρακτώδους	adj	γενική ενικού του καταρρακτώδης
καταρρακτών	noun	γενική πληθυντικού του καταρράκτης
καταρρακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρρακωμένο
καταρρακωμένε	verb	κλητική ενικού του καταρρακωμένος
καταρρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρρακωμένη
καταρρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταρρακωμένος
καταρρακωμένης	verb	γενική ενικού του καταρρακωμένη
καταρρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταρρακωμένος
καταρρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταρρακωμένος
καταρρακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταρρακώνω
καταρρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταρρακωμένος
καταρρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταρρακωμένος
καταρρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταρρακωμένος
καταρρακωτέα	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέας	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέε	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέες	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέο	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέοι	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέος	adj|formal	που πρέπει να καταρρακωθεί
καταρρακωτέου	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέους	=	καταρρακωτέος
καταρρακωτέων	=	καταρρακωτέος
καταρρακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνομαι
καταρρακώναμε	=	καταρρακώνω
καταρρακώναν	=	καταρρακώνω
καταρρακώνανε	=	καταρρακώνω
καταρρακώνατε	=	καταρρακώνω
καταρρακώνει	=	καταρρακώνω
καταρρακώνεις	=	καταρρακώνω
καταρρακώνετε	=	καταρρακώνω
καταρρακώνομαι	verb	γίνομαι ψυχικό ή ηθικό ράκος, κουρελιάζομαι ψυχικά ή ηθικά
καταρρακώνοντας	=	καταρρακώνω
καταρρακώνουμε	=	καταρρακώνω
καταρρακώνουν	=	καταρρακώνω
καταρρακώνουνε	=	καταρρακώνω
καταρρακώνω	verb	κάνω κάποιον «ράκος» ψυχικά ή ηθικά
καταρρακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώσαν	=	καταρρακώνω
καταρρακώσανε	=	καταρρακώνω
καταρρακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρράκωση
καταρρακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώσεων	=	καταρράκωση
καταρρακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρρακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρακώνω
καταρραχιού	=	καταρράχι
καταρραχιών	=	καταρράχι
καταρραχτών	=	καταρράχτης
καταρρεουσών	=	καταρρέων
καταρρεούσης	=	καταρρέων
καταρρεόντων	=	καταρρέων
καταρρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσαν	=	καταρρέω
καταρρεύσανε	=	καταρρέω
καταρρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρρευση
καταρρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάρρευση
καταρρεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάρρευση
καταρρεύσομε	=	καταρρέω
καταρρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσουνε	=	καταρρέω
καταρρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταρρέω
καταρριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρριμμένο
καταρριμμένε	verb	κλητική ενικού του καταρριμμένος
καταρριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρριμμένη
καταρριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταρριμμένος
καταρριμμένης	verb	γενική ενικού του καταρριμμένη
καταρριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταρριμμένος
καταρριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταρριμμένος
καταρριμμένος	verb	που έχει καταρριφθεί
καταρριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταρριμμένος
καταρριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταρριμμένος
καταρριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταρριμμένος
καταρριπτικά	=	καταρριπτικός
καταρριπτικέ	=	καταρριπτικός
καταρριπτικές	=	καταρριπτικός
καταρριπτική	=	καταρριπτικός
καταρριπτικής	=	καταρριπτικός
καταρριπτικοί	=	καταρριπτικός
καταρριπτικού	=	καταρριπτικός
καταρριπτικούς	=	καταρριπτικός
καταρριπτικό	=	καταρριπτικός
καταρριπτικός	adj	που συμβάλλει στην κατάρριψη ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
καταρριπτικών	=	καταρριπτικός
καταρριπτόμενα	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενε	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενες	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενη	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενης	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενο	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενοι	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενος	verb	που καταρρίπτεται
καταρριπτόμενου	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενους	=	καταρριπτόμενος
καταρριπτόμενων	=	καταρριπτόμενος
καταρριχήσεις	=	καταρρίχηση
καταρριχήσεων	=	καταρρίχηση
καταρροές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρροή
καταρροή	noun	φλεγμονή των βλεννωδών υμένων της μύτης και του λαιμού, χαρακτηριστική στο συνάχι
καταρροής	=	καταρροή
καταρροφώ	verb|rare	ρουφώ τα πάντα
καταρροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταρροϊκός	adv|rare	με καταρροϊκό τρόπο
καταρροϊκέ	adj	κλητική ενικού του καταρροϊκός
καταρροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρροϊκή
καταρροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταρροϊκός
καταρροϊκής	adj	γενική ενικού του καταρροϊκή
καταρροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταρροϊκός
καταρροϊκού	adj	γενική ενικού του καταρροϊκός
καταρροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταρροϊκός
καταρροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του καταρροϊκός
καταρροϊκός	adj	που επιφέρει, ή έχει σχέση με καταρροή, ή κατάρρου
καταρροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του καταρροϊκός
καταρροών	=	καταρροή
καταρτίζαμε	=	καταρτίζω
καταρτίζαν	=	καταρτίζω
καταρτίζανε	=	καταρτίζω
καταρτίζατε	=	καταρτίζω
καταρτίζει	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταρτίζω
καταρτίζεις	=	καταρτίζω
καταρτίζετε	=	καταρτίζω
καταρτίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταρτίζω
καταρτίζουμε	=	καταρτίζω
καταρτίζουν	=	καταρτίζω
καταρτίζουνε	=	καταρτίζω
καταρτίζω	verb	οργανώνω επιμέρους στοιχεία, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο
καταρτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρτίζω
καταρτίσαν	=	καταρτίζω
καταρτίσανε	=	καταρτίζω
καταρτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταρτίζω
καταρτίσει	verb	απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτίσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάρτιση
καταρτίσετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάρτιση
καταρτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάρτιση
καταρτίσουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτίσουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτίσουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταρτίζω
καταρτίστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτίσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτιζόμενα	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενε	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενες	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενη	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενης	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενο	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενοι	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καταρτίζω
καταρτιζόμενου	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενους	=	καταρτιζόμενος
καταρτιζόμενων	=	καταρτιζόμενος
καταρτιού	noun	κατάρτι, στη γενική του ενικού
καταρτισθέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καταρτισθείς
καταρτισθέντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταρτισθείς
καταρτισθέντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταρτισθείς
καταρτισθέντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του καταρτισθείς
καταρτισθέντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του καταρτισθείς
καταρτισθείς	=	καταρτίζω
καταρτισθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταρτισθείς
καταρτισθείσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του καταρτισθείς
καταρτισθείσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του καταρτισθείς
καταρτισθείσης	=	καταρτίζω
καταρτισθεισών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του καταρτισθείς
καταρτισμέ	noun	κλητική ενικού του καταρτισμός
καταρτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρτισμένο
καταρτισμένε	verb	κλητική ενικού του καταρτισμένος
καταρτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταρτισμένη
καταρτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταρτισμένος
καταρτισμένης	verb	γενική ενικού του καταρτισμένη
καταρτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταρτισμένος
καταρτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταρτισμένος
καταρτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταρτίζω
καταρτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταρτισμένος
καταρτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταρτισμένος
καταρτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταρτισμένος
καταρτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταρτισμός
καταρτισμού	noun	γενική ενικού του καταρτισμός
καταρτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταρτισμός
καταρτισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταρτισμός
καταρτισμός	noun|rare	άλλη μορφή του κατάρτιση
καταρτισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταρτισμός
καταρτιστεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του καταρτίζω
καταρτιών	noun	κατάρτι, στη γενική του πληθυντικού
καταρχήν	adv	για λόγους αρχής
καταρώμαι	verb|archaic	καταριέμαι
καταρώμενα	=	καταρώμενος
καταρώμενε	=	καταρώμενος
καταρώμενες	=	καταρώμενος
καταρώμενη	=	καταρώμενος
καταρώμενης	=	καταρώμενος
καταρώμενο	=	καταρώμενος
καταρώμενοι	=	καταρώμενος
καταρώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος καταρώμαι
καταρώμενου	=	καταρώμενος
καταρώμενους	=	καταρώμενος
καταρώμενων	=	καταρώμενος
καταρών	noun	γενική πληθυντικού του κατάρα
κατασάρκια	=	κατασάρκιο
κατασάρκιο	noun	λευκό ύφασμα που καλύπτει την αγία τράπεζα και συμβολίζει το σεντόνι με το οποίο τύλιξε ο Ιωσήφ το σώμα του Χριστού όταν το κατέβασε από τον σταυρό
κατασάρκιου	=	κατασάρκιο
κατασάρκιων	=	κατασάρκιο
κατασήμαινα	=	κατασημαίνω
κατασήμαιναν	=	κατασημαίνω
κατασήμαινε	=	κατασημαίνω
κατασήμαινες	=	κατασημαίνω
κατασήμανα	=	κατασημαίνω
κατασήμαναν	=	κατασημαίνω
κατασήμανε	=	κατασημαίνω
κατασήμανες	=	κατασημαίνω
κατασήμανση	noun	η παράσταση μιας έννοιας με έναν όρο (που αποτελείται από μία ή περισσότερες λέξεις) ή με ένα σύμβολο
κατασήμανσης	=	κατασήμανση
κατασίγαζα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του κατασιγάζω
κατασίγαζαν	=	κατασιγάζω
κατασίγαζε	=	κατασιγάζω
κατασίγαζες	=	κατασιγάζω
κατασίγασα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του κατασιγάζω
κατασίγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασίγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασίγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασίγαση	noun	η ενέργεια του κατασιγάζω
κατασίγασης	=	κατασίγαση
κατασίγασις	noun	λόγια μορφή του κατασίγαση
κατασαρκίου	=	κατασάρκιο
κατασαρκίων	=	κατασάρκιο
κατασβέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάσβεση
κατασβέσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάσβεση
κατασβέσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάσβεση
κατασβήναμε	=	κατασβήνω
κατασβήναν	=	κατασβήνω
κατασβήνανε	=	κατασβήνω
κατασβήνατε	=	κατασβήνω
κατασβήνει	=	κατασβήνω
κατασβήνεις	=	κατασβήνω
κατασβήνεσαι	=	κατασβήνομαι
κατασβήνεστε	=	κατασβήνομαι
κατασβήνεται	=	κατασβήνομαι
κατασβήνετε	=	κατασβήνω
κατασβήνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασβήνω
κατασβήνονται	=	κατασβήνομαι
κατασβήνονταν	=	κατασβήνομαι
κατασβήνοντας	=	κατασβήνω
κατασβήνου	=	κατασβήνομαι
κατασβήνουμε	=	κατασβήνω
κατασβήνουν	=	κατασβήνω
κατασβήνουνε	=	κατασβήνω
κατασβήνω	verb	σβήνω τελείως
κατασβήσαμε	=	κατασβήνω
κατασβήσαν	=	κατασβήνω
κατασβήσανε	=	κατασβήνω
κατασβήσατε	=	κατασβήνω
κατασβήσει	=	κατασβήνω
κατασβήσου	=	κατασβήνομαι
κατασβήστε	=	κατασβήνω
κατασβήστηκα	=	κατασβήνομαι
κατασβήστηκαν	=	κατασβήνομαι
κατασβήστηκε	=	κατασβήνομαι
κατασβήστηκες	=	κατασβήνομαι
κατασβεστήρα	=	κατασβεστήρας
κατασβεστήρας	noun	συσκευή για κατάσβεση, συνώνυμο του πυροσβεστήρας
κατασβεστήρες	=	κατασβεστήρας
κατασβεστήρων	=	κατασβεστήρας
κατασβεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασβεστικό
κατασβεστικέ	adj	κλητική ενικού του κατασβεστικός
κατασβεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασβεστική
κατασβεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασβεστικός
κατασβεστικής	adj	γενική ενικού του κατασβεστική
κατασβεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασβεστικός
κατασβεστικού	adj	γενική ενικού του κατασβεστικός
κατασβεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασβεστικός
κατασβεστικό	adj	αιτιατική ενικού του κατασβεστικός
κατασβεστικός	adj	που έχει σχέση με την κατάσβεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατασβεστικών	adj	γενική πληθυντικού του κατασβεστικός
κατασβηνόμασταν	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόμαστε	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόμουν	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόμουνα	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόντουσαν	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόσασταν	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόσαστε	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόσουν	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόσουνα	=	κατασβήνομαι
κατασβηνόταν	=	κατασβήνομαι
κατασβηνότανε	=	κατασβήνομαι
κατασβησμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασβησμένο
κατασβησμένε	verb	κλητική ενικού του κατασβησμένος
κατασβησμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασβησμένη
κατασβησμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασβησμένος
κατασβησμένης	verb	γενική ενικού του κατασβησμένη
κατασβησμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασβησμένος
κατασβησμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασβησμένος
κατασβησμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασβήνω
κατασβησμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασβησμένος
κατασβησμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασβησμένος
κατασβησμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασβησμένος
κατασβηστήκαμε	=	κατασβήνομαι
κατασβηστήκαν	=	κατασβήνομαι
κατασβηστήκανε	=	κατασβήνομαι
κατασβηστήκατε	=	κατασβήνομαι
κατασβηστεί	=	κατασβήνομαι
κατασβηστείτε	=	κατασβήνομαι
κατασημάναμε	=	κατασημαίνω
κατασημάναν	=	κατασημαίνω
κατασημάνανε	=	κατασημαίνω
κατασημάνατε	=	κατασημαίνω
κατασημάνει	=	κατασημαίνω
κατασημάνσεις	=	κατασήμανση
κατασημάνσεων	=	κατασήμανση
κατασημάντε	=	κατασημαίνω
κατασημαίναμε	=	κατασημαίνω
κατασημαίναν	=	κατασημαίνω
κατασημαίνανε	=	κατασημαίνω
κατασημαίνατε	=	κατασημαίνω
κατασημαίνει	=	κατασημαίνω
κατασημαίνεις	=	κατασημαίνω
κατασημαίνετε	=	κατασημαίνω
κατασημαίνοντας	=	κατασημαίνω
κατασημαίνουμε	=	κατασημαίνω
κατασημαίνουν	=	κατασημαίνω
κατασημαίνουνε	=	κατασημαίνω
κατασημαίνω	verb	δημιουργώ / επιλέγω / υιοθετώ την κατασήμανση μιας έννοιας
κατασημασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασημασμένο
κατασημασμένε	verb	κλητική ενικού του κατασημασμένος
κατασημασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασημασμένη
κατασημασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασημασμένος
κατασημασμένης	verb	γενική ενικού του κατασημασμένη
κατασημασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασημασμένος
κατασημασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασημασμένος
κατασημασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασημαίνω
κατασημασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασημασμένος
κατασημασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασημασμένος
κατασημασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασημασμένος
κατασιγάζαμε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζαν	=	κατασιγάζω
κατασιγάζανε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζατε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζει	=	κατασιγάζω
κατασιγάζεις	=	κατασιγάζω
κατασιγάζεσαι	=	κατασιγάζω
κατασιγάζεστε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζεται	=	κατασιγάζω
κατασιγάζετε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάζονται	=	κατασιγάζω
κατασιγάζονταν	=	κατασιγάζω
κατασιγάζοντας	=	κατασιγάζω
κατασιγάζου	=	κατασιγάζω
κατασιγάζουμε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζουν	=	κατασιγάζω
κατασιγάζουνε	=	κατασιγάζω
κατασιγάζω	verb	ελαττώνω την ένταση ενός (συν)αισθήματος
κατασιγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάσαν	=	κατασιγάζω
κατασιγάσανε	=	κατασιγάζω
κατασιγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασίγαση
κατασιγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάσεων	=	κατασίγαση
κατασιγάσεως	noun	γενική ενικού του κατασίγασις
κατασιγάσθηκα	=	κατασιγάζω
κατασιγάσου	=	κατασιγάζω
κατασιγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασιγάζω
κατασιγάστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του κατασιγάζω
κατασιγάστηκαν	=	κατασιγάζω
κατασιγάστηκε	=	κατασιγάζω
κατασιγάστηκες	=	κατασιγάζω
κατασιγάσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του κατασιγάζω
κατασιγαζόμασταν	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόμαστε	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του κατασιγάζω
κατασιγαζόμουνα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του κατασιγάζω
κατασιγαζόντουσαν	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόσασταν	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόσαστε	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόσουν	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόσουνα	=	κατασιγάζω
κατασιγαζόταν	=	κατασιγάζω
κατασιγαζότανε	=	κατασιγάζω
κατασιγασθώ	=	κατασιγάζω
κατασιγασμένος	=	κατασιγάζω
κατασιγαστήκαμε	=	κατασιγάζω
κατασιγαστήκαν	=	κατασιγάζω
κατασιγαστήκανε	=	κατασιγάζω
κατασιγαστήκατε	=	κατασιγάζω
κατασιγαστήρα	=	κατασιγαστήρας
κατασιγαστήρας	noun	άλλη μορφή του σιγαστήρας
κατασιγαστήρες	=	κατασιγαστήρας
κατασιγαστήρων	=	κατασιγαστήρας
κατασιγαστεί	=	κατασιγάζω
κατασιγαστείτε	=	κατασιγάζω
κατασιγαστικά	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικέ	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικές	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστική	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικής	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικοί	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικού	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικούς	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικό	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστικός	adj	που έχει σχέση με την κατασίγαση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατασιγαστικών	=	κατασιγαστικός
κατασιγαστώ	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του κατασιγάζω
κατασκάβομαι	=	κατασκάβω
κατασκάβω	verb	σκάβω παντού
κατασκάπτομαι	=	κατασκάπτω
κατασκάπτω	verb|formal	άλλη μορφή του κατασκάβω
κατασκάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκάβω
κατασκέπαζα	=	κατασκεπάζω
κατασκέπαζαν	=	κατασκεπάζω
κατασκέπαζε	=	κατασκεπάζω
κατασκέπαζες	=	κατασκεπάζω
κατασκέπασα	=	κατασκεπάζω
κατασκέπασαν	=	κατασκεπάζω
κατασκέπασε	=	κατασκεπάζω
κατασκέπασες	=	κατασκεπάζω
κατασκέπαστα	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστε	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστες	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστη	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστης	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστο	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστοι	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστος	adj	άλλη μορφή του κατασκεπασμένος
κατασκέπαστου	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστους	=	κατασκέπαστος
κατασκέπαστων	=	κατασκέπαστος
κατασκήνωνα	=	κατασκηνώνω
κατασκήνωναν	=	κατασκηνώνω
κατασκήνωνε	=	κατασκηνώνω
κατασκήνωνες	=	κατασκηνώνω
κατασκήνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκήνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκήνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκήνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκήνωση	noun	η ενέργεια του κατασκηνώνω
κατασκήνωσης	noun	γενική ενικού του κατασκήνωση
κατασκίαζα	=	κατασκιάζω
κατασκίαζαν	=	κατασκιάζω
κατασκίαζε	=	κατασκιάζω
κατασκίαζες	=	κατασκιάζω
κατασκίασα	=	κατασκιάζω
κατασκίασαν	=	κατασκιάζω
κατασκίασε	=	κατασκιάζω
κατασκίασες	=	κατασκιάζω
κατασκίζαμε	=	κατασκίζω
κατασκίζαν	=	κατασκίζω
κατασκίζανε	=	κατασκίζω
κατασκίζατε	=	κατασκίζω
κατασκίζει	=	κατασκίζω
κατασκίζεις	=	κατασκίζω
κατασκίζεσαι	=	κατασκίζω
κατασκίζεστε	=	κατασκίζω
κατασκίζεται	=	κατασκίζω
κατασκίζετε	=	κατασκίζω
κατασκίζομαι	=	κατασκίζω
κατασκίζονται	=	κατασκίζω
κατασκίζονταν	=	κατασκίζω
κατασκίζοντας	=	κατασκίζω
κατασκίζουμε	=	κατασκίζω
κατασκίζουν	=	κατασκίζω
κατασκίζουνε	=	κατασκίζω
κατασκίζω	verb	σκίζω εντελώς
κατασκίσαμε	=	κατασκίζω
κατασκίσαν	=	κατασκίζω
κατασκίσανε	=	κατασκίζω
κατασκίσατε	=	κατασκίζω
κατασκίσει	=	κατασκίζω
κατασκίσου	=	κατασκίζω
κατασκίστε	=	κατασκίζω
κατασκίστηκα	=	κατασκίζω
κατασκίστηκαν	=	κατασκίζω
κατασκίστηκε	=	κατασκίζω
κατασκίστηκες	=	κατασκίζω
κατασκαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκαμμένο
κατασκαμμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκαμμένος
κατασκαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκαμμένη
κατασκαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκαμμένος
κατασκαμμένης	verb	γενική ενικού του κατασκαμμένη
κατασκαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκαμμένος
κατασκαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκαμμένος
κατασκαμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασκάβω
κατασκαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκαμμένος
κατασκαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκαμμένος
κατασκαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκαμμένος
κατασκαφές	=	κατασκαφή
κατασκαφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασκάβω / κατασκάπτω
κατασκαφής	=	κατασκαφή
κατασκαφών	=	κατασκαφή
κατασκεπάζαμε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζαν	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζανε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζατε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζει	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζεις	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζεσαι	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάζεστε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάζεται	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάζετε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασκεπάζω
κατασκεπάζονται	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάζονταν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάζοντας	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζου	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάζουμε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζουν	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζουνε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάζω	verb	σκεπάζω τελείως
κατασκεπάσαμε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάσαν	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάσανε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάσατε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάσει	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάσου	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάστε	=	κατασκεπάζω
κατασκεπάστηκα	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάστηκαν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάστηκε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπάστηκες	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόμασταν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόμαστε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόμουν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόμουνα	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόντουσαν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόσασταν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόσαστε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόσουν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόσουνα	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζόταν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαζότανε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπασμένα	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένε	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένες	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένη	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένης	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένο	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένοι	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένος	adj	που έχει κατασκεπαστεί
κατασκεπασμένου	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένους	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπασμένων	=	κατασκεπασμένος
κατασκεπαστήκαμε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαστήκαν	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαστήκανε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαστήκατε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαστεί	=	κατασκεπάζομαι
κατασκεπαστείτε	=	κατασκεπάζομαι
κατασκευάζαμε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζαν	=	κατασκευάζω
κατασκευάζανε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζατε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζει	=	κατασκευάζω
κατασκευάζεις	=	κατασκευάζω
κατασκευάζεσαι	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάζεστε	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάζεται	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάζετε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάζομε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζονται	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάζονταν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάζοντας	=	κατασκευάζω
κατασκευάζου	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάζουμε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζουν	=	κατασκευάζω
κατασκευάζουνε	=	κατασκευάζω
κατασκευάζω	verb	δημιουργώ, φτιάχνω κάτι
κατασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσαν	=	κατασκευάζω
κατασκευάσανε	=	κατασκευάζω
κατασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκεύασμα
κατασκευάσματος	noun	γενική ενικού του κατασκεύασμα
κατασκευάσομε	=	κατασκευάζω
κατασκευάσου	=	κατασκευάζομαι
κατασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάσουνε	=	κατασκευάζω
κατασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευάστρια	noun	θηλυκό του κατασκευαστής
κατασκευάστριας	noun	γενική ενικού του κατασκευάστρια
κατασκευάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευάστρια
κατασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευή
κατασκευή	noun	δημιουργία, φτιάξιμο, σύνθεση ενός πράγματος
κατασκευής	=	κατασκευή
κατασκευαζόμασταν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόμαστε	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόμουν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόμουνα	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόντουσαν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόσασταν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόσαστε	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόσουν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόσουνα	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζόταν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαζότανε	=	κατασκευάζομαι
κατασκευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατασκεύασμα
κατασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευασμένο
κατασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκευασμένος
κατασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευασμένη
κατασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκευασμένος
κατασκευασμένης	verb	γενική ενικού του κατασκευασμένη
κατασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκευασμένος
κατασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκευασμένος
κατασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκευασμένος
κατασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκευασμένος
κατασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκευασμένος
κατασκευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευαστής
κατασκευαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατασκευαστής
κατασκευαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστήκαν	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαστήκανε	=	κατασκευάζομαι
κατασκευαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστής	noun	αυτός που κατασκευάζει κάτι
κατασκευαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευαστικό	adv	από κατασκευαστικής απόψεως
κατασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του κατασκευαστικός
κατασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκευαστική
κατασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκευαστικός
κατασκευαστικής	adj	γενική ενικού του κατασκευαστική
κατασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκευαστικός
κατασκευαστικού	adj	γενική ενικού του κατασκευαστικός
κατασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασκευαστικός
κατασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του κατασκευαστικός
κατασκευαστικός	adj	σχετικός με κατασκευή ή με κατασκευαστή
κατασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του κατασκευαστικός
κατασκευαστικώς	adv|formal	άλλη μορφή του κατασκευαστικά
κατασκευαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστούνε	=	κατασκευάζω
κατασκευαστριών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκευάστρια
κατασκευαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζομαι
κατασκευαστών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκευαστής
κατασκευών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκευή
κατασκεύαζα	=	κατασκευάζω
κατασκεύαζαν	=	κατασκευάζω
κατασκεύαζε	=	κατασκευάζω
κατασκεύαζες	=	κατασκευάζω
κατασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκευάζω
κατασκεύασμα	noun	το αποτέλεσμα του κατασκευάζω
κατασκηνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκηνωμένο
κατασκηνωμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκηνωμένος
κατασκηνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκηνωμένη
κατασκηνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκηνωμένος
κατασκηνωμένης	verb	γενική ενικού του κατασκηνωμένη
κατασκηνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκηνωμένος
κατασκηνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκηνωμένος
κατασκηνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασκηνώνω
κατασκηνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκηνωμένος
κατασκηνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκηνωμένος
κατασκηνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκηνωμένος
κατασκηνωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκηνωτής
κατασκηνωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατασκηνωτής
κατασκηνωτής	noun	αυτός που έχει διαμένει σε μια κατασκήνωση
κατασκηνωτριών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκηνώτρια
κατασκηνωτών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκηνωτής
κατασκηνώναμε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώναν	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνανε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνατε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνει	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνεις	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνετε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνομε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνοντας	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνουμε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνουν	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνουνε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώνω	verb	στήνω σκηνή και διαμένω στο ύπαιθρο
κατασκηνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσαν	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώσανε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκήνωση
κατασκηνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατασκήνωση
κατασκηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατασκήνωση
κατασκηνώσομε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσουνε	=	κατασκηνώνω
κατασκηνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκηνώνω
κατασκηνώτρια	noun	αυτή που διαμένει σε μια κατασκήνωση
κατασκηνώτριας	noun	γενική ενικού του κατασκηνώτρια
κατασκηνώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκηνώτρια
κατασκιάζαμε	=	κατασκιάζω
κατασκιάζαν	=	κατασκιάζω
κατασκιάζανε	=	κατασκιάζω
κατασκιάζατε	=	κατασκιάζω
κατασκιάζει	=	κατασκιάζω
κατασκιάζεις	=	κατασκιάζω
κατασκιάζετε	=	κατασκιάζω
κατασκιάζοντας	=	κατασκιάζω
κατασκιάζουμε	=	κατασκιάζω
κατασκιάζουν	=	κατασκιάζω
κατασκιάζουνε	=	κατασκιάζω
κατασκιάζω	verb	σκιάζω σε όλη την έκταση
κατασκιάσαμε	=	κατασκιάζω
κατασκιάσαν	=	κατασκιάζω
κατασκιάσανε	=	κατασκιάζω
κατασκιάσατε	=	κατασκιάζω
κατασκιάσει	=	κατασκιάζω
κατασκιάστε	=	κατασκιάζω
κατασκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκιασμένο
κατασκιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκιασμένος
κατασκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκιασμένη
κατασκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκιασμένος
κατασκιασμένης	verb	γενική ενικού του κατασκιασμένη
κατασκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκιασμένος
κατασκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκιασμένος
κατασκιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασκιάζω
κατασκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκιασμένος
κατασκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκιασμένος
κατασκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκιασμένος
κατασκιζόμασταν	=	κατασκίζω
κατασκιζόμαστε	=	κατασκίζω
κατασκιζόμουν	=	κατασκίζω
κατασκιζόμουνα	=	κατασκίζω
κατασκιζόντουσαν	=	κατασκίζω
κατασκιζόσασταν	=	κατασκίζω
κατασκιζόσαστε	=	κατασκίζω
κατασκιζόσουν	=	κατασκίζω
κατασκιζόσουνα	=	κατασκίζω
κατασκιζόταν	=	κατασκίζω
κατασκιζότανε	=	κατασκίζω
κατασκισμένα	=	κατασκισμένος
κατασκισμένε	=	κατασκισμένος
κατασκισμένες	=	κατασκισμένος
κατασκισμένη	=	κατασκισμένος
κατασκισμένης	=	κατασκισμένος
κατασκισμένο	=	κατασκισμένος
κατασκισμένοι	=	κατασκισμένος
κατασκισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασκίζω
κατασκισμένου	=	κατασκισμένος
κατασκισμένους	=	κατασκισμένος
κατασκισμένων	=	κατασκισμένος
κατασκιστήκαμε	=	κατασκίζω
κατασκιστήκαν	=	κατασκίζω
κατασκιστήκανε	=	κατασκίζω
κατασκιστήκατε	=	κατασκίζω
κατασκιστεί	=	κατασκίζω
κατασκιστείτε	=	κατασκίζω
κατασκονίζαμε	=	κατασκονίζω
κατασκονίζαν	=	κατασκονίζω
κατασκονίζανε	=	κατασκονίζω
κατασκονίζατε	=	κατασκονίζω
κατασκονίζει	=	κατασκονίζω
κατασκονίζεις	=	κατασκονίζω
κατασκονίζεσαι	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίζεστε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίζεται	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίζετε	=	κατασκονίζω
κατασκονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίζονται	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίζονταν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίζοντας	=	κατασκονίζω
κατασκονίζου	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίζουμε	=	κατασκονίζω
κατασκονίζουν	=	κατασκονίζω
κατασκονίζουνε	=	κατασκονίζω
κατασκονίζω	verb	σκονίζω σε μεγάλο βαθμό
κατασκονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίσαν	=	κατασκονίζω
κατασκονίσανε	=	κατασκονίζω
κατασκονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίσου	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονίστηκα	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίστηκαν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίστηκε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίστηκες	=	κατασκονίζομαι
κατασκονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκονιζόμασταν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόμαστε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόμουν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόμουνα	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόντουσαν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόσασταν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόσαστε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόσουν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόσουνα	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζόταν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιζότανε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκονισμένο
κατασκονισμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκονισμένος
κατασκονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκονισμένη
κατασκονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκονισμένος
κατασκονισμένης	verb	γενική ενικού του κατασκονισμένη
κατασκονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκονισμένος
κατασκονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκονισμένος
κατασκονισμένος	verb	που είναι γεμάτος σκόνη
κατασκονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκονισμένος
κατασκονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκονισμένος
κατασκονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκονισμένος
κατασκονιστήκαμε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιστήκαν	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιστήκανε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιστήκατε	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιστεί	=	κατασκονίζομαι
κατασκονιστείτε	=	κατασκονίζομαι
κατασκοπία	noun	άλλη γραφή του κατασκοπεία
κατασκοπίας	noun	γενική ενικού του κατασκοπία
κατασκοπίες	=	κατασκοπία
κατασκοπεία	noun	η προσπάθεια υποκλοπής στρατιωτικών μυστικών άλλης χώρας
κατασκοπείας	noun	γενική ενικού του κατασκοπεία
κατασκοπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκοπεία
κατασκοπειών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκοπεία
κατασκοπευμένα	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένε	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένες	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένη	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένης	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένο	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένοι	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένος	adj	που τον έχουν κατασκοπεύσει
κατασκοπευμένου	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένους	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευμένων	=	κατασκοπευμένος
κατασκοπευτήκαμε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευτήκαν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευτήκανε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευτήκατε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευτεί	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευτείτε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκοπευτικό	adv	με κατασκοπευτικό τρόπο, κατασκοπεύοντας
κατασκοπευτικέ	adj	κλητική ενικού του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκοπευτική
κατασκοπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικής	adj	γενική ενικού του κατασκοπευτική
κατασκοπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικού	adj	γενική ενικού του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικός	adj	που έχει σχέση με την κατασκοπεία ή τον κατάσκοπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
κατασκοπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κατασκοπευτικός
κατασκοπευτικώς	adv|dated	κατασκοπευτικά
κατασκοπευόμασταν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόμαστε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόμουν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόμουνα	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόντουσαν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόσασταν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόσαστε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόσουν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόσουνα	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευόταν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπευότανε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύαμε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύαν	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύανε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύατε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύει	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύεις	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύεσαι	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύεστε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύεται	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύετε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύομε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύονται	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύονταν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύου	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύουμε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύουν	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύουνε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσαν	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύσανε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκόπευση
κατασκοπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσεων	=	κατασκόπευση
κατασκοπεύσομε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύσου	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσουνε	=	κατασκοπεύω
κατασκοπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκοπεύτηκα	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύτηκαν	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύτηκε	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύτηκες	=	κατασκοπεύομαι
κατασκοπεύω	verb	είμαι κατάσκοπος, επιχειρώ να βρω και να αποκαλύψω κρυφά κρατικά, στρατιωτικά ή άλλα μυστικά (μιας χώρας, μιας εταιρείας κ.λπ.)
κατασκοπικά	=	κατασκοπικός
κατασκοπικέ	=	κατασκοπικός
κατασκοπικές	=	κατασκοπικός
κατασκοπική	=	κατασκοπικός
κατασκοπικής	=	κατασκοπικός
κατασκοπικοί	=	κατασκοπικός
κατασκοπικού	=	κατασκοπικός
κατασκοπικούς	=	κατασκοπικός
κατασκοπικό	=	κατασκοπικός
κατασκοπικός	adj	άλλη μορφή του κατασκοπευτικός
κατασκοπικών	=	κατασκοπικός
κατασκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του κατασκοπία
κατασκορπίζαμε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζαν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζανε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζατε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζει	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζεις	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζεσαι	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζεστε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζεται	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζετε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίζονται	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζονταν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζοντας	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζουμε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζουν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζουνε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίζω	verb	σκορπίζω εντελώς
κατασκορπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίσαν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίσανε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίσου	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπίστηκα	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίστηκαν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίστηκε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίστηκες	=	κατασκορπίζω
κατασκορπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκορπιζόμασταν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόμαστε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόμουν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόμουνα	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόντουσαν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόσασταν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόσαστε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόσουν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόσουνα	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζόταν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιζότανε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκορπισμένο
κατασκορπισμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκορπισμένος
κατασκορπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκορπισμένη
κατασκορπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκορπισμένος
κατασκορπισμένης	verb	γενική ενικού του κατασκορπισμένη
κατασκορπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκορπισμένος
κατασκορπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκορπισμένος
κατασκορπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασκορπίζω
κατασκορπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκορπισμένος
κατασκορπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκορπισμένος
κατασκορπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκορπισμένος
κατασκορπιστήκαμε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιστήκαν	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιστήκανε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιστήκατε	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιστεί	=	κατασκορπίζω
κατασκορπιστείτε	=	κατασκορπίζω
κατασκοτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκοτωμένο
κατασκοτωμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκοτωμένος
κατασκοτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκοτωμένη
κατασκοτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκοτωμένος
κατασκοτωμένης	verb	γενική ενικού του κατασκοτωμένη
κατασκοτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκοτωμένος
κατασκοτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκοτωμένος
κατασκοτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασκοτώνω
κατασκοτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκοτωμένος
κατασκοτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκοτωμένος
κατασκοτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκοτωμένος
κατασκοτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοτώνομαι
κατασκοτώναμε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώναν	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνανε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνατε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνει	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνεις	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνετε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνομαι	verb	χτυπώ σε πολλά σημεία
κατασκοτώνοντας	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνουμε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνουν	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνουνε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώνω	verb	χτυπώ άσχημα ή πολύ κάποιον
κατασκοτώσαμε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώσαν	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώσανε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώσατε	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώσει	=	κατασκοτώνω
κατασκοτώστε	=	κατασκοτώνω
κατασκουρίαζα	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίαζαν	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίαζε	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίαζες	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίασα	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίασαν	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίασε	=	κατασκουριάζω
κατασκουρίασες	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζαμε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζαν	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζανε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζατε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζει	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζεις	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζετε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζοντας	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζουμε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζουν	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζουνε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάζω	verb	επιφέρω σκούριασμα (σε μεγάλο βαθμό)
κατασκουριάσαμε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάσαν	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάσανε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάσατε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάσει	=	κατασκουριάζω
κατασκουριάστε	=	κατασκουριάζω
κατασκουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκουριασμένο
κατασκουριασμένε	verb	κλητική ενικού του κατασκουριασμένος
κατασκουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκουριασμένη
κατασκουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκουριασμένος
κατασκουριασμένης	verb	γενική ενικού του κατασκουριασμένη
κατασκουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασκουριασμένος
κατασκουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκουριασμένος
κατασκουριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασκουριάζω
κατασκουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκουριασμένος
κατασκουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασκουριασμένος
κατασκουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκουριασμένος
κατασκόνιζα	=	κατασκονίζω
κατασκόνιζαν	=	κατασκονίζω
κατασκόνιζε	=	κατασκονίζω
κατασκόνιζες	=	κατασκονίζω
κατασκόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκονίζω
κατασκόπευα	=	κατασκοπεύω
κατασκόπευαν	=	κατασκοπεύω
κατασκόπευε	=	κατασκοπεύω
κατασκόπευες	=	κατασκοπεύω
κατασκόπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκόπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκόπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκόπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκοπεύω
κατασκόπευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασκοπεύω
κατασκόπευσης	=	κατασκόπευση
κατασκόπεψα	=	κατασκοπεύω
κατασκόπου	noun	γενική ενικού του κατάσκοπος
κατασκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατάσκοπος
κατασκόπων	noun	γενική πληθυντικού του κατάσκοπος
κατασκόρπιζα	=	κατασκορπίζω
κατασκόρπιζαν	=	κατασκορπίζω
κατασκόρπιζε	=	κατασκορπίζω
κατασκόρπιζες	=	κατασκορπίζω
κατασκόρπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκόρπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκόρπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκόρπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασκορπίζω
κατασκότεινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατασκότεινος	adv	πάρα πολύ σκοτεινά
κατασκότεινε	adj	κλητική ενικού του κατασκότεινος
κατασκότεινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασκότεινη
κατασκότεινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασκότεινος
κατασκότεινης	adj	γενική ενικού του κατασκότεινη
κατασκότεινο	adj	αιτιατική ενικού του κατασκότεινος
κατασκότεινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασκότεινος
κατασκότεινος	adj	που είναι πολύ σκοτεινός
κατασκότεινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασκότεινος
κατασκότεινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασκότεινος
κατασκότεινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασκότεινος
κατασκότωνα	=	κατασκοτώνω
κατασκότωναν	=	κατασκοτώνω
κατασκότωνε	=	κατασκοτώνω
κατασκότωνες	=	κατασκοτώνω
κατασκότωσα	=	κατασκοτώνω
κατασκότωσαν	=	κατασκοτώνω
κατασκότωσε	=	κατασκοτώνω
κατασκότωσες	=	κατασκοτώνω
κατασπάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπάραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασπαράζω / κατασπαράσσω
κατασπάραξης	=	κατασπάραξη
κατασπίλωμα	adj	άλλη μορφή του κατασπίλωση
κατασπίλωνα	=	κατασπιλώνω
κατασπίλωναν	=	κατασπιλώνω
κατασπίλωνε	=	κατασπιλώνω
κατασπίλωνες	=	κατασπιλώνω
κατασπίλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπίλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπίλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπίλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπίλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασπιλώνω
κατασπίλωσης	=	κατασπίλωση
κατασπίλωσις	noun	κατασπίλωση
κατασπαράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράζω	verb	τεμαχίζω, κατακερματίζω, διαλύω, λιανίζω
κατασπαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπάραξη
κατασπαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξεων	=	κατασπάραξη
κατασπαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαράζω
κατασπαράσσω	verb|formal	άλλη μορφή του κατασπαράζω
κατασπαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπαραγμένο
κατασπαραγμένε	verb	κλητική ενικού του κατασπαραγμένος
κατασπαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπαραγμένη
κατασπαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασπαραγμένος
κατασπαραγμένης	verb	γενική ενικού του κατασπαραγμένη
κατασπαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασπαραγμένος
κατασπαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασπαραγμένος
κατασπαραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασπαράζω & κατασπαράσσω
κατασπαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασπαραγμένος
κατασπαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασπαραγμένος
κατασπαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασπαραγμένος
κατασπατάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπατάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπατάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπατάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπατάληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασπαταλώ
κατασπατάλησης	=	κατασπατάληση
κατασπατάλησις	noun	κατασπατάληση
κατασπαταλάω	=	κατασπαταλώ
κατασπαταλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπατάληση
κατασπαταλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήσεων	=	κατασπατάληση
κατασπαταλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπαταλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπαταλημένο
κατασπαταλημένε	verb	κλητική ενικού του κατασπαταλημένος
κατασπαταλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπαταλημένη
κατασπαταλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασπαταλημένος
κατασπαταλημένης	verb	γενική ενικού του κατασπαταλημένη
κατασπαταλημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασπαταλημένος
κατασπαταλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασπαταλημένος
κατασπαταλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασπαταλώ
κατασπαταλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασπαταλημένος
κατασπαταλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασπαταλημένος
κατασπαταλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασπαταλημένος
κατασπαταλιέμαι	=	κατασπαταλώ
κατασπαταλώ	verb	σπαταλώ / ξοδεύω αλόγιστα
κατασπαταλώμαι	=	κατασπαταλώ
κατασπαταλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατασπαταλώ
κατασπιλωθήκαμε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωθήκαν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωθήκανε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωθήκατε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωθεί	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωθείτε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωμάτων	=	κατασπίλωμα
κατασπιλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπιλωμένο
κατασπιλωμένε	verb	κλητική ενικού του κατασπιλωμένος
κατασπιλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπιλωμένη
κατασπιλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασπιλωμένος
κατασπιλωμένης	verb	γενική ενικού του κατασπιλωμένη
κατασπιλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασπιλωμένος
κατασπιλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασπιλωμένος
κατασπιλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασπιλώνω
κατασπιλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασπιλωμένος
κατασπιλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασπιλωμένος
κατασπιλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασπιλωμένος
κατασπιλωνόμασταν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόμαστε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόμουν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόμουνα	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόντουσαν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόσασταν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόσαστε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόσουν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόσουνα	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνόταν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλωνότανε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώθηκα	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώθηκαν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώθηκε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώθηκες	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώματα	=	κατασπίλωμα
κατασπιλώματος	=	κατασπίλωμα
κατασπιλώναμε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώναν	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνανε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνατε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνει	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνεις	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνεσαι	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώνεστε	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώνεται	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώνετε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώνονται	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώνονταν	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώνοντας	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνου	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώνουμε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνουν	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνουνε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώνω	verb	σπιλώνω κάτι σε μεγάλο βαθμό
κατασπιλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώσαν	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώσανε	=	κατασπιλώνω
κατασπιλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασπίλωση
κατασπιλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώσεων	=	κατασπίλωση
κατασπιλώσου	=	κατασπιλώνομαι
κατασπιλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
κατασπιλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασπιλώνω
καταστάλαγμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασταλάζω
καταστάλαζα	=	κατασταλάζω
καταστάλαζαν	=	κατασταλάζω
καταστάλαζε	=	κατασταλάζω
καταστάλαζες	=	κατασταλάζω
καταστάλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
καταστάλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
καταστάλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
καταστάλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
καταστάλθηκα	=	καταστέλλω
καταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάσταση
καταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάσταση
καταστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάσταση
καταστέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταστέλλω
καταστέλλω	verb	μειώνω, περιορίζω, συγκρατώ
καταστέριζα	=	καταστερίζω
καταστέριζαν	=	καταστερίζω
καταστέριζε	=	καταστερίζω
καταστέριζες	=	καταστερίζω
καταστέρισα	=	καταστερίζω
καταστέρισαν	=	καταστερίζω
καταστέρισε	=	καταστερίζω
καταστέρισες	=	καταστερίζω
καταστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστημα
καταστήματος	noun	γενική ενικού του κατάστημα
καταστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσου	=	καθιστώ
καταστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιστώ
καταστίζω	verb	γεμίζω με στίγματα
καταστίξεις	=	κατάστιξη
καταστίξεων	=	κατάστιξη
κατασταίνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του καθιστώ
κατασταλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστάλαγμα
κατασταλάγματος	noun	γενική ενικού του καταστάλαγμα
κατασταλάζαμε	=	κατασταλάζω
κατασταλάζαν	=	κατασταλάζω
κατασταλάζανε	=	κατασταλάζω
κατασταλάζατε	=	κατασταλάζω
κατασταλάζει	=	κατασταλάζω
κατασταλάζεις	=	κατασταλάζω
κατασταλάζετε	=	κατασταλάζω
κατασταλάζοντας	=	κατασταλάζω
κατασταλάζουμε	=	κατασταλάζω
κατασταλάζουν	=	κατασταλάζω
κατασταλάζουνε	=	κατασταλάζω
κατασταλάζω	verb	πέφτω σταγόνα-σταγόνα και επικάθομαι σε κατώτερο σημείο
κατασταλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξαν	=	κατασταλάζω
κατασταλάξανε	=	κατασταλάζω
κατασταλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασταλάζω
κατασταλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καταστάλαγμα
κατασταλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλαγμένο
κατασταλαγμένε	verb	κλητική ενικού του κατασταλαγμένος
κατασταλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλαγμένη
κατασταλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασταλαγμένος
κατασταλαγμένης	verb	γενική ενικού του κατασταλαγμένη
κατασταλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασταλαγμένος
κατασταλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασταλαγμένος
κατασταλαγμένος	verb	αυτός που έχει κατασταλάξει
κατασταλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασταλαγμένος
κατασταλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασταλαγμένος
κατασταλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασταλαγμένος
κατασταλακτά	=	κατασταλακτός
κατασταλακτέ	=	κατασταλακτός
κατασταλακτές	=	κατασταλακτός
κατασταλακτή	=	κατασταλακτός
κατασταλακτής	=	κατασταλακτός
κατασταλακτοί	=	κατασταλακτός
κατασταλακτού	=	κατασταλακτός
κατασταλακτούς	=	κατασταλακτός
κατασταλακτό	=	κατασταλακτός
κατασταλακτός	adj	που τον αφήνουν να κατασταλάξει
κατασταλακτών	=	κατασταλακτός
κατασταλαχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατασταλαχτός	adv	με κατασταλαχτό τρόπο
κατασταλαχτέ	adj	κλητική ενικού του κατασταλαχτός
κατασταλαχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλαχτή
κατασταλαχτή	noun	η αλισίβα ή σταχτόνερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασταλαχτός
κατασταλαχτής	adj	γενική ενικού του κατασταλαχτή
κατασταλαχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασταλαχτός
κατασταλαχτού	adj	γενική ενικού του κατασταλαχτός
κατασταλαχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασταλαχτός
κατασταλαχτό	adj	αιτιατική ενικού του κατασταλαχτός
κατασταλαχτός	adj	άλλη μορφή του κατασταλακτός
κατασταλαχτών	adj	γενική πληθυντικού του κατασταλαχτός
κατασταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλμένο
κατασταλμένε	verb	κλητική ενικού του κατασταλμένος
κατασταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλμένη
κατασταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασταλμένος
κατασταλμένης	verb	γενική ενικού του κατασταλμένη
κατασταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασταλμένος
κατασταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασταλμένος
κατασταλμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταστέλλω
κατασταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασταλμένος
κατασταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασταλμένος
κατασταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασταλμένος
κατασταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλτικό	adv	με κατασταλτικό τρόπο
κατασταλτικέ	adj	κλητική ενικού του κατασταλτικός
κατασταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασταλτική
κατασταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασταλτικός
κατασταλτικής	adj	γενική ενικού του κατασταλτική
κατασταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασταλτικός
κατασταλτικού	adj	γενική ενικού του κατασταλτικός
κατασταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασταλτικός
κατασταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του κατασταλτικός
κατασταλτικός	adj	που χρησιμοποιείται για να καταστείλει, για την καταστολή
κατασταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του κατασταλτικός
κατασταλτικώς	adv|dated	κατασταλτικά
καταστατά	=	καταστατό
καταστατικά	adv	με καταστατικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταστατικός
καταστατικέ	adj	κλητική ενικού του καταστατικός
καταστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστατική
καταστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστατικός
καταστατικής	adj	γενική ενικού του καταστατική
καταστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστατικός
καταστατικού	adj	γενική ενικού του καταστατικός
καταστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταστατικός
καταστατικό	noun	έγγραφο που περιέχει τους στόχους καθώς και τους βασικούς όρους και κανόνες λειτουργίας ενός νομικού προσώπου	adj	αιτιατική ενικού του καταστατικός
καταστατικός	adj	αυτός που αναφέρεται σε μια κατάσταση
καταστατικών	adj	γενική πληθυντικού του καταστατικός
καταστατικώς	adv	άλλη μορφή του καταστατικά
καταστατού	=	καταστατό
καταστατό	noun	αμυλάλευρο (ιδίως αυτό που παράγεται από ρύζι)
καταστατών	=	καταστατό
καταστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
καταστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστέλλω
καταστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
καταστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
καταστελλόμουν	=	καταστέλλω
καταστεναχωρήσαμε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρήσαν	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρήσανε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρήσατε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρήσει	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρήστε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρεί	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρείς	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρείτε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρημένα	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένε	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένες	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένη	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένης	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένο	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένοι	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταστεναχωρώ
καταστεναχωρημένου	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένους	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρημένων	=	καταστεναχωρημένος
καταστεναχωρούμε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούν	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούνε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσα	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσαμε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσαν	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσανε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσατε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρούσες	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχωρώ	verb	στενοχωρώ σε πολύ μεγάλο βαθμό
καταστεναχωρώντας	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχώρει	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχώρησα	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχώρησαν	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχώρησε	=	καταστεναχωρώ
καταστεναχώρησες	=	καταστεναχωρώ
καταστενοχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσαν	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσανε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχωρεί	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρείς	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρείτε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστενοχωρημένο
καταστενοχωρημένε	verb	κλητική ενικού του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστενοχωρημένη
καταστενοχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρημένης	verb	γενική ενικού του καταστενοχωρημένη
καταστενοχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταστενοχωρώ
καταστενοχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταστενοχωρημένος
καταστενοχωρούμε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούν	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούνε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσα	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσαμε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσαν	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσανε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσατε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσε	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρούσες	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχωρώ	verb	στενοχωρώ σε πολύ μεγάλο βαθμό
καταστενοχωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχώρει	=	καταστενοχωρώ
καταστενοχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστενοχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστενοχωρώ
καταστερίζαμε	=	καταστερίζω
καταστερίζαν	=	καταστερίζω
καταστερίζανε	=	καταστερίζω
καταστερίζατε	=	καταστερίζω
καταστερίζει	=	καταστερίζω
καταστερίζεις	=	καταστερίζω
καταστερίζετε	=	καταστερίζω
καταστερίζοντας	=	καταστερίζω
καταστερίζουμε	=	καταστερίζω
καταστερίζουν	=	καταστερίζω
καταστερίζουνε	=	καταστερίζω
καταστερίζω	verb|archaic	βάζω κάτι ανάμεσα στα αστέρια ή κατατάσσω σε αστερισμό
καταστερίσαμε	=	καταστερίζω
καταστερίσαν	=	καταστερίζω
καταστερίσανε	=	καταστερίζω
καταστερίσατε	=	καταστερίζω
καταστερίσει	=	καταστερίζω
καταστερίστε	=	καταστερίζω
καταστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατάστημα
καταστηματάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστηματάρχης
καταστηματάρχη	=	καταστηματάρχης
καταστηματάρχης	noun	αυτός που διατηρεί (εμπορικό) κατάστημα
καταστηματάρχισσα	=	καταστηματάρχης
καταστηματάρχισσας	noun	γενική ενικού του καταστηματάρχισσα
καταστηματάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστηματάρχισσα
καταστηματαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του καταστηματάρχισσα
καταστηματαρχών	=	καταστηματάρχης
καταστιχογράφε	=	καταστιχογράφος
καταστιχογράφο	=	καταστιχογράφος
καταστιχογράφοι	=	καταστιχογράφος
καταστιχογράφος	noun|dated	που κρατά κι ενημερώνει τα κατάστιχα
καταστιχογράφου	=	καταστιχογράφος
καταστιχογράφους	=	καταστιχογράφος
καταστιχογράφων	=	καταστιχογράφος
καταστιχογραφία	noun|dated	η εργασία του καταστιχογράφου, η καταχώριση οικονομικών συναλλαγών και γεγονότων
καταστιχογραφίας	noun	γενική ενικού του καταστιχογραφία
καταστιχογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστιχογραφία
καταστιχογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του καταστιχογραφία
καταστολέα	=	καταστολέας
καταστολέας	noun	αυτός που καταστέλλει
καταστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστολή
καταστολέων	=	καταστολέας
καταστολή	noun	η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
καταστολής	=	καταστολή
καταστολείς	=	καταστολέας
καταστολών	=	καταστολή
καταστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
καταστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
καταστπαράχτηκα	=	κατασπαράζω
καταστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστρέφαμε	=	καταστρέφω
καταστρέφαν	=	καταστρέφω
καταστρέφανε	=	καταστρέφω
καταστρέφατε	=	καταστρέφω
καταστρέφει	=	καταστρέφω
καταστρέφεις	=	καταστρέφω
καταστρέφεσαι	=	καταστρέφω
καταστρέφεστε	=	καταστρέφω
καταστρέφεται	=	καταστρέφω
καταστρέφετε	=	καταστρέφω
καταστρέφομαι	=	καταστρέφω
καταστρέφομε	=	καταστρέφω
καταστρέφονται	=	καταστρέφω
καταστρέφονταν	=	καταστρέφω
καταστρέφοντας	=	καταστρέφω
καταστρέφουμε	=	καταστρέφω
καταστρέφουν	=	καταστρέφω
καταστρέφουνε	=	καταστρέφω
καταστρέφω	verb	προξενώ ζημιές σε κάτι
καταστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψαν	=	καταστρέφω
καταστρέψανε	=	καταστρέφω
καταστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψομε	=	καταστρέφω
καταστρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψουνε	=	καταστρέφω
καταστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφω
καταστρατήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατήγηση	noun	παραβίαση, παράβαση
καταστρατήγησης	noun	γενική ενικού του καταστρατήγηση
καταστρατήγησις	noun	καταστρατήγηση
καταστρατηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρατήγηση
καταστρατηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταστρατήγηση
καταστρατηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταστρατήγηση
καταστρατηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρατηγώ
καταστρατηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρατηγημένο
καταστρατηγημένε	verb	κλητική ενικού του καταστρατηγημένος
καταστρατηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρατηγημένη
καταστρατηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστρατηγημένος
καταστρατηγημένης	verb	γενική ενικού του καταστρατηγημένη
καταστρατηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταστρατηγημένος
καταστρατηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστρατηγημένος
καταστρατηγημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταστρατηγώ
καταστρατηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταστρατηγημένος
καταστρατηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταστρατηγημένος
καταστρατηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταστρατηγημένος
καταστρατηγώ	verb	παραβαίνω νόμο, κανόνα, συνθήκη κλπ
καταστρατηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταστρατηγώ
καταστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφήκαν	=	καταστρέφω
καταστραφήκανε	=	καταστρέφω
καταστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστραφούνε	=	καταστρέφω
καταστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρέφομαι
καταστρεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρεμμένο
καταστρεμμένε	verb	κλητική ενικού του καταστρεμμένος
καταστρεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρεμμένη
καταστρεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστρεμμένος
καταστρεμμένης	verb	γενική ενικού του καταστρεμμένη
καταστρεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταστρεμμένος
καταστρεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστρεμμένος
καταστρεμμένος	verb	άλλη μορφή του κατεστραμμένος
καταστρεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταστρεμμένος
καταστρεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταστρεμμένος
καταστρεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταστρεμμένος
καταστρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρεπτικό	adv	με καταστρεπτικό τρόπο
καταστρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του καταστρεπτικός
καταστρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρεπτική
καταστρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστρεπτικός
καταστρεπτικής	adj	γενική ενικού του καταστρεπτική
καταστρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστρεπτικός
καταστρεπτικοτήτων	=	καταστρεπτικότητα
καταστρεπτικού	adj	γενική ενικού του καταστρεπτικός
καταστρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταστρεπτικός
καταστρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταστρεπτικός
καταστρεπτικός	adj	που καταστρέφει, που συντελεί σε καταστροφή
καταστρεπτικότατα	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατε	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατες	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατη	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατης	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατο	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατοι	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατος	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατου	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατους	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότατων	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερα	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερε	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερες	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερη	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερης	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερο	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότεροι	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερος	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερου	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερους	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότερων	=	καταστρεπτικός
καταστρεπτικότητα	noun	η ιδιότητα του καταστρεπτικού, ο βαθμός στον οποίο κάτι είναι καταστρεπτικό
καταστρεπτικότητας	noun	γενική ενικού του καταστρεπτικότητα
καταστρεπτικότητες	=	καταστρεπτικότητα
καταστρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταστρεπτικός
καταστρεπτικώς	adv|obsolete	καταστρεπτικά
καταστρεφόμασταν	=	καταστρέφω
καταστρεφόμαστε	=	καταστρέφω
καταστρεφόμουν	=	καταστρέφω
καταστρεφόμουνα	=	καταστρέφω
καταστρεφόντουσαν	=	καταστρέφω
καταστρεφόσασταν	=	καταστρέφω
καταστρεφόσαστε	=	καταστρέφω
καταστρεφόσουν	=	καταστρέφω
καταστρεφόσουνα	=	καταστρέφω
καταστρεφόταν	=	καταστρέφω
καταστρεφότανε	=	καταστρέφω
καταστροφέα	=	καταστροφέας
καταστροφέας	noun	που καταστρέφει, που προκαλεί καταστροφές
καταστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστροφή
καταστροφέων	=	καταστροφέας
καταστροφέως	=	καταστροφέας
καταστροφή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρέφω
καταστροφής	=	καταστροφή
καταστροφείς	=	καταστροφέας
καταστροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστροφικό	adv	με καταστροφικό τρόπο
καταστροφικέ	adj	κλητική ενικού του καταστροφικός
καταστροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του καταστροφικός
καταστροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστροφικός
καταστροφικής	adj	γενική ενικού του καταστροφική
καταστροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστροφικός
καταστροφικού	adj	γενική ενικού του καταστροφικός
καταστροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταστροφικός
καταστροφικό	adj	αιτιατική ενικού του καταστροφικός
καταστροφικός	adj	που έχει σχέση με την καταστροφή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
καταστροφικών	adj	γενική πληθυντικού του καταστροφικός
καταστροφισμέ	noun	κλητική ενικού του καταστροφισμός
καταστροφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστροφισμός
καταστροφισμού	noun	γενική ενικού του καταστροφισμός
καταστροφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταστροφισμός
καταστροφισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταστροφισμός
καταστροφισμός	noun	βιβλοπλημμυρισμός: diluvialism
καταστροφισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταστροφισμός
καταστροφολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολογία	noun	τάση κάποιου να μιλά για επερχόμενες καταστροφές, κακές συνέπειες για κάποιο έργο
καταστροφολογίας	=	καταστροφολογία
καταστροφολογίες	=	καταστροφολογία
καταστροφολογεί	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογείς	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογείτε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογικά	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικέ	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικές	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογική	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικής	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικοί	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικού	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικούς	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικό	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογικός	adj	σχετικός με την καταστροφολογία
καταστροφολογικών	=	καταστροφολογικός
καταστροφολογιών	=	καταστροφολογία
καταστροφολογούμε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούν	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούνε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσα	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσαμε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσαν	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσανε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσατε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσε	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογούσες	=	καταστροφολογώ
καταστροφολογώ	verb	μιλάω κάνοντας υπερβολικά απαισιόδοξες προβλέψεις που περιλαμβάνουν καταστροφικές συνέπειες
καταστροφολογώντας	=	καταστροφολογώ
καταστροφολόγε	=	καταστροφολόγος
καταστροφολόγει	=	καταστροφολογώ
καταστροφολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστροφολογώ
καταστροφολόγο	=	καταστροφολόγος
καταστροφολόγοι	=	καταστροφολόγος
καταστροφολόγος	noun	που προβλέπει καταστροφές
καταστροφολόγου	=	καταστροφολόγος
καταστροφολόγους	=	καταστροφολόγος
καταστροφολόγων	=	καταστροφολόγος
καταστροφών	=	καταστροφή
καταστρωθήκαμε	=	καταστρώνομαι
καταστρωθήκαν	=	καταστρώνομαι
καταστρωθήκανε	=	καταστρώνομαι
καταστρωθήκατε	=	καταστρώνομαι
καταστρωθεί	=	καταστρώνομαι
καταστρωθείτε	=	καταστρώνομαι
καταστρωμάτων	noun	κατάστρωμα, στη γενική του πληθυντικού
καταστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρωμένο
καταστρωμένε	verb	κλητική ενικού του καταστρωμένος
καταστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταστρωμένη
καταστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταστρωμένος
καταστρωμένης	verb	γενική ενικού του καταστρωμένη
καταστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταστρωμένος
καταστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταστρωμένος
καταστρωμένος	adj	που έχει καταστρωθεί, που τον έχουν καταστρώσει
καταστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταστρωμένος
καταστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταστρωμένος
καταστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταστρωμένος
καταστρωνόμασταν	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόμαστε	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόμουν	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόμουνα	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόντουσαν	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόσασταν	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόσαστε	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόσουν	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόσουνα	=	καταστρώνομαι
καταστρωνόταν	=	καταστρώνομαι
καταστρωνότανε	=	καταστρώνομαι
καταστρώθηκα	=	καταστρώνομαι
καταστρώθηκαν	=	καταστρώνομαι
καταστρώθηκε	=	καταστρώνομαι
καταστρώθηκες	=	καταστρώνομαι
καταστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστρωμα
καταστρώματος	noun	κατάστρωμα, στη γενική του ενικού
καταστρώναμε	=	καταστρώνω
καταστρώναν	=	καταστρώνω
καταστρώνανε	=	καταστρώνω
καταστρώνατε	=	καταστρώνω
καταστρώνει	=	καταστρώνω
καταστρώνεις	=	καταστρώνω
καταστρώνεσαι	=	καταστρώνομαι
καταστρώνεστε	=	καταστρώνομαι
καταστρώνεται	=	καταστρώνομαι
καταστρώνετε	=	καταστρώνω
καταστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταστρώνω
καταστρώνονται	=	καταστρώνομαι
καταστρώνονταν	=	καταστρώνομαι
καταστρώνοντας	=	καταστρώνω
καταστρώνου	=	καταστρώνομαι
καταστρώνουμε	=	καταστρώνω
καταστρώνουν	=	καταστρώνω
καταστρώνουνε	=	καταστρώνω
καταστρώνω	verb	εξετάζοντας κάθε δεδομένο προετοιμάζω σχέδιο δράσης
καταστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώσαν	=	καταστρώνω
καταστρώσανε	=	καταστρώνω
καταστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάστρωση
καταστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώσεων	=	κατάστρωση
καταστρώσου	=	καταστρώνομαι
καταστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταστρώνω
καταστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθίσταμαι
κατασυγκίνει	=	κατασυγκινώ
κατασυγκίνησα	=	κατασυγκινώ
κατασυγκίνησαν	=	κατασυγκινώ
κατασυγκίνησε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκίνησες	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινήσαμε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινήσαν	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινήσανε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινήσατε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινήσει	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινήστε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινεί	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινείς	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινείτε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυγκινημένο
κατασυγκινημένε	verb	κλητική ενικού του κατασυγκινημένος
κατασυγκινημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυγκινημένη
κατασυγκινημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασυγκινημένος
κατασυγκινημένης	verb	γενική ενικού του κατασυγκινημένη
κατασυγκινημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασυγκινημένος
κατασυγκινημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασυγκινημένος
κατασυγκινημένος	verb	πάρα πολύ συγκινημένος
κατασυγκινημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασυγκινημένος
κατασυγκινημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασυγκινημένος
κατασυγκινημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασυγκινημένος
κατασυγκινούμαι	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούμε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούν	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούνε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσα	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσαμε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσαν	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσανε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσατε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσε	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινούσες	=	κατασυγκινώ
κατασυγκινώ	verb	συγκινώ πάρα πολύ
κατασυγκινώντας	=	κατασυγκινώ
κατασυκοφάντει	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφάντηση	noun	η συστηματική, συνεχής συκοφάντηση
κατασυκοφάντησης	=	κατασυκοφάντηση
κατασυκοφάντησις	noun	κατασυκοφάντηση
κατασυκοφαντήθηκα	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντήθηκαν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντήθηκε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντήθηκες	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσαν	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσανε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυκοφάντηση
κατασυκοφαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσεων	=	κατασυκοφάντηση
κατασυκοφαντήσου	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντεί	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντείς	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντείσαι	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντείστε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντείται	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντείτε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντηθήκαμε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντηθήκαν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντηθήκανε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντηθήκατε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντηθεί	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντηθείτε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυκοφαντημένο
κατασυκοφαντημένε	verb	κλητική ενικού του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυκοφαντημένη
κατασυκοφαντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντημένης	verb	γενική ενικού του κατασυκοφαντημένη
κατασυκοφαντημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασυκοφαντημένος
κατασυκοφαντούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούμασταν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούμαστε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούμε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούμουν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούν	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούνε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούνται	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούνταν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούσα	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσαμε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσαν	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσανε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσασταν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούσαστε	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντούσατε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσε	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσες	=	κατασυκοφαντώ
κατασυκοφαντούσουν	=	κατασυκοφαντούμαι
κατασυκοφαντώ	verb	συκοφαντώ σε μεγάλο βαθμό, συστηματικά ή εξακολουθητικά
κατασυκοφαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατασυκοφαντώ
κατασυντρίβω	verb	συντρίβω τελείως, εντελώς, ολοκληρωτικά
κατασυντριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυντριμμένο
κατασυντριμμένε	verb	κλητική ενικού του κατασυντριμμένος
κατασυντριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασυντριμμένη
κατασυντριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασυντριμμένος
κατασυντριμμένης	verb	γενική ενικού του κατασυντριμμένη
κατασυντριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασυντριμμένος
κατασυντριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασυντριμμένος
κατασυντριμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασυντρίβω
κατασυντριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασυντριμμένος
κατασυντριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασυντριμμένος
κατασυντριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασυντριμμένος
κατασφάζαμε	=	κατασφάζω
κατασφάζαν	=	κατασφάζω
κατασφάζανε	=	κατασφάζω
κατασφάζατε	=	κατασφάζω
κατασφάζει	=	κατασφάζω
κατασφάζεις	=	κατασφάζω
κατασφάζετε	=	κατασφάζω
κατασφάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατασφάζω
κατασφάζοντας	=	κατασφάζω
κατασφάζουμε	=	κατασφάζω
κατασφάζουν	=	κατασφάζω
κατασφάζουνε	=	κατασφάζω
κατασφάζω	verb	σφάζω με άγριο και βίαιο τρόπο
κατασφάλιζα	=	κατασφαλίζω
κατασφάλιζαν	=	κατασφαλίζω
κατασφάλιζε	=	κατασφαλίζω
κατασφάλιζες	=	κατασφαλίζω
κατασφάλισα	=	κατασφαλίζω
κατασφάλισαν	=	κατασφαλίζω
κατασφάλισε	=	κατασφαλίζω
κατασφάλισες	=	κατασφαλίζω
κατασφάλιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασφαλίζω
κατασφάλισης	=	κατασφάλιση
κατασφάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξαν	=	κατασφάζω
κατασφάξανε	=	κατασφάζω
κατασφάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατασφάζω
κατασφάχτηκα	=	κατασφάζομαι
κατασφαγίαζα	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίαζαν	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίαζε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίαζες	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίασα	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίασαν	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίασε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγίασες	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζαμε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζαν	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζανε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζατε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζει	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζεις	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζετε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζοντας	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζουμε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζουν	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζουνε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάζω	verb	άλλη μορφή του κατασφάζω
κατασφαγιάσαμε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάσαν	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάσανε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάσατε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάσει	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγιάστε	=	κατασφαγιάζω
κατασφαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασφαγμένο
κατασφαγμένε	verb	κλητική ενικού του κατασφαγμένος
κατασφαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασφαγμένη
κατασφαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασφαγμένος
κατασφαγμένης	verb	γενική ενικού του κατασφαγμένη
κατασφαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασφαγμένος
κατασφαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασφαγμένος
κατασφαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατασφάζω
κατασφαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασφαγμένος
κατασφαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασφαγμένος
κατασφαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασφαγμένος
κατασφαλίζαμε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζαν	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζανε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζατε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζει	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζεις	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζετε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζοντας	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζουμε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζουν	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζουνε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίζω	verb|formal	ασφαλίζω εντελώς, εξασφαλίζω, κάνω κάτι ασφαλές
κατασφαλίσαμε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίσαν	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίσανε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίσατε	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίσει	=	κατασφαλίζω
κατασφαλίσεις	=	κατασφάλιση
κατασφαλίσεων	=	κατασφάλιση
κατασφαλίστε	=	κατασφαλίζω
κατασχάζω	verb	σχίζω, ανοίγω εντομές
κατασχέθηκα	=	κατάσχομαι
κατασχέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχέθηκες	=	κατάσχω
κατασχέσαμε	=	κατάσχω
κατασχέσαν	=	κατάσχω
κατασχέσανε	=	κατάσχω
κατασχέσατε	=	κατάσχω
κατασχέσει	=	κατάσχω
κατασχέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάσχεση
κατασχέσετε	=	κατάσχω
κατασχέσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάσχεση
κατασχέσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάσχεση
κατασχέσιμα	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμε	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμες	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμη	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμης	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμο	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμοι	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμος	adj	που μπορεί να κατασχεθεί
κατασχέσιμου	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμους	=	κατασχέσιμος
κατασχέσιμων	=	κατασχέσιμος
κατασχέσομε	=	κατάσχω
κατασχέσου	=	κατάσχω
κατασχέσουμε	=	κατάσχω
κατασχέσουν	=	κατάσχω
κατασχέσουνε	=	κατάσχω
κατασχέστε	=	κατάσχω
κατασχέσω	=	κατάσχω
κατασχέτες	=	κατασχέτης
κατασχέτη	=	κατασχέτης
κατασχέτης	noun	αυτός που κάνει κατάσχεση
κατασχέτι	=	κατασχέτις
κατασχέτιδα	=	κατασχέτις
κατασχέτιδας	=	κατασχέτις
κατασχέτιδες	=	κατασχέτις
κατασχέτιδος	=	κατασχέτις
κατασχέτιδων	=	κατασχέτις
κατασχέτις	noun|formal	θηλυκό του κατασχέτης, η κατασχέτρια
κατασχίζεσαι	=	κατασχίζω
κατασχίζεστε	=	κατασχίζω
κατασχίζεται	=	κατασχίζω
κατασχίζομαι	=	κατασχίζω
κατασχίζονται	=	κατασχίζω
κατασχίζονταν	=	κατασχίζω
κατασχίζω	verb	λόγια εκφορά του κατασκίζω
κατασχίσθηκα	=	κατασχίζω
κατασχίσθηκαν	=	κατασχίζω
κατασχίσθηκε	=	κατασχίζω
κατασχίσθηκες	=	κατασχίζω
κατασχίσου	=	κατασχίζω
κατασχεθέν	=	κατασχεθείς
κατασχεθέντα	=	κατασχεθείς
κατασχεθέντας	=	κατασχεθείς
κατασχεθέντες	=	κατασχεθείς
κατασχεθέντος	=	κατασχεθείς
κατασχεθέντων	verb	γενική πληθυντικού του κατασχεθείς
κατασχεθήκαμε	=	κατάσχω
κατασχεθήκαν	=	κατάσχω
κατασχεθήκανε	=	κατάσχω
κατασχεθήκατε	=	κατάσχω
κατασχεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατάσχομαι
κατασχεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχεθείσα	=	κατασχεθείς
κατασχεθείσας	=	κατασχεθείς
κατασχεθείσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κατασχεθείς
κατασχεθείσης	=	κατασχεθείς
κατασχεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχεθεισών	=	κατασχεθείς
κατασχεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχεθούνε	=	κατάσχω
κατασχεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατάσχωμαι
κατασχεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασχεμένο
κατασχεμένε	verb	κλητική ενικού του κατασχεμένος
κατασχεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κατασχεμένος
κατασχεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασχεμένος
κατασχεμένης	verb	γενική ενικού του κατασχεμένη
κατασχεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατασχεμένος
κατασχεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασχεμένος
κατασχεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατάσχω
κατασχεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατασχεμένος
κατασχεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατασχεμένος
κατασχεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατασχεμένος
κατασχετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατασχετός	adv	με κατασχετό τρόπο
κατασχετέ	adj	κλητική ενικού του κατασχετός
κατασχετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατασχετή
κατασχετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατασχετός
κατασχετήρια	=	κατασχετήριος
κατασχετήριας	=	κατασχετήριος
κατασχετήριε	=	κατασχετήριος
κατασχετήριες	=	κατασχετήριος
κατασχετήριο	noun	έγγραφο με νομική ισχύ με το οποίο διενεργείται κατάσχεση
κατασχετήριοι	=	κατασχετήριος
κατασχετήριος	adj	που έχει σχέση με την κατάσχεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατασχετήριου	=	κατασχετήριος
κατασχετήριους	=	κατασχετήριος
κατασχετήριων	=	κατασχετήριος
κατασχετής	adj	γενική ενικού του κατασχετή
κατασχετίδων	=	κατασχέτις
κατασχετηρίου	=	κατασχετήριο
κατασχετηρίων	=	κατασχετήριο
κατασχετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατασχετός
κατασχετού	adj	γενική ενικού του κατασχετός
κατασχετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατασχετός
κατασχετό	adj	αιτιατική ενικού του κατασχετός
κατασχετός	adj	που μπορεί να κατασχεθεί
κατασχετών	adj	γενική πληθυντικού του κατασχετός
κατασχιζόμασταν	=	κατασχίζω
κατασχιζόμαστε	=	κατασχίζω
κατασχιζόμουν	=	κατασχίζω
κατασχιζόμουνα	=	κατασχίζω
κατασχιζόντουσαν	=	κατασχίζω
κατασχιζόσασταν	=	κατασχίζω
κατασχιζόσαστε	=	κατασχίζω
κατασχιζόσουν	=	κατασχίζω
κατασχιζόσουνα	=	κατασχίζω
κατασχιζόταν	=	κατασχίζω
κατασχιζότανε	=	κατασχίζω
κατασχισθήκαμε	=	κατασχίζω
κατασχισθήκαν	=	κατασχίζω
κατασχισθήκανε	=	κατασχίζω
κατασχισθήκατε	=	κατασχίζω
κατασχισθεί	=	κατασχίζω
κατασχισθείτε	=	κατασχίζω
κατασχισμένα	=	κατασχισμένος
κατασχισμένε	=	κατασχισμένος
κατασχισμένες	=	κατασχισμένος
κατασχισμένη	=	κατασχισμένος
κατασχισμένης	=	κατασχισμένος
κατασχισμένο	=	κατασχισμένος
κατασχισμένοι	=	κατασχισμένος
κατασχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατασχίζω
κατασχισμένου	=	κατασχισμένος
κατασχισμένους	=	κατασχισμένος
κατασχισμένων	=	κατασχισμένος
κατασωτεύσεις	=	κατασώτευση
κατασωτεύσεων	=	κατασώτευση
κατασωτεύω	verb	κατασπαταλώ την περιουσία σε ασωτίες
κατασώτευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατασωτεύω
κατασώτευσης	=	κατασώτευση
κατασώτευσις	noun	κατασώτευση
κατατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξαν	=	κατατάσσω
κατατάξανε	=	κατατάσσω
κατατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάταξη
κατατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξεων	=	κατάταξη
κατατάξου	=	κατατάσσω
κατατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατάσσω
κατατάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
κατατάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
κατατάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
κατατάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
κατατάσσαμε	=	κατατάσσω
κατατάσσαν	=	κατατάσσω
κατατάσσανε	=	κατατάσσω
κατατάσσατε	=	κατατάσσω
κατατάσσει	=	κατατάσσω
κατατάσσεις	=	κατατάσσω
κατατάσσεσαι	=	κατατάσσω
κατατάσσεστε	=	κατατάσσω
κατατάσσεται	=	κατατάσσω
κατατάσσετε	=	κατατάσσω
κατατάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατατάσσω
κατατάσσονται	=	κατατάσσω
κατατάσσονταν	=	κατατάσσω
κατατάσσοντας	=	κατατάσσω
κατατάσσου	=	κατατάσσω
κατατάσσουμε	=	κατατάσσω
κατατάσσουν	=	κατατάσσω
κατατάσσουνε	=	κατατάσσω
κατατάσσω	verb	βάζω κάτι ή κάποιον από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά
κατατάχθηκα	=	κατατάσσω
κατατάχθηκαν	=	κατατάσσω
κατατάχθηκε	=	κατατάσσω
κατατάχθηκες	=	κατατάσσω
κατατάχτηκα	=	κατατάσσομαι
κατατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατέμνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατατέμνω
κατατέμνω	verb	χωρίζω κάτι, το διαιρώ σε πολλά τμήματα
κατατίθεμαι	verb	παραδίδομαι σε αρμόδια υπηρεσία
κατατίθενται	=	καταθέτω
κατατίθεσαι	=	καταθέτω
κατατίθεσθε	=	καταθέτω
κατατίθεται	=	καταθέτω
καταταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταταγμένο
καταταγμένε	verb	κλητική ενικού του καταταγμένος
καταταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταταγμένη
καταταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταταγμένος
καταταγμένης	verb	γενική ενικού του καταταγμένη
καταταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταταγμένος
καταταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταταγμένος
καταταγμένος	verb	που έχει καταταχθεί
καταταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταταγμένος
καταταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταταγμένος
καταταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταταγμένος
κατατακτήρια	=	κατατακτήριος
κατατακτήριας	=	κατατακτήριος
κατατακτήριε	=	κατατακτήριος
κατατακτήριες	noun	εξετάσεις που αποσκοπούν στην κατάταξη σε συγκεκριμένη εκπαιδευτική βαθμίδα ή σχολή σπουδαστών ή αποφοίτων άλλων βαθμίδων ή σχολών
κατατακτήριο	=	κατατακτήριος
κατατακτήριοι	=	κατατακτήριος
κατατακτήριος	adj	που έχει σχέση με την κατάταξη, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτή
κατατακτήριου	=	κατατακτήριος
κατατακτήριους	=	κατατακτήριος
κατατακτήριων	=	κατατακτήριος
κατατακτηρίων	=	κατατακτήριες
καταταλαιπωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταταλαιπωρημένο
καταταλαιπωρημένε	verb	κλητική ενικού του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταταλαιπωρημένη
καταταλαιπωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρημένης	verb	γενική ενικού του καταταλαιπωρημένη
καταταλαιπωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταταλαιπωρώ
καταταλαιπωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταταλαιπωρημένος
καταταλαιπωρώ	verb	ταλαιπωρώ σε μεγάλο βαθμό
καταταλαιπωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταλαιπώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταλαιπωρώ
καταταράζω	verb	ταράζω σε μεγάλο βαθμό, πάρα πολύ
καταταράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταταράζω
καταταραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταταραγμένο
καταταραγμένε	verb	κλητική ενικού του καταταραγμένος
καταταραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταταραγμένη
καταταραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταταραγμένος
καταταραγμένης	verb	γενική ενικού του καταταραγμένη
καταταραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταταραγμένος
καταταραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταταραγμένος
καταταραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταταράζω και καταταράσσω
καταταραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταταραγμένος
καταταραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταταραγμένος
καταταραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταταραγμένος
κατατασσόμασταν	=	κατατάσσω
κατατασσόμαστε	=	κατατάσσω
κατατασσόμενος	=	κατατάσσω
κατατασσόμουν	=	κατατάσσω
κατατασσόμουνα	=	κατατάσσω
κατατασσόντουσαν	=	κατατάσσω
κατατασσόσασταν	=	κατατάσσω
κατατασσόσαστε	=	κατατάσσω
κατατασσόσουν	=	κατατάσσω
κατατασσόσουνα	=	κατατάσσω
κατατασσόταν	=	κατατάσσω
κατατασσότανε	=	κατατάσσω
καταταχθήκαμε	=	κατατάσσω
καταταχθήκαν	=	κατατάσσω
καταταχθήκανε	=	κατατάσσω
καταταχθήκατε	=	κατατάσσω
καταταχθεί	=	κατατάσσω
καταταχθείτε	=	κατατάσσω
καταταχτώ	=	κατατάσσομαι
κατατείνω	verb	αποσκοπώ, αποβλέπω, τείνω προς κάποιον ή κάτι
κατατεθέν	=	κατατεθείς
κατατεθέντα	=	κατατεθείς
κατατεθέντας	=	κατατεθείς
κατατεθέντες	=	κατατεθείς
κατατεθέντος	=	κατατεθείς
κατατεθέντων	=	κατατεθείς
κατατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεθήκαν	=	καταθέτω
κατατεθήκανε	=	καταθέτω
κατατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεθείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου του παθητικού ρήματος κατατίθεμαι	adj|formal	που τον έχει καταθέσει κάποιος, που είναι κατατεθειμένος
κατατεθείσα	=	κατατεθείς
κατατεθείσας	=	κατατεθείς
κατατεθείσες	=	κατατεθείς
κατατεθείσης	=	κατατεθείς
κατατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατεθειμένο
κατατεθειμένε	verb	κλητική ενικού του κατατεθειμένος
κατατεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατεθειμένη
κατατεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατεθειμένος
κατατεθειμένης	verb	γενική ενικού του κατατεθειμένη
κατατεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατεθειμένος
κατατεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατεθειμένος
κατατεθειμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταθέτω, καταθέτομαι και κατατίθεμαι
κατατεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατεθειμένος
κατατεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατεθειμένος
κατατεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατεθειμένος
κατατεθεισών	=	κατατεθείς
κατατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεθούνε	=	καταθέτω
κατατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
κατατεμάχιζα	=	κατατεμαχίζω
κατατεμάχιζαν	=	κατατεμαχίζω
κατατεμάχιζε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμάχιζες	=	κατατεμαχίζω
κατατεμάχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμάχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμάχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμάχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζαμε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζαν	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζανε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζατε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζει	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζεις	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζετε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζοντας	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζουμε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζουν	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζουνε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίζω	verb	τεμαχίζω σε πολλά μικρότερα κομμάτια
κατατεμαχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσαν	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσανε	=	κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατεμαχίζω
κατατεμαχισμέ	noun	κλητική ενικού του κατατεμαχισμός
κατατεμαχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατεμαχισμένο
κατατεμαχισμένε	verb	κλητική ενικού του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατεμαχισμένη
κατατεμαχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμένης	verb	γενική ενικού του κατατεμαχισμένη
κατατεμαχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατεμαχίζω
κατατεμαχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατεμαχισμένος
κατατεμαχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατεμαχισμός
κατατεμαχισμού	noun	γενική ενικού του κατατεμαχισμός
κατατεμαχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατατεμαχισμός
κατατεμαχισμό	noun	αιτιατική ενικού του κατατεμαχισμός
κατατεμαχισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κατατεμαχίζω
κατατεμαχισμών	noun	γενική πληθυντικού του κατατεμαχισμός
κατατετμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατετμημένο
κατατετμημένε	verb	κλητική ενικού του κατατετμημένος
κατατετμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατετμημένη
κατατετμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατετμημένος
κατατετμημένης	verb	γενική ενικού του κατατετμημένη
κατατετμημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατετμημένος
κατατετμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατετμημένος
κατατετμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατέμνω
κατατετμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατετμημένος
κατατετμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατετμημένος
κατατετμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατετμημένος
κατατηξίτεχνος	adj|archaic	που υπερβάλλει στην τέχνη, ο εξαντλητικά ενδελεχής, επιμελής (σημερινή απόδοση της λέξης)
κατατιθέμεθα	=	καταθέτω
κατατμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάτμηση
κατατμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάτμηση
κατατμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάτμηση
κατατομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατομή
κατατομή	noun	το πρόσωπο με όλα τα χαρακτηριστικά του, όπως φαίνεται από τα πλάγια
κατατομής	=	κατατομή
κατατομών	=	κατατομή
κατατονία	noun	η ακινησία και η γενικότερη σωματική αδράνεια και αρνητική διάθεση, που συνοδεύει συχνά τη σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχικές διαταραχές
κατατονίας	noun	γενική ενικού του κατατονία
κατατονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατονία
κατατονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατονικό
κατατονικέ	adj	κλητική ενικού του κατατονικός
κατατονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατονική
κατατονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατονικός
κατατονικής	adj	γενική ενικού του κατατονική
κατατονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατονικός
κατατονικού	adj	γενική ενικού του κατατονικός
κατατονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατατονικός
κατατονικό	adj	αιτιατική ενικού του κατατονικός
κατατονικός	adj	που έχει σχέση με την κατατονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατατονικών	adj	γενική πληθυντικού του κατατονικός
κατατονιών	noun	γενική πληθυντικού του κατατονία
κατατοπίζαμε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζαν	=	κατατοπίζω
κατατοπίζανε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζατε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζει	=	κατατοπίζω
κατατοπίζεις	=	κατατοπίζω
κατατοπίζεσαι	=	κατατοπίζω
κατατοπίζεστε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζεται	=	κατατοπίζω
κατατοπίζετε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίζονται	=	κατατοπίζω
κατατοπίζονταν	=	κατατοπίζω
κατατοπίζοντας	=	κατατοπίζω
κατατοπίζουμε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζουν	=	κατατοπίζω
κατατοπίζουνε	=	κατατοπίζω
κατατοπίζω	verb	δείχνω σε κάποιον με λεπτομέρειες την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει προς κάποια τοποθεσία
κατατοπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίσαν	=	κατατοπίζω
κατατοπίσανε	=	κατατοπίζω
κατατοπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατόπιση
κατατοπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατατόπιση
κατατοπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατατόπιση
κατατοπίσου	=	κατατοπίζω
κατατοπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπίστηκα	=	κατατοπίζω
κατατοπίστηκαν	=	κατατοπίζω
κατατοπίστηκε	=	κατατοπίζω
κατατοπίστηκες	=	κατατοπίζω
κατατοπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατοπιζόμασταν	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόμαστε	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόμουν	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόμουνα	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόντουσαν	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόσασταν	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόσαστε	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόσουν	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόσουνα	=	κατατοπίζω
κατατοπιζόταν	=	κατατοπίζω
κατατοπιζότανε	=	κατατοπίζω
κατατοπιού	=	κατατόπι
κατατοπισμέ	noun	κλητική ενικού του κατατοπισμός
κατατοπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατοπισμένο
κατατοπισμένε	verb	κλητική ενικού του κατατοπισμένος
κατατοπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατοπισμένη
κατατοπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατοπισμένος
κατατοπισμένης	verb	γενική ενικού του κατατοπισμένη
κατατοπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατοπισμένος
κατατοπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατοπισμένος
κατατοπισμένος	verb	που έχει κατατοπιστεί
κατατοπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατοπισμένος
κατατοπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατοπισμένος
κατατοπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατοπισμένος
κατατοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατοπισμός
κατατοπισμού	noun	γενική ενικού του κατατοπισμός
κατατοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατατοπισμός
κατατοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του κατατοπισμός
κατατοπισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατοπίζω
κατατοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του κατατοπισμός
κατατοπιστήκαμε	=	κατατοπίζω
κατατοπιστήκαν	=	κατατοπίζω
κατατοπιστήκανε	=	κατατοπίζω
κατατοπιστήκατε	=	κατατοπίζω
κατατοπιστεί	=	κατατοπίζω
κατατοπιστείτε	=	κατατοπίζω
κατατοπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατοπιστικό	adv	με κατατοπιστικό τρόπο
κατατοπιστικέ	adj	κλητική ενικού του κατατοπιστικός
κατατοπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατοπιστική
κατατοπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατοπιστικός
κατατοπιστικής	adj	γενική ενικού του κατατοπιστική
κατατοπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατοπιστικός
κατατοπιστικού	adj	γενική ενικού του κατατοπιστικός
κατατοπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατατοπιστικός
κατατοπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κατατοπιστικός
κατατοπιστικός	adj	που κατατοπίζει
κατατοπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κατατοπιστικός
κατατοπιών	=	κατατόπι
κατατρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρέχω
κατατρέχομαι	=	κατατρέχω
κατατρέχω	verb	προσπαθώ να βλάψω ή να εξοντώσω κάποιον, τον «κυνηγάω»
κατατρίβομαι	verb	εξαντλώ τις δυνάμεις (λόγω ενασχόλησης με δευτερεύοντα ή άσκοπα πράγματα)
κατατραυμάτιζα	=	κατατραυματίζω
κατατραυμάτιζαν	=	κατατραυματίζω
κατατραυμάτιζε	=	κατατραυματίζω
κατατραυμάτιζες	=	κατατραυματίζω
κατατραυμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίζαμε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζαν	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζανε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζατε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζει	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζεις	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζετε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζοντας	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζουμε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζουν	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζουνε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίζω	verb	τραυματίζω σε μεγάλο βαθμό
κατατραυματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσαν	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίσανε	=	κατατραυματίζω
κατατραυματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατραυματίζω
κατατραυματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατραυματισμένο
κατατραυματισμένε	verb	κλητική ενικού του κατατραυματισμένος
κατατραυματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατραυματισμένη
κατατραυματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατραυματισμένος
κατατραυματισμένης	verb	γενική ενικού του κατατραυματισμένη
κατατραυματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατραυματισμένος
κατατραυματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατραυματισμένος
κατατραυματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατραυματίζω
κατατραυματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατραυματισμένος
κατατραυματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατραυματισμένος
κατατραυματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατραυματισμένος
κατατρεγμέ	noun	κλητική ενικού του κατατρεγμός
κατατρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατρεγμένο
κατατρεγμένε	verb	κλητική ενικού του κατατρεγμένος
κατατρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατρεγμένη
κατατρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατρεγμένος
κατατρεγμένης	verb	γενική ενικού του κατατρεγμένη
κατατρεγμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατατρεγμένος
κατατρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατρεγμένος
κατατρεγμένος	verb	που τον έχουν κατατρέξει
κατατρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατρεγμένος
κατατρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατρεγμένος
κατατρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατρεγμένος
κατατρεγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατρεγμός
κατατρεγμού	noun	γενική ενικού του κατατρεγμός
κατατρεγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατατρεγμός
κατατρεγμό	noun	αιτιατική ενικού του κατατρεγμός
κατατρεγμός	noun	συνεχής και επίμονη δίωξη
κατατρεγμών	noun	γενική πληθυντικού του κατατρεγμός
κατατριβές	=	κατατριβή
κατατριβή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατρίβομαι, η εξάντληση των δυνάμεων (λόγω ενασχόλησης με δευτερεύοντα ή άσκοπα πράγματα
κατατριβής	=	κατατριβή
κατατριβών	=	κατατριβή
κατατριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατριμμένο
κατατριμμένε	verb	κλητική ενικού του κατατριμμένος
κατατριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατριμμένη
κατατριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατριμμένος
κατατριμμένης	verb	γενική ενικού του κατατριμμένη
κατατριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατριμμένος
κατατριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατριμμένος
κατατριμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατρίβομαι
κατατριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατριμμένος
κατατριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατριμμένος
κατατριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατριμμένος
κατατρομάζαμε	=	κατατρομάζω
κατατρομάζαν	=	κατατρομάζω
κατατρομάζανε	=	κατατρομάζω
κατατρομάζατε	=	κατατρομάζω
κατατρομάζει	=	κατατρομάζω
κατατρομάζεις	=	κατατρομάζω
κατατρομάζετε	=	κατατρομάζω
κατατρομάζοντας	=	κατατρομάζω
κατατρομάζουμε	=	κατατρομάζω
κατατρομάζουν	=	κατατρομάζω
κατατρομάζουνε	=	κατατρομάζω
κατατρομάζω	verb	τρομάζω σε πολύ μεγάλο βαθμό
κατατρομάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξαν	=	κατατρομάζω
κατατρομάξανε	=	κατατρομάζω
κατατρομάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρομαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (κατατρομαγμένο) του κατατρομαγμένος	adv	πολύ τρομαγμένα
κατατρομαγμένε	verb	κλητική ενικού του κατατρομαγμένος
κατατρομαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατρομαγμένη
κατατρομαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατρομαγμένος
κατατρομαγμένης	verb	γενική ενικού του κατατρομαγμένη
κατατρομαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατρομαγμένος
κατατρομαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατρομαγμένος
κατατρομαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατρομάζω
κατατρομαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατρομαγμένος
κατατρομαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατρομαγμένος
κατατρομαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατρομαγμένος
κατατρομοκράτηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατρομοκρατώ
κατατρομοκρατώ	verb|rare	τρομοκρατώ σε μεγάλο βαθμό
κατατροπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατροπωμένο
κατατροπωμένε	verb	κλητική ενικού του κατατροπωμένος
κατατροπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατροπωμένη
κατατροπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατροπωμένος
κατατροπωμένης	verb	γενική ενικού του κατατροπωμένη
κατατροπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατροπωμένος
κατατροπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατροπωμένος
κατατροπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατροπώνω
κατατροπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατροπωμένος
κατατροπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατροπωμένος
κατατροπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατροπωμένος
κατατροπώναμε	=	κατατροπώνω
κατατροπώναν	=	κατατροπώνω
κατατροπώνανε	=	κατατροπώνω
κατατροπώνατε	=	κατατροπώνω
κατατροπώνει	=	κατατροπώνω
κατατροπώνεις	=	κατατροπώνω
κατατροπώνετε	=	κατατροπώνω
κατατροπώνοντας	=	κατατροπώνω
κατατροπώνουμε	=	κατατροπώνω
κατατροπώνουν	=	κατατροπώνω
κατατροπώνουνε	=	κατατροπώνω
κατατροπώνω	verb	αναγκάζω τον αντίπαλο ή τον εχθρό μου να υποχωρήσει, να εγκαταλείψει γρήγορα το πεδίο μάχης, και κατ' επέκταση τον κατανικώ
κατατροπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσαν	=	κατατροπώνω
κατατροπώσανε	=	κατατροπώνω
κατατροπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσεων	=	κατατρόπωση
κατατροπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατροπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατρυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατρυπημένο
κατατρυπημένε	verb	κλητική ενικού του κατατρυπημένος
κατατρυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατρυπημένη
κατατρυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατρυπημένος
κατατρυπημένης	verb	γενική ενικού του κατατρυπημένη
κατατρυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατρυπημένος
κατατρυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατρυπημένος
κατατρυπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατρυπώ
κατατρυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατρυπημένος
κατατρυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατρυπημένος
κατατρυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατρυπημένος
κατατρυπώ	verb	τρυπώ πέρα ως πέρα ή σε πολλά σημεία, γεμίζω τρύπες
κατατρυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατατρυπάω / κατατρυπώ
κατατρόμαζα	=	κατατρομάζω
κατατρόμαζαν	=	κατατρομάζω
κατατρόμαζε	=	κατατρομάζω
κατατρόμαζες	=	κατατρομάζω
κατατρόμαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρόμαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρόμαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρόμαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρομάζω
κατατρόπωνα	=	κατατροπώνω
κατατρόπωναν	=	κατατροπώνω
κατατρόπωνε	=	κατατροπώνω
κατατρόπωνες	=	κατατροπώνω
κατατρόπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατρόπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατρόπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατρόπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατροπώνω
κατατρόπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατροπώνω
κατατρόπωσης	=	κατατρόπωση
κατατρύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατρυπώ
κατατρύχω	verb|formal	κάνω κάποιον να υποφέρει, βασανίζω, ταλαιπωρώ υπερβολικά κάποιον
κατατρώγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατατρώγω
κατατρώγω	verb	τρώω κάτι τελείως, το τρώω όλο
κατατρώω	verb	άλλη μορφή του κατατρώγω
κατατσάκιζα	=	κατατσακίζω
κατατσάκιζαν	=	κατατσακίζω
κατατσάκιζε	=	κατατσακίζω
κατατσάκιζες	=	κατατσακίζω
κατατσάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίζαμε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζαν	=	κατατσακίζω
κατατσακίζανε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζατε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζει	=	κατατσακίζω
κατατσακίζεις	=	κατατσακίζω
κατατσακίζεσαι	=	κατατσακίζω
κατατσακίζεστε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζεται	=	κατατσακίζω
κατατσακίζετε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίζονται	=	κατατσακίζω
κατατσακίζονταν	=	κατατσακίζω
κατατσακίζοντας	=	κατατσακίζω
κατατσακίζουμε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζουν	=	κατατσακίζω
κατατσακίζουνε	=	κατατσακίζω
κατατσακίζω	verb	κόβω σε μικρά κομμάτια
κατατσακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίσαν	=	κατατσακίζω
κατατσακίσανε	=	κατατσακίζω
κατατσακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίσου	=	κατατσακίζω
κατατσακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακίστηκα	=	κατατσακίζω
κατατσακίστηκαν	=	κατατσακίζω
κατατσακίστηκε	=	κατατσακίζω
κατατσακίστηκες	=	κατατσακίζω
κατατσακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατσακίζω
κατατσακιζόμασταν	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόμαστε	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόμουν	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόμουνα	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόντουσαν	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόσασταν	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόσαστε	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόσουν	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόσουνα	=	κατατσακίζω
κατατσακιζόταν	=	κατατσακίζω
κατατσακιζότανε	=	κατατσακίζω
κατατσακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατσακισμένο
κατατσακισμένε	verb	κλητική ενικού του κατατσακισμένος
κατατσακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατσακισμένη
κατατσακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατσακισμένος
κατατσακισμένης	verb	γενική ενικού του κατατσακισμένη
κατατσακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατσακισμένος
κατατσακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατσακισμένος
κατατσακισμένος	verb	που έχει κοπεί σε πολλά κομμάτια
κατατσακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατσακισμένος
κατατσακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατσακισμένος
κατατσακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατσακισμένος
κατατσακιστήκαμε	=	κατατσακίζω
κατατσακιστήκαν	=	κατατσακίζω
κατατσακιστήκανε	=	κατατσακίζω
κατατσακιστήκατε	=	κατατσακίζω
κατατσακιστεί	=	κατατσακίζω
κατατσακιστείτε	=	κατατσακίζω
κατατυράννει	=	κατατυραννώ
κατατυράννησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυράννησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυράννησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυράννησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυράννηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατυραννώ
κατατυράννησης	=	κατατυράννηση
κατατυραννήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσαν	=	κατατυραννώ
κατατυραννήσανε	=	κατατυραννώ
κατατυραννήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσεων	=	κατατυράννηση
κατατυραννήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννεί	=	κατατυραννώ
κατατυραννείς	=	κατατυραννώ
κατατυραννείτε	=	κατατυραννώ
κατατυραννημένα	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένε	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένες	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένη	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένης	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένο	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένοι	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατατυραννώ
κατατυραννημένου	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένους	=	κατατυραννημένος
κατατυραννημένων	=	κατατυραννημένος
κατατυραννισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατυραννισμένο
κατατυραννισμένε	verb	κλητική ενικού του κατατυραννισμένος
κατατυραννισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατυραννισμένη
κατατυραννισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατατυραννισμένος
κατατυραννισμένης	verb	γενική ενικού του κατατυραννισμένη
κατατυραννισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατατυραννισμένος
κατατυραννισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατατυραννισμένος
κατατυραννισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατατυραννώ
κατατυραννισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατατυραννισμένος
κατατυραννισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατατυραννισμένος
κατατυραννισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατατυραννισμένος
κατατυραννούμε	=	κατατυραννώ
κατατυραννούν	=	κατατυραννώ
κατατυραννούνε	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσα	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσαμε	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσαν	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσανε	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσατε	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσε	=	κατατυραννώ
κατατυραννούσες	=	κατατυραννώ
κατατυραννώ	verb|figurative	τυραννώ σε πολύ μεγάλο βαθμό
κατατυραννώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατατυραννάω / κατατυραννώ
κατατόπι	noun|vulgar	τοποθεσία (συχνά σε σχέση με γνώση τοπογραφίας περιοχής)
κατατόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατατόπι
κατατόπιζα	=	κατατοπίζω
κατατόπιζαν	=	κατατοπίζω
κατατόπιζε	=	κατατοπίζω
κατατόπιζες	=	κατατοπίζω
κατατόπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατόπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατόπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατόπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατατοπίζω
κατατόπιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατατοπίζω
κατατόπισης	noun	γενική ενικού του κατατόπιση
κατατόπισις	noun	κατατόπιση
καταυγάζαμε	=	καταυγάζω
καταυγάζαν	=	καταυγάζω
καταυγάζανε	=	καταυγάζω
καταυγάζατε	=	καταυγάζω
καταυγάζει	=	καταυγάζω
καταυγάζεις	=	καταυγάζω
καταυγάζεσαι	=	καταυγάζομαι
καταυγάζεστε	=	καταυγάζομαι
καταυγάζεται	=	καταυγάζομαι
καταυγάζετε	=	καταυγάζω
καταυγάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταυγάζω
καταυγάζονται	=	καταυγάζομαι
καταυγάζονταν	=	καταυγάζομαι
καταυγάζοντας	=	καταυγάζω
καταυγάζου	=	καταυγάζομαι
καταυγάζουμε	=	καταυγάζω
καταυγάζουν	=	καταυγάζω
καταυγάζουνε	=	καταυγάζω
καταυγάζω	verb	φωτίζω σε μεγάλη έκταση, άπλετα
καταυγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάσαν	=	καταυγάζω
καταυγάσανε	=	καταυγάζω
καταυγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταύγαση
καταυγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάσου	=	καταυγάζομαι
καταυγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγάστηκα	=	καταυγάζομαι
καταυγάστηκαν	=	καταυγάζομαι
καταυγάστηκε	=	καταυγάζομαι
καταυγάστηκες	=	καταυγάζομαι
καταυγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταυγαζόμασταν	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόμαστε	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόμουν	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόμουνα	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόντουσαν	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόσασταν	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόσαστε	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόσουν	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόσουνα	=	καταυγάζομαι
καταυγαζόταν	=	καταυγάζομαι
καταυγαζότανε	=	καταυγάζομαι
καταυγασμέ	noun	κλητική ενικού του καταυγασμός
καταυγασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταυγασμένο
καταυγασμένε	verb	κλητική ενικού του καταυγασμένος
καταυγασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταυγασμένη
καταυγασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταυγασμένος
καταυγασμένης	verb	γενική ενικού του καταυγασμένη
καταυγασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταυγασμένος
καταυγασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταυγασμένος
καταυγασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταυγάζω
καταυγασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταυγασμένος
καταυγασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταυγασμένος
καταυγασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταυγασμένος
καταυγασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταυγασμός
καταυγασμού	noun	γενική ενικού του καταυγασμός
καταυγασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταυγασμός
καταυγασμό	noun	αιτιατική ενικού του καταυγασμός
καταυγασμός	noun	πλούσιος, άπλετος φωτισμός
καταυγασμών	noun	γενική πληθυντικού του καταυγασμός
καταυγαστήκαμε	=	καταυγάζομαι
καταυγαστήκαν	=	καταυγάζομαι
καταυγαστήκανε	=	καταυγάζομαι
καταυγαστήκατε	=	καταυγάζομαι
καταυγαστεί	=	καταυγάζομαι
καταυγαστείτε	=	καταυγάζομαι
καταυλίζεσαι	=	καταυλίζομαι
καταυλίζεστε	=	καταυλίζομαι
καταυλίζεται	=	καταυλίζομαι
καταυλίζομαι	verb|formal	μένω / εγκαθίσταμαι / καταλύω σε καταυλισμό
καταυλίζονται	=	καταυλίζομαι
καταυλίζονταν	=	καταυλίζομαι
καταυλίζου	=	καταυλίζομαι
καταυλίσου	=	καταυλίζομαι
καταυλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλακιωτών	=	καταυλακιώτης
καταυλακιώτες	=	καταυλακιώτης
καταυλακιώτη	=	καταυλακιώτης
καταυλακιώτης	noun	Πελοποννήσιος
καταυλακιώτισσα	=	καταυλακιώτης
καταυλιζόμασταν	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόμαστε	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόμουν	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόμουνα	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόντουσαν	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόσασταν	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόσαστε	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόσουν	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόσουνα	=	καταυλίζομαι
καταυλιζόταν	=	καταυλίζομαι
καταυλιζότανε	=	καταυλίζομαι
καταυλισμέ	noun	κλητική ενικού του καταυλισμός
καταυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταυλισμένο
καταυλισμένε	verb	κλητική ενικού του καταυλισμένος
καταυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταυλισμένη
καταυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταυλισμένος
καταυλισμένης	verb	γενική ενικού του καταυλισμένη
καταυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταυλισμένος
καταυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταυλισμένος
καταυλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταυλίζομαι
καταυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταυλισμένος
καταυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταυλισμένος
καταυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταυλισμένος
καταυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταυλισμός
καταυλισμού	noun	γενική ενικού του καταυλισμός
καταυλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καταυλισμός
καταυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του καταυλισμός
καταυλισμός	noun	η (συνήθως πρόχειρη και προσωρινή) εγκατάσταση και κατοίκηση κάποιων σε έναν (υπαίθριο) τόπο καθώς και ο τόπος της κατοίκησης αυτής
καταυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του καταυλισμός
καταυλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστήκαν	=	καταυλίζομαι
καταυλιστήκανε	=	καταυλίζομαι
καταυλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταυλίζομαι
καταυόδια	=	καταυόδιο
καταυόδιο	noun	άλλη μορφή του κατευόδιο
καταυόδιου	=	καταυόδιο
καταυόδιων	=	καταυόδιο
καταφάνηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφάνηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφάνηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφάνηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάφαση
καταφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάφαση
καταφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάφαση
καταφάσκω	verb|formal	παραδέχομαι, λέω ναι, απαντώ θετικά
καταφέραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
καταφέραν	=	καταφέρω
καταφέρανε	=	καταφέρω
καταφέρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
καταφέρει	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταφέρω
καταφέρεις	verb	β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταφέρω
καταφέρεσαι	=	καταφέρομαι
καταφέρεστε	=	καταφέρομαι
καταφέρεται	=	καταφέρομαι
καταφέρετε	verb	β' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταφέρω
καταφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφέρναμε	=	καταφέρνω
καταφέρναν	=	καταφέρνω
καταφέρνανε	=	καταφέρνω
καταφέρνατε	=	καταφέρνω
καταφέρνει	=	καταφέρνω
καταφέρνεις	=	καταφέρνω
καταφέρνεσαι	=	καταφέρνω
καταφέρνεστε	=	καταφέρνω
καταφέρνεται	=	καταφέρνω
καταφέρνετε	=	καταφέρνω
καταφέρνομαι	=	καταφέρνω
καταφέρνομε	=	καταφέρνω
καταφέρνονται	=	καταφέρνω
καταφέρνονταν	=	καταφέρνω
καταφέρνοντας	=	καταφέρνω
καταφέρνουμε	=	καταφέρνω
καταφέρνουν	=	καταφέρνω
καταφέρνουνε	=	καταφέρνω
καταφέρνω	verb	κατορθώνω να πετύχω κάτι
καταφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταφέρω
καταφέρομε	=	καταφέρνω
καταφέρονται	=	καταφέρομαι
καταφέρονταν	=	καταφέρομαι
καταφέροντας	=	καταφέρω
καταφέρουμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταφέρω
καταφέρουν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος καταφέρω
καταφέρουνε	=	καταφέρω
καταφέρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
καταφέρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
καταφαίνομαι	verb	γίνομαι ολοφάνερος, εμφανίζομαι
καταφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφαγωμένο
καταφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του καταφαγωμένος
καταφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφαγωμένη
καταφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφαγωμένος
καταφαγωμένης	verb	γενική ενικού του καταφαγωμένη
καταφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταφαγωμένος
καταφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταφαγωμένος
καταφαγωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατατρώγω
καταφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταφαγωμένος
καταφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταφαγωμένος
καταφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταφαγωμένος
καταφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καταφανής
καταφανή	adj	αιτιατική ενικού του καταφανής
καταφανήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανής	adj|formal	πασιφανής, ολοφάνερος, αναμφίβολος
καταφανεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφανής
καταφανείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανούς	adj	γενική ενικού του καταφανής
καταφανώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφαίνομαι
καταφανών	adj	γενική πληθυντικού του καταφανής
καταφανώς	adv|formal	με καταφανή τρόπο
καταφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφατικό	adv	με καταφατικό τρόπο
καταφατικέ	adj	κλητική ενικού του καταφατικός
καταφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφατική
καταφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφατικός
καταφατικής	adj	γενική ενικού του καταφατική
καταφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταφατικός
καταφατικού	adj	γενική ενικού του καταφατικός
καταφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταφατικός
καταφατικό	adj	αιτιατική ενικού του καταφατικός
καταφατικός	adj	που καταφάσκει, που λέει ναι, που παραδέχεται
καταφατικών	adj	γενική πληθυντικού του καταφατικός
καταφατικώς	adv|dated	καταφατικά
καταφατισμέ	=	καταφατισμός
καταφατισμοί	=	καταφατισμός
καταφατισμού	=	καταφατισμός
καταφατισμούς	=	καταφατισμός
καταφατισμό	=	καταφατισμός
καταφατισμός	noun	φιλοσοφικός ή καλλιτεχνικός όρος που αναφέρεται στην ιδέα της κατάφασης της ζωής, των εμπειριών και της δημιουργικότητας, σε αντιδιαστολή με μια αρνητική ή μηδενιστική προσέγγιση
καταφατισμών	=	καταφατισμός
καταφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθήκαν	=	καταφέρομαι
καταφερθήκανε	=	καταφέρομαι
καταφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερθούνε	=	καταφέρνω
καταφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρομαι
καταφερνόμασταν	=	καταφέρνω
καταφερνόμαστε	=	καταφέρνω
καταφερνόμουν	=	καταφέρνω
καταφερνόμουνα	=	καταφέρνω
καταφερνόντουσαν	=	καταφέρνω
καταφερνόσασταν	=	καταφέρνω
καταφερνόσαστε	=	καταφέρνω
καταφερνόσουν	=	καταφέρνω
καταφερνόσουνα	=	καταφέρνω
καταφερνόταν	=	καταφέρνω
καταφερνότανε	=	καταφέρνω
καταφερτζή	=	καταφερτζής
καταφερτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφερτζής
καταφερτζήδικα	=	καταφερτζής
καταφερτζήδικο	=	καταφερτζής
καταφερτζήδικου	=	καταφερτζής
καταφερτζήδικων	=	καταφερτζής
καταφερτζήδων	=	καταφερτζής
καταφερτζής	noun	που είναι καταφερτζής	adj	ο επιτήδειος, αυτός που καταφέρνει αυτό που επιδιώκει με πρακτικούς τρόπους
καταφερτζίδικα	=	καταφερτζής
καταφερτζίδικο	=	καταφερτζής
καταφερτζίδικου	=	καταφερτζής
καταφερτζίδικων	=	καταφερτζής
καταφερτζού	noun	θηλυκό του καταφερτζής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφερτζής
καταφερτζούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφερτζού
καταφερτζούδων	=	καταφερτζής
καταφερτζούς	=	καταφερτζής
καταφερόμασταν	=	καταφέρομαι
καταφερόμαστε	=	καταφέρομαι
καταφερόμουν	=	καταφέρομαι
καταφερόμουνα	=	καταφέρομαι
καταφερόντουσαν	=	καταφέρομαι
καταφερόσασταν	=	καταφέρομαι
καταφερόσαστε	=	καταφέρομαι
καταφερόσουν	=	καταφέρομαι
καταφερόσουνα	=	καταφέρομαι
καταφερόταν	=	καταφέρομαι
καταφερότανε	=	καταφέρομαι
καταφεύγαμε	=	καταφεύγω
καταφεύγαν	=	καταφεύγω
καταφεύγανε	=	καταφεύγω
καταφεύγατε	=	καταφεύγω
καταφεύγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταφεύγω
καταφεύγεις	=	καταφεύγω
καταφεύγετε	=	καταφεύγω
καταφεύγομε	=	καταφεύγω
καταφεύγοντας	=	καταφεύγω
καταφεύγουμε	=	καταφεύγω
καταφεύγουν	=	καταφεύγω
καταφεύγουνε	=	καταφεύγω
καταφεύγω	verb	βρίσκω καταφύγιο
καταφθάναμε	=	καταφθάνω
καταφθάναν	=	καταφθάνω
καταφθάνανε	=	καταφθάνω
καταφθάνατε	=	καταφθάνω
καταφθάνει	=	καταφθάνω
καταφθάνεις	=	καταφθάνω
καταφθάνετε	=	καταφθάνω
καταφθάνομε	=	καταφθάνω
καταφθάνοντας	=	καταφθάνω
καταφθάνουμε	=	καταφθάνω
καταφθάνουν	=	καταφθάνω
καταφθάνουνε	=	καταφθάνω
καταφθάνω	verb	φθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ)
καταφθάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσαν	=	καταφθάνω
καταφθάσανε	=	καταφθάνω
καταφθάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσομε	=	καταφθάνω
καταφθάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσουνε	=	καταφθάνω
καταφθάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφθάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφθάνω
καταφοβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφοβισμένο
καταφοβισμένε	verb	κλητική ενικού του καταφοβισμένος
καταφοβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφοβισμένη
καταφοβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφοβισμένος
καταφοβισμένης	verb	γενική ενικού του καταφοβισμένη
καταφοβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταφοβισμένος
καταφοβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταφοβισμένος
καταφοβισμένος	verb	έντρομος
καταφοβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταφοβισμένος
καταφοβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταφοβισμένος
καταφοβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταφοβισμένος
καταφορά	noun	η φορά προς τα κάτω, το να παίρνει (πρόσωπο, πράγμα) κατεύθυνση προς τα κάτω
καταφοράς	=	καταφορά
καταφορές	=	καταφορά
καταφορτώναμε	=	καταφορτώνω
καταφορτώναν	=	καταφορτώνω
καταφορτώνανε	=	καταφορτώνω
καταφορτώνατε	=	καταφορτώνω
καταφορτώνει	=	καταφορτώνω
καταφορτώνεις	=	καταφορτώνω
καταφορτώνετε	=	καταφορτώνω
καταφορτώνοντας	=	καταφορτώνω
καταφορτώνουμε	=	καταφορτώνω
καταφορτώνουν	=	καταφορτώνω
καταφορτώνουνε	=	καταφορτώνω
καταφορτώνω	verb	φορτώνω παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει
καταφορτώσαμε	=	καταφορτώνω
καταφορτώσαν	=	καταφορτώνω
καταφορτώσανε	=	καταφορτώνω
καταφορτώσατε	=	καταφορτώνω
καταφορτώσει	=	καταφορτώνω
καταφορτώστε	=	καταφορτώνω
καταφορών	=	καταφορά
καταφρονέσαν	=	καταφρονώ
καταφρονέσανε	=	καταφρονώ
καταφρονέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρόνεση
καταφρονέσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταφρόνεση
καταφρονήθηκα	=	καταφρονώ
καταφρονήθηκαν	=	καταφρονώ
καταφρονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταφρόνηση
καταφρονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταφρόνηση
καταφρονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσουνεν	=	καταφρονώ
καταφρονήσουνενε	=	καταφρονώ
καταφρονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρονήτρα	=	καταφρονητής
καταφρονήτρας	=	καταφρονητής
καταφρονήτρες	=	καταφρονητής
καταφρονήτρια	noun	θηλυκό του καταφρονητής
καταφρονήτριας	noun	γενική ενικού του καταφρονήτρια
καταφρονήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρονήτρια
καταφρονεί	=	καταφρονώ
καταφρονείς	=	καταφρονώ
καταφρονείτε	=	καταφρονώ
καταφρονεθήκαν	=	καταφρονώ
καταφρονεθήκανε	=	καταφρονώ
καταφρονεμένος	=	καταφρονώ
καταφρονετές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρονετής
καταφρονετή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταφρονετής
καταφρονετής	noun	άλλη μορφή του καταφρονητής
καταφρονετών	=	καταφρονετής
καταφρονηθούνεν	=	καταφρονώ
καταφρονηθούνενε	=	καταφρονώ
καταφρονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρονημένο
καταφρονημένε	verb	κλητική ενικού του καταφρονημένος
καταφρονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρονημένη
καταφρονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφρονημένος
καταφρονημένης	verb	γενική ενικού του καταφρονημένη
καταφρονημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταφρονημένος
καταφρονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταφρονημένος
καταφρονημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταφρονώ
καταφρονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταφρονημένος
καταφρονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταφρονημένος
καταφρονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταφρονημένος
καταφρονητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρονητής
καταφρονητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταφρονητής
καταφρονητής	noun	αυτός που καταφρονεί
καταφρονητικά	adv	δείχνοντας καταφρόνηση
καταφρονητικέ	adj	κλητική ενικού του καταφρονητικός
καταφρονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρονητική
καταφρονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφρονητικός
καταφρονητικής	adj	γενική ενικού του καταφρονητική
καταφρονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταφρονητικός
καταφρονητικού	adj	γενική ενικού του καταφρονητικός
καταφρονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταφρονητικός
καταφρονητικό	adj	αιτιατική ενικού του καταφρονητικός
καταφρονητικός	adj	που δίνει μια μειωμένη αξία σε κάποιον ή κάτι, που το παρουσιάζει σαν κάτι κακό
καταφρονητικών	adj	γενική πληθυντικού του καταφρονητικός
καταφρονητριών	noun	γενική πληθυντικού του καταφρονήτρια
καταφρονητρών	=	καταφρονητής
καταφρονητών	noun	γενική πληθυντικού του καταφρονητής
καταφρονιέμαι	=	καταφρονώ
καταφρονιόνται	=	καταφρονώ
καταφρονιόντουσαν	=	καταφρονώ
καταφρονιόσαστε	=	καταφρονώ
καταφρονούμαι	=	καταφρονώ
καταφρονούμασταν	=	καταφρονώ
καταφρονούμε	=	καταφρονώ
καταφρονούμενος	=	καταφρονώ
καταφρονούν	=	καταφρονώ
καταφρονούνε	=	καταφρονώ
καταφρονούνταν	=	καταφρονώ
καταφρονούσα	=	καταφρονώ
καταφρονούσαμε	=	καταφρονώ
καταφρονούσαν	=	καταφρονώ
καταφρονούσανε	=	καταφρονώ
καταφρονούσατε	=	καταφρονώ
καταφρονούσε	=	καταφρονώ
καταφρονούσες	=	καταφρονώ
καταφρονώ	verb	περιφρονώ με μεγάλη ένταση και βάθος, αδιαφορώ τελείως
καταφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταφρονώ
καταφρόνεσα	=	καταφρονώ
καταφρόνεση	noun	άλλη μορφή του καταφρόνηση
καταφρόνεσης	noun	γενική ενικού του καταφρόνεση
καταφρόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφρονώ
καταφρόνηση	noun	η με μεγάλη ένταση και βάθος περιφρόνηση
καταφρόνησης	noun	γενική ενικού του καταφρόνηση
καταφρόνια	noun	η περιφρονητική - υποτιμητική στάση κάποιου απέναντι σε άλλον ή η κατάσταση ανυποληψίας στην οποία ζει κάποιος
καταφρόνιας	noun	γενική ενικού του καταφρόνια
καταφρόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφρόνια
καταφτάναμε	=	καταφτάνω
καταφτάναν	=	καταφτάνω
καταφτάνανε	=	καταφτάνω
καταφτάνατε	=	καταφτάνω
καταφτάνει	=	καταφτάνω
καταφτάνεις	=	καταφτάνω
καταφτάνετε	=	καταφτάνω
καταφτάνομε	=	καταφτάνω
καταφτάνοντας	=	καταφτάνω
καταφτάνουμε	=	καταφτάνω
καταφτάνουν	=	καταφτάνω
καταφτάνουνε	=	καταφτάνω
καταφτάνω	verb	άλλη μορφή του καταφθάνω
καταφτάσαμε	=	καταφτάνω
καταφτάσαν	=	καταφτάνω
καταφτάσανε	=	καταφτάνω
καταφτάσατε	=	καταφτάνω
καταφτάσει	=	καταφτάνω
καταφτάσεις	=	καταφτάνω
καταφτάσετε	=	καταφτάνω
καταφτάσομε	=	καταφτάνω
καταφτάσουμε	=	καταφτάνω
καταφτάσουν	=	καταφτάνω
καταφτάσουνε	=	καταφτάνω
καταφτάστε	=	καταφτάνω
καταφτάσω	=	καταφτάνω
καταφυγές	=	καταφυγή
καταφυγή	noun	η αναζήτηση προστασίας, ασφάλειας ή βοήθειας
καταφυγής	=	καταφυγή
καταφυγίου	=	καταφύγιο
καταφυγίων	=	καταφύγιο
καταφυγών	=	καταφυγή
καταφόρτωνα	=	καταφορτώνω
καταφόρτωναν	=	καταφορτώνω
καταφόρτωνε	=	καταφορτώνω
καταφόρτωνες	=	καταφορτώνω
καταφόρτωσα	=	καταφορτώνω
καταφόρτωσαν	=	καταφορτώνω
καταφόρτωσε	=	καταφορτώνω
καταφόρτωσες	=	καταφορτώνω
καταφύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγαν	=	καταφεύγω
καταφύγανε	=	καταφεύγω
καταφύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφύγιο
καταφύγιο	noun	εκεί που κάποιος είναι ή αισθάνεται προστατευμένος από κάτι εχθρικό ή απειλητικό
καταφύγιου	=	καταφύγιο
καταφύγιων	=	καταφύγιο
καταφύγομε	=	καταφεύγω
καταφύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύγουνε	=	καταφεύγω
καταφύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφεύγω
καταφύσεις	=	κατάφυση
καταφύσεων	=	κατάφυση
καταφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφώτιστο
καταφώτιστε	adj	κλητική ενικού του καταφώτιστος
καταφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταφώτιστη
καταφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταφώτιστος
καταφώτιστης	adj	γενική ενικού του καταφώτιστη
καταφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του καταφώτιστος
καταφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταφώτιστος
καταφώτιστος	adj	άλλη μορφή του κατάφωτος
καταφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταφώτιστος
καταφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταφώτιστος
καταφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταφώτιστος
καταχάρηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχάρηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχάρηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχάρηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχέζαμε	=	καταχέζω
καταχέζαν	=	καταχέζω
καταχέζανε	=	καταχέζω
καταχέζατε	=	καταχέζω
καταχέζει	=	καταχέζω
καταχέζεις	=	καταχέζω
καταχέζετε	=	καταχέζω
καταχέζοντας	=	καταχέζω
καταχέζουμε	=	καταχέζω
καταχέζουν	=	καταχέζω
καταχέζουνε	=	καταχέζω
καταχέζω	verb	χέζω πολύ
καταχέριζα	=	καταχερίζω
καταχέριζαν	=	καταχερίζω
καταχέριζε	=	καταχερίζω
καταχέριζες	=	καταχερίζω
καταχέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχέσαμε	=	καταχέζω
καταχέσαν	=	καταχέζω
καταχέσανε	=	καταχέζω
καταχέσατε	=	καταχέζω
καταχέσει	=	καταχέζω
καταχέστε	=	καταχέζω
καταχαίρομαι	verb	νιώθω έντονη χαρά για κάτι
καταχανά	=	καταχανάς
καταχανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχανάς
καταχανάδων	noun	γενική πληθυντικού του καταχανάς
καταχανάς	noun	ο βρικόλακας
καταχαρήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρούμενα	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενε	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενες	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενη	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενης	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενο	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενοι	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενος	verb	που είναι σε μεγάλο βαθμό χαρούμενος
καταχαρούμενου	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενους	=	καταχαρούμενος
καταχαρούμενων	=	καταχαρούμενος
καταχαρούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχαρώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχαίρομαι
καταχείμωνα	=	καταχείμωνο
καταχείμωνο	noun	η περίοδος στα μέσα του χειμώνα, οι πιο κρύες μέρες του χειμώνα
καταχείμωνου	=	καταχείμωνο
καταχείμωνων	=	καταχείμωνο
καταχειροκροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκροτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχειροκροτημένο
καταχειροκροτημένε	verb	κλητική ενικού του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχειροκροτημένη
καταχειροκροτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτημένης	verb	γενική ενικού του καταχειροκροτημένη
καταχειροκροτημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχειροκροτώ
καταχειροκροτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχειροκροτημένος
καταχειροκροτώ	verb	χειροκροτώ ιδιαίτερα δυνατά, θερμά, με ενθουσιασμό και διάρκεια
καταχειροκροτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταχειροκροτάω / καταχειροκροτώ
καταχειροκρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχειροκρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχειροκροτώ
καταχερίζαμε	=	καταχερίζω
καταχερίζαν	=	καταχερίζω
καταχερίζανε	=	καταχερίζω
καταχερίζατε	=	καταχερίζω
καταχερίζει	=	καταχερίζω
καταχερίζεις	=	καταχερίζω
καταχερίζετε	=	καταχερίζω
καταχερίζοντας	=	καταχερίζω
καταχερίζουμε	=	καταχερίζω
καταχερίζουν	=	καταχερίζω
καταχερίζουνε	=	καταχερίζω
καταχερίζω	verb	χτυπώ με τα χέρια μου (σφαλιάρες, χαστούκια), δέρνω
καταχερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσαν	=	καταχερίζω
καταχερίσανε	=	καταχερίζω
καταχερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχερίζω
καταχεριά	noun|vulgar	χτύπημα, χαστούκι
καταχεριάζω	verb	άλλη μορφή του καταχερίζω
καταχεριάς	=	καταχεριά
καταχεριές	=	καταχεριά
καταχεριών	=	καταχεριά
καταχεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχεσμένο
καταχεσμένε	verb	κλητική ενικού του καταχεσμένος
καταχεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχεσμένη
καταχεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχεσμένος
καταχεσμένης	verb	γενική ενικού του καταχεσμένη
καταχεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχεσμένος
καταχεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχεσμένος
καταχεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχέζω
καταχεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχεσμένος
καταχεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχεσμένος
καταχεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχεσμένος
καταχθονίως	adv|formal	με καταχθόνιο τρόπο
καταχθονιοτήτων	=	καταχθονιότητα
καταχθονιότητα	noun|formal	η ιδιότητα του καταχθόνιου
καταχθονιότητας	=	καταχθονιότητα
καταχθονιότητες	=	καταχθονιότητα
καταχθόνια	=	καταχθόνιος
καταχθόνιας	=	καταχθόνιος
καταχθόνιε	=	καταχθόνιος
καταχθόνιες	=	καταχθόνιος
καταχθόνιο	=	καταχθόνιος
καταχθόνιοι	=	καταχθόνιος
καταχθόνιος	adj	που ζει στα βάθη της γης, κυρίως για μεταφυσικά πλάσματα
καταχθόνιου	=	καταχθόνιος
καταχθόνιους	=	καταχθόνιος
καταχθόνιων	=	καταχθόνιος
καταχνιά	noun	αραιή ομίχλη ή παρόμοιο καιρικό φαινόμενο που μειώνει λίγο την ορατότητα στην ατμόσφαιρα
καταχνιάζει	verb	σκεπάζει η καταχνιά, η αραιή ομίχλη (μια περιοχή)
καταχνιάς	noun	γενική ενικού του καταχνιά
καταχνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχνιάζει
καταχνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχνιάζει
καταχνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχνιά
καταχνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχνιασμένο
καταχνιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταχνιασμένος
καταχνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχνιασμένη
καταχνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχνιασμένος
καταχνιασμένης	verb	γενική ενικού του καταχνιασμένη
καταχνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχνιασμένος
καταχνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχνιασμένος
καταχνιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχνιάζει
καταχνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχνιασμένος
καταχνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχνιασμένος
καταχνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχνιασμένος
καταχνιών	=	καταχνιά
καταχράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχράστρια	noun	καταχραστής
καταχράστριας	noun	γενική ενικού του καταχράστρια
καταχράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχράστρια
καταχρέωνα	=	καταχρεώνω
καταχρέωναν	=	καταχρεώνω
καταχρέωνε	=	καταχρεώνω
καταχρέωνες	=	καταχρεώνω
καταχρέωσα	=	καταχρεώνω
καταχρέωσαν	=	καταχρεώνω
καταχρέωσε	=	καταχρεώνω
καταχρέωσες	=	καταχρεώνω
καταχρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάχρηση
καταχρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατάχρηση
καταχρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατάχρηση
καταχραζόμενα	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενε	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενες	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενη	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενης	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενο	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενοι	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενος	verb	αφού καταχράστηκε, ο καταχραστής, αλλά που καταχράζεται αυτή τη στιγμή ή σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή στο παρελθόν ή στο μέλλον, ή όταν προσδιορίζεται και άλλη ενέργεια ή κινητρο
καταχραζόμενου	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενους	=	καταχραζόμενος
καταχραζόμενων	=	καταχραζόμενος
καταχρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχρασμένο
καταχρασμένε	verb	κλητική ενικού του καταχρασμένος
καταχρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχρασμένη
καταχρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχρασμένος
καταχρασμένης	verb	γενική ενικού του καταχρασμένη
καταχρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχρασμένος
καταχρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχρασμένος
καταχρασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχρώμαι
καταχρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχρασμένος
καταχρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχρασμένος
καταχρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχρασμένος
καταχραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχραστής
καταχραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταχραστής
καταχραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστής	noun	εκείνος που καταχράται ξένα χρήματα.
καταχραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστριών	noun	γενική πληθυντικού του καταχράστρια
καταχραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρώμαι
καταχραστών	noun	γενική πληθυντικού του καταχραστής
καταχρεωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχρεωμένο
καταχρεωμένε	verb	κλητική ενικού του καταχρεωμένος
καταχρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχρεωμένη
καταχρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχρεωμένος
καταχρεωμένης	verb	γενική ενικού του καταχρεωμένη
καταχρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχρεωμένος
καταχρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχρεωμένος
καταχρεωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχρεώνομαι
καταχρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχρεωμένος
καταχρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχρεωμένος
καταχρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχρεωμένος
καταχρεώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεώναμε	=	καταχρεώνω
καταχρεώναν	=	καταχρεώνω
καταχρεώνανε	=	καταχρεώνω
καταχρεώνατε	=	καταχρεώνω
καταχρεώνει	=	καταχρεώνω
καταχρεώνεις	=	καταχρεώνω
καταχρεώνετε	=	καταχρεώνω
καταχρεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταχρεώνω
καταχρεώνοντας	=	καταχρεώνω
καταχρεώνουμε	=	καταχρεώνω
καταχρεώνουν	=	καταχρεώνω
καταχρεώνουνε	=	καταχρεώνω
καταχρεώνω	verb	χρεώνω με μεγάλα / δυσβάστακτα (χρηματικά) ποσά, δημιουργώ πολλά χρέη
καταχρεώσαμε	=	καταχρεώνω
καταχρεώσαν	=	καταχρεώνω
καταχρεώσανε	=	καταχρεώνω
καταχρεώσατε	=	καταχρεώνω
καταχρεώσει	=	καταχρεώνω
καταχρεώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταχρεώνομαι
καταχρεώστε	=	καταχρεώνω
καταχρηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καταχρηστικός	adv	με καταχρηστικό τρόπο
καταχρηστικέ	adj	κλητική ενικού του καταχρηστικός
καταχρηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχρηστική
καταχρηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχρηστικός
καταχρηστικής	adj	γενική ενικού του καταχρηστική
καταχρηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχρηστικός
καταχρηστικού	adj	γενική ενικού του καταχρηστικός
καταχρηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταχρηστικός
καταχρηστικό	adj	αιτιατική ενικού του καταχρηστικός
καταχρηστικός	adj	που σχετίζεται με την κατάχρηση ή αναφέρεται σ᾿ αυτήν, που υπερβαίνει ή και παραβαίνει τα όρια που επιτρέπονται ή ανέχονται
καταχρηστικών	adj	γενική πληθυντικού του καταχρηστικός
καταχρώμαι	verb	σφετερίζομαι χρήματα που δεν μου ανήκουν, κάνω οικονομική κατάχρηση
καταχτήσεις	=	κατάχτηση
καταχτήσεων	=	κατάχτηση
καταχτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχτημένο
καταχτημένε	verb	κλητική ενικού του καταχτημένος
καταχτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχτημένη
καταχτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχτημένος
καταχτημένης	verb	γενική ενικού του καταχτημένη
καταχτημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχτημένος
καταχτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχτημένος
καταχτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχτώ
καταχτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχτημένος
καταχτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχτημένος
καταχτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχτημένος
καταχτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχτητής
καταχτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καταχτητής
καταχτητής	noun	άλλη γραφή του κατακτητής
καταχτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχτητικό
καταχτητικέ	adj	κλητική ενικού του καταχτητικός
καταχτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχτητική
καταχτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχτητικός
καταχτητικής	adj	γενική ενικού του καταχτητική
καταχτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχτητικός
καταχτητικού	adj	γενική ενικού του καταχτητικός
καταχτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταχτητικός
καταχτητικό	adj	αιτιατική ενικού του καταχτητικός
καταχτητικός	adj	άλλη μορφή του κατακτητικός
καταχτητικών	adj	γενική πληθυντικού του καταχτητικός
καταχτητών	noun	γενική πληθυντικού του καταχτητής
καταχτώ	verb	άλλη μορφή του κατακτώ
καταχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταχτώ
καταχυστρών	=	καταχύστρα
καταχωθήκαμε	=	καταχώνομαι
καταχωθήκαν	=	καταχώνομαι
καταχωθήκανε	=	καταχώνομαι
καταχωθήκατε	=	καταχώνομαι
καταχωθεί	=	καταχώνομαι
καταχωθείτε	=	καταχώνομαι
καταχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωμένο
καταχωμένε	verb	κλητική ενικού του καταχωμένος
καταχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωμένη
καταχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχωμένος
καταχωμένης	verb	γενική ενικού του καταχωμένη
καταχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχωμένος
καταχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχωμένος
καταχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καταχώνω
καταχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχωμένος
καταχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχωμένος
καταχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχωμένος
καταχωνιάζαμε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζαν	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζανε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζατε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζει	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζεις	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζεσαι	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάζεστε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάζεται	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάζετε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάζονται	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάζονταν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάζοντας	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζου	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάζουμε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζουν	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζουνε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάζω	verb	κρύβω κάτι καλά, το βάζω σε απόμερο, αφανή ή απρόσιτο χώρο
καταχωνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάσαν	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάσανε	=	καταχωνιάζω
καταχωνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχώνιασμα
καταχωνιάσματος	noun	γενική ενικού του καταχώνιασμα
καταχωνιάσου	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιάστηκα	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάστηκαν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάστηκε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάστηκες	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχωνιαζόμασταν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόμαστε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόμουν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόμουνα	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόντουσαν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόσασταν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόσαστε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόσουν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόσουνα	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζόταν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαζότανε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καταχώνιασμα
καταχωνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωνιασμένο
καταχωνιασμένε	verb	κλητική ενικού του καταχωνιασμένος
καταχωνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωνιασμένη
καταχωνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχωνιασμένος
καταχωνιασμένης	verb	γενική ενικού του καταχωνιασμένη
καταχωνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχωνιασμένος
καταχωνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχωνιασμένος
καταχωνιασμένος	verb	που έχει καταχωνιαστεί
καταχωνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχωνιασμένος
καταχωνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχωνιασμένος
καταχωνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχωνιασμένος
καταχωνιαστήκαμε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαστήκαν	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαστήκανε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαστήκατε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαστεί	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνιαστείτε	=	καταχωνιάζομαι
καταχωνόμασταν	=	καταχώνομαι
καταχωνόμαστε	=	καταχώνομαι
καταχωνόμουν	=	καταχώνομαι
καταχωνόμουνα	=	καταχώνομαι
καταχωνόντουσαν	=	καταχώνομαι
καταχωνόσασταν	=	καταχώνομαι
καταχωνόσαστε	=	καταχώνομαι
καταχωνόσουν	=	καταχώνομαι
καταχωνόσουνα	=	καταχώνομαι
καταχωνόταν	=	καταχώνομαι
καταχωνότανε	=	καταχώνομαι
καταχωρήθηκα	=	καταχωρώ
καταχωρήθηκαν	=	καταχωρώ
καταχωρήθηκε	=	καταχωρώ
καταχωρήθηκες	=	καταχωρώ
καταχωρήσαμε	=	καταχωρώ
καταχωρήσαν	=	καταχωρώ
καταχωρήσανε	=	καταχωρώ
καταχωρήσατε	=	καταχωρώ
καταχωρήσει	=	καταχωρώ
καταχωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχώρηση
καταχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταχώρηση
καταχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταχώρηση
καταχωρήσου	=	καταχωρώ
καταχωρήστε	=	καταχωρώ
καταχωρίζαμε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζαν	=	καταχωρίζω
καταχωρίζανε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζατε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζει	=	καταχωρίζω
καταχωρίζεις	=	καταχωρίζω
καταχωρίζεσαι	=	καταχωρίζω
καταχωρίζεστε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζεται	=	καταχωρίζω
καταχωρίζετε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζομαι	=	καταχωρίζω
καταχωρίζονται	=	καταχωρίζω
καταχωρίζονταν	=	καταχωρίζω
καταχωρίζοντας	=	καταχωρίζω
καταχωρίζουμε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζουν	=	καταχωρίζω
καταχωρίζουνε	=	καταχωρίζω
καταχωρίζω	verb	καταγράφω, εγγράφω κάτι σε βιβλίο, κατάλογο, λογαριασμό, αίτηση
καταχωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίσαν	=	καταχωρίζω
καταχωρίσανε	=	καταχωρίζω
καταχωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχώριση
καταχωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταχώριση
καταχωρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταχώριση
καταχωρίσου	=	καταχωρίζω
καταχωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρίστηκα	=	καταχωρίζω
καταχωρίστηκαν	=	καταχωρίζω
καταχωρίστηκε	=	καταχωρίζω
καταχωρίστηκες	=	καταχωρίζω
καταχωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρεί	=	καταχωρώ
καταχωρείς	=	καταχωρώ
καταχωρείσαι	=	καταχωρώ
καταχωρείστε	=	καταχωρώ
καταχωρείται	=	καταχωρώ
καταχωρείτε	=	καταχωρώ
καταχωρηθήκαμε	=	καταχωρώ
καταχωρηθήκαν	=	καταχωρώ
καταχωρηθήκανε	=	καταχωρώ
καταχωρηθήκατε	=	καταχωρώ
καταχωρηθεί	=	καταχωρώ
καταχωρηθείτε	=	καταχωρώ
καταχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωρημένο
καταχωρημένε	verb	κλητική ενικού του καταχωρημένος
καταχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωρημένη
καταχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχωρημένος
καταχωρημένης	verb	γενική ενικού του καταχωρημένη
καταχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχωρημένος
καταχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχωρημένος
καταχωρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταχωρώ
καταχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχωρημένος
καταχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχωρημένος
καταχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχωρημένος
καταχωρητές	=	καταχωρητής
καταχωρητή	=	καταχωρητής
καταχωρητής	noun	αυτός που καταχωρεί
καταχωρητών	=	καταχωρητής
καταχωριζόμασταν	=	καταχωρίζω
καταχωριζόμαστε	=	καταχωρίζω
καταχωριζόμουν	=	καταχωρίζω
καταχωριζόμουνα	=	καταχωρίζω
καταχωριζόντουσαν	=	καταχωρίζω
καταχωριζόσασταν	=	καταχωρίζω
καταχωριζόσαστε	=	καταχωρίζω
καταχωριζόσουν	=	καταχωρίζω
καταχωριζόσουνα	=	καταχωρίζω
καταχωριζόταν	=	καταχωρίζω
καταχωριζότανε	=	καταχωρίζω
καταχωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωρισμένο
καταχωρισμένε	verb	κλητική ενικού του καταχωρισμένος
καταχωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωρισμένη
καταχωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχωρισμένος
καταχωρισμένης	verb	γενική ενικού του καταχωρισμένη
καταχωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχωρισμένος
καταχωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχωρισμένος
καταχωρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταχωρίζω
καταχωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχωρισμένος
καταχωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχωρισμένος
καταχωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχωρισμένος
καταχωριστήκαμε	=	καταχωρίζω
καταχωριστήκαν	=	καταχωρίζω
καταχωριστήκανε	=	καταχωρίζω
καταχωριστήκατε	=	καταχωρίζω
καταχωριστεί	=	καταχωρίζω
καταχωριστείτε	=	καταχωρίζω
καταχωρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταχωρώ
καταχωρούμασταν	=	καταχωρώ
καταχωρούμαστε	=	καταχωρώ
καταχωρούμε	=	καταχωρώ
καταχωρούμενος	=	καταχωρώ
καταχωρούμουν	=	καταχωρώ
καταχωρούν	=	καταχωρώ
καταχωρούνε	=	καταχωρώ
καταχωρούνται	=	καταχωρώ
καταχωρούνταν	=	καταχωρώ
καταχωρούσα	=	καταχωρώ
καταχωρούσαμε	=	καταχωρώ
καταχωρούσαν	=	καταχωρώ
καταχωρούσανε	=	καταχωρώ
καταχωρούσασταν	=	καταχωρώ
καταχωρούσαστε	=	καταχωρώ
καταχωρούσατε	=	καταχωρώ
καταχωρούσε	=	καταχωρώ
καταχωρούσες	=	καταχωρώ
καταχωρούσουν	=	καταχωρώ
καταχωρώ	verb	εγγράφω, καταγράφω, πρωτοκολλώ
καταχωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καταχωρώ
καταχωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωσμένο
καταχωσμένε	verb	κλητική ενικού του καταχωσμένος
καταχωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταχωσμένη
καταχωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταχωσμένος
καταχωσμένης	verb	γενική ενικού του καταχωσμένη
καταχωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταχωσμένος
καταχωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταχωσμένος
καταχωσμένος	verb	που έχει καταχωθεί
καταχωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταχωσμένος
καταχωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταχωσμένος
καταχωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταχωσμένος
καταχύστρα	noun	περίκλειστο τμήμα πύργος ή τείχους το οποίο προεξέχει, και το οποίο χρησιμοποιούνταν για την άμυνα του χώρου
καταχύστρας	=	καταχύστρα
καταχύστρες	=	καταχύστρα
καταχώθηκα	=	καταχώνομαι
καταχώθηκαν	=	καταχώνομαι
καταχώθηκε	=	καταχώνομαι
καταχώθηκες	=	καταχώνομαι
καταχώναμε	=	καταχώνω
καταχώναν	=	καταχώνω
καταχώνανε	=	καταχώνω
καταχώνατε	=	καταχώνω
καταχώνει	=	καταχώνω
καταχώνεις	=	καταχώνω
καταχώνεσαι	=	καταχώνομαι
καταχώνεστε	=	καταχώνομαι
καταχώνεται	=	καταχώνομαι
καταχώνετε	=	καταχώνω
καταχώνιαζα	=	καταχωνιάζω
καταχώνιαζαν	=	καταχωνιάζω
καταχώνιαζε	=	καταχωνιάζω
καταχώνιαζες	=	καταχωνιάζω
καταχώνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχώνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχώνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχώνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωνιάζω
καταχώνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταχωνιάζω
καταχώνομαι	verb	με χώνουν κάπου όπου είναι πολύ δύσκολο να με βρει κάποιος άλλος.
καταχώνονται	=	καταχώνομαι
καταχώνονταν	=	καταχώνομαι
καταχώνοντας	=	καταχώνω
καταχώνου	=	καταχώνομαι
καταχώνουμε	=	καταχώνω
καταχώνουν	=	καταχώνω
καταχώνουνε	=	καταχώνω
καταχώνω	verb	χώνω κάτι σε μεγάλο βάθος (στη γη) (σκεπάζοντάς το από πάνω)
καταχώρησα	=	καταχωρώ
καταχώρησαν	=	καταχωρώ
καταχώρησε	=	καταχωρώ
καταχώρησες	=	καταχωρώ
καταχώρηση	noun	συνώνυμο του καταχώριση από το καταχωρώ ως συνώνυμο του καταχωρίζω
καταχώρησης	noun	γενική ενικού του καταχώρηση
καταχώριζα	=	καταχωρίζω
καταχώριζαν	=	καταχωρίζω
καταχώριζε	=	καταχωρίζω
καταχώριζες	=	καταχωρίζω
καταχώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχωρίζω
καταχώριση	noun	η εγγραφή στοιχείου σε κατάλογο, επίσημο βιβλίο, βάση δεδομένων κ.λπ.
καταχώρισης	noun	γενική ενικού του καταχώριση
καταχώρισις	noun	η καταχώριση (στην κοινή νεοελληνική)
καταχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώσαν	=	καταχώνω
καταχώσανε	=	καταχώνω
καταχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάχωση
καταχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώσεων	=	κατάχωση
καταχώσου	=	καταχώνομαι
καταχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταχώνω
καταψήφιζα	=	καταψηφίζω
καταψήφιζαν	=	καταψηφίζω
καταψήφιζε	=	καταψηφίζω
καταψήφιζες	=	καταψηφίζω
καταψήφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψήφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψήφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψήφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψήφιση	noun	η επικράτηση των αρνητικών ψήφων
καταψήφισης	noun	γενική ενικού του καταψήφιση
καταψηφίζαμε	=	καταψηφίζω
καταψηφίζαν	=	καταψηφίζω
καταψηφίζανε	=	καταψηφίζω
καταψηφίζατε	=	καταψηφίζω
καταψηφίζει	=	καταψηφίζω
καταψηφίζεις	=	καταψηφίζω
καταψηφίζετε	=	καταψηφίζω
καταψηφίζοντας	=	καταψηφίζω
καταψηφίζουμε	=	καταψηφίζω
καταψηφίζουν	=	καταψηφίζω
καταψηφίζουνε	=	καταψηφίζω
καταψηφίζω	verb	ψηφίζω εναντίον κάποιου, δίνω αρνητική ψήφο
καταψηφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίσαν	=	καταψηφίζω
καταψηφίσανε	=	καταψηφίζω
καταψηφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψήφιση
καταψηφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του καταψήφιση
καταψηφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του καταψήφιση
καταψηφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψηφισμένο
καταψηφισμένε	verb	κλητική ενικού του καταψηφισμένος
καταψηφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψηφισμένη
καταψηφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταψηφισμένος
καταψηφισμένης	verb	γενική ενικού του καταψηφισμένη
καταψηφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταψηφισμένος
καταψηφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταψηφισμένος
καταψηφισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταψηφίζω
καταψηφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταψηφισμένος
καταψηφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταψηφισμένος
καταψηφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταψηφισμένος
καταψιά	noun|vulgar	γουλιά
καταψιάς	noun	γενική ενικού του καταψιά
καταψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψιά
καταψιών	=	καταψιά
καταψυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψυγμένο
καταψυγμένε	verb	κλητική ενικού του καταψυγμένος
καταψυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψυγμένη
καταψυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταψυγμένος
καταψυγμένης	verb	γενική ενικού του καταψυγμένη
καταψυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταψυγμένος
καταψυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταψυγμένος
καταψυγμένος	verb	άλλη μορφή του κατεψυγμένος
καταψυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταψυγμένος
καταψυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταψυγμένος
καταψυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταψυγμένος
καταψυκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψυκτικό
καταψυκτικέ	adj	κλητική ενικού του καταψυκτικός
καταψυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψυκτική
καταψυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταψυκτικός
καταψυκτικής	adj	γενική ενικού του καταψυκτική
καταψυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταψυκτικός
καταψυκτικού	adj	γενική ενικού του καταψυκτικός
καταψυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καταψυκτικός
καταψυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του καταψυκτικός
καταψυκτικός	adj	που δημιουργεί ή επιφέρει κατάψυξη
καταψυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του καταψυκτικός
καταψυκτών	=	καταψύκτης
καταψυχθήκαμε	=	καταψύχω
καταψυχθήκαν	=	καταψύχω
καταψυχθήκανε	=	καταψύχω
καταψυχθήκατε	=	καταψύχω
καταψυχθεί	=	καταψύχω
καταψυχθείτε	=	καταψύχω
καταψυχόμασταν	=	καταψύχω
καταψυχόμαστε	=	καταψύχω
καταψυχόμουν	=	καταψύχω
καταψυχόμουνα	=	καταψύχω
καταψυχόντουσαν	=	καταψύχω
καταψυχόσασταν	=	καταψύχω
καταψυχόσαστε	=	καταψύχω
καταψυχόσουν	=	καταψύχω
καταψυχόσουνα	=	καταψύχω
καταψυχόταν	=	καταψύχω
καταψυχότανε	=	καταψύχω
καταψύκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταψύκτης
καταψύκτη	=	καταψύκτης
καταψύκτης	noun	ηλεκτρική συσκευή για την αποθήκευση τροφίμων σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία
καταψύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξαν	=	καταψύχω
καταψύξανε	=	καταψύχω
καταψύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατάψυξη
καταψύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξεων	=	κατάψυξη
καταψύξου	=	καταψύχω
καταψύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταψύχω
καταψύχαμε	=	καταψύχω
καταψύχαν	=	καταψύχω
καταψύχανε	=	καταψύχω
καταψύχατε	=	καταψύχω
καταψύχει	=	καταψύχω
καταψύχεις	=	καταψύχω
καταψύχεσαι	=	καταψύχω
καταψύχεστε	=	καταψύχω
καταψύχεται	=	καταψύχω
καταψύχετε	=	καταψύχω
καταψύχθηκα	=	καταψύχω
καταψύχθηκαν	=	καταψύχω
καταψύχθηκε	=	καταψύχω
καταψύχθηκες	=	καταψύχω
καταψύχομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καταψύχω
καταψύχονται	=	καταψύχω
καταψύχονταν	=	καταψύχω
καταψύχοντας	=	καταψύχω
καταψύχουμε	=	καταψύχω
καταψύχουν	=	καταψύχω
καταψύχουνε	=	καταψύχω
καταψύχω	verb	ψύχω σε μεγάλο βαθμό
καταϊδρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταϊδρωμένο
καταϊδρωμένε	verb	κλητική ενικού του καταϊδρωμένος
καταϊδρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταϊδρωμένη
καταϊδρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταϊδρωμένος
καταϊδρωμένης	verb	γενική ενικού του καταϊδρωμένη
καταϊδρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταϊδρωμένος
καταϊδρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταϊδρωμένος
καταϊδρωμένος	verb	πολύ ιδρωμένος, κάθιδρος
καταϊδρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταϊδρωμένος
καταϊδρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταϊδρωμένος
καταϊδρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταϊδρωμένος
καταϊδρώνω	verb	μουσκεύω στον ιδρώτα, γίνομαι κάθιδρος
καταϊφιού	=	καταΐφι
καταϊφιών	=	καταΐφι
καταϋποχρέωνα	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωναν	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωνε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωνες	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταϋποχρεωμένο
καταϋποχρεωμένε	verb	κλητική ενικού του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καταϋποχρεωμένη
καταϋποχρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεωμένης	verb	γενική ενικού του καταϋποχρεωμένη
καταϋποχρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεωμένος	verb	που αισθάνεται έντονο αίσθημα ευγνωμοσύνης, ευγνώμων
καταϋποχρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καταϋποχρεωμένος
καταϋποχρεώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνομαι
καταϋποχρεώναμε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώναν	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνανε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνατε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνει	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνεις	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνετε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνομαι	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνοντας	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνουμε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνουν	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνουνε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώνω	verb	υποχρεώνω σε μεγάλο βαθμό
καταϋποχρεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσαν	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσανε	=	καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταϋποχρεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
καταύγαζα	=	καταυγάζω
καταύγαζαν	=	καταυγάζω
καταύγαζε	=	καταυγάζω
καταύγαζες	=	καταυγάζω
καταύγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταύγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταύγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταύγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταυγάζω
καταύγαση	noun	η ενέργεια του καταυγάζω
κατε	abbrev|dated	δημόσια κέντρα τεχνικής / επαγγελματικής κατάρτισης που είχαν την ονομασία αυτή μέχρι το 1977
κατείχα	=	κατέχω
κατείχαμε	=	κατέχω
κατείχαν	=	κατέχω
κατείχανε	=	κατέχω
κατείχατε	=	κατέχω
κατείχε	=	κατέχω
κατείχες	=	κατέχω
κατεβάζαμε	=	κατεβάζω
κατεβάζαν	=	κατεβάζω
κατεβάζανε	=	κατεβάζω
κατεβάζατε	=	κατεβάζω
κατεβάζει	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατεβάζω
κατεβάζεις	=	κατεβάζω
κατεβάζετε	=	κατεβάζω
κατεβάζομε	=	κατεβάζω
κατεβάζοντας	=	κατεβάζω
κατεβάζουμε	=	κατεβάζω
κατεβάζουν	=	κατεβάζω
κατεβάζουνε	=	κατεβάζω
κατεβάζω	verb	κινώ κάτι από ένα ψηλότερο σημείο σε ένα χαμηλότερο
κατεβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσαν	=	κατεβάζω
κατεβάσανε	=	κατεβάζω
κατεβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατέβασμα
κατεβάσματος	noun	γενική ενικού του κατέβασμα
κατεβάσομε	=	κατεβάζω
κατεβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσουνε	=	κατεβάζω
κατεβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβάζω
κατεβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβήκαν	=	κατεβαίνω
κατεβήκανε	=	κατεβαίνω
κατεβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβαίναμε	=	κατεβαίνω
κατεβαίναν	=	κατεβαίνω
κατεβαίνανε	=	κατεβαίνω
κατεβαίνατε	=	κατεβαίνω
κατεβαίνει	=	κατεβαίνω
κατεβαίνεις	=	κατεβαίνω
κατεβαίνετε	=	κατεβαίνω
κατεβαίνομε	=	κατεβαίνω
κατεβαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατεβαίνω
κατεβαίνουμε	=	κατεβαίνω
κατεβαίνουν	=	κατεβαίνω
κατεβαίνουνε	=	κατεβαίνω
κατεβαίνω	verb	κινούμαι από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο
κατεβασιά	noun|vulgar	η ορμητική κύλιση των νερών ενός χειμάρρου ή ποταμού
κατεβασιάς	noun	γενική ενικού του κατεβασιά
κατεβασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεβασιά
κατεβασιών	=	κατεβασιά
κατεβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατέβασμα
κατεβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεβασμένο
κατεβασμένε	verb	κλητική ενικού του κατεβασμένος
κατεβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεβασμένη
κατεβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεβασμένος
κατεβασμένης	verb	γενική ενικού του κατεβασμένη
κατεβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατεβασμένος
κατεβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεβασμένος
κατεβασμένος	verb	που τον έχουν κατεβάσει
κατεβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατεβασμένος
κατεβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεβασμένος
κατεβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατεβασμένος
κατεβατά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεβατό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεβατό, ουδέτερο του κατεβατός
κατεβατέ	adj	κλητική ενικού του κατεβατός
κατεβατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεβατή
κατεβατή	noun	χτύπημα που δίνεται με το χέρι να κατεβαίνει από πάνω προς τα κάτω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεβατός
κατεβατής	adj	γενική ενικού του κατεβατή
κατεβατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεβατός
κατεβατού	adj	γενική ενικού του κατεβατός
κατεβατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατεβατός
κατεβατό	adj	αιτιατική ενικού του κατεβατός	noun	μεγάλο κομμάτι κειμένου
κατεβατός	adj|vulgar	καθοδικός, κατερχόμενος
κατεβατών	adj	γενική πληθυντικού του κατεβατός
κατεβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβλήθη	=	καταβάλλω
κατεβλήθησαν	=	καταβάλλω
κατεβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεβούνε	=	κατεβαίνω
κατεβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεβαίνω
κατεγράφη	=	καταγράφω
κατεγράφησαν	=	καταγράφω
κατεδάφιζα	=	κατεδαφίζω
κατεδάφιζαν	=	κατεδαφίζω
κατεδάφιζε	=	κατεδαφίζω
κατεδάφιζες	=	κατεδαφίζω
κατεδάφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδάφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδάφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδάφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδάφιση	noun	γκρέμισμα
κατεδάφισης	noun	γενική ενικού του κατεδάφιση
κατεδαφίζαμε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζαν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζανε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζατε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζει	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζεις	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζεσαι	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζεστε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζεται	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζετε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίζομε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζονται	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζονταν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζοντας	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζου	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζουμε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζουν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζουνε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίζω	verb	γκρεμίζω οικοδόμημα έως ότου ισοπεδωθεί
κατεδαφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίσαν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίσανε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεδάφιση
κατεδαφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατεδάφιση
κατεδαφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατεδάφιση
κατεδαφίσομε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίσου	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίσουνε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφίστηκα	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίστηκαν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίστηκε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίστηκες	=	κατεδαφίζω
κατεδαφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεδαφίζω
κατεδαφιζόμασταν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόμαστε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόμουν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόμουνα	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόντουσαν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόσασταν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόσαστε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόσουν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόσουνα	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζόταν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιζότανε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεδαφισμένο
κατεδαφισμένε	verb	κλητική ενικού του κατεδαφισμένος
κατεδαφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεδαφισμένη
κατεδαφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεδαφισμένος
κατεδαφισμένης	verb	γενική ενικού του κατεδαφισμένη
κατεδαφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατεδαφισμένος
κατεδαφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεδαφισμένος
κατεδαφισμένος	verb	που έχει κατεδαφιστεί
κατεδαφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατεδαφισμένος
κατεδαφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεδαφισμένος
κατεδαφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατεδαφισμένος
κατεδαφιστήκαμε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστήκαν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστήκανε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστήκατε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστεί	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστείς	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστείτε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεδαφιστικό
κατεδαφιστικέ	adj	κλητική ενικού του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεδαφιστική
κατεδαφιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστικής	adj	γενική ενικού του κατεδαφιστική
κατεδαφιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστικού	adj	γενική ενικού του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστικός	adj	που έχει σχέση με την κατεδάφιση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
κατεδαφιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κατεδαφιστικός
κατεδαφιστούμε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστούν	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστούνε	=	κατεδαφίζω
κατεδαφιστώ	=	κατεδαφίζομαι
κατεε	abbrev|dated	δημόσια κέντρα τεχνικής / επαγγελματικής κατάρτισης που είχαν την ονομασία αυτή από το 1977 μέχρι το 1983
κατειλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατειλημμένο
κατειλημμένε	verb	κλητική ενικού του κατειλημμένος
κατειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατειλημμένη
κατειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατειλημμένος
κατειλημμένης	verb	γενική ενικού του κατειλημμένη
κατειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατειλημμένος
κατειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατειλημμένος
κατειλημμένος	verb	που έχει καταληφθεί ή δεσμευτεί
κατειλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατειλημμένος
κατειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατειλημμένος
κατειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατειλημμένος
κατειρονευτήκαμε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευτήκαν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευτήκανε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευτήκατε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευτεί	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευτείτε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόμασταν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόμαστε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόμουν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόμουνα	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόντουσαν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόσασταν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόσαστε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόσουν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόσουνα	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευόταν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονευότανε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύεσαι	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύεστε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύεται	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύομαι	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύονται	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύονταν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύου	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύτηκα	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύτηκαν	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύτηκε	=	κατειρωνεύομαι
κατειρονεύτηκες	=	κατειρωνεύομαι
κατειρωνεύομαι	verb	ειρωνεύομαι υπερβολικά
κατειρωνεύσεις	=	κατειρώνευση
κατειρωνεύσεων	=	κατειρώνευση
κατειρώνευση	noun	η πράξη της πλήρους ειρωνείας
κατειρώνευσης	=	κατειρώνευση
κατελήφθη	=	καταλαμβάνω
κατελήφθην	=	καταλαμβάνω
κατελήφθησαν	=	καταλαμβάνω
κατελύθη	=	καταλύω
κατελύθην	=	καταλύομαι
κατελύθησαν	=	καταλύω
κατελώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του καταλύω, σταματάω τη νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες
κατενθουσίαζα	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίαζαν	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίαζε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίαζες	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίασα	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίασαν	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίασε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσίασες	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζαμε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζαν	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζανε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζατε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζει	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζεις	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζετε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζοντας	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζουμε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζουν	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζουνε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάζω	verb	κάνω κάποιον να ενθουσιαστεί πολύ, του προκαλώ μεγάλο ενθουσιασμό
κατενθουσιάσαμε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάσαν	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάσανε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάσατε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάσει	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιάστε	=	κατενθουσιάζω
κατενθουσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατενθουσιασμένο
κατενθουσιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατενθουσιασμένος
κατενθουσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατενθουσιασμένη
κατενθουσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατενθουσιασμένος
κατενθουσιασμένης	verb	γενική ενικού του κατενθουσιασμένη
κατενθουσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατενθουσιασμένος
κατενθουσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατενθουσιασμένος
κατενθουσιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατενθουσιάζω
κατενθουσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατενθουσιασμένος
κατενθουσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατενθουσιασμένος
κατενθουσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατενθουσιασμένος
κατενώπιον	adv	ακριβώς μπροστά σε κάτι ή κάποιον
κατεξουσίαζα	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίαζαν	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίαζε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίαζες	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίασα	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίασαν	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίασε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσίασες	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζαμε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζαν	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζανε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζατε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζει	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζεις	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζεσαι	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάζεστε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάζεται	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάζετε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζονται	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάζονταν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάζοντας	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζου	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάζουμε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζουν	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζουνε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζω	verb|formal	εξουσιάζω σε απόλυτο βαθμό κάποιον ή κάτι
κατεξουσιάσαμε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάσαν	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάσανε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάσατε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάσει	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάσου	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάστε	=	κατεξουσιάζω
κατεξουσιάστηκα	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάστηκαν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάστηκε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιάστηκες	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόμασταν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόμαστε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόμουν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόμουνα	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόντουσαν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόσασταν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόσαστε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόσουν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόσουνα	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζόταν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαζότανε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιασμέ	=	κατεξουσιασμός
κατεξουσιασμένα	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένε	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένες	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένη	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένης	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένο	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένοι	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατεξουσιάζω
κατεξουσιασμένου	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένους	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμένων	=	κατεξουσιασμένος
κατεξουσιασμοί	=	κατεξουσιασμός
κατεξουσιασμού	=	κατεξουσιασμός
κατεξουσιασμούς	=	κατεξουσιασμός
κατεξουσιασμό	=	κατεξουσιασμός
κατεξουσιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατεξουσιάζω
κατεξουσιασμών	=	κατεξουσιασμός
κατεξουσιαστήκαμε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαστήκαν	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαστήκανε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαστήκατε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαστεί	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξουσιαστείτε	=	κατεξουσιάζομαι
κατεξοχήν	adv	κυρίως, σε μεγάλο βαθμό
κατεπάνω	noun	ο τίτλος του πολιτικού ή στρατιωτικού διοικητή των βυζαντινών θεμάτων και στη συνέχεια των ιταλικών επαρχιών το 10ο/11o αιώνα	adv	άλλη μορφή του καταπάνω
κατεπείγει	verb	είναι πολύ επείγον
κατεπείγον	=	κατεπείγων
κατεπείγοντα	=	κατεπείγων
κατεπείγοντας	=	κατεπείγων
κατεπείγοντες	=	κατεπείγων
κατεπείγοντος	=	κατεπείγων
κατεπείγουσα	=	κατεπείγων
κατεπείγουσας	=	κατεπείγων
κατεπείγουσες	=	κατεπείγων
κατεπείγων	verb	που είναι υπερβολικά επείγων
κατεπειγουσών	=	κατεπείγων
κατεπειγούσης	=	κατεπείγων
κατεπειγόντων	=	κατεπείγων
κατεπειγόντως	adv|formal	με κατεπείγοντα τρόπο
κατεργάζεσαι	=	κατεργάζομαι
κατεργάζεστε	=	κατεργάζομαι
κατεργάζεται	=	κατεργάζομαι
κατεργάζομαι	verb	εκτελώ μια εργασία πάνω σε μια φυσική πρώτη ύλη (π.χ. ξύλο, δέρμα, μετάξι) με σκοπό να το μετατρέψω σε χρηστικό αντικείμενο
κατεργάζονται	=	κατεργάζομαι
κατεργάζονταν	=	κατεργάζομαι
κατεργάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεργάρης
κατεργάρας	adj	γενική ενικού του κατεργάρα
κατεργάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργάρα
κατεργάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατεργάρης
κατεργάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργάρης
κατεργάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κατεργάρης
κατεργάρης	adj	πανούργος, έξυπνος	noun	πονηρός άνθρωπος, που κάνει σκανδαλιές
κατεργάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατεργάρικος	adv	με κατεργάρικο τρόπο
κατεργάρικε	adj	κλητική ενικού του κατεργάρικος
κατεργάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργάρικη
κατεργάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεργάρικος
κατεργάρικης	adj	γενική ενικού του κατεργάρικη
κατεργάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατεργάρης
κατεργάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεργάρικος
κατεργάρικος	adj	που έχει σχέση με κατεργάρη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
κατεργάρικου	adj	γενική ενικού του κατεργάρικο
κατεργάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατεργάρικος
κατεργάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κατεργάρικο
κατεργάσθηκα	=	κατεργάζομαι
κατεργάσθηκαν	=	κατεργάζομαι
κατεργάσθηκε	=	κατεργάζομαι
κατεργάσθηκες	=	κατεργάζομαι
κατεργάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργάσιμο
κατεργάσιμε	adj	κλητική ενικού του κατεργάσιμος
κατεργάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργάσιμη
κατεργάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεργάσιμος
κατεργάσιμης	adj	γενική ενικού του κατεργάσιμη
κατεργάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του κατεργάσιμος
κατεργάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεργάσιμος
κατεργάσιμος	adj	που είναι δυνατόν να υποστεί κατεργασία, να τον κατεργαστούν
κατεργάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατεργάσιμος
κατεργάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατεργάσιμος
κατεργάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατεργάσιμος
κατεργάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαζόμασταν	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόμαστε	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόμουν	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόμουνα	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόντουσαν	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόσασταν	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόσαστε	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόσουν	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόσουνα	=	κατεργάζομαι
κατεργαζόταν	=	κατεργάζομαι
κατεργαζότανε	=	κατεργάζομαι
κατεργαράκο	=	κατεργαράκος
κατεργαράκοι	=	κατεργαράκος
κατεργαράκος	noun	ειρωνικά ή χαϊδευτικά ο κατεργάρης
κατεργαράκου	=	κατεργαράκος
κατεργαράκους	=	κατεργαράκος
κατεργαράκων	=	κατεργαράκος
κατεργαριά	noun	το να είναι κάποιος κατεργάρης ή να συμπεριφέρεται ως τέτοιος
κατεργαριάς	noun	γενική ενικού του κατεργαριά
κατεργαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργαριά
κατεργαριών	=	κατεργαριά
κατεργασία	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατεργάζομαι
κατεργασίας	noun	γενική ενικού του κατεργασία
κατεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργασία
κατεργασθήκαμε	=	κατεργάζομαι
κατεργασθήκαν	=	κατεργάζομαι
κατεργασθήκανε	=	κατεργάζομαι
κατεργασθήκατε	=	κατεργάζομαι
κατεργασθεί	=	κατεργάζομαι
κατεργασθείς	=	κατεργάζομαι
κατεργασθείτε	=	κατεργάζομαι
κατεργασθούμε	=	κατεργάζομαι
κατεργασθούν	=	κατεργάζομαι
κατεργασθούνε	=	κατεργάζομαι
κατεργασθώ	=	κατεργάζομαι
κατεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του κατεργασία
κατεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργασμένο
κατεργασμένε	verb	κλητική ενικού του κατεργασμένος
κατεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεργασμένη
κατεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεργασμένος
κατεργασμένης	verb	γενική ενικού του κατεργασμένη
κατεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατεργασμένος
κατεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεργασμένος
κατεργασμένος	verb	που έχει υποστεί κατεργασία
κατεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατεργασμένος
κατεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεργασμένος
κατεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατεργασμένος
κατεργαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστήκαν	=	κατεργάζομαι
κατεργαστήκανε	=	κατεργάζομαι
κατεργαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατεργαστούνε	=	κατεργάζομαι
κατεργαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατεργάζομαι
κατερείπωνα	=	κατερειπώνω
κατερείπωναν	=	κατερειπώνω
κατερείπωνε	=	κατερειπώνω
κατερείπωνες	=	κατερειπώνω
κατερείπωσα	=	κατερειπώνω
κατερείπωσαν	=	κατερειπώνω
κατερείπωσε	=	κατερειπώνω
κατερείπωσες	=	κατερειπώνω
κατερειπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατερειπωμένο
κατερειπωμένε	verb	κλητική ενικού του κατερειπωμένος
κατερειπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατερειπωμένη
κατερειπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατερειπωμένος
κατερειπωμένης	verb	γενική ενικού του κατερειπωμένη
κατερειπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατερειπωμένος
κατερειπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατερειπωμένος
κατερειπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατερειπώνω
κατερειπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατερειπωμένος
κατερειπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατερειπωμένος
κατερειπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατερειπωμένος
κατερειπώναμε	=	κατερειπώνω
κατερειπώναν	=	κατερειπώνω
κατερειπώνανε	=	κατερειπώνω
κατερειπώνατε	=	κατερειπώνω
κατερειπώνει	=	κατερειπώνω
κατερειπώνεις	=	κατερειπώνω
κατερειπώνετε	=	κατερειπώνω
κατερειπώνοντας	=	κατερειπώνω
κατερειπώνουμε	=	κατερειπώνω
κατερειπώνουν	=	κατερειπώνω
κατερειπώνουνε	=	κατερειπώνω
κατερειπώνω	verb	προκαλώ την παντελή ερείπωση σε κάτι
κατερειπώσαμε	=	κατερειπώνω
κατερειπώσαν	=	κατερειπώνω
κατερειπώσανε	=	κατερειπώνω
κατερειπώσατε	=	κατερειπώνω
κατερειπώσει	=	κατερειπώνω
κατερειπώστε	=	κατερειπώνω
κατερινιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατερινιώτικο
κατερινιώτικε	adj	κλητική ενικού του κατερινιώτικος
κατερινιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατερινιώτικη
κατερινιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατερινιώτικος
κατερινιώτικης	adj	γενική ενικού του κατερινιώτικη
κατερινιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κατερινιώτικος
κατερινιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατερινιώτικος
κατερινιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κατερίνη ή τους κατοίκους της
κατερινιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατερινιώτικος
κατερινιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατερινιώτικος
κατερινιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατερινιώτικος
κατερχόμενα	=	κατερχόμενος
κατερχόμενε	=	κατερχόμενος
κατερχόμενες	=	κατερχόμενος
κατερχόμενη	=	κατερχόμενος
κατερχόμενης	=	κατερχόμενος
κατερχόμενο	=	κατερχόμενος
κατερχόμενοι	=	κατερχόμενος
κατερχόμενος	verb	που κατέρχεται, που κατεβαίνει προς τα κάτω
κατερχόμενου	=	κατερχόμενος
κατερχόμενους	=	κατερχόμενος
κατερχόμενων	=	κατερχόμενος
κατεσπευσμένα	adv	με κατεσπευσμένο τρόπο
κατεσπευσμένε	verb	κλητική ενικού του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεσπευσμένη
κατεσπευσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένης	verb	γενική ενικού του κατεσπευσμένη
κατεσπευσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένος	verb	ο πάρα πολύ εσπευσμένος
κατεσπευσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατεσπευσμένος
κατεσπευσμένως	adv|formal	κατεσπευσμένα, με κατεσπευσμένο τρόπο
κατεστάλην	=	καταστέλλω
κατεσταλμένα	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένε	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένες	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένη	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένης	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένο	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένοι	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένος	verb	που έχει κατασταλεί
κατεσταλμένου	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένους	=	κατεσταλμένος
κατεσταλμένων	=	κατεσταλμένος
κατεστημένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεστημένο
κατεστημένε	verb	κλητική ενικού του κατεστημένος
κατεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεστημένη
κατεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεστημένος
κατεστημένης	verb	γενική ενικού του κατεστημένη
κατεστημένο	noun	Σύστημα ατόμων και ισχυρών ομάδων συμφερόντων που ελέγχουν σε βαθμό να εξουσιάζουν καίριους τομείς της πολιτικής, οικονομικής, αθλητικής ή πολιτιστικής ζωής (όχι απαραιτητα σε συνεννόηση) και που αντιδρούν σε κάθε ανανέωση η οποία θα μπορούσε να απειλήσει την κυριαρχία τους
κατεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεστημένος
κατεστημένος	verb	που έχει σχέση με το κατεστημένο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό, καθιερωμένος και παγιωμένος
κατεστημένου	noun	γενική ενικού του κατεστημένο
κατεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεστημένος
κατεστημένων	noun	γενική πληθυντικού του κατεστημένο
κατεστραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεστραμμένο
κατεστραμμένε	verb	κλητική ενικού του κατεστραμμένος
κατεστραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεστραμμένη
κατεστραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεστραμμένος
κατεστραμμένης	verb	γενική ενικού του κατεστραμμένη
κατεστραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατεστραμμένος
κατεστραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεστραμμένος
κατεστραμμένος	verb	που έχει καταστραφεί
κατεστραμμένου	verb	γενική ενικού του κατεστραμμένος
κατεστραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεστραμμένος
κατεστραμμένων	verb	γενική πληθυντικού του κατεστραμμένος
κατετάγη	verb	γ’ ενικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος κατατάσσομαι
κατετέθη	=	καταθέτω
κατετέθησαν	=	καταθέτω
κατετίθεντο	=	καταθέτω
κατετίθετο	=	καταθέτω
κατευθείαν	adv	για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί
κατευθυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθήκαν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνθήκανε	=	κατευθύνομαι
κατευθυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθυντήρια	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριας	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριε	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριες	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριο	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριοι	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριος	adj|figurative	που δείχνει ποια κατεύθυνση πρέπει να ακολουθηθεί
κατευθυντήριου	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριους	=	κατευθυντήριος
κατευθυντήριων	=	κατευθυντήριος
κατευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευθυντικό
κατευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του κατευθυντικός
κατευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευθυντική
κατευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατευθυντικός
κατευθυντικής	adj	γενική ενικού του κατευθυντική
κατευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατευθυντικός
κατευθυντικοτήτων	=	κατευθυντικότητα
κατευθυντικού	adj	γενική ενικού του κατευθυντικός
κατευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατευθυντικός
κατευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του κατευθυντικός
κατευθυντικός	adj	που κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος
κατευθυντικότητα	noun	ιδιότητα εκπεμπόμενου σήματος που αναφέρεται στη δυνατότητά του να κατευθύνεται δυνατότερα προς μία ή περισσότερες διευθύνσεις
κατευθυντικότητας	=	κατευθυντικότητα
κατευθυντικότητες	=	κατευθυντικότητα
κατευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του κατευθυντικός
κατευθυνόμασταν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόμαστε	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευθυνόμενο
κατευθυνόμενε	verb	κλητική ενικού του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευθυνόμενη
κατευθυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμενης	verb	γενική ενικού του κατευθυνόμενη
κατευθυνόμενο	verb	αιτιατική ενικού του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμενος	verb	που κατευθύνεται προς έναν τόπο
κατευθυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατευθυνόμενος
κατευθυνόμουν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόμουνα	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόντουσαν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόσασταν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόσαστε	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόσουν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόσουνα	=	κατευθύνομαι
κατευθυνόταν	=	κατευθύνομαι
κατευθυνότανε	=	κατευθύνομαι
κατευθύναμε	=	κατευθύνω
κατευθύναν	=	κατευθύνω
κατευθύνανε	=	κατευθύνω
κατευθύνατε	=	κατευθύνω
κατευθύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατευθύνω
κατευθύνεις	=	κατευθύνω
κατευθύνεσαι	=	κατευθύνομαι
κατευθύνεστε	=	κατευθύνομαι
κατευθύνεται	=	κατευθύνομαι
κατευθύνετε	=	κατευθύνω
κατευθύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθύνομαι	verb	με κατευθύνουν
κατευθύνονται	=	κατευθύνομαι
κατευθύνονταν	=	κατευθύνομαι
κατευθύνοντας	=	κατευθύνω
κατευθύνου	=	κατευθύνομαι
κατευθύνουμε	=	κατευθύνω
κατευθύνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του κατευθύνω
κατευθύνουνε	=	κατευθύνω
κατευθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεύθυνση
κατευθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατεύθυνση
κατευθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατεύθυνση
κατευθύνσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατευθύνομαι
κατευθύντε	=	κατευθύνω
κατευθύνω	verb	δίνω σε πρόσωπο ή πράγμα μια κατεύθυνση
κατευνάζαμε	=	κατευνάζω
κατευνάζαν	=	κατευνάζω
κατευνάζανε	=	κατευνάζω
κατευνάζατε	=	κατευνάζω
κατευνάζει	=	κατευνάζω
κατευνάζεις	=	κατευνάζω
κατευνάζεσαι	=	κατευνάζω
κατευνάζεστε	=	κατευνάζω
κατευνάζεται	=	κατευνάζω
κατευνάζετε	=	κατευνάζω
κατευνάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατευνάζω
κατευνάζομε	=	κατευνάζω
κατευνάζονται	=	κατευνάζω
κατευνάζονταν	=	κατευνάζω
κατευνάζοντας	=	κατευνάζω
κατευνάζουμε	=	κατευνάζω
κατευνάζουν	=	κατευνάζω
κατευνάζουνε	=	κατευνάζω
κατευνάζω	verb	ηρεμώ, καθησυχάζω (για ανθρώπους, πάθη, συναισθήματα)
κατευνάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσαν	=	κατευνάζω
κατευνάσανε	=	κατευνάζω
κατευνάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσθηκα	=	κατευνάζω
κατευνάσθηκαν	=	κατευνάζω
κατευνάσθηκε	=	κατευνάζω
κατευνάσθηκες	=	κατευνάζω
κατευνάσομε	=	κατευνάζω
κατευνάσου	=	κατευνάζω
κατευνάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάσουνε	=	κατευνάζω
κατευνάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευνάστηκα	=	κατευνάζω
κατευνάστηκαν	=	κατευνάζω
κατευνάστηκε	=	κατευνάζω
κατευνάστηκες	=	κατευνάζω
κατευνάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατευναζόμασταν	=	κατευνάζω
κατευναζόμαστε	=	κατευνάζω
κατευναζόμουν	=	κατευνάζω
κατευναζόμουνα	=	κατευνάζω
κατευναζόντουσαν	=	κατευνάζω
κατευναζόσασταν	=	κατευνάζω
κατευναζόσαστε	=	κατευνάζω
κατευναζόσουν	=	κατευνάζω
κατευναζόσουνα	=	κατευνάζω
κατευναζόταν	=	κατευνάζω
κατευναζότανε	=	κατευνάζω
κατευνασθήκαμε	=	κατευνάζω
κατευνασθήκαν	=	κατευνάζω
κατευνασθήκανε	=	κατευνάζω
κατευνασθήκατε	=	κατευνάζω
κατευνασθεί	=	κατευνάζω
κατευνασθείς	=	κατευνάζω
κατευνασθείτε	=	κατευνάζω
κατευνασθούμε	=	κατευνάζω
κατευνασθούν	=	κατευνάζω
κατευνασθούνε	=	κατευνάζω
κατευνασθώ	=	κατευνάζω
κατευνασμέ	noun	κλητική ενικού του κατευνασμός
κατευνασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευνασμένο
κατευνασμένε	verb	κλητική ενικού του κατευνασμένος
κατευνασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευνασμένη
κατευνασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατευνασμένος
κατευνασμένης	verb	γενική ενικού του κατευνασμένη
κατευνασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατευνασμένος
κατευνασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατευνασμένος
κατευνασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατευνάζω
κατευνασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατευνασμένος
κατευνασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατευνασμένος
κατευνασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατευνασμένος
κατευνασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατευνασμός
κατευνασμού	noun	γενική ενικού του κατευνασμός
κατευνασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατευνασμός
κατευνασμό	noun	αιτιατική ενικού του κατευνασμός
κατευνασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατευνάζω
κατευνασμών	noun	γενική πληθυντικού του κατευνασμός
κατευναστήκαμε	=	κατευνάζω
κατευναστήκαν	=	κατευνάζω
κατευναστήκανε	=	κατευνάζω
κατευναστήκατε	=	κατευνάζω
κατευναστεί	=	κατευνάζω
κατευναστείς	=	κατευνάζω
κατευναστείτε	=	κατευνάζω
κατευναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευναστικό	adv	με κατευναστικό τρόπο
κατευναστικέ	adj	κλητική ενικού του κατευναστικός
κατευναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευναστική
κατευναστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατευναστικός
κατευναστικής	adj	γενική ενικού του κατευναστική
κατευναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατευναστικός
κατευναστικού	adj	γενική ενικού του κατευναστικός
κατευναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατευναστικός
κατευναστικό	adj	αιτιατική ενικού του κατευναστικός
κατευναστικός	adj	που έχει σχέση με τον κατευνασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συμβάλλει σ’ αυτόν
κατευναστικών	adj	γενική πληθυντικού του κατευναστικός
κατευναστούμε	=	κατευνάζω
κατευναστούν	=	κατευνάζω
κατευναστούνε	=	κατευνάζω
κατευναστώ	=	κατευνάζω
κατευοδωμάτων	=	κατευόδωμα
κατευοδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευοδωμένο
κατευοδωμένε	verb	κλητική ενικού του κατευοδωμένος
κατευοδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευοδωμένη
κατευοδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατευοδωμένος
κατευοδωμένης	verb	γενική ενικού του κατευοδωμένη
κατευοδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατευοδωμένος
κατευοδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατευοδωμένος
κατευοδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατευοδώνω
κατευοδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατευοδωμένος
κατευοδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατευοδωμένος
κατευοδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατευοδωμένος
κατευοδώματα	=	κατευόδωμα
κατευοδώματος	=	κατευόδωμα
κατευοδώναμε	=	κατευοδώνω
κατευοδώναν	=	κατευοδώνω
κατευοδώνανε	=	κατευοδώνω
κατευοδώνατε	=	κατευοδώνω
κατευοδώνει	=	κατευοδώνω
κατευοδώνεις	=	κατευοδώνω
κατευοδώνετε	=	κατευοδώνω
κατευοδώνοντας	=	κατευοδώνω
κατευοδώνουμε	=	κατευοδώνω
κατευοδώνουν	=	κατευοδώνω
κατευοδώνουνε	=	κατευοδώνω
κατευοδώνω	verb	ξεπροβοδίζω κάποιον που φεύγει και του εύχομαι καλό ταξίδι
κατευοδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσαν	=	κατευοδώνω
κατευοδώσανε	=	κατευοδώνω
κατευοδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσεων	=	κατευόδωση
κατευοδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευοδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατευόδιο
κατευόδιο	noun	καλό κατευόδιο: καλό ταξίδι
κατευόδιου	noun	γενική ενικού του κατευόδιο
κατευόδιων	noun	γενική πληθυντικού του κατευόδιο
κατευόδωμα	noun	το αποτέλεσμα του κατευοδώνω
κατευόδωνα	=	κατευοδώνω
κατευόδωναν	=	κατευοδώνω
κατευόδωνε	=	κατευοδώνω
κατευόδωνες	=	κατευοδώνω
κατευόδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευόδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευόδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευόδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευοδώνω
κατευόδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατευοδώνω
κατευόδωσης	=	κατευόδωση
κατεχίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεχίνη
κατεχολαμινεργικά	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικέ	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικές	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργική	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικής	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικοί	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικού	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικούς	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικό	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχολαμινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της κατεχολαμίνης
κατεχολαμινεργικών	=	κατεχολαμινεργικός
κατεχουσών	=	κατέχων
κατεχούσης	=	κατέχων
κατεχόμενα	noun	τα εδάφη υπό ξένη κυριαρχία
κατεχόμενε	verb	κλητική ενικού του κατεχόμενος
κατεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεχόμενη
κατεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεχόμενος
κατεχόμενης	verb	γενική ενικού του κατεχόμενη
κατεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του κατεχόμενος
κατεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεχόμενος
κατεχόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (κατέχομαι) του ρήματος κατέχω
κατεχόμενου	verb	γενική ενικού του κατεχόμενος
κατεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεχόμενος
κατεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού του κατεχόμενος
κατεχόντων	=	κατέχων
κατεψυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεψυγμένο
κατεψυγμένε	verb	κλητική ενικού του κατεψυγμένος
κατεψυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατεψυγμένη
κατεψυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατεψυγμένος
κατεψυγμένης	verb	γενική ενικού του κατεψυγμένη
κατεψυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατεψυγμένος
κατεψυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατεψυγμένος
κατεψυγμένος	verb	που έχει καταψυχθεί, για είδη
κατεψυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατεψυγμένος
κατεψυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατεψυγμένος
κατεψυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατεψυγμένος
κατεύθυνα	=	κατευθύνω
κατεύθυναν	=	κατευθύνω
κατεύθυνε	=	κατευθύνω
κατεύθυνες	=	κατευθύνω
κατεύθυνση	noun	η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, ανατολικά, δυτικά
κατεύθυνσης	noun	γενική ενικού του κατεύθυνση
κατεύθυνσις	noun	η κατεύθυνση
κατεύναζα	=	κατευνάζω
κατεύναζαν	=	κατευνάζω
κατεύναζε	=	κατευνάζω
κατεύναζες	=	κατευνάζω
κατεύνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατεύνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατεύνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατεύνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατευνάζω
κατζέλο	noun	συρτάρι
κατζία	=	κατζίο
κατζίο	noun	μικρό θυμιατό με 6 κουδουνάκια 3 σε κάθε πλευρά και με βάση, για να στέκεται πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια.
κατζίου	=	κατζίο
κατζίων	=	κατζίο
κατηγμένη	noun	η τρίτη παράμετρος στο τρισδιάστατο καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων που δίνει την απόσταση από τον άξονα (z, ζ) που είναι κάθετος στο επίπεδο των αξόνων x (τετμημένη) y (τεταγμένη) (χψ)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηγμένος
κατηγοράει	=	κατηγορώ
κατηγοράν	=	κατηγορώ
κατηγοράνε	=	κατηγορώ
κατηγοράς	=	κατηγορώ
κατηγορήθηκα	=	κατηγορώ
κατηγορήθηκαν	=	κατηγορώ
κατηγορήθηκε	=	κατηγορώ
κατηγορήθηκες	=	κατηγορώ
κατηγορήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγόρημα
κατηγορήματος	noun	γενική ενικού του κατηγόρημα
κατηγορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσαν	=	κατηγορώ
κατηγορήσανε	=	κατηγορώ
κατηγορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσεων	=	κατηγόρηση
κατηγορήσου	=	κατηγορώ
κατηγορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσουνε	=	κατηγορώ
κατηγορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγορία	noun	η απόδοση μομφής σε κάποιον, η δήλωση ότι κάποιος είναι ένοχος για μια ενέργεια, διέπραξε κάτι επιβλαβές σε βάρος άλλου ή κάτι παράνομο ή κάτι ανήθικο
κατηγορίας	noun	γενική ενικού του κατηγορία
κατηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορία
κατηγορεί	=	κατηγορώ
κατηγορείς	=	κατηγορώ
κατηγορείσαι	=	κατηγορώ
κατηγορείσθε	=	κατηγορώ
κατηγορείστε	=	κατηγορώ
κατηγορείται	=	κατηγορώ
κατηγορείτε	=	κατηγορώ
κατηγορηθήκαμε	=	κατηγορώ
κατηγορηθήκαν	=	κατηγορώ
κατηγορηθήκανε	=	κατηγορώ
κατηγορηθήκατε	=	κατηγορώ
κατηγορηθεί	=	κατηγορώ
κατηγορηθείς	=	κατηγορώ
κατηγορηθείτε	=	κατηγορώ
κατηγορηθούμε	=	κατηγορώ
κατηγορηθούν	=	κατηγορώ
κατηγορηθούνε	=	κατηγορώ
κατηγορηθώ	=	κατηγορούμαι
κατηγορημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατηγόρημα
κατηγορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορημένο
κατηγορημένε	verb	κλητική ενικού του κατηγορημένος
κατηγορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορημένη
κατηγορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηγορημένος
κατηγορημένης	verb	γενική ενικού του κατηγορημένη
κατηγορημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατηγορημένος
κατηγορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηγορημένος
κατηγορημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατηγορώ
κατηγορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατηγορημένος
κατηγορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατηγορημένος
κατηγορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατηγορημένος
κατηγορηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορηματικό	adv	με κατηγορηματικό τρόπο
κατηγορηματικέ	adj	κλητική ενικού του κατηγορηματικός
κατηγορηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορηματική
κατηγορηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηγορηματικός
κατηγορηματικής	adj	γενική ενικού του κατηγορηματική
κατηγορηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηγορηματικός
κατηγορηματικοτήτων	=	κατηγορηματικότητα
κατηγορηματικού	adj	γενική ενικού του κατηγορηματικός
κατηγορηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατηγορηματικός
κατηγορηματικό	adj	αιτιατική ενικού του κατηγορηματικός
κατηγορηματικός	adj	που διατυπώνεται με τρόπο που δεν εγείρει αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, με απόλυτο τρόπο
κατηγορηματικότης	noun	η κατηγορηματικότητα
κατηγορηματικότητα	noun	η ιδιότητα του κατηγορηματικού, η έκφραση με απερίφραστη και απόλυτη βεβαιότητα
κατηγορηματικότητας	noun	γενική ενικού του κατηγορηματικότητα
κατηγορηματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορηματικότητα
κατηγορηματικών	adj	γενική πληθυντικού του κατηγορηματικός
κατηγορηματικώς	adv|formal	άλλη μορφή του κατηγορηματικά
κατηγορητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορητήριο
κατηγορητήριο	noun	νομικό έγγραφο με το οποίο απαγγέλλεται ή εκφράζεται κατηγορία σε κατηγορούμενο
κατηγορητήριου	=	κατηγορητήριο
κατηγορητηρίου	noun	γενική ενικού του κατηγορητήριο
κατηγορητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κατηγορητήριο
κατηγορητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορητικό
κατηγορητικέ	adj	κλητική ενικού του κατηγορητικός
κατηγορητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορητική
κατηγορητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηγορητικός
κατηγορητικής	adj	γενική ενικού του κατηγορητική
κατηγορητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηγορητικός
κατηγορητικού	adj	γενική ενικού του κατηγορητικός
κατηγορητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατηγορητικός
κατηγορητικό	adj	αιτιατική ενικού του κατηγορητικός
κατηγορητικός	adj	που έχει σχέση με κατηγορία, με μομφή ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατηγορητικών	adj	γενική πληθυντικού του κατηγορητικός
κατηγοριάρα	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρας	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρες	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρη	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρηδες	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρηδων	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρης	adj|vulgar	που του αρέσει να κατηγορεί κάποιον ή κάποιους
κατηγοριάρικα	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρικο	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρικου	=	κατηγοριάρης
κατηγοριάρικων	=	κατηγοριάρης
κατηγορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορικό
κατηγορικέ	adj	κλητική ενικού του κατηγορικός
κατηγορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορική
κατηγορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηγορικός
κατηγορικής	adj	γενική ενικού του κατηγορική
κατηγορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηγορικός
κατηγορικού	adj	γενική ενικού του κατηγορικός
κατηγορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατηγορικός
κατηγορικό	adj	αιτιατική ενικού του κατηγορικός
κατηγορικός	adj	αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε κάποια κατηγορία
κατηγορικών	adj	γενική πληθυντικού του κατηγορικός
κατηγοριοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποίηση	noun	η κατάταξη ενός συνόλου αντικειμένων σε διάφορες κατηγορίες
κατηγοριοποίησης	=	κατηγοριοποίηση
κατηγοριοποιήθηκα	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιήθηκαν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιήθηκε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιήθηκες	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγοριοποίηση
κατηγοριοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήσεων	=	κατηγοριοποίηση
κατηγοριοποιήσου	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιείσαι	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιείστε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιείται	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιηθήκαμε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιηθήκαν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιηθήκανε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιηθήκατε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιηθεί	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιηθείτε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιημένος	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιητές	=	κατηγοριοποιητής
κατηγοριοποιητή	=	κατηγοριοποιητής
κατηγοριοποιητής	noun	ταξινομητής
κατηγοριοποιητών	=	κατηγοριοποιητής
κατηγοριοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατηγοριοποιώ
κατηγοριοποιούμασταν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούμαστε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούμουν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούνται	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούνταν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούσασταν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούσαστε	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιούσουν	=	κατηγοριοποιούμαι
κατηγοριοποιώ	verb	κατατάσσω ένα σύνολο αντικειμένων σε διάφορες κατηγορίες
κατηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του κατηγορία
κατηγορουμένες	=	κατηγορούμενος
κατηγορουμένη	=	κατηγορούμενος
κατηγορουμένης	=	κατηγορούμενος
κατηγορουμένου	noun	γενική ενικού του κατηγορούμενο
κατηγορουμένους	=	κατηγορούμενος
κατηγορουμένων	noun	γενική πληθυντικού του κατηγορούμενο
κατηγορούμαι	verb	με κατηγορούν
κατηγορούμασταν	=	κατηγορώ
κατηγορούμαστε	=	κατηγορώ
κατηγορούμε	=	κατηγορώ
κατηγορούμεθα	=	κατηγορώ
κατηγορούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγορούμενο
κατηγορούμενε	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμενες	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηγορούμενος	noun	λιγότερο επίσημος τύπος του κατηγορουμένη
κατηγορούμενης	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμενο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κατηγορούμενος	noun	ο όρος της πρότασης που αποδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή το αντικείμενο διά του ρήματος
κατηγορούμενοι	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμενος	noun	που του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, που του έχει απαγγελθεί κατηγορία σε δικαστήριο	verb	που κατηγορείται για αξιόποινη ή αξιόμεμπτη πράξη
κατηγορούμενου	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμενους	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμενων	=	κατηγορούμενος
κατηγορούμουν	=	κατηγορώ
κατηγορούν	=	κατηγορώ
κατηγορούνε	=	κατηγορώ
κατηγορούνται	=	κατηγορώ
κατηγορούνταν	=	κατηγορώ
κατηγορούσα	=	κατηγορώ
κατηγορούσαμε	=	κατηγορώ
κατηγορούσαν	=	κατηγορώ
κατηγορούσανε	=	κατηγορώ
κατηγορούσασταν	=	κατηγορώ
κατηγορούσαστε	=	κατηγορώ
κατηγορούσατε	=	κατηγορώ
κατηγορούσε	=	κατηγορώ
κατηγορούσες	=	κατηγορώ
κατηγορούσουν	=	κατηγορώ
κατηγορώ	verb	σχολιάζω αρνητικά κάποιον,του αποδίδω ευθύνες για το αποτέλεσμα μιας ενέργειας/κατάστασης ή μιας πράξης που τιμωρείται από τον νόμο
κατηγορώντας	=	κατηγορώ
κατηγόρει	=	κατηγορώ
κατηγόρημα	noun	η απλή μορφή της ρηματικής φράσης, το μέρος της πρότασης που αποτελείται, είτε από μόνο το αμετάβατο ρήμα, είτε από το μεταβατικό ρήμα και το αντικείμενο ή αντικείμενα, είτε από το συνδετικό ρήμα και το κατηγορούμενο
κατηγόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηγορώ
κατηγόρηση	noun	η απόδοση κατηγορουμένου σε υποκείμενο
κατηγόρησης	=	κατηγόρηση
κατηγόρια	noun	η ενέργεια του να κατηγορείς κάποιον, να προσάπτεις κατηγορία, μομφή, ψόγο
κατηγόριας	noun	γενική ενικού του κατηγόρια
κατηγόριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηγόρια
κατηγόρου	noun	γενική ενικού του κατήγορος
κατηγόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατήγορος
κατηγόρων	noun	γενική πληθυντικού του κατήγορος
κατηραμένα	=	κατηραμένος
κατηραμένε	=	κατηραμένος
κατηραμένες	=	κατηραμένος
κατηραμένη	=	κατηραμένος
κατηραμένης	=	κατηραμένος
κατηραμένο	=	κατηραμένος
κατηραμένοι	=	κατηραμένος
κατηραμένος	verb|formal	άλλη μορφή του καταραμένος
κατηραμένου	=	κατηραμένος
κατηραμένους	=	κατηραμένος
κατηραμένων	=	κατηραμένος
κατηργασμένες	=	κατεργασμένες
κατηργασμένη	=	κατεργασμένη
κατηργασμένοι	=	κατεργασμένοι
κατηργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηργημένος
κατηρτισμένα	=	καταρτίζω
κατηρτισμένε	=	καταρτίζω
κατηρτισμένες	=	καταρτίζω
κατηρτισμένη	=	καταρτίζω
κατηρτισμένης	=	καταρτίζω
κατηρτισμένο	=	καταρτίζω
κατηρτισμένοι	=	καταρτίζω
κατηρτισμένος	=	καταρτίζω
κατηρτισμένου	=	καταρτίζω
κατηρτισμένους	=	καταρτίζω
κατηρτισμένων	=	καταρτίζω
κατηφές	=	κατηφής
κατηφή	=	κατηφής
κατηφής	adj|formal	με πρόσωπο λυπημένο και σοβαρό
κατηφείς	=	κατηφής
κατηφειών	noun	γενική πληθυντικού του κατήφεια
κατηφοράκι	noun	υποκοριστικό του κατήφορος
κατηφοράκια	=	κατηφοράκι
κατηφορίζαμε	=	κατηφορίζω
κατηφορίζαν	=	κατηφορίζω
κατηφορίζανε	=	κατηφορίζω
κατηφορίζατε	=	κατηφορίζω
κατηφορίζει	=	κατηφορίζω
κατηφορίζεις	=	κατηφορίζω
κατηφορίζετε	=	κατηφορίζω
κατηφορίζοντας	=	κατηφορίζω
κατηφορίζουμε	=	κατηφορίζω
κατηφορίζουν	=	κατηφορίζω
κατηφορίζουνε	=	κατηφορίζω
κατηφορίζω	verb	κινούμαι επάνω σε έδαφος που έχει υψομετρικές διαφορές, με κατεύθυνση προς τα κάτω
κατηφορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσαν	=	κατηφορίζω
κατηφορίσανε	=	κατηφορίζω
κατηφορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηφόρισμα
κατηφορίσματος	noun	γενική ενικού του κατηφόρισμα
κατηφορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφοριά	noun	άλλη μορφή του κατήφορος
κατηφοριάς	noun	γενική ενικού του κατηφοριά
κατηφοριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηφοριά
κατηφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηφορικό	adv	στον κατήφορο, με κατήφορο
κατηφορικέ	adj	κλητική ενικού του κατηφορικός
κατηφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηφορική
κατηφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηφορικός
κατηφορικής	adj	γενική ενικού του κατηφορική
κατηφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηφορικός
κατηφορικού	adj	γενική ενικού του κατηφορικός
κατηφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατηφορικός
κατηφορικό	adj	αιτιατική ενικού του κατηφορικός
κατηφορικός	adj	που εμφανίζει κατωφέρεια, που είναι επικλινής
κατηφορικών	adj	γενική πληθυντικού του κατηφορικός
κατηφορικώς	adv|dated	κατηφορικά
κατηφορισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατηφόρισμα
κατηφοριών	=	κατηφοριά
κατηφούς	=	κατηφής
κατηφόρα	noun	άλλη μορφή του κατήφορος
κατηφόρας	noun	γενική ενικού του κατηφόρα
κατηφόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηφόρα
κατηφόρι	noun|literary	άλλη μορφή του κατήφορος / κατηφόρα
κατηφόρια	=	κατηφόρι
κατηφόριζα	=	κατηφορίζω
κατηφόριζαν	=	κατηφορίζω
κατηφόριζε	=	κατηφορίζω
κατηφόριζες	=	κατηφορίζω
κατηφόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηφορίζω
κατηφόρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατηφορίζω
κατηφών	=	κατηφής
κατηφώς	adv|formal	με κατηφή τρόπο, με κατήφεια
κατηχήθηκα	=	κατηχώ
κατηχήθηκαν	=	κατηχώ
κατηχήθηκε	=	κατηχώ
κατηχήθηκες	=	κατηχώ
κατηχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήσαν	=	κατηχώ
κατηχήσανε	=	κατηχώ
κατηχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατήχηση
κατηχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατήχηση
κατηχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατήχηση
κατηχήσου	=	κατηχώ
κατηχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατηχώ
κατηχήτρια	noun	η δασκάλα στο κατηχητικό σχολείο
κατηχήτριας	noun	γενική ενικού του κατηχήτρια
κατηχήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηχήτρια
κατηχεί	=	κατηχώ
κατηχείς	=	κατηχώ
κατηχείσαι	=	κατηχώ
κατηχείστε	=	κατηχώ
κατηχείται	=	κατηχώ
κατηχείτε	=	κατηχώ
κατηχηθήκαμε	=	κατηχώ
κατηχηθήκαν	=	κατηχώ
κατηχηθήκανε	=	κατηχώ
κατηχηθήκατε	=	κατηχώ
κατηχηθεί	=	κατηχώ
κατηχηθείτε	=	κατηχώ
κατηχημένα	=	κατηχημένος
κατηχημένε	=	κατηχημένος
κατηχημένες	=	κατηχημένος
κατηχημένη	=	κατηχημένος
κατηχημένης	=	κατηχημένος
κατηχημένο	=	κατηχημένος
κατηχημένοι	=	κατηχημένος
κατηχημένος	verb	που έχει κατηχηθεί
κατηχημένου	=	κατηχημένος
κατηχημένους	=	κατηχημένος
κατηχημένων	=	κατηχημένος
κατηχητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηχητής
κατηχητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατηχητής
κατηχητήρια	=	κατηχητήριος
κατηχητήριας	=	κατηχητήριος
κατηχητήριε	=	κατηχητήριος
κατηχητήριες	=	κατηχητήριος
κατηχητήριο	=	κατηχητήριος
κατηχητήριοι	=	κατηχητήριος
κατηχητήριος	adj	άλλη μορφή του κατηχητικός
κατηχητήριου	=	κατηχητήριος
κατηχητήριους	=	κατηχητήριος
κατηχητήριων	=	κατηχητήριος
κατηχητής	noun	αυτός που κατηχεί
κατηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηχητικό	adv	με κατηχητικό τρόπο, κατηχώντας
κατηχητικέ	adj	κλητική ενικού του κατηχητικός
κατηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηχητική
κατηχητική	noun	θεολογικός κλάδος με αντικείμενό του την κατήχηση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατηχητικός
κατηχητικής	adj	γενική ενικού του κατηχητική
κατηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηχητικός
κατηχητικού	adj	γενική ενικού του κατηχητικός
κατηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατηχητικός
κατηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του κατηχητικός	noun	σχολείο ή συγκέντρωση νέων όπου γίνεται κατήχηση ή θρησκευτική διαπαιδαγώγηση
κατηχητικός	adj	που έχει σχέση με την κατήχηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του κατηχητικός
κατηχητριών	noun	γενική πληθυντικού του κατηχήτρια
κατηχητών	noun	γενική πληθυντικού του κατηχητής
κατηχουμένη	noun	άλλη μορφή του κατηχούμενη, θηλυκό του κατηχούμενος
κατηχουμένου	noun	γενική ενικού του κατηχούμενος
κατηχουμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατηχούμενος
κατηχουμένων	noun	γενική πληθυντικού του κατηχούμενος
κατηχούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατηχώ
κατηχούμασταν	=	κατηχώ
κατηχούμαστε	=	κατηχώ
κατηχούμε	=	κατηχώ
κατηχούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηχούμενο
κατηχούμενε	noun	κλητική ενικού του κατηχούμενος
κατηχούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατηχούμενη
κατηχούμενη	noun	θηλυκό του κατηχούμενος
κατηχούμενης	verb	γενική ενικού του κατηχούμενη
κατηχούμενο	noun	αιτιατική ενικού του κατηχούμενος
κατηχούμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατηχούμενος
κατηχούμενος	noun|figurative	που κατηχείται	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κατηχώ: που κατηχείται
κατηχούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατηχούμενος
κατηχούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατηχούμενος
κατηχούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατηχούμενος
κατηχούμουν	=	κατηχώ
κατηχούν	=	κατηχώ
κατηχούνε	=	κατηχώ
κατηχούνται	=	κατηχώ
κατηχούνταν	=	κατηχώ
κατηχούσα	=	κατηχώ
κατηχούσαμε	=	κατηχώ
κατηχούσαν	=	κατηχώ
κατηχούσανε	=	κατηχώ
κατηχούσασταν	=	κατηχώ
κατηχούσαστε	=	κατηχώ
κατηχούσατε	=	κατηχώ
κατηχούσε	=	κατηχώ
κατηχούσες	=	κατηχώ
κατηχούσουν	=	κατηχώ
κατηχώ	verb	μαθαίνω σε κάποιον που θέλει να γίνει χριστιανός τα σχετικά με τη χριστιανική πίστη, λατρευτική πρακτική και παράδοση
κατηχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατηχώ
κατηύθυνα	=	κατευθύνω
κατιδεασμέ	=	κατιδεασμός
κατιδεασμοί	=	κατιδεασμός
κατιδεασμού	=	κατιδεασμός
κατιδεασμούς	=	κατιδεασμός
κατιδεασμό	=	κατιδεασμός
κατιδεασμός	noun|formal	καταιγισμός ιδεών
κατιδεασμών	=	κατιδεασμός
κατικιού	=	κατίκι
κατικιών	=	κατίκι
κατιμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατιμάς
κατιμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατιμάς
κατιμάδων	noun	γενική πληθυντικού του κατιμάς
κατιμάς	noun	τμήμα σφαγίου που θεωρείται κατώτερης ποιότητας, σαβούρα
κατιμέρι	noun	γλύκισμα του ταψιού με φύλλα ζύμης ή ζυμαρικό, με γέμιση ωμού αβγού και βούτυρο, με σιρόπι μελιού ή ζάχαρης
κατιμέρια	=	κατιμέρι
κατιμεριού	=	κατιμέρι
κατιμεριών	=	κατιμέρι
κατινίζαμε	=	κατινίζω
κατινίζαν	=	κατινίζω
κατινίζανε	=	κατινίζω
κατινίζατε	=	κατινίζω
κατινίζε	=	κατινίζω
κατινίζει	=	κατινίζω
κατινίζεις	=	κατινίζω
κατινίζετε	=	κατινίζω
κατινίζοντας	=	κατινίζω
κατινίζουμε	=	κατινίζω
κατινίζουν	=	κατινίζω
κατινίζουνε	=	κατινίζω
κατινίζω	verb	συμπεριφέρομαι σαν Κατίνα, κουτσομπολεύω
κατινιά	noun	μικροπρέπεια, σχόλιο ή συμπεριφορά που προέρχεται από ευτελή κίνητρα
κατινιάς	noun	γενική ενικού του κατινιά
κατινιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατίνιασμα
κατινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατινιά
κατινιών	=	κατινιά
κατιονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατιονικό
κατιονικέ	adj	κλητική ενικού του κατιονικός
κατιονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατιονική
κατιονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατιονικός
κατιονικής	adj	γενική ενικού του κατιονική
κατιονικη	=	κατιονικός
κατιονικο	=	κατιονικός
κατιονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατιονικός
κατιονικού	adj	γενική ενικού του κατιονικός
κατιονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατιονικός
κατιονικό	adj	αιτιατική ενικού του κατιονικός
κατιονικός	adj	ο σχετικός με κατιόν
κατιονικών	adj	γενική πληθυντικού του κατιονικός
κατιουσών	=	κατιών
κατιούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατιών	noun	η καθοδική πορεία
κατιούσας	=	κατιών
κατιούσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατιούσα
κατιούσης	=	κατιών
κατιρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατιρμάς
κατισχύαμε	=	κατισχύω
κατισχύαν	=	κατισχύω
κατισχύανε	=	κατισχύω
κατισχύατε	=	κατισχύω
κατισχύει	=	κατισχύω
κατισχύεις	=	κατισχύω
κατισχύετε	=	κατισχύω
κατισχύομε	=	κατισχύω
κατισχύοντας	=	κατισχύω
κατισχύουμε	=	κατισχύω
κατισχύουν	=	κατισχύω
κατισχύουνε	=	κατισχύω
κατισχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσαν	=	κατισχύω
κατισχύσανε	=	κατισχύω
κατισχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατισχύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατίσχυση
κατισχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατίσχυση
κατισχύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατίσχυση
κατισχύσομε	=	κατισχύω
κατισχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσουνε	=	κατισχύω
κατισχύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατισχύω
κατισχύω	verb|formal	επικρατώ σε όλους τους τομείς, πλήρως
κατιτί	pron	άλλη μορφή του κάτι
κατιτίς	noun|vulgar	κατιτί, κάτι	pron|vulgar	κατιτί, κάτι
κατιφέ	=	κατιφές
κατιφέδες	=	κατιφές
κατιφέδων	=	κατιφές
κατιφές	noun	καλλωπιστικό μονοετές φυτό με πορτοκαλί ή κίτρινα άνθη
κατιόν	noun	θετικά φορτισμένο ιόν, που έλκεται από την κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση εξ ου και η ονομασία του	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατιών
κατιόντα	=	κατιών
κατιόντας	=	κατιών
κατιόντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατιών	noun	οι άμεσοι απόγονοι κάποιου
κατιόντος	=	κατιών
κατιόντων	=	κατιόντες
κατιών	verb	ο κατερχόμενος, που κατεβαίνει, αυτός που ακολουθεί φθίνουσα πορεία, και όταν αυτή είναι χρονική, σημαίνει κατά σειρά τους επόμενους
κατλ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο του Καστελλίου
κατμάς	noun|rare	άλλη μορφή του κατιμάς
κατοίκει	=	κατοικώ
κατοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατοικώ
κατοίκησης	=	κατοίκηση
κατοίκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοίκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοίκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοίκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοίκιση	noun	άλλη γραφή του κατοίκηση
κατοίκισης	noun	γενική ενικού του κατοίκιση
κατοίκου	=	κάτοικος
κατοίκους	=	κάτοικος
κατοίκων	=	κάτοικος
κατοικήθηκα	=	κατοικώ
κατοικήθηκαν	=	κατοικώ
κατοικήθηκε	=	κατοικώ
κατοικήθηκες	=	κατοικώ
κατοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσαν	=	κατοικώ
κατοικήσανε	=	κατοικώ
κατοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοίκηση
κατοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσεων	=	κατοίκηση
κατοικήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοικήσιμο
κατοικήσιμε	adj	κλητική ενικού του κατοικήσιμος
κατοικήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοικήσιμη
κατοικήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοικήσιμος
κατοικήσιμης	adj	γενική ενικού του κατοικήσιμη
κατοικήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του κατοικήσιμος
κατοικήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοικήσιμος
κατοικήσιμος	adj	κατάλληλος για κατοικία, που μπορεί να κατοικηθεί
κατοικήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατοικήσιμος
κατοικήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατοικήσιμος
κατοικήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατοικήσιμος
κατοικήσου	=	κατοικώ
κατοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσουνε	=	κατοικώ
κατοικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικώ
κατοικία	noun	στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιείται για διαμονή
κατοικίας	noun	γενική ενικού του κατοικία
κατοικίδια	=	κατοικίδιος
κατοικίδιας	=	κατοικίδιος
κατοικίδιε	=	κατοικίδιος
κατοικίδιες	=	κατοικίδιος
κατοικίδιο	=	κατοικίδιος
κατοικίδιοι	=	κατοικίδιος
κατοικίδιος	adj	που είναι εξημερωμένος και μένει με τους ανθρώπους
κατοικίδιου	=	κατοικίδιος
κατοικίδιους	=	κατοικίδιος
κατοικίδιων	=	κατοικίδιος
κατοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοικία
κατοικίζω	verb|rare	εγκαθιστώ (κατοίκους)
κατοικίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοίκιση
κατοικίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατοίκιση
κατοικίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατοίκιση
κατοικίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικίζω
κατοικεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατοικώ
κατοικείς	=	κατοικώ
κατοικείσαι	=	κατοικώ
κατοικείστε	=	κατοικώ
κατοικείται	=	κατοικώ
κατοικείτε	=	κατοικώ
κατοικείτο	=	κατοικώ
κατοικηθήκαμε	=	κατοικώ
κατοικηθήκαν	=	κατοικώ
κατοικηθήκανε	=	κατοικώ
κατοικηθήκατε	=	κατοικώ
κατοικηθεί	=	κατοικώ
κατοικηθείς	=	κατοικώ
κατοικηθείτε	=	κατοικώ
κατοικηθούμε	=	κατοικώ
κατοικηθούν	=	κατοικώ
κατοικηθούνε	=	κατοικώ
κατοικηθώ	=	κατοικώ
κατοικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοικημένο
κατοικημένε	verb	κλητική ενικού του κατοικημένος
κατοικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοικημένη
κατοικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοικημένος
κατοικημένης	verb	γενική ενικού του κατοικημένη
κατοικημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατοικημένος
κατοικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοικημένος
κατοικημένος	verb	που κατοικείται, όπου διαμένουν άνθρωποι
κατοικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατοικημένος
κατοικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατοικημένος
κατοικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατοικημένος
κατοικιά	noun|dated	ο στάβλος
κατοικιάς	=	κατοικιά
κατοικιές	=	κατοικιά
κατοικισμέ	=	κατοικισμός
κατοικισμοί	=	κατοικισμός
κατοικισμού	=	κατοικισμός
κατοικισμούς	=	κατοικισμός
κατοικισμό	=	κατοικισμός
κατοικισμός	noun	άλλη μορφή του κατοίκηση
κατοικισμών	=	κατοικισμός
κατοικιών	noun	γενική πληθυντικού του κατοικία
κατοικοέδρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοέδρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοέδρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοέδρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοικοεδρεύω
κατοικοεδρεύω	verb	κατοικώ κάπου, έχω τη μόνιμη έδρα μου
κατοικούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατοικώ
κατοικούμασταν	=	κατοικώ
κατοικούμαστε	=	κατοικώ
κατοικούμε	=	κατοικώ
κατοικούμενος	=	κατοικώ
κατοικούμουν	=	κατοικώ
κατοικούμουνα	=	κατοικώ
κατοικούν	=	κατοικώ
κατοικούνε	=	κατοικώ
κατοικούνται	=	κατοικώ
κατοικούνταν	=	κατοικώ
κατοικούντο	=	κατοικώ
κατοικούσα	=	κατοικώ
κατοικούσαμε	=	κατοικώ
κατοικούσαν	=	κατοικώ
κατοικούσανε	=	κατοικώ
κατοικούσασταν	=	κατοικώ
κατοικούσαστε	=	κατοικώ
κατοικούσατε	=	κατοικώ
κατοικούσε	=	κατοικώ
κατοικούσες	=	κατοικώ
κατοικούσουν	=	κατοικώ
κατοικούσουνα	=	κατοικώ
κατοικώ	verb	χρησιμοποιώ ένα κτίσμα ως κατοικία, έχω το σπίτι μου και ζω σε έναν τόπο
κατοικώντας	=	κατοικώ
κατολίσθαινα	=	κατολισθαίνω
κατολίσθαιναν	=	κατολισθαίνω
κατολίσθαινε	=	κατολισθαίνω
κατολίσθαινες	=	κατολισθαίνω
κατολίσθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολίσθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολίσθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολίσθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολίσθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατολισθαίνω
κατολίσθησης	noun	γενική ενικού του κατολίσθηση
κατολισθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήσαν	=	κατολισθαίνω
κατολισθήσανε	=	κατολισθαίνω
κατολισθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατολίσθηση
κατολισθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατολίσθηση
κατολισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατολίσθηση
κατολισθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατολισθαίνω
κατολισθαίναμε	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίναν	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνανε	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνατε	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνει	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνεις	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνετε	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνοντας	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνουμε	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνουν	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνουνε	=	κατολισθαίνω
κατολισθαίνω	verb	για χώματα, πέτρες κ.ά. που αποσπώνται από υψηλότερα σημεία λόφων, χαραδρών κ.λπ. και πέφτουν σε χαμηλότερα σημεία
κατολοφύρομαι	verb|archaic	ολοφύρομαι σε μεγάλο βαθμό
κατονομάζαμε	=	κατονομάζω
κατονομάζαν	=	κατονομάζω
κατονομάζανε	=	κατονομάζω
κατονομάζατε	=	κατονομάζω
κατονομάζει	=	κατονομάζω
κατονομάζεις	=	κατονομάζω
κατονομάζεσαι	=	κατονομάζω
κατονομάζεστε	=	κατονομάζω
κατονομάζεται	=	κατονομάζω
κατονομάζετε	=	κατονομάζω
κατονομάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατονομάζω
κατονομάζονται	=	κατονομάζω
κατονομάζονταν	=	κατονομάζω
κατονομάζοντας	=	κατονομάζω
κατονομάζουμε	=	κατονομάζω
κατονομάζουν	=	κατονομάζω
κατονομάζουνε	=	κατονομάζω
κατονομάζω	verb	λέω το όνομα κάποιου αναφερόμενος σ’ αυτόν
κατονομάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάσαν	=	κατονομάζω
κατονομάσανε	=	κατονομάζω
κατονομάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατονόμαση
κατονομάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατονόμαση
κατονομάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατονόμαση
κατονομάσου	=	κατονομάζω
κατονομάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομάστηκα	=	κατονομάζω
κατονομάστηκαν	=	κατονομάζω
κατονομάστηκε	=	κατονομάζω
κατονομάστηκες	=	κατονομάζω
κατονομάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονομαζόμασταν	=	κατονομάζω
κατονομαζόμαστε	=	κατονομάζω
κατονομαζόμουν	=	κατονομάζω
κατονομαζόμουνα	=	κατονομάζω
κατονομαζόντουσαν	=	κατονομάζω
κατονομαζόσασταν	=	κατονομάζω
κατονομαζόσαστε	=	κατονομάζω
κατονομαζόσουν	=	κατονομάζω
κατονομαζόσουνα	=	κατονομάζω
κατονομαζόταν	=	κατονομάζω
κατονομαζότανε	=	κατονομάζω
κατονομασία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατονομάζω
κατονομασίας	noun	γενική ενικού του κατονομασία
κατονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατονομασία
κατονομασιών	noun	γενική πληθυντικού του κατονομασία
κατονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατονομασμένο
κατονομασμένε	verb	κλητική ενικού του κατονομασμένος
κατονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατονομασμένη
κατονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατονομασμένος
κατονομασμένης	verb	γενική ενικού του κατονομασμένη
κατονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατονομασμένος
κατονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατονομασμένος
κατονομασμένος	verb	που έχει κατονομαστεί
κατονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατονομασμένος
κατονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατονομασμένος
κατονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατονομασμένος
κατονομαστήκαμε	=	κατονομάζω
κατονομαστήκαν	=	κατονομάζω
κατονομαστήκανε	=	κατονομάζω
κατονομαστήκατε	=	κατονομάζω
κατονομαστεί	=	κατονομάζω
κατονομαστείτε	=	κατονομάζω
κατονομαστικά	=	κατονομαστικός
κατονομαστικέ	=	κατονομαστικός
κατονομαστικές	=	κατονομαστικός
κατονομαστική	=	κατονομαστικός
κατονομαστικής	=	κατονομαστικός
κατονομαστικο	=	κατονομαστικός
κατονομαστικοί	=	κατονομαστικός
κατονομαστικού	=	κατονομαστικός
κατονομαστικούς	=	κατονομαστικός
κατονομαστικό	=	κατονομαστικός
κατονομαστικός	adj	που έχει σχέση με κατονομασία, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατονομαστικών	=	κατονομαστικός
κατονόμαζα	=	κατονομάζω
κατονόμαζαν	=	κατονομάζω
κατονόμαζε	=	κατονομάζω
κατονόμαζες	=	κατονομάζω
κατονόμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονόμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονόμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονόμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατονομάζω
κατονόμαση	noun	η ενέργεια του κατονομάζω
κατονόμασης	noun	γενική ενικού του κατονόμαση
κατοπινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπινό	adv	σε κατοπινό χρόνο
κατοπινέ	adj	κλητική ενικού του κατοπινός
κατοπινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπινή
κατοπινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοπινός
κατοπινής	adj	γενική ενικού του κατοπινή
κατοπινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοπινός
κατοπινού	adj	γενική ενικού του κατοπινός
κατοπινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατοπινός
κατοπινό	adj	αιτιατική ενικού του κατοπινός
κατοπινός	adj	που ακουλουθεί χρονικά
κατοπινών	adj	γενική πληθυντικού του κατοπινός
κατοπτευμένος	=	κατοπτεύω
κατοπτευτήρια	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριας	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριε	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριες	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριο	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριοι	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριος	adj	που έχει σχέση με την κατόπτευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
κατοπτευτήριου	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριους	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτήριων	=	κατοπτευτήριος
κατοπτευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπτευτικό
κατοπτευτικέ	adj	κλητική ενικού του κατοπτευτικός
κατοπτευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπτευτική
κατοπτευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοπτευτικός
κατοπτευτικής	adj	γενική ενικού του κατοπτευτική
κατοπτευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοπτευτικός
κατοπτευτικού	adj	γενική ενικού του κατοπτευτικός
κατοπτευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατοπτευτικός
κατοπτευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κατοπτευτικός
κατοπτευτικός	adj	που έχει σχέση με την κατόπτευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
κατοπτευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κατοπτευτικός
κατοπτεύαμε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύαν	=	κατοπτεύω
κατοπτεύανε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύατε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύει	=	κατοπτεύω
κατοπτεύεις	=	κατοπτεύω
κατοπτεύετε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύθηκα	=	κατοπτεύω
κατοπτεύομαι	=	κατοπτεύω
κατοπτεύοντας	=	κατοπτεύω
κατοπτεύουμε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύουν	=	κατοπτεύω
κατοπτεύουνε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύσαν	=	κατοπτεύω
κατοπτεύσανε	=	κατοπτεύω
κατοπτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατόπτευση
κατοπτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατόπτευση
κατοπτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατόπτευση
κατοπτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατοπτεύω	verb|formal	παρατηρώ, ατενίζω, ελέγχω
κατοπτρίζαμε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζαν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζανε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζατε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζει	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζεις	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζεσαι	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζεστε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζεται	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζετε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίζονται	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζονταν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζοντας	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζουμε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζουν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζουνε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίζω	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίσαν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίσανε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίσου	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτρίστηκα	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίστηκαν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίστηκε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίστηκες	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατοπτριζόμασταν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόμαστε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόμουν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόμουνα	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόντουσαν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόσασταν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόσαστε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόσουν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόσουνα	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζόταν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριζότανε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρικό
κατοπτρικέ	adj	κλητική ενικού του κατοπτρικός
κατοπτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρική
κατοπτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοπτρικός
κατοπτρικής	adj	γενική ενικού του κατοπτρική
κατοπτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρικός
κατοπτρικού	adj	γενική ενικού του κατοπτρικός
κατοπτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατοπτρικός
κατοπτρικό	adj	αιτιατική ενικού του κατοπτρικός
κατοπτρικός	adj	(φυσική, (τεχνολογία)) ο σχετικός με κάτοπτρο
κατοπτρικών	adj	γενική πληθυντικού του κατοπτρικός
κατοπτρισμέ	noun	κλητική ενικού του κατοπτρισμός
κατοπτρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρισμένο
κατοπτρισμένε	verb	κλητική ενικού του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρισμένη
κατοπτρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμένης	verb	γενική ενικού του κατοπτρισμένη
κατοπτρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατοπτρίζω
κατοπτρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατοπτρισμένος
κατοπτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοπτρισμός
κατοπτρισμού	noun	γενική ενικού του κατοπτρισμός
κατοπτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κατοπτρισμός
κατοπτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του κατοπτρισμός
κατοπτρισμός	noun	η εμφάνιση του ειδώλου ενός αντικειμένου σε μια λεία και γυαλιστερή επιφάνεια που λειτουργεί ως κάτοπτρο.
κατοπτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του κατοπτρισμός
κατοπτριστήκαμε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριστήκαν	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριστήκανε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριστήκατε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριστεί	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτριστείτε	=	κατοπτρίζομαι
κατοπτρομαντεία	noun	η μαντεία που επιτυγχάνεται με την βοήθεια ενός κάτοπτρου
κατοπτρομαντείας	noun	γενική ενικού του κατοπτρομαντεία
κατοπτρομαντείες	=	κατοπτρομαντεία
κατοπτρομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του κατοπτρομαντεία
κατοπτροποιέ	=	κατοπτροποιός
κατοπτροποιία	noun	η εργασία ή το επάγγελμα του κατοπτροποιού
κατοπτροποιίας	noun	γενική ενικού του κατοπτροποιία
κατοπτροποιίες	=	κατοπτροποιία
κατοπτροποιιών	noun	γενική πληθυντικού του κατοπτροποιία
κατοπτροποιοί	=	κατοπτροποιός
κατοπτροποιού	=	κατοπτροποιός
κατοπτροποιούς	=	κατοπτροποιός
κατοπτροποιό	=	κατοπτροποιός
κατοπτροποιός	noun	που κατασκευάζει κάτοπτρα
κατοπτροποιών	=	κατοπτροποιός
κατορθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατόρθωμα
κατορθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατορθωμένο
κατορθωμένε	verb	κλητική ενικού του κατορθωμένος
κατορθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατορθωμένη
κατορθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατορθωμένος
κατορθωμένης	verb	γενική ενικού του κατορθωμένη
κατορθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατορθωμένος
κατορθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατορθωμένος
κατορθωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατορθώνω
κατορθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατορθωμένος
κατορθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατορθωμένος
κατορθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατορθωμένος
κατορθωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατορθωτός	adv	με κατορθωτό τρόπο
κατορθωτέ	adj	κλητική ενικού του κατορθωτός
κατορθωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατορθωτή
κατορθωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατορθωτός
κατορθωτής	adj	γενική ενικού του κατορθωτή
κατορθωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατορθωτός
κατορθωτού	adj	γενική ενικού του κατορθωτός
κατορθωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατορθωτός
κατορθωτό	adj	αιτιατική ενικού του κατορθωτός
κατορθωτός	adj	που είναι δυνατόν να κατορθωθεί, να πραγματοποιηθεί
κατορθωτών	adj	γενική πληθυντικού του κατορθωτός
κατορθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατόρθωμα
κατορθώματος	noun	γενική ενικού του κατόρθωμα
κατορθώναμε	=	κατορθώνω
κατορθώναν	=	κατορθώνω
κατορθώνανε	=	κατορθώνω
κατορθώνατε	=	κατορθώνω
κατορθώνει	=	κατορθώνω
κατορθώνεις	=	κατορθώνω
κατορθώνεται	=	κατορθώνω
κατορθώνετε	=	κατορθώνω
κατορθώνοντας	=	κατορθώνω
κατορθώνουμε	=	κατορθώνω
κατορθώνουν	=	κατορθώνω
κατορθώνουνε	=	κατορθώνω
κατορθώνω	verb	πετυχαίνω κάτι (δύσκολο), καταφέρνω
κατορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώσαν	=	κατορθώνω
κατορθώσανε	=	κατορθώνω
κατορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατόρθωση
κατορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατόρθωση
κατορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατόρθωση
κατορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατοστάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοστάευρο
κατοστάευρο	noun	εκατό ευρώ
κατοστάευρου	noun	γενική ενικού του κατοστάευρο
κατοστάευρων	noun	γενική πληθυντικού του κατοστάευρο
κατοστάρα	noun	λέγεται όταν μία ομάδα πετυχαίνει πάνω από εκατό πόντους
κατοστάρας	noun	γενική ενικού του κατοστάρα
κατοστάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοστάρα
κατοστάρη	=	κατοστάρης
κατοστάρηδες	=	κατοστάρης
κατοστάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του κατοστάρης
κατοστάρης	noun	αθλητής που τρέχει σε αγώνα ταχύτητας εκατό μέτρων
κατοστάρι	noun	ποσότητα εκατό μονάδων
κατοστάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοστάρι
κατοστάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοστάρικο
κατοστάρικο	noun	άλλη μορφή του εκατοστάρικο
κατοστάρικου	noun	γενική ενικού του κατοστάρικο
κατοστάρικων	noun	γενική πληθυντικού του κατοστάρικο
κατοστή	num	άλλη μορφή του εκατοστή
κατοστής	=	κατοστή
κατοστίζαμε	=	κατοστίζω
κατοστίζαν	=	κατοστίζω
κατοστίζανε	=	κατοστίζω
κατοστίζατε	=	κατοστίζω
κατοστίζει	=	κατοστίζω
κατοστίζεις	=	κατοστίζω
κατοστίζετε	=	κατοστίζω
κατοστίζοντας	=	κατοστίζω
κατοστίζουμε	=	κατοστίζω
κατοστίζουν	=	κατοστίζω
κατοστίζουνε	=	κατοστίζω
κατοστίζω	verb	άλλη μορφή του εκατοστίζω
κατοστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσαν	=	κατοστίζω
κατοστίσανε	=	κατοστίζω
κατοστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατοσταράκι	noun	υποκοριστικό του κατοστάρι
κατοσταράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοσταράκι
κατοσταρικάκι	noun	υποκοριστικό του κατοστάρικο
κατοσταρικάκια	=	κατοσταρικάκι
κατοσταριού	=	κατοστάρι
κατοσταριών	=	κατοστάρι
κατουνών	=	κατούνα
κατουρά	=	κατουράω
κατουράγαμε	=	κατουράω
κατουράγανε	=	κατουράω
κατουράγατε	=	κατουράω
κατουράει	=	κατουράω
κατουράμε	=	κατουράω
κατουράν	=	κατουράω
κατουράνε	=	κατουράω
κατουράς	=	κατουράω
κατουράτε	=	κατουράω
κατουράω	verb	ουρώ, αποβάλλω τα ούρα από το αντίστοιχο όργανο
κατουρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατούρημα
κατουρήματος	noun	γενική ενικού του κατούρημα
κατουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσαν	=	κατουράω
κατουρήσανε	=	κατουράω
κατουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσομε	=	κατουράω
κατουρήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσουνε	=	κατουράω
κατουρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατουρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθήκαν	=	κατουράω
κατουρηθήκανε	=	κατουράω
κατουρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρηθούνε	=	κατουράω
κατουρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατουριέμαι
κατουρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατούρημα
κατουρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατουρημένο
κατουρημένε	verb	κλητική ενικού του κατουρημένος
κατουρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατουρημένη
κατουρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατουρημένος
κατουρημένης	verb	γενική ενικού του κατουρημένη
κατουρημένο	verb	αιτιατική ενικού του κατουρημένος
κατουρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατουρημένος
κατουρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατουράω / κατουρώ
κατουρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατουρημένος
κατουρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατουρημένος
κατουρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατουρημένος
κατουριέμαι	verb	παθητικές σημασίες του κατουράω
κατουριέσαι	=	κατουράω
κατουριέστε	=	κατουράω
κατουριέται	=	κατουράω
κατουριούνται	=	κατουράω
κατουριούνταν	=	κατουράω
κατουριόμασταν	=	κατουράω
κατουριόμαστε	=	κατουράω
κατουριόμουν	=	κατουράω
κατουριόμουνα	=	κατουράω
κατουριόνται	=	κατουράω
κατουριόνταν	=	κατουράω
κατουριόντανε	=	κατουράω
κατουριόντουσαν	=	κατουράω
κατουριόσασταν	=	κατουράω
κατουριόσαστε	=	κατουράω
κατουριόσουν	=	κατουράω
κατουριόσουνα	=	κατουράω
κατουριόταν	=	κατουράω
κατουριότανε	=	κατουράω
κατουρλή	=	κατουρλής
κατουρλήδες	=	κατουρλής
κατουρλήδων	=	κατουρλής
κατουρλής	noun	κάποιος (ιδίως κάποιο μωρό) που κατουράει συχνά ή πάνω του
κατουρλιά	=	κατουρλιό
κατουρλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατουρλιάρης
κατουρλιάρας	adj	γενική ενικού του κατουρλιάρα
κατουρλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατουρλιάρα
κατουρλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατουρλιάρης
κατουρλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατουρλιάρης
κατουρλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κατουρλιάρης
κατουρλιάρης	adj	Αυτός που κατουριέται συχνά πάνω του
κατουρλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατουρλιάρικο
κατουρλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κατουρλιάρης
κατουρλιάρικου	adj	γενική ενικού του κατουρλιάρικο
κατουρλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κατουρλιάρικο
κατουρλιάς	=	κατουρλιό
κατουρλιές	=	κατουρλιό
κατουρλιού	noun	γενική ενικού του κατουρλιό
κατουρλιό	noun|vulgar	κάτουρο
κατουρλιών	noun	γενική πληθυντικού του κατουρλιό
κατουρλού	noun	θηλυκό του κατουρλής
κατουρλούδες	=	κατουρλού
κατουρλούδων	=	κατουρλού
κατουρλούς	=	κατουρλού
κατουρούμε	=	κατουράω
κατουρούν	=	κατουράω
κατουρούνε	=	κατουράω
κατουρούσα	=	κατουράω
κατουρούσαμε	=	κατουράω
κατουρούσαν	=	κατουράω
κατουρούσανε	=	κατουράω
κατουρούσατε	=	κατουράω
κατουρούσε	=	κατουράω
κατουρούσες	=	κατουράω
κατουρώ	verb	λογιότερη μορφή του κατουράω
κατουρώντας	=	κατουράω
κατοχέα	=	κατοχέας
κατοχέας	noun	μηχανισμός που συγκρατεί μια αλυσίδα κατά το τύλιγμα ή την εκτύλιξή της
κατοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχή
κατοχέων	=	κατοχέας
κατοχέως	=	κατοχέας
κατοχή	noun	το να κατέχει κάποιος κάτι, να το έχει δικό του
κατοχής	=	κατοχή
κατοχείς	=	κατοχέας
κατοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχικό
κατοχικέ	adj	κλητική ενικού του κατοχικός
κατοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχική
κατοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοχικός
κατοχικής	adj	γενική ενικού του κατοχική
κατοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοχικός
κατοχικού	adj	γενική ενικού του κατοχικός
κατοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατοχικός
κατοχικό	adj	αιτιατική ενικού του κατοχικός
κατοχικός	adj	που έχει σχέση με την (στρατιωτική) κατοχή ενός τόπου ή αναφέρεται σ’ αυτή	noun	άνθρωπος που έχει ζήσει στην περίοδο της ιταλογερμανικής Κατοχής της Ελλάδας (1941-1944) ή (κατ’ επέκταση) είναι καχεκτικός ή σκελετωμένος σαν να έχει ζήσει την περίοδο εκείνη
κατοχικών	adj	γενική πληθυντικού του κατοχικός
κατοχρονίτες	=	κατοχρονίτης
κατοχρονίτη	=	κατοχρονίτης
κατοχρονίτης	noun|vulgar	άλλη μορφή του εκατοχρονίτης
κατοχρονίτισσα	noun	θηλυκό του κατοχρονίτης
κατοχρονίτισσας	noun	γενική ενικού του κατοχρονίτισσα
κατοχρονίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχρονίτισσα
κατοχρονιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του κατοχρονίτισσα
κατοχρονιτών	=	κατοχρονίτης
κατοχυρωθήκαμε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωθήκαν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωθήκανε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωθήκατε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωθεί	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωθείτε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχυρωμένο
κατοχυρωμένε	verb	κλητική ενικού του κατοχυρωμένος
κατοχυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχυρωμένη
κατοχυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοχυρωμένος
κατοχυρωμένης	verb	γενική ενικού του κατοχυρωμένη
κατοχυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατοχυρωμένος
κατοχυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοχυρωμένος
κατοχυρωμένος	verb	που έχει κατοχυρωθεί
κατοχυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατοχυρωμένος
κατοχυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατοχυρωμένος
κατοχυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατοχυρωμένος
κατοχυρωνόμασταν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόμαστε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόμουν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόμουνα	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόντουσαν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόσασταν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόσαστε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόσουν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόσουνα	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνόταν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωνότανε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχυρωτικό
κατοχυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του κατοχυρωτικός
κατοχυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχυρωτική
κατοχυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατοχυρωτικός
κατοχυρωτικής	adj	γενική ενικού του κατοχυρωτική
κατοχυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατοχυρωτικός
κατοχυρωτικού	adj	γενική ενικού του κατοχυρωτικός
κατοχυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατοχυρωτικός
κατοχυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κατοχυρωτικός
κατοχυρωτικός	adj	που έχει σχέση με κατοχύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κατοχυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κατοχυρωτικός
κατοχυρώθηκα	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώθηκαν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώθηκε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώθηκες	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώναμε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώναν	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνανε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνατε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κατοχυρώνω
κατοχυρώνεις	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνεσαι	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώνεστε	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώνεται	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώνετε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώνονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του κατοχυρώνομαι
κατοχυρώνονταν	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώνοντας	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνου	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώνουμε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνουν	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνουνε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώνω	verb	εξασφαλίζω ότι κάτι (πράγμα, δικαίωμα κ.λπ.) μού ανήκει και δεν κινδυνεύω να το χάσω
κατοχυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώσαν	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώσανε	=	κατοχυρώνω
κατοχυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατοχύρωση
κατοχυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κατοχύρωση
κατοχυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κατοχύρωση
κατοχυρώσου	=	κατοχυρώνομαι
κατοχυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχύρωνα	=	κατοχυρώνω
κατοχύρωναν	=	κατοχυρώνω
κατοχύρωνε	=	κατοχυρώνω
κατοχύρωνες	=	κατοχυρώνω
κατοχύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοχυρώνω
κατοχύρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατοχυρώνω, η εξασφάλιση ότι κάτι (πράγμα, δικαίωμα κ.λπ.) μού ανήκει και δεν κινδυνεύω να το χάσω
κατοχύρωσης	noun	γενική ενικού του κατοχύρωση
κατοχών	=	κατοχή
κατούνα	noun|dated	οι αποσκευές, ιδίως ενός ταξιδιώτη
κατούνας	=	κατούνα
κατούνες	=	κατούνα
κατούρα	=	κατουράω
κατούραγα	=	κατουράω
κατούραγαν	=	κατουράω
κατούραγε	=	κατουράω
κατούραγες	=	κατουράω
κατούρημα	noun|vulgar	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κατουρώ
κατούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατουρώ
κατράμη	noun	η πισσάσφαλτος
κατράμι	noun	η πίσσα σε ρευστή μορφή
κατράμια	=	κατράμι
κατράμωμα	noun	επάλειψη με πίσσα, πίσσωμα
κατράμωνα	=	κατραμώνω
κατράμωναν	=	κατραμώνω
κατράμωνε	=	κατραμώνω
κατράμωνες	=	κατραμώνω
κατράμωσα	=	κατραμώνω
κατράμωσαν	=	κατραμώνω
κατράμωσε	=	κατραμώνω
κατράμωσες	=	κατραμώνω
κατρακυλά	=	κατρακυλώ
κατρακυλάει	=	κατρακυλώ
κατρακυλάμε	=	κατρακυλώ
κατρακυλάν	=	κατρακυλώ
κατρακυλάνε	=	κατρακυλώ
κατρακυλάς	=	κατρακυλώ
κατρακυλάτε	=	κατρακυλώ
κατρακυλάω	=	κατρακυλώ
κατρακυλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατρακύλημα
κατρακυλήματος	noun	γενική ενικού του κατρακύλημα
κατρακυλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσαν	=	κατρακυλώ
κατρακυλήσανε	=	κατρακυλώ
κατρακυλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατρακύλισμα
κατρακυλίσματος	noun	γενική ενικού του κατρακύλισμα
κατρακυλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατρακύλημα
κατρακυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατρακύλισμα
κατρακυλούμε	=	κατρακυλώ
κατρακυλούν	=	κατρακυλώ
κατρακυλούνε	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσα	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσαμε	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσαν	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσανε	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσατε	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσε	=	κατρακυλώ
κατρακυλούσες	=	κατρακυλώ
κατρακυλώ	verb	πέφτω κυλώντας απότομα από ένα υψηλότερο επίπεδο σ' ένα χαμηλότερο
κατρακυλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κατρακυλάω / κατρακυλώ
κατρακύλα	noun	το να πέφτει κάποιος κυλώντας απότομα από ένα υψηλότερο επίπεδο σ' ένα χαμηλότερο
κατρακύλαγε	=	κατρακυλώ
κατρακύλας	noun	γενική ενικού του κατρακύλα
κατρακύλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατρακύλα
κατρακύλημα	noun	άλλη μορφή του κατρακύλισμα
κατρακύλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακύλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακύλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακύλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατρακυλώ
κατρακύλι	noun	στεφάνι από μέταλλο ή ξύλο, που το χρησιμοποιούν (/χρησιμοποιούσαν) τα παιδία για να παίξουν, κυλώντας το με τα χέρια ή μ' ένα ξύλο
κατρακύλια	=	κατρακύλι
κατρακύλισμα	noun	το να κατρακυλά κάποιος
κατραμιού	=	κατράμι
κατραμιών	=	κατράμι
κατραμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατράμωμα
κατραμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατραμωμένο
κατραμωμένε	verb	κλητική ενικού του κατραμωμένος
κατραμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατραμωμένη
κατραμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατραμωμένος
κατραμωμένης	verb	γενική ενικού του κατραμωμένη
κατραμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατραμωμένος
κατραμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατραμωμένος
κατραμωμένος	verb	που τον έχουν κατραμώσει
κατραμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατραμωμένος
κατραμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατραμωμένος
κατραμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατραμωμένος
κατραμόκολε	=	κατραμόκολος
κατραμόκολο	=	κατραμόκολος
κατραμόκολοι	=	κατραμόκολος
κατραμόκολος	noun	ο ναύτης της κουβέρτας
κατραμόκολου	=	κατραμόκολος
κατραμόκολους	=	κατραμόκολος
κατραμόκολων	=	κατραμόκολος
κατραμόκωλε	=	κατραμόκωλος
κατραμόκωλο	=	κατραμόκωλος
κατραμόκωλοι	=	κατραμόκωλος
κατραμόκωλος	noun	ο ναύτης της κουβέρτας
κατραμόκωλου	=	κατραμόκωλος
κατραμόκωλους	=	κατραμόκωλος
κατραμόκωλων	=	κατραμόκωλος
κατραμόπανα	=	κατραμόπανο
κατραμόπανο	noun	πανί που το έχουν εμποτίσει με κατράμι
κατραμόπανου	=	κατραμόπανο
κατραμόπανων	=	κατραμόπανο
κατραμόχαρτα	=	κατραμόχαρτο
κατραμόχαρτο	noun	το πισσόχαρτο
κατραμόχαρτου	=	κατραμόχαρτο
κατραμόχαρτων	=	κατραμόχαρτο
κατραμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατράμωμα
κατραμώματος	noun	γενική ενικού του κατράμωμα
κατραμώναμε	=	κατραμώνω
κατραμώναν	=	κατραμώνω
κατραμώνανε	=	κατραμώνω
κατραμώνατε	=	κατραμώνω
κατραμώνει	=	κατραμώνω
κατραμώνεις	=	κατραμώνω
κατραμώνετε	=	κατραμώνω
κατραμώνοντας	=	κατραμώνω
κατραμώνουμε	=	κατραμώνω
κατραμώνουν	=	κατραμώνω
κατραμώνουνε	=	κατραμώνω
κατραμώνω	verb	πισσώνω
κατραμώσαμε	=	κατραμώνω
κατραμώσαν	=	κατραμώνω
κατραμώσανε	=	κατραμώνω
κατραμώσατε	=	κατραμώνω
κατραμώσει	=	κατραμώνω
κατραμώστε	=	κατραμώνω
κατραπακιά	noun	χτύπημα στο κεφάλι ή στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού
κατραπακιάζω	verb	κοπανώ δυνατά στο κεφάλι
κατραπακιάς	noun	γενική ενικού του κατραπακιά
κατραπακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατραπακιά
κατραπακιών	=	κατραπακιά
κατρουλή	=	κατρουλής
κατρουλήδες	=	κατρουλής
κατρουλήδων	=	κατρουλής
κατρουλής	noun|figurative	άλλη μορφή του κατουρλής (με θηλυκό κατουρλού)
κατρουλιά	=	κατρουλιό
κατρουλιάρα	=	κατρουλιάρης
κατρουλιάρη	=	κατρουλιάρης
κατρουλιάρηδες	=	κατρουλιάρης
κατρουλιάρηδων	=	κατρουλιάρης
κατρουλιάρης	noun	που συχνά ουρεί
κατρουλιάρικο	=	κατρουλιάρης
κατρουλιού	=	κατρουλιό
κατρουλιό	noun	άλλη μορφή του κατουρλιό
κατρουλιών	=	κατρουλιό
κατρουλού	noun	θηλυκό του κατρουλής - άλλη μορφή του κατουρλού (του κατουρλής)
κατρουλούδες	=	κατρουλού
κατρουλούδων	=	κατρουλού
κατρουλούς	=	κατρουλού
κατς	noun	ελευθέρα πάλη με επιτρεπόμενες όλες τις λαβές
κατσάβραχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσάβραχο
κατσάβραχο	noun	απόκρημνος βράχος
κατσάβραχου	noun	γενική ενικού του κατσάβραχο
κατσάβραχων	noun	γενική πληθυντικού του κατσάβραχο
κατσάδα	noun	επιτιμητικός λόγος, παρατήρηση σε έντονο ύφος, επίπληξη, μάλωμα
κατσάδας	noun	γενική ενικού του κατσάδα
κατσάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσάδα
κατσάδιαζα	=	κατσαδιάζω
κατσάδιαζαν	=	κατσαδιάζω
κατσάδιαζε	=	κατσαδιάζω
κατσάδιαζες	=	κατσαδιάζω
κατσάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσάδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατσαδιάζω
κατσάκο	=	κατσάκος
κατσάκοι	=	κατσάκος
κατσάκος	noun	γάτος
κατσάκου	=	κατσάκος
κατσάκους	=	κατσάκος
κατσάκων	=	κατσάκος
κατσάρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατσαρώνω
κατσάρωνα	=	κατσαρώνω
κατσάρωναν	=	κατσαρώνω
κατσάρωνε	=	κατσαρώνω
κατσάρωνες	=	κατσαρώνω
κατσάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσέλλα	=	αγελάδα
κατσί	noun	γατί, γατάκι
κατσίβελε	=	κατσίβελος
κατσίβελο	=	κατσίβελος
κατσίβελοι	=	κατσίβελος
κατσίβελος	noun	ο γύφτος, ο τσιγγάνος
κατσίβελου	=	κατσίβελος
κατσίβελους	=	κατσίβελος
κατσίβελων	=	κατσίβελος
κατσίγαρε	=	κατσίγαρος
κατσίγαρο	=	κατσίγαρος
κατσίγαροι	=	κατσίγαρος
κατσίγαρος	noun	βασικό υποπροϊόν σε υγρή μορφή που εξάγεται από τα ελαιοτριβεία
κατσίγαρου	=	κατσίγαρος
κατσίγαρους	=	κατσίγαρος
κατσίγαρων	=	κατσίγαρος
κατσίκα	noun	μηρυκαστικό θηλαστικό του γένους Capra, συγγενές με το πρόβατο· το εξημερωμένο είδος Capra aegagrus hircus εκτρέφεται για το μαλλί του, το δέρμα του, το γάλα του και το κρέας του
κατσίκας	noun	γενική ενικού του κατσίκα
κατσίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσίκα
κατσίκι	noun	η νεαρή κατσίκα, το νεαρό γίδι
κατσίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσίκι
κατσαβίδι	noun	εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα· η μία άκρη του προσαρμόζεται στην εγκοπή της κεφαλής της βίδας και ο χειριστής περιστρέφει τη λαβή του, ώστε να τοποθετήσει, συσφίγξει ή χαλαρώσει τη βίδα
κατσαβίδια	=	κατσαβίδι
κατσαβίδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβίδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβίδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβίδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδιού	=	κατσαβίδι
κατσαβιδιών	=	κατσαβίδι
κατσαβιδώνω	verb	ανοίγω συσκευή ή μηχάνημα για έλεγχο, επισκευή, προσθήκη εξαρτήματος κ.λπ.
κατσαβιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαβιδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαβιδώνω
κατσαδιάζαμε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζαν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζανε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζατε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζει	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζεις	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζεσαι	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζεστε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζεται	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζετε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζομαι	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζομε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζονται	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζονταν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζοντας	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζουμε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζουν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζουνε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάζω	verb	μαλώνω, επιπλήττω
κατσαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσαν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάσανε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσάδιασμα
κατσαδιάσματος	noun	γενική ενικού του κατσάδιασμα
κατσαδιάσομε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάσου	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάσουνε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιάστηκα	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάστηκαν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάστηκε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάστηκες	=	κατσαδιάζω
κατσαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαδιάζω
κατσαδιαζόμασταν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόμαστε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόμουν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόμουνα	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόντουσαν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόσασταν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόσαστε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόσουν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόσουνα	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζόταν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαζότανε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατσάδιασμα
κατσαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαδιασμένο
κατσαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατσαδιασμένος
κατσαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαδιασμένη
κατσαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσαδιασμένος
κατσαδιασμένης	verb	γενική ενικού του κατσαδιασμένη
κατσαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατσαδιασμένος
κατσαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσαδιασμένος
κατσαδιασμένος	verb	που τον έχουν κατσαδιάσει
κατσαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσαδιασμένος
κατσαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατσαδιασμένος
κατσαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσαδιασμένος
κατσαδιαστήκαμε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστήκαν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστήκανε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστήκατε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστεί	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστείς	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστείτε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστούμε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστούν	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστούνε	=	κατσαδιάζω
κατσαδιαστώ	=	κατσαδιάζω
κατσαμάκι	noun|dated	υπεκφυγή, πρόφαση
κατσαμάκια	=	κατσαμάκι
κατσαμακιού	=	κατσαμάκι
κατσαμακιών	=	κατσαμάκι
κατσαμπά	=	κατσαμπάς
κατσαμπάδες	=	κατσαμπάς
κατσαμπάδων	=	κατσαμπάς
κατσαμπάς	noun	κασαμπάς
κατσαμπαδιανέ	=	κατσαμπαδιανός
κατσαμπαδιανοί	=	κατσαμπαδιανός
κατσαμπαδιανού	=	κατσαμπαδιανός
κατσαμπαδιανούς	=	κατσαμπαδιανός
κατσαμπαδιανό	=	κατσαμπαδιανός
κατσαμπαδιανός	noun	άλλη μορφή του κουτσαμπαδιανός
κατσαμπαδιανών	=	κατσαμπαδιανός
κατσαμπρόκε	=	κατσαμπρόκος
κατσαμπρόκο	=	κατσαμπρόκος
κατσαμπρόκοι	=	κατσαμπρόκος
κατσαμπρόκος	noun	σουβλί τσαγκάρη
κατσαμπρόκου	noun	γενική ενικού του κατσαμπρόκος
κατσαμπρόκους	=	κατσαμπρόκος
κατσαμπρόκων	=	κατσαμπρόκος
κατσαπλιά	=	κατσαπλιάς
κατσαπλιάδες	=	κατσαπλιάς
κατσαπλιάδων	=	κατσαπλιάς
κατσαπλιάς	noun	αντάρτης του Εμφύλιου Πολέμου 1946–1949
κατσαπρόκε	=	κατσαπρόκος
κατσαπρόκο	=	κατσαπρόκος
κατσαπρόκοι	=	κατσαπρόκος
κατσαπρόκος	noun	άλλη μορφή του κατσαμπρόκος
κατσαπρόκου	=	κατσαπρόκος
κατσαπρόκους	=	κατσαπρόκος
κατσαπρόκων	=	κατσαπρόκος
κατσαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατσαρός, ουδέτερο του κατσαρός
κατσαρέ	adj	κλητική ενικού του κατσαρός
κατσαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρή
κατσαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσαρός
κατσαρής	adj	γενική ενικού του κατσαρή
κατσαρίδα	noun	έντομο (του γένους Blatta) με σκληρό και γυαλιστερό δέρμα μαύρου ή σκούρου καφέ χρώματος, λεπτές κεραίες στο μέγεθος περίπου του σώματος, που κινείται με μεγάλη ταχύτητα ή, ανάλογα με το είδος, πετά και ζει στις αποχετεύσεις, στα σπίτια και στις αυλές
κατσαρίδας	=	κατσαρίδα
κατσαρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρίδα
κατσαρίδων	=	κατσαρίδα
κατσαριδάκι	noun	υποκοριστικό του κατσαρίδα
κατσαριδάκια	=	κατσαριδάκι
κατσαριδοκτόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαριδοκτόνο
κατσαριδοκτόνο	noun	ουσία (εντομοκτόνο) για την εξόντωση των κατσαρίδων
κατσαριδοκτόνου	noun	γενική ενικού του κατσαριδοκτόνο
κατσαριδοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του κατσαριδοκτόνο
κατσαριδούλα	noun	υποκοριστικό του κατσαρίδα
κατσαριδούλας	=	κατσαριδούλα
κατσαριδούλες	=	κατσαριδούλα
κατσαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσαρός
κατσαρολάκι	noun	μικρή κατσαρόλα
κατσαρολάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρολάκι
κατσαρολικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρολικό
κατσαρολικού	=	κατσαρολικό
κατσαρολικό	noun	γενική ονομασία για αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, στο οποίο τοποθετείται περιεχόμενο για βράσιμο ή τηγάνισμα (κατσαρόλα, τηγάνι κλπ)
κατσαρολικών	=	κατσαρολικό
κατσαρολιού	=	κατσαρόλι
κατσαρολιών	=	κατσαρόλι
κατσαρολών	noun	γενική πληθυντικού του κατσαρόλα
κατσαρομάλλα	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλας	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλες	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλη	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλληδες	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλληδων	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλης	adj	που έχει κατσαρά (σγουρά) μαλλιά
κατσαρομάλλικα	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλικο	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλικου	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομάλλικων	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομαλλούσα	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομαλλούσας	=	κατσαρομάλλης
κατσαρομαλλούσες	=	κατσαρομάλλης
κατσαρού	adj	γενική ενικού του κατσαρός
κατσαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατσαρός
κατσαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατσάρωμα
κατσαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρωμένο
κατσαρωμένε	verb	κλητική ενικού του κατσαρωμένος
κατσαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρωμένη
κατσαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσαρωμένος
κατσαρωμένης	verb	γενική ενικού του κατσαρωμένη
κατσαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατσαρωμένος
κατσαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσαρωμένος
κατσαρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κατσαρώνω
κατσαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσαρωμένος
κατσαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατσαρωμένος
κατσαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσαρωμένος
κατσαρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατσαρωτός	adv	με κατσαρωτό τρόπο, με κατσάρωμα
κατσαρωτέ	adj	κλητική ενικού του κατσαρωτός
κατσαρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρωτή
κατσαρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσαρωτός
κατσαρωτής	adj	γενική ενικού του κατσαρωτή
κατσαρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσαρωτός
κατσαρωτού	adj	γενική ενικού του κατσαρωτός
κατσαρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατσαρωτός
κατσαρωτό	adj	αιτιατική ενικού του κατσαρωτός
κατσαρωτός	adj	άλλη μορφή του κατσαρωμένος
κατσαρωτών	adj	γενική πληθυντικού του κατσαρωτός
κατσαρό	adj	αιτιατική ενικού του κατσαρός
κατσαρόλα	noun	κυλινδρικό μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με καπάκι και δύο λαβές για βράσιμο του φαγητού ή νερού
κατσαρόλας	noun	γενική ενικού του κατσαρόλα
κατσαρόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρόλα
κατσαρόλι	noun	μικρή κατσαρόλα με μία λαβή
κατσαρόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσαρόλι
κατσαρός	adj	που εμφανίζει κυματισμό ή μπούκλες
κατσαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσάρωμα
κατσαρώματος	noun	γενική ενικού του κατσάρωμα
κατσαρών	adj	γενική πληθυντικού του κατσαρός
κατσαρώναμε	=	κατσαρώνω
κατσαρώναν	=	κατσαρώνω
κατσαρώνανε	=	κατσαρώνω
κατσαρώνατε	=	κατσαρώνω
κατσαρώνει	=	κατσαρώνω
κατσαρώνεις	=	κατσαρώνω
κατσαρώνετε	=	κατσαρώνω
κατσαρώνοντας	=	κατσαρώνω
κατσαρώνουμε	=	κατσαρώνω
κατσαρώνουν	=	κατσαρώνω
κατσαρώνουνε	=	κατσαρώνω
κατσαρώνω	verb	κάνω κάτι (π.χ. τα μαλλιά) κατσαρό
κατσαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσαν	=	κατσαρώνω
κατσαρώσανε	=	κατσαρώνω
κατσαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσαρώνω
κατσηφάρα	noun	καταχνιά, ομίχλη
κατσηφάρας	noun	γενική ενικού του κατσηφάρα
κατσηφάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσηφάρα
κατσιά	=	κατσί
κατσιάζαμε	=	κατσιάζω
κατσιάζαν	=	κατσιάζω
κατσιάζανε	=	κατσιάζω
κατσιάζατε	=	κατσιάζω
κατσιάζει	=	κατσιάζω
κατσιάζεις	=	κατσιάζω
κατσιάζετε	=	κατσιάζω
κατσιάζοντας	=	κατσιάζω
κατσιάζουμε	=	κατσιάζω
κατσιάζουν	=	κατσιάζω
κατσιάζουνε	=	κατσιάζω
κατσιάζω	verb	γίνομαι αδύναμος και χάνω το τρίχωμά μου
κατσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσαν	=	κατσιάζω
κατσιάσανε	=	κατσιάζω
κατσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάτσιασμα
κατσιάσματος	noun	γενική ενικού του κάτσιασμα
κατσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσιάζω
κατσιαλές	noun	είδος γερακιού
κατσιαπλιά	=	κατσιαπλιάς
κατσιαπλιάδες	=	κατσιαπλιάς
κατσιαπλιάδων	=	κατσιαπλιάς
κατσιαπλιάς	noun	άλλη μορφή του κατσαπλιάς
κατσιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάτσιασμα
κατσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιασμένο
κατσιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατσιασμένος
κατσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιασμένη
κατσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσιασμένος
κατσιασμένης	verb	γενική ενικού του κατσιασμένη
κατσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατσιασμένος
κατσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσιασμένος
κατσιασμένος	verb	που έχει κατσιάσει
κατσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσιασμένος
κατσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατσιασμένος
κατσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσιασμένος
κατσιβέλα	noun	θηλυκό του κατσίβελος, η τσιγγάνα, η γύφτισσα
κατσιβέλας	=	κατσιβέλα
κατσιβέλες	=	κατσιβέλα
κατσιβελιά	noun	η ιδιότητα, η συμπεριφορά ή τα γνωρίσματα που αρμόζουν σε κατσίβελο
κατσιβελιάς	=	κατσιβελιά
κατσιβελιές	=	κατσιβελιά
κατσιβελιών	=	κατσιβελιά
κατσιγανιάρης	noun	ζαβολιάρης, κατεργάρης
κατσικά	=	κατσικάς
κατσικάδες	=	κατσικάς
κατσικάδων	=	κατσικάς
κατσικάκι	noun	υποκοριστικό του κατσίκι
κατσικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσικάκι
κατσικάρη	=	κατσικάρης
κατσικάρηδες	=	κατσικάρης
κατσικάρηδων	=	κατσικάρης
κατσικάρης	noun	ο γιδοβοσκός
κατσικάς	noun|vulgar	ο γιδοβοσκός, ο αιπόλος
κατσικίσια	=	κατσικίσιος
κατσικίσιας	=	κατσικίσιος
κατσικίσιε	=	κατσικίσιος
κατσικίσιες	=	κατσικίσιος
κατσικίσιο	=	κατσικίσιος
κατσικίσιοι	=	κατσικίσιος
κατσικίσιος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στο κατσίκι
κατσικίσιου	=	κατσικίσιος
κατσικίσιους	=	κατσικίσιος
κατσικίσιων	=	κατσικίσιος
κατσικιού	=	κατσίκι
κατσικιών	=	κατσίκι
κατσικλή	=	κατσικλής
κατσικλήδες	=	κατσικλής
κατσικλήδων	=	κατσικλής
κατσικλής	noun	διπρόσωπος, μπαμπέσης
κατσικλιά	noun	απάτη
κατσικλιάς	=	κατσικλιά
κατσικλιές	=	κατσικλιά
κατσικλιών	=	κατσικλιά
κατσικοκλέφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσικοκλέφτης
κατσικοκλέφτη	=	κατσικοκλέφτης
κατσικοκλέφτης	noun	αυτός που κλέβει κατσίκια
κατσικοκλέφτρα	noun	θηλυκό του κατσικοκλέφτης
κατσικοκλέφτρας	=	κατσικοκλέφτρα
κατσικοκλέφτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσικοκλέφτρα
κατσικοκλεφτρών	=	κατσικοκλέφτρα
κατσικοκλεφτών	=	κατσικοκλέφτης
κατσικοπροβάτων	=	κατσικοπρόβατα
κατσικοπρόβατα	noun	τα κατσίκια και τα πρόβατα συνολικά (ως ζώα των κτηνοτρόφων)
κατσικοπόδα	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσικοπόδαρο
κατσικοπόδαρε	adj	κλητική ενικού του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσικοπόδαρη
κατσικοπόδαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδαρης	adj	γενική ενικού του κατσικοπόδαρη
κατσικοπόδαρο	adj	αιτιατική ενικού του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδαρος	adj	γκαντέμης, κακότυχος, γρουσούζης
κατσικοπόδαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσικοπόδαρος
κατσικοπόδας	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδες	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδη	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδηδες	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδηδων	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδης	adj	που φέρνει κακή τύχη
κατσικοπόδικα	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδικο	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδικου	=	κατσικοπόδης
κατσικοπόδικων	=	κατσικοπόδης
κατσικοτόμαρα	=	κατσικοτόμαρο
κατσικοτόμαρο	noun	το γιδοτόμαρο
κατσικοτόμαρου	=	κατσικοτόμαρο
κατσικοτόμαρων	=	κατσικοτόμαρο
κατσικοχωριού	=	κατσικοχώρι
κατσικοχωριών	=	κατσικοχώρι
κατσικοχώρι	noun	χωριό ή οικισμός που βρίσκεται σε περιοχή δύσβατη, δυσπρόσιτη
κατσικοχώρια	=	κατσικοχώρι
κατσικούλα	noun	μικρή κατσίκα, θηλυκό κατσικάκι
κατσικούλας	=	κατσικούλα
κατσικούλες	=	κατσικούλα
κατσικωθήκαμε	=	κατσικώνομαι
κατσικωθήκαν	=	κατσικώνομαι
κατσικωθήκανε	=	κατσικώνομαι
κατσικωθήκατε	=	κατσικώνομαι
κατσικωθεί	=	κατσικώνομαι
κατσικωθείτε	=	κατσικώνομαι
κατσικωμένος	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόμασταν	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόμαστε	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόμουν	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόμουνα	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόντουσαν	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόσασταν	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόσαστε	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόσουν	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόσουνα	=	κατσικώνομαι
κατσικωνόταν	=	κατσικώνομαι
κατσικωνότανε	=	κατσικώνομαι
κατσικόδρομε	=	κατσικόδρομος
κατσικόδρομο	=	κατσικόδρομος
κατσικόδρομοι	=	κατσικόδρομος
κατσικόδρομος	noun	απόκρημνο, στενό, ανηφορικό μονοπάτι
κατσικόδρομου	=	κατσικόδρομος
κατσικόδρομους	=	κατσικόδρομος
κατσικόδρομων	=	κατσικόδρομος
κατσικώθηκα	=	κατσικώνομαι
κατσικώθηκαν	=	κατσικώνομαι
κατσικώθηκε	=	κατσικώνομαι
κατσικώθηκες	=	κατσικώνομαι
κατσικών	noun	γενική πληθυντικού του κατσίκα
κατσικώνεσαι	=	κατσικώνομαι
κατσικώνεστε	=	κατσικώνομαι
κατσικώνεται	=	κατσικώνομαι
κατσικώνομαι	verb	κάθομαι σε ένα σημείο, ενοχλώντας κάποιον, και δεν μετακινούμαι
κατσικώνονται	=	κατσικώνομαι
κατσικώνονταν	=	κατσικώνομαι
κατσικώνου	=	κατσικώνομαι
κατσικώσου	=	κατσικώνομαι
κατσιμπούχαιροι	noun	καλικάντζαροι (στο τοπικό ιδίωμα των χωριών του Παναχαϊκού στην Αχαΐα)
κατσιού	=	κατσί
κατσιποδιά	noun|vulgar	η κακοτυχία, η γρουσουζιά
κατσιποδιάζαμε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζαν	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζανε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζατε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζει	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζεις	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζετε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζοντας	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζουμε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζουν	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζουνε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάζω	verb|vulgar	γρουσουζεύω
κατσιποδιάς	noun	γενική ενικού του κατσιποδιά
κατσιποδιάσαμε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάσαν	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάσανε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάσατε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάσει	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιάστε	=	κατσιποδιάζω
κατσιποδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιποδιά
κατσιποδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιποδιασμένο
κατσιποδιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιποδιασμένη
κατσιποδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιασμένης	verb	γενική ενικού του κατσιποδιασμένη
κατσιποδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιασμένος	verb	κακότυχος
κατσιποδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσιποδιασμένος
κατσιποδιών	=	κατσιποδιά
κατσιπόδιαζα	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιαζαν	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιαζε	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιαζες	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιασα	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιασαν	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιασε	=	κατσιποδιάζω
κατσιπόδιασες	=	κατσιποδιάζω
κατσιργά	=	κατσιργάς
κατσιργάδες	=	κατσιργάς
κατσιργάδων	=	κατσιργάς
κατσιργάς	noun	πολύ δυνατός άνεμος
κατσιρμά	adv	λαθραία, κρυφά
κατσιρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιρμάς
κατσιρμάδων	=	κατσιρμάς
κατσιρμάς	noun	λαθρεμπόριο
κατσιρντίζω	verb	αφήνω κάποιον να δραπετεύσει
κατσιφάρα	noun	καταχνιά, ομίχλη
κατσιφάρας	noun	γενική ενικού του κατσιφάρα
κατσιφάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσιφάρα
κατσιών	=	κατσί
κατσουλίζω	verb|dated	μπουσουλώ, μπουσουλίζω
κατσουλιέρη	=	κατσουλιέρης
κατσουλιέρηδες	=	κατσουλιέρης
κατσουλιέρηδων	=	κατσουλιέρης
κατσουλιέρης	noun	είδος κορυδαλλού (κορυδαλλός ο λοφιοφόρος.
κατσουρμά	=	κατσουρμάς
κατσουρμάδες	=	κατσουρμάς
κατσουρμάδων	=	κατσουρμάς
κατσουρμάς	noun	απάτη
κατσουφιά	noun	η ιδιότητα του κατσούφη
κατσουφιάζαμε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζαν	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζανε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζατε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζει	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζεις	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζετε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζοντας	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζουμε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζουν	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζουνε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάζω	verb	γίνομαι κατσούφης, κατηφής, σκυθρωπός
κατσουφιάς	=	κατσουφιά
κατσουφιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσαν	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάσανε	=	κατσουφιάζω
κατσουφιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσούφιασμα
κατσουφιάσματος	noun	γενική ενικού του κατσούφιασμα
κατσουφιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσουφιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κατσούφιασμα
κατσουφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσουφιασμένο
κατσουφιασμένε	verb	κλητική ενικού του κατσουφιασμένος
κατσουφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσουφιασμένη
κατσουφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσουφιασμένος
κατσουφιασμένης	verb	γενική ενικού του κατσουφιασμένη
κατσουφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κατσουφιασμένος
κατσουφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσουφιασμένος
κατσουφιασμένος	verb	που έχει κατσουφιάσει, που «κάνει μούτρα»
κατσουφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσουφιασμένος
κατσουφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κατσουφιασμένος
κατσουφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσουφιασμένος
κατσούλα	noun	η κουκούλα
κατσούλας	noun	γενική ενικού του κατσούλα
κατσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσούλα
κατσούλι	noun	γατάκι
κατσούλια	=	κατσούλι
κατσούνα	noun	παραδοσιακή μαγκούρα της Κρήτης που χρησιμοποιείται κυρίως από τους βοσκούς, όπως η γκλίτσα, αλλά και γενικότερα ως μπαστούνι
κατσούνας	noun	γενική ενικού του κατσούνα
κατσούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσούνα
κατσούφα	noun	θηλυκό του κατσούφης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσούφης
κατσούφας	=	κατσούφης
κατσούφες	=	κατσούφης
κατσούφη	=	κατσούφης
κατσούφηδες	=	κατσούφης
κατσούφηδων	=	κατσούφης
κατσούφης	noun	που είναι κατσούφης	adj	κατηφής, σκυθρωπός, μουτρωμένος
κατσούφιαζα	=	κατσουφιάζω
κατσούφιαζαν	=	κατσουφιάζω
κατσούφιαζε	=	κατσουφιάζω
κατσούφιαζες	=	κατσουφιάζω
κατσούφιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσούφιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσούφιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσούφιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατσουφιάζω
κατσούφιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατσουφιάζω
κατσούφικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κατσούφικος	adv	με κατσούφικο τρόπο
κατσούφικε	adj	κλητική ενικού του κατσούφικος
κατσούφικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατσούφικη
κατσούφικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατσούφικος
κατσούφικης	adj	γενική ενικού του κατσούφικη
κατσούφικο	adj	αιτιατική ενικού του κατσούφικος
κατσούφικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κατσούφικος
κατσούφικος	adj	που έχει σχέση με κατσούφη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
κατσούφικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κατσούφικος
κατσούφικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κατσούφικος
κατσούφικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κατσούφικος
κατσούφισσα	=	κατσούφης
καττυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κάττυμα
καττύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάττυμα
καττύματος	noun	γενική ενικού του κάττυμα
κατωιταλικά	noun	στην Απουλία (περιοχή Σαλέντο / Salento σε χωριά όπως το Calimera και αλλού)
κατωιταλικέ	=	κατωιταλικός
κατωιταλικές	=	κατωιταλική
κατωιταλική	noun	τα κατωιταλικά, η κατωιταλική διάλεκτος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατωιταλικός
κατωιταλικής	=	κατωιταλική
κατωιταλικοί	=	κατωιταλικός
κατωιταλικού	=	κατωιταλικός
κατωιταλικούς	=	κατωιταλικός
κατωιταλικό	=	κατωιταλικός
κατωιταλικός	adj	που έχει σχέση με την Κάτω Ιταλία ή αναφέρεται σʼ αυτή
κατωιταλικών	=	κατωιταλικά
κατωιταλιωτών	=	κατωιταλιώτης
κατωιταλιώτες	=	κατωιταλιώτης
κατωιταλιώτη	=	κατωιταλιώτης
κατωιταλιώτης	noun	ο κάτοικος της Κάτω Ιταλίας
κατωιταλιώτικά	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικέ	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικές	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτική	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικής	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικα	noun	τα Γκρίκο
κατωιταλιώτικοί	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικος	adj	που έχει σχέση με την Κάτω Ιταλία ή αναφέρεται σʼ αυτή
κατωιταλιώτικού	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικούς	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικων	=	κατωιταλιώτικα
κατωιταλιώτικό	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικός	=	κατωιταλιώτικος
κατωιταλιώτικών	=	κατωιταλιώτικος
κατωκάσι	noun|vulgar	το κάτω μέρος από το κάσωμα / την κάσα μιας πόρτας, ενός παραθύρου κ.λπ.
κατωκάσια	=	κατωκάσι
κατωμεριά	noun	το κάτω μέρος ή το μέρος που βρίσκεται πιο χαμηλά από άλλο
κατωμεριάς	=	κατωμεριά
κατωμεριές	=	κατωμεριά
κατωμεριών	=	κατωμεριά
κατωμυλοπετρών	noun	γενική πληθυντικού του κατωμυλόπετρα
κατωμυλόπετρα	noun	η ακίνητη μυλόπετρα ενός μύλου, αυτή που δεν περιστρέφεται
κατωμυλόπετρας	noun	γενική ενικού του κατωμυλόπετρα
κατωμυλόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατωμυλόπετρα
κατωρευμάτων	=	κατώρευμα
κατωρεύματα	=	κατώρευμα
κατωρεύματος	=	κατώρευμα
κατωσάγονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατωσάγονο
κατωσάγονο	noun	το κάτω μέρος του σαγονιού
κατωσάγονου	noun	γενική ενικού του κατωσάγονο
κατωσάγονων	noun	γενική πληθυντικού του κατωσάγονο
κατωσέντονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατωσέντονο
κατωσέντονο	noun	σεντόνι που το στρώνουν ακριβώς πάνω από το στρώμα
κατωσέντονου	noun	γενική ενικού του κατωσέντονο
κατωσέντονων	noun	γενική πληθυντικού του κατωσέντονο
κατωτέρα	=	κατώτερος
κατωτέρου	=	κατώτερος
κατωτέρους	=	κατώτερος
κατωτέρω	adv|formal	πιο κάτω
κατωτέρων	=	κατώτερος
κατωτέρως	adv	κατώτερα
κατωτεροτήτων	=	κατωτερότητα
κατωτερότης	noun	κατωτερότητα
κατωτερότητα	noun	το να είναι κάποιος κατώτερος
κατωτερότητας	noun	γενική ενικού του κατωτερότητα
κατωτερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατωτερότητα
κατωφέρεια	noun|formal	κατηφόρα, κατήφορος
κατωφέρειας	noun	γενική ενικού του κατωφέρεια
κατωφέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κατωφέρεια
κατωφερές	=	κατωφερής
κατωφερή	=	κατωφερής
κατωφερής	adj|archaic	κατηφορικός
κατωφερείς	=	κατωφερής
κατωφερειών	noun	γενική πληθυντικού του κατωφέρεια
κατωφερούς	=	κατωφερής
κατωφερών	=	κατωφερής
κατωφερώς	adv|archaic	κατηφορικά
κατωφλιού	=	κατώφλι
κατωφλιών	=	κατώφλι
κατόπαρδε	=	κατόπαρδος
κατόπαρδο	=	κατόπαρδος
κατόπαρδοι	=	κατόπαρδος
κατόπαρδος	noun|dated	άλλη μορφή του γατόπαρδος
κατόπαρδου	=	κατόπαρδος
κατόπαρδους	=	κατόπαρδος
κατόπαρδων	=	κατόπαρδος
κατόπι	adv	άλλη μορφή του κατόπιν
κατόπιν	adv	πίσω, μετά από
κατόπτευα	=	κατοπτεύω
κατόπτευαν	=	κατοπτεύω
κατόπτευε	=	κατοπτεύω
κατόπτευες	=	κατοπτεύω
κατόπτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατόπτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατόπτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατόπτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτεύω
κατόπτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατοπτεύω
κατόπτευσης	noun	γενική ενικού του κατόπτευση
κατόπτριζα	=	κατοπτρίζομαι
κατόπτριζαν	=	κατοπτρίζομαι
κατόπτριζε	=	κατοπτρίζομαι
κατόπτριζες	=	κατοπτρίζομαι
κατόπτρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατόπτρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατόπτρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατόπτρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοπτρίζω
κατόπτρου	noun	γενική ενικού του κάτοπτρο
κατόπτρων	noun	γενική πληθυντικού του κάτοπτρο
κατόρθωμα	noun	το αποτέλεσμα του κατορθώνω
κατόρθωνα	=	κατορθώνω
κατόρθωναν	=	κατορθώνω
κατόρθωνε	=	κατορθώνω
κατόρθωνες	=	κατορθώνω
κατόρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατόρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατόρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατόρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατορθώνω
κατόρθωση	noun	η ενέργεια του κατορθώνω
κατόρθωσης	noun	γενική ενικού του κατόρθωση
κατόστιζα	=	κατοστίζω
κατόστιζαν	=	κατοστίζω
κατόστιζε	=	κατοστίζω
κατόστιζες	=	κατοστίζω
κατόστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατόστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατόστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατόστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κατοστίζω
κατόχου	noun	γενική ενικού του κάτοχος
κατόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κάτοχος
κατόχρονα	=	κατόχρονος
κατόχρονε	=	κατόχρονος
κατόχρονες	=	κατόχρονος
κατόχρονη	=	κατόχρονος
κατόχρονης	=	κατόχρονος
κατόχρονο	=	κατόχρονος
κατόχρονοι	=	κατόχρονος
κατόχρονος	adj|vulgar	άλλη μορφή του εκατόχρονος
κατόχρονου	=	κατόχρονος
κατόχρονους	=	κατόχρονος
κατόχρονων	=	κατόχρονος
κατόχων	noun	γενική πληθυντικού του κάτοχος
κατόψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάτοψη
κατόψεων	noun	γενική πληθυντικού του κάτοψη
κατόψεως	noun|formal	γενική ενικού του κάτοψη
κατώγα	noun	μεγεθυντικό του κατώγι
κατώγας	=	κατώγα
κατώγες	=	κατώγα
κατώγι	noun	άλλη γραφή του κατώι
κατώγια	=	κατώγι
κατώι	noun	το κάτω μέρος ενός σπιτιού (ισόγειο ή ημιυπόγειο)
κατώια	=	κατώι
κατώρευμα	noun	η προς τα κάτω κίνηση του αέρα ως αποτέλεσμα της κίνησης ενός έλικα ή γενικότερα ενός ιπτάμενου μέσου
κατώτατα	adv	σε κατώτατο σημείο
κατώτατε	=	κατώτατος
κατώτατες	=	κατώτατος
κατώτατη	=	κατώτατος
κατώτατης	=	κατώτατος
κατώτατο	=	κατώτατος
κατώτατοι	=	κατώτατος
κατώτατος	adj	υπερθετικός βαθμός του κάτω (επίρρημα)
κατώτατου	=	κατώτατος
κατώτατους	=	κατώτατος
κατώτατων	=	κατώτατος
κατώτερα	adv	σε κατώτερο σημείο
κατώτερε	=	κατώτερος
κατώτερες	=	κατώτερος
κατώτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κατώτερος
κατώτερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του κατώτερος
κατώτερο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κατώτερος
κατώτεροι	=	κατώτερος
κατώτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του κάτω (επίρρημα)	noun	υφιστάμενος (υπάλληλος, ή άλλη ιδιότητα επαγγέλματος)
κατώτερου	adj	γενική ενικού του κατώτερος
κατώτερους	=	κατώτερος
κατώτερων	=	κατώτερος
κατώφλι	noun	ξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας
κατώφλια	=	κατώφλι
καυγάς	=	καβγάς
καυδιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυδιανό
καυδιανέ	adj	κλητική ενικού του καυδιανός
καυδιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυδιανή
καυδιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυδιανός
καυδιανής	adj	γενική ενικού του καυδιανή
καυδιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυδιανός
καυδιανού	adj	γενική ενικού του καυδιανός
καυδιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καυδιανός
καυδιανό	adj	αιτιατική ενικού του καυδιανός
καυδιανός	adj	ο σχετικός με την αρχαία πόλη της Ιταλίας Καύδιο (Caudium)
καυδιανών	adj	γενική πληθυντικού του καυδιανός
καυκάσια	=	καυκάσιος
καυκάσιας	=	καυκάσιος
καυκάσιε	=	καυκάσιος
καυκάσιες	=	καυκάσιος
καυκάσιο	=	καυκάσιος
καυκάσιοι	=	καυκάσιος
καυκάσιος	noun	που κατάγεται απ' τον Καύκασο	adj	οτιδήποτε προέρχεται απ' τον Καύκασο
καυκάσιου	=	καυκάσιος
καυκάσιους	=	καυκάσιος
καυκάσιων	=	καυκάσιος
καυκί	noun	κούπα
καυκαλήθρα	noun	κοινή ονομασία του φυτού Tορδύλιον το ταπεινόν (Tordylium humile), τορδύλιον το φαρμακευτικόν (Tordylium officinale)
καυκαλήθρας	noun	γενική ενικού του καυκαλήθρα
καυκαλήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυκαλήθρα
καυκαληθρών	noun	γενική πληθυντικού του καυκαλήθρα
καυκασιανά	=	καυκασιανός
καυκασιανέ	=	καυκασιανός
καυκασιανές	=	καυκασιανός
καυκασιανή	=	καυκασιανός
καυκασιανής	=	καυκασιανός
καυκασιανοί	=	καυκασιανός
καυκασιανού	=	καυκασιανός
καυκασιανούς	=	καυκασιανός
καυκασιανό	=	καυκασιανός
καυκασιανός	adj	ο σχετικός με τον Καύκασο ή τα άτομα που κατοικούν εκεί
καυκασιανών	=	καυκασιανός
καυκιά	noun	γουδί από ξύλο ή πέτρα
καυκιάς	=	καυκιά
καυκιέμαι	verb	άλλη μορφή του καυχιέμαι
καυκιές	=	καυκιά
καυκιού	=	καυκί
καυκιών	=	καυκί
καυλί	noun|vulgar	η βάλανος του πέους
καυλίτσα	noun	υποκοριστικό του καύλα ή καυλί
καυλίτσας	=	καυλίτσα
καυλίτσες	=	καυλίτσα
καυλαντίζω	verb|vulgar	συνομιλώ, φλερτάρω με κάποιον, χρησιμοποιώντας σεξουαλικά υπονοούμενα με σκοπό να τον ερεθίσω, επιδιώκοντας την σωματική επαφή μαζί του
καυλιά	=	καυλί
καυλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυλιάρης
καυλιάρας	adj	γενική ενικού του καυλιάρα
καυλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυλιάρα
καυλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καυλιάρης
καυλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυλιάρης
καυλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του καυλιάρης
καυλιάρης	adj|vulgar	που έρχεται σε κατάσταση καύλας / οργασμού συχνά ή εύκολα
καυλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυλιάρικο
καυλιάρικε	adj	κλητική ενικού του καυλιάρικος
καυλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυλιάρικη
καυλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυλιάρικος
καυλιάρικης	adj	γενική ενικού του καυλιάρικη
καυλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του καυλιάρης
καυλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυλιάρικος
καυλιάρικος	adj	που ερεθίζει σεξουαλικά
καυλιάρικου	adj	γενική ενικού του καυλιάρικο
καυλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καυλιάρικος
καυλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του καυλιάρικο
καυλιού	=	καυλί
καυλιτζέκι	noun|slang	το πέος
καυλιών	=	καυλί
καυλοκοιτάω	verb	λαγνοκοιτάζω, λαγνοκοιτάω, λαγνοκοιτώ, καυλοκοιτάζω, καυλοκοιτώ
καυλορόπανα	=	καυλορόπανο
καυλορόπανο	noun|vulgar	άτομο που εκδηλώνει ή προκαλεί έντονη ερωτική διάθεση
καυλορόπανου	=	καυλορόπανο
καυλορόπανων	=	καυλορόπανο
καυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καύλωμα
καυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυλωμένο
καυλωμένε	verb	κλητική ενικού του καυλωμένος
καυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυλωμένη
καυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυλωμένος
καυλωμένης	verb	γενική ενικού του καυλωμένη
καυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καυλωμένος
καυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυλωμένος
καυλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καυλώνω
καυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καυλωμένος
καυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καυλωμένος
καυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καυλωμένος
καυλός	noun	ο βλαστός του φυτού, το κοτσάνι που προεξέχει από το έδαφος, πάνω και έξω από τη γη
καυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύλωμα
καυλώματος	noun	γενική ενικού του καύλωμα
καυλώναμε	=	καυλώνω
καυλώναν	=	καυλώνω
καυλώνανε	=	καυλώνω
καυλώνατε	=	καυλώνω
καυλώνει	=	καυλώνω
καυλώνεις	=	καυλώνω
καυλώνετε	=	καυλώνω
καυλώνομε	=	καυλώνω
καυλώνοντας	=	καυλώνω
καυλώνουμε	=	καυλώνω
καυλώνουν	=	καυλώνω
καυλώνουνε	=	καυλώνω
καυλώνω	verb	ερεθίζομαι σεξουαλικά, ανάβω, έχω έντονη επιθυμία για συνουσία, έχω καύλες
καυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσαν	=	καυλώνω
καυλώσανε	=	καυλώνω
καυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσομε	=	καυλώνω
καυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσουνε	=	καυλώνω
καυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καύμα
καυσίμου	=	καύσιμο
καυσίμων	noun	γενική πληθυντικού του καύσιμο	adj	λόγια γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του καύσιμος
καυσαέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυσαέριο
καυσαέριο	noun	το αέριο που προκύπτει ως κατάλοιπο της καύσης ορυκτών καυσίμων· παράγεται από βιομηχανίες, εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, μέσα μεταφοράς κ.λπ. και καταλήγει στην ατμόσφαιρα διαμέσου των καμινάδων ή των εξατμίσεων των οχημάτων
καυσαέριου	=	καυσαέριο
καυσαερίου	noun	γενική ενικού του καυσαέριο
καυσαερίων	noun	γενική πληθυντικού του καυσαέριο
καυσαλγία	noun	πόνος, αίσθηση καψίματος / καύσου στο στόμα
καυσαλγίας	noun	γενική ενικού του καυσαλγία
καυσαλγίες	=	καυσαλγία
καυσαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του καυσαλγία
καυσοξύλου	=	καυσόξυλο
καυσοξύλων	=	καυσόξυλα
καυστήρα	=	καυστήρας
καυστήρας	noun	ειδικός μηχανισμός, που συντελεί στη καύση υγρού ή αερίου
καυστήρες	=	καυστήρας
καυστήρων	=	καυστήρας
καυστηρατζή	=	καυστηρατζής
καυστηρατζήδες	=	καυστηρατζής
καυστηρατζήδων	=	καυστηρατζής
καυστηρατζής	noun	γενικά τεχνίτης ειδικευμένος σε καυστήρες μηχανών
καυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καυστικός	adv	με καυστικό τρόπο, με καυστικότητα
καυστικέ	adj	κλητική ενικού του καυστικός
καυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυστική
καυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυστικός
καυστικής	adj	γενική ενικού του καυστική
καυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυστικός
καυστικοποίηση	noun	η διαδικασία πύρωσης ενός γεωυλικού
καυστικοποίησης	=	καυστικοποίηση
καυστικοποιήσεις	=	καυστικοποίηση
καυστικοποιήσεων	=	καυστικοποίηση
καυστικοτήτων	=	καυστικότητα
καυστικού	adj	γενική ενικού του καυστικός
καυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καυστικός
καυστικό	adj	αιτιατική ενικού του καυστικός
καυστικός	adj	που καίει, διαβρώνει ή ερεθίζει ό,τι έρχεται σε επαφή μαζί του (π.χ. αλκαλικές ενώσεις)
καυστικότητα	noun	το να είναι κάποιος καυστικός, η ιδιότητα του καυστικού
καυστικότητας	noun	γενική ενικού του καυστικότητα
καυστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυστικότητα
καυστικών	adj	γενική πληθυντικού του καυστικός
καυσόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυσόξυλο
καυσόξυλο	noun	ξύλο που χρησιμοποιείται για άναμμα φωτιάς, συνήθως για ζέσταμα
καυσόξυλου	noun	γενική ενικού του καυσόξυλο
καυσόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του καυσόξυλο
καυσώνων	=	καύσωνας
καυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καυτός	adv	με τρόπο καυτό
καυτέ	adj	κλητική ενικού του καυτός
καυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυτή
καυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυτός
καυτήρα	=	καυτήρας
καυτήρας	noun	άλλη μορφή του θερμοκαυτήρας
καυτήρες	=	καυτήρας
καυτήρων	=	καυτήρας
καυτής	adj	γενική ενικού του καυτή
καυτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυτερό, ουδέτερο του καυτερός	adv	με καυτερό τρόπο
καυτερέ	adj	κλητική ενικού του καυτερός
καυτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυτερή
καυτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυτερός
καυτερής	adj	γενική ενικού του καυτερή
καυτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυτερός
καυτερού	adj	γενική ενικού του καυτερός
καυτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καυτερός
καυτερό	adj	αιτιατική ενικού του καυτερός
καυτερός	adj	άλλη μορφή του καυτός, ο πολύ ζεστός
καυτερών	adj	γενική πληθυντικού του καυτερός
καυτηρίαζα	=	καυτηριάζω
καυτηρίαζαν	=	καυτηριάζω
καυτηρίαζε	=	καυτηριάζω
καυτηρίαζες	=	καυτηριάζω
καυτηρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηρίασαα	=	καυτηριάζω
καυτηρίασααν	=	καυτηριάζω
καυτηρίασαε	=	καυτηριάζω
καυτηρίασαες	=	καυτηριάζω
καυτηρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηρίαση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καυτηριάζω
καυτηρίασης	=	καυτηρίαση
καυτηριάζαμε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζαν	=	καυτηριάζω
καυτηριάζανε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζατε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζει	=	καυτηριάζω
καυτηριάζεις	=	καυτηριάζω
καυτηριάζεσαι	=	καυτηριάζω
καυτηριάζεστε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζεται	=	καυτηριάζω
καυτηριάζετε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζομαι	=	καυτηριάζω
καυτηριάζομε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζονται	=	καυτηριάζω
καυτηριάζονταν	=	καυτηριάζω
καυτηριάζοντας	=	καυτηριάζω
καυτηριάζουμε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζουν	=	καυτηριάζω
καυτηριάζουνε	=	καυτηριάζω
καυτηριάζω	verb	καίω (π.χ. μια πληγή) με ειδικό εργαλείο ή ουσία για να (την) θεραπεύσω
καυτηριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάσαν	=	καυτηριάζω
καυτηριάσανε	=	καυτηριάζω
καυτηριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυτηρίαση
καυτηριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάσεων	=	καυτηρίαση
καυτηριάσομε	=	καυτηριάζω
καυτηριάσου	=	καυτηριάζω
καυτηριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάσουνε	=	καυτηριάζω
καυτηριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριάστηκα	=	καυτηριάζω
καυτηριάστηκαν	=	καυτηριάζω
καυτηριάστηκε	=	καυτηριάζω
καυτηριάστηκες	=	καυτηριάζω
καυτηριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυτηριάζω
καυτηριαζόμασταν	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόμαστε	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόμενος	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόμουν	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόμουνα	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόντουσαν	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόσασταν	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόσαστε	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόσουν	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόσουνα	=	καυτηριάζω
καυτηριαζόταν	=	καυτηριάζω
καυτηριαζότανε	=	καυτηριάζω
καυτηριασμέ	noun	κλητική ενικού του καυτηριασμός
καυτηριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυτηριασμένο
καυτηριασμένε	verb	κλητική ενικού του καυτηριασμένος
καυτηριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυτηριασμένη
καυτηριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυτηριασμένος
καυτηριασμένης	verb	γενική ενικού του καυτηριασμένη
καυτηριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του καυτηριασμένος
καυτηριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυτηριασμένος
καυτηριασμένος	verb	που έχει καυτηριαστεί
καυτηριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καυτηριασμένος
καυτηριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καυτηριασμένος
καυτηριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καυτηριασμένος
καυτηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυτηριασμός
καυτηριασμού	noun	γενική ενικού του καυτηριασμός
καυτηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του καυτηριασμός
καυτηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του καυτηριασμός
καυτηριασμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καυτηριάζω
καυτηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του καυτηριασμός
καυτηριαστήκαμε	=	καυτηριάζω
καυτηριαστήκαν	=	καυτηριάζω
καυτηριαστήκανε	=	καυτηριάζω
καυτηριαστήκατε	=	καυτηριάζω
καυτηριαστεί	=	καυτηριάζω
καυτηριαστείς	=	καυτηριάζω
καυτηριαστείτε	=	καυτηριάζω
καυτηριαστούμε	=	καυτηριάζω
καυτηριαστούν	=	καυτηριάζω
καυτηριαστούνε	=	καυτηριάζω
καυτηριαστώ	=	καυτηριάζω
καυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυτός
καυτού	adj	γενική ενικού του καυτός
καυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καυτός
καυτρών	noun	γενική πληθυντικού του καύτρα
καυτό	adj	αιτιατική ενικού του καυτός
καυτός	adj	πάρα πολύ ζεστός
καυτών	adj	γενική πληθυντικού του καυτός
καυχήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύχημα
καυχήματος	noun	γενική ενικού του καύχημα
καυχήσεις	=	καύχηση
καυχήσεων	=	καύχηση
καυχήσου	=	καυχιέμαι
καυχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθήκαν	=	καυχιέμαι
καυχηθήκανε	=	καυχιέμαι
καυχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχηθούνε	=	καυχιέμαι
καυχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καυχιέμαι
καυχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του καύχημα
καυχηματία	=	καυχηματίας
καυχηματίας	noun|formal	που καυχιέται
καυχηματίες	=	καυχηματίας
καυχηματιών	=	καυχηματίας
καυχησιά	noun	η ενέργεια του καυχιέμαι, τα λόγια που λέει αυτός που καυχιέται για τον εαυτό του και τα κατορθώματά του
καυχησιάρα	adj	θηλυκό του καυχησιάρης
καυχησιάρας	noun	γενική ενικού του καυχησιάρα
καυχησιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυχησιάρα
καυχησιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καυχησιάρης
καυχησιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυχησιάρης
καυχησιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του καυχησιάρης
καυχησιάρης	noun	αυτός που συνηθίζει να καυχιέται για τα πραγματικά ή φανταστικά κατορθώματά του
καυχησιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καυχησιάρικος	adv	με καυχησιάρικο τρόπο
καυχησιάρικε	adj	κλητική ενικού του καυχησιάρικος
καυχησιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του καυχησιάρικος
καυχησιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καυχησιάρικος
καυχησιάρικης	adj	γενική ενικού του καυχησιάρικη
καυχησιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του καυχησιάρικος
καυχησιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καυχησιάρικος
καυχησιάρικος	adj	που έχει σχέση με καυχησιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καυχησιάρικου	adj	γενική ενικού του καυχησιάρικος
καυχησιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καυχησιάρικος
καυχησιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του καυχησιάρικος
καυχησιάς	noun	γενική ενικού του καυχησιά
καυχησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυχησιά
καυχησιολογήματα	=	καυχησιολόγημα
καυχησιολογήματος	=	καυχησιολόγημα
καυχησιολογήσαμε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογήσαν	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογήσανε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογήσατε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογήσει	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογήστε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογία	noun	το να καυχιέται κάποιος, να περιαυτολογεί, να κομπάζει για χαρίσματα ή κατορθώματα (υπαρκτά ή ανύπαρκτα)
καυχησιολογίας	noun	γενική ενικού του καυχησιολογία
καυχησιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καυχησιολογία
καυχησιολογεί	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογείς	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογείτε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογημάτων	=	καυχησιολόγημα
καυχησιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του καυχησιολογία
καυχησιολογούμε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούν	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούνε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσα	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσαμε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσαν	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσανε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσατε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογούσες	=	καυχησιολογώ
καυχησιολογώ	verb	καυχιέμαι, παινεύομαι
καυχησιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καυχησιολογώ
καυχησιολόγε	=	καυχησιολόγος
καυχησιολόγει	=	καυχησιολογώ
καυχησιολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καυχησιολογώ
καυχησιολόγησα	=	καυχησιολογώ
καυχησιολόγησαν	=	καυχησιολογώ
καυχησιολόγησε	=	καυχησιολογώ
καυχησιολόγησες	=	καυχησιολογώ
καυχησιολόγο	=	καυχησιολόγος
καυχησιολόγοι	=	καυχησιολόγος
καυχησιολόγος	noun	που καυχησιολογεί
καυχησιολόγου	=	καυχησιολόγος
καυχησιολόγους	=	καυχησιολόγος
καυχησιολόγων	=	καυχησιολόγος
καυχησιών	=	καυχησιά
καυχιέμαι	verb	υπερηφανεύομαι για κάτι
καυχιέσαι	=	καυχιέμαι
καυχιέστε	=	καυχιέμαι
καυχιέται	=	καυχιέμαι
καυχιούνται	=	καυχιέμαι
καυχιούνταν	=	καυχιέμαι
καυχιόμασταν	=	καυχιέμαι
καυχιόμαστε	=	καυχιέμαι
καυχιόμουν	=	καυχιέμαι
καυχιόμουνα	=	καυχιέμαι
καυχιόνταν	=	καυχιέμαι
καυχιόντανε	=	καυχιέμαι
καυχιόντουσαν	=	καυχιέμαι
καυχιόσασταν	=	καυχιέμαι
καυχιόσουν	=	καυχιέμαι
καυχιόσουνα	=	καυχιέμαι
καυχιόταν	=	καυχιέμαι
καυχιότανε	=	καυχιέμαι
καυχώμαι	verb	άλλη μορφή του καυχιέμαι
καφά	=	καφάς
καφάδες	=	καφάς
καφάδων	=	καφάς
καφάο	noun	υπαίθριος κατανεμητής τηλεπικοινωνιακών καλωδίων σε μεταλλικό ερμάριο, που συνδέει το δίκτυο με τις συνδέσεις των κτηρίων και επιτρέπει τη διανομή ή διαχείριση των γραμμών
καφάς	noun	σβέρκος
καφάσι	noun	το ανοιχτό κιβώτιο για φρούτα και λαχανικά ή μπουκάλια
καφάσια	=	καφάσι
καφέ	noun	το χρώμα του καφέ	adj	που έχει το χρώμα του καφέ
καφέ-αμάν	noun|dated	καφενείο όπου τραγουδιόνταν αμανέδες (στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα)
καφέ-ω-λαι	noun	καφές με γάλα, συνήθως καφές φίλτρου
καφέα	noun	το καφεόδεντρο
καφέας	=	καφέα
καφέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφές
καφέδων	=	καφές
καφέες	=	καφέα
καφές	noun	οι σπόροι του καφεόδεντρου
καφαδιά	noun	χτύπημα στο σβέρκο
καφαδιάς	=	καφαδιά
καφαδιές	=	καφαδιά
καφαδιών	=	καφαδιά
καφαλτί	noun	πρόγευμα, κολατσιό
καφαλτίζω	verb	κολατσίζω
καφαλόσκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλόσκαλο
καφασιού	=	καφάσι
καφασιών	=	καφάσι
καφασωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφασωτό	adv	με τρόπο ώστε να σχηματίζεται καφάσι
καφασωτέ	adj	κλητική ενικού του καφασωτός
καφασωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφασωτή
καφασωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καφασωτός
καφασωτής	adj	γενική ενικού του καφασωτή
καφασωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καφασωτός
καφασωτού	adj	γενική ενικού του καφασωτός
καφασωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καφασωτός
καφασωτό	adj	αιτιατική ενικού του καφασωτός	noun	παράθυρο με δικτυωτό ξύλινο πλέγμα
καφασωτός	adj	που έχει καφάσι, δηλαδή δικτυωτό πλέγμα από λεπτά μακρόστενα κομμάτια ξύλο
καφασωτών	adj	γενική πληθυντικού του καφασωτός
καφεΐνες	=	καφεΐνη
καφεΐνη	noun	αλκαλοειδές που βρίσκεται στον καφέ, στο τσάι, την κόλα και αλλού - και χρησιμοποιείται στην φαρμακοποιία για τις διεγερτικές του ιδιότητες
καφεΐνης	noun	γενική ενικού του καφεΐνη
καφεδάκι	noun	υποκοριστικό του καφές
καφεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφεδάκι
καφεδάκο	=	καφεδάκος
καφεδάκοι	=	καφεδάκος
καφεδάκος	noun	υποκοριστικό του καφές
καφεδάκου	=	καφεδάκος
καφεδάκους	=	καφεδάκος
καφεδάκων	=	καφεδάκος
καφεδή	=	καφεδής
καφεδής	adj	περίπου καφέ χρώματος, καφετής, αλλά όχι με καλή απόχρωση
καφεδί	=	καφεδής
καφεδιά	=	καφεδής
καφεδιάς	=	καφεδής
καφεδιές	=	καφεδής
καφεδιοί	=	καφεδής
καφεδιού	=	καφεδής
καφεδιούς	=	καφεδής
καφεδιών	=	καφεδής
καφεδούμπα	noun|slang	ο απολαυστικός καφές
καφεδούμπας	=	καφεδούμπα
καφεδούμπες	=	καφεδούμπα
καφεζυθεστιατορίου	=	καφεζυθεστιατόριο
καφεζυθεστιατορίων	=	καφεζυθεστιατόριο
καφεζυθεστιατόρια	=	καφεζυθεστιατόριο
καφεζυθεστιατόριο	noun	ζυθεστιατόριο όπου σερβίρεται και καφές
καφεζυθεστιατόριου	=	καφεζυθεστιατόριο
καφεζυθεστιατόριων	=	καφεζυθεστιατόριο
καφεζυθοπωλών	=	καφεζυθοπώλης
καφεζυθοπώλες	=	καφεζυθοπώλης
καφεζυθοπώλη	=	καφεζυθοπώλης
καφεζυθοπώλης	noun	κυριολεκτικά αυτός που πουλά καφέ και μπύρα, στην πράξη ιδιοκτήτης καταστήματος που σερβίρει καφέδες και ποτά
καφεζυθοπώλισσα	=	καφεζυθοπώλης
καφεκοπτεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφεκοπτείο
καφεκοπτείο	noun	το κατάστημα στο οποίο γίνεται άλεση (κοπή) κόκκων καφέ και πώληση της παραγόμενης σκόνης καφέ
καφεκοπτείου	noun	γενική ενικού του καφεκοπτείο
καφεκοπτείων	noun	γενική πληθυντικού του καφεκοπτείο
καφεκοπτών	=	καφεκόπτης
καφεκοτπικά	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικέ	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικές	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπική	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικής	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικοί	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικού	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικούς	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικό	=	καφεκοτπικός
καφεκοτπικός	adj	που έχει σχέση με τον καφεκόπτη ή το καφεκοπτείο ή αναφέρεται σ’ αυτά
καφεκοτπικών	=	καφεκοτπικός
καφεκουτιού	=	καφεκούτι
καφεκουτιών	=	καφεκούτι
καφεκούτι	noun|dated	κουτί που βάζουμε καφέ
καφεκούτια	=	καφεκούτι
καφεκόπτες	=	καφεκόπτης
καφεκόπτη	=	καφεκόπτης
καφεκόπτης	noun	μηχανή (μύλος) που αλέθει τους κόκκους του καφέ
καφεμαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος μέσα από τα ίχνη που αφήνει το κατακάθι του καφέ μέσα στο φλυτζάνι
καφεμαντείας	=	καφεμαντεία
καφεμαντείες	=	καφεμαντεία
καφεμαντειών	=	καφεμαντεία
καφενέ	=	καφενές
καφενέδες	=	καφενές
καφενέδων	=	καφενές
καφενές	noun|vulgar	το καφενείο
καφενεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφενείο
καφενείο	noun	χώρος αναψυχής, συνήθως για άντρες, όπου σερβίρεται κυρίως καφές, αναψυκτικά και γλυκά του κουταλιού
καφενείον	=	καφενείο
καφενείου	noun	γενική ενικού του καφενείο
καφενείων	noun	γενική πληθυντικού του καφενείο
καφενεδάκι	noun	μικρός ή φτωχικός καφενές
καφενεδάκια	=	καφενεδάκι
καφενεῖον	=	καφενείο
καφενόβια	=	καφενόβιος
καφενόβιας	=	καφενόβιος
καφενόβιε	=	καφενόβιος
καφενόβιες	=	καφενόβιος
καφενόβιο	=	καφενόβιος
καφενόβιοι	=	καφενόβιος
καφενόβιος	adj	που περνάει μεγάλο μέρος του χρονου του στα καφενεία
καφενόβιου	=	καφενόβιος
καφενόβιους	=	καφενόβιος
καφενόβιων	=	καφενόβιος
καφεοφυτεία	noun	φυτεία καφεόδεντρων
καφεοφυτείας	noun	γενική ενικού του καφεοφυτεία
καφεοφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφεοφυτεία
καφεοφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του καφεοφυτεία
καφεποσία	noun	το να πίνει κάποιος (πολύ) καφέ
καφεποσίας	=	καφεποσία
καφεποσίες	=	καφεποσία
καφεποσιών	=	καφεποσία
καφεποτριών	=	καφεπότρια
καφεποτών	=	καφεπότης
καφεπωλών	=	καφεπώλης
καφεπότες	=	καφεπότης
καφεπότη	=	καφεπότης
καφεπότης	noun	αυτός που πίνει (πολύ) καφέ
καφεπότρια	noun	θηλυκό του καφεπότης
καφεπότριας	=	καφεπότρια
καφεπότριες	=	καφεπότρια
καφεπώλες	=	καφεπώλης
καφεπώλη	=	καφεπώλης
καφεπώλης	noun	αυτός που πουλάει προϊόντα του καφέ σε καφεκοπτείο
καφεπώλισσα	=	καφεπώλης
καφεσαντάν	noun|dated	καφωδείο
καφεστίαση	noun	ο κλάδος της οικονομίας που περιλαμβάνει καφετέριες και εστιατόρια
καφεστίασης	=	καφεστίαση
καφεστιάσεις	=	καφεστίαση
καφεστιάσεων	=	καφεστίαση
καφεστιατορίου	=	καφεστιατόριο
καφεστιατορίων	=	καφεστιατόριο
καφεστιατόρια	=	καφεστιατόριο
καφεστιατόριο	noun	κατάστημα εστίασης που λειτουργεί και ως καφέ και ως εστιατόριο
καφεστιατόριου	=	καφεστιατόριο
καφετέρια	noun	το κατάστημα όπου σερβίρεται καφές και άλλα ροφήματα, ποτά ή φαγώσιμα
καφετέριας	noun	γενική ενικού του καφετέρια
καφετέριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφετέρια
καφετή	=	καφετής
καφετής	adj	που έχει περίπου καφέ χρώμα
καφετί	noun	ανοιχτό καφέ	adj	άκλιτος τύπος του καφετής για όλα τα γένη
καφετερία	noun	άλλη μορφή του καφετέρια
καφετερίας	noun	γενική ενικού του καφετερία
καφετερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφετερία
καφετεριών	noun	γενική πληθυντικού του καφετερία
καφετζή	=	καφετζής
καφετζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφετζής
καφετζήδων	=	καφετζής
καφετζής	noun	ο ιδιοκτήτης καφενείου
καφετζού	noun	θηλυκό του καφετζής: η ιδιοκτήτρια ενός καφενείου
καφετζούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφετζού
καφετζούδων	=	καφετζού
καφετζούς	=	καφετζού
καφετιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καφετής	noun|obsolete	τα χιλιάρικα, τα χαρτονομίσματα των 1000 δραχμών
καφετιάς	=	καφετής
καφετιέρα	noun	σκεύος ή μηχάνημα / συσκευή που φτιάχνει καφέ (ρόφημα)
καφετιέρας	noun	γενική ενικού του καφετιέρα
καφετιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφετιέρα
καφετιέρων	=	καφετιέρα
καφετιές	=	καφετής
καφετιοί	=	καφετής
καφετιού	=	καφετής
καφετιούς	=	καφετής
καφετιών	=	καφετής
καφεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφεϊκό
καφεϊκέ	adj	κλητική ενικού του καφεϊκός
καφεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφεϊκή
καφεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καφεϊκός
καφεϊκής	adj	γενική ενικού του καφεϊκή
καφεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καφεϊκός
καφεϊκού	adj	γενική ενικού του καφεϊκός
καφεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καφεϊκός
καφεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του καφεϊκός
καφεϊκός	adj	που έχει σχέση με τον καφέ ή αναφέρεται σ’ αυτόν
καφεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του καφεϊκός
καφεϊνισμέ	=	καφεϊνισμός
καφεϊνισμοί	=	καφεϊνισμός
καφεϊνισμού	=	καφεϊνισμός
καφεϊνισμούς	=	καφεϊνισμός
καφεϊνισμό	=	καφεϊνισμός
καφεϊνισμός	noun	Δηλητηρίαση που μπορεί να προκληθεί από τους πολλούς καφέδες, λόγω της υψηλής δόσης της καφεΐνης
καφεϊνισμών	=	καφεϊνισμός
καφεϊνούχα	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχας	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχε	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχες	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχο	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχοι	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχος	adj	που έχει καφεΐνη
καφεϊνούχου	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχους	=	καφεϊνούχος
καφεϊνούχων	=	καφεϊνούχος
καφεϊνών	=	καφεΐνη
καφεόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφεόδεντρο
καφεόδεντρο	noun	θάμνος ή μικρό δέντρο του γένους Coffea με άσπρα άνθη, κυματιστά φύλλα και μικρούς (συνήθως κοκκινωπούς) καρπούς από τους οποίους παράγεται ο καφές
καφεόδεντρου	noun	γενική ενικού του καφεόδεντρο
καφεόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του καφεόδεντρο
καφεών	=	καφέα
καφκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφκικό
καφκικέ	adj	κλητική ενικού του καφκικός
καφκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφκική
καφκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καφκικός
καφκικής	adj	γενική ενικού του καφκική
καφκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καφκικός
καφκικού	adj	γενική ενικού του καφκικός
καφκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καφκικός
καφκικό	adj	αιτιατική ενικού του καφκικός
καφκικός	adj	που έχει σχέση με τον Φραντς Κάφκα και το έργο του ή αναφέρεται σ' αυτά
καφκικών	adj	γενική πληθυντικού του καφκικός
καφρίλα	noun	η ιδιότητα τού να είναι κανείς κάφρος
καφρίλας	=	καφρίλα
καφρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφρίλα
καφτάνι	noun	μακρύς χιτώνας, επίσημο ανδρικό ένδυμα στην Ανατολή.
καφτάνια	=	καφτάνι
καφτανιού	=	καφτάνι
καφτανιών	=	καφτάνι
καφτός	=	καυτός
καφφενέ	=	καφφενές
καφφενέδες	=	καφφενές
καφφενέδων	=	καφφενές
καφφενές	noun	άλλη γραφή του καφενές
καφφενεία	=	καφφενείο
καφφενείο	noun	παρωχημένη γραφή του καφενείο
καφφενείου	=	καφφενείο
καφφενείων	=	καφφενείο
καφωδεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καφωδείο
καφωδείο	noun|dated	είδος καφενείου με ζωντανή μουσική (κυρίως λαϊκή ή ρεμπέτικη)
καφωδείου	noun	γενική ενικού του καφωδείο
καφωδείων	noun	γενική πληθυντικού του καφωδείο
καχεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καχεκτικός	adv	με καχεκτικό τρόπο, με καχεκτικότητα, με καχεξία
καχεκτικέ	adj	κλητική ενικού του καχεκτικός
καχεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καχεκτική
καχεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καχεκτικός
καχεκτικής	adj	γενική ενικού του καχεκτική
καχεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καχεκτικός
καχεκτικοτήτων	=	καχεκτικότητα
καχεκτικού	adj	γενική ενικού του καχεκτικός
καχεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καχεκτικός
καχεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του καχεκτικός
καχεκτικός	adj	που δεν αναπτύσσεται κανονικά, παρουσιάζει συμπτώματα καχεξίας, αδυνατίσματος, μαρασμού
καχεκτικότητα	noun	η καχεξία
καχεκτικότητας	=	καχεκτικότητα
καχεκτικότητες	=	καχεκτικότητα
καχεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του καχεκτικός
καχεκτικῶς	adv	καχεκτικά
καχεξία	noun	κακή κατάσταση ενός οργανισμού, εξαιτίας ελλιπούς πρόσληψης τροφής ή για παθολογικούς λόγους
καχεξίας	noun	γενική ενικού του καχεξία
καχεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καχεξία
καχεξιών	noun	γενική πληθυντικού του καχεξία
καχιο	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο της Χίου
καχνδ	abbrev	το πολιτικό αεροδρόμιο των Χανίων
καχυποψία	noun	το να είναι κάποιος καχύποπτος, η ιδιότητα του καχύποπτου
καχυποψίας	noun	γενική ενικού του καχυποψία
καχυποψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καχυποψία
καχυποψιών	noun	γενική πληθυντικού του καχυποψία
καχύποπτα	adv	με καχυποψία
καχύποπτε	=	καχύποπτος
καχύποπτες	=	καχύποπτος
καχύποπτη	=	καχύποπτος
καχύποπτης	=	καχύποπτος
καχύποπτο	=	καχύποπτος
καχύποπτοι	=	καχύποπτος
καχύποπτος	adj	που υποψιάζεται όλους για όλα όσα κάνουν, που ερμηνεύει κάθε ενέργεια ως εχθρική και ποτέ δεν βλέπει καλούς σκοπούς
καχύποπτου	=	καχύποπτος
καχύποπτους	=	καχύποπτος
καχύποπτων	=	καχύποπτος
καψάλα	noun	μέρος που έχει καεί
καψάλας	noun	γενική ενικού του καψάλα
καψάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψάλα
καψάλι	noun|dated	έδαφος το οποίο εκκαθαρίστηκε μέσω πυρκαγιάς
καψάλια	=	καψάλι
καψάλιζα	=	καψαλίζω
καψάλιζαν	=	καψαλίζω
καψάλιζε	=	καψαλίζω
καψάλιζες	=	καψαλίζω
καψάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψάλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καψαλίζω
καψάλου	=	κάψαλο
καψάλων	=	κάψαλο
καψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάψιμο
καψίματος	noun	γενική ενικού του κάψιμο
καψαλίζαμε	=	καψαλίζω
καψαλίζαν	=	καψαλίζω
καψαλίζανε	=	καψαλίζω
καψαλίζατε	=	καψαλίζω
καψαλίζει	=	καψαλίζω
καψαλίζεις	=	καψαλίζω
καψαλίζεσαι	=	καψαλίζομαι
καψαλίζεστε	=	καψαλίζομαι
καψαλίζεται	=	καψαλίζομαι
καψαλίζετε	=	καψαλίζω
καψαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος καψαλίζω
καψαλίζομε	=	καψαλίζω
καψαλίζονται	=	καψαλίζομαι
καψαλίζονταν	=	καψαλίζομαι
καψαλίζοντας	=	καψαλίζω
καψαλίζου	=	καψαλίζομαι
καψαλίζουμε	=	καψαλίζω
καψαλίζουν	=	καψαλίζω
καψαλίζουνε	=	καψαλίζω
καψαλίζω	verb	καίω κάτι ελαφρά, επιφανειακά
καψαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσαν	=	καψαλίζω
καψαλίσανε	=	καψαλίζω
καψαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψάλισμα
καψαλίσματος	noun	γενική ενικού του καψάλισμα
καψαλίσομε	=	καψαλίζω
καψαλίσου	=	καψαλίζομαι
καψαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίσουνε	=	καψαλίζω
καψαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλίστηκα	=	καψαλίζομαι
καψαλίστηκαν	=	καψαλίζομαι
καψαλίστηκε	=	καψαλίζομαι
καψαλίστηκες	=	καψαλίζομαι
καψαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψαλίζω
καψαλιζόμασταν	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόμαστε	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόμουν	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόμουνα	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόντουσαν	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόσασταν	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόσαστε	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόσουν	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόσουνα	=	καψαλίζομαι
καψαλιζόταν	=	καψαλίζομαι
καψαλιζότανε	=	καψαλίζομαι
καψαλιού	=	καψάλι
καψαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του καψάλισμα
καψαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψαλισμένο
καψαλισμένε	verb	κλητική ενικού του καψαλισμένος
καψαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψαλισμένη
καψαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καψαλισμένος
καψαλισμένης	verb	γενική ενικού του καψαλισμένη
καψαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του καψαλισμένος
καψαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καψαλισμένος
καψαλισμένος	verb	που έχει καψαλιστεί
καψαλισμένου	=	καψαλισμένος
καψαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καψαλισμένος
καψαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καψαλισμένος
καψαλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καψαλιστός	adv	με καψαλιστό τρόπο
καψαλιστέ	adj	κλητική ενικού του καψαλιστός
καψαλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψαλιστή
καψαλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καψαλιστός
καψαλιστήκαμε	=	καψαλίζομαι
καψαλιστήκαν	=	καψαλίζομαι
καψαλιστήκανε	=	καψαλίζομαι
καψαλιστήκατε	=	καψαλίζομαι
καψαλιστής	adj	γενική ενικού του καψαλιστή
καψαλιστεί	=	καψαλίζομαι
καψαλιστείς	=	καψαλίζω
καψαλιστείτε	=	καψαλίζομαι
καψαλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καψαλιστός
καψαλιστού	adj	γενική ενικού του καψαλιστός
καψαλιστούμε	=	καψαλίζω
καψαλιστούν	=	καψαλίζω
καψαλιστούνε	=	καψαλίζω
καψαλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καψαλιστός
καψαλιστό	adj	αιτιατική ενικού του καψαλιστός
καψαλιστός	adj	που τον έχουν καψαλίσει
καψαλιστώ	=	καψαλίζω
καψαλιστών	adj	γενική πληθυντικού του καψαλιστός
καψαλιών	=	καψάλι
καψαϊκίνες	=	καψαϊκίνη
καψαϊκίνη	noun	χημική ένωση που βρίσκεται στις κόκκινες πιπεριές (και άλλων φυτών του γένους Capsicum), η οποία είναι υπεύθυνη για την πικάντικη / καυτή γεύση τους
καψαϊκίνης	=	καψαϊκίνη
καψαϊκινών	=	καψαϊκίνη
καψερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του καψερός	adv	με καψερό τρόπο
καψερέ	adj	κλητική ενικού του καψερός
καψερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψερή
καψερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καψερός
καψερής	adj	γενική ενικού του καψερή
καψεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καψερός
καψερού	adj	γενική ενικού του καψερός
καψερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του καψερός
καψερό	adj	αιτιατική ενικού του καψερός
καψερός	adj	που έχει πολλά βάσανα ή τον έχουν βρει συμφορές και αξίζει να τον λυπόμαστε ή να τον συμπαθούμε
καψερών	adj	γενική πληθυντικού του καψερός
καψικά	=	καψικό
καψικού	=	καψικό
καψικό	noun	που ανήκει στο γένος Καψικόν (Capsicum)
καψικών	=	καψικό
καψιμάδι	noun	το παξιμάδι
καψιμάδια	=	καψιμάδι
καψιμάτων	=	κάψιμο
καψιμί	noun	ουσιαστικοποιημένη μορφή του αρκτικόλεξου ΚΨΜ
καψιμαδιού	=	καψιμάδι
καψιμαδιών	=	καψιμάδι
καψιμιτζή	=	καψιμιτζής
καψιμιτζήδες	=	καψιμιτζής
καψιμιτζήδων	=	καψιμιτζής
καψιμιτζής	noun|slang	οπλίτης ή υπαξιωματικός που είναι ο πωλητής στο κέντρο ψυχαγωγίας στρατιωτικής μονάδας, το καψιμί
καψοκαλύβας	adj	που φέρνει κακή τύχη
καψονιού	=	καψόνι
καψονιών	=	καψόνι
καψουλιού	=	καψούλι
καψουλιών	=	καψούλι
καψουλών	noun	γενική πληθυντικού του καψούλα
καψουριάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψουριάρα
καψουροτράγουδα	=	καψουροτράγουδο
καψουροτράγουδο	noun	τραγούδι με στίχους που προκαλούν ερωτική επιθυμία ή πάθος
καψουροτράγουδου	=	καψουροτράγουδο
καψουροτράγουδων	=	καψουροτράγουδο
καψούλα	noun	άλλη μορφή του κάψουλα
καψούλας	noun	γενική ενικού του καψούλα
καψούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψούλα
καψούλι	noun	μικρή πλαστική ή μεταλλική θήκη που περιέχει ύλη που συμβάλλει στην εκπυρσοκρότηση
καψούλια	=	καψούλι
καψούρα	noun	το έντονο ερωτικό πάθος για άλλο άτομο
καψούρας	noun	γενική ενικού του καψούρα
καψούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψούρα
καψούρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του καψούρης
καψούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψούρης
καψούρηδων	=	καψούρης
καψούρης	adj	που έχει έντονη καψούρα, έντονο πάθος επιθυμίας
καψούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψούρι
καψούρικα	=	καψούρης
καψούρικο	=	καψούρης
καψούρικου	=	καψούρης
καψούρικων	=	καψούρης
καψωμάτων	=	κάψωμα
καψωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψωμένο
καψωμένε	verb	κλητική ενικού του καψωμένος
καψωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψωμένη
καψωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καψωμένος
καψωμένης	verb	γενική ενικού του καψωμένη
καψωμένο	verb	αιτιατική ενικού του καψωμένος
καψωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καψωμένος
καψωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου καψώνω
καψωμένου	=	καψωμένος
καψωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του καψωμένος
καψωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καψωμένος
καψωνιού	=	καψώνι
καψωνιών	=	καψώνι
καψόνι	noun|slang	η στρατιωτική τιμωρία ανεπίσημου χαρακτήρα που αποσκοπεί εκτός από τον σωφρονισμό και στη γελοιοποίηση ή ταλαιπωρία του τιμωρούμενου
καψόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καψόνι
καψύλια	=	καψύλιο
καψύλιο	noun|formal	καψούλι
καψύλιου	=	καψύλιο
καψύλιων	=	καψύλιο
καψώματα	=	κάψωμα
καψώματος	=	κάψωμα
καψών	noun	γενική πληθυντικού του κάψα
καψώναμε	=	καψώνω
καψώναν	=	καψώνω
καψώνανε	=	καψώνω
καψώνατε	=	καψώνω
καψώνει	=	καψώνω
καψώνεις	=	καψώνω
καψώνετε	=	καψώνω
καψώνι	noun	άλλη γραφή του καψόνι
καψώνια	=	καψώνι
καψώνοντας	=	καψώνω
καψώνουμε	=	καψώνω
καψώνουν	=	καψώνω
καψώνουνε	=	καψώνω
καψώνω	verb	ζεσταίνομαι πολύ
καψώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσαν	=	καψώνω
καψώσανε	=	καψώνω
καψώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καψώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καψώνω
καϊγανάς	=	καγιανάς
καϊκάκι	noun	μικρό καΐκι
καϊκάκια	=	καϊκάκι
καϊκακιού	=	καϊκάκι
καϊκακιών	=	καϊκάκι
καϊκιού	=	καΐκι
καϊκιών	=	καΐκι
καϊκοβάπορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καϊκοβάπορο
καϊκοβάπορο	noun	μεγάλο καΐκι με δύο άλμπουρα, δικάταρτο
καϊκοβάπορου	noun	γενική ενικού του καϊκοβάπορο
καϊκοβάπορων	noun	γενική πληθυντικού του καϊκοβάπορο
καϊκτσή	=	καϊκτσής
καϊκτσήδες	=	καϊκτσής
καϊκτσήδων	=	καϊκτσής
καϊκτσής	noun	ο καπετάνιος (ή ο ιδιοκτήτης) ενός καϊκιού
καϊμάκι	noun	λιπαρό και αφρώδες στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια του γάλακτος όταν βράσει
καϊμάκια	=	καϊμάκι
καϊμακάμη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του καϊμακάμης
καϊμακάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καϊμακάμης
καϊμακάμηδων	noun	γενική πληθυντικού του καϊμακάμης
καϊμακάμης	noun	τίτλος ανώτερου αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη σύγχρονη Τουρκία που διοικεί μια επαρχία ως αντιπρόσωπος του σουλτάνου ή της κεντρικής διοίκησης αντιστοίχως
καϊμακιού	=	καϊμάκι
καϊμακιών	=	καϊμάκι
καϊμακλή	=	καϊμακλής
καϊμακλήδες	=	καϊμακλής
καϊμακλήδων	=	καϊμακλής
καϊμακλής	noun	με καϊμάκι (αναφέρεται σε καφέ)
καϊμακλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καϊμακλίδικο
καϊμακλίδικε	adj	κλητική ενικού του καϊμακλίδικος
καϊμακλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καϊμακλίδικη
καϊμακλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καϊμακλίδικος
καϊμακλίδικης	adj	γενική ενικού του καϊμακλίδικη
καϊμακλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του καϊμακλίδικος
καϊμακλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καϊμακλίδικος
καϊμακλίδικος	adj	για καφέ με παχύ καϊμάκι
καϊμακλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του καϊμακλίδικος
καϊμακλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του καϊμακλίδικος
καϊμακλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του καϊμακλίδικος
καϊμακλίκι	noun	επαρχία υπό καϊμακάμη, υπαγόμενη σε σαντζάκι
καϊμακλίκια	=	καϊμακλίκι
καϊμακλικιού	=	καϊμακλίκι
καϊμακλικιών	=	καϊμακλίκι
καϊνάρι	noun	ζεστό, χειμωνιάτικο ρόφημα με μπαχαρικά, όπως πίνεται στο νησί της Λέσβου
καϊνάρια	=	καϊνάρι
καϊναριού	=	καϊνάρι
καϊναριών	=	καϊνάρι
καϊξή	=	καϊξής
καϊξήδες	=	καϊξής
καϊξήδων	=	καϊξής
καϊξής	noun	ο καπετάνιος (ή ο ιδιοκτήτης) ενός καϊκιού
καϊπωθήκαμε	=	καϊπώνομαι
καϊπωθήκαν	=	καϊπώνομαι
καϊπωθήκανε	=	καϊπώνομαι
καϊπωθήκατε	=	καϊπώνομαι
καϊπωθεί	=	καϊπώνομαι
καϊπωθείτε	=	καϊπώνομαι
καϊπωμάτων	=	καΐπωμα
καϊπωμένος	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόμασταν	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόμαστε	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόμουν	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόμουνα	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόντουσαν	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόσασταν	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόσαστε	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόσουν	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόσουνα	=	καϊπώνομαι
καϊπωνόταν	=	καϊπώνομαι
καϊπωνότανε	=	καϊπώνομαι
καϊπώθηκα	=	καϊπώνομαι
καϊπώθηκαν	=	καϊπώνομαι
καϊπώθηκε	=	καϊπώνομαι
καϊπώθηκες	=	καϊπώνομαι
καϊπώματα	=	καΐπωμα
καϊπώματος	=	καΐπωμα
καϊπώναμε	=	καϊπώνω
καϊπώναν	=	καϊπώνω
καϊπώνανε	=	καϊπώνω
καϊπώνατε	=	καϊπώνω
καϊπώνει	=	καϊπώνω
καϊπώνεις	=	καϊπώνω
καϊπώνεσαι	=	καϊπώνομαι
καϊπώνεστε	=	καϊπώνομαι
καϊπώνεται	=	καϊπώνομαι
καϊπώνετε	=	καϊπώνω
καϊπώνομαι	verb|dated	παθητική φωνή του ρήματος καϊπώνω
καϊπώνονται	=	καϊπώνομαι
καϊπώνονταν	=	καϊπώνομαι
καϊπώνοντας	=	καϊπώνω
καϊπώνου	=	καϊπώνομαι
καϊπώνουμε	=	καϊπώνω
καϊπώνουν	=	καϊπώνω
καϊπώνουνε	=	καϊπώνω
καϊπώνω	verb|dated	κρύβω, καταχωνιάζω, εξαφανίζω
καϊπώσαμε	=	καϊπώνω
καϊπώσαν	=	καϊπώνω
καϊπώσανε	=	καϊπώνω
καϊπώσατε	=	καϊπώνω
καϊπώσει	=	καϊπώνω
καϊπώσου	=	καϊπώνομαι
καϊπώστε	=	καϊπώνω
καϊσί	noun	άλλη μορφή του καΐσι
καϊσιά	noun	είδος βερικοκιάς· το δέντρο του οποίου καρπός είναι το καϊσί (ή καΐσι)
καϊσιάς	noun	γενική ενικού του καϊσιά
καϊσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καϊσιά
καϊσιού	=	καϊσί
καϊσιών	=	καϊσιά
καύκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύκαλο
καύκαλο	noun	το κεφάλι, το κρανίο
καύκαλου	noun	γενική ενικού του καύκαλο
καύκαλων	noun	γενική πληθυντικού του καύκαλο
καύκε	=	καύκος
καύκο	=	καύκος
καύκοι	=	καύκος
καύκος	noun|dated	αγαπητικός, εραστής
καύκου	=	καύκος
καύκους	=	καύκος
καύκων	=	καύκος
καύλα	noun	η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση
καύλας	noun	γενική ενικού του καύλα
καύλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύλα
καύλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καυλώνω
καύλωνα	=	καυλώνω
καύλωναν	=	καυλώνω
καύλωνε	=	καυλώνω
καύλωνες	=	καυλώνω
καύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καυλώνω
καύμα	noun|formal	καύσωνας
καύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύμα
καύματος	noun	γενική ενικού του καύμα
καύσε	noun	κλητική ενικού του καύσος
καύσεις	=	καύση
καύσεων	=	καύση
καύσεως	=	καύση
καύση	noun|formal	άλλη μορφή του κάψιμο
καύσης	=	καύση
καύσιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύσιμο
καύσιμε	=	καύσιμος
καύσιμες	=	καύσιμος
καύσιμη	=	καύσιμος
καύσιμης	=	καύσιμος
καύσιμο	noun	κάθε υλικό σε υγρή ή στερεά μορφή, το οποίο, λόγω της θερμικής ενέργειας που αποδίδει κατά την καύση του, χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας σε κινητήρες και μηχανές	adj	ουδέτερο του καύσιμος
καύσιμοι	=	καύσιμος
καύσιμος	adj	που είναι κατάλληλος για καύση ή κάψιμο
καύσιμου	=	καύσιμος
καύσιμους	=	καύσιμος
καύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του καύσιμος
καύσο	noun	αιτιατική ενικού του καύσος
καύσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του καύσος
καύσος	noun	η καούρα
καύσου	noun	γενική ενικού του καύσος
καύσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του καύσος
καύσων	noun	γενική πληθυντικού του καύσος
καύσωνα	=	καύσωνας
καύσωνας	noun	καιρικό φαινόμενο με υπερβολική ζέστη που έχει συνήθως διάρκεια αρκετών ημερών
καύσωνες	=	καύσωνας
καύτε	=	καίω
καύτρα	noun	η άκρη ενός τσιγάρου η οποία καίγεται
καύτρας	noun	γενική ενικού του καύτρα
καύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καύτρα
καύχημα	noun	αυτό για το οποίο δικαιολογημένα κάποιος καυχιέται
καύχηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καυχιέμαι / καυχώμαι
καύχησης	=	καύχηση
καύχος	noun	η καύχηση
καώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
κβάζαρ	noun	ουράνιο σώμα μεγάλης φωτεινότητας, πιθανώς γαλαξιακός πυρήνας με μαύρη τρύπα στο κέντρο του
κβάντα	noun	Βλέπε κβάντο
κβάντιζα	=	κβαντίζω
κβάντιζαν	=	κβαντίζω
κβάντιζε	=	κβαντίζω
κβάντιζες	=	κβαντίζω
κβάντισα	=	κβαντίζω
κβάντισαν	=	κβαντίζω
κβάντισε	=	κβαντίζω
κβάντισες	=	κβαντίζω
κβάντιση	noun	η κβάντωση
κβάντισης	=	κβάντιση
κβάντο	noun	στοιχειώδης, διακριτή ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους, όπως η ενέργεια, που μπορεί να απορροφηθεί ή να εκπεμφθεί ως ενιαίο ποσό
κβάντου	noun	γενική ενικού του κβάντο
κβάντουμ	noun	άλλη μορφή του κβάντο
κβάντων	noun	γενική πληθυντικού του κβάντο
κβάντωνα	=	κβαντώνω
κβάντωναν	=	κβαντώνω
κβάντωνε	=	κβαντώνω
κβάντωνες	=	κβαντώνω
κβάντωσα	=	κβαντώνω
κβάντωσαν	=	κβαντώνω
κβάντωσε	=	κβαντώνω
κβάντωσες	=	κβαντώνω
κβάντωση	noun	η διακριτοποίηση των τιμών ενός φυσικού μεγέθους, ένα γεγονός ευρέως παρατηρούμενο στο μικρόκοσμο
κβάντωσης	noun	γενική ενικού του κβάντωση
κβαντίζαμε	=	κβαντίζω
κβαντίζαν	=	κβαντίζω
κβαντίζανε	=	κβαντίζω
κβαντίζατε	=	κβαντίζω
κβαντίζει	=	κβαντίζω
κβαντίζεις	=	κβαντίζω
κβαντίζετε	=	κβαντίζω
κβαντίζοντας	=	κβαντίζω
κβαντίζουμε	=	κβαντίζω
κβαντίζουν	=	κβαντίζω
κβαντίζουνε	=	κβαντίζω
κβαντίζω	verb	μετατρέπω την κλασική περιγραφή ενός φυσικού συστήματος σε κβαντική
κβαντίσαμε	=	κβαντίζω
κβαντίσαν	=	κβαντίζω
κβαντίσανε	=	κβαντίζω
κβαντίσατε	=	κβαντίζω
κβαντίσει	=	κβαντίζω
κβαντίσεις	=	κβάντιση
κβαντίσεων	=	κβάντιση
κβαντίστε	=	κβαντίζω
κβαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβαντικό
κβαντικέ	adj	κλητική ενικού του κβαντικός
κβαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβαντική
κβαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κβαντικός
κβαντικής	adj	γενική ενικού του κβαντική
κβαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κβαντικός
κβαντικού	adj	γενική ενικού του κβαντικός
κβαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κβαντικός
κβαντικό	adj	αιτιατική ενικού του κβαντικός
κβαντικός	adj	που αφορά κβάντο ή κβάντα, που έχει σχέση με κβάντα, που έχει σχέση με μέγεθος ή σύστημα κβάντωσης
κβαντικών	adj	γενική πληθυντικού του κβαντικός
κβαντισμέ	=	κβαντισμός
κβαντισμένα	=	κβαντισμένος
κβαντισμένε	=	κβαντισμένος
κβαντισμένες	=	κβαντισμένος
κβαντισμένη	=	κβαντισμένος
κβαντισμένης	=	κβαντισμένος
κβαντισμένο	=	κβαντισμένος
κβαντισμένοι	=	κβαντισμένος
κβαντισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κβαντίζω
κβαντισμένου	=	κβαντισμένος
κβαντισμένους	=	κβαντισμένος
κβαντισμένων	=	κβαντισμένος
κβαντισμοί	=	κβαντισμός
κβαντισμού	=	κβαντισμός
κβαντισμούς	=	κβαντισμός
κβαντισμό	=	κβαντισμός
κβαντισμός	noun	η κβάντωση, η κβάντιση, η διακριτοποίηση
κβαντισμών	=	κβαντισμός
κβαντιστές	=	κβαντιστής
κβαντιστή	=	κβαντιστής
κβαντιστής	noun	(επεξεργασία σήματος) quantizer: η ηλεκτρονική συσκευή ή ο αλγόριθμος που πραγματοποιεί τον κβαντισμό ενός αναλογικού σήματος σε ψηφιακό
κβαντιστών	=	κβαντιστής
κβαντοδυφία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβαντοδυφίο
κβαντοδυφίο	noun	βασική μονάδα κβαντικής πληροφορίας που παριστάνει 0 ή 1, αλλά μπορεί να μεταφέρεται από ένα σωματίδιο όντας ταυτόχρονα και στις δύο καταστάσεις ως τη στιγμή που θα μετρηθεί ή θα αναλυθεί
κβαντοδυφίου	noun	γενική ενικού του κβαντοδυφίο
κβαντοδυφίων	noun	γενική πληθυντικού του κβαντοδυφίο
κβαντοδυφιακά	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακέ	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακές	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακή	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακής	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακοί	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακού	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακούς	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακό	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοδυφιακός	adj	που έχει σχέση με κβαντοδυφίο ή κβαντοδυφία, που αφορά κβαντοδυφίο ή κβαντοδυφία
κβαντοδυφιακών	=	κβαντοδυφιακός
κβαντοηλεκτρονικές	=	κβαντοηλεκτρονική
κβαντοηλεκτρονική	noun	η κβαντική ηλεκτρονική (ενιαίος όρος, όχι σπασμένες λέξεις) αποτελεί τομέα της φυσικής, με αντικείμενο την επίπτωση των κβαντικών φαινομένων (κβαντικής μηχανικής) στην συμπεριφορά των ηλεκτρονίων στην ύλη.
κβαντοηλεκτρονικής	=	κβαντοηλεκτρονική
κβαντοηλεκτρονικών	=	κβαντοηλεκτρονική
κβαντομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβαντομηχανικό
κβαντομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του κβαντομηχανικός
κβαντομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβαντομηχανική
κβαντομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κβαντομηχανικός
κβαντομηχανικής	adj	γενική ενικού του κβαντομηχανική
κβαντομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κβαντομηχανικός
κβαντομηχανικού	adj	γενική ενικού του κβαντομηχανικός
κβαντομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κβαντομηχανικός
κβαντομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του κβαντομηχανικός
κβαντομηχανικός	adj	που συσχετίζεται με την κβαντομηχανική
κβαντομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του κβαντομηχανικός
κβαντοπληροφορικές	=	κβαντοπληροφορική
κβαντοπληροφορική	noun	κλάδος της πληροφορικής που αξιοποιεί αρχές της κβαντομηχανικής για την επεξεργασία, αποθήκευση και μετάδοση πληροφοριών
κβαντοπληροφορικής	=	κβαντοπληροφορική
κβαντοπληροφορικών	=	κβαντοπληροφορική
κβαντοποίηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία ένα συνεχές μέγεθος ή σήμα αντιστοιχίζεται σε πεπερασμένες διακριτές τιμές ή στάθμες
κβαντοποίησης	noun	γενική ενικού του κβαντοποίηση
κβαντοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβαντοποίηση
κβαντοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κβαντοποίηση
κβαντοποιήσεως	noun|dated	γενική ενικού του κβαντοποίηση
κβαντοποιημένα	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένε	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένες	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένη	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένης	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένο	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένοι	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένος	verb	που έχει υποβληθεί σε κβαντοποίηση, ώστε να λαμβάνει μόνο διακριτές τιμές ή καταστάσεις
κβαντοποιημένου	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένους	=	κβαντοποιημένος
κβαντοποιημένων	=	κβαντοποιημένος
κβαντοφυσική	noun	η κβαντική μηχανική, ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την συμπεριφορά των σωματιδίων του μικρόκοσμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κβαντοφυσικός
κβαντοφυσικής	=	κβαντοφυσική
κβαντοχημεία	noun	κλάδος της χημείας που εφαρμόζει τις αρχές της κβαντομηχανικής για τη μελέτη της δομής και των ιδιοτήτων των μορίων
κβαντοχημείας	=	κβαντοχημεία
κβαντοχημείες	=	κβαντοχημεία
κβαντοχημειών	=	κβαντοχημεία
κβαντώναμε	=	κβαντώνω
κβαντώναν	=	κβαντώνω
κβαντώνανε	=	κβαντώνω
κβαντώνατε	=	κβαντώνω
κβαντώνει	=	κβαντώνω
κβαντώνεις	=	κβαντώνω
κβαντώνετε	=	κβαντώνω
κβαντώνοντας	=	κβαντώνω
κβαντώνουμε	=	κβαντώνω
κβαντώνουν	=	κβαντώνω
κβαντώνουνε	=	κβαντώνω
κβαντώνω	verb	άλλη μορφή του κβαντίζω
κβαντώσαμε	=	κβαντώνω
κβαντώσαν	=	κβαντώνω
κβαντώσανε	=	κβαντώνω
κβαντώσατε	=	κβαντώνω
κβαντώσει	=	κβαντώνω
κβαντώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κβάντωση
κβαντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κβάντωση
κβαντώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κβάντωση
κβαντώστε	=	κβαντώνω
κβς	abbrev	το προεδρικό διάταγμα 186/92 καθορίζει τα βιβλία και στοιχεία που πρέπει να τηρεί κάθε επιτηδευματίας που δραστηριοποιείται στην Ελληνική Επικράτεια
κδ	abbrev	η Καινή Διαθήκη, ιερό κείμενο των χριστιανών
κδαπ	abbrev	δημόσια ή ιδιωτική δομή απασχόλησης παιδιών κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους
κδαυ	abbrev	υπηρεσία που απευθύνεται σε μαθητές με ειδικές ανάγκες, καθώς και σε όλους τους ενήλικες που ασχολούνται με αυτούς (οικογένεια, εκπαιδευτικούς)
κδβμ	abbrev	ελληνική ονομασία για εκπαιδευτικό οργανισμό που προσφέρει προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης σε άτομα όλων των ηλικιών και επαγγελματικών επιπέδων για την ενίσχυση των δεξιοτήτων τους
κε	noun	ο πέμπτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας	abbrev	άλλη μορφή του Κ.Ε.· κοινή εποχή (λέγεται για τα έτη μετά τη γέννηση του Χριστού, χωρίς όμως θρησκευτικό χρωματισμό)
κείε	=	κείος
κείθε	adv|vulgar	άλλη μορφή του εκείθε
κείμαι	verb|formal	βρίσκομαι
κείμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κείμενο
κείμενε	verb	κλητική ενικού του κείμενος
κείμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κείμενη
κείμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κείμενος
κείμενης	verb	γενική ενικού του κείμενη
κείμενο	noun	μεγαλύτερο ή μικρότερο σύνολο γραπτών φράσεων, που συνήθως έχουν ολοκληρωμένο νόημα	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κείμενος
κείμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κείμενος
κείμενος	verb	που κείται, που βρίσκεται
κείμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κείμενος
κείμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κείμενος
κείμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κείμενος
κείνα	=	κείνος
κείνες	pron	άλλη μορφή του εκείνες
κείνη	=	κείνος
κείνης	=	κείνος
κείνο	pron	άλλη μορφή του εκείνο
κείνοι	=	κείνος
κείνος	pron	εκείνος
κείνου	=	κείνος
κείνους	=	κείνος
κείνων	=	κείνος
κείο	=	κείος
κείοι	=	κείος
κείος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κέα
κείου	=	κείος
κείους	=	κείος
κείρομαι	verb|archaic	κουρεύομαι
κείρω	verb|archaic	κουρεύω
κείτομαι	verb	είμαι ξαπλωμένος (συνήθως: άρρωστος ή νεκρός)
κείων	=	κείος
κεαν	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα του οποίου ηγείται ο Ιπποκράτης Σαβούρας
κεατ	abbrev	δημόσια σχολή εκπαίδευσης τυφλών στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη
κεγ	abbrev	το «Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας», ερευνητικό ίδρυμα της Θεσσαλονίκης που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας· ο ιστότοπός του greek‑language.gr προσφέρει «πύλες» με λεξικά, εγκυκλοπαιδικά προγράμματα και εργαλεία για όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας
κεδίβη	=	κεδίβης
κεδίβηδες	=	κεδίβης
κεδίβηδων	=	κεδίβης
κεδίβης	noun	άλλη μορφή του χεδίβης
κεδασυ	abbrev	δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία για την αξιολόγηση και υποστήριξη μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες
κεδε	abbrev	ένωση των δήμων της Ελλάδας με στόχο τη συνεργασία σε θέματα που άπτονται των υποχρεώσεων τους
κεδιβιμ	abbrev	εκπαιδευτικά κέντρα το οποίο προσφέρουν προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης για ενήλικες, με στόχο την απόκτηση νέων δεξιοτήτων και γνώσεων
κεδρόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεδρόξυλο
κεδρόξυλο	noun	ξύλο από κέδρο
κεδρόξυλου	noun	γενική ενικού του κεδρόξυλο
κεδρόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του κεδρόξυλο
κεδρώνα	=	κεδρώνας
κεδρώνας	noun	δάσος με κέδρους
κεδρώνες	=	κεδρώνας
κεδρώνων	=	κεδρώνας
κεελπνο	abbrev	Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων
κεζάπι	noun	το υδροχλωρικό οξύ
κεθεα	abbrev	το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων, δίκτυο υπηρεσιών απεξάρτησης και κοινωνικής επανένταξης
κει	adv	άλλη μορφή του εκεί
κειμένου	noun	γενική ενικού του κείμενο
κειμένων	noun	γενική πληθυντικού του κείμενο
κειμήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κειμήλιο
κειμήλιο	noun	το αντικείμενο που έχει για κάποιον μεγάλη συναισθηματική αξία ώστε να το διατηρεί ως αναμνηστικό
κειμήλιου	=	κειμήλιο
κειμενάκι	noun	υποκοριστικό του κείμενο
κειμενάκια	=	κειμενάκι
κειμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κειμενικό
κειμενικέ	adj	κλητική ενικού του κειμενικός
κειμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κειμενική
κειμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κειμενικός
κειμενικής	adj	γενική ενικού του κειμενική
κειμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κειμενικός
κειμενικού	adj	γενική ενικού του κειμενικός
κειμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κειμενικός
κειμενικό	adj	αιτιατική ενικού του κειμενικός
κειμενικός	adj	που έχει σχέση με το κείμενο ή αναφέρεται σ' αυτό
κειμενικών	adj	γενική πληθυντικού του κειμενικός
κειμενογλωσσολογία	noun	γλωσσολογικός κλάδος που μελετά γραπτά (ή προφορικά) κείμενα, όσον αφορά τη δομή τους, τη διάρθρωση, το λεξιλόγιο κ.λπ.
κειμενογλωσσολογίας	noun	γενική ενικού του κειμενογλωσσολογία
κειμενογλωσσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κειμενογλωσσολογία
κειμενογλωσσολογικά	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικέ	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικές	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογική	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικής	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικοί	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικού	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικούς	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικό	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογικός	adj	σχετικός με την κειμενογλωσσολογία
κειμενογλωσσολογικών	=	κειμενογλωσσολογικός
κειμενογλωσσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κειμενογλωσσολογία
κειμενογράφε	=	κειμενογράφος
κειμενογράφο	=	κειμενογράφος
κειμενογράφοι	=	κειμενογράφος
κειμενογράφος	noun	άνθρωπος που ασχολείται με τη συγγραφή διαφημιστικών κειμένων ή λόγων πολιτικών
κειμενογράφου	=	κειμενογράφος
κειμενογράφους	=	κειμενογράφος
κειμενογράφων	=	κειμενογράφος
κειμενογραφία	noun	το σύνολο των γραπτών κειμένων ενός συγγραφέα ή μιας εποχής
κειμενογραφίας	=	κειμενογραφία
κειμενογραφίες	=	κειμενογραφία
κειμενογραφιών	=	κειμενογραφία
κειμενολογία	noun	η μελέτη και ταξινόμηση των κειμένων με κριτήρια το ύφος της γραφής (λεξιλόγιο, σύνταξη, φρασεολογία) το στυλ και τα μέσα της ίδιας της γραφής (όπως η σύσταση μελάνης, το εργαλείο εγχάραξης) και το υλικό στο οποίο γράφεται (όπως πηλός, πάπυρος, μάρμαρο κτλ.)
κειμενολογίας	noun	γενική ενικού του κειμενολογία
κειμενολογίες	=	κειμενολογία
κειμενολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κειμενολογία
κειμηλίου	noun	γενική ενικού του κειμήλιο
κειμηλίων	noun	γενική πληθυντικού του κειμήλιο
κειμηλιακά	=	κειμηλιακός
κειμηλιακέ	=	κειμηλιακός
κειμηλιακές	=	κειμηλιακός
κειμηλιακή	=	κειμηλιακός
κειμηλιακής	=	κειμηλιακός
κειμηλιακοί	=	κειμηλιακός
κειμηλιακού	=	κειμηλιακός
κειμηλιακούς	=	κειμηλιακός
κειμηλιακό	=	κειμηλιακός
κειμηλιακός	adj	που έχει σχέση με κειμήλιο / κειμήλια ή αναφέρεται σ' αυτά
κειμηλιακών	=	κειμηλιακός
κειμηλιαρχεία	=	κειμηλιαρχείο
κειμηλιαρχείο	noun	χώρος όπου φυλάσσονται κειμήλια
κειμηλιαρχείου	=	κειμηλιαρχείο
κειμηλιαρχείων	=	κειμηλιαρχείο
κεκ	abbrev	ιδιωτικά ή ιδιωτικής νομικής μορφής ιδρύματα, αποκλειστικά εκπαιδευτικά, πιστοποιημένα από το ΕΚΕΠΙΣ, που παρέχουν συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση, συνήθως μέσω κρατικών ή Ευρωπαϊκών προγραμμάτων
κεκάκι	noun	υποκοριστικό του: κέικ
κεκάκια	=	κεκάκι
κεκέ	=	κεκές
κεκέδες	=	κεκές
κεκέδιζα	=	κεκεδίζω
κεκέδιζαν	=	κεκεδίζω
κεκέδιζε	=	κεκεδίζω
κεκέδιζες	=	κεκεδίζω
κεκέδισα	=	κεκεδίζω
κεκέδισαν	=	κεκεδίζω
κεκέδισε	=	κεκεδίζω
κεκέδισες	=	κεκεδίζω
κεκέδισμα	noun	τραύλισμα, τραυλισμός
κεκέδων	=	κεκές
κεκές	noun	τραυλός
κεκαθαρμένος	verb|obsolete	άλλη μορφή του καθαρμένος
κεκαλυμμένα	adv	με κεκαλυμμένο τρόπο
κεκαλυμμένε	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένες	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένη	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένης	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένο	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένοι	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένος	verb|formal	που γίνεται με τρόπο συγκαλημμένο ή έμμεσο
κεκαλυμμένου	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένους	=	κεκαλυμμένος
κεκαλυμμένων	=	κεκαλυμμένος
κεκαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκαμμένο
κεκαμμένε	verb	κλητική ενικού του κεκαμμένος
κεκαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκαμμένη
κεκαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκαμμένος
κεκαμμένης	verb	γενική ενικού του κεκαμμένη
κεκαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκαμμένος
κεκαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκαμμένος
κεκαμμένος	=	κάμπτω
κεκαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκαμμένος
κεκαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκαμμένος
κεκαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκαμμένος
κεκαν	abbrev	Το Κ.Ε.ΚΑΝ. υπάγεται στη ΔΝΕ
κεκανονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκανονισμένο
κεκανονισμένε	verb	κλητική ενικού του κεκανονισμένος
κεκανονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκανονισμένη
κεκανονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκανονισμένος
κεκανονισμένης	verb	γενική ενικού του κεκανονισμένη
κεκανονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκανονισμένος
κεκανονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκανονισμένος
κεκανονισμένος	verb	που έχει οριστεί σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν
κεκανονισμένου	verb	γενική ενικού του κεκανονισμένος
κεκανονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκανονισμένος
κεκανονισμένων	verb	γενική πληθυντικού του κεκανονισμένος
κεκαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκαρμένο
κεκαρμένε	verb	κλητική ενικού του κεκαρμένος
κεκαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκαρμένη
κεκαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκαρμένος
κεκαρμένης	verb	γενική ενικού του κεκαρμένη
κεκαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκαρμένος
κεκαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκαρμένος
κεκαρμένος	=	κείρομαι
κεκαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκαρμένος
κεκαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκαρμένος
κεκαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκαρμένος
κεκεδίζαμε	=	κεκεδίζω
κεκεδίζαν	=	κεκεδίζω
κεκεδίζανε	=	κεκεδίζω
κεκεδίζατε	=	κεκεδίζω
κεκεδίζει	=	κεκεδίζω
κεκεδίζεις	=	κεκεδίζω
κεκεδίζετε	=	κεκεδίζω
κεκεδίζοντας	=	κεκεδίζω
κεκεδίζουμε	=	κεκεδίζω
κεκεδίζουν	=	κεκεδίζω
κεκεδίζουνε	=	κεκεδίζω
κεκεδίζω	verb	τραυλίζω
κεκεδίσαμε	=	κεκεδίζω
κεκεδίσαν	=	κεκεδίζω
κεκεδίσανε	=	κεκεδίζω
κεκεδίσατε	=	κεκεδίζω
κεκεδίσει	=	κεκεδίζω
κεκεδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκέδισμα
κεκεδίσματος	noun	γενική ενικού του κεκέδισμα
κεκεδίστε	=	κεκεδίζω
κεκεδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κεκέδισμα
κεκεδισμέ	noun	κλητική ενικού του κεκεδισμός
κεκεδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκεδισμός
κεκεδισμού	noun	γενική ενικού του κεκεδισμός
κεκεδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεκεδισμός
κεκεδισμό	noun	αιτιατική ενικού του κεκεδισμός
κεκεδισμός	noun	κεκέδισμα, τραύλισμα
κεκεδισμών	noun	γενική πληθυντικού του κεκεδισμός
κεκηρυγμένα	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένε	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένες	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένη	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένης	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένο	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένοι	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένος	verb	διαλεκτικό της Αχαΐας κηρυγμένος
κεκηρυγμένου	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένους	=	κεκηρυγμένος
κεκηρυγμένων	=	κεκηρυγμένος
κεκλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκλεισμένο
κεκλεισμένε	verb	κλητική ενικού του κεκλεισμένος
κεκλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκλεισμένη
κεκλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκλεισμένος
κεκλεισμένης	verb	γενική ενικού του κεκλεισμένη
κεκλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκλεισμένος
κεκλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκλεισμένος
κεκλεισμένος	verb	κλειστός
κεκλεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκλεισμένος
κεκλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκλεισμένος
κεκλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκλεισμένος
κεκλιμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκλιμένο
κεκλιμένε	verb	κλητική ενικού του κεκλιμένος
κεκλιμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκλιμένη
κεκλιμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκλιμένος
κεκλιμένης	verb	γενική ενικού του κεκλιμένη
κεκλιμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκλιμένος
κεκλιμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκλιμένος
κεκλιμένος	verb	που κλίνει, που παρουσιάζει κλίση
κεκλιμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκλιμένος
κεκλιμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκλιμένος
κεκλιμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκλιμένος
κεκοιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκοιμημένο
κεκοιμημένε	verb	κλητική ενικού του κεκοιμημένος
κεκοιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκοιμημένη
κεκοιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκοιμημένος
κεκοιμημένης	verb	γενική ενικού του κεκοιμημένη
κεκοιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκοιμημένος
κεκοιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκοιμημένος
κεκοιμημένος	verb|archaic	που έχει πεθάνει
κεκοιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκοιμημένος
κεκοιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκοιμημένος
κεκοιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκοιμημένος
κεκορεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκορεσμένο
κεκορεσμένε	verb	κλητική ενικού του κεκορεσμένος
κεκορεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκορεσμένη
κεκορεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκορεσμένος
κεκορεσμένης	verb	γενική ενικού του κεκορεσμένη
κεκορεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκορεσμένος
κεκορεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκορεσμένος
κεκορεσμένος	verb|formal	άλλη μορφή του κορεσμένος
κεκορεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκορεσμένος
κεκορεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκορεσμένος
κεκορεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκορεσμένος
κεκορεσμένως	adv|archaic	με κεκορεσμένο τρόπο
κεκράκτες	=	κεκράκτης
κεκράκτη	=	κεκράκτης
κεκράκτης	noun|formal	άτομο που προπαγανδίζει έντονα απόψεις άλλων, δρώντας ως φερέφωνο
κεκράχτες	=	κεκράχτης
κεκράχτη	=	κεκράχτης
κεκράχτης	noun	άλλη μορφή του κεκράκτης
κεκρακτών	=	κεκράκτης
κεκραχτών	=	κεκράχτης
κεκρυφάλου	noun	γενική ενικού του κεκρύφαλος
κεκρυφάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεκρύφαλος
κεκρυφάλων	noun	γενική πληθυντικού του κεκρύφαλος
κεκρύφαλε	noun	κλητική ενικού του κεκρύφαλος
κεκρύφαλο	noun	αιτιατική ενικού του κεκρύφαλος
κεκρύφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκρύφαλος
κεκρύφαλος	noun	γυναικείος κεφαλόδεσμος με δικτυωτό πλέγμα
κεκρύφαλου	noun	γενική ενικού του κεκρύφαλος
κεκρύφαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεκρύφαλος
κεκρύφαλων	noun	γενική πληθυντικού του κεκρύφαλος
κεκτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκτημένο
κεκτημένε	verb	κλητική ενικού του κεκτημένος
κεκτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεκτημένη
κεκτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεκτημένος
κεκτημένης	verb	γενική ενικού του κεκτημένη
κεκτημένο	verb	αιτιατική ενικού του κεκτημένος
κεκτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεκτημένος
κεκτημένος	verb	που έχει κερδηθεί, αποκτηθεί, κατοχυρωθεί, επιτευχθεί με προσπάθεια, που προστατεύεται από το νόμο
κεκτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεκτημένος
κεκτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεκτημένος
κεκτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεκτημένος
κελάδημα	noun	άλλη μορφή του κελάηδημα
κελάηδα	=	κελαηδώ
κελάηδαγα	=	κελαηδώ
κελάηδαγαν	=	κελαηδάω
κελάηδαγε	=	κελαηδώ
κελάηδαγες	=	κελαηδάω
κελάηδημα	noun	η όμορφη εμμελής φωνή των ωδικών πουλιών
κελάηδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελάηδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελάηδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελάηδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελάηδισμα	noun	άλλη μορφή του κελάηδημα
κελάιδα	=	κελαϊδάω
κελάιδαγα	=	κελαϊδάω
κελάιδαγαν	=	κελαϊδάω
κελάιδαγε	=	κελαϊδάω
κελάιδαγες	=	κελαϊδάω
κελάιδημα	noun	άλλη γραφή του κελάηδημα
κελάιδησα	=	κελαϊδώ
κελάιδησαν	=	κελαϊδώ
κελάιδησε	=	κελαϊδώ
κελάιδησες	=	κελαϊδώ
κελάιδισμα	noun	άλλη γραφή του κελάηδισμα
κελάρη	noun	κελάρης, στη γενική του ενικού
κελάρηδες	noun	κελάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
κελάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του κελάρης
κελάρης	noun	ο υπεύθυνος του κελαριού
κελάρι	noun	ο υπόγειος χώρος, που έχει συνήθως χαμηλότερη θερμοκρασία από το υπόλοιπο κτήριο, και χρησιμεύει για αποθήκευση τροφίμων και ποτών
κελάρια	=	κελάρι
κελάρισσα	noun	θηλυκό του κελάρης
κελάρισσας	noun	γενική ενικού του κελάρισσα
κελάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάρισσα
κελάρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελάρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελάρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελάρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελάρυσμα	noun	ο ήχος που παράγει το νερό που κυλάει
κελέκι	noun	πεπόνι
κελέκια	=	κελέκι
κελήτων	=	κέλητας
κελί	noun	το μικρό δωμάτιο στη φυλακή ή στο κρατητήριο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι
κελαΐδα	=	κελαϊδώ
κελαΐδαγε	=	κελαϊδώ
κελαήδα	=	κελαηδάω
κελαήδαγε	=	κελαηδάω
κελαδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάδημα
κελαδήματος	noun	γενική ενικού του κελάδημα
κελαδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κελάδημα
κελαδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κελαδάω / κελαδώ
κελαηδά	=	κελαηδώ
κελαηδάγαμε	=	κελαηδάω
κελαηδάγανε	=	κελαηδάω
κελαηδάγατε	=	κελαηδάω
κελαηδάει	=	κελαηδώ
κελαηδάμε	=	κελαηδώ
κελαηδάν	=	κελαηδώ
κελαηδάνε	=	κελαηδώ
κελαηδάς	=	κελαηδώ
κελαηδάτε	=	κελαηδώ
κελαηδάω	verb	άλλη μορφή του κελαηδώ
κελαηδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάηδημα
κελαηδήματος	noun	γενική ενικού του κελάηδημα
κελαηδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσαν	=	κελαηδώ
κελαηδήσανε	=	κελαηδώ
κελαηδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσουνε	=	κελαηδάω
κελαηδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαηδώ
κελαηδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάηδισμα
κελαηδίσματος	noun	γενική ενικού του κελάηδισμα
κελαηδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κελάηδημα
κελαηδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κελάηδισμα
κελαηδισμέ	noun	κλητική ενικού του κελαηδισμός
κελαηδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κελαηδισμός
κελαηδισμού	noun	γενική ενικού του κελαηδισμός
κελαηδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κελαηδισμός
κελαηδισμό	noun	αιτιατική ενικού του κελαηδισμός
κελαηδισμός	noun|formal	κελάηδημα
κελαηδισμών	noun	γενική πληθυντικού του κελαηδισμός
κελαηδούμε	=	κελαηδώ
κελαηδούν	=	κελαηδώ
κελαηδούνε	=	κελαηδώ
κελαηδούσα	=	κελαηδώ
κελαηδούσαμε	=	κελαηδώ
κελαηδούσαν	=	κελαηδώ
κελαηδούσανε	=	κελαηδώ
κελαηδούσατε	=	κελαηδώ
κελαηδούσε	=	κελαηδώ
κελαηδούσες	=	κελαηδώ
κελαηδώ	verb	κελαηδώ ή κελαηδάω
κελαηδώντας	=	κελαηδώ
κελαριού	=	κελάρι
κελαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του κελάρισσα
κελαριών	=	κελάρι
κελαρυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κελάρυσμα
κελαρυσμέ	=	κελαρυσμός
κελαρυσμοί	=	κελαρυσμός
κελαρυσμού	=	κελαρυσμός
κελαρυσμούς	=	κελαρυσμός
κελαρυσμό	=	κελαρυσμός
κελαρυσμός	noun	άλλη μορφή του κελάρυσμα
κελαρυσμών	=	κελαρυσμός
κελαρυστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελαρυστό	adv	κελαρύζοντας
κελαρυστέ	adj	κλητική ενικού του κελαρυστός
κελαρυστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελαρυστή
κελαρυστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κελαρυστός
κελαρυστής	adj	γενική ενικού του κελαρυστή
κελαρυστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κελαρυστός
κελαρυστού	adj	γενική ενικού του κελαρυστός
κελαρυστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κελαρυστός
κελαρυστό	adj	αιτιατική ενικού του κελαρυστός
κελαρυστός	adj	που κελαρύζει
κελαρυστών	adj	γενική πληθυντικού του κελαρυστός
κελαρύζω	verb	ηχώ
κελαρύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάρυσμα
κελαρύσματος	noun	γενική ενικού του κελάρυσμα
κελαρύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαρύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελαρύζω
κελαϊδά	=	κελαϊδώ
κελαϊδάγαμε	=	κελαϊδάω
κελαϊδάγανε	=	κελαϊδάω
κελαϊδάγατε	=	κελαϊδάω
κελαϊδάει	=	κελαϊδώ
κελαϊδάμε	=	κελαϊδώ
κελαϊδάν	=	κελαϊδώ
κελαϊδάνε	=	κελαϊδώ
κελαϊδάς	=	κελαϊδώ
κελαϊδάτε	=	κελαϊδώ
κελαϊδάω	verb	άλλη γραφή του κελαηδάω
κελαϊδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάιδημα
κελαϊδήματος	noun	γενική ενικού του κελάιδημα
κελαϊδήσαμε	=	κελαϊδώ
κελαϊδήσαν	=	κελαϊδώ
κελαϊδήσανε	=	κελαϊδώ
κελαϊδήσατε	=	κελαϊδώ
κελαϊδήσει	=	κελαϊδώ
κελαϊδήσεις	=	κελαϊδάω
κελαϊδήσετε	=	κελαϊδάω
κελαϊδήσουμε	=	κελαϊδάω
κελαϊδήσουν	=	κελαϊδάω
κελαϊδήσουνε	=	κελαϊδάω
κελαϊδήστε	=	κελαϊδώ
κελαϊδήσω	=	κελαϊδάω
κελαϊδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελάιδισμα
κελαϊδίσματος	noun	γενική ενικού του κελάιδισμα
κελαϊδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κελάιδημα
κελαϊδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κελάιδισμα
κελαϊδισμέ	noun	κλητική ενικού του κελαϊδισμός
κελαϊδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κελαϊδισμός
κελαϊδισμού	noun	γενική ενικού του κελαϊδισμός
κελαϊδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κελαϊδισμός
κελαϊδισμό	noun	αιτιατική ενικού του κελαϊδισμός
κελαϊδισμός	noun|literary	άλλη γραφή του κελαηδισμός
κελαϊδισμών	noun	γενική πληθυντικού του κελαϊδισμός
κελαϊδούμε	=	κελαϊδώ
κελαϊδούν	=	κελαϊδώ
κελαϊδούνε	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσα	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσαμε	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσαν	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσανε	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσατε	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσε	=	κελαϊδώ
κελαϊδούσες	=	κελαϊδώ
κελαϊδώ	verb	άλλη γραφή του κελαηδώ
κελαϊδώντας	=	κελαϊδώ
κελεκιού	=	κελέκι
κελεκιών	=	κελέκι
κελεμπέκι	noun	ξύλο σφενδάμου που χρησιμοποιείται στην οργανοποιία κ.α.
κελεμπέκια	=	κελεμπέκι
κελεμπία	noun	είδος φαρδιού και μακριού αραβικού (άσπρου ή γαλάζιου) ρούχου
κελεμπίας	noun	γενική ενικού του κελεμπία
κελεμπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελεμπία
κελεμπιών	noun	γενική πληθυντικού του κελεμπία
κελεπουριού	=	κελεπούρι
κελεπουριών	=	κελεπούρι
κελεπούρι	noun	το ανέλπιστο εύρημα, μια ευκαιρία υπεράνω προσδοκίας
κελεπούρια	=	κελεπούρι
κελεπτσές	noun	χειροπέδες
κελευσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέλευσμα
κελευστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελευστής
κελευστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κελευστής
κελευστής	noun	υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, με βαθμό αμέσως ανώτερο από τον δίοπο και αντίστοιχο με αυτόν του λοχία στον στρατό ξηράς
κελευστών	noun	γενική πληθυντικού του κελευστής
κελεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέλευση
κελεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κέλευση
κελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κέλευση
κελεύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέλευσμα
κελεύσματος	noun	γενική ενικού του κέλευσμα
κελεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κελεύω
κελεύω	verb|dated	διατάζω, προστάζω
κελιά	=	κελί
κελιού	=	κελί
κελιωτών	=	κελιώτης
κελιών	=	κελί
κελιώτες	=	κελιώτης
κελιώτη	=	κελιώτης
κελιώτης	noun	μοναχός που ζει σε κελί
κελλάρη	=	κελλάρης
κελλάρηδες	=	κελλάρης
κελλάρηδων	=	κελλάρης
κελλάρης	noun	άλλη γραφή του κελάρης
κελλάρι	noun	άλλη γραφή του κελάρι
κελλάρια	=	κελλάρι
κελλάρισσα	noun	άλλη γραφή του κελάρισσα
κελλάρισσας	noun	γενική ενικού του κελλάρισσα
κελλάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελλάρισσα
κελλί	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κελί
κελλαριού	=	κελλάρι
κελλαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του κελλάρισσα
κελλαριών	=	κελλάρι
κελλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελλί
κελλιού	=	κελλί
κελλιωτών	=	κελλιώτης
κελλιών	=	κελλί
κελλιώτες	=	κελλιώτης
κελλιώτη	=	κελλιώτης
κελλιώτης	noun	άλλη γραφή του κελιώτης
κελλών	noun	γενική πληθυντικού του κέλλα
κελοφάνες	=	κελοφάνη
κελοφάνη	noun|dated	άλλη μορφή του σελοφάν
κελοφάνης	=	κελοφάνη
κελοφανών	=	κελοφάνη
κελτικά	noun	η ομάδα κελτικών γλωσσών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελτικό
κελτικέ	adj	κλητική ενικού του κελτικός
κελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κελτική
κελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κελτικός
κελτικής	adj	γενική ενικού του κελτική
κελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κελτικός
κελτικού	adj	γενική ενικού του κελτικός
κελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κελτικός
κελτικό	adj	αιτιατική ενικού του κελτικός
κελτικός	adj	που αναφέρεται στους Κέλτες και τον πολιτισμό τους
κελτικών	adj	γενική πληθυντικού του κελτικός
κελτών	=	κέλτης
κελυφωτά	=	κελυφωτός
κελυφωτέ	=	κελυφωτός
κελυφωτές	=	κελυφωτός
κελυφωτή	=	κελυφωτός
κελυφωτής	=	κελυφωτός
κελυφωτοί	=	κελυφωτός
κελυφωτού	=	κελυφωτός
κελυφωτούς	=	κελυφωτός
κελυφωτό	=	κελυφωτός
κελυφωτός	adj	που έχει κέλυφος
κελυφωτών	=	κελυφωτός
κελυφών	=	κέλυφος
κελύφη	=	κέλυφος
κελύφους	=	κέλυφος
κεμέρι	noun|dated	ζώνη με θήκες για τη φύλαξη των χρημάτων
κεμέρια	=	κεμέρι
κεμαλίστρια	=	κεμαλιστής
κεμαλισμέ	noun	κλητική ενικού του κεμαλισμός
κεμαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεμαλισμός
κεμαλισμού	noun	γενική ενικού του κεμαλισμός
κεμαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεμαλισμός
κεμαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του κεμαλισμός
κεμαλισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία και πρακτική του Τούρκου επαναστάτη και πολιτικού Κεμαλ
κεμαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του κεμαλισμός
κεμαλιστές	=	κεμαλιστής
κεμαλιστή	=	κεμαλιστής
κεμαλιστής	noun	ο οπαδός του κεμαλισμού
κεμαλιστών	=	κεμαλιστής
κεμε	abbrev	Κέντρο Ερευνών και Μελετών (Κ.Ε.ΜΕ.): αυτόνομος διεπιστημονικός και ερευνητικός φορέας του Πανεπιστημίου Κρήτης, εποπτευόμενος απευθείας από τη σύγκλητο του ιδρύματος
κεμεντζέ	=	κεμεντζές
κεμεντζέδες	=	κεμεντζές
κεμεντζέδων	=	κεμεντζές
κεμεντζές	noun	η ποντιακή λύρα
κεμεριού	=	κεμέρι
κεμεριών	=	κεμέρι
κεμπάπ	noun	φαγητό από κιμά μοσχαρίσιο και αρνίσιο που πλάθεται σε μακρόστενα μπιφτέκια μαζι με άλλα υλικά και ψήνεται στη σχάρα, σε γκριλ ή και σε φούρνο
κεμπάπι	noun	άλλη μορφή του κεμπάπ
κεμπάπια	=	κεμπάπι
κεμπαπιού	=	κεμπάπι
κεμπαπιών	=	κεμπάπι
κεν	abbrev	Το μέρος όπου εκπαιδεύονται οι νεοσύλλεκτοι φαντάροι.
κενά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενό
κενέ	adj	κλητική ενικού του κενός
κενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενή
κενέφι	noun	τουαλέτα
κενέφια	=	κενέφι
κενή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κενός
κενής	adj	γενική ενικού του κενή
κενεφιού	=	κενέφι
κενεφιών	=	κενέφι
κενοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κενός
κενοδοξία	noun	η ιδιότητα του κενόδοξου· το να νοιάζεται κανείς και να επιδιώκει πράγματα μάταια, ασήμαντα, και να τα επιδεικνύει
κενοδοξίας	noun	γενική ενικού του κενοδοξία
κενοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενοδοξία
κενοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του κενοδοξία
κενολογήσαμε	=	κενολογώ
κενολογήσαν	=	κενολογώ
κενολογήσανε	=	κενολογώ
κενολογήσατε	=	κενολογώ
κενολογήσει	=	κενολογώ
κενολογήστε	=	κενολογώ
κενολογία	noun	συζήτηση χωρίς ουσιαστικό και συγκεκριμένο περιεχόμενο
κενολογίας	noun	γενική ενικού του κενολογία
κενολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενολογία
κενολογεί	=	κενολογώ
κενολογείς	=	κενολογώ
κενολογείτε	=	κενολογώ
κενολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κενολογία
κενολογούμε	=	κενολογώ
κενολογούν	=	κενολογώ
κενολογούνε	=	κενολογώ
κενολογούσα	=	κενολογώ
κενολογούσαμε	=	κενολογώ
κενολογούσαν	=	κενολογώ
κενολογούσανε	=	κενολογώ
κενολογούσατε	=	κενολογώ
κενολογούσε	=	κενολογώ
κενολογούσες	=	κενολογώ
κενολογώ	verb	λέω κενολογίες, λόγια κενά περιεχομένου
κενολογώντας	=	κενολογώ
κενολόγε	=	κενολόγος
κενολόγει	=	κενολογώ
κενολόγησα	=	κενολογώ
κενολόγησαν	=	κενολογώ
κενολόγησε	=	κενολογώ
κενολόγησες	=	κενολογώ
κενολόγο	=	κενολόγος
κενολόγοι	=	κενολόγος
κενολόγος	adj	→ λείπει η κλίση	noun	κενολόγος
κενολόγου	=	κενολόγος
κενολόγους	=	κενολόγος
κενολόγων	=	κενολόγος
κενοσοφία	noun|formal	η δοκησισοφία
κενοσοφίας	=	κενοσοφία
κενοσοφίες	=	κενοσοφία
κενοσοφιών	=	κενοσοφία
κενοτάφια	=	κενοτάφιο
κενοτάφιο	noun	τάφος που δεν περιέχει νεκρό
κενοτάφιου	=	κενοτάφιο
κενοτάφιων	=	κενοτάφιο
κενοτήτων	=	κενότητα
κενοταφίου	=	κενοτάφιο
κενοταφίων	=	κενοτάφιο
κενοφοβία	noun	φοβία για το κενό, παθολογικός φόβος για τον κενό χώρο
κενοφοβίας	noun	γενική ενικού του κενοφοβία
κενοφοβίες	=	κενοφοβία
κενοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του κενοφοβία
κενού	adj	γενική ενικού του κενός
κενούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κενός
κεντά	=	κεντάω
κεντάγαμε	=	κεντάω
κεντάγανε	=	κεντάω
κεντάγατε	=	κεντάω
κεντάει	=	κεντάω
κεντάμε	=	κεντάω
κεντάν	=	κεντάω
κεντάνε	=	κεντάω
κεντάς	=	κεντάω
κεντάτε	=	κεντάω
κεντάω	verb	περνάω με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα
κεντέρι	noun	δύστροπος άνθρωπος
κεντέρια	=	κεντέρι
κεντήθηκα	=	κεντάω
κεντήθηκαν	=	κεντάω
κεντήθηκε	=	κεντάω
κεντήθηκες	=	κεντάω
κεντήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέντημα
κεντήματος	noun	γενική ενικού του κέντημα
κεντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσαν	=	κεντάω
κεντήσανε	=	κεντάω
κεντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσεων	=	κέντηση
κεντήσομε	=	κεντάω
κεντήσου	=	κεντάω
κεντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήσουνε	=	κεντάω
κεντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήστρα	noun	η γυναίκα που κεντάει ένα κέντημα
κεντήστρας	noun	γενική ενικού του κεντήστρα
κεντήστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντήστρα
κεντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντώ
κεντήτρα	=	κεντήστρα
κεντήτρια	noun	γυναίκα που κεντάει ένα κέντημα
κεντήτριας	noun	γενική ενικού του κεντήτρια
κεντήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντήτρια
κεντίδι	noun	διακοσμητικό σχέδιο που έχει γίνει με κέντημα
κεντίδια	=	κεντίδι
κεντίζαμε	=	κεντίζω
κεντίζαν	=	κεντίζω
κεντίζανε	=	κεντίζω
κεντίζατε	=	κεντίζω
κεντίζει	=	κεντίζω
κεντίζεις	=	κεντίζω
κεντίζεσαι	=	κεντίζω
κεντίζεστε	=	κεντίζω
κεντίζεται	=	κεντίζω
κεντίζετε	=	κεντίζω
κεντίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κεντίζω
κεντίζονται	=	κεντίζω
κεντίζονταν	=	κεντίζω
κεντίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κεντίζω
κεντίζουμε	=	κεντίζω
κεντίζουν	=	κεντίζω
κεντίζουνε	=	κεντίζω
κεντίζω	verb	άλλη μορφή του κεντάω, κεντώ
κεντίσαμε	=	κεντίζω
κεντίσαν	=	κεντίζω
κεντίσανε	=	κεντίζω
κεντίσατε	=	κεντίζω
κεντίσει	=	κεντίζω
κεντίσου	=	κεντίζω
κεντίστε	=	κεντίζω
κεντίστηκα	=	κεντίζω
κεντίστηκαν	=	κεντίζω
κεντίστηκε	=	κεντίζω
κεντίστηκες	=	κεντίζω
κενταυρίου	=	κενταύριο
κενταυρίων	=	κενταύριο
κενταυριών	=	κενταύρια
κενταύρια	noun	άλλη μορφή του κενταύριο
κενταύριας	=	κενταύρια
κενταύριες	=	κενταύρια
κενταύριο	noun	ποώδες ανθοφόρο φυτό του γένους Centaurea (Αστεροειδή), με χαρακτηριστικές κεφαλωτές ταξιανθίες και πολυάριθμα είδη που απαντούν αυτοφυή ή καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά και φαρμακευτικά φυτά
κενταύριου	=	κενταύριο
κενταύριων	=	κενταύριο
κενταύρου	noun	γενική ενικού του κένταυρος
κενταύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κένταυρος
κενταύρων	noun	γενική πληθυντικού του κένταυρος
κεντεριού	=	κεντέρι
κεντεριών	=	κεντέρι
κεντηθήκαμε	=	κεντάω
κεντηθήκαν	=	κεντάω
κεντηθήκανε	=	κεντάω
κεντηθήκατε	=	κεντάω
κεντηθεί	=	κεντάω
κεντηθείς	=	κεντάω
κεντηθείτε	=	κεντάω
κεντηθούμε	=	κεντάω
κεντηθούν	=	κεντάω
κεντηθούνε	=	κεντάω
κεντηθώ	=	κεντάω
κεντημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέντημα
κεντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντημένο
κεντημένε	verb	κλητική ενικού του κεντημένος
κεντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντημένη
κεντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντημένος
κεντημένης	verb	γενική ενικού του κεντημένη
κεντημένο	verb	αιτιατική ενικού του κεντημένος
κεντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντημένος
κεντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κεντάω, κεντώ
κεντημένου	=	κεντημένος
κεντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεντημένος
κεντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεντημένος
κεντηνάριε	=	κεντηνάριος
κεντηνάριο	=	κεντηνάριος
κεντηνάριοι	=	κεντηνάριος
κεντηνάριος	noun	αξιωματούχος με μισθό 100.000 σηστερτίους
κεντηνάριου	=	κεντηνάριος
κεντηνάριους	=	κεντηνάριος
κεντηνάριων	=	κεντηνάριος
κεντηναρίου	=	κεντηνάριος
κεντηναρίους	=	κεντηνάριος
κεντηναρίων	=	κεντηνάριος
κεντηστές	=	κεντηστής
κεντηστή	=	κεντηστής
κεντηστής	noun	άτομο του οποίου η ενασχόληση είναι να κεντάει
κεντηστρών	noun	γενική πληθυντικού του κεντήστρα
κεντηστών	=	κεντηστής
κεντητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κεντητός	adv	με κεντητό τρόπο
κεντητέ	adj	κλητική ενικού του κεντητός
κεντητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντητή
κεντητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντητός
κεντητής	noun	εργαζόμενος που κεντά	adj	γενική ενικού του κεντητή
κεντητικά	=	κεντητικός
κεντητικέ	=	κεντητικός
κεντητικές	=	κεντητική
κεντητική	noun	η τέχνη του κεντήματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντητικός
κεντητικής	=	κεντητική
κεντητικοί	=	κεντητικός
κεντητικού	=	κεντητικός
κεντητικούς	=	κεντητικός
κεντητικό	=	κεντητικός
κεντητικός	adj	που έχει σχέση με κέντημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό
κεντητικών	=	κεντητική
κεντητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντητός
κεντητού	adj	γενική ενικού του κεντητός
κεντητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεντητός
κεντητριών	noun	γενική πληθυντικού του κεντήτρια
κεντητό	adj	αιτιατική ενικού του κεντητός
κεντητός	adj	άλλη μορφή του κεντημένος
κεντητών	adj	γενική πληθυντικού του κεντητός
κεντιά	noun	τραυματισμός από τσίμπημα αιχμηρού αντικειμένου καθώς και το σημάδι ή / και ο πόνος που προκαλεί
κεντιάς	noun	γενική ενικού του κεντιά
κεντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κεντάω, κεντώ
κεντιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντιά
κεντιέσαι	=	κεντάω
κεντιέστε	=	κεντάω
κεντιέται	=	κεντάω
κεντιδιού	=	κεντίδι
κεντιδιών	=	κεντίδι
κεντιζόμασταν	=	κεντίζω
κεντιζόμαστε	=	κεντίζω
κεντιζόμουν	=	κεντίζω
κεντιζόμουνα	=	κεντίζω
κεντιζόντουσαν	=	κεντίζω
κεντιζόσασταν	=	κεντίζω
κεντιζόσαστε	=	κεντίζω
κεντιζόσουν	=	κεντίζω
κεντιζόσουνα	=	κεντίζω
κεντιζόταν	=	κεντίζω
κεντιζότανε	=	κεντίζω
κεντιούνται	=	κεντάω
κεντιούνταν	=	κεντάω
κεντισμένος	=	κεντίζω
κεντιστήκαμε	=	κεντίζω
κεντιστήκαν	=	κεντίζω
κεντιστήκανε	=	κεντίζω
κεντιστήκατε	=	κεντίζω
κεντιστεί	=	κεντίζω
κεντιστείτε	=	κεντίζω
κεντιστικά	=	κεντιστικός
κεντιστικέ	=	κεντιστικός
κεντιστικές	=	κεντιστική
κεντιστική	noun	η τέχνη του κεντήματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντιστικός
κεντιστικής	=	κεντιστική
κεντιστικοί	=	κεντιστικός
κεντιστικού	=	κεντιστικός
κεντιστικούς	=	κεντιστικός
κεντιστικό	=	κεντιστικός
κεντιστικός	adj	ο σχετικός με το κέντημα
κεντιστικών	=	κεντιστική
κεντιόμασταν	=	κεντάω
κεντιόμαστε	=	κεντάω
κεντιόμουν	=	κεντάω
κεντιόμουνα	=	κεντάω
κεντιόνται	=	κεντάω
κεντιόνταν	=	κεντάω
κεντιόντανε	=	κεντάω
κεντιόντουσαν	=	κεντάω
κεντιόσασταν	=	κεντάω
κεντιόσαστε	=	κεντάω
κεντιόσουν	=	κεντάω
κεντιόσουνα	=	κεντάω
κεντιόταν	=	κεντάω
κεντιότανε	=	κεντάω
κεντιών	noun	γενική πληθυντικού του κέντια
κεντούμε	=	κεντάω
κεντούν	=	κεντάω
κεντούνε	=	κεντάω
κεντούσα	=	κεντάω
κεντούσαμε	=	κεντάω
κεντούσαν	=	κεντάω
κεντούσανε	=	κεντάω
κεντούσατε	=	κεντάω
κεντούσε	=	κεντάω
κεντούσες	=	κεντάω
κεντράκι	noun	υποκοριστικό του κέντρο (για χώρο διασκέδασης ή ψυχαγωγίας)
κεντράκια	=	κεντράκι
κεντράρισμα	noun	το αποτέλεσμα του κεντράρω
κεντράρω	verb	τοποθετώ στο κέντρο, επικεντρώνω
κεντρί	noun	οξύ όργανο εντόμων με το οποίο εγχέουν τοξική ουσία τσιμπώντας κάποιο θύμα ή όποιον θεωρούν εχθρό
κεντρίζαμε	=	κεντρίζω
κεντρίζαν	=	κεντρίζω
κεντρίζανε	=	κεντρίζω
κεντρίζατε	=	κεντρίζω
κεντρίζει	=	κεντρίζω
κεντρίζεις	=	κεντρίζω
κεντρίζεσαι	=	κεντρίζω
κεντρίζεστε	=	κεντρίζω
κεντρίζεται	=	κεντρίζω
κεντρίζετε	=	κεντρίζω
κεντρίζομαι	=	κεντρίζω
κεντρίζομε	=	κεντρίζω
κεντρίζονται	=	κεντρίζω
κεντρίζονταν	=	κεντρίζω
κεντρίζοντας	=	κεντρίζω
κεντρίζουμε	=	κεντρίζω
κεντρίζουν	=	κεντρίζω
κεντρίζουνε	=	κεντρίζω
κεντρίζω	verb	χτυπάω ή τρυπάω με κεντρί
κεντρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσαν	=	κεντρίζω
κεντρίσανε	=	κεντρίζω
κεντρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέντρισμα
κεντρίσματος	noun	γενική ενικού του κέντρισμα
κεντρίσομε	=	κεντρίζω
κεντρίσου	=	κεντρίζω
κεντρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίσουνε	=	κεντρίζω
κεντρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντρίστηκα	=	κεντρίζω
κεντρίστηκαν	=	κεντρίζω
κεντρίστηκε	=	κεντρίζω
κεντρίστηκες	=	κεντρίζω
κεντρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρίζω
κεντραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντράρισμα
κεντραρίσματος	noun	γενική ενικού του κεντράρισμα
κεντραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κεντράρισμα
κεντριά	=	κεντρί
κεντριζόμασταν	=	κεντρίζω
κεντριζόμαστε	=	κεντρίζω
κεντριζόμουν	=	κεντρίζω
κεντριζόμουνα	=	κεντρίζω
κεντριζόντουσαν	=	κεντρίζω
κεντριζόσασταν	=	κεντρίζω
κεντριζόσαστε	=	κεντρίζω
κεντριζόσουν	=	κεντρίζω
κεντριζόσουνα	=	κεντρίζω
κεντριζόταν	=	κεντρίζω
κεντριζότανε	=	κεντρίζω
κεντρικά	adv	από το κέντρο (προς την περιφέρεια)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρικό
κεντρικέ	adj	κλητική ενικού του κεντρικός
κεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρική
κεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντρικός
κεντρικής	adj	γενική ενικού του κεντρική
κεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντρικός
κεντρικοποιημένα	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένε	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένες	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένη	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένης	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένο	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένοι	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κεντρικοποιώ: που έχει τεθεί υπό τον έλεγχο κάποιας κεντρικής αρχής
κεντρικοποιημένου	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένους	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοποιημένων	=	κεντρικοποιημένος
κεντρικοτήτων	=	κεντρικότητα
κεντρικού	adj	γενική ενικού του κεντρικός
κεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεντρικός
κεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του κεντρικός
κεντρικός	adj	που βρίσκεται στο κέντρο
κεντρικότατα	=	κεντρικός
κεντρικότατε	=	κεντρικός
κεντρικότατες	=	κεντρικός
κεντρικότατη	=	κεντρικός
κεντρικότατης	=	κεντρικός
κεντρικότατο	=	κεντρικός
κεντρικότατοι	=	κεντρικός
κεντρικότατος	=	κεντρικός
κεντρικότατου	=	κεντρικός
κεντρικότατους	=	κεντρικός
κεντρικότατων	=	κεντρικός
κεντρικότερα	=	κεντρικός
κεντρικότερε	=	κεντρικός
κεντρικότερες	=	κεντρικός
κεντρικότερη	=	κεντρικός
κεντρικότερης	=	κεντρικός
κεντρικότερο	=	κεντρικός
κεντρικότεροι	=	κεντρικός
κεντρικότερος	=	κεντρικός
κεντρικότερου	=	κεντρικός
κεντρικότερους	=	κεντρικός
κεντρικότερων	=	κεντρικός
κεντρικότης	noun	κεντρικότητα
κεντρικότητα	noun|figurative	η ιδιότητα του κεντρικού
κεντρικότητας	=	κεντρικότητα
κεντρικότητες	=	κεντρικότητα
κεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του κεντρικός
κεντρικώς	adv|dated	κεντρικά
κεντριού	=	κεντρί
κεντρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέντρισμα
κεντρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρισμένο
κεντρισμένε	verb	κλητική ενικού του κεντρισμένος
κεντρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντρισμένη
κεντρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντρισμένος
κεντρισμένης	verb	γενική ενικού του κεντρισμένη
κεντρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεντρισμένος
κεντρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντρισμένος
κεντρισμένος	verb|figurative	που τον έχουν κεντρίσει
κεντρισμένου	=	κεντρισμένος
κεντρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεντρισμένος
κεντρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεντρισμένος
κεντριστήκαμε	=	κεντρίζω
κεντριστήκαν	=	κεντρίζω
κεντριστήκανε	=	κεντρίζω
κεντριστήκατε	=	κεντρίζω
κεντριστεί	=	κεντρίζω
κεντριστείς	=	κεντρίζω
κεντριστείτε	=	κεντρίζω
κεντριστούμε	=	κεντρίζω
κεντριστούν	=	κεντρίζω
κεντριστούνε	=	κεντρίζω
κεντριστώ	=	κεντρίζω
κεντριών	=	κεντρί
κεντροαμερικανικά	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικέ	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικές	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανική	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικής	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικη	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικο	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικοί	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικού	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικούς	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικό	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαμερικανικός	adj	ο σχετικός με την Κεντρική Αμερική ή τους κατοίκους της
κεντροαμερικανικών	=	κεντροαμερικανικός
κεντροαριστερά	noun	ο πολιτικός χώρος που βρίσκεται προς τα αριστερά αλλά πιο κοντά προς το κέντρο, στο πολιτικό φάσμα από δεξιά προς τα αριστερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κεντροαριστερός
κεντροαριστεράς	=	κεντροαριστερά
κεντροαριστερέ	adj	κλητική ενικού του κεντροαριστερός
κεντροαριστερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντροαριστερή
κεντροαριστερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντροαριστερός
κεντροαριστερής	adj	γενική ενικού του κεντροαριστερή
κεντροαριστεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντροαριστερός
κεντροαριστερού	adj	γενική ενικού του κεντροαριστερός
κεντροαριστερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεντροαριστερός
κεντροαριστερό	adj	αιτιατική ενικού του κεντροαριστερός
κεντροαριστερός	adj	ο οπαδός της κεντροαριστεράς πολιτικής / που αφορά αυτήν την πολιτική
κεντροαριστερών	adj	γενική πληθυντικού του κεντροαριστερός
κεντροαφρικανικά	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικέ	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικές	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικοί	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικού	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικούς	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικό	=	κεντροαφρικανικός
κεντροαφρικανικός	adj	που βρίσκεται στην κεντρική Αφρική
κεντροαφρικανικών	=	κεντροαφρικανικός
κεντροβαρές	=	κεντροβαρής
κεντροβαρή	=	κεντροβαρής
κεντροβαρής	adj	αυτός που έχει το κέντρο βάρος του στο μέσο, που βαραίνει προς ένα σημείο στο κέντρο
κεντροβαρείς	=	κεντροβαρής
κεντροβαρούς	=	κεντροβαρής
κεντροβαρών	=	κεντροβαρής
κεντροδεξιά	noun	η πολιτική παράταξη μεταξύ δεξιάς και κέντρου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντροδεξιό
κεντροδεξιάς	=	κεντροδεξιός
κεντροδεξιέ	adj	κλητική ενικού του κεντροδεξιός
κεντροδεξιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντροδεξιά
κεντροδεξιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντροδεξιός
κεντροδεξιού	adj	γενική ενικού του κεντροδεξιός
κεντροδεξιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεντροδεξιός
κεντροδεξιό	adj	αιτιατική ενικού του κεντροδεξιός
κεντροδεξιός	adj	ο οπαδός της κεντροδεξιάς πολιτικής
κεντροδεξιών	adj	γενική πληθυντικού του κεντροδεξιός
κεντροθολίτες	=	κεντροθολίτης
κεντροθολίτη	=	κεντροθολίτης
κεντροθολίτης	noun	κεντρικός αψιδόλιθος
κεντροθολιτών	=	κεντροθολίτης
κεντρομερές	noun	το κεντρικό τμήμα ενός ευκαρυωτικού χρωμοσώματος
κεντρομερή	=	κεντρομερές
κεντρομερούς	=	κεντρομερές
κεντρομερών	=	κεντρομερές
κεντρομόλα	=	κεντρομόλος
κεντρομόλας	=	κεντρομόλος
κεντρομόλε	=	κεντρομόλος
κεντρομόλες	=	κεντρομόλος
κεντρομόλο	=	κεντρομόλος
κεντρομόλοι	=	κεντρομόλος
κεντρομόλος	adj	αυτός που έχει την τάση να κινείται από την περιφέρεια προς το κέντρο ή τον πυρήνα
κεντρομόλου	=	κεντρομόλος
κεντρομόλους	=	κεντρομόλος
κεντρομόλων	=	κεντρομόλος
κεντροποιημένα	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένε	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένες	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένη	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένης	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένο	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένοι	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κεντροποιώ: διαδικασίες, ενέργειες ή υπηρεσίες, που γίνονται σε κεντρικό επίπεδο
κεντροποιημένου	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένους	=	κεντροποιημένος
κεντροποιημένων	=	κεντροποιημένος
κεντροσωμάτια	=	κεντροσωμάτιο
κεντροσωμάτιο	noun	κυτταρικό οργανίδιο
κεντροσωμάτιου	=	κεντροσωμάτιο
κεντροσωματίου	=	κεντροσωμάτιο
κεντροσωματίων	=	κεντροσωμάτιο
κεντροφιλελεύθερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντροφιλελεύθερο
κεντροφιλελεύθερε	adj	κλητική ενικού του κεντροφιλελεύθερος
κεντροφιλελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεντροφιλελεύθερη
κεντροφιλελεύθερης	adj	γενική ενικού του κεντροφιλελεύθερη
κεντροφιλελεύθερο	adj	αιτιατική ενικού του κεντροφιλελεύθερος
κεντροφιλελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντροφιλελεύθερος
κεντροφιλελεύθερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεντροφιλελεύθερος
κεντροφιλελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεντροφιλελεύθερος
κεντροφιλελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεντροφιλελεύθερος
κεντροφόρα	=	κεντροφόρος
κεντροφόρας	=	κεντροφόρος
κεντροφόρε	=	κεντροφόρος
κεντροφόρες	=	κεντροφόρος
κεντροφόρο	=	κεντροφόρος
κεντροφόροι	=	κεντροφόρος
κεντροφόρος	adj	που φέρει κεντρί
κεντροφόρου	=	κεντροφόρος
κεντροφόρους	=	κεντροφόρος
κεντροφόρων	=	κεντροφόρος
κεντροφύγου	=	κεντρόφυγος
κεντροφύγους	=	κεντρόφυγος
κεντροφύγων	=	κεντρόφυγος
κεντρωμάτων	=	κέντρωμα
κεντρόφυγα	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγε	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγες	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγη	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγης	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγο	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγοι	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγος	adj	άλλη μορφή του φυγόκεντρος
κεντρόφυγου	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγους	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυγων	=	κεντρόφυγος
κεντρόφυξ	noun	κεντρόφυγος
κεντρώα	=	κεντρώος
κεντρώας	=	κεντρώος
κεντρώε	=	κεντρώος
κεντρώες	=	κεντρώος
κεντρώματα	=	κέντρωμα
κεντρώματος	=	κέντρωμα
κεντρώνω	verb|rare	κεντρίζω, τσιμπώ
κεντρώο	=	κεντρώος
κεντρώοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεντρώος
κεντρώος	adj	άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από ιδέες πιο κοντά στο κέντρο της πολιτικής, αντί για δεξιές ή αριστερές ιδέες
κεντρώου	=	κεντρώος
κεντρώους	=	κεντρώος
κεντρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεντρώνω
κεντρώων	=	κεντρώος
κεντώ	verb	άλλη μορφή του κεντάω
κεντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κεντάω / κεντώ
κενό	noun	που δεν περιέχει τίποτε	adj	αιτιατική ενικού του κενός
κενόδοξα	adv	με κενόδοξο τρόπο, με κενοδοξία
κενόδοξε	=	κενόδοξος
κενόδοξες	=	κενόδοξος
κενόδοξη	=	κενόδοξος
κενόδοξης	=	κενόδοξος
κενόδοξο	=	κενόδοξος
κενόδοξοι	=	κενόδοξος
κενόδοξος	adj	που επιδιώκει κενή, μάταιη δόξα
κενόδοξου	=	κενόδοξος
κενόδοξους	=	κενόδοξος
κενόδοξων	=	κενόδοξος
κενός	adj	που δεν περιέχει τίποτα
κενόσοφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενόσοφο
κενόσοφε	adj	κλητική ενικού του κενόσοφος
κενόσοφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενόσοφη
κενόσοφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κενόσοφος
κενόσοφης	adj	γενική ενικού του κενόσοφη
κενόσοφο	adj	αιτιατική ενικού του κενόσοφος
κενόσοφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κενόσοφος
κενόσοφος	adj|formal	ο δοκησίσοφος
κενόσοφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κενόσοφος
κενόσοφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κενόσοφος
κενόσοφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κενόσοφος
κενόσπουδα	=	κενόσπουδος
κενόσπουδε	=	κενόσπουδος
κενόσπουδες	=	κενόσπουδος
κενόσπουδη	=	κενόσπουδος
κενόσπουδης	=	κενόσπουδος
κενόσπουδο	=	κενόσπουδος
κενόσπουδοι	=	κενόσπουδος
κενόσπουδος	adj|archaic	που ασχολείται με ανώφελα ή μάταια ζητήματα
κενόσπουδου	=	κενόσπουδος
κενόσπουδους	=	κενόσπουδος
κενόσπουδων	=	κενόσπουδος
κενότητα	noun|figurative	το να είναι κάποιος ή κάτι κενό(ς), η ιδιότητα του κενού
κενότητας	noun	γενική ενικού του κενότητα
κενότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κενότητα
κενών	adj	γενική πληθυντικού του κενός
κενώναμε	=	κενώνω
κενώναν	=	κενώνω
κενώνανε	=	κενώνω
κενώνατε	=	κενώνω
κενώνει	=	κενώνω
κενώνεις	=	κενώνω
κενώνετε	=	κενώνω
κενώνοντας	=	κενώνω
κενώνουμε	=	κενώνω
κενώνουν	=	κενώνω
κενώνουνε	=	κενώνω
κενώνω	verb|formal	αδειάζω
κενώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώσαν	=	κενώνω
κενώσανε	=	κενώνω
κενώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κενώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κένωση
κενώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κένωση
κενώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κένωση
κενώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κενώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κενώνω
κεπ	abbrev	δημόσια υπηρεσία εξυπηρέτησης πολιτών σε συναλλαγές τους με το δημόσιο
κεπέγκι	noun	ρολό το οποίο ασφαλίζει την είσοδο ενός καταστήματος
κεπέγκια	=	κεπέγκι
κεπαλ	abbrev	Το Κ.Ε.ΠΑΛ. υπάγεται στη ΔΝΕ
κεπεγκιού	=	κεπέγκι
κεπεγκιών	=	κεπέγκι
κεπληνετ	abbrev	υπηρεσία των Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας που βοηθά στην καλύτερη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στη δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια εκπαίδευση
κεππυελ	abbrev	δημόσιος φορέας ελέγχου αγροτικών προϊόντων της Ελλάδας
κεπσέ	=	κεπσές
κεπσέδες	=	κεπσές
κεπσέδων	=	κεπσές
κεπσές	noun	μεγάλη τρυπητή κουτάλα από κασσίτερο
κερά	=	κεράς
κεράδες	=	κεράς
κεράδικα	=	κεράδικο
κεράδικο	noun	το κηροποιείο, το κηροπλαστείο
κεράδικου	=	κεράδικο
κεράδικων	=	κεράδικο
κεράδων	=	κεράς
κεράκι	noun	το μικρό κερί
κεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράκι
κεράμωνα	=	κεραμώνω
κεράμωναν	=	κεραμώνω
κεράμωνε	=	κεραμώνω
κεράμωνες	=	κεραμώνω
κεράμωσα	=	κεραμώνω
κεράμωσαν	=	κεραμώνω
κεράμωσε	=	κεραμώνω
κεράμωσες	=	κεραμώνω
κεράμωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεραμώνω
κεράμωσης	=	κεράμωση
κεράς	noun|vulgar	αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει κερί
κεράσα	noun	άλλη μορφή του κεράσια: ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράσι
κεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσαν	=	κερνάω
κεράσανε	=	κερνάω
κεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσι	noun	του δέντρου της κερασιάς (Prunus avium)
κεράσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράσι
κεράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρασμα
κεράσματος	noun	γενική ενικού του κέρασμα
κεράσομε	=	κερνάω
κεράσου	=	κέρασος
κεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσουνε	=	κερνάω
κεράσους	=	κέρασος
κεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράστηκα	=	κερνάω
κεράστηκαν	=	κερνάω
κεράστηκε	=	κερνάω
κεράστηκες	=	κερνάω
κεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ
κεράσων	=	κέρασος
κεράτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράτιο
κεράτινα	=	κεράτινος
κεράτινε	=	κεράτινος
κεράτινες	=	κεράτινος
κεράτινη	=	κεράτινος
κεράτινης	=	κεράτινος
κεράτινο	=	κεράτινος
κεράτινοι	=	κεράτινος
κεράτινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από κέρατο
κεράτινου	=	κεράτινος
κεράτινους	=	κεράτινος
κεράτινων	=	κεράτινος
κεράτιο	noun	βυζαντινό αργυρό νόμισμα
κεράτιου	noun	γενική ενικού του κεράτιο
κεράτιων	noun	γενική πληθυντικού του κεράτιο
κεράτου	=	κέρατο
κεράτσα	noun	άλλη μορφή του κυράτσα / κερά
κεράτσας	=	κεράτσα
κεράτσες	=	κεράτσα
κεράτωμα	noun	η ερωτική απιστία, η μοιχεία
κεράτων	=	κέρας
κεράτωνα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του κερατώνω
κεράτωναν	=	κερατώνω
κεράτωνε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του κερατώνω
κεράτωνες	=	κερατώνω
κεράτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κεράτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κεράτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κεράτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κεράτωση	noun	καλοήθης δερματικός όγκος
κεράτωσης	=	κεράτωση
κερένια	=	κερένιος
κερένιας	=	κερένιος
κερένιε	=	κερένιος
κερένιες	=	κερένιος
κερένιο	=	κερένιος
κερένιοι	=	κερένιος
κερένιος	adj	άλλη μορφή του κέρινος
κερένιου	=	κερένιος
κερένιους	=	κερένιος
κερένιων	=	κερένιος
κερήθρα	noun	άλλη μορφή του κηρήθρα
κερήθρας	noun	γενική ενικού του κερήθρα
κερήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερήθρα
κερί	noun	ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους
κεραία	noun	λεπτό σαν τρίχα αισθητήριο όργανο ορισμένων εντόμων που προεξέχει από το κεφάλι τους
κεραίας	noun	γενική ενικού του κεραία
κεραίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραία
κεραιών	noun	γενική πληθυντικού του κεραία
κερακιού	=	κεράκι
κερακιών	=	κεράκι
κεραλοιφές	=	κεραλοιφή
κεραλοιφή	noun	αλοιφή φτιαγμένη από κερί και λάδι
κεραλοιφής	=	κεραλοιφή
κεραλοιφών	=	κεραλοιφή
κεραμέα	=	κεραμέας
κεραμέας	noun|formal	κεραμοποιός
κεραμέες	=	κεραμέας
κεραμέων	=	κεραμέας
κεραμίδα	noun	μεγάλο κεραμίδι
κεραμίδας	=	κεραμίδα
κεραμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμίδα
κεραμίδι	noun	μικρό, λεπτό και καμπύλο ή επίπεδο πήλινο προϊόν που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη της στέγης των οικοδομών - τα κεραμίδια
κεραμίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμίδι
κεραμίδωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεραμιδώνω
κεραμίδων	=	κεραμίδα
κεραμίδωνα	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωναν	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωνε	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωνες	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωσα	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωσαν	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωσε	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωσες	=	κεραμιδώνω
κεραμίδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεραμιδώνω
κεραμίδωσης	=	κεραμίδωση
κεραμίδωσις	noun	κεραμίδωση
κεραμίστα	=	κεραμίστας
κεραμίστας	noun	τεχνίτης ή καλλιτέχνης που ασχολείται με την κατασκευή κεραμικών ή πήλινων αντικειμένων ή έργων τέχνης
κεραμίστες	=	κεραμίστας
κεραμίστρια	noun	κεραμίστας
κεραμίστριας	noun	γενική ενικού του κεραμίστρια
κεραμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμίστρια
κεραμεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμείο
κεραμείο	noun|formal	το κεραμοποιείο
κεραμείου	noun	γενική ενικού του κεραμείο
κεραμείων	noun	γενική πληθυντικού του κεραμείο
κεραμεική	noun	παρωχημένη γραφή του κεραμική
κεραμεικής	=	κεραμεική
κεραμευτικές	=	κεραμευτική
κεραμευτική	noun	άλλη μορφή του κεραμική
κεραμευτικής	=	κεραμευτική
κεραμευτικών	=	κεραμευτική
κεραμιδά	=	κεραμιδάς
κεραμιδάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδάς
κεραμιδάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδάδικο
κεραμιδάδικο	noun	το κεραμοποιείο
κεραμιδάδικου	=	κεραμιδάδικο
κεραμιδάδικων	noun	γενική πληθυντικού του κεραμιδάδικο
κεραμιδάδων	=	κεραμιδάς
κεραμιδάς	noun|vulgar	ο κεραμοποιός
κεραμιδή	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεραμιδής
κεραμιδής	adj	που έχει το χρώμα του κεραμιδιού
κεραμιδί	noun	το χρώμα του κεραμιδιού	adj	άκλιτος τύπος του κεραμιδής για όλα τα γένη
κεραμιδαρειά	=	κεραμιδαρειό
κεραμιδαρειού	=	κεραμιδαρειό
κεραμιδαρειό	noun|figurative	άλλη μορφή του κεραμιδαριό
κεραμιδαρειών	=	κεραμιδαρειό
κεραμιδαριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδαριό
κεραμιδαριού	noun	γενική ενικού του κεραμιδαριό
κεραμιδαριό	noun|vulgar	κεραμοποιείο
κεραμιδαριών	noun	γενική πληθυντικού του κεραμιδαριό
κεραμιδιά	=	κεραμιδής
κεραμιδιάς	=	κεραμιδής
κεραμιδιές	=	κεραμιδής
κεραμιδιοί	=	κεραμιδής
κεραμιδιού	noun	γενική ενικού του κεραμίδι	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεραμιδής
κεραμιδιούς	=	κεραμιδής
κεραμιδιών	=	κεραμίδι
κεραμιδοχωμάτων	=	κεραμιδόχωμα
κεραμιδοχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδόχωμα
κεραμιδοχώματος	=	κεραμιδόχωμα
κεραμιδωμάτων	=	κεραμίδωμα
κεραμιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδωμένο
κεραμιδωμένε	verb	κλητική ενικού του κεραμιδωμένος
κεραμιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδωμένη
κεραμιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραμιδωμένος
κεραμιδωμένης	verb	γενική ενικού του κεραμιδωμένη
κεραμιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεραμιδωμένος
κεραμιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραμιδωμένος
κεραμιδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κεραμιδώνω
κεραμιδωμένου	=	κεραμιδωμένος
κεραμιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεραμιδωμένος
κεραμιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεραμιδωμένος
κεραμιδωτά	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτέ	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτές	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτή	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτής	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτοί	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτού	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτούς	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτό	=	κεραμιδωτός
κεραμιδωτός	adj	από κεραμίδι (-α)
κεραμιδωτών	=	κεραμιδωτός
κεραμιδόγατα	noun	θηλυκό του κεραμιδόγατος
κεραμιδόγατας	=	κεραμιδόγατα
κεραμιδόγατε	=	κεραμιδόγατος
κεραμιδόγατες	=	κεραμιδόγατα
κεραμιδόγατο	=	κεραμιδόγατος
κεραμιδόγατοι	=	κεραμιδόγατος
κεραμιδόγατος	noun	αδέσποτη γάτα
κεραμιδόγατου	=	κεραμιδόγατος
κεραμιδόγατους	=	κεραμιδόγατος
κεραμιδόγατων	=	κεραμιδόγατος
κεραμιδόχωμα	noun	χώμα που είναι κατάλληλο για την παρασκευή κεραμιδιών σε κεραμοποιείο
κεραμιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμίδωμα
κεραμιδώματος	=	κεραμίδωμα
κεραμιδώναμε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώναν	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνανε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνατε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνει	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνεις	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνετε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνοντας	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνουμε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνουν	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνουνε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώνω	verb	σκεπάζω με κεραμίδια, στεγάζω με το συγκεκριμένο υλικό
κεραμιδώσαμε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώσαν	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώσανε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώσατε	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώσει	=	κεραμιδώνω
κεραμιδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμίδωση
κεραμιδώσεων	=	κεραμίδωση
κεραμιδώστε	=	κεραμιδώνω
κεραμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμικό
κεραμικέ	adj	κλητική ενικού του κεραμικός
κεραμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμική
κεραμική	noun	τέχνη κατασκευής κεραμικών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραμικός
κεραμικής	adj	γενική ενικού του κεραμική
κεραμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραμικός
κεραμικού	adj	γενική ενικού του κεραμικός
κεραμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεραμικός
κεραμικό	adj	αιτιατική ενικού του κεραμικός	noun	αντικείμενο το οποίο έχει κατασκευαστεί από ψημένο πηλό, πήλινο
κεραμικός	adj	φτιαγμένος από ψημένο πηλό· πήλινος
κεραμικών	noun	γενική πληθυντικού του κεραμικό	adj	γενική πληθυντικού του κεραμικός
κεραμιστές	=	κεραμιστής
κεραμιστή	=	κεραμιστής
κεραμιστής	noun	άλλη μορφή του κεραμίστας
κεραμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κεραμίστρια
κεραμιστών	=	κεραμίστας
κεραμιτζή	=	κεραμιτζής
κεραμιτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιτζής
κεραμιτζήδων	=	κεραμιτζής
κεραμιτζής	noun	ειδικός τεχνίτης οικοδόμος που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει κεραμοσκεπές, στρώνοντας κεραμίδια και ακροκέραμα
κεραμιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Κεραμιώτης
κεραμιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιώτικο
κεραμιώτικε	adj	κλητική ενικού του κεραμιώτικος
κεραμιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμιώτικη
κεραμιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραμιώτικος
κεραμιώτικης	adj	γενική ενικού του κεραμιώτικη
κεραμιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κεραμιώτικος
κεραμιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραμιώτικος
κεραμιώτικος	adj	ο σχετικός με τόπους με ονομασίες Κεραμωτή, Κέραμος, Κεράμια
κεραμιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεραμιώτικος
κεραμιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεραμιώτικος
κεραμιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεραμιώτικος
κεραμομεταλλουργικά	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικέ	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικές	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργική	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικής	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικοί	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικού	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικούς	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικό	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμομεταλλουργικός	adj	σχετικός με την κεραμομεταλλουργία
κεραμομεταλλουργικών	=	κεραμομεταλλουργικός
κεραμοποιέ	noun	κλητική ενικού του κεραμοποιός
κεραμοποιία	noun	άλλη μορφή του κεραμοποιείο
κεραμοποιίας	noun	γενική ενικού του κεραμοποιία
κεραμοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμοποιία
κεραμοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμοποιείο
κεραμοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο, όπου κατασκευάζονται κεραμίδια, τούβλα κ.ά.
κεραμοποιείου	noun	γενική ενικού του κεραμοποιείο
κεραμοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του κεραμοποιείο
κεραμοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του κεραμοποιία
κεραμοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραμοποιός
κεραμοποιού	noun	γενική ενικού του κεραμοποιός
κεραμοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεραμοποιός
κεραμοποιό	noun	αιτιατική ενικού του κεραμοποιός
κεραμοποιός	noun	που δουλεύει σε κεραμοποιείο ή / και κατασκευάζει κεραμίδια, τούβλα κ.ά.
κεραμοποιών	noun	γενική πληθυντικού του κεραμοποιός
κεραμοσκεπές	=	κεραμοσκεπής
κεραμοσκεπή	noun	σκεπή με κεραμίδια
κεραμοσκεπής	adj	που (η στέγη του) σκεπάζεται ή καλύπτεται με κεραμίδια
κεραμοσκεπείς	=	κεραμοσκεπής
κεραμοσκεπούς	=	κεραμοσκεπής
κεραμοσκεπών	=	κεραμοσκεπής
κεραμουργέ	=	κεραμουργός
κεραμουργία	noun	μονάδα παραγωγής κεραμικών δομικών υλικών
κεραμουργίας	noun	γενική ενικού του κεραμουργία
κεραμουργίες	=	κεραμουργία
κεραμουργεία	=	κεραμουργείο
κεραμουργείο	noun|formal	το κεραμοποιείο
κεραμουργείου	=	κεραμουργείο
κεραμουργείων	=	κεραμουργείο
κεραμουργιών	noun	γενική πληθυντικού του κεραμουργία
κεραμουργοί	=	κεραμουργός
κεραμουργού	=	κεραμουργός
κεραμουργούς	=	κεραμουργός
κεραμουργό	=	κεραμουργός
κεραμουργός	noun|formal	ο κεραμοποιός
κεραμουργών	=	κεραμουργός
κεραμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κεραμωτός	adv	με κεραμωτό τρόπο
κεραμωτέ	adj	κλητική ενικού του κεραμωτός
κεραμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραμωτή
κεραμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραμωτός
κεραμωτής	adj	γενική ενικού του κεραμωτή
κεραμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραμωτός
κεραμωτού	adj	γενική ενικού του κεραμωτός
κεραμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεραμωτός
κεραμωτό	adj	αιτιατική ενικού του κεραμωτός
κεραμωτός	adj	που καλύπτεται από κεραμίδια, κεραμοσκεπής
κεραμωτών	adj	γενική πληθυντικού του κεραμωτός
κεραμόσκεπές	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπής	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπα	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπε	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπες	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπη	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπης	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπο	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεποι	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπος	adj	άλλη μορφή του κεραμοσκεπής
κεραμόσκεπου	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπους	=	κεραμόσκεπος
κεραμόσκεπων	=	κεραμόσκεπος
κεραμώναμε	=	κεραμώνω
κεραμώναν	=	κεραμώνω
κεραμώνανε	=	κεραμώνω
κεραμώνατε	=	κεραμώνω
κεραμώνει	=	κεραμώνω
κεραμώνεις	=	κεραμώνω
κεραμώνετε	=	κεραμώνω
κεραμώνοντας	=	κεραμώνω
κεραμώνουμε	=	κεραμώνω
κεραμώνουν	=	κεραμώνω
κεραμώνουνε	=	κεραμώνω
κεραμώνω	verb	σκεπάζω με κεραμίδια, στεγάζω με το συγκεκριμένο υλικό
κεραμώσαμε	=	κεραμώνω
κεραμώσαν	=	κεραμώνω
κεραμώσανε	=	κεραμώνω
κεραμώσατε	=	κεραμώνω
κεραμώσει	=	κεραμώνω
κεραμώσεις	=	κεράμωση
κεραμώσεων	=	κεράμωση
κεραμώστε	=	κεραμώνω
κεραντζή	=	κεραντζής
κεραντζήδες	=	κεραντζής
κεραντζήδων	=	κεραντζής
κεραντζής	noun	άλλη προφορά του κερατζής
κερασάκι	noun	υποκοριστικό του κεράσι
κερασάκια	=	κερασάκι
κερασέα	noun	κερασιά
κερασέλαια	=	κερασέλαιο
κερασέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από κεράσια
κερασέλαιου	=	κερασέλαιο
κερασέλαιων	=	κερασέλαιο
κερασένια	=	κερασένιος
κερασένιας	=	κερασένιος
κερασένιε	=	κερασένιος
κερασένιες	=	κερασένιος
κερασένιο	=	κερασένιος
κερασένιοι	=	κερασένιος
κερασένιος	adj	που έχει κατασκευαστεί από ξύλο κερασιάς
κερασένιου	=	κερασένιος
κερασένιους	=	κερασένιος
κερασένιων	=	κερασένιος
κερασή	=	κερασής
κερασής	adj	που έχει το κερασί χρώμα του κερασιού
κερασί	=	κερασής
κερασελαίου	=	κερασέλαιο
κερασελαίων	=	κερασέλαιο
κερασιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο, (ταξινομικό είδος Prunus avium), με ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται τόσο για το ξύλο όσο και για τους μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς, τα κεράσια
κερασιάς	=	κερασιά
κερασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερασιά
κερασιοί	=	κερασής
κερασιού	=	κερασής
κερασιούς	=	κερασής
κερασιών	=	κερασιά
κερασιώτικα	=	κερασιώτικος
κερασιώτικε	=	κερασιώτικος
κερασιώτικες	=	κερασιώτικος
κερασιώτικη	=	κερασιώτικος
κερασιώτικης	=	κερασιώτικος
κερασιώτικο	=	κερασιώτικος
κερασιώτικοι	=	κερασιώτικος
κερασιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Κερασιά ή Κερασιές ή τους κατοίκους του
κερασιώτικου	=	κερασιώτικος
κερασιώτικους	=	κερασιώτικος
κερασιώτικων	=	κερασιώτικος
κερασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέρασμα
κερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερασμένο
κερασμένε	verb	κλητική ενικού του κερασμένος
κερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερασμένη
κερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερασμένος
κερασμένης	verb	γενική ενικού του κερασμένη
κερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κερασμένος
κερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερασμένος
κερασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κερνώ
κερασμένου	=	κερασμένος
κερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κερασμένος
κερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερασμένος
κερασοβίτικα	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικε	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικες	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικη	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικης	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικο	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικοι	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικος	adj	ο σχετικός με το Κεράσοβο ή τους κατοίκους του
κερασοβίτικου	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικους	=	κερασοβίτικος
κερασοβίτικων	=	κερασοβίτικος
κεραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραστής
κεραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κεραστής
κεραστήκαμε	=	κερνάω
κεραστήκαν	=	κερνάω
κεραστήκανε	=	κερνάω
κεραστήκατε	=	κερνάω
κεραστής	noun	αυτός που κερνά
κεραστεί	=	κερνάω
κεραστείς	=	κερνάω
κεραστείτε	=	κερνάω
κεραστούμε	=	κερνάω
κεραστούν	=	κερνάω
κεραστούνε	=	κερνάω
κεραστώ	=	κερνάω
κεραστών	noun	γενική πληθυντικού του κεραστής
κερασφόρα	=	κερασφόρος
κερασφόρας	=	κερασφόρος
κερασφόρε	=	κερασφόρος
κερασφόρες	=	κερασφόρος
κερασφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κερασφόρος
κερασφόροι	=	κερασφόρος
κερασφόρος	adj	που έχει κέρατα
κερασφόρου	=	κερασφόρος
κερασφόρους	=	κερασφόρος
κερασφόρων	=	κερασφόρος
κερασόπιτα	noun	κέικ με κεράσια
κερασόπιτας	=	κερασόπιτα
κερασόπιτες	=	κερασόπιτα
κερασόπιτων	=	κερασόπιτα
κερατά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κερατάς
κερατάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερατάς
κερατάδων	noun	γενική πληθυντικού του κερατάς
κερατάκι	noun	υποκοριστικό του κέρατο
κερατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερατάκι
κερατάς	noun	ο απατημένος σύζυγος, χαρακτηρισμός που θεωρείται υβριστικός
κερατέα	noun	το δέντρο χαρουπιά
κερατέας	=	κερατέα
κερατέες	=	κερατέα
κερατένια	=	κερατένιος
κερατένιας	=	κερατένιος
κερατένιε	=	κερατένιος
κερατένιες	=	κερατένιος
κερατένιο	=	κερατένιος
κερατένιοι	=	κερατένιος
κερατένιος	adj	αναθεματισμένος, που δημιουργεί δυσκολίες, ενοχλητικός
κερατένιου	=	κερατένιος
κερατένιους	=	κερατένιος
κερατένιων	=	κερατένιος
κερατίαση	noun	η εμφάνιση σκληρών εξογκωμάτων, που μοιάζουν με μικρό κέρατο
κερατίασης	=	κερατίαση
κερατίασις	noun	κερατίαση
κερατίδιον	noun	υποκοριστικό του κεράτιον, κερατίδιο, το κερατάκι
κερατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερατίνη
κερατίνη	noun	πρωτεΐνη που υπάρχει στην εξωτερική πλευρά της ανθρώπινης επιδερμίδας, στα μαλλιά, τα νύχια, αλλά και σε διάφορα μέρη ζώων (οπλές, κέρατα κ.λπ.)
κερατίνης	=	κερατίνη
κερατίτιδα	noun	φλεγμονή του κερατοειδούς
κερατίτιδας	=	κερατίτιδα
κερατίτιδες	=	κερατίτιδα
κερατίτιδων	=	κερατίτιδα
κερατεών	=	κερατέα
κερατζή	=	κερατζής
κερατζήδες	=	κερατζής
κερατζήδων	=	κερατζής
κερατζής	noun|dated	άλλη μορφή του κιρατζής
κερατιά	noun	άλλη μορφή του κερατέα
κερατιάς	=	κερατιά
κερατιάσεις	=	κερατίαση
κερατιάσεων	=	κερατίαση
κερατιάτικα	noun|vulgar	χρήματα που πληρώνονται άδικα ή χωρίς υπαιτιότητα, συνήθως ως αποτέλεσμα εξαπάτησης ή κακοτυχίας
κερατιάτικων	=	κερατιάτικα
κερατιές	=	κερατιά
κερατινοκυττάρου	=	κερατινοκύτταρο
κερατινοκυττάρων	=	κερατινοκύτταρο
κερατινοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερατινοκύτταρο
κερατινοκύτταρο	noun	εξειδικευμένο επιδερμικό κύτταρο που παράγει την πρωτεΐνη κερατίνη· γεννιέται στη βαθύτερη στιβάδα της επιδερμίδας, μετακινείται προς την επιφάνεια, διαφοροποιείται με την κερατινοποίηση και συμβάλλει στον σχηματισμό του προστατευτικού φραγμού του δέρματος
κερατινοκύτταρου	=	κερατινοκύτταρο
κερατινοκύτταρων	=	κερατινοκύτταρο
κερατινοποίηση	noun	βιολογική διαδικασία κατά την οποία τα κερατινοκύτταρα ωριμάζουν, συσσωρεύουν κερατίνη, χάνουν τον πυρήνα τους και μετατρέπονται σε ανθεκτικά, νεκρά κύτταρα της κεράτινης στιβάδας, σχηματίζοντας τον βασικό προστατευτικό φραγμό του δέρματος
κερατινοποίησης	=	κερατινοποίηση
κερατινοποιήσεις	=	κερατινοποίηση
κερατινοποιήσεων	=	κερατινοποίηση
κερατινοποιημένα	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένε	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένες	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένη	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένης	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένο	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένοι	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένος	adj	που έχει υποστεί βιολογική μετατροπή των κυττάρων του με εναπόθεση κερατίνης, αποκτώντας αυξημένη σκληρότητα και προστατευτική λειτουργία
κερατινοποιημένου	=	κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερατινοποιημένος
κερατινοποιημένων	=	κερατινοποιημένος
κερατινών	=	κερατίνη
κερατιών	=	κερατιά
κερατιώτικα	=	κερατιώτικος
κερατιώτικε	=	κερατιώτικος
κερατιώτικες	=	κερατιώτικος
κερατιώτικη	=	κερατιώτικος
κερατιώτικης	=	κερατιώτικος
κερατιώτικο	=	κερατιώτικος
κερατιώτικοι	=	κερατιώτικος
κερατιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κερατέα ή τους κατοίκους της
κερατιώτικου	=	κερατιώτικος
κερατιώτικους	=	κερατιώτικος
κερατιώτικων	=	κερατιώτικος
κερατοειδές	=	κερατοειδής
κερατοειδή	=	κερατοειδής
κερατοειδής	adj	που μοιάζει με κέρατο
κερατοειδείς	=	κερατοειδής
κερατοειδούς	=	κερατοειδής
κερατοειδών	=	κερατοειδής
κερατούκλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερατούκλης
κερατούκλας	=	κερατούκλης
κερατούκλες	=	κερατούκλης
κερατούκλη	=	κερατούκλης
κερατούκληδες	=	κερατούκλης
κερατούκληδων	=	κερατούκλης
κερατούκλης	adj	χαρακτηρισμός που δηλώνει επιδοκιμασία ή θαυμασμό
κερατούκλικα	=	κερατούκλης
κερατούκλικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κερατούκλης
κερατούκλικου	=	κερατούκλης
κερατούκλικων	=	κερατούκλης
κερατσινιώτικα	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικε	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικες	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικη	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικης	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικο	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικοι	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικος	adj	ο σχετικός με το Κερατσίνι ή τους κατοίκους του
κερατσινιώτικου	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικους	=	κερατσινιώτικος
κερατσινιώτικων	=	κερατσινιώτικος
κερατωθήκαμε	=	κερατώνω
κερατωθήκαν	=	κερατώνω
κερατωθήκανε	=	κερατώνω
κερατωθήκατε	=	κερατώνω
κερατωθεί	=	κερατώνω
κερατωθείς	=	κερατώνω
κερατωθείτε	=	κερατώνω
κερατωθούμε	=	κερατώνω
κερατωθούν	=	κερατώνω
κερατωθούνε	=	κερατώνω
κερατωθώ	=	κερατώνω
κερατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κεράτωμα
κερατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερατωμένο
κερατωμένε	verb	κλητική ενικού του κερατωμένος
κερατωμένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερατωμένη
κερατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερατωμένος
κερατωμένης	verb	γενική ενικού του κερατωμένη
κερατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κερατωμένος
κερατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κκερατωμένος
κερατωμένος	verb	ο απατημένος σύζυγος
κερατωμένου	=	κερατωμένος
κερατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κερατωμένος
κερατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερατωμένος
κερατωνόμασταν	=	κερατώνω
κερατωνόμαστε	=	κερατώνω
κερατωνόμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του κερατώνω
κερατωνόμουνα	=	κερατώνω
κερατωνόντουσαν	=	κερατώνω
κερατωνόσασταν	=	κερατώνω
κερατωνόσαστε	=	κερατώνω
κερατωνόσουν	=	κερατώνω
κερατωνόσουνα	=	κερατώνω
κερατωνόταν	=	κερατώνω
κερατωνότανε	=	κερατώνω
κερατώθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του κερατώνω
κερατώθηκαν	=	κερατώνω
κερατώθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του κερατώνω
κερατώθηκες	=	κερατώνω
κερατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεράτωμα
κερατώματος	noun	γενική ενικού του κεράτωμα
κερατώναμε	=	κερατώνω
κερατώναν	=	κερατώνω
κερατώνανε	=	κερατώνω
κερατώνατε	=	κερατώνω
κερατώνει	=	κερατώνω
κερατώνεις	=	κερατώνω
κερατώνεσαι	=	κερατώνω
κερατώνεστε	=	κερατώνω
κερατώνεται	=	κερατώνω
κερατώνετε	=	κερατώνω
κερατώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κερατώνω
κερατώνομε	=	κερατώνω
κερατώνονται	=	κερατώνω
κερατώνονταν	=	κερατώνω
κερατώνοντας	=	κερατώνω
κερατώνου	=	κερατώνω
κερατώνουμε	=	κερατώνω
κερατώνουν	=	κερατώνω
κερατώνουνε	=	κερατώνω
κερατώνω	verb	μοιχεύω, απατώ, απιστώ στον ερωτικό μου σύντροφο
κερατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσαν	=	κερατώνω
κερατώσανε	=	κερατώνω
κερατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσεων	=	κεράτωση
κερατώσομε	=	κερατώνω
κερατώσου	=	κερατώνω
κερατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσουνε	=	κερατώνω
κερατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κερατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερατώνω
κεραυνέ	noun	κλητική ενικού του κεραυνός
κεραυνικά	=	κεραυνικός
κεραυνικέ	=	κεραυνικός
κεραυνικές	=	κεραυνικός
κεραυνική	=	κεραυνικός
κεραυνικής	=	κεραυνικός
κεραυνικοί	=	κεραυνικός
κεραυνικού	=	κεραυνικός
κεραυνικούς	=	κεραυνικός
κεραυνικό	=	κεραυνικός
κεραυνικός	adj	άλλη μορφή του κεραύνιος
κεραυνικών	=	κεραυνικός
κεραυνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραυνός
κεραυνοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνοβόλημα
κεραυνοβολήματος	noun	γενική ενικού του κεραυνοβόλημα
κεραυνοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνοβόληση
κεραυνοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήσεων	=	κεραυνοβόληση
κεραυνοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβολία	noun	άλλη μορφή του κεραυνοβόληση
κεραυνοβολίας	=	κεραυνοβολία
κεραυνοβολίες	=	κεραυνοβολία
κεραυνοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κεραυνοβόλημα
κεραυνοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνοβολημένο
κεραυνοβολημένε	verb	κλητική ενικού του κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνοβολημένη
κεραυνοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολημένης	verb	γενική ενικού του κεραυνοβολημένη
κεραυνοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κεραυνοβολώ
κεραυνοβολημένου	=	κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεραυνοβολημένος
κεραυνοβολιών	=	κεραυνοβολία
κεραυνοβολούμαι	=	κεραυνοβολώ
κεραυνοβολώ	verb	χτυπώ και (κατ’ επέκταση) σκοτώνω
κεραυνοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβόλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραυνοβόλος	adv	κατά τρόπο κεραυνοβόλο
κεραυνοβόλας	=	κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλε	=	κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλες	=	κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλημα	noun	η κεραυνοβόληση
κεραυνοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεραυνοβολώ
κεραυνοβόληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεραυνοβολώ
κεραυνοβόλησης	=	κεραυνοβόληση
κεραυνοβόλησις	noun	κεραυνοβόληση
κεραυνοβόλο	adj	αιτιατική ενικού του κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλοι	=	κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλος	adj	εξαιρετικά ταχύς, γρήγορος
κεραυνοβόλου	=	κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλους	=	κεραυνοβόλος
κεραυνοβόλων	=	κεραυνοβόλος
κεραυνομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στη μελέτη των κεραυνών, την έντασή τους και τη συχνότητά τους
κεραυνομαντείας	=	κεραυνομαντεία
κεραυνομαντείες	=	κεραυνομαντεία
κεραυνομαντειών	=	κεραυνομαντεία
κεραυνοπληξία	noun	το κτύπημα από κεραυνό
κεραυνοπληξίας	noun	γενική ενικού του κεραυνοπληξία
κεραυνοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνοπληξία
κεραυνοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του κεραυνοπληξία
κεραυνού	noun	γενική ενικού του κεραυνός
κεραυνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεραυνός
κεραυνωθήκαμε	=	κεραυνώνω
κεραυνωθήκαν	=	κεραυνώνω
κεραυνωθήκανε	=	κεραυνώνω
κεραυνωθήκατε	=	κεραυνώνω
κεραυνωθεί	=	κεραυνώνω
κεραυνωθείτε	=	κεραυνώνω
κεραυνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνωμένο
κεραυνωμένε	verb	κλητική ενικού του κεραυνωμένος
κεραυνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνωμένη
κεραυνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραυνωμένος
κεραυνωμένης	verb	γενική ενικού του κεραυνωμένη
κεραυνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεραυνωμένος
κεραυνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραυνωμένος
κεραυνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κεραυνώνω
κεραυνωμένου	=	κεραυνωμένος
κεραυνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεραυνωμένος
κεραυνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεραυνωμένος
κεραυνωνόμασταν	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόμαστε	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόμουν	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόμουνα	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόντουσαν	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόσασταν	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόσαστε	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόσουν	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόσουνα	=	κεραυνώνω
κεραυνωνόταν	=	κεραυνώνω
κεραυνωνότανε	=	κεραυνώνω
κεραυνό	noun	αιτιατική ενικού του κεραυνός
κεραυνόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνόπληκτο
κεραυνόπληκτε	adj	κλητική ενικού του κεραυνόπληκτος
κεραυνόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεραυνόπληκτη
κεραυνόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεραυνόπληκτος
κεραυνόπληκτης	adj	γενική ενικού του κεραυνόπληκτη
κεραυνόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του κεραυνόπληκτος
κεραυνόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεραυνόπληκτος
κεραυνόπληκτος	adj	που έχει πληγεί από κεραυνό
κεραυνόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεραυνόπληκτος
κεραυνόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεραυνόπληκτος
κεραυνόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεραυνόπληκτος
κεραυνός	noun	ηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή)
κεραυνώθηκα	=	κεραυνώνω
κεραυνώθηκαν	=	κεραυνώνω
κεραυνώθηκε	=	κεραυνώνω
κεραυνώθηκες	=	κεραυνώνω
κεραυνών	noun	γενική πληθυντικού του κεραυνός
κεραυνώναμε	=	κεραυνώνω
κεραυνώναν	=	κεραυνώνω
κεραυνώνανε	=	κεραυνώνω
κεραυνώνατε	=	κεραυνώνω
κεραυνώνει	=	κεραυνώνω
κεραυνώνεις	=	κεραυνώνω
κεραυνώνεσαι	=	κεραυνώνω
κεραυνώνεστε	=	κεραυνώνω
κεραυνώνεται	=	κεραυνώνω
κεραυνώνετε	=	κεραυνώνω
κεραυνώνομαι	=	κεραυνώνω
κεραυνώνονται	=	κεραυνώνω
κεραυνώνονταν	=	κεραυνώνω
κεραυνώνοντας	=	κεραυνώνω
κεραυνώνου	=	κεραυνώνω
κεραυνώνουμε	=	κεραυνώνω
κεραυνώνουν	=	κεραυνώνω
κεραυνώνουνε	=	κεραυνώνω
κεραυνώνω	verb	άλλη μορφή του κατακεραυνώνω
κεραυνώσαμε	=	κεραυνώνω
κεραυνώσαν	=	κεραυνώνω
κεραυνώσανε	=	κεραυνώνω
κεραυνώσατε	=	κεραυνώνω
κεραυνώσει	=	κεραυνώνω
κεραυνώσεις	=	κεραύνωση
κεραυνώσεων	=	κεραύνωση
κεραυνώσου	=	κεραυνώνω
κεραυνώστε	=	κεραυνώνω
κεραύνια	=	κεραύνιος
κεραύνιας	=	κεραύνιος
κεραύνιε	=	κεραύνιος
κεραύνιες	=	κεραύνιος
κεραύνιο	=	κεραύνιος
κεραύνιοι	=	κεραύνιος
κεραύνιος	adj	που έχει σχέση με κεραυνό, αναφέρεται σ' αυτόν ή προκαλείται απ' αυτόν
κεραύνιου	=	κεραύνιος
κεραύνιους	=	κεραύνιος
κεραύνιων	=	κεραύνιος
κεραύνωνα	=	κεραυνώνω
κεραύνωναν	=	κεραυνώνω
κεραύνωνε	=	κεραυνώνω
κεραύνωνες	=	κεραυνώνω
κεραύνωσα	=	κεραυνώνω
κεραύνωσαν	=	κεραυνώνω
κεραύνωσε	=	κεραυνώνω
κεραύνωσες	=	κεραυνώνω
κεραύνωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κεραυνώνω
κεραύνωσης	=	κεραύνωση
κερδέψαμε	=	κερδεύω
κερδέψαν	=	κερδεύω
κερδέψανε	=	κερδεύω
κερδέψατε	=	κερδεύω
κερδέψει	=	κερδεύω
κερδέψτε	=	κερδεύω
κερδήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδίζαμε	=	κερδίζω
κερδίζαν	=	κερδίζω
κερδίζανε	=	κερδίζω
κερδίζατε	=	κερδίζω
κερδίζει	=	κερδίζω
κερδίζεις	=	κερδίζω
κερδίζεσαι	=	κερδίζομαι
κερδίζεστε	=	κερδίζομαι
κερδίζεται	=	κερδίζομαι
κερδίζετε	=	κερδίζω
κερδίζομαι	verb	παθητική φωνή του κερδίζω
κερδίζομε	=	κερδίζω
κερδίζονται	=	κερδίζομαι
κερδίζονταν	=	κερδίζομαι
κερδίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κερδίζω
κερδίζου	=	κερδίζομαι
κερδίζουμε	=	κερδίζω
κερδίζουν	=	κερδίζω
κερδίζουνε	=	κερδίζω
κερδίζω	verb	αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
κερδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσαν	=	κερδίζω
κερδίσανε	=	κερδίζω
κερδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρδισμα
κερδίσματος	noun	γενική ενικού του κέρδισμα
κερδίσομε	=	κερδίζω
κερδίσου	=	κερδίζω
κερδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσουνε	=	κερδίζω
κερδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζω
κερδαίνω	verb	κερδίζω
κερδαλεοφρόνων	=	κερδαλεόφρων
κερδαλεόφρον	=	κερδαλεόφρων
κερδαλεόφρονα	=	κερδαλεόφρων
κερδαλεόφρονας	=	κερδαλεόφρων
κερδαλεόφρονες	=	κερδαλεόφρων
κερδαλεόφρονος	=	κερδαλεόφρων
κερδαλεόφρων	adj	άπληστος
κερδεύαμε	=	κερδεύω
κερδεύαν	=	κερδεύω
κερδεύανε	=	κερδεύω
κερδεύατε	=	κερδεύω
κερδεύει	=	κερδεύω
κερδεύεις	=	κερδεύω
κερδεύετε	=	κερδεύω
κερδεύοντας	=	κερδεύω
κερδεύουμε	=	κερδεύω
κερδεύουν	=	κερδεύω
κερδεύουνε	=	κερδεύω
κερδεύω	verb	άλλη μορφή του κερδίζω, αποκτώ κέρδος
κερδηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθήκαν	=	κερδίζομαι
κερδηθήκανε	=	κερδίζομαι
κερδηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδηθούνε	=	κερδίζω
κερδηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδίζομαι
κερδιζόμασταν	=	κερδίζομαι
κερδιζόμαστε	=	κερδίζομαι
κερδιζόμενος	=	κερδίζω
κερδιζόμουν	=	κερδίζομαι
κερδιζόμουνα	=	κερδίζομαι
κερδιζόντουσαν	=	κερδίζομαι
κερδιζόσασταν	=	κερδίζομαι
κερδιζόσαστε	=	κερδίζομαι
κερδιζόσουν	=	κερδίζομαι
κερδιζόσουνα	=	κερδίζομαι
κερδιζόταν	=	κερδίζομαι
κερδιζότανε	=	κερδίζομαι
κερδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέρδισμα
κερδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδισμένο
κερδισμένε	verb	κλητική ενικού του κερδισμένος
κερδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδισμένη
κερδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερδισμένος
κερδισμένης	verb	γενική ενικού του κερδισμένη
κερδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κερδισμένος
κερδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερδισμένος
κερδισμένος	verb	που έχει κερδίσει
κερδισμένου	=	κερδισμένος
κερδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κερδισμένος
κερδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερδισμένος
κερδομανές	=	κερδομανής
κερδομανή	=	κερδομανής
κερδομανής	adj	που διακατέχεται από κερδομανία
κερδομανία	noun|formal	η μεγάλη αγάπη για το κέρδος, η υπερβολική φιλοκέρδεια και παθολογική φιλοχρηματία
κερδομανίας	noun	γενική ενικού του κερδομανία
κερδομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδομανία
κερδομανείς	=	κερδομανής
κερδομανιών	noun	γενική πληθυντικού του κερδομανία
κερδομανούς	=	κερδομανής
κερδομανών	=	κερδομανής
κερδοσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκοπία	noun	η επιδίωξη υπερβολικού κέρδους, μεγαλύτερου από αυτό που είναι νόμιμο ή θεωρείται θεμιτό
κερδοσκοπίας	noun	γενική ενικού του κερδοσκοπία
κερδοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδοσκοπία
κερδοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδοσκοπικό
κερδοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδοσκοπική
κερδοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπικής	adj	γενική ενικού του κερδοσκοπική
κερδοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπικού	adj	γενική ενικού του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπικός	adj	που αναφέρεται στην κερδοσκοπία και τους κερδοσκόπους
κερδοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του κερδοσκοπικός
κερδοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του κερδοσκοπία
κερδοσκοπώ	verb	μετεχειρίζομαι κυρίως αθέμιτα μέσα για να αυξήσω τα κέρδη μου
κερδοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκόπε	noun	κλητική ενικού του κερδοσκόπος
κερδοσκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερδοσκοπώ
κερδοσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του κερδοσκόπος
κερδοσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερδοσκόπος
κερδοσκόπος	noun	αυτός που επιδιώκει το οικονομικό κέρδος με κάθε μέσο, ακόμα και αθέμιτο
κερδοσκόπου	noun	γενική ενικού του κερδοσκόπος
κερδοσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κερδοσκόπος
κερδοσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του κερδοσκόπος
κερδοφορία	noun	η απόδοση, η ύπαρξη κέρδους σε οικονομική δραστηριότητα
κερδοφορίας	noun	γενική ενικού του κερδοφορία
κερδοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερδοφορία
κερδοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του κερδοφορία
κερδοφόρα	=	κερδοφόρος
κερδοφόρας	=	κερδοφόρος
κερδοφόρε	=	κερδοφόρος
κερδοφόρες	=	κερδοφόρος
κερδοφόρο	=	κερδοφόρος
κερδοφόροι	=	κερδοφόρος
κερδοφόρος	adj	που φέρνει κέρδος, επικερδής, προσοδοφόρος
κερδοφόρου	=	κερδοφόρος
κερδοφόρους	=	κερδοφόρος
κερδοφόρων	=	κερδοφόρος
κερδοφόρως	adv	με κερδοφόρο τρόπο
κερδώα	=	κερδώος
κερδώας	=	κερδώος
κερδώε	=	κερδώος
κερδώες	=	κερδώος
κερδών	=	κέρδος
κερδώο	=	κερδώος
κερδώοι	=	κερδώος
κερδώος	adj|archaic	κερδοφόρος
κερδώου	=	κερδώος
κερδώους	=	κερδώος
κερδώων	=	κερδώος
κερεβίζι	noun	σέλινο
κερεβίζια	=	κερεβίζι
κερεβιζιού	=	κερεβίζι
κερεβιζιών	=	κερεβίζι
κερεστέ	=	κερεστές
κερεστέδες	=	κερεστές
κερεστέδων	=	κερεστές
κερεστές	noun	οικοδομική ξυλεία
κερεστετζή	=	κερεστετζής
κερεστετζήδες	=	κερεστετζής
κερεστετζήδων	=	κερεστετζής
κερεστετζής	noun	έμπορος ξυλείας
κερετσέ	=	κερετσές
κερετσέδες	=	κερετσές
κερετσέδων	=	κερετσές
κερετσές	noun	είδος ναυπηγικής ξυλείας
κερηθρών	noun	γενική πληθυντικού του κερήθρα
κεριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερί
κεριού	=	κερί
κεριών	noun	γενική πληθυντικού του κερί
κερκίδα	noun	το ένα από τα δύο οστά του πήχυ του χεριού, που ξεκινά από τον αγκώνα και φτάνει στον καρπό, στην πλευρά του αντίχειρα
κερκίδας	=	κερκίδα
κερκίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερκίδα
κερκίδων	=	κερκίδα
κερκιδικά	=	κερκιδικός
κερκιδικέ	=	κερκιδικός
κερκιδικές	=	κερκιδικός
κερκιδική	=	κερκιδικός
κερκιδικής	=	κερκιδικός
κερκιδικοί	=	κερκιδικός
κερκιδικού	=	κερκιδικός
κερκιδικούς	=	κερκιδικός
κερκιδικό	=	κερκιδικός
κερκιδικός	adj	που έχει σχέση με την κερκίδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
κερκιδικών	=	κερκιδικός
κερκοειδές	=	κερκοειδής
κερκοειδή	=	κερκοειδής
κερκοειδής	adj	που μοιάζει με κέρκο / ουρά, που έχει παρόμοιο σχήμα
κερκοειδείς	=	κερκοειδής
κερκοειδούς	=	κερκοειδής
κερκοειδών	=	κερκοειδής
κερκοπίθηκε	=	κερκοπίθηκος
κερκοπίθηκο	=	κερκοπίθηκος
κερκοπίθηκοι	=	κερκοπίθηκος
κερκοπίθηκος	noun	γένος πιθήκων της οικογένειας Κερκοπιθηκίδες (Cercopithecidae)
κερκοπίθηκου	=	κερκοπίθηκος
κερκοπίθηκους	=	κερκοπίθηκος
κερκοπίθηκων	=	κερκοπίθηκος
κερκοπιθήκου	=	κερκοπίθηκος
κερκοπιθήκους	=	κερκοπίθηκος
κερκοπιθήκων	=	κερκοπίθηκος
κερκοπορτών	=	κερκόπορτα
κερκοφόρα	=	κερκοφόρος
κερκοφόρε	=	κερκοφόρος
κερκοφόρο	=	κερκοφόρος
κερκοφόροι	=	κερκοφόρος
κερκοφόρος	adj|formal	που φέρει / έχει ουρά
κερκοφόρου	=	κερκοφόρος
κερκοφόρους	=	κερκοφόρος
κερκοφόρων	=	κερκοφόρος
κερκούρου	=	κέρκουρος
κερκούρους	=	κέρκουρος
κερκούρων	=	κέρκουρος
κερκυραίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερκυραίικο
κερκυραίικε	adj	κλητική ενικού του κερκυραίικος
κερκυραίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερκυραίικη
κερκυραίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερκυραίικος
κερκυραίικης	adj	γενική ενικού του κερκυραίικη
κερκυραίικο	adj	αιτιατική ενικού του κερκυραίικος
κερκυραίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερκυραίικος
κερκυραίικος	adj	ο κερκυραϊκός
κερκυραίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κερκυραίικος
κερκυραίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κερκυραίικος
κερκυραίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερκυραίικος
κερκυραϊκά	adv	με τον τρόπο των Κερκυραίων	noun	το γλωσσικό ιδίωμα των Κερκυραίων
κερκυραϊκέ	adj	κλητική ενικού του κερκυραϊκός
κερκυραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερκυραϊκή
κερκυραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερκυραϊκός
κερκυραϊκής	adj	γενική ενικού του κερκυραϊκή
κερκυραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερκυραϊκός
κερκυραϊκού	adj	γενική ενικού του κερκυραϊκός
κερκυραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κερκυραϊκός
κερκυραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του κερκυραϊκός
κερκυραϊκός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην Κέρκυρα
κερκυραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του κερκυραϊκός
κερκόπορτα	noun|figurative	αδύνατο σημείο άμυνας (από την ονομασία της ομώνυμης πύλης στα τείχη της Κωνσταντινούπολης)
κερκόπορτας	noun	γενική ενικού του κερκόπορτα
κερκόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερκόπορτα
κερμάτιζα	=	κερματίζω
κερμάτιζαν	=	κερματίζω
κερμάτιζε	=	κερματίζω
κερμάτιζες	=	κερματίζω
κερμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέρμα
κερματίζαμε	=	κερματίζω
κερματίζαν	=	κερματίζω
κερματίζανε	=	κερματίζω
κερματίζατε	=	κερματίζω
κερματίζει	=	κερματίζω
κερματίζεις	=	κερματίζω
κερματίζετε	=	κερματίζω
κερματίζοντας	=	κερματίζω
κερματίζουμε	=	κερματίζω
κερματίζουν	=	κερματίζω
κερματίζουνε	=	κερματίζω
κερματίζω	verb|formal	άλλη μορφή του κατακερματίζω
κερματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσαν	=	κερματίζω
κερματίσανε	=	κερματίζω
κερματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερματίζω
κερματισμέ	noun	κλητική ενικού του κερματισμός
κερματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερματισμένο
κερματισμένε	verb	κλητική ενικού του κερματισμένος
κερματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερματισμένη
κερματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερματισμένος
κερματισμένης	verb	γενική ενικού του κερματισμένη
κερματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κερματισμένος
κερματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερματισμένος
κερματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κερματίζω
κερματισμένου	=	κερματισμένος
κερματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κερματισμένος
κερματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερματισμένος
κερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερματισμός
κερματισμού	noun	γενική ενικού του κερματισμός
κερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κερματισμός
κερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του κερματισμός
κερματισμός	noun	άλλη μορφή του κατακερματισμός
κερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του κερματισμός
κερματοδέκτες	=	κερματοδέκτης
κερματοδέκτη	=	κερματοδέκτης
κερματοδέκτης	noun	η υποδοχή σε συσκευή (π.χ. πώλησης προϊόντων, δημόσιο τηλέφωνο, παρκόμετρο κλπ) όπου μπορεί ο πελάτης να ρίξει σε κέρματα το αντίτιμο ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας
κερματοδεκτών	=	κερματοδέκτης
κερματοθήκες	=	κερματοθήκη
κερματοθήκη	noun	θήκη για την τοποθέτηση κερμάτων ανά κατηγορία και αξία
κερματοθήκης	=	κερματοθήκη
κερματοθηκών	=	κερματοθήκη
κερματοπλυντήρια	=	κερματοπλυντήριο
κερματοπλυντήριο	noun	πλυντήριο ρούχων με κερματοδέκτη
κερματοπλυντήριου	=	κερματοπλυντήριο
κερματοπλυντηρίου	=	κερματοπλυντήριο
κερματοπλυντηρίων	=	κερματοπλυντήριο
κερνά	=	κερνάω
κερνάγαμε	=	κερνάω
κερνάγανε	=	κερνάω
κερνάγατε	=	κερνάω
κερνάει	=	κερνάω
κερνάμε	=	κερνάω
κερνάν	=	κερνάω
κερνάνε	=	κερνάω
κερνάς	=	κερνάω
κερνάτε	=	κερνάω
κερνάω	verb	προσφέρω σε επισκέπτη κάτι γλυκό ή κάποιο ποτό
κερνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κερνάω, κερνώ
κερνιέσαι	=	κερνάω
κερνιέστε	=	κερνάω
κερνιέται	=	κερνάω
κερνιούνται	=	κερνάω
κερνιούνταν	=	κερνάω
κερνιόμασταν	=	κερνάω
κερνιόμαστε	=	κερνάω
κερνιόμουν	=	κερνάω
κερνιόμουνα	=	κερνάω
κερνιόνται	=	κερνάω
κερνιόνταν	=	κερνάω
κερνιόντανε	=	κερνάω
κερνιόντουσαν	=	κερνάω
κερνιόσασταν	=	κερνάω
κερνιόσαστε	=	κερνάω
κερνιόσουν	=	κερνάω
κερνιόσουνα	=	κερνάω
κερνιόταν	=	κερνάω
κερνιότανε	=	κερνάω
κερνούμε	=	κερνάω
κερνούν	=	κερνάω
κερνούνε	=	κερνάω
κερνούσα	=	κερνάω
κερνούσαμε	=	κερνάω
κερνούσαν	=	κερνάω
κερνούσανε	=	κερνάω
κερνούσατε	=	κερνάω
κερνούσε	=	κερνάω
κερνούσες	=	κερνάω
κερνώ	verb	λογιότερη μορφή του κερνάω
κερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κερνάω / κερνώ
κεροδοσίά	=	κεροδοσία
κεροδοσίάς	=	κεροδοσία
κεροδοσίές	=	κεροδοσία
κεροδοσία	noun|vulgar	άλλη μορφή του κηροδοσία
κεροδοσίών	=	κεροδοσία
κεροδοσιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του κηροδοσία
κεροδοσιάς	=	κεροδοσιά
κεροδοσιές	=	κεροδοσιά
κεροδοσιών	=	κεροδοσιά
κεροπάνι	noun	άλλη μορφή του κερόπανο
κεροπάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεροπάνι
κεροπανιού	=	κεροπάνι
κεροπανιών	=	κεροπάνι
κεροστάτες	=	κεροστάτης
κεροστάτη	=	κεροστάτης
κεροστάτης	noun	άλλη μορφή του κηροστάτης
κεροστατών	=	κεροστάτης
κερχανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κερχανάς
κερχανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερχανάς
κερχανάδων	noun	γενική πληθυντικού του κερχανάς
κερχανάς	noun|dated	εργαστήριο, κατάστημα
κερχανέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κερχανές
κερχανέδες	=	κερχανές
κερχανέδων	=	κερχανές
κερχανές	noun	άλλη μορφή του κερχανάς
κερχανατζή	=	κερχανατζής
κερχανατζήδες	=	κερχανατζής
κερχανατζήδων	=	κερχανατζής
κερχανατζής	noun|slang	ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος οίκου ανοχής
κερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κέρωμα
κερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερωμένο
κερωμένε	verb	κλητική ενικού του κερωμένος
κερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερωμένη
κερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κερωμένος
κερωμένης	verb	γενική ενικού του κερωμένη
κερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κερωμένος
κερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κερωμένος
κερωμένος	verb	αλειμμένος με κερί (ώστε να γίνει ενδεχομένως αδιάβροχος, στιλβωμένος ή στιλπνός)
κερωμένου	=	κερωμένος
κερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κερωμένος
κερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κερωμένος
κερόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κερόπανο
κερόπανο	noun	πανί ή ύφασμα που αδιαβροχοποιείται με επικάλυψη κεριού ή παρόμοιας ουσίας
κερόπανου	=	κερόπανο
κερόπανων	=	κερόπανο
κερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κέρωμα
κερώματος	noun	γενική ενικού του κέρωμα
κερώναμε	=	κερώνω
κερώναν	=	κερώνω
κερώνανε	=	κερώνω
κερώνατε	=	κερώνω
κερώνει	=	κερώνω
κερώνεις	=	κερώνω
κερώνετε	=	κερώνω
κερώνοντας	=	κερώνω
κερώνουμε	=	κερώνω
κερώνουν	=	κερώνω
κερώνουνε	=	κερώνω
κερώνω	verb	καλύπτω κάτι με κερί ή σε ανάλογων ιδιοτήτων υγρό, ώστε να καλυφθούν οι πόροι του και να γίνει αδιάβροχο ή για να γλιστρά καλύτερα
κερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσαν	=	κερώνω
κερώσανε	=	κερώνω
κερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κερώνω
κες	abbrev	παλαιό ελληνικό συνδικαλιστικό σωματείο
κεσάτι	noun|vulgar	εμπορική απραξία, μειωμένη εμπορική κίνηση και λιγοστά έσοδα
κεσάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεσάτι
κεσέ	=	κεσές
κεσέδες	=	κεσές
κεσέδων	=	κεσές
κεσέμι	noun|vulgar	μεγαλόσωμος (συχνά ευνουχισμένος) τράγος ή κριάρι που οδηγεί το κοπάδι τα πρόβατα ή τα γίδια προπορευόμενος· συνηθίζεται να του κρεμούν ένα μεγάλο κουδούνι, τον κύπρο ή κυπρί
κεσέμια	=	κεσέμι
κεσές	noun	πήλινο στρογγυλό αβαθές δοχείο που χρησιμοποιείται για το πήξιμο του γιαουρτιού
κεσίμι	noun	περιουσία
κεσίμια	=	κεσίμι
κεσίου	=	κέσιο
κεσίων	=	κέσιο
κεσατιού	noun	γενική ενικού του κεσάτι
κεσατιών	noun	γενική πληθυντικού του κεσάτι
κεσεδάκι	noun	υποκοριστικό του κεσές
κεσεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεσεδάκι
κεσεδάρη	=	κεσεδάρης
κεσεδάρηδες	=	κεσεδάρης
κεσεδάρηδων	=	κεσεδάρης
κεσεδάρης	noun|dated	ο αρχιδήμιος
κεσεμιού	=	κεσέμι
κεσεμιών	=	κεσέμι
κεσεν	abbrev	Το Κ.Ε.Σ.Ε.Ν. υπάγεται στο ΥΕΝ
κεσιμιού	=	κεσίμι
κεσιμιών	=	κεσίμι
κεσκέκι	noun	είδος φαγητού που παρασκευάζεται με ολονύχτιο βράσιμο μοσχαρίσιου κρέατος και σταριού
κεσσάτι	noun|dated	άλλη γραφή του κεσάτι
κεστέ	=	κεστός
κεστοί	=	κεστός
κεστού	=	κεστός
κεστούς	=	κεστός
κεστό	=	κεστός
κεστός	noun	γυναικεία ζώνη την οποία φορούσαν κάτω από το στήθος
κεστών	=	κεστός
κεσω	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
κετένι	noun	είδος χαλβά με μέλι και αλεύρι
κετένια	=	κετένι
κεταμίνες	=	κεταμίνη
κεταμίνη	noun	συνθετική ένωση που χρησιμοποιείται ως αναισθητικό και αναλγητικό φάρμακο και επίσης (παράνομα) ως παραισθησιογόνο
κεταμίνης	=	κεταμίνη
κεταμινών	=	κεταμίνη
κετενιού	=	κετένι
κετενιών	=	κετένι
κετιμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κετιμίνη
κετιμίνη	noun	οποιαδήποτε ιμίνη που προέρχεται από κετόνη
κετιμίνης	noun	γενική ενικού του κετιμίνη
κετιμινών	=	κετιμίνη
κετονών	=	κετόνη
κετοξέωση	noun	μεταβολική διαταραχή, επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη, που είναι απειλητική για τη ζωή αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, συνήθως αναφέρεται ως «διαβητική κετοξέωση»
κετοξέωσης	=	κετοξέωση
κετσέ	=	κετσές
κετσέδες	=	κετσές
κετσέδων	=	κετσές
κετσές	noun	είδος σκληρού μάλλινου υφάσματος, τσόχα που παράγεται από μαλλί που αναμιγνύεται και δουλεύεται με νερό (χωρίς να υφανθεί), πίλημα, μαλλί πατημένο
κετόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κετόνη
κετόνη	noun	κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν καρβονύλιο (C=Ο) και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία
κετόνης	=	κετόνη
κευγ	abbrev	Μέρος όπου εκπαιδεύονται οι στρατιώτες που ανήκουν στο υγειονομικό σώμα.
κευδ	abbrev	συμβουλευτικό κέντρο για δανειολήπτες
κεφάλα	noun	μεγάλο κεφάλι
κεφάλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφάλαιο
κεφάλαιο	noun	μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου
κεφάλαιου	=	κεφάλαιο
κεφάλας	noun	αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι
κεφάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφάλας
κεφάλι	noun	το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος, το οποίο στηρίζεται στον κορμό με τον λαιμό
κεφάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφάλι
κεφάλου	=	κέφαλος
κεφάλους	=	κέφαλος
κεφάλων	=	κέφαλος
κεφάτα	=	κεφάτος
κεφάτε	=	κεφάτος
κεφάτες	=	κεφάτος
κεφάτη	=	κεφάτος
κεφάτης	=	κεφάτος
κεφάτο	=	κεφάτος
κεφάτοι	=	κεφάτος
κεφάτος	adj	που έχει κέφι, χαρούμενος, που έχει καλή διάθεση
κεφάτου	=	κεφάτος
κεφάτους	=	κεφάτος
κεφάτων	=	κεφάτος
κεφένι	noun	σάβανο
κεφένια	=	κεφένι
κεφίλη	=	κεφίλης
κεφίληδες	=	κεφίλης
κεφίληδων	=	κεφίλης
κεφίλης	noun|dated	εγγυητής
κεφίρ	noun	συμβιωτικό μείγμα μικροοργανισμών σε μορφή κόκκων ή σπόρων
κεφαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλάς
κεφαλάκι	noun	μικρό κεφάλι
κεφαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλάκι
κεφαλάλγει	=	κεφαλαλγώ
κεφαλάλγησα	=	κεφαλαλγώ
κεφαλάλγησαν	=	κεφαλαλγώ
κεφαλάλγησε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλάλγησες	=	κεφαλαλγώ
κεφαλάρι	noun	πηγή νερού με άφθονο νερό
κεφαλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλάρι
κεφαλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλή
κεφαλή	noun	το κεφάλι
κεφαλής	=	κεφαλή
κεφαλίδα	noun	η περιοχή στο επάνω μέρος της σελίδας ενός εγγράφου, όπου καταγράφονται διάφορα στοιχεία, όπως ο αριθμός σελίδας, ο τίτλος του κεφαλαίου, το όνομα του συγγραφέα κ.ά.
κεφαλίδας	=	κεφαλίδα
κεφαλίδες	=	κεφαλίδα
κεφαλίδων	=	κεφαλίδα
κεφαλίσια	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιας	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιε	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιες	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιο	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιοι	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιος	adj	που έχει σχέση με το κεφάλι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει παρόμοιο σχήμα
κεφαλίσιου	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιους	=	κεφαλίσιος
κεφαλίσιων	=	κεφαλίσιος
κεφαλαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαίος
κεφαλαίας	adj	γενική ενικού του κεφαλαία
κεφαλαίε	adj	κεφαλαίος, στην κλητική του ενικού
κεφαλαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαία
κεφαλαίο	noun	το σύμβολο του γράμματος που έχει μεγάλο ύψος για τη μεγαλογράμματη γραφή
κεφαλαίοι	adj	κεφαλαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κεφαλαίος	adj	που αφορά γράμματα της αλφαβήτας με πιο μεγάλο μέγεθος και σχήμα ενίοτε διαφορετικό από τα αντίστοιχα μικρά, που τίθενται στην αρχή περιόδου ή κυρίων ονομάτων
κεφαλαίου	adj	γενική ενικού του κεφαλαίος
κεφαλαίους	adj	κεφαλαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κεφαλαίων	noun	γενική πληθυντικού του κεφάλαιο
κεφαλαιαγορά	noun	συνώνυμο του χρηματαγορά
κεφαλαιαγοράς	noun	γενική ενικού του κεφαλαιαγορά
κεφαλαιαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιαγορά
κεφαλαιαγορών	=	κεφαλαιαγορά
κεφαλαιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιακό
κεφαλαιακέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλαιακός
κεφαλαιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιακή
κεφαλαιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαιακός
κεφαλαιακής	adj	γενική ενικού του κεφαλαιακή
κεφαλαιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιακός
κεφαλαιακού	adj	γενική ενικού του κεφαλαιακός
κεφαλαιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαιακός
κεφαλαιακό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλαιακός
κεφαλαιακός	adj	που έχει σχέση με κεφάλαιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
κεφαλαιακών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλαιακός
κεφαλαιμάτωμα	noun	μαλακή διόγκωση στο κεφάλι νεογέννητου, που οφείλεται σε συλλογή αίματος κάτω από το περιόστεο
κεφαλαιματωμάτων	=	κεφαλαιμάτωμα
κεφαλαιματώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιμάτωμα
κεφαλαιματώματος	=	κεφαλαιμάτωμα
κεφαλαιοαγορά	noun	άλλη μορφή του κεφαλαιαγορά
κεφαλαιοαγοράς	=	κεφαλαιοαγορά
κεφαλαιοαγορές	=	κεφαλαιοαγορά
κεφαλαιοαγορών	=	κεφαλαιοαγορά
κεφαλαιογράμματα	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματε	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματες	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματη	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματης	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματο	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματοι	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματος	adj	που είναι γραμμένος μόνο με κεφαλαία
κεφαλαιογράμματου	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματους	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιογράμματων	=	κεφαλαιογράμματος
κεφαλαιοκράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκράτης
κεφαλαιοκράτη	=	κεφαλαιοκράτης
κεφαλαιοκράτης	noun	αυτός που κατέχει (μεγάλα) κεφάλαια και (σε καπιταλιστικά πλαίσια) προσπαθεί να τα διατηρήσει ή να τα αυξήσει
κεφαλαιοκράτις	noun|dated	κεφαλαιοκράτισσα
κεφαλαιοκράτισσα	noun	θηλυκό του κεφαλαιοκράτης
κεφαλαιοκράτισσας	noun	γενική ενικού του κεφαλαιοκράτισσα
κεφαλαιοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκράτισσα
κεφαλαιοκρατία	noun	σύστημα με την κυριαρχία του κεφαλαίου
κεφαλαιοκρατίας	noun	γενική ενικού του κεφαλαιοκρατία
κεφαλαιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατία
κεφαλαιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατικό	adv	με τον τρόπο των κεφαλαιοκρατών ή όπως γίνεται / συνηθίζεται στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα
κεφαλαιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατική
κεφαλαιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατικής	adj	γενική ενικού του κεφαλαιοκρατική
κεφαλαιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατικού	adj	γενική ενικού του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την κεφαλαιοκρατία ή τους κεφαλοκράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
κεφαλαιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατικός
κεφαλαιοκρατισμέ	=	κεφαλαιοκρατισμός
κεφαλαιοκρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατισμός
κεφαλαιοκρατισμού	=	κεφαλαιοκρατισμός
κεφαλαιοκρατισμούς	=	κεφαλαιοκρατισμός
κεφαλαιοκρατισμό	=	κεφαλαιοκρατισμός
κεφαλαιοκρατισμός	noun	η κεφαλαιοκρατία, ο καπιταλισμός
κεφαλαιοκρατισμών	=	κεφαλαιοκρατισμός
κεφαλαιοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλαιοκράτισσα
κεφαλαιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλαιοκρατία
κεφαλαιοκρατών	=	κεφαλαιοκράτης
κεφαλαιοποίει	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποίηση	noun	η μετατροπή οικονομικών στοιχείων εταιρείας, ιδρύματος ή κράτους (κέρδη, αποθεματικά κλπ.) σε κεφάλαιο
κεφαλαιοποίησης	=	κεφαλαιοποίηση
κεφαλαιοποίησις	noun	κεφαλαιοποίηση
κεφαλαιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσαν	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσανε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποίηση
κεφαλαιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσεων	=	κεφαλαιοποίηση
κεφαλαιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιεί	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιείς	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιείτε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιηθέν	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθέντα	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθέντας	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθέντες	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθέντος	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθέντων	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθείς	adj	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιηθείσα	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθείσας	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθείσες	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθείσης	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιηθεισών	=	κεφαλαιοποιηθείς
κεφαλαιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποιημένο
κεφαλαιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποιημένη
κεφαλαιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιημένης	verb	γενική ενικού του κεφαλαιοποιημένη
κεφαλαιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιημένου	=	κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεφαλαιοποιημένος
κεφαλαιοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποιητικό
κεφαλαιοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποιητική
κεφαλαιοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιητικής	adj	γενική ενικού του κεφαλαιοποιητική
κεφαλαιοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιητικού	adj	γενική ενικού του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιητικός	adj	που έχει σχέση με κεφαλαιοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κεφαλαιοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλαιοποιητικός
κεφαλαιοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούμε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούν	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούνε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσα	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσαμε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσαν	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσανε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσατε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσε	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιούσες	=	κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιοποιώ	verb	μετατρέπω ένα ποσό χρημάτων που έχω σε κεφάλαιο
κεφαλαιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κεφαλαιοποιώ
κεφαλαιουχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιουχικό
κεφαλαιουχικέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιουχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιουχική
κεφαλαιουχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιουχικής	adj	γενική ενικού του κεφαλαιουχική
κεφαλαιουχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιουχικού	adj	γενική ενικού του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιουχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιουχικό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιουχικός	adj	που έχει σχέση με κεφαλαιούχο ή κεφάλαιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
κεφαλαιουχικών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλαιουχικός
κεφαλαιούχε	noun	κλητική ενικού του κεφαλαιούχος
κεφαλαιούχο	noun	αιτιατική ενικού του κεφαλαιούχος
κεφαλαιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαιούχος
κεφαλαιούχος	noun	που κατέχει μεγάλα κεφάλαια
κεφαλαιούχου	noun	γενική ενικού του κεφαλαιούχος
κεφαλαιούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαιούχος
κεφαλαιούχων	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλαιούχος
κεφαλαιωδών	=	κεφαλαιώδης
κεφαλαιωδώς	adv	με κεφαλαιώδη τρόπο
κεφαλαιώδεις	=	κεφαλαιώδης
κεφαλαιώδες	=	κεφαλαιώδης
κεφαλαιώδη	=	κεφαλαιώδης
κεφαλαιώδης	adj	σημαντικός, θεμελιώδης, βασικός
κεφαλαιώδους	=	κεφαλαιώδης
κεφαλαλγήσαμε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγήσαν	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγήσανε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγήσατε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγήσει	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγήστε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγία	noun	ο πόνος στο κεφάλι, πονοκέφαλος
κεφαλαλγίας	noun	γενική ενικού του κεφαλαλγία
κεφαλαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαλγία
κεφαλαλγεί	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγείς	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγείτε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαλγικό
κεφαλαλγικέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαλγική
κεφαλαλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγικής	adj	γενική ενικού του κεφαλαλγική
κεφαλαλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγικού	adj	γενική ενικού του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγικό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγικός	adj	που έχει σχέση με την κεφαλαλγία, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
κεφαλαλγικών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλαλγικός
κεφαλαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλαλγία
κεφαλαλγούμε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούν	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούνε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσα	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσαμε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσαν	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσανε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσατε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσε	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγούσες	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαλγώ	verb|formal	έχω πονοκέφαλο
κεφαλαλγώντας	=	κεφαλαλγώ
κεφαλαριού	=	κεφαλάρι
κεφαλαριών	=	κεφαλάρι
κεφαλιά	noun	χτύπημα (κυρίως βολή σε άθλημα) με το κεφάλι
κεφαλιάς	noun	γενική ενικού του κεφαλιά
κεφαλιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλιάτικο
κεφαλιάτικε	adj	κλητική ενικού του κεφαλιάτικος
κεφαλιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλιάτικη
κεφαλιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλιάτικος
κεφαλιάτικης	adj	γενική ενικού του κεφαλιάτικη
κεφαλιάτικο	=	κεφαλιάτικος
κεφαλιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλιάτικος
κεφαλιάτικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του κεφαλικός (που αναφέρεται στον κεφαλικό φόρο, στο χαράτσι)
κεφαλιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεφαλιάτικος
κεφαλιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλιάτικος
κεφαλιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεφαλιάτικος
κεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλιά
κεφαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλικό
κεφαλικέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλικός
κεφαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλική
κεφαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλικός
κεφαλικής	adj	γενική ενικού του κεφαλική
κεφαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλικός
κεφαλικού	adj	γενική ενικού του κεφαλικός
κεφαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλικός
κεφαλικό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλικός
κεφαλικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στο κεφάλι
κεφαλικών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλικός
κεφαλιού	noun	γενική ενικού του κεφάλι
κεφαλιών	=	κεφάλι
κεφαλληνιακά	noun	άλλη μορφή του κεφαλονίτικα, το κεφαλληνιακό ιδίωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλληνιακή
κεφαλληνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακής	adj	γενική ενικού του κεφαλληνιακή
κεφαλληνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακού	adj	γενική ενικού του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλληνιακός
κεφαλληνιακός	adj	άλλη μορφή του κεφαλονίτικος
κεφαλληνιακών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλληνιακός
κεφαλλονίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλλονίτικο
κεφαλλονίτικε	adj	κλητική ενικού του κεφαλλονίτικος
κεφαλλονίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλλονίτικη
κεφαλλονίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλλονίτικος
κεφαλλονίτικης	adj	γενική ενικού του κεφαλλονίτικη
κεφαλλονίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλλονίτικος
κεφαλλονίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλλονίτικος
κεφαλλονίτικος	adj	άλλη γραφή του κεφαλονίτικος
κεφαλλονίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεφαλλονίτικος
κεφαλλονίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλλονίτικος
κεφαλλονίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεφαλλονίτικος
κεφαλογραβιέρα	noun	είδος σκληρού τυριού από πρόβειο γάλα
κεφαλογραβιέρας	=	κεφαλογραβιέρα
κεφαλογραβιέρες	=	κεφαλογραβιέρα
κεφαλοδέματα	=	κεφαλόδεμα
κεφαλοδέματος	=	κεφαλόδεμα
κεφαλοδεμάτων	=	κεφαλόδεμα
κεφαλοθραυστών	=	κεφαλοθραύστης
κεφαλοθραύστες	=	κεφαλοθραύστης
κεφαλοθραύστη	=	κεφαλοθραύστης
κεφαλοθραύστης	noun	ρόπαλο με το οποίο έσπαζαν κεφάλια εχθρών / αντιπάλων
κεφαλοκλείδωμα	noun	είδος λαβής στην πάλη, όπου ο αθλητής, βρισκόμενος πίσω από τον αντίπαλο, περικλείει το λαιμό του αντιπάλου με το ένα χέρι κρατώντας το σφιχτά με το άλλο
κεφαλοκλειδωμάτων	=	κεφαλοκλείδωμα
κεφαλοκλειδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοκλείδωμα
κεφαλοκλειδώματος	=	κεφαλοκλείδωμα
κεφαλοκυνηγέ	noun	κλητική ενικού του κεφαλοκυνηγός
κεφαλοκυνηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοκυνηγός
κεφαλοκυνηγού	noun	γενική ενικού του κεφαλοκυνηγός
κεφαλοκυνηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλοκυνηγός
κεφαλοκυνηγό	noun	αιτιατική ενικού του κεφαλοκυνηγός
κεφαλοκυνηγός	noun	που προσπαθεί να συλλάβει ανθρώπους που έχουν επικηρυχθεί έναντι αμοιβής, να τους παραδώσει στις αρχές ή να τους σκοτώσει
κεφαλοκυνηγών	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλοκυνηγός
κεφαλομάντιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλομάντιλο
κεφαλομάντιλο	noun	μαντίλι που φοριέται στο κεφάλι
κεφαλομάντιλου	noun	γενική ενικού του κεφαλομάντιλο
κεφαλομάντιλων	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλομάντιλο
κεφαλομετρία	noun	η μέτρηση, με ειδικό όργανο, το κεφαλόμετρο, των διαστάσεων ενός κεφαλιού
κεφαλομετρίας	=	κεφαλομετρία
κεφαλομετρίες	=	κεφαλομετρία
κεφαλομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλομετρικό
κεφαλομετρικέ	adj	κλητική ενικού του κεφαλομετρικός
κεφαλομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλομετρική
κεφαλομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεφαλομετρικός
κεφαλομετρικής	adj	γενική ενικού του κεφαλομετρική
κεφαλομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλομετρικός
κεφαλομετρικού	adj	γενική ενικού του κεφαλομετρικός
κεφαλομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κεφαλομετρικός
κεφαλομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του κεφαλομετρικός
κεφαλομετρικός	adj	που έχει σχέση με την κεφαλομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
κεφαλομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του κεφαλομετρικός
κεφαλομετριών	=	κεφαλομετρία
κεφαλονίτικα	noun	το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα των Κεφαλονιτών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικε	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικες	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικη	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικης	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικο	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικοι	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικος	adj	που έχει σχέση με την Κεφαλονιά ή τους Κεφαλονίτες ή αναφέρεται σʼ αυτά
κεφαλονίτικου	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικους	=	κεφαλονίτικος
κεφαλονίτικων	=	κεφαλονίτικος
κεφαλοπάνι	noun|vulgar	μαντίλι που βάζουμε στο κεφάλι
κεφαλοπάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοπάνι
κεφαλοπανιού	=	κεφαλοπάνι
κεφαλοπανιών	=	κεφαλοπάνι
κεφαλοποίηση	noun	η εξελικτική διαδικασία κατά την οποία ένας οργανισμός εμφανίζει τάση συγκέντρωσης των αισθητήριων οργάνων του σε ένα τμήμα που χαρακτηρίζεται ως κεφάλι ή κοντά σε αυτό
κεφαλοποίησης	=	κεφαλοποίηση
κεφαλοποιήσεις	=	κεφαλοποίηση
κεφαλοποιήσεων	=	κεφαλοποίηση
κεφαλοπονήσαμε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονήσαν	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονήσανε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονήσατε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονήσει	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονήστε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονεί	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονείς	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονείτε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούμε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούν	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούνε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσα	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσαμε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσαν	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσανε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσατε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονούσες	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπονώ	verb	έχω πονοκέφαλο
κεφαλοπονώντας	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπόνει	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπόνησα	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπόνησαν	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπόνησε	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοπόνησες	=	κεφαλοπονώ
κεφαλοσπορίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοσπορίνη
κεφαλοτυριού	=	κεφαλοτύρι
κεφαλοτυριών	=	κεφαλοτύρι
κεφαλοτυροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλοτυρόπιτα
κεφαλοτυρόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό το κεφαλοτύρι
κεφαλοτυρόπιτας	noun	γενική ενικού του κεφαλοτυρόπιτα
κεφαλοτυρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοτυρόπιτα
κεφαλοτύρι	noun	είδος σκληρού κίτρινου αλμυρού τυριού που τρώγεται σε κομμάτια ή τριμμένο
κεφαλοτύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοτύρι
κεφαλοχωριού	=	κεφαλοχώρι
κεφαλοχωριών	=	κεφαλοχώρι
κεφαλοχώρι	noun	το μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωριό μιας περιοχής, συνήθως και το πιο πλούσιο, το οποίο δεν είχε εξάρτηση από άλλα χωριά
κεφαλοχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλοχώρι
κεφαλωτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κεφαλωτός
κεφαλόβρυσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλόβρυσο
κεφαλόβρυσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλόβρυση
κεφαλόβρυση	noun|dated	άλλη μορφή του κεφαλόβρυσο
κεφαλόβρυσης	=	κεφαλόβρυση
κεφαλόβρυσο	noun	πηγή με πολύ νερό
κεφαλόβρυσου	noun	γενική ενικού του κεφαλόβρυσο
κεφαλόβρυσων	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλόβρυσο
κεφαλόδεμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμε	=	κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμο	=	κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμος	noun	μαντίλι (ή κορδέλα) που δένει κάποιος στο κεφάλι του για πρακτικούς ή διακοσμητικούς λόγους
κεφαλόδεσμου	=	κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμους	=	κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμων	=	κεφαλόδεσμος
κεφαλόμετρα	=	κεφαλόμετρο
κεφαλόμετρο	noun	ειδικό όργανο που χρησιμοποιείται στην κεφαλομετρία
κεφαλόμετρου	=	κεφαλόμετρο
κεφαλόμετρων	=	κεφαλόμετρο
κεφαλόπονε	=	κεφαλόπονος
κεφαλόπονο	=	κεφαλόπονος
κεφαλόπονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεφαλόπονος
κεφαλόπονος	noun	πόνος που εντοπίζεται γενικά στο κεφάλι
κεφαλόπονου	=	κεφαλόπονος
κεφαλόπονους	=	κεφαλόπονος
κεφαλόπονων	=	κεφαλόπονος
κεφαλόσκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφαλόσκαλο
κεφαλόσκαλο	noun	το κορυφαίο σκαλί
κεφαλόσκαλου	noun	γενική ενικού του κεφαλόσκαλο
κεφαλόσκαλων	noun	γενική πληθυντικού του κεφαλόσκαλο
κεφαλών	=	κεφαλή
κεφενιού	=	κεφένι
κεφενιών	=	κεφένι
κεφιλής	adj	εύθυμος, κεφάτος
κεφιλίκι	noun|dated	εγγύηση
κεφιλίκια	=	κεφιλίκι
κεφιλικιού	=	κεφιλίκι
κεφιλικιών	=	κεφιλίκι
κεφιού	=	κέφι
κεφιών	=	κέφι
κεφοδε	abbrev	εξειδικευμένες περιφερειακές διευθύνσεις της ΑΑΔΕ οι οποίες συγκεντρώνουν αρμοδιότητες σχετικές με τη φορολογία
κεφτέ	=	κεφτές
κεφτέδες	=	κεφτές
κεφτέδων	=	κεφτές
κεφτές	noun	ένα κομμάτι κιμά ζυμωμένου με μυρωδικά και άλλα υλικά, που πλάθεται σε σφαιρικό σχήμα και τηγανίζεται
κεφτεδάκι	noun	ο μικρός κεφτές
κεφτεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεφτεδάκι
κεχαγιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κεχαγιάς
κεχαγιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεχαγιάς
κεχαγιάδικε	=	κεχαγιάδικος
κεχαγιάδικο	=	κεχαγιάδικος
κεχαγιάδικοι	=	κεχαγιάδικος
κεχαγιάδικος	noun	παραδοσιακός χορός από το νησί της Λήμνου
κεχαγιάδικου	=	κεχαγιάδικος
κεχαγιάδικους	=	κεχαγιάδικος
κεχαγιάδικων	=	κεχαγιάδικος
κεχαγιάδων	noun	γενική πληθυντικού του κεχαγιάς
κεχαγιάς	noun	αξιωματούχος του οθωμανικού κράτους
κεχαριτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεχαριτωμένο
κεχαριτωμένε	verb	κλητική ενικού του κεχαριτωμένος
κεχαριτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεχαριτωμένη
κεχαριτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεχαριτωμένος
κεχαριτωμένης	verb	γενική ενικού του κεχαριτωμένη
κεχαριτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεχαριτωμένος
κεχαριτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεχαριτωμένος
κεχαριτωμένος	verb|formal	άλλη μορφή του χαριτωμένος
κεχαριτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεχαριτωμένος
κεχαριτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεχαριτωμένος
κεχαριτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεχαριτωμένος
κεχηνώς	verb|archaic	αυτός που έχει ανοίξει το στόμα του διάπλατα, που έχει μείνει με ανοιχτό το στόμα από επιθυμία ή θαυμασμό
κεχρί	noun	γενική ονομασία διαφόρων ποωδών φυτών της οικογένειας Αγρωστώδη (Graminae)· παράγουν μικρά εδώδιμα σπέρματα, που χρησιμοποιούνται ως τροφή του ανθρώπου ή των ζώων.
κεχριά	=	κεχρί
κεχριμπάρι	noun	απολιθωμένο διαυγές ρετσίνι που χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων
κεχριμπάρια	=	κεχριμπάρι
κεχριμπαρένια	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιας	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιε	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιες	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιο	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιοι	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιος	adj	φτιαγμένος από κεχριμπάρι
κεχριμπαρένιου	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιους	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαρένιων	=	κεχριμπαρένιος
κεχριμπαριού	=	κεχριμπάρι
κεχριμπαριών	=	κεχριμπάρι
κεχριού	=	κεχρί
κεχρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεχρισμένο
κεχρισμένε	verb	κλητική ενικού του κεχρισμένος
κεχρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κεχρισμένη
κεχρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κεχρισμένος
κεχρισμένης	verb	γενική ενικού του κεχρισμένη
κεχρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κεχρισμένος
κεχρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κεχρισμένος
κεχρισμένος	verb|formal	άλλη μορφή του χρισμένος
κεχρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κεχρισμένος
κεχρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κεχρισμένος
κεχρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κεχρισμένος
κεχριών	=	κεχρί
κεχωρισμένως	adv|formal	χωριστά
κεψέ	=	κεψές
κεψέδες	=	κεψές
κεψέδων	=	κεψές
κεψές	noun	κουτάλα
κεϊκ	=	κέικ
κεϋνσιανισμέ	=	κεϋνσιανισμός
κεϋνσιανισμοί	=	κεϋνσιανισμός
κεϋνσιανισμού	=	κεϋνσιανισμός
κεϋνσιανισμούς	=	κεϋνσιανισμός
κεϋνσιανισμό	=	κεϋνσιανισμός
κεϋνσιανισμός	noun	οικονομική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κράτος πρέπει να τονώσει ενεργά την οικονομική ανάπτυξη και να βελτιώσει τη σταθερότητα στον ιδιωτικό τομέα μέσω των επιτοκίων, της φορολογίας και των δημόσιων έργων.
κεϋνσιανισμών	=	κεϋνσιανισμός
κηδέψαμε	=	κηδεύω
κηδέψαν	=	κηδεύω
κηδέψανε	=	κηδεύω
κηδέψατε	=	κηδεύω
κηδέψει	=	κηδεύω
κηδέψου	=	κηδεύω
κηδέψτε	=	κηδεύω
κηδεία	noun	η θρησκευτική ή πολιτική τελετή που συνοδεύει την ταφή ενός νεκρού
κηδείας	noun	γενική ενικού του κηδεία
κηδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεία
κηδειών	noun	γενική πληθυντικού του κηδεία
κηδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεμένο
κηδεμένε	verb	κλητική ενικού του κηδεμένος
κηδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεμένη
κηδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηδεμένος
κηδεμένης	verb	γενική ενικού του κηδεμένη
κηδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κηδεμένος
κηδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηδεμένος
κηδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κηδεύω
κηδεμένου	=	κηδεμένος
κηδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κηδεμένος
κηδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κηδεμένος
κηδεμονία	noun	η εξουσία και η ευθύνη του κηδεμόνα
κηδεμονίας	noun	γενική ενικού του κηδεμονία
κηδεμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεμονία
κηδεμονευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεμονευμένο
κηδεμονευμένε	verb	κλητική ενικού του κηδεμονευμένος
κηδεμονευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεμονευμένη
κηδεμονευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηδεμονευμένος
κηδεμονευμένης	verb	γενική ενικού του κηδεμονευμένη
κηδεμονευμένο	verb	αιτιατική ενικού του κηδεμονευμένος
κηδεμονευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηδεμονευμένος
κηδεμονευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονευμένου	=	κηδεμονευμένος
κηδεμονευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κηδεμονευμένος
κηδεμονευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κηδεμονευμένος
κηδεμονευτήκαμε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευτήκαν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευτήκανε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευτήκατε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευτεί	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευτείτε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόμασταν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόμαστε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόμενα	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενε	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενες	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενη	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενης	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενο	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενοι	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονευόμενου	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενους	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμενων	=	κηδεμονευόμενος
κηδεμονευόμουν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόμουνα	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόντουσαν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόσασταν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόσαστε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόσουν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόσουνα	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευόταν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονευότανε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύαμε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύαν	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύανε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύατε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύει	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύεις	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύεσαι	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύεστε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύεται	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύετε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύονται	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύονταν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύοντας	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύου	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύουμε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύουν	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύουνε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσαν	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύσανε	=	κηδεμονεύω
κηδεμονεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσεων	=	κηδεμόνευση
κηδεμονεύσου	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμονεύτηκα	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύτηκαν	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύτηκε	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύτηκες	=	κηδεμονεύομαι
κηδεμονεύω	verb	είμαι κηδεμόνας κάποιου και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
κηδεμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κηδεμονικός	adv	με κηδεμονικό τρόπο
κηδεμονικέ	adj	κλητική ενικού του κηδεμονικός
κηδεμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεμονική
κηδεμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηδεμονικός
κηδεμονικής	adj	γενική ενικού του κηδεμονική
κηδεμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηδεμονικός
κηδεμονικού	adj	γενική ενικού του κηδεμονικός
κηδεμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηδεμονικός
κηδεμονικό	adj	αιτιατική ενικού του κηδεμονικός
κηδεμονικός	adj	που έχει σχέση με τον κηδεμόνα ή την κηδεμονία ή αναφέρεται σ’ αυτά
κηδεμονικών	adj	γενική πληθυντικού του κηδεμονικός
κηδεμονικώς	adv|dated	κηδεμονικά
κηδεμονιών	noun	γενική πληθυντικού του κηδεμονία
κηδεμόνα	=	κηδεμόνας
κηδεμόνας	noun	ο φυσικός γονέας ή άλλο άτομο που, κατά το νόμο, αναλαμβάνει να φροντίζει και να επιβλέπει ένα ανήλικο ή ένα πρόσωπο χωρίς αυτεξουσιότητα, να διαχειρίζεται την περιουσία του και να έχει τη ευθύνη της εκπροσώπησής του
κηδεμόνες	=	κηδεμόνας
κηδεμόνευα	=	κηδεμονεύω
κηδεμόνευαν	=	κηδεμονεύω
κηδεμόνευε	=	κηδεμονεύω
κηδεμόνευες	=	κηδεμονεύω
κηδεμόνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμόνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμόνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμόνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεμονεύω
κηδεμόνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κηδεμονεύω
κηδεμόνευσης	=	κηδεμόνευση
κηδεμόνος	=	κηδεμόνας
κηδεμόνων	=	κηδεμόνας
κηδεστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεστής
κηδεστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κηδεστής
κηδεστής	noun	ο συγγενής κάποιου εξ αγχιστείας, από επιγαμία
κηδεστία	noun	η συγγένεια μεταξύ του ενός συζύγου με τους συγγενείς του άλλου συζύγου
κηδεστίας	noun	γενική ενικού του κηδεστία
κηδεστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδεστία
κηδεστιών	noun	γενική πληθυντικού του κηδεστία
κηδεστών	noun	γενική πληθυντικού του κηδεστής
κηδευτές	=	κηδευτής
κηδευτή	=	κηδευτής
κηδευτήκαμε	=	κηδεύω
κηδευτήκαν	=	κηδεύω
κηδευτήκανε	=	κηδεύω
κηδευτήκατε	=	κηδεύω
κηδευτής	noun	ιερέας ή ιέρεια κηδείας
κηδευτεί	=	κηδεύω
κηδευτείτε	=	κηδεύω
κηδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδευτικό
κηδευτικέ	adj	κλητική ενικού του κηδευτικός
κηδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηδευτική
κηδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηδευτικός
κηδευτικής	adj	γενική ενικού του κηδευτική
κηδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηδευτικός
κηδευτικού	adj	γενική ενικού του κηδευτικός
κηδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηδευτικός
κηδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κηδευτικός
κηδευτικός	adj	που αφορά ή σχετίζεται με κηδεία
κηδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κηδευτικός
κηδευτών	=	κηδευτής
κηδευόμασταν	=	κηδεύω
κηδευόμαστε	=	κηδεύω
κηδευόμουν	=	κηδεύω
κηδευόμουνα	=	κηδεύω
κηδευόντουσαν	=	κηδεύω
κηδευόσασταν	=	κηδεύω
κηδευόσαστε	=	κηδεύω
κηδευόσουν	=	κηδεύω
κηδευόσουνα	=	κηδεύω
κηδευόταν	=	κηδεύω
κηδευότανε	=	κηδεύω
κηδεύαμε	=	κηδεύω
κηδεύαν	=	κηδεύω
κηδεύανε	=	κηδεύω
κηδεύατε	=	κηδεύω
κηδεύει	=	κηδεύω
κηδεύεις	=	κηδεύω
κηδεύεσαι	=	κηδεύω
κηδεύεστε	=	κηδεύω
κηδεύεται	=	κηδεύω
κηδεύετε	=	κηδεύω
κηδεύομαι	=	κηδεύω
κηδεύονται	=	κηδεύω
κηδεύονταν	=	κηδεύω
κηδεύοντας	=	κηδεύω
κηδεύου	=	κηδεύω
κηδεύουμε	=	κηδεύω
κηδεύουν	=	κηδεύω
κηδεύουνε	=	κηδεύω
κηδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κήδευση
κηδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύσεων	=	κήδευση
κηδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηδεύω
κηδεύτηκα	=	κηδεύω
κηδεύτηκαν	=	κηδεύω
κηδεύτηκε	=	κηδεύω
κηδεύτηκες	=	κηδεύω
κηδεύτρια	=	κηδευτής
κηδεύω	verb	τελώ κηδεία
κηδοσυνών	=	κηδοσύνη
κηδοσύνες	=	κηδοσύνη
κηδοσύνη	noun|archaic	στενοχώρια, θλίψη
κηδοσύνης	=	κηδοσύνη
κηκίδα	noun	άλλη μορφή του κηκίδι
κηκίδας	=	κηκίδα
κηκίδες	=	κηκίδα
κηκίδι	noun	το φυτικό ογκίδιο (παθολογικό εξόγκωμα) που προκαλούν διάφορα ζωύφια
κηκίδια	=	κηκίδι
κηκίδων	=	κηκίδα
κηκιδιού	=	κηκίδι
κηκιδιών	=	κηκίδι
κηκογόνα	=	κηκογόνος
κηκογόνας	=	κηκογόνος
κηκογόνε	=	κηκογόνος
κηκογόνες	=	κηκογόνος
κηκογόνη	=	κηκογόνος
κηκογόνο	=	κηκογόνος
κηκογόνοι	=	κηκογόνος
κηκογόνος	adj	που προκαλεί κηκίδες
κηκογόνου	=	κηκογόνος
κηκογόνους	=	κηκογόνος
κηκογόνων	=	κηκογόνος
κηλίδα	noun	σημείο μιας επιφάνειας με διαφορετικό χρώμα από αυτήν
κηλίδας	=	κηλίδα
κηλίδες	=	κηλίδα
κηλίδων	=	κηλίδα
κηλίδωνα	=	κηλιδώνω
κηλίδωναν	=	κηλιδώνω
κηλίδωνε	=	κηλιδώνω
κηλίδωνες	=	κηλιδώνω
κηλίδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλίδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλίδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλίδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλίδωση	noun	ενέργεια που κηλιδώνει, ντροπιάζει
κηλίδωσης	=	κηλίδωση
κηλεπίδεσμε	noun	κλητική ενικού του κηλεπίδεσμος
κηλεπίδεσμο	noun	αιτιατική ενικού του κηλεπίδεσμος
κηλεπίδεσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηλεπίδεσμος
κηλεπίδεσμος	noun	επίδεσμος για τη συγκράτηση της κήλης
κηλεπίδεσμου	=	κηλεπίδεσμος
κηλεπίδεσμους	=	κηλεπίδεσμος
κηλεπιδέσμου	noun	γενική ενικού του κηλεπίδεσμος
κηλεπιδέσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κηλεπίδεσμος
κηλεπιδέσμων	noun	γενική πληθυντικού του κηλεπίδεσμος
κηλιδοβουτιού	=	κηλιδοβούτι
κηλιδοβουτιών	=	κηλιδοβούτι
κηλιδοβούτι	noun	είδος πουλιού
κηλιδοβούτια	=	κηλιδοβούτι
κηλιδωδών	=	κηλιδώδης
κηλιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηλιδωμένο
κηλιδωμένε	verb	κλητική ενικού του κηλιδωμένος
κηλιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηλιδωμένη
κηλιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηλιδωμένος
κηλιδωμένης	verb	γενική ενικού του κηλιδωμένη
κηλιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κηλιδωμένος
κηλιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηλιδωμένος
κηλιδωμένος	verb	που έχει κηλιδωθεί, στιγματισμένος, σπιλωμένος
κηλιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κηλιδωμένος
κηλιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κηλιδωμένος
κηλιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κηλιδωμένος
κηλιδωνόμασταν	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόμαστε	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόμουν	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόμουνα	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόντουσαν	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόσασταν	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόσαστε	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόσουν	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόσουνα	=	κηλιδώνω
κηλιδωνόταν	=	κηλιδώνω
κηλιδωνότανε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσήκαμε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσήκαν	=	κηλιδώνω
κηλιδωσήκανε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσήκατε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσεί	=	κηλιδώνω
κηλιδωσείς	=	κηλιδώνω
κηλιδωσείτε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσούμε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσούν	=	κηλιδώνω
κηλιδωσούνε	=	κηλιδώνω
κηλιδωσώ	=	κηλιδώνω
κηλιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηλιδωτό
κηλιδωτέ	adj	κλητική ενικού του κηλιδωτός
κηλιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηλιδωτή
κηλιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηλιδωτός
κηλιδωτής	adj	γενική ενικού του κηλιδωτή
κηλιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηλιδωτός
κηλιδωτού	adj	γενική ενικού του κηλιδωτός
κηλιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηλιδωτός
κηλιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του κηλιδωτός
κηλιδωτός	adj	που έχει κηλίδες, που είναι διάστικτος
κηλιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του κηλιδωτός
κηλιδώδεις	=	κηλιδώδης
κηλιδώδες	=	κηλιδώδης
κηλιδώδη	=	κηλιδώδης
κηλιδώδης	adj	που αφορά ή σχετίζεται με τον κηλιδώδη πυρετό
κηλιδώδους	=	κηλιδώδης
κηλιδώναμε	=	κηλιδώνω
κηλιδώναν	=	κηλιδώνω
κηλιδώνανε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνατε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνει	=	κηλιδώνω
κηλιδώνεις	=	κηλιδώνω
κηλιδώνεσαι	=	κηλιδώνω
κηλιδώνεστε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνεται	=	κηλιδώνω
κηλιδώνετε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνομαι	=	κηλιδώνω
κηλιδώνομε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνονται	=	κηλιδώνω
κηλιδώνονταν	=	κηλιδώνω
κηλιδώνοντας	=	κηλιδώνω
κηλιδώνουμε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνουν	=	κηλιδώνω
κηλιδώνουνε	=	κηλιδώνω
κηλιδώνω	verb	αποτελώ ηθική κηλίδα, σπιλώνω, ντροπιάζω
κηλιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσαν	=	κηλιδώνω
κηλιδώσανε	=	κηλιδώνω
κηλιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηλίδωση
κηλιδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσεων	=	κηλίδωση
κηλιδώσηκα	=	κηλιδώνω
κηλιδώσηκαν	=	κηλιδώνω
κηλιδώσηκε	=	κηλιδώνω
κηλιδώσηκες	=	κηλιδώνω
κηλιδώσομε	=	κηλιδώνω
κηλιδώσου	=	κηλιδώνω
κηλιδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσουνε	=	κηλιδώνω
κηλιδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλιδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηλιδώνω
κηλῶ	verb	θέλγω, μαγεύω
κηνσόρων	=	κήνσορας
κηπάκι	noun	υποκοριστικό του κήπος
κηπάκια	=	κηπάκι
κηπάκο	=	κηπάκος
κηπάκοι	=	κηπάκος
κηπάκος	noun	μικρός κήπος
κηπάκου	=	κηπάκος
κηπάκους	=	κηπάκος
κηπάκων	=	κηπάκος
κηπάρια	=	κηπάριο
κηπάριο	noun	υποκοριστικό του κήπος
κηπάριου	=	κηπάριο
κηπαλάκι	noun	μικρός κήπος, καλλιεργούμενος με λαχανικά, ιδίως φασολάκια (στη κρητική διάλεκτο)
κηπαλάκια	=	κηπαλάκι
κηπαλακιού	=	κηπαλάκι
κηπαλακιών	=	κηπαλάκι
κηπαρίου	=	κηπάριο
κηπαρίων	=	κηπάριο
κηπευμένα	=	κηπευμένος
κηπευμένε	=	κηπευμένος
κηπευμένες	=	κηπευμένος
κηπευμένη	=	κηπευμένος
κηπευμένης	=	κηπευμένος
κηπευμένο	=	κηπευμένος
κηπευμένοι	=	κηπευμένος
κηπευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κηπεύω
κηπευμένου	=	κηπευμένος
κηπευμένους	=	κηπευμένος
κηπευμένων	=	κηπευμένος
κηπευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κηπευτός	adv	με κηπευτό τρόπο
κηπευτέ	adj	κλητική ενικού του κηπευτός
κηπευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηπευτή
κηπευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηπευτός
κηπευτής	adj	γενική ενικού του κηπευτή
κηπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηπευτικό
κηπευτικέ	adj	κλητική ενικού του κηπευτικός
κηπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηπευτική
κηπευτική	noun	κηπουρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηπευτικός
κηπευτικής	adj	γενική ενικού του κηπευτική
κηπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηπευτικός
κηπευτικού	adj	γενική ενικού του κηπευτικός
κηπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηπευτικός
κηπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κηπευτικός	noun	λαχανικό
κηπευτικός	adj	που έχει σχέση με κήπο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή καλλιεργείται σε κήπο
κηπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κηπευτικός
κηπευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηπευτός
κηπευτού	adj	γενική ενικού του κηπευτός
κηπευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηπευτός
κηπευτό	adj	αιτιατική ενικού του κηπευτός
κηπευτός	adj	που τον καλλιεργούμε σε κήπο και ευδοκιμεί εκεί
κηπευτών	adj	γενική πληθυντικού του κηπευτός
κηπεύαμε	=	κηπεύω
κηπεύαν	=	κηπεύω
κηπεύανε	=	κηπεύω
κηπεύατε	=	κηπεύω
κηπεύει	=	κηπεύω
κηπεύεις	=	κηπεύω
κηπεύετε	=	κηπεύω
κηπεύθηκα	=	κηπεύω
κηπεύομαι	=	κηπεύω
κηπεύοντας	=	κηπεύω
κηπεύουμε	=	κηπεύω
κηπεύουν	=	κηπεύω
κηπεύουνε	=	κηπεύω
κηπεύσαμε	=	κηπεύω
κηπεύσαν	=	κηπεύω
κηπεύσανε	=	κηπεύω
κηπεύσατε	=	κηπεύω
κηπεύσει	=	κηπεύω
κηπεύσεις	=	κήπευση
κηπεύσεων	=	κήπευση
κηπεύσιμα	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμε	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμες	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμη	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμης	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμο	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμοι	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να κηπευτεί
κηπεύσιμου	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμους	=	κηπεύσιμος
κηπεύσιμων	=	κηπεύσιμος
κηπεύστε	=	κηπεύω
κηπεύω	verb	καταπιάνομαι με την κηπουρική, περιποιούμαι τον κήπο
κηποκομία	noun	η επιστήμη της καλλιέργειας κήπων
κηποκομίας	noun	γενική ενικού του κηποκομία
κηποκομίες	=	κηποκομία
κηποκομιών	noun	γενική πληθυντικού του κηποκομία
κηποτάφια	=	κηποτάφιο
κηποτάφιο	noun|formal	τάφος σε κήπο, κήπος που εξυπηρετεί ταφικές ανάγκες
κηποτάφιου	=	κηποτάφιο
κηποταφίου	=	κηποτάφιο
κηποταφίων	=	κηποτάφιο
κηποτεχνία	noun	κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την αισθητική οργάνωση κήπων και χώρων πρασίνου
κηποτεχνίας	=	κηποτεχνία
κηποτεχνίες	=	κηποτεχνία
κηποτεχνιών	=	κηποτεχνία
κηπουπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηπούπολη
κηπουπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του κηπούπολη
κηπουπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του κηπούπολη
κηπουρέ	noun	κλητική ενικού του κηπουρός
κηπουρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηπουρικό
κηπουρικέ	adj	κλητική ενικού του κηπουρικός
κηπουρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηπουρική
κηπουρική	adj	η τέχνη του κηπουρού
κηπουρικής	adj	γενική ενικού του κηπουρική
κηπουρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηπουρικός
κηπουρικού	adj	γενική ενικού του κηπουρικός
κηπουρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηπουρικός
κηπουρικό	adj	αιτιατική ενικού του κηπουρικός
κηπουρικός	adj	που έχει σχέση με τον κηπουρό ή την κηπουρική ή αναφέρεται σ’ αυτά
κηπουρικών	adj	γενική πληθυντικού του κηπουρικός
κηπουροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηπουρός
κηπουρού	noun	γενική ενικού του κηπουρός
κηπουρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κηπουρός
κηπουρό	noun	αιτιατική ενικού του κηπουρός
κηπουρός	noun	που έχει για δουλειά την φροντίδα του κήπου, ο περιβολάρης.
κηπουρών	noun	γενική πληθυντικού του κηπουρός
κηπούπολη	noun	οικονομικά αυτοτελής αστική περιοχή, σχεδιασμένη με εκτενείς ζώνες πρασίνου και καθορισμένα τμήματα κατοικίας και οικονομικής δραστηριότητας
κηπούπολης	noun	γενική ενικού του κηπούπολη
κηρέ	noun	κλητική ενικού του κηρός
κηρέλαια	=	κηρέλαιο
κηρέλαιο	noun	αλοιφή φτιαγμένη από κερί και λάδι
κηρέλαιου	=	κηρέλαιο
κηρέλαιων	=	κηρέλαιο
κηρήθρα	noun	τμήμα της κυψέλης, το οποίο αποτελείται από εξάγωνα κέρινα κελιά σε σειρά και το κατασκευάζουν οι μέλισσες, για να αποθηκεύουν το μέλι και τη γύρη αλλά και να τοποθετούν τα αβγά τους
κηρήθρας	noun	γενική ενικού του κηρήθρα
κηρήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρήθρα
κηρία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρίο
κηρίο	noun	κερί
κηρίου	noun	γενική ενικού του κηρίο
κηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κηρίο
κηραλοιφές	=	κηραλοιφή
κηραλοιφή	noun	επαλειφόμενο καλλυντικό φτιαγμένο με βάση το κερί των μελισσών
κηραλοιφής	=	κηραλοιφή
κηραλοιφών	=	κηραλοιφή
κηρελαίου	=	κηρέλαιο
κηρελαίων	=	κηρέλαιο
κηρηθρών	noun	γενική πληθυντικού του κηρήθρα
κηροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηρός
κηρογραφία	noun	η εγκαυστική
κηρογραφίας	noun	γενική ενικού του κηρογραφία
κηρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρογραφία
κηρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κηρογραφία
κηροδοσία	noun|dated	είδος φόρου σε κερί, που κατέβαλλε ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα (μονή, ναός κ.λπ.)
κηροδοσίας	=	κηροδοσία
κηροδοσίες	=	κηροδοσία
κηροδοσιών	=	κηροδοσία
κηροειδές	=	κηροειδής
κηροειδή	noun	οι ειδικά επεξεργασμένες συνθετικές ύλες (παραφίνη, στεατίνη κ.ά.) που χρησιμοποιούνται αντί για κερί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κηροειδής
κηροειδής	adj	που μοιάζει με κερί στο χρώμα (≈ συνώνυμα: κιτρινωπός) ή την υφή (≈ συνώνυμα: κηρώδης)
κηροειδείς	=	κηροειδής
κηροειδούς	=	κηροειδής
κηροειδών	=	κηροειδής
κηροζίνες	=	κηροζίνη
κηροζίνη	noun	το εύφλεκτο μείγμα υδρογονανθράκων που προέρχεται από την απόσταξη του πετρελαίου και χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο των αεροπλάνων και ως διαλύτης
κηροζίνης	=	κηροζίνη
κηροζινών	=	κηροζίνη
κηροθήκες	=	κηροθήκη
κηροθήκη	noun	θήκη με μια ή συνήθως περισσότερες κοίλες θέσεις για την τοποθέτηση των κεριών στις εκκλησίες, από τις οποίες μπορούν να τα παραλάβουν οι πιστοί
κηροθήκης	=	κηροθήκη
κηροθηκών	=	κηροθήκη
κηρολαμπάς	noun	μεγάλη λαμπάδα η οποία χρησιμοποιείται κυρίως σε λιτανείες
κηρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση της τήξης του κεριού
κηρομαντείας	=	κηρομαντεία
κηρομαντείες	=	κηρομαντεία
κηρομαντειών	=	κηρομαντεία
κηρομπογιά	noun	κηρώδες χρώμα ζωγραφικής σε μορφή ράβδου
κηρομπογιάς	noun	γενική ενικού του κηρομπογιά
κηρομπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρομπογιά
κηρομπογιών	=	κηρομπογιά
κηροπάνι	noun	άλλη μορφή του κερόπανο
κηροπάνια	=	κηροπάνι
κηροπήγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηροπήγιο
κηροπήγιο	noun	αντικείμενο με μία ή περισσότερες υποδοχές για τη στερέωση κεριών
κηροπήγιου	noun	γενική ενικού του κηροπήγιο
κηροπήγιων	noun	γενική πληθυντικού του κηροπήγιο
κηροπανιού	=	κηροπάνι
κηροπανιών	=	κηροπάνι
κηροπηγίου	=	κηροπήγιο
κηροπηγίων	=	κηροπήγιο
κηροπλάστες	=	κηροπλάστης
κηροπλάστη	=	κηροπλάστης
κηροπλάστης	noun	αυτός που παρασκευάζει κεριά
κηροπλάστρια	noun	θηλυκό του κηροπλάστης
κηροπλάστριας	noun	γενική ενικού του κηροπλάστρια
κηροπλάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηροπλάστρια
κηροπλαστεία	=	κηροπλαστείο
κηροπλαστείο	noun	το μέρος ή το κατάστημα, η βιοτεχνία όπου παρασκευάζονται κεριά
κηροπλαστείου	=	κηροπλαστείο
κηροπλαστείων	=	κηροπλαστείο
κηροπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηροπλαστικό
κηροπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του κηροπλαστικός
κηροπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηροπλαστική
κηροπλαστική	noun	η τέχνη του κηροπλάστη
κηροπλαστικής	adj	γενική ενικού του κηροπλαστική
κηροπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηροπλαστικός
κηροπλαστικού	adj	γενική ενικού του κηροπλαστικός
κηροπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηροπλαστικός
κηροπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του κηροπλαστικός
κηροπλαστικός	adj	που έχει σχέση με τον κηροπλάστη και την τέχνη του
κηροπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του κηροπλαστικός
κηροπλαστριών	noun	γενική πληθυντικού του κηροπλάστρια
κηροπλαστών	=	κηροπλάστης
κηροποιέ	noun	κλητική ενικού του κηροποιός
κηροποιία	noun	η κηροπλαστική
κηροποιίας	noun	γενική ενικού του κηροποιία
κηροποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηροποιία
κηροποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηροποιείο
κηροποιείο	noun	μονάδα παραγωγής κεριών
κηροποιείου	noun	γενική ενικού του κηροποιείο
κηροποιείων	noun	γενική πληθυντικού του κηροποιείο
κηροποιιών	noun	γενική πληθυντικού του κηροποιία
κηροποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηροποιός
κηροποιού	noun	γενική ενικού του κηροποιός
κηροποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κηροποιός
κηροποιό	noun	αιτιατική ενικού του κηροποιός
κηροποιός	noun	που κατασκευάζει κεριά
κηροποιών	noun	γενική πληθυντικού του κηροποιός
κηροσβέστες	=	κηροσβέστης
κηροσβέστη	=	κηροσβέστης
κηροσβέστης	noun	συσκευή με την οποία σκεπάζουμε τη φλόγα ενός κεριού, ώστε να σβήσει
κηροσβεστών	=	κηροσβέστης
κηροστάτες	=	κηροστάτης
κηροστάτη	=	κηροστάτης
κηροστάτης	noun|formal	το μανουάλι
κηροστασία	noun	όρος που αναφέρεται στους στίχους Θ 70 κ.ε της Ιλιάδας, εκεί που ο Δίας βάζει στη ζυγαριά τις μοίρες (κῆρε) των Αχαιών και των Τρώων και κρίνεται ότι οι Αχαιοί θα γνωρίσουν τον όλεθρο
κηροστασίας	=	κηροστασία
κηροστασίες	=	κηροστασία
κηροστασιών	=	κηροστασία
κηροστατών	=	κηροστάτης
κηρού	noun	γενική ενικού του κηρός
κηρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κηρός
κηρυγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κήρυγμα
κηρυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρυγμένο
κηρυγμένε	verb	κλητική ενικού του κηρυγμένος
κηρυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρυγμένη
κηρυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηρυγμένος
κηρυγμένης	verb	γενική ενικού του κηρυγμένη
κηρυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κηρυγμένος
κηρυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηρυγμένος
κηρυγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κηρύττω και κηρύσσω
κηρυγμένου	=	κηρυγμένος
κηρυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κηρυγμένος
κηρυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κηρυγμένος
κηρυκείου	noun	γενική ενικού του κηρύκειο
κηρυκείων	noun	γενική πληθυντικού του κηρύκειο
κηρυκτικός	adj|formal	που έχει σχέση με το κήρυγμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
κηρυσσόμασταν	=	κηρύσσω
κηρυσσόμαστε	=	κηρύσσω
κηρυσσόμουν	=	κηρύσσω
κηρυσσόμουνα	=	κηρύσσω
κηρυσσόντουσαν	=	κηρύσσω
κηρυσσόσασταν	=	κηρύσσω
κηρυσσόσαστε	=	κηρύσσω
κηρυσσόσουν	=	κηρύσσω
κηρυσσόσουνα	=	κηρύσσω
κηρυσσόταν	=	κηρύσσω
κηρυσσότανε	=	κηρύσσω
κηρυττόμασταν	=	κηρύττω
κηρυττόμαστε	=	κηρύττω
κηρυττόμουν	=	κηρύττω
κηρυττόμουνα	=	κηρύττω
κηρυττόντουσαν	=	κηρύττω
κηρυττόσασταν	=	κηρύττω
κηρυττόσαστε	=	κηρύττω
κηρυττόσουν	=	κηρύττω
κηρυττόσουνα	=	κηρύττω
κηρυττόταν	=	κηρύττω
κηρυττότανε	=	κηρύττω
κηρυχθήκαμε	=	κηρύσσω
κηρυχθήκαν	=	κηρύσσω
κηρυχθήκανε	=	κηρύσσω
κηρυχθήκατε	=	κηρύσσω
κηρυχθεί	=	κηρύσσω
κηρυχθείς	=	κηρύσσω
κηρυχθείτε	=	κηρύσσω
κηρυχθούμε	=	κηρύσσω
κηρυχθούν	=	κηρύσσω
κηρυχθούνε	=	κηρύσσω
κηρυχθώ	=	κηρύσσω
κηρυχτήκαμε	=	κηρύσσω
κηρυχτήκαν	=	κηρύσσω
κηρυχτήκανε	=	κηρύσσω
κηρυχτήκατε	=	κηρύσσω
κηρυχτεί	=	κηρύσσω
κηρυχτείς	=	κηρύσσω
κηρυχτείτε	=	κηρύσσω
κηρυχτούμε	=	κηρύσσω
κηρυχτούν	=	κηρύσσω
κηρυχτούνε	=	κηρύσσω
κηρυχτώ	=	κηρύσσω
κηρωδών	=	κηρώδης
κηρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κηρωτός	adv	με κηρωτό τρόπο
κηρωτέ	adj	κλητική ενικού του κηρωτός
κηρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρωτή
κηρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κηρωτός
κηρωτής	adj	γενική ενικού του κηρωτή
κηρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κηρωτός
κηρωτού	adj	γενική ενικού του κηρωτός
κηρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κηρωτός
κηρωτό	adj	αιτιατική ενικού του κηρωτός
κηρωτός	adj	ο επαλειμμένος με κερί, ώστε να καταστεί αδιάβροχος
κηρωτών	adj	γενική πληθυντικού του κηρωτός
κηρό	noun	αιτιατική ενικού του κηρός
κηρόπανα	=	κηρόπανο
κηρόπανο	noun	άλλη μορφή του κερόπανο
κηρόπανου	=	κηρόπανο
κηρόπανων	=	κηρόπανο
κηρόπλαστα	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστε	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστες	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστη	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστης	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστο	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστοι	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστος	adj	ο φτιαγμένος από κερί
κηρόπλαστου	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστους	=	κηρόπλαστος
κηρόπλαστων	=	κηρόπλαστος
κηρός	noun|archaic	κερί
κηρόσκορε	=	κηρόσκορος
κηρόσκορο	=	κηρόσκορος
κηρόσκοροι	=	κηρόσκορος
κηρόσκορος	noun	νυκτόβιο λεπιδόπτερο (Galleria mellonella) του οποίου οι προνύμφες καταστρέφουν κηρήθρες με τη διατροφή τους σε κερί και προϊόντα της κυψέλης, ενώ παράλληλα εκτρέφονται για χρήση σε επιστημονική έρευνα και ως ζωοτροφή για διάφορα ζώα
κηρόσκορου	=	κηρόσκορος
κηρόσκορους	=	κηρόσκορος
κηρόσκορων	=	κηρόσκορος
κηρύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κήρυγμα
κηρύγματος	noun	γενική ενικού του κήρυγμα
κηρύθρα	=	κηρήθρα
κηρύκεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηρύκειο
κηρύκειο	noun	το ραβδί που κρατούσαν οι κήρυκες και οι πρέσβεις, αλλά και το έμβλημα του θεού Ερμή
κηρύκειου	=	κηρύκειο
κηρύκων	=	κήρυκας
κηρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξαν	=	κηρύσσω
κηρύξανε	=	κηρύσσω
κηρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κήρυξη
κηρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του κήρυξη
κηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του κήρυξη
κηρύξομε	=	κηρύσσω
κηρύξου	=	κηρύσσω
κηρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξουνε	=	κηρύσσω
κηρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κηρύσσω
κηρύσσαμε	=	κηρύσσω
κηρύσσαν	=	κηρύσσω
κηρύσσανε	=	κηρύσσω
κηρύσσατε	=	κηρύσσω
κηρύσσει	=	κηρύσσω
κηρύσσεις	=	κηρύσσω
κηρύσσεσαι	=	κηρύσσω
κηρύσσεστε	=	κηρύσσω
κηρύσσεται	=	κηρύσσω
κηρύσσετε	=	κηρύσσω
κηρύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κηρύσσω
κηρύσσομε	=	κηρύσσω
κηρύσσονται	=	κηρύσσω
κηρύσσονταν	=	κηρύσσω
κηρύσσοντας	=	κηρύσσω
κηρύσσουμε	=	κηρύσσω
κηρύσσουν	=	κηρύσσω
κηρύσσουνε	=	κηρύσσω
κηρύσσω	verb	γνωστοποιώ επίσημα
κηρύτταμε	=	κηρύττω
κηρύτταν	=	κηρύττω
κηρύττανε	=	κηρύττω
κηρύττατε	=	κηρύττω
κηρύττει	=	κηρύττω
κηρύττεις	=	κηρύττω
κηρύττεσαι	=	κηρύττω
κηρύττεστε	=	κηρύττω
κηρύττεται	=	κηρύττω
κηρύττετε	=	κηρύττω
κηρύττομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κηρύττω, άλλη μορφή του κηρύσσομαι
κηρύττομε	=	κηρύττω
κηρύττονται	=	κηρύττω
κηρύττονταν	=	κηρύττω
κηρύττοντας	=	κηρύττω
κηρύττου	=	κηρύττω
κηρύττουμε	=	κηρύττω
κηρύττουν	=	κηρύττω
κηρύττουνε	=	κηρύττω
κηρύττω	verb	άλλη μορφή του κηρύσσω
κηρύχθηκα	=	κηρύσσω
κηρύχθηκαν	=	κηρύσσω
κηρύχθηκε	=	κηρύσσω
κηρύχθηκες	=	κηρύσσω
κηρύχτηκα	=	κηρύσσω
κηρύχτηκαν	=	κηρύσσω
κηρύχτηκε	=	κηρύσσω
κηρύχτηκες	=	κηρύσσω
κηρώδεις	=	κηρώδης
κηρώδες	=	κηρώδης
κηρώδη	=	κηρώδης
κηρώδης	adj	που είναι αλειμμένος με κερί ή έχει την υφή κεριού
κηρώδους	=	κηρώδης
κηρών	noun	γενική πληθυντικού του κηρός
κητέλαια	=	κητέλαιο
κητέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από κήτη, από φάλαινες, φαλαινόλαδο
κητέλαιου	=	κητέλαιο
κητέλαιων	=	κητέλαιο
κητελαίου	=	κητέλαιο
κητελαίων	=	κητέλαιο
κητοειδές	=	κητοειδής
κητοειδή	noun	που μοιάζουν με κήτη, με κητώδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κητοειδές, ουδέτερο του κητοειδής
κητοειδής	adj	άλλη μορφή του κητώδης
κητοειδείς	=	κητοειδής
κητοειδούς	=	κητοειδής
κητοειδών	=	κητοειδής
κητοσπέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κητόσπερμα
κητοσπέρματος	noun	γενική ενικού του κητόσπερμα
κητοσπερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κητόσπερμα
κητωδών	=	κητώδης
κητόσπερμα	noun|dated	ημίρρευστη κηρώδης ουσία που βρίσκεται στο κεφάλι κάποιων ειδών φάλαινας (και πίστευαν -λανθασμένα- πως ήταν σπέρμα)
κητώδεις	=	κητώδης
κητώδες	=	κητώδης
κητώδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κητώδες, ουδέτερο του κητώδης
κητώδης	adj	που έχει το σχήμα κήτους, που μοιάζει με κήτος
κητώδους	=	κητώδης
κητών	=	κήτος
κηφήνα	=	κηφήνας
κηφήνας	noun	η αρσενική μέλισσα που χρησιμεύει μόνον για την αναπαραγωγή (γονιμοποίηση της βασίλισσας)
κηφήνες	=	κηφήνας
κηφήνων	=	κηφήνας
κηφηναριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κηφηναριό
κηφηναριού	noun	γενική ενικού του κηφηναριό
κηφηναριό	noun	οι τεμπέληδες, χασομέρηδες και αργόσχολοι άνθρωποι ως σύνολο
κηφηναριών	noun	γενική πληθυντικού του κηφηναριό
κηφισιωτισσών	=	κηφισιώτισσα
κηφισιωτών	=	κηφισιώτης
κηφισιώτες	=	κηφισιώτης
κηφισιώτη	=	κηφισιώτης
κηφισιώτης	noun	ο Κηφισιώτης
κηφισιώτικα	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικε	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικες	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικη	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικης	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικο	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικοι	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κηφισιά ή τους κατοίκους της
κηφισιώτικου	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικους	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτικων	=	κηφισιώτικος
κηφισιώτισσα	noun	η Κηφισιώτισσα
κηφισιώτισσας	=	κηφισιώτισσα
κηφισιώτισσες	=	κηφισιώτισσα
κι	conj	το και όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν
κιάκια	noun	σπίρτα
κιάλι	noun	φορητό όργανο που αποτελείται από μακρόστενο κυλινδρικό σωλήνα, σταθερού ή μεταβαλλόμενου μήκους, και περιέχει σύστημα φακών το οποίο χρησιμεύει για μεγέθυνση ευνοώντας την παρατήρηση μακρινών αντικειμένων
κιάλια	noun	φορητό όργανο που αποτελείται από δύο κιάλια συνδεδεμένα μεταξύ τους
κιάρι	noun	ωφέλεια, κέρδος
κιάρια	=	κιάρι
κιαλάρω	verb|vulgar	βλέπω προσεκτικά, παρατηρώ με ενδιαφέρον
κιαλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιαλαρισμένο
κιαλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κιαλαρισμένος
κιαλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιαλαρισμένη
κιαλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιαλαρισμένος
κιαλαρισμένης	verb	γενική ενικού του κιαλαρισμένη
κιαλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κιαλαρισμένος
κιαλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιαλαρισμένος
κιαλαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κιαλάρω
κιαλαρισμένου	=	κιαλαρισμένος
κιαλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κιαλαρισμένος
κιαλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιαλαρισμένος
κιαλιού	=	κιάλι
κιαλιών	=	κιάλι
κιαμέτ	noun	άλλη μορφή του κιαμέτι
κιαμέτι	noun	μωαμεθανική πίστη για το τέλος του κόσμου και την ανάσταση των νεκρών
κιαριού	=	κιάρι
κιαριών	=	κιάρι
κιβδηλεία	noun	Η νόθευση ή παραποίηση ή παραχάραξη μεταλλικού νομίσματος (κέρματος)
κιβδηλείας	=	κιβδηλεία
κιβδηλείες	=	κιβδηλεία
κιβδηλειών	=	κιβδηλεία
κιβδηλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιβδηλεμένο
κιβδηλεμένε	verb	κλητική ενικού του κιβδηλεμένος
κιβδηλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιβδηλεμένη
κιβδηλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιβδηλεμένος
κιβδηλεμένης	verb	γενική ενικού του κιβδηλεμένη
κιβδηλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κιβδηλεμένος
κιβδηλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιβδηλεμένος
κιβδηλεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κιβδηλεύω
κιβδηλεμένου	=	κιβδηλεμένος
κιβδηλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κιβδηλεμένος
κιβδηλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιβδηλεμένος
κιβδηλεύω	verb	κάνω κάτι κίβδηλο
κιβδηλοποιέ	noun	κλητική ενικού του κιβδηλοποιός
κιβδηλοποιία	noun|dated	η παρασκευή κίβδηλων νομισμάτων
κιβδηλοποιίας	noun	γενική ενικού του κιβδηλοποιία
κιβδηλοποιίες	=	κιβδηλοποιία
κιβδηλοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του κιβδηλοποιία
κιβδηλοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιβδηλοποιός
κιβδηλοποιού	noun	γενική ενικού του κιβδηλοποιός
κιβδηλοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κιβδηλοποιός
κιβδηλοποιό	noun	αιτιατική ενικού του κιβδηλοποιός
κιβδηλοποιός	noun	ο παραχαράκτης, αυτός που κατασκευάζει κίβδηλα νομίσματα
κιβδηλοποιών	noun	γενική πληθυντικού του κιβδηλοποιός
κιβουριού	=	κιβούρι
κιβουριών	=	κιβούρι
κιβούρι	noun	το φέρετρο
κιβούρια	=	κιβούρι
κιβωρίου	=	κιβώριο
κιβωρίων	=	κιβώριο
κιβωτέ	=	κιβωτός
κιβωτίδιο	noun|formal	υποκοριστικό του κιβώτιο
κιβωτίου	noun	γενική ενικού του κιβώτιο
κιβωτίων	noun	γενική πληθυντικού του κιβώτιο
κιβωτιάκι	noun	μικρό κιβώτιο
κιβωτιάκια	=	κιβωτιάκι
κιβωτιοφόρα	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρας	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρε	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρες	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρο	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόροι	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρος	adj	που μεταφέρει κιβώτια
κιβωτιοφόρου	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρους	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιοφόρων	=	κιβωτιοφόρος
κιβωτιόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιβωτιόσχημο
κιβωτιόσχημε	adj	κλητική ενικού του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιβωτιόσχημη
κιβωτιόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημης	adj	γενική ενικού του κιβωτιόσχημη
κιβωτιόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημος	adj	που έχει σχήμα κιβωτίου
κιβωτιόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιβωτιόσχημος
κιβωτοί	=	κιβωτός
κιβωτοειδές	=	κιβωτοειδής
κιβωτοειδή	=	κιβωτοειδής
κιβωτοειδής	adj	που μοιάζει με κιβώτιο (ή κιβωτό), που έχει παρόμοιο σχήμα
κιβωτοειδείς	=	κιβωτοειδής
κιβωτοειδούς	=	κιβωτοειδής
κιβωτοειδών	=	κιβωτοειδής
κιβωτού	=	κιβωτός
κιβωτούς	=	κιβωτός
κιβωτό	=	κιβωτός
κιβωτός	noun	κιβωτός του Νώε, το μεγάλο πλοίο το οποίο κατασκεύασε ο Νώε για να γλυτώσει απ' τον κατακλυσμό
κιβωτών	=	κιβωτός
κιβώρια	=	κιβώριο
κιβώριο	noun	κατασκευή με θολωτό σχήμα που τίθεται πάνω από την Αγία Τράπεζα ενός ιερού
κιβώριου	=	κιβώριο
κιβώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιβώτιο
κιβώτιο	noun	μεγάλο κουτί από σκληρό χαρτόνι, ξύλο ή άλλο υλικό, κυρίως για τη συσκευασία εμπορευμάτων
κιβώτιου	=	κιβώτιο
κιγιμά	=	κιγιμάς
κιγιμάδες	=	κιγιμάς
κιγιμάδων	=	κιγιμάς
κιγιμάς	noun	παρωχημένη γραφή του κιμάς
κιγκαλερία	noun	η κοινή ονομασία για μεταλλικά αντικειμένα που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή σπιτιού, όπως τα πόμολα, οι σύρτες, οι πρόκες κλπ.
κιγκαλερίας	noun	γενική ενικού του κιγκαλερία
κιγκαλερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιγκαλερία
κιγκαλεριών	noun	γενική πληθυντικού του κιγκαλερία
κιγκλίδα	noun	το κάγκελο
κιγκλίδας	=	κιγκλίδα
κιγκλίδες	=	κιγκλίδα
κιγκλίδωμα	noun	φράκτης κατασκευασμένος από μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους ή ελάσματα ή άλλης μορφής στοιχεία
κιγκλίδων	=	κιγκλίδα
κιγκλιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κιγκλίδωμα
κιγκλιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιγκλιδωμένο
κιγκλιδωμένε	verb	κλητική ενικού του κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιγκλιδωμένη
κιγκλιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωμένης	verb	γενική ενικού του κιγκλιδωμένη
κιγκλιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κιγκλιδώνω
κιγκλιδωμένου	=	κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιγκλιδωμένος
κιγκλιδωτά	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτέ	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτές	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτή	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτής	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτοί	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτού	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτούς	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτό	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδωτός	adj	που περιφράσσεται με κιγκλιδώματα ή αποτελείται από κιγκλιδώματα
κιγκλιδωτών	=	κιγκλιδωτός
κιγκλιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιγκλίδωμα
κιγκλιδώματος	noun	γενική ενικού του κιγκλίδωμα
κιγκλιδώνω	verb	τοποθετώ κιγκλιδώματα
κιγμάς	noun|dated	άλλη γραφή του κιμάς
κιγχονών	=	κιγχόνη
κιγχόνες	=	κιγχόνη
κιγχόνη	noun	τροπικό φυτό της Νότιας Αμερικής, γνωστό για τον φλοιό του που περιέχει κινίνη και άλλα αλκαλοειδή, με ευρύτατη χρήση στη φαρμακευτική κατά της ελονοσίας και άλλων παθήσεων
κιγχόνης	=	κιγχόνη
κιεφ	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα, του οποίου ηγείται ο Αλή Τσαούς Μουσταφά
κιζερίτες	=	κιζερίτης
κιζερίτη	=	κιζερίτης
κιζερίτης	noun	μονοένυδρη μορφή του θειικού μαγνησίου (MgSO₄·H₂Ο), που χρησιμοποιείται ως λίπασμα
κιζεριτών	=	κιζερίτης
κιζλάρ-αγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιζλάρ-αγάς
κιζντίζω	verb	θυμώνω υπερβολικά, φουντώνω από οργή
κιθάρα	noun	έγχορδο μουσικό όργανο, με ξύλινο ηχείο, μεγάλο βραχίονα και έξι (ή σπανιότερα, δώδεκα) χορδές, το οποίο παίζεται με τα νύχια και τα δάχτυλα
κιθάρας	noun	γενική ενικού του κιθάρα
κιθάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιθάρα
κιθάριζα	=	κιθαρίζω
κιθάριζαν	=	κιθαρίζω
κιθάριζε	=	κιθαρίζω
κιθάριζες	=	κιθαρίζω
κιθάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κιθαρίζω
κιθαρίζαμε	=	κιθαρίζω
κιθαρίζαν	=	κιθαρίζω
κιθαρίζανε	=	κιθαρίζω
κιθαρίζατε	=	κιθαρίζω
κιθαρίζει	=	κιθαρίζω
κιθαρίζεις	=	κιθαρίζω
κιθαρίζετε	=	κιθαρίζω
κιθαρίζοντας	=	κιθαρίζω
κιθαρίζουμε	=	κιθαρίζω
κιθαρίζουν	=	κιθαρίζω
κιθαρίζουνε	=	κιθαρίζω
κιθαρίζω	verb|dated	παίζω κιθάρα
κιθαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίσαν	=	κιθαρίζω
κιθαρίσανε	=	κιθαρίζω
κιθαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίσματα	=	κιθάρισμα
κιθαρίσματος	=	κιθάρισμα
κιθαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίστα	noun	θηλυκό του κιθαρίστας
κιθαρίστας	noun	μουσικός που παίζει κιθάρα
κιθαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρίστες	=	κιθαρίστας
κιθαρίστρια	noun	θηλυκό του κιθαριστής
κιθαρίστριας	noun	γενική ενικού του κιθαρίστρια
κιθαρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιθαρίστρια
κιθαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιθαρίζω
κιθαρισμάτων	=	κιθάρισμα
κιθαρισμέ	=	κιθαρισμός
κιθαρισμοί	=	κιθαρισμός
κιθαρισμού	=	κιθαρισμός
κιθαρισμούς	=	κιθαρισμός
κιθαρισμό	=	κιθαρισμός
κιθαρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κιθαρίζω
κιθαρισμών	=	κιθαρισμός
κιθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιθαριστής
κιθαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κιθαριστής
κιθαριστής	noun	≋ ταυτόσημα: αρσενικό (θηλυκό κιθαρίστα)
κιθαριστριών	noun	γενική πληθυντικού του κιθαρίστρια
κιθαριστών	noun	γενική πληθυντικού του κιθαριστής
κιθαρωδέ	noun	κλητική ενικού του κιθαρωδός
κιθαρωδήσαμε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδήσαν	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδήσανε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδήσατε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδήσει	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδήστε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδεί	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδείς	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδείτε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιθαρωδός
κιθαρωδού	noun	γενική ενικού του κιθαρωδός
κιθαρωδούμε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούν	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούνε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κιθαρωδός
κιθαρωδούσα	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούσαμε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούσαν	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούσανε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούσατε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούσε	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδούσες	=	κιθαρωδώ
κιθαρωδό	noun	αιτιατική ενικού του κιθαρωδός
κιθαρωδός	noun	που παίζει κιθάρα και τραγουδάει
κιθαρωδώ	verb	παίζω κιθάρα και τραγουδώ ταυτόχρονα
κιθαρωδών	noun	γενική πληθυντικού του κιθαρωδός
κιθαρωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κιθαρωδώ
κιθαρώδησα	=	κιθαρωδώ
κιθαρώδησαν	=	κιθαρωδώ
κιθαρώδησε	=	κιθαρωδώ
κιθαρώδησες	=	κιθαρωδώ
κιθαρών	noun	γενική πληθυντικού του κιθάρα
κικινέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κικινέλαιο
κικινέλαιο	noun	φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός και το χρησιμοποιούμε σαν καθαρτικό ή στην παρασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, βαφών, αρωμάτων κ.ά.
κικινέλαιου	noun	γενική ενικού του κικινέλαιο
κικινέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του κικινέλαιο
κικιρίκου	intj	η κραυγή του κόκορα
κιλά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιλό
κιλίκιο	noun	ένδυμα ή εσώρουχο κατασκευασμένο από χονδρό ύφασμα ή ζωικές τρίχες
κιλίμι	noun	χειροποίητος τάπητας που υφαίνεται στον αργαλειό
κιλίμια	=	κιλίμι
κιλαηδισμέ	noun	κλητική ενικού του κιλαηδισμός
κιλαηδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιλαηδισμός
κιλαηδισμού	noun	γενική ενικού του κιλαηδισμός
κιλαηδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κιλαηδισμός
κιλαηδισμό	noun	αιτιατική ενικού του κιλαηδισμός
κιλαηδισμός	noun|literary	άλλη γραφή του κελαηδισμός
κιλαηδισμών	noun	γενική πληθυντικού του κιλαηδισμός
κιλαϊδισμέ	noun	κλητική ενικού του κιλαϊδισμός
κιλαϊδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιλαϊδισμός
κιλαϊδισμού	noun	γενική ενικού του κιλαϊδισμός
κιλαϊδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κιλαϊδισμός
κιλαϊδισμό	noun	αιτιατική ενικού του κιλαϊδισμός
κιλαϊδισμός	noun|literary	άλλη γραφή του κελαϊδισμός
κιλαϊδισμών	noun	γενική πληθυντικού του κιλαϊδισμός
κιλικίτι	=	κιρικίτι
κιλιμιού	=	κιλίμι
κιλιμιών	=	κιλίμι
κιλκισιωτών	=	κιλκισιώτης
κιλκισιώτες	=	κιλκισιώτης
κιλκισιώτη	=	κιλκισιώτης
κιλκισιώτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την πόλη ή περιφέρεια ΚΙλκίς
κιλκισιώτισσα	=	κιλκισιώτης
κιλλίβαντα	=	κιλλίβαντας
κιλλίβαντας	noun	κινητή βάση ενός πυροβόλου
κιλλίβαντες	=	κιλλίβαντας
κιλλίβαντων	=	κιλλίβαντας
κιλοβάτ	noun	μονάδα ισχύος ίση με ζίλι (1.000) βατ
κιλοβατωρών	noun	γενική πληθυντικού του κιλοβατώρα
κιλοβατώρα	noun	μονάδα μέτρησης της ενέργειας· εκφράζει την ενέργεια που παράγεται ή καταναλώνεται σε μία ώρα από μηχανή ισχύος ενός κιλοβάτ
κιλοβατώρας	noun	γενική ενικού του κιλοβατώρα
κιλοβατώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιλοβατώρα
κιλομπάιτ	noun	συνήθως στα δίκτυα μετρά τον ρυθμό μεταφοράς δεδομένων (data transfer rate) και είναι ίσο με 10³ = 1.000 bytes
κιλοτών	noun	γενική πληθυντικού του κιλότα
κιλοχέρτζ	noun	μονάδα συχνότητας ίση με χίλιους κύκλους ανά δευτερόλεπτο (10³ Hz), χρησιμοποιούμενη κυρίως για την περιγραφή χαμηλών έως μεσαίων ζωνών συχνοτήτων σε ακουστικά και ηλεκτρονικά σήματα
κιλού	=	κιλό
κιλτ	noun	η παραδοσιακή φούστα των Σκοτσέζων ανδρών από μάλλινο καρό ύφασμα που φτάνει μέχρι το γόνατο
κιλό	noun	το χιλιόγραμμο, μονάδα μέτρησης της μάζας, που χρησιμοποιείται όμως στη καθημερινή ζωή ως μονάδα του βάρους
κιλότα	noun	γυναικείο εσώρουχο που περιβάλλει τους μηρούς και το υπογάστριο
κιλότας	noun	γενική ενικού του κιλότα
κιλότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιλότα
κιλότο	noun	κρέας που προέρχεται από το πίσω μέρος του μοσχαριού και βρίσκεται πάνω από το στρογγυλό και την ουρά και πίσω από το φιλέτο
κιλότου	noun	γενική ενικού του κιλότο
κιλότων	noun	γενική πληθυντικού του κιλότο
κιλών	noun	γενική πληθυντικού του κιλό
κιμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κιμάς
κιμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιμάς
κιμάδιαζα	=	κιμαδιάζω
κιμάδιαζαν	=	κιμαδιάζω
κιμάδιαζε	=	κιμαδιάζω
κιμάδιαζες	=	κιμαδιάζω
κιμάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμάδων	noun	γενική πληθυντικού του κιμάς
κιμάς	noun	αλεσμένο ή λεπτοκομμένο κρέας, συνήθως βοδινό ή μοσχαρίσιο
κιμέρι	noun	άλλη μορφή του κεμέρι
κιμέρια	=	κιμέρι
κιμίζ	noun	άλλη μορφή του κιμίς
κιμίς	noun	γαλακτομικό από γάλα φοράδας ή γαϊδούρας, παρόμοιο με το κεφίρ
κιμαδιάζαμε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζαν	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζανε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζατε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζει	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζεις	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζετε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζοντας	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζουμε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζουν	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζουνε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάζω	verb|vulgar	τεμαχίζω κρέας σε μορφή κιμά, συνήθως με τη χρήση ειδικής μηχανής
κιμαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσαν	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάσανε	=	κιμαδιάζω
κιμαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιμαδιάζω
κιμαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιμαδιασμένο
κιμαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του κιμαδιασμένος
κιμαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιμαδιασμένη
κιμαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιμαδιασμένος
κιμαδιασμένης	verb	γενική ενικού του κιμαδιασμένη
κιμαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κιμαδιασμένος
κιμαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιμαδιασμένος
κιμαδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κιμαδιάζω
κιμαδιασμένου	=	κιμαδιασμένος
κιμαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κιμαδιασμένος
κιμαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιμαδιασμένος
κιμαδόπιτα	noun	πίτα από φύλο ζύμης με γέμιση κιμά
κιμαδόπιτας	=	κιμαδόπιτα
κιμαδόπιτες	=	κιμαδόπιτα
κιμεριού	=	κιμέρι
κιμεριών	=	κιμέρι
κιμονό	noun	παραδοσιακό ιαπωνικό ένδυμα, με μανίκια
κιμουλιάτες	=	κιμουλιάτης
κιμουλιάτη	=	κιμουλιάτης
κιμουλιάτης	noun	ο κάτοικος της Κιμώλου ή αυτός που κατάγεται από αυτό το νησί
κιμουλιάτισσα	=	κιμουλιάτης
κιμουλιατών	=	κιμουλιάτης
κιμπάρη	=	κιμπάρης
κιμπάρηδες	=	κιμπάρης
κιμπάρηδων	=	κιμπάρης
κιμπάρης	noun|vulgar	άρχοντας στους τρόπους, γαλαντόμος, ευγενής, με καλούς τρόπους, πολύ καθώς πρέπει, αξιοπρεπής, που κάνει τα οφειλόμενα ακόμα κι όταν του είναι δύσκολο, εντάξει στις υποσχέσεις και υποχρεώσεις του
κιμπάρισσα	=	κιμπάρης
κιμπαριλίκι	noun	αρχοντιά, γαλαντομία, ευγένεια, καλοί τρόποι, καθώς πρέπει συμπεριφορά
κιμπαριλίκια	=	κιμπαριλίκι
κιμπαριλικιού	=	κιμπαριλίκι
κιμπαριλικιών	=	κιμπαριλίκι
κιμπερλίτες	=	κιμπερλίτης
κιμπερλίτη	=	κιμπερλίτης
κιμπερλίτης	noun	ορυκτό / πυριγενές πέτρωμα (περιδοτίτης) με μεγάλη περιεκτικότητα σε άνθρακα (συχνά περιέχει διαμάντια)
κιμπερλιτών	=	κιμπερλίτης
κιμπούτς	noun	οικονομικά αυτόνομη κοινότητα που βασίζεται στην οικονομική αλληλοβοήθεια, τη δημοκρατική οργάνωση και τις στενές κοινωνικές επαφές
κιμωλία	noun	λευκό, μαλακό και εύθριπτο ασβεστολιθικό πέτρωμα
κιμωλίας	noun	γενική ενικού του κιμωλία
κιμωλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιμωλία
κιμωλιάτες	=	κιμωλιάτης
κιμωλιάτη	=	κιμωλιάτης
κιμωλιάτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κίμωλο
κιμωλιάτισσα	noun	αυτή που κατοικεί στην Κίμωλο ή κατάγεται από το νησί αυτό
κιμωλιάτισσας	=	κιμωλιάτισσα
κιμωλιάτισσες	=	κιμωλιάτισσα
κιμωλιατισσών	=	κιμωλιάτισσα
κιμωλιατών	=	κιμωλιάτης
κιμωλιών	noun	γενική πληθυντικού του κιμωλία
κινά	=	κινάω
κινάγαμε	=	κινάω
κινάγανε	=	κινάω
κινάγατε	=	κινάω
κινάει	=	κινάω
κινάμε	=	κινάω
κινάν	=	κινάω
κινάνε	=	κινάω
κινάς	=	κινάω
κινάσες	=	κινάση
κινάση	noun	ένζυμο που αποτελεί καταλύτη στη διαδικασία της φωσφορυλίωσης
κινάσης	=	κινάση
κινάτε	=	κινάω
κινάω	verb	είμαι έτοιμος να πάω
κινέζικα	noun	η κινεζική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα
κινέζικε	adj	κλητική ενικού του κινέζικος
κινέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινέζικη
κινέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινέζικος
κινέζικης	adj	γενική ενικού του κινέζικη
κινέζικο	adj	αιτιατική ενικού του κινέζικος
κινέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινέζικος
κινέζικος	adj	που προέρχεται από την Κίνα ή αναφέρεται στον λαό της, στη γλώσσα και στον πολιτισμό της
κινέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κινέζικος
κινέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινέζικος
κινέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κινέζικος
κινήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνημα
κινήματος	noun	γενική ενικού του κίνημα
κινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήσαν	=	κινώ
κινήσανε	=	κινώ
κινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινώ & κινάω
κινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίνηση
κινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κίνηση
κινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κίνηση
κινήσομε	=	κινάω
κινήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήσουνε	=	κινώ
κινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινώ
κινήτρου	noun	γενική ενικού του κίνητρο
κινήτρων	noun	γενική πληθυντικού του κίνητρο
κινίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινίνο
κινίνες	=	κινίνη
κινίνη	noun	κύριο φάρμακο κατά της ελονοσίας, υπαγόμενο στη κατηγορία των ανθελονοσιακών.
κινίνης	noun	γενική ενικού του κινίνη
κινίνο	noun	χάπι κινίνης
κινίνου	noun	γενική ενικού του κινίνο
κινίνων	noun	γενική πληθυντικού του κινίνο
κιναίδιον	noun|archaic	η σουσουράδα
κιναιδισμέ	=	κιναιδισμός
κιναιδισμοί	=	κιναιδισμός
κιναιδισμού	=	κιναιδισμός
κιναιδισμούς	=	κιναιδισμός
κιναιδισμό	=	κιναιδισμός
κιναιδισμός	noun	η συμπεριφορά του κίναιδου
κιναιδισμών	=	κιναιδισμός
κιναισθησία	noun	η αντίληψη των μυϊκών κινήσεων και συστολών καθώς και (συνεκδοχικά) το σύνολο των κινήσεων αυτών
κιναισθησίας	noun	γενική ενικού του κιναισθησία
κιναισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιναισθησία
κιναισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του κιναισθησία
κιναισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιναισθητικό
κιναισθητικέ	adj	κλητική ενικού του κιναισθητικός
κιναισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιναισθητική
κιναισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιναισθητικός
κιναισθητικής	adj	γενική ενικού του κιναισθητική
κιναισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιναισθητικός
κιναισθητικού	adj	γενική ενικού του κιναισθητικός
κιναισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιναισθητικός
κιναισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του κιναισθητικός
κιναισθητικός	adj	που έχει σχέση με την κιναισθησία ή αναφέρεται σ’ αυτή
κιναισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του κιναισθητικός
κιναλ	abbrev	ελληνικό, κεντροαριστερό πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2018.
κινασών	=	κινάση
κινδυνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψαν	=	κινδυνεύω
κινδυνέψανε	=	κινδυνεύω
κινδυνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψομε	=	κινδυνεύω
κινδυνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψουνε	=	κινδυνεύω
κινδυνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύαμε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύαν	=	κινδυνεύω
κινδυνεύανε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύατε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύει	=	κινδυνεύω
κινδυνεύεις	=	κινδυνεύω
κινδυνεύετε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύομε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύοντας	=	κινδυνεύω
κινδυνεύουμε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύουν	=	κινδυνεύω
κινδυνεύουνε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσαν	=	κινδυνεύω
κινδυνεύσανε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσομε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύσουνε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύστε	=	κινδυνεύω
κινδυνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδυνεύω	verb	αντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση
κινδυνολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσαν	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογήσανε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολογία	noun	η αναφορά και διόγκωση πραγματικών ή ψευδών ειδήσεων με σκοπό να αυξηθεί η αίσθηση ότι υπάρχει κίνδυνος
κινδυνολογίας	noun	γενική ενικού του κινδυνολογία
κινδυνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινδυνολογία
κινδυνολογεί	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογείς	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογείτε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινδυνολογικό
κινδυνολογικέ	adj	κλητική ενικού του κινδυνολογικός
κινδυνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινδυνολογική
κινδυνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινδυνολογικός
κινδυνολογικής	adj	γενική ενικού του κινδυνολογική
κινδυνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινδυνολογικός
κινδυνολογικού	adj	γενική ενικού του κινδυνολογικός
κινδυνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινδυνολογικός
κινδυνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κινδυνολογικός
κινδυνολογικός	adj	σχετικός με κινδυνολογία
κινδυνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κινδυνολογικός
κινδυνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κινδυνολογία
κινδυνολογούμε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούν	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούνε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσα	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσαμε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσαν	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσανε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσατε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσε	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογούσες	=	κινδυνολογώ
κινδυνολογώ	verb	επισημαίνω συνεχώς πιθανός πιθανούς κινδύνους
κινδυνολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολόγε	=	κινδυνολόγος
κινδυνολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
κινδυνολόγο	=	κινδυνολόγος
κινδυνολόγοι	=	κινδυνολόγος
κινδυνολόγος	noun	που μεγαλοποιεί τους κινδύνους· που προκαλεί σε άλλους αισθήματα άσκοπης ανησυχίας ή/και πανικού με τους ισχυρισμούς του/της
κινδυνολόγου	=	κινδυνολόγος
κινδυνολόγους	=	κινδυνολόγος
κινδυνολόγων	=	κινδυνολόγος
κινδυνωδών	=	κινδυνώδης
κινδυνωδώς	adv|formal	επικίνδυνα, επικινδύνως
κινδυνώδεις	=	κινδυνώδης
κινδυνώδες	=	κινδυνώδης
κινδυνώδη	=	κινδυνώδης
κινδυνώδης	adj|formal	επικίνδυνος
κινδυνώδους	=	κινδυνώδης
κινδύνευα	=	κινδυνεύω
κινδύνευαν	=	κινδυνεύω
κινδύνευε	=	κινδυνεύω
κινδύνευες	=	κινδυνεύω
κινδύνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
κινδύνου	noun	γενική ενικού του κίνδυνος
κινδύνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κίνδυνος
κινδύνων	noun	γενική πληθυντικού του κίνδυνος
κινεί	=	κινώ
κινείς	=	κινώ
κινείσαι	=	κινώ
κινείστε	=	κινώ
κινείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κινούμαι
κινείτε	=	κινώ
κινείτο	=	κινώ
κινεζικά	noun	η κινεζική γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα, η γλώσσα των Χαν, κυρίως η μανδαρίνικη ποικιλία, με ιστορία 3.000 χρόνων.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινεζικό
κινεζικέ	adj	κλητική ενικού του κινεζικός
κινεζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινεζική
κινεζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινεζικός
κινεζικής	adj	γενική ενικού του κινεζική
κινεζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινεζικός
κινεζικού	adj	γενική ενικού του κινεζικός
κινεζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινεζικός
κινεζικό	adj	αιτιατική ενικού του κινεζικός
κινεζικός	adj	άλλη μορφή του κινέζικος
κινεζικών	adj	γενική πληθυντικού του κινεζικός
κινεζιστί	adv	στην κινέζικη γλώσσα, στα κινέζικα
κινεζοποίηση	noun	μείωση αποδοχών των εργαζομένων σε χαμηλό επίπεδο όπως των Κινέζων
κινεζοποίησης	=	κινεζοποίηση
κινεζοποιήσεις	=	κινεζοποίηση
κινεζοποιήσεων	=	κινεζοποίηση
κινεζοφοβία	noun	φόβος ή εχθρότητα εναντίον της Κίνας και των Κινέζων
κινεζοφοβίας	=	κινεζοφοβία
κινεζοφοβίες	=	κινεζοφοβία
κινεζοφοβιών	=	κινεζοφοβία
κινετιωτών	=	κινετιώτης
κινετιώτες	=	κινετιώτης
κινετιώτη	=	κινετιώτης
κινετιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Κινέτα
κινετιώτισσα	=	κινετιώτης
κινηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθήκαν	=	κινώ
κινηθήκανε	=	κινώ
κινηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινηθούνε	=	κινώ
κινηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινούμαι
κινημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κίνημα
κινηματία	=	κινηματίας
κινηματίας	noun	που μετέχει σε κίνημα ή το υποκινεί
κινηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματίας
κινηματικά	=	κινηματικός
κινηματικέ	=	κινηματικός
κινηματικές	=	κινηματική
κινηματική	noun	άλλη μορφή του κινητική
κινηματικής	=	κινηματική
κινηματικοί	=	κινηματικός
κινηματικού	=	κινηματικός
κινηματικούς	=	κινηματικός
κινηματικό	=	κινηματικός
κινηματικός	adj	που σχετίζεται με πολιτικό κίνημα
κινηματικών	=	κινηματική
κινηματιών	=	κινηματίας
κινηματογράφε	noun	κλητική ενικού του κινηματογράφος
κινηματογράφει	=	κινηματογραφώ
κινηματογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κινηματογραφώ
κινηματογράφησης	noun	γενική ενικού του κινηματογράφηση
κινηματογράφο	noun	αιτιατική ενικού του κινηματογράφος
κινηματογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινηματογράφος
κινηματογράφος	noun	η εφεύρεση των αδελφών Λυμιέρ που επιτρέπει την καταγραφή κινούμενης εικόνας πάνω σε φωτοευαίσθητο υλικό (φιλμ) και στη συνέχεια την αναπαραγωγή της
κινηματογράφου	noun	γενική ενικού του κινηματογράφος
κινηματογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κινηματογράφος
κινηματογράφων	noun	γενική πληθυντικού του κινηματογράφος
κινηματογραφήθηκα	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφήθηκαν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφήθηκε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφήθηκες	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήσαν	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφήσανε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογράφηση
κινηματογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κινηματογράφηση
κινηματογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κινηματογράφηση
κινηματογραφήσου	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφία	noun	η κινηματογραφική τέχνη, η δημιουργία κινηματογραφικών ταινιών
κινηματογραφίας	noun	γενική ενικού του κινηματογραφία
κινηματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφία
κινηματογραφίστρια	noun	θηλυκό του κινηματογραφιστής
κινηματογραφίστριας	noun	γενική ενικού του κινηματογραφίστρια
κινηματογραφίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφίστρια
κινηματογραφεί	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφείς	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφείσαι	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφείστε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφείται	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφείτε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφηθήκαμε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφηθήκαν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφηθήκανε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφηθήκατε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφηθεί	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφηθείτε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφημένο
κινηματογραφημένε	verb	κλητική ενικού του κινηματογραφημένος
κινηματογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφημένη
κινηματογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινηματογραφημένος
κινηματογραφημένης	verb	γενική ενικού του κινηματογραφημένη
κινηματογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του κινηματογραφημένος
κινηματογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφημένος
κινηματογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κινηματογραφώ
κινηματογραφημένου	=	κινηματογραφημένος
κινηματογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κινηματογραφημένος
κινηματογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κινηματογραφημένος
κινηματογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφικό	adv	με κινηματογραφικό τρόπο
κινηματογραφικέ	adj	κλητική ενικού του κινηματογραφικός
κινηματογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφική
κινηματογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινηματογραφικός
κινηματογραφικής	adj	γενική ενικού του κινηματογραφική
κινηματογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφικός
κινηματογραφικού	adj	γενική ενικού του κινηματογραφικός
κινηματογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινηματογραφικός
κινηματογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του κινηματογραφικός
κινηματογραφικός	adj	που αναφέρεται στον κινηματογράφο
κινηματογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του κινηματογραφικός
κινηματογραφικώς	adv|dated	κινηματογραφικά
κινηματογραφιστές	=	κινηματογραφιστής
κινηματογραφιστή	=	κινηματογραφιστής
κινηματογραφιστής	noun	ο διευθυντής φωτογραφίας
κινηματογραφιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κινηματογραφίστρια
κινηματογραφιστών	=	κινηματογραφιστής
κινηματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κινηματογραφία
κινηματογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματογραφούμασταν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούμαστε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούμε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούμουν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούν	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούνε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούνται	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούνταν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούσα	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσαμε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσαν	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσανε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσασταν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούσαστε	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφούσατε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσε	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσες	=	κινηματογραφώ
κινηματογραφούσουν	=	κινηματογραφούμαι
κινηματογραφόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφόφιλο
κινηματογραφόφιλε	adj	κλητική ενικού του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφόφιλη
κινηματογραφόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφόφιλης	adj	γενική ενικού του κινηματογραφόφιλη
κινηματογραφόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφόφιλος	adj	σινεφίλ
κινηματογραφόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κινηματογραφόφιλος
κινηματογραφώ	verb	καταγράφω με κάμερα κάποιο γεγονός και το εγγράφω σε κάποιο μέσο (σκληρό δίσκο, ειδική μνήμη, φιλμ κ.ά), ώστε να μπορεί αργότερα να προβληθεί με κάποια συσκευή προβολής
κινηματογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κινηματογραφώ
κινηματοθέατρα	=	κινηματοθέατρο
κινηματοθέατρο	noun	κινηματογράφος και θέατρο στην ίδια αίθουσα
κινηματοθέατρου	=	κινηματοθέατρο
κινηματοθέατρων	=	κινηματοθέατρο
κινηματοθεάτρου	=	κινηματοθέατρο
κινηματοθεάτρων	=	κινηματοθέατρο
κινηματόγραφε	=	κινηματόγραφος
κινηματόγραφο	=	κινηματόγραφος
κινηματόγραφοι	=	κινηματόγραφος
κινηματόγραφος	noun|dated	άλλη μορφή του κινηματογράφος
κινηματόγραφου	=	κινηματόγραφος
κινηματόγραφους	=	κινηματόγραφος
κινηματόγραφων	=	κινηματόγραφος
κινησιογράφημα	noun|rare	γράφημα στο οποίο αναπαρίστανται στοιχεία κίνησης
κινησιογραφία	noun	καταγραφή των κινήσεων των μελών του σώματος
κινησιογραφίας	noun	γενική ενικού του κινησιογραφία
κινησιογραφίες	=	κινησιογραφία
κινησιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κινησιογραφία
κινησιοθεραπεία	noun	η χρήση της γυμναστικής και του μασάζ για θεραπευτικούς λόγους
κινησιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του κινησιοθεραπεία
κινησιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινησιοθεραπεία
κινησιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του κινησιοθεραπεία
κινησιοθεραπευτές	=	κινησιοθεραπευτής
κινησιοθεραπευτή	=	κινησιοθεραπευτής
κινησιοθεραπευτής	noun	αυτός που ασκεί την κινησιοθεραπεία
κινησιοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινησιοθεραπευτικό
κινησιοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινησιοθεραπευτική
κινησιοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του κινησιοθεραπευτική
κινησιοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτικός	adj	σχετικός με την κινησιοθεραπεία ή που αποσκοπεί σε αυτήν
κινησιοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κινησιοθεραπευτικός
κινησιοθεραπευτών	=	κινησιοθεραπευτής
κινησιοθεραπεύτρια	=	κινησιοθεραπευτής
κινησιολογία	noun	η μελέτη της κίνησης μελών του σώματος και η προσπάθεια θεραπείας δυσλειτουργικών κινήσεων
κινησιολογίας	=	κινησιολογία
κινησιολογίες	=	κινησιολογία
κινησιολογικά	=	κινησιολογικός
κινησιολογικέ	=	κινησιολογικός
κινησιολογικές	=	κινησιολογικός
κινησιολογική	=	κινησιολογικός
κινησιολογικής	=	κινησιολογικός
κινησιολογικοί	=	κινησιολογικός
κινησιολογικού	=	κινησιολογικός
κινησιολογικούς	=	κινησιολογικός
κινησιολογικό	=	κινησιολογικός
κινησιολογικός	adj	που έχει σχέση με την κινησιολογία ή αναφέρεται σʼ αυτή
κινησιολογικών	=	κινησιολογικός
κινησιολογιών	=	κινησιολογία
κινησιομετρία	noun	μελέτη με ειδικά όργανα των κινήσεων κάποιου και εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων
κινησιομετρίας	=	κινησιομετρία
κινησιομετρίες	=	κινησιομετρία
κινησιομετριών	=	κινησιομετρία
κινησιοσκοπίου	=	κινησιοσκόπιο
κινησιοσκοπίων	=	κινησιοσκόπιο
κινησιοσκόπια	=	κινησιοσκόπιο
κινησιοσκόπιο	noun	διάταξη μετατροπής ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων σε εικόνες σε μία τηλεόραση
κινησιοσκόπιου	=	κινησιοσκόπιο
κινησιοσκόπιων	=	κινησιοσκόπιο
κινησούλα	noun	υποκοριστικό του κίνηση
κινησούλας	=	κινησούλα
κινησούλες	=	κινησούλα
κινητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητό	adv	με κινητό τρόπο
κινητέ	adj	κλητική ενικού του κινητός
κινητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητή
κινητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινητός
κινητήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κινητήρας
κινητήρας	noun	οποιαδήποτε μηχανή της οποίας ο σκοπός είναι να επιτρέπει την κίνηση του συνόλου στο οποίο είναι προσαρτημένη, ανάλογα δε της μορφής ενέργειας την οποία καταναλώνει, χαρακτηρίζεται με σύνθετη ονομασία
κινητήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητήρας
κινητήρια	=	κινητήριος
κινητήριας	=	κινητήριος
κινητήριε	=	κινητήριος
κινητήριες	=	κινητήριος
κινητήριο	=	κινητήριος
κινητήριοι	=	κινητήριος
κινητήριος	adj	που συμβάλλει στην κίνηση, που κινεί
κινητήριου	=	κινητήριος
κινητήριους	=	κινητήριος
κινητήριων	=	κινητήριος
κινητήρων	=	κινητήρας
κινητής	adj	γενική ενικού του κινητή
κινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κινητικός	adv	όσον αφορά την κίνηση ή την ικανότητα κίνησης
κινητικέ	adj	κλητική ενικού του κινητικός
κινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητική
κινητική	noun	κλάδος της μηχανικής που μελετά τις κινήσεις αντικειμένων αδιαφορώντας για άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις (τριβή κ.λπ.)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινητικός
κινητικής	adj	γενική ενικού του κινητική
κινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινητικός
κινητικοτήτων	=	κινητικότητα
κινητικού	adj	γενική ενικού του κινητικός
κινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινητικός
κινητικό	adj	αιτιατική ενικού του κινητικός
κινητικότης	noun	η κινητικότητα
κινητικότητα	noun	η ικανότητα που έχει κάποιος να κινεί κάτι ή να κινείται
κινητικότητας	noun	γενική ενικού του κινητικότητα
κινητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητικότητα
κινητικών	adj	γενική πληθυντικού του κινητικός
κινητικώς	adv|dated	κινητικά
κινητισμέ	noun	κλητική ενικού του κινητισμός
κινητισμοί	=	κινητισμός
κινητισμού	noun	γενική ενικού του κινητισμός
κινητισμούς	=	κινητισμός
κινητισμό	noun	αιτιατική ενικού του κινητισμός
κινητισμός	noun	θεωρία που ισχυρίζεται ότι η κάθε ουσία στον κόσμο μεταβάλλεται, άρα οι σταθεροί νόμοι απορρήπτονται
κινητισμών	=	κινητισμός
κινητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινητός
κινητογράφε	=	κινητογράφος
κινητογράφο	=	κινητογράφος
κινητογράφοι	=	κινητογράφος
κινητογράφος	noun|dated	είδος κινηματογραφικής κάμερας του 19^(ου) αιώνα
κινητογράφου	=	κινητογράφος
κινητογράφους	=	κινητογράφος
κινητογράφων	=	κινητογράφος
κινητοπλαστίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητοπλαστίδιο
κινητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποίηση	noun	η οργανωμένη και συλλογική ενεργοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού
κινητοποίησης	noun	γενική ενικού του κινητοποίηση
κινητοποίησις	noun	η κινητοποίηση
κινητοποιήθηκα	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιήθηκαν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιήθηκε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιήθηκες	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσαν	=	κινητοποιώ
κινητοποιήσανε	=	κινητοποιώ
κινητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητοποίηση
κινητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κινητοποίηση
κινητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κινητοποίηση
κινητοποιήσου	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσουνε	=	κινητοποιώ
κινητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινητοποιώ
κινητοποιεί	=	κινητοποιώ
κινητοποιείς	=	κινητοποιώ
κινητοποιείσαι	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιείστε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιείται	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιείτε	=	κινητοποιώ
κινητοποιείτο	=	κινητοποιώ
κινητοποιηθήκαμε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιηθήκαν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιηθήκανε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιηθήκατε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιηθεί	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιηθείς	=	κινητοποιώ
κινητοποιηθείτε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιηθούμε	=	κινητοποιώ
κινητοποιηθούν	=	κινητοποιώ
κινητοποιηθούνε	=	κινητοποιώ
κινητοποιηθώ	=	κινητοποιώ
κινητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητοποιημένο
κινητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κινητοποιημένος
κινητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινητοποιημένη
κινητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινητοποιημένος
κινητοποιημένης	verb	γενική ενικού του κινητοποιημένη
κινητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κινητοποιημένος
κινητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινητοποιημένος
κινητοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κινητοποιώ
κινητοποιημένου	=	κινητοποιημένος
κινητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κινητοποιημένος
κινητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κινητοποιημένος
κινητοποιούμαι	verb	αναλαμβάνω δράση σε έναν συγκεκριμένο τομέα ή και σε πολλούς (συχνά για διεκδικήσεις ομαδικές)
κινητοποιούμασταν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούμαστε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούμε	=	κινητοποιώ
κινητοποιούμενος	=	κινητοποιώ
κινητοποιούμουν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούμουνα	=	κινητοποιώ
κινητοποιούν	=	κινητοποιώ
κινητοποιούνε	=	κινητοποιώ
κινητοποιούνται	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούνταν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούντο	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσα	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσαμε	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσαν	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσανε	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσασταν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούσαστε	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούσατε	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσε	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσες	=	κινητοποιώ
κινητοποιούσουν	=	κινητοποιούμαι
κινητοποιούσουνα	=	κινητοποιώ
κινητοποιόμασταν	=	κινητοποιώ
κινητοποιόμαστε	=	κινητοποιώ
κινητοποιόμουν	=	κινητοποιώ
κινητοποιόμουνα	=	κινητοποιώ
κινητοποιόνταν	=	κινητοποιώ
κινητοποιόντανε	=	κινητοποιώ
κινητοποιόντουσαν	=	κινητοποιώ
κινητοποιόσασταν	=	κινητοποιώ
κινητοποιόσαστε	=	κινητοποιώ
κινητοποιόσουν	=	κινητοποιώ
κινητοποιόσουνα	=	κινητοποιώ
κινητοποιόταν	=	κινητοποιώ
κινητοποιότανε	=	κινητοποιώ
κινητοποιώ	verb	κάνω κάποιον να δράσει για την επιτυχία ενός σκοπού, ενεργοποιώ, δραστηριοποιώ
κινητοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κινητοποιώ
κινητοσκοπίου	=	κινητοσκόπιο
κινητοσκοπίων	=	κινητοσκόπιο
κινητοσκόπια	=	κινητοσκόπιο
κινητοσκόπιο	noun|dated	συσκευή ατομικής θέασης κινηματογραφικών εικόνων, όπου μια διάτρητη ταινία διαδοχικών καρέ κινείται γρήγορα μπροστά από φωτεινή πηγή και παρατηρείται μέσω οπής, ώστε να δημιουργείται η ψευδαίσθηση συνεχούς κίνησης, χωρίς προβολή σε οθόνη
κινητοσκόπιου	=	κινητοσκόπιο
κινητοσκόπιων	=	κινητοσκόπιο
κινητού	adj	γενική ενικού του κινητός
κινητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κινητός
κινητροδοτήθηκα	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήθηκαν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήθηκε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήθηκες	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήσαμε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήσαν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήσανε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήσατε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήσει	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήσου	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτήστε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτεί	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτείς	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτείσαι	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτείστε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτείται	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτείτε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτηθήκαμε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτηθήκαν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτηθήκανε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτηθήκατε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτηθεί	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτηθείτε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτημένος	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κινητροδοτώ
κινητροδοτούμασταν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούμαστε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούμε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούμενος	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούμουν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούνε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούνται	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούνταν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσα	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσαμε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσαν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσανε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσασταν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσαστε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσατε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσε	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσες	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτούσουν	=	κινητροδοτώ
κινητροδοτώ	verb	δίνω ή θέτω κίνητρα
κινητροδοτώντας	=	κινητροδοτώ
κινητροδότησα	=	κινητροδοτώ
κινητροδότησαν	=	κινητροδοτώ
κινητροδότησε	=	κινητροδοτώ
κινητροδότησες	=	κινητροδοτώ
κινητό	adj	αιτιατική ενικού του κινητός	noun	άλλη μορφή του κινητό τηλέφωνο
κινητός	adj	που είναι δυνατόν να κινείται ή να μετακινείται
κινητών	adj	γενική πληθυντικού του κινητός
κινιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κινάω
κινιέσαι	=	κινάω
κινιέστε	=	κινάω
κινιέται	=	κινάω
κινιαρουάντα	noun	η επίσημη γλώσσα της Ρουάντας
κινιδίνης	noun	γενική ενικού του κινιδίνη
κινινών	=	κινίνη
κινιούνται	=	κινάω
κινιούνταν	=	κινάω
κινιόμασταν	=	κινάω
κινιόμαστε	=	κινάω
κινιόμουν	=	κινάω
κινιόμουνα	=	κινάω
κινιόνται	=	κινάω
κινιόνταν	=	κινάω
κινιόντανε	=	κινάω
κινιόντουσαν	=	κινάω
κινιόσασταν	=	κινάω
κινιόσαστε	=	κινάω
κινιόσουν	=	κινάω
κινιόσουνα	=	κινάω
κινιόταν	=	κινάω
κινιότανε	=	κινάω
κιννάβαρι	noun	θειούχος υδράργυρος
κινναμαλδεΰδες	=	κινναμαλδεΰδη
κινναμαλδεΰδη	noun	αιθέριο έλαιο (C6H5-CH=CH-CHO) της κανέλας
κινναμαλδεΰδης	=	κινναμαλδεΰδη
κινναμαλδεϋδών	=	κινναμαλδεΰδη
κινολόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινολόνη
κινονών	=	κινόνη
κινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κινώ
κινούμασταν	=	κινώ
κινούμαστε	=	κινώ
κινούμε	=	κινώ
κινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινούμενο
κινούμενε	verb	κλητική ενικού του κινούμενος
κινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κινούμενη
κινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κινούμενος
κινούμενης	verb	γενική ενικού του κινούμενη
κινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του κινούμενος
κινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κινούμενος
κινούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα κινούμαι
κινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κινούμενος
κινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κινούμενος
κινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κινούμενος
κινούμουν	=	κινώ
κινούμουνα	=	κινώ
κινούν	=	κινώ
κινούνε	=	κινώ
κινούνται	=	κινώ
κινούνταν	=	κινώ
κινούντο	=	κινώ
κινούσα	=	κινώ
κινούσαμε	=	κινώ
κινούσαν	=	κινώ
κινούσανε	=	κινώ
κινούσασταν	=	κινώ
κινούσαστε	=	κινώ
κινούσατε	=	κινώ
κινούσε	=	κινώ
κινούσες	=	κινώ
κινούσουν	=	κινώ
κινούσουνα	=	κινώ
κιντυνεύω	verb	κινδυνεύω
κιντύνων	=	κίντυνος
κινόα	noun	κόκκινοι ή λευκοί φαγώσιμοι σπόροι απ' την λατινική Αμερική (κοινότατοι) ή από την Ταϊβάν (σπανιότατοι) που συνήθως τους βράζουμε 12-15 λεπτά αλλά ακολουθούμε συνταγή (π.χ. αντί ρυζιού σε γεμιστά κ.α.)
κινόνες	=	κινόνη
κινόνη	noun	κατηγορία αρωματικών ενώσεων με δύο καρβονυλικές λειτουργικές ομάδες στον ίδιο εξαμελή δακτύλιο
κινόνης	=	κινόνη
κινόστερνο	noun|rare	ταξινομικός όρος - γένος: μικρή υδρόβια χελώνα που ζει στην Αμερική, της οικογένειας Kinosternidae (Κινοστερνίδες)
κινώ	verb	προκαλώ την αλλαγή της θέσης ενός σώματος
κινών	noun	γενική πληθυντικού του κίνα
κινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κινώ
κιονίσκε	=	κιονίσκος
κιονίσκο	=	κιονίσκος
κιονίσκοι	=	κιονίσκος
κιονίσκος	noun	κίονας μικρού ύψους
κιονίσκου	=	κιονίσκος
κιονίσκους	=	κιονίσκος
κιονίσκων	=	κιονίσκος
κιονηδόν	adv	φορά γραφής, με κάθετο τρόπο, σαν κίονας - δηλαδή τα γράμματα είναι σε κάθετη διάταξη σαν σε κολώνα
κιονοειδές	=	κιονοειδής
κιονοειδή	=	κιονοειδής
κιονοειδής	adj	που μοιάζει με κίονα
κιονοειδείς	=	κιονοειδής
κιονοειδούς	=	κιονοειδής
κιονοειδών	=	κιονοειδής
κιονοκράνου	=	κιονόκρανο
κιονοκράνων	=	κιονόκρανο
κιονοστοιχία	noun	μία σειρά από κίονες
κιονοστοιχίας	noun	γενική ενικού του κιονοστοιχία
κιονοστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιονοστοιχία
κιονοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του κιονοστοιχία
κιονόκρανα	=	κιονόκρανο
κιονόκρανο	noun	το ανώτερο τμήμα ενός κίονα που φέρει διακόσμηση και πάνω στο οποίο στηρίζεται το επιστύλιο
κιονόκρανου	=	κιονόκρανο
κιονόκρανων	=	κιονόκρανο
κιοπέκι	noun|vulgar	ο σκύλος
κιοπέκια	=	κιοπέκι
κιοπεκιού	=	κιοπέκι
κιοπεκιών	=	κιοπέκι
κιοπρουλή	=	κιοπρουλής
κιοπρουλήδες	=	κιοπρουλής
κιοπρουλήδων	=	κιοπρουλής
κιοπρουλής	noun|dated	γεφυροποιός
κιοτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιοτή	=	κιοτής
κιοτήδες	=	κιοτής
κιοτήδων	=	κιοτής
κιοτής	noun	αυτός που κιοτεύει (δειλιάζει) μπροστά σε μια εν δυνάμει επικίνδυνη ενέργεια
κιοτεύω	verb	δειλιάζω μπροστά σε μια ενέργεια δυνητικά επικίνδυνη που απαιτεί θάρρος
κιουγκιού	=	κιούγκι
κιουγκιών	=	κιούγκι
κιουνεφέ	noun	μεσανατολίτικο γλυκό που φτιάχνεται από φύλλο κανταΐφι και με γέμιση τυριού και σιροπιού
κιουπιού	=	κιούπι
κιουπιών	=	κιούπι
κιουρί	noun	μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας
κιουρίου	=	κιούριο
κιουρκιού	=	κιούρκι
κιουρκιών	=	κιούρκι
κιουρτσή	=	κιουρτσής
κιουρτσήδες	=	κιουρτσής
κιουρτσήδων	=	κιουρτσής
κιουρτσής	noun|dated	ο γουνοποιός, ο γουναράς
κιοφτέ	=	κιοφτές
κιοφτέδες	=	κιοφτές
κιοφτέδων	=	κιοφτές
κιοφτέρι	noun	ελληνικό και κυπριακό έδεσμα από αποξηραμένη μουσταλευριά, συνήθως σε σχήμα λεπτού τετραγώνου ή ορθογώνιου
κιοφτέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιοφτέρι
κιοφτές	noun|vulgar	άλλη μορφή του κεφτές
κιοφτεριού	=	κιοφτέρι
κιοφτεριών	=	κιοφτέρι
κιούγκι	noun	πήλινος σωλήνας αποχέτευσης
κιούγκια	=	κιούγκι
κιούμελ	noun	το αγριοκύμινο (καθώς και το μπαχαρικό που φτιάχνεται από τους καρπούς/σπόρους του)
κιούπι	noun	το πιθάρι που έχει μικρό μέγεθος
κιούπια	=	κιούπι
κιούριο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 96 και χημικό σύμβολο το Cm
κιούρκι	noun	γούνα
κιούρκια	=	κιούρκι
κιούρτε	=	κιούρτος
κιούρτο	=	κιούρτος
κιούρτοι	=	κιούρτος
κιούρτος	noun	παγίδα ψαρέματος σε σχήμα καλαθιού
κιούρτου	=	κιούρτος
κιούρτους	=	κιούρτος
κιούρτων	=	κιούρτος
κιούσηδες	noun	οικοδόμοι, επαγγελματική ομάδα, εσνάφι, σινάφι στην εποχή της Τουρκοκρατίας
κιπά	noun	μικρός σκούφος που φορούν στο κεφάλι οι άνδρες Εβραίοι κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών
κιπαλ	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
κιρ	noun	είδος απεριτίφ / κοκτέιλ που φτιάχνεται από κόκκινο κρασί από φραγκοστάφυλλα με συμπλήρωση κάποιου λευκού κρασιού
κιραντζή	=	κιραντζής
κιραντζήδες	=	κιραντζής
κιραντζήδων	=	κιραντζής
κιραντζής	noun	άλλη προφορά του κιρατζής
κιρατζή	=	κιρατζής
κιρατζήδες	=	κιρατζής
κιρατζήδων	=	κιρατζής
κιρατζής	noun|dated	αγωγιάτης (συνήθως για μεγάλες αποστάσεις)
κιργιζικά	noun	η επίσημη γλώσσα του Κιργιστάν που ανήκει στην τουρκική οικογένεια γλωσσών
κιργιζικών	=	κιργιζικά
κιργιστανικά	noun	γλώσσα που μιλιέται στο Κιργιστάν
κιργιστανικών	=	κιργιστανικά
κιρικίτι	noun	είδος κρίκετ των νήσων Σαμόα
κιρκάδια	=	κιρκάδιος
κιρκάδιας	=	κιρκάδιος
κιρκάδιε	=	κιρκάδιος
κιρκάδιες	=	κιρκάδιος
κιρκάδιο	=	κιρκάδιος
κιρκάδιοι	=	κιρκάδιος
κιρκάδιος	adj	άλλη μορφή του κιρκαδιανός
κιρκάδιου	=	κιρκάδιος
κιρκάδιους	=	κιρκάδιος
κιρκάδιων	=	κιρκάδιος
κιρκάετε	=	κιρκάετος
κιρκάετο	=	κιρκάετος
κιρκάετοι	=	κιρκάετος
κιρκάετος	noun	άλλη μορφή του κιρκαετός
κιρκάετου	=	κιρκάετος
κιρκάετους	=	κιρκάετος
κιρκάετων	=	κιρκάετος
κιρκάνια	=	κιρκάνιος
κιρκάνιας	=	κιρκάνιος
κιρκάνιε	=	κιρκάνιος
κιρκάνιες	=	κιρκάνιος
κιρκάνιο	=	κιρκάνιος
κιρκάνιοι	=	κιρκάνιος
κιρκάνιος	adj	ο αναφερόμενος στο βιολογικό ρυθμό με περίοδο αναφοράς το ένα έτος
κιρκάνιου	=	κιρκάνιος
κιρκάνιους	=	κιρκάνιος
κιρκάνιων	=	κιρκάνιος
κιρκίρι	noun	είδος πάπιας
κιρκίρια	=	κιρκίρι
κιρκαδιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κιρκαδιανός	adv	σε κιρκαδιανό ρυθμό
κιρκαδιανέ	adj	κλητική ενικού του κιρκαδιανός
κιρκαδιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιρκαδιανή
κιρκαδιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιρκαδιανός
κιρκαδιανής	adj	γενική ενικού του κιρκαδιανή
κιρκαδιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιρκαδιανός
κιρκαδιανού	adj	γενική ενικού του κιρκαδιανός
κιρκαδιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιρκαδιανός
κιρκαδιανό	adj	αιτιατική ενικού του κιρκαδιανός
κιρκαδιανός	adj	ο αναφερόμενος στο βιολογικό ρυθμό με περίοδο το ημερονύχτιο, αυτός που επανέρχεται ανά εικοσιτετράωρο
κιρκαδιανών	adj	γενική πληθυντικού του κιρκαδιανός
κιρκαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιρκαδικό
κιρκαδικέ	adj	κλητική ενικού του κιρκαδικός
κιρκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιρκαδική
κιρκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιρκαδικός
κιρκαδικής	adj	γενική ενικού του κιρκαδική
κιρκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιρκαδικός
κιρκαδικού	adj	γενική ενικού του κιρκαδικός
κιρκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιρκαδικός
κιρκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του κιρκαδικός
κιρκαδικός	adj	άλλη μορφή του κιρκαδιανός
κιρκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του κιρκαδικός
κιρκαετέ	=	κιρκαετός
κιρκαετοί	=	κιρκαετός
κιρκαετού	=	κιρκαετός
κιρκαετούς	=	κιρκαετός
κιρκαετό	=	κιρκαετός
κιρκαετός	noun	είδος αρπακτικού πτηνού (π.χ.
κιρκαετών	=	κιρκαετός
κιρκασιανά	noun	του βορείου Καυκάσου.
κιρκασιανών	=	κιρκασιανά
κιρκινέζι	noun|vulgar	λαϊκή ονομασία του προστατευόμενου είδους γερακιού με τη διεθνή επιστημονική ονομασία Falco naumanni το οποίο ζει, συνήθως, σε σμήνη και κοντά σε κατοικημένες περιοχές
κιρκινέζια	=	κιρκινέζι
κιρκινεζιού	=	κιρκινέζι
κιρκινεζιών	=	κιρκινέζι
κιρκιριού	=	κιρκίρι
κιρκιριών	=	κιρκίρι
κιρλίμπας	noun	που έχει βρόμικο κεφάλι
κιρμά	=	κιρμάς
κιρμάδες	=	κιρμάς
κιρμάδων	=	κιρμάς
κιρμάς	noun	πίτουρα από εγχώριο σιτάρι ανάμικτα με καλαμπόκι ως εκλεκτή τροφή των προβάτων
κιρμίζος	adj	κόκκινος
κιρμιζί	noun	κόκκινο χρώμα
κιρούντι	noun	της οικογένειας μπαντού που μιλιέται στο Μπουρούντι.
κιρρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιρρωτικό
κιρρωτικέ	adj	κλητική ενικού του κιρρωτικός
κιρρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιρρωτική
κιρρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιρρωτικός
κιρρωτικής	adj	γενική ενικού του κιρρωτική
κιρρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιρρωτικός
κιρρωτικού	adj	γενική ενικού του κιρρωτικός
κιρρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιρρωτικός
κιρρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κιρρωτικός
κιρρωτικός	adj	που πάσχει από κίρρωση
κιρρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κιρρωτικός
κιρρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κίρρωση
κιρρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κίρρωση
κιρρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κίρρωση
κιρς	noun	λικέρ με κονιάκ και φρούτα, ιδίως κεράσι
κιρσέ	noun	κλητική ενικού του κιρσός
κιρσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιρσός
κιρσοκήλες	=	κιρσοκήλη
κιρσοκήλη	noun	ελικοειδής διάταση / διεύρυνση των φλεβών του όρχεως
κιρσοκήλης	=	κιρσοκήλη
κιρσορραγία	noun	απώλεια αίματος (αιμορραγία) από τους κιρσούς του οισοφάγου
κιρσορραγίας	noun	γενική ενικού του κιρσορραγία
κιρσορραγίες	=	κιρσορραγία
κιρσορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του κιρσορραγία
κιρσού	noun	γενική ενικού του κιρσός
κιρσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κιρσός
κιρσωδών	=	κιρσώδης
κιρσό	noun	αιτιατική ενικού του κιρσός
κιρσός	noun	μόνιμα διευρυμένη επιφανειακή φλέβα, συνήθως των κάτω άκρων
κιρσώδεις	=	κιρσώδης
κιρσώδες	=	κιρσώδης
κιρσώδη	=	κιρσώδης
κιρσώδης	adj	που είναι γεμάτος κιρσούς
κιρσώδους	=	κιρσώδης
κιρσών	noun	γενική πληθυντικού του κιρσός
κιρχανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κιρχανάς
κιρχανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιρχανάς
κιρχανάδων	noun	γενική πληθυντικού του κιρχανάς
κιρχανάς	noun	άλλη μορφή του κερχανάς (πορνείο)
κις	abbrev	Το ΚΙΣ, ή ΚΙΣ Ελλάδας (ΚΙΣΕ), αποτελεί το επίσημο συντονιστικό όργανο του Ελληνικού Εβραϊσμού καθώς και το επίσημο όργανο αντιπροσώπευσης των Εβραϊκών Οργανισμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
κισε	abbrev	ΝΠΔΔ που εδρεύει στην Αθήνα, με αντικείμενο το εβραϊκό στοιχείο στην Ελλάδα και που προεξάρχει των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων στην Ελλάδα.
κισλά	=	κισλάς
κισλάδες	=	κισλάς
κισλάδων	=	κισλάς
κισλάς	noun	στρατώνας
κισλαραγάδες	noun	κισλάραγας, ή ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κισλαραγάς
κισμέτ	noun	το πεπρωμένο με μοιρολατρική έννοια, το αναπόφευκτο
κισμέτι	noun	το κισμέτ
κισμέτια	=	κισμέτι
κισμετιού	=	κισμέτι
κισμετιών	=	κισμέτι
κισπέτι	noun	ενδυμασία
κισπέτια	=	κισπέτι
κισπετιού	=	κισπέτι
κισπετιών	=	κισπέτι
κισσέ	noun	κλητική ενικού του κισσός
κισσέλαια	=	κισσέλαιο
κισσέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από το κισσό
κισσέλαιου	=	κισσέλαιο
κισσέλαιων	=	κισσέλαιο
κισσελαίου	=	κισσέλαιο
κισσελαίων	=	κισσέλαιο
κισσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κισσός
κισσοστεφές	=	κισσοστεφής
κισσοστεφή	=	κισσοστεφής
κισσοστεφής	adj	που είναι στεφανωμένος με κισσό
κισσοστεφείς	=	κισσοστεφής
κισσοστεφούς	=	κισσοστεφής
κισσοστεφών	=	κισσοστεφής
κισσού	noun	γενική ενικού του κισσός
κισσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κισσός
κισσό	noun	αιτιατική ενικού του κισσός
κισσός	noun	είδος αναρριχώμενου φυτού της οικογένειας Araliaceae με πλατιά παλαμοειδή φύλλα
κισσών	noun	γενική πληθυντικού του κίσσα
κιστέρνα	noun	λογιότερη μορφή του στέρνα
κιστέρνας	=	κιστέρνα
κιστέρνες	=	κιστέρνα
κιστερνών	=	κιστέρνα
κιστών	=	κίστη
κιτ	noun	η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία
κιτάπι	noun	βιβλίο ή τετράδιο που χρησιμοποιείται για σημειώσεις
κιτάπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτάπι
κιταπιού	=	κιτάπι
κιταπιών	=	κιτάπι
κιτουρουμιάζω	verb	είμαι κατάκοιτος
κιτουρούμη	=	κιτουρούμης
κιτουρούμηδες	=	κιτουρούμης
κιτουρούμηδων	=	κιτουρούμης
κιτουρούμης	noun	παράλυτος, κατάκοιτος
κιτρέλαια	=	κιτρέλαιο
κιτρέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από κίτρο
κιτρέλαιου	=	κιτρέλαιο
κιτρέλαιων	=	κιτρέλαιο
κιτρίνιασμα	noun|rare	άλλη μορφή του κιτρίνισμα
κιτρίνιζα	=	κιτρινίζω
κιτρίνιζαν	=	κιτρινίζω
κιτρίνιζε	=	κιτρινίζω
κιτρίνιζες	=	κιτρινίζω
κιτρίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρίνισμα	noun	το αποτέλεσμα του κιτρινίζω, η μεταβολή του χρώματος ενός αντικειμένου σε κίτρινο
κιτρελαίου	=	κιτρέλαιο
κιτρελαίων	=	κιτρέλαιο
κιτριά	noun	θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Citrus medica), αειθαλές, με λογχοειδή ή ελλειψοειδή φύλλα, από το οποίο βγαίνει το κίτρο
κιτριάς	noun	γενική ενικού του κιτριά
κιτριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτριά
κιτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρικό
κιτρικέ	adj	κλητική ενικού του κιτρικός
κιτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρική
κιτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιτρικός
κιτρικής	adj	γενική ενικού του κιτρική
κιτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιτρικός
κιτρικού	adj	γενική ενικού του κιτρικός
κιτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιτρικός
κιτρικό	adj	αιτιατική ενικού του κιτρικός
κιτρικός	adj	που έχει σχέση με το κίτρο ή το κιτρικό οξύ ή αναφέρεται σ’ αυτό
κιτρικών	adj	γενική πληθυντικού του κιτρικός
κιτρινάδα	noun	το κίτρινο χρώμα / ωχρότητα του προσώπου, που οφείλεται σε νοσηρότητα
κιτρινάδας	=	κιτρινάδα
κιτρινάδες	=	κιτρινάδα
κιτρινάδι	noun	κίτρινο στίγμα ή κηλίδα
κιτρινάδια	=	κιτρινάδι
κιτρινάδων	=	κιτρινάδα
κιτρινίαζα	=	κιτρινιάζω
κιτρινίαζαν	=	κιτρινιάζω
κιτρινίαζε	=	κιτρινιάζω
κιτρινίαζες	=	κιτρινιάζω
κιτρινίασα	=	κιτρινιάζω
κιτρινίασαν	=	κιτρινιάζω
κιτρινίασε	=	κιτρινιάζω
κιτρινίασες	=	κιτρινιάζω
κιτρινίζαμε	=	κιτρινίζω
κιτρινίζαν	=	κιτρινίζω
κιτρινίζανε	=	κιτρινίζω
κιτρινίζατε	=	κιτρινίζω
κιτρινίζει	=	κιτρινίζω
κιτρινίζεις	=	κιτρινίζω
κιτρινίζετε	=	κιτρινίζω
κιτρινίζοντας	=	κιτρινίζω
κιτρινίζουμε	=	κιτρινίζω
κιτρινίζουν	=	κιτρινίζω
κιτρινίζουνε	=	κιτρινίζω
κιτρινίζω	verb	κάνω κάτι κίτρινο
κιτρινίλα	noun	λεκές κιτρινωπού χρώματος
κιτρινίλας	noun	γενική ενικού του κιτρινίλα
κιτρινίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινίλα
κιτρινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσαν	=	κιτρινίζω
κιτρινίσανε	=	κιτρινίζω
κιτρινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρίνισμα
κιτρινίσματος	noun	γενική ενικού του κιτρίνισμα
κιτρινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτρινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κιτρινίζω
κιτριναδιού	=	κιτρινάδι
κιτριναδιών	=	κιτρινάδι
κιτρινιάζαμε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζαν	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζανε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζατε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζει	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζεις	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζετε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζοντας	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζουμε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζουν	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζουνε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάζω	verb	άλλη μορφή του κιτρινίζω
κιτρινιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιτρινιάρης
κιτρινιάρας	adj	γενική ενικού του κιτρινιάρα
κιτρινιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινιάρα
κιτρινιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κιτρινιάρης
κιτρινιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινιάρης
κιτρινιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κιτρινιάρης
κιτρινιάρης	adj	που έχει κίτρινο και αρρωστημένο χρώμα δέρματος
κιτρινιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινιάρικο
κιτρινιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κιτρινιάρης
κιτρινιάρικου	adj	γενική ενικού του κιτρινιάρικο
κιτρινιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κιτρινιάρικο
κιτρινιάσαμε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάσαν	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάσανε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάσατε	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάσει	=	κιτρινιάζω
κιτρινιάστε	=	κιτρινιάζω
κιτρινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κιτρίνισμα
κιτρινισμέ	noun	κλητική ενικού του κιτρινισμός
κιτρινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινισμένο
κιτρινισμένε	verb	κλητική ενικού του κιτρινισμένος
κιτρινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινισμένη
κιτρινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιτρινισμένος
κιτρινισμένης	verb	γενική ενικού του κιτρινισμένη
κιτρινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κιτρινισμένος
κιτρινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιτρινισμένος
κιτρινισμένος	verb	που το χρώμα του έχει μεταβληθεί σε κίτρινο
κιτρινισμένου	=	κιτρινισμένος
κιτρινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κιτρινισμένος
κιτρινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιτρινισμένος
κιτρινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιτρινισμός
κιτρινισμού	noun	γενική ενικού του κιτρινισμός
κιτρινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κιτρινισμός
κιτρινισμό	noun	αιτιατική ενικού του κιτρινισμός
κιτρινισμός	noun	το να έχει ή να αποκτά μια εφημερίδα, περιοδικό ή άλλο ενημερωτικό μέσο σκανδαλοθηρικό χαρακτήρα, το να ανήκει στον «κίτρινο τύπο»
κιτρινισμών	noun	γενική πληθυντικού του κιτρινισμός
κιτρινομούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινομούρης
κιτρινοπράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινοπράσινο
κιτρινοπράσινε	adj	κλητική ενικού του κιτρινοπράσινος
κιτρινοπράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινοπράσινη
κιτρινοπράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιτρινοπράσινος
κιτρινοπράσινης	adj	γενική ενικού του κιτρινοπράσινη
κιτρινοπράσινο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κιτρινοπράσινος	noun	το χρώμα που είναι ανάμεσα στο κίτρινο και στο πράσινο, ή μια ανάμειξη των δυο
κιτρινοπράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιτρινοπράσινος
κιτρινοπράσινος	adj	που είναι ανάμεσα στο κίτρινο και στο πράσινο, ή μια ανάμειξη των δυο
κιτρινοπράσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κιτρινοπράσινος
κιτρινοπράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιτρινοπράσινος
κιτρινοπράσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιτρινοπράσινος
κιτρινοριζών	=	κιτρινόριζα
κιτρινοχροιών	=	κιτρινόχροια
κιτρινοχρόων	=	κιτρινόχρους
κιτρινωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινωπό	adv	σε κιτρινωπή απόχρωση, εμφανίζοντας κιτρινωπό χρώμα
κιτρινωπέ	adj	κλητική ενικού του κιτρινωπός
κιτρινωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινωπή
κιτρινωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιτρινωπός
κιτρινωπής	adj	γενική ενικού του κιτρινωπή
κιτρινωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιτρινωπός
κιτρινωπού	adj	γενική ενικού του κιτρινωπός
κιτρινωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιτρινωπός
κιτρινωπό	adj	αιτιατική ενικού του κιτρινωπός
κιτρινωπός	adj	που το χρώμα του προσεγγιζει το κίτρινο
κιτρινωπών	adj	γενική πληθυντικού του κιτρινωπός
κιτρινόμαυρα	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρε	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρες	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρη	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρης	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρο	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυροι	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρος	adj	αυτός που έχει δύο χρώματα, κίτρινο και μαύρο, π.χ. η φανέλα της ΑΕΚ
κιτρινόμαυρου	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρους	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόμαυρων	=	κιτρινόμαυρος
κιτρινόριζα	noun	το φυτό κουρκουμάς
κιτρινόριζας	=	κιτρινόριζα
κιτρινόριζες	=	κιτρινόριζα
κιτρινόφαια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινόφαιο
κιτρινόφαιε	adj	κλητική ενικού του κιτρινόφαιος
κιτρινόφαιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρινόφαιη
κιτρινόφαιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κιτρινόφαιος
κιτρινόφαιης	adj	γενική ενικού του κιτρινόφαιη
κιτρινόφαιο	adj	αιτιατική ενικού του κιτρινόφαιος
κιτρινόφαιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κιτρινόφαιος
κιτρινόφαιος	adj	άλλη μορφή του φαιοκίτρινος
κιτρινόφαιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κιτρινόφαιος
κιτρινόφαιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κιτρινόφαιος
κιτρινόφαιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κιτρινόφαιος
κιτρινόχροα	=	κιτρινόχρους
κιτρινόχροες	=	κιτρινόχρους
κιτρινόχροια	noun|archaic	η απόχρωση του κίτρινου
κιτρινόχροιας	=	κιτρινόχροια
κιτρινόχροιες	=	κιτρινόχροια
κιτρινόχρου	=	κιτρινόχρους
κιτρινόχρουν	=	κιτρινόχρους
κιτρινόχρους	adj	που έχει κίτρινο χρώμα
κιτρινόχρωμα	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμε	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμες	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμη	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμης	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμο	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμοι	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμος	adj	που έχει κίτρινο χρώμα
κιτρινόχρωμου	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμους	=	κιτρινόχρωμος
κιτρινόχρωμων	=	κιτρινόχρωμος
κιτριών	=	κιτριά
κιτρολέιμονα	=	κιτρολέιμονο
κιτρολέιμονο	noun|vulgar	άλλη μορφή του κιτρολέμονο
κιτρολέιμονου	=	κιτρολέιμονο
κιτρολέιμονων	=	κιτρολέιμονο
κιτρολέμονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρολέμονο
κιτρολέμονο	noun	κίτρο με άρωμα και χυμό λεμονιού, καρπός της κιτρολεμονιάς
κιτρολέμονου	noun	γενική ενικού του κιτρολέμονο
κιτρολέμονων	noun	γενική πληθυντικού του κιτρολέμονο
κιτρολεμονίτσα	noun	υποκοριστικό του κιτρολεμονιά
κιτρολεμονίτσας	=	κιτρολεμονίτσα
κιτρολεμονίτσες	=	κιτρολεμονίτσα
κιτρολεμονιά	noun	υβρίδιο λεμονιάς που παράγει κιτρολέμονα
κιτρολεμονιάς	noun	γενική ενικού του κιτρολεμονιά
κιτρολεμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρολεμονιά
κιτρολεμονιών	=	κιτρολεμονιά
κιτρολεϊμονίτσα	noun	υποκοριστικό του κιτρολεϊμονιά
κιτρολεϊμονίτσας	=	κιτρολεϊμονίτσα
κιτρολεϊμονίτσες	=	κιτρολεϊμονίτσα
κιτρολεϊμονιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του κιτρολεμονιά
κιτρολεϊμονιάς	=	κιτρολεϊμονιά
κιτρολεϊμονιές	=	κιτρολεϊμονιά
κιτρολεϊμονιών	=	κιτρολεϊμονιά
κιτρουλίνες	=	κιτρουλίνη
κιτρουλίνη	noun	αμινοξύ που συμμετέχει στον μεταβολισμό του αζώτου και συμβάλλει στην παραγωγή αργινίνης
κιτρουλίνης	=	κιτρουλίνη
κιτρουλινών	=	κιτρουλίνη
κιτροχρόων	=	κιτρόχρους
κιτρόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κιτρόμηλο
κιτρόχροα	=	κιτρόχρους
κιτρόχροες	=	κιτρόχρους
κιτρόχρου	=	κιτρόχρους
κιτρόχρουν	=	κιτρόχρους
κιτρόχρους	adj|archaic	που έχει το χρώμα του κίτρου, κίτρινο χρώμα
κιτς	noun	λέγεται για τη κακόγουστη χρήση τελείως ετερόκλητων στοιχείων	adj	κακόγουστος
κιχ	noun	η παραμικρή κουβέντα, συντομότατος λόγος ή ήχος
κιχιλαντίζω	verb	διαχειμάζω
κιχλών	=	κίχλη
κιχωρίου	=	κιχώριο
κιχωρίων	=	κιχώριο
κιχώρι	noun	η πικραλίδα
κιχώρια	=	κιχώρι
κιχώριο	noun	γένος φυτών της οικογένειας Αστεροειδή (Asteraceae)
κιχώριου	=	κιχώριο
κιχώριων	=	κιχώριο
κιόλα	adv	κιόλας
κιόλας	adv	ήδη, νωρίς
κιόνων	=	κίονας
κιόρος	adj	αλλήθωρος
κιόσκι	noun	υπαίθρια κατασκευή σαν μικρό ανοιχτό δωμάτιο
κιόσκια	=	κιόσκι
κιότεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιότεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιότεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κιότεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κιοτεύω
κκε	abbrev	ελληνικό πολιτικό κόμμα
κκσε	abbrev	πολιτικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης
κλάβικορντ	noun	πληκτροφόρο όργανο, πρόδρομος του πιάνου, με σιγανό ήχο, διαδεδομένο σαν όργανο σπιτιού από τον 15ο έως το 19ο αιώνα.
κλάδα	noun	μεγεθυντικό του κλαδί
κλάδας	=	κλάδα
κλάδε	noun	κλητική ενικού του κλάδος
κλάδεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλαδεύω
κλάδες	=	κλάδα
κλάδευα	=	κλαδεύω
κλάδευαν	=	κλαδεύω
κλάδευε	=	κλαδεύω
κλάδευες	=	κλαδεύω
κλάδευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλαδεύω
κλάδευσης	=	κλάδευση
κλάδευσις	noun	το κλάδεμα, η κλάδευση
κλάδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλάδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλάδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλάδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλάδιζα	=	κλαδίζω
κλάδιζαν	=	κλαδίζω
κλάδιζε	=	κλαδίζω
κλάδιζες	=	κλαδίζω
κλάδισα	=	κλαδίζω
κλάδισαν	=	κλαδίζω
κλάδισε	=	κλαδίζω
κλάδισες	=	κλαδίζω
κλάδο	noun	αιτιατική ενικού του κλάδος
κλάδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλάδος
κλάδος	noun	κλαδί
κλάδου	noun	γενική ενικού του κλάδος
κλάδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλάδος
κλάδωμα	noun	άλλη μορφή του ανακλάδωμα
κλάδων	noun	γενική πληθυντικού του κλάδος
κλάδωνα	=	κλαδώνω
κλάδωναν	=	κλαδώνω
κλάδωνε	=	κλαδώνω
κλάδωνες	=	κλαδώνω
κλάδωσα	=	κλαδώνω
κλάδωσαν	=	κλαδώνω
κλάδωσε	=	κλαδώνω
κλάδωσες	=	κλαδώνω
κλάκα	noun	ομάδα ατόμων που προσπαθεί να δημιουργήσει ψεύτικες εντυπώσεις σε δημόσιες εκδηλώσεις με επευφημίες ή αποδοκιμασίες
κλάκας	noun	γενική ενικού του κλάκα
κλάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάκα
κλάμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού κλαίω
κλάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάμα
κλάματος	noun	γενική ενικού του κλάμα
κλάμερ	noun	κοκαλάκι για τα μαλλιά σαν κλιπ ή δαγκάνα
κλάναμε	=	κλάνω
κλάναν	=	κλάνω
κλάνανε	=	κλάνω
κλάνατε	=	κλάνω
κλάνε	=	κλάνω
κλάνει	=	κλάνω
κλάνεις	=	κλάνω
κλάνετε	=	κλάνω
κλάνομε	=	κλάνω
κλάνοντας	=	κλάνω
κλάνουμε	=	κλάνω
κλάνουν	=	κλάνω
κλάνουνε	=	κλάνω
κλάνω	verb	αφήνω μια κλανιά
κλάξον	noun	η κόρνα αυτοκινούμενου οχήματος ή το κουδούνι ποδηλάτου
κλάπα	noun	μεταλλικό ή ξύλινο κομμάτι που χρησιμοποιείται σε ξυλοσυνδέσεις
κλάπας	noun	γενική ενικού του κλάπα
κλάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάπα
κλάπηκα	=	κλέβω
κλάπηκαν	=	κλέβω
κλάπηκε	=	κλέβω
κλάπηκες	=	κλέβω
κλάρα	noun	μεγάλο κλαρί (κλαδί φυτού)
κλάρας	noun	γενική ενικού του κλάρα
κλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάρα
κλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσαν	=	κλάνω
κλάσανε	=	κλάνω
κλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάση
κλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλάση
κλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλάση
κλάση	noun	σύνολο μερικών αντικειμένων ή προσώπων
κλάσης	noun	γενική ενικού του κλάση
κλάσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλάνω
κλάσμα	noun	τρόπος παράστασης της διαίρεσης δύο αριθμών με οριζόντια γραμμή που χωρίζει τον διαιρετέο από το διαιρέτη (στην προκειμένη περίπτωση ονομάζεται αριθμητής και παρονομαστής)
κλάσματα	=	κλάσμα
κλάσματος	noun	γενική ενικού του κλάσμα
κλάσομε	=	κλάνω
κλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσουνε	=	κλάνω
κλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλάνω
κλάψα	noun	άλλη μορφή του κλάμα, θρήνος
κλάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψαν	=	κλαίω
κλάψανε	=	κλαίω
κλάψας	noun	γενική ενικού του κλάψα
κλάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάψα
κλάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλαίω
κλάψου	=	κλαίω
κλάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψουνε	=	κλαίω
κλάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαίω
κλέβαμε	=	κλέβω
κλέβαν	=	κλέβω
κλέβανε	=	κλέβω
κλέβατε	=	κλέβω
κλέβε	=	κλέβω
κλέβει	=	κλέβω
κλέβεις	=	κλέβω
κλέβεσαι	=	κλέβω
κλέβεστε	=	κλέβω
κλέβεται	=	κλέβω
κλέβετε	=	κλέβω
κλέβομαι	verb	ερωτευμένοι που φεύγουν από το σπίτι τους για να παντρευτούν χωρίς τη συγκατάθεση των οικογενειών τους
κλέβομε	=	κλέβω
κλέβονται	=	κλέβω
κλέβονταν	=	κλέβω
κλέβοντας	=	κλέβω
κλέβουμε	=	κλέβω
κλέβουν	=	κλέβω
κλέβουνε	=	κλέβω
κλέβω	verb	αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία, κάνω κλοπές
κλέη	=	κλέος
κλέλιας	noun	γενική ενικού του Κλέλια
κλέλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Κλέλια
κλέμα	noun	μονωμένος σωληνωτός σύνδεσμος ηλεκτρικών καλωδίων
κλέμας	noun	γενική ενικού του κλέμα
κλέμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλέμα
κλέος	noun|archaic	η δόξα
κλέους	=	κλέος
κλέπτες	=	κλέπτης
κλέπτη	=	κλέπτης
κλέπτης	noun|formal	άλλη μορφή του κλέφτης
κλέπτω	verb|dated	η αρχαία μορφή του κλέβω και καθαρεύουσα: στην κοινή νεοελληνική, μόνον σε σύνθετα όπως
κλέφταρε	=	κλέφταρος
κλέφταρο	=	κλέφταρος
κλέφταροι	=	κλέφταρος
κλέφταρος	noun	μεγάλος κλέφτης
κλέφταρου	=	κλέφταρος
κλέφταρους	=	κλέφταρος
κλέφταρων	=	κλέφταρος
κλέφτε	=	κλέβω
κλέφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλέφτης
κλέφτη	=	κλέφτης
κλέφτηκα	=	κλέβω
κλέφτηκαν	=	κλέβω
κλέφτηκε	=	κλέβω
κλέφτηκες	=	κλέβω
κλέφτης	noun	που κλέβει χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία
κλέφτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλέφτικος	adv	με τον τρόπο των Κλεφτών
κλέφτικε	adj	κλητική ενικού του κλέφτικος
κλέφτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλέφτικη
κλέφτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλέφτικος
κλέφτικης	adj	γενική ενικού του κλέφτικη
κλέφτικο	noun	δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στους κλέφτες ή / και τους αρματολούς	adj	αιτιατική ενικού του κλέφτικος
κλέφτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλέφτικος
κλέφτικος	adj	που έχει σχέση με τους Κλέφτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
κλέφτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κλέφτικος
κλέφτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλέφτικος
κλέφτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλέφτικος
κλέφτρα	=	κλέφτης
κλέφτω	verb|vulgar	άλλη μορφή του κλέβω
κλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψαν	=	κλέβω
κλέψανε	=	κλέβω
κλέψαντα	=	κλέψας
κλέψαντες	=	κλέψας
κλέψαντος	=	κλέψας
κλέψας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου (έκλεψα) του ρήματος κλέπτω, κυρίως στη φράση
κλέψασα	=	κλέψας
κλέψασας	=	κλέψας
κλέψασες	=	κλέψας
κλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψιμο	noun	η κλοπή
κλέψομε	=	κλέβω
κλέψου	=	κλέβω
κλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψουνε	=	κλέβω
κλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλέβω
κλήδονα	=	κλήδονας
κλήδονας	noun	μαντικό παιχνίδι
κλήδονες	=	κλήδονας
κλήθηκα	=	καλούμαι
κλήθηκαν	=	καλούμαι
κλήθηκε	=	καλούμαι
κλήθηκες	=	καλούμαι
κλήθρα	noun	άλλη μορφή του σκλήθρα
κλήθρας	=	κλήθρα
κλήθρες	=	κλήθρα
κλήμα	noun	το αμπέλι, η άμπελος, το φυτό που παράγει το σταφύλι
κλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήμα
κλήματος	noun	γενική ενικού του κλήμα
κλήρα	noun	κλήρα = κληρονόμος, τέκνον, ιδίως σε φράσεις υβριστικές ή αγανάκτησης : "γαμώ την κλήρα σου"
κλήρας	noun	γενική ενικού του κλήρα
κλήρε	noun	κλητική ενικού του κλήρος
κλήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήρα
κλήριγκ	noun	άλλη γραφή του κλίρινγκ
κλήρινγκ	noun|dated	άλλη γραφή του κλίρινγκ
κλήρο	noun	αιτιατική ενικού του κλήρος
κλήροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλήρος
κλήρος	noun	δελτίο ή άλλο αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
κλήρου	noun	γενική ενικού του κλήρος
κλήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλήρος
κλήρων	noun	γενική πληθυντικού του κλήρος
κλήρωνα	=	κληρώνω
κλήρωναν	=	κληρώνω
κλήρωνε	=	κληρώνω
κλήρωνες	=	κληρώνω
κλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κλήρωση	noun	η διαδικασία που αποσκοπεί στην επιλογή με τυχαίο τρόπο ενός από πολλά (προσώπου, πράγματος, αριθμού κλπ)
κλήρωσης	noun	γενική ενικού του κλήρωση
κλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήση
κλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλήση
κλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλήση
κλήση	noun	η πράξη του καλώ
κλήσης	noun	γενική ενικού του κλήση
κλήτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλήτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλήτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλήτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλήτευση	noun	η επίσημη πρόσκληση κάποιου ως μάρτυρα ή διαδίκου στο δικαστήριο ή σε επιτροπή
κλήτευσης	noun	γενική ενικού του κλήτευση
κλήτευσις	noun	κλήτευση
κλίβανε	noun	κλητική ενικού του κλίβανος
κλίβανο	noun	αιτιατική ενικού του κλίβανος
κλίβανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλίβανος
κλίβανος	noun	ο χώρος περικλεισμένος, όπου μπορεί ν’ αναπτυχθεί με καύση μεγάλη θερμότητα για το ψήσιμο ψωμιού, εδεσμάτων ή για άλλες χρήσεις
κλίβανου	=	κλίβανος
κλίγκον	noun	άλλη μορφή του Κλίνγκον
κλίθηκα	=	κλίνω
κλίθηκαν	=	κλίνω
κλίθηκε	=	κλίνω
κλίθηκες	=	κλίνω
κλίκα	noun	ομάδα ατόμων με κοινά συμφέροντα που προσπαθούν να αναρριχηθούν στον κοινωνικό ιστό με απώτερο στόχο την κοινωνική τους ανέλιξη
κλίκαρα	=	κλικάρω
κλίκαραν	=	κλικάρω
κλίκαρε	=	κλικάρω
κλίκαρες	=	κλικάρω
κλίκας	noun	γενική ενικού του κλίκα
κλίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλίκα
κλίμα	noun	το σύνολο των καιρικών και μετεωρολογικών φαινομένων και συνθηκών που επικρατούν και μεταβάλλονται σε μια περιοχή για ένα χρονικό διάστημα
κλίμακα	noun	η σκάλα
κλίμακας	noun	γενική ενικού του κλίμακα
κλίμακες	=	κλίμακα
κλίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλίμα
κλίματος	noun	γενική ενικού του κλίμα
κλίναμε	=	κλίνω
κλίναν	=	κλίνω
κλίνανε	=	κλίνω
κλίνατε	=	κλίνω
κλίνγκον	=	κλίγκον
κλίνε	=	κλίνω
κλίνει	=	κλίνω
κλίνεις	=	κλίνω
κλίνες	=	κλίνη
κλίνεσαι	=	κλίνω
κλίνεστε	=	κλίνω
κλίνεται	=	κλίνω
κλίνετε	=	κλίνω
κλίνη	noun	το κρεβάτι
κλίνης	=	κλίνη
κλίνκερ	noun	αδρανές υλικό, βασικό συστατικό του τσιμέντου
κλίνομαι	=	κλίνω
κλίνομε	=	κλίνω
κλίνονται	=	κλίνω
κλίνονταν	=	κλίνω
κλίνοντας	=	κλίνω
κλίνουμε	=	κλίνω
κλίνουν	=	κλίνω
κλίνουνε	=	κλίνω
κλίντε	=	κλίνω
κλίνω	verb	γέρνω, έχω κλίση
κλίνῃ	verb	γ' ενικό πρόσωπο υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος κλίνω
κλίριγκ	noun	άλλη γραφή του κλίρινγκ
κλίρινγκ	noun	οικονομικό σύστημα μεταξύ κρατών σύμφωνα με το οποίο δημιουργούνται χρεωπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων των δύο κρατών και την ευθύνη πληρωμής των τοπικών επιχειρήσεων αναλλαμβάνουν οι κρατικές τράπεζες, έτσι ώστε να μεταβιβάζονται σε κάθε εκκαθαριστική περίοδο μόνο οι διαφορές και να μειώνεται η μετακίνηση συναλλάγματος
κλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλίση
κλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλίση
κλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλίση
κλίση	noun	η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας
κλίσης	noun	γενική ενικού του κλίση
κλίτη	=	κλίτος
κλίτος	noun	ο επιμήκης χώρος ανάμεσα σε δύο κιονοστοιχίες ή σε κιονοστοιχία και τοίχο σε κτήρια ρυθμού βασιλικής
κλίτους	=	κλίτος
κλίτσα	noun	άλλη μορφή του γκλίτσα
κλίτσας	noun	γενική ενικού του κλίτσα
κλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλίτσα
κλαίγαμε	=	κλαίω
κλαίγαν	=	κλαίω
κλαίγανε	=	κλαίω
κλαίγατε	=	κλαίω
κλαίγε	=	κλαίω
κλαίγει	=	κλαίω
κλαίγεις	=	κλαίω
κλαίγεσαι	=	κλαίω
κλαίγεστε	=	κλαίω
κλαίγεται	=	κλαίω
κλαίγετε	=	κλαίω
κλαίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κλαίω
κλαίγομε	=	κλαίω
κλαίγονται	=	κλαίω
κλαίγονταν	=	κλαίω
κλαίγοντας	=	κλαίω
κλαίγουν	=	κλαίω
κλαίγω	verb	άλλη μορφή του κλαίω
κλαίει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλαίω
κλαίμε	=	κλαίω
κλαίνε	=	κλαίω
κλαίτε	=	κλαίω
κλαίω	verb	τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών)
κλαβίχορδα	=	κλαβίχορδο
κλαβίχορδο	noun|formal	μορφή του κλάβικορντ, συνώνυμο του κλειδόχορδο
κλαβίχορδου	=	κλαβίχορδο
κλαβανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαβανή
κλαβανή	noun	άλλη μορφή του γκλαβανή
κλαβανής	=	κλαβανή
κλαβανών	=	κλαβανή
κλαβεσέν	noun	το τσέμπαλο
κλαβεσίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαβεσίνο
κλαβεσίνο	noun|dated	είδος μεγάλου κλειδοκύμβαλου, δηλαδή, πιάνου
κλαβεσίνου	noun	γενική ενικού του κλαβεσίνο
κλαβεσίνων	noun	γενική πληθυντικού του κλαβεσίνο
κλαβιέ	noun	πληκτρολόγιο
κλαβικυμβάλου	=	κλαβικύμβαλο
κλαβικυμβάλων	=	κλαβικύμβαλο
κλαβικύμβαλα	=	κλαβικύμβαλο
κλαβικύμβαλο	noun	το τσέμπαλο, αρπίχορδο
κλαβικύμβαλου	=	κλαβικύμβαλο
κλαβιχόρδου	=	κλαβίχορδο
κλαβιχόρδων	=	κλαβίχορδο
κλαγγές	=	κλαγγή
κλαγγή	noun	δυνατός ήχος που δημιουργείται από την σύγκρουση μεταλλικών αντικειμένων, συνήθως όπλων (π.χ., σπαθιά)
κλαγγής	=	κλαγγή
κλαγγών	=	κλαγγή
κλαδάκι	noun	υποκοριστικό του κλαδί
κλαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδάκι
κλαδάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδάρχης
κλαδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάδεμα
κλαδέματος	noun	γενική ενικού του κλάδεμα
κλαδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψαν	=	κλαδεύω
κλαδέψανε	=	κλαδεύω
κλαδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψομε	=	κλαδεύω
κλαδέψου	=	κλαδεύω
κλαδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψουνε	=	κλαδεύω
κλαδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαδεύω
κλαδί	noun	το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.
κλαδίζαμε	=	κλαδίζω
κλαδίζαν	=	κλαδίζω
κλαδίζανε	=	κλαδίζω
κλαδίζατε	=	κλαδίζω
κλαδίζει	=	κλαδίζω
κλαδίζεις	=	κλαδίζω
κλαδίζετε	=	κλαδίζω
κλαδίζοντας	=	κλαδίζω
κλαδίζουμε	=	κλαδίζω
κλαδίζουν	=	κλαδίζω
κλαδίζουνε	=	κλαδίζω
κλαδίζω	verb	βγάζω κλαδιά
κλαδίσαμε	=	κλαδίζω
κλαδίσαν	=	κλαδίζω
κλαδίσανε	=	κλαδίζω
κλαδίσατε	=	κλαδίζω
κλαδίσει	=	κλαδίζω
κλαδίσκε	=	κλαδίσκος
κλαδίσκο	=	κλαδίσκος
κλαδίσκοι	=	κλαδίσκος
κλαδίσκος	noun	υποκοριστικό του κλάδος
κλαδίσκου	=	κλαδίσκος
κλαδίσκους	=	κλαδίσκος
κλαδίσκων	=	κλαδίσκος
κλαδίστε	=	κλαδίζω
κλαδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλάδεμα
κλαδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδεμένο
κλαδεμένε	verb	κλητική ενικού του κλαδεμένος
κλαδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδεμένη
κλαδεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδεμένος
κλαδεμένης	verb	γενική ενικού του κλαδεμένη
κλαδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλαδεμένος
κλαδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαδεμένος
κλαδεμένος	verb	που έχει κλαδευτεί, που έχει υποστεί κλάδεμα
κλαδεμένου	=	κλαδεμένος
κλαδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλαδεμένος
κλαδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλαδεμένος
κλαδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλαδερός	adv	με κλαδερό τρόπο
κλαδερέ	adj	κλητική ενικού του κλαδερός
κλαδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδερή
κλαδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδερός
κλαδερής	adj	γενική ενικού του κλαδερή
κλαδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαδερός
κλαδερού	adj	γενική ενικού του κλαδερός
κλαδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαδερός
κλαδερό	adj	αιτιατική ενικού του κλαδερός
κλαδερός	adj	πολύκλαδος
κλαδερών	adj	γενική πληθυντικού του κλαδερός
κλαδευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδευτής
κλαδευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλαδευτής
κλαδευτήκαμε	=	κλαδεύω
κλαδευτήκαν	=	κλαδεύω
κλαδευτήκανε	=	κλαδεύω
κλαδευτήκατε	=	κλαδεύω
κλαδευτήρα	noun	άλλη μορφή του κλαδευτήρι
κλαδευτήρας	noun	γενική ενικού του κλαδευτήρα
κλαδευτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδευτήρα
κλαδευτήρι	noun	εργαλείο κηπουρικής για το κλάδεμα των φυτών
κλαδευτήρια	=	κλαδευτήρι
κλαδευτής	noun	αυτός που κλαδεύει
κλαδευτεί	=	κλαδεύω
κλαδευτείς	=	κλαδεύω
κλαδευτείτε	=	κλαδεύω
κλαδευτηριού	=	κλαδευτήρι
κλαδευτηριών	=	κλαδευτήρι
κλαδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδευτικό
κλαδευτικέ	adj	κλητική ενικού του κλαδευτικός
κλαδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδευτική
κλαδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδευτικός
κλαδευτικής	adj	γενική ενικού του κλαδευτική
κλαδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαδευτικός
κλαδευτικού	adj	γενική ενικού του κλαδευτικός
κλαδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαδευτικός
κλαδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κλαδευτικός
κλαδευτικός	adj	που έχει σχέση με το κλάδεμα / κλάδευση ή αναφέρεται σ’ αυτά
κλαδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κλαδευτικός
κλαδευτούμε	=	κλαδεύω
κλαδευτούν	=	κλαδεύω
κλαδευτούνε	=	κλαδεύω
κλαδευτριών	noun	γενική πληθυντικού του κλαδεύτρια
κλαδευτρών	=	κλαδεύτρα
κλαδευτώ	=	κλαδεύω
κλαδευτών	noun	γενική πληθυντικού του κλαδευτής
κλαδευόμασταν	=	κλαδεύω
κλαδευόμαστε	=	κλαδεύω
κλαδευόμουν	=	κλαδεύω
κλαδευόμουνα	=	κλαδεύω
κλαδευόντουσαν	=	κλαδεύω
κλαδευόσασταν	=	κλαδεύω
κλαδευόσαστε	=	κλαδεύω
κλαδευόσουν	=	κλαδεύω
κλαδευόσουνα	=	κλαδεύω
κλαδευόταν	=	κλαδεύω
κλαδευότανε	=	κλαδεύω
κλαδεύαμε	=	κλαδεύω
κλαδεύαν	=	κλαδεύω
κλαδεύανε	=	κλαδεύω
κλαδεύατε	=	κλαδεύω
κλαδεύει	=	κλαδεύω
κλαδεύεις	=	κλαδεύω
κλαδεύεσαι	=	κλαδεύω
κλαδεύεστε	=	κλαδεύω
κλαδεύεται	=	κλαδεύω
κλαδεύετε	=	κλαδεύω
κλαδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κλαδεύω
κλαδεύομε	=	κλαδεύω
κλαδεύονται	=	κλαδεύω
κλαδεύονταν	=	κλαδεύω
κλαδεύοντας	=	κλαδεύω
κλαδεύου	=	κλαδεύομαι
κλαδεύουμε	=	κλαδεύω
κλαδεύουν	=	κλαδεύω
κλαδεύουνε	=	κλαδεύω
κλαδεύσεις	=	κλάδευση
κλαδεύσεων	=	κλάδευση
κλαδεύτε	=	κλαδεύω
κλαδεύτηκα	=	κλαδεύω
κλαδεύτηκαν	=	κλαδεύω
κλαδεύτηκε	=	κλαδεύω
κλαδεύτηκες	=	κλαδεύω
κλαδεύτρα	noun	θηλυκό του κλαδευτής
κλαδεύτρας	=	κλαδεύτρα
κλαδεύτρες	=	κλαδεύτρα
κλαδεύτρια	noun	θηλυκό του κλαδευτής
κλαδεύτριας	noun	γενική ενικού του κλαδεύτρια
κλαδεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδεύτρια
κλαδεύω	verb	κόβω τα κλαδιά από κάποιο φυτό για καλλωπισμό ή για να βοηθήσω την ανάπτυξή του
κλαδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδί
κλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδικό
κλαδικέ	adj	κλητική ενικού του κλαδικός
κλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδική
κλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδικός
κλαδικής	adj	γενική ενικού του κλαδική
κλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαδικός
κλαδικού	adj	γενική ενικού του κλαδικός
κλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαδικός
κλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του κλαδικός
κλαδικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται σε κάποιον επαγγελματικό κλάδο
κλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του κλαδικός
κλαδιού	=	κλαδί
κλαδιστική	noun	συγκεκριμένη προσέγγιση στη ταξινομία, κατά την οποία οι διάφοροι οργανισμοί διατάσσονται αλλά και κατατάσσονται αποκλειστικά σε μια βάση που αντανακλά τη πρόσφατη προέλευση από κοινό πρόγονο, όπως για παράδειγμα ένα οικογενειακό δέντρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδιστικός
κλαδιστικής	=	κλαδιστική
κλαδιών	noun	γενική πληθυντικού του κλαδί
κλαδογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδόγραμμα
κλαδογράμματος	noun	γενική ενικού του κλαδόγραμμα
κλαδογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλαδόγραμμα
κλαδοδέματα	noun	κλαδιά, κορμοί δέντρων και άλλα παρόμοια τα οποία συναρμόζουν μεταξύ τους, ώστε να περιοριστεί η διάβρωση του εδάφους σ’ ένα (καμένο) δάσος
κλαδοδεμάτων	=	κλαδοδέματα
κλαδολογία	noun	η επιστήμη και οι κανόνες της κλαδολογικής ταξινόμησης και παρουσίασης (όχι γραμμική ή σειραϊκής συγγένειας)
κλαδολογίας	noun	γενική ενικού του κλαδολογία
κλαδολογίες	=	κλαδολογία
κλαδολογίου	=	κλαδολόγιο
κλαδολογίων	=	κλαδολόγιο
κλαδολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κλαδολογία
κλαδολόγια	=	κλαδολόγιο
κλαδολόγιο	noun	κατάλογος / κατηγοριοποίηση κλάδων στους οποίους κατατάσσονται οι υπάλληλοι του ελληνικού δημόσιου τομέα
κλαδολόγιου	=	κλαδολόγιο
κλαδολόγιων	=	κλαδολόγιο
κλαδονομές	=	κλαδονομή
κλαδονομή	noun|formal	το κόψιμο κλαδιών για διάφορους λόγους
κλαδονομής	=	κλαδονομή
κλαδονομών	=	κλαδονομή
κλαδοπλέγματα	noun	πλέγματα τα οποία κατασκευάζονται σε περιοχές που έχουν καεί, από καμμένα κλαδιά, για την προστασία τους από διάβρωση και πλημμύρες
κλαδοπλεγμάτων	=	κλαδοπλέγματα
κλαδωμάτων	=	κλάδωμα
κλαδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδωμένο
κλαδωμένε	verb	κλητική ενικού του κλαδωμένος
κλαδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδωμένη
κλαδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδωμένος
κλαδωμένης	verb	γενική ενικού του κλαδωμένη
κλαδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλαδωμένος
κλαδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαδωμένος
κλαδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλαδώνω
κλαδωμένου	=	κλαδωμένος
κλαδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλαδωμένος
κλαδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλαδωμένος
κλαδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλαδωτός	adv	με κλαδωτό τρόπο
κλαδωτέ	adj	κλητική ενικού του κλαδωτός
κλαδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαδωτή
κλαδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαδωτός
κλαδωτής	adj	γενική ενικού του κλαδωτή
κλαδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαδωτός
κλαδωτού	adj	γενική ενικού του κλαδωτός
κλαδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαδωτός
κλαδωτό	adj	αιτιατική ενικού του κλαδωτός
κλαδωτός	adj	που έχει κλαδιά ή κλάδους
κλαδωτών	adj	γενική πληθυντικού του κλαδωτός
κλαδόγραμμα	noun	εξελικτικό, γενεαλογικό ή συγγενικής κατάταξης σχεδιάγραμμα που θυμίζει δέντρο
κλαδώματα	=	κλάδωμα
κλαδώματος	=	κλάδωμα
κλαδών	=	κλάδα
κλαδώναμε	=	κλαδώνω
κλαδώναν	=	κλαδώνω
κλαδώνανε	=	κλαδώνω
κλαδώνατε	=	κλαδώνω
κλαδώνει	=	κλαδώνω
κλαδώνεις	=	κλαδώνω
κλαδώνετε	=	κλαδώνω
κλαδώνοντας	=	κλαδώνω
κλαδώνουμε	=	κλαδώνω
κλαδώνουν	=	κλαδώνω
κλαδώνουνε	=	κλαδώνω
κλαδώνω	verb	βγάζω κλαδιά
κλαδώσαμε	=	κλαδώνω
κλαδώσαν	=	κλαδώνω
κλαδώσανε	=	κλαδώνω
κλαδώσατε	=	κλαδώνω
κλαδώσει	=	κλαδώνω
κλαδώστε	=	κλαδώνω
κλαιγόμασταν	=	κλαίω
κλαιγόμαστε	=	κλαίω
κλαιγόμουν	=	κλαίω
κλαιγόμουνα	=	κλαίω
κλαιγόντουσαν	=	κλαίω
κλαιγόσασταν	=	κλαίω
κλαιγόσαστε	=	κλαίω
κλαιγόσουν	=	κλαίω
κλαιγόσουνα	=	κλαίω
κλαιγόταν	=	κλαίω
κλαιγότανε	=	κλαίω
κλαιν	=	κλαίω
κλαις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλαίω
κλακ	noun	είδος καπέλου
κλακάζ	noun|slang	μεγάλη ταραχή
κλακέρ	noun	άλλη μορφή του κλακαδόρος
κλακέτα	noun	συσκευή με δύο αρθρωτές πλάκες πάνω στις οποίες αναγράφονται τα στοιχεία της σκηνής που γυρίζονται και με το χτύπημά τους στην αρχή της λήψης διευκολύνεται το μοντάζ και ο συγχρονισμός εικόνας και ήχου
κλακέτας	=	κλακέτα
κλακέτες	noun	χορός με ρυθμικό χτύπημα των παπουτσιών, ώστε να παράγεται ένας χαρακτηριστικός ήχος
κλακαδόρε	noun	κλητική ενικού του κλακαδόρος
κλακαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του κλακαδόρος
κλακαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλακαδόρος
κλακαδόρος	noun	άτομο που με κάποιο τρόπο πληρώνεται, για να παρίσταται σε δημόσιες εκδηλώσεις και να επευφημεί, να αποδοκιμάζει και να δημιουργεί εντυπώσεις
κλακαδόρου	noun	γενική ενικού του κλακαδόρος
κλακαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλακαδόρος
κλακαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του κλακαδόρος
κλακετών	=	κλακέτα
κλαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλάμα
κλαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαμένο
κλαμένε	verb	κλητική ενικού του κλαμένος
κλαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαμένη
κλαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαμένος
κλαμένης	verb	γενική ενικού του κλαμένη
κλαμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλαμένος
κλαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαμένος
κλαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλαίω
κλαμένου	=	κλαμένος
κλαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλαμένος
κλαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλαμένος
κλαμούρα	noun	μακρύ και λεπτό κλωνάρι (που χρησιμοποιείται και ως βέργα)
κλαμούρας	noun	γενική ενικού του κλαμούρα
κλαμούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαμούρα
κλαμπ	noun	νυχτερινό κέντρο διασκέδασης
κλαμπάκι	noun	υποκοριστικό για το κλαμπ
κλαμπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαμπάκι
κλανίδι	noun	η κλανιά
κλανίδια	=	κλανίδι
κλανιά	noun	η πορδή
κλανιάρα	noun|vulgar	θηλυκό του κλανιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλανιάρης
κλανιάρας	adj	γενική ενικού του κλανιάρα
κλανιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλανιάρα
κλανιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλανιάρης
κλανιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλανιάρης
κλανιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κλανιάρης
κλανιάρης	adj|vulgar	αυτός που κλάνει πολύ ή συχνά
κλανιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλανιάρικο
κλανιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλανιάρης
κλανιάρικου	adj	γενική ενικού του κλανιάρικο
κλανιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κλανιάρικο
κλανιάρων	=	κλανιάρα
κλανιάς	noun	γενική ενικού του κλανιά
κλανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλανιά
κλανιδιού	=	κλανίδι
κλανιδιών	=	κλανίδι
κλανιών	=	κλανιά
κλαουνιάζω	verb	κλαίω (όπως στο κεφαλλονίτικο ιδίωμα)
κλαουρίζαμε	=	κλαουρίζω
κλαουρίζαν	=	κλαουρίζω
κλαουρίζανε	=	κλαουρίζω
κλαουρίζατε	=	κλαουρίζω
κλαουρίζει	=	κλαουρίζω
κλαουρίζεις	=	κλαουρίζω
κλαουρίζετε	=	κλαουρίζω
κλαουρίζοντας	=	κλαουρίζω
κλαουρίζουμε	=	κλαουρίζω
κλαουρίζουν	=	κλαουρίζω
κλαουρίζουνε	=	κλαουρίζω
κλαουρίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του κλαψουρίζω
κλαουρίσαμε	=	κλαουρίζω
κλαουρίσαν	=	κλαουρίζω
κλαουρίσανε	=	κλαουρίζω
κλαουρίσατε	=	κλαουρίζω
κλαουρίσει	=	κλαουρίζω
κλαουρίστε	=	κλαουρίζω
κλαούνα	noun	κλαψούρα
κλαούνας	noun	γενική ενικού του κλαούνα
κλαούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαούνα
κλαούνια	noun	κλάμα, κλάματα (όπως στο κεφαλλονίτικο ιδίωμα)
κλαούρα	noun|vulgar	άλλη μορφή του κλαψούρα
κλαούρας	=	κλαούρα
κλαούρες	=	κλαούρα
κλαούριζα	=	κλαουρίζω
κλαούριζαν	=	κλαουρίζω
κλαούριζε	=	κλαουρίζω
κλαούριζες	=	κλαουρίζω
κλαούρισα	=	κλαουρίζω
κλαούρισαν	=	κλαουρίζω
κλαούρισε	=	κλαουρίζω
κλαούρισες	=	κλαουρίζω
κλαπάτσα	noun	άλλη μορφή του χλαπάτσα
κλαπάτσας	noun	γενική ενικού του κλαπάτσα
κλαπάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαπάτσα
κλαπέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλαπείς
κλαπέντα	=	κλαπείς
κλαπέντας	=	κλαπείς
κλαπέντες	=	κλαπείς
κλαπέντος	=	κλαπείς
κλαπέντων	=	κλαπείς
κλαπέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαπέτο
κλαπέτο	noun	μηχανισμός που επιτρέπει ή διακόπτει τη ροή σε αγωγούς νερού ή αερίου, είδος αντεπίστροφης βαλβίδας με «πεταλούδα»
κλαπέτου	noun	γενική ενικού του κλαπέτο
κλαπέτων	noun	γενική πληθυντικού του κλαπέτο
κλαπήκαμε	=	κλέβω
κλαπήκαν	=	κλέβω
κλαπήκανε	=	κλέβω
κλαπήκατε	=	κλέβω
κλαπαρχίδα	=	κλαπαρχίδας
κλαπαρχίδας	noun	που είναι άχρηστος, ανίκανος να κάνει κάτι (κυριολεκτικά: που είναι ικανός μόνο για να παίζει με τα αρχίδια του)
κλαπαρχίδες	=	κλαπαρχίδας
κλαπαρχίδη	=	κλαπαρχίδης
κλαπαρχίδηδες	=	κλαπαρχίδης
κλαπαρχίδηδων	=	κλαπαρχίδης
κλαπαρχίδης	noun	άλλη μορφή του κλαπαρχίδας
κλαπαρχίδω	=	κλαπαρχίδας
κλαπαρχίδων	=	κλαπαρχίδας
κλαπατσίμπαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαπατσίμπαλο
κλαπατσίμπαλο	noun|figurative	ενοχλητικό ή κακόηχο μουσικό όργανο
κλαπατσίμπαλου	=	κλαπατσίμπαλο
κλαπατσίμπαλων	=	κλαπατσίμπαλο
κλαπατσίμπανα	=	κλαπατσίμπανο
κλαπατσίμπανο	noun	άλλη μορφή του κλαπατσίμπαλο
κλαπατσίμπανου	=	κλαπατσίμπανο
κλαπατσίμπανων	=	κλαπατσίμπανο
κλαπεί	=	κλέβω
κλαπείς	verb|formal	που έχει κλαπεί -χρησιμοποιείται σε καθιερωμένες, τυποποιημένες ή σχετικά επίσημες και επιστημονικές ή γραφειοκρατικές εκφράσεις
κλαπείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαπείς
κλαπείσας	=	κλαπείς
κλαπείσες	=	κλαπείς
κλαπείσης	=	κλαπείς
κλαπείτε	=	κλέβω
κλαπεισών	=	κλαπείς
κλαπούμε	=	κλέβω
κλαπούν	=	κλέβω
κλαπούνε	=	κλέβω
κλαπώ	=	κλέβω
κλαπών	=	κλάπα
κλαράκι	noun	υποκοριστικό του κλαρί
κλαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαράκι
κλαρί	noun	το κλαδί
κλαρίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαρίνο
κλαρίνο	noun	παραδοσιακό λαϊκό πνευστό όργανο με μικρές διαφορές από το κλαρινέτο
κλαρίνου	noun	γενική ενικού του κλαρίνο
κλαρίνων	noun	γενική πληθυντικού του κλαρίνο
κλαρίτες	=	κλαρίτης
κλαρίτη	=	κλαρίτης
κλαρίτης	noun|dated	αυτός που βγαίνει στο κλαρί, ο κλέφτης, ο ληστής
κλαριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαρί
κλαριθρομυκίνες	=	κλαριθρομυκίνη
κλαριθρομυκίνη	noun	αντιβιοτικό για τη θεραπεία διάφορων λoιμώξεων
κλαριθρομυκίνης	=	κλαριθρομυκίνη
κλαριθρομυκινών	=	κλαριθρομυκίνη
κλαρινέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαρινέτο
κλαρινέτο	noun	πνευστό ξύλινο μουσικό όργανο, αερόφωνο με μονό γλωσσίδι, κυλινδρικό, με κλειδιά που ανοιγοκλείνουν τρύπες.
κλαρινέτου	noun	γενική ενικού του κλαρινέτο
κλαρινέτων	noun	γενική πληθυντικού του κλαρινέτο
κλαρινίστα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλαρινίστας
κλαρινίστας	noun	οργανοπαίκτης που παίζει κλαρίνο
κλαρινίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαρινίστας
κλαρινετίστα	noun	γυναίκα που παίζει κλαρινέτο
κλαρινετίστας	noun	ο μουσικός που παίζει κλαρινέτο
κλαρινετίστες	=	κλαρινετίστας
κλαρινετίστρια	noun|informal	συνώνυμο του κλαρινετίστα
κλαρινετίστριας	=	κλαρινετίστρια
κλαρινετίστριες	=	κλαρινετίστρια
κλαρινετιστριών	=	κλαρινετίστρια
κλαρινετιστών	=	κλαρινετίστας
κλαρινιστών	noun	γενική πληθυντικού του κλαρινίστας
κλαρινογαμπρέ	noun	κλητική ενικού του κλαρινογαμπρός
κλαρινογαμπροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαρινογαμπρός
κλαρινογαμπρού	noun	γενική ενικού του κλαρινογαμπρός
κλαρινογαμπρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλαρινογαμπρός
κλαρινογαμπρό	noun	αιτιατική ενικού του κλαρινογαμπρός
κλαρινογαμπρός	noun	που είναι ντυμένος με φανταχτερά, συνήθως κακόγουστα, ρούχα, για εντυπωσιασμό
κλαρινογαμπρών	noun	γενική πληθυντικού του κλαρινογαμπρός
κλαρινογκόμενα	=	κλαρινογαμπρός
κλαρινονύφη	=	κλαρινογαμπρός
κλαριντζή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλαριντζής
κλαριντζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαριντζής
κλαριντζήδων	noun	γενική πληθυντικού του κλαριντζής
κλαριντζής	noun|vulgar	άλλη μορφή του κλαριτζής
κλαριού	=	κλαρί
κλαριτζή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλαριτζής
κλαριτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαριτζής
κλαριτζήδων	noun	γενική πληθυντικού του κλαριτζής
κλαριτζής	noun	λαϊκός οργανοπαίκτης που παίζει κλαρίνο
κλαριτών	=	κλαρίτης
κλαριών	=	κλαρί
κλαρκ	noun|vulgar	περονοφόρο όχημα ανύψωσης φορτίου
κλαρωμένα	=	κλαρωμένος
κλαρωμένε	=	κλαρωμένος
κλαρωμένες	=	κλαρωμένος
κλαρωμένη	=	κλαρωμένος
κλαρωμένης	=	κλαρωμένος
κλαρωμένο	=	κλαρωμένος
κλαρωμένοι	=	κλαρωμένος
κλαρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλαρώνω
κλαρωμένου	=	κλαρωμένος
κλαρωμένους	=	κλαρωμένος
κλαρωμένων	=	κλαρωμένος
κλαρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλαρωτός	adv	με κλαρωτή διακόσμηση
κλαρωτέ	adj	κλητική ενικού του κλαρωτός
κλαρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαρωτή
κλαρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαρωτός
κλαρωτής	adj	γενική ενικού του κλαρωτή
κλαρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαρωτός
κλαρωτού	adj	γενική ενικού του κλαρωτός
κλαρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαρωτός
κλαρωτό	adj	αιτιατική ενικού του κλαρωτός
κλαρωτός	adj	που έχει κλαριά, που είναι γεμάτος κλαριά
κλαρωτών	adj	γενική πληθυντικού του κλαρωτός
κλαρών	=	κλάρα
κλασάτα	=	κλασάτος
κλασάτε	=	κλασάτος
κλασάτες	=	κλασάτος
κλασάτη	=	κλασάτος
κλασάτης	=	κλασάτος
κλασάτο	=	κλασάτος
κλασάτοι	=	κλασάτος
κλασάτος	adj	αυτός που έχει αριστοκρατική καταγωγή
κλασάτου	=	κλασάτος
κλασάτους	=	κλασάτος
κλασάτων	=	κλασάτος
κλασέρ	noun	χαρτοφύλακας για την ταξινόμηση εγγράφων με μηχανισμό που δέχεται τρυπημένα φύλλα χαρτιού
κλασίκιζα	=	κλασικίζω
κλασίκιζαν	=	κλασικίζω
κλασίκιζε	=	κλασικίζω
κλασίκιζες	=	κλασικίζω
κλασίκισα	=	κλασικίζω
κλασίκισαν	=	κλασικίζω
κλασίκισε	=	κλασικίζω
κλασίκισες	=	κλασικίζω
κλασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάσιμο
κλασίματος	noun	γενική ενικού του κλάσιμο
κλασαυχενίζομαι	verb|archaic	θεωρώ -λανθασμένα και ψευδώς- τον εαυτό μου ανώτερο, κορδώνομαι
κλασαυχενισμέ	noun	κλητική ενικού του κλασαυχενισμός
κλασαυχενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασαυχενισμένο
κλασαυχενισμένε	verb	κλητική ενικού του κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασαυχενισμένη
κλασαυχενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμένης	verb	γενική ενικού του κλασαυχενισμένη
κλασαυχενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλασαυχενίζομαι
κλασαυχενισμένου	=	κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλασαυχενισμένος
κλασαυχενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασαυχενισμός
κλασαυχενισμού	noun	γενική ενικού του κλασαυχενισμός
κλασαυχενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλασαυχενισμός
κλασαυχενισμό	noun	αιτιατική ενικού του κλασαυχενισμός
κλασαυχενισμός	noun|archaic	κόρδωμα, αυτοθαυμασμός, έπαρση
κλασαυχενισμών	noun	γενική πληθυντικού του κλασαυχενισμός
κλασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλασικός	adv	με κλασικό τρόπο
κλασικέ	adj	κλητική ενικού του κλασικός
κλασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασική
κλασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλασικός
κλασικής	adj	γενική ενικού του κλασική
κλασικίζαμε	=	κλασικίζω
κλασικίζαν	=	κλασικίζω
κλασικίζανε	=	κλασικίζω
κλασικίζατε	=	κλασικίζω
κλασικίζει	=	κλασικίζω
κλασικίζεις	=	κλασικίζω
κλασικίζετε	=	κλασικίζω
κλασικίζοντας	=	κλασικίζω
κλασικίζουμε	=	κλασικίζω
κλασικίζουν	=	κλασικίζω
κλασικίζουνε	=	κλασικίζω
κλασικίζω	verb	μιμούμαι κλασικά πρότυπα
κλασικίσαμε	=	κλασικίζω
κλασικίσαν	=	κλασικίζω
κλασικίσανε	=	κλασικίζω
κλασικίσατε	=	κλασικίζω
κλασικίσει	=	κλασικίζω
κλασικίστε	=	κλασικίζω
κλασικίστρια	noun	θηλυκό του κλασικιστής
κλασικίστριας	noun	γενική ενικού του κλασικίστρια
κλασικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασικίστρια
κλασικισμέ	noun	κλητική ενικού του κλασικισμός
κλασικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασικισμός
κλασικισμού	noun	γενική ενικού του κλασικισμός
κλασικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλασικισμός
κλασικισμό	noun	αιτιατική ενικού του κλασικισμός
κλασικισμός	noun	πολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό κίνημα ή τάση που εμπνέεται από την ελληνορωμαϊκή κλασική αρχαιότητα
κλασικισμών	noun	γενική πληθυντικού του κλασικισμός
κλασικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασικιστής
κλασικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλασικιστής
κλασικιστής	noun	οπαδός του κλασικισμού
κλασικιστικά	=	κλασικιστικός
κλασικιστικέ	=	κλασικιστικός
κλασικιστικές	=	κλασικιστικός
κλασικιστική	=	κλασικιστικός
κλασικιστικής	=	κλασικιστικός
κλασικιστικοί	=	κλασικιστικός
κλασικιστικού	=	κλασικιστικός
κλασικιστικούς	=	κλασικιστικός
κλασικιστικό	=	κλασικιστικός
κλασικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κλασικιστή ή τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
κλασικιστικών	=	κλασικιστικός
κλασικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κλασικίστρια
κλασικιστών	noun	γενική πληθυντικού του κλασικιστής
κλασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασικός
κλασικού	adj	γενική ενικού του κλασικός
κλασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλασικός
κλασικό	adj	αιτιατική ενικού του κλασικός
κλασικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην περίοδο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας που ξεκινά μετά τους Περσικούς Πολέμους (479 π.Χ.) και τελειώνει με το θάνατο του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.)	noun	εξαιρετικός συγγραφέας ή επιστήμονας που έθεσε τις βάσεις της επιστήμης του
κλασικότατα	=	κλασικός
κλασικότατε	=	κλασικός
κλασικότατες	=	κλασικός
κλασικότατη	=	κλασικός
κλασικότατης	=	κλασικός
κλασικότατο	=	κλασικός
κλασικότατοι	=	κλασικός
κλασικότατος	=	κλασικός
κλασικότατου	=	κλασικός
κλασικότατους	=	κλασικός
κλασικότατων	=	κλασικός
κλασικότερα	=	κλασικός
κλασικότερε	=	κλασικός
κλασικότερες	=	κλασικός
κλασικότερη	=	κλασικός
κλασικότερης	=	κλασικός
κλασικότερο	=	κλασικός
κλασικότεροι	=	κλασικός
κλασικότερος	=	κλασικός
κλασικότερου	=	κλασικός
κλασικότερους	=	κλασικός
κλασικότερων	=	κλασικός
κλασικών	adj	γενική πληθυντικού του κλασικός
κλασιμάτων	=	κλάσιμο
κλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλάσμα
κλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασμένο
κλασμένε	verb	κλητική ενικού του κλασμένος
κλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασμένη
κλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλασμένος
κλασμένης	verb	γενική ενικού του κλασμένη
κλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλασμένος
κλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασμένος
κλασμένος	verb	που κάποιος τον έκλασε
κλασμένου	=	κλασμένος
κλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλασμένος
κλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλασμένος
κλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλασματικός	adv	με κλασματικό τρόπο
κλασματικέ	adj	κλητική ενικού του κλασματικός
κλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασματική
κλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλασματικός
κλασματικής	adj	γενική ενικού του κλασματική
κλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασματικός
κλασματικού	adj	γενική ενικού του κλασματικός
κλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλασματικός
κλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του κλασματικός
κλασματικός	adj	που είναι κλάσμα ή έχει ιδιότητες κλάσματος
κλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του κλασματικός
κλασματοποίει	=	κλασματοποιώ
κλασματοποίησα	=	κλασματοποιώ
κλασματοποίησαν	=	κλασματοποιώ
κλασματοποίησε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποίησες	=	κλασματοποιώ
κλασματοποίηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία, μέσω απόσταξης, διαχωρίζονται τα συστατικά ενός υγρού
κλασματοποίησης	=	κλασματοποίηση
κλασματοποιήσαμε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιήσαν	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιήσανε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιήσατε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιήσει	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιήσεις	=	κλασματοποίηση
κλασματοποιήσεων	=	κλασματοποίηση
κλασματοποιήστε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιεί	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιείς	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιείτε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούμε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούν	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούνε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσα	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσαμε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσαν	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσανε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσατε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσε	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιούσες	=	κλασματοποιώ
κλασματοποιώ	verb	πραγματοποιώ κλασματοποίηση
κλασματοποιώντας	=	κλασματοποιώ
κλασομπανιέρα	=	κλασομπανιέρας
κλασομπανιέρας	noun	υβριστικός όρος
κλασομπανιέρες	=	κλασομπανιέρας
κλασομπανιέρων	=	κλασομπανιέρας
κλασοπαπαδιά	noun	η βρομούσα
κλασοπαπαδιάς	=	κλασοπαπαδιά
κλασοπαπαδιές	=	κλασοπαπαδιά
κλασοπαπαδιών	=	κλασοπαπαδιά
κλασσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασσικό	adv	κλασικά
κλασσικέ	adj	κλητική ενικού του κλασσικός
κλασσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλασσική
κλασσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλασσικός
κλασσικής	adj	γενική ενικού του κλασσική
κλασσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλασσικός
κλασσικού	adj	γενική ενικού του κλασσικός
κλασσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλασσικός
κλασσικό	adj	αιτιατική ενικού του κλασσικός
κλασσικός	adj|dated	άλλη μορφή του κλασικός
κλασσικότατα	=	κλασσικός
κλασσικότατε	=	κλασσικός
κλασσικότατες	=	κλασσικός
κλασσικότατη	=	κλασσικός
κλασσικότατης	=	κλασσικός
κλασσικότατο	=	κλασσικός
κλασσικότατοι	=	κλασσικός
κλασσικότατος	=	κλασσικός
κλασσικότατου	=	κλασσικός
κλασσικότατους	=	κλασσικός
κλασσικότατων	=	κλασσικός
κλασσικότερα	=	κλασσικός
κλασσικότερε	=	κλασσικός
κλασσικότερες	=	κλασσικός
κλασσικότερη	=	κλασσικός
κλασσικότερης	=	κλασσικός
κλασσικότερο	=	κλασσικός
κλασσικότεροι	=	κλασσικός
κλασσικότερος	=	κλασσικός
κλασσικότερου	=	κλασσικός
κλασσικότερους	=	κλασσικός
κλασσικότερων	=	κλασσικός
κλασσικών	adj	γενική πληθυντικού του κλασσικός
κλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαστικό
κλαστικέ	adj	κλητική ενικού του κλαστικός
κλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαστική
κλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαστικός
κλαστικής	adj	γενική ενικού του κλαστική
κλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαστικός
κλαστικού	adj	γενική ενικού του κλαστικός
κλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαστικός
κλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του κλαστικός
κλαστικός	adj	αποσαθρωσωρευτικός
κλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του κλαστικός
κλατάρισμα	noun	το αποτέλεσμα του κλατάρω
κλατάρω	verb	που έχει σκάσει (για λάστιχο ποδηλάτου ή αυτοκινήτου)
κλαταρίσματα	=	κλατάρισμα
κλαταρίσματος	=	κλατάρισμα
κλαταρισμάτων	=	κλατάρισμα
κλαταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαταρισμένο
κλαταρισμένε	verb	κλητική ενικού του κλαταρισμένος
κλαταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαταρισμένη
κλαταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαταρισμένος
κλαταρισμένης	verb	γενική ενικού του κλαταρισμένη
κλαταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλαταρισμένος
κλαταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαταρισμένος
κλαταρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλατάρω
κλαταρισμένου	=	κλαταρισμένος
κλαταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλαταρισμένος
κλαταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλαταρισμένος
κλαυθμέ	noun	κλητική ενικού του κλαυθμός
κλαυθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαυθμός
κλαυθμού	noun	γενική ενικού του κλαυθμός
κλαυθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλαυθμός
κλαυθμυρίζαμε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζαν	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζανε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζατε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζει	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζεις	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζετε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζοντας	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζουμε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζουν	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζουνε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίζω	verb|formal	κλαψουρίζω
κλαυθμυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσαν	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσανε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσματα	=	κλαυθμύρισμα
κλαυθμυρίσματος	=	κλαυθμύρισμα
κλαυθμυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίστε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρισμάτων	=	κλαυθμύρισμα
κλαυθμυρισμέ	=	κλαυθμυρισμός
κλαυθμυρισμοί	=	κλαυθμυρισμός
κλαυθμυρισμού	=	κλαυθμυρισμός
κλαυθμυρισμούς	=	κλαυθμυρισμός
κλαυθμυρισμό	=	κλαυθμυρισμός
κλαυθμυρισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλαυθμυρίζω
κλαυθμυρισμών	=	κλαυθμυρισμός
κλαυθμό	noun	αιτιατική ενικού του κλαυθμός
κλαυθμός	noun|archaic	κλάμα, θρήνος στη λόγια έκφραση κλαυθμός και οδυρμός
κλαυθμύριζα	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμύριζαν	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμύριζε	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμύριζες	=	κλαυθμυρίζω
κλαυθμύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαυθμυρίζω
κλαυθμύρισμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλαυθμυρίζω
κλαυθμών	noun	τόπος κλαυθμού
κλαυθμῶν	noun	στην καθαρεύουσα γενική πληθυντικού του κλαυθμός
κλαυσίγελε	=	κλαυσίγελος
κλαυσίγελο	=	κλαυσίγελος
κλαυσίγελοι	=	κλαυσίγελος
κλαυσίγελος	noun	γέλιο και κλάμα μαζί
κλαυσίγελου	=	κλαυσίγελος
κλαυσίγελους	=	κλαυσίγελος
κλαυσίγελων	=	κλαυσίγελος
κλαυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλαυτός	adv	με κλαυτό τρόπο
κλαυτέ	adj	κλητική ενικού του κλαυτός
κλαυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαυτή
κλαυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαυτός
κλαυτήκαμε	=	κλαίω
κλαυτήκαν	=	κλαίω
κλαυτήκανε	=	κλαίω
κλαυτήκατε	=	κλαίω
κλαυτής	adj	γενική ενικού του κλαυτή
κλαυτεί	=	κλαίω
κλαυτείς	=	κλαίω
κλαυτείτε	=	κλαίω
κλαυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαυτός
κλαυτού	adj	γενική ενικού του κλαυτός
κλαυτούμε	=	κλαίω
κλαυτούν	=	κλαίω
κλαυτούνε	=	κλαίω
κλαυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαυτός
κλαυτό	adj	αιτιατική ενικού του κλαυτός
κλαυτός	adj	αυτόν που τον κλαίνε
κλαυτώ	=	κλαίω
κλαυτών	adj	γενική πληθυντικού του κλαυτός
κλαφουτί	noun	κέικ με κεράσια
κλαφουτιού	=	κλαφουτί
κλαψ	intj	για δήλωση κλάματος, κλαψουρίσματος
κλαψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλάψιμο
κλαψίματος	noun	γενική ενικού του κλάψιμο
κλαψιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαψιάρης
κλαψιάρας	adj	γενική ενικού του κλαψιάρα
κλαψιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαψιάρα
κλαψιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλαψιάρης
κλαψιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαψιάρης
κλαψιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κλαψιάρης
κλαψιάρης	adj	που (σχεδόν) αναίτια και με ευκολία κλαίει
κλαψιάρικα	adv	με κλαψιάρικο τρόπο
κλαψιάρικε	adj	κλητική ενικού του κλαψιάρικος
κλαψιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαψιάρικη
κλαψιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλαψιάρικος
κλαψιάρικης	adj	γενική ενικού του κλαψιάρικη
κλαψιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλαψιάρης
κλαψιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλαψιάρικος
κλαψιάρικος	adj	που έχει σχέση με κλαψιάρη, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτόν
κλαψιάρικου	adj	γενική ενικού του κλαψιάρικο
κλαψιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλαψιάρικος
κλαψιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κλαψιάρικο
κλαψιμάτων	=	κλάψιμο
κλαψομούνα	=	κλαψομούνης
κλαψομούνας	=	κλαψομούνης
κλαψομούνες	=	κλαψομούνης
κλαψομούνη	=	κλαψομούνης
κλαψομούνηδες	=	κλαψομούνης
κλαψομούνηδων	=	κλαψομούνης
κλαψομούνης	adj|vulgar	που εύκολα πληγώνεται και κλαίγεται
κλαψομούνικα	=	κλαψομούνης
κλαψομούνικο	=	κλαψομούνης
κλαψομούνικου	=	κλαψομούνης
κλαψομούνικων	=	κλαψομούνης
κλαψοπουλιού	=	κλαψοπούλι
κλαψοπουλιών	=	κλαψοπούλι
κλαψοπούλι	noun	η κουκουβάγια τυτώ (Tyto alba)
κλαψοπούλια	=	κλαψοπούλι
κλαψουρίζαμε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζαν	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζανε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζατε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζει	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζεις	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζετε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζοντας	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζουμε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζουν	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζουνε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίζω	verb	κλαίω γκρινιάζοντας με τρόπο μονότονο και ενοχλητικό
κλαψουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσαν	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίσανε	=	κλαψουρίζω
κλαψουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαψούρισμα
κλαψουρίσματος	noun	γενική ενικού του κλαψούρισμα
κλαψουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλαψούρισμα
κλαψούρα	noun	μεγεθυντικό του: κλάψα
κλαψούρας	=	κλαψούρα
κλαψούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλαψούρα
κλαψούριζα	=	κλαψουρίζω
κλαψούριζαν	=	κλαψουρίζω
κλαψούριζε	=	κλαψουρίζω
κλαψούριζες	=	κλαψουρίζω
κλαψούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαψουρίζω
κλαψούρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλαψουρίζω
κλαύτε	=	κλαίω
κλαύτηκα	=	κλαίω
κλαύτηκαν	=	κλαίω
κλαύτηκε	=	κλαίω
κλαύτηκες	=	κλαίω
κλείδα	noun	κλειδί, μέθοδος
κλείδας	noun	γενική ενικού του κλείδα
κλείδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλείδα
κλείδωμα	noun	αποτροπή εισόδου ή πρόσβασης σε κάτι (με χρήση κλειδαριάς ή αλλού μέσου)
κλείδωνα	=	κλειδώνω
κλείδωναν	=	κλειδώνω
κλείδωνε	=	κλειδώνω
κλείδωνες	=	κλειδώνω
κλείδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλείδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλείδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλείδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλείδωση	noun	η άρθρωση των οστών
κλείδωσης	noun	γενική ενικού του κλείδωση
κλείθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλείθρο
κλείθρο	noun	η κλειδαριά
κλείθρου	noun	γενική ενικού του κλείθρο
κλείθρων	noun	γενική πληθυντικού του κλείθρο
κλείναμε	=	κλείνω
κλείναν	=	κλείνω
κλείνανε	=	κλείνω
κλείνατε	=	κλείνω
κλείνε	=	κλείνω
κλείνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κλείνω
κλείνεις	=	κλείνω
κλείνεσαι	=	κλείνω
κλείνεστε	=	κλείνω
κλείνεται	=	κλείνω
κλείνετε	=	κλείνω
κλείνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κλείνω
κλείνομε	=	κλείνω
κλείνονται	=	κλείνω
κλείνονταν	=	κλείνω
κλείνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κλείνω
κλείνου	=	κλείνω
κλείνουμε	=	κλείνω
κλείνουν	=	κλείνω
κλείνουνε	=	κλείνω
κλείνω	verb	μετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο
κλείομαι	=	κλείω
κλείς	=	κλειδί
κλείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσαν	=	κλείνω
κλείσανε	=	κλείνω
κλείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλείνω
κλείσμα	noun	χωράφι που έχει περιτοίχιση, που έχει μάντρα γύρω γύρω
κλείσματα	=	κλείσμα
κλείσματος	=	κλείσμα
κλείσομε	=	κλείνω
κλείσου	=	κλείνω
κλείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείσουνε	=	κλείνω
κλείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείστηκα	=	κλείνω
κλείστηκαν	=	κλείνω
κλείστηκε	=	κλείνω
κλείστηκες	=	κλείνω
κλείστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλείστρο
κλείστρο	noun	μηχανισμός ο οποίος κλείνει το πίσω μέρος της θαλάμης ενός όπλου ή πυροβόλου
κλείστρου	noun	γενική ενικού του κλείστρο
κλείστρων	noun	γενική πληθυντικού του κλείστρο
κλείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλείνω
κλείω	verb|obsolete	κλείνω
κλεβόμασταν	=	κλέβω
κλεβόμαστε	=	κλέβω
κλεβόμουν	=	κλέβω
κλεβόμουνα	=	κλέβω
κλεβόντουσαν	=	κλέβω
κλεβόσασταν	=	κλέβω
κλεβόσαστε	=	κλέβω
κλεβόσουν	=	κλέβω
κλεβόσουνα	=	κλέβω
κλεβόταν	=	κλέβω
κλεβότανε	=	κλέβω
κλειδάκι	noun	μικρό κλειδί
κλειδάκια	=	κλειδάκι
κλειδάριθμε	noun	κλητική ενικού του κλειδάριθμος
κλειδάριθμο	noun	αιτιατική ενικού του κλειδάριθμος
κλειδάριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειδάριθμος
κλειδάριθμος	noun	code number μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης με το πρόσωπο ενός ατόμου, ο οποίος του επιτρέπει να έχει πρόσβαση ηλεκτρονικά στα φορολογικά του μέσω του ίντερνετ
κλειδάριθμου	=	κλειδάριθμος
κλειδάριθμους	=	κλειδάριθμος
κλειδάριθμων	=	κλειδάριθμος
κλειδί	noun	μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ.
κλειδαμπάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδαμπαρωμένο
κλειδαμπαρωμένε	verb	κλητική ενικού του κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδαμπαρωμένη
κλειδαμπαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρωμένης	verb	γενική ενικού του κλειδαμπαρωμένη
κλειδαμπαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρωμένου	=	κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλειδαμπαρωμένος
κλειδαμπαρώνω	verb	κλειδώνω και τοποθετώ αμπάρα στην πόρτα και τα μάνταλα στα παράθυρα
κλειδαμπαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαμπαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδαμπαρώνω
κλειδαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλειδαράς
κλειδαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδαράς
κλειδαράδων	noun	γενική πληθυντικού του κλειδαράς
κλειδαράς	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει κλειδιά και ανοίγει, επισκευάζει κλειδαριές
κλειδαρίθμει	=	κλειδαριθμώ
κλειδαρίθμησα	=	κλειδαριθμώ
κλειδαρίθμησαν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαρίθμησε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαρίθμησες	=	κλειδαριθμώ
κλειδαρίθμου	noun	γενική ενικού του κλειδάριθμος
κλειδαρίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλειδάριθμος
κλειδαρίθμων	noun	γενική πληθυντικού του κλειδάριθμος
κλειδαριά	noun	Μηχανισμός που ασφαλίζει την είσοδο ενός χώρου (σπιτιού, καταστήματος, δωματίου, κτλ...) με τη βοήθεια ενός κλειδιού.
κλειδαριάς	noun	γενική ενικού του κλειδαριά
κλειδαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδαριά
κλειδαριθημένος	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήθηκα	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήθηκαν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήθηκε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήθηκες	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήσαμε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήσαν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήσανε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήσατε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήσει	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήσου	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμήστε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμεί	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμείς	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμείσαι	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμείστε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμείται	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμείτε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμηθήκαμε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμηθήκαν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμηθήκανε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμηθήκατε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμηθεί	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμηθείτε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούμαι	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούμασταν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούμαστε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούμε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούμουν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούνε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούνται	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούνταν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσα	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσαμε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσαν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσανε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσασταν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσαστε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσατε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσε	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσες	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμούσουν	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριθμώ	verb	προστατεύω με κλειδάριθμο
κλειδαριθμώντας	=	κλειδαριθμώ
κλειδαριών	=	κλειδαριά
κλειδαρότρυπα	noun	τρύπα σε κλειδαριά, όπου τοποθετείται το κλειδί, για να κλειδώσει ή ξεκλειδώσει την κλειδαριά
κλειδαρότρυπας	noun	γενική ενικού του κλειδαρότρυπα
κλειδαρότρυπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδαρότρυπα
κλειδαρότρυπων	=	κλειδαρότρυπα
κλειδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδί
κλειδιού	=	κλειδί
κλειδιών	=	κλειδί
κλειδοθήκες	=	κλειδοθήκη
κλειδοθήκη	noun	χώρος (όπως ντουλάπι ή κουτί σε τοίχο) για τοποθέτηση και φύλαξη κλειδιών
κλειδοθήκης	=	κλειδοθήκη
κλειδοθηκών	=	κλειδοθήκη
κλειδοκράτειρα	noun	θηλυκό του κλειδοκράτορας
κλειδοκράτειρας	=	κλειδοκράτειρα
κλειδοκράτειρες	=	κλειδοκράτειρα
κλειδοκράτειρων	=	κλειδοκράτειρα
κλειδοκράτορα	=	κλειδοκράτορας
κλειδοκράτορας	noun	που έχει/κρατάει το κλειδί ή τα κλειδιά
κλειδοκράτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδοκράτορας
κλειδοκρατορισσών	noun	γενική πληθυντικού του κλειδοκρατόρισσα
κλειδοκρατόρισσας	noun	γενική ενικού του κλειδοκρατόρισσα
κλειδοκρατόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδοκρατόρισσα
κλειδοκρατόρων	=	κλειδοκράτορας
κλειδοκυμβάλου	=	κλειδοκύμβαλο
κλειδοκυμβάλων	=	κλειδοκύμβαλο
κλειδοκύμβαλα	=	κλειδοκύμβαλο
κλειδοκύμβαλο	noun|dated	το πιάνο
κλειδοκύμβαλου	=	κλειδοκύμβαλο
κλειδομαντάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομαντάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομαντάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομαντάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδομανταλωμένο
κλειδομανταλωμένε	verb	κλητική ενικού του κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδομανταλωμένη
κλειδομανταλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλωμένης	verb	γενική ενικού του κλειδομανταλωμένη
κλειδομανταλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλωμένου	=	κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλειδομανταλωμένος
κλειδομανταλώνω	verb	κλειδώνω καλά πόρτες και παράθυρα.
κλειδομανταλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομανταλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδομανταλώνω
κλειδομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση κλειδιών
κλειδομαντείας	=	κλειδομαντεία
κλειδομαντείες	=	κλειδομαντεία
κλειδομαντειών	=	κλειδομαντεία
κλειδοπίνακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδοπίνακο
κλειδοπίνακο	noun|dated	ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος ή δοχείο, μέσα στο οποίο μεταφέρονταν φαγητό
κλειδοπίνακου	noun	γενική ενικού του κλειδοπίνακο
κλειδοπίνακων	noun	γενική πληθυντικού του κλειδοπίνακο
κλειδουχεία	=	κλειδουχείο
κλειδουχείο	noun	οίκημα ή χώρος σε σιδηροδρομικό σταθμό, από όπου γίνεται ο χειρισμός των αλλαγών των τροχιών, προκειμένου να κατευθυνθούν οι αμαξοστοιχίες στις σωστές γραμμές
κλειδουχείου	=	κλειδουχείο
κλειδουχείων	=	κλειδουχείο
κλειδοχόρδου	=	κλειδόχορδο
κλειδοχόρδων	=	κλειδόχορδο
κλειδούχε	noun	κλητική ενικού του κλειδούχος
κλειδούχο	noun	αιτιατική ενικού του κλειδούχος
κλειδούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειδούχος
κλειδούχος	noun	κάτοχος των κλειδιών ενός κτιρίου
κλειδούχου	noun	γενική ενικού του κλειδούχος
κλειδούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλειδούχος
κλειδούχων	noun	γενική πληθυντικού του κλειδούχος
κλειδωθήκαμε	=	κλειδώνω
κλειδωθήκαν	=	κλειδώνω
κλειδωθήκανε	=	κλειδώνω
κλειδωθήκατε	=	κλειδώνω
κλειδωθεί	=	κλειδώνω
κλειδωθείς	=	κλειδώνω
κλειδωθείτε	=	κλειδώνω
κλειδωθούμε	=	κλειδώνω
κλειδωθούν	=	κλειδώνω
κλειδωθούνε	=	κλειδώνω
κλειδωθώ	=	κλειδώνω
κλειδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλείδωμα
κλειδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδωμένο
κλειδωμένε	verb	κλητική ενικού του κλειδωμένος
κλειδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδωμένη
κλειδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειδωμένος
κλειδωμένης	verb	γενική ενικού του κλειδωμένη
κλειδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλειδωμένος
κλειδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειδωμένος
κλειδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλειδώνω
κλειδωμένου	=	κλειδωμένος
κλειδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλειδωμένος
κλειδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλειδωμένος
κλειδωνιά	noun|vulgar	κλειδαριά
κλειδωνιάς	noun	γενική ενικού του κλειδωνιά
κλειδωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδωνιά
κλειδωνιών	=	κλειδωνιά
κλειδωνόμασταν	=	κλειδώνω
κλειδωνόμαστε	=	κλειδώνω
κλειδωνόμουν	=	κλειδώνω
κλειδωνόμουνα	=	κλειδώνω
κλειδωνόντουσαν	=	κλειδώνω
κλειδωνόσασταν	=	κλειδώνω
κλειδωνόσαστε	=	κλειδώνω
κλειδωνόσουν	=	κλειδώνω
κλειδωνόσουνα	=	κλειδώνω
κλειδωνόταν	=	κλειδώνω
κλειδωνότανε	=	κλειδώνω
κλειδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλειδωτός	adv	με κλειδωτό τρόπο
κλειδωτέ	adj	κλητική ενικού του κλειδωτός
κλειδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειδωτή
κλειδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειδωτός
κλειδωτής	adj	γενική ενικού του κλειδωτή
κλειδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειδωτός
κλειδωτού	adj	γενική ενικού του κλειδωτός
κλειδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλειδωτός
κλειδωτό	adj	αιτιατική ενικού του κλειδωτός
κλειδωτός	adj	που είναι δυνατόν να κλειδωθεί
κλειδωτών	adj	γενική πληθυντικού του κλειδωτός
κλειδόχορδα	=	κλειδόχορδο
κλειδόχορδο	noun|dated	συνώνυμο του κλαβίχορδο
κλειδόχορδου	=	κλειδόχορδο
κλειδώθηκα	=	κλειδώνω
κλειδώθηκαν	=	κλειδώνω
κλειδώθηκε	=	κλειδώνω
κλειδώθηκες	=	κλειδώνω
κλειδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλείδωμα
κλειδώματος	noun	γενική ενικού του κλείδωμα
κλειδών	noun	γενική πληθυντικού του κλείδα
κλειδώναμε	=	κλειδώνω
κλειδώναν	=	κλειδώνω
κλειδώνανε	=	κλειδώνω
κλειδώνατε	=	κλειδώνω
κλειδώνει	=	κλειδώνω
κλειδώνεις	=	κλειδώνω
κλειδώνεσαι	=	κλειδώνω
κλειδώνεστε	=	κλειδώνω
κλειδώνεται	=	κλειδώνω
κλειδώνετε	=	κλειδώνω
κλειδώνομαι	verb	με κλειδώνουν
κλειδώνομε	=	κλειδώνω
κλειδώνονται	=	κλειδώνω
κλειδώνονταν	=	κλειδώνω
κλειδώνοντας	=	κλειδώνω
κλειδώνουμε	=	κλειδώνω
κλειδώνουν	=	κλειδώνω
κλειδώνουνε	=	κλειδώνω
κλειδώνω	verb	κάνω κάτι ασφαλές χρησιμοποιώντας κλειδί, ώστε να μην ανοίγει
κλειδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσαν	=	κλειδώνω
κλειδώσανε	=	κλειδώνω
κλειδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλείδωση
κλειδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλείδωση
κλειδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλείδωση
κλειδώσομε	=	κλειδώνω
κλειδώσου	=	κλειδώνω
κλειδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσουνε	=	κλειδώνω
κλειδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλειδώνω
κλειθροποιέ	noun	κλητική ενικού του κλειθροποιός
κλειθροποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειθροποιός
κλειθροποιού	noun	γενική ενικού του κλειθροποιός
κλειθροποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλειθροποιός
κλειθροποιό	noun	αιτιατική ενικού του κλειθροποιός
κλειθροποιός	noun|dated	ο κλειδαράς, η γυναίκα που ασκεί το επάγγλεμα
κλειθροποιών	noun	γενική πληθυντικού του κλειθροποιός
κλεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλεινός	adv	με κλεινό τρόπο, με κλέος
κλεινέ	adj	κλητική ενικού του κλεινός
κλεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεινή
κλεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλεινός
κλεινής	adj	γενική ενικού του κλεινή
κλεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεινός
κλεινού	adj	γενική ενικού του κλεινός
κλεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλεινός
κλεινό	adj	αιτιατική ενικού του κλεινός
κλεινόμασταν	=	κλείνω
κλεινόμαστε	=	κλείνω
κλεινόμουν	=	κλείνω
κλεινόμουνα	=	κλείνω
κλεινόντουσαν	=	κλείνω
κλεινός	adj	ένδοξος, ονομαστός, ξακουστός
κλεινόσασταν	=	κλείνω
κλεινόσαστε	=	κλείνω
κλεινόσουν	=	κλείνω
κλεινόσουνα	=	κλείνω
κλεινόταν	=	κλείνω
κλεινότανε	=	κλείνω
κλεινών	adj	γενική πληθυντικού του κλεινός
κλειομετρία	noun	είναι η εφαρμογή ταιριάσματος της οικονομικής θεωρίας με αυτή των ποσοτικών μεθόδων στη μελέτη της ιστορίας
κλειομετρίας	=	κλειομετρία
κλειομετρίες	=	κλειομετρία
κλειομετριών	=	κλειομετρία
κλεισίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλείσιμο
κλεισίματος	=	κλείσιμο
κλεισιάδα	noun	ο υδατοφράκτης
κλεισιάδας	=	κλεισιάδα
κλεισιάδες	=	κλεισιάδα
κλεισιάδων	=	κλεισιάδα
κλεισιμάτων	=	κλείσιμο
κλεισμάτων	=	κλείσμα
κλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεισμένο
κλεισμένε	verb	κλητική ενικού του κλεισμένος
κλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεισμένη
κλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλεισμένος
κλεισμένης	verb	γενική ενικού του κλεισμένη
κλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλεισμένος
κλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεισμένος
κλεισμένος	verb	που έχει κλείσει
κλεισμένου	=	κλεισμένος
κλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλεισμένος
κλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλεισμένος
κλεισούρα	noun|dated	στενωπός, στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών
κλεισούρας	noun	γενική ενικού του κλεισούρα
κλεισούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεισούρα
κλειστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλειστός	adv	με κλειστό τρόπο, κλείνοντας
κλειστέ	adj	κλητική ενικού του κλειστός
κλειστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειστή
κλειστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειστός
κλειστήκαμε	=	κλείνω
κλειστήκαν	=	κλείνω
κλειστήκανε	=	κλείνω
κλειστήκατε	=	κλείνω
κλειστής	adj	γενική ενικού του κλειστή
κλειστεί	=	κλείνω
κλειστείς	=	κλείνω
κλειστείτε	=	κλείνω
κλειστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειστός
κλειστοτήτων	=	κλειστότητα
κλειστοφοβία	noun	η φοβία για τους κλειστούς χώρους
κλειστοφοβίας	noun	γενική ενικού του κλειστοφοβία
κλειστοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειστοφοβία
κλειστοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του κλειστοφοβία
κλειστού	adj	γενική ενικού του κλειστός
κλειστούμε	=	κλείνω
κλειστούν	=	κλείνω
κλειστούνε	=	κλείνω
κλειστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλειστός
κλειστό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κλειστός
κλειστός	adj	για άνοιγμα ή πέρασμα που κλείστηκε, φράχτηκε ή μπλόκαρε και δεν επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να περάσει
κλειστότητα	noun|formal	η ιδιότητα του κλειστού, του μυστικού, του προστατευμένου
κλειστότητας	=	κλειστότητα
κλειστότητες	=	κλειστότητα
κλειστώ	=	κλείνω
κλειστών	adj	γενική πληθυντικού του κλειστός
κλεισωρειών	=	κλεισώρεια
κλεισώρεια	noun|formal	το ντερβένι, η κλεισούρα
κλεισώρειας	=	κλεισώρεια
κλεισώρειες	=	κλεισώρεια
κλειτορίδα	noun	το μικρό στυτικό όργανο στο άνω μέρος του γυναικείου αιδοίου.
κλειτορίδας	=	κλειτορίδα
κλειτορίδες	=	κλειτορίδα
κλειτορίδων	=	κλειτορίδα
κλειτοριδεκτομές	=	κλειτοριδεκτομή
κλειτοριδεκτομή	noun	η αποκοπή και αφαίρεση της κλειτορίδας κοριτσιών (ή τμήματός της), με αρνητικές συνέπειες τόσο για την υγεία όσο και για τη σεξουαλική ζωή
κλειτοριδεκτομής	=	κλειτοριδεκτομή
κλειτοριδεκτομών	=	κλειτοριδεκτομή
κλειτοριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειτοριδικό
κλειτοριδικέ	adj	κλητική ενικού του κλειτοριδικός
κλειτοριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλειτοριδική
κλειτοριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλειτοριδικός
κλειτοριδικής	adj	γενική ενικού του κλειτοριδική
κλειτοριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλειτοριδικός
κλειτοριδικού	adj	γενική ενικού του κλειτοριδικός
κλειτοριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλειτοριδικός
κλειτοριδικό	adj	αιτιατική ενικού του κλειτοριδικός
κλειτοριδικός	adj	που έχει σχέση με την κλειτορίδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
κλειτοριδικών	adj	γενική πληθυντικού του κλειτοριδικός
κλειτοριδισμέ	=	κλειτοριδισμός
κλειτοριδισμοί	=	κλειτοριδισμός
κλειτοριδισμού	=	κλειτοριδισμός
κλειτοριδισμούς	=	κλειτοριδισμός
κλειτοριδισμό	=	κλειτοριδισμός
κλειτοριδισμός	noun	στύση της κλειτορίδας που οφείλεται σε παθολογικά αίτια
κλειτοριδισμών	=	κλειτοριδισμός
κλειτορισμέ	=	κλειτορισμός
κλειτορισμοί	=	κλειτορισμός
κλειτορισμού	=	κλειτορισμός
κλειτορισμούς	=	κλειτορισμός
κλειτορισμό	=	κλειτορισμός
κλειτορισμός	noun	άλλη μορφή του κλειτοριδισμός
κλειτορισμών	=	κλειτορισμός
κλειώ	verb|literary	μορφή του κλείνω
κλειώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κλειώ
κλελιών	noun	γενική πληθυντικού του Κλέλια
κλεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεμμένο
κλεμμένε	verb	κλητική ενικού του κλεμμένος
κλεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεμμένη
κλεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλεμμένος
κλεμμένης	verb	γενική ενικού του κλεμμένη
κλεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλεμμένος
κλεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεμμένος
κλεμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλέβω
κλεμμένου	=	κλεμμένος
κλεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλεμμένος
κλεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλεμμένος
κλεμών	noun	γενική πληθυντικού του κλέμα
κλεπταποδοχές	=	κλεπταποδοχή
κλεπταποδοχή	noun	το αδίκημα της αποδοχής κλοπιμαίων
κλεπταποδοχής	=	κλεπταποδοχή
κλεπταποδοχών	=	κλεπταποδοχή
κλεπταποδόχε	noun	κλητική ενικού του κλεπταποδόχος
κλεπταποδόχο	noun	αιτιατική ενικού του κλεπταποδόχος
κλεπταποδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεπταποδόχος
κλεπταποδόχος	noun	που αποδέχεται ή φυλάει κλοπιμαία
κλεπταποδόχου	noun	γενική ενικού του κλεπταποδόχος
κλεπταποδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλεπταποδόχος
κλεπταποδόχων	noun	γενική πληθυντικού του κλεπταποδόχος
κλεπτικά	=	κλεπτικός
κλεπτικέ	=	κλεπτικός
κλεπτικές	=	κλεπτικός
κλεπτική	=	κλεπτικός
κλεπτικής	=	κλεπτικός
κλεπτικοί	=	κλεπτικός
κλεπτικού	=	κλεπτικός
κλεπτικούς	=	κλεπτικός
κλεπτικό	=	κλεπτικός
κλεπτικός	adj	που έχει σχέση με κλέπτη ή κλοπή ή αναφέρεται σʼ αυτά
κλεπτικών	=	κλεπτικός
κλεπτοκρατία	noun	πολιτικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη κυβερνητική διαφθορά
κλεπτοκρατίας	=	κλεπτοκρατία
κλεπτοκρατίες	=	κλεπτοκρατία
κλεπτοκρατιών	=	κλεπτοκρατία
κλεπτομανές	=	κλεπτομανής
κλεπτομανή	=	κλεπτομανής
κλεπτομανής	adj	αυτός που έχει παθολογική τάση να διαπράττει κλοπές
κλεπτομανία	noun	παθολογική τάση κλοπής με τη μορφή ακατανίκητης ανάγκης
κλεπτομανίας	=	κλεπτομανία
κλεπτομανίες	=	κλεπτομανία
κλεπτομανείς	=	κλεπτομανής
κλεπτομανούς	=	κλεπτομανής
κλεπτομανών	=	κλεπτομανής
κλεπτών	=	κλέπτης
κλεφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλεφτός	adv	με κλεφτό τρόπο, βιαστικά και κρυφά
κλεφτάτα	=	κλεφτάτος
κλεφτάτε	=	κλεφτάτος
κλεφτάτες	=	κλεφτάτος
κλεφτάτη	=	κλεφτάτος
κλεφτάτης	=	κλεφτάτος
κλεφτάτο	=	κλεφτάτος
κλεφτάτοι	=	κλεφτάτος
κλεφτάτος	adj|vulgar	κρυφός
κλεφτάτου	=	κλεφτάτος
κλεφτάτους	=	κλεφτάτος
κλεφτάτων	=	κλεφτάτος
κλεφτέ	adj	κλητική ενικού του κλεφτός
κλεφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεφτή
κλεφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλεφτός
κλεφτήκαμε	=	κλέβω
κλεφτήκαν	=	κλέβω
κλεφτήκανε	=	κλέβω
κλεφτήκατε	=	κλέβω
κλεφτής	adj	γενική ενικού του κλεφτή
κλεφταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλεφταράς
κλεφταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεφταράς
κλεφταράδων	noun	γενική πληθυντικού του κλεφταράς
κλεφταράκι	noun	χαϊδευτικό του κλέφτης
κλεφταράκια	=	κλεφταράκι
κλεφταράκο	=	κλεφταράκος
κλεφταράκοι	=	κλεφταράκος
κλεφταράκος	noun	χαϊδευτικό του κλέφταράς
κλεφταράκου	=	κλεφταράκος
κλεφταράκους	=	κλεφταράκος
κλεφταράκων	=	κλεφταράκος
κλεφταράς	noun	μεγάλος κλέφτης
κλεφταρματολέ	noun	κλητική ενικού του κλεφταρματολός
κλεφταρματολοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεφταρματολός
κλεφταρματολού	noun	γενική ενικού του κλεφταρματολός
κλεφταρματολούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλεφταρματολός
κλεφταρματολό	noun	αιτιατική ενικού του κλεφταρματολός
κλεφταρματολός	noun	κλέφτης που παλαιότερα ήταν αρματολός (ή το αντίθετο)
κλεφταρματολών	noun	γενική πληθυντικού του κλεφταρματολός
κλεφταρού	noun	θηλυκό του κλεφταράς
κλεφταρούδες	=	κλεφταρού
κλεφταρούδων	=	κλεφταρού
κλεφταρούς	=	κλεφταρού
κλεφτεί	=	κλέβω
κλεφτείς	=	κλέβω
κλεφτείτε	=	κλέβω
κλεφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεφτός
κλεφτοκορφολογώ	verb	κλέβω αυτό που κορφολογώ ή κορφολογώ τις άκρες
κλεφτοκοτά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κλεφτοκοτάς
κλεφτοκοτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεφτοκοτάς
κλεφτοκοτάδων	noun	γενική πληθυντικού του κλεφτοκοτάς
κλεφτοκοτάς	noun	αυτός που κλέβει κότες
κλεφτοπολέμου	noun	γενική ενικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπολέμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπολέμων	noun	γενική πληθυντικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπόλεμε	noun	κλητική ενικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπόλεμος	noun	πολεμική τακτική με αιφνιδιαστικές επιθέσεις και όχι κατά μέτωπο σύγκρουση
κλεφτοπόλεμου	noun	γενική ενικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπόλεμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοπόλεμων	noun	γενική πληθυντικού του κλεφτοπόλεμος
κλεφτοσυκά	=	κλεφτοσυκάς
κλεφτοσυκάδες	=	κλεφτοσυκάς
κλεφτοσυκάδων	=	κλεφτοσυκάς
κλεφτοσυκάς	noun	αυτός που κλέβει σύκα από κάποιον άλλο
κλεφτοτσαντά	=	κλεφτοτσαντάς
κλεφτοτσαντάδες	=	κλεφτοτσαντάς
κλεφτοτσαντάδων	=	κλεφτοτσαντάς
κλεφτοτσαντάς	noun	αυτός που κλέβει, αρπάζει τσάντες, συνήθως γυναικών
κλεφτουριά	noun	το σύνολο των κλεφτών, δηλαδή των μελών ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Οθωμανούς
κλεφτουριάς	noun	γενική ενικού του κλεφτουριά
κλεφτουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεφτουριά
κλεφτουριών	=	κλεφτουριά
κλεφτοφάναρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεφτοφάναρο
κλεφτοφάναρο	noun|dated	είδος φορητού φαναριού ή φανού
κλεφτοφάναρου	noun	γενική ενικού του κλεφτοφάναρο
κλεφτοφάναρων	noun	γενική πληθυντικού του κλεφτοφάναρο
κλεφτού	adj	γενική ενικού του κλεφτός
κλεφτούμε	=	κλέβω
κλεφτούν	=	κλέβω
κλεφτούνε	=	κλέβω
κλεφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλεφτός
κλεφτρονιού	=	κλεφτρόνι
κλεφτρονιών	=	κλεφτρόνι
κλεφτρόνι	noun	νεαρός κλέφτης
κλεφτρόνια	=	κλεφτρόνι
κλεφτό	adj	αιτιατική ενικού του κλεφτός
κλεφτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεφτόπουλο
κλεφτόπουλο	noun	κλέφτης (μέλος ομάδας ενόπλων κατά την Τουρκοκρατία) νεαρής ηλικίας
κλεφτόπουλου	noun	γενική ενικού του κλεφτόπουλο
κλεφτόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του κλεφτόπουλο
κλεφτός	adj|figurative	που γίνεται με τρόπο κρυφό και βιαστικό
κλεφτώ	=	κλέβω
κλεφτών	adj	γενική πληθυντικού του κλεφτός
κλεψάντων	=	κλέψας
κλεψάσης	=	κλέψας
κλεψίγαμα	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμε	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμες	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμη	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμης	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμο	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμοι	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμος	adj	που διέπραξε κλεψιγαμία
κλεψίγαμου	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμους	=	κλεψίγαμος
κλεψίγαμων	=	κλεψίγαμος
κλεψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλέψιμο
κλεψίματος	noun	γενική ενικού του κλέψιμο
κλεψίτυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψίτυπο
κλεψίτυπε	adj	κλητική ενικού του κλεψίτυπος
κλεψίτυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψίτυπη
κλεψίτυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλεψίτυπος
κλεψίτυπης	adj	γενική ενικού του κλεψίτυπη
κλεψίτυπο	noun	έντυπο που ανατυπώθηκε ή αναπαράχθηκε χωρίς την άδεια του κατόχου των δικαιωμάτων
κλεψίτυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεψίτυπος
κλεψίτυπος	adj	που ανατυπώθηκε ή αναπαράχθηκε χωρίς την άδεια του κατόχου των δικαιωμάτων
κλεψίτυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κλεψίτυπος
κλεψίτυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλεψίτυπος
κλεψίτυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλεψίτυπος
κλεψασών	=	κλέψας
κλεψιά	noun	η κλοπή
κλεψιάς	noun	γενική ενικού του κλεψιά
κλεψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψιά
κλεψιγαμία	noun|rare	η εκούσια συνουσία μεταξύ άνδρα και γυναίκας που δεν συνδέονται με νόμιμο γάμο
κλεψιγαμίας	noun	γενική ενικού του κλεψιγαμία
κλεψιγαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψιγαμία
κλεψιγαμιών	noun	γενική πληθυντικού του κλεψιγαμία
κλεψιμάτων	=	κλέψιμο
κλεψιμαίικα	noun	άλλη μορφή του κλοπιμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικε	adj	κλητική ενικού του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψιμαίικη
κλεψιμαίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικης	adj	γενική ενικού του κλεψιμαίικη
κλεψιμαίικο	adj	αιτιατική ενικού του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικος	adj	που είναι προϊόν κλοπής
κλεψιμαίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλεψιμαίικος
κλεψιμαίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλεψιμαίικος
κλεψιτυπία	noun	η ανατύπωση ή η αναπαραγωγή χωρίς την άδεια του κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων
κλεψιτυπίας	noun	γενική ενικού του κλεψιτυπία
κλεψιτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψιτυπία
κλεψιτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του κλεψιτυπία
κλεψιών	=	κλεψιά
κλεψυδρών	noun	γενική πληθυντικού του κλεψύδρα
κλεψύδρα	noun	όργανο μέτρησης του χρόνου με νερό.
κλεψύδρας	noun	γενική ενικού του κλεψύδρα
κλεψύδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλεψύδρα
κλεψύθρα	=	κλεψύδρα
κλεών	=	κλέος
κληδόνων	=	κλήδονας
κληθήκαμε	=	καλούμαι
κληθήκαν	=	καλούμαι
κληθήκανε	=	καλούμαι
κληθήκατε	=	καλούμαι
κληθεί	=	καλούμαι
κληθείς	=	καλώ
κληθείσα	=	καλώ
κληθείτε	=	καλούμαι
κληθούμε	=	καλώ
κληθούν	=	καλώ
κληθούνε	=	καλώ
κληθρών	=	κλήθρα
κληθώ	=	καλώ
κλημάτινα	=	κλημάτινος
κλημάτινε	=	κλημάτινος
κλημάτινες	=	κλημάτινος
κλημάτινη	=	κλημάτινος
κλημάτινης	=	κλημάτινος
κλημάτινο	=	κλημάτινος
κλημάτινοι	=	κλημάτινος
κλημάτινος	adj	που έχει σχέση με κλήμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
κλημάτινου	=	κλημάτινος
κλημάτινους	=	κλημάτινος
κλημάτινων	=	κλημάτινος
κλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλήμα
κληματένια	=	κληματένιος
κληματένιας	=	κληματένιος
κληματένιε	=	κληματένιος
κληματένιες	=	κληματένιος
κληματένιο	=	κληματένιος
κληματένιοι	=	κληματένιος
κληματένιος	adj	άλλη μορφή του κλημάτινος
κληματένιου	=	κληματένιος
κληματένιους	=	κληματένιος
κληματένιων	=	κληματένιος
κληματίδα	noun|formal	άλλη μορφή του κληματσίδα
κληματίδας	=	κληματίδα
κληματίδες	=	κληματίδα
κληματίδων	=	κληματίδα
κληματίς	=	κληματίδα
κληματαριά	noun	το κλήμα που μετά από περιποίηση και κλάδεμα έχει απλώσει τα κλαριά του σε δοκάρια ή άλλα στηρίγματα πάνω από το έδαφος
κληματαριάς	noun	γενική ενικού του κληματαριά
κληματαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληματαριά
κληματαριών	=	κληματαριά
κληματοβεργών	noun	γενική πληθυντικού του κληματόβεργα
κληματσίδα	noun	η κληματόβεργα
κληματσίδας	=	κληματσίδα
κληματσίδες	=	κληματσίδα
κληματσίδων	=	κληματσίδα
κληματόβεργα	noun	κλαδί του κλήματος
κληματόβεργας	noun	γενική ενικού του κληματόβεργα
κληματόβεργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληματόβεργα
κληματόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληματόφυλλο
κληματόφυλλο	noun	το φύλλο ενός κλήματος
κληματόφυλλου	noun	γενική ενικού του κληματόφυλλο
κληματόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του κληματόφυλλο
κληρικέ	noun	κλητική ενικού του κληρικός
κληρικαλισμέ	noun	κλητική ενικού του κληρικαλισμός
κληρικαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρικαλισμός
κληρικαλισμού	noun	γενική ενικού του κληρικαλισμός
κληρικαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κληρικαλισμός
κληρικαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του κληρικαλισμός
κληρικαλισμός	noun	η ασχολία των κληρικών με πολιτικά ή άλλα ζητήματα και η ανάμειξή τους σε μη θρησκευτικά θέματα
κληρικαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του κληρικαλισμός
κληρικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρικός
κληρικοκρατία	noun	η τάση των κληρικών να εμπλέκονται καταχρηστικά σε θέματα της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής και να επιβάλλουν, με την επιρροή τους, συγκεκριμένους τρόπους χειρισμού των ζητημάτων
κληρικοκρατίας	noun	γενική ενικού του κληρικοκρατία
κληρικοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρικοκρατία
κληρικοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του κληρικοκρατία
κληρικού	noun	γενική ενικού του κληρικός
κληρικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κληρικός
κληρικό	noun	αιτιατική ενικού του κληρικός
κληρικός	noun	το μέλος του κλήρου, ο ιερέας
κληρικών	noun	γενική πληθυντικού του κληρικός
κληροδοσία	noun	η διάθεση σε κάποιο πρόσωπο ενός ποσού, συγκεκριμένων αντικειμένων κ.λπ., με διαθήκη ή κωδίκελλο, μιας περιουσίας, χωρίς ωστόσο αυτό να καθίσταται καθολικός κληρονόμος του διαθέτη
κληροδοσίας	noun	γενική ενικού του κληροδοσία
κληροδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληροδοσία
κληροδοσιά	noun|vulgar	μορφή του κληροδοσία, συχνά με τη γενική σημασία της κληρονομιάς ή της δωρεάς, υλικής ή πνευματικής, που μεταβιβάζεται από πρόσωπο σε πρόσωπο, από τους παλιότερους στους νεώτερους
κληροδοσιάς	=	κληροδοσιά
κληροδοσιές	=	κληροδοσιά
κληροδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του κληροδοσία
κληροδοτήθηκα	=	κληροδοτώ
κληροδοτήθηκαν	=	κληροδοτώ
κληροδοτήθηκε	=	κληροδοτώ
κληροδοτήθηκες	=	κληροδοτώ
κληροδοτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληροδότημα
κληροδοτήματος	noun	γενική ενικού του κληροδότημα
κληροδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήσαν	=	κληροδοτώ
κληροδοτήσανε	=	κληροδοτώ
κληροδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληροδότηση
κληροδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κληροδότηση
κληροδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κληροδότηση
κληροδοτήσου	=	κληροδοτώ
κληροδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδοτεί	=	κληροδοτώ
κληροδοτείς	=	κληροδοτώ
κληροδοτείσαι	=	κληροδοτώ
κληροδοτείστε	=	κληροδοτώ
κληροδοτείται	=	κληροδοτώ
κληροδοτείτε	=	κληροδοτώ
κληροδοτηθήκαμε	=	κληροδοτώ
κληροδοτηθήκαν	=	κληροδοτώ
κληροδοτηθήκανε	=	κληροδοτώ
κληροδοτηθήκατε	=	κληροδοτώ
κληροδοτηθεί	=	κληροδοτώ
κληροδοτηθείτε	=	κληροδοτώ
κληροδοτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κληροδότημα
κληροδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληροδοτημένο
κληροδοτημένε	verb	κλητική ενικού του κληροδοτημένος
κληροδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληροδοτημένη
κληροδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κληροδοτημένος
κληροδοτημένης	verb	γενική ενικού του κληροδοτημένη
κληροδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του κληροδοτημένος
κληροδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληροδοτημένος
κληροδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κληροδοτώ
κληροδοτημένου	=	κληροδοτημένος
κληροδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κληροδοτημένος
κληροδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κληροδοτημένος
κληροδοτούμαι	=	κληροδοτώ
κληροδοτούμασταν	=	κληροδοτώ
κληροδοτούμαστε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούμε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούμουν	=	κληροδοτώ
κληροδοτούν	=	κληροδοτώ
κληροδοτούνε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούνται	=	κληροδοτώ
κληροδοτούνταν	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσα	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσαμε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσαν	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσανε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσασταν	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσαστε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσατε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσε	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσες	=	κληροδοτώ
κληροδοτούσουν	=	κληροδοτώ
κληροδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του κληροδότρια
κληροδοτώ	verb	δίνω, παραχωρώ κάτι με κληροδοσία
κληροδοτών	=	κληροδότης
κληροδοτώντας	=	κληροδοτώ
κληροδότες	=	κληροδότης
κληροδότη	=	κληροδότης
κληροδότημα	noun	το περιουσιακό στοιχείο που παραχωρείται συνήθως για κοινωφελείς σκοπούς με κληροδοσία
κληροδότης	noun	κάποιος που κληροδοτεί
κληροδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληροδοτώ
κληροδότηση	noun	η ενέργεια του κληροδοτώ
κληροδότησης	noun	γενική ενικού του κληροδότηση
κληροδότρια	noun	θηλυκό του κληροδότης
κληροδότριας	noun	γενική ενικού του κληροδότρια
κληροδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληροδότρια
κληροδόχε	=	κληροδόχος
κληροδόχο	=	κληροδόχος
κληροδόχοι	=	κληροδόχος
κληροδόχος	noun	που αποδέχεται μια σχετικά μικρή σε αξία ειδική κληρονομιά (ένα μεμονωμένο περιουσιακό στοιχείο του θανόντος) που ονομάζεται κληροδότημα (βάσει νόμου για μεγάλο κληροδότημα θεωρείται κληρονόμος ασχέτως αν έχει χαρακτηριστεί κληροδόχος απ' τον αποθανόντα) και δεν πληρώνει φόρο για την συνολική περιουσία, όμως έχει ελαττωμένα δικαιώματα σε σχέση με τον κληρονόμο κατά το άνοιγμα της διαθήκης
κληροδόχου	=	κληροδόχος
κληροδόχους	=	κληροδόχος
κληροδόχων	=	κληροδόχος
κληροκρατία	noun	κληρικοκρατία (βλέπε λέξη).
κληροκρατίας	=	κληροκρατία
κληροκρατίες	=	κληροκρατία
κληροκρατιών	=	κληροκρατία
κληρονομάγανε	=	κληρονομώ
κληρονομάν	=	κληρονομώ
κληρονομάω	=	κληρονομώ
κληρονομήθηκα	=	κληρονομώ
κληρονομήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομήθηκες	=	κληρονομώ
κληρονομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσαν	=	κληρονομώ
κληρονομήσανε	=	κληρονομώ
κληρονομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσου	=	κληρονομώ
κληρονομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσουνε	=	κληρονομώ
κληρονομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονομείστε	=	κληρονομώ
κληρονομηθήκαμε	=	κληρονομώ
κληρονομηθήκαν	=	κληρονομώ
κληρονομηθήκανε	=	κληρονομώ
κληρονομηθήκατε	=	κληρονομώ
κληρονομηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομηθούνε	=	κληρονομώ
κληρονομηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρονομούμαι
κληρονομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρονομημένο
κληρονομημένε	verb	κλητική ενικού του κληρονομημένος
κληρονομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρονομημένη
κληρονομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κληρονομημένος
κληρονομημένης	verb	γενική ενικού του κληρονομημένη
κληρονομημένο	verb	αιτιατική ενικού του κληρονομημένος
κληρονομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρονομημένος
κληρονομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κληρονομώ, κληρονομούμαι
κληρονομημένου	=	κληρονομημένος
κληρονομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κληρονομημένος
κληρονομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κληρονομημένος
κληρονομησιμοτήτων	=	κληρονομησιμότητα
κληρονομησιμότητα	noun	που δύναται ή επιτρέπεται να κληρονομηθεί
κληρονομησιμότητας	=	κληρονομησιμότητα
κληρονομησιμότητες	=	κληρονομησιμότητα
κληρονομητήρια	=	κληρονομητήριο
κληρονομητήριο	noun	πιστοποιητικό που αναγράφει και πιστοποιεί τα δικαιώματα ενός κληρονόμου
κληρονομητήριου	=	κληρονομητήριο
κληρονομητήριων	=	κληρονομητήριο
κληρονομητηρίου	=	κληρονομητήριο
κληρονομητηρίων	=	κληρονομητήριο
κληρονομιά	noun	περιουσία ή περιουσιακό στοιχείο που έρχεται στην κυριότητα, νομή ή κατοχή μου μετά το θάνατο συγγενών μου
κληρονομιάς	=	κληρονομιά
κληρονομιέμαι	=	κληρονομώ
κληρονομιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρονομιά
κληρονομιαία	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίας	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίε	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίες	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίο	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίοι	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίος	adj|formal	προερχόμενος από κληρονομιά
κληρονομιαίου	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίους	=	κληρονομιαίος
κληρονομιαίων	=	κληρονομιαίος
κληρονομικά	noun	διαφορές και αντιδικίες που αφορούν κληρονομιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κληρονομικός
κληρονομικέ	adj	κλητική ενικού του κληρονομικός
κληρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρονομική
κληρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κληρονομικός
κληρονομικής	adj	γενική ενικού του κληρονομική
κληρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρονομικός
κληρονομικοτήτων	=	κληρονομικότητα
κληρονομικού	adj	γενική ενικού του κληρονομικός
κληρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κληρονομικός
κληρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του κληρονομικός
κληρονομικός	adj	που κληρονομείται
κληρονομικότης	noun	η κληρονομικότητα
κληρονομικότητα	noun	η μεταβίβαση κάποιων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων ή ιδιοτήτων σε κάποιον απόγονο, ως ιδιότητα κάποιου οργανισμού
κληρονομικότητας	noun	γενική ενικού του κληρονομικότητα
κληρονομικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρονομικότητα
κληρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του κληρονομικός
κληρονομικώς	adv|dated	κληρονομικά
κληρονομιούνταν	=	κληρονομώ
κληρονομιόντουσαν	=	κληρονομώ
κληρονομιών	=	κληρονομιά
κληρονομούμαι	verb	μεταφέρομαι στην επόμενη γενιά
κληρονομούμασταν	=	κληρονομώ
κληρονομούμε	=	κληρονομώ
κληρονομούμενα	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενε	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενες	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενη	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενης	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενο	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενοι	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κληρονομώ
κληρονομούμενου	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενους	=	κληρονομούμενος
κληρονομούμενων	=	κληρονομούμενος
κληρονομώ	verb	αποκτώ περιουσιακό στοιχείο (μια κληρονομιά) που μου άφησε μετά το θάνατό του κάποιος συγγενής μου
κληρονομώντας	=	κληρονομώ
κληρονόμα	=	κληρονομώ
κληρονόμαγε	=	κληρονομώ
κληρονόμε	noun	κλητική ενικού του κληρονόμος
κληρονόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρονομώ
κληρονόμο	noun	αιτιατική ενικού του κληρονόμος
κληρονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρονόμος
κληρονόμος	noun	αποδέκτης μιας κληρονομιάς
κληρονόμου	noun	γενική ενικού του κληρονόμος
κληρονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κληρονόμος
κληρονόμων	noun	γενική πληθυντικού του κληρονόμος
κληρουχία	noun	η τοποθέτηση / εγκατάσταση κληρούχων Αθηναίων σε κάποια περιοχή
κληρουχίας	noun	γενική ενικού του κληρουχία
κληρουχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρουχία
κληρουχιών	noun	γενική πληθυντικού του κληρουχία
κληρούχε	noun	κλητική ενικού του κληρούχος
κληρούχο	noun	αιτιατική ενικού του κληρούχος
κληρούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρούχος
κληρούχος	noun	δικαιούχος ενός μεριδίου γης μετά από κλήρωση
κληρούχου	noun	γενική ενικού του κληρούχος
κληρούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κληρούχος
κληρούχων	noun	γενική πληθυντικού του κληρούχος
κληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρωμένο
κληρωμένε	verb	κλητική ενικού του κληρωμένος
κληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρωμένη
κληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κληρωμένος
κληρωμένης	verb	γενική ενικού του κληρωμένη
κληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κληρωμένος
κληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρωμένος
κληρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κληρώνω
κληρωμένου	=	κληρωμένος
κληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κληρωμένος
κληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κληρωμένος
κληρωσάμενος	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κληρωτός	adv	με κληρωτό τρόπο
κληρωτέ	adj	κλητική ενικού του κληρωτός
κληρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κληρωτή
κληρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κληρωτός
κληρωτής	adj	γενική ενικού του κληρωτή
κληρωτίδα	noun	κιβώτιο στο οποίο βάζουμε τους λαχνούς κι, αφού τους ανακατέψουμε, τους χρησιμοποιούμε για μια κλήρωση
κληρωτίδας	=	κληρωτίδα
κληρωτίδες	=	κληρωτίδα
κληρωτίδων	=	κληρωτίδα
κληρωτίς	noun	μορφή του κληρωτρίς: η κληρωτίδα
κληρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κληρωτός
κληρωτού	adj	γενική ενικού του κληρωτός
κληρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κληρωτός
κληρωτό	adj	αιτιατική ενικού του κληρωτός
κληρωτός	noun	στρατεύσιμος, που καλείται να εκτελέσει τη στρατιωτική του θητεία	adj	που εκλέγεται με κλήρο
κληρωτών	adj	γενική πληθυντικού του κληρωτός
κληρώναμε	=	κληρώνω
κληρώναν	=	κληρώνω
κληρώνανε	=	κληρώνω
κληρώνατε	=	κληρώνω
κληρώνει	=	κληρώνω
κληρώνεις	=	κληρώνω
κληρώνετε	=	κληρώνω
κληρώνομαι	=	κληρώνω
κληρώνοντας	=	κληρώνω
κληρώνουμε	=	κληρώνω
κληρώνουν	=	κληρώνω
κληρώνουνε	=	κληρώνω
κληρώνω	verb	επιλέγω με κλήρωση ένα πρόσωπο, πράγμα, αριθμό κ.λπ. προκειμένου να ανακηρύξω έναν νικητή, να αναθέσω μια εργασία, να διανείμω μερίδια κ.λπ.
κληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώσαν	=	κληρώνω
κληρώσανε	=	κληρώνω
κληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήρωση
κληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλήρωση
κληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλήρωση
κληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κληρώνω
κλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλητός	adv	με κλητό τρόπο
κλητέ	adj	κλητική ενικού του κλητός
κλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλητή
κλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλητός
κλητήρα	=	κλητήρας
κλητήρας	noun	εκείνος ο οποίος μοιράζει διάφορα έγγραφα.
κλητήρες	=	κλητήρας
κλητήρια	=	κλητήριος
κλητήριας	=	κλητήριος
κλητήριε	=	κλητήριος
κλητήριες	=	κλητήριος
κλητήριο	=	κλητήριος
κλητήριοι	=	κλητήριος
κλητήριος	adj	που καλεί ή κλητεύει
κλητήριου	=	κλητήριος
κλητήριους	=	κλητήριος
κλητήριων	=	κλητήριος
κλητήρων	=	κλητήρας
κλητής	adj	γενική ενικού του κλητή
κλητευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλητευμένο
κλητευμένε	verb	κλητική ενικού του κλητευμένος
κλητευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλητευμένη
κλητευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλητευμένος
κλητευμένης	verb	γενική ενικού του κλητευμένη
κλητευμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλητευμένος
κλητευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλητευμένος
κλητευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλητεύω
κλητευμένου	=	κλητευμένος
κλητευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλητευμένος
κλητευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλητευμένος
κλητεύομαι	verb	με καλούν ως μάρτυρα στο δικαστήριο
κλητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλητεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλήτευση
κλητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλήτευση
κλητεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλήτευση
κλητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλητεύω
κλητεύω	verb	καλώ επίσημα κάποιον να καταθέσει σε δίκη, του επιδίδω κλήτευση
κλητηρίου	=	κλητήριος
κλητηρίους	=	κλητήριος
κλητηρίων	=	κλητήριος
κλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλητικό
κλητικέ	adj	κλητική ενικού του κλητικός
κλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλητική
κλητική	noun	μια από τις πτώσεις των ονομάτων, η οποία χρησιμοποιείται για να απευθύνουμε τον λόγο σε κάποιον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλητικός
κλητικής	adj	γενική ενικού του κλητική
κλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλητικός
κλητικού	adj	γενική ενικού του κλητικός
κλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλητικός
κλητικό	adj	αιτιατική ενικού του κλητικός
κλητικός	adj	που έχει σχέση με την κλήση, την προσαγόρευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κλητικών	adj	γενική πληθυντικού του κλητικός
κλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλητός
κλητού	adj	γενική ενικού του κλητός
κλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλητός
κλητό	adj	αιτιατική ενικού του κλητός
κλητός	adj|archaic	που τον έχουν καλέσει, που έχει προσκληθεί
κλητών	adj	γενική πληθυντικού του κλητός
κλιβάνου	noun	γενική ενικού του κλίβανος
κλιβάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλίβανος
κλιβάνων	noun	γενική πληθυντικού του κλίβανος
κλιβανισμέ	noun	κλητική ενικού του κλιβανισμός
κλιβανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιβανισμός
κλιβανισμού	noun	γενική ενικού του κλιβανισμός
κλιβανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλιβανισμός
κλιβανισμό	noun	αιτιατική ενικού του κλιβανισμός
κλιβανισμός	noun	η αποστείρωση ή η απολύμανση που γίνεται χρησιμοποιώντας κλίβανο
κλιβανισμών	noun	γενική πληθυντικού του κλιβανισμός
κλιθήκαμε	=	κλίνω
κλιθήκαν	=	κλίνω
κλιθήκανε	=	κλίνω
κλιθήκατε	=	κλίνω
κλιθεί	=	κλίνω
κλιθείς	=	κλίνω
κλιθείτε	=	κλίνω
κλιθούμε	=	κλίνω
κλιθούν	=	κλίνω
κλιθούνε	=	κλίνω
κλιθώ	=	κλίνω
κλικ	noun	ήχος διακόπτη ή αντίστοιχος
κλικάραμε	=	κλικάρω
κλικάραν	=	κλικάρω
κλικάρανε	=	κλικάρω
κλικάρατε	=	κλικάρω
κλικάρει	=	κλικάρω
κλικάρεις	=	κλικάρω
κλικάρεσαι	=	κλικάρω
κλικάρεστε	=	κλικάρω
κλικάρεται	=	κλικάρω
κλικάρετε	=	κλικάρω
κλικάριζα	=	κλικάρω
κλικάριζαν	=	κλικάρω
κλικάριζε	=	κλικάρω
κλικάριζες	=	κλικάρω
κλικάρισα	=	κλικάρω
κλικάρισαν	=	κλικάρω
κλικάρισε	=	κλικάρω
κλικάρισες	=	κλικάρω
κλικάρισμα	noun	ήχος απότομος, από μικρά και σκληρά σχετικά κομμάτια, ήχος που ακούγεται σαν κλικ
κλικάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κλικάρω
κλικάρομε	=	κλικάρω
κλικάρονται	=	κλικάρω
κλικάρονταν	=	κλικάρω
κλικάροντας	=	κλικάρω
κλικάρουμε	=	κλικάρω
κλικάρουν	=	κλικάρω
κλικάρουνε	=	κλικάρω
κλικάρω	verb	κάνω κλικ
κλικαρίσαμε	=	κλικάρω
κλικαρίσαν	=	κλικάρω
κλικαρίσανε	=	κλικάρω
κλικαρίσατε	=	κλικάρω
κλικαρίσει	=	κλικάρω
κλικαρίσματα	=	κλικάρισμα
κλικαρίσματος	=	κλικάρισμα
κλικαρίσου	=	κλικάρω
κλικαρίστε	=	κλικάρω
κλικαρίστηκα	=	κλικάρω
κλικαρίστηκαν	=	κλικάρω
κλικαρίστηκε	=	κλικάρω
κλικαρίστηκες	=	κλικάρω
κλικαριζόμασταν	=	κλικάρω
κλικαριζόμαστε	=	κλικάρω
κλικαριζόμουν	=	κλικάρω
κλικαριζόμουνα	=	κλικάρω
κλικαριζόντουσαν	=	κλικάρω
κλικαριζόσασταν	=	κλικάρω
κλικαριζόσαστε	=	κλικάρω
κλικαριζόσουν	=	κλικάρω
κλικαριζόσουνα	=	κλικάρω
κλικαριζόταν	=	κλικάρω
κλικαριζότανε	=	κλικάρω
κλικαρισμάτων	=	κλικάρισμα
κλικαρισμένος	=	κλικάρω
κλικαριστήκαμε	=	κλικάρω
κλικαριστήκαν	=	κλικάρω
κλικαριστήκανε	=	κλικάρω
κλικαριστήκατε	=	κλικάρω
κλικαριστεί	=	κλικάρω
κλικαριστείς	=	κλικάρω
κλικαριστείτε	=	κλικάρω
κλικαριστούμε	=	κλικάρω
κλικαριστούν	=	κλικάρω
κλικαριστούνε	=	κλικάρω
κλικαριστώ	=	κλικάρω
κλικών	noun	γενική πληθυντικού του κλίκα
κλιμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμάκιο
κλιμάκιο	noun	η βαθμίδα σε μια κλίμακα (πχ φορολογική, μισθολογική κ.λπ.)
κλιμάκιου	=	κλιμάκιο
κλιμάκων	=	κλίμακα
κλιμάκωνα	=	κλιμακώνω
κλιμάκωναν	=	κλιμακώνω
κλιμάκωνε	=	κλιμακώνω
κλιμάκωνες	=	κλιμακώνω
κλιμάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμάκωση	noun	βαθμιαία αύξηση της έντασης ή της ευρύτητας μιας συγκεκριμένης ενέργειας ή δραστηριότητας
κλιμάκωσης	=	κλιμάκωση
κλιμάτιζα	=	κλιματίζω
κλιμάτιζαν	=	κλιματίζω
κλιμάτιζε	=	κλιματίζω
κλιμάτιζες	=	κλιματίζω
κλιμάτισα	=	κλιματίζω
κλιμάτισαν	=	κλιματίζω
κλιμάτισε	=	κλιματίζω
κλιμάτισες	=	κλιματίζω
κλιμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλίμα
κλιμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμένο
κλιμένε	verb	κλητική ενικού του κλιμένος
κλιμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμένη
κλιμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιμένος
κλιμένης	verb	γενική ενικού του κλιμένη
κλιμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλιμένος
κλιμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιμένος
κλιμένος	=	κλίνω
κλιμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλιμένος
κλιμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλιμένος
κλιμακίου	noun	γενική ενικού του κλιμάκιο
κλιμακίων	noun	γενική πληθυντικού του κλιμάκιο
κλιμακηδόν	adv|formal	κλιμακωτά, βαθμηδόν
κλιμακοειδές	=	κλιμακοειδής
κλιμακοειδή	=	κλιμακοειδής
κλιμακοειδής	adj|formal	άλλη μορφή του κλιμακωτός
κλιμακοειδείς	=	κλιμακοειδής
κλιμακοειδούς	=	κλιμακοειδής
κλιμακοειδών	=	κλιμακοειδής
κλιμακομέτρου	=	κλιμακόμετρο
κλιμακομέτρων	=	κλιμακόμετρο
κλιμακοποίει	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποίησα	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποίησαν	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποίησε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποίησες	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιήσαμε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιήσαν	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιήσανε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιήσατε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιήσει	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιήστε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιεί	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιείς	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιείτε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιημένα	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένε	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένες	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένη	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένης	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένο	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένοι	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλιμακοποιώ
κλιμακοποιημένου	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένους	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιημένων	=	κλιμακοποιημένος
κλιμακοποιούμε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούν	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούνε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσα	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσαμε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσαν	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσανε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσατε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσε	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιούσες	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοποιώ	verb	ανάγω σε κάποια κλίμακα
κλιμακοποιώντας	=	κλιμακοποιώ
κλιμακοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμακοστάσιο
κλιμακοστάσιο	noun	τμήμα μιας οικοδομής στο οποίο υπάρχουν οι σκάλες που συνδέουν τους ορόφους
κλιμακοστάσιου	=	κλιμακοστάσιο
κλιμακοστασίου	noun	γενική ενικού του κλιμακοστάσιο
κλιμακοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του κλιμακοστάσιο
κλιμακοφόρα	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρας	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρε	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρες	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρο	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόροι	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρος	adj	αυτός που φέρει κλίμακα (σκάλα)
κλιμακοφόρου	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρους	=	κλιμακοφόρος
κλιμακοφόρων	=	κλιμακοφόρος
κλιμακούμαι	=	κλιμακώνω
κλιμακούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμακούμενο
κλιμακούμενε	verb	κλητική ενικού του κλιμακούμενος
κλιμακούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμακούμενη
κλιμακούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιμακούμενος
κλιμακούμενης	verb	γενική ενικού του κλιμακούμενη
κλιμακούμενο	verb	αιτιατική ενικού του κλιμακούμενος
κλιμακούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιμακούμενος
κλιμακούμενος	verb	που ακολουθεί κλιμάκωση, που είναι κλιμακωτός
κλιμακούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κλιμακούμενος
κλιμακούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλιμακούμενος
κλιμακούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλιμακούμενος
κλιμακούνται	=	κλιμακώνω
κλιμακούται	=	κλιμακώνω
κλιμακτήρα	=	κλιμακτήρας
κλιμακτήρας	noun	άλλη μορφή του κλιμακτήρ
κλιμακτήρες	=	κλιμακτήρας
κλιμακτήρια	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριας	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριε	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριες	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριο	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριοι	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριος	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κλιμακτήριο	noun	η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται σε έναν οργανισμό η εμμηνόπαυση, συνήθως νοουμένου του γυναικείου, αν και μεταφορικά χρησιμοποιείται η φράση ανδρική κλιμακτήριος για την αντίστοιχη περίοδο ορμονικών αλλαγών στον μεσήλικα άνδρα
κλιμακτήριου	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριους	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήριων	=	κλιμακτήριος
κλιμακτήρων	=	κλιμακτήρας
κλιμακτηρίου	=	κλιμακτήριος
κλιμακτηρίους	=	κλιμακτήριος
κλιμακτηρίων	=	κλιμακτήριος
κλιμακτηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμακτηρικό
κλιμακτηρικέ	adj	κλητική ενικού του κλιμακτηρικός
κλιμακτηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμακτηρική
κλιμακτηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιμακτηρικός
κλιμακτηρικής	adj	γενική ενικού του κλιμακτηρική
κλιμακτηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιμακτηρικός
κλιμακτηρικού	adj	γενική ενικού του κλιμακτηρικός
κλιμακτηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιμακτηρικός
κλιμακτηρικό	adj	αιτιατική ενικού του κλιμακτηρικός
κλιμακτηρικός	adj	που έχει σχέση με κλιμακτήρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κλιμακτηρικών	adj	γενική πληθυντικού του κλιμακτηρικός
κλιμακωθήκαμε	=	κλιμακώνω
κλιμακωθήκαν	=	κλιμακώνω
κλιμακωθήκανε	=	κλιμακώνω
κλιμακωθήκατε	=	κλιμακώνω
κλιμακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακωθούνε	=	κλιμακώνω
κλιμακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακωμένος	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόμασταν	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόμαστε	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόμουν	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόμουνα	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόντουσαν	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόσασταν	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόσαστε	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόσουν	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόσουνα	=	κλιμακώνω
κλιμακωνόταν	=	κλιμακώνω
κλιμακωνότανε	=	κλιμακώνω
κλιμακωσιμοτήτων	=	κλιμακωσιμότητα
κλιμακωσιμότητα	noun	η δυνατότητα ενός συστήματος να διαχειρίζεται όλο και μεγαλύτερο φόρτο εργασίας προσθέτοντάς του πόρους
κλιμακωσιμότητας	=	κλιμακωσιμότητα
κλιμακωσιμότητες	=	κλιμακωσιμότητα
κλιμακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλιμακωτός	adv	λίγο-λίγο, με σταθερό ρυθμό αύξησης ή μείωσης
κλιμακωτέ	adj	κλητική ενικού του κλιμακωτός
κλιμακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμακωτή
κλιμακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιμακωτός
κλιμακωτής	adj	γενική ενικού του κλιμακωτή
κλιμακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιμακωτός
κλιμακωτού	adj	γενική ενικού του κλιμακωτός
κλιμακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιμακωτός
κλιμακωτό	adj	αιτιατική ενικού του κλιμακωτός
κλιμακωτός	adj	που είναι κατασκευασμένος με βαθμίδες
κλιμακωτών	adj	γενική πληθυντικού του κλιμακωτός
κλιμακόμετρα	=	κλιμακόμετρο
κλιμακόμετρο	noun	σχεδιαστικό όργανο για τη σχεδίαση ή την ανάγνωση διαστάσεων που βρίσκονται υπό κλίμακα
κλιμακόμετρου	=	κλιμακόμετρο
κλιμακόμετρων	=	κλιμακόμετρο
κλιμακώθηκα	=	κλιμακώνω
κλιμακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνομαι
κλιμακώθηκες	=	κλιμακώνω
κλιμακώναμε	=	κλιμακώνω
κλιμακώναν	=	κλιμακώνω
κλιμακώνανε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνατε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνει	=	κλιμακώνω
κλιμακώνεις	=	κλιμακώνω
κλιμακώνεσαι	=	κλιμακώνω
κλιμακώνεστε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνεται	=	κλιμακώνω
κλιμακώνετε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνομαι	verb	οξύνομαι, ανεβαίνω σημαντικά σε μια κλίμακα, διαβάθμιση: χρησιμοποιείται στο τρίτο πρόσωπο ενεστώτα και αποκλειστικά για άψυχα ή αφηρημένα ουσιαστικά
κλιμακώνομε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνονται	=	κλιμακώνω
κλιμακώνονταν	=	κλιμακώνω
κλιμακώνοντας	=	κλιμακώνω
κλιμακώνουμε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνουν	=	κλιμακώνω
κλιμακώνουνε	=	κλιμακώνω
κλιμακώνω	verb	τοποθετώ σε κλίμακα, κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά
κλιμακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσαν	=	κλιμακώνω
κλιμακώσανε	=	κλιμακώνω
κλιμακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιμάκωση
κλιμακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσεων	=	κλιμάκωση
κλιμακώσομε	=	κλιμακώνω
κλιμακώσου	=	κλιμακώνω
κλιμακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσουνε	=	κλιμακώνω
κλιμακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιμακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλιμακώνω
κλιματίζαμε	=	κλιματίζω
κλιματίζαν	=	κλιματίζω
κλιματίζανε	=	κλιματίζω
κλιματίζατε	=	κλιματίζω
κλιματίζει	=	κλιματίζω
κλιματίζεις	=	κλιματίζω
κλιματίζεσαι	=	κλιματίζομαι
κλιματίζεστε	=	κλιματίζομαι
κλιματίζεται	=	κλιματίζομαι
κλιματίζετε	=	κλιματίζω
κλιματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κλιματίζω
κλιματίζονται	=	κλιματίζομαι
κλιματίζονταν	=	κλιματίζομαι
κλιματίζοντας	=	κλιματίζω
κλιματίζου	=	κλιματίζομαι
κλιματίζουμε	=	κλιματίζω
κλιματίζουν	=	κλιματίζω
κλιματίζουνε	=	κλιματίζω
κλιματίζω	verb	δημιουργώ συνθήκες κλιματισμού ή παρέχω συστήματα κλιματισμού
κλιματίσαμε	=	κλιματίζω
κλιματίσαν	=	κλιματίζω
κλιματίσανε	=	κλιματίζω
κλιματίσατε	=	κλιματίζω
κλιματίσει	=	κλιματίζω
κλιματίσου	=	κλιματίζομαι
κλιματίστε	=	κλιματίζω
κλιματίστηκα	=	κλιματίζομαι
κλιματίστηκαν	=	κλιματίζομαι
κλιματίστηκε	=	κλιματίζομαι
κλιματίστηκες	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόμασταν	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόμαστε	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόμουν	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόμουνα	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόντουσαν	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόσασταν	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόσαστε	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόσουν	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόσουνα	=	κλιματίζομαι
κλιματιζόταν	=	κλιματίζομαι
κλιματιζότανε	=	κλιματίζομαι
κλιματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιματικό
κλιματικέ	adj	κλητική ενικού του κλιματικός
κλιματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιματική
κλιματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιματικός
κλιματικής	adj	γενική ενικού του κλιματική
κλιματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιματικός
κλιματικού	adj	γενική ενικού του κλιματικός
κλιματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιματικός
κλιματικό	adj	αιτιατική ενικού του κλιματικός
κλιματικός	adj	σχετικός με το κλίμα
κλιματικών	adj	γενική πληθυντικού του κλιματικός
κλιματισμέ	noun	κλητική ενικού του κλιματισμός
κλιματισμένος	=	κλιματίζομαι
κλιματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιματισμός
κλιματισμού	noun	γενική ενικού του κλιματισμός
κλιματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλιματισμός
κλιματισμό	noun	αιτιατική ενικού του κλιματισμός
κλιματισμός	noun	ένα σύνολο τεχνικών μέσων που αποσκοπούν στη διατήρηση μιας σταθερής θερμοκρασίας και υγρομετρίας μέσα σε έναν κλειστό χώρο
κλιματισμών	noun	γενική πληθυντικού του κλιματισμός
κλιματιστήκαμε	=	κλιματίζομαι
κλιματιστήκαν	=	κλιματίζομαι
κλιματιστήκανε	=	κλιματίζομαι
κλιματιστήκατε	=	κλιματίζομαι
κλιματιστεί	=	κλιματίζομαι
κλιματιστείτε	=	κλιματίζομαι
κλιματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιματιστικό
κλιματιστικέ	adj	κλητική ενικού του κλιματιστικός
κλιματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιματιστική
κλιματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιματιστικός
κλιματιστικής	adj	γενική ενικού του κλιματιστική
κλιματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιματιστικός
κλιματιστικού	adj	γενική ενικού του κλιματιστικός
κλιματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιματιστικός
κλιματιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κλιματιστικός	noun	ηλεκτρική συσκευή που ρυθμίζει τη θερμοκρασία, τη σύσταση και την κυκλοφορία του αέρα σε ένα δωμάτιο ή όχημα
κλιματιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κλιματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κλιματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κλιματιστικός
κλιματογραφία	noun	η καταγραφή και μελέτη του κλίματος, μέρος της κλιματολογίας
κλιματογραφίας	noun	γενική ενικού του κλιματογραφία
κλιματογραφίες	=	κλιματογραφία
κλιματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κλιματογραφία
κλιματοθεραπεία	noun|dated	υποτιθέμενη θεραπευτική μέθοδος με χρήση κλιματικών συνθηκών
κλιματοθεραπείας	noun	γενική ενικού του κλιματοθεραπεία
κλιματοθεραπείες	=	κλιματοθεραπεία
κλιματοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του κλιματοθεραπεία
κλιματολογία	noun	κλάδος της μετεωρολογίας ο οποίος μελετά το κλίμα και τις επιπτώσεις του στους ανθρώπους και στο περιβάλλον
κλιματολογίας	=	κλιματολογία
κλιματολογίες	=	κλιματολογία
κλιματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιματολογικό
κλιματολογικέ	adj	κλητική ενικού του κλιματολογικός
κλιματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιματολογική
κλιματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιματολογικός
κλιματολογικής	adj	γενική ενικού του κλιματολογική
κλιματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιματολογικός
κλιματολογικού	adj	γενική ενικού του κλιματολογικός
κλιματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιματολογικός
κλιματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κλιματολογικός
κλιματολογικός	adj	σχετικός με την κλιματολογία
κλιματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κλιματολογικός
κλιματολογιών	=	κλιματολογία
κλιματολόγε	=	κλιματολόγος
κλιματολόγο	=	κλιματολόγος
κλιματολόγοι	=	κλιματολόγος
κλιματολόγος	noun	επιστήμονας ο οποίος ασχολείται με την κλιματολογία
κλιματολόγου	=	κλιματολόγος
κλιματολόγους	=	κλιματολόγος
κλιματολόγων	=	κλιματολόγος
κλινάμαξα	noun	βαγόνι τρένου που διαθέτει και κλίνες (κρεβάτια) όπου μπορούν να καταλύσουν οι επιβάτες σε μεγάλα δρομολόγια
κλινάμαξας	noun	γενική ενικού του κλινάμαξα
κλινάμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλινάμαξα
κλινάρι	noun	κρεβάτι
κλινάρια	=	κλινάρι
κλινήρεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του κλινήρης
κλινήρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κλινήρης
κλινήρη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του κλινήρης
κλινήρης	adj|formal	που είναι άρρωστος και μένει ξαπλωμένος στο κρεβάτι
κλινήρους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του κλινήρης
κλινήρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του κλινήρης
κλιναμαξών	noun	γενική πληθυντικού του κλινάμαξα
κλιναριού	=	κλινάρι
κλιναριών	=	κλινάρι
κλινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλινικός	adv	από κλινικής πλευράς ή απόψεως
κλινικάρχες	=	κλινικάρχης
κλινικάρχη	=	κλινικάρχης
κλινικάρχης	noun	ο ιδιοκτήτης ιδιωτικής κλινικής
κλινικέ	adj	κλητική ενικού του κλινικός
κλινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλινική
κλινική	noun	ιδιωτικό ίδρυμα περίθαλψης των ασθενών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλινικός
κλινικής	adj	γενική ενικού του κλινική
κλινικαρχών	=	κλινικάρχης
κλινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλινικός
κλινικοεργαστηριακά	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακέ	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακές	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακή	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακής	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακοί	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακού	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακούς	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακό	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικοεργαστηριακός	adj	ο σχετικός με την κλινική έρευνα και την εργαστηριακή εργασία
κλινικοεργαστηριακών	=	κλινικοεργαστηριακός
κλινικού	adj	γενική ενικού του κλινικός
κλινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλινικός
κλινικό	adj	αιτιατική ενικού του κλινικός
κλινικός	adj	που αφορά την πρακτική εφαρμογή της ιατρικής στους ασθενείς
κλινικών	adj	γενική πληθυντικού του κλινικός
κλινοζυγέ	=	κλινοζυγός
κλινοζυγοί	=	κλινοζυγός
κλινοζυγού	=	κλινοζυγός
κλινοζυγούς	=	κλινοζυγός
κλινοζυγό	=	κλινοζυγός
κλινοζυγός	noun	κατασκευή ή μηχάνημα που συμβάλλει στη ζύγιση ενός ανθρώπου που για κάποιο λόγο (ασθένεια, υπερβολικό βάρος κ.λπ.) βρίσκεται σε κλίνη / κρεβάτι
κλινοζυγών	=	κλινοζυγός
κλινοσκέπασμα	noun|formal	είδος σκεπάσματος μιας κλίνης / ενός κρεβατιού από ύφασμα πιο χοντρό από το σεντόνι
κλινοσκεπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλινοσκέπασμα
κλινοσκεπάσματος	noun	γενική ενικού του κλινοσκέπασμα
κλινοσκεπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλινοσκέπασμα
κλινοστρωμνές	=	κλινοστρωμνή
κλινοστρωμνή	noun	το σύνολο των αντικειμένων που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα ή σκέπασμα στο κρεβάτι, όπως το στρώμα, το σεντόνι και το μαξιλάρι
κλινοστρωμνής	=	κλινοστρωμνή
κλινοστρωμνών	=	κλινοστρωμνή
κλινόμασταν	=	κλίνω
κλινόμαστε	=	κλίνω
κλινόμενος	=	κλίνω
κλινόμουν	=	κλίνω
κλινόμουνα	=	κλίνω
κλινόντουσαν	=	κλίνω
κλινόσασταν	=	κλίνω
κλινόσαστε	=	κλίνω
κλινόσουν	=	κλίνω
κλινόσουνα	=	κλίνω
κλινόταν	=	κλίνω
κλινότανε	=	κλίνω
κλινών	=	κλίνη
κλισέ	noun	τυποποιημένη και πολυχρησιμοποιημένη, τετριμμένη έκφραση ή μοτίβο, κοινοτοπία
κλισιοσκοπίου	=	κλισιοσκόπιο
κλισιοσκοπίων	=	κλισιοσκόπιο
κλισιοσκόπια	=	κλισιοσκόπιο
κλισιοσκόπιο	noun	σκοπευτικό εξάρτημα όπλων και πυροβόλων
κλισιοσκόπιου	=	κλισιοσκόπιο
κλισιοσκόπιων	=	κλισιοσκόπιο
κλιτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κλιτός	adv	με κλιτό τρόπο
κλιτέ	adj	κλητική ενικού του κλιτός
κλιτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιτή
κλιτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιτός
κλιτής	adj	γενική ενικού του κλιτή
κλιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιτικό
κλιτικέ	adj	κλητική ενικού του κλιτικός
κλιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλιτική
κλιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλιτικός
κλιτικής	adj	γενική ενικού του κλιτική
κλιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιτικός
κλιτικού	adj	γενική ενικού του κλιτικός
κλιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιτικός
κλιτικό	adj	αιτιατική ενικού του κλιτικός
κλιτικός	adj	που έχει σχέση με την κλίση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κλιτικών	adj	γενική πληθυντικού του κλιτικός
κλιτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλιτός
κλιτού	adj	γενική ενικού του κλιτός
κλιτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλιτός
κλιτό	adj	αιτιατική ενικού του κλιτός
κλιτός	adj	που κλίνεται (άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία, ρήμα, μετοχή)
κλιτύ	=	κλιτύς
κλιτύες	=	κλιτύς
κλιτύος	=	κλιτύς
κλιτύς	noun|formal	η πλαγιά, σε λόφους και ακροπόλεις
κλιτύων	=	κλιτύς
κλιτών	adj	γενική πληθυντικού του κλιτός
κλοάκες	=	κλοάκη
κλοάκη	noun	η κοινή έξοδος για το πεπτικό,το ουροποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημα στα αμφίβια, ερπετά και πτηνά
κλοάκης	=	κλοάκη
κλοακών	=	κλοάκη
κλοιέ	noun	κλητική ενικού του κλοιός
κλοιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλοιός
κλοιού	noun	γενική ενικού του κλοιός
κλοιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλοιός
κλοιό	noun	αιτιατική ενικού του κλοιός
κλοιός	noun	οτιδήποτε θεωρείται ότι περιορίζει, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, κάποιον ή κάτι, περιβάλλοντάς το(ν) κυκλικά
κλοιών	noun	γενική πληθυντικού του κλοιός
κλομπ	noun	ρόπαλο αστυνομικού
κλονίζαμε	=	κλονίζω
κλονίζαν	=	κλονίζω
κλονίζανε	=	κλονίζω
κλονίζατε	=	κλονίζω
κλονίζει	=	κλονίζω
κλονίζεις	=	κλονίζω
κλονίζετε	=	κλονίζω
κλονίζομαι	verb	ανακινούμαι έντονα, ταράζομαι
κλονίζοντας	=	κλονίζω
κλονίζουμε	=	κλονίζω
κλονίζουν	=	κλονίζω
κλονίζουνε	=	κλονίζω
κλονίζω	verb	δημιουργώ συνθήκες αστάθειας
κλονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίσαν	=	κλονίζω
κλονίσανε	=	κλονίζω
κλονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλονιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλονιζόμενο
κλονιζόμενε	verb	κλητική ενικού του κλονιζόμενος
κλονιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλονιζόμενη
κλονιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλονιζόμενος
κλονιζόμενης	verb	γενική ενικού του κλονιζόμενη
κλονιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του κλονιζόμενος
κλονιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλονιζόμενος
κλονιζόμενος	verb	που κλονίζεται
κλονιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κλονιζόμενος
κλονιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλονιζόμενος
κλονιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλονιζόμενος
κλονισμέ	noun	κλητική ενικού του κλονισμός
κλονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλονισμένο
κλονισμένε	verb	κλητική ενικού του κλονισμένος
κλονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλονισμένη
κλονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλονισμένος
κλονισμένης	verb	γενική ενικού του κλονισμένη
κλονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλονισμένος
κλονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλονισμένος
κλονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλονίζω
κλονισμένου	=	κλονισμένος
κλονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλονισμένος
κλονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλονισμένος
κλονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλονισμός
κλονισμού	noun	γενική ενικού του κλονισμός
κλονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλονισμός
κλονισμό	noun	αιτιατική ενικού του κλονισμός
κλονισμός	noun	η διατάραξη μιας σταθερής, ισορροπημένης και ήρεμης κατάστασης
κλονισμών	noun	γενική πληθυντικού του κλονισμός
κλονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλονίζομαι
κλοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλοπή
κλοπή	noun	η ενέργεια του κλέβω, αφαίρεση πράγματος που δε μας ανήκει
κλοπής	=	κλοπή
κλοπιμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλοπιμαίος	noun	τα κλεμμένα, αυτά που έχουν κλαπεί
κλοπιμαίας	adj	γενική ενικού του κλοπιμαία
κλοπιμαίε	adj	κλοπιμαίος, στην κλητική του ενικού
κλοπιμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλοπιμαία
κλοπιμαίο	adj	κλοπιμαίος, στην αιτιατική του ενικού
κλοπιμαίοι	adj	κλοπιμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κλοπιμαίος	adj	που έχει σχέση με κλοπή ή προέρχεται από κλοπή
κλοπιμαίου	adj	γενική ενικού του κλοπιμαίος
κλοπιμαίους	adj	κλοπιμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κλοπιμαίων	noun	γενική πληθυντικού του κλοπιμαίο
κλοπών	=	κλοπή
κλοτσά	=	κλοτσάω
κλοτσάγαμε	=	κλοτσάω
κλοτσάγανε	=	κλοτσάω
κλοτσάγατε	=	κλοτσάω
κλοτσάει	=	κλοτσάω
κλοτσάμε	=	κλοτσάω
κλοτσάν	=	κλοτσάω
κλοτσάνε	=	κλοτσάω
κλοτσάς	=	κλοτσάω
κλοτσάτε	=	κλοτσάω
κλοτσάω	verb	χτυπώ δυνατά με το πόδι
κλοτσήθηκα	=	κλοτσάω
κλοτσήθηκαν	=	κλοτσάω
κλοτσήθηκε	=	κλοτσάω
κλοτσήθηκες	=	κλοτσάω
κλοτσήματα	=	κλότσημα
κλοτσήματος	=	κλότσημα
κλοτσήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσαν	=	κλοτσάω
κλοτσήσανε	=	κλοτσάω
κλοτσήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσου	=	κλοτσάω
κλοτσήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλοτσεί	=	κλοτσάω
κλοτσείς	=	κλοτσάω
κλοτσείτε	=	κλοτσάω
κλοτσηδόν	adv	με δυνατές κλοτσιές
κλοτσηθήκαμε	=	κλοτσάω
κλοτσηθήκαν	=	κλοτσάω
κλοτσηθήκανε	=	κλοτσάω
κλοτσηθήκατε	=	κλοτσάω
κλοτσηθεί	=	κλοτσάω
κλοτσηθείτε	=	κλοτσάω
κλοτσημάτων	=	κλότσημα
κλοτσημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλοτσημένο
κλοτσημένε	verb	κλητική ενικού του κλοτσημένος
κλοτσημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλοτσημένη
κλοτσημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλοτσημένος
κλοτσημένης	verb	γενική ενικού του κλοτσημένη
κλοτσημένο	verb	αιτιατική ενικού του κλοτσημένος
κλοτσημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλοτσημένος
κλοτσημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλοτσάω / κλοτσώ
κλοτσημένου	=	κλοτσημένος
κλοτσημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλοτσημένος
κλοτσημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλοτσημένος
κλοτσιά	noun	δυνατό χτύπημα με το άκρο του ποδιού
κλοτσιάς	noun	γενική ενικού του κλοτσιά
κλοτσιέμαι	=	κλοτσάω
κλοτσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλοτσιά
κλοτσιέσαι	=	κλοτσάω
κλοτσιέστε	=	κλοτσάω
κλοτσιέται	=	κλοτσάω
κλοτσιούνται	=	κλοτσάω
κλοτσιούνταν	=	κλοτσάω
κλοτσιόμασταν	=	κλοτσάω
κλοτσιόμαστε	=	κλοτσάω
κλοτσιόμουν	=	κλοτσάω
κλοτσιόμουνα	=	κλοτσάω
κλοτσιόνταν	=	κλοτσάω
κλοτσιόντανε	=	κλοτσάω
κλοτσιόντουσαν	=	κλοτσάω
κλοτσιόσασταν	=	κλοτσάω
κλοτσιόσαστε	=	κλοτσάω
κλοτσιόσουν	=	κλοτσάω
κλοτσιόσουνα	=	κλοτσάω
κλοτσιόταν	=	κλοτσάω
κλοτσιότανε	=	κλοτσάω
κλοτσιών	=	κλοτσιά
κλοτσοπατινάδα	noun	οι κλοτσιές και τα ποδοπατήματα που συμβαίνουν σε μια διένεξη ή συμπλοκή
κλοτσοπατινάδας	=	κλοτσοπατινάδα
κλοτσοπατινάδες	=	κλοτσοπατινάδα
κλοτσοπατινάδων	=	κλοτσοπατινάδα
κλοτσοσκούφι	noun|dated	παιδικό παιχνίδι που παίζονταν με το κλότσημα σκουφιού
κλοτσοσκούφια	=	κλοτσοσκούφι
κλοτσούμε	=	κλοτσάω
κλοτσούν	=	κλοτσάω
κλοτσούνε	=	κλοτσάω
κλοτσούσα	=	κλοτσάω
κλοτσούσαμε	=	κλοτσάω
κλοτσούσαν	=	κλοτσάω
κλοτσούσανε	=	κλοτσάω
κλοτσούσατε	=	κλοτσάω
κλοτσούσε	=	κλοτσάω
κλοτσούσες	=	κλοτσάω
κλοτσώ	verb	άλλη μορφή του κλοτσάω
κλοτσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κλοτσάω / κλοτσώ
κλου	noun	το καλύτερο σημείο, αυτό με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, η πιο σημαντική στιγμή, το αποκορύφωμα
κλουβάκι	noun	υποκοριστικό του κλουβί
κλουβάκια	=	κλουβάκι
κλουβί	noun	μικρή (ή και μεγαλύτερη) κατασκευή, κατασκευασμένη από χοντρά σύρματα ή άλλα υλικά, εντός της οποίας περιορίζονται πουλιά ή ζώα
κλουβιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλουβί
κλουβιάζαμε	=	κλουβιάζω
κλουβιάζαν	=	κλουβιάζω
κλουβιάζανε	=	κλουβιάζω
κλουβιάζατε	=	κλουβιάζω
κλουβιάζει	=	κλουβιάζω
κλουβιάζεις	=	κλουβιάζω
κλουβιάζετε	=	κλουβιάζω
κλουβιάζοντας	=	κλουβιάζω
κλουβιάζουμε	=	κλουβιάζω
κλουβιάζουν	=	κλουβιάζω
κλουβιάζουνε	=	κλουβιάζω
κλουβιάζω	verb	είμαι κλούβιος, μπαγιάτικος, αλλοιωμένος
κλουβιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσαν	=	κλουβιάζω
κλουβιάσανε	=	κλουβιάζω
κλουβιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλούβιασμα
κλουβιάσματος	noun	γενική ενικού του κλούβιασμα
κλουβιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλουβιαίνω	verb	άλλη μορφή του κλουβιάζω
κλουβιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλούβιασμα
κλουβιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλουβιασμένο
κλουβιασμένε	verb	κλητική ενικού του κλουβιασμένος
κλουβιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλουβιασμένη
κλουβιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλουβιασμένος
κλουβιασμένης	verb	γενική ενικού του κλουβιασμένη
κλουβιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλουβιασμένος
κλουβιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλουβιασμένος
κλουβιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλουβιάζω
κλουβιασμένου	=	κλουβιασμένος
κλουβιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλουβιασμένος
κλουβιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλουβιασμένος
κλουβιού	noun	γενική ενικού του κλουβί
κλουβιών	noun	γενική πληθυντικού του κλουβί
κλουκουτάω	verb|dated	αναδεύω, ανακατεύω
κλουκουτιάσματα	=	κλουκούτιασμα
κλουκουτιάσματος	=	κλουκούτιασμα
κλουκουτιασμάτων	=	κλουκούτιασμα
κλουκούτιασμα	noun|dated	ανάδευση, ανακάτεμα
κλοφέν	noun	πολυχλωριωμένο διφαινύλιο
κλούβα	noun	μεγεθυντικό για το: κλουβί
κλούβας	noun	γενική ενικού του κλούβα
κλούβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλούβα
κλούβια	=	κλούβιος
κλούβιαζα	=	κλουβιάζω
κλούβιαζαν	=	κλουβιάζω
κλούβιαζε	=	κλουβιάζω
κλούβιαζες	=	κλουβιάζω
κλούβιας	=	κλούβιος
κλούβιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλούβιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλούβιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλούβιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλουβιάζω
κλούβιασμα	noun	το αποτέλεσμα τού κλουβιάζω
κλούβιε	=	κλούβιος
κλούβιες	=	κλούβιος
κλούβιο	=	κλούβιος
κλούβιοι	=	κλούβιος
κλούβιος	adj	που έχει μπαγιατέψει, που έχει χαλάσει
κλούβιου	=	κλούβιος
κλούβιους	=	κλούβιος
κλούβιων	=	κλούβιος
κλυδωνίζεσαι	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίζεστε	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίζεται	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίζομαι	verb	κινούμαι όπως το πλοίο στην τρικυμία, ταρακουνιέμαι
κλυδωνίζονται	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίζονταν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίζου	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίζω	verb	ταρακουνάω
κλυδωνίσου	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόμασταν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόμαστε	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόμουν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόμουνα	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόντουσαν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόσασταν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόσαστε	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόσουν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόσουνα	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζόταν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιζότανε	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνισμέ	noun	κλητική ενικού του κλυδωνισμός
κλυδωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλυδωνισμένο
κλυδωνισμένε	verb	κλητική ενικού του κλυδωνισμένος
κλυδωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλυδωνισμένη
κλυδωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλυδωνισμένος
κλυδωνισμένης	verb	γενική ενικού του κλυδωνισμένη
κλυδωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλυδωνισμένος
κλυδωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλυδωνισμένος
κλυδωνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλυδωνίζομαι
κλυδωνισμένου	=	κλυδωνισμένος
κλυδωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλυδωνισμένος
κλυδωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλυδωνισμένος
κλυδωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλυδωνισμός
κλυδωνισμού	noun	γενική ενικού του κλυδωνισμός
κλυδωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλυδωνισμός
κλυδωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του κλυδωνισμός
κλυδωνισμός	noun	σφοδρή κίνηση ενός αντικειμένου λόγω της επενέργειας εξωτερικής δύναμης
κλυδωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του κλυδωνισμός
κλυδωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστήκαν	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστήκανε	=	κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλυδωνίζομαι
κλυδώνων	=	κλύδων
κλυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλύσμα
κλυσμέ	=	κλυσμός
κλυσμοί	=	κλυσμός
κλυσμού	=	κλυσμός
κλυσμούς	=	κλυσμός
κλυσμό	=	κλυσμός
κλυσμός	noun	υγρό που εισάγουμε με κλυστήρα για την πραγματοποίηση κλύσματος
κλυσμών	=	κλυσμός
κλωβέ	noun	κλητική ενικού του κλωβός
κλωβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωβός
κλωβοστοιχία	noun	μια σειρά από κλουβιά
κλωβοστοιχίας	noun	γενική ενικού του κλωβοστοιχία
κλωβοστοιχίες	=	κλωβοστοιχία
κλωβοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του κλωβοστοιχία
κλωβού	noun	γενική ενικού του κλωβός
κλωβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλωβός
κλωβό	noun	αιτιατική ενικού του κλωβός
κλωβός	noun	κλουβί ή μεταλλικό πλαίσιο
κλωβών	noun	γενική πληθυντικού του κλωβός
κλωθογυρίζαμε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζαν	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζανε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζατε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζει	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζεις	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζετε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζοντας	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζουμε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζουν	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζουνε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίζω	verb	στριφογυρίζω
κλωθογυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσαν	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσανε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωθογύρισμα
κλωθογυρίσματος	noun	γενική ενικού του κλωθογύρισμα
κλωθογυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλωθογύρισμα
κλωθογυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωθογυρισμένο
κλωθογυρισμένε	verb	κλητική ενικού του κλωθογυρισμένος
κλωθογυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωθογυρισμένη
κλωθογυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωθογυρισμένος
κλωθογυρισμένης	verb	γενική ενικού του κλωθογυρισμένη
κλωθογυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλωθογυρισμένος
κλωθογυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωθογυρισμένος
κλωθογυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλωθογυρίζω
κλωθογυρισμένου	=	κλωθογυρισμένος
κλωθογυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλωθογυρισμένος
κλωθογυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλωθογυρισμένος
κλωθογύριζα	=	κλωθογυρίζω
κλωθογύριζαν	=	κλωθογυρίζω
κλωθογύριζε	=	κλωθογυρίζω
κλωθογύριζες	=	κλωθογυρίζω
κλωθογύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωθογυρίζω
κλωθογύρισμα	noun	προσπάθεια υπεκφυγής
κλωθονούσης	adj|literary	ο πολυμήχανος, που σκέφτεται με ευφυή τρόπο, που δημιουργεί ευφάνταστα πράγματα με το νου του
κλωνάρι	noun	κλαδί
κλωνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωνάρι
κλωνί	noun	το κλωνάρι
κλωνία	=	κλωνίο
κλωνίο	noun	κλωνογόνο στέλεχος
κλωνίου	=	κλωνίο
κλωνίων	=	κλωνίο
κλωναράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλώναράκι
κλωναριού	=	κλωνάρι
κλωναριών	=	κλωνάρι
κλωνιά	=	κλωνί
κλωνιάς	=	κλωνί
κλωνιές	=	κλωνί
κλωνιού	=	κλωνί
κλωνισμέ	=	κλωνισμός
κλωνισμοί	=	κλωνισμός
κλωνισμού	=	κλωνισμός
κλωνισμούς	=	κλωνισμός
κλωνισμό	=	κλωνισμός
κλωνισμός	noun	η κλωνοποίηση
κλωνισμών	=	κλωνισμός
κλωνιών	=	κλωνί
κλωνοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποίηση	noun	η διαδικασία δημιουργίας ενός ή περισσοτέρων ακριβών (κλώνων) αντιγράφων από ένα πρότυπο
κλωνοποίησης	noun	γενική ενικού του κλωνοποίηση
κλωνοποιήθηκα	=	κλωνοποιώ
κλωνοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωνοποίηση
κλωνοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλωνοποίηση
κλωνοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλωνοποίηση
κλωνοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιημένα	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένε	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένες	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένη	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένης	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένο	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένοι	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλωνοποιώ
κλωνοποιημένου	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένους	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιημένων	=	κλωνοποιημένος
κλωνοποιούμαι	=	κλωνοποιώ
κλωνοποιώ	verb	δημιουργώ κλώνο, μέσω κλωνοποίησης
κλωνοστοιχεία	=	κλωνοστοιχείο
κλωνοστοιχείο	noun	κλωνογόνο στέλεχος
κλωνοστοιχείου	=	κλωνοστοιχείο
κλωνοστοιχείων	=	κλωνοστοιχείο
κλωσά	=	κλωσάω
κλωσάει	=	κλωσάω
κλωσάμε	=	κλωσάω
κλωσάν	=	κλωσάω
κλωσάνε	=	κλωσάω
κλωσάς	=	κλωσάω
κλωσάτε	=	κλωσάω
κλωσάω	verb	επωάζω τ’ αβγά καθισμένος πάνω τους
κλωσήθηκα	=	κλωσάω
κλωσήθηκαν	=	κλωσάω
κλωσήθηκε	=	κλωσάω
κλωσήθηκες	=	κλωσάω
κλωσήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλώσημα
κλωσήματος	noun	γενική ενικού του κλώσημα
κλωσήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσαν	=	κλωσάω
κλωσήσανε	=	κλωσάω
κλωσήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσου	=	κλωσάω
κλωσήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλωσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλώσιμο
κλωσίματος	noun	γενική ενικού του κλώσιμο
κλωσηθήκαμε	=	κλωσάω
κλωσηθήκαν	=	κλωσάω
κλωσηθήκανε	=	κλωσάω
κλωσηθήκατε	=	κλωσάω
κλωσηθεί	=	κλωσάω
κλωσηθείτε	=	κλωσάω
κλωσημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κλώσημα
κλωσημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωσημένο
κλωσημένε	verb	κλητική ενικού του κλωσημένος
κλωσημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωσημένη
κλωσημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωσημένος
κλωσημένης	verb	γενική ενικού του κλωσημένη
κλωσημένο	verb	αιτιατική ενικού του κλωσημένος
κλωσημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωσημένος
κλωσημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλωσώ
κλωσημένου	=	κλωσημένος
κλωσημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλωσημένος
κλωσημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλωσημένος
κλωσιέμαι	=	κλωσάω
κλωσιέσαι	=	κλωσάω
κλωσιέστε	=	κλωσάω
κλωσιέται	=	κλωσάω
κλωσιμάτων	=	κλώσιμο
κλωσιούνται	=	κλωσάω
κλωσιούνταν	=	κλωσάω
κλωσιόμασταν	=	κλωσάω
κλωσιόμαστε	=	κλωσάω
κλωσιόμουν	=	κλωσάω
κλωσιόμουνα	=	κλωσάω
κλωσιόνταν	=	κλωσάω
κλωσιόντανε	=	κλωσάω
κλωσιόντουσαν	=	κλωσάω
κλωσιόσασταν	=	κλωσάω
κλωσιόσαστε	=	κλωσάω
κλωσιόσουν	=	κλωσάω
κλωσιόσουνα	=	κλωσάω
κλωσιόταν	=	κλωσάω
κλωσιότανε	=	κλωσάω
κλωσμάτων	=	κλώσμα
κλωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωσμένο
κλωσμένε	verb	κλητική ενικού του κλωσμένος
κλωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωσμένη
κλωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωσμένος
κλωσμένης	verb	γενική ενικού του κλωσμένη
κλωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κλωσμένος
κλωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωσμένος
κλωσμένος	verb	Αυτός που αποτελεί αποτέλεσμα της διαδικασίας της μετατροπής, χρησιμοποιώντας ρόκα, των ινών του βαμβακιού, μαλλιού ή λιναριού σε νήμα.
κλωσμένου	=	κλωσμένος
κλωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλωσμένος
κλωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλωσμένος
κλωσομηχανές	=	κλωσομηχανή
κλωσομηχανή	noun	ειδική μηχανή κλωσήματος
κλωσομηχανής	=	κλωσομηχανή
κλωσομηχανών	=	κλωσομηχανή
κλωσοπουλάκι	noun	νεοσσός κλώσας
κλωσοπουλάκια	=	κλωσοπουλάκι
κλωσοπουλακιού	=	κλωσοπουλάκι
κλωσοπουλακιών	=	κλωσοπουλάκι
κλωσοπουλιού	=	κλωσοπούλι
κλωσοπουλιών	=	κλωσοπούλι
κλωσοπούλι	noun	νεοσσός κλώσας
κλωσοπούλια	=	κλωσοπούλι
κλωσούμε	=	κλωσάω
κλωσούν	=	κλωσάω
κλωσούνε	=	κλωσάω
κλωσούσα	=	κλωσάω
κλωσούσαμε	=	κλωσάω
κλωσούσαν	=	κλωσάω
κλωσούσανε	=	κλωσάω
κλωσούσατε	=	κλωσάω
κλωσούσε	=	κλωσάω
κλωσούσες	=	κλωσάω
κλωσσά	=	κλωσσώ
κλωσσάει	=	κλωσσώ
κλωσσάμε	=	κλωσσώ
κλωσσάν	=	κλωσσώ
κλωσσάνε	=	κλωσσώ
κλωσσάς	=	κλωσσώ
κλωσσάτε	=	κλωσσώ
κλωσσάω	verb	ετυμολογική γραφή του κλωσάω
κλωσσήματα	=	κλώσσημα
κλωσσήματος	=	κλώσσημα
κλωσσήσαμε	=	κλωσσώ
κλωσσήσαν	=	κλωσσώ
κλωσσήσανε	=	κλωσσώ
κλωσσήσατε	=	κλωσσώ
κλωσσήσει	=	κλωσσώ
κλωσσήστε	=	κλωσσώ
κλωσσημάτων	=	κλώσσημα
κλωσσημένα	=	κλωσσημένος
κλωσσημένε	=	κλωσσημένος
κλωσσημένες	=	κλωσσημένος
κλωσσημένη	=	κλωσσημένος
κλωσσημένης	=	κλωσσημένος
κλωσσημένο	=	κλωσσημένος
κλωσσημένοι	=	κλωσσημένος
κλωσσημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κλωσσώ
κλωσσημένου	=	κλωσσημένος
κλωσσημένους	=	κλωσσημένος
κλωσσημένων	=	κλωσσημένος
κλωσσιέμαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος κλωσσώ
κλωσσομηχανές	=	κλωσσομηχανή
κλωσσομηχανή	noun	άλλη γραφή του κλωσομηχανή
κλωσσομηχανής	=	κλωσσομηχανή
κλωσσομηχανών	=	κλωσσομηχανή
κλωσσοπουλάκι	noun	νεοσσός κλώσας
κλωσσοπουλάκια	=	κλωσσοπουλάκι
κλωσσοπουλακιού	=	κλωσσοπουλάκι
κλωσσοπουλακιών	=	κλωσσοπουλάκι
κλωσσοπουλιού	=	κλωσσοπούλι
κλωσσοπουλιών	=	κλωσσοπούλι
κλωσσοπούλι	noun	νεοσσός κλώσας
κλωσσοπούλια	=	κλωσσοπούλι
κλωσσούμε	=	κλωσσώ
κλωσσούν	=	κλωσσώ
κλωσσούνε	=	κλωσσώ
κλωσσούσα	=	κλωσσώ
κλωσσούσαμε	=	κλωσσώ
κλωσσούσαν	=	κλωσσώ
κλωσσούσανε	=	κλωσσώ
κλωσσούσατε	=	κλωσσώ
κλωσσούσε	=	κλωσσώ
κλωσσούσες	=	κλωσσώ
κλωσσόπουλα	=	κλωσσόπουλο
κλωσσόπουλο	noun	νεοσσός κλώσας
κλωσσόπουλου	=	κλωσσόπουλο
κλωσσόπουλων	=	κλωσσόπουλο
κλωσσώ	verb	άλλη μορφή του κλωσώ
κλωσσών	noun	γενική πληθυντικού του κλώσσα
κλωσσώντας	=	κλωσσώ
κλωστές	=	κλωστή
κλωστή	noun	λεπτό νήμα τυλισμένο σε μικρά πλαστικά μασουράκια με το οποίο ράβουμε
κλωστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστήριο
κλωστήριο	noun	εργοστάσιο παραγωγής νημάτων
κλωστήριου	=	κλωστήριο
κλωστής	noun	γενική ενικού του κλωστή
κλωστίτσα	noun	υποκοριστικό του κλωστή, άλλη μορφή του κλωστούλα
κλωστίτσας	noun	γενική ενικού του κλωστίτσα
κλωστίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστίτσα
κλωστηρίδια	=	κλωστηρίδιο
κλωστηρίδιο	noun	άλλη μορφή του κλωστρίδιο
κλωστηρίδιου	=	κλωστηρίδιο
κλωστηρίδιων	=	κλωστηρίδιο
κλωστηρίου	noun	γενική ενικού του κλωστήριο
κλωστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κλωστήριο
κλωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστικό
κλωστικέ	adj	κλητική ενικού του κλωστικός
κλωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστική
κλωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωστικός
κλωστικής	adj	γενική ενικού του κλωστική
κλωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωστικός
κλωστικού	adj	γενική ενικού του κλωστικός
κλωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλωστικός
κλωστικό	adj	αιτιατική ενικού του κλωστικός
κλωστικός	adj	που έχει σχέση με το κλώσιμο ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό
κλωστικών	adj	γενική πληθυντικού του κλωστικός
κλωστοποίηση	noun	η νηματοποίηση
κλωστοποίησης	=	κλωστοποίηση
κλωστοποιήσεις	=	κλωστοποίηση
κλωστοποιήσεων	=	κλωστοποίηση
κλωστοϋφαντήρια	=	κλωστοϋφαντήριο
κλωστοϋφαντήριο	noun	το κλωστοϋφαντουργείο
κλωστοϋφαντήριου	=	κλωστοϋφαντήριο
κλωστοϋφαντήριων	=	κλωστοϋφαντήριο
κλωστοϋφαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντικό
κλωστοϋφαντικέ	adj	κλητική ενικού του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντική
κλωστοϋφαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικής	adj	γενική ενικού του κλωστοϋφαντική
κλωστοϋφαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικού	adj	γενική ενικού του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικό	adj	αιτιατική ενικού του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικός	adj	άλλη μορφή του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντικών	adj	γενική πληθυντικού του κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντουργέ	noun	κλητική ενικού του κλωστοϋφαντουργός
κλωστοϋφαντουργία	noun	η τέχνη του κλωστοϋφαντουργού
κλωστοϋφαντουργίας	noun	γενική ενικού του κλωστοϋφαντουργία
κλωστοϋφαντουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργία
κλωστοϋφαντουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργείο
κλωστοϋφαντουργείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας / κλωστοϋφαντουργού
κλωστοϋφαντουργείου	noun	γενική ενικού του κλωστοϋφαντουργείο
κλωστοϋφαντουργείων	noun	γενική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργείο
κλωστοϋφαντουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργικό
κλωστοϋφαντουργικέ	adj	κλητική ενικού του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργική
κλωστοϋφαντουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργικής	adj	γενική ενικού του κλωστοϋφαντουργική
κλωστοϋφαντουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργικού	adj	γενική ενικού του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργικό	adj	αιτιατική ενικού του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργικός	adj	σχετικός με την κλωστοϋφαντουργία
κλωστοϋφαντουργικών	adj	γενική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργικός
κλωστοϋφαντουργιών	noun	γενική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργία
κλωστοϋφαντουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργός
κλωστοϋφαντουργού	noun	γενική ενικού του κλωστοϋφαντουργός
κλωστοϋφαντουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργός
κλωστοϋφαντουργό	noun	αιτιατική ενικού του κλωστοϋφαντουργός
κλωστοϋφαντουργός	noun	που δουλεύει σε κλωστοϋφαντουργία ή είναι ιδιοκτήτης της
κλωστοϋφαντουργών	noun	γενική πληθυντικού του κλωστοϋφαντουργός
κλωστούλα	noun	πολύ λεπτή κλωστή
κλωστούλας	noun	γενική ενικού του κλωστούλα
κλωστούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωστούλα
κλωστρίδια	=	κλωστρίδιο
κλωστρίδιο	noun	θετικό κατά Gram γένος βακτηρίων, που προκαλεί λοιμώξεις
κλωστρίδιου	=	κλωστρίδιο
κλωστρίδιων	=	κλωστρίδιο
κλωστριών	noun	γενική πληθυντικού του κλώστρια
κλωστών	=	κλώστης
κλωσόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωσόπουλο
κλωσόπουλο	noun	νεοσσός κλώσας
κλωσόπουλου	noun	γενική ενικού του κλωσόπουλο
κλωσόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του κλωσόπουλο
κλωσώ	verb	άλλη μορφή του κλωσάω
κλωσών	noun	γενική πληθυντικού του κλώσα
κλωσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κλωσάω / κλωσώ
κλωτσήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλωτσηδόν	adv	άλλη γραφή του κλοτσηδόν
κλωτσημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωτσημένο
κλωτσημένε	verb	κλητική ενικού του κλωτσημένος
κλωτσημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωτσημένη
κλωτσημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κλωτσημένος
κλωτσημένης	verb	γενική ενικού του κλωτσημένη
κλωτσημένο	verb	αιτιατική ενικού του κλωτσημένος
κλωτσημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλωτσημένος
κλωτσημένος	verb	μη ετυμολογική γραφή του κλοτσημένος
κλωτσημένου	=	κλωτσημένος
κλωτσημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κλωτσημένος
κλωτσημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κλωτσημένος
κλωτσιά	noun	γραφή του κλοτσιά
κλωτσιάς	=	κλωτσιά
κλωτσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλωτσιά
κλωτσιών	=	κλωτσιά
κλωτσώ	verb	μη ετυμολογική γραφή του κλοτσώ
κλωτσώντας	verb	άλλη γραφή του κλοτσώντας - μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κλωτσάω / κλωτσώ
κλόνιζα	=	κλονίζω
κλόνιζαν	=	κλονίζω
κλόνιζε	=	κλονίζω
κλόνιζες	=	κλονίζω
κλόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλονίζω
κλόουν	noun	γελωτοποιός, κωμικός διασκεδαστής με χαρακτηριστική εμφάνιση που οφείλεται στο μέικ -απ, τις πολύχρωμες περούκες και τα περίεργα ρούχα τα οποία φορά
κλότσα	=	κλοτσάω
κλότσαγα	=	κλοτσάω
κλότσαγαν	=	κλοτσάω
κλότσαγε	=	κλοτσάω
κλότσαγες	=	κλοτσάω
κλότσε	noun	κλητική ενικού του κλότσος
κλότσημα	noun	η ενέργεια του κλοτσάω, η κλοτσιά
κλότσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλότσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλότσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλότσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλοτσώ
κλότσο	noun	αιτιατική ενικού του κλότσος
κλότσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλότσος
κλότσος	noun|vulgar	άλλη μορφή του κλοτσιά
κλότσου	noun	γενική ενικού του κλότσος
κλότσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλότσος
κλότσων	noun	γενική πληθυντικού του κλότσος
κλύδων	noun|formal	κύμα, κατ' επέκταση μεγάλη ταραχή στη θάλασσα
κλύδωνα	=	κλύδων
κλύδωνας	=	κλύδων
κλύδωνες	=	κλύδων
κλύδωνος	=	κλύδων
κλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλύση
κλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κλύση
κλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κλύση
κλύση	noun|formal	έγχυση υγρού με κλυστήρα
κλύσης	noun	γενική ενικού του κλύση
κλύσμα	noun	πλύση εντέρων με υγρό που διοχετεύεται από τον πρωκτό
κλύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλύσμα
κλύσματος	noun	γενική ενικού του κλύσμα
κλώζω	verb|formal	κακαρίζω
κλώθομαι	=	κλώθω
κλώθω	verb|archaic	γνέθω
κλώνε	noun	κλητική ενικού του κλώνος
κλώνο	noun	αιτιατική ενικού του κλώνος
κλώνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κλώνος
κλώνος	noun|formal	κλωνάρι, κλαδί
κλώνου	noun	γενική ενικού του κλώνος
κλώνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κλώνος
κλώνων	noun	γενική πληθυντικού του κλώνος
κλώσα	noun	κότα με νεοσσούς ή που κλωσσάει τα αβγά της	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος κλωσάω
κλώσαγε	=	κλωσάω
κλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσας	noun	γενική ενικού του κλώσα
κλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλώση
κλώσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλώσα
κλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσεων	=	κλώση
κλώση	noun	το κλώσιμο, το γνέσιμο
κλώσημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλωσώ
κλώσης	=	κλώση
κλώσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλώσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλώσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλώσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωσώ
κλώσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλώθω
κλώσμα	noun|archaic	το κλώσιμο
κλώσματα	=	κλώσμα
κλώσματος	=	κλώσμα
κλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώσσα	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος κλωσσάω	noun	ετυμολογική γραφή του κλώσα
κλώσσαγε	=	κλωσσώ
κλώσσας	noun	γενική ενικού του κλώσσα
κλώσσες	=	κλώσσα
κλώσσημα	noun	άλλη γραφή του κλώσημα
κλώσσησα	=	κλωσσώ
κλώσσησαν	=	κλωσσώ
κλώσσησε	=	κλωσσώ
κλώσσησες	=	κλωσσώ
κλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώστες	=	κλώστης
κλώστη	=	κλώστης
κλώστης	noun	εργάτης σε κλωστήριο
κλώστρια	noun	θηλυκό του κλώστης
κλώστριας	noun	γενική ενικού του κλώστρια
κλώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κλώστρια
κλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κλώθω
κλώτσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλώτσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλώτσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κλώτσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλωτσώ
κμε	abbrev	η συντομογραφία της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας
κνήμες	=	κνήμη
κνήμη	noun	το τμήμα του ποδιού που εκτείνεται από το γόνατο μέχρι την ποδοκνημική άρθρωση (αστράγαλο)
κνήμης	=	κνήμη
κνίδες	=	κνίδη
κνίδη	noun|archaic	η τσουκνίδα
κνίδης	=	κνίδη
κνίδωση	noun	δερματολογικό νόσημα που ανήκει στα λεγόμενα «σχηματώδη ερυθήματα»
κνίδωσης	=	κνίδωση
κνίζω	verb	προκαλώ ερεθισμό, ερεθίζω
κνίσα	noun	ο καπνός και η μυρωδιά κρέατος που ψήνεται
κνίσας	noun	γενική ενικού του κνίσα
κνίσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κνίσα
κνε	abbrev	η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ
κνημαία	=	κνημαίος
κνημαίας	=	κνημαίος
κνημαίε	=	κνημαίος
κνημαίες	=	κνημαίος
κνημαίο	=	κνημαίος
κνημαίοι	=	κνημαίος
κνημαίος	adj	άλλη γραφή του κνημιαίος
κνημαίου	=	κνημαίος
κνημαίους	=	κνημαίος
κνημαίων	=	κνημαίος
κνημιαία	=	κνημιαίος
κνημιαίας	=	κνημιαίος
κνημιαίε	=	κνημιαίος
κνημιαίες	=	κνημιαίος
κνημιαίο	=	κνημιαίος
κνημιαίοι	=	κνημιαίος
κνημιαίος	adj	που έχει σχέση με την κνήμη ή αναφέρεται σ’ αυτή
κνημιαίου	=	κνημιαίος
κνημιαίους	=	κνημιαίος
κνημιαίων	=	κνημιαίος
κνημών	=	κνήμη
κνησμέ	noun	κλητική ενικού του κνησμός
κνησμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κνησμός
κνησμού	noun	γενική ενικού του κνησμός
κνησμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κνησμός
κνησμό	noun	αιτιατική ενικού του κνησμός
κνησμός	noun	φαγούρα
κνησμών	noun	γενική πληθυντικού του κνησμός
κνιδοκυττάρου	=	κνιδοκύτταρο
κνιδοκυττάρων	=	κνιδοκύτταρο
κνιδοκύτταρα	=	κνιδοκύτταρο
κνιδοκύτταρο	noun	εξειδικευμένο κύτταρο που απαντάται στα Κνιδόζωα (π.χ. μέδουσες, ανεμώνες) και χρησιμοποιείται για άμυνα ή σύλληψη τροφής, περιέχοντας μία κάψουλα με δηλητηριώδες νήμα, που εκτοξεύεται, όταν διεγερθεί
κνιδοκύτταρου	=	κνιδοκύτταρο
κνιδοκύτταρων	=	κνιδοκύτταρο
κνιδόζωα	noun	ταξινομικός όρος - συνομοταξία: θαλάσσια ασπόνδυλα, που φέρουν κνιδοκύτταρα, με τα οποία ακινητοποιούν τη λεία τους
κνιδόζωων	=	κνιδόζωα
κνιδών	=	κνίδη
κνιδώσεις	=	κνίδωση
κνιδώσεων	=	κνίδωση
κνισάρι	noun	λιπώδης υμένας ζώου, με τον οποίο ενίοτε τυλίγεται το σφαχτό κατά το ψήσιμο
κνισάρια	=	κνισάρι
κνισαριού	=	κνισάρι
κνισαριών	=	κνισάρι
κνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κνισμένο
κνισμένε	verb	κλητική ενικού του κνισμένος
κνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κνισμένη
κνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κνισμένος
κνισμένης	verb	γενική ενικού του κνισμένη
κνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κνισμένος
κνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κνισμένος
κνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κνίζω
κνισμένου	=	κνισμένος
κνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κνισμένος
κνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κνισμένος
κνισών	noun	γενική πληθυντικού του κνίσα
κνούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κνούτο
κνούτο	noun	είδος δερμάτινου μαστιγίου που απολήγει σε λωρίδες με κρεμασμένα σφαιρίδια
κνούτου	noun	γενική ενικού του κνούτο
κνούτων	noun	γενική πληθυντικού του κνούτο
κνς	abbrev	το κατώτερο σημείο της διαδρομής ενός εμβόλου μέσα στον κύλινδρο, μιας παλινδρομικής μηχανής, όπου μηδενίζεται η ταχύτητά του και αλλάζει φορά κίνησης.
κνωδάκων	=	κνώδακας
κνώδακα	=	κνώδακας
κνώδακας	noun	το έκκεντρο
κνώδακες	=	κνώδακας
κνώδαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κνώδαλο
κνώδαλο	noun	άγριο ζώο που δαγκώνει
κνώδαλου	noun	γενική ενικού του κνώδαλο
κνώδαλων	noun	γενική πληθυντικού του κνώδαλο
κο	=	ασχημούλης
κοάζαμε	=	κοάζω
κοάζαν	=	κοάζω
κοάζανε	=	κοάζω
κοάζατε	=	κοάζω
κοάζει	=	κοάζω
κοάζεις	=	κοάζω
κοάζετε	=	κοάζω
κοάζοντας	=	κοάζω
κοάζουμε	=	κοάζω
κοάζουν	=	κοάζω
κοάζουνε	=	κοάζω
κοάζω	verb	κάνω κουάξ/κοάξ
κοάλα	noun	μαρσιποφόρο φυτοφάγο ζώο της Αυστραλίας (Φασκόλαρκτος ο στακτόχρους - Phascolarctos cinereus)
κοάξ	intj	η φωνή του βατράχου
κοάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξαν	=	κοάζω
κοάξανε	=	κοάζω
κοάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κοάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόασμα
κοάσματος	noun	γενική ενικού του κόασμα
κοίλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοίλος
κοίλαινα	=	κοιλαίνω
κοίλαιναν	=	κοιλαίνω
κοίλαινε	=	κοιλαίνω
κοίλαινες	=	κοιλαίνω
κοίλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοίλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοίλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοίλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοίλε	adj	κλητική ενικού του κοίλος
κοίλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοίλη
κοίλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοίλος
κοίλης	adj	γενική ενικού του κοίλη
κοίλο	adj	αιτιατική ενικού του κοίλος	noun	ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κοίλος: το μέρος του αρχαίου θεάτρου στο οποίο κάθονταν οι θεατές
κοίλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοίλος
κοίλον	noun	η επικλινής πεταλόσχημη επιφάνεια που περιέβαλλε την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου, ο χώρος όπου κάθονταν οι θεατές
κοίλος	adj	κυρτός, σκαμμένος προς τα μέσα
κοίλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοίλος
κοίλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοίλος
κοίλωμα	noun	άλλη μορφή του κοιλότητα
κοίλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοίλος
κοίμηση	noun	ο θάνατος (ιδίως ενός αγίου)
κοίμησης	noun	γενική ενικού του κοίμηση
κοίμιζα	=	κοιμίζω
κοίμιζαν	=	κοιμίζω
κοίμιζε	=	κοιμίζω
κοίμιζες	=	κοιμίζω
κοίμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοίμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοίμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοίμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοίτα	verb	β' πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος κοιτάω / κοιτώ	intj	δες!, ιδού!, να!
κοίταγα	=	κοιτάω
κοίταγαν	=	κοιτάω
κοίταγε	=	κοιτάω
κοίταγες	=	κοιτάω
κοίταγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοιτάζω
κοίταζα	=	κοιτάζω
κοίταζαν	=	κοιτάζω
κοίταζε	=	κοιτάζω
κοίταζες	=	κοιτάζω
κοίταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοίταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοίταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοίταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοίτασμα	noun	το εκμεταλλεύσιμο στρώμα ορυκτών, στο υπέδαφος ή κοντά στην επιφάνεια της Γης
κοίτες	=	κοίτη
κοίτη	noun	το κοίλο τμήμα του εδάφους μέσα στο οποίο κυλάει το ποτάμι, ο χείμαρρος και το αυλάκι
κοίτης	=	κοίτη
κοασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόασμα
κοασμέ	=	κοασμός
κοασμοί	=	κοασμός
κοασμού	=	κοασμός
κοασμούς	=	κοασμός
κοασμό	=	κοασμός
κοασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοάζω
κοασμών	=	κοασμός
κοβάλτιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 27 και χημικό σύμβολο το Co
κοβαλτίου	noun	γενική ενικού του κοβάλτιο
κοβόμασταν	=	κόβω
κοβόμαστε	=	κόβω
κοβόμουν	=	κόβομαι
κοβόμουνα	=	κόβω
κοβόντουσαν	=	κόβω
κοβόσασταν	=	κόβω
κοβόσαστε	=	κόβω
κοβόσουν	=	κόβω
κοβόσουνα	=	κόβω
κοβόταν	=	κόβω
κοβότανε	=	κόβω
κογιονάρισμα	noun|dated	κοροϊδία
κογιονάρω	verb	(ιδιωματικό (επτανησιακό ιδίωμα), παρωχημένο) κοροϊδεύω
κογιοναρίσματα	=	κογιονάρισμα
κογιοναρίσματος	=	κογιονάρισμα
κογιοναρισμάτων	=	κογιονάρισμα
κογιουμτζή	=	κογιουμτζής
κογιουμτζήδες	=	κογιουμτζής
κογιουμτζήδων	=	κογιουμτζής
κογιουμτζής	noun|dated	άλλη μορφή του κουγιουμτζής: χρυσοχόος, ασημουργός
κογιότ	noun	θηλαστικό ζώο της Βόρειας Αμερικής, που συγγενεύει με τον λύκο
κογκλάβια	=	κογκλάβιο
κογκλάβιο	noun	άλλη μορφή του κονκλάβιο
κογκλάβιου	=	κογκλάβιο
κογκλάβιων	=	κογκλάβιο
κογκλαβίου	=	κογκλάβιο
κογκλαβίων	=	κογκλάβιο
κογκολέζα	=	κογκολέζος
κογκολέζε	=	κογκολέζος
κογκολέζο	=	κογκολέζος
κογκολέζοι	=	κογκολέζος
κογκολέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Κογκό
κογκολέζου	=	κογκολέζος
κογκολέζους	=	κογκολέζος
κογκολέζων	=	κογκολέζος
κογκρέσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κογκρέσο
κογκρέσο	noun	το σώμα που ασκεί τη νομοθετική εξουσία στις ΗΠΑ, αποτελούμενο από τη βουλή και τη γερουσία
κογκρέσου	noun	γενική ενικού του κογκρέσο
κογκρέσων	noun	γενική πληθυντικού του κογκρέσο
κογχάρια	=	κογχάριο
κογχάριο	noun|formal	υποκοριστικό του κόγχη
κογχάριου	=	κογχάριο
κογχάριων	=	κογχάριο
κογχαρίου	=	κογχάριο
κογχαρίων	=	κογχάριο
κογχοειδές	=	κογχοειδής
κογχοειδή	=	κογχοειδής
κογχοειδής	adj	που έχει το σχήμα κόγχης, που έχει μια εσοχή
κογχοειδείς	=	κογχοειδής
κογχοειδούς	=	κογχοειδής
κογχοειδών	=	κογχοειδής
κογχυλών	=	κογχύλη
κογχύλες	=	κογχύλη
κογχύλη	noun|formal	άλλη μορφή του κοχύλι
κογχύλης	=	κογχύλη
κογχύλιον	noun|formal	άλλη μορφή του κοχύλι
κογχών	=	κόγχη
κοδησο	abbrev	ελληνικό πολιτικό κόμμα
κοεμτζή	=	κοεμτζής
κοεμτζήδες	=	κοεμτζής
κοεμτζήδων	=	κοεμτζής
κοεμτζής	noun|dated	άλλη μορφή του κουγιουμτζής: χρυσοχόος, ασημουργός
κοζάκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοζάκικο
κοζάκικε	adj	κλητική ενικού του κοζάκικος
κοζάκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοζάκικη
κοζάκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοζάκικος
κοζάκικης	adj	γενική ενικού του κοζάκικη
κοζάκικο	adj	αιτιατική ενικού του κοζάκικος
κοζάκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοζάκικος
κοζάκικος	adj	που έχει σχέση με Κοζάκο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κοζάκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοζάκικος
κοζάκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοζάκικος
κοζάκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοζάκικος
κοζάρω	verb|vulgar	κοιτάζω κάποιον ή κάτι με προσοχή· βλέπω, διακρίνω
κοζαλή	=	κοζαλής
κοζαλήδες	=	κοζαλής
κοζαλήδων	=	κοζαλής
κοζαλής	noun	που έχει μέσο, που έχει μπάρμπα στην Κορώνη
κοζανίτες	=	κοζανίτης
κοζανίτη	=	κοζανίτης
κοζανίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Κοζάνη
κοζανίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοζανίτικο
κοζανίτικε	adj	κλητική ενικού του κοζανίτικος
κοζανίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοζανίτικη
κοζανίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοζανίτικος
κοζανίτικης	adj	γενική ενικού του κοζανίτικη
κοζανίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κοζανίτικος
κοζανίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοζανίτικος
κοζανίτικος	adj	ο σχετικός με την Κοζάνη ή τους κατοίκους της
κοζανίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοζανίτικος
κοζανίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοζανίτικος
κοζανίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοζανίτικος
κοζανίτισσα	=	κοζανίτης
κοζανιτών	=	κοζανίτης
κοζερί	noun|informal	κουβεντούλα, κουτσομπολιό
κοζιού	=	κόζι
κοζιών	=	κόζι
κοθόρνου	noun	γενική ενικού του κόθορνος
κοθόρνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόθορνος
κοθόρνων	noun	γενική πληθυντικού του κόθορνος
κοιλά	=	κοιλό
κοιλάδα	noun	μακρόστενο κοίλωμα στο έδαφος ανάμεσα από βουνά ή λόφους, που συνήθως διασχίζεται από ποτάμι
κοιλάδας	=	κοιλάδα
κοιλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιλάδα
κοιλάδων	=	κοιλάδα
κοιλάκανθε	=	κοιλάκανθος
κοιλάκανθο	=	κοιλάκανθος
κοιλάκανθοι	=	κοιλάκανθος
κοιλάκανθος	noun	υπερείδος παλαιοϊχθύος (κοιλακανθόμορφα, coelacanthiformes) που θεωρείται πρόγονος των εν ζωή τετράποδων του οποίου ποικιλίες-είδη επιβιώνουν και στις μέρες μας
κοιλάκανθου	=	κοιλάκανθος
κοιλάκανθους	=	κοιλάκανθος
κοιλάκανθων	=	κοιλάκανθος
κοιλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάναν	=	κοιλαίνω
κοιλάνανε	=	κοιλαίνω
κοιλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάνθηκα	=	κοιλαίνομαι
κοιλάνθηκαν	=	κοιλαίνομαι
κοιλάνθηκε	=	κοιλαίνομαι
κοιλάνθηκες	=	κοιλαίνομαι
κοιλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάνσου	=	κοιλαίνομαι
κοιλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλαίνω
κοιλάρα	noun	μεγεθυντικό του κοιλιά, η (πολύ) μεγάλη κοιλιά
κοιλάρας	=	κοιλάρα
κοιλάρες	=	κοιλάρα
κοιλάρφανα	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανε	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανες	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανη	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανης	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανο	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανοι	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανος	adj|vulgar	που έμεινε ορφανός από πατέρα ήδη από την περίοδο της κύησης (άλλη μορφή: κοιλιάρφανος)
κοιλάρφανου	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανους	=	κοιλάρφανος
κοιλάρφανων	=	κοιλάρφανος
κοιλία	noun|formal	λόγια μορφή του κοιλιά
κοιλίας	noun	γενική ενικού του κοιλία
κοιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιλία
κοιλαίναμε	=	κοιλαίνω
κοιλαίναν	=	κοιλαίνω
κοιλαίνανε	=	κοιλαίνω
κοιλαίνατε	=	κοιλαίνω
κοιλαίνει	=	κοιλαίνω
κοιλαίνεις	=	κοιλαίνω
κοιλαίνεσαι	=	κοιλαίνομαι
κοιλαίνεστε	=	κοιλαίνομαι
κοιλαίνεται	=	κοιλαίνομαι
κοιλαίνετε	=	κοιλαίνω
κοιλαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοιλαίνω
κοιλαίνονται	=	κοιλαίνομαι
κοιλαίνονταν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαίνοντας	=	κοιλαίνω
κοιλαίνου	=	κοιλαίνομαι
κοιλαίνουμε	=	κοιλαίνω
κοιλαίνουν	=	κοιλαίνω
κοιλαίνουνε	=	κοιλαίνω
κοιλαίνω	verb	δίνω σε κάτι κοίλο σχήμα
κοιλαδογέφυρα	noun	γέφυρα που διέρχεται άνω από μια κοιλάδα
κοιλαδογέφυρας	=	κοιλαδογέφυρα
κοιλαδογέφυρες	=	κοιλαδογέφυρα
κοιλαδογεφυρών	=	κοιλαδογέφυρα
κοιλαινόμασταν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόμαστε	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόμουν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόμουνα	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόντουσαν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόσασταν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόσαστε	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόσουν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόσουνα	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινόταν	=	κοιλαίνομαι
κοιλαινότανε	=	κοιλαίνομαι
κοιλακάνθου	=	κοιλάκανθος
κοιλακάνθους	=	κοιλάκανθος
κοιλακάνθων	=	κοιλάκανθος
κοιλανθήκαμε	=	κοιλαίνομαι
κοιλανθήκαν	=	κοιλαίνομαι
κοιλανθήκανε	=	κοιλαίνομαι
κοιλανθήκατε	=	κοιλαίνομαι
κοιλανθεί	=	κοιλαίνομαι
κοιλανθείτε	=	κοιλαίνομαι
κοιλαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοιλαράς
κοιλαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιλαράς
κοιλαράδων	noun	γενική πληθυντικού του κοιλαράς
κοιλαράς	noun	αυτός που έχει προτεταμένη ή γενικότερα μεγάλη κοιλιά
κοιλαρού	noun	αυτή που έχει μεγάλη κοιλιά, η χοντρή
κοιλαρούδες	=	κοιλαρού
κοιλαρούδων	=	κοιλαρού
κοιλαρούς	=	κοιλαρού
κοιλασμένος	=	κοιλαίνομαι
κοιλεντερωτά	noun	τα κνιδόζωα
κοιλεντερωτών	=	κοιλεντερωτά
κοιλεντερόζωα	noun	τα κνιδόζωα
κοιλεντερόζωων	=	κοιλεντερόζωα
κοιλιά	noun	τμήμα του σώματος ανάμεσα στον θώρακα και την πύελο στους ανθρώπους και άλλα σπονδυλωτά το οποίο εμπεριέχει το μεγαλύτερο τμήμα του γαστρεντερικού συστήματος και μέρος του ουροποιητικού συστήματος
κοιλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιλιάρης
κοιλιάρας	=	κοιλιάρης
κοιλιάρες	=	κοιλιάρης
κοιλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοιλιάρης
κοιλιάρηδες	=	κοιλιάρης
κοιλιάρηδων	=	κοιλιάρης
κοιλιάρης	adj	που έχει μεγάλη κοιλιά, ο κοιλαράς
κοιλιάρικα	=	κοιλιάρης
κοιλιάρικο	=	κοιλιάρης
κοιλιάρικου	=	κοιλιάρης
κοιλιάρικων	=	κοιλιάρης
κοιλιάρφανα	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανε	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανες	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανη	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανης	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανο	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανοι	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανος	adj	που έμεινε ορφανός από πατέρα ήδη από την περίοδο της κύησης (αντί για κοιλάρφανος)
κοιλιάρφανου	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανους	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάρφανων	=	κοιλιάρφανος
κοιλιάς	noun	γενική ενικού του κοιλιά
κοιλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιλιά
κοιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοιλιακός	adv	στην κοιλιακή περιοχή
κοιλιακέ	adj	κλητική ενικού του κοιλιακός
κοιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιλιακή
κοιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιλιακός
κοιλιακής	adj	γενική ενικού του κοιλιακή
κοιλιακοί	noun	άσκηση για τη γύμναση των κοιλιακών μυών	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιλιακός
κοιλιακού	adj	γενική ενικού του κοιλιακός
κοιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοιλιακός
κοιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του κοιλιακός
κοιλιακός	adj	ο σχετικός με την κοιλιά
κοιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του κοιλιακός
κοιλιαλγία	noun	πόνος στην κοιλιά, κοιλόπονος
κοιλιαλγίας	noun	γενική ενικού του κοιλιαλγία
κοιλιαλγίες	=	κοιλιαλγία
κοιλιαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του κοιλιαλγία
κοιλιογραφία	noun	η ακτινογραφία των κοιλιών
κοιλιογραφίας	=	κοιλιογραφία
κοιλιογραφίες	=	κοιλιογραφία
κοιλιογραφικά	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικέ	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικές	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφική	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικής	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικοί	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικού	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικούς	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικό	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφικός	noun	που έχει σχέση με την κοιλιογραφία ή αναφέρεται στην κοιλιογραφία…
κοιλιογραφικών	=	κοιλιογραφικός
κοιλιογραφιών	=	κοιλιογραφία
κοιλιοκάκες	=	κοιλιοκάκη
κοιλιοκάκη	noun	αυτοάνοση νόσος που προκαλεί αδυναμία σωστής πέψης των τροφίμων λόγω δυσανεξίας στη γλουτένη
κοιλιοκάκης	=	κοιλιοκάκη
κοιλιοκήλες	=	κοιλιοκήλη
κοιλιοκήλη	noun	κήλη που εμφανίζεται στην περιοχή της κοιλιάς, στα κοιλιακά τοιχώματα
κοιλιοκήλης	=	κοιλιοκήλη
κοιλιοκακών	=	κοιλιοκάκη
κοιλιοπλαστικές	=	κοιλιοπλαστική
κοιλιοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση με την οποία διορθώνονται δερματικές δυσμορφίες, δερματική χαλάρωση ή συσσώρευση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς
κοιλιοπλαστικής	=	κοιλιοπλαστική
κοιλιοπλαστικών	=	κοιλιοπλαστική
κοιλιόδουλα	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλε	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλες	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλη	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλης	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλο	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλοι	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλος	adj	ο υπερβολικά λαίμαργος
κοιλιόδουλου	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλους	=	κοιλιόδουλος
κοιλιόδουλων	=	κοιλιόδουλος
κοιλιών	noun	γενική πληθυντικού του κοιλία
κοιλοδοκέ	=	κοιλοδοκός
κοιλοδοκοί	=	κοιλοδοκός
κοιλοδοκού	=	κοιλοδοκός
κοιλοδοκούς	=	κοιλοδοκός
κοιλοδοκό	=	κοιλοδοκός
κοιλοδοκός	noun	δοκός που στο εσωτερικό της είναι κούφια, κοίλη
κοιλοδοκών	=	κοιλοδοκός
κοιλοποδία	noun	η παθολογική κατάσταση κατά την οποία η καμάρα του πέλματος έχει υπερβολική κύρτωση
κοιλοποδίας	=	κοιλοποδία
κοιλοποδίες	=	κοιλοποδία
κοιλοποδιών	=	κοιλοποδία
κοιλοπονέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπονήσαμε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονήσαν	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονήσανε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονήσατε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονήσει	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονήστε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονεί	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονείς	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονείτε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούμε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούν	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούνε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσα	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσαμε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσαν	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσανε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσατε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονούσες	=	κοιλοπονώ
κοιλοπονώ	verb	έχω ωδίνες για επικείμενο τοκετό
κοιλοπονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοιλοπονάω / κοιλοπονώ
κοιλοπόνει	=	κοιλοπονώ
κοιλοπόνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπόνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπόνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπόνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιλοπονώ
κοιλοπόνησα	=	κοιλοπονώ
κοιλοπόνησαν	=	κοιλοπονώ
κοιλοπόνησε	=	κοιλοπονώ
κοιλοπόνησες	=	κοιλοπονώ
κοιλοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του κοιλότητα
κοιλού	=	κοιλό
κοιλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοίλωμα
κοιλό	noun|dated	μονάδα μέτρησης χωρητικότητας - όγκου, σε μορφή κυλινδρικού δοχείου (σε κάποιες περιοχές ισοδυναμούσε με ποσότητα 22 ή 24, κατά περιπτώσεις οκάδων)
κοιλόκυρτα	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτε	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτες	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτη	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτης	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτο	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτοι	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτος	adj	που είναι κοίλος από τη μία πλευρά και κυρτός από την άλλη
κοιλόκυρτου	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτους	=	κοιλόκυρτος
κοιλόκυρτων	=	κοιλόκυρτος
κοιλόπλευρος	adj|rare	που έχει κοίλες πλευρές
κοιλόπονε	=	κοιλόπονος
κοιλόπονο	=	κοιλόπονος
κοιλόπονοι	=	κοιλόπονος
κοιλόπονος	noun	άλλη μορφή του πονόκοιλος
κοιλόπονου	=	κοιλόπονος
κοιλόπονους	=	κοιλόπονος
κοιλόπονων	=	κοιλόπονος
κοιλότητα	noun	η κοίλη περιοχή μιας επιφάνειας ή ενός σώματος
κοιλότητας	noun	γενική ενικού του κοιλότητα
κοιλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιλότητα
κοιλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοίλωμα
κοιλώματος	noun	γενική ενικού του κοίλωμα
κοιλών	=	κοιλό
κοιμάμαι	verb	είμαι σε κατάσταση στην οποία δεν έχω συνειδητές αντιδράσεις στα περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα, σε κατάσταση ύπνου
κοιμάσαι	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κοιμάμαι
κοιμάστε	=	κοιμάμαι
κοιμάται	=	κοιμάμαι
κοιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοίμηση
κοιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κοίμηση
κοιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κοίμηση
κοιμήση	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοιμήσης
κοιμήσηδες	=	κοιμήσης
κοιμήσηδων	=	κοιμήσης
κοιμήσης	noun	νωθρός, αδρανής	adj	νωθρός, αδρανής
κοιμήσικα	adv	νωθρά
κοιμήσικε	adj	κλητική ενικού του κοιμήσικος
κοιμήσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμήσικη
κοιμήσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιμήσικος
κοιμήσικης	adj	γενική ενικού του κοιμήσικη
κοιμήσικο	adj	αιτιατική ενικού του κοιμήσικος
κοιμήσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιμήσικος
κοιμήσικος	adj	δυσκίνητος, νωθρός
κοιμήσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοιμήσικος
κοιμήσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοιμήσικος
κοιμήσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοιμήσικος
κοιμήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμίζαμε	=	κοιμίζω
κοιμίζαν	=	κοιμίζω
κοιμίζανε	=	κοιμίζω
κοιμίζατε	=	κοιμίζω
κοιμίζει	=	κοιμίζω
κοιμίζεις	=	κοιμίζω
κοιμίζετε	=	κοιμίζω
κοιμίζομε	=	κοιμίζω
κοιμίζοντας	=	κοιμίζω
κοιμίζουμε	=	κοιμίζω
κοιμίζουν	=	κοιμίζω
κοιμίζουνε	=	κοιμίζω
κοιμίζω	verb	κάνω κάποιον να κοιμηθεί
κοιμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσαν	=	κοιμίζω
κοιμίσανε	=	κοιμίζω
κοιμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσομε	=	κοιμίζω
κοιμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσουνε	=	κοιμίζω
κοιμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμίζω
κοιμείστε	=	κοιμάμαι
κοιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθήκαν	=	κοιμάμαι
κοιμηθήκανε	=	κοιμάμαι
κοιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθιά	noun	η φωλιά
κοιμηθιάς	=	κοιμηθιά
κοιμηθιές	=	κοιμηθιά
κοιμηθιών	=	κοιμηθιά
κοιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμηθούνε	=	κοιμάμαι
κοιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιμάμαι
κοιμητήρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του κοιμητήριο
κοιμητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμητήριο
κοιμητήριο	noun	το νεκροταφείο
κοιμητήριου	=	κοιμητήριο
κοιμητηρίου	noun	γενική ενικού του κοιμητήριο
κοιμητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κοιμητήριο
κοιμητηριάρη	=	κοιμητηριάρης
κοιμητηριάρηδες	=	κοιμητηριάρης
κοιμητηριάρηδων	=	κοιμητηριάρης
κοιμητηριάρης	noun|slang	ο μοναχός που είναι υπεύθυνος για το κοιμητήριο και οστεοφυλάκιο μιας μονής
κοιμητηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμητηριακό
κοιμητηριακέ	adj	κλητική ενικού του κοιμητηριακός
κοιμητηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμητηριακή
κοιμητηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιμητηριακός
κοιμητηριακής	adj	γενική ενικού του κοιμητηριακή
κοιμητηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιμητηριακός
κοιμητηριακού	adj	γενική ενικού του κοιμητηριακός
κοιμητηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοιμητηριακός
κοιμητηριακό	adj	αιτιατική ενικού του κοιμητηριακός
κοιμητηριακός	adj	που βρίσκεται σε κοιμητήριο ή αναφέρεται σ' αυτό
κοιμητηριακών	adj	γενική πληθυντικού του κοιμητηριακός
κοιμητηριού	=	κοιμητήρι
κοιμητηριών	=	κοιμητήρι
κοιμιέστε	=	κοιμάμαι
κοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμισμένο
κοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του κοιμισμένος
κοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμισμένη
κοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιμισμένος
κοιμισμένης	verb	γενική ενικού του κοιμισμένη
κοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοιμισμένος
κοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιμισμένος
κοιμισμένος	verb	που κοιμάται
κοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοιμισμένος
κοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοιμισμένος
κοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοιμισμένος
κοιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμιστικό
κοιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του κοιμιστικός
κοιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιμιστική
κοιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιμιστικός
κοιμιστικής	adj	γενική ενικού του κοιμιστική
κοιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιμιστικός
κοιμιστικού	adj	γενική ενικού του κοιμιστικός
κοιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοιμιστικός
κοιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κοιμιστικός
κοιμιστικός	adj	που προκαλεί τον ύπνο, που φέρνει ύπνο
κοιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κοιμιστικός
κοιμούμαι	verb	σπανιότερη μορφή του κοιμάμαι
κοιμούμαστε	=	κοιμάμαι
κοιμούμενος	=	κοιμάμαι
κοιμούνται	=	κοιμάμαι
κοιμούνταν	=	κοιμάμαι
κοιμόμασταν	=	κοιμάμαι
κοιμόμαστε	=	κοιμάμαι
κοιμόμουν	=	κοιμάμαι
κοιμόμουνα	=	κοιμάμαι
κοιμόνται	=	κοιμάμαι
κοιμόνταν	=	κοιμάμαι
κοιμόντανε	=	κοιμάμαι
κοιμόσασταν	=	κοιμάμαι
κοιμόσαστε	=	κοιμάμαι
κοιμόσουν	=	κοιμάμαι
κοιμόσουνα	=	κοιμάμαι
κοιμόταν	=	κοιμάμαι
κοιμότανε	=	κοιμάμαι
κοινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινός	adv	με κοινό τρόπο
κοινέ	adj	κλητική ενικού του κοινός
κοινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινή
κοινή	noun	η γλώσσα που μιλιέται από το σύνολο ενός ομόγλωσσου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ομιλητών ιδιωμάτων και διαλέκτων, η γενικευμένη υπερτοπική ποικιλία μιας γλώσσας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινός
κοινής	adj	γενική ενικού του κοινή
κοιναισθησιοπάθεια	noun	διάχυτη αίσθηση πόνου ή ενόχλησης, κοινή σε όλο το σώμα, που όμως δεν έχει οργανική βάση
κοιναισθησιοπάθειας	noun	γενική ενικού του κοιναισθησιοπάθεια
κοιναισθησιοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιναισθησιοπάθεια
κοιναισθησιοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του κοιναισθησιοπάθεια
κοινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινός
κοινοβίαζα	=	κοινοβιάζω
κοινοβίαζαν	=	κοινοβιάζω
κοινοβίαζε	=	κοινοβιάζω
κοινοβίαζες	=	κοινοβιάζω
κοινοβίασα	=	κοινοβιάζω
κοινοβίασαν	=	κοινοβιάζω
κοινοβίασε	=	κοινοβιάζω
κοινοβίασες	=	κοινοβιάζω
κοινοβίου	=	κοινόβιο
κοινοβίτες	=	κοινοβίτης
κοινοβίτη	=	κοινοβίτης
κοινοβίτης	noun	μοναχός που μονάζει σε κοινόβιο
κοινοβίων	=	κοινόβιο
κοινοβίωση	noun	η από κοινού διαβίωση πολλών ανθρώπων ή οργανισμών στον ίδιο χώρο
κοινοβίωσης	=	κοινοβίωση
κοινοβιάζαμε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζαν	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζανε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζατε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζει	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζεις	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζετε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζοντας	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζουμε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζουν	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζουνε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάζω	verb|formal	είμαι μοναχός σε κοινόβιο
κοινοβιάσαμε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάσαν	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάσανε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάσατε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάσει	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάστε	=	κοινοβιάζω
κοινοβιάτες	=	κοινοβιάτης
κοινοβιάτη	=	κοινοβιάτης
κοινοβιάτης	noun	μοναχός που μονάζει σε κοινόβιο
κοινοβιάτισσα	=	κοινοβιάτης
κοινοβιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοβιακό	adv	σε κοινόβιο
κοινοβιακέ	adj	κλητική ενικού του κοινοβιακός
κοινοβιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοβιακή
κοινοβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινοβιακός
κοινοβιακής	adj	γενική ενικού του κοινοβιακή
κοινοβιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοβιακός
κοινοβιακού	adj	γενική ενικού του κοινοβιακός
κοινοβιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινοβιακός
κοινοβιακό	adj	αιτιατική ενικού του κοινοβιακός
κοινοβιακός	adj	αυτός που αναφέρεται σε κοινόβιο
κοινοβιακών	adj	γενική πληθυντικού του κοινοβιακός
κοινοβιακώς	adv|dated	κοινοβιακά
κοινοβιασμέ	=	κοινοβιασμός
κοινοβιασμοί	=	κοινοβιασμός
κοινοβιασμού	=	κοινοβιασμός
κοινοβιασμούς	=	κοινοβιασμός
κοινοβιασμό	=	κοινοβιασμός
κοινοβιασμός	noun|formal	το να κοινοβιάζει κάποιος, να είναι μοναχός σε κοινόβιο
κοινοβιασμών	=	κοινοβιασμός
κοινοβιατών	=	κοινοβιάτης
κοινοβιτών	=	κοινοβίτης
κοινοβιώσεις	=	κοινοβίωση
κοινοβιώσεων	=	κοινοβίωση
κοινοβουλίου	noun	γενική ενικού του κοινοβούλιο
κοινοβουλίων	noun	γενική πληθυντικού του κοινοβούλιο
κοινοβουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινοβουλευτικός	adv	με κοινοβουλευτικό τρόπο
κοινοβουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοβουλευτική
κοινοβουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικής	adj	γενική ενικού του κοινοβουλευτική
κοινοβουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικού	adj	γενική ενικού του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικός	adj	που αναφέρεται στο κοινοβούλιο
κοινοβουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινοβουλευτικός
κοινοβουλευτικώς	adv|dated	κοινοβουλευτικά
κοινοβουλευτισμέ	noun	κλητική ενικού του κοινοβουλευτισμός
κοινοβουλευτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοβουλευτισμός
κοινοβουλευτισμού	noun	γενική ενικού του κοινοβουλευτισμός
κοινοβουλευτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοινοβουλευτισμός
κοινοβουλευτισμό	noun	αιτιατική ενικού του κοινοβουλευτισμός
κοινοβουλευτισμός	noun	σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης του κράτους, στο οποίο η εκτελεστική εξουσία αντλεί τη δημοκρατική της νομιμότητα από την νομοθετική εξουσία που ανήκει στο Κοινοβούλιο.
κοινοβουλευτισμών	noun	γενική πληθυντικού του κοινοβουλευτισμός
κοινοβούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοβούλιο
κοινοβούλιο	noun	σώμα εκλεγμένων λαϊκών αντιπροσώπων που ασκεί νομοθετικό έργο
κοινοβούλιου	=	κοινοβούλιο
κοινογαμία	noun	καθεστώς συμβίωσης όπου διάφοροι άνδρες και γυναίκες έχουν σεξουαλικές επαφές χωρίς ιδιαίτερους συζυγικούς δεσμούς
κοινογαμίας	=	κοινογαμία
κοινογαμίες	=	κοινογαμία
κοινογαμιών	=	κοινογαμία
κοινοκτημοσύνη	noun	(οικονομία): η από κοινού ιδιοκτησία και χρήση ενός αγαθού
κοινοκτημοσύνης	=	κοινοκτημοσύνη
κοινολέκτου	=	κοινόλεκτος
κοινολέκτους	=	κοινόλεκτος
κοινολέκτων	=	κοινόλεκτος
κοινολεκτικά	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικέ	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικές	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτική	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικής	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικοί	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικού	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικούς	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικό	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτικός	adj|formal	λόγος που αναφέρεται σε πράγματα κοινά, συνηθισμένα
κοινολεκτικών	=	κοινολεκτικός
κοινολεκτούμενα	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενε	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενες	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενη	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενης	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενο	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενοι	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενος	verb	που λέει κοινά πράγματα, που κοινολεκτεί
κοινολεκτούμενου	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενους	=	κοινολεκτούμενος
κοινολεκτούμενων	=	κοινολεκτούμενος
κοινολογήθηκα	=	κοινολογούμαι
κοινολογήθηκαν	=	κοινολογούμαι
κοινολογήθηκε	=	κοινολογούμαι
κοινολογήθηκες	=	κοινολογούμαι
κοινολογήματα	=	κοινολόγημα
κοινολογήματος	=	κοινολόγημα
κοινολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήσαν	=	κοινολογώ
κοινολογήσανε	=	κοινολογώ
κοινολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινολόγηση
κοινολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κοινολόγηση
κοινολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κοινολόγηση
κοινολογήσιμα	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμε	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμες	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμη	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμης	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμο	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμοι	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να κοινολογηθεί
κοινολογήσιμου	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμους	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσιμων	=	κοινολογήσιμος
κοινολογήσου	=	κοινολογούμαι
κοινολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογία	noun	άλλη μορφή του κοινολόγηση
κοινολογίας	=	κοινολογία
κοινολογίες	=	κοινολογία
κοινολογεί	=	κοινολογώ
κοινολογείς	=	κοινολογώ
κοινολογείσαι	=	κοινολογούμαι
κοινολογείστε	=	κοινολογούμαι
κοινολογείται	=	κοινολογούμαι
κοινολογείτε	=	κοινολογώ
κοινολογηθήκαμε	=	κοινολογούμαι
κοινολογηθήκαν	=	κοινολογούμαι
κοινολογηθήκανε	=	κοινολογούμαι
κοινολογηθήκατε	=	κοινολογούμαι
κοινολογηθεί	=	κοινολογούμαι
κοινολογηθείτε	=	κοινολογούμαι
κοινολογημάτων	=	κοινολόγημα
κοινολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινολογημένο
κοινολογημένε	verb	κλητική ενικού του κοινολογημένος
κοινολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινολογημένη
κοινολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινολογημένος
κοινολογημένης	verb	γενική ενικού του κοινολογημένη
κοινολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του κοινολογημένος
κοινολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινολογημένος
κοινολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κοινολογώ
κοινολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοινολογημένος
κοινολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοινολογημένος
κοινολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοινολογημένος
κοινολογικά	=	κοινολογικός
κοινολογικέ	=	κοινολογικός
κοινολογικές	=	κοινολογικός
κοινολογική	=	κοινολογικός
κοινολογικής	=	κοινολογικός
κοινολογικοί	=	κοινολογικός
κοινολογικού	=	κοινολογικός
κοινολογικούς	=	κοινολογικός
κοινολογικό	=	κοινολογικός
κοινολογικός	adj|formal	που έχει σχέση με την κοινολογία / κοινολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κοινολογικών	=	κοινολογικός
κοινολογιών	=	κοινολογία
κοινολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοινολογώ
κοινολογούμασταν	=	κοινολογούμαι
κοινολογούμαστε	=	κοινολογούμαι
κοινολογούμε	=	κοινολογώ
κοινολογούμουν	=	κοινολογούμαι
κοινολογούν	=	κοινολογώ
κοινολογούνε	=	κοινολογώ
κοινολογούνται	=	κοινολογούμαι
κοινολογούνταν	=	κοινολογούμαι
κοινολογούσα	=	κοινολογώ
κοινολογούσαμε	=	κοινολογώ
κοινολογούσαν	=	κοινολογώ
κοινολογούσανε	=	κοινολογώ
κοινολογούσασταν	=	κοινολογούμαι
κοινολογούσαστε	=	κοινολογούμαι
κοινολογούσατε	=	κοινολογώ
κοινολογούσε	=	κοινολογώ
κοινολογούσες	=	κοινολογώ
κοινολογούσουν	=	κοινολογούμαι
κοινολογώ	verb|formal	γνωστοποιώ σε πολλούς κάποιο μυστικό ή κρυφό
κοινολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοινολογώ
κοινολόγει	=	κοινολογώ
κοινολόγημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του κοινολογώ
κοινολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινολογώ
κοινολόγηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κοινολογώ
κοινολόγησης	noun	γενική ενικού του κοινολόγηση
κοινολόγησις	noun	η κοινολόγηση
κοινοποίει	=	κοινοποιώ
κοινοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοινοποιώ: γνωστοποίηση σε όλους, ενημέρωση όλων για κάτι
κοινοποίησης	=	κοινοποίηση
κοινοποιήθηκα	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιήθηκαν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιήθηκε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιήθηκες	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσαν	=	κοινοποιώ
κοινοποιήσανε	=	κοινοποιώ
κοινοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοποίηση
κοινοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσεων	=	κοινοποίηση
κοινοποιήσιμα	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμε	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμες	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμη	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμης	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμο	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμοι	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμος	adj	που μπορεί να κοινοποιηθεί
κοινοποιήσιμου	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμους	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσιμων	=	κοινοποιήσιμος
κοινοποιήσου	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσουνε	=	κοινοποιώ
κοινοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινοποιώ
κοινοποιεί	=	κοινοποιώ
κοινοποιείς	=	κοινοποιώ
κοινοποιείσαι	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιείστε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κοινοποιούμαι
κοινοποιείτε	=	κοινοποιώ
κοινοποιείτο	=	κοινοποιώ
κοινοποιηθήκαμε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιηθήκαν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιηθήκανε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιηθήκατε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιηθεί	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιηθείς	=	κοινοποιώ
κοινοποιηθείτε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιηθούμε	=	κοινοποιώ
κοινοποιηθούν	=	κοινοποιώ
κοινοποιηθούνε	=	κοινοποιώ
κοινοποιηθώ	=	κοινοποιώ
κοινοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοποιημένο
κοινοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κοινοποιημένος
κοινοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοποιημένη
κοινοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινοποιημένος
κοινοποιημένης	verb	γενική ενικού του κοινοποιημένη
κοινοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κοινοποιημένος
κοινοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοποιημένος
κοινοποιημένος	verb	που έχει κοινοποιηθεί
κοινοποιημένου	=	κοινοποιημένος
κοινοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοινοποιημένος
κοινοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοινοποιημένος
κοινοποιούμαι	verb	ενημερώνονται για εμένα διάφοροι τομείς και όχι μόνονένας
κοινοποιούμασταν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούμαστε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούμε	=	κοινοποιώ
κοινοποιούμενος	=	κοινοποιώ
κοινοποιούμουν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούμουνα	=	κοινοποιώ
κοινοποιούν	=	κοινοποιώ
κοινοποιούνε	=	κοινοποιώ
κοινοποιούνται	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούνταν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούντο	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσα	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσαμε	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσαν	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσανε	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσασταν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούσαστε	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούσατε	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσε	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσες	=	κοινοποιώ
κοινοποιούσουν	=	κοινοποιούμαι
κοινοποιούσουνα	=	κοινοποιώ
κοινοποιόμασταν	=	κοινοποιώ
κοινοποιόμαστε	=	κοινοποιώ
κοινοποιόμουν	=	κοινοποιώ
κοινοποιόμουνα	=	κοινοποιώ
κοινοποιόνταν	=	κοινοποιώ
κοινοποιόντανε	=	κοινοποιώ
κοινοποιόντουσαν	=	κοινοποιώ
κοινοποιόσασταν	=	κοινοποιώ
κοινοποιόσαστε	=	κοινοποιώ
κοινοποιόσουν	=	κοινοποιώ
κοινοποιόσουνα	=	κοινοποιώ
κοινοποιόταν	=	κοινοποιώ
κοινοποιότανε	=	κοινοποιώ
κοινοποιώ	verb	γνωστοποιώ (εγγράφως ή γενικά με επίσημο τρόπο) κάτι σε κάποιους
κοινοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοινοποιώ
κοινοπολιτεία	noun	η ιδιότητα μέλους σε μορφή διασύνδεσης και συνεργασίας σε διάφορους τομείς μεταξύ ανεξάρτητων χωρών.
κοινοπολιτείας	noun	γενική ενικού του κοινοπολιτεία
κοινοπολιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοπολιτεία
κοινοπολιτειών	noun	γενική πληθυντικού του κοινοπολιτεία
κοινοπρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοπρακτικό
κοινοπρακτικέ	adj	κλητική ενικού του κοινοπρακτικός
κοινοπρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοπρακτική
κοινοπρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινοπρακτικός
κοινοπρακτικής	adj	γενική ενικού του κοινοπρακτική
κοινοπρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοπρακτικός
κοινοπρακτικού	adj	γενική ενικού του κοινοπρακτικός
κοινοπρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινοπρακτικός
κοινοπρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινοπρακτικός
κοινοπρακτικός	adj	που έχει σχέση με κοινοπραξία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
κοινοπρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινοπρακτικός
κοινοπραξία	noun	ένωση ατόμων ή συνηθέστερα επιχειρήσεων που αναπτύσσουν κοινή οικονομική δραστηριότητα
κοινοπραξίας	noun	γενική ενικού του κοινοπραξία
κοινοπραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοπραξία
κοινοπραξιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινοπραξία
κοινοσυντήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοσυντήρητο
κοινοσυντήρητε	adj	κλητική ενικού του κοινοσυντήρητος
κοινοσυντήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοσυντήρητη
κοινοσυντήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινοσυντήρητος
κοινοσυντήρητης	adj	γενική ενικού του κοινοσυντήρητη
κοινοσυντήρητο	adj	αιτιατική ενικού του κοινοσυντήρητος
κοινοσυντήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοσυντήρητος
κοινοσυντήρητος	adj	που συντηρείται με έξοδα από κοινού
κοινοσυντήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοινοσυντήρητος
κοινοσυντήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινοσυντήρητος
κοινοσυντήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοινοσυντήρητος
κοινοτάρχα	=	κοινοτάρχης
κοινοτάρχες	=	κοινοτάρχης
κοινοτάρχη	=	κοινοτάρχης
κοινοτάρχης	noun	πρόεδρος μιας κοινότητας
κοινοτάρχου	=	κοινοτάρχης
κοινοτάφια	=	κοινοτάφιο
κοινοτάφιο	noun	κοινός τάφος
κοινοτάφιου	=	κοινοτάφιο
κοινοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του κοινότητα
κοινοταρχών	=	κοινοτάρχης
κοινοταφίου	=	κοινοτάφιο
κοινοταφίων	=	κοινοτάφιο
κοινοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοτικό
κοινοτικέ	adj	κλητική ενικού του κοινοτικός
κοινοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοτική
κοινοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινοτικός
κοινοτικής	adj	γενική ενικού του κοινοτική
κοινοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοτικός
κοινοτικοποίηση	noun	η μεταβίβαση της ευθύνης (για κάτι) στην Ευρωπαϊκή Ένωση
κοινοτικοποίησης	=	κοινοτικοποίηση
κοινοτικοποιήσεις	=	κοινοτικοποίηση
κοινοτικοποιήσεων	=	κοινοτικοποίηση
κοινοτικού	adj	γενική ενικού του κοινοτικός
κοινοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινοτικός
κοινοτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινοτικός
κοινοτικός	adj	που αφορά την κοινότητα
κοινοτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινοτικός
κοινοτισμέ	noun	κλητική ενικού του κοινοτισμός
κοινοτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινοτισμός
κοινοτισμού	noun	γενική ενικού του κοινοτισμός
κοινοτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοινοτισμός
κοινοτισμό	noun	αιτιατική ενικού του κοινοτισμός
κοινοτισμός	noun	πολιτική θεωρία που προτάσσει το συμφέρον της κοινότητας και της συλλογικότητας έναντι του ατομισμού
κοινοτισμών	noun	γενική πληθυντικού του κοινοτισμός
κοινοτιστές	=	κοινοτιστής
κοινοτιστή	=	κοινοτιστής
κοινοτιστής	noun	οπαδός του κοινοτισμού
κοινοτιστών	=	κοινοτιστής
κοινοτοπία	noun	η ιδέα, η σκέψη, ο λόγος ή το δημιούργημα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
κοινοτοπίας	noun	γενική ενικού του κοινοτοπία
κοινοτοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοτοπία
κοινοτοπιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινοτοπία
κοινοτυπία	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) πολύ συνηθισμένος, κυριολεκτικά: πολύ συνηθισμένη μορφή
κοινοτυπίας	noun	γενική ενικού του κοινοτυπία
κοινοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινοτυπία
κοινοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινοτυπία
κοινού	adj	γενική ενικού του κοινός
κοινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινός
κοινωνά	=	κοινωνώ
κοινωνάγαμε	=	κοινωνώ
κοινωνάγανε	=	κοινωνώ
κοινωνάγατε	=	κοινωνώ
κοινωνάει	=	κοινωνώ
κοινωνάμε	=	κοινωνώ
κοινωνάν	=	κοινωνώ
κοινωνάνε	=	κοινωνώ
κοινωνάς	=	κοινωνώ
κοινωνάτε	=	κοινωνώ
κοινωνάω	=	κοινωνώ
κοινωνέ	noun	κλητική ενικού του κοινωνός
κοινωνήθηκα	=	κοινωνώ
κοινωνήθηκαν	=	κοινωνώ
κοινωνήθηκε	=	κοινωνώ
κοινωνήθηκες	=	κοινωνώ
κοινωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσαν	=	κοινωνώ
κοινωνήσανε	=	κοινωνώ
κοινωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσου	=	κοινωνώ
κοινωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσουνε	=	κοινωνώ
κοινωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινωνία	noun	σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
κοινωνίας	noun	γενική ενικού του κοινωνία
κοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνία
κοινωνίστρια	=	κοινωνιστής
κοινωνίστριας	=	κοινωνιστής
κοινωνίστριες	=	κοινωνιστής
κοινωνεί	=	κοινωνώ
κοινωνείς	=	κοινωνώ
κοινωνείσαι	=	κοινωνώ
κοινωνείστε	=	κοινωνώ
κοινωνείται	=	κοινωνώ
κοινωνείτε	=	κοινωνώ
κοινωνηθήκαμε	=	κοινωνώ
κοινωνηθήκαν	=	κοινωνώ
κοινωνηθήκανε	=	κοινωνώ
κοινωνηθήκατε	=	κοινωνώ
κοινωνηθεί	=	κοινωνώ
κοινωνηθείτε	=	κοινωνώ
κοινωνημένος	=	κοινωνώ
κοινωνιακά	=	κοινωνιακός
κοινωνιακέ	=	κοινωνιακός
κοινωνιακές	=	κοινωνιακός
κοινωνιακή	=	κοινωνιακός
κοινωνιακής	=	κοινωνιακός
κοινωνιακοί	=	κοινωνιακός
κοινωνιακού	=	κοινωνιακός
κοινωνιακούς	=	κοινωνιακός
κοινωνιακό	=	κοινωνιακός
κοινωνιακός	adj	ο αναφερόμενος στον όρο "κοινωνία", περισσότερο με έμφαση στα οργανωτικά γνωρίσματα της ομαδικής ζωής, σε αντίθεση του ευρύτερου όρου κοινωνικός.
κοινωνιακών	=	κοινωνιακός
κοινωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινωνικός	adv	με κοινωνικό τρόπο, με κοινωνικότητα
κοινωνικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικός
κοινωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνική
κοινωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικός
κοινωνικής	adj	γενική ενικού του κοινωνική
κοινωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικός
κοινωνικοασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοασφαλιστικό
κοινωνικοασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοασφαλιστική
κοινωνικοασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοασφαλιστική
κοινωνικοασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοασφαλιστικός	adj	που έχει σχέση με την κοινωνική ασφάλιση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
κοινωνικοασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοασφαλιστικός
κοινωνικοεπαγγελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινωνικοεπαγγελματικός	adv	από κοινωνικοεπαγγελματικής πλευράς ή άποψης
κοινωνικοεπαγγελματικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοεπαγγελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοεπαγγελματική
κοινωνικοεπαγγελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοεπαγγελματικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοεπαγγελματική
κοινωνικοεπαγγελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοεπαγγελματικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοεπαγγελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοεπαγγελματικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοεπαγγελματικός	adj	που αφορά την κοινωνική και επαγγελματική κατάσταση κάποιου
κοινωνικοεπαγγελματικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοεπαγγελματικός
κοινωνικοοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοοικονομικό
κοινωνικοοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοοικονομική
κοινωνικοοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοικονομικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοοικονομική
κοινωνικοοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοικονομικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοικονομικός	adj	που αφορά την κοινωνική οργάνωση και τις οικονομικές δομές της
κοινωνικοοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοοικονομικός
κοινωνικοοντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοοντολογικό
κοινωνικοοντολογικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοοντολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοοντολογική
κοινωνικοοντολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοοντολογικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοοντολογική
κοινωνικοοντολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοοντολογικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοοντολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοοντολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοοντολογικός	adj	που έχει μια κοινωνική και μια οντολογική διάσταση
κοινωνικοοντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοοντολογικός
κοινωνικοποίει	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποίησa	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποίηση	noun	η διαδικασία προσαρμογής και ενσωμάτωσης ενός ατόμου (ανήλικου ή ενήλικου) σε μια κοινωνία
κοινωνικοποίησης	noun	γενική ενικού του κοινωνικοποίηση
κοινωνικοποίησις	noun	κοινωνικοποίηση
κοινωνικοποιήθηκα	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήθηκαν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήθηκε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήθηκες	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσαν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσανε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοποίηση
κοινωνικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνικοποίηση
κοινωνικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κοινωνικοποίηση
κοινωνικοποιήσου	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιεί	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιείς	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιείσαι	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιείστε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιείται	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιείτε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιηθήκαμε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιηθήκαν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιηθήκανε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιηθήκατε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιηθεί	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιηθείτε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοποιημένο
κοινωνικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοποιημένη
κοινωνικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιημένης	verb	γενική ενικού του κοινωνικοποιημένη
κοινωνικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιημένου	=	κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοινωνικοποιημένος
κοινωνικοποιητικά	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικέ	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικές	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητική	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικής	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικοί	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικού	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικούς	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικό	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την κοινωνικοποίηση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή συντελεί σ’ αυτήν
κοινωνικοποιητικών	=	κοινωνικοποιητικός
κοινωνικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούμασταν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούμαστε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούμε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούμουν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούνε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούνται	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούνταν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσα	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσαμε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσαν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσανε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσασταν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσαστε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσατε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσε	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσες	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιούσουν	=	κοινωνικοποιώ
κοινωνικοποιώ	verb	εντάσσω κάποιον στην κοινωνία ή σε ένα κοινωνικό σύνολο
κοινωνικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοινωνικοποιώ
κοινωνικοπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτικό
κοινωνικοπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτική
κοινωνικοπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοπολιτική
κοινωνικοπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτικός	adj	σχετικός με κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα
κοινωνικοπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτικός
κοινωνικοπολιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτιστικό
κοινωνικοπολιτιστικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπολιτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτιστική
κοινωνικοπολιτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπολιτιστικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοπολιτιστική
κοινωνικοπολιτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπολιτιστικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπολιτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπολιτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπολιτιστικός	adj	σχετικός με τις κοινωνικές δομές και τις πολιτιστικές αξίες που τις χαρακτηρίζουν
κοινωνικοπολιτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοπολιτιστικός
κοινωνικοπρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπρακτικό	adv	με κοινωνικοπρακτικό τρόπο
κοινωνικοπρακτικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοπρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπρακτική
κοινωνικοπρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοπρακτικής	adj	γενική ενικού του κοινωνικοπρακτική
κοινωνικοπρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοπρακτικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοπρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοπρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοπρακτικός	adj	που έχει σχέση με την κοινωνία από πρακτικής απόψεως
κοινωνικοπρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικοπρακτικός
κοινωνικοτήτων	=	κοινωνικότητα
κοινωνικοϊστορικά	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικέ	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικές	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορική	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικής	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικοί	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικού	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικούς	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικό	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικοϊστορικός	adj	που έχει σχέση με την κοινωνική και ιστορική πλευρά ενός ζητήματος ή αναφέρεται σ’ αυτές
κοινωνικοϊστορικών	=	κοινωνικοϊστορικός
κοινωνικού	adj	γενική ενικού του κοινωνικός
κοινωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνικός
κοινωνικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνικός
κοινωνικός	adj	που αναφέρεται στην κοινωνία, το οργανωμένο σύνολο ανθρώπων
κοινωνικότατα	=	κοινωνικός
κοινωνικότατε	=	κοινωνικός
κοινωνικότατες	=	κοινωνικός
κοινωνικότατη	=	κοινωνικός
κοινωνικότατης	=	κοινωνικός
κοινωνικότατο	=	κοινωνικός
κοινωνικότατοι	=	κοινωνικός
κοινωνικότατος	=	κοινωνικός
κοινωνικότατου	=	κοινωνικός
κοινωνικότατους	=	κοινωνικός
κοινωνικότατων	=	κοινωνικός
κοινωνικότερα	=	κοινωνικός
κοινωνικότερε	=	κοινωνικός
κοινωνικότερες	=	κοινωνικός
κοινωνικότερη	=	κοινωνικός
κοινωνικότερης	=	κοινωνικός
κοινωνικότερο	=	κοινωνικός
κοινωνικότεροι	=	κοινωνικός
κοινωνικότερος	=	κοινωνικός
κοινωνικότερου	=	κοινωνικός
κοινωνικότερους	=	κοινωνικός
κοινωνικότερων	=	κοινωνικός
κοινωνικότητα	noun	το να είναι κάποιος κοινωνικός, η ιδιότητα του κοινωνικού
κοινωνικότητας	noun	γενική ενικού του κοινωνικότητα
κοινωνικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνικότητα
κοινωνικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνικός
κοινωνικώς	adv|dated	κοινωνικά
κοινωνιοβιολογία	noun	η μελέτη των βιολογικών παραγόντων που επηρεάζουν την κοινωνική συμπεριφορά
κοινωνιοβιολογίας	=	κοινωνιοβιολογία
κοινωνιοβιολογίες	=	κοινωνιοβιολογία
κοινωνιοβιολογικά	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικέ	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικές	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογική	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικής	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικοί	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικού	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικούς	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικό	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογικός	adj	σχετικός με την κοινωνιοβιολογία
κοινωνιοβιολογικών	=	κοινωνιοβιολογικός
κοινωνιοβιολογιών	=	κοινωνιοβιολογία
κοινωνιογλωσσολογία	noun	η μελέτη της γλώσσας κοινωνικών ομάδων σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον τους· η συνδυαστική μελέτη της γλωσσολογίας υπό το πρίσμα της κοινωνιολογίας
κοινωνιογλωσσολογίας	noun	γενική ενικού του κοινωνιογλωσσολογία
κοινωνιογλωσσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιογλωσσολογία
κοινωνιογλωσσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνιογλωσσολογία
κοινωνιογράμματα	=	κοινωνιόγραμμα
κοινωνιογράμματος	=	κοινωνιόγραμμα
κοινωνιογραμμάτων	=	κοινωνιόγραμμα
κοινωνιοδράματα	=	κοινωνιόδραμα
κοινωνιοδράματος	=	κοινωνιόδραμα
κοινωνιοδραμάτων	=	κοινωνιόδραμα
κοινωνιοθεραπεία	noun	θεραπευτική μέθοδος συναισθηματικών διαταραχών με χρήση αλληλεπίδρασης σχέσεων ανθρώπων που είναι μέρος μιας ομάδας
κοινωνιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του κοινωνιοθεραπεία
κοινωνιοθεραπείες	=	κοινωνιοθεραπεία
κοινωνιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνιοθεραπεία
κοινωνιοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινωνιοκεντρικός	adv	με κοινωνιοκεντρικό τρόπο
κοινωνιοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιοκεντρική
κοινωνιοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρικής	adj	γενική ενικού του κοινωνιοκεντρική
κοινωνιοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρικού	adj	γενική ενικού του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρικός	adj	που θέτει την κοινωνία στο κέντρο των ενδιαφερόντων ή σκοπών του
κοινωνιοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνιοκεντρικός
κοινωνιοκεντρισμέ	=	κοινωνιοκεντρισμός
κοινωνιοκεντρισμοί	=	κοινωνιοκεντρισμός
κοινωνιοκεντρισμού	=	κοινωνιοκεντρισμός
κοινωνιοκεντρισμούς	=	κοινωνιοκεντρισμός
κοινωνιοκεντρισμό	=	κοινωνιοκεντρισμός
κοινωνιοκεντρισμός	noun	η κοινωνιοκεντρική πολιτική στάση και θεώρηση
κοινωνιοκεντρισμών	=	κοινωνιοκεντρισμός
κοινωνιολέκτου	=	κοινωνιόλεκτος
κοινωνιολέκτους	=	κοινωνιόλεκτος
κοινωνιολέκτων	=	κοινωνιόλεκτος
κοινωνιολογία	noun	η επιστημονική μελέτη της συμπεριφοράς και δράσης μιας κοινωνίας καθώς και το εύρος των διαφόρων φαινομένων που συνοδεύουν αυτές, όπως εξέλιξη, θεσμοί, σύνθεση ή αποσύνθεση, οργάνωση και δυνάμεις διαμόρφωσής της.
κοινωνιολογίας	noun	γενική ενικού του κοινωνιολογία
κοινωνιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιολογία
κοινωνιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιολογικό	adv	από κοινωνιολογική άποψη
κοινωνιολογικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιολογική
κοινωνιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογικής	adj	γενική ενικού του κοινωνιολογική
κοινωνιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογικού	adj	γενική ενικού του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογικός	adj	σχετικός με την κοινωνιολογία
κοινωνιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνιολογικός
κοινωνιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνιολογία
κοινωνιολόγε	noun	κλητική ενικού του κοινωνιολόγος
κοινωνιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του κοινωνιολόγος
κοινωνιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιολόγος
κοινωνιολόγος	noun	επιστήμονας - ερευνητής που ασχολείται με την κοινωνιολογία
κοινωνιολόγου	noun	γενική ενικού του κοινωνιολόγος
κοινωνιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνιολόγος
κοινωνιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνιολόγος
κοινωνιομετρία	noun	τεχνικός κλάδος - μέθοδος της κοινωνιολογίας, που ερευνά ποσοτικά τις σχέσεις των μελών μιας κοινωνίας
κοινωνιομετρίας	=	κοινωνιομετρία
κοινωνιομετρίες	=	κοινωνιομετρία
κοινωνιομετριών	=	κοινωνιομετρία
κοινωνιονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιονομικό
κοινωνιονομικέ	adj	κλητική ενικού του κοινωνιονομικός
κοινωνιονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιονομική
κοινωνιονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινωνιονομικός
κοινωνιονομικής	adj	γενική ενικού του κοινωνιονομική
κοινωνιονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνιονομικός
κοινωνιονομικού	adj	γενική ενικού του κοινωνιονομικός
κοινωνιονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνιονομικός
κοινωνιονομικό	adj	αιτιατική ενικού του κοινωνιονομικός
κοινωνιονομικός	adj	που έχει σχέση με την κοινωνία και την οικονομία ή αναφέρεται σ’ αυτές
κοινωνιονομικών	adj	γενική πληθυντικού του κοινωνιονομικός
κοινωνιοπάθεια	noun	η διαταραχή της προσωπικότητας του κοινωνιοπαθούς που χαρακτηρίζεται από διαρκή αντικοινωνική συμπεριφορά
κοινωνιοπάθειας	=	κοινωνιοπάθεια
κοινωνιοπάθειες	=	κοινωνιοπάθεια
κοινωνιοπαθειών	=	κοινωνιοπάθεια
κοινωνιοψυχολογία	noun	κοινός επιστημονικός κλάδος της κοινωνιολογίας και ψυχολογίας που ερευνά την ψυχολογία της δράσης και της συμπεριφοράς των κοινωνικών ομάδων, τα φαινόμενα που συνοδεύουν αυτές και την δημιουργία και εξέλιξη των διαφόρων κοινωνικών συστημάτων.
κοινωνιοψυχολογίας	=	κοινωνιοψυχολογία
κοινωνιοψυχολογίες	=	κοινωνιοψυχολογία
κοινωνιοψυχολογιών	=	κοινωνιοψυχολογία
κοινωνισμέ	=	κοινωνισμός
κοινωνισμοί	=	κοινωνισμός
κοινωνισμού	=	κοινωνισμός
κοινωνισμούς	=	κοινωνισμός
κοινωνισμό	=	κοινωνισμός
κοινωνισμός	noun|dated	ο σοσιαλισμός
κοινωνισμών	=	κοινωνισμός
κοινωνιστές	=	κοινωνιστής
κοινωνιστή	=	κοινωνιστής
κοινωνιστής	noun|dated	ο σοσιαλιστής, ο υποστηρικτής του κοινωνισμού
κοινωνιστικά	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικέ	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικές	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστική	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικής	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικοί	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικού	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικούς	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικό	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστικός	adj|dated	ο σοσιαλιστικός
κοινωνιστικών	=	κοινωνιστικός
κοινωνιστριών	=	κοινωνιστής
κοινωνιστών	=	κοινωνιστής
κοινωνιόγραμμα	noun	η γραφική αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ ατόμων σε μια κοινωνική ομάδα
κοινωνιόδραμα	noun	ψυχοθεραπευτική τεχνική μέθοδος που εφαρμόζεται σε ομάδα τα μέλη της οποίας αυθόρμητα παρουσιάζουν κάποιο θέμα σε θεατρική παράσταση.
κοινωνιόλεκτα	=	κοινωνιόλεκτο
κοινωνιόλεκτε	=	κοινωνιόλεκτος
κοινωνιόλεκτο	noun	άλλη μορφή του κοινωνιόλεκτος
κοινωνιόλεκτοι	=	κοινωνιόλεκτος
κοινωνιόλεκτος	noun	γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται από συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα (νέοι, στρατιώτες κ.λπ.)
κοινωνιόλεκτου	=	κοινωνιόλεκτο
κοινωνιόλεκτων	=	κοινωνιόλεκτο
κοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνία
κοινωνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινωνός
κοινωνού	noun	γενική ενικού του κοινωνός
κοινωνούμαι	=	κοινωνώ
κοινωνούμασταν	=	κοινωνώ
κοινωνούμαστε	=	κοινωνώ
κοινωνούμε	=	κοινωνώ
κοινωνούμουν	=	κοινωνώ
κοινωνούν	=	κοινωνώ
κοινωνούνε	=	κοινωνώ
κοινωνούνται	=	κοινωνώ
κοινωνούνταν	=	κοινωνώ
κοινωνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοινωνός
κοινωνούσα	=	κοινωνώ
κοινωνούσαμε	=	κοινωνώ
κοινωνούσαν	=	κοινωνώ
κοινωνούσανε	=	κοινωνώ
κοινωνούσασταν	=	κοινωνώ
κοινωνούσαστε	=	κοινωνώ
κοινωνούσατε	=	κοινωνώ
κοινωνούσε	=	κοινωνώ
κοινωνούσες	=	κοινωνώ
κοινωνούσουν	=	κοινωνώ
κοινωνό	noun	αιτιατική ενικού του κοινωνός
κοινωνός	noun	άτομο που συμμετέχει σε κάποιο γεγονός
κοινωνώ	verb	κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος
κοινωνών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωνός
κοινωνώντας	=	κοινωνώ
κοινωφέλεια	noun|formal	η συνεισφορά στο κοινό καλό, η ωφέλεια του κοινωνικού συνόλου
κοινωφέλειας	noun	γενική ενικού του κοινωφέλεια
κοινωφέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωφέλεια
κοινωφελές	=	κοινωφελής
κοινωφελή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κοινωφελής
κοινωφελής	adj	που συνεισφέρει στο κοινό καλό, που ωφελεί το κοινωνικό σύνολο
κοινωφελία	noun|formal	άλλη μορφή του κοινωφέλεια
κοινωφελίας	noun	γενική ενικού του κοινωφελία
κοινωφελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινωφελία
κοινωφελείς	=	κοινωφελής
κοινωφελειών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωφέλεια
κοινωφελιών	noun	γενική πληθυντικού του κοινωφελία
κοινωφελούς	=	κοινωφελής
κοινωφελών	=	κοινωφελής
κοινό	noun	η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, σύνολο ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται με χαλαρούς και άτυπους κοινωνικούς δεσμούς, σαφείς όμως ως προς τα ενδιαφέροντα και τους ευρύτερους προσανατολισμούς	adj	αιτιατική ενικού του κοινός
κοινόβια	=	κοινόβιο
κοινόβιο	noun	μορφή μοναστικής οργάνωσης κατά την οποία οι μοναχοί έχουν κοινή τράπεζα, δεν πληρώνονται για τα διακονήματά τους, δεν έχουν δικά τους χρήματα και έχουν ηγούμενο
κοινόβιου	=	κοινόβιο
κοινόβιων	=	κοινόβιο
κοινόλεκτε	=	κοινόλεκτος
κοινόλεκτο	=	κοινόλεκτος
κοινόλεκτοι	=	κοινόλεκτος
κοινόλεκτος	noun	η κοινή, η γλώσσα του κοινού βίου, που μιλούν όλοι
κοινός	adj	ο συνηθισμένος στην εμφάνιση
κοινότατα	=	κοινός
κοινότατε	=	κοινός
κοινότατες	=	κοινός
κοινότατη	=	κοινός
κοινότατης	=	κοινός
κοινότατο	=	κοινός
κοινότατοι	=	κοινός
κοινότατος	=	κοινός
κοινότατου	=	κοινός
κοινότατους	=	κοινός
κοινότατων	=	κοινός
κοινότερα	=	κοινός
κοινότερε	=	κοινός
κοινότερες	=	κοινός
κοινότερη	=	κοινός
κοινότερης	=	κοινός
κοινότερο	=	κοινός
κοινότεροι	=	κοινός
κοινότερος	=	κοινός
κοινότερου	=	κοινός
κοινότερους	=	κοινός
κοινότερων	=	κοινός
κοινότητα	noun	ομάδα ζώντων οργανισμών, ανθρώπων, φυτών ή ζώων που ζουν / συνυπάρχουν σε ένα κοινό περιβάλλον
κοινότητας	noun	γενική ενικού του κοινότητα
κοινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινότητα
κοινότοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινότοπο
κοινότοπε	adj	κλητική ενικού του κοινότοπος
κοινότοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινότοπη
κοινότοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινότοπος
κοινότοπης	adj	γενική ενικού του κοινότοπη
κοινότοπο	adj	αιτιατική ενικού του κοινότοπος
κοινότοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινότοπος
κοινότοπος	adj	που αποτελεί κοινοτοπία, ο χωρίς πρωτοτυπία (κατ' επέκταση, ο κλισέ)
κοινότοπου	adj	γενική ενικού του κοινότοπος
κοινότοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινότοπος
κοινότοπων	adj	γενική πληθυντικού του κοινότοπος
κοινότυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινότυπο
κοινότυπε	adj	κλητική ενικού του κοινότυπος
κοινότυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινότυπη
κοινότυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοινότυπος
κοινότυπης	adj	γενική ενικού του κοινότυπη
κοινότυπο	adj	αιτιατική ενικού του κοινότυπος
κοινότυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινότυπος
κοινότυπος	adj	κοινότοπος.
κοινότυπου	adj	γενική ενικού του κοινότυπος
κοινότυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινότυπος
κοινότυπων	adj	γενική πληθυντικού του κοινότυπος
κοινόχρηστά	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστέ	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστές	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστή	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστής	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστα	noun	χρηματικό ποσό που αναλογεί σε κάθε ένοικο ή ιδιοκτήτη για τα έξοδα πολυκατοικίας και καταβάλλεται κάθε μήνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοινόχρηστος
κοινόχρηστε	adj	κλητική ενικού του κοινόχρηστος
κοινόχρηστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοινόχρηστη
κοινόχρηστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοινόχρηστος
κοινόχρηστης	adj	γενική ενικού του κοινόχρηστη
κοινόχρηστο	adj	αιτιατική ενικού του κοινόχρηστος
κοινόχρηστοί	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοινόχρηστος
κοινόχρηστος	adj	που χρησιμοποιείται από το κοινό και όχι μόνο από κάποιο συγκεκριμένο άτομο
κοινόχρηστου	adj	γενική ενικού του κοινόχρηστος
κοινόχρηστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοινόχρηστος
κοινόχρηστού	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστούς	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστων	adj	γενική πληθυντικού του κοινόχρηστος
κοινόχρηστό	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστός	=	κοινόχρηστος
κοινόχρηστών	=	κοινόχρηστος
κοινών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του κοινός
κοινώνα	=	κοινωνώ
κοινώναγα	=	κοινωνώ
κοινώναγαν	=	κοινωνώ
κοινώναγε	=	κοινωνώ
κοινώναγες	=	κοινωνώ
κοινώνει	=	κοινωνώ
κοινώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοινωνώ
κοινώς	adv|formal	από όλους (και κοινά)
κοιτά	=	κοιτάω
κοιτάγαμε	=	κοιτάω
κοιτάγανε	=	κοιτάω
κοιτάγατε	=	κοιτάω
κοιτάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοίταγμα
κοιτάγματος	noun	γενική ενικού του κοίταγμα
κοιτάει	=	κοιτάω
κοιτάζαμε	=	κοιτάζω
κοιτάζαν	=	κοιτάζω
κοιτάζανε	=	κοιτάζω
κοιτάζατε	=	κοιτάζω
κοιτάζει	=	κοιτάζω
κοιτάζεις	=	κοιτάζω
κοιτάζεσαι	=	κοιτάζω
κοιτάζεστε	=	κοιτάζω
κοιτάζεται	=	κοιτάζω
κοιτάζετε	=	κοιτάζω
κοιτάζομαι	verb	κοιτάζω / παρατηρώ τον εαυτό μου
κοιτάζομε	=	κοιτάζω
κοιτάζονται	=	κοιτάζω
κοιτάζονταν	=	κοιτάζω
κοιτάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοιτάζω
κοιτάζουμε	=	κοιτάζω
κοιτάζουν	=	κοιτάζω
κοιτάζουνε	=	κοιτάζω
κοιτάζω	verb	βλέπω κάτι, συγκεντρώνω το βλέμμα μου σε κάτι, παρατηρώ
κοιτάμε	=	κοιτάω
κοιτάν	=	κοιτάω
κοιτάνε	=	κοιτάω
κοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξαν	=	κοιτάζω
κοιτάξανε	=	κοιτάζω
κοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξομε	=	κοιτάζω
κοιτάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξουνε	=	κοιτάζω
κοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
κοιτάς	=	κοιτάω
κοιτάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοίτασμα
κοιτάσματος	noun	γενική ενικού του κοίτασμα
κοιτάτε	=	κοιτάω
κοιτάχτε	=	κοιτάζω
κοιτάχτηκα	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιτάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιτάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιτάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιτάω	verb	άλλη μορφή του κοιτάζω
κοιτίδα	noun	μέρος στο οποίο κάτι αναπτύχθηκε, μέρος από το οποίο κάτι προέρχεται
κοιτίδας	=	κοιτίδα
κοιτίδες	=	κοιτίδα
κοιτίδων	=	κοιτίδα
κοιταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοίταγμα
κοιταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιταγμένο
κοιταγμένε	verb	κλητική ενικού του κοιταγμένος
κοιταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιταγμένη
κοιταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιταγμένος
κοιταγμένης	verb	γενική ενικού του κοιταγμένη
κοιταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοιταγμένος
κοιταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιταγμένος
κοιταγμένος	verb	που τον έχουν κοιτάξει, συνήθως κάτω από μια ορισμένη οπτική γωνία ή σκοπιά
κοιταγμένου	=	κοιταγμένος
κοιταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοιταγμένος
κοιταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοιταγμένος
κοιταζόμασταν	=	κοιτάζω
κοιταζόμαστε	=	κοιτάζω
κοιταζόμουν	=	κοιτάζω
κοιταζόμουνα	=	κοιτάζω
κοιταζόντουσαν	=	κοιτάζω
κοιταζόσασταν	=	κοιτάζω
κοιταζόσαστε	=	κοιτάζω
κοιταζόσουν	=	κοιτάζω
κοιταζόσουνα	=	κοιτάζω
κοιταζόταν	=	κοιτάζω
κοιταζότανε	=	κοιτάζω
κοιτασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοίτασμα
κοιτασματολογία	noun	τομέας της γεωλογίας που ασχολείται με τα κοιτάσματα
κοιτασματολογίας	noun	γενική ενικού του κοιτασματολογία
κοιτασματολογίες	=	κοιτασματολογία
κοιτασματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιτασματολογικό
κοιτασματολογικέ	adj	κλητική ενικού του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοιτασματολογική
κοιτασματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογικής	adj	γενική ενικού του κοιτασματολογική
κοιτασματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογικού	adj	γενική ενικού του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογικός	adj	που έχει σχέση με κάποιο κοίτασμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
κοιτασματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κοιτασματολογικός
κοιτασματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κοιτασματολογία
κοιταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιταχτήκαν	=	κοιτάζω
κοιταχτήκανε	=	κοιτάζω
κοιταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζομαι
κοιταχτεί	=	κοιτάζω
κοιταχτείς	=	κοιτάζω
κοιταχτείτε	=	κοιτάζω
κοιταχτούμε	=	κοιτάζω
κοιταχτούν	=	κοιτάζω
κοιταχτούνε	=	κοιτάζω
κοιταχτώ	=	κοιτάζω
κοιτιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοιτάω/κοιτώ
κοιτιέσαι	=	κοιτάω
κοιτιέστε	=	κοιτάω
κοιτιέται	=	κοιτάω
κοιτιούνται	=	κοιτάω
κοιτιούνταν	=	κοιτάω
κοιτιόμασταν	=	κοιτάω
κοιτιόμαστε	=	κοιτάω
κοιτιόμουν	=	κοιτάω
κοιτιόμουνα	=	κοιτάω
κοιτιόνται	=	κοιτάω
κοιτιόνταν	=	κοιτάω
κοιτιόντανε	=	κοιτάω
κοιτιόντουσαν	=	κοιτάω
κοιτιόσασταν	=	κοιτάω
κοιτιόσαστε	=	κοιτάω
κοιτιόσουν	=	κοιτάω
κοιτιόσουνα	=	κοιτάω
κοιτιόταν	=	κοιτάω
κοιτιότανε	=	κοιτάω
κοιτοστρώσεις	=	κοιτόστρωση
κοιτοστρώσεων	=	κοιτόστρωση
κοιτούμε	=	κοιτάω
κοιτούν	=	κοιτάω
κοιτούνε	=	κοιτάω
κοιτούσα	=	κοιτάω
κοιτούσαμε	=	κοιτάω
κοιτούσαν	=	κοιτάω
κοιτούσανε	=	κοιτάω
κοιτούσατε	=	κοιτάω
κοιτούσε	=	κοιτάω
κοιτούσες	=	κοιτάω
κοιτόστρωση	noun	η στρώση της κοίτης ενός ποταμού με ειδικά σύρματα και υλικά, ώστε να προστατεύεται από τη διάβρωση
κοιτόστρωσης	=	κοιτόστρωση
κοιτώ	verb	άλλη μορφή του κοιτάω & κοιτάζω
κοιτών	=	κοίτη
κοιτώνα	=	κοιτώνας
κοιτώνας	noun	το υπνοδωμάτιο
κοιτώνες	=	κοιτώνας
κοιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοιτάω / κοιτώ
κοιτώνων	=	κοιτώνας
κοκ	noun	είδος γλυκίσματος
κοκά	=	κοκό
κοκάλα	noun	μεγεθυντικό του κόκαλο
κοκάλας	=	κοκάλα
κοκάλες	=	κοκάλα
κοκάλιαζα	=	κοκαλιάζω
κοκάλιαζαν	=	κοκαλιάζω
κοκάλιαζε	=	κοκαλιάζω
κοκάλιαζες	=	κοκαλιάζω
κοκάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκάλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκάλινο
κοκάλινε	adj	κλητική ενικού του κοκάλινος
κοκάλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκάλινη
κοκάλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκάλινος
κοκάλινης	adj	γενική ενικού του κοκάλινη
κοκάλινο	adj	αιτιατική ενικού του κοκάλινος
κοκάλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκάλινος
κοκάλινος	adj	που είναι κατασκευασμένος από κόκαλο
κοκάλινου	adj	γενική ενικού του κοκάλινος
κοκάλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοκάλινος
κοκάλινων	adj	γενική πληθυντικού του κοκάλινος
κοκάλου	=	κόκαλο
κοκάλων	=	κόκαλο
κοκάλωνα	=	κοκαλώνω
κοκάλωναν	=	κοκαλώνω
κοκάλωνε	=	κοκαλώνω
κοκάλωνες	=	κοκαλώνω
κοκάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκέσι	noun	παραδοσιακή χειροποίητη ξύλινη κούκλα στην Ιαπωνία
κοκέτα	noun	αυτή που δίνει μεγάλη προσοχή στην εξωτερική εμφάνισή της
κοκέτας	=	κοκέτα
κοκέτες	=	κοκέτα
κοκέτη	=	κοκέτης
κοκέτηδες	=	κοκέτης
κοκέτηδων	=	κοκέτης
κοκέτης	noun	αρσενικό του κοκέτα
κοκίτες	=	κοκίτης
κοκίτη	=	κοκίτης
κοκίτης	noun	παιδική λοιμώδης νόσος, χωρίς εξάνθημα
κοκαΐνες	=	κοκαΐνη
κοκαΐνη	noun	διεγερτικό ναρκωτικό, σε μορφή λευκής σκόνης, που παράγεται από το φυτό κόκα και καταναλώνεται εισπνέοντας το από τη μύτη
κοκαΐνης	noun	γενική ενικού του κοκαΐνη
κοκααιθυλένια	=	κοκααιθυλένιο
κοκααιθυλένιο	noun	χημική ένωση που σχηματίζεται στον οργανισμό, όταν συνυπάρχουν κοκαΐνη και αιθανόλη, με ιδιότητες παρόμοιες αλλά συχνά πιο τοξικές από εκείνες της κοκαΐνης
κοκααιθυλένιου	=	κοκααιθυλένιο
κοκααιθυλένιων	=	κοκααιθυλένιο
κοκααιθυλενίου	=	κοκααιθυλένιο
κοκααιθυλενίων	=	κοκααιθυλένιο
κοκακολίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκακολίτσα
κοκαλάκι	noun	μικρό κόκαλο, μικρό οστό
κοκαλάκια	=	κοκαλάκι
κοκαλένια	=	κοκαλένιος
κοκαλένιας	=	κοκαλένιος
κοκαλένιε	=	κοκαλένιος
κοκαλένιες	=	κοκαλένιος
κοκαλένιο	=	κοκαλένιος
κοκαλένιοι	=	κοκαλένιος
κοκαλένιος	adj	φτιαγμένος από κόκαλο
κοκαλένιου	=	κοκαλένιος
κοκαλένιους	=	κοκαλένιος
κοκαλένιων	=	κοκαλένιος
κοκαλιάζαμε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζαν	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζανε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζατε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζει	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζεις	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζετε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζοντας	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζουμε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζουν	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζουνε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάζω	verb	άλλη μορφή του κοκαλώνω
κοκαλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκαλιάρης
κοκαλιάρας	adj	γενική ενικού του κοκαλιάρα
κοκαλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλιάρα
κοκαλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοκαλιάρης
κοκαλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλιάρης
κοκαλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κοκαλιάρης
κοκαλιάρης	adj	εξαιρετικά λεπτός
κοκαλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλιάρικο
κοκαλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοκαλιάρης
κοκαλιάρικου	adj	γενική ενικού του κοκαλιάρικο
κοκαλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κοκαλιάρικο
κοκαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσαν	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάσανε	=	κοκαλιάζω
κοκαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλιάζω
κοκαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλιασμένο
κοκαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του κοκαλιασμένος
κοκαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλιασμένη
κοκαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκαλιασμένος
κοκαλιασμένης	verb	γενική ενικού του κοκαλιασμένη
κοκαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοκαλιασμένος
κοκαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκαλιασμένος
κοκαλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοκαλιάζω
κοκαλιασμένου	=	κοκαλιασμένος
κοκαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοκαλιασμένος
κοκαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοκαλιασμένος
κοκαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλωμένο
κοκαλωμένε	verb	κλητική ενικού του κοκαλωμένος
κοκαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαλωμένη
κοκαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκαλωμένος
κοκαλωμένης	verb	γενική ενικού του κοκαλωμένη
κοκαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοκαλωμένος
κοκαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκαλωμένος
κοκαλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοκαλώνω
κοκαλωμένου	=	κοκαλωμένος
κοκαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοκαλωμένος
κοκαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοκαλωμένος
κοκαλώναμε	=	κοκαλώνω
κοκαλώναν	=	κοκαλώνω
κοκαλώνανε	=	κοκαλώνω
κοκαλώνατε	=	κοκαλώνω
κοκαλώνει	=	κοκαλώνω
κοκαλώνεις	=	κοκαλώνω
κοκαλώνετε	=	κοκαλώνω
κοκαλώνομε	=	κοκαλώνω
κοκαλώνοντας	=	κοκαλώνω
κοκαλώνουμε	=	κοκαλώνω
κοκαλώνουν	=	κοκαλώνω
κοκαλώνουνε	=	κοκαλώνω
κοκαλώνω	verb	μένω ακίνητος από φόβο
κοκαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσαν	=	κοκαλώνω
κοκαλώσανε	=	κοκαλώνω
κοκαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσομε	=	κοκαλώνω
κοκαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσουνε	=	κοκαλώνω
κοκαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκαλώνω
κοκαϊνομανές	=	κοκαϊνομανής
κοκαϊνομανή	=	κοκαϊνομανής
κοκαϊνομανής	adj	που έχει εθιστεί στη κοκαΐνη
κοκαϊνομανία	noun	ο εθισμός στη κοκαΐνη
κοκαϊνομανίας	noun	γενική ενικού του κοκαϊνομανία
κοκαϊνομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκαϊνομανία
κοκαϊνομανείς	=	κοκαϊνομανής
κοκαϊνομανιών	noun	γενική πληθυντικού του κοκαϊνομανία
κοκαϊνομανούς	=	κοκαϊνομανής
κοκαϊνομανών	=	κοκαϊνομανής
κοκαϊνών	=	κοκαΐνη
κοκεταρία	noun	Η προσπάθεια κάποιου να αρέσει στους άλλους, η φιλαρέσκεια
κοκεταρίας	noun	γενική ενικού του κοκεταρία
κοκεταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκεταρία
κοκετών	=	κοκέτα
κοκιτών	=	κοκίτης
κοκκάρι	noun	βολβός κρεμυδιού, που χρησιμοποιείται για να φυτέψει κάποιος κρεμμύδια
κοκκάρια	=	κοκκάρι
κοκκία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκίο
κοκκίαση	noun	άλλη μορφή του κοκκίωση
κοκκίασης	=	κοκκίαση
κοκκίνιζα	=	κοκκινίζω
κοκκίνιζαν	=	κοκκινίζω
κοκκίνιζε	=	κοκκινίζω
κοκκίνιζες	=	κοκκινίζω
κοκκίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκίνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοκκινίζω
κοκκίνου	=	κόκκινο
κοκκίνων	=	κόκκινο
κοκκίο	noun	μικροσκοπικό κυτταρικό σωμάτιο
κοκκίου	noun	γενική ενικού του κοκκίο
κοκκίωμα	noun	κόμπος που σχηματίζεται σε ερεθισμένη περιοχή, λόγω τοπικής συγκέντρωση μακροφάγων που σχηματίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα προσπαθεί και δεν επιτυγχάνει να απομακρύνει ουσίες οι οποίες είναι ξένες προς τον οργανισμό
κοκκίων	noun	γενική πληθυντικού του κοκκίο
κοκκίωση	noun	η εμφάνιση κοκκίων / φλεγμονωδών όζων σε ουδετερόφιλα κύτταρα, εξαιτίας λοιμώξεων ή άλλων λόγων
κοκκίωσης	=	κοκκίωση
κοκκαλοραχιά	noun	η ραχοκοκαλιά, η σπονδυλική στήλη
κοκκαλοραχιάς	=	κοκκαλοραχιά
κοκκαλοραχιές	=	κοκκαλοραχιά
κοκκαλοραχιών	=	κοκκαλοραχιά
κοκκαλώνω	verb	ετυμολογική γραφή του κοκαλώνω
κοκκαριού	=	κοκκάρι
κοκκαριών	=	κοκκάρι
κοκκιάσεις	=	κοκκίαση
κοκκιάσεων	=	κοκκίαση
κοκκινάδα	noun	η κοκκινιά
κοκκινάδας	=	κοκκινάδα
κοκκινάδες	=	κοκκινάδα
κοκκινάδι	noun|dated	κόκκινο χρώμα, κοκκινιά
κοκκινάδια	=	κοκκινάδι
κοκκινάδων	=	κοκκινάδα
κοκκινέλι	noun	η γενική ονομασία για κρασί κόκκινου χρώματος
κοκκινέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινέλι
κοκκινέλλι	=	κοκκινέλι
κοκκινίζαμε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζαν	=	κοκκινίζω
κοκκινίζανε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζατε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζει	=	κοκκινίζω
κοκκινίζεις	=	κοκκινίζω
κοκκινίζετε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζομε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζοντας	=	κοκκινίζω
κοκκινίζουμε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζουν	=	κοκκινίζω
κοκκινίζουνε	=	κοκκινίζω
κοκκινίζω	verb	χρωματίζω κάτι κόκκινο
κοκκινίλα	noun	μια περιοχή με κόκκινο χρώμα
κοκκινίλας	noun	γενική ενικού του κοκκινίλα
κοκκινίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινίλα
κοκκινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσαν	=	κοκκινίζω
κοκκινίσανε	=	κοκκινίζω
κοκκινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκίνισμα
κοκκινίσματος	noun	γενική ενικού του κοκκίνισμα
κοκκινίσομε	=	κοκκινίζω
κοκκινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσουνε	=	κοκκινίζω
κοκκινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
κοκκιναδιού	=	κοκκινάδι
κοκκιναδιών	=	κοκκινάδι
κοκκινιά	noun	το κοκκινόχωμα, χώμα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κεραμικών
κοκκινιάς	=	κοκκινιά
κοκκινιές	=	κοκκινιά
κοκκινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοκκίνισμα
κοκκινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινισμένο
κοκκινισμένε	verb	κλητική ενικού του κοκκινισμένος
κοκκινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινισμένη
κοκκινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκκινισμένος
κοκκινισμένης	verb	γενική ενικού του κοκκινισμένη
κοκκινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοκκινισμένος
κοκκινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκκινισμένος
κοκκινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοκκινίζω
κοκκινισμένου	=	κοκκινισμένος
κοκκινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοκκινισμένος
κοκκινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοκκινισμένος
κοκκινιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοκκινιστός	adv	σε κοκκινιστή απόχρωση
κοκκινιστέ	adj	κλητική ενικού του κοκκινιστός
κοκκινιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινιστή
κοκκινιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκκινιστός
κοκκινιστής	adj	γενική ενικού του κοκκινιστή
κοκκινιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκκινιστός
κοκκινιστού	adj	γενική ενικού του κοκκινιστός
κοκκινιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοκκινιστός
κοκκινιστό	adj	αιτιατική ενικού του κοκκινιστός
κοκκινιστός	adj	που αφορά κρέας το οποίο έχει μαγειρευτεί με σάλτσα ντομάτας
κοκκινιστών	adj	γενική πληθυντικού του κοκκινιστός
κοκκινιών	=	κοκκινιά
κοκκινιώτικα	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικε	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικες	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικη	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικης	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικο	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικοι	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Κοκκινιά ή Κόκκινο ή τους κατοίκους του
κοκκινιώτικου	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικους	=	κοκκινιώτικος
κοκκινιώτικων	=	κοκκινιώτικος
κοκκινογουλιού	=	κοκκινογούλι
κοκκινογουλιών	=	κοκκινογούλι
κοκκινογούλι	noun	το παντζάρι
κοκκινογούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινογούλι
κοκκινοκαλιακούδα	noun	είδος μαύρου κορακοειδούς πτηνού με κόκκινο ράμφος και πόδια (Pyrrhocorax pyrrhocorax)
κοκκινοκαλιακούδας	=	κοκκινοκαλιακούδα
κοκκινοκαλιακούδες	=	κοκκινοκαλιακούδα
κοκκινοκαλιακούδων	=	κοκκινοκαλιακούδα
κοκκινολαίμη	=	κοκκινολαίμης
κοκκινολαίμηδες	=	κοκκινολαίμης
κοκκινολαίμηδων	=	κοκκινολαίμης
κοκκινολαίμης	noun	είδος μικρού στρουθιόμορφου πουλιού, με χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα λαιμού
κοκκινομάλλα	noun	θηλυκό του κοκκινομάλλης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλας	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλες	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλη	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλληδες	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλληδων	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλης	adj	που έχει κόκκινα μαλλιά
κοκκινομάλλικα	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλικο	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλικου	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλικων	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλού	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλούσα	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλων	=	κοκκινομάλλα
κοκκινομαλλού	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομαλλούδες	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομαλλούδων	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομαλλούς	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομαλλούσα	noun	θηλυκό του κοκκινομάλλης
κοκκινομαλλούσας	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομαλλούσες	=	κοκκινομάλλης
κοκκινομυτού	=	κοκκινομύτης
κοκκινομυτούδες	=	κοκκινομύτης
κοκκινομυτούδων	=	κοκκινομύτης
κοκκινομυτούς	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτα	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτας	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτες	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτη	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτηδες	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτηδων	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτης	adj	που έχει κοκκινίσει η μύτη του
κοκκινομύτικα	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτικο	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτικου	=	κοκκινομύτης
κοκκινομύτικων	=	κοκκινομύτης
κοκκινοπίπερα	=	κοκκινοπίπερο
κοκκινοπίπερο	noun	το κόκκινο πιπέρι
κοκκινοπίπερου	=	κοκκινοπίπερο
κοκκινοπίπερων	=	κοκκινοπίπερο
κοκκινοσκέλη	=	κοκκινοσκέλης
κοκκινοσκέληδες	=	κοκκινοσκέλης
κοκκινοσκέληδων	=	κοκκινοσκέλης
κοκκινοσκέλης	noun	είδος πουλιού
κοκκινοτρίχη	=	κοκκινοτρίχης
κοκκινοτρίχηδες	=	κοκκινοτρίχης
κοκκινοτρίχηδων	=	κοκκινοτρίχης
κοκκινοτρίχης	adj	που έχει κόκκινο μούσι, κόκκινα μαλλιά ή γενικότερα κόκκινες τρίχες
κοκκινοχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοκκινόχωμα
κοκκινοχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινόχωμα
κοκκινοχώματος	noun	γενική ενικού του κοκκινόχωμα
κοκκινωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοκκινωπός	adv	με κοκκινωπή απόχρωση
κοκκινωπέ	adj	κλητική ενικού του κοκκινωπός
κοκκινωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκινωπή
κοκκινωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκκινωπός
κοκκινωπής	adj	γενική ενικού του κοκκινωπή
κοκκινωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκκινωπός
κοκκινωπού	adj	γενική ενικού του κοκκινωπός
κοκκινωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοκκινωπός
κοκκινωπό	adj	αιτιατική ενικού του κοκκινωπός
κοκκινωπός	adj	που είναι κάπως κόκκινος
κοκκινωπών	adj	γενική πληθυντικού του κοκκινωπός
κοκκινόμαλλα	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλε	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλες	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλη	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλης	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλο	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλοι	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλος	adj	άλλη μορφή του κοκκινομάλλης που έχει κόκκινα μαλλιά
κοκκινόμαλλου	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλους	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαλλων	=	κοκκινόμαλλος
κοκκινόμαυρα	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρε	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρες	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρη	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρης	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρο	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυροι	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρος	adj	που έχει κόκκινο και μαύρο χρώμα
κοκκινόμαυρου	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρους	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόμαυρων	=	κοκκινόμαυρος
κοκκινόχηνα	noun	είδος χήνας
κοκκινόχηνας	=	κοκκινόχηνα
κοκκινόχηνες	=	κοκκινόχηνα
κοκκινόχηνων	=	κοκκινόχηνα
κοκκινόχωμα	noun	η κόκκινη άργιλος
κοκκιοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκιοκύτταρο
κοκκιοκύτταρο	noun	λευκά αιμοσφαίρια, μικροφάγα φαγοκύτταρα που ανήκουν στο σύστημα του ανοσοποιητικού· χωρίζονται σε βασεόφιλα κοκκιοκύτταρα, ηωσινόφιλα κοκκιοκύτταρα και ουδετερόφιλα (ονομάστηκαν έτσι από την παρουσία κοκκίων στο κυτταρόπλασμά τους)
κοκκιοκύτταρου	noun	γενική ενικού του κοκκιοκύτταρο
κοκκιοκύτταρων	noun	γενική πληθυντικού του κοκκιοκύτταρο
κοκκιωδών	=	κοκκιώδης
κοκκιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοκκίωμα
κοκκιωμάτωση	noun	ασθένεια ή κατάσταση που συνοδεύεται από πολλαπλά κοκκιώματα
κοκκιωμάτωσης	=	κοκκιωμάτωση
κοκκιωματώσεις	=	κοκκιωμάτωση
κοκκιωματώσεων	=	κοκκιωμάτωση
κοκκιώδεις	=	κοκκιώδης
κοκκιώδες	=	κοκκιώδης
κοκκιώδη	=	κοκκιώδης
κοκκιώδης	adj	που αποτελείται από κοκκία ή τα περιέχει
κοκκιώδους	=	κοκκιώδης
κοκκιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκίωμα
κοκκιώματος	noun	γενική ενικού του κοκκίωμα
κοκκιώσεις	=	κοκκίωση
κοκκιώσεων	=	κοκκίωση
κοκκολιθοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκολιθοφόρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρας	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρε	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρες	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρο	noun	ομάδες του φυτοπλαγκτού (μαζί με τα διάτομα, τα δινομαστιγωτά, τα κυανοφύκη).
κοκκολιθοφόροι	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρος	adj	που αφορά τα κοκκολιθοφόρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
κοκκολιθοφόρου	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρους	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκολιθοφόρων	=	κοκκολιθοφόρος
κοκκομετρία	noun	μέτρηση του μεγέθους και της ποσοτικής κατανομής των κόκκων / στοιχειωδών τεμαχιδίων σε κάποιο έδαφος
κοκκομετρίας	=	κοκκομετρία
κοκκομετρίες	=	κοκκομετρία
κοκκομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκομετρικό
κοκκομετρικέ	adj	κλητική ενικού του κοκκομετρικός
κοκκομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκομετρική
κοκκομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκκομετρικός
κοκκομετρικής	adj	γενική ενικού του κοκκομετρική
κοκκομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκκομετρικός
κοκκομετρικού	adj	γενική ενικού του κοκκομετρικός
κοκκομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοκκομετρικός
κοκκομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του κοκκομετρικός
κοκκομετρικός	adj	που έχει σχέση με την κοκκομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
κοκκομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του κοκκομετρικός
κοκκομετριών	=	κοκκομετρία
κοκκοποίει	=	κοκκοποιώ
κοκκοποίησα	=	κοκκοποιώ
κοκκοποίησαν	=	κοκκοποιώ
κοκκοποίησε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποίησες	=	κοκκοποιώ
κοκκοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοκκοποιώ
κοκκοποίησης	=	κοκκοποίηση
κοκκοποιήσαμε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιήσαν	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιήσανε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιήσατε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιήσει	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιήσεις	=	κοκκοποίηση
κοκκοποιήσεων	=	κοκκοποίηση
κοκκοποιήστε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιεί	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιείς	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιείτε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιημένα	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένε	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένες	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένη	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένης	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένο	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένοι	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κοκκοποιώ
κοκκοποιημένου	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένους	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιημένων	=	κοκκοποιημένος
κοκκοποιούμαι	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούμε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούν	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούνε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσα	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσαμε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσαν	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσανε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσατε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσε	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιούσες	=	κοκκοποιώ
κοκκοποιώ	verb	μετατρέπω σε κόκκους
κοκκοποιώντας	=	κοκκοποιώ
κοκκυγεκτομές	=	κοκκυγεκτομή
κοκκυγεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση του κόκκυγα
κοκκυγεκτομής	=	κοκκυγεκτομή
κοκκυγεκτομών	=	κοκκυγεκτομή
κοκκυγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκυγικό
κοκκυγικέ	adj	κλητική ενικού του κοκκυγικός
κοκκυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκυγική
κοκκυγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκκυγικός
κοκκυγικής	adj	γενική ενικού του κοκκυγική
κοκκυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκκυγικός
κοκκυγικού	adj	γενική ενικού του κοκκυγικός
κοκκυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοκκυγικός
κοκκυγικό	adj	αιτιατική ενικού του κοκκυγικός
κοκκυγικός	adj	που έχει σχέση με τον κόκκυγα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κοκκυγικών	adj	γενική πληθυντικού του κοκκυγικός
κοκκυγωδυνία	noun	πόνος στον κόκκυγα
κοκκυγωδυνίας	=	κοκκυγωδυνία
κοκκυγωδυνίες	=	κοκκυγωδυνία
κοκκυγωδυνιών	=	κοκκυγωδυνία
κοκκυτών	=	κοκκύτης
κοκκωδών	=	κοκκώδης
κοκκύγων	=	κόκκυγας
κοκκύτες	=	κοκκύτης
κοκκύτη	=	κοκκύτης
κοκκύτης	noun	άλλη γραφή του κοκίτης
κοκκώδεις	=	κοκκώδης
κοκκώδες	=	κοκκώδης
κοκκώδη	=	κοκκώδης
κοκκώδης	adj	που είναι γεμάτος κόκκους ή περιέχει κόκκους
κοκκώδους	=	κοκκώδης
κοκκώνα	noun	παρωχημένη γραφή του κοκόνα
κοκκώνας	noun	γενική ενικού του κοκκώνα
κοκκώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκκώνα
κοκοβιέ	=	κοκοβιός
κοκοβιοί	=	κοκοβιός
κοκοβιού	=	κοκοβιός
κοκοβιούς	=	κοκοβιός
κοκοβιό	=	κοκοβιός
κοκοβιός	noun	άλλη μορφή του γωβιός
κοκοβιών	=	κοκοβιός
κοκομπλόκο	noun	κατάσταση απόλυτης σύγχυσης
κοκονόζη	=	κοκονόζης
κοκονόζηδες	=	κοκονόζης
κοκονόζηδων	=	κοκονόζης
κοκονόζης	noun	απένταρος, φτωχός
κοκοράκι	noun	υποκοριστικό του κόκορας
κοκοράκια	=	κοκοράκι
κοκορέτσι	noun	φαγητό της σούβλας που φτιάχνεται από εντόσθια και έντερα αρνιού ή κατσικιού
κοκορέτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκορέτσι
κοκορέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορίζω	verb	παράγω ήχους
κοκορεβιθιά	noun|vulgar	η αγριοφυστικιά, πιστακία η τερέβινθος
κοκορεβιθιάς	=	κοκορεβιθιά
κοκορεβιθιές	=	κοκορεβιθιά
κοκορεβιθιών	=	κοκορεβιθιά
κοκορετσιού	=	κοκορέτσι
κοκορετσιών	=	κοκορέτσι
κοκορευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορεύομαι	verb	συμπεριφέρομαι όπως ο κόκορας προβάλλοντας κάποιο στοιχείο μου ώστε να προκαλέσω εντυπώσεις
κοκορεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκορεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοκορεύομαι
κοκοριού	=	κοκόρι
κοκοριών	=	κοκόρι
κοκορομαχία	noun	η μάχη ανάμεσα σε δυο κόκορες
κοκορομαχίας	noun	γενική ενικού του κοκορομαχία
κοκορομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκορομαχία
κοκορομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του κοκορομαχία
κοκορόμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκορόμυαλο
κοκορόμυαλε	adj	κλητική ενικού του κοκορόμυαλος
κοκορόμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκορόμυαλη
κοκορόμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοκορόμυαλος
κοκορόμυαλης	adj	γενική ενικού του κοκορόμυαλη
κοκορόμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του κοκορόμυαλος
κοκορόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοκορόμυαλος
κοκορόμυαλος	adj	που έχει το μυαλό κόκορα
κοκορόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοκορόμυαλος
κοκορόμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοκορόμυαλος
κοκορόμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοκορόμυαλος
κοκορόπουλα	=	κοκορόπουλο
κοκορόπουλο	noun	υποκοριστικό του κόκορας
κοκορόπουλου	=	κοκορόπουλο
κοκορόπουλων	=	κοκορόπουλο
κοκοτίτσα	noun	υποκοριστικό του κοκότα
κοκοτίτσας	=	κοκοτίτσα
κοκοτίτσες	=	κοκοτίτσα
κοκοτούλα	noun	υποκοριστικό του κοκότα
κοκοτούλας	=	κοκοτούλα
κοκοτούλες	=	κοκοτούλα
κοκοφοίνικα	=	κοκοφοίνικας
κοκοφοίνικας	noun	αειθαλές δέντρο, (λατινικό όνομα Cocos nucifera), με τεράστια πτεροειδή φύλλα που φυτρώνει στις θερμές περιοχές και παράγει την ινδική καρύδα
κοκοφοίνικες	=	κοκοφοίνικας
κοκοφοινίκων	=	κοκοφοίνικας
κοκοφοινικόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκοφοινικόσχοινο
κοκοφοινικόσχοινο	noun	συνηθέστερα καραβόσχοινο που κατασκευάζεται από ίνες κοκοφοίνικα
κοκοφοινικόσχοινου	noun	γενική ενικού του κοκοφοινικόσχοινο
κοκοφοινικόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του κοκοφοινικόσχοινο
κοκού	=	κοκό
κοκτέιλ	noun	ποτό που παρασκευάζεται αναμειγνύοντας διαφόρα οινοπνευματωδη ή γλυκά ποτά ή/και χυμούς φρούτων.
κοκωβιέ	=	κοκωβιός
κοκωβιοί	=	κοκωβιός
κοκωβιού	=	κοκωβιός
κοκωβιούς	=	κοκωβιός
κοκωβιό	=	κοκωβιός
κοκωβιός	noun|figurative	άλλη μορφή του κοκοβιός / γωβιός
κοκωβιών	=	κοκωβιός
κοκό	noun	κοκαΐνη
κοκόβια	noun	άλλη μορφή του γκογκόβια
κοκόνα	noun	χαρακτηρισμός γυναίκας της αριστοκρατίας, αρχόντισσας
κοκόνας	noun	γενική ενικού του κοκόνα
κοκόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκόνα
κοκόρι	noun	νεαρός κόκορας
κοκόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκόρι
κοκόροι	=	κόκορας
κοκόρους	=	κόκορας
κοκόρων	=	κόκορας
κοκότα	noun	πιο ελαφριά έκφραση για την πόρνη
κοκότας	noun	γενική ενικού του κοκότα
κοκότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοκότα
κοκόφια	noun	άλλη μορφή του γκογκόβια
κοκών	=	κοκό
κολάζ	noun	καλλιτέχνημα που προκύπτει απ’ τη σύνθεση και επικόλληση ποικίλων υλικών πάνω σε μια επιφάνεια και ενίοτε συνδυάζει σχέδιο ή ζωγραφική
κολάζαμε	=	κολάζω
κολάζαν	=	κολάζω
κολάζανε	=	κολάζω
κολάζατε	=	κολάζω
κολάζει	=	κολάζω
κολάζεις	=	κολάζω
κολάζεσαι	=	κολάζω
κολάζεστε	=	κολάζω
κολάζεται	=	κολάζω
κολάζετε	=	κολάζω
κολάζομαι	=	κολάζω
κολάζονται	=	κολάζω
κολάζονταν	=	κολάζω
κολάζοντας	=	κολάζω
κολάζουμε	=	κολάζω
κολάζουν	=	κολάζω
κολάζουνε	=	κολάζω
κολάζω	verb	φέρνω κάποιον κοντά στον πειρασμό
κολάι	noun	η ευκολία που έχει κάποιος να κάνει κάτι
κολάκευα	=	κολακεύω
κολάκευαν	=	κολακεύω
κολάκευε	=	κολακεύω
κολάκευες	=	κολακεύω
κολάκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολάκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολάκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολάκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολάκεψα	=	κολακεύω
κολάκεψαν	=	κολακεύω
κολάκεψε	=	κολακεύω
κολάκεψες	=	κολακεύω
κολάκων	=	κόλακας
κολάν	noun	εφαρμοστό παντελόνι που «κολλάει» στο σώμα
κολάνι	noun	πόρπη μαζί με την ζώνη στην οποία ήταν περασμένη
κολάντριζα	=	κολαντρίζω
κολάντριζαν	=	κολαντρίζω
κολάντριζε	=	κολαντρίζω
κολάντριζες	=	κολαντρίζω
κολάντρισα	=	κολαντρίζω
κολάντρισαν	=	κολαντρίζω
κολάντρισε	=	κολαντρίζω
κολάντρισες	=	κολαντρίζω
κολάντρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κολαντρίζω
κολάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολάρο
κολάρε	=	κολάρος
κολάρο	noun	πρόσθετος γιακάς
κολάροι	=	κολάρος
κολάρος	noun	άλλη μορφή του κολάρο
κολάρου	noun	γενική ενικού του κολάρο
κολάρους	=	κολάρος
κολάρων	noun	γενική πληθυντικού του κολάρο
κολάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάσαν	=	κολάζω
κολάσανε	=	κολάζω
κολάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλαση
κολάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάσεων	noun	γενική πληθυντικού του κόλαση
κολάσεως	noun|formal	γενική ενικού του κόλαση
κολάσιμα	adv	με κολάσιμο τρόπο
κολάσιμε	=	κολάσιμος
κολάσιμες	=	κολάσιμος
κολάσιμη	=	κολάσιμος
κολάσιμης	=	κολάσιμος
κολάσιμο	=	κολάσιμος
κολάσιμοι	=	κολάσιμος
κολάσιμος	adj	που αξίζει ή πρέπει να τιμωρηθεί
κολάσιμου	=	κολάσιμος
κολάσιμους	=	κολάσιμος
κολάσιμων	=	κολάσιμος
κολάσου	=	κολάζω
κολάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάστηκα	=	κολάζω
κολάστηκαν	=	κολάζω
κολάστηκε	=	κολάζω
κολάστηκες	=	κολάζω
κολάστρα	noun	το πρωτόγαλα
κολάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κολάτσιζα	=	κολατσίζω
κολάτσιζαν	=	κολατσίζω
κολάτσιζε	=	κολατσίζω
κολάτσιζες	=	κολατσίζω
κολάτσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολάτσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολάτσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολάτσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολάτσισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κολατσίζω
κολάφιζα	=	κολαφίζω
κολάφιζαν	=	κολαφίζω
κολάφιζε	=	κολαφίζω
κολάφιζες	=	κολαφίζω
κολάφισα	=	κολαφίζω
κολάφισαν	=	κολαφίζω
κολάφισε	=	κολαφίζω
κολάφισες	=	κολαφίζω
κολάφισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κολαφίζω
κολάφου	noun	γενική ενικού του κόλαφος
κολάφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόλαφος
κολάφων	noun	γενική πληθυντικού του κόλαφος
κολέγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολέγιο
κολέγιο	noun	ονομασία για ορισμένα ιδιωτικά σχολεία
κολέγιου	=	κολέγιο
κολήγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολήγος
κολίβρια	=	κολίβριο
κολίβριο	noun|formal	το κολιμπρί
κολίβριου	=	κολίβριο
κολίβριων	=	κολίβριο
κολίγα	=	κολίγας
κολίγας	noun	αγρότης ή βοσκός ξένου κοπαδιού που δούλευε σε τσιφλίκι γαιοκτήμονα παίρνοντας ως αμοιβή το μισό ή μικρό μέρος της σοδειάς, της παραγωγής
κολίγε	=	κολίγος
κολίγες	=	κολίγας
κολίγο	=	κολίγος
κολίγοι	=	κολίγος
κολίγος	noun	άλλη μορφή του κολίγας
κολίγου	=	κολίγος
κολίγους	=	κολίγος
κολίγων	=	κολίγος
κολίμπρι	noun|formal	το κολιμπρί
κολίμπρια	=	κολίμπρι
κολίτιδα	noun	η φλεγμονή του παχέος εντέρου που μπορεί να προκαλέσει οξύ διαρροϊκό σύνδρομο
κολίτιδας	=	κολίτιδα
κολίτιδες	=	κολίτιδα
κολίτιδων	=	κολίτιδα
κολαζόμασταν	=	κολάζω
κολαζόμαστε	=	κολάζω
κολαζόμουν	=	κολάζω
κολαζόμουνα	=	κολάζω
κολαζόντουσαν	=	κολάζω
κολαζόσασταν	=	κολάζω
κολαζόσαστε	=	κολάζω
κολαζόσουν	=	κολάζω
κολαζόσουνα	=	κολάζω
κολαζόταν	=	κολάζω
κολαζότανε	=	κολάζω
κολακέψαμε	=	κολακεύω
κολακέψαν	=	κολακεύω
κολακέψανε	=	κολακεύω
κολακέψατε	=	κολακεύω
κολακέψει	=	κολακεύω
κολακέψου	=	κολακεύω
κολακέψτε	=	κολακεύω
κολακεία	noun	uπερβολικός η ψεύτικος έπαινος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποσκοπεί σε ιδιοτελείς σκοπούς
κολακείας	noun	γενική ενικού του κολακεία
κολακείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολακεία
κολακειών	noun	γενική πληθυντικού του κολακεία
κολακευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολακευμένο
κολακευμένε	verb	κλητική ενικού του κολακευμένος
κολακευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολακευμένη
κολακευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολακευμένος
κολακευμένης	verb	γενική ενικού του κολακευμένη
κολακευμένο	verb	αιτιατική ενικού του κολακευμένος
κολακευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολακευμένος
κολακευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κολακεύω
κολακευμένου	=	κολακευμένος
κολακευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κολακευμένος
κολακευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολακευμένος
κολακευτήκαμε	=	κολακεύω
κολακευτήκαν	=	κολακεύω
κολακευτήκανε	=	κολακεύω
κολακευτήκατε	=	κολακεύω
κολακευτεί	=	κολακεύω
κολακευτείτε	=	κολακεύω
κολακευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολακευτικό	adv	κατά τρόπο κολακευτικό, με επαινετικά λόγια
κολακευτικέ	adj	κλητική ενικού του κολακευτικός
κολακευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολακευτική
κολακευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολακευτικός
κολακευτικής	adj	γενική ενικού του κολακευτική
κολακευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολακευτικός
κολακευτικού	adj	γενική ενικού του κολακευτικός
κολακευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολακευτικός
κολακευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κολακευτικός
κολακευτικός	adj	που κολακεύει, που επαινεί, που αποδίδει τιμή σε κάποιον
κολακευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κολακευτικός
κολακευτικώς	adv|dated	κολακευτικά
κολακευόμασταν	=	κολακεύω
κολακευόμαστε	=	κολακεύω
κολακευόμουν	=	κολακεύω
κολακευόμουνα	=	κολακεύω
κολακευόντουσαν	=	κολακεύω
κολακευόσασταν	=	κολακεύω
κολακευόσαστε	=	κολακεύω
κολακευόσουν	=	κολακεύω
κολακευόσουνα	=	κολακεύω
κολακευόταν	=	κολακεύω
κολακευότανε	=	κολακεύω
κολακεύαμε	=	κολακεύω
κολακεύαν	=	κολακεύω
κολακεύανε	=	κολακεύω
κολακεύατε	=	κολακεύω
κολακεύει	=	κολακεύω
κολακεύεις	=	κολακεύω
κολακεύεσαι	=	κολακεύω
κολακεύεστε	=	κολακεύω
κολακεύεται	=	κολακεύω
κολακεύετε	=	κολακεύω
κολακεύομαι	=	κολακεύω
κολακεύονται	=	κολακεύω
κολακεύονταν	=	κολακεύω
κολακεύοντας	=	κολακεύω
κολακεύουμε	=	κολακεύω
κολακεύουν	=	κολακεύω
κολακεύουνε	=	κολακεύω
κολακεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολακεύω
κολακεύτηκα	=	κολακεύω
κολακεύτηκαν	=	κολακεύω
κολακεύτηκε	=	κολακεύω
κολακεύτηκες	=	κολακεύω
κολακεύω	verb	αποδίδω ιδιοτελώς σε κάποιον επαίνους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα
κολαντρίζαμε	=	κολαντρίζω
κολαντρίζαν	=	κολαντρίζω
κολαντρίζανε	=	κολαντρίζω
κολαντρίζατε	=	κολαντρίζω
κολαντρίζει	=	κολαντρίζω
κολαντρίζεις	=	κολαντρίζω
κολαντρίζετε	=	κολαντρίζω
κολαντρίζοντας	=	κολαντρίζω
κολαντρίζουμε	=	κολαντρίζω
κολαντρίζουν	=	κολαντρίζω
κολαντρίζουνε	=	κολαντρίζω
κολαντρίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του κουλαντρίζω
κολαντρίσαμε	=	κολαντρίζω
κολαντρίσαν	=	κολαντρίζω
κολαντρίσανε	=	κολαντρίζω
κολαντρίσατε	=	κολαντρίζω
κολαντρίσει	=	κολαντρίζω
κολαντρίσματα	=	κολάντρισμα
κολαντρίσματος	=	κολάντρισμα
κολαντρίστε	=	κολαντρίζω
κολαντρισμάτων	=	κολάντρισμα
κολαούζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολαούζο
κολαούζε	noun	κλητική ενικού του κολαούζος
κολαούζο	noun	εργαλείο με το οποίο δημιουργούνται σπειρώματα (βόλτες) σε εσωτερικές επιφάνειες (μεταλλικές, ξύλινες ή από άλλο υλικό)
κολαούζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολαούζος
κολαούζος	noun	αυτός που προπορεύεται και δείχνει το δρόμο προς έναν τόπο, ο οδηγός σε πορεία
κολαούζου	noun	γενική ενικού του κολαούζος
κολαούζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολαούζος
κολαούζων	noun	γενική πληθυντικού του κολαούζος
κολαρίνα	noun	μεγάλος κολλαριστός σκληρός γιακάς
κολαρίνας	=	κολαρίνα
κολαρίνες	=	κολαρίνα
κολασμέ	noun	κλητική ενικού του κολασμός
κολασμένα	=	κολασμένος
κολασμένε	=	κολασμένος
κολασμένες	=	κολασμένος
κολασμένη	=	κολασμένος
κολασμένης	=	κολασμένος
κολασμένο	=	κολασμένος
κολασμένοι	=	κολασμένος
κολασμένος	verb	διεφθαρμένος
κολασμένου	=	κολασμένος
κολασμένους	=	κολασμένος
κολασμένων	=	κολασμένος
κολασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολασμός
κολασμού	noun	γενική ενικού του κολασμός
κολασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολασμός
κολασμό	noun	αιτιατική ενικού του κολασμός
κολασμός	noun|formal	η τιμωρία, η ποινή
κολασμών	noun	γενική πληθυντικού του κολασμός
κολαστές	=	κολαστής
κολαστή	=	κολαστής
κολαστήκαμε	=	κολάζω
κολαστήκαν	=	κολάζω
κολαστήκανε	=	κολάζω
κολαστήκατε	=	κολάζω
κολαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολαστήριο
κολαστήριο	noun	τόπος βασανισμού ή τιμωρίας
κολαστήριου	=	κολαστήριο
κολαστήριων	=	κολαστήριο
κολαστής	noun	αυτός που κολάζει, ο βασανιστής
κολαστεί	=	κολάζω
κολαστείτε	=	κολάζω
κολαστηρίου	noun	γενική ενικού του κολαστήριο
κολαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κολαστήριο
κολαστών	=	κολαστής
κολατσά	=	κολατσό
κολατσίζαμε	=	κολατσίζω
κολατσίζαν	=	κολατσίζω
κολατσίζανε	=	κολατσίζω
κολατσίζατε	=	κολατσίζω
κολατσίζει	=	κολατσίζω
κολατσίζεις	=	κολατσίζω
κολατσίζετε	=	κολατσίζω
κολατσίζοντας	=	κολατσίζω
κολατσίζουμε	=	κολατσίζω
κολατσίζουν	=	κολατσίζω
κολατσίζουνε	=	κολατσίζω
κολατσίζω	verb	λαμβάνω το κολατσιό μου
κολατσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσαν	=	κολατσίζω
κολατσίσανε	=	κολατσίζω
κολατσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσματα	=	κολάτσισμα
κολατσίσματος	=	κολάτσισμα
κολατσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολατσίζω
κολατσιά	=	κολατσιό
κολατσιδάκι	noun	υποκοριστικό του κολατσιό
κολατσιδάκια	=	κολατσιδάκι
κολατσιού	=	κολατσιό
κολατσισμάτων	=	κολάτσισμα
κολατσισμένος	verb|rare	που έχει κολατσίσει
κολατσιό	noun	κάτι πρόχειρο που τρώγεται μεταξύ των κυρίως γευμάτων
κολατσιών	=	κολατσιό
κολατσού	=	κολατσό
κολατσό	noun|vulgar	άλλη μορφή του κολατσιό
κολατσών	=	κολατσό
κολαφίζαμε	=	κολαφίζω
κολαφίζαν	=	κολαφίζω
κολαφίζανε	=	κολαφίζω
κολαφίζατε	=	κολαφίζω
κολαφίζει	=	κολαφίζω
κολαφίζεις	=	κολαφίζω
κολαφίζετε	=	κολαφίζω
κολαφίζοντας	=	κολαφίζω
κολαφίζουμε	=	κολαφίζω
κολαφίζουν	=	κολαφίζω
κολαφίζουνε	=	κολαφίζω
κολαφίζω	verb|dated	χαστουκίζω
κολαφίσαμε	=	κολαφίζω
κολαφίσαν	=	κολαφίζω
κολαφίσανε	=	κολαφίζω
κολαφίσατε	=	κολαφίζω
κολαφίσει	=	κολαφίζω
κολαφίσματα	=	κολάφισμα
κολαφίσματος	=	κολάφισμα
κολαφίστε	=	κολαφίζω
κολαφισμάτων	=	κολάφισμα
κολαφισμέ	noun	κλητική ενικού του κολαφισμός
κολαφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολαφισμός
κολαφισμού	noun	γενική ενικού του κολαφισμός
κολαφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολαφισμός
κολαφισμό	noun	αιτιατική ενικού του κολαφισμός
κολαφισμός	noun|formal	το ράπισμα, το χαστούκισμα
κολαφισμών	noun	γενική πληθυντικού του κολαφισμός
κολεέ	=	κολεός
κολεγίου	noun	γενική ενικού του κολέγιο
κολεγίων	noun	γενική πληθυντικού του κολέγιο
κολεγιά	noun	συνεργασία, συνεταιρισμός
κολεγιάς	=	κολεγιά
κολεγιές	=	κολεγιά
κολεγιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολεγιακό
κολεγιακέ	adj	κλητική ενικού του κολεγιακός
κολεγιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολεγιακή
κολεγιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολεγιακός
κολεγιακής	adj	γενική ενικού του κολεγιακή
κολεγιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολεγιακός
κολεγιακού	adj	γενική ενικού του κολεγιακός
κολεγιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολεγιακός
κολεγιακό	adj	αιτιατική ενικού του κολεγιακός
κολεγιακός	adj	σχετικός με το κολέγιο
κολεγιακών	adj	γενική πληθυντικού του κολεγιακός
κολεγιόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολεγιόπαιδο
κολεγιόπαιδο	noun	παιδί που φοιτά σε κολέγιο
κολεγιόπαιδου	noun	γενική ενικού του κολεγιόπαιδο
κολεγιόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του κολεγιόπαιδο
κολεγιών	=	κολεγιά
κολεκτίβα	noun	ομάδα δράσης (φοιτητική, επιστημονική, κινηματική, πολιτική, κοινωνική, καλλιτεχνική, αγροτική κτλ.)
κολεκτίβας	noun	γενική ενικού του κολεκτίβα
κολεκτίβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολεκτίβα
κολεκτίβων	=	κολεκτίβα
κολεκτιβίζω	verb	κολεκτιβοποιώ
κολεκτιβισμέ	noun	κλητική ενικού του κολεκτιβισμός
κολεκτιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολεκτιβισμός
κολεκτιβισμού	noun	γενική ενικού του κολεκτιβισμός
κολεκτιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολεκτιβισμός
κολεκτιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του κολεκτιβισμός
κολεκτιβισμός	noun	κοινωνικοοικονομικό σύστημα που θέτει τα μέσα παραγωγής στα χέρια του συνόλου
κολεκτιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του κολεκτιβισμός
κολεκτιβοποίηση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του κολεκτιβοποιώ
κολεκτιβοποίησης	noun	γενική ενικού του κολεκτιβοποίηση
κολεκτιβοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολεκτιβοποίηση
κολεκτιβοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κολεκτιβοποίηση
κολεκτιβοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κολεκτιβοποίηση
κολεκτιβοποιώ	verb	εφαρμόζω τον κολεκτιβισμό
κολεκτιβοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κολεκτιβοποιώ
κολεκτομές	=	κολεκτομή
κολεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση μέρους ή ολόκληρου του παχέος εντέρου
κολεκτομής	=	κολεκτομή
κολεκτομών	=	κολεκτομή
κολεξιόν	noun	συλλογή προϊόντων, κυρίως μόδας (ένδυσης και υπόδησης) καθώς και ειδών για το σπίτι ενός σχεδιαστή, που παρουσιάζονται περιοδικά, κατά σεζόν
κολεοί	=	κολεός
κολεού	=	κολεός
κολεούς	=	κολεός
κολεχτιβισμέ	=	κολεχτιβισμός
κολεχτιβισμοί	=	κολεχτιβισμός
κολεχτιβισμού	=	κολεχτιβισμός
κολεχτιβισμούς	=	κολεχτιβισμός
κολεχτιβισμό	=	κολεχτιβισμός
κολεχτιβισμός	noun	άλλη προφορά του κολεκτιβισμός
κολεχτιβισμών	=	κολεχτιβισμός
κολεχτιβοποίηση	noun	άλλη μορφή του κολεκτιβοποίηση
κολεχτιβοποίησης	=	κολεχτιβοποίηση
κολεχτιβοποιήσεις	=	κολεχτιβοποίηση
κολεχτιβοποιήσεων	=	κολεχτιβοποίηση
κολεχτιβοποιώ	verb	κολεκτιβοποιώ
κολεχτιβοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κολεχτιβοποιώ
κολεό	=	κολεός
κολεός	noun	ο κόλπος θηλυκού ανθρώπου ή ζώου
κολεόσπασμε	=	κολεόσπασμος
κολεόσπασμο	=	κολεόσπασμος
κολεόσπασμοι	=	κολεόσπασμος
κολεόσπασμος	noun	μυϊκός σπασμός του κόλπου που μπορεί να προκληθεί από ψυχολογικούς παράγοντες και καθιστά αδύνατη τη συνουσία
κολεόσπασμου	=	κολεόσπασμος
κολεόσπασμους	=	κολεόσπασμος
κολεόσπασμων	=	κολεόσπασμος
κολεών	=	κολεός
κολητσίδα	=	κολλητσίδα
κολιάντων	=	κόλιαντα
κολιέ	noun	κόσμημα που φοριέται στο λαιμό και συνήθως αποτελείται από χάντρες περασμένες σε μια κλωστή
κολιέδες	=	κολιές
κολιέδων	=	κολιές
κολιές	noun|vulgar	κλιτή μορφή του άκλιτου κολιέ
κολιγιά	noun|dated	σχέση συνεταίρων
κολιγιάς	noun	γενική ενικού του κολιγιά
κολιγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολιγιά
κολιγιών	=	κολιγιά
κολικά	=	κολικός
κολικέ	=	κολικός
κολικές	=	κολικός
κολική	=	κολικός
κολικής	=	κολικός
κολικοί	=	κολικός
κολικού	=	κολικός
κολικούς	=	κολικός
κολικό	=	κολικός
κολικόπονε	=	κολικόπονος
κολικόπονο	=	κολικόπονος
κολικόπονοι	=	κολικόπονος
κολικόπονος	noun	ο κολικός
κολικόπονου	=	κολικόπονος
κολικόπονους	=	κολικόπονος
κολικόπονων	=	κολικόπονος
κολικός	noun	οξύς πόνος…	adj	που έχει σχέση με το κόλον ή αναφέρεται σ’ αυτό
κολικών	=	κολικός
κολιμπρί	noun	μικρό εξωτικό πουλί με πολύχρωμα φτερά που κινούνται με πολύ γρήγορη χαρακτηριστική κίνηση
κολιμπριά	=	κολιμπρί
κολιμπριού	=	κολιμπρί
κολιμπριών	=	κολιμπρί
κολιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολιός
κολιού	noun	γενική ενικού του κολιός
κολιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολιός
κολιτζή	=	κολιτζής
κολιτζήδες	=	κολιτζής
κολιτζήδων	=	κολιτζής
κολιτζής	noun|dated	άλλη μορφή του κολτσής
κολιτηριτζής	noun	ο επιτήδειος, να προσκολλάει σε άτομα τα οποία απομυζά για ίδιο όφελος, ο βδελλάτος
κολιτιδικά	=	κολιτιδικός
κολιτιδικέ	=	κολιτιδικός
κολιτιδικές	=	κολιτιδικός
κολιτιδική	=	κολιτιδικός
κολιτιδικής	=	κολιτιδικός
κολιτιδικοί	=	κολιτιδικός
κολιτιδικού	=	κολιτιδικός
κολιτιδικούς	=	κολιτιδικός
κολιτιδικό	=	κολιτιδικός
κολιτιδικός	adj	που έχει σχέση με την κολίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
κολιτιδικών	=	κολιτιδικός
κολιτσή	=	κολιτσής
κολιτσήδες	=	κολιτσής
κολιτσήδων	=	κολιτσής
κολιτσής	noun|dated	άλλη μορφή του κολτσής
κολιτσίνα	noun	παιχνίδι που παίζεται με τράπουλα που περιέχει τα κλασικά 52 φύλλα
κολιτσίνας	=	κολιτσίνα
κολιτσίνες	=	κολιτσίνα
κολιτσίνων	=	κολιτσίνα
κολιό	noun	αιτιατική ενικού του κολιός
κολιός	noun	μεταναστευτικό ψάρι (Scomber japonicus) της οικογένειας των Σκομβριδών
κολιών	noun	γενική πληθυντικού του κολιός
κολλά	=	κολλάω
κολλάγαμε	=	κολλάω
κολλάγανε	=	κολλάω
κολλάγατε	=	κολλάω
κολλάει	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος κολλώ / κολλάω
κολλάζ	noun	άλλη γραφή του κολάζ
κολλάμε	=	κολλάω
κολλάν	=	κολάν
κολλάνε	=	κολλάω
κολλάραμε	=	κολλάρω
κολλάραν	=	κολλάρω
κολλάρανε	=	κολλάρω
κολλάρατε	=	κολλάρω
κολλάρει	=	κολλάρω
κολλάρεις	=	κολλάρω
κολλάρετε	=	κολλάρω
κολλάριζα	=	κολλαρίζω
κολλάριζαν	=	κολλαρίζω
κολλάριζε	=	κολλαρίζω
κολλάριζες	=	κολλαρίζω
κολλάρισα	=	κολλάρω
κολλάρισαν	=	κολλάρω
κολλάρισε	=	κολλάρω
κολλάρισες	=	κολλάρω
κολλάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού κολλάρω
κολλάροντας	=	κολλάρω
κολλάρουμε	=	κολλάρω
κολλάρουν	=	κολλάρω
κολλάρουνε	=	κολλάρω
κολλάρω	verb	αλείφω με κόλλα (ειδική ουσία σε υγρή μορφή) και σιδερώνω κάποιο ύφασμα, ώστε να παραμείνει σκληρό και ισιωμένο
κολλάς	=	κολλάω
κολλάτε	=	κολλάω
κολλάω	verb	ενώνω δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή μέρη αντικειμένου με κάποια κόλλα
κολλέγια	=	κολλέγιο
κολλέγιο	noun	άλλη γραφή του κολέγιο
κολλέγιου	=	κολλέγιο
κολλέτα	noun	στη λαϊκή παράδοση ήταν στοιχειό με μορφή σκύλου
κολλέτας	=	κολλέτα
κολλέτες	=	κολλέτα
κολλήθηκα	=	κολλάω
κολλήθηκαν	=	κολλάω
κολλήθηκε	=	κολλάω
κολλήθηκες	=	κολλάω
κολλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλλημα
κολλήματος	noun	γενική ενικού του κόλλημα
κολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσαν	=	κολλάω
κολλήσανε	=	κολλάω
κολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλληση
κολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσεων	=	κόλληση
κολλήσομε	=	κολλάω
κολλήσου	=	κολλάω
κολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσουνε	=	κολλάω
κολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κολλαγονώσεις	=	κολλαγόνωση
κολλαγονώσεων	=	κολλαγόνωση
κολλαγόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλαγόνο
κολλαγόνο	noun	ινώδης πρωτεΐνη του εξωκυττάριου χώρου που προσδίδει εκτατική ισχύ στους ιστούς
κολλαγόνου	noun	γενική ενικού του κολλαγόνο
κολλαγόνων	noun	γενική πληθυντικού του κολλαγόνο
κολλαγόνωση	noun	ινωδοειδής αλλοίωση του κολλαγόνου
κολλαγόνωσης	=	κολλαγόνωση
κολλαρίζαμε	=	κολλαρίζω
κολλαρίζαν	=	κολλαρίζω
κολλαρίζανε	=	κολλαρίζω
κολλαρίζατε	=	κολλαρίζω
κολλαρίζει	=	κολλαρίζω
κολλαρίζεις	=	κολλαρίζω
κολλαρίζετε	=	κολλαρίζω
κολλαρίζοντας	=	κολλαρίζω
κολλαρίζουμε	=	κολλαρίζω
κολλαρίζουν	=	κολλαρίζω
κολλαρίζουνε	=	κολλαρίζω
κολλαρίζω	verb	άλλη μορφή του κολλάρω
κολλαρίσαμε	=	κολλάρω
κολλαρίσαν	=	κολλάρω
κολλαρίσανε	=	κολλάρω
κολλαρίσατε	=	κολλάρω
κολλαρίσει	=	κολλάρω
κολλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλάρισμα
κολλαρίσματος	noun	γενική ενικού του κολλάρισμα
κολλαρίστε	=	κολλάρω
κολλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κολλάρισμα
κολλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλαρισμένο
κολλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κολλαρισμένος
κολλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλαρισμένη
κολλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολλαρισμένος
κολλαρισμένης	verb	γενική ενικού του κολλαρισμένη
κολλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κολλαρισμένος
κολλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλαρισμένος
κολλαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κολλάρω
κολλαρισμένου	=	κολλαρισμένος
κολλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κολλαρισμένος
κολλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολλαρισμένος
κολλαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κολλαριστός	adv	με κολλαριστό τρόπο
κολλαριστέ	adj	κλητική ενικού του κολλαριστός
κολλαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλαριστή
κολλαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολλαριστός
κολλαριστής	adj	γενική ενικού του κολλαριστή
κολλαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλαριστός
κολλαριστού	adj	γενική ενικού του κολλαριστός
κολλαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολλαριστός
κολλαριστό	adj	αιτιατική ενικού του κολλαριστός
κολλαριστός	adj	που του έχει γίνει κολλάρισμα
κολλαριστών	adj	γενική πληθυντικού του κολλαριστός
κολλεγία	noun	μικρή ομάδα νομικών συμβούλων ενός βασιλιά, σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα, ειδικότερα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
κολλεγίας	=	κολλεγία
κολλεγίες	=	κολλεγία
κολλεγίου	=	κολλέγιο
κολλεγίων	=	κολλέγιο
κολλεγιόπαιδου	noun	άλλη γραφή του κολεγιόπαιδου, γενική ενικού του κολεγιόπαιδο
κολλεγιών	=	κολλεγία
κολλεκτέρ	noun	διακόπτης ή συσκευή / μηχανισμός που συμβάλλει στη συλλογή ή διοχέτευση ύδατος, αερίου κ.λπ.
κολλεκτιβισμέ	noun	κλητική ενικού του κολλεκτιβισμός
κολλεκτιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλεκτιβισμός
κολλεκτιβισμού	noun	γενική ενικού του κολλεκτιβισμός
κολλεκτιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολλεκτιβισμός
κολλεκτιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του κολλεκτιβισμός
κολλεκτιβισμός	noun	κοινωνικοοικονομικό σύστημα που θέτει τα μέσα παραγωγής στα χέρια του συνόλου
κολλεκτιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του κολλεκτιβισμός
κολλετών	=	κολλέτα
κολληθήκαμε	=	κολλάω
κολληθήκαν	=	κολλάω
κολληθήκανε	=	κολλάω
κολληθήκατε	=	κολλάω
κολληθεί	=	κολλάω
κολληθείς	=	κολλάω
κολληθείτε	=	κολλάω
κολληθούμε	=	κολλάω
κολληθούν	=	κολλάω
κολληθούνε	=	κολλάω
κολληθώ	=	κολλάω
κολλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόλλημα
κολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλημένο
κολλημένε	verb	κλητική ενικού του κολλημένος
κολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλημένη
κολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολλημένος
κολλημένης	verb	γενική ενικού του κολλημένη
κολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του κολλημένος
κολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλημένος
κολλημένος	verb	που έχει κολλήσει, που έχει ενωθεί με κόλλα
κολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κολλημένος
κολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κολλημένος
κολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολλημένος
κολλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κολλητός	adv	με κολλητό τρόπο
κολλητέ	adj	κλητική ενικού του κολλητός
κολλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλητή
κολλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολλητός
κολλητήρι	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση υλικών συγκόλλησης
κολλητήρια	=	κολλητήρι
κολλητής	adj	γενική ενικού του κολλητή
κολλητηριού	=	κολλητήρι
κολλητηριών	=	κολλητήρι
κολλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλητικό
κολλητικέ	adj	κλητική ενικού του κολλητικός
κολλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλητική
κολλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολλητικός
κολλητικής	adj	γενική ενικού του κολλητική
κολλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλητικός
κολλητικού	adj	γενική ενικού του κολλητικός
κολλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολλητικός
κολλητικό	adj	αιτιατική ενικού του κολλητικός
κολλητικός	adj	που χρησιμεύει στην κόλληση
κολλητικών	adj	γενική πληθυντικού του κολλητικός
κολλητιλίκι	noun|vulgar	το να είναι κάποιος κολλητός με κάποιον άλλο
κολλητιλίκια	=	κολλητιλίκι
κολλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολλητός
κολλητού	adj	γενική ενικού του κολλητός
κολλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολλητός
κολλητσίδα	noun	όνομα που δίνεται σε διάφορα φυτά τα οποία έχουν κάποιου είδους κολλητική ουσία στους βλαστούς ή και στους σπόρους τους
κολλητσίδας	=	κολλητσίδα
κολλητσίδες	=	κολλητσίδα
κολλητσίδων	=	κολλητσίδα
κολλητό	adj	αιτιατική ενικού του κολλητός
κολλητός	adj	πολύ κοντινός	noun	πολύ στενός φίλος
κολλητών	adj	γενική πληθυντικού του κολλητός
κολλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κολλάω / κολλώ
κολλιέσαι	=	κολλάω
κολλιέστε	=	κολλάω
κολλιέται	=	κολλάω
κολλιούνται	=	κολλάω
κολλιούνταν	=	κολλάω
κολλιτσίδα	noun	άλλη γραφή του κολλητσίδα
κολλιτσίδας	=	κολλιτσίδα
κολλιτσίδες	=	κολλιτσίδα
κολλιτσίδων	=	κολλιτσίδα
κολλιόμασταν	=	κολλάω
κολλιόμαστε	=	κολλάω
κολλιόμουν	=	κολλάω
κολλιόμουνα	=	κολλάω
κολλιόνται	=	κολλάω
κολλιόνταν	=	κολλάω
κολλιόντανε	=	κολλάω
κολλιόντουσαν	=	κολλάω
κολλιόσασταν	=	κολλάω
κολλιόσαστε	=	κολλάω
κολλιόσουν	=	κολλάω
κολλιόσουνα	=	κολλάω
κολλιόταν	=	κολλάω
κολλιότανε	=	κολλάω
κολλοειδές	=	κολλοειδής
κολλοειδή	=	κολλοειδής
κολλοειδής	adj	που είναι όμοιος με κόλλα, που έχει παρόμοια υφή ή μορφή
κολλοειδείς	=	κολλοειδής
κολλοειδούς	=	κολλοειδής
κολλοειδών	=	κολλοειδής
κολλοσές	noun	πόλη της Φρυγίας (Αἱ Κολοσσαί)
κολλούμε	=	κολλάω
κολλούν	=	κολλάω
κολλούνε	=	κολλάω
κολλούσα	=	κολλάω
κολλούσαμε	=	κολλάω
κολλούσαν	=	κολλάω
κολλούσανε	=	κολλάω
κολλούσατε	=	κολλάω
κολλούσε	=	κολλάω
κολλούσες	=	κολλάω
κολλυβά	=	κολλυβάς
κολλυβάδες	=	κολλυβάς
κολλυβάδων	=	κολλυβάς
κολλυβάς	noun	εναλλακτική, σπανιότερη χρήση του όρου Κολλυβάς (με κεφαλαίο Κ, ως ονομαστικό), του υποστηρικτή του κινήματος του μέσου του 19ου αιώνα των Κολλυβάδων, οι οποίοι θεωρούσαν ότι τα μνημόσυνα μετά κολλύβων δεν πρέπει να τελώνται την Κυριακή και τις δεσποτικές εορτές
κολλυβαδισμέ	=	κολλυβαδισμός
κολλυβαδισμοί	=	κολλυβαδισμός
κολλυβαδισμού	=	κολλυβαδισμός
κολλυβαδισμούς	=	κολλυβαδισμός
κολλυβαδισμό	=	κολλυβαδισμός
κολλυβαδισμός	noun	θρησκευτικό/θεολογικό κίνημα του μέσου του 19ου αιώνα στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία το οποίο με αφορμή το ζήτημα που απασχόλησε τους Κολλυβάδες, τα μνημόσυνα (μετά κολλύβων) να μην τελώνται την Κυριακή, μετατράπηκε σε κίνημα για την επιστροφή στις ορθόδοξη ακρίβεια και τους Αγίους Πατέρες
κολλυβαδισμών	=	κολλυβαδισμός
κολλυβισμέ	=	κολλυβισμός
κολλυβισμοί	=	κολλυβισμός
κολλυβισμού	=	κολλυβισμός
κολλυβισμούς	=	κολλυβισμός
κολλυβισμό	=	κολλυβισμός
κολλυβισμός	noun	η εργασία του κολλυβιστή, η ανταλλαγή νομισμάτων
κολλυβισμών	=	κολλυβισμός
κολλυβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολλυβιστής
κολλυβιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κολλυβιστής
κολλυβιστής	noun	αργυραμοιβός, σαράφης
κολλυβιστών	noun	γενική πληθυντικού του κολλυβιστής
κολλυβογράμματα	noun	δυσανάγνωστα ή πολύ μικρά (σε μέγεθος) γράμματα
κολλυρίου	=	κολλύριο
κολλυρίων	=	κολλύριο
κολλωδών	=	κολλώδης
κολλύβου	=	κόλλυβος
κολλύβους	=	κόλλυβος
κολλύβων	=	κόλλυβα
κολλύρια	=	κολλύριο
κολλύριο	noun	φαρμακευτικό υγρό διάλυμα που εφαρμόζεται στο μάτι με τη μορφή σταγόνων για θεραπευτικούς ή κατευναστικούς σκοπούς
κολλύριου	=	κολλύριο
κολλύριων	=	κολλύριο
κολλώ	verb	άλλη μορφή του κολλάω
κολλώδεις	=	κολλώδης
κολλώδες	noun	το ιξώδες
κολλώδη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κολλώδης
κολλώδης	adj	που μοιάζει ως προς την υφή με κόλλα· που κολλάει όταν τον αγγίζεις
κολλώδους	=	κολλώδης
κολλώδων	=	κολλώδης
κολλών	noun	γενική πληθυντικού του κόλλα
κολλώντας	=	κολλάω
κολοβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοβό	adv	με κολοβό τρόπο
κολοβέ	adj	κλητική ενικού του κολοβός
κολοβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοβή
κολοβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολοβός
κολοβής	adj	γενική ενικού του κολοβή
κολοβακτήρια	=	κολοβακτήριο
κολοβακτήριο	noun	άλλη μορφή του κολοβακτηρίδιο
κολοβακτήριου	=	κολοβακτήριο
κολοβακτηρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοβακτηρίδιο
κολοβακτηρίδιο	noun	βακτηρίδιο που βρίσκεται στο κόλον ή άλλα σημεία του εντέρου και υπό ορισμένες συνθήκες είναι παθογόνο
κολοβακτηρίδιου	=	κολοβακτηρίδιο
κολοβακτηρίου	=	κολοβακτήριο
κολοβακτηρίων	=	κολοβακτήριο
κολοβακτηριδίου	noun	γενική ενικού του κολοβακτηρίδιο
κολοβακτηριδίων	noun	γενική πληθυντικού του κολοβακτηρίδιο
κολοβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολοβός
κολοβού	adj	γενική ενικού του κολοβός
κολοβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολοβός
κολοβωθήκαμε	=	κολοβώνω
κολοβωθήκαν	=	κολοβώνω
κολοβωθήκανε	=	κολοβώνω
κολοβωθήκατε	=	κολοβώνω
κολοβωθεί	=	κολοβώνω
κολοβωθείτε	=	κολοβώνω
κολοβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κολόβωμα
κολοβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοβωμένο
κολοβωμένε	verb	κλητική ενικού του κολοβωμένος
κολοβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοβωμένη
κολοβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολοβωμένος
κολοβωμένης	verb	γενική ενικού του κολοβωμένη
κολοβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κολοβωμένος
κολοβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολοβωμένος
κολοβωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κολοβώνω
κολοβωμένου	=	κολοβωμένος
κολοβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κολοβωμένος
κολοβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολοβωμένος
κολοβωνόμασταν	=	κολοβώνω
κολοβωνόμαστε	=	κολοβώνω
κολοβωνόμουν	=	κολοβώνω
κολοβωνόμουνα	=	κολοβώνω
κολοβωνόντουσαν	=	κολοβώνω
κολοβωνόσασταν	=	κολοβώνω
κολοβωνόσαστε	=	κολοβώνω
κολοβωνόσουν	=	κολοβώνω
κολοβωνόσουνα	=	κολοβώνω
κολοβωνόταν	=	κολοβώνω
κολοβωνότανε	=	κολοβώνω
κολοβό	adj	αιτιατική ενικού του κολοβός
κολοβός	adj	που του έχουν κόψει την ουρά
κολοβώθηκα	=	κολοβώνω
κολοβώθηκαν	=	κολοβώνω
κολοβώθηκε	=	κολοβώνω
κολοβώθηκες	=	κολοβώνω
κολοβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολόβωμα
κολοβώματος	noun	γενική ενικού του κολόβωμα
κολοβών	adj	γενική πληθυντικού του κολοβός
κολοβώναμε	=	κολοβώνω
κολοβώναν	=	κολοβώνω
κολοβώνανε	=	κολοβώνω
κολοβώνατε	=	κολοβώνω
κολοβώνει	=	κολοβώνω
κολοβώνεις	=	κολοβώνω
κολοβώνεσαι	=	κολοβώνω
κολοβώνεστε	=	κολοβώνω
κολοβώνεται	=	κολοβώνω
κολοβώνετε	=	κολοβώνω
κολοβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κολοβώνω
κολοβώνονται	=	κολοβώνω
κολοβώνονταν	=	κολοβώνω
κολοβώνοντας	=	κολοβώνω
κολοβώνου	=	κολοβώνομαι
κολοβώνουμε	=	κολοβώνω
κολοβώνουν	=	κολοβώνω
κολοβώνουνε	=	κολοβώνω
κολοβώνω	verb	μετατρέπω κάτι σε κολοβό
κολοβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσαν	=	κολοβώνω
κολοβώσανε	=	κολοβώνω
κολοβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσεων	=	κολόβωση
κολοβώσου	=	κολοβώνω
κολοβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολοκάσι	noun	τροπικό πολυετές φυτό, το οποίο καλλιεργείται για τον βρώσιμο κορμό και τις βρώσιμες ρίζες του (κόνδυλοι)
κολοκάσια	=	κολοκάσι
κολοκάσιν	=	κολοκάσι
κολοκάτσι	=	κολοκάσι
κολοκάτσιν	=	κολοκάσι
κολοκασιού	=	κολοκάσι
κολοκασιών	=	κολοκάσι
κολοκοτρωνών	=	κολοκοτρώνης
κολοκοτρώνες	=	κολοκοτρώνης
κολοκοτρώνη	=	κολοκοτρώνης
κολοκοτρώνης	noun|dated	είδος σουγιά
κολοκυθάκι	noun	μικρό κολοκύθι
κολοκυθάκια	=	κολοκυθάκι
κολοκυθένια	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιας	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιε	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιες	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιο	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιοι	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιος	adj	που έχει φτιαχτεί με κολοκύθι
κολοκυθένιου	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιους	=	κολοκυθένιος
κολοκυθένιων	=	κολοκυθένιος
κολοκυθιά	noun	κοινή ονομασία για τα φυτά που παράγουν κολοκύθια ή κολοκύθες, το γένος Κολοκύνθη (Cucurbita)
κολοκυθιάς	noun	γενική ενικού του κολοκυθιά
κολοκυθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκυθιά
κολοκυθιού	=	κολοκύθι
κολοκυθιών	=	κολοκύθι
κολοκυθοκεφτέ	=	κολοκυθοκεφτές
κολοκυθοκεφτέδες	=	κολοκυθοκεφτές
κολοκυθοκεφτέδων	=	κολοκυθοκεφτές
κολοκυθοκεφτές	noun	κεφτές με κύριο συστατικό το κολοκύθι αντί για κιμά
κολοκυθοκορφάδα	noun	η καλοπέραση
κολοκυθοκορφάδας	=	κολοκυθοκορφάδες
κολοκυθοκορφάδες	noun	οι τρυφεροί βλαστοί της κολοκυθιάς
κολοκυθοκορφάδων	=	κολοκυθοκορφάδες
κολοκυθοπιτών	=	κολοκυθόπιτα
κολοκυθόπιτα	noun	πίτα με γέμιση από κολοκύθια
κολοκυθόπιτας	noun	γενική ενικού του κολοκυθόπιτα
κολοκυθόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκυθόπιτα
κολοκυθόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο κολοκύθια
κολοκυθόσουπας	noun	γενική ενικού του κολοκυθόσουπα
κολοκυθόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκυθόσουπα
κολοκυθόσπορε	=	κολοκυθόσπορος
κολοκυθόσπορο	=	κολοκυθόσπορος
κολοκυθόσποροι	=	κολοκυθόσπορος
κολοκυθόσπορος	noun	σπόρος του κολοκυθιού
κολοκυθόσπορου	=	κολοκυθόσπορος
κολοκυθόσπορους	=	κολοκυθόσπορος
κολοκυθόσπορων	=	κολοκυθόσπορος
κολοκυθών	=	κολοκύθα
κολοκύθα	noun	κάθε μεγάλο κολοκύθι
κολοκύθας	noun	ασήμαντος ή αστόχαστος άνθρωπος
κολοκύθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκύθα
κολοκύθι	noun	ο καρπός της κολοκυθιάς, στενόμακρος, πρασινωπός απ’ έξω, άσπρος από μέσα, με σπόρια
κολοκύθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκύθι	intj	ανοησίες
κολοκύνθη	noun	όρος για την επιστημονική ονομασία των ειδών της κολοκυθιάς, του γένους Κολοκύνθη (Cucurbita)
κολομβιανά	=	κολομβιανός
κολομβιανέ	=	κολομβιανός
κολομβιανές	=	κολομβιανός
κολομβιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολομβιανός
κολομβιανής	=	κολομβιανός
κολομβιανοί	=	κολομβιανός
κολομβιανού	=	κολομβιανός
κολομβιανούς	=	κολομβιανός
κολομβιανό	=	κολομβιανός
κολομβιανός	adj	που έχει σχέση με την Κολομβία ή τους Κολομβιανούς ή αναφέρεται σʼ αυτά
κολομβιανών	=	κολομβιανός
κολομπίνα	noun	γυναικείο πρόσωπο στην παλιά ιταλική κωμωδία
κολομπίνας	=	κολομπίνα
κολομπίνες	=	κολομπίνα
κολομπίνων	=	κολομπίνα
κολομπίρι	noun	ο λαιμός της στήλης ιστού, καθώς και του προβόλου και του κάθε επιστηλίου των ιστιοφόρων πλοίων
κολομπίρια	=	κολομπίρι
κολομπαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κολομπαράς
κολομπαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολομπαράς
κολομπαράδων	noun	γενική πληθυντικού του κολομπαράς
κολομπαράς	noun	αυτός που συνουσιάζεται με άντρα, έχοντας τον ενεργητικό ρόλο
κολομπιριού	=	κολομπίρι
κολομπιριών	=	κολομπίρι
κολομπυριού	=	κολομπύρι
κολομπυριών	=	κολομπύρι
κολομπύρι	noun	λαιμός στήλης ιστού (βλέπε κολομπίρι)
κολομπύρια	=	κολομπύρι
κολονάκι	noun	υποκοριστικό του κολόνα
κολονάκια	=	κολονάκι
κολονάτή	=	κολονάτος
κολονάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολονάτο
κολονάτε	adj	κλητική ενικού του κολονάτος
κολονάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολονάτη
κολονάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολονάτος
κολονάτης	adj	γενική ενικού του κολονάτη
κολονάτο	adj	αιτιατική ενικού του κολονάτος
κολονάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολονάτος
κολονάτος	adj	που έχει κολόνα και στηρίζεται σ’ αυτή
κολονάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κολονάτος
κολονάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολονάτος
κολονάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολονάτος
κολονέλος	noun	συνταγματάρχης
κολονίτσα	noun	υποκοριστικό του κολόνα
κολονίτσας	noun	γενική ενικού του κολονίτσα
κολονίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολονίτσα
κολονοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολονοσκόπηση
κολονοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κολονοσκόπηση
κολονοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κολονοσκόπηση
κολονοσκοπίου	=	κολονοσκόπιο
κολονοσκοπίων	=	κολονοσκόπιο
κολονοσκόπηση	noun	η εξέταση του εντέρου με ειδικό ενδοσκόπιο, το κολονοσκόπιο, και μερικές φορές η ταυτόχρονη αφαίρεση πολυπόδων ή ιστών για βιοψία
κολονοσκόπησης	noun	γενική ενικού του κολονοσκόπηση
κολονοσκόπια	=	κολονοσκόπιο
κολονοσκόπιο	noun	ειδικό ενδοσκόπιο για την εξέταση του εντέρου που, εκτός από την εικόνα που παρέχει, δίνει και τη δυνατότητα τοπικών μικροεπεμβάσεων
κολονοσκόπιου	=	κολονοσκόπιο
κολονών	noun	γενική πληθυντικού του κολόνα
κολοσσέ	noun	κλητική ενικού του κολοσσός
κολοσσιαία	adv	σε κολοσσιαίο μέγεθος
κολοσσιαίας	adj	γενική ενικού του κολοσσιαία
κολοσσιαίε	adj	κολοσσιαίος, στην κλητική του ενικού
κολοσσιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοσσιαία
κολοσσιαίο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κολοσσιαίος
κολοσσιαίοι	adj	κολοσσιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κολοσσιαίος	adj	ο τεράστιος, ο πολύ μεγάλος σε μέγεθος ή αξία
κολοσσιαίου	adj	γενική ενικού του κολοσσιαίος
κολοσσιαίους	adj	κολοσσιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κολοσσιαίων	=	κολοσσιαίος
κολοσσιαίως	adv	κολοσσιαία
κολοσσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολοσσός
κολοσσού	noun	γενική ενικού του κολοσσός
κολοσσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κολοσσός
κολοσσό	noun	αιτιατική ενικού του κολοσσός
κολοσσός	noun	το άγαλμα υπερφυσικών διαστάσεων
κολοσσών	noun	γενική πληθυντικού του κολοσσός
κολοτούμπα	noun	απλοποιημένη γραφή του κωλοτούμπα
κολοτούμπας	=	κολοτούμπα
κολοτούμπες	=	κολοτούμπα
κολοφωνίου	noun	γενική ενικού του κολοφώνιο
κολοφωνίων	noun	γενική πληθυντικού του κολοφώνιο
κολοφώνα	=	κολοφώνας
κολοφώνας	noun	το πιο ψηλό (και πιθανά τελευταίο) σημείο
κολοφώνες	=	κολοφώνας
κολοφώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοφώνιο
κολοφώνιο	noun	κίτρινο διαφανές στερεό που προέρχεται από τον διαχωρισμό της με το ρετσίνι
κολοφώνιου	=	κολοφώνιο
κολοφώνων	=	κολοφώνας
κολούμπρα	noun|vulgar	έντονο συναίσθημα, αμηχανία, σοκ
κολπάκι	noun	υποκοριστικό του κόλπο
κολπάκια	=	κολπάκι
κολπίσκε	=	κολπίσκος
κολπίσκο	=	κολπίσκος
κολπίσκοι	=	κολπίσκος
κολπίσκος	noun	μικρός κόλπος
κολπίσκου	=	κολπίσκος
κολπίσκους	=	κολπίσκος
κολπίσκων	=	κολπίσκος
κολπίτιδα	noun	φλεγμονή του βλεννογόνου του κόλπου.
κολπίτιδας	=	κολπίτιδα
κολπίτιδες	=	κολπίτιδα
κολπίτιδων	=	κολπίτιδα
κολπαδόρα	noun	που πετυχαίνει το σκοπό της με κόλπα, δες επίσης κολπατζού
κολπαδόρας	=	κολπαδόρα
κολπαδόρε	=	κολπαδόρος
κολπαδόρες	=	κολπαδόρα
κολπαδόρο	=	κολπαδόρος
κολπαδόροι	=	κολπαδόρος
κολπαδόρος	noun	άλλη μορφή του κολπατζής
κολπαδόρου	=	κολπαδόρος
κολπαδόρους	=	κολπαδόρος
κολπαδόρων	=	κολπαδόρος
κολπατζή	=	κολπατζής
κολπατζήδες	=	κολπατζής
κολπατζήδων	=	κολπατζής
κολπατζής	noun	αυτός που επιτυγχάνει κάποιο σκοπό κάνοντας διάφορα κόλπα, τεχνάσματα ή και με γαλιφιές
κολπατζίδικα	=	κολπατζίδικος
κολπατζίδικε	adj	κλητική ενικού του κολπατζίδικος
κολπατζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολπατζίδικη
κολπατζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολπατζίδικος
κολπατζίδικης	adj	γενική ενικού του κολπατζίδικη
κολπατζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του κολπατζίδικος
κολπατζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολπατζίδικος
κολπατζίδικος	adj	που έχει σχέση με κολπατζή ή αναφέρεται σ’ αυτόν, στους τρόπους ή τη συμπεριφορά του
κολπατζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κολπατζίδικος
κολπατζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολπατζίδικος
κολπατζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολπατζίδικος
κολπατζού	noun	θηλυκό του κολπατζής
κολπατζούδες	=	κολπατζού
κολπατζούδων	=	κολπατζού
κολπατζούς	=	κολπατζού
κολπεκτομές	=	κολπεκτομή
κολπεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση μέρους ή όλου του γυναικείου κόλπου για αντιμετώπιση ιατρικών προβλημάτων
κολπεκτομής	=	κολπεκτομή
κολπεκτομών	=	κολπεκτομή
κολπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολπικό
κολπικέ	adj	κλητική ενικού του κολπικός
κολπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολπική
κολπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολπικός
κολπικής	adj	γενική ενικού του κολπική
κολπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολπικός
κολπικού	adj	γενική ενικού του κολπικός
κολπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολπικός
κολπικό	adj	αιτιατική ενικού του κολπικός
κολπικός	adj	που αναφέρεται στον γυναικείο κόλπο
κολπικών	adj	γενική πληθυντικού του κολπικός
κολπισμέ	=	κολπισμός
κολπισμοί	=	κολπισμός
κολπισμού	=	κολπισμός
κολπισμούς	=	κολπισμός
κολπισμό	=	κολπισμός
κολπισμός	noun	κολεόσπασμος
κολπισμών	=	κολπισμός
κολποειδές	=	κολποειδής
κολποειδή	=	κολποειδής
κολποειδής	adj	που μοιάζει με κόλπο, που έχει παρόμοιο κοίλο σχήμα
κολποειδείς	=	κολποειδής
κολποειδούς	=	κολποειδής
κολποειδών	=	κολποειδής
κολποκήλες	=	κολποκήλη
κολποκήλη	noun	κολπική κήλη ή πρόπτωση του κόλπου
κολποκήλης	=	κολποκήλη
κολποκλείσεις	=	κολπόκλειση
κολποκλείσεων	=	κολπόκλειση
κολποκοιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κολποκοιλιακός	adv	στην κολποκοιλιακή περιοχή
κολποκοιλιακέ	adj	κλητική ενικού του κολποκοιλιακός
κολποκοιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολποκοιλιακή
κολποκοιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολποκοιλιακός
κολποκοιλιακής	adj	γενική ενικού του κολποκοιλιακή
κολποκοιλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολποκοιλιακός
κολποκοιλιακού	adj	γενική ενικού του κολποκοιλιακός
κολποκοιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολποκοιλιακός
κολποκοιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του κολποκοιλιακός
κολποκοιλιακός	adj	που σχετίζεται με τους κόλπους και τις κοιλίες μιας καρδιάς
κολποκοιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του κολποκοιλιακός
κολπορραγία	noun	απώλεια αίματος (αιμορραγία) από τον κόλπο
κολπορραγίας	noun	γενική ενικού του κολπορραγία
κολπορραγίες	=	κολπορραγία
κολπορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του κολπορραγία
κολπορραφές	=	κολπορραφή
κολπορραφή	noun	η συρραφή τμημάτων του κόλπου με χειρουργική επέμβαση
κολπορραφής	=	κολπορραφή
κολπορραφία	noun	άλλη μορφή του κολπορραφή
κολπορραφίας	=	κολπορραφία
κολπορραφίες	=	κολπορραφία
κολπορραφιών	=	κολπορραφία
κολπορραφών	=	κολπορραφή
κολπορροιών	=	κολπόρροια
κολποσκοπήσεις	=	κολποσκόπηση
κολποσκοπήσεων	=	κολποσκόπηση
κολποσκοπίου	=	κολποσκόπιο
κολποσκοπίων	=	κολποσκόπιο
κολποσκόπηση	noun	εξέταση του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου από μαιευτήρα / γυναικολόγο με κολποσκόπιο
κολποσκόπησης	=	κολποσκόπηση
κολποσκόπια	=	κολποσκόπιο
κολποσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η κολποσκόπηση
κολποσκόπιου	=	κολποσκόπιο
κολποσκόπιων	=	κολποσκόπιο
κολπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόλπωμα
κολπόκλειση	noun	η ιατρική πράξη της σύγκλεισης του κόλπου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πρόπτωση της μήτρας ή ανάλογο πρόβλημα
κολπόκλεισης	=	κολπόκλειση
κολπόρροια	noun	ροή υγρών από τον κόλπο
κολπόρροιας	=	κολπόρροια
κολπόρροιες	=	κολπόρροια
κολπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλπωμα
κολπώματος	noun	γενική ενικού του κόλπωμα
κολπώσεις	=	κόλπωση
κολπώσεων	=	κόλπωση
κολπῖτις	noun	η κολπίτιδα
κολτζή	=	κολτζής
κολτζήδες	=	κολτζής
κολτζήδων	=	κολτζής
κολτζής	noun|dated	άλλη μορφή του κολτσής
κολτσή	=	κολτσής
κολτσήδες	=	κολτσής
κολτσήδων	=	κολτσής
κολτσής	noun|dated	επικεφαλής στρατιωτικού αποσπάσματος, (κατ’ επέκταση) φύλακας, φρουρός
κολτσίνα	=	κοντσίνα
κολτσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολτσίνα
κολυμβήθρα	noun	μεγάλο μετάλλινο σκεύος, σε μορφή βαθιάς λεκάνης, στο οποίο εμβαπτίζεται κάθε νέο μέλος της Εκκλησίας κατά την τελετή του βαπτίσματος
κολυμβήθρας	noun	γενική ενικού του κολυμβήθρα
κολυμβήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμβήθρα
κολυμβήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολύμβηση
κολυμβήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κολύμβηση
κολυμβήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κολύμβηση
κολυμβήτρια	noun	θηλυκό του κολυμβητής
κολυμβήτριας	noun	γενική ενικού του κολυμβήτρια
κολυμβήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμβήτρια
κολυμβηθρών	noun	γενική πληθυντικού του κολυμβήθρα
κολυμβητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμβητής
κολυμβητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κολυμβητής
κολυμβητήρια	=	κολυμβητήριο
κολυμβητήριο	noun	πισίνα σε στεγασμένο ή ανοιχτό χώρο, όπου οι άνθρωποι κολυμπούν, προπονούνται στην κολύμβηση ή αγωνίζονται σε κολυμβητικούς αγώνες
κολυμβητήριου	=	κολυμβητήριο
κολυμβητήριων	=	κολυμβητήριο
κολυμβητής	noun	αυτός που (γνωρίζει να) κολυμπά
κολυμβητηρίου	=	κολυμβητήριο
κολυμβητηρίων	=	κολυμβητήριο
κολυμβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμβητικό
κολυμβητικέ	adj	κλητική ενικού του κολυμβητικός
κολυμβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμβητική
κολυμβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολυμβητικός
κολυμβητικής	adj	γενική ενικού του κολυμβητική
κολυμβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολυμβητικός
κολυμβητικού	adj	γενική ενικού του κολυμβητικός
κολυμβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολυμβητικός
κολυμβητικό	adj	αιτιατική ενικού του κολυμβητικός
κολυμβητικός	adj	σχετικός με την κολύμβηση ή τον κολυμβητή
κολυμβητικών	adj	γενική πληθυντικού του κολυμβητικός
κολυμβητριών	noun	γενική πληθυντικού του κολυμβήτρια
κολυμβητών	noun	γενική πληθυντικού του κολυμβητής
κολυμπά	=	κολυμπώ
κολυμπάγαμε	=	κολυμπάω
κολυμπάγανε	=	κολυμπάω
κολυμπάγατε	=	κολυμπάω
κολυμπάδα	noun|vulgar	ποικιλία ελιάς αδρόκαρπη, δηλ. με μεγάλου μεγέθους καρπούς, οι οποίοι έχουν πράσινο χρώμα και διατηρούνται σε άλμη
κολυμπάδας	=	κολυμπάδα
κολυμπάδες	=	κολυμπάδα
κολυμπάδων	=	κολυμπάδα
κολυμπάει	=	κολυμπώ
κολυμπάμε	=	κολυμπώ
κολυμπάν	=	κολυμπώ
κολυμπάνε	=	κολυμπώ
κολυμπάς	=	κολυμπώ
κολυμπάτε	=	κολυμπώ
κολυμπάω	verb	άλλη μορφή του κολυμπώ
κολυμπήθηκα	=	κολυμπάω
κολυμπήθηκαν	=	κολυμπάω
κολυμπήθηκε	=	κολυμπάω
κολυμπήθηκες	=	κολυμπάω
κολυμπήθρα	noun	άλλη μορφή του κολυμβήθρα
κολυμπήθρας	noun	γενική ενικού του κολυμπήθρα
κολυμπήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπήθρα
κολυμπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολύμπημα
κολυμπήματος	noun	γενική ενικού του κολύμπημα
κολυμπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσαν	=	κολυμπώ
κολυμπήσανε	=	κολυμπώ
κολυμπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσομε	=	κολυμπάω
κολυμπήσου	=	κολυμπάω
κολυμπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσουνε	=	κολυμπάω
κολυμπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολυμπήτρια	noun	άλλη μορφή του κολυμβήτρια
κολυμπήτριας	noun	γενική ενικού του κολυμπήτρια
κολυμπήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπήτρια
κολυμπίδια	noun|dated	τελετουργικό μπάνιο του νεογέννητου από τη μαμμή, τη νονά κ.λπ. την τρίτη μέρα από τη γέννησή του
κολυμπηθήκαμε	=	κολυμπάω
κολυμπηθήκαν	=	κολυμπάω
κολυμπηθήκανε	=	κολυμπάω
κολυμπηθήκατε	=	κολυμπάω
κολυμπηθεί	=	κολυμπάω
κολυμπηθείς	=	κολυμπάω
κολυμπηθείτε	=	κολυμπάω
κολυμπηθούμε	=	κολυμπάω
κολυμπηθούν	=	κολυμπάω
κολυμπηθούνε	=	κολυμπάω
κολυμπηθρόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπηθρόξυλο
κολυμπηθρόξυλο	noun|figurative	με την έννοια μιας βίαιης κατάστασης που άφησε πίσω της καταστροφή (τόση που να μην μείνει ξύλο ικανού μεγέθους για να βοηθήσει κάποιον να πιαστεί και να επιπλεύσει)
κολυμπηθρόξυλου	noun	γενική ενικού του κολυμπηθρόξυλο
κολυμπηθρόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του κολυμπηθρόξυλο
κολυμπηθρών	noun	γενική πληθυντικού του κολυμπήθρα
κολυμπηθώ	=	κολυμπάω
κολυμπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κολύμπημα
κολυμπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπημένο
κολυμπημένε	verb	κλητική ενικού του κολυμπημένος
κολυμπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπημένη
κολυμπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολυμπημένος
κολυμπημένης	verb	γενική ενικού του κολυμπημένη
κολυμπημένο	verb	αιτιατική ενικού του κολυμπημένος
κολυμπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολυμπημένος
κολυμπημένος	verb	που έχει κολυμπηθεί, που τον διάνυσαν-διέσχισαν κολυμπώντας
κολυμπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κολυμπημένος
κολυμπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κολυμπημένος
κολυμπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κολυμπημένος
κολυμπητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπητό
κολυμπητέ	adj	κλητική ενικού του κολυμπητός
κολυμπητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολυμπητή
κολυμπητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κολυμπητός
κολυμπητής	=	κολυμπητός
κολυμπητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κολυμπητός
κολυμπητού	adj	γενική ενικού του κολυμπητός
κολυμπητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κολυμπητός
κολυμπητριών	noun	γενική πληθυντικού του κολυμπήτρια
κολυμπητό	adj	αιτιατική ενικού του κολυμπητός
κολυμπητός	adj	που έχει βυθιστεί σε νερό ή άλλο υγρό
κολυμπητών	adj	γενική πληθυντικού του κολυμπητός
κολυμπιέμαι	=	κολυμπάω
κολυμπιέσαι	=	κολυμπάω
κολυμπιέστε	=	κολυμπάω
κολυμπιέται	=	κολυμπάω
κολυμπιού	=	κολύμπι
κολυμπιούνται	=	κολυμπάω
κολυμπιούνταν	=	κολυμπάω
κολυμπιόμασταν	=	κολυμπάω
κολυμπιόμαστε	=	κολυμπάω
κολυμπιόμουν	=	κολυμπάω
κολυμπιόμουνα	=	κολυμπάω
κολυμπιόνται	=	κολυμπάω
κολυμπιόνταν	=	κολυμπάω
κολυμπιόντανε	=	κολυμπάω
κολυμπιόντουσαν	=	κολυμπάω
κολυμπιόσασταν	=	κολυμπάω
κολυμπιόσαστε	=	κολυμπάω
κολυμπιόσουν	=	κολυμπάω
κολυμπιόσουνα	=	κολυμπάω
κολυμπιόταν	=	κολυμπάω
κολυμπιότανε	=	κολυμπάω
κολυμπιών	=	κολύμπι
κολυμπούμε	=	κολυμπώ
κολυμπούν	=	κολυμπώ
κολυμπούνε	=	κολυμπώ
κολυμπούσα	=	κολυμπώ
κολυμπούσαμε	=	κολυμπώ
κολυμπούσαν	=	κολυμπώ
κολυμπούσανε	=	κολυμπώ
κολυμπούσατε	=	κολυμπώ
κολυμπούσε	=	κολυμπώ
κολυμπούσες	=	κολυμπώ
κολυμπώ	verb	επιπλέω και κινούμαι στο νερό με κινήσεις των χεριών και των ποδιών
κολυμπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κολυμπάω / κολυμπώ
κολχικίνες	=	κολχικίνη
κολχικίνη	noun	φάρμακο (χημικός τύπος C₂₂H₂₅NO₆) που εξήχθη αρχικά από το φυτό φθινοπωρινός κρόκος (Colchicum autumnale), και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας και της νόσου Αδαμαντιάδη-Μπεχτσέτ
κολχικίνης	=	κολχικίνη
κολχικινών	=	κολχικίνη
κολχόζ	noun	συνεταιριστικό αγρόκτημα στη Σοβιετική Ένωση
κολωμάτων	=	κόλωμα
κολωνακιωτών	=	κολωνακιώτης
κολωνακιώτες	=	κολωνακιώτης
κολωνακιώτη	=	κολωνακιώτης
κολωνακιώτης	noun	ο Κολωνακιώτης
κολωνακιώτισσα	=	κολωνακιώτης
κολωνικά	noun	η γερμανική διάλεκτος που μιλιέται στην περιοχή της Κολωνίας, στη Γερμανία
κολωνικών	=	κολωνικά
κολωνών	=	κολώνα
κολόβια	=	κολόβιο
κολόβιο	noun	ένα πουκάμισο με κοντά μανίκια μέχρι τον αγκώνα, το οποίο φορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου.
κολόβιου	=	κολόβιο
κολόβιων	=	κολόβιο
κολόβωμα	noun	το τμήμα μέλους ή οργάνου που απομένει ύστερα από ακρωτηριασμό ή εκτομή
κολόβωνα	=	κολοβώνω
κολόβωναν	=	κολοβώνω
κολόβωνε	=	κολοβώνω
κολόβωνες	=	κολοβώνω
κολόβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολόβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολόβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολόβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολοβώνω
κολόβωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κολοβώνω
κολόβωσης	=	κολόβωση
κολόμπα	noun	η στήλη ιστού των ιστιοφόρων πλοίων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
κολόμπας	=	κολόμπα
κολόμπες	=	κολόμπα
κολόμπων	=	κολόμπα
κολόνα	noun	ο κίονας
κολόνας	noun	γενική ενικού του κολόνα
κολόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολόνα
κολόνια	noun	διάλυμα αρώματος σε υγρό, συνήθως σε οινόπνευμα, που χρησιμοποιείται στο σώμα
κολόνιας	noun	γενική ενικού του κολόνια
κολόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολόνια
κολόννα	noun|dated	άλλη γραφή του κολόνα
κολύβριον	noun	άλλη γραφή του κολίβριον: το κολίβριο, το κολιμπρί
κολύμβηση	noun	η κίνηση και η επίπλευση ενός ζωντανού οργανισμού στο νερό
κολύμβησης	noun	γενική ενικού του κολύμβηση
κολύμπα	=	κολυμπώ
κολύμπαγα	=	κολυμπάω
κολύμπαγαν	=	κολυμπάω
κολύμπαγε	=	κολυμπώ
κολύμπαγες	=	κολυμπάω
κολύμπημα	noun	το κολύμπι, η κολύμβηση
κολύμπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολύμπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολύμπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολύμπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολυμπώ
κολύμπι	noun	το να μετακινείται κάποιος επιπλέοντας μέσα στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών
κολύμπια	=	κολύμπι
κολώματα	=	κόλωμα
κολώματος	=	κόλωμα
κολώνα	noun|dated	άλλη γραφή του κολόνα
κολώνας	=	κολώνα
κολώνες	=	κολώνα
κολώνια	=	κολόνια
κομάντα	=	κομάντο
κομάντο	noun	στρατιώτης που ανήκει σε ομάδα ειδικών και επικίνδυνων αποστολών που απαιτούν εντατική εκπαίδευση
κομάντος	noun	άλλη μορφή του κομάντο (ιδίως για τον πληθυντικό αριθμό)
κομήτες	=	κομήτης
κομήτη	=	κομήτης
κομήτης	noun	ουράνιο σώμα με μικρή πυκνότητα και μάζα που κινείται στις παρυφές του ηλιακού μας συστήματος σε παραβολικές ή ελλειπτικές τροχιές
κομήτων	=	κόμης
κομίζαμε	=	κομίζω
κομίζαν	=	κομίζω
κομίζανε	=	κομίζω
κομίζατε	=	κομίζω
κομίζει	=	κομίζω
κομίζεις	=	κομίζω
κομίζετε	=	κομίζω
κομίζομαι	=	κομίζω
κομίζοντας	=	κομίζω
κομίζουμε	=	κομίζω
κομίζουν	=	κομίζω
κομίζουνε	=	κομίζω
κομίζω	verb|formal	μεταφέρω, όπως στην έκφραση: κομίζω γλαύκα εις Αθήνας
κομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίσαν	=	κομίζω
κομίσανε	=	κομίζω
κομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίσθηκα	=	κομίζω
κομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίστα	noun	θηλυκό του κομίστας
κομίστας	noun	δημιουργός κόμικς
κομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομίστες	=	κομίστας
κομίστρια	noun	θηλυκό του κομιστής
κομίστριας	noun	γενική ενικού του κομίστρια
κομίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομίστρια
κομίστρου	noun	γενική ενικού του κόμιστρο
κομίστρων	noun	γενική πληθυντικού του κόμιστρο
κομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κομαντάντη	=	κομαντάντης
κομαντάντηδες	=	κομαντάντης
κομαντάντηδων	=	κομαντάντης
κομαντάντης	noun|dated	ο διοικητής
κομαντατούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομαντατούρα
κομβίον	=	κουμπί
κομβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομβικό
κομβικέ	adj	κλητική ενικού του κομβικός
κομβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομβική
κομβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομβικός
κομβικής	adj	γενική ενικού του κομβική
κομβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομβικός
κομβικοτήτων	=	κομβικότητα
κομβικού	adj	γενική ενικού του κομβικός
κομβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομβικός
κομβικό	adj	αιτιατική ενικού του κομβικός
κομβικός	adj	σχετικός με κόμβο
κομβικότητα	noun	η ιδιότητα του κομβικού
κομβικότητας	=	κομβικότητα
κομβικότητες	=	κομβικότητα
κομβικών	adj	γενική πληθυντικού του κομβικός
κομβιοδοχών	=	κομβιοδόχη
κομβιοδόχε	=	κομβιοδόχος
κομβιοδόχες	=	κομβιοδόχη
κομβιοδόχη	noun|archaic	η κουμπότρυπα
κομβιοδόχης	=	κομβιοδόχη
κομβιοδόχο	=	κομβιοδόχος
κομβιοδόχοι	=	κομβιοδόχος
κομβιοδόχος	noun	σύστημα ή υποδοχή όπου τοποθετούνται κουμπιά (π.χ. σ’ ένα ασανσέρ)
κομβιοδόχου	=	κομβιοδόχος
κομβιοδόχους	=	κομβιοδόχος
κομβιοδόχων	=	κομβιοδόχος
κομβιόσχημα	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημε	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημες	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημη	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημης	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημο	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημοι	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημος	adj	που έχει σχήμα κουμπιού (κομβίου)
κομβιόσχημου	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημους	=	κομβιόσχημος
κομβιόσχημων	=	κομβιόσχημος
κομβολόγιον	noun	κομπολόι
κομβοσκοίνι	noun	άλλη μορφή του κομποσκοίνι
κομβοσκοίνια	=	κομβοσκοίνι
κομβοσκοινιού	=	κομβοσκοίνι
κομβοσκοινιών	=	κομβοσκοίνι
κομβοσχοίνι	noun	άλλη μορφή του κομποσκοίνι
κομβοσχοίνια	=	κομβοσχοίνι
κομβοσχοινιού	=	κομβοσχοίνι
κομβοσχοινιών	=	κομβοσχοίνι
κομβόι	noun	άλλη μορφή του κονβόι
κομεντί	noun	ελαφρό θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό είδος με κωμικά / εύθυμα αλλά και ορισμένα δραματικά στοιχεία
κομεπ	abbrev	περιοδικό το οποίο εκδίδεται από το 1921 από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ και αποτελεί θεωρητικό και πολιτικό όργανό της
κομησσών	=	κόμησσα
κομητεία	noun	περιοχή, στην οποία ασκούσε εξουσία ένας κόμης
κομητείας	noun	γενική ενικού του κομητεία
κομητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομητεία
κομητειών	noun	γενική πληθυντικού του κομητεία
κομητών	=	κομήτης
κομισάριε	noun	κλητική ενικού του κομισάριος
κομισάριο	noun	αιτιατική ενικού του κομισάριος
κομισάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομισάριος
κομισάριος	noun|dated	επίτροπος (στο ρωσικό κομμουνιστικό καθεστώς)
κομισάριου	=	κομισάριος
κομισάριους	=	κομισάριος
κομισάριων	=	κομισάριος
κομισαρίου	noun	γενική ενικού του κομισάριος
κομισαρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομισάριος
κομισαρίων	noun	γενική πληθυντικού του κομισάριος
κομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομισμένο
κομισμένε	verb	κλητική ενικού του κομισμένος
κομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομισμένη
κομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομισμένος
κομισμένης	verb	γενική ενικού του κομισμένη
κομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κομισμένος
κομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομισμένος
κομισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κομίζω
κομισμένου	=	κομισμένος
κομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κομισμένος
κομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομισμένος
κομισσών	noun	γενική πληθυντικού του κόμισσα
κομιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομιστής
κομιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομιστής
κομιστής	noun	αυτός που φέρνει, κομίζει κάτι
κομιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κομίστρια
κομιστών	noun	γενική πληθυντικού του κομίστα
κομιτάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομιτάτο
κομιτάτο	noun	μυστική οργάνωση (στα Βαλκάνια, τέλη 19ου αιώνα - αρχές 20ού) με μέλη της πολίτες και στρατιώτες, που είχαν απελευθερωτικούς ή άλλους σκοπούς
κομιτάτου	noun	γενική ενικού του κομιτάτο
κομιτάτων	noun	γενική πληθυντικού του κομιτάτο
κομιτατέρ	noun	ηλεκτρικός διακόπτης που ελέγχει μια ομάδα από φώτα
κομιτατζή	=	κομιτατζής
κομιτατζήδες	=	κομιτατζής
κομιτατζήδων	=	κομιτατζής
κομιτατζής	noun	μέλος αντάρτικης βουλγαρικής ομάδας που έδρασε στα Βαλκάνια προς το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
κομμάρα	noun	αδυναμία, ατονία, αίσθηση υπερβολικής κόπωσης
κομμάρας	noun	γενική ενικού του κομμάρα
κομμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμάρα
κομμάτι	noun	τμήμα, μέρος ενός όλου	adv|vulgar	λίγο (και κομματάκι)
κομμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμάτι
κομμάτιαζα	=	κομματιάζω
κομμάτιαζαν	=	κομματιάζω
κομμάτιαζε	=	κομματιάζω
κομμάτιαζες	=	κομματιάζω
κομμάτιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομμάτιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομμάτιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομμάτιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομμάτιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κομματιάζω
κομμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόμμα
κομμέ	noun	κλητική ενικού του κομμός
κομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμένο
κομμένε	verb	κλητική ενικού του κομμένος
κομμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμένη
κομμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομμένος
κομμένης	verb	γενική ενικού του κομμένη
κομμένο	verb	αιτιατική ενικού του κομμένος
κομμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομμένος
κομμένος	verb	που έχει κοπεί
κομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κομμένος
κομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κομμένος
κομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομμένος
κομμέρκια	=	κομμέρκιο
κομμέρκιο	noun	το τελωνείο και οι δασμοί εισαγωγής στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία
κομμέρκιου	=	κομμέρκιο
κομμέρκιων	=	κομμέρκιο
κομμέων	=	κόμμι
κομμίωση	noun	φυτική νόσος που σύμπτωμά της είναι η έκκριση κόμμεως σε υπερβολικό βαθμό
κομμίωσης	noun	γενική ενικού του κομμίωση
κομμίωσις	noun	η κομμίωση
κομματάκι	noun	υποκοριστικό του κομμάτι	adv|figurative	λίγο ή κάπως
κομματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματάκι
κομματάρα	noun	πολύ μεγάλο κομμάτι
κομματάρας	noun	γενική ενικού του κομματάρα
κομματάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματάρα
κομματάρχες	=	κομματάρχης
κομματάρχη	=	κομματάρχης
κομματάρχης	noun	ηγέτης / σημαντικός παράγοντας / επικεφαλής πολιτικού κόμματος
κομματίδια	=	κομματίδιο
κομματίδιο	noun	μικρό (πολιτικό) κόμμα
κομματίδιου	=	κομματίδιο
κομματίδιων	=	κομματίδιο
κομματίζεσαι	=	κομματίζομαι
κομματίζεστε	=	κομματίζομαι
κομματίζεται	=	κομματίζομαι
κομματίζομαι	verb	ενεργώ βάσει κομματικών συμφερόντων και κριτηρίων σε περιπτώσεις που δεν πρέπει
κομματίζονται	=	κομματίζομαι
κομματίζονταν	=	κομματίζομαι
κομματίζου	=	κομματίζομαι
κομματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματαρχών	=	κομματάρχης
κομματιάζαμε	=	κομματιάζω
κομματιάζαν	=	κομματιάζω
κομματιάζανε	=	κομματιάζω
κομματιάζατε	=	κομματιάζω
κομματιάζει	=	κομματιάζω
κομματιάζεις	=	κομματιάζω
κομματιάζετε	=	κομματιάζω
κομματιάζοντας	=	κομματιάζω
κομματιάζουμε	=	κομματιάζω
κομματιάζουν	=	κομματιάζω
κομματιάζουνε	=	κομματιάζω
κομματιάζω	verb	κάνω κάτι κομμάτια
κομματιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσαν	=	κομματιάζω
κομματιάσανε	=	κομματιάζω
κομματιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμάτιασμα
κομματιάσματος	noun	γενική ενικού του κομμάτιασμα
κομματιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματιάζω
κομματιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κομμάτιασμα
κομματιασμένα	=	κομματιασμένος
κομματιασμένε	=	κομματιασμένος
κομματιασμένες	=	κομματιασμένος
κομματιασμένη	=	κομματιασμένος
κομματιασμένης	=	κομματιασμένος
κομματιασμένο	=	κομματιασμένος
κομματιασμένοι	=	κομματιασμένος
κομματιασμένος	verb	που έχει γίνει / χωριστεί σε κομμάτια
κομματιασμένου	=	κομματιασμένος
κομματιασμένους	=	κομματιασμένος
κομματιασμένων	=	κομματιασμένος
κομματιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κομματιαστός	adv	με κομματιαστό τρόπο
κομματιαστέ	adj	κλητική ενικού του κομματιαστός
κομματιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματιαστή
κομματιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομματιαστός
κομματιαστής	adj	γενική ενικού του κομματιαστή
κομματιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομματιαστός
κομματιαστού	adj	γενική ενικού του κομματιαστός
κομματιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομματιαστός
κομματιαστό	adj	αιτιατική ενικού του κομματιαστός
κομματιαστός	adj	που δεν γίνεται καθ' ολοκληρίαν αλλά τμηματικά, σε κομμάτια
κομματιαστών	adj	γενική πληθυντικού του κομματιαστός
κομματιδίου	=	κομματίδιο
κομματιδίων	=	κομματίδιο
κομματιζόμασταν	=	κομματίζομαι
κομματιζόμαστε	=	κομματίζομαι
κομματιζόμουν	=	κομματίζομαι
κομματιζόμουνα	=	κομματίζομαι
κομματιζόντουσαν	=	κομματίζομαι
κομματιζόσασταν	=	κομματίζομαι
κομματιζόσαστε	=	κομματίζομαι
κομματιζόσουν	=	κομματίζομαι
κομματιζόσουνα	=	κομματίζομαι
κομματιζόταν	=	κομματίζομαι
κομματιζότανε	=	κομματίζομαι
κομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κομματικός	adv	από κομματικής πλευράς ή απόψεως
κομματικέ	adj	κλητική ενικού του κομματικός
κομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματική
κομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομματικός
κομματικής	adj	γενική ενικού του κομματική
κομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομματικός
κομματικοποίηση	noun	η εμπλοκή των κομμάτων ή των πολιτικών ιδεολογιών των κομμάτων ή και των δύο σε μια συζήτηση ή σε κάποια κοινωνική, πολιτική ή άλλη δραστηριότητα
κομματικοποίησης	noun	γενική ενικού του κομματικοποίηση
κομματικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματικοποίηση
κομματικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κομματικοποίηση
κομματικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κομματικοποίηση
κομματικού	adj	γενική ενικού του κομματικός
κομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομματικός
κομματικό	adj	αιτιατική ενικού του κομματικός
κομματικός	adj	σχετικός με ένα πολιτικό κόμμα
κομματικών	adj	γενική πληθυντικού του κομματικός
κομματικώς	adv|dated	κομματικά
κομματιού	=	κομμάτι
κομματισμέ	noun	κλητική ενικού του κομματισμός
κομματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματισμένο
κομματισμένε	verb	κλητική ενικού του κομματισμένος
κομματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματισμένη
κομματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομματισμένος
κομματισμένης	verb	γενική ενικού του κομματισμένη
κομματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κομματισμένος
κομματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομματισμένος
κομματισμένος	verb	που κομματίζεται
κομματισμένου	=	κομματισμένος
κομματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κομματισμένος
κομματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομματισμένος
κομματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομματισμός
κομματισμού	noun	γενική ενικού του κομματισμός
κομματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομματισμός
κομματισμό	noun	αιτιατική ενικού του κομματισμός
κομματισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κομματίζομαι
κομματισμών	noun	γενική πληθυντικού του κομματισμός
κομματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστήκαν	=	κομματίζομαι
κομματιστήκανε	=	κομματίζομαι
κομματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομματίζομαι
κομματιών	=	κομμάτι
κομματοκούταβα	=	κομματοκούταβο
κομματοκούταβο	noun|informal	νεαρό πιστό μέλος του κόμματος που θα εξελιχθεί σε κομματόσκυλο
κομματοκούταβου	=	κομματοκούταβο
κομματοκούταβων	=	κομματοκούταβο
κομματοκρατία	noun	η σχέση οφέλους που αποκτάται λόγω της σχέσης ενός ατόμου με ένα πολιτικό κόμμα
κομματοκρατίας	=	κομματοκρατία
κομματοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματοκρατία
κομματοκρατιών	=	κομματοκρατία
κομματοκύων	noun	η λέξη κομματόσκυλο σε καθαρευουσιάνικη απόδοση
κομματονεολαία	noun	η οργάνωση νεολαίας ενός κόμματος, για άτομα που δεν έχουν φτάσει ακόμα την ηλικία στην οποία παραχωρείται το δικαίωμα ψήφου.
κομματονεολαίας	=	κομματονεολαία
κομματονεολαίες	=	κομματονεολαία
κομματονεολαιών	=	κομματονεολαία
κομματοσκυλίαση	noun|rare	η συμπεριφορά ή η κατάσταση του κομματόσκυλου
κομματοσκυλιάζω	verb	οργίζομαι υπερβολικά και επίμονα, σχεδόν όπως ο εξαγριωμένος σκύλος σε κομματική αντιπαραβολή
κομματόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομματόσκυλο
κομματόσκυλο	noun|figurative	ο παθιασμένα μαχόμενος οπαδός κόμματος
κομματόσκυλου	noun	γενική ενικού του κομματόσκυλο
κομματόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του κομματόσκυλο
κομμεορρητίνες	=	κομμεορρητίνη
κομμεορρητίνη	noun	μείγμα κόμμεως και ρητίνης
κομμεορρητίνης	=	κομμεορρητίνη
κομμεορρητινών	=	κομμεορρητίνη
κομμιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμίωση
κομμιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κομμίωση
κομμιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κομμίωση
κομμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομμός
κομμουνίστρια	noun	θηλυκό του κομμουνιστής
κομμουνίστριας	noun	γενική ενικού του κομμουνίστρια
κομμουνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμουνίστρια
κομμουναλισμέ	=	κομμουναλισμός
κομμουναλισμοί	=	κομμουναλισμός
κομμουναλισμού	=	κομμουναλισμός
κομμουναλισμούς	=	κομμουναλισμός
κομμουναλισμό	=	κομμουναλισμός
κομμουναλισμός	noun	ο κοινοτισμός
κομμουναλισμών	=	κομμουναλισμός
κομμουνισμέ	noun	κλητική ενικού του κομμουνισμός
κομμουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομμουνισμός
κομμουνισμού	noun	γενική ενικού του κομμουνισμός
κομμουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομμουνισμός
κομμουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του κομμουνισμός
κομμουνισμός	noun	πολιτική και οικονομική θεωρία ή πρακτική που επιδιώκει την άμεση δημοκρατία, την κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και την οργάνωση της κοινωνίας πάνω στη βάση των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών
κομμουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του κομμουνισμός
κομμουνιστές	=	κομμουνιστής
κομμουνιστή	=	κομμουνιστής
κομμουνιστής	noun	αυτός που ασπάζεται την ιδεολογία του κομμουνισμού
κομμουνισταριά	=	κομμουνισταριό
κομμουνισταριού	=	κομμουνισταριό
κομμουνισταριό	noun	υποτιμητικά οι κομμουνιστές
κομμουνισταριών	=	κομμουνισταριό
κομμουνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμουνιστικό
κομμουνιστικέ	adj	κλητική ενικού του κομμουνιστικός
κομμουνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμουνιστική
κομμουνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομμουνιστικός
κομμουνιστικής	adj	γενική ενικού του κομμουνιστική
κομμουνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομμουνιστικός
κομμουνιστικού	adj	γενική ενικού του κομμουνιστικός
κομμουνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομμουνιστικός
κομμουνιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κομμουνιστικός
κομμουνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κομμουνισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κομμουνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κομμουνιστικός
κομμουνιστοσυμμορίτες	=	κομμουνιστοσυμμορίτης
κομμουνιστοσυμμορίτη	=	κομμουνιστοσυμμορίτης
κομμουνιστοσυμμορίτης	noun|dated	αντάρτης στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949)
κομμουνιστοσυμμοριτών	=	κομμουνιστοσυμμορίτης
κομμουνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κομμουνίστρια
κομμουνιστών	=	κομμουνιστής
κομμουνόσκυλα	=	κομμουνόσκυλο
κομμουνόσκυλο	noun	ο κομμουνιστής
κομμουνόσκυλου	=	κομμουνόσκυλο
κομμουνόσκυλων	=	κομμουνόσκυλο
κομμού	noun	γενική ενικού του κομμός
κομμούνα	noun	στην :w:Παρισινή Κομμούνα, εργατική επαναστατική κυβέρνηση που εγκαθιδρύθηκε στο Παρίσι για τρεις μήνες το 1871
κομμούνας	noun	γενική ενικού του κομμούνα
κομμούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμούνα
κομμούνι	noun	κομμουνιστής
κομμούνια	=	κομμούνι
κομμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομμός
κομμωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμωτής
κομμωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομμωτής
κομμωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμωτήριο
κομμωτήριο	noun	ειδικό κατάστημα για το κόψιμο, το χτένισμα και την περιποίηση των μαλλιών
κομμωτήριου	=	κομμωτήριο
κομμωτής	noun	επαγγελματίας που ασχολείται με τις κομμώσεις, δηλ. το κόψιμο και το χτένισμα της κόμης, των μαλλιών
κομμωτηρίου	noun	γενική ενικού του κομμωτήριο
κομμωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κομμωτήριο
κομμωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμωτικό
κομμωτικέ	adj	κλητική ενικού του κομμωτικός
κομμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμωτική
κομμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομμωτικός
κομμωτικής	adj	γενική ενικού του κομμωτική
κομμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομμωτικός
κομμωτικού	adj	γενική ενικού του κομμωτικός
κομμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομμωτικός
κομμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κομμωτικός
κομμωτικός	adj	σχετικός με την κόμμωση
κομμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κομμωτικός
κομμωτριών	noun	γενική πληθυντικού του κομμώτρια
κομμωτών	noun	γενική πληθυντικού του κομμωτής
κομμό	noun	αιτιατική ενικού του κομμός
κομμός	noun	είδος θρηνητικού τραγουδιού που αδόταν από τον χορό και τους πρωταγωνιστές αρχαίας τραγωδίας
κομμών	noun	γενική πληθυντικού του κομμός
κομμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόμμωση
κομμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κόμμωση
κομμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κόμμωση
κομμώτρια	noun	κομμωτής
κομμώτριας	noun	γενική ενικού του κομμώτρια
κομμώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομμώτρια
κομνήνεια	=	κομνήνειος
κομνήνειας	=	κομνήνειος
κομνήνειε	=	κομνήνειος
κομνήνειες	=	κομνήνειος
κομνήνειο	=	κομνήνειος
κομνήνειοι	=	κομνήνειος
κομνήνειος	noun	που έχει σχέση με Κομνηνό ή τη σχετική δυναστεία (Δυναστεία των Κομνηνών) ή αναφέρεται σ’ αυτά
κομνήνειου	=	κομνήνειος
κομνήνειους	=	κομνήνειος
κομνήνειων	=	κομνήνειος
κομοδίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομοδίνο
κομοδίνο	noun	το μικρού μεγέθους έπιπλο με συρτάρια (ντουλαπάκι) που τοποθετείται στο υπνοδωμάτιο, δίπλα στο κρεβάτι
κομοδίνου	noun	γενική ενικού του κομοδίνο
κομοδίνων	noun	γενική πληθυντικού του κομοδίνο
κομοδινάκι	noun	μικρό κομοδίνο
κομοδινάκια	=	κομοδινάκι
κομορανέ	=	κομορανός
κομορανή	=	κομορανός
κομορανοί	=	κομορανός
κομορανού	=	κομορανός
κομορανούς	=	κομορανός
κομορανό	=	κομορανός
κομορανός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τις Κομόρες
κομορανών	=	κομορανός
κομοτηναία	=	κομοτηναίος
κομοτηναίε	=	κομοτηναίος
κομοτηναίο	=	κομοτηναίος
κομοτηναίοι	=	κομοτηναίος
κομοτηναίος	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Κομοτηνή
κομοτηναίου	=	κομοτηναίος
κομοτηναίους	=	κομοτηναίος
κομοτηναίων	=	κομοτηναίος
κομουνίζω	verb	συμπαθώ τον κομουνισμό / τις κομουνιστικές θεωρίες
κομουνίστρια	noun	άλλη γραφή του κομμουνίστρια
κομουνίστριας	noun	γενική ενικού του κομουνίστρια
κομουνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομουνίστρια
κομουναλισμέ	=	κομουναλισμός
κομουναλισμοί	=	κομουναλισμός
κομουναλισμού	=	κομουναλισμός
κομουναλισμούς	=	κομουναλισμός
κομουναλισμό	=	κομουναλισμός
κομουναλισμός	noun	άλλη γραφή του κομμουναλισμός
κομουναλισμών	=	κομουναλισμός
κομουνισμέ	noun	κλητική ενικού του κομουνισμός
κομουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομουνισμένο
κομουνισμένε	verb	κλητική ενικού του κομουνισμένος
κομουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομουνισμένη
κομουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομουνισμένος
κομουνισμένης	verb	γενική ενικού του κομουνισμένη
κομουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κομουνισμένος
κομουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομουνισμένος
κομουνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κομουνίζω
κομουνισμένου	=	κομουνισμένος
κομουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κομουνισμένος
κομουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομουνισμένος
κομουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομουνισμός
κομουνισμού	noun	γενική ενικού του κομουνισμός
κομουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομουνισμός
κομουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του κομουνισμός
κομουνισμός	noun	άλλη μορφή του κομμουνισμός
κομουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του κομουνισμός
κομουνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομουνιστής
κομουνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομουνιστής
κομουνιστής	noun	απλοποιημένη γραφή του κομμουνιστής
κομουνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομουνιστικό
κομουνιστικέ	adj	κλητική ενικού του κομουνιστικός
κομουνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομουνιστική
κομουνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομουνιστικός
κομουνιστικής	adj	γενική ενικού του κομουνιστική
κομουνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομουνιστικός
κομουνιστικού	adj	γενική ενικού του κομουνιστικός
κομουνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομουνιστικός
κομουνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κομουνιστικός
κομουνιστικός	adj	άλλη γραφή του κομμουνιστικός
κομουνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κομουνιστικός
κομουνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κομουνίστρια
κομουνιστών	noun	γενική πληθυντικού του κομουνιστής
κομούνα	noun	άλλη μορφή του κομμούνα
κομούνας	noun	γενική ενικού του κομούνα
κομούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομούνα
κομπάζαμε	=	κομπάζω
κομπάζαν	=	κομπάζω
κομπάζανε	=	κομπάζω
κομπάζατε	=	κομπάζω
κομπάζει	=	κομπάζω
κομπάζεις	=	κομπάζω
κομπάζετε	=	κομπάζω
κομπάζοντας	=	κομπάζω
κομπάζουμε	=	κομπάζω
κομπάζουν	=	κομπάζω
κομπάζουνε	=	κομπάζω
κομπάζω	verb|formal	μιλώ με αλαζονεία για τον εαυτό μου ή τις πράξεις μου
κομπάιλερ	noun	ο μεταγλωττιστής
κομπάρσα	noun	θηλυκό του κομπάρσος
κομπάρσας	noun	γενική ενικού του κομπάρσα
κομπάρσε	noun	κλητική ενικού του κομπάρσος
κομπάρσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπάρσα
κομπάρσο	noun	αιτιατική ενικού του κομπάρσος
κομπάρσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπάρσος
κομπάρσος	noun	βοηθητικός ηθοποιός, που λέει ελάχιστα ή καθόλου λόγια
κομπάρσου	noun	γενική ενικού του κομπάρσος
κομπάρσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομπάρσος
κομπάρσων	noun	γενική πληθυντικού του κομπάρσος
κομπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάσαν	=	κομπάζω
κομπάσανε	=	κομπάζω
κομπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάσματα	=	κόμπασμα
κομπάσματος	=	κόμπασμα
κομπάσο	noun	άλλη μορφή του κουμπάσο
κομπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπάστρια	noun	θηλυκό του κομπαστής
κομπάστριας	noun	γενική ενικού του κομπάστρια
κομπάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπάστρια
κομπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κομπέρ	noun	που παρουσιάζει ό,τι θα ακολουθήσει ή παρουσιάζει κάποιο αστείο κ.ά.
κομπίνα	noun	απατεώνικη ενέργεια ή επιχείρηση που αποσκοπεί στον προσπορισμό οικονομικού ή άλλου οφέλους
κομπίνας	noun	γενική ενικού του κομπίνα
κομπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπίνα
κομπίνων	=	κομπίνα
κομπανία	noun	συντροφιά φίλων, παρέα
κομπανίας	noun	γενική ενικού του κομπανία
κομπανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπανία
κομπανιών	noun	γενική πληθυντικού του κομπανία
κομπασμάτων	=	κόμπασμα
κομπασμέ	noun	κλητική ενικού του κομπασμός
κομπασμένα	=	κομπασμένος
κομπασμένε	=	κομπασμένος
κομπασμένες	=	κομπασμένος
κομπασμένη	=	κομπασμένος
κομπασμένης	=	κομπασμένος
κομπασμένο	=	κομπασμένος
κομπασμένοι	=	κομπασμένος
κομπασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κομπάζω
κομπασμένου	=	κομπασμένος
κομπασμένους	=	κομπασμένος
κομπασμένων	=	κομπασμένος
κομπασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπασμός
κομπασμού	noun	γενική ενικού του κομπασμός
κομπασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομπασμός
κομπασμό	noun	αιτιατική ενικού του κομπασμός
κομπασμός	noun	έπαρση, καυχησιά, καυχησιολογία
κομπασμών	noun	γενική πληθυντικού του κομπασμός
κομπαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπαστής
κομπαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομπαστής
κομπαστής	noun	αυτός που κομπάζει
κομπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κομπαστικός	adv	με κομπαστικό τρόπο, με κομπασμό
κομπαστικέ	adj	κλητική ενικού του κομπαστικός
κομπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπαστική
κομπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομπαστικός
κομπαστικής	adj	γενική ενικού του κομπαστική
κομπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπαστικός
κομπαστικού	adj	γενική ενικού του κομπαστικός
κομπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομπαστικός
κομπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του κομπαστικός
κομπαστικός	adj	που κομπάζει ή δηλώνει κομπασμό
κομπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του κομπαστικός
κομπαστικώς	adv|archaic	άλλη μορφή του κομπαστικά
κομπαστριών	noun	γενική πληθυντικού του κομπάστρια
κομπαστών	noun	γενική πληθυντικού του κομπαστής
κομπιάζαμε	=	κομπιάζω
κομπιάζαν	=	κομπιάζω
κομπιάζανε	=	κομπιάζω
κομπιάζατε	=	κομπιάζω
κομπιάζει	=	κομπιάζω
κομπιάζεις	=	κομπιάζω
κομπιάζετε	=	κομπιάζω
κομπιάζοντας	=	κομπιάζω
κομπιάζουμε	=	κομπιάζω
κομπιάζουν	=	κομπιάζω
κομπιάζουνε	=	κομπιάζω
κομπιάζω	verb	δυσκολεύομαι να μιλήσω ή να κάνω ανάγνωση με συνεχή ροή λόγου ή εκφράζομαι κάνοντας παύσεις ή διακοπές, λόγω φυσικής αδυναμίας ή συναισθηματικής φόρτισης
κομπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσαν	=	κομπιάζω
κομπιάσανε	=	κομπιάζω
κομπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόμπιασμα
κομπιάσματος	noun	γενική ενικού του κόμπιασμα
κομπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κομπιαδόρε	=	κομπιαδόρος
κομπιαδόρο	=	κομπιαδόρος
κομπιαδόροι	=	κομπιαδόρος
κομπιαδόρος	noun	άλλη μορφή του καμπιαδόρος
κομπιαδόρου	=	κομπιαδόρος
κομπιαδόρους	=	κομπιαδόρος
κομπιαδόρων	=	κομπιαδόρος
κομπιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόμπιασμα
κομπιναδόρε	noun	κλητική ενικού του κομπιναδόρος
κομπιναδόρισσα	=	κομπιναδόρος
κομπιναδόρο	noun	αιτιατική ενικού του κομπιναδόρος
κομπιναδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπιναδόρος
κομπιναδόρος	adj	που κάνει κομπίνες
κομπιναδόρου	noun	γενική ενικού του κομπιναδόρος
κομπιναδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομπιναδόρος
κομπιναδόρων	noun	γενική πληθυντικού του κομπιναδόρος
κομπιναιζόν	noun	άλλη γραφή του κομπινεζόν
κομπινεζόν	noun	κοντό γυναικείο ρούχο που φοριέται κάτω από τη φούστα, μεσοφούστανο, μισοφόρι
κομπιουτερά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομπιουτεράς
κομπιουτεράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπιουτεράς
κομπιουτεράδων	noun	γενική πληθυντικού του κομπιουτεράς
κομπιουτεράκηδες	=	κομπιουτεράκιας
κομπιουτεράκηδων	=	κομπιουτεράκιας
κομπιουτεράκι	noun	η αριθμομηχανή
κομπιουτεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπιουτεράκι
κομπιουτεράκιας	noun	αυτός που ασχολείται πολύ ή και επαγγελματικά με τους υπολογιστές
κομπιουτεράς	noun	που ασχολείται επαγγελματικά με τους υπολογιστές ή τον προγραμματισμό
κομπιούτερ	noun	ο ηλεκτρονικός υπολογιστής
κομπλάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κομπλάρω
κομπλάρω	verb	δυσκολεύομαι ν’ αντιδράσω λόγω αμηχανίας, σαστίσματος, διστακτικότητας κ.λπ.
κομπλέ	adj	πλήρης
κομπλέξ	noun|rare	άλλη μορφή του κόμπλεξ
κομπλέρ	noun	εξάρτημα ή μηχανισμός που χρησιμεύει για την εμπλοκή και απεμπλοκή της μετάδοσης της κίνησης μεταξύ των διάφορων μερών, σύνδεσμος κίνησης
κομπλαρίσματα	=	κομπλάρισμα
κομπλαρίσματος	=	κομπλάρισμα
κομπλαρισμάτων	=	κομπλάρισμα
κομπλαρισμένα	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένε	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένες	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένη	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένης	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένο	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένοι	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κομπλάρω
κομπλαρισμένου	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένους	=	κομπλαρισμένος
κομπλαρισμένων	=	κομπλαρισμένος
κομπλεξάρω	verb	δημιουργώ σε κάποιον κόμπλεξ ή τον κάνω να αισθανθεί ανάλογα
κομπλεξαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπλεξαρισμένο
κομπλεξαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κομπλεξαρισμένος
κομπλεξαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπλεξαρισμένη
κομπλεξαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομπλεξαρισμένος
κομπλεξαρισμένης	verb	γενική ενικού του κομπλεξαρισμένη
κομπλεξαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κομπλεξαρισμένος
κομπλεξαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπλεξαρισμένος
κομπλεξαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κομπλεξάρω
κομπλεξαρισμένου	=	κομπλεξαρισμένος
κομπλεξαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κομπλεξαρισμένος
κομπλεξαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομπλεξαρισμένος
κομπλεξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπλεξικό	adv	με κομπλεξικό τρόπο
κομπλεξικέ	adj	κλητική ενικού του κομπλεξικός
κομπλεξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπλεξική
κομπλεξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομπλεξικός
κομπλεξικής	adj	γενική ενικού του κομπλεξική
κομπλεξικιά	=	κομπλεξικός
κομπλεξικιάς	=	κομπλεξικός
κομπλεξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπλεξικός
κομπλεξικού	adj	γενική ενικού του κομπλεξικός
κομπλεξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομπλεξικός
κομπλεξικό	adj	αιτιατική ενικού του κομπλεξικός
κομπλεξικός	adj	που αισθάνεται κόμπλεξ ή μειονεκτικά και φέρεται ανάλογα
κομπλεξικών	adj	γενική πληθυντικού του κομπλεξικός
κομπλιμάν	noun	άλλη μορφή του κομπλιμέντο
κομπλιμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπλιμέντο
κομπλιμέντο	noun	φιλοφρόνηση, ευγενικός λόγος που απευθύνεται σε κάποιον για να εκφράσει τα θετικά συναισθήματά μας απέναντί του, π.χ. το θαυμασμό για την εξωτερική του εμφάνιση ή την εκτίμησή μας για το πρόσωπό του, τις ικανότητές του ή τις αρετές του
κομπλιμέντου	noun	γενική ενικού του κομπλιμέντο
κομπλιμέντων	noun	γενική πληθυντικού του κομπλιμέντο
κομπλιμεντάρω	verb	κάνω κομπλιμέντα
κομπλιμεντόζα	noun	θηλυκό του κομπλιμεντόζος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζας	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζε	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζες	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζικα	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζικε	=	κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζικες	=	κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζικη	=	κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζικης	=	κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζικο	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζικοι	=	κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζικος	adj	που έχει σχέση με κομπλιμεντόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κομπλιμεντόζικου	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζικους	=	κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζικων	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζο	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζοι	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζος	noun	που είναι κομπλιμεντόζος	adj	που κάνει κομπλιμέντα, κομπλιμεντόζικος
κομπλιμεντόζου	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζους	=	κομπλιμεντόζος
κομπλιμεντόζων	=	κομπλιμεντόζος
κομπογιαννίτες	=	κομπογιαννίτης
κομπογιαννίτη	=	κομπογιαννίτης
κομπογιαννίτης	noun	ο πρακτικός και εμπειρικός ιατρός
κομπογιαννίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπογιαννίτικο	adv	με κομπογιαννίτικο τρόπο, με τον τρόπο των κομπογιαννιτών
κομπογιαννίτικε	adj	κλητική ενικού του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπογιαννίτικη
κομπογιαννίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτικης	adj	γενική ενικού του κομπογιαννίτικη
κομπογιαννίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτικος	adj	που έχει σχέση με κομπογιαννίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κομπογιαννίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομπογιαννίτικος
κομπογιαννίτισσα	noun	θηλυκό του κομπογιαννίτης
κομπογιαννίτισσας	noun	γενική ενικού του κομπογιαννίτισσα
κομπογιαννίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπογιαννίτισσα
κομπογιαννιτισμέ	=	κομπογιαννιτισμός
κομπογιαννιτισμοί	=	κομπογιαννιτισμός
κομπογιαννιτισμού	=	κομπογιαννιτισμός
κομπογιαννιτισμούς	=	κομπογιαννιτισμός
κομπογιαννιτισμό	=	κομπογιαννιτισμός
κομπογιαννιτισμός	noun	η συμπεριφορά του κομπογιαννίτη, οι τρόποι εξαπάτησης ανθρώπων, με χρήση, επίκληση ή επίδειξη ανύπαρκτων ή ελλιπών προσόντων ή ικανοτήτων
κομπογιαννιτισμών	=	κομπογιαννιτισμός
κομπογιαννιτών	=	κομπογιαννίτης
κομποδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπόδεμα
κομποδέματος	noun	γενική ενικού του κομπόδεμα
κομποδένω	verb	δένω τις άκρες σχοινιού φτιάχνοντας έναν κόμπο
κομποδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσεων	=	κομπόδεση
κομποδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομποδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κομπόδεμα
κομποδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομποδεμένο
κομποδεμένε	verb	κλητική ενικού του κομποδεμένος
κομποδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομποδεμένη
κομποδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομποδεμένος
κομποδεμένης	verb	γενική ενικού του κομποδεμένη
κομποδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κομποδεμένος
κομποδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομποδεμένος
κομποδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κομποδένω
κομποδεμένου	=	κομποδεμένος
κομποδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κομποδεμένος
κομποδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομποδεμένος
κομποδετική	noun	πλέξιμο με κόμπους
κομποδετικής	=	κομποδετική
κομπολογάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπολογάδικο
κομπολογάδικο	noun	κατάστημα που πουλάει κομπολόγια
κομπολογάδικου	noun	γενική ενικού του κομπολογάδικο
κομπολογάδικων	noun	γενική πληθυντικού του κομπολογάδικο
κομπολογάκι	noun	υποκοριστικό του κομπολόι
κομπολογάκια	=	κομπολογάκι
κομπολογιού	=	κομπολόγι
κομπολογιών	=	κομπολόγι
κομπολοϊού	=	κομπολόι
κομπολοϊών	=	κομπολόι
κομπολόγα	noun	μεγάλο, βαρύ κομπολόι
κομπολόγας	noun	γενική ενικού του κομπολόγα
κομπολόγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπολόγα
κομπολόγι	noun	άλλη μορφή του κομπολόι
κομπολόγια	=	κομπολόγι
κομπολόι	noun	αντικείμενο που χρησιμοποιείται για την απασχόληση των χεριών, αποτελούμενο από χάντρες διάφορων υλικών (ξύλου, ηλέκτρου, κ.α.) σε σχοινί με τις άκρες δεμένες μαζί· η αργή μετακίνηση των χαντρών και ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνουν οι χάντρες χτυπώντας η μία την άλλη δημιουργούν ευχαρίστηση και ηρεμία στον παίκτη του
κομπολόια	=	κομπολόι
κομπορρήμον	=	κομπορρήμονας
κομπορρήμονα	=	κομπορρήμονας
κομπορρήμονας	noun	άλλη μορφή του κομπορρήμων
κομπορρήμονες	=	κομπορρήμονας
κομπορρήμονος	=	κομπορρήμονας
κομπορρήμων	=	κομπορρήμονας
κομπορρημονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσαν	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονήσανε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημονεί	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονείς	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονείτε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούμε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούν	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούνε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσα	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσαμε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσαν	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσανε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσατε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσε	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονούσες	=	κομπορρημονώ
κομπορρημονώ	verb|formal	καυχιέμαι
κομπορρημονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημοσυνών	=	κομπορρημοσύνη
κομπορρημοσύνες	=	κομπορρημοσύνη
κομπορρημοσύνη	noun	καυχησιολογία, κομπασμός
κομπορρημοσύνης	=	κομπορρημοσύνη
κομπορρημόνει	=	κομπορρημονώ
κομπορρημόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπορρημονώ
κομπορρημόνων	=	κομπορρήμονας
κομποσκοίνι	noun	σκοινί με κόμπους με το οποίο ο ορθόδοξος χριστιανός (κυρίως οι μοναχοί) συνοδεύει, μετρώντας με την βοήθεια των κόμπων, τη νοερά ή καρδιακή προσευχή του
κομποσκοίνια	=	κομποσκοίνι
κομποσκοινιού	=	κομποσκοίνι
κομποσκοινιών	=	κομποσκοίνι
κομποστοποίηση	noun	η διαδικασία παραγωγής κομπόστ
κομποστοποίησης	noun	γενική ενικού του κομποστοποίηση
κομποστοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομποστοποίηση
κομποστοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κομποστοποίηση
κομποστοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κομποστοποίηση
κομποστοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομποστοποιήσιμο
κομποστοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του κομποστοποιήσιμος
κομποστοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομποστοποιήσιμη
κομποστοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομποστοποιήσιμος
κομποστοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του κομποστοποιήσιμη
κομποστοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του κομποστοποιήσιμος
κομποστοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομποστοποιήσιμος
κομποστοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κομποστοποιήσιμος
κομποστοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομποστοποιήσιμος
κομποστοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κομποστοποιήσιμος
κομποστών	noun	γενική πληθυντικού του κομπόστα
κομποσχοίνι	noun	άλλη μορφή του κομποσκοίνι
κομποσχοίνια	=	κομποσχοίνι
κομποσχοινιού	=	κομποσχοίνι
κομποσχοινιών	=	κομποσχοίνι
κομπρέσα	noun	συνώνυμο του επίθεμα
κομπρέσας	noun	γενική ενικού του κομπρέσα
κομπρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπρέσα
κομπρεσέρ	noun	συμπιεστής (συνήθως αεροσυμπιεστής)
κομπρεσών	noun	γενική πληθυντικού του κομπρέσα
κομπωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπωτής
κομπωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομπωτής
κομπωτής	noun	απατεώνας
κομπωτών	noun	γενική πληθυντικού του κομπωτής
κομπόδεμα	noun|dated	ο κόμπος σε μαντήλι
κομπόδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομπόδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομπόδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομπόδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομποδένω
κομπόδεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κομποδένω
κομπόδεσης	=	κομπόδεση
κομπόστ	noun	τύπος οργανικού υποστρώματος που προέρχεται από την αποσύνθεση φυτικών υπολειμμάτων μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία
κομπόστα	noun	γλύκισμα, που τρώγεται ως επιδόρπιο, παρασκευασμένο από βρασμένα φρούτα που τοποθετούνται σ’ ένα αραιό σιρόπι / διάλυμα ζάχαρης
κομπόστας	noun	γενική ενικού του κομπόστα
κομπόστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπόστα
κομπόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομπόσχοινο
κομπώνω	verb	εξαπατώ
κομυ	abbrev	κινητή μονάδα πραγματοποίησης ιατρικών εξετάσεων του ΕΟΔΥ
κομφέτα	=	κομφέτο
κομφέτο	noun	το παστοκύδωνο
κομφέτου	=	κομφέτο
κομφέττα	=	κομφέττο
κομφέττο	noun	άλλη γραφή του κομφέτο
κομφέττου	=	κομφέττο
κομφέττων	=	κομφέττο
κομφέτων	=	κομφέτο
κομφετί	noun	χαρτοπόλεμος, μικρά κομμάτια χαρτιού, συνήθως χρωματιστά
κομφορμίστα	=	κομφορμίστας
κομφορμίστας	noun	άλλη μορφή του κομφορμιστής
κομφορμίστες	=	κομφορμίστας
κομφορμίστρια	noun	κομφορμιστής
κομφορμίστριας	noun	γενική ενικού του κομφορμίστρια
κομφορμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομφορμίστρια
κομφορμισμέ	noun	κλητική ενικού του κομφορμισμός
κομφορμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομφορμισμός
κομφορμισμού	noun	γενική ενικού του κομφορμισμός
κομφορμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κομφορμισμός
κομφορμισμό	noun	αιτιατική ενικού του κομφορμισμός
κομφορμισμός	noun	προσαρμογή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας στην οποία ανήκει, ακόμα και αν δεν το εκφράζουν.
κομφορμισμών	noun	γενική πληθυντικού του κομφορμισμός
κομφορμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομφορμιστής
κομφορμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κομφορμιστής
κομφορμιστής	noun	αυτός ο οποίος προσαρμόζεται στις θεσμικές επιταγές της κοινωνίας όπου και ανήκει, αποφεύγοντας να διαφοροποιηθεί από αυτή εν τω μεταξύ
κομφορμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομφορμιστικό
κομφορμιστικέ	adj	κλητική ενικού του κομφορμιστικός
κομφορμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομφορμιστική
κομφορμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομφορμιστικός
κομφορμιστικής	adj	γενική ενικού του κομφορμιστική
κομφορμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομφορμιστικός
κομφορμιστικού	adj	γενική ενικού του κομφορμιστικός
κομφορμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομφορμιστικός
κομφορμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κομφορμιστικός
κομφορμιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κομφορμισμό ή τον κομφορμιστή ή αναφέρεται σ' αυτά
κομφορμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κομφορμιστικός
κομφορμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του κομφορμίστρια
κομφορμιστών	noun	γενική πληθυντικού του κομφορμιστής
κομφουκιανισμέ	=	κομφουκιανισμός
κομφουκιανισμοί	=	κομφουκιανισμός
κομφουκιανισμού	=	κομφουκιανισμός
κομφουκιανισμούς	=	κομφουκιανισμός
κομφουκιανισμό	=	κομφουκιανισμός
κομφουκιανισμός	noun	θρησκεία που αναφέρεται στη σοφία του Κομφούκιου, κινέζου φιλόσοφου.
κομφουκιανισμών	=	κομφουκιανισμός
κομφόρ	noun	παροχές για άνετη ζωή, όπως οικιακές συσκευές, αντικείμενα καθημερινής χρήσης που κάνουν τη ζωή εύκολη
κομψά	adv	με καλαίσθητο κι επιμελημένο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομψό
κομψέ	adj	κλητική ενικού του κομψός
κομψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομψή
κομψή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κομψός
κομψής	adj	γενική ενικού του κομψή
κομψευόμενα	=	κομψευόμενος
κομψευόμενε	=	κομψευόμενος
κομψευόμενες	=	κομψευόμενος
κομψευόμενη	=	κομψευόμενος
κομψευόμενης	=	κομψευόμενος
κομψευόμενο	=	κομψευόμενος
κομψευόμενοι	=	κομψευόμενος
κομψευόμενος	verb	που κομψεύεται, που δίνει ιδιαίτερο βάρος στο ντύσιμό του και στο να φαίνεται κομψός
κομψευόμενου	=	κομψευόμενος
κομψευόμενους	=	κομψευόμενος
κομψευόμενων	=	κομψευόμενος
κομψεύομαι	verb	προσπαθώ (σε μεγάλο βαθμό) να ντύνομαι και να εμφανίζομαι κομψός
κομψοέπεια	noun|formal	η ιδιότητα ή η έκφραση του κομψοεπούς
κομψοέπειας	=	κομψοέπεια
κομψοέπειες	=	κομψοέπεια
κομψοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κομψός
κομψογράφε	=	κομψογράφος
κομψογράφο	=	κομψογράφος
κομψογράφοι	=	κομψογράφος
κομψογράφος	noun	που γράφει κομψά
κομψογράφου	=	κομψογράφος
κομψογράφους	=	κομψογράφος
κομψογράφων	=	κομψογράφος
κομψογραφία	noun	η κομψότητα στο γράψιμο, η καλλιέπεια
κομψογραφίας	=	κομψογραφία
κομψογραφίες	=	κομψογραφία
κομψογραφιών	=	κομψογραφία
κομψοεπές	=	κομψοεπής
κομψοεπή	=	κομψοεπής
κομψοεπής	adj|formal	που εκφράζεται με τρόπο κομψό, κομψά
κομψοεπείς	=	κομψοεπής
κομψοεπειών	=	κομψοέπεια
κομψοεπούς	=	κομψοεπής
κομψοεπών	=	κομψοεπής
κομψοεπώς	adv|formal	με κομψοεπή τρόπο, με κομψοέπεια
κομψοτέχνες	=	κομψοτέχνης
κομψοτέχνη	=	κομψοτέχνης
κομψοτέχνημα	noun	χαρακτηρισμός αντικειμένου εξαιρετικής τέχνης, συχνά μικρών διαστάσεων
κομψοτέχνης	noun	ο καλλιτέχνης που κατασκευάζει κομψοτεχνήματα
κομψοτήτων	=	κομψότητα
κομψοτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομψοτέχνημα
κομψοτεχνήματος	noun	γενική ενικού του κομψοτέχνημα
κομψοτεχνία	noun	η τέχνη κατασκευής κομψοτεχνημάτων
κομψοτεχνίας	=	κομψοτεχνία
κομψοτεχνίες	=	κομψοτεχνία
κομψοτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κομψοτέχνημα
κομψοτεχνιών	=	κομψοτεχνία
κομψοτεχνών	=	κομψοτέχνης
κομψού	adj	γενική ενικού του κομψός
κομψούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κομψός
κομψό	adj	αιτιατική ενικού του κομψός
κομψός	adj	με επιμελημένη, καλόγουστη εμφάνιση κυρίως στο ντύσιμο
κομψότατα	=	κομψότατος
κομψότατε	=	κομψότατος
κομψότατες	=	κομψότατος
κομψότατη	=	κομψότατος
κομψότατης	=	κομψότατος
κομψότατο	=	κομψότατος
κομψότατοι	=	κομψότατος
κομψότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του κομψός
κομψότατου	=	κομψότατος
κομψότατους	=	κομψότατος
κομψότατων	=	κομψότατος
κομψότερα	=	κομψός
κομψότερε	=	κομψός
κομψότερες	=	κομψός
κομψότερη	=	κομψός
κομψότερης	=	κομψός
κομψότερο	=	κομψός
κομψότεροι	=	κομψός
κομψότερος	=	κομψός
κομψότερου	=	κομψός
κομψότερους	=	κομψός
κομψότερων	=	κομψός
κομψότητα	noun	η ιδιότητα του κομψού
κομψότητας	noun	γενική ενικού του κομψότητα
κομψότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κομψότητα
κομψών	adj	γενική πληθυντικού του κομψός
κομψώς	adv|dated	κομψά
κομό	noun	έπιπλο κρεβατοκάμαρας με συρτάρια για τη τακτοποίηση των ρούχων
κομός	=	κομμός
κομών	=	κόμη
κονάκι	noun	σπίτι, κατοικία
κονάκια	=	κονάκι
κονέ	noun|slang	η γνωριμία
κονέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κονία	noun	εύπλαστο μείγμα που αποτελείται από υγρά υλικά και υλικά σε μορφή σκόνης, το οποίο σκληραίνει όταν πήζει, και χρησιμοποιείται κυρίως για τη σύνδεση στερεών οικοδομικών υλικών
κονίαμα	noun|formal	μείγμα άμμου, νερού και κονίας, που χρησιμοποιείται στο σοβάτισμα ή ως συνδετικό υλικό κατά την κατασκευή της τοιχοποιίας
κονίας	noun	γενική ενικού του κονία
κονίαση	noun|formal	η επάλειψη με κονίαμα
κονίασης	=	κονίαση
κονίδων	=	κόνιδα
κονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονία
κονίσματα	=	κόνισμα
κονίσματος	=	κόνισμα
κονίστρα	noun	το μέρος της αρχαίας παλαίστρας που ήταν καλυμμένο με άμμο και μέσα στο οποίο διεξαγόταν ο αγώνας
κονίστρας	noun	γενική ενικού του κονίστρα
κονίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονίστρα
κονακιού	=	κονάκι
κονακιών	=	κονάκι
κονακτζή	=	κονακτζής
κονακτζήδες	=	κονακτζής
κονακτζήδων	=	κονακτζής
κονακτζής	noun|dated	ο υπεύθυνος για κάποιο κονάκι
κονβόι	noun	η ομάδα οχημάτων που μετακινούνται ή ταξιδεύουν μαζί
κονγκολέζα	noun	θηλυκό του Κονγκολέζος
κονγκολέζας	=	κονγκολέζα
κονγκολέζες	=	κονγκολέζα
κονγκολέζος	=	κονγκολέζα
κονγκολέζων	=	κονγκολέζα
κονδυλίου	noun	γενική ενικού του κονδύλιο
κονδυλίων	noun	γενική πληθυντικού του κονδύλιο
κονδυλιού	=	κονδύλι
κονδυλιών	=	κονδύλι
κονδυλοφόρε	noun	κλητική ενικού του κονδυλοφόρος
κονδυλοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του κονδυλοφόρος
κονδυλοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονδυλοφόρος
κονδυλοφόρος	noun	ξύλινο ή μεταλλικό όργανο γραφής (παλαιότερων εποχών) με προσαρμοσμένη πένα στην άκρη του	adj	που φέρει / έχει κονδύλους
κονδυλοφόρου	noun	γενική ενικού του κονδυλοφόρος
κονδυλοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κονδυλοφόρος
κονδυλοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του κονδυλοφόρος
κονδυλωδών	=	κονδυλώδης
κονδυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κονδύλωμα
κονδυλώδεις	=	κονδυλώδης
κονδυλώδες	=	κονδυλώδης
κονδυλώδη	=	κονδυλώδης
κονδυλώδης	adj	που μοιάζει με κόνδυλο, που έχει τέτοια μορφή
κονδυλώδους	=	κονδυλώδης
κονδυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονδύλωμα
κονδυλώματος	noun	γενική ενικού του κονδύλωμα
κονδόρων	=	κόνδωρ
κονδύλι	noun	ένα ποσό χρημάτων για δαπάνες, που εγγράφεται σε κρατικό ή εταιρικό προϋπολογισμό
κονδύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονδύλιο
κονδύλιο	noun	άλλη μορφή του κονδύλι
κονδύλιου	=	κονδύλιο
κονδύλιων	=	κονδύλιο
κονδύλου	noun	γενική ενικού του κόνδυλος
κονδύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόνδυλος
κονδύλωμα	noun	σαρκώδες ιογενές εξόγκωμα στα γεννητικά όργανα ή τον πρωκτό
κονδύλων	noun	γενική πληθυντικού του κόνδυλος
κονεομεταλλουργία	noun|dated	μεταλλουργία κόνεως, παραγωγή μεταλλικών κόνεων και μορφοποίησή τους σε μεταλλικά, συμπαγή αντικείμενα, ο συχνότερα χρησιμοποιούμενος όρος είναι κονιομεταλλουργία
κονεσέρ	noun|rare	ειδήμων, ειδικός, γνώστης
κονεύω	verb	διαμένω προσωρινά
κονιάκ	noun	ποικιλία μπράντι· οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται σε συγκεκριμένη περιοχή της Γαλλίας, γύρω από την πόλη Κονιάκ, με διπλή απόσταξη κρασιού και, στη συνέχεια, παλαιώνει σε δρύινα βαρέλια
κονιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονίαμα
κονιάματος	noun	γενική ενικού του κονίαμα
κονιάσεις	=	κονίαση
κονιάσεων	=	κονίαση
κονιακάκι	noun	υποκοριστικό του κονιάκ
κονιακάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιακάκι
κονιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κονίαμα
κονιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιαστής
κονιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κονιαστής
κονιαστής	noun|formal	αυτός που εφαρμόζει επίχρισμα με κονίαμα
κονιαστών	noun	γενική πληθυντικού του κονιαστής
κονιατές	=	κονιατής
κονιατή	=	κονιατής
κονιατής	noun|formal	αυτός που εφαρμόζει επίχρισμα με κονίαμα
κονιατών	=	κονιατής
κονιδιάρα	=	κονιδιάρης
κονιδιάρη	=	κονιδιάρης
κονιδιάρηδες	=	κονιδιάρης
κονιδιάρηδων	=	κονιδιάρης
κονιδιάρης	noun	που είναι γεμάτος κόνιδα
κονικλοτροφία	noun	η εκτροφή και πώληση κουνελιών
κονικλοτροφίας	noun	γενική ενικού του κονικλοτροφία
κονικλοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονικλοτροφία
κονικλοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονικλοτροφείο
κονικλοτροφείο	noun	μέρος όπου εκτρέφονται κουνέλια
κονικλοτροφείου	noun	γενική ενικού του κονικλοτροφείο
κονικλοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του κονικλοτροφείο
κονικλοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του κονικλοτροφία
κονικλοτρόφε	=	κονικλοτρόφος
κονικλοτρόφο	=	κονικλοτρόφος
κονικλοτρόφοι	=	κονικλοτρόφος
κονικλοτρόφος	noun|formal	εκτροφέας κουνελιών
κονικλοτρόφου	=	κονικλοτρόφος
κονικλοτρόφους	=	κονικλοτρόφος
κονικλοτρόφων	=	κονικλοτρόφος
κονιομεταλλουργία	noun	μεταλλουργία κόνεως: παραγωγή μεταλλικών, συμπαγών αντικείμενων με μορφοποίησή μεταλλικών κόνεων χωρίς τήξη τους
κονιομεταλλουργίας	=	κονιομεταλλουργία
κονιομεταλλουργίες	=	κονιομεταλλουργία
κονιομεταλλουργικά	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικέ	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικές	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργική	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικής	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικοί	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικού	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικούς	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικό	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργικός	adj	σχετικός με την κονιομεταλλουργία
κονιομεταλλουργικών	=	κονιομεταλλουργικός
κονιομεταλλουργιών	=	κονιομεταλλουργία
κονιοποίει	=	κονιοποιώ
κονιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποίηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κονιοποιώ
κονιοποίησης	=	κονιοποίηση
κονιοποίησις	noun	η κονιοποίηση
κονιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσαν	=	κονιοποιώ
κονιοποιήσανε	=	κονιοποιώ
κονιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσεων	=	κονιοποίηση
κονιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιοποιώ
κονιοποιεί	=	κονιοποιώ
κονιοποιείς	=	κονιοποιώ
κονιοποιείτε	=	κονιοποιώ
κονιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιοποιημένο
κονιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κονιοποιημένος
κονιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιοποιημένη
κονιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κονιοποιημένος
κονιοποιημένης	verb	γενική ενικού του κονιοποιημένη
κονιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κονιοποιημένος
κονιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονιοποιημένος
κονιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κονιοποιώ
κονιοποιημένου	=	κονιοποιημένος
κονιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κονιοποιημένος
κονιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κονιοποιημένος
κονιοποιούμε	=	κονιοποιώ
κονιοποιούν	=	κονιοποιώ
κονιοποιούνε	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσα	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσαμε	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσαν	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσανε	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσατε	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσε	=	κονιοποιώ
κονιοποιούσες	=	κονιοποιώ
κονιοποιώ	verb	άλλη μορφή του κονιορτοποιώ
κονιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κονιοποιώ
κονιορτέ	noun	κλητική ενικού του κονιορτός
κονιορτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονιορτός
κονιορτοβριθές	=	κονιορτοβριθής
κονιορτοβριθή	=	κονιορτοβριθής
κονιορτοβριθής	adj	που είναι γεμάτος κονιορτό / σκόνη
κονιορτοβριθείς	=	κονιορτοβριθής
κονιορτοβριθούς	=	κονιορτοβριθής
κονιορτοβριθών	=	κονιορτοβριθής
κονιορτοθυελλών	=	κονιορτοθύελλα
κονιορτοθύελλα	noun	θύελλα που σηκώνει και μεταφέρει πολύ κονιορτό, σκόνη ή άμμο
κονιορτοθύελλας	=	κονιορτοθύελλα
κονιορτοθύελλες	=	κονιορτοθύελλα
κονιορτοποίει	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποίηση	noun	η μετατροπή ενός στερεού σώματος σε σκόνη
κονιορτοποίησης	noun	γενική ενικού του κονιορτοποίηση
κονιορτοποιήθηκα	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιήθηκαν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιήθηκε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιήθηκες	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσαν	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσανε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιορτοποίηση
κονιορτοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κονιορτοποίηση
κονιορτοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κονιορτοποίηση
κονιορτοποιήσου	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονιορτοποιώ
κονιορτοποιεί	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιείς	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιείσαι	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιείστε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιείται	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιείτε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιηθήκαμε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιηθήκαν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιηθήκανε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιηθήκατε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιηθεί	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιηθείτε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιορτοποιημένο
κονιορτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονιορτοποιημένη
κονιορτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιημένης	verb	γενική ενικού του κονιορτοποιημένη
κονιορτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιημένος	verb	που έχει μετατραπεί σε κονιορτό, σε σκόνη
κονιορτοποιημένου	verb	γενική ενικού του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού του κονιορτοποιημένος
κονιορτοποιούμαι	verb	μετατρέπομαι σε σκόνη, κόνιδα
κονιορτοποιούμασταν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούμαστε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούμε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούμουν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούν	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούνε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούνται	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούνταν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούσα	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσαμε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσαν	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσανε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσασταν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούσαστε	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιούσατε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσε	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσες	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοποιούσουν	=	κονιορτοποιούμαι
κονιορτοποιώ	verb	μετατρέπω κάτι σε σκόνη
κονιορτοποιώντας	=	κονιορτοποιώ
κονιορτοστροβίλου	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστροβίλους	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστροβίλων	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστρόβιλε	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστρόβιλο	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστρόβιλοι	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστρόβιλος	noun	στρόβιλος που σηκώνει / μεταφέρει κονιορτό
κονιορτοστρόβιλου	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστρόβιλους	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτοστρόβιλων	=	κονιορτοστρόβιλος
κονιορτού	noun	γενική ενικού του κονιορτός
κονιορτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κονιορτός
κονιορτό	noun	αιτιατική ενικού του κονιορτός
κονιορτός	noun	σκόνη
κονιορτών	noun	γενική πληθυντικού του κονιορτός
κονιοσκοπίου	=	κονιοσκόπιο
κονιοσκοπίων	=	κονιοσκόπιο
κονιοσκόπια	=	κονιοσκόπιο
κονιοσκόπιο	noun	ειδική συσκευή με την οποία ανιχνεύεται ρύπανση από σκόνη
κονιοσκόπιου	=	κονιοσκόπιο
κονισαλέα	=	κονισαλέος
κονισαλέας	=	κονισαλέος
κονισαλέε	=	κονισαλέος
κονισαλέες	=	κονισαλέος
κονισαλέο	=	κονισαλέος
κονισαλέοι	=	κονισαλέος
κονισαλέος	adj|formal	γεμάτος με σκόνη
κονισαλέου	=	κονισαλέος
κονισαλέους	=	κονισαλέος
κονισαλέων	=	κονισαλέος
κονισμάτων	=	κόνισμα
κονιστρών	noun	γενική πληθυντικού του κονίστρα
κονιτσιωτών	=	κονιτσιώτης
κονιτσιώτες	=	κονιτσιώτης
κονιτσιώτη	=	κονιτσιώτης
κονιτσιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κόνιτσα, (θηλυκό Κονιτσιώτισσα)
κονιόρδε	=	κονιόρδος
κονιόρδο	=	κονιόρδος
κονιόρδοι	=	κονιόρδος
κονιόρδος	noun|dated	άνθρωπος που παριστάνει τον σπουδαίο (στο ντύσιμο, τη συμπεριφορά κ.ά.), τον μάγκα, και φέρεται με σνομπισμό
κονιόρδου	=	κονιόρδος
κονιόρδους	=	κονιόρδος
κονιόρδων	=	κονιόρδος
κονιών	noun	γενική πληθυντικού του κονία
κονκάρδα	noun	φορέας μηνύματος ή σήματος συνήθως κυκλικός από διάφορα υλικά που τοποθετείται στο πέτο (ή και αλλού) και με τον οποίο δηλώνεται η προτίμηση μας σ' ένα κόμμα, μια ιδέα, έναν αθλητικό σύλλογο, ή ότι συμμετέχουμε σε συνέδριο
κονκάρδας	noun	γενική ενικού του κονκάρδα
κονκάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονκάρδα
κονκαρδών	noun	γενική πληθυντικού του κονκάρδα
κονκλάβια	=	κονκλάβιο
κονκλάβιο	noun	ο χώρος / το δωμάτιο όπου συνεδριάζουν οι καρδινάλιοι, προκειμένου να εκλέξουν τον νέο πάπα
κονκλάβιου	=	κονκλάβιο
κονκλάβιων	=	κονκλάβιο
κονκλαβίου	=	κονκλάβιο
κονκλαβίων	=	κονκλάβιο
κονκορδάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονκορδάτο
κονκορδάτο	noun	συμφωνία μεταξύ ενός θρησκευτικού ηγέτη, ιδίως του πάπα, κι ενός κρατικού αξιωματούχου για τη ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων
κονκορδάτου	noun	γενική ενικού του κονκορδάτο
κονκορδάτων	noun	γενική πληθυντικού του κονκορδάτο
κονομάω	verb|slang	οικονομώ
κονομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονομημένο
κονομημένε	verb	κλητική ενικού του κονομημένος
κονομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονομημένη
κονομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κονομημένος
κονομημένης	verb	γενική ενικού του κονομημένη
κονομημένο	verb	αιτιατική ενικού του κονομημένος
κονομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονομημένος
κονομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κονομάω
κονομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κονομημένος
κονομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κονομημένος
κονομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κονομημένος
κονσέρβα	noun	μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα
κονσέρβας	noun	γενική ενικού του κονσέρβα
κονσέρβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσέρβα
κονσέρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσέρτο
κονσέρτο	noun	άλλη μορφή του κοντσέρτο
κονσέρτου	noun	γενική ενικού του κονσέρτο
κονσέρτων	noun	γενική πληθυντικού του κονσέρτο
κονσεπτουαλισμέ	=	κονσεπτουαλισμός
κονσεπτουαλισμοί	=	κονσεπτουαλισμός
κονσεπτουαλισμού	=	κονσεπτουαλισμός
κονσεπτουαλισμούς	=	κονσεπτουαλισμός
κονσεπτουαλισμό	=	κονσεπτουαλισμός
κονσεπτουαλισμός	noun	η εννοιοκρατία
κονσεπτουαλισμών	=	κονσεπτουαλισμός
κονσερβατορίου	=	κονσερβατόριο
κονσερβατορίων	=	κονσερβατόριο
κονσερβατουάρ	noun	ωδείο
κονσερβατόρια	=	κονσερβατόριο
κονσερβατόριο	noun|dated	το ωδείο
κονσερβατόριον	noun	το κονσερβατόριο
κονσερβατόριου	=	κονσερβατόριο
κονσερβοκουτιού	=	κονσερβοκούτι
κονσερβοκουτιών	=	κονσερβοκούτι
κονσερβοκούτι	noun	το κουτί από κονσέρβα
κονσερβοκούτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσερβοκούτι
κονσερβολιά	noun	είδος μεγαλόκαρπης ποικιλίας ελιάς
κονσερβολιάς	=	κονσερβολιά
κονσερβολιές	=	κονσερβολιά
κονσερβολιών	=	κονσερβολιά
κονσερβοποίει	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κονσερβοποιώ
κονσερβοποίησης	=	κονσερβοποίηση
κονσερβοποίησις	noun	η κονσερβοποίηση
κονσερβοποιέ	=	κονσερβοποιός
κονσερβοποιήθηκα	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιήθηκαν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιήθηκε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιήθηκες	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσαν	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσανε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσεων	=	κονσερβοποίηση
κονσερβοποιήσου	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιία	noun	η παραγωγή των κονσερβών
κονσερβοποιίας	noun	γενική ενικού του κονσερβοποιία
κονσερβοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσερβοποιία
κονσερβοποιεί	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσερβοποιείο
κονσερβοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής κονσερβών με διατηρημένα προϊόντα
κονσερβοποιείου	noun	γενική ενικού του κονσερβοποιείο
κονσερβοποιείς	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιείσαι	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιείστε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιείται	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιείτε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του κονσερβοποιείο
κονσερβοποιηθήκαμε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιηθήκαν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιηθήκανε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιηθήκατε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιηθεί	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιηθείτε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσερβοποιημένο
κονσερβοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσερβοποιημένη
κονσερβοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιημένης	verb	γενική ενικού του κονσερβοποιημένη
κονσερβοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιημένος	verb	που έχει κονσερβοποιηθεί
κονσερβοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κονσερβοποιημένος
κονσερβοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του κονσερβοποιία
κονσερβοποιοί	=	κονσερβοποιός
κονσερβοποιού	=	κονσερβοποιός
κονσερβοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούμασταν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούμαστε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούμε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούμουν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούν	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούνε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούνται	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούνταν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούς	=	κονσερβοποιός
κονσερβοποιούσα	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσαμε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσαν	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσανε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσασταν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούσαστε	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιούσατε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσε	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσες	=	κονσερβοποιώ
κονσερβοποιούσουν	=	κονσερβοποιούμαι
κονσερβοποιό	=	κονσερβοποιός
κονσερβοποιός	noun	άνθρωπος που παράγει κονσέρβες
κονσερβοποιώ	verb	παράγω ένα προϊόν εγκλεισμένο σε κονσέρβα
κονσερβοποιών	=	κονσερβοποιός
κονσερβοποιώντας	=	κονσερβοποιώ
κονσερβών	noun	γενική πληθυντικού του κονσέρβα
κονσερτίνα	noun	τύπος μικρού ακορντεόν
κονσερτίνας	=	κονσερτίνα
κονσερτίνες	=	κονσερτίνα
κονσερτίνων	=	κονσερτίνα
κονσολών	noun	γενική πληθυντικού του κονσόλα
κονσομέ	noun	ζωμός από κρέας που σερβίρεται σαν σούπα
κονσομασιόν	noun	η κατανάλωση προϊόντων
κονσοματέρ	noun	άνδρας που επί πληρωμή κρατά συντροφιά σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης
κονσοματρίς	noun	γυναίκα που επί πληρωμή κρατά συντροφιά σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης
κονστρουκτιβισμέ	noun	κλητική ενικού του κονστρουκτιβισμός
κονστρουκτιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονστρουκτιβισμός
κονστρουκτιβισμού	noun	γενική ενικού του κονστρουκτιβισμός
κονστρουκτιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κονστρουκτιβισμός
κονστρουκτιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του κονστρουκτιβισμός
κονστρουκτιβισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα (στη ζωγραφική, γλυπτική κ.α.) με κύριο χαρακτηριστικό τις αφηρημένες κατασκευές, την απουσία συμβατικών αναπαραστάσεων αντικειμένων και την έμφαση στην απεικόνιση γεωμετρικών μορφών
κονστρουκτιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του κονστρουκτιβισμός
κονστρουκτιβιστικά	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικέ	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικές	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστική	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικής	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικοί	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικού	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικούς	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικό	=	κονστρουκτιβιστικός
κονστρουκτιβιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κονστρουκτιβισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κονστρουκτιβιστικών	=	κονστρουκτιβιστικός
κονσόλα	noun	τραπέζι με δύο πόδια, που από την άλλη πλευρά του στηρίζεται σε τοίχο (ημιτραπέζιο έπιπλο, συνήθως με μαρμάρινη επιφάνεια)
κονσόλας	noun	γενική ενικού του κονσόλα
κονσόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονσόλα
κονσόρτσιουμ	noun	προσωρινός συνεταιρισμός χωρών, επιχειρήσεων, τραπεζών κτλ. για κοινό σκοπό, κοινοπραξία
κοντά	adv	σε μικρή απόσταση στο χώρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντό
κοντάκι	noun	το πίσω τμήμα ενός ντουφεκιού ή κυνηγετικού όπλου
κοντάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντάκιο
κοντάκιο	noun	ιδιαίτερα σύντομος εκκλησιαστικός ύμνος
κοντάκιου	=	κοντάκιο
κοντάκτ	noun	εξ επαφής εκτύπωση ενός φιλμ απευθείας σε ένα φωτογραφικό χαρτί—φύλλο
κοντάρι	noun	μικρής διατομής και μεγάλου σχετικά μήκους κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού με διάφορες χρήσεις, π.χ.
κοντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντάρι
κοντέ	adj	κλητική ενικού του κοντός
κοντέινερ	noun	εμπορευματοκιβώτιο
κοντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόντεμα
κοντέματος	noun	γενική ενικού του κόντεμα
κοντέρ	noun	ο μετρητής (π.χ. ο χιλιομετρικός μετρητής ενός αυτοκινήτου)
κοντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντή
κοντέσα	noun	θηλυκό του κόντες
κοντέσας	=	κοντέσα
κοντέσες	=	κοντέσα
κοντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψαν	=	κοντεύω
κοντέψανε	=	κοντεύω
κοντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κοντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντός
κοντής	adj	γενική ενικού του κοντή
κοντίνουο	noun	έμμονο μπάσο, που δεν διακόπτεται καθ' όλη τη διάρκεια ενός μουσικού κομματιού
κονταίναμε	=	κονταίνω
κονταίναν	=	κονταίνω
κονταίνανε	=	κονταίνω
κονταίνατε	=	κονταίνω
κονταίνει	=	κονταίνω
κονταίνεις	=	κονταίνω
κονταίνετε	=	κονταίνω
κονταίνομε	=	κονταίνω
κονταίνοντας	=	κονταίνω
κονταίνουμε	=	κονταίνω
κονταίνουν	=	κονταίνω
κονταίνουνε	=	κονταίνω
κονταίνω	verb	μειώνω το ύψος ενός πράγματος
κοντακίου	noun	γενική ενικού του κοντάκιο
κοντακίων	noun	γενική πληθυντικού του κοντάκιο
κοντακιά	noun	χτύπημα με κοντάκι
κοντακιάς	noun	γενική ενικού του κοντακιά
κοντακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντακιά
κοντακιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοντακιανός
κοντακιανέ	adj	κλητική ενικού του κοντακιανός
κοντακιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντακιανή
κοντακιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντακιανός
κοντακιανής	adj	γενική ενικού του κοντακιανή
κοντακιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντακιανός
κοντακιανού	adj	γενική ενικού του κοντακιανός
κοντακιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντακιανός
κοντακιανό	adj	αιτιατική ενικού του κοντακιανός
κοντακιανός	adj|vulgar	σχετικά κοντός και ισχνός άνθρωπος
κοντακιανών	adj	γενική πληθυντικού του κοντακιανός
κοντακιού	=	κοντάκι
κοντακιών	=	κοντάκι
κοντανάσασμα	noun	μικρή και γρήγορη αναπνοή, συνήθως λόγω έντονης προσπάθειας
κοντανασάσματα	=	κοντανάσασμα
κοντανασάσματος	=	κοντανάσασμα
κοντανασαίνω	verb	δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, αναπνέω με μικρές και γρήγορες εισπνοές και εκπνοές, συνήθως λόγω έντονης προσπάθειας
κοντανασασμάτων	=	κοντανάσασμα
κονταριά	noun	χτύπημα με κοντάρι
κονταριάς	noun	γενική ενικού του κονταριά
κονταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονταριά
κονταριού	=	κοντάρι
κονταριών	=	κοντάρι
κονταροκτυπά	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάει	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάμε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάν	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάνε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάς	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάτε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπάω	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπήματα	=	κονταροκτύπημα
κονταροκτυπήματος	=	κονταροκτύπημα
κονταροκτυπήσαμε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπήσαν	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπήσανε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπήσατε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπήσει	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπήστε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπημάτων	=	κονταροκτύπημα
κονταροκτυπούμε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούν	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούνε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσα	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσαμε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσαν	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσανε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσατε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπούσες	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτυπώ	verb|figurative	άλλη μορφή του κονταροχτυπώ
κονταροκτυπώντας	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτύπα	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτύπαγε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτύπημα	noun|formal	άλλη μορφή του κονταροχτύπημα
κονταροκτύπησα	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτύπησαν	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτύπησε	=	κονταροκτυπώ
κονταροκτύπησες	=	κονταροκτυπώ
κονταρομάχε	=	κονταρομάχος
κονταρομάχο	=	κονταρομάχος
κονταρομάχοι	=	κονταρομάχος
κονταρομάχος	noun	εκείνος που μάχεται με κοντάρι (π.χ. στο μεσαίωνα)
κονταρομάχου	=	κονταρομάχος
κονταρομάχους	=	κονταρομάχος
κονταρομάχων	=	κονταρομάχος
κονταρομαχία	noun	πολεμικό αγώνισμα κατά το οποίο δύο έφιπποι ευγενείς με πανοπλία, ασπίδα και κοντάρι προσπαθούν να ρίξουν ο ένας τον άλλον χτυπώντας τον με το κοντάρι
κονταρομαχίας	noun	γενική ενικού του κονταρομαχία
κονταρομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονταρομαχία
κονταρομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του κονταρομαχία
κονταροπίνελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονταροπίνελο
κονταροπίνελο	noun	εργαλείο βαψίματος: οποιοδήποτε πινέλο που φέρει υποδοχή σύνδεσης σε κοντάρι
κονταροπίνελου	=	κονταροπίνελο
κονταροπίνελων	=	κονταροπίνελο
κονταροχτυπά	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάει	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάμε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάν	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάνε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάς	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάτε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπάω	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονταροχτύπημα
κονταροχτυπήματος	noun	γενική ενικού του κονταροχτύπημα
κονταροχτυπήσαμε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπήσαν	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπήσανε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπήσατε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπήσει	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπήστε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταροχτυπιέμαι
κονταροχτυπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κονταροχτύπημα
κονταροχτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονταροχτυπημένο
κονταροχτυπημένε	verb	κλητική ενικού του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονταροχτυπημένη
κονταροχτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπημένης	verb	γενική ενικού του κονταροχτυπημένη
κονταροχτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κονταροχτυπώ
κονταροχτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κονταροχτυπημένος
κονταροχτυπιέμαι	verb	αγωνίζομαι στο πολεμικό αγώνισμα της κονταρομαχίας
κονταροχτυπούμε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούν	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούνε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσα	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσαμε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσαν	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσανε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσατε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπούσες	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτυπώ	verb	χτυπώ κάποιον με κοντάρι κατά τη διάρκεια μιας κονταρομαχίας
κονταροχτυπώντας	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτύπα	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτύπαγε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτύπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κονταροχτυπώ
κονταροχτύπησα	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτύπησαν	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτύπησε	=	κονταροχτυπώ
κονταροχτύπησες	=	κονταροχτυπώ
κονταρόξυλα	=	κονταρόξυλο
κονταρόξυλο	noun	το ξύλο ενός κονταρτιού
κονταρόξυλου	=	κονταρόξυλο
κονταρόξυλων	=	κονταρόξυλο
κονταυγές	=	κονταυγή
κονταυγή	noun|literary	το χρονικό διάστημα κοντά στην αυγή και (συνήθως) πριν από αυτήν
κονταυγής	=	κονταυγή
κονταυγών	=	κονταυγή
κοντείνερ	=	κοντέινερ
κοντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόντεμα
κοντεσίνα	noun	μικρή (σε ηλικία) κοντέσα
κοντεσίνας	=	κοντεσίνα
κοντεσίνες	=	κοντεσίνα
κοντεύαμε	=	κοντεύω
κοντεύαν	=	κοντεύω
κοντεύανε	=	κοντεύω
κοντεύατε	=	κοντεύω
κοντεύει	=	κοντεύω
κοντεύεις	=	κοντεύω
κοντεύετε	=	κοντεύω
κοντεύοντας	=	κοντεύω
κοντεύουμε	=	κοντεύω
κοντεύουν	=	κοντεύω
κοντεύουνε	=	κοντεύω
κοντεύω	verb	φτάνω πιο κοντά σε κάποιο τόπο ή στόχο, πλησιάζω
κοντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοντινός	adv	σε κοντινή απόσταση
κοντινέ	adj	κλητική ενικού του κοντινός
κοντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντινή
κοντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντινός
κοντινής	adj	γενική ενικού του κοντινή
κοντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντινός
κοντινού	adj	γενική ενικού του κοντινός
κοντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντινός
κοντινό	adj	αιτιατική ενικού του κοντινός
κοντινός	adj	που βρίσκεται κοντά, σε μικρή απόσταση
κοντινότερα	=	κοντινότερος
κοντινότερε	=	κοντινότερος
κοντινότερες	=	κοντινότερος
κοντινότερη	=	κοντινότερος
κοντινότερης	=	κοντινότερος
κοντινότερο	=	κοντινότερος
κοντινότεροι	=	κοντινότερος
κοντινότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του κοντινός
κοντινότερου	=	κοντινότερος
κοντινότερους	=	κοντινότερος
κοντινότερων	=	κοντινότερος
κοντινών	adj	γενική πληθυντικού του κοντινός
κοντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντός
κοντοβράκα	noun|dated	κοντή βράκα που φορούσαν σε κάποιες φορές παλαιότερα (μέχρι τα γόνατο, αντί για τις συνηθισμένες βράκες)
κοντοβράκας	noun	γενική ενικού του κοντοβράκα
κοντοβράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοβράκης
κοντοβράκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοβράκης
κοντοβράκι	noun	είδος κοντής βράκας ή παντελονιού
κοντοβράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοβράκι
κοντοβρακά	=	κοντοβρακάς
κοντοβρακάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοβρακάς
κοντοβρακάδων	=	κοντοβρακάς
κοντοβρακάς	noun	αυτός που φοράει κοντοβράκα
κοντοβρακιού	=	κοντοβράκι
κοντοβρακιών	=	κοντοβράκι
κοντοβρακών	noun	γενική πληθυντικού του κοντοβράκα
κοντογειτονισσών	=	κοντογειτόνισσα
κοντογειτόνισσα	noun	μια γυναίκα που μένει πολύ κοντά σε κάποιον, συνήθως στην ίδια γειτονιά ή ακόμα και στο διπλανό σπίτι
κοντογειτόνισσας	=	κοντογειτόνισσα
κοντογειτόνισσες	=	κοντογειτόνισσα
κοντογουνιού	=	κοντογούνι
κοντογουνιών	=	κοντογούνι
κοντογούνι	noun	γυναικείο κοντό γουνοφόρο ένδυμα, σε μορφή ζακέτας
κοντογούνια	=	κοντογούνι
κοντοζυγώνω	verb	πλησιάζω σε κάποιο τόπο ή χρονικό σημείο
κοντοκουρεμένα	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένε	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένες	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένη	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένης	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένο	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένοι	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένος	verb	που έχει κόψει κοντά τα μαλλιά του
κοντοκουρεμένου	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένους	=	κοντοκουρεμένος
κοντοκουρεμένων	=	κοντοκουρεμένος
κοντολογίς	adv	με δυο λόγια, σύντομα
κοντομάλλα	=	κοντομάλλης
κοντομάλλας	=	κοντομάλλης
κοντομάλλες	=	κοντομάλλης
κοντομάλλη	=	κοντομάλλης
κοντομάλληδες	=	κοντομάλλης
κοντομάλληδων	=	κοντομάλλης
κοντομάλλης	adj	που έχει κοντά μαλλιά
κοντομάλλικα	=	κοντομάλλης
κοντομάλλικο	=	κοντομάλλης
κοντομάλλικου	=	κοντομάλλης
κοντομάλλικων	=	κοντομάλλης
κοντομάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντομάνικο
κοντομάνικε	adj	κλητική ενικού του κοντομάνικος
κοντομάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντομάνικη
κοντομάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντομάνικος
κοντομάνικης	adj	γενική ενικού του κοντομάνικη
κοντομάνικο	adj	αιτιατική ενικού του κοντομάνικος
κοντομάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντομάνικος
κοντομάνικος	adj	που έχει κοντά μανίκια (που δεν φτάνουν κάτω από τον αγκώνα)
κοντομάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντομάνικος
κοντομάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντομάνικος
κοντομάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντομάνικος
κοντομερί	noun	σίδερο που χρησιμεύει να κρατά κλειστή πόρτα, στερεωνόμενο σε κρίκους, στερεωμένους στον τοίχο και στην πόρτα
κοντοπίθαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοπίθαρο
κοντοπίθαρε	adj	κλητική ενικού του κοντοπίθαρος
κοντοπίθαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοπίθαρη
κοντοπίθαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντοπίθαρος
κοντοπίθαρης	adj	γενική ενικού του κοντοπίθαρη
κοντοπίθαρο	adj	αιτιατική ενικού του κοντοπίθαρος
κοντοπίθαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντοπίθαρος
κοντοπίθαρος	adj	κοντό άτομο
κοντοπίθαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντοπίθαρος
κοντοπίθαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντοπίθαρος
κοντοπίθαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντοπίθαρος
κοντοπούτανα	=	κοντοπούτανο
κοντοπούτανο	noun|slang	κοντή γυναίκα ελαφρών ή ελευθερίων ηθών
κοντοπούτανου	=	κοντοπούτανο
κοντοπούτανων	=	κοντοπούτανο
κοντοπόδαρα	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρε	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρες	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρη	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρης	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρο	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαροι	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρος	adj	που έχει κοντά πόδια
κοντοπόδαρου	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρους	=	κοντοπόδαρος
κοντοπόδαρων	=	κοντοπόδαρος
κοντορεβιθούλα	=	κοντορεβιθούλης
κοντορεβιθούλη	=	κοντορεβιθούλης
κοντορεβιθούληδες	=	κοντορεβιθούλης
κοντορεβιθούληδων	=	κοντορεβιθούλης
κοντορεβιθούλης	noun	κοντόσωμος, πολύ μικρόσωμος
κοντοσουβλιού	=	κοντοσούβλι
κοντοσουβλιών	=	κοντοσούβλι
κοντοσούβλι	noun	μικρή σούβλα, με την οποία ψήνουμε κεμπάπ ή γενικότερα μικρά κομμάτια κρέας
κοντοσούβλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοσούβλι
κοντοστάβλου	=	κοντόσταβλος
κοντοστάβλους	=	κοντόσταβλος
κοντοστάβλων	=	κοντόσταβλος
κοντοστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοστάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοστέκομαι	verb	σταματάω ενώ περπατάω, συνήθως ξαφνικά, για λόγους αμφιβολίας, δισταγμού, σκέψης ή άλλης ενέργειας
κοντοστέκω	verb	κοντοστέκομαι
κοντοσταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοσταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοντοστέκομαι
κοντοστούπα	noun	θηλυκό του κοντοστούπης
κοντοστούπας	=	κοντοστούπα
κοντοστούπες	=	κοντοστούπα
κοντοστούπη	=	κοντοστούπης
κοντοστούπηδες	=	κοντοστούπης
κοντοστούπηδων	=	κοντοστούπης
κοντοστούπης	noun	κοντός άνθρωπος, νάνος
κοντοτιέρε	=	κοντοτιέρος
κοντοτιέρο	=	κοντοτιέρος
κοντοτιέροι	=	κοντοτιέρος
κοντοτιέρος	noun|dated	μισθοφόρος πολεμιστής στην Ιταλία κ.α. κατά τον Μεσαίωνα
κοντοτιέρου	=	κοντοτιέρος
κοντοτιέρους	=	κοντοτιέρος
κοντοτιέρων	=	κοντοτιέρος
κοντοτουρτών	=	κοντοτούρτα
κοντοτούρτα	noun	σκορπιός
κοντοτούρτας	=	κοντοτούρτα
κοντοτούρτες	=	κοντοτούρτα
κοντοφάρδουλος	adj|rare	ο κοντόχοντρος
κοντοχωριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοντοχωριανός
κοντοχωριανέ	adj	κλητική ενικού του κοντοχωριανός
κοντοχωριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντοχωριανή
κοντοχωριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντοχωριανός
κοντοχωριανής	adj	γενική ενικού του κοντοχωριανή
κοντοχωριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντοχωριανός
κοντοχωριανού	adj	γενική ενικού του κοντοχωριανός
κοντοχωριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντοχωριανός
κοντοχωριανό	adj	αιτιατική ενικού του κοντοχωριανός
κοντοχωριανός	adj	που κατοικεί ή κατάγεται από διπλανό χωριό
κοντοχωριανών	adj	γενική πληθυντικού του κοντοχωριανός
κοντού	adj	γενική ενικού του κοντός
κοντούλα	noun	ονομασία διαφόρων ποικιλιών αχλαδιάς που παράγουν σχετικά κοντά φρούτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντούλης
κοντούλας	noun	γενική ενικού του κοντούλα
κοντούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντούλα
κοντούλη	=	κοντούλης
κοντούληδες	=	κοντούλης
κοντούληδων	=	κοντούλης
κοντούλης	adj	υποκοριστικό του κοντός
κοντούλικα	=	κοντούλης
κοντούλικο	=	κοντούλης
κοντούλικου	=	κοντούλης
κοντούλικων	=	κοντούλης
κοντούρα	noun|dated	κοντή ουρά
κοντούρας	=	κοντούρα
κοντούρες	=	κοντούρα
κοντούρων	=	κοντούρα
κοντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντός
κοντούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντούτσικο
κοντούτσικε	adj	κλητική ενικού του κοντούτσικος
κοντούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντούτσικη
κοντούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντούτσικος
κοντούτσικης	adj	γενική ενικού του κοντούτσικη
κοντούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του κοντούτσικος
κοντούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντούτσικος
κοντούτσικος	adj	υποκοριστικό του κοντός
κοντούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντούτσικος
κοντούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντούτσικος
κοντούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντούτσικος
κοντράλτα	noun	προφορικός τύπος για την κοντράλτο	adj	προφορικός τύπος του θηλυκού για την κοντράλτο
κοντράλτο	noun	τραγουδίστρια που η φωνή της κινείται στην περιοχή τονικού ύψους χαμηλότερη από τη σοπράνο και από την μέτζο σοπράνο, η χαμηλότερη γυναικεία φωνή	adj	που έχει φωνή χαμηλή και ζεστή, παρόμοια με μίας τραγουδίστριας κοντράλτο
κοντράρω	verb	έχω κόντρα με κάποιον, βρίσκομαι σε έντονη αντιπαράθεση μαζί του
κοντράστ	noun	αντίθεση, ιδίως η φωτεινή αντίθεση
κοντράσταρα	=	κοντραστάρω
κοντράσταραν	=	κοντραστάρω
κοντράσταρε	=	κοντραστάρω
κοντράσταρες	=	κοντραστάρω
κοντράτο	noun	το συμφωνητικό, η συμφωνία, το συμβόλαιο
κοντραμετζάνα	noun	η δολωνίδα
κοντραμετζάνας	=	κοντραμετζάνα
κοντραμετζάνες	=	κοντραμετζάνα
κοντραμπάντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντραμπάντο
κοντραμπάντο	noun|dated	λαθρεμπόριο (συνηθέστερα, τσιγάρων, ποτών, όπλων και ναρκωτικών)
κοντραμπάντου	noun	γενική ενικού του κοντραμπάντο
κοντραμπάντων	noun	γενική πληθυντικού του κοντραμπάντο
κοντραμπάσα	=	κοντραμπάσο
κοντραμπάσο	noun	το μεγαλύτερο σε μέγεθος μουσικό όργανο της οικογένειας του βιολιού
κοντραμπάσου	=	κοντραμπάσο
κοντραμπάσων	=	κοντραμπάσο
κοντραμπαντιέρης	noun|rare	άλλη μορφή του κοντραμπατζής
κοντραμπασίστα	=	κοντραμπασίστας
κοντραμπασίστας	noun	ο μουσικός που παίζει κοντραμπάσο
κοντραμπασίστες	=	κοντραμπασίστας
κοντραμπασιστών	=	κοντραμπασίστας
κοντραμπατζή	=	κοντραμπατζής
κοντραμπατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντραμπατζής
κοντραμπατζήδων	=	κοντραμπατζής
κοντραμπατζής	noun|dated	ο λαθρέμπορος
κοντραπάσο	noun|rare	η ιδέα ότι η τιμωρία της ψυχής ενός ατόμου στην κόλαση είναι αντίστοιχη με τις αμαρτίες που διέπραξε αυτό το άτομο στη γη
κοντραπλακέ	noun	άλλη γραφή του κόντρα πλακέ
κοντραπούντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντραπούντο
κοντραπούντο	noun	η αντίστιξη
κοντραπούντου	noun	γενική ενικού του κοντραπούντο
κοντραπούντων	noun	γενική πληθυντικού του κοντραπούντο
κοντραπόστο	noun	αντίρροπη ή χιαστί στάση
κοντραστάραμε	=	κοντραστάρω
κοντραστάραν	=	κοντραστάρω
κοντραστάρανε	=	κοντραστάρω
κοντραστάρατε	=	κοντραστάρω
κοντραστάρε	=	κοντραστάρω
κοντραστάρει	=	κοντραστάρω
κοντραστάρεις	=	κοντραστάρω
κοντραστάρετε	=	κοντραστάρω
κοντραστάροντας	=	κοντραστάρω
κοντραστάρουμε	=	κοντραστάρω
κοντραστάρουν	=	κοντραστάρω
κοντραστάρουνε	=	κοντραστάρω
κοντραστάρω	verb|slang	είμαι έντονα αρνητικός προς κάτι όπως απόψεις, πράξεις· αντιτάσσομαι, κοντράρω
κοντρολάραμε	=	κοντρολάρω
κοντρολάραν	=	κοντρολάρω
κοντρολάρανε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρατε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρει	=	κοντρολάρω
κοντρολάρεις	=	κοντρολάρω
κοντρολάρεσαι	=	κοντρολάρω
κοντρολάρεστε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρεται	=	κοντρολάρω
κοντρολάρετε	=	κοντρολάρω
κοντρολάριζα	=	κοντρολάρω
κοντρολάριζαν	=	κοντρολάρω
κοντρολάριζε	=	κοντρολάρω
κοντρολάριζες	=	κοντρολάρω
κοντρολάρισα	=	κοντρολάρω
κοντρολάρισαν	=	κοντρολάρω
κοντρολάρισε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρισες	=	κοντρολάρω
κοντρολάρομαι	=	κοντρολάρω
κοντρολάρομε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρονται	=	κοντρολάρω
κοντρολάρονταν	=	κοντρολάρω
κοντρολάροντας	=	κοντρολάρω
κοντρολάρουμε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρουν	=	κοντρολάρω
κοντρολάρουνε	=	κοντρολάρω
κοντρολάρω	verb	ελέγχω κάτι, το κατευθύνω εκεί ή όπως εγώ θέλω
κοντρολαρίσου	=	κοντρολάρω
κοντρολαρίστηκα	=	κοντρολάρω
κοντρολαρίστηκαν	=	κοντρολάρω
κοντρολαρίστηκε	=	κοντρολάρω
κοντρολαρίστηκες	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόμασταν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόμαστε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόμουν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόμουνα	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόντουσαν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόσασταν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόσαστε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόσουν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόσουνα	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζόταν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριζότανε	=	κοντρολάρω
κοντρολαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντρολαρισμένο
κοντρολαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κοντρολαρισμένος
κοντρολαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντρολαρισμένη
κοντρολαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντρολαρισμένος
κοντρολαρισμένης	verb	γενική ενικού του κοντρολαρισμένη
κοντρολαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοντρολαρισμένος
κοντρολαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντρολαρισμένος
κοντρολαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοντρολάρω
κοντρολαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντρολαρισμένος
κοντρολαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοντρολαρισμένος
κοντρολαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντρολαρισμένος
κοντρολαριστήκαμε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστήκαν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστήκανε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστήκατε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστεί	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστείς	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστείτε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστούμε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστούν	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστούνε	=	κοντρολάρω
κοντρολαριστώ	=	κοντρολάρω
κοντρόλ	noun	ο έλεγχος, ο καθορισμός των ενεργειών κάποιας κατάστασης ή αντικειμένου
κοντσέ	=	κοντσές
κοντσέδες	=	κοντσές
κοντσέδων	=	κοντσές
κοντσέρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντσέρτο
κοντσέρτο	noun	μουσική σύνθεση για ένα (πρωταγωνιστικό) όργανο (π.χ. πιάνο) και ορχήστρα
κοντσέρτου	noun	γενική ενικού του κοντσέρτο
κοντσέρτων	noun	γενική πληθυντικού του κοντσέρτο
κοντσές	noun|dated	το μπουμπούκι
κοντσίνα	noun	χαρτοπαίγνιο που παίζεται με τράπουλα που περιέχει τα κλασικά 52 φύλλα
κοντσίνας	noun	γενική ενικού του κοντσίνα
κοντσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντσίνα
κοντσινών	=	κοντσίνα
κοντυλένια	=	κοντυλένιος
κοντυλένιας	=	κοντυλένιος
κοντυλένιε	=	κοντυλένιος
κοντυλένιες	=	κοντυλένιος
κοντυλένιο	=	κοντυλένιος
κοντυλένιοι	=	κοντυλένιος
κοντυλένιος	adj	που είναι τόσο όμορφος και καλλίγραμμος, σαν να έχει ζωγραφιστεί με το κοντύλι
κοντυλένιου	=	κοντυλένιος
κοντυλένιους	=	κοντυλένιος
κοντυλένιων	=	κοντυλένιος
κοντυλιά	noun|figurative	μουσικός αυτοσχεδιασμός σε λαούτο ή άλλο παραδοσιακό όργανο
κοντυλιάς	=	κοντυλιά
κοντυλιές	=	κοντυλιά
κοντυλιού	noun	γενική ενικού του κοντύλι
κοντυλιών	=	κοντύλι
κοντυλογραμμένα	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένας	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένε	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένες	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένο	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένοι	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένος	verb|poetic	άλλη μορφή του κοντυλένιος
κοντυλογραμμένου	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένους	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλογραμμένων	=	κοντυλογραμμένος
κοντυλοφόρος	noun|rare	άλλη μορφή του κονδυλοφόρος
κοντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντυμένο
κοντυμένε	verb	κλητική ενικού του κοντυμένος
κοντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντυμένη
κοντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντυμένος
κοντυμένης	verb	γενική ενικού του κοντυμένη
κοντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοντυμένος
κοντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντυμένος
κοντυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κονταίνω
κοντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντυμένος
κοντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοντυμένος
κοντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντυμένος
κοντό	adj	αιτιατική ενικού του κοντός
κοντόβραδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντόβραδο
κοντόβραδο	noun|literary	το σούρουπο
κοντόβραδου	noun	γενική ενικού του κοντόβραδο
κοντόβραδων	noun	γενική πληθυντικού του κοντόβραδο
κοντόθωρα	=	κοντόθωρος
κοντόθωρε	=	κοντόθωρος
κοντόθωρες	=	κοντόθωρος
κοντόθωρη	=	κοντόθωρος
κοντόθωρης	=	κοντόθωρος
κοντόθωρο	=	κοντόθωρος
κοντόθωροι	=	κοντόθωρος
κοντόθωρος	adj	πρόσωπο με περιορισμένη νόηση ή διαίσθηση
κοντόθωρου	=	κοντόθωρος
κοντόθωρους	=	κοντόθωρος
κοντόθωρων	=	κοντόθωρος
κοντόκαννα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντόκαννο
κοντόκαννε	adj	κλητική ενικού του κοντόκαννος
κοντόκαννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντόκαννη
κοντόκαννη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντόκαννος
κοντόκαννης	adj	γενική ενικού του κοντόκαννη
κοντόκαννο	adj	αιτιατική ενικού του κοντόκαννος
κοντόκαννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντόκαννος
κοντόκαννος	adj	που έχει κοντή κάννη
κοντόκαννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντόκαννος
κοντόκαννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντόκαννος
κοντόκαννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντόκαννος
κοντόμερα	=	κοντόμερος
κοντόμερε	=	κοντόμερος
κοντόμερες	=	κοντόμερος
κοντόμερη	=	κοντόμερος
κοντόμερης	=	κοντόμερος
κοντόμερο	=	κοντόμερος
κοντόμεροι	=	κοντόμερος
κοντόμερος	adj|literary	που του μένει λίγος χρόνος ζωής
κοντόμερου	=	κοντόμερος
κοντόμερους	=	κοντόμερος
κοντόμερων	=	κοντόμερος
κοντόμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντόμυαλο
κοντόμυαλε	adj	κλητική ενικού του κοντόμυαλος
κοντόμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντόμυαλη
κοντόμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντόμυαλος
κοντόμυαλης	adj	γενική ενικού του κοντόμυαλη
κοντόμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του κοντόμυαλος
κοντόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντόμυαλος
κοντόμυαλος	adj	που δεν σκέφτεται έξυπνα, ο ανόητος, ο απερίσκεπτος
κοντόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντόμυαλος
κοντόμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντόμυαλος
κοντόμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντόμυαλος
κοντόξυλα	=	κοντόξυλο
κοντόξυλο	noun	μικρό ξύλο που χρησιμοποιείται ως ρόπαλο
κοντόξυλου	=	κοντόξυλο
κοντόξυλων	=	κοντόξυλο
κοντόπαχα	=	κοντόπαχος
κοντόπαχε	=	κοντόπαχος
κοντόπαχες	=	κοντόπαχος
κοντόπαχη	=	κοντόπαχος
κοντόπαχης	=	κοντόπαχος
κοντόπαχο	=	κοντόπαχος
κοντόπαχοι	=	κοντόπαχος
κοντόπαχος	adj	που είναι κοντός και παχύς
κοντόπαχου	=	κοντόπαχος
κοντόπαχους	=	κοντόπαχος
κοντόπαχων	=	κοντόπαχος
κοντόπνοα	=	κοντόπνοος
κοντόπνοε	=	κοντόπνοος
κοντόπνοες	=	κοντόπνοος
κοντόπνοη	=	κοντόπνοος
κοντόπνοης	=	κοντόπνοος
κοντόπνοο	=	κοντόπνοος
κοντόπνοοι	=	κοντόπνοος
κοντόπνοος	adj	που έχει σύντομη διάρκεια, που δεν είναι αρκετός για τις μελλοντικές ανάγκες
κοντόπνοου	=	κοντόπνοος
κοντόπνοους	=	κοντόπνοος
κοντόπνοων	=	κοντόπνοος
κοντός	adj	που έχει μικρό ανάστημα	noun|formal	το κοντάρι
κοντόσταβλε	=	κοντόσταβλος
κοντόσταβλο	=	κοντόσταβλος
κοντόσταβλοι	=	κοντόσταβλος
κοντόσταβλος	noun	υψηλόβαθμος βυζαντινός αξιωματούχος
κοντόσταβλου	=	κοντόσταβλος
κοντόσταβλους	=	κοντόσταβλος
κοντόσταβλων	=	κοντόσταβλος
κοντόσωμα	=	κοντόσωμος
κοντόσωμε	=	κοντόσωμος
κοντόσωμες	=	κοντόσωμος
κοντόσωμη	=	κοντόσωμος
κοντόσωμης	=	κοντόσωμος
κοντόσωμο	=	κοντόσωμος
κοντόσωμοι	=	κοντόσωμος
κοντόσωμος	adj	κοντός
κοντόσωμου	=	κοντόσωμος
κοντόσωμους	=	κοντόσωμος
κοντόσωμων	=	κοντόσωμος
κοντότα	noun|dated	η συμφωνία ενός επαγγελματία (γιατρού, δασκάλου κ.λπ.) με μια ομάδα ανθρώπων (π.χ. ένα χωριό) για παροχή υπηρεσιών για κάποιο χρονικό διάστημα και (κατ’ επέκταση) το σχετικό συμβόλαιο που υπογράφεται ή η σχετική αμοιβή που συμφωνείται
κοντότας	=	κοντότα
κοντότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντότερο
κοντότερε	adj	κλητική ενικού του κοντότερος
κοντότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντότερη
κοντότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντότερος
κοντότερης	adj	γενική ενικού του κοντότερη
κοντότερο	adj	αιτιατική ενικού του κοντότερος
κοντότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντότερος
κοντότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του κοντός
κοντότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντότερος
κοντότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντότερος
κοντότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντότερος
κοντότες	=	κοντότα
κοντόφθαλμα	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμε	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμες	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμη	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμης	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμο	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμοι	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμος	adj	που δεν είναι διορατικός και έχει περιορισμένη αντίληψη των καταστάσεων
κοντόφθαλμου	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμους	=	κοντόφθαλμος
κοντόφθαλμων	=	κοντόφθαλμος
κοντόχοντρα	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρε	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρες	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρη	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρης	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρο	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντροι	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρος	adj	κοντός και χοντρός (συνήθως για ανθρώπους)
κοντόχοντρου	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρους	=	κοντόχοντρος
κοντόχοντρων	=	κοντόχοντρος
κοντόχρονα	=	κοντόχρονος
κοντόχρονε	=	κοντόχρονος
κοντόχρονες	=	κοντόχρονος
κοντόχρονη	=	κοντόχρονος
κοντόχρονης	=	κοντόχρονος
κοντόχρονο	=	κοντόχρονος
κοντόχρονοι	=	κοντόχρονος
κοντόχρονος	adj|literary	που ζει λίγα χρόνια
κοντόχρονου	=	κοντόχρονος
κοντόχρονους	=	κοντόχρονος
κοντόχρονων	=	κοντόχρονος
κοντύλι	noun	καλαμένιο όργανο γραφής, με το οποία παλαιότερα έγραφαν πάνω στην πλάκα οι μικροί μαθητές.
κοντύλια	=	κοντύλι
κοντύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόντυμα
κοντύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύναν	=	κονταίνω
κοντύνανε	=	κονταίνω
κοντύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύνομε	=	κονταίνω
κοντύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύνουνε	=	κονταίνω
κοντύντε	=	κονταίνω
κοντύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κοντύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντύτερο
κοντύτερε	adj	κλητική ενικού του κοντύτερος
κοντύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοντύτερη
κοντύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοντύτερος
κοντύτερης	adj	γενική ενικού του κοντύτερη
κοντύτερο	adj	αιτιατική ενικού του κοντύτερος
κοντύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοντύτερος
κοντύτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του κοντός: πιο κοντός
κοντύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοντύτερος
κοντύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοντύτερος
κοντύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοντύτερος
κοντών	adj	γενική πληθυντικού του κοντός
κονφί	noun	τρόπος συντήρησης φαγητού, είτε με τη χρήση λίπους, ζάχαρης ή αλατιού
κονφερασιέ	noun	κομπέρ, παρουσιαστής
κονφετί	noun	άλλη προφορά του κομφετί
κονόμα	noun|slang	το μεγάλο και ξαφνικό χρηματικό κέρδος
κονόμας	=	κονόμα
κονόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονόμα
κονόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κονόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονομάω
κοοπτάτσια	noun	διαδικασία εκλογής νέων μελών σε μια συλλογική ομάδα όπου δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο τα υπάρχοντα μέλη της
κοοπτάτσιας	=	κοοπτάτσια
κοοπτάτσιες	=	κοοπτάτσια
κοοπτατσιών	=	κοοπτάτσια
κοουτσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοουτσάρω, προπόνηση
κοουτσάρω	verb	είμαι κόουτς, προπονώ
κοουτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοουτσάρισμα
κοουτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του κοουτσάρισμα
κοουτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοουτσάρισμα
κοπάδι	noun	το πλήθος, η συγκέντρωση πολλών ζώων μαζί
κοπάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπάδι
κοπάζαμε	=	κοπάζω
κοπάζαν	=	κοπάζω
κοπάζανε	=	κοπάζω
κοπάζατε	=	κοπάζω
κοπάζει	=	κοπάζω
κοπάζεις	=	κοπάζω
κοπάζετε	=	κοπάζω
κοπάζοντας	=	κοπάζω
κοπάζουμε	=	κοπάζω
κοπάζουν	=	κοπάζω
κοπάζουνε	=	κοπάζω
κοπάζω	verb	μειώνεται στο ελάχιστο η έντασή μου ή παύω να υφίσταμαι, ξεθυμαίνω, καταλαγιάζω
κοπάκων	=	κόπακας
κοπάνα	noun	το σκασιαρχείο από το σχολείο
κοπάνας	noun	γενική ενικού του κοπάνα
κοπάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπάνα
κοπάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπάνιζα	=	κοπανίζω
κοπάνιζαν	=	κοπανίζω
κοπάνιζε	=	κοπανίζω
κοπάνιζες	=	κοπανίζω
κοπάνισα	=	κοπανίζω
κοπάνισαν	=	κοπανίζω
κοπάνισε	=	κοπανίζω
κοπάνισες	=	κοπανίζω
κοπάνισμα	noun	η ενέργεια του κοπανίζω, η μετατροπή κάποιου υλικού (συνήθως συστατικού για μαγείρεμα) σε μικρούς κόκκους ή σκόνη, το χτύπημα και η άσκηση πίεσης πάνω του με κάτι σχετικά βαρύ (πχ. γουδοχέρι μέσα σε γουδί)
κοπάνων	=	κόπανος
κοπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσαν	=	κοπάζω
κοπάσανε	=	κοπάζω
κοπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κοπάτσι	noun	λόχμη, θάμνος, θαμνώδης δρυς
κοπάτσια	=	κοπάτσι
κοπέλα	noun	έφηβη ή νεαρή γυναίκα
κοπέλας	noun	γενική ενικού του κοπέλα
κοπέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπέλα
κοπέλι	noun|vulgar	αγόρι, νεαρός άντρας
κοπέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπέλι
κοπέλλα	=	κοπέλα
κοπές	=	κοπή
κοπή	noun	η κατάτμηση σε κομμάτια, το κόψιμο
κοπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπήκαν	=	κόβω
κοπήκανε	=	κόβω
κοπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπής	=	κοπή
κοπίαζα	=	κοπιάζω
κοπίαζαν	=	κοπιάζω
κοπίαζε	=	κοπιάζω
κοπίαζες	=	κοπιάζω
κοπίασα	=	κοπιάζω
κοπίασαν	=	κοπιάζω
κοπίασε	=	κοπιάζω
κοπίασες	=	κοπιάζω
κοπίδι	noun	το αντικείμενο με κοφτερή ακμή που κόβει
κοπίδια	=	κοπίδι
κοπίς	noun	πολεμικό όπλο των αρχαίων Ελλήνων
κοπαδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπαδιάρης
κοπαδιάρας	adj	γενική ενικού του κοπαδιάρα
κοπαδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιάρα
κοπαδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοπαδιάρης
κοπαδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιάρης
κοπαδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κοπαδιάρης
κοπαδιάρης	noun	βοσκός	adj	που έχει σχέση με κοπάδι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
κοπαδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιάρικο
κοπαδιάρικε	adj	κλητική ενικού του κοπαδιάρικος
κοπαδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιάρικη
κοπαδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπαδιάρικος
κοπαδιάρικης	adj	γενική ενικού του κοπαδιάρικη
κοπαδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοπαδιάρης
κοπαδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιάρικος
κοπαδιάρικος	adj	που έχει σχέση με κοπάδι ή κοπαδιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
κοπαδιάρικου	adj	γενική ενικού του κοπαδιάρικο
κοπαδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοπαδιάρικος
κοπαδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κοπαδιάρικο
κοπαδιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοπαδιαστός	adv	με κοπαδιαστό τρόπο
κοπαδιαστέ	adj	κλητική ενικού του κοπαδιαστός
κοπαδιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιαστή
κοπαδιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπαδιαστός
κοπαδιαστής	adj	γενική ενικού του κοπαδιαστή
κοπαδιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπαδιαστός
κοπαδιαστού	adj	γενική ενικού του κοπαδιαστός
κοπαδιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοπαδιαστός
κοπαδιαστό	adj	αιτιατική ενικού του κοπαδιαστός
κοπαδιαστός	adj	που ζει σε κοπάδι και ενεργεί ως μέλος του
κοπαδιαστών	adj	γενική πληθυντικού του κοπαδιαστός
κοπαδιού	=	κοπάδι
κοπαδιών	=	κοπάδι
κοπανέλι	noun	τεχνική πλεξίματος δαντέλας με ξυλάκια
κοπανέλια	=	κοπανέλι
κοπανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπανώ
κοπανίδα	noun	οικιακό χοντρό ξύλινο τηγανόσχημο εργαλείο με το οποίο οι γυναίκες κοπανούν τα ρούχα όταν τα πλένουν στις πλύστρες ή σε όχθες λιμνών ή ποταμών
κοπανίδας	=	κοπανίδα
κοπανίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανίδα
κοπανίδων	=	κοπανίδα
κοπανίζαμε	=	κοπανίζω
κοπανίζαν	=	κοπανίζω
κοπανίζανε	=	κοπανίζω
κοπανίζατε	=	κοπανίζω
κοπανίζει	=	κοπανίζω
κοπανίζεις	=	κοπανίζω
κοπανίζεσαι	=	κοπανίζω
κοπανίζεστε	=	κοπανίζω
κοπανίζεται	=	κοπανίζω
κοπανίζετε	=	κοπανίζω
κοπανίζομαι	=	κοπανίζω
κοπανίζομε	=	κοπανίζω
κοπανίζονται	=	κοπανίζω
κοπανίζονταν	=	κοπανίζω
κοπανίζοντας	=	κοπανίζω
κοπανίζουμε	=	κοπανίζω
κοπανίζουν	=	κοπανίζω
κοπανίζουνε	=	κοπανίζω
κοπανίζω	verb	κονιορτοποιώ χτυπώντας (όπως μέσα σε γουδί)
κοπανίσαμε	=	κοπανίζω
κοπανίσαν	=	κοπανίζω
κοπανίσανε	=	κοπανίζω
κοπανίσατε	=	κοπανίζω
κοπανίσει	=	κοπανίζω
κοπανίσεις	=	κοπανίζω
κοπανίσετε	=	κοπανίζω
κοπανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπάνισμα
κοπανίσματος	noun	γενική ενικού του κοπάνισμα
κοπανίσομε	=	κοπανίζω
κοπανίσου	=	κοπανίζω
κοπανίσουμε	=	κοπανίζω
κοπανίσουν	=	κοπανίζω
κοπανίσουνε	=	κοπανίζω
κοπανίστε	=	κοπανίζω
κοπανίστηκα	=	κοπανίζω
κοπανίστηκαν	=	κοπανίζω
κοπανίστηκε	=	κοπανίζω
κοπανίστηκες	=	κοπανίζω
κοπανίσω	=	κοπανίζω
κοπανατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανατζής
κοπανατζής	noun	που κάνει συνέχεια κοπάνες, που απουσιάζει αδικαιολόγητα από το σχολείο ή από την εργασία του
κοπανατζού	noun	αυτή που κάνει κοπάνες, να «την κοπανάει»
κοπανατζούδες	=	κοπανατζού
κοπανατζούδων	=	κοπανατζού
κοπανατζούς	=	κοπανατζού
κοπανελιού	=	κοπανέλι
κοπανελιών	=	κοπανέλι
κοπανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανημένο
κοπανημένε	verb	κλητική ενικού του κοπανημένος
κοπανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανημένη
κοπανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπανημένος
κοπανημένης	verb	γενική ενικού του κοπανημένη
κοπανημένο	verb	αιτιατική ενικού του κοπανημένος
κοπανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπανημένος
κοπανημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοπανώ
κοπανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοπανημένος
κοπανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοπανημένος
κοπανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοπανημένος
κοπανιζόμασταν	=	κοπανίζω
κοπανιζόμαστε	=	κοπανίζω
κοπανιζόμουν	=	κοπανίζω
κοπανιζόμουνα	=	κοπανίζω
κοπανιζόντουσαν	=	κοπανίζω
κοπανιζόσασταν	=	κοπανίζω
κοπανιζόσαστε	=	κοπανίζω
κοπανιζόσουν	=	κοπανίζω
κοπανιζόσουνα	=	κοπανίζω
κοπανιζόταν	=	κοπανίζω
κοπανιζότανε	=	κοπανίζω
κοπανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοπάνισμα
κοπανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανισμένο
κοπανισμένε	verb	κλητική ενικού του κοπανισμένος
κοπανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανισμένη
κοπανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπανισμένος
κοπανισμένης	verb	γενική ενικού του κοπανισμένη
κοπανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοπανισμένος
κοπανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπανισμένος
κοπανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοπανίζω
κοπανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοπανισμένος
κοπανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοπανισμένος
κοπανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοπανισμένος
κοπανιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοπανιστός	adv	με κοπανιστό τρόπο
κοπανιστέ	adj	κλητική ενικού του κοπανιστός
κοπανιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπανιστή
κοπανιστή	noun	είδος τυριού με πιπεράτη γεύση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπανιστός
κοπανιστήκαμε	=	κοπανίζω
κοπανιστήκαν	=	κοπανίζω
κοπανιστήκανε	=	κοπανίζω
κοπανιστήκατε	=	κοπανίζω
κοπανιστής	adj	γενική ενικού του κοπανιστή
κοπανιστεί	=	κοπανίζω
κοπανιστείς	=	κοπανίζω
κοπανιστείτε	=	κοπανίζω
κοπανιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπανιστός
κοπανιστού	adj	γενική ενικού του κοπανιστός
κοπανιστούμε	=	κοπανίζω
κοπανιστούν	=	κοπανίζω
κοπανιστούνε	=	κοπανίζω
κοπανιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοπανιστός
κοπανιστό	adj	αιτιατική ενικού του κοπανιστός
κοπανιστός	adj	που έχει κοπανιστεί
κοπανιστώ	=	κοπανίζω
κοπανιστών	adj	γενική πληθυντικού του κοπανιστός
κοπανώ	verb	χτυπώ τα ρούχα με τον κόπανο
κοπανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοπανάω / κοπανώ
κοπατσιού	=	κοπάτσι
κοπατσιών	=	κοπάτσι
κοπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπελάκι	noun	το μικρό αγόρι^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
κοπελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπελάκι
κοπελάρα	noun	όμορφη και ποθητή κοπέλα
κοπελάρας	noun	γενική ενικού του κοπελάρα
κοπελάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπελάρα
κοπελίτσα	noun	υποκοριστικό του κοπέλα
κοπελίτσας	=	κοπελίτσα
κοπελίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπελίτσα
κοπελιά	noun	η κοπέλα
κοπελιάς	noun	γενική ενικού του κοπελιά
κοπελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπελιά
κοπελιού	=	κοπέλι
κοπελιών	=	κοπέλι
κοπελουδάκι	noun	το μικρό κορίτσι
κοπελουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπελουδάκι
κοπελουδιού	=	κοπελούδι
κοπελουδιών	=	κοπελούδι
κοπελούδα	noun|vulgar	νέα κοπέλα
κοπελούδας	=	κοπελούδα
κοπελούδες	=	κοπελούδα
κοπελούδι	noun	το κορίτσι
κοπελούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπελούδι
κοπελούδων	=	κοπελούδα
κοπελούλα	noun	υποκοριστικό του κοπέλα
κοπελούλας	=	κοπελούλα
κοπελούλες	=	κοπελούλα
κοπερνίκιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 112 και χημικό σύμβολο Cn
κοπερνικίου	=	κοπερνίκιο
κοπετέ	noun	κλητική ενικού του κοπετός
κοπετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπετός
κοπετού	noun	γενική ενικού του κοπετός
κοπετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοπετός
κοπετό	noun	αιτιατική ενικού του κοπετός
κοπετός	noun	οδυρμός, ο θρήνος κάποιου που κλαίει χτυπώντας με τα χέρια το στήθος του
κοπετών	noun	γενική πληθυντικού του κοπετός
κοπιάζαμε	=	κοπιάζω
κοπιάζαν	=	κοπιάζω
κοπιάζανε	=	κοπιάζω
κοπιάζατε	=	κοπιάζω
κοπιάζει	=	κοπιάζω
κοπιάζεις	=	κοπιάζω
κοπιάζετε	=	κοπιάζω
κοπιάζομε	=	κοπιάζω
κοπιάζοντας	=	κοπιάζω
κοπιάζουμε	=	κοπιάζω
κοπιάζουν	=	κοπιάζω
κοπιάζουνε	=	κοπιάζω
κοπιάζω	verb	κάνω προσπάθεια για κάτι
κοπιάραμε	=	κοπιάρω
κοπιάραν	=	κοπιάρω
κοπιάρανε	=	κοπιάρω
κοπιάρατε	=	κοπιάρω
κοπιάρει	=	κοπιάρω
κοπιάρεις	=	κοπιάρω
κοπιάρεσαι	=	κοπιάρω
κοπιάρεστε	=	κοπιάρω
κοπιάρεται	=	κοπιάρω
κοπιάρετε	=	κοπιάρω
κοπιάρισα	=	κοπιάρω
κοπιάρισαν	=	κοπιάρω
κοπιάρισε	=	κοπιάρω
κοπιάρισες	=	κοπιάρω
κοπιάρομαι	=	κοπιάρω
κοπιάρονται	=	κοπιάρω
κοπιάρονταν	=	κοπιάρω
κοπιάροντας	=	κοπιάρω
κοπιάρου	=	κοπιάρω
κοπιάρουμε	=	κοπιάρω
κοπιάρουν	=	κοπιάρω
κοπιάρουνε	=	κοπιάρω
κοπιάρω	verb	αντιγράφω πανομοιότυπα ένα κείμενο ή έργο
κοπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσαν	=	κοπιάζω
κοπιάσανε	=	κοπιάζω
κοπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσομε	=	κοπιάζω
κοπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσουνε	=	κοπιάζω
κοπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κοπιαρίσαμε	=	κοπιάρω
κοπιαρίσαν	=	κοπιάρω
κοπιαρίσανε	=	κοπιάρω
κοπιαρίσατε	=	κοπιάρω
κοπιαρίσει	=	κοπιάρω
κοπιαρίσου	=	κοπιάρω
κοπιαρίστε	=	κοπιάρω
κοπιαρίστηκα	=	κοπιάρω
κοπιαρίστηκαν	=	κοπιάρω
κοπιαρίστηκε	=	κοπιάρω
κοπιαρίστηκες	=	κοπιάρω
κοπιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπιαρισμένο
κοπιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κοπιαρισμένος
κοπιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπιαρισμένη
κοπιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπιαρισμένος
κοπιαρισμένης	verb	γενική ενικού του κοπιαρισμένη
κοπιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοπιαρισμένος
κοπιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπιαρισμένος
κοπιαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοπιάρω
κοπιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοπιαρισμένος
κοπιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοπιαρισμένος
κοπιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοπιαρισμένος
κοπιαριστήκαμε	=	κοπιάρω
κοπιαριστήκαν	=	κοπιάρω
κοπιαριστήκανε	=	κοπιάρω
κοπιαριστήκατε	=	κοπιάρω
κοπιαριστεί	=	κοπιάρω
κοπιαριστείτε	=	κοπιάρω
κοπιαρόμασταν	=	κοπιάρω
κοπιαρόμαστε	=	κοπιάρω
κοπιαρόμουν	=	κοπιάρω
κοπιαρόμουνα	=	κοπιάρω
κοπιαρόντουσαν	=	κοπιάρω
κοπιαρόσασταν	=	κοπιάρω
κοπιαρόσαστε	=	κοπιάρω
κοπιαρόσουν	=	κοπιάρω
κοπιαρόσουνα	=	κοπιάρω
κοπιαρόταν	=	κοπιάρω
κοπιαρότανε	=	κοπιάρω
κοπιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοπιαστικός	adv	με κοπιαστικό τρόπο
κοπιαστικέ	adj	κλητική ενικού του κοπιαστικός
κοπιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπιαστική
κοπιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπιαστικός
κοπιαστικής	adj	γενική ενικού του κοπιαστική
κοπιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπιαστικός
κοπιαστικού	adj	γενική ενικού του κοπιαστικός
κοπιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοπιαστικός
κοπιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του κοπιαστικός
κοπιαστικός	adj	που προκαλεί κόπο
κοπιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του κοπιαστικός
κοπιδιού	=	κοπίδι
κοπιδιών	=	κοπίδι
κοπιράιτ	noun	η πνευματική ιδιοκτησία και το δικαίωμα αναπαραγωγής και διανομής ενός έργου ή/και έργου που παράγεται από αυτό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
κοπιτσών	noun	γενική πληθυντικού του κόπιτσα
κοπιωδών	=	κοπιώδης
κοπιώ	verb|archaic	κοπιάζω
κοπιώδεις	=	κοπιώδης
κοπιώδες	=	κοπιώδης
κοπιώδη	=	κοπιώδης
κοπιώδης	adj|formal	κοπιαστικός
κοπιώδους	=	κοπιώδης
κοπιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοπιώ
κοπλιμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπλιμέντο
κοπλιμέντο	noun	κομπλιμέντο
κοπλιμέντου	noun	γενική ενικού του κοπλιμέντο
κοπλιμέντων	noun	γενική πληθυντικού του κοπλιμέντο
κοπλιμεντάρω	verb	κάνω κομπλιμέντα
κοπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπούνε	=	κόβω
κοπράνου	=	κόπρανο
κοπράνων	noun	γενική πληθυντικού του κόπρανα
κοπρίζαμε	=	κοπρίζω
κοπρίζαν	=	κοπρίζω
κοπρίζανε	=	κοπρίζω
κοπρίζατε	=	κοπρίζω
κοπρίζει	=	κοπρίζω
κοπρίζεις	=	κοπρίζω
κοπρίζεσαι	=	κοπρίζομαι
κοπρίζεστε	=	κοπρίζομαι
κοπρίζεται	=	κοπρίζομαι
κοπρίζετε	=	κοπρίζω
κοπρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοπρίζω
κοπρίζονται	=	κοπρίζομαι
κοπρίζονταν	=	κοπρίζομαι
κοπρίζοντας	=	κοπρίζω
κοπρίζου	=	κοπρίζομαι
κοπρίζουμε	=	κοπρίζω
κοπρίζουν	=	κοπρίζω
κοπρίζουνε	=	κοπρίζω
κοπρίζω	verb	ρίχνω κοπριά (σε κήπο, χωράφι κ.λπ.)
κοπρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίσαν	=	κοπρίζω
κοπρίσανε	=	κοπρίζω
κοπρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόπρισμα
κοπρίσματος	noun	γενική ενικού του κόπρισμα
κοπρίσου	=	κοπρίζομαι
κοπρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίστηκα	=	κοπρίζομαι
κοπρίστηκαν	=	κοπρίζομαι
κοπρίστηκε	=	κοπρίζομαι
κοπρίστηκες	=	κοπρίζομαι
κοπρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κοπρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρίτης
κοπρίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοπρίτης
κοπρίτης	noun	αδέσποτος σκύλος
κοπρίτισσα	noun	κοπρίτης
κοπρίτισσας	noun	γενική ενικού του κοπρίτισσα
κοπρίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρίτισσα
κοπριά	noun	περιττώματα ζώου, κυρίως οικόσιτου
κοπριάς	noun	γενική ενικού του κοπριά
κοπριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπριά
κοπριζόμασταν	=	κοπρίζομαι
κοπριζόμαστε	=	κοπρίζομαι
κοπριζόμουν	=	κοπρίζομαι
κοπριζόμουνα	=	κοπρίζομαι
κοπριζόντουσαν	=	κοπρίζομαι
κοπριζόσασταν	=	κοπρίζομαι
κοπριζόσαστε	=	κοπρίζομαι
κοπριζόσουν	=	κοπρίζομαι
κοπριζόσουνα	=	κοπρίζομαι
κοπριζόταν	=	κοπρίζομαι
κοπριζότανε	=	κοπρίζομαι
κοπρισιά	noun|vulgar	κόπρανα
κοπρισιάς	=	κοπρισιά
κοπρισιές	=	κοπρισιά
κοπρισιών	=	κοπρισιά
κοπρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόπρισμα
κοπρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρισμένο
κοπρισμένε	verb	κλητική ενικού του κοπρισμένος
κοπρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρισμένη
κοπρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπρισμένος
κοπρισμένης	verb	γενική ενικού του κοπρισμένη
κοπρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοπρισμένος
κοπρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπρισμένος
κοπρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοπρίζω
κοπρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοπρισμένος
κοπρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοπρισμένος
κοπρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοπρισμένος
κοπριστήκαμε	=	κοπρίζομαι
κοπριστήκαν	=	κοπρίζομαι
κοπριστήκανε	=	κοπρίζομαι
κοπριστήκατε	=	κοπρίζομαι
κοπριστεί	=	κοπρίζομαι
κοπριστείτε	=	κοπρίζομαι
κοπριταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπριταριό
κοπριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του κοπρίτισσα
κοπριτόσκυλο	noun|informal	σκύλος του δρόμου
κοπριτών	noun	γενική πληθυντικού του κοπρίτης
κοπριών	=	κοπριά
κοπρολάγνε	noun	κλητική ενικού του κοπρολάγνος
κοπρολάγνο	noun	αιτιατική ενικού του κοπρολάγνος
κοπρολάγνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπρολάγνος
κοπρολάγνος	adj	που νιώθει σεξουαλική ηδονή από την χρήση κοπράνων κατά τη σεξουαλική επαφή
κοπρολάγνου	noun	γενική ενικού του κοπρολάγνος
κοπρολάγνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοπρολάγνος
κοπρολάγνων	noun	γενική πληθυντικού του κοπρολάγνος
κοπρολαγνεία	noun	η κοπροφιλία
κοπρολαγνείας	noun	γενική ενικού του κοπρολαγνεία
κοπρολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρολαγνεία
κοπρολαγνειών	noun	γενική πληθυντικού του κοπρολαγνεία
κοπρολαλία	noun	κοπρολαλία = ανήθικες λέξεις (Ιατρική, Κοπρολαλία, ανήκει στα σύνθετα φωνητικά τικ)
κοπρολαλίας	=	κοπρολαλία
κοπρολαλίες	=	κοπρολαλία
κοπρολαλιών	=	κοπρολαλία
κοπρολογία	noun	η διαστροφή που χαρακτηρίζει κάποιον που αρέσκεται να εκστομίζει λέξεις ή προτάσεις που περιέχουν τη λέξη κόπρανα ή άλλες σχετικές
κοπρολογίας	noun	γενική ενικού του κοπρολογία
κοπρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρολογία
κοπρολογικά	=	κοπρολογικός
κοπρολογικέ	=	κοπρολογικός
κοπρολογικές	=	κοπρολογικός
κοπρολογική	=	κοπρολογικός
κοπρολογικής	=	κοπρολογικός
κοπρολογικοί	=	κοπρολογικός
κοπρολογικού	=	κοπρολογικός
κοπρολογικούς	=	κοπρολογικός
κοπρολογικό	=	κοπρολογικός
κοπρολογικός	adj	που έχει σχέση με την κοπρολογία ή τον κοπρολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
κοπρολογικών	=	κοπρολογικός
κοπρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κοπρολογία
κοπρολόγε	noun	κλητική ενικού του κοπρολόγος
κοπρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του κοπρολόγος
κοπρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπρολόγος
κοπρολόγος	noun	βωμολόχος
κοπρολόγου	noun	γενική ενικού του κοπρολόγος
κοπρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοπρολόγος
κοπρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του κοπρολόγος
κοπροσκυλάω	verb	άλλη μορφή του κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζαμε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζαν	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζανε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζατε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζει	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζεις	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζετε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζουμε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζουν	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζουνε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάζω	verb	είμαι άεργος, δεν κάνω τίποτε, τριγυρνάω και κάθομαι όπου βρω, όπως τα σκυλιά
κοπροσκυλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσαν	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσανε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκυλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοπροσκυλάω
κοπροσκύλαγα	=	κοπροσκυλάω
κοπροσκύλιαζα	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιαζαν	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιαζε	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιαζες	=	κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροσκύλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπροσκυλιάζω
κοπροφάγα	=	κοπροφάγος
κοπροφάγας	=	κοπροφάγος
κοπροφάγε	=	κοπροφάγος
κοπροφάγες	=	κοπροφάγος
κοπροφάγο	=	κοπροφάγος
κοπροφάγοι	=	κοπροφάγος
κοπροφάγος	adj	που τρώει κόπρανα ή κοπριά
κοπροφάγου	=	κοπροφάγος
κοπροφάγους	=	κοπροφάγος
κοπροφάγων	=	κοπροφάγος
κοπροφαγία	noun	η βρώση κοπράνων
κοπροφαγίας	noun	γενική ενικού του κοπροφαγία
κοπροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπροφαγία
κοπροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του κοπροφαγία
κοπροφιλία	noun	είναι είδος παραφιλίας, όπου η σεξουαλική διέγερση επιτυγχάνεται μέσω των κοπράνων και όχι μέσω του συνηθισμένου τρόπου σεξουαλικής συνεύρεσης
κοπροφιλίας	=	κοπροφιλία
κοπροφιλίες	=	κοπροφιλία
κοπροφιλιών	=	κοπροφιλία
κοπροχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοπρόχωμα
κοπροχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρόχωμα
κοπροχώματος	noun	γενική ενικού του κοπρόχωμα
κοπρόλιθε	=	κοπρόλιθος
κοπρόλιθο	=	κοπρόλιθος
κοπρόλιθοι	=	κοπρόλιθος
κοπρόλιθος	noun	περιττώματα όντων που έχουν ζήσει στο παρελθόν και έχουν μετατραπεί σε απολιθώματα
κοπρόλιθου	=	κοπρόλιθος
κοπρόλιθους	=	κοπρόλιθος
κοπρόλιθων	=	κοπρόλιθος
κοπρόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπρόσκυλο
κοπρόσκυλο	noun	σκύλος αδέσποτος και χωρίς συγκεκριμένη ράτσα
κοπρόσκυλου	noun	γενική ενικού του κοπρόσκυλο
κοπρόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του κοπρόσκυλο
κοπρόχωμα	noun	λίπασμα που δημιουργείται από χώμα που έχει αναμειχθεί με κοπριά
κοπρώνα	=	κοπρώνας
κοπρώνας	noun	τόπος εναπόθεσης κοπριάς
κοπρώνες	=	κοπρώνας
κοπρώνων	=	κοπρώνας
κοπτάτσια	noun	διαδικασία σε αιρετό σώμα κατά την οποία παρακάμπτονται για διάφορους λόγους οι αρχαιρεσίες και επιβάλλονται, από ανώτερο βαθμό διοίκησης, μέλη που δεν προήλθαν από αρχαιρεσίες αλλά προσλήφθηκαν για αυτό το σκοπό
κοπτάτσιας	=	κοπτάτσια
κοπτάτσιες	=	κοπτάτσια
κοπτάτσιων	=	κοπτάτσια
κοπτήρ	noun	o κοπτήρας
κοπτήρα	=	κοπτήρας
κοπτήρας	noun	καθένα από τα δύο δόντια στην άνω γνάθο και δύο στην κάτω γνάθο στο εμπρός τμήμα του στόμας ανθρώπων ή θηλαστικών
κοπτήρες	=	κοπτήρας
κοπτήρων	=	κοπτήρας
κοπτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοπτερός	adv	άλλη μορφή του κοφτερά
κοπτερέ	adj	κλητική ενικού του κοπτερός
κοπτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπτερή
κοπτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπτερός
κοπτερής	adj	γενική ενικού του κοπτερή
κοπτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπτερός
κοπτερού	adj	γενική ενικού του κοπτερός
κοπτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοπτερός
κοπτερό	adj	αιτιατική ενικού του κοπτερός
κοπτερός	adj|formal	άλλη μορφή του κοφτερός
κοπτερών	adj	γενική πληθυντικού του κοπτερός
κοπτικά	noun	η κοπτική γλώσσα, απόγονος της δημώδους αιγυπτιακής (με 40% ελληνικές λέξεις στη λογοτεχνική της μορφή), μιλήθηκε περίπου από το 200 έως το 800-900 και σήμερα βρίσκεται σε χρήση σε κείμενα της κοπτικής εκκλησίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοπτικός
κοπτικέ	adj	κλητική ενικού του κοπτικός
κοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοπτική
κοπτική	noun	η μοδιστρική τέχνη που σχετίζεται με την κοπή υφασμάτων για το ράψιμο ρούχων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοπτικός
κοπτικής	adj	γενική ενικού του κοπτική
κοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοπτικός
κοπτικού	adj	γενική ενικού του κοπτικός
κοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοπτικός
κοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοπτικός
κοπτικός	adj	σχετικός με την κοπή ή τον κόφτη
κοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοπτικός
κοπτοράπτρια	noun	θηλυκό του κοπτοράπτης
κοπτοράπτριας	=	κοπτοράπτρια
κοπτοράπτριες	=	κοπτοράπτρια
κοπτοραπτού	noun	θηλυκό του κοπτοράπτης
κοπτοραπτούδες	=	κοπτοραπτού
κοπτοραπτούδων	=	κοπτοραπτού
κοπτοραπτούς	=	κοπτοραπτού
κοπτοραπτριών	=	κοπτοράπτρια
κοπτριών	noun	γενική πληθυντικού του κόπτρια
κοπτσών	=	κόπτσα
κοπτόμαστε	=	κόπτομαι
κοπτόμεθα	=	κόπτομαι
κοπτόμουν	=	κόπτομαι
κοπτόσουν	=	κόπτομαι
κοπτόταν	=	κόπτομαι
κοπτών	=	κόπτης
κοπυράιτ	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κοπιράιτ, πιο κοντά στην αγγλική ορθογραφία από την οποία ετυμολογείται, με απόδοση του «y» με «υ».
κοπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κοπών	=	κοπή
κοπώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόπωση
κοπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κόπωση
κοπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κόπωση
κοράκι	noun	μαύρο σαρκοφάγο πουλί
κοράκια	=	κοράκι
κοράκιαζα	=	κορακιάζω
κοράκιαζαν	=	κορακιάζω
κοράκιαζε	=	κορακιάζω
κοράκιαζες	=	κορακιάζω
κοράκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κοράκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κοράκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κοράκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κοράκλα	noun	χαϊδευτικά η κόρη
κοράκλας	=	κοράκλα
κοράκλες	=	κοράκλα
κοράκοι	=	κόρακας
κοράκους	=	κόρακας
κοράκων	=	κόρακας
κοράλλι	noun	θαλάσσιο ασπόνδυλο της ομοταξίας των Ανθοζώων της συνομοταξίας των Κνιδοζώων, που σχηματίζει αποικίες πολυπόδων
κοράλλια	=	κοράλλι
κοράλλινα	=	κοράλλινος
κοράλλινε	=	κοράλλινος
κοράλλινες	=	κοράλλινος
κοράλλινη	=	κοράλλινος
κοράλλινης	=	κοράλλινος
κοράλλινο	=	κοράλλινος
κοράλλινοι	=	κοράλλινος
κοράλλινος	adj	άλλη μορφή του κοραλλένιος
κοράλλινου	=	κοράλλινος
κοράλλινους	=	κοράλλινος
κοράλλινων	=	κοράλλινος
κοράνι	noun	άλλη μορφή του Κοράνιο
κοράνια	=	κοράνι
κοράσι	noun|vulgar	άλλη μορφή του κορίτσι
κοράσια	=	κοράσι
κορέε	=	κορέος
κορέο	=	κορέος
κορέοι	=	κορέος
κορέος	noun	ο κοριός
κορέου	=	κορέος
κορέους	=	κορέος
κορέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κορέων	=	κορέος
κορίανδρε	=	κορίανδρος
κορίανδρο	=	κορίανδρος
κορίανδροι	=	κορίανδρος
κορίανδρος	noun	ετήσιο φυτό, βότανο, στην οικογένεια των Απιίδων με καρπούς που χρησιμοποιούνται συχνά ως καρύκευμα
κορίανδρου	=	κορίανδρος
κορίανδρους	=	κορίανδρος
κορίγονος	noun	ψάρι, λευκόσαρκο ενδημικό των γλυκών υδάτων του βορείου ημισφαιρίου (επιστημονική ονομασία
κορίνα	noun	άλλη γραφή του κορύνα
κορίνας	=	κορίνα
κορίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορίνα
κορίνθιε	=	κορίνθιος
κορίνθιο	=	κορίνθιος
κορίνθιοι	=	κορίνθιος
κορίνθιος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κόρινθο, (θηλυκό Κορινθία)
κορίνθιου	=	κορίνθιος
κορίνθιους	=	κορίνθιος
κορίνθιων	=	κορίνθιος
κορίνων	=	κορίνα
κορίστα	=	κορίστας
κορίστας	noun	τραγουδιστής που αποτελεί μέρος του χορού, και κυρίως της χορωδίας σε όπερα (μελόδραμα)
κορίστες	=	κορίστας
κορίτσα	noun|vulgar	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορίτσι (αντί του κορίτσια)
κορίτσαρε	=	κορίτσαρος
κορίτσαρο	=	κορίτσαρος
κορίτσαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορίτσαρος
κορίτσαρος	noun	όμορφο και γεροδεμένο κορίτσι
κορίτσαρου	=	κορίτσαρος
κορίτσαρους	=	κορίτσαρος
κορίτσαρων	=	κορίτσαρος
κορίτσι	noun	το παιδί θηλυκού γένους
κορίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορίτσι
κορακάτα	=	κορακάτος
κορακάτε	=	κορακάτος
κορακάτες	=	κορακάτος
κορακάτη	=	κορακάτος
κορακάτης	=	κορακάτος
κορακάτο	=	κορακάτος
κορακάτοι	=	κορακάτος
κορακάτος	adj	που έχει το μαύρο και γυαλιστερό χρώμα του κόρακα
κορακάτου	=	κορακάτος
κορακάτους	=	κορακάτος
κορακάτων	=	κορακάτος
κορακίστικα	noun|figurative	ακατανόητα λόγια είτε λόγω ξένης γλώσσας είτε λόγω πολύ εξειδικευμένης ορολογίας
κορακίστικου	noun	γενική ενικού του κορακίστικο
κορακίστικων	noun	γενική πληθυντικού του κορακίστικο
κορακιάζαμε	=	κορακιάζω
κορακιάζαν	=	κορακιάζω
κορακιάζανε	=	κορακιάζω
κορακιάζατε	=	κορακιάζω
κορακιάζει	=	κορακιάζω
κορακιάζεις	=	κορακιάζω
κορακιάζετε	=	κορακιάζω
κορακιάζοντας	=	κορακιάζω
κορακιάζουμε	=	κορακιάζω
κορακιάζουν	=	κορακιάζω
κορακιάζουνε	=	κορακιάζω
κορακιάζω	verb	διψώ υπερβολικά
κορακιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσαν	=	κορακιάζω
κορακιάσανε	=	κορακιάζω
κορακιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορακιάζω
κορακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορακιασμένο
κορακιασμένε	verb	κλητική ενικού του κορακιασμένος
κορακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορακιασμένη
κορακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορακιασμένος
κορακιασμένης	verb	γενική ενικού του κορακιασμένη
κορακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορακιασμένος
κορακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορακιασμένος
κορακιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κορακιάζω
κορακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορακιασμένος
κορακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορακιασμένος
κορακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορακιασμένος
κορακιού	=	κοράκι
κορακιών	=	κοράκι
κορακοζώητα	=	κορακοζώητος
κορακοζώητε	=	κορακοζώητος
κορακοζώητες	=	κορακοζώητος
κορακοζώητη	=	κορακοζώητος
κορακοζώητης	=	κορακοζώητος
κορακοζώητο	=	κορακοζώητος
κορακοζώητοι	=	κορακοζώητος
κορακοζώητος	adj	που ζει πολλά χρόνια, που φτάνει σε πολύ μεγάλη ηλικία
κορακοζώητου	=	κορακοζώητος
κορακοζώητους	=	κορακοζώητος
κορακοζώητων	=	κορακοζώητος
κοραλλένια	=	κοραλλένιος
κοραλλένιας	=	κοραλλένιος
κοραλλένιε	=	κοραλλένιος
κοραλλένιες	=	κοραλλένιος
κοραλλένιο	=	κοραλλένιος
κοραλλένιοι	=	κοραλλένιος
κοραλλένιος	adj	φτιαγμένος από κοράλλι
κοραλλένιου	=	κοραλλένιος
κοραλλένιους	=	κοραλλένιος
κοραλλένιων	=	κοραλλένιος
κοραλλή	=	κοραλλής
κοραλλής	adj	συνώνυμο του κορελλένιος
κοραλλί	noun	το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα του κοραλλιού
κοραλλιά	=	κοραλλής
κοραλλιάς	=	κοραλλής
κοραλλιές	=	κοραλλής
κοραλλιοί	=	κοραλλής
κοραλλιογενές	=	κοραλλιογενής
κοραλλιογενή	=	κοραλλιογενής
κοραλλιογενής	adj	που έχει σχηματιστεί από αποικίες κοραλλιών και από το ανθρακικό ασβέστιο που παράγουν
κοραλλιογενείς	=	κοραλλιογενής
κοραλλιογενούς	=	κοραλλιογενής
κοραλλιογενών	=	κοραλλιογενής
κοραλλιοειδές	=	κοραλλιοειδής
κοραλλιοειδή	=	κοραλλιοειδής
κοραλλιοειδής	adj	που μοιάζει με κοράλλι
κοραλλιοειδείς	=	κοραλλιοειδής
κοραλλιοειδούς	=	κοραλλιοειδής
κοραλλιοειδών	=	κοραλλιοειδής
κοραλλιού	=	κοράλλι
κοραλλιούς	=	κοραλλής
κοραλλιών	=	κοράλλι
κορανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορανικό
κορανικέ	adj	κλητική ενικού του κορανικός
κορανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορανική
κορανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορανικός
κορανικής	adj	γενική ενικού του κορανική
κορανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορανικός
κορανικού	adj	γενική ενικού του κορανικός
κορανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορανικός
κορανικό	adj	αιτιατική ενικού του κορανικός
κορανικός	adj	σχετικός με το Κοράνι
κορανικών	adj	γενική πληθυντικού του κορανικός
κορανιού	=	κοράνι
κορανιών	=	κοράνι
κορασάνι	noun	άλλη μορφή του κουρασάνι
κορασάνια	=	κορασάνι
κορασίδα	noun	αθλήτρια προεφηβικής ηλικίας
κορασίδας	=	κορασίδα
κορασίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορασίδα
κορασίδων	=	κορασίδα
κορασανιού	=	κορασάνι
κορασανιών	=	κορασάνι
κορασιά	noun	άλλη μορφή του κοράσι
κορασιάς	noun	γενική ενικού του κορασιά
κορασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορασιά
κορασιού	=	κοράσι
κορασιών	=	κορασιά
κοραϊκά	=	κοραϊκός
κοραϊκέ	=	κοραϊκός
κοραϊκές	=	κοραϊκός
κοραϊκή	=	κοραϊκός
κοραϊκής	=	κοραϊκός
κοραϊκοί	=	κοραϊκός
κοραϊκού	=	κοραϊκός
κοραϊκούς	=	κοραϊκός
κοραϊκό	=	κοραϊκός
κοραϊκός	adj	ο σχετικός με τον Αδαμάντιο Κοραή
κοραϊκών	=	κοραϊκός
κορβέτα	noun	κατηγορία πολεμικών πλοίων συνοδείας
κορβέτας	noun	γενική ενικού του κορβέτα
κορβέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορβέτα
κορβέττα	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κορβέτα
κορβέττας	=	κορβέττα
κορβέττες	=	κορβέττα
κορβανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κορβανάς
κορβανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορβανάς
κορβανάδων	noun	γενική πληθυντικού του κορβανάς
κορβανάς	noun|vulgar	μέρος που φυλάει κάποιος χρήματα ή πολύτιμα αντικείμενα (ταμείο, θησαυροφυλάκιο, κάσα, πορτοφόλι κ.λπ.)
κορβεττών	=	κορβέττα
κορβετών	noun	γενική πληθυντικού του κορβέτα
κορδάκιζα	=	κορδακίζω
κορδάκιζαν	=	κορδακίζω
κορδάκιζε	=	κορδακίζω
κορδάκιζες	=	κορδακίζω
κορδάκισα	=	κορδακίζω
κορδάκισαν	=	κορδακίζω
κορδάκισε	=	κορδακίζω
κορδάκισες	=	κορδακίζω
κορδάκισμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορδακίζω
κορδάκων	=	κόρδακας
κορδέλα	noun	η διακοσμητική λωρίδα
κορδέλας	noun	γενική ενικού του κορδέλα
κορδέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδέλα
κορδέλιαζα	=	κορδελιάζω
κορδέλιαζαν	=	κορδελιάζω
κορδέλιαζε	=	κορδελιάζω
κορδέλιαζες	=	κορδελιάζω
κορδέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδέλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορδελιάζω
κορδέλλα	noun	παρωχημένη γραφή του κορδέλα
κορδακίζαμε	=	κορδακίζω
κορδακίζαν	=	κορδακίζω
κορδακίζανε	=	κορδακίζω
κορδακίζατε	=	κορδακίζω
κορδακίζει	=	κορδακίζω
κορδακίζεις	=	κορδακίζω
κορδακίζεσαι	=	κορδακίζομαι
κορδακίζεστε	=	κορδακίζομαι
κορδακίζεται	=	κορδακίζομαι
κορδακίζετε	=	κορδακίζω
κορδακίζομαι	verb	ντύνομαι ή και φέρομαι κατά τρόπο άσεμνο, απρεπή ή άγαρμπο
κορδακίζονται	=	κορδακίζομαι
κορδακίζονταν	=	κορδακίζομαι
κορδακίζοντας	=	κορδακίζω
κορδακίζου	=	κορδακίζομαι
κορδακίζουμε	=	κορδακίζω
κορδακίζουν	=	κορδακίζω
κορδακίζουνε	=	κορδακίζω
κορδακίζω	verb	ντύνομαι ή και φέρομαι κατά τρόπο άσεμνο, απρεπή ή άγαρμπο
κορδακίσαμε	=	κορδακίζω
κορδακίσαν	=	κορδακίζω
κορδακίσανε	=	κορδακίζω
κορδακίσατε	=	κορδακίζω
κορδακίσει	=	κορδακίζω
κορδακίσματα	=	κορδάκισμα
κορδακίσματος	=	κορδάκισμα
κορδακίσου	=	κορδακίζομαι
κορδακίστε	=	κορδακίζω
κορδακίστηκα	=	κορδακίζομαι
κορδακίστηκαν	=	κορδακίζομαι
κορδακίστηκε	=	κορδακίζομαι
κορδακίστηκες	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόμασταν	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόμαστε	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόμουν	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόμουνα	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόντουσαν	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόσασταν	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόσαστε	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόσουν	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόσουνα	=	κορδακίζομαι
κορδακιζόταν	=	κορδακίζομαι
κορδακιζότανε	=	κορδακίζομαι
κορδακισμάτων	=	κορδάκισμα
κορδακισμέ	=	κορδακισμός
κορδακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδακισμένο
κορδακισμένε	verb	κλητική ενικού του κορδακισμένος
κορδακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδακισμένη
κορδακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορδακισμένος
κορδακισμένης	verb	γενική ενικού του κορδακισμένη
κορδακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορδακισμένος
κορδακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορδακισμένος
κορδακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κορδακίζω
κορδακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορδακισμένος
κορδακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορδακισμένος
κορδακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορδακισμένος
κορδακισμοί	=	κορδακισμός
κορδακισμού	=	κορδακισμός
κορδακισμούς	=	κορδακισμός
κορδακισμό	=	κορδακισμός
κορδακισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορδακίζω
κορδακισμών	=	κορδακισμός
κορδακιστήκαμε	=	κορδακίζομαι
κορδακιστήκαν	=	κορδακίζομαι
κορδακιστήκανε	=	κορδακίζομαι
κορδακιστήκατε	=	κορδακίζομαι
κορδακιστεί	=	κορδακίζομαι
κορδακιστείτε	=	κορδακίζομαι
κορδελιάζαμε	=	κορδελιάζω
κορδελιάζαν	=	κορδελιάζω
κορδελιάζανε	=	κορδελιάζω
κορδελιάζατε	=	κορδελιάζω
κορδελιάζει	=	κορδελιάζω
κορδελιάζεις	=	κορδελιάζω
κορδελιάζετε	=	κορδελιάζω
κορδελιάζοντας	=	κορδελιάζω
κορδελιάζουμε	=	κορδελιάζω
κορδελιάζουν	=	κορδελιάζω
κορδελιάζουνε	=	κορδελιάζω
κορδελιάζω	verb	ρελιάζω
κορδελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάσαν	=	κορδελιάζω
κορδελιάσανε	=	κορδελιάζω
κορδελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδέλιασμα
κορδελιάσματος	noun	γενική ενικού του κορδέλιασμα
κορδελιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιάστρα	noun	αυτή που κάνει το κορδέλιασμα
κορδελιάστρας	noun	γενική ενικού του κορδελιάστρα
κορδελιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδελιάστρα
κορδελιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορδέλιασμα
κορδελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδελιασμένο
κορδελιασμένε	verb	κλητική ενικού του κορδελιασμένος
κορδελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδελιασμένη
κορδελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορδελιασμένος
κορδελιασμένης	verb	γενική ενικού του κορδελιασμένη
κορδελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορδελιασμένος
κορδελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορδελιασμένος
κορδελιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κορδελιάζω
κορδελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορδελιασμένος
κορδελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορδελιασμένος
κορδελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορδελιασμένος
κορδελιαστρών	noun	γενική πληθυντικού του κορδελιάστρα
κορδελών	noun	γενική πληθυντικού του κορδέλα
κορδονέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδονέτο
κορδονέτο	noun	λεπτό κορδόνι ή χοντρή κλωστή
κορδονέτου	noun	γενική ενικού του κορδονέτο
κορδονέτων	noun	γενική πληθυντικού του κορδονέτο
κορδονιού	=	κορδόνι
κορδονιών	=	κορδόνι
κορδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθήκαν	=	κορδώνομαι
κορδωθήκανε	=	κορδώνομαι
κορδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόρδωμα
κορδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδωμένο	adv	με κορδωμένο τρόπο
κορδωμένε	verb	κλητική ενικού του κορδωμένος
κορδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδωμένη
κορδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορδωμένος
κορδωμένης	verb	γενική ενικού του κορδωμένη
κορδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορδωμένος
κορδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορδωμένος
κορδωμένος	verb	που έχει κορδωθεί
κορδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορδωμένος
κορδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορδωμένος
κορδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορδωμένος
κορδωνόμασταν	=	κορδώνομαι
κορδωνόμαστε	=	κορδώνομαι
κορδωνόμουν	=	κορδώνομαι
κορδωνόμουνα	=	κορδώνομαι
κορδωνόντουσαν	=	κορδώνομαι
κορδωνόσασταν	=	κορδώνομαι
κορδωνόσαστε	=	κορδώνομαι
κορδωνόσουν	=	κορδώνομαι
κορδωνόσουνα	=	κορδώνομαι
κορδωνόταν	=	κορδώνομαι
κορδωνότανε	=	κορδώνομαι
κορδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδωτό	adv	με κορδωτό τρόπο
κορδωτέ	adj	κλητική ενικού του κορδωτός
κορδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορδωτή
κορδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορδωτός
κορδωτής	adj	γενική ενικού του κορδωτή
κορδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορδωτός
κορδωτού	adj	γενική ενικού του κορδωτός
κορδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορδωτός
κορδωτό	adj	αιτιατική ενικού του κορδωτός
κορδωτός	adj	που κορδώνεται
κορδωτών	adj	γενική πληθυντικού του κορδωτός
κορδόνι	noun	κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής
κορδόνια	=	κορδόνι
κορδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρδωμα
κορδώματος	noun	γενική ενικού του κόρδωμα
κορδών	noun	γενική πληθυντικού του κόρδα
κορδώναμε	=	κορδώνω
κορδώναν	=	κορδώνω
κορδώνανε	=	κορδώνω
κορδώνατε	=	κορδώνω
κορδώνει	=	κορδώνω
κορδώνεις	=	κορδώνω
κορδώνεσαι	=	κορδώνομαι
κορδώνεστε	=	κορδώνομαι
κορδώνεται	=	κορδώνομαι
κορδώνετε	=	κορδώνω
κορδώνομαι	verb	κομπάζω, υπερηφανεύομαι
κορδώνονται	=	κορδώνομαι
κορδώνονταν	=	κορδώνομαι
κορδώνοντας	=	κορδώνω
κορδώνου	=	κορδώνομαι
κορδώνουμε	=	κορδώνω
κορδώνουν	=	κορδώνω
κορδώνουνε	=	κορδώνω
κορδώνω	verb	εκδηλώνω ένα αίσθημα υπεροχής και το δείχνω και σωματικά με τεντωμένο σώμα και υψωμένο κεφάλι
κορδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσαν	=	κορδώνω
κορδώσανε	=	κορδώνω
κορδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνομαι
κορδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κορεάτική	=	κορεάτικος
κορεάτικα	=	κορεάτικος
κορεάτικε	=	κορεάτικος
κορεάτικες	=	κορεάτικος
κορεάτικη	=	κορεάτικος
κορεάτικης	=	κορεάτικος
κορεάτικο	=	κορεάτικος
κορεάτικοι	=	κορεάτικος
κορεάτικος	adj	άλλη μορφή του κορεατικός
κορεάτικου	=	κορεάτικος
κορεάτικους	=	κορεάτικος
κορεάτικων	=	κορεάτικος
κορεάτικό	=	κορεάτικος
κορεατικά	noun	που μιλιέται στην Κορέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορεατικό
κορεατικέ	adj	κλητική ενικού του κορεατικός
κορεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορεατική
κορεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορεατικός
κορεατικής	adj	γενική ενικού του κορεατική
κορεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορεατικός
κορεατικού	adj	γενική ενικού του κορεατικός
κορεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορεατικός
κορεατικό	adj	αιτιατική ενικού του κορεατικός
κορεατικός	adj	που έχει σχέση με την Κορέα ή τους Κορεάτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά ή προέρχεται απ’ αυτά
κορεατικών	adj	γενική πληθυντικού του κορεατικός
κορεκτίλα	noun|informal	η πολιτική ορθότητα
κορεκτίλας	=	κορεκτίλα
κορεκτίλες	=	κορεκτίλα
κορεννύομαι	verb	καθίσταμαι πλήρης
κορεννύω	verb	φέρνω τον κορεσμό, χορταίνω, ικανοποιώ
κορεσμέ	noun	κλητική ενικού του κορεσμός
κορεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορεσμένο
κορεσμένε	verb	κλητική ενικού του κορεσμένος
κορεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορεσμένη
κορεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορεσμένος
κορεσμένης	verb	γενική ενικού του κορεσμένη
κορεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορεσμένος
κορεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορεσμένος
κορεσμένος	verb	που έχει κορεστεί
κορεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορεσμένος
κορεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορεσμένος
κορεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορεσμένος
κορεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορεσμός
κορεσμού	noun	γενική ενικού του κορεσμός
κορεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κορεσμός
κορεσμό	noun	αιτιατική ενικού του κορεσμός
κορεσμός	noun	το σημείο που υποδεικνύει ότι κάτι είναι εντελώς γεμάτο
κορεσμών	noun	γενική πληθυντικού του κορεσμός
κορεύω	verb	χορταίνω
κοριάζω	verb	σχηματίζω κόρα, πιάνω πέτσα / κρούστα
κοριάνδρου	=	κορίανδρος
κοριάνδρους	=	κορίανδρος
κοριάνδρων	=	κορίανδρος
κοριάσματα	=	κόριασμα
κοριάσματος	=	κόριασμα
κοριέ	noun	κλητική ενικού του κοριός
κοριασμάτων	=	κόριασμα
κοριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριασμένο
κοριασμένε	verb	κλητική ενικού του κοριασμένος
κοριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριασμένη
κοριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοριασμένος
κοριασμένης	verb	γενική ενικού του κοριασμένη
κοριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοριασμένος
κοριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοριασμένος
κοριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοριάζω
κοριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοριασμένος
κοριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοριασμένος
κοριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοριασμένος
κοριζών	noun	γενική πληθυντικού του κόριζα
κορινθίου	=	κορίνθιος
κορινθίους	=	κορίνθιος
κορινθίων	=	κορίνθιος
κορινθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κορινθιακός	adv	με τον τρόπο ή τη γλωσσική ιδιαιτερότητα των Κορινθίων
κορινθιακέ	adj	κλητική ενικού του κορινθιακός
κορινθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορινθιακή
κορινθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορινθιακός
κορινθιακής	adj	γενική ενικού του κορινθιακή
κορινθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορινθιακός
κορινθιακού	adj	γενική ενικού του κορινθιακός
κορινθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορινθιακός
κορινθιακό	adj	αιτιατική ενικού του κορινθιακός
κορινθιακός	adj	που έχει σχέση με την Κόρινθο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή, τους κατοίκους της ή την ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας
κορινθιακών	adj	γενική πληθυντικού του κορινθιακός
κοριοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοριός
κοριού	noun	γενική ενικού του κοριός
κοριούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοριός
κοριστών	=	κορίστας
κοριτσάκι	noun	μικρό κορίτσι
κοριτσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριτσάκι
κοριτσάρα	noun	χαϊδευτικά η κόρη
κοριτσάρας	=	κοριτσάρα
κοριτσάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριτσάρα
κοριτσίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοριτσίστικος	adv	με κοριτσίστικο τρόπο
κοριτσίστικε	adj	κλητική ενικού του κοριτσίστικος
κοριτσίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριτσίστικη
κοριτσίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοριτσίστικος
κοριτσίστικης	adj	γενική ενικού του κοριτσίστικη
κοριτσίστικο	adj	αιτιατική ενικού του κοριτσίστικος
κοριτσίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοριτσίστικος
κοριτσίστικος	adj	που έχει σχέση με κορίτσι, ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτό
κοριτσίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοριτσίστικος
κοριτσίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοριτσίστικος
κοριτσίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοριτσίστικος
κοριτσιού	=	κορίτσι
κοριτσιών	noun	γενική πληθυντικού του κορίτσι
κοριτσομάνι	noun	πολλά κορίτσια μαζεμένα
κοριτσομάνια	=	κοριτσομάνι
κοριτσόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοριτσόπουλο
κοριτσόπουλο	noun	υποκοριστικό του κορίτσι
κοριτσόπουλου	=	κοριτσόπουλο
κοριτσόπουλων	=	κοριτσόπουλο
κοριό	noun	αιτιατική ενικού του κοριός
κοριός	noun	ενοχλητικό παρασιτικό ζωύφιο
κοριών	noun	γενική πληθυντικού του κοριός
κορκωμάτων	=	κόρκωμα
κορκώματα	=	κόρκωμα
κορκώματος	=	κόρκωμα
κορμάκι	noun	υποκοριστικό της λέξης κορμί
κορμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορμάκι
κορμάρα	noun	μεγεθυντικό του κορμί
κορμάρας	noun	γενική ενικού του κορμάρα
κορμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορμάρα
κορμέ	noun	κλητική ενικού του κορμός
κορμί	noun	το σώμα ενός ανθρώπου
κορμιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορμί
κορμιού	=	κορμί
κορμιών	=	κορμί
κορμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορμός
κορμοδέματα	noun	κορμοί δέντρων, κλαδιά και άλλα παρόμοια τα οποία συναρμόζουν μεταξύ τους, ώστε να περιοριστεί η διάβρωση του εδάφους σ’ ένα (καμένο) δάσος
κορμοδεμάτων	=	κορμοδέματα
κορμοράνε	noun	κλητική ενικού του κορμοράνος
κορμοράνο	noun	αιτιατική ενικού του κορμοράνος
κορμοράνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορμοράνος
κορμοράνος	noun	είδος μεγάλου θαλάσσιου πτηνού (Phalacrocorax carbo / Φαλακροκόραξ ο ανθρακόχρους), που ανήκει στο γένος Φαλακροκόραξ (Phalacrocorax), στην οικογένεια Φαλακροκορακίδες (Phalacrocoracidae) και στην τάξη Πελεκανόμορφα (Pelacaniformes)
κορμοράνου	noun	γενική ενικού του κορμοράνος
κορμοράνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κορμοράνος
κορμοράνων	noun	γενική πληθυντικού του κορμοράνος
κορμοστασιά	noun	η στάση του κορμού ενός ανθρώπου, η γενική σωματική του διάπλαση
κορμοστασιάς	noun	γενική ενικού του κορμοστασιά
κορμοστασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορμοστασιά
κορμοστασιών	=	κορμοστασιά
κορμοφράγματα	noun	φράγματα τα οποία κατασκευάζονται από κορμούς που έχουν καεί και τοποθετούνται στις διατομές ρεμάτων ώστε να συγκρατείται το χώμα από παράσυρση
κορμοφραγμάτων	=	κορμοφράγματα
κορμού	noun	γενική ενικού του κορμός
κορμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κορμός
κορμό	noun	αιτιατική ενικού του κορμός
κορμός	noun	το τμήμα του φυτού πάνω από τις ρίζες και μέχρι τα κλαριά του
κορμών	noun	γενική πληθυντικού του κορμός
κορνάραμε	=	κορνάρω
κορνάραν	=	κορνάρω
κορνάρανε	=	κορνάρω
κορνάρατε	=	κορνάρω
κορνάρει	=	κορνάρω
κορνάρεις	=	κορνάρω
κορνάρετε	=	κορνάρω
κορνάριζα	=	κορνάρω
κορνάριζαν	=	κορνάρω
κορνάριζε	=	κορνάρω
κορνάριζες	=	κορνάρω
κορνάρισα	=	κορνάρω
κορνάρισαν	=	κορνάρω
κορνάρισε	=	κορνάρω
κορνάρισες	=	κορνάρω
κορνάρισμα	noun	η ενέργεια του κορνάρω
κορνάρομε	=	κορνάρω
κορνάροντας	=	κορνάρω
κορνάρουμε	=	κορνάρω
κορνάρουν	=	κορνάρω
κορνάρουνε	=	κορνάρω
κορνάρω	verb	χρησιμοποιώ την κόρνα του αυτοκινήτου
κορνέ	noun	γλυκό με ζύμη σε σχήμα κώνου γεμισμένο με σαντιγί
κορνέδες	=	κορνές
κορνέδων	=	κορνές
κορνές	noun	άλλη μορφή του κορνέ
κορνέτα	noun	μουσικό όργανο που ανήκει στα χάλκινα πνευστά, μοιάζει με τρομπέτα και είναι συνήθως κουρδισμένο στην τονικότητα σι ύφεση
κορνέτας	noun	γενική ενικού του κορνέτα
κορνέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνέτα
κορνέτο	noun	άλλη μορφή του κορνέτα
κορνέτου	noun	γενική ενικού του κορνέτο
κορνέτων	noun	γενική πληθυντικού του κορνέτο
κορνίζα	noun	διακοσμητικό πλαίσιο για τοποθέτηση έργων ζωγραφικής, φωτογραφιών, διπλωμάτων ή άλλων επίπεδων αντικειμένων
κορνίζας	noun	γενική ενικού του κορνίζα
κορνίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνίζα
κορνίζωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορνιζώνω
κορνίζωνα	=	κορνιζώνω
κορνίζωναν	=	κορνιζώνω
κορνίζωνε	=	κορνιζώνω
κορνίζωνες	=	κορνιζώνω
κορνίζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνίζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνίζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνίζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνάρισμα
κορναρίσματος	noun	γενική ενικού του κορνάρισμα
κορναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορνάρισμα
κορνετών	noun	γενική πληθυντικού του κορνέτα
κορνιαχτέ	noun	κλητική ενικού του κορνιαχτός
κορνιαχτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορνιαχτός
κορνιαχτού	noun	γενική ενικού του κορνιαχτός
κορνιαχτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κορνιαχτός
κορνιαχτό	noun	αιτιατική ενικού του κορνιαχτός
κορνιαχτός	noun	άλλη μορφή του κουρνιαχτός
κορνιαχτών	noun	γενική πληθυντικού του κορνιαχτός
κορνιζά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κορνιζάς
κορνιζάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζάς
κορνιζάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζάδικο
κορνιζάδικο	noun	μαγαζί ή βιοτεχνία που κατασκευάζει κορνίζες
κορνιζάδικου	noun	γενική ενικού του κορνιζάδικο
κορνιζάδικων	noun	γενική πληθυντικού του κορνιζάδικο
κορνιζάδων	noun	γενική πληθυντικού του κορνιζάς
κορνιζάρισμα	noun	η ενέργεια του κορνιζάρω, η τοποθέτηση κορνίζας σε κάποιο αντικείμενο
κορνιζάρω	verb	τοποθετώ εικόνα ή φωτογραφία μέσα σε κορνίζα
κορνιζάς	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει κορνίζες
κορνιζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζάρισμα
κορνιζαρίσματος	noun	γενική ενικού του κορνιζάρισμα
κορνιζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορνιζάρισμα
κορνιζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζαρισμένο
κορνιζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κορνιζαρισμένος
κορνιζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζαρισμένη
κορνιζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορνιζαρισμένος
κορνιζαρισμένης	verb	γενική ενικού του κορνιζαρισμένη
κορνιζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορνιζαρισμένος
κορνιζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορνιζαρισμένος
κορνιζαρισμένος	verb	τοποθετημένος ή περασμένος σε κορνίζα, καδραρισμένος
κορνιζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορνιζαρισμένος
κορνιζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορνιζαρισμένος
κορνιζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορνιζαρισμένος
κορνιζοποιέ	=	κορνιζοποιός
κορνιζοποιία	noun	άλλη μορφή του κορνιζοποιείο
κορνιζοποιίας	=	κορνιζοποιία
κορνιζοποιίες	=	κορνιζοποιία
κορνιζοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζοποιείο
κορνιζοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής κορνιζών
κορνιζοποιείου	noun	γενική ενικού του κορνιζοποιείο
κορνιζοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του κορνιζοποιείο
κορνιζοποιιών	=	κορνιζοποιία
κορνιζοποιοί	=	κορνιζοποιός
κορνιζοποιού	=	κορνιζοποιός
κορνιζοποιούς	=	κορνιζοποιός
κορνιζοποιό	=	κορνιζοποιός
κορνιζοποιός	noun	που κατασκευάζει κορνίζες
κορνιζοποιών	=	κορνιζοποιός
κορνιζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορνίζωμα
κορνιζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζωμένο
κορνιζωμένε	verb	κλητική ενικού του κορνιζωμένος
κορνιζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιζωμένη
κορνιζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορνιζωμένος
κορνιζωμένης	verb	γενική ενικού του κορνιζωμένη
κορνιζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορνιζωμένος
κορνιζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορνιζωμένος
κορνιζωμένος	verb	κορνιζαρισμένος
κορνιζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορνιζωμένος
κορνιζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορνιζωμένος
κορνιζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορνιζωμένος
κορνιζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνίζωμα
κορνιζώματος	noun	γενική ενικού του κορνίζωμα
κορνιζών	noun	γενική πληθυντικού του κορνίζα
κορνιζώναμε	=	κορνιζώνω
κορνιζώναν	=	κορνιζώνω
κορνιζώνανε	=	κορνιζώνω
κορνιζώνατε	=	κορνιζώνω
κορνιζώνει	=	κορνιζώνω
κορνιζώνεις	=	κορνιζώνω
κορνιζώνετε	=	κορνιζώνω
κορνιζώνοντας	=	κορνιζώνω
κορνιζώνουμε	=	κορνιζώνω
κορνιζώνουν	=	κορνιζώνω
κορνιζώνουνε	=	κορνιζώνω
κορνιζώνω	verb	κορνιζάρω
κορνιζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσαν	=	κορνιζώνω
κορνιζώσανε	=	κορνιζώνω
κορνιζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορνιζώνω
κορνιλάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορνιλάτο
κορνουαλικά	noun	η κελτικής καταγωγής γλώσσα της Κορνουάλης.
κορνουαλικών	=	κορνουαλικά
κορνφλάουρ	noun	άνθος αραβοσίτου
κορνφλέικς	noun	άλλη μορφή του κορν φλέικς
κορνώδη	noun	τάξη φυτών που περιλαμβάνει διάφορα γένη και οικογένειες θάμνων, δέντρων και μικρών ποωδών φυτών όπως η κρανιά (Cornaceae)
κορομηλιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο (είδος Prunus cerasifera) με λευκά ή ροζ άνθη και καρπό το κορόμηλο
κορομηλιάς	noun	γενική ενικού του κορομηλιά
κορομηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορομηλιά
κορομηλιών	=	κορομηλιά
κοροναϊέ	noun	κλητική ενικού του κοροναϊός
κοροναϊοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοροναϊός
κοροναϊού	noun	γενική ενικού του κοροναϊός
κοροναϊούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοροναϊός
κοροναϊό	noun	αιτιατική ενικού του κοροναϊός
κοροναϊός	noun	άλλη μορφή του κορονοϊός
κοροναϊών	noun	γενική πληθυντικού του κοροναϊός
κορονοομολόγου	=	κορονοομόλογο
κορονοομολόγων	=	κορονοομόλογο
κορονοομόλογα	=	κορονοομόλογο
κορονοομόλογο	noun	ομόλογο που (αναμένεται να) συμβάλλει στην καταπολέμηση του κορονοϊού
κορονοομόλογου	=	κορονοομόλογο
κορονοομόλογων	=	κορονοομόλογο
κορονοπάρτι	noun	πάρτι που λάμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια των μέτρων κοινωνικής απόστασης για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού COVID-19, αντίθετα από τις εντολές των αρχών για αποφυγή / απαγόρευση συγκεντρώσεων
κορονοϊέ	noun	κλητική ενικού του κορονοϊός
κορονοϊκά	=	κορονοϊκός
κορονοϊκέ	=	κορονοϊκός
κορονοϊκές	=	κορονοϊκός
κορονοϊκή	=	κορονοϊκός
κορονοϊκής	=	κορονοϊκός
κορονοϊκοί	=	κορονοϊκός
κορονοϊκού	=	κορονοϊκός
κορονοϊκούς	=	κορονοϊκός
κορονοϊκό	=	κορονοϊκός
κορονοϊκός	adj	που έχει σχέση με κορονοϊό και την ασθένεια που αυτός συνεπάγεται ή αναφέρεται σ’ αυτά
κορονοϊκών	=	κορονοϊκός
κορονοϊοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορονοϊός
κορονοϊού	noun	γενική ενικού του κορονοϊός
κορονοϊούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κορονοϊός
κορονοϊό	noun	αιτιατική ενικού του κορονοϊός
κορονοϊός	noun	είδος ιών της υποοικογένειας Coronavirinae, της οικογένειας Coronaviridae, της τάξης Nidovirales.
κορονοϊών	noun	γενική πληθυντικού του κορονοϊός
κορονών	noun	γενική πληθυντικού του κορόνα
κοροπλάστες	=	κοροπλάστης
κοροπλάστη	=	κοροπλάστης
κοροπλάστης	noun|formal	ο γλύπτης που κατασκευάζει αγαλμάτινους κούρους (κόρους)
κοροπλαστικά	=	κοροπλαστικός
κοροπλαστικέ	=	κοροπλαστικός
κοροπλαστικές	=	κοροπλαστική
κοροπλαστική	noun	η τέχνη του κοροπλάστη
κοροπλαστικής	=	κοροπλαστική
κοροπλαστικοί	=	κοροπλαστικός
κοροπλαστικού	=	κοροπλαστικός
κοροπλαστικούς	=	κοροπλαστικός
κοροπλαστικό	=	κοροπλαστικός
κοροπλαστικός	adj	που έχει σχέση με τον κοροπλάστη ή την κοροπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτά
κοροπλαστικών	=	κοροπλαστική
κοροπλαστών	=	κοροπλάστης
κοροϊδάκι	noun	υποκοριστικό του κορόιδο
κοροϊδάκια	=	κοροϊδάκι
κοροϊδάρα	noun	μεγάλο κορόιδο
κοροϊδάρας	noun	γενική ενικού του κοροϊδάρα
κοροϊδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδάρα
κοροϊδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορόιδεμα
κοροϊδέματος	noun	γενική ενικού του κορόιδεμα
κοροϊδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψαν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδέψανε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψομε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδέψου	=	κοροϊδεύω
κοροϊδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψουνε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδία	noun	το κορόιδεμα
κοροϊδίας	noun	γενική ενικού του κοροϊδία
κοροϊδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδία
κοροϊδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοροϊδίστικος	adv	με κοροϊδίστικο τρόπο
κοροϊδίστικε	adj	κλητική ενικού του κοροϊδίστικος
κοροϊδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδίστικη
κοροϊδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοροϊδίστικος
κοροϊδίστικης	adj	γενική ενικού του κοροϊδίστικη
κοροϊδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του κοροϊδίστικος
κοροϊδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδίστικος
κοροϊδίστικος	adj	που οφείλεται σε κοροϊδία ή συμβαίνει εξαιτίας της
κοροϊδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοροϊδίστικος
κοροϊδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοροϊδίστικος
κοροϊδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοροϊδίστικος
κοροϊδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορόιδεμα
κοροϊδεμέ	noun	κλητική ενικού του κοροϊδεμός
κοροϊδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδεμένο
κοροϊδεμένε	verb	κλητική ενικού του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδεμένη
κοροϊδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμένης	verb	γενική ενικού του κοροϊδεμένη
κοροϊδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμένος	verb	ξεγελασμένος, εξαπατημένος
κοροϊδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοροϊδεμένος
κοροϊδεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδεμός
κοροϊδεμού	noun	γενική ενικού του κοροϊδεμός
κοροϊδεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοροϊδεμός
κοροϊδεμό	noun	αιτιατική ενικού του κοροϊδεμός
κοροϊδεμός	noun	το κορόιδεμα
κοροϊδεμών	noun	γενική πληθυντικού του κοροϊδεμός
κοροϊδευτές	=	κοροϊδευτής
κοροϊδευτή	=	κοροϊδευτής
κοροϊδευτήκαμε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτήκαν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτήκανε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτήκατε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτής	noun|vulgar	αυτός που κοροϊδεύει
κοροϊδευτεί	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτείς	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτείτε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδευτικό	adv	με ειρωνικό τρόπο
κοροϊδευτικέ	adj	κλητική ενικού του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδευτική
κοροϊδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτικής	adj	γενική ενικού του κοροϊδευτική
κοροϊδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτικού	adj	γενική ενικού του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτικός	adj	που έχει σχέση με την κοροϊδία, αναφέρεται σ’ αυτή ή την εκφράζει
κοροϊδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοροϊδευτικός
κοροϊδευτούμε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτούν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτούνε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτρών	noun	γενική πληθυντικού του κοροϊδεύτρα
κοροϊδευτώ	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευτών	=	κοροϊδευτής
κοροϊδευόμασταν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόμαστε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόμουν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόμουνα	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόντουσαν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόσασταν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόσαστε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόσουν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόσουνα	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευόταν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδευότανε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύαμε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύαν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύανε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύατε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύει	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύεις	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύεσαι	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύεστε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύεται	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύετε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοροϊδεύω
κοροϊδεύομε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύονται	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύονταν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύοντας	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύουμε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύουν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύουνε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύτε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύτηκα	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύτηκαν	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύτηκε	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύτηκες	=	κοροϊδεύω
κοροϊδεύτρα	noun	θηλυκό του κοροϊδευτής
κοροϊδεύτρας	noun	γενική ενικού του κοροϊδεύτρα
κοροϊδεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοροϊδεύτρα
κοροϊδεύω	verb	αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου
κοροϊδιά	noun	άλλη μορφή του κοροϊδία
κοροϊδιάς	=	κοροϊδιά
κοροϊδιές	=	κοροϊδιά
κοροϊδιλίκι	noun	κοροϊδία
κοροϊδιλίκια	=	κοροϊδιλίκι
κοροϊδιών	noun	γενική πληθυντικού του κοροϊδία
κορούλα	noun	μικρή κόρη
κορούλας	=	κορούλα
κορούλες	=	κορούλα
κορούνδιο	noun	ορυκτό οξείδιο του αργιλίου με χημικό τύπο Al2O3
κορπορατικά	=	κορπορατικός
κορπορατικέ	=	κορπορατικός
κορπορατικές	=	κορπορατικός
κορπορατική	=	κορπορατικός
κορπορατικής	=	κορπορατικός
κορπορατικοί	=	κορπορατικός
κορπορατικού	=	κορπορατικός
κορπορατικούς	=	κορπορατικός
κορπορατικό	=	κορπορατικός
κορπορατικός	adj	που έχει σχέση με τον κορπορατισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κορπορατικών	=	κορπορατικός
κορπορατισμέ	=	κορπορατισμός
κορπορατισμοί	=	κορπορατισμός
κορπορατισμού	=	κορπορατισμός
κορπορατισμούς	=	κορπορατισμός
κορπορατισμό	=	κορπορατισμός
κορπορατισμός	noun	το συντεχνιακό κράτος, δηλαδή η ενσωμάτωση τόσο των διευθυντών όσο και των εργατών στη διαδικασία της κυβέρνησης
κορπορατισμών	=	κορπορατισμός
κορπορατιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορπορατιστικό
κορπορατιστικέ	adj	κλητική ενικού του κορπορατιστικός
κορπορατιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορπορατιστική
κορπορατιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορπορατιστικός
κορπορατιστικής	adj	γενική ενικού του κορπορατιστική
κορπορατιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορπορατιστικός
κορπορατιστικού	adj	γενική ενικού του κορπορατιστικός
κορπορατιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορπορατιστικός
κορπορατιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κορπορατιστικός
κορπορατιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κορπορατισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κορπορατιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κορπορατιστικός
κορρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορρίνη
κορσάζ	noun	το μπούστο (γυναικείο ένδυμα)
κορσέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κορσές
κορσέδες	=	κορσές
κορσέδων	=	κορσές
κορσές	noun	ειδικό ελαστικό εσώρουχο που σφίγγει τη μέση ή την περιφέρεια
κορσικανικά	noun	λατινογενές ιδίωμα που μοιάζει με τα ιταλικά και μιλιέται στην Κορσική και τη βόρεια Σαρδηνία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορσικανικό
κορσικανικέ	=	κορσικανικός
κορσικανικές	=	κορσικανικός
κορσικανική	=	κορσικανικός
κορσικανικής	=	κορσικανικός
κορσικανικοί	=	κορσικανικός
κορσικανικού	=	κορσικανικός
κορσικανικούς	=	κορσικανικός
κορσικανικό	=	κορσικανικός
κορσικανικός	adj	ο σχετικός με την Κορσική ή τους Κορσικανούς
κορσικανικών	=	κορσικανικά
κορτάκηδες	=	κορτάκιας
κορτάκηδων	=	κορτάκιας
κορτάκια	=	κορτάκιας
κορτάκιας	noun	που αρέσκεται σε ερωτοτροπίες, φλερτ
κορτάρω	verb	κάνω κόρτε, φλερτάρω
κορτίνα	noun	το μεταπύργιο
κορτίνας	=	κορτίνα
κορτίνες	=	κορτίνα
κορτίνων	=	κορτίνα
κορταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορταρισμένο
κορταρισμένε	verb	κλητική ενικού του κορταρισμένος
κορταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορταρισμένη
κορταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορταρισμένος
κορταρισμένης	verb	γενική ενικού του κορταρισμένη
κορταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορταρισμένος
κορταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορταρισμένος
κορταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορταρισμένος
κορταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορταρισμένος
κορταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορταρισμένος
κορτιζολών	=	κορτιζόλη
κορτιζονούχα	=	κορτιζονούχος
κορτιζονούχε	=	κορτιζονούχος
κορτιζονούχο	=	κορτιζονούχος
κορτιζονούχοι	=	κορτιζονούχος
κορτιζονούχος	adj	που περιέχει τη φαρμακευτικά παρσκευαζόμενη ορμόνη κορτιζόνη
κορτιζονούχου	=	κορτιζονούχος
κορτιζονούχους	=	κορτιζονούχος
κορτιζονούχων	=	κορτιζονούχος
κορτιζονών	=	κορτιζόνη
κορτιζόλες	=	κορτιζόλη
κορτιζόλη	noun	ορμόνη που συντίθεται στη φλοιώδη μοίρα των επινεφριδίων και συμβάλλει στη ρύθμιση της γλυκόζης κ.ά.
κορτιζόλης	=	κορτιζόλη
κορτιζόνες	=	κορτιζόνη
κορτιζόνη	noun	η συνθετική μορφή της φυσικής ορμόνης κορτιζόλης
κορτιζόνης	noun	γενική ενικού του κορτιζόνη
κορτικοειδές	noun	το σχετικό με τα κορτικοειδή, που ανήκει στην κατηγορία των ανάλογων ορμονικών σκευασμάτων, των κορτικοειδών
κορτικοειδή	noun	ορμόνες που εκκρίνονται από το φλοιό των επινεφριδίων ή συνθετικά ανάλογά τους
κορτικοειδής	adj	ο σχετικός με τα κορτικοειδή, την κατηγορία ορμονικών σκευασμάτων
κορτικοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορτικοειδής
κορτικοειδούς	adj	γενική ενικού του κορτικοειδής
κορτικοειδών	adj	γενική πληθυντικού του κορτικοειδής
κορτικοστεροειδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορτικοστεροειδές, ουδέτερο του κορτικοστεροειδής
κορτσάρα	noun|vulgar	υπερθετικός βαθμός της λέξη κορίτσι
κορτσάρας	noun	γενική ενικού του κορτσάρα
κορτσάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορτσάρα
κορυβαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κορυβαντικός	adv|archaic	με κορυβαντικό τρόπο
κορυβαντικέ	adj	κλητική ενικού του κορυβαντικός
κορυβαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορυβαντική
κορυβαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορυβαντικός
κορυβαντικής	adj	γενική ενικού του κορυβαντική
κορυβαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορυβαντικός
κορυβαντικού	adj	γενική ενικού του κορυβαντικός
κορυβαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορυβαντικός
κορυβαντικό	adj	αιτιατική ενικού του κορυβαντικός
κορυβαντικός	adj	που έχει σχέση με τον Κορύβαντα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κορυβαντικών	adj	γενική πληθυντικού του κορυβαντικός
κορυβαντισμέ	=	κορυβαντισμός
κορυβαντισμοί	=	κορυβαντισμός
κορυβαντισμού	=	κορυβαντισμός
κορυβαντισμούς	=	κορυβαντισμός
κορυβαντισμό	=	κορυβαντισμός
κορυβαντισμός	noun	ο φρενήρης ενθουσιασμός
κορυβαντισμών	=	κορυβαντισμός
κορυβαντιώ	verb	βρίσκομαι σε κατάσταση έξαλλου ενθουσιασμού ή φανατισμού όπως οι Κορύβαντες
κορυβαντιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κορυβαντιώ
κορυβαντιῶν	verb	που κάνει μεγάλο θόρυβο, όντας σε έξαλλη κατάσταση ενθουσιασμού, όπως οι Κορύβαντες
κορυδαλλέ	noun	κλητική ενικού του κορυδαλλός
κορυδαλλιώτικα	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικε	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικες	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικη	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικης	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικο	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικοι	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Κορυδαλλό ή τους κατοίκους του
κορυδαλλιώτικου	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικους	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλιώτικων	=	κορυδαλλιώτικος
κορυδαλλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορυδαλλός
κορυδαλλού	noun	γενική ενικού του κορυδαλλός
κορυδαλλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κορυδαλλός
κορυδαλλό	noun	αιτιατική ενικού του κορυδαλλός
κορυδαλλός	noun	ωδικό πτηνό μικρού μεγέθους που ανήκει στην οικογένεια Κορυδαλλίδες (Alaudidae) και στην τάξη Στρουθιόμορφα.
κορυδαλλών	noun	γενική πληθυντικού του κορυδαλλός
κορυζιάζω	verb|rare	υποφέρω από κόρυζα
κορυζών	noun	γενική πληθυντικού του κόρυζα
κορυνών	=	κορύνη
κορυφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορυφή
κορυφή	noun	το υψηλότερο σημείο ενός υψώματος, βουνού ή λόφου ή οποιουδήποτε αντικειμένου
κορυφής	=	κορυφή
κορυφαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορυφαίος
κορυφαίας	adj	γενική ενικού του κορυφαία
κορυφαίε	adj	κορυφαίος, στην κλητική του ενικού
κορυφαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορυφαία
κορυφαίο	adj	κορυφαίος, στην αιτιατική του ενικού
κορυφαίοι	adj	κορυφαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κορυφαίος	noun	ο επικεφαλής, ο προεξάρχων του χορού που διευθύνει το χορό στο ρυθμό των ασμάτων και της όρχησης και συμμετέχει στα διαλογικά μέρη με τους υποκριτές ως εκπρόσωπος του χορού	adj	αυτός που βρίσκεται στο ανώτερο σημείο μιας ιεραρχικής βαθμίδας ή αξιολογικής κλίμακας
κορυφαίου	adj	γενική ενικού του κορυφαίος
κορυφαίους	adj	κορυφαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κορυφαίων	=	κορυφαίος
κορυφογραμμές	=	κορυφογραμμή
κορυφογραμμή	noun	η νοητή γραμμή που ενώνει τις διαδοχικές κορυφές βουνών
κορυφογραμμής	=	κορυφογραμμή
κορυφογραμμών	=	κορυφογραμμή
κορυφολόγε	=	κορυφολόγος
κορυφολόγο	=	κορυφολόγος
κορυφολόγοι	=	κορυφολόγος
κορυφολόγος	noun	μηχάνημα το οποίο διαχωρίζει με χρήση φυγόκεντρου δύναμης (φυγοκέντριση) το γάλα σε άπαχο και κρέμα, τη λεγόμενη «κορυφή» (αφρόγαλα κ.λπ.)
κορυφολόγου	=	κορυφολόγος
κορυφολόγους	=	κορυφολόγος
κορυφολόγων	=	κορυφολόγος
κορυφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθήκαν	=	κορυφώνω
κορυφωθήκανε	=	κορυφώνω
κορυφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωθούνε	=	κορυφώνω
κορυφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορύφωμα
κορυφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορυφωμένο
κορυφωμένε	verb	κλητική ενικού του κορυφωμένος
κορυφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορυφωμένη
κορυφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορυφωμένος
κορυφωμένης	verb	γενική ενικού του κορυφωμένη
κορυφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορυφωμένος
κορυφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορυφωμένος
κορυφωμένος	=	κορυφώνομαι
κορυφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορυφωμένος
κορυφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορυφωμένος
κορυφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορυφωμένος
κορυφωνόμασταν	=	κορυφώνω
κορυφωνόμαστε	=	κορυφώνω
κορυφωνόμουν	=	κορυφώνω
κορυφωνόμουνα	=	κορυφώνω
κορυφωνόντουσαν	=	κορυφώνω
κορυφωνόσασταν	=	κορυφώνω
κορυφωνόσαστε	=	κορυφώνω
κορυφωνόσουν	=	κορυφώνω
κορυφωνόσουνα	=	κορυφώνω
κορυφωνόταν	=	κορυφώνω
κορυφωνότανε	=	κορυφώνω
κορυφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνομαι
κορυφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορύφωμα
κορυφώματος	noun	γενική ενικού του κορύφωμα
κορυφών	=	κορυφή
κορυφώναμε	=	κορυφώνω
κορυφώναν	=	κορυφώνω
κορυφώνανε	=	κορυφώνω
κορυφώνατε	=	κορυφώνω
κορυφώνει	=	κορυφώνω
κορυφώνεις	=	κορυφώνω
κορυφώνεσαι	=	κορυφώνω
κορυφώνεστε	=	κορυφώνω
κορυφώνεται	=	κορυφώνω
κορυφώνετε	=	κορυφώνω
κορυφώνομαι	verb	φτάνω στο ανώτατο ή μέγιστο σημείο
κορυφώνομε	=	κορυφώνω
κορυφώνονται	=	κορυφώνω
κορυφώνονταν	=	κορυφώνω
κορυφώνοντας	=	κορυφώνω
κορυφώνουμε	=	κορυφώνω
κορυφώνουν	=	κορυφώνω
κορυφώνουνε	=	κορυφώνω
κορυφώνω	verb	οδηγώ κάτι στο κορυφαίο, το ανώτατο σημείο του
κορυφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσαν	=	κορυφώνω
κορυφώσανε	=	κορυφώνω
κορυφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορύφωση
κορυφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κορύφωση
κορυφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κορύφωση
κορυφώσομε	=	κορυφώνω
κορυφώσου	=	κορυφώνω
κορυφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσουνε	=	κορυφώνω
κορυφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορυφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορφάδα	noun|vulgar	η κορυφή του βλαστού ενός φυτού
κορφάδας	=	κορφάδα
κορφάδες	=	κορφάδα
κορφάδων	=	κορφάδα
κορφές	=	κορφή
κορφή	noun	άλλη μορφή του κορυφή
κορφής	=	κορφή
κορφιά	=	κορφιάς
κορφιάδες	=	κορφιάς
κορφιάδων	=	κορφιάς
κορφιάς	noun	το ανώτερο οριζόντιο δοκάρι σε σκεπή
κορφιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορφιάτικο
κορφιάτικε	adj	κλητική ενικού του κορφιάτικος
κορφιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορφιάτικη
κορφιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορφιάτικος
κορφιάτικης	adj	γενική ενικού του κορφιάτικη
κορφιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του κορφιάτικος
κορφιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορφιάτικος
κορφιάτικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με τους Κορφούς, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
κορφιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορφιάτικος
κορφιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορφιάτικος
κορφιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορφιάτικος
κορφιάτισσα	noun|vulgar	θηλυκό του Κορφιάτης, η Κερκυραία
κορφιάτισσας	=	κορφιάτισσα
κορφιάτισσες	=	κορφιάτισσα
κορφιατισσών	=	κορφιάτισσα
κορφοβουνιού	=	κορφοβούνι
κορφοβουνιών	=	κορφοβούνι
κορφοβούνι	noun	η κορυφή του βουνού
κορφοβούνια	=	κορφοβούνι
κορφολογά	=	κορφολογώ
κορφολογάει	=	κορφολογώ
κορφολογάμε	=	κορφολογώ
κορφολογάν	=	κορφολογώ
κορφολογάνε	=	κορφολογώ
κορφολογάς	=	κορφολογώ
κορφολογάτε	=	κορφολογώ
κορφολογάω	verb	άλλη μορφή του κορφολογώ
κορφολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορφολόγημα
κορφολογήματος	noun	γενική ενικού του κορφολόγημα
κορφολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσαν	=	κορφολογώ
κορφολογήσανε	=	κορφολογώ
κορφολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κορφολόγημα
κορφολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορφολογημένο
κορφολογημένε	verb	κλητική ενικού του κορφολογημένος
κορφολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορφολογημένη
κορφολογημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορφολογημένος
κορφολογημένης	verb	γενική ενικού του κορφολογημένη
κορφολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του κορφολογημένος
κορφολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορφολογημένος
κορφολογημένος	verb|figurative	που τον έχουν κορφολογήσει
κορφολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορφολογημένος
κορφολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορφολογημένος
κορφολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορφολογημένος
κορφολογούμε	=	κορφολογώ
κορφολογούν	=	κορφολογώ
κορφολογούνε	=	κορφολογώ
κορφολογούσα	=	κορφολογώ
κορφολογούσαμε	=	κορφολογώ
κορφολογούσαν	=	κορφολογώ
κορφολογούσανε	=	κορφολογώ
κορφολογούσατε	=	κορφολογώ
κορφολογούσε	=	κορφολογώ
κορφολογούσες	=	κορφολογώ
κορφολογώ	verb	κόβω το επάνω μέρος των κλαδιών ή βλαστών ενός φυτού, προκειμένου να συμβάλλω στην ανάπτυξή του ή απλώς να τα συλλέξω
κορφολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κορφολογάω / κορφολογώ
κορφολόγα	=	κορφολογώ
κορφολόγαγε	=	κορφολογώ
κορφολόγε	=	κορφολόγος
κορφολόγημα	noun	η ενέργεια του κορφολογώ
κορφολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορφολογώ
κορφολόγο	=	κορφολόγος
κορφολόγοι	=	κορφολόγος
κορφολόγος	noun	που κορφολογεί
κορφολόγου	=	κορφολόγος
κορφολόγους	=	κορφολόγος
κορφολόγων	=	κορφολόγος
κορφολόι	noun|vulgar	άλλη μορφή του κορφολόγημα
κορφολόια	=	κορφολόι
κορφουρανίς	adv|literary	στην κορυφή του ουρανού
κορφούλα	noun	μικρή κορυφή
κορφούλας	=	κορφούλα
κορφούλες	=	κορφούλα
κορφυώνω	=	κορυφώνομαι
κορφών	=	κορφή
κορωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόρωμα
κορωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωμένο
κορωμένε	verb	κλητική ενικού του κορωμένος
κορωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωμένη
κορωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορωμένος
κορωμένης	verb	γενική ενικού του κορωμένη
κορωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κορωμένος
κορωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορωμένος
κορωμένος	verb	φουντωμένος, θυμωμένος
κορωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορωμένος
κορωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κορωμένος
κορωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορωμένος
κορωνίδα	noun	το ανώτερο σημείο, το αποκορύφωμα
κορωνίδας	=	κορωνίδα
κορωνίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωνίδα
κορωνίδων	=	κορωνίδα
κορωνίς	noun	κορωνίδα
κορωναϊέ	=	κορωναϊός
κορωναϊοί	=	κορωναϊός
κορωναϊού	=	κορωναϊός
κορωναϊούς	=	κορωναϊός
κορωναϊό	=	κορωναϊός
κορωναϊός	noun	άλλη γραφή του κοροναϊός, μορφής του κορονοϊός
κορωναϊών	=	κορωναϊός
κορωνιά	=	κορωνιός
κορωνιέ	=	κορωνιός
κορωνιδιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωνιδιάτικο
κορωνιδιάτικε	adj	κλητική ενικού του κορωνιδιάτικος
κορωνιδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωνιδιάτικη
κορωνιδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορωνιδιάτικος
κορωνιδιάτικης	adj	γενική ενικού του κορωνιδιάτικη
κορωνιδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του κορωνιδιάτικος
κορωνιδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορωνιδιάτικος
κορωνιδιάτικος	adj	ο σχετικός με την Κόρωνο
κορωνιδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορωνιδιάτικος
κορωνιδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορωνιδιάτικος
κορωνιδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορωνιδιάτικος
κορωνιοί	=	κορωνιός
κορωνιού	=	κορωνιός
κορωνιούς	=	κορωνιός
κορωνιό	=	κορωνιός
κορωνιός	noun	ο Κορωνιός
κορωνιών	=	κορωνιός
κορωνοϊέ	=	κορωνοϊός
κορωνοϊοί	=	κορωνοϊός
κορωνοϊού	=	κορωνοϊός
κορωνοϊούς	=	κορωνοϊός
κορωνοϊό	=	κορωνοϊός
κορωνοϊός	noun	άλλη μορφή του κορονοϊός
κορωνοϊών	=	κορωνοϊός
κορωνών	noun	γενική πληθυντικού του κορώνα
κορωπιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωπιώτικο
κορωπιώτικε	adj	κλητική ενικού του κορωπιώτικος
κορωπιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορωπιώτικη
κορωπιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κορωπιώτικος
κορωπιώτικης	adj	γενική ενικού του κορωπιώτικη
κορωπιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κορωπιώτικος
κορωπιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κορωπιώτικος
κορωπιώτικος	adj	ο σχετικός με το Κορωπί ή τους κατοίκους του
κορωπιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κορωπιώτικος
κορωπιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κορωπιώτικος
κορωπιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κορωπιώτικος
κορόδιο	noun|rare	άλλη μορφή του κορόιδο
κορόζα	=	κορόζο
κορόζο	noun	ανθεκτικό υλικό λευκού χρώματος, που προέρχεται από ένα είδος φοίνικα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή κουμπιών
κορόζου	=	κορόζο
κορόζων	=	κορόζο
κορόιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορόιδο
κορόιδεμα	noun	η ενέργεια του κοροϊδεύω, η κοροϊδία
κορόιδευα	=	κοροϊδεύω
κορόιδευαν	=	κοροϊδεύω
κορόιδευε	=	κοροϊδεύω
κορόιδευες	=	κοροϊδεύω
κορόιδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κορόιδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κορόιδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κορόιδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοροϊδεύω
κορόιδο	noun	χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα
κορόιδου	noun	γενική ενικού του κορόιδο
κορόιδων	noun	γενική πληθυντικού του κορόιδο
κορόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορόμηλο
κορόμηλο	noun	ο καρπός της κορομηλιάς· πρόκειται για μικρό σαρκώδες σφαιρίδιο πράσινου (όταν είναι άγουρο) και κοκκινωπού (όταν ωριμάζει) χρώματος με κουκούτσι στη μέση
κορόμηλου	noun	γενική ενικού του κορόμηλο
κορόμηλων	noun	γενική πληθυντικού του κορόμηλο
κορόμπλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορόμπλο
κορόμπλο	noun	το κορόμηλο
κορόμπλου	noun	γενική ενικού του κορόμπλο
κορόμπλων	noun	γενική πληθυντικού του κορόμπλο
κορόνα	noun	το στέμμα του βασιλιά
κορόνας	noun	γενική ενικού του κορόνα
κορόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορόνα
κορύμβου	noun	γενική ενικού του κόρυμβος
κορύμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόρυμβος
κορύμβων	noun	γενική πληθυντικού του κόρυμβος
κορύνα	noun	όργανο της ρυθμικής γυμναστικής
κορύνας	=	κορύνα
κορύνες	=	κορύνη
κορύνη	noun	ρόπαλο σε σχήμα ατράκτου
κορύνης	=	κορύνη
κορύνων	=	κορύνα
κορύτο	=	κορύτος
κορύτοι	=	κορύτος
κορύτος	noun	ξύλινη και μακρόστενη σκάφη που χρησιμεύει ως ποτίστρα ή ταΐστρα για ζώα
κορύτου	=	κορύτος
κορύτους	=	κορύτος
κορύτων	=	κορύτος
κορύφωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορυφώνω
κορύφωνα	=	κορυφώνω
κορύφωναν	=	κορυφώνω
κορύφωνε	=	κορυφώνω
κορύφωνες	=	κορυφώνω
κορύφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορύφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορύφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορύφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορυφώνω
κορύφωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορυφώνω, η άφιξη στο κορυφαίο σημείο μιας σειράς γεγονότων, μιας ενέργειας κλπ.
κορύφωσης	noun	γενική ενικού του κορύφωση
κορώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρωμα
κορώματος	noun	γενική ενικού του κόρωμα
κορών	=	κόρη
κορώνα	noun	ετυμολογική γραφή όπως στα αρχαία ελληνικά του κορόνα
κορώνας	noun	γενική ενικού του κορώνα
κορώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορώνα
κορώνη	noun|formal	κουρούνα
κορώνης	=	κορώνη
κορώνω	verb	εκπέμπω πάρα πολλή θερμότητα, ώστε κάνω κάτι να καίει
κορώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κορώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κος	abbrev	κύριος
κοσάρικο	=	εικοσάρης
κοσή	noun	η τρεχάλα, το τρέξιμο
κοσίζαμε	=	κοσίζω
κοσίζαν	=	κοσίζω
κοσίζανε	=	κοσίζω
κοσίζατε	=	κοσίζω
κοσίζει	=	κοσίζω
κοσίζεις	=	κοσίζω
κοσίζετε	=	κοσίζω
κοσίζοντας	=	κοσίζω
κοσίζουμε	=	κοσίζω
κοσίζουν	=	κοσίζω
κοσίζουνε	=	κοσίζω
κοσίζω	verb	θερίζω τριφύλλι ή άλλη χορτονομή χρησιμοποιώντας κόσα
κοσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσαν	=	κοσίζω
κοσίσανε	=	κοσίζω
κοσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κοσεύω	verb	τρέχω
κοσκίνιζα	=	κοσκινίζω
κοσκίνιζαν	=	κοσκινίζω
κοσκίνιζε	=	κοσκινίζω
κοσκίνιζες	=	κοσκινίζω
κοσκίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκίνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοσκινίζω
κοσκίνισης	=	κοσκίνιση
κοσκίνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοσκινίζω
κοσκινά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοσκινάς
κοσκινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσκινάς
κοσκινάδων	noun	γενική πληθυντικού του κοσκινάς
κοσκινάς	noun	αυτός που κατασκευάζει κόσκινα
κοσκινίζαμε	=	κοσκινίζω
κοσκινίζαν	=	κοσκινίζω
κοσκινίζανε	=	κοσκινίζω
κοσκινίζατε	=	κοσκινίζω
κοσκινίζει	=	κοσκινίζω
κοσκινίζεις	=	κοσκινίζω
κοσκινίζεσαι	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίζεστε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίζεται	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίζετε	=	κοσκινίζω
κοσκινίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίζονται	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίζονταν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίζοντας	=	κοσκινίζω
κοσκινίζου	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίζουμε	=	κοσκινίζω
κοσκινίζουν	=	κοσκινίζω
κοσκινίζουνε	=	κοσκινίζω
κοσκινίζω	verb	αφαιρώ χρησιμοποιώντας κόσκινο ξένα ή ανεπιθύμητα σώματα από ένα ομοιογενές υλικό
κοσκινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίσαν	=	κοσκινίζω
κοσκινίσανε	=	κοσκινίζω
κοσκινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίσεων	=	κοσκίνιση
κοσκινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσκίνισμα
κοσκινίσματος	noun	γενική ενικού του κοσκίνισμα
κοσκινίσου	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινίστηκα	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίστηκαν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίστηκε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίστηκες	=	κοσκινίζομαι
κοσκινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσκινίζω
κοσκινιζόμασταν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόμαστε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόμουν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόμουνα	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόντουσαν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόσασταν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόσαστε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόσουν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόσουνα	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζόταν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιζότανε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοσκίνισμα
κοσκινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσκινισμένο
κοσκινισμένε	verb	κλητική ενικού του κοσκινισμένος
κοσκινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσκινισμένη
κοσκινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσκινισμένος
κοσκινισμένης	verb	γενική ενικού του κοσκινισμένη
κοσκινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοσκινισμένος
κοσκινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσκινισμένος
κοσκινισμένος	verb	που έχει περάσει από κόσκινο
κοσκινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοσκινισμένος
κοσκινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοσκινισμένος
κοσκινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοσκινισμένος
κοσκινιστήκαμε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιστήκαν	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιστήκανε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιστήκατε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιστεί	=	κοσκινίζομαι
κοσκινιστείτε	=	κοσκινίζομαι
κοσκινού	noun	θηλυκό του κοσκινάς
κοσκινούδες	=	κοσκινού
κοσκινούδων	=	κοσκινού
κοσκινούς	=	κοσκινού
κοσμάκη	=	κοσμάκης
κοσμάκης	noun	ο απλός ή ο απλοϊκός ή ο φτωχός λαός
κοσμάρα	noun	ο κόσμος ή η εκτός πραγματικότητας κατάσταση στην οποία ζει κάποιος
κοσμάρας	=	κοσμάρα
κοσμάρες	=	κοσμάρα
κοσμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόσμημα
κοσμήματος	noun	γενική ενικού του κόσμημα
κοσμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσεων	=	κόσμηση
κοσμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κοσμήτορα	=	κοσμήτορας
κοσμήτορας	noun	ο έφορος της τάξης σε διάφορες τελετές, ο επιμελητής
κοσμήτορες	=	κοσμήτορας
κοσμήτριας	noun	γενική ενικού του κοσμήτρια
κοσμήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμήτρια
κοσμία	adj|formal	παλιότερη μορφή του κόσμια: ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κόσμιος
κοσμαγάπητα	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητε	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητες	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητη	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητης	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητο	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητοι	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητος	adj	που είναι πολύ αγαπητός απ’ όλους
κοσμαγάπητου	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητους	=	κοσμαγάπητος
κοσμαγάπητων	=	κοσμαγάπητος
κοσμεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κοσμώ
κοσμετολογία	noun	η έρευνα ή η παρασκευή καλλυντικών
κοσμετολογίας	=	κοσμετολογία
κοσμετολογίες	=	κοσμετολογία
κοσμετολογιών	=	κοσμετολογία
κοσμετολόγε	=	κοσμετολόγος
κοσμετολόγο	=	κοσμετολόγος
κοσμετολόγοι	=	κοσμετολόγος
κοσμετολόγος	noun	που ασχολείται επαγγελματικά με την κοσμετολογία
κοσμετολόγου	=	κοσμετολόγος
κοσμετολόγους	=	κοσμετολόγος
κοσμετολόγων	=	κοσμετολόγος
κοσμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόσμημα
κοσμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμημένο
κοσμημένε	verb	κλητική ενικού του κοσμημένος
κοσμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμημένη
κοσμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμημένος
κοσμημένης	verb	γενική ενικού του κοσμημένη
κοσμημένο	verb	αιτιατική ενικού του κοσμημένος
κοσμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμημένος
κοσμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοσμημένος
κοσμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοσμημένος
κοσμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοσμημένος
κοσμηματογράφε	=	κοσμηματογράφος
κοσμηματογράφο	=	κοσμηματογράφος
κοσμηματογράφοι	=	κοσμηματογράφος
κοσμηματογράφος	noun	που διακοσμεί / ζωγραφίζει κοσμήματα ή (κατ’ επέκταση) τοίχους, προσόψεις κ.λπ.
κοσμηματογράφου	=	κοσμηματογράφος
κοσμηματογράφους	=	κοσμηματογράφος
κοσμηματογράφων	=	κοσμηματογράφος
κοσμηματογραφία	noun	η εργασία / το επάγγελμα του κοσμηματογράφου
κοσμηματογραφίας	=	κοσμηματογραφία
κοσμηματογραφίες	=	κοσμηματογραφία
κοσμηματογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμηματογραφικό
κοσμηματογραφικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμηματογραφική
κοσμηματογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφικής	adj	γενική ενικού του κοσμηματογραφική
κοσμηματογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφικού	adj	γενική ενικού του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον κοσμηματογράφο ή την κοσμηματογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
κοσμηματογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμηματογραφικός
κοσμηματογραφιών	=	κοσμηματογραφία
κοσμηματοθήκες	=	κοσμηματοθήκη
κοσμηματοθήκη	noun	κουτί για τη φύλαξη κοσμημάτων
κοσμηματοθήκης	=	κοσμηματοθήκη
κοσμηματοθηκών	=	κοσμηματοθήκη
κοσμηματοποιέ	noun	κλητική ενικού του κοσμηματοποιός
κοσμηματοποιία	noun	η τέχνη δημιουργίας κοσμημάτων
κοσμηματοποιίας	=	κοσμηματοποιία
κοσμηματοποιίες	=	κοσμηματοποιία
κοσμηματοποιιών	=	κοσμηματοποιία
κοσμηματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμηματοποιός
κοσμηματοποιού	noun	γενική ενικού του κοσμηματοποιός
κοσμηματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοσμηματοποιός
κοσμηματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του κοσμηματοποιός
κοσμηματοποιός	noun	που κατασκευάζει κοσμήματα
κοσμηματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμηματοποιός
κοσμηματοπωλεία	=	κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπωλείο	noun	κατάστημα πώλησης κοσμημάτων
κοσμηματοπωλείου	=	κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπωλείων	=	κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπωλεῖον	noun	κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπωλισσών	=	κοσμηματοπώλισσα
κοσμηματοπωλών	=	κοσμηματοπώλης
κοσμηματοπώλες	=	κοσμηματοπώλης
κοσμηματοπώλη	=	κοσμηματοπώλης
κοσμηματοπώλης	noun	ιδιοκτήτης ή εργαζόμενος σε κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπώλισσα	noun	ιδιοκτήτρια ή εργαζόμενη σε κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπώλισσας	=	κοσμηματοπώλισσα
κοσμηματοπώλισσες	=	κοσμηματοπώλισσα
κοσμηματουργία	noun	η κοσμηματοποιία
κοσμηματουργίας	=	κοσμηματουργία
κοσμηματουργίες	=	κοσμηματουργία
κοσμηματουργιών	=	κοσμηματουργία
κοσμητεία	noun	το αξίωμα ή η διάρκεια της θητείας, ή ο χώρος που εδρεύει ο κοσμήτορας ενός ιδρύματος
κοσμητείας	noun	γενική ενικού του κοσμητεία
κοσμητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμητεία
κοσμητειών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμητεία
κοσμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμητικό
κοσμητικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμητικός
κοσμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμητική
κοσμητική	noun	το σύνολο των παρεμβάσεων ή επεμβάσεων που αποσκοπούν στην αισθητική βελτίωση της εξωτερικής μας εικόνας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμητικός
κοσμητικής	adj	γενική ενικού του κοσμητική
κοσμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμητικός
κοσμητικού	adj	γενική ενικού του κοσμητικός
κοσμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμητικός
κοσμητικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμητικός
κοσμητικός	adj	που κοσμεί, που στολίζει
κοσμητικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμητικός
κοσμητολογία	noun	η καλλυντική· η έρευνα, η μελέτη και η παρασκευή καλλυντικών
κοσμητολογίας	noun	γενική ενικού του κοσμητολογία
κοσμητολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμητολογία
κοσμητολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμητολογία
κοσμητριών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμήτρια
κοσμητόρων	=	κοσμήτορας
κοσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοσμικός	adv	με κοσμικό τρόπο
κοσμικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμικός
κοσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμική
κοσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμικός
κοσμικής	adj	γενική ενικού του κοσμική
κοσμικισμέ	=	κοσμικισμός
κοσμικισμοί	=	κοσμικισμός
κοσμικισμού	=	κοσμικισμός
κοσμικισμούς	=	κοσμικισμός
κοσμικισμό	=	κοσμικισμός
κοσμικισμός	noun	η άποψη πως το κράτος και οποιαδήποτε άλλη κοινωνική οντότητα πρέπει να είναι εντελώς διαχωρισμένη από τη θρησκεία και από διάφορους θρησκευτικούς θεσμούς και δόγματα
κοσμικισμών	=	κοσμικισμός
κοσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμικός
κοσμικοτήτων	=	κοσμικότητα
κοσμικού	adj	γενική ενικού του κοσμικός
κοσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμικός
κοσμικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμικός
κοσμικός	adj	που αναφέρεται ή προέρχεται από τον κόσμο, το σύμπαν
κοσμικότητα	noun	το να αρέσει σε κάποιον η κοσμική ζωή
κοσμικότητας	noun	γενική ενικού του κοσμικότητα
κοσμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμικότητα
κοσμικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμικός
κοσμιοτάτη	=	κοσμιότατος
κοσμιοτάτης	=	κοσμιότατος
κοσμιοτάτου	=	κοσμιότατος
κοσμιοτάτους	=	κοσμιότατος
κοσμιοτάτων	=	κοσμιότατος
κοσμιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του κοσμιότητα
κοσμιότατα	=	κοσμιότατος
κοσμιότατε	=	κοσμιότατος
κοσμιότατες	=	κοσμιότατος
κοσμιότατη	=	κοσμιότατος
κοσμιότατης	=	κοσμιότατος
κοσμιότατο	=	κοσμιότατος
κοσμιότατοι	=	κοσμιότατος
κοσμιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του κόσμιος
κοσμιότατου	=	κοσμιότατος
κοσμιότατους	=	κοσμιότατος
κοσμιότατων	=	κοσμιότατος
κοσμιότητα	noun	η ιδιότητα του κόσμιου
κοσμιότητας	noun	γενική ενικού του κοσμιότητα
κοσμιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμιότητα
κοσμοαντίληψη	noun	η αντίληψη για τον κόσμο που σχηματίζει κάποιος, η άποψη που έχει κάποιον γι’ αυτόν, τόσο ως φυσικό όσο και ως ανθρωπογενές περιβάλλον
κοσμοαντίληψης	=	κοσμοαντίληψη
κοσμοαντιλήψεις	=	κοσμοαντίληψη
κοσμοαντιλήψεων	=	κοσμοαντίληψη
κοσμοαντιληπτικά	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικέ	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικές	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτική	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικής	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικοί	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικού	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικούς	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικό	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοαντιληπτικός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κοσμοαντίληψη
κοσμοαντιληπτικών	=	κοσμοαντιληπτικός
κοσμοβιολογία	noun	αστρονομική μέθοδος που δίνει ιδιαίτερη σημασία στα μεσοδιαστήματα κατά τη διαδικασία χαρτογράφησης και δημιουργίας του κοσμογράμματος των ουράνιων σωμάτων
κοσμοβιολογίας	=	κοσμοβιολογία
κοσμοβιολογίες	=	κοσμοβιολογία
κοσμοβιολογιών	=	κοσμοβιολογία
κοσμοβριθές	=	κοσμοβριθής
κοσμοβριθή	=	κοσμοβριθής
κοσμοβριθής	adj|formal	που έχει γεμίσει από κόσμο
κοσμοβριθείς	=	κοσμοβριθής
κοσμοβριθούς	=	κοσμοβριθής
κοσμοβριθών	=	κοσμοβριθής
κοσμογένεση	noun	η δημιουργία και εξέλιξη του κόσμου
κοσμογένεσης	=	κοσμογένεση
κοσμογέννηση	noun	η γέννηση του κόσμου, η δημιουργία του
κοσμογέννησης	noun	γενική ενικού του κοσμογέννηση
κοσμογενέσεις	=	κοσμογένεση
κοσμογενέσεων	=	κοσμογένεση
κοσμογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογενετικό
κοσμογενετικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμογενετικός
κοσμογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογενετική
κοσμογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμογενετικός
κοσμογενετικής	adj	γενική ενικού του κοσμογενετική
κοσμογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμογενετικός
κοσμογενετικού	adj	γενική ενικού του κοσμογενετικός
κοσμογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμογενετικός
κοσμογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμογενετικός
κοσμογενετικός	adj	που προέρχεται ή σχετίζεται με κοσμογένεση
κοσμογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμογενετικός
κοσμογεννήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογέννηση
κοσμογεννήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κοσμογέννηση
κοσμογεννήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κοσμογέννηση
κοσμογνωσία	noun	σπουδή στην αστροφυσική και την αστρονομία
κοσμογνωσίας	noun	γενική ενικού του κοσμογνωσία
κοσμογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογνωσία
κοσμογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμογνωσία
κοσμογονία	noun	η γένεση του κόσμου
κοσμογονίας	noun	γενική ενικού του κοσμογονία
κοσμογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογονία
κοσμογονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογονικό
κοσμογονικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμογονικός
κοσμογονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογονική
κοσμογονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμογονικός
κοσμογονικής	adj	γενική ενικού του κοσμογονική
κοσμογονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμογονικός
κοσμογονικού	adj	γενική ενικού του κοσμογονικός
κοσμογονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμογονικός
κοσμογονικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμογονικός
κοσμογονικός	adj	σχετικός με την κοσμογονία
κοσμογονικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμογονικός
κοσμογονιών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμογονία
κοσμογραφία	noun	γενική περιγραφική μελέτη της δομής και οργάνωσης του σύμπαντος, που συνδυάζει βασικές γνώσεις αστρονομίας και γεωγραφίας για να αποδώσει τη θέση και τη σχέση των ουράνιων και γήινων σωμάτων
κοσμογραφίας	noun	γενική ενικού του κοσμογραφία
κοσμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογραφία
κοσμογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογραφικό
κοσμογραφικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμογραφικός
κοσμογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμογραφική
κοσμογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμογραφικός
κοσμογραφικής	adj	γενική ενικού του κοσμογραφική
κοσμογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμογραφικός
κοσμογραφικού	adj	γενική ενικού του κοσμογραφικός
κοσμογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμογραφικός
κοσμογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμογραφικός
κοσμογραφικός	adj	σχετικός με την κοσμογραφία
κοσμογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμογραφικός
κοσμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμογραφία
κοσμογυρισμένα	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένε	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένες	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένη	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένης	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένο	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένοι	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένος	verb	που έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη του κόσμου
κοσμογυρισμένου	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένους	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογυρισμένων	=	κοσμογυρισμένος
κοσμογόνα	=	κοσμογόνος
κοσμογόνας	=	κοσμογόνος
κοσμογόνε	=	κοσμογόνος
κοσμογόνες	=	κοσμογόνος
κοσμογόνο	=	κοσμογόνος
κοσμογόνοι	=	κοσμογόνος
κοσμογόνος	adj|archaic	που δημιούργησε ή δημιουργεί τον κόσμο
κοσμογόνου	=	κοσμογόνος
κοσμογόνους	=	κοσμογόνος
κοσμογόνων	=	κοσμογόνος
κοσμοδρομίου	noun	γενική ενικού του κοσμοδρόμιο
κοσμοδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοδρόμιο
κοσμοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοδρόμιο
κοσμοδρόμιο	noun	εγκαταστάσεις από τις οποίες εκτοξεύονται πύραυλοι στο διάστημα (κυρίως της Σοβιετικής Ένωσης)
κοσμοδρόμιου	noun	γενική ενικού του κοσμοδρόμιο
κοσμοδρόμιων	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοδρόμιο
κοσμοείδωλα	=	κοσμοείδωλο
κοσμοείδωλο	noun	θεωρητική κατανόηση του κόσμου και της λειτουργίας του, με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών
κοσμοείδωλου	=	κοσμοείδωλο
κοσμοείδωλων	=	κοσμοείδωλο
κοσμοειδώλου	=	κοσμοείδωλο
κοσμοειδώλων	=	κοσμοείδωλο
κοσμοεικόνα	noun	η κοσμοθεωρία
κοσμοεικόνας	=	κοσμοεικόνα
κοσμοεικόνες	=	κοσμοεικόνα
κοσμοεικόνων	=	κοσμοεικόνα
κοσμοζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοζωικό
κοσμοζωικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμοζωικός
κοσμοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοζωική
κοσμοζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοζωικός
κοσμοζωικής	adj	γενική ενικού του κοσμοζωική
κοσμοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοζωικός
κοσμοζωικού	adj	γενική ενικού του κοσμοζωικός
κοσμοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοζωικός
κοσμοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοζωικός
κοσμοζωικός	adj	σχετικός με την εμφάνιση της ζωής πάνω στη Γη
κοσμοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμοζωικός
κοσμοθεωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοθεώρηση
κοσμοθεωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοθεώρηση
κοσμοθεωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κοσμοθεώρηση
κοσμοθεωρία	noun	η συνολική άποψη ενός ανθρώπου ή πολλών για τη ζωή, η θεωρία που κουβαλά ο άνθρωπος ή οι άνθρωποι για τον κόσμο
κοσμοθεωρίας	noun	γενική ενικού του κοσμοθεωρία
κοσμοθεωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοθεωρία
κοσμοθεωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοθεωρητικό
κοσμοθεωρητικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοθεωρητική
κοσμοθεωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωρητικής	adj	γενική ενικού του κοσμοθεωρητική
κοσμοθεωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωρητικού	adj	γενική ενικού του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωρητικός	adj	σχετικός με την κοσμοθεωρία
κοσμοθεωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμοθεωρητικός
κοσμοθεωριών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοθεωρία
κοσμοθεώρηση	noun	κοσμοθεωρία
κοσμοθεώρησης	noun	γενική ενικού του κοσμοθεώρηση
κοσμοκαλόγερε	=	κοσμοκαλόγερος
κοσμοκαλόγερο	=	κοσμοκαλόγερος
κοσμοκαλόγεροι	=	κοσμοκαλόγερος
κοσμοκαλόγερος	noun	μοναχός που ζει στον κόσμο κι όχι σε μοναστήρι
κοσμοκαλόγερου	=	κοσμοκαλόγερος
κοσμοκαλόγερους	=	κοσμοκαλόγερος
κοσμοκαλόγερων	=	κοσμοκαλόγερος
κοσμοκράτειρα	noun	θηλυκό του κοσμοκράτορας
κοσμοκράτειρας	noun	γενική ενικού του κοσμοκράτειρα
κοσμοκράτειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοκράτειρα
κοσμοκράτορ	=	κοσμοκράτωρ
κοσμοκράτορα	=	κοσμοκράτορας
κοσμοκράτορας	noun	κυβερνήτης ή ηγεμόνας που η εξουσία του απλώνεται σ' όλον τον κόσμο ή σε μεγάλο μέρος του
κοσμοκράτορες	=	κοσμοκράτορας
κοσμοκράτορος	=	κοσμοκράτωρ
κοσμοκράτωρ	noun|obsolete	παρωχημένη μορφή του κοσμοκράτορας, για αναφορά σε παλιότερους όρους
κοσμοκρατειρών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοκράτειρα
κοσμοκρατορία	noun	η εξουσία μιας αυτοκρατορίας ή ενός κράτους που απλώνεται σ' όλον τον κόσμο ή σε μεγάλο μέρος του
κοσμοκρατορίας	noun	γενική ενικού του κοσμοκρατορία
κοσμοκρατορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοκρατορία
κοσμοκρατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοκρατορικό
κοσμοκρατορικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοκρατορική
κοσμοκρατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορικής	adj	γενική ενικού του κοσμοκρατορική
κοσμοκρατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορικού	adj	γενική ενικού του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορικός	adj	που έχει σχέση με κοσμοκράτορα ή κοσμοκρατορία ή αναφέρεται σ' αυτά
κοσμοκρατορικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμοκρατορικός
κοσμοκρατορισσών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοκρατόρισσα
κοσμοκρατοριών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοκρατορία
κοσμοκρατόρισσα	noun	θηλυκό του κοσμοκράτορας
κοσμοκρατόρισσας	noun	γενική ενικού του κοσμοκρατόρισσα
κοσμοκρατόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοκρατόρισσα
κοσμοκρατόρων	=	κοσμοκράτορας
κοσμολογία	noun	επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την μελέτη των γενικών νόμων που διέπουν το σύμπαν
κοσμολογίας	noun	γενική ενικού του κοσμολογία
κοσμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμολογία
κοσμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμολογικό
κοσμολογικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμολογικός
κοσμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμολογική
κοσμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμολογικός
κοσμολογικής	adj	γενική ενικού του κοσμολογική
κοσμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμολογικός
κοσμολογικού	adj	γενική ενικού του κοσμολογικός
κοσμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμολογικός
κοσμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμολογικός
κοσμολογικός	adj	σχετικός με την κοσμολογία
κοσμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμολογικός
κοσμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμολογία
κοσμολόγε	=	κοσμολόγος
κοσμολόγο	=	κοσμολόγος
κοσμολόγοι	=	κοσμολόγος
κοσμολόγος	noun	αστροφυσικός που μελετά την εξέλιξη του σύμπαντος, ειδικός στην κοσμολογία
κοσμολόγου	=	κοσμολόγος
κοσμολόγους	=	κοσμολόγος
κοσμολόγων	=	κοσμολόγος
κοσμονάυτες	=	κοσμοναύτης
κοσμονάυτη	=	κοσμοναύτης
κοσμονάυτης	=	κοσμοναύτης
κοσμοναυτισσών	=	κοσμοναύτισσα
κοσμοναυτών	=	κοσμοναύτης
κοσμοναύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοναύτης
κοσμοναύτη	=	κοσμοναύτης
κοσμοναύτης	noun	αυτός που ταξιδεύει στο διάστημα με διαστημόπλοιο (κυρίως για τη Ρωσία και τη Σοβιετική Ένωση)
κοσμοναύτισσα	noun	θηλυκό του κοσμοναύτης
κοσμοναύτισσας	=	κοσμοναύτισσα
κοσμοναύτισσες	=	κοσμοναύτισσα
κοσμοξάκουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοξάκουστο
κοσμοξάκουστε	adj	κλητική ενικού του κοσμοξάκουστος
κοσμοξάκουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοξάκουστη
κοσμοξάκουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοξάκουστος
κοσμοξάκουστης	adj	γενική ενικού του κοσμοξάκουστη
κοσμοξάκουστο	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοξάκουστος
κοσμοξάκουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοξάκουστος
κοσμοξάκουστος	adj	γνωστός σε πάρα πολύ κόσμο, σε πάρα πολλούς ανθρώπους
κοσμοξάκουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοσμοξάκουστος
κοσμοξάκουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοξάκουστος
κοσμοξάκουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοσμοξάκουστος
κοσμοπαρωρίτες	=	κοσμοπαρωρίτης
κοσμοπαρωρίτη	=	κοσμοπαρωρίτης
κοσμοπαρωρίτης	noun|literary	που ταξιδεύει αδιάκοπα στον κόσμο, που τριγυρνά στον κόσμο ως αργά
κοσμοπαρωριτών	=	κοσμοπαρωρίτης
κοσμοπλάστης	noun	ο γεννήτορας του κόσμου, ο Δημιουργός
κοσμοπλημμυρών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοπλημμύρα
κοσμοπλημμύρα	noun	η κοσμοσυρροή
κοσμοπλημμύρας	noun	γενική ενικού του κοσμοπλημμύρα
κοσμοπλημμύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπλημμύρα
κοσμοπολίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολίτης
κοσμοπολίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κοσμοπολίτης
κοσμοπολίτης	noun	που έχει ταξιδέψει σε πολλές χώρες, ο πολυταξιδεμένος
κοσμοπολίτικά	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικέ	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικές	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτική	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικής	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικα	adv	άλλη μορφή του κοσμοπολιτικά
κοσμοπολίτικε	adj	κλητική ενικού του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολίτικη
κοσμοπολίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικης	adj	γενική ενικού του κοσμοπολίτικη
κοσμοπολίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικοί	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικος	adj	σχετικός με τον κοσμοπολίτη
κοσμοπολίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικού	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικούς	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικό	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικός	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτικών	=	κοσμοπολίτικος
κοσμοπολίτισσα	noun	θηλυκό του κοσμοπολίτης
κοσμοπολίτισσας	noun	γενική ενικού του κοσμοπολίτισσα
κοσμοπολίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολίτισσα
κοσμοπολιτεία	noun|rare	η πολιτεία με ευρύτερες από το κράτος ή οικουμενικές διαστάσεις
κοσμοπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοσμοπολιτικός	adv	με κοσμοπολιτικό τρόπο, με κοσμοπολιτισμό
κοσμοπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολιτική
κοσμοπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτικής	adj	γενική ενικού του κοσμοπολιτική
κοσμοπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτικού	adj	γενική ενικού του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτικός	adj	σχετικός με τον κοσμοπολίτη
κοσμοπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμοπολιτικός
κοσμοπολιτισμέ	noun	κλητική ενικού του κοσμοπολιτισμός
κοσμοπολιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοπολιτισμός
κοσμοπολιτισμού	noun	γενική ενικού του κοσμοπολιτισμός
κοσμοπολιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοπολιτισμός
κοσμοπολιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του κοσμοπολιτισμός
κοσμοπολιτισμός	noun	ο τρόπος ζωής και σκέψης του κοσμοπολίτη, με κύριο χαρακτηριστικό τα συχνά ταξίδια στις μοντέρνες, κυρίως, μεγαλουπόλεις και από την άνετη προσαρμογή σε διαφορετικές κάθε φορά νοοτροπίες, αντιλήψεις και συνήθειες
κοσμοπολιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοπολιτισμός
κοσμοπολιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του κοσμοπολίτισσα
κοσμοπολιτών	=	κοσμοπολίτης
κοσμοπόλεις	=	κοσμόπολη
κοσμοπόλεων	=	κοσμόπολη
κοσμοσείστες	=	κοσμοσείστης
κοσμοσείστη	=	κοσμοσείστης
κοσμοσείστης	noun	που σείει γη και θάλασσα: προσωνυμία του Ποσειδώνα, που ήταν άρχοντας της γης και της θάλασσας (αργότερα, μόνον της θάλασσας)
κοσμοσυρροές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοσυρροή
κοσμοσυρροή	noun	μεγάλο πλήθος ανθρώπων που έχει συγκεντρωθεί σε ένα μέρος
κοσμοσυρροής	=	κοσμοσυρροή
κοσμοσυρροών	=	κοσμοσυρροή
κοσμοσυστήματα	=	κοσμοσύστημα
κοσμοσυστήματος	=	κοσμοσύστημα
κοσμοσυστημάτων	=	κοσμοσύστημα
κοσμοσυστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοσυστημικό
κοσμοσυστημικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμοσυστημικός
κοσμοσυστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοσυστημική
κοσμοσυστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοσυστημικός
κοσμοσυστημικής	adj	γενική ενικού του κοσμοσυστημική
κοσμοσυστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοσυστημικός
κοσμοσυστημικού	adj	γενική ενικού του κοσμοσυστημικός
κοσμοσυστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοσυστημικός
κοσμοσυστημικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοσυστημικός
κοσμοσυστημικός	adj	που έχει σχέση με το κοσμοσύστημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
κοσμοσυστημικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμοσυστημικός
κοσμοσωτήρια	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριας	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριε	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριες	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριο	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριοι	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριος	adj	που επιδιώκει να σώσει τον κόσμο
κοσμοσωτήριου	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριους	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσωτήριων	=	κοσμοσωτήριος
κοσμοσύστημα	noun	το πολιτικοοικονομικό και κοινωνικό σύστημα που αφορά ένα ευρύ σύνολο κοινωνιών, που μπορεί να εκτείνεται και σε παγκόσμια κλίμακα, όπου δίνεται έμφαση στις συνολικές διαστάσεις των κοινωνικών και οικονομικών διεργασιών και όχι στις τοπικές ή εθνικές εκδοχές τους
κοσμοχαλασιά	noun	κακές καιρικές συνθήκες που προκαλούν καταστοφές
κοσμοχαλασιάς	noun	γενική ενικού του κοσμοχαλασιά
κοσμοχαλασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοχαλασιά
κοσμοχαλασιών	=	κοσμοχαλασιά
κοσμοϊστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοϊστορικό
κοσμοϊστορικέ	adj	κλητική ενικού του κοσμοϊστορικός
κοσμοϊστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοσμοϊστορική
κοσμοϊστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοσμοϊστορικός
κοσμοϊστορικής	adj	γενική ενικού του κοσμοϊστορική
κοσμοϊστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοσμοϊστορικός
κοσμοϊστορικού	adj	γενική ενικού του κοσμοϊστορικός
κοσμοϊστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοσμοϊστορικός
κοσμοϊστορικό	adj	αιτιατική ενικού του κοσμοϊστορικός
κοσμοϊστορικός	adj	που έχει εξαιρετικά μεγάλη επίδραση σε όλο τον κόσμο
κοσμοϊστορικών	adj	γενική πληθυντικού του κοσμοϊστορικός
κοσμόπολη	noun	πρωτεύουσα ή άλλη μεγάλη πόλη με πολυπολιτισμικά χαρακτηριστικά
κοσμόπολης	=	κοσμόπολη
κοσμώ	verb	στολίζω
κοστάρω	verb	άλλη μορφή του ακοστάρω
κοστίζαμε	=	κοστίζω
κοστίζαν	=	κοστίζω
κοστίζανε	=	κοστίζω
κοστίζατε	=	κοστίζω
κοστίζει	=	κοστίζω
κοστίζεις	=	κοστίζω
κοστίζετε	=	κοστίζω
κοστίζομε	=	κοστίζω
κοστίζοντας	=	κοστίζω
κοστίζουμε	=	κοστίζω
κοστίζουν	=	κοστίζω
κοστίζουνε	=	κοστίζω
κοστίζω	verb	έχω ένα ορισμένο κόστος
κοστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσαν	=	κοστίζω
κοστίσανε	=	κοστίζω
κοστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσομε	=	κοστίζω
κοστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσουνε	=	κοστίζω
κοστίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κοστοβόρα	=	κοστοβόρος
κοστοβόρας	=	κοστοβόρος
κοστοβόρε	=	κοστοβόρος
κοστοβόρες	=	κοστοβόρος
κοστοβόρο	=	κοστοβόρος
κοστοβόροι	=	κοστοβόρος
κοστοβόρος	adj	δαπανηρός
κοστοβόρου	=	κοστοβόρος
κοστοβόρους	=	κοστοβόρος
κοστοβόρων	=	κοστοβόρος
κοστολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήσαν	=	κοστολογώ
κοστολογήσανε	=	κοστολογώ
κοστολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοστολόγηση
κοστολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κοστολόγηση
κοστολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κοστολόγηση
κοστολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολογίου	=	κοστολόγιο
κοστολογίων	=	κοστολόγιο
κοστολογεί	=	κοστολογώ
κοστολογείς	=	κοστολογώ
κοστολογείτε	=	κοστολογώ
κοστολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοστολογημένο
κοστολογημένε	verb	κλητική ενικού του κοστολογημένος
κοστολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοστολογημένη
κοστολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοστολογημένος
κοστολογημένης	verb	γενική ενικού του κοστολογημένη
κοστολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του κοστολογημένος
κοστολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοστολογημένος
κοστολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοστολογημένος
κοστολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοστολογημένος
κοστολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοστολογημένος
κοστολογικά	adv	από κοστολογικής πλευράς
κοστολογικέ	=	κοστολογικός
κοστολογικές	=	κοστολογικός
κοστολογική	=	κοστολογικός
κοστολογικής	=	κοστολογικός
κοστολογικοί	=	κοστολογικός
κοστολογικού	=	κοστολογικός
κοστολογικούς	=	κοστολογικός
κοστολογικό	=	κοστολογικός
κοστολογικός	adj	που έχει σχέση με το κοστολόγιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
κοστολογικών	=	κοστολογικός
κοστολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοστολογώ
κοστολογούμε	=	κοστολογώ
κοστολογούν	=	κοστολογώ
κοστολογούνε	=	κοστολογώ
κοστολογούσα	=	κοστολογώ
κοστολογούσαμε	=	κοστολογώ
κοστολογούσαν	=	κοστολογώ
κοστολογούσανε	=	κοστολογώ
κοστολογούσατε	=	κοστολογώ
κοστολογούσε	=	κοστολογώ
κοστολογούσες	=	κοστολογώ
κοστολογώ	verb	υπολογίζω και ορίζω το κόστος ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας
κοστολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοστολογώ
κοστολόγε	=	κοστολόγος
κοστολόγει	=	κοστολογώ
κοστολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστολογώ
κοστολόγηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κοστολογώ
κοστολόγησης	noun	γενική ενικού του κοστολόγηση
κοστολόγια	=	κοστολόγιο
κοστολόγιο	noun	το πόσο κοστίζουν κάποια προϊόντα ή υπηρεσίες
κοστολόγιου	=	κοστολόγιο
κοστολόγιων	=	κοστολόγιο
κοστολόγο	=	κοστολόγος
κοστολόγοι	=	κοστολόγος
κοστολόγος	noun	αυτός (ενδεχομένως εξειδικευμένος υπάλληλος ή οικονομολόγος) που κοστολογεί
κοστολόγου	=	κοστολόγος
κοστολόγους	=	κοστολόγος
κοστολόγων	=	κοστολόγος
κοστουμάτε	=	κοστουμάτος
κοστουμάτο	=	κοστουμάτος
κοστουμάτοι	=	κοστουμάτος
κοστουμάτος	noun	αυτός που φοράει κουστούμι
κοστουμάτου	=	κοστουμάτος
κοστουμάτους	=	κοστουμάτος
κοστουμάτων	=	κοστουμάτος
κοστουμαρισμένα	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένε	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένες	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένη	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένης	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένο	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένος	verb	άλλη μορφή του κουστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένου	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένους	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμαρισμένων	=	κοστουμαρισμένος
κοστουμιού	=	κοστούμι
κοστουμιών	=	κοστούμι
κοστοχονδρίτιδα	noun	μια φλεγμονή του χόνδρου που συνδέει τα πλευρά με το στέρνο, προκαλεί πόνο στο στήθος και συνήθως υποχωρεί από μόνη της μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες
κοστοχονδρίτιδας	=	κοστοχονδρίτιδα
κοστοχονδρίτιδες	=	κοστοχονδρίτιδα
κοστοχονδρίτιδων	=	κοστοχονδρίτιδα
κοστούμι	noun	σύνολο ρούχων από το ίδιο ύφασμα, που περιλαμβάνει παντελόνι ή φούστα, σακάκι και μερικές φορές γιλέκο
κοστούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοστούμι
κοστών	=	κόστα
κοτά	=	κοτάω
κοτάβα	noun	διεθνής τεχνητή γλώσσα
κοτάγαμε	=	κοτάω
κοτάγανε	=	κοτάω
κοτάγατε	=	κοτάω
κοτάει	verb	γ' ενικό ενεστώτα του ρήματος κοτάω
κοτάμε	=	κοτάω
κοτάν	=	κοτάω
κοτάνε	=	κοτάω
κοτάρα	=	κότα
κοτάς	=	κοτάω
κοτάτε	=	κοτάω
κοτάω	verb	τολμώ, ρισκάρω
κοτέτσι	noun	μικρό σπιτάκι ή κλουβί όπου ζουν κότες
κοτέτσια	=	κοτέτσι
κοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσαν	=	κοτάω
κοτήσανε	=	κοτάω
κοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κοτίσια	=	κοτίσιος
κοτίσιας	=	κοτίσιος
κοτίσιε	=	κοτίσιος
κοτίσιες	=	κοτίσιος
κοτίσιο	=	κοτίσιος
κοτίσιοι	=	κοτίσιος
κοτίσιος	adj	που έχει σχέση με την κότα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
κοτίσιου	=	κοτίσιος
κοτίσιους	=	κοτίσιος
κοτίσιων	=	κοτίσιος
κοτίτσα	=	κότα
κοτερά	noun|vulgar	οι κότες και άλλα οικόσιτα πουλιά ως σύνολο
κοτερών	=	κοτερά
κοτετσιού	=	κοτέτσι
κοτετσιών	=	κοτέτσι
κοτζάμ	adj	τόσο μεγάλος, ολόκληρος (για να δηλωθεί έμφαση ή αντίθεση μεταξύ της μεγάλης ηλικίας ή μεγέθους και των πράξεων κάποιου ή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι)
κοτζάμπασης	noun	δημογέροντας, πρόκριτος, προύχοντας των αυτοδιοικούμενων χριστιανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
κοτιγιόν	noun	γαλλικός χορός του 18ου-19ου αιώνα
κοτλέ	noun	είδος μαλακού βελούδινου υφάσματος με ρίγες
κοτλέδια	=	κοτλέ
κοτοκροκέτα	noun	κροκέτα από κοτόπουλο
κοτοκροκέτας	=	κοτοκροκέτα
κοτοκροκέτες	=	κοτοκροκέτα
κοτοκροκετών	=	κοτοκροκέτα
κοτολέτα	noun	αρνίσιο ή χοιρινό πλευρό
κοτολέτας	noun	γενική ενικού του κοτολέτα
κοτολέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτολέτα
κοτολετών	noun	γενική πληθυντικού του κοτολέτα
κοτομπέικον	noun	συνδυασμός κοτόπουλου και μπέικον
κοτοπουλάκι	noun	πολύ μικρό κοτόπουλο
κοτοπουλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτοπουλάκι
κοτούλα	noun	μικρή κότα
κοτούλας	=	κοτούλα
κοτούλες	=	κοτούλα
κοτούμε	=	κοτάω
κοτούν	=	κοτάω
κοτούνε	=	κοτάω
κοτούσα	=	κοτάω
κοτούσαμε	=	κοτάω
κοτούσαν	=	κοτάω
κοτούσανε	=	κοτάω
κοτούσατε	=	κοτάω
κοτούσε	=	κοτάω
κοτούσες	=	κοτάω
κοτρονιού	=	κοτρόνι
κοτρονιών	=	κοτρόνι
κοτρονών	noun	γενική πληθυντικού του κοτρόνα
κοτρωνιού	=	κοτρώνι
κοτρωνιών	=	κοτρώνι
κοτρωνών	noun	γενική πληθυντικού του κοτρώνα
κοτρόνα	noun	η ακατέργαστη μεγάλη πέτρα
κοτρόνας	noun	γενική ενικού του κοτρόνα
κοτρόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτρόνα
κοτρόνι	noun	πέτρα, συνήθως μετρίου ή μεγάλου μεγέθους
κοτρόνια	=	κοτρόνι
κοτρώνα	noun	άλλη γραφή του κοτρόνα
κοτρώνας	noun	γενική ενικού του κοτρώνα
κοτρώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτρώνα
κοτρώνι	noun	άλλη γραφή του κοτρόνι
κοτρώνια	=	κοτρώνι
κοτσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσάκι
κοτσάμπασης	noun|figurative	άλλη μορφή του κοτζάμπασης
κοτσάνα	noun	βλακεία, χαζομάρα
κοτσάνας	noun	γενική ενικού του κοτσάνα
κοτσάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσάνα
κοτσάνι	noun	το λεπτό τμήμα φυτού που στηρίζει και συνδέει το φύλλο ή τον καρπό με το υπόλοιπο φυτό
κοτσάνια	=	κοτσάνι
κοτσάρα	noun	μικρή πλεχτή καλύβα η οποία χρησιμοποιείται για την αποθήκευση καλαμποκιού ή την πάχυνση γουρουνιών
κοτσάραμε	=	κοτσάρω
κοτσάραν	=	κοτσάρω
κοτσάρανε	=	κοτσάρω
κοτσάρατε	=	κοτσάρω
κοτσάρει	=	κοτσάρω
κοτσάρεις	=	κοτσάρω
κοτσάρετε	=	κοτσάρω
κοτσάριζα	=	κοτσάρω
κοτσάριζαν	=	κοτσάρω
κοτσάριζε	=	κοτσάρω
κοτσάριζες	=	κοτσάρω
κοτσάρισα	=	κοτσάρω
κοτσάρισαν	=	κοτσάρω
κοτσάρισε	=	κοτσάρω
κοτσάρισες	=	κοτσάρω
κοτσάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κοτσάρω
κοτσάρομε	=	κοτσάρω
κοτσάροντας	=	κοτσάρω
κοτσάρουμε	=	κοτσάρω
κοτσάρουν	=	κοτσάρω
κοτσάρουνε	=	κοτσάρω
κοτσάρω	verb	συνδέω κάτι στον κοτσαδόρο του οχήματος
κοτσίδα	noun	νήματα, συνήθως τρία, που έχουν πλεχτεί μεταξύ τους
κοτσίδας	=	κοτσίδα
κοτσίδες	=	κοτσίδα
κοτσίδων	=	κοτσίδα
κοτσαδόρε	=	κοτσαδόρος
κοτσαδόρο	=	κοτσαδόρος
κοτσαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοτσαδόρος
κοτσαδόρος	noun	ειδικό εξάρτημα οχήματος, μορφής γάντζου, για ρυμουλκήσεις
κοτσαδόρου	=	κοτσαδόρος
κοτσαδόρους	=	κοτσαδόρος
κοτσαδόρων	=	κοτσαδόρος
κοτσανάκι	noun	υποκοριστικό του κοτσάνι
κοτσανάκια	=	κοτσανάκι
κοτσανάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσανάτο
κοτσανάτε	adj	κλητική ενικού του κοτσανάτος
κοτσανάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσανάτη
κοτσανάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοτσανάτος
κοτσανάτης	adj	γενική ενικού του κοτσανάτη
κοτσανάτο	adj	αιτιατική ενικού του κοτσανάτος
κοτσανάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοτσανάτος
κοτσανάτος	adj	άλλη γραφή του κοτσονάτος
κοτσανάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοτσανάτος
κοτσανάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοτσανάτος
κοτσανάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοτσανάτος
κοτσανέλα	=	κοτσανέλο
κοτσανέλο	noun	μεταλλικό εργαλείο στερεωμένο μόνιμα επί του πλοίου που χρησιμοποιείται για να δεθεί πάνω του ένα σκοινί
κοτσανέλου	=	κοτσανέλο
κοτσανέλων	=	κοτσανέλο
κοτσανιού	=	κοτσάνι
κοτσανιών	=	κοτσάνι
κοτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσάρισμα
κοτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του κοτσάρισμα
κοτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοτσάρισμα
κοτσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσαρισμένο
κοτσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κοτσαρισμένος
κοτσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσαρισμένη
κοτσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοτσαρισμένος
κοτσαρισμένης	verb	γενική ενικού του κοτσαρισμένη
κοτσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοτσαρισμένος
κοτσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοτσαρισμένος
κοτσαρισμένος	=	κοτσάρω
κοτσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοτσαρισμένος
κοτσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοτσαρισμένος
κοτσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοτσαρισμένος
κοτσιλιά	=	κουτσουλιά
κοτσιών	=	κότσια
κοτσονάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσονάτο
κοτσονάτε	adj	κλητική ενικού του κοτσονάτος
κοτσονάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσονάτη
κοτσονάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοτσονάτος
κοτσονάτης	adj	γενική ενικού του κοτσονάτη
κοτσονάτο	adj	αιτιατική ενικού του κοτσονάτος
κοτσονάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοτσονάτος
κοτσονάτος	adj	που είναι ή διατηρείται σφριγηλός και ακμαίος
κοτσονάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοτσονάτος
κοτσονάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοτσονάτος
κοτσονάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοτσονάτος
κοτσυφάκι	noun	υποκοριστικό του κότσυφας
κοτσυφάκια	=	κοτσυφάκι
κοτσυφίνα	noun	θηλυκό του κότσυφας
κοτσυφίνας	=	κοτσυφίνα
κοτσυφίνες	=	κοτσυφίνα
κοτσυφίνων	=	κοτσυφίνα
κοτσυφιού	=	κοτσύφι
κοτσυφιών	=	κοτσύφι
κοτσυφοφωλιά	noun	η φωλιά ενός κότσυφα
κοτσυφοφωλιάς	=	κοτσυφοφωλιά
κοτσυφοφωλιές	=	κοτσυφοφωλιά
κοτσυφοφωλιών	=	κοτσυφοφωλιά
κοτσύφι	noun	κότσυφας
κοτσύφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτσύφι
κοτσύφου	=	κότσυφος
κοτσύφους	=	κότσυφος
κοτσύφων	=	κότσυφας
κοττάει	verb	άλλη γραφή του κοτάει
κοτυληδόνα	noun	το πρώτο (εμβρυακό) φύλλο των φυτών
κοτυληδόνας	=	κοτυληδόνα
κοτυληδόνες	=	κοτυληδόνα
κοτυληδόνων	=	κοτυληδόνα
κοτυληδώνας	=	κοτυληδόνα
κοτυλών	=	κοτύλη
κοτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτόπουλο
κοτόπουλο	noun	εξημερωμένο πτηνό του είδους Gallus gallus, νεαρής ηλικίας.
κοτόπουλου	noun	γενική ενικού του κοτόπουλο
κοτόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του κοτόπουλο
κοτόσουπα	noun	σούπα που παρασκευάζεται από κότα ή ζωμό κότας, ή κοτόπουλο
κοτόσουπας	noun	γενική ενικού του κοτόσουπα
κοτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοτόσουπα
κοτύλες	=	κοτύλη
κοτύλη	noun	μικρό αγγείο που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης υγρών, ισοδύναμη με έξι κυάθους
κοτύλης	=	κοτύλη
κοτώ	verb	σπανιότερη μορφή του κοτάω
κοτών	=	κότα
κοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοτάω
κου	noun|informal	το γράμμα κάπα (Κ, κ) σε απαγγελία	abbrev	κυρίου, γενική ενικού του κος
κου-κλουξ-κλάν	noun	τρομοκρατική ρατσιστική οργάνωση στις ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό των μελών της οι άσπρες κωνικές κουκούλες
κουάκερ	noun	νιφάδες βρόμης
κουάνζα	noun	το νόμισμα της Ανγκόλας
κουάρκ	noun	ηλεκτρικά φορτισμένο στοιχειώδες σωματίδιο από το οποίο δημιουργούνται τα βαρυόνια και τα μεσόνια, επίσης σωματίδια
κουάφ	noun	κορώνα με λουλούδια ή άλλο στολίδι που φοράει στο κεφάλι μια νύφη
κουίζ	noun	παιχνίδι που αναζητά απαντήσεις σε προφορικές ή γραπτές ερωτήσεις γνώσεων ή ευστροφίας
κουίντα	noun	πλάγιο παραπέτασμα στη σκηνή του θεάτρου, που κρύβει τη θέα προς τα παρασκήνια και από το οποίο εξυπηρετείται η είσοδος από τα παρασκήνια προς τη σκηνή και το αντίθετο
κουίντας	noun	γενική ενικού του κουίντα
κουίντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουίντα
κουίρ	adj	κοινωνικός και πολιτισμικός όρος που δηλώνει ταυτότητες, συμπεριφορές και εκφράσεις φύλου ή σεξουαλικότητας που αμφισβητούν τα ετεροκανονικά και δυαδικά πρότυπα
κουαλώ	=	κουβαλώ
κουαντρουμβίρο	noun	η τετραμελής ηγεσία του φασιστικού κινήματος στην Ιταλία που οργάνωσε το εθνικό φασιστικό κόμμα το 1922 και κατάφερε να το φέρει στην εξουσία
κουαρτέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουαρτέτο
κουαρτέτο	noun	κάθε σύνολο ή ομάδα που έχει απαρτίζεται από τέσσερα μέλη
κουαρτέτου	noun	γενική ενικού του κουαρτέτο
κουαρτέτων	noun	γενική πληθυντικού του κουαρτέτο
κουατροτσέντο	noun	πολιτιστική περίοδος της Ιταλίας κατά τον 14ο αιώνα (1400–1499) που αντιστοιχεί στα τέλη του Μεσαίωνα και τις αρχές της Αναγέννησης
κουβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουβάς
κουβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβάς
κουβάδων	noun	γενική πληθυντικού του κουβάς
κουβάλα	=	κουβαλάω
κουβάλαγα	=	κουβαλάω
κουβάλαγαν	=	κουβαλάω
κουβάλαγε	=	κουβαλάω
κουβάλαγες	=	κουβαλάω
κουβάλημα	noun	η ενέργεια του ρήματος κουβαλώ, η μεταφορά φορτίου με τα χέρια ή άλλο μέσο
κουβάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβάνι	noun	η κυψέλη των μελισσών
κουβάρα	noun	κουβάρι
κουβάρι	noun	οποιοδήποτε μακρόστενο υλικό που έχει τυλιχτεί έτσι, ώστε να έχει σχήμα σφαίρας, μπάλας
κουβάρια	=	κουβάρι
κουβάριαζα	=	κουβαριάζω
κουβάριαζαν	=	κουβαριάζω
κουβάριαζε	=	κουβαριάζω
κουβάριαζες	=	κουβαριάζω
κουβάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβάριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβάριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουβαριάζω
κουβάς	noun	δοχείο ή κάδος, συνήθως μεταλλικά ή πλαστικά, με χερούλι, που χρησιμοποιείται για μεταφορά ή φύλαξη υγρών και άλλων υλικών
κουβέλι	noun|dated	η κυψέλη
κουβέλια	=	κουβέλι
κουβέντα	noun	συζήτηση που δεν έχει επίσημο χαρακτήρα ή συγκεκριμένο θέμα
κουβέντας	noun	γενική ενικού του κουβέντα
κουβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβέντα
κουβέντιαζα	=	κουβεντιάζω
κουβέντιαζαν	=	κουβεντιάζω
κουβέντιαζε	=	κουβεντιάζω
κουβέντιαζες	=	κουβεντιάζω
κουβέντιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβέντιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβέντιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβέντιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβέντιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουβεντιάζω
κουβέρ	noun	ατομικό σερβίτσιο συνοδευμένο με επιπλέον απαραίτητα (ψωμί, νερό) κατά το σερβίρισμα σε εστιατόριο
κουβέρνο	=	γκουβέρνο
κουβέρτα	noun	ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο
κουβέρτας	noun	γενική ενικού του κουβέρτα
κουβέρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβέρτα
κουβαδάκι	noun	μικρός κουβάς, κυρίως παιδικό παιχνίδι
κουβαδάκια	=	κουβαδάκι
κουβαλά	=	κουβαλάω
κουβαλάγαμε	=	κουβαλάω
κουβαλάγανε	=	κουβαλάω
κουβαλάγατε	=	κουβαλάω
κουβαλάει	=	κουβαλάω
κουβαλάμε	=	κουβαλάω
κουβαλάν	=	κουβαλάω
κουβαλάνε	=	κουβαλάω
κουβαλάς	=	κουβαλάω
κουβαλάτε	=	κουβαλάω
κουβαλάω	verb	μεταφέρω κάτι σε άλλο μέρος
κουβαλήθηκα	=	κουβαλάω
κουβαλήθηκαν	=	κουβαλάω
κουβαλήθηκε	=	κουβαλάω
κουβαλήθηκες	=	κουβαλάω
κουβαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβάλημα
κουβαλήματος	noun	γενική ενικού του κουβάλημα
κουβαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσαν	=	κουβαλάω
κουβαλήσανε	=	κουβαλάω
κουβαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσομε	=	κουβαλάω
κουβαλήσου	=	κουβαλάω
κουβαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσουνε	=	κουβαλάω
κουβαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαλώ
κουβαληθήκαμε	=	κουβαλάω
κουβαληθήκαν	=	κουβαλάω
κουβαληθήκανε	=	κουβαλάω
κουβαληθήκατε	=	κουβαλάω
κουβαληθεί	=	κουβαλάω
κουβαληθείς	=	κουβαλάω
κουβαληθείτε	=	κουβαλάω
κουβαληθούμε	=	κουβαλάω
κουβαληθούν	=	κουβαλάω
κουβαληθούνε	=	κουβαλάω
κουβαληθώ	=	κουβαλάω
κουβαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουβάλημα
κουβαλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαλημένο
κουβαλημένε	verb	κλητική ενικού του κουβαλημένος
κουβαλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαλημένη
κουβαλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουβαλημένος
κουβαλημένης	verb	γενική ενικού του κουβαλημένη
κουβαλημένο	verb	αιτιατική ενικού του κουβαλημένος
κουβαλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουβαλημένος
κουβαλημένος	=	κουβαλάω
κουβαλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουβαλημένος
κουβαλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουβαλημένος
κουβαλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουβαλημένος
κουβαλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαλητό
κουβαλητέ	adj	κλητική ενικού του κουβαλητός
κουβαλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαλητής
κουβαλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουβαλητής
κουβαλητής	noun	αυτός που κουβαλάει
κουβαλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουβαλητός
κουβαλητού	adj	γενική ενικού του κουβαλητός
κουβαλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουβαλητός
κουβαλητό	adj	αιτιατική ενικού του κουβαλητός
κουβαλητός	noun	που τον κουβαλάνε
κουβαλητών	noun	γενική πληθυντικού του κουβαλητής
κουβαλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουβαλώ
κουβαλιέσαι	=	κουβαλάω
κουβαλιέστε	=	κουβαλάω
κουβαλιέται	=	κουβαλάω
κουβαλιούνται	=	κουβαλάω
κουβαλιούνταν	=	κουβαλάω
κουβαλιόμασταν	=	κουβαλάω
κουβαλιόμαστε	=	κουβαλάω
κουβαλιόμουν	=	κουβαλάω
κουβαλιόμουνα	=	κουβαλάω
κουβαλιόνται	=	κουβαλάω
κουβαλιόνταν	=	κουβαλάω
κουβαλιόντανε	=	κουβαλάω
κουβαλιόντουσαν	=	κουβαλάω
κουβαλιόσασταν	=	κουβαλάω
κουβαλιόσαστε	=	κουβαλάω
κουβαλιόσουν	=	κουβαλάω
κουβαλιόσουνα	=	κουβαλάω
κουβαλιόταν	=	κουβαλάω
κουβαλιότανε	=	κουβαλάω
κουβαλούμε	=	κουβαλάω
κουβαλούν	=	κουβαλάω
κουβαλούνε	=	κουβαλάω
κουβαλούσα	=	κουβαλάω
κουβαλούσαμε	=	κουβαλάω
κουβαλούσαν	=	κουβαλάω
κουβαλούσανε	=	κουβαλάω
κουβαλούσατε	=	κουβαλάω
κουβαλούσε	=	κουβαλάω
κουβαλούσες	=	κουβαλάω
κουβαλώ	verb	άλλη μορφή του κουβαλάω
κουβαλώντας	=	κουβαλάω
κουβανώ	=	κουβαλώ
κουβαρά	=	κουβαράς
κουβαράδες	=	κουβαράς
κουβαράδων	=	κουβαράς
κουβαράκι	noun	υποκοριστικό του κουβάρι
κουβαράκια	=	κουβαράκι
κουβαράς	noun	ο παρασκευαστής και πωλητής κουβαριών
κουβαρίστρα	noun	μικρό καρούλι με κλωστή για ράψιμο ή για κέντημα
κουβαρίστρας	=	κουβαρίστρα
κουβαρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαρίστρα
κουβαριάζαμε	=	κουβαριάζω
κουβαριάζαν	=	κουβαριάζω
κουβαριάζανε	=	κουβαριάζω
κουβαριάζατε	=	κουβαριάζω
κουβαριάζει	=	κουβαριάζω
κουβαριάζεις	=	κουβαριάζω
κουβαριάζεσαι	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάζεστε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάζεται	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάζετε	=	κουβαριάζω
κουβαριάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάζονται	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάζονταν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάζοντας	=	κουβαριάζω
κουβαριάζου	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάζουμε	=	κουβαριάζω
κουβαριάζουν	=	κουβαριάζω
κουβαριάζουνε	=	κουβαριάζω
κουβαριάζω	verb	τυλίγω κάποιο νήμα και φτιάχνω ένα κουβάρι
κουβαριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάσαν	=	κουβαριάζω
κουβαριάσανε	=	κουβαριάζω
κουβαριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβάριασμα
κουβαριάσματος	noun	γενική ενικού του κουβάριασμα
κουβαριάσου	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριάστηκα	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάστηκαν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάστηκε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάστηκες	=	κουβαριάζομαι
κουβαριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβαριάζω
κουβαριαζόμασταν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόμαστε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόμουν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόμουνα	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόντουσαν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόσασταν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόσαστε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόσουν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόσουνα	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζόταν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαζότανε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουβάριασμα
κουβαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαριασμένο
κουβαριασμένε	verb	κλητική ενικού του κουβαριασμένος
κουβαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβαριασμένη
κουβαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουβαριασμένος
κουβαριασμένης	verb	γενική ενικού του κουβαριασμένη
κουβαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουβαριασμένος
κουβαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουβαριασμένος
κουβαριασμένος	verb	που έχει κουβαριαστεί
κουβαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουβαριασμένος
κουβαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουβαριασμένος
κουβαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουβαριασμένος
κουβαριαστήκαμε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαστήκαν	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαστήκανε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαστήκατε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαστεί	=	κουβαριάζομαι
κουβαριαστείτε	=	κουβαριάζομαι
κουβαριού	=	κουβάρι
κουβαριστρών	noun	γενική πληθυντικού του κουβαρίστρα
κουβαριών	=	κουβάρι
κουβαρντά	=	κουβαρντάς
κουβαρντάδες	=	κουβαρντάς
κουβαρντάδων	=	κουβαρντάς
κουβαρντάς	noun	άλλη μορφή του χουβαρντάς
κουβαρνταλίκι	noun	άλλη μορφή του χουβαρνταλίκι
κουβαρνταλίκια	=	κουβαρνταλίκι
κουβαρντού	noun	θηλυκό του κουβαρντάς
κουβαρντούδες	=	κουβαρντού
κουβαρντούδων	=	κουβαρντού
κουβαρντούς	=	κουβαρντού
κουβελά	=	κουβελάς
κουβελάδες	=	κουβελάς
κουβελάδων	=	κουβελάς
κουβελάς	noun|dated	ο κατασκευαστής ή πωλητής κουβελιών
κουβελιού	=	κουβέλι
κουβελιών	=	κουβέλι
κουβεντιάζαμε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζαν	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζανε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζατε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζει	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζεις	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζεσαι	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάζεστε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάζεται	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάζετε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάζομε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζονται	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάζονταν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάζου	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάζουμε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζουν	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζουνε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάζω	verb	μιλάω με κάποιον για διάφορα θέματα
κουβεντιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσαν	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάσανε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσματα	=	κουβέντιασμα
κουβεντιάσματος	=	κουβέντιασμα
κουβεντιάσομε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάσου	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάσουνε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιάστηκα	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάστηκαν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάστηκε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάστηκες	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουβεντιάζω
κουβεντιαζόμασταν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόμαστε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόμενος	=	κουβεντιάζω
κουβεντιαζόμουν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόμουνα	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόντουσαν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόσασταν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόσαστε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόσουν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόσουνα	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζόταν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαζότανε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιασμάτων	=	κουβέντιασμα
κουβεντιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβεντιασμένο
κουβεντιασμένε	verb	κλητική ενικού του κουβεντιασμένος
κουβεντιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβεντιασμένη
κουβεντιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουβεντιασμένος
κουβεντιασμένης	verb	γενική ενικού του κουβεντιασμένη
κουβεντιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουβεντιασμένος
κουβεντιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουβεντιασμένος
κουβεντιασμένος	verb	που τον κουβεντιάζουν
κουβεντιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουβεντιασμένος
κουβεντιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουβεντιασμένος
κουβεντιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουβεντιασμένος
κουβεντιαστά	adv	με κουβεντιαστό τρόπο, με κουβέντα
κουβεντιαστέ	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστές	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστή	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστήκαμε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαστήκαν	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαστήκανε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαστήκατε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαστής	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστεί	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαστείς	=	κουβεντιάζω
κουβεντιαστείτε	=	κουβεντιάζομαι
κουβεντιαστοί	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστού	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστούμε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιαστούν	=	κουβεντιάζω
κουβεντιαστούνε	=	κουβεντιάζω
κουβεντιαστούς	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστό	=	κουβεντιαστός
κουβεντιαστός	adj	που γίνεται κουβεντιάζοντας, με κουβέντα
κουβεντιαστώ	=	κουβεντιάζω
κουβεντιαστών	=	κουβεντιαστός
κουβεντολογιού	=	κουβεντολόι
κουβεντολογιών	=	κουβεντολόι
κουβεντολόγια	=	κουβεντολόι
κουβεντολόι	noun|informal	η κουβεντούλα, ο διάλογος
κουβεντούλα	noun	συζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία
κουβεντούλας	=	κουβεντούλα
κουβεντούλες	=	κουβεντούλα
κουβεράκι	noun	υποκοριστικό του κουβέρ
κουβεράκια	=	κουβεράκι
κουβερλί	noun	ελαφρύ και επενδεδυμένο κάλυμμα του κρεβατιού, που προσφέρει ζεστασιά και χρησιμοποείται κυριώς κατά τις μεταβατικές εποχές
κουβερνάντα	noun	άλλη προφορά του γκουβερνάντα
κουβερνάντας	noun	γενική ενικού του κουβερνάντα
κουβερνάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβερνάντα
κουβερναντών	noun	γενική πληθυντικού του κουβερνάντα
κουβερτούλα	noun	υποκοριστικό του κουβέρτα: η μικρή ή η αγαπημένη κουβέρτα (σκέπασμα)
κουβερτούλας	=	κουβερτούλα
κουβερτούλες	=	κουβερτούλα
κουβερτούρα	noun	στη ζαχαροπλαστική, είδος σοκολάτας που καλύπτει ένα γλύκισμα ή παγωτό
κουβερτούρας	noun	γενική ενικού του κουβερτούρα
κουβερτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβερτούρα
κουβερτών	noun	γενική πληθυντικού του κουβέρτα
κουβούκλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουβούκλιο
κουβούκλιο	noun	μικρός θόλος ο οποίος στηρίζεται σε λεπτές κολόνες
κουβούκλιου	noun	γενική ενικού του κουβούκλιο
κουβούκλιων	noun	γενική πληθυντικού του κουβούκλιο
κουγιουμτζή	=	κουγιουμτζής
κουγιουμτζήδες	=	κουγιουμτζής
κουγιουμτζήδων	=	κουγιουμτζής
κουγιουμτζής	noun|dated	χρυσοχόος, ασημουργός
κουδομηλιά	noun	η λεγόμενη μεσογειακή μουσμουλιά, καρποφόρο δένδρο εύκρατης ζώνης, που καλλιεργείται και στην Ελλάδα, κυρίως στην Κρήτη
κουδομηλιάς	=	κουδομηλιά
κουδομηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουδομηλιά
κουδομηλιών	=	κουδομηλιά
κουδουνά	=	κουδουνάω
κουδουνάγαμε	=	κουδουνάω
κουδουνάγανε	=	κουδουνάω
κουδουνάγατε	=	κουδουνάω
κουδουνάει	=	κουδουνάω
κουδουνάκι	noun	μικρό κουδούνι
κουδουνάκια	=	κουδουνάκι
κουδουνάμε	=	κουδουνάω
κουδουνάν	=	κουδουνάω
κουδουνάνε	=	κουδουνάω
κουδουνάρα	noun	κουδούνι πολύ μεγάλου μεγέθους
κουδουνάρας	=	κουδουνάρα
κουδουνάρες	=	κουδουνάρα
κουδουνάς	=	κουδουνάω
κουδουνάτα	=	κουδουνάτος
κουδουνάτε	=	κουδουνάτος
κουδουνάτες	=	κουδουνάτος
κουδουνάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουδουνάτος
κουδουνάτης	=	κουδουνάτος
κουδουνάτο	=	κουδουνάτος
κουδουνάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουδουνάτος
κουδουνάτος	noun	μασκαρεμένος καρναβαλιστής με κρεμασμένα κουδούνια ή κουδούνες	adj	που φοράει κουδούνι/α (ιδίως για ζώα)
κουδουνάτου	=	κουδουνάτος
κουδουνάτους	=	κουδουνάτος
κουδουνάτων	=	κουδουνάτος
κουδουνάω	verb|vulgar	άλλη μορφή του κουδουνίζω
κουδουνήσαμε	=	κουδουνάω
κουδουνήσαν	=	κουδουνάω
κουδουνήσανε	=	κουδουνάω
κουδουνήσατε	=	κουδουνάω
κουδουνήσει	=	κουδουνάω
κουδουνήστε	=	κουδουνάω
κουδουνίζαμε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζαν	=	κουδουνίζω
κουδουνίζανε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζατε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζει	=	κουδουνίζω
κουδουνίζεις	=	κουδουνίζω
κουδουνίζετε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζομε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζοντας	=	κουδουνίζω
κουδουνίζουμε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζουν	=	κουδουνίζω
κουδουνίζουνε	=	κουδουνίζω
κουδουνίζω	verb	ρηματική ενέργεια που αναφέρεται στο χτύπημα του κουδουνιού ή σε άλλο παρόμοιο ήχο
κουδουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσαν	=	κουδουνίζω
κουδουνίσανε	=	κουδουνίζω
κουδουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουδούνισμα
κουδουνίσματος	noun	γενική ενικού του κουδούνισμα
κουδουνίσομε	=	κουδουνίζω
κουδουνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίσουνε	=	κουδουνίζω
κουδουνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουνίστρα	noun	παιχνίδι για μωρά που παράγει ήχο όταν το κουνάμε
κουδουνίστρας	noun	γενική ενικού του κουδουνίστρα
κουδουνίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουδουνίστρα
κουδουνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδουναραίε	noun	κλητική ενικού του κουδουναραίος
κουδουναραίο	noun	αιτιατική ενικού του κουδουναραίος
κουδουναραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουδουναραίος
κουδουναραίος	noun	συνώνυμο του κουδουνάτος: κουδουνοφόρος μασκαράς
κουδουναραίου	noun	γενική ενικού του κουδουναραίος
κουδουναραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουδουναραίος
κουδουναραίων	=	κουδουναραίος
κουδουνιού	noun	γενική ενικού του κουδούνι
κουδουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουδούνισμα
κουδουνισμέ	=	κουδουνισμός
κουδουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουδουνισμένο
κουδουνισμένε	verb	κλητική ενικού του κουδουνισμένος
κουδουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουδουνισμένη
κουδουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουδουνισμένος
κουδουνισμένης	verb	γενική ενικού του κουδουνισμένη
κουδουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουδουνισμένος
κουδουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουδουνισμένος
κουδουνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουδουνισμένος
κουδουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουδουνισμένος
κουδουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουδουνισμένος
κουδουνισμοί	=	κουδουνισμός
κουδουνισμού	=	κουδουνισμός
κουδουνισμούς	=	κουδουνισμός
κουδουνισμό	=	κουδουνισμός
κουδουνισμός	noun	άλλη μορφή του κουδούνισμα
κουδουνισμών	=	κουδουνισμός
κουδουνιστρών	noun	γενική πληθυντικού του κουδουνίστρα
κουδουνιών	noun	γενική πληθυντικού του κουδούνι
κουδουνοφόρα	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρας	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρε	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρες	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρο	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόροι	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρος	adj	που φέρει κουδούνι / κουδούνια
κουδουνοφόρου	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρους	=	κουδουνοφόρος
κουδουνοφόρων	=	κουδουνοφόρος
κουδουνούμε	=	κουδουνάω
κουδουνούν	=	κουδουνάω
κουδουνούνε	=	κουδουνάω
κουδουνούσα	=	κουδουνάω
κουδουνούσαμε	=	κουδουνάω
κουδουνούσαν	=	κουδουνάω
κουδουνούσανε	=	κουδουνάω
κουδουνούσατε	=	κουδουνάω
κουδουνούσε	=	κουδουνάω
κουδουνούσες	=	κουδουνάω
κουδουνώ	=	κουδουνάω
κουδουνώντας	=	κουδουνάω
κουδούνα	noun	μεγάλο κοίλο ορειχάλκινο κουδούνι
κουδούναγα	=	κουδουνάω
κουδούναγαν	=	κουδουνάω
κουδούναγε	=	κουδουνάω
κουδούναγες	=	κουδουνάω
κουδούνας	=	κουδούνα
κουδούνες	=	κουδούνα
κουδούνησα	=	κουδουνάω
κουδούνησαν	=	κουδουνάω
κουδούνησε	=	κουδουνάω
κουδούνησες	=	κουδουνάω
κουδούνι	noun	μικρή καμπανούλα
κουδούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουδούνι
κουδούνιζα	=	κουδουνίζω
κουδούνιζαν	=	κουδουνίζω
κουδούνιζε	=	κουδουνίζω
κουδούνιζες	=	κουδουνίζω
κουδούνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδούνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδούνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδούνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουδουνίζω
κουδούνισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουδουνίζω
κουζίνα	noun	o χώρος όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές
κουζίνας	noun	γενική ενικού του κουζίνα
κουζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουζίνα
κουζινάκι	noun	υποκοριστικό του κουζίνα (είτε η συσκευή είτε ο χώρος)
κουζινάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουζινάκι
κουζινέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουζινέτο
κουζινέτο	noun	βάση και ταυτόχρονα ο κύριος οδηγός περιστρεφόμενου άξονα σε μηχανές
κουζινέτου	noun	γενική ενικού του κουζινέτο
κουζινέτων	noun	γενική πληθυντικού του κουζινέτο
κουζινίτσα	noun	υποκοριστικό του κουζίνα
κουζινίτσας	=	κουζινίτσα
κουζινίτσες	=	κουζινίτσα
κουζινιέρα	noun|vulgar	η υπεύθυνη κουζίνας
κουζινιέρας	=	κουζινιέρα
κουζινιέρες	=	κουζινιέρα
κουζινιέρη	=	κουζινιέρης
κουζινιέρηδες	=	κουζινιέρης
κουζινιέρηδων	=	κουζινιέρης
κουζινιέρης	noun|vulgar	ο υπεύθυνος κουζίνας
κουζινικά	noun	σκεύη που χρησιμοποιούνται στην κουζίνα για το μαγείρεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κουζινικό) του κουζινικός
κουζινικέ	=	κουζινικός
κουζινικές	=	κουζινικός
κουζινική	=	κουζινικός
κουζινικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (κουζινική) του κουζινικός
κουζινικοί	=	κουζινικός
κουζινικού	=	κουζινικός
κουζινικούς	=	κουζινικός
κουζινικό	=	κουζινικός
κουζινικός	adj	που έχει σχέση με την κουζίνα ή αναφέρεται σ' αυτή
κουζινικών	=	κουζινικά
κουζινομάχαιρα	=	κουζινομάχαιρο
κουζινομάχαιρο	noun	μαχαίρι, που συνήθως χρησιμοποιείται στις κουζίνες
κουζινομάχαιρου	=	κουζινομάχαιρο
κουζινομάχαιρων	=	κουζινομάχαιρο
κουζινούλα	noun	υποκοριστικό του κουζίνα
κουζινούλας	=	κουζινούλα
κουζινούλες	=	κουζινούλα
κουζινών	noun	γενική πληθυντικού του κουζίνα
κουζουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουζουλό	adv	με κουζουλό τρόπο, με κουζουλάδα
κουζουλάδα	noun|vulgar	τρέλα, το φέρσιμο του κουζουλού
κουζουλάδας	noun	γενική ενικού του κουζουλάδα
κουζουλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουζουλάδα
κουζουλάδων	=	κουζουλάδα
κουζουλάθηκα	=	κουζουλαίνω
κουζουλάθηκαν	=	κουζουλαίνω
κουζουλάθηκε	=	κουζουλαίνω
κουζουλάθηκες	=	κουζουλαίνω
κουζουλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάναν	=	κουζουλαίνω
κουζουλάνανε	=	κουζουλαίνω
κουζουλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζουλάσου	=	κουζουλαίνω
κουζουλέ	adj	κλητική ενικού του κουζουλός
κουζουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουζουλή
κουζουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουζουλός
κουζουλής	adj	γενική ενικού του κουζουλή
κουζουλαίναμε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίναν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνανε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνατε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνει	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνεις	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνεσαι	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνεστε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνεται	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνετε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνομαι	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνονται	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνονταν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνοντας	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνουμε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνουν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνουνε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαίνω	verb|vulgar	τρελαίνω
κουζουλαθήκαμε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαθήκαν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαθήκανε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαθήκατε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαθεί	=	κουζουλαίνω
κουζουλαθείτε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόμασταν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόμαστε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόμουν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόμουνα	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόντουσαν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόσασταν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόσαστε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόσουν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόσουνα	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινόταν	=	κουζουλαίνω
κουζουλαινότανε	=	κουζουλαίνω
κουζουλαμένος	=	κουζουλαίνω
κουζουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουζουλός
κουζουλού	adj	γενική ενικού του κουζουλός
κουζουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουζουλός
κουζουλό	adj	αιτιατική ενικού του κουζουλός
κουζουλός	adj|vulgar	τρελός
κουζουλών	adj	γενική πληθυντικού του κουζουλός
κουζούκα	noun	γιλέκο, τμήμα τοπικής φορεσιάς της Σκιάθου (αλλά αναφερόμενο και στη Θράκη), είτε από στόφα ή βελούδινο, ανοιχτό μπροστά
κουζούκας	=	κουζούκα
κουζούκες	=	κουζούκα
κουζούλαινα	=	κουζουλαίνω
κουζούλαιναν	=	κουζουλαίνω
κουζούλαινε	=	κουζουλαίνω
κουζούλαινες	=	κουζουλαίνω
κουζούλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζούλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζούλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουζούλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουζουλαίνω
κουιμτζή	=	κουιμτζής
κουιμτζήδες	=	κουιμτζής
κουιμτζήδων	=	κουιμτζής
κουιμτζής	noun|dated	άλλη μορφή του κουγιουμτζής: χρυσοχόος, ασημουργός
κουιντέτα	=	κουιντέτο
κουιντέτο	noun	συγκρότημα πέντε μουσικών που εκτελούν μαζί μια σύνθεση
κουιντέτου	=	κουιντέτο
κουιντέτων	=	κουιντέτο
κουιντών	noun	γενική πληθυντικού του κουίντα
κουκέτα	noun	το κρεβάτι σε πλοίο ή τρένο
κουκέτας	noun	γενική ενικού του κουκέτα
κουκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκέτα
κουκί	noun	ο σπόρος της κουκιάς (κύαμος ο κοινός)
κουκετών	noun	γενική πληθυντικού του κουκέτα
κουκιά	noun	ποώδες μονοετές φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών, του γένους Βίκος (Vicia) που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα κουκιά
κουκιάς	=	κουκιά
κουκιές	=	κουκιά
κουκιού	=	κουκί
κουκιών	=	κουκιά
κουκκί	=	κουκί
κουκκίδα	noun	μικρό, σχετικά, σημάδι σαν τελεία
κουκκίδας	=	κουκκίδα
κουκκίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκκίδα
κουκκίδων	=	κουκκίδα
κουκκιδίτσα	noun	μικρή κουκκίδα
κουκκιδίτσας	=	κουκκιδίτσα
κουκκιδίτσες	=	κουκκιδίτσα
κουκκιδούλα	noun	μικρή κουκκίδα
κουκκιδούλας	noun	γενική ενικού του κουκκιδούλα
κουκκιδούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκκιδούλα
κουκλάδικο	noun|rare	βιοτεχνία όπου κατασκευάζονται κούκλες
κουκλάκι	noun	υποκοριστικό του κούκλα
κουκλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλάκι
κουκλάρα	noun	πολύ όμορφη κοπέλα ή γυναίκα
κουκλάρας	=	κουκλάρα
κουκλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλάρα
κουκλί	noun	χαϊδευτικό της κούκλας
κουκλίστικα	adv	με κουκλίστικο τρόπο
κουκλίστικε	adj	κλητική ενικού του κουκλίστικος
κουκλίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλίστικη
κουκλίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουκλίστικος
κουκλίστικης	adj	γενική ενικού του κουκλίστικη
κουκλίστικο	adj	αιτιατική ενικού του κουκλίστικος
κουκλίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουκλίστικος
κουκλίστικος	adj	που έχει σχέση με κούκλα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
κουκλίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουκλίστικος
κουκλίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουκλίστικος
κουκλίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουκλίστικος
κουκλίτσα	noun	υποκοριστικό του κούκλα
κουκλίτσας	noun	γενική ενικού του κουκλίτσα
κουκλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλίτσα
κουκλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλί
κουκλιού	noun	γενική ενικού του κουκλί
κουκλιών	noun	γενική πληθυντικού του κουκλί
κουκλοθέατρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλοθέατρο
κουκλοθέατρο	noun	θέατρο με κούκλες ή μαριονέτες ως πρωταγωνιστές
κουκλοθέατρου	noun	γενική ενικού του κουκλοθέατρο
κουκλοθέατρων	noun	γενική πληθυντικού του κουκλοθέατρο
κουκλοθίασε	=	κουκλοθίασος
κουκλοθίασο	=	κουκλοθίασος
κουκλοθίασοι	=	κουκλοθίασος
κουκλοθίασος	noun	ο θίασος κουκλοθεάτρου
κουκλοθίασου	=	κουκλοθίασος
κουκλοθεάτρου	=	κουκλοθέατρο
κουκλοθεάτρων	=	κουκλοθέατρο
κουκλοθεατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλοθεατρικό
κουκλοθεατρικέ	adj	κλητική ενικού του κουκλοθεατρικός
κουκλοθεατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκλοθεατρική
κουκλοθεατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουκλοθεατρικός
κουκλοθεατρικής	adj	γενική ενικού του κουκλοθεατρική
κουκλοθεατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουκλοθεατρικός
κουκλοθεατρικού	adj	γενική ενικού του κουκλοθεατρικός
κουκλοθεατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουκλοθεατρικός
κουκλοθεατρικό	adj	αιτιατική ενικού του κουκλοθεατρικός
κουκλοθεατρικός	adj	που αφορά ή σχετίζεται με κουκλοθέατρο, παραστάσεις και κουκλοθεατρικά έργα
κουκλοθεατρικών	adj	γενική πληθυντικού του κουκλοθεατρικός
κουκλοθιάσου	=	κουκλοθίασος
κουκλοθιάσους	=	κουκλοθίασος
κουκλοθιάσων	=	κουκλοθίασος
κουκλοπαίχτες	=	κουκλοπαίχτης
κουκλοπαίχτη	=	κουκλοπαίχτης
κουκλοπαίχτης	noun	εκείνος που παίζει σε κουκλοθέατρο, ο κινών τις μαριονέτες
κουκλοπαιχτών	=	κουκλοπαίχτης
κουκλόπανα	=	κουκλόπανο
κουκλόπανο	noun	τα ρούχα μιας κούκλας, μιας μαριονέτας
κουκλόπανου	=	κουκλόπανο
κουκλόπανων	=	κουκλόπανο
κουκλόσπιτα	=	κουκλόσπιτο
κουκλόσπιτο	noun	το παιδικό σπίτι που προορίζεται για κούκλες
κουκλόσπιτου	=	κουκλόσπιτο
κουκλόσπιτων	=	κουκλόσπιτο
κουκλών	noun	γενική πληθυντικού του κούκλα
κουκοσάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκοσάλιο
κουκοσάλιου	noun	γενική ενικού του κουκοσάλιο
κουκοσάλιων	noun	γενική πληθυντικού του κουκοσάλιο
κουκουέ	noun	το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας
κουκουέδες	=	κουκουές
κουκουέδων	=	κουκουές
κουκουές	noun	μέλος ή οπαδός του ΚΚΕ και, κατ’ επέκταση, ο κομμουνιστής
κουκουβάγια	noun	αρπακτικό πουλί, νυκτόβιο, με σκούρο φτέρωμα, το οποίο έχει ραβδώσεις, στρογγυλό και πλατύ κεφάλι και μεγάλα μάτια με έντονο βλέμμα
κουκουβάγιας	noun	γενική ενικού του κουκουβάγια
κουκουβάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουβάγια
κουκουβίζω	verb	κουρνιάζω, φωλιάζω
κουκουβακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουκουβακιασμένος
κουκουδιάζω	verb	γεμίζω κουκούδια
κουκουδιού	=	κουκούδι
κουκουδιών	=	κουκούδι
κουκουλάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουλάρικο
κουκουλάρικε	adj	κλητική ενικού του κουκουλάρικος
κουκουλάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουλάρικη
κουκουλάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουκουλάρικος
κουκουλάρικης	adj	γενική ενικού του κουκουλάρικη
κουκουλάρικο	adj	αιτιατική ενικού του κουκουλάρικος
κουκουλάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουκουλάρικος
κουκουλάρικος	adj	που ράφτηκε από απομεινάρια μεταξοσκώληκα, ο μεταξωτός
κουκουλάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουκουλάρικος
κουκουλάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουκουλάρικος
κουκουλάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουκουλάρικος
κουκουλιού	=	κουκούλι
κουκουλιών	=	κουκούλι
κουκουλοφόρε	noun	κλητική ενικού του κουκουλοφόρος
κουκουλοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του κουκουλοφόρος
κουκουλοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουκουλοφόρος
κουκουλοφόρος	noun	αυτός που φοράει κουκούλα ή/και μάσκα, υποθετικά ώστε να μην διακρίνονται εύκολα τα χαρακτηριστικά του προσώπου
κουκουλοφόρου	noun	γενική ενικού του κουκουλοφόρος
κουκουλοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουκουλοφόρος
κουκουλοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του κουκουλοφόρος
κουκουλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουκούλωμα
κουκουλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουλωμένο
κουκουλωμένε	verb	κλητική ενικού του κουκουλωμένος
κουκουλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουλωμένη
κουκουλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουκουλωμένος
κουκουλωμένης	verb	γενική ενικού του κουκουλωμένη
κουκουλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουκουλωμένος
κουκουλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουκουλωμένος
κουκουλωμένος	verb	εντελώς σκεπασμένος
κουκουλωμένου	verb	γενική ενικού του κουκουλωμένος
κουκουλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουκουλωμένος
κουκουλωμένων	verb	γενική πληθυντικού του κουκουλωμένος
κουκουλόσπιτα	=	κουκουλόσπιτο
κουκουλόσπιτο	noun	ειδικό κτίσμα ή χώρος για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων και την παραγωγή μεταξιού
κουκουλόσπιτου	=	κουκουλόσπιτο
κουκουλόσπιτων	=	κουκουλόσπιτο
κουκουλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκούλωμα
κουκουλώματος	noun	γενική ενικού του κουκούλωμα
κουκουλών	noun	γενική πληθυντικού του κουκούλα
κουκουλώναμε	=	κουκουλώνω
κουκουλώναν	=	κουκουλώνω
κουκουλώνανε	=	κουκουλώνω
κουκουλώνατε	=	κουκουλώνω
κουκουλώνει	=	κουκουλώνω
κουκουλώνεις	=	κουκουλώνω
κουκουλώνετε	=	κουκουλώνω
κουκουλώνομαι	verb	σκεπάζομαι ολοκληρωτικά
κουκουλώνοντας	=	κουκουλώνω
κουκουλώνουμε	=	κουκουλώνω
κουκουλώνουν	=	κουκουλώνω
κουκουλώνουνε	=	κουκουλώνω
κουκουλώνω	verb	καλύπτω κάτι με κουκούλα
κουκουλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώσαν	=	κουκουλώνω
κουκουλώσανε	=	κουκουλώνω
κουκουλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
κουκουλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουλώστε	=	κουκουλώνω
κουκουλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκουνάρα	noun	ο καρπός του πεύκου
κουκουνάρας	noun	γενική ενικού του κουκουνάρα
κουκουνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουνάρα
κουκουνάρι	noun	ο άσπρος σπόρος που βρίσκεται μέσα στην κουκουνάρα
κουκουνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουνάρι
κουκουναριά	noun	είδος πεύκου που τα κουκουνάρια του είναι εδώδιμα
κουκουναριάς	noun	γενική ενικού του κουκουναριά
κουκουναριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκουναριά
κουκουναριού	=	κουκουνάρι
κουκουναριών	=	κουκουνάρι
κουκουναρόσπορε	=	κουκουναρόσπορος
κουκουναρόσπορο	=	κουκουναρόσπορος
κουκουναρόσποροι	=	κουκουναρόσπορος
κουκουναρόσπορος	noun	ο (βρώσιμος) καρπός του πεύκου
κουκουναρόσπορου	=	κουκουναρόσπορος
κουκουναρόσπορους	=	κουκουναρόσπορος
κουκουναρόσπορων	=	κουκουναρόσπορος
κουκουτσιού	=	κουκούτσι
κουκουτσιών	=	κουκούτσι
κουκούδι	noun	συνώνυμο του κακάδι
κουκούδια	=	κουκούδι
κουκούλα	noun	κάλυμμα της κεφαλής προσαρτημένο σε ένα άλλο ρούχο, π.χ. παλτό, αδιάβροχο κ.λπ.
κουκούλας	noun	γενική ενικού του κουκούλα
κουκούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκούλα
κουκούλι	noun	το περίβλημα μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι προνύμφες των εντόμων (όπως του μεταξοσκώληκα)
κουκούλια	=	κουκούλι
κουκούλιον	noun	κάλυμμα της κεφαλής (σκούφος) των ορθόδοξων μοναχών
κουκούλωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουκουλώνω
κουκούλωνα	=	κουκουλώνω
κουκούλωναν	=	κουκουλώνω
κουκούλωνε	=	κουκουλώνω
κουκούλωνες	=	κουκουλώνω
κουκούλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκούλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκούλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκούλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνω
κουκούνα	noun	το πέος
κουκούτσι	noun	το σπέρμα με το περίβλημά του που βρίσκεται στο εσωτερικό του καρπό φυτού με σαρκώδη καρπό
κουκούτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουκούτσι
κουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κουλό) του κουλός	adv	με κουλό τρόπο
κουλάδι	noun|vulgar	κουλό, ρημάδι, ξεράδι
κουλάδια	=	κουλάδι
κουλάθηκα	=	κουλαίνομαι
κουλάθηκαν	=	κουλαίνομαι
κουλάθηκε	=	κουλαίνομαι
κουλάθηκες	=	κουλαίνομαι
κουλάκε	noun	κλητική ενικού του κουλάκος
κουλάκο	noun	αιτιατική ενικού του κουλάκος
κουλάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουλάκος
κουλάκος	noun	εύπορος χωρικός της προεπαναστατικής Ρωσίας
κουλάκου	noun	γενική ενικού του κουλάκος
κουλάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουλάκος
κουλάκων	noun	γενική πληθυντικού του κουλάκος
κουλάνα	noun	η ζώνη που χρησιμεύει στη στερέωση της σέλας στο σώμα του ζώου
κουλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάναν	=	κουλαίνω
κουλάνανε	=	κουλαίνω
κουλάνας	=	κουλάνα
κουλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάνες	=	κουλάνα
κουλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάντριζα	=	κουλαντρίζω
κουλάντριζαν	=	κουλαντρίζω
κουλάντριζε	=	κουλαντρίζω
κουλάντριζες	=	κουλαντρίζω
κουλάντρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλάντρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλάντρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλάντρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλάντρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουλαντρίζω
κουλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κουλάνων	=	κουλάνα
κουλάραμε	=	κουλάρω
κουλάραν	=	κουλάρω
κουλάρανε	=	κουλάρω
κουλάρατε	=	κουλάρω
κουλάρει	=	κουλάρω
κουλάρεις	=	κουλάρω
κουλάρετε	=	κουλάρω
κουλάρισα	=	κουλάρω
κουλάροντας	=	κουλάρω
κουλάρουμε	=	κουλάρω
κουλάρουν	=	κουλάρω
κουλάρουνε	=	κουλάρω
κουλάρω	verb	ηρεμώ, καλμάρω, χαλαρώνω
κουλάσου	=	κουλαίνομαι
κουλέ	adj	κλητική ενικού του κουλός
κουλέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλές
κουλέδων	=	κουλές
κουλές	noun	πύργος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (κουλή) του κουλός
κουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουλός
κουλής	adj	γενική ενικού του κουλή
κουλαίναμε	=	κουλαίνω
κουλαίναν	=	κουλαίνω
κουλαίνανε	=	κουλαίνω
κουλαίνατε	=	κουλαίνω
κουλαίνει	=	κουλαίνω
κουλαίνεις	=	κουλαίνω
κουλαίνεσαι	=	κουλαίνομαι
κουλαίνεστε	=	κουλαίνομαι
κουλαίνεται	=	κουλαίνομαι
κουλαίνετε	=	κουλαίνω
κουλαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουλαίνω
κουλαίνονται	=	κουλαίνομαι
κουλαίνονταν	=	κουλαίνομαι
κουλαίνοντας	=	κουλαίνω
κουλαίνου	=	κουλαίνομαι
κουλαίνουμε	=	κουλαίνω
κουλαίνουν	=	κουλαίνω
κουλαίνουνε	=	κουλαίνω
κουλαίνω	verb|vulgar	με τις ενέργειες ή τις πράξεις μου κάνω κάποιον κουλό, τον αναγκάζω να χάσει κάποιο απ’ τα άκρα του (χέρι, πόδι) ή να τα έχει με προσωρινή ή μόνιμη αναπηρία
κουλαθήκαμε	=	κουλαίνομαι
κουλαθήκαν	=	κουλαίνομαι
κουλαθήκανε	=	κουλαίνομαι
κουλαθήκατε	=	κουλαίνομαι
κουλαθεί	=	κουλαίνομαι
κουλαθείτε	=	κουλαίνομαι
κουλαινόμασταν	=	κουλαίνομαι
κουλαινόμαστε	=	κουλαίνομαι
κουλαινόμουν	=	κουλαίνομαι
κουλαινόμουνα	=	κουλαίνομαι
κουλαινόντουσαν	=	κουλαίνομαι
κουλαινόσασταν	=	κουλαίνομαι
κουλαινόσαστε	=	κουλαίνομαι
κουλαινόσουν	=	κουλαίνομαι
κουλαινόσουνα	=	κουλαίνομαι
κουλαινόταν	=	κουλαίνομαι
κουλαινότανε	=	κουλαίνομαι
κουλαμάρα	noun|vulgar	η ιδιότητα του κουλού
κουλαμάρας	noun	γενική ενικού του κουλαμάρα
κουλαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλαμάρα
κουλαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλαμένο
κουλαμένε	verb	κλητική ενικού του κουλαμένος
κουλαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλαμένη
κουλαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουλαμένος
κουλαμένης	verb	γενική ενικού του κουλαμένη
κουλαμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουλαμένος
κουλαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουλαμένος
κουλαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουλαίνω
κουλαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουλαμένος
κουλαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουλαμένος
κουλαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουλαμένος
κουλαντρίζαμε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζαν	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζανε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζατε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζει	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζεις	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζετε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζοντας	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζουμε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζουν	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζουνε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίζω	verb|vulgar	κουμαντάρω, κάνω κουμάντο, χειρίζομαι με επιδέξιο τρόπο
κουλαντρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσαν	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίσανε	=	κουλαντρίζω
κουλαντρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσματα	=	κουλάντρισμα
κουλαντρίσματος	=	κουλάντρισμα
κουλαντρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλαντρίζω
κουλαντρισμάτων	=	κουλάντρισμα
κουλαντρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλαντρισμένο
κουλαντρισμένε	verb	κλητική ενικού του κουλαντρισμένος
κουλαντρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλαντρισμένη
κουλαντρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουλαντρισμένος
κουλαντρισμένης	verb	γενική ενικού του κουλαντρισμένη
κουλαντρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουλαντρισμένος
κουλαντρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουλαντρισμένος
κουλαντρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουλαντρισμένος
κουλαντρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουλαντρισμένος
κουλαντρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουλαντρισμένος
κουλλουριάζω	=	κουλουριάζω
κουλλούρα	=	κουλούρα
κουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουλός
κουλουάρ	noun	ο κάθε ξεχωριστός διάδρομος στον στίβο όπου πρέπει να παραμένει ο αθλητής
κουλουβάχατα	adv|vulgar	γενική ακαταστασία στα πράγματα κάποιου, είτε κάποια αναστάτωση στις σχέσεις μεταξύ δύο ατόμων
κουλουρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουλουράς
κουλουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουράς
κουλουράδων	noun	γενική πληθυντικού του κουλουράς
κουλουράκι	noun	υποκοριστικό του κουλούρι
κουλουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουράκι
κουλουράς	noun	πωλητής κουλουριών
κουλουρίτσα	noun	μικρή κουλούρα
κουλουρίτσας	noun	γενική ενικού του κουλουρίτσα
κουλουρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουρίτσα
κουλουρατζή	=	κουλουρατζής
κουλουρατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουρατζής
κουλουρατζήδων	=	κουλουρατζής
κουλουρατζής	noun	γενικά ο πλανόδιος πωλητής κουλουριών (τύπου Θεσσαλονίκης)
κουλουριάζαμε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζαν	=	κουλουριάζω
κουλουριάζανε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζατε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζει	=	κουλουριάζω
κουλουριάζεις	=	κουλουριάζω
κουλουριάζεσαι	=	κουλουριάζω
κουλουριάζεστε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζεται	=	κουλουριάζω
κουλουριάζετε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζομαι	verb	παίρνω το σχήμα κουλούρας
κουλουριάζομε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζονται	=	κουλουριάζω
κουλουριάζονταν	=	κουλουριάζω
κουλουριάζοντας	=	κουλουριάζω
κουλουριάζου	=	κουλουριάζομαι
κουλουριάζουμε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζουν	=	κουλουριάζω
κουλουριάζουνε	=	κουλουριάζω
κουλουριάζω	verb	δίνω σε κάτι το σχήμα κουλούρας
κουλουριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσαν	=	κουλουριάζω
κουλουριάσανε	=	κουλουριάζω
κουλουριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλούριασμα
κουλουριάσματος	noun	γενική ενικού του κουλούριασμα
κουλουριάσομε	=	κουλουριάζω
κουλουριάσου	=	κουλουριάζω
κουλουριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάσουνε	=	κουλουριάζω
κουλουριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριάστηκα	=	κουλουριάζω
κουλουριάστηκαν	=	κουλουριάζω
κουλουριάστηκε	=	κουλουριάζω
κουλουριάστηκες	=	κουλουριάζω
κουλουριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλουριαζόμασταν	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόμαστε	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόμουν	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόμουνα	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόντουσαν	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόσασταν	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόσαστε	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόσουν	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόσουνα	=	κουλουριάζω
κουλουριαζόταν	=	κουλουριάζω
κουλουριαζότανε	=	κουλουριάζω
κουλουριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουλούριασμα
κουλουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουριασμένο
κουλουριασμένε	verb	κλητική ενικού του κουλουριασμένος
κουλουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουριασμένη
κουλουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουλουριασμένος
κουλουριασμένης	verb	γενική ενικού του κουλουριασμένη
κουλουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουλουριασμένος
κουλουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουλουριασμένος
κουλουριασμένος	verb	που καμπουριάζει ή που σκύβει και μοιάζει σα να τυλίγεται γύρω από τον εαυτό του
κουλουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουλουριασμένος
κουλουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουλουριασμένος
κουλουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουλουριασμένος
κουλουριαστά	adv	με κουλουριαστό τρόπο
κουλουριαστέ	=	κουλουριαστός
κουλουριαστές	=	κουλουριαστός
κουλουριαστή	=	κουλουριαστός
κουλουριαστήκαμε	=	κουλουριάζω
κουλουριαστήκαν	=	κουλουριάζω
κουλουριαστήκανε	=	κουλουριάζω
κουλουριαστήκατε	=	κουλουριάζω
κουλουριαστής	=	κουλουριαστός
κουλουριαστεί	=	κουλουριάζω
κουλουριαστείς	=	κουλουριάζω
κουλουριαστείτε	=	κουλουριάζω
κουλουριαστοί	=	κουλουριαστός
κουλουριαστού	=	κουλουριαστός
κουλουριαστούμε	=	κουλουριάζω
κουλουριαστούν	=	κουλουριάζω
κουλουριαστούνε	=	κουλουριάζω
κουλουριαστούς	=	κουλουριαστός
κουλουριαστό	=	κουλουριαστός
κουλουριαστός	adv	άλλη μορφή του κουλουριασμένος
κουλουριαστώ	=	κουλουριάζω
κουλουριαστών	=	κουλουριαστός
κουλουριού	=	κουλούρι
κουλουριών	=	κουλούρι
κουλουριώτικα	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικε	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικες	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικη	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικης	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικο	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικοι	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικος	adj	ο σχετικός με την Κουλούρα, την Κούλουρη ή τον Κούλουρο ή τους κατοίκους τους
κουλουριώτικου	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικους	=	κουλουριώτικος
κουλουριώτικων	=	κουλουριώτικος
κουλουρομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλουρομηχανή
κουλουρομηχανή	noun	μηχανή αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής που παρασκευάζει κουλούρια, κέικ, μπισκότα, βουτήματα κ.ά.
κουλουρομηχανής	=	κουλουρομηχανή
κουλουρομηχανών	=	κουλουρομηχανή
κουλουροπωλών	=	κουλουροπώλης
κουλουροπώλες	=	κουλουροπώλης
κουλουροπώλη	=	κουλουροπώλης
κουλουροπώλης	noun	ο κουλουράς
κουλουρού	noun	θηλυκό του κουλουράς
κουλουρούδες	=	κουλουρού
κουλουρούδων	=	κουλουρού
κουλουρούς	=	κουλουρού
κουλουρτζή	=	κουλουρτζής
κουλουρτζήδες	=	κουλουρτζής
κουλουρτζήδων	=	κουλουρτζής
κουλουρτζής	noun	πωλητής κουλουριών, κουλουράς
κουλουρών	=	κουλούρα
κουλοχέρα	=	κουλοχέρης
κουλοχέρας	=	κουλοχέρης
κουλοχέρες	=	κουλοχέρης
κουλοχέρη	=	κουλοχέρης
κουλοχέρηδες	=	κουλοχέρης
κουλοχέρηδων	=	κουλοχέρης
κουλοχέρης	adj	κουλός
κουλοχέρικα	=	κουλοχέρης
κουλοχέρικο	=	κουλοχέρης
κουλοχέρικου	=	κουλοχέρης
κουλοχέρικων	=	κουλοχέρης
κουλού	adj	γενική ενικού του κουλός
κουλούκι	noun	μικρός σκύλος, σκυλάκι
κουλούρα	noun	η γενική ονομασία αντικείμενων κυκλικού σχήματος
κουλούρας	=	κουλούρα
κουλούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλούρα
κουλούρι	noun	αρτοσκεύασμα συνήθως σε στρογγυλό σχήμα και πασπαλισμένο με σουσάμι
κουλούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλούρι
κουλούριαζα	=	κουλουριάζω
κουλούριαζαν	=	κουλουριάζω
κουλούριαζε	=	κουλουριάζω
κουλούριαζες	=	κουλουριάζω
κουλούριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλούριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλούριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλούριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλουριάζω
κουλούριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουλουριάζω
κουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουλός
κουλτουριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουλτουριάρης
κουλτουριάρας	adj	γενική ενικού του κουλτουριάρα
κουλτουριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλτουριάρα
κουλτουριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουλτουριάρης
κουλτουριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλτουριάρης
κουλτουριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κουλτουριάρης
κουλτουριάρης	noun	αυτός που θεωρεί ότι έχει την κουλτούρα, την καλλιέργεια και αρμόζουσα σκέψη και συμπεριφορά	adj	κουλτουριάρης
κουλτουριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλτουριάρικο
κουλτουριάρικε	adj	κλητική ενικού του κουλτουριάρικος
κουλτουριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλτουριάρικη
κουλτουριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουλτουριάρικος
κουλτουριάρικης	adj	γενική ενικού του κουλτουριάρικη
κουλτουριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουλτουριάρης
κουλτουριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουλτουριάρικος
κουλτουριάρικος	adj	που έχει σχέση με κουλτουριάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κουλτουριάρικου	adj	γενική ενικού του κουλτουριάρικο
κουλτουριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουλτουριάρικος
κουλτουριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κουλτουριάρικο
κουλτουρών	noun	γενική πληθυντικού του κουλτούρα
κουλτούρα	noun	η καλλιέργεια του πνεύματος, η παιδεία αλλά και η συνολική πνευματική παράδοση και δημιουργία ενός κοινωνικού συνόλου ή μιας κοινωνικής ομάδας
κουλτούρας	noun	γενική ενικού του κουλτούρα
κουλτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουλτούρα
κουλό	noun	το χέρι	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κουλός
κουλός	adj	ο μονόχειρας ή αυτός που δεν έχει καθόλου χέρια	noun	κουλός
κουλών	adj	γενική πληθυντικού του κουλός
κουμ-κουάτ	=	κουμκουάτ
κουμάντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμάντο
κουμάντο	noun	η διαχείριση, η διεύθυνση
κουμάντου	noun	γενική ενικού του κουμάντο
κουμάντων	noun	γενική πληθυντικού του κουμάντο
κουμάρι	noun	τυχερό παιχίδι, π.χ. ζάρια
κουμάρια	=	κουμάρι
κουμάσι	noun|dated	το κοτέτσι
κουμάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμάσι
κουμίς	noun	άλλη μορφή του κιμίς
κουμαντάρω	verb	ελέγχω
κουμανταδόρε	=	κουμανταδόρος
κουμανταδόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμανταδόρικο
κουμανταδόρικε	adj	κλητική ενικού του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμανταδόρικη
κουμανταδόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρικης	adj	γενική ενικού του κουμανταδόρικη
κουμανταδόρικο	adj	αιτιατική ενικού του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρικος	adj	ο σχετικός με κουμάντο ή κουμανταδόρο
κουμανταδόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουμανταδόρικος
κουμανταδόρο	=	κουμανταδόρος
κουμανταδόροι	=	κουμανταδόρος
κουμανταδόρος	noun|vulgar	αυτός που κάνει κουμάντο σε κάτι
κουμανταδόρου	=	κουμανταδόρος
κουμανταδόρους	=	κουμανταδόρος
κουμανταδόρων	=	κουμανταδόρος
κουμανταρία	noun	είδος γλυκού κρασιού από την Κύπρο
κουμανταρίας	=	κουμανταρία
κουμανταρίες	=	κουμανταρία
κουμανταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμανταρισμένο
κουμανταρισμένε	verb	κλητική ενικού του κουμανταρισμένος
κουμανταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμανταρισμένη
κουμανταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουμανταρισμένος
κουμανταρισμένης	verb	γενική ενικού του κουμανταρισμένη
κουμανταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουμανταρισμένος
κουμανταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμανταρισμένος
κουμανταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουμανταρισμένος
κουμανταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουμανταρισμένος
κουμανταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουμανταρισμένος
κουμανταριών	=	κουμανταρία
κουμαριά	noun	αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Arbutus unedo) με οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, που βγάζει κόκκινους εδώδιμους καρπούς
κουμαριάς	noun	γενική ενικού του κουμαριά
κουμαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμαριά
κουμαριού	=	κουμάρι
κουμαριών	=	κουμάρι
κουμαρτζή	=	κουμαρτζής
κουμαρτζήδες	=	κουμαρτζής
κουμαρτζήδων	=	κουμαρτζής
κουμαρτζής	noun	ο παθιασμένος χαρτοπαίχτης, ο σχεδόν επαγγελματίας χαρτοπαίκτης
κουμαρτζίνα	=	κουμαρτζής
κουμασιού	=	κουμάσι
κουμασιών	=	κουμάσι
κουμκάν	noun	είδος χαρτοπαίγνιου
κουμκανατζή	=	κουμκανατζής
κουμκανατζήδες	=	κουμκανατζής
κουμκανατζήδων	=	κουμκανατζής
κουμκανατζής	noun	ο χαρτοπαίκτης του κουμκάν, ή που έχει μανία με το κουμκάν
κουμκανατζού	noun	αυτή που (συστηματικά) παίζει κουμκάν
κουμκανατζούδες	=	κουμκανατζού
κουμκανατζούδων	=	κουμκανατζού
κουμκανατζούς	=	κουμκανατζού
κουμκουάτ	noun	αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο του γένους Fortunella με λογχοειδή φύλλα και άσπρα άνθη, που κατάγεται από την Κίνα και παράγει εδώδιμους καρπούς
κουμμερκιάρη	=	κουμμερκιάρης
κουμμερκιάρηδες	=	κουμμερκιάρης
κουμμερκιάρηδων	=	κουμμερκιάρης
κουμμερκιάρης	noun|dated	τελώνης
κουμμουνισμέ	noun	κλητική ενικού του κουμμουνισμός
κουμμουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμμουνισμός
κουμμουνισμού	noun	γενική ενικού του κουμμουνισμός
κουμμουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουμμουνισμός
κουμμουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του κουμμουνισμός
κουμμουνισμός	noun	άλλη μορφή του κομμουνισμός
κουμμουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του κουμμουνισμός
κουμουδί	noun	ουροδοχείο
κουμουνισμέ	=	κουμουνισμός
κουμουνισμοί	=	κουμουνισμός
κουμουνισμού	=	κουμουνισμός
κουμουνισμούς	=	κουμουνισμός
κουμουνισμό	=	κουμουνισμός
κουμουνισμός	noun|vulgar	κομμουνισμός
κουμουνισμών	=	κουμουνισμός
κουμούνι	noun	άλλη μορφή του κομμούνι: ο κομμουνιστής
κουμούνια	=	κουμούνι
κουμπάνια	noun	εφοδιασμός με τρόφιμα
κουμπάνιας	noun	γενική ενικού του κουμπάνια
κουμπάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπάνια
κουμπάρα	noun	θηλυκό του κουμπάρος
κουμπάρας	noun	γενική ενικού του κουμπάρα
κουμπάρε	noun	κλητική ενικού του κουμπάρος
κουμπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπάρα
κουμπάριαζα	=	κουμπαριάζω
κουμπάριαζαν	=	κουμπαριάζω
κουμπάριαζε	=	κουμπαριάζω
κουμπάριαζες	=	κουμπαριάζω
κουμπάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπάριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπάρο	noun	αιτιατική ενικού του κουμπάρος
κουμπάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμπάρος
κουμπάρος	noun	ο άνθρωπος που παντρεύει κάποιο ζευγάρι, που τους αλλάζει τα στέφανα σε εκκλησιαστικό γάμο ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο
κουμπάρου	noun	γενική ενικού του κουμπάρος
κουμπάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουμπάρος
κουμπάρων	noun	γενική πληθυντικού του κουμπάρος
κουμπάσο	noun	ο διαβήτης
κουμπέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουμπές
κουμπέδες	=	κουμπές
κουμπέδων	=	κουμπές
κουμπές	noun|dated	ημισφαιρική στέγη, ή σφαιρικό τμήμα στέγης
κουμπί	noun	το μικρό εξάρτημα της ενδυμασίας που είναι ραμμένο μόνιμα στο ρούχο.
κουμπαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουμπαράς
κουμπαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπαράς
κουμπαράδων	noun	γενική πληθυντικού του κουμπαράς
κουμπαράς	noun	κλειστό αντικείμενο με μικρή σχισμή που χρησιμοποιείται για να ρίχνουμε χρήματα για αποταμίευση
κουμπαριά	noun	η συγγενική σχέση που προκύπτει ανάμεσα σε μια οικογένεια και τον κουμπάρο που τους πάντρεψε ή βάφτισε τα παιδιά
κουμπαριάζαμε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζαν	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζανε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζατε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζει	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζεις	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζετε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζοντας	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζουμε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζουν	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζουνε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάζω	verb	έχω ή αποκτώ κουμπαριά με κάποιον
κουμπαριάς	noun	γενική ενικού του κουμπαριά
κουμπαριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσαν	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάσανε	=	κουμπαριάζω
κουμπαριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπαριάζω
κουμπαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπαριά
κουμπαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπαριασμένο
κουμπαριασμένε	verb	κλητική ενικού του κουμπαριασμένος
κουμπαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπαριασμένη
κουμπαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουμπαριασμένος
κουμπαριασμένης	verb	γενική ενικού του κουμπαριασμένη
κουμπαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουμπαριασμένος
κουμπαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμπαριασμένος
κουμπαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουμπαριασμένος
κουμπαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουμπαριασμένος
κουμπαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουμπαριασμένος
κουμπαριών	=	κουμπαριά
κουμπαρούλα	noun	υποκοριστικό του κουμπάρα
κουμπαρούλας	noun	γενική ενικού του κουμπαρούλα
κουμπαρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπαρούλα
κουμπαρούλη	=	κουμπαρούλης
κουμπαρούληδες	=	κουμπαρούλης
κουμπαρούληδων	=	κουμπαρούλης
κουμπαρούλης	noun	κουμπάρος
κουμπαρών	noun	γενική πληθυντικού του κουμπάρα
κουμπελίδικος	adj	θολωτός, με τρούλο
κουμπιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπί
κουμπιού	noun	γενική ενικού του κουμπί
κουμπιών	=	κουμπί
κουμποτρυπών	noun	γενική πληθυντικού του κουμπότρυπα
κουμπουλιά	noun	η κορομηλιά
κουμπουλιάς	=	κουμπουλιά
κουμπουλιές	=	κουμπουλιά
κουμπουλιών	=	κουμπουλιά
κουμπουριά	noun|vulgar	πυροβολισμός με κουμπούρι
κουμπουριάς	noun	γενική ενικού του κουμπουριά
κουμπουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπουριά
κουμπουριού	=	κουμπούρι
κουμπουριών	=	κουμπουριά
κουμπουρών	noun	γενική πληθυντικού του κουμπούρα
κουμπούρα	noun|vulgar	το πιστόλι, το όπλο
κουμπούρας	noun|vulgar	μαθητής που δεν μαθαίνει εύκολα, κακός μαθητής
κουμπούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπούρα
κουμπούρι	noun|dated	υποκοριστικό του κουμπούρα
κουμπούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπούρι
κουμπωθήκαμε	=	κουμπώνομαι
κουμπωθήκαν	=	κουμπώνομαι
κουμπωθήκανε	=	κουμπώνομαι
κουμπωθήκατε	=	κουμπώνομαι
κουμπωθεί	=	κουμπώνομαι
κουμπωθείς	=	κουμπώνω
κουμπωθείτε	=	κουμπώνομαι
κουμπωθούμε	=	κουμπώνω
κουμπωθούν	=	κουμπώνω
κουμπωθούνε	=	κουμπώνω
κουμπωθώ	=	κουμπώνω
κουμπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούμπωμα
κουμπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπωμένο
κουμπωμένε	verb	κλητική ενικού του κουμπωμένος
κουμπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπωμένη
κουμπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουμπωμένος
κουμπωμένης	verb	γενική ενικού του κουμπωμένη
κουμπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουμπωμένος
κουμπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμπωμένος
κουμπωμένος	verb	που έχει κουμπωθεί
κουμπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουμπωμένος
κουμπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουμπωμένος
κουμπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουμπωμένος
κουμπωνόμασταν	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόμαστε	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόμουν	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόμουνα	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόντουσαν	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόσασταν	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόσαστε	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόσουν	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόσουνα	=	κουμπώνομαι
κουμπωνόταν	=	κουμπώνομαι
κουμπωνότανε	=	κουμπώνομαι
κουμπωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουμπωτός	adv	με κουμπωτό τρόπο
κουμπωτέ	adj	κλητική ενικού του κουμπωτός
κουμπωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπωτή
κουμπωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουμπωτός
κουμπωτής	adj	γενική ενικού του κουμπωτή
κουμπωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουμπωτός
κουμπωτού	adj	γενική ενικού του κουμπωτός
κουμπωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουμπωτός
κουμπωτό	adj	αιτιατική ενικού του κουμπωτός
κουμπωτός	adj	που έχει κουμπιά με τα οποία κλείνει
κουμπωτών	adj	γενική πληθυντικού του κουμπωτός
κουμπότρυπα	noun	σχισμή μέσα στην οποία περνάει ένα κουμπί για να συνδεθούν δύο μέρη ενός ρούχου
κουμπότρυπας	noun	γενική ενικού του κουμπότρυπα
κουμπότρυπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουμπότρυπα
κουμπότρυπων	=	κουμπότρυπα
κουμπώθηκα	=	κουμπώνομαι
κουμπώθηκαν	=	κουμπώνομαι
κουμπώθηκε	=	κουμπώνομαι
κουμπώθηκες	=	κουμπώνομαι
κουμπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούμπωμα
κουμπώματος	noun	γενική ενικού του κούμπωμα
κουμπώναμε	=	κουμπώνω
κουμπώναν	=	κουμπώνω
κουμπώνανε	=	κουμπώνω
κουμπώνατε	=	κουμπώνω
κουμπώνει	=	κουμπώνω
κουμπώνεις	=	κουμπώνω
κουμπώνεσαι	=	κουμπώνομαι
κουμπώνεστε	=	κουμπώνομαι
κουμπώνεται	=	κουμπώνομαι
κουμπώνετε	=	κουμπώνω
κουμπώνομαι	verb	είμαι επιφυλακτικός, δεν εκδηλώνω τις σκέψεις ή τα συναισθήματά μου
κουμπώνομε	=	κουμπώνω
κουμπώνονται	=	κουμπώνομαι
κουμπώνονταν	=	κουμπώνομαι
κουμπώνοντας	=	κουμπώνω
κουμπώνου	=	κουμπώνομαι
κουμπώνουμε	=	κουμπώνω
κουμπώνουν	=	κουμπώνω
κουμπώνουνε	=	κουμπώνω
κουμπώνω	verb	τοποθετώ το κουμπί πίσω από την κουμπότρυπά του (καλύπτοντας έτσι το σχετικό άνοιγμα ενός ρούχου)
κουμπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσαν	=	κουμπώνω
κουμπώσανε	=	κουμπώνω
κουμπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσομε	=	κουμπώνω
κουμπώσου	=	κουμπώνομαι
κουμπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσουνε	=	κουμπώνω
κουμπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουμπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κουνά	=	κουνώ
κουνάβι	noun	σαρκοφάγο θηλαστικό που ανήκει στο γένος Μάρτης (Marten ή Martes) της υποοικογένειας Ικτιδίνες, της οικογένειας Ικτιδίδες καθώς και η γούνα του ζώου αυτού
κουνάβια	=	κουνάβι
κουνάγαμε	=	κουνώ
κουνάγανε	=	κουνώ
κουνάγατε	=	κουνώ
κουνάδι	noun	άλλη μορφή του κουνάβι
κουνάδια	=	κουνάδι
κουνάει	=	κουνώ
κουνάμε	=	κουνώ
κουνάν	=	κουνώ
κουνάνε	=	κουνώ
κουνάς	=	κουνώ
κουνάτε	=	κουνώ
κουνάω	verb	άλλη μορφή του κουνώ
κουνέλα	noun	θηλυκό κουνέλι
κουνέλας	noun	γενική ενικού του κουνέλα
κουνέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνέλα
κουνέλι	noun	κατοικίδιο θηλαστικό που μοιάζει με το λαγό, αναπαράγεται συχνά και με πολλά μικρά κι εκτρέφεται κυρίως για το κρέας και το δέρμα του
κουνέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνέλι
κουνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούνημα
κουνήματος	noun	γενική ενικού του κούνημα
κουνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσαν	=	κουνώ
κουνήσανε	=	κουνώ
κουνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσομε	=	κουνώ
κουνήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσουνε	=	κουνώ
κουνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κουναβάκι	noun	υποκοριστικό του κουνάβι
κουναβάκια	=	κουναβάκι
κουναβιού	=	κουνάβι
κουναβιών	=	κουνάβι
κουναδιού	=	κουνάδι
κουναδιών	=	κουνάδι
κουνελάκι	noun	υποκοριστικό του κουνέλι
κουνελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνελάκι
κουνελιού	noun	γενική ενικού του κουνέλι
κουνελιών	noun	γενική πληθυντικού του κουνέλι
κουνελοπνίχτες	=	κουνελοπνίχτης
κουνελοπνίχτη	=	κουνελοπνίχτης
κουνελοπνίχτης	noun	αυτός που το πνίγει το κουνέλι, που μετέχει συχνά σε σεξουαλικές πράξεις
κουνελοπνιχτών	=	κουνελοπνίχτης
κουνελοσυρμάτων	=	κουνελόσυρμα
κουνελοσύρματα	=	κουνελόσυρμα
κουνελοσύρματος	=	κουνελόσυρμα
κουνελοτροφεία	=	κουνελοτροφείο
κουνελοτροφείο	noun	άλλη μορφή του κονικλοτροφείο
κουνελοτροφείου	=	κουνελοτροφείο
κουνελοτροφείων	=	κουνελοτροφείο
κουνελοτρόφε	=	κουνελοτρόφος
κουνελοτρόφο	=	κουνελοτρόφος
κουνελοτρόφοι	=	κουνελοτρόφος
κουνελοτρόφος	noun	άλλη μορφή του κονικλοτρόφος
κουνελοτρόφου	=	κουνελοτρόφος
κουνελοτρόφους	=	κουνελοτρόφος
κουνελοτρόφων	=	κουνελοτρόφος
κουνελοφωλιά	noun	η φωλιά ενός κουνελιού
κουνελοφωλιάς	=	κουνελοφωλιά
κουνελοφωλιές	=	κουνελοφωλιά
κουνελοφωλιών	=	κουνελοφωλιά
κουνελόσυρμα	noun	είδος συρμάτινου πλέγματος, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κλωβών
κουνελότρυπα	noun	η τρύπα που οδηγεί στην κουνελοφωλιά
κουνελότρυπας	=	κουνελότρυπα
κουνελότρυπες	=	κουνελότρυπα
κουνελότρυπων	=	κουνελότρυπα
κουνελών	noun	γενική πληθυντικού του κουνέλα
κουνελώνα	=	κουνελώνας
κουνελώνας	noun	μέρος όπου υπάρχουν πολλά κουνέλια
κουνελώνες	=	κουνελώνας
κουνελώνων	=	κουνελώνας
κουνενέ	=	κουνενές
κουνενέδες	=	κουνενές
κουνενέδων	=	κουνενές
κουνενές	noun|dated	το βρέφος, νεογέννητο μωρό
κουνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθήκαν	=	κουνιέμαι
κουνηθήκανε	=	κουνιέμαι
κουνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνηθούνε	=	κουνώ
κουνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουνιέμαι
κουνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούνημα
κουνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνημένο
κουνημένε	verb	κλητική ενικού του κουνημένος
κουνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνημένη
κουνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουνημένος
κουνημένης	verb	γενική ενικού του κουνημένη
κουνημένο	verb	αιτιατική ενικού του κουνημένος
κουνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουνημένος
κουνημένος	verb	φωτογραφία στην οποία δεν αποτυπώνεται το θέμα ξεκάθαρα, λόγω σχετικά χαμηλής ταχύτητας την ώρα της λήψης
κουνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουνημένος
κουνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουνημένος
κουνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουνημένος
κουνιάδα	noun	η αδερφή του ή της συζύγου
κουνιάδας	=	κουνιάδα
κουνιάδε	noun	κλητική ενικού του κουνιάδος
κουνιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνιάδα
κουνιάδια	noun	οι κουνιάδοι και οι κουνιάδες.
κουνιάδο	noun	αιτιατική ενικού του κουνιάδος
κουνιάδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουνιάδος
κουνιάδος	noun	ο αδερφός του ή της συζύγου
κουνιάδου	noun	γενική ενικού του κουνιάδος
κουνιάδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουνιάδος
κουνιάδων	noun	γενική πληθυντικού του κουνιάδος
κουνιέμαι	verb	περπατώ και λικνίζομαι με τρόπο προκλητικό
κουνιέσαι	=	κουνιέμαι
κουνιέστε	=	κουνιέμαι
κουνιέται	=	κουνιέμαι
κουνιούνται	=	κουνιέμαι
κουνιούνταν	=	κουνιέμαι
κουνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουνιστός	adv	με κουνιστό τρόπο
κουνιστέ	adj	κλητική ενικού του κουνιστός
κουνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνιστή
κουνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουνιστός
κουνιστής	adj	γενική ενικού του κουνιστή
κουνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουνιστός
κουνιστού	adj	γενική ενικού του κουνιστός
κουνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουνιστός
κουνιστό	adj	αιτιατική ενικού του κουνιστός
κουνιστός	adj	που μπορεί να κουνιέται, να ταλαντεύεται
κουνιστών	adj	γενική πληθυντικού του κουνιστός
κουνιόμασταν	=	κουνιέμαι
κουνιόμαστε	=	κουνιέμαι
κουνιόμουν	=	κουνιέμαι
κουνιόμουνα	=	κουνιέμαι
κουνιόνται	=	κουνώ
κουνιόνταν	=	κουνιέμαι
κουνιόντανε	=	κουνιέμαι
κουνιόντουσαν	=	κουνιέμαι
κουνιόσασταν	=	κουνιέμαι
κουνιόσαστε	=	κουνιέμαι
κουνιόσουν	=	κουνιέμαι
κουνιόσουνα	=	κουνιέμαι
κουνιόταν	=	κουνιέμαι
κουνιότανε	=	κουνιέμαι
κουνκάν	noun	άλλη μορφή του κουμκάν
κουνουπάκι	noun	υποκοριστικό του κουνούπι
κουνουπάκια	=	κουνουπάκι
κουνουπίδι	noun	μονοετές ποώδες φυτό του είδους Brassica oleracea που καλλιεργείται για την εδώδιμη άσπρη σφαιρική ανθοκεφαλή του
κουνουπίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνουπίδι
κουνουπιέρα	noun	κατασκευή από διαφανές υλικό με διχτυωτή πλέξη, συνήθως τούλι, που προστατεύει κάποιον χώρο από την είσοδο ιπτάμενων εντόμων όπως τα κουνούπια
κουνουπιέρας	noun	γενική ενικού του κουνουπιέρα
κουνουπιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνουπιέρα
κουνουπιδιού	=	κουνουπίδι
κουνουπιδιών	=	κουνουπίδι
κουνουπιδοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστά κουνουπίδια
κουνουπιδοσαλάτας	noun	γενική ενικού του κουνουπιδοσαλάτα
κουνουπιδοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνουπιδοσαλάτα
κουνουπιδοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του κουνουπιδοσαλάτα
κουνουπιδόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστό κουνουπίδι
κουνουπιδόσουπας	noun	γενική ενικού του κουνουπιδόσουπα
κουνουπιδόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνουπιδόσουπα
κουνουπιού	=	κουνούπι
κουνουπιών	=	κουνούπι
κουνουποκτονία	noun	η καταπολέμηση των κουνουπιών, εξαιτίας των ασθενειών που προκαλούν
κουνουποκτονίας	noun	γενική ενικού του κουνουποκτονία
κουνουποκτονίες	=	κουνουποκτονία
κουνουποκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του κουνουποκτονία
κουνούμε	=	κουνώ
κουνούν	=	κουνώ
κουνούνε	=	κουνώ
κουνούπι	noun	έντομο, το οποίο ενδημεί κυρίως σε λιμνάζοντα νερά.
κουνούπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουνούπι
κουνούσα	=	κουνώ
κουνούσαμε	=	κουνώ
κουνούσαν	=	κουνώ
κουνούσανε	=	κουνώ
κουνούσατε	=	κουνώ
κουνούσε	=	κουνώ
κουνούσες	=	κουνώ
κουντεπιέ	noun	το ραχιαίο μέρος του ταρσού, της ποδοκνημικής άρθρωσης, το πάνω μέρος του άκρου του ποδιού, από τα δάχτυλα μέχρι τον αστράγαλο
κουντουπιέ	noun|vulgar	άλλη μορφή του κουντεπιέ
κουντουρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουντουράς
κουντουράδες	=	κουντουράς
κουντουράδων	=	κουντουράς
κουντουράς	noun|dated	ο κατασκευαστής κουντουρών (χωριάτικα παπούτσια), παπουτσής, υποδηματοποιός
κουντούρα	noun	κλειστά δερμάτινα παπούτσια με χαμηλό τακούνι
κουντώ	=	σκουντώ
κουντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουντώ
κουνώ	verb	αλλάζω θέση, μετακινώ, μεταθέτω, μετατοπίζω
κουνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουνάω / κουνώ
κουπ	noun	το κόψιμο ρούχου ή μαλλιών
κουπάκι	noun	πλαστικό ή χάρτινο κεσεδάκι στο οποίο βάζουμε γιαούρτι, παγωτό κ.τ.ό.
κουπάκια	=	κουπάκι
κουπέ	noun	μικρό διαμέρισμα σε βαγόνι σιδηροδρομικό
κουπέπι	noun	ντολμάς
κουπέπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουπέπι
κουπί	noun	μακρύ ξύλο, με πλατιά άκρη· ο χειριστής (κωπηλάτης) βυθίζει στο νερό την πλατιά άκρη του και το σπρώχνει προς τα πίσω για να προωθήσει ένα μικρό πλεούμενο
κουπαστές	=	κουπαστή
κουπαστή	noun	το επάνω μέρος από τα τοιχώματα μιας βάρκας ή ενός πλοιαρίου, όπου υπάρχουν ειδικές υποδοχές για τα κουπιά
κουπαστής	=	κουπαστή
κουπαστών	=	κουπαστή
κουπεπέ	noun	η τραγουδιστή εκφορά της λέξης ενώ ταυτόχρονα κινούμε, στριφογυριστά, τις παλάμες και των δύο χεριών
κουπεπιού	=	κουπέπι
κουπεπιών	=	κουπέπι
κουπιά	noun	το βύθισμα των κουπιών στο νερό με τρόπο που συμβάλλει στην προώθηση μιας βάρκας
κουπιάς	noun	γενική ενικού του κουπιά
κουπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουπιά
κουπιού	=	κουπί
κουπιών	=	κουπί
κουπλέ	noun	μουσική φράση που εναλλάσσεται με το ρεφρέν, με παραλλαγμένους στίχους, σε αντίθεση με το ρεφρέν που επαναλαμβάνεται αυτούσιο και συνήθως με τους ίδιους στίχους
κουπολάτες	=	κουπολάτης
κουπολάτη	=	κουπολάτης
κουπολάτης	noun|vulgar	άλλη μορφή του κωπηλάτης
κουπολατών	=	κουπολάτης
κουπονιού	=	κουπόνι
κουπονιών	=	κουπόνι
κουπόνι	noun	χάρτινο απόκομμα από έγγραφο, έντυπο ή συσκευασία προϊόντος που δίνει στον κάτοχό του δικαίωμα σε έκπτωση, δώρο, παροχή υπηρεσίας κ.λπ
κουπόνια	=	κουπόνι
κουρά	noun|formal	το κούρεμα (ιδίως των προβάτων)
κουράγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουράγιο
κουράγιο	noun	το θάρρος
κουράγιου	noun	γενική ενικού του κουράγιο
κουράγιων	noun	γενική πληθυντικού του κουράγιο
κουράδα	noun|vulgar	το στερεό και σχηματισμένο σκατό
κουράδας	noun	δειλός
κουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουράδα
κουράδι	noun	η κουράδα, το σκατό, το περίττωμα, το προϊόν κένωσης
κουράδια	=	κουράδι
κουράδω	=	κουράδας
κουράδων	=	κουράδα
κουράζαμε	=	κουράζω
κουράζαν	=	κουράζω
κουράζανε	=	κουράζω
κουράζατε	=	κουράζω
κουράζει	=	κουράζω
κουράζεις	=	κουράζω
κουράζεσαι	=	κουράζω
κουράζεστε	=	κουράζω
κουράζεται	=	κουράζω
κουράζετε	=	κουράζω
κουράζομαι	verb	αισθάνομαι αδυναμία
κουράζομε	=	κουράζω
κουράζονται	=	κουράζω
κουράζονταν	=	κουράζω
κουράζοντας	=	κουράζω
κουράζουμε	=	κουράζω
κουράζουν	=	κουράζω
κουράζουνε	=	κουράζω
κουράζω	verb	προξενώ σε κάποιον σωματική ή ψυχική κούραση, καταπονώ
κουράντες	noun	ο θεράπων ιατρός ενός αρρώστου
κουράντη	=	κουράντης
κουράντηδες	=	κουράντης
κουράντηδων	=	κουράντης
κουράντης	noun	ο θεράπων ιατρός ενός αρρώστου
κουράρισμα	noun	η φροντίδα κάποιου αρρώστου με την επιλογή και εφαρμογή της πρέπουσας θεραπείας
κουράρω	verb	φροντίζω κάποιον άρρωστο επιλέγοντας και εφαρμόζοντας την πρέπουσα θεραπεία
κουράς	noun	γενική ενικού του κουρά
κουράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσαν	=	κουράζω
κουράσανε	=	κουράζω
κουράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσομε	=	κουράζω
κουράσου	=	κουράζω
κουράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράσουνε	=	κουράζω
κουράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κουρέα	=	κουρέας
κουρέας	noun	ο επαγγελματίας που κουρεύει άντρες ή τους ξυρίζει
κουρέλα	noun	ξεφτιλισμένος άνθρωπος ή ομάδα
κουρέλας	noun	γενική ενικού του κουρέλα
κουρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρέλα
κουρέλι	noun	κομμάτι ύφασμα που είναι πολύ παλιό και πολύ φθαρμένο
κουρέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρέλι
κουρέλιαζα	=	κουρελιάζω
κουρέλιαζαν	=	κουρελιάζω
κουρέλιαζε	=	κουρελιάζω
κουρέλιαζες	=	κουρελιάζω
κουρέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρέλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του κουρελιάζω
κουρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρεμα
κουρέματος	noun	γενική ενικού του κούρεμα
κουρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρά
κουρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψαν	=	κουρεύω
κουρέψανε	=	κουρεύω
κουρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψομε	=	κουρεύω
κουρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψουνε	=	κουρεύω
κουρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κουρέων	=	κουρέας
κουρίτα	noun	είδος βάρκας από τη Μικρά Ασία παρόμοιο με πιρόγα
κουρίτας	=	κουρίτα
κουρίτες	=	κουρίτα
κουραδάκι	noun	μικρή κουράδα
κουραδάκια	=	κουραδάκι
κουραδίτσα	noun	υποκοριστικό του: κουράδα
κουραδίτσας	=	κουραδίτσα
κουραδίτσες	=	κουραδίτσα
κουραδιάρα	=	κουραδιάρης
κουραδιάρας	=	κουραδιάρης
κουραδιάρες	=	κουραδιάρης
κουραδιάρη	=	κουραδιάρης
κουραδιάρηδες	=	κουραδιάρης
κουραδιάρηδων	=	κουραδιάρης
κουραδιάρης	adj	λέξη αναφερόμενη σε άνθρωπο υποτιμητικά
κουραδιάρικα	=	κουραδιάρης
κουραδιάρικο	=	κουραδιάρης
κουραδιάρικου	=	κουραδιάρης
κουραδιάρικων	=	κουραδιάρης
κουραδιού	=	κουράδι
κουραδιών	=	κουράδι
κουραδοκοφτών	=	κουραδοκόφτης
κουραδοκόφτες	=	κουραδοκόφτης
κουραδοκόφτη	=	κουραδοκόφτης
κουραδοκόφτης	noun|slang	το μικροσκοπικό εσώρουχο «στρινγκ», το στριγκάκι, ή το τάνγκα
κουραδομηχανές	=	κουραδομηχανή
κουραδομηχανή	noun	τεμπέλης, ακαμάτης
κουραδομηχανής	=	κουραδομηχανή
κουραδομηχανών	=	κουραδομηχανή
κουραδούλα	noun	μικρή κουράδα
κουραδούλας	=	κουραδούλα
κουραδούλες	=	κουραδούλα
κουραδόμαγκα	=	κουραδόμαγκας
κουραδόμαγκας	noun	ο ψευτόμαγκας, ο θρασύδειλος
κουραδόμαγκες	=	κουραδόμαγκας
κουραδόμαγκων	=	κουραδόμαγκας
κουραζόμασταν	=	κουράζω
κουραζόμαστε	=	κουράζω
κουραζόμουν	=	κουράζω
κουραζόμουνα	=	κουράζω
κουραζόντουσαν	=	κουράζω
κουραζόσασταν	=	κουράζω
κουραζόσαστε	=	κουράζω
κουραζόσουν	=	κουράζω
κουραζόσουνα	=	κουράζω
κουραζόταν	=	κουράζω
κουραζότανε	=	κουράζω
κουραμάνα	noun	πιτυρούχο ψωμί κατώτερης ποιότητας που παρασκευαζόταν ειδικά για τον στρατό
κουραμάνας	noun	γενική ενικού του κουραμάνα
κουραμάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραμάνα
κουραμιά	=	κουμαριά
κουραμπιέ	=	κουραμπιές
κουραμπιέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραμπιές
κουραμπιέδων	=	κουραμπιές
κουραμπιές	noun	παραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη
κουραμπιεδάκι	noun	υποκοριστικό του κουραμπιές
κουραμπιεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραμπιεδάκι
κουραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουράρισμα
κουραρίσματος	noun	γενική ενικού του κουράρισμα
κουραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουράρισμα
κουραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραρισμένο
κουραρισμένε	verb	κλητική ενικού του κουραρισμένος
κουραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραρισμένη
κουραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουραρισμένος
κουραρισμένης	verb	γενική ενικού του κουραρισμένη
κουραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουραρισμένος
κουραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουραρισμένος
κουραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουραρισμένος
κουραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουραρισμένος
κουραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουραρισμένος
κουρασάνι	noun	στεγανό κονίαμα, από τριμμένο κεραμίδι, άμμο και ασβέστη
κουρασάνια	=	κουρασάνι
κουρασανιού	=	κουρασάνι
κουρασανιών	=	κουρασάνι
κουρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουρασμένος	adv	με κούραση
κουρασμένε	verb	κλητική ενικού του κουρασμένος
κουρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρασμένη
κουρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρασμένος
κουρασμένης	verb	γενική ενικού του κουρασμένη
κουρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρασμένος
κουρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρασμένος
κουρασμένος	verb	που έχει κουραστεί, που νιώθει κούραση
κουρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρασμένος
κουρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρασμένος
κουρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρασμένος
κουραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστήκαν	=	κουράζω
κουραστήκανε	=	κουράζω
κουραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραστικό	adv	με κουραστικό τρόπο, με τρόπο που προκαλεί κούραση
κουραστικέ	adj	κλητική ενικού του κουραστικός
κουραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουραστική
κουραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουραστικός
κουραστικής	adj	γενική ενικού του κουραστική
κουραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουραστικός
κουραστικού	adj	γενική ενικού του κουραστικός
κουραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουραστικός
κουραστικό	adj	αιτιατική ενικού του κουραστικός
κουραστικός	adj	που κουράζει, που προκαλεί κόπωση
κουραστικών	adj	γενική πληθυντικού του κουραστικός
κουραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραστούνε	=	κουράζω
κουραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
κουραφέξαλα	noun	ανοησίες, αρλούμπες, μπούρδες
κουραφέξαλων	=	κουραφέξαλα
κουραφεξάλων	=	κουραφέξαλα
κουρδίζαμε	=	κουρδίζω
κουρδίζαν	=	κουρδίζω
κουρδίζανε	=	κουρδίζω
κουρδίζατε	=	κουρδίζω
κουρδίζει	=	κουρδίζω
κουρδίζεις	=	κουρδίζω
κουρδίζεσαι	=	κουρδίζομαι
κουρδίζεστε	=	κουρδίζομαι
κουρδίζεται	=	κουρδίζομαι
κουρδίζετε	=	κουρδίζω
κουρδίζομαι	verb	εκνευρίζομαι, ερεθίζομαι αρνητικά, μου ανεβαίνει σιγά-σιγά το αίμα στο κεφάλι, ανεβάζω στροφές, με παρακινούν επίτηδες -ή παρακινούμαι από γεγονότα- να κάνω κάτι, να ενεργήσω και να αντιδράσω
κουρδίζονται	=	κουρδίζομαι
κουρδίζονταν	=	κουρδίζομαι
κουρδίζοντας	=	κουρδίζω
κουρδίζου	=	κουρδίζομαι
κουρδίζουμε	=	κουρδίζω
κουρδίζουν	=	κουρδίζω
κουρδίζουνε	=	κουρδίζω
κουρδίζω	verb	συσπειρώνω το ελατήριο που χρησιμοποιείται για να δίνει ενέργεια σε ρολόι ή άλλο μηχανισμό
κουρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίσαν	=	κουρδίζω
κουρδίσανε	=	κουρδίζω
κουρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρδισμα
κουρδίσματος	noun	γενική ενικού του κούρδισμα
κουρδίσου	=	κουρδίζομαι
κουρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδίστηκα	=	κουρδίζομαι
κουρδίστηκαν	=	κουρδίζομαι
κουρδίστηκε	=	κουρδίζομαι
κουρδίστηκες	=	κουρδίζομαι
κουρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κουρδιζόμασταν	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόμαστε	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόμουν	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόμουνα	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόντουσαν	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόσασταν	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόσαστε	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόσουν	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόσουνα	=	κουρδίζομαι
κουρδιζόταν	=	κουρδίζομαι
κουρδιζότανε	=	κουρδίζομαι
κουρδικά	noun	κουρδικές γλώσσες με τρεις βασικές ποικιλίες (βόρεια, κεντρικά και νότια κουρδικά)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρδικό
κουρδικέ	adj	κλητική ενικού του κουρδικός
κουρδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρδική
κουρδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρδικός
κουρδικής	adj	γενική ενικού του κουρδική
κουρδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρδικός
κουρδικού	adj	γενική ενικού του κουρδικός
κουρδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουρδικός
κουρδικό	adj	αιτιατική ενικού του κουρδικός
κουρδικός	adj	σχετικός με τους Κούρδους
κουρδικών	adj	γενική πληθυντικού του κουρδικός
κουρδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούρδισμα
κουρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρδισμένο
κουρδισμένε	verb	κλητική ενικού του κουρδισμένος
κουρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρδισμένη
κουρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρδισμένος
κουρδισμένης	verb	γενική ενικού του κουρδισμένη
κουρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κουρδισμένος
κουρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρδισμένος
κουρδισμένος	verb	που έχει κουρδιστεί, που ρυθμίστηκε ώστε να παράγει νότες στον κατάλληλο τόνο
κουρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρδισμένος
κουρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρδισμένος
κουρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρδισμένος
κουρδιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρδιστό
κουρδιστέ	adj	κλητική ενικού του κουρδιστός
κουρδιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρδιστή
κουρδιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρδιστός
κουρδιστήκαμε	=	κουρδίζομαι
κουρδιστήκαν	=	κουρδίζομαι
κουρδιστήκανε	=	κουρδίζομαι
κουρδιστήκατε	=	κουρδίζομαι
κουρδιστήρι	noun	εξάρτημα με το οποίο κουρδίζουμε κάποιο όργανο, ρολόι ή παιχνίδι
κουρδιστήρια	=	κουρδιστήρι
κουρδιστής	noun	αυτός που κουρδίζει ένα μουσικό όργανο	adj	γενική ενικού του κουρδιστή
κουρδιστί	adv|formal	στα κουρδικά, στην κουρδική γλώσσα
κουρδιστεί	=	κουρδίζομαι
κουρδιστείτε	=	κουρδίζομαι
κουρδιστηριού	=	κουρδιστήρι
κουρδιστηριών	=	κουρδιστήρι
κουρδιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρδιστός
κουρδιστού	adj	γενική ενικού του κουρδιστός
κουρδιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουρδιστός
κουρδιστό	adj	αιτιατική ενικού του κουρδιστός
κουρδιστός	adj	αυτός που μπορεί να λειτουργήσει μόνον με μηχανισμό ελατηρίων τα οποία συσπειρώνονται με κούρδισμα (ρολόι, παιχνίδι, μουσικό όργανο)
κουρδιστών	adj	γενική πληθυντικού του κουρδιστός
κουρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρείο
κουρείο	noun	το κατάστημα του κουρέα, εκεί που πάει ένας άντρας για να κόψει τα μαλλιά του ή να ξυριστεί
κουρείου	noun	γενική ενικού του κουρείο
κουρείς	=	κουρέας
κουρείων	noun	γενική πληθυντικού του κουρείο
κουρελάκι	noun	υποκοριστικό του: κουρέλι
κουρελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελάκι
κουρελέ	adj|vulgar	για ποδοσφαιρική ομάδα που δεν έχει καλούς παίκτες, που παίζει χάλια
κουρελή	=	κουρελής
κουρελήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελής
κουρελήδων	noun	γενική πληθυντικού του κουρελής
κουρελής	noun	ντυμένος με κουρέλια
κουρελαρία	noun	πολλά κουρέλια ή άχρηστα πράγματα μαζί
κουρελαρίας	noun	γενική ενικού του κουρελαρία
κουρελαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελαρία
κουρελιάζαμε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζαν	=	κουρελιάζω
κουρελιάζανε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζατε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζει	=	κουρελιάζω
κουρελιάζεις	=	κουρελιάζω
κουρελιάζεσαι	=	κουρελιάζω
κουρελιάζεστε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζεται	=	κουρελιάζω
κουρελιάζετε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάζομε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζονται	=	κουρελιάζω
κουρελιάζονταν	=	κουρελιάζω
κουρελιάζοντας	=	κουρελιάζω
κουρελιάζουμε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζουν	=	κουρελιάζω
κουρελιάζουνε	=	κουρελιάζω
κουρελιάζω	verb	μετατρέπω κάτι σε κουρέλι
κουρελιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρελιάρης
κουρελιάρας	adj	γενική ενικού του κουρελιάρα
κουρελιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελιάρα
κουρελιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουρελιάρης
κουρελιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελιάρης
κουρελιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του κουρελιάρης
κουρελιάρης	noun	κουρελιάρης	adj	ντυμένος με κουρέλια
κουρελιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελιάρικο
κουρελιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουρελιάρης
κουρελιάρικου	adj	γενική ενικού του κουρελιάρικο
κουρελιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του κουρελιάρικο
κουρελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσαν	=	κουρελιάζω
κουρελιάσανε	=	κουρελιάζω
κουρελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρέλιασμα
κουρελιάσματος	noun	γενική ενικού του κουρέλιασμα
κουρελιάσομε	=	κουρελιάζω
κουρελιάσου	=	κουρελιάζω
κουρελιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάσουνε	=	κουρελιάζω
κουρελιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζω
κουρελιαζόμασταν	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόμαστε	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόμουν	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόμουνα	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόντουσαν	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόσασταν	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόσαστε	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόσουν	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόσουνα	=	κουρελιάζω
κουρελιαζόταν	=	κουρελιάζω
κουρελιαζότανε	=	κουρελιάζω
κουρελιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουρέλιασμα
κουρελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελιασμένο
κουρελιασμένε	verb	κλητική ενικού του κουρελιασμένος
κουρελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελιασμένη
κουρελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρελιασμένος
κουρελιασμένης	verb	γενική ενικού του κουρελιασμένη
κουρελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρελιασμένος
κουρελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρελιασμένος
κουρελιασμένος	verb	που έχει κουρελιαστεί
κουρελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρελιασμένος
κουρελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρελιασμένος
κουρελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρελιασμένος
κουρελιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστήκαν	=	κουρελιάζω
κουρελιαστήκανε	=	κουρελιάζω
κουρελιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιαστούνε	=	κουρελιάζω
κουρελιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρελιάζομαι
κουρελιού	=	κουρέλι
κουρελιών	=	κουρέλι
κουρελοπρολεταριάτο	noun|rare	το λούμπεν προλεταριάτο
κουρελού	noun	θηλυκό του κουρελής
κουρελούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρελού
κουρελούδων	=	κουρελού
κουρελούς	=	κουρελού
κουρελόχαρτα	=	κουρελόχαρτο
κουρελόχαρτο	noun	χαρτί χαμηλής αξίας, πχ. σε κακή κατάσταση ή για πέταγμα
κουρελόχαρτου	=	κουρελόχαρτο
κουρελόχαρτων	=	κουρελόχαρτο
κουρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούρεμα
κουρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρεμένο
κουρεμένε	verb	κλητική ενικού του κουρεμένος
κουρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρεμένη
κουρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρεμένος
κουρεμένης	verb	γενική ενικού του κουρεμένη
κουρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρεμένος
κουρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρεμένος
κουρεμένος	verb	που έχει κουρευτεί
κουρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρεμένος
κουρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρεμένος
κουρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρεμένος
κουρεματάκι	=	κούρεμα
κουρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτήκαν	=	κουρεύω
κουρευτήκανε	=	κουρεύω
κουρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρευτικό
κουρευτικέ	adj	κλητική ενικού του κουρευτικός
κουρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρευτική
κουρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρευτικός
κουρευτικής	adj	γενική ενικού του κουρευτική
κουρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρευτικός
κουρευτικού	adj	γενική ενικού του κουρευτικός
κουρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουρευτικός
κουρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του κουρευτικός
κουρευτικός	adj	σχετικός με το κούρεμα
κουρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του κουρευτικός
κουρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευτούνε	=	κουρεύω
κουρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρευόμασταν	=	κουρεύω
κουρευόμαστε	=	κουρεύω
κουρευόμουν	=	κουρεύω
κουρευόμουνα	=	κουρεύω
κουρευόντουσαν	=	κουρεύω
κουρευόσασταν	=	κουρεύω
κουρευόσαστε	=	κουρεύω
κουρευόσουν	=	κουρεύω
κουρευόσουνα	=	κουρεύω
κουρευόταν	=	κουρεύω
κουρευότανε	=	κουρεύω
κουρεύαμε	=	κουρεύω
κουρεύαν	=	κουρεύω
κουρεύανε	=	κουρεύω
κουρεύατε	=	κουρεύω
κουρεύει	=	κουρεύω
κουρεύεις	=	κουρεύω
κουρεύεσαι	=	κουρεύω
κουρεύεστε	=	κουρεύω
κουρεύεται	=	κουρεύω
κουρεύετε	=	κουρεύω
κουρεύομαι	verb	κόβω τα μαλλιά μου
κουρεύομε	=	κουρεύω
κουρεύονται	=	κουρεύω
κουρεύονταν	=	κουρεύω
κουρεύοντας	=	κουρεύω
κουρεύουμε	=	κουρεύω
κουρεύουν	=	κουρεύω
κουρεύουνε	=	κουρεύω
κουρεύτε	=	κουρεύω
κουρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
κουρεύω	verb	κόβω τα μαλλιά ή το τρίχωμα ανθρώπου ή ζώου
κουρζέτα	noun	άλλη μορφή του κουρζέτο
κουρζέτας	=	κουρζέτα
κουρζέτες	=	κουρζέτα
κουρζέτο	noun	υδρορροή στα πλάγια του καταστρώματος ενός πλοίου
κουρζέτου	=	κουρζέτο
κουρζέτων	=	κουρζέτο
κουριτών	=	κουρίτα
κουρκουμά	=	κουρκουμάς
κουρκουμάδες	=	κουρκουμάς
κουρκουμάδων	=	κουρκουμάς
κουρκουμάς	noun	πολυετές ριζωματοειδές φυτό της οικογένειας των Zingiberaceae (Curcuma longa -Κουρκούμη η μακρά- ή Curcuma domestica -Κουρκούμη η οικιακή)
κουρκουμέλα	noun	η κολλώδης ουσία που εκκρίνουν διάφορα ξυλώδη φυτά στον κορμό τους μετά από κοπή ή ρηγμάτωση
κουρκουμέλας	noun	γενική ενικού του κουρκουμέλα
κουρκουμέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρκουμέλα
κουρκουμελών	noun	γενική πληθυντικού του κουρκουμέλα
κουρκουμιού	=	κουρκούμι
κουρκουμιών	=	κουρκούμι
κουρκουμπίνι	noun	μικρό σιροπιαστό γλυκό με σχήμα κυλινδρικό, φτιαγμένο από φύλλο κρούστας και αρωματισμένο σιρόπι
κουρκουμπίνια	=	κουρκουμπίνι
κουρκουμπινιού	=	κουρκουμπίνι
κουρκουμπινιών	=	κουρκουμπίνι
κουρκουμών	=	κουρκούμη
κουρκουρίζω	=	γουργουρίζω
κουρκουτά	=	κουρκουτάς
κουρκουτάδες	=	κουρκουτάς
κουρκουτάδων	=	κουρκουτάς
κουρκουτάς	noun	η μεγάλη εύρωστη σαύρα (Stellagama stellio cypriaca) που μπορεί να περάσει τα 40 εκατοστά σε μήκος
κουρκουτιάζαμε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζαν	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζανε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζατε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζει	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζεις	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζετε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζοντας	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζουμε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζουν	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζουνε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάζω	verb|vulgar	χάνω τις πνευματικές μου δυνάμεις ή τις διανοητικές μου ικανότητες για διάφορους λόγους (κόπωση, γηρατειά κ.λπ.)
κουρκουτιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσαν	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσανε	=	κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκουτιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρκουτιασμένο
κουρκουτιασμένε	verb	κλητική ενικού του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρκουτιασμένη
κουρκουτιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιασμένης	verb	γενική ενικού του κουρκουτιασμένη
κουρκουτιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιασμένος	verb	που έχει κουρκουτιάσει
κουρκουτιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρκουτιασμένος
κουρκουτιού	=	κουρκούτι
κουρκουτιών	=	κουρκούτι
κουρκούδιαλος	noun	είδος σαύρας , το κροκοδειλάκι
κουρκούλη	=	κουρκούλης
κουρκούληδες	=	κουρκούλης
κουρκούληδων	=	κουρκούλης
κουρκούλης	noun	η οχιά
κουρκούμες	=	κουρκούμη
κουρκούμη	noun	κουρκουμάς
κουρκούμης	=	κουρκούμη
κουρκούμι	noun	κουρκουμάς
κουρκούμια	=	κουρκούμι
κουρκούταβλος	noun	είδος σαύρας με την ονομασία: «κροκοδειλάκι»
κουρκούτη	=	κουρκούτης
κουρκούτηδες	=	κουρκούτης
κουρκούτηδων	=	κουρκούτης
κουρκούτης	noun|vulgar	κουτός, ανόητος
κουρκούτι	noun	αλεύρι βρασμένο σε νερό
κουρκούτια	=	κουρκούτι
κουρκούτιαζα	=	κουρκουτιάζω
κουρκούτιαζαν	=	κουρκουτιάζω
κουρκούτιαζε	=	κουρκουτιάζω
κουρκούτιαζες	=	κουρκουτιάζω
κουρκούτιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκούτιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκούτιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρκούτιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρκουτιάζω
κουρλά	=	κουρλός
κουρλέ	=	κουρλός
κουρλές	=	κουρλός
κουρλή	=	κουρλός
κουρλής	=	κουρλός
κουρλοί	=	κουρλός
κουρλού	=	κουρλός
κουρλούς	=	κουρλός
κουρλό	=	κουρλός
κουρλός	adj	τρελός
κουρλών	=	κουρλός
κουρμπάνι	noun|vulgar	έθιμο που περιλαμβάνει σφάξιμο ζώου, μαγείρεμα και κοινό γεύμα
κουρμπάνια	=	κουρμπάνι
κουρμπάτσι	noun|dated	μαστίγιο, καμουτσίκι
κουρμπάτσια	=	κουρμπάτσι
κουρμπέτι	noun|vulgar	ο εκτός της κατοικίας μας χώρος, ο επαγγελματικός χώρος, η πιάτσα· (κατ’ επέκταση) η επαγγελματική ζωή, με έμφαση κυρίως στις δυσκολίες της, στη βιοπάλη
κουρμπέτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρμπέτι
κουρμπαδόρε	=	κουρμπαδόρος
κουρμπαδόρο	=	κουρμπαδόρος
κουρμπαδόροι	=	κουρμπαδόρος
κουρμπαδόρος	noun	εργαλείο συστροφής σωλήνων, συνηθέστερα χάλκινων, δημιουργώντας κούρμπα μέχρι και 180 μοιρών
κουρμπαδόρου	=	κουρμπαδόρος
κουρμπαδόρους	=	κουρμπαδόρος
κουρμπαδόρων	=	κουρμπαδόρος
κουρμπανιού	=	κουρμπάνι
κουρμπανιών	=	κουρμπάνι
κουρμπαριστά	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστέ	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστές	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστή	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστής	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστοί	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστού	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστούς	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστό	=	κουρμπαριστός
κουρμπαριστός	adj	στρογγυλεμένος στην άκρη
κουρμπαριστών	=	κουρμπαριστός
κουρμπατσιού	=	κουρμπάτσι
κουρμπατσιών	=	κουρμπάτσι
κουρνάζος	noun|dated	επιδέξιος, ανοιχτομάτης
κουρνιάζαμε	=	κουρνιάζω
κουρνιάζαν	=	κουρνιάζω
κουρνιάζανε	=	κουρνιάζω
κουρνιάζατε	=	κουρνιάζω
κουρνιάζει	=	κουρνιάζω
κουρνιάζεις	=	κουρνιάζω
κουρνιάζετε	=	κουρνιάζω
κουρνιάζοντας	=	κουρνιάζω
κουρνιάζουμε	=	κουρνιάζω
κουρνιάζουν	=	κουρνιάζω
κουρνιάζουνε	=	κουρνιάζω
κουρνιάζω	verb	μαζεύομαι γύρω από τον εαυτό μου, σε κάποιο σημείο, για να κοιμηθώ
κουρνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσαν	=	κουρνιάζω
κουρνιάσανε	=	κουρνιάζω
κουρνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρνιασμα
κουρνιάσματος	noun	γενική ενικού του κούρνιασμα
κουρνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κουρνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούρνιασμα
κουρνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρνιασμένο
κουρνιασμένε	verb	κλητική ενικού του κουρνιασμένος
κουρνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρνιασμένη
κουρνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρνιασμένος
κουρνιασμένης	verb	γενική ενικού του κουρνιασμένη
κουρνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρνιασμένος
κουρνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρνιασμένος
κουρνιασμένος	verb	που έχει κουρνιάσει
κουρνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρνιασμένος
κουρνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρνιασμένος
κουρνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρνιασμένος
κουρνιαχτέ	noun	κλητική ενικού του κουρνιαχτός
κουρνιαχτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρνιαχτός
κουρνιαχτού	noun	γενική ενικού του κουρνιαχτός
κουρνιαχτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουρνιαχτός
κουρνιαχτό	noun	αιτιατική ενικού του κουρνιαχτός
κουρνιαχτός	noun	το σύννεφο σκόνης που σηκώνεται κατά την κίνηση ανθρώπων, ζώων, οχημάτων ή με τον αέρα
κουρνιαχτών	noun	γενική πληθυντικού του κουρνιαχτός
κουρντίζαμε	=	κουρντίζω
κουρντίζαν	=	κουρντίζω
κουρντίζανε	=	κουρντίζω
κουρντίζατε	=	κουρντίζω
κουρντίζει	=	κουρντίζω
κουρντίζεις	=	κουρντίζω
κουρντίζετε	=	κουρντίζω
κουρντίζομαι	=	κουρδίζομαι
κουρντίζοντας	=	κουρντίζω
κουρντίζουμε	=	κουρντίζω
κουρντίζουν	=	κουρντίζω
κουρντίζουνε	=	κουρντίζω
κουρντίζω	verb	άλλη μορφή του κουρδίζω
κουρντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσαν	=	κουρντίζω
κουρντίσανε	=	κουρντίζω
κουρντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρντισμα
κουρντίσματος	noun	γενική ενικού του κούρντισμα
κουρντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κουρντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούρντισμα
κουρντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρντισμένο
κουρντισμένε	verb	κλητική ενικού του κουρντισμένος
κουρντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρντισμένη
κουρντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρντισμένος
κουρντισμένης	verb	γενική ενικού του κουρντισμένη
κουρντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρντισμένος
κουρντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρντισμένος
κουρντισμένος	verb	που έχει κουρντιστεί
κουρντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρντισμένος
κουρντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρντισμένος
κουρντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρντισμένος
κουρντιστήρι	noun	άλλη μορφή του κουρδιστήρι
κουρντιστήρια	=	κουρντιστήρι
κουρντιστηριού	=	κουρντιστήρι
κουρντιστηριών	=	κουρντιστήρι
κουροπαλάτες	=	κουροπαλάτης
κουροπαλάτη	=	κουροπαλάτης
κουροπαλάτης	noun	από τον 6ο μέχρι τον 11ο αιώνα ο βασικός διαχειριστής στην αυτοκρατορική αυλή του Βυζαντίου και τιμητικός τίτλος που απονεμόταν σε συγγενείς του αυτοκράτορα και σε σημαντικούς ξένους συμμάχους, μετά σε στρατηγούς, ώσπου έχασε το κύρος του και αντικαταστάθηκε τον 11ο αιώνα από τον τίτλο «πρωτοκουροπαλάτης»
κουροπαλατών	=	κουροπαλάτης
κουροσίβο	noun	ισχυρό θερμό θαλάσσιο ρεύμα που εντοπίζεται στον βορειοδυτικό Ειρηνικό Ωκεανό
κουροσίο	noun	άλλη μορφή του κουροσίβο
κουρουμπλιά	noun	η κορομηλιά
κουρουμπλιάς	=	κουρουμπλιά
κουρουμπλιές	=	κουρουμπλιά
κουρουμπλιών	=	κουρουμπλιά
κουρουντίλα	noun	ανοησία, ασυναρτησία
κουρουντίλας	=	κουρουντίλα
κουρουντίλες	=	κουρουντίλα
κουρουνών	noun	γενική πληθυντικού του κουρούνα
κουρουπάκι	noun	μικρό κουρούπι
κουρουπάκια	=	κουρουπάκι
κουρουπιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρουπιαστό
κουρουπιαστέ	adj	κλητική ενικού του κουρουπιαστός
κουρουπιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρουπιαστή
κουρουπιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρουπιαστός
κουρουπιαστής	adj	γενική ενικού του κουρουπιαστή
κουρουπιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρουπιαστός
κουρουπιαστού	adj	γενική ενικού του κουρουπιαστός
κουρουπιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουρουπιαστός
κουρουπιαστό	adj	αιτιατική ενικού του κουρουπιαστός
κουρουπιαστός	adj	διατηρημένος σε κουρούπι
κουρουπιαστών	adj	γενική πληθυντικού του κουρουπιαστός
κουρουπιού	=	κουρούπι
κουρουπιών	=	κουρούπι
κουρουτών	=	κουρούτα
κουροφέξαλα	noun	άλλη μορφή του κουραφέξαλα
κουροφέξαλων	=	κουροφέξαλα
κουρού	noun	είδος τυρόπιτας, χωρίς σφολιάτα, κάπως πιο ξερή, πιο σκέτη	adj|dated	ξερός, στεγνός (συνήθως για φαγώσιμα)
κουρούμπελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρούμπελο
κουρούμπελο	noun	μεθυσμένος, τύφλα στο μεθύσι
κουρούμπελου	noun	γενική ενικού του κουρούμπελο
κουρούμπελων	noun	γενική πληθυντικού του κουρούμπελο
κουρούνα	noun	ξηροβατικό πουλί, ενδημικό στη βόρεια, ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή της οικογένειας των κορακοειδών (επιστημονικό όνομα corvus cornix)
κουρούνας	noun	γενική ενικού του κουρούνα
κουρούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρούνα
κουρούπα	noun	μεγάλο κουρούπι, πήλινο δοχείο
κουρούπας	=	κουρούπα
κουρούπες	=	κουρούπα
κουρούπη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κουρούπης
κουρούπηδες	=	κουρούπης
κουρούπηδων	=	κουρούπης
κουρούπης	noun	φαλακρός
κουρούπι	noun	πήλινο αγγείο
κουρούπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρούπι
κουρούτα	noun|dated	άλλη μορφή του καρούτα
κουρούτας	=	κουρούτα
κουρούτες	=	κουρούτα
κουρπενιά	noun	αγράμπελη, κληματσίδα
κουρπενιάς	=	κουρπενιά
κουρπενιές	=	κουρπενιά
κουρπενιών	=	κουρπενιά
κουρσάνι	noun	στεγανό δομικό υλικό (βλέπε κουρασάνι)
κουρσάνια	=	κουρσάνι
κουρσάρα	noun	μεγάλο ή γρήγορο ή πολυτελές ή γενικότερα πολύ καλό αυτοκίνητο
κουρσάρας	=	κουρσάρα
κουρσάρε	noun	κλητική ενικού του κουρσάρος
κουρσάρες	=	κουρσάρα
κουρσάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρσάρικο
κουρσάρικε	adj	κλητική ενικού του κουρσάρικος
κουρσάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρσάρικη
κουρσάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρσάρικος
κουρσάρικης	adj	γενική ενικού του κουρσάρικη
κουρσάρικο	noun	καράβι κουρσάρων, πειρατικό πλοίο
κουρσάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρσάρικος
κουρσάρικος	adj	που έχει σχέση με κουρσάρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κουρσάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρσάρικος
κουρσάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουρσάρικος
κουρσάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρσάρικος
κουρσάρο	noun	αιτιατική ενικού του κουρσάρος
κουρσάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρσάρος
κουρσάρος	noun	πειρατής, κυρίως γαλλικής καταγωγής ή από τις ακτές της βόρειας Αφρικής
κουρσάρου	noun	γενική ενικού του κουρσάρος
κουρσάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουρσάρος
κουρσάρων	noun	γενική πληθυντικού του κουρσάρος
κουρσέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρσεμα
κουρσέματος	noun	γενική ενικού του κούρσεμα
κουρσέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψαν	=	κουρσεύω
κουρσέψανε	=	κουρσεύω
κουρσέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψου	=	κουρσεύομαι
κουρσέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κουρσανιού	=	κουρσάνι
κουρσανιών	=	κουρσάνι
κουρσεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούρσεμα
κουρσεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρσεμένο
κουρσεμένε	verb	κλητική ενικού του κουρσεμένος
κουρσεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρσεμένη
κουρσεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουρσεμένος
κουρσεμένης	verb	γενική ενικού του κουρσεμένη
κουρσεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουρσεμένος
κουρσεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουρσεμένος
κουρσεμένος	verb	που τον έχουν κουρσέψει
κουρσεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουρσεμένος
κουρσεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουρσεμένος
κουρσεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουρσεμένος
κουρσευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούρσευμα
κουρσευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρσευτής
κουρσευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κουρσευτής
κουρσευτήκαμε	=	κουρσεύομαι
κουρσευτήκαν	=	κουρσεύομαι
κουρσευτήκανε	=	κουρσεύομαι
κουρσευτήκατε	=	κουρσεύομαι
κουρσευτής	noun	αυτός που κουρσεύει
κουρσευτεί	=	κουρσεύομαι
κουρσευτείτε	=	κουρσεύομαι
κουρσευτών	noun	γενική πληθυντικού του κουρσευτής
κουρσευόμασταν	=	κουρσεύομαι
κουρσευόμαστε	=	κουρσεύομαι
κουρσευόμουν	=	κουρσεύομαι
κουρσευόμουνα	=	κουρσεύομαι
κουρσευόντουσαν	=	κουρσεύομαι
κουρσευόσασταν	=	κουρσεύομαι
κουρσευόσαστε	=	κουρσεύομαι
κουρσευόσουν	=	κουρσεύομαι
κουρσευόσουνα	=	κουρσεύομαι
κουρσευόταν	=	κουρσεύομαι
κουρσευότανε	=	κουρσεύομαι
κουρσεύαμε	=	κουρσεύω
κουρσεύαν	=	κουρσεύω
κουρσεύανε	=	κουρσεύω
κουρσεύατε	=	κουρσεύω
κουρσεύει	=	κουρσεύω
κουρσεύεις	=	κουρσεύω
κουρσεύεσαι	=	κουρσεύομαι
κουρσεύεστε	=	κουρσεύομαι
κουρσεύεται	=	κουρσεύομαι
κουρσεύετε	=	κουρσεύω
κουρσεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρσευμα
κουρσεύματος	noun	γενική ενικού του κούρσευμα
κουρσεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουρσεύω
κουρσεύονται	=	κουρσεύομαι
κουρσεύονταν	=	κουρσεύομαι
κουρσεύοντας	=	κουρσεύω
κουρσεύου	=	κουρσεύομαι
κουρσεύουμε	=	κουρσεύω
κουρσεύουν	=	κουρσεύω
κουρσεύουνε	=	κουρσεύω
κουρσεύτηκα	=	κουρσεύομαι
κουρσεύτηκαν	=	κουρσεύομαι
κουρσεύτηκε	=	κουρσεύομαι
κουρσεύτηκες	=	κουρσεύομαι
κουρσεύω	verb|vulgar	επιτίθεμαι ως πειρατής σε πλοίο και το λεηλατώ
κουρσουμιού	=	κουρσούμι
κουρσουμιών	=	κουρσούμι
κουρσουνιά	noun|dated	πυροβολισμός
κουρσουνιάς	=	κουρσουνιά
κουρσουνιές	=	κουρσουνιά
κουρσουνιού	=	κουρσούνι
κουρσουνιών	=	κουρσούνι
κουρσούμι	noun	άλλη μορφή του κουρσούνι
κουρσούμια	=	κουρσούμι
κουρσούνι	noun	μόλυβδος, μολύβι
κουρσούνια	=	κουρσούνι
κουρτάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρτάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρτάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρτάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρτέλα	=	κουρτέλο
κουρτέλο	noun	στηθαίο
κουρτέλου	=	κουρτέλο
κουρτέλων	=	κουρτέλο
κουρτίνα	noun	κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να καλύψει ένα άνοιγμα
κουρτίνας	noun	γενική ενικού του κουρτίνα
κουρτίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρτίνα
κουρταλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρταλώ
κουρταλούσα	=	κουρταλώ
κουρταλώ	verb	κτυπώ, κάνω θόρυβο
κουρταλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουρταλώ
κουρτελάτσα	noun	το παρίστιο των μεγάλων ιστιοφόρων πλοίων
κουρτελάτσας	=	κουρτελάτσα
κουρτελάτσες	=	κουρτελάτσα
κουρτελάτσων	=	κουρτελάτσα
κουρτζή	=	κουρτζής
κουρτζήδες	=	κουρτζής
κουρτζήδων	=	κουρτζής
κουρτζής	noun|dated	τελωνοφύλακας
κουρτινάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρτινάδικο
κουρτινάκι	noun	υποκοριστικό του κουρτίνα
κουρτινάκια	=	κουρτινάκι
κουρτινίτσα	noun	υποκοριστικό του κουρτίνα
κουρτινίτσας	=	κουρτινίτσα
κουρτινίτσες	=	κουρτινίτσα
κουρτινούλα	noun	υποκοριστικό του κουρτίνα
κουρτινούλας	=	κουρτινούλα
κουρτινούλες	=	κουρτινούλα
κουρτινόβεργα	noun	βέργα που τοποθετείται πάνω από παράθυρο, απ’ όπου κρεμιούνται οι κουρτίνες
κουρτινόβεργας	=	κουρτινόβεργα
κουρτινόβεργες	=	κουρτινόβεργα
κουρτινόβεργων	=	κουρτινόβεργα
κουρτινόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουρτινόξυλο
κουρτινόξυλο	noun	δοκάρι πάνω στο οποίο σέρνονται τα πιαστράκια από τα οποία κρέμεται η κουρτίνα
κουρτινόξυλου	noun	γενική ενικού του κουρτινόξυλο
κουρτινόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του κουρτινόξυλο
κουρτινών	noun	γενική πληθυντικού του κουρτίνα
κουρών	=	κουρά
κουσέλι	noun|dated	κακολογία, κακογλωσσιά
κουσέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουσέλι
κουσελιάρα	=	κουσελιάρης
κουσελιάρη	=	κουσελιάρης
κουσελιάρηδες	=	κουσελιάρης
κουσελιάρηδων	=	κουσελιάρης
κουσελιάρης	noun|dated	κουτσομπόλης	adj|dated	κουτσομπόλικος
κουσελιάρικο	=	κουσελιάρης
κουσελιού	=	κουσέλι
κουσελιών	=	κουσέλι
κουσκουσέ	=	κουσκουσές
κουσκουσέδες	=	κουσκουσές
κουσκουσέδων	=	κουσκουσές
κουσκουσές	noun	ο κουσκούς
κουσκουσουρέψαμε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρέψαν	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρέψανε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρέψατε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρέψει	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρέψτε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύαμε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύαν	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύανε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύατε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύει	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύεις	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύετε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύοντας	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύουμε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύουν	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύουνε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσουρεύω	verb	κουτσομπολεύω
κουσκουσουριά	noun	το κουτσομπολιό
κουσκουσουριάς	=	κουσκουσουριά
κουσκουσουριές	=	κουσκουσουριά
κουσκουσουριών	=	κουσκουσουριά
κουσκουσούρα	noun	θηλυκό του κουσκουσούρης
κουσκουσούρας	=	κουσκουσούρα
κουσκουσούρες	=	κουσκουσούρα
κουσκουσούρευα	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρευαν	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρευε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρευες	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρεψα	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρεψαν	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρεψε	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρεψες	=	κουσκουσουρεύω
κουσκουσούρη	=	κουσκουσούρης
κουσκουσούρηδες	=	κουσκουσούρης
κουσκουσούρηδων	=	κουσκουσούρης
κουσκουσούρης	noun	ο κουτσομπόλης
κουσκουσούρων	=	κουσκουσούρα
κουσκούνι	noun	πισινέλα
κουσκούς	noun	φαγητό βορειοαφρικανικής προέλευσης από χοντρόκοκκο σιμιγδάλι, κρέας ή ψάρι, λαχανικά και πικάντικες σάλτσες
κουσκούσι	noun	άλλη μορφή του κουσκούς
κουσκούσια	=	κουσκούσι
κουσουμάρω	verb|dated	χειρίζομαι σωστά, χρησιμοποιώ επιτυχώς
κουσουριού	=	κουσούρι
κουσουριών	=	κουσούρι
κουσούρι	noun	ελάττωμα
κουσούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουσούρι
κουστουμάτε	=	κουστουμάτος
κουστουμάτο	=	κουστουμάτος
κουστουμάτοι	=	κουστουμάτος
κουστουμάτος	noun	αυτός που φοράει κουστούμι
κουστουμάτου	=	κουστουμάτος
κουστουμάτους	=	κουστουμάτος
κουστουμάτων	=	κουστουμάτος
κουστουμαρισμένα	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένε	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένες	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένη	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένης	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένο	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένος	verb	που είναι ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα και είναι γενικότερα επιμελημένος
κουστουμαρισμένου	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένους	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμαρισμένων	=	κουστουμαρισμένος
κουστουμιά	noun	το κουστούμι
κουστουμιάς	=	κουστουμιά
κουστουμιές	=	κουστουμιά
κουστουμιού	=	κουστούμι
κουστουμιών	=	κουστούμι
κουστούμι	noun	άλλη μορφή του κοστούμι
κουστούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουστούμι
κουστωδία	noun	η ακολουθία, η συνοδεία
κουστωδίας	noun	γενική ενικού του κουστωδία
κουστωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουστωδία
κουστωδιών	noun	γενική πληθυντικού του κουστωδία
κουτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουτός	adv	με κουτό τρόπο
κουτάβι	noun	το μικρό του σκύλου, το σκυλάκι
κουτάβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτάβι
κουτάκι	noun	μικρό κουτί
κουτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτάκι
κουτάλα	noun	οποιοδήποτε ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος μοιάζει με μεγάλο κουτάλι
κουτάλας	noun	γενική ενικού του κουτάλα
κουτάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτάλα
κουτάλι	noun	το οικιακό σκεύος με το οποίο τρώγονται οι υγρές, πολτώδεις ή κρεμώδεις τροφές.
κουτάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτάλι
κουτέ	adj	κλητική ενικού του κουτός
κουτέλα	noun	το μετωπιαίο τμήμα του χαλιναριού
κουτέλας	noun	γενική ενικού του κουτέλα
κουτέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτέλα
κουτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτή
κουτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτός
κουτής	adj	γενική ενικού του κουτή
κουτί	noun	κάθε αντικείμενο με επίπεδη βάση και άνοιγμα, πάνω από τη βάση, με ή χωρίς καπάκι, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τοποθετούμε πράγματα
κουταβάκι	noun	υποκοριστικό του κουτάβι
κουταβάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουταβάκι
κουταβιού	=	κουτάβι
κουταβιών	=	κουτάβι
κουταλάκι	noun	υποκοριστικό του κουτάλι
κουταλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουταλάκι
κουταλήθρες	noun	ονομασία του παιχνιδιού ψωμάκια ή πεταλίδες ή αναπεταρούδια ή παξιμαδάκια ή πίτες το οποίο στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν εποστρακισμός -πετάμε κομμάτι κεραμιδιού ή λεπτό και επίπεδο βότσαλο στην ήρεμη θάλασσα και αυτό αναπηδά στην επιφάνεια πολλές φορές.
κουταλιά	noun	η ποσότητα του υλικού που μπορεί να χωρέσει σ' ένα κουτάλι
κουταλιάς	noun	γενική ενικού του κουταλιά
κουταλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουταλιά
κουταλιανέ	noun	κλητική ενικού του κουταλιανός
κουταλιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουταλιανός
κουταλιανού	noun	γενική ενικού του κουταλιανός
κουταλιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κουταλιανός
κουταλιανό	noun	αιτιατική ενικού του κουταλιανός
κουταλιανός	noun	ο μασίστας
κουταλιανών	noun	γενική πληθυντικού του κουταλιανός
κουταλιού	=	κουτάλι
κουταλιών	=	κουτάλι
κουταλοθήκες	=	κουταλοθήκη
κουταλοθήκη	noun	διάταξη στη οποία αποθηκεύονται τα μαχαιροπήρουνα στην κουζίνα
κουταλοθήκης	=	κουταλοθήκη
κουταλοθηκών	=	κουταλοθήκη
κουταμάρα	noun	η ιδιότητα του κουτού, η χαζομάρα, η μωρία, η βλακεία, η ηλιθιότητα
κουταμάρας	noun	γενική ενικού του κουταμάρα
κουταμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουταμάρα
κουτελών	noun	γενική πληθυντικού του κουτέλα
κουτεντέ	=	κουτεντές
κουτεντέδες	=	κουτεντές
κουτεντέδων	=	κουτεντές
κουτεντές	noun	o κουτός, o χαζός, o βλάκας
κουτεπιέ	noun	άλλη προφορά του κουντεπιέ
κουτιά	=	κουτί
κουτιάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάναν	=	κουτιαίνω
κουτιάνανε	=	κουτιαίνω
κουτιάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιάντε	=	κουτιαίνω
κουτιάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κουτιαίναμε	=	κουτιαίνω
κουτιαίναν	=	κουτιαίνω
κουτιαίνανε	=	κουτιαίνω
κουτιαίνατε	=	κουτιαίνω
κουτιαίνει	=	κουτιαίνω
κουτιαίνεις	=	κουτιαίνω
κουτιαίνετε	=	κουτιαίνω
κουτιαίνοντας	=	κουτιαίνω
κουτιαίνουμε	=	κουτιαίνω
κουτιαίνουν	=	κουτιαίνω
κουτιαίνουνε	=	κουτιαίνω
κουτιαίνω	verb	αποβλακώνω
κουτιού	=	κουτί
κουτιών	=	κουτί
κουτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτός
κουτομόγιας	noun	αυτός που παρουσιάζεται σαν βαθυστόχαστρος & σπουδαίος ενώ στην πραγματικότητα είναι κουτός & ανόητος
κουτοπονηρία	noun	άλλη μορφή του κουτοπονηριά
κουτοπονηρίας	=	κουτοπονηρία
κουτοπονηρίες	=	κουτοπονηρία
κουτοπονηριά	noun	η πονηριά του κουτού, η συμπεριφορά του που τείνει να ξεγελάσει τους άλλους
κουτοπονηριάς	noun	γενική ενικού του κουτοπονηριά
κουτοπονηριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτοπονηριά
κουτοπονηριών	=	κουτοπονηριά
κουτοπόνηρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτοπόνηρο
κουτοπόνηρε	adj	κλητική ενικού του κουτοπόνηρος
κουτοπόνηρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτοπόνηρη
κουτοπόνηρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτοπόνηρος
κουτοπόνηρης	adj	γενική ενικού του κουτοπόνηρη
κουτοπόνηρο	adj	αιτιατική ενικού του κουτοπόνηρος
κουτοπόνηροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτοπόνηρος
κουτοπόνηρος	adj	που νομίζει ότι είναι ή θέλει να φαίνεται ότι είναι πονηρός, ενώ στην πραγματικότητα είναι κουτός
κουτοπόνηρου	adj	γενική ενικού του κουτοπόνηρος
κουτοπόνηρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτοπόνηρος
κουτοπόνηρων	adj	γενική πληθυντικού του κουτοπόνηρος
κουτορίθι	=	κουτορνίθι
κουτορίθια	=	κουτορνίθι
κουτοριθιού	=	κουτορνίθι
κουτοριθιών	=	κουτορνίθι
κουτορνίθι	noun	χαρακτηρισμός ανθρώπου που θεωρείται πολύ χαζός και αφελής
κουτορνίθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτορνίθι
κουτορνιθιού	=	κουτορνίθι
κουτορνιθιών	=	κουτορνίθι
κουτουκάκι	noun	μικρό κουτούκι
κουτουκάκια	=	κουτουκάκι
κουτουκιού	=	κουτούκι
κουτουκιών	=	κουτούκι
κουτουλήματα	=	κουτούλημα
κουτουλήματος	=	κουτούλημα
κουτουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτουλημάτων	=	κουτούλημα
κουτουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουλημένο
κουτουλημένε	verb	κλητική ενικού του κουτουλημένος
κουτουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουλημένη
κουτουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτουλημένος
κουτουλημένης	verb	γενική ενικού του κουτουλημένη
κουτουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτουλημένος
κουτουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτουλημένος
κουτουλημένος	verb	που τον έχουν κουτουλήσει
κουτουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτουλημένος
κουτουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτουλημένος
κουτουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτουλημένος
κουτουλιά	noun	το χτύπημα στο κούτελο
κουτουλιάς	noun	γενική ενικού του κουτουλιά
κουτουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουλιά
κουτουλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουλισμένο
κουτουλισμένε	verb	κλητική ενικού του κουτουλισμένος
κουτουλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουλισμένη
κουτουλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτουλισμένος
κουτουλισμένης	verb	γενική ενικού του κουτουλισμένη
κουτουλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτουλισμένος
κουτουλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτουλισμένος
κουτουλισμένος	verb	που τον έχουν κουτουλίσει
κουτουλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτουλισμένος
κουτουλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτουλισμένος
κουτουλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτουλισμένος
κουτουλιών	=	κουτουλιά
κουτουλώ	verb	χτυπάω κάτι με το κούτελο
κουτουπιέ	=	κουτουπιές
κουτουπιέδες	=	κουτουπιές
κουτουπιέδων	=	κουτουπιές
κουτουπιές	noun	αδόκιμος εξελληνισμένος όρος για το κουτουπιέ
κουτουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουτούπωμα
κουτουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουπωμένο
κουτουπωμένε	verb	κλητική ενικού του κουτουπωμένος
κουτουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουπωμένη
κουτουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτουπωμένος
κουτουπωμένης	verb	γενική ενικού του κουτουπωμένη
κουτουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτουπωμένος
κουτουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτουπωμένος
κουτουπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτουπωμένος
κουτουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτουπωμένος
κουτουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτουπωμένος
κουτουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτούπωμα
κουτουπώματος	noun	γενική ενικού του κουτούπωμα
κουτουπώναμε	=	κουτουπώνω
κουτουπώναν	=	κουτουπώνω
κουτουπώνανε	=	κουτουπώνω
κουτουπώνατε	=	κουτουπώνω
κουτουπώνει	=	κουτουπώνω
κουτουπώνεις	=	κουτουπώνω
κουτουπώνετε	=	κουτουπώνω
κουτουπώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώνουμε	=	κουτουπώνω
κουτουπώνουν	=	κουτουπώνω
κουτουπώνουνε	=	κουτουπώνω
κουτουπώνω	verb|vulgar	αρπάζω (απ' τα μαλλιά), πιάνω
κουτουπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσαν	=	κουτουπώνω
κουτουπώσανε	=	κουτουπώνω
κουτουπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτουράδα	noun	απερίσκεπτη πράξη, κουταμάρα
κουτουράδας	noun	γενική ενικού του κουτουράδα
κουτουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτουράδα
κουτουράδων	=	κουτουράδα
κουτουρντίζαμε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζαν	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζανε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζατε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζει	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζεις	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζετε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζοντας	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζουμε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζουν	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζουνε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίζω	verb	ξεσαλώνω, λυσσάω, παραφέρομαι
κουτουρντίσαμε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίσαν	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίσανε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίσατε	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίσει	=	κουτουρντίζω
κουτουρντίστε	=	κουτουρντίζω
κουτουρού	adv	στην τύχη
κουτού	adj	γενική ενικού του κουτός
κουτούκι	noun	μικρή παραδοσιακή ταβέρνα, συνήθως υπόγεια
κουτούκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτούκι
κουτούλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουτουλώ
κουτούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουλώ
κουτούλιακα	=	κουτούλιακας
κουτούλιακας	noun	κουτός, κουτούτσικος
κουτούλιακες	=	κουτούλιακας
κουτούλιακων	=	κουτούλιακας
κουτούπωμα	noun|vulgar	η ενέργεια και συνέπεια του κουτουπώνω
κουτούπωνα	=	κουτουπώνω
κουτούπωναν	=	κουτουπώνω
κουτούπωνε	=	κουτουπώνω
κουτούπωνες	=	κουτουπώνω
κουτούπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτούπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτούπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτούπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτουπώνω
κουτούρντιζα	=	κουτουρντίζω
κουτούρντιζαν	=	κουτουρντίζω
κουτούρντιζε	=	κουτουρντίζω
κουτούρντιζες	=	κουτουρντίζω
κουτούρντισα	=	κουτουρντίζω
κουτούρντισαν	=	κουτουρντίζω
κουτούρντισε	=	κουτουρντίζω
κουτούρντισες	=	κουτουρντίζω
κουτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτός
κουτούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτούτσικο
κουτούτσικε	adj	κλητική ενικού του κουτούτσικος
κουτούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτούτσικη
κουτούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτούτσικος
κουτούτσικης	adj	γενική ενικού του κουτούτσικη
κουτούτσικια	=	κουτούτσικος
κουτούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του κουτούτσικος
κουτούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτούτσικος
κουτούτσικος	adj	ειρωνικά ή χαϊδευτικά ο λίγο κουτός
κουτούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτούτσικος
κουτούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτούτσικος
κουτούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτούτσικος
κουτρήματα	=	κούτρημα
κουτρήματος	=	κούτρημα
κουτρίζαμε	=	κουτρίζω
κουτρίζαν	=	κουτρίζω
κουτρίζανε	=	κουτρίζω
κουτρίζατε	=	κουτρίζω
κουτρίζει	=	κουτρίζω
κουτρίζεις	=	κουτρίζω
κουτρίζετε	=	κουτρίζω
κουτρίζοντας	=	κουτρίζω
κουτρίζουμε	=	κουτρίζω
κουτρίζουν	=	κουτρίζω
κουτρίζουνε	=	κουτρίζω
κουτρίζω	verb|vulgar	κουτουλώ
κουτρίσαμε	=	κουτρίζω
κουτρίσαν	=	κουτρίζω
κουτρίσανε	=	κουτρίζω
κουτρίσατε	=	κουτρίζω
κουτρίσει	=	κουτρίζω
κουτρίστε	=	κουτρίζω
κουτρημάτων	=	κούτρημα
κουτριά	noun|vulgar	η κουτουλιά
κουτριάς	=	κουτριά
κουτριές	=	κουτριά
κουτριών	=	κουτριά
κουτρουβάλα	noun	το εσκεμμένο ή από ατύχημα πέσιμο που συνεχίζεται με μία τουλάχιστον τούμπα	adv	με κουτρουβάλες, κουτρουβαλώντας
κουτρουβάλας	noun	γενική ενικού του κουτρουβάλα
κουτρουβάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτρουβάλα
κουτρουβάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβίου	=	κουτρούβιο
κουτρουβίων	=	κουτρούβιο
κουτρουβαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτρουβαλώ
κουτρουβαλιέμαι	=	κουτρουβαλώ
κουτρουβαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτρουβαλιασμένο
κουτρουβαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτρουβαλιασμένη
κουτρουβαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλιασμένης	verb	γενική ενικού του κουτρουβαλιασμένη
κουτρουβαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλιασμένος	verb	΄που έχει κουτρουβαλιάσει
κουτρουβαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτρουβαλιασμένος
κουτρουβαλώ	verb	κατρακυλώ (έχοντας το κεφάλι προς τα κάτω)
κουτρουβαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουτρουβαλάω / κουτρουβαλώ
κουτρούβι	noun	πήλινο δοχείο
κουτρούβια	=	κουτρούβιο
κουτρούβιο	noun	είδος πήλινου δοχείου
κουτρούβιου	=	κουτρούβιο
κουτρούβιων	=	κουτρούβιο
κουτρώ	verb	κουτουλώ
κουτσά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουτσός	adv	με κουτσό τρόπο, κουτσαίνοντας
κουτσάθηκα	=	κουτσαίνω
κουτσάθηκαν	=	κουτσαίνω
κουτσάθηκε	=	κουτσαίνω
κουτσάθηκες	=	κουτσαίνω
κουτσάκι	noun	μικρό και ξερό ξύλο
κουτσάκια	=	κουτσάκι
κουτσάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτσαμα
κουτσάματος	noun	γενική ενικού του κούτσαμα
κουτσάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάναν	=	κουτσαίνω
κουτσάνανε	=	κουτσαίνω
κουτσάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάνομε	=	κουτσαίνω
κουτσάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσάνουνε	=	κουτσαίνω
κουτσάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κουτσέ	adj	κλητική ενικού του κουτσός
κουτσές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσή
κουτσή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσός
κουτσής	adj	γενική ενικού του κουτσή
κουτσαίναμε	=	κουτσαίνω
κουτσαίναν	=	κουτσαίνω
κουτσαίνανε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνατε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνει	=	κουτσαίνω
κουτσαίνεις	=	κουτσαίνω
κουτσαίνεσαι	=	κουτσαίνω
κουτσαίνεστε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνεται	=	κουτσαίνω
κουτσαίνετε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνομαι	=	κουτσαίνω
κουτσαίνομε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνονται	=	κουτσαίνω
κουτσαίνονταν	=	κουτσαίνω
κουτσαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουτσαίνω
κουτσαίνουμε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνουν	=	κουτσαίνω
κουτσαίνουνε	=	κουτσαίνω
κουτσαίνω	verb	καθιστώ κάποιον κουτσό
κουτσαβάκη	=	κουτσαβάκης
κουτσαβάκηδες	=	κουτσαβάκης
κουτσαβάκηδων	=	κουτσαβάκης
κουτσαβάκης	noun|dated	τύπος μάγκα της παλιάς Αθήνας με ιδιόρρυθμο περπάτημα
κουτσαβάκι	noun|dated	άλλη μορφή του κουτσαβάκης
κουτσαβάκια	=	κουτσαβάκι
κουτσαβάκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουτσαβάκικος	adv	με κουτσαβάκικο τρόπο
κουτσαβάκικε	adj	κλητική ενικού του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσαβάκικη
κουτσαβάκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκικης	adj	γενική ενικού του κουτσαβάκικη
κουτσαβάκικο	adj	αιτιατική ενικού του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκικος	adj	που έχει σχέση με κουτσαβάκη, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κουτσαβάκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσαβάκικος
κουτσαβάκισσα	noun|rare	θηλυκό του κουτσαβάκης
κουτσαβάκισσας	noun	γενική ενικού του κουτσαβάκισσα
κουτσαβάκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσαβάκισσα
κουτσαβακισσών	noun	γενική πληθυντικού του κουτσαβάκισσα
κουτσαθήκαμε	=	κουτσαίνω
κουτσαθήκαν	=	κουτσαίνω
κουτσαθήκανε	=	κουτσαίνω
κουτσαθήκατε	=	κουτσαίνω
κουτσαθεί	=	κουτσαίνω
κουτσαθείς	=	κουτσαίνω
κουτσαθείτε	=	κουτσαίνω
κουτσαθούμε	=	κουτσαίνω
κουτσαθούν	=	κουτσαίνω
κουτσαθούνε	=	κουτσαίνω
κουτσαθώ	=	κουτσαίνω
κουτσαινόμασταν	=	κουτσαίνω
κουτσαινόμαστε	=	κουτσαίνω
κουτσαινόμουν	=	κουτσαίνω
κουτσαινόμουνα	=	κουτσαίνω
κουτσαινόντουσαν	=	κουτσαίνω
κουτσαινόσασταν	=	κουτσαίνω
κουτσαινόσαστε	=	κουτσαίνω
κουτσαινόσουν	=	κουτσαίνω
κουτσαινόσουνα	=	κουτσαίνω
κουτσαινόταν	=	κουτσαίνω
κουτσαινότανε	=	κουτσαίνω
κουτσακώνω	verb	παλουκώνω
κουτσαμάρα	noun	η ιδιότητα αυτού που είναι κουτσός
κουτσαμάρας	noun	γενική ενικού του κουτσαμάρα
κουτσαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσαμάρα
κουτσαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούτσαμα
κουτσαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσαμένο
κουτσαμένε	verb	κλητική ενικού του κουτσαμένος
κουτσαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσαμένη
κουτσαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσαμένος
κουτσαμένης	verb	γενική ενικού του κουτσαμένη
κουτσαμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτσαμένος
κουτσαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσαμένος
κουτσαμένος	verb	που έχει κουτσαθεί
κουτσαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσαμένος
κουτσαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτσαμένος
κουτσαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσαμένος
κουτσαμπαδιανέ	=	κουτσαμπαδιανός
κουτσαμπαδιανοί	=	κουτσαμπαδιανός
κουτσαμπαδιανού	=	κουτσαμπαδιανός
κουτσαμπαδιανούς	=	κουτσαμπαδιανός
κουτσαμπαδιανό	=	κουτσαμπαδιανός
κουτσαμπαδιανός	noun	παραδοσιακός κρητικός πηδηχτός χορός ο οποίος αποτελεί παραλλαγή του πεντοζαλίου
κουτσαμπαδιανών	=	κουτσαμπαδιανός
κουτσοήπια	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοήπιαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοήπιαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοήπιατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοήπιε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοήπιες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσός
κουτσοβλάχικα	noun	η γλώσσα ή η διάλεκτος των κουτσόβλαχων
κουτσοβλάχικων	=	κουτσοβλάχικα
κουτσοβλαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσοβλαχικό
κουτσοβλαχικέ	adj	κλητική ενικού του κουτσοβλαχικός
κουτσοβλαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσοβλαχική
κουτσοβλαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσοβλαχικός
κουτσοβλαχικής	adj	γενική ενικού του κουτσοβλαχική
κουτσοβλαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσοβλαχικός
κουτσοβλαχικού	adj	γενική ενικού του κουτσοβλαχικός
κουτσοβλαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτσοβλαχικός
κουτσοβλαχικό	noun	ζήτημα, θέμα ή πρόβλημα που έχει να κάνει με τους κουτσόβλαχους
κουτσοβλαχικός	adj	που έχει σχέση με, προέρχεται απο τους κουτσόβλαχους ή αναφέρεται σ' αυτούς
κουτσοβλαχικών	adj	γενική πληθυντικού του κουτσοβλαχικός
κουτσογράμματα	noun	τα κολλυβογράμματα
κουτσογραμμάτων	=	κουτσογράμματα
κουτσοδαιμονάκι	noun	στοιχειό στη λαϊκή παράδοση της Ζακύνθου
κουτσοδαιμονάκια	=	κουτσοδαιμονάκι
κουτσοδοντισσών	noun	γενική πληθυντικού του κουτσοδόντισσα
κουτσοδουλειά	noun	περιστασιακή δουλειά
κουτσοδουλειάς	=	κουτσοδουλειά
κουτσοδουλειές	=	κουτσοδουλειά
κουτσοδουλειών	=	κουτσοδουλειά
κουτσοδόντα	noun	θηλυκό του κουτσοδόντης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσοδόντης
κουτσοδόντας	noun	γενική ενικού του κουτσοδόντα
κουτσοδόντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσοδόντα
κουτσοδόντη	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντηδες	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντηδων	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντης	noun	αυτός που είναι κουτσοδόντης	adj	που δεν έχει κάποιο (ή κάποια) από τα μπροστινά του δόντια
κουτσοδόντικα	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντικε	=	κουτσοδόντικος
κουτσοδόντικες	=	κουτσοδόντικος
κουτσοδόντικη	=	κουτσοδόντικος
κουτσοδόντικης	=	κουτσοδόντικος
κουτσοδόντικο	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντικοι	=	κουτσοδόντικος
κουτσοδόντικος	adj	που έχει σχέση με κουτσοδόντη, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν
κουτσοδόντικου	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντικους	=	κουτσοδόντικος
κουτσοδόντικων	=	κουτσοδόντης
κουτσοδόντισσα	noun	θηλυκό του κουτσοδόντης
κουτσοδόντισσας	noun	γενική ενικού του κουτσοδόντισσα
κουτσοδόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσοδόντισσα
κουτσοκατάφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκατάφεραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκατάφερε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκατάφερες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρνω	verb|vulgar	δύσκολα καταφέρνω να ζήσω ή να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις μου
κουτσοκαταφέρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσοκαταφέρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοκαταφέρνω
κουτσομούρα	noun	είδος ψαριού (Mullus barbatus) που μοιάζει αρκετά με το μπαρμπούνι
κουτσομούρας	=	κουτσομούρα
κουτσομούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομούρα
κουτσομπάφιλα	=	κουτσομπάφιλας
κουτσομπάφιλας	noun	που έχει κομμένο δάκτυλο
κουτσομπάφιλες	=	κουτσομπάφιλας
κουτσομπάφιλων	=	κουτσομπάφιλας
κουτσομπολέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψαν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψανε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψομε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψου	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψουνε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολίστικα	adv	με διάθεση για κουτσομπολιό
κουτσομπολίστικε	adj	κλητική ενικού του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολίστικη
κουτσομπολίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολίστικης	adj	γενική ενικού του κουτσομπολίστικη
κουτσομπολίστικο	adj	αιτιατική ενικού του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολίστικος	adj	που τον διακρίνει μια διάθεση για κουτσομπολιό
κουτσομπολίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσομπολίστικος
κουτσομπολεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολεμένο
κουτσομπολεμένε	verb	κλητική ενικού του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολεμένη
κουτσομπολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολεμένης	verb	γενική ενικού του κουτσομπολεμένη
κουτσομπολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολεμένος	verb	που τον έχουν κουτσομπολέψει
κουτσομπολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσομπολεμένος
κουτσομπολευτήκαμε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτήκαν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτήκανε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτήκατε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτεί	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτείς	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτείτε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτούμε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτούν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτούνε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευτώ	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόμασταν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόμαστε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόμουν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόμουνα	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόντουσαν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόσασταν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόσαστε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόσουν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόσουνα	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευόταν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολευότανε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύαμε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύαν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύανε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύατε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύει	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύεις	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύεσαι	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύεστε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύεται	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύετε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύομε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύονται	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύονταν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύοντας	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύουμε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύουν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύουνε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύτε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύτηκα	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύτηκαν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύτηκε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύτηκες	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπολεύω	verb	συζητώ αργόσχολα ή σχολιάζω (κακόβουλα ή και καλόβουλα) πράξεις ή ενέργειες άλλων ανθρώπων (συνήθως απόντων)
κουτσομπολιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπολιό
κουτσομπολιάζαμε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζαν	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζανε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζατε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζει	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζεις	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζετε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζοντας	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζουμε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζουν	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζουνε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάζω	verb	άλλη μορφή του κουτσομπολεύω
κουτσομπολιάσαμε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάσαν	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάσανε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάσατε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάσει	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιάστε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπολιού	noun	γενική ενικού του κουτσομπολιό
κουτσομπολιό	noun	αργόσχολη συζήτηση ή σχολιασμός (κακόβουλος ή και καλόβουλος) πράξεων και ενεργειών άλλων ανθρώπων (συνήθως απόντων)
κουτσομπολιών	noun	γενική πληθυντικού του κουτσομπολιό
κουτσομπόλα	noun	θηλυκό του κουτσομπόλης
κουτσομπόλας	noun	γενική ενικού του κουτσομπόλα
κουτσομπόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπόλα
κουτσομπόλευα	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπόλευαν	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπόλευε	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπόλευες	=	κουτσομπολεύω
κουτσομπόλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπόλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπόλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπόλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσομπολεύω
κουτσομπόλη	=	κουτσομπόλης
κουτσομπόληδες	=	κουτσομπόλης
κουτσομπόληδων	=	κουτσομπόλης
κουτσομπόλης	noun	σχολιαστής της συμπεριφοράς των άλλων, συχνά με αρνητικό τρόπο
κουτσομπόλιαζα	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιαζαν	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιαζε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιαζες	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιασα	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιασαν	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιασε	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλιασες	=	κουτσομπολιάζω
κουτσομπόλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπόλικο
κουτσομπόλικε	adj	κλητική ενικού του κουτσομπόλικος
κουτσομπόλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπόλικη
κουτσομπόλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσομπόλικος
κουτσομπόλικης	adj	γενική ενικού του κουτσομπόλικη
κουτσομπόλικο	adj	αιτιατική ενικού του κουτσομπόλικος
κουτσομπόλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσομπόλικος
κουτσομπόλικος	adj	που έχει σχέση με τον κουτσομπόλη ή αναφέρεται σ' αυτόν
κουτσομπόλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσομπόλικος
κουτσομπόλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτσομπόλικος
κουτσομπόλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσομπόλικος
κουτσονούρα	=	κουτσονούρης
κουτσονούρας	=	κουτσονούρης
κουτσονούρες	=	κουτσονούρης
κουτσονούρη	=	κουτσονούρης
κουτσονούρηδες	=	κουτσονούρης
κουτσονούρηδων	=	κουτσονούρης
κουτσονούρης	adj	που έχει κομμένη ή πολύ κοντή ουρά
κουτσονούρικα	=	κουτσονούρης
κουτσονούρικο	=	κουτσονούρης
κουτσονούρικου	=	κουτσονούρης
κουτσονούρικων	=	κουτσονούρης
κουτσοπίνω	verb	πίνω περιστασιακά ή αργά αργά κάποιο οινοπνευματώδες ποτό
κουτσοπερπατώ	verb	τρεκλίζω
κουτσοπιεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοπιείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοπιείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοπιούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοπιούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσοπιώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσοπίνω
κουτσουκέλα	noun	πονηριά, μικροαπάτη, κατεργαριά
κουτσουκέλας	noun	γενική ενικού του κουτσουκέλα
κουτσουκέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουκέλα
κουτσουλά	=	κουτσουλάω
κουτσουλάγαμε	=	κουτσουλάω
κουτσουλάγανε	=	κουτσουλάω
κουτσουλάγατε	=	κουτσουλάω
κουτσουλάει	=	κουτσουλάω
κουτσουλάμε	=	κουτσουλάω
κουτσουλάν	=	κουτσουλάω
κουτσουλάνε	=	κουτσουλάω
κουτσουλάς	=	κουτσουλάω
κουτσουλάτε	=	κουτσουλάω
κουτσουλάω	verb	άλλη μορφή του κουτσουλίζω
κουτσουλήθηκα	=	κουτσουλάω
κουτσουλήθηκαν	=	κουτσουλάω
κουτσουλήθηκε	=	κουτσουλάω
κουτσουλήθηκες	=	κουτσουλάω
κουτσουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσαν	=	κουτσουλάω
κουτσουλήσανε	=	κουτσουλάω
κουτσουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσομε	=	κουτσουλάω
κουτσουλήσου	=	κουτσουλάω
κουτσουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσουνε	=	κουτσουλάω
κουτσουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσουλίζαμε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζαν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζανε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζατε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζει	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζεις	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζεσαι	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζεστε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζεται	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζετε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζομαι	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζομε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζονται	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζονταν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζοντας	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζουμε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζουν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζουνε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίζω	verb	κάνω κουτσουλιές
κουτσουλίσαμε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσαν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσανε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσατε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσει	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσεις	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσετε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσομε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσου	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσουμε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσουν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσουνε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίστε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίστηκα	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίστηκαν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίστηκε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίστηκες	=	κουτσουλίζω
κουτσουλίσω	=	κουτσουλίζω
κουτσουληθήκαμε	=	κουτσουλάω
κουτσουληθήκαν	=	κουτσουλάω
κουτσουληθήκανε	=	κουτσουλάω
κουτσουληθήκατε	=	κουτσουλάω
κουτσουληθεί	=	κουτσουλάω
κουτσουληθείς	=	κουτσουλάω
κουτσουληθείτε	=	κουτσουλάω
κουτσουληθούμε	=	κουτσουλάω
κουτσουληθούν	=	κουτσουλάω
κουτσουληθούνε	=	κουτσουλάω
κουτσουληθώ	=	κουτσουλάω
κουτσουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλημένο
κουτσουλημένε	verb	κλητική ενικού του κουτσουλημένος
κουτσουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλημένη
κουτσουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσουλημένος
κουτσουλημένης	verb	γενική ενικού του κουτσουλημένη
κουτσουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτσουλημένος
κουτσουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλημένος
κουτσουλημένος	verb	που έχει πάνω του κουτσουλιές
κουτσουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσουλημένος
κουτσουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτσουλημένος
κουτσουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσουλημένος
κουτσουλιά	noun	το περίττωμα από πουλί
κουτσουλιάς	noun	γενική ενικού του κουτσουλιά
κουτσουλιέμαι	=	κουτσουλάω
κουτσουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλιά
κουτσουλιέσαι	=	κουτσουλάω
κουτσουλιέστε	=	κουτσουλάω
κουτσουλιέται	=	κουτσουλάω
κουτσουλιζόμασταν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόμαστε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόμουν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόμουνα	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόντουσαν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόσασταν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόσαστε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόσουν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόσουνα	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζόταν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιζότανε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιούνται	=	κουτσουλάω
κουτσουλιούνταν	=	κουτσουλάω
κουτσουλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλισμένο
κουτσουλισμένε	verb	κλητική ενικού του κουτσουλισμένος
κουτσουλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλισμένη
κουτσουλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσουλισμένος
κουτσουλισμένης	verb	γενική ενικού του κουτσουλισμένη
κουτσουλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτσουλισμένος
κουτσουλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσουλισμένος
κουτσουλισμένος	verb	που έχει πάνω του κουτσουλιές
κουτσουλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσουλισμένος
κουτσουλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτσουλισμένος
κουτσουλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσουλισμένος
κουτσουλιστήκαμε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστήκαν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστήκανε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστήκατε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστεί	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστείς	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστείτε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστούμε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστούν	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστούνε	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιστώ	=	κουτσουλίζω
κουτσουλιόμασταν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόμαστε	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόμουν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόμουνα	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόνται	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόνταν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόντανε	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόντουσαν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόσασταν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόσαστε	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόσουν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόσουνα	=	κουτσουλάω
κουτσουλιόταν	=	κουτσουλάω
κουτσουλιότανε	=	κουτσουλάω
κουτσουλιών	=	κουτσουλιά
κουτσουλούμε	=	κουτσουλάω
κουτσουλούν	=	κουτσουλάω
κουτσουλούνε	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσα	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσαμε	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσαν	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσανε	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσατε	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσε	=	κουτσουλάω
κουτσουλούσες	=	κουτσουλάω
κουτσουλώ	verb	άλλη μορφή του κουτσουλίζω
κουτσουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κουτσουλάω / κουτσουλώ
κουτσουμπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουτσουμπός	adv	με κουτσουμπό τρόπο
κουτσουμπέ	adj	κλητική ενικού του κουτσουμπός
κουτσουμπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουμπή
κουτσουμπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσουμπός
κουτσουμπής	adj	γενική ενικού του κουτσουμπή
κουτσουμπλά	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλέ	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλές	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλή	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλής	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλοί	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλού	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλούς	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλό	=	κουτσουμπλός
κουτσουμπλός	adj	άλλη μορφή του κουτσουμπός
κουτσουμπλών	=	κουτσουμπλός
κουτσουμποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσουμπός
κουτσουμπού	adj	γενική ενικού του κουτσουμπός
κουτσουμπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτσουμπός
κουτσουμπό	adj	αιτιατική ενικού του κουτσουμπός
κουτσουμπός	adj	που του λείπει η κορυφή
κουτσουμπών	adj	γενική πληθυντικού του κουτσουμπός
κουτσουπιά	noun	της μεσογειακής υπαίθρου με πυκνά μοβ άνθη και καρδιοειδή φύλλα (Cercis siliquastrum, Κέρκις η κερατονιοειδής)
κουτσουπιάς	=	κουτσουπιά
κουτσουπιές	=	κουτσουπιά
κουτσουπιού	=	κουτσούπι
κουτσουπιών	=	κουτσουπιά
κουτσουράκι	noun	μικρό κούτσουρο
κουτσουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουράκι
κουτσουρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσούρεμα
κουτσουρέματος	noun	γενική ενικού του κουτσούρεμα
κουτσουρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσουρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κουτσούρεμα
κουτσουρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουρεμένο
κουτσουρεμένε	verb	κλητική ενικού του κουτσουρεμένος
κουτσουρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσουρεμένη
κουτσουρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτσουρεμένος
κουτσουρεμένης	verb	γενική ενικού του κουτσουρεμένη
κουτσουρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουτσουρεμένος
κουτσουρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουτσουρεμένος
κουτσουρεμένος	verb	που έχει κουτσουρευτεί
κουτσουρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουτσουρεμένος
κουτσουρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουτσουρεμένος
κουτσουρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουτσουρεμένος
κουτσουρεύω	verb	κλαδεύω ένα φυτό πάρα πολύ και με κακό τρόπο
κουτσοφλέβαρε	=	κουτσοφλέβαρος
κουτσοφλέβαρο	=	κουτσοφλέβαρος
κουτσοφλέβαροι	=	κουτσοφλέβαρος
κουτσοφλέβαρος	noun	προσωνυμία του μήνα Φεβρουαρίου, επειδή έχει λιγότερες μέρες
κουτσοφλέβαρου	=	κουτσοφλέβαρος
κουτσοφλέβαρους	=	κουτσοφλέβαρος
κουτσοφλέβαρων	=	κουτσοφλέβαρος
κουτσοχέρα	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρας	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρες	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρη	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρηδες	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρηδων	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρης	adj|vulgar	ο κουλός
κουτσοχέρικα	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρικο	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρικου	=	κουτσοχέρης
κουτσοχέρικων	=	κουτσοχέρης
κουτσού	adj	γενική ενικού του κουτσός
κουτσούβελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσούβελο
κουτσούβελο	noun	παιδί, γενικά μικρό σε ηλικία
κουτσούβελου	noun	γενική ενικού του κουτσούβελο
κουτσούβελων	noun	γενική πληθυντικού του κουτσούβελο
κουτσούλα	=	κουτσουλάω
κουτσούλαγα	=	κουτσουλάω
κουτσούλαγαν	=	κουτσουλάω
κουτσούλαγε	=	κουτσουλάω
κουτσούλαγες	=	κουτσουλάω
κουτσούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουλώ
κουτσούλιζα	=	κουτσουλίζω
κουτσούλιζαν	=	κουτσουλίζω
κουτσούλιζε	=	κουτσουλίζω
κουτσούλιζες	=	κουτσουλίζω
κουτσούλισα	=	κουτσουλίζω
κουτσούλισαν	=	κουτσουλίζω
κουτσούλισε	=	κουτσουλίζω
κουτσούλισες	=	κουτσουλίζω
κουτσούνα	noun	κούκλα
κουτσούνας	noun	γενική ενικού του κουτσούνα
κουτσούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτσούνα
κουτσούπι	noun	κομμάτι κορμού δέντρου
κουτσούπια	=	κουτσούπι
κουτσούρεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουτσουρεύω
κουτσούρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσούρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσούρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσούρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσουρεύω
κουτσούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουτσός
κουτσό	adj	αιτιατική ενικού του κουτσός	noun	παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες προχωρούν πηδώντας (συνήθως σε κάποιον ειδικό διάδρομο ζωγραφισμένο στο έδαφος) μόνο με το ένα πόδι και κρατώντας το άλλο ανασηκωμένο
κουτσόβλαχε	=	κουτσόβλαχος
κουτσόβλαχο	=	κουτσόβλαχος
κουτσόβλαχοι	=	κουτσόβλαχος
κουτσόβλαχος	noun	βλάχος από την περιοχή τής —τότε— Μικρής Βλαχίας (Θεσσαλίας, σε αντιδιαστολή με την —τότε— υπερδουνάβια Μεγάλη Βλαχία)
κουτσόβλαχου	=	κουτσόβλαχος
κουτσόβλαχους	=	κουτσόβλαχος
κουτσόβλαχων	=	κουτσόβλαχος
κουτσόμαγκα	=	κουτσόμαγκας
κουτσόμαγκας	noun|slang	δήθεν μάγκας, ψευτόμαγκας
κουτσόμαγκες	=	κουτσόμαγκας
κουτσόμαγκων	=	κουτσόμαγκας
κουτσός	adj	που έχει κάποιο πρόβλημα ή αναπηρία στο πόδι ή στα πόδια του
κουτσών	adj	γενική πληθυντικού του κουτσός
κουτό	adj	αιτιατική ενικού του κουτός
κουτόλογα	noun	ανόητα λόγια, που δεν στέκουν· ασυναρτησίες, κουταμάρες, χαζομάρες
κουτόλογων	=	κουτόλογα
κουτός	adj	που έχει χαμηλή νοημοσύνη, που δεν είναι έξυπνος
κουτόφραγκε	=	κουτόφραγκος
κουτόφραγκο	=	κουτόφραγκος
κουτόφραγκοι	=	κουτόφραγκος
κουτόφραγκος	noun	ανόητος, αφελής Ευρωπαίος
κουτόφραγκου	=	κουτόφραγκος
κουτόφραγκους	=	κουτόφραγκος
κουτόφραγκων	=	κουτόφραγκος
κουτόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουτόχορτο
κουτόχορτο	noun	φανταστικό χόρτο που υποτίθεται ότι όποιος το τρώει αποβλακώνεται
κουτόχορτου	noun	γενική ενικού του κουτόχορτο
κουτόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του κουτόχορτο
κουτών	adj	γενική πληθυντικού του κουτός
κουφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουφός	adv	με κουφό τρόπο
κουφάθηκα	=	κουφαίνω
κουφάθηκαν	=	κουφαίνω
κουφάθηκε	=	κουφαίνω
κουφάθηκες	=	κουφαίνω
κουφάλα	noun	κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου
κουφάλας	noun	γενική ενικού του κουφάλα
κουφάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφάλα
κουφάλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφάλογο
κουφάλογο	noun|figurative	που δεν ακούει καλά, που βαριακούει, σχεδόν κουφός
κουφάλογου	=	κουφάλογο
κουφάλογων	=	κουφάλογο
κουφάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάναν	=	κουφαίνω
κουφάνανε	=	κουφαίνω
κουφάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνομε	=	κουφαίνω
κουφάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνουνε	=	κουφαίνω
κουφάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κουφάρι	noun	νεκρό ζώο, συνήθως άταφος
κουφάρια	=	κουφάρι
κουφέ	adj	κλητική ενικού του κουφός
κουφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφή
κουφέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφέτο
κουφέτο	noun	το μικρό ζαχαρωτό, συνήθως ωοειδούς σχήματος, που αποτελείται από ένα αμύγδαλο ή σοκολάτα με επικάλυψη από σκληρό στρώμα ζάχαρης και που προσφέρεται στους γάμους και στα βαφτίσια
κουφέτου	noun	γενική ενικού του κουφέτο
κουφέτων	noun	γενική πληθυντικού του κουφέτο
κουφή	noun	το φίδι, αφού τα φίδια στερούνται την αίσθηση της ακοής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφός
κουφής	adj	γενική ενικού του κουφή
κουφαίναμε	=	κουφαίνω
κουφαίναν	=	κουφαίνω
κουφαίνανε	=	κουφαίνω
κουφαίνατε	=	κουφαίνω
κουφαίνει	=	κουφαίνω
κουφαίνεις	=	κουφαίνω
κουφαίνεσαι	=	κουφαίνω
κουφαίνεστε	=	κουφαίνω
κουφαίνεται	=	κουφαίνω
κουφαίνετε	=	κουφαίνω
κουφαίνομαι	=	κουφαίνω
κουφαίνομε	=	κουφαίνω
κουφαίνονται	=	κουφαίνω
κουφαίνονταν	=	κουφαίνω
κουφαίνοντας	=	κουφαίνω
κουφαίνουμε	=	κουφαίνω
κουφαίνουν	=	κουφαίνω
κουφαίνουνε	=	κουφαίνω
κουφαίνω	verb	κάνω κάποιον κουφό προσωρινά ή μόνιμα
κουφαθήκαμε	=	κουφαίνω
κουφαθήκαν	=	κουφαίνω
κουφαθήκανε	=	κουφαίνω
κουφαθήκατε	=	κουφαίνω
κουφαθεί	=	κουφαίνω
κουφαθείς	=	κουφαίνω
κουφαθείτε	=	κουφαίνω
κουφαθούμε	=	κουφαίνω
κουφαθούν	=	κουφαίνω
κουφαθούνε	=	κουφαίνω
κουφαθώ	=	κουφαίνω
κουφαινόμασταν	=	κουφαίνω
κουφαινόμαστε	=	κουφαίνω
κουφαινόμουν	=	κουφαίνω
κουφαινόμουνα	=	κουφαίνω
κουφαινόντουσαν	=	κουφαίνω
κουφαινόσασταν	=	κουφαίνω
κουφαινόσαστε	=	κουφαίνω
κουφαινόσουν	=	κουφαίνω
κουφαινόσουνα	=	κουφαίνω
κουφαινόταν	=	κουφαίνω
κουφαινότανε	=	κουφαίνω
κουφαλίτσα	noun	υποκοριστικό του κουφάλα
κουφαλίτσας	=	κουφαλίτσα
κουφαλίτσες	=	κουφαλίτσα
κουφαλιάρη	=	κουφαλιάρης
κουφαλιάρηδες	=	κουφαλιάρης
κουφαλιάρηδων	=	κουφαλιάρης
κουφαλιάρης	noun	αυτός που έχει κουφάλες, ή ανοίγει μεγάλες τρύπες
κουφαλών	noun	γενική πληθυντικού του κουφάλα
κουφαμάρα	noun	η ιδιότητα του κουφού, κωφότητα
κουφαμάρας	noun	γενική ενικού του κουφαμάρα
κουφαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφαμάρα
κουφαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφαμένο
κουφαμένε	verb	κλητική ενικού του κουφαμένος
κουφαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφαμένη
κουφαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφαμένος
κουφαμένης	verb	γενική ενικού του κουφαμένη
κουφαμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουφαμένος
κουφαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφαμένος
κουφαμένος	verb	που έχει κουφαθεί
κουφαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουφαμένος
κουφαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουφαμένος
κουφαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουφαμένος
κουφαριού	=	κουφάρι
κουφαριών	=	κουφάρι
κουφετοποίηση	noun	η διαδικασία με την οποία ο σπόρος καλύπτεται από ένα υλικό που αυξάνει το μέγεθός του, ώστε να σπέρνεται πιο εύκολα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
κουφετοποίησης	=	κουφετοποίηση
κουφετοποιήσεις	=	κουφετοποίηση
κουφετοποιήσεων	=	κουφετοποίηση
κουφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφικό
κουφικέ	adj	κλητική ενικού του κουφικός
κουφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφική
κουφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφικός
κουφικής	adj	γενική ενικού του κουφική
κουφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφικός
κουφικού	adj	γενική ενικού του κουφικός
κουφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουφικός
κουφικό	adj	αιτιατική ενικού του κουφικός
κουφικός	adj	σχετικός με την πόλη Κούφα του Ιράκ
κουφικών	adj	γενική πληθυντικού του κουφικός
κουφιοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφιοκέφαλο
κουφιοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του κουφιοκέφαλος
κουφιοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφιοκέφαλη
κουφιοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφιοκέφαλος
κουφιοκέφαλης	adj	γενική ενικού του κουφιοκέφαλη
κουφιοκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του κουφιοκέφαλος
κουφιοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφιοκέφαλος
κουφιοκέφαλος	adj	ανόητος, ελαφρόμυαλος
κουφιοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουφιοκέφαλος
κουφιοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουφιοκέφαλος
κουφιοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουφιοκέφαλος
κουφιοκεφαλάκη	=	κουφιοκεφαλάκης
κουφιοκεφαλάκηδες	=	κουφιοκεφαλάκης
κουφιοκεφαλάκηδων	=	κουφιοκεφαλάκης
κουφιοκεφαλάκης	noun	άλλη μορφή του κουφιοκέφαλος
κουφιοκεφαλάκισσα	noun	θηλυκό του κουφιοκεφαλάκης
κουφιοκεφαλάκισσας	=	κουφιοκεφαλάκισσα
κουφιοκεφαλάκισσες	=	κουφιοκεφαλάκισσα
κουφιοκεφαλακισσών	=	κουφιοκεφαλάκισσα
κουφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφός
κουφοβράζαμε	=	κουφοβράζω
κουφοβράζαν	=	κουφοβράζω
κουφοβράζανε	=	κουφοβράζω
κουφοβράζατε	=	κουφοβράζω
κουφοβράζει	=	κουφοβράζω
κουφοβράζεις	=	κουφοβράζω
κουφοβράζετε	=	κουφοβράζω
κουφοβράζοντας	=	κουφοβράζω
κουφοβράζουμε	=	κουφοβράζω
κουφοβράζουν	=	κουφοβράζω
κουφοβράζουνε	=	κουφοβράζω
κουφοβράζω	verb	κρύβω μέσα μου έντονα συναισθήματα και ετοιμάζομαι να εκραγώ
κουφοβράσαμε	=	κουφοβράζω
κουφοβράσαν	=	κουφοβράζω
κουφοβράσανε	=	κουφοβράζω
κουφοβράσατε	=	κουφοβράζω
κουφοβράσει	=	κουφοβράζω
κουφοβράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφόβραση
κουφοβράσεων	noun	γενική πληθυντικού του κουφόβραση
κουφοβράστε	=	κουφοβράζω
κουφονησιωτών	=	κουφονησιώτης
κουφονησιώτες	=	κουφονησιώτης
κουφονησιώτη	=	κουφονησιώτης
κουφονησιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τα Κουφονήσια
κουφονησιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφονησιώτικο
κουφονησιώτικε	adj	κλητική ενικού του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφονησιώτικη
κουφονησιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτικης	adj	γενική ενικού του κουφονησιώτικη
κουφονησιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Κουφονήσια και τους κατοίκους τους
κουφονησιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουφονησιώτικος
κουφονησιώτισσα	=	κουφονησιώτης
κουφονοιών	=	κουφόνοια
κουφονόων	=	κουφόνους
κουφοξυλιά	noun	το φυτό σαμπούκος (Ακτέα η μέλαινα)
κουφοξυλιάς	noun	γενική ενικού του κουφοξυλιά
κουφοξυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφοξυλιά
κουφοξυλιών	=	κουφοξυλιά
κουφοτήτων	=	κουφότητα
κουφού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κουφός
κουφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουφός
κουφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κούφωμα
κουφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφωμένο
κουφωμένε	verb	κλητική ενικού του κουφωμένος
κουφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφωμένη
κουφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφωμένος
κουφωμένης	verb	γενική ενικού του κουφωμένη
κουφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κουφωμένος
κουφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφωμένος
κουφωμένος	verb	που έχει κουφωθεί
κουφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κουφωμένος
κουφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κουφωμένος
κουφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κουφωμένος
κουφωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κουφωτός	adv	με κουφωτό τρόπο
κουφωτέ	adj	κλητική ενικού του κουφωτός
κουφωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφωτή
κουφωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουφωτός
κουφωτής	adj	γενική ενικού του κουφωτή
κουφωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κουφωτός
κουφωτού	adj	γενική ενικού του κουφωτός
κουφωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κουφωτός
κουφωτό	adj	αιτιατική ενικού του κουφωτός
κουφωτός	adj	που έχει κοιλότητα, κενό ή βαθούλωμα (όπως στον τοίχο, ιδίως στα παντζούρια όταν είναι μισόκλειστα)
κουφωτών	adj	γενική πληθυντικού του κουφωτός
κουφό	adj	αιτιατική ενικού του κουφός	noun	κάτι το παράδοξο, εκπληκτικό, απίστευτο
κουφόβραζα	=	κουφοβράζω
κουφόβραζαν	=	κουφοβράζω
κουφόβραζε	=	κουφοβράζω
κουφόβραζες	=	κουφοβράζω
κουφόβρασα	=	κουφοβράζω
κουφόβρασαν	=	κουφοβράζω
κουφόβρασε	=	κουφοβράζω
κουφόβρασες	=	κουφοβράζω
κουφόβραση	noun	ζεστός και υγρός καιρός με άπνοια, που δημιουργεί αποπνικτική ατμόσφαιρα
κουφόβρασης	noun	γενική ενικού του κουφόβραση
κουφόμυαλα	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλε	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλες	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλη	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλης	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλο	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλοι	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλος	adj	ο ελαφρόμυαλος
κουφόμυαλου	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλους	=	κουφόμυαλος
κουφόμυαλων	=	κουφόμυαλος
κουφόνοα	=	κουφόνους
κουφόνοες	=	κουφόνους
κουφόνοια	noun|formal	ελαφρομυαλιά, επιπολαιότητα
κουφόνοιας	=	κουφόνοια
κουφόνοιες	=	κουφόνοια
κουφόνου	=	κουφόνους
κουφόνουν	=	κουφόνους
κουφόνους	adj|formal	ελαφρόμυαλος, επιπόλαιος
κουφός	adj	εκείνος που έχει χάσει την ακοή του
κουφότερα	=	κουφός
κουφότερε	=	κουφός
κουφότερες	=	κουφός
κουφότερη	=	κουφός
κουφότερης	=	κουφός
κουφότερο	=	κουφός
κουφότεροι	=	κουφός
κουφότερος	=	κουφός
κουφότερου	=	κουφός
κουφότερους	=	κουφός
κουφότερων	=	κουφός
κουφότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του κούφου, η ελαφρότητα, η επιπολαιότητα, η ματαιοδοξία
κουφότητας	noun	γενική ενικού του κουφότητα
κουφότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κουφότητα
κουφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούφωμα
κουφώματος	noun	γενική ενικού του κούφωμα
κουφών	adj	γενική πληθυντικού του κουφός
κουφώνομαι	=	κουφώνω
κουφώνω	verb	μισοκλείνω, κλείνω έτσι ώστε να μένει ένα πολύ μικρό άνοιγμα
κουφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κουφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κοφίνα	noun	μεγεθυντικό του κοφίνι
κοφίνας	noun	γενική ενικού του κοφίνα
κοφίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφίνα
κοφίνι	noun	το μεγάλο καλάθι
κοφίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφίνι
κοφίνιαζα	=	κοφινιάζω
κοφίνιαζαν	=	κοφινιάζω
κοφίνιαζε	=	κοφινιάζω
κοφίνιαζες	=	κοφινιάζω
κοφίνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφίνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφίνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφίνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφίνιασμα	noun	η διεργασία και το αποτέλεσμα του κοφινιάζω
κοφίσι	noun	αποξηραμένο ψάρι (συνήθως μπακαλιάρος).
κοφινά	=	κοφινάς
κοφινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφινάς
κοφινάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφινάδικο
κοφινάδων	=	κοφινάς
κοφινάκι	noun	μικρό κοφίνι
κοφινάκια	=	κοφινάκι
κοφινάς	noun	αυτός που φτιάχνει ή πουλάει κοφίνια
κοφινιάζαμε	=	κοφινιάζω
κοφινιάζαν	=	κοφινιάζω
κοφινιάζανε	=	κοφινιάζω
κοφινιάζατε	=	κοφινιάζω
κοφινιάζει	=	κοφινιάζω
κοφινιάζεις	=	κοφινιάζω
κοφινιάζετε	=	κοφινιάζω
κοφινιάζοντας	=	κοφινιάζω
κοφινιάζουμε	=	κοφινιάζω
κοφινιάζουν	=	κοφινιάζω
κοφινιάζουνε	=	κοφινιάζω
κοφινιάζω	verb	βάζω σε κοφίνια
κοφινιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσαν	=	κοφινιάζω
κοφινιάσανε	=	κοφινιάζω
κοφινιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφίνιασμα
κοφινιάσματος	noun	γενική ενικού του κοφίνιασμα
κοφινιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοφινιάζω
κοφινιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κοφίνιασμα
κοφινιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφινιασμένο
κοφινιασμένε	verb	κλητική ενικού του κοφινιασμένος
κοφινιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφινιασμένη
κοφινιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοφινιασμένος
κοφινιασμένης	verb	γενική ενικού του κοφινιασμένη
κοφινιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοφινιασμένος
κοφινιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοφινιασμένος
κοφινιασμένος	verb	που έχει κοφινιαστεί
κοφινιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοφινιασμένος
κοφινιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοφινιασμένος
κοφινιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοφινιασμένος
κοφινιού	=	κοφίνι
κοφινιών	=	κοφίνι
κοφινοποιέ	=	κοφινοποιός
κοφινοποιοί	=	κοφινοποιός
κοφινοποιού	=	κοφινοποιός
κοφινοποιούς	=	κοφινοποιός
κοφινοποιό	=	κοφινοποιός
κοφινοποιός	noun	που (επαγγελματικά) κατασκευάζει κοφίνια, ο καλαθοποιός
κοφινοποιών	=	κοφινοποιός
κοφινού	noun	θηλυκό του κοφινάς
κοφινούδες	=	κοφινού
κοφινούδων	=	κοφινού
κοφινούς	=	κοφινού
κοφινών	noun	γενική πληθυντικού του κοφίνα
κοφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφτό	adv	απότομα και χωρίς περιθώριο για αντιρρήσεις
κοφτέ	adj	κλητική ενικού του κοφτός
κοφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφτή
κοφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοφτός
κοφτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφτήριο
κοφτήριο	noun|slang	μαγαζί, επιχείρηση που κάνει χρυσές δουλειές, που εξαιτίας του εμπορεύματος ή της δραστηριότητας που ασκεί, έχει συνεχώς πελατεία και έχει πολλά έσοδα (σαν να έχει τη μηχανή που "κόβει λεφτά"
κοφτήριου	=	κοφτήριο
κοφτής	adj	γενική ενικού του κοφτή
κοφτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφτερό	adv	με κοφτερό τρόπο
κοφτερέ	adj	κλητική ενικού του κοφτερός
κοφτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοφτερή
κοφτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοφτερός
κοφτερής	adj	γενική ενικού του κοφτερή
κοφτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοφτερός
κοφτερού	adj	γενική ενικού του κοφτερός
κοφτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοφτερός
κοφτερό	adj	αιτιατική ενικού του κοφτερός
κοφτερός	adj	που κόβει πολύ καλά
κοφτερότατα	=	κοφτερός
κοφτερότατε	=	κοφτερός
κοφτερότατες	=	κοφτερός
κοφτερότατη	=	κοφτερός
κοφτερότατης	=	κοφτερός
κοφτερότατο	=	κοφτερός
κοφτερότατοι	=	κοφτερός
κοφτερότατος	=	κοφτερός
κοφτερότατου	=	κοφτερός
κοφτερότατους	=	κοφτερός
κοφτερότατων	=	κοφτερός
κοφτερότερα	=	κοφτερός
κοφτερότερε	=	κοφτερός
κοφτερότερες	=	κοφτερός
κοφτερότερη	=	κοφτερός
κοφτερότερης	=	κοφτερός
κοφτερότερο	=	κοφτερός
κοφτερότεροι	=	κοφτερός
κοφτερότερος	=	κοφτερός
κοφτερότερου	=	κοφτερός
κοφτερότερους	=	κοφτερός
κοφτερότερων	=	κοφτερός
κοφτερών	adj	γενική πληθυντικού του κοφτερός
κοφτηρίου	=	κοφτήριο
κοφτηρίων	=	κοφτήριο
κοφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοφτός
κοφτού	adj	γενική ενικού του κοφτός
κοφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοφτός
κοφτριών	=	κόφτρια
κοφτό	adj	αιτιατική ενικού του κοφτός
κοφτός	adj	που έχει φτιαχτεί με κόψιμο
κοφτών	adj	γενική πληθυντικού του κοφτός
κοφών	noun	γενική πληθυντικού του κόφα
κοχενίλες	=	κοχενίλη
κοχενίλη	noun	σκαθάρι από το οποίο εξάγεται η χρωστική ουσία καρμίνιο, που χρησιμοποιείται στη βαφική, αρωματοποιία, ζαχαροπλαστική, ακόμα και στην αλλαντοποιία και γενικά σε πολλά συσκευασμένα προϊόντα με σήμανση Ε120 (μη καρκινογόνο)
κοχενίλης	=	κοχενίλη
κοχενίλλες	=	κοχενίλλη
κοχενίλλη	noun	άλλη μορφή του κοχενίλη
κοχενίλλης	=	κοχενίλλη
κοχενιλλών	=	κοχενίλλη
κοχενιλών	=	κοχενίλη
κοχλάδι	noun	άλλη μορφή του κοχλίδι
κοχλάδια	=	κοχλάδι
κοχλάζαμε	=	κοχλάζω
κοχλάζαν	=	κοχλάζω
κοχλάζανε	=	κοχλάζω
κοχλάζατε	=	κοχλάζω
κοχλάζει	=	κοχλάζω
κοχλάζεις	=	κοχλάζω
κοχλάζετε	=	κοχλάζω
κοχλάζοντας	=	κοχλάζω
κοχλάζουμε	=	κοχλάζω
κοχλάζουν	=	κοχλάζω
κοχλάζουνε	=	κοχλάζω
κοχλάζω	verb	βράζω, βγάζω φυσαλίδες βρασμού
κοχλάκιζα	=	κοχλακίζω
κοχλάκιζαν	=	κοχλακίζω
κοχλάκιζε	=	κοχλακίζω
κοχλάκιζες	=	κοχλακίζω
κοχλάκισα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλακίζω
κοχλάκισαν	=	κοχλακίζω
κοχλάκισε	=	κοχλακίζω
κοχλάκισες	=	κοχλακίζω
κοχλάκισμα	noun	ο κοχλασμός
κοχλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσαν	=	κοχλάζω
κοχλάσανε	=	κοχλάζω
κοχλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόχλασμα
κοχλάσματος	noun	γενική ενικού του κόχλασμα
κοχλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κοχλία	=	κοχλίας
κοχλίας	noun	μηχανικό εξάρτημα με ελικοειδές σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε συνδέσεις μερών, κοινώς η βίδα
κοχλίδι	noun	χαλικάκι, βότσαλο
κοχλίδια	=	κοχλίδι
κοχλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλίας
κοχλίωνα	=	κοχλιώνω
κοχλίωναν	=	κοχλιώνω
κοχλίωνε	=	κοχλιώνω
κοχλίωνες	=	κοχλιώνω
κοχλίωσα	=	κοχλιώνω
κοχλίωσαν	=	κοχλιώνω
κοχλίωσε	=	κοχλιώνω
κοχλίωσες	=	κοχλιώνω
κοχλαδιού	=	κοχλάδι
κοχλαδιών	=	κοχλάδι
κοχλακίζαμε	=	κοχλακίζω
κοχλακίζαν	=	κοχλακίζω
κοχλακίζανε	=	κοχλακίζω
κοχλακίζατε	=	κοχλακίζω
κοχλακίζει	=	κοχλακίζω
κοχλακίζεις	=	κοχλακίζω
κοχλακίζετε	=	κοχλακίζω
κοχλακίζοντας	=	κοχλακίζω
κοχλακίζουμε	=	κοχλακίζω
κοχλακίζουν	=	κοχλακίζω
κοχλακίζουνε	=	κοχλακίζω
κοχλακίζω	verb	κοχλάζω
κοχλακίσαμε	=	κοχλακίζω
κοχλακίσαν	=	κοχλακίζω
κοχλακίσανε	=	κοχλακίζω
κοχλακίσατε	=	κοχλακίζω
κοχλακίσει	=	κοχλακίζω
κοχλακίσματα	=	κοχλάκισμα
κοχλακίσματος	=	κοχλάκισμα
κοχλακίστε	=	κοχλακίζω
κοχλακισμάτων	=	κοχλάκισμα
κοχλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κόχλασμα
κοχλασμέ	noun	κλητική ενικού του κοχλασμός
κοχλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοχλασμός
κοχλασμού	noun	γενική ενικού του κοχλασμός
κοχλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοχλασμός
κοχλασμό	noun	αιτιατική ενικού του κοχλασμός
κοχλασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοχλάζω
κοχλασμών	noun	γενική πληθυντικού του κοχλασμός
κοχλιάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλιάριο
κοχλιάριο	noun|formal	τεχνικό, χειρουργικό ή ειδικό εργαλείο με σχήμα κουταλιού
κοχλιάριου	=	κοχλιάριο
κοχλιέ	noun	κλητική ενικού του κοχλιός
κοχλιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοχλιαίος
κοχλιαίας	adj	γενική ενικού του κοχλιαία
κοχλιαίε	adj	κοχλιαίος, στην κλητική του ενικού
κοχλιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλιαία
κοχλιαίο	adj	κοχλιαίος, στην αιτιατική του ενικού
κοχλιαίοι	adj	κοχλιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κοχλιαίος	adj	άλλη μορφή του κοχλιακός
κοχλιαίου	adj	γενική ενικού του κοχλιαίος
κοχλιαίους	adj	κοχλιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κοχλιαίων	=	κοχλιαίος
κοχλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοχλιακός	adv	στην περιοχή του κοχλία
κοχλιακέ	adj	κλητική ενικού του κοχλιακός
κοχλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλιακή
κοχλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοχλιακός
κοχλιακής	adj	γενική ενικού του κοχλιακή
κοχλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοχλιακός
κοχλιακού	adj	γενική ενικού του κοχλιακός
κοχλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοχλιακός
κοχλιακό	adj	αιτιατική ενικού του κοχλιακός
κοχλιακός	adj	που έχει σχέση με τον κοχλία του αφτιού, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κοχλιακών	adj	γενική πληθυντικού του κοχλιακός
κοχλιαρίου	noun	γενική ενικού του κοχλιάριο
κοχλιαρίων	noun	γενική πληθυντικού του κοχλιάριο
κοχλιδιού	=	κοχλίδι
κοχλιδιών	=	κοχλίδι
κοχλιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοχλιός
κοχλιοειδής	adj	που έχει το σχήμα κοχλία, που μοιάζει μ’ αυτόν
κοχλιοειδα	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδας	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδε	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδες	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδο	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδοι	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδος	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδου	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδους	=	κοχλιοειδής
κοχλιοειδων	=	κοχλιοειδής
κοχλιολειμακοκτόνα	=	κοχλιολειμακοκτόνο
κοχλιολειμακοκτόνο	noun	άλλη μορφή του κοχλιολειματοκτόνο
κοχλιολειμακοκτόνου	=	κοχλιολειμακοκτόνο
κοχλιολειμακοκτόνων	=	κοχλιολειμακοκτόνο
κοχλιολειματοκτόνα	=	κοχλιολειματοκτόνο
κοχλιολειματοκτόνο	noun	κοκκώδες δόλωμα με δραστική ουσία για την εξόντωση των σαλιγκαριών και των γυμνοσαλιάγκων
κοχλιολειματοκτόνου	=	κοχλιολειματοκτόνο
κοχλιολειματοκτόνων	=	κοχλιολειματοκτόνο
κοχλιοφόρα	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρας	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρε	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρες	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρο	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόροι	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρος	adj	που φέρει κοχλία
κοχλιοφόρου	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρους	=	κοχλιοφόρος
κοχλιοφόρων	=	κοχλιοφόρος
κοχλιού	noun	γενική ενικού του κοχλιός
κοχλιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κοχλιός
κοχλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλιωμένο
κοχλιωμένε	verb	κλητική ενικού του κοχλιωμένος
κοχλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλιωμένη
κοχλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοχλιωμένος
κοχλιωμένης	verb	γενική ενικού του κοχλιωμένη
κοχλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοχλιωμένος
κοχλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοχλιωμένος
κοχλιωμένος	verb	που έχει κοχλιωθεί, βιδωθεί
κοχλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοχλιωμένος
κοχλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοχλιωμένος
κοχλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοχλιωμένος
κοχλιωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοχλιωτός	adv	με κοχλιωτό τρόπο
κοχλιωτέ	adj	κλητική ενικού του κοχλιωτός
κοχλιωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχλιωτή
κοχλιωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοχλιωτός
κοχλιωτής	adj	γενική ενικού του κοχλιωτή
κοχλιωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοχλιωτός
κοχλιωτού	adj	γενική ενικού του κοχλιωτός
κοχλιωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κοχλιωτός
κοχλιωτό	adj	αιτιατική ενικού του κοχλιωτός
κοχλιωτός	adj	που έχει σχήμα κοχλία, σπειροειδής
κοχλιωτών	adj	γενική πληθυντικού του κοχλιωτός
κοχλιό	noun	αιτιατική ενικού του κοχλιός
κοχλιός	noun	το σαλιγκάρι
κοχλιών	noun	γενική πληθυντικού του κοχλιός
κοχλιώναμε	=	κοχλιώνω
κοχλιώναν	=	κοχλιώνω
κοχλιώνανε	=	κοχλιώνω
κοχλιώνατε	=	κοχλιώνω
κοχλιώνει	=	κοχλιώνω
κοχλιώνεις	=	κοχλιώνω
κοχλιώνετε	=	κοχλιώνω
κοχλιώνοντας	=	κοχλιώνω
κοχλιώνουμε	=	κοχλιώνω
κοχλιώνουν	=	κοχλιώνω
κοχλιώνουνε	=	κοχλιώνω
κοχλιώνω	verb	βιδώνω
κοχλιώσαμε	=	κοχλιώνω
κοχλιώσαν	=	κοχλιώνω
κοχλιώσανε	=	κοχλιώνω
κοχλιώσατε	=	κοχλιώνω
κοχλιώσει	=	κοχλιώνω
κοχλιώστε	=	κοχλιώνω
κοχυλάκι	noun	υποκοριστικό του κοχύλι
κοχυλάκια	=	κοχυλάκι
κοχυλιού	=	κοχύλι
κοχυλιών	=	κοχύλι
κοχύλα	noun|rare	μεγεθυντικό του κοχύλι
κοχύλι	noun	το όστρακο που προστατεύει τα μαλάκια
κοχύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχύλι
κοχών	=	κόχη
κοψίδι	noun	κομμάτι ψημένου κρέατος
κοψίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψίδι
κοψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόψιμο
κοψίματος	noun	γενική ενικού του κόψιμο
κοψαχείλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοψαχείλης
κοψαχείλας	=	κοψαχείλης
κοψαχείλες	=	κοψαχείλης
κοψαχείλη	=	κοψαχείλης
κοψαχείληδες	=	κοψαχείλης
κοψαχείληδων	=	κοψαχείλης
κοψαχείλης	adj|vulgar	άτομο με σκισμένα χείλη
κοψαχείλικα	=	κοψαχείλης
κοψαχείλικο	=	κοψαχείλης
κοψαχείλικου	=	κοψαχείλης
κοψαχείλικων	=	κοψαχείλης
κοψιά	noun	το κόψιμο, η πληγή που δημιουργεί το κόψιμο
κοψιάς	noun	γενική ενικού του κοψιά
κοψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψιά
κοψιδάκι	=	κοψίδι
κοψιδιού	=	κοψίδι
κοψιδιών	=	κοψίδι
κοψιμάτων	=	κόψιμο
κοψιών	=	κοψιά
κοψομέσιαζα	=	κοψομεσιάζω
κοψομέσιαζαν	=	κοψομεσιάζω
κοψομέσιαζε	=	κοψομεσιάζω
κοψομέσιαζες	=	κοψομεσιάζω
κοψομέσιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομέσιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομέσιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομέσιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομέσιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζαμε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζαν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζανε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζατε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζει	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζεις	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζεσαι	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζεστε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζεται	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζετε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζονται	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζονταν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζοντας	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζουμε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζουν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζουνε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάζω	verb	επιβαρύνω ή καταπονώ τη μέση κάποιου
κοψομεσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσαν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσανε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσματα	=	κοψομέσιασμα
κοψομεσιάσματος	=	κοψομέσιασμα
κοψομεσιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόμασταν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόμαστε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόμουν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόμουνα	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόντουσαν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόσασταν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόσαστε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόσουν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόσουνα	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζόταν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαζότανε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιασμάτων	=	κοψομέσιασμα
κοψομεσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψομεσιασμένο
κοψομεσιασμένε	verb	κλητική ενικού του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψομεσιασμένη
κοψομεσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιασμένης	verb	γενική ενικού του κοψομεσιασμένη
κοψομεσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κοψομεσιάζω
κοψομεσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοψομεσιασμένος
κοψομεσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστήκαν	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαστήκανε	=	κοψομεσιάζω
κοψομεσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψομεσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψομεσιάζομαι
κοψοτιμή	adv|rare	άλλη μορφή του κοψοτιμής
κοψοτιμής	adv|vulgar	σε εξαιρετικά μειωμένη —έως εξευτελιστική— τιμή
κοψοχέρα	noun	θηλυκό του κοψοχέρης
κοψοχέρας	noun	γενική ενικού του κοψοχέρα
κοψοχέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψοχέρα
κοψοχέρη	=	κοψοχέρης
κοψοχέρηδες	=	κοψοχέρης
κοψοχέρηδων	=	κοψοχέρης
κοψοχέρης	noun	αυτός που προτιμά να «κόψει το χέρι του» παρά να ξαναψηφίσει ό,τι ψήφισε ή (γενικότερα) να ξαναεπιλέξει ό,τι ήδη είχε επιλέξει
κοψοχείλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοψοχείλης
κοψοχείλας	=	κοψοχείλης
κοψοχείλες	=	κοψοχείλης
κοψοχείλη	=	κοψοχείλης
κοψοχείληδες	=	κοψοχείλης
κοψοχείληδων	=	κοψοχείλης
κοψοχείλης	adj|vulgar	άλλη μορφή του κοψαχείλης
κοψοχείλικα	=	κοψοχείλης
κοψοχείλικο	=	κοψοχείλης
κοψοχείλικου	=	κοψοχείλης
κοψοχείλικων	=	κοψοχείλης
κοψοχολιάζαμε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζαν	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζανε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζατε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζει	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζεις	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζετε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζοντας	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζουμε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζουν	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζουνε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάζω	verb	αιφνιδιάζω κάποιον και τον τρομάζω, συνήθως όμως χωρίς να υπάρχει επαρκής λόγος
κοψοχολιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσαν	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσανε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψοχόλιασμα
κοψοχολιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψοχολιασμένο
κοψοχολιασμένε	verb	κλητική ενικού του κοψοχολιασμένος
κοψοχολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοψοχολιασμένη
κοψοχολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοψοχολιασμένος
κοψοχολιασμένης	verb	γενική ενικού του κοψοχολιασμένη
κοψοχολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κοψοχολιασμένος
κοψοχολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κοψοχολιασμένος
κοψοχολιασμένος	verb	που έχει κοψοχολιαστεί, που έχει τρομάξει
κοψοχολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κοψοχολιασμένος
κοψοχολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κοψοχολιασμένος
κοψοχολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοψοχολιασμένος
κοψοχρονιά	noun|vulgar	η εξαιρετικά μειωμένη —έως εξευτελιστική— τιμή	adv	σε εξαιρετικά μειωμένη —έως εξευτελιστική— τιμή, πολύ φθηνά, ευκαιρία
κοψοχρονιάς	=	κοψοχρονιά
κοψοχρονιές	=	κοψοχρονιά
κοψοχρονιών	=	κοψοχρονιά
κοψοχόλιαζα	=	κοψοχολιάζω
κοψοχόλιαζαν	=	κοψοχολιάζω
κοψοχόλιαζε	=	κοψοχολιάζω
κοψοχόλιαζες	=	κοψοχολιάζω
κοψοχόλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχόλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχόλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κοψοχόλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοψοχολιάζω
κούκε	noun	κλητική ενικού του κούκος
κούκκος	=	κούκος
κούκλα	noun	ανθρώπινο ομοίωμα, κατασκευή που μοιάζει με άνθρωπο
κούκλας	noun	γενική ενικού του κούκλα
κούκλε	=	κούκλος
κούκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούκλα
κούκλο	=	κούκλος
κούκλοι	=	κούκλος
κούκλος	noun	πολύ όμορφος
κούκλου	=	κούκλος
κούκλους	=	κούκλος
κούκλων	=	κούκλος
κούκο	noun	αιτιατική ενικού του κούκος
κούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούκος
κούκος	noun	νυκτόβιο ωδικό πτηνό που γίνεται αντιληπτό από την επαναλαμβανόμενη λαλιά του: "κούκου - κούκου", στην αναζήτηση ερωτικού συντρόφου
κούκου	intj	ο ήχος της φωνής του κούκου	noun	γενική ενικού του κούκος
κούκουδα	=	κούκουδο
κούκουδο	noun	κόκκος, κουκούτσι
κούκουδου	=	κούκουδο
κούκουδων	=	κούκουδο
κούκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κούκος
κούκων	noun	γενική πληθυντικού του κούκος
κούλα	noun|dated	πύργος, ακρόπολη
κούλαινα	=	κουλαίνω
κούλαιναν	=	κουλαίνω
κούλαινε	=	κουλαίνω
κούλαινες	=	κουλαίνω
κούλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κούλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κούλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κούλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουλαίνω
κούλαρα	=	κουλάρω
κούλαραν	=	κουλάρω
κούλαρε	=	κουλάρω
κούλαρες	=	κουλάρω
κούλας	noun|dated	πύργος, ακρόπολη
κούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούλα
κούλη	=	κούλης
κούληδες	=	κούλης
κούληδων	=	κούλης
κούλης	noun	αχθοφόρος στη νοτιοανατολική Ασία
κούλια	noun	μικρός πύργος, πυργόσπιτο
κούλουμα	noun	ο υπαίθριος πανηγυρισμός της «Καθαράς Δευτέρας»
κούλουμου	noun	γενική ενικού του κούλουμο
κούλουμων	noun	γενική πληθυντικού του κούλουμο
κούμαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούμαρο
κούμαρο	noun	ο καρπός της κουμαριάς
κούμαρου	noun	γενική ενικού του κούμαρο
κούμαρων	noun	γενική πληθυντικού του κούμαρο
κούμε	=	κούμος
κούμο	=	κούμος
κούμοι	=	κούμος
κούμος	noun	κοτέτσι
κούμου	=	κούμος
κούμουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούμουλο
κούμουλε	adj	κλητική ενικού του κούμουλος
κούμουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούμουλη
κούμουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κούμουλος
κούμουλης	adj	γενική ενικού του κούμουλη
κούμουλο	noun	σωρός
κούμουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούμουλος
κούμουλος	noun|dated	σωρός	adj|dated	γεμάτος, πλήρης, ξέχειλος
κούμουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κούμουλος
κούμουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κούμουλος
κούμουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κούμουλος
κούμους	=	κούμος
κούμπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούμπουλο
κούμπουλο	noun	το κορόμηλο
κούμπουλου	noun	γενική ενικού του κούμπουλο
κούμπουλων	noun	γενική πληθυντικού του κούμπουλο
κούμπωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουμπώνω
κούμπωνα	=	κουμπώνω
κούμπωναν	=	κουμπώνω
κούμπωνε	=	κουμπώνω
κούμπωνες	=	κουμπώνω
κούμπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κούμπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κούμπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κούμπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουμπώνω
κούμων	=	κούμος
κούνα	=	κουνώ
κούναγα	=	κουνώ
κούναγαν	=	κουνώ
κούναγε	=	κουνώ
κούναγες	=	κουνώ
κούνελε	=	κούνελος
κούνελο	=	κούνελος
κούνελοι	=	κούνελος
κούνελος	noun	κουνέλι
κούνελου	=	κούνελος
κούνελους	=	κούνελος
κούνελων	=	κούνελος
κούνημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουνώ
κούνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κούνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κούνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κούνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουνώ
κούνια	noun	κάθισμα που κρέμεται από ψηλό σημείο (κλαδιά δέντρου, μεταλλική οριζόντια δοκό κ.λπ.) και αιωρείται / λικνίζεται
κούνιας	noun	γενική ενικού του κούνια
κούνιες	noun	η παιδική χαρά, αλλά και οποιοσδήποτε ανοικτός δημόσιος χώρος διαθέτει διάφορα παιχνίδια για παιδιά όπως κούνια ή τσουλήθρα
κούννα	noun	η τροφή μέσα στους καρπούς
κούπα	noun	κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή
κούπας	noun	γενική ενικού του κούπα
κούπες	noun	χαρτοπαίγνιο με μπάζες που έχει ως ατού τις κούπες (η ομάδα «χρώματος»/σχήματος των τραπουλόχαρτων) και παίζεται με τέσσερις παίκτες
κούρα	noun	η περιποίηση και φροντίδα αρρώστου στη διάρκεια της αναρρώσεως
κούραζα	=	κουράζω
κούραζαν	=	κουράζω
κούραζε	=	κουράζω
κούραζες	=	κουράζω
κούρας	noun	γενική ενικού του κούρα
κούρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κούρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κούρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζω
κούρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζω	noun|literary	πληθυντικός αριθμός του κούραση
κούραση	noun	η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος μετά από υπερβολική εργασία.
κούρασης	=	κούραση
κούρβα	noun	ξεδιάντροπη γυναίκα, παλιογυναίκα, πόρνη, σκρόφα, σκύλα
κούρβας	noun	γενική ενικού του κούρβα
κούρβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρβα
κούρβουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρβουλο
κούρβουλο	noun|dated	ο ξερός κορμός φυτού ή δέντρου.
κούρβουλου	noun	γενική ενικού του κούρβουλο
κούρβουλων	noun	γενική πληθυντικού του κούρβουλο
κούρδιζα	=	κουρδίζω
κούρδιζαν	=	κουρδίζω
κούρδιζε	=	κουρδίζω
κούρδιζες	=	κουρδίζω
κούρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κούρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κούρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κούρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρδίζω
κούρδισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουρδίζω
κούρε	noun	κλητική ενικού του κούρος
κούρεμα	noun	η κοπή των μαλλιών ανθρώπων ή ζώων
κούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρα
κούρευα	=	κουρεύω
κούρευαν	=	κουρεύω
κούρευε	=	κουρεύω
κούρευες	=	κουρεύω
κούρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κούρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κούρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κούρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
κούριερ	noun	ταχυδρομική ή μεταφορική εταιρεία ή υπηρεσία που μεταφέρει (σε σύντομο χρονικό διάστημα) δέματα ή γράμματα
κούρκα	noun	η γαλοπούλα
κούρκε	noun	κλητική ενικού του κούρκος
κούρκο	noun	αιτιατική ενικού του κούρκος
κούρκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούρκος
κούρκος	noun	το γαλόπουλο
κούρκου	noun	γενική ενικού του κούρκος
κούρκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κούρκος
κούρκων	noun	γενική πληθυντικού του κούρκος
κούρμπα	noun	η καμπή, το κύρτωμα του τροχού, της καμάρας κ.α.
κούρμπας	=	κούρμπα
κούρμπενα	=	κούρμπενο
κούρμπενο	noun	αγράμπελη, κληματσίδα
κούρμπενου	=	κούρμπενο
κούρμπενων	=	κούρμπενο
κούρμπες	=	κούρμπα
κούρνια	noun	ράβδος πάνω στην οποία κουρνιάζουν πουλιά (κότες κ.λπ.)
κούρνιαζα	=	κουρνιάζω
κούρνιαζαν	=	κουρνιάζω
κούρνιαζε	=	κουρνιάζω
κούρνιαζες	=	κουρνιάζω
κούρνιας	=	κούρνια
κούρνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κούρνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κούρνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κούρνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρνιάζω
κούρνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουρνιάζω
κούρνιες	=	κούρνια
κούρντιζα	=	κουρντίζω
κούρντιζαν	=	κουρντίζω
κούρντιζε	=	κουρντίζω
κούρντιζες	=	κουρντίζω
κούρντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κούρντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κούρντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κούρντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρντίζω
κούρντισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κουρντίζω
κούρο	noun	αιτιατική ενικού του κούρος
κούροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούρος
κούρος	noun	μαρμάρινα αγάλματα μεγάλων διαστάσεων ανδρικής μορφής, τα οποία κατασκευαζόταν στην Αρχαία Ελλάδα μετά τη μέση αρχαϊκή περίοδο 580 π.Χ. μέχρι το 480 π.Χ.
κούρου	noun	γενική ενικού του κούρος
κούρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κούρος
κούρσα	noun	αγώνας ταχύτητας μεταξύ αυτοκινήτων
κούρσας	noun	γενική ενικού του κούρσα
κούρσεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κουρσεύω
κούρσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούρσα
κούρσευα	=	κουρσεύω
κούρσευαν	=	κουρσεύω
κούρσευε	=	κουρσεύω
κούρσευες	=	κουρσεύω
κούρσευμα	noun|dated	άλλη μορφή του κούρσεμα
κούρσεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κούρσεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κούρσεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κούρσεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουρσεύω
κούρσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούρσος
κούρσος	noun	το κούρσεμα, η κουρσάρικη επιδρομή και λεηλασία
κούρων	noun	γενική πληθυντικού του κούρος
κούσαλα	=	κούσαλο
κούσαλο	noun	ασθενικός ηλικιωμένος, ερείπιο, χούφταλο
κούσαλου	=	κούσαλο
κούσαλων	=	κούσαλο
κούσιον	noun	είδος πέλματος / «μαξιλαριού» σε ελαστικό
κούτα	noun	μεγάλο κουτί
κούτας	noun	γενική ενικού του κούτα
κούτελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτελο
κούτελο	noun	το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά, το μέτωπο
κούτελου	noun	γενική ενικού του κούτελο
κούτελων	noun	γενική πληθυντικού του κούτελο
κούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτα
κούτιαινα	=	κουτιαίνω
κούτιαιναν	=	κουτιαίνω
κούτιαινε	=	κουτιαίνω
κούτιαινες	=	κουτιαίνω
κούτιανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κούτιαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κούτιανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κούτιανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτιαίνω
κούτικας	noun|rare	αυχένας
κούτρα	noun	το κούτελο
κούτρας	noun	γενική ενικού του κούτρα
κούτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτρα
κούτρημα	noun|vulgar	η κουτουλιά
κούτριζα	=	κουτρίζω
κούτριζαν	=	κουτρίζω
κούτριζε	=	κουτρίζω
κούτριζες	=	κουτρίζω
κούτρισα	=	κουτρίζω
κούτρισαν	=	κουτρίζω
κούτρισε	=	κουτρίζω
κούτρισες	=	κουτρίζω
κούτσα-κούτσα	adv	άλλη μορφή του κούτσα κούτσα
κούτσαβε	noun	κλητική ενικού του κούτσαβος
κούτσαβο	noun	αιτιατική ενικού του κούτσαβος
κούτσαβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούτσαβος
κούτσαβος	noun	μεγεθυντικό του κουτσαβάκης
κούτσαβου	noun	γενική ενικού του κούτσαβος
κούτσαβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κούτσαβος
κούτσαβων	noun	γενική πληθυντικού του κούτσαβος
κούτσαινα	verb	αʹ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος κουτσαίνω
κούτσαιναν	=	κουτσαίνω
κούτσαινε	=	κουτσαίνω
κούτσαινες	=	κουτσαίνω
κούτσαμα	noun	το αποτέλεσμα του ρήματος κουτσαίνω
κούτσανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κούτσαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κούτσανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κούτσανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουτσαίνω
κούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτσικο
κούτσικας	noun	μικρό και σκληρό εξόγκωμα στα δάχτυλα των χεριών
κούτσικε	adj	κλητική ενικού του κούτσικος
κούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτσικη
κούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κούτσικος
κούτσικης	adj	γενική ενικού του κούτσικη
κούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του κούτσικος	noun	πολύ μικρό παιδί
κούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούτσικος
κούτσικος	adj	πολύ μικρός
κούτσικου	adj	γενική ενικού του κούτσικος
κούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κούτσικος
κούτσικων	adj	γενική πληθυντικού του κούτσικος
κούτσουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούτσουρο
κούτσουρο	noun	μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου
κούτσουρου	noun	γενική ενικού του κούτσουρο
κούτσουρων	noun	γενική πληθυντικού του κούτσουρο
κούφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούφο
κούφαινα	=	κουφαίνω
κούφαιναν	=	κουφαίνω
κούφαινε	=	κουφαίνω
κούφαινες	=	κουφαίνω
κούφανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κούφαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κούφανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κούφανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφαίνω
κούφε	adj	κλητική ενικού του κούφος
κούφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούφη
κούφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κούφος
κούφης	adj	γενική ενικού του κούφη
κούφια	=	κούφιο
κούφιας	=	κούφιος
κούφιε	=	κούφιος
κούφιες	=	κούφιος
κούφιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κούφιος	noun|dated	το περίστροφο (ή πιστόλι) που κουβαλούσαν επάνω τους οι παλιοί μάγκες, διάφορα άτομα του περιθωρίου ή του υποκόσμου
κούφιοι	=	κούφιος
κούφιος	adj	που είναι άδειος στο εσωτερικό του ενώ κανονικά είναι συμπαγής
κούφιου	=	κούφιο
κούφιους	=	κούφιος
κούφιων	=	κούφιο
κούφο	adj	αιτιατική ενικού του κούφος
κούφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κούφος
κούφος	adj|archaic	ανόητος, ελαφρός, χωρίς σοβαρότητα, επιπόλαιος
κούφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κούφος
κούφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κούφος
κούφωμα	noun	άνοιγμα σε τοίχο που προορίζεται για πόρτα ή παράθυρο
κούφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κούφος
κούφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κούφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κούφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κούφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουφώνω
κούω	=	ακούω
κπισν	abbrev	χώρος διεξαγωγής πολιτιστικών εκδηλώσεων και πάρκο στην Αθήνα
κράδαινα	=	κραδαίνω
κράδαιναν	=	κραδαίνω
κράδαινε	=	κραδαίνω
κράδαινες	=	κραδαίνω
κράζαμε	=	κράζω
κράζαν	=	κράζω
κράζανε	=	κράζω
κράζατε	=	κράζω
κράζε	=	κράζω
κράζει	=	κράζω
κράζεις	=	κράζω
κράζεσαι	=	κράζω
κράζεστε	=	κράζω
κράζεται	=	κράζω
κράζετε	=	κράζω
κράζομαι	=	κράζω
κράζομε	=	κράζω
κράζονται	=	κράζω
κράζονταν	=	κράζω
κράζοντας	=	κράζω
κράζουμε	=	κράζω
κράζουν	=	κράζω
κράζουνε	=	κράζω
κράζω	verb	βγάζω (δυνατή) φωνή ή κραυγή (σαν του κόρακα)
κράκερ	noun	είδος τραγανού σνακ
κράκουρα	noun|dated	απόκρημνοι βράχοι
κράκουρων	=	κράκουρα
κράκτες	=	κράκτης
κράκτη	=	κράκτης
κράκτης	noun|formal	άλλη μορφή του κράχτης
κράλη	=	κράλης
κράληδες	=	κράλης
κράληδων	=	κράλης
κράλης	noun	τίτλος βασιλιά διαφόρων λαών της ανατολικής Eυρώπης (όπως των Σέρβων)
κράμα	noun	ένα υλικό που αποτελείται από δύο στοιχεία εκ των οποίων, το ένα είναι και μέταλλο και παρουσιάζει τις ιδιότητες αυτού του μετάλλου
κράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράμα
κράματος	noun	γενική ενικού του κράμα
κράμβες	=	κράμβη
κράμβη	noun	ποώδες φυτό, λαχανικό της οικογένειας των Σταυρανθών, (επιστημονική ονομασία: Κράμβη η λαχανώδης)
κράμβης	=	κράμβη
κράμπα	noun	ξαφνική ακούσια σύσπαση κάποιου μυ, που συνήθως συνοδεύεται με πόνο
κράμπας	noun	γενική ενικού του κράμπα
κράμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράμπα
κράνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράνο
κράνη	noun	η ανομβρία, η ξεραΐλα
κράνο	noun	ο κόκκινος καρπός της κρανιάς
κράνος	noun	προστατευτικό περίβλημα της κεφαλής από σκληρό υλικό, συνήθως μέταλλο
κράνου	noun	γενική ενικού του κράνο
κράνους	noun	γενική ενικού του κράνος
κράνων	noun	γενική πληθυντικού του κράνο
κράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξαν	=	κράζω
κράξανε	=	κράζω
κράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κράζω
κράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξιμο	noun	η φωνή του κόρακα ή κάποια παρόμοια
κράξομε	=	κράζω
κράξου	=	κράζω
κράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξουνε	=	κράζω
κράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κράζω
κράσαρα	=	κρασάρω
κράσαραν	=	κρασάρω
κράσαρε	=	κρασάρω
κράσαρες	=	κρασάρω
κράσε	=	κράσος
κράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράση
κράσεων	noun	γενική πληθυντικού του κράση
κράσεως	noun|formal	γενική ενικού του κράση
κράση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα της ανάμειξης υγρών ή λιωμένων μετάλλων
κράσης	noun	γενική ενικού του κράση
κράσο	=	κράσος
κράσοι	=	κράσος
κράσος	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρασί
κράσου	=	κράσος
κράσους	=	κράσος
κράσπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράσπεδο
κράσπεδο	noun	το ακραίο σημείο μιας επιφάνειας
κράσπεδου	=	κράσπεδο
κράσων	=	κράσος
κράτα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του κρατώ
κράταγα	=	κρατάω
κράταγαν	=	κρατάω
κράταγε	=	κρατάω
κράταγες	=	κρατάω
κράταιγε	=	κράταιγος
κράταιγο	=	κράταιγος
κράταιγοι	=	κράταιγος
κράταιγος	noun	θάμνος (ή δέντρο) της τάξης των Ροδωδών (Rosales) της οικογένειας των Ροδοειδών (Rosaceae) με αγκαθωτά κλαδιά και κόκκινους καρπούς
κράταιγου	=	κράταιγος
κράταιγους	=	κράταιγος
κράταιγων	=	κράταιγος
κράτει	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του κρατώ
κράτη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράτος
κράτημα	noun	το να κρατάει κάποιος κάτι
κράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρατώ
κράτησης	=	κράτηση
κράτιστα	=	κράτιστος
κράτιστε	=	κράτιστος
κράτιστες	=	κράτιστος
κράτιστη	=	κράτιστος
κράτιστης	=	κράτιστος
κράτιστο	=	κράτιστος
κράτιστοι	=	κράτιστος
κράτιστος	adj|formal	που είναι πάρα πολύ ισχυρός ή κραταιός
κράτιστου	=	κράτιστος
κράτιστους	=	κράτιστος
κράτιστων	=	κράτιστος
κράτος	noun	συγκροτημένη πολιτική οντότητα με συγκεκριμένα σύνορα
κράτους	noun	γενική ενικού του κράτος
κράχτε	=	κράζω
κράχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράχτης
κράχτη	=	κράχτης
κράχτηκα	=	κράζω
κράχτηκαν	=	κράζω
κράχτηκε	=	κράζω
κράχτηκες	=	κράζω
κράχτης	noun	ο χαρακτηρισμός του πουλιού, συνήθως ωδικού, που χρησιμοποιείται για να προσελκύσει άλλα πουλιά σε παγίδα
κρέας	noun	η σάρκα ζώων ή ανθρώπων
κρέατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρέας
κρέατος	noun	αιτιατική ενικού του κρέας
κρέμα	noun	το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική
κρέμαγα	=	κρεμάω
κρέμαγαν	=	κρεμάω
κρέμαγε	=	κρεμάω
κρέμαγες	=	κρεμάω
κρέμαμαι	verb	άλλη μορφή του κρέμομαι
κρέμας	noun	γενική ενικού του κρέμα
κρέμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρέμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρέμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρέμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρέμαση	noun	οικοδομικό στοιχείο που προεξέχει προς τα κάτω
κρέμασης	=	κρέμαση
κρέμασμα	noun	η ανάρτηση αντικειμένου το οποίο κρατιέται από κάπου
κρέμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρέμα
κρέμεσαι	=	κρέμομαι
κρέμεστε	=	κρέμομαι
κρέμεται	=	κρέμομαι
κρέμομαι	verb	είμαι αναρτημένος κάπου ψηλά
κρέμονται	=	κρέμομαι
κρέμονταν	=	κρέμομαι
κρέμου	=	κρέμομαι
κρέμουμαι	verb	άλλη μορφή του κρέμομαι
κρέντιτα	=	κρέντιτο
κρέντιτο	noun	πίστωση
κρέντιτου	=	κρέντιτο
κρέντιτων	=	κρέντιτο
κρένω	verb	λέω, μιλάω
κρέπα	noun	(ζαχαροπλαστική) ψημένη πίτα ιδιαίτερα λεπτή που αμέσως μετά την παρασκευή της διπλώνεται είτε σε ρολό είτε τριγωνικά, με διάφορα είδη γέμισης (γλυκιάς ή αλμυρής)
κρέπαρα	=	κρεπάρω
κρέπας	noun	γενική ενικού του κρέπα
κρέπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρέπα
κρέπι	noun	άλλη μορφή του κρεπ
κρέπια	=	κρέπι
κρήδεμνο	noun	κεφαλόδεσμος, γυναικείο κάλυμμα κεφαλής
κρήμνιζα	=	κρημνίζω
κρήμνιζαν	=	κρημνίζω
κρήμνιζε	=	κρημνίζω
κρήμνιζες	=	κρημνίζω
κρήμνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρήμνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρήμνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρήμνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρήμνισμα	noun|formal	το αποτέλεσμα του κρημνίζω
κρήνες	=	κρήνη
κρήνη	noun|formal	κτίσμα, συνήθως με καλαίσθητη κατασκευή και διακόσμηση, όπου συλλέγεται και διανέμεται νερό φυσικής ή τεχνητής πηγής ή αγωγού, με ένα ή περισσοτέρους κρουνούς
κρήνης	noun	γενική ενικού του κρήνη
κρήτας	noun	άλλη γραφή του Κρητικός
κρίθηκα	=	κρίνω
κρίθηκαν	=	κρίνω
κρίθηκε	=	κρίνω
κρίθηκες	=	κρίνω
κρίθινα	=	κρίθινος
κρίθινε	=	κρίθινος
κρίθινες	=	κρίθινος
κρίθινη	=	κρίθινος
κρίθινης	=	κρίθινος
κρίθινο	=	κρίθινος
κρίθινοι	=	κρίθινος
κρίθινος	adj	άλλη μορφή του κριθαρένιος
κρίθινου	=	κρίθινος
κρίθινους	=	κρίθινος
κρίθινων	=	κρίθινος
κρίκε	noun	κλητική ενικού του κρίκος
κρίκετ	noun	ομαδικό άθλημα με δύο ομάδες των έντεκα παικτών η κάθε μία, που με ειδικά ρόπαλα χτυπούν μια μικρή μπάλα, προσπαθώντας να σκοράρουν περισσότερους πόντους από τους αντιπάλους
κρίκο	noun	αιτιατική ενικού του κρίκος
κρίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρίκος
κρίκος	noun	για να αναρτήσουμε κάτι κάπου ή να το συνδέσουμε
κρίκου	noun	γενική ενικού του κρίκος
κρίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρίκος
κρίκων	noun	γενική πληθυντικού του κρίκος
κρίμα	noun	η αμαρτία	adv	εκφράζει λύπη
κρίμας	=	κρίμα
κρίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίμα
κρίματος	noun	γενική ενικού του κρίμα
κρίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίνο
κρίναμε	=	κρίνω
κρίναν	=	κρίνω
κρίνανε	=	κρίνω
κρίνατε	=	κρίνω
κρίνε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του κρίνω	noun	κλητική ενικού του κρίνος
κρίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρίνω
κρίνεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρίνω
κρίνεσαι	=	κρίνω
κρίνεστε	=	κρίνω
κρίνεται	=	κρίνω
κρίνετε	=	κρίνω
κρίνο	noun	ποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη
κρίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρίνος
κρίνομαι	verb	με κρίνουν, με κατατάσσουν, με αξιολογούν
κρίνομε	=	κρίνω
κρίνονται	=	κρίνω
κρίνονταν	=	κρίνω
κρίνοντας	=	κρίνω
κρίνος	noun	άλλη μορφή του κρίνο
κρίνου	noun	γενική ενικού του κρίνος
κρίνουμε	=	κρίνω
κρίνουν	=	κρίνω
κρίνουνε	=	κρίνω
κρίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρίνος
κρίνω	verb	σχηματίζω γνώμη, νομίζω, εκτιμώ
κρίνων	noun	γενική πληθυντικού του κρίνος
κρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίση
κρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κρίση
κρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κρίση
κρίση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή
κρίσης	noun	γενική ενικού του κρίση
κρίσιμα	adv	με κρισιμότητα
κρίσιμε	adj	κλητική ενικού του κρίσιμος
κρίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρίσιμη
κρίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρίσιμος
κρίσιμης	adj	γενική ενικού του κρίσιμη
κρίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του κρίσιμος
κρίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρίσιμος
κρίσιμος	adj	που θα κρίνει, που θα έχει δηλαδή αποφασιστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη ή την κατάληξη μιας υπόθεσης
κρίσιμου	adj	γενική ενικού του κρίσιμος
κρίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρίσιμος
κρίσιμων	adj	γενική πληθυντικού του κρίσιμος
κρίσου	=	κρίνω
κρίταμα	=	κρίταμο
κρίταμο	noun	ποώδες φυτό (Crithmum maritimum: κρίθμον το παράλιο), της οικογένειας των σελινοειδών, με βρώσιμες ή / και θεραπευτικές ιδιότητες, που φυτρώνει συνήθως σε παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας αλλά και Ευρώπης
κρίταμου	=	κρίταμο
κρίταμων	=	κρίταμο
κρίτρα	noun	η πληρωμή του κριτή
κρίτρια	noun	θηλυκό του κριτής
κρίτριας	=	κρίτρια
κρίτριες	=	κρίτρια
κρίτρων	=	κρίτρα
κρα	noun	λέξη που αποδίδει τη φωνή του κόρακα
κραίνω	verb	άλλη γραφή του κρένω
κραβαρίτες	=	κραβαρίτης
κραβαρίτη	=	κραβαρίτης
κραβαρίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τα Κράβαρα
κραβαρίτισσα	=	κραβαρίτης
κραβαριτών	=	κραβαρίτης
κραγιονάκι	noun	υποκοριστικό του κραγιόν
κραγιονάκια	=	κραγιονάκι
κραγιονιού	=	κραγιόνι
κραγιονιών	=	κραγιόνι
κραγιόν	noun	ειδικό μολύβι για το βάψιμο των χειλιών
κραγιόνι	noun	χρωματιστό μολύβι ζωγραφικής
κραγιόνια	=	κραγιόνι
κραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραγμένο
κραγμένε	verb	κλητική ενικού του κραγμένος
κραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραγμένη
κραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κραγμένος
κραγμένης	verb	γενική ενικού του κραγμένη
κραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του κραγμένος
κραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κραγμένος
κραγμένος	verb	που τον έχουν κράξει, που τον έχουν καλέσει
κραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κραγμένος
κραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κραγμένος
κραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κραγμένος
κραδαίναμε	=	κραδαίνω
κραδαίναν	=	κραδαίνω
κραδαίνανε	=	κραδαίνω
κραδαίνατε	=	κραδαίνω
κραδαίνε	=	κραδαίνω
κραδαίνει	=	κραδαίνω
κραδαίνεις	=	κραδαίνω
κραδαίνεσαι	=	κραδαίνω
κραδαίνεστε	=	κραδαίνω
κραδαίνεται	=	κραδαίνω
κραδαίνετε	=	κραδαίνω
κραδαίνομαι	=	κραδαίνω
κραδαίνονται	=	κραδαίνω
κραδαίνονταν	=	κραδαίνω
κραδαίνοντας	=	κραδαίνω
κραδαίνου	=	κραδαίνω
κραδαίνουμε	=	κραδαίνω
κραδαίνουν	=	κραδαίνω
κραδαίνουνε	=	κραδαίνω
κραδαίνω	verb	κρατάω όπλο και το κουνώ απειλητικά
κραδαινόμασταν	=	κραδαίνω
κραδαινόμαστε	=	κραδαίνω
κραδαινόμουν	=	κραδαίνω
κραδαινόμουνα	=	κραδαίνω
κραδαινόντουσαν	=	κραδαίνω
κραδαινόσασταν	=	κραδαίνω
κραδαινόσαστε	=	κραδαίνω
κραδαινόσουν	=	κραδαίνω
κραδαινόσουνα	=	κραδαίνω
κραδαινόταν	=	κραδαίνω
κραδαινότανε	=	κραδαίνω
κραδασμέ	noun	κλητική ενικού του κραδασμός
κραδασμικά	=	κραδασμικός
κραδασμικέ	=	κραδασμικός
κραδασμικές	=	κραδασμικός
κραδασμική	=	κραδασμικός
κραδασμικής	=	κραδασμικός
κραδασμικοί	=	κραδασμικός
κραδασμικού	=	κραδασμικός
κραδασμικούς	=	κραδασμικός
κραδασμικό	=	κραδασμικός
κραδασμικός	adj	που έχει σχέση με κραδασμούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς
κραδασμικών	=	κραδασμικός
κραδασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κραδασμός
κραδασμού	noun	γενική ενικού του κραδασμός
κραδασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κραδασμός
κραδασμό	noun	αιτιατική ενικού του κραδασμός
κραδασμός	noun	το τράνταγμα
κραδασμών	noun	γενική πληθυντικού του κραδασμός
κραδαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραδαστικό
κραδαστικέ	adj	κλητική ενικού του κραδαστικός
κραδαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραδαστική
κραδαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κραδαστικός
κραδαστικής	adj	γενική ενικού του κραδαστική
κραδαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κραδαστικός
κραδαστικού	adj	γενική ενικού του κραδαστικός
κραδαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κραδαστικός
κραδαστικό	adj	αιτιατική ενικού του κραδαστικός
κραδαστικός	adj|rare	άλλη μορφή του κραδασμικός
κραδαστικών	adj	γενική πληθυντικού του κραδαστικός
κραζόμασταν	=	κράζω
κραζόμαστε	=	κράζω
κραζόμουν	=	κράζω
κραζόμουνα	=	κράζω
κραζόντουσαν	=	κράζω
κραζόσασταν	=	κράζω
κραζόσαστε	=	κράζω
κραζόσουν	=	κράζω
κραζόσουνα	=	κράζω
κραζόταν	=	κράζω
κραζότανε	=	κράζω
κραιπάλες	=	κραιπάλη
κραιπάλη	noun	το μεγάλο μεθύσι
κραιπάλης	=	κραιπάλη
κρακ	noun	ναρκωτικό, παράγωγο της κοκαΐνης
κρακεράκι	noun	κράκερ σε μικρό μέγεθος
κρακεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρακεράκι
κρακτών	=	κράκτης
κρακόβιακ	noun	παραδοσιακός χορός της Πολωνίας
κραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κράμα
κραμβάλευρα	=	κραμβάλευρο
κραμβάλευρο	noun	άλευρο που προέρχεται από κράμβη ή επεξεργασία σπόρου ελαιοκράμβης
κραμβάλευρου	=	κραμβάλευρο
κραμβάλευρων	=	κραμβάλευρο
κραμβέλαια	=	κραμβέλαιο
κραμβέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από ελαιοκράμβη
κραμβέλαιου	=	κραμβέλαιο
κραμβέλαιων	=	κραμβέλαιο
κραμβελαίου	=	κραμβέλαιο
κραμβελαίων	=	κραμβέλαιο
κραμβών	=	κράμβη
κραμπί	noun	η κράμβη, το λάχανο
κραμπών	noun	γενική πληθυντικού του κράμπα
κρανένια	=	κρανένιος
κρανένιας	=	κρανένιος
κρανένιε	=	κρανένιος
κρανένιες	=	κρανένιος
κρανένιο	=	κρανένιος
κρανένιοι	=	κρανένιος
κρανένιος	adj	που έχει φτιαχτεί από ξύλο κρανιάς
κρανένιου	=	κρανένιος
κρανένιους	=	κρανένιος
κρανένιων	=	κρανένιος
κρανία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανίο
κρανίο	noun	το σύνολο των οστών του κεφαλιού
κρανίου	noun	γενική ενικού του κρανίο
κρανίσια	=	κρανίσιος
κρανίσιας	=	κρανίσιος
κρανίσιε	=	κρανίσιος
κρανίσιες	=	κρανίσιος
κρανίσιο	=	κρανίσιος
κρανίσιοι	=	κρανίσιος
κρανίσιος	adj	που έχει φτιαχτεί από ξύλο κρανιάς
κρανίσιου	=	κρανίσιος
κρανίσιους	=	κρανίσιος
κρανίσιων	=	κρανίσιος
κρανίων	noun	γενική πληθυντικού του κρανίο
κρανιά	noun	φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Cornus mas) που βγάζει κίτρινα άνθη και μικρούς βαθυκόκκινους καρπούς με ξινή γεύση
κρανιάς	noun	γενική ενικού του κρανιά
κρανιέ	=	κρανιός
κρανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιά
κρανιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρανιακός	adv	στην κρανιακή περιοχή
κρανιακέ	adj	κλητική ενικού του κρανιακός
κρανιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιακή
κρανιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιακός
κρανιακής	adj	γενική ενικού του κρανιακή
κρανιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιακός
κρανιακού	adj	γενική ενικού του κρανιακός
κρανιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιακός
κρανιακό	adj	αιτιατική ενικού του κρανιακός
κρανιακός	adj	σχετικός με το κρανίο
κρανιακών	adj	γενική πληθυντικού του κρανιακός
κρανιδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιδιώτικο
κρανιδιώτικε	adj	κλητική ενικού του κρανιδιώτικος
κρανιδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιδιώτικη
κρανιδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιδιώτικος
κρανιδιώτικης	adj	γενική ενικού του κρανιδιώτικη
κρανιδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κρανιδιώτικος
κρανιδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιδιώτικος
κρανιδιώτικος	adj	ο σχετικός με το Κρανίδι και τους κατοίκους του
κρανιδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρανιδιώτικος
κρανιδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιδιώτικος
κρανιδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρανιδιώτικος
κρανιοί	=	κρανιός
κρανιοεγκεφαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιοεγκεφαλικό
κρανιοεγκεφαλικέ	adj	κλητική ενικού του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιοεγκεφαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιοεγκεφαλική
κρανιοεγκεφαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιοεγκεφαλικής	adj	γενική ενικού του κρανιοεγκεφαλική
κρανιοεγκεφαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιοεγκεφαλικού	adj	γενική ενικού του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιοεγκεφαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιοεγκεφαλικό	adj	αιτιατική ενικού του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιοεγκεφαλικός	adj	σχετικός με το κρανίο και τον εγκέφαλο
κρανιοεγκεφαλικών	adj	γενική πληθυντικού του κρανιοεγκεφαλικός
κρανιολογία	noun	μελέτη του κρανίου και των χαρακτηριστικών του (ανάπτυξη, δομή, μορφή)
κρανιολογίας	=	κρανιολογία
κρανιολογίες	=	κρανιολογία
κρανιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιολογικό
κρανιολογικέ	adj	κλητική ενικού του κρανιολογικός
κρανιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιολογική
κρανιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιολογικός
κρανιολογικής	adj	γενική ενικού του κρανιολογική
κρανιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιολογικός
κρανιολογικού	adj	γενική ενικού του κρανιολογικός
κρανιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιολογικός
κρανιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κρανιολογικός
κρανιολογικός	adj	σχετικός με την κρανιολογία
κρανιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κρανιολογικός
κρανιολογιών	=	κρανιολογία
κρανιολόγε	=	κρανιολόγος
κρανιολόγο	=	κρανιολόγος
κρανιολόγοι	=	κρανιολόγος
κρανιολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στην κρανιολογία
κρανιολόγου	=	κρανιολόγος
κρανιολόγους	=	κρανιολόγος
κρανιολόγων	=	κρανιολόγος
κρανιομετρία	noun	κλάδος της ανθρωπομετρίας που μελετά τη μορφολογία του κρανίου
κρανιομετρίας	=	κρανιομετρία
κρανιομετρίες	=	κρανιομετρία
κρανιομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιομετρικό
κρανιομετρικέ	adj	κλητική ενικού του κρανιομετρικός
κρανιομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιομετρική
κρανιομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιομετρικός
κρανιομετρικής	adj	γενική ενικού του κρανιομετρική
κρανιομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιομετρικός
κρανιομετρικού	adj	γενική ενικού του κρανιομετρικός
κρανιομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιομετρικός
κρανιομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του κρανιομετρικός
κρανιομετρικός	adj	σχετικός με την κρανιομετρία ή που αποσκοπεί σ' αυτήν
κρανιομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του κρανιομετρικός
κρανιομετριών	=	κρανιομετρία
κρανιοπροσωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιοπροσωπικό
κρανιοπροσωπικέ	adj	κλητική ενικού του κρανιοπροσωπικός
κρανιοπροσωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιοπροσωπική
κρανιοπροσωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιοπροσωπικός
κρανιοπροσωπικής	adj	γενική ενικού του κρανιοπροσωπική
κρανιοπροσωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιοπροσωπικός
κρανιοπροσωπικού	adj	γενική ενικού του κρανιοπροσωπικός
κρανιοπροσωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιοπροσωπικός
κρανιοπροσωπικό	adj	αιτιατική ενικού του κρανιοπροσωπικός
κρανιοπροσωπικός	adj	που έχει σχέση με το κρανίο και το πρόσωπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
κρανιοπροσωπικών	adj	γενική πληθυντικού του κρανιοπροσωπικός
κρανιοσκοπία	noun	η μελέτη του κρανίου με σκοπό την εκτίμηση των πνευματικών και ηθικών ικανοτήτων του ατόμου
κρανιοσκοπίας	=	κρανιοσκοπία
κρανιοσκοπίες	=	κρανιοσκοπία
κρανιοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κρανιοσκοπικό) του κρανιοσκοπικός	adv	με κρανιοσκοπικό τρόπο ή μέσο
κρανιοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανιοσκοπική
κρανιοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπικής	adj	γενική ενικού του κρανιοσκοπική
κρανιοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπικού	adj	γενική ενικού του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπικός	adj	σχετικός με την κρανιοσκοπία ή που αποσκοπεί σ' αυτήν
κρανιοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του κρανιοσκοπικός
κρανιοσκοπιών	=	κρανιοσκοπία
κρανιοσκόπε	=	κρανιοσκόπος
κρανιοσκόπο	=	κρανιοσκόπος
κρανιοσκόποι	=	κρανιοσκόπος
κρανιοσκόπος	noun	ανθρωπολόγος ο οποίος πραγματοποιεί μελέτη των χαρακτηριστικών του ανθρώπινου κρανίου
κρανιοσκόπου	=	κρανιοσκόπος
κρανιοσκόπους	=	κρανιοσκόπος
κρανιοσκόπων	=	κρανιοσκόπος
κρανιοτομές	=	κρανιοτομή
κρανιοτομή	noun	η χειρουργική επέμβαση που περιλαμβάνει διάνοιξη του κρανίου
κρανιοτομής	=	κρανιοτομή
κρανιοτομών	=	κρανιοτομή
κρανιού	=	κρανιός
κρανιούς	=	κρανιός
κρανιό	=	κρανιός
κρανιός	noun	το μυλοκόπι, η σκίαινα, ο σκιός
κρανιών	=	κρανιά
κρανοειδές	=	κρανοειδής
κρανοειδή	=	κρανοειδής
κρανοειδής	adj	που έχει περίπου την μορφή του κράνους
κρανοειδείς	=	κρανοειδής
κρανοειδούς	=	κρανοειδής
κρανοειδών	=	κρανοειδής
κρανοφόρα	=	κρανοφόρος
κρανοφόρας	=	κρανοφόρος
κρανοφόρε	=	κρανοφόρος
κρανοφόρες	=	κρανοφόρος
κρανοφόρο	=	κρανοφόρος
κρανοφόροι	=	κρανοφόρος
κρανοφόρος	adj	που φέρει / φορά κράνος
κρανοφόρου	=	κρανοφόρος
κρανοφόρους	=	κρανοφόρος
κρανοφόρων	=	κρανοφόρος
κρανών	noun	γενική πληθυντικού του κράνος
κραξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράξιμο
κραξίματος	noun	γενική ενικού του κράξιμο
κραξιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του κράξιμο
κραξιάς	=	κραξιά
κραξιές	=	κραξιά
κραξιμάτων	=	κράξιμο
κραξιών	=	κραξιά
κρας	noun|informal	το να παύει να ανταποκρίνεται μέχρι που εξαναγκάζεται να εξέλθει και να διακόψει εξυπηρέτηση του χρήστη
κρασά	=	κρασάς
κρασάδες	=	κρασάς
κρασάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασάδικο
κρασάδων	=	κρασάς
κρασάκι	noun	το λίγο κρασί
κρασάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασάκι
κρασάρα	=	κρασάρω
κρασάραμε	=	κρασάρω
κρασάραν	=	κρασάρω
κρασάρανε	=	κρασάρω
κρασάρατε	=	κρασάρω
κρασάρε	=	κρασάρω
κρασάρει	=	κρασάρω
κρασάρεις	=	κρασάρω
κρασάρες	=	κρασάρω
κρασάρετε	=	κρασάρω
κρασάριζα	=	κρασάρω
κρασάριζαν	=	κρασάρω
κρασάριζε	=	κρασάρω
κρασάριζες	=	κρασάρω
κρασάρισα	=	κρασάρω
κρασάρισαν	=	κρασάρω
κρασάρισε	=	κρασάρω
κρασάρισες	=	κρασάρω
κρασάρισμένος	=	κρασάρω
κρασάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρασάρω
κρασάρομε	=	κρασάρω
κρασάροντας	=	κρασάρω
κρασάρουμε	=	κρασάρω
κρασάρουν	=	κρασάρω
κρασάρουνε	=	κρασάρω
κρασάρτε	=	κρασάρω
κρασάρω	verb|informal	δυσλειτουργώ ή παύω να λειτουργώ
κρασάς	noun	αυτός που παράγει ή εμπορεύεται κρασί
κρασάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασάτο
κρασάτε	adj	κλητική ενικού του κρασάτος
κρασάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασάτη
κρασάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρασάτος
κρασάτης	adj	γενική ενικού του κρασάτη
κρασάτο	adj	αιτιατική ενικού του κρασάτος
κρασάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρασάτος
κρασάτος	adj	αυτός που φέρεται ή παρασκευάζεται με κρασί
κρασάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρασάτος
κρασάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρασάτος
κρασάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρασάτος
κρασί	noun	οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται από τη ζύμωση του χυμού των σταφυλιών
κρασίλα	noun	η μυρωδιά του κρασιού, συνήθως όταν θέλουμε να δείξουμε δυσαρέσκεια για αυτήν
κρασίλας	noun	γενική ενικού του κρασίλα
κρασίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασίλα
κρασαρίσαμε	=	κρασάρω
κρασαρίσαν	=	κρασάρω
κρασαρίσανε	=	κρασάρω
κρασαρίσατε	=	κρασάρω
κρασαρίσει	=	κρασάρω
κρασαρίσματα	=	κρασάρισμα
κρασαρίσματος	=	κρασάρισμα
κρασαρίστε	=	κρασάρω
κρασαριά	=	κρασαριό
κρασαριού	=	κρασαριό
κρασαρισμάτων	=	κρασάρισμα
κρασαρισμένα	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένε	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένες	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένη	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένης	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένο	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένοι	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένος	verb|informal	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κρασάρω
κρασαρισμένου	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένους	=	κρασαρισμένος
κρασαρισμένων	=	κρασαρισμένος
κρασαριό	noun|vulgar	αποθηκευτικός χώρος, όπου φυλάσσονται τα βαρέλια με το κρασί
κρασαριών	=	κρασαριό
κρασιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασί
κρασιού	noun	γενική ενικού του κρασί
κρασιών	noun	γενική πληθυντικού του κρασί
κρασοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασοβάρελο
κρασοβάρελο	noun	βαρέλι για μεταφορά ή φύλαξη κρασιού
κρασοβάρελου	noun	γενική ενικού του κρασοβάρελο
κρασοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του κρασοβάρελο
κρασοκανάτα	noun|figurative	αυτή ή αυτός που πίνει πολύ και αντέχει τη μεγάλη κατανάλωση κρασιού
κρασοκανάτας	noun	αρσενικό του κρασοκανάτα
κρασοκανάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασοκανάτα
κρασοκατάνυξη	noun	η πολύωρη και υπερβολική κατανάλωση κρασιού
κρασοκατάνυξης	=	κρασοκατάνυξη
κρασοκατανύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασοκατάνυξη
κρασοκατανύξεων	=	κρασοκατάνυξη
κρασοπίνω	verb|vulgar	πίνω κρασί
κρασοπατέρα	=	κρασοπατέρας
κρασοπατέρας	noun	ο μέθυσος
κρασοπατέρες	=	κρασοπατέρας
κρασοπατέρων	=	κρασοπατέρας
κρασοπατεράδες	=	κρασοπατέρας
κρασοπατεράδων	=	κρασοπατέρας
κρασοποτιού	=	κρασοπότι
κρασοποτιών	=	κρασοπότι
κρασοπουλειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασοπουλειό
κρασοπουλειού	noun	γενική ενικού του κρασοπουλειό
κρασοπουλειό	noun|dated	ταβέρνα, καπηλειό
κρασοπουλειών	noun	γενική πληθυντικού του κρασοπουλειό
κρασοπωλών	=	κρασοπώλης
κρασοπότηρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασοπότηρο
κρασοπότηρο	noun	ποτήρι για κρασί
κρασοπότηρου	noun	γενική ενικού του κρασοπότηρο
κρασοπότηρων	noun	γενική πληθυντικού του κρασοπότηρο
κρασοπότι	noun	η οινοποσία
κρασοπότια	=	κρασοπότι
κρασοπώλες	=	κρασοπώλης
κρασοπώλη	=	κρασοπώλης
κρασοπώλης	noun	αυτός που πουλά κρασί· ταβερνιάρης, κάπελας
κρασοστάφυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασοστάφυλο
κρασοστάφυλο	noun	σταφύλι που προορίζεται για κρασί και μεταφέρεται, συνήθως με σταφυλοκόφινα, σε πατητήρια ή λινούδες
κρασοστάφυλου	noun	γενική ενικού του κρασοστάφυλο
κρασοστάφυλων	noun	γενική πληθυντικού του κρασοστάφυλο
κρασού	noun	θηλυκό του κρασάς
κρασούδες	=	κρασού
κρασούδων	=	κρασού
κρασούς	=	κρασού
κρασπέδου	=	κράσπεδο
κρασπέδων	=	κράσπεδο
κρασπέδωνα	=	κρασπεδώνω
κρασπέδωναν	=	κρασπεδώνω
κρασπέδωνε	=	κρασπεδώνω
κρασπέδωνες	=	κρασπεδώνω
κρασπέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπέδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρασπεδώνω
κρασπέδωσης	=	κρασπέδωση
κρασπεδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασπεδωμένο
κρασπεδωμένε	verb	κλητική ενικού του κρασπεδωμένος
κρασπεδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασπεδωμένη
κρασπεδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρασπεδωμένος
κρασπεδωμένης	verb	γενική ενικού του κρασπεδωμένη
κρασπεδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρασπεδωμένος
κρασπεδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρασπεδωμένος
κρασπεδωμένος	verb	που έχει εφοδιαστεί με κράσπεδο
κρασπεδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρασπεδωμένος
κρασπεδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρασπεδωμένος
κρασπεδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρασπεδωμένος
κρασπεδόρειθρα	=	κρασπεδόρειθρο
κρασπεδόρειθρο	noun	κατασκευή από σκυρόδεμα (ρείθρο) που διαχωρίζει το οδόστρωμα από το κράσπεδο του πεζοδρομίου
κρασπεδόρειθρου	=	κρασπεδόρειθρο
κρασπεδόρειθρων	=	κρασπεδόρειθρο
κρασπεδώναμε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώναν	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνανε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνατε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνει	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνεις	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνετε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνοντας	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνουμε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνουν	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνουνε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώνω	verb	κατασκευάζω κράσπεδο
κρασπεδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώσαν	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώσανε	=	κρασπεδώνω
κρασπεδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασπέδωση
κρασπεδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώσεων	=	κρασπέδωση
κρασπεδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασπεδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρασπεδώνω
κρασωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασωμένο
κρασωμένε	verb	κλητική ενικού του κρασωμένος
κρασωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρασωμένη
κρασωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρασωμένος
κρασωμένης	verb	γενική ενικού του κρασωμένη
κρασωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρασωμένος
κρασωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρασωμένος
κρασωμένος	verb	μεθυσμένος
κρασωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρασωμένος
κρασωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρασωμένος
κρασωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρασωμένος
κρατά	=	κρατώ
κρατάγαμε	=	κρατάω
κρατάγανε	=	κρατάω
κρατάγατε	=	κρατάω
κρατάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρατάω
κρατάμε	=	κρατώ
κρατάν	=	κρατώ
κρατάνε	=	κρατώ
κρατάς	=	κρατώ
κρατάτε	=	κρατώ
κρατάω	verb	ασυναίρετη μορφή του κρατώ
κρατέρωμα	noun	κράμα χαλκού με κασσίτερο, ο μπρούντζος
κρατήθηκα	=	κρατώ
κρατήθηκαν	=	κρατούμαι
κρατήθηκε	=	κρατούμαι
κρατήθηκες	=	κρατούμαι
κρατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράτημα
κρατήματος	noun	γενική ενικού του κράτημα
κρατήρα	=	κρατήρας
κρατήρας	noun	αρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό
κρατήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατήρας
κρατήρων	=	κρατήρας
κρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσαν	=	κρατώ
κρατήσανε	=	κρατώ
κρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράτηση
κρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσεων	=	κράτηση
κρατήσεως	=	κράτηση
κρατήσου	=	κρατούμαι
κρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσουνε	=	κρατάω
κρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατώ
κρατίδια	=	κρατίδιο
κρατίδιο	noun	μικρό κράτος
κρατίδιου	=	κρατίδιο
κρατίδιων	=	κρατίδιο
κραταίωνα	=	κραταιώνομαι
κραταίωναν	=	κραταιώνομαι
κραταίωνε	=	κραταιώνομαι
κραταίωνες	=	κραταιώνομαι
κραταίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταίωση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κραταιώνω
κραταίωσης	=	κραταίωση
κραταιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κραταιός	adv	με κραταιό τρόπο
κραταιάς	=	κραταιός
κραταιέ	adj	κλητική ενικού του κραταιός
κραταιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραταιή
κραταιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κραταιός
κραταιής	adj	γενική ενικού του κραταιή
κραταιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κραταιός
κραταιοτήτων	=	κραταιότητα
κραταιού	adj	γενική ενικού του κραταιός
κραταιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κραταιός
κραταιωθήκαμε	=	κραταιώνομαι
κραταιωθήκαν	=	κραταιώνομαι
κραταιωθήκανε	=	κραταιώνομαι
κραταιωθήκατε	=	κραταιώνομαι
κραταιωθεί	=	κραταιώνομαι
κραταιωθείτε	=	κραταιώνομαι
κραταιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραταιωμένο
κραταιωμένε	verb	κλητική ενικού του κραταιωμένος
κραταιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραταιωμένη
κραταιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κραταιωμένος
κραταιωμένης	verb	γενική ενικού του κραταιωμένη
κραταιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κραταιωμένος
κραταιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κραταιωμένος
κραταιωμένος	verb	που έχει κραταιωθεί, που έχει δυναμώσει
κραταιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κραταιωμένος
κραταιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κραταιωμένος
κραταιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κραταιωμένος
κραταιωνόμασταν	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόμαστε	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόμουν	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόμουνα	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόντουσαν	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόσασταν	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόσαστε	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόσουν	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόσουνα	=	κραταιώνομαι
κραταιωνόταν	=	κραταιώνομαι
κραταιωνότανε	=	κραταιώνομαι
κραταιό	adj	αιτιατική ενικού του κραταιός
κραταιός	adj|formal	που έχει μεγάλη δύναμη
κραταιότητα	noun|archaic	η ιδιότητα του κραταιού
κραταιότητας	=	κραταιότητα
κραταιότητες	=	κραταιότητα
κραταιώθηκα	=	κραταιώνομαι
κραταιώθηκαν	=	κραταιώνομαι
κραταιώθηκε	=	κραταιώνομαι
κραταιώθηκες	=	κραταιώνομαι
κραταιών	adj	γενική πληθυντικού του κραταιός
κραταιώναμε	=	κραταιώνομαι
κραταιώναν	=	κραταιώνομαι
κραταιώνανε	=	κραταιώνομαι
κραταιώνατε	=	κραταιώνομαι
κραταιώνει	=	κραταιώνομαι
κραταιώνεις	=	κραταιώνομαι
κραταιώνεσαι	=	κραταιώνομαι
κραταιώνεστε	=	κραταιώνομαι
κραταιώνεται	=	κραταιώνομαι
κραταιώνετε	=	κραταιώνομαι
κραταιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κραταιώνω
κραταιώνονται	=	κραταιώνομαι
κραταιώνονταν	=	κραταιώνομαι
κραταιώνοντας	=	κραταιώνομαι
κραταιώνουμε	=	κραταιώνομαι
κραταιώνουν	=	κραταιώνομαι
κραταιώνουνε	=	κραταιώνομαι
κραταιώνω	=	κραταιώνομαι
κραταιώς	adv|archaic	με κραταιό τρόπο/, με κραταιότητα
κραταιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώσαν	=	κραταιώνομαι
κραταιώσανε	=	κραταιώνομαι
κραταιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραταίωση
κραταιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώσεων	=	κραταίωση
κραταιώσου	=	κραταιώνομαι
κραταιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κραταιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραταιώνω
κρατεί	verb	οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του κρατώ
κρατείς	=	κρατώ
κρατείσαι	=	κρατούμαι
κρατείσθε	=	κρατάω
κρατείστε	=	κρατούμαι
κρατείται	=	κρατούμαι
κρατείτε	=	κρατώ
κρατείτο	=	κρατάω
κρατερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρατερός	adv	με κρατερό τρόπο, με κρατερότητα
κρατερέ	adj	κλητική ενικού του κρατερός
κρατερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατερή
κρατερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατερός
κρατερής	adj	γενική ενικού του κρατερή
κρατεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατερός
κρατεροτήτων	=	κρατερότητα
κρατερού	adj	γενική ενικού του κρατερός
κρατερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρατερός
κρατερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρατέρωμα
κρατερό	adj	αιτιατική ενικού του κρατερός
κρατερός	adj|formal	πολύ δυνατός
κρατερότητα	noun|formal	η ιδιότητα του κρατερού
κρατερότητας	=	κρατερότητα
κρατερότητες	=	κρατερότητα
κρατερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατέρωμα
κρατερώματος	noun	γενική ενικού του κρατέρωμα
κρατερών	adj	γενική πληθυντικού του κρατερός
κρατερώς	adv|formal	με κρατερό τρόπο, με κρατερότητα
κρατηθήκαμε	=	κρατούμαι
κρατηθήκαν	=	κρατούμαι
κρατηθήκανε	=	κρατούμαι
κρατηθήκατε	=	κρατούμαι
κρατηθεί	=	κρατούμαι
κρατηθείς	=	κρατάω
κρατηθείτε	=	κρατούμαι
κρατηθούμε	=	κρατάω
κρατηθούν	=	κρατάω
κρατηθούνε	=	κρατάω
κρατηθώ	=	κρατάω
κρατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κράτημα
κρατημέ	noun	κλητική ενικού του κρατημός
κρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατημένο
κρατημένε	verb	κλητική ενικού του κρατημένος
κρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατημένη
κρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατημένος
κρατημένης	verb	γενική ενικού του κρατημένη
κρατημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρατημένος
κρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατημένος
κρατημένος	verb	που έχει κρατηθεί
κρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρατημένος
κρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρατημένος
κρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρατημένος
κρατημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατημός
κρατημού	noun	γενική ενικού του κρατημός
κρατημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρατημός
κρατημό	noun	αιτιατική ενικού του κρατημός
κρατημός	noun	συγκράτηση, αυτοσυγκράτηση
κρατημών	noun	γενική πληθυντικού του κρατημός
κρατητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατητήριο
κρατητήριο	noun	ο χώρος στα αστυνομικά τμήματα όπου κρατούνται προσωρινά οι κρατούμενοι
κρατητήριου	=	κρατητήριο
κρατητηρίου	noun	γενική ενικού του κρατητήριο
κρατητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κρατητήριο
κρατιέμαι	verb	συγκρατούμαι, έχω αρπαχτεί από κάπου.
κρατιέστε	=	κρατάω
κρατιέται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κρατιέμαι
κρατιδίου	=	κρατίδιο
κρατιδίων	=	κρατίδιο
κρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικό
κρατικέ	adj	κλητική ενικού του κρατικός
κρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατική
κρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατικός
κρατικής	adj	γενική ενικού του κρατική
κρατικισμέ	=	κρατικισμός
κρατικισμοί	=	κρατικισμός
κρατικισμού	=	κρατικισμός
κρατικισμούς	=	κρατικισμός
κρατικισμό	=	κρατικισμός
κρατικισμός	noun	άλλη μορφή του κρατισμός
κρατικισμών	=	κρατικισμός
κρατικιστικά	=	κρατικιστικός
κρατικιστικέ	=	κρατικιστικός
κρατικιστικές	=	κρατικιστικός
κρατικιστική	=	κρατικιστικός
κρατικιστικής	=	κρατικιστικός
κρατικιστικοί	=	κρατικιστικός
κρατικιστικού	=	κρατικιστικός
κρατικιστικούς	=	κρατικιστικός
κρατικιστικό	=	κρατικιστικός
κρατικιστικός	adj	ο σχετικός με τον κρατικισμό
κρατικιστικών	=	κρατικιστικός
κρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατικός
κρατικοδίαιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοδίαιτο
κρατικοδίαιτε	adj	κλητική ενικού του κρατικοδίαιτος
κρατικοδίαιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοδίαιτη
κρατικοδίαιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατικοδίαιτος
κρατικοδίαιτης	adj	γενική ενικού του κρατικοδίαιτη
κρατικοδίαιτο	adj	αιτιατική ενικού του κρατικοδίαιτος
κρατικοδίαιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατικοδίαιτος
κρατικοδίαιτος	adj	κάποιος (πρόσωπο, φορέας, επιχείρηση κ.λπ.) που αποκτά το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων του από την οικονομική σχέση του με το κράτος
κρατικοδίαιτου	adj	γενική ενικού του κρατικοδίαιτος
κρατικοδίαιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρατικοδίαιτος
κρατικοδίαιτων	adj	γενική πληθυντικού του κρατικοδίαιτος
κρατικοεθνικισμέ	=	κρατικοεθνικισμός
κρατικοεθνικισμοί	=	κρατικοεθνικισμός
κρατικοεθνικισμού	=	κρατικοεθνικισμός
κρατικοεθνικισμούς	=	κρατικοεθνικισμός
κρατικοεθνικισμό	=	κρατικοεθνικισμός
κρατικοεθνικισμός	noun	είναι η εθνοτική διαμόρφωση σύμφωνα με τα πρότυπα του κράτους
κρατικοεθνικισμών	=	κρατικοεθνικισμός
κρατικοθεσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοθεσμικό
κρατικοθεσμικέ	adj	κλητική ενικού του κρατικοθεσμικός
κρατικοθεσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοθεσμική
κρατικοθεσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατικοθεσμικός
κρατικοθεσμικής	adj	γενική ενικού του κρατικοθεσμική
κρατικοθεσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατικοθεσμικός
κρατικοθεσμικού	adj	γενική ενικού του κρατικοθεσμικός
κρατικοθεσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρατικοθεσμικός
κρατικοθεσμικό	adj	αιτιατική ενικού του κρατικοθεσμικός
κρατικοθεσμικός	adj	που έχει σχέση με το κράτος και τους θεσμούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
κρατικοθεσμικών	adj	γενική πληθυντικού του κρατικοθεσμικός
κρατικοποίει	=	κρατικοποιώ
κρατικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποίηση	noun	η μεταφορά στο κράτος της ιδιοκτησίας και του ελέγχου μιας εταιρείας, που μέχρι τότε βρισκόταν στην ιδιοκτησία ιδιωτών
κρατικοποίησης	noun	γενική ενικού του κρατικοποίηση
κρατικοποιήθηκα	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήθηκαν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήθηκε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήθηκες	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσαν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήσανε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοποίηση
κρατικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κρατικοποίηση
κρατικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κρατικοποίηση
κρατικοποιήσου	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσουνε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικοποιεί	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιείς	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιείσαι	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιείστε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιείται	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιείτε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιείτο	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθήκαμε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθήκαν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθήκανε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθήκατε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθεί	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθείς	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθείτε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθούμε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθούν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθούνε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιηθώ	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοποιημένο
κρατικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κρατικοποιημένος
κρατικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατικοποιημένη
κρατικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατικοποιημένος
κρατικοποιημένης	verb	γενική ενικού του κρατικοποιημένη
κρατικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κρατικοποιημένος
κρατικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατικοποιημένος
κρατικοποιημένος	verb	που έχει κρατικοποιηθεί, του οποίου η κυριότητα έχει μεταφερθεί στο κράτος
κρατικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρατικοποιημένος
κρατικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρατικοποιημένος
κρατικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρατικοποιημένος
κρατικοποιούμαι	verb	αλλάζω ιδιοκτησιακό καθεστώς και από ιδιώτες, ανήκω πλέον στο κράτος (για επιχειρήσεις, αγαθά, αντικειμενα, ιδρύματα)
κρατικοποιούμασταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούμαστε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούμε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούμουν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούμουνα	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούνε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούνται	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούνταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούντο	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσα	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσαμε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσαν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσανε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσασταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσαστε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσατε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσες	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσουν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιούσουνα	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόμασταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόμαστε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόμουν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόμουνα	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόνταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόντανε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόντουσαν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόσασταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόσαστε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόσουν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόσουνα	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιόταν	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιότανε	=	κρατικοποιώ
κρατικοποιώ	verb	δίνω τον έλεγχο μιας επιχείρησης από τους ιδιώτες στο κράτος
κρατικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρατικοποιώ
κρατικού	adj	γενική ενικού του κρατικός
κρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρατικός
κρατικό	adj	αιτιατική ενικού του κρατικός
κρατικός	adj	που ανήκει στο κράτος
κρατικών	adj	γενική πληθυντικού του κρατικός
κρατιούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του κρατιέμαι
κρατισμέ	noun	κλητική ενικού του κρατισμός
κρατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατισμός
κρατισμού	noun	γενική ενικού του κρατισμός
κρατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρατισμός
κρατισμό	noun	αιτιατική ενικού του κρατισμός
κρατισμός	noun	η πεποίθηση ότι το κράτος αναλαμβάνει το ρόλο εγγυητή της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης και είναι, εν γένει, το καταλληλότερο μέσο επίλυσης προβλημάτων και συγκρούσεων στο εσωτερικό μιας χώρας
κρατισμών	noun	γενική πληθυντικού του κρατισμός
κρατιστές	=	κρατιστής
κρατιστή	=	κρατιστής
κρατιστής	noun	αυτός που θεωρεί επιβεβλημένο τον θεσμό του κράτους
κρατιστών	=	κρατιστής
κρατιόμασταν	=	κρατάω
κρατιόνταν	=	κρατάω
κρατιόντανε	=	κρατάω
κρατιόντουσαν	=	κρατάω
κρατιόσασταν	=	κρατάω
κρατοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατοκεντρικό
κρατοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρατοκεντρική
κρατοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρικής	adj	γενική ενικού του κρατοκεντρική
κρατοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρικού	adj	γενική ενικού του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρικός	adj	που έχει στο κέντρο των ενδιαφερόντων και της νοοτροπίας του το κράτος, που θεωρεί την ύπαρξη του κράτους σημαντική και υπ’ αυτή την οπτική βλέπει τα πράγματα
κρατοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του κρατοκεντρικός
κρατοκεντρισμέ	=	κρατοκεντρισμός
κρατοκεντρισμοί	=	κρατοκεντρισμός
κρατοκεντρισμού	=	κρατοκεντρισμός
κρατοκεντρισμούς	=	κρατοκεντρισμός
κρατοκεντρισμό	=	κρατοκεντρισμός
κρατοκεντρισμός	noun	η κρατοκεντρική θεώρηση των πραγμάτων
κρατοκεντρισμών	=	κρατοκεντρισμός
κρατουμένες	=	κρατουμένη
κρατουμένη	noun	θηλυκό του κρατούμενος
κρατουμένης	=	κρατουμένη
κρατουμένου	noun	γενική ενικού του κρατούμενος
κρατουμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρατούμενος
κρατουμένων	noun	γενική πληθυντικού του κρατούμενος
κρατουνιού	=	κρατούνι
κρατουνιών	=	κρατούνι
κρατουσών	=	κρατών
κρατούμαι	verb	με κρατούν σε αστυνομικό τμήμα
κρατούμασταν	=	κρατούμαι
κρατούμαστε	=	κρατούμαι
κρατούμε	=	κρατώ
κρατούμενα	=	κρατούμενος
κρατούμενε	noun	κλητική ενικού του κρατούμενος
κρατούμενες	=	κρατούμενος
κρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρατούμενος	noun	θηλυκό του κρατούμενος
κρατούμενης	=	κρατούμενος
κρατούμενο	noun	κατά την πρόσθεση με πρακτικό τρόπο, ο αριθμός που αντιπροσωπεύει τις δεκάδες του αθροίσματος των ψηφίων μίας στήλης, ο οποίος μεταφέρεται στην αμέσως επόμενη, μεγαλύτερη στήλη σαν αριθμός μονάδων
κρατούμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρατούμενος
κρατούμενος	noun	αυτός που κρατείται από τις αστυνομικές αρχές	verb|formal	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος κρατούμαι: που κρατείται, που βρίσκεται υπό κράτηση
κρατούμενου	noun	γενική ενικού του κρατούμενος
κρατούμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρατούμενος
κρατούμενων	noun	γενική πληθυντικού του κρατούμενος
κρατούμουν	=	κρατούμαι
κρατούν	=	κρατώ
κρατούνε	=	κρατώ
κρατούνεν	=	κρατάω
κρατούνενε	=	κρατάω
κρατούνι	noun	η κεφαλή, το κεφάλι
κρατούνια	=	κρατούνι
κρατούντα	=	κρατών
κρατούνται	=	κρατούμαι
κρατούνταν	=	κρατούμαι
κρατούντες	noun	οι κυβερνώντες, αυτοί που έχουν την εξουσία
κρατούντο	=	κρατάω
κρατούντος	=	κρατών
κρατούντων	=	κρατών
κρατούσα	=	κρατώ
κρατούσαμε	=	κρατώ
κρατούσαν	=	κρατώ
κρατούσανε	=	κρατάω
κρατούσας	=	κρατών
κρατούσασταν	=	κρατούμαι
κρατούσαστε	=	κρατούμαι
κρατούσατε	=	κρατώ
κρατούσε	=	κρατώ
κρατούσες	=	κρατώ
κρατούσης	=	κρατών
κρατούσουν	=	κρατούμαι
κρατύνω	verb|archaic	δυναμώνω, ενισχύω, εδραιώνω
κρατώ	verb	έχω στο χέρι μου κάτι ή το έχω μαζί μου ή το κρατώ μεταφορικά, το έχω στη διάθεσή μου άμεσα και έμμεσα, ελέγχω, δεσμεύω, συγκρατώ
κρατών	noun	γενική πληθυντικού του κράτος	adj	επικρατών, που επικρατεί
κρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρατάω / κρατώ
κραυγάζαμε	=	κραυγάζω
κραυγάζαν	=	κραυγάζω
κραυγάζανε	=	κραυγάζω
κραυγάζατε	=	κραυγάζω
κραυγάζει	=	κραυγάζω
κραυγάζεις	=	κραυγάζω
κραυγάζετε	=	κραυγάζω
κραυγάζομε	=	κραυγάζω
κραυγάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κραυγάζω
κραυγάζουμε	=	κραυγάζω
κραυγάζουν	=	κραυγάζω
κραυγάζουνε	=	κραυγάζω
κραυγάζω	verb	φωνάζω δυνατά, με ένταση, βγάζω κραυγή
κραυγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσαν	=	κραυγάζω
κραυγάσανε	=	κραυγάζω
κραυγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσομε	=	κραυγάζω
κραυγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσουνε	=	κραυγάζω
κραυγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κραυγή
κραυγή	noun	πολύ δυνατή άναρθρη φωνή, συχνά λόγω έντονων συναισθημάτων
κραυγής	=	κραυγή
κραυγαετέ	=	κραυγαετός
κραυγαετοί	=	κραυγαετός
κραυγαετού	=	κραυγαετός
κραυγαετούς	=	κραυγαετός
κραυγαετό	=	κραυγαετός
κραυγαετός	noun	είδος αετού
κραυγαετών	=	κραυγαετός
κραυγαλέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κραυγαλέος	adv	με κραυγαλέο τρόπο
κραυγαλέας	=	κραυγαλέος
κραυγαλέε	=	κραυγαλέος
κραυγαλέες	=	κραυγαλέος
κραυγαλέο	=	κραυγαλέος
κραυγαλέοι	=	κραυγαλέος
κραυγαλέος	adj	πολύ έντονος, μεγάλος ή προκλητικός
κραυγαλέου	=	κραυγαλέος
κραυγαλέους	=	κραυγαλέος
κραυγαλέων	=	κραυγαλέος
κραυγών	=	κραυγή
κραχ	noun	η ραγδαία πτώση των τιμών στο χρηματιστήριο, η οποία σημειώνεται αιφνίδια εξαιτίας οικονομικών και πολιτικών γεγονότων που προκαλούν αστάθεια και πανικό
κραχτήκαμε	=	κράζω
κραχτήκαν	=	κράζω
κραχτήκανε	=	κράζω
κραχτήκατε	=	κράζω
κραχτεί	=	κράζω
κραχτείς	=	κράζω
κραχτείτε	=	κράζω
κραχτούμε	=	κράζω
κραχτούν	=	κράζω
κραχτούνε	=	κράζω
κραχτώ	=	κράζω
κραχτών	=	κράχτης
κραύγαζα	=	κραυγάζω
κραύγαζαν	=	κραυγάζω
κραύγαζε	=	κραυγάζω
κραύγαζες	=	κραυγάζω
κραύγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραύγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραύγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κραύγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κραυγάζω
κρεάτινα	=	κρεάτινος
κρεάτινε	=	κρεάτινος
κρεάτινες	=	κρεάτινος
κρεάτινη	=	κρεάτινος
κρεάτινης	=	κρεάτινος
κρεάτινο	=	κρεάτινος
κρεάτινοι	=	κρεάτινος
κρεάτινος	adj	που αποτελείται από κρέας
κρεάτινου	=	κρεάτινος
κρεάτινους	=	κρεάτινος
κρεάτινων	=	κρεάτινος
κρεάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρέας
κρεασιόν	noun	καινούρια δημιουργία, δημιούργημα
κρεατέμπορα	=	κρεατέμπορας
κρεατέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρεατέμπορος
κρεατέμπορε	=	κρεατέμπορος
κρεατέμπορες	=	κρεατέμπορας
κρεατέμπορο	=	κρεατέμπορος
κρεατέμποροι	=	κρεατέμπορος
κρεατέμπορος	noun	άτομο που εμπορεύεται κρέας
κρεατέμπορου	=	κρεατέμπορος
κρεατέμπορους	=	κρεατέμπορος
κρεατέμπορων	=	κρεατέμπορος
κρεατή	=	κρεατής
κρεατής	adj	που έχει κρεατί χρώμα, το χρώμα του κρέατος
κρεατί	noun	το χρώμα του κρέατος ή του δέρματος
κρεατίλα	noun	μια έντονη ή δυσάρεστη γεύση ή μυρωδιά κρέατος
κρεατίλας	noun	γενική ενικού του κρεατίλα
κρεατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατίλα
κρεατίνες	=	κρεατίνη
κρεατίνη	noun	αζωτούχος ουσία που παίζει βασικό ρόλο στη συστολή των μυώνων
κρεατίνης	=	κρεατίνη
κρεαταγορά	noun	κεντρική αγορά κρεάτων και αλλαντικών που προμηθεύει εμπόρους λιανικής
κρεαταγοράς	noun	γενική ενικού του κρεαταγορά
κρεαταγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεαταγορά
κρεαταγορών	=	κρεαταγορά
κρεατεμπόρου	=	κρεατέμπορος
κρεατεμπόρους	=	κρεατέμπορος
κρεατεμπόρων	=	κρεατέμπορος
κρεατερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρεατερός	adv	με πολύ κρέας ή πάχος
κρεατερέ	adj	κλητική ενικού του κρεατερός
κρεατερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατερή
κρεατερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεατερός
κρεατερής	adj	γενική ενικού του κρεατερή
κρεατεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεατερός
κρεατερού	adj	γενική ενικού του κρεατερός
κρεατερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρεατερός
κρεατερό	adj	αιτιατική ενικού του κρεατερός
κρεατερός	adj|vulgar	παχουλός
κρεατερών	adj	γενική πληθυντικού του κρεατερός
κρεατιά	=	κρεατής
κρεατιάς	=	κρεατής
κρεατιές	=	κρεατής
κρεατινίνες	=	κρεατινίνη
κρεατινίνη	noun	μεταβολικό προϊόν της διάσπασης της φωσφορικής κρεατίνης των μυών και απεκκρίνεται από τους νεφρούς
κρεατινίνης	=	κρεατινίνη
κρεατινινών	=	κρεατινίνη
κρεατινών	=	κρεατίνη
κρεατιοί	=	κρεατής
κρεατιού	=	κρεατής
κρεατιούς	=	κρεατής
κρεατιών	=	κρεατής
κρεατοελιά	noun	μικρή «ελιά» (μελανόχρωμη δερματική κηλίδα) σε διάφορα σημεία του σώματος
κρεατοελιάς	noun	γενική ενικού του κρεατοελιά
κρεατοελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατοελιά
κρεατοελιών	=	κρεατοελιά
κρεατομηχανές	=	κρεατομηχανή
κρεατομηχανή	noun	μηχανή για το κόψιμο του κρέατος σε μικρά κομματάκια, μηχανή του κιμά
κρεατομηχανής	=	κρεατομηχανή
κρεατομηχανών	=	κρεατομηχανή
κρεατοπαραγωγές	=	κρεατοπαραγωγή
κρεατοπαραγωγή	noun	παραγωγή κρέατος
κρεατοπαραγωγής	=	κρεατοπαραγωγή
κρεατοπαραγωγικά	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικέ	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικές	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγική	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικής	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικοί	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικού	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικούς	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικό	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγικός	adj	σχετικός με την κρεατοπαραγωγή
κρεατοπαραγωγικών	=	κρεατοπαραγωγικός
κρεατοπαραγωγών	=	κρεατοπαραγωγή
κρεατοσάνιδο	noun|rare	ξύλινη επιφάνεια κοπής κρέατος
κρεατοσφαιρίδιο	noun	μπιφτέκι, κεφτές
κρεατοφάγα	=	κρεατοφάγος
κρεατοφάγε	noun	κλητική ενικού του κρεατοφάγος
κρεατοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του κρεατοφάγος
κρεατοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεατοφάγος
κρεατοφάγος	noun	που είναι κρεατοφάγος	adj	που του αρέσει να τρώει κρέας
κρεατοφάγου	noun	γενική ενικού του κρεατοφάγος
κρεατοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρεατοφάγος
κρεατοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του κρεατοφάγος
κρεατοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά κρέας
κρεατοφαγίας	noun	γενική ενικού του κρεατοφαγία
κρεατοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατοφαγία
κρεατοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του κρεατοφαγία
κρεατοχορτόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το βραστό κρέας με χορταρικά
κρεατοχορτόσουπας	noun	γενική ενικού του κρεατοχορτόσουπα
κρεατοχορτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατοχορτόσουπα
κρεατωμένα	=	κρεατωμένος
κρεατωμένε	=	κρεατωμένος
κρεατωμένες	=	κρεατωμένος
κρεατωμένη	=	κρεατωμένος
κρεατωμένης	=	κρεατωμένος
κρεατωμένο	=	κρεατωμένος
κρεατωμένοι	=	κρεατωμένος
κρεατωμένος	verb	ο χοντρός, ο εύσωμος
κρεατωμένου	=	κρεατωμένος
κρεατωμένους	=	κρεατωμένος
κρεατωμένων	=	κρεατωμένος
κρεατόβεργα	noun|slang	το πέος
κρεατόβεργας	=	κρεατόβεργα
κρεατόβεργες	=	κρεατόβεργα
κρεατόβεργων	=	κρεατόβεργα
κρεατόμυγα	noun	είδος μύγας με μεγάλο μέγεθος, τα ενήλικα της οποίας αποθέτουν προνύμφες σε κρέας, δέρμα κ.λπ.
κρεατόμυγας	=	κρεατόμυγα
κρεατόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατόμυγα
κρεατόπιτα	noun	σφολιάτα με κρέας
κρεατόπιτας	noun	γενική ενικού του κρεατόπιτα
κρεατόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατόπιτα
κρεατόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο το κρέας ή ζωμό κρέατος
κρεατόσουπας	noun	γενική ενικού του κρεατόσουπα
κρεατόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεατόσουπα
κρεατότουρτα	noun	πίτα με διάφορα κρεατικά
κρεατότουρτας	=	κρεατότουρτα
κρεατότουρτες	=	κρεατότουρτα
κρεατότουρτων	=	κρεατότουρτα
κρεβάτι	noun	το επίπεδο (έπιπλο) πάνω στο οποίο κοιμόμαστε
κρεβάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβάτι
κρεβάτωμα	noun	η αναγκαστική παραμονή στο κρεβάτι λόγω αρρώστιας
κρεβάτωνα	=	κρεβατώνω
κρεβάτωναν	=	κρεβατώνω
κρεβάτωνε	=	κρεβατώνω
κρεβάτωνες	=	κρεβατώνω
κρεβάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατάκι	noun	υποκοριστικό του κρεβάτι
κρεβατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβατάκι
κρεβατίνα	noun	πλαίσιο πάνω στο οποίο στερεώνεται η κληματαριά
κρεβατίνας	=	κρεβατίνα
κρεβατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβατίνα
κρεβατίνων	=	κρεβατίνα
κρεβαταριά	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
κρεβαταριάς	=	κρεβαταριά
κρεβαταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβαταριά
κρεβαταριών	=	κρεβαταριά
κρεβατιού	=	κρεβάτι
κρεβατιών	=	κρεβάτι
κρεβατοκάμαρα	noun	το υπνοδωμάτιο, το δωμάτιο του σπιτιού που είναι επιπλωμένο με κρεβάτι και όπου κοιμόμαστε
κρεβατοκάμαρας	noun	γενική ενικού του κρεβατοκάμαρα
κρεβατοκάμαρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβατοκάμαρα
κρεβατοκαμαρών	noun	γενική πληθυντικού του κρεβατοκάμαρα
κρεβατομουρμούρα	noun	τα συνεχή και κουραστικά παράπονα ή γκρίνιες που εκφράζει ο ένας σύζυγος στον άλλο στο κρεβάτι, την ώρα που έχουν ξαπλώσει για να κοιμηθούν για βράδυ
κρεβατομουρμούρας	noun	γενική ενικού του κρεβατομουρμούρα
κρεβατομουρμούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβατομουρμούρα
κρεβατωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρεβάτωμα
κρεβατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβατωμένο
κρεβατωμένε	verb	κλητική ενικού του κρεβατωμένος
κρεβατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβατωμένη
κρεβατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεβατωμένος
κρεβατωμένης	verb	γενική ενικού του κρεβατωμένη
κρεβατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρεβατωμένος
κρεβατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεβατωμένος
κρεβατωμένος	verb	που κείται άρρωστος στο κρεβάτι
κρεβατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρεβατωμένος
κρεβατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρεβατωμένος
κρεβατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρεβατωμένος
κρεβατώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεβάτωμα
κρεβατώματος	noun	γενική ενικού του κρεβάτωμα
κρεβατώναμε	=	κρεβατώνω
κρεβατώναν	=	κρεβατώνω
κρεβατώνανε	=	κρεβατώνω
κρεβατώνατε	=	κρεβατώνω
κρεβατώνει	=	κρεβατώνω
κρεβατώνεις	=	κρεβατώνω
κρεβατώνετε	=	κρεβατώνω
κρεβατώνομαι	verb	παραμένω ξαπλωμένος λόγω αρρώστιας
κρεβατώνοντας	=	κρεβατώνω
κρεβατώνουμε	=	κρεβατώνω
κρεβατώνουν	=	κρεβατώνω
κρεβατώνουνε	=	κρεβατώνω
κρεβατώνω	verb	ρίχνω κάποιον άρρωστο στο κρεβάτι, τον καθιστώ κλινήρη για μεγάλο διάστημα
κρεβατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσαν	=	κρεβατώνω
κρεβατώσανε	=	κρεβατώνω
κρεβατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνομαι
κρεβατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεβατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεβατώνω
κρεββάτι	=	κρεβάτι
κρεδιτόρε	=	κρεδιτόρος
κρεδιτόρο	=	κρεδιτόρος
κρεδιτόροι	=	κρεδιτόρος
κρεδιτόρος	noun|dated	πιστωτής, δανειστής
κρεδιτόρου	=	κρεδιτόρος
κρεδιτόρους	=	κρεδιτόρος
κρεδιτόρων	=	κρεδιτόρος
κρεμ	noun	ελαφρά κιτρινωπό, όπως της κρέμας	adj	που έχει χρώμα κρεμ
κρεμά	=	κρεμάω
κρεμάγαμε	=	κρεμάω
κρεμάγανε	=	κρεμάω
κρεμάγατε	=	κρεμάω
κρεμάει	=	κρεμάω
κρεμάζω	=	κρεμάω
κρεμάλα	noun	ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρέμεται σκοινί με θηλιά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό
κρεμάλας	noun	γενική ενικού του κρεμάλα
κρεμάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμάλα
κρεμάμε	=	κρεμάω
κρεμάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμάμενο
κρεμάμενε	verb	κλητική ενικού του κρεμάμενος
κρεμάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμάμενη
κρεμάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεμάμενος
κρεμάμενης	verb	γενική ενικού του κρεμάμενη
κρεμάμενο	verb	αιτιατική ενικού του κρεμάμενος
κρεμάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεμάμενος
κρεμάμενος	verb	που βρίσκεται κρεμασμένος αυτή τη στιγμή, που κρέμεται (Η μετοχή χρησιμοποιειται κυρίως στη φράση επί ξύλου κρεμάμενος ή σε λογοπαίγνια με παρεμφερές νοημα.
κρεμάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρεμάμενος
κρεμάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρεμάμενος
κρεμάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρεμάμενος
κρεμάν	=	κρεμάω
κρεμάνε	=	κρεμάω
κρεμάς	=	κρεμάω
κρεμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσαν	=	κρεμάω
κρεμάσανε	=	κρεμάω
κρεμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσεων	=	κρέμαση
κρεμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρέμασμα
κρεμάσματος	noun	γενική ενικού του κρέμασμα
κρεμάσομε	=	κρεμάω
κρεμάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάσουνε	=	κρεμάω
κρεμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμάστρα	noun	αντικείμενο με το σχήμα των ανθρώπινων ώμων όπου κρεμάμε τα ρούχα ώστε να μην τσαλακώνονται όταν τοποθετηθούν σε ντουλάπα ή άλλο μέρος
κρεμάστρας	noun	γενική ενικού του κρεμάστρα
κρεμάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμάστρα
κρεμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμάω
κρεμάτε	=	κρεμάω
κρεμάω	verb	τοποθετώ κάτι με τη μία άκρη του στερεωμένη ψηλότερα και την άλλη να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω
κρεμέζι	noun	κόκκινη χρωστική ουσία που παράγεται από τα αβγά του εντόμου κέρμης
κρεμέζια	=	κρεμέζι
κρεμήθηκα	=	κρεμάω
κρεμήθηκαν	=	κρεμάω
κρεμήθηκε	=	κρεμάω
κρεμήθηκες	=	κρεμάω
κρεμήσου	=	κρεμάω
κρεμαγιέρα	noun	ο μηχανισμός, το σύστημα με το οποίο στρίβουν οι τροχοί στα οχήματα
κρεμαγιέρας	=	κρεμαγιέρα
κρεμαγιέρες	=	κρεμαγιέρα
κρεμανταλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κρεμανταλάς
κρεμανταλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμανταλάς
κρεμανταλάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμανταλάδικο
κρεμανταλάδικε	adj	κλητική ενικού του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμανταλάδικη
κρεμανταλάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδικης	adj	γενική ενικού του κρεμανταλάδικη
κρεμανταλάδικο	adj	αιτιατική ενικού του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδικος	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρεμανταλάς	adj|vulgar	που έχει τον τρόπο του κρεμανταλά
κρεμανταλάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρεμανταλάδικος
κρεμανταλάδων	noun	γενική πληθυντικού του κρεμανταλάς
κρεμανταλάς	noun|vulgar	άνθρωπος ψηλός, αδέξιος, άχαρος
κρεμανταλού	=	κρεμανταλάς
κρεμανταλούδες	=	κρεμανταλάς
κρεμανταλούδων	=	κρεμανταλάς
κρεμανταλούς	=	κρεμανταλάς
κρεμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρέμασμα
κρεμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμασμένο
κρεμασμένε	verb	κλητική ενικού του κρεμασμένος
κρεμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμασμένη
κρεμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεμασμένος
κρεμασμένης	verb	γενική ενικού του κρεμασμένη
κρεμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρεμασμένος
κρεμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεμασμένος
κρεμασμένος	verb	που έχει κρεμαστεί
κρεμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρεμασμένος
κρεμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρεμασμένος
κρεμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρεμασμένος
κρεμαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρεμαστός	adv	με κρεμαστό τρόπο
κρεμαστάρι	noun	η κρεμάστρα
κρεμαστάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμαστάρι
κρεμαστέ	adj	κλητική ενικού του κρεμαστός
κρεμαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμαστή
κρεμαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεμαστός
κρεμαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστήκαν	=	κρεμιέμαι
κρεμαστήκανε	=	κρεμιέμαι
κρεμαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστής	adj	γενική ενικού του κρεμαστή
κρεμασταριού	=	κρεμαστάρι
κρεμασταριών	=	κρεμαστάρι
κρεμαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεμαστός
κρεμαστού	adj	γενική ενικού του κρεμαστός
κρεμαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστούνε	=	κρεμάω
κρεμαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρεμαστός
κρεμαστρών	noun	γενική πληθυντικού του κρεμάστρα
κρεμαστό	adj	αιτιατική ενικού του κρεμαστός
κρεμαστός	adj	που κρέμεται από κάποιο σημείο
κρεμαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρεμιέμαι
κρεμαστών	adj	γενική πληθυντικού του κρεμαστός
κρεματορίου	noun	γενική ενικού του κρεματόριο
κρεματορίων	noun	γενική πληθυντικού του κρεματόριο
κρεματόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεματόριο
κρεματόριο	noun	o κλίβανος που χρησιμοποιείται για την αποτέφρωση νεκρών
κρεματόριου	=	κρεματόριο
κρεμεζή	=	κρεμεζής
κρεμεζής	adj	που έχει χρώμα κρεμεζί, το βαθύ κόκκινο χρώμα του κρεμεζιού
κρεμεζί	noun	το βαθύ κόκκινο χρώμα που έχει το κρεμέζι	adj	άκλιτος τύπος του κρεμεζής για όλα τα γένη
κρεμεζιά	=	κρεμεζής
κρεμεζιάς	=	κρεμεζής
κρεμεζιές	=	κρεμεζής
κρεμεζιοί	=	κρεμεζής
κρεμεζιού	=	κρεμεζής
κρεμεζιούς	=	κρεμεζής
κρεμεζιών	=	κρεμεζής
κρεμηθήκαμε	=	κρεμάω
κρεμηθήκαν	=	κρεμάω
κρεμηθήκανε	=	κρεμάω
κρεμηθήκατε	=	κρεμάω
κρεμηθεί	=	κρεμάω
κρεμηθείτε	=	κρεμάω
κρεμημένος	=	κρεμάω
κρεμιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κρεμώ
κρεμιέσαι	=	κρεμιέμαι
κρεμιέστε	=	κρεμιέμαι
κρεμιέται	=	κρεμιέμαι
κρεμιούνται	=	κρεμιέμαι
κρεμιούνταν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόμασταν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόμαστε	=	κρεμιέμαι
κρεμιόμουν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόμουνα	=	κρεμιέμαι
κρεμιόνται	=	κρεμάω
κρεμιόνταν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόντανε	=	κρεμιέμαι
κρεμιόντουσαν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόσασταν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόσαστε	=	κρεμιέμαι
κρεμιόσουν	=	κρεμιέμαι
κρεμιόσουνα	=	κρεμιέμαι
κρεμιόταν	=	κρεμιέμαι
κρεμιότανε	=	κρεμιέμαι
κρεμμυδάκι	noun	υποκοριστικό του κρεμμύδι, βολβός κρεμμυδιού μικρού μεγέθους
κρεμμυδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμμυδάκι
κρεμμυδίλα	noun	δυσάρεστη και έντονη μυρωδιά από κρεμμύδι
κρεμμυδίλας	=	κρεμμυδίλα
κρεμμυδίλες	=	κρεμμυδίλα
κρεμμυδιού	noun	γενική ενικού του κρεμμύδι
κρεμμυδιών	=	κρεμμύδι
κρεμμυδοροδέλα	noun	τηγανητό κρομμύδι σε σχήμα ροδέλας ή δακτυλίου
κρεμμυδοροδέλας	=	κρεμμυδοροδέλα
κρεμμυδοροδέλες	=	κρεμμυδοροδέλα
κρεμμυδοροδελών	=	κρεμμυδοροδέλα
κρεμμυδοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό κρεμμύδια
κρεμμυδοσαλάτας	noun	γενική ενικού του κρεμμυδοσαλάτα
κρεμμυδοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμμυδοσαλάτα
κρεμμυδοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του κρεμμυδοσαλάτα
κρεμμυδοφαγία	noun	η κατανάλωση κρεμμυδιού σε μεγάλες ποσότητες
κρεμμυδοφαγίας	noun	γενική ενικού του κρεμμυδοφαγία
κρεμμυδοφαγίες	=	κρεμμυδοφαγία
κρεμμυδοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του κρεμμυδοφαγία
κρεμμυδόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τα κρεμμύδια
κρεμμυδόσουπας	noun	γενική ενικού του κρεμμυδόσουπα
κρεμμυδόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμμυδόσουπα
κρεμμύδι	noun	κοινή ονομασία του είδους φυτού Allium cepa
κρεμμύδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμμύδι
κρεμνώ	verb	άλλη μορφή του κρεμώ
κρεμνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρεμνάω / κρεμνώ
κρεμούμε	=	κρεμάω
κρεμούν	=	κρεμάω
κρεμούνε	=	κρεμάω
κρεμούσα	=	κρεμάω
κρεμούσαμε	=	κρεμάω
κρεμούσαν	=	κρεμάω
κρεμούσανε	=	κρεμάω
κρεμούσατε	=	κρεμάω
κρεμούσε	=	κρεμάω
κρεμούσες	=	κρεμάω
κρεμωδών	adj	γενική πληθυντικού του κρεμώδης
κρεμόμασταν	=	κρέμομαι
κρεμόμαστε	=	κρέμομαι
κρεμόμουν	=	κρέμομαι
κρεμόμουνα	=	κρέμομαι
κρεμόντουσαν	=	κρέμομαι
κρεμόσασταν	=	κρέμομαι
κρεμόσαστε	=	κρέμομαι
κρεμόσουν	=	κρέμομαι
κρεμόσουνα	=	κρέμομαι
κρεμόταν	=	κρέμομαι
κρεμότανε	=	κρέμομαι
κρεμώ	verb	άλλη μορφή του κρεμάω
κρεμώδεις	=	κρεμώδης
κρεμώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρεμώδης
κρεμώδη	=	κρεμώδης
κρεμώδης	adj	που έχει την υφή της κρέμας
κρεμώδους	=	κρεμώδης
κρεμών	noun	γενική πληθυντικού του κρέμα
κρεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρεμάω / κρεμώ
κρεοζώτου	=	κρεόζωτο
κρεοζώτων	=	κρεόζωτο
κρεολά	=	κρεολός
κρεολέ	noun	κλητική ενικού του κρεολός
κρεολές	=	κρεολός
κρεολή	noun	θηλυκό του κρεολός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεολός
κρεολής	=	κρεολός
κρεολοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεολός
κρεολού	noun	γενική ενικού του κρεολός
κρεολούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρεολός
κρεολό	noun	αιτιατική ενικού του κρεολός
κρεολός	noun	λευκός που γεννήθηκε από Ευρωπαίους γονείς σε τροπικά κράτη, συνήθως στις Αντίλες ή στην Πολυνησία	adj	που σχετίζεται με κρεολό
κρεολών	noun	γενική πληθυντικού του κρεολός
κρεοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεοπωλείο
κρεοπωλείο	noun	κατάστημα όπου πωλείται κρέας
κρεοπωλείου	noun	γενική ενικού του κρεοπωλείο
κρεοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του κρεοπωλείο
κρεοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του κρεοπώλισσα
κρεοπωλών	=	κρεοπώλης
κρεοπώλες	=	κρεοπώλης
κρεοπώλη	=	κρεοπώλης
κρεοπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει κρέας
κρεοπώλισσα	noun	γυναίκα που διατηρεί κρεοπωλείο
κρεοπώλισσας	noun	γενική ενικού του κρεοπώλισσα
κρεοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεοπώλισσα
κρεοπῶλις	noun	η κρεοπώλισσα
κρεοσκοπήσεις	=	κρεοσκόπηση
κρεοσκοπήσεων	=	κρεοσκόπηση
κρεοσκοπία	noun	έλεγχος που διενεργείται στα κρέατα (στα σφάγια) που προορίζονται για κατανάλωση, ώστε να διαπιστωθεί η καλή ή κακή ποιότητά τους, αν είναι κατάλληλα να διατεθούν για βρώση
κρεοσκοπίας	=	κρεοσκοπία
κρεοσκοπίες	=	κρεοσκοπία
κρεοσκοπιών	=	κρεοσκοπία
κρεοσκόπηση	noun	συνώνυμο του κρεοσκοπία
κρεοσκόπησης	=	κρεοσκόπηση
κρεουργήθηκα	=	κρεουργούμαι
κρεουργήθηκαν	=	κρεουργούμαι
κρεουργήθηκε	=	κρεουργούμαι
κρεουργήθηκες	=	κρεουργούμαι
κρεουργήματα	=	κρεούργημα
κρεουργήματος	=	κρεούργημα
κρεουργήσαμε	=	κρεουργώ
κρεουργήσαν	=	κρεουργώ
κρεουργήσανε	=	κρεουργώ
κρεουργήσατε	=	κρεουργώ
κρεουργήσει	=	κρεουργώ
κρεουργήσεις	=	κρεούργηση
κρεουργήσεων	=	κρεούργηση
κρεουργήσου	=	κρεουργούμαι
κρεουργήστε	=	κρεουργώ
κρεουργία	noun|formal	άλλη μορφή του κρεούργηση / κατακρεούργηση
κρεουργίας	=	κρεουργία
κρεουργίες	=	κρεουργία
κρεουργεί	=	κρεουργώ
κρεουργείς	=	κρεουργώ
κρεουργείσαι	=	κρεουργούμαι
κρεουργείστε	=	κρεουργούμαι
κρεουργείται	=	κρεουργούμαι
κρεουργείτε	=	κρεουργώ
κρεουργηθήκαμε	=	κρεουργούμαι
κρεουργηθήκαν	=	κρεουργούμαι
κρεουργηθήκανε	=	κρεουργούμαι
κρεουργηθήκατε	=	κρεουργούμαι
κρεουργηθεί	=	κρεουργούμαι
κρεουργηθείτε	=	κρεουργούμαι
κρεουργημάτων	=	κρεούργημα
κρεουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεουργημένο
κρεουργημένε	verb	κλητική ενικού του κρεουργημένος
κρεουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεουργημένη
κρεουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεουργημένος
κρεουργημένης	verb	γενική ενικού του κρεουργημένη
κρεουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του κρεουργημένος
κρεουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεουργημένος
κρεουργημένος	verb	που έχει κρεουργηθεί
κρεουργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρεουργημένος
κρεουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρεουργημένος
κρεουργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρεουργημένος
κρεουργιών	=	κρεουργία
κρεουργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κρεουργώ
κρεουργούμασταν	=	κρεουργούμαι
κρεουργούμαστε	=	κρεουργούμαι
κρεουργούμε	=	κρεουργώ
κρεουργούμουν	=	κρεουργούμαι
κρεουργούν	=	κρεουργώ
κρεουργούνε	=	κρεουργώ
κρεουργούνται	=	κρεουργούμαι
κρεουργούνταν	=	κρεουργούμαι
κρεουργούσα	=	κρεουργώ
κρεουργούσαμε	=	κρεουργώ
κρεουργούσαν	=	κρεουργώ
κρεουργούσανε	=	κρεουργώ
κρεουργούσασταν	=	κρεουργούμαι
κρεουργούσαστε	=	κρεουργούμαι
κρεουργούσατε	=	κρεουργώ
κρεουργούσε	=	κρεουργώ
κρεουργούσες	=	κρεουργώ
κρεουργούσουν	=	κρεουργούμαι
κρεουργώ	verb	άλλη μορφή του κατακρεουργώ
κρεουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρεουργώ
κρεοφάγα	=	κρεοφάγος
κρεοφάγας	=	κρεοφάγος
κρεοφάγε	noun	κλητική ενικού του κρεοφάγος
κρεοφάγες	=	κρεοφάγος
κρεοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του κρεοφάγος
κρεοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεοφάγος
κρεοφάγος	adj	ο κρεατοφάγος
κρεοφάγου	noun	γενική ενικού του κρεοφάγος
κρεοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρεοφάγος
κρεοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του κρεοφάγος
κρεοφαγία	noun|formal	άλλη μορφή του κρεατοφαγία
κρεοφαγίας	noun	γενική ενικού του κρεοφαγία
κρεοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεοφαγία
κρεοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του κρεοφαγία
κρεοφαγώ	verb|formal	τρώω κρέας
κρεούργει	=	κρεουργώ
κρεούργημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρεουργώ
κρεούργησα	=	κρεουργώ
κρεούργησαν	=	κρεουργώ
κρεούργησε	=	κρεουργώ
κρεούργησες	=	κρεουργώ
κρεούργηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρεουργώ
κρεούργησης	=	κρεούργηση
κρεούργησις	noun	η ενέργεια του κρεουργώ: τεμάχισμα, λιάνισμα κρέατος
κρεπ	noun	είδος μεταξωτού, βαμβακερού ή μάλλινου υφάσματος
κρεπάρισα	=	κρεπάρω
κρεπάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρεπάρω
κρεπάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κρεπάρω: για μαλλιά που είναι φουσκωμένα
κρεπάρω	verb	είμαι στα όρια της αντοχής μου, καταρρέω από την πίεση, σπάω
κρεπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεπάρισμα
κρεπαρίσματος	noun	γενική ενικού του κρεπάρισμα
κρεπαρίστηκα	=	κρεπάρω
κρεπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρεπάρισμα
κρεπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεπαρισμένο
κρεπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κρεπαρισμένος
κρεπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεπαρισμένη
κρεπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρεπαρισμένος
κρεπαρισμένης	verb	γενική ενικού του κρεπαρισμένη
κρεπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρεπαρισμένος
κρεπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρεπαρισμένος
κρεπαρισμένος	verb	που είναι εξοντωμένος από υπερβολική προσπάθεια
κρεπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρεπαρισμένος
κρεπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρεπαρισμένος
κρεπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρεπαρισμένος
κρεπερί	noun	μαγαζί όπου κατασκευάζονται και πωλούνται κρέπες
κρεπιού	=	κρέπι
κρεπιών	=	κρέπι
κρεπομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεπομηχανή
κρεπομηχανή	noun|rare	μηχανή αρτοποιίας που παρασκευάζει κρέπες και ζύμη για πίτσες
κρεπών	noun	γενική πληθυντικού του κρέπα
κρεσέντο	noun	η βαθμιαία αύξηση της έντασης ενός μουσικού κομματιού	adv	αυξάνοντας βαθμιαία την ένταση
κρετίνα	noun	ανόητη, ηλίθια γυναίκα
κρετίνας	noun	γενική ενικού του κρετίνα
κρετίνε	noun	κλητική ενικού του κρετίνος
κρετίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρετίνα
κρετίνο	noun	αιτιατική ενικού του κρετίνος
κρετίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρετίνος
κρετίνος	noun	άτομο που πάσχει από κρετινισμό, λόγω θυρεοειδούς ανεπάρκειας
κρετίνου	noun	γενική ενικού του κρετίνος
κρετίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρετίνος
κρετίνων	noun	γενική πληθυντικού του κρετίνος
κρετινισμέ	noun	κλητική ενικού του κρετινισμός
κρετινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρετινισμός
κρετινισμού	noun	γενική ενικού του κρετινισμός
κρετινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρετινισμός
κρετινισμό	noun	αιτιατική ενικού του κρετινισμός
κρετινισμός	noun	παθολογική διανοητική καθυστέρηση και φυσιολογικός εκφυλισμός λόγω θυρεοειδούς ανεπάρκειας, που συνοδεύεται συχνά από βρογχοκήλη
κρετινισμών	noun	γενική πληθυντικού του κρετινισμός
κρετσέντο	=	κρεσέντο
κρετόν	noun	λεπτό βαμβακερό και ανθεκτικό ύφασμα που χρησιμοποιείται κυρίως για καλύμματα επίπλων και κουρτίνες
κρεωσκοπία	noun	παρωχημένη μορφή του κρεοσκοπία
κρεόζωτα	=	κρεόζωτο
κρεόζωτο	noun	ουσία μαύρου χρώματος και δυσάρεστης οσμής με οργανικές ενώσεις, που παράγεται από πίσσες ή πυρόλυση και χρησιμοποιείται ως συντηρητικό ή αντισηπτικό
κρεόζωτου	=	κρεόζωτο
κρεόζωτων	=	κρεόζωτο
κρημνέ	noun	κλητική ενικού του κρημνός
κρημνίζαμε	=	κρημνίζω
κρημνίζαν	=	κρημνίζω
κρημνίζανε	=	κρημνίζω
κρημνίζατε	=	κρημνίζω
κρημνίζει	=	κρημνίζω
κρημνίζεις	=	κρημνίζω
κρημνίζεσαι	=	κρημνίζω
κρημνίζεστε	=	κρημνίζω
κρημνίζεται	=	κρημνίζω
κρημνίζετε	=	κρημνίζω
κρημνίζομαι	=	κρημνίζω
κρημνίζονται	=	κρημνίζω
κρημνίζονταν	=	κρημνίζω
κρημνίζοντας	=	κρημνίζω
κρημνίζου	=	κρημνίζω
κρημνίζουμε	=	κρημνίζω
κρημνίζουν	=	κρημνίζω
κρημνίζουνε	=	κρημνίζω
κρημνίζω	verb|formal	άλλη μορφή του γκρεμίζω
κρημνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίσαν	=	κρημνίζω
κρημνίσανε	=	κρημνίζω
κρημνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίσματα	=	κρήμνισμα
κρημνίσματος	=	κρήμνισμα
κρημνίσου	=	κρημνίζω
κρημνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνίστηκα	=	κρημνίζω
κρημνίστηκαν	=	κρημνίζω
κρημνίστηκε	=	κρημνίζω
κρημνίστηκες	=	κρημνίζω
κρημνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρημνίζω
κρημνιζόμασταν	=	κρημνίζω
κρημνιζόμαστε	=	κρημνίζω
κρημνιζόμουν	=	κρημνίζω
κρημνιζόμουνα	=	κρημνίζω
κρημνιζόντουσαν	=	κρημνίζω
κρημνιζόσασταν	=	κρημνίζω
κρημνιζόσαστε	=	κρημνίζω
κρημνιζόσουν	=	κρημνίζω
κρημνιζόσουνα	=	κρημνίζω
κρημνιζόταν	=	κρημνίζω
κρημνιζότανε	=	κρημνίζω
κρημνισμάτων	=	κρήμνισμα
κρημνισμέ	=	κρημνισμός
κρημνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρημνισμένο
κρημνισμένε	verb	κλητική ενικού του κρημνισμένος
κρημνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρημνισμένη
κρημνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρημνισμένος
κρημνισμένης	verb	γενική ενικού του κρημνισμένη
κρημνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρημνισμένος
κρημνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρημνισμένος
κρημνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κρημνίζω
κρημνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρημνισμένος
κρημνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρημνισμένος
κρημνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρημνισμένος
κρημνισμοί	=	κρημνισμός
κρημνισμού	=	κρημνισμός
κρημνισμούς	=	κρημνισμός
κρημνισμό	=	κρημνισμός
κρημνισμός	noun|formal	άλλη μορφή του γκρέμισμα
κρημνισμών	=	κρημνισμός
κρημνιστήκαμε	=	κρημνίζω
κρημνιστήκαν	=	κρημνίζω
κρημνιστήκανε	=	κρημνίζω
κρημνιστήκατε	=	κρημνίζω
κρημνιστεί	=	κρημνίζω
κρημνιστείτε	=	κρημνίζω
κρημνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρημνός
κρημνού	noun	γενική ενικού του κρημνός
κρημνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρημνός
κρημνωδών	=	κρημνώδης
κρημνό	noun	αιτιατική ενικού του κρημνός
κρημνός	noun	γκρεμός, βάραθρο
κρημνώδεις	=	κρημνώδης
κρημνώδες	=	κρημνώδης
κρημνώδη	=	κρημνώδης
κρημνώδης	adj	γεμάτος γκρεμούς
κρημνώδους	=	κρημνώδης
κρημνών	noun	γενική πληθυντικού του κρημνός
κρηναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρηναίος
κρηναίας	adj	γενική ενικού του κρηναία
κρηναίε	adj	κρηναίος, στην κλητική του ενικού
κρηναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρηναία
κρηναίο	adj	κρηναίος, στην αιτιατική του ενικού
κρηναίοι	adj	κρηναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
κρηναίον	=	κρηναίος
κρηναίος	adj	αυτός που αναφέρεται στην κρήνη
κρηναίου	adj	γενική ενικού του κρηναίος
κρηναίους	adj	κρηναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
κρηναίων	=	κρηναίος
κρηνών	=	κρήνη
κρηπίδα	noun	η επίπεδη επιφάνεια που έχει κτιστεί με πέτρες στην όχθη ενός ποταμιού, η προκυμαία
κρηπίδας	=	κρηπίδα
κρηπίδες	=	κρηπίδα
κρηπίδωμα	noun	βάση πάνω στην οποία στηρίζεται ένα οικοδόμημα, κτίσμα ή μια μηχανή
κρηπίδων	=	κρηπίδα
κρηπίδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπίδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπίδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπίδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρηπίδωμα
κρηπιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρηπιδωμένο
κρηπιδωμένε	verb	κλητική ενικού του κρηπιδωμένος
κρηπιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρηπιδωμένη
κρηπιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρηπιδωμένος
κρηπιδωμένης	verb	γενική ενικού του κρηπιδωμένη
κρηπιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρηπιδωμένος
κρηπιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρηπιδωμένος
κρηπιδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κρηπιδώνω
κρηπιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρηπιδωμένος
κρηπιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρηπιδωμένος
κρηπιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρηπιδωμένος
κρηπιδότοιχε	=	κρηπιδότοιχος
κρηπιδότοιχο	=	κρηπιδότοιχος
κρηπιδότοιχοι	=	κρηπιδότοιχος
κρηπιδότοιχος	noun	τοίχος που προστατεύει από κύματα κατά μήκος προβλήτα
κρηπιδότοιχου	=	κρηπιδότοιχος
κρηπιδότοιχους	=	κρηπιδότοιχος
κρηπιδότοιχων	=	κρηπιδότοιχος
κρηπιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρηπίδωμα
κρηπιδώματος	noun	γενική ενικού του κρηπίδωμα
κρηπιδώνω	verb	δημιουργώ / κατασκευάζω κρηπίδα
κρηπιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρηπιδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρηπιδώνω
κρησάρα	noun	κόσκινο για το αλεύρι
κρησάρας	noun	γενική ενικού του κρησάρα
κρησάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρησάρα
κρησάριζα	=	κρησαρίζω
κρησάριζαν	=	κρησαρίζω
κρησάριζε	=	κρησαρίζω
κρησάριζες	=	κρησαρίζω
κρησάρισα	=	κρησαρίζω
κρησάρισαν	=	κρησαρίζω
κρησάρισε	=	κρησαρίζω
κρησάρισες	=	κρησαρίζω
κρησάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρησαρίζω
κρησαρίζαμε	=	κρησαρίζω
κρησαρίζαν	=	κρησαρίζω
κρησαρίζανε	=	κρησαρίζω
κρησαρίζατε	=	κρησαρίζω
κρησαρίζει	=	κρησαρίζω
κρησαρίζεις	=	κρησαρίζω
κρησαρίζετε	=	κρησαρίζω
κρησαρίζοντας	=	κρησαρίζω
κρησαρίζουμε	=	κρησαρίζω
κρησαρίζουν	=	κρησαρίζω
κρησαρίζουνε	=	κρησαρίζω
κρησαρίζω	verb	κοσκινίζω χρησιμοποιώντας κρησάρα
κρησαρίσαμε	=	κρησαρίζω
κρησαρίσαν	=	κρησαρίζω
κρησαρίσανε	=	κρησαρίζω
κρησαρίσατε	=	κρησαρίζω
κρησαρίσει	=	κρησαρίζω
κρησαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρησάρισμα
κρησαρίσματος	noun	γενική ενικού του κρησάρισμα
κρησαρίστε	=	κρησαρίζω
κρησαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρησάρισμα
κρησαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρησαρισμένο
κρησαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κρησαρισμένος
κρησαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρησαρισμένη
κρησαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρησαρισμένος
κρησαρισμένης	verb	γενική ενικού του κρησαρισμένη
κρησαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρησαρισμένος
κρησαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρησαρισμένος
κρησαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κρησαρίζω
κρησαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρησαρισμένος
κρησαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρησαρισμένος
κρησαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρησαρισμένος
κρησφύγετα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρησφύγετο
κρησφύγετο	noun	σπίτι, σπηλιά ή άλλο σημείο στο οποίο καταφεύγει για να κρυφτεί κάποιος εκτός νόμου
κρησφύγετου	noun	γενική ενικού του κρησφύγετο
κρησφύγετων	noun	γενική πληθυντικού του κρησφύγετο
κρητίδα	noun|formal	κιμωλία
κρητίδας	=	κρητίδα
κρητίδες	=	κρητίδα
κρητίδων	=	κρητίδα
κρητίκαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Κρητίκαρος
κρητίς	noun	η κιμωλία
κρητιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρητιδικό
κρητιδικέ	adj	κλητική ενικού του κρητιδικός
κρητιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρητιδική
κρητιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρητιδικός
κρητιδικής	adj	γενική ενικού του κρητιδική
κρητιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρητιδικός
κρητιδικού	adj	γενική ενικού του κρητιδικός
κρητιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρητιδικός
κρητιδικό	adj	αιτιατική ενικού του κρητιδικός
κρητιδικός	adj	ο αναφερόμενος στην κρητίδα
κρητιδικών	adj	γενική πληθυντικού του κρητιδικός
κρητιδογράφε	=	κρητιδογράφος
κρητιδογράφο	=	κρητιδογράφος
κρητιδογράφοι	=	κρητιδογράφος
κρητιδογράφος	noun	που ζωγραφίζει κρητιδογραφίες
κρητιδογράφου	=	κρητιδογράφος
κρητιδογράφους	=	κρητιδογράφος
κρητιδογράφων	=	κρητιδογράφος
κρητιδογραφία	noun	μέθοδος ζωγραφικής τέχνης κατά την οποία ο καλλιτέχνης δουλεύει με χρωματιστές κιμωλίες ή μολύβια, ειδικά, πάνω σε χοντρό πορώδες χαρτί
κρητιδογραφίας	=	κρητιδογραφία
κρητιδογραφίες	=	κρητιδογραφία
κρητιδογραφιών	=	κρητιδογραφία
κρητικά	noun	κρητική ποικιλία της νεοελληνικής γλώσσας ή της μεσαιωνικής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κρητικό) του κρητικός
κρητικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρητικάκι
κρητικέ	adj	κλητική ενικού του κρητικός
κρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κρητικός
κρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρητικός
κρητικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του κρητικός
κρητικιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρητικός
κρητικιάς	=	κρητικός
κρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρητικός
κρητικοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Κρητικοπούλα
κρητικού	adj	γενική ενικού του κρητικός
κρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρητικός
κρητικό	adj	αιτιατική ενικού του κρητικός
κρητικόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Κρητικόπουλο
κρητικός	adj	που προέρχεται από την Κρήτη ή που αναφέρεται σε αυτή ή στους κατοίκους της
κρητικών	adj	γενική πληθυντικού του κρητικός
κρητολογικά	=	κρητολογικός
κρητολογικέ	=	κρητολογικός
κρητολογικές	=	κρητολογικός
κρητολογική	=	κρητολογικός
κρητολογικής	=	κρητολογικός
κρητολογικοί	=	κρητολογικός
κρητολογικού	=	κρητολογικός
κρητολογικούς	=	κρητολογικός
κρητολογικό	=	κρητολογικός
κρητολογικός	adj	σχετικός με την κρητολογία / με την Κρήτη
κρητολογικών	=	κρητολογικός
κρι	noun	βορειοαμερικανική γλώσσα ιθαγενών του Καναδά που ανήκει στις γλώσσες άλγκονκ
κρι-κρι	noun	ο αίγαγρος της Κρήτης, το άγριο κατσίκι που ζει κατά κοπάδια στα βουνά της Κρήτης, έχει μεγάλα τοξωτά κέρατα κι αποτελεί προστατευόμενο είδος
κριάρι	noun	το αρσενικό πρόβατο
κριάρια	=	κριάρι
κριάς	noun	κρέας
κριέ	noun	κλητική ενικού του κριός
κριαριού	=	κριάρι
κριαριών	=	κριάρι
κριας	noun	κρέας
κριγμέ	=	κριγμός
κριγμοί	=	κριγμός
κριγμού	=	κριγμός
κριγμούς	=	κριγμός
κριγμό	=	κριγμός
κριγμός	noun	ζωηρός ήχος ο οποίος επαναλαμβάνεται σε αναπνευστικά προβλήματα, φλεγμονές τενόντων ή κατάγματα, ο οποίος έχει τη μορφή τριξίματος, σκασίματος ή κρότου
κριγμών	=	κριγμός
κριεκουκιώτικα	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικε	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικες	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικη	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικης	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικο	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικοι	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Κριεκούκι ή τους κατοίκους του
κριεκουκιώτικου	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικους	=	κριεκουκιώτικος
κριεκουκιώτικων	=	κριεκουκιώτικος
κριθάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριθάλευρο
κριθάλευρο	noun	κριθαρένιο αλεύρι, από αλεσμένο κριθάρι
κριθάλευρου	=	κριθάλευρο
κριθάρι	noun	φυτό που ανήκει στα δημητριακά (επιστημονική ονομασία Hordeum vulgare)
κριθάρια	=	κριθάρι
κριθάρισμα	noun	το καθάρισμα του κριθαριού, η αποφλοίωσή και το άλεσμά του.
κριθή	noun|archaic	άλλη μορφή του κριθάρι
κριθήκαμε	=	κρίνω
κριθήκαν	=	κρίνω
κριθήκανε	=	κρίνω
κριθήκατε	=	κρίνω
κριθής	=	κριθή
κριθαλεύρου	noun	γενική ενικού του κριθάλευρο
κριθαλεύρων	noun	γενική πληθυντικού του κριθάλευρο
κριθαράκι	noun	είδος ζυμαρικού που μοιάζει με σπόρο κριθαριού ή σταριού
κριθαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριθαράκι
κριθαρένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριθαρένιος
κριθαρένιας	=	κριθαρένιος
κριθαρένιε	=	κριθαρένιος
κριθαρένιες	=	κριθαρένιος
κριθαρένιο	=	κριθαρένιος
κριθαρένιοι	=	κριθαρένιος
κριθαρένιος	adj	παρασκευασμένος από κριθάρι / κριθάλευρο
κριθαρένιου	=	κριθαρένιος
κριθαρένιους	=	κριθαρένιος
κριθαρένιων	=	κριθαρένιος
κριθαρίσια	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιας	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιε	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιες	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιο	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιοι	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιος	adj	άλλη μορφή του κριθαρένιος
κριθαρίσιου	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιους	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσιων	=	κριθαρίσιος
κριθαρίσματα	=	κριθάρισμα
κριθαρίσματος	=	κριθάρισμα
κριθαριού	=	κριθάρι
κριθαρισμάτων	=	κριθάρισμα
κριθαριών	=	κριθάρι
κριθαροκουλουρών	=	κριθαροκουλούρα
κριθαροκουλούρα	noun	κουλούρα παρασκευασμένη με βασικό υλικό το κριθαρένιο αλεύρι
κριθαροκουλούρας	=	κριθαροκουλούρα
κριθαροκουλούρες	=	κριθαροκουλούρα
κριθαρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το βραστό κριθάρι
κριθαρόσουπας	noun	γενική ενικού του κριθαρόσουπα
κριθαρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριθαρόσουπα
κριθαρόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριθαρόψωμο
κριθαρόψωμο	noun	ψωμί από αλεύρι κριθαριού
κριθαρόψωμου	noun	γενική ενικού του κριθαρόψωμο
κριθαρόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του κριθαρόψωμο
κριθεί	=	κρίνω
κριθείς	=	κρίνω
κριθείτε	=	κρίνω
κριθούμε	=	κρίνω
κριθούν	=	κρίνω
κριθούνε	=	κρίνω
κριθώ	=	κρίνω
κρικάκι	noun	υποκοριστικό του κρίκος
κρικάκια	=	κρικάκι
κρικέλα	noun	χαλκάς
κρικέλας	noun	γενική ενικού του κρικέλα
κρικέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρικέλα
κρικέλι	noun|vulgar	μικρός (μεταλλικός) κρίκος
κρικέλια	=	κρικέλι
κρικελιού	=	κρικέλι
κρικελιών	=	κρικέλι
κρικελωτά	=	κρικελωτός
κρικελωτέ	=	κρικελωτός
κρικελωτές	=	κρικελωτός
κρικελωτή	=	κρικελωτός
κρικελωτής	=	κρικελωτός
κρικελωτοί	=	κρικελωτός
κρικελωτού	=	κρικελωτός
κρικελωτούς	=	κρικελωτός
κρικελωτό	=	κρικελωτός
κρικελωτός	adj	που έχει φτιαχτεί από κρικέλια
κρικελωτών	=	κρικελωτός
κρικελών	noun	γενική πληθυντικού του κρικέλα
κρικητέ	=	κρικητός
κρικητοί	=	κρικητός
κρικητού	=	κρικητός
κρικητούς	=	κρικητός
κρικητό	=	κρικητός
κρικητός	noun	χάμστερ
κρικητών	=	κρικητός
κρικοειδές	=	κρικοειδής
κρικοειδή	=	κρικοειδής
κρικοειδής	adj	που μοιάζει με κρίκο, που έχει κυκλικό σχήμα
κρικοειδείς	=	κρικοειδής
κρικοειδούς	=	κρικοειδής
κρικοειδών	=	κρικοειδής
κρικωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρικωτός	adv	με κρικωτό τρόπο
κρικωτέ	adj	κλητική ενικού του κρικωτός
κρικωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρικωτή
κρικωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρικωτός
κρικωτής	adj	γενική ενικού του κρικωτή
κρικωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρικωτός
κρικωτού	adj	γενική ενικού του κρικωτός
κρικωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρικωτός
κρικωτό	adj	αιτιατική ενικού του κρικωτός
κρικωτός	adj	που αποτελείται από κρίκους ή έχει κρίκους
κρικωτών	adj	γενική πληθυντικού του κρικωτός
κριμάτιζα	=	κριματίζω
κριμάτιζαν	=	κριματίζω
κριμάτιζε	=	κριματίζω
κριμάτιζες	=	κριματίζω
κριμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρίμα
κριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριμένο
κριμένε	verb	κλητική ενικού του κριμένος
κριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριμένη
κριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριμένος
κριμένης	verb	γενική ενικού του κριμένη
κριμένο	verb	αιτιατική ενικού του κριμένος
κριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριμένος
κριμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κρίνω που έχει κριθεί
κριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κριμένος
κριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κριμένος
κριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κριμένος
κριματίζαμε	=	κριματίζω
κριματίζαν	=	κριματίζω
κριματίζανε	=	κριματίζω
κριματίζατε	=	κριματίζω
κριματίζει	=	κριματίζω
κριματίζεις	=	κριματίζω
κριματίζετε	=	κριματίζω
κριματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κριματίζω
κριματίζοντας	=	κριματίζω
κριματίζουμε	=	κριματίζω
κριματίζουν	=	κριματίζω
κριματίζουνε	=	κριματίζω
κριματίζω	verb|vulgar	αναγκάζω κάποιον να κάνει κάποιο κρίμα, κάποιο αμάρτημα
κριματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίσαν	=	κριματίζω
κριματίσανε	=	κριματίζω
κριματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζω
κριματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριματισμένο
κριματισμένε	verb	κλητική ενικού του κριματισμένος
κριματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριματισμένη
κριματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριματισμένος
κριματισμένης	verb	γενική ενικού του κριματισμένη
κριματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κριματισμένος
κριματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριματισμένος
κριματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κριματίζω, κριματίζομαι
κριματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κριματισμένος
κριματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κριματισμένος
κριματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κριματισμένος
κριματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριματίζομαι
κριμαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριμαϊκό
κριμαϊκέ	adj	κλητική ενικού του κριμαϊκός
κριμαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριμαϊκή
κριμαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριμαϊκός
κριμαϊκής	adj	γενική ενικού του κριμαϊκή
κριμαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριμαϊκός
κριμαϊκού	adj	γενική ενικού του κριμαϊκός
κριμαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κριμαϊκός
κριμαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του κριμαϊκός
κριμαϊκός	adj	που σχετίζεται με τη Κριμαία
κριμαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του κριμαϊκός
κριμπάτσι	noun	άλλη μορφή του κουρμπάτσι
κριμπάτσια	=	κριμπάτσι
κριμπατσιού	=	κριμπάτσι
κριμπατσιών	=	κριμπάτσι
κριμπατσώνω	verb	μαστιγώνω
κρινάκι	noun	υποκοριστικό του κρίνος / κρίνο
κρινάκια	=	κρινάκι
κρινένια	=	κρινένιος
κρινένιας	=	κρινένιος
κρινένιε	=	κρινένιος
κρινένιες	=	κρινένιος
κρινένιο	=	κρινένιος
κρινένιοι	=	κρινένιος
κρινένιος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά ή το χρώμα του κρίνου
κρινένιου	=	κρινένιος
κρινένιους	=	κρινένιος
κρινένιων	=	κρινένιος
κρινοδάκτυλα	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλε	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλες	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλη	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλης	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλο	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλοι	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλος	adj|formal	άλλη μορφή του κρινοδάχτυλος
κρινοδάκτυλου	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλους	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάκτυλων	=	κρινοδάκτυλος
κρινοδάχτυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρινοδάχτυλο
κρινοδάχτυλε	adj	κλητική ενικού του κρινοδάχτυλος
κρινοδάχτυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρινοδάχτυλη
κρινοδάχτυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρινοδάχτυλος
κρινοδάχτυλης	adj	γενική ενικού του κρινοδάχτυλη
κρινοδάχτυλο	=	κρινοδάχτυλος
κρινοδάχτυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρινοδάχτυλος
κρινοδάχτυλος	adj|literary	που έχει δάχτυλα λευκά, λεπτά και μακριά, σαν κρίνο
κρινοδάχτυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρινοδάχτυλος
κρινοδάχτυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρινοδάχτυλος
κρινοδάχτυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρινοδάχτυλος
κρινοειδές	=	κρινοειδής
κρινοειδή	=	κρινοειδής
κρινοειδής	adj	που μοιάζει με κρίνο
κρινοειδείς	=	κρινοειδής
κρινοειδούς	=	κρινοειδής
κρινοειδών	=	κρινοειδής
κρινολίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρινολίνο
κρινολίνο	noun	μακριά γυναικεία φούστα του 19ου αι., η οποία περιέχει πλαίσιο με ελάσματα από αλογότριχα ή μεταλλικά για να σχηματίζει μεγάλο κώνο
κρινολίνου	noun	γενική ενικού του κρινολίνο
κρινολίνων	noun	γενική πληθυντικού του κρινολίνο
κρινολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρινολούλουδο
κρινολούλουδο	noun	το λουλούδι του κρίνου, το άνθος του
κρινολούλουδου	noun	γενική ενικού του κρινολούλουδο
κρινολούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του κρινολούλουδο
κριντζάρισμα	noun|slang	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κριντζάρω
κριντζάρω	verb|slang	νοιώθω αηδία, αποστροφή, ντροπή, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με αμηχανία, εξαιτίας της στάσης ή των πράξεων κάποιου άλλου προσώπου
κριντζαρίσματα	=	κριντζάρισμα
κριντζαρίσματος	=	κριντζάρισμα
κριντζαρισμάτων	=	κριντζάρισμα
κρινόλευκα	=	κρινόλευκος
κρινόλευκε	=	κρινόλευκος
κρινόλευκες	=	κρινόλευκος
κρινόλευκη	=	κρινόλευκος
κρινόλευκης	=	κρινόλευκος
κρινόλευκο	=	κρινόλευκος
κρινόλευκοι	=	κρινόλευκος
κρινόλευκος	adj	που είναι λευκός σαν το κρίνο, που έχει άσπρο χρώμα
κρινόλευκου	=	κρινόλευκος
κρινόλευκους	=	κρινόλευκος
κρινόλευκων	=	κρινόλευκος
κρινόμασταν	=	κρίνω
κρινόμαστε	=	κρίνω
κρινόμουν	=	κρίνω
κρινόμουνα	=	κρίνω
κρινόντουσαν	=	κρίνω
κρινόσασταν	=	κρίνω
κρινόσαστε	=	κρίνω
κρινόσουν	=	κρίνω
κρινόσουνα	=	κρίνω
κρινόταν	=	κρίνω
κρινότανε	=	κρίνω
κριοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριός
κριού	noun	γενική ενικού του κριός
κριούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κριός
κρισιακά	=	κρισιακός
κρισιακέ	=	κρισιακός
κρισιακές	=	κρισιακός
κρισιακή	=	κρισιακός
κρισιακής	=	κρισιακός
κρισιακοί	=	κρισιακός
κρισιακού	=	κρισιακός
κρισιακούς	=	κρισιακός
κρισιακό	=	κρισιακός
κρισιακός	adj	που έχει σχέση με την κρίση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κρισιακών	=	κρισιακός
κρισιμοτήτων	=	κρισιμότητα
κρισιμότης	noun	η κρισιμότητα
κρισιμότητα	noun	η ιδιότητα του κρίσιμου, η σοβαρότητα
κρισιμότητας	noun	γενική ενικού του κρισιμότητα
κρισιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρισιμότητα
κρισογόνος	adj|rare	που προκαλεί κρίση
κριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτής
κριτή	=	κριτής
κριτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτήριο
κριτήριο	noun	το στοιχείο που είναι η βάση μιας κρίσης, μιας κριτικής
κριτήριου	=	κριτήριο
κριτήριων	=	κριτήριο
κριτής	noun	άτομο που κρίνει και αξιολογεί κάποιες πράξεις ή ικανότητες άλλων ανθρώπων
κριτηρίου	noun	γενική ενικού του κριτήριο
κριτηρίων	=	κριτήριο
κριτηριακά	=	κριτηριακός
κριτηριακέ	=	κριτηριακός
κριτηριακές	=	κριτηριακός
κριτηριακή	=	κριτηριακός
κριτηριακής	=	κριτηριακός
κριτηριακοί	=	κριτηριακός
κριτηριακού	=	κριτηριακός
κριτηριακούς	=	κριτηριακός
κριτηριακό	=	κριτηριακός
κριτηριακός	adj	που έχει σχέση με κριτήρια ή αναφέρεται σ’ αυτά
κριτηριακών	=	κριτηριακός
κριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτικό	adv	με κριτική διάθεση
κριτικάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κριτικάρω
κριτικάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κριτικάρω
κριτικάρω	verb	ασκώ κριτική (ενίοτε κακόπιστη ή αρνητική)
κριτικέ	adj	κλητική ενικού του κριτικός
κριτικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κριτικός
κριτική	noun	η διατύπωση κρίσεων, η υποκειμενική άποψη ενός ατόμου για οποιοδήποτε θέμα, συνήθως ανάλογα με την προσωπική εμπειρία του	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριτικός
κριτικής	adj	γενική ενικού του κριτική
κριτικαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτικάρισμα
κριτικαρίσματος	noun	γενική ενικού του κριτικάρισμα
κριτικαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κριτικάρισμα
κριτικαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτικαρισμένο
κριτικαρισμένε	verb	κλητική ενικού του κριτικαρισμένος
κριτικαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτικαρισμένη
κριτικαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κριτικαρισμένος
κριτικαρισμένης	verb	γενική ενικού του κριτικαρισμένη
κριτικαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κριτικαρισμένος
κριτικαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριτικαρισμένος
κριτικαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κριτικάρω
κριτικαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κριτικαρισμένος
κριτικαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κριτικαρισμένος
κριτικαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κριτικαρισμένος
κριτικισμέ	noun	κλητική ενικού του κριτικισμός
κριτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριτικισμός
κριτικισμού	noun	γενική ενικού του κριτικισμός
κριτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κριτικισμός
κριτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του κριτικισμός
κριτικισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που αμφισβητεί τη μεταφυσική γνώση και βασίζεται στην κριτική σκέψη και προσέγγιση της γνώσης
κριτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του κριτικισμός
κριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κριτικός
κριτικού	adj	γενική ενικού του κριτικός
κριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κριτικός
κριτικό	adj	αιτιατική ενικού του κριτικός
κριτικός	adj	που γίνεται με σκοπό την κρίση, την αξιολόγηση	noun	που γράφει κριτικές για έργα τέχνης, βιβλία, θεατρικά ή κινηματογραφικά έργα
κριτικών	noun	γενική πληθυντικού του κριτική	adj	γενική πληθυντικού του κριτικός
κριτού	=	κριτής
κριτριών	=	κρίτρια
κριτς	noun	λέξη που αποδίδει κάποιον ξερό ή ψιλό ήχο
κριτσάνιζα	=	κριτσανίζω
κριτσάνιζαν	=	κριτσανίζω
κριτσάνιζε	=	κριτσανίζω
κριτσάνιζες	=	κριτσανίζω
κριτσάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσίνι	noun	ξεροψημένο μακρόστενο σουσαμένιο κουλούρι
κριτσίνια	=	κριτσίνι
κριτσανίζαμε	=	κριτσανίζω
κριτσανίζαν	=	κριτσανίζω
κριτσανίζανε	=	κριτσανίζω
κριτσανίζατε	=	κριτσανίζω
κριτσανίζει	=	κριτσανίζω
κριτσανίζεις	=	κριτσανίζω
κριτσανίζετε	=	κριτσανίζω
κριτσανίζοντας	=	κριτσανίζω
κριτσανίζουμε	=	κριτσανίζω
κριτσανίζουν	=	κριτσανίζω
κριτσανίζουνε	=	κριτσανίζω
κριτσανίζω	verb	μασάω κάτι ξερό, προκαλώντας τον χαρακτηριστικό ήχο «κριτς κρατς»
κριτσανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσαν	=	κριτσανίζω
κριτσανίσανε	=	κριτσανίζω
κριτσανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κριτσανίζω
κριτσινιού	=	κριτσίνι
κριτσινιών	=	κριτσίνι
κριτσινομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κριτσινομηχανή
κριτσινομηχανή	noun|rare	μηχανή αρτοποιίας που παρασκευάζει κριτσίνια
κριτών	noun	γενική πληθυντικού του κριτής
κριό	noun	αιτιατική ενικού του κριός
κριόμορφα	=	κριόμορφος
κριόμορφε	=	κριόμορφος
κριόμορφες	=	κριόμορφος
κριόμορφη	=	κριόμορφος
κριόμορφης	=	κριόμορφος
κριόμορφο	=	κριόμορφος
κριόμορφοι	=	κριόμορφος
κριόμορφος	adj	που έχει τη μορφή κριού / κριαριού
κριόμορφου	=	κριόμορφος
κριόμορφους	=	κριόμορφος
κριόμορφων	=	κριόμορφος
κριός	noun	το αρσενικό πρόβατο
κριών	noun	γενική πληθυντικού του κριός
κροάτικα	=	κροάτικος
κροάτικε	=	κροάτικος
κροάτικες	=	κροάτικος
κροάτικη	=	κροάτικος
κροάτικης	=	κροάτικος
κροάτικο	=	κροάτικος
κροάτικοι	=	κροάτικος
κροάτικος	adj	άλλη μορφή του κροατικός
κροάτικου	=	κροάτικος
κροάτικους	=	κροάτικος
κροάτικων	=	κροάτικος
κροατικά	noun	η κροατική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Κροατία, που ανήκει στην οικογένεια των νότιων σλαβικών γλωσσών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κροατικός
κροατικέ	adj	κλητική ενικού του κροατικός
κροατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροατική
κροατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροατικός
κροατικής	adj	γενική ενικού του κροατική
κροατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροατικός
κροατικού	adj	γενική ενικού του κροατικός
κροατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κροατικός
κροατικό	adj	αιτιατική ενικού του κροατικός
κροατικός	adj	που έχει σχέση με την Κροατία ή τους Κροάτες, ανήκει αναφέρεται σ’ αυτά
κροατικών	adj	γενική πληθυντικού του κροατικός
κροκάλα	noun	πέτρα με στρογγυλεμένες άκρες που βρίσκεται συνήθως σε ποτάμια, λίμνες ή παραθαλάσσιες περιοχές
κροκάλας	noun	γενική ενικού του κροκάλα
κροκάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροκάλα
κροκάτα	=	κροκάτος
κροκάτε	=	κροκάτος
κροκάτες	=	κροκάτος
κροκάτη	=	κροκάτος
κροκάτης	=	κροκάτος
κροκάτο	=	κροκάτος
κροκάτοι	=	κροκάτος
κροκάτος	adj	άλλη μορφή του κρόκινος
κροκάτου	=	κροκάτος
κροκάτους	=	κροκάτος
κροκάτων	=	κροκάτος
κροκέ	noun	παιχνίδι που παίζεται με ξύλινα ραβδιά (που μοιάζουν κάπως με σφυριά), μπάλες, και σύρματα σε σχήμα ημικυκλίου τοποθετημένα στο έδαφος ώστε να περάσουν οι μπάλες μέσα από αυτά
κροκέτα	noun	σφαιρικό παρασκεύασμα από πατάτα (σε πουρέ) ψάρι, κρέας ή κιμά, πασπαλισμένο με τριμμένη φρυγανιά και τηγανισμένο
κροκέτας	noun	γενική ενικού του κροκέτα
κροκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροκέτα
κροκί	noun	είδος χάρτινου πατρόν	adj	που έχει το χρώμα του κρόκου αβγού
κροκίδα	noun	το χνούδι του υφάσματος, συσσωμάτωμα ή μπάλα από μαλλί ή βαμβάκι
κροκίδας	=	κροκίδα
κροκίδες	=	κροκίδα
κροκίδι	noun	άλλη μορφή του κροκίδα
κροκίδια	=	κροκίδι
κροκίδων	=	κροκίδα
κροκίδωση	noun	ο σχηματισμός κροκίδων, η συσσωμάτωση σωματιδίων που βρίσκονται σε αιώρηση σε ένα διάλυμα σε κολλοειδή μορφή, με τη βοήθεια μέσου που επιδρά στην επιφανειακή τους τάση (κροκιδωτικό)
κροκίδωσης	=	κροκίδωση
κροκαλοπαγές	=	κροκαλοπαγής
κροκαλοπαγή	=	κροκαλοπαγής
κροκαλοπαγής	adj	για πέτρωμα, κροκαλοπαγές είναι το ιζηματογενές συμπαγές πέτρωμα που προήλθε από τη συγκόλληση κροκαλών (σχετικά στρογγυλών κομματιών), σε αντιδιαστολή προς το λατυποπαγές, που προέκυψε από συγγκόληση γωνιωδών κομματιών (λατύπη)
κροκαλοπαγείς	=	κροκαλοπαγής
κροκαλοπαγούς	=	κροκαλοπαγής
κροκαλοπαγών	=	κροκαλοπαγής
κροκαλών	noun	γενική πληθυντικού του κροκάλα
κροκετών	noun	γενική πληθυντικού του κροκέτα
κροκιδιού	=	κροκίδι
κροκιδιών	=	κροκίδι
κροκιδωτικό	noun	χημικό που σε διάλυμα έχει σαν αποτέλεσμα τη συνένωση ξένων σωματιδίων, ώστε να αφαιρούνται ευκολότερα
κροκιδώσεις	=	κροκίδωση
κροκιδώσεων	=	κροκίδωση
κροκοί	=	κροκός
κροκοβαφές	=	κροκοβαφής
κροκοβαφή	=	κροκοβαφής
κροκοβαφής	adj|archaic	που έχει το χρώμα του κρόκου
κροκοβαφείς	=	κροκοβαφής
κροκοβαφούς	=	κροκοβαφής
κροκοβαφών	=	κροκοβαφής
κροκοδείλια	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιας	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιε	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιες	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιο	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιοι	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιος	adj	που ανήκει στον κροκόδειλο ή τον χαρακτηρίζει
κροκοδείλιου	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιους	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλιων	=	κροκοδείλιος
κροκοδείλου	noun|formal	γενική ενικού του κροκόδειλος, αντί του κροκόδειλου
κροκοδείλους	=	κροκόδειλος
κροκοδείλων	=	κροκόδειλος
κροκοδειλάκι	noun	μικρός σε μέγεθος ή ηλικία κροκόδειλος
κροκοδειλάκια	=	κροκοδειλάκι
κροκοδειλίσια	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιας	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιε	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιες	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιο	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιοι	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιος	adj	που έχει σχέση με κροκόδειλο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ανήκει σ’ αυτόν
κροκοδειλίσιου	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιους	=	κροκοδειλίσιος
κροκοδειλίσιων	=	κροκοδειλίσιος
κροκοειδές	=	κροκοειδής
κροκοειδή	=	κροκοειδής
κροκοειδής	adj	άλλη μορφή του κρόκινος
κροκοειδείς	=	κροκοειδής
κροκοειδούς	=	κροκοειδής
κροκοειδών	=	κροκοειδής
κροκοπαραγωγέ	=	κροκοπαραγωγός
κροκοπαραγωγοί	=	κροκοπαραγωγός
κροκοπαραγωγού	=	κροκοπαραγωγός
κροκοπαραγωγούς	=	κροκοπαραγωγός
κροκοπαραγωγό	=	κροκοπαραγωγός
κροκοπαραγωγός	noun	άτομο το οποίο ασχολείται με την καλλιέργεια και την παραγωγή του φυτού κρόκος
κροκοπαραγωγών	=	κροκοπαραγωγός
κροκοσυλλέκτες	=	κροκοσυλλέκτης
κροκοσυλλέκτη	=	κροκοσυλλέκτης
κροκοσυλλέκτης	noun	αυτός που μαζεύει άνθη κρόκων
κροκοσυλλέκτρια	noun	αυτή που μαζεύει άνθη κρόκων
κροκοσυλλέκτριας	noun	γενική ενικού του κροκοσυλλέκτρια
κροκοσυλλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροκοσυλλέκτρια
κροκοσυλλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του κροκοσυλλέκτρια
κροκοσυλλεκτών	=	κροκοσυλλέκτης
κροκού	=	κροκός
κροκούς	=	κροκός
κροκυδιού	=	κροκύδι
κροκυδιών	=	κροκύδι
κροκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κροκωτός
κροκωτέ	adj	κλητική ενικού του κροκωτός
κροκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροκωτή
κροκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροκωτός
κροκωτής	adj	γενική ενικού του κροκωτή
κροκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροκωτός
κροκωτού	adj	γενική ενικού του κροκωτός
κροκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κροκωτός
κροκωτό	adj	αιτιατική ενικού του κροκωτός
κροκωτός	adj	άλλη μορφή του κρόκινος
κροκωτών	adj	γενική πληθυντικού του κροκωτός
κροκό	=	κροκός
κροκόδειλε	=	κροκόδειλος
κροκόδειλο	=	κροκόδειλος
κροκόδειλοι	=	κροκόδειλος
κροκόδειλος	noun	αμφίβιο σαρκοβόρο ερπετό που ανήκει στην τάξη των μεγάλων ερπετών και την οικογένεια των κροκοδειλιδών· έχει σκληρό φολιδωτό δέρμα και πανίσχυρες επιμήκεις σιαγόνες
κροκόδειλου	noun	γενική ενικού του κροκόδειλος
κροκόδειλους	=	κροκόδειλος
κροκόδειλων	=	κροκόδειλος
κροκός	noun	άλλη μορφή του κρόκος
κροκύδα	noun	ετυμολογική γραφή του κροκίδα
κροκύδας	=	κροκύδα
κροκύδες	=	κροκύδα
κροκύδι	noun	ετυμολογική γραφή του κροκίδι, μορφή του κροκύδα (κροκίδα)
κροκύδια	=	κροκύδι
κροκύδων	=	κροκύδα
κροκώδα	=	κροκώδης
κροκώδε	=	κροκώδης
κροκώδες	=	κροκώδης
κροκώδη	=	κροκώδης
κροκώδης	adj	άλλη μορφή του κρόκινος
κροκώδο	=	κροκώδης
κροκώδοι	=	κροκώδης
κροκώδος	=	κροκώδης
κροκώδου	=	κροκώδης
κροκώδους	=	κροκώδης
κροκώδων	=	κροκώδης
κροκών	=	κροκός
κρομμυδάκι	noun|dated	άλλη μορφή του κρεμμυδάκι / υποκοριστικό του κρομμύδι
κρομμυδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρομμυδάκι
κρομμυδιού	=	κρομμύδι
κρομμυδιών	=	κρομμύδι
κρομμυδόσουπα	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρεμμυδόσουπα
κρομμυδόσουπας	=	κρομμυδόσουπα
κρομμυδόσουπες	=	κρομμυδόσουπα
κρομμύδι	noun|dated	άλλη μορφή του κρεμμύδι / υποκοριστικό του κρόμμυο
κρομμύδια	=	κρομμύδι
κροντήρι	noun	ο κρατήρας, το ανοιχτό δοχείο μέσα στο οποίο γινόταν η ανάμειξη του κρασιού με το νερό στην αρχαιότητα
κροντήρια	=	κροντήρι
κροντηριού	=	κροντήρι
κροντηριών	=	κροντήρι
κρονόληρος	noun	γεροξεκούτης
κροπατάω	=	ακροπατώ
κροσάρισμα	noun	η πλεύση ενός στενού, διαύλου κ.λπ. στη θάλασσα· το να διασχίζω μια θαλάσσια περιοχή
κροσάρω	verb	διασχίζω θαλάσσια περιοχή
κροσέ	noun	βελόνα για πλέξιμο με γυριστή / αγκιστρωτή απόληξη
κροσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροσάρισμα
κροσαρίσματος	noun	γενική ενικού του κροσάρισμα
κροσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κροσάρισμα
κροσιάσματα	=	κρόσιασμα
κροσιάσματος	=	κρόσιασμα
κροσιασμάτων	=	κρόσιασμα
κροσσάρω	verb	απειλώ	adj	κροσσάτος
κροσσάτος	=	κροσσάρω
κροσσέ	=	κροσσός
κροσσιού	=	κρόσσι
κροσσιών	=	κρόσσι
κροσσοί	=	κροσσός
κροσσού	=	κροσσός
κροσσούς	=	κροσσός
κροσσωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κροσσωτός
κροσσωτέ	adj	κλητική ενικού του κροσσωτός
κροσσωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροσσωτή
κροσσωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροσσωτός
κροσσωτής	adj	γενική ενικού του κροσσωτή
κροσσωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροσσωτός
κροσσωτού	adj	γενική ενικού του κροσσωτός
κροσσωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κροσσωτός
κροσσωτό	adj	αιτιατική ενικού του κροσσωτός
κροσσωτός	adj	που έχει απόληξη κρόσσια ή παρόμοια με αυτά
κροσσωτών	adj	γενική πληθυντικού του κροσσωτός
κροσσό	=	κροσσός
κροσσός	noun	άλλη μορφή του κρόσσι
κροσσών	=	κροσσός
κροσόβερ	noun	εξάρτημα (ηλεκτρονικό κύκλωμα) που διαχωρίζει τον ήχο σε ομάδες με διαφορετικό εύρος συχνοτήτων· διαχωριστής συχνοτήτων, διαχωριστής μεγαφώνων, φίλτρο διαχωρισμού συχνοτήτων
κροτάλιζα	=	κροταλίζω
κροτάλιζαν	=	κροταλίζω
κροτάλιζε	=	κροταλίζω
κροτάλιζες	=	κροταλίζω
κροτάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροτάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροτάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροτάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροτάλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κροταλίζω, οι αλλεπάλληλοι κρότοι, όπως αυτοί που παράγονται από το κρόταλο στο τελικό ουραίο τμήμα του κροταλία
κροτάλου	=	κρόταλο
κροτάλων	=	κρόταλο
κροτάφου	=	κρόταφος
κροτάφους	=	κρόταφος
κροτάφων	=	κρόταφος
κροτήματα	=	κρότημα
κροτήματος	=	κρότημα
κροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσαν	=	κροτώ
κροτήσανε	=	κροτώ
κροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσουνε	=	κροτώ
κροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κροτίδα	noun	εκρηκτικός μηχανισμός μικρής ισχύος που χρησιμοποιείται κυρίως από τις αστυνομικές δυνάμεις στην καταστολή ταραχών
κροτίδας	=	κροτίδα
κροτίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροτίδα
κροτίδων	=	κροτίδα
κροτίς	noun	η κροτίδα
κροταλία	=	κροταλίας
κροταλίας	noun	είδος δηλητηριώδους φιδιού με κρόταλο στην άκρη της ουράς, από το γένος Crotalus
κροταλίες	=	κροταλίας
κροταλίζαμε	=	κροταλίζω
κροταλίζαν	=	κροταλίζω
κροταλίζανε	=	κροταλίζω
κροταλίζατε	=	κροταλίζω
κροταλίζει	=	κροταλίζω
κροταλίζεις	=	κροταλίζω
κροταλίζετε	=	κροταλίζω
κροταλίζοντας	=	κροταλίζω
κροταλίζουμε	=	κροταλίζω
κροταλίζουν	=	κροταλίζω
κροταλίζουνε	=	κροταλίζω
κροταλίζω	verb	παράγω ήχο που μοιάζει με ξερό κρότο που διακόπτεται περιοδικά
κροταλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσαν	=	κροταλίζω
κροταλίσανε	=	κροταλίζω
κροταλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροτάλισμα
κροταλίσματος	noun	γενική ενικού του κροτάλισμα
κροταλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κροταλίζω
κροταλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κροτάλισμα
κροταλισμέ	=	κροταλισμός
κροταλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροταλισμένο
κροταλισμένε	verb	κλητική ενικού του κροταλισμένος
κροταλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροταλισμένη
κροταλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροταλισμένος
κροταλισμένης	verb	γενική ενικού του κροταλισμένη
κροταλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κροταλισμένος
κροταλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροταλισμένος
κροταλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κροταλίζω
κροταλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κροταλισμένος
κροταλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κροταλισμένος
κροταλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κροταλισμένος
κροταλισμοί	=	κροταλισμός
κροταλισμού	=	κροταλισμός
κροταλισμούς	=	κροταλισμός
κροταλισμό	=	κροταλισμός
κροταλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κροταλίζω
κροταλισμών	=	κροταλισμός
κροταλιών	=	κροταλίας
κροταφιαία	=	κροταφιαίος
κροταφιαίας	=	κροταφιαίος
κροταφιαίε	=	κροταφιαίος
κροταφιαίες	=	κροταφιαίος
κροταφιαίο	=	κροταφιαίος
κροταφιαίοι	=	κροταφιαίος
κροταφιαίος	adj	άλλη μορφή του κροταφικός
κροταφιαίου	=	κροταφιαίος
κροταφιαίους	=	κροταφιαίος
κροταφιαίων	=	κροταφιαίος
κροταφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροταφικό
κροταφικέ	adj	κλητική ενικού του κροταφικός
κροταφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροταφική
κροταφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροταφικός
κροταφικής	adj	γενική ενικού του κροταφική
κροταφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροταφικός
κροταφικού	adj	γενική ενικού του κροταφικός
κροταφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κροταφικός
κροταφικό	adj	αιτιατική ενικού του κροταφικός
κροταφικός	adj	που έχει σχέση με τον κρόταφο, βρίσκεται σ' αυτόν ή αναφέρεται σ' αυτόν
κροταφικών	adj	γενική πληθυντικού του κροταφικός
κροταφογναθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροταφογναθικό
κροταφογναθικέ	adj	κλητική ενικού του κροταφογναθικός
κροταφογναθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροταφογναθική
κροταφογναθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροταφογναθικός
κροταφογναθικής	adj	γενική ενικού του κροταφογναθική
κροταφογναθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροταφογναθικός
κροταφογναθικού	adj	γενική ενικού του κροταφογναθικός
κροταφογναθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κροταφογναθικός
κροταφογναθικό	adj	αιτιατική ενικού του κροταφογναθικός
κροταφογναθικός	adj	που έχει σχέση με τον κρόταφο και τη γνάθο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
κροταφογναθικών	adj	γενική πληθυντικού του κροταφογναθικός
κροτεί	=	κροτώ
κροτείς	=	κροτώ
κροτείτε	=	κροτώ
κροτημάτων	=	κρότημα
κροτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροτικό
κροτικέ	adj	κλητική ενικού του κροτικός
κροτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κροτική
κροτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κροτικός
κροτικής	adj	γενική ενικού του κροτική
κροτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κροτικός
κροτικού	adj	γενική ενικού του κροτικός
κροτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κροτικός
κροτικό	adj	αιτιατική ενικού του κροτικός
κροτικός	adj	που έχει σχέση με το κρότο, αναφέρεται σ’ αυτόν, τον παράγει ή μπορεί να τον παράγει
κροτικών	adj	γενική πληθυντικού του κροτικός
κροτοθορύβου	=	κροτοθόρυβος
κροτοθορύβους	=	κροτοθόρυβος
κροτοθορύβων	=	κροτοθόρυβος
κροτοθόρυβε	=	κροτοθόρυβος
κροτοθόρυβο	=	κροτοθόρυβος
κροτοθόρυβοι	=	κροτοθόρυβος
κροτοθόρυβος	noun|literary	ήχος επιδοκιμασίας από χειροκροτήματα
κροτούμε	=	κροτώ
κροτούν	=	κροτώ
κροτούνε	=	κροτώ
κροτούσα	=	κροτώ
κροτούσαμε	=	κροτώ
κροτούσαν	=	κροτώ
κροτούσανε	=	κροτώ
κροτούσατε	=	κροτώ
κροτούσε	=	κροτώ
κροτούσες	=	κροτώ
κροτώ	verb|archaic	παράγω κρότο
κροτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κροτώ
κρουαζιέρα	noun	θαλάσσιο ταξίδι αναψυχής
κρουαζιέρας	noun	γενική ενικού του κρουαζιέρα
κρουαζιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουαζιέρα
κρουαζιεροπλοίου	=	κρουαζιερόπλοιο
κρουαζιεροπλοίων	=	κρουαζιερόπλοιο
κρουαζιερόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουαζιερόπλοιο
κρουαζιερόπλοιο	noun	μεγάλο πλοίο με εγκαταστάσεις ξενοδοχειακού τύπου που εκτελεί κρουαζιέρες
κρουαζιερόπλοιου	=	κρουαζιερόπλοιο
κρουαζιερόπλοιων	=	κρουαζιερόπλοιο
κρουασάν	noun	γεμιστό αρτοσκεύασμα σε σχήμα μισοφέγγαρου
κρουασανάκι	noun	υποκοριστικό του κρουασάν
κρουασανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουασανάκι
κρουασανομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουασανομηχανή
κρουασανομηχανή	noun|rare	μηχανή αρτοποιίας που παρασκευάζει κρουασάν
κρουνέ	noun	κλητική ενικού του κρουνός
κρουνέλιασμα	noun|literary	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κρουνελιάζω· έντονη, ορμητική ροή
κρουνελιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρουνελιάζω
κρουνελιάζω	verb|literary	ρέω άφθονος όπως από κρουνό
κρουνηδόν	adv	που ρέει ορμητικά και σε ποσότητα
κρουνιά	noun|vulgar	το κεφαλόβρυσο
κρουνιάς	=	κρουνιά
κρουνιές	=	κρουνιά
κρουνιών	=	κρουνιά
κρουνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρουνός
κρουνού	noun	γενική ενικού του κρουνός
κρουνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρουνός
κρουνό	noun	αιτιατική ενικού του κρουνός
κρουνός	noun	βρύση που τοποθετείται συνήθως σε δρόμους για την παροχή μεγάλων ποσοτήτων νερού σε έκτακτες περιπτώσεις (π.χ. πυρκαγιές)
κρουνών	noun	γενική πληθυντικού του κρουνός
κρουπιέρη	=	κρουπιέρης
κρουπιέρηδες	=	κρουπιέρης
κρουπιέρηδων	=	κρουπιέρης
κρουπιέρης	noun	άτομο που δουλεύει σε καζίνο ή χαρτοπαιχτική λέσχη
κρουπιέρισσα	noun	θηλυκό του κρουπιέρης, η γυναίκα που δουλεύει σε καζίνο ή χαρτοπαιχτική λέσχη
κρουπιέρισσας	noun	γενική ενικού του κρουπιέρισσα
κρουπιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουπιέρισσα
κρουπιερισσών	noun	γενική πληθυντικού του κρουπιέρισσα
κρουπιού	=	κρούπι
κρουπιών	=	κρούπι
κρουσθήκαμε	=	κρούω
κρουσθήκαν	=	κρούω
κρουσθήκανε	=	κρούω
κρουσθήκατε	=	κρούω
κρουσθεί	=	κρούω
κρουσθείς	=	κρούω
κρουσθείτε	=	κρούω
κρουσθούμε	=	κρούω
κρουσθούν	=	κρούω
κρουσθούνε	=	κρούω
κρουσθώ	=	κρούω
κρουσιφλεγές	=	κρουσιφλεγής
κρουσιφλεγή	=	κρουσιφλεγής
κρουσιφλεγής	adj	που αναφλέγεται με κρούση
κρουσιφλεγείς	=	κρουσιφλεγής
κρουσιφλεγούς	=	κρουσιφλεγής
κρουσιφλεγών	=	κρουσιφλεγής
κρουσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρούσμα
κρουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουσμένο
κρουσμένε	verb	κλητική ενικού του κρουσμένος
κρουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουσμένη
κρουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρουσμένος
κρουσμένης	verb	γενική ενικού του κρουσμένη
κρουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρουσμένος
κρουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρουσμένος
κρουσμένος	verb	χτυπημένος
κρουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρουσμένος
κρουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρουσμένος
κρουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρουσμένος
κρουστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρουστός	adv|rare	με κρουστό τρόπο
κρουστάλλι	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρύσταλλο
κρουστάλλια	=	κρουστάλλι
κρουστάλλιαζα	=	κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιαζαν	=	κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιαζε	=	κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιαζες	=	κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουστάλλιασμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρυστάλλιασμα
κρουστάλλου	=	κρούσταλλο
κρουστάλλων	=	κρούσταλλο
κρουστέ	adj	κλητική ενικού του κρουστός
κρουστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουστή
κρουστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρουστός
κρουστήκαμε	=	κρούω
κρουστήκαν	=	κρούω
κρουστήκανε	=	κρούω
κρουστήκατε	=	κρούω
κρουστής	adj	γενική ενικού του κρουστή
κρουσταλλένια	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιας	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιε	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιες	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιο	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιοι	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιος	adj|vulgar	ο κρυσταλλένιος
κρουσταλλένιου	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιους	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλένιων	=	κρουσταλλένιος
κρουσταλλιάζαμε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζαν	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζανε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζατε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζει	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζεις	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζετε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζοντας	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζουμε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζουν	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζουνε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του κρυσταλλιάζω
κρουσταλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσαν	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσανε	=	κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουστάλλιασμα
κρουσταλλιάσματος	noun	γενική ενικού του κρουστάλλιασμα
κρουσταλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρουσταλλιάζω
κρουσταλλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρουστάλλιασμα
κρουσταλλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουσταλλιασμένο
κρουσταλλιασμένε	verb	κλητική ενικού του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουσταλλιασμένη
κρουσταλλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένης	verb	γενική ενικού του κρουσταλλιασμένη
κρουσταλλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένος	verb|vulgar	άλλη μορφή του κρυσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρουσταλλιασμένος
κρουσταλλιού	=	κρουστάλλι
κρουσταλλιών	=	κρουστάλλι
κρουστεί	=	κρούω
κρουστείς	=	κρούω
κρουστείτε	=	κρούω
κρουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουστικό
κρουστικέ	adj	κλητική ενικού του κρουστικός
κρουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρουστική
κρουστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρουστικός
κρουστικής	adj	γενική ενικού του κρουστική
κρουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρουστικός
κρουστικού	adj	κλητική ενικού του κρουστικος (αρσενικό)
κρουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρουστικός
κρουστικό	adj	αιτιατική ενικού του κρουστικός
κρουστικός	adj	που έχει σχέση με κρούση, αναφέρεται σ’ αυτή, την προκαλεί ή ενεργεί με κρούση
κρουστικών	adj	γενική πληθυντικού του κρουστικός
κρουστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρουστός
κρουστοΰφαινα	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφαιναν	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφαινε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφαινες	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφανα	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφαναν	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφανε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοΰφανες	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφάναμε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφάναν	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφάνανε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφάνατε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφάνει	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφάνετε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίναμε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίναν	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνανε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνατε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνει	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνεις	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνετε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνοντας	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνουμε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνουν	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνουνε	=	κρουστοϋφαίνω
κρουστοϋφαίνω	verb	υφαίνω με πυκνή ύφανση
κρουστού	adj	γενική ενικού του κρουστός
κρουστούμε	=	κρούω
κρουστούν	=	κρούω
κρουστούνε	=	κρούω
κρουστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρουστός
κρουστό	adj	αιτιατική ενικού του κρουστός	noun	μουσικό όργανο που το χτυπάμε για να βγάλει ήχο, με τα χέρια ή με τις μπαγκέτες
κρουστός	adj	που παίζεται με κρούση (κρουστό μουσικό όργανο)
κρουστώ	=	κρούω
κρουστών	adj	γενική πληθυντικού του κρουστός
κρουτόν	noun	μικρός κύβος τηγανισμένου ή ψημένου ψωμιού του τοστ που το προσθέτουν για γαρνιτούρα σε σαλάτες ή σε σούπες
κρουόμασταν	=	κρούω
κρουόμαστε	=	κρούω
κρουόμουν	=	κρούω
κρουόμουνα	=	κρούω
κρουόντουσαν	=	κρούω
κρουόσασταν	=	κρούω
κρουόσαστε	=	κρούω
κρουόσουν	=	κρούω
κρουόσουνα	=	κρούω
κρουόταν	=	κρούω
κρουότανε	=	κρούω
κρούαμε	=	κρούω
κρούαν	=	κρούω
κρούανε	=	κρούω
κρούατε	=	κρούω
κρούε	=	κρούω
κρούει	=	κρούω
κρούεις	=	κρούω
κρούεσαι	=	κρούω
κρούεστε	=	κρούω
κρούεται	=	κρούω
κρούετε	=	κρούω
κρούομαι	=	κρούω
κρούομε	=	κρούω
κρούονται	=	κρούω
κρούονταν	=	κρούω
κρούοντας	=	κρούω
κρούουμε	=	κρούω
κρούουν	=	κρούω
κρούουνε	=	κρούω
κρούπα	adv	μεθυσμένος	noun|rare	ασθένεια του αναπνευστικού
κρούπι	noun	πήλινο αγγείο
κρούπια	=	κρούπι
κρούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσαν	=	κρούω
κρούσανε	=	κρούω
κρούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρούση
κρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του κρούση
κρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του κρούση
κρούση	noun	το χτύπημα ενός αντικειμένου πάνω σε ένα άλλο
κρούσης	noun	γενική ενικού του κρούση
κρούσθηκα	=	κρούω
κρούσμα	noun	κάθε περίπτωση προσβολής από μολυσματική αρρώστια
κρούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρούσμα
κρούσματος	noun	γενική ενικού του κρούσμα
κρούσομε	=	κρούω
κρούσου	=	κρούω
κρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούσουνε	=	κρούω
κρούστα	noun	η γενική ονομασία για τη στερεοποιημένη ουσία που σχηματίζεται πάνω από διάφορες ρευστές ουσίες
κρούσταλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρούσταλλο
κρούσταλλο	noun|vulgar	λαϊκότροπη προφορά του κρύσταλλο
κρούσταλλου	noun	γενική ενικού του κρούσταλλο
κρούσταλλων	noun	γενική πληθυντικού του κρούσταλλο
κρούστας	noun	γενική ενικού του κρούστα
κρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρούστα
κρούστηκα	=	κρούω
κρούστηκαν	=	κρούω
κρούστηκε	=	κρούω
κρούστηκες	=	κρούω
κρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρούω
κρούω	verb|formal	χτυπώ ένα αντικείμενο που παράγει χαρακτηριστικό ήχο
κρυάδα	noun	το να κρυώνει κάποιος και να έχει ρίγη, τρέμουλο ή ανατριχίλες απ’ αυτό
κρυάδας	=	κρυάδα
κρυάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυάδα
κρυάδων	=	κρυάδα
κρυβόμασταν	=	κρύβω
κρυβόμαστε	=	κρύβω
κρυβόμουν	=	κρύβω
κρυβόμουνα	=	κρύβω
κρυβόντουσαν	=	κρύβω
κρυβόσασταν	=	κρύβω
κρυβόσαστε	=	κρύβω
κρυβόσουν	=	κρύβω
κρυβόσουνα	=	κρύβω
κρυβόταν	=	κρύβω
κρυβότανε	=	κρύβω
κρυγιορέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυγιόρεμα
κρυγιορέματος	noun	γενική ενικού του κρυγιόρεμα
κρυγιορεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυγιόρεμα
κρυγιόρεμα	noun	ο ρευματικος πόνος
κρυερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρυερός	adv	με κρυερό τρόπο
κρυερέ	adj	κλητική ενικού του κρυερός
κρυερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυερή
κρυερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυερός
κρυερής	adj	γενική ενικού του κρυερή
κρυεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυερός
κρυερού	adj	γενική ενικού του κρυερός
κρυερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυερός
κρυερό	adj	αιτιατική ενικού του κρυερός
κρυερός	adj|formal	σχετικά κρύος, κάπως ψυχρός, δροσερός
κρυερών	adj	γενική πληθυντικού του κρυερός
κρυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρυμμένος
κρυμμένε	verb	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του κρυμμένος
κρυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κρυμμένος
κρυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυμμένος
κρυμμένης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του κρυμμένος
κρυμμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κρυμμένος
κρυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυμμένος
κρυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κρύβω
κρυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κρυμμένος
κρυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυμμένος
κρυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του κρυμμένος
κρυμοπαγία	noun	η αλλοίωση, καταστροφή ή νέκρωση τμήματος φυτού που προέρχεται από απώλεια θερμότητας προς το περιβάλλον
κρυμοπαγίας	noun	γενική ενικού του κρυμοπαγία
κρυμοπαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυμοπαγία
κρυμοπαγιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυμοπαγία
κρυογενετικές	=	κρυογενετική
κρυογενετική	noun	άλλη μορφή του κρυογονική
κρυογενετικής	=	κρυογενετική
κρυογενετικών	=	κρυογενετική
κρυογονικές	=	κρυογονική
κρυογονική	noun	η επιστήμη που μελετά τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και τις επιπτώσεις τους στην ύλη καθώς και (κατ’ επέκταση) η τεχνολογία επίτευξης τέτοιων θερμοκρασιών
κρυογονικής	=	κρυογονική
κρυογονικών	=	κρυογονική
κρυοθεραπεία	noun	χρήση χαμηλών θερμοκρασιών για καταστροφή και αφαίρεση παθολογικών ιστών
κρυοθεραπείας	noun	γενική ενικού του κρυοθεραπεία
κρυοθεραπείες	=	κρυοθεραπεία
κρυοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του κρυοθεραπεία
κρυοκατάλυση	noun	χειρουργική επεμβατική μέθοδος για τη θεραπεία ασθενειών της καρδιάς ή για την καταστροφή καρκινικών και προκαρκινικών κυττάρων ψύχοντας υπερβολικά συγκεκριμένα σημεία του ανθρώπινου σώματος, είδος κρυοθεραπείας
κρυοκατάλυσης	=	κρυοκατάλυση
κρυοκαταλύσεις	=	κρυοκατάλυση
κρυοκαταλύσεων	=	κρυοκατάλυση
κρυολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυολόγημα
κρυολογήματος	noun	γενική ενικού του κρυολόγημα
κρυολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυολόγημα
κρυολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυολογημένο
κρυολογημένε	verb	κλητική ενικού του κρυολογημένος
κρυολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυολογημένη
κρυολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυολογημένος
κρυολογημένης	verb	γενική ενικού του κρυολογημένη
κρυολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του κρυολογημένος
κρυολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυολογημένος
κρυολογημένος	verb	που έχει κρυολογήσει
κρυολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρυολογημένος
κρυολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρυολογημένος
κρυολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυολογημένος
κρυολογούσα	=	κρυολογώ
κρυολογώ	verb	αδιαθετώ, αρπάζω κρυολόγημα και δεν αισθάνομαι καλά
κρυολόγημα	noun	η μεταδοτική αρρώστια που προκαλείται από ιό, με συμπτώματα συνάχι, βήχα και πονόλαιμο
κρυολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυολογώ
κρυομέτρου	=	κρυόμετρο
κρυομέτρων	=	κρυόμετρο
κρυομαγνητισμέ	=	κρυομαγνητισμός
κρυομαγνητισμοί	=	κρυομαγνητισμός
κρυομαγνητισμού	=	κρυομαγνητισμός
κρυομαγνητισμούς	=	κρυομαγνητισμός
κρυομαγνητισμό	=	κρυομαγνητισμός
κρυομαγνητισμός	noun	ο μαγνητισμός όπως λειτουργεί σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες
κρυομαγνητισμών	=	κρυομαγνητισμός
κρυομετρία	noun	η μέτρηση πολύ χαμηλών θερμοκρασιών
κρυομετρίας	=	κρυομετρία
κρυομετρίες	=	κρυομετρία
κρυομετρικά	=	κρυομετρικός
κρυομετρικέ	=	κρυομετρικός
κρυομετρικές	=	κρυομετρικός
κρυομετρική	=	κρυομετρικός
κρυομετρικής	=	κρυομετρικός
κρυομετρικοί	=	κρυομετρικός
κρυομετρικού	=	κρυομετρικός
κρυομετρικούς	=	κρυομετρικός
κρυομετρικό	=	κρυομετρικός
κρυομετρικός	adj	που έχει σχέση με την κρυομετρία ή το κρυόμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτά
κρυομετρικών	=	κρυομετρικός
κρυομετριών	=	κρυομετρία
κρυονερίτικα	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικε	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικες	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικη	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικης	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικο	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικοι	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Κρυονέρι ή τους κατοίκους του
κρυονερίτικου	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικους	=	κρυονερίτικος
κρυονερίτικων	=	κρυονερίτικος
κρυονικές	=	κρυονική
κρυονική	noun	μέθοδος διατήρησης ενός οργανισμού (νεκρού ή ζωντανού) σε βαθιά κατάψυξη, ώστε μελλοντικά, λόγω της επιστημονικής προόδου να επαναφερθεί στη ζωή ή να θεραπευτεί
κρυονικής	=	κρυονική
κρυονικών	=	κρυονική
κρυοπάγημα	noun	η αλλοίωση, καταστροφή ή η νέκρωση τμήματος ζώντος οργανισμού η οποία προέρχεται από απώλεια θερμότητας προς το περιβάλλον
κρυοπαγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυοπάγημα
κρυοπαγήματος	noun	γενική ενικού του κρυοπάγημα
κρυοπαγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυοπάγημα
κρυοπηξία	noun	η κρυοθεραπεία
κρυοπηξίας	=	κρυοπηξία
κρυοπηξίες	=	κρυοπηξία
κρυοπηξιών	=	κρυοπηξία
κρυοπληξία	noun	η υποθερμία που εμφανίζεται ως αποτέλεσμα παρατεταμένης έκθεσης σε ψύχος
κρυοπληξίας	=	κρυοπληξία
κρυοπληξίες	=	κρυοπληξία
κρυοπληξιών	=	κρυοπληξία
κρυοσκοπία	noun	μέθοδος προσδιορισμού και μέτρησης του σημείου πήξης ενός υγρού με τη χρήση κρυοσκοπίου
κρυοσκοπίας	noun	γενική ενικού του κρυοσκοπία
κρυοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυοσκοπία
κρυοσκοπίου	=	κρυοσκόπιο
κρυοσκοπίων	=	κρυοσκόπιο
κρυοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυοσκοπικό
κρυοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυοσκοπική
κρυοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπικής	adj	γενική ενικού του κρυοσκοπική
κρυοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπικού	adj	γενική ενικού του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με την κρυοσκοπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
κρυοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυοσκοπικός
κρυοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυοσκοπία
κρυοσκόπια	=	κρυοσκόπιο
κρυοσκόπιο	noun	όργανο προσδιορισμού και μέτρησης του σημείου πήξης ενός υγρού
κρυοσκόπιου	=	κρυοσκόπιο
κρυοσκόπιων	=	κρυοσκόπιο
κρυοστάτες	=	κρυοστάτης
κρυοστάτη	=	κρυοστάτης
κρυοστάτης	noun	συσκευή ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση σταθερής χαμηλής θερμοκρασίας
κρυοστασία	noun	η διατήρηση των ζώντων οργανισμών ή ιστών με τη χρήση χαμηλών θερμοκρασιών
κρυοστασίας	=	κρυοστασία
κρυοστασίες	=	κρυοστασία
κρυοστασιών	=	κρυοστασία
κρυοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυοστατικό
κρυοστατικέ	adj	κλητική ενικού του κρυοστατικός
κρυοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυοστατική
κρυοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυοστατικός
κρυοστατικής	adj	γενική ενικού του κρυοστατική
κρυοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυοστατικός
κρυοστατικού	adj	γενική ενικού του κρυοστατικός
κρυοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυοστατικός
κρυοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυοστατικός
κρυοστατικός	adj	που έχει σχέση με τον κρυοστάτη ή την κρυοστασία ή αναφέρεται σ’ αυτά
κρυοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυοστατικός
κρυοστατών	=	κρυοστάτης
κρυοσυντήρηση	noun	συντήρηση συγκεκριμένων ιστών ή βιολογικών υλικών στο ψύχος, όπως ωαρίων, εμβρύων, σπέρματος, τμημάτων του ομφάλιου λώρου και αίματος, ώστε να αποφευχθεί η άκομψη χρήση λέξεων όπως κατεψυγμένος και κατάψυξη που έχουν συνδεθεί άρρηκτα με τρόφιμα, όπως και του όρου κρυογονική και κρυονική που συνδέθηκαν με την ψύξη νεκρών ή τη μελέτη του ψύχους σε άψυχα είδη
κρυοσυντήρησης	=	κρυοσυντήρηση
κρυοσυντηρήσεις	=	κρυοσυντήρηση
κρυοσυντηρήσεων	=	κρυοσυντήρηση
κρυοσυντηρημένα	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένε	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένες	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένη	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένης	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένο	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένοι	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένος	verb	που συντηρείται στο ψύχος
κρυοσυντηρημένου	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένους	=	κρυοσυντηρημένος
κρυοσυντηρημένων	=	κρυοσυντηρημένος
κρυουλιάρη	=	κρυουλιάρης
κρυουλιάρηδες	=	κρυουλιάρης
κρυουλιάρηδων	=	κρυουλιάρης
κρυουλιάρης	noun	αυτός που κρυώνει εύκολα, αυτός που νοιώθει κρύο εύκολα, ψυχροευαίσθητος
κρυοφθορισμέ	=	κρυοφθορισμός
κρυοφθορισμοί	=	κρυοφθορισμός
κρυοφθορισμού	=	κρυοφθορισμός
κρυοφθορισμούς	=	κρυοφθορισμός
κρυοφθορισμό	=	κρυοφθορισμός
κρυοφθορισμός	noun	η κρυοφωταύγεια
κρυοφθορισμών	=	κρυοφθορισμός
κρυοφωταυγειών	=	κρυοφωταύγεια
κρυοφωταύγεια	noun	η αύξηση της φωταύγειας κάποιων σωμάτων, όταν αποκτήσουν τη (χαμηλή) θερμοκρασία του υγροποιημένου αέρα
κρυοφωταύγειας	=	κρυοφωταύγεια
κρυοφωταύγειες	=	κρυοφωταύγεια
κρυοχειρουργικά	=	κρυοχειρουργικός
κρυοχειρουργικέ	=	κρυοχειρουργικός
κρυοχειρουργικές	=	κρυοχειρουργική
κρυοχειρουργική	noun	θεραπευτική τεχνική καλοηθών και κακοηθών δερματικών βλαβών με χρήση υγρού αζώτου
κρυοχειρουργικής	=	κρυοχειρουργική
κρυοχειρουργικοί	=	κρυοχειρουργικός
κρυοχειρουργικού	=	κρυοχειρουργικός
κρυοχειρουργικούς	=	κρυοχειρουργικός
κρυοχειρουργικό	=	κρυοχειρουργικός
κρυοχειρουργικός	adj	σχετικός με τη χειρουργική με χρήση ιδιαίτερα χαμηλών θερμοκρασιών, την κρυοχειρουργική
κρυοχειρουργικών	=	κρυοχειρουργική
κρυοχημεία	noun	κλάδος της χημείας που μελετά τις χημικές αντιδράσιες σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες
κρυοχημείας	=	κρυοχημεία
κρυοχημείες	=	κρυοχημεία
κρυοχημειών	=	κρυοχημεία
κρυούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυούτσικο
κρυούτσικε	adj	κλητική ενικού του κρυούτσικος
κρυούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυούτσικη
κρυούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυούτσικος
κρυούτσικης	adj	γενική ενικού του κρυούτσικη
κρυούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του κρυούτσικος
κρυούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυούτσικος
κρυούτσικος	adj	υποκοριστικό του κρύος
κρυούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρυούτσικος
κρυούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυούτσικος
κρυούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυούτσικος
κρυπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρυπτός	adv	με κρυπτό τρόπο
κρυπτέ	adj	κλητική ενικού του κρυπτός
κρυπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτή
κρυπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυπτός
κρυπτής	adj	γενική ενικού του κρυπτή
κρυπτανάλυση	noun	η χρήση μαθηματικής ή επιστημονικής ανάλυσης ώστε να διαβαστεί ένα κρυπτογραφημένο κείμενο χωρίς πρόσβαση στο κλειδί
κρυπτανάλυσης	=	κρυπτανάλυση
κρυπταναλύσεις	=	κρυπτανάλυση
κρυπταναλύσεων	=	κρυπτανάλυση
κρυπτεία	noun	συνήθεια των Σπαρτιατών, που έστελναν σε μυστική αποστολή τα νεαρά αγόρια για ανθρωποκυνηγητό, με στόχο τη σύλληψη και ίσως το φόνο ειλώτων
κρυπτείας	=	κρυπτεία
κρυπτείες	=	κρυπτεία
κρυπτειών	=	κρυπτεία
κρυπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτός
κρυπτογαμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογαμικό
κρυπτογαμικέ	adj	κλητική ενικού του κρυπτογαμικός
κρυπτογαμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογαμική
κρυπτογαμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυπτογαμικός
κρυπτογαμικής	adj	γενική ενικού του κρυπτογαμική
κρυπτογαμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογαμικός
κρυπτογαμικού	adj	γενική ενικού του κρυπτογαμικός
κρυπτογαμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυπτογαμικός
κρυπτογαμικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυπτογαμικός
κρυπτογαμικός	adj	σχετικός με τα κρυπτόγαμα
κρυπτογαμικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυπτογαμικός
κρυπτογράφε	=	κρυπτογράφος
κρυπτογράφημα	noun	μήνυμα που έχει κωδικοποιηθεί χρησιμοποιώντας κάποια κρυπτογραφική μέθοδο
κρυπτογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογράφηση	noun	κωδικοποίηση μηνύματος σύμφωνα με τις μεθόδους της κρυπτογραφίας
κρυπτογράφησης	=	κρυπτογράφηση
κρυπτογράφο	=	κρυπτογράφος
κρυπτογράφοι	=	κρυπτογράφος
κρυπτογράφος	noun	που έχει ως επάγγελμα την κρυπτογράφηση
κρυπτογράφου	=	κρυπτογράφος
κρυπτογράφους	=	κρυπτογράφος
κρυπτογράφων	=	κρυπτογράφος
κρυπτογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογράφημα
κρυπτογραφήματος	noun	γενική ενικού του κρυπτογράφημα
κρυπτογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογράφηση
κρυπτογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήσεων	=	κρυπτογράφηση
κρυπτογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτογραφία	noun	μέθοδος που μετατρέπει μηνύματα χρησιμοποιώντας κάποιον μυστικό κώδικα έτσι ώστε αυτά να μην μπορούν να γίνουν αντιληπτά από κάποιον που δεν κατέχει τον κώδικα
κρυπτογραφίας	noun	γενική ενικού του κρυπτογραφία
κρυπτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφία
κρυπτογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυπτογράφημα
κρυπτογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφημένο
κρυπτογραφημένε	verb	κλητική ενικού του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφημένη
κρυπτογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφημένης	verb	γενική ενικού του κρυπτογραφημένη
κρυπτογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφημένος	verb	που έχει υποστεί κάποια κρυπτογράφηση
κρυπτογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυπτογραφημένος
κρυπτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφικό
κρυπτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφική
κρυπτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφικής	adj	γενική ενικού του κρυπτογραφική
κρυπτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφικού	adj	γενική ενικού του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφικός	adj	που έχει σχέση με ή αναφέρεται στην κρυπτογράφηση ή την κρυπτογραφία
κρυπτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυπτογραφικός
κρυπτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυπτογραφία
κρυπτογραφώ	verb	μετατρέπω μήνυμα χρησιμοποιώντας τις μεθόδους της κρυπτογραφίας
κρυπτογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρυπτογραφώ
κρυπτοζωολογία	noun	παραεπιστημονικός κλάδος που αναζητεί, με αναπόδεικτες ή αβέβαιες μεθόδους, την πιθανή ύπαρξη ζώων άγνωστων στην επίσημη ζωολογία ή θεωρούμενων μυθικών, βασιζόμενος κυρίως σε θρύλους, μαρτυρίες και ανεπιβεβαίωτα ευρήματα
κρυπτοζωολογίας	=	κρυπτοζωολογία
κρυπτοζωολογίες	=	κρυπτοζωολογία
κρυπτοζωολογιών	=	κρυπτοζωολογία
κρυπτοκομμουνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτοκομμουνιστής
κρυπτολογία	noun	η επιστήμη ή η μελέτη των κρυπτογραφημάτων
κρυπτολογίας	=	κρυπτολογία
κρυπτολογίες	=	κρυπτολογία
κρυπτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτολογικό
κρυπτολογικέ	adj	κλητική ενικού του κρυπτολογικός
κρυπτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτολογική
κρυπτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυπτολογικός
κρυπτολογικής	adj	γενική ενικού του κρυπτολογική
κρυπτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτολογικός
κρυπτολογικού	adj	γενική ενικού του κρυπτολογικός
κρυπτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυπτολογικός
κρυπτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυπτολογικός
κρυπτολογικός	adj	σχετικός με την κρυπτολογία
κρυπτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυπτολογικός
κρυπτολογιών	=	κρυπτολογία
κρυπτομασόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτομασόνος
κρυπτονομίσματα	=	κρυπτονόμισμα
κρυπτονομίσματος	=	κρυπτονόμισμα
κρυπτονομισμάτων	=	κρυπτονόμισμα
κρυπτονόμισμα	noun	ψηφιακό νόμισμα το οποίο βασίζεται σε κρυπτογραφικό σύστημα
κρυπτορχιδία	noun	η κρυψορχία
κρυπτορχιδίας	=	κρυπτορχιδία
κρυπτορχιδίες	=	κρυπτορχιδία
κρυπτορχιδιών	=	κρυπτορχιδία
κρυπτοσιωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτοσιωνιστής
κρυπτοφασίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυπτοφασίστας
κρυπτοχριστιανέ	noun	κλητική ενικού του κρυπτοχριστιανός
κρυπτοχριστιανές	=	κρυπτοχριστιανή
κρυπτοχριστιανή	noun	θηλυκό του κρυπτοχριστιανός
κρυπτοχριστιανής	=	κρυπτοχριστιανή
κρυπτοχριστιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυπτοχριστιανός
κρυπτοχριστιανού	noun	γενική ενικού του κρυπτοχριστιανός
κρυπτοχριστιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρυπτοχριστιανός
κρυπτοχριστιανό	noun	αιτιατική ενικού του κρυπτοχριστιανός
κρυπτοχριστιανός	noun	αυτός που είναι χριστιανός κρυφά
κρυπτοχριστιανών	noun	γενική πληθυντικού του κρυπτοχριστιανός
κρυπτού	adj	γενική ενικού του κρυπτός
κρυπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυπτός
κρυπτό	adj	αιτιατική ενικού του κρυπτός	noun	ευγενές αέριο με ατομικό αριθμό 36 και χημικό σύμβολο το Kr
κρυπτόγαμα	=	κρυπτόγαμο
κρυπτόγαμο	noun	φυτά πολλαπλασιάζονται / αναπαράγονται με σπόρια και όχι με σπέρματα
κρυπτόγαμου	noun	γενική ενικού του κρυπτόγαμο
κρυπτόγαμων	noun	γενική πληθυντικού του κρυπτόγαμο
κρυπτόμασταν	=	κρύπτω
κρυπτόμαστε	=	κρύπτω
κρυπτόμουν	=	κρύπτω
κρυπτόμουνα	=	κρύπτω
κρυπτόν	=	κρυπτό
κρυπτόντουσαν	=	κρύπτω
κρυπτός	adj	μυστικός, κρυφός
κρυπτόσασταν	=	κρύπτω
κρυπτόσαστε	=	κρύπτω
κρυπτόσουν	=	κρύπτω
κρυπτόσουνα	=	κρύπτω
κρυπτόταν	=	κρύπτω
κρυπτότανε	=	κρύπτω
κρυπτών	adj	γενική πληθυντικού του κρυπτός
κρυστάλλι	noun|vulgar	άλλη μορφή του κρύσταλλο
κρυστάλλια	=	κρυστάλλι
κρυστάλλιαζα	=	κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιαζαν	=	κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιαζε	=	κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιαζες	=	κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυστάλλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυστάλλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυστάλλινο
κρυστάλλινε	adj	κλητική ενικού του κρυστάλλινος
κρυστάλλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυστάλλινη
κρυστάλλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυστάλλινος
κρυστάλλινης	adj	γενική ενικού του κρυστάλλινη
κρυστάλλινο	adj	αιτιατική ενικού του κρυστάλλινος
κρυστάλλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυστάλλινος
κρυστάλλινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από κρύσταλλο
κρυστάλλινου	adj	γενική ενικού του κρυστάλλινος
κρυστάλλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυστάλλινος
κρυστάλλινων	adj	γενική πληθυντικού του κρυστάλλινος
κρυστάλλου	=	κρύσταλλο
κρυστάλλους	=	κρύσταλλος
κρυστάλλωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρυσταλλώνω
κρυστάλλων	=	κρύσταλλο
κρυστάλλωνα	=	κρυσταλλώνω
κρυστάλλωναν	=	κρυσταλλώνω
κρυστάλλωνε	=	κρυσταλλώνω
κρυστάλλωνες	=	κρυσταλλώνω
κρυστάλλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυστάλλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυστάλλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυστάλλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυστάλλωση	noun	η δημιουργία κρυστάλλου κατά τη διαδικασία μετατροπής ενός σώματος από υγρή σε αέρια μορφή
κρυστάλλωσης	=	κρυστάλλωση
κρυσταλλένια	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιας	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιε	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιες	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιο	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιοι	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιος	adj	φτιαγμένος από κρύσταλλο
κρυσταλλένιου	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιους	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλένιων	=	κρυσταλλένιος
κρυσταλλίτες	=	κρυσταλλίτης
κρυσταλλίτη	=	κρυσταλλίτης
κρυσταλλίτης	noun	ιδιαίτερα μικρός ορυκτός κρύσταλλος
κρυσταλλιάζαμε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζαν	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζανε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζατε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζει	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζεις	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζετε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζοντας	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζουμε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζουν	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζουνε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάζω	verb	καλύπτομαι στην επιφάνειά μου από κρύσταλλα (πάγου)
κρυσταλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσαν	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσανε	=	κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλιάζω
κρυσταλλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλιασμένο
κρυσταλλιασμένε	verb	κλητική ενικού του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλιασμένη
κρυσταλλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλιασμένης	verb	γενική ενικού του κρυσταλλιασμένη
κρυσταλλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλιασμένος	verb	που έχει κρυσταλλιάσει, που έχει ξεπαγιάσει, που έχει γίνει σαν το κρύσταλλο
κρυσταλλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυσταλλιασμένος
κρυσταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλικό
κρυσταλλικέ	adj	κλητική ενικού του κρυσταλλικός
κρυσταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλική
κρυσταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυσταλλικός
κρυσταλλικής	adj	γενική ενικού του κρυσταλλική
κρυσταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλικός
κρυσταλλικοτήτων	=	κρυσταλλικότητα
κρυσταλλικού	adj	γενική ενικού του κρυσταλλικός
κρυσταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυσταλλικός
κρυσταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυσταλλικός
κρυσταλλικός	adj	που αποτελείται από κρυστάλλους
κρυσταλλικότητα	noun	η ιδιότητα εμφάνισης της οργανικής και ανόργανης ύλης σε κρυσταλλική μορφή
κρυσταλλικότητας	noun	γενική ενικού του κρυσταλλικότητα
κρυσταλλικότητες	=	κρυσταλλικότητα
κρυσταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυσταλλικός
κρυσταλλιού	=	κρυστάλλι
κρυσταλλιτών	=	κρυσταλλίτης
κρυσταλλιών	=	κρυστάλλι
κρυσταλλογραφία	noun	ο επιστημονικός κλάδος μελέτης της μορφής των κρυστάλλων
κρυσταλλογραφίας	noun	γενική ενικού του κρυσταλλογραφία
κρυσταλλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλογραφία
κρυσταλλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλογραφικό
κρυσταλλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλογραφική
κρυσταλλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφικής	adj	γενική ενικού του κρυσταλλογραφική
κρυσταλλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφικού	adj	γενική ενικού του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφικός	adj	(γεωλογία): ο σχετικός με κρυσταλλογραφία
κρυσταλλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυσταλλογραφικός
κρυσταλλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυσταλλογραφία
κρυσταλλοειδές	=	κρυσταλλοειδής
κρυσταλλοειδή	=	κρυσταλλοειδής
κρυσταλλοειδής	adj	που είναι όμοιος με κρύσταλλο
κρυσταλλοειδείς	=	κρυσταλλοειδής
κρυσταλλοειδούς	=	κρυσταλλοειδής
κρυσταλλοειδών	=	κρυσταλλοειδής
κρυσταλλολυχνία	noun	το τρανζίστορ
κρυσταλλολυχνίας	noun	γενική ενικού του κρυσταλλολυχνία
κρυσταλλολυχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλολυχνία
κρυσταλλολυχνιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυσταλλολυχνία
κρυσταλλομαντεία	noun	η μαντεία που επιτυγχάνεται με την βοήθεια ενός κρυστάλλου
κρυσταλλομαντείας	noun	γενική ενικού του κρυσταλλομαντεία
κρυσταλλομαντείες	=	κρυσταλλομαντεία
κρυσταλλομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του κρυσταλλομαντεία
κρυσταλλονομία	noun	επιστήμη που μελετά τους νόμους της κρυστάλλωσης
κρυσταλλονομίας	=	κρυσταλλονομία
κρυσταλλονομίες	=	κρυσταλλονομία
κρυσταλλονομιών	=	κρυσταλλονομία
κρυσταλλοποίηση	noun	η διαδικασία σχηματισμού κρυστάλλου, η κρυστάλλωση
κρυσταλλοποίησης	=	κρυσταλλοποίηση
κρυσταλλοποιήσεις	=	κρυσταλλοποίηση
κρυσταλλοποιήσεων	=	κρυσταλλοποίηση
κρυσταλλοτεχνία	noun	η τέχνη της κατεργασίας ή της τεχνητής δημιουργίας κρυστάλλων
κρυσταλλοτεχνίας	=	κρυσταλλοτεχνία
κρυσταλλοτεχνίες	=	κρυσταλλοτεχνία
κρυσταλλοτεχνιών	=	κρυσταλλοτεχνία
κρυσταλλοτρίοδε	=	κρυσταλλοτρίοδος
κρυσταλλοτρίοδο	=	κρυσταλλοτρίοδος
κρυσταλλοτρίοδοι	=	κρυσταλλοτρίοδος
κρυσταλλοτρίοδος	noun	Ημιαγωγική συσκευή που έχει την ικανότητα, χρησιμοποιώντας ένα μικρό ποσό ηλεκτρικής τάσης ή ρεύματος, να ελέγχει μια μεγαλύτερη αλλαγή στην τάση ή στην ένταση του ρεύματος.
κρυσταλλοτριόδου	=	κρυσταλλοτρίοδος
κρυσταλλοτριόδους	=	κρυσταλλοτρίοδος
κρυσταλλοτριόδων	=	κρυσταλλοτρίοδος
κρυσταλλοχημεία	noun	χημικός κλάδος που εξετάζει τον σχηματισμό, την ανάπτυξη ή τις ιδιότητες κρυσταλλικών δομών
κρυσταλλοχημείας	=	κρυσταλλοχημεία
κρυσταλλοχημείες	=	κρυσταλλοχημεία
κρυσταλλοχημειών	=	κρυσταλλοχημεία
κρυσταλλωδών	=	κρυσταλλώδης
κρυσταλλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυστάλλωμα
κρυσταλλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλωμένο
κρυσταλλωμένε	verb	κλητική ενικού του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλωμένη
κρυσταλλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωμένης	verb	γενική ενικού του κρυσταλλωμένη
κρυσταλλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κρυσταλλώνω
κρυσταλλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυσταλλωμένος
κρυσταλλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλωτικό
κρυσταλλωτικέ	adj	κλητική ενικού του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλωτική
κρυσταλλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλωτικής	adj	γενική ενικού του κρυσταλλωτική
κρυσταλλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλωτικού	adj	γενική ενικού του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλωτικός	adj	που έχει σχέση με κρυστάλλωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
κρυσταλλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κρυσταλλωτικός
κρυσταλλώδεις	=	κρυσταλλώδης
κρυσταλλώδες	=	κρυσταλλώδης
κρυσταλλώδη	=	κρυσταλλώδης
κρυσταλλώδης	adj	που έχει ιδιότητες όμοιες με της κρυστάλλου
κρυσταλλώδους	=	κρυσταλλώδης
κρυσταλλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυστάλλωμα
κρυσταλλώματος	noun	γενική ενικού του κρυστάλλωμα
κρυσταλλώναμε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώναν	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνανε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνατε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνει	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνεις	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνετε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνομαι	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνοντας	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνουμε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνουν	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνουνε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώνω	verb|figurative	άλλη μορφή του αποκρυσταλλώνω
κρυσταλλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσαν	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσανε	=	κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυστάλλωση
κρυσταλλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσεων	=	κρυστάλλωση
κρυσταλλώσεως	=	κρυστάλλωση
κρυσταλλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυσταλλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυσταλλώνω
κρυφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρυφός	adv	με κρυφό τρόπο
κρυφάκου	=	κρυφακούω
κρυφάκουγα	=	κρυφακούω
κρυφάκουγαν	=	κρυφακούω
κρυφάκουγε	=	κρυφακούω
κρυφάκουγες	=	κρυφακούω
κρυφάκουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφάκουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφάκουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφάκουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφάκουσμα	noun	το να κρυφακούει κανείς
κρυφέ	adj	κλητική ενικού του κρυφός
κρυφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυφή
κρυφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυφός
κρυφής	adj	γενική ενικού του κρυφή
κρυφακουσμάτων	=	κρυφάκουσμα
κρυφακούγαμε	=	κρυφακούω
κρυφακούγανε	=	κρυφακούω
κρυφακούγατε	=	κρυφακούω
κρυφακούγοντας	=	κρυφακούω
κρυφακούει	=	κρυφακούω
κρυφακούετε	=	κρυφακούω
κρυφακούμε	=	κρυφακούω
κρυφακούνε	=	κρυφακούω
κρυφακούς	=	κρυφακούω
κρυφακούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσαν	=	κρυφακούω
κρυφακούσανε	=	κρυφακούω
κρυφακούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσματα	=	κρυφάκουσμα
κρυφακούσματος	=	κρυφάκουσμα
κρυφακούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφακούω
κρυφακούτε	=	κρυφακούω
κρυφακούω	verb	ακούω κρυφά, χωρίς να με αντιλαμβάνονται
κρυφθήκαμε	=	κρύπτω
κρυφθήκαν	=	κρύπτω
κρυφθήκανε	=	κρύπτω
κρυφθήκατε	=	κρύπτω
κρυφθεί	=	κρύπτω
κρυφθείτε	=	κρύπτω
κρυφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυφός
κρυφογέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφογελώ
κρυφογελώ	verb	γελώ χωρίς να με αντιληφθούν οι άλλοι
κρυφογελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρυφογελάω / κρυφογελώ
κρυφογκέι	noun	ο μη ανοιχτά ομοφυλόφιλος
κρυφοδαγκανιάρα	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρας	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρες	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρη	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρηδες	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρηδων	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρης	noun	ο ύπουλος
κρυφοδαγκανιάρικα	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρικο	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρικου	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοδαγκανιάρικων	=	κρυφοδαγκανιάρης
κρυφοκαίω	verb	καίγομαι χωρίς φλόγα
κρυφοκαμαρώνω	verb	υπερηφανεύομαι, καμαρώνω μέσα μου, χωρίς να το δείχνω στους άλλους
κρυφοκοίταγμα	noun	βλέμμα προς κάποιον ή κάτι που δεν το προσέχουν οι άλλοι
κρυφοκοίταζα	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταζαν	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταζε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταζες	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοίταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυφοκοίταγμα
κρυφοκοιτάγματος	noun	γενική ενικού του κρυφοκοίταγμα
κρυφοκοιτάζαμε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζαν	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζανε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζατε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζει	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζεις	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζετε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζομαι	verb	ανταλλάσσω βλέμματα με κάποιον άλλο στα γρήγορα, χωρίς οι άλλοι να το αντιληφθούν
κρυφοκοιτάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζουμε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζουν	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζουνε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάζω	verb	κοιτάζω χωρίς να με αντιληφθούν
κρυφοκοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξαν	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξανε	=	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτάω	verb	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυφοκοίταγμα
κρυφοκοιταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτιέμαι	verb	κρυφοκοιτάζομαι
κρυφοκοιτώ	verb	κρυφοκοιτάζω
κρυφοκοιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κρυφοκοιτάω / κρυφοκοιτώ
κρυφολεσβία	noun	η μη ανοιχτά ομοφυλόφιλη/λεσβία
κρυφολεσβίας	=	κρυφολεσβία
κρυφολεσβίες	=	κρυφολεσβία
κρυφολεσβιών	=	κρυφολεσβία
κρυφομίλημα	noun	συζήτηση που δεν γίνεται αντιληπτή από τους άλλους
κρυφομιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυφομίλημα
κρυφομιλήματος	noun	γενική ενικού του κρυφομίλημα
κρυφομιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρυφομίλημα
κρυφομιλώ	verb	μιλώ χωρίς να με αντιληφθούν οι άλλοι
κρυφοσιωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυφοσιωνιστής
κρυφοσμίγω	verb	συναντώ κάποιον κρυφά
κρυφοσμίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφοσμίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφού	adj	γενική ενικού του κρυφός
κρυφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυφός
κρυφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κρυφτός	adv	άλλη μορφή του κρυφά
κρυφτέ	adj	κλητική ενικού του κρυφτός
κρυφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυφτή
κρυφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυφτός
κρυφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτήκαν	=	κρύβω
κρυφτήκανε	=	κρύβω
κρυφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτής	adj	γενική ενικού του κρυφτή
κρυφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυφτός
κρυφτουλιού	=	κρυφτούλι
κρυφτουλιών	=	κρυφτούλι
κρυφτού	adj	γενική ενικού του κρυφτός
κρυφτούλι	noun	υποκοριστικό του κρυφτό
κρυφτούλια	=	κρυφτούλι
κρυφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτούνε	=	κρύβω
κρυφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρυφτός
κρυφτό	adj	αιτιατική ενικού του κρυφτός	noun	παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο κάποιος τα φυλάει και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες κρύβονται όσο εκείνος μετράει, π.χ. μέχρι το 50. Μετά αρχίζει να τους ψάχνει.
κρυφτός	adj|rare	άλλη μορφή του κρυπτός / κρυφός
κρυφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρυφτών	adj	γενική πληθυντικού του κρυφτός
κρυφό	adj	αιτιατική ενικού του κρυφός
κρυφός	adj	που είναι τοποθετημένος ή φτιαγμένος έτσι ώστε να μην μπρορεί να βρεθεί
κρυφόσμιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφόσμιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφόσμιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφόσμιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυφοσμίγω
κρυφών	adj	γενική πληθυντικού του κρυφός
κρυψίβουλα	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλε	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλες	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλη	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλης	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλο	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλοι	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλος	adj|formal	ο κρυψίνους
κρυψίβουλου	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλους	=	κρυψίβουλος
κρυψίβουλων	=	κρυψίβουλος
κρυψίγαμα	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμε	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμες	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμη	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμης	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμο	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμοι	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμος	adj	που έχει παντρευτεί κρυφά
κρυψίγαμου	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμους	=	κρυψίγαμος
κρυψίγαμων	=	κρυψίγαμος
κρυψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρύψιμο
κρυψίματος	noun	γενική ενικού του κρύψιμο
κρυψίνοα	=	κρυψίνους
κρυψίνοες	=	κρυψίνους
κρυψίνοια	noun	η απόκρυψη, η μή έκφραση της σκέψης κάποιου
κρυψίνοιας	noun	γενική ενικού του κρυψίνοια
κρυψίνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυψίνοια
κρυψίνου	=	κρυψίνους
κρυψίνουν	=	κρυψίνους
κρυψίνους	adj	αυτός/αυτή που αποκρύπτει, που δεν φανερώνει την πραγματική του σκέψη
κρυψιβουλία	noun|formal	η κρυψίνοια
κρυψιβουλίας	=	κρυψιβουλία
κρυψιβουλίες	=	κρυψιβουλία
κρυψιβουλιών	=	κρυψιβουλία
κρυψιγαμία	noun	η ιδιότητα του κρυψίγαμου
κρυψιγαμίας	=	κρυψιγαμία
κρυψιγαμίες	=	κρυψιγαμία
κρυψιγαμιών	=	κρυψιγαμία
κρυψιμάτων	=	κρύψιμο
κρυψινοιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυψίνοια
κρυψινόων	=	κρυψίνους
κρυψορχία	noun	η περίπτωση στην οποία ο ένας ή και δυο όρχεις δε βρίσκονται στο όσχεο («σακούλα» που είναι μέσα οι όρχεις)
κρυψορχίας	=	κρυψορχία
κρυψορχίες	=	κρυψορχία
κρυψορχιδία	noun	η κρυψορχία
κρυψορχιδίας	noun	γενική ενικού του κρυψορχιδία
κρυψορχιδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυψορχιδία
κρυψορχιδιών	noun	γενική πληθυντικού του κρυψορχιδία
κρυψορχιών	=	κρυψορχία
κρυψούλι	=	κρυφτούλι
κρυψωνών	noun	γενική πληθυντικού του κρυψώνα
κρυψόρχης	noun	αυτός που πάσχει από κρυψορχία
κρυψώνα	noun	τόπος όπου μπορεί κάποιος να κρυφτεί
κρυψώνας	noun	η κρυψώνα, μέρος, για να κρυφτεί κάποιος ή να κρύψει κάτι
κρυψώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυψώνα
κρυψώνων	=	κρυψώνας
κρυωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κρύωμα
κρυωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυωμένο
κρυωμένε	verb	κλητική ενικού του κρυωμένος
κρυωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρυωμένη
κρυωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρυωμένος
κρυωμένης	verb	γενική ενικού του κρυωμένη
κρυωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κρυωμένος
κρυωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρυωμένος
κρυωμένος	verb	που έχει κρυώσει, που έχει κρυολογήσει
κρυωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρυωμένος
κρυωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κρυωμένος
κρυωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρυωμένος
κρυόκωλα	=	κρυόκωλος
κρυόκωλε	=	κρυόκωλος
κρυόκωλες	=	κρυόκωλος
κρυόκωλη	=	κρυόκωλος
κρυόκωλης	=	κρυόκωλος
κρυόκωλο	=	κρυόκωλος
κρυόκωλοι	=	κρυόκωλος
κρυόκωλος	adj	χαρακτηρισμός για άνθρωπο ψυχρό στη συμπεριφορά, σφιγμένο, χωρίς χιούμορ
κρυόκωλου	=	κρυόκωλος
κρυόκωλους	=	κρυόκωλος
κρυόκωλων	=	κρυόκωλος
κρυόλιθε	=	κρυόλιθος
κρυόλιθο	=	κρυόλιθος
κρυόλιθοι	=	κρυόλιθος
κρυόλιθος	noun	αλογονούχο ορυκτό του νατρίου
κρυόλιθου	=	κρυόλιθος
κρυόλιθους	=	κρυόλιθος
κρυόλιθων	=	κρυόλιθος
κρυόμετρα	=	κρυόμετρο
κρυόμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση πολύ χαμηλών θερμοκρασιών, που χρησιμοποιείται στην κρυομετρία
κρυόμετρον	noun	κρυόμετρο
κρυόμετρου	=	κρυόμετρο
κρυόμετρων	=	κρυόμετρο
κρυόμπλαστα	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστε	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστες	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστη	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστης	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστο	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστοι	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστος	adj	που είναι ψυχρός συναισθηματικά
κρυόμπλαστου	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστους	=	κρυόμπλαστος
κρυόμπλαστρα	=	κρυόμπλαστρο
κρυόμπλαστρο	noun	κρύο έμπλαστρο
κρυόμπλαστρου	=	κρυόμπλαστρο
κρυόμπλαστρων	=	κρυόμπλαστρο
κρυόμπλαστων	=	κρυόμπλαστος
κρυόπλαστα	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστε	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστες	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστη	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστης	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστο	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστοι	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστος	adj	που έχει πλαστεί από το κρύο
κρυόπλαστου	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστους	=	κρυόπλαστος
κρυόπλαστων	=	κρυόπλαστος
κρυώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρύωμα
κρυώματος	noun	γενική ενικού του κρύωμα
κρυώναμε	=	κρυώνω
κρυώναν	=	κρυώνω
κρυώνανε	=	κρυώνω
κρυώνατε	=	κρυώνω
κρυώνει	=	κρυώνω
κρυώνεις	=	κρυώνω
κρυώνετε	=	κρυώνω
κρυώνομε	=	κρυώνω
κρυώνοντας	=	κρυώνω
κρυώνουμε	=	κρυώνω
κρυώνουν	=	κρυώνω
κρυώνουνε	=	κρυώνω
κρυώνω	verb	κάνω κάτι πιο κρύο, του χαμηλώνω τη θερμοκρασία
κρυώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσαν	=	κρυώνω
κρυώσανε	=	κρυώνω
κρυώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσομε	=	κρυώνω
κρυώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσουνε	=	κρυώνω
κρυώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρυώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρωγμέ	noun	κλητική ενικού του κρωγμός
κρωγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρωγμός
κρωγμού	noun	γενική ενικού του κρωγμός
κρωγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρωγμός
κρωγμό	noun	αιτιατική ενικού του κρωγμός
κρωγμός	noun|formal	κράξιμο
κρωγμών	noun	γενική πληθυντικού του κρωγμός
κρωξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρώξιμο
κρωξίματος	noun	γενική ενικού του κρώξιμο
κρωξιμάτων	=	κρώξιμο
κρόκε	=	κρόκος
κρόκες	=	κρόκη
κρόκη	noun	το υφάδι, το νήμα που περνάει από το στημόνι ενός αργαλειού μαζί με τη σαΐτα
κρόκης	=	κρόκη
κρόκινα	=	κρόκινος
κρόκινε	=	κρόκινος
κρόκινες	=	κρόκινος
κρόκινη	=	κρόκινος
κρόκινης	=	κρόκινος
κρόκινο	=	κρόκινος
κρόκινοι	=	κρόκινος
κρόκινος	adj	που έχει το (κίτρινο / πορτοκαλί) χρώμα του κρόκου
κρόκινου	=	κρόκινος
κρόκινους	=	κρόκινος
κρόκινων	=	κρόκινος
κρόκο	=	κρόκος
κρόκοι	=	κρόκος
κρόκος	noun	για το φυτό
κρόκου	=	κρόκος
κρόκους	=	κρόκος
κρόκων	=	κρόκος
κρόσιασμα	noun	η ραφή κροσιών
κρόσσαρα	=	κροσσάρω
κρόσσι	noun	νήματα στην άκρη υφάσματος τα οποία αντί να δεθούν αφήνονται ελεύθερα για διακόσμηση
κρόσσια	=	κρόσσι
κρόταλα	=	κρόταλο
κρόταλο	noun	κρουστό όργανο, που αποτελείται από μικρούς δίσκους (από ξύλο, μέταλλο, οστό ή άλλο υλικό), τους οποίους χτυπάμε, προκειμένου να παραχθεί έρρυθμος ήχος, συνοδευτικός της μουσικής που παράγουν τα υπόλοιπα όργανα και ο τραγουδιστής
κρόταλου	=	κρόταλο
κρόταφε	noun	κλητική ενικού του κρόταφος
κρόταφο	noun	αιτιατική ενικού του κρόταφος
κρόταφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρόταφος
κρόταφος	noun	το αριστερό και δεξιό πλαϊνό μέρος του κρανίου, μεταξύ της οφθαλμικής κόγχης και του αφτιού
κρόταφου	=	κρόταφος
κρόταφους	=	κρόταφος
κρότε	noun	κλητική ενικού του κρότος
κρότημα	noun	ήχος μικρής διάρκειας που παράγεται από χτύπημα
κρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κροτώ
κρότο	noun	αιτιατική ενικού του κρότος
κρότοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρότος
κρότος	noun	πολύ δυνατός και σύντομος ήχος ή θόρυβος
κρότου	noun	γενική ενικού του κρότος
κρότους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κρότος
κρότων	noun	γενική πληθυντικού του κρότος
κρότωνας	noun	ονομασία καλλωπιστικού φυτού εσωτερικών χώρων με μακριά φύλλα, μονόχρωμα ή με κόκκινες αποχρώσεις (κοινώς ωραιόφυλλο)
κρύα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρύος	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρύο
κρύας	adj	γενική ενικού του κρύα
κρύβαμε	=	κρύβω
κρύβαν	=	κρύβω
κρύβανε	=	κρύβω
κρύβατε	=	κρύβω
κρύβε	=	κρύβω
κρύβει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κρύβω
κρύβεις	=	κρύβω
κρύβεσαι	=	κρύβω
κρύβεστε	=	κρύβω
κρύβεται	=	κρύβω
κρύβετε	=	κρύβω
κρύβομαι	verb	πηγαίνω σε κάποιο μέρος όπου να μην μπορεί κανείς να με βρει
κρύβομε	=	κρύβω
κρύβονται	=	κρύβω
κρύβονταν	=	κρύβω
κρύβοντας	=	κρύβω
κρύβου	=	κρύβω
κρύβουμε	=	κρύβω
κρύβουν	=	κρύβω
κρύβουνε	=	κρύβω
κρύβω	verb	τοποθετώ κάτι σε μέρος όπου δε θα το ανακαλύψουν οι άλλοι
κρύε	adj	κλητική ενικού του κρύος
κρύες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρύα
κρύο	noun	η ύπαρξης ψυχρών θερμοκρασιών σε μια περιοχή ή θερμοκρασιών κατώτερων από τις συνηθισμένες ή ανεκτές σε μια περιοχή	adj	αιτιατική ενικού του κρύος
κρύοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρύος
κρύος	adj	που έχει θερμοκρασία αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του ανθρώπινου σώματος ή από την συνηθισμένη, κανονική ή επιθυμητή· που προκαλεί αίσθημα ψύχους
κρύου	adj	γενική ενικού του κρύος
κρύους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρύος
κρύπτες	=	κρύπτη
κρύπτεσαι	=	κρύπτω
κρύπτεστε	=	κρύπτω
κρύπτεται	=	κρύπτω
κρύπτη	noun	καλυμμένος χώρος κατάλληλος για την απόκρυψη αντικειμένων ή ανθρώπων
κρύπτης	=	κρύπτη
κρύπτομαι	=	κρύπτω
κρύπτονται	=	κρύπτω
κρύπτονταν	=	κρύπτω
κρύπτου	=	κρύπτω
κρύπτω	verb|dated	άλλη μορφή του κρύβω
κρύσταλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρύσταλλο
κρύσταλλε	noun	κλητική ενικού του κρύσταλλος
κρύσταλλο	noun	γυαλί καλής ποιότητας με το οποίο κατασκευάζονται διάφορα αντικείμενα
κρύσταλλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρύσταλλος
κρύσταλλος	noun	οποιοδήποτε στερεό παρουσιάζει κανονική πολυεδρική διάταξη των δομικών του μερών μετά από διαδικασία κρυστάλλωσης
κρύσταλλου	=	κρύσταλλο
κρύσταλλους	=	κρύσταλλος
κρύσταλλων	=	κρύσταλλο
κρύφθηκα	=	κρύπτω
κρύφθηκαν	=	κρύπτω
κρύφθηκε	=	κρύπτω
κρύφθηκες	=	κρύπτω
κρύφια	adv	με κρύφιο τρόπο
κρύφιε	adj	κλητική ενικού του κρύφιος
κρύφιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρύφιη
κρύφιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κρύφιος
κρύφιης	adj	γενική ενικού του κρύφιη
κρύφιο	adj	αιτιατική ενικού του κρύφιος
κρύφιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κρύφιος
κρύφιος	adj|formal	κρυφός, μυστικός
κρύφιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κρύφιος
κρύφιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κρύφιος
κρύφιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κρύφιος
κρύφτε	=	κρύβω
κρύφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρύφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρύφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρύφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψαν	=	κρύβω
κρύψανε	=	κρύβω
κρύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρύβω
κρύψομε	=	κρύβω
κρύψορχις	noun	άλλη μορφή του κρυψόρχης
κρύψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρύβομαι
κρύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψουνε	=	κρύβω
κρύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
κρύωμα	noun	αποτέλεσμα του κρυώνω
κρύων	adj	γενική πληθυντικού του κρύος
κρύωνα	=	κρυώνω
κρύωναν	=	κρυώνω
κρύωνε	=	κρυώνω
κρύωνες	=	κρυώνω
κρύωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρύωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρύωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρύωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρυώνω
κρώζαμε	=	κρώζω
κρώζαν	=	κρώζω
κρώζανε	=	κρώζω
κρώζατε	=	κρώζω
κρώζε	=	κρώζω
κρώζει	=	κρώζω
κρώζεις	=	κρώζω
κρώζετε	=	κρώζω
κρώζομε	=	κρώζω
κρώζοντας	=	κρώζω
κρώζουμε	=	κρώζω
κρώζουν	=	κρώζω
κρώζουνε	=	κρώζω
κρώζω	verb	λαλώ, βγάζω κραυγή, βγάζω φωνή
κρώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξαν	=	κρώζω
κρώξανε	=	κρώζω
κρώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξιμο	noun	η φωνή του κόρακα ή κάποια παρόμοια
κρώξομε	=	κρώζω
κρώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξουνε	=	κρώζω
κρώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρώζω
κρώχτε	=	κρώζω
κς	abbrev	Κεντρικό Συμβούλιο
κσνμ	abbrev	Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων
κστω	verb	χρωστώ
κτένα	noun	άλλη μορφή του χτένα
κτένας	noun	γενική ενικού του κτένα
κτένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτένα
κτένι	=	χτένι
κτένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτένισμα	noun	χτένισμα
κτέριζα	=	κτερίζω
κτέριζαν	=	κτερίζω
κτέριζε	=	κτερίζω
κτέριζες	=	κτερίζω
κτέρισα	=	κτερίζω
κτέρισαν	=	κτερίζω
κτέρισε	=	κτερίζω
κτέρισες	=	κτερίζω
κτέρισμα	noun	αντικείμενο με μεγάλη αξία ή προσωπικό αντικείμενο του νεκρού που τοποθετούνταν στον τάφο του κατά την αρχαιότητα
κτήμα	noun	οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον, η ιδιοκτησία
κτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτήμα
κτήματος	noun	γενική ενικού του κτήμα
κτήνη	=	κτήνος
κτήνος	noun|dated	το ζώο
κτήνους	=	κτήνος
κτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτήριο
κτήριο	noun	άλλη γραφή του κτίριο
κτήριου	=	κτήριο
κτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτήση
κτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κτήση
κτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κτήση
κτήση	noun	η απόχτηση
κτήσης	noun	γενική ενικού του κτήση
κτήσμα	=	χτίσμα
κτήσματα	=	χτίσμα
κτήσματος	=	χτίσμα
κτήτορα	=	κτήτορας
κτήτορας	noun	κάτοχος, κύριος, ιδιοκτήτης
κτήτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτήτορας
κτίζαμε	=	κτίζω
κτίζαν	=	κτίζω
κτίζανε	=	κτίζω
κτίζατε	=	κτίζω
κτίζε	=	κτίζω
κτίζει	=	κτίζω
κτίζεις	=	κτίζω
κτίζεσαι	=	κτίζω
κτίζεστε	=	κτίζω
κτίζεται	=	κτίζω
κτίζετε	=	κτίζω
κτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κτίζω, λογιότερη μορφή του χτίζομαι
κτίζομε	=	κτίζω
κτίζονται	=	κτίζω
κτίζονταν	=	κτίζω
κτίζοντας	=	κτίζω
κτίζουμε	=	κτίζω
κτίζουν	=	κτίζω
κτίζουνε	=	κτίζω
κτίζω	verb	λογιότερη μορφή του χτίζω
κτίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτίριο
κτίριο	noun	το οικοδόμημα
κτίριον	noun	απλοποιημένη γραφή του κτήριον: το κτίριο
κτίριου	=	κτίριο
κτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσαν	=	κτίζω
κτίσανε	=	κτίζω
κτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτίση
κτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσεων	=	κτίση
κτίση	noun	δημιουργία
κτίσης	=	κτίση
κτίσθηκε	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του κτίζω
κτίσιμο	noun|formal	λογιότερη μορφή του χτίσιμο
κτίσμα	noun	οποιοδήποτε κτήριο
κτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτίσμα
κτίσματος	noun	γενική ενικού του κτίσμα
κτίσομε	=	κτίζω
κτίσου	=	κτίζω
κτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίσουνε	=	κτίζω
κτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίστες	=	κτίστης
κτίστη	=	κτίστης
κτίστηκα	=	κτίζω
κτίστηκαν	=	κτίζω
κτίστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του κτίζω
κτίστηκες	=	κτίζω
κτίστης	noun|formal	άλλη μορφή του χτίστης
κτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτίζω
κτίτορα	=	κτίτορας
κτίτορας	noun|dated	ο κτίστης
κτίτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτίτορας
κταπόδι	=	χταπόδι
κτγμ	abbrev|informal	σύντμηση του κατά τη γνώμη μου
κτε	abbrev	Η Κοινωνία των Εθνών, διεθνής οργανισμός για τη διαφύλαξη της ειρήνης μεταξύ Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
κτελ	abbrev	κοινοπραξία ιδιοκτητών λεωφορείων σε επίπεδο νομού
κτενά	=	κτενάς
κτενάδες	=	κτενάς
κτενάδων	=	κτενάς
κτενάς	noun	αυτός που κατασκευάζει κτένες
κτενίζω	verb|dated	χτενίζω
κτενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίσματα	=	κτένισμα
κτενίσματος	=	κτένισμα
κτενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενίστρα	=	κτενίστρια
κτενίστρια	noun	θηλυκό του κτενιστής
κτενίστριας	=	κτενίστρια
κτενίστριες	=	κτενίστρια
κτενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτενίζω
κτενισμάτων	=	κτένισμα
κτενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτενισμένο
κτενισμένε	verb	κλητική ενικού του κτενισμένος
κτενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτενισμένη
κτενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτενισμένος
κτενισμένης	verb	γενική ενικού του κτενισμένη
κτενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κτενισμένος
κτενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτενισμένος
κτενισμένος	verb|dated	παλιότερη μορφή του χτενισμένος
κτενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κτενισμένος
κτενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κτενισμένος
κτενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κτενισμένος
κτενιστριών	=	κτενίστρια
κτενών	noun	γενική πληθυντικού του κτένα
κτεο	abbrev	ιδιωτική ή κρατική δομή στην οποία γίνεται τεχνικός έλεγχος των οχημάτων, ώστε να πιστοποιείται η ασφαλής λειτουργία και κυκλοφορία τους
κτερίζαμε	=	κτερίζω
κτερίζαν	=	κτερίζω
κτερίζανε	=	κτερίζω
κτερίζατε	=	κτερίζω
κτερίζει	=	κτερίζω
κτερίζεις	=	κτερίζω
κτερίζετε	=	κτερίζω
κτερίζοντας	=	κτερίζω
κτερίζουμε	=	κτερίζω
κτερίζουν	=	κτερίζω
κτερίζουνε	=	κτερίζω
κτερίζω	verb	τοποθετώ κτερίσματα σε τάφο
κτερίσαμε	=	κτερίζω
κτερίσαν	=	κτερίζω
κτερίσανε	=	κτερίζω
κτερίσατε	=	κτερίζω
κτερίσει	=	κτερίζω
κτερίσματα	=	κτέρισμα
κτερίσματος	noun	γενική ενικού του κτέρισμα
κτερίστε	=	κτερίζω
κτερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κτέρισμα
κτερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτερισμένο
κτερισμένε	verb	κλητική ενικού του κτερισμένος
κτερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτερισμένη
κτερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτερισμένος
κτερισμένης	verb	γενική ενικού του κτερισμένη
κτερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κτερισμένος
κτερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτερισμένος
κτερισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κτερίζω
κτερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κτερισμένος
κτερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κτερισμένος
κτερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κτερισμένος
κτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κτήμα
κτηματία	=	κτηματίας
κτηματίας	noun	ο ιδιοκτήτης κτήματος ή κτημάτων, πολλών εκτάσεων γης
κτηματίες	=	κτηματίας
κτηματαγορά	noun	ό,τι σχετίζεται με την αγοραπωλησία κτημάτων (τιμές, συνθήκες, όροι κ.λπ.)
κτηματαγοράς	noun	γενική ενικού του κτηματαγορά
κτηματαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματαγορά
κτηματαγορών	=	κτηματαγορά
κτηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματικό
κτηματικέ	adj	κλητική ενικού του κτηματικός
κτηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματική
κτηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηματικός
κτηματικής	adj	γενική ενικού του κτηματική
κτηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηματικός
κτηματικού	adj	γενική ενικού του κτηματικός
κτηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηματικός
κτηματικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηματικός
κτηματικός	adj	που έχει σχέση με κτήμα(τα), ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
κτηματικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηματικός
κτηματιών	=	κτηματίας
κτηματογράφε	=	κτηματογράφος
κτηματογράφει	=	κτηματογραφώ
κτηματογράφησα	=	κτηματογραφώ
κτηματογράφησαν	=	κτηματογραφώ
κτηματογράφησε	=	κτηματογραφώ
κτηματογράφησες	=	κτηματογραφώ
κτηματογράφηση	noun	η διαδικασία της καταγραφής κτημάτων σε κτηματολόγιο
κτηματογράφησης	=	κτηματογράφηση
κτηματογράφο	=	κτηματογράφος
κτηματογράφοι	=	κτηματογράφος
κτηματογράφος	noun	που κτηματογραφεί
κτηματογράφου	=	κτηματογράφος
κτηματογράφους	=	κτηματογράφος
κτηματογράφων	=	κτηματογράφος
κτηματογραφήθηκα	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφήθηκαν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφήθηκε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφήθηκες	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφήσαμε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφήσαν	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφήσανε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφήσατε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφήσει	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφήσεις	=	κτηματογράφηση
κτηματογραφήσεων	=	κτηματογράφηση
κτηματογραφήσου	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφήστε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφεί	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφείς	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφείσαι	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφείστε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφείται	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφείτε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφηθήκαμε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφηθήκαν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφηθήκανε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφηθήκατε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφηθεί	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφηθείτε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφημένος	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφικά	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικέ	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικές	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφική	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικής	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικοί	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικού	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικούς	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικό	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφικός	adj	που έχει σχέση με κτηματογράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κτηματογραφικών	=	κτηματογραφικός
κτηματογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κτηματογραφώ
κτηματογραφούμασταν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούμαστε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούμε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούμουν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούν	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούνε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούνται	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούνταν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούσα	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσαμε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσαν	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσανε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσασταν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούσαστε	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφούσατε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσε	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσες	=	κτηματογραφώ
κτηματογραφούσουν	=	κτηματογραφούμαι
κτηματογραφώ	verb	διενεργώ κτηματογράφηση
κτηματογραφώντας	=	κτηματογραφώ
κτηματοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματοκεντρικό
κτηματοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του κτηματοκεντρικός
κτηματοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματοκεντρική
κτηματοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηματοκεντρικός
κτηματοκεντρικής	adj	γενική ενικού του κτηματοκεντρική
κτηματοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηματοκεντρικός
κτηματοκεντρικού	adj	γενική ενικού του κτηματοκεντρικός
κτηματοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηματοκεντρικός
κτηματοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηματοκεντρικός
κτηματοκεντρικός	adj	που έχει ως κέντρο του συστήματος οργάνωσης και καταγραφής το κτήμα κι όχι τον κτήτορα
κτηματοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηματοκεντρικός
κτηματολογίου	noun	γενική ενικού του κτηματολόγιο
κτηματολογίων	noun	γενική πληθυντικού του κτηματολόγιο
κτηματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματολογικό
κτηματολογικέ	adj	κλητική ενικού του κτηματολογικός
κτηματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματολογική
κτηματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηματολογικός
κτηματολογικής	adj	γενική ενικού του κτηματολογική
κτηματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηματολογικός
κτηματολογικού	adj	γενική ενικού του κτηματολογικός
κτηματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηματολογικός
κτηματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηματολογικός
κτηματολογικός	adj	που σχετίζεται με το κτηματολόγιο
κτηματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηματολογικός
κτηματολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματολόγιο
κτηματολόγιο	noun	δημόσιο βιβλίο, ή ηλεκτρονικό μητρώο στο οποίο είναι καταγεγραμμένα λεπτομερειακά (θέση, έκταση, κυριότητα και αξία) τα ακίνητα μιας περιοχής
κτηματολόγιου	=	κτηματολόγιο
κτηματολόγιων	=	κτηματολόγιο
κτηματομεσίτες	=	κτηματομεσίτης
κτηματομεσίτη	=	κτηματομεσίτης
κτηματομεσίτης	noun	μεσίτης για αγοραπωλησία ακινήτων
κτηματομεσίτρια	=	κτηματομεσίτης
κτηματομεσιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματομεσιτικό
κτηματομεσιτικέ	adj	κλητική ενικού του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηματομεσιτική
κτηματομεσιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτικής	adj	γενική ενικού του κτηματομεσιτική
κτηματομεσιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτικού	adj	γενική ενικού του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτικός	adj	που έχει σχέση με κτηματομεσίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κτηματομεσιτικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηματομεσιτικός
κτηματομεσιτών	=	κτηματομεσίτης
κτηνάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του κτηνάνθρωπος
κτηνάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του κτηνάνθρωπος
κτηνάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηνάνθρωπος
κτηνάνθρωπος	noun	άνθρωπος με κτηνώδη συμπεριφορά
κτηνάνθρωπου	noun	γενική ενικού του κτηνάνθρωπος
κτηνάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κτηνάνθρωπος
κτηνάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του κτηνάνθρωπος
κτηνίατρε	noun	κλητική ενικού του κτηνίατρος
κτηνίατρο	noun	αιτιατική ενικού του κτηνίατρος
κτηνίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηνίατρος
κτηνίατρος	noun	ο επιστήμονας που ασχολείται με την πρόληψη και θεραπεία των ασθενειών των ζώων.
κτηνίατρου	noun	γενική ενικού του κτηνίατρος
κτηνίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κτηνίατρος
κτηνίατρων	noun	γενική πληθυντικού του κτηνίατρος
κτηνανθρώπου	noun	γενική ενικού του κτηνάνθρωπος
κτηνανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κτηνάνθρωπος
κτηνανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του κτηνάνθρωπος
κτηνιάτρου	noun	γενική ενικού του κτηνίατρος
κτηνιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κτηνίατρος
κτηνιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του κτηνίατρος
κτηνιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνιατρικό
κτηνιατρικέ	adj	κλητική ενικού του κτηνιατρικός
κτηνιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνιατρική
κτηνιατρική	noun	γενικός κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με την πρόληψη και τη θεραπεία ασθενειών των ζώων πλην του ανθρώπου.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηνιατρικός
κτηνιατρικής	adj	γενική ενικού του κτηνιατρική
κτηνιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηνιατρικός
κτηνιατρικού	adj	γενική ενικού του κτηνιατρικός
κτηνιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηνιατρικός
κτηνιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηνιατρικός
κτηνιατρικός	adj	που αναφέρεται στον κτηνίατρο και την επιστήμη του
κτηνιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηνιατρικός
κτηνοβάτες	=	κτηνοβάτης
κτηνοβάτη	=	κτηνοβάτης
κτηνοβάτης	noun	άνθρωπος που έρχεται σε σεξουαλική επαφή με ζώα
κτηνοβάτις	noun	θηλυκό του κτηνοβάτης, άλλη μορφή του κτηνοβάτισσα
κτηνοβάτισσα	noun	θηλυκό του κτηνοβάτης
κτηνοβάτισσας	noun	γενική ενικού του κτηνοβάτισσα
κτηνοβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοβάτισσα
κτηνοβάτρια	noun	θηλυκό του κτηνοβάτης, άλλη μορφή του κτηνοβάτισσα
κτηνοβάτριας	noun	γενική ενικού του κτηνοβάτρια
κτηνοβάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοβάτρια
κτηνοβασία	noun	η σεξουαλική συνεύρεση ανθρώπου με ζώο
κτηνοβασίας	noun	γενική ενικού του κτηνοβασία
κτηνοβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοβασία
κτηνοβασιών	noun	γενική πληθυντικού του κτηνοβασία
κτηνοβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του κτηνοβάτισσα
κτηνοβατριών	noun	γενική πληθυντικού του κτηνοβάτρια
κτηνοβατώ	verb	είμαι κτηνοβάτης, επιδίδομαι σε κτηνοβασίες
κτηνοβατών	=	κτηνοβάτης
κτηνοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κτηνοβατώ
κτηνολογία	noun|dated	η ζωολογία
κτηνολογίας	=	κτηνολογία
κτηνολογίες	=	κτηνολογία
κτηνολογιών	=	κτηνολογία
κτηνοτροφές	=	κτηνοτροφή
κτηνοτροφή	noun	ζωοτροφή για τα ζώα των κτηνοτρόφων
κτηνοτροφής	=	κτηνοτροφή
κτηνοτροφία	noun	η εκτροφή (ή και αναπαραγωγή) ζώων με τρόπο συστηματικό, που αποσκοπεί στη χρήση ή πώληση των προϊόντων που παράγονται απ’ αυτά
κτηνοτροφίας	noun	γενική ενικού του κτηνοτροφία
κτηνοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοτροφία
κτηνοτροφικά	adv	με τον τρόπο των κτηνοτρόφων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοτροφική
κτηνοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικής	adj	γενική ενικού του κτηνοτροφική
κτηνοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικού	adj	γενική ενικού του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικός	adj	που έχει σχέση με την κτηνοτροφία ή τους κτηνοτρόφους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
κτηνοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηνοτροφικός
κτηνοτροφικῶς	adv	κτηνοτροφικά
κτηνοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του κτηνοτροφία
κτηνοτροφών	=	κτηνοτροφή
κτηνοτρόφε	=	κτηνοτρόφος
κτηνοτρόφο	=	κτηνοτρόφος
κτηνοτρόφοι	=	κτηνοτρόφος
κτηνοτρόφος	noun	που εκτρέφει (κατ' επάγγελμα) ζώα, που ασχολείται με την κτηνοτροφία
κτηνοτρόφου	=	κτηνοτρόφος
κτηνοτρόφους	=	κτηνοτρόφος
κτηνοτρόφων	=	κτηνοτρόφος
κτηνοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοφοβικό
κτηνοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του κτηνοφοβικός
κτηνοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνοφοβική
κτηνοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηνοφοβικός
κτηνοφοβικής	adj	γενική ενικού του κτηνοφοβική
κτηνοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηνοφοβικός
κτηνοφοβικού	adj	γενική ενικού του κτηνοφοβικός
κτηνοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηνοφοβικός
κτηνοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηνοφοβικός
κτηνοφοβικός	adj	κάποιος που φοβάται τα ζώα
κτηνοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηνοφοβικός
κτηνωδία	noun	κτηνώδης ενέργεια, απάνθρωπη πράξη
κτηνωδίας	noun	γενική ενικού του κτηνωδία
κτηνωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηνωδία
κτηνωδιών	noun	γενική πληθυντικού του κτηνωδία
κτηνωδών	=	κτηνώδης
κτηνωδώς	adv	με κτηνώδη τρόπο
κτηνόμορφα	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφε	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφες	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφη	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφης	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφο	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφοι	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφος	adj	που έχει τη μορφή κτήνους
κτηνόμορφου	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφους	=	κτηνόμορφος
κτηνόμορφων	=	κτηνόμορφος
κτηνώδεις	=	κτηνώδης
κτηνώδες	=	κτηνώδης
κτηνώδη	=	κτηνώδης
κτηνώδης	adj	εξαιρετικά βίαιος και αποκρουστικός
κτηνώδους	=	κτηνώδης
κτηνών	=	κτήνος
κτηρίου	noun	γενική ενικού του κτήριο
κτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του κτήριο
κτηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηριακό
κτηριακέ	adj	κλητική ενικού του κτηριακός
κτηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηριακή
κτηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηριακός
κτηριακής	adj	γενική ενικού του κτηριακή
κτηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηριακός
κτηριακού	adj	γενική ενικού του κτηριακός
κτηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηριακός
κτηριακό	adj	αιτιατική ενικού του κτηριακός
κτηριακός	adj	άλλη γραφή του κτιριακός
κτηριακών	adj	γενική πληθυντικού του κτηριακός
κτηριολογία	noun	άλλη γραφή του κτιριολογία
κτηριολογίας	noun	γενική ενικού του κτηριολογία
κτηριολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηριολογία
κτηριολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κτηριολογικός	adv	από κτηριολογικής άποψης
κτηριολογικέ	adj	κλητική ενικού του κτηριολογικός
κτηριολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτηριολογική
κτηριολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτηριολογικός
κτηριολογικής	adj	γενική ενικού του κτηριολογική
κτηριολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτηριολογικός
κτηριολογικού	adj	γενική ενικού του κτηριολογικός
κτηριολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτηριολογικός
κτηριολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κτηριολογικός
κτηριολογικός	adj	άλλη γραφή του κτιριολογικός
κτηριολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κτηριολογικός
κτηριολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κτηριολογία
κτησμάτων	=	χτίσμα
κτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτητικό
κτητικέ	adj	κλητική ενικού του κτητικός
κτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτητική
κτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτητικός
κτητικής	adj	γενική ενικού του κτητική
κτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτητικός
κτητικοτήτων	=	κτητικότητα
κτητικού	adj	γενική ενικού του κτητικός
κτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτητικός
κτητικό	adj	αιτιατική ενικού του κτητικός
κτητικός	adj	που θέλει να έχει στην κατοχή του κάτι ή που δηλώνει κτήση
κτητικότητα	noun	η ιδιότητα του κτητικού, το συναίσθημα, το αποτέλεσμα ή το κίνητρο της κτητικής συμπεριφοράς ή πρόθεσης, η ανάγκη και η τάση κάποιου να του ανήκουν άλλα άτομα ή αγαθά εξ ολοκλήρου και αδιαμφισβήτητα
κτητικότητας	=	κτητικότητα
κτητικότητες	=	κτητικότητα
κτητικών	adj	γενική πληθυντικού του κτητικός
κτητορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτητορικό
κτητορικέ	adj	κλητική ενικού του κτητορικός
κτητορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτητορική
κτητορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτητορικός
κτητορικής	adj	γενική ενικού του κτητορική
κτητορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτητορικός
κτητορικού	adj	γενική ενικού του κτητορικός
κτητορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτητορικός
κτητορικό	adj	αιτιατική ενικού του κτητορικός
κτητορικός	adj	ο σχετικός με τον κτήτορα ναού ή μονής
κτητορικών	adj	γενική πληθυντικού του κτητορικός
κτητόρων	=	κτήτορας
κτιζόμασταν	=	κτίζω
κτιζόμαστε	=	κτίζω
κτιζόμουν	=	κτίζω
κτιζόμουνα	=	κτίζω
κτιζόντουσαν	=	κτίζω
κτιζόσασταν	=	κτίζω
κτιζόσαστε	=	κτίζω
κτιζόσουν	=	κτίζω
κτιζόσουνα	=	κτίζω
κτιζόταν	=	κτίζω
κτιζότανε	=	κτίζω
κτιρίου	noun	γενική ενικού του κτίριο
κτιρίων	noun	γενική πληθυντικού του κτίριο
κτιριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κτιριακός	adv	από κτιριακής απόψεως
κτιριακέ	adj	κλητική ενικού του κτιριακός
κτιριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτιριακή
κτιριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτιριακός
κτιριακής	adj	γενική ενικού του κτιριακή
κτιριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτιριακός
κτιριακού	adj	γενική ενικού του κτιριακός
κτιριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτιριακός
κτιριακό	adj	αιτιατική ενικού του κτιριακός
κτιριακός	adj	που έχει σχέση με τα κτίρια ή αναφέρεται σ' αυτά
κτιριακών	adj	γενική πληθυντικού του κτιριακός
κτιριολογία	noun	κλάδος της οικοδομικής ή αρχιτεκτονικής
κτιριολογίας	=	κτιριολογία
κτιριολογίες	=	κτιριολογία
κτιριολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κτηριολογικός	adv	από κτιριολογικής άποψης
κτιριολογικέ	=	κτιριολογικός
κτιριολογικές	=	κτιριολογικός
κτιριολογική	=	κτιριολογικός
κτιριολογικής	=	κτιριολογικός
κτιριολογικοί	=	κτιριολογικός
κτιριολογικού	=	κτιριολογικός
κτιριολογικούς	=	κτιριολογικός
κτιριολογικό	=	κτιριολογικός
κτιριολογικός	adj	που έχει σχέση με την κτιριολογία ή τα κτίρια ή αναφέρεται σ' αυτά
κτιριολογικών	=	κτιριολογικός
κτιριολογιών	=	κτιριολογία
κτισίματα	=	κτίσιμο
κτισίματος	=	κτίσιμο
κτισιμάτων	=	κτίσιμο
κτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κτίσμα
κτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτισμένο
κτισμένε	verb	κλητική ενικού του κτισμένος
κτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτισμένη
κτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτισμένος
κτισμένης	verb	γενική ενικού του κτισμένη
κτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κτισμένος
κτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτισμένος
κτισμένος	verb	χτισμένος
κτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κτισμένος
κτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κτισμένος
κτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κτισμένος
κτιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κτιστός	adv	με κτιστό τρόπο
κτιστέ	adj	κλητική ενικού του κτιστός
κτιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτιστή
κτιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτιστός
κτιστήκαμε	=	κτίζω
κτιστήκαν	=	κτίζω
κτιστήκανε	=	κτίζω
κτιστήκατε	=	κτίζω
κτιστής	adj	γενική ενικού του κτιστή
κτιστεί	=	κτίζω
κτιστείς	=	κτίζω
κτιστείτε	=	κτίζω
κτιστικά	noun	άλλη μορφή του χτιστικά
κτιστικού	=	κτιστικά
κτιστικό	=	κτιστικά
κτιστικών	=	κτιστικά
κτιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτιστός
κτιστού	adj	γενική ενικού του κτιστός
κτιστούμε	=	κτίζω
κτιστούν	=	κτίζω
κτιστούνε	=	κτίζω
κτιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτιστός
κτιστό	adj	αιτιατική ενικού του κτιστός
κτιστός	adj	άλλη μορφή του χτιστός
κτιστώ	=	κτίζω
κτιστών	adj	γενική πληθυντικού του κτιστός
κτιτορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτιτορικό
κτιτορικέ	adj	κλητική ενικού του κτιτορικός
κτιτορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτιτορική
κτιτορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτιτορικός
κτιτορικής	adj	γενική ενικού του κτιτορική
κτιτορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτιτορικός
κτιτορικού	adj	γενική ενικού του κτιτορικός
κτιτορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτιτορικός
κτιτορικό	adj	αιτιατική ενικού του κτιτορικός
κτιτορικός	adj	ο σχετικός με το κτίσιμο ναού, μονής ή ιδρύματος
κτιτορικών	adj	γενική πληθυντικού του κτιτορικός
κτιτόρων	=	κτίτορας
κτοκττμγ	abbrev|informal	σύντμηση του κατά την όχι και τόσο ταπεινή μου γνώμη
κττμγ	abbrev|informal	σύντμηση του κατά την ταπεινή μου γνώμη
κτυπά	=	κτυπώ
κτυπάει	=	κτυπώ
κτυπάμε	=	κτυπώ
κτυπάν	=	κτυπώ
κτυπάνε	=	κτυπώ
κτυπάς	=	κτυπώ
κτυπάτε	=	κτυπώ
κτυπάω	verb	παρωχημένη μορφή του χτυπώ
κτυπήθηκα	=	κτυπώ
κτυπήθηκαν	=	κτυπώ
κτυπήθηκε	=	κτυπώ
κτυπήθηκες	=	κτυπώ
κτυπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτύπημα
κτυπήματος	noun	γενική ενικού του κτύπημα
κτυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσαν	=	κτυπώ
κτυπήσανε	=	κτυπώ
κτυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσου	=	κτυπώ
κτυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτυπηθήκαμε	=	κτυπώ
κτυπηθήκαν	=	κτυπώ
κτυπηθήκανε	=	κτυπώ
κτυπηθήκατε	=	κτυπώ
κτυπηθεί	=	κτυπώ
κτυπηθείτε	=	κτυπώ
κτυπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κτύπημα
κτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτυπημένο
κτυπημένε	verb	κλητική ενικού του κτυπημένος
κτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτυπημένη
κτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτυπημένος
κτυπημένης	verb	γενική ενικού του κτυπημένη
κτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του κτυπημένος
κτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτυπημένος
κτυπημένος	verb	χτυπημένος
κτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κτυπημένος
κτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κτυπημένος
κτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κτυπημένος
κτυπητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κτυπητός	adv	άλλη μορφή του χτυπητά
κτυπητέ	adj	κλητική ενικού του κτυπητός
κτυπητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κτυπητή
κτυπητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κτυπητός
κτυπητήρι	noun	σπανιότερη μορφή και προφορά του χτυπητήρι
κτυπητήρια	=	κτυπητήρι
κτυπητής	adj	γενική ενικού του κτυπητή
κτυπητηριού	=	κτυπητήρι
κτυπητηριών	=	κτυπητήρι
κτυπητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτυπητός
κτυπητού	adj	γενική ενικού του κτυπητός
κτυπητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κτυπητός
κτυπητό	adj	αιτιατική ενικού του κτυπητός
κτυπητός	adj	άλλη μορφή του χτυπητός
κτυπητών	adj	γενική πληθυντικού του κτυπητός
κτυπιέμαι	verb	άλλη μορφή του χτυπιέμαι
κτυπιέσαι	=	κτυπώ
κτυπιέστε	=	κτυπώ
κτυπιέται	=	κτυπώ
κτυπιούνται	=	κτυπώ
κτυπιούνταν	=	κτυπώ
κτυπιόμασταν	=	κτυπώ
κτυπιόμαστε	=	κτυπώ
κτυπιόμουν	=	κτυπώ
κτυπιόμουνα	=	κτυπώ
κτυπιόνταν	=	κτυπώ
κτυπιόντανε	=	κτυπώ
κτυπιόντουσαν	=	κτυπώ
κτυπιόσασταν	=	κτυπώ
κτυπιόσαστε	=	κτυπώ
κτυπιόσουν	=	κτυπώ
κτυπιόσουνα	=	κτυπώ
κτυπιόταν	=	κτυπώ
κτυπιότανε	=	κτυπώ
κτυπούμε	=	κτυπώ
κτυπούν	=	κτυπώ
κτυπούνε	=	κτυπώ
κτυπούσα	=	κτυπώ
κτυπούσαμε	=	κτυπώ
κτυπούσαν	=	κτυπώ
κτυπούσανε	=	κτυπώ
κτυπούσατε	=	κτυπώ
κτυπούσε	=	κτυπώ
κτυπούσες	=	κτυπώ
κτυπώ	verb	άλλη μορφή του χτυπώ
κτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κτυπώ / κτυπάω
κτύπα	=	κτυπώ
κτύπαγε	=	κτυπώ
κτύπε	=	κτύπος
κτύπημα	noun|formal	παρωχημένη μορφή του χτύπημα
κτύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κτυπώ
κτύπο	=	κτύπος
κτύποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κτύπος
κτύπος	noun	παλιότερη μορφή του χτύπος
κτύπου	=	κτύπος
κτύπους	=	κτύπος
κτύπων	=	κτύπος
κτώμαι	verb|archaic	αποκτώ
κυ	abbrev	συντομογραφία του κέντρο υγείας
κυάθια	=	κυάθιο
κυάθιο	noun	είδος ταξιανθίας σε σχήμα κύπελλου του γένους φυτών Ευφορβία της οικογένειας των Ευφορβιδών (Euphorbiaceae)
κυάθιον	noun|archaic	άλλη μορφή του κυάθιο
κυάθιου	=	κυάθιο
κυάθιων	=	κυάθιο
κυάλι	noun	το κιάλι
κυάλια	=	κυάλι
κυάμου	=	κύαμος
κυάμους	=	κύαμος
κυάμων	=	κύαμος
κυάμωση	noun	σοβαρή ασθένεια (ανεπάρκεια της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης) του αίματος που οφείλεται στην κατανάλωση κυάμων / κουκιών και σε γενετική προδιάθεση
κυάμωσης	=	κυάμωση
κυάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυάνιο
κυάνιο	noun	Χαρακτηριστική ομάδα (χημική) από τα στοιχεία άνθρακα και άζωτο (χημικός τύπος CN⁻)
κυάνιου	=	κυάνιο
κυάνου	=	κύανος
κυάνους	=	κύανος
κυάνων	=	κύανος
κυάνωση	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο παρουσιάζεται σκούρο γαλαζωπό η μωβ χρώμα του δέρματος και του βλεννογόνου.
κυάνωσης	=	κυάνωση
κυήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύημα
κυήματος	noun	γενική ενικού του κύημα
κυήσεις	=	κύηση
κυήσεων	=	κύηση
κυήσεως	=	κύηση
κυα	abbrev	απόφαση που λαμβάνεται και συνυπογράφεται από υπουργούς διαφορετικών υπουργείων
κυαθίσκε	=	κυαθίσκος
κυαθίσκο	=	κυαθίσκος
κυαθίσκοι	=	κυαθίσκος
κυαθίσκος	noun	υποκοριστικό του κύαθος
κυαθίσκου	=	κυαθίσκος
κυαθίσκους	=	κυαθίσκος
κυαθίσκων	=	κυαθίσκος
κυαλιού	=	κυάλι
κυαλιών	=	κυάλι
κυαμισμέ	=	κυαμισμός
κυαμισμοί	=	κυαμισμός
κυαμισμού	=	κυαμισμός
κυαμισμούς	=	κυαμισμός
κυαμισμό	=	κυαμισμός
κυαμισμός	noun	άλλη μορφή του κυάμωση
κυαμισμών	=	κυαμισμός
κυαμοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πολύ συχνά ή μόνο κυάμους (: κουκιά)
κυαμοφαγίας	=	κυαμοφαγία
κυαμοφαγίες	=	κυαμοφαγία
κυαμοφαγιών	=	κυαμοφαγία
κυαμώσεις	=	κυάμωση
κυαμώσεων	=	κυάμωση
κυανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυανός	adv	έχοντας κυανό χρώμα
κυανέ	adj	κλητική ενικού του κυανός
κυανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυανή
κυανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυανός
κυανής	adj	γενική ενικού του κυανή
κυανίδια	=	κυανίδιο
κυανίδιο	noun	οποιαδήποτε χημική ένωση περιέχει τη χαρακτηριστική ομάδα CN
κυανίδιου	=	κυανίδιο
κυανίδιων	=	κυανίδιο
κυανίνες	=	κυανίνη
κυανίνη	noun	είδος συνθετικής βαφής, που χρησιμοποιείται στη βιοτεχνολογία, την βιοϊατρική απεικόνιση κ.α.
κυανίνης	=	κυανίνη
κυανίου	noun	γενική ενικού του κυάνιο
κυανίων	noun	γενική πληθυντικού του κυάνιο
κυανιδίου	=	κυανίδιο
κυανιδίων	=	κυανίδιο
κυανινών	=	κυανίνη
κυανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυανός
κυανοβακτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυανοβακτήριο
κυανοβακτήριο	noun	ομάδα φωτοσυνθετικών προκαρυωτικών οργανισμών
κυανοβακτήριου	=	κυανοβακτήριο
κυανοβακτήριων	=	κυανοβακτήριο
κυανοβακτηρίου	=	κυανοβακτήριο
κυανοβακτηρίων	=	κυανοβακτήριο
κυανοπώγων	noun	κάποιος με κυανή γενειάδα
κυανοφύτου	=	κυανόφυτο
κυανοφύτων	=	κυανόφυτο
κυανού	adj	γενική ενικού του κυανός
κυανούς	adj	ο κυανός
κυανωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυανωπός
κυανωπέ	adj	κλητική ενικού του κυανωπός
κυανωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυανωπή
κυανωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυανωπός
κυανωπής	adj	γενική ενικού του κυανωπή
κυανωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυανωπός
κυανωπού	adj	γενική ενικού του κυανωπός
κυανωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυανωπός
κυανωπό	adj	αιτιατική ενικού του κυανωπός
κυανωπός	adj	που είναι κάπως κυανός
κυανωπών	adj	γενική πληθυντικού του κυανωπός
κυανό	adj	αιτιατική ενικού του κυανός	noun	το γαλάζιο χρώμα του ουρανού
κυανόκρανε	=	κυανόκρανος
κυανόκρανο	=	κυανόκρανος
κυανόκρανοι	=	κυανόκρανος
κυανόκρανος	noun	στρατιώτης που υπηρετεί σε ειρηνευτική αποστολή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ονομαζόμενος έτσι από το χαρακτηριστικό γαλάζιο κράνος που φέρει ως διακριτικό
κυανόκρανου	=	κυανόκρανος
κυανόκρανους	=	κυανόκρανος
κυανόκρανων	=	κυανόκρανος
κυανόλευκα	=	κυανόλευκος
κυανόλευκε	=	κυανόλευκος
κυανόλευκες	=	κυανόλευκος
κυανόλευκη	noun|formal	η ελληνική σημαία, συνώνυμο του γαλανόλευκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυανόλευκος
κυανόλευκης	=	κυανόλευκος
κυανόλευκο	noun	συνώνυμο του γαλανόλευκο
κυανόλευκοι	=	κυανόλευκος
κυανόλευκος	adj|formal	συνώνυμο του γαλανόλευκος
κυανόλευκου	=	κυανόλευκος
κυανόλευκους	=	κυανόλευκος
κυανόλευκων	=	κυανόλευκος
κυανός	adj	που έχει κυανό χρώμα , το βαθύ χρώμα του ουρανού, σκούρο μπλε
κυανότατα	=	κυανός
κυανότατε	=	κυανός
κυανότατες	=	κυανός
κυανότατη	=	κυανός
κυανότατης	=	κυανός
κυανότατο	=	κυανός
κυανότατοι	=	κυανός
κυανότατος	=	κυανός
κυανότατου	=	κυανός
κυανότατους	=	κυανός
κυανότατων	=	κυανός
κυανότερα	=	κυανός
κυανότερε	=	κυανός
κυανότερες	=	κυανός
κυανότερη	=	κυανός
κυανότερης	=	κυανός
κυανότερο	=	κυανός
κυανότεροι	=	κυανός
κυανότερος	=	κυανός
κυανότερου	=	κυανός
κυανότερους	=	κυανός
κυανότερων	=	κυανός
κυανόφυτα	=	κυανόφυτο
κυανόφυτο	noun	το κυανοβακτήριο
κυανόφυτου	=	κυανόφυτο
κυανόφυτων	=	κυανόφυτο
κυανόχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυανόχρωμο
κυανόχρωμε	adj	κλητική ενικού του κυανόχρωμος
κυανόχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυανόχρωμη
κυανόχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυανόχρωμος
κυανόχρωμης	adj	γενική ενικού του κυανόχρωμη
κυανόχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του κυανόχρωμος
κυανόχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυανόχρωμος
κυανόχρωμος	adj	που έχει κυανό χρώμα
κυανόχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυανόχρωμος
κυανόχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυανόχρωμος
κυανόχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυανόχρωμος
κυανών	adj	γενική πληθυντικού του κυανός
κυανώσεις	=	κυάνωση
κυανώσεων	=	κυάνωση
κυβάκι	noun	μικρός κύβος
κυβάκια	=	κυβάκι
κυβέρνα	=	κυβερνάω
κυβέρναγε	=	κυβερνάω
κυβέρνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβέρνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβέρνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβέρνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβέρνηση	noun	η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο των προσώπων που την ασκούν
κυβέρνησης	noun	γενική ενικού του κυβέρνηση
κυβέρνια	noun|vulgar	η εξυπηρέτηση των αναγκών της ζωής ή γενικότερα των οικιακών υποθέσεων
κυβέρνιας	=	κυβέρνια
κυβέρνιες	=	κυβέρνια
κυβίζαμε	=	κυβίζω
κυβίζαν	=	κυβίζω
κυβίζανε	=	κυβίζω
κυβίζατε	=	κυβίζω
κυβίζει	=	κυβίζω
κυβίζεις	=	κυβίζω
κυβίζετε	=	κυβίζω
κυβίζοντας	=	κυβίζω
κυβίζουμε	=	κυβίζω
κυβίζουν	=	κυβίζω
κυβίζουνε	=	κυβίζω
κυβίζω	verb	μετρώ τον όγκο αντικειμένου (σε κυβικά μέτρα)
κυβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίσαν	=	κυβίζω
κυβίσανε	=	κυβίζω
κυβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύβιση
κυβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίσεων	noun	γενική πληθυντικού του κύβιση
κυβίσεως	noun|formal	γενική ενικού του κύβιση
κυβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβίστημα	noun|figurative	άλλη μορφή του κυβίστηση
κυβίστηση	noun	τούμπα με στήριξη του κορμού στα χέρια, και στη συνέχεια, επαναφορά σε όρθια στάση στα πόδια, η κωλοτούμπα
κυβίστησης	noun	γενική ενικού του κυβίστηση
κυβίστησις	noun	τούμπα κυβίστηση
κυβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κυβεία	noun	το παίξιμο των ζαριών
κυβείας	=	κυβεία
κυβείες	=	κυβεία
κυβειών	=	κυβεία
κυβερνά	=	κυβερνάω
κυβερνάει	=	κυβερνάω
κυβερνάμε	=	κυβερνάω
κυβερνάν	=	κυβερνάω
κυβερνάνε	=	κυβερνάω
κυβερνάς	=	κυβερνάω
κυβερνάσαι	=	κυβερνάω
κυβερνάσθε	=	κυβερνάω
κυβερνάστε	=	κυβερνάω
κυβερνάται	=	κυβερνάω
κυβερνάτε	=	κυβερνάω
κυβερνάω	verb	έχω την εκτελεστική εξουσία σε μια κρατική οντότητα, τη διοικώ
κυβερνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσαν	=	κυβερνάω
κυβερνήσανε	=	κυβερνάω
κυβερνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβέρνηση
κυβερνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυβέρνηση
κυβερνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυβέρνηση
κυβερνήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνήσιμο
κυβερνήσιμε	adj	κλητική ενικού του κυβερνήσιμος
κυβερνήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνήσιμη
κυβερνήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβερνήσιμος
κυβερνήσιμης	adj	γενική ενικού του κυβερνήσιμη
κυβερνήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του κυβερνήσιμος
κυβερνήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβερνήσιμος
κυβερνήσιμος	adj	που μπορεί ή που είναι ικανός να κυβερνηθεί
κυβερνήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυβερνήσιμος
κυβερνήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυβερνήσιμος
κυβερνήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυβερνήσιμος
κυβερνήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσουνε	=	κυβερνώ
κυβερνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώ
κυβερνήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνήτης
κυβερνήτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κυβερνήτης
κυβερνήτης	noun	αυτός που κυβερνά ένα σκάφος, ο καπετάνιος (για πλοία) ή ο πιλότος (για αεροσκάφη)
κυβερνήτρα	=	κυβερνήτρια
κυβερνήτρια	noun	θηλυκό του κυβερνήτης
κυβερνήτριας	=	κυβερνήτρια
κυβερνήτριες	=	κυβερνήτρια
κυβερνεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνείο
κυβερνείο	noun	η επίσημη κατοικία ενός κυβερνήτη
κυβερνείου	noun	γενική ενικού του κυβερνείο
κυβερνείων	noun	γενική πληθυντικού του κυβερνείο
κυβερνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθήκαν	=	κυβερνάω
κυβερνηθήκανε	=	κυβερνάω
κυβερνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνηθούνε	=	κυβερνώ
κυβερνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυβερνώμαι
κυβερνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνημένο
κυβερνημένε	verb	κλητική ενικού του κυβερνημένος
κυβερνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνημένη
κυβερνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβερνημένος
κυβερνημένης	verb	γενική ενικού του κυβερνημένη
κυβερνημένο	verb	αιτιατική ενικού του κυβερνημένος
κυβερνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβερνημένος
κυβερνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κυβερνώ
κυβερνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυβερνημένος
κυβερνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυβερνημένος
κυβερνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυβερνημένος
κυβερνησιμοτήτων	=	κυβερνησιμότητα
κυβερνησιμότητα	noun	η ικανότητα κάποιου πολιτικού σχηματισμού για διακυβέρνηση
κυβερνησιμότητας	=	κυβερνησιμότητα
κυβερνησιμότητες	=	κυβερνησιμότητα
κυβερνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνητικό
κυβερνητικέ	adj	κλητική ενικού του κυβερνητικός
κυβερνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνητική
κυβερνητική	noun	η μελέτη, ανάλυση και ρύθμιση της επικοινωνίας στους ζώντες οργανισμούς και τις μηχανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβερνητικός
κυβερνητικής	adj	γενική ενικού του κυβερνητική
κυβερνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβερνητικός
κυβερνητικού	adj	γενική ενικού του κυβερνητικός
κυβερνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυβερνητικός
κυβερνητικό	adj	αιτιατική ενικού του κυβερνητικός
κυβερνητικός	adj	που έχει σχέση με την κυβέρνηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν
κυβερνητικών	adj	γενική πληθυντικού του κυβερνητικός
κυβερνητισμέ	=	κυβερνητισμός
κυβερνητισμοί	=	κυβερνητισμός
κυβερνητισμού	=	κυβερνητισμός
κυβερνητισμούς	=	κυβερνητισμός
κυβερνητισμό	=	κυβερνητισμός
κυβερνητισμός	noun	η παραμονή στην κυβέρνηση και η άσκηση εξουσίας ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας και αυτοσκοπός
κυβερνητισμών	=	κυβερνητισμός
κυβερνητριών	=	κυβερνήτρια
κυβερνητών	=	κυβερνήτης
κυβερνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κυβερνώ
κυβερνιέσαι	=	κυβερνάω
κυβερνιέστε	=	κυβερνάω
κυβερνιέται	=	κυβερνάω
κυβερνιούνται	=	κυβερνάω
κυβερνιούνταν	=	κυβερνάω
κυβερνιόμασταν	=	κυβερνάω
κυβερνιόμαστε	=	κυβερνάω
κυβερνιόμουν	=	κυβερνάω
κυβερνιόμουνα	=	κυβερνάω
κυβερνιόνταν	=	κυβερνάω
κυβερνιόντανε	=	κυβερνάω
κυβερνιόντουσαν	=	κυβερνάω
κυβερνιόσασταν	=	κυβερνάω
κυβερνιόσαστε	=	κυβερνάω
κυβερνιόσουν	=	κυβερνάω
κυβερνιόσουνα	=	κυβερνάω
κυβερνιόταν	=	κυβερνάω
κυβερνιότανε	=	κυβερνάω
κυβερνοάμυνα	noun	η άμυνα σε κυβερνοεπιθέσεις
κυβερνοάμυνας	=	κυβερνοάμυνα
κυβερνοάμυνες	=	κυβερνοάμυνα
κυβερνοέγκλημα	noun	ηλεκτρονικό έγκλημα που διαπράττεται με χρήση δικτύων υπολογιστών και κυρίως μέσω του διαδικτύου
κυβερνοαμυνών	=	κυβερνοάμυνα
κυβερνοαπάτες	=	κυβερνοαπάτη
κυβερνοαπάτη	noun	απάτη που γίνεται στο κυβερνοχώρο ή μέσω αυτού
κυβερνοαπάτης	=	κυβερνοαπάτη
κυβερνοαπατεώνα	=	κυβερνοαπατεώνας
κυβερνοαπατεώνας	noun	απατεώνας που διαπράττει κυβερνοαπάτες
κυβερνοαπατεώνες	=	κυβερνοαπατεώνας
κυβερνοαπατεώνων	=	κυβερνοαπατεώνας
κυβερνοαπατών	=	κυβερνοαπάτη
κυβερνοασφάλεια	noun	προστασία δεδομένων υπολογιστών, πρόγραμμα ή εταιρεία προστασίας λογισμικού
κυβερνοασφάλειας	=	κυβερνοασφάλεια
κυβερνοασφάλειες	=	κυβερνοασφάλεια
κυβερνοασφαλειών	=	κυβερνοασφάλεια
κυβερνοδιοίκηση	noun	οργανισμός ο οποίος έχει τη δυνατότητα να εξαπολύει επιθέσεις στον κυβερνοχώρο
κυβερνοδιοίκησης	=	κυβερνοδιοίκηση
κυβερνοδιοικήσεις	=	κυβερνοδιοίκηση
κυβερνοδιοικήσεων	=	κυβερνοδιοίκηση
κυβερνοδραστηριοτήτων	=	κυβερνοδραστηριότητα
κυβερνοδραστηριότητα	noun	δραστηριότητα στον κυβερνοχώρο ή στο διαδίκτυο
κυβερνοδραστηριότητας	=	κυβερνοδραστηριότητα
κυβερνοδραστηριότητες	=	κυβερνοδραστηριότητα
κυβερνοεγκλήματα	=	κυβερνοέγκλημα
κυβερνοεγκλήματος	=	κυβερνοέγκλημα
κυβερνοεγκλημάτων	=	κυβερνοέγκλημα
κυβερνοεγκληματία	=	κυβερνοεγκληματίας
κυβερνοεγκληματίας	noun	αυτός που παρανομεί χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο
κυβερνοεγκληματίες	=	κυβερνοεγκληματίας
κυβερνοεγκληματιών	=	κυβερνοεγκληματίας
κυβερνοεκβιασμέ	=	κυβερνοεκβιασμός
κυβερνοεκβιασμοί	=	κυβερνοεκβιασμός
κυβερνοεκβιασμού	=	κυβερνοεκβιασμός
κυβερνοεκβιασμούς	=	κυβερνοεκβιασμός
κυβερνοεκβιασμό	=	κυβερνοεκβιασμός
κυβερνοεκβιασμός	noun	η εγκληματική πράξη κατά την οποία ένας δράστης απαιτεί χρήματα ή άλλα ανταλλάγματα απειλώντας να προκαλέσει βλάβη σε ψηφιακά συστήματα, να υποκλέψει, να καταστρέψει ή να δημοσιοποιήσει ευαίσθητα δεδομένα
κυβερνοεκβιασμών	=	κυβερνοεκβιασμός
κυβερνοεκβιαστές	=	κυβερνοεκβιαστής
κυβερνοεκβιαστή	=	κυβερνοεκβιαστής
κυβερνοεκβιαστής	noun	πρόσωπο που διαπράττει κυβερνοεκβιασμό
κυβερνοεκβιαστών	=	κυβερνοεκβιαστής
κυβερνοεπίθεση	noun	επίθεση, με την χρήση του διαδικτύου, σε σύστημα υπολογιστών με σκοπό κάποιου είδους βλάβης, δυσλειτουργίας, κλπ.
κυβερνοεπίθεσης	noun	γενική ενικού του κυβερνοεπίθεση
κυβερνοεπιθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνοεπίθεση
κυβερνοεπιθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυβερνοεπίθεση
κυβερνοεπιθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυβερνοεπίθεση
κυβερνοεπιθετικά	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικέ	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικές	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετική	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικής	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικοί	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικού	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικούς	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικό	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιθετικός	adj	που έχει σχέση με κυβερνοεπίθεση ή αναφέρεται σʼ αυτή
κυβερνοεπιθετικών	=	κυβερνοεπιθετικός
κυβερνοεπιχείρηση	noun	επιχείρηση (π.χ. στρατιωτική ή κατασκοπευτική) που διεξάγεται στον κυβερνοχώρο
κυβερνοεπιχείρησης	=	κυβερνοεπιχείρηση
κυβερνοεπιχειρήσεις	=	κυβερνοεπιχείρηση
κυβερνοεπιχειρήσεων	=	κυβερνοεπιχείρηση
κυβερνοκουλτούε	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοκουλτούο	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοκουλτούοι	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοκουλτούος	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοκουλτούου	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοκουλτούους	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοκουλτούρα	noun	cyberculture: ο πολιτισμός του διαδικτύου· η νοοτροπία και η συμπεριφορά στον κυβερνοχώρο, που αναπτύσσεται από τους τρόπους επικοινωνίας, ψυχαγωγίας, επιχειρήσεων, κλπ. που παρέχει η ύπαρξη του διαδικτύου
κυβερνοκουλτούων	=	κυβερνοκουλτούρα
κυβερνοπαιχνίδι	noun	παιχνίδι που παίζεται από πολλούς παίχτες στο διαδίκτυο-ίντερνετ / στον κυβερνοχώρο
κυβερνοπολέμου	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπολέμους	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπολέμων	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπόλεμε	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπόλεμο	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπόλεμοι	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπόλεμος	noun	δραστηριότητες πολεμικού σκοπού οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο διαδίκτυο, όπως η διακοπή λειτουργίας κρίσιμων διαδικτυακών υπηρεσιών
κυβερνοπόλεμου	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοπόλεμους	=	κυβερνοπόλεμος
κυβερνοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνοφοβικό
κυβερνοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του κυβερνοφοβικός
κυβερνοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβερνοφοβική
κυβερνοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβερνοφοβικός
κυβερνοφοβικής	adj	γενική ενικού του κυβερνοφοβική
κυβερνοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβερνοφοβικός
κυβερνοφοβικού	adj	γενική ενικού του κυβερνοφοβικός
κυβερνοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυβερνοφοβικός
κυβερνοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του κυβερνοφοβικός
κυβερνοφοβικός	adj	που δεν συμπαθεί ή φοβάται το ίντερνετ και κάθε κυβερνοχώρο
κυβερνοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του κυβερνοφοβικός
κυβερνοχώρε	noun	κλητική ενικού του κυβερνοχώρος
κυβερνοχώρο	noun	αιτιατική ενικού του κυβερνοχώρος
κυβερνοχώροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβερνοχώρος
κυβερνοχώρος	noun	ο εικονικός, πλασματικός χώρος που δημιουργείται χάρη στις εφαρμογές της κυβερνητικής, (επικοινωνία μεταξύ μηχανικών και ηλεκτρονικών συσκευών) και συνήθως σε σύνδεση με το διαδίκτυο (ίντερνετ)
κυβερνοχώρου	noun	γενική ενικού του κυβερνοχώρος
κυβερνοχώρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυβερνοχώρος
κυβερνοχώρων	noun	γενική πληθυντικού του κυβερνοχώρος
κυβερνοϋγιεινές	=	κυβερνοϋγιεινή
κυβερνοϋγιεινή	noun	το σύνολο των πρακτικών και των συνηθειών που ακολουθούν οι εργαζόμενοι, οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις για να προστατεύσουν τα μηχανογραφικά συστήματα, τις συσκευές και τα δεδομένα τους από διαδικτυακές απειλές
κυβερνοϋγιεινής	=	κυβερνοϋγιεινή
κυβερνοϋγιεινών	=	κυβερνοϋγιεινή
κυβερνούμε	=	κυβερνάω
κυβερνούν	=	κυβερνάω
κυβερνούνε	=	κυβερνάω
κυβερνούσα	=	κυβερνάω
κυβερνούσαμε	=	κυβερνάω
κυβερνούσαν	=	κυβερνάω
κυβερνούσανε	=	κυβερνάω
κυβερνούσατε	=	κυβερνάω
κυβερνούσε	=	κυβερνάω
κυβερνούσες	=	κυβερνάω
κυβερνωσών	=	κυβερνών
κυβερνόμασταν	=	κυβερνάω
κυβερνόμαστε	=	κυβερνάω
κυβερνόμουν	=	κυβερνάω
κυβερνόνταν	=	κυβερνάω
κυβερνόντουσαν	=	κυβερνάω
κυβερνόσασταν	=	κυβερνάω
κυβερνόσουν	=	κυβερνάω
κυβερνόταν	=	κυβερνάω
κυβερνώ	verb	άλλη μορφή του κυβερνάω
κυβερνώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κυβερνώ (λογιότερος τύπος του κυβερνιέμαι παθητικός τύπος του κυβερνάω)
κυβερνώμεθα	=	κυβερνάω
κυβερνώμενος	=	κυβερνώ
κυβερνών	verb|formal	που κυβερνά
κυβερνώντα	=	κυβερνών
κυβερνώνται	=	κυβερνάω
κυβερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυβερνάω / κυβερνώ
κυβερνώντες	=	κυβερνών
κυβερνώντος	=	κυβερνών
κυβερνώντων	=	κυβερνών
κυβερνώντών	=	κυβερνώντας
κυβερνώντώσα	=	κυβερνώντας
κυβερνώσα	=	κυβερνών
κυβερνώσας	=	κυβερνών
κυβερνώσες	=	κυβερνών
κυβερνώσης	=	κυβερνών
κυβευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβευτής
κυβευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κυβευτής
κυβευτής	noun|archaic	που παίζει ζάρια ή (κατ’ επέκταση) τυχερά παιχνίδια ή ασχολείται με το χρηματιστήριο χρησιμοποιώντας αθέμιτες πρακτικές
κυβευτριών	noun	γενική πληθυντικού του κυβεύτρια
κυβευτών	noun	γενική πληθυντικού του κυβευτής
κυβεύτριας	noun	γενική ενικού του κυβεύτρια
κυβεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβεύτρια
κυβεύω	verb|formal	παίζω ζάρια
κυβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβικό
κυβικέ	adj	κλητική ενικού του κυβικός
κυβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβική
κυβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβικός
κυβικής	adj	γενική ενικού του κυβική
κυβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβικός
κυβικού	adj	γενική ενικού του κυβικός
κυβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυβικός
κυβικό	adj	αιτιατική ενικού του κυβικός
κυβικός	adj	ο σχετικός με κύβο, ή που αναπτύσσεται ή μετριέται ως κύβος
κυβικών	adj	γενική πληθυντικού του κυβικός
κυβισμέ	noun	κλητική ενικού του κυβισμός
κυβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβισμένο
κυβισμένε	verb	κλητική ενικού του κυβισμένος
κυβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβισμένη
κυβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβισμένος
κυβισμένης	verb	γενική ενικού του κυβισμένη
κυβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυβισμένος
κυβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβισμένος
κυβισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου κυβίζω
κυβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυβισμένος
κυβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυβισμένος
κυβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυβισμένος
κυβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβισμός
κυβισμού	noun	γενική ενικού του κυβισμός
κυβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυβισμός
κυβισμό	noun	αιτιατική ενικού του κυβισμός
κυβισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα σύμφωνα με το οποίο τα αντικείμενα παρίστανται σαν ένα σύνολο από επίπεδα
κυβισμών	noun	γενική πληθυντικού του κυβισμός
κυβιστές	=	κυβιστής
κυβιστή	=	κυβιστής
κυβιστήματα	=	κυβίστημα
κυβιστήματος	=	κυβίστημα
κυβιστής	noun	ο ζωγράφος που ακολουθεί το καλλιτεχνικό ρεύμα του κυβισμού
κυβιστήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβίστηση
κυβιστήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυβίστηση
κυβιστήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυβίστηση
κυβιστημάτων	=	κυβίστημα
κυβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβιστικό
κυβιστικέ	adj	κλητική ενικού του κυβιστικός
κυβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυβιστική
κυβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυβιστικός
κυβιστικής	adj	γενική ενικού του κυβιστική
κυβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυβιστικός
κυβιστικού	adj	γενική ενικού του κυβιστικός
κυβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυβιστικός
κυβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του κυβιστικός
κυβιστικός	adj	που έχει σχέση με τον κυβισμό ή τους κυβιστές αναφέρεται σ’ αυτά
κυβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του κυβιστικός
κυβιστών	=	κυβιστής
κυβοειδές	=	κυβοειδής
κυβοειδή	=	κυβοειδής
κυβοειδής	adj	που μοιάζει με κύβο, που έχει παρόμοιο σχήμα
κυβοειδείς	=	κυβοειδής
κυβοειδούς	=	κυβοειδής
κυβοειδών	=	κυβοειδής
κυβοργίου	=	κυβόργιο
κυβοργίων	=	κυβόργιο
κυβόλεξα	=	κυβόλεξο
κυβόλεξο	noun	παιχνίδι με γράμματα σε πλευρές κύβων, με σκοπό τον σχηματισμό λέξεων όταν οι κύβοι τοποθετηθούν ο ένας πάνω ή δίπλα στον άλλο
κυβόλεξου	=	κυβόλεξο
κυβόλεξων	=	κυβόλεξο
κυβόλιθε	=	κυβόλιθος
κυβόλιθο	=	κυβόλιθος
κυβόλιθοι	=	κυβόλιθος
κυβόλιθος	noun	ο λίθος που τον έχουν λαξεύσει σε σχήμα κύβου και χρησιμοποιείται σε στρώσεις δρόμων, πεζοδρομίων κ.λπ.
κυβόλιθου	=	κυβόλιθος
κυβόλιθους	=	κυβόλιθος
κυβόλιθων	=	κυβόλιθος
κυβόργια	=	κυβόργιο
κυβόργιο	noun	βιονικός άνθρωπος με τεχνολογικά μοσχεύματα
κυβόργιου	=	κυβόργιο
κυβόφιδα	=	κυβόφιδο
κυβόφιδο	noun	είδος μη δηλητηριώδους φιδιού (Natrix tessellate, υποείδος tessellate) που ζει σε λίμνες και ποτάμια
κυβόφιδου	=	κυβόφιδο
κυβόφιδων	=	κυβόφιδο
κυδωνάτα	=	κυδωνάτο
κυδωνάτο	noun	γλυκό με βασικό υλικό το κυδώνι
κυδωνάτου	=	κυδωνάτο
κυδωνάτων	=	κυδωνάτο
κυδωνιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο (Cydonia oblonga), με λευκά ή ροδινά άνθη, που κατάγεται από την Ασία και παράγει κίτρινους καρπούς (κυδώνια) οι οποίοι μοιάζουν στο σχήμα με το αχλάδι
κυδωνιάς	noun	γενική ενικού του κυδωνιά
κυδωνιάτικα	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικε	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικες	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικη	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικης	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικο	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικοι	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Κυδωνιά, Κυδωνιές ή Κυδωνίες ή τους κατοίκους του
κυδωνιάτικου	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικους	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιάτικων	=	κυδωνιάτικος
κυδωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυδωνιά
κυδωνιού	=	κυδώνι
κυδωνιών	=	κυδώνι
κυδωνόπαστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυδωνόπαστο
κυδωνόπαστο	noun	το παστοκύδωνο
κυδωνόπαστου	noun	γενική ενικού του κυδωνόπαστο
κυδωνόπαστων	noun	γενική πληθυντικού του κυδωνόπαστο
κυδώνι	noun	ο καρπός του φυτού κυδωνιά του είδους Cydonia oblonga, που ανήκει στα εσπεριδοειδή
κυδώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυδώνι
κυημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κύημα
κυθηραϊκά	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκέ	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκές	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκή	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκής	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκοί	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκού	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκούς	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκό	=	κυθηραϊκός
κυθηραϊκός	adj	ο σχετικός με τα Κύθηρα ή τους κατοίκους τους
κυθηραϊκών	=	κυθηραϊκός
κυθηροδίκες	=	κυθηροδίκης
κυθηροδίκη	=	κυθηροδίκης
κυθηροδίκης	noun	τίτλος στην αρχαία Σπάρτη για τον αρμοστή των Κυθήρων, δηλαδή εκείνον που αποστελλόταν στο νησί ως διοικητής μια φορά το χρόνο και ρύθμιζε τα τοπικά ζητήματα του νησιού
κυθηροδικών	=	κυθηροδίκης
κυθνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυθνιώτικο
κυθνιώτικε	adj	κλητική ενικού του κυθνιώτικος
κυθνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυθνιώτικη
κυθνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυθνιώτικος
κυθνιώτικης	adj	γενική ενικού του κυθνιώτικη
κυθνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κυθνιώτικος
κυθνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυθνιώτικος
κυθνιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κύθνο και τους κατοίκους της
κυθνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυθνιώτικος
κυθνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυθνιώτικος
κυθνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυθνιώτικος
κυκεώνα	=	κυκεώνας
κυκεώνας	noun	συνονθύλευμα ανόμοιων πραγμάτων, που δύσκολα οργανώνονται σε σύνολο
κυκεώνες	=	κυκεώνας
κυκεώνων	=	κυκεώνας
κυκλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλάκι
κυκλάμινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλάμινο
κυκλάμινο	noun	ποώδες φυτό του γένους Cyclamen με καρδιοειδή μοβ ή λευκά άνθη
κυκλάμινου	noun	γενική ενικού του κυκλάμινο
κυκλάμινων	noun	γενική πληθυντικού του κυκλάμινο
κυκλαδίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Κυκλαδίτης
κυκλαδίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλαδίτικο
κυκλαδίτικε	adj	κλητική ενικού του κυκλαδίτικος
κυκλαδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλαδίτικη
κυκλαδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλαδίτικος
κυκλαδίτικης	adj	γενική ενικού του κυκλαδίτικη
κυκλαδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κυκλαδίτικος
κυκλαδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλαδίτικος
κυκλαδίτικος	adj	άλλη μορφή του κυκλαδικός
κυκλαδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυκλαδίτικος
κυκλαδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλαδίτικος
κυκλαδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυκλαδίτικος
κυκλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλαδικό
κυκλαδικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλαδικός
κυκλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλαδική
κυκλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλαδικός
κυκλαδικής	adj	γενική ενικού του κυκλαδική
κυκλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλαδικός
κυκλαδικού	adj	γενική ενικού του κυκλαδικός
κυκλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλαδικός
κυκλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλαδικός
κυκλαδικός	adj	που έχει σχέση με τις Κυκλάδες ή αναφέρεται σ’ αυτές
κυκλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλαδικός
κυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυκλικός	adv	με κυκλικό τρόπο
κυκλικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλικός
κυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλική
κυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλικός
κυκλικής	adj	γενική ενικού του κυκλική
κυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλικός
κυκλικοτήτων	=	κυκλικότητα
κυκλικού	adj	γενική ενικού του κυκλικός
κυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλικός
κυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλικός
κυκλικός	adj	που έχει σχήμα κύκλου
κυκλικότητα	noun	η ιδιότητα του κυκλικού
κυκλικότητας	noun	γενική ενικού του κυκλικότητα
κυκλικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλικότητα
κυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλικός
κυκλικώς	adv|dated	κυκλικά
κυκλοειδές	=	κυκλοειδής
κυκλοειδή	=	κυκλοειδής
κυκλοειδής	adj|archaic	που σχηματίζει κύκλο, άλλη μορφή του κυκλικός
κυκλοειδείς	=	κυκλοειδής
κυκλοειδούς	=	κυκλοειδής
κυκλοειδών	=	κυκλοειδής
κυκλοθυμία	noun	ανωμαλία ή ψυχοσύνθεση κατά την οποία εναλλάσσονται περίοδοι ερεθισμού (αστάθεια, ευφορία) και κατάθλιψης (απάθεια, μελαγχολία)
κυκλοθυμίας	noun	γενική ενικού του κυκλοθυμία
κυκλοθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοθυμία
κυκλοθυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυκλοθυμικός	adv	με κυκλοθυμικό τρόπο
κυκλοθυμικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοθυμική
κυκλοθυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικής	adj	γενική ενικού του κυκλοθυμική
κυκλοθυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικού	adj	γενική ενικού του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικός	adj	που σχετίζεται με την κυκλοθυμία
κυκλοθυμικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλοθυμικός
κυκλοθυμικῶς	adv	κυκλοθυμικά
κυκλοθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του κυκλοθυμία
κυκλοποίησης	noun	γενική ενικού του κυκλοποίηση
κυκλοποιητές	=	κυκλοποιητής
κυκλοποιητή	=	κυκλοποιητής
κυκλοποιητής	noun	μηχάνημα που εκτελεί την διαδικασία της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης, του PCR
κυκλοποιητών	=	κυκλοποιητής
κυκλοπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοπυριτικό
κυκλοπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλοπυριτικός
κυκλοπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοπυριτική
κυκλοπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλοπυριτικός
κυκλοπυριτικής	adj	γενική ενικού του κυκλοπυριτική
κυκλοπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλοπυριτικός
κυκλοπυριτικού	adj	γενική ενικού του κυκλοπυριτικός
κυκλοπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλοπυριτικός
κυκλοπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλοπυριτικός
κυκλοπυριτικός	adj	χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 3,0
κυκλοπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλοπυριτικός
κυκλοράματα	=	κυκλόραμα
κυκλοράματος	=	κυκλόραμα
κυκλοραμάτων	=	κυκλόραμα
κυκλοσπορίαση	noun	λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από το πρωτόζωο Cyclospora cayetanensis και μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένων τροφίμων ή νερού, προκαλώντας συνήθως διάρροια και γαστρεντερικές διαταραχές
κυκλοσπορίασης	=	κυκλοσπορίαση
κυκλοσποριάσεις	=	κυκλοσπορίαση
κυκλοσποριάσεων	=	κυκλοσπορίαση
κυκλοτερές	=	κυκλοτερής
κυκλοτερή	=	κυκλοτερής
κυκλοτερής	adj|formal	κυκλικός
κυκλοτερείς	=	κυκλοτερής
κυκλοτερούς	=	κυκλοτερής
κυκλοτερών	=	κυκλοτερής
κυκλοτερώς	adv	με κυκλοτερή τρόπο
κυκλοτρόνια	=	κυκλοτρόνιο
κυκλοτρόνιο	noun	άλλη μορφή του κύκλοτρο
κυκλοτρόνιου	=	κυκλοτρόνιο
κυκλοτρόνιων	=	κυκλοτρόνιο
κυκλοφοράει	=	κυκλοφορώ
κυκλοφοράν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφοράνε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφοράς	=	κυκλοφορώ
κυκλοφοράω	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήθηκα	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήθηκαν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήθηκε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήθηκες	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσαν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήσανε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσου	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσουνε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορία	noun	η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων στις οδούς
κυκλοφορίας	noun	γενική ενικού του κυκλοφορία
κυκλοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορία
κυκλοφορεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κυκλοφορώ
κυκλοφορείς	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορείσαι	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορείσθε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορείστε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορείται	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορείτε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθήκαμε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθήκαν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθήκανε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθήκατε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθεί	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθείς	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθείτε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθούμε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθούν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθούνε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορηθώ	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορημένο
κυκλοφορημένε	verb	κλητική ενικού του κυκλοφορημένος
κυκλοφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορημένη
κυκλοφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλοφορημένος
κυκλοφορημένης	verb	γενική ενικού του κυκλοφορημένη
κυκλοφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του κυκλοφορημένος
κυκλοφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορημένος
κυκλοφορημένος	verb	που έχει τεθεί σε κυκλοφορία, που έχει δημοσιευτεί
κυκλοφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυκλοφορημένος
κυκλοφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυκλοφορημένος
κυκλοφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυκλοφορημένος
κυκλοφορητές	=	κυκλοφορητής
κυκλοφορητή	=	κυκλοφορητής
κυκλοφορητής	noun	μηχανισμός που χρησιμοποιείται σε συστήματα κεντρικής θέρμανσης για να μεταφέρει το νερό από τον λέβητα στο υπόλοιπο σύστημα
κυκλοφορητών	=	κυκλοφορητής
κυκλοφοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυκλοφοριακός	adv	με κυκλοφοριακό τρόπο
κυκλοφοριακέ	adj	κλητική ενικού του κυκλοφοριακός
κυκλοφοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφοριακή
κυκλοφοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλοφοριακός
κυκλοφοριακής	adj	γενική ενικού του κυκλοφοριακή
κυκλοφοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφοριακός
κυκλοφοριακού	adj	γενική ενικού του κυκλοφοριακός
κυκλοφοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλοφοριακός
κυκλοφοριακό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλοφοριακός
κυκλοφοριακός	adj	που έχει σχέση με την κυκλοφορία (αυτοκινήτων, πεζών κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή
κυκλοφοριακών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλοφοριακός
κυκλοφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορικό
κυκλοφορικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλοφορικός
κυκλοφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορική
κυκλοφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλοφορικός
κυκλοφορικής	adj	γενική ενικού του κυκλοφορική
κυκλοφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλοφορικός
κυκλοφορικού	adj	γενική ενικού του κυκλοφορικός
κυκλοφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλοφορικός
κυκλοφορικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλοφορικός
κυκλοφορικός	adj	σχετικός με την κυκλοφορία του αίματος
κυκλοφορικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλοφορικός
κυκλοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του κυκλοφορία
κυκλοφορουσών	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούμαι	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούμασταν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούμαστε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούμε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούμεθα	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούμενος	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούμουν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κυκλοφορών
κυκλοφορούνε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούντα	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούνται	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούνταν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούντες	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούντος	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούντων	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούσα	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσαμε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσαν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσανε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσας	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούσατε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσε	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσες	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορούσης	=	κυκλοφορών
κυκλοφορούσουν	=	κυκλοφορώ
κυκλοφορώ	verb	θέτω σε κυκλοφορία ή διαθέτω κάτι για αγορά ή πώληση
κυκλοφορών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφορώντας	=	κυκλοφορώ
κυκλοφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλοφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλοφορώ
κυκλωθήκαμε	=	κυκλώνω
κυκλωθήκαν	=	κυκλώνω
κυκλωθήκανε	=	κυκλώνω
κυκλωθήκατε	=	κυκλώνω
κυκλωθεί	=	κυκλώνω
κυκλωθείς	=	κυκλώνω
κυκλωθείτε	=	κυκλώνω
κυκλωθούμε	=	κυκλώνω
κυκλωθούν	=	κυκλώνω
κυκλωθούνε	=	κυκλώνω
κυκλωθώ	=	κυκλώνω
κυκλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κύκλωμα
κυκλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλωμένο
κυκλωμένε	verb	κλητική ενικού του κυκλωμένος
κυκλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλωμένη
κυκλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλωμένος
κυκλωμένης	verb	γενική ενικού του κυκλωμένη
κυκλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυκλωμένος
κυκλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλωμένος
κυκλωμένος	verb	που έχει περιοριστεί μέσα σε έναν κύκλο
κυκλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυκλωμένος
κυκλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυκλωμένος
κυκλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυκλωμένος
κυκλωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλωνικό
κυκλωνικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλωνικός
κυκλωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλωνική
κυκλωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλωνικός
κυκλωνικής	adj	γενική ενικού του κυκλωνική
κυκλωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλωνικός
κυκλωνικού	adj	γενική ενικού του κυκλωνικός
κυκλωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλωνικός
κυκλωνικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλωνικός
κυκλωνικός	adj	που έχει σχέση με κυκλώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κυκλωνικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλωνικός
κυκλωνόμασταν	=	κυκλώνω
κυκλωνόμαστε	=	κυκλώνω
κυκλωνόμουν	=	κυκλώνω
κυκλωνόμουνα	=	κυκλώνω
κυκλωνόντουσαν	=	κυκλώνω
κυκλωνόσασταν	=	κυκλώνω
κυκλωνόσαστε	=	κυκλώνω
κυκλωνόσουν	=	κυκλώνω
κυκλωνόσουνα	=	κυκλώνω
κυκλωνόταν	=	κυκλώνω
κυκλωνότανε	=	κυκλώνω
κυκλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυκλωτικός	adv	με κυκλωτικό τρόπο
κυκλωτικέ	adj	κλητική ενικού του κυκλωτικός
κυκλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυκλωτική
κυκλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυκλωτικός
κυκλωτικής	adj	γενική ενικού του κυκλωτική
κυκλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυκλωτικός
κυκλωτικού	adj	γενική ενικού του κυκλωτικός
κυκλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυκλωτικός
κυκλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κυκλωτικός
κυκλωτικός	adj	που έχει σχέση με την κύκλωση / περικύκλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
κυκλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κυκλωτικός
κυκλωτικώς	adv|dated	κυκλωτικά
κυκλόραμα	noun	αυτόφωτος ή ετερόφωτος τοίχος (οποιουδήποτε σχήματος ή υλικού) ή διαχωριστικό συνήθως παράστασης ή απλά διακοσμητικός
κυκλόσχημα	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημε	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημες	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημη	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημης	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημο	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημοι	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημος	adj	που έχει σχήμα κύκλου
κυκλόσχημου	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημους	=	κυκλόσχημος
κυκλόσχημων	=	κυκλόσχημος
κυκλώθηκα	=	κυκλώνω
κυκλώθηκαν	=	κυκλώνω
κυκλώθηκε	=	κυκλώνω
κυκλώθηκες	=	κυκλώνω
κυκλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύκλωμα
κυκλώματος	noun	γενική ενικού του κύκλωμα
κυκλώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κυκλώνας
κυκλώναμε	=	κυκλώνω
κυκλώναν	=	κυκλώνω
κυκλώνανε	=	κυκλώνω
κυκλώνας	noun	θυελλώδης άνεμος που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι περιστρέφεται γύρω από ένα κεντρικό, μετακινούμενο σημείο, και συνοδεύεται από διάφορα άλλα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα.
κυκλώνατε	=	κυκλώνω
κυκλώνει	=	κυκλώνω
κυκλώνεις	=	κυκλώνω
κυκλώνες	=	κυκλώνας
κυκλώνεσαι	=	κυκλώνω
κυκλώνεστε	=	κυκλώνω
κυκλώνεται	=	κυκλώνω
κυκλώνετε	=	κυκλώνω
κυκλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κυκλώνω
κυκλώνομε	=	κυκλώνω
κυκλώνονται	=	κυκλώνω
κυκλώνονταν	=	κυκλώνω
κυκλώνοντας	=	κυκλώνω
κυκλώνουμε	=	κυκλώνω
κυκλώνουν	=	κυκλώνω
κυκλώνουνε	=	κυκλώνω
κυκλώνω	verb	δημιουργώ «κύκλο» ή κλοιό γύρω από κάτι ή κάποιον
κυκλώνων	=	κυκλώνας
κυκλώπεια	=	κυκλώπειος
κυκλώπειας	=	κυκλώπειος
κυκλώπειε	=	κυκλώπειος
κυκλώπειες	=	κυκλώπειος
κυκλώπειο	=	κυκλώπειος
κυκλώπειοι	=	κυκλώπειος
κυκλώπειος	adj	σχετικός με τους Κύκλωπες
κυκλώπειου	=	κυκλώπειος
κυκλώπειους	=	κυκλώπειος
κυκλώπειων	=	κυκλώπειος
κυκλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσαν	=	κυκλώνω
κυκλώσανε	=	κυκλώνω
κυκλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύκλωση
κυκλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κύκλωση
κυκλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κύκλωση
κυκλώσομε	=	κυκλώνω
κυκλώσου	=	κυκλώνω
κυκλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσουνε	=	κυκλώνω
κυκλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κυκνάκι	noun	νεογνό κύκνου
κυκνάκια	=	κυκνάκι
κυλά	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος κυλώ
κυλάγαμε	=	κυλάω
κυλάγανε	=	κυλάω
κυλάγατε	=	κυλάω
κυλάει	=	κυλάω
κυλάμε	=	κυλάω
κυλάν	=	κυλάω
κυλάνε	=	κυλάω
κυλάς	=	κυλάω
κυλάτε	=	κυλάω
κυλάω	verb	κινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση
κυλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσαν	=	κυλάω
κυλήσανε	=	κυλάω
κυλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κυλίκων	=	κύλικας
κυλίνδριζα	=	κυλινδρίζω
κυλίνδριζαν	=	κυλινδρίζω
κυλίνδριζε	=	κυλινδρίζω
κυλίνδριζες	=	κυλινδρίζω
κυλίνδρισα	=	κυλινδρίζω
κυλίνδρισαν	=	κυλινδρίζω
κυλίνδρισε	=	κυλινδρίζω
κυλίνδρισες	=	κυλινδρίζω
κυλίνδρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυλινδρίζω
κυλίνδρου	noun	γενική ενικού του κύλινδρος
κυλίνδρους	=	κύλινδρος
κυλίνδρων	noun	γενική πληθυντικού του κύλινδρος
κυλίνδρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυλινδρώνω
κυλίνδρωσης	=	κυλίνδρωση
κυλίνδρωσις	noun	η κυλίνδρωση
κυλίσεις	=	κύλιση
κυλίσεων	=	κύλιση
κυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύλισμα
κυλίσματος	noun	γενική ενικού του κύλισμα
κυλίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιέμαι	verb	περιστρέφω το σώμα μου ώστε να κυλήσει πάνω σε μια επιφάνεια
κυλικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλικείο
κυλικείο	noun	μικρού μεγέθους επιχείρηση, μέσα στο χώρο ιδιωτικής ή δημόσιας υπηρεσίας, η οποία παρέχει τρόφιμα, καφέδες, αναψυκτικά και άλλα είδη, με ή χωρίς χώρο για καθίσματα
κυλικείου	noun	γενική ενικού του κυλικείο
κυλικείων	noun	γενική πληθυντικού του κυλικείο
κυλικών	=	κύλικα
κυλιμούντρα	noun	ο κατήφορος
κυλιμούντρας	=	κυλιμούντρα
κυλιμούντρες	=	κυλιμούντρα
κυλινδρίζαμε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζαν	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζανε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζατε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζει	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζεις	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζετε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζοντας	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζουμε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζουν	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζουνε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίζω	verb	σβαρνίζω
κυλινδρίσαμε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίσαν	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίσανε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίσατε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίσει	=	κυλινδρίζω
κυλινδρίσματα	=	κυλίνδρισμα
κυλινδρίσματος	=	κυλίνδρισμα
κυλινδρίστε	=	κυλινδρίζω
κυλινδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυλινδρικός	adv	με κυλινδρικό τρόπο
κυλινδρικέ	adj	κλητική ενικού του κυλινδρικός
κυλινδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρική
κυλινδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυλινδρικός
κυλινδρικής	adj	γενική ενικού του κυλινδρική
κυλινδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρικός
κυλινδρικού	adj	γενική ενικού του κυλινδρικός
κυλινδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυλινδρικός
κυλινδρικό	adj	αιτιατική ενικού του κυλινδρικός
κυλινδρικός	adj	που έχει σχέση με κύλινδρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κυλινδρικών	adj	γενική πληθυντικού του κυλινδρικός
κυλινδρικώς	adv|formal	άλλη μορφή του κυλινδρικά καθαρεύουσα κυλινδρικῶς
κυλινδρισμάτων	=	κυλίνδρισμα
κυλινδρισμέ	=	κυλινδρισμός
κυλινδρισμοί	=	κυλινδρισμός
κυλινδρισμού	=	κυλινδρισμός
κυλινδρισμούς	=	κυλινδρισμός
κυλινδρισμό	=	κυλινδρισμός
κυλινδρισμός	noun	ο κυβισμός
κυλινδρισμών	=	κυλινδρισμός
κυλινδροειδές	=	κυλινδροειδής
κυλινδροειδή	=	κυλινδροειδής
κυλινδροειδής	adj	που μοιάζει με κύλινδρο, που έχει παρόμοιο σχήμα
κυλινδροειδείς	=	κυλινδροειδής
κυλινδροειδούς	=	κυλινδροειδής
κυλινδροειδών	=	κυλινδροειδής
κυλινδρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρωμένο
κυλινδρωμένε	verb	κλητική ενικού του κυλινδρωμένος
κυλινδρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρωμένη
κυλινδρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυλινδρωμένος
κυλινδρωμένης	verb	γενική ενικού του κυλινδρωμένη
κυλινδρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυλινδρωμένος
κυλινδρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρωμένος
κυλινδρωμένος	verb	που έχει κυλινδρωθεί
κυλινδρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυλινδρωμένος
κυλινδρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυλινδρωμένος
κυλινδρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυλινδρωμένος
κυλινδρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυλινδρωτός	adv	με κυλινδρωτό τρόπο
κυλινδρωτέ	adj	κλητική ενικού του κυλινδρωτός
κυλινδρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρωτή
κυλινδρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυλινδρωτός
κυλινδρωτής	adj	γενική ενικού του κυλινδρωτή
κυλινδρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυλινδρωτός
κυλινδρωτού	adj	γενική ενικού του κυλινδρωτός
κυλινδρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυλινδρωτός
κυλινδρωτό	adj	αιτιατική ενικού του κυλινδρωτός
κυλινδρωτός	adj	που τον έχουν ισοπεδώσει χρησιμοποιώντας κύλινδρο
κυλινδρωτών	adj	γενική πληθυντικού του κυλινδρωτός
κυλινδρόμυλε	=	κυλινδρόμυλος
κυλινδρόμυλο	=	κυλινδρόμυλος
κυλινδρόμυλοι	=	κυλινδρόμυλος
κυλινδρόμυλος	noun	ο σύγχρονος αλευρόμυλος ο οποίος λειτουργεί με ηλεκτρισμό.
κυλινδρόμυλου	=	κυλινδρόμυλος
κυλινδρόμυλους	=	κυλινδρόμυλος
κυλινδρόμυλων	=	κυλινδρόμυλος
κυλινδρώνω	verb	μορφοποιώ ένα αντικείμενο σε σχήμα κυλίνδρου
κυλινδρώσεις	=	κυλίνδρωση
κυλινδρώσεων	=	κυλίνδρωση
κυλινδώ	verb|archaic	άλλη μορφή του κυλώ
κυλισιοτριβέα	=	κυλισιοτριβέας
κυλισιοτριβέας	noun	συνώνυμο του ρουλεμάν
κυλισιοτριβέων	=	κυλισιοτριβέας
κυλισιοτριβείς	=	κυλισιοτριβέας
κυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κύλισμα
κυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλισμένο
κυλισμένε	verb	κλητική ενικού του κυλισμένος
κυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλισμένη
κυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυλισμένος
κυλισμένης	verb	γενική ενικού του κυλισμένη
κυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυλισμένος
κυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυλισμένος
κυλισμένος	verb	που έχει κυλιστεί
κυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυλισμένος
κυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυλισμένος
κυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυλισμένος
κυλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυλιστός	adv	με κυλιστό τρόπο
κυλιστέ	adj	κλητική ενικού του κυλιστός
κυλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλιστή
κυλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυλιστός
κυλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστής	adj	γενική ενικού του κυλιστή
κυλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυλιστός
κυλιστού	adj	γενική ενικού του κυλιστός
κυλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυλιστός
κυλιστό	adj	αιτιατική ενικού του κυλιστός
κυλιστός	adj	που είναι δυνατόν να κυλιστεί
κυλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυλιέμαι
κυλιστών	adj	γενική πληθυντικού του κυλιστός
κυλιόμενα	=	κυλιόμενος
κυλιόμενε	=	κυλιόμενος
κυλιόμενες	=	κυλιόμενος
κυλιόμενη	=	κυλιόμενος
κυλιόμενης	=	κυλιόμενος
κυλιόμενο	=	κυλιόμενος
κυλιόμενοι	=	κυλιόμενος
κυλιόμενος	verb	που κυλιέται, που γυρνάει πάνω σε ένα σταθερό επίπεδο
κυλιόμενου	=	κυλιόμενος
κυλιόμενους	=	κυλιόμενος
κυλιόμενων	=	κυλιόμενος
κυλλέ	adj	κλητική ενικού του κυλλός
κυλλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυλλή
κυλλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυλλός
κυλλής	adj	γενική ενικού του κυλλή
κυλλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυλλός
κυλλού	adj	γενική ενικού του κυλλός
κυλλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυλλός
κυλλό	adj	αιτιατική ενικού του κυλλός
κυλλών	adj	γενική πληθυντικού του κυλλός
κυλοττών	=	κυλόττα
κυλούμε	=	κυλάω
κυλούν	=	κυλάω
κυλούνε	=	κυλάω
κυλούσα	=	κυλάω
κυλούσαμε	=	κυλάω
κυλούσαν	=	κυλάω
κυλούσανε	=	κυλάω
κυλούσατε	=	κυλάω
κυλούσε	=	κυλάω
κυλούσες	=	κυλάω
κυλόττα	noun	παρωχημένη γραφή του κιλότα κατά τη γαλλική ορθογραφία
κυλόττας	=	κυλόττα
κυλόττες	=	κυλόττα
κυλώ	verb	παλιότερη μορφή του κυλάω
κυλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυλώ
κυμάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμάνσεις	=	κύμανση
κυμάνσεων	=	κύμανση
κυμάνσου	=	κυμαίνομαι
κυμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυμάτιο
κυμάτιζα	=	κυματίζω
κυμάτιζαν	=	κυματίζω
κυμάτιζε	=	κυματίζω
κυμάτιζες	=	κυματίζω
κυμάτιο	noun|dated	κυματάκι
κυμάτιου	=	κυμάτιο
κυμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυμάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυματίζω
κυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κύμα
κυμαίνεσαι	=	κυμαίνομαι
κυμαίνεστε	=	κυμαίνομαι
κυμαίνεται	=	κυμαίνομαι
κυμαίνομαι	verb	κινούμαι ανάμεσα σε δύο σημεία
κυμαίνονται	=	κυμαίνομαι
κυμαίνονταν	=	κυμαίνομαι
κυμαινόμασταν	=	κυμαίνομαι
κυμαινόμαστε	=	κυμαίνομαι
κυμαινόμενα	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενε	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενες	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενη	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενης	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενο	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενοι	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (κυμαίνομαι) του ρήματος κυμαίνω
κυμαινόμενου	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενους	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμενων	=	κυμαινόμενος
κυμαινόμουν	=	κυμαίνομαι
κυμαινόμουνα	=	κυμαίνομαι
κυμαινόντουσαν	=	κυμαίνομαι
κυμαινόσασταν	=	κυμαίνομαι
κυμαινόσαστε	=	κυμαίνομαι
κυμαινόσουν	=	κυμαίνομαι
κυμαινόσουνα	=	κυμαίνομαι
κυμαινόταν	=	κυμαίνομαι
κυμαινότανε	=	κυμαίνομαι
κυμανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθήκαν	=	κυμαίνομαι
κυμανθήκανε	=	κυμαίνομαι
κυμανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυμανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμαίνομαι
κυματάκι	noun	μικρό θαλάσσιο κύμα που η κορυφή του ασπρίζει
κυματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματάκι
κυματίδια	=	κυματίδιο
κυματίδιο	noun|formal	μικρό κύμα
κυματίδιου	=	κυματίδιο
κυματίδιων	=	κυματίδιο
κυματίζαμε	=	κυματίζω
κυματίζαν	=	κυματίζω
κυματίζανε	=	κυματίζω
κυματίζατε	=	κυματίζω
κυματίζει	=	κυματίζω
κυματίζεις	=	κυματίζω
κυματίζετε	=	κυματίζω
κυματίζομε	=	κυματίζω
κυματίζοντας	=	κυματίζω
κυματίζουμε	=	κυματίζω
κυματίζουν	=	κυματίζω
κυματίζουνε	=	κυματίζω
κυματίζω	verb	αναδιπλώνομαι από τον αέρα με τρόπο παρόμοιο μ’ ένα θαλάσσιο κύμα
κυματίου	noun	γενική ενικού του κυμάτιο
κυματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσαν	=	κυματίζω
κυματίσανε	=	κυματίζω
κυματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυμάτισμα
κυματίσματος	noun	γενική ενικού του κυμάτισμα
κυματίσομε	=	κυματίζω
κυματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσουνε	=	κυματίζω
κυματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυματίζω
κυματίων	noun	γενική πληθυντικού του κυμάτιο
κυματαγωγές	=	κυματαγωγή
κυματαγωγή	noun|formal	το σπάσιμο των κυμάτων που προκαλεί κάποιο πλεούμενο καθώς κινείται στ’ ανοιχτά
κυματαγωγής	=	κυματαγωγή
κυματαγωγών	=	κυματαγωγή
κυματακιού	=	κυματάκι
κυματακιών	=	κυματάκι
κυματιδίου	=	κυματίδιο
κυματιδίων	=	κυματίδιο
κυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματικό
κυματικέ	adj	κλητική ενικού του κυματικός
κυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματική
κυματική	noun	η μελέτη των ταλαντώσεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυματικός
κυματικής	adj	γενική ενικού του κυματική
κυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυματικός
κυματικού	adj	γενική ενικού του κυματικός
κυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυματικός
κυματικό	adj	αιτιατική ενικού του κυματικός
κυματικός	adj	σχετικά με το κύμα
κυματικών	adj	γενική πληθυντικού του κυματικός
κυματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κυμάτισμα
κυματισμέ	noun	κλητική ενικού του κυματισμός
κυματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυματισμός
κυματισμού	noun	γενική ενικού του κυματισμός
κυματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυματισμός
κυματισμό	noun	αιτιατική ενικού του κυματισμός
κυματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυματίζω
κυματισμών	noun	γενική πληθυντικού του κυματισμός
κυματιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυματιστός	adv	με κυματιστό τρόπο
κυματιστέ	adj	κλητική ενικού του κυματιστός
κυματιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματιστή
κυματιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυματιστός
κυματιστής	adj	γενική ενικού του κυματιστή
κυματιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυματιστός
κυματιστού	adj	γενική ενικού του κυματιστός
κυματιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυματιστός
κυματιστό	adj	αιτιατική ενικού του κυματιστός
κυματιστός	adj	που έχει κυματισμό
κυματιστών	adj	γενική πληθυντικού του κυματιστός
κυματογενές	=	κυματογενής
κυματογενή	=	κυματογενής
κυματογενής	adj	που προκαλείται από τα κύματα ή συντελεί στη δημιουργία τους
κυματογενείς	=	κυματογενής
κυματογεννήτρια	noun	γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την κινητική ενέργεια παφλασμού των κυμάτων
κυματογεννήτριας	=	κυματογεννήτρια
κυματογεννήτριες	=	κυματογεννήτρια
κυματογεννητριών	=	κυματογεννήτρια
κυματογενούς	=	κυματογενής
κυματογενών	=	κυματογενής
κυματογράφε	=	κυματογράφος
κυματογράφο	=	κυματογράφος
κυματογράφοι	=	κυματογράφος
κυματογράφος	noun	ειδικό μηχάνημα ή όργανο καταγραφής και καταμέτρησης διαφόρων ρυθμικών κινήσεων ενός οργανισμού (αναπνοή, σφυγμός, καρδιακός παλμός κ.λπ.)
κυματογράφου	=	κυματογράφος
κυματογράφους	=	κυματογράφος
κυματογράφων	=	κυματογράφος
κυματογόνα	=	κυματογόνος
κυματογόνας	=	κυματογόνος
κυματογόνε	=	κυματογόνος
κυματογόνες	=	κυματογόνος
κυματογόνο	=	κυματογόνος
κυματογόνοι	=	κυματογόνος
κυματογόνος	adj	που παράγει / γεννά κύματα
κυματογόνου	=	κυματογόνος
κυματογόνους	=	κυματογόνος
κυματογόνων	=	κυματογόνος
κυματοδηγέ	=	κυματοδηγός
κυματοδηγοί	=	κυματοδηγός
κυματοδηγού	=	κυματοδηγός
κυματοδηγούς	=	κυματοδηγός
κυματοδηγό	=	κυματοδηγός
κυματοδηγός	noun	δομή που περιορίζει και κατευθύνει την πορεία κυμάτων (ηχητικών ή, κυρίως, ηλεκτρομαγνητικών), ώστε αυτά να μεταφέρονται από ένα σημείο σε άλλο με μικρή απώλεια ενέργειας. ￼
κυματοδηγών	=	κυματοδηγός
κυματοδρομία	noun	το σέρφινγκ
κυματοδρομίας	noun	γενική ενικού του κυματοδρομία
κυματοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματοδρομία
κυματοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του κυματοδρομία
κυματοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κυματοειδής
κυματοειδή	adj	αιτιατική ενικού του κυματοειδής
κυματοειδής	adj	που έχει τη μορφή και το σχήμα του κύματος
κυματοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματοειδής
κυματοειδούς	adj	γενική ενικού του κυματοειδής
κυματοειδών	adj	γενική πληθυντικού του κυματοειδής
κυματοθραυστών	=	κυματοθραύστης
κυματοθραύστες	=	κυματοθραύστης
κυματοθραύστη	=	κυματοθραύστης
κυματοθραύστης	noun	επιμήκης τεχνική κατασκευή μέσα στη θάλασσα από μεγάλες πέτρες, κυβόλιθους, τσιμεντόλιθους, κοντά στην ακτή ή σε λιμάνι, για την προστασία από την ορμή των κυμάτων, των θαλάσσιων ρευμάτων και των φερτών υλικών που παρασύρονται από τη θάλασσα
κυματομέτρου	=	κυματόμετρο
κυματομέτρων	=	κυματόμετρο
κυματομηχανικές	=	κυματομηχανική
κυματομηχανική	noun	η θεωρία ότι τα υποατομικά σωματίδια έχουν τα χαρακτηριστικά τόσο των κυμάτων όσο και των σωματιδίων
κυματομηχανικής	=	κυματομηχανική
κυματομηχανικών	=	κυματομηχανική
κυματομορφές	=	κυματομορφή
κυματομορφή	noun	γεωμετρικό σχήμα στο οποίο παρουσιάζεται η μεταβολή της ενέργειας ενός κύματος κατά την κίνηση του στον χώρο, μέσω του οποίο προσδιορίζεται
κυματομορφής	=	κυματομορφή
κυματομορφών	=	κυματομορφή
κυματοσκοπίου	=	κυματοσκόπιο
κυματοσκοπίων	=	κυματοσκόπιο
κυματοσκόπια	=	κυματοσκόπιο
κυματοσκόπιο	noun|dated	το κυματόμετρο
κυματοσκόπιου	=	κυματοσκόπιο
κυματοσκόπιων	=	κυματοσκόπιο
κυματοσυνάρτηση	noun	η μαθηματική αναπαράσταση μιας κβαντικής κατάστασης, η περιγραφή ενός κύματος στην κβαντομηχανική, που περιέχει την πληροφορία για την κίνηση ενός σωματίου στο χώρο
κυματοσυνάρτησης	noun	γενική ενικού του κυματοσυνάρτηση
κυματοσυναρτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυματοσυνάρτηση
κυματοσυναρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυματοσυνάρτηση
κυματοσυναρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυματοσυνάρτηση
κυματοφλοίσβημα	noun	ο ήχος των κυμάτων που χτυπούν στην ακτή
κυματοφλοισβήματα	=	κυματοφλοίσβημα
κυματοφλοισβήματος	=	κυματοφλοίσβημα
κυματοφλοισβημάτων	=	κυματοφλοίσβημα
κυματωδών	=	κυματώδης
κυματόμετρα	=	κυματόμετρο
κυματόμετρο	noun|dated	όργανο μέτρησης διαφόρων χαρακτηριστικών των θαλασσίων κυμάτων
κυματόμετρου	=	κυματόμετρο
κυματόμετρων	=	κυματόμετρο
κυματώδεις	=	κυματώδης
κυματώδες	=	κυματώδης
κυματώδη	=	κυματώδης
κυματώδης	adj	που έχει πολλά κύματα
κυματώδους	=	κυματώδης
κυμβάλιζα	=	κυμβαλίζω
κυμβάλιζαν	=	κυμβαλίζω
κυμβάλιζε	=	κυμβαλίζω
κυμβάλιζες	=	κυμβαλίζω
κυμβάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβάλου	noun	γενική ενικού του κύμβαλο
κυμβάλων	noun	γενική πληθυντικού του κύμβαλο
κυμβαλίζαμε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζαν	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζανε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζατε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζει	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζεις	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζετε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζοντας	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζουμε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζουν	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζουνε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίζω	verb	παίζω κύμβαλο
κυμβαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσαν	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίσανε	=	κυμβαλίζω
κυμβαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυμβαλίζω
κυμβαλισμέ	=	κυμβαλισμός
κυμβαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυμβαλισμένο
κυμβαλισμένε	verb	κλητική ενικού του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυμβαλισμένη
κυμβαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμένης	verb	γενική ενικού του κυμβαλισμένη
κυμβαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμένος	verb	που έχει κυμβαλιστεί
κυμβαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυμβαλισμένος
κυμβαλισμοί	=	κυμβαλισμός
κυμβαλισμού	=	κυμβαλισμός
κυμβαλισμούς	=	κυμβαλισμός
κυμβαλισμό	=	κυμβαλισμός
κυμβαλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυμβαλίζω
κυμβαλισμών	=	κυμβαλισμός
κυμβαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυμβαλιστής
κυμβαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κυμβαλιστής
κυμβαλιστής	noun	ο μουσικός που παίζει τα κύμβαλα
κυμβαλιστών	noun	κυμβαλιστής, στη γενική του πληθυντικού
κυμογράφε	=	κυμογράφος
κυμογράφο	=	κυμογράφος
κυμογράφοι	=	κυμογράφος
κυμογράφος	noun	άλλη μορφή του κυματογράφος
κυμογράφου	=	κυμογράφος
κυμογράφους	=	κυμογράφος
κυμογράφων	=	κυμογράφος
κυμοθάλασσο	noun	η παραλία, η ακροθαλασσιά, εκεί που σπάει το κύμα της θάλασσας στην ξηρά
κυνάγχη	noun	φλεγμονή του φάρυγγα που προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή και την κατάποση, συνάχι
κυνάγχης	=	κυνάγχη
κυνέρως	noun	κυνέρωτας
κυνέρωτα	=	κυνέρωτας
κυνέρωτας	noun|dated	ψεύτικος έρωτας, κάλπικος
κυνέρωτες	=	κυνέρωτας
κυνήγα	=	κυνηγάω
κυνήγαγα	=	κυνηγάω
κυνήγαγαν	=	κυνηγάω
κυνήγαγε	=	κυνηγάω
κυνήγαγες	=	κυνηγάω
κυνήγημα	noun	για να το συλλάβω
κυνήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνήγι	noun	οι ενέργειες και οι τεχνικές θανάτωσης ή σύλληψης θηραμάτων
κυνήγια	=	κυνήγι
κυναίλουρε	=	κυναίλουρος
κυναίλουρο	=	κυναίλουρος
κυναίλουροι	=	κυναίλουρος
κυναίλουρος	noun	ο γατόπαρδος ή τσίτα
κυναίλουρου	=	κυναίλουρος
κυναίλουρους	=	κυναίλουρος
κυναίλουρων	=	κυναίλουρος
κυνανθρωπία	noun	ψυχική ασθένεια κατά την οποία ο πάσχων πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε σκύλο και συμπεριφέρεται ως σκύλος
κυνανθρωπίας	=	κυνανθρωπία
κυνανθρωπίες	=	κυνανθρωπία
κυνανθρωπιών	=	κυνανθρωπία
κυνερώτων	=	κυνέρωτας
κυνηγά	=	κυνηγάω
κυνηγάγαμε	=	κυνηγάω
κυνηγάγανε	=	κυνηγάω
κυνηγάγατε	=	κυνηγάω
κυνηγάει	=	κυνηγάω
κυνηγάμε	=	κυνηγάω
κυνηγάν	=	κυνηγάω
κυνηγάνε	=	κυνηγάω
κυνηγάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγάρης
κυνηγάρας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (κυνηγάρα) του κυνηγάρης
κυνηγάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (κυνηγάρα) του κυνηγάρης
κυνηγάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγάρης
κυνηγάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγάρης
κυνηγάρηδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγάρης
κυνηγάρης	adj	άλλη μορφή του κυνηγιάρης
κυνηγάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κυνηγάρικο) του κυνηγάρης
κυνηγάρικε	=	κυνηγάρικος
κυνηγάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (κυνηγάρικη) του κυνηγάρικος
κυνηγάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγάρικος
κυνηγάρικης	=	κυνηγάρικος
κυνηγάρικικο	=	κυνηγάρικος
κυνηγάρικο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγάρικος
κυνηγάρικοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγάρικος
κυνηγάρικος	adj	άλλη μορφή του κυνηγιάρικος
κυνηγάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγάρικος
κυνηγάρικους	=	κυνηγάρικος
κυνηγάρικων	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κυνηγάρικο) του κυνηγάρης
κυνηγάς	=	κυνηγάω
κυνηγάτε	=	κυνηγάω
κυνηγάω	verb	προσπαθώ να εντοπίσω και να σκοτώσω ένα θήραμα
κυνηγέ	noun	κλητική ενικού του κυνηγός
κυνηγήθηκα	=	κυνηγάω
κυνηγήθηκαν	=	κυνηγάω
κυνηγήθηκε	=	κυνηγάω
κυνηγήθηκες	=	κυνηγάω
κυνηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνήγημα
κυνηγήματος	noun	γενική ενικού του κυνήγημα
κυνηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγάω, κυνηγώ
κυνηγήσαν	=	κυνηγάω
κυνηγήσανε	=	κυνηγάω
κυνηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσομε	=	κυνηγάω
κυνηγήσου	=	κυνηγάω
κυνηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσουνε	=	κυνηγάω
κυνηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυνηγώ
κυνηγετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνηγετικό
κυνηγετικέ	adj	κλητική ενικού του κυνηγετικός
κυνηγετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνηγετική
κυνηγετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγετικός
κυνηγετικής	adj	γενική ενικού του κυνηγετική
κυνηγετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνηγετικός
κυνηγετικού	adj	γενική ενικού του κυνηγετικός
κυνηγετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυνηγετικός
κυνηγετικό	adj	αιτιατική ενικού του κυνηγετικός
κυνηγετικός	adj	εκείνος που του αρέσει το κυνήγι, που είναι καλός σε αυτό ή κατάλληλος για αυτό
κυνηγετικών	adj	γενική πληθυντικού του κυνηγετικός
κυνηγηθήκαμε	=	κυνηγάω
κυνηγηθήκαν	=	κυνηγάω
κυνηγηθήκανε	=	κυνηγάω
κυνηγηθήκατε	=	κυνηγάω
κυνηγηθεί	=	κυνηγάω
κυνηγηθείς	=	κυνηγάω
κυνηγηθείτε	=	κυνηγάω
κυνηγηθούμε	=	κυνηγάω
κυνηγηθούν	=	κυνηγάω
κυνηγηθούνε	=	κυνηγάω
κυνηγηθώ	=	κυνηγάω
κυνηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του κυνήγημα
κυνηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνηγημένο
κυνηγημένε	verb	κλητική ενικού του κυνηγημένος
κυνηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνηγημένη
κυνηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγημένος
κυνηγημένης	verb	γενική ενικού του κυνηγημένη
κυνηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του κυνηγημένος
κυνηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνηγημένος
κυνηγημένος	verb	που τον κυνηγά, που τον καταδιώκει κάποιος ή κάτι
κυνηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγημένος
κυνηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυνηγημένος
κυνηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγημένος
κυνηγητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνηγητό
κυνηγητικός	=	κυνηγετικός
κυνηγητού	noun	γενική ενικού του κυνηγητό
κυνηγητό	noun	η καταδίωξη
κυνηγητών	noun	γενική πληθυντικού του κυνηγητό
κυνηγιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγιάρης
κυνηγιάρας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (κυνηγιάρα) του κυνηγιάρης
κυνηγιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (κυνηγιάρα) του κυνηγιάρης
κυνηγιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρης
κυνηγιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρης
κυνηγιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρης
κυνηγιάρης	adj	που είναι ειδικός στο κυνήγι ή επιδίδεται σε αυτό
κυνηγιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κυνηγιάρικο) του κυνηγιάρης
κυνηγιάρικε	adj	κλητική ενικού του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (κυνηγιάρικη) του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικης	adj	γενική ενικού του κυνηγιάρικη
κυνηγιάρικο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικος	adj	που είναι κατάλληλος για κυνήγι
κυνηγιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυνηγιάρικος
κυνηγιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κυνηγιάρικο) του κυνηγιάρης
κυνηγιέμαι	verb	καταδιώκομαι, όταν κάποιος με κυνηγά
κυνηγιέσαι	=	κυνηγάω
κυνηγιέστε	=	κυνηγάω
κυνηγιέται	=	κυνηγάω
κυνηγιού	=	κυνήγι
κυνηγιούνται	=	κυνηγάω
κυνηγιούνταν	=	κυνηγάω
κυνηγιόμασταν	=	κυνηγάω
κυνηγιόμαστε	=	κυνηγάω
κυνηγιόμουν	=	κυνηγάω
κυνηγιόμουνα	=	κυνηγάω
κυνηγιόνται	=	κυνηγάω
κυνηγιόνταν	=	κυνηγάω
κυνηγιόντανε	=	κυνηγάω
κυνηγιόντουσαν	=	κυνηγάω
κυνηγιόσασταν	=	κυνηγάω
κυνηγιόσαστε	=	κυνηγάω
κυνηγιόσουν	=	κυνηγάω
κυνηγιόσουνα	=	κυνηγάω
κυνηγιόταν	=	κυνηγάω
κυνηγιότανε	=	κυνηγάω
κυνηγιών	=	κυνήγι
κυνηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνηγός
κυνηγοτοπιού	=	κυνηγοτόπι
κυνηγοτοπιών	=	κυνηγοτόπι
κυνηγοτόπι	noun|vulgar	άλλη μορφή του κυνηγότοπος
κυνηγοτόπια	=	κυνηγοτόπι
κυνηγού	noun	γενική ενικού του κυνηγός
κυνηγούμε	=	κυνηγάω
κυνηγούν	=	κυνηγάω
κυνηγούνε	=	κυνηγάω
κυνηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυνηγός
κυνηγούσα	=	κυνηγάω
κυνηγούσαμε	=	κυνηγάω
κυνηγούσαν	=	κυνηγάω
κυνηγούσανε	=	κυνηγάω
κυνηγούσατε	=	κυνηγάω
κυνηγούσε	=	κυνηγάω
κυνηγούσες	=	κυνηγάω
κυνηγό	noun	αιτιατική ενικού του κυνηγός
κυνηγός	noun	αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύλους)
κυνηγόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνηγόσκυλο
κυνηγόσκυλο	noun	το σκυλί που είναι κατάλληλο για κυνήγι, το κυνηγιάρικο, αυτό που φερμάρει
κυνηγόσκυλου	noun	γενική ενικού του κυνηγόσκυλο
κυνηγόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του κυνηγόσκυλο
κυνηγότοπε	=	κυνηγότοπος
κυνηγότοπο	=	κυνηγότοπος
κυνηγότοποι	=	κυνηγότοπος
κυνηγότοπος	noun	τόπος όπου κάποιος μπορεί να βρει άφθονο κυνήγι
κυνηγότοπου	=	κυνηγότοπος
κυνηγότοπους	=	κυνηγότοπος
κυνηγότοπων	=	κυνηγότοπος
κυνηγώ	verb	λογιότερη μορφή του κυνηγάω
κυνηγών	noun	γενική πληθυντικού του κυνηγός
κυνηγώντας	=	κυνηγάω
κυνηγῶ	verb	πολυτονική γραφή του κυνηγάω
κυνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνικό	adv	κατά κυνικό τρόπο
κυνικέ	adj	κλητική ενικού του κυνικός
κυνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνική
κυνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνικός
κυνικής	adj	γενική ενικού του κυνική
κυνικοί	noun	αρχαίοι φιλόσοφοι (Αντισθένης, Διογένης...) που περιφρονούσαν τις ηθικές και κοινωνικές προκαταλήψεις στο όνομα μιας επιστροφής στη φύση	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνικός
κυνικοτήτων	=	κυνικότητα
κυνικού	adj	γενική ενικού του κυνικός
κυνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυνικός
κυνικό	adj	αιτιατική ενικού του κυνικός
κυνικός	adj	που εκφράζεται (δυσάρεστα) και με απόλυτη ευθύτητα και ειλικρίνεια, χωρίς ευγένεια ή ευπρέπεια	noun	μέλος του κύκλου των κυνικών φιλοσόφων
κυνικότατα	=	κυνικός
κυνικότατε	=	κυνικός
κυνικότατες	=	κυνικός
κυνικότατη	=	κυνικός
κυνικότατης	=	κυνικός
κυνικότατο	=	κυνικός
κυνικότατοι	=	κυνικός
κυνικότατος	=	κυνικός
κυνικότατου	=	κυνικός
κυνικότατους	=	κυνικός
κυνικότατων	=	κυνικός
κυνικότερα	=	κυνικός
κυνικότερε	=	κυνικός
κυνικότερες	=	κυνικός
κυνικότερη	=	κυνικός
κυνικότερης	=	κυνικός
κυνικότερο	=	κυνικός
κυνικότεροι	=	κυνικός
κυνικότερος	=	κυνικός
κυνικότερου	=	κυνικός
κυνικότερους	=	κυνικός
κυνικότερων	=	κυνικός
κυνικότης	noun	η κυνικότητα
κυνικότητα	noun	η ιδιότητα του κυνικού
κυνικότητας	noun	γενική ενικού του κυνικότητα
κυνικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνικότητα
κυνικών	adj	γενική πληθυντικού του κυνικός
κυνικώς	adv	με κυνικό τρόπο
κυνισμέ	noun	κλητική ενικού του κυνισμός
κυνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνισμός
κυνισμού	noun	γενική ενικού του κυνισμός
κυνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυνισμός
κυνισμό	noun	αιτιατική ενικού του κυνισμός
κυνισμός	noun	αρχαίο φιλοσοφικό σύστημα που περιφρονούσε όλες τις κοινωνικές συμβάσεις και πρέσβευε την επιστροφή του ανθρώπου στη φύση σε μια ζωή με απόλυτη εγκράτεια και λιτότητα
κυνισμών	noun	γενική πληθυντικού του κυνισμός
κυνοβασία	noun	η σεξουαλική συνεύρεση ανθρώπου με σκύλο
κυνοβασίας	=	κυνοβασία
κυνοβασίες	=	κυνοβασία
κυνοβασιών	=	κυνοβασία
κυνοδρομία	noun	διοργάνωση αγώνα δρόμου σκύλων
κυνοδρομίας	noun	γενική ενικού του κυνοδρομία
κυνοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνοδρομία
κυνοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του κυνοδρομία
κυνοδόντων	=	κυνόδοντας
κυνοκέφαλε	noun	κλητική ενικού του κυνοκέφαλος
κυνοκέφαλο	noun	αιτιατική ενικού του κυνοκέφαλος
κυνοκέφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυνοκέφαλος
κυνοκέφαλος	noun	αυτός που το κεφάλι του μοιάζει με σκύλου
κυνοκέφαλου	=	κυνοκέφαλος
κυνοκέφαλους	=	κυνοκέφαλος
κυνοκέφαλων	=	κυνοκέφαλος
κυνοκεφάλου	noun	γενική ενικού του κυνοκέφαλος
κυνοκεφάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυνοκέφαλος
κυνοκεφάλων	noun	γενική πληθυντικού του κυνοκέφαλος
κυνοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνοκομείο
κυνοκομείο	noun	χώρος φιλοξενίας και περίθαλψης σκύλων
κυνοκομείου	noun	γενική ενικού του κυνοκομείο
κυνοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του κυνοκομείο
κυνοκτονία	noun|formal	το σκότωμα σκύλου ή σκύλων
κυνοκτονίας	=	κυνοκτονία
κυνοκτονίες	=	κυνοκτονία
κυνοκτονιών	=	κυνοκτονία
κυνολογικά	=	κυνολογικός
κυνολογικέ	=	κυνολογικός
κυνολογικές	=	κυνολογικός
κυνολογική	=	κυνολογικός
κυνολογικής	=	κυνολογικός
κυνολογικοί	=	κυνολογικός
κυνολογικού	=	κυνολογικός
κυνολογικούς	=	κυνολογικός
κυνολογικό	=	κυνολογικός
κυνολογικός	adj	σχετικός με την κυνολογία, τους κύνες, τα σκυλιά και ότι τα αφορά
κυνολογικών	=	κυνολογικός
κυνομαχία	noun	μάχη σκύλων (που οργανώνεται ως -ειδεχθές- θέαμα από κάποιους και για την οποία συνήθως διεξάγονται στοιχηματισμοί)
κυνομαχίας	noun	γενική ενικού του κυνομαχία
κυνομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυνομαχία
κυνομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του κυνομαχία
κυνοφιλία	noun	η αγάπη για τους κύνες, τα σκυλιά
κυνοφιλίας	=	κυνοφιλία
κυνοφιλίες	=	κυνοφιλία
κυνοφιλιών	=	κυνοφιλία
κυνόδοντα	=	κυνόδοντας
κυνόδοντας	noun	το τρίτο από τη μέση δόντι στην ανθρώπινη οδοντοστοιχία, αυτό που βρίσκεται μεταξύ των τομέων στο κέντρο του στόματος και των προγομφίων· είναι μεγαλύτερο σε ύψος από τα άλλα δόντια και αιχμηρό στην άκρη του
κυνόδοντες	=	κυνόδοντας
κυνόμυς	noun	είδος σκίουρου με φωνή που μοιάζει σαν του σκύλου
κυοφορήθηκα	=	κυοφορώ
κυοφορήθηκαν	=	κυοφορώ
κυοφορήθηκε	=	κυοφορώ
κυοφορήθηκες	=	κυοφορώ
κυοφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσαν	=	κυοφορώ
κυοφορήσανε	=	κυοφορώ
κυοφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυοφόρηση
κυοφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυοφόρηση
κυοφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυοφόρηση
κυοφορήσου	=	κυοφορώ
κυοφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσουνε	=	κυοφορώ
κυοφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφορία	noun	η χρονική διάρκεια και οι διεργασίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη εμβρύου και συντελούνται στη μήτρα ενός θηλυκού από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι και τον τοκετό
κυοφορίας	noun	γενική ενικού του κυοφορία
κυοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυοφορία
κυοφορεί	=	κυοφορώ
κυοφορείς	=	κυοφορώ
κυοφορείσαι	=	κυοφορώ
κυοφορείσθε	=	κυοφορώ
κυοφορείστε	=	κυοφορώ
κυοφορείται	=	κυοφορώ
κυοφορείτε	=	κυοφορώ
κυοφορηθήκαμε	=	κυοφορώ
κυοφορηθήκαν	=	κυοφορώ
κυοφορηθήκανε	=	κυοφορώ
κυοφορηθήκατε	=	κυοφορώ
κυοφορηθεί	=	κυοφορώ
κυοφορηθείς	=	κυοφορώ
κυοφορηθείτε	=	κυοφορώ
κυοφορηθούμε	=	κυοφορώ
κυοφορηθούν	=	κυοφορώ
κυοφορηθούνε	=	κυοφορώ
κυοφορηθώ	=	κυοφορώ
κυοφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυοφορημένο
κυοφορημένε	verb	κλητική ενικού του κυοφορημένος
κυοφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυοφορημένη
κυοφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυοφορημένος
κυοφορημένης	verb	γενική ενικού του κυοφορημένη
κυοφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του κυοφορημένος
κυοφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυοφορημένος
κυοφορημένος	verb	που έχει κυοφορηθεί
κυοφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυοφορημένος
κυοφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυοφορημένος
κυοφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυοφορημένος
κυοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του κυοφορία
κυοφορούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κυοφορώ
κυοφορούμασταν	=	κυοφορώ
κυοφορούμαστε	=	κυοφορώ
κυοφορούμε	=	κυοφορώ
κυοφορούμεθα	=	κυοφορώ
κυοφορούμενος	=	κυοφορώ
κυοφορούμουν	=	κυοφορώ
κυοφορούν	=	κυοφορώ
κυοφορούνε	=	κυοφορώ
κυοφορούνται	=	κυοφορώ
κυοφορούνταν	=	κυοφορώ
κυοφορούσα	=	κυοφορώ
κυοφορούσαμε	=	κυοφορώ
κυοφορούσαν	=	κυοφορώ
κυοφορούσανε	=	κυοφορώ
κυοφορούσατε	=	κυοφορώ
κυοφορούσε	=	κυοφορώ
κυοφορούσες	=	κυοφορώ
κυοφορούσουν	=	κυοφορώ
κυοφορώ	verb	φέρω στη μήτρα μου έμβρυο, είμαι έγκυος (για γυναίκες και θηλυκά ζώα)
κυοφορώντας	=	κυοφορώ
κυοφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυοφορώ
κυοφόρηση	noun	η ενέργεια του κυοφορώ, η κυοφορία
κυοφόρησης	noun	γενική ενικού του κυοφόρηση
κυπ	abbrev	παλαιότερη ονομασία της σύγχρονης ΕΥΠ
κυπέλλου	noun	γενική ενικού του κύπελλο
κυπέλλων	noun	γενική πληθυντικού του κύπελλο
κυπέλλωση	noun	μέθοδος εξαγωγής αργύρου από μολυβδούχα ορυκτά
κυπέλλωσης	=	κυπέλλωση
κυπαρίσσι	noun	αειθαλές κωνοφόρο δέντρο με πολύ ψηλό, ίσιο κορμό και σκούρο πράσινο φύλλωμα το οποίο φύεται σε σχήμα περίπου κωνικό
κυπαρίσσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπαρίσσι
κυπαρίσσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπαρίσσινο
κυπαρίσσινε	adj	κλητική ενικού του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπαρίσσινη
κυπαρίσσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσινης	adj	γενική ενικού του κυπαρίσσινη
κυπαρίσσινο	adj	αιτιατική ενικού του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσινος	adj	από κυπαρίσσι
κυπαρίσσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυπαρίσσινος
κυπαρίσσιο	=	κυπαρίσσι
κυπαραίικη	=	κυπραίικος
κυπαρισσάκι	noun	μικρό κυπαρίσσι
κυπαρισσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπαρισσάκι
κυπαρισσέλαια	=	κυπαρισσέλαιο
κυπαρισσέλαιο	noun	αιθέριο έλαιο που προέρχεται από κυπαρίσσι
κυπαρισσέλαιου	=	κυπαρισσέλαιο
κυπαρισσέλαιων	=	κυπαρισσέλαιο
κυπαρισσένια	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιας	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιε	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιες	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιο	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιοι	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιος	adj	φτιαγμένος από κυπαρίσσι
κυπαρισσένιου	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιους	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσένιων	=	κυπαρισσένιος
κυπαρισσίου	=	κυπαρίσσι
κυπαρισσελαίου	=	κυπαρισσέλαιο
κυπαρισσελαίων	=	κυπαρισσέλαιο
κυπαρισσιού	noun	γενική ενικού του κυπαρίσσι
κυπαρισσιών	=	κυπαρίσσι
κυπαρισσιώτικα	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικε	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικες	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικη	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικης	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικο	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικοι	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Κυπαρίσσι ή Κυπαρισσία ή τους κατοίκους του
κυπαρισσιώτικου	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικους	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσιώτικων	=	κυπαρισσιώτικος
κυπαρισσόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπαρισσόμηλο
κυπαρισσόμηλο	noun	ο καρπός από το κυπαρίσσι
κυπαρισσόμηλου	noun	γενική ενικού του κυπαρισσόμηλο
κυπαρισσόμηλων	noun	γενική πληθυντικού του κυπαρισσόμηλο
κυπαρισσόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπαρισσόξυλο
κυπαρισσόξυλο	noun	ξύλο κυπαρισσιού
κυπαρισσόξυλου	noun	γενική ενικού του κυπαρισσόξυλο
κυπαρισσόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του κυπαρισσόξυλο
κυπαρισσώνα	=	κυπαρισσώνας
κυπαρισσώνας	noun	έκταση γης με κυρίαρχο δέντρο το κυπαρίσσι
κυπαρισσώνες	=	κυπαρισσώνας
κυπαρισσώνων	=	κυπαρισσώνας
κυπατζή	=	κυπατζής
κυπατζήδες	=	κυπατζής
κυπατζήδων	=	κυπατζής
κυπατζής	noun	στρατιωτικός ή πολιτικός υπάλληλος, η συνεργάτης στην κρατική υπηρεσία πληροφοριών
κυπείρου	=	κύπειρος
κυπείρους	=	κύπειρος
κυπείρων	=	κύπειρος
κυπελλοειδές	=	κυπελλοειδής
κυπελλοειδή	=	κυπελλοειδής
κυπελλοειδής	adj	που μοιάζει με κύπελλο, που έχει παρόμοιο σχήμα
κυπελλοειδείς	=	κυπελλοειδής
κυπελλοειδούς	=	κυπελλοειδής
κυπελλοειδών	=	κυπελλοειδής
κυπελλοφόρα	noun	δικοτυλήδονα φυτά με περίβλημα σαν κύπελλο
κυπελλοφόρων	=	κυπελλοφόρα
κυπελλούχα	noun	θηλυκό του κυπελλούχος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυπελλούχος
κυπελλούχας	=	κυπελλούχος
κυπελλούχε	=	κυπελλούχος
κυπελλούχες	=	κυπελλούχος
κυπελλούχο	=	κυπελλούχος
κυπελλούχοι	=	κυπελλούχος
κυπελλούχος	noun	που έχει κατακτήσει το κύπελλο	adj	που έχει κατακτήσει το κύπελλο
κυπελλούχου	=	κυπελλούχος
κυπελλούχους	=	κυπελλούχος
κυπελλούχων	=	κυπελλούχος
κυπελλώσεις	=	κυπέλλωση
κυπελλώσεων	=	κυπέλλωση
κυπερών	=	κύπερη
κυπρί	noun	μεγάλο (χάλκινο) κουδούνι που το φορούν σε αιγοπρόβατα, ιδίως στα γκεσέμια
κυπρίνε	noun	κλητική ενικού του κυπρίνος
κυπρίνο	noun	αιτιατική ενικού του κυπρίνος
κυπρίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυπρίνος
κυπρίνος	noun	ψάρι του γλυκού νερού της οικογένειας Cyprinidae με κυριότερο τον κοινό κυπρίνο (Cyprinus caprio)
κυπρίνου	noun	γενική ενικού του κυπρίνος
κυπρίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυπρίνος
κυπρίνων	noun	γενική πληθυντικού του κυπρίνος
κυπρίου	=	κύπριος
κυπρίους	=	κύπριος
κυπρίων	=	κύπριος
κυπραίικά	=	κυπραίικα
κυπραίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπραίικο
κυπραίικε	adj	κλητική ενικού του κυπραίικος
κυπραίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπραίικη
κυπραίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυπραίικος
κυπραίικης	adj	γενική ενικού του κυπραίικη
κυπραίικο	adj	αιτιατική ενικού του κυπραίικος
κυπραίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυπραίικος
κυπραίικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του κυπριακός
κυπραίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυπραίικος
κυπραίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυπραίικος
κυπραίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυπραίικος
κυπραίικών	=	κυπραίικα
κυπραίος	=	κύπριος
κυπριά	=	κυπρί
κυπριακά	noun	η κυπριακή διάλεκτος της νέας ελληνικής γλώσσας ή της μεσαιωνικής όπως μιλήθηκε ή μιλιέται στην Κύπρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυπριακός
κυπριακέ	adj	κλητική ενικού του κυπριακός
κυπριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπριακή
κυπριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυπριακός
κυπριακής	adj	γενική ενικού του κυπριακή
κυπριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυπριακός
κυπριακού	adj	γενική ενικού του κυπριακός
κυπριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυπριακός
κυπριακό	noun	το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος	adj	αιτιατική ενικού του κυπριακός
κυπριακός	adj	που έχει σχέση με την Κύπρο, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή
κυπριακών	adj	γενική πληθυντικού του κυπριακός
κυπριού	=	κυπρί
κυπριών	=	κυπρί
κυπριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπριώτικο
κυπριώτικε	adj	κλητική ενικού του κυπριώτικος
κυπριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυπριώτικη
κυπριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυπριώτικος
κυπριώτικης	adj	γενική ενικού του κυπριώτικη
κυπριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κυπριώτικος
κυπριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυπριώτικος
κυπριώτικος	adj	άλλη μορφή του κυπριακός
κυπριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυπριώτικος
κυπριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυπριώτικος
κυπριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυπριώτικος
κυπριώτισσα	=	κύπριος
κυπροκούδουνα	=	κυπροκούδουνο
κυπροκούδουνο	noun	το κυπρί
κυπροκούδουνου	=	κυπροκούδουνο
κυπροκούδουνων	=	κυπροκούδουνο
κυρ	noun|vulgar	κύριος (συνοδεύει πάντα κύριο όνομα ή επαγγελματικό)
κυρά	noun	κυρία
κυράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρά
κυράδων	=	κυρά
κυράς	noun	γενική ενικού του κυρά
κυράτσα	noun	γυναίκα που μιμείται αναποτελεσματικά τους τρόπους γυναικών ανώτερης κοινωνικής τάξης
κυράτσας	noun	γενική ενικού του κυράτσα
κυράτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυράτσα
κυρέ	=	κυρός
κυρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρά
κυρήθρα	=	κηρήθρα
κυρήχθηκα	=	κηρύττω
κυρία	noun	ενήλικη γυναίκα
κυρίαρχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρίαρχο
κυρίαρχε	adj	κλητική ενικού του κυρίαρχος
κυρίαρχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρίαρχη
κυρίαρχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυρίαρχος
κυρίαρχης	adj	γενική ενικού του κυρίαρχη
κυρίαρχο	adj	αιτιατική ενικού του κυρίαρχος
κυρίαρχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυρίαρχος
κυρίαρχος	adj	που έχει την κυριαρχία, που κυριαρχεί, που έχει την εξουσία, αποφασίζει και ορίζει, ελέγχει καταστάσεις
κυρίαρχου	adj	γενική ενικού του κυρίαρχος
κυρίαρχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυρίαρχος
κυρίαρχων	adj	γενική πληθυντικού του κυρίαρχος
κυρίας	noun	γενική ενικού του κυρία
κυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρία
κυρίευα	=	κυριεύω
κυρίευαν	=	κυριεύω
κυρίευε	=	κυριεύω
κυρίευες	=	κυριεύω
κυρίευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυριεύω
κυρίευσης	=	κυρίευση
κυρίεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίεψε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του κυριεύω
κυρίεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυρίου	=	κύριος
κυρίους	=	κύριος
κυρίων	noun	γενική πληθυντικού του κύριος
κυρίως	adj	κύριος, βασικός	adv	με κύριο και βασικό τρόπο
κυραντζή	=	κυραντζής
κυραντζήδες	=	κυραντζής
κυραντζήδων	=	κυραντζής
κυραντζής	noun	άλλη προφορά του κυρατζής
κυρατζή	=	κυρατζής
κυρατζήδες	=	κυρατζής
κυρατζήδων	=	κυρατζής
κυρατζής	noun|dated	άλλη γραφή του κιρατζής
κυρηγμένος	=	κηρύττω
κυρηναϊκά	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκέ	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκές	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκή	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκής	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκοί	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκού	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκούς	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκό	=	κυρηναϊκός
κυρηναϊκός	adj	σχετικός με την Κυρήνη (την αρχαία πόλη της Βόρειας Αφρικής)
κυρηναϊκών	=	κυρηναϊκός
κυριάρχει	=	κυριαρχώ
κυριάρχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριάρχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριάρχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριάρχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριάρχηση	noun	άλλη μορφή του κυριαρχία
κυριάρχησης	=	κυριάρχηση
κυριέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψομε	=	κυριεύω
κυριέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψουνε	=	κυριεύω
κυριέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριακά	=	κυριακό
κυριακάτικα	noun	επίσημα, καλά ρούχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυριακάτικος
κυριακάτικε	adj	κλητική ενικού του κυριακάτικος
κυριακάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριακάτικη
κυριακάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυριακάτικος
κυριακάτικης	adj	γενική ενικού του κυριακάτικη
κυριακάτικο	adj	αιτιατική ενικού του κυριακάτικος
κυριακάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυριακάτικος
κυριακάτικος	adj	που αναφέρεται στην ημέρα της Κυριακής
κυριακάτικου	adj	γενική ενικού του κυριακάτικος
κυριακάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυριακάτικος
κυριακάτικων	adj	γενική πληθυντικού του κυριακάτικος
κυριακοδρομίου	=	κυριακοδρόμιο
κυριακοδρομίων	=	κυριακοδρόμιο
κυριακοδρόμια	=	κυριακοδρόμιο
κυριακοδρόμιο	noun	βιβλίο με ομιλίες για ευαγγελικές ή αποστολικές περικοπές
κυριακοδρόμιου	=	κυριακοδρόμιο
κυριακοδρόμιων	=	κυριακοδρόμιο
κυριακού	=	κυριακό
κυριακό	noun	ναός σε κεντρικό σημείο του μοναστηριού ή του μοναστηριακού συγκροτήματος, στον οποίο συγκεντρώνονται οι μοναχοί για την κυριακάτικη Θεία Λειτουργία (ή και σε άλλες ακολουθίες)
κυριακών	=	κυριακό
κυριαρχήθηκα	=	κυριαρχώ
κυριαρχήθηκαν	=	κυριαρχώ
κυριαρχήθηκε	=	κυριαρχώ
κυριαρχήθηκες	=	κυριαρχώ
κυριαρχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσαν	=	κυριαρχώ
κυριαρχήσανε	=	κυριαρχώ
κυριαρχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριάρχηση
κυριαρχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσεων	=	κυριάρχηση
κυριαρχήσου	=	κυριαρχώ
κυριαρχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσουνε	=	κυριαρχώ
κυριαρχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριαρχώ
κυριαρχία	noun	η εξουσία, η δυνατότητα να ορίζει μια ομάδα ή άτομο καταστάσεις με απόλυτο τρόπο
κυριαρχίας	noun	γενική ενικού του κυριαρχία
κυριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριαρχία
κυριαρχεί	=	κυριαρχώ
κυριαρχείς	=	κυριαρχώ
κυριαρχείσαι	=	κυριαρχώ
κυριαρχείστε	=	κυριαρχώ
κυριαρχείται	=	κυριαρχώ
κυριαρχείτε	=	κυριαρχώ
κυριαρχείτο	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθήκαμε	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθήκαν	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθήκανε	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθήκατε	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθεί	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθείς	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθείτε	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθούμε	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθούν	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθούνε	=	κυριαρχώ
κυριαρχηθώ	=	κυριαρχώ
κυριαρχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριαρχημένο
κυριαρχημένε	verb	κλητική ενικού του κυριαρχημένος
κυριαρχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριαρχημένη
κυριαρχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυριαρχημένος
κυριαρχημένης	verb	γενική ενικού του κυριαρχημένη
κυριαρχημένο	verb	αιτιατική ενικού του κυριαρχημένος
κυριαρχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυριαρχημένος
κυριαρχημένος	verb	που έχει κυριαρχηθεί από κάτι, που δεν μπορεί να αντισταθεί σε κάτι
κυριαρχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυριαρχημένος
κυριαρχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυριαρχημένος
κυριαρχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυριαρχημένος
κυριαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυριαρχικός	adv	με κυριαρχικό τρόπο
κυριαρχικέ	adj	κλητική ενικού του κυριαρχικός
κυριαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριαρχική
κυριαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυριαρχικός
κυριαρχικής	adj	γενική ενικού του κυριαρχική
κυριαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυριαρχικός
κυριαρχικού	adj	γενική ενικού του κυριαρχικός
κυριαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυριαρχικός
κυριαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του κυριαρχικός
κυριαρχικός	adj	που αναφέρεται στην κυριαρχία, στην εξουσία, στη δυνατότητα να ελέγχει, να ορίζει κάποιος καταστάσεις
κυριαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του κυριαρχικός
κυριαρχικώς	adv|dated	κυριαρχικά
κυριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του κυριαρχία
κυριαρχούμαι	=	κυριαρχώ
κυριαρχούμασταν	=	κυριαρχώ
κυριαρχούμαστε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούμε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούμενος	=	κυριαρχώ
κυριαρχούμουν	=	κυριαρχώ
κυριαρχούμουνα	=	κυριαρχώ
κυριαρχούν	=	κυριαρχώ
κυριαρχούνε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούνται	=	κυριαρχώ
κυριαρχούνταν	=	κυριαρχώ
κυριαρχούντο	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσα	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσαμε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσαν	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσανε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσατε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσε	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσες	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσουν	=	κυριαρχώ
κυριαρχούσουνα	=	κυριαρχώ
κυριαρχώ	verb	γίνομαι κύριος και εξουσιαστής επάνω σε κάτι, το ελέγχω απόλυτα
κυριαρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυριαρχώ
κυριευθήκαμε	=	κυριεύω
κυριευθήκαν	=	κυριεύω
κυριευθήκανε	=	κυριεύω
κυριευθήκατε	=	κυριεύω
κυριευθεί	=	κυριεύω
κυριευθείς	=	κυριεύω
κυριευθείτε	=	κυριεύω
κυριευθούμε	=	κυριεύω
κυριευθούν	=	κυριεύω
κυριευθούνε	=	κυριεύω
κυριευθώ	=	κυριεύω
κυριευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριευμένο
κυριευμένε	verb	κλητική ενικού του κυριευμένος
κυριευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριευμένη
κυριευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυριευμένος
κυριευμένης	verb	γενική ενικού του κυριευμένη
κυριευμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυριευμένος
κυριευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυριευμένος
κυριευμένος	verb	που έχει κυριευθεί
κυριευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυριευμένος
κυριευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυριευμένος
κυριευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυριευμένος
κυριευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτήκαν	=	κυριεύομαι
κυριευτήκανε	=	κυριεύομαι
κυριευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευτούνε	=	κυριεύω
κυριευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριευόμασταν	=	κυριεύομαι
κυριευόμαστε	=	κυριεύομαι
κυριευόμουν	=	κυριεύομαι
κυριευόμουνα	=	κυριεύομαι
κυριευόντουσαν	=	κυριεύομαι
κυριευόσασταν	=	κυριεύομαι
κυριευόσαστε	=	κυριεύομαι
κυριευόσουν	=	κυριεύομαι
κυριευόσουνα	=	κυριεύομαι
κυριευόταν	=	κυριεύομαι
κυριευότανε	=	κυριεύομαι
κυριεύαμε	=	κυριεύω
κυριεύαν	=	κυριεύω
κυριεύανε	=	κυριεύω
κυριεύατε	=	κυριεύω
κυριεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κυριεύω
κυριεύεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κυριεύω
κυριεύεσαι	=	κυριεύομαι
κυριεύεστε	=	κυριεύομαι
κυριεύεται	=	κυριεύομαι
κυριεύετε	=	κυριεύω
κυριεύθηκα	=	κυριεύω
κυριεύθηκαν	=	κυριεύω
κυριεύθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του κυριεύομαι
κυριεύθηκες	=	κυριεύω
κυριεύομαι	verb	με κυριεύει κάποιος ή κάτι, με κατακτά, κυριαρχεί πάνω μου
κυριεύομε	=	κυριεύω
κυριεύονται	=	κυριεύομαι
κυριεύονταν	=	κυριεύομαι
κυριεύοντας	=	κυριεύω
κυριεύου	=	κυριεύομαι
κυριεύουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του κυριεύω
κυριεύουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του κυριεύω
κυριεύουνε	=	κυριεύω
κυριεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσαν	=	κυριεύω
κυριεύσανε	=	κυριεύω
κυριεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρίευση
κυριεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσεων	=	κυρίευση
κυριεύσομε	=	κυριεύω
κυριεύσου	=	κυριεύομαι
κυριεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσουνε	=	κυριεύω
κυριεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
κυριεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριεύομαι
κυριεύω	verb	γίνομαι κύριος (κυρίαρχος) κάποιου, αποκτώ εξουσία πάνω σε κάτι, κατακτώ, καταλαμβάνω
κυριλέ	adj	σικ, πολύ προσεγμένος	adv	με κυριλέ τρόπο
κυριλίκι	noun|vulgar	ο κυριλέ τρόπος ή συμπεριφορά
κυριλίκια	=	κυριλίκι
κυριλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριλλικό
κυριλλικέ	adj	κλητική ενικού του κυριλλικός
κυριλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριλλική
κυριλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυριλλικός
κυριλλικής	adj	γενική ενικού του κυριλλική
κυριλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυριλλικός
κυριλλικού	adj	γενική ενικού του κυριλλικός
κυριλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυριλλικός
κυριλλικό	adj	αιτιατική ενικού του κυριλλικός
κυριλλικός	adj	που έχει σχέση με τον Κύριλλο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
κυριλλικών	adj	γενική πληθυντικού του κυριλλικός
κυριολέκτει	=	κυριολεκτώ
κυριολέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολέχτει	=	κυριολεχτώ
κυριολέχτησα	=	κυριολεχτώ
κυριολέχτησαν	=	κυριολεχτώ
κυριολέχτησε	=	κυριολεχτώ
κυριολέχτησες	=	κυριολεχτώ
κυριολεκτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσαν	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτήσανε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεκτεί	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτείς	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτείτε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριολεκτικό	adv	με κυριολεκτικό τρόπο
κυριολεκτικέ	adj	κλητική ενικού του κυριολεκτικός
κυριολεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριολεκτική
κυριολεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυριολεκτικός
κυριολεκτικής	adj	γενική ενικού του κυριολεκτική
κυριολεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυριολεκτικός
κυριολεκτικού	adj	γενική ενικού του κυριολεκτικός
κυριολεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυριολεκτικός
κυριολεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του κυριολεκτικός	noun	η σειρά χαρακτήρων όπως γράφεται στον πηγαίο κώδικα για να αποδώσει τιμή σε μεταβλητή ή σε πραγματική παράμετρο μιας συνάρτησης.
κυριολεκτικός	adj	που κυριολεκτεί
κυριολεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του κυριολεκτικός
κυριολεκτικώς	adv|formal	κυριολεκτικά
κυριολεκτούμε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούν	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούνε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσα	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσαμε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσαν	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσανε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσατε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσε	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτούσες	=	κυριολεκτώ
κυριολεκτώ	verb	μιλάω χρησιμοποιώντας κάθε λέξη ή φράση με την κύρια σημασία τους
κυριολεκτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυριολεκτώ
κυριολεξία	noun	η χρήση των λέξεων ή φράσεων με την ακριβή τους σημασία, ώστε να αποδίδονται οι έννοιες ή τα πράγματα αυτά καθ' αυτά
κυριολεξίας	noun	γενική ενικού του κυριολεξία
κυριολεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριολεξία
κυριολεξιών	noun	γενική πληθυντικού του κυριολεξία
κυριολεχτήσαμε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτήσαν	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτήσανε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτήσατε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτήσει	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτήστε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτεί	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτείς	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτείτε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούμε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούν	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούνε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσα	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσαμε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσαν	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσανε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσατε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσε	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτούσες	=	κυριολεχτώ
κυριολεχτώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του κυριολεκτώ
κυριολεχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυριολεχτώ
κυριοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του κυριότητα
κυριούλα	noun	χαρακτηρισμός ηλικιωμένης γυναίκας που δείχνει συμπάθεια ή λύπηση
κυριούλας	noun	γενική ενικού του κυριούλα
κυριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριούλα
κυριούλη	=	κυριούλης
κυριούληδες	=	κυριούλης
κυριούληδων	=	κυριούλης
κυριούλης	noun	χαρακτηρισμός ηλικιωμένου άντρα που δείχνει συμπάθεια ή λύπηση
κυριωνυμίου	=	κυριωνύμιο
κυριωνυμίων	=	κυριωνύμιο
κυριωνύμια	=	κυριωνύμιο
κυριωνύμιο	noun	το κύριο όνομα (κάποιου προσώπου)
κυριωνύμιου	=	κυριωνύμιο
κυριωνύμιων	=	κυριωνύμιο
κυριωνύμου	=	κυριώνυμο
κυριωνύμων	=	κυριώνυμο
κυριότατα	=	κύριος
κυριότατε	=	κύριος
κυριότατες	=	κύριος
κυριότατη	=	κύριος
κυριότατης	=	κύριος
κυριότατο	=	κύριος
κυριότατοι	=	κύριος
κυριότατος	=	κύριος
κυριότατου	=	κύριος
κυριότατους	=	κύριος
κυριότατων	=	κύριος
κυριότερα	=	κύριος
κυριότερε	=	κύριος
κυριότερες	=	κύριος
κυριότερη	=	κύριος
κυριότερης	=	κύριος
κυριότερο	=	κύριος
κυριότεροι	=	κύριος
κυριότερος	=	κύριος
κυριότερου	=	κύριος
κυριότερους	=	κύριος
κυριότερων	=	κύριος
κυριότητα	noun	η άμεση και απόλυτη εξουσία σε πράγμα, κατά το νόμο
κυριότητας	noun	γενική ενικού του κυριότητα
κυριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυριότητα
κυριών	noun	γενική πληθυντικού του κυρία
κυριώνυμα	=	κυριώνυμο
κυριώνυμο	noun	άλλη μορφή του κυριωνύμιο
κυριώνυμου	=	κυριώνυμο
κυριώνυμων	=	κυριώνυμο
κυροί	=	κυρός
κυρού	=	κυρός
κυρούλα	noun	γιαγιά
κυρούλας	noun	γενική ενικού του κυρούλα
κυρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρούλα
κυρούς	=	κυρός
κυρτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός	adv	με κυρτό τρόπο
κυρτέ	adj	κλητική ενικού του κυρτός
κυρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρτή
κυρτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυρτός
κυρτής	adj	γενική ενικού του κυρτή
κυρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυρτός
κυρτοτήτων	=	κυρτότητα
κυρτού	adj	γενική ενικού του κυρτός
κυρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυρτός
κυρτωθήκαμε	=	κυρτώνομαι
κυρτωθήκαν	=	κυρτώνομαι
κυρτωθήκανε	=	κυρτώνομαι
κυρτωθήκατε	=	κυρτώνομαι
κυρτωθεί	=	κυρτώνομαι
κυρτωθείτε	=	κυρτώνομαι
κυρτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κύρτωμα
κυρτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρτωμένο
κυρτωμένε	verb	κλητική ενικού του κυρτωμένος
κυρτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρτωμένη
κυρτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυρτωμένος
κυρτωμένης	verb	γενική ενικού του κυρτωμένη
κυρτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυρτωμένος
κυρτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυρτωμένος
κυρτωμένος	verb	που έχει κυρτωθεί
κυρτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυρτωμένος
κυρτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυρτωμένος
κυρτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυρτωμένος
κυρτωνόμασταν	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόμαστε	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόμουν	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόμουνα	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόντουσαν	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόσασταν	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόσαστε	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόσουν	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόσουνα	=	κυρτώνομαι
κυρτωνόταν	=	κυρτώνομαι
κυρτωνότανε	=	κυρτώνομαι
κυρτό	adj	αιτιατική ενικού του κυρτός
κυρτός	adj	που έχει σκύψει· σκυμμένος· σκυφτός
κυρτότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι κυρτό(ς), ή ιδιότητα του κυρτού
κυρτότητας	=	κυρτότητα
κυρτότητες	=	κυρτότητα
κυρτώθηκα	=	κυρτώνομαι
κυρτώθηκαν	=	κυρτώνομαι
κυρτώθηκε	=	κυρτώνομαι
κυρτώθηκες	=	κυρτώνομαι
κυρτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύρτωμα
κυρτώματος	noun	γενική ενικού του κύρτωμα
κυρτών	adj	γενική πληθυντικού του κυρτός
κυρτώναμε	=	κυρτώνω
κυρτώναν	=	κυρτώνω
κυρτώνανε	=	κυρτώνω
κυρτώνατε	=	κυρτώνω
κυρτώνει	=	κυρτώνω
κυρτώνεις	=	κυρτώνω
κυρτώνεσαι	=	κυρτώνομαι
κυρτώνεστε	=	κυρτώνομαι
κυρτώνεται	=	κυρτώνομαι
κυρτώνετε	=	κυρτώνω
κυρτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κυρτώνω
κυρτώνονται	=	κυρτώνομαι
κυρτώνονταν	=	κυρτώνομαι
κυρτώνοντας	=	κυρτώνω
κυρτώνου	=	κυρτώνομαι
κυρτώνουμε	=	κυρτώνω
κυρτώνουν	=	κυρτώνω
κυρτώνουνε	=	κυρτώνω
κυρτώνω	verb	κάνω κάτι να έχει σχήμα κυρτό
κυρτώς	adv|dated	κυρτά
κυρτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώσαν	=	κυρτώνω
κυρτώσανε	=	κυρτώνω
κυρτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύρτωση
κυρτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κύρτωση
κυρτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κύρτωση
κυρτώσου	=	κυρτώνομαι
κυρτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κυρωθήκαμε	=	κυρώνω
κυρωθήκαν	=	κυρώνω
κυρωθήκανε	=	κυρώνω
κυρωθήκατε	=	κυρώνω
κυρωθεί	=	κυρώνω
κυρωθείς	=	κυρώνω
κυρωθείτε	=	κυρώνω
κυρωθούμε	=	κυρώνω
κυρωθούν	=	κυρώνω
κυρωθούνε	=	κυρώνω
κυρωθώ	=	κυρώνω
κυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρωμένο
κυρωμένε	verb	κλητική ενικού του κυρωμένος
κυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρωμένη
κυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυρωμένος
κυρωμένης	verb	γενική ενικού του κυρωμένη
κυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κυρωμένος
κυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυρωμένος
κυρωμένος	verb	που έχει κυρωθεί, του οποίου η εγκυρότητα έχει πιστοποιηθεί
κυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυρωμένος
κυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κυρωμένος
κυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κυρωμένος
κυρωνόμασταν	=	κυρώνω
κυρωνόμαστε	=	κυρώνω
κυρωνόμουν	=	κυρώνω
κυρωνόμουνα	=	κυρώνω
κυρωνόντουσαν	=	κυρώνω
κυρωνόσασταν	=	κυρώνω
κυρωνόσαστε	=	κυρώνω
κυρωνόσουν	=	κυρώνω
κυρωνόσουνα	=	κυρώνω
κυρωνόταν	=	κυρώνω
κυρωνότανε	=	κυρώνω
κυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρωτικό
κυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του κυρωτικός
κυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυρωτική
κυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυρωτικός
κυρωτικής	adj	γενική ενικού του κυρωτική
κυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυρωτικός
κυρωτικού	adj	γενική ενικού του κυρωτικός
κυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυρωτικός
κυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κυρωτικός
κυρωτικός	adj	που κυρώνει, επικυρώνει
κυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κυρωτικός
κυρό	=	κυρός
κυρός	noun	τιμητική προσφώνηση επισκόπων της ορθόδοξης εκκλησίας μόνο μετά το θάνατό τους
κυρώθηκα	=	κυρώνω
κυρώθηκαν	=	κυρώνω
κυρώθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του κυρώνομαι
κυρώθηκες	=	κυρώνω
κυρών	=	κυρός
κυρώναμε	=	κυρώνω
κυρώναν	=	κυρώνω
κυρώνανε	=	κυρώνω
κυρώνατε	=	κυρώνω
κυρώνει	=	κυρώνω
κυρώνεις	=	κυρώνω
κυρώνεσαι	=	κυρώνω
κυρώνεστε	=	κυρώνω
κυρώνεται	=	κυρώνω
κυρώνετε	=	κυρώνω
κυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κυρώνω
κυρώνομε	=	κυρώνω
κυρώνονται	=	κυρώνω
κυρώνονταν	=	κυρώνω
κυρώνοντας	=	κυρώνω
κυρώνουμε	=	κυρώνω
κυρώνουν	=	κυρώνω
κυρώνουνε	=	κυρώνω
κυρώνω	verb	καθιστώ κάτι νομικά έγκυρο, του προσδίδω εγκυρότητα και ισχύ
κυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσαν	=	κυρώνω
κυρώσανε	=	κυρώνω
κυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύρωση
κυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κύρωση
κυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κύρωση
κυρώσομε	=	κυρώνω
κυρώσου	=	κυρώνω
κυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσουνε	=	κυρώνω
κυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κυσεα	abbrev	ανώτατο κυβερνητικό συμβούλιο (προφέρεται κυσέα)
κυστίδια	=	κυστίδιο
κυστίδιο	noun	μικρή κύστη
κυστίδιου	=	κυστίδιο
κυστίδιων	=	κυστίδιο
κυστίνες	=	κυστίνη
κυστίνη	noun	άλλη μορφή του κυστεΐνη
κυστίνης	=	κυστίνη
κυστίτιδα	noun	φλεγμονή μιας κύστης, συνήθως της ουροδόχου
κυστίτιδας	=	κυστίτιδα
κυστίτιδες	=	κυστίτιδα
κυστίτιδων	=	κυστίτιδα
κυστεΐνες	=	κυστεΐνη
κυστεΐνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
κυστεΐνης	=	κυστεΐνη
κυστεκτομές	=	κυστεκτομή
κυστεκτομή	noun	η αφαίρεση κύστης με χειρουργική επέμβαση
κυστεκτομής	=	κυστεκτομή
κυστεκτομών	=	κυστεκτομή
κυστεογραφία	noun	ειδική εξέταση της ουροδόχου κύστεως και γενικά του ουροποιητικού είτε με ακτίνες Χ (ακτινοσκόπηση) είτε με μαγνητική τομογραφία, χορηγώντας συνήθως στον εξεταζόμενο πριν από την εξέταση σκιαγραφικό υλικό
κυστεογραφίας	=	κυστεογραφία
κυστεογραφίες	=	κυστεογραφία
κυστεογραφιών	=	κυστεογραφία
κυστεοκήλες	=	κυστεοκήλη
κυστεοκήλη	noun	η χαλάρωση του πρόσθιου τοιχώματος του γυναικείου κόλπου
κυστεοκήλης	=	κυστεοκήλη
κυστεοκολπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυστεοκολπικό
κυστεοκολπικέ	adj	κλητική ενικού του κυστεοκολπικός
κυστεοκολπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυστεοκολπική
κυστεοκολπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυστεοκολπικός
κυστεοκολπικής	adj	γενική ενικού του κυστεοκολπική
κυστεοκολπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυστεοκολπικός
κυστεοκολπικού	adj	γενική ενικού του κυστεοκολπικός
κυστεοκολπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυστεοκολπικός
κυστεοκολπικό	adj	αιτιατική ενικού του κυστεοκολπικός
κυστεοκολπικός	adj	που έχει σχέση με την (ουροδόχο) κύστη και τον κόλπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
κυστεοκολπικών	adj	γενική πληθυντικού του κυστεοκολπικός
κυστεολιθοτριψία	noun	επέμβαση με τη βοήθεια κυστεοσκοπίου για την αντιμετώπιση των λίθων της ουροδόχου κύστης
κυστεολιθοτριψίας	=	κυστεολιθοτριψία
κυστεολιθοτριψίες	=	κυστεολιθοτριψία
κυστεολιθοτριψιών	=	κυστεολιθοτριψία
κυστεοορθοκήλες	=	κυστεοορθοκήλη
κυστεοορθοκήλη	noun	η πρόπτωση της ουροδόχου κύστης και του ορθού
κυστεοορθοκήλης	=	κυστεοορθοκήλη
κυστεοπροστατεκτομές	=	κυστεοπροστατεκτομή
κυστεοπροστατεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση της ουροδόχου κύστεως και του προστάτη
κυστεοπροστατεκτομής	=	κυστεοπροστατεκτομή
κυστεοπροστατεκτομών	=	κυστεοπροστατεκτομή
κυστεοσκοπήσεις	=	κυστεοσκόπηση
κυστεοσκοπήσεων	=	κυστεοσκόπηση
κυστεοσκοπίου	=	κυστεοσκόπιο
κυστεοσκοπίων	=	κυστεοσκόπιο
κυστεοσκόπηση	noun	εξέταση της (ουροδόχου ή άλλης) κύστης
κυστεοσκόπησης	=	κυστεοσκόπηση
κυστεοσκόπια	=	κυστεοσκόπιο
κυστεοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο ο γιατρός εξετάζει την ουροδόχο κύστη ή άλλες κύστεις
κυστεοσκόπιον	noun	κυστεοσκόπιο
κυστεοσκόπιου	=	κυστεοσκόπιο
κυστεοσκόπιων	=	κυστεοσκόπιο
κυστεοτομία	noun	χειρουργική τομή της ουροδόχου κύστεως (για αφαίρεση λίθων)
κυστεοτομίας	noun	γενική ενικού του κυστεοτομία
κυστεοτομίες	=	κυστεοτομία
κυστεοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του κυστεοτομία
κυστεουρητηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυστεουρητηρικό
κυστεουρητηρικέ	adj	κλητική ενικού του κυστεουρητηρικός
κυστεουρητηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυστεουρητηρική
κυστεουρητηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυστεουρητηρικός
κυστεουρητηρικής	adj	γενική ενικού του κυστεουρητηρική
κυστεουρητηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυστεουρητηρικός
κυστεουρητηρικού	adj	γενική ενικού του κυστεουρητηρικός
κυστεουρητηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυστεουρητηρικός
κυστεουρητηρικό	adj	αιτιατική ενικού του κυστεουρητηρικός
κυστεουρητηρικός	adj	που έχει σχέση με την ουροδόχο κύστη και τον ουρητήρα ή αναφέρεται σ’ αυτά
κυστεουρητηρικών	adj	γενική πληθυντικού του κυστεουρητηρικός
κυστεϊνών	=	κυστεΐνη
κυστιδίου	=	κυστίδιο
κυστιδίων	=	κυστίδιο
κυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυστικό
κυστικέ	adj	κλητική ενικού του κυστικός
κυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυστική
κυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυστικός
κυστικής	adj	γενική ενικού του κυστική
κυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυστικός
κυστικού	adj	γενική ενικού του κυστικός
κυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυστικός
κυστικό	adj	αιτιατική ενικού του κυστικός
κυστικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται σε μία κύστη
κυστικών	adj	γενική πληθυντικού του κυστικός
κυστινών	=	κυστίνη
κυστοειδές	=	κυστοειδής
κυστοειδή	=	κυστοειδής
κυστοειδής	adj	που μοιάζει με κύστη, που έχει τη μορφή κύστης
κυστοειδείς	=	κυστοειδής
κυστοειδούς	=	κυστοειδής
κυστοειδών	=	κυστοειδής
κυτ	abbrev	υποσταθμός μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος πριν τη διανομή του σε εγκαταστάσεις με χαμηλότερη τάση
κυτίο	noun	κουτί με καπάκι
κυτιοποιία	noun	η παρασκευή κουτιών
κυτιοποιίας	noun	γενική ενικού του κυτιοποιία
κυτιοποιίες	=	κυτιοποιία
κυτιοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του κυτιοποιία
κυτοβλάστες	=	κυτοβλάστη
κυτοβλάστη	noun	ο πυρήνας ενός κυττάρου
κυτοβλάστης	=	κυτοβλάστη
κυτοβλαστών	=	κυτοβλάστη
κυτοκίνες	=	κυτοκίνη
κυτοκίνη	noun	οποιαδήποτε από τις διάφορες μικρές ρυθμιστικές πρωτεΐνες που ρυθμίζουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος
κυτοκίνης	=	κυτοκίνη
κυτοκίνηση	noun	μέρος της διαίρεσης των κυττάρων, στη διάρκεια της τελόφασης, που διαιρείται ο πυρήνας.
κυτοκίνησης	noun	γενική ενικού του κυτοκίνηση
κυτοκινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτοκίνηση
κυτοκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυτοκίνηση
κυτοκινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυτοκίνηση
κυτοκινίνες	=	κυτοκινίνη
κυτοκινίνη	noun	(βοτανική): φυτική ορμόνη που προάγει τη διαίρεση των κυττάρων, καθώς και τη διόγκωσή τους κυρίως στους σπόρους και τους καρπούς.
κυτοκινίνης	=	κυτοκινίνη
κυτοκινινών	=	κυτοκινίνη
κυτοκινών	=	κυτοκίνη
κυτολύσεις	=	κυτόλυση
κυτολύσεων	=	κυτόλυση
κυτοπλάσματα	=	κυτόπλασμα
κυτοπλάσματος	=	κυτόπλασμα
κυτοπλασμάτων	=	κυτόπλασμα
κυτοπλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτοπλασματικό
κυτοπλασματικέ	adj	κλητική ενικού του κυτοπλασματικός
κυτοπλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτοπλασματική
κυτοπλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυτοπλασματικός
κυτοπλασματικής	adj	γενική ενικού του κυτοπλασματική
κυτοπλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτοπλασματικός
κυτοπλασματικού	adj	γενική ενικού του κυτοπλασματικός
κυτοπλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυτοπλασματικός
κυτοπλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του κυτοπλασματικός
κυτοπλασματικός	adj	ο σχετικός με κυτόπλασμα.
κυτοπλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του κυτοπλασματικός
κυτοσίνες	=	κυτοσίνη
κυτοσίνη	noun	μία από τους τέσσερις τύπους αζωτούχου βάσης που βρίσκεται στο DNA, καθώς και στο RNA, με δομή απλού δακτυλίου της τάξης των πυραμιδινών.
κυτοσίνης	=	κυτοσίνη
κυτοσινών	=	κυτοσίνη
κυτοφυσιολογία	noun|rare	επιστημονικό πεδίο που ασχολείται με τη φυσιολογία του κυττάρου, η κυτταρική φυσιολογία
κυτοφυσιολογίας	noun	γενική ενικού του κυτοφυσιολογία
κυτοφυσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κυτοφυσιολογία
κυτοχρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κυτόχρωμα
κυτοχρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτόχρωμα
κυτοχρώματος	noun	γενική ενικού του κυτόχρωμα
κυττάζαμε	=	κυττάζω
κυττάζαν	=	κυττάζω
κυττάζανε	=	κυττάζω
κυττάζατε	=	κυττάζω
κυττάζει	=	κυττάζω
κυττάζεις	=	κυττάζω
κυττάζετε	=	κυττάζω
κυττάζοντας	=	κυττάζω
κυττάζουμε	=	κυττάζω
κυττάζουν	=	κυττάζω
κυττάζουνε	=	κυττάζω
κυττάζω	verb|dated	παλιότερη γραφή του κοιτάζω
κυττάξαμε	=	κυττάζω
κυττάξαν	=	κυττάζω
κυττάξανε	=	κυττάζω
κυττάξατε	=	κυττάζω
κυττάξει	=	κυττάζω
κυττάξτε	=	κυττάζω
κυττάρου	noun	γενική ενικού του κύτταρο
κυττάρων	noun	γενική πληθυντικού του κύτταρο
κυτταρίνες	=	κυτταρίνη
κυτταρίνεσ	=	κυτταρίνη
κυτταρίνη	noun	μακρομόριο γλυκόζης, το βασικό συστατικό στο κυτταρικό τοίχωμα των φυτικών κυττάρων
κυτταρίνης	=	κυτταρίνη
κυτταρίτιδα	noun	τοπογραφική τροποποίηση κατά την οποία το δέρμα παίρνει μια όψη «φλούδας πορτοκαλιού»
κυτταρίτιδας	=	κυτταρίτιδα
κυτταρίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρίτιδα
κυτταρίτιδων	=	κυτταρίτιδα
κυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρικό
κυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του κυτταρικός
κυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρική
κυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυτταρικός
κυτταρικής	adj	γενική ενικού του κυτταρική
κυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτταρικός
κυτταρικού	adj	γενική ενικού του κυτταρικός
κυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυτταρικός
κυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του κυτταρικός
κυτταρικός	adj	που έχει σχέση με το κύτταρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
κυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του κυτταρικός
κυτταρινάσες	=	κυτταρινάση
κυτταρινάση	noun	ένζυμο το οποίο παράγεται μέσω αποσύνθεσης κυτταρίνης σε συστατικά από βακτηρίδια και μύκητες
κυτταρινάσης	=	κυτταρινάση
κυτταρινασών	=	κυτταρινάση
κυτταρινών	=	κυτταρίνη
κυτταροβλάστες	=	κυτταροβλάστη
κυτταροβλάστη	noun	ο πυρήνας ενός κυττάρου
κυτταροβλάστης	=	κυτταροβλάστη
κυτταροβλαστών	=	κυτταροβλάστη
κυτταρογένεση	noun	η γένεση / η δημιουργία νέων κυττάρων
κυτταρογένεσης	=	κυτταρογένεση
κυτταρογένεσις	noun	κυτταρογένεση
κυτταρογενέσεις	=	κυτταρογένεση
κυτταρογενέσεων	=	κυτταρογένεση
κυτταρογενετικά	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετικέ	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετικές	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετική	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά την κληρονομικότητα των κυττάρων και των χρωμοσωμάτων τους
κυτταρογενετικής	=	κυτταρογενετική
κυτταρογενετικοί	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετικού	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετικούς	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετικό	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογενετικός	adj	που έχει σχέση με την κυτταρογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κυτταρογενετικών	=	κυτταρογενετικός
κυτταρογόνα	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνας	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνε	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνες	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνο	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνοι	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνος	adj	που παράγει κύτταρα
κυτταρογόνου	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνους	=	κυτταρογόνος
κυτταρογόνων	=	κυτταρογόνος
κυτταροειδές	=	κυτταροειδής
κυτταροειδή	=	κυτταροειδής
κυτταροειδής	adj	που είναι όμοιος με κύτταρο
κυτταροειδείς	=	κυτταροειδής
κυτταροειδούς	=	κυτταροειδής
κυτταροειδών	=	κυτταροειδής
κυτταροκαλλιέργεια	noun	η ανάπτυξη κυττάρων σε ελεγχόμενο περιβάλλον, όπως δοκιμαστικός σωλήνας ή κάποια συσκευή για ερευνητικούς σκοπούς
κυτταροκαλλιέργειας	=	κυτταροκαλλιέργεια
κυτταροκαλλιέργειες	=	κυτταροκαλλιέργεια
κυτταροκαλλιεργειών	=	κυτταροκαλλιέργεια
κυτταρολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τα κύτταρα
κυτταρολογίας	noun	γενική ενικού του κυτταρολογία
κυτταρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολογία
κυτταρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολογικό
κυτταρολογικέ	adj	κλητική ενικού του κυτταρολογικός
κυτταρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολογική
κυτταρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυτταρολογικός
κυτταρολογικής	adj	γενική ενικού του κυτταρολογική
κυτταρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολογικός
κυτταρολογικού	adj	γενική ενικού του κυτταρολογικός
κυτταρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυτταρολογικός
κυτταρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του κυτταρολογικός
κυτταρολογικός	adj	σχετικός με κυτταρολογία
κυτταρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του κυτταρολογικός
κυτταρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του κυτταρολογία
κυτταρολυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κυτταρόλυμα
κυτταρολυσία	noun	άλλη μορφή του κυτταρόλυση
κυτταρολυσίας	=	κυτταρολυσία
κυτταρολυσίες	=	κυτταρολυσία
κυτταρολυσιών	=	κυτταρολυσία
κυτταρολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολυτικό
κυτταρολυτικέ	adj	κλητική ενικού του κυτταρολυτικός
κυτταρολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολυτική
κυτταρολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυτταρολυτικός
κυτταρολυτικής	adj	γενική ενικού του κυτταρολυτική
κυτταρολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτταρολυτικός
κυτταρολυτικού	adj	γενική ενικού του κυτταρολυτικός
κυτταρολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυτταρολυτικός
κυτταρολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του κυτταρολυτικός
κυτταρολυτικός	adj	που έχει σχέση με την κυτταρόλυση ή αναφέρεται σ’ αυτή
κυτταρολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του κυτταρολυτικός
κυτταρολόγε	=	κυτταρολόγος
κυτταρολόγο	=	κυτταρολόγος
κυτταρολόγοι	=	κυτταρολόγος
κυτταρολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην κυτταρολογία
κυτταρολόγου	=	κυτταρολόγος
κυτταρολόγους	=	κυτταρολόγος
κυτταρολόγων	=	κυτταρολόγος
κυτταρολύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρόλυμα
κυτταρολύματος	noun	γενική ενικού του κυτταρόλυμα
κυτταρολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρόλυση
κυτταρολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυτταρόλυση
κυτταρολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυτταρόλυση
κυτταρομεγαλοϊέ	=	κυτταρομεγαλοϊός
κυτταρομεγαλοϊοί	=	κυτταρομεγαλοϊός
κυτταρομεγαλοϊού	=	κυτταρομεγαλοϊός
κυτταρομεγαλοϊούς	=	κυτταρομεγαλοϊός
κυτταρομεγαλοϊό	=	κυτταρομεγαλοϊός
κυτταρομεγαλοϊός	noun	οποιοσδήποτε από διάφορους ιούς του έρπητα, οι οποίοι μολύνουν τους σιελογόνους αδένες ορισμένων πρωτευόντων θηλαστικών, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου
κυτταρομεγαλοϊών	=	κυτταρομεγαλοϊός
κυτταρομετρία	noun	η μέτρηση των κυττάρων καθώς και των συστατικών τους ή διαφόρων παραμέτρων που τα αφορούν για ιατρικούς, διαγνωστικούς, θεραπευτικούς και ερευνητικούς λόγους
κυτταρομετρίας	=	κυτταρομετρία
κυτταρομετρίες	=	κυτταρομετρία
κυτταρομετριών	=	κυτταρομετρία
κυτταροπλάσματα	=	κυτταρόπλασμα
κυτταροπλάσματος	noun	γενική ενικού του κυτταρόπλασμα
κυτταροπλασμάτων	=	κυτταρόπλασμα
κυτταροπλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταροπλασματικό
κυτταροπλασματικέ	adj	κλητική ενικού του κυτταροπλασματικός
κυτταροπλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταροπλασματική
κυτταροπλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυτταροπλασματικός
κυτταροπλασματικής	adj	γενική ενικού του κυτταροπλασματική
κυτταροπλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτταροπλασματικός
κυτταροπλασματικού	adj	γενική ενικού του κυτταροπλασματικός
κυτταροπλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυτταροπλασματικός
κυτταροπλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του κυτταροπλασματικός
κυτταροπλασματικός	adj	που έχει σχέση με το κυτταρόπλασμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
κυτταροπλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του κυτταροπλασματικός
κυτταροπροστατευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταροπροστατευτικό, ουδέτερο του κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικέ	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικές	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτική	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικής	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικοί	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικού	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικούς	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικό	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροπροστατευτικός	adj	που παρέχει προστασία σε ορισμένα κύτταρα, συνήθως αναστέλλοντας κάποιες παράλληλες λειτουργίες
κυτταροπροστατευτικών	=	κυτταροπροστατευτικός
κυτταροσκελετέ	noun	κλητική ενικού του κυτταροσκελετός
κυτταροσκελετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτταροσκελετός
κυτταροσκελετού	noun	γενική ενικού του κυτταροσκελετός
κυτταροσκελετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του κυτταροσκελετός
κυτταροσκελετό	noun	αιτιατική ενικού του κυτταροσκελετός
κυτταροσκελετός	noun	το σύνολο μικροσωληναρίων και μικρονηματίων στο κυτόπλασμα των κυττάρων που υπό μορφή δικτύου είναι αυτό που δίνει στο κύτταρο την χαρακτηριστική μορφή του.
κυτταροσκελετών	noun	γενική πληθυντικού του κυτταροσκελετός
κυτταροστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταροστατικό
κυτταροστατικέ	adj	κλητική ενικού του κυτταροστατικός
κυτταροστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταροστατική
κυτταροστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυτταροστατικός
κυτταροστατικής	adj	γενική ενικού του κυτταροστατική
κυτταροστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυτταροστατικός
κυτταροστατικού	adj	γενική ενικού του κυτταροστατικός
κυτταροστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυτταροστατικός
κυτταροστατικό	adj	αιτιατική ενικού του κυτταροστατικός
κυτταροστατικός	adj	που αναστέλλει την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων
κυτταροστατικών	adj	γενική πληθυντικού του κυτταροστατικός
κυτταροστομάτων	noun	γενική πληθυντικού του κυτταρόστομα
κυτταροστόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταρόστομα
κυτταροστόματος	noun	γενική ενικού του κυτταρόστομα
κυτταροταξινομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυτταροταξινόμηση
κυτταροταξινομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κυτταροταξινόμηση
κυτταροταξινομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κυτταροταξινόμηση
κυτταροταξινόμηση	noun	η μέθοδος ταξινόμησης που επιχειρείται με βάση τα χαρακτηριστικά των χρωμοσωμάτων.
κυτταροταξινόμησης	noun	γενική ενικού του κυτταροταξινόμηση
κυτταροτοξίνες	=	κυτταροτοξίνη
κυτταροτοξίνη	noun	τοξική ουσία ικανή να βλάψει ή να καταστρέψει τα κύτταρα
κυτταροτοξίνης	=	κυτταροτοξίνη
κυτταροτοξινών	=	κυτταροτοξίνη
κυτταρωδών	=	κυτταρώδης
κυτταρόλυμα	noun	το διαλυτό μέρος του κυτοπλάσματος που δεν είναι ιξώδες, περιλαμβανομένων και των διαλυμένων ουσιών.
κυτταρόλυση	noun	η παθολογική διάσπαση της κυτταρικής μεμβράνης και η διάλυση των κυττάρων
κυτταρόλυσης	noun	γενική ενικού του κυτταρόλυση
κυτταρόπλασμα	noun	το βασικό συστατικό που καλύπτει το εσωτερικό του κυττάρου εκτός από τον πυρήνα
κυτταρόστομα	noun	άνοιγμα του κυττάρου που μοιάζει με στόμα, που διαθέτουν πολλοί μονοκύτταροι οργανισμοί.
κυτταρώδεις	=	κυτταρώδης
κυτταρώδες	=	κυτταρώδης
κυτταρώδη	=	κυτταρώδης
κυτταρώδης	adj	που είναι γεμάτος με κύτταρα ή αποτελείται από κύτταρα
κυτταρώδους	=	κυτταρώδης
κυτταρῖτις	noun	κυτταρίτιδα
κυττοκίνες	=	κυττοκίνη
κυττοκίνη	noun	καθεμιά από την ομάδα γλυκοπρωτεϊνών που ρυθμίζουν άνοσες και φλεγμονώδεις αντιδράσεις, ενώ ρυθμίζουν και την αιμοποίηση
κυττοκίνης	=	κυττοκίνη
κυττοκινών	=	κυττοκίνη
κυτόλυση	noun	άλλη μορφή του κυτταρόλυση
κυτόλυσης	=	κυτόλυση
κυτόπλασμα	noun	το βασικό συστατικό που καλύπτει το εσωτερικό του κυττάρου εκτός από τον πυρήνα.
κυτόχρωμα	noun	χρωστική ουσία πρωτεΐνης που περιέχει σίδηρο, συμβάλλοντας σε οξείδωση.
κυτών	=	κύτος
κυφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυφός	adv	με κυφό τρόπο, με κύφωση / κυφότητα
κυφέ	adj	κλητική ενικού του κυφός
κυφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυφή
κυφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυφός
κυφής	adj	γενική ενικού του κυφή
κυφη	=	κυφός
κυφο	=	κυφός
κυφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυφός
κυφοπλαστικές	=	κυφοπλαστική
κυφοπλαστική	noun	μικροεπεμβατική μέθοδος για την αντιμετώπιση της κύφωσης ή καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης
κυφοπλαστικής	=	κυφοπλαστική
κυφοπλαστικών	=	κυφοπλαστική
κυφού	adj	γενική ενικού του κυφός
κυφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυφός
κυφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυφωτικό
κυφωτικέ	adj	κλητική ενικού του κυφωτικός
κυφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυφωτική
κυφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυφωτικός
κυφωτικής	adj	γενική ενικού του κυφωτική
κυφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κυφωτικός
κυφωτικού	adj	γενική ενικού του κυφωτικός
κυφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κυφωτικός
κυφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του κυφωτικός
κυφωτικός	adj	που έχει σχέση με κύφωση / κυφότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή
κυφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του κυφωτικός
κυφό	adj	αιτιατική ενικού του κυφός
κυφός	adj	που πάσχει από κύφωση
κυφότητα	noun|rare	άλλη μορφή του κύφωση
κυφών	adj	γενική πληθυντικού του κυφός
κυφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύφωση
κυφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του κύφωση
κυφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του κύφωση
κυψέλες	=	κυψέλη
κυψέλη	noun	κατασκευή που χρησιμεύει ως κατοικία ενός σμήνους μελισσών
κυψέλης	=	κυψέλη
κυψελίδα	noun	το «κερί» που εκκρίνεται από αδένες του αφτιού
κυψελίδας	=	κυψελίδα
κυψελίδες	=	κυψελίδα
κυψελίδων	=	κυψελίδα
κυψελιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Κυψέλη
κυψελιώτικα	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικε	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικες	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικη	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικης	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικο	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικοι	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικος	adj	ο σχετικός με την Κυψέλη ή τους κατοίκους της
κυψελιώτικου	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικους	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτικων	=	κυψελιώτικος
κυψελιώτισσα	=	κυψελιώτης
κυψελοειδές	=	κυψελοειδής
κυψελοειδή	=	κυψελοειδής
κυψελοειδής	adj	που μοιάζει με κυψέλη, που έχει παρόμοιο σχήμα
κυψελοειδείς	=	κυψελοειδής
κυψελοειδούς	=	κυψελοειδής
κυψελοειδών	=	κυψελοειδής
κυψελωδών	=	κυψελώδης
κυψελωτά	=	κυψελωτός
κυψελωτέ	=	κυψελωτός
κυψελωτές	=	κυψελωτός
κυψελωτή	=	κυψελωτός
κυψελωτής	=	κυψελωτός
κυψελωτοί	=	κυψελωτός
κυψελωτού	=	κυψελωτός
κυψελωτούς	=	κυψελωτός
κυψελωτό	=	κυψελωτός
κυψελωτός	adj	που μοιάζει με κυψέλη, που έχει παρόμοιο σχήμα
κυψελωτών	=	κυψελωτός
κυψελώδεις	=	κυψελώδης
κυψελώδες	=	κυψελώδης
κυψελώδη	=	κυψελώδης
κυψελώδης	adj	που μοιάζει με κυψέλη, που έχει παρόμοιο σχήμα
κυψελώδους	=	κυψελώδης
κυψελών	=	κυψέλη
κφόγουρνα	=	κφόγουρνο
κφόγουρνο	noun	κουφογούρουνο
κφόγουρνου	=	κφόγουρνο
κφόγουρνων	=	κφόγουρνο
κψα	abbrev	Κέντρο Ψυχαγωγίας Αξιωματικών
κψμ	abbrev|slang	χώρος που προορίζεται για την ψυχαγωγία των στρατιωτών.
κω	particle	ιωνικός τύπος του πω· ακόμα, μέχρι αυτήν την στιγμή
κωβιέ	=	κωβιός
κωβιοί	=	κωβιός
κωβιού	=	κωβιός
κωβιούς	=	κωβιός
κωβιό	=	κωβιός
κωβιός	noun	άλλη μορφή του γωβιός
κωβιών	=	κωβιός
κωδίκελε	=	κωδίκελος
κωδίκελλε	noun	κλητική ενικού του κωδίκελλος
κωδίκελλο	noun	αιτιατική ενικού του κωδίκελλος
κωδίκελλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωδίκελλος
κωδίκελλος	noun	τροποποιητικό συνθήκης
κωδίκελλου	noun	γενική ενικού του κωδίκελλος
κωδίκελλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κωδίκελλος
κωδίκελλων	noun	γενική πληθυντικού του κωδίκελλος
κωδίκελο	=	κωδίκελος
κωδίκελοι	=	κωδίκελος
κωδίκελος	noun	άλλη γραφή του κωδίκελλος
κωδίκελου	=	κωδίκελος
κωδίκελους	=	κωδίκελος
κωδίκελων	=	κωδίκελος
κωδίκευση	noun	η κωδικοποίηση
κωδίκευσης	noun	γενική ενικού του κωδίκευση
κωδίκων	=	κώδικας
κωδεΐνες	=	κωδεΐνη
κωδεΐνη	noun	ναρκωτική ουσία, παράγωγο του οπίου, που ανήκει στα αλκαλοειδή· χρησιμοποιείται και ως αναλγητικό, υπνωτικό και αντιβηχικό
κωδεΐνης	noun	γενική ενικού του κωδεΐνη
κωδεϊνών	=	κωδεΐνη
κωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδικό
κωδικέ	adj	κλητική ενικού του κωδικός
κωδικέλλου	noun	γενική ενικού του κωδίκελλος
κωδικέλλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κωδίκελλος
κωδικέλλων	noun	γενική πληθυντικού του κωδίκελλος
κωδικέλου	=	κωδίκελος
κωδικέλους	=	κωδίκελος
κωδικέλων	=	κωδίκελος
κωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδική
κωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωδικός
κωδικής	adj	γενική ενικού του κωδική
κωδικεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδίκευση
κωδικεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του κωδίκευση
κωδικεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του κωδίκευση
κωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωδικός
κωδικογράφε	=	κωδικογράφος
κωδικογράφηση	noun	η δουλειά του κωδικογράφου
κωδικογράφησης	=	κωδικογράφηση
κωδικογράφο	=	κωδικογράφος
κωδικογράφοι	=	κωδικογράφος
κωδικογράφος	noun	που αντιγράφει παλαιότερους κώδικες ή χειρόγραφα, προκειμένου να διασωθούν τα κείμενα
κωδικογράφου	=	κωδικογράφος
κωδικογράφους	=	κωδικογράφος
κωδικογράφων	=	κωδικογράφος
κωδικογραφήσεις	=	κωδικογράφηση
κωδικογραφήσεων	=	κωδικογράφηση
κωδικογραφία	noun	άλλη μορφή του κωδικογράφηση
κωδικογραφίας	=	κωδικογραφία
κωδικογραφίες	=	κωδικογραφία
κωδικογραφικά	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικέ	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικές	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφική	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικής	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικοί	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικού	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικούς	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικό	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφικός	adj	που έχει σχέση με κωδικογράφο ή κωδικογράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
κωδικογραφικών	=	κωδικογραφικός
κωδικογραφιών	=	κωδικογραφία
κωδικολογίου	=	κωδικολόγιο
κωδικολογίων	=	κωδικολόγιο
κωδικολόγια	=	κωδικολόγιο
κωδικολόγιο	noun	κατάλογος με κωδικούς
κωδικολόγιου	=	κωδικολόγιο
κωδικολόγιων	=	κωδικολόγιο
κωδικονίου	=	κωδικόνιο
κωδικονίων	=	κωδικόνιο
κωδικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποίηση	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του κωδικοποιώ, η μετατροπή κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι πιο ταξινομημένα (με την έννοια της τακτοποίησης και της κατηγοριοποίησης)
κωδικοποίησης	noun	γενική ενικού του κωδικοποίηση
κωδικοποίησις	noun	η κωδικοποίηση
κωδικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδικοποίηση
κωδικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του κωδικοποίηση
κωδικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του κωδικοποίηση
κωδικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδικοποιημένο
κωδικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του κωδικοποιημένος
κωδικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδικοποιημένη
κωδικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωδικοποιημένος
κωδικοποιημένης	verb	γενική ενικού του κωδικοποιημένη
κωδικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του κωδικοποιημένος
κωδικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωδικοποιημένος
κωδικοποιημένος	verb	που έχει υποστεί μια κωδικοποίηση
κωδικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωδικοποιημένος
κωδικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κωδικοποιημένος
κωδικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωδικοποιημένος
κωδικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κωδικοποιώ
κωδικοσελίδα	noun	κωδικοποίηση για σύνολα χαρακτήρων (character set) σε συγκεκριμένες γλώσσες, όπως το cp437 που είναι για το IBM PC, το cp737 για τα ελληνικά του DOS στα Windows, το cp875 για τα Τούρκικα, κλπ
κωδικοσελίδας	=	κωδικοσελίδα
κωδικοσελίδες	=	κωδικοσελίδα
κωδικοσελίδων	=	κωδικοσελίδα
κωδικού	adj	γενική ενικού του κωδικός
κωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωδικός
κωδικό	adj	αιτιατική ενικού του κωδικός
κωδικόνια	=	κωδικόνιο
κωδικόνιο	noun	μια αλληλουχία τριών νουκλεοτιδίων RNA που αντιστοιχούν σε ένα αμινοξύhttps://web.archive.org/web/20170402184713/https://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK22358/
κωδικόνιου	=	κωδικόνιο
κωδικός	noun	εν συντομία ο κωδικός πρόσβασης	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στον κώδικα
κωδικών	adj	γενική πληθυντικού του κωδικός
κωδωνίζαμε	=	κωδωνίζω
κωδωνίζαν	=	κωδωνίζω
κωδωνίζανε	=	κωδωνίζω
κωδωνίζατε	=	κωδωνίζω
κωδωνίζει	=	κωδωνίζω
κωδωνίζεις	=	κωδωνίζω
κωδωνίζετε	=	κωδωνίζω
κωδωνίζοντας	=	κωδωνίζω
κωδωνίζουμε	=	κωδωνίζω
κωδωνίζουν	=	κωδωνίζω
κωδωνίζουνε	=	κωδωνίζω
κωδωνίζω	verb|formal	άλλη μορφή του κουδουνίζω
κωδωνίσαμε	=	κωδωνίζω
κωδωνίσαν	=	κωδωνίζω
κωδωνίσανε	=	κωδωνίζω
κωδωνίσατε	=	κωδωνίζω
κωδωνίσει	=	κωδωνίζω
κωδωνίσκο	=	κωδωνίσκος
κωδωνίσκοι	=	κωδωνίσκος
κωδωνίσκος	noun|formal	το κουδουνάκι
κωδωνίσκου	=	κωδωνίσκος
κωδωνίσκους	=	κωδωνίσκος
κωδωνίσκων	=	κωδωνίσκος
κωδωνίστε	=	κωδωνίζω
κωδωνανθέ	=	κωδωνανθός
κωδωνανθοί	=	κωδωνανθός
κωδωνανθού	=	κωδωνανθός
κωδωνανθούς	=	κωδωνανθός
κωδωνανθό	=	κωδωνανθός
κωδωνανθός	noun|formal	η καμπανούλα
κωδωνανθών	=	κωδωνανθός
κωδωνισμέ	=	κωδωνισμός
κωδωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδωνισμένο
κωδωνισμένε	verb	κλητική ενικού του κωδωνισμένος
κωδωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδωνισμένη
κωδωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωδωνισμένος
κωδωνισμένης	verb	γενική ενικού του κωδωνισμένη
κωδωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του κωδωνισμένος
κωδωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωδωνισμένος
κωδωνισμένος	verb	που έχει κωδωνιστεί
κωδωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωδωνισμένος
κωδωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κωδωνισμένος
κωδωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωδωνισμένος
κωδωνισμοί	=	κωδωνισμός
κωδωνισμού	=	κωδωνισμός
κωδωνισμούς	=	κωδωνισμός
κωδωνισμό	=	κωδωνισμός
κωδωνισμός	noun|formal	άλλη μορφή του κουδούνισμα
κωδωνισμών	=	κωδωνισμός
κωδωνοειδές	=	κωδωνοειδής
κωδωνοειδή	=	κωδωνοειδής
κωδωνοειδής	adj	που έχει το σχήμα κώδωνος / καμπάνας
κωδωνοειδείς	=	κωδωνοειδής
κωδωνοειδούς	=	κωδωνοειδής
κωδωνοειδών	=	κωδωνοειδής
κωδωνοκρουσία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κωδωνοκρούω
κωδωνοκρουσίας	noun	γενική ενικού του κωδωνοκρουσία
κωδωνοκρουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδωνοκρουσία
κωδωνοκρουσιών	noun	γενική πληθυντικού του κωδωνοκρουσία
κωδωνοκρουστριών	noun	γενική πληθυντικού του κωδωνοκρούστρια
κωδωνοκρουστών	=	κωδωνοκρούστης
κωδωνοκρούστες	=	κωδωνοκρούστης
κωδωνοκρούστη	=	κωδωνοκρούστης
κωδωνοκρούστης	noun	αυτός που κρούει, που χτυπάει την καμπάνα
κωδωνοκρούστρια	noun	θηλυκό του κωδωνοκρούστης
κωδωνοκρούστριας	noun	γενική ενικού του κωδωνοκρούστρια
κωδωνοκρούστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδωνοκρούστρια
κωδωνοκρούω	verb|formal	κρούω τον κώδωνα, χτυπάω την καμπάνα
κωδωνοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωδωνοστάσιο
κωδωνοστάσιο	noun	ο χώρος που είναι τοποθετημένες οι καμπάνες στο καμπαναριό
κωδωνοστάσιον	noun	κωδωνοστάσιο
κωδωνοστάσιου	=	κωδωνοστάσιο
κωδωνοστασίου	noun	γενική ενικού του κωδωνοστάσιο
κωδωνοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του κωδωνοστάσιο
κωδόνιο	noun	το κωδικόνιο
κωδώνιζα	=	κωδωνίζω
κωδώνιζαν	=	κωδωνίζω
κωδώνιζε	=	κωδωνίζω
κωδώνιζες	=	κωδωνίζω
κωδώνιον	=	κουδούνι
κωδώνισα	=	κωδωνίζω
κωδώνισαν	=	κωδωνίζω
κωδώνισε	=	κωδωνίζω
κωδώνισες	=	κωδωνίζω
κωδώνων	=	κώδωνας
κωθωνιού	=	κωθώνι
κωθωνιών	=	κωθώνι
κωθώνι	noun	ανόητος, βλάκας
κωθώνια	=	κωθώνι
κωκ	noun	άλλη μορφή του κοκ
κωλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλάδικο
κωλάδικο	noun|slang	το νυχτερινό κέντρο όπου παίζουν μπουζούκια για τον καλό κόσμο
κωλάδικου	noun	γενική ενικού του κωλάδικο
κωλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του κωλάδικο
κωλάκι	noun	μικρός κώλος
κωλάκια	=	κωλάκι
κωλάντερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλάντερο
κωλάντερο	noun|vulgar	το τελευταίο μέρος του παχέος εντέρου
κωλάντερου	noun	γενική ενικού του κωλάντερο
κωλάντερων	noun	γενική πληθυντικού του κωλάντερο
κωλάρα	noun	μεγάλος κώλος
κωλάρας	noun	γενική ενικού του κωλάρα
κωλάρες	=	κωλάρα
κωλαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κωλαράς
κωλαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλαράς
κωλαράδων	noun	γενική πληθυντικού του κωλαράς
κωλαράκι	noun	μικρός κώλος, (ενίοτε) σφριγηλός
κωλαράκια	=	κωλαράκι
κωλαράκο	=	κωλαράκος
κωλαράκοι	=	κωλαράκος
κωλαράκος	noun	υποκοριστικό του κώλος
κωλαράκου	=	κωλαράκος
κωλαράκους	=	κωλαράκος
κωλαράκων	=	κωλαράκος
κωλαράς	noun	που έχει μεγάλο κώλο
κωλαρού	noun	αυτή που έχει μεγάλο κώλο
κωλαρούδες	=	κωλαρού
κωλαρούδων	=	κωλαρού
κωλαρούς	=	κωλαρού
κωλικέ	=	κωλικός
κωλικοί	=	κωλικός
κωλικού	=	κωλικός
κωλικούς	=	κωλικός
κωλικό	=	κωλικός
κωλικόπονε	=	κωλικόπονος
κωλικόπονο	=	κωλικόπονος
κωλικόπονοι	=	κωλικόπονος
κωλικόπονος	noun	άλλη μορφή του κολικόπονος
κωλικόπονου	=	κωλικόπονος
κωλικόπονους	=	κωλικόπονος
κωλικόπονων	=	κωλικόπονος
κωλικός	noun	άλλη μορφή του κολικός
κωλικών	=	κωλικός
κωλοέλληνα	=	κωλοέλληνας
κωλοέλληνας	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός Έλληνα
κωλοέλληνες	=	κωλοέλληνας
κωλοβάρα	=	κωλοβαράω
κωλοβάραγε	=	κωλοβαράω
κωλοβάρδουλα	noun	κυριολεκτικά, η περιφέρεια της κωλοτρυπίδας (σε ομοιότητα του ζαρωμένου δέρματος στα βάρδουλα των παπουτσιών)
κωλοβάρεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κωλοβαράω
κωλοβάρεσα	=	κωλοβαράω
κωλοβάρεσαν	=	κωλοβαράω
κωλοβάρεσε	=	κωλοβαράω
κωλοβάρεσες	=	κωλοβαράω
κωλοβαρά	=	κωλοβαράω
κωλοβαράει	=	κωλοβαράω
κωλοβαράμε	=	κωλοβαράω
κωλοβαράν	=	κωλοβαράω
κωλοβαράνε	=	κωλοβαράω
κωλοβαράς	=	κωλοβαράω
κωλοβαράτε	=	κωλοβαράω
κωλοβαράω	verb	τεμπελιάζω, είμαι αδρανής
κωλοβαρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοβάρεμα
κωλοβαρέματος	noun	γενική ενικού του κωλοβάρεμα
κωλοβαρέσαμε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρέσαν	=	κωλοβαράω
κωλοβαρέσανε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρέσατε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρέσει	=	κωλοβαράω
κωλοβαρέστε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κωλοβάρεμα
κωλοβαρούμε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούν	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούνε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσα	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσαμε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσαν	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσανε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσατε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσε	=	κωλοβαράω
κωλοβαρούσες	=	κωλοβαράω
κωλοβαρώ	=	κωλοβαράω
κωλοβαρώντας	=	κωλοβαράω
κωλογλείφτες	=	κωλογλείφτης
κωλογλείφτη	=	κωλογλείφτης
κωλογλείφτης	noun|vulgar	ο γλείφτης, ο αισχρός κόλακας
κωλογλειφτών	=	κωλογλείφτης
κωλοδάχτυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοδάχτυλο
κωλοδάχτυλο	noun	δακτυλική εξέταση του πρωκτού
κωλοδάχτυλου	noun	γενική ενικού του κωλοδάχτυλο
κωλοδάχτυλων	noun	γενική πληθυντικού του κωλοδάχτυλο
κωλοελλήνων	=	κωλοέλληνας
κωλοελληνίδα	=	κωλοέλληνας
κωλοκάθισα	=	κωλοκάθομαι
κωλοκάθομαι	verb	κάθομαι με τον κώλο, όπως μετά από πέσιμο
κωλοκαθόμουνα	=	κωλοκάθομαι
κωλοκούκουρα	=	κωλοκούκουρο
κωλοκούκουρο	noun|vulgar	ο κόκκυγας
κωλοκούκουρου	=	κωλοκούκουρο
κωλοκούκουρων	=	κωλοκούκουρο
κωλομέρη	=	κωλομέρος
κωλομέρι	noun	ο γλουτός
κωλομέρια	=	κωλομέρι
κωλομέρος	noun	απαίσιος τόπος
κωλομέρους	=	κωλομέρος
κωλομεριού	=	κωλομέρι
κωλομεριών	=	κωλομέρι
κωλομερών	=	κωλομέρος
κωλομπαρά	noun	άλλη γραφή του κολομπαρά: γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κολομπαράς
κωλομπαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλομπαράς
κωλομπαράδων	noun	γενική πληθυντικού του κωλομπαράς
κωλομπαράς	noun	άλλη γραφή του κολομπαράς (παρετυμολογία)
κωλομυγών	noun	γενική πληθυντικού του κωλόμυγα
κωλονουριού	=	κωλονούρι
κωλονουριών	=	κωλονούρι
κωλονούρι	noun|vulgar	ο κόκκυγας
κωλονούρια	=	κωλονούρι
κωλοπαίδι	=	κωλόπαιδο
κωλοπαιδαράς	=	κωλόπαιδο
κωλοπετσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοπετσωμένο
κωλοπετσωμένε	verb	κλητική ενικού του κωλοπετσωμένος
κωλοπετσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοπετσωμένη
κωλοπετσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωλοπετσωμένος
κωλοπετσωμένης	verb	γενική ενικού του κωλοπετσωμένη
κωλοπετσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κωλοπετσωμένος
κωλοπετσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωλοπετσωμένος
κωλοπετσωμένος	verb	έμπειρος απ' την ζωή και ικανός / έξυπνος που πετυχαίνει τις επιδιώξεις του
κωλοπετσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωλοπετσωμένος
κωλοπετσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κωλοπετσωμένος
κωλοπετσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωλοπετσωμένος
κωλοπιλάλα	noun|vulgar	έντονη ανάγκη για αφόδευση
κωλοπιλάλας	noun	γενική ενικού του κωλοπιλάλα
κωλοπιλάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοπιλάλα
κωλοπλένη	=	κωλοπλένης
κωλοπλένηδες	=	κωλοπλένης
κωλοπλένηδων	=	κωλοπλένης
κωλοπλένης	noun	παρατσούκλι με το οποίο αποκαλούσαν οι Αργίτες τους Ναυπλιώτες
κωλοπράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόπραμα
κωλοπράματος	noun	γενική ενικού του κωλόπραμα
κωλοπραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κωλόπραμα
κωλοσκάμπιλο	noun	σκαμπίλι στον κώλο
κωλοσουρτών	=	κωλοσούρτης
κωλοσούρτες	=	κωλοσούρτης
κωλοσούρτη	=	κωλοσούρτης
κωλοσούρτης	noun	παρωνύμιο του τραμ της Αθήνας κατά τον 19ο και 20ό αιώνα
κωλοσούσα	noun|vulgar	σουσουράδα
κωλοσούσας	noun	γενική ενικού του κωλοσούσα
κωλοσούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοσούσα
κωλοσφουγγιού	=	κωλοσφούγγι
κωλοσφουγγιών	=	κωλοσφούγγι
κωλοσφούγγι	noun|vulgar	το χαρτί υγείας
κωλοσφούγγια	=	κωλοσφούγγι
κωλοτούμπα	noun	τούμπα η οποία πραγματοποιείται με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω
κωλοτούμπας	=	κωλοτούμπα
κωλοτούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοτούμπας
κωλοτρίβομαι	verb	προκαλώ
κωλοτριχών	=	κωλότριχα
κωλοτρυπίδα	noun|vulgar	ο πρωκτός
κωλοτρυπίδας	=	κωλοτρυπίδα
κωλοτρυπίδες	=	κωλοτρυπίδα
κωλοτρυπίδων	=	κωλοτρυπίδα
κωλοτσέπη	=	κωλότσεπη
κωλοφάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοφάρα
κωλοφίλημα	noun|figurative	το γλείψιμο, η κολακεία προς ανώτερο που αποσκοπεί στο να αποσπάσει την εύνοιά τουhttps://el.wiktionary.org/wiki/γλείψιμο
κωλοφαρδία	noun	μεγάλη τύχη στην χαρτοπαιξία, στα ζάρια, στα τυχερά παιχνίδια
κωλοφαρδίας	noun	γενική ενικού του κωλοφαρδία
κωλοφαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοφαρδία
κωλοφαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του κωλοφαρδία
κωλοφιλήματα	=	κωλοφίλημα
κωλοφιλήματος	=	κωλοφίλημα
κωλοφιλημάτων	=	κωλοφίλημα
κωλοφυλλάδα	noun	εφημερίδα πολύ χαμηλού επιπέδου
κωλοφυλλάδας	=	κωλοφυλλάδα
κωλοφυλλάδες	=	κωλοφυλλάδα
κωλοφυλλάδων	=	κωλοφυλλάδα
κωλοφωτιά	noun	η πυγολαμπίδα
κωλοφωτιάς	noun	γενική ενικού του κωλοφωτιά
κωλοφωτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοφωτιά
κωλοφωτιών	=	κωλοφωτιά
κωλοχανεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλοχανείο
κωλοχανείο	noun	ένας χώρος που είναι εντελώς ανοργάνωτος ή έχει οργάνωση όμοια με αυτή ενός οίκου ανοχής
κωλοχανείου	noun	γενική ενικού του κωλοχανείο
κωλοχανείων	noun	γενική πληθυντικού του κωλοχανείο
κωλού	noun	αυτή που έχει μεγάλα οπίσθια
κωλούδες	=	κωλού
κωλούδων	=	κωλού
κωλούς	=	κωλού
κωλυθήκαμε	=	κωλύω
κωλυθήκαν	=	κωλύω
κωλυθήκανε	=	κωλύω
κωλυθήκατε	=	κωλύω
κωλυθεί	=	κωλύω
κωλυθείς	=	κωλύω
κωλυθείτε	=	κωλύω
κωλυθούμε	=	κωλύω
κωλυθώ	=	κωλύω
κωλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κώλυμα
κωλυσιέργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιέργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιέργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιέργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλυσιεργώ
κωλυσιεργία	noun	η ενέργεια του κωλυσιεργώ, η διαρκής παρεμβολή ή επίκληση εμποδίων, πραγματικών ή τεχνητών, σε μια διαδικασία με σκοπό αυτή να καθυστερήσει ή να μην ολοκληρωθεί
κωλυσιεργίας	noun	γενική ενικού του κωλυσιεργία
κωλυσιεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλυσιεργία
κωλυσιεργικά	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικέ	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικές	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργική	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικής	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικοί	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικού	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικούς	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικό	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργικός	adj|formal	που έχει σχέση με την κωλυσιεργία ή τον κωλυσιεργό ή αναφέρεται σ' αυτά
κωλυσιεργικών	=	κωλυσιεργικός
κωλυσιεργιών	noun	γενική πληθυντικού του κωλυσιεργία
κωλυσιεργός	adj	που είναι αιτία καθυστέρησης, κωλυσιεργίας
κωλυσιεργώ	verb	παρεμβάλλω σκόπιμα εμπόδια για προσωπικό όφελος και ταυτόχρονα καθυστερώ τη διεξαγωγή εργασιών ή διαδικασιών
κωλυσιπλοΐα	noun|dated	το εμπάργκο
κωλυσιπλοΐας	=	κωλυσιπλοΐα
κωλυσιπλοΐες	=	κωλυσιπλοΐα
κωλυσιπλοϊών	=	κωλυσιπλοΐα
κωλυόμασταν	=	κωλύω
κωλυόμαστε	=	κωλύω
κωλυόμεθα	=	κωλύω
κωλυόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλυόμενο
κωλυόμενε	verb	κλητική ενικού του κωλυόμενος
κωλυόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλυόμενη
κωλυόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωλυόμενος
κωλυόμενης	verb	γενική ενικού του κωλυόμενη
κωλυόμενο	verb	αιτιατική ενικού του κωλυόμενος
κωλυόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωλυόμενος
κωλυόμενος	verb	που κωλύεται, που παρεμποδίζεται να κάνει κάτι λόγω συνθηκών
κωλυόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωλυόμενος
κωλυόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κωλυόμενος
κωλυόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωλυόμενος
κωλυόντουσαν	=	κωλύω
κωλυόσασταν	=	κωλύω
κωλυόσαστε	=	κωλύω
κωλωμάτων	=	κώλωμα
κωλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλωμένο
κωλωμένε	verb	κλητική ενικού του κωλωμένος
κωλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλωμένη
κωλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωλωμένος
κωλωμένης	verb	γενική ενικού του κωλωμένη
κωλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του κωλωμένος
κωλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωλωμένος
κωλωμένος	verb	που έχει κωλώσει, που είναι προσηλωμένος σε κάτι
κωλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωλωμένος
κωλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του κωλωμένος
κωλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωλωμένος
κωλόγερε	=	κωλόγερος
κωλόγερο	=	κωλόγερος
κωλόγεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωλόγερος
κωλόγερος	noun	προσβλητικός χαρακτηρισμός απεχθούς, ανήθικου ή και ενοχλητικού ηλικιωμένου ανθρώπου
κωλόγερου	=	κωλόγερος
κωλόγερους	=	κωλόγερος
κωλόγερων	=	κωλόγερος
κωλόγρια	noun	ηλικιωμένη γυναίκα που χαρακτηρίζεται με προσβλητικό και χυδαίο τρόπο
κωλόγριας	=	κωλόγρια
κωλόγριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόγρια
κωλόκαιρε	=	κωλόκαιρος
κωλόκαιρο	=	κωλόκαιρος
κωλόκαιροι	=	κωλόκαιρος
κωλόκαιρος	noun	πολύ δυσάρεστος καιρός
κωλόκαιρου	=	κωλόκαιρος
κωλόκαιρους	=	κωλόκαιρος
κωλόκαιρων	=	κωλόκαιρος
κωλόμουνα	=	κωλόμουνο
κωλόμουνο	noun	αναφορά σε σεξουαλική επιθυμία ή πράξη που σχετίζεται με τον πρωκτό και το αιδοίο.
κωλόμουνου	=	κωλόμουνο
κωλόμουνων	=	κωλόμουνο
κωλόμπαρα	=	κωλόμπαρο
κωλόμπαρο	noun	κακής ποιότητας μπαρ
κωλόμπαρου	=	κωλόμπαρο
κωλόμπαρων	=	κωλόμπαρο
κωλόμυγα	noun	μια ενοχλητική μύγα
κωλόμυγας	noun	γενική ενικού του κωλόμυγα
κωλόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόμυγα
κωλόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόπαιδο
κωλόπαιδο	noun	παιδί ή νεαρός ή νεαρότερος από εμάς που χαρακτηρίζεται από κακή και συνήθως μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά
κωλόπαιδου	noun	γενική ενικού του κωλόπαιδο
κωλόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του κωλόπαιδο
κωλόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόπανο
κωλόπανο	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός για οποιοδήποτε κομμάτι πανί
κωλόπανου	noun	γενική ενικού του κωλόπανο
κωλόπανων	noun	γενική πληθυντικού του κωλόπανο
κωλόπονο	noun	αιτιατική ενικού του κωλόπονος
κωλόπραμα	noun|vulgar	άχρηστο, σκάρτο, χαλασμένο, μη αποδοτικό αντικείμενο που δεν κάνει όσα έπρεπε
κωλότριχα	noun	τρίχα στην περιοχή γύρω από τον πρωκτό
κωλότριχας	=	κωλότριχα
κωλότριχες	=	κωλότριχα
κωλότρυπας	noun	γενική ενικού του κωλότρυπα
κωλότρυπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλότρυπα
κωλότσεπες	=	κωλότσεπη
κωλότσεπη	noun	η τσέπη παντελονιού, και σπανιότερα φούστας, που βρίσκεται στο πίσω μέρος, στο ύψος του γοφού
κωλότσεπης	=	κωλότσεπη
κωλότσεπων	=	κωλότσεπη
κωλόφαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόφαρδο
κωλόφαρδε	adj	κλητική ενικού του κωλόφαρδος
κωλόφαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόφαρδη
κωλόφαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωλόφαρδος
κωλόφαρδης	adj	γενική ενικού του κωλόφαρδη
κωλόφαρδο	adj	αιτιατική ενικού του κωλόφαρδος
κωλόφαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωλόφαρδος
κωλόφαρδος	adj	που έχει υπερβολικά καλή τύχη, ιδίως σε τυχερά παιχνίδια ή όταν σώζεται από κίνδυνο
κωλόφαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωλόφαρδος
κωλόφαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωλόφαρδος
κωλόφαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωλόφαρδος
κωλόφαρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόφαρα
κωλόφατσα	noun	το άσχημο - δυσαρμονικό πρόσωπο
κωλόφατσας	=	κωλόφατσα
κωλόφατσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόφατσα
κωλόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωλόχαρτο
κωλόχαρτο	noun|vulgar	χαρτί υγείας
κωλόχαρτου	noun	γενική ενικού του κωλόχαρτο
κωλόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του κωλόχαρτο
κωλόχερο	noun	υβριστική αναφορά στο χέρι
κωλόχορτα	=	κωλόχορτο
κωλόχορτο	noun	απαξιωτική ή μειωτική αναφορά σε κάποιο χόρτο
κωλόχορτου	=	κωλόχορτο
κωλόχορτων	=	κωλόχορτο
κωλύαμε	=	κωλύω
κωλύαν	=	κωλύω
κωλύανε	=	κωλύω
κωλύατε	=	κωλύω
κωλύει	=	κωλύω
κωλύεις	=	κωλύω
κωλύεσαι	=	κωλύω
κωλύεσθε	=	κωλύω
κωλύεστε	=	κωλύω
κωλύεται	=	κωλύω
κωλύετε	=	κωλύω
κωλύθηκα	=	κωλύω
κωλύθηκαν	=	κωλύω
κωλύθηκε	=	κωλύω
κωλύθηκες	=	κωλύω
κωλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κώλυμα
κωλύματος	noun	γενική ενικού του κώλυμα
κωλύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κωλύω
κωλύομε	=	κωλύω
κωλύονται	=	κωλύω
κωλύονταν	=	κωλύω
κωλύοντας	=	κωλύω
κωλύουμε	=	κωλύω
κωλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσαν	=	κωλύω
κωλύσανε	=	κωλύω
κωλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσομε	=	κωλύω
κωλύσου	=	κωλύω
κωλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κωλύω	verb|formal	εμποδίζω, βάζω εμπόδιο, αποτελώ εμπόδιο
κωλώματα	=	κώλωμα
κωλώματος	=	κώλωμα
κωλώνω	verb	σταματώ να προσπαθώ, κολλάω, παρατάω
κωλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του κώμα
κωματωδών	=	κωματώδης
κωματώδεις	=	κωματώδης
κωματώδες	=	κωματώδης
κωματώδη	=	κωματώδης
κωματώδης	adj	που έχει σχέση με το κώμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
κωματώδους	=	κωματώδης
κωμειδυλλίου	=	κωμειδύλλιο
κωμειδυλλίων	=	κωμειδύλλιο
κωμειδύλλια	=	κωμειδύλλιο
κωμειδύλλιο	noun	ελαφρό είδος θεατρικού έργου, που συνήθως περιλαμβάνει και τραγούδια
κωμειδύλλιον	noun	κωμειδύλλιο
κωμειδύλλιου	=	κωμειδύλλιο
κωμειδύλλιων	=	κωμειδύλλιο
κωμιακίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμιακίτικο
κωμιακίτικε	adj	κλητική ενικού του κωμιακίτικος
κωμιακίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμιακίτικη
κωμιακίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωμιακίτικος
κωμιακίτικης	adj	γενική ενικού του κωμιακίτικη
κωμιακίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κωμιακίτικος
κωμιακίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωμιακίτικος
κωμιακίτικος	adj	ο σχετικός με την Κωμιακή
κωμιακίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωμιακίτικος
κωμιακίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωμιακίτικος
κωμιακίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωμιακίτικος
κωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κωμικός	adv	με κωμικό τρόπο, με κωμικότητα
κωμικέ	adj	κλητική ενικού του κωμικός
κωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμική
κωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωμικός
κωμικής	adj	γενική ενικού του κωμική
κωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωμικός
κωμικοτήτων	=	κωμικότητα
κωμικοτραγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κωμικοτραγικός	adv	με κωμικοτραγικό τρόπο
κωμικοτραγικέ	adj	κλητική ενικού του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμικοτραγική
κωμικοτραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγικής	adj	γενική ενικού του κωμικοτραγική
κωμικοτραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγικού	adj	γενική ενικού του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγικό	adj	αιτιατική ενικού του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγικός	adj	σχετικός με την κωμικοτραγωδία
κωμικοτραγικών	adj	γενική πληθυντικού του κωμικοτραγικός
κωμικοτραγωδία	noun|figurative	η ιλαροτραγωδία
κωμικοτραγωδίας	noun	γενική ενικού του κωμικοτραγωδία
κωμικοτραγωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμικοτραγωδία
κωμικοτραγωδιών	noun	γενική πληθυντικού του κωμικοτραγωδία
κωμικού	adj	γενική ενικού του κωμικός
κωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωμικός
κωμικό	adj	αιτιατική ενικού του κωμικός
κωμικός	adj	ο σχετικός με την κωμωδία	noun	ηθοποιός που παίζει μόνο ή κυρίως σε κωμωδίες
κωμικότης	noun	η κωμικότητα
κωμικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι κωμικό(ς), η ιδιότητα του κωμικού
κωμικότητας	noun	γενική ενικού του κωμικότητα
κωμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμικότητα
κωμικών	adj	γενική πληθυντικού του κωμικός
κωμικώς	adv|dated	κωμικά
κωμοπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμόπολη
κωμοπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του κωμόπολη
κωμοπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του κωμόπολη
κωμωδέ	=	κωμωδός
κωμωδία	noun	Κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο που προκαλεί γέλιο.
κωμωδίας	noun	γενική ενικού του κωμωδία
κωμωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωμωδία
κωμωδιογράφε	noun	κλητική ενικού του κωμωδιογράφος
κωμωδιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του κωμωδιογράφος
κωμωδιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωμωδιογράφος
κωμωδιογράφος	noun	που γράφει κωμωδίες
κωμωδιογράφου	noun	γενική ενικού του κωμωδιογράφος
κωμωδιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κωμωδιογράφος
κωμωδιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του κωμωδιογράφος
κωμωδιών	noun	γενική πληθυντικού του κωμωδία
κωμωδοί	=	κωμωδός
κωμωδοποιέ	=	κωμωδοποιός
κωμωδοποιοί	=	κωμωδοποιός
κωμωδοποιού	=	κωμωδοποιός
κωμωδοποιούς	=	κωμωδοποιός
κωμωδοποιό	=	κωμωδοποιός
κωμωδοποιός	noun	αυτός που γράφει κωμωδίες
κωμωδοποιών	=	κωμωδοποιός
κωμωδού	=	κωμωδός
κωμωδούς	=	κωμωδός
κωμωδό	=	κωμωδός
κωμωδός	noun|formal	ο κωμικός (ηθοποιός)
κωμωδών	=	κωμωδός
κωμόπολη	noun	κατοικημένη περιοχή μεγαλύτερη από το χωριό και μικρότερη από την πόλη (συνήθως κυμαίνεται μεταξύ δύο και δέκα χιλιάδων κατοίκων)
κωμόπολης	noun	γενική ενικού του κωμόπολη
κωμών	=	κώμη
κωνία	=	κωνίο
κωνίο	noun	είδος κυττάρου στον αμφιβληστροειδή χιτώνα ενός ματιού, που δίνει στον οργανισμό την ικανότητα να διακρίνει τα χρώματα
κωνίου	=	κωνίο
κωνίων	=	κωνίο
κωνείου	=	κώνειο
κωνείων	=	κώνειο
κωνιδιάρικο	=	κονιδιάρης
κωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωνικό
κωνικέ	adj	κλητική ενικού του κωνικός
κωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωνική
κωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωνικός
κωνικής	adj	γενική ενικού του κωνική
κωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωνικός
κωνικοτήτων	=	κωνικότητα
κωνικού	adj	γενική ενικού του κωνικός
κωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωνικός
κωνικό	adj	αιτιατική ενικού του κωνικός
κωνικός	adj	που έχει σχήμα κώνου
κωνικότης	noun	η κωνικότητα
κωνικότητα	noun	το να έχει κάτι κωνικό σχήμα, η ιδιότητα του κωνικού
κωνικότητας	=	κωνικότητα
κωνικότητες	=	κωνικότητα
κωνικών	adj	γενική πληθυντικού του κωνικός
κωνοειδές	=	κωνοειδής
κωνοειδή	=	κωνοειδής
κωνοειδής	adj	που έχει το σχήμα κώνου, που μοιάζει με κώνο
κωνοειδείς	=	κωνοειδής
κωνοειδούς	=	κωνοειδής
κωνοειδών	=	κωνοειδής
κωνοτομή	noun	άνω επιφάνεια κόλουρου κώνου
κωνοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωνοφόρο
κωνοφόρας	=	κωνοφόρος
κωνοφόρε	=	κωνοφόρος
κωνοφόρες	=	κωνοφόρος
κωνοφόρο	noun	οικογένεια φυτών που ως αναπαραγωγικά όργανα έχουν κώνους
κωνοφόροι	=	κωνοφόρος
κωνοφόρος	adj	για δέντρο του οποίου οι καρποί (τα αναπαραγωγικά τμήματα) μοιάζουν με κώνο
κωνοφόρου	noun	γενική ενικού του κωνοφόρο
κωνοφόρους	=	κωνοφόρος
κωνοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του κωνοφόρο
κωνσταντίεια	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειας	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειε	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειες	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειο	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειοι	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειος	adj	που έχει σχέση με τον Κωνστάντιο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
κωνσταντίειου	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειους	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίειων	=	κωνσταντίειος
κωνσταντίνεια	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειας	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειε	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειες	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειο	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειοι	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειος	adj	που έχει σχέση με τον Κωνσταντίνο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
κωνσταντίνειου	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειους	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντίνειων	=	κωνσταντίνειος
κωνσταντινουπολίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωνσταντινουπολίτικο
κωνσταντινουπολίτικε	adj	κλητική ενικού του κωνσταντινουπολίτικος
κωνσταντινουπολίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωνσταντινουπολίτικη
κωνσταντινουπολίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωνσταντινουπολίτικος
κωνσταντινουπολίτικης	adj	γενική ενικού του κωνσταντινουπολίτικη
κωνσταντινουπολίτικο	adj	αιτιατική ενικού του κωνσταντινουπολίτικος
κωνσταντινουπολίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωνσταντινουπολίτικος
κωνσταντινουπολίτικος	adj	που έχει σχέση με την Κωνσταντινούπολη και τους Κωνσταντινουπολίτες, αναφέρεται σ' αυτούς ή ανήκει σ' αυτούς
κωνσταντινουπολίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κωνσταντινουπολίτικος
κωνσταντινουπολίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωνσταντινουπολίτικος
κωνσταντινουπολίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κωνσταντινουπολίτικος
κωνώπων	noun	γενική πληθυντικού του κώνωπας
κωπήλατα	=	κωπήλατος
κωπήλατε	=	κωπήλατος
κωπήλατες	=	κωπήλατος
κωπήλατη	=	κωπήλατος
κωπήλατης	=	κωπήλατος
κωπήλατο	=	κωπήλατος
κωπήλατοι	=	κωπήλατος
κωπήλατος	adj	που κινείται με κουπιά
κωπήλατου	=	κωπήλατος
κωπήλατους	=	κωπήλατος
κωπήλατων	=	κωπήλατος
κωπηλάτει	=	κωπηλατώ
κωπηλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωπηλάτης
κωπηλάτη	=	κωπηλάτης
κωπηλάτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κωπηλατώ
κωπηλάτης	noun	αυτός που κωπηλατεί
κωπηλάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλάτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κωπηλατώ
κωπηλάτησης	=	κωπηλάτηση
κωπηλάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κωπηλατώ
κωπηλάτισσα	noun	θηλυκό του κωπηλάτης
κωπηλάτισσας	noun	γενική ενικού του κωπηλάτισσα
κωπηλάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωπηλάτισσα
κωπηλάτρια	noun	θηλυκό του κωπηλάτης
κωπηλάτριας	=	κωπηλάτρια
κωπηλάτριες	=	κωπηλάτρια
κωπηλασία	noun	η ενέργεια του κωπηλατώ
κωπηλασίας	noun	γενική ενικού του κωπηλασία
κωπηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωπηλασία
κωπηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του κωπηλασία
κωπηλατήματα	=	κωπηλάτημα
κωπηλατήματος	=	κωπηλάτημα
κωπηλατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσαν	=	κωπηλατώ
κωπηλατήσανε	=	κωπηλατώ
κωπηλατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσεων	=	κωπηλάτηση
κωπηλατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
κωπηλατίσματα	=	κωπηλάτισμα
κωπηλατίσματος	=	κωπηλάτισμα
κωπηλατεί	=	κωπηλατώ
κωπηλατείς	=	κωπηλατώ
κωπηλατείτε	=	κωπηλατώ
κωπηλατημάτων	=	κωπηλάτημα
κωπηλατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωπηλατικό
κωπηλατικέ	adj	κλητική ενικού του κωπηλατικός
κωπηλατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωπηλατική
κωπηλατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωπηλατικός
κωπηλατικής	adj	γενική ενικού του κωπηλατική
κωπηλατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωπηλατικός
κωπηλατικού	adj	γενική ενικού του κωπηλατικός
κωπηλατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωπηλατικός
κωπηλατικό	adj	αιτιατική ενικού του κωπηλατικός
κωπηλατικός	adj	που έχει σχέση με τον κωπηλάτη ή την κωπηλασία ή αναφέρεται σ’ αυτά
κωπηλατικών	adj	γενική πληθυντικού του κωπηλατικός
κωπηλατισμάτων	=	κωπηλάτισμα
κωπηλατισσών	noun	γενική πληθυντικού του κωπηλάτισσα
κωπηλατούμε	=	κωπηλατώ
κωπηλατούν	=	κωπηλατώ
κωπηλατούνε	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσα	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσαμε	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσαν	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσανε	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσατε	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσε	=	κωπηλατώ
κωπηλατούσες	=	κωπηλατώ
κωπηλατριών	=	κωπηλάτρια
κωπηλατώ	verb	κινώ ένα σκάφος στο νερό χρησιμοποιώντας κουπί
κωπηλατών	=	κωπηλάτης
κωπηλατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κωπηλατώ
κωπητήρα	=	κωπητήρας
κωπητήρας	noun	η κουπαστή πλοίου ή λέμβου
κωπητήρες	=	κωπητήρας
κωπητήρων	=	κωπητήρας
κωπών	=	κώπη
κωσταντινάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωσταντινάτο
κωσταντινάτο	noun	χρυσό βυζαντινό νόμισμα (με την κεφαλή του Μεγάλου Κωνσταντίνου επάνω του)
κωσταντινάτου	noun	γενική ενικού του κωσταντινάτο
κωσταντινάτων	noun	γενική πληθυντικού του κωσταντινάτο
κωφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωφό
κωφάλαλε	=	κωφάλαλος
κωφάλαλο	=	κωφάλαλος
κωφάλαλοι	=	κωφάλαλος
κωφάλαλος	noun	ο άντρας ή τ' αγόρι που είτε γεννήθηκε κουφό είτε προσβλήθηκε από την κώφωση πριν συμπληρώσει τον 1ο χρόνο του που ακόμα δεν έχει καλλιεργηθεί ο έναρθρος λόγος.	adj	που δεν μπορεί να ακούσει, με συνέπεια την απώλεια ικανότητας ομιλίας
κωφάλαλου	=	κωφάλαλος
κωφάλαλους	=	κωφάλαλος
κωφάλαλων	=	κωφάλαλος
κωφέ	adj	κλητική ενικού του κωφός
κωφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωφή
κωφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωφός
κωφής	adj	γενική ενικού του κωφή
κωφαλάλου	=	κωφάλαλος
κωφαλάλους	=	κωφάλαλος
κωφαλάλων	=	κωφάλαλος
κωφαλαλία	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί ούτε να ακούσει ούτε να μιλήσει
κωφαλαλίας	noun	γενική ενικού του κωφαλαλία
κωφαλαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωφαλαλία
κωφαλαλιών	noun	γενική πληθυντικού του κωφαλαλία
κωφεύαμε	=	κωφεύω
κωφεύαν	=	κωφεύω
κωφεύανε	=	κωφεύω
κωφεύατε	=	κωφεύω
κωφεύει	=	κωφεύω
κωφεύεις	=	κωφεύω
κωφεύετε	=	κωφεύω
κωφεύοντας	=	κωφεύω
κωφεύουμε	=	κωφεύω
κωφεύουν	=	κωφεύω
κωφεύουνε	=	κωφεύω
κωφεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσαν	=	κωφεύω
κωφεύσανε	=	κωφεύω
κωφεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κωφεύω	verb	προσποιούμαι ότι δεν ακούω καλά
κωφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κωφός
κωφοτήτων	=	κωφότητα
κωφού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κωφός
κωφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του κωφός
κωφό	adj	αιτιατική ενικού του κωφός
κωφός	adj|formal	κουφός
κωφότερα	=	κωφός
κωφότερε	=	κωφός
κωφότερες	=	κωφός
κωφότερη	=	κωφός
κωφότερης	=	κωφός
κωφότερο	=	κωφός
κωφότεροι	=	κωφός
κωφότερος	=	κωφός
κωφότερου	=	κωφός
κωφότερους	=	κωφός
κωφότερων	=	κωφός
κωφότητα	noun	το να είναι κάποιος κουφός, η ιδιότητα του κωφού
κωφότητας	noun	γενική ενικού του κωφότητα
κωφότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κωφότητα
κωφών	adj	γενική πληθυντικού του κωφός
κωφώσεις	=	κώφωση
κωφώσεων	=	κώφωση
κωχεύω	verb|rare	κρύβομαι πίσω από κώχη / γωνία
κωχιάζω	verb|rare	τοποθετώ σε κώχη / γωνία
κωχιαστός	adj|rare	που έχει κώχες / γωνίες
κωχών	=	κώχη
κόαζα	=	κοάζω
κόαζαν	=	κοάζω
κόαζε	=	κοάζω
κόαζες	=	κοάζω
κόαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κόαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κόαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κόαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοάζω
κόασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοάζω
κόβαμε	=	κόβω
κόβαν	=	κόβω
κόβανε	=	κόβω
κόβατε	=	κόβω
κόβε	=	κόβω
κόβει	=	κόβω
κόβεις	=	κόβω
κόβεσαι	=	κόβω
κόβεστε	=	κόβω
κόβεται	=	κόβω
κόβετε	=	κόβω
κόβιντ	noun	οξεία αναπνευστική νόσος που προκαλείται από τον κορωνοϊό SARS‑CoV‑2, γνωστή για την παγκόσμια πανδημία που εκδηλώθηκε το 2019–2020
κόβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος κόβω
κόβομε	=	κόβω
κόβονται	=	κόβω
κόβονταν	=	κόβω
κόβοντας	=	κόβω
κόβουμε	=	κόβω
κόβουν	=	κόβω
κόβουνε	=	κόβω
κόβω	verb	διαιρώ κάτι σε μικρότερα μέρη
κόγχες	=	κόγχη
κόγχη	noun	ημικυκλική εσοχή σε τοίχο κτίσματος ή ναού, που έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα
κόγχης	=	κόγχη
κόγχος	adj	ίσως γενικά τα οστρακοειδή, το κοχύλι μέχρι και τον 19ο αιώνα
κόζι	noun	καρύδι
κόζια	=	κόζι
κόθορνε	noun	κλητική ενικού του κόθορνος
κόθορνο	noun	αιτιατική ενικού του κόθορνος
κόθορνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόθορνος
κόθορνος	noun	αρχαίο είδος μπότας με χοντρή σόλα που δενόταν μπροστά με κορδόνια και ταίριαζε και στα δυο πόδια
κόθορνου	=	κόθορνος
κόθορνους	=	κόθορνος
κόθουρος	=	κόθρος
κόθρε	=	κόθρος
κόθρο	=	κόθρος
κόθροι	=	κόθρος
κόθρος	noun	η στεφάνη της πίτας, η κόρα που βρίσκεται στην άκρη της
κόθρου	=	κόθρος
κόθρους	=	κόθρος
κόθρων	=	κόθρος
κόκα	noun	φυτό της Νότιας Αμερικής, από το οποίο παράγεται η κοκαΐνη
κόκαλα	=	κόκαλο
κόκαλο	noun|informal	κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
κόκαλου	=	κόκαλο
κόκαλων	=	κόκαλο
κόκας	noun	γενική ενικού του κόκα
κόκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόκα
κόκκα	noun	χαρασσόμενη εγκοπή που εξυπηρετεί αρίθμηση, μέτρηση
κόκκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόκκαλο
κόκκαλο	noun	άλλη γραφή του κόκαλο
κόκκαλου	noun	γενική ενικού του κόκκαλο
κόκκαλων	noun	γενική πληθυντικού του κόκκαλο
κόκκας	noun	γενική ενικού του κόκκα
κόκκε	noun	κλητική ενικού του κόκκος
κόκκινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόκκινο
κόκκινε	adj	κλητική ενικού του κόκκινος
κόκκινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόκκινη
κόκκινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κόκκινος
κόκκινης	adj	γενική ενικού του κόκκινη
κόκκινο	noun	ένα χρώμα, το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κόκκινος
κόκκινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόκκινος
κόκκινος	adj	που έχει το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας
κόκκινου	adj	γενική ενικού του κόκκινος
κόκκινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κόκκινος
κόκκινων	adj	γενική πληθυντικού του κόκκινος
κόκκο	noun	αιτιατική ενικού του κόκκος
κόκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόκκος
κόκκορας	=	κόκορας
κόκκος	noun	ευδιάκριτο στερεό κομμάτι μιγμάτων
κόκκου	noun	γενική ενικού του κόκκος
κόκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόκκος
κόκκυγα	=	κόκκυγας
κόκκυγας	noun	το τελικό τμήμα της σπονδυλικής στήλης, το οποίο αποτελείται από συνοστέωση 3–5 μικρότερων οσταρίων
κόκκυγες	=	κόκκυγας
κόκκων	noun	γενική πληθυντικού του κόκκος
κόκορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κόκορας
κόκορας	noun	το αρσενικό της κότας
κόκορες	=	κόκορας
κόκπιτ	noun	το πιλοτήριο
κόλα	noun	μέρος του ονόματος γνωστού αναψυκτικού, αλλά και άλλων ανταγωνιστικών παρόμοιων προϊόντων
κόλαζα	=	κολάζω
κόλαζαν	=	κολάζω
κόλαζε	=	κολάζω
κόλαζες	=	κολάζω
κόλακα	=	κόλακας
κόλακας	noun	αυτός που συστηματικά για ίδιον όφελος κολακεύει κάποιον
κόλακες	=	κόλακας
κόλας	=	κόλα
κόλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κόλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κόλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κόλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολάζω
κόλαση	noun	ο τόπος όπου, κατά τους χριστιανούς, τιμωρούνται μετά το θάνατο οι ψυχές των αμαρτωλών ανθρώπων
κόλασης	noun	γενική ενικού του κόλαση
κόλαφε	noun	κλητική ενικού του κόλαφος
κόλαφο	noun	αιτιατική ενικού του κόλαφος
κόλαφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόλαφος
κόλαφος	noun|figurative	ο λόγος ή η πράξη που εξευτελίζει και ταπεινώνει
κόλαφου	=	κόλαφος
κόλαφους	=	κόλαφος
κόλες	=	κόλα
κόλεϊ	noun	ράτσα βρετανικών τσοπανόσκυλων
κόλι	noun|dated	διοικητική ενότητα, στην οποία οι κάτοικοι όφειλαν να καταβάλλουν συγκεκριμένη φορολογία, υποδιαίρεση του αρματολικίου
κόλια	=	κόλι
κόλιαντα	noun	τα κάλαντα
κόλιαντρα	=	κόλιαντρο
κόλιαντρε	=	κόλιαντρος
κόλιαντρο	noun	αρωματικό φυτό που το χρησιμοποιούμε και ως μπαχαρικό
κόλιαντροι	=	κόλιαντρος
κόλιαντρος	noun	φυτό της οικογένειας των Σελινοειδών (Coriandrum sativum)
κόλιαντρου	=	κόλιαντρος
κόλιαντρους	=	κόλιαντρος
κόλιαντρων	=	κόλιαντρος
κόλλα	noun	η παχύρρευστη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσουν στέρεα μεταξύ τους δύο σώματα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του κολλάω / κολλώ
κόλλαγα	=	κολλάω
κόλλαγαν	=	κολλάω
κόλλαγε	=	κολλάω
κόλλαγες	=	κολλάω
κόλλαρα	=	κολλάρω
κόλλαραν	=	κολλάρω
κόλλαρε	=	κολλάρω
κόλλαρες	=	κολλάρω
κόλλας	noun	γενική ενικού του κόλλα
κόλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλλα
κόλλημα	noun	ένωση με κολλητική ουσία
κόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλώ
κόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κολλάω
κόλληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κολλώ
κόλλησης	=	κόλληση
κόλλο	noun	μη απλοποιημένη γραφή του κόλο (το διπλό σύμφωνο, όπως στα ιταλικά)
κόλλου	=	κόλλο
κόλλυβα	noun	γλύκισμα από βρασμένο στάρι και ξηρούς καρπούς που προσφέρεται σε κηδείες και μνημόσυνα
κόλλυβε	=	κόλλυβος
κόλλυβο	=	κόλλυβος
κόλλυβοι	=	κόλλυβος
κόλλυβος	noun	νόμισμα μικρής αξίας· οποιοδήποτε κέρμα αξίας κάτω από την νομισματική μονάδα, ιδιαίτερα μικρή νομισματική υποδιαίρεση, (λέξη γνωστή από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.)
κόλλυβου	=	κόλλυβος
κόλλων	=	κόλλο
κόλο	noun	πακέτο, κιβώτιο για εμπορεύματα ή για αποσκευές
κόλον	noun	το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου
κόλου	=	κόλο
κόλουρα	=	κόλουρος
κόλουρε	=	κόλουρος
κόλουρες	=	κόλουρος
κόλουρη	=	κόλουρος
κόλουρης	=	κόλουρος
κόλουρο	=	κόλουρος
κόλουροι	=	κόλουρος
κόλουρος	adj	που έχει κομμένη την κορυφή από επίπεδο παράλληλο με τη βάση
κόλουρου	=	κόλουρος
κόλουρους	=	κόλουρος
κόλουρων	=	κόλουρος
κόλπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλπο
κόλπε	=	κόλπος
κόλπο	noun	ο πονηρός εναλλακτικός τρόπος επίτευξης στόχου που δεν θα επιτυγχανόταν με τους συνηθισμένους τρόπους
κόλποι	=	κόλπος
κόλπος	noun	σχηματισμός της ακτογραμμής, η κοιλότητα που η θάλασσα εισδύει στην ξηρά
κόλπου	noun	γενική ενικού του κόλπο
κόλπους	=	κόλπος
κόλπωμα	noun	προβολές του βλεννογόνου (σαν μικρά σακουλάκια) μέσα από τρύπες που δημιουργούνται στους μύες που περιβάλλουν τον πεπτικό σωλήνα στο πεπτικό σύστημα
κόλπων	noun	γενική πληθυντικού του κόλπο
κόλπωση	noun	ο σχηματισμός κόλπου σε θαλάσσιο, ποτάμιο ή άλλο περιβάλλον
κόλπωσης	=	κόλπωση
κόλωμα	noun	άλλη γραφή του κώλωμα
κόλων	=	κόλο
κόμαρε	=	κόμαρος
κόμαρο	=	κόμαρος
κόμαροι	=	κόμαρος
κόμαρον	noun|archaic	το κούμαρο
κόμαρος	noun|archaic	η κουμαριά
κόμαρου	=	κόμαρος
κόμαρους	=	κόμαρος
κόμαρων	=	κόμαρος
κόμβε	noun	κλητική ενικού του κόμβος
κόμβο	noun	αιτιατική ενικού του κόμβος
κόμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόμβος
κόμβος	noun	σημείο συνάντησης ή συνένωσης
κόμβου	noun	γενική ενικού του κόμβος
κόμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόμβος
κόμβων	noun	γενική πληθυντικού του κόμβος
κόμες	=	κόμη
κόμη	noun|formal	το σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού
κόμης	noun	τίτλος ευγενείας, ανάμεσα στον μαρκήσιο και τον βαρόνο
κόμησσα	noun	κόμισσα
κόμησσας	=	κόμησσα
κόμησσες	=	κόμησσα
κόμητα	=	κόμης
κόμητας	noun	κόμης
κόμητες	=	κόμης
κόμητος	=	κόμης
κόμι	noun	ουραλική γλώσσα που μιλιέται στη βορειοανατολική Ρωσία
κόμιζα	=	κομίζω
κόμιζαν	=	κομίζω
κόμιζε	=	κομίζω
κόμιζες	=	κομίζω
κόμικ	noun	άλλη μορφή του κόμικς
κόμικς	noun	μορφή τέχνης με σκίτσα και συχνά σύντομο κείμενο με αστείο, περιπετειώδη ή άλλο προσανατολισμό
κόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομίζω
κόμισσα	noun	η σύζυγος του κόμη
κόμισσας	noun	γενική ενικού του κόμισσα
κόμισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόμισσα
κόμιστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόμιστρο
κόμιστρο	noun	το ποσό που πληρώνει ο επιβάτης για να χρησιμοποιήσει ένα μεταφορικό μέσο, τα μεταφορικά έξοδα
κόμιστρου	=	κόμιστρο
κόμμα	noun	συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους, ή ενός διακρατικού συστήματος (όπως λ.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση), όπου λειτουργούν ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
κόμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόμμα
κόμματος	noun	πάρα πολύ όμορφη γυναίκα ή άνδρας
κόμμεα	=	κόμμι
κόμμεος	=	κόμμι
κόμμεως	noun	γενική ενικού του κόμμι
κόμμι	noun	κολλώδης ουσία που εκκρίνουν ορισμένα φυτά (εξίδρωμα) και έχει ποικίλες χρήσεις
κόμμωση	noun	το κόψιμο, το χτένισμα και η περιποίηση των μαλλιών κατά ένα ορισμένο τρόπο
κόμμωσης	noun	γενική ενικού του κόμμωση
κόμοδα	=	κόμοδος
κόμοδε	=	κόμοδος
κόμοδες	=	κόμοδος
κόμοδη	=	κόμοδος
κόμοδης	=	κόμοδος
κόμοδο	=	κόμοδος
κόμοδοι	=	κόμοδος
κόμοδος	adj	βολικός
κόμοδου	=	κόμοδος
κόμοδους	=	κόμοδος
κόμοδων	=	κόμοδος
κόμπαζα	=	κομπάζω
κόμπαζαν	=	κομπάζω
κόμπαζε	=	κομπάζω
κόμπαζες	=	κομπάζω
κόμπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κόμπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κόμπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κόμπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπάζω
κόμπασμα	noun	άλλη μορφή του κομπασμός
κόμπε	noun	κλητική ενικού του κόμπος
κόμπιαζα	=	κομπιάζω
κόμπιαζαν	=	κομπιάζω
κόμπιαζε	=	κομπιάζω
κόμπιαζες	=	κομπιάζω
κόμπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κόμπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κόμπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κόμπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κομπιάζω
κόμπιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κομπιάζω
κόμπλεξ	noun	αίσθημα ή σύμπλεγμα κατωτερότητας και μειονεξίας
κόμπο	noun	αιτιατική ενικού του κόμπος
κόμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόμπος
κόμπος	noun	το σημείο όπου διασταυρώνονται δύο τμήματα του ίδιου ή δύο διαφορετικών σχοινιών (ή άλλων νημάτων) και προκαλείται εξόγκωμα το οποίο σφίγγει αν τραβήξουμε τα δύο διαφορετικά τμήματα
κόμποστ	=	κομπόστ
κόμπου	noun	γενική ενικού του κόμπος
κόμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόμπος
κόμπρα	noun	είδος δηλητηριώδους φιδιού της Iνδίας και της Aφρικής.
κόμπρας	noun	γενική ενικού του κόμπρα
κόμπρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόμπρα
κόμπων	noun	γενική πληθυντικού του κόμπος
κόνδορ	=	κόνδωρ
κόνδορα	=	κόνδωρ
κόνδορας	noun	μεγάλο αρπακτικό πτηνό που απαντάται στις Άνδεις της Νότιας Αμερικής και στην Καλιφόρνια της Βόρειας Αμερικής
κόνδορες	=	κόνδωρ
κόνδορος	=	κόνδωρ
κόνδυλε	noun	κλητική ενικού του κόνδυλος
κόνδυλο	noun	αιτιατική ενικού του κόνδυλος
κόνδυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόνδυλος
κόνδυλος	noun	προεξοχή οστού με κυλινδρικό σχήμα, η οποία ως μέρος μιας άρθρωσης, περιορίζει τις κινήσεις του οστού εντός ορισμένων ορίων
κόνδυλου	=	κόνδυλος
κόνδυλους	=	κόνδυλος
κόνδωρ	noun|formal	ο κόνδορας
κόνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κόνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κόνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κόνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονεύω
κόνιδα	noun	το αβγό της ψείρας
κόνιδας	=	κόνιδα
κόνιδες	=	κόνιδα
κόνικλος	noun	το κουνέλι σε χρήση σε σύνθετα
κόνισμα	noun	άλλη μορφή του εικόνισμα
κόνξα	noun	καπρίτσιο, νούμερο, πείσμα
κόνξας	noun	γενική ενικού του κόνξα
κόνξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόνξα
κόνσεπτ	noun	η (κεντρική) ιδέα / θέμα / σύλληψη / έννοια
κόνσολε	=	κόνσολος
κόνσολο	=	κόνσολος
κόνσολοι	=	κόνσολος
κόνσολος	noun	πρόξενος
κόνσολου	=	κόνσολος
κόνσολους	=	κόνσολος
κόνσολων	=	κόνσολος
κόντα	noun	καταληκτικό τμήμα σύνθεσης-μουσικού κομματιού (κυρίως σονάτας)
κόνταινα	=	κονταίνω
κόνταιναν	=	κονταίνω
κόνταινε	=	κονταίνω
κόνταινες	=	κονταίνω
κόντε	=	κόντες
κόντεμα	noun	η ενέργεια ή κατάσταση του κοντένω, μίκρεμα, βράχυνση
κόντες	noun	ο κόμης
κόντευα	=	κοντεύω
κόντευαν	=	κοντεύω
κόντευε	=	κοντεύω
κόντευες	=	κοντεύω
κόντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κόντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κόντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κόντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοντεύω
κόντη	=	κόντης
κόντηδες	=	κόντες
κόντηδων	=	κόντες
κόντης	noun|dated	άλλη μορφή του κόντες
κόντρα	noun	μη σωματική σύγκρουση, αντιπαράθεση η οποία έχει έντονο χαρακτήρα	adv	αντίθετα, με αντίθετη φορά
κόντρας	noun	γενική ενικού του κόντρα
κόντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόντρα
κόντυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κόντυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κόντυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κόντυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κονταίνω
κόουτς	noun	ο προπονητής, ο τεχνικός μιας ομάδας
κόπαζα	=	κοπάζω
κόπαζαν	=	κοπάζω
κόπαζε	=	κοπάζω
κόπαζες	=	κοπάζω
κόπακα	=	κόπακας
κόπακας	noun	σκυλάκι ή μικρός λαγός
κόπακες	=	κόπακας
κόπανε	=	κόπανος
κόπανο	noun	αιτιατική ενικού του κόπανος
κόπανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόπανος
κόπανος	noun	το εργαλείο με το οποίο κοπανάμε
κόπανου	=	κόπανος
κόπανους	=	κόπανος
κόπανων	=	κόπανος
κόπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κόπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κόπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κόπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπάζω
κόπε	noun	κλητική ενικού του κόπος
κόπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κόπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κόπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κόπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβομαι
κόπια	noun	το αντίγραφο
κόπιαζα	=	κοπιάζω
κόπιαζαν	=	κοπιάζω
κόπιαζε	=	κοπιάζω
κόπιαζες	=	κοπιάζω
κόπιαρα	=	κοπιάρω
κόπιαραν	=	κοπιάρω
κόπιαρε	=	κοπιάρω
κόπιαρες	=	κοπιάρω
κόπιας	noun	γενική ενικού του κόπια
κόπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κόπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κόπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κόπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπιάζω
κόπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόπια
κόπιτσα	noun	γαντζάκι που θηλυκώνει σε θηλιά και λειτουργεί σαν κουμπί
κόπιτσας	noun	ο σκόρος
κόπιτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόπιτσα
κόπο	noun	αιτιατική ενικού του κόπος
κόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόπος
κόποις	noun	με κόπο, με μόχθο (χρησιμοποιείται επιρρηματικά)
κόπος	noun	η κούραση
κόπου	noun	γενική ενικού του κόπος
κόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόπος
κόππα	noun	το πρώιμο αρχαίο γράμμα κόππα (σύμβολο Ϙ)
κόπρανα	noun	τα περιττώματα ανθρώπων ή ζώων
κόπρανο	noun	ειδικά στην παλαιοντολογία: κοπρόλιθος
κόπρανου	=	κόπρανο
κόπρε	=	κόπρος
κόπριζα	=	κοπρίζω
κόπριζαν	=	κοπρίζω
κόπριζε	=	κοπρίζω
κόπριζες	=	κοπρίζω
κόπρινα	noun	ονομασία οικισμών της Ελλάδας
κόπρινας	=	κόπρινα
κόπρινες	=	κόπρινα
κόπρινων	=	κόπρινα
κόπρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κόπρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κόπρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κόπρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοπρίζω
κόπρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοπρίζω
κόπρο	=	κόπρος
κόπροι	=	κόπρος
κόπρος	noun	τα κόπρανα, η βρομιά
κόπρου	=	κόπρος
κόπρους	=	κόπρος
κόπρων	=	κόπρος
κόπτες	=	κόπτης
κόπτεσαι	=	κόπτομαι
κόπτεσθε	=	κόπτομαι
κόπτεστε	=	κόπτομαι
κόπτεται	=	κόπτομαι
κόπτη	=	κόπτης
κόπτης	noun	ο εργάτης, τεχνίτης που κόβει κάποιο υλικό (όπως ύφασμα, δέρμα)
κόπτομαι	verb|formal	ενδιαφέρομαι υπερβολικά για κάτι και το υποστηρίζω ή το υπερασπίζομαι με πάθος
κόπτονται	=	κόπτομαι
κόπτονταν	=	κόπτομαι
κόπτρια	noun	κόπτης
κόπτριας	noun	γενική ενικού του κόπτρια
κόπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόπτρια
κόπτσα	noun	άλλη μορφή του κόπιτσα
κόπτσας	=	κόπτσα
κόπτσες	=	κόπτσα
κόπτω	verb	μόνο σε συγγενικά (κόπος) με θέμα κοπ- κοπτ- και του ρήματος
κόπων	noun	γενική πληθυντικού του κόπος
κόπωση	noun|formal	η κούραση
κόπωσης	noun	γενική ενικού του κόπωση
κόρα	noun	το εξωτερικό σκληρό μέρος του ψωμιού (σε αντιδιαστολή με την εσωτερική μαλακή ψίχα)
κόρακα	noun	γενική ενικού του κόρακας
κόρακας	noun	μαύρο σαρκοφάγο πουλί
κόρακες	=	κόρακας
κόρας	noun	γενική ενικού του κόρα
κόρδα	noun|formal	χορδή
κόρδακα	=	κόρδακας
κόρδακας	noun	αρχαίος προκλητικός, χυδαίος ή άσεμνος χορός
κόρδακες	=	κόρδακας
κόρδας	noun	γενική ενικού του κόρδα
κόρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρδα
κόρδωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κορδώνω
κόρδωνα	=	κορδώνω
κόρδωναν	=	κορδώνω
κόρδωνε	=	κορδώνω
κόρδωνες	=	κορδώνω
κόρδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κόρδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κόρδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κόρδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορδώνω
κόρε	=	κόρος
κόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρα
κόρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κόρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κόρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κόρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορεννύω
κόρη	noun	η θυγατέρα
κόρης	=	κόρη
κόρι	noun	το νόμισμα των 25 σεντ (ένα τέταρτο του δολαρίου)
κόριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοριάζω
κόριζα	noun	κοριός
κόριζας	noun	γενική ενικού του κόριζα
κόριζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόριζα
κόρκωμα	noun|formal	ο τρόπος που συσκευάστηκε ένα σχοινί από την βιομηχανία παραγωγής του
κόρνα	noun	ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους
κόρναρα	=	κορνάρω
κόρναραν	=	κορνάρω
κόρναρε	=	κορνάρω
κόρναρες	=	κορνάρω
κόρνας	=	κόρνα
κόρνερ	noun	λάθος ενός ποδοσφαιριστή που στέλνει ακούσια ή εκούσια τη μπάλα πίσω από τη γραμμή του τέρματος της δικής του περιοχής
κόρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρνα
κόρνο	noun	είδος χάλκινου μουσικού οργάνου· κάθε όργανο της οικογένειας των κόρνων με το χαρακτηριστικό σπειροειδές σχήμα του κέρατος.
κόρνου	noun	γενική ενικού του κόρνο
κόρντα	noun|rare	άλλη μορφή του κόρδα
κόρνων	noun	γενική πληθυντικού του κόρνο
κόρο	noun	η χορωδία που άδει σε μια παράσταση όπερας
κόροι	=	κόρος
κόρος	noun	η χωρητικότητα των πλοίων
κόρου	=	κόρος
κόρους	=	κόρος
κόρτε	noun|dated	φλερτ, ερωτοτροπία
κόρυζα	noun	το συνάχι, η καταρροή
κόρυζας	noun	γενική ενικού του κόρυζα
κόρυζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόρυζα
κόρυμβε	noun	κλητική ενικού του κόρυμβος
κόρυμβο	noun	αιτιατική ενικού του κόρυμβος
κόρυμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόρυμβος
κόρυμβος	noun	βότρυς, τσαμπί, είδος ταξιανθίας
κόρφε	noun	κλητική ενικού του κόρφος
κόρφο	noun	αιτιατική ενικού του κόρφος
κόρφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόρφος
κόρφος	noun|vulgar	η αγκαλιά, ο κόλπος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος
κόρφου	noun	γενική ενικού του κόρφος
κόρφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κόρφος
κόρφων	noun	γενική πληθυντικού του κόρφος
κόρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κορώνω
κόρων	=	κόρος
κόρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κόρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κόρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κόρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κορώνω
κόσα	noun	μακρυδρέπανο, γεωργικό εργαλείο με το οποίο θερίζεται το τριφύλλι ή άλλο χόρτο, είδος δρεπανιού
κόσας	noun	γενική ενικού του κόσα
κόσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόσα
κόσια	noun	διακοσμητική πλεξίδα που κατέληγε σε φούντα
κόσιζα	=	κοσίζω
κόσιζαν	=	κοσίζω
κόσιζε	=	κοσίζω
κόσιζες	=	κοσίζω
κόσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κόσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κόσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κόσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσίζω
κόσκινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόσκινο
κόσκινο	noun	στρογγυλό σκεύος με ξύλινο συνήθως πλαίσιο και επίπεδο μεταλλικό διάτρητο πυθμένα, το οποίο συγκρατεί από ένα υλικό σε μορφή κόκκων ή σκόνης τα ξένα σώματα ή τους μεγαλύτερους από το κανονικό κόκκους
κόσκινου	noun	γενική ενικού του κόσκινο
κόσκινων	noun	γενική πληθυντικού του κόσκινο
κόσμε	noun	κλητική ενικού του κόσμος
κόσμημα	noun	εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει
κόσμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κόσμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κόσμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κόσμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοσμώ
κόσμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοσμώ
κόσμησης	=	κόσμηση
κόσμια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κόσμιος
κόσμιας	=	κόσμιος
κόσμιε	=	κόσμιος
κόσμιες	=	κόσμιος
κόσμιο	=	κόσμιος
κόσμιοι	=	κόσμιος
κόσμιος	adj	που συμφωνεί με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς και με την κοινωνική ηθική
κόσμιου	=	κόσμιος
κόσμιους	=	κόσμιος
κόσμιων	=	κόσμιος
κόσμο	noun	αιτιατική ενικού του κόσμος
κόσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κόσμος
κόσμος	noun	το σύμπαν
κόσμου	noun	γενική ενικού του κόσμος
κόσμους	noun	ο κόσμος, με άρθρο «ου»
κόσμων	noun	γενική πληθυντικού του κόσμος
κόσουλα	noun	πουκαμίσα με μικρό όρθιο γιακά και πολύχρωμο κέντημα
κόστα	noun	ακτή
κόστας	=	κόστα
κόστες	=	κόστα
κόστη	=	κόστος
κόστιζα	=	κοστίζω
κόστιζαν	=	κοστίζω
κόστιζε	=	κοστίζω
κόστιζες	=	κοστίζω
κόστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κόστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κόστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κόστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοστίζω
κόστος	noun	η αξία αντικειμένου ή υπηρεσίας, η δαπάνη για την απόκτηση ενός αντικειμένου
κόστους	=	κόστος
κόσών	=	κόσα
κότα	noun	θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του· το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και το νεαρό πουλί κοτόπουλο
κόταγα	=	κοτάω
κόταγαν	=	κοτάω
κόταγε	=	κοτάω
κόταγες	=	κοτάω
κότας	noun	κότα, στη γενική του ενικού
κότερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κότερο
κότερο	noun	ελαφρύ ιστιοφόρο
κότερου	noun	γενική ενικού του κότερο
κότερων	noun	γενική πληθυντικού του κότερο
κότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κότα
κότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοτάω
κότινος	noun	κλαδί από αγριελιά με το οποίο στεφάνωναν έναν νικητή
κότο	noun	ιαπωνικό μουσικό όργανο
κότσαρα	=	κοτσάρω
κότσαραν	=	κοτσάρω
κότσαρε	=	κοτσάρω
κότσαρες	=	κοτσάρω
κότσε	noun	κλητική ενικού του κότσος
κότσι	noun	ο αστράγαλος
κότσια	noun	το θάρρος και η δύναμη να αντεπεξέλθει κάποιος σε μια πρόκληση
κότσικα	=	κότσικας
κότσικας	noun	κουτσουπιά
κότσικες	=	κότσικας
κότσικων	=	κότσικας
κότσο	noun	αιτιατική ενικού του κότσος
κότσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κότσος
κότσος	noun	χτένισμα των μαλλιών που μαζεύονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού και συστρέφονται σε διάφορα σχήματα
κότσου	noun	γενική ενικού του κότσος
κότσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κότσος
κότσυφα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κότσυφας
κότσυφας	noun	είδος πουλιού (επιστημονικό όνομα Turdus merula: Κότσυφας ο καθαρός) της τάξης πασσερίμορφα
κότσυφε	=	κότσυφος
κότσυφες	=	κότσυφας
κότσυφο	=	κότσυφος
κότσυφοι	=	κότσυφος
κότσυφος	noun	άλλη μορφή του κότσυφας
κότσων	noun	γενική πληθυντικού του κότσος
κόττα	=	κότα
κόφα	noun	το φαρδύ κοφίνι ή καλάθι
κόφας	noun	γενική ενικού του κόφα
κόφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόφα
κόφτε	=	κόβω
κόφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόφτης
κόφτη	=	κόφτης
κόφτης	noun	εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές.
κόφτρια	noun	θηλυκό του κόφτης, τεχνίτρια που κόβει δέρματα ή υφάσματα ή άλλα υλικά
κόφτριας	=	κόφτρια
κόφτριες	=	κόφτρια
κόφτω	verb	κόβω· το ρήμα χρησιμοποιείται κυρίως σε καθημερινές / λαϊκές εκφράσεις και σε τρίτο πρόσωπο, με την έννοια του νοιάζει, απασχολεί, ενδιαφέρει
κόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόχη
κόχη	noun	προεξοχή που σχηματίζει γωνία
κόχης	=	κόχη
κόχλαζα	=	κοχλάζω
κόχλαζαν	=	κοχλάζω
κόχλαζε	=	κοχλάζω
κόχλαζες	=	κοχλάζω
κόχλασα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κόχλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κόχλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κόχλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοχλάζω
κόχλασμα	noun	ο κοχλασμός
κόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψαν	=	κόβω
κόψανε	=	κόβω
κόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κόβω
κόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόψη
κόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψεων	noun	γενική πληθυντικού του κόψη
κόψεως	noun|formal	γενική ενικού του κόψη
κόψη	noun	η ακμή ενός κοφτερού εργαλείου, η λεπτή πλευρά που χρησιμεύει για να κόβει
κόψης	noun	γενική ενικού του κόψη
κόψιμο	noun	η ενέργεια με την οποία κόβω κάτι, το διαιρώ ή αποκόπτω ένα τμήμα του, η κοπή
κόψομε	=	κόβω
κόψου	=	κόβω
κόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψουνε	=	κόβω
κόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κόβω
κόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κόβω
κύαθε	=	κύαθος
κύαθο	=	κύαθος
κύαθοι	=	κύαθος
κύαθος	noun	αγγείο άντλησης κρασιού από κρατήρα και μετακένωσης σε κύπελλο
κύαθου	=	κύαθος
κύαθους	=	κύαθος
κύαθων	=	κύαθος
κύαμε	=	κύαμος
κύαμο	=	κύαμος
κύαμοι	=	κύαμος
κύαμος	noun	το κουκί
κύαμου	=	κύαμος
κύαμους	=	κύαμος
κύαμων	=	κύαμος
κύανε	=	κύανος
κύανο	=	κύανος
κύανοι	=	κύανος
κύανος	noun	κυανή χρωστική ουσία, που μοιάζει με λαζουρίτη στην απόχρωση και τη στιλπνότητα
κύανου	=	κύανος
κύανους	=	κύανος
κύανων	=	κύανος
κύβε	noun	κλητική ενικού του κύβος
κύβιζα	=	κυβίζω
κύβιζαν	=	κυβίζω
κύβιζε	=	κυβίζω
κύβιζες	=	κυβίζω
κύβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κύβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κύβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κύβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυβίζω
κύβιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυβίζω
κύβισης	noun	γενική ενικού του κύβιση
κύβο	noun	αιτιατική ενικού του κύβος
κύβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κύβος
κύβος	noun	γεωμετρικό στερεό με 6 ίσες τετραγωνικές έδρες και 12 ίσες ακμές
κύβου	noun	γενική ενικού του κύβος
κύβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κύβος
κύβων	noun	γενική πληθυντικού του κύβος
κύδος	noun|archaic	η δόξα
κύδους	=	κύδος
κύημα	noun	το έμβρυο
κύηση	noun	η περίοδος της ανάπτυξης του ανθρώπινου εμβρύου από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι τη γέννηση
κύησης	=	κύηση
κύκλε	noun	κλητική ενικού του κύκλος
κύκλια	=	κύκλιος
κύκλιας	=	κύκλιος
κύκλιε	=	κύκλιος
κύκλιες	=	κύκλιος
κύκλιο	=	κύκλιος
κύκλιοι	=	κύκλιος
κύκλιος	adj|formal	άλλη μορφή του κυκλικός
κύκλιου	=	κύκλιος
κύκλιους	=	κύκλιος
κύκλιων	=	κύκλιος
κύκλο	noun	αιτιατική ενικού του κύκλος
κύκλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κύκλος
κύκλος	noun	ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που απέχουν συγκεκριμένη απόσταση από ένα άλλο σημείο
κύκλοτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύκλοτρο
κύκλοτρο	noun	επιταχυντήςς φορτισμένων σωματιδίων
κύκλοτρου	noun	γενική ενικού του κύκλοτρο
κύκλοτρων	noun	γενική πληθυντικού του κύκλοτρο
κύκλου	noun	γενική ενικού του κύκλος
κύκλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κύκλος
κύκλω	adv|dated	κυκλικά
κύκλωθεν	adv|archaic	γύρω γύρω, ολόγυρα
κύκλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κυκλώνω, κύκλωση
κύκλων	noun	γενική πληθυντικού του κύκλος
κύκλωνα	=	κυκλώνω
κύκλωναν	=	κυκλώνω
κύκλωνε	=	κυκλώνω
κύκλωνες	=	κυκλώνω
κύκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κύκλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κύκλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κύκλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυκλώνω
κύκλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυκλώνω
κύκλωσης	noun	γενική ενικού του κύκλωση
κύκνε	noun	κλητική ενικού του κύκνος
κύκνεια	=	κύκνειος
κύκνειας	=	κύκνειος
κύκνειε	=	κύκνειος
κύκνειες	=	κύκνειος
κύκνειο	=	κύκνειος
κύκνειοι	=	κύκνειος
κύκνειος	adj	που σχετίζεται με τον κύκνο
κύκνειου	=	κύκνειος
κύκνειους	=	κύκνειος
κύκνειων	=	κύκνειος
κύκνο	noun	αιτιατική ενικού του κύκνος
κύκνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κύκνος
κύκνος	noun	μεγάλο νηκτικό πτηνό (όπως το είδος Cygnus olor), συνήθως λευκό, με μεγάλο και ευέλικτο λαιμό που διακρίνεται για την ομορφιά του
κύκνου	noun	γενική ενικού του κύκνος
κύκνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κύκνος
κύκνων	noun	γενική πληθυντικού του κύκνος
κύλα	verb	β’ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος κυλώ
κύλαγα	=	κυλάω
κύλαγαν	=	κυλάω
κύλαγε	=	κυλάω
κύλαγες	=	κυλάω
κύλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κύλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κύλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κύλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυλάω
κύλικα	noun	αρχαίο ελληνικό ανοιχτό αγγείο πόσεως για κρασί με δύο λαβές
κύλικας	noun	άλλη μορφή του κύλικα
κύλικες	=	κύλικας
κύλινδρε	noun	κλητική ενικού του κύλινδρος
κύλινδρο	noun	αιτιατική ενικού του κύλινδρος
κύλινδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κύλινδρος
κύλινδρος	noun	στερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια
κύλινδρου	=	κύλινδρος
κύλινδρους	=	κύλινδρος
κύλιση	noun	η μετακίνηση ενός αντικειμένου πάνω σε τροχούς ή με την περιστροφή της κυλινδρικής επιφάνειάς του στο έδαφος
κύλισης	=	κύλιση
κύλισμα	noun	το αποτέλεσμα του κυλώ
κύμα	noun	η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λίμνης κ.λπ. από την επίδραση δυνατού ανέμου ή άλλου παράγοντα
κύμανση	noun	άλλη μορφή του διακύμανση
κύμανσης	=	κύμανση
κύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύμα
κύματος	noun	γενική ενικού του κύμα
κύμβαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύμβαλο
κύμβαλο	noun	είδος κρουστού οργάνου που αποτελείται από ορειχάλκινους κοίλους δίσκους, που παράγουν ήχο είτε όταν κρούονται μεταξύ τους είτε όταν τους χτυπάμε με άλλο αντικείμενο
κύμβαλου	=	κύμβαλο
κύμινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύμινο
κύμινο	noun	μπαχαρικό το οποίο προέρχεται από τα αποξηραμένα ώριμα σπέρματα του φυτού Cuminum Cyminum.
κύμινου	noun	γενική ενικού του κύμινο
κύμινων	noun	γενική πληθυντικού του κύμινο
κύναγχα	=	κύναγχο
κύναγχο	noun	το φυτό της οικογένειας ασκληπιαδίδες (Κύναγχον το οξύφυλλο / Cynanchum acutum)
κύναγχου	=	κύναγχο
κύναγχων	=	κύναγχο
κύπειρε	=	κύπειρος
κύπειρο	=	κύπειρος
κύπειροι	=	κύπειρος
κύπειρος	noun	γένος μονοκοτυλήδονων φυτών τα οποία φύονται σε ρυάκια, υγρότοπους, λιμνάζοντα νερά, όχθες λιμνών
κύπελλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύπελλο
κύπελλο	noun	είδος πλατιού και χαμηλού ποτηριού, συνήθως με ένα αφτί
κύπελλου	=	κύπελλο
κύπερες	=	κύπερη
κύπερη	noun	ζιζάνιο που ανήκει στο γένος μονοκοτυλήδονων φυτών κύπειρος
κύπερης	=	κύπερη
κύπρε	=	κύπρος
κύπρια	=	κύπριος
κύπριας	=	κύπριος
κύπριε	=	κύπριος
κύπριες	=	κύπριος
κύπριο	=	κύπριος
κύπριοι	=	κύπριος
κύπριος	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στην Κύπρο ή τους Κυπρίους
κύπριου	=	κύπριος
κύπριους	=	κύπριος
κύπριων	=	κύπριος
κύπρο	=	κύπρος
κύπρος	noun	το κυπρί
κύπρου	=	κύπρος
κύπτω	verb|formal	άλλη μορφή του σκύβω
κύρη	=	κυρά
κύρηδες	=	κυρά
κύρηδων	=	κυρά
κύρης	=	κυρά
κύρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κύριος	adv	με κύριο τρόπο
κύριας	=	κύριος
κύριε	noun	κλητική ενικού του κύριος
κύριες	=	κύριος
κύριο	noun	αιτιατική ενικού του κύριος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κύριος
κύριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κύριος
κύριος	noun	ο κυρίαρχος	adj	που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, τη μεγαλύτερη σημασία, πρωτεύων, σημαντικός
κύριου	=	κύριος
κύριους	=	κύριος
κύριων	adj	γενική πληθυντικού του κύριος
κύρος	noun	η επιβολή που ασκεί κάποιος λόγω της ανωτερότητάς του
κύρους	=	κύρος
κύρτε	=	κύρτος
κύρτο	=	κύρτος
κύρτοι	=	κύρτος
κύρτος	noun	μια έξυπνη παγίδα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολλά είδη ψαριών όπως οι σκάροι και οι σάρπες
κύρτου	=	κύρτος
κύρτους	=	κύρτος
κύρτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυρτώνω
κύρτων	=	κύρτος
κύρτωνα	=	κυρτώνω
κύρτωναν	=	κυρτώνω
κύρτωνε	=	κυρτώνω
κύρτωνες	=	κυρτώνω
κύρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κύρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κύρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κύρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρτώνω
κύρτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κυρτώνω
κύρτωσης	noun	γενική ενικού του κύρτωση
κύρωνα	=	κυρώνω
κύρωναν	=	κυρώνω
κύρωνε	=	κυρώνω
κύρωνες	=	κυρώνω
κύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κυρώνω
κύρωση	noun	η ενέργεια του κυρώνω, η επικύρωση
κύρωσης	noun	γενική ενικού του κύρωση
κύστεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύστη
κύστεων	noun	γενική πληθυντικού του κύστη
κύστεως	noun|formal	γενική ενικού του κύστη
κύστη	noun	υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
κύστης	noun	γενική ενικού του κύστη
κύτη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύτος
κύτος	noun	κοιλότητα (αγγείου, σκεύους)
κύτους	=	κύτος
κύτταζα	=	κυττάζω
κύτταζαν	=	κυττάζω
κύτταζε	=	κυττάζω
κύτταζες	=	κυττάζω
κύτταξα	=	κυττάζω
κύτταξαν	=	κυττάζω
κύτταξε	=	κυττάζω
κύτταξες	=	κυττάζω
κύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κύτταρο
κύτταρο	noun	η δομική και λειτουργική μονάδα των ζώντων οργανισμών (με εξαίρεση τους ιούς)
κύτταρου	=	κύτταρο
κύφωση	noun	το να είναι κάποιος κυφός, να έχει κύρτωση της σπονδυλικής στήλης στην πλάτη, να έχει καμπούρα
κύφωσης	noun	γενική ενικού του κύφωση
κύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψελε	=	κύψελος
κύψελο	=	κύψελος
κύψελοι	=	κύψελος
κύψελος	noun	μικρό πτηνό της οικογένειας Apodidae / Αποδίδες
κύψελου	=	κύψελος
κύψελους	=	κύψελος
κύψελων	=	κύψελος
κύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κύπτω
κύων	noun|dated	ο σκύλος (σε παγιωμένες λόγιες εκφράσεις, σε ταξινομικούς όρους)
κώα	=	κώος
κώας	=	κώος
κώδικα	noun	γενική ενικού του κώδικας
κώδικας	noun	αρχαίο ή παλαιό χειρόγραφο βιβλίο από διάφορα υλικά (πάπυρος, περγαμηνή, χαρτί)
κώδικες	=	κώδικας
κώδωνα	=	κώδωνας
κώδωνας	noun|formal	κουδούνι
κώδωνες	=	κώδωνας
κώε	=	κώος
κώες	=	κώος
κώθων	noun	είδος κυπέλλου, κούπα
κώλε	noun	κλητική ενικού του κώλος
κώλο	noun	τμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες)
κώλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κώλος
κώλον	noun|archaic	λογιότερη μορφή του κώλο
κώλος	noun	ο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου
κώλου	noun	γενική ενικού του κώλος
κώλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κώλος
κώλυα	=	κωλύω
κώλυαν	=	κωλύω
κώλυε	=	κωλύω
κώλυες	=	κωλύω
κώλυμα	noun	το πρόσκομμα, το εμπόδιο
κώλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κώλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κώλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κώλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλύω
κώλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κωλώνω
κώλων	noun	γενική πληθυντικού του κώλος
κώλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κώλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κώλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κώλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωλώνω
κώμα	noun	κατάσταση που οφείλεται σε παθολογικά αίτια και κατά την οποία κάποιος έχει απωλέσει τη δυνατότητα κίνησης, αίσθησης, συνείδησης κ.λπ.
κώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κώμα
κώματος	noun	γενική ενικού του κώμα
κώμε	=	κώμος
κώμες	=	κώμη
κώμη	noun	συνοικισμός μεγαλύτερος του χωριού και μικρότερος της κωμόπολης
κώμης	=	κώμη
κώμο	=	κώμος
κώμοι	=	κώμος
κώμος	noun	εορταστική εκδήλωση προς τιμή του θεού Διονύσου
κώμου	=	κώμος
κώμους	=	κώμος
κώμων	=	κώμος
κώνε	noun	κλητική ενικού του κώνος
κώνεια	=	κώνειο
κώνειο	noun	γένος ενδημικού στην Ελλάδα δήλητηριώδους φυτού (Conium maculatum)
κώνειου	=	κώνειο
κώνειων	=	κώνειο
κώνο	noun	αιτιατική ενικού του κώνος
κώνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κώνος
κώνος	noun	επιφάνεια που παράγεται από μια ευθεία (η οποία λέγεται γενέτειρα) που περνά από ένα σταθερό σημείο (την κορυφή) και ένα μεταβλητό σημείο που κινείται πάνω σε μια κλειστή καμπύλη γραμμή
κώνου	noun	γενική ενικού του κώνος
κώνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του κώνος
κώνων	noun	γενική πληθυντικού του κώνος
κώνωπα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κώνωπας
κώνωπας	noun|formal	το κουνούπι
κώνωπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κώνωπας
κώνωπος	noun	γενική ενικού του κώνωψ
κώνωψ	noun|archaic	ο κώνωπας, το κουνούπι
κώο	=	κώος
κώοι	=	κώος
κώος	adj	που έχει σχέση με την Κω ή αναφέρεται σ’ αυτή
κώου	=	κώος
κώους	=	κώος
κώπες	=	κώπη
κώπη	noun|archaic	το κουπί
κώπης	=	κώπη
κώτη	=	κώτης
κώτης	noun	ο κάτοικος της Κω ή αυτός που κατάγεται απ’ αυτή
κώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κώτικο
κώτικε	adj	κλητική ενικού του κώτικος
κώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κώτικη
κώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κώτικος
κώτικης	adj	γενική ενικού του κώτικη
κώτικο	adj	αιτιατική ενικού του κώτικος
κώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του κώτικος
κώτικος	adj	που έχει σχέση με την Κω, που ανήκει ή αναφέρεται στην Κω
κώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του κώτικος
κώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του κώτικος
κώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κώτικος
κώφευα	=	κωφεύω
κώφευαν	=	κωφεύω
κώφευε	=	κωφεύω
κώφευες	=	κωφεύω
κώφευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κώφευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κώφευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κώφευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κωφεύω
κώφωση	noun	το να μην ακούει κάποιος, η ιδιότητα του κωφού· το να είναι ή να γίνεται κάποιος κωφός
κώφωσης	=	κώφωση
κώχες	=	κώχη
κώχη	noun	άλλη μορφή του κόγχη / κόχη
κώχης	=	κώχη
κώχιασμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κωχιάζω
κώων	=	κώος
λάβα	noun	το διάπυρο υλικό που εξέρχεται από κρατήρα ηφαιστείου
λάβαινα	=	λαβαίνω
λάβαιναν	=	λαβαίνω
λάβαινε	=	λαβαίνω
λάβαινες	=	λαβαίνω
λάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβαν	=	λαμβάνω
λάβανε	=	λαμβάνω
λάβαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβαρο
λάβαρο	noun	κομμάτι υφάσματος που κρέμεται από ιστό και φέρει παραστάσεις και εμβλήματα ενός στρατού, κόμματος, συλλόγου
λάβαρου	noun	γενική ενικού του λάβαρο
λάβαρων	noun	γενική πληθυντικού του λάβαρο
λάβας	noun	γενική ενικού του λάβα
λάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβδα	=	λάμδα
λάβδανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβδανο
λάβδανο	noun	φαρμακευτικό φυτό
λάβδανου	noun	γενική ενικού του λάβδανο
λάβδανων	noun	γενική πληθυντικού του λάβδανο
λάβε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του λαμβάνω
λάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβα
λάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβομε	=	λαμβάνω
λάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβουνε	=	λαμβάνω
λάβρα	noun	καύσωνας	adv	ορμητικά, βίαια
λάβρας	=	λάβρος
λάβρε	=	λάβρος
λάβρες	=	λάβρος
λάβρη	=	λάβρος
λάβρης	=	λάβρος
λάβρο	=	λάβρος
λάβροι	=	λάβρος
λάβρος	adj	που χαρακτηρίζεται από σφοδρότητα και ορμητικότητα· σφοδρός, βίαιος
λάβρου	=	λάβρος
λάβρους	=	λάβρος
λάβρων	=	λάβρος
λάβτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω
λάβωμα	noun	το αποτέλεσμα του λαβώνω, η λαβωματιά
λάβωνα	=	λαβώνω
λάβωναν	=	λαβώνω
λάβωνε	=	λαβώνω
λάβωνες	=	λαβώνω
λάβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λάβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λάβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λάβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λάγγεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λαγγεύω
λάγγευα	=	λαγγεύω
λάγγεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λάγγεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λάγγεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λάγγεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λάγια	=	λάγιος
λάγιας	=	λάγιος
λάγιασα	=	λαγιάζω
λάγιαση	noun	η ψυχική ηρεμία, ησυχία, γαλήνη
λάγιε	=	λάγιος
λάγιες	=	λάγιος
λάγιο	=	λάγιος
λάγιοι	=	λάγιος
λάγιος	adj|vulgar	μαύρος, με μαύρο τρίχωμα (κυρίως για πρόβατα και σπανίως για μελαχρινούς ανθρώπους)
λάγιου	=	λάγιος
λάγιους	=	λάγιος
λάγιων	=	λάγιος
λάγκενε	=	λάγκενος
λάγκενο	=	λάγκενος
λάγκενοι	=	λάγκενος
λάγκενος	noun	άλλη μορφή του λαγήνι
λάγκενου	=	λάγκενος
λάγνα	adv	με λάγνο τρόπο
λάγνας	=	λάγνος
λάγνε	=	λάγνος
λάγνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάγνα
λάγνη	=	λάγνος
λάγνης	=	λάγνος
λάγνο	=	λάγνος
λάγνοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάγνος
λάγνος	adj	που καταλαμβάνεται από ή ρέπει προς τη λαγνεία
λάγνου	=	λάγνος
λάγνους	=	λάγνος
λάγνων	=	λάγνος
λάδι	noun	το έλαιο που παράγεται από τη σύνθλιψη των καρπών ή σπόρων
λάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάδι
λάδωμα	noun	η επάλειψη με λάδι
λάδωνα	=	λαδώνω
λάδωναν	=	λαδώνω
λάδωνε	=	λαδώνω
λάδωνες	=	λαδώνω
λάδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λάδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λάδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λάδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λάζε	=	λάζος
λάζο	=	λάζος
λάζοι	=	λάζος
λάζος	noun	είδος μαχαιριού που διπλώνει στη λαβή, σουγιάς
λάζου	=	λάζος
λάζους	=	λάζος
λάζων	=	λάζος
λάθεμα	noun	το λάθος, το σφάλμα
λάθεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λάθεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λάθεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λάθεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λάθη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάθος
λάθος	noun	καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά	adj	εσφαλμένος, σφαλερός
λάθους	noun	γενική ενικού του λάθος
λάθρα	adv	κρυφά, για κάποιον που δεν γίνεται αντιληπτός
λάθρο	noun	ο λαθρομετανάστης, συχνά στη διαδικτυακή αργκό
λάικ	noun	διαδικτυακή ένδειξη επιδοκιμασίας ή θετικής αντίδρασης σε δημοσίευση, σχόλιο ή άλλο ψηφιακό περιεχόμενο
λάινσμαν	noun	ο ένας από τους δύο βοηθητικούς διαιτητές στο ποδόσφαιρο που κινούνται κατά μήκος των μακρών πλευρών του γηπέδου
λάιτ	adj	που έχει λίγες θερμίδες ή λίγα λιπαρά
λάκα	noun	είδος φυσικού βερνικιού, για την επάλειψη επιφανειών
λάκαγα	=	λακάω
λάκαινα	=	λάκωνας
λάκας	noun	γενική ενικού του λάκα
λάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάκα
λάκη	=	λάκης
λάκηδες	=	λάκης
λάκηδων	=	λάκης
λάκης	noun	συνώνυμο του φλώρος
λάκησα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος λακάω/λακώ
λάκιζα	=	λακίζω
λάκιζαν	=	λακίζω
λάκιζε	=	λακίζω
λάκιζες	=	λακίζω
λάκισα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λάκκα	noun|vulgar	έκταση γης που βρίσκεται σε κοιλότητα σε σχέση με τις γειτονικές περιοχές
λάκκας	noun	γενική ενικού του λάκκα
λάκκε	noun	κλητική ενικού του λάκκος
λάκκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάκκα
λάκκο	noun	αιτιατική ενικού του λάκκος
λάκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λάκκος
λάκκος	noun	η κοιλότητα στο έδαφος ή γενικά σε οριζόντια επιφάνεια
λάκκου	noun	γενική ενικού του λάκκος
λάκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λάκκος
λάκκωμα	noun	κοιλότητα μεγάλης έκτασης στην επιφάνεια του εδάφους, λάκκα, γούβωμα
λάκκων	noun	γενική πληθυντικού του λάκκος
λάκτιζα	=	λακτίζω
λάκτιζαν	=	λακτίζω
λάκτιζε	=	λακτίζω
λάκτιζες	=	λακτίζω
λάκτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λάκτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λάκτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λάκτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λάκτισμα	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λακτίζω
λάκων	=	λάκωνας
λάκωνα	=	λάκωνας
λάκωνας	noun	ο λιγομίλητος, που εκφράζεται ιδιαίτερα περιεκτικά, που μιλά λακωνικά
λάκωνες	=	λάκωνας
λάκωνος	=	λάκωνας
λάλα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του λαλώ
λάλαγα	=	λαλάω
λάλαγαν	=	λαλάω
λάλαγε	=	λαλάω
λάλαγες	=	λαλάω
λάλε	=	λάλος
λάλημα	noun	φωνή πτηνού, κελάηδημα
λάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λάλο	=	λάλος
λάλοι	=	λάλος
λάλον	=	λάλος
λάλος	adj	φλύαρος, πολύ ομιλητικός, πολύλογος
λάλου	=	λάλος
λάλους	=	λάλος
λάλων	=	λάλος
λάμα	noun	το κοφτερό εξάρτημα εργαλείων, η λεπίδα
λάμας	noun	γενική ενικού του λάμα
λάμβανα	=	λαμβάνω
λάμβαναν	=	λαμβάνω
λάμβανε	=	λαμβάνω
λάμβανες	=	λαμβάνω
λάμβδα	noun	η αρχαία μορφή του λάμδα
λάμδα	noun	το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (πεζό: λ, κεφαλαίο: Λ)
λάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάμα
λάμια	noun	τέρας που έπλασε η λαϊκή φαντασία με μορφή γυναίκας
λάμιας	noun	γενική ενικού του λάμια
λάμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάμια
λάμνα	noun	στοιχειό της λαϊκής παράδοσης
λάμναμε	=	λάμνω
λάμναν	=	λάμνω
λάμνανε	=	λάμνω
λάμνας	=	λάμνα
λάμνατε	=	λάμνω
λάμνε	=	λάμνω
λάμνει	=	λάμνω
λάμνεις	=	λάμνω
λάμνες	=	λάμνα
λάμνετε	=	λάμνω
λάμνισσα	noun	στοιχειό της λαϊκής παράδοσης
λάμνισσας	=	λάμνισσα
λάμνισσες	=	λάμνισσα
λάμνοντας	=	λάμνω
λάμνουμε	=	λάμνω
λάμνουν	=	λάμνω
λάμνουνε	=	λάμνω
λάμντα	noun|literary	άλλη γραφή του λάμδα
λάμνω	verb	κωπηλατώ
λάμπα	noun	φωτιστικό σώμα
λάμπαμε	=	λάμπω
λάμπαν	=	λάμπω
λάμπανε	=	λάμπω
λάμπας	noun	γενική ενικού του λάμπα
λάμπασμα	noun	ξωτικό, φάντασμα
λάμπατε	=	λάμπω
λάμπε	=	λάμπω
λάμπει	=	λάμπω
λάμπεις	=	λάμπω
λάμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάμπα
λάμπετε	=	λάμπω
λάμπομε	=	λάμπω
λάμποντας	=	λάμπω
λάμπος	noun|literary	η λάμψη
λάμπουμε	=	λάμπω
λάμπουν	=	λάμπω
λάμπουνε	=	λάμπω
λάμπρυνα	=	λαμπρύνω
λάμπρυναν	=	λαμπρύνω
λάμπρυνε	=	λαμπρύνω
λάμπρυνες	=	λαμπρύνω
λάμπρυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λαμπρύνω
λάμπρυνσης	noun	γενική ενικού του λάμπρυνση
λάμπω	verb	ακτινοβολώ φως
λάμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψαν	=	λάμπω
λάμψανε	=	λάμπω
λάμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάμψη
λάμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψεων	noun	γενική πληθυντικού του λάμψη
λάμψεως	noun|formal	γενική ενικού του λάμψη
λάμψη	noun	το έντονο φως από φωτεινή πηγή ή από αντανάκλαση
λάμψης	noun	γενική ενικού του λάμψη
λάμψομε	=	λάμπω
λάμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψουνε	=	λάμπω
λάμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λάμπω
λάνθανα	=	λανθάνω
λάνσαρα	=	λανσάρω
λάντζα	noun	το πλύσιμο των πιάτων και των κατσαρολικών
λάντζας	noun	γενική ενικού του λάντζα
λάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάντζα
λάντσα	noun	μικρό ανοιχτό ακτοπλοϊκό σκάφος για μικρές αποστάσεις
λάντσας	=	λάντσα
λάντσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάντσα
λάξευμα	noun	η ενέργεια του λαξεύω, η λάξευση
λάξευση	noun	η ενέργεια του λαξεύω
λάξευσης	=	λάξευση
λάξεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λάξεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λάξεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λάξεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λάουρα	=	λαύρα
λάπαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάπαθο
λάπαθο	noun	είδος άγριου χόρτου (Rumex)
λάπαθου	noun	γενική ενικού του λάπαθο
λάπαθων	noun	γενική πληθυντικού του λάπαθο
λάπατα	=	λάπατο
λάπατο	noun	άλλη ονομασία για το λάπαθο
λάπατου	=	λάπατο
λάπατων	=	λάπατο
λάπτοπ	noun	ο φορητός υπολογιστής
λάργκο	adv	[αργά]] και με μεγαλείο
λάρε	=	λάρος
λάρνακα	noun	φέρετρο, σαρκοφάγος
λάρνακας	=	λάρνακα
λάρνακες	=	λάρνακα
λάρο	=	λάρος
λάροι	=	λάρος
λάρος	noun|archaic	γλάρος
λάρου	=	λάρος
λάρους	=	λάρος
λάρυγγα	=	λάρυγγας
λάρυγγας	noun	το όργανο που βρίσκεται στο πάνω μέρος του αναπνευστικού συστήματος των σπονδυλωτών.
λάρυγγες	=	λάρυγγας
λάρων	=	λάρος
λάσα	=	λάσο
λάσια	=	λάσιος
λάσιας	=	λάσιος
λάσιε	=	λάσιος
λάσιες	=	λάσιος
λάσιο	=	λάσιος
λάσιοι	=	λάσιος
λάσιος	adj|archaic	δασύτριχος, πυκνόμαλλος
λάσιου	=	λάσιος
λάσιους	=	λάσιος
λάσιων	=	λάσιος
λάσκα	adv	χαλαρά, χωρίς να είναι κάτι πολύ τεντωμένο
λάσκαρα	=	λασκάρω
λάσκο	=	λάσκος
λάσκος	adj	αυτός που δεν είναι τεντωμένος, που είναι λασκαρισμένος, χαλαρωμένος
λάσο	noun	μακρύ σκοινί με θηλιά στην άκρη του που το πετούν από απόσταση, για να συλλάβουν ένα ζώο
λάσου	=	λάσο
λάσπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάσπη
λάσπη	noun	μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής
λάσπης	=	λάσπη
λάσπιαζα	=	λασπιάζω
λάσπιαζαν	=	λασπιάζω
λάσπιαζε	=	λασπιάζω
λάσπιαζες	=	λασπιάζω
λάσπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λάσπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λάσπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λάσπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λάσπωμα	noun	το αποτέλεσμα του λασπώνω
λάσπωνα	=	λασπώνω
λάσπωναν	=	λασπώνω
λάσπωνε	=	λασπώνω
λάσπωνες	=	λασπώνω
λάσπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λάσπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λάσπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λάσπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λάσσα	=	λάσσο
λάσσο	noun|dated	κληροδότημα
λάσσου	=	λάσσο
λάσσων	=	λάσσο
λάστιχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάστιχο
λάστιχο	noun	υλικό το οποίο προέρχεται από φυσικό ή συνθετικό καουτσούκ
λάστιχου	noun	γενική ενικού του λάστιχο
λάστιχων	noun	γενική πληθυντικού του λάστιχο
λάσων	=	λάσο
λάτα	noun	ντενεκές
λάτε	noun	τύπου εσπρέσο στον οποίο έχει προστεθεί γάλα	adj	χαρακτηρισμός καφέ με γάλα
λάτεξ	noun	άλλη μορφή του λατέξ
λάτρα	noun	η κουραστική καθαριότητα, περιποίηση του σπιτιού
λάτρας	noun	γενική ενικού του λάτρα
λάτρεις	=	λάτρης
λάτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάτρα
λάτρευα	=	λατρεύω
λάτρευαν	=	λατρεύω
λάτρευε	=	λατρεύω
λάτρευες	=	λατρεύω
λάτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λάτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λάτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λάτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λάτρεων	=	λάτρης
λάτρη	=	λάτρης
λάτρης	noun	αυτός που συμμετέχει σε μια λατρεία
λάτρις	=	λάτρης
λάτρισσα	=	λάτρης
λάτρισσας	noun	γενική ενικού του λάτρισσα
λάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάτρισσα
λάφι	noun|literary	ελάφι
λάφια	=	λάφι
λάφιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λάφιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λάφιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λάφιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λάφτα	=	λαούτο
λάφυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάφυρο
λάφυρο	noun	αντικείμενο που λαμβάνεται από εχθρό μετά από μάχη είτε για την οικονομική του αξία είτε ως τρόπαιο νίκης
λάφυρου	=	λάφυρο
λάφυρων	=	λάφυρο
λάχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχανα	noun	στην έκφραση σπουδαία τα λάχανα, σιγά τα λάχανα
λάχανο	noun	είδος λαχανικού με σφαιρικό σχήμα και πλατιά φύλλα
λάχανου	noun	γενική ενικού του λάχανο
λάχανων	noun	γενική πληθυντικού του λάχανο
λάχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχνη	noun	πολύ λεπτή νηματοειδής προεξοχή διαφόρων υμένων
λάχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λάχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχαίνω
λέαινα	noun	το θηλυκό λιοντάρι, η λιονταρίνα
λέαινας	=	λέαινα
λέαινες	=	λέαινα
λέβα	noun	άλλη μορφή του λεβ
λέβητα	=	λέβητας
λέβητας	noun	οποιαδήποτε μεταλλική κλειστή συσκευή μέσα στην οποία θερμαίνεται υγρό
λέβητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέβητας
λέγαμε	=	λέω
λέγαν	=	λέγω
λέγανε	=	λέω
λέγατε	=	λέω
λέγε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω
λέγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω
λέγεις	=	λέγω
λέγεσαι	=	λέω
λέγεσθε	=	λέω
λέγεστε	=	λέω
λέγεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λέγομαι
λέγετε	=	λέω
λέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λέγω
λέγομε	=	λέω
λέγονται	=	λέω
λέγονταν	=	λέω
λέγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λέω, λέγω
λέγου	=	λέω
λέγουμε	=	λέγω
λέγουν	=	λέγω
λέγουνε	=	λέγω
λέγω	verb|formal	άλλη μορφή του λέω
λέδες	=	λέδη
λέδη	noun	κυρία της αριστοκρατίας, η σύζυγος ενός λόρδου
λέδης	=	λέδη
λέδων	=	λέδη
λέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέω
λέζα	noun|informal	ευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη
λέζας	=	λέζα
λέζες	=	λέζα
λέι	noun	το εθνικό νόμισμα της Ρουμανίας και της Μολδαβίας
λέιζερ	noun	συσκευή που παράγει ακτινοβολία σε δέσμες φωτός μεγάλης ισχύος
λέκιαζα	=	λεκιάζω
λέκιαζαν	=	λεκιάζω
λέκιαζε	=	λεκιάζω
λέκιαζες	=	λεκιάζω
λέκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λέκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λέκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λέκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λέκιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λεκιάζω, η δημιουργία λεκέ
λέκιθε	=	λέκιθος
λέκιθο	=	λέκιθος
λέκιθοι	=	λέκιθος
λέκιθος	noun|formal	ο κρόκος ενός αβγού
λέκτης	noun	αυτός που λέει, ομιλών, ομιλητής
λέκτορα	=	λέκτορας
λέκτορας	noun	πανεπιστημιακός βαθμός, ο κατώτερος στην ιεραρχία των εκλεγμένων διδασκόντων με διδακτορικό τίτλο
λέκτορες	=	λέκτορας
λέκτορος	=	λέκτορας
λέλεκα	=	λέλεκας
λέλεκας	noun	άλλη μορφή του λελέκι: ο πελαργός
λέλεκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέλεκας
λέλερη	noun	η ιλαρά
λέμβαρχε	=	λέμβαρχος
λέμβαρχο	=	λέμβαρχος
λέμβαρχοι	=	λέμβαρχος
λέμβαρχος	noun	υπαξιωματικός υπεύθυνος λέμβου και προϊστάμενος των κωπηλατών της
λέμβαρχου	=	λέμβαρχος
λέμβαρχους	=	λέμβαρχος
λέμβαρχων	=	λέμβαρχος
λέμβε	=	λέμβος
λέμβο	=	λέμβος
λέμβοι	=	λέμβος
λέμβος	noun|formal	μικρό σκάφος με συγκεκριμένη χρήση
λέμβου	noun	γενική ενικού του λέμβος
λέμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λέμβος
λέμβων	noun	γενική πληθυντικού του λέμβος
λέμε	=	λέω
λέμφε	=	λέμφος
λέμφο	=	λέμφος
λέμφοι	=	λέμφος
λέμφος	noun	κολλώδες λεπτόρρευστο υγρό (παρόμοιο με το πλάσμα) αλλά που περιέχει λευκά αιμοσφαίρια και χυλό (γαλακτώδες υγρό) το οποίο μεταφέρεται στη ροή του αίματος μέσω των λεμφαγγείων και συντελεί στη θρεπτική λειτουργία
λέμφου	=	λέμφος
λέμφους	=	λέμφος
λέμφωμα	noun	είδος καρκίνου των λεμφοκυττάρων και του λεμφικού ιστού
λέμφων	=	λέμφος
λένε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος λέω
λέντο	adv	αργά
λέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέξη
λέξεων	noun	γενική πληθυντικού του λέξη
λέξεως	noun|formal	γενική ενικού του λέξη
λέξη	noun	η κύρια μονάδα της γλώσσας από άποψη συντακτική, γραμματική και σημασιολογική· αποτελεί ένα σύνολο φθόγγων που αρθρώνονται ενιαία, φέρει νόημα και αποτελείται από ένα ή περισσότερα μορφήματα
λέξημα	noun	το τμήμα μιας λέξης μετά την αφαίρεση των προσφυμάτων και επιθημάτων
λέξης	noun	γενική ενικού του λέξη
λέξου	=	λέγομαι
λέον	=	λέων
λέοντα	=	λέων
λέοντας	noun	άλλη μορφή του λέων
λέοντες	=	λέων
λέοντος	=	λέων
λέπι	noun	το καθένα από τα πολλά μικρά, επίπεδα και σκληρά κομμάτια κερατίνης που καλύπτουν το δέρμα των ψαριών και των ερπετών
λέπια	=	λέπι
λέπρα	noun	χρόνια λοιμώδης ασθένεια του ανθρώπου, που προκαλείται από τα μυκοβακτήρια mycobacterium leprae και mycobacterium lepromatosis
λέπρας	noun	γενική ενικού του λέπρα
λέπρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέπρα
λέπρωση	noun	η λέπρα
λέπρωσης	noun	γενική ενικού του λέπρωση
λέπταινα	=	λεπταίνω
λέπταιναν	=	λεπταίνω
λέπταινε	=	λεπταίνω
λέπταινες	=	λεπταίνω
λέπτυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λέπτυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λέπτυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λέπτυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λέπτυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λεπταίνω
λέπτυνσης	=	λέπτυνση
λέπυρα	=	λέπυρο
λέπυρο	noun	το φλούδι που περιβάλλει τον καρπό στα σιτηρά
λέπυρου	=	λέπυρο
λέπυρων	=	λέπυρο
λέρα	noun	η βρομιά
λέρας	noun	ο βρομύλος, ο βρομιάρης, ο βρόμικος, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
λέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέρα
λέρωμα	noun	το βρόμισμα
λέρωνα	=	λερώνω
λέρωναν	=	λερώνω
λέρωνε	=	λερώνω
λέρωνες	=	λερώνω
λέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λέσβια	=	λέσβιος
λέσβιας	=	λέσβιος
λέσβιε	=	λέσβιος
λέσβιες	=	λέσβιος
λέσβιο	=	λέσβιος
λέσβιοι	=	λέσβιος
λέσβιος	adj	που έχει σχέση με τη Λέσβο ή αναφέρεται σ’ αυτή
λέσβιου	=	λέσβιος
λέσβιους	=	λέσβιος
λέσβιων	=	λέσβιος
λέσβω	noun|slang	η λεσβία
λέσβως	noun	γενική ενικού του λέσβω
λέσι	noun	το ψοφίμι, πτώμα ζώου
λέσια	=	λέσι
λέσκα	noun	στενή και απότομη ρεματιά σε ορεινή τοποθεσία ή άλλο απόκρημνο μέρος
λέσκας	=	λέσκα
λέσκες	=	λέσκα
λέσχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέσχη
λέσχη	noun	χώρος όπου συγκεντρώνονται και συχνάζουν πρόσωπα που συνδέονται με κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και όπου αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες
λέσχης	noun	γενική ενικού του λέσχη
λέτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω
λέτσε	noun	κλητική ενικού του λέτσος
λέτσο	noun	αιτιατική ενικού του λέτσος
λέτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λέτσος
λέτσος	noun	που φοράει βρόμικα ρούχα ή παραμελεί το ντύσιμό του
λέτσου	noun	γενική ενικού του λέτσος
λέτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λέτσος
λέτσων	noun	γενική πληθυντικού του λέτσος
λέχθηκα	verb	α' πρόσωπο ενικού στην οριστική παθητικού αορίστου του ρήματος λέω
λέχθηκαν	=	λέγομαι
λέχθηκε	=	λέγομαι
λέχθηκες	=	λέγομαι
λέω	verb	διατυπώνω προφορικά ή και γραπτά μία λέξη ή φράση
λέων	noun|formal	λιοντάρι
λήγαμε	=	λήγω
λήγαν	=	λήγω
λήγανε	=	λήγω
λήγατε	=	λήγω
λήγε	=	λήγω
λήγει	=	λήγω
λήγεις	=	λήγω
λήγετε	=	λήγω
λήγομε	=	λήγω
λήγον	=	λήγων
λήγοντα	=	λήγων
λήγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λήγω
λήγοντες	=	λήγων
λήγοντος	=	λήγων
λήγουμε	=	λήγω
λήγουν	=	λήγω
λήγουνε	=	λήγω
λήγουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λήγοντας	noun	η τελευταία συλλαβή μιας λέξης
λήγουσας	noun	γενική ενικού του λήγουσα
λήγουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήγουσα
λήγω	verb	τερματίζομαι, επειδή ολοκληρώθηκε ή επειδή πέρασε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
λήγων	verb	που λήγει, καταλήγει, ο τελευταίος
λήζινγκ	noun	άλλη γραφή του λίζινγκ
λήθαργε	=	λήθαργος
λήθαργο	=	λήθαργος
λήθαργοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λήθαργος
λήθαργος	noun	πολύ βαθύς ύπνος, νάρκη
λήθαργου	=	λήθαργος
λήθαργους	=	λήθαργος
λήθαργων	=	λήθαργος
λήθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήθη
λήθη	noun	η λησμονιά, το σβήσιμο από τη μνήμη, το να μη θυμάσαι πια
λήθης	=	λήθη
λήκυθε	=	λήκυθος
λήκυθο	=	λήκυθος
λήκυθοι	=	λήκυθος
λήκυθος	noun	δοχείο αρωματικού λαδιού, μυροδοχείο σε σχήμα φιάλης, με μια λαβή και με βαθύ στόμιο
λήμη	noun	η τσίμπλα
λήμμα	noun	καταχώρηση, άρθρο που υπάρχει αλφαβητικά καταχωρισμένο σε ένα λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια
λήμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήμμα
λήμματος	noun	γενική ενικού του λήμμα
λήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξαν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λήξας
λήξανε	=	λήγω
λήξαντα	=	λήξας
λήξανταν	=	λήξαντας
λήξαντας	verb	μορφή του λήξας με νεότερες καταλήξεις
λήξαντασα	=	λήξαντας
λήξαντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήξας
λήξαντος	verb	γενική ενικού του λήξας
λήξας	verb	εκείνος που έληξε, που αποκλείεται να έχει συνέχεια
λήξασα	=	λήξας
λήξασας	=	λήξας
λήξασες	=	λήξας
λήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λήγω
λήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λήγω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήξη
λήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξεων	=	λήξη
λήξη	noun	το τέλος μιας περιόδου, ενός γεγονότος, μιας πράξης, κλπ.
λήξης	=	λήξη
λήξομε	=	λήγω
λήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξουνε	=	λήγω
λήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λήγω
λήπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήπτης
λήπτη	=	λήπτης
λήπτης	noun	αυτός που λαμβάνει κάτι
λήπτρια	noun	λήπτης
λήπτριας	noun	γενική ενικού του λήπτρια
λήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήπτρια
λήρος	noun|formal	φλυαρία, μωρολογία, επιδεικτική αλλά χωρίς ουσία ομιλία
λήσταρχε	=	λήσταρχος
λήσταρχο	=	λήσταρχος
λήσταρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λήσταρχος
λήσταρχος	noun	ο αρχηγός μιας συμμορίας ληστών
λήσταρχου	=	λήσταρχος
λήσταρχους	=	λήσταρχος
λήσταρχων	=	λήσταρχος
λήστευα	=	ληστεύω
λήστευαν	=	ληστεύω
λήστευε	=	ληστεύω
λήστευες	=	ληστεύω
λήστευση	noun	η ενέργεια του ληστεύω
λήστευσης	=	λήστευση
λήστεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
λήστεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
λήστεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
λήστεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
λήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
λήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
λήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
λήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
λήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήψη
λήψεων	noun	γενική πληθυντικού του λήψη
λήψεως	noun|formal	γενική ενικού του λήψη
λήψη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαμβάνω· πάρσιμο, αποδοχή
λήψης	noun	γενική ενικού του λήψη
λίαν	adv|formal	πολύ, συνήθως χρησιμοποιείται με λόγια επιρρήματα
λίβα	noun	διοικητική υποδιαίρεση, έδρα του μουτεσαρίφη
λίβανε	noun	κλητική ενικού του λίβανος
λίβανο	noun	αιτιατική ενικού του λίβανος
λίβανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίβανος
λίβανος	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Boswellia με σύνθετα φύλλα, που παράγει ρητίνη από την οποία φτιάχνεται το λιβάνι
λίβας	noun	ξηρός και θερμός νοτιοδυτικός άνεμος
λίβελε	noun	κλητική ενικού του λίβελος
λίβελο	noun	αιτιατική ενικού του λίβελος
λίβελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίβελος
λίβελος	noun	επιθετικό (δημοσιευμένο) κείμενο πολεμικής με ακραίους και συχνά συκοφαντικούς ή υβριστικούς χαρακτηρισμούς
λίβελου	noun	γενική ενικού του λίβελος
λίβελους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λίβελος
λίβελων	noun	γενική πληθυντικού του λίβελος
λίβες	=	λίβα
λίβρα	noun|dated	μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ή της μάζας κάποιου πράγματος
λίβρας	noun	γενική ενικού του λίβρα
λίβρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίβρα
λίγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγο
λίγδα	noun	βρομιά ή λεκές που προκαλείται από λιπαρή ουσία
λίγδας	noun	γενική ενικού του λίγδα
λίγδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγδα
λίγδιαζα	=	λιγδιάζω
λίγδιαζαν	=	λιγδιάζω
λίγδιαζε	=	λιγδιάζω
λίγδιαζες	=	λιγδιάζω
λίγδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λίγδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λίγδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λίγδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λίγδιασμα	noun	το αποτέλεσμα του λιγδιάζω
λίγδωμα	noun	το αποτέλεσμα του λιγδώνω
λίγδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λίγδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λίγδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λίγδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λίγε	adj	κλητική ενικού του λίγος
λίγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγη
λίγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λίγος
λίγης	adj	γενική ενικού του λίγη
λίγκα	noun	ένωση ή συνασπισμός ατόμων / ομάδων / χωρών για κοινούς σκοπούς ή συμφέροντα
λίγκας	=	λίγκα
λίγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγκα
λίγνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιγνεύω
λίγνευα	=	λιγνεύω
λίγνευαν	=	λιγνεύω
λίγνευε	=	λιγνεύω
λίγνευες	=	λιγνεύω
λίγνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λίγνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λίγνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λίγνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λίγο	adj	λίγος, στην αιτιατική του ενικού του αρσενικού γένους.	adv	σε μικρό βαθμό, όχι πολύ
λίγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίγος
λίγος	adj	δηλώνει μικρή, περιορισμένη ποσότητα
λίγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λίγος
λίγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λίγος
λίγωμα	noun	η λιγούρα
λίγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λίγος
λίγωνα	=	λιγώνω
λίγωναν	=	λιγώνω
λίγωνε	=	λιγώνω
λίγωνες	=	λιγώνω
λίγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λίγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λίγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λίγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λίζινγκ	noun	η ενοικίαση αυτοκινήτων (ή άλλων οχημάτων, αντικειμένων, μηχανημάτων κ.λπ.) για σχετικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
λίθε	noun	κλητική ενικού του λίθος
λίθια	=	λίθιο
λίθινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίθινο
λίθινε	adj	κλητική ενικού του λίθινος
λίθινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίθινη
λίθινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λίθινος
λίθινης	adj	γενική ενικού του λίθινη
λίθινο	adj	αιτιατική ενικού του λίθινος
λίθινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίθινος
λίθινος	adj	που είναι φτιαγμένος από λίθο, πέτρα
λίθινου	adj	γενική ενικού του λίθινος
λίθινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λίθινος
λίθινων	adj	γενική πληθυντικού του λίθινος
λίθιο	noun	χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλκάλια, με ατομικό αριθμό 3 και χημικό σύμβολο το Li
λίθιου	=	λίθιο
λίθο	noun	αιτιατική ενικού του λίθος
λίθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λίθος
λίθος	noun|formal	η πέτρα, ως υλικό οικοδομικών εργασιών, στην ιατρική, κοσμηματοποιία
λίθου	noun	γενική ενικού του λίθος
λίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λίθος
λίθων	noun	γενική πληθυντικού του λίθος
λίκνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίκνο
λίκνιζα	=	λικνίζω
λίκνιζαν	=	λικνίζω
λίκνιζε	=	λικνίζω
λίκνιζες	=	λικνίζω
λίκνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λίκνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λίκνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λίκνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λίκνισμα	noun	σχετικά αργή, ρυθμική κίνηση
λίκνο	noun	η κούνια (το παιδικό κρεβατάκι)
λίκνου	noun	γενική ενικού του λίκνο
λίκνων	noun	γενική πληθυντικού του λίκνο
λίλιουμ	noun	ο παρθενόκρινος ή κρίνος της Παναγίας^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
λίμα	noun	εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
λίμαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λίμαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λίμαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λίμαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λίμαρα	=	λιμάρω
λίμαραν	=	λιμάρω
λίμαρε	=	λιμάρω
λίμαρες	=	λιμάρω
λίμας	noun	γενική ενικού του λίμα
λίμασμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιμάζω
λίμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίμα
λίμναζα	=	λιμνάζω
λίμναζαν	=	λιμνάζω
λίμναζε	=	λιμνάζω
λίμναζες	=	λιμνάζω
λίμνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λίμνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λίμνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λίμνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λίμνασμα	noun	η απραξία, η αδράνεια
λίμνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίμνη
λίμνη	noun	μικρή ή μεγαλύτερη σε έκταση εδαφική κοιλότητα, που είναι γεμάτη με γλυκό νερό
λίμνης	noun	γενική ενικού του λίμνη
λίμπα	noun|rare	λάκος ή δεξαμενή όπου καταλήγει υγρό, συνήθως λάδι
λίμπερο	adj	θέση παίκτη (ελεύθερος)
λίμπιντο	noun	η ερωτική ορμή ή τάση, πόθος, που σχετίζεται με το γενετήσιο ένστικτο· αποτελεί το βαθύτερο κίνητρο πολλών ενεργειών του ανθρώπου
λίμπο	noun	κόσμος ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο
λίμπρα	noun|dated	άλλη μορφή του λίβρα
λίμπρας	noun	γενική ενικού του λίμπρα
λίμπρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίμπρα
λίπαινα	=	λιπαίνω
λίπαιναν	=	λιπαίνω
λίπαινε	=	λιπαίνω
λίπαινες	=	λιπαίνω
λίπανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λίπαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λίπανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λίπανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λίπανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιπαίνω
λίπανσης	=	λίπανση
λίπασμα	noun	οποιαδήποτε ουσία, φυσική ή τεχνητά παρασκευασμένη που βελτιώνει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα των φυτών
λίπη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίπος
λίπος	noun	κάθε λιπαρή ουσία
λίπους	noun	γενική ενικού του λίπος
λίπωμα	noun	καλοήθης όγκος από λιπώδη ιστό
λίρα	noun	χρυσό νόμισμα διαφόρων χωρών
λίρας	noun	γενική ενικού του λίρα
λίρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίρα
λίστα	noun	καταγραφή λέξεων που ανήκουν σε κάποια ομάδα, συνήθως — αλλά όχι πάντα — με ορισμένη σειρά
λίστας	=	λίστα
λίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίστα
λίτρα	=	λίτρο
λίτρας	noun	γενική ενικού του λίτρα
λίτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίτρα
λίτρο	noun	μονάδα μέτρησης όγκου συνήθως υγρών σωμάτων, ίση προς το ένα χιλιοστό του κυβικού μέτρου.
λίτρου	noun	γενική ενικού του λίτρο
λίτρων	noun	γενική πληθυντικού του λίτρο
λίτσι	noun	αειθαλές δέντρο (το είδος Litchi chinensis), ιθαγενές στη νότια Κίνα, το οποίο καλλιεργείται σε περιοχές με τροπικό κλίμα και παράγει το ομώνυμο φρούτο
λίφτινγκ	noun	πλαστική επέμβαση στην οποία το δέρμα τεντώνεται ώστε να εξαφανιστούν οι ρυτίδες
λίχνευμα	noun|archaic	μεζές, λιχουδιά, ορεκτικό
λίχνιζα	=	λιχνίζω
λίχνιζαν	=	λιχνίζω
λίχνιζε	=	λιχνίζω
λίχνιζες	=	λιχνίζω
λίχνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λίχνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λίχνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λίχνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λίχνισμα	noun	η ενέργεια του λιχνίζω
λα	noun	η έκτη νότα στην κλίμακα του ντο
λαΐκιζα	=	λαϊκίζω
λαΐκιζαν	=	λαϊκίζω
λαΐκιζε	=	λαϊκίζω
λαΐκιζες	=	λαϊκίζω
λαΐκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαΐκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαΐκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαΐκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαΐνα	noun	άλλη γραφή του λαήνα, η λαγήνα, το λαγήνι η στάμνα, πήλινο δοχείο μεταφοράς νερού στο σπίτι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
λαΐνι	noun	άλλη μορφή του λαγήνι
λαΐνια	=	λαΐνι
λαΐσιε	=	λαΐσιος
λαΐσιο	=	λαΐσιος
λαΐσιοι	=	λαΐσιος
λαΐσιος	noun	άλλη προφορά του λαγίσιος στη σημασία ονομασία παραδοσιακού χορού
λαΐσιου	=	λαΐσιος
λαΐσιους	=	λαΐσιος
λαΐσιων	=	λαΐσιος
λαέ	noun	κλητική ενικού του λαός
λαήνα	noun	άλλη μορφή του λαγήνι
λαήνας	noun	γενική ενικού του λαήνα
λαήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαήνα
λαήνι	noun	άλλη μορφή του λαγήνι
λαήνια	=	λαήνι
λαίδες	=	λαίδη
λαίδη	noun	άλλη γραφή του λέδη
λαίδης	=	λαίδη
λαίδων	=	λαίδη
λαίλαπα	noun	η θύελλα, ισχυρός άνεμος με βροχή, ανεμοστρόβιλος
λαίλαπας	=	λαίλαπα
λαίλαπες	=	λαίλαπα
λαίμαργα	adv	με λαιμαργία
λαίμαργε	adj	κλητική ενικού του λαίμαργος
λαίμαργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαίμαργη
λαίμαργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαίμαργος
λαίμαργης	adj	γενική ενικού του λαίμαργη
λαίμαργο	adj	αιτιατική ενικού του λαίμαργος
λαίμαργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαίμαργος
λαίμαργος	adj	που δε χορταίνει να τρώει, που έχει ακόρεστη όρεξη για φαγητό
λαίμαργου	adj	γενική ενικού του λαίμαργος
λαίμαργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαίμαργος
λαίμαργων	adj	γενική πληθυντικού του λαίμαργος
λαβάρου	=	λάβαρο
λαβάρων	=	λάβαρο
λαβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβή
λαβή	noun	το τμήμα ενός αντικειμένου από το οποίο μπορούμε να το πιάσουμε
λαβής	=	λαβή
λαβίδα	noun	το εργαλείο με δύο σκέλη που χρησιμοποιείται για να πιάνουμε αντικείμενα
λαβίδας	=	λαβίδα
λαβίδες	=	λαβίδα
λαβίδων	=	λαβίδα
λαβαίναμε	=	λαβαίνω
λαβαίναν	=	λαβαίνω
λαβαίνανε	=	λαβαίνω
λαβαίνατε	=	λαβαίνω
λαβαίνει	=	λαβαίνω
λαβαίνεις	=	λαβαίνω
λαβαίνετε	=	λαβαίνω
λαβαίνοντας	=	λαβαίνω
λαβαίνουμε	=	λαβαίνω
λαβαίνουν	=	λαβαίνω
λαβαίνουνε	=	λαβαίνω
λαβαίνω	verb	λαμβάνω, παίρνω
λαβαμπό	noun|dated	έπιπλο που περιείχε καθρέφτη και επάνω του τοποθετούσαν μία λεκάνη για πλύσιμο (προσώπου και χεριών) και μία κανάτα με νερό
λαβαροφόρε	=	λαβαροφόρος
λαβαροφόρο	=	λαβαροφόρος
λαβαροφόροι	=	λαβαροφόρος
λαβαροφόρος	noun	άτομο που φέρει λάβαρο
λαβαροφόρου	=	λαβαροφόρος
λαβαροφόρους	=	λαβαροφόρος
λαβαροφόρων	=	λαβαροφόρος
λαβείν	noun	το να παίρνει κάποιος κάτι από κάποιον άλλον· χρησιμοποιείται στην έκφραση δούναι και λαβείν (δοσοληψία)
λαβομάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβομάνο
λαβομάνο	noun|dated	o νιπτήρας
λαβομάνου	noun	γενική ενικού του λαβομάνο
λαβομάνων	noun	γενική πληθυντικού του λαβομάνο
λαβούτο	noun	το λαούτο
λαβράκι	noun	το είδος ψαριού (dicentrarchus labrax) το οποίο είναι δημοφιλές έδεσμα
λαβράκια	=	λαβράκι
λαβρακιού	=	λαβράκι
λαβρακιών	=	λαβράκι
λαβρών	=	λάβρα
λαβυρίνθου	noun	γενική ενικού του λαβύρινθος
λαβυρίνθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαβύρινθος
λαβυρίνθων	noun	γενική πληθυντικού του λαβύρινθος
λαβυρινθίτιδα	noun	η φλεγμονή του λαβυρίνθου του αφτιού
λαβυρινθίτιδας	=	λαβυρινθίτιδα
λαβυρινθίτιδες	=	λαβυρινθίτιδα
λαβυρινθίτιδων	=	λαβυρινθίτιδα
λαβυρινθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβυρινθικό
λαβυρινθικέ	adj	κλητική ενικού του λαβυρινθικός
λαβυρινθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβυρινθική
λαβυρινθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαβυρινθικός
λαβυρινθικής	adj	γενική ενικού του λαβυρινθική
λαβυρινθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαβυρινθικός
λαβυρινθικού	adj	γενική ενικού του λαβυρινθικός
λαβυρινθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαβυρινθικός
λαβυρινθικό	adj	αιτιατική ενικού του λαβυρινθικός
λαβυρινθικός	adj	σχετικός με τον λαβύρινθο του αφτιού
λαβυρινθικών	adj	γενική πληθυντικού του λαβυρινθικός
λαβυρινθωδών	=	λαβυρινθώδης
λαβυρινθώδεις	=	λαβυρινθώδης
λαβυρινθώδες	=	λαβυρινθώδης
λαβυρινθώδη	=	λαβυρινθώδης
λαβυρινθώδης	adj	που μοιάζει με λαβύρινθο
λαβυρινθώδους	=	λαβυρινθώδης
λαβυρινθῖτις	noun	λαβυρινθίτιδα
λαβωθήκαμε	=	λαβώνω
λαβωθήκαν	=	λαβώνω
λαβωθήκανε	=	λαβώνω
λαβωθήκατε	=	λαβώνω
λαβωθεί	=	λαβώνω
λαβωθείτε	=	λαβώνω
λαβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάβωμα
λαβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβωμένο
λαβωμένε	verb	κλητική ενικού του λαβωμένος
λαβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβωμένη
λαβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαβωμένος
λαβωμένης	verb	γενική ενικού του λαβωμένη
λαβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαβωμένος
λαβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαβωμένος
λαβωμένος	verb	πληγωμένος, τραυματισμένος, σωματικά ή ψυχικά ή γενικά με μεταφορική έννοια
λαβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαβωμένος
λαβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαβωμένος
λαβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαβωμένος
λαβωματιά	noun	το αποτέλεσμα του λαβώνω, το τραύμα που προκλήθηκε από πυροβόλο ή άλλο όπλο, π.χ. μαχαίρι
λαβωματιάς	noun	γενική ενικού του λαβωματιά
λαβωματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαβωματιά
λαβωματιών	=	λαβωματιά
λαβωνόμασταν	=	λαβώνω
λαβωνόμαστε	=	λαβώνω
λαβωνόμουν	=	λαβώνω
λαβωνόμουνα	=	λαβώνω
λαβωνόντουσαν	=	λαβώνω
λαβωνόσασταν	=	λαβώνω
λαβωνόσαστε	=	λαβώνω
λαβωνόσουν	=	λαβώνω
λαβωνόσουνα	=	λαβώνω
λαβωνόταν	=	λαβώνω
λαβωνότανε	=	λαβώνω
λαβύρινθε	noun	κλητική ενικού του λαβύρινθος
λαβύρινθο	noun	αιτιατική ενικού του λαβύρινθος
λαβύρινθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαβύρινθος
λαβύρινθος	noun	ανάκτορο το οποίο κατασκεύασε ο Δαίδαλος για τον Μινώταυρο στην αρχαία Kρήτη με πολλά διαμερίσματα και πολύπλοκους διαδρόμους, που οι περισσότεροι κατέληγαν σε αδιέξοδο και μόνο ένας στην έξοδο
λαβύρινθου	noun	γενική ενικού του λαβύρινθος
λαβύρινθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαβύρινθος
λαβύρινθων	noun	γενική πληθυντικού του λαβύρινθος
λαβώθηκα	=	λαβώνω
λαβώθηκαν	=	λαβώνω
λαβώθηκε	=	λαβώνω
λαβώθηκες	=	λαβώνω
λαβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβωμα
λαβώματος	noun	γενική ενικού του λάβωμα
λαβών	noun	γενική πληθυντικού του λαβή
λαβώναμε	=	λαβώνω
λαβώναν	=	λαβώνω
λαβώνανε	=	λαβώνω
λαβώνατε	=	λαβώνω
λαβώνει	=	λαβώνω
λαβώνεις	=	λαβώνω
λαβώνεσαι	=	λαβώνω
λαβώνεστε	=	λαβώνω
λαβώνεται	=	λαβώνω
λαβώνετε	=	λαβώνω
λαβώνομαι	=	λαβώνω
λαβώνονται	=	λαβώνω
λαβώνονταν	=	λαβώνω
λαβώνοντας	=	λαβώνω
λαβώνου	=	λαβώνω
λαβώνουμε	=	λαβώνω
λαβώνουν	=	λαβώνω
λαβώνουνε	=	λαβώνω
λαβώνω	verb	πληγώνω, τραυματίζω, κυρίως τρυπάω με βέλος ή άλλο όπλο
λαβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσαν	=	λαβώνω
λαβώσανε	=	λαβώνω
λαβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσου	=	λαβώνω
λαβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαβώνω
λαγά	=	λαγάς
λαγάδες	=	λαγάς
λαγάδων	=	λαγάς
λαγάνα	noun	είδος άζυμου άρτου, με πεπλατυσμένη μακρόσυρτη φόρμα, που παρασκευάζεται κυρίως την Καθαρά Δευτέρα
λαγάνας	noun	γενική ενικού του λαγάνα
λαγάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγάνα
λαγάρα	noun|vulgar	το καθαρό υγρό, αυτό που έχει διυλισθεί και είναι απαλλαγμένο από ξένες ουσίες
λαγάριζα	=	λαγαρίζω
λαγάριζαν	=	λαγαρίζω
λαγάριζε	=	λαγαρίζω
λαγάριζες	=	λαγαρίζω
λαγάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λαγαρίζω
λαγάς	noun	ο λαγοκυνηγός
λαγέ	noun	κλητική ενικού του λαγός
λαγήνα	noun|vulgar	λαγήνι
λαγήνας	noun	γενική ενικού του λαγήνα
λαγήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγήνα
λαγήνι	noun	πήλινο δοχείο για υγρά και κυρίως για νερό
λαγήνια	=	λαγήνι
λαγίνα	=	λαγός
λαγίσια	=	λαγίσιος
λαγίσιας	=	λαγίσιος
λαγίσιε	=	λαγίσιος
λαγίσιες	=	λαγίσιος
λαγίσιο	=	λαγίσιος
λαγίσιοι	=	λαγίσιος
λαγίσιος	noun	παραδοσιακός χορός όπως στη Θράκη με μίμηση του λαγού	adj|rare	όπως του λαγού, που θυμίζει λαγό
λαγίσιου	=	λαγίσιος
λαγίσιους	=	λαγίσιος
λαγίσιων	=	λαγίσιος
λαγανών	noun	γενική πληθυντικού του λαγάνα
λαγαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγαρό	adv	καθαρά, διαυγώς
λαγαρέ	adj	κλητική ενικού του λαγαρός
λαγαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγαρή
λαγαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγαρός
λαγαρής	adj	γενική ενικού του λαγαρή
λαγαρίζαμε	=	λαγαρίζω
λαγαρίζαν	=	λαγαρίζω
λαγαρίζανε	=	λαγαρίζω
λαγαρίζατε	=	λαγαρίζω
λαγαρίζει	=	λαγαρίζω
λαγαρίζεις	=	λαγαρίζω
λαγαρίζετε	=	λαγαρίζω
λαγαρίζοντας	=	λαγαρίζω
λαγαρίζουμε	=	λαγαρίζω
λαγαρίζουν	=	λαγαρίζω
λαγαρίζουνε	=	λαγαρίζω
λαγαρίζω	verb	κάνω κάτι λαγαρό, καθαρό, διαυγές, λαμπερό
λαγαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσαν	=	λαγαρίζω
λαγαρίσανε	=	λαγαρίζω
λαγαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσματα	=	λαγάρισμα
λαγαρίσματος	=	λαγάρισμα
λαγαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγαρίζω
λαγαρισμάτων	=	λαγάρισμα
λαγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγαρισμένο
λαγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λαγαρισμένος
λαγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγαρισμένη
λαγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγαρισμένος
λαγαρισμένης	verb	γενική ενικού του λαγαρισμένη
λαγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαγαρισμένος
λαγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγαρισμένος
λαγαρισμένος	verb	που έχει γίνει λαγαρός
λαγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαγαρισμένος
λαγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαγαρισμένος
λαγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαγαρισμένος
λαγαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγαρός
λαγαρού	adj	γενική ενικού του λαγαρός
λαγαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαγαρός
λαγαρό	adj	αιτιατική ενικού του λαγαρός
λαγαρός	adj	καθαρός, διαυγής
λαγαρών	adj	γενική πληθυντικού του λαγαρός
λαγγέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάγγεμα
λαγγέματος	noun	γενική ενικού του λάγγεμα
λαγγέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγγεύω
λαγγίτα	noun	άλλη μορφή του λαλαγγίτα
λαγγίτας	=	λαγγίτα
λαγγίτες	=	λαγγίτα
λαγγεδοκική	=	λαγγεδοκικός
λαγγεδοκικόν	=	λαγγεδοκικός
λαγγεδοκικός	adj	που είναι από την περιοχή της Λαγγεδόκης ( ή Λανγκεντόκ) στη Γαλλία ή σχετίζεται με αυτήν
λαγγεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάγγεμα
λαγγεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγγεμένο
λαγγεμένε	verb	κλητική ενικού του λαγγεμένος
λαγγεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγγεμένη
λαγγεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγγεμένος
λαγγεμένης	verb	γενική ενικού του λαγγεμένη
λαγγεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαγγεμένος
λαγγεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγγεμένος
λαγγεμένος	verb	που έχει χαυνωθεί από ερωτικό πάθος
λαγγεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαγγεμένος
λαγγεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαγγεμένος
λαγγεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαγγεμένος
λαγγεύομαι	=	λαγγεύω
λαγγεύω	verb	καίω, καταστρέφω
λαγγόνα	noun	είδος πουλιού
λαγγόνας	=	λαγγόνα
λαγγόνες	=	λαγγόνα
λαγγόνων	=	λαγγόνα
λαγηε	abbrev	πρώην δημόσιος οργανισμός υπεύθυνος για τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα
λαγηνιού	=	λαγήνι
λαγηνιών	=	λαγήνι
λαγηνών	noun	γενική πληθυντικού του λαγήνα
λαγιάζομαι	=	λαγιάζω
λαγιάζω	verb	ηρεμώ, ησυχάζω, γαληνεύω ψυχικά
λαγιαρνί	noun	το αρνί με μαύρο τρίχωμα
λαγιαρνιά	=	λαγιαρνί
λαγιαρνιού	=	λαγιαρνί
λαγιαρνιών	=	λαγιαρνί
λαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγιασμένο
λαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του λαγιασμένος
λαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγιασμένη
λαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγιασμένος
λαγιασμένης	verb	γενική ενικού του λαγιασμένη
λαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαγιασμένος
λαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγιασμένος
λαγιασμένος	=	λαγιάζω
λαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαγιασμένος
λαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαγιασμένος
λαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαγιασμένος
λαγκάδα	noun	το μεγάλο λαγκάδι, μεγεθυντικό του λαγκάδι
λαγκάδας	=	λαγκάδα
λαγκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγκάδα
λαγκάδι	noun	στενή κοιλάδα ανάμεσα σε υψώματα, με πλούσια βλάστηση
λαγκάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγκάδι
λαγκάδων	=	λαγκάδα
λαγκάρω	verb|informal	λειτουργώ πιο αργά από ό,τι αναμένεται, δεν αποδίδω σωστά
λαγκένου	=	λάγκενος
λαγκένους	=	λάγκενος
λαγκένων	=	λάγκενος
λαγκί	noun	το λακκάκι που σχηματίζεται μεταξύ στήθους και λαιμού
λαγκαδίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγκαδίσιος
λαγκαδιά	noun	το λαγκάδι
λαγκαδιάς	noun	γενική ενικού του λαγκαδιά
λαγκαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγκαδιά
λαγκαδιού	=	λαγκάδι
λαγκαδιών	=	λαγκάδι
λαγκουνίζω	verb|rare	γυαλίζω, αστράφτω, λάμπω
λαγνεία	noun	κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος δεν ελέγχει τις σεξουαλικές του επιθυμίες
λαγνείας	noun	γενική ενικού του λαγνεία
λαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγνεία
λαγνειών	noun	γενική πληθυντικού του λαγνεία
λαγνοκοιτώ	verb	κοιτώ λάγνα
λαγνουργία	noun	πράξεις λαγνείας
λαγνουργίας	=	λαγνουργία
λαγνουργίες	=	λαγνουργία
λαγνουργιών	=	λαγνουργία
λαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγός
λαγοθηρία	noun	το κυνήγι λαγών
λαγοθηρίας	=	λαγοθηρία
λαγοθηρίες	=	λαγοθηρία
λαγοθηριών	=	λαγοθηρία
λαγοθηρώ	verb	κυνηγώ λαγούς
λαγοκέφαλε	=	λαγοκέφαλος
λαγοκέφαλο	noun	αιτιατική ενικού του λαγοκέφαλος
λαγοκέφαλοι	=	λαγοκέφαλος
λαγοκέφαλος	noun	δηλητηριώδες τοξικό ψάρι χωρίς λέπια, που ζει στον Ινδικό και Ειρηνικό ωκεανό και έχει μεταναστεύσει στη Μεσόγειο θάλασσα μέσω της διώρυγας του Σουέζ (Lagocephalus sceleratus)
λαγοκέφαλου	=	λαγοκέφαλος
λαγοκέφαλους	=	λαγοκέφαλος
λαγοκέφαλων	=	λαγοκέφαλος
λαγοκεφάλου	=	λαγοκέφαλος
λαγοκεφάλους	=	λαγοκέφαλος
λαγοκεφάλων	=	λαγοκέφαλος
λαγοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι πολύ ελαφρά
λαγοκοιμάσαι	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμάστε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμάται	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμήσου	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμείστε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθήκαν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθήκανε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμημένος	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμιέστε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγοκοιμισμένο
λαγοκοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγοκοιμισμένη
λαγοκοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμισμένης	verb	γενική ενικού του λαγοκοιμισμένη
λαγοκοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμισμένος	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαγοκοιμισμένος
λαγοκοιμούμαι	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμούμαστε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμούνται	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμούνταν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόμασταν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόμαστε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόμουν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόμουνα	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόσασταν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόσαστε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόσουν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόσουνα	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμόταν	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκοιμότανε	=	λαγοκοιμάμαι
λαγοκυνήγι	noun	το κυνήγι λαγών, λαγοθηρία
λαγοκυνήγια	=	λαγοκυνήγι
λαγοκυνηγέ	=	λαγοκυνηγός
λαγοκυνηγιού	=	λαγοκυνήγι
λαγοκυνηγιών	=	λαγοκυνήγι
λαγοκυνηγοί	=	λαγοκυνηγός
λαγοκυνηγού	=	λαγοκυνηγός
λαγοκυνηγούς	=	λαγοκυνηγός
λαγοκυνηγό	=	λαγοκυνηγός
λαγοκυνηγός	noun	ο κυνηγός λαγών
λαγοκυνηγών	=	λαγοκυνηγός
λαγονησιωτών	=	λαγονησιώτης
λαγονησιώτες	=	λαγονησιώτης
λαγονησιώτη	=	λαγονησιώτης
λαγονησιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από το Λαγονήσι
λαγονησιώτισσα	=	λαγονησιώτης
λαγονοψοΐτες	=	λαγονοψοΐτης
λαγονοψοΐτη	=	λαγονοψοΐτης
λαγονοψοΐτης	noun	μύωνας του ανθρώπινου σώματος, ο οποίος αποτελείται από το μεγάλο ψοΐτη και το λαγόνιο οι οποίοι συνενώνονται.
λαγονοψοϊτών	=	λαγονοψοΐτης
λαγονών	noun	γενική πληθυντικού του λαγόνα
λαγοπροβιά	noun	το γδαρμένο δέρμα ενός λαγού
λαγοπροβιάς	=	λαγοπροβιά
λαγοπροβιές	=	λαγοπροβιά
λαγοπροβιών	=	λαγοπροβιά
λαγοπόδαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγοπόδαρο
λαγοπόδαρο	noun|vulgar	το πόδι ενός λαγού που το έχει μαζί του κάποιος για γούρι
λαγοπόδαρου	noun	γενική ενικού του λαγοπόδαρο
λαγοπόδαρων	noun	γενική πληθυντικού του λαγοπόδαρο
λαγοτόμαρα	=	λαγοτόμαρο
λαγοτόμαρο	noun	το γδαρμένο τομάρι, δέρμα ενός λαγού
λαγοτόμαρου	=	λαγοτόμαρο
λαγοτόμαρων	=	λαγοτόμαρο
λαγουδάκι	noun	ένας μικρής ηλικίας λαγός
λαγουδάκια	=	λαγουδάκι
λαγουδέρα	noun|dated	ραβδί με το οποίο κυνηγούσαν άλλοτε τους λαγούς
λαγουδέρας	noun	γενική ενικού του λαγουδέρα
λαγουδέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγουδέρα
λαγουδέρων	=	λαγουδέρα
λαγουδίνα	noun	θηλυκός λαγός
λαγουδίνας	noun	γενική ενικού του λαγουδίνα
λαγουδίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγουδίνα
λαγουδίνων	=	λαγουδίνα
λαγουμιού	=	λαγούμι
λαγουμιτζή	=	λαγουμιτζής
λαγουμιτζήδες	=	λαγουμιτζής
λαγουμιτζήδων	=	λαγουμιτζής
λαγουμιτζής	noun|dated	ο κατασκευαστής λαγουμιών, υπόγειων σηράγγων ή στοών.
λαγουμιών	=	λαγούμι
λαγουμτζή	=	λαγουμτζής
λαγουμτζήδες	=	λαγουμτζής
λαγουμτζήδων	=	λαγουμτζής
λαγουμτζής	noun|dated	άλλη μορφή του λαγουμιτζής
λαγού	noun	γενική ενικού του λαγός
λαγούμι	noun	υπόγεια στοά
λαγούμια	=	λαγούμι
λαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαγός
λαγούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγούτο
λαγούτο	noun|vulgar	άλλη μορφή του λαούτο
λαγούτου	noun	γενική ενικού του λαγούτο
λαγούτων	noun	γενική πληθυντικού του λαγούτο
λαγωνίκα	noun|dated	λαγωνικό
λαγωνίκας	=	λαγωνίκα
λαγωνίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγωνίκα
λαγωνικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγωνικό
λαγωνικού	noun	γενική ενικού του λαγωνικό
λαγωνικό	noun	ο σκύλος εκπαιδευμένος για το κυνήγι
λαγωνικών	noun	γενική πληθυντικού του λαγωνικό
λαγωχειλία	noun	δυσμορφία του πάνω χείλους ορισμένων ανθρώπων που μοιάζει με αυτό του λαγού, καθώς παρουσιάζει ένα "σχίσιμο" στη μέση του που φτάνει μερικές φορές μέχρι και το ύψος της μύτης
λαγωχειλίας	noun	γενική ενικού του λαγωχειλία
λαγωχειλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγωχειλία
λαγωχειλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγωχειλικό
λαγωχειλικέ	adj	κλητική ενικού του λαγωχειλικός
λαγωχειλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγωχειλική
λαγωχειλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαγωχειλικός
λαγωχειλικής	adj	γενική ενικού του λαγωχειλική
λαγωχειλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαγωχειλικός
λαγωχειλικού	adj	γενική ενικού του λαγωχειλικός
λαγωχειλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαγωχειλικός
λαγωχειλικό	adj	αιτιατική ενικού του λαγωχειλικός
λαγωχειλικός	adj	που έχει σχέση με τη λαγωχειλία, αναφέρεται σ’ αυτή ή παρουσιάζει λαγωχειλία
λαγωχειλικών	adj	γενική πληθυντικού του λαγωχειλικός
λαγό	noun	αιτιατική ενικού του λαγός
λαγόγηρε	=	λαγόγηρος
λαγόγηρο	=	λαγόγηρος
λαγόγηροι	=	λαγόγηρος
λαγόγηρος	noun	μικρό, εδαφόβιο θηλαστικό (Spermophilus citellus) που ζει σε αποικίες σε πεδινά λιβαδικά ή αγροτικά εδάφη, σκάβει βαθιές στοές, κινείται όρθιο και τρέφεται με σπόρους, βλαστούς, φύλλα και μικρά ασπόνδυλα
λαγόγηρου	=	λαγόγηρος
λαγόγηρους	=	λαγόγηρος
λαγόγηρων	=	λαγόγηρος
λαγόκαρδα	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδε	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδες	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδη	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδης	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδο	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδοι	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδος	adj	δειλός, φοβητσιάρης
λαγόκαρδου	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδους	=	λαγόκαρδος
λαγόκαρδων	=	λαγόκαρδος
λαγόνα	noun	το καθένα από τα δύο πλάγια μέρη της λεκάνης, αντίστοιχο με το λαγόνιο οστό
λαγόνας	noun	γενική ενικού του λαγόνα
λαγόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαγόνα
λαγόνια	=	λαγόνιος
λαγόνιας	=	λαγόνιος
λαγόνιε	=	λαγόνιος
λαγόνιες	=	λαγόνιος
λαγόνιο	=	λαγόνιος
λαγόνιοι	=	λαγόνιος
λαγόνιος	adj	σχετικός με τις λαγόνες
λαγόνιου	=	λαγόνιος
λαγόνιους	=	λαγόνιος
λαγόνιων	=	λαγόνιος
λαγός	noun	τετράποδο θηλαστικό της οικογένειας των λαγοειδών με μικρό μέγεθος, δυνατά δόντια και μεγάλα όρθια αυτιά· ζει στην εξοχή, τρέφεται με χόρτα και βλαστάρια, αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες και θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του
λαγόχορτα	=	λαγόχορτο
λαγόχορτο	noun	μονοετές, διετές ή πολυετές καλλωπιστικό φυτό το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων
λαγόχορτου	=	λαγόχορτο
λαγόχορτων	=	λαγόχορτο
λαγών	noun	γενική πληθυντικού του λαγός
λαγώχειλα	=	λαγώχειλος
λαγώχειλε	=	λαγώχειλος
λαγώχειλο	=	λαγώχειλος
λαγώχειλοι	=	λαγώχειλος
λαγώχειλος	noun	αυτός που έχει λαγωχειλία, που το πάνω χείλος του είναι χωρισμένο στη μέση και μοιάζει σαν του λαγού
λαγώχειλου	=	λαγώχειλος
λαγώχειλους	=	λαγώχειλος
λαγώχειλων	=	λαγώχειλος
λαδά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λαδάς
λαδάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδάς
λαδάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδάδικο
λαδάδικο	noun	κατάστημα που πουλάει λάδι
λαδάδικου	noun	γενική ενικού του λαδάδικο
λαδάδικων	noun	γενική πληθυντικού του λαδάδικο
λαδάδων	noun	γενική πληθυντικού του λαδάς
λαδάκι	noun	μικρή ποσότητα λαδιού
λαδάκια	=	λαδάκι
λαδάς	noun	ο έμπορος λαδιού
λαδέμπορα	=	λαδέμπορας
λαδέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του λαδέμπορος
λαδέμπορε	=	λαδέμπορος
λαδέμπορες	=	λαδέμπορας
λαδέμπορο	=	λαδέμπορος
λαδέμποροι	=	λαδέμπορος
λαδέμπορος	noun	ο έμπορος λαδιού
λαδέμπορου	=	λαδέμπορος
λαδέμπορους	=	λαδέμπορος
λαδέμπορων	=	λαδέμπορος
λαδή	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του λαδής	conj|slang	δηλαδή (συνηθως ερωτηματικό)
λαδής	adj	που έχει λαδί χρώμα, το πράσινο χρώμα του λαδιού
λαδί	noun	το χρώμα του λαδιού, το κιτρινοπράσινο	adj	άκλιτος τύπος του λαδής για όλα τα γένη
λαδίλα	noun	η μυρωδιά του λαδιού
λαδίλας	noun	γενική ενικού του λαδίλα
λαδίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδίλα
λαδανιά	noun	συνώνυμο του λάδανο, αειθαλής θάμνος (Κίσθος ο σφακομηλόφυλλος, Cistus salviifolius) της οικογένειας των Κισθοειδών / Κιστιδών (Cistaceae)
λαδανιάς	=	λαδανιά
λαδανιές	=	λαδανιά
λαδανιών	=	λαδανιά
λαδεμπορίου	=	λαδεμπόριο
λαδεμπορίων	=	λαδεμπόριο
λαδεμπόρια	=	λαδεμπόριο
λαδεμπόριο	noun	γενικά το εμπόριο λαδιών
λαδεμπόριου	=	λαδεμπόριο
λαδεμπόρου	=	λαδέμπορος
λαδεμπόρους	=	λαδέμπορος
λαδεμπόρων	=	λαδέμπορος
λαδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδερό	adv	τα φαγητά που έχουν μαγειρευτεί με πολύ λάδι
λαδερέ	adj	κλητική ενικού του λαδερός
λαδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδερή
λαδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαδερός
λαδερής	adj	γενική ενικού του λαδερή
λαδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαδερός
λαδερού	adj	γενική ενικού του λαδερός
λαδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαδερός
λαδερό	adj	αιτιατική ενικού του λαδερός	noun	φαγητό (κυρίως λαχανικά) που μαγειρεύεται με λάδι
λαδερός	adj	που έχει πολύ λάδι
λαδερών	adj	γενική πληθυντικού του λαδερός
λαδιά	noun	λεκές που έγινε από λάδι	adj	θηλυκό του λαδίς
λαδιάρα	=	λαδιάρης
λαδιάρη	=	λαδιάρης
λαδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδιάρης
λαδιάρηδων	=	λαδιάρης
λαδιάρης	noun	ο λαδάς
λαδιάς	noun	γενική ενικού του λαδιά
λαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδιά
λαδικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδικό
λαδικού	noun	γενική ενικού του λαδικό
λαδικό	noun	σκεύος με το οποίο ρίχνουμε λάδι σε φαγητό, το ροΐ ή ρογί
λαδικών	noun	γενική πληθυντικού του λαδικό
λαδινικά	noun	ραιτορομανικό ιδίωμα που μιλιέται στις Δολομιτικές Άλπεις στην Ιταλία.
λαδινικών	=	λαδινικά
λαδιοί	=	λαδής
λαδιού	adj	γενική ενικού του λαδής, αρσενικό	noun	γενική ενικού του λάδι
λαδιούς	=	λαδής
λαδιών	=	λάδι
λαδοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδοβάρελο
λαδοβάρελο	noun	βαρέλι για μεταφορά ή φύλαξη λαδιού
λαδοβάρελου	noun	γενική ενικού του λαδοβάρελο
λαδοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του λαδοβάρελο
λαδοελιά	noun	ελιά που κάνει για λάδι, που βγάζει καλό ή αρκετό λάδι
λαδοελιάς	=	λαδοελιά
λαδοελιές	=	λαδοελιά
λαδοελιών	=	λαδοελιά
λαδοκούλουρα	=	λαδοκούλουρο
λαδοκούλουρο	noun	παραδοσιακό ελληνικό αρτοσκεύασμα το οποίο φτιάχνεται κυρίως με ελαιόλαδο αντί για βούτυρο
λαδοκούλουρου	=	λαδοκούλουρο
λαδοκούλουρων	=	λαδοκούλουρο
λαδοκούμαρα	=	λαδοκούμαρο
λαδοκούμαρο	noun	μικρό πήλινο δοχείο για λάδι
λαδοκούμαρου	=	λαδοκούμαρο
λαδοκούμαρων	=	λαδοκούμαρο
λαδολέμονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδολέμονο
λαδολέμονο	noun	μείγμα από λάδι και λεμόνι με το οποίο συνήθως περιχύνουμε το ψητό κρέας ή ψάρι
λαδολέμονου	noun	γενική ενικού του λαδολέμονο
λαδολέμονων	noun	γενική πληθυντικού του λαδολέμονο
λαδολιά	noun	άλλη μορφή του: λαδοελιά
λαδολιάς	=	λαδολιά
λαδολιές	=	λαδολιά
λαδολιών	=	λαδολιά
λαδομηλιά	noun	ποικιλία μηλιάς
λαδομηλιάς	=	λαδομηλιά
λαδομηλιές	=	λαδομηλιά
λαδομηλιών	=	λαδομηλιά
λαδομπογιά	noun	μπογιά που την παρασκευάζουμε με διάφορα έλαια και χρωστικές προσμείξεις
λαδομπογιάντιζα	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντιζαν	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντιζε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντιζες	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντισα	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντισαν	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντισε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάντισες	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιάς	noun	γενική ενικού του λαδομπογιά
λαδομπογιάτιζα	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτιζαν	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτιζε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτιζες	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτισα	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτισαν	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτισε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιάτισες	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδομπογιά
λαδομπογιαντίζαμε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζαν	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζανε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζατε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζει	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζεις	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζετε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζοντας	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζουμε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζουν	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζουνε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίζω	verb	άλλη μορφή του λαδομπογιατίζω
λαδομπογιαντίσαμε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίσαν	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίσανε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίσατε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίσει	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιαντίστε	=	λαδομπογιαντίζω
λαδομπογιατίζαμε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζαν	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζανε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζατε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζει	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζεις	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζετε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζοντας	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζουμε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζουν	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζουνε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίζω	verb	βάφω ή ζωγραφίζω με λαδομπογιά
λαδομπογιατίσαμε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίσαν	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίσανε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίσατε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίσει	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιατίστε	=	λαδομπογιατίζω
λαδομπογιών	=	λαδομπογιά
λαδοπράσινα	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινε	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινες	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινη	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινης	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινο	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινοι	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινος	adj	που έχει χρώμα λαδί πράσινο
λαδοπράσινου	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινους	=	λαδοπράσινος
λαδοπράσινων	=	λαδοπράσινος
λαδορίγανη	noun	το μείγμα από ρίγανη μέσα σε ελαιόλαδο που χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα σε διάφορα ψητά ή και άλλα φαγώσιμα
λαδορίγανης	=	λαδορίγανη
λαδοτυριού	=	λαδοτύρι
λαδοτυριών	=	λαδοτύρι
λαδοτύρι	noun	είδος λιπαρού τυριού από αιγοπρόβειο γάλα που ωριμάζει και συντηρείται μέσα σε λάδι
λαδοτύρια	=	λαδοτύρι
λαδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάδωμα
λαδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδωμένο
λαδωμένε	verb	κλητική ενικού του λαδωμένος
λαδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδωμένη
λαδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαδωμένος
λαδωμένης	verb	γενική ενικού του λαδωμένη
λαδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαδωμένος
λαδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαδωμένος
λαδωμένος	verb	που έχει λαδωθεί
λαδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαδωμένος
λαδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαδωμένος
λαδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαδωμένος
λαδωτήρι	noun	εργαλείο ή σκεύος που χρησιμοποιείται για λάδωμα
λαδωτήρια	=	λαδωτήρι
λαδωτηριού	=	λαδωτήρι
λαδωτηριών	=	λαδωτήρι
λαδόκολλα	noun	το αδιάβροχο χαρτί εμποτισμένο με λιπαρή ουσία, με το οποίο τυλίγουμε κρεατικά και ψάρια για να τα ψήσουμε χωρίς να χάσουν τους χυμούς τους ή το στρώνουμε στα ταψιά για να μην κολλήσουν τα γλυκίσματα στο ψήσιμο
λαδόκολλας	noun	γενική ενικού του λαδόκολλα
λαδόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδόκολλα
λαδόξιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδόξιδο
λαδόξιδο	noun	μείγμα από λάδι και ξίδι για τις σαλάτες
λαδόξιδου	noun	γενική ενικού του λαδόξιδο
λαδόξιδων	noun	γενική πληθυντικού του λαδόξιδο
λαδόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδόπανο
λαδόπανο	noun	το πανί με το οποίο τυλίγουν το νεοφώτιστο αμέσως μετά τη βάπτιση
λαδόπανου	noun	γενική ενικού του λαδόπανο
λαδόπανων	noun	γενική πληθυντικού του λαδόπανο
λαδόπιτα	noun	παραδοσιακή ελληνική πίτα με βασικό συστατικό το ελαιόλαδο
λαδόπιτας	=	λαδόπιτα
λαδόπιτες	=	λαδόπιτα
λαδόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαδόχαρτο
λαδόχαρτο	noun	λαδόκολλα
λαδόχαρτου	noun	γενική ενικού του λαδόχαρτο
λαδόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του λαδόχαρτο
λαδόψωμα	=	λαδόψωμο
λαδόψωμο	noun	φέτα ψωμί που αλείφεται με λάδι
λαδόψωμου	=	λαδόψωμο
λαδόψωμων	=	λαδόψωμο
λαδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάδωμα
λαδώματος	noun	γενική ενικού του λάδωμα
λαδώναμε	=	λαδώνω
λαδώναν	=	λαδώνω
λαδώνανε	=	λαδώνω
λαδώνατε	=	λαδώνω
λαδώνει	=	λαδώνω
λαδώνεις	=	λαδώνω
λαδώνετε	=	λαδώνω
λαδώνοντας	=	λαδώνω
λαδώνουμε	=	λαδώνω
λαδώνουν	=	λαδώνω
λαδώνουνε	=	λαδώνω
λαδώνω	verb	αλείφω με λάδι
λαδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσαν	=	λαδώνω
λαδώσανε	=	λαδώνω
λαδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαδώνω
λαζάνια	noun	είδος ζυμαρικού που αποτελείται από πλατιά, επίπεδα φύλλα ζύμης, τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως σε φαγητά (με διαδοχικές στρώσεις) με σάλτσες, τυριά, κιμά ή λαχανικά, που ψήνονται στον φούρνο
λαζάρηδες	noun	ειδικά ψωμάκια πλασμένα σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνονται το Σάββατο του Λαζάρου
λαζάρηδων	=	λαζάρηδες
λαζαράκι	noun	ειδικό ψωμάκι πλασμένο σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνεται το Σάββατο του Λαζάρου
λαζαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαράκι
λαζαρέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαρέτο
λαζαρέτο	noun|dated	λεπροκομείο
λαζαρέτου	noun	γενική ενικού του λαζαρέτο
λαζαρέττα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαρέττο
λαζαρέττο	noun|dated	άλλη γραφή του λαζαρέτο
λαζαρέττου	noun	γενική ενικού του λαζαρέττο
λαζαρέττων	noun	γενική πληθυντικού του λαζαρέττο
λαζαρέτων	noun	γενική πληθυντικού του λαζαρέτο
λαζαρίνα	noun|dated	είδος εμπροσθογεμούς ντουφεκιού
λαζαρίνας	=	λαζαρίνα
λαζαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαρίνα
λαζαρίνων	=	λαζαρίνα
λαζαρίτσα	noun	κοπέλα που κρατώντας στολισμένο καλάθι τραγουδά τον Λάζαρο το Σάββατο του Λαζάρου ή την παραμονή
λαζαρίτσας	noun	γενική ενικού του λαζαρίτσα
λαζαρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαρίτσα
λαζαρικά	noun	το σύνολο των εθίμων των σχετικών με το Σάββατο του Λαζάρου
λαζαρικού	=	λαζαρικό
λαζαρικό	noun	τραγούδι που τραγουδιέται το Σάββατο του Λαζάρου ή την παραμονή
λαζαρικών	=	λαζαρικό
λαζαριστές	=	λαζαριστής
λαζαριστή	=	λαζαριστής
λαζαριστής	noun	καθολικός μοναχός του τάγματος του αγίου Βικεντίου με έδρα τη εκκλησία του αγίου Λαζάρου στο Παρίσι, που σκοπό έχει τη φροντίδα των αδυνάτων και την εξάπλωση της Καθολικής πίστης
λαζαριστών	=	λαζαριστής
λαζαρούδι	noun	ειδικό ψωμάκι πλασμένο σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνεται το Σάββατο του Λαζάρου
λαζαρούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαζαρούδι
λαζουρίτες	=	λαζουρίτης
λαζουρίτη	=	λαζουρίτης
λαζουρίτης	noun	ορυκτό από το οποίο φτιάχνονται οι ημιπολύτιμοι μπλε λίθοι λάπις λάζουλι
λαζουριτών	=	λαζουρίτης
λαηνιού	=	λαήνι
λαηνιών	=	λαήνι
λαηνών	noun	γενική πληθυντικού του λαήνα
λαθάκι	noun	υποκοριστικό του λάθος
λαθάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθάκι
λαθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάθεμα
λαθέματος	noun	γενική ενικού του λάθεμα
λαθέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαθεύω
λαθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάθεμα
λαθεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθεμένο	adv	με λάθος τρόπο
λαθεμένε	verb	κλητική ενικού του λαθεμένος
λαθεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθεμένη
λαθεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαθεμένος
λαθεμένης	verb	γενική ενικού του λαθεμένη
λαθεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαθεμένος
λαθεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαθεμένος
λαθεμένος	verb	λιγότερο λόγια εκφορά της μετοχής λανθασμένος
λαθεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαθεμένος
λαθεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαθεμένος
λαθεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαθεμένος
λαθεύω	verb	πέφτω έξω στους υπολογισμούς, στις εκτιμήσεις μου, κάνω λάθος
λαθουριού	=	λαθούρι
λαθουριών	=	λαθούρι
λαθούρι	noun	κοινή ονομασία του είδους Lathyrus sativus (Λάθυρος ο ήμερος) από το οποίο φτιάχνουμε συνήθως το φαγητό φάβα
λαθούρια	=	λαθούρι
λαθράκιαζα	=	λαθρακιάζω
λαθράκιαζαν	=	λαθρακιάζω
λαθράκιαζε	=	λαθρακιάζω
λαθράκιαζες	=	λαθρακιάζω
λαθράκιασα	=	λαθρακιάζω
λαθράκιασαν	=	λαθρακιάζω
λαθράκιασε	=	λαθρακιάζω
λαθράκιασες	=	λαθρακιάζω
λαθράκιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λαθρακιάζω
λαθράκου	=	λαθρακούω
λαθράκουγα	=	λαθρακούω
λαθράκουγαν	=	λαθρακούω
λαθράκουγε	=	λαθρακούω
λαθράκουγες	=	λαθρακούω
λαθράκουσα	=	λαθρακούω
λαθράκουσαν	=	λαθρακούω
λαθράκουσε	=	λαθρακούω
λαθράκουσες	=	λαθρακούω
λαθρέμπορα	=	λαθρέμπορας
λαθρέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του λαθρέμπορος
λαθρέμπορε	=	λαθρέμπορος
λαθρέμπορες	=	λαθρέμπορας
λαθρέμπορο	=	λαθρέμπορος
λαθρέμποροι	=	λαθρέμπορος
λαθρέμπορος	noun	που διεξάγει λαθρεμπόριο (παράνομο εμπόριο), που εισάγει προϊόντα σε μια χώρα λαθραία
λαθρέμπορου	=	λαθρέμπορος
λαθρέμπορους	=	λαθρέμπορος
λαθρέμπορων	=	λαθρέμπορας
λαθραία	noun	το λαθρεμπόρευμα	adv	κατά τρόπο λαθραίο
λαθραίας	adj	γενική ενικού του λαθραία
λαθραίε	adj	λαθραίος, στην κλητική του ενικού
λαθραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθραία
λαθραίο	adj	λαθραίος, στην αιτιατική του ενικού
λαθραίοι	adj	λαθραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
λαθραίος	adj	που εισέρχεται σε μία χώρα χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες διαδικασίες και χωρίς να έχουν πληρωθεί οι νόμιμοι δασμοί
λαθραίου	adj	γενική ενικού του λαθραίος
λαθραίους	adj	λαθραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
λαθραίων	adj	γενική πληθυντικού του λαθραίος
λαθρακιάζαμε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζαν	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζανε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζατε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζει	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζεις	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζετε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζοντας	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζουμε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζουν	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζουνε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάζω	verb	σαπίζω, ιδίως από μέσα
λαθρακιάσαμε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάσαν	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάσανε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάσατε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάσει	=	λαθρακιάζω
λαθρακιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθράκιασμα
λαθρακιάσματος	noun	γενική ενικού του λαθράκιασμα
λαθρακιάστε	=	λαθρακιάζω
λαθρακιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λαθράκιασμα
λαθρακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρακιασμένο
λαθρακιασμένε	verb	κλητική ενικού του λαθρακιασμένος
λαθρακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρακιασμένη
λαθρακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαθρακιασμένος
λαθρακιασμένης	verb	γενική ενικού του λαθρακιασμένη
λαθρακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαθρακιασμένος
λαθρακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαθρακιασμένος
λαθρακιασμένος	verb	σαπισμένος (ιδίως από μέσα)
λαθρακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαθρακιασμένος
λαθρακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαθρακιασμένος
λαθρακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαθρακιασμένος
λαθρακουστές	=	λαθρακουστής
λαθρακουστή	=	λαθρακουστής
λαθρακουστής	noun	αυτός που ακούει κρυφά ή παράνομα
λαθρακουστών	=	λαθρακουστής
λαθρακούγαμε	=	λαθρακούω
λαθρακούγανε	=	λαθρακούω
λαθρακούγατε	=	λαθρακούω
λαθρακούγοντας	=	λαθρακούω
λαθρακούει	=	λαθρακούω
λαθρακούετε	=	λαθρακούω
λαθρακούμε	=	λαθρακούω
λαθρακούνε	=	λαθρακούω
λαθρακούς	=	λαθρακούω
λαθρακούσαμε	=	λαθρακούω
λαθρακούσαν	=	λαθρακούω
λαθρακούσανε	=	λαθρακούω
λαθρακούσατε	=	λαθρακούω
λαθρακούσει	=	λαθρακούω
λαθρακούστε	=	λαθρακούω
λαθρακούτε	=	λαθρακούω
λαθρακούω	verb	κρυφακούω
λαθραλιεία	noun	το παράνομο (λαθραίο) ψάρεμα
λαθραλιείας	noun	γενική ενικού του λαθραλιεία
λαθραλιείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθραλιεία
λαθραναγνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του λαθραναγνώστρια
λαθραναγνωστών	=	λαθραναγνώστης
λαθραναγνώστες	=	λαθραναγνώστης
λαθραναγνώστη	=	λαθραναγνώστης
λαθραναγνώστης	noun	αυτός που διαβάζει ένα έντυπο χωρίς να το έχει αγοράσει
λαθραναγνώστρια	noun	αυτή που διαβάζει ένα έντυπο χωρίς να το έχει αγοράσει
λαθραναγνώστριας	noun	γενική ενικού του λαθραναγνώστρια
λαθραναγνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθραναγνώστρια
λαθρανασκαφές	=	λαθρανασκαφή
λαθρανασκαφή	noun	παράνομη ανασκαφή προς εύρεση και εμπορία αρχαιοτήτων
λαθρανασκαφής	=	λαθρανασκαφή
λαθρανασκαφών	=	λαθρανασκαφή
λαθραποβάσεις	=	λαθραπόβαση
λαθραποβάσεων	=	λαθραπόβαση
λαθραπόβαση	noun	παράνομη αποβίβαση από πλοίο επιβατών χωρίς άδεια
λαθραπόβασης	=	λαθραπόβαση
λαθρεμπορία	noun	το λαθρεμπόριο
λαθρεμπορίας	noun	γενική ενικού του λαθρεμπορία
λαθρεμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρεμπορία
λαθρεμπορίου	noun	γενική ενικού του λαθρεμπόριο
λαθρεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του λαθρεμπόριο
λαθρεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρεμπορικό
λαθρεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του λαθρεμπορικός
λαθρεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρεμπορική
λαθρεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαθρεμπορικός
λαθρεμπορικής	adj	γενική ενικού του λαθρεμπορική
λαθρεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαθρεμπορικός
λαθρεμπορικού	adj	γενική ενικού του λαθρεμπορικός
λαθρεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαθρεμπορικός
λαθρεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του λαθρεμπορικός
λαθρεμπορικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους λαθρεμπόρους και το λαθρεμπόριο
λαθρεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του λαθρεμπορικός
λαθρεμποριών	noun	γενική πληθυντικού του λαθρεμπορία
λαθρεμπόρευμα	noun|rare	το εμπόρευμα ενός λαθρεμπόρου
λαθρεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρεμπόριο
λαθρεμπόριο	noun	η εισαγωγή σε μια χώρα και το εμπόριο λαθραίων προϊόντων
λαθρεμπόριον	noun	λαθρεμπόριο
λαθρεμπόριου	=	λαθρεμπόριο
λαθρεμπόρου	=	λαθρέμπορος
λαθρεμπόρους	=	λαθρέμπορος
λαθρεμπόρων	=	λαθρέμπορος
λαθρεπιβάτες	=	λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβάτη	=	λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβάτης	noun	ο επιβάτης ενός μαζικού μέσου μεταφοράς που δεν έχει πληρώσει εισιτήριο
λαθρεπιβάτι	=	λαθρεπιβάτις
λαθρεπιβάτιδα	noun	θηλυκό του λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβάτιδας	=	λαθρεπιβάτις
λαθρεπιβάτιδες	=	λαθρεπιβάτις
λαθρεπιβάτιδος	=	λαθρεπιβάτις
λαθρεπιβάτιδων	=	λαθρεπιβάτις
λαθρεπιβάτις	noun|formal	η λαθρεπιβάτισσα, θηλυκό του λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβάτισσα	noun	θηλυκό του λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβάτισσας	noun	γενική ενικού του λαθρεπιβάτισσα
λαθρεπιβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρεπιβάτισσα
λαθρεπιβάτρια	noun	θηλυκό του λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβάτριας	noun	γενική ενικού του λαθρεπιβάτρια
λαθρεπιβάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρεπιβάτρια
λαθρεπιβίβαση	noun|formal	παράνομη επιβίβαση σε μέσα μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή χρημάτων
λαθρεπιβίβασης	=	λαθρεπιβίβαση
λαθρεπιβατίδων	=	λαθρεπιβάτις
λαθρεπιβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του λαθρεπιβάτισσα
λαθρεπιβατριών	noun	γενική πληθυντικού του λαθρεπιβάτρια
λαθρεπιβατών	=	λαθρεπιβάτης
λαθρεπιβιβάσεις	=	λαθρεπιβίβαση
λαθρεπιβιβάσεων	=	λαθρεπιβίβαση
λαθροβίωση	noun	το να ζει κανείς λάθρα, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, χωρίς να προκαλεί προσοχή, όπως ο τρόπος της ζωής του λαθρόβιου
λαθροβίωσης	=	λαθροβίωση
λαθροβίωσις	noun	η λαθροβίωση
λαθροβιώσεις	=	λαθροβίωση
λαθροβιώσεων	=	λαθροβίωση
λαθρογαμία	noun	η μοιχεία
λαθρογαμίας	=	λαθρογαμία
λαθρογαμίες	=	λαθρογαμία
λαθρογαμιών	=	λαθρογαμία
λαθροδιακίνηση	noun	η λαθραία διακίνηση
λαθροδιακίνησης	=	λαθροδιακίνηση
λαθροδιακινήσεις	=	λαθροδιακίνηση
λαθροδιακινήσεων	=	λαθροδιακίνηση
λαθροδιακινητές	=	λαθροδιακινητής
λαθροδιακινητή	=	λαθροδιακινητής
λαθροδιακινητής	noun	άτομο που διενεργεί λαθροδιακίνηση
λαθροδιακινητών	=	λαθροδιακινητής
λαθροθήρα	=	λαθροθήρας
λαθροθήρας	noun	αυτός που κυνηγάει παράνομα
λαθροθήρες	=	λαθροθήρας
λαθροθήρων	=	λαθροθήρας
λαθροθηρία	noun	το παράνομο κυνήγι
λαθροθηρίας	noun	γενική ενικού του λαθροθηρία
λαθροθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθροθηρία
λαθροθηριών	noun	γενική πληθυντικού του λαθροθηρία
λαθροκυνηγέ	noun	κλητική ενικού του λαθροκυνηγός
λαθροκυνηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαθροκυνηγός
λαθροκυνηγού	noun	γενική ενικού του λαθροκυνηγός
λαθροκυνηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαθροκυνηγός
λαθροκυνηγό	noun	αιτιατική ενικού του λαθροκυνηγός
λαθροκυνηγός	noun	που κυνηγάει λαθραία ή παράνομα
λαθροκυνηγών	noun	γενική πληθυντικού του λαθροκυνηγός
λαθρομετανάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρομετανάστης
λαθρομετανάστευση	noun	η παράτυπη ή παράνομη μετανάστευση
λαθρομετανάστευσης	noun	γενική ενικού του λαθρομετανάστευση
λαθρομετανάστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λαθρομετανάστης
λαθρομετανάστης	noun	άτομο που έχει μετακινηθεί σε χώρα στην οποία δεν είναι νόμιμος υπήκοος, χωρίς να έχει τηρήσει τις διαδικασίες που ορίζουν οι νόμοι της χώρας υποδοχής.
λαθρομετανάστρια	noun	θηλυκό του λαθρομετανάστης
λαθρομετανάστριας	noun	γενική ενικού του λαθρομετανάστρια
λαθρομετανάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρομετανάστρια
λαθρομεταναστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθρομετανάστευση
λαθρομεταναστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του λαθρομετανάστευση
λαθρομεταναστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του λαθρομετανάστευση
λαθρομεταναστριών	noun	γενική πληθυντικού του λαθρομετανάστρια
λαθρομεταναστών	noun	γενική πληθυντικού του λαθρομετανάστης
λαθροφαγία	noun	το να τρώει κάποιος κρυφά
λαθροφαγίας	noun	γενική ενικού του λαθροφαγία
λαθροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθροφαγία
λαθροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του λαθροφαγία
λαθροχειρία	noun	η λαθραία αφαίρεση κάποιου πράγματος, η υπεξαίρεση, το σούφρωμα, η επιτήδεια κλοπή
λαθροχειρίας	noun	γενική ενικού του λαθροχειρία
λαθροχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθροχειρία
λαθροχειριών	noun	γενική πληθυντικού του λαθροχειρία
λαθροϋλοτομία	noun	Το παράνομο κόψιμο ξύλων
λαθροϋλοτομίας	noun	γενική ενικού του λαθροϋλοτομία
λαθροϋλοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαθροϋλοτομία
λαθροϋλοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του λαθροϋλοτομία
λαθροϋλοτόμε	noun	κλητική ενικού του λαθροϋλοτόμος
λαθροϋλοτόμο	noun	αιτιατική ενικού του λαθροϋλοτόμος
λαθροϋλοτόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαθροϋλοτόμος
λαθροϋλοτόμος	noun	αυτός που κόβει παράνομα δέντρα για την ξυλεία τους
λαθροϋλοτόμου	noun	γενική ενικού του λαθροϋλοτόμος
λαθροϋλοτόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαθροϋλοτόμος
λαθροϋλοτόμων	noun	γενική πληθυντικού του λαθροϋλοτόμος
λαθρόβια	=	λαθρόβιος
λαθρόβιας	=	λαθρόβιος
λαθρόβιε	=	λαθρόβιος
λαθρόβιες	=	λαθρόβιος
λαθρόβιο	=	λαθρόβιος
λαθρόβιοι	=	λαθρόβιος
λαθρόβιος	adj	που ζει χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τους άλλους, που ζει και ενεργεί κρυφά
λαθρόβιου	=	λαθρόβιος
λαθρόβιους	=	λαθρόβιος
λαθρόβιων	=	λαθρόβιος
λαθρόγαμα	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμε	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμες	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμη	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμης	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμο	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμοι	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμος	adj|formal	μοιχός
λαθρόγαμου	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμους	=	λαθρόγαμος
λαθρόγαμων	=	λαθρόγαμος
λαθυρισμέ	=	λαθυρισμός
λαθυρισμοί	=	λαθυρισμός
λαθυρισμού	=	λαθυρισμός
λαθυρισμούς	=	λαθυρισμός
λαθυρισμό	=	λαθυρισμός
λαθυρισμός	noun	τροφική δηλητηρίαση λόγω κατανάλωσης του φυτού λαθούρι
λαθυρισμών	=	λαθυρισμός
λαθών	noun	γενική πληθυντικού του λάθος
λαιβουλόζη	noun|rare	η φρουκτόζη
λαιλάπων	=	λαίλαπα
λαιλαπωδών	=	λαιλαπώδης
λαιλαπώδεις	=	λαιλαπώδης
λαιλαπώδες	=	λαιλαπώδης
λαιλαπώδη	=	λαιλαπώδης
λαιλαπώδης	adj	που έχει ισχύ και φαινόμενα λαίλαπας
λαιλαπώδους	=	λαιλαπώδης
λαιμά	noun	ο λαιμός και ιδίως οι αμυγδαλές
λαιμέ	noun	κλητική ενικού του λαιμός
λαιμαργία	noun	η συνεχόμενη ανάγκη να τρώει κάποιος πολύ, ασταμάτητα και, συνήθως, γρήγορα
λαιμαργίας	noun	γενική ενικού του λαιμαργία
λαιμαργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαιμαργία
λαιμαργότατα	=	λαίμαργος
λαιμαργότατε	=	λαίμαργος
λαιμαργότατες	=	λαίμαργος
λαιμαργότατη	=	λαίμαργος
λαιμαργότατης	=	λαίμαργος
λαιμαργότατο	=	λαίμαργος
λαιμαργότατοι	=	λαίμαργος
λαιμαργότατος	=	λαίμαργος
λαιμαργότατου	=	λαίμαργος
λαιμαργότατους	=	λαίμαργος
λαιμαργότατων	=	λαίμαργος
λαιμαργότερα	=	λαίμαργος
λαιμαργότερε	=	λαίμαργος
λαιμαργότερες	=	λαίμαργος
λαιμαργότερη	=	λαίμαργος
λαιμαργότερης	=	λαίμαργος
λαιμαργότερο	=	λαίμαργος
λαιμαργότεροι	=	λαίμαργος
λαιμαργότερος	=	λαίμαργος
λαιμαργότερου	=	λαίμαργος
λαιμαργότερους	=	λαίμαργος
λαιμαργότερων	=	λαίμαργος
λαιμαριά	noun|vulgar	το περιλαίμιο
λαιμαριάς	noun	γενική ενικού του λαιμαριά
λαιμαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαιμαριά
λαιμαριών	=	λαιμαριά
λαιμητόμε	=	λαιμητόμος
λαιμητόμο	=	λαιμητόμος
λαιμητόμοι	=	λαιμητόμος
λαιμητόμος	noun	ο μηχανισμός για την εκτέλεση καταδικασμένων σε θάνατο που αποτελείται από μία βάση μέσα στην οποία στερεώνεται το κεφάλι του μελλοθάνατου και μια μεγάλη λεπίδα που κατεβαίνει και του κόβει το κεφάλι
λαιμητόμου	=	λαιμητόμος
λαιμητόμους	=	λαιμητόμος
λαιμητόμων	=	λαιμητόμος
λαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαιμικό
λαιμικέ	adj	κλητική ενικού του λαιμικός
λαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαιμική
λαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαιμικός
λαιμικής	adj	γενική ενικού του λαιμική
λαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαιμικός
λαιμικού	adj	γενική ενικού του λαιμικός
λαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαιμικός
λαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του λαιμικός
λαιμικός	adj	που έχει σχέση με τον λαιμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του λαιμικός
λαιμοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαιμός
λαιμοδέτες	=	λαιμοδέτης
λαιμοδέτη	=	λαιμοδέτης
λαιμοδέτης	noun	γραβάτα, παπιγιόν, είδος που δένεται στο λαιμό
λαιμοδετών	=	λαιμοδέτης
λαιμοκήλες	=	λαιμοκήλη
λαιμοκήλη	noun	η βρογχοκήλη
λαιμοκήλης	=	λαιμοκήλη
λαιμοκόψεις	=	λαιμόκοψη
λαιμοκόψεων	=	λαιμόκοψη
λαιμουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαιμουδάκι
λαιμουδιά	noun	λαιμόκοψη ρούχου
λαιμουδιάς	=	λαιμουδιά
λαιμουδιές	=	λαιμουδιά
λαιμουδιών	=	λαιμουδιά
λαιμού	noun	γενική ενικού του λαιμός
λαιμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαιμός
λαιμό	noun	αιτιατική ενικού του λαιμός
λαιμόκοψη	noun	άνοιγμα σε ρούχο το οποίο βρίσκεται στο σημείο του λαιμού ή λίγο πιο κάτω
λαιμόκοψης	=	λαιμόκοψη
λαιμόλειρο	noun	δέρμα στο λαιμό κάποιων πτηνών, ανενεργός ή ενεργός αντηχητικός αερόσακος
λαιμόν	=	λαιμός
λαιμός	noun	μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα
λαιμών	noun	γενική πληθυντικού του λαιμός
λακ	noun	σπρέι φορμαρίσματος των μαλλιών
λακάρισμα	noun	η επάλειψη με λάκα
λακάρω	verb	επαλείφω / επιχρίω με λάκα
λακάω	verb	φεύγω τρέχοντας, το βάζω στα πόδια, συνώνυμο του λακίζω
λακέ	=	λακές
λακέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακές
λακέδων	=	λακές
λακέρδα	noun	κομμάτια παλαμίδας διατηρημένα σε άρμη
λακέρδας	noun	γενική ενικού του λακέρδα
λακέρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακέρδα
λακές	noun	υπηρέτης που φορά στολή
λακίζαμε	=	λακίζω
λακίζαν	=	λακίζω
λακίζανε	=	λακίζω
λακίζατε	=	λακίζω
λακίζει	=	λακίζω
λακίζεις	=	λακίζω
λακίζετε	=	λακίζω
λακίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λακίζω
λακίζουμε	=	λακίζω
λακίζουν	=	λακίζω
λακίζουνε	=	λακίζω
λακίζω	verb	υποχωρώ, φεύγω τρέχοντας, παίρνω δρόμο, το βάζω στα πόδια
λακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσαν	=	λακίζω
λακίσανε	=	λακίζω
λακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακίζω
λακαμά	=	λακαμάς
λακαμάδες	=	λακαμάς
λακαμάδων	=	λακαμάς
λακαμάς	noun	ανακατεμένη γραφή της λέξης μαλάκας, με χρήση στο γραπτό, ανεπίσημο λόγο
λακανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακανικό
λακανικέ	adj	κλητική ενικού του λακανικός
λακανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακανική
λακανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λακανικός
λακανικής	adj	γενική ενικού του λακανική
λακανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λακανικός
λακανικού	adj	γενική ενικού του λακανικός
λακανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λακανικός
λακανικό	adj	αιτιατική ενικού του λακανικός
λακανικός	adj	σχετικός με τον Γάλλο ψυχαναλυτή και ψυχίατρο Ζακ Λακάν
λακανικών	adj	γενική πληθυντικού του λακανικός
λακαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακάρισμα
λακαρίσματος	noun	γενική ενικού του λακάρισμα
λακαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λακάρισμα
λακαρισμένα	=	λακαρισμένος
λακαρισμένε	=	λακαρισμένος
λακαρισμένες	=	λακαρισμένος
λακαρισμένη	=	λακαρισμένος
λακαρισμένης	=	λακαρισμένος
λακαρισμένο	=	λακαρισμένος
λακαρισμένοι	=	λακαρισμένος
λακαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λακάρω
λακαρισμένου	=	λακαρισμένος
λακαρισμένους	=	λακαρισμένος
λακαρισμένων	=	λακαρισμένος
λακαριστά	=	λακαριστός
λακαριστέ	=	λακαριστός
λακαριστές	=	λακαριστός
λακαριστή	=	λακαριστός
λακαριστής	=	λακαριστός
λακαριστοί	=	λακαριστός
λακαριστού	=	λακαριστός
λακαριστούς	=	λακαριστός
λακαριστό	=	λακαριστός
λακαριστός	adj	που έχει περαστεί / επαλειφτεί με λάκα
λακαριστών	=	λακαριστός
λακεδαιμονίου	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμονίους	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμονίων	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμόνιε	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμόνιο	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμόνιοι	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμόνιος	noun	ο (αρχαίος) Σπαρτιάτης
λακεδαιμόνιου	=	λακεδαιμόνιος
λακεδαιμόνιους	=	λακεδαιμόνιος
λακερδών	noun	γενική πληθυντικού του λακέρδα
λακιρντί	noun	η κουβέντα, η συζήτηση, η φλυαρία
λακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακισμένο
λακισμένε	verb	κλητική ενικού του λακισμένος
λακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακισμένη
λακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λακισμένος
λακισμένης	verb	γενική ενικού του λακισμένη
λακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λακισμένος
λακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λακισμένος
λακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λακισμένος
λακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λακισμένος
λακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λακισμένος
λακκάκι	noun	υποκοριστικό του λάκκος
λακκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακκάκι
λακκίσκε	=	λακκίσκος
λακκίσκο	=	λακκίσκος
λακκίσκοι	=	λακκίσκος
λακκίσκος	noun	υποκοριστικό του λάκκος
λακκίσκου	=	λακκίσκος
λακκίσκους	=	λακκίσκος
λακκίσκων	=	λακκίσκος
λακκουβάρα	noun	μεγεθυντικό του λακκούβα
λακκουβάρας	=	λακκουβάρα
λακκουβάρες	=	λακκουβάρα
λακκουβίτσα	noun	υποκοριστικό του λακκούβα
λακκουβίτσας	noun	γενική ενικού του λακκουβίτσα
λακκουβίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακκουβίτσα
λακκούβα	noun	βαθούλωμα σε μια επιφάνεια, μικρός λάκκος
λακκούβας	noun	γενική ενικού του λακκούβα
λακκούβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακκούβα
λακκούβων	=	λακκούβα
λακκωμάτων	=	λάκκωμα
λακκώματα	=	λάκκωμα
λακκώματος	=	λάκκωμα
λακουβάρα	noun	μεγεθυντικό του λακούβα
λακουβάρας	=	λακουβάρα
λακουβάρες	=	λακουβάρα
λακούβα	noun	άλλη γραφή του λακκούβα
λακούβας	=	λακούβα
λακούβες	=	λακούβα
λακούβων	=	λακούβα
λακριντί	noun	άλλη μορφή του λακιρντί
λακτίζαμε	=	λακτίζω
λακτίζαν	=	λακτίζω
λακτίζανε	=	λακτίζω
λακτίζατε	=	λακτίζω
λακτίζει	=	λακτίζω
λακτίζεις	=	λακτίζω
λακτίζεσαι	=	λακτίζω
λακτίζεστε	=	λακτίζω
λακτίζεται	=	λακτίζω
λακτίζετε	=	λακτίζω
λακτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λακτίζω
λακτίζονται	=	λακτίζω
λακτίζονταν	=	λακτίζω
λακτίζοντας	=	λακτίζω
λακτίζουμε	=	λακτίζω
λακτίζουν	=	λακτίζω
λακτίζουνε	=	λακτίζω
λακτίζω	verb|formal	χτυπώ με το πόδι μου, κλοτσάω/κλοτσώ
λακτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίσαν	=	λακτίζω
λακτίσανε	=	λακτίζω
λακτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίσθηκα	=	λακτίζω
λακτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάκτισμα
λακτίσματος	noun	γενική ενικού του λάκτισμα
λακτίσου	=	λακτίζω
λακτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτίστηκα	=	λακτίζω
λακτίστηκαν	=	λακτίζω
λακτίστηκε	=	λακτίζω
λακτίστηκες	=	λακτίζω
λακτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λακτίζω
λακτιζόμασταν	=	λακτίζω
λακτιζόμαστε	=	λακτίζω
λακτιζόμουν	=	λακτίζω
λακτιζόμουνα	=	λακτίζω
λακτιζόντουσαν	=	λακτίζω
λακτιζόσασταν	=	λακτίζω
λακτιζόσαστε	=	λακτίζω
λακτιζόσουν	=	λακτίζω
λακτιζόσουνα	=	λακτίζω
λακτιζόταν	=	λακτίζω
λακτιζότανε	=	λακτίζω
λακτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάκτισμα
λακτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακτισμένο
λακτισμένε	verb	κλητική ενικού του λακτισμένος
λακτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακτισμένη
λακτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λακτισμένος
λακτισμένης	verb	γενική ενικού του λακτισμένη
λακτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λακτισμένος
λακτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λακτισμένος
λακτισμένος	verb	που έχει δεχτεί λάκτισμα, κλοτσιά΄
λακτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λακτισμένος
λακτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λακτισμένος
λακτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λακτισμένος
λακτιστήκαμε	=	λακτίζω
λακτιστήκαν	=	λακτίζω
λακτιστήκανε	=	λακτίζω
λακτιστήκατε	=	λακτίζω
λακτιστεί	=	λακτίζω
λακτιστείτε	=	λακτίζω
λακτόζη	noun	σάκχαρο που απαντά κυρίως στο γάλα σε φυσική μορφή αλλά χρησιμοποιείται και στη ζαχαροπλαστική για να προσδώσει όγκο και ως βελτιωτικό γεύσης στα λουκάνικα -δισακχαρίτης που σχηματίζεται από τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη του γάλακτος
λακτόζης	=	λακτόζη
λακωνίζαμε	=	λακωνίζω
λακωνίζαν	=	λακωνίζω
λακωνίζανε	=	λακωνίζω
λακωνίζατε	=	λακωνίζω
λακωνίζει	=	λακωνίζω
λακωνίζεις	=	λακωνίζω
λακωνίζετε	=	λακωνίζω
λακωνίζοντας	=	λακωνίζω
λακωνίζουμε	=	λακωνίζω
λακωνίζουν	=	λακωνίζω
λακωνίζουνε	=	λακωνίζω
λακωνίζω	verb|archaic	μιλώ λακωνικά, με λίγα αλλά ουσιαστικά λόγια, εκφράζομαι περιεκτικά, συνήθως χρησιμοποιείται στην έκφραση: «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν»
λακωνίσαμε	=	λακωνίζω
λακωνίσαν	=	λακωνίζω
λακωνίσανε	=	λακωνίζω
λακωνίσατε	=	λακωνίζω
λακωνίσει	=	λακωνίζω
λακωνίστε	=	λακωνίζω
λακωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακωνικό	adv	με λακωνικό τρόπο, με λίγα αλλά περιεκτικά λόγια
λακωνικέ	adj	κλητική ενικού του λακωνικός
λακωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακωνική
λακωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λακωνικός
λακωνικής	adj	γενική ενικού του λακωνική
λακωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λακωνικός
λακωνικοτήτων	=	λακωνικότητα
λακωνικού	adj	γενική ενικού του λακωνικός
λακωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λακωνικός
λακωνικό	adj	αιτιατική ενικού του λακωνικός
λακωνικός	adj	που αναφέρεται στη Λακωνία και τους Λάκωνες
λακωνικότης	noun	λακωνικότητα
λακωνικότητα	noun	ο σύντομος και περιεκτικός τρόπος έκφρασης
λακωνικότητας	noun	γενική ενικού του λακωνικότητα
λακωνικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λακωνικότητα
λακωνικών	adj	γενική πληθυντικού του λακωνικός
λακωνικώς	adv|formal	λακωνικά, λιγόλογα
λακωνισμέ	noun	κλητική ενικού του λακωνισμός
λακωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λακωνισμός
λακωνισμού	noun	γενική ενικού του λακωνισμός
λακωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λακωνισμός
λακωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του λακωνισμός
λακωνισμός	noun	η σύντομη, περιεκτική, λακωνική έκφραση ή διατύπωση, κατά τον τρόπο των Λακόνων
λακωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του λακωνισμός
λακώ	verb	σπανιότερος τύπος του λακάω
λακώνιζα	=	λακωνίζω
λακώνιζαν	=	λακωνίζω
λακώνιζε	=	λακωνίζω
λακώνιζες	=	λακωνίζω
λακώνισα	=	λακωνίζω
λακώνισαν	=	λακωνίζω
λακώνισε	=	λακωνίζω
λακώνισες	=	λακωνίζω
λακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λακάω
λακώνων	=	λάκωνας
λαλά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λαλώ	noun	η γιαγιά
λαλάγαμε	=	λαλάω
λαλάγανε	=	λαλάω
λαλάγατε	=	λαλάω
λαλάγγι	noun	είδος τηγανίτας
λαλάγγια	noun	πληθυντικός αριθμός του λαλάγγι
λαλάδες	=	λαλά
λαλάδων	=	λαλά
λαλάει	=	λαλάω
λαλάμε	=	λαλάω
λαλάν	=	λαλάω
λαλάνε	=	λαλάω
λαλάς	noun	ο αδελφός
λαλάτε	=	λαλάω
λαλάω	verb	μιλάω
λαλέ	=	λαλές
λαλέδες	=	λαλές
λαλέδων	=	λαλές
λαλές	noun	η τουλίπα
λαλήθηκα	=	λαλάω
λαλήθηκαν	=	λαλώ
λαλήθηκε	=	λαλώ
λαλήθηκες	=	λαλώ
λαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάλημα
λαλήματος	noun	γενική ενικού του λάλημα
λαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσαν	=	λαλάω
λαλήσανε	=	λαλάω
λαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσου	=	λαλώ
λαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσουνε	=	λαλώ
λαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαλώ
λαλίστατα	=	λαλίστατος
λαλίστατε	=	λαλίστατος
λαλίστατες	=	λαλίστατος
λαλίστατη	=	λαλίστατος
λαλίστατης	=	λαλίστατος
λαλίστατο	=	λαλίστατος
λαλίστατοι	=	λαλίστατος
λαλίστατος	adj	πάρα πολύ ομιλητικός
λαλίστατου	=	λαλίστατος
λαλίστατους	=	λαλίστατος
λαλίστατων	=	λαλίστατος
λαλαγγίδα	noun	είδος άγλυκου εδέσματος από ζυμάρι
λαλαγγίδας	=	λαλαγγίδα
λαλαγγίδες	=	λαλαγγίδα
λαλαγγίδων	=	λαλαγγίδα
λαλαγγίτα	noun	είδος γλυκίσματος το οποίο μοιάζει με τηγανίτα
λαλαγγίτας	noun	γενική ενικού του λαλαγγίτα
λαλαγγίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαλαγγίτα
λαλαγκόψωμα	=	λαλαγκόψωμο
λαλαγκόψωμο	noun	είδος τηγανόψωμου από την τοπική κουζίνα της Καλαμάτας
λαλαγκόψωμου	=	λαλαγκόψωμο
λαλαγκόψωμων	=	λαλαγκόψωμο
λαλεί	=	λαλάω
λαλείς	=	λαλάω
λαλείστε	=	λαλώ
λαλείτε	=	λαλάω
λαληθήκαμε	=	λαλώ
λαληθήκαν	=	λαλώ
λαληθήκανε	=	λαλώ
λαληθήκατε	=	λαλώ
λαληθεί	=	λαλώ
λαληθείς	=	λαλώ
λαληθείτε	=	λαλώ
λαληθούμε	=	λαλώ
λαληθούν	=	λαλώ
λαληθούνε	=	λαλώ
λαληθώ	=	λαλώ
λαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάλημα
λαλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαλημένο
λαλημένε	verb	κλητική ενικού του λαλημένος
λαλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαλημένη
λαλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαλημένος
λαλημένης	verb	γενική ενικού του λαλημένη
λαλημένο	verb	αιτιατική ενικού του λαλημένος
λαλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαλημένος
λαλημένος	verb	που έχει λαλήσει, τα έχει χάσει, παιγμένος, τρελαμένος
λαλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαλημένος
λαλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαλημένος
λαλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαλημένος
λαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαλητό
λαλητάδες	=	λαλητής
λαλητάδων	=	λαλητής
λαλητέ	adj	κλητική ενικού του λαλητός
λαλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαλητή
λαλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαλητός
λαλητής	noun	τραγουδιστής	adj	γενική ενικού του λαλητή
λαλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαλητός
λαλητού	adj	γενική ενικού του λαλητός
λαλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαλητός
λαλητό	adj	αιτιατική ενικού του λαλητός	noun	η ομιλία, οι φωνές, οι κραυγές
λαλητός	adj	που τον συνοδεύουν μουσικά όργανα
λαλητών	adj	γενική πληθυντικού του λαλητός
λαλιά	noun	η φωνή, η μιλιά, η ομιλία, η ικανότητα του να μιλάει κανείς
λαλιάς	noun	γενική ενικού του λαλιά
λαλιέμαι	=	λαλάω
λαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαλιά
λαλιούνταν	=	λαλώ
λαλιόντουσαν	=	λαλώ
λαλιών	=	λαλιά
λαλοπάθεια	noun|dated	δυσχέρεια, διαταραχή στο λόγο
λαλούμαι	=	λαλάω
λαλούμασταν	=	λαλώ
λαλούμε	=	λαλάω
λαλούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαλούμενος
λαλούμενος	=	λαλώ
λαλούν	=	λαλάω
λαλούνε	=	λαλάω
λαλούσα	=	λαλάω
λαλούσαμε	=	λαλάω
λαλούσαν	=	λαλάω
λαλούσανε	=	λαλάω
λαλούσατε	=	λαλάω
λαλούσε	=	λαλάω
λαλούσες	=	λαλάω
λαλώ	verb	μορφή του λαλάω
λαλώντας	=	λαλάω
λαμέ	noun	ύφασμα από γυαλιστερό υλικό που αντανακλά έντονη μεταλλική λάμψη
λαμαρίνα	noun	λεπτό φύλλο μετάλλου
λαμαρίνας	noun	γενική ενικού του λαμαρίνα
λαμαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμαρίνα
λαμαρίνων	=	λαμαρίνα
λαμαρινά	=	λαμαρινάς
λαμαρινάδες	=	λαμαρινάς
λαμαρινάδων	=	λαμαρινάς
λαμαρινάς	noun	τεχνίτης που κατεργάζεται λαμαρίνες
λαμαρινένια	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιας	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιε	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιες	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιο	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιοι	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιος	adj	που είναι κατασκευασμένος από λαμαρίνα
λαμαρινένιου	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιους	=	λαμαρινένιος
λαμαρινένιων	=	λαμαρινένιος
λαμαρινίτσα	noun	υποκοριστικό του λαμαρίνα
λαμαρινίτσας	=	λαμαρινίτσα
λαμαρινίτσες	=	λαμαρινίτσα
λαμαρινατζή	=	λαμαρινατζής
λαμαρινατζήδες	=	λαμαρινατζής
λαμαρινατζήδων	=	λαμαρινατζής
λαμαρινατζής	noun	αυτός που επισκευάζει τις τρακαρισμένες ή χαλασμένες λαμαρίνες
λαμαρινοκατασκευές	=	λαμαρινοκατασκευή
λαμαρινοκατασκευή	noun	κατασκευή που αποτελείται κυρίως από λαμαρίνες
λαμαρινοκατασκευής	=	λαμαρινοκατασκευή
λαμαρινοκατασκευών	=	λαμαρινοκατασκευή
λαμαρινούλα	noun	υποκοριστικό του λαμαρίνα
λαμαρινούλας	=	λαμαρινούλα
λαμαρινούλες	=	λαμαρινούλα
λαμαρινόβιδα	noun	βίδα που έχει ανάλογο σπείρωμα ώστε να είναι κατάλληλη για βίδωμα σε λαμαρίνα, κάθε μυτερή βίδα που έχει σπείρες χοντρές αλλά κοφτερές
λαμαρινόβιδας	noun	γενική ενικού του λαμαρινόβιδα
λαμαρινόβιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμαρινόβιδα
λαμαρινόβιδων	=	λαμαρινόβιδα
λαμαρινών	noun	γενική πληθυντικού του λαμαρίνα
λαμαρκισμέ	=	λαμαρκισμός
λαμαρκισμοί	=	λαμαρκισμός
λαμαρκισμού	=	λαμαρκισμός
λαμαρκισμούς	=	λαμαρκισμός
λαμαρκισμό	=	λαμαρκισμός
λαμαρκισμός	noun	εξελικτική θεωρία του Γάλλου φυσιοδίφη Λαμάρκ, που πρεσβεύει ότι τα όργανα ενός οργανισμού εξελίσσονται βάσει της χρήσης τους (αν κάποιο δεν χρησιμοποιείται, ατροφεί ή εξαφανίζεται)
λαμαρκισμών	=	λαμαρκισμός
λαμαϊσμέ	=	λαμαϊσμός
λαμαϊσμοί	=	λαμαϊσμός
λαμαϊσμού	=	λαμαϊσμός
λαμαϊσμούς	=	λαμαϊσμός
λαμαϊσμό	=	λαμαϊσμός
λαμαϊσμός	noun	η θιβετιανή και μογγολική εκδοχή του βουδισμού
λαμαϊσμών	=	λαμαϊσμός
λαμβάναμε	=	λαμβάνω
λαμβάναν	=	λαμβάνω
λαμβάνανε	=	λαμβάνω
λαμβάνατε	=	λαμβάνω
λαμβάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λαμβάνω
λαμβάνεις	=	λαμβάνω
λαμβάνεσαι	=	λαμβάνω
λαμβάνεσθε	=	λαμβάνω
λαμβάνεστε	=	λαμβάνω
λαμβάνεται	adj	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λαμβάνομαι
λαμβάνετε	=	λαμβάνω
λαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λαμβάνω
λαμβάνομε	=	λαμβάνω
λαμβάνονται	=	λαμβάνω
λαμβάνονταν	=	λαμβάνω
λαμβάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαμβάνω
λαμβάνουμε	=	λαμβάνω
λαμβάνουν	=	λαμβάνω
λαμβάνουνε	=	λαμβάνω
λαμβάνω	verb	παίρνω, δέχομαι
λαμβανόμασταν	=	λαμβάνω
λαμβανόμαστε	=	λαμβάνω
λαμβανόμενος	=	λαμβάνω
λαμβανόμουν	=	λαμβάνω
λαμβανόμουνα	=	λαμβάνω
λαμβανόντουσαν	=	λαμβάνω
λαμβανόσασταν	=	λαμβάνω
λαμβανόσαστε	=	λαμβάνω
λαμβανόσουν	=	λαμβάνω
λαμβανόσουνα	=	λαμβάνω
λαμβανόταν	=	λαμβάνω
λαμβανότανε	=	λαμβάνω
λαμβδακισμέ	=	λαμβδακισμός
λαμβδακισμοί	=	λαμβδακισμός
λαμβδακισμού	=	λαμβδακισμός
λαμβδακισμούς	=	λαμβδακισμός
λαμβδακισμό	=	λαμβδακισμός
λαμβδακισμός	noun	λαμβδακισμός και λαμδακισμός ιατρική πάθηση, εξαιτίας της οποίας παρατηρείται δυσκολία ή αδυναμία στην προφορά του φθόγγου λάμ(β)δα.
λαμβδακισμών	=	λαμβδακισμός
λαμδακισμέ	=	λαμδακισμός
λαμδακισμοί	=	λαμδακισμός
λαμδακισμού	=	λαμδακισμός
λαμδακισμούς	=	λαμδακισμός
λαμδακισμό	=	λαμδακισμός
λαμδακισμός	noun	μακρόσυρτη και σαν (γ)λ(ι), προφορά του λ
λαμδακισμών	=	λαμδακισμός
λαμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμιακό
λαμιακέ	adj	κλητική ενικού του λαμιακός
λαμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμιακή
λαμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμιακός
λαμιακής	adj	γενική ενικού του λαμιακή
λαμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμιακός
λαμιακού	adj	γενική ενικού του λαμιακός
λαμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαμιακός
λαμιακό	adj	αιτιατική ενικού του λαμιακός
λαμιακός	adj	σχετικός με τη Λαμία
λαμιακών	adj	γενική πληθυντικού του λαμιακός
λαμινάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λαμινάρω
λαμινάρω	verb	επικολλώ μια εκτυπωμένη επιφάνεια σε χαρτόνι
λαμιναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμινάρισμα
λαμιναρίσματος	noun	γενική ενικού του λαμινάρισμα
λαμιναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λαμινάρισμα
λαμιναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμιναρισμένο
λαμιναρισμένε	verb	κλητική ενικού του λαμιναρισμένος
λαμιναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμιναρισμένη
λαμιναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμιναρισμένος
λαμιναρισμένης	verb	γενική ενικού του λαμιναρισμένη
λαμιναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαμιναρισμένος
λαμιναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμιναρισμένος
λαμιναρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λαμινάρω
λαμιναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαμιναρισμένος
λαμιναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαμιναρισμένος
λαμιναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαμιναρισμένος
λαμιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμιώτικο
λαμιώτικε	adj	κλητική ενικού του λαμιώτικος
λαμιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμιώτικη
λαμιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμιώτικος
λαμιώτικης	adj	γενική ενικού του λαμιώτικη
λαμιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του λαμιώτικος
λαμιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμιώτικος
λαμιώτικος	adj	σχετικός με τη Λαμία και τους κατοίκους της
λαμιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαμιώτικος
λαμιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαμιώτικος
λαμιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαμιώτικος
λαμνισσών	=	λάμνισσα
λαμνοκοπιού	=	λαμνοκόπι
λαμνοκοπιών	=	λαμνοκόπι
λαμνοκόπε	=	λαμνοκόπος
λαμνοκόπι	noun	η κωπηλασία
λαμνοκόπια	=	λαμνοκόπι
λαμνοκόπο	=	λαμνοκόπος
λαμνοκόποι	=	λαμνοκόπος
λαμνοκόπος	noun	ο κωπηλάτης
λαμνοκόπου	=	λαμνοκόπος
λαμνοκόπους	=	λαμνοκόπος
λαμνοκόπων	=	λαμνοκόπος
λαμογιά	noun	η πράξη, η ενέργεια που κάνει το λαμόγιο, η απατεωνιά
λαμογιάς	=	λαμογιά
λαμογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμογιά
λαμογιών	=	λαμογιά
λαμπά	=	λαμπάς
λαμπάδα	noun	κερί μεγάλου μήκους και διαμέτρου
λαμπάδας	=	λαμπάδα
λαμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπάδα
λαμπάδιαζα	=	λαμπαδιάζω
λαμπάδιαζαν	=	λαμπαδιάζω
λαμπάδιαζε	=	λαμπαδιάζω
λαμπάδιαζες	=	λαμπαδιάζω
λαμπάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπάδιασμα	noun	το αποτέλεσμα του λαμπαδιάζω
λαμπάδων	noun	γενική πληθυντικού του λαμπάδα
λαμπάκι	noun	μικρή λάμπα, μικρός λαμπτήρας
λαμπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπάκι
λαμπάντα	noun	γρήγορος ερωτικός / αισθησιακός βραζιλιάνικος χορός, στον οποίο τα ζευγάρια χορεύουν σε στενή επαφή, καθώς και η σχετική μουσική
λαμπάντας	=	λαμπάντα
λαμπάς	noun|slang	η παραστάδα / ο παραστάτης μια πόρτας / θύρας
λαμπάτα	=	λαμπάτος
λαμπάτε	=	λαμπάτος
λαμπάτες	=	λαμπάτος
λαμπάτη	=	λαμπάτος
λαμπάτης	=	λαμπάτος
λαμπάτο	=	λαμπάτος
λαμπάτοι	=	λαμπάτος
λαμπάτος	adj	χαρακτηρισμός ηλεκτρονικής συσκευής που φέρει λυχνίες κενού («λάμπες»)
λαμπάτου	=	λαμπάτος
λαμπάτους	=	λαμπάτος
λαμπάτων	=	λαμπάτος
λαμπίζω	verb	λάμπω, λάμπω αμυδρά
λαμπίκε	=	λαμπίκος
λαμπίκο	=	λαμπίκος
λαμπίκοι	=	λαμπίκος
λαμπίκος	noun|vulgar	πολύ καθαρά και αστραφτερά, πεντακάθαρος, πεντακάθαρα
λαμπίκου	=	λαμπίκος
λαμπίκους	=	λαμπίκος
λαμπίκων	=	λαμπίκος
λαμπαδηδρομία	noun	αγώνισμα δρόμου στο οποίο οι δρομείς τρέχουν κρατώντας αναμμένους πυρσούς ή λαμπάδες
λαμπαδηδρομίας	noun	γενική ενικού του λαμπαδηδρομία
λαμπαδηδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπαδηδρομία
λαμπαδηδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του λαμπαδηδρομία
λαμπαδηδρόμε	=	λαμπαδηδρόμος
λαμπαδηδρόμο	=	λαμπαδηδρόμος
λαμπαδηδρόμοι	=	λαμπαδηδρόμος
λαμπαδηδρόμος	noun	ο δρομέας σε μια λαμπαδηδρομία
λαμπαδηδρόμου	=	λαμπαδηδρόμος
λαμπαδηδρόμους	=	λαμπαδηδρόμος
λαμπαδηδρόμων	=	λαμπαδηδρόμος
λαμπαδηφορία	noun	νυχτερινή πομπή στην οποία οι συμμετέχοντες (οι λαμπαδηφόροι) κρατούν αναμμένες λαμπάδες
λαμπαδηφορίας	noun	γενική ενικού του λαμπαδηφορία
λαμπαδηφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπαδηφορία
λαμπαδηφοριών	noun	γενική πληθυντικού του λαμπαδηφορία
λαμπαδηφόρε	=	λαμπαδηφόρος
λαμπαδηφόρο	=	λαμπαδηφόρος
λαμπαδηφόροι	=	λαμπαδηφόρος
λαμπαδηφόρος	noun	που κρατάει έναν πυρσό σε δημόσια πομπή
λαμπαδηφόρου	=	λαμπαδηφόρος
λαμπαδηφόρους	=	λαμπαδηφόρος
λαμπαδηφόρων	=	λαμπαδηφόρος
λαμπαδιάζαμε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζαν	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζανε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζατε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζει	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζεις	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζετε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζοντας	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζουμε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζουν	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζουνε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάζω	verb	παίρνω φωτιά και τυλίγομαι στις φλόγες
λαμπαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσαν	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσανε	=	λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπάδιασμα
λαμπαδιάσματος	noun	γενική ενικού του λαμπάδιασμα
λαμπαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπαδιάζω
λαμπαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λαμπάδιασμα
λαμπαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπαδιασμένο
λαμπαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του λαμπαδιασμένος
λαμπαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπαδιασμένη
λαμπαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμπαδιασμένος
λαμπαδιασμένης	verb	γενική ενικού του λαμπαδιασμένη
λαμπαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαμπαδιασμένος
λαμπαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμπαδιασμένος
λαμπαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαμπαδιασμένος
λαμπαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαμπαδιασμένος
λαμπαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαμπαδιασμένος
λαμπατέρ	noun	επιδαπέδιο φωτιστικό δωματίου με μακρόστενη βάση
λαμπερά	adj	με έντονη λάμψη, με δυνατό και λαμπερό φως
λαμπεράδα	noun	η ιδιότητα του λαμπερού
λαμπεράδας	=	λαμπεράδα
λαμπεράδες	=	λαμπεράδα
λαμπερέ	adj	κλητική ενικού του λαμπερός
λαμπερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπερή
λαμπερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμπερός
λαμπερής	adj	γενική ενικού του λαμπερή
λαμπεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμπερός
λαμπερού	adj	γενική ενικού του λαμπερός
λαμπερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαμπερός
λαμπερό	adj	αιτιατική ενικού του λαμπερός
λαμπερός	adj	που λάμπει
λαμπερών	adj	γενική πληθυντικού του λαμπερός
λαμπηδονών	=	λαμπηδόνα
λαμπηδόνα	noun	βότανο της μυθολογίας που έχει την ιδιότητα να φεγγοβολάει το βράδυ
λαμπηδόνας	=	λαμπηδόνα
λαμπηδόνες	=	λαμπηδόνα
λαμπικάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λαμπικάρω
λαμπικάρω	verb	καθαρίζω κάτι, το κάνω διαυγές
λαμπικαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπικάρισμα
λαμπικαρίσματος	noun	γενική ενικού του λαμπικάρισμα
λαμπικαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λαμπικάρισμα
λαμπικαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπικαρισμένο
λαμπικαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λαμπικαρισμένος
λαμπικαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπικαρισμένη
λαμπικαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμπικαρισμένος
λαμπικαρισμένης	verb	γενική ενικού του λαμπικαρισμένη
λαμπικαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαμπικαρισμένος
λαμπικαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμπικαρισμένος
λαμπικαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαμπικαρισμένος
λαμπικαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαμπικαρισμένος
λαμπικαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαμπικαρισμένος
λαμπιονιού	=	λαμπιόνι
λαμπιονιών	=	λαμπιόνι
λαμπιόνι	noun	ηλεκτρικός λαμπτήρας, συνήθως μικρού μεγέθους
λαμπιόνια	=	λαμπιόνι
λαμποκοπά	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάει	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάμε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάν	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάνε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάς	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάτε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπάω	verb	άλλη μορφή του λαμποκοπώ
λαμποκοπές	=	λαμποκοπή
λαμποκοπή	noun	το αποτέλεσμα του λαμποκοπώ
λαμποκοπήματα	=	λαμποκόπημα
λαμποκοπήματος	=	λαμποκόπημα
λαμποκοπής	=	λαμποκοπή
λαμποκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσαν	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπήσανε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκοπημάτων	=	λαμποκόπημα
λαμποκοπιού	=	λαμποκόπι
λαμποκοπιών	=	λαμποκόπι
λαμποκοπούμε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούν	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούνε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσα	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσαμε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσαν	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσανε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσατε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσε	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπούσες	=	λαμποκοπώ
λαμποκοπώ	verb	λάμπω ολόκληρος, αστράφτω
λαμποκοπών	=	λαμποκοπή
λαμποκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαμποκοπάω / λαμποκοπώ
λαμποκόπα	=	λαμποκοπώ
λαμποκόπαγε	=	λαμποκοπώ
λαμποκόπημα	noun	η ενέργεια του λαμποκοπώ
λαμποκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμποκοπώ
λαμποκόπι	noun	το αποτέλεσμα του λαμποκοπώ
λαμποκόπια	=	λαμποκόπι
λαμπρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπρό	adv	πολύ καλά, πολύ ωραία (συχνά με ειρωνική απόχρωση)
λαμπράδα	noun	η ιδιότητα του λαμπρού, το να είναι κάτι λαμπρό
λαμπράδας	=	λαμπράδα
λαμπράδες	=	λαμπράδα
λαμπράδων	=	λαμπράδα
λαμπρέ	adj	κλητική ενικού του λαμπρός
λαμπρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπρή
λαμπρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμπρός
λαμπρής	adj	γενική ενικού του λαμπρή
λαμπραντόρ	noun	ράτσα σκύλων
λαμπριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαμπριάτικος	adv	ανήμερα της Λαμπρής
λαμπριάτικε	adj	κλητική ενικού του λαμπριάτικος
λαμπριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπριάτικη
λαμπριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμπριάτικος
λαμπριάτικης	adj	γενική ενικού του λαμπριάτικη
λαμπριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του λαμπριάτικος
λαμπριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμπριάτικος
λαμπριάτικος	adj	σχετικός με τη Λαμπρή, την Ανάσταση, το Πάσχα (χριστιανών)
λαμπριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαμπριάτικος
λαμπριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαμπριάτικος
λαμπριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαμπριάτικος
λαμπροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμπρός
λαμπροβουτιού	=	λαμπροβούτι
λαμπροβουτιών	=	λαμπροβούτι
λαμπροβούτι	noun	είδος πουλιού
λαμπροβούτια	=	λαμπροβούτι
λαμπροκουλούρα	noun	η κουλούρα / το τσουρέκι της Λαμπρής, του Πάσχα, που ετοιμάζεται από τη Μεγάλη Πέμπτη ή το Μεγάλο Σάββατο για το βράδυ της Ανάστασης ή την Κυριακή του Πάσχα
λαμπροκουλούρας	=	λαμπροκουλούρα
λαμπροκουλούρες	=	λαμπροκουλούρα
λαμπροκουλούρων	=	λαμπροκουλούρα
λαμπροκούλουρα	=	λαμπροκούλουρο
λαμπροκούλουρο	noun	άλλη μορφή του λαμπροκουλούρα
λαμπροκούλουρου	=	λαμπροκούλουρο
λαμπροκούλουρων	=	λαμπροκούλουρο
λαμπροτήτων	=	λαμπρότητα
λαμπροφόρα	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρας	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρε	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρες	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρο	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόροι	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρος	adj	αυτός που φοράει λαμπρά ρούχα
λαμπροφόρου	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρους	=	λαμπροφόρος
λαμπροφόρων	=	λαμπροφόρος
λαμπρού	adj	γενική ενικού του λαμπρός
λαμπρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαμπρός
λαμπρυνθήκαμε	=	λαμπρύνω
λαμπρυνθήκαν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνθήκανε	=	λαμπρύνω
λαμπρυνθήκατε	=	λαμπρύνω
λαμπρυνθεί	=	λαμπρύνω
λαμπρυνθείτε	=	λαμπρύνω
λαμπρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπρυντικό
λαμπρυντικέ	adj	κλητική ενικού του λαμπρυντικός
λαμπρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπρυντική
λαμπρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαμπρυντικός
λαμπρυντικής	adj	γενική ενικού του λαμπρυντική
λαμπρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαμπρυντικός
λαμπρυντικού	adj	γενική ενικού του λαμπρυντικός
λαμπρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαμπρυντικός
λαμπρυντικό	noun	προϊόν που συμβάλλει στην λάμπρυνση (π.χ. των πιάτων)
λαμπρυντικός	adj	που συμβάλλει στην λάμπρυνση
λαμπρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του λαμπρυντικός
λαμπρυνόμασταν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόμαστε	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόμουν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόμουνα	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόντουσαν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόσασταν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόσαστε	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόσουν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόσουνα	=	λαμπρύνω
λαμπρυνόταν	=	λαμπρύνω
λαμπρυνότανε	=	λαμπρύνω
λαμπρό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του λαμπρός	noun	το φεγγάρι
λαμπρός	adj	που λάμπει, που ακτινοβολεί
λαμπρότατα	=	λαμπρότατος
λαμπρότατε	=	λαμπρότατος
λαμπρότατες	=	λαμπρότατος
λαμπρότατη	=	λαμπρότατος
λαμπρότατης	=	λαμπρότατος
λαμπρότατο	=	λαμπρότατος
λαμπρότατοι	=	λαμπρότατος
λαμπρότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του λαμπρός
λαμπρότατου	=	λαμπρότατος
λαμπρότατους	=	λαμπρότατος
λαμπρότατων	=	λαμπρότατος
λαμπρότερα	=	λαμπρός
λαμπρότερε	=	λαμπρός
λαμπρότερες	=	λαμπρός
λαμπρότερη	=	λαμπρός
λαμπρότερης	=	λαμπρός
λαμπρότερο	=	λαμπρός
λαμπρότεροι	=	λαμπρός
λαμπρότερος	=	λαμπρός
λαμπρότερου	=	λαμπρός
λαμπρότερους	=	λαμπρός
λαμπρότερων	=	λαμπρός
λαμπρότητα	noun	η ιδιότητα του λαμπρού
λαμπρότητας	noun	γενική ενικού του λαμπρότητα
λαμπρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπρότητα
λαμπρόφωνα	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνε	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνες	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνη	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνης	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνο	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνοι	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνος	adj	που έχει καθαρή και δυνατή φωνή
λαμπρόφωνου	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνους	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόφωνων	=	λαμπρόφωνος
λαμπρόψωμα	=	λαμπρόψωμο
λαμπρόψωμο	noun	η λαμπροκουλούρα
λαμπρόψωμου	=	λαμπρόψωμο
λαμπρόψωμων	=	λαμπρόψωμο
λαμπρύθηκα	=	λαμπρύνομαι
λαμπρύναμε	=	λαμπρύνω
λαμπρύναν	=	λαμπρύνω
λαμπρύνανε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνατε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνει	=	λαμπρύνω
λαμπρύνεις	=	λαμπρύνω
λαμπρύνεσαι	=	λαμπρύνω
λαμπρύνεστε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνεται	=	λαμπρύνω
λαμπρύνετε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνθηκα	=	λαμπρύνω
λαμπρύνθηκαν	=	λαμπρύνω
λαμπρύνθηκε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνθηκες	=	λαμπρύνω
λαμπρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λαμπρύνω
λαμπρύνονται	=	λαμπρύνω
λαμπρύνονταν	=	λαμπρύνω
λαμπρύνοντας	=	λαμπρύνω
λαμπρύνου	=	λαμπρύνω
λαμπρύνουμε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνουν	=	λαμπρύνω
λαμπρύνουνε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάμπρυνση
λαμπρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του λάμπρυνση
λαμπρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του λάμπρυνση
λαμπρύνσου	=	λαμπρύνω
λαμπρύντε	=	λαμπρύνω
λαμπρύνω	verb	με την παρουσία μου κάνω κάτι να φαίνεται πιο λαμπρό, κοσμώ, ομορφαίνω
λαμπρών	adj	γενική πληθυντικού του λαμπρός
λαμπτήρα	=	λαμπτήρας
λαμπτήρας	noun	το αντικείμενο που παράγει φως όταν συνδεθεί στο ηλεκτρικό δίκτυο· στην πιο συνηθισμένη του μορφή αποτελείται από ένα σύρμα που πυρακτώνεται και ακτινοβολεί και το οποίο περιβάλλεται από γυαλί (λαμπτήρας πυρακτώσεως)
λαμπτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπτήρας
λαμπτήρων	=	λαμπτήρας
λαμπυρίδα	noun	η πυγολαμπίδα, η κωλοφωτιά
λαμπυρίδας	=	λαμπυρίδα
λαμπυρίδες	=	λαμπυρίδα
λαμπυρίδων	=	λαμπυρίδα
λαμπυρίζαμε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζαν	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζανε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζατε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζει	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζεις	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζετε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζοντας	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζουμε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζουν	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζουνε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίζω	verb	εκπέμπω λάμψεις
λαμπυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσαν	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίσανε	=	λαμπυρίζω
λαμπυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπύρισμα
λαμπυρίσματος	noun	γενική ενικού του λαμπύρισμα
λαμπυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λαμπύρισμα
λαμπόγυαλα	=	λαμπόγυαλο
λαμπόγυαλο	noun	το γυάλινο προστατευτικό μιας λάμπας πετρελαίου
λαμπόγυαλου	=	λαμπόγυαλο
λαμπόγυαλων	=	λαμπόγυαλο
λαμπύριζα	=	λαμπυρίζω
λαμπύριζαν	=	λαμπυρίζω
λαμπύριζε	=	λαμπυρίζω
λαμπύριζες	=	λαμπυρίζω
λαμπύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμπυρίζω
λαμπύρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λαμπυρίζω
λαμπών	noun	γενική πληθυντικού του λάμπα
λαμψάνες	=	λαμψάνη
λαμψάνη	noun	άλλη γραφή του λαψάνα(Χρειάζεται διευκρίνιση: αν υπάρχει γένος Λαμψάνη)
λαμψάνης	=	λαμψάνη
λαμψανών	=	λαμψάνη
λαμόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμόγιο
λαμόγιο	noun	απατεώνας, που υποκρίνεται τον αγοραστή για να προσελκύσει πελάτες για χάρη κάποιου άλλου· που επωφελείται εξαπατώντας κι έπειτα αποχωρεί.
λαμόγιου	noun	γενική ενικού του λαμόγιο
λαμόγιων	noun	γενική πληθυντικού του λαμόγιο
λαμών	noun	γενική πληθυντικού του λάμα
λανάρι	noun	οδοντωτό εργαλείο που χρησιμοποιούν αυτοί που ξαίνουν το μαλλί ή το βαμβάκι πριν το κλώσιμο· το αντίστοιχο μηχάνημα.
λανάρια	=	λανάρι
λανάριζα	=	λαναρίζω
λανάριζαν	=	λαναρίζω
λανάριζε	=	λαναρίζω
λανάριζες	=	λαναρίζω
λανάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λανάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λανάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λανάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λανάρισμα	noun	η κατεργασία του μαλλιού και του βαμβακιού με τη λανάρα, ώστε να μπορεί να παραχθεί από αυτό νήμα
λαναρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λαναράς
λαναράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαναράς
λαναράδων	noun	γενική πληθυντικού του λαναράς
λαναράς	noun	αυτός που επεξεργάζεται (ξαίνει) το μαλλί ή το βαμβάκι με τη λανάρα, για να το ετοιμάσει για το κλώσιμο
λαναρίζαμε	=	λαναρίζω
λαναρίζαν	=	λαναρίζω
λαναρίζανε	=	λαναρίζω
λαναρίζατε	=	λαναρίζω
λαναρίζει	=	λαναρίζω
λαναρίζεις	=	λαναρίζω
λαναρίζετε	=	λαναρίζω
λαναρίζοντας	=	λαναρίζω
λαναρίζουμε	=	λαναρίζω
λαναρίζουν	=	λαναρίζω
λαναρίζουνε	=	λαναρίζω
λαναρίζω	verb	κατεργάζομαι το μαλλί και το βαμβάκι με τη λανάρα, ώστε να μπορεί να παραχθεί από αυτά νήμα
λαναρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσαν	=	λαναρίζω
λαναρίσανε	=	λαναρίζω
λαναρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λανάρισμα
λαναρίσματος	noun	γενική ενικού του λανάρισμα
λαναρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαναρίζω
λαναριού	=	λανάρι
λαναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λανάρισμα
λαναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαναρισμένο
λαναρισμένε	verb	κλητική ενικού του λαναρισμένος
λαναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαναρισμένη
λαναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαναρισμένος
λαναρισμένης	verb	γενική ενικού του λαναρισμένη
λαναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαναρισμένος
λαναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαναρισμένος
λαναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαναρισμένος
λαναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαναρισμένος
λαναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαναρισμένος
λαναριών	=	λανάρι
λανδγράβο	=	λανδγράβος
λανδγράβοι	=	λανδγράβος
λανδγράβος	noun	γερμανικός τίτλος ευγενείας της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας, για τοπικούς άρχοντες, κύριους μιας περιοχής ή επαρχίας, ανώτερος του κόμη
λανδγράβου	=	λανδγράβος
λανδγράβους	=	λανδγράβος
λανδγράβων	=	λανδγράβος
λανθάνια	=	λανθάνιο
λανθάνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 57 και χημικό σύμβολο το La
λανθάνιου	=	λανθάνιο
λανθάνιων	=	λανθάνιο
λανθάνον	=	λανθάνων
λανθάνοντα	=	λανθάνων
λανθάνοντας	=	λανθάνων
λανθάνοντες	=	λανθάνων
λανθάνοντος	=	λανθάνων
λανθάνουσα	verb	ονομαστική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λανθάνων
λανθάνουσας	=	λανθάνων
λανθάνουσες	=	λανθάνων
λανθάνω	verb	παραμένω κρυμμένος, δεν είμαι εμφανής δεν γίνομαι αντιληπτός
λανθάνων	verb	που παραμένει κρυμμένος και δεν γίνεται αντιληπτός
λανθανίδα	=	λανθανίδες
λανθανίδας	=	λανθανίδες
λανθανίδες	noun	πληθυντικός αριθμός του λανθανίδα: σειρά 15 χημικών στοιχείων με ατομικούς αριθμούς από 57 έως 71
λανθανίδι	=	λανθανίδες
λανθανίδος	=	λανθανίδες
λανθανίδων	=	λανθανίδες
λανθανίου	noun	γενική ενικού του λανθάνιο
λανθανίς	=	λανθανίδες
λανθανίσι	=	λανθανίδες
λανθανίσιν	=	λανθανίδες
λανθανίων	=	λανθάνιο
λανθανιδών	=	λανθανίδες
λανθανουσών	=	λανθάνων
λανθανούσης	=	λανθάνων
λανθανόντων	=	λανθάνων
λανθασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λανθασμένος	adv	με λανθασμένο τρόπο
λανθασμένε	verb	κλητική ενικού του λανθασμένος
λανθασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λανθασμένη
λανθασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λανθασμένος
λανθασμένης	verb	γενική ενικού του λανθασμένη
λανθασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λανθασμένος
λανθασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λανθασμένος
λανθασμένος	verb	που έχει λάθη / σφάλματα, που δεν είναι σωστός
λανθασμένου	verb	γενική ενικού του λανθασμένος
λανθασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λανθασμένος
λανθασμένων	verb	γενική πληθυντικού του λανθασμένος
λανολίνες	=	λανολίνη
λανολίνη	noun	κηρώδης ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες των ζώων με μαλλί (π.χ. πρόβατα) και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική
λανολίνης	=	λανολίνη
λανολινών	=	λανολίνη
λανσάρισα	=	λανσάρω
λανσάρισμα	noun	η εισαγωγή και προβολή ενός νέου προϊόντος, συνήθειας, μόδας κλπ
λανσάρομαι	=	λανσάρω
λανσάρω	verb	φέρνω, παρουσιάζω για πρώτη φορά κάτι νέο, προϊόν, συνήθεια, μόδα, λέξη κ.λπ.
λανσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λανσάρισμα
λανσαρίσματος	noun	γενική ενικού του λανσάρισμα
λανσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λανσάρισμα
λανσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λανσαρισμένο
λανσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λανσαρισμένος
λανσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λανσαρισμένη
λανσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λανσαρισμένος
λανσαρισμένης	verb	γενική ενικού του λανσαρισμένη
λανσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λανσαρισμένος
λανσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λανσαρισμένος
λανσαρισμένος	=	λανσάρω
λανσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λανσαρισμένος
λανσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λανσαρισμένος
λανσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λανσαρισμένος
λαντζιέρα	noun	αυτή που δουλεύει στη λάντζα, το πλύσιμο των πιάτων
λαντζιέρας	noun	γενική ενικού του λαντζιέρα
λαντζιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαντζιέρα
λαντζιέρη	=	λαντζιέρης
λαντζιέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαντζιέρης
λαντζιέρηδων	=	λαντζιέρης
λαντζιέρης	noun	αυτός που δουλεύει στο πλύσιμο των πιάτων
λαντουρώ	verb|rare	καταβρέχω
λαντσέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαντσέρης
λαντό	noun	κλειστή άμαξα
λαξ	adv|formal	λάκτισμα, κλοτσιά
λαξέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψου	=	λαξεύομαι
λαξέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαξεύω
λαξεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαξεμένο
λαξεμένε	verb	κλητική ενικού του λαξεμένος
λαξεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαξεμένη
λαξεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαξεμένος
λαξεμένης	verb	γενική ενικού του λαξεμένη
λαξεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαξεμένος
λαξεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαξεμένος
λαξεμένος	=	λαξευμένος
λαξεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαξεμένος
λαξεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαξεμένος
λαξεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαξεμένος
λαξευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάξευμα
λαξευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαξευμένο
λαξευμένε	verb	κλητική ενικού του λαξευμένος
λαξευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαξευμένη
λαξευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαξευμένος
λαξευμένης	verb	γενική ενικού του λαξευμένη
λαξευμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαξευμένος
λαξευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαξευμένος
λαξευμένος	verb	που έχει λαξευτεί
λαξευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαξευμένος
λαξευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαξευμένος
λαξευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαξευμένος
λαξευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαξευτό	adv	με λαξευτό τρόπο, λαξεύοντας
λαξευτέ	adj	κλητική ενικού του λαξευτός
λαξευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαξευτή
λαξευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαξευτός
λαξευτήκαμε	=	λαξεύομαι
λαξευτήκαν	=	λαξεύομαι
λαξευτήκανε	=	λαξεύομαι
λαξευτήκατε	=	λαξεύομαι
λαξευτής	noun	αυτός που λαξεύει την πέτρα	adj	γενική ενικού του λαξευτή
λαξευτεί	=	λαξεύομαι
λαξευτείτε	=	λαξεύομαι
λαξευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαξευτός
λαξευτού	adj	γενική ενικού του λαξευτός
λαξευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαξευτός
λαξευτό	adj	αιτιατική ενικού του λαξευτός
λαξευτός	adj	που είναι αποτέλεσμα λάξευσης
λαξευτών	adj	γενική πληθυντικού του λαξευτός
λαξευόμασταν	=	λαξεύομαι
λαξευόμαστε	=	λαξεύομαι
λαξευόμουν	=	λαξεύομαι
λαξευόμουνα	=	λαξεύομαι
λαξευόντουσαν	=	λαξεύομαι
λαξευόσασταν	=	λαξεύομαι
λαξευόσαστε	=	λαξεύομαι
λαξευόσουν	=	λαξεύομαι
λαξευόσουνα	=	λαξεύομαι
λαξευόταν	=	λαξεύομαι
λαξευότανε	=	λαξεύομαι
λαξεύεσαι	=	λαξεύομαι
λαξεύεστε	=	λαξεύομαι
λαξεύεται	=	λαξεύομαι
λαξεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάξευμα
λαξεύματος	noun	γενική ενικού του λάξευμα
λαξεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λαξεύω
λαξεύονται	=	λαξεύομαι
λαξεύονταν	=	λαξεύομαι
λαξεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαξεύω
λαξεύου	=	λαξεύομαι
λαξεύσεις	=	λάξευση
λαξεύσεων	=	λάξευση
λαξεύτηκα	=	λαξεύομαι
λαξεύτηκαν	=	λαξεύομαι
λαξεύτηκε	=	λαξεύομαι
λαξεύτηκες	=	λαξεύομαι
λαξεύω	verb	αφαιρώ με ειδικά εργαλεία τμήματα από έναν όγκο σκληρού υλικού, ξύλου ή πέτρας, με σκοπό να σχηματιστεί ένα χρηστικό αντικείμενο ή ένα γλυπτό
λαοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαός
λαογράφε	noun	κλητική ενικού του λαογράφος
λαογράφο	noun	αιτιατική ενικού του λαογράφος
λαογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαογράφος
λαογράφος	noun	ο επιστήμονας που μελετάει το λαϊκό παραδοσιακό πολιτισμό
λαογράφου	noun	γενική ενικού του λαογράφος
λαογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαογράφος
λαογράφων	noun	γενική πληθυντικού του λαογράφος
λαογραφία	noun	η επιστημονική μελέτη του λαϊκού παραδοσιακού πολιτισμού
λαογραφίας	noun	γενική ενικού του λαογραφία
λαογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαογραφία
λαογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαογραφικό
λαογραφικέ	adj	κλητική ενικού του λαογραφικός
λαογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαογραφική
λαογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαογραφικός
λαογραφικής	adj	γενική ενικού του λαογραφική
λαογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαογραφικός
λαογραφικού	adj	γενική ενικού του λαογραφικός
λαογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαογραφικός
λαογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του λαογραφικός
λαογραφικός	adj	σχετικός με τη λαογραφία
λαογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του λαογραφικός
λαογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του λαογραφία
λαοθάλασσα	noun	πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων σε δημόσιο χώρο
λαοθάλασσας	noun	γενική ενικού του λαοθάλασσα
λαοθάλασσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοθάλασσα
λαοθαλασσών	noun	γενική πληθυντικού του λαοθάλασσα
λαοκατάρατα	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατε	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατες	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατη	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατης	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατο	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατοι	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατος	adj	που τον καταριέται ο λαός
λαοκατάρατου	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατους	=	λαοκατάρατος
λαοκατάρατων	=	λαοκατάρατος
λαοκράτες	=	λαοκράτης
λαοκράτη	=	λαοκράτης
λαοκράτης	noun	ο υποστηρικτής της λαοκρατίας
λαοκράτισσας	noun	γενική ενικού του λαοκράτισσα
λαοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοκράτισσα
λαοκρατία	noun	η άμεση διακυβέρνηση του κράτους από το λαό
λαοκρατίας	noun	γενική ενικού του λαοκρατία
λαοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοκρατία
λαοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοκρατικό
λαοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του λαοκρατικός
λαοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοκρατική
λαοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαοκρατικός
λαοκρατικής	adj	γενική ενικού του λαοκρατική
λαοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαοκρατικός
λαοκρατικού	adj	γενική ενικού του λαοκρατικός
λαοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαοκρατικός
λαοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του λαοκρατικός
λαοκρατικός	adj	που χαρακτηρίζεται από το ότι την εξουσία την έχει ο λαός, σχετικός με τη λαοκρατία
λαοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του λαοκρατικός
λαοκρατισμέ	=	λαοκρατισμός
λαοκρατισμοί	=	λαοκρατισμός
λαοκρατισμού	=	λαοκρατισμός
λαοκρατισμούς	=	λαοκρατισμός
λαοκρατισμό	=	λαοκρατισμός
λαοκρατισμός	noun	η θεωρία και πρακτική εφαρμογή της λαοκρατίας
λαοκρατισμών	=	λαοκρατισμός
λαοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του λαοκράτισσα
λαοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του λαοκρατία
λαοκρατών	=	λαοκράτης
λαοκρισία	noun	η διατύπωση γνώμης για ένα θέμα από τον λαό
λαοκρισίας	=	λαοκρισία
λαοκρισίες	=	λαοκρισία
λαοκρισιών	=	λαοκρισία
λαολειχία	noun	η υπόσχεση πραγματοποίησης των λαϊκών επιθυμιών (όπως διορισμούς στο δημόσιο) για την εξασφάλιση ψήφων
λαολειχίας	=	λαολειχία
λαολειχίες	=	λαολειχία
λαολειχιών	=	λαολειχία
λαομίσητα	=	λαομίσητος
λαομίσητε	=	λαομίσητος
λαομίσητες	=	λαομίσητος
λαομίσητη	=	λαομίσητος
λαομίσητης	=	λαομίσητος
λαομίσητο	=	λαομίσητος
λαομίσητοι	=	λαομίσητος
λαομίσητος	adj	που τον μισεί ο λαός
λαομίσητου	=	λαομίσητος
λαομίσητους	=	λαομίσητος
λαομίσητων	=	λαομίσητος
λαοπλάνε	noun	κλητική ενικού του λαοπλάνος
λαοπλάνο	noun	αιτιατική ενικού του λαοπλάνος
λαοπλάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαοπλάνος
λαοπλάνος	noun	κάποιος (συνήθως πολιτικός) που έχει την ικανότητα να γοητεύει και να παραπλανά το λαό
λαοπλάνου	noun	γενική ενικού του λαοπλάνος
λαοπλάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαοπλάνος
λαοπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του λαοπλάνος
λαοπρόβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοπρόβλητο
λαοπρόβλητε	adj	κλητική ενικού του λαοπρόβλητος
λαοπρόβλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοπρόβλητη
λαοπρόβλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαοπρόβλητος
λαοπρόβλητης	adj	γενική ενικού του λαοπρόβλητη
λαοπρόβλητο	adj	αιτιατική ενικού του λαοπρόβλητος
λαοπρόβλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαοπρόβλητος
λαοπρόβλητος	adj	που έχει αναδειχθεί σε ηγετική προσωπικότητα έχοντας κερδίσει την εκτίμηση του λαού
λαοπρόβλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαοπρόβλητος
λαοπρόβλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαοπρόβλητος
λαοπρόβλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαοπρόβλητος
λαος	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα του οποίου ηγείται ο Γιώργος Καρατζαφέρης
λαοσυνάξεις	=	λαοσύναξη
λαοσυνάξεων	=	λαοσύναξη
λαοσωτήρια	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριας	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριε	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριες	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριο	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριοι	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριος	adj	που σώζει το λαό
λαοσωτήριου	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριους	=	λαοσωτήριος
λαοσωτήριων	=	λαοσωτήριος
λαοσύναξη	noun	η κοσμοσυρροή
λαοσύναξης	=	λαοσύναξη
λαοτινά	noun	που μιλιέται στο Λάος
λαουτέρη	=	λαουτέρης
λαουτέρηδες	=	λαουτέρης
λαουτέρηδων	=	λαουτέρης
λαουτέρης	noun	ο παίκτης του λαούτου, ο λαουτιέρης
λαουτίστα	=	λαουτίστας
λαουτίστας	noun	εκτελεστής λαούτου
λαουτίστες	=	λαουτίστας
λαουτίστρια	=	λαουτίστας
λαουτζίκε	noun	κλητική ενικού του λαουτζίκος
λαουτζίκο	noun	αιτιατική ενικού του λαουτζίκος
λαουτζίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαουτζίκος
λαουτζίκος	noun	ο λαός, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα
λαουτζίκου	noun	γενική ενικού του λαουτζίκος
λαουτζίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαουτζίκος
λαουτζίκων	noun	γενική πληθυντικού του λαουτζίκος
λαουτιέρη	=	λαουτιέρης
λαουτιέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαουτιέρης
λαουτιέρηδων	=	λαουτιέρης
λαουτιέρης	noun	ο παίκτης του λαούτου
λαουτιστών	=	λαουτίστας
λαοφίλητα	=	λαοφίλητος
λαοφίλητε	=	λαοφίλητος
λαοφίλητες	=	λαοφίλητος
λαοφίλητη	=	λαοφίλητος
λαοφίλητης	=	λαοφίλητος
λαοφίλητο	=	λαοφίλητος
λαοφίλητοι	=	λαοφίλητος
λαοφίλητος	adj	που τον αγαπά ο λαός
λαοφίλητου	=	λαοφίλητος
λαοφίλητους	=	λαοφίλητος
λαοφίλητων	=	λαοφίλητος
λαοφιλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λαοφιλής
λαοφιλή	=	λαοφιλής
λαοφιλής	adj	αγαπητός στον λαό
λαοφιλείς	=	λαοφιλής
λαοφιλούς	=	λαοφιλής
λαοφιλών	adj	γενική πληθυντικού του λαοφιλής
λαοφονιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαοφονιάς
λαού	noun	γενική ενικού του λαός
λαούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαός
λαούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαούτο
λαούτο	noun	έγχορδο, παραδοσιακό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ βραχίονα
λαούτου	noun	γενική ενικού του λαούτο
λαούτων	noun	γενική πληθυντικού του λαούτο
λαπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λαπάς
λαπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαπάς
λαπάδιαζα	=	λαπαδιάζω
λαπάδιαζαν	=	λαπαδιάζω
λαπάδιαζε	=	λαπαδιάζω
λαπάδιαζες	=	λαπαδιάζω
λαπάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπάδων	noun	γενική πληθυντικού του λαπάς
λαπάρα	noun|rare	η κοιλιακή χώρα, το μαλακό τμήμα του σώματος μεταξύ του στήθους και του ισχίου
λαπάρας	noun	γενική ενικού του λαπάρα
λαπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαπάρα
λαπάς	noun	νερόβραστο χυλωμένο ρύζι
λαπαδιάζαμε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζαν	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζανε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζατε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζει	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζεις	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζετε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζοντας	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζουμε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζουν	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζουνε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάζω	verb	γίνομαι χυλός, λαπάς
λαπαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσαν	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάσανε	=	λαπαδιάζω
λαπαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαπαδιάζω
λαπαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαπαδιασμένο
λαπαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του λαπαδιασμένος
λαπαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαπαδιασμένη
λαπαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαπαδιασμένος
λαπαδιασμένης	verb	γενική ενικού του λαπαδιασμένη
λαπαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαπαδιασμένος
λαπαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαπαδιασμένος
λαπαδιασμένος	=	λαπαδιάζω
λαπαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαπαδιασμένος
λαπαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαπαδιασμένος
λαπαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαπαδιασμένος
λαπαλισάδα	noun	η ταυτολογία, κάτι προφανές, αυτονόητο, που διαπιστώνεται με στόμφο
λαπαλισάδας	=	λαπαλισάδα
λαπαλισάδες	=	λαπαλισάδα
λαπαλισάδων	=	λαπαλισάδα
λαπαροσκοπήσεις	=	λαπαροσκόπηση
λαπαροσκοπήσεων	=	λαπαροσκόπηση
λαπαροσκοπία	noun	άλλη μορφή του λαπαροσκόπηση
λαπαροσκοπίας	=	λαπαροσκοπία
λαπαροσκοπίες	=	λαπαροσκοπία
λαπαροσκοπίου	=	λαπαροσκόπιο
λαπαροσκοπίων	=	λαπαροσκόπιο
λαπαροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαπαροσκοπικός	adv	με λαπαροσκοπικό τρόπο, με λαπαροσκόπηση
λαπαροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαπαροσκοπική
λαπαροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπικής	adj	γενική ενικού του λαπαροσκοπική
λαπαροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπικού	adj	γενική ενικού του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη λαπαροσκόπηση / λαπαροσκοπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
λαπαροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του λαπαροσκοπικός
λαπαροσκοπιών	=	λαπαροσκοπία
λαπαροσκόπηση	noun	ενδοσκοπική τεχνική που χρησιμοποιεί ένα ειδικό όργανο (λαπαροσκόπιο) για να παρατηρήσει ο γιατρός τα εσωτερικά όργανα της κοιλιάς από μια μικρή τομή που κάνει στον ομφαλό
λαπαροσκόπησης	=	λαπαροσκόπηση
λαπαροσκόπια	=	λαπαροσκόπιο
λαπαροσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η λαπαροσκόπηση
λαπαροσκόπιου	=	λαπαροσκόπιο
λαπαροσκόπιων	=	λαπαροσκόπιο
λαπαροτομία	noun	χειρουργική επέμβαση στην κοιλιακή χώρα
λαπαροτομίας	noun	γενική ενικού του λαπαροτομία
λαπαροτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαπαροτομία
λαπαροτομιών	noun	γενική πληθυντικού του λαπαροτομία
λαπαρών	noun	γενική πληθυντικού του λαπάρα
λαπλασιανά	=	λαπλασιανός
λαπλασιανέ	=	λαπλασιανός
λαπλασιανές	=	λαπλασιανός
λαπλασιανή	=	λαπλασιανός
λαπλασιανής	=	λαπλασιανός
λαπλασιανοί	=	λαπλασιανός
λαπλασιανού	=	λαπλασιανός
λαπλασιανούς	=	λαπλασιανός
λαπλασιανό	=	λαπλασιανός
λαπλασιανός	adj	που έχει σχέση με τον Laplace ή τη θεωρία του ή αναφέρεται σ’ αυτά
λαπλασιανών	=	λαπλασιανός
λαπωνικά	noun	ομάδα γλωσσών και διαλέκτων που μιλούν οι Λάπωνες σε περιοχές της Νορβηγίας, Σουηδίας, Φιλανδίας και Ρωσίας.
λαπωνικέ	=	λαπωνικός
λαπωνικές	=	λαπωνικός
λαπωνική	=	λαπωνικός
λαπωνικής	=	λαπωνικός
λαπωνικοί	=	λαπωνικός
λαπωνικού	=	λαπωνικός
λαπωνικούς	=	λαπωνικός
λαπωνικό	=	λαπωνικός
λαπωνικός	adj	που έχει σχέση με τη Λαπωνία ή τους Λάπωνες ή αναφέρεται σ’ αυτά
λαπωνικών	=	λαπωνικά
λαργκέτο	adv	λίγο πιο γρήγορα από την ένδειξη λάργκο
λαρδί	noun	κομμάτι ζωικού λίπους, κυρίως χοιρινό, που διατηρείται και καταναλώνεται παστό ή καπνιστό
λαρδιά	=	λαρδί
λαρδιού	=	λαρδί
λαρδιών	=	λαρδί
λαρισαϊκά	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκέ	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκές	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκή	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκής	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκοί	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκού	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκούς	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκό	=	λαρισαϊκός
λαρισαϊκός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην πόλη της Λάρισας
λαρισαϊκών	=	λαρισαϊκός
λαρνακών	=	λάρνακα
λαρυγγίζω	verb	κάνω λαρυγγισμούς
λαρυγγίτιδα	noun	φλεγμονή του λάρυγγα
λαρυγγίτιδας	=	λαρυγγίτιδα
λαρυγγίτιδες	=	λαρυγγίτιδα
λαρυγγίτιδων	=	λαρυγγίτιδα
λαρυγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγικό
λαρυγγικέ	adj	κλητική ενικού του λαρυγγικός
λαρυγγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγική
λαρυγγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαρυγγικός
λαρυγγικής	adj	γενική ενικού του λαρυγγική
λαρυγγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγικός
λαρυγγικού	adj	γενική ενικού του λαρυγγικός
λαρυγγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαρυγγικός
λαρυγγικό	adj	αιτιατική ενικού του λαρυγγικός
λαρυγγικός	adj	που αναφέρεται στο λάρυγγα
λαρυγγικών	adj	γενική πληθυντικού του λαρυγγικός
λαρυγγιού	=	λαρύγγι
λαρυγγισμέ	noun	κλητική ενικού του λαρυγγισμός
λαρυγγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγισμός
λαρυγγισμού	noun	γενική ενικού του λαρυγγισμός
λαρυγγισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαρυγγισμός
λαρυγγισμό	noun	αιτιατική ενικού του λαρυγγισμός
λαρυγγισμός	noun	ο ήχος που σχηματίζεται στο λάρυγγα, χωρίς να αλλοιωθεί από το στόμα ή τη μύτη
λαρυγγισμών	noun	γενική πληθυντικού του λαρυγγισμός
λαρυγγιών	=	λαρύγγι
λαρυγγολογία	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με το λάρυγγα και τις παθήσεις του
λαρυγγολογίας	noun	γενική ενικού του λαρυγγολογία
λαρυγγολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγολογία
λαρυγγολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγολογικό
λαρυγγολογικέ	adj	κλητική ενικού του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγολογική
λαρυγγολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογικής	adj	γενική ενικού του λαρυγγολογική
λαρυγγολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογικού	adj	γενική ενικού του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογικό	adj	αιτιατική ενικού του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογικός	adj	σχετικός με τη λαρυγγολογία και τους λαρυγγολόγους
λαρυγγολογικών	adj	γενική πληθυντικού του λαρυγγολογικός
λαρυγγολογιών	noun	γενική πληθυντικού του λαρυγγολογία
λαρυγγολόγε	noun	κλητική ενικού του λαρυγγολόγος
λαρυγγολόγο	noun	αιτιατική ενικού του λαρυγγολόγος
λαρυγγολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγολόγος
λαρυγγολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στις παθήσεις του λάρυγγα
λαρυγγολόγου	noun	γενική ενικού του λαρυγγολόγος
λαρυγγολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαρυγγολόγος
λαρυγγολόγων	noun	γενική πληθυντικού του λαρυγγολόγος
λαρυγγορινοωτολόγε	=	λαρυγγορινοωτολόγος
λαρυγγορινοωτολόγο	=	λαρυγγορινοωτολόγος
λαρυγγορινοωτολόγοι	=	λαρυγγορινοωτολόγος
λαρυγγορινοωτολόγος	noun|dated	ο ωτορινολαρυγγολόγος
λαρυγγορινοωτολόγου	=	λαρυγγορινοωτολόγος
λαρυγγορινοωτολόγους	=	λαρυγγορινοωτολόγος
λαρυγγορινοωτολόγων	=	λαρυγγορινοωτολόγος
λαρυγγοσκοπήσεις	=	λαρυγγοσκόπηση
λαρυγγοσκοπήσεων	=	λαρυγγοσκόπηση
λαρυγγοσκοπίου	noun	γενική ενικού του λαρυγγοσκόπιο
λαρυγγοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του λαρυγγοσκόπιο
λαρυγγοσκόπηση	noun	η εξέταση του λάρυγγα και των φωνητικών χορδών με όργανα όπως το λαρυγγοσκόπιο
λαρυγγοσκόπησης	=	λαρυγγοσκόπηση
λαρυγγοσκόπησις	noun	η λαρυγγοσκόπηση
λαρυγγοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγοσκόπιο
λαρυγγοσκόπιο	noun	ιατρικό όργανο που χρησιμοποιείται για την εξέταση του εσωτερικού του λάρυγγα, της γλωττίδας και των φωνητικών χορδών
λαρυγγοσκόπιον	noun	το λαρυγγοσκόπιο
λαρυγγοσκόπιου	=	λαρυγγοσκόπιο
λαρυγγοτομία	noun	χειρουργική τομή του λάρυγγα
λαρυγγοτομίας	noun	γενική ενικού του λαρυγγοτομία
λαρυγγοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαρυγγοτομία
λαρυγγοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του λαρυγγοτομία
λαρυγγωδών	=	λαρυγγώδης
λαρυγγόφωνα	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνε	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνες	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνη	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνης	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνο	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνοι	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνος	adj	που εκφωνείται με τον λάρυγγα
λαρυγγόφωνου	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνους	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγόφωνων	=	λαρυγγόφωνος
λαρυγγώδεις	=	λαρυγγώδης
λαρυγγώδες	=	λαρυγγώδης
λαρυγγώδη	=	λαρυγγώδης
λαρυγγώδης	adj	που προέρχεται από τον λάρυγγα
λαρυγγώδους	=	λαρυγγώδης
λαρυγγῖτις	noun	λαρυγγίτιδα
λαρύγγι	noun	ο λάρυγγας
λαρύγγια	=	λαρύγγι
λαρύγγων	=	λάρυγγας
λασάρω	verb	ηρεμώ, καταπαύω, απελευθερώνω
λασιά	noun	βάτεμα ζώων
λασιάς	=	λασιά
λασιές	=	λασιά
λασιθιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασιθιώτικο
λασιθιώτικε	adj	κλητική ενικού του λασιθιώτικος
λασιθιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασιθιώτικη
λασιθιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λασιθιώτικος
λασιθιώτικης	adj	γενική ενικού του λασιθιώτικη
λασιθιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του λασιθιώτικος
λασιθιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λασιθιώτικος
λασιθιώτικος	adj	ο σχετικός με το Λασίθι και τους κατοίκους
λασιθιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λασιθιώτικος
λασιθιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λασιθιώτικος
λασιθιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λασιθιώτικος
λασιών	=	λασιά
λασκάριζα	=	λασκάρω
λασκάρισα	=	λασκάρω
λασκάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λασκάρω
λασκάρω	verb	χαλαρώνω, ξεσφίγγω, μειώνω το σφίξιμο ή δέσιμο
λασκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασκάρισμα
λασκαρίσματος	noun	γενική ενικού του λασκάρισμα
λασκαρίστηκα	=	λασκάρω
λασκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λασκάρισμα
λασκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασκαρισμένο
λασκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λασκαρισμένος
λασκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασκαρισμένη
λασκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λασκαρισμένος
λασκαρισμένης	verb	γενική ενικού του λασκαρισμένη
λασκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λασκαρισμένος
λασκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λασκαρισμένος
λασκαρισμένος	verb	που έχει ή τον έχουν λασκάρει
λασκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λασκαρισμένος
λασκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λασκαρισμένος
λασκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λασκαρισμένος
λασπερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπερό
λασπερέ	adj	κλητική ενικού του λασπερός
λασπερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπερή
λασπερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λασπερός
λασπερής	adj	γενική ενικού του λασπερή
λασπεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λασπερός
λασπερού	adj	γενική ενικού του λασπερός
λασπερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λασπερός
λασπερό	adj	αιτιατική ενικού του λασπερός
λασπερός	adj	γεμάτος λάσπες
λασπερών	adj	γενική πληθυντικού του λασπερός
λασπιάζαμε	=	λασπιάζω
λασπιάζαν	=	λασπιάζω
λασπιάζανε	=	λασπιάζω
λασπιάζατε	=	λασπιάζω
λασπιάζει	=	λασπιάζω
λασπιάζεις	=	λασπιάζω
λασπιάζετε	=	λασπιάζω
λασπιάζοντας	=	λασπιάζω
λασπιάζουμε	=	λασπιάζω
λασπιάζουν	=	λασπιάζω
λασπιάζουνε	=	λασπιάζω
λασπιάζω	verb|figurative	γίνομαι σαν λάσπη, πολτώδης
λασπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσαν	=	λασπιάζω
λασπιάσανε	=	λασπιάζω
λασπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπιάζω
λασποβροχές	=	λασποβροχή
λασποβροχή	noun	μορφή υετού που περιέχει πολύ λεπτούς κόκκους άμμου που μεταφέρονται με τον άνεμο από την έρημο
λασποβροχής	=	λασποβροχή
λασποβροχών	=	λασποβροχή
λασποηφαίστεια	=	λασποηφαίστειο
λασποηφαίστειο	noun	είδος ηφαιστείου που αντί για λάβα εκτοξεύει ιζήματα με μορφή λασπορροής
λασποηφαίστειου	=	λασποηφαίστειο
λασποηφαιστείου	=	λασποηφαίστειο
λασποηφαιστείων	=	λασποηφαίστειο
λασποθεραπεία	noun	μια φυσική μέθοδος θεραπείας και ευεξίας με επικάλυψη του σώματος με πηλό
λασποθεραπείας	=	λασποθεραπεία
λασποθεραπείες	=	λασποθεραπεία
λασποθεραπειών	=	λασποθεραπεία
λασπολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπολόγημα
λασπολογία	noun	η κακόβουλη διάδοση ανυπόστατων φημών εναντίον κάποιου
λασπολογίας	noun	γενική ενικού του λασπολογία
λασπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπολογία
λασπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του λασπολογία
λασπολογώ	verb	διαδίδω ανυπόστατες φήμες με αποτέλεσμα να διασύρω κάποιον
λασπολόγα	=	λασπολόγος
λασπολόγε	=	λασπολόγος
λασπολόγο	=	λασπολόγος
λασπολόγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λασπολόγος
λασπολόγος	noun	αυτός που εκτοξεύει συκοφαντίες εναντίον κάποιου	adj	σχετικός με την εκτόξευση συκοφαντιών εναντίον κάποιου
λασπολόγου	=	λασπολόγος
λασπολόγους	=	λασπολόγος
λασπολόγων	=	λασπολόγος
λασπομάχε	=	λασπομάχος
λασπομάχο	=	λασπομάχος
λασπομάχοι	=	λασπομάχος
λασπομάχος	noun	αυτός που συμμετέχει σε λασπομαχία
λασπομάχου	=	λασπομάχος
λασπομάχους	=	λασπομάχος
λασπομάχων	=	λασπομάχος
λασπομαχία	noun	παιχνίδι όπου ο ένας πετά στον άλλον λάσπες
λασπομαχίας	=	λασπομαχία
λασπομαχίες	=	λασπομαχία
λασπομαχιών	=	λασπομαχία
λασπονέρι	noun	νερά γεμάτα λάσπες
λασπονέρια	=	λασπονέρι
λασπονεριού	=	λασπονέρι
λασπονεριών	=	λασπονέρι
λασποροές	=	λασποροή
λασποροή	noun	η μεταφορά λάσπης κυρίως μέσω πλημμύρας
λασποροής	=	λασποροή
λασποροών	=	λασποροή
λασπορροές	=	λασπορροή
λασπορροή	noun	άλλη γραφή του λασποροή
λασπορροής	=	λασπορροή
λασπορροών	=	λασπορροή
λασποσκαλίδρα	noun	είδος πουλιού
λασποσκαλίδρας	=	λασποσκαλίδρα
λασποσκαλίδρες	=	λασποσκαλίδρα
λασποσκαλιδρών	=	λασποσκαλίδρα
λασποσκεπές	=	λασποσκεπής
λασποσκεπή	=	λασποσκεπής
λασποσκεπής	adj	που σκεπάζεται από λάσπη
λασποσκεπείς	=	λασποσκεπής
λασποσκεπούς	=	λασποσκεπής
λασποσκεπών	=	λασποσκεπής
λασποτρύγγων	=	λασπότρυγγας
λασπουριά	noun	μεγάλη ποσότητα λάσπης σε κάποιο σημείο
λασπουριάς	noun	γενική ενικού του λασπουριά
λασπουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπουριά
λασπουριών	=	λασπουριά
λασπωδών	=	λασπώδης
λασπωθήκαμε	=	λασπώνω
λασπωθήκαν	=	λασπώνω
λασπωθήκανε	=	λασπώνω
λασπωθήκατε	=	λασπώνω
λασπωθεί	=	λασπώνω
λασπωθείτε	=	λασπώνω
λασπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λάσπωμα
λασπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπωμένο
λασπωμένε	verb	κλητική ενικού του λασπωμένος
λασπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπωμένη
λασπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λασπωμένος
λασπωμένης	verb	γενική ενικού του λασπωμένη
λασπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λασπωμένος
λασπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λασπωμένος
λασπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λασπώνω: γεμάτος λάσπες
λασπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λασπωμένος
λασπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λασπωμένος
λασπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λασπωμένος
λασπωνόμασταν	=	λασπώνω
λασπωνόμαστε	=	λασπώνω
λασπωνόμουν	=	λασπώνω
λασπωνόμουνα	=	λασπώνω
λασπωνόντουσαν	=	λασπώνω
λασπωνόσασταν	=	λασπώνω
λασπωνόσαστε	=	λασπώνω
λασπωνόσουν	=	λασπώνω
λασπωνόσουνα	=	λασπώνω
λασπωνόταν	=	λασπώνω
λασπωνότανε	=	λασπώνω
λασπωτήρα	=	λασπωτήρας
λασπωτήρας	noun	εξάρτημα τροχοφόρου οχήματος που τοποθετείται πίσω από τις ρόδες με σκοπό να σταματάει τα νερά ή τις λάσπες που πετάγονται όταν το όχημα κινείται
λασπωτήρες	=	λασπωτήρας
λασπωτήρων	=	λασπωτήρας
λασπόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπόλουτρο
λασπόλουτρο	noun	ιαματικό λουτρό μέσα σε λάσπη
λασπόλουτρου	noun	γενική ενικού του λασπόλουτρο
λασπόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του λασπόλουτρο
λασπόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λασπόνερο
λασπόνερο	noun	νερό θολό, γεμάτο λάσπη και χώμα
λασπόνερου	noun	γενική ενικού του λασπόνερο
λασπόνερων	noun	γενική πληθυντικού του λασπόνερο
λασπότοπε	=	λασπότοπος
λασπότοπο	=	λασπότοπος
λασπότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λασπότοπος
λασπότοπος	noun	τόπος γεμάτος λάσπη
λασπότοπου	=	λασπότοπος
λασπότοπους	=	λασπότοπος
λασπότοπων	=	λασπότοπος
λασπότρυγγα	=	λασπότρυγγας
λασπότρυγγας	noun	είδος πουλιού
λασπότρυγγες	=	λασπότρυγγας
λασπόχεντρα	noun	η οχιά της Μήλου
λασπόχεντρας	=	λασπόχεντρα
λασπόχεντρες	=	λασπόχεντρα
λασπώδεις	=	λασπώδης
λασπώδες	=	λασπώδης
λασπώδη	=	λασπώδης
λασπώδης	adj	γεμάτος λάσπη
λασπώδους	=	λασπώδης
λασπώθηκα	=	λασπώνω
λασπώθηκαν	=	λασπώνω
λασπώθηκε	=	λασπώνω
λασπώθηκες	=	λασπώνω
λασπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάσπωμα
λασπώματος	noun	γενική ενικού του λάσπωμα
λασπών	=	λάσπη
λασπώναμε	=	λασπώνω
λασπώναν	=	λασπώνω
λασπώνανε	=	λασπώνω
λασπώνατε	=	λασπώνω
λασπώνει	=	λασπώνω
λασπώνεις	=	λασπώνω
λασπώνεσαι	=	λασπώνω
λασπώνεστε	=	λασπώνω
λασπώνεται	=	λασπώνω
λασπώνετε	=	λασπώνω
λασπώνομαι	=	λασπώνω
λασπώνονται	=	λασπώνω
λασπώνονταν	=	λασπώνω
λασπώνοντας	=	λασπώνω
λασπώνουμε	=	λασπώνω
λασπώνουν	=	λασπώνω
λασπώνουνε	=	λασπώνω
λασπώνω	verb	γεμίζω (ή λερώνω) με λάσπες
λασπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσαν	=	λασπώνω
λασπώσανε	=	λασπώνω
λασπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσου	=	λασπώνω
λασπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λασπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λασπώνω
λαστέξ	noun	πολύ ελαστικό ύφασμα για εσώρουχα ή ρούχα που σφίγγουν το σώμα
λαστιχάκι	noun	μικρό λάστιχο
λαστιχάκια	=	λαστιχάκι
λαστιχένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαστιχένιος
λαστιχένιας	=	λαστιχένιος
λαστιχένιε	=	λαστιχένιος
λαστιχένιες	=	λαστιχένιος
λαστιχένιο	=	λαστιχένιος
λαστιχένιοι	=	λαστιχένιος
λαστιχένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από λάστιχο
λαστιχένιου	=	λαστιχένιος
λαστιχένιους	=	λαστιχένιος
λαστιχένιων	=	λαστιχένιος
λαστιχοφόρα	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρας	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρε	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρες	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρο	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόροι	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρος	adj	που φέρει ελαστικά (λάστιχα) και κινείται μ' αυτά αντί άλλου τύπου συστήματος στήριξης ή κύλισης (ιδίως σε οχήματα ή μηχανήματα)
λαστιχοφόρου	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρους	=	λαστιχοφόρος
λαστιχοφόρων	=	λαστιχοφόρος
λατάκι	noun	ξύλινο τετράγωνο κομμάτι που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα (συνήθως για αντιστήριξη του ξυλότυπου συνήθως από ξύλο Ελάτης λόγω των ιδιοτήτων της
λατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατάκι
λατάνια	noun	είδος φοινικοειδών
λατάνιας	=	λατάνια
λατάνιες	=	λατάνια
λατέξ	noun	ελαστικό κόμμι, εύκαμπτο και ανθεκτικό υλικό (καουτσούκ) που προέρχεται από τον γαλακτώδη χυμό κάποιων δέντρων ή παρασκευάζεται με τεχνητό τρόπο και χρησιμοποιείται για την κατασκευή γαντιών, προφυλακτικών, ειδών ένδυσης κ.λπ.
λατέρνα	noun	μηχανικό μουσικό λαϊκό όργανο, κρουστό, φορητό· o πλανόδιος μουσικός γυρίζει ένα στρόφαλο κι έτσι περιστρέφεται ένας κύλινδρος με καρφωμένα στην επιφάνειά του καρφιά, τα οποία κρούουν τις χορδές
λατέρνας	noun	γενική ενικού του λατέρνα
λατέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατέρνα
λατίνε	=	λατίνος
λατίνι	noun	τριγωνικό πανί ιστιοφόρου που κρέμεται από αντένα, διαγωνίως προσδεμένη στο κατάρτι
λατίνια	=	λατίνι
λατίνο	=	λατίνος
λατίνοι	=	λατίνος
λατίνος	noun	λατινόφωνος Αμερικανός (ισπανόφωνος, πορτογαλόφωνος)
λατίνου	=	λατίνος
λατίνους	=	λατίνος
λατίνων	=	λατίνος
λατακιού	=	λατάκι
λατακιών	=	λατάκι
λατανιών	=	λατάνια
λατερίτες	=	λατερίτης
λατερίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λατερίτης
λατερίτης	noun	στρώμα του εδάφους ή του υπεδάφους με μεγάλη περιεκτικότητα σε οξείδια ή υδροξείδια του σιδήρου ή του αργιλίου, χρήσιμο στην παραγωγή τούβλων ή στις στρώσεις δρόμων, αλλά και πρώτη ύλη στην παραγωγή σιδηρονικελίου (όταν περιέχει οξείδιο του νικελίου)
λατεριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατεριτικό
λατεριτικέ	adj	κλητική ενικού του λατεριτικός
λατεριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατεριτική
λατεριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατεριτικός
λατεριτικής	adj	γενική ενικού του λατεριτική
λατεριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατεριτικός
λατεριτικού	adj	γενική ενικού του λατεριτικός
λατεριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λατεριτικός
λατεριτικό	adj	αιτιατική ενικού του λατεριτικός
λατεριτικός	adj	που έχει σχέση με τον λατερίτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λατεριτικών	adj	γενική πληθυντικού του λατεριτικός
λατεριτών	=	λατερίτης
λατερνατζή	=	λατερνατζής
λατερνατζήδες	=	λατερνατζής
λατερνατζήδων	=	λατερνατζής
λατερνατζής	noun	ο πλανόδιος μουσικός που παίζει τη λατέρνα
λατερνών	noun	γενική πληθυντικού του λατέρνα
λατικόν	noun	το λατέξ
λατινίζω	verb	δείχνω συμπάθεια προς το ρωμαιοκαθολικό δόγμα
λατινίστρια	noun	γυναίκα ειδική στη λατινική γλώσσα
λατινίστριας	=	λατινίστρια
λατινίστριες	=	λατινίστρια
λατινικά	noun	η λατινική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατινικό
λατινικέ	adj	κλητική ενικού του λατινικός
λατινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατινική
λατινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατινικός
λατινικής	adj	γενική ενικού του λατινική
λατινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατινικός
λατινικού	adj	γενική ενικού του λατινικός
λατινικούρα	noun	εξεζητημένη λατινική φράση ή λέξη
λατινικούρας	=	λατινικούρα
λατινικούρες	=	λατινικούρα
λατινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λατινικός
λατινικό	adj	αιτιατική ενικού του λατινικός
λατινικός	adj	σχετικός με τους Λατίνους και τη γλώσσα τους
λατινικών	adj	γενική πληθυντικού του λατινικός
λατινιού	=	λατίνι
λατινισμέ	noun	κλητική ενικού του λατινισμός
λατινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατινισμός
λατινισμού	noun	γενική ενικού του λατινισμός
λατινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λατινισμός
λατινισμό	noun	αιτιατική ενικού του λατινισμός
λατινισμός	noun	ιδιαιτερότητα της λατινικής γλώσσας
λατινισμών	noun	γενική πληθυντικού του λατινισμός
λατινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατινιστής
λατινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λατινιστής
λατινιστής	noun	ο ειδικός στη λατινική γλώσσα και φιλολογία
λατινιστί	adv	στα λατινικά, στη λατινική γλώσσα
λατινιστριών	=	λατινίστρια
λατινιστών	noun	γενική πληθυντικού του λατινιστής
λατινιών	=	λατίνι
λατινοαμερικάνικα	adv	με λατινοαμερικανικό τρόπο
λατινοαμερικάνικε	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικες	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικη	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικης	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικο	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικοι	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικος	adj	άλλη μορφή του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικάνικου	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικους	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικάνικων	=	λατινοαμερικάνικος
λατινοαμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατινοαμερικανικό
λατινοαμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατινοαμερικανική
λατινοαμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικανικής	adj	γενική ενικού του λατινοαμερικανική
λατινοαμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικανικού	adj	γενική ενικού του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του λατινοαμερικανικός
λατινοαμερικανικός	adj	σχετικός με τη Λατινική Αμερική, δηλαδή την Κεντρική και Νότια Αμερική
λατινοαμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του λατινοαμερικανικός
λατινογενές	=	λατινογενής
λατινογενή	=	λατινογενής
λατινογενής	adj	που προέρχεται από τα λατινικά
λατινογενείς	=	λατινογενής
λατινογενούς	=	λατινογενής
λατινογενών	=	λατινογενής
λατινοκρατία	noun	η κυριαρχία των Λατίνων στην Ελλάδα, η φραγκοκρατία
λατινοκρατίας	=	λατινοκρατία
λατινοκρατίες	=	λατινοκρατία
λατινοκρατιών	=	λατινοκρατία
λατινοπρεπές	=	λατινοπρεπής
λατινοπρεπή	=	λατινοπρεπής
λατινοπρεπής	adj	που αρμόζει στα λατινικά ή που δύναται να υπαχθεί σε αυτά
λατινοπρεπείς	=	λατινοπρεπής
λατινοπρεπούς	=	λατινοπρεπής
λατινοπρεπών	=	λατινοπρεπής
λατιφουντίου	=	λατιφούντιο
λατιφουντίων	=	λατιφούντιο
λατιφούντια	=	λατιφούντιο
λατιφούντιο	noun	μεγάλη αγροτική ιδιοκτησία (ιδιαίτερα των αρχαίων Ρωμαίων)
λατιφούντιου	=	λατιφούντιο
λατιφούντιων	=	λατιφούντιο
λατομήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατόμημα
λατομήματος	noun	γενική ενικού του λατόμημα
λατομήσαμε	=	λατομώ
λατομήσαν	=	λατομώ
λατομήσανε	=	λατομώ
λατομήσατε	=	λατομώ
λατομήσει	=	λατομώ
λατομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατόμηση
λατομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λατόμηση
λατομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λατόμηση
λατομήστε	=	λατομώ
λατομία	noun	άλλη μορφή του λατόμηση
λατομίας	noun	γενική ενικού του λατομία
λατομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατομία
λατομεί	=	λατομώ
λατομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατομείο
λατομείο	noun	μέρος που προσφέρεται για την εξόρυξη πετρωμάτων, που είναι κατάλληλα για οικοδομικές εργασίες
λατομείου	noun	γενική ενικού του λατομείο
λατομείς	=	λατομώ
λατομείτε	=	λατομώ
λατομείων	noun	γενική πληθυντικού του λατομείο
λατομεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατόμευση
λατομεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του λατόμευση
λατομεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του λατόμευση
λατομεύω	verb|rare	είμαι λατόμος, εργάζομαι σε λατομείο
λατομημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λατόμημα
λατομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατομημένο
λατομημένε	verb	κλητική ενικού του λατομημένος
λατομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατομημένη
λατομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατομημένος
λατομημένης	verb	γενική ενικού του λατομημένη
λατομημένο	verb	αιτιατική ενικού του λατομημένος
λατομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατομημένος
λατομημένος	verb	που έχει λατομηθεί
λατομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λατομημένος
λατομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λατομημένος
λατομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λατομημένος
λατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατομικό
λατομικέ	adj	κλητική ενικού του λατομικός
λατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατομική
λατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατομικός
λατομικής	adj	γενική ενικού του λατομική
λατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατομικός
λατομικού	adj	γενική ενικού του λατομικός
λατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λατομικός
λατομικό	adj	αιτιατική ενικού του λατομικός
λατομικός	adj	που έχει σχέση με λατομείο ή λατόμο, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτά
λατομικών	adj	γενική πληθυντικού του λατομικός
λατομιών	noun	γενική πληθυντικού του λατομία
λατομούμε	=	λατομώ
λατομούν	=	λατομώ
λατομούνε	=	λατομώ
λατομούσα	=	λατομώ
λατομούσαμε	=	λατομώ
λατομούσαν	=	λατομώ
λατομούσανε	=	λατομώ
λατομούσατε	=	λατομώ
λατομούσε	=	λατομώ
λατομούσες	=	λατομώ
λατομώ	verb	δουλεύω σε λατομείο, εξορύσσω λίθους
λατομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λατομώ
λατρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάτρεμα
λατρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψαν	=	λατρεύω
λατρέψανε	=	λατρεύω
λατρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψομε	=	λατρεύω
λατρέψου	=	λατρεύω
λατρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψουνε	=	λατρεύω
λατρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λατρεύω
λατρεία	noun	το σύνολο των θρησκευτικών πρακτικών που συνδέονται με την απόδοση τιμής προς μια θεότητα
λατρείας	noun	γενική ενικού του λατρεία
λατρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρεία
λατρειών	noun	γενική πληθυντικού του λατρεία
λατρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρεμένο
λατρεμένε	verb	κλητική ενικού του λατρεμένος
λατρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρεμένη
λατρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατρεμένος
λατρεμένης	verb	γενική ενικού του λατρεμένη
λατρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λατρεμένος
λατρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατρεμένος
λατρεμένος	verb	ο πολυαγαπημένος, ο λατρευτός
λατρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λατρεμένος
λατρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λατρεμένος
λατρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λατρεμένος
λατρευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρευτό
λατρευτέ	adj	κλητική ενικού του λατρευτός
λατρευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρευτή
λατρευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατρευτός
λατρευτήκαμε	=	λατρεύω
λατρευτήκαν	=	λατρεύω
λατρευτήκανε	=	λατρεύω
λατρευτήκατε	=	λατρεύω
λατρευτής	adj	γενική ενικού του λατρευτή
λατρευτεί	=	λατρεύω
λατρευτείς	=	λατρεύω
λατρευτείτε	=	λατρεύω
λατρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρευτικό	adv	με λατρευτικό τρόπο
λατρευτικέ	adj	κλητική ενικού του λατρευτικός
λατρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λατρευτική
λατρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λατρευτικός
λατρευτικής	adj	γενική ενικού του λατρευτική
λατρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατρευτικός
λατρευτικοτήτων	=	λατρευτικότητα
λατρευτικού	adj	γενική ενικού του λατρευτικός
λατρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λατρευτικός
λατρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του λατρευτικός
λατρευτικός	adj	που έχει σχέση με τη λατρεία θεοτήτων και θείων μεταφυσικών δυνάμεων ή χρησιμοποιείται σε τελετουργία
λατρευτικότητα	noun	η λατρεία
λατρευτικότητας	=	λατρευτικότητα
λατρευτικότητες	=	λατρευτικότητα
λατρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του λατρευτικός
λατρευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατρευτός
λατρευτού	adj	γενική ενικού του λατρευτός
λατρευτούμε	=	λατρεύω
λατρευτούν	=	λατρεύω
λατρευτούνε	=	λατρεύω
λατρευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λατρευτός
λατρευτό	adj	αιτιατική ενικού του λατρευτός
λατρευτός	adj	που τον λατρεύουν, τον αγαπούν πολύ
λατρευτώ	=	λατρεύω
λατρευτών	adj	γενική πληθυντικού του λατρευτός
λατρευόμασταν	=	λατρεύω
λατρευόμαστε	=	λατρεύω
λατρευόμενος	=	λατρεύω
λατρευόμουν	=	λατρεύω
λατρευόμουνα	=	λατρεύω
λατρευόντουσαν	=	λατρεύω
λατρευόσασταν	=	λατρεύω
λατρευόσαστε	=	λατρεύω
λατρευόσουν	=	λατρεύω
λατρευόσουνα	=	λατρεύω
λατρευόταν	=	λατρεύω
λατρευότανε	=	λατρεύω
λατρεύαμε	=	λατρεύω
λατρεύαν	=	λατρεύω
λατρεύανε	=	λατρεύω
λατρεύατε	=	λατρεύω
λατρεύει	=	λατρεύω
λατρεύεις	=	λατρεύω
λατρεύεσαι	=	λατρεύω
λατρεύεστε	=	λατρεύω
λατρεύεται	=	λατρεύω
λατρεύετε	=	λατρεύω
λατρεύομαι	=	λατρεύω
λατρεύομε	=	λατρεύω
λατρεύονται	=	λατρεύω
λατρεύονταν	=	λατρεύω
λατρεύοντας	=	λατρεύω
λατρεύου	=	λατρεύω
λατρεύουμε	=	λατρεύω
λατρεύουν	=	λατρεύω
λατρεύουνε	=	λατρεύω
λατρεύτε	=	λατρεύω
λατρεύτηκα	=	λατρεύω
λατρεύτηκαν	=	λατρεύω
λατρεύτηκε	=	λατρεύω
λατρεύτηκες	=	λατρεύω
λατρεύω	verb	αποδίδω τιμές και σεβασμό σε κάποια θεότητα
λατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του λάτρισσα
λατσούδα	noun	κλαρί ελάτου
λατσούδας	=	λατσούδα
λατσούδες	=	λατσούδα
λατυπογενές	=	λατυπογενής
λατυπογενή	=	λατυπογενής
λατυπογενής	adj	που προέρχεται από λατύπες
λατυπογενείς	=	λατυπογενής
λατυπογενούς	=	λατυπογενής
λατυπογενών	=	λατυπογενής
λατυποπαγές	=	λατυποπαγής
λατυποπαγή	=	λατυποπαγής
λατυποπαγής	adj	που αποτελείται από λατύπες
λατυποπαγείς	=	λατυποπαγής
λατυποπαγούς	=	λατυποπαγής
λατυποπαγών	=	λατυποπαγής
λατυπών	=	λατύπη
λατόμε	noun	κλητική ενικού του λατόμος
λατόμει	=	λατομώ
λατόμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λατομώ
λατόμευσης	noun	γενική ενικού του λατόμευση
λατόμημα	noun	ό,τι έχει λατομηθεί, υλικό που έχει εξορυχθεί από λατομείο
λατόμησα	=	λατομώ
λατόμησαν	=	λατομώ
λατόμησε	=	λατομώ
λατόμησες	=	λατομώ
λατόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λατομώ
λατόμησης	noun	γενική ενικού του λατόμηση
λατόμησις	noun	η λατόμηση
λατόμι	noun|vulgar	άλλη μορφή του λατομείο
λατόμια	=	λατόμι
λατόμο	noun	αιτιατική ενικού του λατόμος
λατόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λατόμος
λατόμος	noun	ο εργάτης του λατομείου
λατόμου	noun	γενική ενικού του λατόμος
λατόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λατόμος
λατόμων	noun	γενική πληθυντικού του λατόμος
λατύπες	=	λατύπη
λατύπη	noun	μικρό κομμάτι πέτρας που αποκόπηκε κατά την εξόρυξη ή κατά τη λάξευση ενός πέτρινου όγκου
λατύπης	=	λατύπη
λαυρεωτικά	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικέ	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικές	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτική	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικής	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικοί	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικού	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικούς	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικό	=	λαυρεωτικός
λαυρεωτικός	adj	ο σχετικός με το Λαύριο ή τους κατοίκους του
λαυρεωτικών	=	λαυρεωτικός
λαυριακά	=	λαυριακός
λαυριακέ	=	λαυριακός
λαυριακές	=	λαυριακός
λαυριακή	=	λαυριακός
λαυριακής	=	λαυριακός
λαυριακοί	=	λαυριακός
λαυριακού	=	λαυριακός
λαυριακούς	=	λαυριακός
λαυριακό	=	λαυριακός
λαυριακός	adj	άλλη μορφή του λαυρεωτικός
λαυριακών	=	λαυριακός
λαυριωτικά	=	λαυριωτικός
λαυριωτικέ	=	λαυριωτικός
λαυριωτικές	=	λαυριωτικός
λαυριωτική	=	λαυριωτικός
λαυριωτικής	=	λαυριωτικός
λαυριωτικοί	=	λαυριωτικός
λαυριωτικού	=	λαυριωτικός
λαυριωτικούς	=	λαυριωτικός
λαυριωτικό	=	λαυριωτικός
λαυριωτικός	adj	άλλη γραφή του λαυρεωτικός
λαυριωτικών	=	λαυριωτικός
λαυριώτικα	=	λαυριώτικος
λαυριώτικε	=	λαυριώτικος
λαυριώτικες	=	λαυριώτικος
λαυριώτικη	=	λαυριώτικος
λαυριώτικης	=	λαυριώτικος
λαυριώτικο	=	λαυριώτικος
λαυριώτικοι	=	λαυριώτικος
λαυριώτικος	adj	άλλη γραφή του λαυρεωτικός
λαυριώτικου	=	λαυριώτικος
λαυριώτικους	=	λαυριώτικος
λαυριώτικων	=	λαυριώτικος
λαυρών	noun	γενική πληθυντικού του λαύρα
λαφίνα	noun	ελαφίνα
λαφίνας	=	λαφίνα
λαφίνες	=	λαφίνα
λαφίνων	=	λαφίνα
λαφίτες	=	λαφίτης
λαφίτη	=	λαφίτης
λαφίτης	noun	μεγάλο, ακίνδυνο φίδι της ελληνικής υπαίθρου (Elaphe quatuorlineata, Elaphe longissima), με ήρεμη συμπεριφορά και ρόλο ρυθμιστή στο οικοσύστημα, καθώς τρέφεται κυρίως με τρωκτικά και μικρά ζώα
λαφαζάνη	=	λαφαζάνης
λαφαζάνηδες	=	λαφαζάνης
λαφαζάνηδων	=	λαφαζάνης
λαφαζάνης	noun	καυχησιάρης, φλύαρος, μικροαπατεώνας, ψεύτης
λαφαζανιά	noun	η υπερβολή, σαχλαμάρα
λαφαζανιάς	=	λαφαζανιά
λαφαζανιές	=	λαφαζανιά
λαφαζανιών	=	λαφαζανιά
λαφιάζω	verb|rare	άλλη μορφή του αλαφιάζω
λαφιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφιάζω
λαφιάτες	=	λαφιάτης
λαφιάτη	=	λαφιάτης
λαφιάτης	noun	άλλη γραφή του λαφίτης (ονομασία του φιδιού Elaphe longissima)
λαφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφιασμένο
λαφιασμένε	verb	κλητική ενικού του λαφιασμένος
λαφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφιασμένη
λαφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαφιασμένος
λαφιασμένης	verb	γενική ενικού του λαφιασμένη
λαφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαφιασμένος
λαφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαφιασμένος
λαφιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λαφιάζω
λαφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαφιασμένος
λαφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαφιασμένος
λαφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαφιασμένος
λαφιατών	=	λαφιάτης
λαφιού	=	λάφι
λαφιτών	=	λαφίτης
λαφιών	=	λάφι
λαφρόπετρο	=	αλαφρόπετρα
λαφρόπετροα	=	ελαφρόπετρα
λαφρύς	adj	ελαφρύς, με μικρό βάρος
λαφτσή	=	λαφτσής
λαφτσήδες	=	λαφτσής
λαφτσήδων	=	λαφτσής
λαφτσής	noun	ο φλύαρος, ο πολυλογάς
λαφτσίσσα	=	λαφτσής
λαφυραγωγέ	=	λαφυραγωγός
λαφυραγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφυραγώγηση
λαφυραγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήσεων	=	λαφυραγώγηση
λαφυραγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγωγία	noun	η αρπαγή λαφύρων
λαφυραγωγίας	noun	γενική ενικού του λαφυραγωγία
λαφυραγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφυραγωγία
λαφυραγωγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφυραγωγημένο
λαφυραγωγημένε	verb	κλητική ενικού του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφυραγωγημένη
λαφυραγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγημένης	verb	γενική ενικού του λαφυραγωγημένη
λαφυραγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγημένος	verb	που τον έχουν λαφυραγωγήσει
λαφυραγωγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαφυραγωγημένος
λαφυραγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του λαφυραγωγία
λαφυραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαφυραγωγός
λαφυραγωγού	=	λαφυραγωγός
λαφυραγωγούς	=	λαφυραγωγός
λαφυραγωγό	=	λαφυραγωγός
λαφυραγωγός	noun	αυτός που λαφυραγωγεί
λαφυραγωγώ	verb	παίρνω λάφυρα από τον αντίπαλο, αρπάζω αντικείμενα αξίας μετά από σύγκρουση
λαφυραγωγών	=	λαφυραγωγός
λαφυραγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαφυραγωγώ
λαφυραγώγηση	noun	η ενέργεια του λαφυραγωγώ, η αρπαγή λαφύρων
λαφυραγώγησης	=	λαφυραγώγηση
λαφόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαφόπουλο
λαφόπουλο	noun|poetic	άλλη μορφή του ελαφόπουλο
λαφόπουλου	noun	γενική ενικού του λαφόπουλο
λαφόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του λαφόπουλο
λαφύρου	=	λάφυρο
λαφύρων	=	λάφυρο
λαχάνιαζα	=	λαχανιάζω
λαχάνιαζαν	=	λαχανιάζω
λαχάνιαζε	=	λαχανιάζω
λαχάνιαζες	=	λαχανιάζω
λαχάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχάνιασμα	noun	δυσκολία αναπνοής, λόγω έντονης προσπάθειας ή άσθματος
λαχαίνω	verb	συνώνυμο του τυχαίνω σε κλήρωση, αποδίδομαι σε κάποιον με κλήρωση
λαχανά	=	λαχανάς
λαχανάδες	=	λαχανάς
λαχανάδων	=	λαχανάς
λαχανάκι	noun	λάχανο μικρού μεγέθους
λαχανάκια	=	λαχανάκι
λαχανάς	noun|dated	ο πορτοφολάς
λαχανί	noun	απόχρωση του ανοικτού πράσινου χρώματος, το χρώμα που έχει το ώριμο πράσινο λάχανο	adj	λαχανής
λαχανίδα	noun	ποικιλία λάχανου (Brassica oleracea)
λαχανίδας	=	λαχανίδα
λαχανίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανίδα
λαχανίδων	=	λαχανίδα
λαχαναγορά	noun	κεντρική αγορά φρούτων και λαχανικών που προμηθεύει εμπόρους λιανικής
λαχαναγοράς	noun	γενική ενικού του λαχαναγορά
λαχαναγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχαναγορά
λαχαναγορών	=	λαχαναγορά
λαχανιά	=	λαχανί
λαχανιάζαμε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζαν	=	λαχανιάζω
λαχανιάζανε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζατε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζει	=	λαχανιάζω
λαχανιάζεις	=	λαχανιάζω
λαχανιάζετε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζομε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαχταράω / λαχταρώ
λαχανιάζουμε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζουν	=	λαχανιάζω
λαχανιάζουνε	=	λαχανιάζω
λαχανιάζω	verb	δυσκολεύομαι να αναπνεύσω λόγω έντονης προσπάθειας
λαχανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσαν	=	λαχανιάζω
λαχανιάσανε	=	λαχανιάζω
λαχανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχάνιασμα
λαχανιάσματος	noun	γενική ενικού του λαχάνιασμα
λαχανιάσομε	=	λαχανιάζω
λαχανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσουνε	=	λαχανιάζω
λαχανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχανιάζω
λαχανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λαχάνιασμα
λαχανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανιασμένο
λαχανιασμένε	verb	κλητική ενικού του λαχανιασμένος
λαχανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανιασμένη
λαχανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαχανιασμένος
λαχανιασμένης	verb	γενική ενικού του λαχανιασμένη
λαχανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαχανιασμένος
λαχανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαχανιασμένος
λαχανιασμένος	verb	που έχει λαχανιάσει
λαχανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαχανιασμένος
λαχανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαχανιασμένος
λαχανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαχανιασμένος
λαχανιδών	=	λαχανίδα
λαχανικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανικό
λαχανικού	noun	γενική ενικού του λαχανικό
λαχανικό	noun	χαμηλό φυτό που καλλιεργείται, ώστε οι καρποί του ή οι ρίζες του ή ο βλαστός του ή τα φύλλα του να φαγωθούν ωμά ή μαγειρεμένα, π.χ. τα όσπρια, η ντομάτα, η πατάτα, τα χόρτα, το λάχανο κ.λπ.· στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται φυτά των οποίων οι καρποί καταναλώνονται αφού πρώτα υποστούν μηχανική ή χημική επεξεργασία, όπως τα δημητριακά ή το ζαχαρότευτλο.
λαχανικών	noun	γενική πληθυντικού του λαχανικό
λαχανιού	=	λαχανί
λαχανιών	=	λαχανί
λαχανοκομία	noun	η καλλιέργεια λαχάνων
λαχανοκομίας	noun	γενική ενικού του λαχανοκομία
λαχανοκομίες	=	λαχανοκομία
λαχανοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του λαχανοκομία
λαχανοκόμε	=	λαχανοκόμος
λαχανοκόμο	=	λαχανοκόμος
λαχανοκόμοι	=	λαχανοκόμος
λαχανοκόμος	noun	που καλλιεργεί λαχανικά
λαχανοκόμου	=	λαχανοκόμος
λαχανοκόμους	=	λαχανοκόμος
λαχανοκόμων	=	λαχανοκόμος
λαχανοντολμά	=	λαχανοντολμάς
λαχανοντολμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανοντολμάς
λαχανοντολμάδων	=	λαχανοντολμάς
λαχανοντολμάς	noun	ντολμάς που έχει φύλλο από λάχανο αντί για κληματόφυλλο
λαχανοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του λαχανόπιτα
λαχανοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανοπωλείο
λαχανοπωλείο	noun	μαγαζί που πουλάει λάχανα
λαχανοπωλείου	noun	γενική ενικού του λαχανοπωλείο
λαχανοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του λαχανοπωλείο
λαχανοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του λαχανοπώλισσα
λαχανοπωλών	=	λαχανοπώλης
λαχανοπώλες	=	λαχανοπώλης
λαχανοπώλη	=	λαχανοπώλης
λαχανοπώλης	noun|dated	αυτός που πουλάει λαχανικά, μανάβης
λαχανοπώλισσα	noun	θηλυκό του λαχανοπώλης
λαχανοπώλισσας	noun	γενική ενικού του λαχανοπώλισσα
λαχανοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανοπώλισσα
λαχανοπῶλις	noun	λαχανοπώλισσα, μανάβισσα
λαχανοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό λαχανόφυλλα, από λευκό, κόκκινο ή κινέζικο λάχανο
λαχανοσαλάτας	noun	γενική ενικού του λαχανοσαλάτα
λαχανοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανοσαλάτα
λαχανοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του λαχανοσαλάτα
λαχανοσαρμά	=	λαχανοσαρμάς
λαχανοσαρμάδες	=	λαχανοσαρμάς
λαχανοσαρμάδων	=	λαχανοσαρμάς
λαχανοσαρμάς	noun	σαρμάς τυλιγμένος με λάχανο
λαχανοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πολύ συχνά ή μόνο λάχανο ή λαχανικά
λαχανοφαγίας	=	λαχανοφαγία
λαχανοφαγίες	=	λαχανοφαγία
λαχανοφαγιών	=	λαχανοφαγία
λαχανοφυλλάδα	noun	εφημερίδα που δημοσιεύει ψευδές ειδήσεις
λαχανοφυλλάδας	=	λαχανοφυλλάδα
λαχανοφυλλάδες	=	λαχανοφυλλάδα
λαχανοφυλλάδων	=	λαχανοφυλλάδα
λαχανόζουμα	=	λαχανόζουμο
λαχανόζουμο	noun	το ζουμί από βρασμένο λάχανο
λαχανόζουμου	=	λαχανόζουμο
λαχανόζουμων	=	λαχανόζουμο
λαχανόκηπε	=	λαχανόκηπος
λαχανόκηπο	=	λαχανόκηπος
λαχανόκηποι	=	λαχανόκηπος
λαχανόκηπος	noun	ο κήπος φυτεμένος με λαχανικά
λαχανόκηπου	=	λαχανόκηπος
λαχανόκηπους	=	λαχανόκηπος
λαχανόκηπων	=	λαχανόκηπος
λαχανόπιτα	noun	πίτα με γέμιση λάχανα ή άλλα χορταρικά
λαχανόπιτας	noun	γενική ενικού του λαχανόπιτα
λαχανόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανόπιτα
λαχανόσουπα	noun	σούπα με βασικό υλικό το λάχανο
λαχανόσουπας	noun	γενική ενικού του λαχανόσουπα
λαχανόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανόσουπα
λαχανόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχανόφυλλο
λαχανόφυλλο	noun	το φύλλο του λάχανου, ιδιαίτερα αυτό που χρησιμοποιείται στη μαγειρική
λαχανόφυλλου	noun	γενική ενικού του λαχανόφυλλο
λαχανόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του λαχανόφυλλο
λαχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχείο
λαχείο	noun	τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελτία τα οποία πωλούνται και στην συνέχεια γίνεται κλήρωση ενός ή περισσότερων τυχερών αριθμών που κερδίζουν δώρα ή χρηματικά ποσά
λαχείου	noun	γενική ενικού του λαχείο
λαχείων	noun	γενική πληθυντικού του λαχείο
λαχειοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του λαχειοπώλισσα
λαχειοπωλών	=	λαχειοπώλης
λαχειοπώλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχειοπώλης
λαχειοπώλη	=	λαχειοπώλης
λαχειοπώληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχειοπώλης
λαχειοπώληδων	=	λαχειοπώλης
λαχειοπώλης	noun	ο πωλητής λαχείων
λαχειοπώλισσας	noun	γενική ενικού του λαχειοπώλισσα
λαχειοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχειοπώλισσα
λαχειοφόρα	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρας	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρε	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρες	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρο	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόροι	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρος	adj	σχετικός με ένα λαχείο, με μια κλήρωση
λαχειοφόρου	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρους	=	λαχειοφόρος
λαχειοφόρων	=	λαχειοφόρος
λαχεῖον	noun	το λαχείο
λαχματζούν	noun	είδος πίτας με κιμά και άλλα υλικά
λαχνέ	noun	κλητική ενικού του λαχνός
λαχνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαχνός
λαχνού	noun	γενική ενικού του λαχνός
λαχνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαχνός
λαχνό	noun	αιτιατική ενικού του λαχνός
λαχνός	noun	το λαχείο (ένα συγκεκριμένο δελτίο μιας λαχειοφόρου έκδοσης)
λαχνών	noun	γενική πληθυντικού του λαχνός
λαχουριού	=	λαχούρι
λαχουριών	=	λαχούρι
λαχούρι	noun	συγκεκριμένο χαρακτηριστικό σχέδιο ή μοτίβο πάνω σε ύφασμα
λαχούρια	=	λαχούρι
λαχτάρα	noun	η έντονη επιθυμία
λαχτάρας	noun	γενική ενικού του λαχτάρα
λαχτάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχτάρα
λαχτάρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχτάρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχτάρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχτάρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχτάριζα	=	λαχταρίζω
λαχτάριζαν	=	λαχταρίζω
λαχτάριζε	=	λαχταρίζω
λαχτάριζες	=	λαχταρίζω
λαχτάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχτάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχτάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχτάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λαχταρίζω
λαχταρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρώ
λαχταρίζαμε	=	λαχταρίζω
λαχταρίζαν	=	λαχταρίζω
λαχταρίζανε	=	λαχταρίζω
λαχταρίζατε	=	λαχταρίζω
λαχταρίζει	=	λαχταρίζω
λαχταρίζεις	=	λαχταρίζω
λαχταρίζετε	=	λαχταρίζω
λαχταρίζοντας	=	λαχταρίζω
λαχταρίζουμε	=	λαχταρίζω
λαχταρίζουν	=	λαχταρίζω
λαχταρίζουνε	=	λαχταρίζω
λαχταρίζω	verb	τρομάζω κάποιον
λαχταρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσαν	=	λαχταρίζω
λαχταρίσανε	=	λαχταρίζω
λαχταρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχτάρισμα
λαχταρίσματος	=	λαχτάρισμα
λαχταρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαχταρίζω
λαχταρισμάτων	=	λαχτάρισμα
λαχταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχταρισμένο
λαχταρισμένε	verb	κλητική ενικού του λαχταρισμένος
λαχταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχταρισμένη
λαχταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαχταρισμένος
λαχταρισμένης	verb	γενική ενικού του λαχταρισμένη
λαχταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λαχταρισμένος
λαχταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαχταρισμένος
λαχταρισμένος	verb	αυτός που τον έχουν λαχταρίσει
λαχταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαχταρισμένος
λαχταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λαχταρισμένος
λαχταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαχταρισμένος
λαχταριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχταριστό
λαχταριστέ	adj	κλητική ενικού του λαχταριστός
λαχταριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαχταριστή
λαχταριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαχταριστός
λαχταριστής	adj	γενική ενικού του λαχταριστή
λαχταριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαχταριστός
λαχταριστού	adj	γενική ενικού του λαχταριστός
λαχταριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαχταριστός
λαχταριστό	adj	αιτιατική ενικού του λαχταριστός
λαχταριστός	adj	που τον λαχταράμε, τον επιθυμούμε πολύ
λαχταριστών	adj	γενική πληθυντικού του λαχταριστός
λαχταρώ	verb	επιθυμώ πολύ κάτι ή να δω κάποιον
λαχταρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαχταράω / λαχταρώ
λαψάνα	noun	είδος σιναπιού (Sinapis arvensis ή Sinapis alba)
λαψάνας	noun	γενική ενικού του λαψάνα
λαψάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαψάνα
λαψάνη	noun|dated	άλλη γραφή του λαψάνα
λαψάνης	=	λαψάνη
λαψανών	noun	γενική πληθυντικού του λαψάνα
λαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαϊκός	adv	με λαϊκό τρόπο
λαϊκέ	adj	κλητική ενικού του λαϊκός
λαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκή
λαϊκή	noun	άλλη μορφή του λαϊκή αγορά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαϊκός
λαϊκής	adj	γενική ενικού του λαϊκή
λαϊκίζαμε	=	λαϊκίζω
λαϊκίζαν	=	λαϊκίζω
λαϊκίζανε	=	λαϊκίζω
λαϊκίζατε	=	λαϊκίζω
λαϊκίζει	=	λαϊκίζω
λαϊκίζεις	=	λαϊκίζω
λαϊκίζετε	=	λαϊκίζω
λαϊκίζον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζοντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίζοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζουμε	=	λαϊκίζω
λαϊκίζουν	=	λαϊκίζω
λαϊκίζουνε	=	λαϊκίζω
λαϊκίζουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του λαϊκίζων
λαϊκίζω	verb	υιοθετώ την τακτική του λαϊκισμού, είμαι λαϊκιστής
λαϊκίζων	=	λαϊκίζω
λαϊκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίσαν	=	λαϊκίζω
λαϊκίσανε	=	λαϊκίζω
λαϊκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαϊκίστικος	adv	άλλη μορφή του λαϊκιστικά
λαϊκίστικε	adj	κλητική ενικού του λαϊκίστικος
λαϊκίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκίστικη
λαϊκίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαϊκίστικος
λαϊκίστικης	adj	γενική ενικού του λαϊκίστικη
λαϊκίστικο	adj	αιτιατική ενικού του λαϊκίστικος
λαϊκίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαϊκίστικος
λαϊκίστικος	adj	άλλη μορφή του λαϊκιστικός
λαϊκίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λαϊκίστικος
λαϊκίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαϊκίστικος
λαϊκίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαϊκίστικος
λαϊκίστρια	noun	θηλυκό του λαϊκιστής
λαϊκίστριας	noun	γενική ενικού του λαϊκίστρια
λαϊκίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκίστρια
λαϊκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαϊκίζω
λαϊκιζουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του λαϊκίζων
λαϊκιζούσης	=	λαϊκίζω
λαϊκιζόντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του λαϊκίζων
λαϊκισμέ	noun	κλητική ενικού του λαϊκισμός
λαϊκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαϊκισμός
λαϊκισμού	noun	γενική ενικού του λαϊκισμός
λαϊκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λαϊκισμός
λαϊκισμό	noun	αιτιατική ενικού του λαϊκισμός
λαϊκισμός	noun	σύστημα ιδεών και πολιτικών πρακτικών που θεωρεί πως ο λαός είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από μικρές προνομιούχες ομάδες (ελίτ) και προτείνει διεκδικητικούς αγώνες για την ανατροπή αυτής της κατάστασης και την επανάκτηση των λαϊκών δικαιωμάτων
λαϊκισμών	noun	γενική πληθυντικού του λαϊκισμός
λαϊκιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκιστής
λαϊκιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λαϊκιστής
λαϊκιστής	noun	πρόσωπο, συνήθως της δημόσιας ζωής, που κολακεύει το λαό και υιοθετεί απόψεις ευχάριστες αλλά όχι ωφέλιμες για το λαό, με σκοπό να κερδίσει την υποστήριξη και την εύνοιά του
λαϊκιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκιστικό	adv	με λαϊκιστικό τρόπο
λαϊκιστικέ	adj	κλητική ενικού του λαϊκιστικός
λαϊκιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκιστική
λαϊκιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαϊκιστικός
λαϊκιστικής	adj	γενική ενικού του λαϊκιστική
λαϊκιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαϊκιστικός
λαϊκιστικού	adj	γενική ενικού του λαϊκιστικός
λαϊκιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαϊκιστικός
λαϊκιστικό	adj	αιτιατική ενικού του λαϊκιστικός
λαϊκιστικός	adj	που χαρακτηρίζεται από λαϊκισμό
λαϊκιστικών	adj	γενική πληθυντικού του λαϊκιστικός
λαϊκιστριών	noun	γενική πληθυντικού του λαϊκίστρια
λαϊκιστών	noun	γενική πληθυντικού του λαϊκιστής
λαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαϊκός
λαϊκοτήτων	=	λαϊκότητα
λαϊκού	adj	γενική ενικού του λαϊκός
λαϊκούρα	noun	πλήθος ανθρώπων με ύφος, έθιμα, συνήθειες, συμπεριφορά που δείχνουν αγραμματοσύνη ή χαμηλό επίπεδο παιδείας
λαϊκούρας	=	λαϊκούρα
λαϊκούρες	=	λαϊκούρα
λαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαϊκός
λαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του λαϊκός
λαϊκός	adj	που προέρχεται από το λαό ή ανήκει ή αναφέρεται σε αυτόν	noun	ο μη κληρικός, που δεν έχει χειροτονηθεί σε κανένα βαθμό ιεροσύνης
λαϊκότατα	=	λαϊκός
λαϊκότατε	=	λαϊκός
λαϊκότατες	=	λαϊκός
λαϊκότατη	=	λαϊκός
λαϊκότατης	=	λαϊκός
λαϊκότατο	=	λαϊκός
λαϊκότατοι	=	λαϊκός
λαϊκότατος	=	λαϊκός
λαϊκότατου	=	λαϊκός
λαϊκότατους	=	λαϊκός
λαϊκότατων	=	λαϊκός
λαϊκότερα	=	λαϊκός
λαϊκότερε	=	λαϊκός
λαϊκότερες	=	λαϊκός
λαϊκότερη	=	λαϊκός
λαϊκότερης	=	λαϊκός
λαϊκότερο	=	λαϊκός
λαϊκότεροι	=	λαϊκός
λαϊκότερος	=	λαϊκός
λαϊκότερου	=	λαϊκός
λαϊκότερους	=	λαϊκός
λαϊκότερων	=	λαϊκός
λαϊκότης	noun	η λαϊκότητα
λαϊκότητα	noun	η ιδιότητα του λαϊκού, του προερχόμενου από τον λαό
λαϊκότητας	noun	γενική ενικού του λαϊκότητα
λαϊκότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκότητα
λαϊκότροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκότροπο
λαϊκότροπε	adj	κλητική ενικού του λαϊκότροπος
λαϊκότροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαϊκότροπη
λαϊκότροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λαϊκότροπος
λαϊκότροπης	adj	γενική ενικού του λαϊκότροπη
λαϊκότροπο	adj	αιτιατική ενικού του λαϊκότροπος
λαϊκότροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λαϊκότροπος
λαϊκότροπος	adj	που έχει συμπεριφορά ή εμφάνιση των («κατώτερων») στρωμάτων του λαού, που λαϊκίζει
λαϊκότροπου	adj	γενική ενικού του λαϊκότροπος
λαϊκότροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λαϊκότροπος
λαϊκότροπων	adj	γενική πληθυντικού του λαϊκότροπος
λαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του λαϊκός
λαϊνιού	=	λαΐνι
λαϊνιών	=	λαΐνι
λαό	noun	αιτιατική ενικού του λαός
λαός	noun	ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα
λαύρα	noun	μοναστήρι με ρυθμιστικό καθεστώς ιδιορρυθμίας, στο οποίο ο κάθε μοναχός ζει στο δικό του κελί
λαύρας	noun	γενική ενικού του λαύρα
λαύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαύρα
λαών	noun	γενική πληθυντικού του λαός
λγος	abbrev	λοχαγός
λγός	abbrev	λοχαγός
λδ	abbrev	συντομογραφία της λαϊκής δημοκρατίας
λεία	noun	αυτό που παίρνεται από κάποιον άλλο μετά από πόλεμο ή κλοπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λείος
λείαινα	=	λειαίνω
λείαιναν	=	λειαίνω
λείαινε	=	λειαίνω
λείαινες	=	λειαίνω
λείανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λείαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λείανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λείανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λείανση	noun	η επεξεργασία μιας επιφάνειας ώστε να γίνει λεία
λείανσης	=	λείανση
λείας	adj	γενική ενικού του λεία
λείε	adj	κλητική ενικού του λείος
λείες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεία
λείο	adj	αιτιατική ενικού του λείος
λείοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λείος
λείος	adj	χωρίς εξογκώματα ή ανωμαλίες, απόλυτα ομαλός
λείου	adj	γενική ενικού του λείος
λείους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λείος
λείπαμε	=	λείπω
λείπαν	=	λείπω
λείπανε	=	λείπω
λείπατε	=	λείπω
λείπε	=	λείπω
λείπει	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος λείπω
λείπεις	=	λείπω
λείπετε	=	λείπω
λείπομε	=	λείπω
λείποντας	=	λείπω
λείπουμε	=	λείπω
λείπουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του λείπω
λείπουνε	=	λείπω
λείπω	verb	απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο
λείριον	noun	ονομασία για διάφορα είδη κρίνου (όπως το Lilium candidum)
λείχω	verb|rare	γλείφω
λείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψαν	=	λείπω
λείψανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λείψανο
λείψανε	=	λείπω
λείψανο	noun	το απομεινάρι, ό,τι απέμεινε από ένα παλιό κτήριο, αντικείμενο κλπ ή (μεταφορικά) από έναν αρχαίο πολιτισμό
λείψανου	=	λείψανο
λείψανων	=	λείψανο
λείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λείπω
λείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψομε	=	λείπω
λείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψουνε	=	λείπω
λείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
λείων	adj	γενική πληθυντικού του λείος
λείωνα	=	λειώνω
λείωναν	=	λειώνω
λείωνε	=	λειώνω
λείωνες	=	λειώνω
λείωσα	=	λειώνω
λείωσαν	=	λειώνω
λείωσε	=	λειώνω
λείωσες	=	λειώνω
λεα	abbrev	ακριανή λωρίδα σε συτοκινητόδρομο η όποια χρησιμοποιείται από οχήματα έκτακτης ανάγκης, όπως ασθενοφόρα ή πυροσβεστικά, σε περιπτώσεις που απαιτείται η ταχεία μετακίνηση τους
λεαινών	=	λέαινα
λεβ	noun	το νόμισμα της Βουλγαρίας
λεβάντα	noun	θάμνος του γένους Lavandula (lavandula νεολατινικά)
λεβάντας	noun	γενική ενικού του λεβάντα
λεβάντε	noun	περιοχή της Ανατολίας που εκτείνεται νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Ιράκ και βορείως της Σαουδικής Αραβίας
λεβάντες	noun	ο ανατολικός άνεμος
λεβάντηδες	=	λεβάντες
λεβάντηδων	=	λεβάντες
λεβάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λεβάρω, το τράβηγμα του παλαμαριού ή της αλυσίδας (και το σύρσιμο κάποιου πλεούμενου)
λεβάρω	verb	τραβώ το παλαμάρι ή την αλυσίδα (και σέρνω κάποιο πλεούμενο)
λεβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβέντης
λεβέντη	=	λεβέντης
λεβέντηδες	=	λεβέντης
λεβέντηδων	noun	γενική πληθυντικού του λεβέντης
λεβέντης	noun	ο άντρας που έχει αρετές όπως θάρρος και ειλικρίνεια και αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τους κινδύνους
λεβέντικα	adv	με λεβεντιά, με λεβέντικο τρόπο
λεβέντικε	adj	κλητική ενικού του λεβέντικος
λεβέντικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβέντικη
λεβέντικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεβέντικος
λεβέντικης	adj	γενική ενικού του λεβέντικη
λεβέντικο	adj	αιτιατική ενικού του λεβέντικος
λεβέντικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεβέντικος
λεβέντικος	adj	που χαρακτηρίζει το λεβέντη, που δείχνει λεβεντιά
λεβέντικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεβέντικος
λεβέντικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεβέντικος
λεβέντικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεβέντικος
λεβέντισσα	noun	λεβέντης
λεβέντισσας	noun	γενική ενικού του λεβέντισσα
λεβέντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβέντισσα
λεβέτι	noun|vulgar	το καζάνι, ο λέβητας
λεβέτια	=	λεβέτι
λεβήτων	=	λέβητας
λεβίθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβίθα
λεβαντέλαια	=	λεβαντέλαιο
λεβαντέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από τη λεβάντα
λεβαντέλαιου	=	λεβαντέλαιο
λεβαντέλαιων	=	λεβαντέλαιο
λεβαντίνα	=	λεβαντίνος
λεβαντίνε	noun	κλητική ενικού του λεβαντίνος
λεβαντίνες	=	λεβαντίνος
λεβαντίνη	=	λεβαντίνος
λεβαντίνης	=	λεβαντίνος
λεβαντίνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβαντίνικο
λεβαντίνικε	adj	κλητική ενικού του λεβαντίνικος
λεβαντίνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβαντίνικη
λεβαντίνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεβαντίνικος
λεβαντίνικης	adj	γενική ενικού του λεβαντίνικη
λεβαντίνικο	adj	αιτιατική ενικού του λεβαντίνικος
λεβαντίνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεβαντίνικος
λεβαντίνικος	adj	σχετικός με τους λεβαντίνους
λεβαντίνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεβαντίνικος
λεβαντίνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεβαντίνικος
λεβαντίνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεβαντίνικος
λεβαντίνο	noun	αιτιατική ενικού του λεβαντίνος
λεβαντίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεβαντίνος
λεβαντίνος	noun	ο κάτοικος χώρας της Εγγύς Ανατολής που έχει ευρωπαϊκή καταγωγή
λεβαντίνου	noun	γενική ενικού του λεβαντίνος
λεβαντίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεβαντίνος
λεβαντίνων	noun	γενική πληθυντικού του λεβαντίνος
λεβαντελαίου	=	λεβαντέλαιο
λεβαντελαίων	=	λεβαντέλαιο
λεβαντών	noun	γενική πληθυντικού του λεβάντα
λεβαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβάρισμα
λεβαρίσματος	noun	γενική ενικού του λεβάρισμα
λεβαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λεβάρισμα
λεβεντάνθρωπε	=	λεβεντάνθρωπος
λεβεντάνθρωπο	=	λεβεντάνθρωπος
λεβεντάνθρωποι	=	λεβεντάνθρωπος
λεβεντάνθρωπος	noun	άνδρας με λεβεντιά στο παράστημα και στη συμπεριφορά· με αρχοντικούς τρόπους, με γενναιοδωρία
λεβεντάνθρωπου	=	λεβεντάνθρωπος
λεβεντάνθρωπους	=	λεβεντάνθρωπος
λεβεντανθρώπων	=	λεβεντάνθρωπος
λεβεντιά	noun	η ιδιότητα του λεβέντη· μπορεί να αναφέρεται στο παράστημα ή στο χαρακτήρα του
λεβεντιάς	noun	γενική ενικού του λεβεντιά
λεβεντιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβεντιά
λεβεντισσών	noun	γενική πληθυντικού του λεβέντισσα
λεβεντιών	=	λεβεντιά
λεβεντογέννα	noun	αυτή που γεννάει λεβέντες
λεβεντογέννας	noun	γενική ενικού του λεβεντογέννα
λεβεντογέννες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβεντογέννα
λεβεντογενιά	noun	η γενιά λεβέντικων ανδρών
λεβεντογενιάς	=	λεβεντογενιά
λεβεντογενιές	=	λεβεντογενιά
λεβεντογενιών	=	λεβεντογενιά
λεβεντογυναίκα	noun	γυναίκα με λεβεντιά στο παράστημα και στους τρόπους· με αρχοντική συμπεριφορά
λεβεντογυναίκας	noun	γενική ενικού του λεβεντογυναίκα
λεβεντογυναίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβεντογυναίκα
λεβεντογυναικών	noun	γενική πληθυντικού του λεβεντογυναίκα
λεβεντομάνα	noun	αυτή που γέννησε λεβέντες
λεβεντομάνας	noun	γενική ενικού του λεβεντομάνα
λεβεντομάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβεντομάνα
λεβεντονιέ	noun	κλητική ενικού του λεβεντονιός
λεβεντονιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεβεντονιός
λεβεντονιού	noun	γενική ενικού του λεβεντονιός
λεβεντονιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεβεντονιός
λεβεντονιό	noun	αιτιατική ενικού του λεβεντονιός
λεβεντονιός	noun	ένας λεβέντης, νέος στην ηλικία
λεβεντονιών	noun	γενική πληθυντικού του λεβεντονιός
λεβεντοπερπάτητα	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητε	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητες	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητη	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητης	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητο	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητοι	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητος	adj|literary	που περπατάει λεβέντικα
λεβεντοπερπάτητου	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητους	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπερπάτητων	=	λεβεντοπερπάτητος
λεβεντοπνίχτρα	noun	χαρακτηρισμός που αποδίδεται στη θάλασσα (επειδή σ'αυτήν πνίγονται τόσοι λεβέντες)
λεβεντοπνίχτρας	noun	γενική ενικού του λεβεντοπνίχτρα
λεβεντοπνίχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβεντοπνίχτρα
λεβεντόκορμα	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμε	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμες	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμη	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμης	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμο	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμοι	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμος	adj	που έχει λεβέντικη κορμοστασιά, ευθυτενής και γεροδεμένος
λεβεντόκορμου	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμους	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμων	=	λεβεντόκορμος
λεβεντόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβεντόπαιδο
λεβεντόπαιδο	noun	το παλικάρι, ο λεβέντης, ο λεβεντονιός
λεβεντόπαιδου	noun	γενική ενικού του λεβεντόπαιδο
λεβεντόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του λεβεντόπαιδο
λεβετιού	=	λεβέτι
λεβετιών	=	λεβέτι
λεβητοειδές	=	λεβητοειδής
λεβητοειδή	=	λεβητοειδής
λεβητοειδής	adj	που έχει σχήμα λέβητα
λεβητοειδείς	=	λεβητοειδής
λεβητοειδούς	=	λεβητοειδής
λεβητοειδών	=	λεβητοειδής
λεβητοποιΐα	noun	η κατασκευή λεβήτων
λεβητοποιΐας	=	λεβητοποιΐα
λεβητοποιΐες	=	λεβητοποιΐα
λεβητοποιέ	=	λεβητοποιός
λεβητοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεβητοποιείο
λεβητοποιείο	noun	εργοστάσιο κατασκευής λεβήτων
λεβητοποιείου	noun	γενική ενικού του λεβητοποιείο
λεβητοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του λεβητοποιείο
λεβητοποιοί	=	λεβητοποιός
λεβητοποιού	=	λεβητοποιός
λεβητοποιούς	=	λεβητοποιός
λεβητοποιϊών	=	λεβητοποιΐα
λεβητοποιό	=	λεβητοποιός
λεβητοποιός	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει λέβητες (καζάνια)
λεβητοποιών	=	λεβητοποιός
λεβητοστάσια	=	λεβητοστάσιο
λεβητοστάσιο	noun	ο ιδιαίτερος χώρος (δωμάτιο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένοι οι λέβητες
λεβητοστάσιου	=	λεβητοστάσιο
λεβητοστάσιων	=	λεβητοστάσιο
λεβητοστασίου	=	λεβητοστάσιο
λεβητοστασίων	=	λεβητοστάσιο
λεβιάθαν	noun	θαλάσσιο τέρας
λεβιέ	noun	μοχλός μηχανής που χρησιμοποιείται για να ρυθμίζει την κίνησή της
λεβιέδες	=	λεβιέ
λεβιέδων	=	λεβιέ
λεβιές	=	λεβιέ
λεβουλόζη	noun|rare	η φρουκτόζη
λεγάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεγάμενο
λεγάμενε	verb	κλητική ενικού του λεγάμενος
λεγάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεγάμενη
λεγάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεγάμενος
λεγάμενης	verb	γενική ενικού του λεγάμενη
λεγάμενο	verb	αιτιατική ενικού του λεγάμενος
λεγάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεγάμενος
λεγάμενος	verb	ελαφρώς υποτιμητική αναφορά σε κάποιο πρόσωπο του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε
λεγάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεγάμενος
λεγάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεγάμενος
λεγάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεγάμενος
λεγάτε	=	λεγάτος
λεγάτο	=	λεγάτος
λεγάτοι	=	λεγάτος
λεγάτος	noun	αρχιεπίσκοπος ή καρδινάλιος ως παπικός απεσταλμένος
λεγάτου	=	λεγάτος
λεγάτους	=	λεγάτος
λεγάτων	=	λεγάτος
λεγένι	noun|dated	η λεκάνη του νιπτήρα
λεγένια	=	λεγένι
λεγενιού	=	λεγένι
λεγενιών	=	λεγένι
λεγενόμπρικα	=	λεγενόμπρικο
λεγενόμπρικο	noun	κανάτα μαζί με λεκάνη για νίψιμο με νερό
λεγενόμπρικου	=	λεγενόμπρικο
λεγενόμπρικων	=	λεγενόμπρικο
λεγεωνάριε	noun	κλητική ενικού του λεγεωνάριος
λεγεωνάριο	noun	αιτιατική ενικού του λεγεωνάριος
λεγεωνάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεγεωνάριος
λεγεωνάριος	noun	ο στρατιώτης μιας λεγεώνας
λεγεωνάριου	noun	γενική ενικού του λεγεωνάριος
λεγεωνάριους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεγεωνάριος
λεγεωνάριων	noun	γενική πληθυντικού του λεγεωνάριος
λεγεωναρίου	noun	γενική ενικού του λεγεωνάριος
λεγεωναρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεγεωνάριος
λεγεωναρίων	noun	γενική πληθυντικού του λεγεωνάριος
λεγεώνα	noun	η μονάδα στρατιωτών του στρατού των Ρωμαίων
λεγεώνας	=	λεγεώνα
λεγεώνες	=	λεγεώνα
λεγεώνων	=	λεγεώνα
λεγιονέλλωση	noun	μολυσματική ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος που προκαλείται από βακτήρια λεγιονέλλα / λεγεονέλλα
λεγιονέλλωσης	=	λεγιονέλλωση
λεγιονελλώσεις	=	λεγιονέλλωση
λεγιονελλώσεων	=	λεγιονέλλωση
λεγκάτο	adj	συνδεδεμένος	adv	σε σύνδεση με μια προηγούμενη νότα
λεγμένος	=	λέω
λεγόμασταν	=	λέω
λεγόμαστε	=	λέω
λεγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεγόμενο
λεγόμενε	verb	κλητική ενικού του λεγόμενος
λεγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεγόμενη
λεγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεγόμενος
λεγόμενης	verb	γενική ενικού του λεγόμενη
λεγόμενο	noun	αυτό που λέγεται (για χαρακτηριστική λέξη ή φράση)
λεγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεγόμενος
λεγόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (λέγομαι) του ρήματος λέγω
λεγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεγόμενος
λεγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεγόμενος
λεγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεγόμενος
λεγόμουν	=	λέω
λεγόμουνα	=	λέω
λεγόντουσαν	=	λέω
λεγόσασταν	=	λέω
λεγόσαστε	=	λέω
λεγόσουν	=	λέω
λεγόσουνα	=	λέω
λεγόταν	=	λέω
λεγότανε	=	λέω
λεδεβουρίτες	=	λεδεβουρίτης
λεδεβουρίτη	=	λεδεβουρίτης
λεδεβουρίτης	noun	μικρογραφική ευτηκτική δομή που παρατηρείται στους χυτοσιδήρους, δηλ. στα κράματα σιδήρου–άνθρακα που περιέχουν 2,06 έως 6,67% κ.β.
λεδεβουριτών	=	λεδεβουρίτης
λεζάντα	noun	μικρό κείμενο που συνοδεύει μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα γραφικό, σε μια φωτογραφία, ή σε ένα διάγραμμα και δίνει μια σύντομη περιγραφή του περιεχομένου των παραπάνω ή και την προέλευση της πηγής
λεζάντας	noun	γενική ενικού του λεζάντα
λεζάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεζάντα
λεζαντών	noun	γενική πληθυντικού του λεζάντα
λεηλάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλάτηση	noun	η λεηλασία
λεηλάτησης	=	λεηλάτηση
λεηλασία	noun	η ενέργεια του λεηλατώ, η αρπαγή αντικειμένων αξίας από τον αντίπαλο σε καιρό πολέμου ή σε έκνομες καταστάσεις
λεηλασίας	noun	γενική ενικού του λεηλασία
λεηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεηλασία
λεηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του λεηλασία
λεηλατήθηκα	=	λεηλατώ
λεηλατήθηκαν	=	λεηλατώ
λεηλατήθηκε	=	λεηλατώ
λεηλατήθηκες	=	λεηλατώ
λεηλατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήσαν	=	λεηλατώ
λεηλατήσανε	=	λεηλατώ
λεηλατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεηλάτηση
λεηλατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήσεων	=	λεηλάτηση
λεηλατήσου	=	λεηλατώ
λεηλατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεηλατώ
λεηλατεί	=	λεηλατώ
λεηλατείς	=	λεηλατώ
λεηλατείσαι	=	λεηλατώ
λεηλατείστε	=	λεηλατώ
λεηλατείται	=	λεηλατώ
λεηλατείτε	=	λεηλατώ
λεηλατηθήκαμε	=	λεηλατώ
λεηλατηθήκαν	=	λεηλατώ
λεηλατηθήκανε	=	λεηλατώ
λεηλατηθήκατε	=	λεηλατώ
λεηλατηθεί	=	λεηλατώ
λεηλατηθείτε	=	λεηλατώ
λεηλατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεηλατημένο
λεηλατημένε	verb	κλητική ενικού του λεηλατημένος
λεηλατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεηλατημένη
λεηλατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεηλατημένος
λεηλατημένης	verb	γενική ενικού του λεηλατημένη
λεηλατημένο	verb	αιτιατική ενικού του λεηλατημένος
λεηλατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεηλατημένος
λεηλατημένος	verb	που έχει λεηλατηθεί
λεηλατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεηλατημένος
λεηλατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεηλατημένος
λεηλατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεηλατημένος
λεηλατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λεηλατώ
λεηλατούμασταν	=	λεηλατώ
λεηλατούμαστε	=	λεηλατώ
λεηλατούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού ενεστώτα του ρήματος λεηλατώ
λεηλατούμουν	=	λεηλατώ
λεηλατούν	=	λεηλατώ
λεηλατούνε	=	λεηλατώ
λεηλατούνται	=	λεηλατώ
λεηλατούνταν	=	λεηλατώ
λεηλατούσα	=	λεηλατώ
λεηλατούσαμε	=	λεηλατώ
λεηλατούσαν	=	λεηλατώ
λεηλατούσανε	=	λεηλατώ
λεηλατούσασταν	=	λεηλατώ
λεηλατούσαστε	=	λεηλατώ
λεηλατούσατε	=	λεηλατώ
λεηλατούσε	=	λεηλατώ
λεηλατούσες	=	λεηλατώ
λεηλατούσουν	=	λεηλατώ
λεηλατώ	verb	αρπάζω με τη βία κάτι σαν λάφυρο, κάνω πλιάτσικο
λεηλατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λεηλατώ
λεημοσυνών	=	λεημοσύνη
λεημοσύνες	=	λεημοσύνη
λεημοσύνη	noun|vulgar	ελεημοσύνη
λεημοσύνης	=	λεημοσύνη
λειάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάναν	=	λειαίνω
λειάνανε	=	λειαίνω
λειάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λείανση
λειάνσεων	=	λείανση
λειάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειαίνω
λειαίναμε	=	λειαίνω
λειαίναν	=	λειαίνω
λειαίνανε	=	λειαίνω
λειαίνατε	=	λειαίνω
λειαίνει	=	λειαίνω
λειαίνεις	=	λειαίνω
λειαίνετε	=	λειαίνω
λειαίνομαι	=	λειαίνω
λειαίνοντας	=	λειαίνω
λειαίνουμε	=	λειαίνω
λειαίνουν	=	λειαίνω
λειαίνουνε	=	λειαίνω
λειαίνω	verb	επεξεργάζομαι μια επιφάνεια για να την κάνω λεία
λειαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειαντικό
λειαντικέ	adj	κλητική ενικού του λειαντικός
λειαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειαντική
λειαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειαντικός
λειαντικής	adj	γενική ενικού του λειαντική
λειαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειαντικός
λειαντικού	adj	γενική ενικού του λειαντικός
λειαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λειαντικός
λειαντικό	adj	αιτιατική ενικού του λειαντικός
λειαντικός	adj	που λειαίνει, που χρησιμεύει στη λείανση
λειαντικών	adj	γενική πληθυντικού του λειαντικός
λειασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειασμένο
λειασμένε	verb	κλητική ενικού του λειασμένος
λειασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειασμένη
λειασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειασμένος
λειασμένης	verb	γενική ενικού του λειασμένη
λειασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λειασμένος
λειασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειασμένος
λειασμένος	verb	που τον έχουν λειάνει
λειασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λειασμένος
λειασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λειασμένος
λειασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λειασμένος
λειβάδα	noun	μικρή λίμνη που σχηματίζεται στην κοίτη ενός χειμάρρου
λειβάδας	=	λειβάδα
λειβάδες	=	λειβάδα
λειβάδι	noun	το λιβάδι
λειβάδια	=	λειβάδι
λειβάδων	=	λειβάδα
λειβαδιού	=	λειβάδι
λειβαδιών	=	λειβάδι
λειμωνάρια	=	λειμωνάριο
λειμωνάριο	noun	συλλογή βίων μοναχών του ς' αιώνα
λειμωνάριου	=	λειμωνάριο
λειμωνίτες	=	λειμωνίτης
λειμωνίτη	=	λειμωνίτης
λειμωνίτης	noun	γαιώδης παραλλαγή του ορυκτού γκετίτης, συχνά απαντώμενος σε ελώδη λιβάδια, ιδιαίτερα διαδεδομένος ανά τον κόσμο
λειμωναρίου	=	λειμωνάριο
λειμωναρίων	=	λειμωνάριο
λειμωνιτών	=	λειμωνίτης
λειμώνα	=	λειμώνας
λειμώνας	noun|formal	λιβάδι
λειμώνες	=	λειμώνας
λειμώνια	=	λειμώνιος
λειμώνιας	=	λειμώνιος
λειμώνιε	=	λειμώνιος
λειμώνιες	=	λειμώνιος
λειμώνιο	=	λειμώνιος
λειμώνιοι	=	λειμώνιος
λειμώνιος	adj|formal	που σχετίζεται με λειμώνα ή αναφέρεται σε αυτόν
λειμώνιου	=	λειμώνιος
λειμώνιους	=	λειμώνιος
λειμώνιων	=	λειμώνιος
λειμώνων	=	λειμώνας
λειοεγκεφαλοπάθεια	noun	η απουσία (ή η ελαττωμένη παρουσία) ελίκων και αυλάκων στον εγκέφαλο
λειοεγκεφαλοπάθειας	=	λειοεγκεφαλοπάθεια
λειοεγκεφαλοπάθειες	=	λειοεγκεφαλοπάθεια
λειοεγκεφαλοπαθειών	=	λειοεγκεφαλοπάθεια
λειοτήτων	=	λειότητα
λειοτριβήθηκα	=	λειοτριβούμαι
λειοτριβημένα	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένε	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένες	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένη	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένης	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένο	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένοι	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λειοτριβώ
λειοτριβημένου	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένους	=	λειοτριβημένος
λειοτριβημένων	=	λειοτριβημένος
λειοτριβούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λειοτριβώ
λειοτριβώ	verb|rare	κονιορτοποιώ κάτι τρίβοντάς το, το λιώνω / λειώνω
λειπανάβατα	=	λειπανάβατος
λειπανάβατε	=	λειπανάβατος
λειπανάβατες	=	λειπανάβατος
λειπανάβατη	=	λειπανάβατος
λειπανάβατης	=	λειπανάβατος
λειπανάβατο	=	λειπανάβατος
λειπανάβατοι	=	λειπανάβατος
λειπανάβατος	adj|dated	ο άζυμος ή χωρίς αρκετή ζύμη, ώστε να «φουσκώσει» το ψωμί
λειπανάβατου	=	λειπανάβατος
λειπανάβατους	=	λειπανάβατος
λειπανάβατων	=	λειπανάβατος
λειράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειράτο
λειράτε	adj	κλητική ενικού του λειράτος
λειράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειράτη
λειράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειράτος
λειράτης	adj	γενική ενικού του λειράτη
λειράτο	adj	αιτιατική ενικού του λειράτος
λειράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειράτος
λειράτος	adj	που έχει λειρί
λειράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λειράτος
λειράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λειράτος
λειράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λειράτος
λειρί	noun	το κόκκινο λοφίο του κόκορα
λειριά	=	λειρί
λειριού	=	λειρί
λειριών	=	λειρί
λειτουργέ	noun	κλητική ενικού του λειτουργός
λειτουργέσαμε	=	λειτουργώ
λειτουργέσαν	=	λειτουργώ
λειτουργέσανε	=	λειτουργώ
λειτουργέσατε	=	λειτουργώ
λειτουργέσει	=	λειτουργώ
λειτουργέσου	=	λειτουργώ
λειτουργέστε	=	λειτουργώ
λειτουργέστηκα	=	λειτουργώ
λειτουργέστηκαν	=	λειτουργώ
λειτουργέστηκε	=	λειτουργώ
λειτουργέστηκες	=	λειτουργώ
λειτουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτούργημα
λειτουργήματος	noun	γενική ενικού του λειτούργημα
λειτουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτουργία	noun	ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εργάζεται ένα οργανωμένο σύστημα προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του
λειτουργίας	noun	γενική ενικού του λειτουργία
λειτουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργία
λειτουργίστρια	=	λειτουργιστής
λειτουργεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του λειτουργώ
λειτουργείς	=	λειτουργώ
λειτουργείσαι	=	λειτουργώ
λειτουργείστε	=	λειτουργώ
λειτουργείται	=	λειτουργώ
λειτουργείτε	=	λειτουργώ
λειτουργεσμένος	=	λειτουργώ
λειτουργεστήκαμε	=	λειτουργώ
λειτουργεστήκαν	=	λειτουργώ
λειτουργεστήκανε	=	λειτουργώ
λειτουργεστήκατε	=	λειτουργώ
λειτουργεστεί	=	λειτουργώ
λειτουργεστείτε	=	λειτουργώ
λειτουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λειτούργημα
λειτουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργημένο
λειτουργημένε	verb	κλητική ενικού του λειτουργημένος
λειτουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργημένη
λειτουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειτουργημένος
λειτουργημένης	verb	γενική ενικού του λειτουργημένη
λειτουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του λειτουργημένος
λειτουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειτουργημένος
λειτουργημένος	verb	που έχει παραστεί στη Θεία Λειτουργία
λειτουργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λειτουργημένος
λειτουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λειτουργημένος
λειτουργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λειτουργημένος
λειτουργιά	noun|vulgar	το πρόσφορο, ψωμί σφραγισμένο με συμβολική παράσταση που παρασκευάζουν οι πιστοί και αποτελεί τη συνεισφορά τους στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας
λειτουργιάς	noun	γενική ενικού του λειτουργιά
λειτουργιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λειτουργώ
λειτουργιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργιά
λειτουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργικό
λειτουργικέ	adj	κλητική ενικού του λειτουργικός
λειτουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργική
λειτουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειτουργικός
λειτουργικής	adj	γενική ενικού του λειτουργική
λειτουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειτουργικός
λειτουργικοποίηση	noun	η διατύπωση λειτουργικών ορισμών για έννοιες και η ανάπτυξη συγκεκριμένων ερευνητικών διαδικασιών που θα ποσοτικοποιούν ή θα προσδιορίζουν τις έννοιες
λειτουργικοποίησης	=	λειτουργικοποίηση
λειτουργικοποιήσεις	=	λειτουργικοποίηση
λειτουργικοποιήσεων	=	λειτουργικοποίηση
λειτουργικοτήτων	=	λειτουργικότητα
λειτουργικού	adj	γενική ενικού του λειτουργικός
λειτουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λειτουργικός
λειτουργικό	adj	αιτιατική ενικού του λειτουργικός
λειτουργικός	adj	που αναφέρεται στη λειτουργία
λειτουργικότερα	=	λειτουργικός
λειτουργικότερε	=	λειτουργικός
λειτουργικότερες	=	λειτουργικός
λειτουργικότερη	=	λειτουργικός
λειτουργικότερης	=	λειτουργικός
λειτουργικότερο	=	λειτουργικός
λειτουργικότεροι	=	λειτουργικός
λειτουργικότερος	=	λειτουργικός
λειτουργικότερου	=	λειτουργικός
λειτουργικότερους	=	λειτουργικός
λειτουργικότερων	=	λειτουργικός
λειτουργικότης	noun	λειτουργικότητα
λειτουργικότητα	noun	η ιδιότητα του λειτουργικού
λειτουργικότητας	noun	γενική ενικού του λειτουργικότητα
λειτουργικότητε	=	λειτουργικός
λειτουργικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειτουργικότητα
λειτουργικότητη	=	λειτουργικός
λειτουργικότητης	=	λειτουργικός
λειτουργικότητο	=	λειτουργικός
λειτουργικότητοι	=	λειτουργικός
λειτουργικότητος	=	λειτουργικός
λειτουργικότητου	=	λειτουργικός
λειτουργικότητους	=	λειτουργικός
λειτουργικότητων	=	λειτουργικός
λειτουργικών	adj	γενική πληθυντικού του λειτουργικός
λειτουργισμέ	noun	κλητική ενικού του λειτουργισμός
λειτουργισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειτουργισμός
λειτουργισμού	noun	γενική ενικού του λειτουργισμός
λειτουργισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λειτουργισμός
λειτουργισμό	noun	αιτιατική ενικού του λειτουργισμός
λειτουργισμός	noun	συνώνυμο του φονξιοναλισμός
λειτουργισμών	noun	γενική πληθυντικού του λειτουργισμός
λειτουργιστές	=	λειτουργιστής
λειτουργιστή	=	λειτουργιστής
λειτουργιστής	noun	οπαδός του λειτουργισμού
λειτουργιστών	=	λειτουργιστής
λειτουργιών	noun	γενική πληθυντικού του λειτουργία
λειτουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειτουργός
λειτουργοποίηση	noun	το να καταστεί κάτι λειτουργικό
λειτουργοποίησης	=	λειτουργοποίηση
λειτουργοποιήσεις	=	λειτουργοποίηση
λειτουργοποιήσεων	=	λειτουργοποίηση
λειτουργού	noun	γενική ενικού του λειτουργός
λειτουργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λειτουργώ
λειτουργούμασταν	=	λειτουργώ
λειτουργούμαστε	=	λειτουργώ
λειτουργούμε	=	λειτουργώ
λειτουργούμουν	=	λειτουργώ
λειτουργούν	=	λειτουργώ
λειτουργούνε	=	λειτουργώ
λειτουργούνται	=	λειτουργώ
λειτουργούνταν	=	λειτουργώ
λειτουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λειτουργός
λειτουργούσα	=	λειτουργώ
λειτουργούσαμε	=	λειτουργώ
λειτουργούσαν	=	λειτουργώ
λειτουργούσανε	=	λειτουργώ
λειτουργούσασταν	=	λειτουργώ
λειτουργούσαστε	=	λειτουργώ
λειτουργούσατε	=	λειτουργώ
λειτουργούσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του λειτουργώ
λειτουργούσες	=	λειτουργώ
λειτουργούσουν	=	λειτουργώ
λειτουργό	noun	αιτιατική ενικού του λειτουργός
λειτουργός	noun	ο επαγγελματίας, αυτός που επιτελεί ένα δημόσιο λειτούργημα (δηλαδή: επάγγελμα), που προσφέρει επαγγελματικά ένα έργο μεγάλης αξίας για το κοινωνικό σύνολο
λειτουργώ	verb	εκτελώ τό έργο για το οποίο είμαι κατασκευασμένος ή προορισμένος
λειτουργών	noun	γενική πληθυντικού του λειτουργός
λειτουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λειτουργώ
λειτούργει	=	λειτουργώ
λειτούργεσα	=	λειτουργώ
λειτούργεσαν	=	λειτουργώ
λειτούργεσε	=	λειτουργώ
λειτούργεσες	=	λειτουργώ
λειτούργημα	noun	υπηρεσία που γίνεται προς χάρη του λαού ή της πολιτείας
λειτούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειτούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειτουργώ
λειχήνα	noun	συνδυασμός από φύκια και μύκητες που εμφανίζεται επάνω σε δέντρα ή άλλα φυτά
λειχήνας	noun	άλλη μορφή του λειχήνα
λειχήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειχήνα
λειχήνιαζα	=	λειχηνιάζω
λειχήνιαζαν	=	λειχηνιάζω
λειχήνιαζε	=	λειχηνιάζω
λειχήνιαζες	=	λειχηνιάζω
λειχήνιασα	=	λειχηνιάζω
λειχήνιασαν	=	λειχηνιάζω
λειχήνιασε	=	λειχηνιάζω
λειχήνιασες	=	λειχηνιάζω
λειχήνων	=	λειχήνας
λειχήνωση	noun	η εμφάνιση λειχήνων / εξανθημάτων στο δέρμα
λειχήνωσης	=	λειχήνωση
λειχηνιάζαμε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζαν	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζανε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζατε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζει	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζεις	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζετε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζοντας	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζουμε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζουν	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζουνε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάζω	verb|vulgar	εμφανίζω στο δέρμα λειχήνες
λειχηνιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειχηνιάρης
λειχηνιάρας	=	λειχηνιάρης
λειχηνιάρες	=	λειχηνιάρης
λειχηνιάρη	noun	λειχηνιάρης, στη γενική του ενικού
λειχηνιάρηδες	noun	λειχηνιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
λειχηνιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του λειχηνιάρης
λειχηνιάρης	adj	που έχει λειχήνες στο δέρμα
λειχηνιάρικα	=	λειχηνιάρης
λειχηνιάρικο	=	λειχηνιάρης
λειχηνιάρικου	=	λειχηνιάρης
λειχηνιάρικων	=	λειχηνιάρης
λειχηνιάσαμε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάσαν	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάσανε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάσατε	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάσει	=	λειχηνιάζω
λειχηνιάστε	=	λειχηνιάζω
λειχηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειχηνικό
λειχηνικέ	adj	κλητική ενικού του λειχηνικός
λειχηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειχηνική
λειχηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειχηνικός
λειχηνικής	adj	γενική ενικού του λειχηνική
λειχηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειχηνικός
λειχηνικού	adj	γενική ενικού του λειχηνικός
λειχηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λειχηνικός
λειχηνικό	adj	αιτιατική ενικού του λειχηνικός
λειχηνικός	adj	που έχει σχέση με λειχήνες (δερματικά εξανθήματα) ή αναφέρεται σ' αυτές
λειχηνικών	adj	γενική πληθυντικού του λειχηνικός
λειχηνοειδές	=	λειχηνοειδής
λειχηνοειδή	=	λειχηνοειδής
λειχηνοειδής	adj	άλλη μορφή του λειχηνόμορφος
λειχηνοειδείς	=	λειχηνοειδής
λειχηνοειδες	=	λειχηνοειδής
λειχηνοειδης	=	λειχηνοειδής
λειχηνοειδούς	=	λειχηνοειδής
λειχηνοειδών	=	λειχηνοειδής
λειχηνόμορφα	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφε	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφες	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφη	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφης	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφο	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφοι	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφος	adj	που μοιάζει με λειχήνα, που έχει τέτοια μορφή
λειχηνόμορφου	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφους	=	λειχηνόμορφος
λειχηνόμορφων	=	λειχηνόμορφος
λειχηνών	noun	γενική πληθυντικού του λειχήνα
λειχηνώσεις	=	λειχήνωση
λειχηνώσεων	=	λειχήνωση
λειχουδευμένος	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευτήκαμε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευτήκαν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευτήκανε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευτήκατε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευτεί	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευτείτε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόμασταν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόμαστε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόμουν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόμουνα	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόντουσαν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόσασταν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόσαστε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόσουν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόσουνα	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευόταν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδευότανε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύεσαι	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύεστε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύεται	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύομαι	verb	άλλη γραφή του λιχουδεύομαι
λειχουδεύονται	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύονταν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύου	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύσου	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύτηκα	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύτηκαν	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύτηκε	=	λειχουδεύομαι
λειχουδεύτηκες	=	λειχουδεύομαι
λειχούδα	=	λειχούδης
λειχούδας	=	λειχούδης
λειχούδες	=	λειχούδης
λειχούδη	=	λειχούδης
λειχούδηδες	=	λειχούδης
λειχούδηδων	=	λειχούδης
λειχούδης	noun	ετυμολογική γραφή του λιχούδης	adj	ετυμολογική γραφή του λιχούδης
λειχούδικα	=	λειχούδης
λειχούδικο	=	λειχούδης
λειχούδικου	=	λειχούδης
λειχούδικων	=	λειχούδης
λειψά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειψό	adv	με λειψό τρόπο
λειψάνου	=	λείψανο
λειψάνων	=	λείψανο
λειψέ	adj	κλητική ενικού του λειψός
λειψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειψή
λειψή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειψός
λειψής	adj	γενική ενικού του λειψή
λειψανάβατα	=	λειψανάβατος
λειψανάβατε	=	λειψανάβατος
λειψανάβατες	=	λειψανάβατος
λειψανάβατη	=	λειψανάβατος
λειψανάβατης	=	λειψανάβατος
λειψανάβατο	=	λειψανάβατος
λειψανάβατοι	=	λειψανάβατος
λειψανάβατος	adj|dated	άλλη μορφή του λειπανάβατος
λειψανάβατου	=	λειψανάβατος
λειψανάβατους	=	λειψανάβατος
λειψανάβατων	=	λειψανάβατος
λειψανδρία	noun	η έλλειψη ανδρών σε έναν πληθυσμό, όπως συμβαίνει π.χ. στα μετόπισθεν σε περίοδο πολέμου
λειψανδρίας	noun	γενική ενικού του λειψανδρία
λειψανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειψανδρία
λειψανδριών	noun	γενική πληθυντικού του λειψανδρία
λειψανοθήκες	=	λειψανοθήκη
λειψανοθήκη	noun	η θήκη στην οποία τοποθετούνται τα λείψανα ενός νεκρού (ιδίως ενός που θεωρείται άγιος) μετά την εκταφή του
λειψανοθήκης	=	λειψανοθήκη
λειψανοθηκών	=	λειψανοθήκη
λειψερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λειψερός	adv	με λειψερό τρόπο
λειψερέ	adj	κλητική ενικού του λειψερός
λειψερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειψερή
λειψερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειψερός
λειψερής	adj	γενική ενικού του λειψερή
λειψεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειψερός
λειψερού	adj	γενική ενικού του λειψερός
λειψερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λειψερός
λειψερό	adj	αιτιατική ενικού του λειψερός
λειψερός	adj	που έχει ελαττώματα, ο ελαττωματικός
λειψερών	adj	γενική πληθυντικού του λειψερός
λειψιωτών	=	λειψιώτης
λειψιώτες	=	λειψιώτης
λειψιώτη	=	λειψιώτης
λειψιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τους Λειψούς.
λειψιώτισσα	=	λειψιώτης
λειψοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειψός
λειψοφεγγαριά	noun	η χάση του φεγγαριού
λειψοφεγγαριάς	=	λειψοφεγγαριά
λειψοφεγγαριές	=	λειψοφεγγαριά
λειψοφεγγαριών	=	λειψοφεγγαριά
λειψού	adj	γενική ενικού του λειψός
λειψούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λειψός
λειψυδρία	noun	η έλλειψη νερού, πχ λόγω παρατεταμένης ανομβρίας
λειψυδρίας	noun	γενική ενικού του λειψυδρία
λειψυδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειψυδρία
λειψυδριών	noun	γενική πληθυντικού του λειψυδρία
λειψό	adj	αιτιατική ενικού του λειψός
λειψός	adj	που του λείπει κάτι, που δεν είναι άρτιος ή ολοκληρωμένος ή πλήρως λειτουργικός
λειψών	adj	γενική πληθυντικού του λειψός
λειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειωμένο
λειωμένε	verb	κλητική ενικού του λειωμένος
λειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λειωμένη
λειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λειωμένος
λειωμένης	verb	γενική ενικού του λειωμένη
λειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λειωμένος
λειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λειωμένος
λειωμένος	verb	λιωμένος
λειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λειωμένος
λειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λειωμένος
λειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λειωμένος
λειόκαννο	noun	είδος επιχειρησιακού όπλου (κυνηγιού, αυτοάμυνας ή ασφάλειας χώρου) το οποίο μπορεί να είναι μονόκαννο ή δίκαννο, επαναληπτικό ή αυτόματο μικρής ή μεσαίας εμβέλειας και διασποράς σκαγιών όσο ο στόχος απομακρύνεται και εστιασμένης φονικότητας (δηλαδή φονικότητα αντιστρόφως ανάλογη της απόστασης - μικρή απόσταση μεγάλη φονικότητα και τραύματα)
λειότητα	noun	η ιδιότητα του λείου, η ομαλότητα μιας επιφάνειας
λειότητας	=	λειότητα
λειότητες	=	λειότητα
λειών	=	λεία
λειώναμε	=	λειώνω
λειώναν	=	λειώνω
λειώνανε	=	λειώνω
λειώνατε	=	λειώνω
λειώνε	=	λειώνω
λειώνει	=	λειώνω
λειώνεις	=	λειώνω
λειώνετε	=	λειώνω
λειώνομε	=	λειώνω
λειώνοντας	=	λειώνω
λειώνουμε	=	λειώνω
λειώνουν	=	λειώνω
λειώνουνε	=	λειώνω
λειώνω	verb	άλλη γραφή του λιώνω
λειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσαν	=	λειώνω
λειώσανε	=	λειώνω
λειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσομε	=	λειώνω
λειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσουνε	=	λειώνω
λειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λειώνω
λεκ	noun	το εθνικό νόμισμα της Αλβανίας
λεκάνες	=	λεκάνη
λεκάνη	noun	ανοιχτό φαρδύ δοχείο με επίπεδη βάση από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το άπλωμα των ρούχων, μεταφορά νερού, ζύμωμα και άλλες δουλειές του νοικοκυριού
λεκάνης	=	λεκάνη
λεκέ	=	λεκές
λεκέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκές
λεκέδων	=	λεκές
λεκές	noun	κηλίδα που σχηματίζεται σε κάτι που λερώθηκε, π.χ. σε ένα ρούχο
λεκίθου	=	λέκιθος
λεκίθους	=	λέκιθος
λεκίθων	=	λέκιθος
λεκανάκι	noun	μικρή λεκάνη
λεκανάκια	=	λεκανάκι
λεκανίτσα	noun	μικρή λεκάνη
λεκανίτσας	=	λεκανίτσα
λεκανίτσες	=	λεκανίτσα
λεκανοΐμπρικα	=	λεκανοΐμπρικο
λεκανοΐμπρικο	noun	συνώνυμο του λεγενόμπρικο
λεκανοΐμπρικου	=	λεκανοΐμπρικο
λεκανοΐμπρικων	=	λεκανοΐμπρικο
λεκανοειδές	=	λεκανοειδής
λεκανοειδή	=	λεκανοειδής
λεκανοειδής	adj	που η μορφή του μοιάζει με λεκάνη
λεκανοειδείς	=	λεκανοειδής
λεκανοειδούς	=	λεκανοειδής
λεκανοειδών	=	λεκανοειδής
λεκανοπέδια	=	λεκανοπέδιο
λεκανοπέδιο	noun	πεδιάδα που περιβάλλεται από βουνά, ώστε το ανάγλυφο του εδάφους να αποκτά το σχήμα λεκάνης
λεκανοπέδιου	=	λεκανοπέδιο
λεκανοπεδίου	=	λεκανοπέδιο
λεκανοπεδίων	=	λεκανοπέδιο
λεκανών	=	λεκάνη
λεκατσόροκα	noun	ειδικού τύπου ρόκα για το γνέσιμο του λιναριού στον αργαλειό
λεκατσόροκας	noun	γενική ενικού του λεκατσόροκα
λεκατσόροκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκατσόροκα
λεκιάζαμε	=	λεκιάζω
λεκιάζαν	=	λεκιάζω
λεκιάζανε	=	λεκιάζω
λεκιάζατε	=	λεκιάζω
λεκιάζε	=	λεκιάζω
λεκιάζει	=	λεκιάζω
λεκιάζεις	=	λεκιάζω
λεκιάζεσαι	=	λεκιάζω
λεκιάζεστε	=	λεκιάζω
λεκιάζεται	=	λεκιάζω
λεκιάζετε	=	λεκιάζω
λεκιάζομαι	=	λεκιάζω
λεκιάζομε	=	λεκιάζω
λεκιάζονται	=	λεκιάζω
λεκιάζονταν	=	λεκιάζω
λεκιάζοντας	=	λεκιάζω
λεκιάζουμε	=	λεκιάζω
λεκιάζουν	=	λεκιάζω
λεκιάζουνε	=	λεκιάζω
λεκιάζω	verb	λερώνω, κάνω λεκέδες
λεκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσαν	=	λεκιάζω
λεκιάσανε	=	λεκιάζω
λεκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσε	=	λεκιάζω
λεκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέκιασμα
λεκιάσματος	noun	γενική ενικού του λέκιασμα
λεκιάσομε	=	λεκιάζω
λεκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάσουνε	=	λεκιάζω
λεκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιάστηκα	=	λεκιάζω
λεκιάστηκαν	=	λεκιάζω
λεκιάστηκε	=	λεκιάζω
λεκιάστηκες	=	λεκιάζω
λεκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεκιάζω
λεκιαζόμασταν	=	λεκιάζω
λεκιαζόμαστε	=	λεκιάζω
λεκιαζόμουν	=	λεκιάζω
λεκιαζόμουνα	=	λεκιάζω
λεκιαζόντουσαν	=	λεκιάζω
λεκιαζόσασταν	=	λεκιάζω
λεκιαζόσαστε	=	λεκιάζω
λεκιαζόσουν	=	λεκιάζω
λεκιαζόσουνα	=	λεκιάζω
λεκιαζόταν	=	λεκιάζω
λεκιαζότανε	=	λεκιάζω
λεκιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λέκιασμα
λεκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκιασμένο
λεκιασμένε	verb	κλητική ενικού του λεκιασμένος
λεκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκιασμένη
λεκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεκιασμένος
λεκιασμένης	verb	γενική ενικού του λεκιασμένη
λεκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λεκιασμένος
λεκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεκιασμένος
λεκιασμένος	=	λεκιάζω
λεκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεκιασμένος
λεκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεκιασμένος
λεκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεκιασμένος
λεκιαστήκαμε	=	λεκιάζω
λεκιαστήκαν	=	λεκιάζω
λεκιαστήκανε	=	λεκιάζω
λεκιαστήκατε	=	λεκιάζω
λεκιαστεί	=	λεκιάζω
λεκιαστείς	=	λεκιάζω
λεκιαστείτε	=	λεκιάζω
λεκιαστούμε	=	λεκιάζω
λεκιαστούν	=	λεκιάζω
λεκιαστούνε	=	λεκιάζω
λεκιαστώ	=	λεκιάζω
λεκιθίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκιθίνη
λεκιθίνη	noun	φωσφορούχος ουσία που βρίσκεται στη λέκιθο ενός αβγού κ.α.
λεκιθίνης	=	λεκιθίνη
λεκιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκιθικό
λεκιθικέ	adj	κλητική ενικού του λεκιθικός
λεκιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκιθική
λεκιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεκιθικός
λεκιθικής	adj	γενική ενικού του λεκιθική
λεκιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεκιθικός
λεκιθικού	adj	γενική ενικού του λεκιθικός
λεκιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεκιθικός
λεκιθικό	adj	αιτιατική ενικού του λεκιθικός
λεκιθικός	adj	που έχει σχέση με την λέκιθο, βρίσκεται σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
λεκιθικών	adj	γενική πληθυντικού του λεκιθικός
λεκιθινάσες	=	λεκιθινάση
λεκιθινάση	noun	ένζυμο που υδρολύει τις λεκιθίνες κατά τη διαδικασία της πέψης
λεκιθινάσης	=	λεκιθινάση
λεκιθινασών	=	λεκιθινάση
λεκιθινών	=	λεκιθίνη
λεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκτικό	adv	με το λόγο
λεκτικέ	adj	κλητική ενικού του λεκτικός
λεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκτική
λεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεκτικός
λεκτικής	adj	γενική ενικού του λεκτική
λεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεκτικός
λεκτικού	adj	γενική ενικού του λεκτικός
λεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεκτικός
λεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του λεκτικός
λεκτικός	adj	αποτελούμενος από λέξεις
λεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του λεκτικός
λεκτικώς	adv|dated	λεκτικά
λεκτορισσών	noun	γενική πληθυντικού του λεκτόρισσα
λεκτόρισσα	noun	θηλυκό του λέκτορας
λεκτόρισσας	noun	γενική ενικού του λεκτόρισσα
λεκτόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεκτόρισσα
λεκτόρων	=	λέκτορας
λελέ	=	λελές
λελέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λελές
λελέδων	=	λελές
λελέκι	noun	ο πελαργός
λελέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λελέκι
λελέκων	=	λέλεκας
λελές	noun	νεαρός από πλούσια οικογένεια με λεπτή συμπεριφορά καλομαθημένου ατόμου
λελεκιού	=	λελέκι
λελεκιών	=	λελέκι
λελεκοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λελεκοφωλιά
λελογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λελογισμένο
λελογισμένε	verb	κλητική ενικού του λελογισμένος
λελογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λελογισμένη
λελογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λελογισμένος
λελογισμένης	verb	γενική ενικού του λελογισμένη
λελογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λελογισμένος
λελογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λελογισμένος
λελογισμένος	verb	που γίνεται με λογική σκέψη, λογικός, όχι υπέρμετρος
λελογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λελογισμένος
λελογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λελογισμένος
λελογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λελογισμένος
λελουδιού	=	λελούδι
λελουδιών	=	λελούδι
λελούδι	noun|vulgar	άλλη μορφή του λουλούδι
λελούδια	=	λελούδι
λελυμένος	=	λύω
λεμέ	=	λεμές
λεμέδες	=	λεμές
λεμέδων	=	λεμές
λεμέντο	noun	παράπονο, μεμψιμοιρία
λεμές	noun	άλλη μορφή του ελεμές
λεμβάρχου	=	λέμβαρχος
λεμβάρχους	=	λέμβαρχος
λεμβάρχων	=	λέμβαρχος
λεμβοδρομία	noun	αγώνας ταχύτητας μεταξύ λέμβων (που κινούνται με κουπιά ή πανιά ή μηχανοκίνητων ταχύπλοων σκαφών)
λεμβοδρομίας	noun	γενική ενικού του λεμβοδρομία
λεμβοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμβοδρομία
λεμβοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του λεμβοδρομία
λεμβολογίου	=	λεμβολόγιο
λεμβολογίων	=	λεμβολόγιο
λεμβολόγια	=	λεμβολόγιο
λεμβολόγιο	noun	κατάλογος με μικρότερα σκάφη στον οποίο εγγράφονται όταν ελλιμενίζονται σε κάποιο λιμάνι
λεμβολόγιου	=	λεμβολόγιο
λεμβολόγιων	=	λεμβολόγιο
λεμβουχικά	noun|vulgar	το κόμιστρο που καταβάλεται σε λεμβούχο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λεμβουχικός
λεμβουχικέ	adj	κλητική ενικού του λεμβουχικός
λεμβουχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμβουχική
λεμβουχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμβουχικός
λεμβουχικής	adj	γενική ενικού του λεμβουχική
λεμβουχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμβουχικός
λεμβουχικού	adj	γενική ενικού του λεμβουχικός
λεμβουχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεμβουχικός
λεμβουχικό	adj	αιτιατική ενικού του λεμβουχικός
λεμβουχικός	adj	που έχει σχέση με λεμβούχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λεμβουχικών	adj	γενική πληθυντικού του λεμβουχικός
λεμβούχε	noun	κλητική ενικού του λεμβούχος
λεμβούχο	noun	αιτιατική ενικού του λεμβούχος
λεμβούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμβούχος
λεμβούχος	noun	ιδιοκτήτης ή οδηγός μιας λέμβου
λεμβούχου	noun	γενική ενικού του λεμβούχος
λεμβούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεμβούχος
λεμβούχων	noun	γενική πληθυντικού του λεμβούχος
λεμβωδία	noun|formal	η βαρκαρόλα
λεμβωδίας	=	λεμβωδία
λεμβωδίες	=	λεμβωδία
λεμβωδιών	=	λεμβωδία
λεμβών	noun	γενική πληθυντικού του λέμβος
λεμονάδα	noun	δροσιστικό αναψυκτικό από χυμό λεμονιού (με ή χωρίς ζάχαρη)
λεμονάδας	=	λεμονάδα
λεμονάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονάδα
λεμονάδικα	=	λεμονάδικο
λεμονάδικο	noun	κατάστημα που πουλάει λεμόνια
λεμονάδικου	=	λεμονάδικο
λεμονάδικων	=	λεμονάδικο
λεμονάδων	=	λεμονάδα
λεμονάκι	noun	το μικρό λεμόνι
λεμονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονάκι
λεμονάνθι	noun	άλλη μορφή του λεμονανθός
λεμονάνθια	=	λεμονάνθι
λεμονάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονάτο
λεμονάτε	adj	κλητική ενικού του λεμονάτος
λεμονάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονάτη
λεμονάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμονάτος
λεμονάτης	adj	γενική ενικού του λεμονάτη
λεμονάτο	adj	αιτιατική ενικού του λεμονάτος
λεμονάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμονάτος
λεμονάτος	adj	αυτός που φέρεται ή παρασκευάζεται με λεμόνι
λεμονάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεμονάτος
λεμονάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεμονάτος
λεμονάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεμονάτος
λεμονή	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεμονής
λεμονής	adj	που έχει το χρώμα του λεμονιού, το λεμονί
λεμονί	noun	το κίτρινο χρώμα· το χρώμα του λεμονιού	adj	άκλιτος τύπος του λεμονής για όλα τα γένη
λεμονίτα	noun	αεριούχος λεμονάδα που περιέχει τουλάχιστον μια μικρή ποσότητα από χυμό λεμονιού, σε αντίθεση με την απλή λεμονάδα που πιθανόν να περιέχει μόνο εκχύλισμα ή άρωμα λεμονιού
λεμονίτας	=	λεμονίτα
λεμονίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονίτα
λεμοναδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμοναδίτσα
λεμονανθέ	noun	κλητική ενικού του λεμονανθός
λεμονανθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμονανθός
λεμονανθού	noun	γενική ενικού του λεμονανθός
λεμονανθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεμονανθός
λεμονανθό	noun	αιτιατική ενικού του λεμονανθός
λεμονανθός	noun	το άνθος της λεμονιάς
λεμονανθών	noun	γενική πληθυντικού του λεμονανθός
λεμονιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμονής	noun	αειθαλές οπωροφόρο δέντρο (λατινικό όνομα Citrus limon) με ελλειψοειδή φύλλα και άνθη με άσπρα πέταλα, το οποίο κατάγεται από την Ασία και παράγει τον καρπό λεμόνι
λεμονιάς	noun	γενική ενικού του λεμονιά
λεμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονιά
λεμονιοί	=	λεμονής
λεμονιού	noun	γενική ενικού του λεμόνι	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεμονής
λεμονιούς	=	λεμονής
λεμονιτών	=	λεμονίτα
λεμονιών	=	λεμόνι
λεμονοδάση	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονόδασος
λεμονοδάσος	noun	δάσος με κυριότερο δέντρο τη λεμονιά
λεμονοδάσους	=	λεμονοδάσος
λεμονοδασών	=	λεμονοδάσος
λεμονοθύμαρα	=	λεμονοθύμαρο
λεμονοθύμαρο	noun	πολυετής, αειθαλής, αρωματικός θάμνος που ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Lamiaceae) (Thymus citriodorus)
λεμονοθύμαρου	=	λεμονοθύμαρο
λεμονοθύμαρων	=	λεμονοθύμαρο
λεμονοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του λεμονόπιτα
λεμονοστίφτες	=	λεμονοστίφτης
λεμονοστίφτη	=	λεμονοστίφτης
λεμονοστίφτης	noun	άλλη γραφή του λεμονοστύφτης
λεμονοστείφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονοστείφτης
λεμονοστείφτη	=	λεμονοστείφτης
λεμονοστείφτης	noun	ετυμολογική γραφή του λεμονοστύφτης
λεμονοστειφτών	=	λεμονοστείφτης
λεμονοστιφτών	=	λεμονοστίφτης
λεμονοστυφτών	=	λεμονοστύφτης
λεμονοστύφτες	=	λεμονοστύφτης
λεμονοστύφτη	=	λεμονοστύφτης
λεμονοστύφτης	noun	σκεύος για το στύψιμο λεμονιών, αλλά και άλλων φρούτων
λεμοντσέλα	=	λεμοντσέλο
λεμοντσέλο	noun	άλλη μορφή του λιμοντσέλο
λεμοντσέλου	=	λεμοντσέλο
λεμοντσέλων	=	λεμοντσέλο
λεμονόδασος	noun	άλλη μορφή του λεμονοδάσος
λεμονόκουπα	noun	το ένα από τα δύο μέρη ενός κομμένου στην μέση λεμονιού
λεμονόκουπας	noun	γενική ενικού του λεμονόκουπα
λεμονόκουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονόκουπα
λεμονόπιτα	noun	τούρτα με κύριο συστατικό το λεμόνι
λεμονόπιτας	noun	γενική ενικού του λεμονόπιτα
λεμονόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονόπιτα
λεμονόφλουδα	noun	φλούδα από λεμόνι
λεμονόφλουδας	=	λεμονόφλουδα
λεμονόφλουδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμονόφλουδα
λεμονόφλουδων	=	λεμονόφλουδα
λεμούριε	=	λεμούριος
λεμούριο	=	λεμούριος
λεμούριοι	=	λεμούριος
λεμούριος	noun	είδος προπίθηκου στη Μαδαγασκάρη
λεμούριου	=	λεμούριος
λεμούριους	=	λεμούριος
λεμούριων	=	λεμούριος
λεμπλεμπίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμπλεμπίδι
λεμπλεμπιά	noun	τα μαλακά στραγάλια
λεμπλεμπιών	=	λεμπλεμπιά
λεμφαγγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφαγγείο
λεμφαγγείο	noun	αγγείο του λεμφικού συστήματος, μέσω του οποίου μεταφέρεται η λέμφος
λεμφαγγείου	noun	γενική ενικού του λεμφαγγείο
λεμφαγγείωμα	noun	καλοήθης όγκος στα λεμφαγγεία
λεμφαγγείων	noun	γενική πληθυντικού του λεμφαγγείο
λεμφαγγειίτιδα	noun	φλεγμονή των λεμφαγγείων
λεμφαγγειίτιδας	=	λεμφαγγειίτιδα
λεμφαγγειίτιδες	=	λεμφαγγειίτιδα
λεμφαγγειίτιδων	=	λεμφαγγειίτιδα
λεμφαγγειακά	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακέ	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακές	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακή	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακής	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακοί	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακού	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακούς	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακό	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειακός	adj	που έχει σχέση με το λεμφαγγείο ή αναφέρεται σ’ αυτό
λεμφαγγειακών	=	λεμφαγγειακός
λεμφαγγειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λεμφαγγείωμα
λεμφαγγειώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφαγγείωμα
λεμφαγγειώματος	noun	γενική ενικού του λεμφαγγείωμα
λεμφαγγειῖτις	noun	λεμφαγγειίτιδα
λεμφαγγεῖον	noun	το λεμφαγγείο
λεμφαδένα	=	λεμφαδένας
λεμφαδένας	noun	όργανο του λεμφικού συστήματος του οργανισμού που κατακρατεί τα ανεπιθύμητα για τον οργανισμό αντιγόνα που μεταφέρει η λέμφος
λεμφαδένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφαδένας
λεμφαδένων	noun	γενική πληθυντικού του λεμφαδένας
λεμφαδενίτιδα	noun	φλεγμονή των λεμφαδένων
λεμφαδενίτιδας	=	λεμφαδενίτιδα
λεμφαδενίτιδες	=	λεμφαδενίτιδα
λεμφαδενίτιδων	=	λεμφαδενίτιδα
λεμφαδενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφαδενικό
λεμφαδενικέ	adj	κλητική ενικού του λεμφαδενικός
λεμφαδενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφαδενική
λεμφαδενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμφαδενικός
λεμφαδενικής	adj	γενική ενικού του λεμφαδενική
λεμφαδενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμφαδενικός
λεμφαδενικού	adj	γενική ενικού του λεμφαδενικός
λεμφαδενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεμφαδενικός
λεμφαδενικό	adj	αιτιατική ενικού του λεμφαδενικός
λεμφαδενικός	adj	που έχει σχέση με τους λεμφαδένες ή αναφέρεται σ’ αυτούς
λεμφαδενικών	adj	γενική πληθυντικού του λεμφαδενικός
λεμφαδενοπάθεια	noun	μη φυσιολογική διόγκωση των λεμφαδένων
λεμφαδενοπάθειας	noun	γενική ενικού του λεμφαδενοπάθεια
λεμφαδενοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφαδενοπάθεια
λεμφαδενοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του λεμφαδενοπάθεια
λεμφαδενῖτις	noun	λεμφαδενίτιδα
λεμφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφατικό
λεμφατικέ	adj	κλητική ενικού του λεμφατικός
λεμφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφατική
λεμφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμφατικός
λεμφατικής	adj	γενική ενικού του λεμφατική
λεμφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμφατικός
λεμφατικού	adj	γενική ενικού του λεμφατικός
λεμφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεμφατικός
λεμφατικό	adj	αιτιατική ενικού του λεμφατικός
λεμφατικών	adj	γενική πληθυντικού του λεμφατικός
λεμφατισμέ	=	λεμφατισμός
λεμφατισμοί	=	λεμφατισμός
λεμφατισμού	=	λεμφατισμός
λεμφατισμούς	=	λεμφατισμός
λεμφατισμό	=	λεμφατισμός
λεμφατισμός	noun	ανώμαλη διόγκωση λεμφικών οργάνων ή υπερβολική ανάπτυξη του λεμφικού συστήματος
λεμφατισμών	=	λεμφατισμός
λεμφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφικό
λεμφικέ	adj	κλητική ενικού του λεμφικός
λεμφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφική
λεμφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμφικός
λεμφικής	adj	γενική ενικού του λεμφική
λεμφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμφικός
λεμφικού	adj	γενική ενικού του λεμφικός, αρσενικό
λεμφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεμφικός
λεμφικό	adj	αιτιατική ενικού του λεμφικός
λεμφικός	adj	που αναφέρεται στη λέμφο
λεμφικών	adj	γενική πληθυντικού του λεμφικός
λεμφοίδημα	noun	οίδημα που εμφανίζεται στα άνω ή κάτω άκρα (χέρια ή πόδια), λόγω κατακράτησης υγρών εξαιτίας της διαταραχής του λεμφικού συστήματος
λεμφογραφία	noun	ακτινογραφία των λεμφαδένων και των λεμφαγγείων
λεμφογραφίας	=	λεμφογραφία
λεμφογραφίες	=	λεμφογραφία
λεμφογραφιών	=	λεμφογραφία
λεμφοειδές	=	λεμφοειδής
λεμφοειδή	=	λεμφοειδής
λεμφοειδής	adj	που έχει την ίδια μορφή με τη λέμφο ή τον λεμφικό αδένα
λεμφοειδείς	=	λεμφοειδής
λεμφοειδούς	=	λεμφοειδής
λεμφοειδών	=	λεμφοειδής
λεμφοιδήματα	=	λεμφοίδημα
λεμφοιδήματος	=	λεμφοίδημα
λεμφοιδημάτων	=	λεμφοίδημα
λεμφοιδηματικά	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικέ	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικές	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματική	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικής	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικοί	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικού	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικούς	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικό	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοιδηματικός	adj	που έχει σχέση με το λεμφοίδημα ή αναφέρεται σʼ αυτό
λεμφοιδηματικών	=	λεμφοιδηματικός
λεμφοκήλες	=	λεμφοκήλη
λεμφοκήλη	noun	η εξόγκωση των λεμφικών αγγείων που οφείλεται σε παθολογικά αίτια
λεμφοκήλης	=	λεμφοκήλη
λεμφοκοκκίωμα	noun	νόσος του λεμφικού συστήματος που παρατηρείται με εξόγκωση των λεμφαδένων
λεμφοκοκκιωμάτων	=	λεμφοκοκκίωμα
λεμφοκοκκιωμάτωση	noun	πάθηση που εκδηλώνεται με διόγκωση λεμφικών ιστών
λεμφοκοκκιωμάτωσης	=	λεμφοκοκκιωμάτωση
λεμφοκοκκιωματώσεις	=	λεμφοκοκκιωμάτωση
λεμφοκοκκιωματώσεων	=	λεμφοκοκκιωμάτωση
λεμφοκοκκιώματα	=	λεμφοκοκκίωμα
λεμφοκοκκιώματος	=	λεμφοκοκκίωμα
λεμφοκυτογόνα	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνας	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνε	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνες	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνο	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνοι	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνος	adj	χαρακτηρισμός οργάνων του σώματος στα οποία γίνεται διαφοροποίηση των λεμφοκυττάρων
λεμφοκυτογόνου	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνους	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυτογόνων	=	λεμφοκυτογόνος
λεμφοκυττάρου	noun	γενική ενικού του λεμφοκύτταρο
λεμφοκυττάρων	=	λεμφοκύτταρο
λεμφοκυττάρωση	noun	η αύξηση του αριθμού των λεμφοκύτταρων στο αίμα
λεμφοκυττάρωσης	=	λεμφοκυττάρωση
λεμφοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφοκυτταρικό
λεμφοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφοκυτταρική
λεμφοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του λεμφοκυτταρική
λεμφοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταρικός	adj	αυτός που σχετίζεται με τα λεμφοκύτταρα
λεμφοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του λεμφοκυτταρικός
λεμφοκυτταροπενία	noun	παθολογική μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων στο αίμα
λεμφοκυτταροπενίας	=	λεμφοκυτταροπενία
λεμφοκυτταροπενίες	=	λεμφοκυτταροπενία
λεμφοκυτταροπενιών	=	λεμφοκυτταροπενία
λεμφοκυτταρώσεις	=	λεμφοκυττάρωση
λεμφοκυτταρώσεων	=	λεμφοκυττάρωση
λεμφοκύτταρα	=	λεμφοκύτταρο
λεμφοκύτταρο	noun	μικρό στρογγυλό κύτταρο με σφαιρικό πυρήνα, βασικό συστατικό της λέμφου
λεμφοκύτταρον	noun	λεμφοκύτταρο
λεμφοκύτταρου	=	λεμφοκύτταρο
λεμφοκύτταρων	=	λεμφοκύτταρο
λεμφολογία	noun	η μελέτη του λεμφικού συστήματος
λεμφολογίας	=	λεμφολογία
λεμφολογίες	=	λεμφολογία
λεμφολογιών	=	λεμφολογία
λεμφοπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης λέμφου (ή οργάνων λεμφικού συστήματος)
λεμφοπάθειας	noun	γενική ενικού του λεμφοπάθεια
λεμφοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμφοπάθεια
λεμφοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του λεμφοπάθεια
λεμφοπενία	noun	παθολογική μείωση του αριθμού των λεμφοκυττάρων στο αίμα
λεμφοπενίας	=	λεμφοπενία
λεμφοπενίες	=	λεμφοπενία
λεμφοπενιών	=	λεμφοπενία
λεμφοφόρα	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρας	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρε	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρες	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρο	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόροι	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρος	adj	που μεταφέρει λέμφο
λεμφοφόρου	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρους	=	λεμφοφόρος
λεμφοφόρων	=	λεμφοφόρος
λεμφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λέμφωμα
λεμφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέμφωμα
λεμφώματος	noun	γενική ενικού του λέμφωμα
λεμόνι	noun	ο καρπός της λεμονιάς
λεμόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεμόνι
λεν	=	λέω
λενινίστρια	noun	αυτή που ακολουθεί τις αρχές του λενινισμού
λενινίστριας	noun	γενική ενικού του λενινίστρια
λενινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λενινίστρια
λενινισμέ	noun	κλητική ενικού του λενινισμός
λενινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λενινισμός
λενινισμού	noun	γενική ενικού του λενινισμός
λενινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λενινισμός
λενινισμό	noun	αιτιατική ενικού του λενινισμός
λενινισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία που βασίζεται στο θεωρητικό έργο και τη δράση του Λένιν
λενινισμών	noun	γενική πληθυντικού του λενινισμός
λενινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λενινιστής
λενινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λενινιστής
λενινιστής	noun	αυτός που ακολουθεί τις αρχές του λενινισμού
λενινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λενινιστικό
λενινιστικέ	adj	κλητική ενικού του λενινιστικός
λενινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λενινιστική
λενινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λενινιστικός
λενινιστικής	adj	γενική ενικού του λενινιστική
λενινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λενινιστικός
λενινιστικού	adj	γενική ενικού του λενινιστικός
λενινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λενινιστικός
λενινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του λενινιστικός
λενινιστικός	adj	που είναι σύμφωνος με ή ακολουθεί την πολιτική θεωρία του λενινισμού
λενινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του λενινιστικός
λενινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του λενινίστρια
λενινιστών	noun	γενική πληθυντικού του λενινιστής
λεξάριθμος	noun	το νούμερο που προκύπτει από το άθροισμα τιμών των χαρακτήρων μιας λέξης, σύμφωνα με πίνακα τιμών για κάθε χαρακτήρα
λεξήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέξημα
λεξήματος	noun	γενική ενικού του λέξημα
λεξίδια	=	λεξίδιο
λεξίδιο	noun|archaic	μικρή σε έκταση λέξη, με λίγες συλλαβές ή φθόγγους
λεξίδιου	=	λεξίδιο
λεξίδιων	=	λεξίδιο
λεξημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λέξημα
λεξιδίου	=	λεξίδιο
λεξιδίων	=	λεξίδιο
λεξιθήρα	=	λεξιθήρας
λεξιθήρας	noun|formal	που αναζητεί με επιμονή λέξεις που θα εντυπωσιάσουν τον αναγνώστη / ακροατή με τη σπανιότητά τους
λεξιθήρες	=	λεξιθήρας
λεξιθήρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθήρων	=	λεξιθήρας
λεξιθηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξιθηρώ
λεξιθηρία	noun	η συνεχής αναζήτηση, το «κυνήγι», των λέξεων που θα προκαλέσουν εντύπωση στον αναγνώστη με τη σπανιότητά τους
λεξιθηρίας	noun	γενική ενικού του λεξιθηρία
λεξιθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξιθηρία
λεξιθηριών	noun	γενική πληθυντικού του λεξιθηρία
λεξιθηρώ	verb|formal	επιδίδομαι στη λεξιθηρία, αναζητώ με επιμονή εξεζητημένες λέξεις και φράσεις για να εντυπωσιάσω
λεξιθηρών	=	λεξιθήρας
λεξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικό
λεξικέ	adj	κλητική ενικού του λεξικός
λεξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξική
λεξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεξικός
λεξικής	adj	γενική ενικού του λεξική
λεξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεξικός
λεξικογράφε	noun	κλητική ενικού του λεξικογράφος
λεξικογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λεξικογραφώ
λεξικογράφησης	=	λεξικογράφηση
λεξικογράφο	noun	αιτιατική ενικού του λεξικογράφος
λεξικογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεξικογράφος
λεξικογράφος	noun	που ασχολείται με τη σύνταξη ενός λεξικού
λεξικογράφου	noun	γενική ενικού του λεξικογράφος
λεξικογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεξικογράφος
λεξικογράφων	noun	γενική πληθυντικού του λεξικογράφος
λεξικογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικογράφηση
λεξικογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήσεων	=	λεξικογράφηση
λεξικογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεξικογραφώ
λεξικογραφία	noun	η ασχολία του λεξικογράφου, η σύνταξη ενός λεξικού
λεξικογραφίας	noun	γενική ενικού του λεξικογραφία
λεξικογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφία
λεξικογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφημένο
λεξικογραφημένε	verb	κλητική ενικού του λεξικογραφημένος
λεξικογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφημένη
λεξικογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεξικογραφημένος
λεξικογραφημένης	verb	γενική ενικού του λεξικογραφημένη
λεξικογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του λεξικογραφημένος
λεξικογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφημένος
λεξικογραφημένος	verb	που έχει καταγραφεί σε λεξικό
λεξικογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεξικογραφημένος
λεξικογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεξικογραφημένος
λεξικογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεξικογραφημένος
λεξικογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφικό	adv	με λεξικογραφικό τρόπο, με τον τρόπο της λεξικογραφίας ή του λεξικογράφου
λεξικογραφικέ	adj	κλητική ενικού του λεξικογραφικός
λεξικογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφική
λεξικογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεξικογραφικός
λεξικογραφικής	adj	γενική ενικού του λεξικογραφική
λεξικογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεξικογραφικός
λεξικογραφικού	adj	γενική ενικού του λεξικογραφικός
λεξικογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεξικογραφικός
λεξικογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του λεξικογραφικός
λεξικογραφικός	adj	που αναφέρεται στη λεξικογραφία
λεξικογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του λεξικογραφικός
λεξικογραφικώς	adv|formal	άλλη μορφή του λεξικογραφικά
λεξικογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του λεξικογραφία
λεξικογραφώ	verb	ασχολούμαι με τη λεξικογραφία
λεξικολογία	noun	κλάδος της γλωσσολογίας με αντικείμενο τη μελέτης τα λεξικά στοιχεία, το λεξιλόγιο μιας γλώσσας (ως προς την προφορά, τη μορφή, τη σημασία)
λεξικολογίας	noun	γενική ενικού του λεξικολογία
λεξικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικολογία
λεξικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικολογικό
λεξικολογικέ	adj	κλητική ενικού του λεξικολογικός
λεξικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξικολογική
λεξικολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεξικολογικός
λεξικολογικής	adj	γενική ενικού του λεξικολογική
λεξικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεξικολογικός
λεξικολογικού	adj	γενική ενικού του λεξικολογικός
λεξικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεξικολογικός
λεξικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του λεξικολογικός
λεξικολογικός	adj	που έχει σχέση με την λεξικολογία ή τον λεξικολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
λεξικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του λεξικολογικός
λεξικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του λεξικολογία
λεξικοποίει	=	λεξικοποιώ
λεξικοποίησα	=	λεξικοποιώ
λεξικοποίησαν	=	λεξικοποιώ
λεξικοποίησε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποίησες	=	λεξικοποιώ
λεξικοποίηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία ένα γλωσσικό σχήμα —όπως έκφραση ή συντομογραφία— παγιώνεται στη χρήση ως ενιαίο λεξικό στοιχείο με συγκεκριμένη σημασία, ανεξάρτητα από τη συντακτική του προέλευση
λεξικοποίησης	=	λεξικοποίηση
λεξικοποιήσαμε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιήσαν	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιήσανε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιήσατε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιήσει	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιήσεις	=	λεξικοποίηση
λεξικοποιήσεων	=	λεξικοποίηση
λεξικοποιήστε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιεί	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιείς	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιείτε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούμε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούν	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούνε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσα	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσαμε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσαν	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσανε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσατε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσε	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιούσες	=	λεξικοποιώ
λεξικοποιώ	noun	μετατρέπω ένα γλωσσικό στοιχείο —όπως έκφραση ή συντομογραφία— σε καθιερωμένη λεξική μονάδα με σταθερή μορφή και σημασία μέσα στη γλώσσα
λεξικοποιώντας	=	λεξικοποιώ
λεξικού	adj	γενική ενικού του λεξικός
λεξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεξικός
λεξικό	noun	έργο (βιβλίο, ψηφιακό αρχείο ή/και ιστότοπος) που συστηματικά συγκεντρώνει και ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική ή άλλη σειρά, παρέχοντας και ποικίλες πληροφορίες (γραμματικές, συντακτικές, ερμηνευτικές, ετυμολογικές κ.λπ.)	adj	αιτιατική ενικού του λεξικός
λεξικόγραπτα	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτε	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτες	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτη	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτης	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτο	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτοι	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτος	adj	άλλη μορφή του λεξικογραφημένος
λεξικόγραπτου	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτους	=	λεξικόγραπτος
λεξικόγραπτων	=	λεξικόγραπτος
λεξικός	adj	που έχει σχέση με λέξεις, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές
λεξικών	adj	γενική πληθυντικού του λεξικός
λεξιλάγνος	noun	αυτός που αρέσκεται να χρησιμοποιεί σπάνιες ή περίεργες λέξεις ή περίπλοκες διατυπώσεις
λεξιλογίου	noun	γενική ενικού του λεξιλόγιο
λεξιλογίων	noun	γενική πληθυντικού του λεξιλόγιο
λεξιλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξιλογικό
λεξιλογικέ	adj	κλητική ενικού του λεξιλογικός
λεξιλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξιλογική
λεξιλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεξιλογικός
λεξιλογικής	adj	γενική ενικού του λεξιλογική
λεξιλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεξιλογικός
λεξιλογικού	adj	γενική ενικού του λεξιλογικός
λεξιλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεξιλογικός
λεξιλογικό	adj	αιτιατική ενικού του λεξιλογικός
λεξιλογικός	adj	που έχει σχέση με το λεξιλόγιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
λεξιλογικών	adj	γενική πληθυντικού του λεξιλογικός
λεξιλόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξιλόγιο
λεξιλόγιο	noun	το σύνολο των λέξεων μιας γλώσσας
λεξιλόγιον	noun	λεξιλόγιο
λεξιλόγιου	=	λεξιλόγιο
λεξιλόγιων	=	λεξιλόγιο
λεξιπενία	noun	η χρήση εξαιρετικά περιορισμένου, φτωχού, λεξιλογίου από άτομο ή ομάδα
λεξιπενίας	noun	γενική ενικού του λεξιπενία
λεξιπενίες	=	λεξιπενία
λεξιπενικά	=	λεξιπενικός
λεξιπενικέ	=	λεξιπενικός
λεξιπενικές	=	λεξιπενικός
λεξιπενική	=	λεξιπενικός
λεξιπενικής	=	λεξιπενικός
λεξιπενικοί	=	λεξιπενικός
λεξιπενικού	=	λεξιπενικός
λεξιπενικούς	=	λεξιπενικός
λεξιπενικό	=	λεξιπενικός
λεξιπενικός	adj|formal	που έχει σχέση με τη λεξιπενία ή αναφέρεται σʼ αυτή
λεξιπενικών	=	λεξιπενικός
λεξιπενιών	noun	γενική πληθυντικού του λεξιπενία
λεξιπλάστες	=	λεξιπλάστης
λεξιπλάστη	=	λεξιπλάστης
λεξιπλάστης	noun	ο γλωσσοπλάστης
λεξιπλασία	noun	η δημιουργία νέων λέξεων
λεξιπλασίας	noun	γενική ενικού του λεξιπλασία
λεξιπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξιπλασία
λεξιπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του λεξιπλασία
λεξιπλαστών	=	λεξιπλάστης
λεξοσύννεφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεξοσύννεφο
λεξοσύννεφο	noun	γραφική απεικόνιση ενός συνόλου λέξεων, όπου το μέγεθος ή η έμφαση καθεμιάς αποτυπώνει τη σχετική συχνότητα ή τη σημασία της μέσα σε ένα κείμενο ή σώμα κειμένων
λεξοσύννεφου	noun	γενική ενικού του λεξοσύννεφο
λεξοσύννεφων	noun	γενική πληθυντικού του λεξοσύννεφο
λεοντάρι	=	λιοντάρι
λεοντές	=	λεοντή
λεοντή	noun	το τομάρι (δέρμα) ενός λιονταριού
λεοντής	=	λεοντή
λεονταρίζω	verb|rare	επιδίδομαι σε λεονταρισμούς
λεονταρίτικα	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικε	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικες	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικη	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικης	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικο	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικοι	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Λεοντάρι ή τους κατοίκους του
λεονταρίτικου	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικους	=	λεονταρίτικος
λεονταρίτικων	=	λεονταρίτικος
λεονταρισμέ	noun	κλητική ενικού του λεονταρισμός
λεονταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεονταρισμός
λεονταρισμού	noun	γενική ενικού του λεονταρισμός
λεονταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεονταρισμός
λεονταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του λεονταρισμός
λεονταρισμός	noun	επίδειξη τόλμης για να εντυπωσιαστεί ή να φοβηθεί κάποιος
λεονταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του λεονταρισμός
λεοντείου	=	λεόντειος
λεοντείους	=	λεόντειος
λεοντείων	=	λεόντειος
λεοντιδέα	=	λεοντιδέας
λεοντιδέας	noun	το μικρό του λιονταριού, το λιονταράκι
λεοντιδέων	=	λεοντιδέας
λεοντιδέως	=	λεοντιδέας
λεοντιδείς	=	λεοντιδέας
λεοντιδεύς	noun|archaic	το μικρό του λιονταριού, το λιονταράκι, ο λεοντιδέας
λεοντοκεφαλές	=	λεοντοκεφαλή
λεοντοκεφαλή	noun	η κεφαλή λιονταριού
λεοντοκεφαλής	=	λεοντοκεφαλή
λεοντοκεφαλών	=	λεοντοκεφαλή
λεοντοκτονία	noun|formal	το σκότωμα λιονταριού
λεοντοκτονίας	=	λεοντοκτονία
λεοντοκτονίες	=	λεοντοκτονία
λεοντοκτονιών	=	λεοντοκτονία
λεοντόθυμος	adj|archaic	που έχει καρδιά, θάρρος λιονταριού
λεοντόκαρδα	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδε	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδες	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδη	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδης	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδο	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδοι	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδος	adj	που έχει καρδιά λιονταριού, γενναίος, ατρόμητος
λεοντόκαρδου	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδους	=	λεοντόκαρδος
λεοντόκαρδων	=	λεοντόκαρδος
λεοντόμορφα	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφε	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφες	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφη	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφης	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφο	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφοι	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφος	adj	που μοιάζει με λιοντάρι, επιβλητικός
λεοντόμορφου	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφους	=	λεοντόμορφος
λεοντόμορφων	=	λεοντόμορφος
λεοντόψαρα	=	λεοντόψαρο
λεοντόψαρο	noun	δηλητηριώδες ψάρι που μπορεί να καταναλωθεί υπό προϋποθέσεις από τον άνθρωπο και έχει μεταναστεύσει στη Μεσόγειο θάλασσα μέσω της διώρυγας του Σουέζ (Pterois miles)
λεοντόψαρου	=	λεοντόψαρο
λεοντόψαρων	=	λεοντόψαρο
λεοντών	=	λεοντή
λεοπάρ	noun	ρούχο το οποίο έχει ως χρώμα το μοτίβο του τριχώματος της λεοπάρδαλης
λεοπάρδαλη	noun	σαρκοβόρο θηλαστικό ζώο (επιστημονικό όνομα: Panthera pardus - Πάνθηρ ο πάρδος) που ανήκει στα αιλουροειδή
λεοπάρδαλης	noun	γενική ενικού του λεοπάρδαλη
λεοπάρδου	=	λεόπαρδος
λεοπάρδους	=	λεόπαρδος
λεοπάρδων	=	λεόπαρδος
λεοπαρδάλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεοπάρδαλη
λεοπαρδάλεων	noun	γενική πληθυντικού του λεοπάρδαλη
λεοπαρδάλεως	noun|formal	γενική ενικού του λεοπάρδαλη
λεπά	abbrev	άλλη γραφή του ΛεΠά
λεπίδα	noun	το έλασμα κοφτερού οργάνου
λεπίδας	noun	γενική ενικού του λεπίδα
λεπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπίδα
λεπίδι	noun	η λεπίδα, το κοφτερό μεταλλικό έλασμα μαχαιριού ή σπαθιού
λεπίδια	=	λεπίδι
λεπίδιο	noun	μικρολιθικό εργαλείο, μικρολεπίδα, όπως οι λεπίδες της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου
λεπίδιου	=	λεπίδιο
λεπίδων	noun	γενική πληθυντικού του λεπίδα
λεπα	abbrev	άλλη γραφή του ΛεΠά
λεπιδίου	=	λεπίδιο
λεπιδίων	=	λεπίδιο
λεπιδιού	=	λεπίδι
λεπιδιών	=	λεπίδι
λεπιδοφόρα	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρας	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρε	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρες	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρο	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόροι	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρος	adj	αυτός που φέρει λεπίδα ή λεπίδες
λεπιδοφόρου	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρους	=	λεπιδοφόρος
λεπιδοφόρων	=	λεπιδοφόρος
λεπιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπιδωτό
λεπιδωτέ	adj	κλητική ενικού του λεπιδωτός
λεπιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπιδωτή
λεπιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπιδωτός
λεπιδωτής	adj	γενική ενικού του λεπιδωτή
λεπιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπιδωτός
λεπιδωτού	adj	γενική ενικού του λεπιδωτός
λεπιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπιδωτός
λεπιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του λεπιδωτός
λεπιδωτός	adj	που το σώμα του καλύπτεται με λέπια
λεπιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του λεπιδωτός
λεπιδόπτερο	noun|rare	ενικός αριθμός τού λεπιδόπτερα
λεπιδόσχημα	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημε	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημες	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημη	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημης	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημο	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημοι	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημος	adj	που έχει σχήμα λεπίδας
λεπιδόσχημου	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημους	=	λεπιδόσχημος
λεπιδόσχημων	=	λεπιδόσχημος
λεπιού	=	λέπι
λεπιών	=	λέπι
λεπρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρό
λεπρέ	adj	κλητική ενικού του λεπρός
λεπρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρή
λεπρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπρός
λεπρής	adj	γενική ενικού του λεπρή
λεπρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρικό
λεπρικέ	adj	κλητική ενικού του λεπρικός
λεπρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρική
λεπρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπρικός
λεπρικής	adj	γενική ενικού του λεπρική
λεπρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπρικός
λεπρικού	adj	γενική ενικού του λεπρικός
λεπρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπρικός
λεπρικό	adj	αιτιατική ενικού του λεπρικός
λεπρικών	adj	γενική πληθυντικού του λεπρικός
λεπροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπρός
λεπροκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπροκομείο
λεπροκομείο	noun	ίδρυμα όπου περιθάλπονται αυτοί που έχουν λέπρα
λεπροκομείου	noun	γενική ενικού του λεπροκομείο
λεπροκομείων	noun	γενική πληθυντικού του λεπροκομείο
λεπροκομεῖον	noun	λεπροκομείο
λεπρού	adj	γενική ενικού του λεπρός
λεπρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπρός
λεπρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρωμένο
λεπρωμένε	verb	κλητική ενικού του λεπρωμένος
λεπρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρωμένη
λεπρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπρωμένος
λεπρωμένης	verb	γενική ενικού του λεπρωμένη
λεπρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λεπρωμένος
λεπρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπρωμένος
λεπρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεπρωμένος
λεπρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεπρωμένος
λεπρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεπρωμένος
λεπρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρωτικό
λεπρωτικέ	adj	κλητική ενικού του λεπρωτικός
λεπρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπρωτική
λεπρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπρωτικός
λεπρωτικής	adj	γενική ενικού του λεπρωτική
λεπρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπρωτικός
λεπρωτικού	adj	γενική ενικού του λεπρωτικός
λεπρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπρωτικός
λεπρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του λεπρωτικός
λεπρωτικός	adj	λεπρογόνος, που προκαλεί λέπρα-λέπρωση
λεπρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του λεπρωτικός
λεπρό	adj	αιτιατική ενικού του λεπρός
λεπρός	adj	που πάσχει από λέπρα
λεπρών	adj	γενική πληθυντικού του λεπρός
λεπρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέπρωση
λεπρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του λέπρωση
λεπρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του λέπρωση
λεπτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτό
λεπτάκι	noun	υποκοριστικό του λεπτό
λεπτάκια	=	λεπτάκι
λεπτέ	adj	κλητική ενικού του λεπτός
λεπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτή
λεπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτός
λεπτής	adj	γενική ενικού του λεπτή
λεπταίναμε	=	λεπταίνω
λεπταίναν	=	λεπταίνω
λεπταίνανε	=	λεπταίνω
λεπταίνατε	=	λεπταίνω
λεπταίνει	=	λεπταίνω
λεπταίνεις	=	λεπταίνω
λεπταίνετε	=	λεπταίνω
λεπταίνοντας	=	λεπταίνω
λεπταίνουμε	=	λεπταίνω
λεπταίνουν	=	λεπταίνω
λεπταίνουνε	=	λεπταίνω
λεπταίνω	verb	κάνω (κάτι) πιο λεπτό
λεπταίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπταίσθητο
λεπταίσθητε	adj	κλητική ενικού του λεπταίσθητος
λεπταίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπταίσθητη
λεπταίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπταίσθητος
λεπταίσθητης	adj	γενική ενικού του λεπταίσθητη
λεπταίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του λεπταίσθητος
λεπταίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπταίσθητος
λεπταίσθητος	adj	αυτός που έχει λεπτά αισθήματα, που έχει τη δυνατότητα να νιώσει λεπτά αισθήματα
λεπταίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεπταίσθητος
λεπταίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπταίσθητος
λεπταίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεπταίσθητος
λεπταισθησία	noun	λεπτότητα, ευαισθησία αισθημάτων, ευγένεια
λεπταισθησίας	noun	γενική ενικού του λεπταισθησία
λεπταισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπταισθησία
λεπταισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του λεπταισθησία
λεπτεπίλεπτα	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτε	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτες	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτη	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτης	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτο	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτοι	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτος	adj	εξαιρετικά λεπτός και ευαίσθητος στις κακουχίες
λεπτεπίλεπτου	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτους	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτεπίλεπτων	=	λεπτεπίλεπτος
λεπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτός
λεπτογευστών	=	λεπτογεύστης
λεπτογεύστες	=	λεπτογεύστης
λεπτογεύστη	=	λεπτογεύστης
λεπτογεύστης	noun	αυτός που μπορεί να αντιληφθεί τα λεπτεπίλεπτα και ανώτερα νοήματα και να κάνει αντίστοιχους συλλογισμούς· (κυριολεκτικά) που έχει τη δυνατότητα να διακρίνει τις εκλεπτυσμένες γεύσεις
λεπτοδείκτες	=	λεπτοδείκτης
λεπτοδείκτη	=	λεπτοδείκτης
λεπτοδείκτης	noun	ο μεγάλος δείκτης του ρολογιού, αυτός που δείχνει τα λεπτά της ώρας
λεπτοδεικτών	=	λεπτοδείκτης
λεπτοδουλειά	noun	κάθε χειροτέχνημα, έργο τέχνης, κατεσκευή (ή επισκευή) που απαιτεί προσοχή στη λεπτομέρεια, επιδεξιότητα και λεπτούς χειρισμούς
λεπτοδουλειάς	=	λεπτοδουλειά
λεπτοδουλειές	=	λεπτοδουλειά
λεπτοδουλειών	=	λεπτοδουλειά
λεπτοδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτοδουλεμένο
λεπτοδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του λεπτοδουλεμένος
λεπτοδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτοδουλεμένη
λεπτοδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτοδουλεμένος
λεπτοδουλεμένης	verb	γενική ενικού του λεπτοδουλεμένη
λεπτοδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λεπτοδουλεμένος
λεπτοδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτοδουλεμένος
λεπτοδουλεμένος	verb	αυτός που τον έχουν επεξεργαστεί με προσοχή στη λεπτομέρεια, επιδεξιότητα και λεπτούς χειρισμούς
λεπτοδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεπτοδουλεμένος
λεπτοδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεπτοδουλεμένος
λεπτοδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεπτοδουλεμένος
λεπτοκαμωμένα	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένε	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένες	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένης	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένοι	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένος	verb	που είναι λεπτός, αδύνατος, από φυσικού του
λεπτοκαμωμένου	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένους	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαμωμένων	=	λεπτοκαμωμένος
λεπτοκαρυά	noun	άλλη ονομασία της ήμερης φουντουκιάς
λεπτοκαρυάς	noun	γενική ενικού του λεπτοκαρυά
λεπτοκαρυές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτοκαρυά
λεπτοκαρυών	=	λεπτοκαρυά
λεπτοκαρύα	=	λεπτοκαρυά
λεπτολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτολόγημα
λεπτολογήματος	noun	γενική ενικού του λεπτολόγημα
λεπτολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσαν	=	λεπτολογώ
λεπτολογήσανε	=	λεπτολογώ
λεπτολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λεπτολόγηση
λεπτολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λεπτολόγηση
λεπτολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογία	noun	η υπερβολικά λεπτομερής εξέταση κάποιων πραγμάτων
λεπτολογίας	noun	γενική ενικού του λεπτολογία
λεπτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογία
λεπτολογεί	=	λεπτολογώ
λεπτολογείς	=	λεπτολογώ
λεπτολογείτε	=	λεπτολογώ
λεπτολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λεπτολόγημα
λεπτολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογημένο
λεπτολογημένε	verb	κλητική ενικού του λεπτολογημένος
λεπτολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογημένη
λεπτολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτολογημένος
λεπτολογημένης	verb	γενική ενικού του λεπτολογημένη
λεπτολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του λεπτολογημένος
λεπτολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογημένος
λεπτολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεπτολογημένος
λεπτολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεπτολογημένος
λεπτολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεπτολογημένος
λεπτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογικό
λεπτολογικέ	adj	κλητική ενικού του λεπτολογικός
λεπτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογική
λεπτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτολογικός
λεπτολογικής	adj	γενική ενικού του λεπτολογική
λεπτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτολογικός
λεπτολογικού	adj	γενική ενικού του λεπτολογικός
λεπτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπτολογικός
λεπτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του λεπτολογικός
λεπτολογικός	adj	σχετικός με λεπτολόγο
λεπτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του λεπτολογικός
λεπτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του λεπτολογία
λεπτολογούμε	=	λεπτολογώ
λεπτολογούν	=	λεπτολογώ
λεπτολογούνε	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσα	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσαμε	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσαν	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσανε	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσατε	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσε	=	λεπτολογώ
λεπτολογούσες	=	λεπτολογώ
λεπτολογώ	verb	εξετάζω κάτι λεπτομερώς
λεπτολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολόγα	=	λεπτολόγος
λεπτολόγας	=	λεπτολόγος
λεπτολόγε	=	λεπτολόγος
λεπτολόγει	=	λεπτολογώ
λεπτολόγες	=	λεπτολόγος
λεπτολόγημα	noun	ό,τι ειπώθηκε με λεπτολογία
λεπτολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπτολογώ
λεπτολόγηση	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λεπτολογώ
λεπτολόγησης	noun	γενική ενικού του λεπτολόγηση
λεπτολόγο	=	λεπτολόγος
λεπτολόγοι	=	λεπτολόγος
λεπτολόγος	adj	που έχει την τάση να λεπτολογεί, να επιμένει στις λεπτομέρειες ενός πράγματος
λεπτολόγου	=	λεπτολόγος
λεπτολόγους	=	λεπτολόγος
λεπτολόγων	=	λεπτολόγος
λεπτομέρεια	noun	ένα μικρό μέρος ενός ευρύτερου όλου
λεπτομέρειας	noun	γενική ενικού του λεπτομέρεια
λεπτομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτομέρεια
λεπτομαθημένα	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένε	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένες	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένη	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένης	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένο	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένοι	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένος	verb	που έχει ανατραφεί με λεπτούς τρόπους, που έχει μάθει σε αυτούς
λεπτομαθημένου	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένους	=	λεπτομαθημένος
λεπτομαθημένων	=	λεπτομαθημένος
λεπτομερές	=	λεπτομερής
λεπτομερέστατα	adv	υπερθετικός βαθμός του λεπτομερώς· πάρα πολύ λεπτομερώς
λεπτομερέστατε	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατες	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατη	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατης	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατο	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατοι	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του λεπτομερής
λεπτομερέστατου	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατους	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστατων	=	λεπτομερέστατος
λεπτομερέστερα	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερε	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερες	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερη	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερης	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερο	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστεροι	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του λεπτομερής
λεπτομερέστερου	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερους	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερέστερων	=	λεπτομερέστερος
λεπτομερή	=	λεπτομερής
λεπτομερής	adj	που περιλαμβάνει και εξετάζει κάθε λεπτομέρεια
λεπτομερείς	=	λεπτομερής
λεπτομερειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτομερειακό	adv	με λεπτομέρειες
λεπτομερειακέ	adj	κλητική ενικού του λεπτομερειακός
λεπτομερειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτομερειακή
λεπτομερειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτομερειακός
λεπτομερειακής	adj	γενική ενικού του λεπτομερειακή
λεπτομερειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτομερειακός
λεπτομερειακού	adj	γενική ενικού του λεπτομερειακός
λεπτομερειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπτομερειακός
λεπτομερειακό	adj	αιτιατική ενικού του λεπτομερειακός
λεπτομερειακός	adj	συνώνυμο του λεπτομερής: που ασχολείται με όλες τις λεπτομέρειες ενός θέματος
λεπτομερειακότατος	=	λεπτομερειακός
λεπτομερειακότερος	=	λεπτομερειακός
λεπτομερειακών	adj	γενική πληθυντικού του λεπτομερειακός
λεπτομερειακώς	adv|formal	λεπτομερειακά
λεπτομερειών	noun	γενική πληθυντικού του λεπτομέρεια
λεπτομερούς	=	λεπτομερής
λεπτομερών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του λεπτομερής
λεπτομερώς	adv	με λεπτομέρεια, με ακρίβεια
λεπτονίου	=	λεπτόνιο
λεπτονίων	=	λεπτόνιο
λεπτοπρόσωπα	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπε	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπες	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπη	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπης	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπο	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωποι	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπος	adj	άτομο που χαρακτηρίζεται από λεπτοπροσωπία
λεπτοπρόσωπου	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπους	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοπρόσωπων	=	λεπτοπρόσωπος
λεπτοσπείρωση	noun	ασθένεια ανθρώπων και ζώων που προκαλείται από τη λεπτόσπειρα
λεπτοσπείρωσης	=	λεπτοσπείρωση
λεπτοσπειρώσεις	=	λεπτοσπείρωση
λεπτοσπειρώσεων	=	λεπτοσπείρωση
λεπτοτέχνημα	noun	καλλιτέχνημα που το έχουν δημιουργήσει με λεπτότεχνο τρόπο
λεπτοτήτων	=	λεπτότητα
λεπτοταινία	noun	το πρώτο στάδιο της μειωτικής προφάσης, κατά το οποίο κάθε χρωμόσωμα καθίσταται ορατό σαν δύο λεπτές κλωστές (χρωματίδες)
λεπτοταινίας	noun	γενική ενικού του λεπτοταινία
λεπτοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτοταινία
λεπτοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του λεπτοταινία
λεπτοτεχνήματα	=	λεπτοτέχνημα
λεπτοτεχνήματος	=	λεπτοτέχνημα
λεπτοτεχνία	noun	η τέχνη της δημιουργίας λεπτότεχνων κατασκευών
λεπτοτεχνίας	=	λεπτοτεχνία
λεπτοτεχνίες	=	λεπτοτεχνία
λεπτοτεχνημάτων	=	λεπτοτέχνημα
λεπτοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτοτεχνικό
λεπτοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτοτεχνική
λεπτοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνικής	adj	γενική ενικού του λεπτοτεχνική
λεπτοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνικού	adj	γενική ενικού του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με λεπτοτεχνία ή αναφέρεται σ’ αυτή
λεπτοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του λεπτοτεχνικός
λεπτοτεχνιών	=	λεπτοτεχνία
λεπτουργέ	=	λεπτουργός
λεπτουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτούργημα
λεπτουργήματος	noun	γενική ενικού του λεπτούργημα
λεπτουργία	noun	η επεξεργασία με λεπτότητα (σε καλλιτεχνικά πλαίσια)
λεπτουργίας	=	λεπτουργία
λεπτουργίες	=	λεπτουργία
λεπτουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λεπτούργημα
λεπτουργικά	=	λεπτουργικός
λεπτουργικέ	=	λεπτουργικός
λεπτουργικές	=	λεπτουργική
λεπτουργική	noun	η τέχνη του λεπτουργού
λεπτουργικής	=	λεπτουργική
λεπτουργικοί	=	λεπτουργικός
λεπτουργικού	=	λεπτουργικός
λεπτουργικούς	=	λεπτουργικός
λεπτουργικό	=	λεπτουργικός
λεπτουργικός	adj|formal	που έχει σχέση με τη λεπτουργία ή τον λεπτουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά
λεπτουργικών	=	λεπτουργική
λεπτουργιών	=	λεπτουργία
λεπτουργοί	=	λεπτουργός
λεπτουργού	=	λεπτουργός
λεπτουργούς	=	λεπτουργός
λεπτουργό	=	λεπτουργός
λεπτουργός	noun	ειδικός στην κατασκευή λεπτών αντικειμένων, κομψοτεχνημάτων, ιδίως από ξύλο
λεπτουργώ	verb|formal	είμαι λεπτουργός και ενεργώ ανάλογα
λεπτουργών	=	λεπτουργός
λεπτοφυές	=	λεπτοφυής
λεπτοφυή	=	λεπτοφυής
λεπτοφυής	adj	λεπτός ως προς τη σωματική διάπλαση
λεπτοφυείς	=	λεπτοφυής
λεπτοφυούς	=	λεπτοφυής
λεπτοφυών	=	λεπτοφυής
λεπτοϋφές	=	λεπτοϋφής
λεπτοϋφή	=	λεπτοϋφής
λεπτοϋφής	adj	που έχει υφανθεί με λεπτό τρόπο
λεπτοϋφείς	=	λεπτοϋφής
λεπτοϋφούς	=	λεπτοϋφής
λεπτοϋφών	=	λεπτοϋφής
λεπτού	adj	γενική ενικού του λεπτός
λεπτούλι	noun	υποκοριστικό του λεπτό	adj	άλλη μορφή του λεπτούλικο
λεπτούλικο	adj	ουδέτερο του λεπτούλης
λεπτούργημα	noun	έργο που έχει μαστορευτεί δεξιοτεχνικά, το κομψοτέχνημα
λεπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπτός
λεπτούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτούτσικο
λεπτούτσικε	adj	κλητική ενικού του λεπτούτσικος
λεπτούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτούτσικη
λεπτούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτούτσικος
λεπτούτσικης	adj	γενική ενικού του λεπτούτσικη
λεπτούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του λεπτούτσικος
λεπτούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτούτσικος
λεπτούτσικος	adj	κάπως λεπτός και μάλλον μικροκαμωμένος
λεπτούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεπτούτσικος
λεπτούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεπτούτσικος
λεπτούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεπτούτσικος
λεπτυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτυσμένο
λεπτυσμένε	verb	κλητική ενικού του λεπτυσμένος
λεπτυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτυσμένη
λεπτυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεπτυσμένος
λεπτυσμένης	verb	γενική ενικού του λεπτυσμένη
λεπτυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του λεπτυσμένος
λεπτυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεπτυσμένος
λεπτυσμένος	verb	που τον έχουν λεπτύνει
λεπτυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεπτυσμένος
λεπτυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λεπτυσμένος
λεπτυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεπτυσμένος
λεπτό	noun	υποδιαίρεση της μονάδας μέτρησης του χρόνου ίση με το ένα εξηκοστό της ώρας	adj	αιτιατική ενικού του λεπτός
λεπτόγαια	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιας	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιε	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιες	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιο	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιοι	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιος	adj|formal	που δεν έχει πολύ καλλιεργήσιμο ή γόνιμο έδαφος
λεπτόγαιου	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιους	=	λεπτόγαιος
λεπτόγαιων	=	λεπτόγαιος
λεπτόγεια	=	λεπτόγειος
λεπτόγειας	=	λεπτόγειος
λεπτόγειε	=	λεπτόγειος
λεπτόγειες	=	λεπτόγειος
λεπτόγειο	=	λεπτόγειος
λεπτόγειοι	=	λεπτόγειος
λεπτόγειος	adj|formal	που δεν έχει πολύ καλλιεργήσιμο ή γόνιμο έδαφος
λεπτόγειου	=	λεπτόγειος
λεπτόγειους	=	λεπτόγειος
λεπτόγειων	=	λεπτόγειος
λεπτόγραμμα	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμε	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμες	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμη	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμης	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμο	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμοι	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμος	adj	που έχει χαραχθεί ή σχηματιστεί με λεπτές γραμμές
λεπτόγραμμου	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμους	=	λεπτόγραμμος
λεπτόγραμμων	=	λεπτόγραμμος
λεπτόκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτόκαρο
λεπτόκαρο	noun	το φουντούκι
λεπτόκαρου	noun	γενική ενικού του λεπτόκαρο
λεπτόκαρων	noun	γενική πληθυντικού του λεπτόκαρο
λεπτόκοκκος	adj	που αποτελείται από λεπτούς κόκκους
λεπτόκορμα	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμε	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμες	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμη	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμης	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμο	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμοι	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμος	adj	που έχει λεπτό κορμό
λεπτόκορμου	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμους	=	λεπτόκορμος
λεπτόκορμων	=	λεπτόκορμος
λεπτόκυρτα	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτε	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτες	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτη	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτης	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτο	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτοι	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτος	adj	που παρουσιάζει κύρτωση μεγαλύτερη από αυτή μιας κανονικής κατανομής
λεπτόκυρτου	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτους	=	λεπτόκυρτος
λεπτόκυρτων	=	λεπτόκυρτος
λεπτόνια	=	λεπτόνιο
λεπτόνιο	noun	ελαφρύ στοιχειώδες σωματίδιο που πάνω του δεν ασκούνται ισχυρές αλληλεπιδράσεις (αντίθετα με το αδρόνιο)
λεπτόνιου	=	λεπτόνιο
λεπτόπτιλε	=	λεπτόπτιλος
λεπτόπτιλο	=	λεπτόπτιλος
λεπτόπτιλοι	=	λεπτόπτιλος
λεπτόπτιλος	noun	μαραμπού
λεπτόπτιλου	=	λεπτόπτιλος
λεπτόπτιλους	=	λεπτόπτιλος
λεπτόπτιλων	=	λεπτόπτιλος
λεπτόρρευστα	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστε	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστες	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστη	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστης	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστο	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστοι	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστος	adj	που είναι αραιός και, ως εκ τούτου, η ροή του είναι λεπτή
λεπτόρρευστου	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστους	=	λεπτόρρευστος
λεπτόρρευστων	=	λεπτόρρευστος
λεπτός	adj	που έχει μικρό πάχος
λεπτόσωμα	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμε	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμες	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμη	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμης	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμο	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμοι	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμος	adj	που έχει λεπτό σώμα
λεπτόσωμου	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμους	=	λεπτόσωμος
λεπτόσωμων	=	λεπτόσωμος
λεπτότατα	=	λεπτότατος
λεπτότατε	=	λεπτότατος
λεπτότατες	=	λεπτότατος
λεπτότατη	=	λεπτότατος
λεπτότατης	=	λεπτότατος
λεπτότατο	=	λεπτότατος
λεπτότατοι	=	λεπτότατος
λεπτότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του λεπτός: ο πιο λεπτός
λεπτότατου	=	λεπτότατος
λεπτότατους	=	λεπτότατος
λεπτότατων	=	λεπτότατος
λεπτότερα	=	λεπτότερος
λεπτότερε	=	λεπτότερος
λεπτότερες	=	λεπτότερος
λεπτότερη	=	λεπτότερος
λεπτότερης	=	λεπτότερος
λεπτότερο	=	λεπτότερος
λεπτότεροι	=	λεπτότερος
λεπτότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του λεπτός: πιο λεπτός
λεπτότερου	=	λεπτότερος
λεπτότερους	=	λεπτότερος
λεπτότερων	=	λεπτότερος
λεπτότεχνα	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνε	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνες	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνη	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνης	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνο	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνοι	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνος	adj	που τον έχουν επεξεργαστεί με λεπτοδουλειά
λεπτότεχνου	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνους	=	λεπτότεχνος
λεπτότεχνων	=	λεπτότεχνος
λεπτότητα	noun	η λεπτή σωματική διάπλαση
λεπτότητας	noun	γενική ενικού του λεπτότητα
λεπτότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεπτότητα
λεπτόφυλλα	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλε	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλες	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλη	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλης	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλο	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλοι	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλος	adj	που έχει λεπτά φύλλα
λεπτόφυλλου	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλους	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφυλλων	=	λεπτόφυλλος
λεπτόφωνα	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνε	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνες	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνη	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνης	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνο	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνοι	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνος	adj	που έχει λεπτή, ψιλή ή αδύνατη φωνή
λεπτόφωνου	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνους	=	λεπτόφωνος
λεπτόφωνων	=	λεπτόφωνος
λεπτύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύναν	=	λεπταίνω
λεπτύνανε	=	λεπταίνω
λεπτύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνσεις	=	λέπτυνση
λεπτύνσεων	=	λέπτυνση
λεπτύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λεπταίνω
λεπτύνω	verb	λεπταίνω
λεπτών	adj	γενική πληθυντικού του λεπτός
λεπύρου	=	λέπυρο
λεπύρων	=	λέπυρο
λερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λερός	adv|rare	με λερό τρόπο
λερέ	adj	κλητική ενικού του λερός
λερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λερή
λερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λερός
λερής	adj	γενική ενικού του λερή
λερναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λερναίος
λερναίας	adj	γενική ενικού του λερναία
λερναίε	adj	λερναίος, στην κλητική του ενικού
λερναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λερναία
λερναίο	adj	λερναίος, στην αιτιατική του ενικού
λερναίοι	adj	λερναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
λερναίος	adj	που σχετίζεται με την περιοχή της Λέρνας στην Αργολίδα
λερναίου	adj	γενική ενικού του λερναίος
λερναίους	adj	λερναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
λερναίων	=	λερναίος
λεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λερός
λερού	adj	γενική ενικού του λερός
λερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λερός
λερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθήκαν	=	λερώνω
λερωθήκανε	=	λερώνω
λερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωθούνε	=	λερώνω
λερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λέρωμα
λερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λερωμένο
λερωμένε	verb	κλητική ενικού του λερωμένος
λερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λερωμένη
λερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λερωμένος
λερωμένης	verb	γενική ενικού του λερωμένη
λερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λερωμένος
λερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λερωμένος
λερωμένος	verb	βρόμικος
λερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λερωμένος
λερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λερωμένος
λερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λερωμένος
λερωνόμασταν	=	λερώνω
λερωνόμαστε	=	λερώνω
λερωνόμουν	=	λερώνω
λερωνόμουνα	=	λερώνω
λερωνόντουσαν	=	λερώνω
λερωνόσασταν	=	λερώνω
λερωνόσαστε	=	λερώνω
λερωνόσουν	=	λερώνω
λερωνόσουνα	=	λερώνω
λερωνόταν	=	λερώνω
λερωνότανε	=	λερώνω
λερό	adj	αιτιατική ενικού του λερός
λερός	adj	ακάθαρτος, βρόμικος
λερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λέρωμα
λερώματος	noun	γενική ενικού του λέρωμα
λερών	adj	γενική πληθυντικού του λερός
λερώναμε	=	λερώνω
λερώναν	=	λερώνω
λερώνανε	=	λερώνω
λερώνατε	=	λερώνω
λερώνει	=	λερώνω
λερώνεις	=	λερώνω
λερώνεσαι	=	λερώνω
λερώνεστε	=	λερώνω
λερώνεται	=	λερώνω
λερώνετε	=	λερώνω
λερώνομαι	verb	γίνομαι βρόμικος, ρυπαίνομαι
λερώνομε	=	λερώνω
λερώνονται	=	λερώνω
λερώνονταν	=	λερώνω
λερώνοντας	=	λερώνω
λερώνουμε	=	λερώνω
λερώνουν	=	λερώνω
λερώνουνε	=	λερώνω
λερώνω	verb	βρομίζω, ρυπαίνω
λερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσαν	=	λερώνω
λερώσανε	=	λερώνω
λερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσομε	=	λερώνω
λερώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λερώνομαι
λερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσουνε	=	λερώνω
λερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λερώνω
λες	verb	β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος λέω
λεσβία	noun	η γυναίκα που ελκύεται σεξουαλικά από άτομα του ίδιου της φύλου
λεσβίαζα	=	λεσβιάζω
λεσβίαζαν	=	λεσβιάζω
λεσβίαζε	=	λεσβιάζω
λεσβίαζες	=	λεσβιάζω
λεσβίας	noun	γενική ενικού του λεσβία
λεσβίασα	=	λεσβιάζω
λεσβίασαν	=	λεσβιάζω
λεσβίασε	=	λεσβιάζω
λεσβίασες	=	λεσβιάζω
λεσβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεσβία
λεσβίου	=	λέσβιος
λεσβίους	=	λέσβιος
λεσβίων	=	λέσβιος
λεσβιάζαμε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζαν	=	λεσβιάζω
λεσβιάζανε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζατε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζει	=	λεσβιάζω
λεσβιάζεις	=	λεσβιάζω
λεσβιάζετε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζομε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζοντας	=	λεσβιάζω
λεσβιάζουμε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζουν	=	λεσβιάζω
λεσβιάζουνε	=	λεσβιάζω
λεσβιάζω	verb	έχω λεσβιακές τάσεις (λέξη σχετική με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία)
λεσβιάσαμε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσαν	=	λεσβιάζω
λεσβιάσανε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσατε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσει	=	λεσβιάζω
λεσβιάσεις	=	λεσβιάζω
λεσβιάσετε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσομε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσουμε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσουν	=	λεσβιάζω
λεσβιάσουνε	=	λεσβιάζω
λεσβιάστε	=	λεσβιάζω
λεσβιάσω	=	λεσβιάζω
λεσβιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεσβιακό
λεσβιακέ	adj	κλητική ενικού του λεσβιακός
λεσβιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεσβιακή
λεσβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεσβιακός
λεσβιακής	adj	γενική ενικού του λεσβιακή
λεσβιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεσβιακός
λεσβιακού	adj	γενική ενικού του λεσβιακός
λεσβιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεσβιακός
λεσβιακό	adj	αιτιατική ενικού του λεσβιακός
λεσβιακός	adj	ο αναφερόμενος στο νησί της Λέσβου
λεσβιακών	adj	γενική πληθυντικού του λεσβιακός
λεσβιασμέ	noun	κλητική ενικού του λεσβιασμός
λεσβιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεσβιασμός
λεσβιασμού	noun	γενική ενικού του λεσβιασμός
λεσβιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεσβιασμός
λεσβιασμό	noun	αιτιατική ενικού του λεσβιασμός
λεσβιασμός	noun	ο ομοφυλόφιλος έρωτας μεταξύ γυναικών
λεσβιασμών	noun	γενική πληθυντικού του λεσβιασμός
λεσβιών	noun	γενική πληθυντικού του λεσβία
λεσβοφοβία	noun	ο αρνητισμός, η απέχθεια, οι διακρίσεις ή η αποστροφή προς τις λεσβίες ως άτομα ή κοινωνική ομάδα
λεσβοφοβίας	noun	γενική ενικού του λεσβοφοβία
λεσβοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεσβοφοβία
λεσβοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του λεσβοφοβία
λεσβόγκα	noun|slang	λεσβία
λεσβόγκας	=	λεσβόγκα
λεσβόγκες	=	λεσβόγκα
λεσεψιανά	=	λεσεψιανός
λεσεψιανέ	=	λεσεψιανός
λεσεψιανές	=	λεσεψιανός
λεσεψιανή	=	λεσεψιανός
λεσεψιανής	=	λεσεψιανός
λεσεψιανοί	=	λεσεψιανός
λεσεψιανού	=	λεσεψιανός
λεσεψιανούς	=	λεσεψιανός
λεσεψιανό	=	λεσεψιανός
λεσεψιανός	adj	που έχει σχέση με τον Φερντινάν Λεσσέψ ή τη διώρυγα του Σουέζ ή αναφέρεται σʼ αυτά
λεσεψιανών	=	λεσεψιανός
λεσιού	=	λέσι
λεσιών	=	λέσι
λεσχών	=	λέσχη
λετονικά	noun	η λετονική γλώσσα (Λετονία)
λετονικέ	adj	κλητική ενικού του λετονικός
λετονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λετονική
λετονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λετονικός
λετονικής	adj	γενική ενικού του λετονική
λετονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λετονικός
λετονικού	adj	γενική ενικού του λετονικός
λετονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λετονικός
λετονικό	adj	αιτιατική ενικού του λετονικός
λετονικός	adj	που κατάγεται από τη Λετονία ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή και τους κατοίκους της
λετονικών	adj	γενική πληθυντικού του λετονικός
λετρίνα	noun	το αρχίγραμμα
λετρίνας	=	λετρίνα
λετρίνες	=	λετρίνα
λετρίνων	=	λετρίνα
λετρασέτ	noun	η τυποποιημένη σειρά αυτοκόλλητων γραμμάτων αλφαβήτου, που επικολλώνται σε χαρτί.
λετσαρία	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του λέτσου
λετσαρίας	noun	γενική ενικού του λετσαρία
λετσαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λετσαρία
λετσαριών	noun	γενική πληθυντικού του λετσαρία
λετσούμπι	noun	παιδί που φοράει βρόμικα ρούχα ή παραμελεί το ντύσιμό του ή γενικώς είναι ακατάστατο ή άπλυτο.
λεττονικά	noun	άλλη γραφή του λετονικά
λεττονικέ	=	λεττονικός
λεττονικές	=	λεττονικός
λεττονική	=	λεττονικός
λεττονικής	=	λεττονικός
λεττονικοί	=	λεττονικός
λεττονικού	=	λεττονικός
λεττονικούς	=	λεττονικός
λεττονικό	=	λεττονικός
λεττονικός	adj	άλλη γραφή του λετονικός
λεττονικών	=	λεττονικά
λευίτες	=	λευίτης
λευίτη	=	λευίτης
λευίτης	noun	Ιουδαίος κληρικός, Ιουδαίος ιερέας
λευγών	noun	γενική πληθυντικού του λεύγα
λευθέριος	=	ελευθέριος
λευιτών	=	λευίτης
λευκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκό
λευκάζαμε	=	λευκάζω
λευκάζαν	=	λευκάζω
λευκάζανε	=	λευκάζω
λευκάζατε	=	λευκάζω
λευκάζει	=	λευκάζω
λευκάζεις	=	λευκάζω
λευκάζετε	=	λευκάζω
λευκάζοντας	=	λευκάζω
λευκάζουμε	=	λευκάζω
λευκάζουν	=	λευκάζω
λευκάζουνε	=	λευκάζω
λευκάζω	verb	δείχνω λευκός, φαίνομαι να έχω το χρώμα του λευκού
λευκάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάναν	=	λευκαίνω
λευκάνανε	=	λευκαίνω
λευκάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάνθεμα	=	λευκάνθεμο
λευκάνθεμο	noun	φυτό του γένους ανθεμίς της οικογένειας Σύνθετα (Compositae)
λευκάνθεμου	=	λευκάνθεμο
λευκάνθεμων	=	λευκάνθεμο
λευκάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύκανση
λευκάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του λεύκανση
λευκάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του λεύκανση
λευκάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάντρια	=	λευκαντής
λευκάντριας	noun	γενική ενικού του λευκάντρια
λευκάντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκάντρια
λευκάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λευκάργα	noun	αργιλώδες πέτρωμα, πηλός
λευκάσαμε	=	λευκάζω
λευκάσαν	=	λευκάζω
λευκάσανε	=	λευκάζω
λευκάσατε	=	λευκάζω
λευκάσει	=	λευκάζω
λευκάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύκασμα
λευκάσματος	noun	γενική ενικού του λεύκασμα
λευκάστε	=	λευκάζω
λευκέ	adj	κλητική ενικού του λευκός
λευκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκή
λευκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκός
λευκής	adj	γενική ενικού του λευκή
λευκίνες	=	λευκίνη
λευκίνη	noun	ένα από το πιο διαδεδομένο από τα αμινοξέα που βρίσκονται στις πρωτεΐνες.
λευκίνης	=	λευκίνη
λευκίσκε	=	λευκίσκος
λευκίσκο	=	λευκίσκος
λευκίσκοι	=	λευκίσκος
λευκίσκος	noun|formal	το ασπρόψαρο (Alburnus alburnus))
λευκίσκου	=	λευκίσκος
λευκίσκους	=	λευκίσκος
λευκίσκων	=	λευκίσκος
λευκίτες	=	λευκίτης
λευκίτη	=	λευκίτης
λευκίτης	noun	λευκού χρώματος ορυκτό της ομάδας των αστριοειδών με χημικό τύπο KAlSi₂O₆
λευκαίναμε	=	λευκαίνω
λευκαίναν	=	λευκαίνω
λευκαίνανε	=	λευκαίνω
λευκαίνατε	=	λευκαίνω
λευκαίνει	=	λευκαίνω
λευκαίνεις	=	λευκαίνω
λευκαίνετε	=	λευκαίνω
λευκαίνοντας	=	λευκαίνω
λευκαίνουμε	=	λευκαίνω
λευκαίνουν	=	λευκαίνω
λευκαίνουνε	=	λευκαίνω
λευκαίνω	verb	κάνω κάτι λευκό
λευκαδίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκαδίτικο
λευκαδίτικε	adj	κλητική ενικού του λευκαδίτικος
λευκαδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκαδίτικη
λευκαδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκαδίτικος
λευκαδίτικης	adj	γενική ενικού του λευκαδίτικη
λευκαδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του λευκαδίτικος
λευκαδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκαδίτικος
λευκαδίτικος	adj	ο σχετικός με τη Λευκάδα ή τους κατοίκους της
λευκαδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λευκαδίτικος
λευκαδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκαδίτικος
λευκαδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λευκαδίτικος
λευκανθές	=	λευκανθής
λευκανθή	=	λευκανθής
λευκανθής	adj	που έχει λευκά άνθη
λευκανθείς	=	λευκανθής
λευκανθούς	=	λευκανθής
λευκανθών	=	λευκανθής
λευκαντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκαντής
λευκαντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λευκαντής
λευκαντής	noun	εργαζόμενος στη λεύκανση υφασμάτων, δηλαδή στην επεξεργασία απομάκρυνσης διάφορων φυσικών χρωστικών ουσιών και παραφινών που υπάρχουν ως υπολείμματα σε ένα πρωτογενές ύφασμα
λευκαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκαντικό
λευκαντικέ	adj	κλητική ενικού του λευκαντικός
λευκαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκαντική
λευκαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκαντικός
λευκαντικής	adj	γενική ενικού του λευκαντική
λευκαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκαντικός
λευκαντικού	adj	γενική ενικού του λευκαντικός
λευκαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκαντικός
λευκαντικό	adj	αιτιατική ενικού του λευκαντικός	noun	ειδική χημική ουσία που χρησιμοποιείται για την λεύκανση των ρούχων
λευκαντικός	adj	που συντελεί στη λεύκανση
λευκαντικών	adj	γενική πληθυντικού του λευκαντικός
λευκαντριών	noun	γενική πληθυντικού του λευκάντρια
λευκαντών	noun	γενική πληθυντικού του λευκαντής
λευκασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λεύκασμα
λευκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκασμένο
λευκασμένε	verb	κλητική ενικού του λευκασμένος
λευκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκασμένη
λευκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκασμένος
λευκασμένης	verb	γενική ενικού του λευκασμένη
λευκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λευκασμένος
λευκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκασμένος
λευκασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λευκαίνω
λευκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λευκασμένος
λευκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λευκασμένος
λευκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λευκασμένος
λευκαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκαστής
λευκαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λευκαστής
λευκαστής	noun|rare	άλλη μορφή του λευκαντής
λευκαστών	noun	γενική πληθυντικού του λευκαστής
λευκαυγές	=	λευκαυγής
λευκαυγή	=	λευκαυγής
λευκαυγής	adj|formal	που βγάζει λευκή λάμψη
λευκαυγείς	=	λευκαυγής
λευκαυγειών	=	λευκαύγεια
λευκαυγούς	=	λευκαυγής
λευκαυγών	=	λευκαυγής
λευκαύγεια	noun	ο λόγος της ανακλώμενης προς την προσπίπουσα ακτινοβολία σε μία επιφάνεια
λευκαύγειας	=	λευκαύγεια
λευκαύγειες	=	λευκαύγεια
λευκινών	=	λευκίνη
λευκιτών	=	λευκίτης
λευκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκός
λευκοεγκεφαλοπάθεια	noun	γενικός ιατρικός όρος που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα νοσημάτων και συνδρόμων με κοινό χαρακτηριστικό τις διαταραχές της λευκής ουσίας του εγκεφάλου
λευκοεγκεφαλοπάθειας	=	λευκοεγκεφαλοπάθεια
λευκοεγκεφαλοπάθειες	=	λευκοεγκεφαλοπάθεια
λευκοεγκεφαλοπαθειών	=	λευκοεγκεφαλοπάθεια
λευκοκίτρινα	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινε	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινες	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινη	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινης	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινο	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινοι	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινος	adj	που έχει χρώμα ανάμεσα στο λευκό και το κίτρινο
λευκοκίτρινου	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινους	=	λευκοκίτρινος
λευκοκίτρινων	=	λευκοκίτρινος
λευκοκυτογένεση	noun	ο σχηματισμός λευκών αιμοσφαιρίων
λευκοκυτογένεσης	=	λευκοκυτογένεση
λευκοκυτογενέσεις	=	λευκοκυτογένεση
λευκοκυτογενέσεων	=	λευκοκυτογένεση
λευκοκυτολύσεις	=	λευκοκυτόλυση
λευκοκυτολύσεων	=	λευκοκυτόλυση
λευκοκυττάρου	noun	γενική ενικού του λευκοκύτταρο
λευκοκυττάρων	noun	γενική πληθυντικού του λευκοκύτταρο
λευκοκυττάρωση	noun	η μεγάλη παρουσία λευκοκυττάρων στο αίμα, συνηθέστερα μετά από τραυματισμό ή λοίμωξη
λευκοκυττάρωσης	=	λευκοκυττάρωση
λευκοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοκυτταρικό
λευκοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοκυτταρική
λευκοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του λευκοκυτταρική
λευκοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρικός	adj	που έχει σχέση με τα λευκοκύτταρα ή αναφέρεται σ’ αυτά
λευκοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του λευκοκυτταρικός
λευκοκυτταρολύσεις	=	λευκοκυτταρόλυση
λευκοκυτταρολύσεων	=	λευκοκυτταρόλυση
λευκοκυτταρόλυση	noun	η καταστροφή των λευκών αιμοσφαιρίων
λευκοκυτταρόλυσης	=	λευκοκυτταρόλυση
λευκοκυτταρώσεις	=	λευκοκυττάρωση
λευκοκυτταρώσεων	=	λευκοκυττάρωση
λευκοκυτόλυση	noun	η καταστροφή των λευκών αιμοσφαιρίων
λευκοκυτόλυσης	=	λευκοκυτόλυση
λευκοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοκύτταρο
λευκοκύτταρο	noun	το λευκό αιμοσφαίριο
λευκοκύτταρον	noun	λευκοκύτταρο
λευκοκύτταρου	=	λευκοκύτταρο
λευκολύσεις	=	λευκόλυση
λευκολύσεων	=	λευκόλυση
λευκοντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοντυμένο
λευκοντυμένε	verb	κλητική ενικού του λευκοντυμένος
λευκοντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοντυμένη
λευκοντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκοντυμένος
λευκοντυμένης	verb	γενική ενικού του λευκοντυμένη
λευκοντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του λευκοντυμένος
λευκοντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοντυμένος
λευκοντυμένος	verb	ο ασπροντυμένος
λευκοντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λευκοντυμένος
λευκοντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λευκοντυμένος
λευκοντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λευκοντυμένος
λευκοπάθεια	noun	αλφισμός
λευκοπάθειας	=	λευκοπάθεια
λευκοπάθειες	=	λευκοπάθεια
λευκοπίνακα	=	λευκοπίνακας
λευκοπίνακας	noun	ένας πίνακας χρώματος λευκού, στον οποίο γράφουμε με σκουρόχρωμους μαρκαδόρους, κιμωλίες κ.ά.
λευκοπίνακες	=	λευκοπίνακας
λευκοπαθειών	=	λευκοπάθεια
λευκοπελαργέ	noun	κλητική ενικού του λευκοπελαργός
λευκοπελαργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοπελαργός
λευκοπελαργού	noun	γενική ενικού του λευκοπελαργός
λευκοπελαργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λευκοπελαργός
λευκοπελαργό	noun	αιτιατική ενικού του λευκοπελαργός
λευκοπελαργός	noun	πελαργός με λευκό, (άσπρο), πτέρωμα
λευκοπελαργών	noun	γενική πληθυντικού του λευκοπελαργός
λευκοπενία	noun	η ελάττωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα κάτω από το φυσιολογικό επίπεδο
λευκοπενίας	noun	γενική ενικού του λευκοπενία
λευκοπενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοπενία
λευκοπενιών	noun	γενική πληθυντικού του λευκοπενία
λευκοπινάκων	=	λευκοπίνακας
λευκοπλάστ	noun	άλλη μορφή του λευκοπλάστης
λευκοπλάστες	=	λευκοπλάστης
λευκοπλάστη	=	λευκοπλάστης
λευκοπλάστης	noun	είδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους
λευκοπλαστών	=	λευκοπλάστης
λευκοπυρωμένα	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένε	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένες	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένη	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένης	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένο	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένοι	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λευκοπυρώνω
λευκοπυρωμένου	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένους	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρωμένων	=	λευκοπυρωμένος
λευκοπυρώνω	verb|rare	πυρώνω / πυρακτώνω κάτι θερμαίνοντάς το
λευκορροιών	=	λευκόρροια
λευκορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκορροϊκό
λευκορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του λευκορροϊκός
λευκορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκορροϊκή
λευκορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκορροϊκός
λευκορροϊκής	adj	γενική ενικού του λευκορροϊκή
λευκορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκορροϊκός
λευκορροϊκού	adj	γενική ενικού του λευκορροϊκός
λευκορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκορροϊκός
λευκορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του λευκορροϊκός
λευκορροϊκός	adj	που έχει σχέση με τη λευκόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή
λευκορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του λευκορροϊκός
λευκορωσικά	noun	επίσημη γλώσσα της Λευκορωσίας (μαζί με τα ρωσικά).
λευκορωσικέ	adj	κλητική ενικού του λευκορωσικός
λευκορωσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκορωσική
λευκορωσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκορωσικός
λευκορωσικής	adj	γενική ενικού του λευκορωσική
λευκορωσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκορωσικός
λευκορωσικού	adj	γενική ενικού του λευκορωσικός
λευκορωσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκορωσικός
λευκορωσικό	adj	αιτιατική ενικού του λευκορωσικός
λευκορωσικός	adj	σχετικός με τη Λευκορωσία ή τους Λευκορώσους
λευκορωσικών	adj	γενική πληθυντικού του λευκορωσικός
λευκοσίδηρε	noun	κλητική ενικού του λευκοσίδηρος
λευκοσίδηρο	noun	αιτιατική ενικού του λευκοσίδηρος
λευκοσίδηροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοσίδηρος
λευκοσίδηρος	noun	λαμαρίνα ή γενικότερα λεπτό φύλλο επικασσιτερωμένου χάλυβα
λευκοσίδηρου	noun	γενική ενικού του λευκοσίδηρος
λευκοσίδηρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λευκοσίδηρος
λευκοσίδηρων	noun	γενική πληθυντικού του λευκοσίδηρος
λευκοσιδήρου	noun	γενική ενικού του λευκοσίδηρος
λευκοσιδήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λευκοσίδηρος
λευκοσιδήρων	noun	γενική πληθυντικού του λευκοσίδηρος
λευκοσιδηρουργέ	noun	κλητική ενικού του λευκοσιδηρουργός
λευκοσιδηρουργία	noun	μονάδα παραγωγής αντικειμένων από λευκοσίδηρο
λευκοσιδηρουργίας	noun	γενική ενικού του λευκοσιδηρουργία
λευκοσιδηρουργίες	=	λευκοσιδηρουργία
λευκοσιδηρουργεία	=	λευκοσιδηρουργείο
λευκοσιδηρουργείο	noun	το εργαστήρι του λευκοσιδηρουργού
λευκοσιδηρουργείου	=	λευκοσιδηρουργείο
λευκοσιδηρουργείων	=	λευκοσιδηρουργείο
λευκοσιδηρουργιών	noun	γενική πληθυντικού του λευκοσιδηρουργία
λευκοσιδηρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοσιδηρουργός
λευκοσιδηρουργού	noun	γενική ενικού του λευκοσιδηρουργός
λευκοσιδηρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λευκοσιδηρουργός
λευκοσιδηρουργό	noun	αιτιατική ενικού του λευκοσιδηρουργός
λευκοσιδηρουργός	noun	που φτιάχνει αντικείμενα από λευκοσίδηρο
λευκοσιδηρουργών	noun	γενική πληθυντικού του λευκοσιδηρουργός
λευκοσιδηρούς	adj	που έχει κατασκευαστεί από λευκοσίδηρο
λευκοσκαλίδρα	noun	είδος πουλιού
λευκοσκαλίδρας	=	λευκοσκαλίδρα
λευκοσκαλίδρες	=	λευκοσκαλίδρα
λευκοσκαλιδρών	=	λευκοσκαλίδρα
λευκοτήτων	=	λευκότητα
λευκοτσικνιά	=	λευκοτσικνιάς
λευκοτσικνιάδες	=	λευκοτσικνιάς
λευκοτσικνιάδων	=	λευκοτσικνιάς
λευκοτσικνιάς	noun	είδος ερωδιού (Egretta garzetta)
λευκοφορήσαμε	=	λευκοφορώ
λευκοφορήσαν	=	λευκοφορώ
λευκοφορήσανε	=	λευκοφορώ
λευκοφορήσατε	=	λευκοφορώ
λευκοφορήσει	=	λευκοφορώ
λευκοφορήστε	=	λευκοφορώ
λευκοφορεί	=	λευκοφορώ
λευκοφορείς	=	λευκοφορώ
λευκοφορείτε	=	λευκοφορώ
λευκοφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοφορεμένο
λευκοφορεμένε	verb	κλητική ενικού του λευκοφορεμένος
λευκοφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοφορεμένη
λευκοφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκοφορεμένος
λευκοφορεμένης	verb	γενική ενικού του λευκοφορεμένη
λευκοφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λευκοφορεμένος
λευκοφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοφορεμένος
λευκοφορεμένος	verb	ο ασπροντυμένος
λευκοφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λευκοφορεμένος
λευκοφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λευκοφορεμένος
λευκοφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λευκοφορεμένος
λευκοφορούμε	=	λευκοφορώ
λευκοφορούν	=	λευκοφορώ
λευκοφορούνε	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσα	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσαμε	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσαν	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσανε	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσατε	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσε	=	λευκοφορώ
λευκοφορούσες	=	λευκοφορώ
λευκοφορώ	verb	φορώ λευκά (ρούχα), έχω ντυθεί στα άσπρα
λευκοφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λευκοφορώ
λευκοφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοφόρο
λευκοφόρε	adj	κλητική ενικού του λευκοφόρος
λευκοφόρει	=	λευκοφορώ
λευκοφόρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκοφόρη
λευκοφόρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκοφόρος
λευκοφόρης	adj	γενική ενικού του λευκοφόρη
λευκοφόρησα	=	λευκοφορώ
λευκοφόρησαν	=	λευκοφορώ
λευκοφόρησε	=	λευκοφορώ
λευκοφόρησες	=	λευκοφορώ
λευκοφόρο	adj	αιτιατική ενικού του λευκοφόρος
λευκοφόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκοφόρος
λευκοφόρος	adj	ο ασπροντυμένος
λευκοφόρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λευκοφόρος
λευκοφόρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκοφόρος
λευκοφόρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λευκοφόρος
λευκοχρόων	=	λευκόχρους
λευκοχρύσου	noun	γενική ενικού του λευκόχρυσος
λευκού	adj	γενική ενικού του λευκός
λευκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκός
λευκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λεύκωμα
λευκωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκωματικό
λευκωματικέ	adj	κλητική ενικού του λευκωματικός
λευκωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκωματική
λευκωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκωματικός
λευκωματικής	adj	γενική ενικού του λευκωματική
λευκωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευκωματικός
λευκωματικού	adj	γενική ενικού του λευκωματικός
λευκωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευκωματικός
λευκωματικό	adj	αιτιατική ενικού του λευκωματικός
λευκωματικός	adj	που έχει σχέση με το λεύκωμα (του οφθαλμού), αναφέρεται σ’ αυτό ή συμβάλλει στη θεραπεία του
λευκωματικών	adj	γενική πληθυντικού του λευκωματικός
λευκωματοειδές	=	λευκωματοειδής
λευκωματοειδή	=	λευκωματοειδής
λευκωματοειδής	adj	άλλη μορφή του λευκωματούχος
λευκωματοειδείς	=	λευκωματοειδής
λευκωματοειδούς	=	λευκωματοειδής
λευκωματοειδών	=	λευκωματοειδής
λευκωματουρία	noun	η πάθηση που συνίσταται στην παρουσία λευκώματος στα ούρα κι οφείλεται σε βλάβη των νεφρών
λευκωματουρίας	noun	γενική ενικού του λευκωματουρία
λευκωματουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκωματουρία
λευκωματουριών	noun	γενική πληθυντικού του λευκωματουρία
λευκωματούχα	=	λευκωματούχος
λευκωματούχας	=	λευκωματούχος
λευκωματούχε	=	λευκωματούχος
λευκωματούχες	=	λευκωματούχος
λευκωματούχο	=	λευκωματούχος
λευκωματούχοι	=	λευκωματούχος
λευκωματούχος	adj	που περιέχει λεύκωμα
λευκωματούχου	=	λευκωματούχος
λευκωματούχους	=	λευκωματούχος
λευκωματούχων	=	λευκωματούχος
λευκωματωδών	=	λευκωματώδης
λευκωματώδεις	=	λευκωματώδης
λευκωματώδες	=	λευκωματώδης
λευκωματώδη	=	λευκωματώδης
λευκωματώδης	adj	άλλη μορφή του λευκωματούχος
λευκωματώδους	=	λευκωματώδης
λευκωπός	adj|rare	ο υπόλευκος
λευκωσιάτες	=	λευκωσιάτης
λευκωσιάτη	=	λευκωσιάτης
λευκωσιάτης	noun	άτομο με καταγωγή από την Λευκωσία, αλλιώς χωραΐτης
λευκωσιατών	=	λευκωσιάτης
λευκό	noun	το λευκό χρώμα	adj	αιτιατική ενικού του λευκός
λευκόλυση	noun	η κυτταρόλυση / κυτόλυση των λευκών αιμοσφαιρίων
λευκόλυσης	=	λευκόλυση
λευκόρροια	noun	παθογόνος έκκριση λευκού βλεννώδους υγρού από γεννητικά όργανα
λευκόρροιας	=	λευκόρροια
λευκόρροιες	=	λευκόρροια
λευκός	adj	που έχει λευκό χρώμα
λευκότατα	=	λευκός
λευκότατε	=	λευκός
λευκότατες	=	λευκός
λευκότατη	=	λευκός
λευκότατης	=	λευκός
λευκότατο	=	λευκός
λευκότατοι	=	λευκός
λευκότατος	=	λευκός
λευκότατου	=	λευκός
λευκότατους	=	λευκός
λευκότατων	=	λευκός
λευκότερα	=	λευκός
λευκότερε	=	λευκός
λευκότερες	=	λευκός
λευκότερη	=	λευκός
λευκότερης	=	λευκός
λευκότερο	=	λευκός
λευκότεροι	=	λευκός
λευκότερος	=	λευκός
λευκότερου	=	λευκός
λευκότερους	=	λευκός
λευκότερων	=	λευκός
λευκότητα	noun	το να είναι κάποιος λευκός, η ιδιότητα του λευκού
λευκότητας	noun	γενική ενικού του λευκότητα
λευκότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευκότητα
λευκόφαια	=	λευκόφαιος
λευκόφαιε	=	λευκόφαιος
λευκόφαιες	=	λευκόφαιος
λευκόφαιη	=	λευκόφαιος
λευκόφαιης	=	λευκόφαιος
λευκόφαιο	=	λευκόφαιος
λευκόφαιοι	=	λευκόφαιος
λευκόφαιος	adj	σταχτής
λευκόφαιου	=	λευκόφαιος
λευκόφαιους	=	λευκόφαιος
λευκόφαιων	=	λευκόφαιος
λευκόχροα	=	λευκόχρους
λευκόχροες	=	λευκόχρους
λευκόχρου	=	λευκόχρους
λευκόχρουν	=	λευκόχρους
λευκόχρους	adj|formal	που είναι λευκός
λευκόχρυσε	=	λευκόχρυσος
λευκόχρυσο	=	λευκόχρυσος
λευκόχρυσος	noun	χημικό στοιχείο της κατηγορίας των μετάλλων με ατομικό αριθμό 78 και χημικό σύμβολο το Pt· η πλατίνα
λευκόχρυσου	=	λευκόχρυσος
λευκώ	=	λευκός
λευκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύκωμα
λευκώματος	noun	γενική ενικού του λεύκωμα
λευκών	adj	γενική πληθυντικού του λευκός	noun	γενική πληθυντικού του λεύκα
λευτέρης	=	ελευθέριος
λευτέριος	=	ελευθέριος
λευτέρωμα	noun	το να αποκτά κάποιος ή να δίνει σε κάποιον την ελευθερία του , η ελευθέρωση, η απελευθέρωση
λευτέρωνα	=	λευτερώνω
λευτέρωναν	=	λευτερώνω
λευτέρωνε	=	λευτερώνω
λευτέρωνες	=	λευτερώνω
λευτέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτεριά	noun|literary	η ελευθερία
λευτεριάς	=	λευτεριά
λευτεριές	=	λευτεριά
λευτεριών	=	λευτεριά
λευτερωθήκαμε	=	λευτερώνω
λευτερωθήκαν	=	λευτερώνω
λευτερωθήκανε	=	λευτερώνω
λευτερωθήκατε	=	λευτερώνω
λευτερωθεί	=	λευτερώνω
λευτερωθείς	=	λευτερώνω
λευτερωθείτε	=	λευτερώνω
λευτερωθούμε	=	λευτερώνω
λευτερωθούν	=	λευτερώνω
λευτερωθούνε	=	λευτερώνω
λευτερωθώ	=	λευτερώνω
λευτερωμάτων	=	λευτέρωμα
λευτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευτερωμένο
λευτερωμένε	verb	κλητική ενικού του λευτερωμένος
λευτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευτερωμένη
λευτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευτερωμένος
λευτερωμένης	verb	γενική ενικού του λευτερωμένη
λευτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λευτερωμένος
λευτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευτερωμένος
λευτερωμένος	=	ελευθερωμένος
λευτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λευτερωμένος
λευτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λευτερωμένος
λευτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λευτερωμένος
λευτερωνα	=	λευτερώνω
λευτερωναν	=	λευτερώνω
λευτερωνε	=	λευτερώνω
λευτερωνες	=	λευτερώνω
λευτερωνόμασταν	=	λευτερώνω
λευτερωνόμαστε	=	λευτερώνω
λευτερωνόμουν	=	λευτερώνω
λευτερωνόμουνα	=	λευτερώνω
λευτερωνόντουσαν	=	λευτερώνω
λευτερωνόσασταν	=	λευτερώνω
λευτερωνόσαστε	=	λευτερώνω
λευτερωνόσουν	=	λευτερώνω
λευτερωνόσουνα	=	λευτερώνω
λευτερωνόταν	=	λευτερώνω
λευτερωνότανε	=	λευτερώνω
λευτερωσα	=	λευτερώνω
λευτερωσαν	=	λευτερώνω
λευτερωσε	=	λευτερώνω
λευτερωσες	=	λευτερώνω
λευτερώθηκα	=	λευτερώνω
λευτερώθηκαν	=	λευτερώνω
λευτερώθηκε	=	λευτερώνω
λευτερώθηκες	=	λευτερώνω
λευτερώματα	=	λευτέρωμα
λευτερώματος	=	λευτέρωμα
λευτερώναμε	=	λευτερώνω
λευτερώναν	=	λευτερώνω
λευτερώνανε	=	λευτερώνω
λευτερώνατε	=	λευτερώνω
λευτερώνει	=	λευτερώνω
λευτερώνεις	=	λευτερώνω
λευτερώνεσαι	=	λευτερώνω
λευτερώνεστε	=	λευτερώνω
λευτερώνεται	=	λευτερώνω
λευτερώνετε	=	λευτερώνω
λευτερώνομαι	=	λευτερώνω
λευτερώνομε	=	λευτερώνω
λευτερώνονται	=	λευτερώνω
λευτερώνονταν	=	λευτερώνω
λευτερώνοντας	=	λευτερώνω
λευτερώνουμε	=	λευτερώνω
λευτερώνουν	=	λευτερώνω
λευτερώνουνε	=	λευτερώνω
λευτερώνω	verb|literary	άλλη μορφή του ελευθερώνω
λευτερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσαν	=	λευτερώνω
λευτερώσανε	=	λευτερώνω
λευτερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσομε	=	λευτερώνω
λευτερώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσουνε	=	λευτερώνω
λευτερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευτερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λευτερώνω
λευχαιμία	noun	νεοπλασματική ασθένεια του αίματος που εκδηλώνεται με πολύ μεγάλο αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων, τα οποία στρέφονται κατά του οργανισμού
λευχαιμίας	noun	γενική ενικού του λευχαιμία
λευχαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευχαιμία
λευχαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευχαιμικό
λευχαιμικέ	adj	κλητική ενικού του λευχαιμικός
λευχαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λευχαιμική
λευχαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευχαιμικός
λευχαιμικής	adj	γενική ενικού του λευχαιμική
λευχαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λευχαιμικός
λευχαιμικού	adj	γενική ενικού του λευχαιμικός
λευχαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λευχαιμικός
λευχαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του λευχαιμικός
λευχαιμικός	adj	που έχει σχέση με τη λευχαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
λευχαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του λευχαιμικός
λευχαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του λευχαιμία
λευχείμων	adj|archaic	που φορά λευκό ένδυμα
λευχειμονώ	verb|archaic	είμαι ντυμένος στα λευκά
λευϊτικού	=	λευϊτικό
λευϊτικό	noun	το τρίτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και της Πεντατεύχου και κατ΄ επέκταση της Αγίας Γραφής.
λευϊτικόν	=	λευϊτικό
λεφουσιού	=	λεφούσι
λεφουσιών	=	λεφούσι
λεφούσι	noun	το άτακτο, μετακινούμενο πλήθος
λεφούσια	=	λεφούσι
λεφτά	noun	τα χρήματα
λεφτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεφτάς
λεφτάδων	noun	γενική πληθυντικού του λεφτάς
λεφτάς	noun	αυτός που έχει πολλά λεφτά
λεφτοκάρι	noun|vulgar	το φουντούκι
λεφτοκάρια	=	λεφτοκάρι
λεφτοκάρυ	noun	το φουντούκι
λεφτοκαριού	=	λεφτοκάρι
λεφτοκαριών	=	λεφτοκάρι
λεφτοκαρυά	=	λεπτοκαρυά
λεφτουδάκια	noun	υποκοριστικό του λεφτά (χρήματα)
λεφτού	noun	γενική ενικού του λεφτό
λεφτό	noun	το λεπτό της ώρας
λεφτόδεντρα	=	λεφτόδεντρο
λεφτόδεντρο	noun|slang	ειρωνική αναφορά σε ανύπαρκτο δένδρο που έχει χρήματα (λεφτά) για καρπούς
λεφτόδεντρου	=	λεφτόδεντρο
λεφτόδεντρων	=	λεφτόδεντρο
λεφτόκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεφτόκαρο
λεφτόκαρο	noun	το φουντούκι
λεφτόκαρου	noun	γενική ενικού του λεφτόκαρο
λεφτόκαρων	noun	γενική πληθυντικού του λεφτόκαρο
λεφτών	noun	γενική πληθυντικού του λεφτό
λεχθήκαμε	=	λέγομαι
λεχθήκαν	=	λέγομαι
λεχθήκανε	=	λέγομαι
λεχθήκατε	=	λέγομαι
λεχθεί	=	λέω
λεχθείς	=	λέω
λεχθείτε	=	λέγομαι
λεχθούμε	=	λέω
λεχθούν	=	λέω
λεχθούνε	=	λέω
λεχθώ	=	λέω
λεχουδιού	=	λεχούδι
λεχουδιών	=	λεχούδι
λεχουσών	=	λεχούσα
λεχούδι	noun|vulgar	το νεογέννητο μωρό
λεχούδια	=	λεχούδι
λεχούσα	noun	άλλη μορφή του λεχώνα
λεχούσας	=	λεχούσα
λεχούσες	=	λεχούσα
λεχρίτες	=	λεχρίτης
λεχρίτη	=	λεχρίτης
λεχρίτης	noun	ο βρομιάρης
λεχρίτισσα	=	λεχρίτης
λεχριτών	=	λεχρίτης
λεχωίδα	noun|formal	άλλη μορφή του λεχώνα
λεχωίδας	=	λεχωίδα
λεχωίδες	=	λεχωίδα
λεχωίδων	=	λεχωίδα
λεχωνιά	noun|vulgar	η λοχεία
λεχωνιάς	=	λεχωνιά
λεχωνιές	=	λεχωνιά
λεχωνιών	=	λεχωνιά
λεχώνα	noun	η γυναίκα που έχει γεννήσει μόλις ή κατά το διάστημα των τελευταίων σαράντα ημερών
λεχώνας	=	λεχώνα
λεχώνες	=	λεχώνα
λεχώνων	=	λεχώνα
λεωνιδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεωνιδιώτικο
λεωνιδιώτικε	adj	κλητική ενικού του λεωνιδιώτικος
λεωνιδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεωνιδιώτικη
λεωνιδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεωνιδιώτικος
λεωνιδιώτικης	adj	γενική ενικού του λεωνιδιώτικη
λεωνιδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του λεωνιδιώτικος
λεωνιδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεωνιδιώτικος
λεωνιδιώτικος	adj	ο σχετικός με το Λεωνίδιο και τους κατοίκους της
λεωνιδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεωνιδιώτικος
λεωνιδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεωνιδιώτικος
λεωνιδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεωνιδιώτικος
λεωφορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεωφορείο
λεωφορείο	noun	αυτοκινούμενο όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών
λεωφορείου	noun	γενική ενικού του λεωφορείο
λεωφορείων	noun	γενική πληθυντικού του λεωφορείο
λεωφορειάκι	noun	υποκοριστικό του λεωφορείο
λεωφορειάκια	=	λεωφορειάκι
λεωφορειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεωφορειακό	adv	με λεωφορείο, ή σχετικά με λεωφορειακά μέσα
λεωφορειακέ	adj	κλητική ενικού του λεωφορειακός
λεωφορειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεωφορειακή
λεωφορειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεωφορειακός
λεωφορειακής	adj	γενική ενικού του λεωφορειακή
λεωφορειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεωφορειακός
λεωφορειακού	adj	γενική ενικού του λεωφορειακός
λεωφορειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεωφορειακός
λεωφορειακό	adj	αιτιατική ενικού του λεωφορειακός
λεωφορειακός	adj	σχετικός με ή αναφερόμενος στα λεωφορεία
λεωφορειακών	adj	γενική πληθυντικού του λεωφορειακός
λεωφορειατζή	=	λεωφορειατζής
λεωφορειατζήδες	=	λεωφορειατζής
λεωφορειατζήδων	=	λεωφορειατζής
λεωφορειατζής	noun	ιδιοκτήτης, κάτοχος λεωφορείου
λεωφορειογραμμές	=	λεωφορειογραμμή
λεωφορειογραμμή	noun	τακτική γραμμή δρομολογίου λεωφορείου
λεωφορειογραμμής	=	λεωφορειογραμμή
λεωφορειογραμμών	=	λεωφορειογραμμή
λεωφορειολωρίδα	noun	ειδική λωρίδα κυκλοφορίας σε δρόμο, στην οποία επιτρέπεται να κινούνται (σχεδόν αποκλειστικά) λεωφορεία
λεωφορειολωρίδας	=	λεωφορειολωρίδα
λεωφορειολωρίδες	=	λεωφορειολωρίδα
λεωφορειολωρίδων	=	λεωφορειολωρίδα
λεωφορειούχε	noun	κλητική ενικού του λεωφορειούχος
λεωφορειούχο	noun	αιτιατική ενικού του λεωφορειούχος
λεωφορειούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεωφορειούχος
λεωφορειούχος	noun	που έχει στην κατοχή του λεωφορείο, ο ιδιοκτήτης λεωφορείου
λεωφορειούχου	noun	γενική ενικού του λεωφορειούχος
λεωφορειούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λεωφορειούχος
λεωφορειούχων	noun	γενική πληθυντικού του λεωφορειούχος
λεωφορειόδρομε	=	λεωφορειόδρομος
λεωφορειόδρομο	=	λεωφορειόδρομος
λεωφορειόδρομοι	=	λεωφορειόδρομος
λεωφορειόδρομος	noun	δρόμος (ή λωρίδα σε δρόμο) (αποκλειστικά) για την κίνηση (αστικών) λεωφορείων
λεωφορειόδρομου	=	λεωφορειόδρομος
λεωφορειόδρομους	=	λεωφορειόδρομος
λεωφορειόδρομων	=	λεωφορειόδρομος
λεωφόρε	=	λεωφόρος
λεωφόρο	=	λεωφόρος
λεωφόροι	=	λεωφόρος
λεωφόρος	noun	οδός μεγάλου μήκους και πλάτους, συχνά με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση
λεωφόρου	=	λεωφόρος
λεωφόρους	=	λεωφόρος
λεωφόρων	=	λεωφόρος
λεϊμονάδα	=	λεμονάδα
λεϊμονιά	noun	η λεμονιά
λεϊμονιάς	=	λεϊμονιά
λεϊμονιές	=	λεϊμονιά
λεϊμονιού	=	λεϊμόνι
λεϊμονιών	=	λεϊμονιά
λεϊμόνι	noun	το λεμόνι
λεϊμόνια	=	λεϊμόνι
λεϊσμάνια	noun	πρωτόζωο ενδοκυττάριο παράσιτο του γένους Leishmania, που μεταδίδεται μέσω των σκνιπών και προκαλεί λεϊσμανίαση (καλααζάρ)
λεϊσμάνιας	noun	γενική ενικού του λεϊσμάνια
λεϊσμάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεϊσμάνια
λεϊσμανίαση	noun	λοιμώδης νόσος ανθρώπων και ζώων, που οφείλεται στα πρωτόζωα ενδοκυττάρια παράσιτα του γένους λεϊσμάνια, τα οποία μεταδίδονται μέσω των σκνιπών
λεϊσμανίασης	noun	γενική ενικού του λεϊσμανίαση
λεϊσμανίασις	noun	η λεϊσμανίαση
λεϊσμανιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεϊσμανίαση
λεϊσμανιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του λεϊσμανίαση
λεϊσμανιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του λεϊσμανίαση
λεϊσμανιών	noun	γενική πληθυντικού του λεϊσμάνια
λεόντεια	=	λεόντειος
λεόντειας	=	λεόντειος
λεόντειε	=	λεόντειος
λεόντειες	=	λεόντειος
λεόντειο	=	λεόντειος
λεόντειοι	=	λεόντειος
λεόντειος	adj|formal	που αναφέρεται στο λιοντάρι
λεόντειου	=	λεόντειος
λεόντειους	=	λεόντειος
λεόντειων	=	λεόντειος
λεόντων	=	λέων
λεόπαρδε	=	λεόπαρδος
λεόπαρδο	=	λεόπαρδος
λεόπαρδοι	=	λεόπαρδος
λεόπαρδος	noun|formal	μορφη λεοπάρδαλη
λεόπαρδου	=	λεόπαρδος
λεόπαρδους	=	λεόπαρδος
λεόπαρδων	=	λεόπαρδος
λεύγα	noun	αρχαία ρωμαϊκή μονάδα μήκους ίση με 1.500 ρωμαϊκά βήματα
λεύγας	noun	γενική ενικού του λεύγα
λεύγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύγα
λεύκα	noun	φυλλοβόλο δένδρο, με ωοειδή φύλλα και λευκό κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος· τα άνθη της σχηματίζουν κρεμαστές ταξιανθίες ιούλων και οι καρποί τους καλύπτονται από λευκό χνούδι
λεύκαζα	=	λευκάζω
λεύκαζαν	=	λευκάζω
λεύκαζε	=	λευκάζω
λεύκαζες	=	λευκάζω
λεύκαινα	=	λευκαίνω
λεύκαιναν	=	λευκαίνω
λεύκαινε	=	λευκαίνω
λεύκαινες	=	λευκαίνω
λεύκανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λεύκαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λεύκανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λεύκανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λευκαίνω
λεύκανση	noun	η διαδικασία μετατροπής σε λευκό
λεύκανσης	noun	γενική ενικού του λεύκανση
λεύκας	noun	γενική ενικού του λεύκα
λεύκασα	=	λευκάζω
λεύκασαν	=	λευκάζω
λεύκασε	=	λευκάζω
λεύκασες	=	λευκάζω
λεύκασμα	noun	η λεύκανση
λεύκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύκα
λεύκη	noun	δερματική πάθηση που συνίσταται στην εμφάνιση λευκών κηλίδων σε ένα ή σε περισσότερα σημεία του δέρματος
λεύκης	=	λεύκη
λεύκινα	=	λεύκινος
λεύκινε	=	λεύκινος
λεύκινες	=	λεύκινος
λεύκινη	=	λεύκινος
λεύκινης	=	λεύκινος
λεύκινο	=	λεύκινος
λεύκινοι	=	λεύκινος
λεύκινος	adj	που το κύριο υλικό είναι ξύλο λεύκας
λεύκινου	=	λεύκινος
λεύκινους	=	λεύκινος
λεύκινων	=	λεύκινος
λεύκωμα	noun	βιβλίο με λευκές σελίδες που περιέχει εικόνες/φωτογραφίες κι είναι συνήθως ειδικής εκδόσεως, περιλαμβάνοντας κείμενα όπως μαρτυρίες, σχόλια, κρίσεις και περιγραφές περί συγκεκριμένων θεμάτων, γεγονότων, τόπων, επιφανών προσώπων, ιστορικών κ.λπ.
λεύκων	=	λεύκα
λεύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύτερο
λεύτερε	adj	κλητική ενικού του λεύτερος
λεύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεύτερη
λεύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λεύτερος
λεύτερης	adj	γενική ενικού του λεύτερη
λεύτερο	adj	αιτιατική ενικού του λεύτερος
λεύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λεύτερος
λεύτερος	adj|literary	ελεύθερος
λεύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λεύτερος
λεύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λεύτερος
λεύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λεύτερος
ληγαδούρα	noun	άλλη γραφή του λιγαδούρα χωρίς ετυμολογική αιτιολόγηση
ληγαδούρας	=	ληγαδούρα
ληγαδούρες	=	ληγαδούρα
ληγαδούρων	=	ληγαδούρα
ληγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληγμένο
ληγμένε	verb	κλητική ενικού του ληγμένος
ληγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληγμένη
ληγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληγμένος
ληγμένης	verb	γενική ενικού του ληγμένη
ληγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ληγμένος
ληγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληγμένος
ληγμένος	verb	που έχει λήξει, τελειωμένος
ληγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ληγμένος
ληγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ληγμένος
ληγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ληγμένος
ληγουσών	noun	γενική πληθυντικού του λήγουσα
ληγούσης	=	λήγων
ληγόντων	=	λήγων
ληθαργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληθαργικό
ληθαργικέ	adj	κλητική ενικού του ληθαργικός
ληθαργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληθαργική
ληθαργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληθαργικός
ληθαργικής	adj	γενική ενικού του ληθαργική
ληθαργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληθαργικός
ληθαργικού	adj	γενική ενικού του ληθαργικός
ληθαργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ληθαργικός
ληθαργικό	adj	αιτιατική ενικού του ληθαργικός
ληθαργικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον λήθαργο ή αναφέρεται σ' αυτόν
ληθαργικότητα	noun|rare	τάση για λήθαργο, υπνηλία
ληθαργικών	adj	γενική πληθυντικού του ληθαργικός
ληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληκτικό
ληκτικέ	adj	κλητική ενικού του ληκτικός
ληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληκτική
ληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληκτικός
ληκτικής	adj	γενική ενικού του ληκτική
ληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληκτικός
ληκτικού	adj	γενική ενικού του ληκτικός
ληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ληκτικός
ληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ληκτικός
ληκτικός	adj	που μ’ αυτόν λήγει / τελειώνει κάτι, που υπάρχει στο τέλος
ληκτικός-ή	=	ληκτικός
ληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ληκτικός
ληκτοτήτων	=	ληκτότητα
ληκτότητα	noun	η ιδιότητα του ληκτού
ληκτότητας	=	ληκτότητα
ληκτότητες	=	ληκτότητα
ληκύθια	=	ληκύθιο
ληκύθιο	noun	υποκοριστικό του λήκυθος, μικρή λήκυθος
ληκύθιου	=	ληκύθιο
ληκύθιων	=	ληκύθιο
ληκύθου	=	λήκυθος
ληκύθους	=	λήκυθος
ληκύθων	=	λήκυθος
λημέρι	noun	απόμακρη τοποθεσία όπου ζουν ληστές, κλέφτες επί Τουρκοκρατίας, κρησφύγετο, άντρο
λημέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημέρι
λημέριαζα	=	λημεριάζω
λημέριαζαν	=	λημεριάζω
λημέριαζε	=	λημεριάζω
λημέριαζες	=	λημεριάζω
λημέριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημέριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημέριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημέριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάζαμε	=	λημεριάζω
λημεριάζαν	=	λημεριάζω
λημεριάζανε	=	λημεριάζω
λημεριάζατε	=	λημεριάζω
λημεριάζει	=	λημεριάζω
λημεριάζεις	=	λημεριάζω
λημεριάζετε	=	λημεριάζω
λημεριάζοντας	=	λημεριάζω
λημεριάζουμε	=	λημεριάζω
λημεριάζουν	=	λημεριάζω
λημεριάζουνε	=	λημεριάζω
λημεριάζω	verb|vulgar	έχω το λημέρι, το κρησφύγετό μου
λημεριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσαν	=	λημεριάζω
λημεριάσανε	=	λημεριάζω
λημεριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημέριασμα
λημεριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημεριάζω
λημεριασμένος	=	λημεριάζω
λημεριού	=	λημέρι
λημεριών	=	λημέρι
λημμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λήμμα
λημματογράφε	=	λημματογράφος
λημματογράφει	=	λημματογραφώ
λημματογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λημματογραφώ, η καταγραφή / συγγραφή λημμάτων σε κάποιο λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια
λημματογράφησης	noun	γενική ενικού του λημματογράφηση
λημματογράφο	=	λημματογράφος
λημματογράφοι	=	λημματογράφος
λημματογράφος	noun	που λημματογραφεί (συνήθως σε εγκυκλοπαίδεια, λεξικό)
λημματογράφου	=	λημματογράφος
λημματογράφους	=	λημματογράφος
λημματογράφων	=	λημματογράφος
λημματογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήσαν	=	λημματογραφώ
λημματογραφήσανε	=	λημματογραφώ
λημματογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματογράφηση
λημματογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λημματογράφηση
λημματογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λημματογράφηση
λημματογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφία	noun	η λημματογράφηση
λημματογραφίας	noun	γενική ενικού του λημματογραφία
λημματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφία
λημματογραφεί	=	λημματογραφώ
λημματογραφείς	=	λημματογραφώ
λημματογραφείτε	=	λημματογραφώ
λημματογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφημένο
λημματογραφημένε	verb	κλητική ενικού του λημματογραφημένος
λημματογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφημένη
λημματογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λημματογραφημένος
λημματογραφημένης	verb	γενική ενικού του λημματογραφημένη
λημματογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του λημματογραφημένος
λημματογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφημένος
λημματογραφημένος	verb	που έχει λημματογραφηθεί
λημματογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λημματογραφημένος
λημματογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λημματογραφημένος
λημματογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λημματογραφημένος
λημματογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφικό
λημματογραφικέ	adj	κλητική ενικού του λημματογραφικός
λημματογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφική
λημματογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λημματογραφικός
λημματογραφικής	adj	γενική ενικού του λημματογραφική
λημματογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λημματογραφικός
λημματογραφικού	adj	γενική ενικού του λημματογραφικός
λημματογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λημματογραφικός
λημματογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του λημματογραφικός
λημματογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη λημματογράφηση ή τον λημματογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
λημματογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του λημματογραφικός
λημματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του λημματογραφία
λημματογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λημματογραφώ
λημματογραφούμε	=	λημματογραφώ
λημματογραφούν	=	λημματογραφώ
λημματογραφούνε	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσα	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσαμε	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσαν	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσανε	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσατε	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσε	=	λημματογραφώ
λημματογραφούσες	=	λημματογραφώ
λημματογραφώ	verb	συγγράφω και καταγράφω τα λήμματα ενός λεξικού ή μιας εγκυκλοπαίδειας
λημματογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λημματογραφώ
λημματολογήθηκα	=	λημματολογούμαι
λημματολογήθηκαν	=	λημματολογούμαι
λημματολογήθηκε	=	λημματολογούμαι
λημματολογήθηκες	=	λημματολογούμαι
λημματολογήσαμε	=	λημματολογώ
λημματολογήσαν	=	λημματολογώ
λημματολογήσανε	=	λημματολογώ
λημματολογήσατε	=	λημματολογώ
λημματολογήσει	=	λημματολογώ
λημματολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματολόγηση
λημματολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λημματολόγηση
λημματολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λημματολόγηση
λημματολογήσου	=	λημματολογούμαι
λημματολογήστε	=	λημματολογώ
λημματολογίου	noun	γενική ενικού του λημματολόγιο
λημματολογίων	noun	γενική πληθυντικού του λημματολόγιο
λημματολογεί	=	λημματολογώ
λημματολογείς	=	λημματολογώ
λημματολογείσαι	=	λημματολογούμαι
λημματολογείστε	=	λημματολογούμαι
λημματολογείται	=	λημματολογούμαι
λημματολογείτε	=	λημματολογώ
λημματολογηθήκαμε	=	λημματολογούμαι
λημματολογηθήκαν	=	λημματολογούμαι
λημματολογηθήκανε	=	λημματολογούμαι
λημματολογηθήκατε	=	λημματολογούμαι
λημματολογηθεί	=	λημματολογούμαι
λημματολογηθείτε	=	λημματολογούμαι
λημματολογημένος	=	λημματολογούμαι
λημματολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λημματολογώ
λημματολογούμασταν	=	λημματολογούμαι
λημματολογούμαστε	=	λημματολογούμαι
λημματολογούμε	=	λημματολογώ
λημματολογούμουν	=	λημματολογούμαι
λημματολογούν	=	λημματολογώ
λημματολογούνε	=	λημματολογώ
λημματολογούνται	=	λημματολογούμαι
λημματολογούνταν	=	λημματολογούμαι
λημματολογούσα	=	λημματολογώ
λημματολογούσαμε	=	λημματολογώ
λημματολογούσαν	=	λημματολογώ
λημματολογούσανε	=	λημματολογώ
λημματολογούσασταν	=	λημματολογούμαι
λημματολογούσαστε	=	λημματολογούμαι
λημματολογούσατε	=	λημματολογώ
λημματολογούσε	=	λημματολογώ
λημματολογούσες	=	λημματολογώ
λημματολογούσουν	=	λημματολογούμαι
λημματολογώ	verb	καταρτίζω το λημματολόγιο
λημματολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λημματολογώ
λημματολόγει	=	λημματολογώ
λημματολόγησα	=	λημματολογώ
λημματολόγησαν	=	λημματολογώ
λημματολόγησε	=	λημματολογώ
λημματολόγησες	=	λημματολογώ
λημματολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λημματολογώ
λημματολόγησης	noun	γενική ενικού του λημματολόγηση
λημματολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λημματολόγιο
λημματολόγιο	noun	τα λήμματα ενός λεξικού ή εγκυκλοπαίδειας ως σύνολο
λημματολόγιου	=	λημματολόγιο
λημματολόγιων	=	λημματολόγιο
λημνιό	adj	αιτιατική ενικού του λημνιός
ληνέ	noun	κλητική ενικού του ληνός
ληνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληνός
ληνοβάτες	=	ληνοβάτης
ληνοβάτη	=	ληνοβάτης
ληνοβάτης	noun|formal	αυτός που σε πατητήρι πατάει σταφύλια, κατά τη διαδικασία παραγωγής κρασιού
ληνοβατών	=	ληνοβάτης
ληνού	noun	άλλη γραφή του λινού
ληνούδες	=	ληνού
ληνούδων	=	ληνού
ληνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ληνός
ληνό	noun	αιτιατική ενικού του ληνός
ληνός	noun|formal	το πατητήρι για τα σταφύλια
ληνών	noun	γενική πληθυντικού του ληνός
ληξάντων	=	λήξας
ληξάσης	=	λήξας
ληξίαρχε	noun	κλητική ενικού του ληξίαρχος
ληξίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ληξίαρχος
ληξίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληξίαρχος
ληξίαρχος	noun	ο προϊστάμενος του ληξιαρχείου
ληξίαρχου	noun	γενική ενικού του ληξίαρχος
ληξίαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ληξίαρχος
ληξίαρχων	noun	γενική πληθυντικού του ληξίαρχος
ληξασών	=	λήξας
ληξιάρια	=	ληξιάριο
ληξιάριο	noun	έγγραφο που δείχνει πότε λήγει η ισχύς μιας πράξης (π.χ. ασφαλιστική κάλυψη)
ληξιάριου	=	ληξιάριο
ληξιάρχου	noun	γενική ενικού του ληξίαρχος
ληξιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ληξίαρχος
ληξιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του ληξίαρχος
ληξιαρίου	=	ληξιάριο
ληξιαρίων	=	ληξιάριο
ληξιαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληξιαρχείο
ληξιαρχείο	noun	η δημοτική υπηρεσία που κρατάει το αρχείο το σχετικό με τις γεννήσεις, γάμους, βαπτίσεις, ονοματοθεσίες και θανάτους και εκδίδει σχετικά πιστοποιητικά
ληξιαρχείου	noun	γενική ενικού του ληξιαρχείο
ληξιαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του ληξιαρχείο
ληξιαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληξιαρχικό
ληξιαρχικέ	adj	κλητική ενικού του ληξιαρχικός
ληξιαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληξιαρχική
ληξιαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληξιαρχικός
ληξιαρχικής	adj	γενική ενικού του ληξιαρχική
ληξιαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληξιαρχικός
ληξιαρχικού	adj	γενική ενικού του ληξιαρχικός
ληξιαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ληξιαρχικός
ληξιαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του ληξιαρχικός
ληξιαρχικός	adj	σχετικός με το ληξιαρχείο
ληξιαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του ληξιαρχικός
ληξιπρόθεσμα	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμε	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμες	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμη	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμης	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμο	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμοι	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμος	adj	που έχει λήξει η προθεσμία του
ληξιπρόθεσμου	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμους	=	ληξιπρόθεσμος
ληξιπρόθεσμων	=	ληξιπρόθεσμος
ληξουριωτών	=	ληξουριώτης
ληξουριώτες	=	ληξουριώτης
ληξουριώτη	=	ληξουριώτης
ληξουριώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Ληξούρι, (θηλυκό Ληξουριώτισσα)
ληξουριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληξουριώτικο
ληξουριώτικε	adj	κλητική ενικού του ληξουριώτικος
ληξουριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληξουριώτικη
ληξουριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληξουριώτικος
ληξουριώτικης	adj	γενική ενικού του ληξουριώτικη
ληξουριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ληξουριώτικος
ληξουριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληξουριώτικος
ληξουριώτικος	adj	ο σχετικός με το Ληξούρι και τους κατοίκους του
ληξουριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ληξουριώτικος
ληξουριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ληξουριώτικος
ληξουριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ληξουριώτικος
ληοκοκκίου	=	ληοκόκκι
ληοκοκκίων	=	ληοκόκκι
ληοκόκκι	noun	άλλη μορφή του λιοκόκκι
ληοκόκκια	=	ληοκόκκι
ληπτέα	=	ληπτέος
ληπτέας	=	ληπτέος
ληπτέε	=	ληπτέος
ληπτέες	=	ληπτέος
ληπτέο	=	ληπτέος
ληπτέοι	=	ληπτέος
ληπτέος	adj|formal	που πρέπει να ληφθεί
ληπτέου	=	ληπτέος
ληπτέους	=	ληπτέος
ληπτέων	=	ληπτέος
ληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του λήπτρια
ληπτών	=	λήπτης
λησμονάγανε	=	λησμονώ
λησμονάν	=	λησμονώ
λησμονάω	=	λησμονώ
λησμονήθηκα	=	λησμονώ
λησμονήθηκαν	=	λησμονώ
λησμονήθηκε	=	λησμονώ
λησμονήθηκες	=	λησμονώ
λησμονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσαν	=	λησμονώ
λησμονήσανε	=	λησμονώ
λησμονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσου	=	λησμονώ
λησμονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσουνε	=	λησμονώ
λησμονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμονεί	=	λησμονώ
λησμονείς	=	λησμονώ
λησμονείστε	=	λησμονώ
λησμονείτε	=	λησμονώ
λησμονηθήκαμε	=	λησμονώ
λησμονηθήκαν	=	λησμονώ
λησμονηθήκανε	=	λησμονώ
λησμονηθήκατε	=	λησμονώ
λησμονηθεί	=	λησμονώ
λησμονηθείς	=	λησμονώ
λησμονηθείτε	=	λησμονώ
λησμονηθούμε	=	λησμονώ
λησμονηθούν	=	λησμονώ
λησμονηθούνε	=	λησμονώ
λησμονηθώ	=	λησμονώ
λησμονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονημένο
λησμονημένε	verb	κλητική ενικού του λησμονημένος
λησμονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονημένη
λησμονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λησμονημένος
λησμονημένης	verb	γενική ενικού του λησμονημένη
λησμονημένο	verb	αιτιατική ενικού του λησμονημένος
λησμονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λησμονημένος
λησμονημένος	verb	που τον έχουν λησμονήσει, ξεχασμένος
λησμονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λησμονημένος
λησμονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λησμονημένος
λησμονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λησμονημένος
λησμονησιά	noun|literary	λησμονιά
λησμονησιάς	=	λησμονησιά
λησμονησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονησιά
λησμονησιών	=	λησμονησιά
λησμονητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονητής
λησμονητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λησμονητής
λησμονητής	noun|vulgar	αυτός που λησμονεί ή λησμόνησε
λησμονητών	noun	γενική πληθυντικού του λησμονητής
λησμονιά	noun	το να ξεχνάει κάποιος ή να ξεχνιέται
λησμονιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λησμονιάρης
λησμονιάρας	adj	γενική ενικού του λησμονιάρα
λησμονιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονιάρα
λησμονιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λησμονιάρης
λησμονιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονιάρης
λησμονιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λησμονιάρης
λησμονιάρης	adj	που ξεχνά εύκολα, ο ξεχασιάρης
λησμονιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονιάρικο
λησμονιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λησμονιάρης
λησμονιάρικου	adj	γενική ενικού του λησμονιάρικο
λησμονιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λησμονιάρικο
λησμονιάς	noun	γενική ενικού του λησμονιά
λησμονιέμαι	=	λησμονώ
λησμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονιά
λησμονιούνταν	=	λησμονώ
λησμονιόντουσαν	=	λησμονώ
λησμονιών	=	λησμονιά
λησμονοβότανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμονοβότανο
λησμονοβότανο	noun	βότανο του Άδη που όταν καταναλωθεί από νεκρό, ξεχνούσε τον πάνω κόσμο
λησμονοβότανου	noun	γενική ενικού του λησμονοβότανο
λησμονοβότανων	noun	γενική πληθυντικού του λησμονοβότανο
λησμονούμαι	=	λησμονώ
λησμονούμασταν	=	λησμονώ
λησμονούμε	=	λησμονώ
λησμονούμενος	=	λησμονώ
λησμονούν	=	λησμονώ
λησμονούνε	=	λησμονώ
λησμονούσα	=	λησμονώ
λησμονούσαμε	=	λησμονώ
λησμονούσαν	=	λησμονώ
λησμονούσανε	=	λησμονώ
λησμονούσατε	=	λησμονώ
λησμονούσε	=	λησμονώ
λησμονούσες	=	λησμονώ
λησμονώ	verb	ξεχνώ
λησμονώντας	=	λησμονώ
λησμοσυνών	=	λησμοσύνη
λησμοσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησμοσύνη
λησμοσύνη	noun|formal	λησμονιά, λήθη, ξεχασιά
λησμοσύνης	=	λησμοσύνη
λησμόνα	=	λησμονώ
λησμόναγε	=	λησμονώ
λησμόνει	=	λησμονώ
λησμόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
λησμόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λησμονώ
ληστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστής
ληστέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψαν	=	ληστεύω
ληστέψανε	=	ληστεύω
ληστέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψομε	=	ληστεύω
ληστέψου	=	ληστεύω
ληστέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψουνε	=	ληστεύω
ληστέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
ληστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ληστής
ληστής	noun	το άτομο που κάνει ληστεία
λησταντάρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησταντάρτης
λησταντάρτη	=	λησταντάρτης
λησταντάρτης	noun	ληστής και ταυτόχρονα αντάρτης
ληστανταρσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστανταρσία
ληστανταρτών	=	λησταντάρτης
λησταποδοχές	=	λησταποδοχή
λησταποδοχή	noun	η ενέργεια του λησταποδόχου
λησταποδοχής	=	λησταποδοχή
λησταποδοχών	=	λησταποδοχή
λησταποδόχος	noun|formal	αυτός που επιτρέπει στον εαυτό του να κατέχει αντικείμενα από ληστείες
λησταρχία	noun	η ληστεία, η αρπαγή
λησταρχίας	=	λησταρχία
λησταρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησταρχία
λησταρχίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησταρχίνα
λησταρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λησταρχείο
λησταρχείο	noun	κρησφύγετο των ληστών και των ληστάρχων
λησταρχείου	noun	γενική ενικού του λησταρχείο
λησταρχείων	noun	γενική πληθυντικού του λησταρχείο
λησταρχιών	=	λησταρχία
ληστεία	noun	αφαίρεση ξένης κινητής περιουσίας με χρήση ή απειλή φυσικής ή ψυχολογικής βίας, με σκοπό τον ιδιοτελή σφετερισμό
ληστείας	noun	γενική ενικού του ληστεία
ληστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστεία
ληστειών	noun	γενική πληθυντικού του ληστεία
ληστεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστεμένο
ληστεμένε	verb	κλητική ενικού του ληστεμένος
ληστεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστεμένη
ληστεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληστεμένος
ληστεμένης	verb	γενική ενικού του ληστεμένη
ληστεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ληστεμένος
ληστεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληστεμένος
ληστεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ληστεύω
ληστεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ληστεμένος
ληστεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ληστεμένος
ληστεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ληστεμένος
ληστευθήκαμε	=	ληστεύω
ληστευθήκαν	=	ληστεύω
ληστευθήκανε	=	ληστεύω
ληστευθήκατε	=	ληστεύω
ληστευθεί	=	ληστεύω
ληστευθείς	=	ληστεύω
ληστευθείτε	=	ληστεύω
ληστευθούμε	=	ληστεύω
ληστευθούν	=	ληστεύω
ληστευθούνε	=	ληστεύω
ληστευθώ	=	ληστεύω
ληστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστευμένο
ληστευμένε	verb	κλητική ενικού του ληστευμένος
ληστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστευμένη
ληστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληστευμένος
ληστευμένης	verb	γενική ενικού του ληστευμένη
ληστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ληστευμένος
ληστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληστευμένος
ληστευμένος	verb|rare	που έχει πέσει θύμα ληστείας
ληστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ληστευμένος
ληστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ληστευμένος
ληστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ληστευμένος
ληστευτήκαμε	=	ληστεύω
ληστευτήκαν	=	ληστεύω
ληστευτήκανε	=	ληστεύω
ληστευτήκατε	=	ληστεύω
ληστευτεί	=	ληστεύω
ληστευτείς	=	ληστεύω
ληστευτείτε	=	ληστεύω
ληστευτούμε	=	ληστεύω
ληστευτούν	=	ληστεύω
ληστευτούνε	=	ληστεύω
ληστευτώ	=	ληστεύω
ληστευόμασταν	=	ληστεύω
ληστευόμαστε	=	ληστεύω
ληστευόμουν	=	ληστεύω
ληστευόμουνα	=	ληστεύω
ληστευόντουσαν	=	ληστεύω
ληστευόσασταν	=	ληστεύω
ληστευόσαστε	=	ληστεύω
ληστευόσουν	=	ληστεύω
ληστευόσουνα	=	ληστεύω
ληστευόταν	=	ληστεύω
ληστευότανε	=	ληστεύω
ληστεύαμε	=	ληστεύω
ληστεύαν	=	ληστεύω
ληστεύανε	=	ληστεύω
ληστεύατε	=	ληστεύω
ληστεύει	=	ληστεύω
ληστεύεις	=	ληστεύω
ληστεύεσαι	=	ληστεύω
ληστεύεστε	=	ληστεύω
ληστεύεται	=	ληστεύω
ληστεύετε	=	ληστεύω
ληστεύθηκα	=	ληστεύω
ληστεύθηκαν	=	ληστεύω
ληστεύθηκε	=	ληστεύω
ληστεύθηκες	=	ληστεύω
ληστεύομαι	=	ληστεύω
ληστεύομε	=	ληστεύω
ληστεύονται	=	ληστεύω
ληστεύονταν	=	ληστεύω
ληστεύοντας	=	ληστεύω
ληστεύουμε	=	ληστεύω
ληστεύουν	=	ληστεύω
ληστεύουνε	=	ληστεύω
ληστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λήστευση
ληστεύσεων	=	λήστευση
ληστεύτε	=	ληστεύω
ληστεύτηκα	=	ληστεύω
ληστεύτηκαν	=	ληστεύω
ληστεύτηκε	=	ληστεύω
ληστεύτηκες	=	ληστεύω
ληστεύω	verb	αφαιρώ από κάποιον παράνομα και με τη βία χρήματα ή άλλα αγαθά, συχνά με χρήση ή υπό την απειλή χρήσης όπλων
ληστοκρατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατία	noun	η επικράτηση γενικώς των ληστών κυρίως στο ύπαιθρο σε παρωχημένες εποχές
ληστοκρατίας	=	ληστοκρατία
ληστοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστοκρατία
ληστοκρατείται	=	ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ληστοκρατούμαι
ληστοκρατημένα	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένε	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένες	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένη	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένης	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένο	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένοι	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ληστοκρατούμαι
ληστοκρατημένου	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένους	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατημένων	=	ληστοκρατημένος
ληστοκρατιών	=	ληστοκρατία
ληστοκρατούμαι	verb	υποφέρω από ληστοκρατία (για τόπο, κοινωνικό σύνολο κ.λπ.)
ληστοπραξία	noun	οποιαδήποτε πράξη που αναγνωρίζεται ως ληστεία σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα
ληστοπραξίας	=	ληστοπραξία
ληστοπραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστοπραξία
ληστοπραξιών	=	ληστοπραξία
ληστοσυμμορία	noun	μια συμμορία ληστών
ληστοσυμμορίας	noun	γενική ενικού του ληστοσυμμορία
ληστοσυμμορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστοσυμμορία
ληστοσυμμορίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστοσυμμορίτης
ληστοσυμμορίτη	=	ληστοσυμμορίτης
ληστοσυμμορίτης	noun	το μέλος μιας συμμορίας ληστών
ληστοσυμμορίτισσας	noun	γενική ενικού του ληστοσυμμορίτισσα
ληστοσυμμορίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστοσυμμορίτισσα
ληστοσυμμοριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ληστοσυμμορίτισσα
ληστοσυμμοριτών	=	ληστοσυμμορίτης
ληστοσυμμοριών	noun	γενική πληθυντικού του ληστοσυμμορία
ληστοτρόφε	=	ληστοτρόφος
ληστοτρόφο	=	ληστοτρόφος
ληστοτρόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληστοτρόφος
ληστοτρόφος	noun|dated	που προμηθεύει με τρόφιμα τους ένοπλους των ληστρικών συμμοριών της υπαίθρου· (κατ’ επέκταση) που τους φροντίζει και τους περιθάλπει
ληστοτρόφου	=	ληστοτρόφος
ληστοτρόφους	=	ληστοτρόφος
ληστοτρόφων	=	ληστοτρόφος
ληστοφυγόδικε	=	ληστοφυγόδικος
ληστοφυγόδικο	=	ληστοφυγόδικος
ληστοφυγόδικοι	=	ληστοφυγόδικος
ληστοφυγόδικος	noun	ο φυγόδικος ληστής
ληστοφυγόδικου	=	ληστοφυγόδικος
ληστοφυγόδικους	=	ληστοφυγόδικος
ληστοφυγόδικων	=	ληστοφυγόδικος
ληστού	=	ληστής
ληστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστρικό
ληστρικέ	adj	κλητική ενικού του ληστρικός
ληστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστρική
ληστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ληστρικός
ληστρικής	adj	γενική ενικού του ληστρική
ληστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ληστρικός
ληστρικού	adj	γενική ενικού του ληστρικός
ληστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ληστρικός
ληστρικό	adj	αιτιατική ενικού του ληστρικός
ληστρικός	adj	που σχετίζεται με ληστεία ή / και με ληστές
ληστρικών	adj	γενική πληθυντικού του ληστρικός
ληστροσυμμορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστροσυμμορία
ληστροσυμμορίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστροσυμμορίτης
ληστροσυμμορίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληστροσυμμορίτισσα
ληστών	noun	γενική πληθυντικού του ληστής
λητάρι	noun|vulgar	σχοινί που χρησιμοποιείται στο δέσιμο των κατοικίδιων ζώων
λητάρια	=	λητάρι
ληταριού	=	λητάρι
ληταριών	=	λητάρι
ληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθήκαν	=	λαμβάνω
ληφθήκανε	=	λαμβάνω
ληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληφθούνε	=	λαμβάνω
ληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνομαι
ληψοδοσία	noun	η συναλλαγή χρημάτων και προϊόντων, η δοσοληψία
ληψοδοσίας	=	ληψοδοσία
ληψοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ληψοδοσία
ληψοδοσιών	=	ληψοδοσία
λιάδα	noun|slang	η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος πολύ μεθυσμένος ή μαστουρωμένος που δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του
λιάδας	=	λιάδα
λιάδες	=	λιάδα
λιάδων	=	λιάδα
λιάζαμε	=	λιάζω
λιάζαν	=	λιάζω
λιάζανε	=	λιάζω
λιάζατε	=	λιάζω
λιάζε	=	λιάζω
λιάζει	=	λιάζω
λιάζεις	=	λιάζω
λιάζεσαι	=	λιάζω
λιάζεστε	=	λιάζω
λιάζεται	=	λιάζω
λιάζετε	=	λιάζω
λιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιάζω
λιάζομε	=	λιάζω
λιάζονται	=	λιάζω
λιάζονταν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού παρατατικού (λιαζόμουν) του λιάζω
λιάζοντας	=	λιάζω
λιάζουμε	=	λιάζω
λιάζουν	=	λιάζω
λιάζουνε	=	λιάζω
λιάζω	verb	εκθέτω κάτι στην ακτινοβολία του ήλιου
λιάνα	noun	μακρόστενο ξυλώδες φυτό που αναρριχάται με τη βοήθεια παρακείμενων φυτών αναζητώντας ηλιακό φως
λιάνας	=	λιάνα
λιάνες	=	λιάνα
λιάνευα	=	λιανεύω
λιάνευαν	=	λιανεύω
λιάνευε	=	λιανεύω
λιάνευες	=	λιανεύω
λιάνεψα	=	λιανεύω
λιάνεψαν	=	λιανεύω
λιάνεψε	=	λιανεύω
λιάνεψες	=	λιανεύω
λιάνη	noun	άλλη μορφή του λιάνα
λιάνιζα	=	λιανίζω
λιάνιζαν	=	λιανίζω
λιάνιζε	=	λιανίζω
λιάνιζες	=	λιανίζω
λιάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιανίζω
λιάνωμα	noun	κάθε μικρό πράγμα
λιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσαν	=	λιάζω
λιάσανε	=	λιάζω
λιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσιμο	noun	η έκθεση στη θερμότητα και το φως των ακτίνων του ηλίου
λιάσομε	=	λιάζω
λιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάσουνε	=	λιάζω
λιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιάστρα	noun|dated	χώρος όπου κάτι λιάζεται, αφήνεται να το δει ο ήλιος
λιάστρας	noun	γενική ενικού του λιάστρα
λιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιάστρα
λιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
λιαζόμασταν	=	λιάζω
λιαζόμαστε	=	λιάζω
λιαζόμουν	=	λιάζω
λιαζόμουνα	=	λιάζω
λιαζόντουσαν	=	λιάζω
λιαζόσασταν	=	λιάζω
λιαζόσαστε	=	λιάζω
λιαζόσουν	=	λιάζω
λιαζόσουνα	=	λιάζω
λιαζόταν	=	λιάζω
λιαζότανε	=	λιάζω
λιακάδα	noun	η ύπαρξη λαμπρού ήλιου χωρίς σχεδόν καθόλου σύννεφα
λιακάδας	=	λιακάδα
λιακάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιακάδα
λιακάδων	=	λιακάδα
λιακωτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιακωτό
λιακωτού	noun	γενική ενικού του λιακωτό
λιακωτό	noun	βεράντα (ή ταράτσα) εκτεθειμένη στο ηλιακό φως
λιακωτών	noun	γενική πληθυντικού του λιακωτό
λιακό	noun|dated	άλλη μορφή του λιακωτό
λιανά	noun	τα ψιλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (λιανό) του λιανός
λιανέ	adj	κλητική ενικού του λιανός
λιανέμπορε	=	λιανέμπορος
λιανέμπορο	=	λιανέμπορος
λιανέμποροι	=	λιανέμπορος
λιανέμπορος	noun	που ασχολείται με το λιανεμπόριο
λιανέμπορου	=	λιανέμπορος
λιανέμπορους	=	λιανέμπορος
λιανέμπορων	=	λιανέμπορος
λιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανή
λιανέψαμε	=	λιανεύω
λιανέψαν	=	λιανεύω
λιανέψανε	=	λιανεύω
λιανέψατε	=	λιανεύω
λιανέψει	=	λιανεύω
λιανέψτε	=	λιανεύω
λιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιανός
λιανής	adj	γενική ενικού του λιανή
λιανίζαμε	=	λιανίζω
λιανίζαν	=	λιανίζω
λιανίζανε	=	λιανίζω
λιανίζατε	=	λιανίζω
λιανίζει	=	λιανίζω
λιανίζεις	=	λιανίζω
λιανίζεσαι	=	λιανίζομαι
λιανίζεστε	=	λιανίζομαι
λιανίζεται	=	λιανίζομαι
λιανίζετε	=	λιανίζω
λιανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιανίζω
λιανίζονται	=	λιανίζομαι
λιανίζονταν	=	λιανίζομαι
λιανίζοντας	=	λιανίζω
λιανίζου	=	λιανίζομαι
λιανίζουμε	=	λιανίζω
λιανίζουν	=	λιανίζω
λιανίζουνε	=	λιανίζω
λιανίζω	verb	κόβω σε λιανά κομμάτια
λιανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίσαν	=	λιανίζω
λιανίσανε	=	λιανίζω
λιανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιάνισμα
λιανίσματος	noun	γενική ενικού του λιάνισμα
λιανίσου	=	λιανίζομαι
λιανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανίστηκα	=	λιανίζομαι
λιανίστηκαν	=	λιανίζομαι
λιανίστηκε	=	λιανίζομαι
λιανίστηκες	=	λιανίζομαι
λιανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιανίζω
λιανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανεμένο
λιανεμένε	verb	κλητική ενικού του λιανεμένος
λιανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανεμένη
λιανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιανεμένος
λιανεμένης	verb	γενική ενικού του λιανεμένη
λιανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιανεμένος
λιανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιανεμένος
λιανεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιανεύω
λιανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιανεμένος
λιανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιανεμένος
λιανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιανεμένος
λιανεμπορίου	noun	γενική ενικού του λιανεμπόριο
λιανεμπορίων	=	λιανεμπόριο
λιανεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανεμπορικό
λιανεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του λιανεμπορικός
λιανεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανεμπορική
λιανεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιανεμπορικός
λιανεμπορικής	adj	γενική ενικού του λιανεμπορική
λιανεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιανεμπορικός
λιανεμπορικού	adj	γενική ενικού του λιανεμπορικός
λιανεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιανεμπορικός
λιανεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του λιανεμπορικός
λιανεμπορικός	adj	που έχει σχέση με τον λιανέμπορο ή το λιανεμπόριο ή αναφέρεται σ' αυτά
λιανεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του λιανεμπορικός
λιανεμπόρια	=	λιανεμπόριο
λιανεμπόριο	noun	το λιανικό εμπόριο
λιανεμπόριου	=	λιανεμπόριο
λιανεμπόρου	=	λιανέμπορος
λιανεμπόρους	=	λιανέμπορος
λιανεμπόρων	=	λιανέμπορος
λιανεύαμε	=	λιανεύω
λιανεύαν	=	λιανεύω
λιανεύανε	=	λιανεύω
λιανεύατε	=	λιανεύω
λιανεύει	=	λιανεύω
λιανεύεις	=	λιανεύω
λιανεύετε	=	λιανεύω
λιανεύοντας	=	λιανεύω
λιανεύουμε	=	λιανεύω
λιανεύουν	=	λιανεύω
λιανεύουνε	=	λιανεύω
λιανεύω	verb	κάνω κάτι λιανό
λιανιζόμασταν	=	λιανίζομαι
λιανιζόμαστε	=	λιανίζομαι
λιανιζόμουν	=	λιανίζομαι
λιανιζόμουνα	=	λιανίζομαι
λιανιζόντουσαν	=	λιανίζομαι
λιανιζόσασταν	=	λιανίζομαι
λιανιζόσαστε	=	λιανίζομαι
λιανιζόσουν	=	λιανίζομαι
λιανιζόσουνα	=	λιανίζομαι
λιανιζόταν	=	λιανίζομαι
λιανιζότανε	=	λιανίζομαι
λιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιανικός	adv	με λιανικό τρόπο, στη λιανική
λιανικέ	adj	κλητική ενικού του λιανικός
λιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανική
λιανική	noun	η πώληση προϊόντων απευθείας στους καταναλωτές κι όχι σε εμπόρους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιανικός
λιανικής	adj	γενική ενικού του λιανική
λιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιανικός
λιανικού	adj	γενική ενικού του λιανικός
λιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιανικός
λιανικό	adj	αιτιατική ενικού του λιανικός
λιανικός	adj	που δίνεται, που πουλιέται σε μικρές ποσότητες
λιανικών	adj	γενική πληθυντικού του λιανικός
λιανικώς	adv|formal	λιανικά
λιανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιάνισμα
λιανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανισμένο
λιανισμένε	verb	κλητική ενικού του λιανισμένος
λιανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανισμένη
λιανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιανισμένος
λιανισμένης	verb	γενική ενικού του λιανισμένη
λιανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιανισμένος
λιανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιανισμένος
λιανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λιανίζω
λιανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιανισμένος
λιανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιανισμένος
λιανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιανισμένος
λιανιστήκαμε	=	λιανίζομαι
λιανιστήκαν	=	λιανίζομαι
λιανιστήκανε	=	λιανίζομαι
λιανιστήκατε	=	λιανίζομαι
λιανιστεί	=	λιανίζομαι
λιανιστείτε	=	λιανίζομαι
λιανοέκοβα	=	λιανοκόβω
λιανοέκοβαν	=	λιανοκόβω
λιανοέκοβε	=	λιανοκόβω
λιανοέκοβες	=	λιανοκόβω
λιανοέκοψα	=	λιανοκόβω
λιανοέκοψαν	=	λιανοκόβω
λιανοέκοψε	=	λιανοκόβω
λιανοέκοψες	=	λιανοκόβω
λιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιανός
λιανοκέρι	noun	κερί σε σχήμα μακρόστενο και λεπτό
λιανοκέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοκέρι
λιανοκλάδι	noun	ένα λιανό κλαδί
λιανοκλάδια	=	λιανοκλάδι
λιανοκλαδιού	=	λιανοκλάδι
λιανοκλαδιών	=	λιανοκλάδι
λιανοκοβόμασταν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόμαστε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόμουν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόμουνα	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόντουσαν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόσασταν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόσαστε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόσουν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόσουνα	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβόταν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοβότανε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοκομμένο
λιανοκομμένε	verb	κλητική ενικού του λιανοκομμένος
λιανοκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοκομμένη
λιανοκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιανοκομμένος
λιανοκομμένης	verb	γενική ενικού του λιανοκομμένη
λιανοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιανοκομμένος
λιανοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιανοκομμένος
λιανοκομμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λιανοκόβω
λιανοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιανοκομμένος
λιανοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιανοκομμένος
λιανοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιανοκομμένος
λιανοκοπήκαμε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοπήκαν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοπήκανε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοπήκατε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοπεί	=	λιανοκόβομαι
λιανοκοπείτε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβαμε	=	λιανοκόβω
λιανοκόβαν	=	λιανοκόβω
λιανοκόβανε	=	λιανοκόβω
λιανοκόβατε	=	λιανοκόβω
λιανοκόβει	=	λιανοκόβω
λιανοκόβεις	=	λιανοκόβω
λιανοκόβεσαι	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβεστε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβεται	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβετε	=	λιανοκόβω
λιανοκόβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιανοκόβω
λιανοκόβονται	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβονταν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβοντας	=	λιανοκόβω
λιανοκόβου	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόβουμε	=	λιανοκόβω
λιανοκόβουν	=	λιανοκόβω
λιανοκόβουνε	=	λιανοκόβω
λιανοκόβω	verb	κόβω σε λιανά κομμάτια
λιανοκόπηκα	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόπηκαν	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόπηκε	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόπηκες	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόψαμε	=	λιανοκόβω
λιανοκόψαν	=	λιανοκόβω
λιανοκόψανε	=	λιανοκόβω
λιανοκόψατε	=	λιανοκόβω
λιανοκόψει	=	λιανοκόβω
λιανοκόψου	=	λιανοκόβομαι
λιανοκόψτε	=	λιανοκόβω
λιανοντουφεκιά	noun	βολή με λιανοντούφεκο
λιανοντουφεκιάς	=	λιανοντουφεκιά
λιανοντουφεκιές	=	λιανοντουφεκιά
λιανοντουφεκιών	=	λιανοντουφεκιά
λιανοντούφεκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοντούφεκο
λιανοντούφεκο	noun	ελαφρύ ντουφέκι, χωρίς μεγάλη δύναμη πυρός
λιανοντούφεκου	noun	γενική ενικού του λιανοντούφεκο
λιανοντούφεκων	noun	γενική πληθυντικού του λιανοντούφεκο
λιανοπουλήματα	=	λιανοπούλημα
λιανοπουλήματος	=	λιανοπούλημα
λιανοπουλημάτων	=	λιανοπούλημα
λιανοπουλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοπουλητής
λιανοπουλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιανοπουλητής
λιανοπουλητής	noun	άλλη μορφή του λιανοπωλητής
λιανοπουλητών	noun	γενική πληθυντικού του λιανοπουλητής
λιανοπούλημα	noun	η λιανική
λιανοπωλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοπωλητής
λιανοπωλητή	=	λιανοπωλητής
λιανοπωλητής	noun	έμπορος που ασχολείται με το λιανεμπόριο, τη λιανική (αγορά)
λιανοπωλητών	=	λιανοπωλητής
λιανοτουφεκιά	noun	άλλη μορφή του λιανοντουφεκιά
λιανοτουφεκιάς	=	λιανοτουφεκιά
λιανοτουφεκιές	=	λιανοτουφεκιά
λιανοτουφεκιών	=	λιανοτουφεκιά
λιανοτούφεκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοτούφεκο
λιανοτούφεκο	noun	άλλη μορφή του λιανοντούφεκο
λιανοτούφεκου	noun	γενική ενικού του λιανοτούφεκο
λιανοτούφεκων	noun	γενική πληθυντικού του λιανοτούφεκο
λιανοτράγουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιανοτράγουδο
λιανοτράγουδο	noun	δημοτικό τραγούδι σε δίστιχα
λιανοτράγουδου	noun	γενική ενικού του λιανοτράγουδο
λιανοτράγουδων	noun	γενική πληθυντικού του λιανοτράγουδο
λιανοχορταρούδια	noun	αδύναμη χλόη στο έδαφος, χρησιμοποιείται ως λέξη στο ομώνυμο παραδοσιακό θρακιώτικο τραγούδι
λιανού	adj	γενική ενικού του λιανός
λιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιανός
λιανωμάτων	=	λιάνωμα
λιανό	adj	αιτιατική ενικού του λιανός
λιανόκοβε	=	λιανοκόβω
λιανόκοψε	=	λιανοκόβω
λιανός	adj|vulgar	λεπτός, αδύνατος
λιανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιάνωμα
λιανώματος	=	λιάνωμα
λιανών	adj	γενική πληθυντικού του λιανός
λιασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιάσιμο
λιασίματος	noun	γενική ενικού του λιάσιμο
λιασιμάτων	=	λιάσιμο
λιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιασμένο
λιασμένε	verb	κλητική ενικού του λιασμένος
λιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιασμένη
λιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιασμένος
λιασμένης	verb	γενική ενικού του λιασμένη
λιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιασμένος
λιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιασμένος
λιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιάζω, λιάζομαι
λιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιασμένος
λιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιασμένος
λιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιασμένος
λιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιαστό	adv	με λιαστό τρόπο, με έκθεση στον ήλιο
λιαστέ	adj	κλητική ενικού του λιαστός
λιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιαστή
λιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιαστός
λιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστήκαν	=	λιάζω
λιαστήκανε	=	λιάζω
λιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστήρι	noun|rare	άλλη μορφή του ηλιαστήριο
λιαστής	adj	γενική ενικού του λιαστή
λιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιαστός
λιαστού	adj	γενική ενικού του λιαστός
λιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστούνε	=	λιάζω
λιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιαστός
λιαστρών	noun	γενική πληθυντικού του λιάστρα
λιαστό	adj	αιτιατική ενικού του λιαστός
λιαστός	adj	που έχει εκτεθεί στον ήλιο, τον έχουν λιάσει
λιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζομαι
λιαστών	adj	γενική πληθυντικού του λιαστός
λιβάδι	noun	έκταση που καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση, κυρίως χορτάρι, κατάλληλη για βόσκηση
λιβάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβάδι
λιβάκωμα	noun|dated	η ηλίαση, η θερμοπληξία·το κάψιμο από τον ήλιο (γενικότερα, συμπεριλαμβανομένων και των φυτών)
λιβάνι	noun	αρωματική ρητίνη με χαρακτηριστική κι έντονη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται σε θρησκευτικές τελετές
λιβάνια	=	λιβάνι
λιβάνιζα	=	λιβανίζω
λιβάνιζαν	=	λιβανίζω
λιβάνιζε	=	λιβανίζω
λιβάνιζες	=	λιβανίζω
λιβάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβάνισμα	noun	η πράξη του ρήματος λιβανίζω
λιβάνου	noun	γενική ενικού του λίβανος
λιβάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λίβανος
λιβάνων	noun	γενική πληθυντικού του λίβανος
λιβέλου	noun	γενική ενικού του λίβελος
λιβέλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λίβελος
λιβέλων	noun	γενική πληθυντικού του λίβελος
λιβαδάκι	noun	υποκοριστικό του λιβάδι
λιβαδάκια	=	λιβαδάκι
λιβαδίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβαδίσιος
λιβαδίσιας	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιε	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιες	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιια	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιιο	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιο	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιοι	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιος	adj	που σχετίζεται με το λιβάδι
λιβαδίσιου	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιους	=	λιβαδίσιος
λιβαδίσιων	=	λιβαδίσιος
λιβαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβαδικό
λιβαδικέ	adj	κλητική ενικού του λιβαδικός
λιβαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβαδική
λιβαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβαδικός
λιβαδικής	adj	γενική ενικού του λιβαδική
λιβαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβαδικός
λιβαδικού	adj	γενική ενικού του λιβαδικός
λιβαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιβαδικός
λιβαδικό	adj	αιτιατική ενικού του λιβαδικός
λιβαδικός	adj	που έχει σχέση με λιβάδι, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
λιβαδικών	adj	γενική πληθυντικού του λιβαδικός
λιβαδιού	=	λιβάδι
λιβαδιών	noun	γενική πληθυντικού του λιβάδι
λιβαδιώτικα	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικε	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικες	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικη	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικης	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικο	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικοι	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με την ονομασία Λιβάδι ή Λιβάδια ή τους κατοίκους του
λιβαδιώτικου	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικους	=	λιβαδιώτικος
λιβαδιώτικων	=	λιβαδιώτικος
λιβαδοπονία	noun	επιστήμη και πρακτική που μελετά και ρυθμίζει τη χρήση, διατήρηση και αξιοποίηση των λιβαδιών και φυσικών βοσκοτόπων
λιβαδοπονίας	=	λιβαδοπονία
λιβαδοπονίες	=	λιβαδοπονία
λιβαδοπονιών	=	λιβαδοπονία
λιβαδόκιρκε	=	λιβαδόκιρκος
λιβαδόκιρκο	=	λιβαδόκιρκος
λιβαδόκιρκοι	=	λιβαδόκιρκος
λιβαδόκιρκος	noun	είδος πουλιού
λιβαδόκιρκου	=	λιβαδόκιρκος
λιβαδόκιρκους	=	λιβαδόκιρκος
λιβαδόκιρκων	=	λιβαδόκιρκος
λιβαδότοπε	=	λιβαδότοπος
λιβαδότοπο	=	λιβαδότοπος
λιβαδότοποι	=	λιβαδότοπος
λιβαδότοπος	noun	τόπος με λιβάδια
λιβαδότοπου	=	λιβαδότοπος
λιβαδότοπους	=	λιβαδότοπος
λιβαδότοπων	=	λιβαδότοπος
λιβακωμάτων	=	λιβάκωμα
λιβακώματα	=	λιβάκωμα
λιβακώματος	=	λιβάκωμα
λιβανέζα	noun	αυτή που κατάγεται από τον Λίβανο ή έχει λιβανική υπηκοότητα
λιβανέζας	=	λιβανέζα
λιβανέζες	=	λιβανέζα
λιβανέζικα	=	λιβανέζικος
λιβανέζικε	=	λιβανέζικος
λιβανέζικες	=	λιβανέζικος
λιβανέζικη	=	λιβανέζικος
λιβανέζικης	=	λιβανέζικος
λιβανέζικο	=	λιβανέζικος
λιβανέζικοι	=	λιβανέζικος
λιβανέζικος	adj	ο σχετικός με τον Λίβανο ή τους κατοίκους του
λιβανέζικου	=	λιβανέζικος
λιβανέζικους	=	λιβανέζικος
λιβανέζικων	=	λιβανέζικος
λιβανέζος	=	λιβανέζα
λιβανέζων	=	λιβανέζα
λιβανίζαμε	=	λιβανίζω
λιβανίζαν	=	λιβανίζω
λιβανίζανε	=	λιβανίζω
λιβανίζατε	=	λιβανίζω
λιβανίζει	=	λιβανίζω
λιβανίζεις	=	λιβανίζω
λιβανίζετε	=	λιβανίζω
λιβανίζοντας	=	λιβανίζω
λιβανίζουμε	=	λιβανίζω
λιβανίζουν	=	λιβανίζω
λιβανίζουνε	=	λιβανίζω
λιβανίζω	verb	θυμιατίζω, κινώ το θυμιατό, στο οποίο καίγεται λιβάνι, μπροστά από εικόνες ή πιστούς
λιβανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσαν	=	λιβανίζω
λιβανίσανε	=	λιβανίζω
λιβανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβάνισμα
λιβανίσματος	noun	γενική ενικού του λιβάνισμα
λιβανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβανίζω
λιβανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανικό
λιβανικέ	adj	κλητική ενικού του λιβανικός
λιβανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανική
λιβανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβανικός
λιβανικής	adj	γενική ενικού του λιβανική
λιβανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβανικός
λιβανικού	adj	γενική ενικού του λιβανικός
λιβανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιβανικός
λιβανικό	adj	αιτιατική ενικού του λιβανικός
λιβανικός	adj	ο σχετικός με τον Λίβανο
λιβανικών	adj	γενική πληθυντικού του λιβανικός
λιβανιού	=	λιβάνι
λιβανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιβάνισμα
λιβανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανισμένο
λιβανισμένε	verb	κλητική ενικού του λιβανισμένος
λιβανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανισμένη
λιβανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβανισμένος
λιβανισμένης	verb	γενική ενικού του λιβανισμένη
λιβανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιβανισμένος
λιβανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβανισμένος
λιβανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιβανίζω
λιβανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιβανισμένος
λιβανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιβανισμένος
λιβανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιβανισμένος
λιβανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανιστής
λιβανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιβανιστής
λιβανιστήρα	noun	θυμιατό όπου καίγεται το λιβάνι
λιβανιστήρι	noun	θυμιατό όπου καίγεται το λιβάνι
λιβανιστήρια	=	λιβανιστήρι
λιβανιστής	noun	αυτός που λιβανίζει
λιβανιστηριού	=	λιβανιστήρι
λιβανιστηριών	=	λιβανιστήρι
λιβανιστών	noun	γενική πληθυντικού του λιβανιστής
λιβανιών	=	λιβάνι
λιβανομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην καύση του λιβανιού, την έντασή της, την κατεύθυνση του καπνού και άλλων χαρακτηριστικών
λιβανομαντείας	=	λιβανομαντεία
λιβανομαντείες	=	λιβανομαντεία
λιβανομαντειών	=	λιβανομαντεία
λιβανωτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανωτό
λιβανωτέ	adj	κλητική ενικού του λιβανωτός
λιβανωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβανωτή
λιβανωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβανωτός
λιβανωτής	adj	γενική ενικού του λιβανωτή
λιβανωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβανωτός
λιβανωτού	noun	γενική ενικού του λιβανωτό
λιβανωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιβανωτός
λιβανωτό	noun	το λιβάνι
λιβανωτός	adj	ο αναφερόμενος στο λιβάνι ή ο σχετικός μ' αυτό
λιβανωτών	noun	γενική πληθυντικού του λιβανωτό
λιβελλούλα	noun	άλλη γραφή του λιβελούλα
λιβελλούλας	=	λιβελλούλα
λιβελλούλες	=	λιβελλούλα
λιβελλούλων	=	λιβελλούλα
λιβελογράφε	noun	κλητική ενικού του λιβελογράφος
λιβελογράφει	=	λιβελογραφώ
λιβελογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του λιβελογραφώ, ακραία επιθετικό κείμενο, λίβελος
λιβελογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογράφο	noun	αιτιατική ενικού του λιβελογράφος
λιβελογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβελογράφος
λιβελογράφος	noun	συγγραφέας ενός λιβέλου
λιβελογράφου	noun	γενική ενικού του λιβελογράφος
λιβελογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιβελογράφος
λιβελογράφων	noun	γενική πληθυντικού του λιβελογράφος
λιβελογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβελογράφημα
λιβελογραφήματος	noun	γενική ενικού του λιβελογράφημα
λιβελογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσαν	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφήσανε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελογραφία	noun	η συγγραφή λιβέλων
λιβελογραφίας	noun	γενική ενικού του λιβελογραφία
λιβελογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβελογραφία
λιβελογραφεί	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφείς	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφείτε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιβελογράφημα
λιβελογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβελογραφικό
λιβελογραφικέ	adj	κλητική ενικού του λιβελογραφικός
λιβελογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβελογραφική
λιβελογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβελογραφικός
λιβελογραφικής	adj	γενική ενικού του λιβελογραφική
λιβελογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβελογραφικός
λιβελογραφικού	adj	γενική ενικού του λιβελογραφικός
λιβελογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιβελογραφικός
λιβελογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του λιβελογραφικός
λιβελογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον λιβελογράφο ή τη λιβελογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιβελογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του λιβελογραφικός
λιβελογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του λιβελογραφία
λιβελογραφούμε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούν	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούνε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσα	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσαμε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσαν	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσανε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσατε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσε	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφούσες	=	λιβελογραφώ
λιβελογραφώ	verb	γράφω λίβελους και τους δημοσιεύω
λιβελογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λιβελογραφώ
λιβελούλα	noun	είδος εντόμου που ανήκει στην υπόταξη ανισόπτερα, η οποία εντάσσεται στην τάξη οδοντόγναθα
λιβελούλας	=	λιβελούλα
λιβελούλες	=	λιβελούλα
λιβελούλη	noun	άλλη μορφή του λιβελούλα
λιβελούλης	=	λιβελούλη
λιβελούλων	=	λιβελούλα
λιβερμόριο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 116 και χημικό σύμβολο το Lv
λιβερμόριου	=	λιβερμόριο
λιβιδινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβιδινικό
λιβιδινικέ	adj	κλητική ενικού του λιβιδινικός
λιβιδινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβιδινική
λιβιδινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβιδινικός
λιβιδινικής	adj	γενική ενικού του λιβιδινική
λιβιδινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβιδινικός
λιβιδινικού	adj	γενική ενικού του λιβιδινικός
λιβιδινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιβιδινικός
λιβιδινικό	adj	αιτιατική ενικού του λιβιδινικός
λιβιδινικός	adj	που χαρακτηρίζεται από σεξουαλική, ερωτική ορμή ή διάθεση
λιβιδινικών	adj	γενική πληθυντικού του λιβιδινικός
λιβρέα	noun	ειδική στολή για τους υπηρέτες ανακτόρων, αριστοκρατικών οίκων ή ξενοδοχείων
λιβρέας	noun	γενική ενικού του λιβρέα
λιβρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβρέα
λιβρεών	noun	γενική πληθυντικού του λιβρέα
λιβρών	noun	γενική πληθυντικού του λίβρα
λιβυκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβυκό
λιβυκέ	adj	κλητική ενικού του λιβυκός
λιβυκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιβυκή
λιβυκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιβυκός
λιβυκής	adj	γενική ενικού του λιβυκή
λιβυκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιβυκός
λιβυκού	adj	γενική ενικού του λιβυκός
λιβυκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιβυκός
λιβυκό	adj	αιτιατική ενικού του λιβυκός
λιβυκός	adj	σχετικός με τη Λιβύη και τους Λίβυους
λιβυκών	adj	γενική πληθυντικού του λιβυκός
λιβύρνις	noun	τύπος αρχαίου πολεμικού πλοίου
λιγάκι	adv	σε μέτριο βαθμό, όχι πολύ.
λιγάση	noun	ένζυμο που καταλύει ενώσεις βραχέων μορίων, δημιουργώντας μεγαλύτερα.
λιγαδούρα	noun	είδος ναυτικού σχοινιού
λιγαδούρας	=	λιγαδούρα
λιγαδούρες	=	λιγαδούρα
λιγαδούρων	=	λιγαδούρα
λιγδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδερό	adv	με λιγδερό τρόπο
λιγδερέ	adj	κλητική ενικού του λιγδερός
λιγδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδερή
λιγδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγδερός
λιγδερής	adj	γενική ενικού του λιγδερή
λιγδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγδερός
λιγδερού	adj	γενική ενικού του λιγδερός
λιγδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγδερός
λιγδερό	adj	αιτιατική ενικού του λιγδερός
λιγδερός	adj	άλλη μορφή του λιγδιάρης
λιγδερών	adj	γενική πληθυντικού του λιγδερός
λιγδιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του λίγδα
λιγδιάζαμε	=	λιγδιάζω
λιγδιάζαν	=	λιγδιάζω
λιγδιάζανε	=	λιγδιάζω
λιγδιάζατε	=	λιγδιάζω
λιγδιάζει	=	λιγδιάζω
λιγδιάζεις	=	λιγδιάζω
λιγδιάζετε	=	λιγδιάζω
λιγδιάζοντας	=	λιγδιάζω
λιγδιάζουμε	=	λιγδιάζω
λιγδιάζουν	=	λιγδιάζω
λιγδιάζουνε	=	λιγδιάζω
λιγδιάζω	verb	λερώνω με λίγδα
λιγδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγδιάρης
λιγδιάρας	adj	γενική ενικού του λιγδιάρα
λιγδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδιάρα
λιγδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιγδιάρης
λιγδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδιάρης
λιγδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λιγδιάρης
λιγδιάρης	adj	χαρακτηρισμός ατόμου που είναι συνέχεια γεμάτος λίγδες, βρομιάρης
λιγδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδιάρικο
λιγδιάρικε	adj	κλητική ενικού του λιγδιάρικος
λιγδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδιάρικη
λιγδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγδιάρικος
λιγδιάρικης	adj	γενική ενικού του λιγδιάρικη
λιγδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιγδιάρης
λιγδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγδιάρικος
λιγδιάρικος	adj	γεμάτος λίγδα, βρόμικος
λιγδιάρικου	adj	γενική ενικού του λιγδιάρικο
λιγδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγδιάρικος
λιγδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λιγδιάρικο
λιγδιάς	=	λιγδιά
λιγδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσαν	=	λιγδιάζω
λιγδιάσανε	=	λιγδιάζω
λιγδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγδιασμα
λιγδιάσματος	noun	γενική ενικού του λίγδιασμα
λιγδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδιάζω
λιγδιές	=	λιγδιά
λιγδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίγδιασμα
λιγδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδιασμένο
λιγδιασμένε	verb	κλητική ενικού του λιγδιασμένος
λιγδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδιασμένη
λιγδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγδιασμένος
λιγδιασμένης	verb	γενική ενικού του λιγδιασμένη
λιγδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιγδιασμένος
λιγδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγδιασμένος
λιγδιασμένος	verb	που είναι γεμάτος λίγδες
λιγδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγδιασμένος
λιγδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιγδιασμένος
λιγδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγδιασμένος
λιγδιών	=	λιγδιά
λιγδοτάμπαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδοτάμπαρο
λιγδοτάμπαρε	adj	κλητική ενικού του λιγδοτάμπαρος
λιγδοτάμπαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδοτάμπαρη
λιγδοτάμπαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγδοτάμπαρος
λιγδοτάμπαρης	adj	γενική ενικού του λιγδοτάμπαρη
λιγδοτάμπαρο	=	λιγδοτάμπαρος
λιγδοτάμπαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγδοτάμπαρος
λιγδοτάμπαρος	adj|dated	που φοράει ένα λιγδιασμένο ταμπάρο
λιγδοτάμπαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγδοτάμπαρος
λιγδοτάμπαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγδοτάμπαρος
λιγδοτάμπαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγδοτάμπαρος
λιγδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίγδωμα
λιγδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδωμένο
λιγδωμένε	verb	κλητική ενικού του λιγδωμένος
λιγδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγδωμένη
λιγδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγδωμένος
λιγδωμένης	verb	γενική ενικού του λιγδωμένη
λιγδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιγδωμένος
λιγδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγδωμένος
λιγδωμένος	verb	που είναι γεμάτος λίγδες
λιγδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγδωμένος
λιγδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιγδωμένος
λιγδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγδωμένος
λιγδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγδωμα
λιγδώματος	noun	γενική ενικού του λίγδωμα
λιγδών	=	λίγδα
λιγδώνω	verb	άλλη μορφή του λιγδιάζω
λιγδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγδώνω
λιγκατουρών	=	λιγκατούρα
λιγκατούρα	noun	σύμπλεγμα, συνένωση δύο ή περισσοτέρων γραμμάτων σε ένα (βλ. γλύφος), ώστε να μοιάζει με χειρόγραφο
λιγκατούρας	=	λιγκατούρα
λιγκατούρες	=	λιγκατούρα
λιγκουίνι	noun	άλλη μορφή του λινγκουίνι
λιγκουίνια	=	λιγκουίνι
λιγνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιγνός	adv|rare	με λιγνό τρόπο
λιγνάδα	noun	λεπτότητα, ισχνότητα, λιποσαρκία
λιγνάδας	=	λιγνάδα
λιγνάδες	=	λιγνάδα
λιγνάδων	=	λιγνάδα
λιγνέ	adj	κλητική ενικού του λιγνός
λιγνέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγνεμα
λιγνέματος	noun	γενική ενικού του λίγνεμα
λιγνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνή
λιγνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψαν	=	λιγνεύω
λιγνέψανε	=	λιγνεύω
λιγνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγνεύω
λιγνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγνός
λιγνής	adj	γενική ενικού του λιγνή
λιγνίνες	=	λιγνίνη
λιγνίνη	noun	πολύπλοκη φυσική ένωση που εντάσσεται στην κατηγορία των οργανικών πολυμερών και βρίσκεται σε όλα τα φυτά
λιγνίνης	=	λιγνίνη
λιγνίτες	=	λιγνίτης
λιγνίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιγνίτης
λιγνίτης	noun	γαιάνθρακας κατώτερης ποιότητας με χρώμα μεταξύ καστανού και μαύρου που χρησιμοποιείται για τη βιομηχανική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και λιπασμάτων, στη μεταλλουργία νικελίου και στην κεραμοποιία
λιγνεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίγνεμα
λιγνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνεμένο
λιγνεμένε	verb	κλητική ενικού του λιγνεμένος
λιγνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνεμένη
λιγνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγνεμένος
λιγνεμένης	verb	γενική ενικού του λιγνεμένη
λιγνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιγνεμένος
λιγνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγνεμένος
λιγνεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιγνεύω
λιγνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγνεμένος
λιγνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιγνεμένος
λιγνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγνεμένος
λιγνεύαμε	=	λιγνεύω
λιγνεύαν	=	λιγνεύω
λιγνεύανε	=	λιγνεύω
λιγνεύατε	=	λιγνεύω
λιγνεύει	=	λιγνεύω
λιγνεύεις	=	λιγνεύω
λιγνεύετε	=	λιγνεύω
λιγνεύοντας	=	λιγνεύω
λιγνεύουμε	=	λιγνεύω
λιγνεύουν	=	λιγνεύω
λιγνεύουνε	=	λιγνεύω
λιγνεύω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον λιγνό
λιγνινηών	=	λιγνίνη
λιγνινών	=	λιγνίνη
λιγνιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτικό
λιγνιτικέ	adj	κλητική ενικού του λιγνιτικός
λιγνιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτική
λιγνιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγνιτικός
λιγνιτικής	adj	γενική ενικού του λιγνιτική
λιγνιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτικός
λιγνιτικού	adj	γενική ενικού του λιγνιτικός
λιγνιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγνιτικός
λιγνιτικό	adj	αιτιατική ενικού του λιγνιτικός
λιγνιτικός	adj	που έχει σχέση με τον λιγνίτη ή αναφέρεται σ' αυτόν
λιγνιτικών	adj	γενική πληθυντικού του λιγνιτικός
λιγνιτογένεση	noun	η διαδικασία γένεσης του λιγνίτη από το ηώκαινο μέχρι και το κατώτερο πλειστόκαινο
λιγνιτογένεσης	=	λιγνιτογένεση
λιγνιτογενέσεις	=	λιγνιτογένεση
λιγνιτογενέσεων	=	λιγνιτογένεση
λιγνιτοπαραγωγά	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγέ	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγές	=	λιγνιτοπαραγωγή
λιγνιτοπαραγωγή	noun	η παραγωγή ενέργειας με την καύση λιγνίτη
λιγνιτοπαραγωγής	=	λιγνιτοπαραγωγή
λιγνιτοπαραγωγο	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγοί	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγος	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγού	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγούς	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγό	=	λιγνιτοπαραγωγός
λιγνιτοπαραγωγός	adj	που παράγει λιγνίτη
λιγνιτοπαραγωγών	=	λιγνιτοπαραγωγή
λιγνιτοπλίνθου	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτοπλίνθους	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτοπλίνθων	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτοσήμου	=	λιγνιτόσημο
λιγνιτοσήμων	=	λιγνιτόσημο
λιγνιτοφόρα	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρας	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρε	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρες	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρο	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόροι	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρος	adj	αυτός που φέρει, ή έχει λιγνίτη
λιγνιτοφόρου	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρους	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτοφόρων	=	λιγνιτοφόρος
λιγνιτωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτωρυχείο
λιγνιτωρυχείο	noun	το ορυχείο εξόρυξης λιγνίτη
λιγνιτωρυχείου	noun	γενική ενικού του λιγνιτωρυχείο
λιγνιτωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του λιγνιτωρυχείο
λιγνιτωρυχεῖον	noun	λιγνιτωρυχείο
λιγνιτωρυχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτωρυχικό
λιγνιτωρυχικέ	adj	κλητική ενικού του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρυχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτωρυχική
λιγνιτωρυχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρυχικής	adj	γενική ενικού του λιγνιτωρυχική
λιγνιτωρυχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρυχικού	adj	γενική ενικού του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρυχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρυχικό	adj	αιτιατική ενικού του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρυχικός	adj	που έχει σχέση με λιγνιτωρυχείο ή λιγνιτωρύχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιγνιτωρυχικών	adj	γενική πληθυντικού του λιγνιτωρυχικός
λιγνιτωρύχε	noun	κλητική ενικού του λιγνιτωρύχος
λιγνιτωρύχο	noun	αιτιατική ενικού του λιγνιτωρύχος
λιγνιτωρύχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγνιτωρύχος
λιγνιτωρύχος	noun	που εργάζεται σε λιγνιτωρυχείο
λιγνιτωρύχου	noun	γενική ενικού του λιγνιτωρύχος
λιγνιτωρύχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιγνιτωρύχος
λιγνιτωρύχων	noun	γενική πληθυντικού του λιγνιτωρύχος
λιγνιτόπλινθε	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτόπλινθο	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτόπλινθοι	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτόπλινθος	noun	πλίνθος φτιαγμένος από λιγνίτη
λιγνιτόπλινθου	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτόπλινθους	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτόπλινθων	=	λιγνιτόπλινθος
λιγνιτόσημα	=	λιγνιτόσημο
λιγνιτόσημο	noun	ποσό που αποδίδει η ΔΕΗ για έργα πρασίνου κ.ά. σε περιοχές που φιλοξενούν λιγνιτικές μονάδες και βαρύνονται περιβαλλοντικά από τη λειτουργία τους
λιγνιτόσημου	=	λιγνιτόσημο
λιγνιτόσημων	=	λιγνιτόσημο
λιγνιτών	=	λιγνίτης
λιγνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγνός
λιγνού	adj	γενική ενικού του λιγνός
λιγνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγνός
λιγνούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνούτσικο
λιγνούτσικε	adj	κλητική ενικού του λιγνούτσικος
λιγνούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγνούτσικη
λιγνούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγνούτσικος
λιγνούτσικης	adj	γενική ενικού του λιγνούτσικη
λιγνούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του λιγνούτσικος
λιγνούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγνούτσικος
λιγνούτσικος	adj	υποκοριστικό του λιγνός
λιγνούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγνούτσικος
λιγνούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγνούτσικος
λιγνούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγνούτσικος
λιγνό	adj	αιτιατική ενικού του λιγνός
λιγνόκορμα	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμε	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμες	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμη	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμης	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμο	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμοι	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμος	adj	που έχει αδύνατο, λεπτό σώμα
λιγνόκορμου	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμους	=	λιγνόκορμος
λιγνόκορμων	=	λιγνόκορμος
λιγνός	adj	που δεν έχει πολύ σάρκα
λιγνών	adj	γενική πληθυντικού του λιγνός
λιγοέξοδα	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδε	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδες	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδη	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδης	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδο	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδοι	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδος	adj	που απαιτεί λίγα έξοδα / δαπάνες, για να γίνει
λιγοέξοδου	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδους	=	λιγοέξοδος
λιγοέξοδων	=	λιγοέξοδος
λιγοήμερα	=	λιγοήμερος
λιγοήμερε	=	λιγοήμερος
λιγοήμερες	=	λιγοήμερος
λιγοήμερη	=	λιγοήμερος
λιγοήμερης	=	λιγοήμερος
λιγοήμερο	=	λιγοήμερος
λιγοήμεροι	=	λιγοήμερος
λιγοήμερος	adj	άλλη μορφή του ολιγοήμερος
λιγοήμερου	=	λιγοήμερος
λιγοήμερους	=	λιγοήμερος
λιγοήμερων	=	λιγοήμερος
λιγοδύναμα	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμε	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμες	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμη	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμης	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμο	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμοι	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμος	adj|formal	που έχει λίγη / μικρή δύναμη
λιγοδύναμου	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμους	=	λιγοδύναμος
λιγοδύναμων	=	λιγοδύναμος
λιγοζώητα	=	λιγοζώητος
λιγοζώητε	=	λιγοζώητος
λιγοζώητες	=	λιγοζώητος
λιγοζώητη	=	λιγοζώητος
λιγοζώητης	=	λιγοζώητος
λιγοζώητο	=	λιγοζώητος
λιγοζώητοι	=	λιγοζώητος
λιγοζώητος	adj	που ζει λίγο
λιγοζώητου	=	λιγοζώητος
λιγοζώητους	=	λιγοζώητος
λιγοζώητων	=	λιγοζώητος
λιγοθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθυμιά	noun	η λιποθυμία
λιγοθυμιάς	=	λιγοθυμιά
λιγοθυμιές	=	λιγοθυμιά
λιγοθυμιών	=	λιγοθυμιά
λιγοθυμώ	verb	χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ
λιγοθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγοθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοθυμώ
λιγομίλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγομίλητο
λιγομίλητε	adj	κλητική ενικού του λιγομίλητος
λιγομίλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγομίλητη
λιγομίλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγομίλητος
λιγομίλητης	adj	γενική ενικού του λιγομίλητη
λιγομίλητο	adj	αιτιατική ενικού του λιγομίλητος
λιγομίλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγομίλητος
λιγομίλητος	adj	που μιλάει λίγο, που δε λέει πολλά
λιγομίλητου	adj	γενική ενικού του λιγομίλητος
λιγομίλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγομίλητος
λιγομίλητων	adj	γενική πληθυντικού του λιγομίλητος
λιγοσέλιδα	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδε	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδες	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδη	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδης	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδο	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδοι	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδος	adj	που έχει λίγες σελίδες, ολιγοσέλιδος
λιγοσέλιδου	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδους	=	λιγοσέλιδος
λιγοσέλιδων	=	λιγοσέλιδος
λιγοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγοστό
λιγοστέ	adj	κλητική ενικού του λιγοστός
λιγοστέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγόστεμα
λιγοστέματος	noun	γενική ενικού του λιγόστεμα
λιγοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγοστή
λιγοστέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψαν	=	λιγοστεύω
λιγοστέψανε	=	λιγοστεύω
λιγοστέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψομε	=	λιγοστεύω
λιγοστέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψουνε	=	λιγοστεύω
λιγοστέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγοστός
λιγοστής	adj	γενική ενικού του λιγοστή
λιγοστεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιγόστεμα
λιγοστεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγοστεμένο
λιγοστεμένε	verb	κλητική ενικού του λιγοστεμένος
λιγοστεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγοστεμένη
λιγοστεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγοστεμένος
λιγοστεμένης	verb	γενική ενικού του λιγοστεμένη
λιγοστεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιγοστεμένος
λιγοστεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγοστεμένος
λιγοστεμένος	verb	αυτός που έχει λιγοστέψει
λιγοστεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγοστεμένος
λιγοστεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιγοστεμένος
λιγοστεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγοστεμένος
λιγοστευμένος	=	λιγοστεύω
λιγοστεύαμε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύαν	=	λιγοστεύω
λιγοστεύανε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύατε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύει	=	λιγοστεύω
λιγοστεύεις	=	λιγοστεύω
λιγοστεύετε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύομε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λιγοστεύω
λιγοστεύουμε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύουν	=	λιγοστεύω
λιγοστεύουνε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύτε	=	λιγοστεύω
λιγοστεύω	verb	κάνω κάτι λιγότερο, το μειώνω, το ελαττώνω
λιγοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγοστός
λιγοστού	adj	γενική ενικού του λιγοστός
λιγοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγοστός
λιγοστό	adj	αιτιατική ενικού του λιγοστός
λιγοστός	adj	μικρός σε αριθμό, ποσότητα, λίγος
λιγοστών	adj	γενική πληθυντικού του λιγοστός
λιγοσυνών	=	λιγοσύνη
λιγοσύνες	=	λιγοσύνη
λιγοσύνη	noun	λιτότητα, το να έχει κανείς μικρή ποσότητα
λιγοσύνης	=	λιγοσύνη
λιγουλάκι	noun	λίγο από κάτι (μετρήσιμο, ζυγίσιμο)	adv	λίγο από κάτι (μη μετρήσιμο, μη ζυγίσιμο)
λιγουρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγουρευτό	adv	με λιγουρευτό τρόπο
λιγουρευτέ	adj	κλητική ενικού του λιγουρευτός
λιγουρευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγουρευτή
λιγουρευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγουρευτός
λιγουρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτήκαν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευτήκανε	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτής	adj	γενική ενικού του λιγουρευτή
λιγουρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγουρευτός
λιγουρευτού	adj	γενική ενικού του λιγουρευτός
λιγουρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγουρευτός
λιγουρευτό	adj	αιτιατική ενικού του λιγουρευτός
λιγουρευτός	adj	που δημιουργεί πόθο, επιθυμία
λιγουρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρευτών	adj	γενική πληθυντικού του λιγουρευτός
λιγουρευόμασταν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόμαστε	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόμουν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόμουνα	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόντουσαν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόσασταν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόσαστε	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόσουν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόσουνα	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευόταν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρευότανε	=	λιγουρεύομαι
λιγουρεύεσαι	=	λιγουρεύομαι
λιγουρεύεστε	=	λιγουρεύομαι
λιγουρεύεται	=	λιγουρεύομαι
λιγουρεύομαι	verb	επιθυμώ (να φάω κάτι), ορέγομαι, νιώθω λιγούρα (για κάτι)
λιγουρεύονται	=	λιγουρεύομαι
λιγουρεύονταν	=	λιγουρεύομαι
λιγουρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγουρεύομαι
λιγουριανά	noun	που μιλιέται στη Λιγουρία της βόρειας Ιταλίας και στα γειτονικά παράλια της Γαλλίας
λιγουριανών	=	λιγουριανά
λιγουριού	=	λιγούρι
λιγουριών	=	λιγούρι
λιγοψυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσαν	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχήσανε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψυχία	noun	η έλλειψη θάρρους σε κρίσιμη στιγμή, το δείλιασμα, η λιποψυχία
λιγοψυχίας	=	λιγοψυχία
λιγοψυχίες	=	λιγοψυχία
λιγοψυχεί	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχείς	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχείτε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχιά	=	λιγοψυχία
λιγοψυχιάς	noun	γενική ενικού του λιγοψυχιά
λιγοψυχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγοψυχιά
λιγοψυχιών	=	λιγοψυχία
λιγοψυχούμε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούν	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούνε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσα	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσαμε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσαν	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσανε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσατε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσε	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχούσες	=	λιγοψυχώ
λιγοψυχώ	verb	δεν δείχνω αρκετή "ψυχή" (θάρρος) σε μια συγκεκριμένη στιγμή
λιγοψυχώντας	=	λιγοψυχώ
λιγοψύχει	=	λιγοψυχώ
λιγοψύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγοψύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοψυχώ
λιγούλι	adv	λιγάκι
λιγούρα	noun	η έντονη επιθυμία για φαγητό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγούρης
λιγούρας	noun	γενική ενικού του λιγούρα
λιγούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγούρα
λιγούρη	=	λιγούρης
λιγούρηδες	=	λιγούρης
λιγούρηδων	=	λιγούρης
λιγούρης	noun	αυτός που ορέγεται κάτι (φαγητό) έντονα
λιγούρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του λιγούρης
λιγούρια	=	λιγούρι
λιγούστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγούστρο
λιγούστρο	noun	κοινή ονομασία για διάφορα θαμνοειδή, αειθαλή φυτά του γένους Ligustrum
λιγούστρου	noun	γενική ενικού του λιγούστρο
λιγούστρων	noun	γενική πληθυντικού του λιγούστρο
λιγυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιγυρός
λιγυρέ	adj	κλητική ενικού του λιγυρός
λιγυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγυρή
λιγυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγυρός
λιγυρής	adj	γενική ενικού του λιγυρή
λιγυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγυρός
λιγυρού	adj	γενική ενικού του λιγυρός
λιγυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγυρός
λιγυρό	adj	αιτιατική ενικού του λιγυρός
λιγυρός	adj	μελωδικός, εύηχος
λιγυρόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγυρόφωνο
λιγυρόφωνε	adj	κλητική ενικού του λιγυρόφωνος
λιγυρόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγυρόφωνη
λιγυρόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγυρόφωνος
λιγυρόφωνης	adj	γενική ενικού του λιγυρόφωνη
λιγυρόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του λιγυρόφωνος
λιγυρόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγυρόφωνος
λιγυρόφωνος	adj	αυτός που μιλάει με λιγυρή, -μελωδική-, φωνή
λιγυρόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγυρόφωνος
λιγυρόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγυρόφωνος
λιγυρόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγυρόφωνος
λιγυρών	adj	γενική πληθυντικού του λιγυρός
λιγωθήκαμε	=	λιγώνομαι
λιγωθήκαν	=	λιγώνομαι
λιγωθήκανε	=	λιγώνομαι
λιγωθήκατε	=	λιγώνομαι
λιγωθεί	=	λιγώνομαι
λιγωθείτε	=	λιγώνομαι
λιγωμάρα	noun	η αίσθηση του λιγώνομαι, κορεσμός από μια γεύση
λιγωμάρας	noun	γενική ενικού του λιγωμάρα
λιγωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγωμάρα
λιγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίγωμα
λιγωμένα	=	λιγωμένος
λιγωμένε	=	λιγωμένος
λιγωμένες	=	λιγωμένος
λιγωμένη	=	λιγωμένος
λιγωμένης	=	λιγωμένος
λιγωμένο	=	λιγωμένος
λιγωμένοι	=	λιγωμένος
λιγωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λιγώνω
λιγωμένου	=	λιγωμένος
λιγωμένους	=	λιγωμένος
λιγωμένων	=	λιγωμένος
λιγωνόμασταν	=	λιγώνομαι
λιγωνόμαστε	=	λιγώνομαι
λιγωνόμουν	=	λιγώνομαι
λιγωνόμουνα	=	λιγώνομαι
λιγωνόντουσαν	=	λιγώνομαι
λιγωνόσασταν	=	λιγώνομαι
λιγωνόσαστε	=	λιγώνομαι
λιγωνόσουν	=	λιγώνομαι
λιγωνόσουνα	=	λιγώνομαι
λιγωνόταν	=	λιγώνομαι
λιγωνότανε	=	λιγώνομαι
λιγόζωα	=	λιγόζωος
λιγόζωε	=	λιγόζωος
λιγόζωες	=	λιγόζωος
λιγόζωη	=	λιγόζωος
λιγόζωης	=	λιγόζωος
λιγόζωο	=	λιγόζωος
λιγόζωοι	=	λιγόζωος
λιγόζωος	adj	άλλη μορφή του ολιγόζωος
λιγόζωου	=	λιγόζωος
λιγόζωους	=	λιγόζωος
λιγόζωων	=	λιγόζωος
λιγόθυμα	=	λιγόθυμος
λιγόθυμε	=	λιγόθυμος
λιγόθυμες	=	λιγόθυμος
λιγόθυμη	=	λιγόθυμος
λιγόθυμης	=	λιγόθυμος
λιγόθυμο	=	λιγόθυμος
λιγόθυμοι	=	λιγόθυμος
λιγόθυμος	noun	λιπόθυμος
λιγόθυμου	=	λιγόθυμος
λιγόθυμους	=	λιγόθυμος
λιγόθυμων	=	λιγόθυμος
λιγόλεπτα	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτε	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτες	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτη	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτης	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτο	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτοι	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτος	adj	άλλη μορφή του ολιγόλεπτος
λιγόλεπτου	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτους	=	λιγόλεπτος
λιγόλεπτων	=	λιγόλεπτος
λιγόλογα	=	λιγόλογος
λιγόλογε	=	λιγόλογος
λιγόλογες	=	λιγόλογος
λιγόλογη	=	λιγόλογος
λιγόλογης	=	λιγόλογος
λιγόλογο	=	λιγόλογος
λιγόλογοι	=	λιγόλογος
λιγόλογος	adj	άλλη μορφή του ολιγόλογος
λιγόλογου	=	λιγόλογος
λιγόλογους	=	λιγόλογος
λιγόλογων	=	λιγόλογος
λιγόπιστα	=	λιγόπιστος
λιγόπιστε	=	λιγόπιστος
λιγόπιστες	=	λιγόπιστος
λιγόπιστη	=	λιγόπιστος
λιγόπιστης	=	λιγόπιστος
λιγόπιστο	=	λιγόπιστος
λιγόπιστοι	=	λιγόπιστος
λιγόπιστος	adj	άλλη μορφή του ολιγόπιστος
λιγόπιστου	=	λιγόπιστος
λιγόπιστους	=	λιγόπιστος
λιγόπιστων	=	λιγόπιστος
λιγόστεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιγοστεύω
λιγόστευα	=	λιγοστεύω
λιγόστευαν	=	λιγοστεύω
λιγόστευε	=	λιγοστεύω
λιγόστευες	=	λιγοστεύω
λιγόστεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγόστεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγόστεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγόστεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
λιγότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγότερο
λιγότερε	adj	κλητική ενικού του λιγότερος
λιγότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγότερη
λιγότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγότερος
λιγότερης	adj	γενική ενικού του λιγότερη
λιγότερο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του λιγότερος	adv	συγκριτικός βαθμός του λίγο
λιγότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγότερος
λιγότερος	adj	που έχει μικρότερη ποσότητα από κάποιον ή κάτι άλλο
λιγότερου	adj	γενική ενικού του λιγότερος
λιγότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγότερος
λιγότερων	adj	γενική πληθυντικού του λιγότερος
λιγόφαγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγόφαγο
λιγόφαγε	adj	κλητική ενικού του λιγόφαγος
λιγόφαγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγόφαγη
λιγόφαγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγόφαγος
λιγόφαγης	adj	γενική ενικού του λιγόφαγη
λιγόφαγο	adj	αιτιατική ενικού του λιγόφαγος
λιγόφαγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγόφαγος
λιγόφαγος	adj	άλλη μορφή του ολιγοφάγος
λιγόφαγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγόφαγος
λιγόφαγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγόφαγος
λιγόφαγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγόφαγος
λιγόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγόχρονο
λιγόχρονε	adj	κλητική ενικού του λιγόχρονος
λιγόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιγόχρονη
λιγόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιγόχρονος
λιγόχρονης	adj	γενική ενικού του λιγόχρονη
λιγόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του λιγόχρονος
λιγόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιγόχρονος
λιγόχρονος	adj	που διαρκεί λίγο χρόνο
λιγόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιγόχρονος
λιγόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιγόχρονος
λιγόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιγόχρονος
λιγόψυχα	=	λιγόψυχος
λιγόψυχε	=	λιγόψυχος
λιγόψυχες	=	λιγόψυχος
λιγόψυχη	=	λιγόψυχος
λιγόψυχης	=	λιγόψυχος
λιγόψυχο	=	λιγόψυχος
λιγόψυχοι	=	λιγόψυχος
λιγόψυχος	adj	που λιγοψυχάει μπροστά σε κίνδυνο
λιγόψυχου	=	λιγόψυχος
λιγόψυχους	=	λιγόψυχος
λιγόψυχων	=	λιγόψυχος
λιγώθηκα	=	λιγώνομαι
λιγώθηκαν	=	λιγώνομαι
λιγώθηκε	=	λιγώνομαι
λιγώθηκες	=	λιγώνομαι
λιγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίγωμα
λιγώματος	noun	γενική ενικού του λίγωμα
λιγώναμε	=	λιγώνω
λιγώναν	=	λιγώνω
λιγώνανε	=	λιγώνω
λιγώνατε	=	λιγώνω
λιγώνει	=	λιγώνω
λιγώνεις	=	λιγώνω
λιγώνεσαι	=	λιγώνομαι
λιγώνεστε	=	λιγώνομαι
λιγώνεται	=	λιγώνομαι
λιγώνετε	=	λιγώνω
λιγώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιγώνω
λιγώνονται	=	λιγώνομαι
λιγώνονταν	=	λιγώνομαι
λιγώνοντας	=	λιγώνω
λιγώνου	=	λιγώνομαι
λιγώνουμε	=	λιγώνω
λιγώνουν	=	λιγώνω
λιγώνουνε	=	λιγώνω
λιγώνω	verb	προκαλώ αναγούλα, αίσθημα κορεσμού ή τάση για εμετό
λιγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσαν	=	λιγώνω
λιγώσανε	=	λιγώνω
λιγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσου	=	λιγώνομαι
λιγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγώνω
λιδορικιώτικα	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικε	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικες	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικη	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικης	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικο	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικοι	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικος	adj	ο σχετικός με το Λιδορίκι ή τους κατοίκους του
λιδορικιώτικου	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικους	=	λιδορικιώτικος
λιδορικιώτικων	=	λιδορικιώτικος
λιδωρικιώτικα	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικε	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικες	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικη	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικης	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικο	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικοι	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικος	adj	άλλη γραφή του λιδορικιώτικος
λιδωρικιώτικου	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικους	=	λιδωρικιώτικος
λιδωρικιώτικων	=	λιδωρικιώτικος
λιθάγρα	noun	σιδερένιο εργαλείο με βραχίονες για την ανύψωση ογκωδών λίθων
λιθάγρας	=	λιθάγρα
λιθάγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθάγρα
λιθάνθρακα	=	λιθάνθρακας
λιθάνθρακας	noun	ιζηματογενές πέτρωμα, είδος γαιάνθρακα, που περιέχει περίπου 50%, κατά βάρος, άνθρακα
λιθάνθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθάνθρακας
λιθάνθραξ	noun	λιθάνθρακας
λιθάργυρε	=	λιθάργυρος
λιθάργυρο	=	λιθάργυρος
λιθάργυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθάργυρος
λιθάργυρος	noun	ορυκτό μονοξείδιο του μολύβδου
λιθάργυρου	=	λιθάργυρος
λιθάργυρους	=	λιθάργυρος
λιθάργυρων	=	λιθάργυρος
λιθάρι	noun	μεγάλη σχετικά πέτρα
λιθάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθάρι
λιθίαση	noun	παθολογικός σχηματισμός λίθων σε διάφορα όργανα του σώματος
λιθίασης	=	λιθίαση
λιθίου	noun	γενική ενικού του λίθιο
λιθίων	=	λίθιο
λιθαγρών	=	λιθάγρα
λιθαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιθαγωγός
λιθαγωγέ	adj	κλητική ενικού του λιθαγωγός
λιθαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθαγωγός
λιθαγωγού	adj	γενική ενικού του λιθαγωγός
λιθαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθαγωγός
λιθαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του λιθαγωγός
λιθαγωγός	adj	που μεταφέρει πέτρες, λίθους	noun	συνώνυμο του λιθάγρα
λιθαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του λιθαγωγός
λιθανάγλυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθανάγλυφο
λιθανάγλυφε	adj	κλητική ενικού του λιθανάγλυφος
λιθανάγλυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθανάγλυφη
λιθανάγλυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθανάγλυφος
λιθανάγλυφης	adj	γενική ενικού του λιθανάγλυφη
λιθανάγλυφο	noun	ανάγλυφη παράσταση ή επιγραφή πάνω σε λίθο ο οποίος αποτελεί δομικό στοιχείο ενός κτίσματος, όπως για παράδειγμα κατοικία, εκκλησία, κάστρο
λιθανάγλυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθανάγλυφος
λιθανάγλυφος	adj	που έχει σχέση με λιθανάγλυφο ή αναφέρεται σ' αυτό
λιθανάγλυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιθανάγλυφος
λιθανάγλυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθανάγλυφος
λιθανάγλυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιθανάγλυφος
λιθανθράκων	=	λιθάνθρακας
λιθανθρακοπισσών	=	λιθανθρακόπισσα
λιθανθρακοφόρα	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρας	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρε	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρες	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρο	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόροι	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρος	adj	που έχει λιθάνθρακα τουλάχιστον σε κάποιες ικανοποιητικές ποσότητες
λιθανθρακοφόρου	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρους	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακοφόρων	=	λιθανθρακοφόρος
λιθανθρακωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθανθρακωρυχείο
λιθανθρακωρυχείο	noun	ορυχείο λιθάνθρακα
λιθανθρακωρυχείου	noun	γενική ενικού του λιθανθρακωρυχείο
λιθανθρακωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του λιθανθρακωρυχείο
λιθανθρακόπισσα	noun	η πίσσα που δημιουργείται κατά την επεξεργασία των λιθανθράκων
λιθανθρακόπισσας	=	λιθανθρακόπισσα
λιθανθρακόπισσες	=	λιθανθρακόπισσα
λιθαράκι	noun	υποκοριστικό του λιθάρι
λιθαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθαράκι
λιθαργύρου	=	λιθάργυρος
λιθαργύρους	=	λιθάργυρος
λιθαργύρων	=	λιθάργυρος
λιθαριού	noun	γενική ενικού του λιθάρι
λιθαριών	=	λιθάρι
λιθιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθίαση
λιθιάσεων	=	λιθίαση
λιθιασικά	=	λιθιασικός
λιθιασικέ	=	λιθιασικός
λιθιασικές	=	λιθιασικός
λιθιασική	=	λιθιασικός
λιθιασικής	=	λιθιασικός
λιθιασικοί	=	λιθιασικός
λιθιασικού	=	λιθιασικός
λιθιασικούς	=	λιθιασικός
λιθιασικό	=	λιθιασικός
λιθιασικός	adj	που σχετίζεται με τη λιθίαση
λιθιασικών	=	λιθιασικός
λιθοβολήθηκα	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολήθηκαν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολήθηκε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολήθηκες	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοβόλημα
λιθοβολήματος	noun	γενική ενικού του λιθοβόλημα
λιθοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσαν	=	λιθοβολώ
λιθοβολήσανε	=	λιθοβολώ
λιθοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσου	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολία	noun	άλλη γραφή του λιθοβολισμός / λιθοβόλημα
λιθοβολίας	noun	γενική ενικού του λιθοβολία
λιθοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοβολία
λιθοβολεί	=	λιθοβολώ
λιθοβολείς	=	λιθοβολώ
λιθοβολείσαι	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολείστε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολείται	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολείτε	=	λιθοβολώ
λιθοβοληθήκαμε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβοληθήκαν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβοληθήκανε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβοληθήκατε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβοληθεί	=	λιθοβολούμαι
λιθοβοληθείτε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιθοβόλημα
λιθοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοβολημένο
λιθοβολημένε	verb	κλητική ενικού του λιθοβολημένος
λιθοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοβολημένη
λιθοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθοβολημένος
λιθοβολημένης	verb	γενική ενικού του λιθοβολημένη
λιθοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του λιθοβολημένος
λιθοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοβολημένος
λιθοβολημένος	verb	που τον έχουν λιθοβολήσει
λιθοβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιθοβολημένος
λιθοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιθοβολημένος
λιθοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιθοβολημένος
λιθοβολισμέ	noun	κλητική ενικού του λιθοβολισμός
λιθοβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοβολισμός
λιθοβολισμού	noun	γενική ενικού του λιθοβολισμός
λιθοβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιθοβολισμός
λιθοβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του λιθοβολισμός
λιθοβολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιθοβολώ
λιθοβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του λιθοβολισμός
λιθοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του λιθοβολία
λιθοβολούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβολούμασταν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούμαστε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούμε	=	λιθοβολώ
λιθοβολούμουν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούν	=	λιθοβολώ
λιθοβολούνε	=	λιθοβολώ
λιθοβολούνται	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούνταν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούσα	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσαμε	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσαν	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσανε	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσασταν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούσαστε	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολούσατε	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσε	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσες	=	λιθοβολώ
λιθοβολούσουν	=	λιθοβολούμαι
λιθοβολώ	verb	πετάω πέτρες ενάντια σε κάποιον
λιθοβολώντας	=	λιθοβολώ
λιθοβόλει	=	λιθοβολώ
λιθοβόλημα	noun	άλλη μορφή του λιθοβολισμός
λιθοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοβολώ
λιθογλυφία	noun	το στόλισμα ενός πολύτιμου λίθου με σκάλισμα συμβόλων και παραστάσεων
λιθογλυφίας	=	λιθογλυφία
λιθογλυφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογλυφία
λιθογλυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογλυφικό
λιθογλυφικέ	adj	κλητική ενικού του λιθογλυφικός
λιθογλυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογλυφική
λιθογλυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθογλυφικός
λιθογλυφικής	adj	γενική ενικού του λιθογλυφική
λιθογλυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθογλυφικός
λιθογλυφικού	adj	γενική ενικού του λιθογλυφικός
λιθογλυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθογλυφικός
λιθογλυφικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθογλυφικός
λιθογλυφικός	adj	που έχει σχέση με λιθογλυφία ή λιθογλύφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιθογλυφικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθογλυφικός
λιθογλυφιών	=	λιθογλυφία
λιθογλύφε	=	λιθογλύφος
λιθογλύφο	=	λιθογλύφος
λιθογλύφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθογλύφος
λιθογλύφος	noun	αυτός που ειδικεύεται στην δημιουργία λιθογλυφιών
λιθογλύφου	=	λιθογλύφος
λιθογλύφους	=	λιθογλύφος
λιθογλύφων	=	λιθογλύφος
λιθογομώσεις	=	λιθογόμωση
λιθογομώσεων	=	λιθογόμωση
λιθογράφε	noun	κλητική ενικού του λιθογράφος
λιθογράφει	=	λιθογραφώ
λιθογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του λιθογραφώ
λιθογράφησα	=	λιθογραφώ
λιθογράφησαν	=	λιθογραφώ
λιθογράφησε	=	λιθογραφώ
λιθογράφησες	=	λιθογραφώ
λιθογράφηση	noun	η διαδικασία το αποτέλεσμα του λιθογραφώ
λιθογράφησης	=	λιθογράφηση
λιθογράφησις	noun	λιθογράφηση
λιθογράφο	noun	αιτιατική ενικού του λιθογράφος
λιθογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθογράφος
λιθογράφος	noun	καλλιτέχνης ο οποίος ασχολείται με τη λιθογραφία
λιθογράφου	noun	γενική ενικού του λιθογράφος
λιθογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιθογράφος
λιθογράφων	noun	γενική πληθυντικού του λιθογράφος
λιθογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογράφημα
λιθογραφήματος	=	λιθογράφημα
λιθογραφήσαμε	=	λιθογραφώ
λιθογραφήσαν	=	λιθογραφώ
λιθογραφήσανε	=	λιθογραφώ
λιθογραφήσατε	=	λιθογραφώ
λιθογραφήσει	=	λιθογραφώ
λιθογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογράφηση
λιθογραφήσεων	=	λιθογράφηση
λιθογραφήστε	=	λιθογραφώ
λιθογραφία	noun	η τέχνη της αναπαραγωγής έντυπου υλικού με τη χρήση πέτρας, νερού, λιπαντικού και μελανιού
λιθογραφίας	noun	γενική ενικού του λιθογραφία
λιθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφία
λιθογραφεί	=	λιθογραφώ
λιθογραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφείο
λιθογραφείο	noun	εργαστήριο όπου δημιουργούνται και εκτυπώνονται λιθογραφίες
λιθογραφείου	noun	γενική ενικού του λιθογραφείο
λιθογραφείς	=	λιθογραφώ
λιθογραφείτε	=	λιθογραφώ
λιθογραφείων	noun	γενική πληθυντικού του λιθογραφείο
λιθογραφημάτων	=	λιθογράφημα
λιθογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφημένο
λιθογραφημένε	verb	κλητική ενικού του λιθογραφημένος
λιθογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφημένη
λιθογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθογραφημένος
λιθογραφημένης	verb	γενική ενικού του λιθογραφημένη
λιθογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του λιθογραφημένος
λιθογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφημένος
λιθογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιθογραφώ
λιθογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιθογραφημένος
λιθογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιθογραφημένος
λιθογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιθογραφημένος
λιθογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφικό
λιθογραφικέ	adj	κλητική ενικού του λιθογραφικός
λιθογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφική
λιθογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθογραφικός
λιθογραφικής	adj	γενική ενικού του λιθογραφική
λιθογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθογραφικός
λιθογραφικού	adj	γενική ενικού του λιθογραφικός
λιθογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθογραφικός
λιθογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθογραφικός
λιθογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη λιθογραφία
λιθογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθογραφικός
λιθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του λιθογραφία
λιθογραφούμε	=	λιθογραφώ
λιθογραφούν	=	λιθογραφώ
λιθογραφούνε	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσα	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσαμε	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσαν	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσανε	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσατε	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσε	=	λιθογραφώ
λιθογραφούσες	=	λιθογραφώ
λιθογραφώ	verb	δημιουργώ λιθογραφίες
λιθογραφώντας	=	λιθογραφώ
λιθογόμωση	noun	το γέμισμα στοών υπόγειων εκμεταλλεύσεων με υλικό χαμηλής αξίας («λίθους»), μετά την απομάκρυνση του κοιτάσματος, με σκοπό την αποφυγή κατάρρευσης των στοών
λιθογόμωσης	=	λιθογόμωση
λιθογόνα	=	λιθογόνος
λιθογόνας	=	λιθογόνος
λιθογόνε	=	λιθογόνος
λιθογόνες	=	λιθογόνος
λιθογόνο	=	λιθογόνος
λιθογόνοι	=	λιθογόνος
λιθογόνος	adj	που παράγει λίθους
λιθογόνου	=	λιθογόνος
λιθογόνους	=	λιθογόνος
λιθογόνων	=	λιθογόνος
λιθοδομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομή
λιθοδομή	noun	η κατασκευή της τοιχοποιίας με πέτρες
λιθοδομήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδόμημα
λιθοδομήματος	=	λιθοδόμημα
λιθοδομής	=	λιθοδομή
λιθοδομήσαμε	=	λιθοδομώ
λιθοδομήσαν	=	λιθοδομώ
λιθοδομήσανε	=	λιθοδομώ
λιθοδομήσατε	=	λιθοδομώ
λιθοδομήσει	=	λιθοδομώ
λιθοδομήστε	=	λιθοδομώ
λιθοδομία	noun	χτίσιμο με χρήση πέτρας (λίθων)
λιθοδομίας	noun	γενική ενικού του λιθοδομία
λιθοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομία
λιθοδομεί	=	λιθοδομώ
λιθοδομείς	=	λιθοδομώ
λιθοδομείτε	=	λιθοδομώ
λιθοδομημάτων	=	λιθοδόμημα
λιθοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομημένο
λιθοδομημένε	verb	κλητική ενικού του λιθοδομημένος
λιθοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομημένη
λιθοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθοδομημένος
λιθοδομημένης	verb	γενική ενικού του λιθοδομημένη
λιθοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του λιθοδομημένος
λιθοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομημένος
λιθοδομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιθοδομώ
λιθοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιθοδομημένος
λιθοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιθοδομημένος
λιθοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιθοδομημένος
λιθοδομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομικό
λιθοδομικέ	adj	κλητική ενικού του λιθοδομικός
λιθοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομική
λιθοδομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθοδομικός
λιθοδομικής	adj	γενική ενικού του λιθοδομική
λιθοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοδομικός
λιθοδομικού	adj	γενική ενικού του λιθοδομικός
λιθοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθοδομικός
λιθοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθοδομικός
λιθοδομικός	adj	που έχει σχέση με τη λιθοδομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
λιθοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθοδομικός
λιθοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του λιθοδομία
λιθοδομούμε	=	λιθοδομώ
λιθοδομούν	=	λιθοδομώ
λιθοδομούνε	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσα	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσαμε	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσαν	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσανε	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσατε	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσε	=	λιθοδομώ
λιθοδομούσες	=	λιθοδομώ
λιθοδομώ	verb	χτίζω χρησιμοποιώντας ως οικοδομικό υλικό λίθους
λιθοδομών	=	λιθοδομή
λιθοδομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λιθοδομώ
λιθοδόμε	=	λιθοδόμος
λιθοδόμει	=	λιθοδομώ
λιθοδόμημα	noun	το αποτέλεσμα του λιθοδομώ, το οικοδόμημα που έχει φτιαχτεί με λίθους
λιθοδόμησα	=	λιθοδομώ
λιθοδόμησαν	=	λιθοδομώ
λιθοδόμησε	=	λιθοδομώ
λιθοδόμησες	=	λιθοδομώ
λιθοδόμο	=	λιθοδόμος
λιθοδόμοι	=	λιθοδόμος
λιθοδόμος	noun	χτίστης που χτίζει με πέτρες
λιθοδόμου	=	λιθοδόμος
λιθοδόμους	=	λιθοδόμος
λιθοδόμων	=	λιθοδόμος
λιθοειδές	=	λιθοειδής
λιθοειδή	=	λιθοειδής
λιθοειδής	adj	που κατέχει τις ιδιότητες της πέτρας
λιθοειδείς	=	λιθοειδής
λιθοειδες	=	λιθοειδής
λιθοειδης	=	λιθοειδής
λιθοειδούς	=	λιθοειδής
λιθοειδών	=	λιθοειδής
λιθοθραυστών	=	λιθοθραύστης
λιθοθραύστες	=	λιθοθραύστης
λιθοθραύστη	=	λιθοθραύστης
λιθοθραύστης	noun	εργάτης ή εργαλείο που θραύει / σπάει λίθους / πέτρες
λιθοθρυψία	noun	η λιθοτριψία
λιθοθρυψίας	=	λιθοθρυψία
λιθοθρυψίες	=	λιθοθρυψία
λιθοθρυψιών	=	λιθοθρυψία
λιθοκέραμε	=	λιθοκέραμος
λιθοκέραμο	=	λιθοκέραμος
λιθοκέραμοι	=	λιθοκέραμος
λιθοκέραμος	noun	κέραμος η οποία κατασκευάζεται με την πρόσμειξη αργίλου με υαλώδεις ουσίες και χαρακτηρίζεται από ανθεκτικότητα
λιθοκέραμου	=	λιθοκέραμος
λιθοκέραμους	=	λιθοκέραμος
λιθοκέραμων	=	λιθοκέραμος
λιθοκολλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοκόλληση
λιθοκολλήσεων	=	λιθοκόλληση
λιθοκολλών	=	λιθόκολλα
λιθοκονία	noun	το σκυρόδεμα
λιθοκονίας	=	λιθοκονία
λιθοκονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοκονία
λιθοκονιών	=	λιθοκονία
λιθοκοπία	noun	η τέχνη ή το επάγγελμα του λιθοκόπου
λιθοκοπίας	=	λιθοκοπία
λιθοκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοκοπία
λιθοκοπικά	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικέ	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικές	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπική	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικής	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικοί	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικού	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικούς	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικό	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπικός	adj	που έχει σχέση με τον λιθοκόπο ή τη λιθοκοπία ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιθοκοπικών	=	λιθοκοπικός
λιθοκοπιών	=	λιθοκοπία
λιθοκοπτικά	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικέ	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικές	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτική	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικής	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικοί	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικού	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικούς	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικό	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτικός	adj	που έχει σχέση με λιθοκόπτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λιθοκοπτικών	=	λιθοκοπτικός
λιθοκοπτών	=	λιθοκόπτης
λιθοκοπώ	verb	εργάζομαι ως λιθοκόπος
λιθοκόλληση	noun	η διακόσμηση των βαρύτιμων αντικειμένων με την συγκόλλησή τους σε πολύτιμους λίθους
λιθοκόλλησης	=	λιθοκόλληση
λιθοκόλλησις	noun	λιθοκόλληση
λιθοκόλλητα	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητε	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητες	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητη	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητης	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητο	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητοι	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητος	adj	που διακοσμήθηκε με πολύτιμους λίθους
λιθοκόλλητου	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητους	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόλλητων	=	λιθοκόλλητος
λιθοκόπε	=	λιθοκόπος
λιθοκόπο	=	λιθοκόπος
λιθοκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοκόπος
λιθοκόπος	noun	που (έχει ως επάγγελμα να) κόβει / θραύει λίθους
λιθοκόπου	=	λιθοκόπος
λιθοκόπους	=	λιθοκόπος
λιθοκόπτες	=	λιθοκόπτης
λιθοκόπτη	=	λιθοκόπτης
λιθοκόπτης	noun	αυτός που δουλεύει στην κοπή λίθων
λιθοκόπων	=	λιθοκόπος
λιθολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθολόγημα
λιθολογήματος	noun	γενική ενικού του λιθολόγημα
λιθολογήσαμε	=	λιθολογώ
λιθολογήσαν	=	λιθολογώ
λιθολογήσανε	=	λιθολογώ
λιθολογήσατε	=	λιθολογώ
λιθολογήσει	=	λιθολογώ
λιθολογήστε	=	λιθολογώ
λιθολογεί	=	λιθολογώ
λιθολογείς	=	λιθολογώ
λιθολογείτε	=	λιθολογώ
λιθολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιθολόγημα
λιθολογικά	=	λιθολογικός
λιθολογικέ	=	λιθολογικός
λιθολογικές	=	λιθολογικός
λιθολογική	=	λιθολογικός
λιθολογικής	=	λιθολογικός
λιθολογικοί	=	λιθολογικός
λιθολογικού	=	λιθολογικός
λιθολογικούς	=	λιθολογικός
λιθολογικό	=	λιθολογικός
λιθολογικός	adj	σχετικός με την λιθολογία
λιθολογικών	=	λιθολογικός
λιθολογούμε	=	λιθολογώ
λιθολογούν	=	λιθολογώ
λιθολογούνε	=	λιθολογώ
λιθολογούσα	=	λιθολογώ
λιθολογούσαμε	=	λιθολογώ
λιθολογούσαν	=	λιθολογώ
λιθολογούσανε	=	λιθολογώ
λιθολογούσατε	=	λιθολογώ
λιθολογούσε	=	λιθολογώ
λιθολογούσες	=	λιθολογώ
λιθολογώ	verb	κτίζω με μη κατεργασμένους λίθους
λιθολογώντας	=	λιθολογώ
λιθολόγει	=	λιθολογώ
λιθολόγημα	noun	κατασκευή από μη κατεργασμένους λίθους
λιθολόγησα	=	λιθολογώ
λιθολόγησαν	=	λιθολογώ
λιθολόγησε	=	λιθολογώ
λιθολόγησες	=	λιθολογώ
λιθομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση πολύτιμων λίθων
λιθομαντείας	=	λιθομαντεία
λιθομαντείες	=	λιθομαντεία
λιθομαντειών	=	λιθομαντεία
λιθομετέωρα	=	λιθομετέωρο
λιθομετέωρο	noun	σχηματισμός / αιώρημα στην ατμόσφαιρα, που αποτελείται από ξηρή σκόνη κ.ά.
λιθομετέωρου	=	λιθομετέωρο
λιθομετέωρων	=	λιθομετέωρο
λιθομετεωριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθομετεωριτικό
λιθομετεωριτικέ	adj	κλητική ενικού του λιθομετεωριτικός
λιθομετεωριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθομετεωριτική
λιθομετεωριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθομετεωριτικός
λιθομετεωριτικής	adj	γενική ενικού του λιθομετεωριτική
λιθομετεωριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθομετεωριτικός
λιθομετεωριτικού	adj	γενική ενικού του λιθομετεωριτικός
λιθομετεωριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθομετεωριτικός
λιθομετεωριτικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθομετεωριτικός
λιθομετεωριτικός	adj	ο σχετικός με λιθομετεωρίτη
λιθομετεωριτικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθομετεωριτικός
λιθοξόε	noun	κλητική ενικού του λιθοξόος
λιθοξόο	noun	αιτιατική ενικού του λιθοξόος
λιθοξόοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοξόος
λιθοξόος	noun	ο τεχνίτης που σκαλίζει λίθους και κυρίως, μάρμαρα
λιθοξόου	noun	γενική ενικού του λιθοξόος
λιθοξόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιθοξόος
λιθοξόων	noun	γενική πληθυντικού του λιθοξόος
λιθοπέτι	noun|literary	το ρίξιμο της πέτρας ή η απόσταση που μπορεί να φτάσει μια πέτρα όταν τη ρίξει κάποιος
λιθοπέτια	=	λιθοπέτι
λιθοπαγίδα	noun	διάταξη που συγκρατεί πετραδάκια σε βιομηχανική επεξεργασία (πλύσιμο) τροφίμων
λιθοπαγίδας	=	λιθοπαγίδα
λιθοπαγίδες	=	λιθοπαγίδα
λιθοπαγίδων	=	λιθοπαγίδα
λιθοπετιού	=	λιθοπέτι
λιθοπετιών	=	λιθοπέτι
λιθοπλίνθου	=	λιθόπλινθος
λιθοπλίνθους	=	λιθόπλινθος
λιθοπλίνθων	=	λιθόπλινθος
λιθορριπές	=	λιθορριπή
λιθορριπή	noun	στρώμα ακατέργαστων ή κατεργασμένων λίθων που χρησιμοποιείται σε τεχνικά, υδραυλικά ή άλλα έργα για συγκράτηση των εδαφών, προστασία από κατολισθήσεις, πλημμύρες κ.ά., ως κυματοθραύστης κ.λπ.
λιθορριπής	=	λιθορριπή
λιθορριπών	=	λιθορριπή
λιθοστρωθήκαμε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωθήκαν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωθήκανε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωθήκατε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωθεί	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωθείτε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωμάτων	=	λιθόστρωμα
λιθοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοστρωμένο
λιθοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του λιθοστρωμένος
λιθοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοστρωμένη
λιθοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθοστρωμένος
λιθοστρωμένης	verb	γενική ενικού του λιθοστρωμένη
λιθοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιθοστρωμένος
λιθοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοστρωμένος
λιθοστρωμένος	verb	που τον έχουν λιθοστρώσει
λιθοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιθοστρωμένος
λιθοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιθοστρωμένος
λιθοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιθοστρωμένος
λιθοστρωνόμασταν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόμαστε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόμουν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόμουνα	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόντουσαν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόσασταν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόσαστε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόσουν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόσουνα	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνόταν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρωνότανε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώθηκα	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώθηκαν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώθηκε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώθηκες	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώματα	=	λιθόστρωμα
λιθοστρώματος	=	λιθόστρωμα
λιθοστρώναμε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώναν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνανε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνατε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνει	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνεις	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνεσαι	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνεστε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνεται	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνετε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώνονται	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνονταν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνοντας	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνουμε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνουν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνουνε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώνω	verb	στρώνω τον δρόμο (ή κάτι ανάλογο) με λίθους, που έχουν υποστεί ειδική κατεργασία
λιθοστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώσαν	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώσανε	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθόστρωση
λιθοστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώσεων	=	λιθόστρωση
λιθοστρώσου	=	λιθοστρώνω
λιθοστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθοστρώτου	=	λιθόστρωτο
λιθοστρώτων	=	λιθόστρωτο
λιθοσφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοσφαιρικό
λιθοσφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοσφαιρική
λιθοσφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρικής	adj	γενική ενικού του λιθοσφαιρική
λιθοσφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρικού	adj	γενική ενικού του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρικός	adj	σχετικός με τη λιθόσφαιρα
λιθοσφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθοσφαιρικός
λιθοσφαιρών	=	λιθόσφαιρα
λιθοσωρέ	=	λιθοσωρός
λιθοσωροί	=	λιθοσωρός
λιθοσωρού	=	λιθοσωρός
λιθοσωρούς	=	λιθοσωρός
λιθοσωρό	=	λιθοσωρός
λιθοσωρός	noun	σωρός από λίθους / πέτρες
λιθοσωρών	=	λιθοσωρός
λιθοτεχνία	noun	η τέχνη της κατασκευής λίθινων αντικειμένων καθώς τα αντικείμενα αυτά
λιθοτεχνίας	noun	γενική ενικού του λιθοτεχνία
λιθοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοτεχνία
λιθοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του λιθοτεχνία
λιθοτομία	noun	η λατόμηση / λατόμευση / λατομία
λιθοτομίας	noun	γενική ενικού του λιθοτομία
λιθοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοτομία
λιθοτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοτομικό
λιθοτομικέ	adj	κλητική ενικού του λιθοτομικός
λιθοτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοτομική
λιθοτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθοτομικός
λιθοτομικής	adj	γενική ενικού του λιθοτομική
λιθοτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοτομικός
λιθοτομικού	adj	γενική ενικού του λιθοτομικός
λιθοτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθοτομικός
λιθοτομικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθοτομικός
λιθοτομικός	adj	που έχει σχέση με τον λιθοτόμο ή την λιθοτομία ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιθοτομικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθοτομικός
λιθοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του λιθοτομία
λιθοτριψία	noun	θεραπευτική επέμβαση για τον θρυμματισμό των λίθων στα νεφρά ή στην ουροδόχο κύστη, ώστε να αποβληθούν από τον οργανισμό ή να μειωθούν οι πόνοι
λιθοτριψίας	noun	γενική ενικού του λιθοτριψία
λιθοτριψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθοτριψία
λιθοτριψιών	noun	γενική πληθυντικού του λιθοτριψία
λιθοτόμε	=	λιθοτόμος
λιθοτόμο	=	λιθοτόμος
λιθοτόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθοτόμος
λιθοτόμος	adj|formal	ο λατόμος
λιθοτόμου	=	λιθοτόμος
λιθοτόμους	=	λιθοτόμος
λιθοτόμων	=	λιθοτόμος
λιθοτόπου	=	λιθότοπος
λιθοτόπους	=	λιθότοπος
λιθοτόπων	=	λιθότοπος
λιθουανικά	noun	η λιθουανική γλώσσα, με εξαιρετικό γλωσσολογικό ενδιαφέρον επειδή διατηρεί χαρακτηριστικά της ινδοευρωπαϊκής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθουανικό
λιθουανικέ	adj	κλητική ενικού του λιθουανικός
λιθουανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθουανική
λιθουανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιθουανικός
λιθουανικής	adj	γενική ενικού του λιθουανική
λιθουανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιθουανικός
λιθουανικού	adj	γενική ενικού του λιθουανικός
λιθουανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιθουανικός
λιθουανικό	adj	αιτιατική ενικού του λιθουανικός
λιθουανικός	adj	που προέρχεται από τη Λιθουανία ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή και το λαό της
λιθουανικών	adj	γενική πληθυντικού του λιθουανικός
λιθουανιστί	adv|formal	στα λιθουανικά, στη λιθουανική γλώσσα
λιθρίνι	=	λυθρίνι
λιθρίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθρίνι
λιθωδών	=	λιθώδης
λιθόβλητα	=	λιθόβλητος
λιθόβλητε	=	λιθόβλητος
λιθόβλητες	=	λιθόβλητος
λιθόβλητη	=	λιθόβλητος
λιθόβλητης	=	λιθόβλητος
λιθόβλητο	=	λιθόβλητος
λιθόβλητοι	=	λιθόβλητος
λιθόβλητος	adj	που χτυπήθηκε από λίθους, που είναι λιθοβολημένος
λιθόβλητου	=	λιθόβλητος
λιθόβλητους	=	λιθόβλητος
λιθόβλητων	=	λιθόβλητος
λιθόδμητα	=	λιθόδμητος
λιθόδμητε	=	λιθόδμητος
λιθόδμητες	=	λιθόδμητος
λιθόδμητη	=	λιθόδμητος
λιθόδμητης	=	λιθόδμητος
λιθόδμητο	=	λιθόδμητος
λιθόδμητοι	=	λιθόδμητος
λιθόδμητος	adj|formal	που έχει κτιστεί με λίθους, με πέτρες
λιθόδμητου	=	λιθόδμητος
λιθόδμητους	=	λιθόδμητος
λιθόδμητων	=	λιθόδμητος
λιθόκολλα	noun	κόλλα που εφαρμόζεται στην συγκόλληση ή τη εγκατάσταση βαρύτιμων λίθων
λιθόκολλας	=	λιθόκολλα
λιθόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιθόκολλα
λιθόκτιστα	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστε	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστες	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστη	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστης	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστο	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστοι	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστος	adj|formal	που έχει κτιστεί με λίθους, με πέτρες
λιθόκτιστου	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστους	=	λιθόκτιστος
λιθόκτιστων	=	λιθόκτιστος
λιθόπλινθε	=	λιθόπλινθος
λιθόπλινθο	=	λιθόπλινθος
λιθόπλινθοι	=	λιθόπλινθος
λιθόπλινθος	noun	λίθινο παραλληλεπίπεδο δομικό στοιχείο, που χρησιμοποιείται σε δομικές κατασκευές αντί της πλίνθου
λιθόπλινθου	=	λιθόπλινθος
λιθόπλινθους	=	λιθόπλινθος
λιθόπλινθων	=	λιθόπλινθος
λιθόρριπτα	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτε	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτες	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτη	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτης	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτο	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτοι	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτος	adj	που έχει κατασκευαστεί από ακανόνιστου σχήματος λίθους
λιθόρριπτου	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτους	=	λιθόρριπτος
λιθόρριπτων	=	λιθόρριπτος
λιθόστρωμα	noun	το αποτέλεσμα του λιθοστρώνω
λιθόστρωνα	=	λιθοστρώνω
λιθόστρωναν	=	λιθοστρώνω
λιθόστρωνε	=	λιθοστρώνω
λιθόστρωνες	=	λιθοστρώνω
λιθόστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθόστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθόστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθόστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιθοστρώνω
λιθόστρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιθοστρώνω
λιθόστρωσης	=	λιθόστρωση
λιθόστρωσις	noun	λιθόστρωση
λιθόστρωτa	=	λιθόστρωτο
λιθόστρωτα	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτε	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτες	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτη	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτης	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτο	noun	δρόμος που τον έχουν λιθοστρώσει
λιθόστρωτοι	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτος	adj	που τον έχουν λιθοστρώσει
λιθόστρωτου	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτους	=	λιθόστρωτος
λιθόστρωτων	=	λιθόστρωτος
λιθόσφαιρα	noun	το εξωτερικό περίβλημα κάθε πετρώδους πλανήτη· στη Γη αποτελείται από το στερεό φλοιό και μέρος του ανώτερου μανδύα
λιθόσφαιρας	=	λιθόσφαιρα
λιθόσφαιρες	=	λιθόσφαιρα
λιθότοπε	=	λιθότοπος
λιθότοπο	=	λιθότοπος
λιθότοποι	=	λιθότοπος
λιθότοπος	noun	τόπος που έχει πολλούς (κατεργασμένους ή ακατέργαστους) λίθους, κυρίως για χρησιμοποίησή τους σε δομικούς σκοπούς
λιθότοπου	=	λιθότοπος
λιθότοπους	=	λιθότοπος
λιθότοπων	=	λιθότοπος
λιθόχτιστα	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστε	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστες	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστη	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστης	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστο	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστοι	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστος	adj|formal	που έχει κτιστεί με λίθους, με πέτρες
λιθόχτιστου	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστους	=	λιθόχτιστος
λιθόχτιστων	=	λιθόχτιστος
λιθώδεις	=	λιθώδης
λιθώδες	=	λιθώδης
λιθώδη	=	λιθώδης
λιθώδης	adj	που μοιάζει με λίθο ή έχει την σύσταση ή την υφή του
λιθώδους	=	λιθώδης
λιθώνα	=	λιθώνας
λιθώνας	noun	υλικά που λόγω της γεωμορφολογίας του εδάφους συγκεντρώθηκαν σε τοποθεσία από παγετώνα
λιθώνες	=	λιθώνας
λιθώνων	=	λιθώνας
λικέρ	noun	γλυκό ποτό, συνήθως με γεύση φρούτων, το ηδύποτο
λικβινταρισμέ	=	λικβινταρισμός
λικβινταρισμοί	=	λικβινταρισμός
λικβινταρισμού	=	λικβινταρισμός
λικβινταρισμούς	=	λικβινταρισμός
λικβινταρισμό	=	λικβινταρισμός
λικβινταρισμός	noun	τάση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, που πρέσβευε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιβεβλημένο να εγκαταλείπεται η επαναστατική τακτική και να προκρίνονται νόμιμες μορφές αγώνα στο πλαίσιο του αστικού καθεστώτος
λικβινταρισμών	=	λικβινταρισμός
λικεράκι	=	λικέρ
λικεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λικεράκι
λικμίζω	verb	άλλη μορφή του λιχνίζω
λικνίζαμε	=	λικνίζω
λικνίζαν	=	λικνίζω
λικνίζανε	=	λικνίζω
λικνίζατε	=	λικνίζω
λικνίζει	=	λικνίζω
λικνίζεις	=	λικνίζω
λικνίζεσαι	=	λικνίζομαι
λικνίζεστε	=	λικνίζομαι
λικνίζεται	=	λικνίζομαι
λικνίζετε	=	λικνίζω
λικνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λικνίζω
λικνίζονται	=	λικνίζομαι
λικνίζονταν	=	λικνίζομαι
λικνίζοντας	=	λικνίζω
λικνίζου	=	λικνίζομαι
λικνίζουμε	=	λικνίζω
λικνίζουν	=	λικνίζω
λικνίζουνε	=	λικνίζω
λικνίζω	verb	κουνάω ελαφρά κάτι πέρα δώθε
λικνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίσαν	=	λικνίζω
λικνίσανε	=	λικνίζω
λικνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίκνισμα
λικνίσματος	noun	γενική ενικού του λίκνισμα
λικνίσου	=	λικνίζομαι
λικνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνίστηκα	=	λικνίζομαι
λικνίστηκαν	=	λικνίζομαι
λικνίστηκε	=	λικνίζομαι
λικνίστηκες	=	λικνίζομαι
λικνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λικνίζω
λικνιζόμασταν	=	λικνίζομαι
λικνιζόμαστε	=	λικνίζομαι
λικνιζόμενα	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενε	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενες	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενη	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενης	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενο	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενοι	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενος	verb	που λικνίζεται
λικνιζόμενου	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενους	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμενων	=	λικνιζόμενος
λικνιζόμουν	=	λικνίζομαι
λικνιζόμουνα	=	λικνίζομαι
λικνιζόντουσαν	=	λικνίζομαι
λικνιζόσασταν	=	λικνίζομαι
λικνιζόσαστε	=	λικνίζομαι
λικνιζόσουν	=	λικνίζομαι
λικνιζόσουνα	=	λικνίζομαι
λικνιζόταν	=	λικνίζομαι
λικνιζότανε	=	λικνίζομαι
λικνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίκνισμα
λικνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λικνισμένο
λικνισμένε	verb	κλητική ενικού του λικνισμένος
λικνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λικνισμένη
λικνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λικνισμένος
λικνισμένης	verb	γενική ενικού του λικνισμένη
λικνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λικνισμένος
λικνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λικνισμένος
λικνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λικνίζω
λικνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λικνισμένος
λικνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λικνισμένος
λικνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λικνισμένος
λικνιστήκαμε	=	λικνίζομαι
λικνιστήκαν	=	λικνίζομαι
λικνιστήκανε	=	λικνίζομαι
λικνιστήκατε	=	λικνίζομαι
λικνιστεί	=	λικνίζομαι
λικνιστείτε	=	λικνίζομαι
λικνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λικνιστικός	adv	με λικνιστικό τρόπο
λικνιστικέ	adj	κλητική ενικού του λικνιστικός
λικνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λικνιστική
λικνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λικνιστικός
λικνιστικής	adj	γενική ενικού του λικνιστική
λικνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λικνιστικός
λικνιστικού	adj	γενική ενικού του λικνιστικός
λικνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λικνιστικός
λικνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του λικνιστικός
λικνιστικός	adj	που λικνίζεται, που γίνεται με λίκνισμα
λικνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του λικνιστικός
λικνιστικῶς	adv	λικνιστικά
λικουρίνε	=	λικουρίνος
λικουρίνο	=	λικουρίνος
λικουρίνοι	=	λικουρίνος
λικουρίνος	noun	καπνιστός κέφαλος
λικουρίνου	=	λικουρίνος
λικουρίνους	=	λικουρίνος
λικουρίνων	=	λικουρίνος
λιλά	noun	το χρώμα της βιολέτας	adj	που έχει το χρώμα της βιολέτας
λιλί	noun|vulgar	το πέος
λιλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιλί
λιλιού	=	λιλί
λιλιπούτεια	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειας	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειε	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειες	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειο	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειοι	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειος	adj	πολύ μικρός σε διαστάσεις, μικρόσωμος
λιλιπούτειου	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειους	=	λιλιπούτειος
λιλιπούτειων	=	λιλιπούτειος
λιλιών	=	λιλί
λιμά	noun	τα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά
λιμάζω	verb|vulgar	πεινάω πολύ ή είμαι πολύ λαίμαργος
λιμάνι	noun	για προστασία από καιρικές συνθήκες
λιμάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμάνι
λιμάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμάζω
λιμάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμάρης
λιμάραμε	=	λιμάρω
λιμάραν	=	λιμάρω
λιμάρανε	=	λιμάρω
λιμάρας	adj	γενική ενικού του λιμάρα
λιμάρατε	=	λιμάρω
λιμάρει	=	λιμάρω
λιμάρεις	=	λιμάρω
λιμάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμάρα
λιμάρετε	=	λιμάρω
λιμάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιμάρης
λιμάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμάρης
λιμάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λιμάρης
λιμάρης	adj	που καταναλώνει μεγάλη ποσότητα τροφίμων συνεχώς, που είναι λαίμαργος
λιμάρικα	adv	με λιμάρικο τρόπο
λιμάρικε	adj	κλητική ενικού του λιμάρικος
λιμάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμάρικη
λιμάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμάρικος
λιμάρικης	adj	γενική ενικού του λιμάρικη
λιμάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιμάρης
λιμάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμάρικος
λιμάρικος	adj	άλλη μορφή του λιμάρης
λιμάρικου	adj	γενική ενικού του λιμάρικο
λιμάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιμάρικος
λιμάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λιμάρικο
λιμάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού λιμάρω
λιμάροντας	=	λιμάρω
λιμάρουμε	=	λιμάρω
λιμάρουν	=	λιμάρω
λιμάρουνε	=	λιμάρω
λιμάρτε	=	λιμάρω
λιμάρω	verb	κάνω λείο ένα (συνήθως) μεταλλικό αντικείμενο ή μειώνω το πάχος του, χρησιμοποιώντας μια λίμα
λιμάσματα	=	λίμασμα
λιμάσματος	=	λίμασμα
λιμέ	noun	κλητική ενικού του λιμός
λιμένα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιμένας
λιμένας	noun|formal	άλλη μορφή του λιμάνι
λιμένες	=	λιμένας
λιμένος	=	λιμένας
λιμένων	=	λιμένας
λιμαδόρα	noun	θηλυκό του λιμαδόρος
λιμαδόρας	=	λιμαδόρα
λιμαδόρε	noun	κλητική ενικού του λιμαδόρος
λιμαδόρες	=	λιμαδόρα
λιμαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του λιμαδόρος
λιμαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμαδόρος
λιμαδόρος	noun	που χρησιμοποιεί λίμα για να λειαίνει επιφάνειες
λιμαδόρου	noun	γενική ενικού του λιμαδόρος
λιμαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιμαδόρος
λιμαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του λιμαδόρος
λιμανάκι	noun	υποκοριστικό του λιμάνι
λιμανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμανάκι
λιμανιού	noun	γενική ενικού του λιμάνι
λιμανιών	=	λιμάνι
λιμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμάρισμα
λιμαρίσματος	noun	γενική ενικού του λιμάρισμα
λιμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιμάρισμα
λιμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμαρισμένο
λιμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λιμαρισμένος
λιμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμαρισμένη
λιμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμαρισμένος
λιμαρισμένης	verb	γενική ενικού του λιμαρισμένη
λιμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιμαρισμένος
λιμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμαρισμένος
λιμαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λιμάρω
λιμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιμαρισμένος
λιμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιμαρισμένος
λιμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιμαρισμένος
λιμασμάτων	=	λίμασμα
λιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμασμένο
λιμασμένε	verb	κλητική ενικού του λιμασμένος
λιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμασμένη
λιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμασμένος
λιμασμένης	verb	γενική ενικού του λιμασμένη
λιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιμασμένος
λιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμασμένος
λιμασμένος	verb	πολύ πεινασμένος
λιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιμασμένος
λιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιμασμένος
λιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιμασμένος
λιμβουργιανά	noun	γερμανική τοπική γλώσσα που μιλιέται στη Λιμβουργία της νότιας Ολλανδίας, στο ανατολικό Βέλγιο και στη δυτική Γερμανία
λιμβουργιανέ	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανές	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανή	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανής	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανοί	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανού	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανούς	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανό	=	λιμβουργιανός
λιμβουργιανός	adj	που έχει σχέση με τη Λιμβουργία και τους Λιμβουργιανούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιμβουργιανών	=	λιμβουργιανά
λιμενάρχα	=	λιμενάρχης
λιμενάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενάρχης
λιμενάρχη	=	λιμενάρχης
λιμενάρχης	noun	επικεφαλής διοικητικών αρχών λιμένα
λιμενάρχου	=	λιμενάρχης
λιμενίσκο	=	λιμενίσκος
λιμενίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμενίσκος
λιμενίσκος	noun	υποκοριστικό του λιμήν / λιμάνι
λιμενίσκου	=	λιμενίσκος
λιμενίσκους	=	λιμενίσκος
λιμενίσκων	=	λιμενίσκος
λιμεναρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμεναρχείο
λιμεναρχείο	noun	η διοικητική δύναμη και η διοικητική στέγη του λιμανιού
λιμεναρχείου	noun	γενική ενικού του λιμεναρχείο
λιμεναρχείων	noun	γενική πληθυντικού του λιμεναρχείο
λιμεναρχεῖον	noun	το λιμεναρχείο
λιμεναρχών	=	λιμενάρχης
λιμενεργάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενεργάτης
λιμενεργάτη	=	λιμενεργάτης
λιμενεργάτης	noun	o εργάτης ενός λιμανιού, που φορτώνει και εκφορτώνει εμπορεύματα στα πλοία
λιμενεργασία	noun	η εργασία των λιμενεργατών
λιμενεργασίας	=	λιμενεργασία
λιμενεργασίες	=	λιμενεργασία
λιμενεργασιών	=	λιμενεργασία
λιμενεργατών	noun	γενική πληθυντικού του λιμενεργάτης
λιμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενικό
λιμενικέ	adj	κλητική ενικού του λιμενικός
λιμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενική
λιμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμενικός
λιμενικής	adj	γενική ενικού του λιμενική
λιμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμενικός
λιμενικού	adj	γενική ενικού του λιμενικός
λιμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιμενικός
λιμενικό	noun	το Λιμενικό Σώμα	adj	αιτιατική ενικού του λιμενικός
λιμενικός	noun	που ανήκει στο Λιμενικό Σώμα	adj	ο σχετικός με λιμένα ή λειτουργίες αυτού
λιμενικών	adj	γενική πληθυντικού του λιμενικός
λιμενοβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενοβιομηχανικό
λιμενοβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενοβιομηχανική
λιμενοβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του λιμενοβιομηχανική
λιμενοβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβιομηχανικός	adj	που συνδυάζει λιμάνι και βιομηχανική περιοχή
λιμενοβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του λιμενοβιομηχανικός
λιμενοβραχίονα	=	λιμενοβραχίονας
λιμενοβραχίονας	noun	βραχίονας, που λειτουργεί ως κυματοθραύστης, που προστατεύει ένα λιμάνι
λιμενοβραχίονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενοβραχίονας
λιμενοβραχίων	noun	ο λιμενοβραχίονας
λιμενοβραχιόνων	=	λιμενοβραχίονας
λιμενοδείκτες	=	λιμενοδείκτης
λιμενοδείκτη	=	λιμενοδείκτης
λιμενοδείκτης	noun	ναυτιλιακό βοήθημα πλοηγικού χαρακτήρα, με λεπτομερείς ναυτικούς χάρτες όρμων, λιμένων, διαύλων κ.λπ. και οδηγίες που ενδιαφέρουν τους ναυτιλλομένους
λιμενοδεικτών	=	λιμενοδείκτης
λιμενολεκάνες	=	λιμενολεκάνη
λιμενολεκάνη	noun	τμήμα λιμανιού όπου είναι δυνατόν να αγκυροβολήσουν σκάφη
λιμενολεκάνης	=	λιμενολεκάνη
λιμενολεκανών	=	λιμενολεκάνη
λιμενοσταθμάρχα	=	λιμενοσταθμάρχης
λιμενοσταθμάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενοσταθμάρχης
λιμενοσταθμάρχη	=	λιμενοσταθμάρχης
λιμενοσταθμάρχης	noun	σταθμάρχης / επικεφαλής ενός λιμενικού σταθμού
λιμενοσταθμάρχου	=	λιμενοσταθμάρχης
λιμενοσταθμαρχών	=	λιμενοσταθμάρχης
λιμενοφυλάκων	=	λιμενοφύλακας
λιμενοφύλακα	=	λιμενοφύλακας
λιμενοφύλακας	noun	υπαξιωματικός του λιμενικού σώματος κατώτερου βαθμού
λιμενοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμενοφύλακας
λιμενοφύλακος	=	λιμενοφύλακας
λιμνάζαμε	=	λιμνάζω
λιμνάζαν	=	λιμνάζω
λιμνάζανε	=	λιμνάζω
λιμνάζατε	=	λιμνάζω
λιμνάζει	=	λιμνάζω
λιμνάζεις	=	λιμνάζω
λιμνάζετε	=	λιμνάζω
λιμνάζον	=	λιμνάζων
λιμνάζοντα	=	λιμνάζων
λιμνάζοντας	=	λιμνάζω
λιμνάζοντες	=	λιμνάζων
λιμνάζοντος	=	λιμνάζων
λιμνάζουμε	=	λιμνάζω
λιμνάζουν	=	λιμνάζω
λιμνάζουνε	=	λιμνάζω
λιμνάζουσα	=	λιμνάζων
λιμνάζουσας	=	λιμνάζων
λιμνάζουσες	=	λιμνάζων
λιμνάζω	verb	είμαι στάσιμος, σχηματίζω λίμνη
λιμνάζων	verb|formal	που είναι σαν λίμνη, λιμνάζει, τελματώνεται, μένει στάσιμος
λιμνάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσαν	=	λιμνάζω
λιμνάσανε	=	λιμνάζω
λιμνάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίμνασμα
λιμνάσματος	noun	γενική ενικού του λίμνασμα
λιμνάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμνάζω
λιμνίσια	=	λιμνίσιος
λιμνίσιας	=	λιμνίσιος
λιμνίσιε	=	λιμνίσιος
λιμνίσιες	=	λιμνίσιος
λιμνίσιο	=	λιμνίσιος
λιμνίσιοι	=	λιμνίσιος
λιμνίσιος	adj	που έχει σχέση με λίμνη, αναφέρεται σ’ αυτή, ανήκει σ’ αυτή ή βρίσκεται σε λίμνη
λιμνίσιου	=	λιμνίσιος
λιμνίσιους	=	λιμνίσιος
λιμνίσιων	=	λιμνίσιος
λιμναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμναίος
λιμναίας	adj	γενική ενικού του λιμναία
λιμναίε	adj	λιμναίος, στην κλητική του ενικού
λιμναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμναία
λιμναίο	adj	λιμναίος, στην αιτιατική του ενικού
λιμναίοι	adj	λιμναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
λιμναίος	adj|formal	άλλη μορφή του λιμνίσιος
λιμναίου	adj	γενική ενικού του λιμναίος
λιμναίους	adj	λιμναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
λιμναίων	=	λιμναίος
λιμναζουσών	=	λιμνάζων
λιμναζούσης	=	λιμνάζων
λιμναζόντων	=	λιμνάζων
λιμνασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίμνασμα
λιμνασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμνασμένο
λιμνασμένε	verb	κλητική ενικού του λιμνασμένος
λιμνασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμνασμένη
λιμνασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμνασμένος
λιμνασμένης	verb	γενική ενικού του λιμνασμένη
λιμνασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιμνασμένος
λιμνασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμνασμένος
λιμνασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιμνάζω
λιμνασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιμνασμένος
λιμνασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιμνασμένος
λιμνασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιμνασμένος
λιμνιωτών	=	λιμνιώτης
λιμνιώνα	=	λιμνιώνας
λιμνιώνας	noun	το λιμάνι
λιμνιώνες	=	λιμνιώνας
λιμνιώνων	=	λιμνιώνας
λιμνιώτες	=	λιμνιώτης
λιμνιώτη	=	λιμνιώτης
λιμνιώτης	noun	συνώνυμο του λιμνόβιος
λιμνιώτικα	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικε	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικες	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικη	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικης	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικο	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικοι	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Λίμνη ή τους κατοίκους της
λιμνιώτικου	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικους	=	λιμνιώτικος
λιμνιώτικων	=	λιμνιώτικος
λιμνογράφε	=	λιμνογράφος
λιμνογράφο	=	λιμνογράφος
λιμνογράφοι	=	λιμνογράφος
λιμνογράφος	noun	όργανο καταγραφής του επιπέδου του νερού μιας λίμνης, ενός ποταμού, κ.α.
λιμνογράφου	=	λιμνογράφος
λιμνογράφους	=	λιμνογράφος
λιμνογράφων	=	λιμνογράφος
λιμνοδίαιτα	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτε	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτες	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτη	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτης	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτο	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτοι	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτος	adj	που ζει σε λίμνη
λιμνοδίαιτου	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτους	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδίαιτων	=	λιμνοδίαιτος
λιμνοδεξαμενές	=	λιμνοδεξαμενή
λιμνοδεξαμενή	noun	δεξαμενή που δημιουργείται με φράγμα (ή άλλον τρόπο) σε κάποιο σημείο ποταμού ή ρέματος ή κοντά σ’ αυτά
λιμνοδεξαμενής	=	λιμνοδεξαμενή
λιμνοδεξαμενών	=	λιμνοδεξαμενή
λιμνοθάλασσα	noun	παράλια λίμνη (φυσική ή τεχνητή) που συνδέεται με τη θάλασσα.
λιμνοθάλασσας	noun	γενική ενικού του λιμνοθάλασσα
λιμνοθάλασσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμνοθάλασσα
λιμνοθαλασσών	noun	γενική πληθυντικού του λιμνοθάλασσα
λιμνολογία	noun	η μελέτη των υδάτινων οικοσυστημάτων της ενδοχώρας
λιμνολογίας	=	λιμνολογία
λιμνολογίες	=	λιμνολογία
λιμνολογιών	=	λιμνολογία
λιμνομέτρου	=	λιμνόμετρο
λιμνομέτρων	=	λιμνόμετρο
λιμνούλα	noun	μικρή λίμνη
λιμνούλας	=	λιμνούλα
λιμνούλες	=	λιμνούλα
λιμνούλων	=	λιμνούλα
λιμνωνυμίου	=	λιμνωνύμιο
λιμνωνυμίων	=	λιμνωνύμιο
λιμνωνύμια	=	λιμνωνύμιο
λιμνωνύμιο	noun|formal	η ονομασία μιας λίμνης
λιμνωνύμιου	=	λιμνωνύμιο
λιμνωνύμιων	=	λιμνωνύμιο
λιμνόβια	=	λιμνόβιος
λιμνόβιας	=	λιμνόβιος
λιμνόβιε	=	λιμνόβιος
λιμνόβιες	=	λιμνόβιος
λιμνόβιο	=	λιμνόβιος
λιμνόβιοι	=	λιμνόβιος
λιμνόβιος	adj	που ζει στα νερά μιας λίμνης ή κοντά σε λίμνη
λιμνόβιου	=	λιμνόβιος
λιμνόβιους	=	λιμνόβιος
λιμνόβιων	=	λιμνόβιος
λιμνόμετρα	=	λιμνόμετρο
λιμνόμετρο	noun	όργανο μέτρησης του επιπέδου του νερού μιας λίμνης, ενός ποταμού, κ.α.
λιμνόμετρου	=	λιμνόμετρο
λιμνόμετρων	=	λιμνόμετρο
λιμνόφιδα	=	λιμνόφιδο
λιμνόφιδο	noun	το κυβόφιδο
λιμνόφιδου	=	λιμνόφιδο
λιμνόφιδων	=	λιμνόφιδο
λιμνών	noun	γενική πληθυντικού του λίμνη
λιμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμός
λιμοκοντόρε	noun	κλητική ενικού του λιμοκοντόρος
λιμοκοντόρο	noun	αιτιατική ενικού του λιμοκοντόρος
λιμοκοντόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμοκοντόρος
λιμοκοντόρος	noun|slang	παρωχημένος και μειωτικός χαρακτηρισμός φτωχού νεαρού, που ντύνεται επιδεικτικά και παριστάνει τον γόη
λιμοκοντόρου	noun	γενική ενικού του λιμοκοντόρος
λιμοκοντόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιμοκοντόρος
λιμοκοντόρων	noun	γενική πληθυντικού του λιμοκοντόρος
λιμοκτονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτονία	noun	το να πεθαίνει κάποιος από την πείνα· αναφέρεται σε άτομα ή σε πληθυσμούς
λιμοκτονίας	noun	γενική ενικού του λιμοκτονία
λιμοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμοκτονία
λιμοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του λιμοκτονία
λιμοκτονώ	verb	πεθαίνω από την πείνα, πεινάω πολύ
λιμοκτονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμοκτόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμοκτονώ
λιμονάδα	=	λεμονάδα
λιμοντσέλα	=	λιμοντσέλο
λιμοντσέλο	noun	ιταλικής προέλευσης λικέρ με γεύση λεμονιού
λιμοντσέλου	=	λιμοντσέλο
λιμοντσέλων	=	λιμοντσέλο
λιμοξίφτερα	=	λιμοξίφτερο
λιμοξίφτερο	noun	είδος μικρού αετού
λιμοξίφτερου	=	λιμοξίφτερο
λιμοξίφτερων	=	λιμοξίφτερο
λιμουζίνα	noun	είδος πολυτελούς αυτοκινήτου
λιμουζίνας	noun	γενική ενικού του λιμουζίνα
λιμουζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμουζίνα
λιμουζινών	noun	γενική πληθυντικού του λιμουζίνα
λιμουνάδα	=	λεμονάδα
λιμού	noun	γενική ενικού του λιμός
λιμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιμός
λιμπίζεσαι	=	λιμπίζομαι
λιμπίζεστε	=	λιμπίζομαι
λιμπίζεται	=	λιμπίζομαι
λιμπίζομαι	verb	ορέγομαι, επιθυμώ, λαχταρώ
λιμπίζονται	=	λιμπίζομαι
λιμπίζονταν	=	λιμπίζομαι
λιμπίζου	=	λιμπίζομαι
λιμπίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπαντέ	=	λιμπαντές
λιμπαντέδες	=	λιμπαντές
λιμπαντέδων	=	λιμπαντές
λιμπαντές	noun	κοντό εσωτερικό ένδυμα
λιμπεραλισμέ	noun	κλητική ενικού του λιμπεραλισμός
λιμπεραλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμπεραλισμός
λιμπεραλισμού	noun	γενική ενικού του λιμπεραλισμός
λιμπεραλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιμπεραλισμός
λιμπεραλισμό	noun	αιτιατική ενικού του λιμπεραλισμός
λιμπεραλισμός	noun	ο φιλελευθερισμός
λιμπεραλισμών	noun	γενική πληθυντικού του λιμπεραλισμός
λιμπερτίνε	=	λιμπερτίνος
λιμπερτίνο	=	λιμπερτίνος
λιμπερτίνοι	=	λιμπερτίνος
λιμπερτίνος	noun	ελευθερόφρων, που υποστήριζε τις ιδέες της κίνησης Διαφωτισμού
λιμπερτίνου	=	λιμπερτίνος
λιμπερτίνους	=	λιμπερτίνος
λιμπερτίνων	=	λιμπερτίνος
λιμπιζόμασταν	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόμαστε	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόμουν	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόμουνα	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόντουσαν	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόσασταν	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόσαστε	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόσουν	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόσουνα	=	λιμπίζομαι
λιμπιζόταν	=	λιμπίζομαι
λιμπιζότανε	=	λιμπίζομαι
λιμπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμπικό
λιμπικέ	adj	κλητική ενικού του λιμπικός
λιμπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμπική
λιμπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμπικός
λιμπικής	adj	γενική ενικού του λιμπική
λιμπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμπικός
λιμπικού	adj	γενική ενικού του λιμπικός
λιμπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιμπικός
λιμπικό	adj	αιτιατική ενικού του λιμπικός
λιμπικός	adj	που έχει σχέση με το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου
λιμπικών	adj	γενική πληθυντικού του λιμπικός
λιμπισμένος	=	λιμπίζομαι
λιμπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστήκαν	=	λιμπίζομαι
λιμπιστήκανε	=	λιμπίζομαι
λιμπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμπιστικό
λιμπιστικέ	adj	κλητική ενικού του λιμπιστικός
λιμπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμπιστική
λιμπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιμπιστικός
λιμπιστικής	adj	γενική ενικού του λιμπιστική
λιμπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιμπιστικός
λιμπιστικού	adj	γενική ενικού του λιμπιστικός
λιμπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιμπιστικός
λιμπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του λιμπιστικός
λιμπιστικός	adj	που τον λιμπίζεσαι
λιμπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του λιμπιστικός
λιμπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπιστούνε	=	λιμπίζομαι
λιμπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιμπίζομαι
λιμπρέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιμπρέτο
λιμπρέτο	noun	το κείμενο ενός μουσικοθεατρικού έργου και κυρίως της όπερας
λιμπρέτου	noun	γενική ενικού του λιμπρέτο
λιμπρέτων	noun	γενική πληθυντικού του λιμπρέτο
λιμπρετίστα	=	λιμπρετίστας
λιμπρετίστας	noun	αυτός που γράφει λιμπρέτα, όπως κείμενα όπερας
λιμπρετίστες	=	λιμπρετίστας
λιμπρετιστών	=	λιμπρετίστας
λιμπρών	noun	γενική πληθυντικού του λίμπρα
λιμωδών	=	λιμώδης
λιμό	noun	αιτιατική ενικού του λιμός
λιμόζα	noun	είδος πουλιού
λιμόζας	=	λιμόζα
λιμόζες	=	λιμόζα
λιμός	noun	πολύ μεγάλη πείνα που οφείλεται σε έλλειψη τροφίμων σε μια περιοχή
λιμώδεις	=	λιμώδης
λιμώδες	=	λιμώδης
λιμώδη	=	λιμώδης
λιμώδης	adj|archaic	πεινασμένος, πειναλέος
λιμώδους	=	λιμώδης
λιμών	noun	γενική πληθυντικού του λιμός
λιμώττω	verb|archaic	πεινάω σε βασανιστικό βαθμό ή είμαι εξαντλημένος απ’ την πείνα
λινά	noun	είδος πέλματος που ενισχύει τα ελαστικά των οχημάτων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λινός
λινάρι	noun	αγγειόσπερμο ποώδες φυτό (Linum), το οποίο ανήκει στην τάξη Λινώδη και στην οικογένεια Λινίδες
λινάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινάρι
λινάτσα	noun	πλεκτό ύφασμα από χοντρό λινάρι ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρίως για τσουβάλια
λινάτσας	noun	γενική ενικού του λινάτσα
λινάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινάτσα
λινέ	adj	κλητική ενικού του λινός
λινέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινέλαιο
λινέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από την επεξεργασία του λιναρόσπορου
λινέλαιου	=	λινέλαιο
λινέλαιων	=	λινέλαιο
λινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινή
λινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λινός
λινής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (λινή) του λινός
λινίνες	=	λινίνη
λινίνη	noun	(βοτανική): σύνθετο πολυμερές, μη υδατανθρακικό, που βρίσκεται στο εσωτερικό των φυτικών κυτταρικών τοιχωμάτων.
λινίνης	=	λινίνη
λιναριού	noun	γενική ενικού του λινάρι
λιναριών	=	λινάρι
λιναρόσπορε	=	λιναρόσπορος
λιναρόσπορο	=	λιναρόσπορος
λιναρόσποροι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιναρόσπορος
λιναρόσπορος	noun	ο σπόρος του λιναριού
λιναρόσπορου	=	λιναρόσπορος
λιναρόσπορους	=	λιναρόσπορος
λιναρόσπορων	=	λιναρόσπορος
λιναρόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιναρόσχοινο
λιναρόσχοινο	noun	συνηθέστερα καραβόσχοινο λεπτό που κατασκευάζεται από λινάρι και χρησιμοποιείται ως ιστιόραμα
λιναρόσχοινου	noun	γενική ενικού του λιναρόσχοινο
λιναρόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του λιναρόσχοινο
λινατσών	noun	γενική πληθυντικού του λινάτσα
λινγκάλα	noun	που ανήκει στην οικογένεια μπαντού.
λινγκουίνι	noun	είδος λεπτού μακρύ επίπεδου ζυμαρικού σε μορφή σπαγγέτι που διακρίνεται ανάλογα με το μέγεθός του σε μπαβέτι και τρενάτι
λινγκουίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινγκουίνι
λινελαίου	=	λινέλαιο
λινελαίων	=	λινέλαιο
λινινών	=	λινίνη
λινκοζαμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινκοζαμίδη
λινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λινός
λινογραφία	noun	είδος χαρακτικού αντίτυπου που γίνεται από φύλλο λινολέουμ (μουσαμά), στο οποίο κόβεται το σχέδιο σε ανάγλυφο.
λινογραφίας	=	λινογραφία
λινογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινογραφία
λινογραφιών	=	λινογραφία
λινοθήκες	=	λινοθήκη
λινοθήκη	noun|formal	ειδικός χώρος (δωμάτιο, μεγάλο ερμάριο, ντουλάπα κ.λπ.) αποθήκευσης λινών
λινοθήκης	=	λινοθήκη
λινοθηκών	=	λινοθήκη
λινομέταξα	=	λινομέταξος
λινομέταξε	=	λινομέταξος
λινομέταξες	=	λινομέταξος
λινομέταξη	=	λινομέταξος
λινομέταξης	=	λινομέταξος
λινομέταξο	=	λινομέταξος
λινομέταξοι	=	λινομέταξος
λινομέταξος	adj	που είναι λινός και μεταξένιος, τον έχουν υφάνει χρησιμοποιώντας ίνες λιναριού και μεταξιού
λινομέταξου	=	λινομέταξος
λινομέταξους	=	λινομέταξος
λινομέταξων	=	λινομέταξος
λινοστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινοστολή
λινοστολή	noun	στολή (ή ρούχα ή εσώρουχα) από λινό
λινοστολής	=	λινοστολή
λινοστολών	=	λινοστολή
λινοτυπία	noun	η παραγωγή τυπογραφικών στοιχείων σε ειδική λινοτυπική μηχανή
λινοτυπίας	noun	γενική ενικού του λινοτυπία
λινοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινοτυπία
λινοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινοτυπικό
λινοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του λινοτυπικός
λινοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινοτυπική
λινοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λινοτυπικός
λινοτυπικής	adj	γενική ενικού του λινοτυπική
λινοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λινοτυπικός
λινοτυπικού	adj	γενική ενικού του λινοτυπικός
λινοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λινοτυπικός
λινοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του λινοτυπικός
λινοτυπικός	adj	που έχει σχέση με λινοτυπία ή λινοτύπη ή αναφέρεται σ’ αυτά
λινοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του λινοτυπικός
λινοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του λινοτυπία
λινοτυπών	=	λινοτύπης
λινοτύπες	=	λινοτύπης
λινοτύπη	=	λινοτύπης
λινοτύπης	noun	αυτός που ασχολείται (επαγγελματικά) με την λινοτυπία
λινού	adj	γενική ενικού του λινός	noun	μικρή παραδοσιακή χτιστή στέρνα όπου πραγματοποιείται το πάτημα των σταφυλιών
λινούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λινού
λινούδων	=	λινού
λινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λινός
λιντ	noun	μελοποιημένο ποίημα για φωνή και συνοδεία πιάνου, που άνθισε καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική
λιντσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιντσάρω
λιντσάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιντσάρω
λιντσάρω	verb	επιτίθεμαι με σκοπό την, χωρίς μέτρο, κακοποίηση κάποιου ακόμα και μέχρι θανάτου
λιντσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιντσάρισμα
λιντσαρίσματος	noun	γενική ενικού του λιντσάρισμα
λιντσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιντσάρισμα
λιντσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιντσαρισμένο
λιντσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λιντσαρισμένος
λιντσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιντσαρισμένη
λιντσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιντσαρισμένος
λιντσαρισμένης	verb	γενική ενικού του λιντσαρισμένη
λιντσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιντσαρισμένος
λιντσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιντσαρισμένος
λιντσαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιντσάρω
λιντσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιντσαρισμένος
λιντσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιντσαρισμένος
λιντσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιντσαρισμένος
λινό	adj	αιτιατική ενικού του λινός	noun	ύφασμα ή ένδυμα από λινάρι
λινόδετα	=	λινόδετος
λινόδετε	=	λινόδετος
λινόδετες	=	λινόδετος
λινόδετη	=	λινόδετος
λινόδετης	=	λινόδετος
λινόδετο	=	λινόδετος
λινόδετοι	=	λινόδετος
λινόδετος	adj	που έχει δεθεί με λινό σχοινί
λινόδετου	=	λινόδετος
λινόδετους	=	λινόδετος
λινόδετων	=	λινόδετος
λινόλεουμ	noun	φθηνό αδιάβροχο υλικό κατασκευασμένο από λινάτσα ή καμβά με επικάλυψη λινέλαιου ή από άλλα υλικά, που χρησιμοποιείται για επίστρωση δαπέδων, για κατασκευή έργων χαρακτικής κ.λπ.
λινός	adj	κατασκευασμένος από λινάρι
λινόχρουν	=	λινόχρους
λινόχρους	adj	που έχει το χρώμα του λιναριού
λινών	adj	γενική πληθυντικού του λινός
λιξούρα	=	λιξούρης
λιξούρας	=	λιξούρης
λιξούρες	=	λιξούρης
λιξούρη	=	λιξούρης
λιξούρηδες	=	λιξούρης
λιξούρηδων	=	λιξούρης
λιξούρης	adj	που καταβροχθίζει και ονειρεύεται λουκούλια γεύματα, ο λαίμαργος
λιξούρικα	=	λιξούρης
λιξούρικο	=	λιξούρης
λιξούρικου	=	λιξούρης
λιξούρικων	=	λιξούρης
λιοβολιά	noun	η ηλιακή ακτινοβολία
λιοβολιάς	=	λιοβολιά
λιοβολιές	=	λιοβολιά
λιοβολιών	=	λιοβολιά
λιογέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόγερμα
λιογέρματος	noun	γενική ενικού του λιόγερμα
λιογερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λιόγερμα
λιοκάθισμα	noun|vulgar	το ηλιοβασίλεμα όταν ο ήλιος φαίνεται να εφάπτεται με τον ορίζοντα
λιοκαθίσματα	=	λιοκάθισμα
λιοκαθίσματος	=	λιοκάθισμα
λιοκαθισμάτων	=	λιοκάθισμα
λιοκαμένα	=	λιοκαμένος
λιοκαμένε	=	λιοκαμένος
λιοκαμένες	=	λιοκαμένος
λιοκαμένη	=	λιοκαμένος
λιοκαμένης	=	λιοκαμένος
λιοκαμένο	=	λιοκαμένος
λιοκαμένοι	=	λιοκαμένος
λιοκαμένος	verb|literary	άλλη μορφή του ηλιοκαμένος
λιοκαμένου	=	λιοκαμένος
λιοκαμένους	=	λιοκαμένος
λιοκαμένων	=	λιοκαμένος
λιοκκόκια	=	λιοκόκκι
λιοκοκίου	=	λιοκόκι
λιοκοκίων	=	λιοκόκι
λιοκοκκάλου	=	λιοκόκκαλο
λιοκοκκάλων	=	λιοκόκκαλο
λιοκοκκίου	=	λιοκόκκι
λιοκοκκίων	=	λιοκόκκι
λιοκούκουτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιοκούκουτσο
λιοκούκουτσο	noun|vulgar	το κουκούτσι του ελαιόκαρπου
λιοκούκουτσου	noun	γενική ενικού του λιοκούκουτσο
λιοκούκουτσων	noun	γενική πληθυντικού του λιοκούκουτσο
λιοκρουγμάτων	=	λιόκρουγμα
λιοκρουσμάτων	=	λιόκρουσμα
λιοκρούγματα	=	λιόκρουγμα
λιοκρούγματος	=	λιόκρουγμα
λιοκρούσματα	=	λιόκρουσμα
λιοκρούσματος	=	λιόκρουσμα
λιοκόκι	noun	άλλη μορφή του λιοκόκκι
λιοκόκια	=	λιοκόκι
λιοκόκκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιοκόκκαλο
λιοκόκκαλο	noun	το κουκούτσι του ελαιόκαρπου, της ελιάς, (στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο)
λιοκόκκαλου	=	λιοκόκκαλο
λιοκόκκι	noun|vulgar	συμπαγής πολτός των πυρήνων των ελιών, υπόλειμμα μετά τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου στο ελαιοτριβείο
λιοκόκκια	=	λιοκόκκι
λιοκόρνο	noun	λαϊκή παράδοση, κέρατο φιδιού με θεραπευτικές ιδιότητες
λιοκόφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιοκόφινο
λιοκόφινο	noun	το κοφίνι μεταφοράς ελαιόκαρπου από τα κτήματα (όπως στη Νάξο) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
λιοκόφινου	noun	γενική ενικού του λιοκόφινο
λιοκόφινων	noun	γενική πληθυντικού του λιοκόφινο
λιομάζωμα	noun|vulgar	η ελαιοσυγκομιδή
λιομαζωμάτων	=	λιομάζωμα
λιομαζωχτρών	=	λιομαζώχτρα
λιομαζώματα	=	λιομάζωμα
λιομαζώματος	=	λιομάζωμα
λιομαζώχτρα	noun|vulgar	αυτή που μαζεύει ελιές
λιομαζώχτρας	=	λιομαζώχτρα
λιομαζώχτρες	=	λιομαζώχτρα
λιοντάρι	noun	σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο του είδους Panthera leo που ανήκει στην οικογένεια των Αιλουροειδών με εξαιρετική δύναμη κι ευελιξία
λιοντάρια	=	λιοντάρι
λιονταράκι	noun	το μικρό του λιονταριού
λιονταράκια	=	λιονταράκι
λιονταρή	=	λιονταρής
λιονταρήδες	=	λιονταρής
λιονταρήδων	=	λιονταρής
λιονταρής	noun|vulgar	αυτός που προσποιείται τον τρανό και γενναίο και το υποδεικνύει στους άλλους, ο θρασύδειλος
λιονταρίνα	noun	το θηλυκό του λιονταριού
λιονταρίνας	=	λιονταρίνα
λιονταρίνες	=	λιονταρίνα
λιονταρίνων	=	λιονταρίνα
λιονταρίσια	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιας	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιε	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιες	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιια	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιιο	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιο	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιοι	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιος	adj	που ανήκει ή ταιριάζει στο λιοντάρι ή μοιάζει σ' αυτό
λιονταρίσιου	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιους	=	λιονταρίσιος
λιονταρίσιων	=	λιονταρίσιος
λιονταριού	=	λιοντάρι
λιονταριών	=	λιοντάρι
λιονταρόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιονταρόψυχο
λιονταρόψυχε	adj	κλητική ενικού του λιονταρόψυχος
λιονταρόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιονταρόψυχη
λιονταρόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιονταρόψυχος
λιονταρόψυχης	adj	γενική ενικού του λιονταρόψυχη
λιονταρόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του λιονταρόψυχος
λιονταρόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιονταρόψυχος
λιονταρόψυχος	adj	άνθρωπος, με ψυχή λιονταριού
λιονταρόψυχου	adj	γενική ενικού του λιονταρόψυχος
λιονταρόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιονταρόψυχος
λιονταρόψυχων	adj	γενική πληθυντικού του λιονταρόψυχος
λιοντισσών	noun	γενική πληθυντικού του λιόντισσα
λιοπερίχυτα	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτε	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτες	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτης	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτο	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτοι	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτος	adj|literary	λουσμένος στο φως του ήλιου
λιοπερίχυτου	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτους	=	λιοπερίχυτος
λιοπερίχυτων	=	λιοπερίχυτος
λιοπεσιώτικα	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικε	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικες	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικη	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικης	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικο	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικοι	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικος	adj	ο σχετικός με το Λιόπεσι ή τους κατοίκους του
λιοπεσιώτικου	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικους	=	λιοπεσιώτικος
λιοπεσιώτικων	=	λιοπεσιώτικος
λιοπυριού	=	λιοπύρι
λιοπυριών	=	λιοπύρι
λιοπύρι	noun	πολλή ζέστη που προκαλείται από τις ακτίνες του ηλίου
λιοπύρια	=	λιοπύρι
λιοσιώτικα	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικε	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικες	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικη	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικης	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικο	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικοι	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Λιόσια ή τους κατοίκους τους
λιοσιώτικου	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικους	=	λιοσιώτικος
λιοσιώτικων	=	λιοσιώτικος
λιοστάσι	noun|vulgar	συνώνυμο του ελαιώνας, έκταση φυτεμένη με ελιές
λιοστάσια	=	λιοστάσι
λιοστασιού	=	λιοστάσι
λιοστασιών	=	λιοστάσι
λιοτοπιού	=	λιοτόπι
λιοτοπιών	=	λιοτόπι
λιοτρίβι	noun|vulgar	το ελαιοτριβείο, ως οίκημα
λιοτρίβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιοτρίβι
λιοτριβειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιοτριβειό
λιοτριβειού	noun	γενική ενικού του λιοτριβειό
λιοτριβειό	noun|vulgar	το ελαιοτριβείο
λιοτριβειών	noun	γενική πληθυντικού του λιοτριβειό
λιοτριβιάρη	noun	λιοτριβιάρης, στη γενική του ενικού
λιοτριβιάρηδες	noun	λιοτριβιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
λιοτριβιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του λιοτριβιάρης
λιοτριβιάρης	noun|vulgar	εργάτης ελαιοτριβείου
λιοτριβιού	=	λιοτρίβι
λιοτριβιών	=	λιοτρίβι
λιοτροπιού	=	λιοτρόπι
λιοτροπιών	=	λιοτρόπι
λιοτρόπι	noun	άλλη μορφή του ηλιοτρόπιο
λιοτρόπια	=	λιοτρόπι
λιοτόπι	noun|literary	περιοχή με πολλές ελιές, ελαιώνας
λιοτόπια	=	λιοτόπι
λιοφρυμένα	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένε	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένες	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένη	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένης	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένο	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένοι	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένος	verb|figurative	ξεροψημένος, ξεροκαμένος, ξεραμένος από τον ήλιο
λιοφρυμένου	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένους	=	λιοφρυμένος
λιοφρυμένων	=	λιοφρυμένος
λιοφύλλου	=	λιόφυλλο
λιοφύλλων	=	λιόφυλλο
λιοφώτου	=	λιόφωτο
λιοψημένος	=	ηλιοψημένος
λιπάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάναν	=	λιπαίνω
λιπάνανε	=	λιπαίνω
λιπάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνθηκα	=	λιπαίνω
λιπάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίπανση
λιπάνσεων	=	λίπανση
λιπάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιπαίνω
λιπάσες	=	λιπάση
λιπάση	noun	παγκρεατικό ένζυμο που παίζει ουσιαστικό ρόλο στη διάσπαση, μεταφορά και επεξεργασία των λιπιδίων της τροφής
λιπάσης	=	λιπάση
λιπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίπασμα
λιπάσματος	noun	γενική ενικού του λίπασμα
λιπίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπίδιο
λιπίδιο	noun	ομάδα οργανικών ενώσεων ζωικών και φυτικών ιστών
λιπίδιου	=	λιπίδιο
λιπίδιων	=	λιπίδιο
λιπαίναμε	=	λιπαίνω
λιπαίναν	=	λιπαίνω
λιπαίνανε	=	λιπαίνω
λιπαίνατε	=	λιπαίνω
λιπαίνει	=	λιπαίνω
λιπαίνεις	=	λιπαίνω
λιπαίνετε	=	λιπαίνω
λιπαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιπαίνω: αλείφομαι ή εφοδιάζομαι με λιπαρή ουσία
λιπαίνοντας	=	λιπαίνω
λιπαίνουμε	=	λιπαίνω
λιπαίνουν	=	λιπαίνω
λιπαίνουνε	=	λιπαίνω
λιπαίνω	verb	αλείφω ή εφοδιάζω με λιπαρή ουσία, πχ λάδι ή ορυκτέλαιο
λιπανάβατα	=	λιπανάβατος
λιπανάβατε	=	λιπανάβατος
λιπανάβατες	=	λιπανάβατος
λιπανάβατη	=	λιπανάβατος
λιπανάβατης	=	λιπανάβατος
λιπανάβατο	=	λιπανάβατος
λιπανάβατοι	=	λιπανάβατος
λιπανάβατος	adj|dated	άλλη μορφή του λειπανάβατος
λιπανάβατου	=	λιπανάβατος
λιπανάβατους	=	λιπανάβατος
λιπανάβατων	=	λιπανάβατος
λιπαντέλαια	=	λιπαντέλαιο
λιπαντέλαιο	noun	ορυκτέλαιο που χρησιμοποιείται για τη στεγανοποίηση και λίπανση μερών μηχανής
λιπαντέλαιου	=	λιπαντέλαιο
λιπαντέλαιων	=	λιπαντέλαιο
λιπαντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπαντής
λιπαντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιπαντής
λιπαντής	noun	εργάτης επιφορτισμένος στη λίπανση μηχανών
λιπαντελαίου	=	λιπαντέλαιο
λιπαντελαίων	=	λιπαντέλαιο
λιπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπαντικό
λιπαντικέ	adj	κλητική ενικού του λιπαντικός
λιπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπαντική
λιπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιπαντικός
λιπαντικής	adj	γενική ενικού του λιπαντική
λιπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιπαντικός
λιπαντικού	adj	γενική ενικού του λιπαντικός
λιπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιπαντικός
λιπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του λιπαντικός	noun	υγρό ή ημίρρευστο που χρησιμοποιείται για τη λίπανση μηχανών ή μηχανισμών, όπως το γράσο ή το λάδι μηχανής
λιπαντικός	adj	που έχει σχέση με λίπανση ή αναφέρεται σ’ αυτή
λιπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του λιπαντικός
λιπαντών	noun	γενική πληθυντικού του λιπαντής
λιπαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιπαρός	adv	με λιπαρό τρόπο, με λιπαρότητα
λιπαρέ	adj	κλητική ενικού του λιπαρός
λιπαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπαρή
λιπαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιπαρός
λιπαρής	adj	γενική ενικού του λιπαρή
λιπαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιπαρός
λιπαροτήτων	=	λιπαρότητα
λιπαρού	adj	γενική ενικού του λιπαρός
λιπαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιπαρός
λιπαρό	adj	αιτιατική ενικού του λιπαρός
λιπαρός	adj	που περιέχει λίπος
λιπαρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι λιπαρό(ς), η ιδιότητα του λιπαρού
λιπαρότητας	noun	γενική ενικού του λιπαρότητα
λιπαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπαρότητα
λιπαρών	adj	γενική πληθυντικού του λιπαρός
λιπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίπασμα
λιπασμέ	=	λιπασμός
λιπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπασμένο
λιπασμένε	verb	κλητική ενικού του λιπασμένος
λιπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπασμένη
λιπασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιπασμένος
λιπασμένης	verb	γενική ενικού του λιπασμένη
λιπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιπασμένος
λιπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιπασμένος
λιπασμένος	verb	που έχει λιπανθεί, που έχει αλειφτεί με λίπος ή λάδι, λιπαντική ουσία
λιπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιπασμένος
λιπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιπασμένος
λιπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιπασμένος
λιπασματοβιομηχανία	noun	βιομηχανία παραγωγής λιπασμάτων
λιπασματοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του λιπασματοβιομηχανία
λιπασματοβιομηχανίες	=	λιπασματοβιομηχανία
λιπασματοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του λιπασματοβιομηχανία
λιπασμοί	=	λιπασμός
λιπασμού	=	λιπασμός
λιπασμούς	=	λιπασμός
λιπασμό	=	λιπασμός
λιπασμός	noun	η λίπανση
λιπασμών	=	λιπασμός
λιπασών	=	λιπάση
λιπιδίου	=	λιπίδιο
λιπιδίων	noun	γενική πληθυντικού του λιπίδιο
λιπιδαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπιδαιμικό
λιπιδαιμικέ	adj	κλητική ενικού του λιπιδαιμικός
λιπιδαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπιδαιμική
λιπιδαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιπιδαιμικός
λιπιδαιμικής	adj	γενική ενικού του λιπιδαιμική
λιπιδαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιπιδαιμικός
λιπιδαιμικού	adj	γενική ενικού του λιπιδαιμικός
λιπιδαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιπιδαιμικός
λιπιδαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του λιπιδαιμικός
λιπιδαιμικός	adj	που έχει λιπίδια στο αίμα
λιπιδαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του λιπιδαιμικός
λιπιδικά	=	λιπιδικός
λιπιδικέ	=	λιπιδικός
λιπιδικές	=	λιπιδικός
λιπιδική	=	λιπιδικός
λιπιδικής	=	λιπιδικός
λιπιδικοί	=	λιπιδικός
λιπιδικού	=	λιπιδικός
λιπιδικούς	=	λιπιδικός
λιπιδικό	=	λιπιδικός
λιπιδικός	adj	που έχει σχέση με τα λιπίδια ή αναφέρεται σ’ αυτά
λιπιδικών	=	λιπιδικός
λιποαναρροφήσεις	=	λιποαναρρόφηση
λιποαναρροφήσεων	=	λιποαναρρόφηση
λιποαναρρόφηση	noun	χειρουργική διαδικασία για την αφαίρεση λίπους από ορισμένες περιοχές του σώματος, π.χ. την κοιλιά ή τους γλουτούς
λιποαναρρόφησης	=	λιποαναρρόφηση
λιποβαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λιποβαρής
λιποβαρή	=	λιποβαρής
λιποβαρής	adj	ελλιπής ως προς το βάρος
λιποβαρείς	=	λιποβαρής
λιποβαρούς	=	λιποβαρής
λιποβαρών	adj	γενική πληθυντικού του λιποβαρής
λιπογένεση	noun	παραγωγή και εναπόθεση λίπους σε διάφορα σημεία ενός οργανισμού
λιπογένεσης	=	λιπογένεση
λιπογενέσεις	=	λιπογένεση
λιπογενέσεων	=	λιπογένεση
λιπογλυπτικές	=	λιπογλυπτική
λιπογλυπτική	noun	είδος λιποαναρρόφησης που με υπερήχους διαλύει το λίπος
λιπογλυπτικής	=	λιπογλυπτική
λιπογλυπτικών	=	λιπογλυπτική
λιποδιάλυση	noun	θεραπεία για την αντιμετώπιση του τοπικού πάχους με ειδικά μηχανήματα ή με τη μέθοδο της μεσοθεραπείας
λιποδιάλυσης	=	λιποδιάλυση
λιποδιαλυτά	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτέ	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτές	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτή	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτής	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτικά	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικέ	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικές	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτική	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικής	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικοί	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικού	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικούς	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικό	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτικός	adj	που σχετίζεται ή συντελεί στη λιποδιάλυση
λιποδιαλυτικών	=	λιποδιαλυτικός
λιποδιαλυτοί	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτού	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτούς	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτό	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλυτός	adj	που διαλύεται σε λιπαρές ουσίες, που είναι διαλυτός μόνο ή κυρίως σε αυτές
λιποδιαλυτών	=	λιποδιαλυτός
λιποδιαλύσεις	=	λιποδιάλυση
λιποδιαλύσεων	=	λιποδιάλυση
λιποδιαλύτες	=	λιποδιαλύτης
λιποδιαλύτη	=	λιποδιαλύτης
λιποδιαλύτης	noun	που συμβάλει στην καταπολέμηση του λίπους
λιποειδές	=	λιποειδής
λιποειδή	=	λιποειδής
λιποειδής	adj	οποιαδήποτε ουσία που φέρει ιδιότητες των λιπών όπως και των στεροειδών και λιπινών
λιποειδείς	=	λιποειδής
λιποειδούς	=	λιποειδής
λιποειδών	=	λιποειδής
λιποθυμά	=	λιποθυμάω
λιποθυμάγαμε	=	λιποθυμάω
λιποθυμάγανε	=	λιποθυμάω
λιποθυμάγατε	=	λιποθυμάω
λιποθυμάει	=	λιποθυμάω
λιποθυμάμε	=	λιποθυμάω
λιποθυμάν	=	λιποθυμάω
λιποθυμάνε	=	λιποθυμάω
λιποθυμάς	=	λιποθυμάω
λιποθυμάτε	=	λιποθυμάω
λιποθυμάω	verb	χάνω τις αισθήσεις μου με τρόπο αιφνίδιο και για προσωρινό χρονικό διάστημα
λιποθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσαν	=	λιποθυμάω
λιποθυμήσανε	=	λιποθυμάω
λιποθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσουνε	=	λιποθυμάω
λιποθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθυμία	noun	απότομη και σύντομη απώλεια των αισθήσεων ενός ανθρώπου, λόγω διαταραχών
λιποθυμίας	noun	γενική ενικού του λιποθυμία
λιποθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμία
λιποθυμιά	noun	άλλη μορφή του λιποθυμία
λιποθυμιάρικος	noun	άλλη ονομασία του χορού της νύφης, ελληνικού χορού, που χορεύεται κατά τη διάρκεια γάμων, επειδή κατά τη διάρκειά του ένας χορευτής προσποιούταν ότι λιποθυμούσε, όπως πάθαιναν κάποιες φορές οι νύφες
λιποθυμιάς	noun	γενική ενικού του λιποθυμιά
λιποθυμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμιά
λιποθυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμικό
λιποθυμικέ	adj	κλητική ενικού του λιποθυμικός
λιποθυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμική
λιποθυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιποθυμικός
λιποθυμικής	adj	γενική ενικού του λιποθυμική
λιποθυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμικός
λιποθυμικού	adj	γενική ενικού του λιποθυμικός
λιποθυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιποθυμικός
λιποθυμικό	adj	αιτιατική ενικού του λιποθυμικός
λιποθυμικός	adj	σχετικός με τη λιποθυμία
λιποθυμικών	adj	γενική πληθυντικού του λιποθυμικός
λιποθυμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμισμένο
λιποθυμισμένε	verb	κλητική ενικού του λιποθυμισμένος
λιποθυμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμισμένη
λιποθυμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιποθυμισμένος
λιποθυμισμένης	verb	γενική ενικού του λιποθυμισμένη
λιποθυμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιποθυμισμένος
λιποθυμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιποθυμισμένος
λιποθυμισμένος	verb	που έχει λιποθυμήσει
λιποθυμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιποθυμισμένος
λιποθυμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιποθυμισμένος
λιποθυμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιποθυμισμένος
λιποθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του λιποθυμία
λιποθυμούμε	=	λιποθυμάω
λιποθυμούν	=	λιποθυμάω
λιποθυμούνε	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσα	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσαμε	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσαν	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσανε	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσατε	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσε	=	λιποθυμάω
λιποθυμούσες	=	λιποθυμάω
λιποθυμώ	verb	άλλη μορφή του λιποθυμάω
λιποθυμώντας	=	λιποθυμάω
λιποθύμα	=	λιποθυμάω
λιποθύμαγα	=	λιποθυμάω
λιποθύμαγαν	=	λιποθυμάω
λιποθύμαγε	=	λιποθυμάω
λιποθύμαγες	=	λιποθυμάω
λιποθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποθυμώ
λιποκιβωτίου	=	λιποκιβώτιο
λιποκιβωτίων	=	λιποκιβώτιο
λιποκιβώτια	=	λιποκιβώτιο
λιποκιβώτιο	noun	ειδικό κιβώτιο / θήκη στους άξονες τρένων που αυτόματα τους λιπαίνει
λιποκιβώτιου	=	λιποκιβώτιο
λιποκιβώτιων	=	λιποκιβώτιο
λιποκυττάρου	=	λιποκύτταρο
λιποκυττάρων	=	λιποκύτταρο
λιποκυτταρικά	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικέ	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικές	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρική	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικής	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικοί	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικού	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικούς	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικό	=	λιποκυτταρικός
λιποκυτταρικός	adj	που έχει σχέση με λιποκύτταρο ή αναφέρεται σʼ αυτό
λιποκυτταρικών	=	λιποκυτταρικός
λιποκύτταρα	=	λιποκύτταρο
λιποκύτταρο	noun	κύτταρο του σώματος που εξειδικεύεται στην αποθήκευση λίπους, ρυθμίζοντας την ενεργειακή ισορροπία και συμμετέχοντας στην ορμονική λειτουργία του λιπώδους ιστού
λιποκύτταρου	=	λιποκύτταρο
λιποκύτταρων	=	λιποκύτταρο
λιπολύσεις	=	λιπόλυση
λιπολύσεων	=	λιπόλυση
λιπομάρτυρα	=	λιπομάρτυρας
λιπομάρτυρας	noun	μάρτυρας που τον κάλεσαν σε δικαστήριο, αλλά δεν παρουσιάστηκε στη δίκη
λιπομάρτυρες	=	λιπομάρτυρας
λιπομάρτυρος	=	λιπομάρτυρας
λιπομάρτυς	noun	λιπομάρτυρας
λιπομέτρηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία προσδιορίζεται το ποσοστό λίπους στο σώμα ώστε να χαρακτηριστεί κάποιος ως ελλιποβαρής, φυσιολογικός, υπέρβαρος, παχύσαρκος ή κλινικά παχύσαρκος
λιπομέτρησης	=	λιπομέτρηση
λιπομαρτυρία	noun	η απουσία μάρτυρα από δίκη σε δικαστήριο κατά αδικαιολόγητο τρόπο
λιπομαρτυρίας	noun	γενική ενικού του λιπομαρτυρία
λιπομαρτυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπομαρτυρία
λιπομαρτυριών	noun	γενική πληθυντικού του λιπομαρτυρία
λιπομαρτύρων	=	λιπομάρτυρας
λιπομεταφορά	noun	η μεταφορά πλεονάζοντος λίπους σε μέρος του σώματος που ελλείπει
λιπομεταφοράς	=	λιπομεταφορά
λιπομεταφορές	=	λιπομεταφορά
λιπομεταφορών	=	λιπομεταφορά
λιπομετρήσεις	=	λιπομέτρηση
λιπομετρήσεων	=	λιπομέτρηση
λιποπεριεκτικοτήτων	=	λιποπεριεκτικότητα
λιποπεριεκτικότητα	noun	η περιεκτικότητα σε λίπος
λιποπεριεκτικότητας	=	λιποπεριεκτικότητα
λιποπεριεκτικότητες	=	λιποπεριεκτικότητα
λιποπρωτεΐνες	=	λιποπρωτεΐνη
λιποπρωτεΐνη	noun	βιοχημικό σύμπλεγμα πρωτεϊνών και λιπιδίων που συμβάλλει στη μεταφορά υδρόφοβων μορίων λιπιδίων στο πλάσμα αίματος κ.α.
λιποπρωτεΐνης	=	λιποπρωτεΐνη
λιποπρωτεϊνών	=	λιποπρωτεΐνη
λιποτάκτες	=	λιποτάκτης
λιποτάκτη	=	λιποτάκτης
λιποτάκτης	noun	στρατιωτικός (στρατιώτης ή αξιωματικός) που εγκαταλείπει τη μονάδα του χωρίς να έχει πάρει άδεια
λιποτάκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτάκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτάκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτάκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτάχτες	=	λιποτάχτης
λιποτάχτη	=	λιποτάχτης
λιποτάχτης	noun	άλλη μορφή του λιποτάκτης
λιποτάχτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποτάχτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποτάχτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποτάχτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποτακτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
λιποτακτώ	verb	εγκαταλείπω τη μονάδα μου
λιποτακτών	=	λιποτάκτης
λιποταξία	noun	η εγκατάλειψη από στρατιώτη της μονάδας του σε καιρό ειρήνης ή την ώρα της μάχης
λιποταξίας	noun	γενική ενικού του λιποταξία
λιποταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποταξία
λιποταξιών	noun	γενική πληθυντικού του λιποταξία
λιποταχτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποταχτώ
λιποταχτώ	verb	άλλη μορφή του λιποτακτώ
λιποταχτών	=	λιποτάχτης
λιποταχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λιποταχτώ
λιποψυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσαν	=	λιποψυχώ
λιποψυχήσανε	=	λιποψυχώ
λιποψυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψυχία	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λιποψυχώ
λιποψυχίας	noun	γενική ενικού του λιποψυχία
λιποψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιποψυχία
λιποψυχεί	=	λιποψυχώ
λιποψυχείς	=	λιποψυχώ
λιποψυχείτε	=	λιποψυχώ
λιποψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του λιποψυχία
λιποψυχούμε	=	λιποψυχώ
λιποψυχούν	=	λιποψυχώ
λιποψυχούνε	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσα	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσαμε	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσαν	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσανε	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσατε	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσε	=	λιποψυχώ
λιποψυχούσες	=	λιποψυχώ
λιποψυχώ	verb	χάνω το κουράγιο και το θάρρος μου
λιποψυχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λιποψυχώ
λιποψύχει	=	λιποψυχώ
λιποψύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιποψύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιποψυχώ
λιπωδών	=	λιπώδης
λιπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίπωμα
λιπόβαρα	=	λιπόβαρος
λιπόβαρε	=	λιπόβαρος
λιπόβαρες	=	λιπόβαρος
λιπόβαρη	=	λιπόβαρος
λιπόβαρης	=	λιπόβαρος
λιπόβαρο	=	λιπόβαρος
λιπόβαροι	=	λιπόβαρος
λιπόβαρος	adj	άλλη μορφή του λιποβαρής
λιπόβαρου	=	λιπόβαρος
λιπόβαρους	=	λιπόβαρος
λιπόβαρων	=	λιπόβαρος
λιπόθυμα	=	λιπόθυμος
λιπόθυμε	=	λιπόθυμος
λιπόθυμες	=	λιπόθυμος
λιπόθυμη	=	λιπόθυμος
λιπόθυμης	=	λιπόθυμος
λιπόθυμο	=	λιπόθυμος
λιπόθυμοι	=	λιπόθυμος
λιπόθυμος	adj	που έχει λιποθυμήσει, έχει χάσει τις αισθήσεις του
λιπόθυμου	=	λιπόθυμος
λιπόθυμους	=	λιπόθυμος
λιπόθυμων	=	λιπόθυμος
λιπόλυση	noun	λιποδιάλυση
λιπόλυσης	=	λιπόλυση
λιπόσαρκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπόσαρκο
λιπόσαρκε	adj	κλητική ενικού του λιπόσαρκος
λιπόσαρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπόσαρκη
λιπόσαρκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιπόσαρκος
λιπόσαρκης	adj	γενική ενικού του λιπόσαρκη
λιπόσαρκο	adj	αιτιατική ενικού του λιπόσαρκος
λιπόσαρκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιπόσαρκος
λιπόσαρκος	adj|formal	πολύ αδύνατος, ισχνός, χωρίς καθόλου κρέας επάνω του
λιπόσαρκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιπόσαρκος
λιπόσαρκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιπόσαρκος
λιπόσαρκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιπόσαρκος
λιπόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπόψυχο
λιπόψυχε	adj	κλητική ενικού του λιπόψυχος
λιπόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιπόψυχη
λιπόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιπόψυχος
λιπόψυχης	adj	γενική ενικού του λιπόψυχη
λιπόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του λιπόψυχος
λιπόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιπόψυχος
λιπόψυχος	adj	που χάνει το θάρρος του, που λιποψυχεί
λιπόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιπόψυχος
λιπόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιπόψυχος
λιπόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιπόψυχος
λιπώδές	=	λιπώδης
λιπώδή	=	λιπώδης
λιπώδής	=	λιπώδης
λιπώδείς	=	λιπώδης
λιπώδεις	=	λιπώδης
λιπώδες	=	λιπώδης
λιπώδη	=	λιπώδης
λιπώδης	adj	συνώνυμο του λιπαρός
λιπώδους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του λιπώδης
λιπώδούς	=	λιπώδης
λιπώδών	=	λιπώδης
λιπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίπωμα
λιπώματος	noun	γενική ενικού του λίπωμα
λιπών	noun	γενική πληθυντικού του λίπος
λιρέτα	noun|dated	ιταλικό νόμισμα
λιρέτας	noun	γενική ενικού του λιρέτα
λιρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιρέτα
λιρέττα	noun	παρωχημένη γραφή του λιρέτα
λιρέττας	=	λιρέττα
λιρέττες	=	λιρέττα
λιρίτσα	noun	υποκοριστικό του λίρα
λιρίτσας	noun	γενική ενικού του λιρίτσα
λιρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιρίτσα
λιρεττών	=	λιρέττα
λιρετών	noun	γενική πληθυντικού του λιρέτα
λιρών	noun	γενική πληθυντικού του λίρα
λισάνς	noun|slang	αγωνιστική άδεια
λισίβα	noun	άλλη μορφή του αλισίβα
λισίβας	=	λισίβα
λισίβες	=	λισίβα
λισγάρι	noun	είδος φτυαριού ή γενικότερα γεωργικού σκαπτικού εργαλείου, με μία ή τρεις κοφτερές μυτερές απολήξεις
λισγάρια	=	λισγάρι
λισγαριού	=	λισγάρι
λισγαριών	=	λισγάρι
λιστών	=	λίστα
λιτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιτός	adv	με λιτό τρόπο
λιτάνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτάνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτάνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτάνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτάνευση	noun	η περιφορά μιας άγιας εικόνας
λιτάνευσης	=	λιτάνευση
λιτάνευσις	noun	λιτάνευση
λιτέ	adj	κλητική ενικού του λιτός
λιτέρα	noun	νεκροκρέβατο το οποίο άνηκε στην κοινότητα.
λιτέρας	noun	γενική ενικού του λιτέρα
λιτέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτέρα
λιτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτή
λιτή	noun	η μικρή ακολουθία που ψάλλεται συνήθως στα μοναστήρια και στους ενοριακούς ναούς κατά τις ολονυκτίες (και στις βραδινές Θ. Λειτουργίες) την παραμονή μεγάλων εορτών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιτός
λιτής	adj	γενική ενικού του λιτή
λιτανεία	noun	θρησκευτική πομπή με περιφορά άγιας εικόνας ή ιερού λειψάνου
λιτανείας	noun	γενική ενικού του λιτανεία
λιτανείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτανεία
λιτανειών	noun	γενική πληθυντικού του λιτανεία
λιτανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτανεμένο
λιτανεμένε	verb	κλητική ενικού του λιτανεμένος
λιτανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτανεμένη
λιτανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιτανεμένος
λιτανεμένης	verb	γενική ενικού του λιτανεμένη
λιτανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιτανεμένος
λιτανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιτανεμένος
λιτανεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιτανεύω
λιτανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιτανεμένος
λιτανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιτανεμένος
λιτανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιτανεμένος
λιτανεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτάνευση
λιτανεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύσεων	=	λιτάνευση
λιτανεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιτανεύω
λιτανεύω	verb	κάνω περιφορά αγίων εικόνων ή ιερών λειψάνων, κάνω λιτανεία
λιτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιτός
λιτοδίαιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτοδίαιτο
λιτοδίαιτε	adj	κλητική ενικού του λιτοδίαιτος
λιτοδίαιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτοδίαιτη
λιτοδίαιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιτοδίαιτος
λιτοδίαιτης	adj	γενική ενικού του λιτοδίαιτη
λιτοδίαιτο	adj	αιτιατική ενικού του λιτοδίαιτος
λιτοδίαιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιτοδίαιτος
λιτοδίαιτος	adj	που ζει λιτά
λιτοδίαιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιτοδίαιτος
λιτοδίαιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιτοδίαιτος
λιτοδίαιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιτοδίαιτος
λιτοτήτων	=	λιτότητα
λιτοχωρίτικα	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικε	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικες	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικη	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικης	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικο	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικοι	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικος	adj	ο σχετικός με το Λιτόχωρο ή τους κατοίκους του
λιτοχωρίτικου	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικους	=	λιτοχωρίτικος
λιτοχωρίτικων	=	λιτοχωρίτικος
λιτού	adj	γενική ενικού του λιτός
λιτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιτός
λιτρίδι	noun	λεπτό βότσαλο
λιτρίδια	=	λιτρίδι
λιτριδιού	=	λιτρίδι
λιτριδιών	=	λιτρίδι
λιτρομέτρηση	noun	η μέτρηση των λίτρων ενός υγρού ή αερίου που υπάρχει σε μια δεξαμενή
λιτρομέτρησης	noun	γενική ενικού του λιτρομέτρηση
λιτρομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτρομέτρηση
λιτρομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λιτρομέτρηση
λιτρομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λιτρομέτρηση
λιτρουβειά	=	λιτρουβειό
λιτρουβειού	=	λιτρουβειό
λιτρουβειό	noun	άλλη γραφή του λιτρουβιό, το ελαιοτριβείο
λιτρουβειών	=	λιτρουβειό
λιτρουβιά	=	λιτρουβιό
λιτρουβιού	=	λιτρουβιό
λιτρουβιό	noun	ελαιοτριβείο
λιτρουβιών	=	λιτρουβιό
λιτρών	noun	γενική πληθυντικού του λίτρα
λιτό	adj	αιτιατική ενικού του λιτός
λιτός	adj	που διαθέτει μόνο τα απαραίτητα, χωρίς καμία περιττή πολυτέλεια
λιτότατα	=	λιτός
λιτότατε	=	λιτός
λιτότατες	=	λιτός
λιτότατη	=	λιτός
λιτότατης	=	λιτός
λιτότατο	=	λιτός
λιτότατοι	=	λιτός
λιτότατος	=	λιτός
λιτότατου	=	λιτός
λιτότατους	=	λιτός
λιτότατων	=	λιτός
λιτότερα	=	λιτός
λιτότερε	=	λιτός
λιτότερες	=	λιτός
λιτότερη	=	λιτός
λιτότερης	=	λιτός
λιτότερο	=	λιτός
λιτότεροι	=	λιτός
λιτότερος	=	λιτός
λιτότερου	=	λιτός
λιτότερους	=	λιτός
λιτότερων	=	λιτός
λιτότητα	noun	η ιδιότητα του λιτού, το να αρκείται κανείς σε λίγα
λιτότητας	noun	γενική ενικού του λιτότητα
λιτότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιτότητα
λιτών	adj	γενική πληθυντικού του λιτός
λιχανέ	noun	κλητική ενικού του λιχανός
λιχανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιχανός
λιχανού	noun	γενική ενικού του λιχανός
λιχανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λιχανός
λιχανό	noun	αιτιατική ενικού του λιχανός
λιχανός	noun|formal	ο δείκτης (το δάχτυλο)
λιχανών	noun	γενική πληθυντικού του λιχανός
λιχνίζαμε	=	λιχνίζω
λιχνίζαν	=	λιχνίζω
λιχνίζανε	=	λιχνίζω
λιχνίζατε	=	λιχνίζω
λιχνίζει	=	λιχνίζω
λιχνίζεις	=	λιχνίζω
λιχνίζετε	=	λιχνίζω
λιχνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λιχνίζω
λιχνίζοντας	=	λιχνίζω
λιχνίζουμε	=	λιχνίζω
λιχνίζουν	=	λιχνίζω
λιχνίζουνε	=	λιχνίζω
λιχνίζω	verb	διαχωρίζω με λιχνιστήρι το στάρι απ’ το άχυρο
λιχνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσαν	=	λιχνίζω
λιχνίσανε	=	λιχνίζω
λιχνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λίχνισμα
λιχνίσματος	noun	γενική ενικού του λίχνισμα
λιχνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιχνίζω
λιχνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχνεμένο
λιχνεμένε	verb	κλητική ενικού του λιχνεμένος
λιχνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχνεμένη
λιχνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιχνεμένος
λιχνεμένης	verb	γενική ενικού του λιχνεμένη
λιχνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιχνεμένος
λιχνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιχνεμένος
λιχνεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιχνεύομαι
λιχνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιχνεμένος
λιχνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιχνεμένος
λιχνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιχνεμένος
λιχνευμάτων	=	λίχνευμα
λιχνεύματα	=	λίχνευμα
λιχνεύματος	=	λίχνευμα
λιχνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λίχνισμα
λιχνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχνισμένο
λιχνισμένε	verb	κλητική ενικού του λιχνισμένος
λιχνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχνισμένη
λιχνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιχνισμένος
λιχνισμένης	verb	γενική ενικού του λιχνισμένη
λιχνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιχνισμένος
λιχνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιχνισμένος
λιχνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιχνίζω
λιχνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιχνισμένος
λιχνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιχνισμένος
λιχνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιχνισμένος
λιχνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχνιστής
λιχνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιχνιστής
λιχνιστήρι	noun	εργαλείο με το οποίο λιχνίζουμε
λιχνιστήρια	=	λιχνιστήρι
λιχνιστής	noun	αυτός που λιχνίζει
λιχνιστηριού	=	λιχνιστήρι
λιχνιστηριών	=	λιχνιστήρι
λιχνιστών	noun	γενική πληθυντικού του λιχνιστής
λιχουδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδεμένο
λιχουδεμένε	verb	κλητική ενικού του λιχουδεμένος
λιχουδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδεμένη
λιχουδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιχουδεμένος
λιχουδεμένης	verb	γενική ενικού του λιχουδεμένη
λιχουδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιχουδεμένος
λιχουδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιχουδεμένος
λιχουδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λιχουδεύομαι
λιχουδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιχουδεμένος
λιχουδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιχουδεμένος
λιχουδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιχουδεμένος
λιχουδευμένος	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευτήκαμε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευτήκαν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευτήκανε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευτήκατε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευτεί	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευτείτε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόμασταν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόμαστε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόμουν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόμουνα	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόντουσαν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόσασταν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόσαστε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόσουν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόσουνα	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευόταν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδευότανε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύεσαι	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύεστε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύεται	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύομαι	verb	επιθυμώ πολύ κάποιο φαγητό
λιχουδεύονται	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύονταν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύου	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύσου	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύτηκα	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύτηκαν	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύτηκε	=	λιχουδεύομαι
λιχουδεύτηκες	=	λιχουδεύομαι
λιχουδιά	noun	το εύγευστο εκλεκτό έδεσμα
λιχουδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιχουδιάρης
λιχουδιάρας	adj	γενική ενικού του λιχουδιάρα
λιχουδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδιάρα
λιχουδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιχουδιάρης
λιχουδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδιάρης
λιχουδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λιχουδιάρης
λιχουδιάρης	adj	ο λιχούδης
λιχουδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδιάρικο
λιχουδιάρικε	adj	κλητική ενικού του λιχουδιάρικος
λιχουδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδιάρικη
λιχουδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιχουδιάρικος
λιχουδιάρικης	adj	γενική ενικού του λιχουδιάρικη
λιχουδιάρικικο	=	λιχουδιάρικος
λιχουδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λιχουδιάρης
λιχουδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιχουδιάρικος
λιχουδιάρικος	adj	άλλη μορφή του λιχούδικος
λιχουδιάρικου	adj	γενική ενικού του λιχουδιάρικο
λιχουδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιχουδιάρικος
λιχουδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λιχουδιάρικο
λιχουδιάς	noun	γενική ενικού του λιχουδιά
λιχουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχουδιά
λιχουδιών	=	λιχουδιά
λιχούδα	noun	θηλυκό του λιχούδης
λιχούδας	=	λιχούδης
λιχούδες	=	λιχούδης
λιχούδη	=	λιχούδης
λιχούδηδες	=	λιχούδης
λιχούδηδων	=	λιχούδης
λιχούδης	noun	αυτός που επιθυμεί πολύ να γευτεί νόστιμα φαγητά	adj	που επιθυμεί πολύ να γευτεί νόστιμα φαγητά
λιχούδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λιχούδικος	adv	με τον τρόπο του λιχούδη
λιχούδικε	adj	κλητική ενικού του λιχούδικος
λιχούδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιχούδικη
λιχούδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιχούδικος
λιχούδικης	adj	γενική ενικού του λιχούδικη
λιχούδικικο	=	λιχούδικος
λιχούδικο	adj	αιτιατική ενικού του λιχούδικος
λιχούδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιχούδικος
λιχούδικος	adj	που έχει σχέση με τον λιχούδη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λιχούδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιχούδικος
λιχούδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λιχούδικος
λιχούδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιχούδικος
λιχούδων	=	λιχούδα
λιψ	noun|rare	ο λίβας
λιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιωμένο
λιωμένε	verb	κλητική ενικού του λιωμένος
λιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιωμένη
λιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιωμένος
λιωμένης	verb	γενική ενικού του λιωμένη
λιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λιωμένος
λιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λιωμένος
λιωμένος	verb	που έχει ρευστοποιηθεί, που έχει λιώσει
λιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λιωμένος
λιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λιωμένος
λιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λιωμένος
λιωσίματα	=	λιώσιμο
λιωσίματος	=	λιώσιμο
λιωσιμάτων	=	λιώσιμο
λιόγερμα	noun|literary	η δύση του ήλιου
λιόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόδεντρο
λιόδεντρο	noun|vulgar	το δέντρο της ελιάς, ελαιόδεντρο
λιόδεντρου	noun	γενική ενικού του λιόδεντρο
λιόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του λιόδεντρο
λιόκαλα	=	λιόκαλος
λιόκαλε	=	λιόκαλος
λιόκαλες	=	λιόκαλος
λιόκαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λιόκαλος
λιόκαλης	=	λιόκαλος
λιόκαλο	=	λιόκαλος
λιόκαλοι	=	λιόκαλος
λιόκαλος	adj|literary	πανέμορφος σαν τον ήλιο, πεντάμορφος
λιόκαλου	=	λιόκαλος
λιόκαλους	=	λιόκαλος
λιόκαλων	=	λιόκαλος
λιόκαμα	=	ηλιόκαμα
λιόκαμπος	=	ελαιόκαμπος
λιόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόκλαδο
λιόκλαδο	noun	κλαδί ελιάς (λιόδεντρου)
λιόκλαδου	=	λιόκλαδο
λιόκλαδων	=	λιόκλαδο
λιόκλαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόκλαρο
λιόκλαρο	noun|vulgar	το κλαδί του ελαιόδεντρου
λιόκλαρου	=	λιόκλαρο
λιόκλαρων	=	λιόκλαρο
λιόκουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόκουρο
λιόκουρο	noun	η νόσος ίκτερος, η χρυσή
λιόκουρου	=	λιόκουρο
λιόκουρων	=	λιόκουρο
λιόκριση	noun	ίκτερος, χρυσή
λιόκρο	noun	ιδιωματική προφορά του λιόκουρο: η χρυσή, ο ίκτερος
λιόκρου	=	λιόκρο
λιόκρουγμα	noun	οι πρώτες ακτίνες του ήλιου όταν ανατέλλει
λιόκρουση	noun|informal	το ρίξιμο (χτύπημα, κρούση) των ακτίνων, στο φαινόμενο όπου ο ανατέλλων ήλιος ρίχνει τις ακτίνες του στη δύουσα σελήνη σε μέρα πανσελήνου (Χρειάζεται έλεγχο για επίσημο όρο της αστρονομίας)
λιόκρουσης	=	λιόκρουση
λιόκρουσμα	noun	μορφή του λιόκρουγμα
λιόλαδα	=	λιόλαδο
λιόλαδο	noun|vulgar	το ελαιόλαδο
λιόλαδου	=	λιόλαδο
λιόλαδων	=	λιόλαδο
λιόντα	=	λιόντας
λιόντας	noun|literary	άλλη μορφή του λιοντάρι
λιόντες	=	λιόντας
λιόντισσα	=	λιοντάρι
λιόντισσας	noun	γενική ενικού του λιόντισσα
λιόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόντισσα
λιόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόπανο
λιόπανο	noun|vulgar	το μεγάλο πανί που απλώνεται γύρω από τη ρίζα της ελιάς μέσα στο οποίο πέφτει ο καρπός κατά τη συγκομιδή
λιόπανου	noun	γενική ενικού του λιόπανο
λιόπανων	noun	γενική πληθυντικού του λιόπανο
λιόπιτα	noun	πίτα με πολτοποιημένες ελιές (πάστα ελιάς)
λιόπιτας	noun	γενική ενικού του λιόπιτα
λιόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόπιτα
λιόπιτων	=	λιόπιτα
λιόσκουρδα	noun	ελιές και σκόρδα
λιόσκουρδων	=	λιόσκουρδα
λιόφυλλα	=	λιόφυλλο
λιόφυλλο	noun	το φύλλο του λιόδεντρου
λιόφυλλου	=	λιόφυλλο
λιόφυτα	=	λιόφυτος
λιόφυτε	=	λιόφυτος
λιόφυτες	=	λιόφυτος
λιόφυτη	=	λιόφυτος
λιόφυτης	=	λιόφυτος
λιόφυτο	=	λιόφυτος
λιόφυτοι	=	λιόφυτος
λιόφυτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του ελαιόφυτος
λιόφυτου	=	λιόφυτος
λιόφυτους	=	λιόφυτος
λιόφυτων	=	λιόφυτος
λιόφως	=	ηλιόφως
λιόφωτα	=	λιόφωτο
λιόφωτο	noun|vulgar	άλλη μορφή του ηλιόφωτο
λιόφωτου	=	λιόφωτο
λιόφωτων	=	λιόφωτο
λιόχαρα	=	λιόχαρος
λιόχαρε	=	λιόχαρος
λιόχαρες	=	λιόχαρος
λιόχαρη	=	λιόχαρος
λιόχαρης	=	λιόχαρος
λιόχαρο	=	λιόχαρος
λιόχαροι	=	λιόχαρος
λιόχαρος	adj	που χαίρεται όντας λουσμένος στο φως του ήλιου
λιόχαρου	=	λιόχαρος
λιόχαρους	=	λιόχαρος
λιόχαρων	=	λιόχαρος
λιόχεντρα	noun	ονομασία για το ακίνδυνο σπιτόφιδο, που λανθασμένα θεωρείται δηλητηριώδες, είδος οχιάς
λιόχεντρας	=	λιόχεντρα
λιόχεντρες	=	λιόχεντρα
λιόχεντρων	=	λιόχεντρα
λιόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λιόψωμο
λιόψωμο	noun	άλλη μορφή του ελιόψωμο
λιόψωμου	=	λιόψωμο
λιόψωμων	=	λιόψωμο
λιώμα	noun	οτιδήποτε πολύ λιωμένο ή συμπιεσμένο λόγω συμπίεσης ή υπερβολικού χτυπήματος
λιώναμε	=	λιώνω
λιώναν	=	λιώνω
λιώνανε	=	λιώνω
λιώνατε	=	λιώνω
λιώνε	=	λιώνω
λιώνει	=	λιώνω
λιώνεις	=	λιώνω
λιώνετε	=	λιώνω
λιώνομε	=	λιώνω
λιώνοντας	=	λιώνω
λιώνουμε	=	λιώνω
λιώνουν	=	λιώνω
λιώνουνε	=	λιώνω
λιώνω	verb	μετατρέπω ένα στερεό σώμα σε υγρό
λιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσαν	=	λιώνω
λιώσανε	=	λιώνω
λιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσιμο	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο ένα στερεό σώμα γίνεται υγρό (περνά από τη στερεή στην υγρή φάση)
λιώσομε	=	λιώνω
λιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώσουνε	=	λιώνω
λιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λιώστης	noun	άνδρας που τριγυρίζει εδώ κι εκεί
λιώστρα	noun	γυναίκα που τριγυρίζει εδώ κι εκεί
λιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιώνω
λκν	abbrev	το λεξικό της κοινής νεοελληνικής γλώσσας του Μανόλη Τριανταφυλλίδη
λλίον	adv	λίγο
λνεγ	abbrev	Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το λεξικό του Γεωργίου Μπαμπινιώτη
λοΐαση	noun	λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από το παρασιτικό σκουλήκι Loa loa, μεταδίδεται με τις μύγες των ελαφιών οι οποίες ζουν σε τροπικά δάση της Αφρικής
λοΐασης	=	λοΐαση
λοίμωξη	noun	η διαδικασία πολλαπλασιασμού μικροβίων που προκαλεί συνήθως φλεγμονή
λοίμωξης	=	λοίμωξη
λοίμωξις	noun	άλλη μορφή του λοίμωξη
λοατ	abbrev	Λεσβιακά Ομοφυλόφιλα Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα
λοβέ	noun	κλητική ενικού του λοβός
λοβία	=	λοβίο
λοβίο	noun	το κάτω άκρο του έξω μέρους του αφτιού
λοβίου	=	λοβίο
λοβίων	=	λοβίο
λοβεκτομές	=	λοβεκτομή
λοβεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση λοβού των πνευμόνων σε περίπτωση καρκίνου του πνεύμονα
λοβεκτομής	=	λοβεκτομή
λοβεκτομών	=	λοβεκτομή
λοβιτουρατζή	=	λοβιτουρατζής
λοβιτουρατζήδες	=	λοβιτουρατζής
λοβιτουρατζήδων	=	λοβιτουρατζής
λοβιτουρατζής	noun	αυτός που κάνει λοβιτούρες
λοβιτούρα	noun	μπάζα, κόλπο, κτύπημα
λοβιτούρας	noun	γενική ενικού του λοβιτούρα
λοβιτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοβιτούρα
λοβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοβός
λοβοτομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοβοτομή
λοβοτομή	noun	η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε πολλές χώρες, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, σύμφωνα με την οποία οι μπροστινοί λοβοί αποκόπτονται με χειρουργική επέμβαση από το υπόλοιπο τμήμα του εγκεφάλου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν διανοητικές διαταραχές και ψυχικές παθήσεις.
λοβοτομής	=	λοβοτομή
λοβοτομημένα	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένε	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένες	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένη	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένης	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένο	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοβοτομημένος
λοβοτομημένος	verb	αυτός που έχει υποστεί λοβοτομή
λοβοτομημένου	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένους	=	λοβοτομημένος
λοβοτομημένων	=	λοβοτομημένος
λοβοτομών	=	λοβοτομή
λοβού	noun	γενική ενικού του λοβός
λοβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λοβός
λοβό	noun	αιτιατική ενικού του λοβός
λοβός	noun	προεξέχον τμήμα οργάνου διαιρούμενο από αυλακώσεις
λοβών	noun	γενική πληθυντικού του λοβός
λογ	abbrev	συντομογραφία του λογάριθμου, συναντάται συνήθως σε παλιά ελληνική βιβλιογραφία αντί της διεθνούς συντομογραφίας log
λογά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λογάς
λογάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογάς
λογάδην	adv|archaic	κατ' επιλογήν
λογάδων	noun	γενική πληθυντικού του λογάς
λογάκι	noun	σύντομος λόγος, συνήθως επιτιμητικός
λογάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογάκι
λογάρι	noun	χρήματα, πλούτος
λογάρια	=	λογάρι
λογάριαζα	=	λογαριάζω
λογάριαζαν	=	λογαριάζω
λογάριαζε	=	λογαριάζω
λογάριαζες	=	λογαριάζω
λογάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογάριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογάριθμε	noun	κλητική ενικού του λογάριθμος
λογάριθμο	noun	αιτιατική ενικού του λογάριθμος
λογάριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογάριθμος
λογάριθμος	noun	μέθοδος παρουσίασης και ορισμού ενός αριθμού όπου λογάριθμος είναι o εκθέτης ή δύναμη στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας άλλος αριθμός που είναι η βάση μας, για να πάρουμε ως αποτέλεσμα τον ζητούμενο αριθμό
λογάριθμου	=	λογάριθμος
λογάριθμους	=	λογάριθμος
λογάριθμων	=	λογάριθμος
λογάς	noun|vulgar	αυτός που μιλά πολύ
λογής	noun	είδους, κατηγορίας, ποιότητας
λογία	=	λόγιος
λογίζεσαι	=	λογίζομαι
λογίζεστε	=	λογίζομαι
λογίζεται	=	λογίζομαι
λογίζομαι	verb|formal	θεωρούμαι
λογίζονται	=	λογίζομαι
λογίζονταν	=	λογίζομαι
λογίζου	=	λογίζομαι
λογίκευα	=	λογικεύω
λογίκευαν	=	λογικεύω
λογίκευε	=	λογικεύω
λογίκευες	=	λογικεύω
λογίκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογίκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογίκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογίκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογίου	=	λόγιο
λογίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογίστρια	noun	η γυναίκα που ασκεί το επάγγελμα του λογιστή, αυτή που ασχολείται με τα λογιστικά
λογίστριας	noun	γενική ενικού του λογίστρια
λογίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογίστρια
λογίων	=	λόγιο
λογαρίθμου	noun	γενική ενικού του λογάριθμος
λογαρίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογάριθμος
λογαρίθμων	noun	γενική πληθυντικού του λογάριθμος
λογαριάζαμε	=	λογαριάζω
λογαριάζαν	=	λογαριάζω
λογαριάζανε	=	λογαριάζω
λογαριάζατε	=	λογαριάζω
λογαριάζει	=	λογαριάζω
λογαριάζεις	=	λογαριάζω
λογαριάζεσαι	=	λογαριάζω
λογαριάζεστε	=	λογαριάζω
λογαριάζεται	=	λογαριάζω
λογαριάζετε	=	λογαριάζω
λογαριάζομαι	verb	με λογαριάζουν, με υπολογίζουν, με αποτιμούν, με εκτιμούν είτε με ακριβεια είτε κατά προσέγγιση
λογαριάζομε	=	λογαριάζω
λογαριάζονται	=	λογαριάζω
λογαριάζονταν	=	λογαριάζω
λογαριάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λογαριάζω
λογαριάζου	=	λογαριάζω
λογαριάζουμε	=	λογαριάζω
λογαριάζουν	=	λογαριάζω
λογαριάζουνε	=	λογαριάζω
λογαριάζω	verb	κάνω αριθμητικές πράξεις για να βρω το αποτέλεσμα
λογαριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσαν	=	λογαριάζω
λογαριάσανε	=	λογαριάζω
λογαριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσομε	=	λογαριάζω
λογαριάσου	=	λογαριάζω
λογαριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάσουνε	=	λογαριάζω
λογαριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριάστηκα	=	λογαριάζω
λογαριάστηκαν	=	λογαριάζω
λογαριάστηκε	=	λογαριάζω
λογαριάστηκες	=	λογαριάζω
λογαριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογαριάζω
λογαριαζόμασταν	=	λογαριάζω
λογαριαζόμαστε	=	λογαριάζω
λογαριαζόμουν	=	λογαριάζω
λογαριαζόμουνα	=	λογαριάζω
λογαριαζόντουσαν	=	λογαριάζω
λογαριαζόσασταν	=	λογαριάζω
λογαριαζόσαστε	=	λογαριάζω
λογαριαζόσουν	=	λογαριάζω
λογαριαζόσουνα	=	λογαριάζω
λογαριαζόταν	=	λογαριάζω
λογαριαζότανε	=	λογαριάζω
λογαριασμέ	noun	κλητική ενικού του λογαριασμός
λογαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογαριασμένο
λογαριασμένε	verb	κλητική ενικού του λογαριασμένος
λογαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογαριασμένη
λογαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογαριασμένος
λογαριασμένης	verb	γενική ενικού του λογαριασμένη
λογαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογαριασμένος
λογαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογαριασμένος
λογαριασμένος	verb	που έχει λογαριαστεί, που είναι υπολογισμένος
λογαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογαριασμένος
λογαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογαριασμένος
λογαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογαριασμένος
λογαριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογαριασμός
λογαριασμού	noun	γενική ενικού του λογαριασμός
λογαριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογαριασμός
λογαριασμό	noun	αιτιατική ενικού του λογαριασμός
λογαριασμός	noun	εκτέλεση πράξεων
λογαριασμών	noun	γενική πληθυντικού του λογαριασμός
λογαριαστήκαμε	=	λογαριάζω
λογαριαστήκαν	=	λογαριάζω
λογαριαστήκανε	=	λογαριάζω
λογαριαστήκατε	=	λογαριάζω
λογαριαστεί	=	λογαριάζω
λογαριαστείς	=	λογαριάζω
λογαριαστείτε	=	λογαριάζω
λογαριαστούμε	=	λογαριάζω
λογαριαστούν	=	λογαριάζω
λογαριαστούνε	=	λογαριάζω
λογαριαστώ	=	λογαριάζω
λογαριθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογαριθμικό
λογαριθμικέ	adj	κλητική ενικού του λογαριθμικός
λογαριθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογαριθμική
λογαριθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογαριθμικός
λογαριθμικής	adj	γενική ενικού του λογαριθμική
λογαριθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογαριθμικός
λογαριθμικού	adj	γενική ενικού του λογαριθμικός
λογαριθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογαριθμικός
λογαριθμικό	adj	αιτιατική ενικού του λογαριθμικός
λογαριθμικός	adj	που σχετίζεται με λογάριθμο
λογαριθμικών	adj	γενική πληθυντικού του λογαριθμικός
λογαριθμομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στη μελέτη των αριθμών
λογαριθμομαντείας	=	λογαριθμομαντεία
λογαριθμομαντείες	=	λογαριθμομαντεία
λογαριθμομαντειών	=	λογαριθμομαντεία
λογαριού	=	λογάρι
λογαριών	=	λογάρι
λογγοβάρδοι	noun	ονομασία γερμανικής φυλής που κατέκτησε τη βόρειο Ιταλία, στα σύνορα με την Ελβετία, και η οποία στη συνέχεια αναμίχθηκε με τους ντόπιους, τους σημερινούς Ιταλούς
λογγώναμε	=	λογγώνω
λογγώναν	=	λογγώνω
λογγώνανε	=	λογγώνω
λογγώνατε	=	λογγώνω
λογγώνει	=	λογγώνω
λογγώνεις	=	λογγώνω
λογγώνετε	=	λογγώνω
λογγώνοντας	=	λογγώνω
λογγώνουμε	=	λογγώνω
λογγώνουν	=	λογγώνω
λογγώνουνε	=	λογγώνω
λογγώνω	verb	μετατρέπομαι σε λόγγο
λογγώσαμε	=	λογγώνω
λογγώσαν	=	λογγώνω
λογγώσανε	=	λογγώνω
λογγώσατε	=	λογγώνω
λογγώσει	=	λογγώνω
λογγώστε	=	λογγώνω
λογεία	=	λογείο
λογείο	noun	το τμήμα ενός αρχαίου θεάτρου στο οποίο εμφανίζονταν και έπαιζαν οι ηθοποιοί
λογείου	=	λογείο
λογείων	=	λογείο
λογιάζαμε	=	λογιάζω
λογιάζαν	=	λογιάζω
λογιάζανε	=	λογιάζω
λογιάζατε	=	λογιάζω
λογιάζει	=	λογιάζω
λογιάζεις	=	λογιάζω
λογιάζετε	=	λογιάζω
λογιάζομαι	=	λογιάζω
λογιάζοντας	=	λογιάζω
λογιάζουμε	=	λογιάζω
λογιάζουν	=	λογιάζω
λογιάζουνε	=	λογιάζω
λογιάζω	verb|vulgar	θεωρώ
λογιάσαμε	=	λογιάζω
λογιάσαν	=	λογιάζω
λογιάσανε	=	λογιάζω
λογιάσατε	=	λογιάζω
λογιάσει	=	λογιάζω
λογιάστε	=	λογιάζω
λογιάστηκα	=	λογιάζω
λογιέμαι	=	λογιάζω
λογιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιασμένο
λογιασμένε	verb	κλητική ενικού του λογιασμένος
λογιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιασμένη
λογιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογιασμένος
λογιασμένης	verb	γενική ενικού του λογιασμένη
λογιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογιασμένος
λογιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογιασμένος
λογιασμένος	=	λογίζομαι
λογιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογιασμένος
λογιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογιασμένος
λογιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογιασμένος
λογιζόμασταν	=	λογίζομαι
λογιζόμαστε	=	λογίζομαι
λογιζόμουν	=	λογίζομαι
λογιζόμουνα	=	λογίζομαι
λογιζόντουσαν	=	λογίζομαι
λογιζόσασταν	=	λογίζομαι
λογιζόσαστε	=	λογίζομαι
λογιζόσουν	=	λογίζομαι
λογιζόσουνα	=	λογίζομαι
λογιζόταν	=	λογίζομαι
λογιζότανε	=	λογίζομαι
λογικά	adv	με λογικό τρόπο, με λογική	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογικό
λογικέ	adj	κλητική ενικού του λογικός
λογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογική
λογικέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψαν	=	λογικεύω
λογικέψανε	=	λογικεύω
λογικέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογικέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
λογική	noun	γνώση που βασίζεται και πηγάζει από αυστηρούς κανόνες αληθείας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικός
λογικής	adj	γενική ενικού του λογική
λογικεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογικεμένο
λογικεμένε	verb	κλητική ενικού του λογικεμένος
λογικεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογικεμένη
λογικεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικεμένος
λογικεμένης	verb	γενική ενικού του λογικεμένη
λογικεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογικεμένος
λογικεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογικεμένος
λογικεμένος	verb	άλλη μορφή του λογικευμένος
λογικεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογικεμένος
λογικεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογικεμένος
λογικεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογικεμένος
λογικευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογικευμένο
λογικευμένε	verb	κλητική ενικού του λογικευμένος
λογικευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογικευμένη
λογικευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικευμένος
λογικευμένης	verb	γενική ενικού του λογικευμένη
λογικευμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογικευμένος
λογικευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογικευμένος
λογικευμένος	verb	που έχει λογικευτεί
λογικευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογικευμένος
λογικευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογικευμένος
λογικευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογικευμένος
λογικευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτήκαν	=	λογικεύω
λογικευτήκανε	=	λογικεύω
λογικευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικευόμασταν	=	λογικεύω
λογικευόμαστε	=	λογικεύω
λογικευόμουν	=	λογικεύω
λογικευόμουνα	=	λογικεύω
λογικευόντουσαν	=	λογικεύω
λογικευόσασταν	=	λογικεύω
λογικευόσαστε	=	λογικεύω
λογικευόσουν	=	λογικεύω
λογικευόσουνα	=	λογικεύω
λογικευόταν	=	λογικεύω
λογικευότανε	=	λογικεύω
λογικεύαμε	=	λογικεύω
λογικεύαν	=	λογικεύω
λογικεύανε	=	λογικεύω
λογικεύατε	=	λογικεύω
λογικεύει	=	λογικεύω
λογικεύεις	=	λογικεύω
λογικεύεσαι	=	λογικεύω
λογικεύεστε	=	λογικεύω
λογικεύεται	=	λογικεύω
λογικεύετε	=	λογικεύω
λογικεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λογικεύω
λογικεύονται	=	λογικεύω
λογικεύονταν	=	λογικεύω
λογικεύοντας	=	λογικεύω
λογικεύουμε	=	λογικεύω
λογικεύουν	=	λογικεύω
λογικεύουνε	=	λογικεύω
λογικεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
λογικεύω	verb	κάνω κάποιον να σκεφτεί ή να φερθεί λογικά, συνετίζω
λογικισμέ	=	λογικισμός
λογικισμοί	=	λογικισμός
λογικισμού	=	λογικισμός
λογικισμούς	=	λογικισμός
λογικισμό	=	λογικισμός
λογικισμός	noun	η λογικοκρατία
λογικισμών	=	λογικισμός
λογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογικός
λογικοκρατία	noun	φιλοσοφική θεωρία που βασίζεται στη λογική
λογικοκρατίας	noun	γενική ενικού του λογικοκρατία
λογικοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογικοκρατία
λογικολόγε	=	λογικολόγος
λογικολόγο	=	λογικολόγος
λογικολόγοι	=	λογικολόγος
λογικολόγος	noun	επιστήμονας με πεδίο ενδιαφέροντος τη λογική
λογικολόγου	=	λογικολόγος
λογικολόγους	=	λογικολόγος
λογικολόγων	=	λογικολόγος
λογικοτήτων	=	λογικότητα
λογικοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λογικοφανής
λογικοφανή	=	λογικοφανής
λογικοφανής	adj	αυτός, αυτή, αυτό που εμφανίζεται ως λογικός, λογική, λογικό.
λογικοφανείς	=	λογικοφανής
λογικοφανούς	adj	γενική ενικού του λογικοφανής
λογικοφανών	adj	γενική πληθυντικού του λογικοφανής
λογικού	adj	γενική ενικού του λογικός
λογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογικός
λογικό	noun	η ικανότητα λογικής σκέψης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λογικός
λογικός	adj	που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα
λογικότατα	=	λογικός
λογικότατε	=	λογικός
λογικότατες	=	λογικός
λογικότατη	=	λογικός
λογικότατης	=	λογικός
λογικότατο	=	λογικός
λογικότατοι	=	λογικός
λογικότατος	=	λογικός
λογικότατου	=	λογικός
λογικότατους	=	λογικός
λογικότατων	=	λογικός
λογικότερα	=	λογικός
λογικότερε	=	λογικός
λογικότερες	=	λογικός
λογικότερη	=	λογικός
λογικότερης	=	λογικός
λογικότερο	=	λογικός
λογικότεροι	=	λογικός
λογικότερος	=	λογικός
λογικότερου	=	λογικός
λογικότερους	=	λογικός
λογικότερων	=	λογικός
λογικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος λογικός, η ιδιότητα του λογικού
λογικότητας	=	λογικότητα
λογικότητες	=	λογικότητα
λογικών	adj	γενική πληθυντικού του λογικός
λογιοσυνών	=	λογιοσύνη
λογιοσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιοσύνη
λογιοσύνη	noun	η ιδιότητα (για έναν άνθρωπο) του λογίου, η μόρφωση και η πνευματική καλλιέργεια
λογιοσύνης	=	λογιοσύνη
λογιοτήτων	=	λογιότητα
λογιοτατίζω	verb	παριστάνω τον λογιότατο
λογιοτατισμέ	noun	κλητική ενικού του λογιοτατισμός
λογιοτατισμοί	noun	λογιοτατισμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
λογιοτατισμού	noun	γενική ενικού του λογιοτατισμός
λογιοτατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογιοτατισμός
λογιοτατισμό	noun	αιτιατική ενικού του λογιοτατισμός
λογιοτατισμός	noun	ο αρχαϊσμός στη γλώσσα, ως συνήθεια των παλαιότερων λογίων
λογιοτατισμών	noun	λογιοτατισμός, στη γενική του πληθυντικού
λογισθέν	=	λογισθείς
λογισθέντα	=	λογισθείς
λογισθέντες	=	λογισθείς
λογισθέντος	=	λογισθείς
λογισθέντων	=	λογισθείς
λογισθείς	adj	που λογίστηκε
λογισθείσα	=	λογισθείς
λογισθείσας	=	λογισθείς
λογισθείσες	=	λογισθείς
λογισθείσης	=	λογισθείς
λογισθεισών	=	λογισθείς
λογισμέ	noun	κλητική ενικού του λογισμός
λογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογισμένο
λογισμένε	verb	κλητική ενικού του λογισμένος
λογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογισμένη
λογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογισμένος
λογισμένης	verb	γενική ενικού του λογισμένη
λογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογισμένος
λογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογισμένος
λογισμένος	=	λογίζομαι
λογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογισμένος
λογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογισμένος
λογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογισμένος
λογισμικά	=	λογισμικό
λογισμικού	=	λογισμικό
λογισμικό	noun	πρόγραμμα ή μέρος προγράμματος υπολογιστή και η σχετική τεκμηρίωση
λογισμικών	=	λογισμικό
λογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογισμός
λογισμού	noun	γενική ενικού του λογισμός
λογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογισμός
λογισμό	noun	αιτιατική ενικού του λογισμός
λογισμός	noun|literary	σκέψη, στοχασμός
λογισμών	noun	γενική πληθυντικού του λογισμός
λογιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιστής
λογιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λογιστής
λογιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστήκαν	=	λογίζομαι
λογιστήκανε	=	λογίζομαι
λογιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστήρια	=	λογιστήριο
λογιστήριο	noun	ιδιωτικό ή δημόσιο γραφείο ή τμήμα οργανισμού, όπου υπάρχουν λογιστές που ασχολούνται με τα λογιστικά
λογιστήριου	=	λογιστήριο
λογιστήριων	=	λογιστήριο
λογιστής	noun	αυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικών ή άλλων) μιας μονάδας ή ομάδας ή/και μεγαλύτερων κοινωνικών συνόλων
λογιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστηρίου	=	λογιστήριο
λογιστηρίων	=	λογιστήριο
λογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιστικό
λογιστικέ	adj	κλητική ενικού του λογιστικός
λογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιστική
λογιστική	noun	ο κλάδος που εντοπίζει, καταχωρεί, επεξεργάζεται και παρουσιάζει τα οικονομικά γεγονότα οικονομικών μονάδων και στη συνέχεια συντάσσει και αξιολογεί σχετικές αναφορές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογιστικός
λογιστικής	adj	γενική ενικού του λογιστική
λογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογιστικός
λογιστικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λογιστικοποιώ
λογιστικοποίησης	=	λογιστικοποίηση
λογιστικοποιήσεις	=	λογιστικοποίηση
λογιστικοποιήσεων	=	λογιστικοποίηση
λογιστικού	adj	γενική ενικού του λογιστικός
λογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογιστικός
λογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του λογιστικός
λογιστικός	adj	που έχει σχέση με την λογιστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
λογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του λογιστικός
λογιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστούνε	=	λογίζομαι
λογιστριών	noun	γενική πληθυντικού του λογίστρια
λογιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογίζομαι
λογιστών	noun	γενική πληθυντικού του λογιστής
λογιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιότατο
λογιότατε	adj	κλητική ενικού του λογιότατος
λογιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιότατη
λογιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογιότατος
λογιότατης	adj	γενική ενικού του λογιότατη
λογιότατο	adj	αιτιατική ενικού του λογιότατος
λογιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογιότατος
λογιότατος	adj|dated	υπερθετικός βαθμός του λόγιος
λογιότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογιότατος
λογιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογιότατος
λογιότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογιότατος
λογιότερα	=	λογιότερος
λογιότερε	=	λογιότερος
λογιότερες	=	λογιότερος
λογιότερη	=	λογιότερος
λογιότερης	=	λογιότερος
λογιότερο	=	ψεύδομαι
λογιότεροι	=	λογιότερος
λογιότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του λόγιος
λογιότερου	=	λογιότερος
λογιότερους	=	λογιότερος
λογιότερων	=	λογιότερος
λογιότητα	noun	η ιδιότητα του λόγιου
λογιότητας	noun	γενική ενικού του λογιότητα
λογιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιότητα
λογιών	noun	ειδών, κατηγοριών
λογιώτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιώτατο
λογιώτατε	adj	κλητική ενικού του λογιώτατος
λογιώτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογιώτατη
λογιώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογιώτατος
λογιώτατης	adj	γενική ενικού του λογιώτατη
λογιώτατο	adj	αιτιατική ενικού του λογιώτατος
λογιώτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογιώτατος
λογιώτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογιώτατος
λογιώτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογιώτατος
λογιώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογιώτατος
λογογράμματα	=	λογόγραμμα
λογογράμματος	=	λογόγραμμα
λογογράφε	noun	κλητική ενικού του λογογράφος
λογογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του λογογραφώ
λογογράφο	noun	αιτιατική ενικού του λογογράφος
λογογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογογράφος
λογογράφος	noun	που γράφει λόγους για άλλους
λογογράφου	noun	γενική ενικού του λογογράφος
λογογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογογράφος
λογογράφων	noun	γενική πληθυντικού του λογογράφος
λογογραμμάτων	=	λογόγραμμα
λογογραφήματα	=	λογογράφημα
λογογραφήματος	=	λογογράφημα
λογογραφία	noun	η συγγραφή πεζού λόγου
λογογραφίας	noun	γενική ενικού του λογογραφία
λογογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογογραφία
λογογραφημάτων	=	λογογράφημα
λογογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογογραφικό
λογογραφικέ	adj	κλητική ενικού του λογογραφικός
λογογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογογραφική
λογογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογογραφικός
λογογραφικής	adj	γενική ενικού του λογογραφική
λογογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογογραφικός
λογογραφικού	adj	γενική ενικού του λογογραφικός
λογογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογογραφικός
λογογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του λογογραφικός
λογογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον λογογράφο ή την λογογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
λογογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του λογογραφικός
λογογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του λογογραφία
λογογραφώ	verb	είμαι λογογράφος
λογογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λογογραφώ
λογοδίνεσαι	=	λογοδίνομαι
λογοδίνεστε	=	λογοδίνομαι
λογοδίνεται	=	λογοδίνομαι
λογοδίνομαι	verb	ανταλλάσσω σχετικά επίσημες αμοιβαίες υποσχέσεις αρραβώνα
λογοδίνονται	=	λογοδίνομαι
λογοδίνονταν	=	λογοδίνομαι
λογοδίνου	=	λογοδίνομαι
λογοδιάρροια	noun	ακατάσχετη φλυαρία
λογοδιάρροιας	noun	γενική ενικού του λογοδιάρροια
λογοδιάρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοδιάρροια
λογοδιαρροιών	noun	γενική πληθυντικού του λογοδιάρροια
λογοδινόμασταν	=	λογοδίνομαι
λογοδινόμαστε	=	λογοδίνομαι
λογοδινόμουν	=	λογοδίνομαι
λογοδινόμουνα	=	λογοδίνομαι
λογοδινόντουσαν	=	λογοδίνομαι
λογοδινόσασταν	=	λογοδίνομαι
λογοδινόσαστε	=	λογοδίνομαι
λογοδινόσουν	=	λογοδίνομαι
λογοδινόσουνα	=	λογοδίνομαι
λογοδινόταν	=	λογοδίνομαι
λογοδινότανε	=	λογοδίνομαι
λογοδοθήκαμε	=	λογοδίνομαι
λογοδοθήκαν	=	λογοδίνομαι
λογοδοθήκανε	=	λογοδίνομαι
λογοδοθήκατε	=	λογοδίνομαι
λογοδοθεί	=	λογοδίνομαι
λογοδοθείτε	=	λογοδίνομαι
λογοδοσία	noun	η έκθεση των όσων έγιναν και η απόδοση λογαριασμών από κάποια αρχή ή από κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο
λογοδοσίας	noun	γενική ενικού του λογοδοσία
λογοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοδοσία
λογοδοσίματα	=	λογοδόσιμο
λογοδοσίματος	=	λογοδόσιμο
λογοδοσιμάτων	=	λογοδόσιμο
λογοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του λογοδοσία
λογοδοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοδοσμένο
λογοδοσμένε	verb	κλητική ενικού του λογοδοσμένος
λογοδοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοδοσμένη
λογοδοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοδοσμένος
λογοδοσμένης	verb	γενική ενικού του λογοδοσμένη
λογοδοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογοδοσμένος
λογοδοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοδοσμένος
λογοδοσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λογοδίνω λογοδίνομαι
λογοδοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογοδοσμένος
λογοδοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογοδοσμένος
λογοδοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογοδοσμένος
λογοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσαν	=	λογοδοτώ
λογοδοτήσανε	=	λογοδοτώ
λογοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδοτεί	=	λογοδοτώ
λογοδοτείς	=	λογοδοτώ
λογοδοτείτε	=	λογοδοτώ
λογοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοδοτημένο
λογοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του λογοδοτημένος
λογοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοδοτημένη
λογοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοδοτημένος
λογοδοτημένης	verb	γενική ενικού του λογοδοτημένη
λογοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του λογοδοτημένος
λογοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοδοτημένος
λογοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λογοδοτώ
λογοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογοδοτημένος
λογοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογοδοτημένος
λογοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογοδοτημένος
λογοδοτούμε	=	λογοδοτώ
λογοδοτούν	=	λογοδοτώ
λογοδοτούνε	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσα	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσαμε	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσαν	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσανε	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσατε	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσε	=	λογοδοτώ
λογοδοτούσες	=	λογοδοτώ
λογοδοτώ	verb	δίνω λόγο για τις πράξεις μου, αναφέρω και αιτιολογώ τις ενέργειές μου σε ανώτερη αρχή
λογοδοτώντας	=	λογοδοτώ
λογοδόθηκα	=	λογοδίνομαι
λογοδόθηκαν	=	λογοδίνομαι
λογοδόθηκε	=	λογοδίνομαι
λογοδόθηκες	=	λογοδίνομαι
λογοδόσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λογοδίνομαι
λογοδότει	=	λογοδοτώ
λογοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοδοτώ
λογοδώσου	=	λογοδίνομαι
λογοθέτες	=	λογοθέτης
λογοθέτη	=	λογοθέτης
λογοθέτης	noun	τιμητικός τίτλος που δίνεται σε λαϊκούς από το πατριαρχείο
λογοθεραπεία	noun	μέθοδος αντιμετώπισης των διαταραχών λόγου (ομιλία, εκφορά, άρθρωση κ.λπ.
λογοθεραπείας	noun	γενική ενικού του λογοθεραπεία
λογοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοθεραπεία
λογοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του λογοθεραπεία
λογοθεραπευτές	=	λογοθεραπευτής
λογοθεραπευτή	=	λογοθεραπευτής
λογοθεραπευτής	noun	ο ειδικός που ασχολείται με την θεραπεία των προβλημάτων ομιλίας
λογοθεραπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του λογοθεραπεύτρια
λογοθεραπευτών	=	λογοθεραπευτής
λογοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του λογοθεραπευτής
λογοθεραπεύτριας	noun	γενική ενικού του λογοθεραπεύτρια
λογοθεραπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοθεραπεύτρια
λογοθετών	=	λογοθέτης
λογοκλέπτω	verb	χρησιμοποιώ ή παρουσιάζω κείμενο άλλου ως δικό μου
λογοκλοπíες	=	λογοκλοπία
λογοκλοπές	=	λογοκλοπή
λογοκλοπή	noun	η αντιγραφή και ιδιοποίηση των λόγων ή του κειμένου ενός άλλου
λογοκλοπής	=	λογοκλοπή
λογοκλοπία	noun|obsolete	άλλη μορφή του λογοκλοπή
λογοκλοπίας	=	λογοκλοπία
λογοκλοπίες	=	λογοκλοπία
λογοκλοπικός	adj|rare	που έχει σχέση με τη λογοκλοπή / λογοκλοπία ή τον λογοκλόπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
λογοκλοπιών	=	λογοκλοπία
λογοκλοπώ	verb|rare	διαπράττω λογοκλοπή
λογοκλοπών	=	λογοκλοπή
λογοκλοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λογοκλοπώ
λογοκλόπε	noun	κλητική ενικού του λογοκλόπος
λογοκλόπο	noun	αιτιατική ενικού του λογοκλόπος
λογοκλόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοκλόπος
λογοκλόπος	noun	που αντιγράφει τα λόγια ή το κείμενο ενός άλλου και τα παρουσιάζει ως δικά του
λογοκλόπου	noun	γενική ενικού του λογοκλόπος
λογοκλόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογοκλόπος
λογοκλόπων	noun	γενική πληθυντικού του λογοκλόπος
λογοκοπήσαμε	=	λογοκοπώ
λογοκοπήσατε	=	λογοκοπώ
λογοκοπήσει	=	λογοκοπώ
λογοκοπήστε	=	λογοκοπώ
λογοκοπία	noun	η πράξη ή το αποτέλεσμα του λογοκοπώ
λογοκοπίας	=	λογοκοπία
λογοκοπίες	=	λογοκοπία
λογοκοπεί	=	λογοκοπώ
λογοκοπείς	=	λογοκοπώ
λογοκοπείτε	=	λογοκοπώ
λογοκοπιών	=	λογοκοπία
λογοκοπούμε	=	λογοκοπώ
λογοκοπούν	=	λογοκοπώ
λογοκοπούσα	=	λογοκοπώ
λογοκοπούσαμε	=	λογοκοπώ
λογοκοπούσαν	=	λογοκοπώ
λογοκοπούσατε	=	λογοκοπώ
λογοκοπούσε	=	λογοκοπώ
λογοκοπούσες	=	λογοκοπώ
λογοκοπώ	verb	υπόσχομαι πολλές και τεράστιες χάρες, χωρίς όμως να τις πραγματοποιήσω
λογοκοπώντας	=	λογοκοπώ
λογοκρίθηκα	=	λογοκρίνω
λογοκρίθηκαν	=	λογοκρίνω
λογοκρίθηκε	=	λογοκρίνω
λογοκρίθηκες	=	λογοκρίνω
λογοκρίναμε	=	λογοκρίνω
λογοκρίναν	=	λογοκρίνω
λογοκρίνανε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνατε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνει	=	λογοκρίνω
λογοκρίνεις	=	λογοκρίνω
λογοκρίνεσαι	=	λογοκρίνω
λογοκρίνεστε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνεται	=	λογοκρίνω
λογοκρίνετε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνομαι	=	λογοκρίνω
λογοκρίνομε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνονται	=	λογοκρίνω
λογοκρίνονταν	=	λογοκρίνω
λογοκρίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λογοκρίνω
λογοκρίνουμε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνουν	=	λογοκρίνω
λογοκρίνουνε	=	λογοκρίνω
λογοκρίνω	verb	δεν επιτρέπω σε κάποιον να εκφραστεί ελεύθερα διά του λόγου
λογοκρίσου	=	λογοκρίνω
λογοκρίτρια	noun	θηλυκό του λογοκριτής
λογοκρίτριας	noun	γενική ενικού του λογοκρίτρια
λογοκρίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκρίτρια
λογοκρατία	noun|rare	ο ορθολογισμός
λογοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκρατικό
λογοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του λογοκρατικός
λογοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκρατική
λογοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοκρατικός
λογοκρατικής	adj	γενική ενικού του λογοκρατική
λογοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοκρατικός
λογοκρατικού	adj	γενική ενικού του λογοκρατικός
λογοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογοκρατικός
λογοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του λογοκρατικός
λογοκρατικός	adj	που έχει σχέση με τη λογοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
λογοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του λογοκρατικός
λογοκριθήκαμε	=	λογοκρίνω
λογοκριθήκαν	=	λογοκρίνω
λογοκριθήκανε	=	λογοκρίνω
λογοκριθήκατε	=	λογοκρίνω
λογοκριθεί	=	λογοκρίνω
λογοκριθείς	=	λογοκρίνω
λογοκριθείτε	=	λογοκρίνω
λογοκριθούμε	=	λογοκρίνω
λογοκριθούν	=	λογοκρίνω
λογοκριθούνε	=	λογοκρίνω
λογοκριθώ	=	λογοκρίνω
λογοκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκριμένο
λογοκριμένε	verb	κλητική ενικού του λογοκριμένος
λογοκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκριμένη
λογοκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοκριμένος
λογοκριμένης	verb	γενική ενικού του λογοκριμένη
λογοκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογοκριμένος
λογοκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοκριμένος
λογοκριμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λογοκρίνω
λογοκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογοκριμένος
λογοκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογοκριμένος
λογοκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογοκριμένος
λογοκρινόμασταν	=	λογοκρίνω
λογοκρινόμαστε	=	λογοκρίνω
λογοκρινόμενος	=	λογοκρίνω
λογοκρινόμουν	=	λογοκρίνω
λογοκρινόμουνα	=	λογοκρίνω
λογοκρινόντουσαν	=	λογοκρίνω
λογοκρινόσασταν	=	λογοκρίνω
λογοκρινόσαστε	=	λογοκρίνω
λογοκρινόσουν	=	λογοκρίνω
λογοκρινόσουνα	=	λογοκρίνω
λογοκρινόταν	=	λογοκρίνω
λογοκρινότανε	=	λογοκρίνω
λογοκρισία	noun	ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης, με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας
λογοκρισίας	noun	γενική ενικού του λογοκρισία
λογοκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκρισία
λογοκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του λογοκρισία
λογοκριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκριτής
λογοκριτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λογοκριτής
λογοκριτής	noun	αυτός που λογοκρίνει
λογοκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκριτικό
λογοκριτικέ	adj	κλητική ενικού του λογοκριτικός
λογοκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοκριτική
λογοκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοκριτικός
λογοκριτικής	adj	γενική ενικού του λογοκριτική
λογοκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοκριτικός
λογοκριτικού	adj	γενική ενικού του λογοκριτικός
λογοκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογοκριτικός
λογοκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του λογοκριτικός
λογοκριτικός	adj	που έχει σχέση με τη λογοκρισία ή τον λογοκριτή ή αναφέρεται σ’ αυτά
λογοκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του λογοκριτικός
λογοκριτριών	noun	γενική πληθυντικού του λογοκρίτρια
λογοκριτών	noun	γενική πληθυντικού του λογοκριτής
λογοκόπε	noun	κλητική ενικού του λογοκόπος
λογοκόπει	=	λογοκοπώ
λογοκόπησα	=	λογοκοπώ
λογοκόπησαν	=	λογοκοπώ
λογοκόπησε	=	λογοκοπώ
λογοκόπησες	=	λογοκοπώ
λογοκόπο	noun	αιτιατική ενικού του λογοκόπος
λογοκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοκόπος
λογοκόπος	noun	που λέει μεγάλα λόγια, που υπόσχεται πολλά και δεν κάνει τίποτε
λογοκόπου	noun	γενική ενικού του λογοκόπος
λογοκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογοκόπος
λογοκόπων	noun	γενική πληθυντικού του λογοκόπος
λογομάχε	=	λογομάχος
λογομάχει	=	λογομαχώ
λογομάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομάχο	=	λογομάχος
λογομάχοι	=	λογομάχος
λογομάχος	noun	πρόσωπο που εμπλέκεται, ως ρήτορας, συγγραφέας ή αρθρογράφος, σε έντονες αντιδικίες για διαφορά ζητήματα και έχει την ικανότητα να αναπτύσσει με αποτελεσματικότητα την επιχειρηματολογία του, συνήθως με επιθετικό τόνο
λογομάχου	=	λογομάχος
λογομάχους	=	λογομάχος
λογομάχων	=	λογομάχος
λογομαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσαν	=	λογομαχώ
λογομαχήσανε	=	λογομαχώ
λογομαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογομαχώ
λογομαχία	noun	φιλονικία
λογομαχίας	noun	γενική ενικού του λογομαχία
λογομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογομαχία
λογομαχεί	=	λογομαχώ
λογομαχείς	=	λογομαχώ
λογομαχείτε	=	λογομαχώ
λογομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του λογομαχία
λογομαχούμε	=	λογομαχώ
λογομαχούν	=	λογομαχώ
λογομαχούνε	=	λογομαχώ
λογομαχούσα	=	λογομαχώ
λογομαχούσαμε	=	λογομαχώ
λογομαχούσαν	=	λογομαχώ
λογομαχούσανε	=	λογομαχώ
λογομαχούσατε	=	λογομαχώ
λογομαχούσε	=	λογομαχώ
λογομαχούσες	=	λογομαχώ
λογομαχώ	verb	συγκρούομαι λεκτικά, φιλονικώ, διαπληκτίζομαι
λογομαχώντας	=	λογομαχώ
λογοπαίγνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοπαίγνιο
λογοπαίγνιο	noun	παιχνίδι με τις λέξεις, συνήθως με τις πολύσημες ή τα ομώνυμα
λογοπαίγνιου	=	λογοπαίγνιο
λογοπαίγνιων	=	λογοπαίγνιο
λογοπαίκτης	noun|rare	αυτός που κάνει λογοπαίγνια
λογοπαίκτρια	noun	θηλυκό του λογοπαίκτης
λογοπαίκτριας	=	λογοπαίκτρια
λογοπαίκτριες	=	λογοπαίκτρια
λογοπαθολογία	noun	επιστήμη που μελετά τις διαταραχές της επικοινωνίας και του λόγου και την αποκατάστασή τους
λογοπαθολογίας	=	λογοπαθολογία
λογοπαθολογίες	=	λογοπαθολογία
λογοπαθολογιών	=	λογοπαθολογία
λογοπαιγνίου	=	λογοπαίγνιο
λογοπαιγνίων	=	λογοπαίγνιο
λογοπαικτικά	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικέ	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικές	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτική	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικής	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικοί	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικού	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικούς	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικό	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτικός	adj	που έχει σχέση με λογοπαίγνιο ή λογοπαίκτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
λογοπαικτικών	=	λογοπαικτικός
λογοπαικτριών	=	λογοπαίκτρια
λογοπαικτώ	verb|rare	κάνω λογοπαίγνια
λογοπαικτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λογοπαικτώ
λογοπλασία	noun|rare	άλλη μορφή του λεξιπλασία
λογοπλασίας	noun	γενική ενικού του λογοπλασία
λογοπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοπλασία
λογοπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του λογοπλασία
λογοποιέ	noun	κλητική ενικού του λογοποιός
λογοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοποιός
λογοποιού	noun	γενική ενικού του λογοποιός
λογοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογοποιός
λογοποιό	noun	αιτιατική ενικού του λογοποιός
λογοποιός	noun	λογογράφος, επαγγελματίας συγγραφέας λόγων
λογοποιών	noun	γενική πληθυντικού του λογοποιός
λογορροιών	=	λογόρροια
λογοτέχνα	=	λογοτέχνης
λογοτέχνες	=	λογοτέχνης
λογοτέχνη	=	λογοτέχνης
λογοτέχνημα	noun	λογοτεχνικό έργο
λογοτέχνης	noun	πρόσωπο που ασκεί την τέχνη του γραπτού λόγου, που γράφει λογοτεχνικά έργα
λογοτέχνιδα	noun	η γυναίκα λογοτέχνης
λογοτέχνιδας	=	λογοτέχνιδα
λογοτέχνιδες	=	λογοτέχνιδα
λογοτέχνιδων	=	λογοτέχνιδα
λογοτέχνις	=	λογοτέχνης
λογοτέχνισσα	=	λογοτέχνης
λογοτέχνισσας	noun	γενική ενικού του λογοτέχνισσα
λογοτέχνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοτέχνισσα
λογοτέχνου	=	λογοτέχνης
λογοτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοτέχνημα
λογοτεχνήματος	noun	γενική ενικού του λογοτέχνημα
λογοτεχνία	noun	η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου με αξιώσεις που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους με σκοπό την ψυχική και πνευματική ικανοποίηση ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους
λογοτεχνίας	noun	γενική ενικού του λογοτεχνία
λογοτεχνίδων	=	λογοτέχνιδα
λογοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοτεχνία
λογοτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του λογοτέχνημα
λογοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοτεχνικό
λογοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του λογοτεχνικός
λογοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοτεχνική
λογοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοτεχνικός
λογοτεχνικής	adj	γενική ενικού του λογοτεχνική
λογοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοτεχνικός
λογοτεχνικού	adj	γενική ενικού του λογοτεχνικός
λογοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογοτεχνικός
λογοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του λογοτεχνικός
λογοτεχνικός	adj	που αναφέρεται στους λογοτέχνες ή στη λογοτεχνία ή έχει το χαρακτήρα της λογοτεχνίας
λογοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του λογοτεχνικός
λογοτεχνισσών	noun	γενική πληθυντικού του λογοτέχνισσα
λογοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του λογοτεχνία
λογοτεχνών	=	λογοτέχνης
λογοτομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοτομή
λογοτριβές	=	λογοτριβή
λογοτριβή	noun|formal	η λογομαχία
λογοτριβής	=	λογοτριβή
λογοτριβών	=	λογοτριβή
λογοτυπικά	=	λογοτυπικός
λογοτυπικέ	=	λογοτυπικός
λογοτυπικές	=	λογοτυπικός
λογοτυπική	=	λογοτυπικός
λογοτυπικής	=	λογοτυπικός
λογοτυπικοί	=	λογοτυπικός
λογοτυπικού	=	λογοτυπικός
λογοτυπικούς	=	λογοτυπικός
λογοτυπικό	=	λογοτυπικός
λογοτυπικός	adj	που σχετίζεται με έναν λογότυπο
λογοτυπικών	=	λογοτυπικός
λογοτύπου	=	λογότυπος
λογοτύπους	=	λογότυπος
λογοτύπων	=	λογότυπος
λογοφέραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρνω	verb	διαπληκτίζομαι λεκτικά, μαλώνω (συνήθως στον πληθυντικό)
λογοφέρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφέρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογοφερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοφερμένο
λογοφερμένε	verb	κλητική ενικού του λογοφερμένος
λογοφερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογοφερμένη
λογοφερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογοφερμένος
λογοφερμένης	verb	γενική ενικού του λογοφερμένη
λογοφερμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογοφερμένος
λογοφερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογοφερμένος
λογοφερμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λογοφέρνω
λογοφερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογοφερμένος
λογοφερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογοφερμένος
λογοφερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογοφερμένος
λογού	noun	θηλυκό του λογάς
λογούδες	=	λογού
λογούδων	=	λογού
λογούς	=	λογού
λογυδρίου	=	λογύδριο
λογυδρίων	=	λογύδριο
λογυρνάω	verb|literary	γυρνάω συνεχώς
λογχίζαμε	=	λογχίζω
λογχίζαν	=	λογχίζω
λογχίζανε	=	λογχίζω
λογχίζατε	=	λογχίζω
λογχίζει	=	λογχίζω
λογχίζεις	=	λογχίζω
λογχίζεσαι	=	λογχίζομαι
λογχίζεστε	=	λογχίζομαι
λογχίζεται	=	λογχίζομαι
λογχίζετε	=	λογχίζω
λογχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λογχίζω
λογχίζομε	=	λογχίζω
λογχίζονται	=	λογχίζομαι
λογχίζονταν	=	λογχίζομαι
λογχίζοντας	=	λογχίζω
λογχίζου	=	λογχίζομαι
λογχίζουμε	=	λογχίζω
λογχίζουν	=	λογχίζω
λογχίζουνε	=	λογχίζω
λογχίζω	verb	χτυπώ και τρυπώ κάποιον ή κάτι με μία λόγχη
λογχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσαν	=	λογχίζω
λογχίσανε	=	λογχίζω
λογχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λόγχισμα
λογχίσματος	noun	γενική ενικού του λόγχισμα
λογχίσομε	=	λογχίζω
λογχίσου	=	λογχίζομαι
λογχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίσουνε	=	λογχίζω
λογχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχίστηκα	=	λογχίζομαι
λογχίστηκαν	=	λογχίζομαι
λογχίστηκε	=	λογχίζομαι
λογχίστηκες	=	λογχίζομαι
λογχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λογχεύαμε	=	λογχεύω
λογχεύαν	=	λογχεύω
λογχεύανε	=	λογχεύω
λογχεύατε	=	λογχεύω
λογχεύει	=	λογχεύω
λογχεύεις	=	λογχεύω
λογχεύετε	=	λογχεύω
λογχεύοντας	=	λογχεύω
λογχεύουμε	=	λογχεύω
λογχεύουν	=	λογχεύω
λογχεύουνε	=	λογχεύω
λογχεύσαμε	=	λογχεύω
λογχεύσαν	=	λογχεύω
λογχεύσανε	=	λογχεύω
λογχεύσατε	=	λογχεύω
λογχεύσει	=	λογχεύω
λογχεύστε	=	λογχεύω
λογχεύω	verb	τρυπάω με την λόγχη, λογχίζω
λογχιζόμασταν	=	λογχίζομαι
λογχιζόμαστε	=	λογχίζομαι
λογχιζόμουν	=	λογχίζομαι
λογχιζόμουνα	=	λογχίζομαι
λογχιζόντουσαν	=	λογχίζομαι
λογχιζόσασταν	=	λογχίζομαι
λογχιζόσαστε	=	λογχίζομαι
λογχιζόσουν	=	λογχίζομαι
λογχιζόσουνα	=	λογχίζομαι
λογχιζόταν	=	λογχίζομαι
λογχιζότανε	=	λογχίζομαι
λογχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λόγχισμα
λογχισμέ	noun	κλητική ενικού του λογχισμός
λογχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχισμένο
λογχισμένε	verb	κλητική ενικού του λογχισμένος
λογχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχισμένη
λογχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογχισμένος
λογχισμένης	verb	γενική ενικού του λογχισμένη
λογχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λογχισμένος
λογχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογχισμένος
λογχισμένος	verb	αυτός που έχει πληγωθεί από λόγχη
λογχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογχισμένος
λογχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λογχισμένος
λογχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογχισμένος
λογχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογχισμός
λογχισμού	noun	γενική ενικού του λογχισμός
λογχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λογχισμός
λογχισμό	noun	αιτιατική ενικού του λογχισμός
λογχισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λογχίζω
λογχισμών	noun	γενική πληθυντικού του λογχισμός
λογχιστήκαμε	=	λογχίζομαι
λογχιστήκαν	=	λογχίζομαι
λογχιστήκανε	=	λογχίζομαι
λογχιστήκατε	=	λογχίζομαι
λογχιστεί	=	λογχίζομαι
λογχιστείς	=	λογχίζω
λογχιστείτε	=	λογχίζομαι
λογχιστούμε	=	λογχίζω
λογχιστούν	=	λογχίζω
λογχιστούνε	=	λογχίζω
λογχιστώ	=	λογχίζω
λογχοειδές	=	λογχοειδής
λογχοειδή	=	λογχοειδής
λογχοειδής	adj	που έχει σχήμα λόγχης
λογχοειδείς	=	λογχοειδής
λογχοειδούς	=	λογχοειδής
λογχοειδών	=	λογχοειδής
λογχομαχία	noun	μάχη ή ασκήσεις με τις λόγχες
λογχομαχίας	noun	γενική ενικού του λογχομαχία
λογχομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχομαχία
λογχομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του λογχομαχία
λογχοφόρα	=	λογχοφόρος
λογχοφόρας	=	λογχοφόρος
λογχοφόρε	=	λογχοφόρος
λογχοφόρες	=	λογχοφόρος
λογχοφόρο	=	λογχοφόρος
λογχοφόροι	=	λογχοφόρος
λογχοφόρος	adj	που είναι οπλισμένος με λόγχη
λογχοφόρου	=	λογχοφόρος
λογχοφόρους	=	λογχοφόρος
λογχοφόρων	=	λογχοφόρος
λογχωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχωτό
λογχωτέ	adj	κλητική ενικού του λογχωτός
λογχωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχωτή
λογχωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογχωτός
λογχωτής	adj	γενική ενικού του λογχωτή
λογχωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογχωτός
λογχωτού	adj	γενική ενικού του λογχωτός
λογχωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογχωτός
λογχωτό	adj	αιτιατική ενικού του λογχωτός
λογχωτός	adj	που έχει σχήμα λόγχης
λογχωτών	adj	γενική πληθυντικού του λογχωτός
λογχόσχημή	=	λογχόσχημος
λογχόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχόσχημο
λογχόσχημε	adj	κλητική ενικού του λογχόσχημος
λογχόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λογχόσχημη
λογχόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογχόσχημος
λογχόσχημης	adj	γενική ενικού του λογχόσχημη
λογχόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του λογχόσχημος
λογχόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λογχόσχημος
λογχόσχημος	adj	που έχει το σχήμα λόγχης
λογχόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λογχόσχημος
λογχόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λογχόσχημος
λογχόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λογχόσχημος
λογχών	=	λόγχη
λογόγραμμα	noun	χαρακτήρας που συμβολίζει ένα σημαστιολογικό στοιχείο μια γλώσσας (μόρφημα ή λέξη)
λογόκρινα	=	λογοκρίνω
λογόκριναν	=	λογοκρίνω
λογόκρινε	=	λογοκρίνω
λογόκρινες	=	λογοκρίνω
λογόρροια	noun	ακατάπαυστη ομιλία
λογόρροιας	=	λογόρροια
λογόρροιες	=	λογόρροια
λογότυπα	=	λογότυπο
λογότυπε	=	λογότυπος
λογότυπο	noun	σταθερός συνδυασμός γραμμάτων ή/και συμβόλων που ταυτοποιεί ένα προϊόν ή μια εταιρεία
λογότυποι	=	λογότυπος
λογότυπος	noun	μορφή σε γένος αρσενικό του ουδέτερου λογότυπο
λογότυπου	=	λογότυπος
λογότυπους	=	λογότυπος
λογότυπων	=	λογότυπος
λογόφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογόφεραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογόφερε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογόφερες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογοφέρνω
λογόφερμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λογοφέρω
λογύδρια	=	λογύδριο
λογύδριο	noun|formal	σύντομος λόγος μπροστά σε κοινό, σύντομη αγόρευση
λογύδριου	=	λογύδριο
λοιδορήθηκα	=	λοιδορώ
λοιδορήθηκαν	=	λοιδορώ
λοιδορήθηκε	=	λοιδορώ
λοιδορήθηκες	=	λοιδορώ
λοιδορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσαν	=	λοιδορώ
λοιδορήσανε	=	λοιδορώ
λοιδορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσου	=	λοιδορώ
λοιδορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδορία	noun	κακολογία, προσβλητική κοροϊδία σε βάρος κάποιου
λοιδορίας	noun	γενική ενικού του λοιδορία
λοιδορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιδορία
λοιδορεί	=	λοιδορώ
λοιδορείς	=	λοιδορώ
λοιδορείσαι	=	λοιδορώ
λοιδορείστε	=	λοιδορώ
λοιδορείται	=	λοιδορώ
λοιδορείτε	=	λοιδορώ
λοιδορηθήκαμε	=	λοιδορώ
λοιδορηθήκαν	=	λοιδορώ
λοιδορηθήκανε	=	λοιδορώ
λοιδορηθήκατε	=	λοιδορώ
λοιδορηθεί	=	λοιδορώ
λοιδορηθείτε	=	λοιδορώ
λοιδορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιδορημένο
λοιδορημένε	verb	κλητική ενικού του λοιδορημένος
λοιδορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιδορημένη
λοιδορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοιδορημένος
λοιδορημένης	verb	γενική ενικού του λοιδορημένη
λοιδορημένο	verb	αιτιατική ενικού του λοιδορημένος
λοιδορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοιδορημένος
λοιδορημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λοιδορώ
λοιδορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λοιδορημένος
λοιδορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λοιδορημένος
λοιδορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λοιδορημένος
λοιδοριά	noun	δένδρο, είδος δρυς που θεωρείται καταραμένο και αφορισμένο επειδή από αυτό έφτιαξαν τον σταυρό του Χριστού
λοιδοριάς	=	λοιδοριά
λοιδοριές	=	λοιδοριά
λοιδοριών	noun	γενική πληθυντικού του λοιδορία
λοιδορούμαι	=	λοιδορώ
λοιδορούμασταν	=	λοιδορώ
λοιδορούμαστε	=	λοιδορώ
λοιδορούμε	=	λοιδορώ
λοιδορούμουν	=	λοιδορώ
λοιδορούν	=	λοιδορώ
λοιδορούνε	=	λοιδορώ
λοιδορούνται	=	λοιδορώ
λοιδορούνταν	=	λοιδορώ
λοιδορούσα	=	λοιδορώ
λοιδορούσαμε	=	λοιδορώ
λοιδορούσαν	=	λοιδορώ
λοιδορούσανε	=	λοιδορώ
λοιδορούσασταν	=	λοιδορώ
λοιδορούσαστε	=	λοιδορώ
λοιδορούσατε	=	λοιδορώ
λοιδορούσε	=	λοιδορώ
λοιδορούσες	=	λοιδορώ
λοιδορούσουν	=	λοιδορώ
λοιδορώ	verb	χλευάζω, κοροϊδεύω προσβλητικά, περιγελώ/περιπαίζω, κακολογώ κάποιον
λοιδορώντας	=	λοιδορώ
λοιδόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιδόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοιδορώ
λοιμέ	noun	κλητική ενικού του λοιμός
λοιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιμικό
λοιμικέ	adj	κλητική ενικού του λοιμικός
λοιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιμική
λοιμική	noun	θανατηφόρα μεταδοτική αρρώστια, λοιμός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοιμικός
λοιμικής	adj	γενική ενικού του λοιμική
λοιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοιμικός
λοιμικού	adj	γενική ενικού του λοιμικός
λοιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λοιμικός
λοιμικό	adj	αιτιατική ενικού του λοιμικός	noun	ουσιαστικό από το επίθετο λοιμικός: λοιμοκαθαρτήριο
λοιμικός	adj	άλλη μορφή του λοιμώδης
λοιμικών	adj	γενική πληθυντικού του λοιμικός
λοιμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοιμός
λοιμογόνα	=	λοιμογόνος
λοιμογόνας	=	λοιμογόνος
λοιμογόνε	=	λοιμογόνος
λοιμογόνες	=	λοιμογόνος
λοιμογόνο	=	λοιμογόνος
λοιμογόνοι	=	λοιμογόνος
λοιμογόνος	adj	που συμβάλλει στη δημιουργία λοίμωξης, μολυσματικός
λοιμογόνου	=	λοιμογόνος
λοιμογόνους	=	λοιμογόνος
λοιμογόνων	=	λοιμογόνος
λοιμοκαθαρτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιμοκαθαρτήριο
λοιμοκαθαρτήριο	noun	ο χώρος κοντά σε λιμάνι για την υποδοχή και προσωρινή απομόνωση των ταξιδιωτών που έφταναν με πλοίο σε περίπτωση που είχε εκδηλωθεί επιδημία
λοιμοκαθαρτήριου	=	λοιμοκαθαρτήριο
λοιμοκαθαρτηρίου	noun	γενική ενικού του λοιμοκαθαρτήριο
λοιμοκαθαρτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του λοιμοκαθαρτήριο
λοιμού	noun	γενική ενικού του λοιμός
λοιμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λοιμός
λοιμωδών	adj	γενική πληθυντικού του λοιμώδης
λοιμωξιολογία	noun	η ειδικότητα ή η εξειδίκευση του λοιμωξιολόγου
λοιμωξιολογίας	noun	γενική ενικού του λοιμωξιολογία
λοιμωξιολογίες	=	λοιμωξιολογία
λοιμωξιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιμωξιολογικό
λοιμωξιολογικέ	adj	κλητική ενικού του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιμωξιολογική
λοιμωξιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογικής	adj	γενική ενικού του λοιμωξιολογική
λοιμωξιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογικού	adj	γενική ενικού του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογικός	adj	που έχει σχέση με τον λοιμωξιολόγο ή τη λοιμωξιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
λοιμωξιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του λοιμωξιολογικός
λοιμωξιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του λοιμωξιολογία
λοιμωξιολόγε	=	λοιμωξιολόγος
λοιμωξιολόγο	=	λοιμωξιολόγος
λοιμωξιολόγοι	=	λοιμωξιολόγος
λοιμωξιολόγος	noun	ιατρός (πνευμονολόγος, παθολόγος κ.λπ.) που έχει εξειδίκευση στις λοιμώξεις
λοιμωξιολόγου	=	λοιμωξιολόγος
λοιμωξιολόγους	=	λοιμωξιολόγος
λοιμωξιολόγων	=	λοιμωξιολόγος
λοιμό	adj	αιτιατική ενικού του λοιμός
λοιμός	noun	ονομασία κάθε επιδημίας που προέρχεται από γνωστή ή άγνωστη μολυσματική ασθένεια και συνήθως είναι θανατηφόρα
λοιμώδεις	=	λοιμώδης
λοιμώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λοιμώδης
λοιμώδη	=	λοιμώδης
λοιμώδης	adj	που προκαλεί λοιμό
λοιμώδους	=	λοιμώδης
λοιμών	noun	γενική πληθυντικού του λοιμός
λοιμώξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοίμωξη
λοιμώξεων	noun	γενική πληθυντικού του λοίμωξη
λοιπά	adv	παραλειπόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιπό
λοιπέ	adj	κλητική ενικού του λοιπός
λοιπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοιπή
λοιπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοιπός
λοιπής	adj	γενική ενικού του λοιπή
λοιποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοιπός
λοιπού	adj	γενική ενικού του λοιπός
λοιπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λοιπός
λοιπό	adj	αιτιατική ενικού του λοιπός
λοιπός	adj	ο υπολοιπόμενος μετά από αφαίρεση ή χωρισμό
λοιπών	adj	γενική πληθυντικού του λοιπός
λοκ	abbrev	στρατιωτική μονάδα καταδρομέων
λοκάντα	noun|dated	εστιατόριο, ταβέρνα, πανδοχείο, ξενοδοχείο
λοκάντας	noun	γενική ενικού του λοκάντα
λοκάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοκάντα
λοκαντιέρα	=	λοκαντιέρης
λοκαντιέρας	=	λοκαντιέρης
λοκαντιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοκαντιέρα
λοκαντιέρη	=	λοκαντιέρης
λοκαντιέρηδες	=	λοκαντιέρης
λοκαντιέρηδων	=	λοκαντιέρης
λοκαντιέρης	noun	ο ιδιοκτήτης πανδοχείου, ο διευθυντής του ή κάποιος υπάλληλος σ' αυτό
λοκατζή	=	λοκατζής
λοκατζήδες	=	λοκατζής
λοκατζήδων	=	λοκατζής
λοκατζής	noun	οπλίτης ή αξιωματικός που υπηρετεί στα ΛΟΚ
λοκμά	=	λοκμάς
λοκμάδες	=	λοκμάς
λοκμάδων	=	λοκμάς
λοκμάς	noun|dated	άλλη μορφή του λουκουμάς
λοκντάουν	noun	περιορισμός ανθρώπων στο χώρο που διαβιούν ή εργάζονται, ή αποκλεισμός της πρόσβασης σε αυτόν τον χώρο για λόγους ασφαλείας, εξαιτίας ταραχών, πανδημίας κ.λπ.
λολ	noun	το παιχνίδι League of Legends	intj	γελάω δυνατά, βρίσκω κάτι πολύ αστείο
λολάκι	noun	υποκοριστικό του λολ
λολίτα	noun	νεαρό κορίτσι που σκανδαλίζει, είναι επιθυμητό (ιδιαίτερα από άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας) και δραστήριο σεξουαλικά
λολίτας	=	λολίτα
λολίτες	=	λολίτα
λολιτών	=	λολίτα
λομβαρδέ	=	λομβαρδός
λομβαρδιανά	noun	γλώσσα που ομιλείται στη Λομβαρδία της Ιταλίας
λομβαρδιανών	=	λομβαρδιανά
λομβαρδικά	noun	η διάλεκτος που μιλιέται στη Λομβαρδία (βόρεια Ιταλία) και μερικές γειτονικές περιοχές
λομβαρδικών	=	λομβαρδικά
λομβαρδοί	=	λομβαρδός
λομβαρδού	=	λομβαρδός
λομβαρδούς	=	λομβαρδός
λομβαρδό	=	λομβαρδός
λομβαρδός	noun	μέλος γερμανικής φυλής που κατέκτησε τμήμα της Ιταλίας γύρω στο 570 μ.Χ. αιώνα και αναμείχθηκε με τους ντόπιους
λομβαρδών	=	λομβαρδός
λομπάρδα	noun	άλλη μορφή του μπομπάρδα στη σημασία λιθοβόλο κανόνι του μεσαίωνα
λομπάρδας	=	λομπάρδα
λομπάρδες	=	λομπάρδα
λομπίστα	=	λομπίστας
λομπίστας	noun	άτομο που δρα για λογαριασμό μιας ομάδας πίεσης, για ένα λόμπι
λομπίστες	=	λομπίστας
λομπιστών	=	λομπίστας
λονδρέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λονδρέζικο
λονδρέζικε	adj	κλητική ενικού του λονδρέζικος
λονδρέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λονδρέζικη
λονδρέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λονδρέζικος
λονδρέζικης	adj	γενική ενικού του λονδρέζικη
λονδρέζικο	adj	αιτιατική ενικού του λονδρέζικος
λονδρέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λονδρέζικος
λονδρέζικος	adj	που αναφέρεται στο Λονδίνο και/ή τους κατοίκους του
λονδρέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λονδρέζικος
λονδρέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λονδρέζικος
λονδρέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λονδρέζικος
λοξά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξό	adv	με λοξό τρόπο, πλάγια
λοξέ	adj	κλητική ενικού του λοξός
λοξέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λόξεμα
λοξέματος	noun	γενική ενικού του λόξεμα
λοξές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξή
λοξέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψαν	=	λοξεύω
λοξέψανε	=	λοξεύω
λοξέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λοξή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοξός
λοξής	adj	γενική ενικού του λοξή
λοξία	=	λοξίας
λοξίας	noun	προσωνυμία του θεού Απόλλωνα εξαιτίς των "λοξών" χρησμών του
λοξίγκων	=	λόξιγκας
λοξίες	=	λοξίας
λοξεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λόξεμα
λοξεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξεμένο
λοξεμένε	verb	κλητική ενικού του λοξεμένος
λοξεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξεμένη
λοξεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοξεμένος
λοξεμένης	verb	γενική ενικού του λοξεμένη
λοξεμένο	verb	αιτιατική ενικού του λοξεμένος
λοξεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοξεμένος
λοξεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λοξεύω
λοξεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λοξεμένος
λοξεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λοξεμένος
λοξεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λοξεμένος
λοξευμάτων	=	λόξευμα
λοξεύαμε	=	λοξεύω
λοξεύαν	=	λοξεύω
λοξεύανε	=	λοξεύω
λοξεύατε	=	λοξεύω
λοξεύει	=	λοξεύω
λοξεύεις	=	λοξεύω
λοξεύετε	=	λοξεύω
λοξεύματα	=	λόξευμα
λοξεύματος	=	λόξευμα
λοξεύοντας	=	λοξεύω
λοξεύουμε	=	λοξεύω
λοξεύουν	=	λοξεύω
λοξεύουνε	=	λοξεύω
λοξεύω	verb	κάνω κάτι λοξό
λοξιών	=	λοξίας
λοξοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοξός
λοξοδρομήματα	=	λοξοδρόμημα
λοξοδρομήματος	=	λοξοδρόμημα
λοξοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξοδρόμηση
λοξοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήσεων	=	λοξοδρόμηση
λοξοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρομία	noun	πλεύση σκάφους που διατηρεί σταθερή κατεύθυνση πυξίδας, που τέμνει τους μεσημβρινούς στην ίδια γωνία
λοξοδρομίας	=	λοξοδρομία
λοξοδρομίες	=	λοξοδρομία
λοξοδρομίσματα	=	λοξοδρόμισμα
λοξοδρομίσματος	=	λοξοδρόμισμα
λοξοδρομημάτων	=	λοξοδρόμημα
λοξοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξοδρομικό
λοξοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του λοξοδρομικός
λοξοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξοδρομική
λοξοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λοξοδρομικός
λοξοδρομικής	adj	γενική ενικού του λοξοδρομική
λοξοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοξοδρομικός
λοξοδρομικού	adj	γενική ενικού του λοξοδρομικός
λοξοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λοξοδρομικός
λοξοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του λοξοδρομικός
λοξοδρομικός	adj	που έχει σχέση με λοξοδρομία ή λοξοδρόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
λοξοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του λοξοδρομικός
λοξοδρομισμάτων	=	λοξοδρόμισμα
λοξοδρομιών	=	λοξοδρομία
λοξοδρομώ	verb	στρίβω λοξά και βγαίνω από την πορεία μου
λοξοδρόμημα	noun	διαδρομή διαφορετική από την ευθεία, λοξή διαδρομή, μακρύτερο από την ευθεία
λοξοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοδρομώ
λοξοδρόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λοξοδρομώ
λοξοδρόμησης	=	λοξοδρόμηση
λοξοδρόμισμα	noun	άλλη μορφή του λοξοδρόμηση
λοξοειδές	=	λοξοειδής
λοξοειδή	=	λοξοειδής
λοξοειδής	adj|archaic	που μοιάζει με λοξό
λοξοειδείς	=	λοξοειδής
λοξοειδούς	=	λοξοειδής
λοξοειδών	=	λοξοειδής
λοξοειδώς	adv|archaic	με λοξοειδή τρόπο
λοξοκοίταζα	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταζαν	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταζε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταζες	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοίταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζαμε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζαν	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζανε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζατε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζει	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζεις	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζετε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζοντας	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζουμε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζουν	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζουνε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάζω	verb	κοιτάζω λοξά, πλάγια
λοξοκοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξαν	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξανε	=	λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξοκοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λοξοκοιτάζω
λοξονούσης	adj|literary	ο λοξός, ο τρελός
λοξοτήτων	=	λοξότητα
λοξοτμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξότμηση
λοξοτμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λοξότμηση
λοξοτμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λοξότμηση
λοξοτομές	=	λοξοτομή
λοξοτομή	noun	πλάγια τομή, κοπή υπό κλίση γωνία, φαλτσάρισμα
λοξοτομής	=	λοξοτομή
λοξοτομημένα	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένε	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένες	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένη	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένης	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένο	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένοι	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένος	adj	που έχει λοξοτομηθεί, έχει υποστεί λοξοτομή
λοξοτομημένου	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένους	=	λοξοτομημένος
λοξοτομημένων	=	λοξοτομημένος
λοξοτομών	=	λοξοτομή
λοξού	adj	γενική ενικού του λοξός
λοξούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λοξός
λοξό	adj	αιτιατική ενικού του λοξός
λοξός	adj	ο μη ευθύς	noun	ιδιόρρυθμος, παράξενος, ανισόρροπος
λοξότερα	=	λοξός
λοξότερε	=	λοξός
λοξότερες	=	λοξός
λοξότερη	=	λοξός
λοξότερης	=	λοξός
λοξότερο	=	λοξός
λοξότεροι	=	λοξός
λοξότερος	=	λοξός
λοξότερου	=	λοξός
λοξότερους	=	λοξός
λοξότερων	=	λοξός
λοξότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι λοξό(ς), η ιδιότητα του λοξού
λοξότητας	noun	γενική ενικού του λοξότητα
λοξότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοξότητα
λοξότμηση	noun	άλλη μορφή του λοξοτομή
λοξότμησης	noun	γενική ενικού του λοξότμηση
λοξύγγων	=	λόξυγγας
λοξύγκων	=	λόξυγκας
λοξών	adj	γενική πληθυντικού του λοξός
λοξώς	adv|formal	λοξά
λοπάς	noun	είδος πιάτου
λορένσιο	=	λωρένσιο
λορδώσεις	=	λόρδωση
λορδώσεων	=	λόρδωση
λοσιόν	noun	υγρό παρασκεύασμα, συχνά με άρωμα ή και οινόπνευμα, το οποίο χρησιμοποιείται για τη φροντίδα του δέρματος ή των μαλλιών
λοστάρι	noun	ο λοστός
λοστάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοστάρι
λοστέ	noun	κλητική ενικού του λοστός
λοσταριού	=	λοστάρι
λοσταριών	=	λοστάρι
λοστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοστός
λοστού	noun	γενική ενικού του λοστός
λοστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λοστός
λοστρόμε	noun	κλητική ενικού του λοστρόμος
λοστρόμο	noun	αιτιατική ενικού του λοστρόμος
λοστρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοστρόμος
λοστρόμος	noun	ο επικεφαλής του κατώτερου πληρώματος ενός πλοίου, αυτός που επιβλέπει όλες τις απαραίτητες εργασίες
λοστρόμου	noun	γενική ενικού του λοστρόμος
λοστρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λοστρόμος
λοστρόμων	noun	γενική πληθυντικού του λοστρόμος
λοστό	noun	αιτιατική ενικού του λοστός
λοστός	noun	ο σιδερένιος μοχλός, το εργαλείο για τη μετακίνηση βαριών αντικειμένων
λοστών	noun	γενική πληθυντικού του λοστός
λοταρία	noun	είδος τυχερού παιχνιδιού, στο οποίο ο νικητής προκύπτει μετά από κλήρωση προαριθμημένων λαχνών
λοταρίας	noun	γενική ενικού του λοταρία
λοταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοταρία
λοταριατζή	=	λοταριατζής
λοταριατζήδες	=	λοταριατζής
λοταριατζήδων	=	λοταριατζής
λοταριατζής	noun	αυτός που οργανώνει μια λοταρία (προκειμένου να ωφεληθεί πρωτίστως ο ίδιος)
λοταριών	noun	γενική πληθυντικού του λοταρία
λουίζα	noun	θαμνώδες αρωματικό φυτό, που τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία
λουίζας	noun	γενική ενικού του λουίζα
λουίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουίζα
λουβάδα	noun	άλλη γραφή του λειβάδα
λουβάδας	=	λουβάδα
λουβάδες	=	λουβάδα
λουβάδων	=	λουβάδα
λουβί	noun	το περικάρπιο, η θήκη των σπόρων (σποροθήκη) των οσπρίων και άλλων φυτών
λουβιά	noun	πιάτο, φαγητό από φασόλια μαυρομάτικα
λουβιάρη	=	λουβιάρης
λουβιάρηδες	=	λουβιάρης
λουβιάρηδων	=	λουβιάρης
λουβιάρης	noun	ο λεπρός
λουβιού	=	λουβί
λουβιών	=	λουβί
λουβών	=	λούβα
λουγκρών	=	λούγκρα
λουδισμέ	=	λουδισμός
λουδισμοί	=	λουδισμός
λουδισμού	=	λουδισμός
λουδισμούς	=	λουδισμός
λουδισμό	=	λουδισμός
λουδισμός	noun	κίνημα που ξεκίνησε τον 19o αιώνα στην Αγγλία, από υφαντουργούς οι οποίοι εξεγέρθηκαν κατά των νεοκατασκευασθέντων μηχανημάτων κατά την βιομηχανική επανάσταση
λουδισμών	=	λουδισμός
λουδιτισμός	=	λουδισμός
λουδοβίκεια	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειας	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειε	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειες	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειο	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειοι	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειος	adj	που έχει σχέση με Λουδοβίκο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λουδοβίκειου	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειους	=	λουδοβίκειος
λουδοβίκειων	=	λουδοβίκειος
λουζόμασταν	=	λούζω
λουζόμαστε	=	λούζω
λουζόμουν	=	λούζομαι
λουζόμουνα	=	λούζω
λουζόντουσαν	=	λούζω
λουζόσασταν	=	λούζω
λουζόσαστε	=	λούζω
λουζόσουν	=	λούζω
λουζόσουνα	=	λούζω
λουζόταν	=	λούζω
λουζότανε	=	λούζω
λουθηρανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανό
λουθηρανέ	adj	κλητική ενικού του λουθηρανός
λουθηρανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανή
λουθηρανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουθηρανός
λουθηρανής	adj	γενική ενικού του λουθηρανή
λουθηρανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανικό
λουθηρανικέ	adj	κλητική ενικού του λουθηρανικός
λουθηρανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανική
λουθηρανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουθηρανικός
λουθηρανικής	adj	γενική ενικού του λουθηρανική
λουθηρανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανικός
λουθηρανικού	adj	γενική ενικού του λουθηρανικός
λουθηρανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λουθηρανικός
λουθηρανικό	adj	αιτιατική ενικού του λουθηρανικός
λουθηρανικός	adj	σχετικός με τους λουθηρανούς και το δόγμα του λουθηρανισμού
λουθηρανικών	adj	γενική πληθυντικού του λουθηρανικός
λουθηρανισμέ	noun	κλητική ενικού του λουθηρανισμός
λουθηρανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανισμός
λουθηρανισμού	noun	γενική ενικού του λουθηρανισμός
λουθηρανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λουθηρανισμός
λουθηρανισμό	noun	αιτιατική ενικού του λουθηρανισμός
λουθηρανισμός	noun	μεταρρυθμιστικό προτεσταντικό θεολογικό κίνημα που ξεκίνησε από τον Λούθηρο τον 16ο αιώνα
λουθηρανισμών	noun	γενική πληθυντικού του λουθηρανισμός
λουθηρανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουθηρανός
λουθηρανού	adj	γενική ενικού του λουθηρανός
λουθηρανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λουθηρανός
λουθηρανό	adj	αιτιατική ενικού του λουθηρανός
λουθηρανός	adj	ο πιστός του Λουθηρανισμού
λουθηρανών	adj	γενική πληθυντικού του λουθηρανός
λουκάνικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκάνικο
λουκάνικο	noun	φαγώσιμο από χοιρινό ή βοδινό κρέας, ψιλοκομμένο και γεμισμένο με καρυκεύματα, σε σχήμα κυλινδρικό
λουκάνικου	noun	γενική ενικού του λουκάνικο
λουκάνικων	noun	γενική πληθυντικού του λουκάνικο
λουκέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκέτο
λουκέτο	noun	είδος κλειδαριάς με ημικυκλικό στέλεχος που αγκυρώνεται στο κυρίως σώμα με κλειδιά ή άλλο τρόπο, την οποία μπορούμε να μεταφέρουμε, για να ασφαλίσουμε διάφορα αντικείμενα
λουκέτου	noun	γενική ενικού του λουκέτο
λουκέτων	noun	γενική πληθυντικού του λουκέτο
λουκανικάκι	noun	υποκοριστικό του λουκάνικο
λουκανικάκια	=	λουκανικάκι
λουκανικάρα	noun	μεγεθυντικό του λουκάνικο
λουκανικάρας	=	λουκανικάρα
λουκανικάρες	=	λουκανικάρα
λουκανικοπιτάκι	noun	μικρή λουκανικόπιτα
λουκανικοπιτάκια	=	λουκανικοπιτάκι
λουκανικοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του λουκανικόπιτα
λουκανικόπιτα	noun	πίτα με γέμιση λουκάνικο
λουκανικόπιτας	noun	γενική ενικού του λουκανικόπιτα
λουκανικόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκανικόπιτα
λουκανικόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά λουκάνικα
λουκανικόσουπας	noun	γενική ενικού του λουκανικόσουπα
λουκανικόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκανικόσουπα
λουκετάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκετάδικο
λουκιού	=	λούκι
λουκιών	=	λούκι
λουκουμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λουκουμάς
λουκουμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκουμάς
λουκουμάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκουμάδικο
λουκουμάδων	noun	γενική πληθυντικού του λουκουμάς
λουκουμάκι	noun	υποκοριστικό του λουκούμι
λουκουμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκουμάκι
λουκουμάς	noun	γλύκισμα από ζύμη που τηγανίζεται και σερβίρεται περιχυμένο με μέλι ή πασπαλισμένο με ζάχαρη
λουκουματζή	=	λουκουματζής
λουκουματζήδες	=	λουκουματζής
λουκουματζήδων	=	λουκουματζής
λουκουματζής	noun	αυτός που παρασκευάζει ή/και πουλάει λουκουμάδες
λουκουματζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκουματζίδικο
λουκουματζίδικο	noun	το κατάστημα όπου παρασκευάζονται ή/και σερβίρονται λουκουμάδες
λουκουματζίδικου	noun	γενική ενικού του λουκουματζίδικο
λουκουματζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του λουκουματζίδικο
λουκουμιού	=	λουκούμι
λουκουμιών	=	λουκούμι
λουκουμτζή	=	λουκουμτζής
λουκουμτζήδες	=	λουκουμτζής
λουκουμτζήδων	=	λουκουμτζής
λουκουμτζής	noun	άτομο που παρασκευάζει ή πουλάει λουκούμια
λουκουμόσκονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκουμόσκονη
λουκούλλεια	=	λουκούλλειος
λουκούλλειας	=	λουκούλλειος
λουκούλλειε	=	λουκούλλειος
λουκούλλειες	=	λουκούλλειος
λουκούλλειο	=	λουκούλλειος
λουκούλλειοι	=	λουκούλλειος
λουκούλλειος	adj	χαρακτηρισμός γεύματος ως πολυτελούς, εξαιρετικής ποιότητας και μεγάλης ποσότητας
λουκούλλειου	=	λουκούλλειος
λουκούλλειους	=	λουκούλλειος
λουκούλλειων	=	λουκούλλειος
λουκούμι	noun	παραδοσιακό γλύκισμα της τούρκικης κουζίνας που σερβίρεται σε μικρά κομμάτια κυβικού σχήματος
λουκούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουκούμι
λουλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λουλάς
λουλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλάς
λουλάδων	noun	γενική πληθυντικού του λουλάς
λουλάκι	noun	ουσία με βαθύ γαλάζιο χρώμα, που τη χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στο πλύσιμο των ρούχων, για να δίνει στα λευκά λάμψη
λουλάκια	=	λουλάκι
λουλάκιαζα	=	λουλακιάζω
λουλάκιαζαν	=	λουλακιάζω
λουλάκιαζε	=	λουλακιάζω
λουλάκιαζες	=	λουλακιάζω
λουλάκιασα	=	λουλακιάζω
λουλάκιασαν	=	λουλακιάζω
λουλάκιασε	=	λουλακιάζω
λουλάκιασες	=	λουλακιάζω
λουλάκιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λουλιακιάζω
λουλάς	noun	η εστία του ναργιλέ, όπου τοποθετείται χαρμάνι καπνού και κάρβουνα
λουλαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλαδάκι
λουλακάτος	adj|rare	άλλη μορφή του λουλακής
λουλακή	=	λουλακής
λουλακής	adj	που έχει το χρώμα του λουλακιού, βαθύς γαλάζιος
λουλακί	noun	το χρώμα του λουλακιού, το βαθύ γαλάζιο, το ανοιχτό μπλε	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λουλακής
λουλακιά	=	λουλακής
λουλακιάζαμε	=	λουλακιάζω
λουλακιάζαν	=	λουλακιάζω
λουλακιάζανε	=	λουλακιάζω
λουλακιάζατε	=	λουλακιάζω
λουλακιάζει	=	λουλακιάζω
λουλακιάζεις	=	λουλακιάζω
λουλακιάζεσαι	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάζεστε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάζεται	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάζετε	=	λουλακιάζω
λουλακιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λουλακιάζω
λουλακιάζονται	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάζονταν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάζοντας	=	λουλακιάζω
λουλακιάζου	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάζουμε	=	λουλακιάζω
λουλακιάζουν	=	λουλακιάζω
λουλακιάζουνε	=	λουλακιάζω
λουλακιάζω	verb|dated	χρησιμοποιώ λουλάκι κατά τη διαδικασία πλυσίματος ρούχων, προκειμένου να λάμψουν
λουλακιάς	=	λουλακής
λουλακιάσαμε	=	λουλακιάζω
λουλακιάσαν	=	λουλακιάζω
λουλακιάσανε	=	λουλακιάζω
λουλακιάσατε	=	λουλακιάζω
λουλακιάσει	=	λουλακιάζω
λουλακιάσματα	=	λουλάκιασμα
λουλακιάσματος	=	λουλάκιασμα
λουλακιάσου	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάστε	=	λουλακιάζω
λουλακιάστηκα	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάστηκαν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάστηκε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιάστηκες	=	λουλακιάζομαι
λουλακιές	=	λουλακής
λουλακιαζόμασταν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόμαστε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόμουν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόμουνα	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόντουσαν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόσασταν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόσαστε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόσουν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόσουνα	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζόταν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαζότανε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιασμάτων	=	λουλάκιασμα
λουλακιασμένος	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαστήκαμε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαστήκαν	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαστήκανε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαστήκατε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαστεί	=	λουλακιάζομαι
λουλακιαστείτε	=	λουλακιάζομαι
λουλακιοί	=	λουλακής
λουλακιού	=	λουλακής
λουλακιούς	=	λουλακής
λουλακιών	=	λουλακής
λουλουδά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λουλουδάς
λουλουδάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδάς
λουλουδάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδάδικο
λουλουδάδικο	noun	το (υπαίθριο) ανθοπωλείο
λουλουδάδικου	noun	γενική ενικού του λουλουδάδικο
λουλουδάδικων	noun	γενική πληθυντικού του λουλουδάδικο
λουλουδάδων	noun	γενική πληθυντικού του λουλουδάς
λουλουδάκι	noun	υποκοριστικό του λουλούδι
λουλουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδάκι
λουλουδάς	noun	ο ανθοπώλης
λουλουδάτα	=	λουλουδάτος
λουλουδάτε	=	λουλουδάτος
λουλουδάτες	=	λουλουδάτος
λουλουδάτη	=	λουλουδάτος
λουλουδάτης	=	λουλουδάτος
λουλουδάτο	=	λουλουδάτος
λουλουδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουλουδάτος
λουλουδάτος	adj	διακοσμημένος με εικόνες λουλουδιών
λουλουδάτου	=	λουλουδάτος
λουλουδάτους	=	λουλουδάτος
λουλουδάτων	=	λουλουδάτος
λουλουδένια	=	λουλουδένιος
λουλουδένιας	=	λουλουδένιος
λουλουδένιε	=	λουλουδένιος
λουλουδένιες	=	λουλουδένιος
λουλουδένιο	=	λουλουδένιος
λουλουδένιοι	=	λουλουδένιος
λουλουδένιος	adj	που φτιάχνεται από λουλούδια
λουλουδένιου	=	λουλουδένιος
λουλουδένιους	=	λουλουδένιος
λουλουδένιων	=	λουλουδένιος
λουλουδίζαμε	=	λουλουδίζω
λουλουδίζαν	=	λουλουδίζω
λουλουδίζανε	=	λουλουδίζω
λουλουδίζατε	=	λουλουδίζω
λουλουδίζει	=	λουλουδίζω
λουλουδίζεις	=	λουλουδίζω
λουλουδίζετε	=	λουλουδίζω
λουλουδίζοντας	=	λουλουδίζω
λουλουδίζουμε	=	λουλουδίζω
λουλουδίζουν	=	λουλουδίζω
λουλουδίζουνε	=	λουλουδίζω
λουλουδίζω	verb	ανθίζω, βγάζω λουλούδια
λουλουδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσαν	=	λουλουδίζω
λουλουδίσανε	=	λουλουδίζω
λουλουδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδισμα
λουλουδίσματος	noun	γενική ενικού του λουλούδισμα
λουλουδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλουδιάζαμε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζαν	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζανε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζατε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζει	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζεις	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζετε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζοντας	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζουμε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζουν	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζουνε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάζω	verb	άλλη μορφή του λουλουδίζω
λουλουδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσαν	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάσανε	=	λουλουδιάζω
λουλουδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδιασμα
λουλουδιάσματος	=	λουλούδιασμα
λουλουδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλουδιέρα	noun	τμήμα εξώστη ή μπαλκονιού με υποδοχή για λουλούδια
λουλουδιέρας	=	λουλουδιέρα
λουλουδιέρες	=	λουλουδιέρα
λουλουδιασμάτων	=	λουλούδιασμα
λουλουδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδιασμένο
λουλουδιασμένε	verb	κλητική ενικού του λουλουδιασμένος
λουλουδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδιασμένη
λουλουδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουλουδιασμένος
λουλουδιασμένης	verb	γενική ενικού του λουλουδιασμένη
λουλουδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λουλουδιασμένος
λουλουδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουλουδιασμένος
λουλουδιασμένος	verb	γεμάτος με λουλούδια
λουλουδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουλουδιασμένος
λουλουδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λουλουδιασμένος
λουλουδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουλουδιασμένος
λουλουδικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδικό
λουλουδικού	noun	γενική ενικού του λουλουδικό
λουλουδικό	noun	το μπουκέτο από λουλούδια
λουλουδικών	noun	γενική πληθυντικού του λουλουδικό
λουλουδιού	noun	γενική ενικού του λουλούδι
λουλουδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λουλούδισμα
λουλουδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδισμένο
λουλουδισμένε	verb	κλητική ενικού του λουλουδισμένος
λουλουδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδισμένη
λουλουδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουλουδισμένος
λουλουδισμένης	verb	γενική ενικού του λουλουδισμένη
λουλουδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λουλουδισμένος
λουλουδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουλουδισμένος
λουλουδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λουλουδίζω
λουλουδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουλουδισμένος
λουλουδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λουλουδισμένος
λουλουδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουλουδισμένος
λουλουδιστά	adj	ανθισμένα
λουλουδιστέ	adj	κλητική ενικού του λουλουδιστός
λουλουδιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδιστή
λουλουδιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουλουδιστός
λουλουδιστής	adj	γενική ενικού του λουλουδιστή
λουλουδιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουλουδιστός
λουλουδιστού	adj	γενική ενικού του λουλουδιστός
λουλουδιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λουλουδιστός
λουλουδιστό	adj	αιτιατική ενικού του λουλουδιστός
λουλουδιστός	adj	ανθισμένος
λουλουδιστών	adj	γενική πληθυντικού του λουλουδιστός
λουλουδιών	noun	γενική πληθυντικού του λουλούδι
λουλουδού	noun	θηλυκό του λουλουδάς: η ανθοπώλισσα
λουλουδούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλουδού
λουλουδούδων	=	λουλουδού
λουλουδούς	=	λουλουδού
λουλούδι	noun	το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
λουλούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδι
λουλούδιαζα	=	λουλουδιάζω
λουλούδιαζαν	=	λουλουδιάζω
λουλούδιαζε	=	λουλουδιάζω
λουλούδιαζες	=	λουλουδιάζω
λουλούδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλούδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλούδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλούδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδιάζω
λουλούδιασμα	noun	βλέπε λουλούδισμα
λουλούδιζα	=	λουλουδίζω
λουλούδιζαν	=	λουλουδίζω
λουλούδιζε	=	λουλουδίζω
λουλούδιζες	=	λουλουδίζω
λουλούδινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδινο
λουλούδινε	adj	κλητική ενικού του λουλούδινος
λουλούδινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουλούδινη
λουλούδινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουλούδινος
λουλούδινης	adj	γενική ενικού του λουλούδινη
λουλούδινο	adj	αιτιατική ενικού του λουλούδινος
λουλούδινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουλούδινος
λουλούδινος	adj	άλλη μορφή του λουλουδένιος
λουλούδινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουλούδινος
λουλούδινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λουλούδινος
λουλούδινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουλούδινος
λουλούδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλούδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλούδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλούδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουλουδίζω
λουλούδισμα	noun	η άνθηση (των φυτών)
λουμίνι	noun	μικρό φιτίλι για καντήλι
λουμίνια	=	λουμίνι
λουμίνιο	=	λουμίνι
λουμακιά	noun	μικρή λειβάδα
λουμακιάς	=	λουμακιά
λουμακιές	=	λουμακιά
λουμακιών	=	λουμακιά
λουμινιού	=	λουμίνι
λουμινιών	=	λουμίνι
λουμπάγκο	noun	η οσφυαλγία
λουμπάρδα	noun|dated	κανόνι
λουμπάρδας	noun	γενική ενικού του λουμπάρδα
λουμπάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουμπάρδα
λουμπίνα	noun|vulgar	παθητικός ομοφυλόφιλος
λουμπίνας	noun	γενική ενικού του λουμπίνα
λουμπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουμπίνα
λουμπαρδών	noun	γενική πληθυντικού του λουμπάρδα
λουμπινιά	noun|vulgar	πουστιά
λουμπινιάς	=	λουμπινιά
λουμπινιές	=	λουμπινιά
λουμπινιών	=	λουμπινιά
λουξ	noun|dated	είδος φωτιστικού (που καίει πετρέλαιο ή άλλο υλικό)	adj	πολυτελής
λουξεμβουργιανά	noun	η μία από τις τρεις επίσημες (από το 1984) γλώσσες του Λουξεμβούργου (οι άλλες δύο είναι τα γαλλικά και τα γερμανικά).
λουξεμβουργιανών	=	λουξεμβουργιανά
λουπάρω	verb	ζουμάρω - κοιτάζω με φακό - λούπα τυπογράφου
λουράκι	noun	υποκοριστικό του λουρί
λουράκια	=	λουράκι
λουρί	noun	μακρύ και στενό (σε σχήμα ταινίας) αντικείμενο από δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που χρησιμοποιείται
λουρίδα	noun	λωρίδα, στενόμακρη περιοχή ή τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου
λουρίδας	=	λουρίδα
λουρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουρίδα
λουρίδων	=	λουρίδα
λουρίτες	=	λουρίτης
λουρίτη	=	λουρίτης
λουρίτης	noun	ο σαπίτης
λουριά	=	λουρί
λουριδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λουριδωτός	adv	με λουριδωτό τρόπο, σε λουρίδςς
λουριδωτέ	adj	κλητική ενικού του λουριδωτός
λουριδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουριδωτή
λουριδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουριδωτός
λουριδωτής	adj	γενική ενικού του λουριδωτή
λουριδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουριδωτός
λουριδωτού	adj	γενική ενικού του λουριδωτός
λουριδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λουριδωτός
λουριδωτό	adj	αιτιατική ενικού του λουριδωτός
λουριδωτός	adj	που είναι χωρισμένος σε λουρίδες
λουριδωτών	adj	γενική πληθυντικού του λουριδωτός
λουριού	=	λουρί
λουριτών	=	λουρίτης
λουριών	=	λουρί
λουρπάρδα	=	λουμπάρδα
λουσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λουσαρίζω / λουσάρω, το πολυτελές ντύσιμο
λουσάρω	verb|rare	ντύνω κάποιον με λούσο και κομψότητα
λουσάτα	=	λουσάτος
λουσάτε	=	λουσάτος
λουσάτες	=	λουσάτος
λουσάτη	=	λουσάτος
λουσάτης	=	λουσάτος
λουσάτο	=	λουσάτος
λουσάτοι	=	λουσάτος
λουσάτος	adj	που είναι ντυμένος με λούσο
λουσάτου	=	λουσάτος
λουσάτους	=	λουσάτος
λουσάτων	=	λουσάτος
λουσέρνα	noun|dated	λυχνάρι λαδιού
λουσέρνας	=	λουσέρνα
λουσέρνες	=	λουσέρνα
λουσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούσιμο
λουσίματος	noun	γενική ενικού του λούσιμο
λουσαρίζω	verb|rare	άλλη μορφή του λουσάρω
λουσαρίσματα	=	λουσάρισμα
λουσαρίσματος	=	λουσάρισμα
λουσαρισμάτων	=	λουσάρισμα
λουσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουσαρισμένο
λουσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λουσαρισμένος
λουσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουσαρισμένη
λουσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουσαρισμένος
λουσαρισμένης	verb	γενική ενικού του λουσαρισμένη
λουσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λουσαρισμένος
λουσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουσαρισμένος
λουσαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λουσαρίζω
λουσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουσαρισμένος
λουσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λουσαρισμένος
λουσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουσαρισμένος
λουσερνών	=	λουσέρνα
λουσιμάτων	=	λούσιμο
λουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουσμένο
λουσμένε	verb	κλητική ενικού του λουσμένος
λουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουσμένη
λουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουσμένος
λουσμένης	verb	γενική ενικού του λουσμένη
λουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του λουσμένος
λουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουσμένος
λουσμένος	verb	που έχει λούσει τα μαλλιά του
λουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουσμένος
λουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λουσμένος
λουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουσμένος
λουσού	noun	αυτή που της αρέσουν τα λούσα
λουσούδες	=	λουσού
λουσούδων	=	λουσού
λουσούς	=	λουσού
λουστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστήκαν	=	λούζω
λουστήκανε	=	λούζω
λουστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστικά	noun	τα χρήματα που απαιτούνται για να πλυθεί κάποιος σε δημόσια λουτρά
λουστικών	=	λουστικά
λουστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουστούνε	=	λούζω
λουστράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουστράδικο
λουστράκο	=	λουστράκος
λουστράκοι	=	λουστράκος
λουστράκος	noun	μικρός λούστρος
λουστράκου	=	λουστράκος
λουστράκους	=	λουστράκος
λουστράκων	=	λουστράκος
λουστράρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λουστράρω
λουστράρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λουστράρω
λουστράρω	verb	γυαλίζω μια επιφάνεια καλύπτοντάς την με λούστρο
λουστρίνι	noun	δέρμα με επίστρωση ειδικού γυαλιστερού βερνικιού, ώστε να μην ξεβάφει για να μην χρειάζεται συχνό βάψιμο
λουστρίνια	=	λουστρίνι
λουστραδόρε	=	λουστραδόρος
λουστραδόρο	=	λουστραδόρος
λουστραδόροι	=	λουστραδόρος
λουστραδόρος	noun	τεχνίτης που λουστράρει έπιπλα
λουστραδόρου	=	λουστραδόρος
λουστραδόρους	=	λουστραδόρος
λουστραδόρων	=	λουστραδόρος
λουστραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουστράρισμα
λουστραρίσματος	noun	γενική ενικού του λουστράρισμα
λουστραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λουστράρισμα
λουστραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουστραρισμένο
λουστραρισμένε	verb	κλητική ενικού του λουστραρισμένος
λουστραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουστραρισμένη
λουστραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουστραρισμένος
λουστραρισμένης	verb	γενική ενικού του λουστραρισμένη
λουστραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λουστραρισμένος
λουστραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουστραρισμένος
λουστραρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λουστράρω
λουστραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουστραρισμένος
λουστραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λουστραρισμένος
λουστραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουστραρισμένος
λουστρινάκι	noun	υποκοριστικό του λουστρίνι
λουστρινάκια	=	λουστρινάκι
λουστρινιού	=	λουστρίνι
λουστρινιών	=	λουστρίνι
λουστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λουτέτιο	=	λουτήτιο
λουτέτσιο	=	λουτήτιο
λουτήρα	=	λουτήρας
λουτήρας	noun	μεγάλο δοχείο ή άλλου είδους κατασκευή, που χρησιμοποιείται για λούσιμο
λουτήρες	=	λουτήρας
λουτήρων	=	λουτήρας
λουτήτιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 71 και χημικό σύμβολο το Lu
λουτζ	noun	αγωνιστικό έλκηθρο για ένα ή δύο άτομα με τον αναβάτη ή τους αναβάτες να είναι ξαπλωμένοι ανάσκελα
λουτητίου	=	λουτήτιο
λουτρ	noun	γούνα από δέρμα βίδρας
λουτρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουτρό
λουτράρη	noun	λουτράρης, στη γενική του ενικού
λουτράρηδες	noun	λουτράρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
λουτράρηδων	noun	γενική πληθυντικού του λουτράρης
λουτράρης	noun|dated	αυτός που εργάζεται σε δημόσια λουτρά ή είναι ιδιοκτήτης τέτοιας επιχείρησης
λουτράρισσα	=	λουτράρης
λουτράρισσας	noun	γενική ενικού του λουτράρισσα
λουτράρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουτράρισσα
λουτρακιώτικα	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικε	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικες	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικη	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικης	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικο	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικοι	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικος	adj	ο σχετικός με το Λουτράκι ή τους κατοίκους του
λουτρακιώτικου	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικους	=	λουτρακιώτικος
λουτρακιώτικων	=	λουτρακιώτικος
λουτραρισσών	noun	γενική πληθυντικού του λουτράρισσα
λουτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουτρικό
λουτρικέ	adj	κλητική ενικού του λουτρικός
λουτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουτρική
λουτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουτρικός
λουτρικής	adj	γενική ενικού του λουτρική
λουτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουτρικός
λουτρικού	adj	γενική ενικού του λουτρικός
λουτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λουτρικός
λουτρικό	adj	αιτιατική ενικού του λουτρικός
λουτρικός	adj	που έχει σχέση με λουτρό ή λουτρά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
λουτρικών	adj	γενική πληθυντικού του λουτρικός
λουτροθεραπεία	noun	θεραπευτική χρήση λουτρών ιαματικών νερών
λουτροθεραπείας	noun	γενική ενικού του λουτροθεραπεία
λουτροθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουτροθεραπεία
λουτροθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του λουτροθεραπεία
λουτροκαμπινέ	=	λουτροκαμπινές
λουτροκαμπινέδες	=	λουτροκαμπινές
λουτροκαμπινέδων	=	λουτροκαμπινές
λουτροκαμπινές	noun	ο καμπινές (τουαλέτα, WC) που περιέχει και λουτρό (μπανιέρα ή ντους)
λουτροπετσέτα	noun	πετσέτα για το λουτρό
λουτροπετσέτας	=	λουτροπετσέτα
λουτροπετσέτες	=	λουτροπετσέτα
λουτροπετσετών	=	λουτροπετσέτα
λουτροπόλεις	=	λουτρόπολη
λουτροπόλεων	=	λουτρόπολη
λουτρού	=	λουτρό
λουτρό	noun	μπάνιο
λουτρόπολη	noun	πόλη με ιαματικά λουτρά
λουτρόπολης	=	λουτρόπολη
λουτρόπολις	noun	λουτρόπολη
λουτρών	=	λουτρό
λουτρώνα	=	λουτρώνας
λουτρώνας	noun	ειδικά διαμορφωμένος χώρος με λουτρικές εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών που προσέρχονται για το λουτρό τους
λουτρώνες	=	λουτρώνας
λουτρώνων	=	λουτρώνας
λουτσέκι	noun|dated	μονάδα μέτρησης (ή χωρητικότητας) δημητριακών, ίσο με 40 οκάδες ή δύο κουβέλια
λουτσέκια	=	λουτσέκι
λουτσεκιού	=	λουτσέκι
λουτσεκιών	=	λουτσέκι
λουφάζαμε	=	λουφάζω
λουφάζαν	=	λουφάζω
λουφάζανε	=	λουφάζω
λουφάζατε	=	λουφάζω
λουφάζει	=	λουφάζω
λουφάζεις	=	λουφάζω
λουφάζετε	=	λουφάζω
λουφάζοντας	=	λουφάζω
λουφάζουμε	=	λουφάζω
λουφάζουν	=	λουφάζω
λουφάζουνε	=	λουφάζω
λουφάζω	verb	μένω ακίνητος και αμίλητος
λουφάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξαν	=	λουφάζω
λουφάξανε	=	λουφάζω
λουφάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λουφάραμε	=	λουφάρω
λουφάραν	=	λουφάρω
λουφάρανε	=	λουφάρω
λουφάρατε	=	λουφάρω
λουφάρει	=	λουφάρω
λουφάρεις	=	λουφάρω
λουφάρετε	=	λουφάρω
λουφάρι	noun	άλλη μορφή του γουφάρι
λουφάρια	=	λουφάρι
λουφάριζα	=	λουφάρω
λουφάριζαν	=	λουφάρω
λουφάριζε	=	λουφάρω
λουφάριζες	=	λουφάρω
λουφάρισα	=	λουφάρω
λουφάρισαν	=	λουφάρω
λουφάρισε	=	λουφάρω
λουφάρισες	=	λουφάρω
λουφάρομε	=	λουφάρω
λουφάροντας	=	λουφάρω
λουφάρουμε	=	λουφάρω
λουφάρουν	=	λουφάρω
λουφάρουνε	=	λουφάρω
λουφάρω	verb	αποφεύγω να εκτελέσω μια εργασία που μου έχει ανατεθεί, προσπαθώντας να κρυφτώ ή να περάσω απαρατήρητος
λουφέ	=	λουφές
λουφέδες	=	λουφές
λουφέδων	=	λουφές
λουφές	noun|dated	αμοιβή, μισθός
λουφαδόρε	=	λουφαδόρος
λουφαδόρο	=	λουφαδόρος
λουφαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουφαδόρος
λουφαδόρος	noun|vulgar	αυτός που λουφάρει, που κρύβεται ή προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος ώστε να μην του ανατίθενται εργασίες, ή που αποφεύγει να εκτελέσει εργασία ή υπηρεσία που του έχει ανατεθεί
λουφαδόρου	=	λουφαδόρος
λουφαδόρους	=	λουφαδόρος
λουφαδόρων	=	λουφαδόρος
λουφαριού	=	λουφάρι
λουφαριών	=	λουφάρι
λουφατζή	=	λουφατζής
λουφατζήδες	=	λουφατζής
λουφατζήδων	=	λουφατζής
λουφατζής	noun	αυτός που αποφεύγει συστηματικά ανάληψη εργασίας, ή υπηρεσίας ιδιαίτερα στο στρατό, σε βάρος των συναδέλφων του
λουόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουόμενο
λουόμενε	verb	κλητική ενικού του λουόμενος
λουόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λουόμενη
λουόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λουόμενος
λουόμενης	verb	γενική ενικού του λουόμενη
λουόμενο	verb	αιτιατική ενικού του λουόμενος
λουόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λουόμενος
λουόμενος	verb	αυτός που κάνει μπάνιο· αυτός που κολυμπάει
λουόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λουόμενος
λουόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λουόμενος
λουόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λουόμενος
λοφάκι	noun	υποκοριστικό του λόφος, μικρός λόφος
λοφάκια	=	λοφάκι
λοφία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοφίο
λοφίδια	=	λοφίδιο
λοφίδιο	noun	υποκοριστικό του λόφος
λοφίδιου	=	λοφίδιο
λοφίο	noun	η διακόσμηση κράνους, κόμης ή ανατομικό στοιχείο κεφαλής που συμβολίζει ισχύ και υπεροχή
λοφίου	noun	γενική ενικού του λοφίο
λοφίσκε	=	λοφίσκος
λοφίσκο	=	λοφίσκος
λοφίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοφίσκος
λοφίσκος	noun	χαμηλός λόφος
λοφίσκου	=	λοφίσκος
λοφίσκους	=	λοφίσκος
λοφίσκων	=	λοφίσκος
λοφίων	noun	γενική πληθυντικού του λοφίο
λοφιά	noun|literary	το λοφίο το οποίο έχουν πάνω τους μερικά πτηνά
λοφιάς	=	λοφιά
λοφιές	=	λοφιά
λοφιδίου	=	λοφίδιο
λοφιδίων	=	λοφίδιο
λοφιών	=	λοφιά
λοφοπλαγιά	noun	η πλαγιά ενός λόφου
λοφοπλαγιάς	=	λοφοπλαγιά
λοφοπλαγιές	=	λοφοπλαγιά
λοφοπλαγιών	=	λοφοπλαγιά
λοφωδών	=	λοφώδης
λοφώδεις	=	λοφώδης
λοφώδες	=	λοφώδης
λοφώδη	=	λοφώδης
λοφώδης	adj	που έχει σχήμα λόφου ή μοιάζει μ’ αυτόν
λοφώδους	=	λοφώδης
λοφώδων	=	λοφώδης
λοχία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λοχίας
λοχίας	noun	υπαξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του δεκανέα και κατώτερο του επιλοχία
λοχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοχίας
λοχίων	=	λόχια
λοχαγέ	noun	κλητική ενικού του λοχαγός
λοχαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λοχαγός
λοχαγού	noun	γενική ενικού του λοχαγός
λοχαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λοχαγός
λοχαγό	noun	αιτιατική ενικού του λοχαγός
λοχαγός	noun	κατώτερος αξιωματικός, ο οποίος είναι διοικητής λόχου του στρατού ξηράς, με βαθμό ανώτερο του υπολοχαγού και κατώτερο του ταγματάρχη.
λοχαγών	noun	γενική πληθυντικού του λοχαγός
λοχεία	noun	η κατάσταση μιας γυναίκας την στιγμή που γεννάει
λοχείας	noun	γενική ενικού του λοχεία
λοχείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λοχεία
λοχειών	noun	γενική πληθυντικού του λοχεία
λοχιών	=	λοχίας
λοχμών	=	λόχμη
λούβα	noun	η λέπρα
λούβας	=	λούβα
λούβες	=	λούβα
λούγαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούγαρο
λούγαρο	noun	είδος σπίνου (Carduelis Spinus)
λούγαρου	noun	γενική ενικού του λούγαρο
λούγαρων	noun	γενική πληθυντικού του λούγαρο
λούγκο	adj	είδος καφέ (εσπρέσο) με μεγαλύτερη ποσότητα νερού
λούγκρα	noun|slang	ο ομοφυλόφιλος
λούγκρας	=	λούγκρα
λούγκρες	=	λούγκρα
λούζαμε	=	λούζω
λούζαν	=	λούζω
λούζανε	=	λούζω
λούζατε	=	λούζω
λούζε	=	λούζω
λούζει	=	λούζω
λούζεις	=	λούζω
λούζερ	noun|vulgar	ηττημένος, χαμένος, αποτυχημένος, που χάνει σε μια κρίσιμη στιγμή
λούζεσαι	=	λούζω
λούζεστε	=	λούζω
λούζεται	=	λούζω
λούζετε	=	λούζω
λούζομαι	verb	λούζω τα μαλλιά μου
λούζομε	=	λούζω
λούζονται	=	λούζω
λούζονταν	=	λούζω
λούζοντας	=	λούζω
λούζουμε	=	λούζω
λούζουν	=	λούζω
λούζουνε	=	λούζω
λούζω	verb	πλένω τα μαλλιά
λούκι	noun	αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα σημεία
λούκια	=	λούκι
λούκουμος	noun	η πιθανά τελευταία παρτίδα ή ο πιθανά τελευταίος γύρος με τον οποίο αν κερδίσει κάποιος τελειώνει το παιχνίδι με νίκη, αλλά αν δεν κερδίσει συνεχίζεται (π.χ. η πιθανά τελευταία βολή στο βόλεϊ ή στο πινγκ-πονγκ)
λούλα	noun|slang	η βαριοποπούλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
λούλας	=	λούλα
λούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούλα
λούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούλουδο
λούλουδο	noun	το λουλούδι, το άνθος
λούλουδου	noun	γενική ενικού του λούλουδο
λούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του λούλουδο
λούμεν	noun	μονάδα μέτρησης της συνολικής ποσότητας του εκπεμπόμενου ορατού φωτός από μια πηγή
λούμπα	noun	λάκκος
λούμπας	noun	γενική ενικού του λούμπα
λούμπεν	adj	που χαρακτηρίζει τα άτομα που ανήκουν στο λούμπεν προλεταριάτο
λούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούμπα
λούμπινα	=	λούμπινο
λούμπινο	noun	άλλη μορφή του λούπινο
λούμπινου	=	λούμπινο
λούμπινων	=	λούμπινο
λούνω	verb	λούζω
λούπα	noun	ειδικός μεγεθυντικός φακός που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία για τον έλεγχο των εκτυπώσεων
λούπας	=	λούπα
λούπες	=	λούπα
λούπης	noun|vulgar	βρώμικος - ακοινώνητος
λούπινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούπινο
λούπινο	noun	φυτό της οικογένειας των ψυχανθών στο γένος Lupinus
λούπινου	noun	γενική ενικού του λούπινο
λούπινων	noun	γενική πληθυντικού του λούπινο
λούρα	noun	η βέργα
λούρεξ	noun	ελαστικό ύφασμα με γυαλιστερή κλωστή
λούσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούσο
λούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσαν	=	λούζω
λούσανε	=	λούζω
λούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λούζω
λούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσιμο	noun	η ενέργεια του λούζω
λούσο	noun	στον πληθυντικό: εντυπωσιακό, πολυτελές και φροντισμένο ντύσιμο
λούσομε	=	λούζω
λούσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λούζομαι	noun	γενική ενικού του λούσο
λούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσουνε	=	λούζω
λούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λούστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λούστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λούστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λούζομαι
λούστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούστρο
λούστρε	noun	κλητική ενικού του λούστρος
λούστρο	noun	το βερνίκι
λούστροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λούστρος
λούστρος	noun	αυτός που ασκεί ως επάγγελμα το γυάλισμα υποδημάτων
λούστρου	noun	γενική ενικού του λούστρο
λούστρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λούστρος
λούστρων	noun	γενική πληθυντικού του λούστρο
λούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λούζω
λούσων	noun	γενική πληθυντικού του λούσο
λούτα	=	λούτος
λούτας	=	λούτος
λούτε	=	λούτος
λούτες	=	λούτος
λούτο	=	λούτος
λούτοι	=	λούτος
λούτος	adj|dated	απογοητευμένος, λυπημένος
λούτου	=	λούτος
λούτους	=	λούτος
λούτρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούτρινο
λούτρινε	adj	κλητική ενικού του λούτρινος
λούτρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούτρινη
λούτρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λούτρινος
λούτρινης	adj	γενική ενικού του λούτρινη
λούτρινο	adj	αιτιατική ενικού του λούτρινος
λούτρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λούτρινος
λούτρινος	adj	κατασκευασμένος με λουτρ
λούτρινου	adj	γενική ενικού του λούτρινος
λούτρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λούτρινος
λούτρινων	adj	γενική πληθυντικού του λούτρινος
λούτσα	noun	φυσική ή τεχνητή κοιλότητα στο έδαφος, όπου συγκεντρώνονται ποσότητες νερού	adv	βρεγμένος, μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο
λούτσας	noun	γενική ενικού του λούτσα
λούτσε	=	λούτσος
λούτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούτσα
λούτσο	=	λούτσος
λούτσοι	=	λούτσος
λούτσος	noun	είδος μακρόστενου ψαριού (Sphyraena sphyraena) που έχει στόμα στο οποίο προεξέχει το κάτω σαγόνι
λούτσου	=	λούτσος
λούτσους	=	λούτσος
λούτσων	=	λούτσος
λούτων	=	λούτος
λούφα	noun	το να αποφεύγει κάποιος να κάνει αντιληπτή την παρουσία του, προκειμένου να μην του ανατεθεί κάποιο καθήκον ή εργασία
λούφαζα	=	λουφάζω
λούφαζαν	=	λουφάζω
λούφαζε	=	λουφάζω
λούφαζες	=	λουφάζω
λούφαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λούφαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λούφαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λούφαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λουφάζω
λούφαρα	=	λουφάρω
λούφαραν	=	λουφάρω
λούφαρε	=	λουφάρω
λούφαρες	=	λουφάρω
λούφας	noun	γενική ενικού του λούφα
λούφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούφα
λούω	verb	παρωχημένη, λόγια μορφή του: λούζω
λς	abbrev	λειτουργικό σύστημα (operating system, OS)
λσκ	abbrev	Λεξικό Λίντελ-Σκοτ-Κωνσταντινίδη, ή Λεξικό Λίντελ-Σκοτ-Κωνσταντινίδου.
λτδ	abbrev	μορφή εταιρείας παρόμοια με την ελληνική ΕΠΕ αλλά όχι ίδια.
λυγά	=	λυγώ
λυγάει	=	λυγώ
λυγάμε	=	λυγώ
λυγάν	=	λυγώ
λυγάνε	=	λυγώ
λυγάς	=	λυγώ
λυγάτε	=	λυγώ
λυγάω	verb	άλλη μορφή του λυγίζω
λυγήσαμε	=	λυγώ
λυγήσαν	=	λυγώ
λυγήσανε	=	λυγώ
λυγήσατε	=	λυγώ
λυγήσει	=	λυγώ
λυγήστε	=	λυγώ
λυγίζαμε	=	λυγίζω
λυγίζαν	=	λυγίζω
λυγίζανε	=	λυγίζω
λυγίζατε	=	λυγίζω
λυγίζει	=	λυγίζω
λυγίζεις	=	λυγίζω
λυγίζεσαι	=	λυγίζω
λυγίζεστε	=	λυγίζω
λυγίζεται	=	λυγίζω
λυγίζετε	=	λυγίζω
λυγίζομαι	=	λυγίζω
λυγίζονται	=	λυγίζω
λυγίζονταν	=	λυγίζω
λυγίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λυγίζω
λυγίζουμε	=	λυγίζω
λυγίζουν	=	λυγίζω
λυγίζουνε	=	λυγίζω
λυγίζω	verb	αλλάζω το νοητό άξονα κάποιου αντικειμένου εφαρμόζοντας πίεση, χωρίς να το σπάσω ή να μεταβάλλω τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του
λυγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίσαν	=	λυγίζω
λυγίσανε	=	λυγίζω
λυγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύγισμα
λυγίσματος	noun	γενική ενικού του λύγισμα
λυγίσου	=	λυγίζω
λυγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγίστηκα	=	λυγίζω
λυγίστηκαν	=	λυγίζω
λυγίστηκε	=	λυγίζω
λυγίστηκες	=	λυγίζω
λυγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λυγαριά	noun	φυτό με ευλύγιστα κλαδιά που χρησιμοποιείται στην καλαθοπλεκτική
λυγαριάς	noun	γενική ενικού του λυγαριά
λυγαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγαριά
λυγαριών	=	λυγαριά
λυγγός	=	λυγξ
λυγερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λυγερός	adv	με λυγερό τρόπο, με λυγεράδα
λυγεράδα	noun	η ιδιότητα του λυγερού
λυγεράδας	=	λυγεράδα
λυγεράδες	=	λυγεράδα
λυγεράδων	=	λυγεράδα
λυγερέ	adj	κλητική ενικού του λυγερός
λυγερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγερή
λυγερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγερός
λυγερής	adj	γενική ενικού του λυγερή
λυγεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγερός
λυγερού	adj	γενική ενικού του λυγερός
λυγερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυγερός
λυγερό	adj	αιτιατική ενικού του λυγερός
λυγερόκορμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγερόκορμο
λυγερόκορμε	adj	κλητική ενικού του λυγερόκορμος
λυγερόκορμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγερόκορμη
λυγερόκορμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγερόκορμος
λυγερόκορμης	adj	γενική ενικού του λυγερόκορμη
λυγερόκορμο	adj	αιτιατική ενικού του λυγερόκορμος
λυγερόκορμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγερόκορμος
λυγερόκορμος	adj	που έχει λυγερό και όμορφο κορμί
λυγερόκορμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυγερόκορμος
λυγερόκορμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυγερόκορμος
λυγερόκορμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυγερόκορμος
λυγερός	adj	που λυγίζει εύκολα
λυγερών	adj	γενική πληθυντικού του λυγερός
λυγηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγηρό
λυγηρέ	adj	κλητική ενικού του λυγηρός
λυγηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγηρή
λυγηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγηρός
λυγηρής	adj	γενική ενικού του λυγηρή
λυγηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγηρός
λυγηρού	adj	γενική ενικού του λυγηρός
λυγηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυγηρός
λυγηρό	adj	αιτιατική ενικού του λυγηρός
λυγηρός	noun|rare	λυγερός, ευλύγιστος
λυγηρών	adj	γενική πληθυντικού του λυγηρός
λυγιέμαι	verb	περπατώ με αυταρέσκεια, προκλητικότητα ή υπερβολικό τρόπο, ενίοτε και με γυναικωτό τρόπο
λυγιζόμασταν	=	λυγίζω
λυγιζόμαστε	=	λυγίζω
λυγιζόμουν	=	λυγίζω
λυγιζόμουνα	=	λυγίζω
λυγιζόντουσαν	=	λυγίζω
λυγιζόσασταν	=	λυγίζω
λυγιζόσαστε	=	λυγίζω
λυγιζόσουν	=	λυγίζω
λυγιζόσουνα	=	λυγίζω
λυγιζόταν	=	λυγίζω
λυγιζότανε	=	λυγίζω
λυγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λύγισμα
λυγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγισμένο
λυγισμένε	verb	κλητική ενικού του λυγισμένος
λυγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγισμένη
λυγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγισμένος
λυγισμένης	verb	γενική ενικού του λυγισμένη
λυγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λυγισμένος
λυγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγισμένος
λυγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου λυγώ και λυγίζω
λυγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυγισμένος
λυγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λυγισμένος
λυγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυγισμένος
λυγιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λυγιστός	adv	με λυγιστό τρόπο
λυγιστέ	adj	κλητική ενικού του λυγιστός
λυγιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγιστή
λυγιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγιστός
λυγιστήκαμε	=	λυγίζω
λυγιστήκαν	=	λυγίζω
λυγιστήκανε	=	λυγίζω
λυγιστήκατε	=	λυγίζω
λυγιστής	adj	γενική ενικού του λυγιστή
λυγιστεί	=	λυγίζω
λυγιστείτε	=	λυγίζω
λυγιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγιστός
λυγιστού	adj	γενική ενικού του λυγιστός
λυγιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυγιστός
λυγιστό	adj	αιτιατική ενικού του λυγιστός
λυγιστός	adj	που έχει την ικανότητα να λυγίσει
λυγιστών	adj	γενική πληθυντικού του λυγιστός
λυγκών	=	λύγκας
λυγμέ	noun	κλητική ενικού του λυγμός
λυγμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγμικό
λυγμικέ	adj	κλητική ενικού του λυγμικός
λυγμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγμική
λυγμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγμικός
λυγμικής	adj	γενική ενικού του λυγμική
λυγμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγμικός
λυγμικού	adj	γενική ενικού του λυγμικός
λυγμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυγμικός
λυγμικό	adj	αιτιατική ενικού του λυγμικός
λυγμικός	adj	που έχει σχέση με λυγμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λυγμικών	adj	γενική πληθυντικού του λυγμικός
λυγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγμός
λυγμού	noun	γενική ενικού του λυγμός
λυγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυγμός
λυγμό	noun	αιτιατική ενικού του λυγμός
λυγμός	noun	η απότομη σύσπαση που κάνει το στήθος και ο λάρυγγας κατά τη διάρκεια ισχυρού και παρατεταμένου κλάματος
λυγμών	noun	γενική πληθυντικού του λυγμός
λυγξ	noun	άλλη μορφή του λύγκας
λυγουριωτών	=	λυγουριώτης
λυγουριώτες	=	λυγουριώτης
λυγουριώτη	=	λυγουριώτης
λυγουριώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Λυγουριό
λυγουριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγουριώτικο
λυγουριώτικε	adj	κλητική ενικού του λυγουριώτικος
λυγουριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυγουριώτικη
λυγουριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυγουριώτικος
λυγουριώτικης	adj	γενική ενικού του λυγουριώτικη
λυγουριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του λυγουριώτικος
λυγουριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυγουριώτικος
λυγουριώτικος	adj	ο σχετικός με το Λυγουριό και τους κατοίκους του
λυγουριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυγουριώτικος
λυγουριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυγουριώτικος
λυγουριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυγουριώτικος
λυγουριώτισσα	=	λυγουριώτης
λυγούμε	=	λυγώ
λυγούν	=	λυγώ
λυγούνε	=	λυγώ
λυγούσα	=	λυγώ
λυγούσαμε	=	λυγώ
λυγούσαν	=	λυγώ
λυγούσανε	=	λυγώ
λυγούσατε	=	λυγώ
λυγούσε	=	λυγώ
λυγούσες	=	λυγώ
λυγώ	verb	άλλη μορφή του λυγίζω
λυγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λυγάω / λυγώ
λυδία	=	λύδιος
λυδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυδικό
λυδικέ	adj	κλητική ενικού του λυδικός
λυδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυδική
λυδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυδικός
λυδικής	adj	γενική ενικού του λυδική
λυδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυδικός
λυδικού	adj	γενική ενικού του λυδικός
λυδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυδικός
λυδικό	adj	αιτιατική ενικού του λυδικός
λυδικός	adj	σχετικός με τη Λυδία και τους Λυδούς
λυδικών	adj	γενική πληθυντικού του λυδικός
λυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυθήκαν	=	λύνω
λυθήκανε	=	λύνω
λυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυθείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του λύνω
λυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυθούνε	=	λύνω
λυθρίνι	noun	νόστιμο ψάρι (Pagellus erythrinus)
λυθρίνια	=	λυθρίνι
λυθρινιού	=	λυθρίνι
λυθρινιών	=	λυθρίνι
λυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λυκάκι	noun	υποκοριστικό του λύκος
λυκάκια	=	λυκάκι
λυκάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του λυκάνθρωπος
λυκάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του λυκάνθρωπος
λυκάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυκάνθρωπος
λυκάνθρωπος	noun	πρόσωπο σε φανταστικά διηγήματα, το οποίο μεταμορφώνεται από άνθρωπος σε λύκο
λυκάνθρωπου	noun	γενική ενικού του λυκάνθρωπος
λυκάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυκάνθρωπος
λυκάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του λυκάνθρωπος
λυκίσκε	noun	κλητική ενικού του λυκίσκος
λυκίσκο	noun	αιτιατική ενικού του λυκίσκος
λυκίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυκίσκος
λυκίσκος	noun	το φυτό που χρησιμοποιείται στην παραγωγή μπίρας
λυκίσκου	noun	γενική ενικού του λυκίσκος
λυκίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυκίσκος
λυκίσκων	noun	γενική πληθυντικού του λυκίσκος
λυκαδουρών	=	λυκαδούρα
λυκαδούρα	noun	ένα λευκό σχοινάκι που τοποθετείται ως θηλιά γύρω από το λαιμό των ναυτών του πολεμικού ναυτικού και καταλήγει σε ένα φιογκάκι που έχει η μπελαμάνα
λυκαδούρας	=	λυκαδούρα
λυκαδούρες	=	λυκαδούρα
λυκαινών	noun	γενική πληθυντικού του λύκαινα
λυκανθρωπία	noun	ψυχική ασθένεια κατά την οποία ο πάσχων πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε λύκο και συμπεριφέρεται ως λύκος
λυκανθρωπίας	noun	γενική ενικού του λυκανθρωπία
λυκανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυκανθρωπία
λυκανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του λυκανθρωπία
λυκανθρώπου	noun	γενική ενικού του λυκάνθρωπος
λυκανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυκάνθρωπος
λυκανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του λυκάνθρωπος
λυκαυγές	noun	το μισόφωτο πριν χαράξει για τα καλά η μέρα
λυκαυγούς	=	λυκαυγές
λυκείου	noun	γενική ενικού του λύκειο
λυκείων	noun	γενική πληθυντικού του λύκειο
λυκειάρχα	=	λυκειάρχης
λυκειάρχες	=	λυκειάρχης
λυκειάρχη	=	λυκειάρχης
λυκειάρχης	noun	ο διευθυντής ενός λυκείου (σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης)
λυκειάρχισσα	=	λυκειάρχης
λυκειάρχισσας	noun	γενική ενικού του λυκειάρχισσα
λυκειάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυκειάρχισσα
λυκειάρχου	=	λυκειάρχης
λυκειακά	=	λυκειακός
λυκειακέ	=	λυκειακός
λυκειακές	=	λυκειακός
λυκειακή	=	λυκειακός
λυκειακής	=	λυκειακός
λυκειακοί	=	λυκειακός
λυκειακού	=	λυκειακός
λυκειακούς	=	λυκειακός
λυκειακό	=	λυκειακός
λυκειακός	adj	που έχει σχέση με το λύκειο ή αναφέρεται σ’ αυτό
λυκειακών	=	λυκειακός
λυκειαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του λυκειάρχισσα
λυκειαρχών	=	λυκειάρχης
λυκηθμέ	noun	κλητική ενικού του λυκηθμός
λυκηθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυκηθμός
λυκηθμού	noun	γενική ενικού του λυκηθμός
λυκηθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυκηθμός
λυκηθμό	noun	αιτιατική ενικού του λυκηθμός
λυκηθμός	noun	η κραυγή, το ουρλιαχτό λύκου
λυκηθμών	noun	γενική πληθυντικού του λυκηθμός
λυκοβρυσιώτικα	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικε	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικες	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικη	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικης	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικο	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικοι	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Λυκόβρυση ή τους κατοίκους της
λυκοβρυσιώτικου	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικους	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοβρυσιώτικων	=	λυκοβρυσιώτικος
λυκοζών	=	λυκόζη
λυκοπένια	=	λυκοπένιο
λυκοπένιο	noun	οργανική χρωστική ουσία της κατηγορίας των καροτενοειδών, με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, που προσδίδει το κόκκινο χρώμα σε ορισμένα φρούτα και λαχανικά (ντομάτα, καρπούζι, παπάγια, λωτός, κόκκινη πιπεριά κ.ά.
λυκοπένιου	=	λυκοπένιο
λυκοπένιων	=	λυκοπένιο
λυκοπενίου	=	λυκοπένιο
λυκοπενίων	=	λυκοπένιο
λυκοπολιτική	noun	η κοπτική διάλεκτος την οποία μιλούσαν στην Λυκόπολη (Ασιούτ)
λυκοτρίβολα	=	λυκοτρίβολο
λυκοτρίβολο	noun	αρωματικό φυτό
λυκοτρίβολου	=	λυκοτρίβολο
λυκοτρίβολων	=	λυκοτρίβολο
λυκοτσάκαλα	=	λυκοτσάκαλο
λυκοτσάκαλο	noun	άλλη μορφή του τσακαλόλυκος
λυκοτσάκαλου	=	λυκοτσάκαλο
λυκοτσάκαλων	=	λυκοτσάκαλο
λυκοφιλία	noun	φιλία στην οποία και τα δύο μέρη κοιτάζουν πρώτα το ατομικό τους συμφέρον, επομένως είναι εύκολο να διαλυθεί
λυκοφιλίας	noun	γενική ενικού του λυκοφιλία
λυκοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυκοφιλία
λυκοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του λυκοφιλία
λυκοφωλιά	noun	φωλιά λύκων
λυκοφωλιάς	noun	γενική ενικού του λυκοφωλιά
λυκοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυκοφωλιά
λυκοφωλιών	=	λυκοφωλιά
λυκόζες	=	λυκόζη
λυκόζη	noun	ταξινομικό γένος αραχνών της οικογένειας Lycosinae
λυκόζης	=	λυκόζη
λυκόμορφα	=	λυκόμορφος
λυκόμορφε	=	λυκόμορφος
λυκόμορφες	=	λυκόμορφος
λυκόμορφη	=	λυκόμορφος
λυκόμορφης	=	λυκόμορφος
λυκόμορφο	=	λυκόμορφος
λυκόμορφοι	=	λυκόμορφος
λυκόμορφος	adj	που έχει την εμφάνιση λύκου
λυκόμορφου	=	λυκόμορφος
λυκόμορφους	=	λυκόμορφος
λυκόμορφων	=	λυκόμορφος
λυκόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυκόπουλο
λυκόπουλο	noun	υποκοριστικό του λύκος
λυκόπουλου	noun	γενική ενικού του λυκόπουλο
λυκόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του λυκόπουλο
λυκόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυκόσκυλο
λυκόσκυλο	noun	μια ράτσα σκύλου (κανονική ονομασία γερμανικός ποιμενικός)
λυκόσκυλου	noun	γενική ενικού του λυκόσκυλο
λυκόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του λυκόσκυλο
λυκόφως	noun	το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου
λυκόφωτος	=	λυκόφως
λυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λύμα
λυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λυμένος
λυμένε	verb	κλητική ενικού του λυμένος
λυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυμένη
λυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυμένος
λυμένης	verb	γενική ενικού του λυμένη
λυμένο	verb	αιτιατική ενικού του λυμένος
λυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυμένος
λυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λύνω & λύω: που έχει λυθεί
λυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυμένος
λυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λυμένος
λυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυμένος
λυμαίνομαι	verb	προκαλώ καταστροφές, ρημάζω
λυματολάσπες	=	λυματολάσπη
λυματολάσπη	noun	υγρό μείγμα αποβλήτων
λυματολάσπης	=	λυματολάσπη
λυματολασπών	=	λυματολάσπη
λυμεώνα	=	λυμεώνας
λυμεώνας	noun|archaic	καταστροφέας
λυμεώνες	=	λυμεώνας
λυμεώνων	=	λυμεώνας
λυμφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυμφατικό
λυμφατικέ	adj	κλητική ενικού του λυμφατικός
λυμφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυμφατική
λυμφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυμφατικός
λυμφατικής	adj	γενική ενικού του λυμφατική
λυμφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυμφατικός
λυμφατικού	adj	γενική ενικού του λυμφατικός
λυμφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυμφατικός
λυμφατικό	adj	αιτιατική ενικού του λυμφατικός
λυμφατικός	adj	που πάσχει από λυμφατισμό / λεμφατισμό	noun	λυμφατικός
λυμφατικών	adj	γενική πληθυντικού του λυμφατικός
λυμφατισμέ	=	λυμφατισμός
λυμφατισμοί	=	λυμφατισμός
λυμφατισμού	=	λυμφατισμός
λυμφατισμούς	=	λυμφατισμός
λυμφατισμό	=	λυμφατισμός
λυμφατισμός	noun	άλλη μορφή του λεμφατισμός
λυμφατισμών	=	λυμφατισμός
λυμών	=	λύμη
λυντσάρισμα	noun|dated	άλλη γραφή του λιντσάρισμα
λυντσάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λυντσάρω
λυντσάρω	verb	άλλη γραφή του λιντσάρω
λυντσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυντσάρισμα
λυντσαρίσματος	noun	γενική ενικού του λυντσάρισμα
λυντσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του λυντσάρισμα
λυντσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυντσαρισμένο
λυντσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του λυντσαρισμένος
λυντσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυντσαρισμένη
λυντσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυντσαρισμένος
λυντσαρισμένης	verb	γενική ενικού του λυντσαρισμένη
λυντσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του λυντσαρισμένος
λυντσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυντσαρισμένος
λυντσαρισμένος	verb	που τον έχουν λυντσάρει
λυντσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυντσαρισμένος
λυντσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λυντσαρισμένος
λυντσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυντσαρισμένος
λυνόμασταν	=	λύνω
λυνόμαστε	=	λύνω
λυνόμουν	=	λύνω
λυνόμουνα	=	λύνω
λυνόντουσαν	=	λύνω
λυνόσασταν	=	λύνω
λυνόσαστε	=	λύνω
λυνόσουν	=	λύνω
λυνόσουνα	=	λύνω
λυνόταν	=	λύνω
λυνότανε	=	λύνω
λυοφιλοποίηση	noun	διαδικασία αφυδάτωσης η οποία μετατρέπει ένα παρασκεύασμα από υγρή μορφή σε στερεά και ύστερα γίνεται εξάχνωση
λυοφιλοποίησης	noun	γενική ενικού του λυοφιλοποίηση
λυοφιλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυοφιλοποίηση
λυοφιλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λυοφιλοποίηση
λυοφιλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του λυοφιλοποίηση
λυπάμαι	verb	αισθάνομαι λύπη
λυπάσαι	=	λυπάμαι
λυπάστε	=	λυπάμαι
λυπάται	=	λυπάμαι
λυπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσαν	=	λυπώ
λυπήσανε	=	λυπώ
λυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του λύπηση
λυπήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπήσουνε	=	λυπώ
λυπήστε	=	λυπώ
λυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λυπεί	verb	γ' πρόσωπο ενικού ενεστώτα του ρήματος λυπώ
λυπείς	=	λυπώ
λυπείστε	=	λυπάμαι
λυπείτε	=	λυπώ
λυπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθήκαν	=	λυπάμαι
λυπηθήκανε	=	λυπάμαι
λυπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπηθούνε	=	λυπώ
λυπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυπάμαι
λυπημέ	noun	κλητική ενικού του λυπημός
λυπημένα	adv	με λυπημένο τρόπο
λυπημένε	verb	κλητική ενικού του λυπημένος
λυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυπημένη
λυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυπημένος
λυπημένης	verb	γενική ενικού του λυπημένη
λυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του λυπημένος
λυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυπημένος
λυπημένος	verb	που νιώθει λύπη
λυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυπημένος
λυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λυπημένος
λυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυπημένος
λυπημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυπημός
λυπημού	noun	γενική ενικού του λυπημός
λυπημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυπημός
λυπημό	noun	αιτιατική ενικού του λυπημός
λυπημός	noun	η λύπηση, ο οίκτος
λυπημών	noun	γενική πληθυντικού του λυπημός
λυπηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυπηρό	adv	κατά λυπηρό τρόπο
λυπηρέ	adj	κλητική ενικού του λυπηρός
λυπηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυπηρή
λυπηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυπηρός
λυπηρής	adj	γενική ενικού του λυπηρή
λυπηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυπηρός
λυπηρού	adj	γενική ενικού του λυπηρός
λυπηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυπηρός
λυπηρό	adj	αιτιατική ενικού του λυπηρός
λυπηρός	adj	που προκαλεί λύπη
λυπηρών	adj	γενική πληθυντικού του λυπηρός
λυπησιάρα	=	λυπησιάρης
λυπησιάρη	=	λυπησιάρης
λυπησιάρηδες	=	λυπησιάρης
λυπησιάρηδων	=	λυπησιάρης
λυπησιάρης	noun	που λυπάται εύκολα
λυπησιάρικο	=	λυπησιάρης
λυπητερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυπητερό	adv	με λυπητερό τρόπο, προκαλώντας λύπη
λυπητερέ	adj	κλητική ενικού του λυπητερός
λυπητερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυπητερή
λυπητερή	noun|figurative	ο λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυπητερός
λυπητερής	adj	γενική ενικού του λυπητερή
λυπητεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυπητερός
λυπητερού	adj	γενική ενικού του λυπητερός
λυπητερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυπητερός
λυπητερό	adj	αιτιατική ενικού του λυπητερός
λυπητερός	adj	που προξενεί λύπη
λυπητερών	adj	γενική πληθυντικού του λυπητερός
λυπιέστε	=	λυπάμαι
λυπομανές	=	λυπομανής
λυπομανή	=	λυπομανής
λυπομανής	adj	που έχει ψυχική νόσο που εκδηλώνεται με έντονη μελαγχολία, που πάσχει από λυπομανία
λυπομανία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του λυπομανούς
λυπομανίας	=	λυπομανία
λυπομανίες	=	λυπομανία
λυπομανείς	=	λυπομανής
λυπομανιών	=	λυπομανία
λυπομανούς	=	λυπομανής
λυπομανών	=	λυπομανής
λυπούμαι	=	λυπώ
λυπούμαστε	=	λυπάμαι
λυπούμε	=	λυπώ
λυπούμενος	=	λυπάμαι
λυπούν	=	λυπώ
λυπούνε	=	λυπώ
λυπούνται	=	λυπάμαι
λυπούνταν	=	λυπάμαι
λυπούσα	=	λυπώ
λυπούσαμε	=	λυπώ
λυπούσαν	=	λυπώ
λυπούσανε	=	λυπώ
λυπούσατε	=	λυπώ
λυπούσε	=	λυπώ
λυπούσες	=	λυπώ
λυποῦμαι	verb	πολυτονική γραφή του λυπούμαι
λυπόμασταν	=	λυπάμαι
λυπόμαστε	=	λυπάμαι
λυπόμουν	=	λυπάμαι
λυπόμουνα	=	λυπάμαι
λυπόνται	=	λυπώ
λυπόνταν	=	λυπώ
λυπόντανε	=	λυπώ
λυπόσασταν	=	λυπάμαι
λυπόσαστε	=	λυπάμαι
λυπόσουν	=	λυπάμαι
λυπόσουνα	=	λυπάμαι
λυπόταν	=	λυπάμαι
λυπότανε	=	λυπάμαι
λυπώ	verb	προξενώ σε κάποιον λύπη
λυπών	=	λύπη
λυπώντας	=	λυπώ
λυράρη	noun	λυράρης, στη γενική του ενικού
λυράρηδες	noun	λυράρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
λυράρηδων	noun	γενική πληθυντικού του λυράρης
λυράρης	noun	αυτός που παίζει λύρα
λυράρισσα	=	λυράρης
λυρατζή	=	λυρατζής
λυρατζήδες	=	λυρατζής
λυρατζήδων	=	λυρατζής
λυρατζής	noun|vulgar	ο λυράρης
λυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυρικό	adv	με λυρικό τρόπο, με λυρισμό
λυρικέ	adj	κλητική ενικού του λυρικός
λυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυρική
λυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυρικός
λυρικής	adj	γενική ενικού του λυρική
λυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυρικός
λυρικοτήτων	=	λυρικότητα
λυρικού	adj	γενική ενικού του λυρικός
λυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυρικός
λυρικό	adj	αιτιατική ενικού του λυρικός
λυρικός	adj	που έχει σχέση με τη λύρα, ανήκει σ’ αυτή, αναφέρεται σ’ αυτή ή τραγουδιέται με συνοδεία λύρας
λυρικότητα	noun	ο γραπτός ή προφορικός λόγος που χαρακτηρίζεται από λυρισμό και συναισθηματισμό
λυρικότητας	=	λυρικότητα
λυρικότητες	=	λυρικότητα
λυρικών	adj	γενική πληθυντικού του λυρικός
λυρικώς	adv|dated	λυρικά
λυρισμέ	noun	κλητική ενικού του λυρισμός
λυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυρισμός
λυρισμού	noun	γενική ενικού του λυρισμός
λυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυρισμός
λυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του λυρισμός
λυρισμός	noun	ο χαρακτήρας και τα γνωρίσματα της λυρικής ποίησης
λυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του λυρισμός
λυριτζής	noun	ο οργανοπαίκτης που χειρίζεται λύρα
λυρών	noun	γενική πληθυντικού του λύρα
λυσάρι	noun	το σχολικό βοήθημα που περιέχει απαντήσεις σε ασκήσεις και προβλήματα σχολικού βιβλίου
λυσάρια	=	λυσάρι
λυσίκομος	adj	Αυτός που έχει λυμένα, ξέπλεκα μαλλιά.
λυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύσιμο
λυσίματος	noun	γενική ενικού του λύσιμο
λυσίνες	=	λυσίνη
λυσίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
λυσίνης	=	λυσίνη
λυσίπονα	=	λυσίπονος
λυσίπονε	=	λυσίπονος
λυσίπονες	=	λυσίπονος
λυσίπονη	=	λυσίπονος
λυσίπονης	=	λυσίπονος
λυσίπονο	=	λυσίπονος
λυσίπονοι	=	λυσίπονος
λυσίπονος	adj	που διώχνει τον πόνο
λυσίπονου	=	λυσίπονος
λυσίπονους	=	λυσίπονος
λυσίπονων	=	λυσίπονος
λυσαριού	=	λυσάρι
λυσαριών	=	λυσάρι
λυσεργικά	=	λυσεργικός
λυσεργικέ	=	λυσεργικός
λυσεργικές	=	λυσεργικός
λυσεργική	=	λυσεργικός
λυσεργικής	=	λυσεργικός
λυσεργικοί	=	λυσεργικός
λυσεργικού	=	λυσεργικός
λυσεργικούς	=	λυσεργικός
λυσεργικό	=	λυσεργικός
λυσεργικός	adj	που έχει σχέση με το αμινοξύ λυσεργικό οξύ (C₁₆H₁₆N₂O₂) ή αναφέρεται σ’ αυτό
λυσεργικών	=	λυσεργικός
λυσιγόνα	=	λυσιγόνος
λυσιγόνε	=	λυσιγόνος
λυσιγόνο	=	λυσιγόνος
λυσιγόνοι	=	λυσιγόνος
λυσιγόνος	adj	που έχει σχέση με την «λύση», την καταστροφή, κυττάρων
λυσιγόνου	=	λυσιγόνος
λυσιγόνους	=	λυσιγόνος
λυσιγόνων	=	λυσιγόνος
λυσιμάτων	=	λύσιμο
λυσινών	=	λυσίνη
λυσιτέλεια	noun	ωφέλεια
λυσιτέλειας	=	λυσιτέλεια
λυσιτέλειες	=	λυσιτέλεια
λυσιτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λυσιτελής
λυσιτελή	adj	αιτιατική ενικού του λυσιτελής
λυσιτελής	adj	κατάλληλος για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου τέλους σε μία δεδομένη κατάσταση
λυσιτελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσιτελής
λυσιτελειών	=	λυσιτέλεια
λυσιτελούς	adj	γενική ενικού του λυσιτελής
λυσιτελών	adj	γενική πληθυντικού του λυσιτελής
λυσιτελώς	adv	επικερδώς, ωφέλιμα, επωφελώς, χρήσιμα
λυσσάζαμε	=	λυσσάζω
λυσσάζαν	=	λυσσάζω
λυσσάζανε	=	λυσσάζω
λυσσάζατε	=	λυσσάζω
λυσσάζει	=	λυσσάζω
λυσσάζεις	=	λυσσάζω
λυσσάζετε	=	λυσσάζω
λυσσάζοντας	=	λυσσάζω
λυσσάζουμε	=	λυσσάζω
λυσσάζουν	=	λυσσάζω
λυσσάζουνε	=	λυσσάζω
λυσσάζω	verb	άλλη μορφή του λυσσώ
λυσσάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξαν	=	λυσσάζω
λυσσάξανε	=	λυσσάζω
λυσσάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λυσσάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυσσάρης
λυσσάρας	adj	γενική ενικού του λυσσάρα
λυσσάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσάρα
λυσσάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λυσσάρης
λυσσάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσάρης
λυσσάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λυσσάρης
λυσσάρης	adj	που έχει προσβληθεί από λύσσα
λυσσάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσάρικο
λυσσάρικε	adj	κλητική ενικού του λυσσάρικος
λυσσάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσάρικη
λυσσάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυσσάρικος
λυσσάρικης	adj	γενική ενικού του λυσσάρικη
λυσσάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λυσσάρης
λυσσάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυσσάρικος
λυσσάρικος	adj|figurative	άλλη μορφή του λυσσάρης
λυσσάρικου	adj	γενική ενικού του λυσσάρικο
λυσσάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυσσάρικος
λυσσάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λυσσάρικο
λυσσάσματα	=	λύσσασμα
λυσσάσματος	=	λύσσασμα
λυσσίατρε	=	λυσσίατρος
λυσσίατρο	=	λυσσίατρος
λυσσίατροι	=	λυσσίατρος
λυσσίατρος	noun	ιατρός που εργάζεται σε λυσσιατρείο
λυσσίατρου	=	λυσσίατρος
λυσσακά	noun	έντονη μανία
λυσσαλέα	adv	με λύσσα
λυσσαλέας	=	λυσσαλέος
λυσσαλέε	=	λυσσαλέος
λυσσαλέες	=	λυσσαλέος
λυσσαλέο	=	λυσσαλέος
λυσσαλέοι	=	λυσσαλέος
λυσσαλέος	adj	που χαρακτηρίζεται από λύσσα, μανία, φοβερή ορμή, πείσμα και εχθρότητα
λυσσαλέου	=	λυσσαλέος
λυσσαλέους	=	λυσσαλέος
λυσσαλέων	=	λυσσαλέος
λυσσαλέως	adv|dated	λυσσαλέα
λυσσασμάτων	=	λύσσασμα
λυσσασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσασμένο
λυσσασμένε	verb	κλητική ενικού του λυσσασμένος
λυσσασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσασμένη
λυσσασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυσσασμένος
λυσσασμένης	verb	γενική ενικού του λυσσασμένη
λυσσασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λυσσασμένος
λυσσασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυσσασμένος
λυσσασμένος	verb|figurative	που έχει λυσσάξει
λυσσασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυσσασμένος
λυσσασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λυσσασμένος
λυσσασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυσσασμένος
λυσσιάζαμε	=	λυσσιάζω
λυσσιάζαν	=	λυσσιάζω
λυσσιάζανε	=	λυσσιάζω
λυσσιάζατε	=	λυσσιάζω
λυσσιάζει	=	λυσσιάζω
λυσσιάζεις	=	λυσσιάζω
λυσσιάζετε	=	λυσσιάζω
λυσσιάζοντας	=	λυσσιάζω
λυσσιάζουμε	=	λυσσιάζω
λυσσιάζουν	=	λυσσιάζω
λυσσιάζουνε	=	λυσσιάζω
λυσσιάζω	verb	άλλη μορφή του λυσσώ
λυσσιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξαν	=	λυσσιάζω
λυσσιάξανε	=	λυσσιάζω
λυσσιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λυσσιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυσσιάρης
λυσσιάρας	adj	γενική ενικού του λυσσιάρα
λυσσιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσιάρα
λυσσιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λυσσιάρης
λυσσιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσιάρης
λυσσιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λυσσιάρης
λυσσιάρης	adj	άλλη μορφή του λυσσάρης
λυσσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσιάρικο
λυσσιάρικε	adj	κλητική ενικού του λυσσιάρικος
λυσσιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσιάρικη
λυσσιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυσσιάρικος
λυσσιάρικης	adj	γενική ενικού του λυσσιάρικη
λυσσιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λυσσιάρης
λυσσιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυσσιάρικος
λυσσιάρικος	adj|figurative	άλλη μορφή του λυσσάρης
λυσσιάρικου	adj	γενική ενικού του λυσσιάρικο
λυσσιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυσσιάρικος
λυσσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λυσσιάρικο
λυσσιάσματα	=	λύσσιασμα
λυσσιάσματος	=	λύσσιασμα
λυσσιάτρου	=	λυσσίατρος
λυσσιάτρους	=	λυσσίατρος
λυσσιάτρων	=	λυσσίατρος
λυσσιασμάτων	=	λύσσιασμα
λυσσιατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυσσιατρείο
λυσσιατρείο	noun	ιατρείο θεραπείας της λύσσας ή σχετικής επιστημονικής έρευνας
λυσσιατρείου	noun	γενική ενικού του λυσσιατρείο
λυσσιατρείων	noun	γενική πληθυντικού του λυσσιατρείο
λυσσιατρεῖον	noun	το λυσσιατρείο
λυσσομάνα	=	λυσσομανάω
λυσσομάναγε	=	λυσσομανάω
λυσσομάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανά	=	λυσσομανάω
λυσσομανάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος λυσσομανάω / λυσσομανώ
λυσσομανάμε	=	λυσσομανάω
λυσσομανάν	=	λυσσομανάω
λυσσομανάνε	=	λυσσομανάω
λυσσομανάς	=	λυσσομανάω
λυσσομανάτε	=	λυσσομανάω
λυσσομανάω	verb	μαίνομαι, έχω μεγάλη ένταση, ορμή
λυσσομανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσαν	=	λυσσομανάω
λυσσομανήσανε	=	λυσσομανάω
λυσσομανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυσσομανώ
λυσσομανούμε	=	λυσσομανάω
λυσσομανούν	=	λυσσομανάω
λυσσομανούνε	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσα	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσαμε	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσαν	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσανε	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσατε	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσε	=	λυσσομανάω
λυσσομανούσες	=	λυσσομανάω
λυσσομανώ	verb	άλλη μορφή του λυσσομανάω
λυσσομανώντας	=	λυσσομανάω
λυσσωδών	=	λυσσώδης
λυσσωδώς	adv	με λυσσώδη τρόπο
λυσσόδηκτα	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτε	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτες	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτη	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτης	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτο	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτοι	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτος	adj|formal	που τον έχει δαγκώσει λυσσασμένος σκύλος ή άλλο ζώο
λυσσόδηκτου	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτους	=	λυσσόδηκτος
λυσσόδηκτων	=	λυσσόδηκτος
λυσσώ	verb	προσβάλλομαι από την ασθένεια της λύσσας
λυσσώδεις	=	λυσσώδης
λυσσώδες	=	λυσσώδης
λυσσώδη	=	λυσσώδης
λυσσώδης	adj	άλλη μορφή του λυσσαλέος
λυσσώδους	=	λυσσώδης
λυσσών	=	λύσσα
λυσσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λυσσάω / λυσσώ
λυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λυτός	adv|rare	με λυτό τρόπο
λυτάρι	noun|vulgar	άλλη γραφή του λητάρι
λυτάρια	=	λυτάρι
λυτέ	adj	κλητική ενικού του λυτός
λυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυτή
λυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυτός
λυτήρια	=	λυτήριο
λυτήριο	noun|literary	που προκαλεί την επίλυση κάποιου προβλήματος ή αμαρτίας
λυτήριου	=	λυτήριο
λυτής	adj	γενική ενικού του λυτή
λυταριού	=	λυτάρι
λυταριών	=	λυτάρι
λυτηρίου	=	λυτήριο
λυτηρίων	=	λυτήριο
λυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυτός
λυτού	adj	γενική ενικού του λυτός
λυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυτός
λυτρισμικά	=	λυτρισμικό
λυτρισμικού	=	λυτρισμικό
λυτρισμικό	noun	ransomware: λογισμικό που κρυπτογραφεί ή περιορίζει την πρόσβαση στα αρχεία ενός υπολογιστή, αποσκοπώντας στην καταβολή λύτρων (συνήθως σε μορφή μπιτκόιν) για την απελευθέρωση απ’ την κατάσταση αυτή
λυτρισμικών	=	λυτρισμικό
λυτριών	noun	γενική πληθυντικού του λύτρια
λυτρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρωθήκαν	=	λυτρώνω
λυτρωθήκανε	=	λυτρώνω
λυτρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρωθεί	=	λυτρώνω
λυτρωθείτε	=	λυτρώνω
λυτρωμέ	noun	κλητική ενικού του λυτρωμός
λυτρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυτρωμένο
λυτρωμένε	verb	κλητική ενικού του λυτρωμένος
λυτρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυτρωμένη
λυτρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυτρωμένος
λυτρωμένης	verb	γενική ενικού του λυτρωμένη
λυτρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του λυτρωμένος
λυτρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυτρωμένος
λυτρωμένος	verb	που έχει λυτρωθεί, που έχει βρει τη λύτρωση από κάτι που τον βασάνιζε
λυτρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λυτρωμένος
λυτρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λυτρωμένος
λυτρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λυτρωμένος
λυτρωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυτρωμός
λυτρωμού	noun	γενική ενικού του λυτρωμός
λυτρωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λυτρωμός
λυτρωμό	noun	αιτιατική ενικού του λυτρωμός
λυτρωμός	noun	άλλη μορφή του λύτρωση
λυτρωμών	noun	γενική πληθυντικού του λυτρωμός
λυτρωνόμασταν	=	λυτρώνω
λυτρωνόμαστε	=	λυτρώνω
λυτρωνόμουν	=	λυτρώνω
λυτρωνόμουνα	=	λυτρώνω
λυτρωνόντουσαν	=	λυτρώνω
λυτρωνόσασταν	=	λυτρώνω
λυτρωνόσαστε	=	λυτρώνω
λυτρωνόσουν	=	λυτρώνω
λυτρωνόσουνα	=	λυτρώνω
λυτρωνόταν	=	λυτρώνω
λυτρωνότανε	=	λυτρώνω
λυτρωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυτρωτής
λυτρωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λυτρωτής
λυτρωτής	noun	αυτός που λυτρώνει κάποιον, που τον σώζει, τον ελευθερώνει
λυτρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λυτρωτικός	adv	με λυτρωτικό τρόπο, λυτρώνοντας
λυτρωτικέ	adj	κλητική ενικού του λυτρωτικός
λυτρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυτρωτική
λυτρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λυτρωτικός
λυτρωτικής	adj	γενική ενικού του λυτρωτική
λυτρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λυτρωτικός
λυτρωτικού	adj	γενική ενικού του λυτρωτικός
λυτρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λυτρωτικός
λυτρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του λυτρωτικός
λυτρωτικός	adj	που συμβάλλει στη λύτρωση
λυτρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του λυτρωτικός
λυτρωτών	noun	γενική πληθυντικού του λυτρωτής
λυτρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρώναμε	=	λυτρώνω
λυτρώναν	=	λυτρώνω
λυτρώνανε	=	λυτρώνω
λυτρώνατε	=	λυτρώνω
λυτρώνει	=	λυτρώνω
λυτρώνεις	=	λυτρώνω
λυτρώνεσαι	=	λυτρώνω
λυτρώνεστε	=	λυτρώνω
λυτρώνεται	=	λυτρώνω
λυτρώνετε	=	λυτρώνω
λυτρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λυτρώνω
λυτρώνονται	=	λυτρώνω
λυτρώνονταν	=	λυτρώνω
λυτρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λυτρώνω
λυτρώνουμε	=	λυτρώνω
λυτρώνουν	=	λυτρώνω
λυτρώνουνε	=	λυτρώνω
λυτρώνω	verb	λύω, ελευθερώνω κάποιον, αφού πάρω λύτρα (λεφτά) σαν αντάλλαγμα
λυτρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώσαν	=	λυτρώνω
λυτρώσανε	=	λυτρώνω
λυτρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύτρωση
λυτρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώσεων	=	λύτρωση
λυτρώσιμα	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμε	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμες	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμη	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμης	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμο	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμοι	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να λυτρωθεί
λυτρώσιμου	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμους	=	λυτρώσιμος
λυτρώσιμων	=	λυτρώσιμος
λυτρώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνομαι
λυτρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λυτό	adj	αιτιατική ενικού του λυτός
λυτός	adj	που έχει λυθεί
λυτών	adj	γενική πληθυντικού του λυτός
λυχνάρι	noun	φορητή λάμπα, που λειτουργεί με λάδι ή λίπος και φιτίλι.
λυχνάρια	=	λυχνάρι
λυχνία	noun	συσκευή για την παραγωγή φωτός είτε ως ένδειξη λειτουργίας είτε για να φωτιστεί ένας χώρος, λαμπτήρας
λυχνίας	noun	γενική ενικού του λυχνία
λυχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυχνία
λυχνίτες	=	λυχνίτης
λυχνίτη	=	λυχνίτης
λυχνίτης	noun	είδος μαρμάρου που είναι πολύ λευκό και μπορεί σε αυτό να σκαλιστεί ένα κείμενο και εμφανιστεί μόνο με έκθεσή σε ένα προβολέα
λυχναράκι	noun	υποκοριστικό του λυχνάρι
λυχναράκια	=	λυχναράκι
λυχναριού	=	λυχνάρι
λυχναριών	=	λυχνάρι
λυχνιτών	=	λυχνίτης
λυχνιών	noun	γενική πληθυντικού του λυχνία
λυχνοστάτες	=	λυχνοστάτης
λυχνοστάτη	=	λυχνοστάτης
λυχνοστάτης	noun	βάση για τη στήριξη του λυχναριού
λυχνοστατών	=	λυχνοστάτης
λυόμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λυόμενο
λυόμενε	=	λυόμενος
λυόμενες	=	λυόμενος
λυόμενη	=	λυόμενος
λυόμενης	=	λυόμενος
λυόμενο	noun	σπίτι που είναι συναρμολογούμενο και συναρμολογείται στο σημείο εγκατάστασής του
λυόμενοι	=	λυόμενος
λυόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος λύω που συναρμολογείται και αποσυναρμολογείται
λυόμενου	noun	γενική ενικού του λυόμενο
λυόμενους	=	λυόμενος
λυόμενων	noun	γενική πληθυντικού του λυόμενο
λυώνω	=	λιώνω
λχία	=	λχίας
λχίας	abbrev	λοχίας
λχίες	=	λχίας
λχιών	=	λχίας
λωβιάζαμε	=	λωβιάζω
λωβιάζαν	=	λωβιάζω
λωβιάζανε	=	λωβιάζω
λωβιάζατε	=	λωβιάζω
λωβιάζει	=	λωβιάζω
λωβιάζεις	=	λωβιάζω
λωβιάζετε	=	λωβιάζω
λωβιάζοντας	=	λωβιάζω
λωβιάζουμε	=	λωβιάζω
λωβιάζουν	=	λωβιάζω
λωβιάζουνε	=	λωβιάζω
λωβιάζω	verb	πάσχω από λέπρα
λωβιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λωβιάρης
λωβιάρας	adj	γενική ενικού του λωβιάρα
λωβιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωβιάρα
λωβιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λωβιάρης
λωβιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωβιάρης
λωβιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του λωβιάρης
λωβιάρης	adj|vulgar	λεπρός
λωβιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωβιάρικο
λωβιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του λωβιάρης
λωβιάρικου	adj	γενική ενικού του λωβιάρικο
λωβιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του λωβιάρικο
λωβιάσαμε	=	λωβιάζω
λωβιάσαν	=	λωβιάζω
λωβιάσανε	=	λωβιάζω
λωβιάσατε	=	λωβιάζω
λωβιάσει	=	λωβιάζω
λωβιάστε	=	λωβιάζω
λωβιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωβιασμένο
λωβιασμένε	verb	κλητική ενικού του λωβιασμένος
λωβιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωβιασμένη
λωβιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λωβιασμένος
λωβιασμένης	verb	γενική ενικού του λωβιασμένη
λωβιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του λωβιασμένος
λωβιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λωβιασμένος
λωβιασμένος	verb	εκείνος που έχει λωβιαστεί.
λωβιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λωβιασμένος
λωβιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λωβιασμένος
λωβιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λωβιασμένος
λωλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λωλός	adv	με λωλό τρόπο
λωλάδα	noun	η τρέλα, η ανευθυνότητα, η απερισκεψία
λωλάδας	=	λωλάδα
λωλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωλάδα
λωλάδων	=	λωλάδα
λωλάματα	=	λώλαμα
λωλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάναν	=	λωλαίνω
λωλάνανε	=	λωλαίνω
λωλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λωλέ	adj	κλητική ενικού του λωλός
λωλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωλή
λωλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λωλός
λωλής	adj	γενική ενικού του λωλή
λωλαίναμε	=	λωλαίνω
λωλαίναν	=	λωλαίνω
λωλαίνανε	=	λωλαίνω
λωλαίνατε	=	λωλαίνω
λωλαίνει	=	λωλαίνω
λωλαίνεις	=	λωλαίνω
λωλαίνετε	=	λωλαίνω
λωλαίνομαι	=	λωλαίνω
λωλαίνοντας	=	λωλαίνω
λωλαίνουμε	=	λωλαίνω
λωλαίνουν	=	λωλαίνω
λωλαίνουνε	=	λωλαίνω
λωλαίνω	verb	κάνω κάποιον λωλό, τον τρελαίνω
λωλαμάρα	noun	άλλη μορφή του λωλάδα
λωλαμάρας	=	λωλαμάρα
λωλαμάρες	=	λωλαμάρα
λωλαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωλαμένο
λωλαμένε	verb	κλητική ενικού του λωλαμένος
λωλαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωλαμένη
λωλαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λωλαμένος
λωλαμένης	verb	γενική ενικού του λωλαμένη
λωλαμένο	verb	αιτιατική ενικού του λωλαμένος
λωλαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λωλαμένος
λωλαμένος	verb	που έχει λωλαθεί, ο τρελαμένος
λωλαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του λωλαμένος
λωλαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του λωλαμένος
λωλαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λωλαμένος
λωλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λωλός
λωλού	adj	γενική ενικού του λωλός
λωλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λωλός
λωλό	adj	αιτιατική ενικού του λωλός
λωλός	adj	τρελός, ανεύθυνος, απερίσκεπτος
λωλών	adj	γενική πληθυντικού του λωλός
λωποδίτισσα	=	λωποδύτης
λωποδυσία	noun|formal	το να είναι κάποιος λωποδύτης, οι ενέργειες ενός λωποδύτη
λωποδυσίας	noun	γενική ενικού του λωποδυσία
λωποδυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωποδυσία
λωποδυσιών	noun	γενική πληθυντικού του λωποδυσία
λωποδυτάκο	=	λωποδυτάκος
λωποδυτάκοι	=	λωποδυτάκος
λωποδυτάκος	noun	υποκοριστικό του λωποδύτης
λωποδυτάκου	=	λωποδυτάκος
λωποδυτάκους	=	λωποδυτάκος
λωποδυτάκων	=	λωποδυτάκος
λωποδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λωποδυτικός	adv	με λωποδυτικό τρόπο
λωποδυτικέ	adj	κλητική ενικού του λωποδυτικός
λωποδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωποδυτική
λωποδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λωποδυτικός
λωποδυτικής	adj	γενική ενικού του λωποδυτική
λωποδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λωποδυτικός
λωποδυτικού	adj	γενική ενικού του λωποδυτικός
λωποδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του λωποδυτικός
λωποδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του λωποδυτικός
λωποδυτικός	adj	που έχει σχέση με λωποδύτη ή λωποδυσία ή αναφέρεται σ' αυτά
λωποδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του λωποδυτικός
λωποδυτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του λωποδυτικά
λωποδυτισσών	noun	γενική πληθυντικού του λωποδύτισσα
λωποδυτριών	noun	γενική πληθυντικού του λωποδύτρια
λωποδυτών	=	λωποδύτης
λωποδύταρε	=	λωποδύταρος
λωποδύταρο	=	λωποδύταρος
λωποδύταροι	=	λωποδύταρος
λωποδύταρος	noun	μεγάλος λωποδύτης, μεγάλος απατεώνας
λωποδύταρου	=	λωποδύταρος
λωποδύταρους	=	λωποδύταρος
λωποδύταρων	=	λωποδύταρος
λωποδύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωποδύτης
λωποδύτη	=	λωποδύτης
λωποδύτης	noun	ο κλέφτης
λωποδύτισσα	noun	θηλυκό του λωποδύτης
λωποδύτισσας	noun	γενική ενικού του λωποδύτισσα
λωποδύτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωποδύτισσα
λωποδύτρια	noun	θηλυκό του λωποδύτης
λωποδύτριας	noun	γενική ενικού του λωποδύτρια
λωποδύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωποδύτρια
λωρένσιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 103 και χημικό σύμβολο το Lr
λωρίδα	noun	στενόμακρο παραλληλόγραμμο κομμάτι υφάσματος
λωρίδας	=	λωρίδα
λωρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωρίδα
λωρίδων	=	λωρίδα
λωρενσίου	=	λωρένσιο
λωτέ	noun	κλητική ενικού του λωτός
λωτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λωτός
λωτοφάγε	=	λωτοφάγος
λωτοφάγο	=	λωτοφάγος
λωτοφάγοι	=	λωτοφάγος
λωτοφάγος	noun	αυτός που τρώει λωτούς, που τρέφεται με λωτούς
λωτοφάγου	=	λωτοφάγος
λωτοφάγους	=	λωτοφάγος
λωτοφάγων	=	λωτοφάγος
λωτού	noun	γενική ενικού του λωτός
λωτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του λωτός
λωτό	noun	αιτιατική ενικού του λωτός
λωτόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λωτόμηλο
λωτός	noun	γένος Lotus των ψυχανθών που περιλαμβάνει περίπου 100 ποώδη ή θαμνώδη πολύ διαδεδομένα φυτά, με κίτρινα (κυρίως), κόκκινα ή λευκά άνθη
λωτών	noun	γενική πληθυντικού του λωτός
λόβια	=	λόβιο
λόβιο	noun	άλλη μορφή του λοβίο
λόβιον	noun	άλλη μορφή του λόβιο / λοβίο
λόβιου	=	λόβιο
λόβιων	=	λόβιο
λόγγε	=	λόγγος
λόγγο	=	λόγγος
λόγγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόγγος
λόγγος	noun	το σημείο ή η περιοχή του βουνού η οποία έχει πυκνή βλάστηση από θαμνώδη φυτά όπως πουρνάρια, κουμαριές κ.ά.
λόγγου	=	λόγγος
λόγγους	=	λόγγος
λόγγων	=	λόγγος
λόγγωνα	=	λογγώνω
λόγγωναν	=	λογγώνω
λόγγωνε	=	λογγώνω
λόγγωνες	=	λογγώνω
λόγγωσα	=	λογγώνω
λόγγωσαν	=	λογγώνω
λόγγωσε	=	λογγώνω
λόγγωσες	=	λογγώνω
λόγε	noun	κλητική ενικού του λόγος
λόγια	noun	αυτά που λέει κανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λόγιος
λόγιαζα	=	λογιάζω
λόγιαζαν	=	λογιάζω
λόγιαζε	=	λογιάζω
λόγιαζες	=	λογιάζω
λόγιας	=	λόγιος
λόγιασα	=	λογιάζω
λόγιασαν	=	λογιάζω
λόγιασε	=	λογιάζω
λόγιασες	=	λογιάζω
λόγιε	=	λόγιος
λόγιες	=	λόγιος
λόγιο	noun	σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή
λόγιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόγιος
λόγιος	adj	μορφωμένος, καλλιεργημένος, ευρυμαθής	noun	ο λόγιος, άνθρωπος των γραμμάτων
λόγιου	=	λόγιος
λόγιους	=	λόγιος
λόγιων	=	λόγιος
λόγκος	noun	άλλη γραφή του λόγγος
λόγο	noun	αιτιατική ενικού του λόγος
λόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόγος
λόγος	noun	η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων
λόγου	noun	γενική ενικού του λόγος	pron	≈ συνώνυμα: ελόγου, συντάσσεται πάντα με αντωνυμία «του λόγου μου», «του λόγου του»
λόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λόγος
λόγχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λόγχη
λόγχευα	=	λογχεύω
λόγχευαν	=	λογχεύω
λόγχευε	=	λογχεύω
λόγχευες	=	λογχεύω
λόγχευσα	=	λογχεύω
λόγχευσαν	=	λογχεύω
λόγχευσε	=	λογχεύω
λόγχευσες	=	λογχεύω
λόγχη	noun	η μεταλλική αιχμή ενός δόρατος
λόγχης	=	λόγχη
λόγχιζα	=	λογχίζω
λόγχιζαν	=	λογχίζω
λόγχιζε	=	λογχίζω
λόγχιζες	=	λογχίζω
λόγχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λόγχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λόγχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λόγχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λογχίζω
λόγχισμα	noun	χτύπημα με λόγχη
λόγω	adv|formal	με λόγια, στα λόγια	prep|formal	εξαιτίας (συντάσσεται με γενική και δηλώνει αιτία)
λόγων	noun	γενική πληθυντικού του λόγος
λόζμπαν	noun	τεχνητή γλώσσα που δημιουργήθηκε το 1987 από το Logical Language Group, βασισμένη σε γλώσσα που δημιούργησε ο James Cooke Brown στη δεκαετία του 1960
λόμπι	noun	ομάδα πίεσης υπέρ κάποιων απόψεων ή/και συμφερόντων
λόμπις	noun	τα διάφορα είδη μεγάλων φασολιών (όπως λ.χ. αυτά της φασολάδας, ή οι γίγαντες)· οι φασούλες
λόξα	noun	η ιδιοτροπία, η παραξενιά, η τρέλα
λόξας	noun	γενική ενικού του λόξα
λόξεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λοξεύω
λόξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λόξα
λόξευα	=	λοξεύω
λόξευαν	=	λοξεύω
λόξευε	=	λοξεύω
λόξευες	=	λοξεύω
λόξευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λοξεύω
λόξεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λόξεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λόξεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λόξεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λοξεύω
λόξιγγας	=	λόξιγκας
λόξιγκα	=	λόξιγκας
λόξιγκας	noun	ακούσιος σπασμός του διαφράγματος και ο χαρακτηριστικός ήχος που τον συνοδεύει
λόξιγκες	=	λόξιγκας
λόξυγγα	=	λόξυγγας
λόξυγγας	noun	ετυμολογική γραφή του λόξιγκας
λόξυγγες	=	λόξυγγας
λόξυγκα	=	λόξυγκας
λόξυγκας	noun	παραλλαγή της ετυμολογικής γραφής του λόξιγκας
λόξυγκες	=	λόξυγκας
λόπια	noun	η φασολάδα
λόρδα	noun	έντονη αίσθηση πείνας (σε )
λόρδας	noun	γενική ενικού του λόρδα
λόρδε	noun	κλητική ενικού του λόρδος
λόρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λόρδα
λόρδο	noun	αιτιατική ενικού του λόρδος
λόρδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόρδος
λόρδος	noun	Άγγλος ευγενής
λόρδου	noun	γενική ενικού του λόρδος
λόρδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λόρδος
λόρδων	noun	γενική πληθυντικού του λόρδος
λόρδωση	noun	πάθηση της σπονδυλικής στήλης εξαιτίας της οποίας το άτομο γέρνει προς τα πίσω
λόρδωσης	=	λόρδωση
λότε	=	λότος
λότο	noun	είδος τυχερού παιχνιδιού, στο οποίο κάποιος επιλέγει ορισμένους αριθμούς από ένα πεπερασμένο σύνολο, κι αν τους πετύχει, κερδίζει
λότοι	=	λότος
λότος	noun	η λοταρία
λότου	=	λότος
λότους	=	λότος
λόττο	noun	άλλη γραφή του λότο
λότων	=	λότος
λόφε	noun	κλητική ενικού του λόφος
λόφο	noun	αιτιατική ενικού του λόφος
λόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόφος
λόφος	noun	ύψωμα χαμηλότερο από βουνό, με ύψος μικρότερο των 300 μέτρων
λόφου	noun	γενική ενικού του λόφος
λόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λόφος
λόφων	noun	γενική πληθυντικού του λόφος
λόχε	noun	κλητική ενικού του λόχος
λόχια	noun	τα υγρά που εκκρίνει ο κόλπος της λεχώνας, κατά τη διάρκεια της λοχείας
λόχμες	=	λόχμη
λόχμη	noun	δασοτόπι με πυκνή βλάστηση θάμνων, κατάλληλο για κρύπτη (αγριμιών)
λόχμης	=	λόχμη
λόχο	noun	αιτιατική ενικού του λόχος
λόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λόχος
λόχος	noun	μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το τάγμα και μεγαλύτερη από διμοιρία, που διοικείται από λοχαγό και αριθμεί περίπου 100 άνδρες
λόχου	noun	γενική ενικού του λόχος
λόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λόχος
λόχων	noun	γενική πληθυντικού του λόχος
λύγα	=	λυγώ
λύγαγε	=	λυγώ
λύγγα	=	λυγξ
λύγε	=	λύγος
λύγησα	=	λυγώ
λύγησαν	=	λυγώ
λύγησε	=	λυγώ
λύγησες	=	λυγώ
λύγιζα	=	λυγίζω
λύγιζαν	=	λυγίζω
λύγιζε	=	λυγίζω
λύγιζες	=	λυγίζω
λύγινα	=	λύγινος
λύγινε	=	λύγινος
λύγινες	=	λύγινος
λύγινη	=	λύγινος
λύγινης	=	λύγινος
λύγινο	=	λύγινος
λύγινοι	=	λύγινος
λύγινος	adj	που αποτελείται, που φτιάχτηκε από ξύλο λυγαριάς
λύγινου	=	λύγινος
λύγινους	=	λύγινος
λύγινων	=	λύγινος
λύγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λύγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λύγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λύγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυγίζω
λύγισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λυγίζω
λύγκα	=	λύγκας
λύγκας	noun	άγριο αιλουροειδές του βορείου ημισφαιρίου (υπό εξαφάνιση)
λύγκεια	=	λύγκειος
λύγκειας	=	λύγκειος
λύγκειε	=	λύγκειος
λύγκειες	=	λύγκειος
λύγκειο	=	λύγκειος
λύγκειοι	=	λύγκειος
λύγκειος	adj	που έχει σχέση με τον λύγκα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
λύγκειου	=	λύγκειος
λύγκειους	=	λύγκειος
λύγκειων	=	λύγκειος
λύγκες	=	λύγκας
λύγξ	=	λυγξ
λύγο	=	λύγος
λύγοι	=	λύγος
λύγος	noun	λυγαριά
λύγου	=	λύγος
λύγους	=	λύγος
λύγων	=	λύγος
λύδια	=	λύδιος
λύδιας	=	λύδιος
λύδιε	=	λύδιος
λύδιες	=	λύδιος
λύδιο	=	λύδιος
λύδιοι	=	λύδιος
λύδιος	adj	που έχει σχέση με τη Λυδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
λύδιου	=	λύδιος
λύδιους	=	λύδιος
λύδιων	=	λύδιος
λύει	=	λύω
λύεις	=	λύω
λύετε	=	λύω
λύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λύκαινα	noun	λύκος θηλυκού γένους
λύκαινας	noun	γενική ενικού του λύκαινα
λύκαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύκαινα
λύκε	noun	κλητική ενικού του λύκος
λύκεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύκειο
λύκειο	noun	η δεύτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αμέσως μετά το γυμνάσιο
λύκειου	=	λύκειο
λύκο	noun	αιτιατική ενικού του λύκος
λύκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λύκος
λύκος	noun	άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
λύκου	noun	γενική ενικού του λύκος
λύκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λύκος
λύκων	noun	γενική πληθυντικού του λύκος
λύμα	noun	το ακάθαρτο υγρό που περιέχει τα υπολείμματα μιας ανθρώπινης δραστηριότητας
λύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύμα
λύματος	noun	γενική ενικού του λύμα
λύμες	=	λύμη
λύμη	noun|archaic	συμφορά, καταστροφή
λύμης	=	λύμη
λύμπεκ	noun	παλαιότερη γραφή του Λίμπεκ
λύμφη	noun	άλλη μορφή του λέμφος
λύναμε	=	λύνω
λύναν	=	λύνω
λύνανε	=	λύνω
λύνατε	=	λύνω
λύνε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος λύνω
λύνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λύνω
λύνεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λύνω
λύνεσαι	=	λύνω
λύνεστε	=	λύνω
λύνεται	=	λύνω
λύνετε	=	λύνω
λύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λύνω
λύνομε	verb	λόγιος τύπος του λύνουμε, πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος λύνω
λύνονται	=	λύνω
λύνονταν	=	λύνω
λύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λύνω
λύνουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος λύνω
λύνουν	=	λύνω
λύνουνε	=	λύνω
λύνω	verb	χαλαρώνω το δέσιμο, ξεσφίγγω, ξεδένω, αποδεσμεύω, ελευθερώνω από δέσιμο
λύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος λύω
λύομε	=	λύω
λύομεν	=	λύω
λύουν	=	λύω
λύπες	=	λύπη
λύπη	noun	το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
λύπης	=	λύπη
λύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυπώ
λύπηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του λυπάμαι, το συναίσθημα της λύπης, της συμπόνιας ή του οίκτου που αισθάνεται κάποιος για κάποιον ή κάτι
λύπησης	noun	γενική ενικού του λύπηση
λύρα	noun	αρχαίο ελληνικό μουσικό όργανο, νυκτό (δείτε λύρα)
λύρας	noun	γενική ενικού του λύρα
λύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύρα
λύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσαν	=	λύνω
λύσανε	=	λύνω
λύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου (λύσω) του λύνω
λύσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου (λύσω) ενεργητικού αορίστου του λύνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύση
λύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσεων	noun	γενική πληθυντικού του λύση
λύσεως	noun|formal	γενική ενικού του λύση
λύση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λύνω
λύσης	noun	γενική ενικού του λύση
λύσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω
λύσομε	=	λύνω
λύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λύνομαι
λύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσουνε	=	λύνω
λύσσα	noun	λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο.
λύσσαζα	=	λυσσάζω
λύσσαζαν	=	λυσσάζω
λύσσαζε	=	λυσσάζω
λύσσαζες	=	λυσσάζω
λύσσαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λύσσαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λύσσαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λύσσαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσάω
λύσσας	=	λύσσα
λύσσασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λυσσάζω
λύσσες	=	λύσσα
λύσσιαζα	=	λυσσιάζω
λύσσιαζαν	=	λυσσιάζω
λύσσιαζε	=	λυσσιάζω
λύσσιαζες	=	λυσσιάζω
λύσσιαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λύσσιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λύσσιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λύσσιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυσσιάζω
λύσσιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λυσσιάζω
λύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λύνω
λύσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του λύνω
λύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύτης
λύτη	=	λύτης
λύτης	noun	αυτός που (μπορεί να) βρίσκει λύσεις, να λύνει
λύτρα	noun	χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την απελευθέρωση ενός ατόμου που κρατείται όμηρος
λύτρια	noun	θηλυκό του λύτης
λύτριας	noun	γενική ενικού του λύτρια
λύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λύτρια
λύτρων	noun	γενική πληθυντικού του λύτρο
λύτρωνα	=	λυτρώνω
λύτρωναν	=	λυτρώνω
λύτρωνε	=	λυτρώνω
λύτρωνες	=	λυτρώνω
λύτρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λύτρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λύτρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λύτρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λυτρώνω
λύτρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λυτρώνω η απαλλαγή από δεινά, απόσειση πιεστικών καταστάσεων
λύτρωσης	=	λύτρωση
λύχνε	noun	κλητική ενικού του λύχνος
λύχνο	noun	αιτιατική ενικού του λύχνος
λύχνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λύχνος
λύχνος	noun|formal	το λυχνάρι
λύχνου	noun	γενική ενικού του λύχνος
λύχνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λύχνος
λύχνων	noun	γενική πληθυντικού του λύχνος
λύω	verb|formal	λύνω, επιλύω
λώβα	noun|vulgar	η λέπρα
λώβας	noun	γενική ενικού του λώβα
λώβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λώβα
λώβιαζα	=	λωβιάζω
λώβιαζαν	=	λωβιάζω
λώβιαζε	=	λωβιάζω
λώβιαζες	=	λωβιάζω
λώβιασα	=	λωβιάζω
λώβιασαν	=	λωβιάζω
λώβιασε	=	λωβιάζω
λώβιασες	=	λωβιάζω
λώλαινα	=	λωλαίνω
λώλαιναν	=	λωλαίνω
λώλαινε	=	λωλαίνω
λώλαινες	=	λωλαίνω
λώλαμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λωλαίνω
λώλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λώλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λώλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λώλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λωλαίνω
λώρα	=	λαύρα
λώρε	noun	κλητική ενικού του λώρος
λώρο	noun	αιτιατική ενικού του λώρος
λώροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του λώρος
λώρος	noun|archaic	λωρίδα, ιμάντας
λώρου	noun	γενική ενικού του λώρος
λώρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του λώρος
λώρων	noun	γενική πληθυντικού του λώρος
μάγγανα	=	μάγγανο
μάγγανο	noun	αμυντική πολεμική μηχανή, που έριχνε πέτρες ή βέλη, καταπέλτης
μάγγανου	=	μάγγανο
μάγγανων	=	μάγγανο
μάγγο	=	μάνγκο
μάγγωνα	=	μαγγώνω
μάγγωναν	=	μαγγώνω
μάγγωνε	=	μαγγώνω
μάγγωνες	=	μαγγώνω
μάγγωσα	=	μαγγώνω
μάγγωσαν	=	μαγγώνω
μάγγωσε	=	μαγγώνω
μάγγωσες	=	μαγγώνω
μάγε	noun	κλητική ενικού του μάγος
μάγειρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μάγειρας
μάγειρας	noun	ο επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή φαγητού
μάγειρε	noun	κλητική ενικού του μάγειρος
μάγειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγειρας
μάγειρο	noun	αιτιατική ενικού του μάγειρος
μάγειροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάγειρος
μάγειρος	noun|formal	ο επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή φαγητού
μάγεμα	noun	το να μαγεύεις κάποιον
μάγευα	=	μαγεύω
μάγευαν	=	μαγεύω
μάγευε	=	μαγεύω
μάγευες	=	μαγεύω
μάγευση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μαγεύω
μάγεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μάγεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μάγεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μάγεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μάγια	noun	η μαγική ενέργεια που στρέφεται προς κάποιον ή κάτι
μάγιας	noun	γενική ενικού του μάγια
μάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγια
μάγισσα	noun	αυτή που ασκεί τη μαγεία, που επικαλείται τις υπερφυσικές δυνάμεις με ξόρκια, φίλτρα ή τελετές
μάγισσας	noun	γενική ενικού του μάγισσα
μάγισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγισσα
μάγιστρε	=	μάγιστρος
μάγιστρο	=	μάγιστρος
μάγιστροι	=	μάγιστρος
μάγιστρος	noun	ανώτατο αξίωμα της ύστερη Ρωμαϊκή και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (μάγιστρος τῶν ὀφφικίων)
μάγιστρου	=	μάγιστρος
μάγιστρους	=	μάγιστρος
μάγκα	=	μάγκας
μάγκανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγκανο
μάγκανο	noun|dated	άλλη γραφή του μάγγανο ή άλλη μορφή του μαγκάνι
μάγκανος	noun	γεωργικό ξύλινο εργαλείο εξαγωγής ινών λιναριού
μάγκανου	noun	γενική ενικού του μάγκανο
μάγκανων	noun	γενική πληθυντικού του μάγκανο
μάγκας	noun	χαρακτηριστικός λαϊκός τύπος με ιδιαίτερη εμφάνιση, ομιλία και συμπεριφορά
μάγκατζης	noun	άλλη μορφή του μαγκατζής
μάγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγκας
μάγκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μάγκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μάγκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μάγκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μάγκικα	noun	η μάγκικη γλώσσα/διάλεκτος, αργκό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μάγκικος
μάγκικε	adj	κλητική ενικού του μάγκικος
μάγκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγκικη
μάγκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μάγκικος
μάγκικης	adj	γενική ενικού του μάγκικη
μάγκικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μάγκικος
μάγκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάγκικος
μάγκικος	adj	που ανήκει ή χαρακτηρίζει το μάγκα
μάγκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μάγκικος
μάγκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μάγκικος
μάγκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μάγκικος
μάγκισσα	=	μάγκας
μάγκωμα	noun	το αποτέλεσμα του μαγκώνω, η ενέργεια
μάγκωνα	=	μαγκώνω
μάγκωναν	=	μαγκώνω
μάγκωνε	=	μαγκώνω
μάγκωνες	=	μαγκώνω
μάγκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μάγκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μάγκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μάγκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μάγμα	noun	διάπυρη μάζα που δεν έχει στερεοποιηθεί ακόμα στο εσωτερικό της γης και βρίσκεται σε μεγάλο βάθος
μάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγμα
μάγματος	noun	γενική ενικού του μάγμα
μάγνητρο	noun	είδος ηλεκτρονικής λυχνίας κενού που παράγει μικροκύματα
μάγο	noun	αιτιατική ενικού του μάγος
μάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάγος
μάγος	noun	αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τις έχει
μάγου	noun	γενική ενικού του μάγος
μάγουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγουλο
μάγουλο	noun	το σχετικά πιο μαλακό τμήμα του προσώπου κάτω από τα μήλα και έως τα αφτιά, τη μύτη και το σαγόνι, το εξωτερικό μέρος του μυικού ιστού που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της στοματικής κοιλότητας
μάγουλου	noun	γενική ενικού του μάγουλο
μάγουλων	noun	γενική πληθυντικού του μάγουλο
μάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μάγος
μάγων	noun	γενική πληθυντικού του μάγος
μάδημα	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του μαδώ
μάδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μάδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μάδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μάδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μάδησις	noun	το μάδημα στην καθαρεύουσα
μάζα	noun	ποσότητα της ύλης που έχει ένα σώμα
μάζας	noun	γενική ενικού του μάζα
μάζεμα	noun	η ενέργεια του μαζεύω, συλλογή
μάζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάζα
μάζευα	=	μαζεύω
μάζευαν	=	μαζεύω
μάζευε	=	μαζεύω
μάζευες	=	μαζεύω
μάζεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μάζεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μάζεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μάζεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μάζωμα	noun	το μάζεμα
μάζωνα	=	μαζώνω
μάζωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μάζωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μάζωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μάζωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μάζωξη	noun	η συγκέντρωση πολλών ατόμων σε ένα χώρο για συζήτηση ή διασκέδαση
μάζωξης	noun	γενική ενικού του μάζωξη
μάη	=	μάης
μάηδες	noun	πηλιορείτικο χορευτικό και μιμητικό έθιμο
μάηδων	=	μάης
μάης	noun|vulgar	το πρωτομαγιάτικο στεφάνι λουλουδιών
μάθαινα	=	μαθαίνω
μάθαιναν	=	μαθαίνω
μάθαινε	=	μαθαίνω
μάθαινες	=	μαθαίνω
μάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθαν	=	μαθαίνω
μάθανε	=	μαθαίνω
μάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθημα	noun	γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεται σε σχολείο ή πανεπιστήμιο
μάθηση	noun	η απόκτηση γνώσεων μέσα από γνωστικές διαδικασίες
μάθησης	noun	γενική ενικού του μάθηση
μάθομε	=	μαθαίνω
μάθος	noun|dated	η μάθηση
μάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάθουνε	=	μαθαίνω
μάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθαίνω
μάι	noun	συνώνυμο του δαφνοκερασιά
μάινα	noun	το μαϊνάρισμα, η διαδικασία του κατεβάσματος ενός αντικειμένου όπως ένα πανί, μία σημαία, ή της άγκυρας στο πλοίο.	adv	στο πλοίο ρίχνω, κατεβάζω κάποιο αντικείμενο, όπως πανί, σημαία, ή άγκυρα.
μάινας	noun	γενική ενικού του μάινα
μάινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάινα
μάιοι	=	μάηδες
μάκενα	noun	μηχανή
μάκια	noun	φιλιά
μάκινα	noun	μηχανή
μάκινας	=	μάκινα
μάκινες	=	μάκινα
μάκραινα	=	μακραίνω
μάκραιναν	=	μακραίνω
μάκραινε	=	μακραίνω
μάκραινες	=	μακραίνω
μάκρεμα	noun	το αποτέλεσμα του μακραίνω
μάκρη	=	μάκρος
μάκρος	noun	η διάσταση του μήκους
μάκρους	=	μάκρος
μάκρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μάκρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μάκρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μάκρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μάκτρα	noun	σκάφη ζυμώματος
μάκτρο	noun|archaic	κάτι με το οποίο σφουγγίζω ή σκουπίζω, όπως σπόγγος, πετσέτα, μαντίλι
μάλα	adv|archaic	σε χρήση ενάρθρως στην έκφραση: τα μάλα
μάλαγμα	noun	άλλη μορφή του μάλαξη
μάλαθρα	=	μάλαθρο
μάλαθρο	noun	το μάραθο
μάλαθρου	=	μάλαθρο
μάλαθρων	=	μάλαθρο
μάλαμα	noun	κάθε πολύτιμο μέταλλο
μάλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μάλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μάλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μάλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μάλαξη	noun	το μασάζ, η απαλή πίεση σαν ήπιο ζύμωμα στο μυϊκό σύστημα
μάλαξης	noun	γενική ενικού του μάλαξη
μάλης	noun	η μασχάλη: μόνο στην έκφραση υπό μάλης: κάτω από τη μασχάλη
μάλιστα	intj	ναι (σε ένδειξη σεβασμού προς το συνομιλητή)	adv	ιδίως, ιδιαίτερα (για να δοθεί έμφαση) δηλώνει και αντίθεση
μάλλιαζα	=	μαλλιάζω
μάλλιαζαν	=	μαλλιάζω
μάλλιαζε	=	μαλλιάζω
μάλλιαζες	=	μαλλιάζω
μάλλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μάλλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μάλλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μάλλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μάλλινα	=	μάλλινος
μάλλινε	=	μάλλινος
μάλλινες	=	μάλλινος
μάλλινη	=	μάλλινος
μάλλινης	=	μάλλινος
μάλλινο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μάλλινος
μάλλινοι	=	μάλλινος
μάλλινος	adj	που είναι φτιαγμένος από μαλλί ζώου
μάλλινου	=	μάλλινος
μάλλινους	=	μάλλινος
μάλλινων	=	μάλλινος
μάλλον	adv	πιθανότατα
μάλωμα	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του μαλώνω, ο καβγάς
μάλωνα	=	μαλώνω
μάλωναν	=	μαλώνω
μάλωνε	=	μαλώνω
μάλωνες	=	μαλώνω
μάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μάμε	noun	κλητική ενικού του μάμος
μάμο	noun	αιτιατική ενικού του μάμος
μάμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάμος
μάμος	noun	Ο μαιευτήρας.
μάμου	noun	γενική ενικού του μάμος
μάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μάμος
μάμπο	noun	κλασικός λατινοαμερικάνικος χορός κουβανικής προέλευσης
μάμων	noun	γενική πληθυντικού του μάμος
μάνα	noun	η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
μάνας	noun	γενική ενικού του μάνα
μάνατζερ	noun	πρόσωπο σε διευθυντική θέση σε μια επιχείρηση
μάνατζμεντ	noun	η οργάνωση, διαχείριση και διοίκηση επιχειρήσεων καθώς και η σχετική επιστήμη ή σπουδές
μάνγκα	noun	κόμικς, τα οποία είτε προέρχονται από την Ιαπωνία είτε ακολουθούν τις συμβάσεις των ιαπωνικών κόμικς (ανάγνωση από δεξιά προς τα αριστερά, εικαστικό στιλ κ.λπ.)
μάνγκο	noun	αειθαλές δέντρο (το είδος Mangifera indica) με μικρά άσπρα άνθη· κατάγεται από την Ινδία και παράγει το ομώνυμο φρούτο
μάνδαλο	=	μάνταλο
μάνδρα	=	μάντρα
μάνδρας	noun	γενική ενικού του μάνδρα
μάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάνα
μάνη	noun	χερσόνησος της Ελλάδας στην Πελοπόννησο, στους νομούς Λακωνίας και Μεσσηνίας
μάνης	=	μάνη
μάνητα	noun|literary	η οργή, η μανία, η λυσσαλέα αντίδραση ή δράση, το μένος (στον πόλεμο, στο ερωτικό πάθος)
μάνητας	noun	γενική ενικού του μάνητα
μάνητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάνητα
μάνιαζα	=	μανιάζω
μάνιαζαν	=	μανιάζω
μάνιαζε	=	μανιάζω
μάνιαζες	=	μανιάζω
μάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μάνικα	noun	πλαστικός και εύκαμπτος σωλήνας για τη μεταφορά συνήθως μεγάλης ποσότητας νερού από μία βρύση ή δεξαμενή σε πιο μακρινό σημείο
μάνικας	noun	γενική ενικού του μάνικα
μάνικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάνικα
μάνισα	=	μανίζω
μάνιωμα	noun	το αποτέλεσμα του μανιώνω
μάννα	noun	άλλη γραφή της λέξης μάνα, της μητέρας
μάννας	=	μάννα
μάννες	=	μάννα
μάννων	=	μάννα
μάνταλα	noun	συμμετρικό γεωμετρικό γράφημα του Σύμπαντος
μάνταλε	=	μάνταλος
μάνταλο	noun	μακρόστενο κομμάτι από μέταλλο ή ξύλο συνήθως, με ορθογώνια διατομή, το οποίο είναι ελεύθερο να περιστραφεί στο ένα του άκρο γύρω από άξονα ενώ το άλλο του άκρο είναι ελεύθερο να πέσει είτε εντός εγκοπής είτε πάνω σε άλλη προεξοχή η οποία το εμποδίζει να κινηθεί περαιτέρω έτσι ώστε να παραμένει σταθερά στην ίδια θέση.
μάνταλοι	=	μάνταλος
μάνταλος	noun	άλλη μορφή του μάνταλο
μάνταλου	=	μάνταλος
μάνταλους	=	μάνταλος
μάνταλων	=	μάνταλος
μάνταρισα	=	μαντάρω
μάντεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάντης
μάντεμα	noun	το αποτέλεσμα της μαντείας
μάντευα	=	μαντεύω
μάντευαν	=	μαντεύω
μάντευε	=	μαντεύω
μάντευες	=	μαντεύω
μάντευμα	noun	άλλη μορφή του μάντεμα
μάντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μάντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μάντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μάντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μάντεων	=	μάντης
μάντζαλα	noun	πληθυντικός αριθμός του μάντζαλο, στη φράση τζάντζαλα μάντζαλα
μάντζαλο	noun	στη φράση τζάντζαλα μάντζαλα
μάντη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μάντης
μάντης	noun	πρόσωπο που ερμηνεύει τα σημάδια που θεωρείται ότι στέλνουν οι θεοί και δίνει χρησμούς· εκείνος που αποκαλύπτει τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή κάπου αλλού και ποιες δυνάμεις επηρεάζουν μια κατάσταση, που προφητεύει ή προλέγει τι θα συμβεί στο μέλλον
μάντι	=	μάντις
μάντιδα	=	μάντις
μάντιδας	=	μάντις
μάντιδες	=	μάντις
μάντιδος	=	μάντις
μάντιδων	=	μάντις
μάντις	noun	το αλογάκι της Παναγίας (Mantis religiosa, Μάντις η θρησκευτική) ορθόπτερo έντομο της υποοικογένειας των Μαντιδών της οικογένειας των Μαντωδών
μάντισσα	noun	αυτή που μαντεύει τα μελλούμενα, που προφητεύει
μάντισσας	noun	γενική ενικού του μάντισσα
μάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάντισσα
μάντολα	noun	παραδοσιακό επτανησιακό γλύκισμα από καβουρδισμένα αμύγδαλα, ζάχαρη
μάντρα	noun	οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ
μάντρας	noun	μάντρα, στη γενική του ενικού
μάντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάντρα
μάντριζα	=	μαντρίζω
μάντριζαν	=	μαντρίζω
μάντριζε	=	μαντρίζω
μάντριζες	=	μαντρίζω
μάντρισα	=	μαντρίζω
μάντρισαν	=	μαντρίζω
μάντρισε	=	μαντρίζω
μάντρισες	=	μαντρίζω
μάντρισμα	noun	περιορίζω ζώα στο μαντρί
μάντρωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μαντρώνω, το κλείσιμο ενός χώρου με περίφραξη, μέ μάνδρα
μάντρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μάντρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μάντρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μάντρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μάνων	=	μάνα
μάξι	adj	γυναικείο μακρύ ένδυμα, φόρεμα ή φούστα ή παλτό, που φτάνει μέχρι τους αστραγάλους
μάξιμουμ	noun	το πολύ, όχι παραπάνω, το μέγιστο, το ανώτατο όριο, το έπακρο, ο υπερθετικός βαθμός σε οτιδήποτε (χρησιμοποιείται άναρθρο αλλά και έναρθρο το μάξιμουμ και στο μάξιμουμ (σταδιακά αντικαταστάθηκε στις περισσότερες φράσεις με το ελληνικό μέγιστος (μεγίστη τιμή π.χ. στα μαθηματικά) ή τη φράση "το καλύτερο δυνατόν" στις επιδόσεις και με άλλα συνώνυμα αναλόγως της εννοίας)
μάξις	noun	το σπόγγισμα
μάπα	noun	το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα
μάπας	noun	ο βλάκας, ο αφελής
μάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάπα
μάππα	noun	το ποδόσφαιρο
μάππας	=	μάππα
μάππες	=	μάππα
μάρα	noun	μαράζι, μαρασμός, στενοχώρια, θλίψη
μάραθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάραθο
μάραθε	=	μάραθος
μάραθο	noun	κοινή ονομασία των φυτών φοινίκουλον το κοινόν και φοινίκουλον το τριχώδες
μάραθοι	=	μάραθος
μάραθος	noun	άλλη γραφή του μάραθο
μάραθου	noun	γενική ενικού του μάραθο
μάραθους	=	μάραθος
μάραθων	noun	γενική πληθυντικού του μάραθο
μάραινα	=	μαραίνω
μάραιναν	=	μαραίνω
μάραινε	=	μαραίνω
μάραινες	=	μαραίνω
μάραμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μαραίνω
μάρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μάραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μάρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μάρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μάρανση	noun	το αποτέλεσμα του μαραίνω αλλά και η διαδικασία, ο μαρασμός, η παρακμή
μάρανσης	=	μάρανση
μάρας	noun	γενική ενικού του μάρα
μάργα	noun	μαλακό ιζηματογενές πέτρωμα, με ποικίλη σύσταση, που απαντάται σε ακτές υδάτινων όγκων
μάργαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάργαρο
μάργαρε	=	μάργαρος
μάργαρο	noun	σκληρό, λευκό και ιριδίζον υλικό, που καλύπτει την εσωτερική πλευρά θαλασσινών οστράκων, και το οποίο χρησιμοποιούμε ως διακοσμητικό υλικό
μάργαροι	=	μάργαρος
μάργαρος	noun|formal	συνώνυμο του ουδέτερου: τo μάργαρο
μάργαρου	noun	γενική ενικού του μάργαρο
μάργαρους	=	μάργαρος
μάργαρων	noun	γενική πληθυντικού του μάργαρο
μάργας	noun	γενική ενικού του μάργα
μάργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάργα
μάργωμα	noun	το αποτέλεσμα του μαργώνω
μάργωνα	=	μαργώνω
μάργωναν	=	μαργώνω
μάργωνε	=	μαργώνω
μάργωνες	=	μαργώνω
μάργωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μάργωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μάργωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μάργωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μάρες	noun	συντετμημένη μορφή του κουταμάρες στη φράση άρες μάρες κουκουνάρες
μάρκα	noun	σημάδι που επιτρέπει την άμεση αναγνώριση των προϊόντων κάποιας εμπορικής εταιρείας, συνήθως βιομηχανικής
μάρκαρα	=	μαρκάρω
μάρκαραν	=	μαρκάρω
μάρκαρε	=	μαρκάρω
μάρκαρες	=	μαρκάρω
μάρκας	noun	γενική ενικού του μάρκα
μάρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρκα
μάρκετινγκ	noun	οικονομικός όρος του εμπορίου για την έρευνα αγοράς και τον τρόπο πρώθησης προϊόντων
μάρκο	noun	ονομασία νομισμάτων διάφορων χωρών
μάρκου	noun	γενική ενικού του μάρκο
μάρκων	noun	γενική πληθυντικού του μάρκο
μάρμαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρμαρο
μάρμαρο	noun	σκληρό κρυσταλλικό πέτρωμα από ασβεστίτη, ποικίλων χρωμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική, στην κατασκευή μνημείων ή ως διακοσμητικό υλικό στην οικοδομική (επένδυση δαπέδων, τοίχων κλπ.)
μάρμαρου	=	μάρμαρο
μάρσιπε	noun	κλητική ενικού του μάρσιπος
μάρσιπο	noun	αιτιατική ενικού του μάρσιπος
μάρσιποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάρσιπος
μάρσιπος	noun	μικρός θύλακας ο οποίος βρίσκεται στο σώμα μερικών θηλαστικών και τον χρησιμοποιούν για να τοποθετούν τα μικρά τους ώστε να τα μεταφέρουν με ευκολία
μάρσιπου	=	μάρσιπος
μάρσιπους	=	μάρσιπος
μάρσιππος	=	μάρσιπος
μάρσιπων	=	μάρσιπος
μάρτη	=	μάρτης
μάρτηδες	=	μάρτης
μάρτηδων	=	μάρτης
μάρτης	noun	βραχιόλι από κόκκινη και άσπρη κλωστή που την 1η Μαρτίου φοριέται στον καρπό του χεριού (ή και αλλού) για διάφορους (αποτροπαϊκούς) λόγους
μάρτιος	=	μάρτης
μάρτυρα	=	μάρτυρας
μάρτυρας	noun	που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται
μάρτυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρτυρας
μάρτυρος	=	μάρτυρας
μάρτυς	noun	εκείνος που μπορεί να μαρτυρήσει την αλήθεια, που τη γνωρίζει, στην έκφραση μάρτυς μου ο Θεός
μάσα	noun|vulgar	το φαγητό, το φαΐ	verb	β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα του ρήματος μασάω
μάσαγα	=	μασάω
μάσαγαν	=	μασάω
μάσαγε	=	μασάω
μάσαγες	=	μασάω
μάσαλα	intj|dated	επιφώνημα με το οποίο εκφράζεται χαρά, ευγνωμοσύνη, επιδοκιμασία, θαυμασμός κ.τ.τ.
μάσας	noun	γενική ενικού του μάσα
μάσε	verb	άλλη μορφή του μάζεψε
μάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάσα
μάσημα	noun	η ενέργεια του μασάω
μάσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασώ
μάσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασώ
μάσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασώ
μάσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασώ
μάσηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μασώ
μάσησης	noun	γενική ενικού του μάσηση
μάσκα	noun	προσωπείο, προσωπίδα
μάσκαρα	noun	καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να βάφονται τις βλεφαρίδες
μάσκαρας	=	μάσκαρα
μάσκαρες	=	μάσκαρα
μάσκας	noun	γενική ενικού του μάσκα
μάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάσκα
μάστερ	noun	δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών, συνήθως από αγγλόφωνες χώρες
μάστευση	noun	έρευνα, ψάξιμο, αναζήτηση, συγκέντρωση
μάστευσης	noun	γενική ενικού του μάστευση
μάστιγα	noun|figurative	χαρακτηρισμός για κάτι που επιφέρει μεγάλη συμφορά, που προκαλεί μεγάλη καταστροφή
μάστιγας	=	μάστιγα
μάστιγες	=	μάστιγα
μάστιζα	=	μαστίζω
μάστιζαν	=	μαστίζω
μάστιζε	=	μαστίζω
μάστιζες	=	μαστίζω
μάστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μάστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μάστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μάστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μάστορα	=	μάστορας
μάστορας	noun	ειδικευμένος τεχνίτης με μεγάλη πείρα και υψηλή τεχνική κατάρτιση
μάστορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάστορας
μάστορη	=	μάστορης
μάστορης	noun	άλλη μορφή του μάστορας
μάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μάταια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μάταιο) του μάταιος	adv	χωρίς αποτέλεσμα
μάταιε	adj	κλητική ενικού του μάταιος
μάταιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάταιη
μάταιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μάταιος
μάταιης	adj	γενική ενικού του μάταιη
μάταιο	noun	αυτό που δεν έχει ή δεν είχε κατά το παρελθόν νόημα να συμβεί, το άνευ αποτελέσματος, το κενό, το κούφιο, η ματαιότητα
μάταιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάταιος
μάταιος	adj	ανώφελος, που γίνεται του κάκου, άδικος με την έννοια ότι δεν θα φέρει ή δεν έφερε αποτέλεσμα, άσκοπος, με την έννοια ότι έχει σκοπό αλλά δεν θα τον επιτύχει
μάταιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μάταιος
μάταιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μάταιος
μάταιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μάταιος
μάτζαλα	noun	άλλη γραφή του μάντζαλα, στη φράση τζάτζαλα μάτζαλα
μάτην	adv|formal	μάταια, αδίκως (επιβιώνει στην έκφραση εις μάτην)
μάτι	noun	ο οφθαλμός, το όργανο της όρασης
μάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτι
μάτιαζα	=	ματιάζω
μάτιαζαν	=	ματιάζω
μάτιαζε	=	ματιάζω
μάτιαζες	=	ματιάζω
μάτιαξα	=	ματιάζω
μάτιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
μάτιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
μάτιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
μάτιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
μάτιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ματιάζω
μάτιζα	=	ματίζω
μάτιζαν	=	ματίζω
μάτιζε	=	ματίζω
μάτιζες	=	ματίζω
μάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματίζω
μάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματίζω
μάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματίζω
μάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματίζω
μάτιση	noun	το σημείο στο οποίο έχουν ενωθεί δύο ομοειδή αντικείμενα
μάτισης	=	μάτιση
μάτισμα	noun	το δέσιμο, η στερέωση μια επιμήκυνσης, η προσθήκη της με στέρεο τρόπο
μάτσα	noun	το σιδερένιο κατασκεύασμα που κρατάει την ποδιά ενός πρυμνιού πανιού
μάτσας	noun	γενική ενικού του μάτσα
μάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτσα
μάτσο	noun	δέσμη από όμοια, που την πιάνεις με το ένα χέρι
μάτσου	noun	γενική ενικού του μάτσο
μάτσων	noun	γενική πληθυντικού του μάτσο
μάτωμα	noun	το αποτέλεσμα του ματώνω, αλλά όχι για μεγάλες αιμορραγίες, κυρίως για περιπτώσεις με μικρή ορή αίματος, όπως στα ούλα, στο δάχτυλο ή και στη μύτη όταν δεν πρόκειται για σοβαρή ρινορραγία
μάτωνα	=	ματώνω
μάτωναν	=	ματώνω
μάτωνε	=	ματώνω
μάτωνες	=	ματώνω
μάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματώνω
μάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματώνω
μάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματώνω
μάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματώνω
μάχαιρα	noun|formal	μαχαίρι, μεγάλο μαχαίρι
μάχαιρας	noun	γενική ενικού του μάχαιρα
μάχαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάχαιρα
μάχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάχη
μάχεσαι	=	μάχομαι
μάχεστε	=	μάχομαι
μάχεται	=	μάχομαι
μάχη	noun	σύγκρουση μεταξύ δύο στρατευμάτων σε συγκεκριμένο χώρο και χρονική στιγμή
μάχης	noun	γενική ενικού του μάχη
μάχιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάχιμο
μάχιμε	adj	κλητική ενικού του μάχιμος
μάχιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάχιμη
μάχιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μάχιμος
μάχιμης	adj	γενική ενικού του μάχιμη
μάχιμο	adj	αιτιατική ενικού του μάχιμος
μάχιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μάχιμος
μάχιμος	adj	ικανός να πολεμήσει
μάχιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μάχιμος
μάχιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μάχιμος
μάχιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μάχιμος
μάχομαι	verb	πολεμώ σε μάχη του στρατού, δίνω μάχη
μάχονται	=	μάχομαι
μάχονταν	=	μάχομαι
μάχου	=	μάχομαι
μέγα	=	μέγας
μέγαιρα	noun	κακότροπη και μοχθηρή γυναίκα
μέγαιρας	noun	γενική ενικού του μέγαιρα
μέγαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέγαιρα
μέγαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέγαρο
μέγαρο	noun	το εντυπωσιακό, αρχοντικό σπίτι, μεγάλο σαν παλάτι
μέγαρου	=	μέγαρο
μέγας	adj|formal	προσωνυμία: o μεγάλος, για ηγεμόνες ή ιστορικές ή θρησκευτικές προσωπικότητες ή εκκλησιαστικούς όρους ή τίτλους έργων
μέγγενες	=	μέγγενη
μέγγενη	noun	ο μηχανισμός αποτελούμενος από δύο μεταλλικά ή ξύλινα σκέλη που καταλήγουν σε σιαγόνες και πλησιάζουν μεταξύ τους χάρη σε μια βίδα, έτσι ώστε να επιτρέπουν τη σταθεροποίηση ενός αντικειμένου πάνω στο οποίο θέλουμε να δουλέψουμε
μέγγενης	=	μέγγενη
μέγεθος	noun	οι διαστάσεις και ο όγκος ενός αντικειμένου (μήκος, πλάτος, ύψος)
μέγιστ'η	=	μέγιστος
μέγιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέγιστο
μέγιστε	adj	κλητική ενικού του μέγιστος
μέγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέγιστη
μέγιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μέγιστος
μέγιστης	adj	γενική ενικού του μέγιστη
μέγιστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μέγιστος
μέγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέγιστος
μέγιστος	adj	υπερθετικός βαθμός του μέγας
μέγιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μέγιστος
μέγιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μέγιστος
μέγιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μέγιστος
μέγκενες	=	μέγκενη
μέγκενη	noun	άλλη γραφή του μέγγενη
μέγκενης	=	μέγκενη
μέγκλα	noun|slang	μάγκικη έκφραση που εννοούσε το άριστο, το πολύ καλό, και έφτασε να αναφέρεται εκτός από αντικείμενα και σε καταστάσεις
μέγκλας	noun	γενική ενικού του μέγκλα
μέγκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέγκλα
μέδιμνε	noun	κλητική ενικού του μέδιμνος
μέδιμνο	noun	αιτιατική ενικού του μέδιμνος
μέδιμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέδιμνος
μέδιμνος	noun	ο αρχαίος μέδιμνος
μέδιμνου	=	μέδιμνος
μέδιμνους	=	μέδιμνος
μέδιμνων	=	μέδιμνος
μέδουσα	noun	σχεδόν διαφανές ζώο χωρίς σπονδύλους, της ομοταξίας Σκυφόζωα (Scyphozoa), που ζει στη θάλασσα
μέδουσας	=	μέδουσα
μέδουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέδουσα
μέθεξη	noun	ψυχική συνάντηση, επαφή, επικοινωνία
μέθη	noun	έντονη ψυχική διέγερση, ευφορία, η οποία προκαλείται από την λήψη οινοπνεύματος ή άλλων ψυχοτρόπων
μέθης	=	μέθη
μέθοδε	=	μέθοδος
μέθοδο	noun	αιτιατική ενικού του μέθοδος
μέθοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέθοδος
μέθοδος	noun	ορισμένη συστηματική προγραμματισμένη προσέγγιση προς κάποιο θέμα ή ενέργεια
μέθυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μέθυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μέθυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μέθυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μέθυσο	=	μέθυσος
μέθυσοι	=	μέθυσος
μέθυσος	noun	που συνηθίζει να μεθάει
μέθυσου	=	μέθυσος
μέθυσους	=	μέθυσος
μέθυσων	=	μέθυσος
μέιναρα	=	μεϊνάρω
μέιναραν	=	μεϊνάρω
μέιναρε	=	μεϊνάρω
μέιναρες	=	μεϊνάρω
μέλαθρα	=	μέλαθρο
μέλαθρο	noun	το ανάκτορο, το μέγαρο, το παλάτι
μέλαινα	=	μέλας
μέλαν	=	μέλας
μέλας	adj|formal	λογιότερη μορφή του μέλανας, μαύρος
μέλει	verb	νοιάζει, ενδιαφέρει
μέλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλος
μέλημα	noun	η φροντίδα
μέλι	noun	ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τα φύλλα των φυτών
μέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλι
μέλινα	=	μέλινος
μέλινε	=	μέλινος
μέλινες	=	μέλινος
μέλινη	=	μέλινος
μέλινης	=	μέλινος
μέλινο	=	μέλινος
μέλινοι	=	μέλινος
μέλινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από ξύλο μελίας
μέλινου	=	μέλινος
μέλινους	=	μέλινος
μέλινων	=	μέλινος
μέλισμα	noun	επιδέξιο μουσικό καλλωπιστικό ποίκιλμα, φωνητικό ή οργανικό
μέλισσα	noun	(Apis melifera) υμενόπτερο έντομο με δηλητηριώδες κεντρί.
μέλισσας	noun	γενική ενικού του μέλισσα
μέλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλισσα
μέλιτος	=	μέλι
μέλλει	verb	πρόκειται να
μέλλεται	=	μέλλει
μέλλον	noun	το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μέλλων
μέλλοντα	verb	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μέλλοντας	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μέλλοντας
μέλλοντας	verb	ο μελλοντικός	noun	ο γραμματικός χρόνος των ρημάτων που αναφέρεται στο μέλλον
μέλλοντες	=	μέλλοντας
μέλλοντον	=	μέλλοντας
μέλλοντος	=	μέλλοντας
μέλλοντουσα	=	μέλλοντας
μέλλουσα	adj	θηλυκό του μέλλων
μέλλουσας	=	μέλλοντας
μέλλουσες	=	μέλλοντας
μέλλω	verb	έχω σκοπό, σκοπεύω να κάνω κάτι
μέλλων	=	μέλλοντας
μέλος	noun	τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
μέλους	noun	γενική ενικού του μέλος
μέλπω	verb|archaic	τραγουδώ
μέλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μελώνω
μέλωνα	=	μελώνω
μέλωναν	=	μελώνω
μέλωνε	=	μελώνω
μέλωνες	=	μελώνω
μέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μέμφεσαι	=	μέμφομαι
μέμφεστε	=	μέμφομαι
μέμφεται	=	μέμφομαι
μέμφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μέμφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μέμφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μέμφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μέμφομαι	verb	αποδίδω μια μομφή, κατηγορώ κάποιον για κάτι άσχημο, ανήθικο, απαράδεκτο που έκανε
μέμφονται	=	μέμφομαι
μέμφονταν	=	μέμφομαι
μέμψις	noun	επίκριση, κατηγορία
μέμψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μένα	=	τα
μέναμε	=	μένω
μέναν	=	μένω
μένανε	=	μένω
μένατε	=	μένω
μένε	=	μένω
μένει	=	μένω
μένεις	=	μένω
μένετε	=	μένω
μένη	=	μένος
μένομε	=	μένω
μένοντας	=	μένω
μένος	noun	επιθετική ορμή που συνοδεύεται συχνά από οργή, μανία
μένουμε	=	μένω
μένουν	=	μένω
μένουνε	=	μένω
μένους	=	μένος
μέντα	noun	αρωματικό ποώδες φυτό της οικογένειας των χειλανθών, με φαρμακευτικές και γαστρονομικές ιδιότητες και χρήσεις
μέντας	noun	γενική ενικού του μέντα
μέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέντα
μέντιουμ	noun	που υποτίθεται πως επικοινωνεί με το υπερπέραν και τα πνεύματα, που μεσολαβεί μεταξύ του υπερφυσικού και του αισθητού κόσμου
μέντορα	=	μέντορας
μέντορας	noun	ο υποστηρικτής, σύμβουλος και πνευματικός καθοδηγητής κάποιου νεότερου (π.χ. καλλιτέχνη)
μέντορες	=	μέντορας
μένω	verb	κατοικώ
μέρα	noun	χρονικό διάστημα 24 ωρών
μέραρχε	noun	κλητική ενικού του μέραρχος
μέραρχο	noun	αιτιατική ενικού του μέραρχος
μέραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέραρχος
μέραρχος	noun	ο διοικητής μιας μεραρχίας
μέραρχου	=	μέραρχος
μέραρχους	=	μέραρχος
μέραρχων	=	μέραρχος
μέρας	noun	γενική ενικού του μέρα
μέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρα
μέρευα	=	μερεύω
μέρευαν	=	μερεύω
μέρευε	=	μερεύω
μέρευες	=	μερεύω
μέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μέρη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρος
μέριαζα	=	μεριάζω
μέριαζαν	=	μεριάζω
μέριαζε	=	μεριάζω
μέριαζες	=	μεριάζω
μέριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μέριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μέριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μέριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μέριζα	=	μερίζω
μέριζαν	=	μερίζω
μέριζε	=	μερίζω
μέριζες	=	μερίζω
μέριμνα	noun	η φροντίδα, η έγνοια, η σκέψη, η πρόνοια
μέριμνας	noun	γενική ενικού του μέριμνα
μέριμνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέριμνα
μέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μέρισμα	noun	το μερίδιο από τα διανεμόμενα καθαρά κέρδη μιας εταιρείας που αναλογεί σε μία μετοχή
μέρμηγκα	=	μέρμηγκας
μέρμηγκας	noun	μεγεθυντικό του μυρμήγκι
μέρμηγκες	=	μέρμηγκας
μέρος	noun	το τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο
μέρους	noun	γενική ενικού του μέρος
μέρωνα	=	μερώνω
μέρωναν	=	μερώνω
μέρωνε	=	μερώνω
μέρωνες	=	μερώνω
μέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μέσα	adv	στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου	noun|figurative	τα σωθικά
μέσε	adj	κλητική ενικού του μέσος
μέσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέση
μέση	noun	το μεσαίο τμήμα μιας απόστασης ή ενός χώρου, το κεντρικό τμήμα, που ισαπέχει από τα δύο άκρα
μέσης	adj	γενική ενικού του μέση
μέσο	noun	κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα
μέσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέσος
μέσον	noun|formal	άλλη μορφή του μέσο
μέσος	adj	που υπάρχει ή βρίσκεται στη μέση, σε ίση απόσταση μεταξύ δύο ή περισσότερων (τοπικών ή χρονικών) άκρων	noun	το μεγαλύτερο δάχτυλο από όλα και αυτό που βρίσκεται στη μέση
μέσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μέσος
μέσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μέσος
μέσπιλα	=	μέσπιλο
μέσπιλο	noun|dated	καρπός, παρόμοιος με το μούσμουλο
μέσπιλον	noun	μούσμουλο
μέσπιλου	=	μέσπιλο
μέστωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεστώνω
μέστωνα	=	μεστώνω
μέστωναν	=	μεστώνω
μέστωνε	=	μεστώνω
μέστωνες	=	μεστώνω
μέστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μέστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μέστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μέστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μέσω	adv	με ορισμένο τρόπο, με διαμεσολάβηση προσώπου ή οργάνου
μέσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μέσος
μέταλ	noun	η χέβι μέταλ, είδος μουσικής της ροκ
μέταλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέταλλο
μέταλλο	noun	χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι αρκετά καλός αγωγός της θερμότητας αλλά και του ηλεκτρισμού
μέταλλου	noun	γενική ενικού του μέταλλο
μέταξα	noun|formal	άλλη μορφή του μετάξι
μέταξας	noun	γενική ενικού του μέταξα
μέταξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέταξα
μέτοικε	noun	κλητική ενικού του μέτοικος
μέτοικο	noun	αιτιατική ενικού του μέτοικος
μέτοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέτοικος
μέτοικος	noun	ο κάτοικος της Αρχαίας Αθήνας που καταγόταν από άλλη πόλη και δεν είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα
μέτοικου	noun	γενική ενικού του μέτοικος
μέτοικους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μέτοικος
μέτοικων	noun	γενική πληθυντικού του μέτοικος
μέτοχε	noun	κλητική ενικού του μέτοχος
μέτοχο	noun	αιτιατική ενικού του μέτοχος
μέτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μέτοχος
μέτοχος	noun	που μετέχει σε κάτι
μέτοχου	=	μέτοχος
μέτρα	verb	β΄πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέτρο
μέτραγα	=	μετράω
μέτραγαν	=	μετράω
μέτραγε	=	μετράω
μέτραγες	=	μετράω
μέτρημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετρώ
μέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μέτρηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετρώ
μέτρησης	noun	γενική ενικού του μέτρηση
μέτρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μέτριος	adv	με μέτριο τρόπο
μέτριας	=	μέτριος
μέτριε	=	μέτριος
μέτριες	=	μέτριος
μέτριο	=	μέτριος
μέτριοι	=	μέτριος
μέτριος	adj	που βρίσκεται σε ένα μεσαίο επίπεδο ως προς την ποιότητα ή την αξία ή το μέγεθος, μεσαίος	noun	ούτε γλυκός ούτε πικρός
μέτριου	=	μέτριος
μέτριους	=	μέτριος
μέτριων	=	μέτριος
μέτρο	noun	μετρήσεις
μέτρου	noun	γενική ενικού του μέτρο
μέτρων	noun	γενική πληθυντικού του μέτρο
μέτωπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέτωπο
μέτωπο	noun	το τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια και κάτω από τα μαλλιά
μέτωπου	=	μέτωπο
μέχρι	prep	ακόμα και, έως και	conj	ώσπου, ωσότου, έως ότου
μέχρις	prep	μέχρι (πριν από φωνήεν)
μήγαρ	particle|dated	μόριο δισταγμού σε ερωτηματική απάντηση: μήπως, μπας, σάματι
μήγαρι	=	μήγαρ
μήγαρις	conj|poetic	ερωτηματικό μόριο: μήπως
μήδε	conj	άλλη μορφή του μηδέ
μήδιζα	=	μηδίζω
μήδιζαν	=	μηδίζω
μήδιζε	=	μηδίζω
μήδιζες	=	μηδίζω
μήδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μήδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μήδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μήδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μήκη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήκος
μήκος	noun	μία από τις τρεις διαστάσεις (μαζί με το πλάτος και το ύψος), εκείνη που είναι μεγαλύτερη στο οριζόντιο επίπεδο.
μήκους	=	μήκος
μήκυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μηκύνω
μήκυνσης	=	μήκυνση
μήκων	noun|formal	η παπαρούνα Μήκων η υπνοφόρος (Papaver somniferum) απ' όπου παράγεται το όπιο
μήκωνα	=	μήκων
μήκωνας	=	μήκων
μήκωνες	=	μήκων
μήκωνος	=	μήκων
μήλα	noun	τα ζυγωματικά
μήλη	noun	χειρουργικό εργαλείο που είναι μικρή ράβδος με αμβλεία μύτη
μήλινίνη	=	μήλινος
μήλινα	=	μήλινος
μήλινε	=	μήλινος
μήλινες	=	μήλινος
μήλινη	=	μήλινος
μήλινης	=	μήλινος
μήλινινη	=	μήλινος
μήλινο	=	μήλινος
μήλινοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήλινος
μήλινος	adj	που έχει σχέση με τα μήλα ή από το δέντρο τα οποία προέρχονται
μήλινου	=	μήλινος
μήλινους	=	μήλινος
μήλινων	=	μήλινος
μήλο	noun	ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας)
μήλου	noun	γενική ενικού του μήλο
μήλων	noun	γενική πληθυντικού του μήλο
μήνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μήνας	particle	μήπως
μήνας	noun	περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης.
μήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνας
μήνη	noun	αντικείμενο με σχήμα ημισελήνου στο πρώτο τέταρτο
μήνι	=	μήνις
μήνιγγα	noun	κάθε μια από τις τρεις προστατευτικές μεμβράνες που καλύπτουν το κεντρικό νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών και κυρίως τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό.
μήνιγγας	=	μήνιγγα
μήνιγγες	=	μήνιγγα
μήνιγγος	=	μήνιγγα
μήνιδα	=	μήνις
μήνιδος	=	μήνις
μήνιν	=	μήνις
μήνιος	=	μήνις
μήνις	noun|formal	η οργή
μήνυα	=	μηνύω
μήνυαν	=	μηνύω
μήνυε	=	μηνύω
μήνυες	=	μηνύω
μήνυμα	noun	γραπτό ή προφορικό κείμενο που αφήνει ή στέλνει κάποιος σε άλλον
μήνυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μήνυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μήνυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μήνυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μήνυση	noun	η προφορική ή γραπτή καταγγελία αξιοτιμώρητης πράξης στις εισαγγελικές ή αστυνομικές αρχές, χωρίς τη δυνατότητα αξιώσεως χρηματικής αποζημίωσης
μήνυσης	noun	γενική ενικού του μήνυση
μήπως	conj	εισάγει ευθείες ερωτήσεις) που εκφράζουν απορία
μήρινθε	=	μήρινθος
μήρινθο	=	μήρινθος
μήρινθοι	=	μήρινθος
μήρινθος	noun	το νήμα, η κλωστή που συνδέει το μολυβδόβουλο με το έγγραφο σε αρχαίο ή μεσαιωνικό χειρόγραφο κώδικα
μήτε	conj	συνδέει αρνητικά όμοιους όρους ή όμοιες προτάσεις
μήτινγκ	noun	άλλη γραφή του μίτινγκ
μήτρα	noun	μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ορθό έντερο· στα τοιχώματά της προσκολλάται το γονιμοποιημένο ωάριο και στη συνέχεια στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του.
μήτρας	noun	γενική ενικού του μήτρα
μήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήτρα
μί	noun	το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (μ, κεφαλαίο: Μ) (καθαρεύουσα)
μία	num	θηλυκό του ένας
μίαινα	=	μιαίνω
μίαιναν	=	μιαίνω
μίαινε	=	μιαίνω
μίαινες	=	μιαίνω
μίαν	num	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους (μία) του ένας
μίανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μίαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μίανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μίανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μίανση	noun	το αποτέλεσμα του μιαίνω, η παραβίαση ή προσβολή κάποιου πράγματος που είναι ιερό, σεβαστό
μίανσης	=	μίανση
μίας	pron	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένας	num	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένας
μίασμα	noun	το αποτέλεσμα τού μιαίνω
μίγδην	adv|archaic	ανακατεμένα, ανάκατα
μίγμα	noun	άλλη γραφή του μείγμα
μίγματα	=	μίγμα
μίγματος	=	μίγμα
μίζα	noun	η παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία
μίζας	noun	γενική ενικού του μίζα
μίζερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίζερο	adv	με μίζερο τρόπο
μίζερε	adj	κλητική ενικού του μίζερος
μίζερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίζερη
μίζερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μίζερος
μίζερης	adj	γενική ενικού του μίζερη
μίζερο	adj	αιτιατική ενικού του μίζερος
μίζεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μίζερος
μίζερος	adj	που χαρακτηρίζεται από μιζέρια, από κακομοιριά
μίζερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μίζερος
μίζερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μίζερος
μίζερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μίζερος
μίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίζα
μίκι-μάους	noun	άλλη μορφή του μικιμάους
μίκραινα	=	μικραίνω
μίκραιναν	=	μικραίνω
μίκραινε	=	μικραίνω
μίκραινες	=	μικραίνω
μίκρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μίκρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μίκρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μίκρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μίκτες	=	μίκτης
μίκτη	=	μίκτης
μίκτης	noun	άλλη γραφή του μείκτης
μίλα	=	μιλάω
μίλαγα	=	μιλώ
μίλαγαν	=	μιλάω
μίλαγε	=	μιλάω
μίλαγες	=	μιλάω
μίλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μιλώ
μίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μίλι	noun	μονάδα μήκους (απόστασης) στην ξηρά, ίση με 1.609,344 μέτρα
μίλια	=	μίλι
μίμε	noun	κλητική ενικού του μίμος
μίμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μιμούμαι
μίμησης	noun	γενική ενικού του μίμηση
μίμο	noun	αιτιατική ενικού του μίμος
μίμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μίμος
μίμος	noun	είδος αρχαίου θεάτρου που παρουσιάζει καθημερινά θέματα με κωμικό τρόπο
μίμου	noun	γενική ενικού του μίμος
μίμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μίμος
μίμων	noun	γενική πληθυντικού του μίμος
μίνα	noun	στοά ορυχείου
μίνας	noun	γενική ενικού του μίνα
μίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίνα
μίνθες	=	μίνθη
μίνθη	noun|formal	η μέντα
μίνθης	=	μίνθη
μίνι	adj	μικρός σε διαστάσεις ή διάρκεια	noun	φούστα κοντή, που αφήνει ακάλυπτο το γόνατο
μίνια	=	μίνιο
μίνιμουμ	noun	ελάχιστο
μίνιο	noun	κοκκινωπό υλικό, παρασκευασμένο από οξείδια του μολύβδου, σε ρευστή μορφή ή σε σκόνη, που χρησιμοποιείται σαν υπόστρωμα βαφής σε μεταλλικά αντικείμενα για προστασία από τη σκουριά
μίνιου	=	μίνιο
μίντζα	adv	μίζα, προμήθεια
μίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίξη
μίξερ	noun	το μηχάνημα ή το σκεύος με το οποίο ανακατώνουμε ή συνθλίβουμε φαγώσιμα ώστε να γίνουν πολτός ή χυμός
μίξεων	noun	γενική πληθυντικού του μίξη
μίξεως	noun|formal	γενική ενικού του μίξη
μίξη	noun	άλλη γραφή του μείξη: η ανάμειξη
μίξης	noun	γενική ενικού του μίξη
μίρλα	noun|slang	γκρίνια, μεμψιμοιρία, μουρμούρα, κατσουφιά
μίρλας	noun	γενική ενικού του μίρλα
μίρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίρλα
μίσανδρα	=	μίσανδρος
μίσανδρε	=	μίσανδρος
μίσανδρες	=	μίσανδρος
μίσανδρη	=	μίσανδρος
μίσανδρης	=	μίσανδρος
μίσανδρο	=	μίσανδρος
μίσανδροι	=	μίσανδρος
μίσανδρος	adj	αυτός που μισεί το ανδρικό φύλο
μίσανδρου	=	μίσανδρος
μίσανδρους	=	μίσανδρος
μίσανδρων	=	μίσανδρος
μίσει	=	μισώ
μίσευα	=	μισεύω
μίσευαν	=	μισεύω
μίσευε	=	μισεύω
μίσευες	=	μισεύω
μίσευσα	=	μισεύω
μίσεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μίσεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μίσεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μίσεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μίση	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίσος
μίσησα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του μισώ
μίσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισώ
μίσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισώ
μίσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισώ
μίσθαρνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίσθαρνο
μίσθαρνε	adj	κλητική ενικού του μίσθαρνος
μίσθαρνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίσθαρνη
μίσθαρνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μίσθαρνος
μίσθαρνης	adj	γενική ενικού του μίσθαρνη
μίσθαρνο	adj	αιτιατική ενικού του μίσθαρνος
μίσθαρνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μίσθαρνος
μίσθαρνος	adj	που εκτελεί ένα έργο αποβλέποντας μόνο στις υλικές ωφέλειες που θα αποκομίσει και χωρίς να ενδιαφέρεται για την ηθική του αξία ή το συλλογικό καλό
μίσθαρνου	adj	γενική ενικού του μίσθαρνος
μίσθαρνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μίσθαρνος
μίσθαρνων	adj	γενική πληθυντικού του μίσθαρνος
μίσθια	=	μίσθιος
μίσθιας	=	μίσθιος
μίσθιε	=	μίσθιος
μίσθιες	=	μίσθιος
μίσθιο	noun	το αντικείμενο μίας σύμβασης μίσθωσης (ιδίως ακίνητο), το οποίο μισθώνεται από έναν συμβαλλόμενο, τον εκμισθωτή, προς έναν άλλο συμβαλλόμενο, τον μισθωτή και που προσφέρεται έναντι μισθώματος
μίσθιοι	=	μίσθιος
μίσθιος	adj|formal	που εργάζεται ή πραγματοποιείται λαμβάνοντας μισθό
μίσθιου	=	μίσθιος
μίσθιους	=	μίσθιος
μίσθιων	=	μίσθιος
μίσθωμα	noun	το ποσό της μίσθωσης, το ενοίκιο
μίσθωνα	=	μισθώνω
μίσθωναν	=	μισθώνω
μίσθωνε	=	μισθώνω
μίσθωνες	=	μισθώνω
μίσθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μίσθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μίσθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μίσθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μίσθωση	noun	η σύμβαση με την οποία ένα πρόσωπο αποκτά δικαίωμα για τη χρήση κάποιου αγαθού αντί ορισμένου τιμήματος
μίσθωσης	=	μίσθωση
μίσος	noun	εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης
μίσους	noun	γενική ενικού του μίσος
μίσχε	noun	κλητική ενικού του μίσχος
μίσχο	noun	αιτιατική ενικού του μίσχος
μίσχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μίσχος
μίσχος	noun	μικρό και λεπτό κυλινδρικό στέλεχος που ενώνει το φύλλο, το άνθος ή τον καρπό με τον βλαστό ενός φυτού
μίσχου	noun	γενική ενικού του μίσχος
μίσχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μίσχος
μίσχων	noun	γενική πληθυντικού του μίσχος
μίτε	noun	κλητική ενικού του μίτος
μίτζα	noun|slang	η μίζα (στις σημασίες: ποντάρισμα, προμήθεια)
μίτζας	noun	γενική ενικού του μίτζα
μίτζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίτζα
μίτινγκ	noun	επίσημη συνάντηση, συνήθως επαγγελματικού χαρακτήρα
μίτο	noun	αιτιατική ενικού του μίτος
μίτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μίτος
μίτος	noun	το νήμα του στημονιού
μίτου	noun	γενική ενικού του μίτος
μίτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μίτος
μίτρα	noun	εμβληματικό διακοσμημένο κάλυμμα της κεφαλής των επισκόπων στην Ορθόδοξη Εκκλησία
μίτρας	noun	γενική ενικού του μίτρα
μίτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίτρα
μίτων	noun	γενική πληθυντικού του μίτος
μίτωση	noun	τρόπος διαίρεσης του πυρήνα των κυττάρων, σε τέσσερις φάσεις, όπου και παράγονται δύο θυγατρικά κύτταρα, χωρίς ν΄ αλλάζει ο αριθμός των χρωμοσωμάτων.
μίτωσης	noun	γενική ενικού του μίτωση
μα	conj	για να εκφράσει αντίθεση	particle	ως ορκωτικό μόριο
μαΐους	=	μάηδες
μαΐστορα	=	μαΐστορας
μαΐστορας	noun|dated	εκκλησιαστικός, πολιτικός ή στρατιωτικός τίτλος ανώτατων βυζαντινών αξιωματούχων
μαΐστορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαΐστορας
μαΐστρα	noun	μεγάλο τριγωνικό πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους
μαΐστρας	noun	γενική ενικού του μαΐστρα
μαΐστρε	noun	κλητική ενικού του μαΐστρος
μαΐστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαΐστρα
μαΐστρο	noun	αιτιατική ενικού του μαΐστρος
μαΐστροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαΐστρος
μαΐστρος	noun	ο βορειοδυτικός άνεμος, άλλη ονομασία: σκίρων
μαΐστρου	noun	γενική ενικού του μαΐστρος
μαΐστρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαΐστρος
μαΐστρων	noun	γενική πληθυντικού του μαΐστρος
μαάορι	=	μαορί
μαέστρα	=	μαέστρος
μαέστρε	noun	κλητική ενικού του μαέστρος
μαέστρο	noun	αιτιατική ενικού του μαέστρος
μαέστροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαέστρος
μαέστρος	noun	ο διευθυντής ορχήστρας, που διδάσκει τους μουσικούς της ορχήστρας στις πρόβες και τους διευθύνει την ώρα της εκτέλεσης
μαέστρου	noun	γενική ενικού του μαέστρος
μαέστρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαέστρος
μαέστρων	noun	γενική πληθυντικού του μαέστρος
μαία	noun	γυναίκα που παραστέκεται στην εγκυμονούσα πριν, μετά και κατά τη διάρκεια του τοκετού· παλαιότερα η γνώση της ήταν εμπειρική (βλ. και λέξη μαμή), ενώ σήμερα αποτελούν μέρος του παραϊατρικού προσωπικού και δρουν βοηθητικά στο έργο του γυναικολόγου-μαιευτήρα.
μαίανδρε	noun	κλητική ενικού του μαίανδρος
μαίανδρο	noun	αιτιατική ενικού του μαίανδρος
μαίανδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαίανδρος
μαίανδρος	noun	γραμμικό διακοσμητικό σχήμα με ορθές γωνίες και ελισσόμενες ευθείες
μαίανδρου	=	μαίανδρος
μαίανδρους	=	μαίανδρος
μαίας	noun	γενική ενικού του μαία
μαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαία
μαίευση	noun|formal	το ξεγέννημα, το αποτέλεσμα του έργου του μαιευτήρα ή της μαίας
μαίευσης	=	μαίευση
μαίνομαι	verb	βρίσκομαι σε κατάσταση μανίας
μααμούλ	noun	γλυκό με κύριο περιεχόμενο τους χουρμάδες και ροδόνερο που σερβίρεται στο τέλος του Ραμαζανιού από τους Μωαμεθανούς, αλλά και πριν το Πάσχα από τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής
μαβή	=	μαβής
μαβής	adj|literary	που έχει μαβί, μοβ χρώμα, μενεξεδής
μαβί	noun|literary	το μοβ χρώμα	adj	άκλιτος τύπος του μαβής για όλα τα γένη
μαβιά	=	μαβής
μαβιάς	=	μαβής
μαβιές	=	μαβής
μαβιοί	=	μαβής
μαβιού	=	μαβής
μαβιούς	=	μαβής
μαβιών	=	μαβής
μαγάρα	noun|dated	η μαγαρισιά, η λέρα (ως πράξη)
μαγάρας	noun	γενική ενικού του μαγάρα
μαγάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγάρα
μαγάριζα	=	μαγαρίζω
μαγάριζαν	=	μαγαρίζω
μαγάριζε	=	μαγαρίζω
μαγάριζες	=	μαγαρίζω
μαγάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μαγαρίζω, η μόλυνση, η βεβήλωση
μαγέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγεμα
μαγέματος	noun	γενική ενικού του μάγεμα
μαγέρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγέρικο
μαγέρικο	noun|vulgar	το μαγειρείο
μαγέρικου	noun	γενική ενικού του μαγέρικο
μαγέρικων	noun	γενική πληθυντικού του μαγέρικο
μαγέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψαν	=	μαγεύω
μαγέψανε	=	μαγεύω
μαγέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψομε	=	μαγεύω
μαγέψου	=	μαγεύω
μαγέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψουνε	=	μαγεύω
μαγέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύω
μαγίστρου	=	μάγιστρος
μαγίστρους	=	μάγιστρος
μαγίστρων	=	μάγιστρος
μαγαζάκι	noun	υποκοριστικό του μαγαζί
μαγαζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαζάκι
μαγαζάτορα	=	μαγαζάτορας
μαγαζάτορας	noun	ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος
μαγαζάτορες	=	μαγαζάτορας
μαγαζί	noun	εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα
μαγαζατόρων	=	μαγαζάτορας
μαγαζιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαζί
μαγαζιού	=	μαγαζί
μαγαζιών	noun	γενική πληθυντικού του μαγαζί
μαγαρίζαμε	=	μαγαρίζω
μαγαρίζαν	=	μαγαρίζω
μαγαρίζανε	=	μαγαρίζω
μαγαρίζατε	=	μαγαρίζω
μαγαρίζει	=	μαγαρίζω
μαγαρίζεις	=	μαγαρίζω
μαγαρίζετε	=	μαγαρίζω
μαγαρίζοντας	=	μαγαρίζω
μαγαρίζουμε	=	μαγαρίζω
μαγαρίζουν	=	μαγαρίζω
μαγαρίζουνε	=	μαγαρίζω
μαγαρίζω	verb	λερώνω, μολύνω
μαγαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσαν	=	μαγαρίζω
μαγαρίσανε	=	μαγαρίζω
μαγαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγάρισμα
μαγαρίσματος	noun	γενική ενικού του μαγάρισμα
μαγαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγαρίζω
μαγαρισά	noun	η βρώμα, η μαγαρισιά
μαγαρισιά	noun	κενώσεις ζώου στο δρόμο και γενικότερα βρωμιά, ακαθαρσία
μαγαρισιάς	noun	γενική ενικού του μαγαρισιά
μαγαρισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαρισιά
μαγαρισιών	=	μαγαρισιά
μαγαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαγάρισμα
μαγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαρισμένο
μαγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαγαρισμένος
μαγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγαρισμένη
μαγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγαρισμένος
μαγαρισμένης	verb	γενική ενικού του μαγαρισμένη
μαγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγαρισμένος
μαγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγαρισμένος
μαγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγαρισμένος
μαγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγαρισμένος
μαγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγαρισμένος
μαγαρών	=	μαγάρα
μαγατζές	noun	αποθήκη σπιτιού
μαγγάνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγάνιο	noun	χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 25 και χημικό σύμβολο το Mn
μαγγάνιον	noun	μαγγάνιο
μαγγανάριε	=	μαγγανάριος
μαγγανάριο	=	μαγγανάριος
μαγγανάριοι	=	μαγγανάριος
μαγγανάριος	noun	κατασκευαστής μαγγάνων, δηλαδή αμυντικών πολεμικών μηχανών, που έριχναν πέτρες ή βέλη
μαγγανάριου	=	μαγγανάριος
μαγγανάριους	=	μαγγανάριος
μαγγανάριων	=	μαγγανάριος
μαγγανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγγανεύω
μαγγανίου	noun	γενική ενικού του μαγγάνιο
μαγγανεία	noun	είδος μαγείας για την επίτευξη κακοποιού σκοπού
μαγγανείας	noun	γενική ενικού του μαγγανεία
μαγγανείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγγανεία
μαγγανειών	noun	γενική πληθυντικού του μαγγανεία
μαγγανευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγγανευτής
μαγγανευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαγγανευτής
μαγγανευτής	noun	που ασχολείται με μαγγανείες και μάγια και υπόσχεται ότι με αυτά τα μέσα θα καταφέρει ένα επιθυμητό αποτέλεσμα
μαγγανευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγγανευτικό
μαγγανευτικέ	adj	κλητική ενικού του μαγγανευτικός
μαγγανευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγγανευτική
μαγγανευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγγανευτικός
μαγγανευτικής	adj	γενική ενικού του μαγγανευτική
μαγγανευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγγανευτικός
μαγγανευτικού	adj	γενική ενικού του μαγγανευτικός
μαγγανευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγγανευτικός
μαγγανευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγγανευτικός
μαγγανευτικός	adj	που σχετίζεται με την άσκηση της μαγγανείας, σχετικός με μάγια και ξόρκια
μαγγανευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγγανευτικός
μαγγανευτριών	=	μαγγανεύτρια
μαγγανευτών	noun	γενική πληθυντικού του μαγγανευτής
μαγγανεύτρια	noun	μαγγανευτής
μαγγανεύτριας	=	μαγγανεύτρια
μαγγανεύτριες	=	μαγγανεύτρια
μαγγανεύω	verb	κάνω μαγγανείες, κάνω μάγια, λέω ξόρκια, υπόσχομαι απατηλά ότι θα πετύχω τις επιθυμίες κάποιου με φίλτρα και ματζούνια
μαγγανιούχα	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχας	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχε	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχες	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχο	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχοι	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο μαγγανίου
μαγγανιούχου	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχους	=	μαγγανιούχος
μαγγανιούχων	=	μαγγανιούχος
μαγγώναμε	=	μαγγώνω
μαγγώναν	=	μαγγώνω
μαγγώνανε	=	μαγγώνω
μαγγώνατε	=	μαγγώνω
μαγγώνει	=	μαγγώνω
μαγγώνεις	=	μαγγώνω
μαγγώνετε	=	μαγγώνω
μαγγώνομαι	verb	Με πιάνουν και με ακινητοποιούν ξαφνικά.
μαγγώνοντας	=	μαγγώνω
μαγγώνουμε	=	μαγγώνω
μαγγώνουν	=	μαγγώνω
μαγγώνουνε	=	μαγγώνω
μαγγώνω	verb	ετυμολογική γραφή του μαγκώνω
μαγγώσαμε	=	μαγγώνω
μαγγώσαν	=	μαγγώνω
μαγγώσανε	=	μαγγώνω
μαγγώσατε	=	μαγγώνω
μαγγώσει	=	μαγγώνω
μαγγώστε	=	μαγγώνω
μαγδαλένια	=	μαγδαλένιο
μαγδαλένιας	=	μαγδαλένιος
μαγδαλένιε	=	μαγδαλένιος
μαγδαλένιες	=	μαγδαλένιος
μαγδαλένιο	noun	άλλη μορφή του μαγδαλήνιο
μαγδαλένιοι	=	μαγδαλένιος
μαγδαλένιος	adj	άλλη μορφή του μαγδαλήνιος
μαγδαλένιου	=	μαγδαλένιο
μαγδαλένιους	=	μαγδαλένιος
μαγδαλένιων	=	μαγδαλένιος
μαγδαλήνια	=	μαγδαλήνιο
μαγδαλήνιας	=	μαγδαλήνιος
μαγδαλήνιε	=	μαγδαλήνιος
μαγδαλήνιες	=	μαγδαλήνιος
μαγδαλήνιο	noun	πολιτισμός της Ανώτερης παλαιολιθικής περιόδου
μαγδαλήνιοι	=	μαγδαλήνιος
μαγδαλήνιος	adj	που έχει σχέση με το μαγδαλήνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μαγδαλήνιου	=	μαγδαλήνιο
μαγδαλήνιους	=	μαγδαλήνιος
μαγδαλήνιων	=	μαγδαλήνιος
μαγδαλενίου	=	μαγδαλένιο
μαγδαλενίων	=	μαγδαλένιο
μαγδαληνίου	=	μαγδαλήνιο
μαγδαληνίων	=	μαγδαλήνιο
μαγεία	noun	η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
μαγείας	noun	γενική ενικού του μαγεία
μαγείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγεία
μαγείρεμα	noun	η παρασκευή φαγητού
μαγείρευα	=	μαγειρεύω
μαγείρευαν	=	μαγειρεύω
μαγείρευε	=	μαγειρεύω
μαγείρευες	=	μαγειρεύω
μαγείρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγείρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγείρεψε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του μαγειρεύω
μαγείρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγείρισσα	noun	γυναίκα που ασκεί ως επάγγελμα τη μαγειρική
μαγείρισσας	noun	γενική ενικού του μαγείρισσα
μαγείρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγείρισσα
μαγείρου	=	μάγειρος
μαγείρους	=	μάγειρος
μαγείρων	=	μάγειρας
μαγειρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγείρεμα
μαγειρέματος	noun	γενική ενικού του μαγείρεμα
μαγειρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψαν	=	μαγειρεύω
μαγειρέψανε	=	μαγειρεύω
μαγειρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψομε	=	μαγειρεύω
μαγειρέψου	=	μαγειρεύω
μαγειρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψουνε	=	μαγειρεύω
μαγειρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρίτσα	noun	παραδοσιακό φαγητό (κυρίως σούπα και κατά περιοχές φρικασέ) που καταναλώνεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, μετά την Ανάσταση
μαγειρίτσας	noun	γενική ενικού του μαγειρίτσα
μαγειρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρίτσα
μαγειρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρείο
μαγειρείο	noun	ο χώρος σε μια μεγαλύτερη εγκατάσταση (όχι όμως σε σπίτι) όπου εργάζονται οι μάγειροι και ετοιμάζεται το φαγητό
μαγειρείου	noun	γενική ενικού του μαγειρείο
μαγειρείων	noun	γενική πληθυντικού του μαγειρείο
μαγειρειά	=	μαγειρειό
μαγειρειού	=	μαγειρειό
μαγειρειό	noun|vulgar	το μαγειρείο
μαγειρειών	=	μαγειρειό
μαγειρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαγείρεμα
μαγειρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρεμένο
μαγειρεμένε	verb	κλητική ενικού του μαγειρεμένος
μαγειρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρεμένη
μαγειρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγειρεμένος
μαγειρεμένης	verb	γενική ενικού του μαγειρεμένη
μαγειρεμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μαγειρεμένος
μαγειρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγειρεμένος
μαγειρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγειρεμένος
μαγειρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγειρεμένος
μαγειρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγειρεμένος
μαγειρευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρευμένο
μαγειρευμένε	verb	κλητική ενικού του μαγειρευμένος
μαγειρευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρευμένη
μαγειρευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγειρευμένος
μαγειρευμένης	verb	γενική ενικού του μαγειρευμένη
μαγειρευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγειρευμένος
μαγειρευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγειρευμένος
μαγειρευμένος	verb	< μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαγειρεύω
μαγειρευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγειρευμένος
μαγειρευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγειρευμένος
μαγειρευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγειρευμένος
μαγειρευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρευτό
μαγειρευτέ	adj	κλητική ενικού του μαγειρευτός
μαγειρευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρευτή
μαγειρευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγειρευτός
μαγειρευτήκαμε	=	μαγειρεύω
μαγειρευτήκαν	=	μαγειρεύω
μαγειρευτήκανε	=	μαγειρεύω
μαγειρευτήκατε	=	μαγειρεύω
μαγειρευτής	adj	γενική ενικού του μαγειρευτή
μαγειρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγειρευτός
μαγειρευτού	adj	γενική ενικού του μαγειρευτός
μαγειρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρευτούνε	=	μαγειρεύω
μαγειρευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγειρευτός
μαγειρευτό	adj	αιτιατική ενικού του μαγειρευτός
μαγειρευτός	adj	που έχει μαγειρευτεί στην κατσαρόλα ή έχει ψηθεί στο φούρνο, σε αντίθεση με κάτι που έχει ψηθεί στα κάρβουνα
μαγειρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρευτών	adj	γενική πληθυντικού του μαγειρευτός
μαγειρευόμασταν	=	μαγειρεύω
μαγειρευόμαστε	=	μαγειρεύω
μαγειρευόμουν	=	μαγειρεύω
μαγειρευόμουνα	=	μαγειρεύω
μαγειρευόντουσαν	=	μαγειρεύω
μαγειρευόσασταν	=	μαγειρεύω
μαγειρευόσαστε	=	μαγειρεύω
μαγειρευόσουν	=	μαγειρεύω
μαγειρευόσουνα	=	μαγειρεύω
μαγειρευόταν	=	μαγειρεύω
μαγειρευότανε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύαμε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύαν	=	μαγειρεύω
μαγειρεύανε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύατε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύει	=	μαγειρεύω
μαγειρεύεις	=	μαγειρεύω
μαγειρεύεσαι	=	μαγειρεύω
μαγειρεύεστε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύεται	=	μαγειρεύω
μαγειρεύετε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύομαι	verb	παρασκευάζομαι από κάποιον με μαγείρεμα
μαγειρεύομε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύονται	=	μαγειρεύω
μαγειρεύονταν	=	μαγειρεύω
μαγειρεύοντας	=	μαγειρεύω
μαγειρεύου	=	μαγειρεύω
μαγειρεύουμε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύουν	=	μαγειρεύω
μαγειρεύουνε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύτε	=	μαγειρεύω
μαγειρεύτηκα	=	μαγειρεύω
μαγειρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγειρεύομαι
μαγειρεύτηκες	=	μαγειρεύω
μαγειρεύω	verb	παρασκευάζω φαγητό συνδυάζοντας υλικά, συνήθως χρησιμοποιώντας κάποια πηγή θερμότητας
μαγειριά	noun	η ποσότητα φαγητού που μπορεί να μαγειρευτεί σε ένα συγκεκριμένο σκεύος (καζάνι, κατσαρόλα κ.λπ)
μαγειριάς	noun	γενική ενικού του μαγειριά
μαγειριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειριά
μαγειρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρικό	adv	από μαγειρική άποψη, με μαγειρικό τρόπο (όχι ιδιαίτερα δοκιμο)
μαγειρικέ	adj	κλητική ενικού του μαγειρικός
μαγειρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγειρική
μαγειρική	noun	η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγειρικός
μαγειρικής	adj	γενική ενικού του μαγειρική
μαγειρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγειρικός
μαγειρικού	adj	γενική ενικού του μαγειρικός
μαγειρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγειρικός
μαγειρικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγειρικός
μαγειρικός	adj	που χρησιμεύει στο μαγείρεμα, στη μαγειρική
μαγειρικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγειρικός
μαγειρισσών	noun	γενική πληθυντικού του μαγείρισσα
μαγειριών	=	μαγειριά
μαγειών	noun	γενική πληθυντικού του μαγεία
μαγεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάγεμα
μαγεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγεμένο
μαγεμένε	verb	κλητική ενικού του μαγεμένος
μαγεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγεμένη
μαγεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγεμένος
μαγεμένης	verb	γενική ενικού του μαγεμένη
μαγεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγεμένος
μαγεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγεμένος
μαγεμένος	=	μαγεύω
μαγεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγεμένος
μαγεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγεμένος
μαγεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγεμένος
μαγερειά	=	μαγερειό
μαγερειού	=	μαγερειό
μαγερειό	noun|vulgar	άλλη προφορά του μαγειρείο
μαγερειών	=	μαγερειό
μαγεριά	noun	η ποσότητα φαγητού που μπορεί να μαγειρευτεί σε ένα συγκεκριμένο σκεύος (καζάνι, κατσαρόλα κ.λπ)
μαγεριάς	=	μαγεριά
μαγεριές	=	μαγεριά
μαγεριών	=	μαγεριά
μαγευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτήκαν	=	μαγεύω
μαγευτήκανε	=	μαγεύω
μαγευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγευτικό	adv	πολύ όμορφα, έχοντας μαγευτεί από την ομορφιά ενός πράγματος
μαγευτικέ	adj	κλητική ενικού του μαγευτικός
μαγευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγευτική
μαγευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγευτικός
μαγευτικής	adj	γενική ενικού του μαγευτική
μαγευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγευτικός
μαγευτικού	adj	γενική ενικού του μαγευτικός
μαγευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγευτικός
μαγευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγευτικός
μαγευτικός	adj	που μαγεύει με την ομορφιά του
μαγευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγευτικός
μαγευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευτούνε	=	μαγεύω
μαγευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγευόμασταν	=	μαγεύω
μαγευόμαστε	=	μαγεύω
μαγευόμουν	=	μαγεύω
μαγευόμουνα	=	μαγεύω
μαγευόντουσαν	=	μαγεύω
μαγευόσασταν	=	μαγεύω
μαγευόσαστε	=	μαγεύω
μαγευόσουν	=	μαγεύω
μαγευόσουνα	=	μαγεύω
μαγευόταν	=	μαγεύω
μαγευότανε	=	μαγεύω
μαγεύαμε	=	μαγεύω
μαγεύαν	=	μαγεύω
μαγεύανε	=	μαγεύω
μαγεύατε	=	μαγεύω
μαγεύει	=	μαγεύω
μαγεύεις	=	μαγεύω
μαγεύεσαι	=	μαγεύω
μαγεύεστε	=	μαγεύω
μαγεύεται	=	μαγεύω
μαγεύετε	=	μαγεύω
μαγεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαγεύω
μαγεύομε	=	μαγεύω
μαγεύονται	=	μαγεύω
μαγεύονταν	=	μαγεύω
μαγεύοντας	=	μαγεύω
μαγεύουμε	=	μαγεύω
μαγεύουν	=	μαγεύω
μαγεύουνε	=	μαγεύω
μαγεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγεύομαι
μαγεύτρα	noun|literary	αυτή που μαγεύει, γοητεύει
μαγεύτρας	noun	γενική ενικού του μαγεύτρα
μαγεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγεύτρα
μαγεύω	verb	κάνω μάγια σε κάποιον (για να τον βλάψω ή να τον θέσω υπό τον έλεγχό μου)
μαγιά	noun	ουσία που περιέχει μύκητες που προκαλούν ζύμωση
μαγιάς	=	μαγιά
μαγιάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιάτικ
μαγιάτιε	adj	κλητική ενικού του μαγιάτικο
μαγιάτιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιάτιη
μαγιάτιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγιάτικο
μαγιάτιης	adj	γενική ενικού του μαγιάτιη
μαγιάτικ	adj	αιτιατική ενικού του μαγιάτικο
μαγιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιάτικο
μαγιάτικε	adj	κλητική ενικού του μαγιάτικος
μαγιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιάτικη
μαγιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγιάτικος
μαγιάτικης	adj	γενική ενικού του μαγιάτικη
μαγιάτικο	noun	είδος ψαριού (που ψαρεύεται -συνήθως- τον Μάιο)	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μαγιάτικος
μαγιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγιάτικος
μαγιάτικος	adj	που γίνεται κατά τον Μάιο
μαγιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγιάτικος
μαγιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγιάτικος
μαγιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγιάτικος
μαγιάτιο	=	μαγιάτικο
μαγιάτιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγιάτικο
μαγιάτιος	=	μαγιάτικο
μαγιάτιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγιάτικο
μαγιάτιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγιάτικο
μαγιάτιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγιάτικο
μαγιές	=	μαγιά
μαγιέτα	noun|dated	πόρπη
μαγιέτας	noun	γενική ενικού του μαγιέτα
μαγιέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιέτα
μαγικά	noun	τα μάγια, μαγική ενέργεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγικό
μαγικέ	adj	κλητική ενικού του μαγικός
μαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγική
μαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγικός
μαγικής	adj	γενική ενικού του μαγική
μαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγικός
μαγικού	adj	γενική ενικού του μαγικός
μαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγικός
μαγικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγικός
μαγικός	adj	που αναφέρεται στη μαγεία
μαγικότατα	=	μαγικός
μαγικότατε	=	μαγικός
μαγικότατες	=	μαγικός
μαγικότατη	=	μαγικός
μαγικότατης	=	μαγικός
μαγικότατο	=	μαγικός
μαγικότατοι	=	μαγικός
μαγικότατος	=	μαγικός
μαγικότατου	=	μαγικός
μαγικότατους	=	μαγικός
μαγικότατων	=	μαγικός
μαγικότερα	=	μαγικός
μαγικότερε	=	μαγικός
μαγικότερες	=	μαγικός
μαγικότερη	=	μαγικός
μαγικότερης	=	μαγικός
μαγικότερο	=	μαγικός
μαγικότεροι	=	μαγικός
μαγικότερος	=	μαγικός
μαγικότερου	=	μαγικός
μαγικότερους	=	μαγικός
μαγικότερων	=	μαγικός
μαγικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγικός
μαγιοβότανα	=	μαγιοβότανο
μαγιοβότανο	noun|dated	βοτάνι με μαγικές ιδιότητες, ιδίως στον ερωτικό τομέα
μαγιοβότανου	=	μαγιοβότανο
μαγιοβότανων	=	μαγιοβότανο
μαγιονέζα	noun	άσπρη κρύα σάλτσα με βάση το αυγό
μαγιονέζας	noun	γενική ενικού του μαγιονέζα
μαγιονέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιονέζα
μαγιορδόμος	noun	μεσαιωνικός τίτλος από τον 6ο αιώνα που σημαίνει κύριος του παλατιού, ο διαχειριστής του παλατιού του Βασιλιά των Φράγκων στο βορειοανατολικό βασίλειο της Αυστρασίας.
μαγιού	=	μάης
μαγισσών	noun	γενική πληθυντικού του μάγισσα
μαγιό	noun	ρούχο για την κολύμβηση, για το μπάνιο
μαγιόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγιόξυλο
μαγιόξυλο	noun	ξύλο (ή ένα πράσινο κλαδί) στολισμένο με λουλούδια (που περιφέρεται από παιδιά την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτομαγιάς)
μαγιόξυλου	noun	γενική ενικού του μαγιόξυλο
μαγιόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του μαγιόξυλο
μαγιώ	=	μαγιό
μαγιών	=	μαγιά
μαγκάκι	noun	υποκοριστικό του μάγκας
μαγκάκια	=	μαγκάκι
μαγκάλι	noun	μεταλλικό σκεύος, όπου με την καύση κάρβουνων γίνεται προσπάθεια να θερμανθεί ένας χώρος, το πύραυνο.
μαγκάλια	=	μαγκάλι
μαγκάνι	noun	μηχανισμός για άντληση νερού
μαγκάνια	=	μαγκάνι
μαγκάνιο	=	μαγγάνιο
μαγκέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκεύω
μαγκίπια	=	μαγκίπιο
μαγκίπιο	noun|dated	αρτοποιείο, φούρνος
μαγκίπιου	=	μαγκίπιο
μαγκίτες	=	μαγκίτης
μαγκίτη	=	μαγκίτης
μαγκίτης	noun|slang	εμφατικά, ο μάγκας
μαγκίτισσα	noun	θηλυκό του μαγκίτης
μαγκίτισσας	noun	γενική ενικού του μαγκίτισσα
μαγκίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκίτισσα
μαγκαζίνα	=	μαγκαζίνο
μαγκαζίνο	noun	τηλεοπτική εκπομπή με περιγραφικό περιεχόμενο
μαγκαζίνου	=	μαγκαζίνο
μαγκαζίνων	=	μαγκαζίνο
μαγκαλάκι	noun	υποκοριστικό του μαγκάλι
μαγκαλάκια	=	μαγκαλάκι
μαγκαλιού	=	μαγκάλι
μαγκαλιών	=	μαγκάλι
μαγκανιού	=	μαγκάνι
μαγκανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκανισμένο
μαγκανισμένε	verb	κλητική ενικού του μαγκανισμένος
μαγκανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκανισμένη
μαγκανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγκανισμένος
μαγκανισμένης	verb	γενική ενικού του μαγκανισμένη
μαγκανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγκανισμένος
μαγκανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγκανισμένος
μαγκανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγκανισμένος
μαγκανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγκανισμένος
μαγκανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγκανισμένος
μαγκανιών	=	μαγκάνι
μαγκανοπήγαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκανοπήγαδο
μαγκανοπήγαδο	noun	πηγάδι που το νερό του αντλείται με μαγκάνι
μαγκανοπήγαδου	noun	γενική ενικού του μαγκανοπήγαδο
μαγκανοπήγαδων	noun	γενική πληθυντικού του μαγκανοπήγαδο
μαγκατζή	=	μαγκατζής
μαγκατζήδες	=	μαγκατζής
μαγκατζήδων	=	μαγκατζής
μαγκατζής	noun	ο αρχηγός / επικεφαλής μιας μάγκας
μαγκεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκεμένο
μαγκεμένε	verb	κλητική ενικού του μαγκεμένος
μαγκεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκεμένη
μαγκεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγκεμένος
μαγκεμένης	verb	γενική ενικού του μαγκεμένη
μαγκεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγκεμένος
μαγκεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγκεμένος
μαγκεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγκεμένος
μαγκεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγκεμένος
μαγκεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγκεμένος
μαγκεμίτες	=	μαγκεμίτης
μαγκεμίτη	=	μαγκεμίτης
μαγκεμίτης	noun	ορυκτό (Fe₂O₃, γ-Fe₂O₃) με μαγνητικές ιδιότητες
μαγκεμιτών	=	μαγκεμίτης
μαγκεύω	verb	γίνομαι μάγκας
μαγκιά	noun	η ιδιότητα του μάγκα
μαγκιάς	noun	γενική ενικού του μαγκιά
μαγκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκιά
μαγκιλίκι	noun	η ψευτομαγκιά, το να πουλάς μαγκιά, να παριστάνεις τον μάγκα χωρίς να είσαι
μαγκιλίκια	=	μαγκιλίκι
μαγκιπίου	=	μαγκίπιο
μαγκιπίων	=	μαγκίπιο
μαγκιπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκιπείο
μαγκιπείο	noun	άλλη μορφή του μαγκίπιο
μαγκιπείου	noun	γενική ενικού του μαγκιπείο
μαγκιπείων	noun	γενική πληθυντικού του μαγκιπείο
μαγκιπειά	=	μαγκιπειό
μαγκιπειού	=	μαγκιπειό
μαγκιπειό	noun	το αρτοποιείο, ο φούρνος, ο χώρος όπου ετοιμάζεται το ψωμί
μαγκιπειών	=	μαγκιπειό
μαγκιτών	=	μαγκίτης
μαγκιόρα	noun	γυναίκα ικανή και δυναμική
μαγκιόρας	noun	γενική ενικού του μαγκιόρα
μαγκιόρε	noun	κλητική ενικού του μαγκιόρος
μαγκιόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκιόρα
μαγκιόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκιόρικο
μαγκιόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκιόρικη
μαγκιόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγκιόρικος
μαγκιόρισσα	noun	άλλη μορφή του μαγκιόρα, θηλυκό του μαγκιόρος
μαγκιόρισσας	noun	γενική ενικού του μαγκιόρισσα
μαγκιόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκιόρισσα
μαγκιόρο	noun	αιτιατική ενικού του μαγκιόρος
μαγκιόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγκιόρος
μαγκιόρος	noun	μάγκας, ικανός
μαγκιόρου	noun	γενική ενικού του μαγκιόρος
μαγκιόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαγκιόρος
μαγκιόρων	noun	γενική πληθυντικού του μαγκιόρος
μαγκιών	=	μαγκιά
μαγκλάρας	noun	άλλη εκφορά της λέξης μαγκλαράς
μαγκλαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαγκλαράς
μαγκλαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκλαράς
μαγκλαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μαγκλαράς
μαγκλαράς	noun	μαντραχαλάς, ψηλός και άχαρος
μαγκλαρού	=	μαγκλαράς
μαγκλουμπών	=	μαγκλούμπα
μαγκλούμπα	noun	άλλη μορφή του μακλούμπα
μαγκλούμπας	=	μαγκλούμπα
μαγκλούμπες	=	μαγκλούμπα
μαγκουριά	noun	το χτύπημα με την μαγκούρα/ το μαγκουρι
μαγκουριάς	=	μαγκουριά
μαγκουριές	=	μαγκουριά
μαγκουριών	=	μαγκουριά
μαγκουροφόρε	noun	κλητική ενικού του μαγκουροφόρος
μαγκουροφόρο	noun	αιτιατική ενικού του μαγκουροφόρος
μαγκουροφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγκουροφόρος
μαγκουροφόρος	noun	όρος που χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα αλλά και στη δεκαετία του 60 για εκείνους που ανήκαν στο παρακράτος και για να τρομοκρατούν κυκλοφορούσαν με όπλο ρόπαλα και μαγκούρες -το 1901 ειχαν γίνει αιτία να ψηφιστεί νόμος που να επιτρέπει τις μαγκούρες μόνον στους άνω των 60 ετών.
μαγκουροφόρου	noun	γενική ενικού του μαγκουροφόρος
μαγκουροφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαγκουροφόρος
μαγκουροφόρων	noun	γενική πληθυντικού του μαγκουροφόρος
μαγκουστών	=	μαγκούστα
μαγκουφιά	noun	η ερημιά, η μοναξιά, η έλλειψη οποιουδήποτε οικογενειακού δεσμού και απογόνων, κακομοιριά
μαγκουφιάς	noun	γενική ενικού του μαγκουφιά
μαγκουφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκουφιά
μαγκουφιών	=	μαγκουφιά
μαγκούρα	noun	το ραβδί που κρατούν συνήθως οι ηλικιωμένοι όταν βαδίζουν, μπορεί όμως να χρησιμεύσει και ως όπλο για τον ξυλοδαρμό αντιπάλου
μαγκούρας	noun	γενική ενικού του μαγκούρα
μαγκούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκούρα
μαγκούστα	noun	ονομασία διαφόρων ειδών σαρκοφάγων θηλαστικών της οικογένειας των Ερπηστίδων (Herpestidae)
μαγκούστας	=	μαγκούστα
μαγκούστες	=	μαγκούστα
μαγκούφα	=	μαγκούφης
μαγκούφηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκούφης
μαγκούφης	adj	άτομο που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια, άγαμος, ολομόναχος, έρημος
μαγκούφικο	=	μαγκούφης
μαγκούφισσα	=	μαγκούφης
μαγκωθήκαμε	=	μαγκώνω
μαγκωθήκαν	=	μαγκώνω
μαγκωθήκανε	=	μαγκώνω
μαγκωθήκατε	=	μαγκώνω
μαγκωθεί	=	μαγκώνω
μαγκωθείτε	=	μαγκώνω
μαγκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάγκωμα
μαγκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκωμένο
μαγκωμένε	verb	κλητική ενικού του μαγκωμένος
μαγκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγκωμένη
μαγκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγκωμένος
μαγκωμένης	verb	γενική ενικού του μαγκωμένη
μαγκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγκωμένος
μαγκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγκωμένος
μαγκωμένος	=	μαγκώνω
μαγκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγκωμένος
μαγκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγκωμένος
μαγκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγκωμένος
μαγκωνόμασταν	=	μαγκώνω
μαγκωνόμαστε	=	μαγκώνω
μαγκωνόμουν	=	μαγκώνω
μαγκωνόμουνα	=	μαγκώνω
μαγκωνόντουσαν	=	μαγκώνω
μαγκωνόσασταν	=	μαγκώνω
μαγκωνόσαστε	=	μαγκώνω
μαγκωνόσουν	=	μαγκώνω
μαγκωνόσουνα	=	μαγκώνω
μαγκωνόταν	=	μαγκώνω
μαγκωνότανε	=	μαγκώνω
μαγκώθηκα	=	μαγκώνω
μαγκώθηκαν	=	μαγκώνω
μαγκώθηκε	=	μαγκώνω
μαγκώθηκες	=	μαγκώνω
μαγκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγκωμα
μαγκώματος	noun	γενική ενικού του μάγκωμα
μαγκών	=	μάγκας
μαγκώναμε	=	μαγκώνω
μαγκώναν	=	μαγκώνω
μαγκώνανε	=	μαγκώνω
μαγκώνατε	=	μαγκώνω
μαγκώνει	=	μαγκώνω
μαγκώνεις	=	μαγκώνω
μαγκώνεσαι	=	μαγκώνω
μαγκώνεστε	=	μαγκώνω
μαγκώνεται	=	μαγκώνω
μαγκώνετε	=	μαγκώνω
μαγκώνομαι	=	μαγκώνω
μαγκώνονται	=	μαγκώνω
μαγκώνονταν	=	μαγκώνω
μαγκώνοντας	=	μαγκώνω
μαγκώνου	=	μαγκώνω
μαγκώνουμε	=	μαγκώνω
μαγκώνουν	=	μαγκώνω
μαγκώνουνε	=	μαγκώνω
μαγκώνω	verb	σφίγγω κάτι με μάγκανο
μαγκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσαν	=	μαγκώνω
μαγκώσανε	=	μαγκώνω
μαγκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσου	=	μαγκώνω
μαγκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγκώνω
μαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάγμα
μαγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγματικό
μαγματικέ	adj	κλητική ενικού του μαγματικός
μαγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγματική
μαγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγματικός
μαγματικής	adj	γενική ενικού του μαγματική
μαγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγματικός
μαγματικού	adj	γενική ενικού του μαγματικός
μαγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγματικός
μαγματικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγματικός
μαγματικός	adj	ο σχετικός με το μάγμα, την διάπυρη και σε ρευστή κατάσταση ύλη στο εσωτερικο της γης
μαγματικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγματικός
μαγματογενές	=	μαγματογενής
μαγματογενή	=	μαγματογενής
μαγματογενής	adj	ο εκρηξιγενής
μαγματογενείς	=	μαγματογενής
μαγματογενούς	=	μαγματογενής
μαγματογενών	=	μαγματογενής
μαγνάδι	noun	γυναικείο κάλυμμα του κεφαλιού από πολύ λεπτοϋφασμένο ύφασμα, μαντήλα κεφαλιού
μαγνάδια	=	μαγνάδι
μαγνήσια	=	μαγνήσιο
μαγνήσιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 12 και χημικό σύμβολο το Mg
μαγνήσιον	noun	μαγνήσιο
μαγνήσιου	=	μαγνήσιο
μαγνήτες	=	μαγνήτης
μαγνήτη	=	μαγνήτης
μαγνήτης	noun	σώμα το οποίο έχει μαγνητικές ιδιότητες.
μαγνήτιζα	=	μαγνητίζω
μαγνήτιζαν	=	μαγνητίζω
μαγνήτιζε	=	μαγνητίζω
μαγνήτιζες	=	μαγνητίζω
μαγνήτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνήτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνήτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνήτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνήτιση	noun	(ηλεκτρομαγνητισμός) Η ανά μονάδα όγκου μαγνητική ροπή.
μαγνήτισης	noun	γενική ενικού του μαγνήτιση
μαγναδιού	=	μαγνάδι
μαγναδιών	=	μαγνάδι
μαγνησία	noun	οξείδιο του μαγνησίου
μαγνησίας	noun	γενική ενικού του μαγνησία
μαγνησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνησία
μαγνησίου	noun	γενική ενικού του μαγνήσιο
μαγνησίτης	noun	ανθρακικό ορυκτό του μαγνησίου
μαγνησίων	=	μαγνήσιο
μαγνησιούχα	=	μαγνησιούχος
μαγνησιούχε	=	μαγνησιούχος
μαγνησιούχο	=	μαγνησιούχος
μαγνησιούχοι	=	μαγνησιούχος
μαγνησιούχος	adj	ουσία που περιέχει μαγνήσιο
μαγνησιούχου	=	μαγνησιούχος
μαγνησιούχους	=	μαγνησιούχος
μαγνησιούχων	=	μαγνησιούχος
μαγνησιών	noun	γενική πληθυντικού του μαγνησία
μαγνητίζαμε	=	μαγνητίζω
μαγνητίζαν	=	μαγνητίζω
μαγνητίζανε	=	μαγνητίζω
μαγνητίζατε	=	μαγνητίζω
μαγνητίζει	=	μαγνητίζω
μαγνητίζεις	=	μαγνητίζω
μαγνητίζετε	=	μαγνητίζω
μαγνητίζομαι	verb	γίνομαι αντικείμενο μαγνήτισης
μαγνητίζοντας	=	μαγνητίζω
μαγνητίζουμε	=	μαγνητίζω
μαγνητίζουν	=	μαγνητίζω
μαγνητίζουνε	=	μαγνητίζω
μαγνητίζω	verb	δίνω με ειδική τεχνική μαγνητικές ιδιότητες σε ένα αντικείμενο
μαγνητίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίσαν	=	μαγνητίζω
μαγνητίσανε	=	μαγνητίζω
μαγνητίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίσεων	noun	γενική πληθυντικού του μαγνήτιση
μαγνητίσεως	noun|formal	γενική ενικού του μαγνήτιση
μαγνητίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζω
μαγνητίτες	=	μαγνητίτης
μαγνητίτη	=	μαγνητίτης
μαγνητίτης	noun	πέτρωμα που περιέχει ορυκτό του σιδήρου και εμφανίζει με μαγνητικές ιδιότητες
μαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητικό
μαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του μαγνητικός
μαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητική
μαγνητική	noun	η μαγνητική τομογραφία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητικός
μαγνητικής	adj	γενική ενικού του μαγνητική
μαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητικός
μαγνητικού	adj	γενική ενικού του μαγνητικός
μαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητικός
μαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγνητικός
μαγνητικός	adj	που αναφέρεται στους μαγνήτες και τον μαγνητισμό
μαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγνητικός
μαγνητισμέ	noun	κλητική ενικού του μαγνητισμός
μαγνητισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητισμένο
μαγνητισμένε	verb	κλητική ενικού του μαγνητισμένος
μαγνητισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητισμένη
μαγνητισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητισμένος
μαγνητισμένης	verb	γενική ενικού του μαγνητισμένη
μαγνητισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγνητισμένος
μαγνητισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητισμένος
μαγνητισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγνητισμένος
μαγνητισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητισμένος
μαγνητισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγνητισμένος
μαγνητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητισμός
μαγνητισμού	noun	γενική ενικού του μαγνητισμός
μαγνητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητισμός
μαγνητισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαγνητισμός
μαγνητισμός	noun	μετατροπή ενός σώματος σε προσωρινό ή μόνιμο μαγνήτη
μαγνητισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαγνητισμός
μαγνητιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητίζομαι
μαγνητιτών	=	μαγνητίτης
μαγνητογεννήτρια	noun	γεννήτρια που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα χάρη στην ύπαρξη μαγνητικού πεδίου
μαγνητογεννήτριας	noun	γενική ενικού του μαγνητογεννήτρια
μαγνητογεννήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητογεννήτρια
μαγνητογεννητριών	noun	γενική πληθυντικού του μαγνητογεννήτρια
μαγνητογυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητογυρικό
μαγνητογυρικέ	adj	κλητική ενικού του μαγνητογυρικός
μαγνητογυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητογυρική
μαγνητογυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητογυρικός
μαγνητογυρικής	adj	γενική ενικού του μαγνητογυρική
μαγνητογυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητογυρικός
μαγνητογυρικού	adj	γενική ενικού του μαγνητογυρικός
μαγνητογυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητογυρικός
μαγνητογυρικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγνητογυρικός
μαγνητογυρικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγνητογυρικός
μαγνητοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοηλεκτρικό
μαγνητοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοηλεκτρική
μαγνητοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του μαγνητοηλεκτρική
μαγνητοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοηλεκτρικός	adj	σχετικός με τα φαινόμενα του ηλεκτρομαγνητισμού (παρωχημένη λέξη για το ηλεκτρομαγνητικό)
μαγνητοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγνητοηλεκτρικός
μαγνητοθεραπεία	noun	η αξιοποίηση των μαγνητών στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων, όπως π.χ. στην ανίχνευση ή και απομάκρυνση ξένων σωμάτων που έχουν μπει στο σώμα
μαγνητοθεραπείας	noun	γενική ενικού του μαγνητοθεραπεία
μαγνητοθεραπείες	=	μαγνητοθεραπεία
μαγνητοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του μαγνητοθεραπεία
μαγνητοθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοθερμικό
μαγνητοθερμικέ	adj	κλητική ενικού του μαγνητοθερμικός
μαγνητοθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοθερμική
μαγνητοθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητοθερμικός
μαγνητοθερμικής	adj	γενική ενικού του μαγνητοθερμική
μαγνητοθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοθερμικός
μαγνητοθερμικού	adj	γενική ενικού του μαγνητοθερμικός
μαγνητοθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητοθερμικός
μαγνητοθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγνητοθερμικός
μαγνητοθερμικός	adj	που σχετίζεται με τo "μαγνητοθερμικό φαινόμενο", δηλαδή τη μεταβολή στη θερμοκρασία ορισμένων υλικών όταν αυτά μαγνητίζονται και την επαναφορά της θερμοκρασίας τους στα προηγούμενα επιπεδα όταν απομακρυνθεί το μαγνητικό πεδίο
μαγνητοθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγνητοθερμικός
μαγνητομέτρου	=	μαγνητόμετρο
μαγνητομέτρων	=	μαγνητόμετρο
μαγνητοσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοσκόπηση
μαγνητοσκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μαγνητοσκόπηση
μαγνητοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μαγνητοσκόπηση
μαγνητοσκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπίου	=	μαγνητοσκόπιο
μαγνητοσκοπίων	=	μαγνητοσκόπιο
μαγνητοσκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοσκοπημένο
μαγνητοσκοπημένε	verb	κλητική ενικού του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοσκοπημένη
μαγνητοσκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπημένης	verb	γενική ενικού του μαγνητοσκοπημένη
μαγνητοσκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπημένος	=	μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγνητοσκοπημένος
μαγνητοσκοπούμαι	verb	με καταγράφουν σε οπτικό μέσο
μαγνητοσκοπούσα	=	μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκοπώ	verb	εγγράφω εικόνα σε μαγνητική ταινία, αλλά και γενικά εγγράφω εικόνες με οποιουδήποτε τύπου κάμερα για να τις προβάλλω αργότερα ή γενικά για να τις έχω στη διάθεσή μου
μαγνητοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοσκοπώ
μαγνητοσκόπηση	noun	η καταγραφή εικόνας και ήχου σε μαγνητική ταινία, σήμερα η βιντεοσκόπηση
μαγνητοσκόπησης	noun	γενική ενικού του μαγνητοσκόπηση
μαγνητοσκόπησις	noun	μαγνητοσκόπηση
μαγνητοσκόπια	=	μαγνητοσκόπιο
μαγνητοσκόπιο	noun	ηλεκτρονική συσκευή εγγραφής σε μαγνητική ταινία (και αναπαραγωγής από αυτήν) κινούμενων εικόνων με ήχο (βίντεο)
μαγνητοσκόπιου	=	μαγνητοσκόπιο
μαγνητοσκόπιων	=	μαγνητοσκόπιο
μαγνητοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοστατικό
μαγνητοστατικέ	adj	κλητική ενικού του μαγνητοστατικός
μαγνητοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοστατική
μαγνητοστατική	noun	κλάδος της Φυσικής (αντίστοιχος της Ηλεκτροστατικής) και τμήμα του Μαγνητισμού το οποίο ασχολείται με τα μόνιμα μαγνητικά πεδία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητοστατικός
μαγνητοστατικής	adj	γενική ενικού του μαγνητοστατική
μαγνητοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοστατικός
μαγνητοστατικού	adj	γενική ενικού του μαγνητοστατικός
μαγνητοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητοστατικός
μαγνητοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του μαγνητοστατικός
μαγνητοστατικός	adj	που σχετίζεται με τα φαινόμενα των μόνιμων μαγνητικών πεδίων, με τη μαγνητοστατική
μαγνητοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του μαγνητοστατικός
μαγνητοστρωματογραφία	noun	κλάδος της στρωματογραφίας που χρησιμοποιεί τις μαγνητικές ιδιότητες των πετρωμάτων, για να καθορίσει τη χρονολόγηση και τη συσχέτιση των γεωλογικών στρωμάτων
μαγνητοστρωματογραφίας	=	μαγνητοστρωματογραφία
μαγνητοστρωματογραφίες	=	μαγνητοστρωματογραφία
μαγνητοστρωματογραφιών	=	μαγνητοστρωματογραφία
μαγνητοσφαιρών	=	μαγνητόσφαιρα
μαγνητοταινία	noun	ταινία με ειδική μαγνητική επίστρωση που χρησιμοποιείται στην εγγραφή ήχου ή εικόνας ή δεδομένων
μαγνητοταινίας	noun	γενική ενικού του μαγνητοταινία
μαγνητοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοταινία
μαγνητοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του μαγνητοταινία
μαγνητοφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοφώνηση
μαγνητοφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μαγνητοφώνηση
μαγνητοφωνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μαγνητοφώνηση
μαγνητοφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοφωνημένο
μαγνητοφωνημένε	verb	κλητική ενικού του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοφωνημένη
μαγνητοφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνημένης	verb	γενική ενικού του μαγνητοφωνημένη
μαγνητοφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαγνητοφωνημένος
μαγνητοφωνώ	verb	καταγράφω ήχο σε μαγνητόφωνο ή άλλη συσκευή εγγραφής
μαγνητοφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαγνητοφωνώ
μαγνητοφώνηση	noun	η ενέργεια του μαγνητοφωνώ, η καταγραφή ήχου σε μαγνητικό ή ηλεκτρονικό μέσο
μαγνητοφώνησης	noun	γενική ενικού του μαγνητοφώνηση
μαγνητοφώνου	=	μαγνητόφωνο
μαγνητοφώνων	=	μαγνητόφωνο
μαγνητοχημεία	noun	κλάδος της χημείας που μελετά την επίδραση των μαγνητικών πεδίων στην ατομική και μοριακή δομή και τους τρόπους αξιοποίησής τους (π.χ. στην μικροβιολογική ανάλυση)
μαγνητοχημείας	=	μαγνητοχημεία
μαγνητοχημείες	=	μαγνητοχημεία
μαγνητοχημειών	=	μαγνητοχημεία
μαγνητοϋδροδυναμιά	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιέ	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιές	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιή	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιής	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμικά	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικέ	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικές	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμική	noun	ο κλάδος της φυσικής που περιγράφει τη συμπεριφορά και τις αλληλεπιδράσεις ενός ηλεκτρικά αγώγιμου ρευστού —όπως πλάσμα, υγρά μέταλλα ή άλμη— όταν αυτό κινείται μέσα σε ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία, αντιμετωπίζοντας το ρευστό και τα πεδία ως ένα ενιαίο σύστημα και συνδυάζοντας τις εξισώσεις της ρευστοδυναμικής με αυτές του ηλεκτρομαγνητισμού· έχει εφαρμογές από την αστροφυσική και γεωφυσική μέχρι την τεχνική των συστημάτων προώθησης και μεταφοράς ενέργειας
μαγνητοϋδροδυναμικής	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικοί	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικού	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικούς	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικό	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμικός	adj	που έχει σχέση με την μαγνητοϋδροδυναμική ή αναφέρεται σʼ αυτή
μαγνητοϋδροδυναμικών	=	μαγνητοϋδροδυναμικός
μαγνητοϋδροδυναμιοί	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιού	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιούς	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιό	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιός	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητοϋδροδυναμιών	=	μαγνητοϋδροδυναμική
μαγνητόμετρα	=	μαγνητόμετρο
μαγνητόμετρο	noun	συσκευή που μετρά μαγνητικά πεδία και τις αποκλίσεις τους, τυχόν μαγνητικές ανωμαλίες, και μπορεί π.χ. να ανιχνεύουν σιδερένια αντικείμενα, στη θάλασσα υποβρύχια, να ανιχνεύουν στην ξηρα και στη θάλασσα αρχαιολογικούς θησαυρούς αλλά και να ενσωματώνεται σε κινητά τηλέφωνα σαν πυξίδες
μαγνητόμετρου	=	μαγνητόμετρο
μαγνητόσφαιρα	noun	ο χώρος του διαστήματος στον οποίο επιδρά το μαγνητικό πεδίο ενός ουράνιου σώματος
μαγνητόσφαιρας	=	μαγνητόσφαιρα
μαγνητόσφαιρες	=	μαγνητόσφαιρα
μαγνητόφωνα	=	μαγνητόφωνο
μαγνητόφωνο	noun	συσκευή που χρησιμοποιεί μαγνητική ταινία (κασέτα) για να καταγράφει και αναπαράγει τον ήχο
μαγνητόφωνον	noun	μαγνητόφωνο
μαγνητόφωνου	=	μαγνητόφωνο
μαγνητόφωνων	=	μαγνητόφωνο
μαγνητών	=	μαγνήτης
μαγουλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαγουλάς
μαγουλάδες	noun	ιογενής παιδική ασθένεια
μαγουλάδων	=	μαγουλάς
μαγουλάκι	noun	υποκοριστικό του μάγουλο
μαγουλάκια	=	μαγουλάκι
μαγουλάς	noun	αυτός που έχει μεγάλα ολοστρόγγυλα μάγουλα
μαγουλού	noun	θηλυκό του μαγουλάς
μαγουλούδες	=	μαγουλού
μαγουλούδων	=	μαγουλού
μαγουλούς	=	μαγουλού
μαγούλα	noun|vulgar	λόφος
μαγούλας	noun	γενική ενικού του μαγούλα
μαγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαγούλα
μαδάρα	noun	αποψιλωμένη έκταση, γυμνή, άδενδρη, ακατάλληλη για γεωργική εκμετάλλευση
μαδάρας	noun	γενική ενικού του μαδάρα
μαδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαδάρα
μαδάω	verb	άλλη μορφή του μαδώ
μαδέρα	noun	δυνατό κρασί με ιδιαίτερο άρωμα και γεύση, που παρασκευάζεται παραδοσιακά στο πορτογαλικό νησί Μαδέρα και χρησιμοποιείται ενίοτε και στη μαγειρική
μαδέρας	=	μαδέρα
μαδέρες	=	μαδέρα
μαδέρι	noun	κομμάτι ξύλου με μεγάλο πάχος σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου
μαδέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαδέρι
μαδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάδημα
μαδήματος	noun	γενική ενικού του μάδημα
μαδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαδάω
μαδαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαδαρό	adv	στεγνά, ξερά (επίρρημα που σπάνια χρησιμοποιείται)
μαδαρέ	adj	κλητική ενικού του μαδαρός
μαδαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαδαρή
μαδαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαδαρός
μαδαρής	adj	γενική ενικού του μαδαρή
μαδαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαδαρός
μαδαροκέφαλα	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλε	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλες	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλη	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλης	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλο	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλοι	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλος	adj	αυτός που δεν έχει μαλλιά στο τριχωτό της κεφαλής, αυτός που έχει φαλάκρα
μαδαροκέφαλου	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλους	=	μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλων	=	μαδαροκέφαλος
μαδαρού	adj	γενική ενικού του μαδαρός
μαδαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαδαρός
μαδαρό	adj	αιτιατική ενικού του μαδαρός
μαδαρός	adj	που έχει ερημωθεί, αποψιλωθεί, γυμνωθεί
μαδαρών	adj	γενική πληθυντικού του μαδαρός
μαδεριού	=	μαδέρι
μαδεριών	=	μαδέρι
μαδερών	=	μαδέρα
μαδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάδημα
μαδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαδημένο
μαδημένε	verb	κλητική ενικού του μαδημένος
μαδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαδημένη
μαδημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαδημένος
μαδημένης	verb	γενική ενικού του μαδημένη
μαδημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαδημένος
μαδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαδημένος
μαδημένος	=	μαδώ
μαδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαδημένος
μαδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαδημένος
μαδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαδημένος
μαδιάμ	noun	Μαδιάμ
μαδιέμαι	=	μαδώ
μαδούπη	=	μαδούπης
μαδούπηδες	=	μαδούπης
μαδούπηδων	=	μαδούπης
μαδούπης	noun	φαλακρός άνδρας
μαδούσα	=	μαδώ
μαδριλένικα	=	μαδριλένικος
μαδριλένικε	=	μαδριλένικος
μαδριλένικες	=	μαδριλένικος
μαδριλένικη	=	μαδριλένικος
μαδριλένικης	=	μαδριλένικος
μαδριλένικο	=	μαδριλένικος
μαδριλένικοι	=	μαδριλένικος
μαδριλένικος	adj	ο σχετικός με τη Μαδρίτη ή τους κατοίκους της
μαδριλένικου	=	μαδριλένικος
μαδριλένικους	=	μαδριλένικος
μαδριλένικων	=	μαδριλένικος
μαδώ	verb	αφαιρώ τραβώντας τις τρίχες από μαλλιά ή γένια
μαερειά	=	μαερειό
μαερειού	=	μαερειό
μαερειό	noun	το μαγειρείο
μαερειών	=	μαερειό
μαεριό	noun	χώρος μαγειρέματος (βλέπε μαερειό)
μαεστρία	noun	επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία, ικανότητα χειρισμού
μαεστρίας	noun	γενική ενικού του μαεστρία
μαεστρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαεστρία
μαεστριών	noun	γενική πληθυντικού του μαεστρία
μαεστόζο	adv	με μεγαλείο
μαζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάζεμα
μαζέματος	noun	γενική ενικού του μάζεμα
μαζέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψαν	=	μαζεύω
μαζέψανε	=	μαζεύω
μαζέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψομε	=	μαζεύω
μαζέψου	=	μαζεύω
μαζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψουνε	=	μαζεύω
μαζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
μαζί	adv	όχι μόνος, από κοινού, αντάμα, στο ίδιο μέρος
μαζανταρανί	noun	ιρανική γλώσσα που ομιλείται κυρίως στις επαρχίες της Τεχεράνης, του Μαζανταράν και του Γκολεστάν
μαζδαϊσμέ	=	μαζδαϊσμός
μαζδαϊσμοί	=	μαζδαϊσμός
μαζδαϊσμού	=	μαζδαϊσμός
μαζδαϊσμούς	=	μαζδαϊσμός
μαζδαϊσμό	=	μαζδαϊσμός
μαζδαϊσμός	noun	θρησκεία ασιατικών ινδοευρωπαϊκών λαών που πρεσβεύει την ύπαρξη δύο αρχών, του αγαθού και του κακοποιού
μαζδαϊσμών	=	μαζδαϊσμός
μαζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάζεμα
μαζεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζεμένο
μαζεμένε	verb	κλητική ενικού του μαζεμένος
μαζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζεμένη
μαζεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζεμένος
μαζεμένης	verb	γενική ενικού του μαζεμένη
μαζεμένο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαζεμένος
μαζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζεμένος
μαζεμένος	=	μαζεύω
μαζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαζεμένος
μαζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαζεμένος
μαζεμένων	adj	γενική πληθυντικού του μαζεμένος
μαζευτή	verb	το "μαζευτεί" της νεοελληνικής, μεταγραφή της παλιότερης γραφή "μαζευτῇ" (έτσι γραφόταν το γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα ή υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι στην καθαρεύουσα και πρωτύτερα)
μαζευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτήκαν	=	μαζεύω
μαζευτήκανε	=	μαζεύω
μαζευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευτούνε	=	μαζεύω
μαζευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζευόμασταν	=	μαζεύω
μαζευόμαστε	=	μαζεύω
μαζευόμουν	=	μαζεύω
μαζευόμουνα	=	μαζεύω
μαζευόντουσαν	=	μαζεύω
μαζευόσασταν	=	μαζεύω
μαζευόσαστε	=	μαζεύω
μαζευόσουν	=	μαζεύω
μαζευόσουνα	=	μαζεύω
μαζευόταν	=	μαζεύω
μαζευότανε	=	μαζεύω
μαζεύαμε	=	μαζεύω
μαζεύαν	=	μαζεύω
μαζεύανε	=	μαζεύω
μαζεύατε	=	μαζεύω
μαζεύει	=	μαζεύω
μαζεύεις	=	μαζεύω
μαζεύεσαι	=	μαζεύω
μαζεύεστε	=	μαζεύω
μαζεύεται	=	μαζεύω
μαζεύετε	=	μαζεύω
μαζεύθηκα	=	μαζεύομαι
μαζεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαζεύω
μαζεύομε	=	μαζεύω
μαζεύονται	=	μαζεύω
μαζεύονταν	=	μαζεύω
μαζεύοντας	=	μαζεύω
μαζεύου	=	μαζεύομαι
μαζεύουμε	=	μαζεύω
μαζεύουν	=	μαζεύω
μαζεύουνε	=	μαζεύω
μαζεύτε	=	μαζεύω
μαζεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
μαζεύω	verb	συγκεντρώνω
μαζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζικό	adv	με μαζικό τρόπο, με μαζικότητα, σε μεγάλες ποσότητες
μαζικέ	adj	κλητική ενικού του μαζικός
μαζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζική
μαζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζικός
μαζικής	adj	γενική ενικού του μαζική
μαζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζικός
μαζικοομοιογενοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζικοομοιογενοποιημένο
μαζικοποίηση	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο οι άνθρωποι χάνουν την ατομική τους βούληση και ακολουθούν τις αποφάσεις της μάζας, των υπολοίπων (συνώνυμο με μαζοποίηση)
μαζικοποίησης	=	μαζικοποίηση
μαζικοποιήσεις	=	μαζικοποίηση
μαζικοποιήσεων	=	μαζικοποίηση
μαζικού	adj	γενική ενικού του μαζικός
μαζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαζικός
μαζικό	adj	αιτιατική ενικού του μαζικός
μαζικός	adj	που είναι ή γίνεται σε τεράστια ποσότητα
μαζικότατα	=	μαζικός
μαζικότατε	=	μαζικός
μαζικότατες	=	μαζικός
μαζικότατη	=	μαζικός
μαζικότατης	=	μαζικός
μαζικότατο	=	μαζικός
μαζικότατοι	=	μαζικός
μαζικότατος	=	μαζικός
μαζικότατου	=	μαζικός
μαζικότατους	=	μαζικός
μαζικότατων	=	μαζικός
μαζικότερα	=	μαζικός
μαζικότερε	=	μαζικός
μαζικότερες	=	μαζικός
μαζικότερη	=	μαζικός
μαζικότερης	=	μαζικός
μαζικότερο	=	μαζικός
μαζικότεροι	=	μαζικός
μαζικότερος	=	μαζικός
μαζικότερου	=	μαζικός
μαζικότερους	=	μαζικός
μαζικότερων	=	μαζικός
μαζικών	adj	γενική πληθυντικού του μαζικός
μαζοποίηση	noun	το φαινόμενο κατά το οποίο οι άνθρωποι χάνουν την ατομική τους βούληση και ακολουθούν τις αποφάσεις της μάζας, των υπολοίπων (συνώνυμο με μαζικοποίηση)
μαζοποίησης	=	μαζοποίηση
μαζοποιήσεις	=	μαζοποίηση
μαζοποιήσεων	=	μαζοποίηση
μαζουλιού	=	μαζούλι
μαζουλιών	=	μαζούλι
μαζοχίστρια	noun	κάποια που απολαμβάνει την αίσθηση του πόνου, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά
μαζοχίστριας	noun	γενική ενικού του μαζοχίστρια
μαζοχίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζοχίστρια
μαζοχισμέ	noun	κλητική ενικού του μαζοχισμός
μαζοχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζοχισμός
μαζοχισμού	noun	γενική ενικού του μαζοχισμός
μαζοχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαζοχισμός
μαζοχισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαζοχισμός
μαζοχισμός	noun	η σεξουαλική διαστροφή κατά την οποία ο πόνος γίνεται πηγή ηδονής
μαζοχισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαζοχισμός
μαζοχιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζοχιστής
μαζοχιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαζοχιστής
μαζοχιστής	noun	κάποιος που απολαμβάνει την αίσθηση πόνου, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά
μαζοχιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζοχιστικό	adv	με μαζοχιστικό τρόπο, με μαζοχισμό
μαζοχιστικέ	adj	κλητική ενικού του μαζοχιστικός
μαζοχιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζοχιστική
μαζοχιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζοχιστικός
μαζοχιστικής	adj	γενική ενικού του μαζοχιστική
μαζοχιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζοχιστικός
μαζοχιστικού	adj	γενική ενικού του μαζοχιστικός
μαζοχιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαζοχιστικός
μαζοχιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μαζοχιστικός
μαζοχιστικός	adj	που αναφέρεται στο μαζιχιστή και στο μαζοχισμό
μαζοχιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μαζοχιστικός
μαζοχιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μαζοχίστρια
μαζοχιστών	noun	γενική πληθυντικού του μαζοχιστής
μαζούλι	noun	οτιδήποτε μαζεύει κάποιος
μαζούλια	=	μαζούλι
μαζούρκα	noun	πολωνέζικος χορός και η μουσική σύνθεση που τον συνοδεύει
μαζούρκας	noun	γενική ενικού του μαζούρκα
μαζούρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζούρκα
μαζούτ	noun	υγρό καύσιμο, προϊόν της απόσταξης του πετρελαίου
μαζωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζωγμένο
μαζωγμένε	verb	κλητική ενικού του μαζωγμένος
μαζωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζωγμένη
μαζωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζωγμένος
μαζωγμένης	verb	γενική ενικού του μαζωγμένη
μαζωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαζωγμένος
μαζωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζωγμένος
μαζωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαζωγμένος
μαζωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαζωγμένος
μαζωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαζωγμένος
μαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάζωμα
μαζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζωμένο
μαζωμένε	verb	κλητική ενικού του μαζωμένος
μαζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζωμένη
μαζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζωμένος
μαζωμένης	verb	γενική ενικού του μαζωμένη
μαζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαζωμένος
μαζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζωμένος
μαζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαζωμένος
μαζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαζωμένος
μαζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαζωμένος
μαζωχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζωχτό	adv	συνολικά και με τρόπο μαζωμένο
μαζωχτέ	adj	κλητική ενικού του μαζωχτός
μαζωχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζωχτή
μαζωχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαζωχτός
μαζωχτής	adj	γενική ενικού του μαζωχτή
μαζωχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαζωχτός
μαζωχτού	adj	γενική ενικού του μαζωχτός
μαζωχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαζωχτός
μαζωχτό	adj	αιτιατική ενικού του μαζωχτός
μαζωχτός	noun	είδος ελληνικού παραδοσιακού χορού (Ναυπάκτου)	adj	μαζωμένος ή μαζεμένος, συνεσταλμένος, ζαρωμένος σε μια γωνιά, επιφυλακτικός
μαζωχτών	adj	γενική πληθυντικού του μαζωχτός
μαζόχα	noun	ο μαζοχιστής και η μαζοχίστρια
μαζόχας	noun	ο μαζοχιστής
μαζόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζόχα
μαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάζωμα
μαζώματος	noun	γενική ενικού του μάζωμα
μαζών	noun	γενική πληθυντικού του μάζα
μαζώνω	verb	μαζεύω
μαζώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάζωξη
μαζώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξεων	noun	γενική πληθυντικού του μάζωξη
μαζώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζώχνω
μαζώχνω	verb	μαζώνω
μαζώχτρα	noun	αυτή που μαζεύει κάτι, που συμμετέχει στο μάζεμα, στη συλλογή ενός πράγματος
μαζώχτρας	noun	γενική ενικού του μαζώχτρα
μαζώχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαζώχτρα
μαθέ	adv|dated	βεβαίως, ως γνωστόν, λοιπόν
μαθές	adv|vulgar	δηλαδή (επεξηγηματικό)
μαθέψου	=	μαθαίνω
μαθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάθημα
μαθήματος	noun	γενική ενικού του μάθημα
μαθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάθηση
μαθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μάθηση
μαθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μάθηση
μαθήτευα	=	μαθητεύω
μαθήτευαν	=	μαθητεύω
μαθήτευε	=	μαθητεύω
μαθήτευες	=	μαθητεύω
μαθήτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθήτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθήτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθήτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθήτεψα	=	μαθητεύω
μαθήτεψαν	=	μαθητεύω
μαθήτεψε	=	μαθητεύω
μαθήτεψες	=	μαθητεύω
μαθήτρια	noun	αυτή που φοιτά σε σχολείο πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
μαθήτριας	noun	γενική ενικού του μαθήτρια
μαθήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθήτρια
μαθαίναμε	=	μαθαίνω
μαθαίναν	=	μαθαίνω
μαθαίνανε	=	μαθαίνω
μαθαίνατε	=	μαθαίνω
μαθαίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μαθαίνω
μαθαίνεις	=	μαθαίνω
μαθαίνεσαι	=	μαθαίνω
μαθαίνεστε	=	μαθαίνω
μαθαίνεται	=	μαθαίνω
μαθαίνετε	=	μαθαίνω
μαθαίνομαι	=	μαθαίνω
μαθαίνομε	=	μαθαίνω
μαθαίνονται	=	μαθαίνω
μαθαίνονταν	=	μαθαίνω
μαθαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαθαίνω
μαθαίνουμε	=	μαθαίνω
μαθαίνουν	=	μαθαίνω
μαθαίνουνε	=	μαθαίνω
μαθαίνω	verb	αποκτώ γνώσεις πάνω σε ένα αντικείμενο
μαθαινόμασταν	=	μαθαίνω
μαθαινόμαστε	=	μαθαίνω
μαθαινόμουν	=	μαθαίνω
μαθαινόμουνα	=	μαθαίνω
μαθαινόντουσαν	=	μαθαίνω
μαθαινόσασταν	=	μαθαίνω
μαθαινόσαστε	=	μαθαίνω
μαθαινόσουν	=	μαθαίνω
μαθαινόσουνα	=	μαθαίνω
μαθαινόταν	=	μαθαίνω
μαθαινότανε	=	μαθαίνω
μαθευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτήκαν	=	μαθαίνω
μαθευτήκανε	=	μαθαίνω
μαθευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευτούνε	=	μαθαίνω
μαθευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθευόμασταν	=	μαθεύομαι
μαθευόμαστε	=	μαθεύομαι
μαθευόμουν	=	μαθεύομαι
μαθευόμουνα	=	μαθεύομαι
μαθευόντουσαν	=	μαθεύομαι
μαθευόσασταν	=	μαθεύομαι
μαθευόσαστε	=	μαθεύομαι
μαθευόσουν	=	μαθεύομαι
μαθευόσουνα	=	μαθεύομαι
μαθευόταν	=	μαθεύομαι
μαθευότανε	=	μαθεύομαι
μαθεύεσαι	=	μαθεύομαι
μαθεύεστε	=	μαθεύομαι
μαθεύεται	=	μαθεύομαι
μαθεύομαι	verb	γίνεται γνωστό
μαθεύονται	=	μαθεύομαι
μαθεύονταν	=	μαθεύομαι
μαθεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθεύομαι
μαθημάτων	noun	μάθημα, στη γενική του πληθυντικού
μαθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθημένο
μαθημένε	verb	κλητική ενικού του μαθημένος
μαθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθημένη
μαθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαθημένος
μαθημένης	verb	γενική ενικού του μαθημένη
μαθημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαθημένος
μαθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαθημένος
μαθημένος	verb	αυτός που έχει εξοικειωθεί με κάτι, έχει συνηθίσει
μαθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαθημένος
μαθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαθημένος
μαθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαθημένος
μαθηματάρια	=	μαθηματάριο
μαθηματάριο	noun	βιβλίο μουσικής διδασκαλίας ειδικά για την παραχορδή και τον αναγραμματισμό της βυζαντινής μουσικής
μαθηματάριου	=	μαθηματάριο
μαθηματαρίου	=	μαθηματάριο
μαθηματαρίων	=	μαθηματάριο
μαθηματικά	noun	η επιστήμη των αριθμών, των μεγεθών και των σχέσεών τους	adv	από μαθηματική άποψη
μαθηματικέ	adj	κλητική ενικού του μαθηματικός
μαθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθηματική
μαθηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαθηματικός
μαθηματικής	adj	γενική ενικού του μαθηματική
μαθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαθηματικός
μαθηματικοποίει	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποίησα	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποίησαν	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποίησε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποίησες	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποίηση	noun	η περιγραφή ή παρουσίαση των πραγμάτων ή του κόσμου με μαθηματικές εξισώσεις ή όρους
μαθηματικοποίησης	=	μαθηματικοποίηση
μαθηματικοποιήσαμε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιήσαν	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιήσανε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιήσατε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιήσει	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιήσεις	=	μαθηματικοποίηση
μαθηματικοποιήσεων	=	μαθηματικοποίηση
μαθηματικοποιήστε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιεί	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιείς	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιείτε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούμε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούν	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούνε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσα	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσαμε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσαν	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσανε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσατε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσε	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιούσες	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικοποιώ	verb	περιγράφω ή παρουσιάζω τα πράγματα ή τον κόσμο με μαθηματικές εξισώσεις ή όρους
μαθηματικοποιώντας	=	μαθηματικοποιώ
μαθηματικού	adj	γενική ενικού του μαθηματικός
μαθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαθηματικός
μαθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του μαθηματικός
μαθηματικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην επιστήμη των μαθηματικών	noun	ο/η επιστήμονας που ασχολείται με τα μαθηματικά
μαθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του μαθηματικός
μαθησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθησιακό
μαθησιακέ	adj	κλητική ενικού του μαθησιακός
μαθησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθησιακή
μαθησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαθησιακός
μαθησιακής	adj	γενική ενικού του μαθησιακή
μαθησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαθησιακός
μαθησιακού	adj	γενική ενικού του μαθησιακός
μαθησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαθησιακός
μαθησιακό	adj	αιτιατική ενικού του μαθησιακός
μαθησιακός	adj	σχετικός με τη μάθηση
μαθησιακών	adj	γενική πληθυντικού του μαθησιακός
μαθητάδες	=	μαθητής
μαθητάδων	=	μαθητής
μαθητάκο	=	μαθητάκος
μαθητάκοι	=	μαθητάκος
μαθητάκος	noun	υποκοριστικό του μαθητής
μαθητάκου	=	μαθητάκος
μαθητάκους	=	μαθητάκος
μαθητάκων	=	μαθητάκος
μαθητάρα	noun	πολύ καλός μαθητής
μαθητάρας	noun	γενική ενικού του μαθητάρα
μαθητάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητάρα
μαθητάρια	=	μαθητάριο
μαθητάριο	noun	υποκοριστικό του μαθητής, το μαθητούδι
μαθητάριον	noun	το μαθητάριο
μαθητάριου	=	μαθητάριο
μαθητάριων	=	μαθητάριο
μαθητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητής
μαθητέψαμε	=	μαθητεύω
μαθητέψαν	=	μαθητεύω
μαθητέψανε	=	μαθητεύω
μαθητέψατε	=	μαθητεύω
μαθητέψει	=	μαθητεύω
μαθητέψτε	=	μαθητεύω
μαθητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαθητής
μαθητής	noun	αυτός που παρακολουθεί τα μαθήματα ενός δασκάλου, που διδάσκεται από αυτόν
μαθηταρίου	=	μαθητάριο
μαθηταρίων	=	μαθητάριο
μαθηταρούδι	noun	υποκοριστικό του μαθητάριο, το μαθητούδι
μαθηταρούδια	=	μαθηταρούδι
μαθητεία	noun	το να μαθητεύει κανείς, η εκμάθηση μιας τέχνης, ενός επαγγέλματος
μαθητείας	noun	γενική ενικού του μαθητεία
μαθητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητεία
μαθητειών	noun	γενική πληθυντικού του μαθητεία
μαθητευομένου	=	μαθητευόμενος
μαθητευομένους	=	μαθητευόμενος
μαθητευομένων	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενα	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενε	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενες	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενη	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενης	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενο	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαθητευόμενος
μαθητευόμενος	verb	που μαθαίνει μια τέχνη εργαζόμενος κοντά σε έναν έμπειρο τεχνίτη
μαθητευόμενου	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενους	=	μαθητευόμενος
μαθητευόμενων	=	μαθητευόμενος
μαθητεύαμε	=	μαθητεύω
μαθητεύαν	=	μαθητεύω
μαθητεύανε	=	μαθητεύω
μαθητεύατε	=	μαθητεύω
μαθητεύει	=	μαθητεύω
μαθητεύεις	=	μαθητεύω
μαθητεύετε	=	μαθητεύω
μαθητεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύουμε	=	μαθητεύω
μαθητεύουν	=	μαθητεύω
μαθητεύουνε	=	μαθητεύω
μαθητεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσαν	=	μαθητεύω
μαθητεύσανε	=	μαθητεύω
μαθητεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαθητεύω
μαθητεύω	verb	παρακολουθώ μαθήματα, κυρίως τεχνικά και πρακτικά, σχετικά με κάποιο θέμα, μαθαίνω τέχνη ή επάγγελμα κοντά σε κάποιον
μαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητικό
μαθητικέ	adj	κλητική ενικού του μαθητικός
μαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητική
μαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαθητικός
μαθητικής	adj	γενική ενικού του μαθητική
μαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαθητικός
μαθητικού	adj	γενική ενικού του μαθητικός
μαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαθητικός
μαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του μαθητικός
μαθητικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει σε μαθητή ή προορίζεται γι αυτόν ή ταιριάζει σ' αυτόν
μαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του μαθητικός
μαθητιώ	verb|dated	εφετικό ρήμα για τη μάθηση, επιθυμώ να γίνω μαθητής
μαθητιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαθητιώ
μαθητοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητοκεντρικό
μαθητοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του μαθητοκεντρικός
μαθητοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητοκεντρική
μαθητοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαθητοκεντρικός
μαθητοκεντρικής	adj	γενική ενικού του μαθητοκεντρική
μαθητοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαθητοκεντρικός
μαθητοκεντρικού	adj	γενική ενικού του μαθητοκεντρικός
μαθητοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαθητοκεντρικός
μαθητοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του μαθητοκεντρικός
μαθητοκεντρικός	adj	που έχει στο κέντρο (του ενδιαφέροντός του) τον μαθητή ή που ο μαθητής έχει κεντρικό ρόλο στη μαθησιακή διαδικασία κι όχι ο δάσκαλος
μαθητοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του μαθητοκεντρικός
μαθητολογίου	noun	γενική ενικού του μαθητολόγιο
μαθητολογίων	noun	γενική πληθυντικού του μαθητολόγιο
μαθητολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητολόγιο
μαθητολόγιο	noun	το βιβλίο ή η ηλεκτρονική βάση δεδομένων όπου καταγράφονται τα στοιχεία των μαθητών ενός σχολείου
μαθητολόγιου	=	μαθητολόγιο
μαθητολόγιων	=	μαθητολόγιο
μαθητού	=	μαθητής
μαθητούδι	noun	ο μαθητής μικρής ηλικίας
μαθητούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητούδι
μαθητριούλα	noun	μικρή μαθήτρια
μαθητριούλας	noun	γενική ενικού του μαθητριούλα
μαθητριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαθητριούλα
μαθητριών	noun	γενική πληθυντικού του μαθήτρια
μαθητόκοσμε	=	μαθητόκοσμος
μαθητόκοσμο	=	μαθητόκοσμος
μαθητόκοσμοι	=	μαθητόκοσμος
μαθητόκοσμος	noun	το σύνολο των μαθητών
μαθητόκοσμου	=	μαθητόκοσμος
μαθητόκοσμους	=	μαθητόκοσμος
μαθητόκοσμων	=	μαθητόκοσμος
μαθητών	noun	γενική πληθυντικού του μαθητής
μαθουσάλα	=	μαθουσάλας
μαθουσάλας	noun	υπεραιωνόβιος άνθρωπος
μαθουσάλεια	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειας	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειε	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειες	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειο	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειοι	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειος	adj	τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο ο Μαθουσάλας, υπέργηρος
μαθουσάλειου	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειους	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλειων	=	μαθουσάλειος
μαθουσάλες	=	μαθουσάλας
μαθός	noun	αυτός που έμαθε
μαιάνδρια	=	μαιάνδριος
μαιάνδριας	=	μαιάνδριος
μαιάνδριε	=	μαιάνδριος
μαιάνδριες	=	μαιάνδριος
μαιάνδριο	=	μαιάνδριος
μαιάνδριοι	=	μαιάνδριος
μαιάνδριος	adj	που έχει σχέση με μαίανδρο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή έχει παρόμοιο σχήμα
μαιάνδριου	=	μαιάνδριος
μαιάνδριους	=	μαιάνδριος
μαιάνδριων	=	μαιάνδριος
μαιάνδρου	=	μαίανδρος
μαιάνδρους	=	μαίανδρος
μαιάνδρων	=	μαίανδρος
μαιανδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαιανδρικό	adv	όπως ο μαίανδρος, αλλάζοντας συνεχώς πορεία
μαιανδρικέ	adj	κλητική ενικού του μαιανδρικός
μαιανδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαιανδρική
μαιανδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαιανδρικός
μαιανδρικής	adj	γενική ενικού του μαιανδρική
μαιανδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαιανδρικός
μαιανδρικού	adj	γενική ενικού του μαιανδρικός
μαιανδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαιανδρικός
μαιανδρικό	adj	αιτιατική ενικού του μαιανδρικός
μαιανδρικός	adj	που έχει σχήμα μαιάνδρου, που ελίσσεται και αλλάζει συνεχώς πορεία
μαιανδρικών	adj	γενική πληθυντικού του μαιανδρικός
μαιευτήρα	=	μαιευτήρας
μαιευτήρας	noun	γιατρός γυναικολόγος με ειδικότητα την προετοιμασία και την επίβλεψη του τοκετού
μαιευτήρες	=	μαιευτήρας
μαιευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαιευτήριο
μαιευτήριο	noun	νοσοκομείο ή κλινική για τοκετούς
μαιευτήριου	=	μαιευτήριο
μαιευτήρων	=	μαιευτήρας
μαιευτηρίου	noun	γενική ενικού του μαιευτήριο
μαιευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του μαιευτήριο
μαιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαιευτικό
μαιευτικέ	adj	κλητική ενικού του μαιευτικός
μαιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαιευτική
μαιευτική	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με την παρακολούθηση και παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε εγκυμονούσες γυναίκες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του τοκετού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαιευτικός
μαιευτικής	adj	γενική ενικού του μαιευτική
μαιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαιευτικός
μαιευτικού	adj	γενική ενικού του μαιευτικός
μαιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαιευτικός
μαιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαιευτικός
μαιευτικός	adj	τρόπος συζήτησης που αποδίδεται στο Σωκράτη.
μαιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαιευτικός
μαιευτικώς	adv	χρησιμοποιώντας τη σωκρατική μέθοδο της μαιευτικής σε μια συζήτηση
μαιεύσεις	=	μαίευση
μαιεύσεων	=	μαίευση
μαιζονέτα	noun	μη απλοποιημένη γραφή του μεζονέτα
μαιζονέτας	noun	γενική ενικού του μαιζονέτα
μαιζονέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαιζονέτα
μαιζονετών	noun	γενική πληθυντικού του μαιζονέτα
μαικήνα	=	μαικήνας
μαικήνας	noun	φιλότεχνος προστάτης των τεχνών, ο οποίος χρηματοδοτεί καλλιτέχνες
μαικήνες	=	μαικήνας
μαικήνων	=	μαικήνας
μαικηνισμέ	=	μαικηνισμός
μαικηνισμοί	=	μαικηνισμός
μαικηνισμού	=	μαικηνισμός
μαικηνισμούς	=	μαικηνισμός
μαικηνισμό	=	μαικηνισμός
μαικηνισμός	noun	η τάση πλούσιων ατόμων να κάνουν εντυπωσιακές δωρεές σε πολιτιστικά ιδρύματα ή ατομικά σε καλλιτέχνες και γενικά να απολαμβάνουν τη δόξα του προστάτη των τεχνών
μαικηνισμών	=	μαικηνισμός
μαινάδα	noun	γυναίκες συνοδοί του θεού των αρχαίων Ελλήνων Διόνυσου οι οποίες περιφέρονταν σε έξαλλη κατάσταση
μαινάδας	=	μαινάδα
μαινάδες	=	μαινάδα
μαινάδων	=	μαινάδα
μαινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαινόμενο
μαινόμενε	verb	κλητική ενικού του μαινόμενος
μαινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαινόμενη
μαινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαινόμενος
μαινόμενης	verb	γενική ενικού του μαινόμενη
μαινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του μαινόμενος
μαινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαινόμενος
μαινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος μαίνομαι
μαινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαινόμενος
μαινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαινόμενος
μαινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαινόμενος
μαινόμουν	=	μαίνομαι
μαινών	noun	γενική πληθυντικού του μάινα
μαιονίδης	adj	επίθετο με το οποίο χαρακτηριζόταν ο ποιητής Όμηρος, θεωρώντας ότι ο Μαίονας ήταν ο πατέρας του
μαιτρ	noun	άλλη γραφή του μετρ (μη απλοποιημένη)
μαιτρέσσα	noun	μη απλοποιημένη γραφή του μετρέσα
μαιτρέσσας	=	μαιτρέσσα
μαιτρέσσες	=	μαιτρέσσα
μαιών	noun	γενική πληθυντικού του μαία
μακάβρια	=	μακάβριος
μακάβριας	=	μακάβριος
μακάβριε	=	μακάβριος
μακάβριες	=	μακάβριος
μακάβριο	=	μακάβριος
μακάβριοι	=	μακάβριος
μακάβριος	adj	ανατριχιαστικός, σχετικός με το θάνατο, την ταφή, φρικαλέος
μακάβριου	=	μακάβριος
μακάβριους	=	μακάβριος
μακάβριων	=	μακάβριος
μακάζι	noun	οριζόντια δοκός της στέγης
μακάζια	=	μακάζι
μακάκα	=	μακάκας
μακάκας	noun	(υβριστικό) υπαινικτική ανακατεμένη μορφή της λέξης μαλάκας, στον ανεπίσημο λόγο
μακάκε	=	μακάκος
μακάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακάκας
μακάκο	=	μακάκος
μακάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακάκος
μακάκος	noun	πίθηκος της οικογένειας των κερκοπιθηκιδών
μακάκου	=	μακάκος
μακάκους	=	μακάκος
μακάκων	=	μακάκος
μακάρι	intj	επιφώνημα που εκφράζει ευχή
μακάρια	adv	με απόλυτη ευτυχία, σε απόλυτη ευφορία
μακάριας	=	μακάριος
μακάριε	=	μακάριος
μακάριες	=	μακάριος
μακάριζα	=	μακαρίζω
μακάριζαν	=	μακαρίζω
μακάριζε	=	μακαρίζω
μακάριζες	=	μακαρίζω
μακάριο	=	μακάριος
μακάριοι	=	μακάριος
μακάριος	adj	ο ευτυχισμένος, που δεν έχει βάσανα και έγνοιες
μακάριου	=	μακάριος
μακάριους	=	μακάριος
μακάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακάριων	=	μακάριος
μακάρτι	noun|dated	ξινόγαλο, γιαούρτι
μακάρτια	=	μακάρτι
μακάτι	noun	στρωσίδι
μακάτια	=	μακάτι
μακέλεμα	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του μακελεύω, η σφαγή ζώων ή ανθρώπων
μακέλευα	=	μακελεύω
μακέλευαν	=	μακελεύω
μακέλευε	=	μακελεύω
μακέλευες	=	μακελεύω
μακέλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακέλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακέλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακέλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακέτα	noun	αναπαράσταση ενός κτηρίου ή άλλου οικοδομήματος σε μικρογραφία
μακέτας	noun	γενική ενικού του μακέτα
μακέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακέτα
μακί	noun	η θαμνώδης βλάστηση αείφυλλων ειδών, ο ρεικότοπος, η άγρια θαμνώδης περιοχή
μακαζιού	=	μακάζι
μακαζιών	=	μακάζι
μακαντάση	=	μακαντάσης
μακαντάσηδες	=	μακαντάσης
μακαντάσηδων	=	μακαντάσης
μακαντάσης	noun	στενός φίλος ή σύντροφος, φιλαράκι, καρντάσης
μακαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μακαράς
μακαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαράς
μακαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μακαράς
μακαράς	noun	η τροχαλία
μακαρίζαμε	=	μακαρίζω
μακαρίζαν	=	μακαρίζω
μακαρίζανε	=	μακαρίζω
μακαρίζατε	=	μακαρίζω
μακαρίζει	=	μακαρίζω
μακαρίζεις	=	μακαρίζω
μακαρίζεσαι	=	μακαρίζω
μακαρίζεστε	=	μακαρίζω
μακαρίζεται	=	μακαρίζω
μακαρίζετε	=	μακαρίζω
μακαρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μακαρίζω
μακαρίζονται	=	μακαρίζω
μακαρίζονταν	=	μακαρίζω
μακαρίζοντας	=	μακαρίζω
μακαρίζου	=	μακαρίζομαι
μακαρίζουμε	=	μακαρίζω
μακαρίζουν	=	μακαρίζω
μακαρίζουνε	=	μακαρίζω
μακαρίζω	verb	καλοτυχίζω, θεωρώ κάποιον μακάριο, καλότυχο
μακαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίσαν	=	μακαρίζω
μακαρίσανε	=	μακαρίζω
μακαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίσου	=	μακαρίζω
μακαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίστηκα	=	μακαρίζω
μακαρίστηκαν	=	μακαρίζω
μακαρίστηκε	=	μακαρίζω
μακαρίστηκες	=	μακαρίζω
μακαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακαρίζω
μακαρίτες	=	μακαρίτης
μακαρίτη	=	μακαρίτης
μακαρίτηδες	=	μακαρίτης
μακαρίτηδων	=	μακαρίτης
μακαρίτης	noun	ο πεθαμένος· χαρακτηρισμός, αναφορά σε άνθρωπο που έχει αποβιώσει (λέγεται συνήθως με συμπάθεια ή ευχετικά)
μακαρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρίτικο
μακαρίτικε	adj	κλητική ενικού του μακαρίτικος
μακαρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρίτικη
μακαρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακαρίτικος
μακαρίτικης	adj	γενική ενικού του μακαρίτικη
μακαρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μακαρίτικος
μακαρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαρίτικος
μακαρίτικος	adj	σχετικός με κάποιον που πέθανε
μακαρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακαρίτικος
μακαρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακαρίτικος
μακαρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακαρίτικος
μακαρίτισσα	noun	θηλυκό του μακαρίτης
μακαρίτισσας	noun	γενική ενικού του μακαρίτισσα
μακαρίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρίτισσα
μακαρίως	adv|formal	μακάρια
μακαρθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαρθικός
μακαρθισμέ	noun	κλητική ενικού του μακαρθισμός
μακαρθισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαρθισμός
μακαρθισμού	noun	γενική ενικού του μακαρθισμός
μακαρθισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μακαρθισμός
μακαρθισμό	noun	αιτιατική ενικού του μακαρθισμός
μακαρθισμός	noun	ο έντονος αντικομουνισμός που επικρατούσε στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 (με πρωταγωνιστή τον Αμερικανό Γερουσιαστή Τζόσεφ Μακάρθυ), και οι πρακτικές καταστολής, διώξεων κλπ. ατόμων που είτε υποθετικά είτε πραγματικά είχαν κάποια σχέση με τον κομουνισμό
μακαρθισμών	noun	γενική πληθυντικού του μακαρθισμός
μακαριά	noun	το φαγητό που σύμφωνα με το έθιμο προσφέρεται μετά την κηδεία από τους συγγενείς του μακαρίτη
μακαριάς	noun	γενική ενικού του μακαριά
μακαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαριά
μακαριακά	=	μακαριακός
μακαριακέ	=	μακαριακός
μακαριακές	=	μακαριακός
μακαριακή	=	μακαριακός
μακαριακής	=	μακαριακός
μακαριακοί	=	μακαριακός
μακαριακού	=	μακαριακός
μακαριακούς	=	μακαριακός
μακαριακό	=	μακαριακός
μακαριακός	adj	που υποστηρίζει τον Μακάριο (1913-1977), αρχιεπίσκοπο της Κύπρου και πρώτο πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, σχετίζεται μαζί του ή αναφέρεται σε αυτόν
μακαριακών	=	μακαριακός
μακαριζόμασταν	=	μακαρίζω
μακαριζόμαστε	=	μακαρίζω
μακαριζόμουν	=	μακαρίζω
μακαριζόμουνα	=	μακαρίζω
μακαριζόντουσαν	=	μακαρίζω
μακαριζόσασταν	=	μακαρίζω
μακαριζόσαστε	=	μακαρίζω
μακαριζόσουν	=	μακαρίζω
μακαριζόσουνα	=	μακαρίζω
μακαριζόταν	=	μακαρίζω
μακαριζότανε	=	μακαρίζω
μακαριοτήτων	=	μακαριότητα
μακαρισμέ	noun	κλητική ενικού του μακαρισμός
μακαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρισμένο
μακαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μακαρισμένος
μακαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρισμένη
μακαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακαρισμένος
μακαρισμένης	verb	γενική ενικού του μακαρισμένη
μακαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μακαρισμένος
μακαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαρισμένος
μακαρισμένος	=	μακαρίζω
μακαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακαρισμένος
μακαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μακαρισμένος
μακαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακαρισμένος
μακαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαρισμός
μακαρισμού	noun	γενική ενικού του μακαρισμός
μακαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μακαρισμός
μακαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μακαρισμός
μακαρισμός	noun	φράση της «Επί του όρους Ομιλίας» του Ιησού που αρχίζει με την έκφραση «μακάριοι οι ...»
μακαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μακαρισμός
μακαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαριστό
μακαριστέ	adj	κλητική ενικού του μακαριστός
μακαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαριστή
μακαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακαριστός
μακαριστήκαμε	=	μακαρίζω
μακαριστήκαν	=	μακαρίζω
μακαριστήκανε	=	μακαρίζω
μακαριστήκατε	=	μακαρίζω
μακαριστής	adj	γενική ενικού του μακαριστή
μακαριστεί	=	μακαρίζω
μακαριστείτε	=	μακαρίζω
μακαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαριστός
μακαριστού	adj	γενική ενικού του μακαριστός
μακαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακαριστός
μακαριστό	adj	αιτιατική ενικού του μακαριστός
μακαριστός	adj	που μακαρίζεται· χρησιμοποιείται για αποβιώσαντες κληρικούς
μακαριστών	adj	γενική πληθυντικού του μακαριστός
μακαριτών	=	μακαρίτης
μακαριότητα	noun	η ευτυχία
μακαριότητας	noun	γενική ενικού του μακαριότητα
μακαριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαριότητα
μακαριών	=	μακαριά
μακαρονά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μακαρονάς
μακαρονάδα	noun	φαγητό με μακαρόνια
μακαρονάδας	noun	γενική ενικού του μακαρονάδα
μακαρονάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρονάς
μακαρονάδων	noun	γενική πληθυντικού του μακαρονάς
μακαρονάκι	noun	υποκοριστικό του μακαρόνι
μακαρονάκια	=	μακαρονάκι
μακαρονάς	noun	αυτός που τρώει πολλά μακαρόνια
μακαρονίζω	verb	χρησιμοποιώ μακαρονισμούς
μακαρονικά	=	μακαρονικός
μακαρονικέ	=	μακαρονικός
μακαρονικές	=	μακαρονικός
μακαρονική	=	μακαρονικός
μακαρονικής	=	μακαρονικός
μακαρονικοί	=	μακαρονικός
μακαρονικού	=	μακαρονικός
μακαρονικούς	=	μακαρονικός
μακαρονικό	=	μακαρονικός
μακαρονικός	adj	που καταλαμβάνεται από ξένους όρους, ιδιωματισμούς και αρχαιοπρεπείς λέξεις
μακαρονικών	=	μακαρονικός
μακαρονιού	=	μακαρόνι
μακαρονισμέ	noun	κλητική ενικού του μακαρονισμός
μακαρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακαρονισμός
μακαρονισμού	noun	γενική ενικού του μακαρονισμός
μακαρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μακαρονισμός
μακαρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του μακαρονισμός
μακαρονισμός	noun	η χρήση αναμίκτων και εξεζητημένων, ιδιωματικών ή ξένων γλωσσικών τύπων με σκοπό τη σάτιρα ή τη δημιουργία λόγιου ύφους
μακαρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του μακαρονισμός
μακαρονιστές	=	μακαρονιστής
μακαρονιστή	=	μακαρονιστής
μακαρονιστής	noun	αυτός που ξεστομίζει μακαρονισμούς
μακαρονιστών	=	μακαρονιστής
μακαρονιών	=	μακαρόνι
μακαρονοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστά μακαρόνια
μακαρονοσαλάτας	noun	γενική ενικού του μακαρονοσαλάτα
μακαρονοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακαρονοσαλάτα
μακαρονοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του μακαρονοσαλάτα
μακαρονοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πολύ συχνά ή μόνο μακαρόνι
μακαρονοφαγίας	=	μακαρονοφαγία
μακαρονοφαγίες	=	μακαρονοφαγία
μακαρονοφαγιών	=	μακαρονοφαγία
μακαρονού	noun	κάποια που της αρέσουν πολύ τα μακαρόνια
μακαρονούδες	=	μακαρονού
μακαρονούδων	=	μακαρονού
μακαρονούς	=	μακαρονού
μακαρτιού	=	μακάρτι
μακαρτιών	=	μακάρτι
μακαρόν	noun	γαλλικό στρόγγυλο γλυκό που περιέχει κυρίως αμύγδαλα και ζάχαρη
μακαρόνι	noun	είδος ζυμαρικού σε μορφή λεπτής σωληνωτής ράβδου
μακαρόνια	noun	φαγητό με μακαρόνια, ίσως συνοδευμένα από κάτι άλλο που δηλώνεται ως προσδιοριστικό ή μαγειρεμένα με ιδιαίτερο τρόπο
μακατιού	=	μακάτι
μακατιών	=	μακάτι
μακεδονήσι	noun	είδος μαϊντανού
μακεδονήσια	=	μακεδονήσι
μακεδονίτης	=	μακεδόνας
μακεδονίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακεδονίτικο
μακεδονίτικε	adj	κλητική ενικού του μακεδονίτικος
μακεδονίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακεδονίτικη
μακεδονίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακεδονίτικος
μακεδονίτικης	adj	γενική ενικού του μακεδονίτικη
μακεδονίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μακεδονίτικος
μακεδονίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακεδονίτικος
μακεδονίτικος	adj	άλλη μορφή του μακεδονικός
μακεδονίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακεδονίτικος
μακεδονίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακεδονίτικος
μακεδονίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακεδονίτικος
μακεδονησιού	=	μακεδονήσι
μακεδονησιών	=	μακεδονήσι
μακεδονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακεδονικό
μακεδονικέ	adj	κλητική ενικού του μακεδονικός
μακεδονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακεδονική
μακεδονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακεδονικός
μακεδονικής	adj	γενική ενικού του μακεδονική
μακεδονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακεδονικός
μακεδονικού	adj	γενική ενικού του μακεδονικός
μακεδονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακεδονικός
μακεδονικό	adj	αιτιατική ενικού του μακεδονικός
μακεδονικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη ή προέρχεται από τη Μακεδονία
μακεδονικών	adj	γενική πληθυντικού του μακεδονικός
μακεδονομάχε	=	μακεδονομάχος
μακεδονομάχο	=	μακεδονομάχος
μακεδονομάχοι	=	μακεδονομάχος
μακεδονομάχος	noun	άνθρωπος που έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα
μακεδονομάχου	=	μακεδονομάχος
μακεδονομάχους	=	μακεδονομάχος
μακεδονομάχων	=	μακεδονομάχος
μακεδορουμανικά	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικέ	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικές	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανική	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικής	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικοί	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικού	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικούς	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικό	=	μακεδορουμανικός
μακεδορουμανικός	adj	ο σχετικός με τους Μακεδορουμάνους, που ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς
μακεδορουμανικών	=	μακεδορουμανικός
μακεδόνα	=	μακεδόνας
μακεδόνας	noun	ο Μακεδόνας
μακεδόνες	=	μακεδόνας
μακεδόνικος	=	μακεδονικός
μακεδόνισσα	=	μακεδόνας
μακεδόνων	=	μακεδόνας
μακελάρη	noun	μακελάρης, στη γενική του ενικού
μακελάρηδες	noun	μακελάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
μακελάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μακελάρης
μακελάρης	noun	ο χασάπης
μακελάρισσα	noun	η χασάπισσα
μακελάρισσας	noun	γενική ενικού του μακελάρισσα
μακελάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακελάρισσα
μακελέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακέλεμα
μακελέματος	noun	γενική ενικού του μακέλεμα
μακελέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψαν	=	μακελεύω
μακελέψανε	=	μακελεύω
μακελέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψου	=	μακελεύω
μακελέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακελεύω
μακελαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του μακελάρισσα
μακελειά	=	μακελειό
μακελειού	=	μακελειό
μακελειό	noun	η σφαγή, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
μακελειών	=	μακελειό
μακελεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μακέλεμα
μακελεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακελεμένο
μακελεμένε	verb	κλητική ενικού του μακελεμένος
μακελεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακελεμένη
μακελεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακελεμένος
μακελεμένης	verb	γενική ενικού του μακελεμένη
μακελεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μακελεμένος
μακελεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακελεμένος
μακελεμένος	=	μακελεύω
μακελεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακελεμένος
μακελεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μακελεμένος
μακελεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακελεμένος
μακελευτήκαμε	=	μακελεύω
μακελευτήκαν	=	μακελεύω
μακελευτήκανε	=	μακελεύω
μακελευτήκατε	=	μακελεύω
μακελευτεί	=	μακελεύω
μακελευτείτε	=	μακελεύω
μακελευόμασταν	=	μακελεύω
μακελευόμαστε	=	μακελεύω
μακελευόμουν	=	μακελεύω
μακελευόμουνα	=	μακελεύω
μακελευόντουσαν	=	μακελεύω
μακελευόσασταν	=	μακελεύω
μακελευόσαστε	=	μακελεύω
μακελευόσουν	=	μακελεύω
μακελευόσουνα	=	μακελεύω
μακελευόταν	=	μακελεύω
μακελευότανε	=	μακελεύω
μακελεύαμε	=	μακελεύω
μακελεύαν	=	μακελεύω
μακελεύανε	=	μακελεύω
μακελεύατε	=	μακελεύω
μακελεύει	=	μακελεύω
μακελεύεις	=	μακελεύω
μακελεύεσαι	=	μακελεύω
μακελεύεστε	=	μακελεύω
μακελεύεται	=	μακελεύω
μακελεύετε	=	μακελεύω
μακελεύομαι	=	μακελεύω
μακελεύονται	=	μακελεύω
μακελεύονταν	=	μακελεύω
μακελεύοντας	=	μακελεύω
μακελεύου	=	μακελεύω
μακελεύουμε	=	μακελεύω
μακελεύουν	=	μακελεύω
μακελεύουνε	=	μακελεύω
μακελεύτηκα	=	μακελεύω
μακελεύτηκαν	=	μακελεύω
μακελεύτηκε	=	μακελεύω
μακελεύτηκες	=	μακελεύω
μακελεύω	verb	σφάζω, σκοτώνω ή τραυματίζω βαριά κάποιον με αιματηρό τρόπο, συνήθως με αιχμηρό όργανο όπως το μαχαίρι
μακελλάρης	=	μακελάρης
μακετίστα	=	μακετίστας
μακετίστας	noun	αυτός που κατασκευάζει μακέτες
μακετίστες	=	μακετίστας
μακετιστών	=	μακετίστας
μακετών	noun	γενική πληθυντικού του μακέτα
μακιάτο	noun	είδος καφέ espresso, που παρασκευάζεται από μια δόση εσπρέσο και λίγο αφρόγαλα
μακιαβελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακιαβελικό	adv	κατά τρόπο μακιαβελικό
μακιαβελικέ	adj	κλητική ενικού του μακιαβελικός
μακιαβελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακιαβελική
μακιαβελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακιαβελικός
μακιαβελικής	adj	γενική ενικού του μακιαβελική
μακιαβελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακιαβελικός
μακιαβελικού	adj	γενική ενικού του μακιαβελικός
μακιαβελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακιαβελικός
μακιαβελικό	adj	αιτιατική ενικού του μακιαβελικός
μακιαβελικός	adj	που έχει σχέση με το έργο του Νικολό Μακιαβέλι ή αναφέρεται σ’ αυτό
μακιαβελικών	adj	γενική πληθυντικού του μακιαβελικός
μακιαβελισμέ	adj	μακιαβελισμός, στην κλητική του ενικού
μακιαβελισμοί	noun	μακιαβελισμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
μακιαβελισμού	adj	γενική ενικού του μακιαβελισμός
μακιαβελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μακιαβελισμός
μακιαβελισμό	adj	μακιαβελισμός, στην αιτιατική του ενικού
μακιαβελισμός	noun	η πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή ηγεμόνας άλλοτε μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό η μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του
μακιαβελισμών	noun	μακιαβελισμός, στη γενική του πληθυντικού
μακιγιάζ	noun	η εφαρμογή διαφόρων υλικών καλλωπισμού στο πρόσωπο
μακιγιάρισμα	noun	η ενέργεια του μακιγιάρω
μακιγιάρομαι	verb	μακιγιάρω τον εαυτό μου
μακιγιάρω	verb	κάνω σε κάποιον μακιγιάζ, τον βάφω στο πρόσωπο, τονίζω με χρώμα τα μάγουλα και τα μάτια
μακιγιέζ	noun	θηλυκό του μακιγιέρ
μακιγιέρ	noun	ο ειδικός στο μακιγιάζ
μακιγιαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακιγιάρισμα
μακιγιαρίσματος	noun	γενική ενικού του μακιγιάρισμα
μακιγιαρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μακιγιάρισμα
μακιγιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακιγιαρισμένο
μακιγιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μακιγιαρισμένος
μακιγιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακιγιαρισμένη
μακιγιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακιγιαρισμένος
μακιγιαρισμένης	verb	γενική ενικού του μακιγιαρισμένη
μακιγιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μακιγιαρισμένος
μακιγιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακιγιαρισμένος
μακιγιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακιγιαρισμένος
μακιγιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μακιγιαρισμένος
μακιγιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακιγιαρισμένος
μακιγιαριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακιγιαριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακιγιάρομαι
μακινίστα	=	μακινίστας
μακινίστας	noun	τεχνίτης θεατρικών ή κινηματογραφικών οργάνων όπως η μετακίνηση τηλεοπτικής συσκευής (κάμερας) κατά τη διάρκεια λήψης (ανά χείρας ή με τη συμβολή εργαλείων) ή τοποθέτηση προβολέων για καλό φωτισμό
μακινίστες	=	μακινίστας
μακινιστών	=	μακινίστας
μακινών	=	μάκινα
μακκαρθισμός	=	μακαρθισμός
μακλουμπών	=	μακλούμπα
μακλούμπα	noun	παραδοσιακό αραβικό φαγητό κατσαρόλας με ρύζι, κρέας (ή κοτόπουλο) και τηγανητά λαχανικά, το οποίο σερβίρεται αναποδογυρισμένο, ώστε τα υλικά να σχηματίζουν εντυπωσιακή στρωματογραφία
μακλούμπας	=	μακλούμπα
μακλούμπες	=	μακλούμπα
μακρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρός
μακράν	adv|archaic	μακριά από, πολύ, για να δηλωθεί η μεγάλη διαφορά που χωρίζει κάτι από τα υπόλοιπα με τα οποία συγκρίνεται
μακράς	adj	γενική ενικού του μακρά
μακρέ	adj	κλητική ενικού του μακρός
μακρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάκρεμα
μακρέματος	noun	γενική ενικού του μάκρεμα
μακρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρά
μακραίναμε	=	μακραίνω
μακραίναν	=	μακραίνω
μακραίνανε	=	μακραίνω
μακραίνατε	=	μακραίνω
μακραίνει	=	μακραίνω
μακραίνεις	=	μακραίνω
μακραίνετε	=	μακραίνω
μακραίνομε	=	μακραίνω
μακραίνοντας	=	μακραίνω
μακραίνουμε	=	μακραίνω
μακραίνουν	=	μακραίνω
μακραίνουνε	=	μακραίνω
μακραίνω	verb	τραβάω κάτι σε μάκρος, το παρατραβάω
μακραίων	adj	που διαρκεί πολλούς αιώνες
μακραίωνα	=	μακραίωνος
μακραίωνε	=	μακραίωνος
μακραίωνες	=	μακραίωνος
μακραίωνη	=	μακραίωνος
μακραίωνης	=	μακραίωνος
μακραίωνο	=	μακραίωνος
μακραίωνοι	=	μακραίωνος
μακραίωνος	adj	που διαρκεί πολλούς αιώνες ή γενικά μακρύ χρονικό διάστημα
μακραίωνου	=	μακραίωνος
μακραίωνους	=	μακραίωνος
μακραίωνων	=	μακραίωνος
μακρακισμέ	=	μακρακισμός
μακρακισμοί	=	μακρακισμός
μακρακισμού	=	μακρακισμός
μακρακισμούς	=	μακρακισμός
μακρακισμό	=	μακρακισμός
μακρακισμός	noun	οι διδαχές του Απόστολου Μακράκη, ο οποίος έδρασε το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα και διέδωσε τις απόψεις του για την εκκλησία, κάποιες από τις οποίες οδήγησαν την Ιερά Σύνολο να εκδώσει το 1878 καταδικαστική εγκύκλιο εναντίον του
μακρακισμών	=	μακρακισμός
μακρείς	=	μακρύς
μακρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάκρεμα
μακρηγορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσαν	=	μακρηγορώ
μακρηγορήσανε	=	μακρηγορώ
μακρηγορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορήτρια	noun	αγορήτρια που μακρηγορεί
μακρηγορήτριας	noun	γενική ενικού του μακρηγορήτρια
μακρηγορήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρηγορήτρια
μακρηγορία	noun	η ενέργεια του μακρηγορώ
μακρηγορίας	noun	γενική ενικού του μακρηγορία
μακρηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρηγορία
μακρηγορεί	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγορείς	=	μακρηγορώ
μακρηγορείτε	=	μακρηγορώ
μακρηγορητές	=	μακρηγορητής
μακρηγορητή	=	μακρηγορητής
μακρηγορητής	noun	αγορητής που μακρηγορεί
μακρηγορητριών	noun	γενική πληθυντικού του μακρηγορήτρια
μακρηγορητών	=	μακρηγορητής
μακρηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του μακρηγορία
μακρηγορούμε	=	μακρηγορώ
μακρηγορούν	=	μακρηγορώ
μακρηγορούνε	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσα	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσαμε	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσαν	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσανε	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσατε	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσε	=	μακρηγορώ
μακρηγορούσες	=	μακρηγορώ
μακρηγορώ	verb|formal	μιλώ επί μακρόν για ένα θέμα, λέω (υπερβολικά) πολλά λόγια και δίνω πολλές περιττές πληροφορίες
μακρηγορώντας	=	μακρηγορώ
μακρηγόρει	=	μακρηγορώ
μακρηγόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακρηγόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρηγορώ
μακριά	adj	θηλυκό του μακρύς	adv	σε μεγάλη απόσταση στο χώρο
μακριάθε	adv	έρχεται από μακριά, είναι από μακρινό μέρος
μακριάς	=	μακρύς
μακριέ	adj	κλητική ενικού του μακριός
μακριές	=	μακρύς
μακρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρινό
μακρινάρι	noun	αντικείμενο με μεγάλο μήκος σε σχέση με το πλάτος του
μακρινάρια	=	μακρινάρι
μακρινέ	adj	κλητική ενικού του μακρινός
μακρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρινή
μακρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρινός
μακρινής	adj	γενική ενικού του μακρινή
μακριναριού	=	μακρινάρι
μακριναριών	=	μακρινάρι
μακρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρινός
μακρινού	adj	γενική ενικού του μακρινός
μακρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρινός
μακρινό	adj	αιτιατική ενικού του μακρινός
μακρινός	adj	που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση
μακρινότατα	=	μακρινός
μακρινότατε	=	μακρινός
μακρινότατες	=	μακρινός
μακρινότατη	=	μακρινός
μακρινότατης	=	μακρινός
μακρινότατο	=	μακρινός
μακρινότατοι	=	μακρινός
μακρινότατος	=	μακρινός
μακρινότατου	=	μακρινός
μακρινότατους	=	μακρινός
μακρινότατων	=	μακρινός
μακρινότερα	=	μακρινός
μακρινότερε	=	μακρινός
μακρινότερες	=	μακρινός
μακρινότερη	=	μακρινός
μακρινότερης	=	μακρινός
μακρινότερο	=	μακρινός
μακρινότεροι	=	μακρινός
μακρινότερος	=	μακρινός
μακρινότερου	=	μακρινός
μακρινότερους	=	μακρινός
μακρινότερων	=	μακρινός
μακρινών	adj	γενική πληθυντικού του μακρινός
μακριοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακριός
μακριού	adj	γενική ενικού του μακριός
μακριούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακριός
μακριό	adj	αιτιατική ενικού του μακριός
μακριός	adj	άλλη μορφή του μακρύς
μακριών	adj	γενική πληθυντικού του μακριός
μακροήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροήμερο
μακροήμερε	adj	κλητική ενικού του μακροήμερος
μακροήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροήμερη
μακροήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροήμερος
μακροήμερης	adj	γενική ενικού του μακροήμερη
μακροήμερο	adj	αιτιατική ενικού του μακροήμερος
μακροήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροήμερος
μακροήμερος	adj	μακρόβιος
μακροήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακροήμερος
μακροήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροήμερος
μακροήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακροήμερος
μακροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρός
μακροβένθος	noun	μια από τις υποδιαιρέσεις του ζωοβένθους και συγκεκριμένα εκείνη στην οποία ανήκουν οι ζωικοί υδρόβιοι οργανισμοί με μέγεθος άνω του 1 χιλιοστού ή mm. {Σύμφωνα με άλλη ταξινόμηση στο μακροβένθος μπορούν να ανήκουν και οργανισμοί που το μέγεθός τους είναι άνω του μισού χιλιοστομέτρου, δηλαδή μεγαλύτεροι του 0,5 mm)
μακροβίοτα	=	μακροβίοτος
μακροβίοτε	=	μακροβίοτος
μακροβίοτες	=	μακροβίοτος
μακροβίοτη	=	μακροβίοτος
μακροβίοτης	=	μακροβίοτος
μακροβίοτο	=	μακροβίοτος
μακροβίοτοι	=	μακροβίοτος
μακροβίοτος	adj	μακρόβιος
μακροβίοτου	=	μακροβίοτος
μακροβίοτους	=	μακροβίοτος
μακροβίοτων	=	μακροβίοτος
μακροβιοτήτων	=	μακροβιότητα
μακροβιοτικές	=	μακροβιοτική
μακροβιοτική	noun	η προσπάθεια επίτευξης μια μακρόχρονης και καλής ζωής με υγιεινή διατροφή, γύμναση και άλλες μεθόδους
μακροβιοτικής	=	μακροβιοτική
μακροβιοτικών	=	μακροβιοτική
μακροβιότητα	noun	η ιδιότητα του μακρόβιου, το να ζει κανείς για πολλά χρόνια
μακροβιότητας	noun	γενική ενικού του μακροβιότητα
μακροβιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροβιότητα
μακροβούτι	noun	η διάνυση από έναν κολυμβητή μιας σχετικά μεγάλης απόστασης κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας
μακροβούτια	=	μακροβούτι
μακρογραφία	noun	η όψη πράγματος ή έμβιου όντος μέσω παρατήρησης με γυμνό οφθαλμό
μακρογραφίας	noun	γενική ενικού του μακρογραφία
μακρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρογραφία
μακρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μακρογραφία
μακροδιακοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροδιακοπή
μακροδομές	=	μακροδομή
μακροδομή	noun	η γενική δομή ενός οργανωμένου συστήματος, σε αντιδιαστολή με τη δομή επιμέρους υποσυστημάτων της
μακροδομής	=	μακροδομή
μακροδομών	=	μακροδομή
μακροεξέλιξη	noun	γενικότερο πλαίσιο-συνθήκες γύρω απ' το οποίο συμβαίνει η εξέλιξη των ειδών
μακροεξέλιξης	=	μακροεξέλιξη
μακροεξελίξεις	=	μακροεξέλιξη
μακροεξελίξεων	=	μακροεξέλιξη
μακροεπίπεδα	=	μακροεπίπεδο
μακροεπίπεδο	noun	επίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε ευρύτερο πλαίσιο από κάτι άλλο
μακροεπίπεδου	=	μακροεπίπεδο
μακροεπιπέδου	=	μακροεπίπεδο
μακροεπιπέδων	=	μακροεπίπεδο
μακροζωία	noun	η μεγάλη διάρκεια ζωής, το να φτάνει κανείς σε πολύ μεγάλη ηλικία, να ζει πολλά χρόνια
μακροζωίας	noun	γενική ενικού του μακροζωία
μακροζωίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροζωία
μακροημέρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημέρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημέρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημέρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημέρευση	noun	το να ζει κανείς για πολλά χρόνια
μακροημέρευσης	=	μακροημέρευση
μακροημερεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροημέρευση
μακροημερεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύσεων	=	μακροημέρευση
μακροημερεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροημερεύω
μακροημερεύω	verb	ζω για πολλά χρόνια
μακροθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσαν	=	μακροθυμώ
μακροθυμήσανε	=	μακροθυμώ
μακροθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθυμία	noun	η ιδιότητα του μακρόθυμου, η υπομονή και η ανεκτικότητα απέναντι σε σφάλματα και ελαττώματα των άλλων
μακροθυμίας	noun	γενική ενικού του μακροθυμία
μακροθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροθυμία
μακροθυμεί	=	μακροθυμώ
μακροθυμείς	=	μακροθυμώ
μακροθυμείτε	=	μακροθυμώ
μακροθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του μακροθυμία
μακροθυμούμε	=	μακροθυμώ
μακροθυμούν	=	μακροθυμώ
μακροθυμούνε	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσα	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσαμε	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσαν	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσανε	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσατε	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσε	=	μακροθυμώ
μακροθυμούσες	=	μακροθυμώ
μακροθυμώ	verb|formal	είμαι μακρόθυμος
μακροθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μακροθυμώ
μακροθύμει	=	μακροθυμώ
μακροθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακροθυμώ
μακροκάνα	=	μακροκάνης
μακροκάνας	=	μακροκάνης
μακροκάνες	=	μακροκάνης
μακροκάνη	=	μακροκάνης
μακροκάνηδες	=	μακροκάνης
μακροκάνηδων	=	μακροκάνης
μακροκάνης	adj	που έχει μακριά (και αδύνατα) πόδια
μακροκάνικα	=	μακροκάνης
μακροκάνικο	=	μακροκάνης
μακροκάνικου	=	μακροκάνης
μακροκάνικων	=	μακροκάνης
μακροκατάληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροκατάληκτο
μακροκατάληκτε	adj	κλητική ενικού του μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροκατάληκτη
μακροκατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτης	adj	γενική ενικού του μακροκατάληκτη
μακροκατάληκτο	adj	αιτιατική ενικού του μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτος	adj	που έχει τη λήγουσα μακρά
μακροκατάληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροκατάληκτος
μακροκατάληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακροκατάληκτος
μακροκατάσταση	noun	το σύνολο των μακροσκοπικών ιδιοτήτων ενός συστήματος (πχ θερμοκρασία, πίεση κλπ)
μακροκατάστασης	=	μακροκατάσταση
μακροκαταστάσεις	=	μακροκατάσταση
μακροκαταστάσεων	=	μακροκατάσταση
μακροκλίμακα	noun	κλίμακα μεγάλου εύρους
μακροκλίμακας	=	μακροκλίμακα
μακροκλίμακες	=	μακροκλίμακα
μακροκλίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόκλιμα
μακροκλίματος	noun	γενική ενικού του μακρόκλιμα
μακροκλιμάκων	=	μακροκλίμακα
μακροκλιμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μακρόκλιμα
μακροκλιματολογία	noun	τρόπος διαχωρισμού της κλιματολογίας ανάλογα με την κλίμακα της υπό μελέτη περιοχής και, συγκεκριμένα, η έρευνα για το κλίμα μεγάλων περιοχών της γης -χωρίς να εξετάζονται οι γεωφυσικοίπαράγοντες και η ανθρώπινη παρέμβαση που συνεπηρεάζουν το μεσόκλιμα και το μικρόκλιμα
μακροκλιματολογίας	=	μακροκλιματολογία
μακροκλιματολογίες	=	μακροκλιματολογία
μακροκλιματολογιών	=	μακροκλιματολογία
μακροκοινωνιολογικά	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικέ	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικές	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογική	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικής	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικοί	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικού	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικούς	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικό	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοινωνιολογικός	adj	σχετικός με την μακροκοινωνιολογία
μακροκοινωνιολογικών	=	μακροκοινωνιολογικός
μακροκοσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροκοσμικό	adv	εξετάζοντας μια κατάσταση από μακροκοσμική σκοπιά, συνολικά, σφαιρικά, βλέποντας τα πράγματα σαν τμήμα του σύμπαντος ή γενικά σαν τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, απελευθερώνοντάς τα από τη στενή έννοια της συγκεκριμένης χωροχρονικής περίστασης ή ύπαρξης
μακροκοσμικέ	adj	κλητική ενικού του μακροκοσμικός
μακροκοσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροκοσμική
μακροκοσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροκοσμικός
μακροκοσμικής	adj	γενική ενικού του μακροκοσμική
μακροκοσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροκοσμικός
μακροκοσμικού	adj	γενική ενικού του μακροκοσμικός
μακροκοσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροκοσμικός
μακροκοσμικό	adj	αιτιατική ενικού του μακροκοσμικός
μακροκοσμικός	adj	ο σχετικός με το μακρόκοσμο, με το σύμπαν
μακροκοσμικών	adj	γενική πληθυντικού του μακροκοσμικός
μακροκοσμικώς	=	μακροκοσμικά
μακροκυκλικά	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικέ	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικές	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλική	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικής	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικοί	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικού	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικούς	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικό	=	μακροκυκλικός
μακροκυκλικός	adj	που σχετίζεται με τον χημικό χαρακτήρα ενώσεων που περιέχουν μεγάλους δακτυλίους ατόμων, συνήθως με δέκα ή περισσότερα μέλη, που προσδίδουν ιδιαίτερες δομικές και λειτουργικές ιδιότητες
μακροκυκλικών	=	μακροκυκλικός
μακροκόσμου	noun	γενική ενικού του μακρόκοσμος
μακροκόσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μακρόκοσμος
μακροκόσμων	noun	γενική πληθυντικού του μακρόκοσμος
μακρολέλεκα	=	μακρολέλεκας
μακρολέλεκας	noun	ψηλός και λεπτός άνθρωπος
μακρολέλεκες	=	μακρολέλεκας
μακρολίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρολίδιο
μακρολαίμη	=	μακρολαίμης
μακρολαίμηδες	=	μακρολαίμης
μακρολαίμηδων	=	μακρολαίμης
μακρολαίμης	adj	που έχει ιδιαίτερα υψηλό, μακρύ λαιμό
μακρολελέκων	=	μακρολέλεκας
μακρολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολογία	noun	πολυλογία, λόγος που τραβάει σε αδικαιολόγητο μάκρος, που κρατάει παραπάνω χρόνο από όσο αξίζει στο περιεχόμενό του ή στις περιστάσεις, όταν π.χ. πρέπει να ληφθεί γρήγορα μια απόφαση
μακρολογίας	noun	γενική ενικού του μακρολογία
μακρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρολογία
μακρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μακρολογία
μακρολογούσα	=	μακρολογώ
μακρολογώ	verb	λέω πολλά, μιλά περισσότερο από όσο χρειάζεται, πολυλογώ σε μάκρος, περιττολογώ
μακρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μακρολογώ
μακρολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακρολογώ
μακρομάλλα	adj	γυναίκα ή παιχνίδι κούκλας με μακριά μαλλιά
μακρομάλλας	noun	γενική ενικού του μακρομάλλα
μακρομάλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρομάλλα
μακρομάλλη	=	μακρομάλλης
μακρομάλληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρομάλλης
μακρομάλληδων	=	μακρομάλλης
μακρομάλλης	adj	άλλη μορφή του μακρυμάλλης
μακρομάλλικα	=	μακρομάλλης
μακρομάλλικο	=	μακρομάλλης
μακρομάλλικου	=	μακρομάλλης
μακρομάλλικων	=	μακρομάλλης
μακρομάλλούσα	=	μακρομάλλης
μακρομαλλούσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρομάλλης
μακρομαλλούσας	noun	γενική ενικού του μακρομαλλούσα
μακρομαλλούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρομαλλούσα
μακρομορίου	=	μακρομόριο
μακρομορίων	=	μακρομόριο
μακρομοριακά	=	μακρομοριακός
μακρομοριακέ	=	μακρομοριακός
μακρομοριακές	=	μακρομοριακός
μακρομοριακή	=	μακρομοριακός
μακρομοριακής	=	μακρομοριακός
μακρομοριακοί	=	μακρομοριακός
μακρομοριακού	=	μακρομοριακός
μακρομοριακούς	=	μακρομοριακός
μακρομοριακό	=	μακρομοριακός
μακρομοριακός	adj	σχετικός με ένα μακρομόριο
μακρομοριακών	=	μακρομοριακός
μακρομούρη	=	μακρομούρης
μακρομούρηδες	=	μακρομούρης
μακρομούρηδων	=	μακρομούρης
μακρομούρης	noun	λαϊκός και υποτιμητικός χαρακτηρισμός του μακροπρόσωπου
μακρομόρια	=	μακρομόριο
μακρομόριο	noun	μόριο υψηλού μοριακού βάρους
μακρομόριου	=	μακρομόριο
μακρομύτα	noun	η γυναίκα της οποίας η μύτη έχει μήκος μεγαλύτερο από του μέσου όρου
μακρομύτας	noun	γενική ενικού του μακρομύτα
μακρομύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρομύτα
μακρομύτη	=	μακρομύτης
μακρομύτηδες	=	μακρομύτης
μακρομύτηδων	=	μακρομύτης
μακρομύτης	noun	που η μύτη του ξεχωρίζει λόγω μήκους
μακροοικονομία	noun	ο κλάδος της οικονομίας που ασχολείται με το ΑΕΠ και γενικά τα οικονομικά μιας χώρας
μακροοικονομίας	noun	γενική ενικού του μακροοικονομία
μακροοικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροοικονομία
μακροοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροοικονομικό
μακροοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του μακροοικονομικός
μακροοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροοικονομική
μακροοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροοικονομικός
μακροοικονομικής	adj	γενική ενικού του μακροοικονομική
μακροοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροοικονομικός
μακροοικονομικού	adj	γενική ενικού του μακροοικονομικός
μακροοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροοικονομικός
μακροοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του μακροοικονομικός
μακροοικονομικός	adj	σχετικός με την μακροοικονομία
μακροοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του μακροοικονομικός
μακροοικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του μακροοικονομία
μακροπερίοδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροπερίοδο
μακροπερίοδε	adj	κλητική ενικού του μακροπερίοδος
μακροπερίοδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροπερίοδη
μακροπερίοδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροπερίοδος
μακροπερίοδης	adj	γενική ενικού του μακροπερίοδη
μακροπερίοδο	adj	αιτιατική ενικού του μακροπερίοδος
μακροπερίοδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροπερίοδος
μακροπερίοδος	adj	με πολύ μεγάλες, μακρές περιόδους
μακροπερίοδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακροπερίοδος
μακροπερίοδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροπερίοδος
μακροπερίοδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακροπερίοδος
μακροπεριοχές	=	μακροπεριοχή
μακροπεριοχή	noun	γεωπολιτική υποδιαίρεση η οποία περιλαμβάνει διάφορες ιστορικές (παραδοσιακές) ή πολιτικά καθορισμένες περιοχές με κοινή γεωγραφική, οικονομική ή κοινωνική αναφορά
μακροπεριοχής	=	μακροπεριοχή
μακροπεριοχών	=	μακροπεριοχή
μακροπροθέσμως	adv|formal	μακροπρόθεσμα
μακροπροσωπία	noun	το χαρακτηριστικό του μακροπρόσωπου
μακροπροσωπίας	=	μακροπροσωπία
μακροπροσωπίες	=	μακροπροσωπία
μακροπροσωπιών	=	μακροπροσωπία
μακροπρόθεσμα	adv	όσον αφορά το μακρινό μέλλον
μακροπρόθεσμε	adj	κλητική ενικού του μακροπρόθεσμος
μακροπρόθεσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροπρόθεσμη
μακροπρόθεσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροπρόθεσμος
μακροπρόθεσμης	adj	γενική ενικού του μακροπρόθεσμη
μακροπρόθεσμο	adj	αιτιατική ενικού του μακροπρόθεσμος
μακροπρόθεσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροπρόθεσμος
μακροπρόθεσμος	adj	που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα
μακροπρόθεσμου	adj	γενική ενικού του μακροπρόθεσμος
μακροπρόθεσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροπρόθεσμος
μακροπρόθεσμων	adj	γενική πληθυντικού του μακροπρόθεσμος
μακροπρόσωπα	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπε	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπες	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπη	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπης	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπο	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωποι	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπος	adj	που έχει μακρύ πρόσωπο
μακροπρόσωπου	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπους	=	μακροπρόσωπος
μακροπρόσωπων	=	μακροπρόσωπος
μακροπόδαρα	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρε	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρες	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρη	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρης	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρο	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαροι	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρος	adj	που έχει (αναλογικά με το σώμα του) μακριά πόδια
μακροπόδαρου	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρους	=	μακροπόδαρος
μακροπόδαρων	=	μακροπόδαρος
μακροπόδη	=	μακροπόδης
μακροπόδηδες	=	μακροπόδης
μακροπόδηδων	=	μακροπόδης
μακροπόδης	noun	αυτός που έχει (αναλογικά με το σώμα του) μακριά πόδια
μακροπόδων	=	μακρόπους
μακροσεισμικές	=	μακροσεισμική
μακροσεισμική	noun	η μελέτη μεγάλων σεισμών καθώς και των επιπτώσεών τους
μακροσεισμικής	=	μακροσεισμική
μακροσεισμικών	=	μακροσεισμική
μακροσκέλη	=	μακροσκέλης
μακροσκέληδες	=	μακροσκέλης
μακροσκέληδων	=	μακροσκέλης
μακροσκέλης	noun	αυτός που έχει μακριά σκέλη, ιδίως πόδια
μακροσκελές	=	μακροσκελής
μακροσκελή	=	μακροσκελής
μακροσκελής	adj	για τμήμα λόγου ή κείμενο με μεγάλη έκταση
μακροσκελείς	=	μακροσκελής
μακροσκελούς	=	μακροσκελής
μακροσκελών	=	μακροσκελής
μακροσκοπία	noun	εξέταση αντικειμένων όχι με μικροσκόπιο αλλά με γυμνό οφθαλμό
μακροσκοπίας	=	μακροσκοπία
μακροσκοπίες	=	μακροσκοπία
μακροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροσκοπικό	adv	παρατηρώντας κάτι από μακριά
μακροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του μακροσκοπικός
μακροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροσκοπική
μακροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροσκοπικός
μακροσκοπικής	adj	γενική ενικού του μακροσκοπική
μακροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροσκοπικός
μακροσκοπικού	adj	γενική ενικού του μακροσκοπικός
μακροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροσκοπικός
μακροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του μακροσκοπικός
μακροσκοπικός	adj	για παρατήρηση, εξέταση, έλεγχο κ.λπ. ενός αντικειμένου από μακριά, με γυμνό μάτι
μακροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του μακροσκοπικός
μακροσκοπικώς	adv	μακροσκοπικά
μακροσκοπιών	=	μακροσκοπία
μακροσυγγενή	=	μακροσυγγενής
μακροσυγγενής	noun	εκείνος με τον οποίο υπάρχει μακρινή συγγένεια, που δεν είναι, ούτε πρώτου, ούτε δεύτερου βαθμού
μακροσυγγενείς	=	μακροσυγγενής
μακροσυγγενούς	=	μακροσυγγενής
μακροσυγγενών	=	μακροσυγγενής
μακροτάξιδα	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδε	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδες	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδη	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδης	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδο	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδοι	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδος	adj	που έχει κάνει πολλά και μακρά ταξίδια
μακροτάξιδου	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδους	=	μακροτάξιδος
μακροτάξιδων	=	μακροτάξιδος
μακροτήτων	=	μακρότητα
μακροτοπωνυμίου	=	μακροτοπωνύμιο
μακροτοπωνυμίων	=	μακροτοπωνύμιο
μακροτοπωνύμια	=	μακροτοπωνύμιο
μακροτοπωνύμιο	noun	τοπωνύμιο μεγαλύτερης περιοχής ή πόλης
μακροτοπωνύμιου	=	μακροτοπωνύμιο
μακροτοπωνύμιων	=	μακροτοπωνύμιο
μακρουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρουλό	adv	έχοντας μάκρος
μακρουλέ	adj	κλητική ενικού του μακρουλός
μακρουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρουλή
μακρουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρουλός
μακρουλής	adj	γενική ενικού του μακρουλή
μακρουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρουλός
μακρουλού	adj	γενική ενικού του μακρουλός
μακρουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρουλός
μακρουλό	adj	αιτιατική ενικού του μακρουλός
μακρουλός	adj	αρκετά μακρύς, επιμήκης
μακρουλών	adj	γενική πληθυντικού του μακρουλός
μακροχέρα	=	μακροχέρης
μακροχέρας	=	μακροχέρης
μακροχέρες	=	μακροχέρης
μακροχέρη	=	μακροχέρης
μακροχέρηδες	=	μακροχέρης
μακροχέρηδων	=	μακροχέρης
μακροχέρης	adj	που έχει μακριά χέρια
μακροχέρικα	=	μακροχέρης
μακροχέρικο	=	μακροχέρης
μακροχέρικου	=	μακροχέρης
μακροχέρικων	=	μακροχέρης
μακροχρόνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροχρόνιο	adv	που διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα
μακροχρόνιας	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιε	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιες	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιο	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιοι	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιος	adj	που διαρκεί για πολύ χρόνο
μακροχρόνιου	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιους	=	μακροχρόνιος
μακροχρόνιων	=	μακροχρόνιος
μακροϊστορία	noun	η περιγραφή μεγάλων περιόδων της ιστορίας
μακροϊστορίας	=	μακροϊστορία
μακροϊστορίες	=	μακροϊστορία
μακροϊστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροϊστορικό
μακροϊστορικέ	adj	κλητική ενικού του μακροϊστορικός
μακροϊστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακροϊστορική
μακροϊστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακροϊστορικός
μακροϊστορικής	adj	γενική ενικού του μακροϊστορική
μακροϊστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακροϊστορικός
μακροϊστορικού	adj	γενική ενικού του μακροϊστορικός
μακροϊστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακροϊστορικός
μακροϊστορικό	adj	αιτιατική ενικού του μακροϊστορικός
μακροϊστορικός	adj	που έχει σχέση με την μακροϊστορία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μακροϊστορικών	adj	γενική πληθυντικού του μακροϊστορικός
μακροϊστοριών	=	μακροϊστορία
μακρού	adj	γενική ενικού του μακρός
μακρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρός
μακρυά	adv|dated	άλλη γραφή του μακριά
μακρυκάνα	=	μακρυκάνης
μακρυκάνας	=	μακρυκάνης
μακρυκάνες	=	μακρυκάνης
μακρυκάνη	=	μακρυκάνης
μακρυκάνηδες	=	μακρυκάνης
μακρυκάνηδων	=	μακρυκάνης
μακρυκάνης	adj	που έχει μακριά (και αδύνατα) πόδια
μακρυκάνικα	=	μακρυκάνης
μακρυκάνικο	=	μακρυκάνης
μακρυκάνικου	=	μακρυκάνης
μακρυκάνικων	=	μακρυκάνης
μακρυλαίμηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρυλαίμης
μακρυμάλλα	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλας	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλες	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλη	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρυμάλλης
μακρυμάλληδων	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλης	adj	που έχει μακριά μαλλιά
μακρυμάλλικα	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλικο	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλικου	=	μακρυμάλλης
μακρυμάλλικων	=	μακρυμάλλης
μακρυμάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρυμάνικο
μακρυμάνικε	adj	κλητική ενικού του μακρυμάνικος
μακρυμάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρυμάνικη
μακρυμάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρυμάνικος
μακρυμάνικης	adj	γενική ενικού του μακρυμάνικη
μακρυμάνικο	adj	αιτιατική ενικού του μακρυμάνικος
μακρυμάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρυμάνικος
μακρυμάνικος	adj	που έχει μακριά μανίκια (που φτάνουν μέχρι τους καρπούς)
μακρυμάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρυμάνικος
μακρυμάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρυμάνικος
μακρυμάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρυμάνικος
μακρυμαλλούσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρομάλλης
μακρυνάρι	noun	παρωχημένη γραφή του μακρινάρι
μακρυνάρια	=	μακρυνάρι
μακρυναριού	=	μακρυνάρι
μακρυναριών	=	μακρυνάρι
μακρυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρυσμένο
μακρυσμένε	verb	κλητική ενικού του μακρυσμένος
μακρυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρυσμένη
μακρυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρυσμένος
μακρυσμένης	verb	γενική ενικού του μακρυσμένη
μακρυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του μακρυσμένος
μακρυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρυσμένος
μακρυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρυσμένος
μακρυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μακρυσμένος
μακρυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρυσμένος
μακρυχέρα	=	μακρυχέρης
μακρυχέρας	=	μακρυχέρης
μακρυχέρες	=	μακρυχέρης
μακρυχέρη	=	μακρυχέρης
μακρυχέρηδες	=	μακρυχέρης
μακρυχέρηδων	=	μακρυχέρης
μακρυχέρης	adj	που έχει μακριά χέρια
μακρυχέρικα	=	μακρυχέρης
μακρυχέρικο	=	μακρυχέρης
μακρυχέρικου	=	μακρυχέρης
μακρυχέρικων	=	μακρυχέρης
μακρυψώλης	noun|informal	που έχει μεγάλο πέος (ψωλή)
μακρό	adj	αιτιατική ενικού του μακρός
μακρόβια	=	μακρόβιος
μακρόβιας	=	μακρόβιος
μακρόβιε	=	μακρόβιος
μακρόβιες	=	μακρόβιος
μακρόβιο	=	μακρόβιος
μακρόβιοι	=	μακρόβιος
μακρόβιος	adj	που ζει για πολλά χρόνια
μακρόβιου	=	μακρόβιος
μακρόβιους	=	μακρόβιος
μακρόβιων	=	μακρόβιος
μακρόθεν	adv	από μεγάλη απόσταση, από μακριά
μακρόθυμα	adv	με μακροθυμία
μακρόθυμε	=	μακρόθυμος
μακρόθυμες	=	μακρόθυμος
μακρόθυμη	=	μακρόθυμος
μακρόθυμης	=	μακρόθυμος
μακρόθυμο	=	μακρόθυμος
μακρόθυμοι	=	μακρόθυμος
μακρόθυμος	adj	που δείχνει υπομονή και ανεκτικότητα απέναντι σε σφάλματα και ελαττώματα των άλλων
μακρόθυμου	=	μακρόθυμος
μακρόθυμους	=	μακρόθυμος
μακρόθυμων	=	μακρόθυμος
μακρόινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόινο
μακρόινε	adj	κλητική ενικού του μακρόινος
μακρόινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόινη
μακρόινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρόινος
μακρόινης	adj	γενική ενικού του μακρόινη
μακρόινο	adj	αιτιατική ενικού του μακρόινος
μακρόινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρόινος
μακρόινος	adj	που έχει μακριές ίνες, μακριές απολήξεις
μακρόινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρόινος
μακρόινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρόινος
μακρόινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρόινος
μακρόκλιμα	noun	το κλίμα μεγάλων, εκτεταμένων περιοχών της γης
μακρόκοσμε	noun	κλητική ενικού του μακρόκοσμος
μακρόκοσμο	noun	αιτιατική ενικού του μακρόκοσμος
μακρόκοσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρόκοσμος
μακρόκοσμος	noun	το σύμπαν, ο κόσμος στο σύνολό του, σε αντιδιαστολή προς το μικρόκοσμο
μακρόκοσμου	noun	γενική ενικού του μακρόκοσμος
μακρόκοσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μακρόκοσμος
μακρόκοσμων	noun	γενική πληθυντικού του μακρόκοσμος
μακρόν	adj|formal	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μακρός
μακρόνι	noun|rare	ορθογώνιος μακρόστενος ογκόλιθος.
μακρόπνοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόπνοο
μακρόπνοε	adj	κλητική ενικού του μακρόπνοος
μακρόπνοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόπνοη
μακρόπνοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρόπνοος
μακρόπνοης	adj	γενική ενικού του μακρόπνοη
μακρόπνοο	adj	αιτιατική ενικού του μακρόπνοος
μακρόπνοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρόπνοος
μακρόπνοος	adj	που είναι «μακράς πνοής», που σχεδιάζεται ή πραγματοποιείται με πρόβλεψη και για τις μελλοντικές ανάγκες
μακρόπνοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρόπνοος
μακρόπνοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρόπνοος
μακρόπνοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρόπνοος
μακρόποδα	=	μακρόπους
μακρόποδες	=	μακρόπους
μακρόποδος	=	μακρόπους
μακρόπους	noun	είδος μαρσιποφόρων
μακρός	adj	που διαρκεί πολύ
μακρόστενα	=	μακρόστενος
μακρόστενε	=	μακρόστενος
μακρόστενες	=	μακρόστενος
μακρόστενη	=	μακρόστενος
μακρόστενης	=	μακρόστενος
μακρόστενο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μακρόστενος
μακρόστενοι	=	μακρόστενος
μακρόστενος	adj	μακρύς και στενός· που χαρακτηρίζεται από μεγάλο μήκος σχετικά με το πλάτος του
μακρόστενου	=	μακρόστενος
μακρόστενους	=	μακρόστενος
μακρόστενων	=	μακρόστενος
μακρόσυρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόσυρτο
μακρόσυρτε	adj	κλητική ενικού του μακρόσυρτος
μακρόσυρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόσυρτη
μακρόσυρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρόσυρτος
μακρόσυρτης	adj	γενική ενικού του μακρόσυρτη
μακρόσυρτο	adj	αιτιατική ενικού του μακρόσυρτος
μακρόσυρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρόσυρτος
μακρόσυρτος	adj	ο παρατεταμένος, που τραβάει σε μάκρος (συνήθως για ήχους)
μακρόσυρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρόσυρτος
μακρόσυρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρόσυρτος
μακρόσυρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρόσυρτος
μακρότητα	noun	η ιδιότητα του μακρού
μακρότητας	=	μακρότητα
μακρότητες	=	μακρότητα
μακρόφωνος	adj|rare	ο μεγαλόφωνος
μακρόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μακρόχρονος
μακρόχρονε	=	μακρόχρονος
μακρόχρονες	=	μακρόχρονος
μακρόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρόχρονος
μακρόχρονης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μακρόχρονος
μακρόχρονο	=	μακρόχρονος
μακρόχρονοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρόχρονος
μακρόχρονος	adj	που διαρκεί για πολύ χρόνο
μακρόχρονου	=	μακρόχρονος
μακρόχρονους	=	μακρόχρονος
μακρόχρονων	=	μακρόχρονος
μακρύ	adj	βλ. μακρύς
μακρύκαννα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύκαννο
μακρύκαννε	adj	κλητική ενικού του μακρύκαννος
μακρύκαννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύκαννη
μακρύκαννη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρύκαννος
μακρύκαννης	adj	γενική ενικού του μακρύκαννη
μακρύκαννο	adj	αιτιατική ενικού του μακρύκαννος
μακρύκαννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρύκαννος
μακρύκαννος	adj	που έχει μακριά κάννη
μακρύκαννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρύκαννος
μακρύκαννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρύκαννος
μακρύκαννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρύκαννος
μακρύκοκκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύκοκκο
μακρύκοκκε	adj	κλητική ενικού του μακρύκοκκος
μακρύκοκκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύκοκκη
μακρύκοκκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρύκοκκος
μακρύκοκκης	adj	γενική ενικού του μακρύκοκκη
μακρύκοκκο	adj	αιτιατική ενικού του μακρύκοκκος
μακρύκοκκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρύκοκκος
μακρύκοκκος	adj	που έχει μακρείς, επιμήκεις κόκκους ή σπόρους
μακρύκοκκου	adj	γενική ενικού του μακρύκοκκος
μακρύκοκκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρύκοκκος
μακρύκοκκων	adj	γενική πληθυντικού του μακρύκοκκος
μακρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύναν	=	μακραίνω
μακρύνανε	=	μακραίνω
μακρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνομε	=	μακραίνω
μακρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνουνε	=	μακραίνω
μακρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μακραίνω
μακρύνω	verb	κάνω κάτι πιο μακρύ, επιμηκύνω
μακρύς	adj	μεγάλος σε μήκος
μακρύτατα	=	μακρύς
μακρύτατε	=	μακρύς
μακρύτατες	=	μακρύς
μακρύτατη	=	μακρύς
μακρύτατης	=	μακρύς
μακρύτατο	=	μακρύς
μακρύτατοι	=	μακρύς
μακρύτατος	=	μακρύς
μακρύτατου	=	μακρύς
μακρύτατους	=	μακρύς
μακρύτατων	=	μακρύς
μακρύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύτερο	adv	πιο μακριά
μακρύτερε	adj	κλητική ενικού του μακρύτερος
μακρύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύτερη
μακρύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρύτερος
μακρύτερης	adj	γενική ενικού του μακρύτερη
μακρύτερο	adj	αιτιατική ενικού του μακρύτερος
μακρύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρύτερος
μακρύτερος	adj	πιο μακρύς
μακρύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρύτερος
μακρύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρύτερος
μακρύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρύτερος
μακρύτριχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύτριχο
μακρύτριχε	adj	κλητική ενικού του μακρύτριχος
μακρύτριχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μακρύτριχη
μακρύτριχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μακρύτριχος
μακρύτριχης	adj	γενική ενικού του μακρύτριχη
μακρύτριχο	adj	αιτιατική ενικού του μακρύτριχος
μακρύτριχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μακρύτριχος
μακρύτριχος	adj	που έχει μακριές τρίχες
μακρύτριχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μακρύτριχος
μακρύτριχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μακρύτριχος
μακρύτριχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μακρύτριχος
μακρών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μακρός
μακό	noun	βαμβακερό ύφασμα, συνήθως για κοντομάνικα μπλουζάκια	adj	που είναι φτιαγμένος από τέτοιο ύφασμα
μαλάγματα	=	μάλαγμα
μαλάγματος	=	μάλαγμα
μαλάγρα	noun	μείγμα από διάφορα υλικά που ρίχνουν οι ψαράδες στο νερό προκειμένου να προσελκύσουν τα ψάρια
μαλάγρας	=	μαλάγρα
μαλάγρες	=	μαλάγρα
μαλάγρωνα	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωναν	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωνε	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωνες	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωσα	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωσαν	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωσε	=	μαλαγρώνω
μαλάγρωσες	=	μαλαγρώνω
μαλάζω	verb	τρίβω απαλά ένα ένα μέλος που πονάει, του κάνω μασάζ, σαν να ζυμώνω απαλά χωρίς να σφίγγω τα δαχτυλα
μαλάθα	noun	το καλάθι, συνήθως για τη φύλαξη ψωμιού
μαλάθας	=	μαλάθα
μαλάθες	=	μαλάθα
μαλάκα	noun	είδος μαλακού τυριού
μαλάκας	noun	αυτός που αυνανίζεται
μαλάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάκα
μαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάκιο
μαλάκιο	noun	συνομοταξία ασπόνδυλων ζώων, κυρίως υδρόβιων, τα οποία έχουν συνήθως κάλυμμα από όστρακο
μαλάκιου	=	μαλάκιο
μαλάκυνση	noun	εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφαλικού ιστού, η οποία παρουσιάζεται στην τρίτη ηλικία και οφείλεται είτε σε αγγειακά προβλήματα που νεκρώνουν περιοχές του εγκεφάλου είτε σε άλλα αίτια
μαλάκυνσης	noun	γενική ενικού του μαλάκυνση
μαλάκω	noun|vulgar	θηλυκό του μαλάκας
μαλάκωμα	noun	το αποτέλεσμα αλλά και η ενέργεια του ρήματος μαλακώνω (για ουσιαστικά αφηρημένα και μη), το να καθίσταται κάτι ή κάποιος πιο μαλακός ή πιο ήπιος
μαλάκων	=	μαλάκας
μαλάκωνα	=	μαλακώνω
μαλάκωναν	=	μαλακώνω
μαλάκωνε	=	μαλακώνω
μαλάκωνες	=	μαλακώνω
μαλάκως	=	μαλάκω
μαλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάλαμα
μαλάματος	noun	γενική ενικού του μάλαμα
μαλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάλαξη
μαλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του μάλαξη
μαλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του μάλαξη
μαλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλάζω
μαλάρια	noun|dated	η ελονοσία
μαλάριας	noun	γενική ενικού του μαλάρια
μαλάριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάρια
μαλάσσομαι	=	μαλάσσω
μαλάσσω	verb	μαλάζω, κάνω μασάζ σε κάποιον, εντριβή, τον γυμνάζω, του κάνω ή κάνω στον εαυτό μου μαλάξεις
μαλάχτηκα	=	μαλάσσω
μαλέας	noun|rare	ευφημισμός της λέξης μαλάκας
μαλίνκε	noun	που μιλιέται στη Γουϊνέα και άλλες χώρες της δυτικής Αφρικής: δυτική μαλίνκε, ανατολική μαλίνκε
μαλαγάνα	noun	ο άνθρωπος που με υποκρισία, πονηριές και κολακείες προσπαθεί να πετύχει τους σκοπούς του
μαλαγάνας	noun	άλλη μορφή του μαλαγάνα
μαλαγάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαγάνα
μαλαγάνων	=	μαλαγάνας
μαλαγανιά	noun	η συμπεριφορά του μαλαγάνα
μαλαγανιάρα	=	μαλαγανιάρης
μαλαγανιάρη	=	μαλαγανιάρης
μαλαγανιάρηδες	=	μαλαγανιάρης
μαλαγανιάρηδων	=	μαλαγανιάρης
μαλαγανιάρης	noun	που κάνει μαλαγανιές
μαλαγανιάς	noun	γενική ενικού του μαλαγανιά
μαλαγανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαγανιά
μαλαγανιών	=	μαλαγανιά
μαλαγιάλαμ	noun	της νότιας Ινδίας
μαλαγμάτων	=	μάλαγμα
μαλαγμένος	=	μαλάσσω
μαλαγρωμένος	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώναμε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώναν	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνανε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνατε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνει	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνεις	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνετε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνοντας	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνουμε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνουν	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνουνε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώνω	verb	ρίχνω μαλάγρα
μαλαγρώσαμε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώσαν	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώσανε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώσατε	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώσει	=	μαλαγρώνω
μαλαγρώστε	=	μαλαγρώνω
μαλαθών	=	μαλάθα
μαλακά	noun	περιοχή του υπογάστριου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μαλακό) του μαλακός
μαλακάκο	=	μαλακάκος
μαλακάκοι	=	μαλακάκος
μαλακάκος	noun	ο μικρός μαλάκας
μαλακάκου	=	μαλακάκος
μαλακάκους	=	μαλακάκος
μαλακάκων	=	μαλακάκος
μαλακέ	adj	κλητική ενικού του μαλακός
μαλακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακή
μαλακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλακός
μαλακής	adj	γενική ενικού του μαλακή
μαλακία	noun	ο αυνανισμός
μαλακίας	noun	γενική ενικού του μαλακία
μαλακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακία
μαλακίζεσαι	=	μαλακίζομαι
μαλακίζεστε	=	μαλακίζομαι
μαλακίζεται	=	μαλακίζομαι
μαλακίζομαι	verb	αυνανίζομαι, αυτοϊκανοποιούμαι
μαλακίζονται	=	μαλακίζομαι
μαλακίζονταν	=	μαλακίζομαι
μαλακίου	noun	γενική ενικού του μαλάκιο
μαλακίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακίων	noun	γενική πληθυντικού του μαλάκιο
μαλακιά	=	μαλακός
μαλακιάς	=	μαλακός
μαλακιζόμασταν	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόμαστε	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόμουν	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόμουνα	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόντουσαν	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόσασταν	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόσαστε	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόσουν	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόσουνα	=	μαλακίζομαι
μαλακιζόταν	=	μαλακίζομαι
μαλακιζότανε	=	μαλακίζομαι
μαλακισμένα	adv	με μαλακισμένο τρόπο
μαλακισμένε	verb	κλητική ενικού του μαλακισμένος
μαλακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακισμένη
μαλακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλακισμένος
μαλακισμένης	verb	γενική ενικού του μαλακισμένη
μαλακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλακισμένος
μαλακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλακισμένος
μαλακισμένος	verb	που μιλά ή ενεργεί ανόητα, που κάνει μαλακίες
μαλακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλακισμένος
μαλακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλακισμένος
μαλακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλακισμένος
μαλακιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστήκαν	=	μαλακίζομαι
μαλακιστήκανε	=	μαλακίζομαι
μαλακιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστήρι	noun	άτομο που έχει κακή συμπεριφορά ή είναι ενοχλητικό
μαλακιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακιστήρι
μαλακιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστηριού	=	μαλακιστήρι
μαλακιστηριών	=	μαλακιστήρι
μαλακιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιστούνε	=	μαλακίζομαι
μαλακιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακίζομαι
μαλακιών	noun	γενική πληθυντικού του μαλακία
μαλακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλακός
μαλακοκαύλη	=	μαλακοκαύλης
μαλακοκαύληδες	=	μαλακοκαύλης
μαλακοκαύληδων	=	μαλακοκαύλης
μαλακοκαύλης	noun|figurative	άνθρωπος νωθρός, χωρίς πρωτοβουλία και σθένος, που εύκολα τον κατευθύνουν άλλοι
μαλακοπίτουρας	noun|vulgar	για άνθρωπο χαζό, νωχελικό ή απλά αντιπαθή
μαλακοπίτουρε	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουρο	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουροι	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουρος	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουρου	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουρους	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοπίτουρων	=	μαλακοπίτουρας
μαλακοτήτων	=	μαλακότητα
μαλακού	adj	γενική ενικού του μαλακός
μαλακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλακός
μαλακούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακούτσικο
μαλακούτσικε	adj	κλητική ενικού του μαλακούτσικος
μαλακούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακούτσικη
μαλακούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλακούτσικος
μαλακούτσικης	adj	γενική ενικού του μαλακούτσικη
μαλακούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του μαλακούτσικος
μαλακούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλακούτσικος
μαλακούτσικος	adj	κάπως μαλακός, σχετικά μαλακός
μαλακούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλακούτσικος
μαλακούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλακούτσικος
μαλακούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλακούτσικος
μαλακτήρα	=	μαλακτήρας
μαλακτήρας	noun	μηχανή που μαλάζει, που ομογενοποιεί.
μαλακτήρες	=	μαλακτήρας
μαλακτήρων	=	μαλακτήρας
μαλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακτικό
μαλακτικέ	adj	κλητική ενικού του μαλακτικός
μαλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακτική
μαλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλακτικός
μαλακτικής	adj	γενική ενικού του μαλακτική
μαλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλακτικός
μαλακτικοτήτων	=	μαλακτικότητα
μαλακτικού	adj	γενική ενικού του μαλακτικός
μαλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλακτικός
μαλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαλακτικός	noun	υγρό που προστίθεται στο πλύσιμο ή εφαρμόζεται μετά το λούσιμο για να είναι πιο μαλακά τα ρούχα ή τα μαλλιά
μαλακτικός	adj	που μαλακώνει (κάνει πιο μαλακό)
μαλακτικότης	noun	η μαλακτικότητα
μαλακτικότητα	noun	η ιδιότητα του να καθιστά κάτι ή κάποιος μια άλλη ουσία πιο μαλακή
μαλακτικότητας	=	μαλακτικότητα
μαλακτικότητες	=	μαλακτικότητα
μαλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαλακτικός
μαλακωθήκαμε	=	μαλακώνω
μαλακωθήκαν	=	μαλακώνω
μαλακωθήκανε	=	μαλακώνω
μαλακωθήκατε	=	μαλακώνω
μαλακωθεί	=	μαλακώνω
μαλακωθείτε	=	μαλακώνω
μαλακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαλάκωμα
μαλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακωμένο
μαλακωμένε	verb	κλητική ενικού του μαλακωμένος
μαλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακωμένη
μαλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλακωμένος
μαλακωμένης	verb	γενική ενικού του μαλακωμένη
μαλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλακωμένος
μαλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλακωμένος
μαλακωμένος	=	μαλακώνω
μαλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλακωμένος
μαλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλακωμένος
μαλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλακωμένος
μαλακωνόμασταν	=	μαλακώνω
μαλακωνόμαστε	=	μαλακώνω
μαλακωνόμουν	=	μαλακώνω
μαλακωνόμουνα	=	μαλακώνω
μαλακωνόντουσαν	=	μαλακώνω
μαλακωνόσασταν	=	μαλακώνω
μαλακωνόσαστε	=	μαλακώνω
μαλακωνόσουν	=	μαλακώνω
μαλακωνόσουνα	=	μαλακώνω
μαλακωνόταν	=	μαλακώνω
μαλακωνότανε	=	μαλακώνω
μαλακωσιά	noun	κάτι που είναι μαλακό (τόπος, στρώμα κ.λπ.)
μαλακωσιάς	noun	γενική ενικού του μαλακωσιά
μαλακωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακωσιά
μαλακωσιών	=	μαλακωσιά
μαλακό	adj	αιτιατική ενικού του μαλακός
μαλακός	adj	που έχει επιφάνεια η οποία υποχωρεί εύκολα όταν την πιέζουμε ή τη μαλάσσουμε
μαλακόστρακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακόστρακο για την ομοταξία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μαλακόστρακος
μαλακόστρακο	noun	θαλάσσιο ή γλυκού νερού αρθρόποδο με εξωτερικό κέλυφος και αρθρωτά άκρα, όπως οι αστακοί, οι καραβίδες και τα καβούρια
μαλακόστρακου	=	μαλακόστρακο
μαλακόστρακων	noun	γενική πληθυντικού του μαλακόστρακο
μαλακότατα	=	μαλακός
μαλακότατε	=	μαλακός
μαλακότατες	=	μαλακός
μαλακότατη	=	μαλακός
μαλακότατης	=	μαλακός
μαλακότατο	=	μαλακός
μαλακότατοι	=	μαλακός
μαλακότατος	=	μαλακός
μαλακότατου	=	μαλακός
μαλακότατους	=	μαλακός
μαλακότατων	=	μαλακός
μαλακότερα	=	μαλακός
μαλακότερε	=	μαλακός
μαλακότερες	=	μαλακός
μαλακότερη	=	μαλακός
μαλακότερης	=	μαλακός
μαλακότερο	=	μαλακός
μαλακότεροι	=	μαλακός
μαλακότερος	=	μαλακός
μαλακότερου	=	μαλακός
μαλακότερους	=	μαλακός
μαλακότερων	=	μαλακός
μαλακότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι μαλακό(ς), η ιδιότητα του μαλακού
μαλακότητας	noun	γενική ενικού του μαλακότητα
μαλακότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακότητα
μαλακόφατσα	noun	που έχει ηλίθια όψη, που δείχνει βλάκας στο πρόσωπο
μαλακόφατσας	=	μαλακόφατσα
μαλακόφατσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλακόφατσα
μαλακύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάκυνση
μαλακύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του μαλάκυνση
μαλακύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του μαλάκυνση
μαλακώθηκα	=	μαλακώνω
μαλακώθηκαν	=	μαλακώνω
μαλακώθηκε	=	μαλακώνω
μαλακώθηκες	=	μαλακώνω
μαλακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλάκωμα
μαλακώματος	noun	γενική ενικού του μαλάκωμα
μαλακών	adj	γενική πληθυντικού του μαλακός
μαλακώναμε	=	μαλακώνω
μαλακώναν	=	μαλακώνω
μαλακώνανε	=	μαλακώνω
μαλακώνατε	=	μαλακώνω
μαλακώνει	=	μαλακώνω
μαλακώνεις	=	μαλακώνω
μαλακώνεσαι	=	μαλακώνω
μαλακώνεστε	=	μαλακώνω
μαλακώνεται	=	μαλακώνω
μαλακώνετε	=	μαλακώνω
μαλακώνομαι	verb	μένω σε θερμοκρασία δωματίου και μαλακώνω
μαλακώνομε	=	μαλακώνω
μαλακώνονται	=	μαλακώνω
μαλακώνονταν	=	μαλακώνω
μαλακώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαλακώνω
μαλακώνου	=	μαλακώνω
μαλακώνουμε	=	μαλακώνω
μαλακώνουν	=	μαλακώνω
μαλακώνουνε	=	μαλακώνω
μαλακώνω	verb	κάνω κάτι πιο μαλακό ή πιο απαλό
μαλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσαν	=	μαλακώνω
μαλακώσανε	=	μαλακώνω
μαλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσομε	=	μαλακώνω
μαλακώσου	=	μαλακώνω
μαλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσουνε	=	μαλακώνω
μαλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλακώνω
μαλαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάλαμα
μαλαματένια	=	μαλαματένιος
μαλαματένιας	=	μαλαματένιος
μαλαματένιε	=	μαλαματένιος
μαλαματένιες	=	μαλαματένιος
μαλαματένιο	=	μαλαματένιος
μαλαματένιοι	=	μαλαματένιος
μαλαματένιος	adj|dated	που είναι από μάλαμα, χρυσάφι
μαλαματένιου	=	μαλαματένιος
μαλαματένιους	=	μαλαματένιος
μαλαματένιων	=	μαλαματένιος
μαλαματικά	noun	τιμαλφή, δηλαδή αντικείμενα από πολύτιμο μέταλλο, χρυσό ή μίγμα χρυσού και άλλων μετάλλων (κοσμήματα, κηροπήγια, λεκάνες κ.α.)
μαλαματικών	=	μαλαματικά
μαλαματοκάπνιζα	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνιζαν	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνιζε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνιζες	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνισα	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνισαν	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνισε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνισες	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκάπνισμα	noun	η επιχρύσωση με ειδική επεξεργασία με φωτιά
μαλαματοκαπνίζαμε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζαν	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζανε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζατε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζει	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζεις	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζετε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζομαι	verb	παθητική φωνή του μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζοντας	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζουμε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζουν	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζουνε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίζω	verb	επιχρυσώνω, χρυσώνω με επεξεργασία που προϋποθέτει τη χρήση φωτιάς
μαλαματοκαπνίσαμε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίσαν	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίσανε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίσατε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίσει	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίσματα	=	μαλαματοκάπνισμα
μαλαματοκαπνίσματος	=	μαλαματοκάπνισμα
μαλαματοκαπνίστε	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνίσω	=	μαλαματοκαπνίζω
μαλαματοκαπνισμάτων	=	μαλαματοκάπνισμα
μαλαματοκαπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαματοκαπνισμένο
μαλαματοκαπνισμένε	verb	κλητική ενικού του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματοκαπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαματοκαπνισμένη
μαλαματοκαπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματοκαπνισμένης	verb	γενική ενικού του μαλαματοκαπνισμένη
μαλαματοκαπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματοκαπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματοκαπνισμένος	verb	που έχει επιχρυσωθεί, ο επιχρυσωμένος, ο επίχρυσος, χρυσεπίβαπτος, χρυσοβαφής, χρυσωτός
μαλαματοκαπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματοκαπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματοκαπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλαματοκαπνισμένος
μαλαματώνω	verb	στολίζω με πολύτιμα κόσμήματα, με χρυσαφικά
μαλαμματικά	noun	παλιότερη και παρωχημένη γραφή της λέξης μαλαματικά, έτσι όπως απαντά στο λεξικό του 'Ελληνα λεξικογράφου του 19ου αιώνα Σκαρλάτου Βυζαντίου, σύμφωνα με τον οποίο μαλαμματικά ήταν πολύτιμα αντικείμενα, ουσιαστικά περιουσιακά στοιχεία του κατόχου, πιθανόν από καθαρό χρυσό, αλλά ίσως και από λευκόχρυσο, πλατίνα, χρυσάργυρο ή και από μίγμα χρυσού και ηλέκτρου
μαλαμματικών	=	μαλαμματικά
μαλαμοκάπνιζα	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνιζαν	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνιζε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνιζες	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνισα	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνισαν	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνισε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνισες	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκάπνισμα	noun	επιχρύσωση
μαλαμοκαπνίζαμε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζαν	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζανε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζατε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζει	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζεις	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζετε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζοντας	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζουμε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζουν	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζουνε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίζω	verb	άλλη εκφορά του μαλαμ(ατ)οκαπνίζω
μαλαμοκαπνίσαμε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίσαν	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίσανε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίσατε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίσει	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνίσματα	=	μαλαμοκάπνισμα
μαλαμοκαπνίσματος	=	μαλαμοκάπνισμα
μαλαμοκαπνίστε	=	μαλαμοκαπνίζω
μαλαμοκαπνισμάτων	=	μαλαμοκάπνισμα
μαλαμοκαπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαμοκαπνισμένο
μαλαμοκαπνισμένε	verb	κλητική ενικού του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαμοκαπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαμοκαπνισμένη
μαλαμοκαπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαμοκαπνισμένης	verb	γενική ενικού του μαλαμοκαπνισμένη
μαλαμοκαπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαμοκαπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαμοκαπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαμοκαπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαμοκαπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλαμοκαπνισμένος
μαλαπέρδα	=	μαλαπέρδας
μαλαπέρδας	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός για κάποιο πρόσωπο ()
μαλαπέρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαπέρδα
μαλαπέρδων	=	μαλαπέρδας
μαλαφράντζα	noun|dated	η σύφιλη ή «γαλλικόν πάθος»
μαλαφράντζας	noun	γενική ενικού του μαλαφράντζα
μαλαφράντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαφράντζα
μαλαχίτες	=	μαλαχίτης
μαλαχίτη	=	μαλαχίτης
μαλαχίτης	noun	ορυκτό του χαλκού που χρησιμοποιείται στην καλλιτεχνία
μαλαχιτών	=	μαλαχίτης
μαλαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαχτικό
μαλαχτικέ	adj	κλητική ενικού του μαλαχτικός
μαλαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαχτική
μαλαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλαχτικός
μαλαχτικής	adj	γενική ενικού του μαλαχτική
μαλαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλαχτικός
μαλαχτικοτήτων	=	μαλαχτικότητα
μαλαχτικού	adj	γενική ενικού του μαλαχτικός
μαλαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλαχτικός
μαλαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαλαχτικός
μαλαχτικός	adj	λαϊκή προφορά και γραφή του μαλακτικός,ή,ό
μαλαχτικότητα	noun	διαφορετική προφορά της λέξης μαλακτικότητα
μαλαχτικότητας	=	μαλαχτικότητα
μαλαχτικότητες	=	μαλαχτικότητα
μαλαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαλαχτικός
μαλαϊκά	=	μαλαϊκός
μαλαϊκέ	adj	κλητική ενικού του μαλαϊκός
μαλαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλαϊκή
μαλαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλαϊκός
μαλαϊκής	adj	γενική ενικού του μαλαϊκή
μαλαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλαϊκός
μαλαϊκού	adj	γενική ενικού του μαλαϊκός
μαλαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλαϊκός
μαλαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του μαλαϊκός
μαλαϊκός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με τη Μαλαισία και τους Mαλαισίους
μαλαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του μαλαϊκός
μαλγασικά	noun	που μιλιέται στη Μαδαγασκάρη
μαλγασικέ	adj	κλητική ενικού του μαλγασικός
μαλγασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλγασική
μαλγασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλγασικός
μαλγασικής	adj	γενική ενικού του μαλγασική
μαλγασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλγασικός
μαλγασικού	adj	γενική ενικού του μαλγασικός
μαλγασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλγασικός
μαλγασικό	adj	αιτιατική ενικού του μαλγασικός
μαλγασικός	adj	σχετικός με τη Μαδαγασκάρη ή τους Μαλάσγιους
μαλγασικών	adj	γενική πληθυντικού του μαλγασικός
μαλεβιζιωτών	=	μαλεβιζιώτης
μαλεβιζιώτες	=	μαλεβιζιώτης
μαλεβιζιώτη	=	μαλεβιζιώτης
μαλεβιζιώτης	noun	κρητικός πηδηχτός χορός
μαλεβράσι	noun|vulgar	άλλη μορφή του μάλε βράσε
μαλθάκωνα	=	μαλθακώνω
μαλθάκωναν	=	μαλθακώνω
μαλθάκωνε	=	μαλθακώνω
μαλθάκωνες	=	μαλθακώνω
μαλθάκωσα	=	μαλθακώνω
μαλθάκωσαν	=	μαλθακώνω
μαλθάκωσε	=	μαλθακώνω
μαλθάκωσες	=	μαλθακώνω
μαλθακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μαλθακό) του μαλθακός	adv	με μαλθακότητα
μαλθακέ	adj	κλητική ενικού του μαλθακός
μαλθακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλθακή
μαλθακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλθακός
μαλθακής	adj	γενική ενικού του μαλθακή
μαλθακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλθακός
μαλθακοτήτων	=	μαλθακότητα
μαλθακού	adj	γενική ενικού του μαλθακός
μαλθακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλθακός
μαλθακωθήκαμε	=	μαλθακώνω
μαλθακωθήκαν	=	μαλθακώνω
μαλθακωθήκανε	=	μαλθακώνω
μαλθακωθήκατε	=	μαλθακώνω
μαλθακωθεί	=	μαλθακώνω
μαλθακωθείτε	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόμασταν	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόμαστε	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόμουν	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόμουνα	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόντουσαν	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόσασταν	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόσαστε	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόσουν	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόσουνα	=	μαλθακώνω
μαλθακωνόταν	=	μαλθακώνω
μαλθακωνότανε	=	μαλθακώνω
μαλθακό	adj	αιτιατική ενικού του μαλθακός
μαλθακός	adj	που δεν δείχνει καμία ενεργητικότητα ή ζωτικότητα
μαλθακότητα	noun	η έλλειψη πάθους ή αποφασιστικότητας στην προσπάθεια επίτευξης στόχων
μαλθακότητας	noun	γενική ενικού του μαλθακότητα
μαλθακότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλθακότητα
μαλθακώθηκα	=	μαλθακώνω
μαλθακώθηκαν	=	μαλθακώνω
μαλθακώθηκε	=	μαλθακώνω
μαλθακώθηκες	=	μαλθακώνω
μαλθακών	adj	γενική πληθυντικού του μαλθακός
μαλθακώναμε	=	μαλθακώνω
μαλθακώναν	=	μαλθακώνω
μαλθακώνανε	=	μαλθακώνω
μαλθακώνατε	=	μαλθακώνω
μαλθακώνει	=	μαλθακώνω
μαλθακώνεις	=	μαλθακώνω
μαλθακώνεσαι	=	μαλθακώνω
μαλθακώνεστε	=	μαλθακώνω
μαλθακώνεται	=	μαλθακώνω
μαλθακώνετε	=	μαλθακώνω
μαλθακώνομαι	=	μαλθακώνω
μαλθακώνονται	=	μαλθακώνω
μαλθακώνονταν	=	μαλθακώνω
μαλθακώνοντας	=	μαλθακώνω
μαλθακώνουμε	=	μαλθακώνω
μαλθακώνουν	=	μαλθακώνω
μαλθακώνουνε	=	μαλθακώνω
μαλθακώνω	verb	κάνω κάτι μαλθακό
μαλθακώς	adv|dated	μαλθακά
μαλθακώσαμε	=	μαλθακώνω
μαλθακώσαν	=	μαλθακώνω
μαλθακώσανε	=	μαλθακώνω
μαλθακώσατε	=	μαλθακώνω
μαλθακώσει	=	μαλθακώνω
μαλθακώσου	=	μαλθακώνω
μαλθακώστε	=	μαλθακώνω
μαλθουσιανισμέ	noun	κλητική ενικού του μαλθουσιανισμός
μαλθουσιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλθουσιανισμός
μαλθουσιανισμού	noun	γενική ενικού του μαλθουσιανισμός
μαλθουσιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαλθουσιανισμός
μαλθουσιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαλθουσιανισμός
μαλθουσιανισμός	noun	κοινωνική και οικονομική θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα λόγω έλλειψης τροφής θα πρέπει να περιοριστούν οι γεννήσεις
μαλθουσιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαλθουσιανισμός
μαλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλιάς
μαλιανέ	=	μαλιανός
μαλιανοί	=	μαλιανός
μαλιανού	=	μαλιανός
μαλιανούς	=	μαλιανός
μαλιανό	=	μαλιανός
μαλιανός	noun	αυτός που κατάγεται από το Μάλι
μαλιανών	=	μαλιανός
μαλικανέ	=	μαλικανές
μαλικανέδες	=	μαλικανές
μαλικανέδων	=	μαλικανές
μαλικανές	noun|dated	η ισόβια εκμίσθωση των φορολογικών εσόδων μιας περιοχής
μαλικιανέ	=	μαλικιανές
μαλικιανέδες	=	μαλικιανές
μαλικιανέδων	=	μαλικιανές
μαλικιανές	noun|dated	άλλη μορφή του μαλικανές
μαλινέζα	noun	θηλυκό του Μαλινέζος
μαλινέζας	=	μαλινέζα
μαλινέζε	=	μαλινέζος
μαλινέζες	=	μαλινέζα
μαλινέζο	=	μαλινέζος
μαλινέζοι	=	μαλινέζος
μαλινέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Μάλι
μαλινέζου	=	μαλινέζος
μαλινέζους	=	μαλινέζος
μαλινέζων	=	μαλινέζος
μαλιοβράσι	noun|vulgar	άλλη μορφή του μάλε βράσε
μαλλί	noun	το πλούσιο τρίχωμα ορισμένων ζώων όπως του προβάτου
μαλλιά	noun	το σύνολο των τριχών του ανθρώπινου κεφαλιού
μαλλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιάς
μαλλιάζαμε	=	μαλλιάζω
μαλλιάζαν	=	μαλλιάζω
μαλλιάζανε	=	μαλλιάζω
μαλλιάζατε	=	μαλλιάζω
μαλλιάζει	=	μαλλιάζω
μαλλιάζεις	=	μαλλιάζω
μαλλιάζετε	=	μαλλιάζω
μαλλιάζοντας	=	μαλλιάζω
μαλλιάζουμε	=	μαλλιάζω
μαλλιάζουν	=	μαλλιάζω
μαλλιάζουνε	=	μαλλιάζω
μαλλιάζω	verb	βγάζω μαλλιά, χνούδι ή τρίχωμα
μαλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσαν	=	μαλλιάζω
μαλλιάσανε	=	μαλλιάζω
μαλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιάζω
μαλλιαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιαρό	adv	με τον τρόπο του μαλλιαρισμού
μαλλιαρέ	adj	κλητική ενικού του μαλλιαρός
μαλλιαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιαρή
μαλλιαρή	noun	ουσιαστικοποιημένο επίθετο, που από το 1900 έως περίπου το 1960 σήμαινε τη δημοτική γλώσσα (που θεωρείτο τότε λαϊκή και βάρβαρη).	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλλιαρός
μαλλιαρής	adj	γενική ενικού του μαλλιαρή
μαλλιαρη	=	μαλλιαρός
μαλλιαρισμέ	noun	κλητική ενικού του μαλλιαρισμός
μαλλιαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλλιαρισμός
μαλλιαρισμού	noun	γενική ενικού του μαλλιαρισμός
μαλλιαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαλλιαρισμός
μαλλιαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαλλιαρισμός
μαλλιαρισμός	noun	έτσι χαρακτήριζε το κατεστημένο της καθαρεύουσας στα πρώτα 60 χρόνια του 20ου αιώνα το δημοτικισμό στον προφορικό και γραπτό λόγο.
μαλλιαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαλλιαρισμός
μαλλιαρο	=	μαλλιαρός
μαλλιαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλλιαρός
μαλλιαροκομμουνισμέ	=	μαλλιαροκομμουνισμός
μαλλιαροκομμουνισμοί	=	μαλλιαροκομμουνισμός
μαλλιαροκομμουνισμού	=	μαλλιαροκομμουνισμός
μαλλιαροκομμουνισμούς	=	μαλλιαροκομμουνισμός
μαλλιαροκομμουνισμό	=	μαλλιαροκομμουνισμός
μαλλιαροκομμουνισμός	noun|dated	η θεώρηση του κινήματος του δημοτικισμού στην Ελλάδα ως ταυτόσημου ή συγγενικού του κομμουνισμού και των ανατρεπτικών πολιτικών ιδεολογιών γενικότερα.
μαλλιαροκομμουνισμών	=	μαλλιαροκομμουνισμός
μαλλιαρού	adj	γενική ενικού του μαλλιαρός
μαλλιαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλλιαρός
μαλλιαρό	adj	αιτιατική ενικού του μαλλιαρός
μαλλιαρός	adj	που έχει πολλά μαλλιά, πολύ τρίχωμα
μαλλιαρών	adj	γενική πληθυντικού του μαλλιαρός
μαλλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιασμένο
μαλλιασμένε	verb	κλητική ενικού του μαλλιασμένος
μαλλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιασμένη
μαλλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλλιασμένος
μαλλιασμένης	verb	γενική ενικού του μαλλιασμένη
μαλλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλλιασμένος
μαλλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλλιασμένος
μαλλιασμένος	=	μαλλιάζω
μαλλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλλιασμένος
μαλλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλλιασμένος
μαλλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλλιασμένος
μαλλιοκέφαλα	noun|vulgar	λέξη που χρησιμοποιειται στη φράση πλήρωσα τα μαλλιοκέφαλά μου για κάποια ιδιαίτερα ακριβή αγορά ή πληρωμή για παροχή υπηρεσιών
μαλλιοτράβηγμα	noun	χαρακτηρισμός των γυναικείων κυρίως καβγάδων, όπου το κύριο όπλο επίθεσης είναι τα χέρια για το τράβηγμα των μαλλιών της αντιπάλου
μαλλιοτραβήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιοτράβηγμα
μαλλιοτραβήγματος	noun	γενική ενικού του μαλλιοτράβηγμα
μαλλιοτραβήχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβήχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβήχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβήχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαλλιοτράβηγμα
μαλλιοτραβηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιοτραβηγμένο
μαλλιοτραβηγμένε	verb	κλητική ενικού του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλιοτραβηγμένη
μαλλιοτραβηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηγμένης	verb	γενική ενικού του μαλλιοτραβηγμένη
μαλλιοτραβηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλλιοτραβηγμένος
μαλλιοτραβηχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβηχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλλιοτραβιέμαι
μαλλιοτραβιέμαι	verb	τραβάω τα μαλλιά μου, κυρίως από τεράστια στεναχώρια
μαλλιού	=	μαλλί
μαλλιών	=	μαλλί
μαλλοβάμβακα	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακε	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακες	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακη	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακης	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακο	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακοι	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακος	adj	που έχει υφανθεί με μαλλί και βαμβάκι, που περιέχει ίνες και από τις δύο πρώτες ύλες ύφανσης
μαλλοβάμβακου	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακους	=	μαλλοβάμβακος
μαλλοβάμβακων	=	μαλλοβάμβακος
μαλλομέταξα	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξε	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξες	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξη	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξης	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξο	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξοι	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξος	adj	που έχει φτιαχτεί από μαλλί και μετάξι
μαλλομέταξου	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξους	=	μαλλομέταξος
μαλλομέταξων	=	μαλλομέταξος
μαλλούρα	noun	τα μακρυά μαλλιά
μαλλούρας	noun	γενική ενικού του μαλλούρα
μαλλούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλούρα
μαλλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μαλλωτός
μαλλωτέ	adj	κλητική ενικού του μαλλωτός
μαλλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλλωτή
μαλλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλλωτός
μαλλωτής	adj	γενική ενικού του μαλλωτή
μαλλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλλωτός
μαλλωτού	adj	γενική ενικού του μαλλωτός
μαλλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλλωτός
μαλλωτό	adj	αιτιατική ενικού του μαλλωτός
μαλλωτός	adj	που έχει (πολύ) μαλλί
μαλλωτών	adj	γενική πληθυντικού του μαλλωτός
μαλτέζικα	noun	που μιλιέται στη Μάλτα
μαλτέζικε	adj	κλητική ενικού του μαλτέζικος
μαλτέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλτέζικη
μαλτέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλτέζικος
μαλτέζικης	adj	γενική ενικού του μαλτέζικη
μαλτέζικο	adj	αιτιατική ενικού του μαλτέζικος
μαλτέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλτέζικος
μαλτέζικος	adj	από τη Μάλτα
μαλτέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλτέζικος
μαλτέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαλτέζικος
μαλτέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλτέζικος
μαλτεζικός	=	μαλτέζικος
μαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάλωμα
μαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλωμένο
μαλωμένε	verb	κλητική ενικού του μαλωμένος
μαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαλωμένη
μαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαλωμένος
μαλωμένης	verb	γενική ενικού του μαλωμένη
μαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαλωμένος
μαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαλωμένος
μαλωμένος	=	μαλώνω
μαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαλωμένος
μαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαλωμένος
μαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαλωμένος
μαλωματάκι	noun	υποκοριστικό του μάλωμα
μαλωματάκια	=	μαλωματάκι
μαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάλωμα
μαλώματος	noun	γενική ενικού του μάλωμα
μαλώναμε	=	μαλώνω
μαλώναν	=	μαλώνω
μαλώνανε	=	μαλώνω
μαλώνατε	=	μαλώνω
μαλώνε	=	μαλώνω
μαλώνει	=	μαλώνω
μαλώνεις	=	μαλώνω
μαλώνετε	=	μαλώνω
μαλώνομε	=	μαλώνω
μαλώνοντας	=	μαλώνω
μαλώνουμε	=	μαλώνω
μαλώνουν	=	μαλώνω
μαλώνουνε	=	μαλώνω
μαλώνω	verb	επιπλήττω κάποιον, του κάνω παρατήρηση
μαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσαν	=	μαλώνω
μαλώσανε	=	μαλώνω
μαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσε	=	μαλώνω
μαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσομε	=	μαλώνω
μαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσουνε	=	μαλώνω
μαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαλώνω
μαμά	noun	η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
μαμάδες	=	μαμά
μαμάδων	=	μαμά
μαμάκα	noun	μαμά
μαμάκας	=	μαμάκα
μαμάκες	=	μαμάκα
μαμάκιας	noun	που εξαρτάται από τη μαμά του, που είναι προσκολλημένος στη μητέρα του
μαμάς	=	μαμά
μαμές	=	μαμή
μαμή	noun	η γυναίκα που παραστέκεται στην εγκυμονούσα κατά τον τοκετό και προσφέρει τις πρώτες φροντίδες στο νεογέννητο· η μαία
μαμής	=	μαμή
μαμαζέλ	noun|vulgar	προφορά του μαντμαζέλ
μαμακούλα	noun	μαμά, μαμάκα
μαμακούλας	=	μαμακούλα
μαμακούλες	=	μαμακούλα
μαμαλίγκα	noun	είδος φτωχής πίτας από σιτάλευρο
μαμζέλ	noun	άλλη προφορά της λέξης ματμαζέλ
μαμμές	=	μαμή
μαμμή	=	μαμή
μαμμής	=	μαμή
μαμμωνά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαμμωνάς
μαμμωνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαμμωνάς
μαμμωνάδων	noun	γενική πληθυντικού του μαμμωνάς
μαμμωνάς	noun	λέξη απαντάται στην Καινή Διαθήκη και είναι συνώνυμο του πλούτου και των υλικών αγαθών
μαμμόθρεφτα	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτε	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτες	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτη	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτης	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτο	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτοι	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτος	adj	που έχει ανατραφεί με πολλές φροντίδες και περιποιήσεις, καλομαθημένος, παραχαϊδεμένος
μαμμόθρεφτου	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτους	=	μαμμόθρεφτος
μαμμόθρεφτων	=	μαμμόθρεφτος
μαμμών	=	μαμή
μαμουδιού	=	μαμούδι
μαμουδιών	=	μαμούδι
μαμουκαλιά	noun	άλλη ονομασία του δέντρου κουτσουπιά
μαμουκαλιάς	=	μαμουκαλιά
μαμουκαλιές	=	μαμουκαλιά
μαμουκαλιών	=	μαμουκαλιά
μαμουλιού	=	μαμούλι
μαμουλιών	=	μαμούλι
μαμουνάκι	noun	υποκοριστικό του μαμούνι
μαμουνάκια	=	μαμουνάκι
μαμουνιού	=	μαμούνι
μαμουνιών	=	μαμούνι
μαμούδι	noun	άλλη μορφή του μαμούνι
μαμούδια	=	μαμούδι
μαμούθ	noun	γιγάντιο θηλαστικό, με δυο μεγάλους χαυλιόδοντες, που έχει εκλείψει από το πλειστόκαινο και ήταν συγγενής με τον σύγχρονο ελέφαντα
μαμούλ	noun	άλλη μορφή του μααμούλ
μαμούλι	noun	άλλη μορφή του μααμούλ
μαμούλια	=	μαμούλι
μαμούνι	noun	ζωύφιο, έντομο, κυρίως αυτό που το συναντάμε να κινείται πάνω σε φυτά, λουλούδια, καρπούς κ.λπ.
μαμούνια	=	μαμούνι
μαμούχαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαμούχαλο
μαμούχαλε	adj	κλητική ενικού του μαμούχαλος
μαμούχαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαμούχαλη
μαμούχαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαμούχαλος
μαμούχαλης	adj	γενική ενικού του μαμούχαλη
μαμούχαλο	adj	αιτιατική ενικού του μαμούχαλος
μαμούχαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαμούχαλος
μαμούχαλος	adj	άνθρωπος βαρετός, μονόχνωτος, μαλθακός
μαμούχαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαμούχαλος
μαμούχαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαμούχαλος
μαμούχαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαμούχαλος
μαμόθρεφτος	=	μαμμόθρεφτος
μαμών	=	μαμή
μανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανό	adv	στη φράση ξανά-μανά
μανάβη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μανάβης
μανάβηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανάβης
μανάβηδων	noun	γενική πληθυντικού του μανάβης
μανάβης	noun	ο έμπορος που πουλάει λιανικά φρούτα και λαχανικά
μανάβικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανάβικο
μανάβικο	noun	το κατάστημα του μανάβη, όπου πωλούνται φρούτα και λαχανικά
μανάβικου	noun	γενική ενικού του μανάβικο
μανάβικων	noun	γενική πληθυντικού του μανάβικο
μανάβισσα	noun	θηλυκό του μανάβης
μανάβισσας	noun	γενική ενικού του μανάβισσα
μανάβισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανάβισσα
μανάδες	=	μάνα
μανάδων	=	μάνα
μανάλι	noun|vulgar	το μανουάλι
μανάλια	=	μανάλι
μανάρι	noun	μικρό αρνάκι, αμνοερίφιο που τρέφεται ειδικά με προορισμό να το σφάξουν νεαρό
μανάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανάρι
μανάτ	noun	ονομασία του νομίσματος του Αζερμπαϊτζάν και του Τουρκμενιστάν
μανάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανάτο
μανάτε	adj	κλητική ενικού του μανάτος
μανάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανάτη
μανάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανάτος
μανάτης	adj	γενική ενικού του μανάτη
μανάτο	adj	αιτιατική ενικού του μανάτος
μανάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανάτος
μανάτος	noun	μεγάλο υδρόβιο θηλαστικό ζώο της οικογένειας των τριχεχιδών, της τάξης των σειρηνοειδών	adj|vulgar	που είναι φτιαγμένος όπως κατασκευάστηκε εξ αρχής, στις εργοστασιακές του ρυθμίσεις
μανάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανάτος
μανάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανάτος
μανάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανάτος
μανέ	adj	κλητική ενικού του μανός
μανέλα	noun	περιστρεφόμενος μοχλός που εφαρμόζει στο βιτζιρέλο ώστε να ασκηθεί τάση σε ένα σκοινί
μανέλας	noun	γενική ενικού του μανέλα
μανέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανέλα
μανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανή
μανέστρα	noun	σούπα της αδριατικής κουζίνας
μανέστρας	noun	γενική ενικού του μανέστρα
μανέστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανέστρα
μανέτα	noun	πλήκτρο φρεναρίσματος μοτοσικλέτας/ποδηλάτου
μανέτας	=	μανέτα
μανέτες	=	μανέτα
μανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανός
μανής	adj	γενική ενικού του μανή
μανία	noun	οξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ.
μανίας	noun	γενική ενικού του μανία
μανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανία
μανίζω	verb	σπανιότερη μορφή του μανιάζω, καταλαμβάνομαι από μανία, θυμώνω, νευριάζω, οργίζομαι
μανίκι	noun	το τμήμα ενός ρούχου που περιβάλλει το χέρι από τον ώμο καί κάτω, μέχρι τον καρπό
μανίκια	=	μανίκι
μανίτσα	noun	τρυφερή έκφραση για τη μητέρα
μανίτσας	noun	γενική ενικού του μανίτσα
μανίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανίτσα
μαναβάκι	noun	νεαρός μανάβης
μαναβάκια	=	μαναβάκι
μαναβέλα	noun	άλλη μορφή του μανιβέλα
μαναβέλας	=	μαναβέλα
μαναβέλες	=	μαναβέλα
μαναβακιού	=	μαναβάκι
μαναβακιών	=	μαναβάκι
μαναβικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαναβική
μαναβική	noun	το εμπόριο φρούτων και λαχανικών
μαναβικής	=	μαναβική
μαναλιού	=	μανάλι
μαναλιών	=	μανάλι
μαναράκι	noun	υποκοριστικό του μανάρι
μαναράκια	=	μαναράκι
μαναριού	=	μανάρι
μαναριών	=	μανάρι
μαναστήρι	=	μοναστήρι
μανατζάρομαι	=	μανατζάρω
μανατζάρω	verb	διευθύνω, διοικώ
μανατζαρέε	=	μανατζαρέος
μανατζαρέο	=	μανατζαρέος
μανατζαρέοι	=	μανατζαρέος
μανατζαρέος	noun|informal	υποτιμητική αναφορά στο διευθυντικό προσωπικό οργανισμών (των διευθυντών = managers στα αγγλικά)
μανατζαρέου	=	μανατζαρέος
μανατζαρέους	=	μανατζαρέος
μανατζαρέων	=	μανατζαρέος
μανατζαρίστηκα	=	μανατζάρω
μανατζαρισμένος	=	μανατζάρω
μαναφουκιού	=	μαναφούκι
μαναφουκιών	=	μαναφούκι
μαναφούκι	noun|dated	διαβολή, συκοφαντία
μαναφούκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαναφούκι
μανγκροβίου	=	μανγκρόβιο
μανγκροβίων	=	μανγκρόβιο
μανγκρόβια	=	μανγκρόβιο
μανγκρόβιο	noun	δέντρο ή θάμνος που αναπτύσσεται σε παλιρροϊκούς, κυρίως τροπικούς, παράκτιους βάλτους, έχοντας πολυάριθμες περιπλεγμένες ρίζες που μεγαλώνουν υπεργείως και σχηματίζουν πυκνές συστάδες	adj	βλέπε μανγκρόβιος
μανγκρόβιου	=	μανγκρόβιο
μανγκρόβιων	=	μανγκρόβιο
μανδάλωμα	noun	παλιότερη γραφή και προφορά της λέξης μαντάλωμα
μανδάμ	noun	ειρωνικότερα το (ειρωνικό) μαντάμ
μανδαλωμάτων	=	μανδάλωμα
μανδαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανδαλωτό
μανδαλωτέ	adj	κλητική ενικού του μανδαλωτός
μανδαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανδαλωτή
μανδαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανδαλωτός
μανδαλωτής	noun	άλλη γραφή του μανταλωτής
μανδαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανδαλωτός
μανδαλωτού	adj	γενική ενικού του μανδαλωτός
μανδαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανδαλωτός
μανδαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του μανδαλωτός
μανδαλωτός	adj	που κλείνει με μάνδαλο, που μανδαλώνει
μανδαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του μανδαλωτός
μανδαλώματα	=	μανδάλωμα
μανδαλώματος	=	μανδάλωμα
μανδαρίνε	noun	κλητική ενικού του μανδαρίνος
μανδαρίνο	noun	αιτιατική ενικού του μανδαρίνος
μανδαρίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανδαρίνος
μανδαρίνος	noun	τίτλος που δινόταν άλλοτε στην Κίνα και στην Kορέα, σε ανώτατους κρατικούς λειτουργούς
μανδαρίνου	noun	γενική ενικού του μανδαρίνος
μανδαρίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μανδαρίνος
μανδαρίνων	noun	γενική πληθυντικού του μανδαρίνος
μανδαρινάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανδαρινάτο
μανδαρινάτο	noun	ελίτ, άρχουσα τάξη σε μια κοινωνία
μανδαρινάτου	noun	γενική ενικού του μανδαρινάτο
μανδαρινάτων	noun	γενική πληθυντικού του μανδαρινάτο
μανδαρινέα	noun	η μανταρινιά
μανδαρινισμέ	noun	κλητική ενικού του μανδαρινισμός
μανδαρινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανδαρινισμός
μανδαρινισμού	noun	γενική ενικού του μανδαρινισμός
μανδαρινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μανδαρινισμός
μανδαρινισμό	noun	αιτιατική ενικού του μανδαρινισμός
μανδαρινισμός	noun	η αυτοκρατορία της γραφειοκρατίας, η ακραία γραφειοκρατική νοοτροπία που στραγγαλίζει οτιδήποτε νεωτεριστικό ή και ανθρώπινο, η προσήλωση στην εξουσία του γράμματος του νόμου, του τύπου, δηλαδή του τυπικά ορθού
μανδαρινισμών	noun	γενική πληθυντικού του μανδαρινισμός
μανδραγόρα	=	μανδραγόρας
μανδραγόρας	noun	ποώδες φυτό με ναρκωτικές ιδιότητες
μανδραγόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανδραγόρας
μανδραγόρων	=	μανδραγόρας
μανδρών	noun	γενική πληθυντικού του μάνδρα
μανδυών	=	μανδύας
μανδύα	=	μανδύας
μανδύας	noun	το αρχαίο ένδυμα από χοντρό ύφασμα χωρίς μανίκια, που καλύπτει την πλάτη και μπορεί να τυλίξει όλο τον κορμό, ενώ συγκρατείται μπροστά με μία πόρπη
μανδύες	=	μανδύας
μανεκέν	noun	γυναίκα που φοράει και παρουσιάζει ρούχα σε επιδείξεις μόδας
μανελών	noun	γενική πληθυντικού του μανέλα
μανιά	noun	γιαγιά
μανιάζαμε	=	μανιάζω
μανιάζαν	=	μανιάζω
μανιάζανε	=	μανιάζω
μανιάζατε	=	μανιάζω
μανιάζει	=	μανιάζω
μανιάζεις	=	μανιάζω
μανιάζεσαι	=	μανιάζομαι
μανιάζεστε	=	μανιάζομαι
μανιάζεται	=	μανιάζομαι
μανιάζετε	=	μανιάζω
μανιάζομαι	verb	με κάνουν να μανιάσω
μανιάζονται	=	μανιάζομαι
μανιάζονταν	=	μανιάζομαι
μανιάζοντας	=	μανιάζω
μανιάζου	=	μανιάζομαι
μανιάζουμε	=	μανιάζω
μανιάζουν	=	μανιάζω
μανιάζουνε	=	μανιάζω
μανιάζω	verb	νευριάζω πάρα πολύ
μανιάς	=	μανιά
μανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάσαν	=	μανιάζω
μανιάσανε	=	μανιάζω
μανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάσου	=	μανιάζομαι
μανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάστηκα	=	μανιάζομαι
μανιάστηκαν	=	μανιάζομαι
μανιάστηκε	=	μανιάζομαι
μανιάστηκες	=	μανιάζομαι
μανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανιάζω
μανιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιάτικο
μανιάτικε	adj	κλητική ενικού του μανιάτικος
μανιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιάτικη
μανιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιάτικος
μανιάτικης	adj	γενική ενικού του μανιάτικη
μανιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μανιάτικος	noun	διαπροσωπική έχθρα που διαιωνίζεται
μανιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιάτικος
μανιάτικος	adj	που προέρχεται από τη Μάνη ή αναφέρεται σε αυτήν και τους Μανιάτες
μανιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανιάτικος
μανιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανιάτικος
μανιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανιάτικος
μανιέρα	noun	τεχνοτροπία, στιλ καλλιτεχνικό κυρίως στη ζωγραφική αλλά και σε άλλες καλές τέχνες
μανιέρας	noun	γενική ενικού του μανιέρα
μανιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιέρα
μανιές	=	μανιά
μανιαζόμασταν	=	μανιάζομαι
μανιαζόμαστε	=	μανιάζομαι
μανιαζόμουν	=	μανιάζομαι
μανιαζόμουνα	=	μανιάζομαι
μανιαζόντουσαν	=	μανιάζομαι
μανιαζόσασταν	=	μανιάζομαι
μανιαζόσαστε	=	μανιάζομαι
μανιαζόσουν	=	μανιάζομαι
μανιαζόσουνα	=	μανιάζομαι
μανιαζόταν	=	μανιάζομαι
μανιαζότανε	=	μανιάζομαι
μανιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιακό	adv	με μανία, σαν μανιακός
μανιακέ	adj	κλητική ενικού του μανιακός
μανιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιακή
μανιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιακός
μανιακής	adj	γενική ενικού του μανιακή
μανιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιακός
μανιακού	adj	γενική ενικού του μανιακός
μανιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανιακός
μανιακό	adj	αιτιατική ενικού του μανιακός
μανιακός	noun	ψυχικά ασθενής που εμφανίζει συχνά κρίσεις πανικού, ακρατή συμπεριφορά, βία, σπασμούς, επαναλαμβανόμενες δράσεις και σκέψεις ή τουλάχιστον κάποια από αυτά	adj	που διακατέχεται από μανία, που είναι μανιώδης συνήθως με αρνητική έννοια για την υπερβολή των συναισθημάτων και των ενεργειών του
μανιακών	adj	γενική πληθυντικού του μανιακός
μανιαμούνιας	noun	αόριστος χαρακτηρισμός ατόμου που μπορεί να αναφέρεται στο ότι είναι ψείρας ή ότι είναι μίζερος στην παρέα
μανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιασμένο
μανιασμένε	verb	κλητική ενικού του μανιασμένος
μανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιασμένη
μανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιασμένος
μανιασμένης	verb	γενική ενικού του μανιασμένη
μανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μανιασμένος
μανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιασμένος
μανιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μανιάζω
μανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανιασμένος
μανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μανιασμένος
μανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανιασμένος
μανιαστήκαμε	=	μανιάζομαι
μανιαστήκαν	=	μανιάζομαι
μανιαστήκανε	=	μανιάζομαι
μανιαστήκατε	=	μανιάζομαι
μανιαστεί	=	μανιάζομαι
μανιαστείτε	=	μανιάζομαι
μανιατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιατάκι
μανιατό	noun	γενική ονομασία για γεννήτρια που χρησιμοποιεί σταθερούς μαγνήτες και περιστροφική κίνηση για να παράγει εναλλασσόμενο ρεύμα
μανιβέλα	noun	ράβδος ή μοχλός που φέρει δυο ορθές γωνίες στη σειρά, ώστε να μπορεί να περιστρέφεται, προκειμένου να λειτουργεί ένα χειροκίνητο μηχάνημα, ή να εκκινήσει ένας κινητήρας
μανιβέλας	noun	γενική ενικού του μανιβέλα
μανιβέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιβέλα
μανιερισμέ	noun	κλητική ενικού του μανιερισμός
μανιερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιερισμός
μανιερισμού	noun	γενική ενικού του μανιερισμός
μανιερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μανιερισμός
μανιερισμό	noun	αιτιατική ενικού του μανιερισμός
μανιερισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα που κυριάρχησε στην Ιταλία μεταξύ 16ου και 17ου αιώνα
μανιερισμών	noun	γενική πληθυντικού του μανιερισμός
μανιεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιεριστής
μανιεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μανιεριστής
μανιεριστής	noun	ο καλλιτέχνης που συμφωνεί με την τέχνη του μανιερισμού
μανιεριστών	noun	γενική πληθυντικού του μανιεριστής
μανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανικό
μανικέ	adj	κλητική ενικού του μανικός
μανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανική
μανικέτι	noun	η μανσέτα, το κάτω τμήμα του μανικιού του πουκάμισου
μανικέτια	=	μανικέτι
μανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανικός
μανικής	adj	γενική ενικού του μανική
μανικετιού	=	μανικέτι
μανικετιών	=	μανικέτι
μανικετόκουμπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανικετόκουμπο
μανικετόκουμπο	noun	μικρό μεταλλικό διακοσμητικό αξεσουάρ, (συνήθως) για άνδρες που φοριέται στην κουμπότρυπα της μανσέτας
μανικετόκουμπου	noun	γενική ενικού του μανικετόκουμπο
μανικετόκουμπων	noun	γενική πληθυντικού του μανικετόκουμπο
μανικιουρίστ	noun	ο μανικιουρίστας ή η μανικιουρίστα (παλιότερα και μανικουρίστρια)
μανικιουρίστα	noun	γυναίκα που κάνει μανικιούρ στα χέρια άλλων, στων πελατών και πελαττισών της
μανικιουρίστας	noun	επαγγελματίας άνδρας που κάνει μανικιούρ στα χέρια άλλων, στων πελατών και πελατισσών του
μανικιουρίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανικιουρίστα
μανικιού	=	μανίκι
μανικιούρ	noun	η φροντίδα των νυχιών και των δαχτύλων των χεριών
μανικιών	=	μανίκι
μανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανικός
μανικού	adj	γενική ενικού του μανικός
μανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανικός
μανικό	adj	αιτιατική ενικού του μανικός
μανικός	adj|formal	άλλη μορφή του μανιακός
μανικών	adj	γενική πληθυντικού του μανικός
μανικώνω	verb	βάζω μανίκια σε ρούχο
μανιλόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιλόσχοινο
μανιλόσχοινο	noun	συνηθέστερα καραβόσχοινο που κατασκευάζεται από ίνες αγριομπανανιάς που χρησιμοποιούσαν οι ιθαγενείς στη Μανίλα
μανιλόσχοινου	noun	γενική ενικού του μανιλόσχοινο
μανιλόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του μανιλόσχοινο
μανιοκατάθλιψη	noun	ψυχική διαταραχή (γνωστή και ως "διπολική διαταραχή") κατά την οποία ο πάσχων έχει επεισόδια κατά τα οποία η διάθεσή του έχει σημαντικές εναλλαγές μεταξύ μεγάλης ενεργητικότητας και κατάθλιψης
μανιοκατάθλιψης	=	μανιοκατάθλιψη
μανιοκαταθλίψεις	=	μανιοκατάθλιψη
μανιοκαταθλίψεων	=	μανιοκατάθλιψη
μανιοκαταθλιπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιοκαταθλιπτικό
μανιοκαταθλιπτικέ	adj	κλητική ενικού του μανιοκαταθλιπτικός
μανιοκαταθλιπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιοκαταθλιπτική
μανιοκαταθλιπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιοκαταθλιπτικός
μανιοκαταθλιπτικής	adj	γενική ενικού του μανιοκαταθλιπτική
μανιοκαταθλιπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιοκαταθλιπτικός
μανιοκαταθλιπτικού	adj	γενική ενικού του μανιοκαταθλιπτικός
μανιοκαταθλιπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανιοκαταθλιπτικός
μανιοκαταθλιπτικό	adj	αιτιατική ενικού του μανιοκαταθλιπτικός
μανιοκαταθλιπτικός	adj	που πάσχει από μανιοκατάθλιψη	noun	αυτός που πάσχει από μανιοκατάθλιψη
μανιοκαταθλιπτικών	adj	γενική πληθυντικού του μανιοκαταθλιπτικός
μανιπουλάρισμα	noun	εύκολη και πρόχειρη λέξη για τη χειραγώγηση, συχνή στον προφορικό λόγο
μανιπουλάρω	verb|vulgar	ξενόφερτο ρήμα που αντικαθιστά συχνά στον προφορικό λόγο το χειραγωγώ
μανιπουλαρίσματα	=	μανιπουλάρισμα
μανιπουλαρίσματος	=	μανιπουλάρισμα
μανιπουλαρισμάτων	=	μανιπουλάρισμα
μανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανισμένο
μανισμένε	verb	κλητική ενικού του μανισμένος
μανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανισμένη
μανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανισμένος
μανισμένης	verb	γενική ενικού του μανισμένη
μανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μανισμένος
μανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανισμένος
μανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανισμένος
μανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μανισμένος
μανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανισμένος
μανιτάρι	noun	μύκητας που εμφανίζεται σε μορφή φυτού με χαρακτηριστικό σχήμα (μικρός βλαστός, ομπρελωτή κορυφή) μέσα στα δάση
μανιτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιτάρι
μανιταριού	noun	γενική ενικού του μανιτάρι
μανιταριών	=	μανιτάρι
μανιταροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του μανιταρόπιτα
μανιταρόπιτα	noun	πίτα με γέμιση μανιτάρια.
μανιταρόπιτας	noun	γενική ενικού του μανιταρόπιτα
μανιταρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιταρόπιτα
μανιταρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τα μανιτάρια
μανιταρόσουπας	noun	γενική ενικού του μανιταρόσουπα
μανιταρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιταρόσουπα
μανιταρόφιλα	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλε	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλες	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλη	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλης	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλο	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλοι	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλος	adj	που του αρέσουν τα μανιτάρια
μανιταρόφιλου	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλους	=	μανιταρόφιλος
μανιταρόφιλων	=	μανιταρόφιλος
μανιφέστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιφέστο
μανιφέστο	noun	γραπτή διακήρυξη πολιτικού, κοινωνικού ή καλλιτεχνικού περιεχομένου, όπου αναφέρονται οι βασικές αρχές ενός κινήματος ή εκφράζονται διαμαρτυρίες για μια δύσκολη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί
μανιφέστου	noun	γενική ενικού του μανιφέστο
μανιφέστων	noun	γενική πληθυντικού του μανιφέστο
μανιφατούρα	noun	μονάδα παραγωγής αγαθών, ιδίως υφασμάτων με μορφή οικοτεχνίας ή βιοτεχνίας
μανιφατούρας	noun	γενική ενικού του μανιφατούρα
μανιφατούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιφατούρα
μανιχαΐστρια	noun	θηλυκό του μανιχαϊστής
μανιχαΐστριας	=	μανιχαΐστρια
μανιχαΐστριες	=	μανιχαΐστρια
μανιχαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιχαϊκό
μανιχαϊκέ	adj	κλητική ενικού του μανιχαϊκός
μανιχαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιχαϊκή
μανιχαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιχαϊκός
μανιχαϊκής	adj	γενική ενικού του μανιχαϊκή
μανιχαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιχαϊκός
μανιχαϊκού	adj	γενική ενικού του μανιχαϊκός
μανιχαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανιχαϊκός
μανιχαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του μανιχαϊκός
μανιχαϊκός	adj	σχετικός με το μανιχαϊσμό
μανιχαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του μανιχαϊκός
μανιχαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του μανιχαϊσμός
μανιχαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιχαϊσμός
μανιχαϊσμού	noun	γενική ενικού του μανιχαϊσμός
μανιχαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μανιχαϊσμός
μανιχαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του μανιχαϊσμός
μανιχαϊσμός	noun	θρησκεία που ιδρύθηκε τον 3ο αι. μ.X. και βασίζεται στη ζωροαστρική ιδέα της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ καλού και κακού μέσα από τα δύο ανταγωνιστικά στοιχεία, του φωτός και του σκότους.
μανιχαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του μανιχαϊσμός
μανιχαϊστές	=	μανιχαϊστής
μανιχαϊστή	=	μανιχαϊστής
μανιχαϊστής	noun	οπαδός ή πιστός του μανιχαϊσμού
μανιχαϊστικά	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικέ	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικές	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστική	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικής	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικοί	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικού	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικούς	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικό	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστικός	adj	που έχει σχέση με τον μανιχαϊσμό ή τον μαχιναϊστη ή αναφέρεται σ’ αυτά
μανιχαϊστικών	=	μανιχαϊστικός
μανιχαϊστριών	=	μανιχαΐστρια
μανιχαϊστών	=	μανιχαϊστής
μανιωδέστατα	=	μανιώδης
μανιωδέστατε	=	μανιώδης
μανιωδέστατες	=	μανιώδης
μανιωδέστατη	=	μανιώδης
μανιωδέστατης	=	μανιώδης
μανιωδέστατο	=	μανιώδης
μανιωδέστατοι	=	μανιώδης
μανιωδέστατος	=	μανιώδης
μανιωδέστατου	=	μανιώδης
μανιωδέστατους	=	μανιώδης
μανιωδέστατων	=	μανιώδης
μανιωδέστερα	=	μανιώδης
μανιωδέστερε	=	μανιώδης
μανιωδέστερες	=	μανιώδης
μανιωδέστερη	=	μανιώδης
μανιωδέστερης	=	μανιώδης
μανιωδέστερο	=	μανιώδης
μανιωδέστεροι	=	μανιώδης
μανιωδέστερος	=	μανιώδης
μανιωδέστερου	=	μανιώδης
μανιωδέστερους	=	μανιώδης
μανιωδέστερων	=	μανιώδης
μανιωδών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μανιώδης
μανιωδώς	adv	με μανία
μανιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάνιωμα
μανιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιωμένο
μανιωμένε	verb	κλητική ενικού του μανιωμένος
μανιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανιωμένη
μανιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιωμένος
μανιωμένης	verb	γενική ενικού του μανιωμένη
μανιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μανιωμένος
μανιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανιωμένος
μανιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανιωμένος
μανιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μανιωμένος
μανιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανιωμένος
μανιώ	noun	άλλη μορφή του μάνα
μανιώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του μανιώδης
μανιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μανιώδης
μανιώδη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του μανιώδης
μανιώδης	adj	που έχει μια συνήθεια σε πολύ μεγάλο βαθμό, που έχει μανία με κάτι
μανιώδους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μανιώδης
μανιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάνιωμα
μανιώματος	noun	γενική ενικού του μάνιωμα
μανιών	=	μανιά
μανιώνω	verb	οργίζομαι, εξοργίζομαι
μανιῶν	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μανιῶ
μαννάδες	=	μάννα
μαννάδων	=	μάννα
μανξ	noun	ουδέτερο στον πληθυντικό: η γαελική γλώσσα που μιλιέται στη Νήσο Μαν
μανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανός
μανομέτρου	=	μανόμετρο
μανομέτρων	=	μανόμετρο
μανουάλι	noun	αντικείμενο σε ναό με επιδαπέδια βάση και υποδοχές για κεριά (κηροπήγιο) ή δοχείο με άμμο, στο οποίο οι εκκλησιαζόμενοι τοποθετούν τα αναμμένα κεριά τους
μανουάλια	=	μανουάλι
μανουαλιού	=	μανουάλι
μανουαλιών	=	μανουάλι
μανουβράρισμα	noun	το αποτέλεσμα του μανουβράρω, η ενέργεια του μανουβράρω, οι ελιγμοί που κάνει κάποιος οδηγώντας ένα όχημα (τρένο, φορτηγό, πλοίο ή και ΙΧ), η μανούβρα
μανουβράρω	verb	χειρίζομαι ένα όχημα, το οδηγώ εκτελώντας ελιγμούς (μανούβρες) σε ένα δύσκολο σημείο της διαδρομής
μανουβραδόρε	=	μανουβραδόρος
μανουβραδόρο	=	μανουβραδόρος
μανουβραδόροι	=	μανουβραδόρος
μανουβραδόρος	noun	αυτός που βοηθάει στις μανούβρες
μανουβραδόρου	=	μανουβραδόρος
μανουβραδόρους	=	μανουβραδόρος
μανουβραδόρων	=	μανουβραδόρος
μανουβραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανουβράρισμα
μανουβραρίσματος	noun	γενική ενικού του μανουβράρισμα
μανουβραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μανουβράρισμα
μανουβραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανουβραρισμένο
μανουβραρισμένε	verb	κλητική ενικού του μανουβραρισμένος
μανουβραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανουβραρισμένη
μανουβραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανουβραρισμένος
μανουβραρισμένης	verb	γενική ενικού του μανουβραρισμένη
μανουβραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μανουβραρισμένος
μανουβραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανουβραρισμένος
μανουβραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανουβραρισμένος
μανουβραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μανουβραρισμένος
μανουβραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανουβραρισμένος
μανουλίτσα	noun	ιδιαίτερα τρυφερή έκφραση για τη μητέρα
μανουλίτσας	noun	γενική ενικού του μανουλίτσα
μανουλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανουλίτσα
μανουλιού	=	μανούλι
μανουλιών	=	μανούλι
μανουρίαζα	=	μανουριάζω
μανουρίαζαν	=	μανουριάζω
μανουρίαζε	=	μανουριάζω
μανουρίαζες	=	μανουριάζω
μανουρίαξα	=	μανουριάζω
μανουρίαξαν	=	μανουριάζω
μανουρίαξε	=	μανουριάζω
μανουρίαξες	=	μανουριάζω
μανουριάζαμε	=	μανουριάζω
μανουριάζαν	=	μανουριάζω
μανουριάζανε	=	μανουριάζω
μανουριάζατε	=	μανουριάζω
μανουριάζει	=	μανουριάζω
μανουριάζεις	=	μανουριάζω
μανουριάζετε	=	μανουριάζω
μανουριάζοντας	=	μανουριάζω
μανουριάζουμε	=	μανουριάζω
μανουριάζουν	=	μανουριάζω
μανουριάζουνε	=	μανουριάζω
μανουριάζω	verb|slang	δημιουργώ προβλήματα, προκαλώ μανούρα / φασαρία, νευριάζω
μανουριάξαμε	=	μανουριάζω
μανουριάξαν	=	μανουριάζω
μανουριάξανε	=	μανουριάζω
μανουριάξατε	=	μανουριάζω
μανουριάξει	=	μανουριάζω
μανουριάξτε	=	μανουριάζω
μανουριού	=	μανούρι
μανουριών	=	μανούρι
μανουσάκι	noun	ονομασία διαφόρων φυτών (Viola odorata, Νάρκισσος ο κυπελλοφόρος κ.ά.)
μανουσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανουσάκι
μανουσακιού	=	μανουσάκι
μανουσακιών	=	μανουσάκι
μανοφόριο	=	μαφόριο
μανού	adj	γενική ενικού του μανός
μανούβρα	noun	ο ελιγμός κατά την οδήγηση ή πλοήγηση
μανούβρας	noun	γενική ενικού του μανούβρα
μανούβρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανούβρα
μανούλα	noun	για τη λέξη μάνα
μανούλας	=	μανούλα
μανούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανούλα
μανούλι	noun|figurative	θαυμαστική προσφώνηση προς όμορφη γυναίκα
μανούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανούλι
μανούρα	noun	κάτι επίπονο, δύσκολο, μπελάς
μανούρας	=	μανούρα
μανούρες	=	μανούρα
μανούρι	noun	τύπος μυζήθρας με περισσότερο λίπος -παλιότερα πρόσθεταν κατσικίσιο και πρόβειο γάλα ή ανθόγαλα για να εμπλουτίζεται το τυρί σε λιπαρά.
μανούρια	=	μανούρι
μανούρων	=	μανούρα
μανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μανός
μανσέτα	noun	το κάτω τμήμα του μανικιού ενός πουκάμισου, στον καρπό, εκεί που κουμπώνουν τα μανικετόκουμπα, και το οποίο είναι συνήθως ενισχυμένο για να φθείρεται πιο δύσκολα
μανσέτας	noun	γενική ενικού του μανσέτα
μανσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανσέτα
μανσετών	noun	γενική πληθυντικού του μανσέτα
μανσουπιού	=	μανσούπι
μανσουπιών	=	μανσούπι
μανσούπι	noun|dated	θέση, αξίωμα
μανσούπια	=	μανσούπι
μανσόν	noun|dated	κάλυμμα των χεριών κατά το χειμώνα για να κρατά ζεστά, με μορφή κενού κυλίνδρου
μαντάλωμα	noun	το κλείσιμο μιας πόρτας, ενός παράθυρου ή άλλου ασφαλιζόμενου αντικειμένου με μάνταλο
μαντάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μαντάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μαντάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μαντάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μαντάμ	noun	κυρία, είτε κυριολεκτικά είτε ειρωνικά (συνήθως λαϊκότροπο τον 21ο αιώνα)
μαντάνι	noun|dated	κατασκευή σε μέρος με φυσικό ή τεχνητό καταρράκτη, για την κατεργασία (ή το πλύσιμο) των ρούχων, των κλινοσκεπασμάτων ή διαφόρων υφαντών με τη βοήθεια ειδικών ξύλινων «σφυριών» που τα χτυπούσαν, καθώς και της πίεσης, της περιδίνησης και της ανάδευσης του νερού
μαντάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντάνι
μαντάρα	noun	άνω κάτω, κουλουβάχατα
μαντάρι	noun	το σκοινί που χρησιμοποιείται στο πλοίο, συνήθως σε ιστιοφόρο, για να βιράρεται το πανί ή άλλα αντικείμενα στο άλμπουρο
μαντάρια	=	μαντάρι
μαντάρισμα	noun	το αποτέλεσμα αλλά και η ενέργεια τού μαντάρω
μαντάρομαι	=	μαντάρω
μαντάρω	verb	επιδιορθώνω ένα φθαρμένο ή τρύπιο ύφασμα (ή ρούχο, κάλτσα κ.λπ.) με βελονιές που μιμούνται την ύφανση, ώστε να μην είναι ορατή η επιδιόρθωση
μαντάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντάτο
μαντάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντάτο	noun	η είδηση, το νέο (συχνά, για δυσάρεστη είδηση)
μαντάτορα	=	μαντάτορας
μαντάτορας	noun	ο μανδάτωρ της ρωμαϊκής διοίκησης στην Ελλάδα και αργότερα στο Βυζάντιο, με μόνο τη μία έννοια από τις αρχαιότερες, εκείνη δηλαδή του εκπροσώπου της αυλής κατά κανόνα
μαντάτορες	=	μαντάτορας
μαντάτου	noun	γενική ενικού του μαντάτο
μαντάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαντάτο
μαντέκα	noun|dated	αλοιφή που έβαζαν μέχρι τον 20ο αιώνα στο μουστάκι τους για να του δίνουν γυαλάδα και φόρμα
μαντέκας	noun	γενική ενικού του μαντέκα
μαντέκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντέκα
μαντέλλο	noun|dated	το πανωφόρι, ο μανδύας
μαντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάντεμα
μαντέματος	noun	γενική ενικού του μάντεμα
μαντέμι	noun	κράμα σιδήρου με άνθρακα
μαντέμια	=	μαντέμι
μαντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψαν	=	μαντεύω
μαντέψανε	=	μαντεύω
μαντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψομε	=	μαντεύω
μαντέψου	=	μαντεύω
μαντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψουνε	=	μαντεύω
μαντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντεύω
μαντήλι	noun	άλλη γραφή του μαντίλι
μαντήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντήλι
μαντίδων	=	μάντις
μαντίλα	noun	τριγωνικού ή άλλου σχήματος μεγάλο μαντίλι για να καλύπτει η γυναίκα το κεφάλι και το λαιμό της
μαντίλας	noun	γενική ενικού του μαντίλα
μαντίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντίλα
μαντίλι	noun	κομμάτι από λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύψει το κεφάλι ή φοριέται στο λαιμό
μαντίλια	noun	ισπανικό μεταξωτό, δαντελωτό σάλι που φοριόταν και στο κεφάλι και ήταν μετά την Αναγέννηση της μόδας σε όλη την Ευρώπη -συχνά στερεωνόταν στα μαλλιά με το ισπανικό χτένι ή με τόκες
μαντίλιας	noun	γενική ενικού του μαντίλια
μαντίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντίλια
μαντίσα	noun	mantissa: τα πραγματικά ψηφία που αφορούν την ακρίβεια ενός αριθμού, ανεξάρτητα με την θέση της υποδιαστολής
μανταλάκι	noun	το μικρό μάνταλο
μανταλάκια	=	μανταλάκι
μανταλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαντάλωμα
μανταλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταλωμένο
μανταλωμένε	verb	κλητική ενικού του μανταλωμένος
μανταλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταλωμένη
μανταλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανταλωμένος
μανταλωμένης	verb	γενική ενικού του μανταλωμένη
μανταλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μανταλωμένος
μανταλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανταλωμένος
μανταλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανταλωμένος
μανταλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μανταλωμένος
μανταλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανταλωμένος
μανταλωτές	=	μανταλωτής
μανταλωτή	=	μανταλωτής
μανταλωτής	noun	ηλεκτρονικό κύκλωμα που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση ψηφιακών δεδομένων δυαδικού τύπου.
μανταλωτός	=	μανδαλωτός
μανταλωτών	=	μανταλωτής
μανταλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντάλωμα
μανταλώματος	noun	γενική ενικού του μαντάλωμα
μανταλώνω	verb	χρησιμοποιώ το μάνταλο για να ασφαλίσω την πόρτα ή το παράθυρο
μανταλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μανταλώνω
μανταμίτσα	noun	μικρή κυρία, χαριτωμένος και τρυφερός τρόπος χαρακτηρισμού κοπέλας ή μικρού κοριτσιού που μοιάζει μεγαλύτερο από την ηλικία του λόγω των ρούχων, του κουρέματος των μαλλιών, της συμπεριφοράς κ.α. εξωτερικών κυρίως χαρακτηριστικών που παραπέμπουν σε ωριμότητα και ευγένεια ενηλίκων
μανταμίτσας	noun	γενική ενικού του μανταμίτσα
μανταμίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταμίτσα
μαντανία	noun	άλλη γραφή του μπατανία
μαντανίας	noun	γενική ενικού του μαντανία
μαντανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντανία
μαντανιού	=	μαντάνι
μαντανιών	noun	γενική πληθυντικού του μαντανία
μανταρίνι	noun	ο καρπός του φυτού μανταρινιά, που έχει χρώμα πορτοκαλί και μοιάζει με το πορτοκάλι
μανταρίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρίνι
μανταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντάρισμα
μανταρίσματος	noun	γενική ενικού του μαντάρισμα
μανταρίστρα	noun	γυναίκα που μαντάρει (ερασιτεχνικά ή -κυρίως- επαγγελματικά)
μανταρίστρας	noun	γενική ενικού του μανταρίστρα
μανταρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρίστρα
μανταρίστρια	noun	άλλη γραφή του μανταρίστρα
μανταρίστριας	noun	γενική ενικού του μανταρίστρια
μανταρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρίστρια
μανταρινάδα	noun	αναψυκτικό από χυμό μανταρινιών
μανταρινάδας	noun	γενική ενικού του μανταρινάδα
μανταρινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρινάδα
μανταρινάκι	noun	υποκοριστικό του μανταρίνι
μανταρινάκια	=	μανταρινάκι
μανταρινί	noun	το χρώμα του μανταρινιού
μανταριναδών	noun	γενική πληθυντικού του μανταρινάδα
μανταρινιά	noun	αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Citrus reticulata) με αγκάθια και σκουροπράσινα λογχοειδή φύλλα· κατάγεται από την νοτιοανατολική Ασία και παράγει το μανταρίνι, φρούτο που μοιάζει πολύ με το πορτοκάλι
μανταρινιάς	noun	γενική ενικού του μανταρινιά
μανταρινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρινιά
μανταρινιού	=	μανταρίνι
μανταρινιών	=	μανταρίνι
μανταριού	=	μαντάρι
μανταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαντάρισμα
μανταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρισμένο
μανταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μανταρισμένος
μανταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανταρισμένη
μανταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανταρισμένος
μανταρισμένης	verb	γενική ενικού του μανταρισμένη
μανταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μανταρισμένος
μανταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μανταρισμένος
μανταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μανταρισμένος
μανταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μανταρισμένος
μανταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μανταρισμένος
μανταριστριών	noun	γενική πληθυντικού του μανταρίστρια
μανταριών	=	μαντάρι
μαντατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντατεύω
μαντατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντατεμένο
μαντατεμένε	verb	κλητική ενικού του μαντατεμένος
μαντατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντατεμένη
μαντατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντατεμένος
μαντατεμένης	verb	γενική ενικού του μαντατεμένη
μαντατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαντατεμένος
μαντατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντατεμένος
μαντατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαντατεμένος
μαντατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαντατεμένος
μαντατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαντατεμένος
μαντατευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντατευτής
μαντατευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαντατευτής
μαντατευτής	noun|dated	αυτός που κατηγορεί, που καταμαρτυρεί, ο σπιούνος, ο χαφιές, ο καταδότης, το καρφί, ο μαντατούρης
μαντατευτών	noun	γενική πληθυντικού του μαντατευτής
μαντατεύω	verb	καταγγέλλω, κατηγορώ
μαντατοφόρα	noun	η γυναίκα που φέρνει μαντάτα
μαντατοφόρας	=	μαντατοφόρα
μαντατοφόρε	noun	κλητική ενικού του μαντατοφόρος
μαντατοφόρες	=	μαντατοφόρα
μαντατοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του μαντατοφόρος
μαντατοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντατοφόρος
μαντατοφόρος	noun	αγγελιοφόρος, το πρόσωπο που φέρνει τα μαντάτα, τα νέα, τις ειδήσεις
μαντατοφόρου	noun	γενική ενικού του μαντατοφόρος
μαντατοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαντατοφόρος
μαντατοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του μαντατοφόρος
μαντατούρη	=	μαντατούρης
μαντατούρηδες	=	μαντατούρης
μαντατούρηδων	=	μαντατούρης
μαντατούρης	noun|dated	ο μαντατευτής, αυτός που κατηγορεί, που καταμαρτυρεί, ο σπιούνος, ο χαφιές, ο καταδότης, το καρφί
μαντατόρων	=	μαντάτορας
μαντεία	noun	ο χρησμός
μαντείας	noun	γενική ενικού του μαντεία
μαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντεία
μαντείο	noun	στην αρχαιότητα, το ιερό ενός θεού που έδινε χρησμούς, εκεί όπου οι μάντεις έδιναν απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεταν οι πιστοί
μαντείου	noun	γενική ενικού του μαντείο
μαντείων	noun	γενική πληθυντικού του μαντείο
μαντειών	noun	γενική πληθυντικού του μαντεία
μαντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάντεμα
μαντεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντεμένο
μαντεμένε	verb	κλητική ενικού του μαντεμένος
μαντεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντεμένη
μαντεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντεμένος
μαντεμένης	verb	γενική ενικού του μαντεμένη
μαντεμένια	=	μαντεμένιος
μαντεμένιας	=	μαντεμένιος
μαντεμένιε	=	μαντεμένιος
μαντεμένιες	=	μαντεμένιος
μαντεμένιο	=	μαντεμένιος
μαντεμένιοι	=	μαντεμένιος
μαντεμένιος	adj	από μαντέμι, χυτοσίδηρο
μαντεμένιου	=	μαντεμένιος
μαντεμένιους	=	μαντεμένιος
μαντεμένιων	=	μαντεμένιος
μαντεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαντεμένος
μαντεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντεμένος
μαντεμένος	=	μαντεύω
μαντεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαντεμένος
μαντεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαντεμένος
μαντεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαντεμένος
μαντεμιού	=	μαντέμι
μαντεμιών	=	μαντέμι
μαντεμτζή	=	μαντεμτζής
μαντεμτζήδες	=	μαντεμτζής
μαντεμτζήδων	=	μαντεμτζής
μαντεμτζής	noun	αυτός που ασχολείται αποκλειστικά με το μαντέμι
μαντευμάτων	=	μάντευμα
μαντευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντευτής
μαντευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαντευτής
μαντευτήκαμε	=	μαντεύω
μαντευτήκαν	=	μαντεύω
μαντευτήκανε	=	μαντεύω
μαντευτήκατε	=	μαντεύω
μαντευτής	noun	εκείνος που ασκεί τη μαντεία, που μαντεύει, ο μάντης (σχηματίστηκε στη νεοελληνική κατά το γητευτής, μπαλωματής, μαντατευτής αλλά συνήθως προτιμάται το μάντης)
μαντευτεί	=	μαντεύω
μαντευτείς	=	μαντεύω
μαντευτείτε	=	μαντεύω
μαντευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντευτικό
μαντευτικέ	adj	κλητική ενικού του μαντευτικός
μαντευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντευτική
μαντευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντευτικός
μαντευτικής	adj	γενική ενικού του μαντευτική
μαντευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντευτικός
μαντευτικού	adj	γενική ενικού του μαντευτικός
μαντευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαντευτικός
μαντευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαντευτικός
μαντευτικός	adj	μαντικός
μαντευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαντευτικός
μαντευτούμε	=	μαντεύω
μαντευτούν	=	μαντεύω
μαντευτούνε	=	μαντεύω
μαντευτώ	=	μαντεύω
μαντευτών	noun	γενική πληθυντικού του μαντευτής
μαντευόμασταν	=	μαντεύω
μαντευόμαστε	=	μαντεύω
μαντευόμουν	=	μαντεύω
μαντευόμουνα	=	μαντεύω
μαντευόντουσαν	=	μαντεύω
μαντευόσασταν	=	μαντεύω
μαντευόσαστε	=	μαντεύω
μαντευόσουν	=	μαντεύω
μαντευόσουνα	=	μαντεύω
μαντευόταν	=	μαντεύω
μαντευότανε	=	μαντεύω
μαντεψιά	noun	το αποτέλεσμα της μαντείας, το μάντεμα
μαντεψιάς	=	μαντεψιά
μαντεψιές	=	μαντεψιά
μαντεψιών	=	μαντεψιά
μαντεύαμε	=	μαντεύω
μαντεύαν	=	μαντεύω
μαντεύανε	=	μαντεύω
μαντεύατε	=	μαντεύω
μαντεύει	=	μαντεύω
μαντεύεις	=	μαντεύω
μαντεύεσαι	=	μαντεύω
μαντεύεστε	=	μαντεύω
μαντεύεται	=	μαντεύω
μαντεύετε	=	μαντεύω
μαντεύματα	=	μάντευμα
μαντεύματος	=	μάντευμα
μαντεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαντεύω
μαντεύομε	=	μαντεύω
μαντεύονται	=	μαντεύω
μαντεύονταν	=	μαντεύω
μαντεύοντας	=	μαντεύω
μαντεύου	=	μαντεύω
μαντεύουμε	=	μαντεύω
μαντεύουν	=	μαντεύω
μαντεύουνε	=	μαντεύω
μαντεύτε	=	μαντεύω
μαντεύτηκα	=	μαντεύω
μαντεύτηκαν	=	μαντεύω
μαντεύτηκε	=	μαντεύω
μαντεύτηκες	=	μαντεύω
μαντεύω	verb	προλέγω τα γεγονότα που θα συμβούν στο μέλλον, προφητεύω
μαντζάνα	noun	η μελιτζάνα
μαντζάνας	=	μαντζάνα
μαντζάνες	=	μαντζάνα
μαντζαφλάρι	noun	αντικείμενο που δεν γνωρίζουμε τ’ όνομά του
μαντζαφλάρια	=	μαντζαφλάρι
μαντζαφλαριού	=	μαντζαφλάρι
μαντζαφλαριών	=	μαντζαφλάρι
μαντζουνιού	=	μαντζούνι
μαντζουνιών	=	μαντζούνι
μαντζουράνα	noun	αγγειόσπερμο δικότυλο πολυετές φυτό (origanum majorana) ανήκει στην τάξη Λαμιώδη και στην οικογένεια Χειλανθή· είναι συγγενικό φυτό με τη ρίγανη
μαντζουράνας	noun	γενική ενικού του μαντζουράνα
μαντζουράνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντζουράνα
μαντζουριανά	noun	της Μαντζουρίας.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντζουριανό
μαντζουριανέ	adj	κλητική ενικού του μαντζουριανός
μαντζουριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντζουριανή
μαντζουριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντζουριανός
μαντζουριανής	adj	γενική ενικού του μαντζουριανή
μαντζουριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντζουριανός
μαντζουριανού	adj	γενική ενικού του μαντζουριανός
μαντζουριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαντζουριανός
μαντζουριανό	adj	αιτιατική ενικού του μαντζουριανός
μαντζουριανός	adj	σχετικός με τη Μαντζουρία, καταγόμενος από εκεί, προερχόμενος από εκεί
μαντζουριανών	adj	γενική πληθυντικού του μαντζουριανός
μαντζούνι	noun	άλλη προφορά του ματζούνι
μαντζούνια	=	μαντζούνι
μαντηλιού	=	μαντήλι
μαντηλιών	=	μαντήλι
μαντηλοφόρα	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρας	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρε	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρες	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρο	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόροι	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρος	adj	αυτός που φέρει μαντήλι, είτε ως διακριτικό, είτε ως προστατευτικό
μαντηλοφόρου	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρους	=	μαντηλοφόρος
μαντηλοφόρων	=	μαντηλοφόρος
μαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντικό
μαντικέ	adj	κλητική ενικού του μαντικός
μαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντική
μαντική	noun	η μαντική τέχνη στην αρχαία Ελλάδα, το επάγγελμα του μάντι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντικός
μαντικής	adj	γενική ενικού του μαντική
μαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντικός
μαντικού	adj	γενική ενικού του μαντικός
μαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαντικός
μαντικό	adj	αιτιατική ενικού του μαντικός
μαντικός	adj	ο σχετικός με τη μαντεία
μαντικών	adj	γενική πληθυντικού του μαντικός
μαντιλάκι	noun	μικρό μαντίλι
μαντιλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντιλάκι
μαντιλιού	=	μαντίλι
μαντιλιών	=	μαντίλι
μαντιλοδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντιλοδεμένο
μαντιλοδεμένε	verb	κλητική ενικού του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντιλοδεμένη
μαντιλοδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένης	verb	γενική ενικού του μαντιλοδεμένη
μαντιλοδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένος	verb	δεμένος με μαντίλι
μαντιλοδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαντιλοδεμένος
μαντιλοδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαντιλοδεμένος
μαντιλών	noun	γενική πληθυντικού του μαντίλα
μαντινάδα	noun	δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο, συνήθως αυτοσχέδιο, που απαγγέλλεται ή άδεται, στην Κρήτη ή αλλού, σε διάφορες περιστάσεις
μαντινάδας	=	μαντινάδα
μαντινάδες	=	μαντινάδα
μαντινάδων	=	μαντινάδα
μαντιναδολόγε	=	μαντιναδολόγος
μαντιναδολόγο	=	μαντιναδολόγος
μαντιναδολόγοι	=	μαντιναδολόγος
μαντιναδολόγος	noun	εκείνος που φτιάχνει και λέει μαντινάδες
μαντιναδολόγου	=	μαντιναδολόγος
μαντιναδολόγους	=	μαντιναδολόγος
μαντιναδολόγων	=	μαντιναδολόγος
μαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του μάντισσα
μαντμαζέλ	noun|dated	δεσποινίς (για δεσποινίδα ή πολύ νεαρή κυρία)
μαντολάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντολάτο
μαντολάτο	noun	είδος παραδοσιακού γλυκίσματος με καραμελωμένα αμύγδαλα σε μαρέγκα
μαντολάτου	noun	γενική ενικού του μαντολάτο
μαντολάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαντολάτο
μαντολίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντολίνο
μαντολίνο	noun	έγχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου, με τέσσερις διπλές χορδές, αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό μπράτσο διαιρεμένο σε τάστα
μαντολίνου	noun	γενική ενικού του μαντολίνο
μαντολίνων	noun	γενική πληθυντικού του μαντολίνο
μαντολινάτα	noun	ορχηστρικό σύνολο από μαντολίνα
μαντολινάτας	noun	γενική ενικού του μαντολινάτα
μαντολινάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντολινάτα
μαντολοτσέλα	=	μαντολοτσέλο
μαντολοτσέλο	noun	έγχορδο μουσικό όργανο, αρκετά μεγαλύτερο από το μαντολίνο και τη μαντόλα
μαντολοτσέλου	=	μαντολοτσέλο
μαντολοτσέλων	=	μαντολοτσέλο
μαντοπόδαρα	=	μαντοπόδαρο
μαντοπόδαρο	noun	σχοινί ή συρματόσχοινο που χρησιμοποιείται στην ιστιοφορία για την ανύψωση και τη συγκράτηση των ιστίων ή του μπάνιου (του οριζόντιου ξύλου στο κάτω μέρος του πανιού) στον ιστό
μαντοπόδαρου	=	μαντοπόδαρο
μαντοπόδαρων	=	μαντοπόδαρο
μαντοσυνών	=	μαντοσύνη
μαντοσύνες	=	μαντοσύνη
μαντοσύνη	noun	η μαντική
μαντοσύνης	=	μαντοσύνη
μαντουρών	=	μαντούρα
μαντού	noun	τεστ που γίνεται για να ελεγχθεί αν κάποιος έχει μολυνθεί με το μυκοβακτηρίδιο του Κοχ
μαντούρα	noun	είδος φλογέρας ή κλαρινέτου με μονό γλωσσίδι
μαντούρας	=	μαντούρα
μαντούρες	=	μαντούρα
μαντούρων	=	μαντούρα
μαντρά	=	μαντράς
μαντράδες	=	μαντράς
μαντράδων	=	μαντράς
μαντράς	noun	αυτός που έχει περιφραγμένο χώρο πώλησης (μάντρα)
μαντράχαλε	noun	κλητική ενικού του μαντράχαλος
μαντράχαλο	noun	αιτιατική ενικού του μαντράχαλος
μαντράχαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντράχαλος
μαντράχαλος	noun	μεγαλόσωμος νέος, κρεμανταλάς, συνήθως για άχαρους και αδέξιους εφήβους ή νεαρούς
μαντράχαλου	=	μαντράχαλος
μαντράχαλους	=	μαντράχαλος
μαντράχαλων	=	μαντράχαλος
μαντρί	noun	εγκατάσταση για την παραμονή ενός κοπαδιού αιγοπροβάτων και τις τυροκομικές εργασίες
μαντρίζαμε	=	μαντρίζω
μαντρίζαν	=	μαντρίζω
μαντρίζανε	=	μαντρίζω
μαντρίζατε	=	μαντρίζω
μαντρίζει	=	μαντρίζω
μαντρίζεις	=	μαντρίζω
μαντρίζετε	=	μαντρίζω
μαντρίζοντας	=	μαντρίζω
μαντρίζουμε	=	μαντρίζω
μαντρίζουν	=	μαντρίζω
μαντρίζουνε	=	μαντρίζω
μαντρίζω	verb	βάζω τα ζώα στο μαντρί, σταυλίζω, σηκάζω
μαντρίσαμε	=	μαντρίζω
μαντρίσαν	=	μαντρίζω
μαντρίσανε	=	μαντρίζω
μαντρίσατε	=	μαντρίζω
μαντρίσει	=	μαντρίζω
μαντρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάντρισμα
μαντρίσματος	noun	γενική ενικού του μάντρισμα
μαντρίστε	=	μαντρίζω
μαντραπήδα	noun|slang	η παράτυπη έξοδος από στρατόπεδο (με πήδημα από τη μάντρα - χωρίς άδεια, όχι από την πύλη)
μαντραχαλά	=	μαντραχαλάς
μαντραχαλάδες	=	μαντραχαλάς
μαντραχαλάδων	=	μαντραχαλάς
μαντραχαλάς	noun	άλλη μορφή του μαντράχαλος
μαντριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντρί
μαντριού	=	μαντρί
μαντρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάντρισμα
μαντρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντρισμένο
μαντρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαντρισμένος
μαντρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντρισμένη
μαντρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντρισμένος
μαντρισμένης	verb	γενική ενικού του μαντρισμένη
μαντρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαντρισμένος
μαντρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντρισμένος
μαντρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαντρισμένος
μαντρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαντρισμένος
μαντρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαντρισμένος
μαντριών	=	μαντρί
μαντρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάντρωμα
μαντρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντρωμένο
μαντρωμένε	verb	κλητική ενικού του μαντρωμένος
μαντρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντρωμένη
μαντρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαντρωμένος
μαντρωμένης	verb	γενική ενικού του μαντρωμένη
μαντρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαντρωμένος
μαντρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαντρωμένος
μαντρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαντρωμένος
μαντρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαντρωμένος
μαντρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαντρωμένος
μαντρόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντρόσκυλο
μαντρόσκυλο	noun	μεγαλόσωμος σκύλος που προστατεύει τα ζώα των κτηνοτρόφων
μαντρόσκυλου	noun	γενική ενικού του μαντρόσκυλο
μαντρόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του μαντρόσκυλο
μαντρότοιχε	=	μαντρότοιχος
μαντρότοιχο	=	μαντρότοιχος
μαντρότοιχοι	=	μαντρότοιχος
μαντρότοιχος	noun	ψηλός πέτρινος φράχτης, ψηλός τοίχος που περιφράσσει ένα οικόπεδο
μαντρότοιχου	=	μαντρότοιχος
μαντρότοιχους	=	μαντρότοιχος
μαντρότοιχων	=	μαντρότοιχος
μαντρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάντρωμα
μαντρώματος	noun	γενική ενικού του μάντρωμα
μαντρών	noun	γενική πληθυντικού του μάντρα
μαντρώνω	verb	περιορίζω ζώα στο μαντρί, αν και ειδικά για την κτηνοτροφία πιο σύνηθες είναι το μαντρίζω
μαντρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαντρώνω
μαντυών	=	μαντύας
μαντό	noun	γυναικείο παλτό, σχετικά ελαφρύ και κοντό
μαντόλα	noun	όργανο λίγο μεγαλύτερο από το μαντολίνο, με έκταση βαθύτερων ήχων (όπως η βιόλα σε σχέση με το βιολί)
μαντόλας	noun	γενική ενικού του μαντόλα
μαντόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντόλα
μαντύα	=	μαντύας
μαντύας	noun|literary	ο μανδύας
μαντύες	=	μαντύας
μαντώ	noun	παρωχημένη γραφή του μαντό
μανό	adj	αιτιατική ενικού του μανός	noun	βερνίκι για νύχια
μανόγαλα	noun	μείγμα γάλακτος από μητέρα και κόρη
μανόγαλο	noun	γάλα από μητέρα και κόρη που θηλάζουν την ίδια περίοδο
μανόγαλου	=	μανόγαλο
μανόγαλων	=	μανόγαλο
μανόλια	noun	καλλωπιστικό δέντρο του γένους Magnolia· ορισμένα είδη είναι αειθαλή ενώ άλλα είναι φυλλοβόλα, αλλά τα περισσότερα έχουν μεγάλα άσπρα ή ροζ άνθη
μανόλιας	noun	γενική ενικού του μανόλια
μανόλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μανόλια
μανόμετρα	=	μανόμετρο
μανόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της πίεσης ρευστών
μανόμετρου	=	μανόμετρο
μανόμετρων	=	μανόμετρο
μανόν	=	μανό
μανός	adj	οκνηρός, χαλαρός, μαλθακός, χαύνος	noun	αραιός βρόχος στο δίχτυ -στο μανωμένο ή μανωτό δίχτυ
μανών	adj	γενική πληθυντικού του μανός
μαξιλάρα	noun	μεγάλο μαξιλάρι, συνήθως για να καθίσει κανείς πάνω του
μαξιλάρας	=	μαξιλάρα
μαξιλάρες	=	μαξιλάρα
μαξιλάρι	noun	αντικείμενο γεμισμένο από μαλακό υλικό (π.χ. υαλοβάμβακα ή πούπουλα) και ντυμένο εξωτερικά με ύφασμα που στηρίζει το κεφάλι κατά τον ύπνο
μαξιλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιλάρι
μαξιλάρωμα	noun|dated	το πέταγμα στη σκηνή θεάτρου των μαξιλαριών που υπήρχαν στα καθίσματα των θεατών όταν δεν τους άρεσαν οι καλλιτέχνες ή το έργο
μαξιλάρων	=	μαξιλάρα
μαξιλαράκι	noun	υποκοριστικό του: μαξιλάρι, το μικρό μαξιλάρι
μαξιλαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιλαράκι
μαξιλαριού	=	μαξιλάρι
μαξιλαριών	=	μαξιλάρι
μαξιλαροθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιλαροθήκη
μαξιλαροθήκη	noun	η θήκη από ύφασμα μέσα στην οποία μπαίνει το μαξιλάρι, για να μη λερώνεται
μαξιλαροθήκης	=	μαξιλαροθήκη
μαξιλαροθηκών	=	μαξιλαροθήκη
μαξιλαρομάνα	noun|dated	το μεγάλο μαξιλάρι που απλώνεται κατά μήκος του προσκέφαλου και λεγόταν επίσης προσκεφαλάδα, μαξιλάρα
μαξιλαρομάνας	=	μαξιλαρομάνα
μαξιλαρομάνες	=	μαξιλαρομάνα
μαξιλαροπόλεμε	=	μαξιλαροπόλεμος
μαξιλαροπόλεμο	=	μαξιλαροπόλεμος
μαξιλαροπόλεμοι	=	μαξιλαροπόλεμος
μαξιλαροπόλεμος	noun	όταν για πλάκα ο ένας πετάει στον άλλον μαξιλάρια, παίζοντας
μαξιλαροπόλεμου	=	μαξιλαροπόλεμος
μαξιλαροπόλεμους	=	μαξιλαροπόλεμος
μαξιλαροπόλεμων	=	μαξιλαροπόλεμος
μαξιλαρωμάτων	=	μαξιλάρωμα
μαξιλαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιλαρωμένο
μαξιλαρωμένε	verb	κλητική ενικού του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιλαρωμένη
μαξιλαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρωμένης	verb	γενική ενικού του μαξιλαρωμένη
μαξιλαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαξιλαρωμένος
μαξιλαρώματα	=	μαξιλάρωμα
μαξιλαρώματος	=	μαξιλάρωμα
μαξιλαρώνω	verb	πετάω μαξιλάρια σε ένδειξη αποδοκιμασίας καλλιτεχνών (η έννοια αυτή γεννήθηκε το 1882, όταν προστέθηκαν για πρώτη φορά μαξιλάρια στα καθίσματα των θερινών θεατρικών σκηνών και πέθανε γύρω στο 1900 όταν καταργήθηκαν τα μαξιλάρια στα θέατρα)
μαξιλλαροθήκες	=	μαξιλλαροθήκη
μαξιλλαροθήκη	noun	η μαξιλαροθήκη όπως γραφόταν πριν την απλούστευση των διπλών συμφώνων που απέδιδαν διπλά σύμφωνα της γλώσσας από την οποία είχε προέλθει η λέξη
μαξιλλαροθήκης	=	μαξιλλαροθήκη
μαξιλλαροθηκών	=	μαξιλλαροθήκη
μαξιμαλίστρια	noun	μαξιμαλιστής
μαξιμαλίστριας	noun	γενική ενικού του μαξιμαλίστρια
μαξιμαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιμαλίστρια
μαξιμαλισμέ	noun	κλητική ενικού του μαξιμαλισμός
μαξιμαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαξιμαλισμός
μαξιμαλισμού	noun	γενική ενικού του μαξιμαλισμός
μαξιμαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαξιμαλισμός
μαξιμαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαξιμαλισμός
μαξιμαλισμός	noun	η επιδίωξη του μέγιστου, πολύ μεγάλων στόχων που δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν
μαξιμαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαξιμαλισμός
μαξιμαλιστές	=	μαξιμαλιστής
μαξιμαλιστή	=	μαξιμαλιστής
μαξιμαλιστής	noun	ο οπαδός της θεωρίας του μαξιμαλισμού, εκείνος που πιστεύει ότι πρέπει να επιζητείται το μέγιστο δυνατό (στην παραγωγή, στην ανάπτυξη, στις κοινωνικές διαπραγματεύσεις κ.α.)
μαξιμαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιμαλιστικό
μαξιμαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαξιμαλιστική
μαξιμαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστικής	adj	γενική ενικού του μαξιμαλιστική
μαξιμαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστικού	adj	γενική ενικού του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστικός	adj	ο σχετικός με τον μαξιμαλισμό, που προωθεί ζητήματα στα άκρα, που απαιτεί το μέγιστο και διακινδυνεύει την απώλεια ακόμα και το εφικτού
μαξιμαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μαξιμαλιστικός
μαξιμαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μαξιμαλίστρια
μαξιμαλιστών	=	μαξιμαλιστής
μαξουλιού	=	μαξούλι
μαξουλιών	=	μαξούλι
μαξούλι	noun	η παραγωγή της χρονιάς σε κάποιον καρπό, όπως ελιές, φρούτα, κ.λπ.
μαξούλια	=	μαξούλι
μαοΐστρια	=	μαοϊστής
μαοΐστριας	noun	γενική ενικού του μαοΐστρια
μαοΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαοΐστρια
μαονιού	=	μαόνι
μαονιών	=	μαόνι
μαορί	noun	των ιθαγενών Μάορι (γνωστή ως Māori ή Te Reo Māori ή Te Reo).
μαουνιέρη	=	μαουνιέρης
μαουνιέρηδες	=	μαουνιέρης
μαουνιέρηδων	=	μαουνιέρης
μαουνιέρης	noun	ναυτεργάτης που απασχολείτο σε μαούνα ή φύλακας των εμπορευμάτων που μετέφερε η μαούνα
μαουνιέρικα	noun	χώρος λιμένος όπου συγκεντρώνονται ή φυλάσσονται μαούνες (φορτηγίδες)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαουνιέρικο
μαουνιέρικε	adj	κλητική ενικού του μαουνιέρικος
μαουνιέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαουνιέρικη
μαουνιέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαουνιέρικος
μαουνιέρικης	adj	γενική ενικού του μαουνιέρικη
μαουνιέρικο	adj	αιτιατική ενικού του μαουνιέρικος
μαουνιέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαουνιέρικος
μαουνιέρικος	adj	σχετικός με μαούνα ή με μαουνιέρη.
μαουνιέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαουνιέρικος
μαουνιέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαουνιέρικος
μαουνιέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαουνιέρικος
μαουνιέρισσα	=	μαουνιέρης
μαουνών	=	μαούνα
μαοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαοϊκό	adv	με μαοϊκό τρόπο, με τον τρόπο των μαοϊκών
μαοϊκέ	adj	κλητική ενικού του μαοϊκός
μαοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαοϊκή
μαοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαοϊκός
μαοϊκής	adj	γενική ενικού του μαοϊκή
μαοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαοϊκός
μαοϊκού	adj	γενική ενικού του μαοϊκός
μαοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαοϊκός
μαοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του μαοϊκός
μαοϊκός	adj	οπαδός των θεωριών και της πρακτικής του κινέζου κομμουνιστή ηγέτη Μάο Τσετούνγκ
μαοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του μαοϊκός
μαοϊσμέ	noun	κλητική ενικού του μαοϊσμός
μαοϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαοϊσμός
μαοϊσμού	noun	γενική ενικού του μαοϊσμός
μαοϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαοϊσμός
μαοϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του μαοϊσμός
μαοϊσμός	noun	η πολιτική ιδεολογία που βασίζεται στο θεωρητικό έργο και τις πράξεις του Κινέζου κομμουνιστή ηγέτη Μάο Τσε Τουνγκ
μαοϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του μαοϊσμός
μαοϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαοϊστής
μαοϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαοϊστής
μαοϊστής	noun	ο μαοϊκός, ο οπαδός των αρχών του Μάο Τσε Τουνγκ
μαοϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του μαοΐστρια
μαοϊστών	noun	γενική πληθυντικού του μαοϊστής
μαούνα	noun	φορτηγίδα, μικρό σκάφος μηχανοκίνητο ή μη (συνηθέστερα που ρυμουλκείται ή προωθείται) και χρησιμοποιείται στη μεταφορά εμπορευμάτων εντός ποταμών ή μεταφόρτωση από πλοίο σε πλοίο ή από ακτή ή λιμένα σε πλοίο που βρίσκεται σε αγκυροβόλιο και αντίστροφα
μαούνας	noun	γενική ενικού του μαούνα
μαούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαούνα
μαππών	=	μάππα
μαράγκιαζα	=	μαραγκιάζω
μαράγκιαζαν	=	μαραγκιάζω
μαράγκιαζε	=	μαραγκιάζω
μαράγκιαζες	=	μαραγκιάζω
μαράγκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαράγκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαράγκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαράγκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαράγκιασμα	noun	το αποτέλεσμα του μαραγκιάζω
μαράζι	noun	ο καημός, ο διαρκής πόνος για κάποιον/κάτι που μας λείπει ή δεν το καταφέραμε
μαράζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαράζι
μαράζιαζα	=	μαραζιάζω
μαράζιαζαν	=	μαραζιάζω
μαράζιαζε	=	μαραζιάζω
μαράζιαζες	=	μαραζιάζω
μαράζιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαράζιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαράζιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαράζιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαράζωμα	noun	η ψυχική μάρανση, το αποτέλεσμα του μαραζώνω αλλά και η διαδικασία του στον ψυχισμό
μαράζωνα	=	μαραζώνω
μαράζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαράζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαράζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαράζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαράθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαράθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαράθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαράθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαράθι	noun	που μιλιέται στην κεντρική Ινδία
μαράθου	=	μάραθο
μαράκας	noun	οι μαράκες στα ισπανικά
μαράματα	=	μάραμα
μαράματος	=	μάραμα
μαράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράναν	=	μαραίνω
μαράνανε	=	μαραίνω
μαράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράνομε	=	μαραίνω
μαράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράνουνε	=	μαραίνω
μαράνσεις	=	μάρανση
μαράνσεων	=	μάρανση
μαράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνω
μαράσου	=	μαραίνω
μαρέγγα	=	μαρέγκα
μαρέγκα	noun	ασπράδια αυγών χτυπημένα δυνατά -στη συνέχεια, αφού προσθέσουμε ζάχαρη για ορισμένες χρήσεις (όχι όμως πάντα), το αξιοποιούμε στη μαγειρική ή στη ζαχαροπλαστική
μαρέγκας	noun	γενική ενικού του μαρέγκα
μαρέγκες	noun	κλασικό γλύκισμα από πολτό αυγών χτυπημένων με ζάχαρη που με το χωνάκι του δίνουμε διάφορες φόρμες (σαν μικρές σφαίρες συνήθως) και του προσθέτουμε άχνη ζάχαρη και επικάλυψη τριμμένης σοκολάτας (ή ξηρών καρπών).
μαρέγκολα	noun	κανονισμός, καταστατικό
μαρή	intj|vulgar	άλλη γραφή του μωρή
μαρί	noun	γλώσσα που μιλιέται στην ομόσπονδη δημοκρατία της Μαρίι Ελ, στη Ρωσία· έχει δύο κύριες διαλέκτους, την ανατολική και τη δυτική, και γράφεται με μια παραλλαγή του κυριλλικού αλφαβήτου
μαρίδα	noun	είδος μικρού και φτηνού ψαριού (Spicara smaris)
μαρίδας	=	μαρίδα
μαρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρίδα
μαρίδων	=	μαρίδα
μαρίλια	noun	γυναικείο όνομα
μαρίμπα	noun	κρουστό όργανο αφρικανικής προέλευσης που μοιάζει με ξυλόφωνο, με ξύλινα ηχεία κάτω από κάθε πλακέτα που παράγει ήχο.
μαρίμπας	=	μαρίμπα
μαρίμπες	=	μαρίμπα
μαρίνα	noun	μικρό (μη φυσικό) λιμάνι κυρίως για σκάφη αναψυχής, κότερα κ.ά.
μαρίνας	noun	γενική ενικού του μαρίνα
μαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρίνα
μαραίναμε	=	μαραίνω
μαραίναν	=	μαραίνω
μαραίνανε	=	μαραίνω
μαραίνατε	=	μαραίνω
μαραίνει	=	μαραίνω
μαραίνεις	=	μαραίνω
μαραίνεσαι	=	μαραίνω
μαραίνεστε	=	μαραίνω
μαραίνεται	=	μαραίνω
μαραίνετε	=	μαραίνω
μαραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαραίνω
μαραίνομε	=	μαραίνω
μαραίνονται	=	μαραίνω
μαραίνονταν	=	μαραίνω
μαραίνοντας	=	μαραίνω
μαραίνουμε	=	μαραίνω
μαραίνουν	=	μαραίνω
μαραίνουνε	=	μαραίνω
μαραίνω	verb	κάνω ένα φυτό να χάσει τη θαλερότητα και τη φρεσκάδα του
μαραγκέ	noun	κλητική ενικού του μαραγκός
μαραγκιάζαμε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζαν	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζανε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζατε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζει	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζεις	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζετε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζοντας	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζουμε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζουν	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζουνε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάζω	verb	μαραίνομαι, ξεραίνομαι
μαραγκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσαν	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάσανε	=	μαραγκιάζω
μαραγκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαράγκιασμα
μαραγκιάσματος	noun	γενική ενικού του μαράγκιασμα
μαραγκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραγκιάζω
μαραγκιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαράγκιασμα
μαραγκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραγκιασμένο
μαραγκιασμένε	verb	κλητική ενικού του μαραγκιασμένος
μαραγκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραγκιασμένη
μαραγκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαραγκιασμένος
μαραγκιασμένης	verb	γενική ενικού του μαραγκιασμένη
μαραγκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαραγκιασμένος
μαραγκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραγκιασμένος
μαραγκιασμένος	verb	μαραμένος
μαραγκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαραγκιασμένος
μαραγκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαραγκιασμένος
μαραγκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαραγκιασμένος
μαραγκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραγκός
μαραγκοσυνών	=	μαραγκοσύνη
μαραγκοσύνες	=	μαραγκοσύνη
μαραγκοσύνη	noun|vulgar	η τέχνη του μαραγκού, η ενασχόληση με κατασκευή αλλά και με επισκευή ξύλινων επίπλων
μαραγκοσύνης	=	μαραγκοσύνη
μαραγκού	noun	γενική ενικού του μαραγκός
μαραγκούδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραγκούδικο
μαραγκούδικο	noun	το μαγαζί ή το εργαστήριο ενός μαραγκού
μαραγκούδικου	noun	γενική ενικού του μαραγκούδικο
μαραγκούδικων	noun	γενική πληθυντικού του μαραγκούδικο
μαραγκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαραγκός
μαραγκό	noun	αιτιατική ενικού του μαραγκός
μαραγκός	noun	ο ξυλουργός, ο επιπλοποιός που φτιάχνει ξύλινα έπιπλα αλλά και ο τεχνίτης που τα επισκευάζει
μαραγκών	noun	γενική πληθυντικού του μαραγκός
μαραζιάζαμε	=	μαραζιάζω
μαραζιάζαν	=	μαραζιάζω
μαραζιάζανε	=	μαραζιάζω
μαραζιάζατε	=	μαραζιάζω
μαραζιάζει	=	μαραζιάζω
μαραζιάζεις	=	μαραζιάζω
μαραζιάζετε	=	μαραζιάζω
μαραζιάζοντας	=	μαραζιάζω
μαραζιάζουμε	=	μαραζιάζω
μαραζιάζουν	=	μαραζιάζω
μαραζιάζουνε	=	μαραζιάζω
μαραζιάζω	verb	προκαλώ σε κάποιον μαράζι
μαραζιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαραζιάρης
μαραζιάρας	adj	γενική ενικού του μαραζιάρα
μαραζιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζιάρα
μαραζιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαραζιάρης
μαραζιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζιάρης
μαραζιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μαραζιάρης
μαραζιάρης	adj	που έχει καταπέσει ψυχολογικά, είναι καταθλιπτικός, μελαγχολικός
μαραζιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζιάρικο
μαραζιάρικε	adj	κλητική ενικού του μαραζιάρικος
μαραζιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζιάρικη
μαραζιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαραζιάρικος
μαραζιάρικης	adj	γενική ενικού του μαραζιάρικη
μαραζιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαραζιάρης
μαραζιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραζιάρικος
μαραζιάρικος	adj	ο μαραζιασμένος, που έχει μαραζώσει
μαραζιάρικου	adj	γενική ενικού του μαραζιάρικο
μαραζιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαραζιάρικος
μαραζιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μαραζιάρικο
μαραζιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσαν	=	μαραζιάζω
μαραζιάσανε	=	μαραζιάζω
μαραζιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζιάζω
μαραζιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζιασμένο
μαραζιασμένε	verb	κλητική ενικού του μαραζιασμένος
μαραζιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζιασμένη
μαραζιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαραζιασμένος
μαραζιασμένης	verb	γενική ενικού του μαραζιασμένη
μαραζιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαραζιασμένος
μαραζιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραζιασμένος
μαραζιασμένος	verb	που έχει μαραζιάσει
μαραζιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαραζιασμένος
μαραζιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαραζιασμένος
μαραζιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαραζιασμένος
μαραζιού	=	μαράζι
μαραζιών	=	μαράζι
μαραζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαράζωμα
μαραζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζωμένο
μαραζωμένε	verb	κλητική ενικού του μαραζωμένος
μαραζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραζωμένη
μαραζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαραζωμένος
μαραζωμένης	verb	γενική ενικού του μαραζωμένη
μαραζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαραζωμένος
μαραζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραζωμένος
μαραζωμένος	=	μαραζώνω
μαραζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαραζωμένος
μαραζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαραζωμένος
μαραζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαραζωμένος
μαραζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαράζωμα
μαραζώματος	noun	γενική ενικού του μαράζωμα
μαραζώνω	verb	πέφτω σε κατάθλιψη, με τρώει το μαράζι
μαραζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραζώνω
μαραθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθήκαν	=	μαραίνω
μαραθήκανε	=	μαραίνω
μαραθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθιά	noun|vulgar	το φυτό του μάραθου
μαραθιάς	noun	γενική ενικού του μαραθιά
μαραθιές	=	μαραθιά
μαραθιών	=	μαραθιά
μαραθοπιτάκι	noun	υποκοριστικό του μαραθόπιτα
μαραθοπιτάκια	=	μαραθοπιτάκι
μαραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθούνε	=	μαραίνω
μαραθωνίου	=	μαραθώνιος
μαραθωνίους	=	μαραθώνιος
μαραθωνίων	=	μαραθώνιος
μαραθωνοδρόμε	noun	κλητική ενικού του μαραθωνοδρόμος
μαραθωνοδρόμο	noun	αιτιατική ενικού του μαραθωνοδρόμος
μαραθωνοδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραθωνοδρόμος
μαραθωνοδρόμος	noun	δρομέας που τρέχει στον μαραθώνιο
μαραθωνοδρόμου	noun	γενική ενικού του μαραθωνοδρόμος
μαραθωνοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαραθωνοδρόμος
μαραθωνοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του μαραθωνοδρόμος
μαραθωνομάχε	noun	κλητική ενικού του μαραθωνομάχος
μαραθωνομάχο	noun	αιτιατική ενικού του μαραθωνομάχος
μαραθωνομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραθωνομάχος
μαραθωνομάχος	noun	εκείνος που πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα εναντίον των Περσών
μαραθωνομάχου	noun	γενική ενικού του μαραθωνομάχος
μαραθωνομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαραθωνομάχος
μαραθωνομάχων	noun	γενική πληθυντικού του μαραθωνομάχος
μαραθόπιτα	noun	πίτα με μάραθο
μαραθόπιτας	noun	γενική ενικού του μαραθόπιτα
μαραθόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραθόπιτα
μαραθόσπορε	=	μαραθόσπορος
μαραθόσπορο	=	μαραθόσπορος
μαραθόσποροι	=	μαραθόσπορος
μαραθόσπορος	noun	σπόρος μάραθου
μαραθόσπορου	=	μαραθόσπορος
μαραθόσπορους	=	μαραθόσπορος
μαραθόσπορων	=	μαραθόσπορος
μαραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαραίνομαι
μαραθώνια	=	μαραθώνιος
μαραθώνιας	=	μαραθώνιος
μαραθώνιε	=	μαραθώνιος
μαραθώνιες	=	μαραθώνιος
μαραθώνιο	noun	αιτιατική ενικού του μαραθώνιος
μαραθώνιοι	=	μαραθώνιος
μαραθώνιος	adj	που έχει σχέση με τον Μαραθώνα ή αναφέρεται σ' αυτόν
μαραθώνιου	=	μαραθώνιος
μαραθώνιους	=	μαραθώνιος
μαραθώνιων	=	μαραθώνιος
μαραινόμασταν	=	μαραίνω
μαραινόμαστε	=	μαραίνω
μαραινόμουν	=	μαραίνω
μαραινόμουνα	=	μαραίνω
μαραινόντουσαν	=	μαραίνω
μαραινόσασταν	=	μαραίνω
μαραινόσαστε	=	μαραίνω
μαραινόσουν	=	μαραίνω
μαραινόσουνα	=	μαραίνω
μαραινόταν	=	μαραίνω
μαραινότανε	=	μαραίνω
μαραμάτων	=	μάραμα
μαραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραμένο
μαραμένε	verb	κλητική ενικού του μαραμένος
μαραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαραμένη
μαραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαραμένος
μαραμένης	verb	γενική ενικού του μαραμένη
μαραμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαραμένος
μαραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαραμένος
μαραμένος	=	μαραίνω
μαραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαραμένος
μαραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαραμένος
μαραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαραμένος
μαραμπουμηλιά	noun	ποικιλία ξινομηλιάς, με ιδιαίτερα γλυκούς καρπούς
μαραμπουμηλιάς	=	μαραμπουμηλιά
μαραμπουμηλιές	=	μαραμπουμηλιά
μαραμπουμηλιών	=	μαραμπουμηλιά
μαραμπού	noun	γένος μεγάλων τροπικών πτηνών που ανήκει στην τάξη πελαργόμορφα (Ciconiiformes) και στην οικογένεια πελαργίδες (Ciconiidae).
μαρασκίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρασκίνο
μαρασκίνο	noun	ξινό κεράσι ή βύσσινο (prunus cerasus) του είδους marasca, που κατοπιν επεξεργασίας χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική ή στην ποτοποιία
μαρασκίνου	noun	γενική ενικού του μαρασκίνο
μαρασκίνων	noun	γενική πληθυντικού του μαρασκίνο
μαρασμέ	noun	κλητική ενικού του μαρασμός
μαρασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρασμός
μαρασμού	noun	γενική ενικού του μαρασμός
μαρασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαρασμός
μαρασμωδών	=	μαρασμώδης
μαρασμό	noun	αιτιατική ενικού του μαρασμός
μαρασμός	noun|figurative	το μαράζωμα, η μάρανση, το μάραμα, η παρακμή, η φθορά, η απώλεια της ζωτικότητας, της δημιουργικότητας
μαρασμώδεις	=	μαρασμώδης
μαρασμώδες	=	μαρασμώδης
μαρασμώδη	=	μαρασμώδης
μαρασμώδης	adj|figurative	που έχει μαραθεί
μαρασμώδους	=	μαρασμώδης
μαρασμών	noun	γενική πληθυντικού του μαρασμός
μαραφέτι	noun	αντικείμενο του οποίου δεν γνωρίζουμε ή δεν θυμόμαστε την ονομασία ή δεν θέλουμε να το ονομάσουμε
μαραφέτια	=	μαραφέτι
μαραφετιού	=	μαραφέτι
μαραφετιών	=	μαραφέτι
μαργάρου	=	μάργαρος
μαργάρους	=	μάργαρος
μαργάρων	=	μάργαρος
μαργέλι	noun	κράσπεδο, χείλος
μαργαρίνες	=	μαργαρίνη
μαργαρίνη	noun	το τεχνητό βούτυρο φυτικής προέλευσης, υποκατάστατο του φρέσκου ζωικού βουτύρου
μαργαρίνης	=	μαργαρίνη
μαργαρίτα	noun	το αγριολούλουδο και το φυτό με λευκά ή κίτρινα πέταλα
μαργαρίτας	noun	γενική ενικού του μαργαρίτα
μαργαρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαργαρίτα
μαργαρίτη	=	μαργαρίτης
μαργαρίτης	noun|archaic	άλλη μορφή του μαργαριτάρι
μαργαρινών	=	μαργαρίνη
μαργαριτάρι	noun	πολύτιμος λίθος που σχηματίζεται μέσα στα όστρακα ορισμένων στρειδιών, με γυαλιστερή και συνήθως σφαιρική εμφάνιση
μαργαριτάρια	=	μαργαριτάρι
μαργαριταρένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιας	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιε	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιες	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιο	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιοι	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από μαργαριτάρια ή που έχει εμφάνιση παρόμοια με μαργαριτάρι
μαργαριταρένιου	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιους	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταρένιων	=	μαργαριταρένιος
μαργαριταριού	=	μαργαριτάρι
μαργαριταριών	=	μαργαριτάρι
μαργαριτοφόρα	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρας	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρε	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρες	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρο	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόροι	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρος	adj	για όστρακα που μπορούν να παράγουν ή ήδη φέρουν μαργαριτάρι, κυρίως για το είδος Pinctada margaritifera
μαργαριτοφόρου	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρους	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτοφόρων	=	μαργαριτοφόρος
μαργαριτών	=	μαργαρίτα
μαργαρωδών	=	μαργαρώδης
μαργαρώδεις	=	μαργαρώδης
μαργαρώδες	=	μαργαρώδης
μαργαρώδη	=	μαργαρώδης
μαργαρώδης	adj	όμοιος με μαργαριτάρι στη λάμψη ή στην υφή
μαργαρώδους	=	μαργαρώδης
μαργαϊκά	=	μαργαϊκός
μαργαϊκέ	=	μαργαϊκός
μαργαϊκές	=	μαργαϊκός
μαργαϊκή	=	μαργαϊκός
μαργαϊκής	=	μαργαϊκός
μαργαϊκοί	=	μαργαϊκός
μαργαϊκού	=	μαργαϊκός
μαργαϊκούς	=	μαργαϊκός
μαργαϊκό	=	μαργαϊκός
μαργαϊκός	adj	σχετικός με μάργα
μαργαϊκών	=	μαργαϊκός
μαργιόλικε	adj	κλητική ενικού του μαργιόλικος
μαργιόλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαργιόλικη
μαργιόλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαργιόλικος
μαργιόλικης	adj	γενική ενικού του μαργιόλικη
μαργιόλικο	adj	αιτιατική ενικού του μαργιόλικος
μαργιόλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαργιόλικος
μαργιόλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαργιόλικος
μαργιόλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαργιόλικος
μαργιόλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαργιόλικος
μαργουσιάρη	=	μαργουσιάρης
μαργουσιάρηδες	=	μαργουσιάρης
μαργουσιάρηδων	=	μαργουσιάρης
μαργουσιάρης	noun	αυτός που κρυώνει εύκολα, αυτός που νοιώθει κρύο εύκολα, ψυχροευαίσθητος
μαργράβε	=	μαργράβος
μαργράβο	=	μαργράβος
μαργράβοι	=	μαργράβος
μαργράβος	noun	γερμανικός τίτλος ευγενείας για άρχοντες-φύλακες παραμεθόριων επαρχιών της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, ισοδύναμος του γαλλικού τίτλου του μαρκησίου και με ανάλογη θέση με τους ακρίτες του Βυζαντίου
μαργράβου	=	μαργράβος
μαργράβους	=	μαργράβος
μαργράβων	=	μαργράβος
μαργραβάτα	=	μαργραβάτο
μαργραβάτο	noun	η περιοχή δικαιοδοσίας και εξουσίας του μαργράβου, αντίστοιχη της μαρκιωνίας, καθώς και το αξίωμά του
μαργραβάτου	=	μαργραβάτο
μαργραβάτων	=	μαργραβάτο
μαργωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάργωμα
μαργωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαργωμένο
μαργωμένε	verb	κλητική ενικού του μαργωμένος
μαργωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαργωμένη
μαργωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαργωμένος
μαργωμένης	verb	γενική ενικού του μαργωμένη
μαργωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαργωμένος
μαργωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαργωμένος
μαργωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαργωμένος
μαργωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαργωμένος
μαργωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαργωμένος
μαργώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάργωμα
μαργώματος	noun	γενική ενικού του μάργωμα
μαργών	noun	γενική πληθυντικού του μάργα
μαργώναμε	=	μαργώνω
μαργώναν	=	μαργώνω
μαργώνανε	=	μαργώνω
μαργώνατε	=	μαργώνω
μαργώνει	=	μαργώνω
μαργώνεις	=	μαργώνω
μαργώνετε	=	μαργώνω
μαργώνοντας	=	μαργώνω
μαργώνουμε	=	μαργώνω
μαργώνουν	=	μαργώνω
μαργώνουνε	=	μαργώνω
μαργώνω	verb|vulgar	κρυώνω και δεν μπορώ να κουνήσω τα μέλη μου, μουδιάζω από το κρύο
μαργώνῃς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεργητικού ενεστώτα του μαργώνω
μαργώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώσαν	=	μαργώνω
μαργώσανε	=	μαργώνω
μαργώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαργώστε	=	μαργώνω
μαργώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαργώνω
μαριδάκι	noun	η μικρή μαρίδα, η μαριδούλα
μαριδάκια	=	μαριδάκι
μαριδίτσα	noun	υποκοριστικό του μαρίδα
μαριδίτσας	noun	γενική ενικού του μαριδίτσα
μαριδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαριδίτσα
μαριδούλα	noun	υποκοριστικό του μαρίδα
μαριδούλας	=	μαριδούλα
μαριδούλες	=	μαριδούλα
μαριλόπαπια	noun	είδος πάπιας
μαριλόπαπιας	=	μαριλόπαπια
μαριλόπαπιες	=	μαριλόπαπια
μαριλόπαπιων	=	μαριλόπαπια
μαρινάδα	noun	άλλη μορφή του μαρινάτα· σάλτσα για κρέας ή ψάρι κυρίως από λάδι, ξίδι, λεμόνι, αλάτι και μπαχαρικά
μαρινάδας	=	μαρινάδα
μαρινάδες	=	μαρινάδα
μαρινάδων	=	μαρινάδα
μαρινάρισμα	noun	η ενέργεια του μαρινάρω
μαρινάρω	verb	εμβαπτίζω κρέας ή ψάρι για ικανό χρονικό διάστημα σε μείγμα από λάδι και κρασί ή ξίδι ή λεμόνι μαζί με μπαχαρικά, για να μαλακώσει ή να πάρει ωραία γεύση
μαρινάτα	noun	σάλτσα για κρέας ή ψάρι κυρίως από λάδι, ξίδι, λεμόνι, αλάτι και μπαχαρικά
μαρινάτας	noun	γενική ενικού του μαρινάτα
μαρινάτε	adj	κλητική ενικού του μαρινάτος
μαρινάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρινάτα
μαρινάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρινάτος
μαρινάτης	adj	γενική ενικού του μαρινάτη
μαρινάτο	adj	αιτιατική ενικού του μαρινάτος
μαρινάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρινάτος
μαρινάτος	adj	το φαγητό που έχει μαριναριστεί με κάποια συνταγή μαρινάδας
μαρινάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρινάτος
μαρινάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρινάτος
μαρινάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρινάτος
μαριναρίσματα	=	μαρινάρισμα
μαριναρίσματος	=	μαρινάρισμα
μαριναρισμάτων	=	μαρινάρισμα
μαριναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαριναρισμένο
μαριναρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαριναρισμένος
μαριναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαριναρισμένη
μαριναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαριναρισμένος
μαριναρισμένης	verb	γενική ενικού του μαριναρισμένη
μαριναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαριναρισμένος
μαριναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαριναρισμένος
μαριναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαριναρισμένος
μαριναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαριναρισμένος
μαριναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαριναρισμένος
μαρινιέρα	noun	είδος ανδρικής ή γυναικείας μπλούζας με χαρακτηριστικές οριζόντιες ρίγες
μαρινιέρας	=	μαρινιέρα
μαρινιέρες	=	μαρινιέρα
μαρινών	noun	γενική πληθυντικού του μαρίνα
μαριολιά	noun	η συμπεριφορά με τα χαρακτηριστικά του μαριόλη
μαριολιάς	=	μαριολιά
μαριολιές	=	μαριολιά
μαριολιών	=	μαριολιά
μαριονέτα	noun	ομοίωμα, συνήθως ανθρώπου, με κινητά μέλη, τα οποία κρέμονται από σπάγκο ή εύκαμπτο σύρμα, για να μπορεί κάποιος να τα κινεί, δίνοντας την εντύπωση ότι κινείται από μόνο του και χρησιμοποιείται στο κουκλοθέατρο
μαριονέτας	noun	γενική ενικού του μαριονέτα
μαριονέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαριονέτα
μαριονέττα	=	μαριονέτα
μαριονετίστα	=	μαριονετίστας
μαριονετίστας	noun	αυτός που χειρίζεται κούκλες, που παίζει σε κουκλοθέατρο
μαριονετίστες	=	μαριονετίστας
μαριονετιστών	=	μαριονετίστας
μαριονετών	noun	γενική πληθυντικού του μαριονέτα
μαριουπολίτικα	noun	διάλεκτος ελληνικής προέλευσης της περιοχής της Μαριούπολης, που έχει κοινά ισόγλωσσα με την ποντιακή και με γλωσσικές ποικιλίες της καππαδοκικής διαλέκτου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μαριουπολίτικος
μαριουπολίτικων	=	μαριουπολίτικα
μαριχουάνα	noun	Το φυτό ινδική κάνναβις και το ναρκωτικό που παράγεται από αυτό.
μαριχουάνας	noun	γενική ενικού του μαριχουάνα
μαριχουάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαριχουάνα
μαριόλα	=	μαριόλης
μαριόλας	=	μαριόλης
μαριόλε	=	μαριόλος
μαριόλες	=	μαριόλης
μαριόλη	=	μαριόλης
μαριόληδες	=	μαριόλης
μαριόληδων	=	μαριόλης
μαριόλης	adj	κατεργάρης, απατεωνίσκος
μαριόλικα	adj	αιτιατική ενικού του μαριόλικος	adv	με τρόπο μαριόλικο, με απάτες, με κατεργαριές, ύπουλα
μαριόλικε	=	μαριόλικος
μαριόλικες	=	μαριόλικος
μαριόλικη	=	μαριόλικος
μαριόλικης	=	μαριόλικος
μαριόλικια	=	μαριόλικος
μαριόλικιας	=	μαριόλικος
μαριόλικο	=	μαριόλης
μαριόλικοι	=	μαριόλικος
μαριόλικος	adj	που κρύβει μαργιολιά, απάτη
μαριόλικου	=	μαριόλης
μαριόλικους	=	μαριόλικος
μαριόλικων	=	μαριόλης
μαριόλο	=	μαριόλος
μαριόλοι	=	μαριόλος
μαριόλος	adj	άλλη μορφή του μαριόλης
μαριόλου	=	μαριόλος
μαριόλους	=	μαριόλος
μαριόλων	=	μαριόλος
μαρκάλισμα	noun	η πράξη γονιμοποίησης των αμνών
μαρκάραμε	=	μαρκάρω
μαρκάραν	=	μαρκάρω
μαρκάρανε	=	μαρκάρω
μαρκάρατε	=	μαρκάρω
μαρκάρει	=	μαρκάρω
μαρκάρεις	=	μαρκάρω
μαρκάρεσαι	=	μαρκάρω
μαρκάρεστε	=	μαρκάρω
μαρκάρεται	=	μαρκάρω
μαρκάρετε	=	μαρκάρω
μαρκάριζα	=	μαρκάρω
μαρκάριζαν	=	μαρκάρω
μαρκάριζε	=	μαρκάρω
μαρκάριζες	=	μαρκάρω
μαρκάρισα	=	μαρκάρω
μαρκάρισαν	=	μαρκάρω
μαρκάρισε	=	μαρκάρω
μαρκάρισες	=	μαρκάρω
μαρκάρισμα	noun	η προσπάθεια να παρεμποδιστεί η ελευθερία κινήσεων του αντιπάλου
μαρκάρομαι	=	μαρκάρω
μαρκάρονται	=	μαρκάρω
μαρκάρονταν	=	μαρκάρω
μαρκάροντας	=	μαρκάρω
μαρκάρου	=	μαρκάρω
μαρκάρουμε	=	μαρκάρω
μαρκάρουν	=	μαρκάρω
μαρκάρουνε	=	μαρκάρω
μαρκάρω	verb	βάζω τη μάρκα, το σήμα κατατεθέν ή κάποιο άλλο ιδιαίτερο διακριτικό σε αντικείμενο
μαρκάτη	=	μακάρτι
μαρκάτι	=	μακάρτι
μαρκέ	adj	που ανήκει σε μάρκα, σε κάποια φίρμα, που είναι άτυπα ή και νόμιμα πατενταρισμένο, συσκευές ή τμηματά τους που μπορούν να επισκευαστούν μόνον με επώνυμα εργαλεία της ίδιας, δηλαδή της κατασκευάστριας εταιρείας
μαρκήσιε	noun	κλητική ενικού του μαρκήσιος
μαρκήσιο	noun	αιτιατική ενικού του μαρκήσιος
μαρκήσιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρκήσιος
μαρκήσιος	noun	φεουδάρχης ευγενής με τίτλο ευγενείας ανώτερο από του κόμη και κατώτερο από του δούκα
μαρκήσιου	=	μαρκήσιος
μαρκήσιους	=	μαρκήσιος
μαρκίζα	noun	προεξοχή στέγης, γείσο
μαρκίζας	noun	γενική ενικού του μαρκίζα
μαρκίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκίζα
μαρκαδοράκι	noun	υποκοριστικό του μαρκαδόρος
μαρκαδοράκια	=	μαρκαδοράκι
μαρκαδόρε	noun	κλητική ενικού του μαρκαδόρος
μαρκαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του μαρκαδόρος
μαρκαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρκαδόρος
μαρκαδόρος	noun	είδος στυλογράφου που έχει υγρό μελάνι και η άκρη γραφής του αποτελείται από μαλακό απορροφητικό υλικό
μαρκαδόρου	noun	γενική ενικού του μαρκαδόρος
μαρκαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαρκαδόρος
μαρκαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του μαρκαδόρος
μαρκαλάω	verb	μαρκαλίζω
μαρκαλίζω	verb	βατεύω, ζευγαρώνω με το θηλυκό
μαρκαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκάλισμα
μαρκαλίσματος	noun	γενική ενικού του μαρκάλισμα
μαρκαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαρκάλισμα
μαρκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκαλισμένο
μαρκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του μαρκαλισμένος
μαρκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκαλισμένη
μαρκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρκαλισμένος
μαρκαλισμένης	verb	γενική ενικού του μαρκαλισμένη
μαρκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαρκαλισμένος
μαρκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρκαλισμένος
μαρκαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μαρκαλίζω και μαρκαλάω-μαρκαλώ
μαρκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρκαλισμένος
μαρκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαρκαλισμένος
μαρκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρκαλισμένος
μαρκαλώ	verb	μαρκαλίζω
μαρκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαρκαλώ
μαρκαρίσαμε	=	μαρκάρω
μαρκαρίσαν	=	μαρκάρω
μαρκαρίσανε	=	μαρκάρω
μαρκαρίσατε	=	μαρκάρω
μαρκαρίσει	=	μαρκάρω
μαρκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκάρισμα
μαρκαρίσματος	noun	γενική ενικού του μαρκάρισμα
μαρκαρίσου	=	μαρκάρω
μαρκαρίστε	=	μαρκάρω
μαρκαρίστηκα	=	μαρκάρω
μαρκαρίστηκαν	=	μαρκάρω
μαρκαρίστηκε	=	μαρκάρω
μαρκαρίστηκες	=	μαρκάρω
μαρκαριζόμασταν	=	μαρκάρω
μαρκαριζόμαστε	=	μαρκάρω
μαρκαριζόμουν	=	μαρκάρω
μαρκαριζόμουνα	=	μαρκάρω
μαρκαριζόντουσαν	=	μαρκάρω
μαρκαριζόσασταν	=	μαρκάρω
μαρκαριζόσαστε	=	μαρκάρω
μαρκαριζόσουν	=	μαρκάρω
μαρκαριζόσουνα	=	μαρκάρω
μαρκαριζόταν	=	μαρκάρω
μαρκαριζότανε	=	μαρκάρω
μαρκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαρκάρισμα
μαρκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκαρισμένο
μαρκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαρκαρισμένος
μαρκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρκαρισμένη
μαρκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρκαρισμένος
μαρκαρισμένης	verb	γενική ενικού του μαρκαρισμένη
μαρκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαρκαρισμένος
μαρκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρκαρισμένος
μαρκαρισμένος	=	μαρκάρω
μαρκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρκαρισμένος
μαρκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαρκαρισμένος
μαρκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρκαρισμένος
μαρκαριστήκαμε	=	μαρκάρω
μαρκαριστήκαν	=	μαρκάρω
μαρκαριστήκανε	=	μαρκάρω
μαρκαριστήκατε	=	μαρκάρω
μαρκαριστεί	=	μαρκάρω
μαρκαριστείς	=	μαρκάρω
μαρκαριστείτε	=	μαρκάρω
μαρκαριστούμε	=	μαρκάρω
μαρκαριστούν	=	μαρκάρω
μαρκαριστούνε	=	μαρκάρω
μαρκαριστώ	=	μαρκάρω
μαρκαρόμασταν	=	μαρκάρω
μαρκαρόμαστε	=	μαρκάρω
μαρκαρόμουν	=	μαρκάρω
μαρκαρόμουνα	=	μαρκάρω
μαρκαρόντουσαν	=	μαρκάρω
μαρκαρόσασταν	=	μαρκάρω
μαρκαρόσαστε	=	μαρκάρω
μαρκαρόσουν	=	μαρκάρω
μαρκαρόσουνα	=	μαρκάρω
μαρκαρόταν	=	μαρκάρω
μαρκαρότανε	=	μαρκάρω
μαρκασίτες	=	μαρκασίτης
μαρκασίτη	=	μαρκασίτης
μαρκασίτης	noun	θειούχο ορυκτό του σιδήρου
μαρκασιτών	=	μαρκασίτης
μαρκετίστα	=	μαρκετίστας
μαρκετίστας	noun	εργαζόμενος στον τομέα του μάρκετινγκ
μαρκετίστες	=	μαρκετίστας
μαρκετίστρια	=	μαρκετίστας
μαρκετερί	noun	ένθετη διακόσμηση με συναρμολόγηση μικρών τεμαχίων ξύλου, τα οποία έχουν διαφορετική υφή και χρώμα
μαρκετιστών	=	μαρκετίστας
μαρκησία	noun	η σύζυγος ή η χήρα μαρκησίου
μαρκησίας	=	μαρκησία
μαρκησίες	=	μαρκησία
μαρκησίου	noun	γενική ενικού του μαρκήσιος
μαρκησίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαρκήσιος
μαρκησίων	noun	γενική πληθυντικού του μαρκήσιος
μαρκησιών	=	μαρκησία
μαρκιωνία	noun	συνοριακή περιοχή που διοικείται στρατιωτικά από τον μαρκήσιο
μαρκιωνίας	=	μαρκιωνία
μαρκιωνίες	=	μαρκιωνία
μαρκιωνιών	=	μαρκιωνία
μαρκοπουλιώτικα	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικε	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικες	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικη	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικης	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικο	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικοι	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Μαρκόπουλο ή τους κατοίκους του
μαρκοπουλιώτικου	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικους	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκοπουλιώτικων	=	μαρκοπουλιώτικος
μαρκουτσιού	=	μαρκούτσι
μαρκουτσιών	=	μαρκούτσι
μαρκούτσι	noun	ο σωλήνας του ναργιλέ με το επιστόμιο
μαρκούτσια	=	μαρκούτσι
μαρκόνη	=	μαρκόνης
μαρκόνηδες	=	μαρκόνης
μαρκόνηδων	=	μαρκόνης
μαρκόνης	noun	ασυρματιστής
μαρμάγκα	noun	ευμεγέθης αράχνη με δαγκάνες, Galeodes graecus
μαρμάγκας	noun	γενική ενικού του μαρμάγκα
μαρμάγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμάγκα
μαρμάρα	noun|dated	στείρα
μαρμάρας	noun	γενική ενικού του μαρμάρα
μαρμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμάρα
μαρμάρινα	=	μαρμάρινος
μαρμάρινε	=	μαρμάρινος
μαρμάρινες	=	μαρμάρινος
μαρμάρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρμάρινος
μαρμάρινης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (μαρμάρινη) του μαρμάρινος
μαρμάρινο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μαρμάρινος
μαρμάρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρμάρινος
μαρμάρινος	adj	κατασκευασμένος από μάρμαρο
μαρμάρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρμάρινος
μαρμάρινους	=	μαρμάρινος
μαρμάρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μαρμάρινος
μαρμάρου	noun	γενική ενικού του μάρμαρο
μαρμάρωμα	noun	το αποτέλεσμα του ρήματος μαρμαρώνω, η κατάσταση στην οποία κάποιος γίνεται σαν άγαλμα, σαν από μάρμαρο
μαρμάρων	=	μάρμαρο
μαρμάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμάρωση	noun	η επικάλυψη μιας επιφάνειας με πλάκες μαρμάρου
μαρμάρωσης	=	μαρμάρωση
μαρμίτα	noun	είδος μετάλλινου μαγειρικού σκεύους, η χύτρα, η κατσαρόλα
μαρμίτας	noun	γενική ενικού του μαρμίτα
μαρμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμίτα
μαρμαίρω	verb	σπινθηροβολώ, ακτινοβολώ, λάμπω
μαρμαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαρμαράς
μαρμαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαράς
μαρμαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαράδικο
μαρμαράδικο	noun	μαρμαρογλυφείο, η επιχείρηση του μαρμαρά, εκεί όπου οι τεχνίτες κατεργάζονται το μάρμαρο
μαρμαράδικου	noun	γενική ενικού του μαρμαράδικο
μαρμαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του μαρμαράδικο
μαρμαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μαρμαράς
μαρμαράς	noun	ο τεχνίτης που κατεργάζεται το μάρμαρο ή τοποθετεί μαρμάρινα δάπεδα
μαρμαρένια	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιας	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιε	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιες	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιο	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιοι	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από μάρμαρο, μαρμάρινος
μαρμαρένιου	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιους	=	μαρμαρένιος
μαρμαρένιων	=	μαρμαρένιος
μαρμαρίνη	noun	τεχνητό υλικό που μοιάζει με το μάρμαρο
μαρμαρίνης	noun	γενική ενικού του μαρμαρίνη
μαρμαροβιομηχανία	noun	βιομηχανία εξόρυξης και επεξεργασίας μαρμάρου
μαρμαροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του μαρμαροβιομηχανία
μαρμαροβιομηχανίες	=	μαρμαροβιομηχανία
μαρμαροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του μαρμαροβιομηχανία
μαρμαρογλυπτικές	=	μαρμαρογλυπτική
μαρμαρογλυπτική	noun	η γλυπτική που χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη το μάρμαρο
μαρμαρογλυπτικής	=	μαρμαρογλυπτική
μαρμαρογλυπτικών	=	μαρμαρογλυπτική
μαρμαρογλυπτών	=	μαρμαρογλύπτης
μαρμαρογλυφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρογλυφείο
μαρμαρογλυφείο	noun	χώρος λείανσης, γυαλίσματος και γενικά επεξεργασίας του μαρμάρου
μαρμαρογλυφείου	noun	γενική ενικού του μαρμαρογλυφείο
μαρμαρογλυφείων	noun	γενική πληθυντικού του μαρμαρογλυφείο
μαρμαρογλύπτες	=	μαρμαρογλύπτης
μαρμαρογλύπτη	=	μαρμαρογλύπτης
μαρμαρογλύπτης	noun	ο γλύπτης που δουλεύει με πρώτη ύλη το μάρμαρο
μαρμαρογλύφε	=	μαρμαρογλύφος
μαρμαρογλύφο	=	μαρμαρογλύφος
μαρμαρογλύφοι	=	μαρμαρογλύφος
μαρμαρογλύφος	noun	συνώνυμο του μαρμαράς, ή του μαρμαρογλύπτης
μαρμαρογλύφου	=	μαρμαρογλύφος
μαρμαρογλύφους	=	μαρμαρογλύφος
μαρμαρογλύφων	=	μαρμαρογλύφος
μαρμαροειδές	=	μαρμαροειδής
μαρμαροειδή	=	μαρμαροειδής
μαρμαροειδής	adj	όμοιο με μάρμαρο στην όψη ή στην υφή
μαρμαροειδείς	=	μαρμαροειδής
μαρμαροειδούς	=	μαρμαροειδής
μαρμαροειδών	=	μαρμαροειδής
μαρμαροθέτημα	noun	η καλυμμένη με μαρμάρινες πλάκες σε διάφορους σχηματισμούς και σχέδια επιφάνεια (τοίχου, δαπέδου κ.λπ.)
μαρμαροθετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαροθέτημα
μαρμαροθετήματος	noun	γενική ενικού του μαρμαροθέτημα
μαρμαροθετημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαρμαροθέτημα
μαρμαροκολονών	=	μαρμαροκολόνα
μαρμαροκολόνα	noun	κολόνα από μάρμαρο
μαρμαροκολόνας	=	μαρμαροκολόνα
μαρμαροκολόνες	=	μαρμαροκολόνα
μαρμαροκονία	noun	κονία / κονίαμα που περιέχει φύραμα ασβέστου και σε μικρό ποσοστό κονιορτοποιημένο μάρμαρο για την επίχριση τοίχων, ώστε αυτοί να είναι λείοι ή και γυαλιστεροί μετά από στίλβωση και που μπορεί όμως να αποτελεί μίγμα και άλλων υλικών, παρότι λέγεται μαρμαροκονία
μαρμαροκονίαμα	noun	κονίαμα που περιέχει μαρμαρόσκονη
μαρμαροκονίας	=	μαρμαροκονία
μαρμαροκονίες	=	μαρμαροκονία
μαρμαροκονιάματα	=	μαρμαροκονίαμα
μαρμαροκονιάματος	=	μαρμαροκονίαμα
μαρμαροκονιαμάτων	=	μαρμαροκονίαμα
μαρμαροκονιών	=	μαρμαροκονία
μαρμαροσκονών	=	μαρμαρόσκονη
μαρμαροστρώσεις	=	μαρμαρόστρωση
μαρμαροστρώσεων	=	μαρμαρόστρωση
μαρμαροτεχνία	noun	η τέχνη του μαρμαρά στην επεξεργασία του μαρμάρου ή στη μαρμαρόστρωση
μαρμαροτεχνίας	=	μαρμαροτεχνία
μαρμαροτεχνίες	=	μαρμαροτεχνία
μαρμαροτεχνιών	=	μαρμαροτεχνία
μαρμαρυγές	=	μαρμαρυγή
μαρμαρυγή	noun	λάμψη, λαμπύρισμα, ακτινοβολία
μαρμαρυγής	=	μαρμαρυγή
μαρμαρυγία	=	μαρμαρυγίας
μαρμαρυγίας	noun	είδος ημιδιαφανούς φυλλοπυριτικού ορυκτού
μαρμαρυγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρυγίας
μαρμαρυγιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρυγιακό
μαρμαρυγιακέ	adj	κλητική ενικού του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρυγιακή
μαρμαρυγιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιακής	adj	γενική ενικού του μαρμαρυγιακή
μαρμαρυγιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιακού	adj	γενική ενικού του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιακό	adj	αιτιατική ενικού του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιακός	adj	που έχει σχέση με τον μαρμαρυγία, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτόν, αποτελείται από μαρμαρυγία ή τον περιέχει στη σύστασή του
μαρμαρυγιακών	adj	γενική πληθυντικού του μαρμαρυγιακός
μαρμαρυγιών	=	μαρμαρυγίας
μαρμαρυγών	=	μαρμαρυγή
μαρμαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαρμάρωμα
μαρμαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρωμένο
μαρμαρωμένε	verb	κλητική ενικού του μαρμαρωμένος
μαρμαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρωμένη
μαρμαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρμαρωμένος
μαρμαρωμένης	verb	γενική ενικού του μαρμαρωμένη
μαρμαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαρμαρωμένος
μαρμαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρωμένος
μαρμαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρμαρωμένος
μαρμαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαρμαρωμένος
μαρμαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρμαρωμένος
μαρμαρόγλυπτα	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτε	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτες	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτη	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτης	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτο	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτοι	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτος	adj	που έχει λαξευθεί σε μάρμαρο
μαρμαρόγλυπτου	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτους	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόγλυπτων	=	μαρμαρόγλυπτος
μαρμαρόκολλα	noun	είδος χαρτιού που χρησιμοποιείται για εσώφυλλο ή στο κάλυμμα βιβλίου και έχει σχέδια παρόμοια με τα νερά του μάρμαρου ή γενικά χαοτικά σχέδια
μαρμαρόκολλας	=	μαρμαρόκολλα
μαρμαρόκολλες	=	μαρμαρόκολλα
μαρμαρόσκονες	=	μαρμαρόσκονη
μαρμαρόσκονη	noun	σκόνη μαρμάρου (ως οικοδομικό υλικό)
μαρμαρόσκονης	=	μαρμαρόσκονη
μαρμαρόστρωση	noun	η στρώση μιας επιφάνειας με μάρμαρα καθώς και η σχετική κατασκευή που προκύπτει
μαρμαρόστρωσης	=	μαρμαρόστρωση
μαρμαρόστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρόστρωτο
μαρμαρόστρωτε	adj	κλητική ενικού του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρόστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρόστρωτη
μαρμαρόστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρόστρωτης	adj	γενική ενικού του μαρμαρόστρωτη
μαρμαρόστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρόστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρόστρωτος	adj	επιφάνεια στρωμένη με μάρμαρο
μαρμαρόστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρόστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρόστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρμαρόστρωτος
μαρμαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμάρωμα
μαρμαρώματος	noun	γενική ενικού του μαρμάρωμα
μαρμαρώνω	verb	κάνω κάποιον / κάτι μαρμάρινο
μαρμαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμάρωση
μαρμαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώσεων	=	μαρμάρωση
μαρμαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρμαρώνω
μαρμελάδα	noun	πολτώδες γλυκό παρασκεύασμα φτιαγμένο από βρασμένα φρούτα και ζάχαρη
μαρμελάδας	=	μαρμελάδα
μαρμελάδες	=	μαρμελάδα
μαρμελάδων	=	μαρμελάδα
μαρμοτών	noun	γενική πληθυντικού του μαρμότα
μαρμότα	noun	τρωκτικό του γένους Μαρμότα (Marmota) που μοιάζει με σκίουρο
μαρμότας	noun	γενική ενικού του μαρμότα
μαρμότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρμότα
μαρνέρε	=	μαρνέρος
μαρνέρο	=	μαρνέρος
μαρνέροι	=	μαρνέρος
μαρνέρος	noun|dated	ναύτης, θαλασσινός
μαρνέρου	=	μαρνέρος
μαρνέρους	=	μαρνέρος
μαρνέρων	=	μαρνέρος
μαρξίζον	=	μαρξίζων
μαρξίζοντα	=	μαρξίζων
μαρξίζοντας	=	μαρξίζων
μαρξίζοντες	=	μαρξίζων
μαρξίζοντος	=	μαρξίζων
μαρξίζουσα	=	μαρξίζων
μαρξίζουσας	=	μαρξίζων
μαρξίζουσες	=	μαρξίζων
μαρξίζων	verb	που ακολουθεί ή σχετίζεται με τον μαρξισμό
μαρξίστρια	noun	μαρξιστής
μαρξίστριας	noun	γενική ενικού του μαρξίστρια
μαρξίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρξίστρια
μαρξιζουσών	=	μαρξίζων
μαρξιζούσης	=	μαρξίζων
μαρξιζόντων	=	μαρξίζων
μαρξισμέ	noun	κλητική ενικού του μαρξισμός
μαρξισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρξισμός
μαρξισμού	noun	γενική ενικού του μαρξισμός
μαρξισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαρξισμός
μαρξισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαρξισμός
μαρξισμός	noun	η οικονομική, πολιτική και κοινωνική θεωρία του Μαρξ και του Έγκελς που βασίζεται στην πάλη των τάξεων με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού συστήματος.
μαρξισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαρξισμός
μαρξιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρξιστής
μαρξιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαρξιστής
μαρξιστής	noun	αυτός που αποδέχεται την πολιτική θεωρία και τη μέθοδο ανάλυσης των κοινωνικοοικονομικών φαινομένων που εισήγαγε με το έργο του ο Καρλ Μαρξ
μαρξιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρξιστικό	adv	με μαρξιστικό τρόπο, από μαρξιστική σκοπιά
μαρξιστικέ	adj	κλητική ενικού του μαρξιστικός
μαρξιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρξιστική
μαρξιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρξιστικός
μαρξιστικής	adj	γενική ενικού του μαρξιστική
μαρξιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρξιστικός
μαρξιστικού	adj	γενική ενικού του μαρξιστικός
μαρξιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρξιστικός
μαρξιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μαρξιστικός
μαρξιστικός	adj	σχετικός με τον μαρξισμό
μαρξιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μαρξιστικός
μαρξιστικώς	adv|dated	μαρξιστικά
μαρξιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μαρξίστρια
μαρξιστών	noun	γενική πληθυντικού του μαρξιστής
μαροκέν	noun	ύφασμα ή ειδικό χαρτί που μοιάζει με το μαροκινό δέρμα
μαροκινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαροκινό
μαροκινέ	adj	κλητική ενικού του μαροκινός
μαροκινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαροκινή, θηλυκό του μαροκινός
μαροκινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαροκινός
μαροκινής	adj	γενική ενικού του μαροκινή, θηλυκό του μαροκινός
μαροκινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαροκινός
μαροκινού	adj	γενική ενικού του μαροκινός
μαροκινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαροκινός
μαροκινό	adj	αιτιατική ενικού του μαροκινός	noun	δέρμα ιδιαίτερα λεπτό και στλπνό που το αυθεντικό ήταν από κατσίκα ή τράγο και που κατά τον 16ο αιώνα άρχισε να χρησιμοποιείται στην πολυτελή βιβλιοδεσία -πλέον και στην κατασκευή πορτοφολιών, γαντιών ή και γυναικείων ελαφριών παπουτσιών, τις περισσότερες φορές πια από πρόβατο ή υποκατάστατα
μαροκινός	adj	που σχετίζεται με το Μαρόκο, προέρχεται από εκεί
μαροκινών	adj	γενική πληθυντικού του μαροκινός
μαρουβά	=	μαρουβάς
μαρουβάδες	=	μαρουβάς
μαρουβάδων	=	μαρουβάς
μαρουβάς	noun	παραδοσιακό κρασί της δυτικής Κρήτης από την ποικιλία ρωμέικο που προορίζεται για μακρόχρονη παλαίωση
μαρουλάκι	noun	υποκοριστικό του μαρούλι
μαρουλάκια	=	μαρουλάκι
μαρουλιού	=	μαρούλι
μαρουλιών	=	μαρούλι
μαρουλοσαλάτα	noun	σαλάτα που γίνεται με μαρούλι (και συνήθως έχει φρέσκα κρεμμύδια, λεμόνι ή ξίδι και λάδι)
μαρουλοσαλάτας	noun	γενική ενικού του μαρουλοσαλάτα
μαρουλοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρουλοσαλάτα
μαρουλοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του μαρουλοσαλάτα
μαρουλοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πολύ συχνά ή μόνο μαρούλι
μαρουλοφαγίας	=	μαρουλοφαγία
μαρουλοφαγίες	=	μαρουλοφαγία
μαρουλοφαγιών	=	μαρουλοφαγία
μαρουλόσπορε	=	μαρουλόσπορος
μαρουλόσπορο	=	μαρουλόσπορος
μαρουλόσποροι	=	μαρουλόσπορος
μαρουλόσπορος	noun	σπόρος μαρουλιού
μαρουλόσπορου	=	μαρουλόσπορος
μαρουλόσπορους	=	μαρουλόσπορος
μαρουλόσπορων	=	μαρουλόσπορος
μαρουλόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρουλόφυλλο
μαρουλόφυλλο	noun	το φύλλο του μαρουλιού
μαρουλόφυλλου	noun	γενική ενικού του μαρουλόφυλλο
μαρουλόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του μαρουλόφυλλο
μαρουσιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρουσιώτικο
μαρουσιώτικε	adj	κλητική ενικού του μαρουσιώτικος
μαρουσιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρουσιώτικη
μαρουσιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρουσιώτικος
μαρουσιώτικης	adj	γενική ενικού του μαρουσιώτικη
μαρουσιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του μαρουσιώτικος
μαρουσιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρουσιώτικος
μαρουσιώτικος	adj	που έχει σχέση με το Μαρούσι ή τους Μαρουσιώτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
μαρουσιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρουσιώτικος
μαρουσιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρουσιώτικος
μαρουσιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρουσιώτικος
μαρούλι	noun	ετήσιο, ποώδες λαχανικό γρήγορης ανάπτυξης - είδος: Λακτούκη η ήμερη (Lactuca sativa), της οικογένειας Compositae (Σύνθετα)
μαρούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρούλι
μαρρούβια	=	μαρρούβιο
μαρρούβιο	noun	είδος βότανου μαύρο μαρρούβιο (Ballota nigra)
μαρρούβιου	=	μαρρούβιο
μαρρούβιων	=	μαρρούβιο
μαρς	noun	στρατιωτικό εμβατήριο κατάλληλο να συνοδεύσει παρέλαση	intj	παράγγελμα που δίνεται σε στρατιώτες ή μαθητές που προχωρούν σε σχηματισμό παρέλασης για να ξεκινήσουν το βάδισμα ή το σημειωτόν
μαρσάραμε	=	μαρσάρω
μαρσάραν	=	μαρσάρω
μαρσάρανε	=	μαρσάρω
μαρσάρατε	=	μαρσάρω
μαρσάρει	=	μαρσάρω
μαρσάρεις	=	μαρσάρω
μαρσάρεσαι	=	μαρσάρω
μαρσάρεστε	=	μαρσάρω
μαρσάρεται	=	μαρσάρω
μαρσάρετε	=	μαρσάρω
μαρσάριζα	=	μαρσάρω
μαρσάριζαν	=	μαρσάρω
μαρσάριζε	=	μαρσάρω
μαρσάριζες	=	μαρσάρω
μαρσάρισα	=	μαρσάρω
μαρσάρισαν	=	μαρσάρω
μαρσάρισε	=	μαρσάρω
μαρσάρισες	=	μαρσάρω
μαρσάρισμα	noun	η ενέργεια του μαρσάρω καθώς και ο ήχος που ακούγεται από αυτήν, το πάτημα του γκαζιού ενός οχήματος χωρίς το τελευταίο να κινείται
μαρσάρομαι	=	μαρσάρω
μαρσάρομε	=	μαρσάρω
μαρσάρονται	=	μαρσάρω
μαρσάρονταν	=	μαρσάρω
μαρσάροντας	=	μαρσάρω
μαρσάρουμε	=	μαρσάρω
μαρσάρουν	=	μαρσάρω
μαρσάρουνε	=	μαρσάρω
μαρσάρω	verb	πατάω το γκάζι οχήματος (συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται για τετράτροχα) χωρίς όμως να κινώ το όχημα
μαρσίπου	noun	γενική ενικού του μάρσιπος
μαρσίπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μάρσιπος
μαρσίπων	noun	γενική πληθυντικού του μάρσιπος
μαρσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρσάρισμα
μαρσαρίσματος	noun	γενική ενικού του μαρσάρισμα
μαρσαρίσου	=	μαρσάρω
μαρσαρίστηκα	=	μαρσάρω
μαρσαρίστηκαν	=	μαρσάρω
μαρσαρίστηκε	=	μαρσάρω
μαρσαρίστηκες	=	μαρσάρω
μαρσαριζόμασταν	=	μαρσάρω
μαρσαριζόμαστε	=	μαρσάρω
μαρσαριζόμουν	=	μαρσάρω
μαρσαριζόμουνα	=	μαρσάρω
μαρσαριζόντουσαν	=	μαρσάρω
μαρσαριζόσασταν	=	μαρσάρω
μαρσαριζόσαστε	=	μαρσάρω
μαρσαριζόσουν	=	μαρσάρω
μαρσαριζόσουνα	=	μαρσάρω
μαρσαριζόταν	=	μαρσάρω
μαρσαριζότανε	=	μαρσάρω
μαρσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαρσάρισμα
μαρσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρσαρισμένο
μαρσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαρσαρισμένος
μαρσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρσαρισμένη
μαρσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρσαρισμένος
μαρσαρισμένης	verb	γενική ενικού του μαρσαρισμένη
μαρσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαρσαρισμένος
μαρσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρσαρισμένος
μαρσαρισμένος	=	μαρσάρω
μαρσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρσαρισμένος
μαρσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαρσαρισμένος
μαρσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρσαρισμένος
μαρσαριστήκαμε	=	μαρσάρω
μαρσαριστήκαν	=	μαρσάρω
μαρσαριστήκανε	=	μαρσάρω
μαρσαριστήκατε	=	μαρσάρω
μαρσαριστεί	=	μαρσάρω
μαρσαριστείς	=	μαρσάρω
μαρσαριστείτε	=	μαρσάρω
μαρσαριστούμε	=	μαρσάρω
μαρσαριστούν	=	μαρσάρω
μαρσαριστούνε	=	μαρσάρω
μαρσαριστώ	=	μαρσάρω
μαρσιποφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρσιποφόρο
μαρσιποφόρε	=	μαρσιποφόρος
μαρσιποφόρο	noun	θηλαστικό που φέρει μάρσιπο
μαρσιποφόροι	=	μαρσιποφόρος
μαρσιποφόρος	adj	που φέρει μάρσιπο
μαρσιποφόρου	noun	γενική ενικού του μαρσιποφόρο
μαρσιποφόρους	=	μαρσιποφόρος
μαρσιποφόρων	noun	γενική πληθυντικού του μαρσιποφόρο
μαρσούτκα	noun	ταξί ομαδικό στις χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, στην Βουλγαρία καθώς και στις Βαλτικές Δημοκρατίες.
μαρσούτκας	=	μαρσούτκα
μαρσούτκες	=	μαρσούτκα
μαρσούτκων	=	μαρσούτκα
μαρσπιέ	noun	ο αναβατήρας, το σκαλοπάτι που διευκολύνει την άνοδο (και είσοδο) σ’ ένα όχημα
μαρσπιέδες	=	μαρσπιές
μαρσπιέδων	=	μαρσπιές
μαρσπιές	noun|vulgar	άλλη μορφή του μαρσπιέ
μαρτάπριλα	noun	η χρονική περίοδος των δύο πρώτων μηνών της άνοιξης, του Μαρτίου και του Απριλίου	adv	την χρονική περίοδο των δύο πρώτων μηνών της άνοιξης, του Μαρτίου και του Απριλίου
μαρτίνι	noun	το λευκό βερμούτ που περιέχει κρασί, αρωματικά, ζάχαρη και πρόσθετο αλκοόλ
μαρτίνια	=	μαρτίνι
μαρτενσίτες	=	μαρτενσίτης
μαρτενσίτη	=	μαρτενσίτης
μαρτενσίτης	noun	μετασταθής φάση που σχηματίζεται όταν ένας χάλυβας θερμανθεί σε υψηλή θερμοκρασία, ώστε να σχηματιστεί ωστενίτης (γ-Fe), και κατόπιν υποστεί απότομη ψύξη
μαρτενσιτών	=	μαρτενσίτης
μαρτζαφλάρι	noun	άλλη μορφή του μαντζαφλάρι
μαρτζαφλάρια	=	μαρτζαφλάρι
μαρτιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μαρτιάτικος	adv	κατά τη διάρκεια του Μαρτίου
μαρτιάτικε	adj	κλητική ενικού του μαρτιάτικος
μαρτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτιάτικη
μαρτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρτιάτικος
μαρτιάτικης	adj	γενική ενικού του μαρτιάτικη
μαρτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μαρτιάτικος
μαρτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρτιάτικος
μαρτιάτικος	adj	που γίνεται κατά το Μάρτιο
μαρτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρτιάτικος
μαρτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρτιάτικος
μαρτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρτιάτικος
μαρτινικανέ	=	μαρτινικανός
μαρτινικανές	=	μαρτινικανή
μαρτινικανή	noun	αυτή που κατάγεται από τη Μαρτινίκα
μαρτινικανής	=	μαρτινικανή
μαρτινικανοί	=	μαρτινικανός
μαρτινικανού	=	μαρτινικανός
μαρτινικανούς	=	μαρτινικανός
μαρτινικανό	=	μαρτινικανός
μαρτινικανός	noun	αυτός που κατάγεται από τη Μαρτινίκα
μαρτινικανών	=	μαρτινικανός
μαρτινισμέ	=	μαρτινισμός
μαρτινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρτινισμός
μαρτινισμού	noun	γενική ενικού του μαρτινισμός
μαρτινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαρτινισμός
μαρτινισμό	noun	αιτιατική ενικού του μαρτινισμός
μαρτινισμός	noun	μυστικο-θεοσοφικό σύστημα που θεμελίωσε ο Λουί-Κλωντ ντε Σαιν Μαρτέν στη Γαλλία κατά τα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα
μαρτινισμών	noun	γενική πληθυντικού του μαρτινισμός
μαρτυρά	=	μαρτυράω
μαρτυράγανε	=	μαρτυράω
μαρτυράει	=	μαρτυράω
μαρτυράμε	=	μαρτυράω
μαρτυράν	=	μαρτυράω
μαρτυράνε	=	μαρτυράω
μαρτυράς	=	μαρτυράω
μαρτυράτε	=	μαρτυράω
μαρτυράω	verb	αποκαλύπτω μυστικό που μου έχουν εμπιστευτεί, ενώ θα έπρεπε να το κρατήσω
μαρτυρήθηκα	=	μαρτυράω
μαρτυρήθηκαν	=	μαρτυράω
μαρτυρήθηκε	=	μαρτυράω
μαρτυρήθηκες	=	μαρτυράω
μαρτυρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσαν	=	μαρτυράω
μαρτυρήσανε	=	μαρτυράω
μαρτυρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσου	=	μαρτυράω
μαρτυρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσουνε	=	μαρτυράω
μαρτυρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρία	noun	η κατάθεση ενός ατόμου στο δικαστήριο ή σε κάποια σχετικά επίσημη περίσταση για ένα περιστατικό που γνωρίζει αυτοπροσώπως
μαρτυρίας	noun	γενική ενικού του μαρτυρία
μαρτυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρία
μαρτυρίκι	noun	εικόνισμα, σταυρουδάκι ή άλλο μικρό κόσμημα που δίνει ο νουνός στα βαφτίσια
μαρτυρίκια	=	μαρτυρίκι
μαρτυρίου	noun	γενική ενικού του μαρτύριο
μαρτυρίων	noun	γενική πληθυντικού του μαρτύριο
μαρτυρεί	=	μαρτυράω
μαρτυρείς	=	μαρτυράω
μαρτυρείσαι	=	μαρτυράω
μαρτυρείστε	=	μαρτυράω
μαρτυρείται	=	μαρτυράω
μαρτυρείτε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθήκαμε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθήκαν	=	μαρτυράω
μαρτυρηθήκανε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθήκατε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθεί	=	μαρτυράω
μαρτυρηθείς	=	μαρτυράω
μαρτυρηθείτε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθούμε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθούν	=	μαρτυράω
μαρτυρηθούνε	=	μαρτυράω
μαρτυρηθώ	=	μαρτυράω
μαρτυρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρημένο
μαρτυρημένε	verb	κλητική ενικού του μαρτυρημένος
μαρτυρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρημένη
μαρτυρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρτυρημένος
μαρτυρημένης	verb	γενική ενικού του μαρτυρημένη
μαρτυρημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαρτυρημένος
μαρτυρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρημένος
μαρτυρημένος	=	μαρτυράω
μαρτυρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαρτυρημένος
μαρτυρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαρτυρημένος
μαρτυρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαρτυρημένος
μαρτυριά	noun	η αποκάλυψη ενός μυστικού που έχει εμπιστευθεί κάποιος, το κάρφωμα
μαρτυριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρτυριάρης
μαρτυριάρας	adj	γενική ενικού του μαρτυριάρα
μαρτυριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυριάρα
μαρτυριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαρτυριάρης
μαρτυριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυριάρης
μαρτυριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μαρτυριάρης
μαρτυριάρης	adj	που δεν κρατάει μυστικά και τα μαρτυράει (συνήθως για παιδιά)
μαρτυριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυριάρικο
μαρτυριάρικε	adj	κλητική ενικού του μαρτυριάρικος
μαρτυριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυριάρικη
μαρτυριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρτυριάρικος
μαρτυριάρικης	adj	γενική ενικού του μαρτυριάρικη
μαρτυριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαρτυριάρης
μαρτυριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρτυριάρικος
μαρτυριάρικος	adj	σχετικός με τον μαρτυριάρη
μαρτυριάρικου	adj	γενική ενικού του μαρτυριάρικο
μαρτυριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρτυριάρικος
μαρτυριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μαρτυριάρικο
μαρτυριάς	=	μαρτυριά
μαρτυριάτικα	=	μαρτυριάτικο
μαρτυριάτικο	noun	σταυρουδάκι ή μικρή εικόνα (άλλοτε σε σχήμα ωοειδές) ή κόσμημα με μικρή οπή για να περνάει κορδελίτσα που δίνεται στους καλεσμένους στα βαφτίσια και το οποίο καρφιτσώνουν στα ρούχα τους, στο επίπεδο του στήθους, φεύγοντας από την εκκλησία μετά την τελετή της βάφτισης
μαρτυριάτικου	=	μαρτυριάτικο
μαρτυριάτικων	=	μαρτυριάτικο
μαρτυριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαρτυράω / μαρτυρώ στη σημασία: βασανίζω
μαρτυριές	=	μαρτυριά
μαρτυριέσαι	=	μαρτυράω
μαρτυριέστε	=	μαρτυράω
μαρτυριέται	=	μαρτυράω
μαρτυρικά	noun	τα μαρτυρικά (ουσιαστικοποιημένος πληθ. ουδετέρου του μαρτυρικός) ήταν είδος διαπιστευτηρίων στην Φιλική Εταιρεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρικό
μαρτυρικέ	adj	κλητική ενικού του μαρτυρικός
μαρτυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρική
μαρτυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαρτυρικός
μαρτυρικής	adj	γενική ενικού του μαρτυρική
μαρτυρικιού	=	μαρτυρίκι
μαρτυρικιών	=	μαρτυρίκι
μαρτυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρικός
μαρτυρικού	adj	γενική ενικού του μαρτυρικός
μαρτυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαρτυρικός
μαρτυρικό	noun|dated	κάτι αντίστοιχο με συστατική επιστολή ή με πιστοποιητικό στη μεσαιωνική Ελλάδα	adj	αιτιατική ενικού του μαρτυρικός
μαρτυρικός	adj	ο σχετικός με το μάρτυρα στο δικαστήριο
μαρτυρικών	adj	γενική πληθυντικού του μαρτυρικός
μαρτυριούνται	=	μαρτυράω
μαρτυριούνταν	=	μαρτυράω
μαρτυριόμασταν	=	μαρτυράω
μαρτυριόμαστε	=	μαρτυράω
μαρτυριόμουν	=	μαρτυράω
μαρτυριόμουνα	=	μαρτυράω
μαρτυριόνταν	=	μαρτυράω
μαρτυριόντανε	=	μαρτυράω
μαρτυριόντουσαν	=	μαρτυράω
μαρτυριόσασταν	=	μαρτυράω
μαρτυριόσαστε	=	μαρτυράω
μαρτυριόσουν	=	μαρτυράω
μαρτυριόσουνα	=	μαρτυράω
μαρτυριόταν	=	μαρτυράω
μαρτυριότανε	=	μαρτυράω
μαρτυριών	noun	γενική πληθυντικού του μαρτυρία
μαρτυρολογίου	noun	γενική ενικού του μαρτυρολόγιο
μαρτυρολογίων	noun	γενική πληθυντικού του μαρτυρολόγιο
μαρτυρολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτυρολόγιο
μαρτυρολόγιο	noun	κείμενο ιστορικού για τη ζωή μάρτυρα (συνήθως της εκκλησίας)
μαρτυρολόγιου	=	μαρτυρολόγιο
μαρτυρολόγιων	=	μαρτυρολόγιο
μαρτυρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαρτυρώ
μαρτυρούμασταν	=	μαρτυράω
μαρτυρούμαστε	=	μαρτυράω
μαρτυρούμε	=	μαρτυράω
μαρτυρούμενος	=	μαρτυράω
μαρτυρούμουν	=	μαρτυράω
μαρτυρούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του μαρτυρώ
μαρτυρούνε	=	μαρτυράω
μαρτυρούνται	=	μαρτυράω
μαρτυρούνταν	=	μαρτυράω
μαρτυρούσα	=	μαρτυράω
μαρτυρούσαμε	=	μαρτυράω
μαρτυρούσαν	=	μαρτυράω
μαρτυρούσανε	=	μαρτυράω
μαρτυρούσασταν	=	μαρτυράω
μαρτυρούσαστε	=	μαρτυράω
μαρτυρούσατε	=	μαρτυράω
μαρτυρούσε	=	μαρτυράω
μαρτυρούσες	=	μαρτυράω
μαρτυρούσουν	=	μαρτυράω
μαρτυρώ	=	μαρτυράω
μαρτυρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαρτυράω / μαρτυρώ
μαρτύρα	=	μαρτυράω
μαρτύραγα	=	μαρτυράω
μαρτύραγε	=	μαρτυράω
μαρτύρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτύρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτύρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτύρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαρτυρώ
μαρτύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαρτύριο
μαρτύριο	noun	βασανισμός (κυρίως στον πληθυντικό)
μαρτύριου	=	μαρτύριο
μαρτύρων	noun	γενική πληθυντικού του μάρτυρας
μαρόν	noun	καστανό, καφέ, καφετί	adj	καστανός
μαρόνι	noun|dated	εκλεκτό είδους κάστανου
μαρόνια	=	μαρόνι
μας	pron	γενική πληθυντικού του εγώ
μασά	=	μασάω
μασάγαμε	=	μασάω
μασάγανε	=	μασάω
μασάγατε	=	μασάω
μασάει	=	μασάω
μασάζ	noun	η μάλαξη κάποιων σημείων του ανθρώπινου σώματος για θεραπευτικούς ή αισθητικούς λόγους
μασάμε	=	μασάω
μασάν	=	μασάω
μασάνε	=	μασάω
μασάντρα	noun|rare	άλλη μορφή του μεσάντρα
μασάς	=	μασάω
μασάσθε	=	μασάω
μασάτε	=	μασάω
μασάτι	noun|dated	εργαλείο με το οποίο ακονίζουν (χασάπηδες, βυρσοδέψες κ.ά.)
μασάτια	=	μασάτι
μασάω	verb	μασώ
μασέζ	noun	θηλυκό του μασέρ
μασέλα	noun	η τεχνητή οδοντοστοιχία
μασέλας	noun	γενική ενικού του μασέλα
μασέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασέλα
μασέρ	noun	ο επαγγελματίας που γνωρίζει να κάνει μαλάξεις, μασάζ, σε άλλους
μασήθηκα	=	μασάω
μασήθηκαν	=	μασάω
μασήθηκε	=	μασάω
μασήθηκες	=	μασάω
μασήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάσημα
μασήματος	noun	γενική ενικού του μάσημα
μασήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσαν	=	μασάω
μασήσανε	=	μασάω
μασήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάσηση
μασήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μάσηση
μασήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μάσηση
μασήσομε	=	μασάω
μασήσου	=	μασάω
μασήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσουνε	=	μασάω
μασήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασώ
μασίνι	noun	γενικά η μηχανή, συνήθως η μηχανή στοιχήματος που αποκαλείται και «μονόχειρας κλέφτης» ή «φρουτάκια»
μασίστα	=	μασίστας
μασίστας	noun	πάρα πολύ δυνατός
μασίστες	=	μασίστας
μασίφ	noun	συμπαγές υλικό στο οποίο αναφέρεται
μασαζάκι	noun	υποκοριστικό του μασάζ
μασαζάκια	=	μασαζάκι
μασατιού	=	μασάτι
μασατιών	=	μασάτι
μασελάκι	noun	κινητός νάρθηκας για ορθοδοντική στήριξη, ή λεύκανση ή άλλες αγωγές
μασελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασελάκι
μασηθήκαμε	=	μασάω
μασηθήκαν	=	μασάω
μασηθήκανε	=	μασάω
μασηθήκατε	=	μασάω
μασηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μασιέμαι
μασηθείς	=	μασάω
μασηθείτε	=	μασάω
μασηθούμε	=	μασάω
μασηθούν	=	μασάω
μασηθούνε	=	μασάω
μασηθώ	=	μασάω
μασημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάσημα
μασημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μασημένος	adv	έχοντας μασήσει
μασημένε	verb	κλητική ενικού του μασημένος
μασημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασημένη
μασημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασημένος
μασημένης	verb	γενική ενικού του μασημένη
μασημένο	verb	αιτιατική ενικού του μασημένος
μασημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασημένος
μασημένος	verb	που τον έχουν μασήσει
μασημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μασημένος
μασημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μασημένος
μασημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μασημένος
μασητήρα	=	μασητήρας
μασητήρας	noun	οι δύο μυώνες με τους οποίους καθίσταται δυνατή η μάσηση
μασητήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασητήρας
μασητήρια	=	μασητήριος
μασητήριας	=	μασητήριος
μασητήριε	=	μασητήριος
μασητήριες	=	μασητήριος
μασητήριο	=	μασητήριος
μασητήριοι	=	μασητήριος
μασητήριος	adj	σχετικός με τη μάσηση
μασητήριου	=	μασητήριος
μασητήριους	=	μασητήριος
μασητήριων	=	μασητήριος
μασητήρων	=	μασητήρας
μασιά	noun	λαβίδα, μεταλλική ασφάλεια σε σχήμα "φουρκέτας"
μασιάς	noun	γενική ενικού του μασιά
μασιέμαι	verb	παθητική φωνή του μασάω-μασώ για αντικείμενα, τροφές κ.λπ.
μασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασιά
μασιέστε	=	μασάω
μασιούνται	=	μασάω
μασιστών	=	μασίστας
μασιόμασταν	=	μασάω
μασιόνταν	=	μασάω
μασιόντανε	=	μασάω
μασιόντουσαν	=	μασάω
μασιόσασταν	=	μασάω
μασιών	=	μασιά
μασκάλες	=	μασκάλη
μασκάλη	noun	άλλη μορφή του μασχάλη
μασκάλης	=	μασκάλη
μασκάρεμα	noun	το να μασκαρεύεται κάποιος στις αποκριές, η μεταμφίεση στην αντίστοιχη γιορτή
μασκάρευα	=	μασκαρεύω
μασκάρευαν	=	μασκαρεύω
μασκάρευε	=	μασκαρεύω
μασκάρευες	=	μασκαρεύω
μασκάρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκάρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκάρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκάρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκέ	adj	χαρακτηρισμός αποκριάτικης εκδήλωσης όπου οι καλεσμένοι πρέπει να είναι μασκαρεμένοι, να φορούν στολή
μασκαλών	=	μασκάλη
μασκαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μασκαράς
μασκαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασκαράς
μασκαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μασκαράς
μασκαράς	noun	ο μεταμφιεσμένος τις Απόκριες
μασκαράτα	noun	η πομπή της γιορτής της Αποκριάς με τα άρματα και τους μασκαράδες, οι αποκριάτικες εκδηλώσεις
μασκαράτας	noun	γενική ενικού του μασκαράτα
μασκαράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασκαράτα
μασκαρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασκάρεμα
μασκαρέματος	noun	γενική ενικού του μασκάρεμα
μασκαρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψαν	=	μασκαρεύω
μασκαρέψανε	=	μασκαρεύω
μασκαρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύω
μασκαραλίκι	noun	γελοία ή / και κατακριτέα συμπεριφορά ή πράξη
μασκαραλίκια	=	μασκαραλίκι
μασκαρατζίκο	=	μασκαρατζίκος
μασκαρατζίκοι	=	μασκαρατζίκος
μασκαρατζίκος	noun	κατεργαράκος, υποκοριστικό του μασκαράς
μασκαρατζίκου	=	μασκαρατζίκος
μασκαρατζίκους	=	μασκαρατζίκος
μασκαρατζίκων	=	μασκαρατζίκος
μασκαρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μασκάρεμα
μασκαρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασκαρεμένο
μασκαρεμένε	verb	κλητική ενικού του μασκαρεμένος
μασκαρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασκαρεμένη
μασκαρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασκαρεμένος
μασκαρεμένης	verb	γενική ενικού του μασκαρεμένη
μασκαρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μασκαρεμένος
μασκαρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασκαρεμένος
μασκαρεμένος	verb	που έχει ντυθεί μασκαράς
μασκαρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μασκαρεμένος
μασκαρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μασκαρεμένος
μασκαρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μασκαρεμένος
μασκαρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτήκαν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευτήκανε	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρευόμασταν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόμαστε	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόμουν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόμουνα	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόντουσαν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόσασταν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόσαστε	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόσουν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόσουνα	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευόταν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρευότανε	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύαμε	=	μασκαρεύω
μασκαρεύαν	=	μασκαρεύω
μασκαρεύανε	=	μασκαρεύω
μασκαρεύατε	=	μασκαρεύω
μασκαρεύει	=	μασκαρεύω
μασκαρεύεις	=	μασκαρεύω
μασκαρεύεσαι	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύεστε	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύεται	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύετε	=	μασκαρεύω
μασκαρεύομαι	verb	μεταμφιέζομαι, βάζω μια στολή
μασκαρεύονται	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύονταν	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύοντας	=	μασκαρεύω
μασκαρεύου	=	μασκαρεύομαι
μασκαρεύουμε	=	μασκαρεύω
μασκαρεύουν	=	μασκαρεύω
μασκαρεύουνε	=	μασκαρεύω
μασκαρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασκαρεύομαι
μασκαρεύω	verb	φορώ μάσκα σε κάποιον
μασκαριλίκι	noun	άλλη μορφή του μασκαραλίκι
μασκαριλίκια	=	μασκαριλίκι
μασκαριλικιού	=	μασκαριλίκι
μασκαριλικιών	=	μασκαριλίκι
μασκαρού	noun	θηλυκό του μασκαράς
μασκαρούδες	=	μασκαρού
μασκαρούδων	=	μασκαρού
μασκαρούς	=	μασκαρού
μασκαρπόνε	noun	είδος ιταλικού τυριού
μασκοφόρα	=	μασκοφόρος
μασκοφόρας	=	μασκοφόρος
μασκοφόρε	=	μασκοφόρος
μασκοφόρες	=	μασκοφόρος
μασκοφόρο	=	μασκοφόρος
μασκοφόροι	=	μασκοφόρος
μασκοφόρος	noun	ο μεταμφιεσμένος τις Απόκριες	adj	που φοράει μάσκα
μασκοφόρου	=	μασκοφόρος
μασκοφόρους	=	μασκοφόρος
μασκοφόρων	=	μασκοφόρος
μασκότ	noun	ο άνθρωπος, το αντικείμενο ή το ζώο που θεωρείται ότι φέρνει τύχη
μασκών	noun	γενική πληθυντικού του μάσκα
μασλάτι	noun	χαλαρή κουβεντούλα επί παντός επιστητού
μασλάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασλάτι
μασλατιού	=	μασλάτι
μασλατιών	=	μασλάτι
μασονία	noun	παγκόσμια μυστική αδελφότητα της οποίας τα μέλη ανήκουν σε κατά τόπους τεκτονικές Στοές, έχουν κοινές ηθικές και μεταφυσικές απόψεις και αλληλοϋποστηρίζονται
μασονίας	noun	γενική ενικού του μασονία
μασονίες	=	μασονία
μασονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασονικό
μασονικέ	adj	κλητική ενικού του μασονικός
μασονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασονική
μασονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασονικός
μασονικής	adj	γενική ενικού του μασονική
μασονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασονικός
μασονικού	adj	γενική ενικού του μασονικός
μασονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μασονικός
μασονικό	adj	αιτιατική ενικού του μασονικός
μασονικός	adj	που σχετίζεται με τη μασονία, με τους τέκτονες και τους μασόνους
μασονικών	adj	γενική πληθυντικού του μασονικός
μασονισμέ	noun	κλητική ενικού του μασονισμός
μασονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασονισμός
μασονισμού	noun	γενική ενικού του μασονισμός
μασονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μασονισμός
μασονισμό	noun	αιτιατική ενικού του μασονισμός
μασονισμός	noun	παγκόσμια μυστική αδελφότητα της οποίας τα μέλη ανήκουν σε κατά τόπους τεκτονικές Στοές, έχουν κοινές ηθικές και μεταφυσικές απόψεις και αλληλοϋποστηρίζονται
μασονισμών	noun	γενική πληθυντικού του μασονισμός
μασονιών	noun	γενική πληθυντικού του μασονία
μασουλάω	verb	μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.)
μασουλήθηκα	=	μασουλάω
μασουλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασούλημα
μασουλήματος	noun	γενική ενικού του μασούλημα
μασουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασουλίζαμε	=	μασουλίζω
μασουλίζαν	=	μασουλίζω
μασουλίζανε	=	μασουλίζω
μασουλίζατε	=	μασουλίζω
μασουλίζει	=	μασουλίζω
μασουλίζεις	=	μασουλίζω
μασουλίζετε	=	μασουλίζω
μασουλίζοντας	=	μασουλίζω
μασουλίζουμε	=	μασουλίζω
μασουλίζουν	=	μασουλίζω
μασουλίζουνε	=	μασουλίζω
μασουλίζω	verb	μασουλώ, μασάω (συνήθως ηχηρά και άκομψα)
μασουλίσαμε	=	μασουλίζω
μασουλίσαν	=	μασουλίζω
μασουλίσανε	=	μασουλίζω
μασουλίσατε	=	μασουλίζω
μασουλίσει	=	μασουλίζω
μασουλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασούλισμα
μασουλίσματος	noun	γενική ενικού του μασούλισμα
μασουλίστε	=	μασουλίζω
μασουλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μασούλημα
μασουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασουλημένο
μασουλημένε	verb	κλητική ενικού του μασουλημένος
μασουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασουλημένη
μασουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασουλημένος
μασουλημένης	verb	γενική ενικού του μασουλημένη
μασουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μασουλημένος
μασουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασουλημένος
μασουλημένος	=	μασουλάω
μασουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μασουλημένος
μασουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μασουλημένος
μασουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μασουλημένος
μασουλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μασουλάω
μασουλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μασούλισμα
μασουλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασουλισμένο
μασουλισμένε	verb	κλητική ενικού του μασουλισμένος
μασουλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασουλισμένη
μασουλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασουλισμένος
μασουλισμένης	verb	γενική ενικού του μασουλισμένη
μασουλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μασουλισμένος
μασουλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασουλισμένος
μασουλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μασουλισμένος
μασουλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μασουλισμένος
μασουλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μασουλισμένος
μασουλώ	verb	σπανιότερη μορφή του μασουλάω
μασουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μασουλάω / μασουλώ
μασουράκι	noun	υποκοριστικό του μασούρι
μασουράκια	=	μασουράκι
μασουρίζαμε	=	μασουρίζω
μασουρίζαν	=	μασουρίζω
μασουρίζανε	=	μασουρίζω
μασουρίζατε	=	μασουρίζω
μασουρίζει	=	μασουρίζω
μασουρίζεις	=	μασουρίζω
μασουρίζετε	=	μασουρίζω
μασουρίζοντας	=	μασουρίζω
μασουρίζουμε	=	μασουρίζω
μασουρίζουν	=	μασουρίζω
μασουρίζουνε	=	μασουρίζω
μασουρίζω	verb	σχηματίζω μασούρι, φυλάγω κάτι τοποθετώντας το σε μασούρι
μασουρίσαμε	=	μασουρίζω
μασουρίσαν	=	μασουρίζω
μασουρίσανε	=	μασουρίζω
μασουρίσατε	=	μασουρίζω
μασουρίσει	=	μασουρίζω
μασουρίσματα	=	μασούρισμα
μασουρίσματος	=	μασούρισμα
μασουρίστε	=	μασουρίζω
μασουριάζαμε	=	μασουριάζω
μασουριάζαν	=	μασουριάζω
μασουριάζανε	=	μασουριάζω
μασουριάζατε	=	μασουριάζω
μασουριάζει	=	μασουριάζω
μασουριάζεις	=	μασουριάζω
μασουριάζετε	=	μασουριάζω
μασουριάζοντας	=	μασουριάζω
μασουριάζουμε	=	μασουριάζω
μασουριάζουν	=	μασουριάζω
μασουριάζουνε	=	μασουριάζω
μασουριάζω	verb	σχηματίζω μασούρι, φυλάγω κάτι τοποθετώντας το σε μασούρι
μασουριάσαμε	=	μασουριάζω
μασουριάσαν	=	μασουριάζω
μασουριάσανε	=	μασουριάζω
μασουριάσατε	=	μασουριάζω
μασουριάσει	=	μασουριάζω
μασουριάσματα	=	μασούριασμα
μασουριάσματος	=	μασούριασμα
μασουριάστε	=	μασουριάζω
μασουριασμάτων	=	μασούριασμα
μασουριασμένα	=	μασουριασμένος
μασουριασμένε	=	μασουριασμένος
μασουριασμένες	=	μασουριασμένος
μασουριασμένη	=	μασουριασμένος
μασουριασμένης	=	μασουριασμένος
μασουριασμένο	=	μασουριασμένος
μασουριασμένοι	=	μασουριασμένος
μασουριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μασουριάζω
μασουριασμένου	=	μασουριασμένος
μασουριασμένους	=	μασουριασμένος
μασουριασμένων	=	μασουριασμένος
μασουριού	=	μασούρι
μασουρισμάτων	=	μασούρισμα
μασουρισμέ	=	μασουρισμός
μασουρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασουρισμένο
μασουρισμένε	verb	κλητική ενικού του μασουρισμένος
μασουρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασουρισμένη
μασουρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασουρισμένος
μασουρισμένης	verb	γενική ενικού του μασουρισμένη
μασουρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μασουρισμένος
μασουρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασουρισμένος
μασουρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μασουρίζω
μασουρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μασουρισμένος
μασουρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μασουρισμένος
μασουρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μασουρισμένος
μασουρισμοί	=	μασουρισμός
μασουρισμού	=	μασουρισμός
μασουρισμούς	=	μασουρισμός
μασουρισμό	=	μασουρισμός
μασουρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μασουρίζω
μασουρισμών	=	μασουρισμός
μασουριών	=	μασούρι
μασούλημα	noun	η μάσηση, συνήθως όταν κάποιος μασάει με άκομψο και ηχηρό τρόπο ή διαρκώς
μασούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μασουλάω
μασούλιζα	=	μασουλίζω
μασούλιζαν	=	μασουλίζω
μασούλιζε	=	μασουλίζω
μασούλιζες	=	μασουλίζω
μασούλισα	=	μασουλίζω
μασούλισαν	=	μασουλίζω
μασούλισε	=	μασουλίζω
μασούλισες	=	μασουλίζω
μασούλισμα	noun	το μάσημα, η μάσηση με συνήθως αδέξιο, ηχηρό, άκομψο τρόπο
μασούμε	=	μασάω
μασούν	=	μασάω
μασούνε	=	μασάω
μασούρι	noun	πρόχειρο εργαλείο από χαρτί, ξύλο ή μέταλλο σε σχήμα κυλίνδρου
μασούρια	=	μασούρι
μασούριαζα	=	μασουριάζω
μασούριαζαν	=	μασουριάζω
μασούριαζε	=	μασουριάζω
μασούριαζες	=	μασουριάζω
μασούριασα	=	μασουριάζω
μασούριασαν	=	μασουριάζω
μασούριασε	=	μασουριάζω
μασούριασες	=	μασουριάζω
μασούριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μασουριάζω
μασούριζα	=	μασουρίζω
μασούριζαν	=	μασουρίζω
μασούριζε	=	μασουρίζω
μασούριζες	=	μασουρίζω
μασούρισα	=	μασουρίζω
μασούρισαν	=	μασουρίζω
μασούρισε	=	μασουρίζω
μασούρισες	=	μασουρίζω
μασούρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μασουρίζω
μασούσα	=	μασάω
μασούσαμε	=	μασάω
μασούσαν	=	μασάω
μασούσανε	=	μασάω
μασούσατε	=	μασάω
μασούσε	=	μασάω
μασούσες	=	μασάω
μασπιέ	=	μασπιές
μασπιέδες	=	μασπιές
μασπιέδων	=	μασπιές
μασπιές	noun	άλλη μορφή του μαρσπιές
μασσαλιώτιδα	noun	ο εθνικός ύμνος της Γαλλίας που ονομάστηκε έτσι επειδή τον τραγουδούσαν φλογερά κατά την είσοδό τους στο Παρίσι οι εθελοντές Μασσαλιώτες στον πόλεμο της Γαλλίας κατά της Αυστρίας και της Πρωσσίας -ύμνος που διαδόθηκε στη συνέχεια ως επαναστατικό τραγούδι και έτσι επιβλήθηκε
μασσαλιώτιδας	=	μασσαλιώτιδα
μασσαλιώτιδες	=	μασσαλιώτιδα
μασσαλιώτιδων	=	μασσαλιώτιδα
μασσαλιῶτις	noun	η Μασσαλιώτιδα, ο εθνικός ύμνος της Γαλλίας
μαστάρι	noun	ο μαστός των ζώων σε αντιδιαστολή προς των ανθρώπων
μαστάρια	=	μαστάρι
μαστέ	noun	κλητική ενικού του μαστός
μαστέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστέλο
μαστέλο	noun	πλατύ ξύλινο δοχείο με σχετικά στενότερη βάση για υγρά -το χρησιμοποιούσαν στα μαγειρεία αλλά και στα υποδηματοποιεία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα
μαστέλου	noun	γενική ενικού του μαστέλο
μαστέλων	noun	γενική πληθυντικού του μαστέλο
μαστίγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστίγιο
μαστίγιο	noun	λεπτή λουρίδα (ή λουρίδες), με την οποία χτυπιούνται τα υποζύγια ή και άνθρωποι
μαστίγιου	=	μαστίγιο
μαστίγωμα	noun	η μαστίγωση, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μαστιγώνω, κυριολεκτικά ή μεταφορικά
μαστίγων	=	μάστιγα
μαστίγωνα	=	μαστιγώνω
μαστίγωναν	=	μαστιγώνω
μαστίγωνε	=	μαστιγώνω
μαστίγωνες	=	μαστιγώνω
μαστίγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστίγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστίγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστίγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστίγωση	noun	το μαστίγωμα, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μαστιγώνω
μαστίγωσης	noun	γενική ενικού του μαστίγωση
μαστίζαμε	=	μαστίζω
μαστίζαν	=	μαστίζω
μαστίζανε	=	μαστίζω
μαστίζατε	=	μαστίζω
μαστίζει	=	μαστίζω
μαστίζεις	=	μαστίζω
μαστίζεσαι	=	μαστίζω
μαστίζεστε	=	μαστίζω
μαστίζεται	=	μαστίζω
μαστίζετε	=	μαστίζω
μαστίζομαι	=	μαστίζω
μαστίζομε	=	μαστίζω
μαστίζονται	=	μαστίζω
μαστίζονταν	=	μαστίζω
μαστίζοντας	=	μαστίζω
μαστίζουμε	=	μαστίζω
μαστίζουν	=	μαστίζω
μαστίζουνε	=	μαστίζω
μαστίζω	verb	ταλαιπωρώ με δεινά σαν μάστιγα, προκαλώ μεγάλες καταστροφές και δυστυχία, ερημώνω, καταστρέφω, αφανίζω
μαστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίσαν	=	μαστίζω
μαστίσανε	=	μαστίζω
μαστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίστε	=	μαστίζω
μαστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστίζω
μαστίτιδα	noun	φλεγμονή του ιστου των μαστών από λοίμωξη ή άλλη αιτία
μαστίτιδας	=	μαστίτιδα
μαστίτιδες	=	μαστίτιδα
μαστίτιδων	=	μαστίτιδα
μαστίχα	noun	φυτό, και η αρωματική φυσική ρητίνη που εξάγεται από το δέντρο που παραγει μαστιχα] (Pistacia lentiscus var.
μαστίχας	noun	γενική ενικού του μαστίχα
μαστίχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστίχα
μαστίχη	noun|formal	η μαστίχα
μασταλγία	noun	η μαστωδυνία
μασταλγίας	=	μασταλγία
μασταλγίες	=	μασταλγία
μασταλγιών	=	μασταλγία
μασταμπά	=	μασταμπάς
μασταμπάδες	=	μασταμπάς
μασταμπάδων	=	μασταμπάς
μασταμπάς	noun	πυραμιδοειδής ή βαθμιδωτός / κλιμακωτός τάφος της αρχαίας Αιγύπτου
μασταριού	=	μαστάρι
μασταριών	=	μαστάρι
μαστεκτομές	=	μαστεκτομή
μαστεκτομή	noun	χειρουργική επέμβαση στο μαστό για εκτομή ιστών είτε για προληπτικούς λόγους είτε επειδή πολλά κύτταρά τους έχουν ήδη εξαλλαχθεί σε καρκινικά
μαστεκτομής	=	μαστεκτομή
μαστεκτομών	=	μαστεκτομή
μαστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάστευση
μαστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μάστευση
μαστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μάστευση
μαστιγίου	noun	γενική ενικού του μαστίγιο
μαστιγίων	noun	γενική πληθυντικού του μαστίγιο
μαστιγομυκήτων	=	μαστιγομύκητας
μαστιγομύκητα	=	μαστιγομύκητας
μαστιγομύκητας	noun	μικροοργανισμός που ανήκει στην ομάδα των πρώιμων μυκήτων και χαρακτηρίζεται από την παρουσία μαστιγίου σε κάποια στάδια του κύκλου ζωής του, συχνά απαντώμενος σε υδάτινα περιβάλλοντα ή ως φυτοπαθογόνος οργανισμός
μαστιγομύκητες	=	μαστιγομύκητας
μαστιγοφόρα	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρας	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρε	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρες	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρο	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόροι	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρος	adj	που κρατάει μαστίγιο (ως όπλο για την επιβολή της τάξης)
μαστιγοφόρου	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρους	=	μαστιγοφόρος
μαστιγοφόρων	=	μαστιγοφόρος
μαστιγωθήκαμε	=	μαστιγώνω
μαστιγωθήκαν	=	μαστιγώνω
μαστιγωθήκανε	=	μαστιγώνω
μαστιγωθήκατε	=	μαστιγώνω
μαστιγωθεί	=	μαστιγώνω
μαστιγωθείς	=	μαστιγώνω
μαστιγωθείτε	=	μαστιγώνω
μαστιγωθούμε	=	μαστιγώνω
μαστιγωθούν	=	μαστιγώνω
μαστιγωθούνε	=	μαστιγώνω
μαστιγωθώ	=	μαστιγώνω
μαστιγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαστίγωμα
μαστιγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστιγωμένο
μαστιγωμένε	verb	κλητική ενικού του μαστιγωμένος
μαστιγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστιγωμένη
μαστιγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστιγωμένος
μαστιγωμένης	verb	γενική ενικού του μαστιγωμένη
μαστιγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαστιγωμένος
μαστιγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστιγωμένος
μαστιγωμένος	=	μαστιγώνω
μαστιγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαστιγωμένος
μαστιγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαστιγωμένος
μαστιγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαστιγωμένος
μαστιγωνόμασταν	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόμαστε	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόμουν	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόμουνα	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόντουσαν	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόσασταν	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόσαστε	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόσουν	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόσουνα	=	μαστιγώνω
μαστιγωνόταν	=	μαστιγώνω
μαστιγωνότανε	=	μαστιγώνω
μαστιγωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστιγωτικό
μαστιγωτικέ	adj	κλητική ενικού του μαστιγωτικός
μαστιγωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστιγωτική
μαστιγωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστιγωτικός
μαστιγωτικής	adj	γενική ενικού του μαστιγωτική
μαστιγωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστιγωτικός
μαστιγωτικού	adj	γενική ενικού του μαστιγωτικός
μαστιγωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαστιγωτικός
μαστιγωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μαστιγωτικός
μαστιγωτικός	adj	αυτός που έχει σχέση με το μαστίγωμα
μαστιγωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μαστιγωτικός
μαστιγώθηκα	=	μαστιγώνω
μαστιγώθηκαν	=	μαστιγώνω
μαστιγώθηκε	=	μαστιγώνω
μαστιγώθηκες	=	μαστιγώνω
μαστιγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστίγωμα
μαστιγώματος	noun	γενική ενικού του μαστίγωμα
μαστιγώναμε	=	μαστιγώνω
μαστιγώναν	=	μαστιγώνω
μαστιγώνανε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνατε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνει	=	μαστιγώνω
μαστιγώνεις	=	μαστιγώνω
μαστιγώνεσαι	=	μαστιγώνω
μαστιγώνεστε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνεται	=	μαστιγώνω
μαστιγώνετε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνομαι	=	μαστιγώνω
μαστιγώνομε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνονται	=	μαστιγώνω
μαστιγώνονταν	=	μαστιγώνω
μαστιγώνοντας	=	μαστιγώνω
μαστιγώνουμε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνουν	=	μαστιγώνω
μαστιγώνουνε	=	μαστιγώνω
μαστιγώνω	verb	χτυπάω κάποιον με το μαστίγιο
μαστιγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσαν	=	μαστιγώνω
μαστιγώσανε	=	μαστιγώνω
μαστιγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστίγωση
μαστιγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μαστίγωση
μαστιγώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μαστίγωση
μαστιγώσομε	=	μαστιγώνω
μαστιγώσου	=	μαστιγώνω
μαστιγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσουνε	=	μαστιγώνω
μαστιγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστιγώνω
μαστιζόμασταν	=	μαστίζω
μαστιζόμαστε	=	μαστίζω
μαστιζόμουν	=	μαστίζω
μαστιζόμουνα	=	μαστίζω
μαστιζόντουσαν	=	μαστίζω
μαστιζόσασταν	=	μαστίζω
μαστιζόσαστε	=	μαστίζω
μαστιζόσουν	=	μαστίζω
μαστιζόσουνα	=	μαστίζω
μαστιζόταν	=	μαστίζω
μαστιζότανε	=	μαστίζω
μαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστικό
μαστικέ	adj	κλητική ενικού του μαστικός
μαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστική
μαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστικός
μαστικής	adj	γενική ενικού του μαστική
μαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστικός
μαστικού	adj	γενική ενικού του μαστικός
μαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαστικός
μαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μαστικός
μαστικός	adj	ο σχετικός με το μαστό
μαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μαστικός
μαστιχέλαια	=	μαστιχέλαιο
μαστιχέλαιο	noun	αιθέριο έλαιο που προέρχεται από την απόσταξη μαστίχας
μαστιχέλαιου	=	μαστιχέλαιο
μαστιχέλαιων	=	μαστιχέλαιο
μαστιχελαίου	=	μαστιχέλαιο
μαστιχελαίων	=	μαστιχέλαιο
μαστιχιά	noun	μαστιχόδεντρο
μαστιχιάς	=	μαστιχιά
μαστιχιές	=	μαστιχιά
μαστιχιών	=	μαστιχιά
μαστιχοδένδρου	=	μαστιχόδενδρο
μαστιχοδένδρων	=	μαστιχόδενδρο
μαστιχοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια μαστιχοδένδρων για την παραγωγή μαστίχας
μαστιχοκαλλιέργειας	=	μαστιχοκαλλιέργεια
μαστιχοκαλλιέργειες	=	μαστιχοκαλλιέργεια
μαστιχοκαλλιεργειών	=	μαστιχοκαλλιέργεια
μαστιχοπαραγωγά	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοπαραγωγέ	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοπαραγωγοί	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοπαραγωγού	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοπαραγωγούς	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοπαραγωγό	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοπαραγωγός	noun	ο άνθρωπος που παράγει μαστίχα	adj	που παράγει μαστίχα
μαστιχοπαραγωγών	=	μαστιχοπαραγωγός
μαστιχοφόρα	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρας	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρε	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρες	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρο	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόροι	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρος	adj	αυτός που φέρει ήδη μαστίχα ή εκείνος που μπορεί να την παράγει
μαστιχοφόρου	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρους	=	μαστιχοφόρος
μαστιχοφόρων	=	μαστιχοφόρος
μαστιχωτά	=	μαστιχωτός
μαστιχωτέ	=	μαστιχωτός
μαστιχωτές	=	μαστιχωτός
μαστιχωτή	=	μαστιχωτός
μαστιχωτής	=	μαστιχωτός
μαστιχωτοί	=	μαστιχωτός
μαστιχωτού	=	μαστιχωτός
μαστιχωτούς	=	μαστιχωτός
μαστιχωτό	=	μαστιχωτός
μαστιχωτός	adj	που έχει την υφή μαστίχας ή μοιάζει μʼ αυτήν
μαστιχωτών	=	μαστιχωτός
μαστιχόδενδρα	=	μαστιχόδενδρο
μαστιχόδενδρο	noun	Καλλιεργούμενη ποικιλία του σχίνου που φύεται μονάχα στο νότιο τμήμα της Χίου.
μαστιχόδενδρου	=	μαστιχόδενδρο
μαστιχόδενδρων	=	μαστιχόδενδρο
μαστιχόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστιχόδεντρο
μαστιχόδεντρο	noun	αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Pistacia lentiscus) με πολύ μικρά κόκκινα άνθη και μικρούς σφαιρικούς κόκκινους ή μαύρους καρπούς· από την ποικιλία Pistacia lentiscus var.
μαστιχόδεντρου	noun	γενική ενικού του μαστιχόδεντρο
μαστιχόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του μαστιχόδεντρο
μαστιχόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστιχόμελο
μαστιχόμελο	noun	μέλι που παράγεται στη Χίο από μέλισσες που ζουν σε μαστιχοφόρους σχίνους
μαστιχόμελου	noun	γενική ενικού του μαστιχόμελο
μαστιχόμελων	noun	γενική πληθυντικού του μαστιχόμελο
μαστιχών	noun	γενική πληθυντικού του μαστίχα
μαστιχώνω	verb	φτιάχνω κλωστές
μαστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστός
μαστογράφε	=	μαστογράφος
μαστογράφο	=	μαστογράφος
μαστογράφοι	=	μαστογράφος
μαστογράφος	noun	μηχάνημα με το οποίο γίνεται μαστογραφία
μαστογράφου	=	μαστογράφος
μαστογράφους	=	μαστογράφος
μαστογράφων	=	μαστογράφος
μαστογραφία	noun	ακτινογραφία μαστού για ανίχνευση καρκίνου
μαστογραφίας	=	μαστογραφία
μαστογραφίες	=	μαστογραφία
μαστογραφιών	=	μαστογραφία
μαστοδόντων	=	μαστόδοντας
μαστοειδές	=	μαστοειδής
μαστοειδή	=	μαστοειδής
μαστοειδής	adj	που έχει το σχήμα μαστού, συνήθως εννοείται η μαστοειδής απόφυση στο εσωτερικό του αυτιού
μαστοειδίτιδα	noun	φλεγμονή των αεροφόρων κυψελών της μαστοειδούς απόφυσης, του τμήματος του κρανίου πίσω από το αυτί
μαστοειδίτιδας	=	μαστοειδίτιδα
μαστοειδίτιδες	=	μαστοειδίτιδα
μαστοειδίτιδων	=	μαστοειδίτιδα
μαστοειδείς	=	μαστοειδής
μαστοειδεκτομές	=	μαστοειδεκτομή
μαστοειδεκτομή	noun	επέμβαση στην μαστοειδή απόφυση στο αυτί
μαστοειδεκτομής	=	μαστοειδεκτομή
μαστοειδεκτομών	=	μαστοειδεκτομή
μαστοειδούς	=	μαστοειδής
μαστοειδών	=	μαστοειδής
μαστοειδῖτις	noun	η μαστοειδίτιδα
μαστοπάθεια	noun	κάθε πάθηση που προσβάλλει το μαστό των θηλαστικών
μαστοπάθειας	noun	γενική ενικού του μαστοπάθεια
μαστοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστοπάθεια
μαστοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του μαστοπάθεια
μαστοπηξία	noun	χειρουργική επέμβαση για την ανόρθωση και τον ανασχηματισμό του γυναικείου στήθους
μαστοπηξίας	=	μαστοπηξία
μαστοπηξίες	=	μαστοπηξία
μαστοπηξιών	=	μαστοπηξία
μαστοπλαστικές	=	μαστοπλαστική
μαστοπλαστική	noun	η πλαστική σε μαστό για αισθητικούς ή ιατρικούς λόγους
μαστοπλαστικής	=	μαστοπλαστική
μαστοπλαστικών	=	μαστοπλαστική
μαστοράντζα	noun	το σύνολο των εργατών που αναλαμβάνουν μια εργασία
μαστοράντζας	noun	γενική ενικού του μαστοράντζα
μαστοράντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστοράντζα
μαστορέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστόρεμα
μαστορέματος	noun	γενική ενικού του μαστόρεμα
μαστορέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστορία	=	μαστορεία
μαστορεία	noun|dated	η συντεχνία των μαστόρων κατά το μεσαίωνα και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, με αυστηρό κώδικα εισδοχής και παραμονής (μέρος του οποίου επιβίωσε στον τεκτονισμό)
μαστορείας	=	μαστορεία
μαστορείες	=	μαστορεία
μαστορειών	=	μαστορεία
μαστορεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαστόρεμα
μαστορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστορεμένο
μαστορεμένε	verb	κλητική ενικού του μαστορεμένος
μαστορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστορεμένη
μαστορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστορεμένος
μαστορεμένης	verb	γενική ενικού του μαστορεμένη
μαστορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαστορεμένος
μαστορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστορεμένος
μαστορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαστορεμένος
μαστορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαστορεμένος
μαστορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαστορεμένος
μαστορεύω	verb	κάνω επισκευές, μερεμετίζω
μαστοριά	noun	η πολύ καλή τεχνική σε έναν τομέα των τεχνών, αν και στην καλλιτεχνία προτιμάται συνήθως η λέξη μαεστρία
μαστοριάς	noun	γενική ενικού του μαστοριά
μαστοριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστοριά
μαστορικά	noun	η αμοιβή των μαστόρων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μαστορικός
μαστορικέ	adj	κλητική ενικού του μαστορικός
μαστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστορική
μαστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστορικός
μαστορικής	adj	γενική ενικού του μαστορική
μαστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστορικός
μαστορικού	adj	γενική ενικού του μαστορικός
μαστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαστορικός
μαστορικό	adj	αιτιατική ενικού του μαστορικός
μαστορικός	adj	ο σχετικός με τη μαστορική τέχνη και με τον μάστορα
μαστορικών	adj	γενική πληθυντικού του μαστορικός
μαστορισσών	noun	γενική πληθυντικού του μαστόρισσα
μαστοριών	=	μαστοριά
μαστορόπουλα	=	μαστορόπουλο
μαστορόπουλο	noun	το μαστοράκι, ο μαθητευόμενος μάστορας, ο νεαρός που μαθαίνει μια τέχνη
μαστορόπουλου	=	μαστορόπουλο
μαστορόπουλων	=	μαστορόπουλο
μαστουριάζαμε	=	μαστουριάζω
μαστουριάζαν	=	μαστουριάζω
μαστουριάζανε	=	μαστουριάζω
μαστουριάζατε	=	μαστουριάζω
μαστουριάζει	=	μαστουριάζω
μαστουριάζεις	=	μαστουριάζω
μαστουριάζετε	=	μαστουριάζω
μαστουριάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαστουριάζω
μαστουριάζουμε	=	μαστουριάζω
μαστουριάζουν	=	μαστουριάζω
μαστουριάζουνε	=	μαστουριάζω
μαστουριάζω	verb	γίνομαι μαστούρας
μαστουριάρα	=	μαστουριάρης
μαστουριάρη	=	μαστουριάρης
μαστουριάρηδες	=	μαστουριάρης
μαστουριάρηδων	=	μαστουριάρης
μαστουριάρης	noun	ο συχνά μαστουρωμένος
μαστουριάσαμε	=	μαστουριάζω
μαστουριάσαν	=	μαστουριάζω
μαστουριάσανε	=	μαστουριάζω
μαστουριάσατε	=	μαστουριάζω
μαστουριάσει	=	μαστουριάζω
μαστουριάστε	=	μαστουριάζω
μαστουριού	=	μαστούρι
μαστουριών	=	μαστούρι
μαστουρλούκι	noun|dated	η μαστούρα
μαστουρλούκια	=	μαστουρλούκι
μαστουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστουρωμένο
μαστουρωμένε	verb	κλητική ενικού του μαστουρωμένος
μαστουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστουρωμένη
μαστουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστουρωμένος
μαστουρωμένης	verb	γενική ενικού του μαστουρωμένη
μαστουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαστουρωμένος
μαστουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστουρωμένος
μαστουρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μαστουρώνω
μαστουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαστουρωμένος
μαστουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαστουρωμένος
μαστουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαστουρωμένος
μαστουρώναμε	=	μαστουρώνω
μαστουρώναν	=	μαστουρώνω
μαστουρώνανε	=	μαστουρώνω
μαστουρώνατε	=	μαστουρώνω
μαστουρώνει	=	μαστουρώνω
μαστουρώνεις	=	μαστουρώνω
μαστουρώνετε	=	μαστουρώνω
μαστουρώνοντας	=	μαστουρώνω
μαστουρώνουμε	=	μαστουρώνω
μαστουρώνουν	=	μαστουρώνω
μαστουρώνουνε	=	μαστουρώνω
μαστουρώνω	verb|vulgar	ναρκώνομαι κάνοντας χρήση ναρκωτικών ουσιών
μαστουρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσαν	=	μαστουρώνω
μαστουρώσανε	=	μαστουρώνω
μαστουρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστουρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστοφόρα	noun	τα ζώα που φέρουν μαστούς, τα θηλαστικά
μαστοφόρας	=	μαστοφόρος
μαστοφόρε	=	μαστοφόρος
μαστοφόρες	=	μαστοφόρος
μαστοφόρο	=	μαστοφόρος
μαστοφόροι	=	μαστοφόρος
μαστοφόρος	adj	πλάσμα που φέρει μαστούς, θηλαστικό
μαστοφόρου	=	μαστοφόρος
μαστοφόρους	=	μαστοφόρος
μαστοφόρων	=	μαστοφόρος
μαστού	noun	γενική ενικού του μαστός
μαστούρα	=	μαστούρης
μαστούρας	=	μαστούρης
μαστούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστούρα
μαστούρη	=	μαστούρης
μαστούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστούρης
μαστούρηδων	=	μαστούρης
μαστούρης	adj	που κάνει χρήση ναρκωτικών
μαστούρι	noun	μαστούρας νεαρής ηλικίας
μαστούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστούρι
μαστούριαζα	=	μαστουριάζω
μαστούριαζαν	=	μαστουριάζω
μαστούριαζε	=	μαστουριάζω
μαστούριαζες	=	μαστουριάζω
μαστούριασα	=	μαστουριάζω
μαστούριασαν	=	μαστουριάζω
μαστούριασε	=	μαστουριάζω
μαστούριασες	=	μαστουριάζω
μαστούρικα	=	μαστούρης
μαστούρικο	=	μαστούρης
μαστούρικου	=	μαστούρης
μαστούρικων	=	μαστούρης
μαστούρων	=	μαστούρης
μαστούρωνα	=	μαστουρώνω
μαστούρωναν	=	μαστουρώνω
μαστούρωνε	=	μαστουρώνω
μαστούρωνες	=	μαστουρώνω
μαστούρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστούρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστούρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστούρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστουρώνω
μαστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαστός
μαστραπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαστραπάς
μαστραπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστραπάς
μαστραπάδων	noun	γενική πληθυντικού του μαστραπάς
μαστραπάς	noun	μικρή μεταλλική, πήλινη ή και γιάλινη κανάτα που χρησιμοποιόταν άλλοτε για το σερβίρισμα δροσερού νερού
μαστροδούλεφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστροδούλεφτο
μαστροδούλεφτε	adj	κλητική ενικού του μαστροδούλεφτος
μαστροδούλεφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστροδούλεφτη
μαστροδούλεφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαστροδούλεφτος
μαστροδούλεφτης	adj	γενική ενικού του μαστροδούλεφτη
μαστροδούλεφτο	adj	αιτιατική ενικού του μαστροδούλεφτος
μαστροδούλεφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστροδούλεφτος
μαστροδούλεφτος	adj|literary	αυτός που τον έχει επεξεργαστεί κάποιος επιδέξια, με μαεστρία, ο πολύ καλά δουλεμένος
μαστροδούλεφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαστροδούλεφτος
μαστροδούλεφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαστροδούλεφτος
μαστροδούλεφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαστροδούλεφτος
μαστροπέ	noun	κλητική ενικού του μαστροπός
μαστροπεία	noun	η εξώθηση ενός ατόμου στην πορνεία και η εκμετάλλευσή του
μαστροπείας	noun	γενική ενικού του μαστροπεία
μαστροπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστροπεία
μαστροπειών	noun	γενική πληθυντικού του μαστροπεία
μαστροπεύω	verb	είμαι μαστροπός
μαστροπικά	=	μαστροπικός
μαστροπικέ	=	μαστροπικός
μαστροπικές	=	μαστροπικός
μαστροπική	=	μαστροπικός
μαστροπικής	=	μαστροπικός
μαστροπικοί	=	μαστροπικός
μαστροπικού	=	μαστροπικός
μαστροπικούς	=	μαστροπικός
μαστροπικό	=	μαστροπικός
μαστροπικός	adj	που έχει σχέση με μαστροπό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μαστροπικών	=	μαστροπικός
μαστροποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαστροπός
μαστροπού	noun	γενική ενικού του μαστροπός
μαστροπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαστροπός
μαστροπό	noun	αιτιατική ενικού του μαστροπός
μαστροπός	noun	προαγωγός στην πορνεία
μαστροπών	noun	γενική πληθυντικού του μαστροπός
μαστροχαλαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστροχαλαστής
μαστροχαλαστή	noun	μαστροχαλαστής, στη γενική του ενικού
μαστροχαλαστής	noun	κακός τεχνίτης, που αντί να επιδιορθώνει χαλάει
μαστροχαλαστών	noun	γενική πληθυντικού του μαστροχαλαστής
μαστρωπός	=	μαστροπός
μαστωδυνία	noun	έντονος πόνος στο μαστό (συνήθως κατά την κύηση λόγω του παραγομένου γάλακτος, αλλά και από άλλα αίτια, ίσως παθολογικά)
μαστωδυνίας	=	μαστωδυνία
μαστωδυνίες	=	μαστωδυνία
μαστωδυνιών	=	μαστωδυνία
μαστό	noun	αιτιατική ενικού του μαστός
μαστόδοντα	=	μαστόδοντας
μαστόδοντας	noun	πρόγονος του ελέφαντα -έζησε περίπου 3,5 εκ. χρόνια πριν.
μαστόδοντες	=	μαστόδοντας
μαστόρεμα	noun	η επισκευή, το μερεμέτι, η επιδιόρθωση μιας βλάβης ή η αποκατάσταση μιας ζημιάς
μαστόρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστόρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστόρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστόρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαστορεύω
μαστόρηδες	=	μάστορης
μαστόρηδων	=	μάστορης
μαστόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστόρι
μαστόρικος	=	μαστορικός
μαστόρισσα	noun	η πολύ επιτήδεια σε μια τέχνη, π.χ. στην κομμωτική, στη μαγειρική
μαστόρισσας	noun	γενική ενικού του μαστόρισσα
μαστόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαστόρισσα
μαστόροι	=	μάστορας
μαστόρους	=	μάστορας
μαστόρων	=	μάστορας
μαστός	noun	γαλακτοφόρος αδένας των θηλαστικών
μαστών	noun	γενική πληθυντικού του μαστός
μασχάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασχάλη
μασχάλη	noun	η κοιλότητα που σχηματίζεται στο σημείο που ενώνονται ο κορμός με το εσωτερικό μέρος του βραχίονα και καλύπτεται στους ενηλίκους από τριχοφυΐα.
μασχάλης	=	μασχάλη
μασχαλιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μασχαλιαίος
μασχαλιαίας	adj	γενική ενικού του μασχαλιαία
μασχαλιαίε	adj	μασχαλιαίος, στην κλητική του ενικού
μασχαλιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μασχαλιαία
μασχαλιαίο	adj	μασχαλιαίος, στην αιτιατική του ενικού
μασχαλιαίοι	adj	μασχαλιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μασχαλιαίος	adj	που ανήκει στην ανατομική περιοχή της μασχάλης, ο λεμφαδένας, ή γενικά ο σχετικός με την περιοχή ιστός
μασχαλιαίου	adj	γενική ενικού του μασχαλιαίος
μασχαλιαίους	adj	μασχαλιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μασχαλιαίων	=	μασχαλιαίος
μασχαλών	=	μασχάλη
μασόνε	noun	κλητική ενικού του μασόνος
μασόνο	noun	αιτιατική ενικού του μασόνος
μασόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μασόνος
μασόνος	noun	το μέλος μιας μασονικής στοάς
μασόνου	noun	γενική ενικού του μασόνος
μασόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μασόνος
μασόνων	noun	γενική πληθυντικού του μασόνος
μασώ	verb	αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου
μασώμαι	verb	παθητική φωνή του μασάω-μασώ για σχετικά λόγιες εκφράσεις
μασώμεθα	=	μασάω
μασών	noun	γενική πληθυντικού του μάσα
μασώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μασώ
μασῶμαι	verb	το μασώμαι (και μασιέμαι) στην καθαρεύουσα αλλά και γενικά στο πολυτονικό σύστημα
ματ	noun	η κατάσταση σε ένα παιχνίδι σκακιού κατά την οποία ο βασιλιάς του ενός παίκτη απειλείται από τον αντίπαλό του χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής σε μία κίνηση.	adj	αλαμπής, που δεν αντανακλά το φως, που δεν γυαλίζει, μη γυαλιστερός, ελαφρώς τραχύς επιφανειακά, μη στιλπνός
ματάειδα	=	ματαβλέπω
ματάκηδες	=	ματάκιας
ματάκηδων	=	ματάκιας
ματάκι	noun	μικρό μάτι
ματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματάκι
ματάκιας	noun	αυτός που του αρέσει να παρακολουθεί τις ερωτικές στιγμές των άλλων
ματάκουσα	=	ματακούω
ματάρα	noun	μεγάλο και, συνήθως, όμορφο και έξυπνο μάτι
ματάρας	=	ματάρα
ματάρες	=	ματάρα
ματίζαμε	=	ματίζω
ματίζαν	=	ματίζω
ματίζανε	=	ματίζω
ματίζατε	=	ματίζω
ματίζει	=	ματίζω
ματίζεις	=	ματίζω
ματίζετε	=	ματίζω
ματίζοντας	=	ματίζω
ματίζουμε	=	ματίζω
ματίζουν	=	ματίζω
ματίζουνε	=	ματίζω
ματίζω	verb	ενώνω δύο ομοειδή αντικείμενα που το ένα αποτελεί προέκταση ή συνέχεια του άλλου
ματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίσαν	=	ματίζω
ματίσανε	=	ματίζω
ματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτιση
ματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίσεων	=	μάτιση
ματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτισμα
ματίσματος	noun	γενική ενικού του μάτισμα
ματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματίζω
ματαέρχομαι	verb	ξαναέρχομαι
ματαίωνα	=	ματαιώνω
ματαίωναν	=	ματαιώνω
ματαίωνε	=	ματαιώνω
ματαίωνες	=	ματαιώνω
ματαίως	adv	άδικα, ανώφελα, μάταια, άσκοπα, του κάκου
ματαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαίωση	noun	η οριστική ακύρωση μιας προγραμματισμένης δραστηριότητας
ματαίωσης	noun	γενική ενικού του ματαίωση
ματαβλέπομαι	=	ματαβλέπω
ματαβλέπω	verb|vulgar	ξαναβλέπω
ματαγυρίζαμε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζαν	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζανε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζατε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζει	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζεις	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζετε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζοντας	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζουμε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζουν	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζουνε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίζω	verb|vulgar	αλλάζω, τα γυρίζω
ματαγυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσαν	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίσανε	=	ματαγυρίζω
ματαγυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγύριζα	=	ματαγυρίζω
ματαγύριζαν	=	ματαγυρίζω
ματαγύριζε	=	ματαγυρίζω
ματαγύριζες	=	ματαγυρίζω
ματαγύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαγύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαγυρίζω
ματαδιαβάζω	verb	διαβάζω ξανά, ξαναδιαβάζω
ματαειδώθηκα	=	ματαβλέπω
ματαιοδοξία	noun	η ιδιότητα του ματαιόδοξου· το να νοιάζεται κανείς και να επιδιώκει πράγματα μάταια, ασήμαντα, και να τα επιδεικνύει
ματαιοδοξίας	noun	γενική ενικού του ματαιοδοξία
ματαιοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιοδοξία
ματαιοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του ματαιοδοξία
ματαιοδοξώ	verb|rare	είμαι ματαιόδοξος
ματαιοδοξώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ματαιοδοξώ
ματαιοδόξως	adv|archaic	άλλη μορφή του ματαιόδοξα
ματαιολογία	noun	μάταιη, ανόητη ή άσκοπη ομιλία, κενολογία
ματαιολογίας	noun	γενική ενικού του ματαιολογία
ματαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιολογία
ματαιολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιολογημένο
ματαιολογημένε	verb	κλητική ενικού του ματαιολογημένος
ματαιολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιολογημένη
ματαιολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματαιολογημένος
ματαιολογημένης	verb	γενική ενικού του ματαιολογημένη
ματαιολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ματαιολογημένος
ματαιολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματαιολογημένος
ματαιολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματαιολογημένος
ματαιολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματαιολογημένος
ματαιολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματαιολογημένος
ματαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ματαιολογία
ματαιολογώ	verb	λέω ανοησίες, κούφια λόγια, λέω πράγματα που δεν έχουν ουσία, φλυαρώ
ματαιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ματαιολογώ
ματαιοπονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπονία	noun	ο χαμένος κόπος, η προσπάθεια που είναι καταδικασμένη να αποτύχει στο στόχο της
ματαιοπονίας	noun	γενική ενικού του ματαιοπονία
ματαιοπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιοπονία
ματαιοπονεί	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονείς	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονείτε	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονιών	noun	γενική πληθυντικού του ματαιοπονία
ματαιοπονούμε	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούν	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούσα	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούσαμε	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούσαν	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούσατε	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούσε	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονούσες	=	ματαιοπονώ
ματαιοπονώ	verb	καταβάλλω μάταιους κόπους, ο κόπος μου πάει χαμένος, δεν φέρνει αποτέλεσμα, κοπιάζω άδικα
ματαιοπονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπόνει	=	ματαιοπονώ
ματαιοπόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοπόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιοπονώ
ματαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ματαιότητα
ματαιοφρονώ	verb|formal	είμαι ματαιόφρων
ματαιοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ματαιοφρονώ
ματαιοφροσυνών	=	ματαιοφροσύνη
ματαιοφροσύνες	=	ματαιοφροσύνη
ματαιοφροσύνη	noun|formal	η ιδιότητα και οι ενέργειες του ματαιόφρονα
ματαιοφροσύνης	=	ματαιοφροσύνη
ματαιοφρόνων	=	ματαιόφρων
ματαιωθήκαμε	=	ματαιώνω
ματαιωθήκαν	=	ματαιώνω
ματαιωθήκανε	=	ματαιώνω
ματαιωθήκατε	=	ματαιώνω
ματαιωθεί	=	ματαιώνω
ματαιωθείς	=	ματαιώνω
ματαιωθείτε	=	ματαιώνω
ματαιωθούμε	=	ματαιώνω
ματαιωθούν	=	ματαιώνω
ματαιωθούνε	=	ματαιώνω
ματαιωθώ	=	ματαιώνω
ματαιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιωμένο
ματαιωμένε	verb	κλητική ενικού του ματαιωμένος
ματαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιωμένη
ματαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματαιωμένος
ματαιωμένης	verb	γενική ενικού του ματαιωμένη
ματαιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ματαιωμένος
ματαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματαιωμένος
ματαιωμένος	=	ματαιώνω
ματαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματαιωμένος
ματαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματαιωμένος
ματαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματαιωμένος
ματαιωνόμασταν	=	ματαιώνω
ματαιωνόμαστε	=	ματαιώνω
ματαιωνόμουν	=	ματαιώνω
ματαιωνόμουνα	=	ματαιώνω
ματαιωνόντουσαν	=	ματαιώνω
ματαιωνόσασταν	=	ματαιώνω
ματαιωνόσαστε	=	ματαιώνω
ματαιωνόσουν	=	ματαιώνω
ματαιωνόσουνα	=	ματαιώνω
ματαιωνόταν	=	ματαιώνω
ματαιωνότανε	=	ματαιώνω
ματαιόδοξα	adv	με ματαιόδοξο τρόπο, με ματαιοδοξία
ματαιόδοξε	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξες	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξη	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξης	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξο	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξοι	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξος	adj	που νοιάζεται να αποκτήσει και να επιδείξει πράγματα μάταια, που έχουν εξωτερική λάμψη, αλλά είναι στην πραγματικότητα ασήμαντα
ματαιόδοξου	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξους	=	ματαιόδοξος
ματαιόδοξων	=	ματαιόδοξος
ματαιόσπουδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιόσπουδο
ματαιόσπουδε	adj	κλητική ενικού του ματαιόσπουδος
ματαιόσπουδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιόσπουδη
ματαιόσπουδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματαιόσπουδος
ματαιόσπουδης	adj	γενική ενικού του ματαιόσπουδη
ματαιόσπουδο	adj	αιτιατική ενικού του ματαιόσπουδος
ματαιόσπουδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματαιόσπουδος
ματαιόσπουδος	adj|formal	ο κενόσπουδος
ματαιόσπουδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματαιόσπουδος
ματαιόσπουδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ματαιόσπουδος
ματαιόσπουδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματαιόσπουδος
ματαιόσχολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιόσχολο
ματαιόσχολε	adj	κλητική ενικού του ματαιόσχολος
ματαιόσχολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιόσχολη
ματαιόσχολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματαιόσχολος
ματαιόσχολης	adj	γενική ενικού του ματαιόσχολη
ματαιόσχολο	adj	αιτιατική ενικού του ματαιόσχολος
ματαιόσχολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματαιόσχολος
ματαιόσχολος	adj|formal	που ασχολείται με μάταια, ανώφελα, άσκοπα αντικείμενα, που περνάει την ώρα του με άσκοπες ασχολίες
ματαιόσχολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματαιόσχολος
ματαιόσχολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ματαιόσχολος
ματαιόσχολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματαιόσχολος
ματαιότατα	=	μάταιος
ματαιότατε	=	μάταιος
ματαιότατες	=	μάταιος
ματαιότατη	=	μάταιος
ματαιότατης	=	μάταιος
ματαιότατο	=	μάταιος
ματαιότατοι	=	μάταιος
ματαιότατος	=	μάταιος
ματαιότατου	=	μάταιος
ματαιότατους	=	μάταιος
ματαιότατων	=	μάταιος
ματαιότερα	=	μάταιος
ματαιότερε	=	μάταιος
ματαιότερες	=	μάταιος
ματαιότερη	=	μάταιος
ματαιότερης	=	μάταιος
ματαιότερο	=	μάταιος
ματαιότεροι	=	μάταιος
ματαιότερος	=	μάταιος
ματαιότερου	=	μάταιος
ματαιότερους	=	μάταιος
ματαιότερων	=	μάταιος
ματαιότης	=	ματαιότητα
ματαιότητα	noun	η κενότητα, το ανάξιο, πρόσκαιρο, το ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα ανώφελο του πράγματος, της ζωής, της ύπαρξης, που δεν οδηγεί πουθενά
ματαιότητας	noun	γενική ενικού του ματαιότητα
ματαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαιότητα
ματαιόφρον	=	ματαιόφρων
ματαιόφρονα	=	ματαιόφρων
ματαιόφρονας	adj	μορφή του ματαιόφρων με νεότερες καταλήξεις στον αρσενικό
ματαιόφρονες	=	ματαιόφρων
ματαιόφρονον	=	ματαιόφρονας
ματαιόφρονος	=	ματαιόφρων
ματαιόφρονων	=	ματαιόφρονας
ματαιόφρων	adj	που κάνει μάταιες, ανόητες και απερίσκεπτες σκέψεις
ματαιώθηκα	=	ματαιώνω
ματαιώθηκαν	=	ματαιώνω
ματαιώθηκε	=	ματαιώνω
ματαιώθηκες	=	ματαιώνω
ματαιώναμε	=	ματαιώνω
ματαιώναν	=	ματαιώνω
ματαιώνανε	=	ματαιώνω
ματαιώνατε	=	ματαιώνω
ματαιώνει	=	ματαιώνω
ματαιώνεις	=	ματαιώνω
ματαιώνεσαι	=	ματαιώνω
ματαιώνεστε	=	ματαιώνω
ματαιώνεται	=	ματαιώνω
ματαιώνετε	=	ματαιώνω
ματαιώνομαι	=	ματαιώνω
ματαιώνομε	=	ματαιώνω
ματαιώνονται	=	ματαιώνω
ματαιώνονταν	=	ματαιώνω
ματαιώνοντας	=	ματαιώνω
ματαιώνουμε	=	ματαιώνω
ματαιώνουν	=	ματαιώνω
ματαιώνουνε	=	ματαιώνω
ματαιώνω	verb	δεν πραγματοποιώ μια προγραμματισμένη ενέργεια
ματαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσαν	=	ματαιώνω
ματαιώσανε	=	ματαιώνω
ματαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαίωση
ματαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ματαίωση
ματαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ματαίωση
ματαιώσομε	=	ματαιώνω
ματαιώσου	=	ματαιώνω
ματαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσουνε	=	ματαιώνω
ματαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματαιώνω
ματακούγομαι	=	ματακούω
ματακούστηκα	=	ματακούω
ματακούω	verb|vulgar	ξανακούω, έχω ακούσει κι άλλη φορά
ματαναστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανάστευση
ματαρά	=	ματαράς
ματαράδες	=	ματαράς
ματαράδων	=	ματαράς
ματαράς	noun	παγούρι
ματαριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαριστικό
ματαριστικέ	adj	κλητική ενικού του ματαριστικός
ματαριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματαριστική
ματαριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματαριστικός
ματαριστικής	adj	γενική ενικού του ματαριστική
ματαριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματαριστικός
ματαριστικού	adj	γενική ενικού του ματαριστικός
ματαριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ματαριστικός
ματαριστικό	adj	αιτιατική ενικού του ματαριστικός
ματαριστικός	adj	που συμβάλλει στη μείωση της στιλπνότητας μιας επιφάνειας
ματαριστικών	adj	γενική πληθυντικού του ματαριστικός
ματατζής	noun	αστυφύλακας, ή υπαξιωματικός, ή αξιωματικός της ΕΛΑΣ που συμμετέχει σε ΜΑΤ
ματαϊδωμένος	=	ματαβλέπω
ματεριαλίστρια	noun	η γυναίκα που είναι οπαδός του ματεριαλισμού, του υλισμού
ματεριαλίστριας	noun	γενική ενικού του ματεριαλίστρια
ματεριαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματεριαλίστρια
ματεριαλισμέ	noun	κλητική ενικού του ματεριαλισμός
ματεριαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματεριαλισμός
ματεριαλισμού	noun	γενική ενικού του ματεριαλισμός
ματεριαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ματεριαλισμός
ματεριαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ματεριαλισμός
ματεριαλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι το μόνο πραγματικά υπαρκτό είναι η ύλη και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτήν, ακόμα και η συνείδηση.
ματεριαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ματεριαλισμός
ματεριαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματεριαλιστής
ματεριαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ματεριαλιστής
ματεριαλιστής	noun	ο υλιστής
ματεριαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματεριαλιστικό
ματεριαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματεριαλιστική
ματεριαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστικής	adj	γενική ενικού του ματεριαλιστική
ματεριαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστικού	adj	γενική ενικού του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστικός	adj	ο σχετικός με το ματεριαλισμό ή με τον ματεριαλιστή, ο υλιστικός
ματεριαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ματεριαλιστικός
ματεριαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ματεριαλίστρια
ματεριαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ματεριαλιστής
ματζίρη	=	ματζίρης
ματζίρηδες	=	ματζίρης
ματζίρηδων	=	ματζίρης
ματζίρης	noun	τσιγκούνης
ματζαφλάρι	noun	άλλη μορφή του μαντζαφλάρι
ματζαφλάρια	=	ματζαφλάρι
ματζουνιού	=	ματζούνι
ματζουνιών	=	ματζούνι
ματζουράνα	noun	άλλη γραφή του μαντζουράνα
ματζουράνας	noun	γενική ενικού του ματζουράνα
ματζουράνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματζουράνα
ματζούνι	noun	γιατροσόφι, πρακτικό φάρμακο, κυρίως σε μορφή αλοιφής ή πολτού
ματζούνια	=	ματζούνι
ματζόβολα	=	ματζόβολος
ματζόβολε	=	ματζόβολος
ματζόβολες	=	ματζόβολος
ματζόβολη	=	ματζόβολος
ματζόβολης	=	ματζόβολος
ματζόβολο	=	ματζόβολος
ματζόβολοι	=	ματζόβολος
ματζόβολος	adj	βολικός, εύχρηστος
ματζόβολου	=	ματζόβολος
ματζόβολους	=	ματζόβολος
ματζόβολων	=	ματζόβολος
ματζόρε	adj	μείζων (για κλίμακες και συγχορδίες)
ματιά	noun	το βλέμμα
ματιάζαμε	=	ματιάζω
ματιάζαν	=	ματιάζω
ματιάζανε	=	ματιάζω
ματιάζατε	=	ματιάζω
ματιάζει	=	ματιάζω
ματιάζεις	=	ματιάζω
ματιάζεσαι	=	ματιάζω
ματιάζεστε	=	ματιάζω
ματιάζεται	=	ματιάζω
ματιάζετε	=	ματιάζω
ματιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ματιάζω
ματιάζομε	=	ματιάζω
ματιάζονται	=	ματιάζω
ματιάζονταν	=	ματιάζω
ματιάζοντας	=	ματιάζω
ματιάζουμε	=	ματιάζω
ματιάζουν	=	ματιάζω
ματιάζουνε	=	ματιάζω
ματιάζω	verb	ασκώ με μαγικό τρόπο κακή επίδραση πάνω σε κάποιον κοιτάζοντάς τον με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο
ματιάς	noun	γενική ενικού του ματιά
ματιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσαν	=	ματιάζω
ματιάσανε	=	ματιάζω
ματιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτιασμα
ματιάσματος	noun	γενική ενικού του μάτιασμα
ματιάσομε	=	ματιάζω
ματιάσου	=	ματιάζω
ματιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάσουνε	=	ματιάζω
ματιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιάστηκα	=	ματιάζω
ματιάστηκαν	=	ματιάζω
ματιάστηκε	=	ματιάζω
ματιάστηκες	=	ματιάζω
ματιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματιάζω
ματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματιά
ματιαζόμασταν	=	ματιάζω
ματιαζόμαστε	=	ματιάζω
ματιαζόμουν	=	ματιάζω
ματιαζόμουνα	=	ματιάζω
ματιαζόντουσαν	=	ματιάζω
ματιαζόσασταν	=	ματιάζω
ματιαζόσαστε	=	ματιάζω
ματιαζόσουν	=	ματιάζω
ματιαζόσουνα	=	ματιάζω
ματιαζόταν	=	ματιάζω
ματιαζότανε	=	ματιάζω
ματιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάτιασμα
ματιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματιασμένο
ματιασμένε	verb	κλητική ενικού του ματιασμένος
ματιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματιασμένη
ματιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματιασμένος
ματιασμένης	verb	γενική ενικού του ματιασμένη
ματιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ματιασμένος
ματιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματιασμένος
ματιασμένος	=	ματιάζω
ματιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματιασμένος
ματιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματιασμένος
ματιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματιασμένος
ματιαστήκαμε	=	ματιάζω
ματιαστήκαν	=	ματιάζω
ματιαστήκανε	=	ματιάζω
ματιαστήκατε	=	ματιάζω
ματιαστεί	=	ματιάζω
ματιαστείς	=	ματιάζω
ματιαστείτε	=	ματιάζω
ματιαστούμε	=	ματιάζω
ματιαστούν	=	ματιάζω
ματιαστούνε	=	ματιάζω
ματιαστώ	=	ματιάζω
ματικάπι	noun	είδος τρυπανιού
ματικάπια	=	ματικάπι
ματιλδίτες	=	ματιλδίτης
ματιλδίτη	=	ματιλδίτης
ματιλδίτης	noun	σπάνιο ορυκτό θειούχο άλας του αργύρου και του βισμουθίου
ματιλδιτών	=	ματιλδίτης
ματιού	noun	γενική ενικού του μάτι
ματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάτισμα
ματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματισμένο
ματισμένε	verb	κλητική ενικού του ματισμένος
ματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματισμένη
ματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματισμένος
ματισμένης	verb	γενική ενικού του ματισμένη
ματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ματισμένος
ματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματισμένος
ματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματισμένος
ματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματισμένος
ματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματισμένος
ματιών	noun	γενική πληθυντικού του μάτι
ματμαζέλ	noun	άλλη προφορά του μαντμαζέλ
ματοβαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματοβαμμένο
ματοβαμμένε	verb	κλητική ενικού του ματοβαμμένος
ματοβαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματοβαμμένη
ματοβαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματοβαμμένος
ματοβαμμένης	verb	γενική ενικού του ματοβαμμένη
ματοβαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ματοβαμμένος
ματοβαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματοβαμμένος
ματοβαμμένος	verb	άλλη μορφή του αιματοβαμμένος
ματοβαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματοβαμμένος
ματοβαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματοβαμμένος
ματοβαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματοβαμμένος
ματογυάλια	noun|dated	τα γυαλιά για τη διόρθωση των προβλημάτων οράσεως ή για να προστατεύουμε τα μάτια (απ’ τον ήλιο κ.λπ.)
ματογυαλιών	=	ματογυάλια
ματοκλάδι	noun	άλλη εκφορά για το ματόκλαδο
ματοκλάδια	=	ματοκλάδι
ματοκλαδιού	=	ματοκλάδι
ματοκλαδιών	=	ματοκλάδι
ματοκυλίζαμε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζαν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζανε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζατε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζει	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζεις	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζεσαι	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζεστε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζεται	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζετε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζομαι	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζομε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζονται	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζονταν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζοντας	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζουμε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζουν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζουνε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίζω	verb	προκαλώ αιματοχυσία, αιματοκυλώ
ματοκυλίσαμε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσαν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσανε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσατε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσει	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσεις	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσετε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσματα	=	ματοκύλισμα
ματοκυλίσματος	=	ματοκύλισμα
ματοκυλίσομε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσου	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσουμε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσουν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσουνε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίστε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίστηκα	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίστηκαν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίστηκε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίστηκες	=	ματοκυλίζω
ματοκυλίσω	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόμασταν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόμαστε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόμουν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόμουνα	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόντουσαν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόσασταν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόσαστε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόσουν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόσουνα	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζόταν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιζότανε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλισμάτων	=	ματοκύλισμα
ματοκυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματοκυλισμένο
ματοκυλισμένε	verb	κλητική ενικού του ματοκυλισμένος
ματοκυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματοκυλισμένη
ματοκυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματοκυλισμένος
ματοκυλισμένης	verb	γενική ενικού του ματοκυλισμένη
ματοκυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ματοκυλισμένος
ματοκυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματοκυλισμένος
ματοκυλισμένος	=	ματοκυλίζω
ματοκυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματοκυλισμένος
ματοκυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματοκυλισμένος
ματοκυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματοκυλισμένος
ματοκυλιστήκαμε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστήκαν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστήκανε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστήκατε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστεί	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστείς	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστείτε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστούμε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστούν	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστούνε	=	ματοκυλίζω
ματοκυλιστώ	=	ματοκυλίζω
ματοκυλώ	=	αιματοκυλώ
ματοκύλιζα	=	ματοκυλίζω
ματοκύλιζαν	=	ματοκυλίζω
ματοκύλιζε	=	ματοκυλίζω
ματοκύλιζες	=	ματοκυλίζω
ματοκύλισα	=	ματοκυλίζω
ματοκύλισαν	=	ματοκυλίζω
ματοκύλισε	=	ματοκυλίζω
ματοκύλισες	=	ματοκυλίζω
ματοκύλισμα	noun|vulgar	το αιματοκύλισμα
ματολάφτης	adj|literary	που ρουφάει το αίμα, αιμοβόρος, φονιάς
ματοπιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματοπιάστρα
ματοτσίνορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματοτσίνορο
ματοτσίνορο	noun	βλεφαρίδα
ματοτσίνορου	noun	γενική ενικού του ματοτσίνορο
ματοτσίνορων	noun	γενική πληθυντικού του ματοτσίνορο
ματοτσίνουρα	=	ματοτσίνουρο
ματοτσίνουρο	noun	άλλη μορφή του ματοτσίνορο: η βλεφαρίδα
ματοτσίνουρου	=	ματοτσίνουρο
ματοτσίνουρων	=	ματοτσίνουρο
ματρακά	=	ματρακάς
ματρακάδες	=	ματρακάς
ματρακάδων	=	ματρακάς
ματρακάς	noun	είδος σφυριού με βάρος πάνω από ένα κιλό, σιδερένια παραλληλόγραμμη χοντρή κεφαλή και ξύλινη λαβή
ματριοσκών	=	ματριόσκα
ματριόσκα	noun	άλλη μορφή του μπάμπουσκα
ματριόσκας	=	ματριόσκα
ματριόσκες	=	ματριόσκα
ματρόνα	noun|vulgar	μαστροπός, τσατσά
ματρόνας	noun	γενική ενικού του ματρόνα
ματρόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματρόνα
ματρώνα	noun|vulgar	μαστροπός, τσατσά
ματρώνας	=	ματρώνα
ματρώνες	=	ματρώνα
ματς	noun	αθλητικός αγώνας
ματσάκι	noun	υποκοριστικό του μάτσο
ματσάκια	=	ματσάκι
ματσάρα	noun	πολύ σπουδαίος, συγκλονιστικός ή θεαματικός αθλητικός αγώνας
ματσάρας	=	ματσάρα
ματσάρες	=	ματσάρα
ματσέτα	noun	μεγάλο μαχαίρι που χρησιμοποιείται για το κόψιμο βλάστησης αλλά και σε άλλες περιπτώσεις
ματσέτας	noun	γενική ενικού του ματσέτα
ματσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσέτα
ματσακονίζαμε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζαν	=	ματσακονίζω
ματσακονίζανε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζατε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζει	=	ματσακονίζω
ματσακονίζεις	=	ματσακονίζω
ματσακονίζεσαι	=	ματσακονίζω
ματσακονίζεστε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζεται	=	ματσακονίζω
ματσακονίζετε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζομαι	=	ματσακονίζω
ματσακονίζονται	=	ματσακονίζω
ματσακονίζονταν	=	ματσακονίζω
ματσακονίζοντας	=	ματσακονίζω
ματσακονίζου	=	ματσακονίζω
ματσακονίζουμε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζουν	=	ματσακονίζω
ματσακονίζουνε	=	ματσακονίζω
ματσακονίζω	verb	αφαιρώ χρώματα και σκουριές από μεταλλική επιφάνεια με ματσακόνι
ματσακονίσαμε	=	ματσακονίζω
ματσακονίσαν	=	ματσακονίζω
ματσακονίσανε	=	ματσακονίζω
ματσακονίσατε	=	ματσακονίζω
ματσακονίσει	=	ματσακονίζω
ματσακονίσου	=	ματσακονίζω
ματσακονίστε	=	ματσακονίζω
ματσακονίστηκα	=	ματσακονίζω
ματσακονίστηκαν	=	ματσακονίζω
ματσακονίστηκε	=	ματσακονίζω
ματσακονίστηκες	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόμασταν	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόμαστε	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόμουν	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόμουνα	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόντουσαν	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόσασταν	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόσαστε	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόσουν	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόσουνα	=	ματσακονίζω
ματσακονιζόταν	=	ματσακονίζω
ματσακονιζότανε	=	ματσακονίζω
ματσακονιού	=	ματσακόνι
ματσακονισμένος	=	ματσακονίζω
ματσακονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσακονιστής
ματσακονιστή	=	ματσακονιστής
ματσακονιστήκαμε	=	ματσακονίζω
ματσακονιστήκαν	=	ματσακονίζω
ματσακονιστήκανε	=	ματσακονίζω
ματσακονιστήκατε	=	ματσακονίζω
ματσακονιστής	noun	ο ναύτης καταστρώματος, ή εργάτης ναυπηγείου που χειρίζεται ματσακόνι, ή αεροματσάκονο ή ηλεκτροματσάκονο
ματσακονιστεί	=	ματσακονίζω
ματσακονιστείτε	=	ματσακονίζω
ματσακονιστών	=	ματσακονιστής
ματσακονιών	=	ματσακόνι
ματσακόνι	noun	ειδικό εργαλείο, σφυρί, που χρησιμοποιείται για τον αποχρωματισμό και αφαίρεση σκουριάς από μεταλλικές επιφάνειες, και τα δύο άκρα του είναι πεπλατυσμένα όπως τα καλέμια, το μεν ένα οριζόντιο το δε άλλο κάθετο.
ματσακόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσακόνι
ματσακόνιζα	=	ματσακονίζω
ματσακόνιζαν	=	ματσακονίζω
ματσακόνιζε	=	ματσακονίζω
ματσακόνιζες	=	ματσακονίζω
ματσακόνισα	=	ματσακονίζω
ματσακόνισαν	=	ματσακονίζω
ματσακόνισε	=	ματσακονίζω
ματσακόνισες	=	ματσακονίζω
ματσαράγκα	=	ματσαράγκας
ματσαράγκας	noun	αυτός που κάνει ματσαράγκες, απατεώνας ή απατεωνίσκος
ματσαράγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσαράγκα
ματσαράγκων	=	ματσαράγκας
ματσαραγκιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ματσαράγκα
ματσαραγκιάς	=	ματσαραγκιά
ματσαραγκιές	=	ματσαραγκιά
ματσαραγκιών	=	ματσαραγκιά
ματσετών	noun	γενική πληθυντικού του ματσέτα
ματσουκιά	noun	μια ξυλειά με το ματσούκι
ματσουκιάς	noun	γενική ενικού του ματσουκιά
ματσουκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσουκιά
ματσουκιού	=	ματσούκι
ματσουκιών	=	ματσούκι
ματσούκα	noun	ραβδί από χοντρό ξύλο, σαν μαγκούρα, για να στηρίζεται κάποιος αλλά και για να χτυπάει
ματσούκας	noun	γενική ενικού του ματσούκα
ματσούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσούκα
ματσούκι	noun	ένα χοντρό και μακρύ κομμάτι ξύλο (συνήθως για να δείρουμε κάποιον)
ματσούκια	=	ματσούκι
ματσό	adj|vulgar	(αργκό) ο λεφτάς
ματσόλα	noun	δικέφαλο σφυρί, παρόμοιο με τη βαριοπούλα και τον ματρακά, που έχει ξύλινη ή πλαστική κεφαλή αντί για σιδερένια και χρησιμοποιείται κυρίως σε επιφάνειες από ξύλο ή λαμαρίνα, λευκοσίδηρο
ματσόλας	noun	γενική ενικού του ματσόλα
ματσόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματσόλα
ματωθήκαμε	=	ματώνω
ματωθήκαν	=	ματώνω
ματωθήκανε	=	ματώνω
ματωθήκατε	=	ματώνω
ματωθεί	=	ματώνω
ματωθείς	=	ματώνω
ματωθείτε	=	ματώνω
ματωθούμε	=	ματώνω
ματωθούν	=	ματώνω
ματωθούνε	=	ματώνω
ματωθώ	=	ματώνω
ματωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μάτωμα
ματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματωμένο
ματωμένε	verb	κλητική ενικού του ματωμένος
ματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματωμένη
ματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ματωμένος
ματωμένης	verb	γενική ενικού του ματωμένη
ματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ματωμένος
ματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ματωμένος
ματωμένος	verb	γεμάτος αίματα ή αιματοχυσία
ματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ματωμένος
ματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ματωμένος
ματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ματωμένος
ματωνόμασταν	=	ματώνω
ματωνόμαστε	=	ματώνω
ματωνόμουν	=	ματώνω
ματωνόμουνα	=	ματώνω
ματωνόντουσαν	=	ματώνω
ματωνόσασταν	=	ματώνω
ματωνόσαστε	=	ματώνω
ματωνόσουν	=	ματώνω
ματωνόσουνα	=	ματώνω
ματωνόταν	=	ματώνω
ματωνότανε	=	ματώνω
ματόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματόκλαδο
ματόκλαδο	noun	η βλεφαρίδα
ματόκλαδου	noun	γενική ενικού του ματόκλαδο
ματόκλαδων	noun	γενική πληθυντικού του ματόκλαδο
ματόμπαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματόμπαλο
ματόμπαλο	noun	ο βολβός του ματιού
ματόμπαλου	=	ματόμπαλο
ματόμπαλων	=	ματόμπαλο
ματόπονε	=	ματόπονος
ματόπονο	=	ματόπονος
ματόπονοι	=	ματόπονος
ματόπονος	noun	ο πόνος του ματιού
ματόπονου	=	ματόπονος
ματόπονους	=	ματόπονος
ματόπονων	=	ματόπονος
ματόφρυδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματόφρυδο
ματόφρυδο	noun	το φρύδι
ματόφρυδου	noun	γενική ενικού του ματόφρυδο
ματόφρυδων	noun	γενική πληθυντικού του ματόφρυδο
ματόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματόφυλλο
ματόφυλλο	noun|literary	το βλέφαρο
ματόφυλλου	noun	γενική ενικού του ματόφυλλο
ματόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του ματόφυλλο
ματόχαντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ματόχαντρο
ματόχαντρο	noun	φυλαχτό
ματόχαντρου	noun	γενική ενικού του ματόχαντρο
ματόχαντρων	noun	γενική πληθυντικού του ματόχαντρο
ματώθηκα	=	ματώνω
ματώθηκαν	=	ματώνω
ματώθηκε	=	ματώνω
ματώθηκες	=	ματώνω
ματώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτωμα
ματώματος	noun	γενική ενικού του μάτωμα
ματώναμε	=	ματώνω
ματώναν	=	ματώνω
ματώνανε	=	ματώνω
ματώνατε	=	ματώνω
ματώνει	=	ματώνω
ματώνεις	=	ματώνω
ματώνεσαι	=	ματώνω
ματώνεστε	=	ματώνω
ματώνεται	=	ματώνω
ματώνετε	=	ματώνω
ματώνομαι	=	ματώνω
ματώνομε	=	ματώνω
ματώνονται	=	ματώνω
ματώνονταν	=	ματώνω
ματώνοντας	=	ματώνω
ματώνουμε	=	ματώνω
ματώνουν	=	ματώνω
ματώνουνε	=	ματώνω
ματώνω	verb	προκαλώ σε ένα σημείο του σώματος (μικρή) αιμορραγία
ματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσαν	=	ματώνω
ματώσανε	=	ματώνω
ματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσομε	=	ματώνω
ματώσου	=	ματώνω
ματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσουνε	=	ματώνω
ματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ματώνω
ματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ματώνω
μαυ	abbrev	αντικομμουνιστικές ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες κατά την περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, γνωστά και ως Μάυδες
μαυλάω	verb	προσκαλώ ή προσπαθώ να προσελκύσω οικόσιτα ζώα, ή και θηράματα, με κατάλληλο σφύριγμα
μαυλίζαμε	=	μαυλίζω
μαυλίζαν	=	μαυλίζω
μαυλίζανε	=	μαυλίζω
μαυλίζατε	=	μαυλίζω
μαυλίζει	=	μαυλίζω
μαυλίζεις	=	μαυλίζω
μαυλίζετε	=	μαυλίζω
μαυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαυλίζω
μαυλίζοντας	=	μαυλίζω
μαυλίζουμε	=	μαυλίζω
μαυλίζουν	=	μαυλίζω
μαυλίζουνε	=	μαυλίζω
μαυλίζω	verb	καλώ τις κότες ή άλλα ζωντανά με ιδιαίτερο για το καθένα τρόπο
μαυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίσαν	=	μαυλίζω
μαυλίσανε	=	μαυλίζω
μαυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαύλισμα
μαυλίσματος	noun	γενική ενικού του μαύλισμα
μαυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλίστριας	noun	γενική ενικού του μαυλίστρια
μαυλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυλίστρια
μαυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαύλισμα
μαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυλισμένο
μαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του μαυλισμένος
μαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυλισμένη
μαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυλισμένος
μαυλισμένης	verb	γενική ενικού του μαυλισμένη
μαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαυλισμένος
μαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυλισμένος
μαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυλισμένος
μαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαυλισμένος
μαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυλισμένος
μαυλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυλιστής
μαυλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαυλιστής
μαυλιστής	noun	αυτός που γοητεύει, ο γητευτής
μαυλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μαυλίστρια
μαυλιστών	noun	γενική πληθυντικού του μαυλιστής
μαυράδα	noun	η μουντάδα, η μαυρίλα κυριολεκτικά και μεταφορικά
μαυράδας	=	μαυράδα
μαυράδες	=	μαυράδα
μαυράδι	noun	μια μαύρη ή σκουρόχρωμη επιφάνεια σ' ένα ανοιχτόχρωμο πλαίσιο
μαυράδια	=	μαυράδι
μαυράδων	=	μαυράδα
μαυράκι	noun	για το μαύρος ή το μαύρο μικρό στίγμα σκούρου χρώματος
μαυράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυράκι
μαυρίζαμε	=	μαυρίζω
μαυρίζαν	=	μαυρίζω
μαυρίζανε	=	μαυρίζω
μαυρίζατε	=	μαυρίζω
μαυρίζει	=	μαυρίζω
μαυρίζεις	=	μαυρίζω
μαυρίζεσαι	=	μαυρίζω
μαυρίζεστε	=	μαυρίζω
μαυρίζεται	=	μαυρίζω
μαυρίζετε	=	μαυρίζω
μαυρίζομαι	=	μαυρίζω
μαυρίζομε	=	μαυρίζω
μαυρίζονται	=	μαυρίζω
μαυρίζονταν	=	μαυρίζω
μαυρίζοντας	=	μαυρίζω
μαυρίζουμε	=	μαυρίζω
μαυρίζουν	=	μαυρίζω
μαυρίζουνε	=	μαυρίζω
μαυρίζω	verb	χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο
μαυρίλα	noun	η μεγάλη έκταση όπου κυριαρχεί το μαύρο χρώμα
μαυρίλας	noun	γενική ενικού του μαυρίλα
μαυρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρίλα
μαυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσαν	=	μαυρίζω
μαυρίσανε	=	μαυρίζω
μαυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαύρισμα
μαυρίσματος	noun	γενική ενικού του μαύρισμα
μαυρίσομε	=	μαυρίζω
μαυρίσου	=	μαυρίζω
μαυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίσουνε	=	μαυρίζω
μαυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυρίστηκα	=	μαυρίζω
μαυρίστηκαν	=	μαυρίζω
μαυρίστηκε	=	μαυρίζω
μαυρίστηκες	=	μαυρίζω
μαυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαυραγάνι	noun	ποικιλία ολιγόσπερμου σιταριού, το μαυροσίταρο, που λέγεται έτσι επειδή το σπέρμα έχει μαύρο άγανο
μαυραγάνια	=	μαυραγάνι
μαυραγανιού	=	μαυραγάνι
μαυραγανιών	=	μαυραγάνι
μαυραγορίτες	=	μαυραγορίτης
μαυραγορίτη	=	μαυραγορίτης
μαυραγορίτης	noun	αυτός που εμπορεύεται και πουλάει προϊόντα στη μαύρη αγορά
μαυραγορίτισσα	noun	θηλυκό του μαυραγορίτης
μαυραγορίτισσας	noun	γενική ενικού του μαυραγορίτισσα
μαυραγορίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυραγορίτισσα
μαυραγοριτισσών	=	μαυραγορίτισσα
μαυραγοριτών	=	μαυραγορίτης
μαυραδιού	=	μαυράδι
μαυραδιών	=	μαυράδι
μαυριδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυριδερό	adv	δυσχρηστο επίρρημα που σημαίνει κατά λέξη "με τρόπο μαυριδερό"
μαυριδερέ	adj	κλητική ενικού του μαυριδερός
μαυριδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυριδερή
μαυριδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυριδερός
μαυριδερής	adj	γενική ενικού του μαυριδερή
μαυριδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυριδερός
μαυριδερού	adj	γενική ενικού του μαυριδερός
μαυριδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαυριδερός
μαυριδερό	adj	αιτιατική ενικού του μαυριδερός
μαυριδερός	adj	που έχει σκούρο χρώμα
μαυριδερών	adj	γενική πληθυντικού του μαυριδερός
μαυριζόμασταν	=	μαυρίζω
μαυριζόμαστε	=	μαυρίζω
μαυριζόμουν	=	μαυρίζω
μαυριζόμουνα	=	μαυρίζω
μαυριζόντουσαν	=	μαυρίζω
μαυριζόσασταν	=	μαυρίζω
μαυριζόσαστε	=	μαυρίζω
μαυριζόσουν	=	μαυρίζω
μαυριζόσουνα	=	μαυρίζω
μαυριζόταν	=	μαυρίζω
μαυριζότανε	=	μαυρίζω
μαυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαύρισμα
μαυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρισμένο
μαυρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαυρισμένος
μαυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρισμένη
μαυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυρισμένος
μαυρισμένης	verb	γενική ενικού του μαυρισμένη
μαυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαυρισμένος
μαυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυρισμένος
μαυρισμένος	=	μαυρίζω
μαυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυρισμένος
μαυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαυρισμένος
μαυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυρισμένος
μαυριστήκαμε	=	μαυρίζω
μαυριστήκαν	=	μαυρίζω
μαυριστήκανε	=	μαυρίζω
μαυριστήκατε	=	μαυρίζω
μαυριστεί	=	μαυρίζω
μαυριστείς	=	μαυρίζω
μαυριστείτε	=	μαυρίζω
μαυριστούμε	=	μαυρίζω
μαυριστούν	=	μαυρίζω
μαυριστούνε	=	μαυρίζω
μαυριστώ	=	μαυρίζω
μαυριτανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυριτανικό
μαυριτανικέ	adj	κλητική ενικού του μαυριτανικός
μαυριτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυριτανική
μαυριτανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυριτανικός
μαυριτανικής	adj	γενική ενικού του μαυριτανική
μαυριτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυριτανικός
μαυριτανικού	adj	γενική ενικού του μαυριτανικός
μαυριτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαυριτανικός
μαυριτανικό	adj	αιτιατική ενικού του μαυριτανικός
μαυριτανικός	adj	που προέρχεται από την Μαυριτανία ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή και το λαό της
μαυριτανικών	adj	γενική πληθυντικού του μαυριτανικός
μαυροέντυσα	=	μαυροντύνω
μαυρογάλανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρογάλανο
μαυρογάλανε	adj	κλητική ενικού του μαυρογάλανος
μαυρογάλανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρογάλανη
μαυρογάλανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυρογάλανος
μαυρογάλανης	adj	γενική ενικού του μαυρογάλανη
μαυρογάλανο	adj	αιτιατική ενικού του μαυρογάλανος
μαυρογάλανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυρογάλανος
μαυρογάλανος	adj	που έχει χρώμα ανάμεσα στο μαύρο και το γαλανό
μαυρογάλανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυρογάλανος
μαυρογάλανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαυρογάλανος
μαυρογάλανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυρογάλανος
μαυρογένη	=	μαυρογένης
μαυρογένηδες	=	μαυρογένης
μαυρογένηδων	=	μαυρογένης
μαυρογένης	adj	που έχει μαύρο γένι
μαυρογές	=	μαυρογή
μαυρογή	noun	το σκούρο χώμα, το μαυρόχωμα
μαυρογής	=	μαυρογή
μαυρογλάρονα	=	μαυρογλάρονο
μαυρογλάρονο	noun	είδος γλαρονιού
μαυρογλάρονου	=	μαυρογλάρονο
μαυρογλάρονων	=	μαυρογλάρονο
μαυρογύπων	=	μαυρόγυπας
μαυρογών	=	μαυρογή
μαυροδάφνες	=	μαυροδάφνη
μαυροδάφνη	noun	ποικιλία γλυκού κρασιού με πολύ βαθύ κόκκινο χρώμα
μαυροδάφνης	=	μαυροδάφνη
μαυροδαφνών	=	μαυροδάφνη
μαυροζουμιού	=	μαυροζούμι
μαυροζουμιών	=	μαυροζούμι
μαυροζούμι	noun	μαύρο ζουμί ή άλλο υγρό
μαυροζούμια	=	μαυροζούμι
μαυροθαλασσίτες	=	μαυροθαλασσίτης
μαυροθαλασσίτη	=	μαυροθαλασσίτης
μαυροθαλασσίτης	noun	ο Μαυροθαλασσίτης
μαυροθαλασσίτικα	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικε	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικες	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικη	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικης	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικο	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικοι	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικος	adj	ο σχετικός με τη Μαύρη Θάλασσα ή τους Μαυροθαλασσίτες
μαυροθαλασσίτικου	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικους	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτικων	=	μαυροθαλασσίτικος
μαυροθαλασσίτισσα	=	μαυροθαλασσίτης
μαυροθαλασσιτών	=	μαυροθαλασσίτης
μαυροκίτρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροκίτρινο
μαυροκίτρινε	adj	κλητική ενικού του μαυροκίτρινος
μαυροκίτρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροκίτρινη
μαυροκίτρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυροκίτρινος
μαυροκίτρινης	adj	γενική ενικού του μαυροκίτρινη
μαυροκίτρινο	adj	αιτιατική ενικού του μαυροκίτρινος
μαυροκίτρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυροκίτρινος
μαυροκίτρινος	adj	ο συνδυασμός χρώματος κίτρινου και μαύρου, με κυρίαρχο το μαύρο
μαυροκίτρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυροκίτρινος
μαυροκίτρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαυροκίτρινος
μαυροκίτρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυροκίτρινος
μαυροκιρκίνεζα	=	μαυροκιρκίνεζο
μαυροκιρκίνεζο	noun	είδος πουλιού
μαυροκιρκίνεζου	=	μαυροκιρκίνεζο
μαυροκιρκίνεζων	=	μαυροκιρκίνεζο
μαυροκούκι	noun	αρωματικό σαν μαύρο σουσάμι (στην όψη) και στη γεύση πικάντικο (χρησιμοποιείται σε κουλούρια, αλμυρά και γλυκά)
μαυρολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρολογημένο
μαυρολογημένε	verb	κλητική ενικού του μαυρολογημένος
μαυρολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρολογημένη
μαυρολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυρολογημένος
μαυρολογημένης	verb	γενική ενικού του μαυρολογημένη
μαυρολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαυρολογημένος
μαυρολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυρολογημένος
μαυρολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυρολογημένος
μαυρολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαυρολογημένος
μαυρολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυρολογημένος
μαυρολογώ	verb|rare	σκοτεινιάζω, γίνομαι σκοτεινός
μαυρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαυρολογώ
μαυρομάλλα	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλας	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλες	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλη	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλληδες	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλληδων	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλης	adj	που έχει μαύρα μαλλιά
μαυρομάλλικα	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλικο	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλικου	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλικων	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλού	=	μαυρομάλλης
μαυρομάλλούσα	=	μαυρομάλλης
μαυρομάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρομάνικο
μαυρομάνικε	adj	κλητική ενικού του μαυρομάνικος
μαυρομάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρομάνικη
μαυρομάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυρομάνικος
μαυρομάνικης	adj	γενική ενικού του μαυρομάνικη
μαυρομάνικο	adj	αιτιατική ενικού του μαυρομάνικος
μαυρομάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυρομάνικος
μαυρομάνικος	adj	με μαύρη λαβή
μαυρομάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυρομάνικος
μαυρομάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαυρομάνικος
μαυρομάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυρομάνικος
μαυρομάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαυρομάτα
μαυρομάτας	=	μαυρομάτης
μαυρομάτες	=	μαυρομάτης
μαυρομάτη	=	μαυρομάτης
μαυρομάτηδες	=	μαυρομάτης
μαυρομάτηδων	=	μαυρομάτης
μαυρομάτης	adj	που έχει μαύρα μάτια
μαυρομάτικα	noun	φασόλια που έχουν μία σκούρα κηλίδα και ανήκουν στην ποικιλία "Bίγνα η ονυχωτή"	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρομάτικο
μαυρομάτικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μαυρομάτης
μαυρομάτικου	=	μαυρομάτης
μαυρομάτικων	=	μαυρομάτης
μαυρομάτού	=	μαυρομάτης
μαυρομάτούσα	=	μαυρομάτης
μαυρομαλλού	=	μαυρομάλλης
μαυρομαλλούδες	=	μαυρομάλλης
μαυρομαλλούς	=	μαυρομάλλης
μαυρομαλλούσα	=	μαυρομάλλης
μαυρομαλλούσας	=	μαυρομάλλης
μαυρομαλλούσες	=	μαυρομάλλης
μαυρομαντιλουσών	=	μαυρομαντιλούσα
μαυρομαντιλού	noun	γυναίκα που φοράει μαύρο μαντίλι στο κεφάλι της
μαυρομαντιλούδες	=	μαυρομαντιλού
μαυρομαντιλούδων	=	μαυρομαντιλού
μαυρομαντιλούς	=	μαυρομαντιλού
μαυρομαντιλούσα	noun	γυναίκα που φοράει μαύρο μαντίλι στο κεφάλι της
μαυρομαντιλούσας	=	μαυρομαντιλούσα
μαυρομαντιλούσες	=	μαυρομαντιλούσα
μαυροματού	=	μαυρομάτης
μαυροματούδες	=	μαυρομάτης
μαυροματούς	=	μαυρομάτης
μαυροματούσα	=	μαυρομάτης
μαυροματούσας	=	μαυρομάτης
μαυροματούσες	=	μαυρομάτης
μαυροντυθήκαμε	=	μαυροντύνω
μαυροντυθήκαν	=	μαυροντύνω
μαυροντυθήκανε	=	μαυροντύνω
μαυροντυθήκατε	=	μαυροντύνω
μαυροντυθεί	=	μαυροντύνω
μαυροντυθείτε	=	μαυροντύνω
μαυροντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροντυμένο
μαυροντυμένε	verb	κλητική ενικού του μαυροντυμένος
μαυροντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροντυμένη
μαυροντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυροντυμένος
μαυροντυμένης	verb	γενική ενικού του μαυροντυμένη
μαυροντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαυροντυμένος
μαυροντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυροντυμένος
μαυροντυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαυροντύνω: ο μαυροφορεμένος, ο μαυροφόρος, εκείνος που φοράει μαύρα
μαυροντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυροντυμένος
μαυροντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαυροντυμένος
μαυροντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυροντυμένος
μαυροντυνόμασταν	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόμαστε	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόμουν	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόμουνα	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόντουσαν	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόσασταν	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόσαστε	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόσουν	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόσουνα	=	μαυροντύνω
μαυροντυνόταν	=	μαυροντύνω
μαυροντυνότανε	=	μαυροντύνω
μαυροντύθηκα	=	μαυροντύνω
μαυροντύθηκαν	=	μαυροντύνω
μαυροντύθηκε	=	μαυροντύνω
μαυροντύθηκες	=	μαυροντύνω
μαυροντύνεσαι	=	μαυροντύνω
μαυροντύνεστε	=	μαυροντύνω
μαυροντύνεται	=	μαυροντύνω
μαυροντύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαυροντύνω
μαυροντύνονται	=	μαυροντύνω
μαυροντύνονταν	=	μαυροντύνω
μαυροντύνω	verb	φοράω μαύρα ως πένθος, πενθώ
μαυροντύσου	=	μαυροντύνω
μαυροπίνακα	=	μαυροπίνακας
μαυροπίνακας	noun|dated	ξύλινος πίνακας, βαμμένος στη μία όψη του με μαύρο χρώμα, που επιτρέπει να γραφεί κάτι πάνω του με κιμωλία και χρησιμοποιείται ιδίως στις σχολικές αίθουσες
μαυροπίνακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροπίνακας
μαυροπίναξ	noun	ο μαυροπίνακας
μαυροπελαργέ	noun	κλητική ενικού του μαυροπελαργός
μαυροπελαργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυροπελαργός
μαυροπελαργού	noun	γενική ενικού του μαυροπελαργός
μαυροπελαργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαυροπελαργός
μαυροπελαργό	noun	αιτιατική ενικού του μαυροπελαργός
μαυροπελαργός	noun	πελαργός με μαύρο πτέρωμα
μαυροπελαργών	noun	γενική πληθυντικού του μαυροπελαργός
μαυροπετρίτες	=	μαυροπετρίτης
μαυροπετρίτη	=	μαυροπετρίτης
μαυροπετρίτης	noun	είδος πουλιού
μαυροπετριτών	=	μαυροπετρίτης
μαυροπευκών	=	μαυροπεύκη
μαυροπεύκες	=	μαυροπεύκη
μαυροπεύκη	noun	είδος πεύκου (pinus nigra)
μαυροπεύκης	=	μαυροπεύκη
μαυροπινάκων	=	μαυροπίνακας
μαυροποντικέ	=	μαυροποντικός
μαυροποντικοί	=	μαυροποντικός
μαυροποντικού	=	μαυροποντικός
μαυροποντικούς	=	μαυροποντικός
μαυροποντικό	=	μαυροποντικός
μαυροποντικός	noun	είδος επίμυος (Rattus rattus) με συνήθως σκουρόχρωμο τρίχωμα, λεπτό σώμα και μακριά ουρά, που ζει κοντά στον άνθρωπο ή σε φυσικά περιβάλλοντα
μαυροποντικών	=	μαυροποντικός
μαυροπουλιού	=	μαυροπούλι
μαυροπουλιών	=	μαυροπούλι
μαυροπούλι	noun	το ψαρόνι
μαυροπούλια	=	μαυροπούλι
μαυροσίταρα	=	μαυροσίταρο
μαυροσίταρο	noun	το μαυραγάνι
μαυροσίταρου	=	μαυροσίταρο
μαυροσίταρων	=	μαυροσίταρο
μαυροσκούφη	=	μαυροσκούφης
μαυροσκούφηδες	=	μαυροσκούφης
μαυροσκούφηδων	=	μαυροσκούφης
μαυροσκούφης	noun|slang	στρατιώτης τεθωρακισμένων
μαυροσταχτάρα	noun	κοινή ονομασία για αποδημητικό πουλί του είδους Apus apus (λατινική apus < αρχαία ελληνική ἄπους (χωρίς πόδια) εξαιτίας των μικρών ποδιών της)
μαυροσταχτάρας	=	μαυροσταχτάρα
μαυροσταχτάρες	=	μαυροσταχτάρα
μαυροτρύγγων	=	μαυρότρυγγας
μαυροτσούκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροτσούκαλο
μαυροτσούκαλο	noun	τσουκάλι που έχει μαυρίσει από τη χρήση
μαυροτσούκαλου	noun	γενική ενικού του μαυροτσούκαλο
μαυροτσούκαλων	noun	γενική πληθυντικού του μαυροτσούκαλο
μαυροφίδου	=	μαυρόφιδο
μαυροφίδων	=	μαυρόφιδο
μαυροφατσών	=	μαυρόφατσα
μαυροφορέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορήσαμε	=	μαυροφορώ
μαυροφορήσαν	=	μαυροφορώ
μαυροφορήσανε	=	μαυροφορώ
μαυροφορήσατε	=	μαυροφορώ
μαυροφορήσει	=	μαυροφορώ
μαυροφορήστε	=	μαυροφορώ
μαυροφορεί	=	μαυροφορώ
μαυροφορείς	=	μαυροφορώ
μαυροφορείτε	=	μαυροφορώ
μαυροφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροφορεμένο
μαυροφορεμένε	verb	κλητική ενικού του μαυροφορεμένος
μαυροφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροφορεμένη
μαυροφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυροφορεμένος
μαυροφορεμένης	verb	γενική ενικού του μαυροφορεμένη
μαυροφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαυροφορεμένος
μαυροφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυροφορεμένος
μαυροφορεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυροφορεμένος
μαυροφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαυροφορεμένος
μαυροφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυροφορεμένος
μαυροφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροφορημένο
μαυροφορημένε	verb	κλητική ενικού του μαυροφορημένος
μαυροφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροφορημένη
μαυροφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυροφορημένος
μαυροφορημένης	verb	γενική ενικού του μαυροφορημένη
μαυροφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του μαυροφορημένος
μαυροφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυροφορημένος
μαυροφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυροφορημένος
μαυροφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαυροφορημένος
μαυροφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυροφορημένος
μαυροφορούμε	=	μαυροφορώ
μαυροφορούν	=	μαυροφορώ
μαυροφορούνε	=	μαυροφορώ
μαυροφορούσα	noun	η μαυροφόρα
μαυροφορούσαμε	=	μαυροφορώ
μαυροφορούσαν	=	μαυροφορώ
μαυροφορούσανε	=	μαυροφορώ
μαυροφορούσας	=	μαυροφορούσα
μαυροφορούσατε	=	μαυροφορώ
μαυροφορούσε	=	μαυροφορώ
μαυροφορούσες	=	μαυροφορώ
μαυροφορώ	verb	φορώ μαύρα (ρούχα)
μαυροφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφρύδα	noun	θηλυκό του μαυροφρύδης
μαυροφρύδας	noun	γενική ενικού του μαυροφρύδα
μαυροφρύδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυροφρύδα
μαυροφρύδη	=	μαυροφρύδης
μαυροφρύδηδες	=	μαυροφρύδης
μαυροφρύδηδων	=	μαυροφρύδης
μαυροφρύδης	noun	αυτός που είναι μαυροφρύδης	adj	που έχει μαύρα φρύδια
μαυροφρύδικα	=	μαυροφρύδης
μαυροφρύδικο	=	μαυροφρύδης
μαυροφρύδικου	=	μαυροφρύδης
μαυροφρύδικων	=	μαυροφρύδης
μαυροφόρα	noun	θηλυκό του μαυροφόρος
μαυροφόρας	=	μαυροφόρος
μαυροφόρε	=	μαυροφόρος
μαυροφόρει	=	μαυροφορώ
μαυροφόρες	=	μαυροφόρος
μαυροφόρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφόρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφόρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφόρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυροφορώ
μαυροφόρετα	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετε	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετες	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετη	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετης	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετο	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετοι	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετος	adj	μαυροφορεμένος
μαυροφόρετου	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετους	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρετων	=	μαυροφόρετος
μαυροφόρησα	=	μαυροφορώ
μαυροφόρησαν	=	μαυροφορώ
μαυροφόρησε	=	μαυροφορώ
μαυροφόρησες	=	μαυροφορώ
μαυροφόρο	=	μαυροφόρος
μαυροφόροι	=	μαυροφόρος
μαυροφόρος	noun	αυτός που φοράει μαύρα ρούχα, που είναι «στα μαύρα»	adj	που φοράει μαύρα ρούχα, που είναι «στα μαύρα»
μαυροφόρου	=	μαυροφόρος
μαυροφόρους	=	μαυροφόρος
μαυροφόρων	=	μαυροφόρος
μαυροχωμάτων	=	μαυρόχωμα
μαυροχώματα	=	μαυρόχωμα
μαυροχώματος	=	μαυρόχωμα
μαυρόγυπα	=	μαυρόγυπας
μαυρόγυπας	noun	το πουλί Aegypius Monachus
μαυρόγυπες	=	μαυρόγυπας
μαυρόνερα	=	μαυρόνερος
μαυρόνερε	=	μαυρόνερος
μαυρόνερες	=	μαυρόνερος
μαυρόνερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυρόνερος
μαυρόνερης	=	μαυρόνερος
μαυρόνερο	=	μαυρόνερος
μαυρόνεροι	=	μαυρόνερος
μαυρόνερος	adj|literary	για νερό που φαίνεται μαύρο από το βάθος
μαυρόνερου	=	μαυρόνερος
μαυρόνερους	=	μαυρόνερος
μαυρόνερων	=	μαυρόνερος
μαυρόντυσα	=	μαυροντύνω
μαυρόπαπια	noun	είδος πάπιας
μαυρόπαπιας	=	μαυρόπαπια
μαυρόπαπιες	=	μαυρόπαπια
μαυρόπαπιων	=	μαυρόπαπια
μαυρόπευκα	=	μαυρόπευκο
μαυρόπευκο	noun	είδος πεύκου (pinus nigra)
μαυρόπευκου	=	μαυρόπευκο
μαυρόπευκων	=	μαυρόπευκο
μαυρότρυγγα	=	μαυρότρυγγας
μαυρότρυγγας	noun	είδος πουλιού
μαυρότρυγγες	=	μαυρότρυγγας
μαυρόφατσα	noun	ο μαύρος
μαυρόφατσας	=	μαυρόφατσα
μαυρόφατσες	=	μαυρόφατσα
μαυρόφιδα	=	μαυρόφιδο
μαυρόφιδο	noun	είδος μαύρου φιδιού
μαυρόφιδου	=	μαυρόφιδο
μαυρόχωμα	noun	το χώμα στο οποίο έχουν αποσυντεθεί ακατέργαστες οργανικές ύλες, όπως π.χ. φύλλα και καρπούς δέντρων ή κοπριά ζώων
μαυρόψαρα	=	μαυρόψαρο
μαυρόψαρο	noun	το μελανούρι
μαυρόψαρου	=	μαυρόψαρο
μαυρόψαρων	=	μαυρόψαρο
μαυρόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρόψυχο
μαυρόψυχε	adj	κλητική ενικού του μαυρόψυχος
μαυρόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυρόψυχη
μαυρόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαυρόψυχος
μαυρόψυχης	adj	γενική ενικού του μαυρόψυχη
μαυρόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του μαυρόψυχος
μαυρόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαυρόψυχος
μαυρόψυχος	adj	που έχει «μαύρη» ψυχή
μαυρόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαυρόψυχος
μαυρόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαυρόψυχος
μαυρόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαυρόψυχος
μαυσωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαυσωλείο
μαυσωλείο	noun	ταφικό μνημείο, μεγαλοπρεπές
μαυσωλείου	noun	γενική ενικού του μαυσωλείο
μαυσωλείων	noun	γενική πληθυντικού του μαυσωλείο
μαυσωλεῖον	noun	το μαυσωλείο
μαφ	abbrev	Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας: ειδικό νοσοκομειακό τμήμα για ασθενείς που χρειάζονται μετεγχειρητική φροντίδα ή μόλις έχουν εξέλθει από ΜΕΘ και βρίσκονται σε πρώιμη φάση αποκατάστασης
μαφία	noun	εγκληματική οργάνωση με ρίζες στη Σικελία που δρα στις ΗΠΑ
μαφίας	noun	γενική ενικού του μαφία
μαφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαφία
μαφιόζα	=	μαφιόζος
μαφιόζε	noun	κλητική ενικού του μαφιόζος
μαφιόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαφιόζικο
μαφιόζικε	adj	κλητική ενικού του μαφιόζικος
μαφιόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαφιόζικη
μαφιόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαφιόζικος
μαφιόζικης	adj	γενική ενικού του μαφιόζικη
μαφιόζικο	adj	αιτιατική ενικού του μαφιόζικος
μαφιόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαφιόζικος
μαφιόζικος	adj	σχετικός με τη μαφία ή τον μαφιόζο
μαφιόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαφιόζικος
μαφιόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαφιόζικος
μαφιόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαφιόζικος
μαφιόζο	noun	αιτιατική ενικού του μαφιόζος
μαφιόζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαφιόζος
μαφιόζος	noun	μέλος της μαφίας
μαφιόζου	noun	γενική ενικού του μαφιόζος
μαφιόζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαφιόζος
μαφιόζων	noun	γενική πληθυντικού του μαφιόζος
μαφιών	=	μαφία
μαφορίου	=	μαφόριο
μαφορίων	=	μαφόριο
μαφόρι	=	μαφόριο
μαφόρια	=	μαφόριο
μαφόριο	noun	λεπτό πέπλο που καλύπτει το κεφάλι και τους ώμους της Παναγίας
μαφόριου	=	μαφόριο
μαχήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχήτριας	noun	γενική ενικού του μαχήτρια
μαχήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχήτρια
μαχαίρα	noun	Μεγάλο μαχαίρι.
μαχαίρας	=	μαχαίρα
μαχαίρες	=	μαχαίρα
μαχαίρι	noun	όργανο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα κοφτερή στη μία από τις δύο ακμές της, που χρησιμοποιείται για κόψιμο
μαχαίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαίρι
μαχαίρωμα	noun	το αποτέλεσμα του μαχαιρώνω, η μαχαιριά, η ενέργεια του μαχαιρώνω
μαχαίρωνα	=	μαχαιρώνω
μαχαίρωναν	=	μαχαιρώνω
μαχαίρωνε	=	μαχαιρώνω
μαχαίρωνες	=	μαχαιρώνω
μαχαίρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαίρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαίρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαίρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρά	=	μαχαιράς
μαχαιράδες	=	μαχαιράς
μαχαιράδων	=	μαχαιράς
μαχαιράκι	noun	το μικρό μαχαίρι
μαχαιράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαιράκι
μαχαιράς	noun|vulgar	ο μαχαιροποιός
μαχαιριά	noun	η διάτρηση του δέρματος ή άλλης ύλης από αιχμηρό όργανο
μαχαιριάς	noun	γενική ενικού του μαχαιριά
μαχαιριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαιριά
μαχαιριού	=	μαχαίρι
μαχαιριών	=	μαχαίρι
μαχαιροβγάλτες	=	μαχαιροβγάλτης
μαχαιροβγάλτη	=	μαχαιροβγάλτης
μαχαιροβγάλτης	noun	κακοποιός που είναι οπλισμένος με μαχαίρι και το χρησιμοποιεί στις αντιπαραθέσεις του
μαχαιροβγαλτών	=	μαχαιροβγάλτης
μαχαιροπήρουνο	=	μαχαιροπίρουνο
μαχαιροπίρουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαιροπίρουνο
μαχαιροπίρουνο	noun	μαχαίρι και πιρούνι
μαχαιροπίρουνου	noun	γενική ενικού του μαχαιροπίρουνο
μαχαιροπίρουνων	noun	γενική πληθυντικού του μαχαιροπίρουνο
μαχαιροποιέ	=	μαχαιροποιός
μαχαιροποιία	noun	βιοτεχνία ή εργαστήριο κατασκευής μαχαιριών
μαχαιροποιίας	=	μαχαιροποιία
μαχαιροποιίες	=	μαχαιροποιία
μαχαιροποιεία	=	μαχαιροποιείο
μαχαιροποιείο	noun	βιοτεχνία ή εργαστήριο κατασκευής μαχαιριών
μαχαιροποιείου	=	μαχαιροποιείο
μαχαιροποιείων	=	μαχαιροποιείο
μαχαιροποιιών	=	μαχαιροποιία
μαχαιροποιοί	=	μαχαιροποιός
μαχαιροποιού	=	μαχαιροποιός
μαχαιροποιούς	=	μαχαιροποιός
μαχαιροποιό	=	μαχαιροποιός
μαχαιροποιός	noun	που κατασκευάζει μαχαίρια
μαχαιροποιών	=	μαχαιροποιός
μαχαιρωθήκαμε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωθήκαν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωθήκανε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωθήκατε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωθεί	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωθείτε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαχαίρωμα
μαχαιρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαιρωμένο
μαχαιρωμένε	verb	κλητική ενικού του μαχαιρωμένος
μαχαιρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαιρωμένη
μαχαιρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαχαιρωμένος
μαχαιρωμένης	verb	γενική ενικού του μαχαιρωμένη
μαχαιρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαχαιρωμένος
μαχαιρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαχαιρωμένος
μαχαιρωμένος	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαχαιρωμένος
μαχαιρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαχαιρωμένος
μαχαιρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαχαιρωμένος
μαχαιρωνόμασταν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόμαστε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόμουν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόμουνα	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόντουσαν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόσασταν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόσαστε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόσουν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόσουνα	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνόταν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρωνότανε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώθηκα	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώθηκαν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώθηκε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώθηκες	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαίρωμα
μαχαιρώματος	noun	γενική ενικού του μαχαίρωμα
μαχαιρών	noun	γενική πληθυντικού του μάχαιρα
μαχαιρώναμε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώναν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνανε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνατε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνει	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνεις	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνεσαι	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνεστε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνεται	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνετε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μαχαιρώνω (στον πληθυντικό έχει συχνά αλληλοπαθητική σημασία)
μαχαιρώνονται	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνονταν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνοντας	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνουμε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνουν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνουνε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώνω	verb	πλήττω με μαχαίρι κάποιον, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή τον σκοτωμό του
μαχαιρώνωμαι	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσαν	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώσανε	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσου	=	μαχαιρώνω
μαχαιρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαιρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαχαιρώνω
μαχαλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαχαλάς
μαχαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαλάς
μαχαλάδων	noun	γενική πληθυντικού του μαχαλάς
μαχαλάς	noun	η γειτονιά των γύφτων
μαχαλεπί	noun	κυπριακό γλυκό σε μορφή κρέμας, το οποίο υπάρχει και στη Συρία, Τουρκία, Λίβανο.
μαχαλόμαγκα	=	μαχαλόμαγκας
μαχαλόμαγκας	noun|slang	ο μάγκας κάποιου δρόμου ή συνοικίας
μαχαλόμαγκες	=	μαχαλόμαγκας
μαχαλόμαγκων	=	μαχαλόμαγκας
μαχαραγιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαχαραγιάς
μαχαραγιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχαραγιάς
μαχαραγιάδων	noun	γενική πληθυντικού του μαχαραγιάς
μαχαραγιάς	noun	ινδός ηγεμόνας ή πρίγκιπας
μαχαρανές	=	μαχαρανή
μαχαρανή	noun	η σύζυγος του μαχαραγιά
μαχαρανής	=	μαχαρανή
μαχαρανών	=	μαχαρανή
μαχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μάχομαι
μαχητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχητό
μαχητέ	adj	κλητική ενικού του μαχητός
μαχητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχητή
μαχητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαχητός
μαχητής	noun	ο αγωνιστής
μαχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχητικό	adv	με τρόπο αγωνιστικό, με μαχητικότητα, με μαχητικό πνεύμα
μαχητικέ	adj	κλητική ενικού του μαχητικός
μαχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχητική
μαχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαχητικός
μαχητικής	adj	γενική ενικού του μαχητική
μαχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαχητικός
μαχητικοτήτων	=	μαχητικότητα
μαχητικού	adj	γενική ενικού του μαχητικός
μαχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαχητικός
μαχητικό	adj	αιτιατική ενικού του μαχητικός
μαχητικός	adj	που έχει σχέση με τον πόλεμο ή τη μάχη
μαχητικότητα	noun	η ιδιότητα του μαχητικού
μαχητικότητας	noun	γενική ενικού του μαχητικότητα
μαχητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχητικότητα
μαχητικών	adj	γενική πληθυντικού του μαχητικός
μαχητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαχητός
μαχητού	adj	γενική ενικού του μαχητός
μαχητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαχητός
μαχητριών	noun	γενική πληθυντικού του μαχήτρια
μαχητό	adj	αιτιατική ενικού του μαχητός
μαχητός	adj	το επιχείρημα ή τεκμήριο που μπορεί να καταρριφθεί, δεν είναι δηλαδή αδιάσειστο
μαχητών	adj	γενική πληθυντικού του μαχητός
μαχκεμέ	=	μαχκεμές
μαχκεμέδες	=	μαχκεμές
μαχκεμέδων	=	μαχκεμές
μαχκεμές	noun	μορφή του μεχκεμές
μαχλέπι	noun	μπαχαρικό που παράγεται από τους σπόρους της αγριοκερασιάς (Prunus mahaleb) και χρησιμοποιείται στην ζαχαροπλαστική και την αρτοποιία
μαχλέπια	=	μαχλέπι
μαχλεπιού	=	μαχλέπι
μαχλεπιών	=	μαχλέπι
μαχμουρλή	=	μαχμουρλής
μαχμουρλήδες	=	μαχμουρλής
μαχμουρλήδων	=	μαχμουρλής
μαχμουρλής	noun	που μόλις ξύπνησε και βρίσκεται ακόμη υπό την επήρεια του ύπνου
μαχμουρλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχμουρλίδικο
μαχμουρλίδικε	adj	κλητική ενικού του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχμουρλίδικη
μαχμουρλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικης	adj	γενική ενικού του μαχμουρλίδικη
μαχμουρλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικος	adj	που σχετίζεται με την ατονία εκείνου που έχει μόλις ξυπνήσει
μαχμουρλίδικος-ια-ικο	=	μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαχμουρλίδικος
μαχμουρλίδισσας	noun	γενική ενικού του μαχμουρλίδισσα
μαχμουρλίδισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαχμουρλίδισσα
μαχμουρλίκι	noun	η κατάσταση του αγουροξυπνημένου
μαχμουρλίκια	=	μαχμουρλίκι
μαχμουρλιδισσών	noun	γενική πληθυντικού του μαχμουρλίδισσα
μαχμουρλικιού	=	μαχμουρλίκι
μαχμουρλικιών	=	μαχμουρλίκι
μαχμουρλού	noun	η αγουροξυπνημένη
μαχμουρλούδες	=	μαχμουρλού
μαχμουρλούδων	=	μαχμουρλού
μαχμουρλούς	=	μαχμουρλού
μαχμούρικα	adv	νωθρά και κάπως κακόκεφα, κυρίως όταν ξυπνάει κανείς
μαχόμασταν	=	μάχομαι
μαχόμαστε	=	μάχομαι
μαχόμενα	=	μαχόμενος
μαχόμενε	=	μαχόμενος
μαχόμενες	=	μαχόμενος
μαχόμενη	=	μαχόμενος
μαχόμενης	=	μαχόμενος
μαχόμενο	=	μαχόμενος
μαχόμενοι	=	μαχόμενος
μαχόμενος	verb	αγωνιζόμενος, που μάχεται, που παλεύει
μαχόμενου	=	μαχόμενος
μαχόμενους	=	μαχόμενος
μαχόμενων	=	μαχόμενος
μαχόμουν	=	μάχομαι
μαχόμουνα	=	μάχομαι
μαχόντουσαν	=	μάχομαι
μαχόσασταν	=	μάχομαι
μαχόσαστε	=	μάχομαι
μαχόσουν	=	μάχομαι
μαχόσουνα	=	μάχομαι
μαχόταν	=	μάχομαι
μαχότανε	=	μάχομαι
μαχών	=	μάχη
μαϊδανέ	noun	κλητική ενικού του μαϊδανός
μαϊδανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαϊδανός
μαϊδανού	noun	γενική ενικού του μαϊδανός
μαϊδανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαϊδανός
μαϊδανό	noun	αιτιατική ενικού του μαϊδανός
μαϊδανός	noun	μαϊντανός
μαϊδανών	noun	γενική πληθυντικού του μαϊδανός
μαϊμουδάκι	noun	το μικρό της μαϊμούς, το πιθηκάκι, σε ακόμα πιο τρυφερή εκφορά
μαϊμουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδάκι
μαϊμουδίζαμε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζαν	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζανε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζατε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζει	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζεις	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζετε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζοντας	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζουμε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζουν	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζουνε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίζω	verb	κάνω σαν τη μαϊμού
μαϊμουδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσαν	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσανε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσιος	adj	που μοιάζει με της μαϊμούς στην όψη ή στη συμπεριφορά
μαϊμουδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμούδισμα
μαϊμουδίσματος	noun	γενική ενικού του μαϊμούδισμα
μαϊμουδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδίστικο
μαϊμουδίστικε	adj	κλητική ενικού του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδίστικη
μαϊμουδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίστικης	adj	γενική ενικού του μαϊμουδίστικη
μαϊμουδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίστικος	adj	που σχετίζεται με τη συμπεριφορά της μαϊμούς και, συνήθως με το μιμητισμό της, ο μιμητισμός
μαϊμουδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαϊμουδίστικος
μαϊμουδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμουδίτσα	noun	τρυφερός (ή και όχι) χαρακτηρισμός παιδιών και ενηλίκων που συμπεριφέρονται μιμητικά ή πρωτόγονα
μαϊμουδίτσας	=	μαϊμουδίτσα
μαϊμουδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδίτσα
μαϊμουδιά	noun	η χρησιμοποίηση πλαστών στοιχείων για την επίτευξη ενός στόχου
μαϊμουδιάρα	=	μαϊμουδιάρης
μαϊμουδιάρη	=	μαϊμουδιάρης
μαϊμουδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδιάρης
μαϊμουδιάρηδων	=	μαϊμουδιάρης
μαϊμουδιάρης	noun	ο πλανόδιος που εκπαιδεύει μαϊμούδες και τις παρουσιάζει ως δημόσιο θέαμα στο δρόμο ή σε τσίρκο (κατά το 21ο αιώνα το φαινόμενο των πλανόδιων στο δρόμο εξέλιπε)
μαϊμουδιάς	=	μαϊμουδιά
μαϊμουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμουδιά
μαϊμουδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαϊμούδισμα
μαϊμουδισμέ	=	μαϊμουδισμός
μαϊμουδισμοί	=	μαϊμουδισμός
μαϊμουδισμού	=	μαϊμουδισμός
μαϊμουδισμούς	=	μαϊμουδισμός
μαϊμουδισμό	=	μαϊμουδισμός
μαϊμουδισμός	noun	η ενέργεια του μαϊμουδίζω, του πιθηκίζω, το να μιμείται κάποιος άκριτα σαν τη μαϊμού και να αντιγράφει συμπεριφορές
μαϊμουδισμών	=	μαϊμουδισμός
μαϊμουδιών	=	μαϊμουδιά
μαϊμού	noun	μικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά
μαϊμούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊμού
μαϊμούδιζα	=	μαϊμουδίζω
μαϊμούδιζαν	=	μαϊμουδίζω
μαϊμούδιζε	=	μαϊμουδίζω
μαϊμούδιζες	=	μαϊμουδίζω
μαϊμούδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμούδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμούδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμούδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαϊμουδίζω
μαϊμούδισμα	noun	η συμπεριφορά που θυμίζει μαϊμού σε πονηριές αλλά κυρίως σε άκριτες μιμήσεις
μαϊμούδων	=	μαϊμού
μαϊμούς	=	μαϊμού
μαϊνάρισμα	noun	το χαλάρωμα, λασκάρισμα των σχοινιών
μαϊνάρω	verb	μαζεύω, κατεβάζω το πανί, την άγκυρα, τη σημαία, ή κάποιο άλλο αντικείμενο σε ένα πλοίο
μαϊναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊνάρισμα
μαϊναρίσματος	noun	γενική ενικού του μαϊνάρισμα
μαϊναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μαϊνάρισμα
μαϊναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊναρισμένο
μαϊναρισμένε	verb	κλητική ενικού του μαϊναρισμένος
μαϊναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαϊναρισμένη
μαϊναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαϊναρισμένος
μαϊναρισμένης	verb	γενική ενικού του μαϊναρισμένη
μαϊναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μαϊναρισμένος
μαϊναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαϊναρισμένος
μαϊναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μαϊναρισμένος
μαϊναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μαϊναρισμένος
μαϊναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μαϊναρισμένος
μαϊντανέ	noun	κλητική ενικού του μαϊντανός
μαϊντανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαϊντανός
μαϊντανού	noun	γενική ενικού του μαϊντανός
μαϊντανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μαϊντανός
μαϊντανό	noun	αιτιατική ενικού του μαϊντανός
μαϊντανός	noun	φυτό (Petroselinum crispum) του οποίου τα φύλλα χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό στη μαγειρική
μαϊντανών	noun	γενική πληθυντικού του μαϊντανός
μαϊούλιον	noun	μεσαιωνική λέξη για το μαρούλι, ίσως επειδή φύτρωνε σε πολλές περιοχές από τον Μάιο έως τον Ιούλιο εικάζει ο Βυζάντιος Σκαρλάτος
μαϊστράλι	noun|literary	μαΐστρος που έχει μικρή ένταση
μαϊστράλια	=	μαϊστράλι
μαϊστροτραμουντάνα	noun	ο άνεμος μεταξύ βόρειου και βορειοδυτικού
μαϊστροτραμουντάνας	=	μαϊστροτραμουντάνα
μαϊστροτραμουντάνες	=	μαϊστροτραμουντάνα
μαϊστόρων	=	μαΐστορας
μαϊτάπι	noun	είδος πυροτεχνήματος
μαϊτνέριο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 109 και χημικό σύμβολο το Mt
μαϊτνερίου	=	μαϊτνέριο
μαόνι	noun	το ερυθρωπό, ιδιαίτερα ανθεκτικό ξύλο των δέντρων του είδους Swietenia (3 είδη) της οικογένειας των Μελιίδων που το χρώμα του βαθαίνει σε καστανοκόκκινο με το πέρασμα του χρόνου -αυθεντικού μαονιού θεωρουμένου εκείνου της πλατύφυλλης μελιίδας της Ονδούρας (λέγεται και "μαόνι Ονδούρας"), όμως υπάρχει και ο όρος γενικά "αμερικανικό μαόνι"
μαόνια	=	μαόνι
μαύλιζα	=	μαυλίζω
μαύλιζαν	=	μαυλίζω
μαύλιζε	=	μαυλίζω
μαύλιζες	=	μαυλίζω
μαύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυλίζω
μαύλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μαυλίζω
μαύρα	noun	μαύρα ρούχα (για πένθος)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μαύρο) του μαύρος
μαύρε	adj	κλητική ενικού του μαύρος
μαύρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαύρη
μαύρη	noun	αυτή που ανήκει στη μαύρη φυλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαύρος
μαύρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μαύρος
μαύριζα	=	μαυρίζω
μαύριζαν	=	μαυρίζω
μαύριζε	=	μαυρίζω
μαύριζες	=	μαυρίζω
μαύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαυρίζω
μαύρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαυρίζω
μαύρο	noun	η απουσία χρώματος, η απουσία φωτός
μαύροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μαύρος
μαύρος	adj	που απορροφά όλο το φως που πέφτει επάνω του	noun	αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή
μαύρου	adj	γενική ενικού του μαύρος
μαύρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μαύρος
μαύρων	adj	γενική πληθυντικού του μαύρος
μαῦρος	adj	μαύρος
μδμ	abbrev	συντομογραφία του μονάδα διαχείρισης μνήμης
με	prep	συνοδεία, συντροφιά, παρέα	pron	αιτιατική ενικού του εγώ
μείγμα	noun	το αποτέλεσμα της ανάμειξης δυο ή περισσότερων ουσιών
μείγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μείγμα
μείγματος	noun	γενική ενικού του μείγμα
μείζον	=	μείζων
μείζονα	=	μείζων
μείζονας	adj	άλλη μορφή του μείζων, -ων, -ον
μείζονες	=	μείζων
μείζονον	=	μείζονας
μείζονονα	=	μείζονας
μείζονος	=	μείζων
μείζων	adj	μεγαλύτερος
μείκτες	=	μείκτης
μείκτη	=	μείκτης
μείκτης	noun	κονσόλα ήχου
μείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω
μείναν	=	μένω
μείνανε	=	μένω
μείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μένω
μείνε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μένω
μείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μένω
μείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μένω
μείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μένω
μείνομε	=	μένω
μείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μένω
μείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μένω
μείνουνε	=	μένω
μείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μένω
μείξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μείξη
μείξεων	noun	γενική πληθυντικού του μείξη
μείξεως	noun|formal	γενική ενικού του μείξη
μείξη	noun	η ανάμειξη
μείξης	noun	γενική ενικού του μείξη
μείον	noun	ουσιαστικοποιημένο επίρρημα: το σύμβολο της αφαίρεσης και των αρνητικών αριθμών	adv	στην πράξη της αφαίρεσης προηγείται του αφαιρετέου
μείουσα	=	μείων
μείραξ	noun|archaic	μειράκιο
μείς	=	τα
μείων	adj	συγκριτικός αριθμός του μικρός.
μείωνα	=	μειώνω
μείωναν	=	μειώνω
μείωνε	=	μειώνω
μείωνες	=	μειώνω
μείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μείωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μειώνω, το να κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο· το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας
μείωσης	noun	γενική ενικού του μείωση
μεατοτομές	=	μεατοτομή
μεατοτομή	noun	τομή στο σημείο που καταλήγει η ουρήθρα στο πέος, για αντιμετώπιση στενώματος ουρηθρικού στομίου
μεατοτομής	=	μεατοτομή
μεατοτομών	=	μεατοτομή
μεγάθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάθυμο
μεγάθυμε	adj	κλητική ενικού του μεγάθυμος
μεγάθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάθυμη
μεγάθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγάθυμος
μεγάθυμης	adj	γενική ενικού του μεγάθυμη
μεγάθυμο	adj	αιτιατική ενικού του μεγάθυμος
μεγάθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγάθυμος
μεγάθυμος	adj|formal	μεγαλόψυχος
μεγάθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγάθυμος
μεγάθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγάθυμος
μεγάθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγάθυμος
μεγάκυκλε	=	μεγάκυκλος
μεγάκυκλο	=	μεγάκυκλος
μεγάκυκλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγάκυκλος
μεγάκυκλος	noun	στη μέτρηση της συχνότητας, πολλαπλάσιο του Χερτζ (Hz)· ισούται με 1.000.000 Hz, δηλ. ένα εκατομμύριο κύκλους (ταλαντώσεις) ανά δευτερόλεπτο
μεγάκυκλου	=	μεγάκυκλος
μεγάκυκλους	=	μεγάκυκλος
μεγάκυκλων	=	μεγάκυκλος
μεγάλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεγάλος
μεγάλαυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάλαυχο
μεγάλαυχε	adj	κλητική ενικού του μεγάλαυχος
μεγάλαυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάλαυχη
μεγάλαυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγάλαυχος
μεγάλαυχης	adj	γενική ενικού του μεγάλαυχη
μεγάλαυχο	adj	αιτιατική ενικού του μεγάλαυχος
μεγάλαυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγάλαυχος
μεγάλαυχος	adj|archaic	μεγαλόστομος, καυχησιάρης
μεγάλαυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγάλαυχος
μεγάλαυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγάλαυχος
μεγάλαυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγάλαυχος
μεγάλε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μεγάλος
μεγάλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μεγάλος
μεγάλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγάλος
μεγάλης	adj	γενική ενικού του μεγάλη
μεγάλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μεγάλος
μεγάλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγάλος
μεγάλος	adj	που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας	noun	ο ενήλικας
μεγάλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μεγάλος
μεγάλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγάλος
μεγάλουχος	adj|dated	ο αρχοντικός, αυτός που δείχνει να έχει πολλά
μεγάλυνα	=	μεγαλύνω
μεγάλυναν	=	μεγαλύνω
μεγάλυνε	=	μεγαλύνω
μεγάλυνες	=	μεγαλύνω
μεγάλυνσις	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεγαλύνω
μεγάλωμα	noun	η ανάπτυξη ενός παιδιού
μεγάλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μεγάλος
μεγάλως	adv|formal	σε μεγάλο βαθμό, κατά πολύ, υπερβολικά
μεγάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγάρου	noun	γενική ενικού του μέγαρο
μεγάρων	noun	γενική πληθυντικού του μέγαρο
μεγάτιμα	=	μεγάτιμος
μεγάτιμε	=	μεγάτιμος
μεγάτιμες	=	μεγάτιμος
μεγάτιμη	=	μεγάτιμος
μεγάτιμης	=	μεγάτιμος
μεγάτιμο	=	μεγάτιμος
μεγάτιμοι	=	μεγάτιμος
μεγάτιμος	adj	που του αξίζει μεγάλη εκτίμηση και τιμή
μεγάτιμου	=	μεγάτιμος
μεγάτιμους	=	μεγάτιμος
μεγάτιμων	=	μεγάτιμος
μεγάτονε	=	μεγάτονος
μεγάτονο	=	μεγάτονος
μεγάτονοι	=	μεγάτονος
μεγάτονος	noun	βάρους, πολλαπλάσιο του τόνου, με σύμβολο Mt (τόνος στην 6η δύναμη)
μεγάτονου	=	μεγάτονος
μεγάτονους	=	μεγάτονος
μεγάτονων	=	μεγάτονος
μεγάφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάφωνο
μεγάφωνο	noun	εξάρτημα ή συσκευή αναπαραγωγής ήχου, που δέχεται ηλεκτρικό ακουστικό σήμα και το μετατρέπει σε ήχο
μεγάφωνου	=	μεγάφωνο
μεγάφωνων	=	μεγάφωνο
μεγέθη	=	μέγεθος
μεγέθους	noun	γενική ενικού του μέγεθος
μεγέθυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγεθύνω
μεγέθυνση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μεγεθύνω
μεγέθυνσης	noun	γενική ενικού του μεγέθυνση
μεγίστη	noun	η μαΐστρα, το κατώτατο σταυρωτό ιστίο του μεγάλου ιστού των ιστιοφόρων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μέγιστος
μεγίστης	noun	γενική ενικού του μεγίστη
μεγίστου	=	μέγιστος
μεγίστους	=	μέγιστος
μεγίστων	=	μέγιστος
μεγαβάτ	noun	μονάδα μέτρησης της ισχύος -ισούται με 1.000.000 βατ ή με 1.000 κιλοβάτ
μεγαβατωρών	=	μεγαβατώρα
μεγαβατώρα	noun	μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας που ισοδυναμεί με χίλιες κιλοβατώρες
μεγαβατώρας	=	μεγαβατώρα
μεγαβατώρες	=	μεγαβατώρα
μεγαηλεκτρονιοβόλτ	noun	ένα εκατομμύριο ηλεκτρονιοβόλτ (συντομογραφία: MeV)
μεγαθέματα	noun	μεγάλα θέματα
μεγαθήρια	=	μεγαθήριο
μεγαθήριο	noun	μεγάλο θηλαστικό που έχει εκλείψει και ανήκε στο γένος Μεγαθήρια
μεγαθήριου	=	μεγαθήριο
μεγαθήριων	=	μεγαθήριο
μεγαθερμίδα	noun	η ποσότητα θερμότητας που χρειάζεται ώστε η θερμοκρασία νερού βάρους ενός κιλού να αυξηθεί κατά έναν βαθμό Κελσίου
μεγαθερμίδας	=	μεγαθερμίδα
μεγαθερμίδες	=	μεγαθερμίδα
μεγαθερμίδων	=	μεγαθερμίδα
μεγαθηρίου	=	μεγαθήριο
μεγαθηρίων	=	μεγαθήριο
μεγαθυμία	noun|formal	η μεγαλοψυχία
μεγαθυμίας	noun	γενική ενικού του μεγαθυμία
μεγαθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαθυμία
μεγαθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαθυμία
μεγαθύμως	adv|formal	με μεγαθυμία
μεγακέφαλα	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλε	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλες	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλη	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλης	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλο	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλοι	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλος	adj	άλλη μορφή του μεγαλοκέφαλος
μεγακέφαλου	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλους	=	μεγακέφαλος
μεγακέφαλων	=	μεγακέφαλος
μεγακεφαλία	noun	μεγαλοκεφαλία
μεγακεφαλίας	noun	γενική ενικού του μεγακεφαλία
μεγακεφαλίες	=	μεγακεφαλία
μεγακεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγακεφαλία
μεγακύκλου	=	μεγάκυκλος
μεγακύκλους	=	μεγάκυκλος
μεγακύκλων	=	μεγάκυκλος
μεγαλέμπορα	=	μεγαλέμπορας
μεγαλέμπορας	noun	μεγαλέμπορος
μεγαλέμπορε	noun	κλητική ενικού του μεγαλέμπορος
μεγαλέμπορες	=	μεγαλέμπορας
μεγαλέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του μεγαλέμπορος
μεγαλέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλέμπορος
μεγαλέμπορος	noun	αυτός που ασχολείται με το εμπόριο χονδρικής, συχνά εισάγει εκείνος τα εμπορεύματα που διακινεί
μεγαλέμπορου	=	μεγαλέμπορος
μεγαλέμπορους	=	μεγαλέμπορος
μεγαλήγορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλήγορο
μεγαλήγορε	adj	κλητική ενικού του μεγαλήγορος
μεγαλήγορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλήγορη
μεγαλήγορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλήγορος
μεγαλήγορης	adj	γενική ενικού του μεγαλήγορη
μεγαλήγορο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλήγορος
μεγαλήγοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλήγορος
μεγαλήγορος	adj|archaic	μεγαλόστομος, καυχησιάρης
μεγαλήγορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλήγορος
μεγαλήγορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλήγορος
μεγαλήγορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλήγορος
μεγαλαυχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαυχία	noun|archaic	η χρήση στομφώδους και πομπώδους ύφους κατά την ομιλία με επίδειξη αλαζονείας και καυχησιάς
μεγαλαυχίας	noun	γενική ενικού του μεγαλαυχία
μεγαλαυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλαυχία
μεγαλαυχιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλαυχία
μεγαλαυχώ	verb|archaic	καυχιέμαι
μεγαλαυχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαύχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαύχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαύχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλαύχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλαυχώ
μεγαλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλείο
μεγαλείο	noun	η ιδιότητα ενός πράγματος να εντυπωσιάζει με το μεγάλο μέγεθος, δύναμη, πλούτο, πολιτισμό κλπ
μεγαλείου	noun	γενική ενικού του μεγαλείο
μεγαλείων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλείο
μεγαλειοτάτη	=	μεγαλειότατος
μεγαλειοτάτου	=	μεγαλειότατος
μεγαλειοτάτους	=	μεγαλειότατος
μεγαλειοτάτων	=	μεγαλειότατος
μεγαλειοτήτων	=	μεγαλειότητα
μεγαλειωδών	=	μεγαλειώδης
μεγαλειωδώς	adv	με μεγαλείο
μεγαλειότατε	noun	προσφώνηση αυτοκράτορα (αυτοκράτειρας) ή βασιλιά (βασίλισσας)
μεγαλειότατο	=	μεγαλειότατος
μεγαλειότατοι	=	μεγαλειότατος
μεγαλειότατος	noun	για την προσφώνηση, , τίτλος για βασιλιά, σπανιότερα χρησιμοποιείται και με μικρό ως προσφώνηση
μεγαλειότατου	=	μεγαλειότατος
μεγαλειότατους	=	μεγαλειότατος
μεγαλειότατων	=	μεγαλειότατος
μεγαλειότητα	noun|formal	μεγαλείο, λαμπρότητα, αίγλη
μεγαλειότητας	=	μεγαλειότητα
μεγαλειότητες	=	μεγαλειότητα
μεγαλειώδεις	=	μεγαλειώδης
μεγαλειώδες	=	μεγαλειώδης
μεγαλειώδη	=	μεγαλειώδης
μεγαλειώδης	adj	που έχει και χαρακτηρίζεται από μεγαλείο, που εντυπωσιάζει
μεγαλειώδους	=	μεγαλειώδης
μεγαλεμπόρου	noun	γενική ενικού του μεγαλέμπορος
μεγαλεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλέμπορος
μεγαλεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλέμπορος
μεγαλεπήβολα	adv	μακρόπνοα και συνάμα αισιόδοξα, χωρίς κάποιος να περιορίζει τα όνειρα, τα σχέδια, τα οράματά του για ιδέες ή επιχειρήσεις
μεγαλεπήβολε	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολες	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολη	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολης	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολο	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολοι	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολος	adj	για μεγάλα σχέδια, μερικές φορές πιο δύσκολα από ό,τι κάποιος είναι ικανός να πετύχει
μεγαλεπήβολου	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολους	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπήβολων	=	μεγαλεπήβολος
μεγαλεπηβόλως	adv|dated	μεγαλεπήβολα
μεγαληγορία	noun	τα μεγάλα λόγια, η καυχησιολογία, ο κομπασμός
μεγαληγορίας	noun	γενική ενικού του μεγαληγορία
μεγαληγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαληγορία
μεγαληγοριών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαληγορία
μεγαληγορώ	verb	λεω μεγάλα λόγια, υπερβάλλω, καυχιέμαι
μεγαληγορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαληγορώ
μεγαλιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλιθικό
μεγαλιθικέ	adj	κλητική ενικού του μεγαλιθικός
μεγαλιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλιθική
μεγαλιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλιθικός
μεγαλιθικής	adj	γενική ενικού του μεγαλιθική
μεγαλιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλιθικός
μεγαλιθικού	adj	γενική ενικού του μεγαλιθικός
μεγαλιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλιθικός
μεγαλιθικό	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλιθικός
μεγαλιθικός	adj	που αποτελείται από μεγάλους λίθους / ογκόλιθους ή αναφέρεται σε σχετικό πολιτισμό
μεγαλιθικών	adj	γενική πληθυντικού του μεγαλιθικός
μεγαλοαγροτών	=	μεγαλοαγρότης
μεγαλοαγρότες	=	μεγαλοαγρότης
μεγαλοαγρότη	=	μεγαλοαγρότης
μεγαλοαγρότης	noun	ο καλλιεργητής μεγάλων εκτάσεων αγροτεμαχίων
μεγαλοαγρότισσα	=	μεγαλοαγρότης
μεγαλοαπατεώνα	=	μεγαλοαπατεώνας
μεγαλοαπατεώνας	noun	μεγάλος απατεώνας, που διαπράττει πολλές και μεγάλες απάτες
μεγαλοαπατεώνες	=	μεγαλοαπατεώνας
μεγαλοαπατεώνων	=	μεγαλοαπατεώνας
μεγαλοαστέ	noun	κλητική ενικού του μεγαλοαστός
μεγαλοαστές	=	μεγαλοαστή
μεγαλοαστή	noun	θηλυκό του μεγαλοαστός
μεγαλοαστής	=	μεγαλοαστή
μεγαλοαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοαστικό
μεγαλοαστικέ	adj	κλητική ενικού του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοαστική
μεγαλοαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστικής	adj	γενική ενικού του μεγαλοαστική
μεγαλοαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστικού	adj	γενική ενικού του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστικός	adj	που αναφέρεται στους μεγαλοαστούς, που κατατάσσεται στα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης
μεγαλοαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεγαλοαστικός
μεγαλοαστισμέ	=	μεγαλοαστισμός
μεγαλοαστισμοί	=	μεγαλοαστισμός
μεγαλοαστισμού	=	μεγαλοαστισμός
μεγαλοαστισμούς	=	μεγαλοαστισμός
μεγαλοαστισμό	=	μεγαλοαστισμός
μεγαλοαστισμός	noun	οι ενέργειες ή η συμπεριφορά των μεγαλοαστών
μεγαλοαστισμών	=	μεγαλοαστισμός
μεγαλοαστοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοαστός
μεγαλοαστού	noun	γενική ενικού του μεγαλοαστός
μεγαλοαστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοαστός
μεγαλοαστό	noun	αιτιατική ενικού του μεγαλοαστός
μεγαλοαστός	noun	κάποιος που θα μπορούσε να καταταχθεί στα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης
μεγαλοαστών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοαστός
μεγαλοβδομάδα	noun	η Μεγάλη Εβδομάδα
μεγαλοβδομάδας	=	μεγαλοβδομάδα
μεγαλοβδομάδες	=	μεγαλοβδομάδα
μεγαλοβδομάδων	=	μεγαλοβδομάδα
μεγαλοβδομαδιάτικα	adv	κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας
μεγαλοβδομαδιάτικε	adj	κλητική ενικού του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδομαδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοβδομαδιάτικη
μεγαλοβδομαδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδομαδιάτικης	adj	γενική ενικού του μεγαλοβδομαδιάτικη
μεγαλοβδομαδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδομαδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδομαδιάτικος	adj	σχετικός με τη Μεγάλη Εβδομάδα
μεγαλοβδομαδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδομαδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδομαδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλοβδομαδιάτικος
μεγαλοβδόμαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοβδόμαδο
μεγαλοβδόμαδο	noun	η Μεγάλη Εβδομάδα
μεγαλοβδόμαδου	noun	γενική ενικού του μεγαλοβδόμαδο
μεγαλοβδόμαδων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοβδόμαδο
μεγαλοβιομήχανε	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομήχανο	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομήχανοι	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομήχανος	noun	βιομήχανος που έχει στην ιδιοκτησία του μεγάλα ή πολλά εργοστάσια
μεγαλοβιομήχανου	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομήχανους	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομηχάνου	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομηχάνους	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλοβιομηχάνων	=	μεγαλοβιομήχανος
μεγαλογιατρέ	noun	κλητική ενικού του μεγαλογιατρός
μεγαλογιατροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλογιατρός
μεγαλογιατρού	noun	γενική ενικού του μεγαλογιατρός
μεγαλογιατρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλογιατρός
μεγαλογιατρό	noun	αιτιατική ενικού του μεγαλογιατρός
μεγαλογιατρός	noun	ο γιατρός που είναι όνομα, είναι γνωστός, παίρνει μεγάλη επίσκεψη και συνήθως είναι πανεπιστημιακός ή διευθυντής σε κάποια κλινική
μεγαλογιατρών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλογιατρός
μεγαλογράμματα	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματε	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματες	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματη	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματης	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματο	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματοι	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματος	adj	που χρησιμοποιεί μόνο κεφαλαία γράμματα
μεγαλογράμματου	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματους	=	μεγαλογράμματος
μεγαλογράμματων	=	μεγαλογράμματος
μεγαλοδικηγόρε	=	μεγαλοδικηγόρος
μεγαλοδικηγόρο	=	μεγαλοδικηγόρος
μεγαλοδικηγόροι	=	μεγαλοδικηγόρος
μεγαλοδικηγόρος	noun	φημισμένος δικηγόρος που αναλαμβάνει πολύκροτες ή / και δύσκολες υποθέσεις με επιτυχία και αμείβεται με υψηλή αμοιβή
μεγαλοδικηγόρου	=	μεγαλοδικηγόρος
μεγαλοδικηγόρους	=	μεγαλοδικηγόρος
μεγαλοδικηγόρων	=	μεγαλοδικηγόρος
μεγαλοδωρία	noun|formal	η γενναιοδωρία
μεγαλοδωρίας	=	μεγαλοδωρία
μεγαλοδωρίες	=	μεγαλοδωρία
μεγαλοδωριών	=	μεγαλοδωρία
μεγαλοδόντων	=	μεγαλόδοντας
μεγαλοδύναμα	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμε	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμες	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμη	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμης	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμο	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμοι	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμος	adj	που έχει μεγάλη δύναμη
μεγαλοδύναμου	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμους	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοδύναμων	=	μεγαλοδύναμος
μεγαλοεισαγωγέα	=	μεγαλοεισαγωγέας
μεγαλοεισαγωγέας	noun	ο εισαγωγέας μεγάλων ποσοτήτων προϊόντων
μεγαλοεισαγωγέων	=	μεγαλοεισαγωγέας
μεγαλοεισαγωγείς	=	μεγαλοεισαγωγέας
μεγαλοεισοδηματία	=	μεγαλοεισοδηματίας
μεγαλοεισοδηματίας	noun	που ζει από τα πάρα πολλά εισοδήματά του (και όχι από την εργασία του)
μεγαλοεισοδηματίες	=	μεγαλοεισοδηματίας
μεγαλοεισοδηματιών	=	μεγαλοεισοδηματίας
μεγαλοεκδότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοεκδότης
μεγαλοεπενδυτές	=	μεγαλοεπενδυτής
μεγαλοεπενδυτή	=	μεγαλοεπενδυτής
μεγαλοεπενδυτής	noun	που επενδύει μεγάλα ποσά (στο χρηματιστήριο ή αλλού)
μεγαλοεπενδυτών	=	μεγαλοεπενδυτής
μεγαλοεπιχειρηματία	=	μεγαλοεπιχειρηματίας
μεγαλοεπιχειρηματίας	noun	άτομο με επιχειρηματικές δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας, που συνήθως δραστηριοποιείται παράλληλα σε διάφορους κλάδους
μεγαλοεπιχειρηματίες	=	μεγαλοεπιχειρηματίας
μεγαλοεπιχειρηματιών	=	μεγαλοεπιχειρηματίας
μεγαλοεργοδοσία	noun	το σύνολο όσων (εταιρειών ή φυσικών προσώπων) παρέχουν εργασία σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων
μεγαλοεργοδοσίας	=	μεγαλοεργοδοσία
μεγαλοεργοδοσίες	=	μεγαλοεργοδοσία
μεγαλοεργοδοσιών	=	μεγαλοεργοδοσία
μεγαλοεργοδοτικά	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικέ	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικές	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτική	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικής	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικοί	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικού	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικούς	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικό	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτικός	adj	που έχει σχέση με τη μεγαλοεργοδοσία ή τους μεγαλοεργοδότες ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεγαλοεργοδοτικών	=	μεγαλοεργοδοτικός
μεγαλοεργοδοτών	=	μεγαλοεργοδότης
μεγαλοεργοδότες	=	μεγαλοεργοδότης
μεγαλοεργοδότη	=	μεγαλοεργοδότης
μεγαλοεργοδότης	noun	η εταιρεία ή το φυσικό πρόσωπο που παρέχει εργασία σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων)
μεγαλοεργολάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοεργολάβος
μεγαλοεφοπλιστές	=	μεγαλοεφοπλιστής
μεγαλοεφοπλιστή	=	μεγαλοεφοπλιστής
μεγαλοεφοπλιστής	noun	εφοπλιστής που διαχειρίζεται πολλά ή / και μεγάλα καράβια
μεγαλοεφοπλιστών	=	μεγαλοεφοπλιστής
μεγαλοθυμία	noun|formal	άλλη γραφή του μεγαθυμία
μεγαλοθυμίας	noun	γενική ενικού του μεγαλοθυμία
μεγαλοθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοθυμία
μεγαλοθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοθυμία
μεγαλοκέφαλα	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλε	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλες	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλη	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλης	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλο	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλοι	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλος	adj	που έχει μεγάλο κεφάλι
μεγαλοκέφαλου	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλους	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκέφαλων	=	μεγαλοκέφαλος
μεγαλοκαμωμένος	verb|rare	που είναι μεγάλων διαστάσεων
μεγαλοκαναλάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοκαναλάρχης
μεγαλοκαρδία	noun	άλλη μορφή του καρδιομεγαλία
μεγαλοκαρδίας	=	μεγαλοκαρδία
μεγαλοκαρδίες	=	μεγαλοκαρδία
μεγαλοκαρδιών	=	μεγαλοκαρδία
μεγαλοκαρχαρία	=	μεγαλοκαρχαρίας
μεγαλοκαρχαρίας	noun	άπληστος και αμείλικτος επιχειρηματίας
μεγαλοκαρχαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοκαρχαρίας
μεγαλοκαρχαριών	=	μεγαλοκαρχαρίας
μεγαλοκαταθέτες	=	μεγαλοκαταθέτης
μεγαλοκαταθέτη	=	μεγαλοκαταθέτης
μεγαλοκαταθέτης	noun	κάποιος που έχει και πολλές καταθέσεις στην τράπεζα
μεγαλοκαταθέτρια	noun	θηλυκό του μεγαλοκαταθέτης
μεγαλοκαταθέτριας	=	μεγαλοκαταθέτρια
μεγαλοκαταθέτριες	=	μεγαλοκαταθέτρια
μεγαλοκαταθετριών	=	μεγαλοκαταθέτρια
μεγαλοκαταθετών	=	μεγαλοκαταθέτης
μεγαλοκαταπατητές	=	μεγαλοκαταπατητής
μεγαλοκαταπατητή	=	μεγαλοκαταπατητής
μεγαλοκαταπατητής	noun	αυτός που έχει καταπατήσει πολλές φορές
μεγαλοκαταπατητών	=	μεγαλοκαταπατητής
μεγαλοκεφαλία	noun	κατάσταση στην οποία το κρανίο έχει μεγαλύτερο μέγεθος από το συνηθισμένο
μεγαλοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του μεγαλοκεφαλία
μεγαλοκεφαλίες	=	μεγαλοκεφαλία
μεγαλοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοκεφαλία
μεγαλοκοπέλα	noun	ανύπαντρη γυναίκα προχωρημένης ηλικίας
μεγαλοκοπέλας	noun	γενική ενικού του μεγαλοκοπέλα
μεγαλοκοπέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοκοπέλα
μεγαλοκτηματία	=	μεγαλοκτηματίας
μεγαλοκτηματίας	noun	αυτός που έχει στην ιδιοκτησία του πολλά ή μεγάλα κτήματα
μεγαλοκτηματίες	=	μεγαλοκτηματίας
μεγαλοκτηματιών	=	μεγαλοκτηματίας
μεγαλομάρτυρα	=	μεγαλομάρτυρας
μεγαλομάρτυρας	noun	εκκλησιαστικής χρήσης χαρακτηρισμός εκείνων που έχουν βασανιστεί ιδιαίτερα και έχουν υποκύψει στα βασανιστήριά τους ή εκτελέστηκαν, επειδή αγωνίστηκαν για το χριστιανικό θρήσκευμα π.χ. ο μεγαλομάρτυρας Δημήτριος και Γεώργιος
μεγαλομάρτυρες	=	μεγαλομάρτυρας
μεγαλομάρτυρος	=	μεγαλομάρτυρας
μεγαλομάτα	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτας	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτες	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτη	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτηδες	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτηδων	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτης	adj	που έχει μεγάλα μάτια
μεγαλομάτικα	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτικο	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτικου	=	μεγαλομάτης
μεγαλομάτικων	=	μεγαλομάτης
μεγαλομέτοχε	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομέτοχο	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομέτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλομέτοχος
μεγαλομέτοχος	noun	που κατέχει μεγάλο ποσοστό μετοχών μιας εταιρείας
μεγαλομέτοχου	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομέτοχους	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομέτοχων	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομανές	=	μεγαλομανής
μεγαλομανή	=	μεγαλομανής
μεγαλομανής	adj	που έχει μανία με τα μεγαλεία, που θέλει να μεγαλοπιάνεται, να δείχνει πλούσιος και να ζει πλούσια, να περιφρονεί το μέτριο
μεγαλομανία	noun	η μανία με τα μεγαλεία, την πολυτέλεια, το χαρακτηριστικό πρόβλημα του μεγαλομανούς
μεγαλομανίας	noun	γενική ενικού του μεγαλομανία
μεγαλομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλομανία
μεγαλομανείς	=	μεγαλομανής
μεγαλομανιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλομανία
μεγαλομανούς	=	μεγαλομανής
μεγαλομανών	=	μεγαλομανής
μεγαλομαρτύρων	=	μεγαλομάρτυρας
μεγαλομαστία	noun	το να έχει κανείς υπερβολικά μεγάλους μαστούς
μεγαλομαστίας	noun	γενική ενικού του μεγαλομαστία
μεγαλομαστίες	=	μεγαλομαστία
μεγαλομαστιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλομαστία
μεγαλομετόχου	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομετόχους	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομετόχων	=	μεγαλομέτοχος
μεγαλομμάτα	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτας	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτες	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτη	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτηδες	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτηδων	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτης	adj	προγενέστερη γραφή της λέξης μεγαλομάτης, η οποία στα τέλη του 20ου αιώνα απλουστεύθηκε με το ορθογραφικό και ετυμολογικό κριτήριο ότι προέρχεται από το μεγάλος + μάτι
μεγαλομμάτικα	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτικο	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτικου	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομμάτικων	=	μεγαλομμάτης
μεγαλομπεμπέκα	noun	γυναίκα μεγάλης ηλικίας που μπεμπεκίζει
μεγαλομπεμπέκας	noun	γενική ενικού του μεγαλομπεμπέκα
μεγαλομπεμπέκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλομπεμπέκα
μεγαλονήσου	=	μεγαλόνησος
μεγαλονήσους	=	μεγαλόνησος
μεγαλονήσων	=	μεγαλόνησος
μεγαλοοκαταθέτρια	=	μεγαλοκαταθέτης
μεγαλοοφειλέτες	=	μεγαλοοφειλέτης
μεγαλοοφειλέτη	=	μεγαλοοφειλέτης
μεγαλοοφειλέτης	noun	αυτός που χρωστά πολλά
μεγαλοοφειλέτρια	noun	θηλυκό του μεγαλοοφειλέτης
μεγαλοοφειλέτριας	=	μεγαλοοφειλέτρια
μεγαλοοφειλέτριες	=	μεγαλοοφειλέτρια
μεγαλοοφειλετριών	=	μεγαλοοφειλέτρια
μεγαλοοφειλετών	=	μεγαλοοφειλέτης
μεγαλοπαράγον	=	μεγαλοπαράγων
μεγαλοπαράγοντα	=	μεγαλοπαράγοντας
μεγαλοπαράγοντας	noun	αυτός που είναι μεγάλος παράγοντας, που κατέχει σημαντική θέση και επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων σε μια εταιρεία κ.α.
μεγαλοπαράγοντες	=	μεγαλοπαράγοντας
μεγαλοπαράγοντος	=	μεγαλοπαράγων
μεγαλοπαράγων	noun|formal	άλλη μορφή του μεγαλοπαράγοντας
μεγαλοπαραγόντων	=	μεγαλοπαράγοντας
μεγαλοπαρασκευιάτικα	adv	κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Παρασκευής, την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής
μεγαλοπαρασκευιάτικε	adj	κλητική ενικού του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπαρασκευιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοπαρασκευιάτικη
μεγαλοπαρασκευιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπαρασκευιάτικης	adj	γενική ενικού του μεγαλοπαρασκευιάτικη
μεγαλοπαρασκευιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπαρασκευιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπαρασκευιάτικος	adj	που έχει σχέση με την Μεγάλη Παρασκευή, αναφέρεαι σ’ αυτή ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά της
μεγαλοπαρασκευιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπαρασκευιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπαρασκευιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλοπαρασκευιάτικος
μεγαλοπιάνομαι	verb	εμφανίζομαι ότι ανήκω σε ανώτερη οικονομική τάξη από εκείνην στην οποία ανήκω, αλαζονεύομαι
μεγαλοπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόπιασμα
μεγαλοπιάσματος	noun	γενική ενικού του μεγαλόπιασμα
μεγαλοπιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλόπιασμα
μεγαλοπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοπιασμένο
μεγαλοπιασμένε	verb	κλητική ενικού του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοπιασμένη
μεγαλοπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιασμένης	verb	γενική ενικού του μεγαλοπιασμένη
μεγαλοπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλοπιασμένος
μεγαλοπιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοπιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοπιάνομαι
μεγαλοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεγαλοποιώ, η υπερβολή στην εκτίμηση μιας κατάστασης, ο κιτρινισμός αν αυτή η υπερβολή αφορά στα μέσα ενημέρωσης
μεγαλοποίησης	=	μεγαλοποίηση
μεγαλοποίησις	noun	η μεγαλοποίηση
μεγαλοποιήθηκα	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιήθηκαν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιήθηκε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιήθηκες	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσαν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσανε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοποίηση
μεγαλοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσεων	=	μεγαλοποίηση
μεγαλοποιήσου	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσουνε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοποιεί	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιείς	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιείσαι	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιείστε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιείται	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιείτε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιείτο	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιηθήκαμε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιηθήκαν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιηθήκανε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιηθήκατε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιηθεί	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιηθείς	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιηθείτε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιηθούμε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιηθούν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιηθούνε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιηθώ	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοποιημένο
μεγαλοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοποιημένη
μεγαλοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιημένης	verb	γενική ενικού του μεγαλοποιημένη
μεγαλοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιημένος	verb	που έχει μεγαλοποιηθεί, που παρουσιάζεται πιο μεγάλος απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα
μεγαλοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλοποιημένος
μεγαλοποιούμαι	verb	υπερβάλλουν ως προς τις διαστάσεις μου
μεγαλοποιούμασταν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούμαστε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούμε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούμενος	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούμουν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούμουνα	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούνε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούνται	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούνταν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούντο	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσα	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσαμε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσαν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσανε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσασταν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούσαστε	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούσατε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσες	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιούσουν	=	μεγαλοποιούμαι
μεγαλοποιούσουνα	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόμασταν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόμαστε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόμουν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόμουνα	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόνταν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόντανε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόντουσαν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόσασταν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόσαστε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόσουν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόσουνα	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιόταν	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιότανε	=	μεγαλοποιώ
μεγαλοποιώ	verb	περιγράφω κάτι υπερβάλλοντας ως προς τη σημασία του, δίνω σε κάτι σημασία δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την αξία του
μεγαλοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλοποιώ
μεγαλοπράγμον	=	μεγαλοπράγμων
μεγαλοπράγμονα	=	μεγαλοπράγμων
μεγαλοπράγμονας	=	μεγαλοπράγμων
μεγαλοπράγμονες	=	μεγαλοπράγμων
μεγαλοπράγμονος	=	μεγαλοπράγμων
μεγαλοπράγμων	adj|formal	που ασχολείται με σημαντικές υποθέσεις, με σπουδαία πράγματα
μεγαλοπρέπεια	noun	το να είναι κανείς (άνθρωπος, οικοδόμημα κ.λπ.) μεγαλοπρεπής, δηλαδή να ακτινοβολεί μεγαλείο και επιβλητικότητα
μεγαλοπρέπειας	noun	γενική ενικού του μεγαλοπρέπεια
μεγαλοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοπρέπεια
μεγαλοπραγμονώ	verb|formal	είμαι μεγαλοπράγμων
μεγαλοπραγμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλοπραγμονώ
μεγαλοπραγμοσύνη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεγαλοπραγμονώ
μεγαλοπραγμόνων	=	μεγαλοπράγμων
μεγαλοπρεπές	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατα	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατε	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατες	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατη	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατης	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατο	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατοι	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατος	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατου	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατους	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστατων	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερα	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερε	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερες	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερη	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερης	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερο	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστεροι	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερος	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερου	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερους	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπέστερων	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπή	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπής	adj	που ακτινοβολεί μεγαλείο, επιβλητικότητα (οικοδόμημα, αξιωματούχος)
μεγαλοπρεπείς	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοπρέπεια
μεγαλοπρεπούς	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπών	=	μεγαλοπρεπής
μεγαλοπρεπώς	adv|formal	μεγαλόπρεπα
μεγαλοπόλεις	=	μεγαλόπολη
μεγαλοπόλεων	=	μεγαλόπολη
μεγαλορημοσυνών	=	μεγαλορημοσύνη
μεγαλορημοσύνες	=	μεγαλορημοσύνη
μεγαλορημοσύνη	noun|dated	άλλη γραφή του μεγαλορρημοσύνη
μεγαλορημοσύνης	=	μεγαλορημοσύνη
μεγαλορρήμον	=	μεγαλορρήμων
μεγαλορρήμονα	=	μεγαλορρήμων
μεγαλορρήμονας	=	μεγαλορρήμων
μεγαλορρήμονες	=	μεγαλορρήμων
μεγαλορρήμονος	=	μεγαλορρήμων
μεγαλορρήμων	adj|archaic	ο μεγαλόστομος
μεγαλορρημονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλορρημονημένο
μεγαλορρημονημένε	verb	κλητική ενικού του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλορρημονημένη
μεγαλορρημονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονημένης	verb	γενική ενικού του μεγαλορρημονημένη
μεγαλορρημονημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλορρημονημένος
μεγαλορρημονώ	verb	χρησιμοποιώ πομπώδες ύφος στην ομιλία μου
μεγαλορρημονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλορρημονώ
μεγαλορρημοσυνών	=	μεγαλορρημοσύνη
μεγαλορρημοσύνες	=	μεγαλορρημοσύνη
μεγαλορρημοσύνη	noun	τα μεγάλα λόγια, οι καυχησιολογίες
μεγαλορρημοσύνης	=	μεγαλορρημοσύνη
μεγαλορρημόνων	=	μεγαλορρήμων
μεγαλοσπληνία	noun	πάθηση στην οποία μεγαλώνει η σπλήνα
μεγαλοσπληνίας	noun	γενική ενικού του μεγαλοσπληνία
μεγαλοσπληνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοσπληνία
μεγαλοσπληνιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοσπληνία
μεγαλοστέλεχος	noun	το σημαντικό στέλεχος μιας εταιρείας, επιχείρησης κ.λπ.
μεγαλοσταύρου	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλοσταύρους	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλοσταύρων	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλοστελέχη	=	μεγαλοστέλεχος
μεγαλοστελέχους	=	μεγαλοστέλεχος
μεγαλοστελεχών	=	μεγαλοστέλεχος
μεγαλοστομία	noun|formal	ή ιδιότητα ή ή συμπεριφορά του μεγαλόστομου, το πομπώδες ύφος στον λόγο
μεγαλοστομίας	noun	γενική ενικού του μεγαλοστομία
μεγαλοστομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοστομία
μεγαλοστομιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοστομία
μεγαλοσυνών	=	μεγαλοσύνη
μεγαλοσχήμων	adj	παλιότερη μορφή του μεγαλοσχήμονας & συνώνυμο του μεγαλόσχημος
μεγαλοσύνες	=	μεγαλοσύνη
μεγαλοσύνη	noun|literary	το μεγαλείο
μεγαλοσύνης	=	μεγαλοσύνη
μεγαλοτήτων	=	μεγαλότητα
μεγαλοτσιφλικά	=	μεγαλοτσιφλικάς
μεγαλοτσιφλικάδες	=	μεγαλοτσιφλικάς
μεγαλοτσιφλικάδων	=	μεγαλοτσιφλικάς
μεγαλοτσιφλικάς	noun	ο σημαντικός γαιοκτήμονας κατά το μεσαίωνα αλλά στην Ελλάδα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το άτομο ή ο φορέας που διέθετε μεγάλη αγροτική περιουσία και εκμευταλλευόταν τον κόπο των αγροτών που την καλλιεργούσαν
μεγαλουπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλούπολη
μεγαλουπόλεων	=	μεγαλούπολη
μεγαλουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλουργό	adv	με μεγαλουργία, με θαυμαστό τρόπο (όχι ιδιαίτερα δόκιμο επίρρημα)
μεγαλουργέ	adj	κλητική ενικού του μεγαλουργός
μεγαλουργές	=	μεγαλουργός
μεγαλουργή	=	μεγαλουργός
μεγαλουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλούργημα
μεγαλουργήματος	noun	γενική ενικού του μεγαλούργημα
μεγαλουργής	=	μεγαλουργός
μεγαλουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσαν	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργήσανε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουργία	noun	η υλοποίηση σημαντικών / μεγάλων έργων, το να μεγαλουργεί κανείς
μεγαλουργίας	noun	γενική ενικού του μεγαλουργία
μεγαλουργίες	=	μεγαλουργία
μεγαλουργεί	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργείς	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργείτε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλούργημα
μεγαλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλουργία
μεγαλουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλουργός
μεγαλουργού	adj	γενική ενικού του μεγαλουργός
μεγαλουργούμε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούν	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούνε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλουργός
μεγαλουργούσα	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούσαμε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούσαν	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούσανε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούσατε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούσε	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργούσες	=	μεγαλουργώ
μεγαλουργό	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλουργός
μεγαλουργός	adj	που κάνει κάτι εξαίσιο, που μεγαλουργεί, που το έργο του είναι αριστουργηματικό
μεγαλουργώ	verb	δημιουργώ κάτι εξαιρετικά σημαντικό, κατορθώνω κατι αξιοσημείωτο
μεγαλουργών	adj	γενική πληθυντικού του μεγαλουργός
μεγαλουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλουσιάνα	noun	θηλυκό του μεγαλουσιάνος
μεγαλουσιάνας	noun	γενική ενικού του μεγαλουσιάνα
μεγαλουσιάνε	noun	κλητική ενικού του μεγαλουσιάνος
μεγαλουσιάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλουσιάνα
μεγαλουσιάνο	noun	αιτιατική ενικού του μεγαλουσιάνος
μεγαλουσιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλουσιάνος
μεγαλουσιάνος	noun	αυτός που ζει σε αστικό κέντρο
μεγαλουσιάνου	noun	γενική ενικού του μεγαλουσιάνος
μεγαλουσιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλουσιάνος
μεγαλουσιάνων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλουσιάνος
μεγαλουχίας	noun	γενική ενικού του μεγαλουχία
μεγαλουχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλουχία
μεγαλουχιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλουχία
μεγαλοφάνταστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοφάνταστο
μεγαλοφάνταστε	adj	κλητική ενικού του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφάνταστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοφάνταστη
μεγαλοφάνταστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφάνταστης	adj	γενική ενικού του μεγαλοφάνταστη
μεγαλοφάνταστο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφάνταστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφάνταστος	adj	που έχει μεγάλη φαντασία
μεγαλοφάνταστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφάνταστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφάνταστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλοφάνταστος
μεγαλοφέρνω	verb|vulgar	δείχνω μεγάλος, ίσως μεγαλύτερος από την ηλικία μου (όχι για παιδιά, μόνον για ενηλίκους)
μεγαλοφιλοδοξία	noun	η ιδιότητα του μεγαλοφιλόδοξου
μεγαλοφιλοδοξίας	=	μεγαλοφιλοδοξία
μεγαλοφιλοδοξίες	=	μεγαλοφιλοδοξία
μεγαλοφιλοδοξιών	=	μεγαλοφιλοδοξία
μεγαλοφιλόδοξα	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξε	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξες	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξη	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξης	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξο	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξοι	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξος	adj	που έχει μεγάλες φιλοδοξίες
μεγαλοφιλόδοξου	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξους	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφιλόδοξων	=	μεγαλοφιλόδοξος
μεγαλοφρονώ	verb|archaic	είμαι μεγαλόφρων
μεγαλοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλοφρονώ
μεγαλοφροσυνών	=	μεγαλοφροσύνη
μεγαλοφροσύνες	=	μεγαλοφροσύνη
μεγαλοφροσύνη	noun	το να είναι κάποιος μεγαλόφρων, η ιδιότητα του μεγαλόφρονος
μεγαλοφροσύνης	=	μεγαλοφροσύνη
μεγαλοφρόνων	=	μεγαλόφρων
μεγαλοφρόνως	adv|archaic	με μεγαλόφρονα τρόπο
μεγαλοφυΐα	noun	η ιδιότητα του μεγαλοφυούς
μεγαλοφυΐας	noun	γενική ενικού του μεγαλοφυΐα
μεγαλοφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοφυΐα
μεγαλοφυές	=	μεγαλοφυής
μεγαλοφυή	=	μεγαλοφυής
μεγαλοφυής	adj	που έχει εξαίρετη διανοητική ικανότητα και οι δημιουργίες του είναι πρωτότυπες και διαχρονικές
μεγαλοφυείς	=	μεγαλοφυής
μεγαλοφυούς	=	μεγαλοφυής
μεγαλοφυϊών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοφυΐα
μεγαλοφυών	=	μεγαλοφυής
μεγαλοφυώς	adv	με μεγαλοφυή τρόπο, με εξαιρετικά έξυπνο τρόπο
μεγαλοφώνως	adv|formal	άλλη μορφή του μεγαλόφωνα
μεγαλοχωρίτες	=	μεγαλοχωρίτης
μεγαλοχωρίτη	=	μεγαλοχωρίτης
μεγαλοχωρίτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Μεγαλοχώρι
μεγαλοχωρίτισσα	=	μεγαλοχωρίτης
μεγαλοχωριτών	=	μεγαλοχωρίτης
μεγαλοψυχία	noun	το να είναι κάποιος μεγαλόψυχος καθώς και οι σχετικές του ενέργειες και πράξεις
μεγαλοψυχίας	noun	γενική ενικού του μεγαλοψυχία
μεγαλοψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοψυχία
μεγαλοψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοψυχία
μεγαλοϊδεάτες	=	μεγαλοϊδεάτης
μεγαλοϊδεάτη	=	μεγαλοϊδεάτης
μεγαλοϊδεάτης	noun	που πιστεύει στη Μεγάλη Ιδέα, οπαδός της Μεγάλης Ιδέας
μεγαλοϊδεάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεάτικο
μεγαλοϊδεάτικε	adj	κλητική ενικού του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεάτικη
μεγαλοϊδεάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτικης	adj	γενική ενικού του μεγαλοϊδεάτικη
μεγαλοϊδεάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτικος	adj	που έχει σχέση με τη Μεγάλη Ιδέα, με τον μεγαλοϊδεατισμό, ή αναφέρεται σ' αυτά
μεγαλοϊδεάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλοϊδεάτικος
μεγαλοϊδεάτισσα	noun	θηλυκό του μεγαλοϊδεάτης
μεγαλοϊδεάτισσας	noun	γενική ενικού του μεγαλοϊδεάτισσα
μεγαλοϊδεάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεάτισσα
μεγαλοϊδεατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεγαλοϊδεατικός	adv	με μεγαλοϊδεατικό τρόπο
μεγαλοϊδεατικέ	adj	κλητική ενικού του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατική
μεγαλοϊδεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατικής	adj	γενική ενικού του μεγαλοϊδεατική
μεγαλοϊδεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατικού	adj	γενική ενικού του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατικό	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατικός	adj	που έχει σχέση με τη Μεγάλη Ιδέα, με τον μεγαλοϊδεατισμό, ή αναφέρεται σ' αυτά
μεγαλοϊδεατικών	adj	γενική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατικός
μεγαλοϊδεατισμέ	noun	κλητική ενικού του μεγαλοϊδεατισμός
μεγαλοϊδεατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατισμός
μεγαλοϊδεατισμού	noun	γενική ενικού του μεγαλοϊδεατισμός
μεγαλοϊδεατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατισμός
μεγαλοϊδεατισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεγαλοϊδεατισμός
μεγαλοϊδεατισμός	noun	η πίστη και υποστήριξη προς τη Μεγάλη Ιδέα
μεγαλοϊδεατισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοϊδεατισμός
μεγαλοϊδεατισσών	noun	γενική πληθυντικού του μεγαλοϊδεάτισσα
μεγαλοϊδεατών	=	μεγαλοϊδεάτης
μεγαλοϊδιοκτήτες	=	μεγαλοϊδιοκτήτης
μεγαλοϊδιοκτήτη	=	μεγαλοϊδιοκτήτης
μεγαλοϊδιοκτήτης	noun	αυτός που έχει στην ιδιοκτησία του πολλά ακίνητα
μεγαλοϊδιοκτητών	=	μεγαλοϊδιοκτήτης
μεγαλούπολη	noun	πόλη με πολύ μεγάλο πληθυσμό και μεγάλη έκταση
μεγαλούπολης	=	μεγαλούπολη
μεγαλούργημα	noun	ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα, μεγάλο κατόρθωμα
μεγαλούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλουργώ
μεγαλούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλούτσικο
μεγαλούτσικε	adj	κλητική ενικού του μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλούτσικη
μεγαλούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικης	adj	γενική ενικού του μεγαλούτσικη
μεγαλούτσικια	=	μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικιας	=	μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικος	adj	κάπως μεγάλος, σχετικά μεγάλος, αλλά όχι πολύ μεγάλος (ως προς το μέγεθος ή την ηλικία)
μεγαλούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλούτσικος
μεγαλούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλούτσικος
μεγαλυνάρια	noun	πληθυντικός από τη λέξη μεγαλυνάριο
μεγαλυνάριο	noun	σύντομος ύμνος, που συχνά αρχίζει με τη φράση «μεγάλυνον, ψυχή μου…», και ψάλλεται συνήθως πριν από τα τροπάρια της ένατης ωδής του κανόνα
μεγαλυνάριου	=	μεγαλυνάριο
μεγαλυνάριων	=	μεγαλυνάριο
μεγαλυναρίου	=	μεγαλυνάριο
μεγαλυναρίων	=	μεγαλυνάριο
μεγαλυνθήκαμε	=	μεγαλύνω
μεγαλυνθήκαν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνθήκανε	=	μεγαλύνω
μεγαλυνθήκατε	=	μεγαλύνω
μεγαλυνθεί	=	μεγαλύνω
μεγαλυνθείτε	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόμασταν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόμαστε	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόμουν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόμουνα	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόντουσαν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόσασταν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόσαστε	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόσουν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόσουνα	=	μεγαλύνω
μεγαλυνόταν	=	μεγαλύνω
μεγαλυνότανε	=	μεγαλύνω
μεγαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεγάλωμα
μεγαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλωμένο
μεγαλωμένε	verb	κλητική ενικού του μεγαλωμένος
μεγαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλωμένη
μεγαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλωμένος
μεγαλωμένης	verb	γενική ενικού του μεγαλωμένη
μεγαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεγαλωμένος
μεγαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλωμένος
μεγαλωμένος	=	μεγαλώνω
μεγαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλωμένος
μεγαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλωμένος
μεγαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλωμένος
μεγαλόδοντα	=	μεγαλόδοντας
μεγαλόδοντας	noun	προϊστορικός καρχαρίας γιγαντιαίων διαστάσεων που έζησε περίπου 20 με 3,6 εκατομμύρια χρόνια πριν
μεγαλόδοντες	=	μεγαλόδοντας
μεγαλόδωρα	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρε	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρες	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρη	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρης	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρο	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωροι	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρος	adj	ο γενναιόδωρος
μεγαλόδωρου	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρους	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόδωρων	=	μεγαλόδωρος
μεγαλόθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόθυμο
μεγαλόθυμε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόθυμη
μεγαλόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμης	adj	γενική ενικού του μεγαλόθυμη
μεγαλόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμος	adj	άλλη μορφή του μεγάθυμος
μεγαλόθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόθυμος
μεγαλόθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόθυμος
μεγαλόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόκαρδο
μεγαλόκαρδε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόκαρδη
μεγαλόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρδης	adj	γενική ενικού του μεγαλόκαρδη
μεγαλόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρδος	adj|figurative	αυτός που έχει μεγάλη καρδιά, ο καλόκαρδος
μεγαλόκαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόκαρδος
μεγαλόκαρπα	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπε	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπες	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπη	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπης	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπο	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρποι	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπος	adj	που αφορά καρπό μεγάλο σε μέγεθος
μεγαλόκαρπου	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπους	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκαρπων	=	μεγαλόκαρπος
μεγαλόκερα	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερε	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερες	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερη	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερης	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερο	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκεροι	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερος	noun	γένος πολύ μεγάλης άλκης	adj	που έχει μεγάλα κέρατα
μεγαλόκερου	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερους	=	μεγαλόκερος
μεγαλόκερων	=	μεγαλόκερος
μεγαλόνησε	=	μεγαλόνησος
μεγαλόνησο	=	μεγαλόνησος
μεγαλόνησοι	=	μεγαλόνησος
μεγαλόνησος	noun	οποιοδήποτε νησί;ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους
μεγαλόπιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεγαλοπιάνομαι
μεγαλόπνευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόπνευστο
μεγαλόπνευστε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπνευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόπνευστη
μεγαλόπνευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπνευστης	adj	γενική ενικού του μεγαλόπνευστη
μεγαλόπνευστο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπνευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπνευστος	adj	που έχει ιδιαίτερα υψηλή έμπνευση, που εμπνέεται από υψηλά ιδανικά
μεγαλόπνευστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπνευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπνευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόπνευστος
μεγαλόπολη	noun|formal	άλλη μορφή του μεγαλούπολη
μεγαλόπολης	=	μεγαλόπολη
μεγαλόπρεπα	adv	με μεγαλοπρέπεια, μεγαλοπρεπώς
μεγαλόπρεπε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόπρεπος
μεγαλόπρεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόπρεπη
μεγαλόπρεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόπρεπος
μεγαλόπρεπης	adj	γενική ενικού του μεγαλόπρεπη
μεγαλόπρεπο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόπρεπος
μεγαλόπρεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόπρεπος
μεγαλόπρεπος	adj	άλλη εκφορά της λέξης μεγαλοπρεπής
μεγαλόπρεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόπρεπος
μεγαλόπρεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόπρεπος
μεγαλόπρεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόπρεπος
μεγαλόσταυρε	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλόσταυρο	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλόσταυροι	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλόσταυρος	noun	αριστείο ή παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος που ιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και το οποίο απονέμει την ύψιστη αυτή τιμή από το 1833 σε άτομα που θεωρείται ότι παρείχαν εξαιρετικές υπηρεσίες προς την πατρίδα - συνήθως ο μεγάλος σταυρός είναι προσαρτημένος σε μια ταινία που περνιέται χιαστί στόν ώμο του παρασημοφορούμενου)
μεγαλόσταυρου	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλόσταυρους	=	μεγαλόσταυρος
μεγαλόστομή	=	μεγαλόστομος
μεγαλόστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόστομο
μεγαλόστομε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόστομος
μεγαλόστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόστομη
μεγαλόστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόστομος
μεγαλόστομης	adj	γενική ενικού του μεγαλόστομη
μεγαλόστομο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόστομος
μεγαλόστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόστομος
μεγαλόστομος	adj	που χρησιμοποιεί πομπώδεις εκφράσεις και υπερβολές, όταν μιλάει
μεγαλόστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόστομος
μεγαλόστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόστομος
μεγαλόστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόστομος
μεγαλόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόσχημο
μεγαλόσχημε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόσχημος
μεγαλόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόσχημη
μεγαλόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόσχημος
μεγαλόσχημης	adj	γενική ενικού του μεγαλόσχημη
μεγαλόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόσχημος
μεγαλόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόσχημος
μεγαλόσχημος	adj	που έχει υψηλό αξίωμα
μεγαλόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόσχημος
μεγαλόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόσχημος
μεγαλόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόσχημος
μεγαλόσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόσωμο
μεγαλόσωμε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόσωμος
μεγαλόσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόσωμη
μεγαλόσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόσωμος
μεγαλόσωμης	adj	γενική ενικού του μεγαλόσωμη
μεγαλόσωμο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόσωμος
μεγαλόσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόσωμος
μεγαλόσωμος	adj	που έχει μεγάλο ύψος και μεγάλο σωματικό όγκο
μεγαλόσωμου	adj	γενική ενικού του μεγαλόσωμος
μεγαλόσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόσωμος
μεγαλόσωμων	adj	γενική πληθυντικού του μεγαλόσωμος
μεγαλότητα	noun|archaic	το μεγαλείο
μεγαλότητας	=	μεγαλότητα
μεγαλότητες	=	μεγαλότητα
μεγαλόφθαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόφθαλμο
μεγαλόφθαλμε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφθαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόφθαλμη
μεγαλόφθαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφθαλμης	adj	γενική ενικού του μεγαλόφθαλμη
μεγαλόφθαλμο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφθαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφθαλμος	adj	αυτός που έχει μεγάλους οφθαλμούς
μεγαλόφθαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφθαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφθαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφρον	=	μεγαλόφρων
μεγαλόφρονα	=	μεγαλόφρων
μεγαλόφρονας	=	μεγαλόφρων
μεγαλόφρονες	=	μεγαλόφρων
μεγαλόφρονος	adj	γενική ενικού του μεγαλόφρων
μεγαλόφρων	adj	που επιδεικνύει ανώτερη συμπεριφορά, που έχει υψηλό φρόνημα
μεγαλόφωνα	adv	με δυνατή φωνή, λέγοντας κάτι έτσι, ώστε να ακουστεί
μεγαλόφωνε	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνες	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνη	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνης	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνο	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνοι	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνος	adj	που έχει δυνατή φωνή
μεγαλόφωνου	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνους	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόφωνων	=	μεγαλόφωνος
μεγαλόψυχα	adv	με μεγαλοψυχία, χωρίς μικρότητες
μεγαλόψυχε	adj	κλητική ενικού του μεγαλόψυχος
μεγαλόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόψυχη
μεγαλόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλόψυχος
μεγαλόψυχης	adj	γενική ενικού του μεγαλόψυχη
μεγαλόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλόψυχος
μεγαλόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλόψυχος
μεγαλόψυχος	adj	που φέρεται με επιείκεια, καλοσύνη και συγχωρητικότητα
μεγαλόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαλόψυχος
μεγαλόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλόψυχος
μεγαλόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαλόψυχος
μεγαλύναμε	=	μεγαλύνω
μεγαλύναν	=	μεγαλύνω
μεγαλύνανε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνατε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνει	=	μεγαλύνω
μεγαλύνεις	=	μεγαλύνω
μεγαλύνεσαι	=	μεγαλύνω
μεγαλύνεστε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνεται	=	μεγαλύνω
μεγαλύνετε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνθηκα	=	μεγαλύνω
μεγαλύνθηκαν	=	μεγαλύνω
μεγαλύνθηκε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνθηκες	=	μεγαλύνω
μεγαλύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεγαλύνω
μεγαλύνονται	=	μεγαλύνω
μεγαλύνονταν	=	μεγαλύνω
μεγαλύνοντας	=	μεγαλύνω
μεγαλύνου	=	μεγαλύνω
μεγαλύνουμε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνουν	=	μεγαλύνω
μεγαλύνουνε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνσου	=	μεγαλύνω
μεγαλύντε	=	μεγαλύνω
μεγαλύνω	verb|formal	δοξάζω, εξυμνώ, αινώ, λαμπρύνω
μεγαλύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερο
μεγαλύτερε	adj	κλητική ενικού του μεγαλύτερος
μεγαλύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερη
μεγαλύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαλύτερος
μεγαλύτερης	adj	γενική ενικού του μεγαλύτερη
μεγαλύτερο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαλύτερος
μεγαλύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαλύτερος
μεγαλύτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του μεγάλος
μεγαλύτερου	adj	γενική ενικού του μεγαλύτερος
μεγαλύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαλύτερος
μεγαλύτερων	adj	γενική πληθυντικού του μεγαλύτερος
μεγαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγάλωμα
μεγαλώματος	noun	γενική ενικού του μεγάλωμα
μεγαλώνει	=	μεγαλώνω
μεγαλώνομαι	verb	με ανατρέφουν και ωριμάζω
μεγαλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώνυμα	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμε	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμες	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμη	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμης	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμο	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμοι	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμος	adj	που κατέχει τρανό, ένδοξο όνομα, που είναι φημισμένος
μεγαλώνυμου	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμους	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνυμων	=	μεγαλώνυμος
μεγαλώνω	verb	κάνω κάτι μεγαλύτερο ως προς το μέγεθος
μεγαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγαλώνω
μεγαμπάιτ	noun	συνήθως στα δίκτυα μετρά τον ρυθμό μεταφοράς δεδομένων (data transfer rate) και είναι ίσο με ένα εκατομμύριο, 10⁶ = 1.000.000 bytes
μεγανθές	=	μεγανθής
μεγανθή	=	μεγανθής
μεγανθής	adj	που έχει μεγάλα άνθη
μεγανθείς	=	μεγανθής
μεγανθούς	=	μεγανθής
μεγανθών	=	μεγανθής
μεγαοικοσυστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαοικοσύστημα
μεγαοικοσυστήματος	noun	γενική ενικού του μεγαοικοσύστημα
μεγαοικοσυστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεγαοικοσύστημα
μεγαοικοσύστημα	noun	φυσικό οικοσύστημα μεγάλης έκτασης (σε ήπειρο ή και διηπειρωτικής έκτασης) με κοινά χαρακτηριστικά που καθορίζονται από το κοινό κλίμα των περιοχών που εμφανίζεται
μεγαοισοφάγε	=	μεγαοισοφάγος
μεγαοισοφάγο	=	μεγαοισοφάγος
μεγαοισοφάγοι	=	μεγαοισοφάγος
μεγαοισοφάγος	noun	ασυνήθιστη διεύρυνση / διαστολή του οισοφάγου
μεγαοισοφάγου	=	μεγαοισοφάγος
μεγαοισοφάγους	=	μεγαοισοφάγος
μεγαοισοφάγων	=	μεγαοισοφάγος
μεγαουρητήρα	=	μεγαουρητήρας
μεγαουρητήρας	noun	μη φυσιολογική διαστολή / διάταση του ουρητήρα
μεγαουρητήρες	=	μεγαουρητήρας
μεγαουρητήρων	=	μεγαουρητήρας
μεγαπ	abbrev	πολιτικό αεροδρόμιο στα Μέγαρα της Αττικής
μεγαπανίδα	noun	τα μεγάλα (ή γιγάντια ή όσα είναι ψηλά στην τροφική αλυσίδα) ζώα ενός βιοτόπου, μιας περιοχής ή μιας χρονικής περιόδου ως σύνολο
μεγαπανίδας	=	μεγαπανίδα
μεγαπανίδες	=	μεγαπανίδα
μεγαπανίδων	=	μεγαπανίδα
μεγαπυρκαγιά	noun	πυρκαγιά ιδιαίτερα μεγάλης έντασης κι έκτασης
μεγαπυρκαγιάς	=	μεγαπυρκαγιά
μεγαπυρκαγιές	=	μεγαπυρκαγιά
μεγαπυρκαγιών	=	μεγαπυρκαγιά
μεγαρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαρίτικο
μεγαρίτικε	adj	κλητική ενικού του μεγαρίτικος
μεγαρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγαρίτικη
μεγαρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγαρίτικος
μεγαρίτικης	adj	γενική ενικού του μεγαρίτικη
μεγαρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεγαρίτικος
μεγαρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγαρίτικος
μεγαρίτικος	adj	ο σχετικός με τα Μέγαρα και τους κατοίκους της
μεγαρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγαρίτικος
μεγαρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγαρίτικος
μεγαρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγαρίτικος
μεγαρικά	=	μεγαρικός
μεγαρικέ	=	μεγαρικός
μεγαρικές	=	μεγαρικός
μεγαρική	=	μεγαρικός
μεγαρικής	=	μεγαρικός
μεγαρικοί	=	μεγαρικός
μεγαρικού	=	μεγαρικός
μεγαρικούς	=	μεγαρικός
μεγαρικό	=	μεγαρικός
μεγαρικός	adj	ο σχετικός με τα Μέγαρα
μεγαρικών	=	μεγαρικός
μεγασάκε	=	μεγασάκος
μεγασάκο	=	μεγασάκος
μεγασάκοι	=	μεγασάκος
μεγασάκος	noun	μεγάλος πλαστικός σάκος από ανθεκτικό υλικό για ογκώδη αντικείμενα και πολύ μεγάλα βάρη
μεγασάκου	=	μεγασάκος
μεγασάκους	=	μεγασάκος
μεγασάκων	=	μεγασάκος
μεγασεισμέ	=	μεγασεισμός
μεγασεισμοί	=	μεγασεισμός
μεγασεισμού	=	μεγασεισμός
μεγασεισμούς	=	μεγασεισμός
μεγασεισμό	=	μεγασεισμός
μεγασεισμός	noun	σεισμός μεγάλης έντασης (συνήθως με μέγεθος μεγαλύτερο από 8 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ), που προκαλεί εκτεταμένες καταστροφές και επηρεάζει μεγάλες γεωγραφικές περιοχές
μεγασεισμών	=	μεγασεισμός
μεγασυμπάντων	=	μεγασύμπαν
μεγασύμπαν	noun	πανσύμπαν ή πολυσύμπαν (μετασύμπαν)
μεγασύμπαντα	=	μεγασύμπαν
μεγασύμπαντος	=	μεγασύμπαν
μεγατίμου	=	μεγάτιμος
μεγατίμους	=	μεγάτιμος
μεγατίμων	=	μεγάτιμος
μεγατόνος	=	μεγάτονος
μεγατόνου	=	μεγάτονος
μεγατόνους	=	μεγάτονος
μεγατόνων	=	μεγάτονος
μεγαφώνου	=	μεγάφωνο
μεγαφώνων	=	μεγάφωνο
μεγαχέρτζ	noun	μονάδα συχνότητας ίση με ένα εκατομμύριο (10⁶) κύκλους ανά δευτερόλεπτο, χρησιμοποιούμενη για μέτρηση μεσαίων έως υψηλών συχνοτήτων σε ηλεκτρομαγνητικά και ηλεκτρονικά σήματα
μεγγενών	=	μέγγενη
μεγεθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγεθικό
μεγεθικέ	adj	κλητική ενικού του μεγεθικός
μεγεθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγεθική
μεγεθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγεθικός
μεγεθικής	adj	γενική ενικού του μεγεθική
μεγεθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγεθικός
μεγεθικού	adj	γενική ενικού του μεγεθικός
μεγεθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγεθικός
μεγεθικό	adj	αιτιατική ενικού του μεγεθικός
μεγεθικός	adj	που αφορά ή σχετίζεται με μέγεθος
μεγεθικών	adj	γενική πληθυντικού του μεγεθικός
μεγεθολογίου	=	μεγεθολόγιο
μεγεθολογίων	=	μεγεθολόγιο
μεγεθολόγια	=	μεγεθολόγιο
μεγεθολόγιο	noun	κατάλογος με μεγέθη, συνήθως ρούχων
μεγεθολόγιου	=	μεγεθολόγιο
μεγεθολόγιων	=	μεγεθολόγιο
μεγεθυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγεθυμένο
μεγεθυμένε	verb	κλητική ενικού του μεγεθυμένος
μεγεθυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγεθυμένη
μεγεθυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγεθυμένος
μεγεθυμένης	verb	γενική ενικού του μεγεθυμένη
μεγεθυμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεγεθυμένος
μεγεθυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγεθυμένος
μεγεθυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγεθυμένος
μεγεθυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεγεθυμένος
μεγεθυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγεθυμένος
μεγεθυντές	=	μεγεθυντής
μεγεθυντή	=	μεγεθυντής
μεγεθυντής	noun	συσκευή που συντελεί ή συμβάλλει στη μεγέθυνση
μεγεθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγεθυντικό
μεγεθυντικέ	adj	κλητική ενικού του μεγεθυντικός
μεγεθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγεθυντική
μεγεθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγεθυντικός
μεγεθυντικής	adj	γενική ενικού του μεγεθυντική
μεγεθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγεθυντικός
μεγεθυντικού	adj	γενική ενικού του μεγεθυντικός
μεγεθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεγεθυντικός
μεγεθυντικό	noun	λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς	adj	αιτιατική ενικού του μεγεθυντικός
μεγεθυντικός	adj	που προκαλεί την αύξηση των διαστάσεων
μεγεθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του μεγεθυντικός
μεγεθυντών	=	μεγεθυντής
μεγεθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγέθυνση
μεγεθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεγέθυνση
μεγεθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεγέθυνση
μεγεθύνω	verb	μεγαλώνω, συνήθως δημιουργώντας ένα αντίγραφο μεγαλύτερων διαστάσεων
μεγεθών	noun	γενική πληθυντικού του μέγεθος
μεγιστάνα	=	μεγιστάνας
μεγιστάνας	noun	ο άρχοντας ή o υψηλόβαθμος αξιωματούχος
μεγιστάνες	=	μεγιστάνας
μεγιστάνων	=	μεγιστάνας
μεγιστοποίει	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποίηση	noun	η πράξη της αύξησης στο μέγιστο
μεγιστοποίησης	=	μεγιστοποίηση
μεγιστοποιήθηκα	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσαν	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσανε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγιστοποίηση
μεγιστοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσεων	=	μεγιστοποίηση
μεγιστοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιεί	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιείς	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιείτε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγιστοποιημένο
μεγιστοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεγιστοποιημένη
μεγιστοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιημένης	verb	γενική ενικού του μεγιστοποιημένη
μεγιστοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεγιστοποιημένος
μεγιστοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούμε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούν	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούνε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσα	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσαμε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσαν	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσανε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσατε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσε	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιούσες	=	μεγιστοποιώ
μεγιστοποιώ	verb	μεγαλώνω κάτι σε πολύ υψηλό βαθμό
μεγιστοποιώντας	=	μεγιστοποιώ
μεγκενών	=	μέγκενη
μεδίμνου	noun	γενική ενικού του μέδιμνος
μεδίμνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μέδιμνος
μεδίμνων	noun	γενική πληθυντικού του μέδιμνος
μεδουλιού	=	μεδούλι
μεδουλιών	=	μεδούλι
μεδουσών	=	μέδουσα
μεδούλι	noun	ο μυελός των οστών
μεδούλια	=	μεδούλι
μεζάτι	noun|dated	δημοπρασία
μεζέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεζές
μεζέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζές
μεζέδων	noun	γενική πληθυντικού του μεζές
μεζές	noun	μικρή ποσότητα (πικάντικου) φαγητού, συνήθως για να συνοδεύσει ένα ποτό
μεζεδάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεδάδικο
μεζεδάδικο	noun|vulgar	κατάστημα που σερβίρει μεζέδες και ποτά
μεζεδάδικου	noun	γενική ενικού του μεζεδάδικο
μεζεδάδικων	noun	γενική πληθυντικού του μεζεδάδικο
μεζεδάκι	noun	υποκοριστικό του μεζές
μεζεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεδάκι
μεζεδοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεδοπωλείο
μεζεδοπωλείο	noun	κατάστημα που σερβίρει μεζέδες και ποτά
μεζεδοπωλείου	noun	γενική ενικού του μεζεδοπωλείο
μεζεδοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του μεζεδοπωλείο
μεζεκλή	=	μεζεκλής
μεζεκλήδες	=	μεζεκλής
μεζεκλήδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλήδικο
μεζεκλήδικε	adj	κλητική ενικού του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλήδικη
μεζεκλήδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικης	adj	γενική ενικού του μεζεκλήδικη
μεζεκλήδικια	=	μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικο	adj	αιτιατική ενικού του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικος	adj	άλλη γραφή του μεζεκλίδικος
μεζεκλήδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεζεκλήδικος
μεζεκλήδων	=	μεζεκλής
μεζεκλής	noun	που του αρέσουν οι μεζέδες
μεζεκλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλίδικο
μεζεκλίδικε	adj	κλητική ενικού του μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλίδικη
μεζεκλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικης	adj	γενική ενικού του μεζεκλίδικη
μεζεκλίδικια	=	μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικος	adj	που του αρέσουν οι μεζέδες
μεζεκλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεζεκλίδικος
μεζεκλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεζεκλίδικος
μεζεκλίκι	noun	άλλη μορφή του μεζελίκι
μεζεκλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζεκλίκι
μεζεκλού	noun	θηλυκό του μεζεκλής
μεζεκλούδες	=	μεζεκλού
μεζεκλούδων	=	μεζεκλού
μεζεκλούς	=	μεζεκλού
μεζελίκι	noun	ωραίος κι εκλεκτός μεζές
μεζελίκια	=	μεζελίκι
μεζονέτα	noun	διώροφη μονοκατοικία (ή διαμέρισμα) με εσωτερική σκάλα
μεζονέτας	noun	γενική ενικού του μεζονέτα
μεζονέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζονέτα
μεζονετών	noun	γενική πληθυντικού του μεζονέτα
μεζουρών	noun	γενική πληθυντικού του μεζούρα
μεζούρα	noun	είδος εύκαμπτου μέτρου που χρησιμοποιούν συνήθως οι ράφτες
μεζούρας	noun	γενική ενικού του μεζούρα
μεζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεζούρα
μεθ	abbrev	Μονάδα Εντατικής Θεραπείας
μεθάνια	=	μεθάνιο
μεθάνιο	noun	άκυκλος, κορεσμένος υδρογονάνθρακας, το κύριο συστατικό του φυσικού αερίου
μεθάνιου	=	μεθάνιο
μεθάνιων	=	μεθάνιο
μεθάω	verb	ασυναίρετος τύπος του μεθώ
μεθαδονών	=	μεθαδόνη
μεθαδόνες	=	μεθαδόνη
μεθαδόνη	noun	συνθετικό ναρκωτικό που έχει αναλγητική δράση και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά
μεθαδόνης	=	μεθαδόνη
μεθαμφεταμίνες	=	μεθαμφεταμίνη
μεθαμφεταμίνη	noun	συνθετικό ψυχοενεργό διεγερτικό ναρκωτικό
μεθαμφεταμίνης	=	μεθαμφεταμίνη
μεθαμφεταμινών	=	μεθαμφεταμίνη
μεθανίου	noun	γενική ενικού του μεθάνιο
μεθανίτες	=	μεθανίτης
μεθανίτη	=	μεθανίτης
μεθανίτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τα Μέθανα
μεθανίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθανίτικο
μεθανίτικε	adj	κλητική ενικού του μεθανίτικος
μεθανίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθανίτικη
μεθανίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθανίτικος
μεθανίτικης	adj	γενική ενικού του μεθανίτικη
μεθανίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεθανίτικος
μεθανίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθανίτικος
μεθανίτικος	adj	ο σχετικός με τα Μέθανα ή τους κατοίκους τους
μεθανίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεθανίτικος
μεθανίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθανίτικος
μεθανίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεθανίτικος
μεθανίτισσα	=	μεθανίτης
μεθανίων	=	μεθάνιο
μεθανιτών	=	μεθανίτης
μεθανολών	=	μεθανόλη
μεθανόλες	=	μεθανόλη
μεθανόλη	noun	οργανική χημική ένωση άνθρακα, οξυγόνου και υδρογόνου: CH₄O ή CH₃OH
μεθανόλης	=	μεθανόλη
μεθαυριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθαυριανό
μεθαυριανέ	adj	κλητική ενικού του μεθαυριανός
μεθαυριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθαυριανή
μεθαυριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθαυριανός
μεθαυριανής	adj	γενική ενικού του μεθαυριανή
μεθαυριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθαυριανός
μεθαυριανού	adj	γενική ενικού του μεθαυριανός
μεθαυριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθαυριανός
μεθαυριανό	adj	αιτιατική ενικού του μεθαυριανός
μεθαυριανός	adj	που θα γίνει, θα πραγματοποιηθεί ή θα φτιαχτεί μεθαύριο
μεθαυριανών	adj	γενική πληθυντικού του μεθαυριανός
μεθαύριο	adv	η μέρα που έρχεται μετά την αυριανή
μεθαύριον	noun	άλλη μορφή του μεθαύριο
μεθειονίνες	=	μεθειονίνη
μεθειονίνη	noun	απαραίτητο αμινοξύ που περιέχει θείο με τύπο CH₃-S-(CH₂)₂-CH(NH₂)-COOH και σύμβολο Met ή M
μεθειονίνης	=	μεθειονίνη
μεθειονινών	=	μεθειονίνη
μεθεπομένη	=	μεθεπόμενος
μεθεπομένης	=	μεθεπόμενος
μεθεπομένου	=	μεθεπόμενος
μεθεπομένους	=	μεθεπόμενος
μεθεπομένων	=	μεθεπόμενος
μεθεπόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενος	adj	ο αμέσως μετά τον επόμενο, ο τρίτος
μεθεπόμενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεθεπόμενος
μεθεπόμενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μεθεπόμενος
μεθερμήνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμήνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμήνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμήνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμήνευση	noun	η ερμηνεία, η μετάφραση
μεθερμήνευσης	noun	γενική ενικού του μεθερμήνευση
μεθερμηνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθερμηνεμένο
μεθερμηνεμένε	verb	κλητική ενικού του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθερμηνεμένη
μεθερμηνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεμένης	verb	γενική ενικού του μεθερμηνεμένη
μεθερμηνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεθερμηνεμένος
μεθερμηνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθερμήνευση
μεθερμηνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεθερμήνευση
μεθερμηνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεθερμήνευση
μεθερμηνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθερμηνεύω
μεθερμηνεύω	verb	λέω με άλλα λόγια, εξηγώ
μεθευρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθευρετικό
μεθευρετικέ	adj	κλητική ενικού του μεθευρετικός
μεθευρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθευρετική
μεθευρετική	noun	αλγόριθμος / μέθοδος επίλυσης που συνδυάζει διαδικασίες ευρετικού (heuristic) αλγορίθμου και άλλες στρατηγικές, προκειμένου να βρεθεί μια αρκετά καλή λύση σε ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης, ειδικά με ελλιπείς ή ατελείς πληροφορίες ή περιορισμένη υπολογιστική ικανότητα
μεθευρετικής	adj	γενική ενικού του μεθευρετική
μεθευρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθευρετικός
μεθευρετικού	adj	γενική ενικού του μεθευρετικός
μεθευρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθευρετικός
μεθευρετικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθευρετικός
μεθευρετικός	adj	που αφορά αλγόριθμο / μέθοδο επίλυσης που συνδυάζει διαδικασίες ευρετικού (heuristic) αλγορίθμου και άλλες στρατηγικές, προκειμένου να βρεθεί μια αρκετά καλή λύση σε ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης, ειδικά με ελλιπείς ή ατελείς πληροφορίες ή περιορισμένη υπολογιστική ικανότητα
μεθευρετικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθευρετικός
μεθεόρτια	noun	οι μέρες που ακολουθούν μια γιορτή
μεθεόρτιας	=	μεθεόρτιος
μεθεόρτιε	=	μεθεόρτιος
μεθεόρτιες	=	μεθεόρτιος
μεθεόρτιο	=	μεθεόρτιος
μεθεόρτιοι	=	μεθεόρτιος
μεθεόρτιος	adj	που συμβαίνει μετά από μία γιορτή
μεθεόρτιου	noun	γενική ενικού του μεθεόρτιο
μεθεόρτιους	=	μεθεόρτιος
μεθεόρτιων	noun	γενική πληθυντικού του μεθεόρτιο
μεθοδίστρια	noun	θηλυκό του μεθοδιστής
μεθοδίστριας	noun	γενική ενικού του μεθοδίστρια
μεθοδίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδίστρια
μεθοδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδευμένο
μεθοδευμένε	verb	κλητική ενικού του μεθοδευμένος
μεθοδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδευμένη
μεθοδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθοδευμένος
μεθοδευμένης	verb	γενική ενικού του μεθοδευμένη
μεθοδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεθοδευμένος
μεθοδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοδευμένος
μεθοδευμένος	=	μεθοδεύω
μεθοδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεθοδευμένος
μεθοδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεθοδευμένος
μεθοδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεθοδευμένος
μεθοδευτήκαμε	=	μεθοδεύω
μεθοδευτήκαν	=	μεθοδεύω
μεθοδευτήκανε	=	μεθοδεύω
μεθοδευτήκατε	=	μεθοδεύω
μεθοδευτεί	=	μεθοδεύω
μεθοδευτείτε	=	μεθοδεύω
μεθοδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδευτικό
μεθοδευτικέ	adj	κλητική ενικού του μεθοδευτικός
μεθοδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδευτική
μεθοδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθοδευτικός
μεθοδευτικής	adj	γενική ενικού του μεθοδευτική
μεθοδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοδευτικός
μεθοδευτικού	adj	γενική ενικού του μεθοδευτικός
μεθοδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθοδευτικός
μεθοδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθοδευτικός
μεθοδευτικός	adj	που έχει σχέση με μεθόδευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεθοδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθοδευτικός
μεθοδευόμασταν	=	μεθοδεύω
μεθοδευόμαστε	=	μεθοδεύω
μεθοδευόμουν	=	μεθοδεύω
μεθοδευόμουνα	=	μεθοδεύω
μεθοδευόντουσαν	=	μεθοδεύω
μεθοδευόσασταν	=	μεθοδεύω
μεθοδευόσαστε	=	μεθοδεύω
μεθοδευόσουν	=	μεθοδεύω
μεθοδευόσουνα	=	μεθοδεύω
μεθοδευόταν	=	μεθοδεύω
μεθοδευότανε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύαμε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύαν	=	μεθοδεύω
μεθοδεύανε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύατε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύει	=	μεθοδεύω
μεθοδεύεις	=	μεθοδεύω
μεθοδεύεσαι	=	μεθοδεύω
μεθοδεύεστε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύεται	=	μεθοδεύω
μεθοδεύετε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύομαι	=	μεθοδεύω
μεθοδεύονται	=	μεθοδεύω
μεθοδεύονταν	=	μεθοδεύω
μεθοδεύοντας	=	μεθοδεύω
μεθοδεύουμε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύουν	=	μεθοδεύω
μεθοδεύουνε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύσαν	=	μεθοδεύω
μεθοδεύσανε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθόδευση
μεθοδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεθόδευση
μεθοδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεθόδευση
μεθοδεύσου	=	μεθοδεύω
μεθοδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθοδεύτηκα	=	μεθοδεύω
μεθοδεύτηκαν	=	μεθοδεύω
μεθοδεύτηκε	=	μεθοδεύω
μεθοδεύτηκες	=	μεθοδεύω
μεθοδεύω	verb	επινοώ τρόπους, για να φέρω το επιθυμητό αποτέλεσμα και τους υλοποιώ με συστηματικό τρόπο
μεθοδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδικό	adv	με μέθοδο
μεθοδικέ	adj	κλητική ενικού του μεθοδικός
μεθοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδική
μεθοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθοδικός
μεθοδικής	adj	γενική ενικού του μεθοδική
μεθοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοδικός
μεθοδικοτήτων	=	μεθοδικότητα
μεθοδικού	adj	γενική ενικού του μεθοδικός
μεθοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθοδικός
μεθοδικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθοδικός
μεθοδικός	adj	που δουλεύει με μέθοδο, ακολουθεί ένα σχεδιασμό στη δουλειά του με προσεκτικά επιλεγμένα βήματα
μεθοδικότατα	=	μεθοδικός
μεθοδικότατε	=	μεθοδικός
μεθοδικότατες	=	μεθοδικός
μεθοδικότατη	=	μεθοδικός
μεθοδικότατης	=	μεθοδικός
μεθοδικότατο	=	μεθοδικός
μεθοδικότατοι	=	μεθοδικός
μεθοδικότατος	=	μεθοδικός
μεθοδικότατου	=	μεθοδικός
μεθοδικότατους	=	μεθοδικός
μεθοδικότατων	=	μεθοδικός
μεθοδικότερα	=	μεθοδικός
μεθοδικότερε	=	μεθοδικός
μεθοδικότερες	=	μεθοδικός
μεθοδικότερη	=	μεθοδικός
μεθοδικότερης	=	μεθοδικός
μεθοδικότερο	=	μεθοδικός
μεθοδικότεροι	=	μεθοδικός
μεθοδικότερος	=	μεθοδικός
μεθοδικότερου	=	μεθοδικός
μεθοδικότερους	=	μεθοδικός
μεθοδικότερων	=	μεθοδικός
μεθοδικότητα	noun	η ιδιότητα του μεθοδικού, το χαρακτηριστικό του προγραμματισμού, της τήρησης μιας σειράς στη δράση, της ενέργειας που δεν γίνεται σπασμωδικά
μεθοδικότητας	noun	γενική ενικού του μεθοδικότητα
μεθοδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδικότητα
μεθοδικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθοδικός
μεθοδισμέ	noun	κλητική ενικού του μεθοδισμός
μεθοδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοδισμός
μεθοδισμού	noun	γενική ενικού του μεθοδισμός
μεθοδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεθοδισμός
μεθοδισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεθοδισμός
μεθοδισμός	noun	χριστιανικό προτεσταντικό κίνημα, που ξεκίνησε από τον Τζον Γουέσλεϋ μέσα στους κόλπους της Αγγλικανικής εκκλησίας και εφαρμόζει με αυστηρότητα κάποιες ηθικές αρχές
μεθοδισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεθοδισμός
μεθοδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδιστής
μεθοδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεθοδιστής
μεθοδιστής	noun	οπαδός του μεθοδισμού
μεθοδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδιστικό
μεθοδιστικέ	adj	κλητική ενικού του μεθοδιστικός
μεθοδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδιστική
μεθοδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθοδιστικός
μεθοδιστικής	adj	γενική ενικού του μεθοδιστική
μεθοδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοδιστικός
μεθοδιστικού	adj	γενική ενικού του μεθοδιστικός
μεθοδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθοδιστικός
μεθοδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθοδιστικός
μεθοδιστικός	noun	που έχει σχέση με τον μεθοδισμό ή τους μεθοδιστές ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεθοδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθοδιστικός
μεθοδιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μεθοδίστρια
μεθοδιστών	noun	γενική πληθυντικού του μεθοδιστής
μεθοδολογία	noun	το σύνολο των μεθόδων που χρησιμοποιείται
μεθοδολογίας	noun	γενική ενικού του μεθοδολογία
μεθοδολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδολογία
μεθοδολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδολογικό
μεθοδολογικέ	adj	κλητική ενικού του μεθοδολογικός
μεθοδολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοδολογική
μεθοδολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθοδολογικός
μεθοδολογικής	adj	γενική ενικού του μεθοδολογική
μεθοδολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοδολογικός
μεθοδολογικού	adj	γενική ενικού του μεθοδολογικός
μεθοδολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθοδολογικός
μεθοδολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθοδολογικός
μεθοδολογικός	adj	σχετικός με μεθοδολογία
μεθοδολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθοδολογικός
μεθοδολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μεθοδολογία
μεθοκοπά	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάγαμε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάγανε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάγατε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάει	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάμε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάν	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάνε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάς	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάτε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπάω	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοκόπημα
μεθοκοπήματος	noun	γενική ενικού του μεθοκόπημα
μεθοκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσαν	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπήσανε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεθοκόπημα
μεθοκοπιού	=	μεθοκόπι
μεθοκοπιών	=	μεθοκόπι
μεθοκοπούμε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούν	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούνε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσα	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσαμε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσαν	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσανε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσατε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσε	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπούσες	=	μεθοκοπώ
μεθοκοπώ	verb	μεθάω συχνά πίνοντας μεγάλες ποσότητες αλκοολούχων ποτών
μεθοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεθοκοπάω / μεθοκοπώ
μεθοκόπα	=	μεθοκοπώ
μεθοκόπαγα	=	μεθοκοπώ
μεθοκόπαγαν	=	μεθοκοπώ
μεθοκόπαγε	=	μεθοκοπώ
μεθοκόπαγες	=	μεθοκοπώ
μεθοκόπε	=	μεθοκόπος
μεθοκόπημα	noun	το αποτέλεσμα του μεθοκοπώ
μεθοκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοκοπώ
μεθοκόπι	noun|literary	η μέθη
μεθοκόπια	=	μεθοκόπι
μεθοκόπο	=	μεθοκόπος
μεθοκόποι	=	μεθοκόπος
μεθοκόπος	noun	που μεθοκοπά
μεθοκόπου	=	μεθοκόπος
μεθοκόπους	=	μεθοκόπος
μεθοκόπων	=	μεθοκόπος
μεθομηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεθομηρικός	adv	στην περίοδο μετά τον Όμηρο, μετά τον 8ο αιώνα
μεθομηρικέ	=	μεθομηρικός
μεθομηρικές	=	μεθομηρικός
μεθομηρική	=	μεθομηρικός
μεθομηρικής	=	μεθομηρικός
μεθομηρικοί	=	μεθομηρικός
μεθομηρικού	=	μεθομηρικός
μεθομηρικούς	=	μεθομηρικός
μεθομηρικό	=	μεθομηρικός
μεθομηρικός	adj	που υπήρξε ή συνέβη μετά από τον Όμηρο ή την εποχή του
μεθομηρικών	=	μεθομηρικός
μεθοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοριακό	adv	στη μεθόριο
μεθοριακέ	adj	κλητική ενικού του μεθοριακός
μεθοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθοριακή
μεθοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθοριακός
μεθοριακής	adj	γενική ενικού του μεθοριακή
μεθοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθοριακός
μεθοριακού	adj	γενική ενικού του μεθοριακός
μεθοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθοριακός
μεθοριακό	adj	αιτιατική ενικού του μεθοριακός
μεθοριακός	adj	αυτός που βρίσκεται στα εθνικά σύνορα μιας χώρας
μεθοριακών	adj	γενική πληθυντικού του μεθοριακός
μεθορμίζαμε	=	μεθορμίζω
μεθορμίζαν	=	μεθορμίζω
μεθορμίζανε	=	μεθορμίζω
μεθορμίζατε	=	μεθορμίζω
μεθορμίζει	=	μεθορμίζω
μεθορμίζεις	=	μεθορμίζω
μεθορμίζεσαι	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίζεστε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίζεται	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίζετε	=	μεθορμίζω
μεθορμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεθορμίζω
μεθορμίζονται	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίζονταν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίζοντας	=	μεθορμίζω
μεθορμίζου	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίζουμε	=	μεθορμίζω
μεθορμίζουν	=	μεθορμίζω
μεθορμίζουνε	=	μεθορμίζω
μεθορμίζω	verb|formal	μεταφέρω το πλεούμενο σε άλλο όρμο, σε άλλο λιμάνι
μεθορμίσαμε	=	μεθορμίζω
μεθορμίσαν	=	μεθορμίζω
μεθορμίσανε	=	μεθορμίζω
μεθορμίσατε	=	μεθορμίζω
μεθορμίσει	=	μεθορμίζω
μεθορμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθόρμιση
μεθορμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεθόρμιση
μεθορμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεθόρμιση
μεθορμίσου	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίστε	=	μεθορμίζω
μεθορμίστηκα	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίστηκαν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίστηκε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμίστηκες	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόμασταν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόμαστε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόμουν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόμουνα	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόντουσαν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόσασταν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόσαστε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόσουν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόσουνα	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζόταν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιζότανε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθορμισμένο
μεθορμισμένε	verb	κλητική ενικού του μεθορμισμένος
μεθορμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθορμισμένη
μεθορμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθορμισμένος
μεθορμισμένης	verb	γενική ενικού του μεθορμισμένη
μεθορμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεθορμισμένος
μεθορμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθορμισμένος
μεθορμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μεθορμίζω
μεθορμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεθορμισμένος
μεθορμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεθορμισμένος
μεθορμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεθορμισμένος
μεθορμιστήκαμε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιστήκαν	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιστήκανε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιστήκατε	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιστεί	=	μεθορμίζομαι
μεθορμιστείτε	=	μεθορμίζομαι
μεθυλένια	=	μεθυλένιο
μεθυλένιο	noun	οργανική ένωση με χημικό τύπο CH₂ (πρόκειται για άχρωμο φθορίζον αέριο)
μεθυλένιον	noun	μεθυλένιο
μεθυλένιου	=	μεθυλένιο
μεθυλίου	=	μεθύλιο
μεθυλίων	=	μεθύλιο
μεθυλενίου	=	μεθυλένιο
μεθυλενίων	=	μεθυλένιο
μεθυλενομάδα	noun	τμήμα οργανικής ένωσης με μοριακό τύπο -CH₂-, στο οποίο ένα άτομο άνθρακα φέρει δύο άτομα υδρογόνου και σχηματίζει δύο ακόμη απλούς δεσμούς με γειτονικά άτομα
μεθυλενομάδας	=	μεθυλενομάδα
μεθυλενομάδες	=	μεθυλενομάδα
μεθυλενομάδων	=	μεθυλενομάδα
μεθυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθυλικό
μεθυλικέ	adj	κλητική ενικού του μεθυλικός
μεθυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθυλική
μεθυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθυλικός
μεθυλικής	adj	γενική ενικού του μεθυλική
μεθυλικη	=	μεθυλικός
μεθυλικο	=	μεθυλικός
μεθυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθυλικός
μεθυλικού	adj	γενική ενικού του μεθυλικός
μεθυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθυλικός
μεθυλικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθυλικός
μεθυλικός	adj	ο σχετικός/ή/ό με την μονοσθενή ρίζα του μεθυλίου
μεθυλικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθυλικός
μεθυλομάδα	noun	χημική ομάδα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα συνδεδεμένο με τρία άτομα υδρογόνου (−CH₃) και εμφανίζεται ως υποκατάστατο τμήμα σε οργανικά μόρια
μεθυλομάδας	=	μεθυλομάδα
μεθυλομάδες	=	μεθυλομάδα
μεθυλομάδων	=	μεθυλομάδα
μεθυσιού	=	μεθύσι
μεθυσιών	=	μεθύσι
μεθυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθυσμένο
μεθυσμένε	verb	κλητική ενικού του μεθυσμένος
μεθυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθυσμένη
μεθυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθυσμένος
μεθυσμένης	verb	γενική ενικού του μεθυσμένη
μεθυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεθυσμένος
μεθυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθυσμένος
μεθυσμένος	verb	που έχει μεθύσει, που βρίσκεται σε κατάσταση μέθης
μεθυσμένου	verb	γενική ενικού του μεθυσμένος
μεθυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεθυσμένος
μεθυσμένων	verb	γενική πληθυντικού του μεθυσμένος
μεθυσμενάκι	noun	μεθυσμένος σε κατάσταση ευφορίας
μεθυσμενάκια	=	μεθυσμενάκι
μεθυστές	=	μεθυστής
μεθυστή	=	μεθυστής
μεθυστής	noun|formal	άλλη μορφή του μέθυσος
μεθυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθυστικό	adv	με μεθυστικό τρόπο, μεθώντας μας
μεθυστικέ	adj	κλητική ενικού του μεθυστικός
μεθυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθυστική
μεθυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεθυστικός
μεθυστικής	adj	γενική ενικού του μεθυστική
μεθυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεθυστικός
μεθυστικού	adj	γενική ενικού του μεθυστικός
μεθυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεθυστικός
μεθυστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεθυστικός
μεθυστικός	adj	που μας μεθάει
μεθυστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεθυστικός
μεθυστών	=	μεθυστής
μεθόδευα	=	μεθοδεύω
μεθόδευαν	=	μεθοδεύω
μεθόδευε	=	μεθοδεύω
μεθόδευες	=	μεθοδεύω
μεθόδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθόδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθόδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθόδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθοδεύω
μεθόδευση	noun	Η δρομολόγηση εξελίξεων με έμμεσο τρόπο, η πρόκληση του επιθυμητού αποτελέσματος με πλάγια μέσα, η χειραγώγηση.
μεθόδευσης	noun	γενική ενικού του μεθόδευση
μεθόδου	=	μέθοδος
μεθόδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μέθοδος
μεθόδων	noun	γενική πληθυντικού του μέθοδος
μεθόρια	=	μεθόριος
μεθόριο	=	μεθόριος
μεθόριος	noun	η νοητή γραμμή που καθορίζει τα σύνορα δύο κρατών	adj	που βρίσκεται στα σύνορα ανάμεσα σε δύο περιοχές
μεθόρμιζα	=	μεθορμίζω
μεθόρμιζαν	=	μεθορμίζω
μεθόρμιζε	=	μεθορμίζω
μεθόρμιζες	=	μεθορμίζω
μεθόρμισα	=	μεθορμίζω
μεθόρμισαν	=	μεθορμίζω
μεθόρμισε	=	μεθορμίζω
μεθόρμισες	=	μεθορμίζω
μεθόρμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεθορμίζω
μεθόρμισης	noun	γενική ενικού του μεθόρμιση
μεθόρμισις	noun	η μεθόρμιση
μεθύλια	=	μεθύλιο
μεθύλιο	noun	αλκυλική ρίζα που παράγεται από το μεθάνιο μετά την αφαίρεση ενός ατόμου υδρογόνου
μεθύλιου	=	μεθύλιο
μεθύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύσι	noun	κυριολεκτικά ή μεταφορικά: η μέθη
μεθύσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθύσι
μεθύσκομαι	verb|archaic	άλλη μορφή του μεθώ
μεθύσκω	verb|archaic	άλλη μορφή του μεθώ
μεθύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύστακα	=	μεθύστακας
μεθύστακας	noun	ο μέθυσος
μεθύστακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεθύστακας
μεθύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύστρα	noun|rare	μπεκρού
μεθύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεθώ
μεθύω	verb|formal	μεθώ
μεθώ	verb	πίνω οινοπνευματώδη ποτά και οδηγούμαι σε κατάσταση μέθης
μεθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεθάω / μεθώ
μειγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μείγμα
μειγνύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μειγνύω: αναμειγνύομαι
μειγνύω	verb	αναμειγνύω, ανακατεύω
μειδίαζα	=	μειδιώ
μειδίαμα	noun	το αμυδρό χαμόγελο
μειδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειδίαμα
μειδιάματος	noun	γενική ενικού του μειδίαμα
μειδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειδιώ
μειδιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μειδίαμα
μειδιώ	verb|archaic	χαμογελάω (συνήθως ειρωνικά)
μειζόνων	=	μείζων
μεικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεικτός	adv	κατά μεικτό τρόπο
μεικτέ	adj	κλητική ενικού του μεικτός
μεικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεικτή
μεικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεικτός
μεικτής	adj	γενική ενικού του μεικτή
μεικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεικτός
μεικτοβαρές	=	μεικτοβαρής
μεικτοβαρή	=	μεικτοβαρής
μεικτοβαρής	adj	άλλη μορφή του μικτοβαρής
μεικτοβαρείς	=	μεικτοβαρής
μεικτοβαρούς	=	μεικτοβαρής
μεικτοβαρών	=	μεικτοβαρής
μεικτού	adj	γενική ενικού του μεικτός
μεικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεικτός
μεικτό	adj	αιτιατική ενικού του μεικτός
μεικτός	adj	που αποτελείται από την ανάμειξη διαφόρων στοιχείων
μεικτών	adj	γενική πληθυντικού του μεικτός
μειλίχια	adv	με μειλίχιο τρόπο, με μειλιχιότητα
μειλίχιας	=	μειλίχιος
μειλίχιε	=	μειλίχιος
μειλίχιες	=	μειλίχιος
μειλίχιο	=	μειλίχιος
μειλίχιοι	=	μειλίχιος
μειλίχιος	adj	που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα στους τρόπους
μειλίχιου	=	μειλίχιος
μειλίχιους	=	μειλίχιος
μειλίχιων	=	μειλίχιος
μειλιχιοτήτων	=	μειλιχιότητα
μειλιχιότης	noun	η μειλιχιότητα
μειλιχιότητα	noun	η ιδιότητα του μειλίχιου
μειλιχιότητας	noun	γενική ενικού του μειλιχιότητα
μειλιχιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειλιχιότητα
μειξοβάρβαρα	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρε	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρες	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρη	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρης	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρο	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαροι	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρος	adj	άλλη γραφή του μιξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρου	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρους	=	μειξοβάρβαρος
μειξοβάρβαρων	=	μειξοβάρβαρος
μειξοπάρθενα	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενε	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενες	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενη	noun	γυναίκα, που ανατομικά είναι παρθένα, αλλά έχει διάφορες κρυφές σεξουαλικές εμπειρίες
μειξοπάρθενης	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενο	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενοι	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενος	adj	για άτομο (συνήθως γυναίκα) που ανατομικά είναι παρθένο, αλλά έχει διάφορες κρυφές σεξουαλικές εμπειρίες
μειξοπάρθενου	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενους	=	μειξοπάρθενος
μειξοπάρθενων	=	μειξοπάρθενος
μειξοπαρθένα	noun	γυναίκα, που ανατομικά είναι παρθένα, αλλά έχει διάφορες κρυφές σεξουαλικές εμπειρίες
μειξοπαρθένας	=	μειξοπαρθένα
μειξοπαρθένες	=	μειξοπαρθένα
μειξοπαρθένων	=	μειξοπαρθένα
μειοβένθος	noun	μια από τις υποδιαιρέσεις του ζωοβένθους και συγκεκριμένα η ενδιάμεση μεταξύ του μακροβένθους και του μικροβένθους και η οποία σύμφωνα με μια από τις τρέχουσες ταξινομήσεις περιλαμβάνει υδρόβιους ζωικούς οργανισμούς μεγέθους από 1 mm έως 0,1 mm)
μειοδοσία	noun	η προσφορά της πιο χαμηλής τιμής σε μία δημοπρασία ή κάποιον μειοδοτικό διαγωνισμό
μειοδοσίας	noun	γενική ενικού του μειοδοσία
μειοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειοδοσία
μειοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του μειοδοσία
μειοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσαν	=	μειοδοτώ
μειοδοτήσανε	=	μειοδοτώ
μειοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδοτεί	=	μειοδοτώ
μειοδοτείς	=	μειοδοτώ
μειοδοτείτε	=	μειοδοτώ
μειοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειοδοτικό	adv	μειοδοτώντας
μειοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του μειοδοτικός
μειοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειοδοτική
μειοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειοδοτικός
μειοδοτικής	adj	γενική ενικού του μειοδοτική
μειοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειοδοτικός
μειοδοτικού	adj	γενική ενικού του μειοδοτικός
μειοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μειοδοτικός
μειοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του μειοδοτικός
μειοδοτικός	adj	που έχει σχέση με τη μειοδοσία ή τον μειοδότη ή αναφέρεται σ’ αυτά
μειοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του μειοδοτικός
μειοδοτικώς	adv|dated	μειοδοτικά
μειοδοτούμε	=	μειοδοτώ
μειοδοτούν	=	μειοδοτώ
μειοδοτούνε	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσα	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσαμε	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσαν	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσανε	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσατε	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσε	=	μειοδοτώ
μειοδοτούσες	=	μειοδοτώ
μειοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του μειοδότρια
μειοδοτώ	verb	δίνω την πιο χαμηλή τιμή σε κάποιο μειοδοτικό διαγωνισμό ή σε μία δημοπρασία
μειοδοτών	=	μειοδότης
μειοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μειοδοτώ
μειοδότει	=	μειοδοτώ
μειοδότες	=	μειοδότης
μειοδότη	=	μειοδότης
μειοδότης	noun	αυτός που μειοδοτεί, που προσφέρει την μικρότερη τιμή με μειοδοσία
μειοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοδοτώ
μειοδότρια	noun	θηλυκό του μειοδότης
μειοδότριας	noun	γενική ενικού του μειοδότρια
μειοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειοδότρια
μειοκαίνου	=	μειόκαινο
μειονέκτει	=	μειονεκτώ
μειονέκτημα	noun	οτιδήποτε κάνει κάποιον να είναι σε κατώτερη θέση ή σε πιο άσχημη κατάσταση συγκρινόμενος με άλλους
μειονέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονέκτημα
μειονεκτήματος	noun	γενική ενικού του μειονέκτημα
μειονεκτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσαν	=	μειονεκτώ
μειονεκτήσανε	=	μειονεκτώ
μειονεκτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειονεκτώ
μειονεκτεί	=	μειονεκτώ
μειονεκτείς	=	μειονεκτώ
μειονεκτείτε	=	μειονεκτώ
μειονεκτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μειονέκτημα
μειονεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονεκτικό	adv	σε μειονεκτική θέση
μειονεκτικέ	adj	κλητική ενικού του μειονεκτικός
μειονεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονεκτική
μειονεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειονεκτικός
μειονεκτικής	adj	γενική ενικού του μειονεκτική
μειονεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειονεκτικός
μειονεκτικοτήτων	=	μειονεκτικότητα
μειονεκτικού	adj	γενική ενικού του μειονεκτικός
μειονεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μειονεκτικός
μειονεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του μειονεκτικός
μειονεκτικός	adj	που μειονεκτεί
μειονεκτικότης	noun	η μειονεκτικότητα
μειονεκτικότητα	noun	το να μειονεκτεί κάποιος, η ιδιότητα του μειονεκτικού
μειονεκτικότητας	noun	γενική ενικού του μειονεκτικότητα
μειονεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονεκτικότητα
μειονεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του μειονεκτικός
μειονεκτικώς	adv|dated	μειονεκτικά
μειονεκτούμε	=	μειονεκτώ
μειονεκτούν	=	μειονεκτώ
μειονεκτούνε	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσα	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσαμε	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσαν	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσανε	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσατε	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσε	=	μειονεκτώ
μειονεκτούσες	=	μειονεκτώ
μειονεκτώ	verb	είμαι σε κατώτερη θέση ή σε πιο άσχημη κατάσταση συγκρινόμενος με άλλους
μειονεκτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μειονεκτώ
μειονεξία	noun	το να υστερεί κάποιος έναντι του άλλου, αίσθημα κατωτερότητας
μειονεξίας	noun	γενική ενικού του μειονεξία
μειονεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονεξία
μειονεξιών	noun	γενική πληθυντικού του μειονεξία
μειονοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του μειονότητα
μειονοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονοτικό
μειονοτικέ	adj	κλητική ενικού του μειονοτικός
μειονοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονοτική
μειονοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειονοτικός
μειονοτικής	adj	γενική ενικού του μειονοτική
μειονοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειονοτικός
μειονοτικού	adj	γενική ενικού του μειονοτικός
μειονοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μειονοτικός
μειονοτικό	adj	αιτιατική ενικού του μειονοτικός
μειονοτικός	adj	που σχετίζεται με την μειονότητα ή που την απαρτίζεται
μειονοτικών	adj	γενική πληθυντικού του μειονοτικός
μειονοψηφία	noun	άλλη μορφή του μειοψηφία
μειονοψηφίας	noun	γενική ενικού του μειονοψηφία
μειονοψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονοψηφία
μειονοψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του μειονοψηφία
μειονοψηφώ	verb|formal	άλλη μορφή του μειοψηφώ
μειονοψηφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μειονοψηφώ
μειονότης	noun	η μειονότητα
μειονότητα	noun	τμήμα του πληθυσμού ενός τόπου ή χώρας, συνήθως μικρό, που διαφέρει ως προς την καταγωγή ή τη θρησκεία ή τη γλώσσα από το μεγαλύτερο αριθμητικά τμήμα αυτού του πληθυσμού
μειονότητας	noun	γενική ενικού του μειονότητα
μειονότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειονότητα
μειορρυθμίσεις	=	μειορρύθμιση
μειορρυθμίσεων	=	μειορρύθμιση
μειορρύθμιση	noun	ελάττωση της κυτταρικής δραστηριότητας, της παραγωγής πρωτεϊνών και της μεταγραφής RNA
μειορρύθμισης	=	μειορρύθμιση
μειοψήφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψήφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψήφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψήφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσαν	=	μειοψηφώ
μειοψηφήσανε	=	μειοψηφώ
μειοψηφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειοψηφώ
μειοψηφία	noun	το υποσύνολο ομάδας που δεν περιλαμβάνει περισσότερα από τα μισά μέλη του ευρύτερου συνόλου
μειοψηφίας	noun	γενική ενικού του μειοψηφία
μειοψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειοψηφία
μειοψηφεί	=	μειοψηφώ
μειοψηφείς	=	μειοψηφώ
μειοψηφείτε	=	μειοψηφώ
μειοψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του μειοψηφία
μειοψηφουσών	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούμε	=	μειοψηφώ
μειοψηφούν	=	μειοψηφώ
μειοψηφούνε	=	μειοψηφώ
μειοψηφούντα	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούντας	verb	μορφή του μειοψηφών με νεότερες καταλήξεις
μειοψηφούντες	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούντος	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούντούν	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούντούσα	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούντων	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειοψηφών
μειοψηφούσαμε	=	μειοψηφώ
μειοψηφούσαν	=	μειοψηφώ
μειοψηφούσανε	=	μειοψηφώ
μειοψηφούσας	=	μειοψηφούντας
μειοψηφούσατε	=	μειοψηφώ
μειοψηφούσε	=	μειοψηφώ
μειοψηφούσες	=	μειοψηφώ
μειοψηφούσης	=	μειοψηφούντας
μειοψηφώ	verb	έχω την μειοψηφία
μειοψηφών	=	μειοψηφούντας
μειοψηφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μειοψηφώ
μειράκια	=	μειράκιο
μειράκιο	noun	νεαρός άνθρωπος
μειράκιον	noun|archaic	άλλη μορφή του μειράκιο
μειράκιου	=	μειράκιο
μειράκιων	=	μειράκιο
μειρακίου	=	μειράκιο
μειρακίων	=	μειράκιο
μεις	=	εμείς
μειχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μειχτός	adv	άλλη μορφή του μεικτά / μικτά
μειχτέ	adj	κλητική ενικού του μειχτός
μειχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειχτή
μειχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειχτός
μειχτής	adj	γενική ενικού του μειχτή
μειχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειχτός
μειχτού	adj	γενική ενικού του μειχτός
μειχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μειχτός
μειχτό	adj	αιτιατική ενικού του μειχτός
μειχτός	adj	άλλη μορφή του μεικτός
μειχτών	adj	γενική πληθυντικού του μειχτός
μειωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθήκαν	=	μειώνομαι
μειωθήκανε	=	μειώνομαι
μειωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωθούνε	=	μειώνω
μειωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειωμένο
μειωμένε	verb	κλητική ενικού του μειωμένος
μειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειωμένη
μειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειωμένος
μειωμένης	verb	γενική ενικού του μειωμένη
μειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μειωμένος
μειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειωμένος
μειωμένος	verb	περιορισμένος
μειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μειωμένος
μειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μειωμένος
μειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μειωμένος
μειωνόμασταν	=	μειώνομαι
μειωνόμαστε	=	μειώνομαι
μειωνόμουν	=	μειώνομαι
μειωνόμουνα	=	μειώνομαι
μειωνόντουσαν	=	μειώνομαι
μειωνόσασταν	=	μειώνομαι
μειωνόσαστε	=	μειώνομαι
μειωνόσουν	=	μειώνομαι
μειωνόσουνα	=	μειώνομαι
μειωνόταν	=	μειώνομαι
μειωνότανε	=	μειώνομαι
μειωτέα	=	μειωτέος
μειωτέας	=	μειωτέος
μειωτέε	=	μειωτέος
μειωτέες	=	μειωτέος
μειωτέο	=	μειωτέος
μειωτέοι	=	μειωτέος
μειωτέος	noun	ο αριθμός από τον οποίο πρέπει να αφαιρεθεί κάποιος άλλος, ο οποίος ονομάζεται αφαιρετέος	adj	που πρέπει ή πρόκειται να μειωθεί
μειωτέου	=	μειωτέος
μειωτέους	=	μειωτέος
μειωτές	=	μειωτής
μειωτέων	=	μειωτέος
μειωτή	=	μειωτής
μειωτήρα	=	μειωτήρας
μειωτήρας	noun	συσκευή ή μηχανισμός που συμβάλλει στη μείωση της πίεσης, της ταχύτητας ή άλλων μεγεθών
μειωτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειωτήρας
μειωτήρων	=	μειωτήρας
μειωτής	noun	συσκευή που προκαλεί μείωση
μειωτικά	adv	κατά τρόπο που να μειώνω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειωτικό
μειωτικέ	adj	κλητική ενικού του μειωτικός
μειωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειωτική
μειωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειωτικός
μειωτικής	adj	γενική ενικού του μειωτική
μειωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειωτικός
μειωτικού	adj	γενική ενικού του μειωτικός
μειωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μειωτικός
μειωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μειωτικός
μειωτικός	adj	αυτός που αναφέρεται στη μείωση
μειωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μειωτικός
μειωτών	=	μειωτής
μειόκαινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειόκαινο
μειόκαινε	adj	κλητική ενικού του μειόκαινος
μειόκαινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μειόκαινη
μειόκαινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μειόκαινος
μειόκαινης	adj	γενική ενικού του μειόκαινη
μειόκαινο	noun	η μειόκαινος εποχή ή περίοδος
μειόκαινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μειόκαινος
μειόκαινος	adj	που αφορά την πρώτη γεωλογική εποχή της Νεογενούς Περιόδου (πριν από 23 μέχρι 5,332 εκατομμύρια χρόνια) ή αναφέρεται σ’ αυτή
μειόκαινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μειόκαινος
μειόκαινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μειόκαινος
μειόκαινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μειόκαινος
μειώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνομαι
μειώναμε	=	μειώνω
μειώναν	=	μειώνω
μειώνανε	=	μειώνω
μειώνατε	=	μειώνω
μειώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μειώνω
μειώνεις	=	μειώνω
μειώνεσαι	=	μειώνομαι
μειώνεστε	=	μειώνομαι
μειώνεται	=	μειώνομαι
μειώνετε	=	μειώνω
μειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μειώνω
μειώνομε	=	μειώνω
μειώνονται	=	μειώνομαι
μειώνονταν	=	μειώνομαι
μειώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μειώνω
μειώνου	=	μειώνομαι
μειώνουμε	=	μειώνω
μειώνουν	=	μειώνω
μειώνουνε	=	μειώνω
μειώνω	verb	κάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ
μειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσαν	=	μειώνω
μειώσανε	=	μειώνω
μειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μείωση
μειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μείωση
μειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μείωση
μειώσομε	=	μειώνω
μειώσου	=	μειώνομαι
μειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσουνε	=	μειώνω
μειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μειώνω
μεκ	abbrev	μηχανή εσωτερικής καύσης
μεκτέπι	noun|dated	οθωμανικό σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
μεκτέπια	=	μεκτέπι
μεκτεπιού	=	μεκτέπι
μεκτεπιών	=	μεκτέπι
μελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μελάς
μελάγχρους	adj|rare	που έχει μελανίνη
μελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάς
μελάδων	noun	γενική πληθυντικού του μελάς
μελάθρου	=	μέλαθρο
μελάθρων	=	μέλαθρο
μελάνες	=	μελάνη
μελάνη	noun	χρωματιστή υγρή ουσία που χρησιμοποιείται στη γραφή, στην τυπογραφία, στη σχεδίαση, στη ζωγραφική και αλλού
μελάνης	=	μελάνη
μελάνι	noun	υγρή ουσία με βαθύ σκούρο χρώμα, η οποία χρησιμοποιείται για τη γραφή
μελάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάνι
μελάνιαζα	=	μελανιάζω
μελάνιαζαν	=	μελανιάζω
μελάνιαζε	=	μελανιάζω
μελάνιαζες	=	μελανιάζω
μελάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελάνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μελανιάζω
μελάνουρε	=	μελάνουρος
μελάνουρο	=	μελάνουρος
μελάνουροι	=	μελάνουρος
μελάνουρος	noun|formal	το μελανούρι
μελάνουρου	=	μελάνουρος
μελάνουρους	=	μελάνουρος
μελάνουρων	=	μελάνουρος
μελάνωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μελανώνω
μελάνωνα	=	μελανώνω
μελάνωναν	=	μελανώνω
μελάνωνε	=	μελανώνω
μελάνωνες	=	μελανώνω
μελάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελάνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μελανώνω
μελάνωσης	=	μελάνωση
μελάνωσις	noun	μελάνωση
μελάς	noun|vulgar	αυτός που παράγει ή/και εμπορεύεται μέλι
μελάσα	noun	σκουρόχρωμο γλυκό και παχύρρευστο υγρό που δημιουργείται κατά την κρυστάλλωση της ζάχαρης και που χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών, στην παραγωγή ζύμης αρτοποιίας, ζωοτροφών κ.ά.
μελάσας	noun	γενική ενικού του μελάσα
μελάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάσα
μελάσσα	noun	άλλη γραφή του μελάσα
μελάσσας	=	μελάσσα
μελάσσες	=	μελάσσα
μελάσωση	noun	η διαδικασία παραγωγής της μελάσας
μελάσωσης	=	μελάσωση
μελάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάτο
μελάτε	adj	κλητική ενικού του μελάτος
μελάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάτη
μελάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελάτος
μελάτης	adj	γενική ενικού του μελάτη
μελάτο	adj	αιτιατική ενικού του μελάτος
μελάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελάτος
μελάτος	adj	που είναι βραστό, με τρόπο ώστε ο κρόκος να είναι ακόμα ρευστός
μελάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελάτος
μελάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελάτος
μελάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελάτος
μελέ	noun|slang	η συμπλοκή, η ανακατωσούρα, το μπάχαλο, το νταβαντούρι, η φάση
μελένια	=	μελένιος
μελένιας	=	μελένιος
μελένιε	=	μελένιος
μελένιες	=	μελένιος
μελένιο	=	μελένιος
μελένιοι	=	μελένιος
μελένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από ή περιέχει μέλι
μελένιου	=	μελένιος
μελένιους	=	μελένιος
μελένιων	=	μελένιος
μελέτα	=	μελετάω
μελέταγα	=	μελετάω
μελέταγαν	=	μελετάω
μελέταγε	=	μελετάω
μελέταγες	=	μελετάω
μελέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελέτη
μελέτη	noun	η πνευματική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο γνώσης
μελέτημα	noun	άλλη μορφή του μελέτη, κείμενο με το οποίο παρουσιάζεται το πόρισμα μιας έρευνας
μελέτης	noun	γενική ενικού του μελέτη
μελέτησα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος μελετάω / μελετώ
μελέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελέτι	noun	η φυλή, ράτσα
μελέτια	=	μελέτι
μελή	=	μελής
μελήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλημα
μελήματος	noun	γενική ενικού του μέλημα
μελής	adj	που έχει το μελί χρώμα, το καφετί χρώμα του μελιού
μελί	=	μελής
μελίγγι	noun|vulgar	άλλη μορφή του μηλίγγι το μηνίγγι, κρόταφος
μελίγγια	=	μελίγγι
μελίγκρα	noun	μυζητικό έντομο που παρασιτεί σε φυτά και καταστρέφει τα φύλλα τους ή και άλλα τμήματά τους
μελίγκρας	noun	γενική ενικού του μελίγκρα
μελίγκρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελίγκρα
μελίκη	=	μελίκης
μελίκηδες	=	μελίκης
μελίκηδων	=	μελίκης
μελίκης	noun|dated	εξελληνισμένη μορφή του Μελίκ
μελίπηκτον	noun	αρχαιοελληνική πηχτή κρέμα με γάλα και μέλι που χρησιμοποιούνταν στις συνταγές για το μαγείρεμα λαγού καθώς και άγριων πουλιών
μελίρρυτα	=	μελίρρυτος
μελίρρυτε	=	μελίρρυτος
μελίρρυτες	=	μελίρρυτος
μελίρρυτη	=	μελίρρυτος
μελίρρυτης	=	μελίρρυτος
μελίρρυτο	=	μελίρρυτος
μελίρρυτοι	=	μελίρρυτος
μελίρρυτος	adj	ο γλυκομίλητος
μελίρρυτου	=	μελίρρυτος
μελίρρυτους	=	μελίρρυτος
μελίρρυτων	=	μελίρρυτος
μελίσματα	=	μέλισμα
μελίσματος	=	μέλισμα
μελίσσι	noun	κυψέλη μέσα στην οποία ζουν μέλισσες
μελίσσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελίσσι
μελίτακα	=	μελίτακας
μελίτακας	noun	((δημοτική), ιδιωματικό) μερμήγκι
μελίτακες	=	μελίτακας
μελίτωμα	noun	είδος σιροπιού που περιέχει μέλι
μελίφθογγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελίφθογγο
μελίφθογγε	adj	κλητική ενικού του μελίφθογγος
μελίφθογγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελίφθογγη
μελίφθογγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελίφθογγος
μελίφθογγης	adj	γενική ενικού του μελίφθογγη
μελίφθογγο	adj	αιτιατική ενικού του μελίφθογγος
μελίφθογγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελίφθογγος
μελίφθογγος	adj|formal	που έχει πολύ ωραία φωνή
μελίφθογγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελίφθογγος
μελίφθογγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελίφθογγος
μελίφθογγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελίφθογγος
μελίχλωρα	=	μελίχλωρος
μελίχλωρε	=	μελίχλωρος
μελίχλωρες	=	μελίχλωρος
μελίχλωρη	=	μελίχλωρος
μελίχλωρης	=	μελίχλωρος
μελίχλωρο	=	μελίχλωρος
μελίχλωροι	=	μελίχλωρος
μελίχλωρος	adj	ένα παραδοσιακό τυρί που παρασκευάζεται στο νησί της Λήμνου
μελίχλωρου	=	μελίχλωρος
μελίχλωρους	=	μελίχλωρος
μελίχλωρων	=	μελίχλωρος
μελίχρυσα	=	μελίχρυσος
μελίχρυσε	=	μελίχρυσος
μελίχρυσες	=	μελίχρυσος
μελίχρυση	=	μελίχρυσος
μελίχρυσης	=	μελίχρυσος
μελίχρυσο	=	μελίχρυσος
μελίχρυσοι	=	μελίχρυσος
μελίχρυσος	adj	που έχει χρώμα κίτρινο σαν του μελιού και χρυσό, συνώνυμο του χρυσοκίτρινος
μελίχρυσου	=	μελίχρυσος
μελίχρυσους	=	μελίχρυσος
μελίχρυσων	=	μελίχρυσος
μελαίνω	verb|formal	μαυρίζω
μελαγχολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσαν	=	μελαγχολώ
μελαγχολήσανε	=	μελαγχολώ
μελαγχολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσουνε	=	μελαγχολώ
μελαγχολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχολία	noun	η κατάσταση αυτού που μελαγχολεί, που θλίβεται και απαισιοδοξεί
μελαγχολίας	noun	γενική ενικού του μελαγχολία
μελαγχολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαγχολία
μελαγχολεί	=	μελαγχολώ
μελαγχολείς	=	μελαγχολώ
μελαγχολείτε	=	μελαγχολώ
μελαγχολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαγχολικό	adv	με μελαγχολικό / θλιμμένο τρόπο
μελαγχολικέ	adj	κλητική ενικού του μελαγχολικός
μελαγχολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαγχολική
μελαγχολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελαγχολικός
μελαγχολικής	adj	γενική ενικού του μελαγχολική
μελαγχολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελαγχολικός
μελαγχολικού	adj	γενική ενικού του μελαγχολικός
μελαγχολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελαγχολικός
μελαγχολικό	adj	αιτιατική ενικού του μελαγχολικός
μελαγχολικός	adj	που χαρακτηρίζεται από μελαγχολία
μελαγχολικών	adj	γενική πληθυντικού του μελαγχολικός
μελαγχολικώς	adv|dated	μελαγχολικά
μελαγχολιών	=	μελαγχολία
μελαγχολούμε	=	μελαγχολώ
μελαγχολούν	=	μελαγχολώ
μελαγχολούνε	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσα	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσαμε	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσαν	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσανε	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσατε	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσε	=	μελαγχολώ
μελαγχολούσες	=	μελαγχολώ
μελαγχολώ	verb	κατέχομαι από μελαγχολία, απαισιοδοξία, δυσθυμία ή ακεφιά
μελαγχολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχρωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαγχρωστικό
μελαγχρωστικέ	adj	κλητική ενικού του μελαγχρωστικός
μελαγχρωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαγχρωστική
μελαγχρωστική	adj	βλ. μελαγχρωστικός
μελαγχρωστικής	adj	γενική ενικού του μελαγχρωστική
μελαγχρωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελαγχρωστικός
μελαγχρωστικού	adj	γενική ενικού του μελαγχρωστικός
μελαγχρωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελαγχρωστικός
μελαγχρωστικό	adj	αιτιατική ενικού του μελαγχρωστικός
μελαγχρωστικών	adj	γενική πληθυντικού του μελαγχρωστικός
μελαγχόλει	=	μελαγχολώ
μελαγχόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαγχόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελαγχολώ
μελαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαμίνη
μελαμίνη	noun	αρωματική ένωση που χρησιμοποιείται (ανάμεσα στα άλλα) στην κατασκευή βερνικιών
μελαμίνης	=	μελαμίνη
μελαμινών	=	μελαμίνη
μελαμψά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαμψό
μελαμψέ	adj	κλητική ενικού του μελαμψός
μελαμψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαμψή
μελαμψή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελαμψός
μελαμψής	adj	γενική ενικού του μελαμψή
μελαμψοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελαμψός
μελαμψού	adj	γενική ενικού του μελαμψός
μελαμψούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελαμψός
μελαμψό	adj	αιτιατική ενικού του μελαμψός
μελαμψός	adj	μελαψός
μελαμψών	adj	γενική πληθυντικού του μελαμψός
μελανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανό	adv	με μελανό τρόπο
μελανάδα	noun|rare	η μελανιά, η μαυρισιά
μελανέ	adj	κλητική ενικού του μελανός
μελανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανή
μελανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανός
μελανής	adj	γενική ενικού του μελανή
μελανία	noun|archaic	μαυρίλα
μελανίας	noun	γενική ενικού του μελανία
μελανίαση	noun	άλλη μορφή του μελάνωση
μελανίασης	=	μελανίαση
μελανίασις	noun	η μελανίαση
μελανίες	=	μελανία
μελανίνες	=	μελανίνη
μελανίνη	noun	ουσία των μελανοκυττάρων που φέρονται στην επιδερμίδα, το φτέρωμα και στα λέπια, η οποία απορροφά την ηλιακή ακτινοβολία και είναι υπεύθυνη για το μαύρο χρωματισμό τους.
μελανίνης	=	μελανίνη
μελανίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανίτικο
μελανίτικε	adj	κλητική ενικού του μελανίτικος
μελανίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανίτικη
μελανίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανίτικος
μελανίτικης	adj	γενική ενικού του μελανίτικη
μελανίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μελανίτικος
μελανίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανίτικος
μελανίτικος	adj	ο σχετικός με τους Μέλανες, χωριό της Νάξου
μελανίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανίτικος
μελανίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελανίτικος
μελανίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελανίτικος
μελανεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανείο
μελανείο	noun	πλάκα που επιχρίεται με ειδικό μελάνι για να εκτυπώνει χειροκίνητα τα δοκίμια
μελανείου	noun	γενική ενικού του μελανείο
μελανείων	noun	γενική πληθυντικού του μελανείο
μελανειμονώ	verb|archaic	μαυροφορώ
μελανηφορά	=	μελανηφορώ
μελανηφοράει	=	μελανηφορώ
μελανηφοράμε	=	μελανηφορώ
μελανηφοράν	=	μελανηφορώ
μελανηφοράνε	=	μελανηφορώ
μελανηφοράς	=	μελανηφορώ
μελανηφοράτε	=	μελανηφορώ
μελανηφοράω	=	μελανηφορώ
μελανηφορήσαμε	=	μελανηφορώ
μελανηφορήσαν	=	μελανηφορώ
μελανηφορήσανε	=	μελανηφορώ
μελανηφορήσατε	=	μελανηφορώ
μελανηφορήσει	=	μελανηφορώ
μελανηφορήστε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούμε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούν	=	μελανηφορώ
μελανηφορούνε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσα	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσαμε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσαν	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσανε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσατε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσε	=	μελανηφορώ
μελανηφορούσες	=	μελανηφορώ
μελανηφορώ	verb|formal	μαυροφορώ
μελανηφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μελανηφορώ
μελανηφόρα	=	μελανηφορώ
μελανηφόραγε	=	μελανηφορώ
μελανηφόρησα	=	μελανηφορώ
μελανηφόρησαν	=	μελανηφορώ
μελανηφόρησε	=	μελανηφορώ
μελανηφόρησες	=	μελανηφορώ
μελανιά	noun	μαύρο σημάδι στο δέρμα
μελανιάζαμε	=	μελανιάζω
μελανιάζαν	=	μελανιάζω
μελανιάζανε	=	μελανιάζω
μελανιάζατε	=	μελανιάζω
μελανιάζει	=	μελανιάζω
μελανιάζεις	=	μελανιάζω
μελανιάζετε	=	μελανιάζω
μελανιάζοντας	=	μελανιάζω
μελανιάζουμε	=	μελανιάζω
μελανιάζουν	=	μελανιάζω
μελανιάζουνε	=	μελανιάζω
μελανιάζω	verb	γίνομαι μελανός, μαυρίζω ή μπλαβίζω εξαιτίας κτυπήματος (αιμάτωμα), από το κρύο, από το κλάμα ή από φόβο
μελανιάς	=	μελανιά
μελανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάσαν	=	μελανιάζω
μελανιάσανε	=	μελανιάζω
μελανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανίαση
μελανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάσεων	=	μελανίαση
μελανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάνιασμα
μελανιάσματος	noun	γενική ενικού του μελάνιασμα
μελανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανιάζω
μελανιές	=	μελανιά
μελανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μελάνιασμα
μελανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανιασμένο
μελανιασμένε	verb	κλητική ενικού του μελανιασμένος
μελανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανιασμένη
μελανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανιασμένος
μελανιασμένης	verb	γενική ενικού του μελανιασμένη
μελανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μελανιασμένος
μελανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανιασμένος
μελανιασμένος	=	μελανιάζω
μελανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανιασμένος
μελανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελανιασμένος
μελανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελανιασμένος
μελανινών	=	μελανίνη
μελανιού	noun	γενική ενικού του μελάνι
μελανισμέ	=	μελανισμός
μελανισμοί	=	μελανισμός
μελανισμού	=	μελανισμός
μελανισμούς	=	μελανισμός
μελανισμό	=	μελανισμός
μελανισμός	noun	υπερβολική παραγωγή μελανίνης με συνέπεια το μαύρισμα που παρατηρείται σε δέρμα, πτέρωμα και λέπια.
μελανισμών	=	μελανισμός
μελανιών	=	μελάνι
μελανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανός
μελανοδερμία	noun	η κατάσταση του δέρματος του μελανόδερμου
μελανοδερμίας	=	μελανοδερμία
μελανοδερμίες	=	μελανοδερμία
μελανοδερμιών	=	μελανοδερμία
μελανοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανοδοχείο
μελανοδοχείο	noun	ειδικό δοχείο που μέσα του φυλάσσεται μελάνη (για γράψιμο με κονδυλοφόρο)
μελανοδοχείου	noun	γενική ενικού του μελανοδοχείο
μελανοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του μελανοδοχείο
μελανοκυττάρου	=	μελανοκύτταρο
μελανοκυττάρων	=	μελανοκύτταρο
μελανοκύτταρα	=	μελανοκύτταρο
μελανοκύτταρο	noun	ζωικό κύτταρο που φέρει μελανίνη
μελανοκύτταρου	=	μελανοκύτταρο
μελανοστρωμάτων	=	μελανόστρωμα
μελανοστρώματα	=	μελανόστρωμα
μελανοστρώματος	=	μελανόστρωμα
μελανοτήτων	=	μελανότητα
μελανοταινία	noun	οποιαδήποτε ταινία που φέρει μελάνι
μελανοταινίας	noun	γενική ενικού του μελανοταινία
μελανοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανοταινία
μελανοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του μελανοταινία
μελανουριού	=	μελανούρι
μελανουριών	=	μελανούρι
μελανοχίτωνα	=	μελανοχίτωνας
μελανοχίτωνας	noun	αυτός που φορά μαύρο χιτώνα (πουκάμισο)
μελανοχίτωνες	=	μελανοχίτωνας
μελανοχιτώνων	=	μελανοχίτωνας
μελανοψίνες	=	μελανοψίνη
μελανοψίνη	noun	φωτοευαίσθητη πρωτεΐνη στον αμφιβληστροειδή
μελανοψίνης	=	μελανοψίνη
μελανοψινών	=	μελανοψίνη
μελανού	adj	γενική ενικού του μελανός
μελανούρι	noun	ψάρι του αλμυρού νερού με μαύρη γραμμή στην ουρά, της οικογένειας των Σπαριδών, το μοναδικό του γένους Oblada (oblada melanura)
μελανούρια	=	μελανούρι
μελανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελανός
μελανωμάτων	=	μελάνωμα
μελανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανωμένο
μελανωμένε	verb	κλητική ενικού του μελανωμένος
μελανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανωμένη
μελανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανωμένος
μελανωμένης	verb	γενική ενικού του μελανωμένη
μελανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μελανωμένος
μελανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανωμένος
μελανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανωμένος
μελανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελανωμένος
μελανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελανωμένος
μελανωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανωπό
μελανωπέ	adj	κλητική ενικού του μελανωπός
μελανωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανωπή
μελανωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανωπός
μελανωπής	adj	γενική ενικού του μελανωπή
μελανωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανωπός
μελανωπού	adj	γενική ενικού του μελανωπός
μελανωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελανωπός
μελανωπό	adj	αιτιατική ενικού του μελανωπός
μελανωπός	adj	κάπως μαύρος
μελανωπών	adj	γενική πληθυντικού του μελανωπός
μελανό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μελανός
μελανόγλαρε	=	μελανόγλαρος
μελανόγλαρο	=	μελανόγλαρος
μελανόγλαροι	=	μελανόγλαρος
μελανόγλαρος	noun	είδος γλάρου
μελανόγλαρου	=	μελανόγλαρος
μελανόγλαρους	=	μελανόγλαρος
μελανόγλαρων	=	μελανόγλαρος
μελανόδερμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανόδερμο
μελανόδερμε	adj	κλητική ενικού του μελανόδερμος
μελανόδερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανόδερμη
μελανόδερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανόδερμος
μελανόδερμης	adj	γενική ενικού του μελανόδερμη
μελανόδερμο	adj	αιτιατική ενικού του μελανόδερμος
μελανόδερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανόδερμος
μελανόδερμος	adj	που έχει μελανό δέρμα, που έχει μελανοδερμία, που η ποσότητα μελανίνης στο δέρμα του (γενικά ή κατά τόπους) είναι αυξημένη
μελανόδερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανόδερμος
μελανόδερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελανόδερμος
μελανόδερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελανόδερμος
μελανόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανόμορφο
μελανόμορφε	adj	κλητική ενικού του μελανόμορφος
μελανόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανόμορφη
μελανόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανόμορφος
μελανόμορφης	adj	γενική ενικού του μελανόμορφη
μελανόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του μελανόμορφος
μελανόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανόμορφος
μελανόμορφος	adj	αγγειογραφία με μαύρες μορφές πάνω σε κοκκινωπό, ερυθρό φόντο
μελανόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανόμορφος
μελανόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελανόμορφος
μελανόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελανόμορφος
μελανός	adj	σκουρόχρωμος, μαύρος
μελανόστρωμα	noun	είδος πυκνού νέφους σκούρου γκρι χρώματος, το οποίο ανήκει στα χαμηλά νέφη (στρώματα) και φέρει μεγάλες ποσότητες βροχής ή χιονιού
μελανότατα	=	μελανός
μελανότατε	=	μελανός
μελανότατες	=	μελανός
μελανότατη	=	μελανός
μελανότατης	=	μελανός
μελανότατο	=	μελανός
μελανότατοι	=	μελανός
μελανότατος	=	μελανός
μελανότατου	=	μελανός
μελανότατους	=	μελανός
μελανότατων	=	μελανός
μελανότερα	=	μελανός
μελανότερε	=	μελανός
μελανότερες	=	μελανός
μελανότερη	=	μελανός
μελανότερης	=	μελανός
μελανότερο	=	μελανός
μελανότεροι	=	μελανός
μελανότερος	=	μελανός
μελανότερου	=	μελανός
μελανότερους	=	μελανός
μελανότερων	=	μελανός
μελανότητα	noun	η ιδιότητα του μελανού, το να είναι κάποιος μελανός
μελανότητας	=	μελανότητα
μελανότητες	=	μελανότητα
μελανόφθαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανόφθαλμο
μελανόφθαλμε	adj	κλητική ενικού του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελανόφθαλμη
μελανόφθαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμης	adj	γενική ενικού του μελανόφθαλμη
μελανόφθαλμο	adj	αιτιατική ενικού του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμος	adj	αυτός που έχει μελανούς οφθαλμούς
μελανόφθαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελανόφθαλμος
μελανόφθαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελανόφθαλμος
μελανόχρωμα	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμε	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμες	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμη	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμης	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμο	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμοι	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμος	adj	που έχει μελανό χρώμα
μελανόχρωμου	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμους	=	μελανόχρωμος
μελανόχρωμων	=	μελανόχρωμος
μελανώματα	=	μελάνωμα
μελανώματος	=	μελάνωμα
μελανών	adj	γενική πληθυντικού του μελανός
μελανώναμε	=	μελανώνω
μελανώναν	=	μελανώνω
μελανώνανε	=	μελανώνω
μελανώνατε	=	μελανώνω
μελανώνει	=	μελανώνω
μελανώνεις	=	μελανώνω
μελανώνετε	=	μελανώνω
μελανώνοντας	=	μελανώνω
μελανώνουμε	=	μελανώνω
μελανώνουν	=	μελανώνω
μελανώνουνε	=	μελανώνω
μελανώνω	verb	καλύπτω κάτι με μελάνι
μελανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώσαν	=	μελανώνω
μελανώσανε	=	μελανώνω
μελανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελάνωση
μελανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώσεων	=	μελάνωση
μελανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελανώνω
μελασσών	=	μελάσσα
μελασών	noun	γενική πληθυντικού του μελάσα
μελασώσεις	=	μελάσωση
μελασώσεων	=	μελάσωση
μελατονίνη	noun	ορμόνη της υπόφυσης που θεωρείται υπεύθυνη για την αναστολή των αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων.
μελατονίνης	=	μελατονίνη
μελαχρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μελαχρινός	adv	σε μελαχρινή απόχρωση
μελαχρινάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαχρινάκι
μελαχρινέ	adj	κλητική ενικού του μελαχρινός
μελαχρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαχρινή
μελαχρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελαχρινός
μελαχρινής	adj	γενική ενικού του μελαχρινή
μελαχρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελαχρινός
μελαχρινού	adj	γενική ενικού του μελαχρινός
μελαχρινούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαχρινούλα
μελαχρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελαχρινός
μελαχρινό	adj	αιτιατική ενικού του μελαχρινός
μελαχρινός	adj	που έχει μαύρα μαλλιά
μελαχρινών	adj	γενική πληθυντικού του μελαχρινός
μελαψά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαψό
μελαψέ	adj	κλητική ενικού του μελαψός
μελαψές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελαψή
μελαψή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελαψός
μελαψής	adj	γενική ενικού του μελαψή
μελαψοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελαψός
μελαψού	adj	γενική ενικού του μελαψός
μελαψούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελαψός
μελαψό	adj	αιτιατική ενικού του μελαψός
μελαψός	adj	που έχει αρκετά σκούρο χρώμα επιδερμίδας
μελαψών	adj	γενική πληθυντικού του μελαψός
μελεαγρίδα	noun	είδος πουλιού, χαρακτηριστική αντιπρόσωπος της τάξης ορνιθόμορφα (επιστημονική ονομασία numidia meleagris)
μελεαγρίδας	=	μελεαγρίδα
μελεαγρίδες	=	μελεαγρίδα
μελεαγρίδων	=	μελεαγρίδα
μελεκουνιού	=	μελεκούνι
μελεκουνιών	=	μελεκούνι
μελεκούνι	noun	παραδοσιακό γλύκισμα από τη Ρόδο φτιαγμένο με μέλι, σησάμι, αμύγδαλα, κανέλα και πορτοκάλι
μελεκούνια	=	μελεκούνι
μελετά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μελετώ
μελετάγαμε	=	μελετάω
μελετάγανε	=	μελετάω
μελετάγατε	=	μελετάω
μελετάει	=	μελετάω
μελετάμε	=	μελετάω
μελετάν	=	μελετάω
μελετάνε	=	μελετάω
μελετάς	=	μελετάω
μελετάσθε	=	μελετάω
μελετάτε	=	μελετάω
μελετάω	verb	διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο
μελετήθηκα	=	μελετάω
μελετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετήθηκες	=	μελετάω
μελετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελέτημα
μελετήματος	noun	γενική ενικού του μελέτημα
μελετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσαν	=	μελετάω
μελετήσανε	=	μελετάω
μελετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσομε	=	μελετάω
μελετήσου	=	μελετάω
μελετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσουνε	=	μελετάω
μελετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώ
μελετήτρια	=	μελετητής
μελετήτριας	noun	γενική ενικού του μελετήτρια
μελετήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελετήτρια
μελετηθήκαμε	=	μελετάω
μελετηθήκαν	=	μελετάω
μελετηθήκανε	=	μελετάω
μελετηθήκατε	=	μελετάω
μελετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετηθούνε	=	μελετάω
μελετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελετώμαι
μελετημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μελέτημα
μελετημένα	=	μελετημένος
μελετημένε	verb	κλητική ενικού του μελετημένος
μελετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελετημένη
μελετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελετημένος
μελετημένης	verb	γενική ενικού του μελετημένη
μελετημένο	verb	αιτιατική ενικού του μελετημένος
μελετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελετημένος
μελετημένος	verb	που έχει μελετηθεί, που έχει γίνει θέμα προσεκτικής μελέτης
μελετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελετημένος
μελετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελετημένος
μελετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελετημένος
μελετηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελετηρό
μελετηρέ	adj	κλητική ενικού του μελετηρός
μελετηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελετηρή
μελετηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελετηρός
μελετηρής	adj	γενική ενικού του μελετηρή
μελετηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελετηρός
μελετηρού	adj	γενική ενικού του μελετηρός
μελετηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελετηρός
μελετηρό	adj	αιτιατική ενικού του μελετηρός
μελετηρός	adj	που έχει όρεξη για μελέτη, που μελετάει πολύ
μελετηρών	adj	γενική πληθυντικού του μελετηρός
μελετητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελετητής
μελετητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μελετητής
μελετητήρια	=	μελετητήριο
μελετητήριο	noun	ο χώρος μελέτης για παιδιά που πηγαίνουν σχολείο κυρίως Δημοτικού και Γυμνασίου
μελετητήριου	=	μελετητήριο
μελετητήριων	=	μελετητήριο
μελετητής	noun	αυτός που μελετάει, που ασχολείται με τη μελέτη θεμάτων με συστηματικό τρόπο (συνήθως επιστημονικών)
μελετητηρίου	=	μελετητήριο
μελετητηρίων	=	μελετητήριο
μελετητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μελετητικός	adv	όσον αφορά κάποια μελέτη, σε σχέση με κάποια μελέτη, βάσει κάποιας μελέτης
μελετητικέ	adj	κλητική ενικού του μελετητικός
μελετητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελετητική
μελετητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελετητικός
μελετητικής	adj	γενική ενικού του μελετητική
μελετητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελετητικός
μελετητικού	adj	γενική ενικού του μελετητικός
μελετητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελετητικός
μελετητικό	adj	αιτιατική ενικού του μελετητικός
μελετητικός	adj	που έχει σχέση με μελέτη ή μελετητή ή αναφέρεται σ' αυτά
μελετητικών	adj	γενική πληθυντικού του μελετητικός
μελετητριών	noun	γενική πληθυντικού του μελετήτρια
μελετητών	noun	γενική πληθυντικού του μελετητής
μελετιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μελετάω
μελετιέστε	=	μελετάω
μελετιού	=	μελέτι
μελετιούνται	=	μελετάω
μελετιόμασταν	=	μελετάω
μελετιόνταν	=	μελετάω
μελετιόντανε	=	μελετάω
μελετιόντουσαν	=	μελετάω
μελετιόσασταν	=	μελετάω
μελετιών	=	μελέτι
μελετούμε	=	μελετάω
μελετούν	=	μελετάω
μελετούνε	=	μελετάω
μελετούσα	=	μελετάω
μελετούσαμε	=	μελετάω
μελετούσαν	=	μελετάω
μελετούσανε	=	μελετάω
μελετούσατε	=	μελετάω
μελετούσε	=	μελετάω
μελετούσες	=	μελετάω
μελετώ	verb	άλλη μορφή του μελετάω
μελετώμαι	=	μελετάω
μελετώμεθα	=	μελετάω
μελετών	noun	γενική ενικού του μελέτη
μελετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μελετώ
μεληδόν	adv	κομματιαστά, κατά μέλη, κομμάτι-κομμάτι
μελημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μέλημα
μελιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελής	noun	το φράξο
μελιάς	=	μελής
μελιέρα	noun	σκεύος (κατά κανόνα γυάλινο ή μεταλλικό) για μέλι
μελιέρας	=	μελιέρα
μελιέρες	=	μελιέρα
μελιές	=	μελής
μελιγγιού	=	μελίγγι
μελιγγιών	=	μελίγγι
μελιδονιώτικα	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικε	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικες	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικη	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικης	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικο	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικοι	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Μελιδόνι ή τους κατοίκους του
μελιδονιώτικου	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικους	=	μελιδονιώτικος
μελιδονιώτικων	=	μελιδονιώτικος
μελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελικό
μελικέ	adj	κλητική ενικού του μελικός
μελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελική
μελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελικός
μελικής	adj	γενική ενικού του μελική
μελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελικός
μελικοκιά	noun	άλλη μορφή του μελικουκιά
μελικοκιάς	=	μελικοκιά
μελικοκιές	=	μελικοκιά
μελικοκιών	=	μελικοκιά
μελικουκιά	noun	φυλλοβόλο δένδρο της οικογένειας των Κανναβοειδών (είδος Celtis australis) που ευδοκιμεί στην Νότια Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία
μελικουκιάς	=	μελικουκιά
μελικουκιές	=	μελικουκιά
μελικουκιών	=	μελικουκιά
μελικού	adj	γενική ενικού του μελικός
μελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελικός
μελικό	adj	αιτιατική ενικού του μελικός
μελικός	adj	που σχετίζεται με την μουσική, συγκεκριμένα με τη μελωδία
μελικών	adj	γενική πληθυντικού του μελικός
μελιοί	=	μελής
μελιού	noun	γενική ενικού του μέλι	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελής
μελιούς	=	μελής
μελισμάτων	=	μέλισμα
μελισμέ	=	μελισμός
μελισμοί	=	μελισμός
μελισμού	=	μελισμός
μελισμούς	=	μελισμός
μελισμό	=	μελισμός
μελισμός	noun	ο τεμαχισμός του τετράγωνου μέρους της σφραγίδας του πρόσφορου κατά την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων στη Θεία Λειτουργία
μελισμών	=	μελισμός
μελισσά	=	μελισσάς
μελισσάδες	=	μελισσάς
μελισσάδων	=	μελισσάς
μελισσάκι	noun	υποκοριστικό του μέλισσα
μελισσάκια	=	μελισσάκι
μελισσάς	noun|vulgar	ο μελισσοκόμος
μελισσιού	=	μελίσσι
μελισσιών	=	μελίσσι
μελισσιώτικα	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικε	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικες	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικη	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικης	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικο	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικοι	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Μέλισσα, Μελίσσι ή Μελίσσια ή τους κατοίκους του
μελισσιώτικου	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικους	=	μελισσιώτικος
μελισσιώτικων	=	μελισσιώτικος
μελισσοβότανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοβότανο
μελισσοβότανο	noun	μονοετές βότανο (είδος μέντας, Melissa officinalis) της οικογένειας Χειλανθή
μελισσοβότανου	noun	γενική ενικού του μελισσοβότανο
μελισσοβότανων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοβότανο
μελισσοκέρι	noun	κερί (λαμπαδόσχημο ή πρώτη ύλη) μέλισσας και όχι παραφίνης
μελισσοκέρια	=	μελισσοκέρι
μελισσοκεριού	=	μελισσοκέρι
μελισσοκεριών	=	μελισσοκέρι
μελισσοκομία	noun	η εκτροφή μελισσών για την παραγωγή μελιού, κεριού και βασιλικού πολτού
μελισσοκομίας	noun	γενική ενικού του μελισσοκομία
μελισσοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοκομία
μελισσοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοκομείο
μελισσοκομείο	noun	ο χώρος όπου βρίσκονται οι κυψέλες των μελισσών, εγκατεστημένες από έναν μελισσοκόμο
μελισσοκομείου	noun	γενική ενικού του μελισσοκομείο
μελισσοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοκομείο
μελισσοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοκομικό
μελισσοκομικέ	adj	κλητική ενικού του μελισσοκομικός
μελισσοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοκομική
μελισσοκομική	noun	η μελισσοκομία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελισσοκομικός
μελισσοκομικής	adj	γενική ενικού του μελισσοκομική
μελισσοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελισσοκομικός
μελισσοκομικού	adj	γενική ενικού του μελισσοκομικός
μελισσοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελισσοκομικός
μελισσοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του μελισσοκομικός
μελισσοκομικός	adj	που έχει σχέση με τον μελισσοκόμο ή τη μελισσοκομία ή αναφέρεται σ’ αυτά
μελισσοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του μελισσοκομικός
μελισσοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοκομία
μελισσοκόμε	noun	κλητική ενικού του μελισσοκόμος
μελισσοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του μελισσοκόμος
μελισσοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελισσοκόμος
μελισσοκόμος	noun	που διατηρεί μέλισσες σε δικές του κυψέλες με σκοπό την παραγωγή μελιού
μελισσοκόμου	noun	ο γενική ενικού του μελισσοκόμος
μελισσοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελισσοκόμος
μελισσοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοκόμος
μελισσοκόφινα	=	μελισσοκόφινο
μελισσοκόφινο	noun	είδος κυψέλης που μοιάζει, στα υλικά και το σχήμα, με κοφίνι
μελισσοκόφινου	=	μελισσοκόφινο
μελισσοκόφινων	=	μελισσοκόφινο
μελισσολογιού	=	μελισσολόι
μελισσολογιών	=	μελισσολόι
μελισσολόγια	=	μελισσολόι
μελισσολόι	noun	ομάδα / σύνολο από μέλισσες
μελισσοσμήνη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοσμήνος
μελισσοτροφία	noun	η μελισσοκομία
μελισσοτροφίας	noun	γενική ενικού του μελισσοτροφία
μελισσοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοτροφία
μελισσοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοτροφείο
μελισσοτροφείο	noun	το μελισσοκομείο, τόπος εκτροφής μελισσών
μελισσοτροφείου	noun	γενική ενικού του μελισσοτροφείο
μελισσοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοτροφείο
μελισσοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοτροφικό
μελισσοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσοτροφική
μελισσοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφικής	adj	γενική ενικού του μελισσοτροφική
μελισσοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφικού	adj	γενική ενικού του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφικός	adj	που έχει σχέση με τον μελισσοτρόφο ή τη μελισσοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
μελισσοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του μελισσοτροφικός
μελισσοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοτροφία
μελισσοτρόφε	noun	κλητική ενικού του μελισσοτρόφος
μελισσοτρόφο	noun	αιτιατική ενικού του μελισσοτρόφος
μελισσοτρόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελισσοτρόφος
μελισσοτρόφος	noun	ο μελισσοκόμος, που τρέφει μέλισσες
μελισσοτρόφου	noun	γενική ενικού του μελισσοτρόφος
μελισσοτρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελισσοτρόφος
μελισσοτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοτρόφος
μελισσουργέ	noun	κλητική ενικού του μελισσουργός
μελισσουργία	noun	η ενασχόληση με τα προϊόντα που προέρχονται από μέλισσες
μελισσουργίας	noun	γενική ενικού του μελισσουργία
μελισσουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσουργία
μελισσουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσουργείο
μελισσουργείο	noun	συνώνυμο του μελισσοκομείο
μελισσουργείου	noun	γενική ενικού του μελισσουργείο
μελισσουργείων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσουργείο
μελισσουργικά	=	μελισσουργικός
μελισσουργικέ	=	μελισσουργικός
μελισσουργικές	=	μελισσουργικός
μελισσουργική	=	μελισσουργικός
μελισσουργικής	=	μελισσουργικός
μελισσουργικοί	=	μελισσουργικός
μελισσουργικού	=	μελισσουργικός
μελισσουργικούς	=	μελισσουργικός
μελισσουργικό	=	μελισσουργικός
μελισσουργικός	adj	μελισσοκομικός
μελισσουργικών	=	μελισσουργικός
μελισσουργιών	noun	γενική πληθυντικού του μελισσουργία
μελισσουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελισσουργός
μελισσουργού	noun	γενική ενικού του μελισσουργός
μελισσουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελισσουργός
μελισσουργό	noun	αιτιατική ενικού του μελισσουργός
μελισσουργός	noun	μελισσοκόμος
μελισσουργών	noun	γενική πληθυντικού του μελισσουργός
μελισσοφάγε	noun	κλητική ενικού του μελισσοφάγος
μελισσοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του μελισσοφάγος
μελισσοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελισσοφάγος
μελισσοφάγος	noun	πτηνό που ανήκει στην οικογένεια Μεροπίδες (Meropidae).
μελισσοφάγου	noun	γενική ενικού του μελισσοφάγος
μελισσοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελισσοφάγος
μελισσοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσοφάγος
μελισσούλα	noun	υποκοριστικό του μέλισσα
μελισσούλας	noun	γενική ενικού του μελισσούλα
μελισσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσούλα
μελισσόκηπε	=	μελισσόκηπος
μελισσόκηπο	=	μελισσόκηπος
μελισσόκηποι	=	μελισσόκηπος
μελισσόκηπος	noun	συνώνυμο του μελισσοκομείο
μελισσόκηπου	=	μελισσόκηπος
μελισσόκηπους	=	μελισσόκηπος
μελισσόκηπων	=	μελισσόκηπος
μελισσόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσόπουλο
μελισσόπουλο	noun	η μικρή μέλισσα
μελισσόπουλου	noun	γενική ενικού του μελισσόπουλο
μελισσόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσόπουλο
μελισσόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελισσόχορτο
μελισσόχορτο	noun	το μελισσοβότανο
μελισσόχορτου	noun	γενική ενικού του μελισσόχορτο
μελισσόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του μελισσόχορτο
μελισσών	noun	γενική πληθυντικού του μέλισσα
μελισσώνα	=	μελισσώνας
μελισσώνας	noun	χώρος (μέρος) διαμονής και εκτροφής μελισσών
μελισσώνες	=	μελισσώνας
μελισσώνων	=	μελισσώνας
μελιστάλακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μελιστάλακτος	adv	με μελιστάλακτο τρόπο
μελιστάλακτε	adj	κλητική ενικού του μελιστάλακτος
μελιστάλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιστάλακτη
μελιστάλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελιστάλακτος
μελιστάλακτης	adj	γενική ενικού του μελιστάλακτη
μελιστάλακτο	adj	αιτιατική ενικού του μελιστάλακτος
μελιστάλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελιστάλακτος
μελιστάλακτος	adj|formal	που «στάζει μέλι», που είναι πολύ γλυκός, πράος κι ευχάριστος
μελιστάλακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελιστάλακτος
μελιστάλακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελιστάλακτος
μελιστάλακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελιστάλακτος
μελιστάλαχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μελιστάλαχτος	adv	με μελιστάλαχτο τρόπο
μελιστάλαχτε	adj	κλητική ενικού του μελιστάλαχτος
μελιστάλαχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιστάλαχτη
μελιστάλαχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελιστάλαχτος
μελιστάλαχτης	adj	γενική ενικού του μελιστάλαχτη
μελιστάλαχτο	adj	αιτιατική ενικού του μελιστάλαχτος
μελιστάλαχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελιστάλαχτος
μελιστάλαχτος	adj	άλλη μορφή του μελιστάλακτος
μελιστάλαχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελιστάλαχτος
μελιστάλαχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελιστάλαχτος
μελιστάλαχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελιστάλαχτος
μελιτάκων	=	μελίτακας
μελιτίνες	=	μελιτίνη
μελιτίνη	noun	πρωτεΐνη που εμπεριέχεται στο δηλητήριο της μέλισσας
μελιτίνης	=	μελιτίνη
μελιταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελιταίος
μελιταίας	adj	γενική ενικού του μελιταία
μελιταίε	adj	μελιταίος, στην κλητική του ενικού
μελιταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιταία
μελιταίο	adj	μελιταίος, στην αιτιατική του ενικού
μελιταίοι	adj	μελιταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μελιταίος	adj|archaic	ο μαλτέζικος
μελιταίου	adj	γενική ενικού του μελιταίος
μελιταίους	adj	μελιταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μελιταίων	=	μελιταίος
μελιτακιά	noun	πλήθος μερμηγκιών
μελιτακιάς	=	μελιτακιά
μελιτακιές	=	μελιτακιά
μελιτακιών	=	μελιτακιά
μελιτζάνα	noun	κοινή ονομασία του Solanum melongena
μελιτζάνας	=	μελιτζάνα
μελιτζάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιτζάνα
μελιτζανάκι	noun	υποκοριστικό του μελιτζάνα
μελιτζανάκια	=	μελιτζανάκι
μελιτζανή	=	μελιτζανής
μελιτζανής	adj	που έχει το χρώμα της μελιτζάνας
μελιτζανί	noun	το χρώμα της μελιτζάνας	adj	άκλιτος τύπος του μελιτζανής για όλα τα γένη
μελιτζανιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελιτζανής	noun	το φυτό που παράγει μελιτζάνες
μελιτζανιάς	=	μελιτζανιά
μελιτζανιές	=	μελιτζανιά
μελιτζανιοί	=	μελιτζανής
μελιτζανιού	=	μελιτζανής
μελιτζανιούς	=	μελιτζανής
μελιτζανιών	=	μελιτζανιά
μελιτζανοκεφτέ	=	μελιτζανοκεφτές
μελιτζανοκεφτέδες	=	μελιτζανοκεφτές
μελιτζανοκεφτέδων	=	μελιτζανοκεφτές
μελιτζανοκεφτές	noun	κεφτές με βασικό υλικό τη μελιτζάνα
μελιτζανοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του μελιτζανόπιτα
μελιτζανοπουρέ	=	μελιτζανοπουρές
μελιτζανοπουρέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιτζανοπουρές
μελιτζανοπουρέδων	=	μελιτζανοπουρές
μελιτζανοπουρές	noun	πουρές που γίνεται από μελιτζάνες
μελιτζανοσαλάτα	noun	σαλάτα που βασίζεται στη σάρκα μελιτζάνας ψημένης στα κάρβουνα, στο φούρνο ή στη φλόγα, που ψιλοκόβουμε ή πολτοποιούμε και στην οποία προσθέτουμε αλάτι, ξίδι, ελαιόλαδο, και πολτοποιημένο ή πολύ ψιλοκομμένο σκόρδο
μελιτζανοσαλάτας	noun	γενική ενικού του μελιτζανοσαλάτα
μελιτζανοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιτζανοσαλάτα
μελιτζανοσαλατών	=	μελιτζανοσαλάτα
μελιτζανόπιτα	noun	σφολιάτα με μελιτζάνες
μελιτζανόπιτας	noun	γενική ενικού του μελιτζανόπιτα
μελιτζανόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιτζανόπιτα
μελιτζανόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστές μελιτζάνες
μελιτζανόσουπας	noun	γενική ενικού του μελιτζανόσουπα
μελιτζανόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιτζανόσουπα
μελιτζανών	=	μελιτζάνα
μελιτινών	=	μελιτίνη
μελιτοεξαγωγέα	=	μελιτοεξαγωγέας
μελιτοεξαγωγέας	noun	μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την εξαγωγή του μελιού από τις κηρήθρες με τη βοήθεια φυγοκέντρησης
μελιτοεξαγωγές	=	μελιτοεξαγωγή
μελιτοεξαγωγέων	=	μελιτοεξαγωγέας
μελιτοεξαγωγή	noun	η εξαγωγή μελιού από κηρήθρα
μελιτοεξαγωγής	=	μελιτοεξαγωγή
μελιτοεξαγωγείς	=	μελιτοεξαγωγέας
μελιτοεξαγωγών	=	μελιτοεξαγωγή
μελιτοφόρα	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρας	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρε	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρες	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρο	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόροι	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρος	adj	που φέρει μέλι, που παράγει μέλι
μελιτοφόρου	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρους	=	μελιτοφόρος
μελιτοφόρων	=	μελιτοφόρος
μελιτοχρόων	=	μελιτόχρους
μελιτωδών	=	μελιτώδης
μελιτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μελίτωμα
μελιτόχροα	=	μελιτόχρους
μελιτόχροες	=	μελιτόχρους
μελιτόχρου	=	μελιτόχρους
μελιτόχρουν	=	μελιτόχρους
μελιτόχρους	adj|archaic	που έχει χρώμα του μελιού, συνώνυμο του μελής
μελιτώδεις	=	μελιτώδης
μελιτώδες	=	μελιτώδης
μελιτώδη	=	μελιτώδης
μελιτώδης	adj	που είναι (παχύρρευστος) σαν το μέλι, που μοιάζει με μέλι
μελιτώδους	=	μελιτώδης
μελιτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελίτωμα
μελιτώματος	noun	γενική ενικού του μελίτωμα
μελιχρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μελιχρός	adv	σε μελιχρή απόχρωση
μελιχρέ	adj	κλητική ενικού του μελιχρός
μελιχρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελιχρή
μελιχρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελιχρός
μελιχρής	adj	γενική ενικού του μελιχρή
μελιχροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελιχρός
μελιχροτήτων	=	μελιχρότητα
μελιχρού	adj	γενική ενικού του μελιχρός
μελιχρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελιχρός
μελιχρό	adj	αιτιατική ενικού του μελιχρός
μελιχρός	adj|literary	που έχει το χρώμα του μελιού
μελιχρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι μελιχρό(ς), να είναι γλυκός σαν μέλι, η ιδιότητα του μελιχρού
μελιχρότητας	=	μελιχρότητα
μελιχρότητες	=	μελιχρότητα
μελιχρών	adj	γενική πληθυντικού του μελιχρός
μελιών	=	μέλι
μελλέτι	noun	άλλη γραφή του μελέτι
μελλέτια	=	μελλέτι
μελλετιού	=	μελλέτι
μελλετιών	=	μελλέτι
μελλοθάνατα	=	μελλοθάνατος
μελλοθάνατε	noun	κλητική ενικού του μελλοθάνατος
μελλοθάνατες	=	μελλοθάνατος
μελλοθάνατη	=	μελλοθάνατος
μελλοθάνατης	=	μελλοθάνατος
μελλοθάνατο	noun	αιτιατική ενικού του μελλοθάνατος
μελλοθάνατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελλοθάνατος
μελλοθάνατος	adj	αυτός που σύντομα θα εκτελεστεί· ο θανατοποινίτης
μελλοθάνατου	noun	γενική ενικού του μελλοθάνατος
μελλοθάνατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελλοθάνατος
μελλοθάνατων	noun	γενική πληθυντικού του μελλοθάνατος
μελλοθανάτου	noun	γενική ενικού του μελλοθάνατος
μελλοθανάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελλοθάνατος
μελλοθανάτων	noun	γενική πληθυντικού του μελλοθάνατος
μελλοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελλοντικό	adv	σε μελλοντικό χρόνο
μελλοντικέ	adj	κλητική ενικού του μελλοντικός
μελλοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελλοντική
μελλοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελλοντικός
μελλοντικής	adj	γενική ενικού του μελλοντική
μελλοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελλοντικός
μελλοντικού	adj	γενική ενικού του μελλοντικός
μελλοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελλοντικός
μελλοντικό	adj	αιτιατική ενικού του μελλοντικός
μελλοντικός	adj	που έχει σχέση με το μέλλον, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
μελλοντικών	adj	γενική πληθυντικού του μελλοντικός
μελλοντικώς	adv|dated	μελλοντικά
μελλοντισμέ	=	μελλοντισμός
μελλοντισμοί	=	μελλοντισμός
μελλοντισμού	=	μελλοντισμός
μελλοντισμούς	=	μελλοντισμός
μελλοντισμό	=	μελλοντισμός
μελλοντισμός	noun	άλλη μορφή του φουτουρισμός
μελλοντισμών	=	μελλοντισμός
μελλοντολογία	noun	επιστήμη που διερευνά τα πιθανά σενάρια του μέλλοντος, τις λογικά πιθανότερες εξελίξεις, ανάλογα και σύμφωνα με τις τάσεις του παρόντος και με βάση τις γνώσεις του παρελθόντος
μελλοντολογίας	noun	γενική ενικού του μελλοντολογία
μελλοντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελλοντολογία
μελλοντολογικά	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικέ	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικές	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογική	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικής	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικοί	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικού	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικούς	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικό	=	μελλοντολογικός
μελλοντολογικός	noun	ο ειδικός που διερευνά επιστημονικά και κατά το δυνατόν τεκμηριωμένα τα πιθανά σενάρια του μέλλοντος, τις λογικά πιθανότερες εξελίξεις, ανάλογα και σύμφωνα με τις τάσεις του παρόντος και με βάση τις γνώσεις του παρελθόντος
μελλοντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μελλοντολογικός
μελλοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μελλοντολογία
μελλοντολόγε	noun	κλητική ενικού του μελλοντολόγος
μελλοντολόγο	noun	αιτιατική ενικού του μελλοντολόγος
μελλοντολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελλοντολόγος
μελλοντολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με τη μελλοντολογία
μελλοντολόγου	noun	γενική ενικού του μελλοντολόγος
μελλοντολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελλοντολόγος
μελλοντολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μελλοντολόγος
μελλονύμφου	=	μελλόνυμφος
μελλονύμφους	=	μελλόνυμφος
μελλονύμφων	=	μελλόνυμφος
μελλουσών	=	μέλλοντας
μελλούμενα	noun	αυτά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον
μελλούμενε	verb	κλητική ενικού του μελλούμενος
μελλούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελλούμενη
μελλούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελλούμενος
μελλούμενης	verb	γενική ενικού του μελλούμενη
μελλούμενο	verb	αιτιατική ενικού του μελλούμενος
μελλούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελλούμενος
μελλούμενος	verb	που πρόκειται να συμβεί
μελλούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελλούμενος
μελλούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελλούμενος
μελλούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελλούμενος
μελλούσης	=	μέλλοντας
μελλόντων	=	μέλλοντας
μελλόνυμφε	noun	κλητική ενικού του μελλόνυμφος
μελλόνυμφες	=	μελλόνυμφη
μελλόνυμφη	noun	θηλυκό του μελλόνυμφος
μελλόνυμφης	=	μελλόνυμφη
μελλόνυμφο	noun	αιτιατική ενικού του μελλόνυμφος
μελλόνυμφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελλόνυμφος
μελλόνυμφος	noun	που θα παντρευτεί σύντομα
μελλόνυμφου	=	μελλόνυμφος
μελλόνυμφους	=	μελλόνυμφος
μελλόνυμφων	=	μελλόνυμφος
μελοδράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελόδραμα
μελοδράματος	noun	γενική ενικού του μελόδραμα
μελοδραμάτιον	noun	υποκοριστικό του μελόδραμα, είδος ελαφρού κωμικού μελοδράματος
μελοδραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μελόδραμα
μελοδραματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματικό	adv	με μελοδραματικό τρόπο
μελοδραματικέ	adj	κλητική ενικού του μελοδραματικός
μελοδραματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματική
μελοδραματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελοδραματικός
μελοδραματικής	adj	γενική ενικού του μελοδραματική
μελοδραματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματικός
μελοδραματικού	adj	γενική ενικού του μελοδραματικός
μελοδραματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελοδραματικός
μελοδραματικό	adj	αιτιατική ενικού του μελοδραματικός
μελοδραματικός	adj	που έχει σχέση με το μελόδραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
μελοδραματικότατα	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατε	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατες	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατη	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατης	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατο	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατοι	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατος	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατου	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατους	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότατων	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερα	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερε	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερες	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερη	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερης	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερο	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότεροι	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερος	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερου	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερους	=	μελοδραματικός
μελοδραματικότερων	=	μελοδραματικός
μελοδραματικών	adj	γενική πληθυντικού του μελοδραματικός
μελοδραματισμέ	noun	κλητική ενικού του μελοδραματισμός
μελοδραματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματισμός
μελοδραματισμού	noun	γενική ενικού του μελοδραματισμός
μελοδραματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελοδραματισμός
μελοδραματισμό	noun	αιτιατική ενικού του μελοδραματισμός
μελοδραματισμός	noun	η ψεύτικη και προσποιητή συμπεριφορά και αντίδραση σε κάτι, με υπερβολές και έντονη έκφραση συναισθημάτων
μελοδραματισμών	noun	γενική πληθυντικού του μελοδραματισμός
μελοδραματοποίει	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποίησα	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποίησαν	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποίησε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποίησες	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιέ	=	μελοδραματοποιός
μελοδραματοποιήσαμε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιήσαν	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιήσανε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιήσατε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιήσει	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιήστε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιεί	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιείς	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιείτε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματοποιημένο
μελοδραματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματοποιημένη
μελοδραματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιημένης	verb	γενική ενικού του μελοδραματοποιημένη
μελοδραματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελοδραματοποιημένος
μελοδραματοποιοί	=	μελοδραματοποιός
μελοδραματοποιού	=	μελοδραματοποιός
μελοδραματοποιούμε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούν	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούνε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούς	=	μελοδραματοποιός
μελοδραματοποιούσα	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούσαμε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούσαν	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούσανε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούσατε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούσε	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιούσες	=	μελοδραματοποιώ
μελοδραματοποιό	=	μελοδραματοποιός
μελοδραματοποιός	noun	που δημιουργεί μελοδράματα
μελοδραματοποιώ	verb	κάνω ή θεωρώ κάτι μελοδραματικό
μελοδραματοποιών	=	μελοδραματοποιός
μελοδραματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μελοδραματοποιώ
μελομακάρονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελομακάρονο
μελομακάρονο	noun	χριστουγεννιάτικο γλυκό από αλεύρι και λάδι, που ψήνεται στο φούρνο και μετά καλύπτεται από σιρόπι
μελομακάρονου	noun	γενική ενικού του μελομακάρονο
μελομακάρονων	noun	γενική πληθυντικού του μελομακάρονο
μελοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μελοποιώ
μελοποίησης	noun	γενική ενικού του μελοποίηση
μελοποιέ	noun	κλητική ενικού του μελοποιός
μελοποιήθηκα	=	μελοποιώ
μελοποιήθηκαν	=	μελοποιώ
μελοποιήθηκε	=	μελοποιώ
μελοποιήθηκες	=	μελοποιώ
μελοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσαν	=	μελοποιώ
μελοποιήσανε	=	μελοποιώ
μελοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοποίηση
μελοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μελοποίηση
μελοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μελοποίηση
μελοποιήσου	=	μελοποιώ
μελοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσουνε	=	μελοποιώ
μελοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελοποιώ
μελοποιία	noun	η σύνθεση λυρικών ποιημάτων
μελοποιίας	noun	γενική ενικού του μελοποιία
μελοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοποιία
μελοποιεί	=	μελοποιώ
μελοποιείς	=	μελοποιώ
μελοποιείσαι	=	μελοποιώ
μελοποιείστε	=	μελοποιώ
μελοποιείται	=	μελοποιώ
μελοποιείτε	=	μελοποιώ
μελοποιείτο	=	μελοποιώ
μελοποιηθήκαμε	=	μελοποιώ
μελοποιηθήκαν	=	μελοποιώ
μελοποιηθήκανε	=	μελοποιώ
μελοποιηθήκατε	=	μελοποιώ
μελοποιηθεί	=	μελοποιώ
μελοποιηθείς	=	μελοποιώ
μελοποιηθείτε	=	μελοποιώ
μελοποιηθούμε	=	μελοποιώ
μελοποιηθούν	=	μελοποιώ
μελοποιηθούνε	=	μελοποιώ
μελοποιηθώ	=	μελοποιώ
μελοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοποιημένο
μελοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μελοποιημένος
μελοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελοποιημένη
μελοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελοποιημένος
μελοποιημένης	verb	γενική ενικού του μελοποιημένη
μελοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μελοποιημένος
μελοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελοποιημένος
μελοποιημένος	=	μελοποιώ
μελοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελοποιημένος
μελοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελοποιημένος
μελοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελοποιημένος
μελοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του μελοποιία
μελοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελοποιός
μελοποιού	noun	γενική ενικού του μελοποιός
μελοποιούμαι	=	μελοποιώ
μελοποιούμασταν	=	μελοποιώ
μελοποιούμαστε	=	μελοποιώ
μελοποιούμε	=	μελοποιώ
μελοποιούμενος	=	μελοποιώ
μελοποιούμουν	=	μελοποιώ
μελοποιούμουνα	=	μελοποιώ
μελοποιούν	=	μελοποιώ
μελοποιούνε	=	μελοποιώ
μελοποιούνται	=	μελοποιώ
μελοποιούνταν	=	μελοποιώ
μελοποιούντο	=	μελοποιώ
μελοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελοποιός
μελοποιούσα	=	μελοποιώ
μελοποιούσαμε	=	μελοποιώ
μελοποιούσαν	=	μελοποιώ
μελοποιούσανε	=	μελοποιώ
μελοποιούσατε	=	μελοποιώ
μελοποιούσε	=	μελοποιώ
μελοποιούσες	=	μελοποιώ
μελοποιούσουν	=	μελοποιώ
μελοποιούσουνα	=	μελοποιώ
μελοποιό	noun	αιτιατική ενικού του μελοποιός
μελοποιόμασταν	=	μελοποιώ
μελοποιόμαστε	=	μελοποιώ
μελοποιόμουν	=	μελοποιώ
μελοποιόμουνα	=	μελοποιώ
μελοποιόνταν	=	μελοποιώ
μελοποιόντανε	=	μελοποιώ
μελοποιόντουσαν	=	μελοποιώ
μελοποιός	noun	που μελοποιεί
μελοποιόσασταν	=	μελοποιώ
μελοποιόσαστε	=	μελοποιώ
μελοποιόσουν	=	μελοποιώ
μελοποιόσουνα	=	μελοποιώ
μελοποιόταν	=	μελοποιώ
μελοποιότανε	=	μελοποιώ
μελοποιώ	verb	μετατρέπω ένα κείμενο σε τραγούδι προσθέτοντας τη μουσική στους στίχους
μελοποιών	noun	γενική πληθυντικού του μελοποιός
μελοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μελοποιώ
μελτέμι	noun	ο ισχυρός βόρειος άνεμος που φυσάει στην ανατολική Μεσόγειο κυρίως την περίοδο του καλοκαιριού
μελτέμια	=	μελτέμι
μελτεμάκι	noun	υποκοριστικό του μελτέμι
μελτεμάκια	=	μελτεμάκι
μελτεμιού	=	μελτέμι
μελτεμιών	=	μελτέμι
μελχισεδέκ	noun	βασιλιάς της Σαλήμ (Ιερουσαλήμ) και ιερέας, που εμφανίζεται ξαφνικά στην Παλαιά Διαθήκη ευλογώντας τον Αβραάμ, δίχως να αναφέρεται τίποτα για τη γενεαλογία του
μελωδέ	noun	κλητική ενικού του μελωδός
μελωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσαν	=	μελωδώ
μελωδήσανε	=	μελωδώ
μελωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελωδία	noun	οι διαδοχικοί ήχοι που συγκροτούν μια μουσική φράση, μια μουσική ιδέα
μελωδίας	noun	γενική ενικού του μελωδία
μελωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωδία
μελωδεί	=	μελωδώ
μελωδείς	=	μελωδώ
μελωδείτε	=	μελωδώ
μελωδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωδημένο
μελωδημένε	verb	κλητική ενικού του μελωδημένος
μελωδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωδημένη
μελωδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελωδημένος
μελωδημένης	verb	γενική ενικού του μελωδημένη
μελωδημένο	verb	αιτιατική ενικού του μελωδημένος
μελωδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελωδημένος
μελωδημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μελωδώ
μελωδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελωδημένος
μελωδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελωδημένος
μελωδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελωδημένος
μελωδικά	adv	με μελωδικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωδικό
μελωδικέ	adj	κλητική ενικού του μελωδικός
μελωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωδική
μελωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελωδικός
μελωδικής	adj	γενική ενικού του μελωδική
μελωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελωδικός
μελωδικοτήτων	=	μελωδικότητα
μελωδικού	adj	γενική ενικού του μελωδικός
μελωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μελωδικός
μελωδικό	adj	αιτιατική ενικού του μελωδικός
μελωδικός	adj	σχετικός με τη μελωδία
μελωδικότατα	=	μελωδικός
μελωδικότατε	=	μελωδικός
μελωδικότατες	=	μελωδικός
μελωδικότατη	=	μελωδικός
μελωδικότατης	=	μελωδικός
μελωδικότατο	=	μελωδικός
μελωδικότατοι	=	μελωδικός
μελωδικότατος	=	μελωδικός
μελωδικότατου	=	μελωδικός
μελωδικότατους	=	μελωδικός
μελωδικότατων	=	μελωδικός
μελωδικότερα	=	μελωδικός
μελωδικότερε	=	μελωδικός
μελωδικότερες	=	μελωδικός
μελωδικότερη	=	μελωδικός
μελωδικότερης	=	μελωδικός
μελωδικότερο	=	μελωδικός
μελωδικότεροι	=	μελωδικός
μελωδικότερος	=	μελωδικός
μελωδικότερου	=	μελωδικός
μελωδικότερους	=	μελωδικός
μελωδικότερων	=	μελωδικός
μελωδικότητα	noun	η ιδιότητα του μελωδικού, το να ακούγεται κάτι σαν μελωδία
μελωδικότητας	=	μελωδικότητα
μελωδικότητες	=	μελωδικότητα
μελωδικών	adj	γενική πληθυντικού του μελωδικός
μελωδιών	noun	γενική πληθυντικού του μελωδία
μελωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελωδός
μελωδού	noun	γενική ενικού του μελωδός
μελωδούμε	=	μελωδώ
μελωδούν	=	μελωδώ
μελωδούνε	=	μελωδώ
μελωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μελωδός
μελωδούσα	=	μελωδώ
μελωδούσαμε	=	μελωδώ
μελωδούσαν	=	μελωδώ
μελωδούσανε	=	μελωδώ
μελωδούσατε	=	μελωδώ
μελωδούσε	=	μελωδώ
μελωδούσες	=	μελωδώ
μελωδό	noun	αιτιατική ενικού του μελωδός
μελωδός	noun	ο συνθέτης του μέλους / της μουσικής εκκλησιαστικών ύμνων ή / και ποιητής τους
μελωδώ	verb	είμαι μελωδός
μελωδών	noun	γενική πληθυντικού του μελωδός
μελωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μελωδώ
μελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μέλωμα
μελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωμένο
μελωμένε	verb	κλητική ενικού του μελωμένος
μελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελωμένη
μελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελωμένος
μελωμένης	verb	γενική ενικού του μελωμένη
μελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μελωμένος
μελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μελωμένος
μελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μελωμένος
μελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μελωμένος
μελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μελωμένος
μελό	noun	μελοδραματική κινηματογραφική ταινία	adj	μελοδραματικός
μελόδραμα	noun	η όπερα
μελόδραματα	=	μελόδραμα
μελόδραματος	=	μελόδραμα
μελόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελόνερο
μελόνερο	noun	χλιαρό νερό στο οποίο διαλύεται συνήθως μια κουταλιά μέλι
μελόνερου	noun	γενική ενικού του μελόνερο
μελόνερων	noun	γενική πληθυντικού του μελόνερο
μελόντικα	noun	αερόφωνο μουσικό όργανο με πλήκτρα
μελόντικας	noun	γενική ενικού του μελόντικα
μελόντικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελόντικα
μελόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό το μέλι
μελόπιτας	noun	γενική ενικού του μελόπιτα
μελόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μελόπιτα
μελώδει	=	μελωδώ
μελώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελωδώ
μελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέλωμα
μελώματος	noun	γενική ενικού του μέλωμα
μελών	noun	γενική πληθυντικού του μέλος
μελώναμε	=	μελώνω
μελώναν	=	μελώνω
μελώνανε	=	μελώνω
μελώνατε	=	μελώνω
μελώνει	=	μελώνω
μελώνεις	=	μελώνω
μελώνετε	=	μελώνω
μελώνοντας	=	μελώνω
μελώνουμε	=	μελώνω
μελώνουν	=	μελώνω
μελώνουνε	=	μελώνω
μελώνω	verb	αλείφω με μέλι ή ρίχνω μέλι σε φαγώσιμο
μελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσαν	=	μελώνω
μελώσανε	=	μελώνω
μελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μελώνω
μεμέ	noun	η ρώγα του μαστού
μεμέτη	=	μεμέτης
μεμέτηδες	=	μεμέτης
μεμέτηδων	=	μεμέτης
μεμέτης	noun|dated	ο Τούρκος, ο μωαμεθανός
μεμέτια	noun|vulgar	πληθυντικός αριθμός του μεμέτης
μεμβράνα	noun|rare	άλλη μορφή του μεμβράνη
μεμβράνες	=	μεμβράνη
μεμβράνη	noun	λεπτό και εύκαμπτο στρώμα ιστού που καλύπτει, επενδύει ή διαχωρίζει μέρη του σώματος (ανθρώπων ή ζώων) και ρυθμίζει την ανταλλαγή ουσιών
μεμβράνης	=	μεμβράνη
μεμβρανικά	=	μεμβρανικός
μεμβρανικέ	=	μεμβρανικός
μεμβρανικές	=	μεμβρανικός
μεμβρανική	=	μεμβρανικός
μεμβρανικής	=	μεμβρανικός
μεμβρανικοί	=	μεμβρανικός
μεμβρανικού	=	μεμβρανικός
μεμβρανικούς	=	μεμβρανικός
μεμβρανικό	=	μεμβρανικός
μεμβρανικός	adj	που έχει σχέση με βιολογική μεμβράνη (κυτταρική ή πυρηνική) ή αναφέρεται σʼ αυτή
μεμβρανικών	=	μεμβρανικός
μεμβρανωδών	=	μεμβρανώδης
μεμβρανόφωνα	=	μεμβρανόφωνο
μεμβρανόφωνο	noun	οποιοδήποτε μουσικό όργανο που παράγει ήχο μέσω της δόνησης μιας τεντωμένης μεμβράνης
μεμβρανόφωνου	=	μεμβρανόφωνο
μεμβρανόφωνων	=	μεμβρανόφωνο
μεμβρανώδεις	=	μεμβρανώδης
μεμβρανώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεμβρανώδης
μεμβρανώδη	=	μεμβρανώδης
μεμβρανώδης	adj	που μοιάζει με ή αποτελείται από μεμβράνη
μεμβρανώδους	=	μεμβρανώδης
μεμβρανών	=	μεμβράνη
μεμετιών	=	μεμέτια
μεμιάς	adv	ξαφνικά, αμέσως, όλα μαζί
μεμονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμονωμένο
μεμονωμένε	verb	κλητική ενικού του μεμονωμένος
μεμονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμονωμένη
μεμονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεμονωμένος
μεμονωμένης	verb	γενική ενικού του μεμονωμένη
μεμονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεμονωμένος
μεμονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεμονωμένος
μεμονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεμονωμένος
μεμονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεμονωμένος
μεμονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεμονωμένος
μεμοράντουμ	noun	μνημόνιο
μεμπιμπάιτ	noun	τα 2²⁰ = (1.048.576) bytes, αναφέρεται σε αποθηκευτικό χώρο μνήμης
μεμπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμπτό	adv	με μεμπτό τρόπο
μεμπτέ	adj	κλητική ενικού του μεμπτός
μεμπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμπτή
μεμπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεμπτός
μεμπτής	adj	γενική ενικού του μεμπτή
μεμπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεμπτός
μεμπτού	adj	γενική ενικού του μεμπτός
μεμπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεμπτός
μεμπτό	adj	αιτιατική ενικού του μεμπτός
μεμπτός	adj	που μπορούμε να του αποδώσουμε μομφή, να τον μεμφθούμε, να τον κατηγορήσουμε
μεμπτών	adj	γενική πληθυντικού του μεμπτός
μεμφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθήκαν	=	μέμφομαι
μεμφθήκανε	=	μέμφομαι
μεμφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφθούνε	=	μέμφομαι
μεμφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μέμφομαι
μεμφόμασταν	=	μέμφομαι
μεμφόμαστε	=	μέμφομαι
μεμφόμουν	=	μέμφομαι
μεμφόμουνα	=	μέμφομαι
μεμφόντουσαν	=	μέμφομαι
μεμφόσασταν	=	μέμφομαι
μεμφόσαστε	=	μέμφομαι
μεμφόσουν	=	μέμφομαι
μεμφόσουνα	=	μέμφομαι
μεμφόταν	=	μέμφομαι
μεμφότανε	=	μέμφομαι
μεμψίμοιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμψίμοιρο
μεμψίμοιρε	adj	κλητική ενικού του μεμψίμοιρος
μεμψίμοιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμψίμοιρη
μεμψίμοιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεμψίμοιρος
μεμψίμοιρης	adj	γενική ενικού του μεμψίμοιρη
μεμψίμοιρο	adj	αιτιατική ενικού του μεμψίμοιρος
μεμψίμοιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεμψίμοιρος
μεμψίμοιρος	adj	που μεμψιμοιρεί, που παραπονιέται συνεχώς, ο γκρινιάρης
μεμψίμοιρου	adj	γενική ενικού του μεμψίμοιρος
μεμψίμοιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεμψίμοιρος
μεμψίμοιρων	adj	γενική πληθυντικού του μεμψίμοιρος
μεμψιμοίρει	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοίρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοίρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοίρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοίρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσαν	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσανε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρία	noun	η παθητική και μοιρολατρική αντιμετώπιση των γεγονότων με γκρίνια και παράπονα
μεμψιμοιρίας	noun	γενική ενικού του μεμψιμοιρία
μεμψιμοιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεμψιμοιρία
μεμψιμοιρεί	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρείς	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρείτε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιριών	noun	γενική πληθυντικού του μεμψιμοιρία
μεμψιμοιρούμε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούν	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούνε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσα	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσαμε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσαν	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσανε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσατε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσε	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρούσες	=	μεμψιμοιρώ
μεμψιμοιρώ	verb	είμαι μεμψίμοιρος
μεμψιμοιρώντας	=	μεμψιμοιρώ
μεν	conj|formal	σύνδεσμος που δηλώνει αντίθεση (στο δεύτερο τμήμα της αντίθεσης υπάρχει συνήθως το δε)
μενίρ	noun	o μακρόστενος ογκόλιθος αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, που βρίσκεται συνήθως τοποθετημένος όρθια
μενδελισμέ	=	μενδελισμός
μενδελισμοί	=	μενδελισμός
μενδελισμού	=	μενδελισμός
μενδελισμούς	=	μενδελισμός
μενδελισμό	=	μενδελισμός
μενδελισμός	noun	θεωρία που εξηγεί τον τρόπο μεταφοράς των κληρονομικών χαρακτηριστικών βάσει των νόμων τού Μέντελ
μενδελισμών	=	μενδελισμός
μενεξέ	=	μενεξές
μενεξέδες	=	μενεξές
μενεξέδων	=	μενεξές
μενεξές	noun	ποώδες ανθοφόρο φυτό του είδους Viola odorata του γένους Viola, επίσης γνωστό ως «Βιόλα η εύοσμος» λόγω της μυρωδιάς του, με λευκά ή μοβ άνθη
μενεξεδένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μενεξεδένιο
μενεξεδένιας	=	μενεξεδένιος
μενεξεδένιε	adj	κλητική ενικού του μενεξεδένιος
μενεξεδένιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μενεξεδένιη
μενεξεδένιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μενεξεδένιος
μενεξεδένιης	adj	γενική ενικού του μενεξεδένιη
μενεξεδένιο	adj	αιτιατική ενικού του μενεξεδένιος
μενεξεδένιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μενεξεδένιος
μενεξεδένιος	adj	που έχει σχέση με τον μενεξέ, που μοιάζει ή έχει την υφή ή το χρώμα του
μενεξεδένιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μενεξεδένιος
μενεξεδένιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μενεξεδένιος
μενεξεδένιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μενεξεδένιος
μενεξεδή	=	μενεξεδής
μενεξεδής	adj	που έχει μενεξεδί χρώμα, το χρώμα του μενεξέ
μενεξεδί	noun	το χρώμα του μενεξέ (	adj	άκλιτος τύπος του μενεξεδής για όλα τα γένη
μενεξεδιά	=	μενεξεδής
μενεξεδιάς	=	μενεξεδής
μενεξεδιές	=	μενεξεδής
μενεξεδιοί	=	μενεξεδής
μενεξεδιού	=	μενεξεδής
μενεξεδιούς	=	μενεξεδής
μενεξεδιών	=	μενεξεδής
μενεξελή	=	μενεξελής
μενεξελής	adj	μενεξελί
μενεξελί	noun	άλλη μορφή του μενεξεδί	adj	άκλιτος τύπος του μενεξελής για όλα τα γένη
μενεξελιά	=	μενεξελής
μενεξελιάς	=	μενεξελής
μενεξελιές	=	μενεξελής
μενεξελιοί	=	μενεξελής
μενεξελιού	=	μενεξελής
μενεξελιούς	=	μενεξελής
μενεξελιών	=	μενεξελής
μενεστρέλε	=	μενεστρέλος
μενεστρέλο	=	μενεστρέλος
μενεστρέλοι	=	μενεστρέλος
μενεστρέλος	noun	επαγγελματίας διασκεδαστής σε περιοχές της Ευρώπης κατά τον μεσαίωνα, κυρίως από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα
μενεστρέλου	=	μενεστρέλος
μενεστρέλους	=	μενεστρέλος
μενεστρέλων	=	μενεστρέλος
μενετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μενετός
μενετέ	adj	κλητική ενικού του μενετός
μενετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μενετή
μενετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μενετός
μενετής	adj	γενική ενικού του μενετή
μενετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μενετός
μενετού	adj	γενική ενικού του μενετός
μενετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μενετός
μενετό	adj	αιτιατική ενικού του μενετός
μενετός	adj	που μπορεί να περιμένει
μενετών	adj	γενική πληθυντικού του μενετός
μενιδιάτες	=	μενιδιάτης
μενιδιάτη	=	μενιδιάτης
μενιδιάτης	noun	ο Μενιδιάτης
μενιδιάτικα	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικε	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικες	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικη	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικης	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικο	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικοι	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικος	adj	ο σχετικός με το Μενίδι ή τους κατοίκους του
μενιδιάτικου	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικους	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτικων	=	μενιδιάτικος
μενιδιάτισσα	=	μενιδιάτης
μενιδιατών	=	μενιδιάτης
μενορά	noun	η επτάφωτη λυχνία
μενουέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μενουέτο
μενουέτο	noun	παλιός γαλλικός χορός, σε ρυθμό 3/8 (τρία όγδοα) και η μουσική που τον συνόδευε που διαμορφώθηκε αργότερα ως αυτόνομη μουσική φόρμα
μενουέτου	noun	γενική ενικού του μενουέτο
μενουέτων	noun	γενική πληθυντικού του μενουέτο
μενού	noun	ο κατάλογος που περιλαμβάνει όσα φαγητά ή ποτά θα σερβιριστούν ή είναι δυνατόν να σερβιριστούν σε κάποιο γεύμα
μενσεβίκε	noun	κλητική ενικού του μενσεβίκος
μενσεβίκικος	=	μενσεβικικός
μενσεβίκο	noun	αιτιατική ενικού του μενσεβίκος
μενσεβίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μενσεβίκος
μενσεβίκος	noun	μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που μειοφήφισε, σε σχέση με τους μπολσεβίκους του Λένιν, κατά το δεύτερο συνέδριο του 1903
μενσεβίκου	noun	γενική ενικού του μενσεβίκος
μενσεβίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μενσεβίκος
μενσεβίκων	noun	γενική πληθυντικού του μενσεβίκος
μενσεβικικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μενσεβικικό
μενσεβικικέ	adj	κλητική ενικού του μενσεβικικός
μενσεβικικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μενσεβικική
μενσεβικική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μενσεβικικός
μενσεβικικής	adj	γενική ενικού του μενσεβικική
μενσεβικικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μενσεβικικός
μενσεβικικού	adj	γενική ενικού του μενσεβικικός
μενσεβικικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μενσεβικικός
μενσεβικικό	adj	αιτιατική ενικού του μενσεβικικός
μενσεβικικός	adj	που αφορά τους μενσεβίκους
μενσεβικικών	adj	γενική πληθυντικού του μενσεβικικός
μενσεβικισμέ	=	μενσεβικισμός
μενσεβικισμοί	=	μενσεβικισμός
μενσεβικισμού	=	μενσεβικισμός
μενσεβικισμούς	=	μενσεβικισμός
μενσεβικισμό	=	μενσεβικισμός
μενσεβικισμός	noun	το σύνολο των αρχών του πολιτικού κόμματος των μενσεβίκων
μενσεβικισμών	=	μενσεβικισμός
μεντέρι	noun|dated	άλλη μορφή του μιντέρι
μεντέρια	=	μεντέρι
μενταγιόν	noun	κόσμημα που κρέμεται από μια αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και μπορεί να περιέχει μια θήκη, πχ για μικρή φωτογραφία
μεντελέβιο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 101 και χημικό σύμβολο Md
μεντελέβιου	=	μεντελέβιο
μεντελεβίου	=	μεντελέβιο
μεντελεγέβια	=	μεντελεγέβιο
μεντελεγέβιο	noun	άλλη μορφή του μεντελέβιο
μεντελεγέβιου	=	μεντελεγέβιο
μεντελεγέβιων	=	μεντελεγέβιο
μεντελισμέ	=	μεντελισμός
μεντελισμοί	=	μεντελισμός
μεντελισμού	=	μεντελισμός
μεντελισμούς	=	μεντελισμός
μεντελισμό	=	μεντελισμός
μεντελισμός	noun	άλλη μορφή του μενδελισμός
μεντελισμών	=	μεντελισμός
μεντεριού	=	μεντέρι
μεντεριών	=	μεντέρι
μεντερλίκι	noun|dated	άλλη μορφή του μιντέρι
μεντερλίκια	=	μεντερλίκι
μεντεσέ	=	μεντεσές
μεντεσέδες	=	μεντεσές
μεντεσέδων	=	μεντεσές
μεντεσές	noun	εξάρτημα με δύο τρυπημένα επίπεδα που τοποθετούνται το ένα σε πόρτα, πύλη κλπ. και το άλλο στο πλαίσιό της, και που συνδέονται μεταξύ τους ώστε να ανοιγοκλείνει η πόρτα ελεύθερα
μεντζίλια	noun|dated	ταχυδρομικό σύστημα στην εποχή της τουρκοκρατίας όπου η διαβίβαση εγγράφων γινόταν με ταχυδρομικά άλογα που ήταν έτοιμα για αλλαγή στους μεντζιλχανέδες, δηλαδή στους ταχυδρομικούς σταθμούς
μεντορεία	noun	η πνευματική καθοδήγηση ενός συνήθως νεότερου ατόμου από μέντορα
μεντορείας	=	μεντορεία
μεντορισσών	=	μεντόρισσα
μεντρεσέ	=	μεντρεσές
μεντρεσέδες	=	μεντρεσές
μεντρεσέδων	=	μεντρεσές
μεντρεσές	noun	μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο
μεντόρισσα	noun	θηλυκό του μέντορας
μεντόρισσας	=	μεντόρισσα
μεντόρισσες	=	μεντόρισσα
μεντόρων	=	μέντορας
μενών	=	μένος
μεξικάνική	=	μεξικάνικος
μεξικάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεξικάνικο
μεξικάνικε	adj	κλητική ενικού του μεξικάνικος
μεξικάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεξικάνικη
μεξικάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεξικάνικος
μεξικάνικης	adj	γενική ενικού του μεξικάνικη
μεξικάνικο	adj	αιτιατική ενικού του μεξικάνικος
μεξικάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεξικάνικος
μεξικάνικος	adj	μεξικανικός
μεξικάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεξικάνικος
μεξικάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεξικάνικος
μεξικάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεξικάνικος
μεξικάνικό	=	μεξικάνικος
μεξικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεξικανικό
μεξικανικέ	adj	κλητική ενικού του μεξικανικός
μεξικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεξικανική
μεξικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεξικανικός
μεξικανικής	adj	γενική ενικού του μεξικανική
μεξικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεξικανικός
μεξικανικού	adj	γενική ενικού του μεξικανικός
μεξικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεξικανικός
μεξικανικό	adj	αιτιατική ενικού του μεξικανικός
μεξικανικός	adj	που έχει σχέση με το Μεξικό ή τους Μεξικανούς
μεξικανικών	adj	γενική πληθυντικού του μεξικανικός
μεοψηφούν	=	μεοψηφών
μεοψηφούσα	=	μεοψηφών
μεοψηφών	verb	που αποτελεί τη μειοψηφία
μεράδι	noun	άλλη μορφή του μοιράδι
μεράδια	=	μεράδι
μεράκι	noun	η σφοδρή επιθυμία ή καημός
μεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεράκι
μεράκλωμα	noun	έντονο συναίσθημα ευαρέσκειας
μεράκλωνα	=	μερακλώνω
μεράκλωναν	=	μερακλώνω
μεράκλωνε	=	μερακλώνω
μεράκλωνες	=	μερακλώνω
μεράκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μεράκλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μεράκλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μεράκλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μεράρχου	noun	γενική ενικού του μέραρχος
μεράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μέραρχος
μεράρχων	noun	γενική πληθυντικού του μέραρχος
μερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψαν	=	μερεύω
μερέψανε	=	μερεύω
μερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψομε	=	μερεύω
μερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψουνε	=	μερεύω
μερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεύω
μερί	noun|literary	άλλη μορφή του μηρός
μερίδα	noun	τμήμα ενός συνόλου
μερίδας	=	μερίδα
μερίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερίδα
μερίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερίδιο
μερίδιο	noun	ένα μικρό μέρος από κάποιο σύνολο
μερίδιου	=	μερίδιο
μερίδιων	=	μερίδιο
μερίδων	=	μερίδα
μερίζαμε	=	μερίζω
μερίζαν	=	μερίζω
μερίζανε	=	μερίζω
μερίζατε	=	μερίζω
μερίζει	=	μερίζω
μερίζεις	=	μερίζω
μερίζετε	=	μερίζω
μερίζοντας	=	μερίζω
μερίζουμε	=	μερίζω
μερίζουν	=	μερίζω
μερίζουνε	=	μερίζω
μερίζω	verb	διαιρώ ένα σύνολο σε μέρη και τα διανέμω
μερίκευα	=	μερικεύω
μερίκευαν	=	μερικεύω
μερίκευε	=	μερικεύω
μερίκευες	=	μερικεύω
μερίκευσα	=	μερικεύω
μερίκευσαν	=	μερικεύω
μερίκευσε	=	μερικεύω
μερίκευσες	=	μερικεύω
μερίκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μερικεύω
μερίκευσης	=	μερίκευση
μερίκευσις	noun	η μερίκευση
μερίμνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μερίμνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μερίμνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μερίμνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μερίνο	noun	άλλη μορφή του μερινός
μερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίσαν	=	μερίζω
μερίσανε	=	μερίζω
μερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρισμα
μερίσματος	noun	γενική ενικού του μέρισμα
μερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μερίστωμα	noun	ιστός φυτού που μέσω κυτταρικών διαιρέσεων συμβάλλει στην παραγωγή νέων κυττάρων
μερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερίζω
μεραδιού	=	μεράδι
μεραδιών	=	μεράδι
μερακιού	=	μεράκι
μερακιών	=	μεράκι
μερακλή	=	μερακλής
μερακλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερακλής
μερακλήδικα	=	μερακλής
μερακλήδικε	=	μερακλήδικος
μερακλήδικες	=	μερακλήδικος
μερακλήδικη	=	μερακλήδικος
μερακλήδικης	=	μερακλήδικος
μερακλήδικο	=	μερακλής
μερακλήδικοι	=	μερακλήδικος
μερακλήδικος	adj	ετυμολογική γραφή του μερακλίδικος
μερακλήδικου	=	μερακλής
μερακλήδικους	=	μερακλήδικος
μερακλήδικων	=	μερακλής
μερακλήδισσα	noun	θηλυκό του μερακλής
μερακλήδισσας	=	μερακλήδισσα
μερακλήδισσες	=	μερακλήδισσα
μερακλήδων	=	μερακλής
μερακλής	noun	αυτός που έχει μεράκι γι' αυτό που κάνει	adj	που είναι μερακλής
μερακλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μερακλίδικος	adv	με μεράκι ή με τον τρόπο του μερακλή
μερακλίδικε	adj	κλητική ενικού του μερακλίδικος
μερακλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερακλίδικη
μερακλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερακλίδικος
μερακλίδικης	adj	γενική ενικού του μερακλίδικη
μερακλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μερακλίδικος
μερακλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερακλίδικος
μερακλίδικος	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στον μερακλή
μερακλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μερακλίδικος
μερακλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μερακλίδικος
μερακλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μερακλίδικος
μερακλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερακλίκι
μερακλού	noun|vulgar	θηλυκό του μερακλής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερακλής
μερακλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερακλού
μερακλούδων	=	μερακλής
μερακλούς	=	μερακλής
μερακλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεράκλωμα
μερακλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερακλωμένο
μερακλωμένε	verb	κλητική ενικού του μερακλωμένος
μερακλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερακλωμένη
μερακλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερακλωμένος
μερακλωμένης	verb	γενική ενικού του μερακλωμένη
μερακλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μερακλωμένος
μερακλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερακλωμένος
μερακλωμένος	=	μερακλώνω
μερακλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μερακλωμένος
μερακλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μερακλωμένος
μερακλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μερακλωμένος
μερακλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεράκλωμα
μερακλώματος	noun	γενική ενικού του μεράκλωμα
μερακλώναμε	=	μερακλώνω
μερακλώναν	=	μερακλώνω
μερακλώνανε	=	μερακλώνω
μερακλώνατε	=	μερακλώνω
μερακλώνει	=	μερακλώνω
μερακλώνεις	=	μερακλώνω
μερακλώνετε	=	μερακλώνω
μερακλώνομαι	=	μερακλώνω
μερακλώνοντας	=	μερακλώνω
μερακλώνουμε	=	μερακλώνω
μερακλώνουν	=	μερακλώνω
μερακλώνουνε	=	μερακλώνω
μερακλώνω	verb	έρχομαι στα μεράκια, αισθάνομαι πολύ έντονα και ευχάριστα συναισθήματα και έχω διάθεση να πιω, να τραγουδίσω και να χορέψω
μερακλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσαν	=	μερακλώνω
μερακλώσανε	=	μερακλώνω
μερακλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μερακλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερακλώνω
μεραρχία	noun	μεγάλος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, που περιλαμβάνει μονάδες διαφόρων όπλων (πεζικό, τεθωρακισμένα κ.λπ.) με διοικητική αυτοτέλεια
μεραρχίας	noun	γενική ενικού του μεραρχία
μεραρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεραρχία
μεραρχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεραρχιακός
μεραρχιακέ	adj	κλητική ενικού του μεραρχιακός
μεραρχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεραρχιακή
μεραρχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεραρχιακός
μεραρχιακής	adj	γενική ενικού του μεραρχιακή
μεραρχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεραρχιακός
μεραρχιακού	adj	γενική ενικού του μεραρχιακός
μεραρχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεραρχιακός
μεραρχιακό	adj	αιτιατική ενικού του μεραρχιακός
μεραρχιακός	adj	που έχει σχέση με μεραρχία (ή μέραρχο) ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεραρχιακών	adj	γενική πληθυντικού του μεραρχιακός
μεραρχιοσήμου	=	μεραρχιόσημο
μεραρχιοσήμων	=	μεραρχιόσημο
μεραρχιόσημα	=	μεραρχιόσημο
μεραρχιόσημο	noun	το έμβλημα μιας μεραρχίας του στρατού ή αντίστοιχης μονάδας των ενόπλων δυνάμεων
μεραρχιόσημου	=	μεραρχιόσημο
μεραρχιόσημων	=	μεραρχιόσημο
μεραρχιών	noun	γενική πληθυντικού του μεραρχία
μερδικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερδικό
μερδικού	noun	γενική ενικού του μερδικό
μερδικό	noun	άλλη μορφή του μερτικό
μερδικών	noun	γενική πληθυντικού του μερδικό
μερεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερεμένο
μερεμένε	verb	κλητική ενικού του μερεμένος
μερεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερεμένη
μερεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερεμένος
μερεμένης	verb	γενική ενικού του μερεμένη
μερεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μερεμένος
μερεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερεμένος
μερεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μερεμένος
μερεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μερεμένος
μερεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μερεμένος
μερεμέτι	noun	η επισκευή, η επιδιόρθωση
μερεμέτια	=	μερεμέτι
μερεμέτιζα	=	μερεμετίζω
μερεμέτιζαν	=	μερεμετίζω
μερεμέτιζε	=	μερεμετίζω
μερεμέτιζες	=	μερεμετίζω
μερεμέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμέτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μερεμετίζω
μερεμετίζαμε	=	μερεμετίζω
μερεμετίζαν	=	μερεμετίζω
μερεμετίζανε	=	μερεμετίζω
μερεμετίζατε	=	μερεμετίζω
μερεμετίζει	=	μερεμετίζω
μερεμετίζεις	=	μερεμετίζω
μερεμετίζετε	=	μερεμετίζω
μερεμετίζοντας	=	μερεμετίζω
μερεμετίζουμε	=	μερεμετίζω
μερεμετίζουν	=	μερεμετίζω
μερεμετίζουνε	=	μερεμετίζω
μερεμετίζω	verb	διορθώνω βλάβη
μερεμετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσαν	=	μερεμετίζω
μερεμετίσανε	=	μερεμετίζω
μερεμετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερεμέτισμα
μερεμετίσματος	noun	γενική ενικού του μερεμέτισμα
μερεμετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερεμετίζω
μερεμετιού	=	μερεμέτι
μερεμετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μερεμέτισμα
μερεμετιών	=	μερεμέτι
μερεολογία	noun	η μελέτη των μερών και των συνόλων που αυτά συναπαρτίζουν· η θεωρία των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ του μέρους και του όλου, καθώς και των σχέσεων ανάμεσα στα μέρη εντός του όλου που αυτά διαμορφώνουν
μερεολογίας	=	μερεολογία
μερεολογίες	=	μερεολογία
μερεολογιών	=	μερεολογία
μερεύαμε	=	μερεύω
μερεύαν	=	μερεύω
μερεύανε	=	μερεύω
μερεύατε	=	μερεύω
μερεύει	=	μερεύω
μερεύεις	=	μερεύω
μερεύετε	=	μερεύω
μερεύομε	=	μερεύω
μερεύοντας	=	μερεύω
μερεύουμε	=	μερεύω
μερεύουν	=	μερεύω
μερεύουνε	=	μερεύω
μερεύτε	=	μερεύω
μερεύω	verb	κάνω ήμερο, ημερεύω
μεριά	noun	η τοποθεσία, το μέρος
μεριάζαμε	=	μεριάζω
μεριάζαν	=	μεριάζω
μεριάζανε	=	μεριάζω
μεριάζατε	=	μεριάζω
μεριάζει	=	μεριάζω
μεριάζεις	=	μεριάζω
μεριάζετε	=	μεριάζω
μεριάζοντας	=	μεριάζω
μεριάζουμε	=	μεριάζω
μεριάζουν	=	μεριάζω
μεριάζουνε	=	μεριάζω
μεριάζω	verb	απομακρύνομαι, μετακινούμαι
μεριάς	noun	γενική ενικού του μεριά
μεριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσαν	=	μεριάζω
μεριάσανε	=	μεριάζω
μεριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριάζω
μεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεριά
μεριδίου	noun	γενική ενικού του μερίδιο
μεριδίτσα	noun	υποκοριστικό του μερίδα
μεριδίτσας	=	μεριδίτσα
μεριδίτσες	=	μεριδίτσα
μεριδίων	noun	γενική πληθυντικού του μερίδιο
μεριδιούχα	=	μεριδιούχος
μεριδιούχε	=	μεριδιούχος
μεριδιούχο	=	μεριδιούχος
μεριδιούχοι	=	μεριδιούχος
μεριδιούχος	adj	που κατέχει ή που δικαιούται μερίδιο
μεριδιούχου	=	μεριδιούχος
μεριδιούχους	=	μεριδιούχος
μεριδιούχων	=	μεριδιούχος
μεριδούλα	noun	υποκοριστικό του μερίδα
μεριδούλας	=	μεριδούλα
μεριδούλες	=	μεριδούλα
μερικά	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μερικοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερικό
μερικέ	adj	κλητική ενικού του μερικός
μερικές	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μερικοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερική
μερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερικός
μερικής	adj	γενική ενικού του μερική
μερικευτήκαμε	=	μερικεύω
μερικευτήκαν	=	μερικεύω
μερικευτήκανε	=	μερικεύω
μερικευτήκατε	=	μερικεύω
μερικευτεί	=	μερικεύω
μερικευτείτε	=	μερικεύω
μερικευόμασταν	=	μερικεύω
μερικευόμαστε	=	μερικεύω
μερικευόμουν	=	μερικεύω
μερικευόμουνα	=	μερικεύω
μερικευόντουσαν	=	μερικεύω
μερικευόσασταν	=	μερικεύω
μερικευόσαστε	=	μερικεύω
μερικευόσουν	=	μερικεύω
μερικευόσουνα	=	μερικεύω
μερικευόταν	=	μερικεύω
μερικευότανε	=	μερικεύω
μερικεύαμε	=	μερικεύω
μερικεύαν	=	μερικεύω
μερικεύανε	=	μερικεύω
μερικεύατε	=	μερικεύω
μερικεύει	=	μερικεύω
μερικεύεις	=	μερικεύω
μερικεύεσαι	=	μερικεύω
μερικεύεστε	=	μερικεύω
μερικεύεται	=	μερικεύω
μερικεύετε	=	μερικεύω
μερικεύομαι	=	μερικεύω
μερικεύονται	=	μερικεύω
μερικεύονταν	=	μερικεύω
μερικεύοντας	=	μερικεύω
μερικεύου	=	μερικεύω
μερικεύουμε	=	μερικεύω
μερικεύουν	=	μερικεύω
μερικεύουνε	=	μερικεύω
μερικεύσαμε	=	μερικεύω
μερικεύσαν	=	μερικεύω
μερικεύσανε	=	μερικεύω
μερικεύσατε	=	μερικεύω
μερικεύσει	=	μερικεύω
μερικεύσεις	=	μερίκευση
μερικεύσεων	=	μερίκευση
μερικεύσου	=	μερικεύω
μερικεύστε	=	μερικεύω
μερικεύτηκα	=	μερικεύω
μερικεύτηκαν	=	μερικεύω
μερικεύτηκε	=	μερικεύω
μερικεύτηκες	=	μερικεύω
μερικεύω	verb	αναλύω ένα θέμα χρησιμοποιώντας μόνο κάποια σημεία
μερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερικός	pron	κάποιοι ή λίγοι
μερικού	adj	γενική ενικού του μερικός
μερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μερικός	pron	αιτιατική πληθυντικού του μερικοί
μερικό	adj	αιτιατική ενικού του μερικός
μερικός	adj	που χαρακτηρίζει το μέρος και όχι το σύνολο
μερικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του μερικού, που αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου
μερικών	adj	γενική πληθυντικού του μερικός	pron	αρσενικό γενική πληθυντικού του μερικοί
μερικώς	adv	όσον αφορά ένα μέρος, ένα τμήμα, όχι ένα σύνολο
μεριμνά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μεριμνώ
μεριμνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεριμνώ
μεριμνώ	verb	φροντίζω, ανησυχώ, σκέφτομαι σοβαρά, εξετάζω λεπτομερώς, επιμελούμαι, προνοώ
μεριμνών	noun	γενική πληθυντικού του μέριμνα
μεριμνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεριμνώ
μερινό	noun|rare	άλλη μορφή του μερινός
μερινόν	noun	το μερινός ή μερίνο (το είδος προβάτου ή το μαλλί του)
μερινός	noun	φυλή προβάτου
μεριού	=	μερί
μερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μέρισμα
μερισμέ	noun	κλητική ενικού του μερισμός
μερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερισμένο
μερισμένε	verb	κλητική ενικού του μερισμένος
μερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερισμένη
μερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερισμένος
μερισμένης	verb	γενική ενικού του μερισμένη
μερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μερισμένος
μερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερισμένος
μερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μερισμένος
μερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μερισμένος
μερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μερισμένος
μερισματαποδείξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερισματαπόδειξη
μερισματαποδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του μερισματαπόδειξη
μερισματαποδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του μερισματαπόδειξη
μερισματαποδόσεις	=	μερισματαπόδοση
μερισματαποδόσεων	=	μερισματαπόδοση
μερισματαπόδειξη	noun	απόδειξη που έχει προσαρτηθεί σε μετοχή ή ομολογία και με την οποία ο κομιστής δικαιούχος μπορεί να εισπράξει μέρισμα
μερισματαπόδειξης	noun	γενική ενικού του μερισματαπόδειξη
μερισματαπόδειξις	noun	μερισματαπόδειξη
μερισματαπόδοση	noun	η απόδοση ενός μερίσματος
μερισματαπόδοσης	=	μερισματαπόδοση
μερισματικά	=	μερισματικός
μερισματικέ	=	μερισματικός
μερισματικές	=	μερισματικός
μερισματική	=	μερισματικός
μερισματικής	=	μερισματικός
μερισματικοί	=	μερισματικός
μερισματικού	=	μερισματικός
μερισματικούς	=	μερισματικός
μερισματικό	=	μερισματικός
μερισματικός	adj	που έχει σχέση με μέρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
μερισματικών	=	μερισματικός
μερισματούχα	=	μερισματούχος
μερισματούχας	=	μερισματούχος
μερισματούχε	=	μερισματούχος
μερισματούχες	=	μερισματούχος
μερισματούχο	=	μερισματούχος
μερισματούχοι	=	μερισματούχος
μερισματούχος	adj	που έχει (να λαμβάνει) μέρισμα
μερισματούχου	=	μερισματούχος
μερισματούχους	=	μερισματούχος
μερισματούχων	=	μερισματούχος
μερισματόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερισματόγραφο
μερισματόγραφο	noun	η μερισματαπόδειξη
μερισματόγραφου	noun	γενική ενικού του μερισματόγραφο
μερισματόγραφων	noun	γενική πληθυντικού του μερισματόγραφο
μερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερισμός
μερισμού	noun	γενική ενικού του μερισμός
μερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μερισμός
μερισμό	noun	αιτιατική ενικού του μερισμός
μερισμός	noun	συνώνυμο του επιμερισμός
μερισμών	noun	γενική πληθυντικού του μερισμός
μεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεριστικό
μεριστικέ	adj	κλητική ενικού του μεριστικός
μεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεριστική
μεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεριστικός
μεριστικής	adj	γενική ενικού του μεριστική
μεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεριστικός
μεριστικού	adj	γενική ενικού του μεριστικός
μεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεριστικός
μεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεριστικός
μεριστικός	adj	που έχει σχέση με τον μερισμό
μεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεριστικός
μεριστωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μερίστωμα
μεριστωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεριστωματικό
μεριστωματικέ	adj	κλητική ενικού του μεριστωματικός
μεριστωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεριστωματική
μεριστωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεριστωματικός
μεριστωματικής	adj	γενική ενικού του μεριστωματική
μεριστωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεριστωματικός
μεριστωματικού	adj	γενική ενικού του μεριστωματικός
μεριστωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεριστωματικός
μεριστωματικό	adj	αιτιατική ενικού του μεριστωματικός
μεριστωματικός	adj	που έχει σχέση με το μερίστωμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
μεριστωματικών	adj	γενική πληθυντικού του μεριστωματικός
μεριστώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερίστωμα
μεριστώματος	noun	γενική ενικού του μερίστωμα
μεριών	=	μεριά
μερκαντιλισμέ	noun	κλητική ενικού του μερκαντιλισμός
μερκαντιλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερκαντιλισμός
μερκαντιλισμού	noun	γενική ενικού του μερκαντιλισμός
μερκαντιλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μερκαντιλισμός
μερκαντιλισμό	noun	αιτιατική ενικού του μερκαντιλισμός
μερκαντιλισμός	noun	άλλη ονομασία για την εμποροκρατία
μερκαντιλισμών	noun	γενική πληθυντικού του μερκαντιλισμός
μερκαπτάνες	=	μερκαπτάνη
μερκαπτάνη	noun	οργανική θειούχος ένωση με χαρακτηριστικά έντονη οσμή, η οποία χρησιμοποιείται συχνά για να προσδίδει οσμή σε άοσμα καύσιμα αέρια, ώστε να γίνεται αντιληπτή τυχόν διαρροή τους
μερκαπτάνης	=	μερκαπτάνη
μερκαπτανών	=	μερκαπτάνη
μερκελίστρια	=	μερκελιστής
μερκελισμέ	noun	κλητική ενικού του μερκελισμός
μερκελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερκελισμός
μερκελισμού	noun	γενική ενικού του μερκελισμός
μερκελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μερκελισμός
μερκελισμό	noun	αιτιατική ενικού του μερκελισμός
μερκελισμός	noun	η πολιτικοοικονομική ιδεολογία και πρακτική της καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ μέσα στην Ευρωζώνη
μερκελισμών	noun	γενική πληθυντικού του μερκελισμός
μερκελιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερκελιστής
μερκελιστή	=	μερκελιστής
μερκελιστής	noun	ο οπαδός του μερκελισμού, ο υποταγμένος στην πολιτική της Άνγκελας Μέρκελ
μερκελιστών	=	μερκελιστής
μερλούκιε	=	μερλούκιος
μερλούκιο	=	μερλούκιος
μερλούκιοι	=	μερλούκιος
μερλούκιος	noun	γένος ψαριού της οικογένειας των Μερλουκιδών (Merlucciidae), με 14 είδη
μερλούκιου	=	μερλούκιος
μερλούκιους	=	μερλούκιος
μερλούκιων	=	μερλούκιος
μερμήγκι	=	μυρμήγκι
μερμήγκων	=	μέρμηγκας
μερμηγκάκι	noun|figurative	υποκοριστικό του μερμήγκι
μερμηγκάκια	=	μερμηγκάκι
μερμηγκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερμήγκιασμα
μερμηγκιάσματος	noun	γενική ενικού του μερμήγκιασμα
μερμηγκιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μερμήγκιασμα
μεροδουλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεροδουλευτής
μεροδουλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεροδουλευτής
μεροδουλευτής	noun|rare	ο μεροκαματιάρης
μεροδουλευτών	noun	γενική πληθυντικού του μεροδουλευτής
μεροδούλι	noun|literary	το μεροκάματο
μεροκάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεροκάματο
μεροκάματο	noun	το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας
μεροκάματου	noun	γενική ενικού του μεροκάματο
μεροκάματων	noun	γενική πληθυντικού του μεροκάματο
μεροκαματιάρα	=	μεροκαματιάρης
μεροκαματιάρη	noun	μεροκαματιάρης, στη γενική του ενικού
μεροκαματιάρηδες	noun	μεροκαματιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
μεροκαματιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μεροκαματιάρης
μεροκαματιάρης	noun	ο φτωχός βιοπαλαιστής, αυτός που παλεύει να βγάλει ένα μεροκάματο για να ζήσει
μερολήπτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μερολήπτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μερολήπτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μερολήπτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσαν	=	μεροληπτώ
μεροληπτήσανε	=	μεροληπτώ
μεροληπτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσουνε	=	μεροληπτώ
μεροληπτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεροληπτώ
μεροληπτεί	=	μεροληπτώ
μεροληπτείς	=	μεροληπτώ
μεροληπτείτε	=	μεροληπτώ
μεροληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεροληπτικό	adv	χωρίς αντικειμενικότητα, με προκατάληψη, με διακρίσεις
μεροληπτικέ	adj	κλητική ενικού του μεροληπτικός
μεροληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεροληπτική
μεροληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεροληπτικός
μεροληπτικής	adj	γενική ενικού του μεροληπτική
μεροληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεροληπτικός
μεροληπτικοτήτων	=	μεροληπτικότητα
μεροληπτικού	adj	γενική ενικού του μεροληπτικός
μεροληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεροληπτικός
μεροληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεροληπτικός
μεροληπτικός	adj	που μεροληπτεί, που ευνοεί (αντίθετα προς τη δικαιοσύνη) το ένα από δύο αντιτιθέμενα μέρη
μεροληπτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του μεροληπτικού, το να είναι κάποιος μεροληπτικός, να μεροληπτεί
μεροληπτικότητας	=	μεροληπτικότητα
μεροληπτικότητες	=	μεροληπτικότητα
μεροληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεροληπτικός
μεροληπτικώς	adv|dated	μεροληπτικά
μεροληπτούμε	=	μεροληπτώ
μεροληπτούν	=	μεροληπτώ
μεροληπτούνε	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσα	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσαμε	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσαν	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσανε	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσατε	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσε	=	μεροληπτώ
μεροληπτούσες	=	μεροληπτώ
μεροληπτώ	verb	υποστηρίζω κάποιο πρόσωπο ή άποψη με μη αντικειμενικό τρόπο, υποκινούμενος αποκλειστικά από προσωπικούς λόγους ή συμφέροντα
μεροληπτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεροληπτώ
μεροληψία	noun	το να παίρνει κανείς το μέρος κάποιου σε μια διαμάχη, ενώ, λόγω της θέσης του, δεν θα έπρεπε
μεροληψίας	noun	γενική ενικού του μεροληψία
μεροληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεροληψία
μεροληψιών	noun	γενική πληθυντικού του μεροληψία
μερολογία	noun	το πεδίο μελέτης των συστατικών και του τρόπο συσχετισμού τους με το όλον
μερολογίας	noun	γενική ενικού του μερολογία
μερολογίες	=	μερολογία
μερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μερολογία
μερομήνια	noun	οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου, κατά τις οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, κάποιοι μπορούν να προβλέψουν τον καιρό που θα κάνει τους επόμενους δώδεκα μήνες
μεροφάι	noun|vulgar	μόνο στην έκφραση μεροδούλι μεροφάι
μερούλα	noun	υποκοριστικό του μέρα
μερούλας	noun	γενική ενικού του μερούλα
μερούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερούλα
μερσί	intj	ευχαριστώ
μερσίνα	noun	άλλη μορφή του μυρσίνη
μερσίνας	=	μερσίνα
μερσίνες	=	μερσίνα
μερσίνη	=	μυρσίνη
μερσεντές	noun	αυτοκίνητο μάρκας Mercedes-Benz
μερσεριζέ	adj	για ύφασμα που έχει υποστεί επεξεργασία ώστε να λαμπυρίζει
μερσερισμέ	=	μερσερισμός
μερσερισμοί	=	μερσερισμός
μερσερισμού	=	μερσερισμός
μερσερισμούς	=	μερσερισμός
μερσερισμό	=	μερσερισμός
μερσερισμός	noun	τεχνική εμβαπτίσματος βαμβακερών νημάτων σε διάλυμα καυστικής σόδας για να αποκτήσουν στιλπνότητα
μερσερισμών	=	μερσερισμός
μερσινών	=	μερσίνα
μερτζάνι	noun	το κοράλλι
μερτζάνια	=	μερτζάνι
μερτζανιού	=	μερτζάνι
μερτζανιών	=	μερτζάνι
μερτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερτικό
μερτικού	noun	γενική ενικού του μερτικό
μερτικό	noun|formal	ή (λαϊκότροπο) το μερίδιο
μερτικών	noun	γενική πληθυντικού του μερτικό
μερτσέντες	noun	άλλη προφορά του Μερσεντές
μερυπ	abbrev	ΜΕΡαρχία ΥΠοστήριξης
μερχαμέτι	noun|dated	συμπόνια, έλεος, κρίμα
μερχαμέτια	=	μερχαμέτι
μερχαμετιού	=	μερχαμέτι
μερχαμετιών	=	μερχαμέτι
μερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μέρωμα
μερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερωμένο
μερωμένε	verb	κλητική ενικού του μερωμένος
μερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερωμένη
μερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερωμένος
μερωμένης	verb	γενική ενικού του μερωμένη
μερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μερωμένος
μερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερωμένος
μερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μερωμένος
μερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μερωμένος
μερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μερωμένος
μερωνυμία	noun	η σημασιολογική σχέση δύο λεξημάτων που το ένα είναι μέρος (τμήμα) του άλλου
μερωνυμίας	noun	γενική ενικού του μερωνυμία
μερωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερωνυμία
μερωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερωνυμικό
μερωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του μερωνυμικός
μερωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερωνυμική
μερωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μερωνυμικός
μερωνυμικής	adj	γενική ενικού του μερωνυμική
μερωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μερωνυμικός
μερωνυμικού	adj	γενική ενικού του μερωνυμικός
μερωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μερωνυμικός
μερωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του μερωνυμικός
μερωνυμικός	adj	που έχει σχέση με τη μερωνυμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μερωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του μερωνυμικός
μερωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του μερωνυμία
μερόνυχτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μερόνυχτο	adv	όλη την μέρα και τη νύχτα
μερόνυχτο	noun	μια μέρα και μια νύχτα
μερόνυχτου	noun	γενική ενικού του μερόνυχτο
μερόνυχτων	noun	γενική πληθυντικού του μερόνυχτο
μερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέρωμα
μερώματος	noun	γενική ενικού του μέρωμα
μερών	noun	γενική πληθυντικού του μέρα
μερώναμε	=	μερώνω
μερώναν	=	μερώνω
μερώνανε	=	μερώνω
μερώνατε	=	μερώνω
μερώνει	=	μερώνω
μερώνεις	=	μερώνω
μερώνετε	=	μερώνω
μερώνοντας	=	μερώνω
μερώνουμε	=	μερώνω
μερώνουν	=	μερώνω
μερώνουνε	=	μερώνω
μερώνυμα	=	μερώνυμο
μερώνυμο	noun	το λέξημα που σημασιολογικά αποτελεί μέρος (τμήμα) ενός άλλου
μερώνυμου	=	μερώνυμο
μερώνυμων	=	μερώνυμο
μερώνω	verb|vulgar	ημερώνω
μερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσαν	=	μερώνω
μερώσανε	=	μερώνω
μερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μερώνω
μες	noun	τρόπος βαψίματος των μαλλιών με ανταύγειες	adv	μέσα (σε θέση πρόθεσης)
μεσάζον	=	μεσάζων
μεσάζοντα	=	μεσάζων
μεσάζοντας	noun	ο άνθρωπος που παρεμβαίνει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους άλλους ανθρώπους ώστε να τους φέρει σε επικοινωνία με σκοπό κάποιο όφελος, συνήθως οικονομικό
μεσάζοντες	=	μεσάζων
μεσάζοντος	=	μεσάζων
μεσάζουσα	noun	θηλυκό του μεσάζων
μεσάζουσας	=	μεσάζουσα
μεσάζουσες	=	μεσάζουσα
μεσάζων	noun|formal	λογιότερη μορφή για το μεσάζοντας
μεσάλα	noun	τραπεζομάντιλο
μεσάλι	noun	το τραπεζομάντηλο, ιδίως όχι το μεγάλο, και η πετσέτα για το φαγητό
μεσάνδρα	noun	άλλη μορφή του μεσάντρα
μεσάνδρας	=	μεσάνδρα
μεσάνδρες	=	μεσάνδρα
μεσάντρα	noun|dated	ξύλινη ντουλάπα που καλύπτει τη μια πλευρά του δωματίου σε παραδοσιακά σπίτια
μεσάντρας	=	μεσάντρα
μεσάντρες	=	μεσάντρα
μεσάνυκτα	=	μεσάνυχτα
μεσάνυχτα	noun	η μέση της νύχτας, όταν το ρολόι δείχνει 12
μεσάρι	noun	μισό κοιλό (μέτρο χωρητικότητας)
μεσάρια	=	μεσάρι
μεσάτα	=	μεσάτος
μεσάτε	=	μεσάτος
μεσάτες	=	μεσάτος
μεσάτη	=	μεσάτος
μεσάτης	=	μεσάτος
μεσάτο	=	μεσάτος
μεσάτοι	=	μεσάτος
μεσάτος	adj	γεμάτος μέχρι τη μέση
μεσάτου	=	μεσάτος
μεσάτους	=	μεσάτος
μεσάτων	=	μεσάτος
μεσέγχυμα	noun	κυτταρικός ζωικός ιστός που βρίσκεται περί το εμβρυικό μεσόδερμα και περιβάλλει τα εσωτερικά όργανα υπό μορφή κομπρέσας.
μεσήλικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεσήλικας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσήλικος
μεσήλικας	noun	άνθρωπος μέσης ηλικίας, όχι πια νέος αλλά ούτε ακόμη και γέρος
μεσήλικε	adj	κλητική ενικού του μεσήλικος
μεσήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσήλικη
μεσήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσήλικος
μεσήλικης	adj	γενική ενικού του μεσήλικη
μεσήλικο	adj	αιτιατική ενικού του μεσήλικος
μεσήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσήλικος
μεσήλικος	adj	άνθρωπος που βρίσκεται στη μέση ηλικία, δεν είναι πια νέος αλλά ούτε ακόμη και γέρος
μεσήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσήλικος
μεσήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσήλικος
μεσήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσήλικος
μεσίστια	=	μεσίστιος
μεσίστιας	=	μεσίστιος
μεσίστιε	=	μεσίστιος
μεσίστιες	=	μεσίστιος
μεσίστιο	=	μεσίστιος
μεσίστιοι	=	μεσίστιος
μεσίστιος	adj	για σημαία που αναρτάται στη μέση του ιστού της (και όχι στην κορυφή) σε ένδειξη πένθους
μεσίστιου	=	μεσίστιος
μεσίστιους	=	μεσίστιος
μεσίστιων	=	μεσίστιος
μεσίτες	=	μεσίτης
μεσίτευα	=	μεσιτεύω
μεσίτευαν	=	μεσιτεύω
μεσίτευε	=	μεσιτεύω
μεσίτευες	=	μεσιτεύω
μεσίτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσίτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσίτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσίτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσίτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεσιτεύω
μεσίτευσης	noun	γενική ενικού του μεσίτευση
μεσίτευσις	noun	μεσίτευση, μεσιτεία
μεσίτεψα	=	μεσιτεύω
μεσίτεψαν	=	μεσιτεύω
μεσίτεψε	=	μεσιτεύω
μεσίτεψες	=	μεσιτεύω
μεσίτη	=	μεσίτης
μεσίτης	noun	επαγγελματίας που αναλαμβάνει να προωθήσει την αγορά ή την πώληση ακίνητης περιουσίας, με κάποιο οικονομικό όφελος
μεσίτρα	noun	αυτή που μεσιτεύει
μεσίτρας	=	μεσίτρα
μεσίτρες	=	μεσίτρα
μεσίτρια	noun	αυτή που μεσιτεύει
μεσίτριας	noun	γενική ενικού του μεσίτρια
μεσίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσίτρια
μεσαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσαίος
μεσαίας	adj	γενική ενικού του μεσαία
μεσαίε	adj	μεσαίος, στην κλητική του ενικού
μεσαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσαία
μεσαίο	adj	μεσαίος, στην αιτιατική του ενικού
μεσαίοι	adj	μεσαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μεσαίος	adj	που βρίσκεται στη μέση ενός πράγματος
μεσαίου	adj	γενική ενικού του μεσαίος
μεσαίους	adj	μεσαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μεσαίων	=	μεσαίος
μεσαίωνα	=	μεσαίωνας
μεσαίωνας	noun	οι μεσαίοι χρόνοι, η χρονική περίοδος από το τέλος της αρχαιότητας έως τα νεότερα χρόνια
μεσαίωνες	=	μεσαίωνας
μεσαζουσών	=	μεσάζουσα
μεσαζόντων	=	μεσάζων
μεσαιπόλιος	adj|archaic	μεσήλικας, μεσόκοπος
μεσαιωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσαιωνικό
μεσαιωνικέ	adj	κλητική ενικού του μεσαιωνικός
μεσαιωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσαιωνική
μεσαιωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσαιωνικός
μεσαιωνικής	adj	γενική ενικού του μεσαιωνική
μεσαιωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσαιωνικός
μεσαιωνικού	adj	γενική ενικού του μεσαιωνικός
μεσαιωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσαιωνικός
μεσαιωνικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσαιωνικός
μεσαιωνικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στο Μεσαίωνα
μεσαιωνικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσαιωνικός
μεσαιωνισμέ	noun	κλητική ενικού του μεσαιωνισμός
μεσαιωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσαιωνισμός
μεσαιωνισμού	noun	γενική ενικού του μεσαιωνισμός
μεσαιωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεσαιωνισμός
μεσαιωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεσαιωνισμός
μεσαιωνισμός	noun	η απανθρωπιά, η βαρβαρότητα, η εμπάθεια
μεσαιωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεσαιωνισμός
μεσαιωνοδίφες	=	μεσαιωνοδίφης
μεσαιωνοδίφη	=	μεσαιωνοδίφης
μεσαιωνοδίφης	noun	ο ιστορικός που ασχολείται με την έρευνα της μεσαιωνικής περιόδου
μεσαιωνοδιφών	=	μεσαιωνοδίφης
μεσαιώνων	=	μεσαίωνας
μεσακάρη	=	μεσακάρης
μεσακάρηδες	=	μεσακάρης
μεσακάρηδων	=	μεσακάρης
μεσακάρης	noun	άλλη μορφή του μεσιακάρης
μεσακάρισσα	noun	θηλυκό του μεσακάρης
μεσακάρισσας	=	μεσακάρισσα
μεσακάρισσες	=	μεσακάρισσα
μεσακαρισσών	=	μεσακάρισσα
μεσανατολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσανατολικό
μεσανατολικέ	adj	κλητική ενικού του μεσανατολικός
μεσανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσανατολική
μεσανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσανατολικός
μεσανατολικής	adj	γενική ενικού του μεσανατολική
μεσανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσανατολικός
μεσανατολικού	adj	γενική ενικού του μεσανατολικός
μεσανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσανατολικός
μεσανατολικό	noun	το μεσανατολικό ζήτημα, το σύνολο των πολιτικών προβλημάτων που αφορούν στη Μέση Ανατολή	adj	αιτιατική ενικού του μεσανατολικός
μεσανατολικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Μέση Ανατολή
μεσανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσανατολικός
μεσαριά	noun	που βρίσκεται στη μέση, ανάμεσα
μεσαριάς	=	μεσαριά
μεσαριές	=	μεσαριά
μεσαριού	=	μεσάρι
μεσαριών	=	μεσαριά
μεσαύλι	noun|vulgar	το μέσο μιας αυλής
μεσαύλια	=	μεσαύλι
μεσαύλιο	noun|formal	άλλη μορφή του μεσαύλι
μεσαύλιον	noun	η εσωτερική αυλή οικοδομικού τετραγώνου οικημάτων όπως οι πολυκατοικίες
μεσαύλιου	=	μεσαύλιο
μεσαύλιων	=	μεσαύλιο
μεσεγγυήματα	=	μεσεγγύημα
μεσεγγυήματος	=	μεσεγγύημα
μεσεγγυήσεις	=	μεσεγγύηση
μεσεγγυήσεων	=	μεσεγγύηση
μεσεγγυήτρια	noun	θηλυκό του μεσεγγυητής
μεσεγγυήτριας	noun	γενική ενικού του μεσεγγυήτρια
μεσεγγυήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσεγγυήτρια
μεσεγγυημάτων	=	μεσεγγύημα
μεσεγγυητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσεγγυητής
μεσεγγυητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεσεγγυητής
μεσεγγυητής	noun	αυτός στον οποίο δίνουμε κάτι ως εγγυητή, μέχρι να εκδοθεί γι’ αυτό σχετική απόφαση δικαστηρίου
μεσεγγυητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσεγγυητικό
μεσεγγυητικέ	adj	κλητική ενικού του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσεγγυητική
μεσεγγυητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητικής	adj	γενική ενικού του μεσεγγυητική
μεσεγγυητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητικού	adj	γενική ενικού του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητικός	adj	που έχει σχέση με μεσεγγυητή ή μεσεγγύηση ή αναφέρεται σ' αυτά
μεσεγγυητικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσεγγυητικός
μεσεγγυητριών	noun	γενική πληθυντικού του μεσεγγυήτρια
μεσεγγυητών	noun	γενική πληθυντικού του μεσεγγυητής
μεσεγγυούχε	=	μεσεγγυούχος
μεσεγγυούχο	=	μεσεγγυούχος
μεσεγγυούχοι	=	μεσεγγυούχος
μεσεγγυούχος	noun	μεσεγγυητής / μεσεγγυήτρια
μεσεγγυούχου	=	μεσεγγυούχος
μεσεγγυούχους	=	μεσεγγυούχος
μεσεγγυούχων	=	μεσεγγυούχος
μεσεγγύημα	noun	άλλη μορφή του μεσεγγύηση
μεσεγγύηση	noun	η μετά από συμφωνία ή η μετά από απόφαση δικαστηρίου ή άλλου οργάνου παράδοση σε τρίτο πρόσωπο επίδικου πράγματος για φύλαξη και για εξασφάλιση αμφισβητούμενων δικαιωμάτων
μεσεγγύησης	=	μεσεγγύηση
μεσεγκέφαλε	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκέφαλο	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκέφαλοι	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκέφαλος	noun	ανώτερο τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους που συνδέει τον διεγκέφαλο με τις κατώτερες μοίρες του στελέχους και συμμετέχει στον έλεγχο της κίνησης, των οφθαλμικών αντανακλαστικών και της αισθητηριακής αγωγής
μεσεγκέφαλου	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκέφαλους	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκέφαλων	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκεφάλου	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκεφάλους	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγκεφάλων	=	μεσεγκέφαλος
μεσεγχυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεσέγχυμα
μεσεγχύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσέγχυμα
μεσεγχύματος	noun	γενική ενικού του μεσέγχυμα
μεσευρωπαϊκά	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκέ	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκές	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκή	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκής	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκοί	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκού	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκούς	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκό	=	μεσευρωπαϊκός
μεσευρωπαϊκός	adj	που αναφέρεται στη Μεσευρώπη
μεσευρωπαϊκών	=	μεσευρωπαϊκός
μεσηλίκων	=	μεσήλικας
μεσημάριασα	=	μεσημεριάζω
μεσημέρι	noun	το μέσο της ημέρας, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το απόγευμα.
μεσημέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημέρι
μεσημέριαζα	=	μεσημεριάζω
μεσημέριαζαν	=	μεσημεριάζω
μεσημέριαζε	=	μεσημεριάζει
μεσημέριαζες	=	μεσημεριάζω
μεσημέριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημέριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημέριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημέριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημβρία	noun|formal	το μεσημέρι
μεσημβρίαν	=	μεσημβρία
μεσημβρίας	noun	γενική ενικού του μεσημβρία
μεσημβρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημβρία
μεσημβρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσημβρινός	adv|formal	νότια
μεσημβρινέ	adj	κλητική ενικού του μεσημβρινός
μεσημβρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημβρινή
μεσημβρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσημβρινός
μεσημβρινής	adj	γενική ενικού του μεσημβρινή
μεσημβρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσημβρινός
μεσημβρινού	adj	γενική ενικού του μεσημβρινός
μεσημβρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσημβρινός
μεσημβρινό	adj	αιτιατική ενικού του μεσημβρινός
μεσημβρινός	noun	ο μέγιστος νοητός κύκλος της υδρογείου που ενώνει τους δύο πόλους της	adj	που αφορά τη μεσημβρία ή το μεσημέρι
μεσημβρινών	adj	γενική πληθυντικού του μεσημβρινός
μεσημβριών	noun	γενική πληθυντικού του μεσημβρία
μεσημεριάζαμε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζαν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζανε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζατε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζει	verb	πλησιάζει το μεσημέρι
μεσημεριάζεις	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζεσαι	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζεστε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζεται	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζετε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζομαι	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζονται	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζονταν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζοντας	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζουμε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζουν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζουνε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάζω	verb	χρονοτριβώ μέχρι να φτάσει το μεσημέρι
μεσημεριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάσαν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάσανε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάσου	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάστε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάστηκα	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάστηκαν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάστηκε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάστηκες	=	μεσημεριάζω
μεσημεριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσημεριάζω
μεσημεριάτικα	adv	κατά το μεσημέρι
μεσημεριάτικε	adj	κλητική ενικού του μεσημεριάτικος
μεσημεριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριάτικη
μεσημεριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσημεριάτικος
μεσημεριάτικης	adj	γενική ενικού του μεσημεριάτικη
μεσημεριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεσημεριάτικος
μεσημεριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριάτικος
μεσημεριάτικος	adj	άλλη μορφή του μεσημεριανός
μεσημεριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσημεριάτικος
μεσημεριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσημεριάτικος
μεσημεριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσημεριάτικος
μεσημεριαζόμασταν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόμαστε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόμουν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόμουνα	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόντουσαν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόσασταν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόσαστε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόσουν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόσουνα	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζόταν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαζότανε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαμένος	=	μεσημεριάζω
μεσημεριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσημεριανός	adv	την ώρα του μεσημεριού
μεσημεριανέ	adj	κλητική ενικού του μεσημεριανός
μεσημεριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριανή
μεσημεριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσημεριανός
μεσημεριανής	adj	γενική ενικού του μεσημεριανή
μεσημεριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριανός
μεσημεριανού	adj	γενική ενικού του μεσημεριανός
μεσημεριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσημεριανός
μεσημεριανό	adj	αιτιατική ενικού του μεσημεριανός	noun	το μεσημεριανό γεύμα
μεσημεριανός	adj	που συμβαίνει το μεσημέρι
μεσημεριανών	adj	γενική πληθυντικού του μεσημεριανός
μεσημεριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριασμένο
μεσημεριασμένε	verb	κλητική ενικού του μεσημεριασμένος
μεσημεριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριασμένη
μεσημεριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσημεριασμένος
μεσημεριασμένης	verb	γενική ενικού του μεσημεριασμένη
μεσημεριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεσημεριασμένος
μεσημεριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσημεριασμένος
μεσημεριασμένος	=	μεσημεριάζω
μεσημεριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσημεριασμένος
μεσημεριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεσημεριασμένος
μεσημεριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσημεριασμένος
μεσημεριαστήκαμε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαστήκαν	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαστήκανε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαστήκατε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαστεί	=	μεσημεριάζω
μεσημεριαστείτε	=	μεσημεριάζω
μεσημεριού	noun	γενική ενικού του μεσημέρι
μεσημεριών	=	μεσημέρι
μεσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσιακός	adv	με μεσιακό τρόπο
μεσιακάρη	=	μεσιακάρης
μεσιακάρηδες	=	μεσιακάρης
μεσιακάρηδων	=	μεσιακάρης
μεσιακάρης	noun	άλλη μορφή του μισακάρης
μεσιακέ	adj	κλητική ενικού του μεσιακός
μεσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσιακή
μεσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσιακός
μεσιακής	adj	γενική ενικού του μεσιακή
μεσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσιακός
μεσιακού	adj	γενική ενικού του μεσιακός
μεσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσιακός
μεσιακό	adj	αιτιατική ενικού του μεσιακός
μεσιακός	adj|vulgar	άλλη μορφή του μισιακός
μεσιακών	adj	γενική πληθυντικού του μεσιακός
μεσιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσιανός	adv	άλλη μορφή του μεσαία
μεσιανέ	adj	κλητική ενικού του μεσιανός
μεσιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσιανή
μεσιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσιανός
μεσιανής	adj	γενική ενικού του μεσιανή
μεσιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσιανός
μεσιανού	adj	γενική ενικού του μεσιανός
μεσιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσιανός
μεσιανό	adj	αιτιατική ενικού του μεσιανός
μεσιανός	adj	άλλη μορφή του μεσαίος
μεσιανών	adj	γενική πληθυντικού του μεσιανός
μεσιτέψαμε	=	μεσιτεύω
μεσιτέψαν	=	μεσιτεύω
μεσιτέψανε	=	μεσιτεύω
μεσιτέψατε	=	μεσιτεύω
μεσιτέψει	=	μεσιτεύω
μεσιτέψτε	=	μεσιτεύω
μεσιτεία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεσιτεύω
μεσιτείας	noun	γενική ενικού του μεσιτεία
μεσιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσιτεία
μεσιτειών	noun	γενική πληθυντικού του μεσιτεία
μεσιτεύαμε	=	μεσιτεύω
μεσιτεύαν	=	μεσιτεύω
μεσιτεύανε	=	μεσιτεύω
μεσιτεύατε	=	μεσιτεύω
μεσιτεύει	=	μεσιτεύω
μεσιτεύεις	=	μεσιτεύω
μεσιτεύετε	=	μεσιτεύω
μεσιτεύοντας	=	μεσιτεύω
μεσιτεύουμε	=	μεσιτεύω
μεσιτεύουν	=	μεσιτεύω
μεσιτεύουνε	=	μεσιτεύω
μεσιτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσίτευση
μεσιτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεσίτευση
μεσιτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεσίτευση
μεσιτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσιτεύω
μεσιτεύω	verb	μεσολαβώ
μεσιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσιτικό
μεσιτικέ	adj	κλητική ενικού του μεσιτικός
μεσιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσιτική
μεσιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσιτικός
μεσιτικής	adj	γενική ενικού του μεσιτική
μεσιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσιτικός
μεσιτικού	adj	γενική ενικού του μεσιτικός
μεσιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσιτικός
μεσιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσιτικός
μεσιτικός	adj	που έχει σχέση με τη μεσιτεία και ιδίως με το μεσίτη
μεσιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσιτικός
μεσιτριών	noun	γενική πληθυντικού του μεσίτρια
μεσιτρών	=	μεσίτρα
μεσιτών	=	μεσίτης
μεσκίνη	=	μεσκίνης
μεσκίνηδες	=	μεσκίνης
μεσκίνηδων	=	μεσκίνης
μεσκίνης	noun	άπορος, φτωχός
μεσοαστέ	noun	κλητική ενικού του μεσοαστός
μεσοαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοαστικό
μεσοαστικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοαστικός
μεσοαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοαστική
μεσοαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοαστικός
μεσοαστικής	adj	γενική ενικού του μεσοαστική
μεσοαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοαστικός
μεσοαστικού	adj	γενική ενικού του μεσοαστικός
μεσοαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοαστικός
μεσοαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοαστικός
μεσοαστικός	adj	που έχει σχέση με μεσοαστό, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μεσοαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοαστικός
μεσοαστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοαστός
μεσοαστού	noun	γενική ενικού του μεσοαστός
μεσοαστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεσοαστός
μεσοαστό	noun	αιτιατική ενικού του μεσοαστός
μεσοαστός	noun	κάποιος που θα μπορούσε να καταταχθεί στα μεσαία στρώματα της αστικής τάξης
μεσοαστών	noun	γενική πληθυντικού του μεσοαστός
μεσοβέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσοβέζικος	adv	με μεσοβέζικο τρόπο
μεσοβέζικε	adj	κλητική ενικού του μεσοβέζικος
μεσοβέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοβέζικη
μεσοβέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοβέζικος
μεσοβέζικης	adj	γενική ενικού του μεσοβέζικη
μεσοβέζικο	adj	αιτιατική ενικού του μεσοβέζικος
μεσοβέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοβέζικος
μεσοβέζικος	adj	που αποτελεί μια μέση λύση και επομένως δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένος και σταθερός
μεσοβέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσοβέζικος
μεσοβέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοβέζικος
μεσοβέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσοβέζικος
μεσοβασιλεία	noun	η χρονική περίοδος ανάμεσα στον θάνατο ενός βασιλιά και στην ενθρόνιση του επόμενου
μεσοβασιλείας	noun	γενική ενικού του μεσοβασιλεία
μεσοβασιλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοβασιλεία
μεσοβασιλειών	noun	γενική πληθυντικού του μεσοβασιλεία
μεσοβδομαδιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσοβδομαδιάτικος	adv	άλλη μορφή του μεσοβδόμαδα
μεσοβδομαδιάτικε	adj	κλητική ενικού του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδομαδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοβδομαδιάτικη
μεσοβδομαδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδομαδιάτικης	adj	γενική ενικού του μεσοβδομαδιάτικη
μεσοβδομαδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδομαδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδομαδιάτικος	adj	που συμβαίνει στη μέση της εβδομάδας ή αναφέρεται στο μεσοβδόμαδο
μεσοβδομαδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδομαδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδομαδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσοβδομαδιάτικος
μεσοβδόμαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοβδόμαδο	adv	στη μέση της εβδομάδας
μεσοβδόμαδο	noun	η μέση της εβδομάδας
μεσοβδόμαδου	noun	γενική ενικού του μεσοβδόμαδο
μεσοβδόμαδων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοβδόμαδο
μεσοβοριά	=	μεσοβοριάς
μεσοβοριάδες	=	μεσοβοριάς
μεσοβοριάδων	=	μεσοβοριάς
μεσοβοριάς	noun	ο άνεμος που πνέει από κατεύθυνση ανάμεσα από τα βόρεια και βορειοανατολικά σημεία του ορίζοντα
μεσοβορρά	=	μεσοβορράς
μεσοβορράδες	=	μεσοβορράς
μεσοβορράδων	=	μεσοβορράς
μεσοβορράς	noun	ο άνεμος που πνέει από κατεύθυνση ανάμεσα από τα βόρεια και βορειοανατολικά σημεία του ορίζοντα
μεσοβραδυπόρων	=	μεσοβραδύπορα
μεσοβραδύπορα	noun	τάξη μικρών αρθρωτών ζώων που ανήκουν στην συνομοταξία των βραδυπόρων
μεσοβραδύπορων	=	μεσοβραδύπορα
μεσοβυζαντινά	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινέ	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινές	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινή	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινής	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινοί	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινού	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινούς	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινό	=	μεσοβυζαντινός
μεσοβυζαντινός	adj	Ο αναφερόμενος στη μέση περίοδο του Βυζαντίου: περίπου από το 843 μ.χ. (τέλος της εικονομαχίας) έως 1204 μ.χ. (άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, αρχή της φραγκοκρατίας).
μεσοβυζαντινών	=	μεσοβυζαντινός
μεσογείου	=	μεσόγειος
μεσογειακά	adv	σε μεσογειακή περιοχή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσογειακός
μεσογειακέ	adj	κλητική ενικού του μεσογειακός
μεσογειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσογειακή
μεσογειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσογειακός
μεσογειακής	adj	γενική ενικού του μεσογειακή
μεσογειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσογειακός
μεσογειακού	adj	γενική ενικού του μεσογειακός
μεσογειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσογειακός
μεσογειακό	adj	αιτιατική ενικού του μεσογειακός
μεσογειακός	adj	που αναφέρεται στη Μεσόγειο θάλασσα, τις χώρες που βρέχονται από αυτήν, τους λαούς τους και τους πολιτισμούς τους
μεσογειακών	adj	γενική πληθυντικού του μεσογειακός
μεσογονάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσογονάτιο
μεσογονάτιο	noun	ο φυτικός βλαστός στο τμήμα του ανάμεσα σε δύο γόνατα
μεσογονάτιου	=	μεσογονάτιο
μεσογονατίου	noun	γενική ενικού του μεσογονάτιο
μεσογονατίων	noun	γενική πληθυντικού του μεσογονάτιο
μεσοδακτυλίου	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτυλίους	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτυλίων	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτυλικά	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικέ	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικές	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλική	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικής	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικα	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικο	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικοί	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικος	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικού	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικούς	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικό	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτυλικός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο δάκτυλα
μεσοδακτυλικών	=	μεσοδακτυλικός
μεσοδακτύλια	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιας	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιε	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιες	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιο	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιοι	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιος	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο δάκτυλα
μεσοδακτύλιου	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιους	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδακτύλιων	=	μεσοδακτύλιος
μεσοδιάστημα	noun	ο χρόνος, το διάστημα, ανάμεσα σε δύο χρονικές στιγμές ή περιόδους
μεσοδιαστήματα	=	μεσοδιάστημα
μεσοδιαστήματος	=	μεσοδιάστημα
μεσοδιαστημάτων	=	μεσοδιάστημα
μεσοδμών	=	μεσόδμη
μεσοδοκιού	=	μεσοδόκι
μεσοδοκιών	=	μεσοδόκι
μεσοδρομίς	adv	στο μέσο της πορείας, στα μισά του δρόμου προς κάπου
μεσοδόκι	noun|vulgar	παχύ οριζόντιο δοκάρι που είναι αφομοιωμένο σε κάθε τοίχο, για να στηρίξει τη στέγη ή τα άλλα δοκάρια
μεσοδόκια	=	μεσοδόκι
μεσοελλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοελλαδικό
μεσοελλαδικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοελλαδική
μεσοελλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικής	adj	γενική ενικού του μεσοελλαδική
μεσοελλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικού	adj	γενική ενικού του μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοελλαδικός
μεσοελλαδικός	adj	που αφορά ή αναφέρεται στη μέση περίοδο χαλκοκρατίας (1900‑1550 π.Χ. περίπου) στην ηπειρωτική Ελλάδα
μεσοελλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοελλαδικός
μεσοεπιθετικά	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικέ	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικές	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετική	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικής	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικοί	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικού	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικούς	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικό	=	μεσοεπιθετικός
μεσοεπιθετικός	noun	παίκτης ο οποίος αγωνίζεται στη μεσαία γραμμή της ομάδας ο οποίος ασκεί και καθήκοντα επίθεσης	adj	ο σχετικός με τη μεσαία και την επιθετική γραμμή μιας ομάδας
μεσοεπιθετικών	=	μεσοεπιθετικός
μεσοζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοζωικό
μεσοζωικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοζωικός
μεσοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοζωική
μεσοζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοζωικός
μεσοζωικής	adj	γενική ενικού του μεσοζωική
μεσοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοζωικός
μεσοζωικού	adj	γενική ενικού του μεσοζωικός
μεσοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοζωικός
μεσοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοζωικός
μεσοζωικός	adj	που σχετίζεται με τον Μεσοζωικό αιώνα
μεσοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοζωικός
μεσοθάλασσα	noun	η Μεσόγειος Θάλασσα	adv	πολύ μακριά από στεριά, μεσοπέλαγα
μεσοθηλίωμα	noun	σπάνιος τύπος καρκίνου που αναπτύσσεται στο μεσοθήλιο, σε κύτταρα της προστατευτικής μεμβράνης που καλύπτει τα όργανα του σώματος (στη θωρακική κοιλότητα αυτή η μεμβράνη ονομάζεται υπεζωκότας ενώ στην κοιλιά ονομάζεται περιτόναιο)
μεσοθηλιωμάτων	=	μεσοθηλίωμα
μεσοθηλιώματα	=	μεσοθηλίωμα
μεσοθηλιώματος	=	μεσοθηλίωμα
μεσοθωράκια	=	μεσοθωράκιο
μεσοθωράκιο	noun	Το διάστημα που βρίσκεται μεταξύ των δυο υπεζοκωτικών κοιλοτήτων στον θώρακα και περιέχει την καρδιά την τραχεία, τον οισοφάγο, μεγάλα αγγεία, λεμφαδένες και νευρικά πλέγματα
μεσοθωράκιου	=	μεσοθωράκιο
μεσοθωράκιων	=	μεσοθωράκιο
μεσοθωρακίου	=	μεσοθωράκιο
μεσοθωρακίτιδα	noun	φλεγμονή του του μεσοθωρακίου
μεσοθωρακίτιδας	=	μεσοθωρακίτιδα
μεσοθωρακίτιδες	=	μεσοθωρακίτιδα
μεσοθωρακίτιδων	=	μεσοθωρακίτιδα
μεσοθωρακίων	=	μεσοθωράκιο
μεσοκάθετα	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετε	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετες	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετη	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετης	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετο	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετοι	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετος	adj	η κάθετη ευθεία που διέρχεται από το μέσο ενός ευθύγραμμου τμήματος και το διχοτομεί
μεσοκάθετου	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετους	=	μεσοκάθετος
μεσοκάθετων	=	μεσοκάθετος
μεσοκάρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοκάρπιο
μεσοκάρπιο	noun	το μέσο του καρπού του χεριού, το κεντρικό μέρος του
μεσοκάρπιον	noun	το μεσοκάρπιο
μεσοκάρπιου	=	μεσοκάρπιο
μεσοκαθέτου	=	μεσοκάθετος
μεσοκαθέτους	=	μεσοκάθετος
μεσοκαθέτων	=	μεσοκάθετος
μεσοκαιρίτες	=	μεσοκαιρίτης
μεσοκαιρίτη	=	μεσοκαιρίτης
μεσοκαιρίτης	noun	ο μεσόκοπος
μεσοκαιρίτισσα	noun	θηλυκό του μεσοκαιρίτης
μεσοκαιρίτισσας	=	μεσοκαιρίτισσα
μεσοκαιρίτισσες	=	μεσοκαιρίτισσα
μεσοκαιριτισσών	=	μεσοκαιρίτισσα
μεσοκαιριτών	=	μεσοκαιρίτης
μεσοκαλόκαιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοκαλόκαιρο
μεσοκαλόκαιρο	noun	η μέση του καλοκαιριού, το μεσαίο τμήμα του
μεσοκαλόκαιρου	noun	γενική ενικού του μεσοκαλόκαιρο
μεσοκαλόκαιρων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοκαλόκαιρο
μεσοκαρπίου	noun	γενική ενικού του μεσοκάρπιο
μεσοκαρπίων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοκάρπιο
μεσοκλίματα	=	μεσόκλιμα
μεσοκλίματος	=	μεσόκλιμα
μεσοκλιμάτων	=	μεσόκλιμα
μεσοκλιματολογία	noun	η κλιματολογία που μελετάει το μεσόκλιμα
μεσοκλιματολογίας	=	μεσοκλιματολογία
μεσοκλιματολογίες	=	μεσοκλιματολογία
μεσοκλιματολογιών	=	μεσοκλιματολογία
μεσοκνήμια	=	μεσοκνήμιο
μεσοκνήμιο	noun	το μέσο μιας κνήμης
μεσοκνήμιου	=	μεσοκνήμιο
μεσοκνήμιων	=	μεσοκνήμιο
μεσοκνημίου	=	μεσοκνήμιο
μεσοκνημίων	=	μεσοκνήμιο
μεσοκοιλιακά	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακέ	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακές	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακή	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακής	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακοί	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακού	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακούς	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακό	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκοιλιακός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα στις καρδιακές κοιλίες
μεσοκοιλιακών	=	μεσοκοιλιακός
μεσοκολπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοκολπικό
μεσοκολπικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοκολπικός
μεσοκολπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοκολπική
μεσοκολπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοκολπικός
μεσοκολπικής	adj	γενική ενικού του μεσοκολπική
μεσοκολπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοκολπικός
μεσοκολπικού	adj	γενική ενικού του μεσοκολπικός
μεσοκολπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοκολπικός
μεσοκολπικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοκολπικός
μεσοκολπικός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα στους καρδιακούς κόλπους
μεσοκολπικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοκολπικός
μεσοκυρτωτά	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτέ	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτές	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτή	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτής	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτη	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτο	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτοί	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτού	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτούς	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτό	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυρτωτός	adj	άλλη μορφή του μεσόκυρτος
μεσοκυρτωτών	=	μεσοκυρτωτός
μεσοκυττάρια	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριας	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριε	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριες	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριο	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριοι	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριος	adj	που υπάρχει ανάμεσα στα κύτταρα
μεσοκυττάριου	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριους	=	μεσοκυττάριος
μεσοκυττάριων	=	μεσοκυττάριος
μεσοκόβω	verb|rare	κόβω κάτι μέχρι τη μέση
μεσοκόπτω	verb|rare	κόβω κάτι μέχρι τη μέση
μεσοκόφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοκόφινο
μεσολάβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολάβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολάβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολάβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολάβηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεσολαβώ
μεσολάβησης	noun	γενική ενικού του μεσολάβηση
μεσολαβές	=	μεσολαβή
μεσολαβή	noun	το πιάσιμο της μέσης κι από τις δυο μεριές του κορμού με τις δύο παλάμες
μεσολαβής	=	μεσολαβή
μεσολαβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσαν	=	μεσολαβώ
μεσολαβήσανε	=	μεσολαβώ
μεσολαβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολάβηση
μεσολαβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεσολάβηση
μεσολαβήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεσολάβηση
μεσολαβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσουνε	=	μεσολαβώ
μεσολαβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσολαβώ
μεσολαβήτρια	noun	μεσολαβητής
μεσολαβήτριας	noun	γενική ενικού του μεσολαβήτρια
μεσολαβήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολαβήτρια
μεσολαβεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μεσολαβώ
μεσολαβείς	=	μεσολαβώ
μεσολαβείτε	=	μεσολαβώ
μεσολαβητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολαβητής
μεσολαβητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεσολαβητής
μεσολαβητής	noun	αυτός που παρεμβαίνει ανάμεσα σε πρόσωπα, ομάδες, κράτη κτλ. για επίλυση διαφορών ή επίτευξη συμφωνίας
μεσολαβητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολαβητικό
μεσολαβητικέ	adj	κλητική ενικού του μεσολαβητικός
μεσολαβητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολαβητική
μεσολαβητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσολαβητικός
μεσολαβητικής	adj	γενική ενικού του μεσολαβητική
μεσολαβητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσολαβητικός
μεσολαβητικού	adj	γενική ενικού του μεσολαβητικός
μεσολαβητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσολαβητικός
μεσολαβητικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσολαβητικός
μεσολαβητικός	adj	αυτός που μεσολαβεί
μεσολαβητικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσολαβητικός
μεσολαβητριών	noun	γενική πληθυντικού του μεσολαβήτρια
μεσολαβητών	noun	γενική πληθυντικού του μεσολαβητής
μεσολαβούμε	=	μεσολαβώ
μεσολαβούν	=	μεσολαβώ
μεσολαβούνε	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσα	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσαμε	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσαν	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσανε	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσατε	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσε	=	μεσολαβώ
μεσολαβούσες	=	μεσολαβώ
μεσολαβώ	verb	παρεμβαίνω μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, με σκοπό να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ τους ή να συμβιβαστούν οι διαφορετικές τους απόψεις
μεσολαβών	=	μεσολαβή
μεσολαβώντας	=	μεσολαβώ
μεσολιθική	noun	η περίοδος της Λίθινης Εποχής ή Εποχής του Λίθου που μεσολαβεί μεταξύ παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής
μεσολιθικής	=	μεσολιθική
μεσολοβίου	=	μεσολόβιο
μεσολοβίων	=	μεσολόβιο
μεσολογγίτες	=	μεσολογγίτης
μεσολογγίτη	=	μεσολογγίτης
μεσολογγίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από το Μεσολόγγι
μεσολογγίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολογγίτικο
μεσολογγίτικε	adj	κλητική ενικού του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσολογγίτικη
μεσολογγίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτικης	adj	γενική ενικού του μεσολογγίτικη
μεσολογγίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτικος	adj	που έχει σχέση με το Μεσολόγγι ή τους Μεσολογγίτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεσολογγίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσολογγίτικος
μεσολογγίτισσα	=	μεσολογγίτης
μεσολογγιτών	=	μεσολογγίτης
μεσολόβια	=	μεσολόβιο
μεσολόβιο	noun	το τυλώδες σώμα, ευρεία δέσμη νευρικών ινών που συνδέει τα δυο εγκεφαλικά ημισφαίρια
μεσολόβιου	=	μεσολόβιο
μεσομήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσομήριο
μεσομήριο	noun|formal	ο χώρος μεταξύ των μηρών, η βουβωνική χώρα
μεσομήριον	noun	το μεσομήριο
μεσομήριου	=	μεσομήριο
μεσομακροπρόθεσμα	adv	σε μεσομακροπρόθεσμη βάση ή χρονικό ορίζοντα
μεσομακροπρόθεσμε	adj	κλητική ενικού του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροπρόθεσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσομακροπρόθεσμη
μεσομακροπρόθεσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροπρόθεσμης	adj	γενική ενικού του μεσομακροπρόθεσμη
μεσομακροπρόθεσμο	adj	αιτιατική ενικού του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροπρόθεσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροπρόθεσμος	adj	που συμβαίνει ή πρόκειται να συμβεί σε κάποιο χρονικό διάστημα σχετικά μέσης ή μεγαλύτερης διάρκειας
μεσομακροπρόθεσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροπρόθεσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροπρόθεσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσομακροπρόθεσμος
μεσομακροχρόνια	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιας	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιε	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιες	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιο	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιοι	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιος	adj	που έχει σχέση με μέσα και μακρά διαστήματα χρόνου
μεσομακροχρόνιου	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιους	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομακροχρόνιων	=	μεσομακροχρόνιος
μεσομηρίου	=	μεσομήριο
μεσομηρίων	=	μεσομήριο
μεσομοριακά	=	μεσομοριακός
μεσομοριακέ	=	μεσομοριακός
μεσομοριακές	=	μεσομοριακός
μεσομοριακή	=	μεσομοριακός
μεσομοριακής	=	μεσομοριακός
μεσομοριακοί	=	μεσομοριακός
μεσομοριακού	=	μεσομοριακός
μεσομοριακούς	=	μεσομοριακός
μεσομοριακό	=	μεσομοριακός
μεσομοριακός	adj	που αποτελείται από μόρια μέσης πυκνότητας
μεσομοριακών	=	μεσομοριακός
μεσονέφρι	noun|literary	η περιοχή του σώματος γύρω από τα νεφρά
μεσονέφρια	=	μεσονέφρι
μεσονίου	=	μεσόνιο
μεσονίων	=	μεσόνιο
μεσονεφριού	=	μεσονέφρι
μεσονεφριών	=	μεσονέφρι
μεσονυκτίου	=	μεσονύκτιος
μεσονυκτίων	=	μεσονύκτιος
μεσονυχτίς	adv	μεσάνυχτα
μεσονυχτιού	=	μεσονύχτι
μεσονυχτιών	=	μεσονύχτι
μεσονύκτια	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιας	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιε	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιες	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιο	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιοι	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιος	adj|formal	που γίνεται η συμβαίνει κατά τα μεσάνυχτα
μεσονύκτιου	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιους	=	μεσονύκτιος
μεσονύκτιων	=	μεσονύκτιος
μεσονύχτι	noun	άλλη μορφή του μεσονύκτιο
μεσονύχτια	=	μεσονύχτι
μεσοοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοοικονομικό
μεσοοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοοικονομικός
μεσοοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοοικονομική
μεσοοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοοικονομικός
μεσοοικονομικής	adj	γενική ενικού του μεσοοικονομική
μεσοοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοοικονομικός
μεσοοικονομικού	adj	γενική ενικού του μεσοοικονομικός
μεσοοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοοικονομικός
μεσοοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοοικονομικός
μεσοοικονομικός	adj	που αφορά τη μεσοοικονομία ή τα μεσοοικονομικά
μεσοοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοοικονομικός
μεσοπάτωμα	noun	όροφος ή χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άλλους ορόφους, συνήθως ανάμεσα στον πρώτο όροφο και το ισόγειο
μεσοπέλαγα	adv	στη μέση του πελάγους, μακριά από τις ακτές
μεσοπαγετωδών	=	μεσοπαγετώδης
μεσοπαγετωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοπαγετωνικό
μεσοπαγετωνικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοπαγετωνική
μεσοπαγετωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετωνικής	adj	γενική ενικού του μεσοπαγετωνική
μεσοπαγετωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετωνικού	adj	γενική ενικού του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετωνικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετωνικός	adj	που σχετίζεται με θερμή/μεσοπαγετώνια περίοδο
μεσοπαγετωνικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοπαγετωνικός
μεσοπαγετώδεις	=	μεσοπαγετώδης
μεσοπαγετώδες	=	μεσοπαγετώδης
μεσοπαγετώδη	=	μεσοπαγετώδης
μεσοπαγετώδης	adj	για χρονική περίοδο που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο παγετώδεις περιόδους
μεσοπαγετώδους	=	μεσοπαγετώδης
μεσοπαθητικά	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικέ	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικές	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητική	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικής	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικοί	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικού	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικούς	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικό	=	μεσοπαθητικός
μεσοπαθητικός	adj	για ρηματικό γραμματικό τύπο που δηλώνει την μέση και την παθητική διάθεση
μεσοπαθητικών	=	μεσοπαθητικός
μεσοπατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοπάτωμα
μεσοπατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοπάτωμα
μεσοπατώματος	noun	γενική ενικού του μεσοπάτωμα
μεσοπελαγικά	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικέ	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικές	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγική	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικής	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικοί	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικού	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικούς	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικό	=	μεσοπελαγικός
μεσοπελαγικός	adj	που ζει στα μέσα βάθη της θάλασσας ή σχετίζεται με αυτά
μεσοπελαγικών	=	μεσοπελαγικός
μεσοπλεύρια	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριας	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριε	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριες	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριο	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριοι	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριος	adj	που βρίσκεται ανάμεσα στις πλευρές / τα πλευρά
μεσοπλεύριου	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριους	=	μεσοπλεύριος
μεσοπλεύριων	=	μεσοπλεύριος
μεσοποίηση	noun	η επίδραση των μέσων μαζικής ενημέρωσης σε κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς
μεσοποίησης	=	μεσοποίηση
μεσοποιήσεις	=	μεσοποίηση
μεσοποιήσεων	=	μεσοποίηση
μεσοπολέμου	noun	γενική ενικού του μεσοπόλεμος
μεσοπολέμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεσοπόλεμος
μεσοπολέμων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοπόλεμος
μεσοπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοπολεμικό
μεσοπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοπολεμικός
μεσοπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοπολεμική
μεσοπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοπολεμικός
μεσοπολεμικής	adj	γενική ενικού του μεσοπολεμική
μεσοπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοπολεμικός
μεσοπολεμικού	adj	γενική ενικού του μεσοπολεμικός
μεσοπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοπολεμικός
μεσοπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοπολεμικός
μεσοπολεμικός	adj	που αναφέρεται στο μεσοπόλεμο (1919-1939)
μεσοπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοπολεμικός
μεσοπορτών	=	μεσόπορτα
μεσοποτάμια	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιας	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιε	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιες	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιο	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιοι	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιος	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε (δύο) ποταμούς
μεσοποτάμιου	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιους	=	μεσοποτάμιος
μεσοποτάμιων	=	μεσοποτάμιος
μεσοποταμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοποταμιακό
μεσοποταμιακέ	adj	κλητική ενικού του μεσοποταμιακός
μεσοποταμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοποταμιακή
μεσοποταμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοποταμιακός
μεσοποταμιακής	adj	γενική ενικού του μεσοποταμιακή
μεσοποταμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοποταμιακός
μεσοποταμιακού	adj	γενική ενικού του μεσοποταμιακός
μεσοποταμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοποταμιακός
μεσοποταμιακό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοποταμιακός
μεσοποταμιακός	adj	που έχει σχέση με τη Μεσοποταμία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεσοποταμιακών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοποταμιακός
μεσοπροθέσμως	adv|formal	μεσοπρόθεσμα
μεσοπρόθεσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσοπρόθεσμος	adv	σε μεσοπρόθεσμο διάστημα
μεσοπρόθεσμε	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμες	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμη	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμης	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμο	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμοι	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμος	adj	που αναφέρεται σε ή έχει σχέση με γεγονότα, εξελίξεις, αποφάσεις κλπ. που αναμένεται να δηλωθούν ή να υλοποιηθούν στη μέση ενός χρονικού διαστήματος
μεσοπρόθεσμου	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμους	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπρόθεσμων	=	μεσοπρόθεσμος
μεσοπυργίου	=	μεσοπύργιο
μεσοπυργίων	=	μεσοπύργιο
μεσοπόλεμε	noun	κλητική ενικού του μεσοπόλεμος
μεσοπόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του μεσοπόλεμος
μεσοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοπόλεμος
μεσοπόλεμος	noun	η χρονική περίοδος μεταξύ δύο πολέμων
μεσοπόλεμου	noun	γενική ενικού του μεσοπόλεμος
μεσοπόλεμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεσοπόλεμος
μεσοπόλεμων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοπόλεμος
μεσοπύργια	=	μεσοπύργιο
μεσοπύργιο	noun	το μεταπύργιο
μεσοπύργιου	=	μεσοπύργιο
μεσοσαράκοστα	=	μεσοσαράκοστο
μεσοσαράκοστο	noun|vulgar	η μέση της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
μεσοσαράκοστου	=	μεσοσαράκοστο
μεσοσαράκοστων	=	μεσοσαράκοστο
μεσοσπονδύλια	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιας	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιε	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιες	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιο	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιοι	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιος	adj	που τον βρίσκουμε ανάμεσα σε σπονδύλους
μεσοσπονδύλιου	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιους	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσπονδύλιων	=	μεσοσπονδύλιος
μεσοσταθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοσταθμικό	adv	σε μεσοσταθμικό επίπεδο
μεσοσταθμικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοσταθμικός
μεσοσταθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοσταθμική
μεσοσταθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοσταθμικός
μεσοσταθμικής	adj	γενική ενικού του μεσοσταθμική
μεσοσταθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοσταθμικός
μεσοσταθμικού	adj	γενική ενικού του μεσοσταθμικός
μεσοσταθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοσταθμικός
μεσοσταθμικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοσταθμικός
μεσοσταθμικός	adj	που έχει σχέση με το μέσο όρο ή προκύπτει απ’ αυτόν
μεσοσταθμικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοσταθμικός
μεσοστρατίς	adv|vulgar	στη μέση της στράτας / δρόμου
μεσοστυλίου	=	μεσοστύλιο
μεσοστυλίων	=	μεσοστύλιο
μεσοστύλια	=	μεσοστύλιο
μεσοστύλιο	noun	άλλη μορφή του μεσόστυλο
μεσοστύλιου	=	μεσοστύλιο
μεσοτήτων	=	μεσότητα
μεσοτειχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοτείχισμα
μεσοτοιχία	noun	τοίχος που είναι κοινός ανάμεσα σε δύο οικοδομές
μεσοτοιχίας	noun	γενική ενικού του μεσοτοιχία
μεσοτοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοτοιχία
μεσοτοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του μεσοτοιχία
μεσοτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοτονικό
μεσοτονικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοτονικός
μεσοτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοτονική
μεσοτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοτονικός
μεσοτονικής	adj	γενική ενικού του μεσοτονική
μεσοτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοτονικός
μεσοτονικού	adj	γενική ενικού του μεσοτονικός
μεσοτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοτονικός
μεσοτονικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοτονικός
μεσοτονικός	adj	ο αμφιβραχικός
μεσοτονικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοτονικός
μεσουράνει	=	μεσουρανώ
μεσουράνημα	noun|figurative	αποκορύφωμα
μεσουράνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουράνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουράνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουράνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουράνηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεσουρανώ
μεσουράνησης	=	μεσουράνηση
μεσουρανήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσουράνημα
μεσουρανήματος	noun	γενική ενικού του μεσουράνημα
μεσουρανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήσαν	=	μεσουρανώ
μεσουρανήσανε	=	μεσουρανώ
μεσουρανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσουράνηση
μεσουρανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήσεων	=	μεσουράνηση
μεσουρανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεσουρανώ
μεσουρανίς	adv|literary	άλλη μορφή του μεσούρανα
μεσουρανεί	=	μεσουρανώ
μεσουρανείς	=	μεσουρανώ
μεσουρανείτε	=	μεσουρανώ
μεσουρανημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μεσουράνημα
μεσουρανούμε	=	μεσουρανώ
μεσουρανούν	=	μεσουρανώ
μεσουρανούνε	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσα	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσαμε	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσαν	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσανε	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσατε	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσε	=	μεσουρανώ
μεσουρανούσες	=	μεσουρανώ
μεσουρανώ	verb	βρίσκομαι στη «μέση του ουρανού», στον ουράνιο μεσημβρινό ενός τόπου
μεσουρανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεσουρανώ
μεσουσών	verb|formal	όντας στη μέση μιας διαδικασίας ή χρονικής περιόδου
μεσοφοριού	=	μεσοφόρι
μεσοφοριών	=	μεσοφόρι
μεσοφυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοφυλικό
μεσοφυλικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοφυλικός
μεσοφυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοφυλική
μεσοφυλική	noun	θηλυκό του μεσοφυλικός
μεσοφυλικής	adj	γενική ενικού του μεσοφυλική
μεσοφυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοφυλικός
μεσοφυλικού	adj	γενική ενικού του μεσοφυλικός
μεσοφυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοφυλικός
μεσοφυλικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοφυλικός
μεσοφυλικός	noun	αυτός που έχει και αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά του φύλου του	adj	που αφορά όποιον έχει και αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά του φύλου του ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μεσοφυλικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοφυλικός
μεσοφωνία	noun|dated	αρμόνιο
μεσοφωνίας	=	μεσοφωνία
μεσοφωνίες	=	μεσοφωνία
μεσοφωνηεντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοφωνηεντικό
μεσοφωνηεντικέ	adj	κλητική ενικού του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνηεντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσοφωνηεντική
μεσοφωνηεντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνηεντικής	adj	γενική ενικού του μεσοφωνηεντική
μεσοφωνηεντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνηεντικού	adj	γενική ενικού του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνηεντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνηεντικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνηεντικός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα
μεσοφωνηεντικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσοφωνηεντικός
μεσοφωνιών	=	μεσοφωνία
μεσοφόρι	noun	κοντό γυναικείο ρούχο που φοριέται κάτω από τη φούστα, μεσοφούστανο, κομπινεζόν
μεσοφόρια	=	μεσοφόρι
μεσοφώνου	=	μεσόφωνος
μεσοφώνους	=	μεσόφωνος
μεσοφώνων	=	μεσόφωνος
μεσοχείμωνα	=	μεσοχείμωνο
μεσοχείμωνο	noun|vulgar	το καταχείμωνο
μεσοχείμωνου	noun	γενική ενικού του μεσοχείμωνο
μεσοχείμωνων	noun	γενική πληθυντικού του μεσοχείμωνο
μεσοχρονίς	adv	στη μέση τπυ χρόνου ή της χρονιάς
μεσοχρόνια	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιας	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιε	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιες	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιο	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιοι	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιος	adj	που βρίσκεται στον μέσο όρο όσον αφορά τη διάρκεια της ζωής του
μεσοχρόνιου	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιους	=	μεσοχρόνιος
μεσοχρόνιων	=	μεσοχρόνιος
μεσοχωριού	=	μεσοχώρι
μεσοχωριών	=	μεσοχώρι
μεσοχώρι	noun|vulgar	το κέντρο του χωριού
μεσοχώρια	=	μεσοχώρι
μεσούλα	noun	υποκοριστικό του μέση
μεσούλας	=	μεσούλα
μεσούλες	=	μεσούλα
μεσούντος	verb	μονοτονική γραφή του μεσοῦντος: (λόγιο) (+ γενική ουδέτερου ουσιαστικού, συχνά αρχαιοπρεπούς) όντας στη μέση μιας διαδικασίας ή χρονικής περιόδου.
μεσούντων	verb|formal	όντας στη μέση μιας διαδικασίας ή χρονικής περιόδου.
μεσούρανα	noun	στη μέση του ουρανού, ψηλά στον αέρα	adv	πολύ ψηλά, στη μέση του ουρανού
μεσούρανων	=	μεσούρανα
μεσούσης	verb|formal	όντας στη μέση μιας διαδικασίας ή χρονικής περιόδου.
μεσπίλου	=	μέσπιλο
μεσπίλων	=	μέσπιλο
μεσπιλέα	noun	η μουσμουλιά
μεσσία	=	μεσσίας
μεσσίας	noun	ο σταλμένος ως σωτήρας από το Θεό
μεσσίες	=	μεσσίας
μεσσηνιακά	adv	με τον τρόπο των Μεσσηνίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεσσηνιακός
μεσσηνιακέ	adj	κλητική ενικού του μεσσηνιακός
μεσσηνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσσηνιακή
μεσσηνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσσηνιακός
μεσσηνιακής	adj	γενική ενικού του μεσσηνιακή
μεσσηνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσσηνιακός
μεσσηνιακού	adj	γενική ενικού του μεσσηνιακός
μεσσηνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσσηνιακός
μεσσηνιακό	adj	αιτιατική ενικού του μεσσηνιακός
μεσσηνιακός	adj	αυτός που σχετίζεται με τη Μεσσηνία ή τους Μεσσήνιους
μεσσηνιακών	adj	γενική πληθυντικού του μεσσηνιακός
μεσσιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσσιανικό
μεσσιανικέ	adj	κλητική ενικού του μεσσιανικός
μεσσιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσσιανική
μεσσιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσσιανικός
μεσσιανικής	adj	γενική ενικού του μεσσιανική
μεσσιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσσιανικός
μεσσιανικού	adj	γενική ενικού του μεσσιανικός
μεσσιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσσιανικός
μεσσιανικό	adj	αιτιατική ενικού του μεσσιανικός
μεσσιανικός	adj	που σχετίζεται με τον μεσσιανισμό
μεσσιανικών	adj	γενική πληθυντικού του μεσσιανικός
μεσσιανισμέ	noun	κλητική ενικού του μεσσιανισμός
μεσσιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσσιανισμός
μεσσιανισμού	noun	γενική ενικού του μεσσιανισμός
μεσσιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεσσιανισμός
μεσσιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεσσιανισμός
μεσσιανισμός	noun	η πίστη σ' έναν μεσσία που θα μας σώσει
μεσσιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεσσιανισμός
μεσσιολατρεία	noun|rare	η ανάδειξη και (μεταφορικά) λατρεία κάποιου προσώπου ως μεσσία
μεσσιών	=	μεσσίας
μεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεστός	adv	με μεστότητα
μεστέ	adj	κλητική ενικού του μεστός
μεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεστή
μεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεστός
μεστής	adj	γενική ενικού του μεστή
μεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεστός
μεστοτήτων	=	μεστότητα
μεστού	adj	γενική ενικού του μεστός
μεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεστός
μεστωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μέστωμα
μεστωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεστωμένο
μεστωμένε	verb	κλητική ενικού του μεστωμένος
μεστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεστωμένη
μεστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεστωμένος
μεστωμένης	verb	γενική ενικού του μεστωμένη
μεστωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεστωμένος
μεστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεστωμένος
μεστωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μεστώνω
μεστωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεστωμένος
μεστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεστωμένος
μεστωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεστωμένος
μεστό	adj	αιτιατική ενικού του μεστός
μεστός	adj	που έχει μεστώσει, ψωμώσει
μεστότητα	noun	η ιδιότητα του μεστού, το να είναι κάποιος μεστός
μεστότητας	=	μεστότητα
μεστότητες	=	μεστότητα
μεστώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέστωμα
μεστώματος	noun	γενική ενικού του μέστωμα
μεστών	adj	γενική πληθυντικού του μεστός
μεστώναμε	=	μεστώνω
μεστώναν	=	μεστώνω
μεστώνανε	=	μεστώνω
μεστώνατε	=	μεστώνω
μεστώνει	=	μεστώνω
μεστώνεις	=	μεστώνω
μεστώνετε	=	μεστώνω
μεστώνοντας	=	μεστώνω
μεστώνουμε	=	μεστώνω
μεστώνουν	=	μεστώνω
μεστώνουνε	=	μεστώνω
μεστώνω	verb	για καρπούς, φρούτα κ.λπ.
μεστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσαν	=	μεστώνω
μεστώσανε	=	μεστώνω
μεστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεστώνω
μεσωρόφου	=	μεσώροφος
μεσωρόφους	=	μεσώροφος
μεσωρόφων	=	μεσώροφος
μεσόβαθρα	=	μεσόβαθρο
μεσόβαθρο	noun	το μεσαίο από μια σειρά βάθρων (γέφυρας κ.λπ.) ή το βάθρο που βρίσκεται ενδιάμεσα
μεσόβαθρου	=	μεσόβαθρο
μεσόβαθρων	=	μεσόβαθρο
μεσόβια	=	μεσόβιος
μεσόβιας	=	μεσόβιος
μεσόβιε	=	μεσόβιος
μεσόβιες	=	μεσόβιος
μεσόβιο	=	μεσόβιος
μεσόβιοι	=	μεσόβιος
μεσόβιος	adj	που έχει στη διάθεσή του μέτρια οικονομικά μέσα
μεσόβιου	=	μεσόβιος
μεσόβιους	=	μεσόβιος
μεσόβιων	=	μεσόβιος
μεσόγεια	=	μεσόγειος
μεσόγειας	=	μεσόγειος
μεσόγειε	=	μεσόγειος
μεσόγειες	=	μεσόγειος
μεσόγειο	=	μεσόγειος
μεσόγειοι	=	μεσόγειος
μεσόγειος	adj	που βρίσκεται στο εσωτερικό μιας χώρας
μεσόγειου	=	μεσόγειος
μεσόγειους	=	μεσόγειος
μεσόγειων	=	μεσόγειος
μεσόδμες	=	μεσόδμη
μεσόδμη	noun|archaic	το μεσοδόκι
μεσόδμης	=	μεσόδμη
μεσόθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόθυρο
μεσόθυρο	noun	το μέρος του τοίχου μεταξύ δύο θυρών ή παραθύρων
μεσόθυρου	noun	γενική ενικού του μεσόθυρο
μεσόθυρων	noun	γενική πληθυντικού του μεσόθυρο
μεσόκλιμα	noun	το κλίμα κάποιων ενδιάμεσων μικρών περιοχών στο ενδιάμεσο μιας ευρύτερης περιοχής, το οποίο δεν αντιπροσωπεύει ούτε πάντα συμφωνεί με το κλίμα της ευρύτερης περιοχής
μεσόκοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόκοπο
μεσόκοπε	adj	κλητική ενικού του μεσόκοπος
μεσόκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόκοπη
μεσόκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεσόκοπος
μεσόκοπης	adj	γενική ενικού του μεσόκοπη
μεσόκοπο	adj	αιτιατική ενικού του μεσόκοπος
μεσόκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσόκοπος
μεσόκοπος	adj	που βρίσκεται σε μια μέση (για τη ζωή ενός ανθρώπου) ηλικία, κάπου γύρω στα 50
μεσόκοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεσόκοπος
μεσόκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεσόκοπος
μεσόκοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεσόκοπος
μεσόκυρτα	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτε	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτες	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτη	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτης	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτο	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτοι	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτος	adj	που η καμπύλη του παρουσιάζει μεσοκύρτωαη, που η κύρτωσή του είναι ίδια με αυτή μιας κανονικής κατανομής
μεσόκυρτου	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτους	=	μεσόκυρτος
μεσόκυρτων	=	μεσόκυρτος
μεσόνεφρε	=	μεσόνεφρος
μεσόνεφρο	=	μεσόνεφρος
μεσόνεφροι	=	μεσόνεφρος
μεσόνεφρος	noun	το δεύτερο από τα τρία απεκκριτικά (ουροποιητικά) συστήματα που αναπτύσσονται κατά την εμβρυϊκή ζωή των σπονδυλωτών
μεσόνεφρου	=	μεσόνεφρος
μεσόνεφρους	=	μεσόνεφρος
μεσόνεφρων	=	μεσόνεφρος
μεσόνια	=	μεσόνιο
μεσόνιο	noun	αδρόνιο που αποτελείται από ένα κουάρκ και ένα αντικουάρκ συνδεόμενα με ισχυρή δύναμη αλληλεπίδρασης
μεσόνιον	noun	μεσόνιο
μεσόνιου	=	μεσόνιο
μεσόνιων	=	μεσόνιο
μεσόπατε	=	μεσόπατος
μεσόπατο	=	μεσόπατος
μεσόπατοι	=	μεσόπατος
μεσόπατος	noun	το μεσοπάτωμα
μεσόπατου	=	μεσόπατος
μεσόπατους	=	μεσόπατος
μεσόπατων	=	μεσόπατος
μεσόπορτα	noun	ενδιάμεση πόρτα μεταξύ δύο χώρων, δύο δωματίων
μεσόπορτας	noun	γενική ενικού του μεσόπορτα
μεσόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόπορτα
μεσόστεγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόστεγο
μεσόστεγο	noun	το μεσαίο τμήμα μεγάλου στεγάσματος
μεσόστεγου	noun	γενική ενικού του μεσόστεγο
μεσόστεγων	noun	γενική πληθυντικού του μεσόστεγο
μεσόστρατα	=	μεσόστρατος
μεσόστρατε	=	μεσόστρατος
μεσόστρατες	=	μεσόστρατος
μεσόστρατη	=	μεσόστρατος
μεσόστρατης	=	μεσόστρατος
μεσόστρατο	=	μεσόστρατος
μεσόστρατοι	=	μεσόστρατος
μεσόστρατος	adj|vulgar	που βρίσκεται στη μέση του δρόμου
μεσόστρατου	=	μεσόστρατος
μεσόστρατους	=	μεσόστρατος
μεσόστρατων	=	μεσόστρατος
μεσόστυλα	=	μεσόστυλο
μεσόστυλο	noun	το διάστημα μεταξύ δύο στύλων
μεσόστυλου	=	μεσόστυλο
μεσόστυλων	=	μεσόστυλο
μεσότητα	noun	η αφηρημένη έννοια του μέσου
μεσότητας	noun	γενική ενικού του μεσότητα
μεσότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσότητα
μεσότιτλε	=	μεσότιτλος
μεσότιτλο	=	μεσότιτλος
μεσότιτλοι	=	μεσότιτλος
μεσότιτλος	noun	ο τίτλος ο οποίος τίθεται ανάμεσα από τις παραγράφους ενός κειμένου
μεσότιτλου	=	μεσότιτλος
μεσότιτλους	=	μεσότιτλος
μεσότιτλων	=	μεσότιτλος
μεσότοιχε	=	μεσότοιχος
μεσότοιχο	=	μεσότοιχος
μεσότοιχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεσότοιχος
μεσότοιχος	noun	ο τοίχος που βρίσκεται εσωτερικά σε μια οικία ή κάποιο κτίσμα
μεσότοιχου	=	μεσότοιχος
μεσότοιχους	=	μεσότοιχος
μεσότοιχων	=	μεσότοιχος
μεσόφρυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόφρυο
μεσόφρυδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεσόφρυδο
μεσόφρυδο	noun	το τμήμα του προσώπου ανάμεσα από το πάνω μέρος της μύτης και τα φρύδια
μεσόφρυδου	noun	γενική ενικού του μεσόφρυδο
μεσόφρυδων	noun	γενική πληθυντικού του μεσόφρυδο
μεσόφρυο	noun	άλλη μορφή του μεσόφρυδο
μεσόφρυου	noun	γενική ενικού του μεσόφρυο
μεσόφρυων	noun	γενική πληθυντικού του μεσόφρυο
μεσόφωνε	=	μεσόφωνος
μεσόφωνη	=	μεσόφωνος
μεσόφωνο	=	μεσόφωνος
μεσόφωνοι	=	μεσόφωνος
μεσόφωνος	noun	συνώνυμο του μέτζο σοπράνο	adj	που η φωνή του κινείται σε μεσαίες περιοχές τονικού ύψους
μεσών	=	μέση
μεσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεσώ
μεσώροφε	=	μεσώροφος
μεσώροφο	=	μεσώροφος
μεσώροφοι	=	μεσώροφος
μεσώροφος	noun	ο μεσαίος όροφος ενός κτίσματος
μεσώροφου	=	μεσώροφος
μεσώροφους	=	μεσώροφος
μεσώροφων	=	μεσώροφος
μετά	prep	αργότερα από κάτι, ακολουθώντας χρονολογικά	adv	αργότερα, ύστερα
μετάβαινε	=	μεταβαίνω
μετάβαλε	=	μεταβάλλω
μετάβαλλε	=	μεταβάλλω
μετάβαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβαίνω
μετάβασης	noun	γενική ενικού του μετάβαση
μετάγγιζα	=	μεταγγίζω
μετάγγιζαν	=	μεταγγίζω
μετάγγιζε	=	μεταγγίζω
μετάγγιζες	=	μεταγγίζω
μετάγγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μετάγγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μετάγγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μετάγγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μετάγγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταγγίζω
μετάγγισης	=	μετάγγιση
μετάγομαι	=	μετάγω
μετάγραφε	=	μεταγράφω
μετάγραψε	=	μεταγράφω
μετάγω	verb|formal	μετακινώ από το ένα μέρος στο άλλο
μετάδιδε	=	μεταδίδω
μετάδοση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταδίδω
μετάδοσης	=	μετάδοση
μετάδωσα	=	μεταδίδω
μετάδωσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μετάζευξη	noun	η διαδικασία γρήγορης αντικατάστασης ενός εξαρτήματος, μηχανήματος κ.λπ., ώστε το σύστημα να συνεχίζει την απρόσκοπτη λειτουργία του
μετάζευξης	=	μετάζευξη
μετάζωα	noun	τα ζώα που αποτελούνται από πολλά κύτταρα
μετάζωων	=	μετάζωα
μετάθεσα	=	μεταθέτω
μετάθεση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταθέτω, αλλαγή θέση
μετάθεσης	noun	γενική ενικού του μετάθεση
μετάκληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετακαλώ
μετάκλησης	noun	γενική ενικού του μετάκληση
μετάλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαβαίνω
μετάλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαβαίνω
μετάλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαβαίνω
μετάλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαβαίνω
μετάληψη	noun	το τμήμα της Θείας Λειτουργίας κατά το οποίο οι πιστοί κοινωνούν, λαμβάνουν δηλαδή τον άρτο και τον οίνο, που -όπως πιστεύεται- έχουν μετουσιωθεί σε σώμα και αίμα Χριστού
μετάληψης	noun	γενική ενικού του μετάληψη
μετάλλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μετάλλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μετάλλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μετάλλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μετάλλαξη	noun	μεταβολή του DNA, είτε γονιδιακή, είτε χρωμοσωμική.
μετάλλαξης	noun	γενική ενικού του μετάλλαξη
μετάλλευμα	noun	υλικό που περιέχει αναμεμειγμένη ποσότητα κάποιου χρήσιμου μέταλλου ή κράματος
μετάλλευση	noun	η τέχνη της αναζήτησης και της εξαγωγής ή εξόρυξης μετάλλων από μεταλλείο
μετάλλευσης	=	μετάλλευση
μετάλλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάλλιο
μετάλλινα	=	μετάλλινος
μετάλλινε	=	μετάλλινος
μετάλλινες	=	μετάλλινος
μετάλλινη	=	μετάλλινος
μετάλλινης	=	μετάλλινος
μετάλλινο	=	μετάλλινος
μετάλλινοι	=	μετάλλινος
μετάλλινος	adj	άλλη μορφή του μεταλλικός
μετάλλινου	=	μετάλλινος
μετάλλινους	=	μετάλλινος
μετάλλινων	=	μετάλλινος
μετάλλιο	noun	αναμνηστική μικρή πλάκα (συνήθως κυκλικού σχήματος) που απονέμεται επίσημα σε κάποιον που θέλουμε να τιμήσουμε
μετάλλιον	noun	το μετάλλιο
μετάλλιου	=	μετάλλιο
μετάλλιων	=	μετάλλιο
μετάλλου	noun	γενική ενικού του μέταλλο
μετάλλων	noun	γενική πληθυντικού του μέταλλο
μετάλλωση	noun	η προσθήκη ή η πρόσληψη μετάλλων (μαγνήσιο, ασβέστιο, σίδηρος, κάλιο, ψευδάργυρος κ.ά.) από κάποιον οργανισμό
μετάλλωσης	noun	γενική ενικού του μετάλλωση
μετάνθρωπε	=	μετάνθρωπος
μετάνθρωπο	=	μετάνθρωπος
μετάνθρωποι	=	μετάνθρωπος
μετάνθρωπος	noun	οντότητα που προκύπτει από τη ριζική υπέρβαση της σημερινής ανθρώπινης κατάστασης μέσω βιολογικών, τεχνολογικών ή ψηφιακών μετασχηματισμών, με αποτέλεσμα νέες μορφές σωματικότητας, νόησης και ηθικής–κοινωνικής υπόστασης
μετάνθρωπου	=	μετάνθρωπος
μετάνθρωπους	=	μετάνθρωπος
μετάνθρωπων	=	μετάνθρωπος
μετάνισμα	noun	η μετάνοια με την έννοια της απόδοσης σεβασμού προς τις εικόνες με την κλίση της κεφαλής και σταυροκόπημα (κίνηση με το χέρι, με τρία δάκτυλα ενωμένα και σχηματισμού του σημείου του σταυρού)
μετάνιωμα	noun	η μετάνοια, η μεταμέλεια
μετάνιωνα	=	μετανιώνω
μετάνιωναν	=	μετανιώνω
μετάνιωνε	=	μετανιώνω
μετάνιωνες	=	μετανιώνω
μετάνιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετάνιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετάνιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετάνιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετάνοια	noun	το αποτέλεσμα του μετανοώ
μετάνοιας	noun	γενική ενικού του μετάνοια
μετάνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάνοια
μετάξης	=	μέταξα
μετάξι	noun	ιξώδης ουσία με μεγάλη αντοχή και λεπτή, λεία και απαλή υφή που εκκρίνεται σε ινώδη μορφή από το κουκούλι του μεταξοσκώληκα
μετάξια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάξι
μετάξινα	=	μετάξινος
μετάξινε	=	μετάξινος
μετάξινες	=	μετάξινος
μετάξινη	=	μετάξινος
μετάξινης	=	μετάξινος
μετάξινο	=	μετάξινος
μετάξινοι	=	μετάξινος
μετάξινον	=	μετάξινος
μετάξινος	adj	άλλη μορφή του μεταξένιος / μεταξωτός
μετάξινου	=	μετάξινος
μετάξινους	=	μετάξινος
μετάξινων	=	μετάξινος
μετάπεισε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μετάπλαση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταπλάθω ή μεταπλάσσω
μετάπλασης	=	μετάπλαση
μετάπλασμα	noun	ουσία που βελτιώνει τις ιδιότητες της χημικής σύστασης του εδάφους
μετάπτωση	noun	αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας
μετάπτωσης	=	μετάπτωση
μετάρσια	=	μετάρσιος
μετάρσιας	=	μετάρσιος
μετάρσιε	=	μετάρσιος
μετάρσιες	=	μετάρσιος
μετάρσιο	=	μετάρσιος
μετάρσιοι	=	μετάρσιος
μετάρσιος	adj|archaic	που αιωρείται, μετέωρος
μετάρσιου	=	μετάρσιος
μετάρσιους	=	μετάρσιος
μετάρσιων	=	μετάρσιος
μετάσταση	noun	η εμφάνιση μιας ασθένειας σε άλλο σημείο ενός οργανισμού
μετάστασης	noun	γενική ενικού του μετάσταση
μετάστρεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μετάσχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετέχω
μετάσχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέχω
μετάσχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέχω
μετάσχομε	=	μετέχω
μετάσχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέχω
μετάσχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέχω
μετάσχτε	=	μετέχω
μετάσχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέχω
μετάταξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετάταξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μετατάσσω
μετάταξης	noun	γενική ενικού του μετάταξη
μετάτρεπε	=	μετατρέπω
μετάτρεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετάφαση	noun	το δεύτερο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση.
μετάφασης	noun	γενική ενικού του μετάφαση
μετάφερε	=	μεταφέρω
μετάφραγμα	noun	χώρος ενός πολεμικού πλοίου, μεταξύ δύο καταστρωμάτων, όπου τοποθετούνται κανόνια
μετάφραζα	=	μεταφράζω
μετάφραζαν	=	μεταφράζω
μετάφραζε	=	μεταφράζω
μετάφραζες	=	μεταφράζω
μετάφρασα	=	μεταφράζω
μετάφρασαν	=	μεταφράζω
μετάφρασε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μετάφρασες	=	μεταφράζω
μετάφραση	noun	η μεταφορά ενός γραπτού κειμένου ή προφορικού λόγου σε μία άλλη γλώσσα
μετάφρασης	noun	γενική ενικού του μετάφραση
μετάφρασμα	noun	το κείμενο που έχει μεταφραστεί
μετάφρενον	noun|archaic	το μέρος της πλάτης μεταξύ των δύο ωμοπλατών
μετάφυση	noun	το αναπτυξιακό τμήμα ενός σωληνοειδούς οστού ανάμεσα στη διάφυση και την επίφυση, όπου γίνεται η αύξηση σε μήκος κατά την παιδική και εφηβική ηλικία
μετάφυσης	=	μετάφυση
μετέβαινα	=	μεταβαίνω
μετέβαιναν	=	μεταβαίνω
μετέβαινε	=	μεταβαίνω
μετέβαινες	=	μεταβαίνω
μετέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μετέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μετέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μετέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μετέβαλλα	=	μεταβάλλω
μετέβαλλαν	=	μεταβάλλω
μετέβαλλε	=	μεταβάλλω
μετέβαλλες	=	μεταβάλλω
μετέβη	=	μεταβαίνω
μετέβην	=	μεταβαίνω
μετέβης	=	μεταβαίνω
μετέβησαν	=	μεταβαίνω
μετέγγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετέγγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετέγγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετέγγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετέγραφα	=	μεταγράφω
μετέγραφαν	=	μεταγράφω
μετέγραφε	=	μεταγράφω
μετέγραφες	=	μεταγράφω
μετέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μετέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μετέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μετέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μετέδιδα	=	μεταδίδω
μετέδιδαν	=	μεταδίδω
μετέδιδε	=	μεταδίδω
μετέδιδες	=	μεταδίδω
μετέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μετέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μετέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μετέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μετέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μετέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μετέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μετέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μετέθετα	=	μεταθέτω
μετέθεταν	=	μεταθέτω
μετέθετε	=	μεταθέτω
μετέθετες	=	μεταθέτω
μετέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μετέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μετέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μετέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μετέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετέπειθα	=	μεταπείθω
μετέπειθαν	=	μεταπείθω
μετέπειθε	=	μεταπείθω
μετέπειθες	=	μεταπείθω
μετέπεισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μετέπεισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μετέπεισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μετέπεισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μετέπειτα	noun	κατοπινός	adj	κατοπινός, μεταγενέστερος
μετέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μετέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μετέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μετέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μετέπλαθα	=	μεταπλάθω
μετέπλαθαν	=	μεταπλάθω
μετέπλαθε	=	μεταπλάθω
μετέπλαθες	=	μεταπλάθω
μετέπλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μετέπλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μετέπλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μετέπλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μετέπλασσα	=	μεταπλάσσω
μετέπλασσαν	=	μεταπλάσσω
μετέπλασσε	=	μεταπλάσσω
μετέπλασσες	=	μεταπλάσσω
μετέρχομαι	verb	ασκώ (ένα επάγγελμα)
μετέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μετέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μετέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μετέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μετέσχε	=	μετέχω
μετέσχον	=	μετέχω
μετέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετέτρεπα	=	μετατρέπω
μετέτρεπαν	=	μετατρέπω
μετέτρεπε	=	μετατρέπω
μετέτρεπες	=	μετατρέπω
μετέτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετέτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετέτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετέτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετέφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρω
μετέφεραν	=	μεταφέρω
μετέφερε	=	μεταφέρω
μετέφερες	=	μεταφέρω
μετέφηβε	=	μετέφηβος
μετέφηβο	=	μετέφηβος
μετέφηβοι	=	μετέφηβος
μετέφηβος	noun	που διανύει την περίοδο της μετεφηβείας
μετέφηβου	=	μετέφηβος
μετέφηβους	=	μετέφηβος
μετέφηβων	=	μετέφηβος
μετέφραζα	=	μεταφράζω
μετέφραζαν	=	μεταφράζω
μετέφραζε	=	μεταφράζω
μετέφραζες	=	μεταφράζω
μετέφρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μετέφρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μετέφρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μετέφρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μετέχαμε	=	μετέχω
μετέχατε	=	μετέχω
μετέχει	=	μετέχω
μετέχεις	=	μετέχω
μετέχετε	=	μετέχω
μετέχομε	=	μετέχω
μετέχοντας	=	μετέχω
μετέχουμε	=	μετέχω
μετέχουν	=	μετέχω
μετέχουνε	=	μετέχω
μετέχω	verb	παίρνω μέρος σε κάτι, είμαι μέτοχος ή έχω μερίδιο σε κάτι
μετέωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετέωρο
μετέωρε	adj	κλητική ενικού του μετέωρος
μετέωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετέωρη
μετέωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετέωρος
μετέωρης	adj	γενική ενικού του μετέωρη
μετέωρο	noun	καθετί που υπάρχει ή συμβαίνει στην ατμόσφαιρα της γης (αστραπές, κεραυνοί, βροχή, χιόνι, ουράνιο τόξο...)
μετέωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετέωρος
μετέωρος	adj	που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
μετέωρου	adj	γενική ενικού του μετέωρος
μετέωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετέωρος
μετέωρων	adj	γενική πληθυντικού του μετέωρος
μετήγα	=	μετάγω
μετήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μετήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μετήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μετήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μετήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετέρχομαι
μετα-αποικιοκρατία	noun	άλλη γραφή του μετααποικιοκρατία με ενωτικό
μετα-αποικιοκρατίας	noun	γενική ενικού του μετα-αποικιοκρατία
μετα-αποικιοκρατίες	=	μετα-αποικιοκρατία
μετα-αποικιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του μετα-αποικιοκρατία
μεταίχμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταίχμιο
μεταίχμιο	noun	το μεταβατικό σημείο μεταξύ δύο αντίθετων καταστάσεων
μεταίχμιου	noun	γενική ενικού του μεταίχμιο
μεταίχμιων	noun	γενική πληθυντικού του μεταίχμιο
μεταανάλυση	noun	ανάλυση δεδομένων ή μελέτη ενός θέματος με τη βοήθεια στατιστικής επεξεργασίας άλλων σχετικών αναλύσεων ή μελετών
μεταανάλυσης	=	μεταανάλυση
μετααναλύσεις	=	μεταανάλυση
μετααναλύσεων	=	μεταανάλυση
μετααποικιοκρατία	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) ακαδημαϊκό πεδίο από τα μέσα του 20ού αιώνα, με σκοπό την μελέτη της ιστορίας της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού
μετααποικιοκρατίας	noun	γενική ενικού του μετααποικιοκρατία
μετααποικιοκρατίες	=	μετααποικιοκρατία
μετααποικιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του μετααποικιοκρατία
μεταβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλαν	=	μεταβάλλω
μεταβάλανε	=	μεταβάλλω
μεταβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλλαμε	=	μεταβάλλω
μεταβάλλαν	=	μεταβάλλω
μεταβάλλανε	=	μεταβάλλω
μεταβάλλατε	=	μεταβάλλω
μεταβάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταβάλλω
μεταβάλλεις	=	μεταβάλλω
μεταβάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μεταβάλλομαι
μεταβάλλετε	=	μεταβάλλω
μεταβάλλομαι	verb	αλλάζει η μορφή ή οι απόψεις μου, μεταμορφώνομαι, τροποποιούμαι
μεταβάλλονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του μεταβάλλομαι
μεταβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλλουμε	=	μεταβάλλω
μεταβάλλουν	=	μεταβάλλω
μεταβάλλουνε	=	μεταβάλλω
μεταβάλλω	verb	αλλάζω κάτι, το κάνω να γίνει διαφορετικό από πριν
μεταβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάλτε	=	μεταβάλλω
μεταβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλω
μεταβάπτιζα	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτιζαν	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτιζε	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτιζες	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτισα	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτισαν	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτισε	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτισες	=	μεταβαπτίζω
μεταβάπτισις	noun	άλλη μορφή του μεταβάπτισμα
μεταβάπτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβαπτίζω
μεταβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάβαση
μεταβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάβαση
μεταβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάβαση
μεταβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβίβαζα	=	μεταβιβάζω
μεταβίβαζαν	=	μεταβιβάζω
μεταβίβαζε	=	μεταβιβάζω
μεταβίβαζες	=	μεταβιβάζω
μεταβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβίβαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβιβάζω
μεταβίβασης	noun	γενική ενικού του μεταβίβαση
μεταβαίναμε	=	μεταβαίνω
μεταβαίναν	=	μεταβαίνω
μεταβαίνανε	=	μεταβαίνω
μεταβαίνατε	=	μεταβαίνω
μεταβαίνει	=	μεταβαίνω
μεταβαίνεις	=	μεταβαίνω
μεταβαίνετε	=	μεταβαίνω
μεταβαίνοντας	=	μεταβαίνω
μεταβαίνουμε	=	μεταβαίνω
μεταβαίνουν	=	μεταβαίνω
μεταβαίνουνε	=	μεταβαίνω
μεταβαίνω	verb|formal	πηγαίνω
μεταβαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβαλλόμενο
μεταβαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβαλλόμενη
μεταβαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμενης	verb	γενική ενικού του μεταβαλλόμενη
μεταβαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμενος	verb	αυτός που μεταβάλλεται τώρα
μεταβαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταβαλλόμενος
μεταβαλλόμουν	=	μεταβάλλομαι
μεταβαπτίζαμε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζαν	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζανε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζατε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζει	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζεις	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζετε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζοντας	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζουμε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζουν	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζουνε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίζω	verb	δίνω καινούργιο όνομα, ξαναβαφτίζω
μεταβαπτίσαμε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίσαν	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίσανε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίσατε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίσει	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτίσματα	=	μεταβάπτισμα
μεταβαπτίσματος	=	μεταβάπτισμα
μεταβαπτίστε	=	μεταβαπτίζω
μεταβαπτισμάτων	=	μεταβάπτισμα
μεταβαπτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβαπτισμένο
μεταβαπτισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταβαπτισμένος
μεταβαπτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβαπτισμένη
μεταβαπτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβαπτισμένος
μεταβαπτισμένης	verb	γενική ενικού του μεταβαπτισμένη
μεταβαπτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταβαπτισμένος
μεταβαπτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβαπτισμένος
μεταβαπτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταβαπτισμένος
μεταβαπτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταβαπτισμένος
μεταβαπτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταβαπτισμένος
μεταβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβατικό
μεταβατικέ	adj	κλητική ενικού του μεταβατικός
μεταβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβατική
μεταβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβατικός
μεταβατικής	adj	γενική ενικού του μεταβατική
μεταβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβατικός
μεταβατικοτήτων	=	μεταβατικότητα
μεταβατικού	adj	γενική ενικού του μεταβατικός
μεταβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταβατικός
μεταβατικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταβατικός
μεταβατικός	adj	που σχετίζεται με τη μετάβαση ή που συμβάλλει στη μετάβαση
μεταβατικότητα	noun	η ιδιότητα του μεταβατικού
μεταβατικότητας	=	μεταβατικότητα
μεταβατικότητες	=	μεταβατικότητα
μεταβατικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταβατικός
μεταβατικώς	adv	κατά τη μετάβαση από κάτι σε κάτι άλλο, προσωρινά
μεταβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβεβλημένος	=	μεταβάλλω
μεταβιβάζαμε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζαν	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζανε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζατε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζει	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζεις	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζετε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζομαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του μεταβιβάζω
μεταβιβάζοντας	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζουμε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζουν	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζουνε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάζω	verb	μεταφέρω, διαβιβάζω, παραχωρώ, μετακινώ
μεταβιβάζων	adj	αυτός που μεταβιβάζει
μεταβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάσαν	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάσανε	=	μεταβιβάζω
μεταβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβίβαση
μεταβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταβίβαση
μεταβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταβίβαση
μεταβιβάσιμα	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμε	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμες	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμη	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμης	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμο	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμοι	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μεταβιβαστεί
μεταβιβάσιμου	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμους	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσιμων	=	μεταβιβάσιμος
μεταβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβιβάζω
μεταβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιβασμένο
μεταβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του μεταβιβασμένος
μεταβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιβασμένη
μεταβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβιβασμένος
μεταβιβασμένης	verb	γενική ενικού του μεταβιβασμένη
μεταβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταβιβασμένος
μεταβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβιβασμένος
μεταβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταβιβασμένος
μεταβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταβιβασμένος
μεταβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταβιβασμένος
μεταβιβαστά	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστέ	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστές	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστή	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστής	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιβαστικό
μεταβιβαστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιβαστική
μεταβιβαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστικής	adj	γενική ενικού του μεταβιβαστική
μεταβιβαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστικού	adj	γενική ενικού του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστικός	adj	που συμβάλλει στη μεταβίβαση
μεταβιβαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταβιβαστικός
μεταβιβαστοί	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστού	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστούς	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστό	=	μεταβιβαστός
μεταβιβαστός	adj	που είναι δυνατόν να μεταβιβαστεί
μεταβιβαστών	=	μεταβιβαστός
μεταβιολογία	noun	η μελέτη της βιολογίας ως επιστημονικού κλάδου
μεταβιολογίας	noun	γενική ενικού του μεταβιολογία
μεταβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιολογία
μεταβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταβιολογία
μεταβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιομηχανικό
μεταβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του μεταβιομηχανικός
μεταβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβιομηχανική
μεταβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβιομηχανικός
μεταβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του μεταβιομηχανική
μεταβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβιομηχανικός
μεταβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του μεταβιομηχανικός
μεταβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταβιομηχανικός
μεταβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταβιομηχανικός
μεταβιομηχανικός	adj	που αναφέρεται στην περίοδο έπειτα από τη μεγάλη ανάπτυξη της βιομηχανίας (Βιομηχανική επανάσταση) και της κυριαρχίας της βιομηχανικής παραγωγής, όπου επικρατεί ο τριτογενής τομέας της οικονομίας, της παροχής υπηρεσιών, έναντι του μεταποιητικού (δευτερογενής τομέας)
μεταβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταβιομηχανικός
μεταβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβάλλομαι
μεταβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβλημένο
μεταβλημένε	verb	κλητική ενικού του μεταβλημένος
μεταβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβλημένη
μεταβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβλημένος
μεταβλημένης	verb	γενική ενικού του μεταβλημένη
μεταβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταβλημένος
μεταβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβλημένος
μεταβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταβλημένος
μεταβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταβλημένος
μεταβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταβλημένος
μεταβλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταβλητός	adv	με μεταβλητό τρόπο
μεταβλητέ	adj	κλητική ενικού του μεταβλητός
μεταβλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβλητή
μεταβλητή	noun	η κυμαινόμενη τιμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβλητός
μεταβλητής	adj	γενική ενικού του μεταβλητή
μεταβλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβλητός
μεταβλητοτήτων	=	μεταβλητότητα
μεταβλητού	adj	γενική ενικού του μεταβλητός
μεταβλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταβλητός
μεταβλητό	adj	αιτιατική ενικού του μεταβλητός
μεταβλητός	adj	αυτός που μεταβάλεται
μεταβλητότητα	noun|formal	η ιδιότητα τού μεταβλητού
μεταβλητότητας	noun	γενική ενικού του μεταβλητότητα
μεταβλητότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβλητότητα
μεταβλητών	adj	γενική πληθυντικού του μεταβλητός
μεταβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβολή
μεταβολή	noun	μετάβαση από μια κατάσταση σε μια άλλη
μεταβολής	=	μεταβολή
μεταβολίζαμε	=	μεταβολίζω
μεταβολίζαν	=	μεταβολίζω
μεταβολίζανε	=	μεταβολίζω
μεταβολίζατε	=	μεταβολίζω
μεταβολίζει	=	μεταβολίζω
μεταβολίζεις	=	μεταβολίζω
μεταβολίζετε	=	μεταβολίζω
μεταβολίζομαι	verb	υφίσταμαι μεταβολισμό
μεταβολίζοντας	=	μεταβολίζω
μεταβολίζουμε	=	μεταβολίζω
μεταβολίζουν	=	μεταβολίζω
μεταβολίζουνε	=	μεταβολίζω
μεταβολίζω	verb	διενεργώ μεταβολισμό
μεταβολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίσαν	=	μεταβολίζω
μεταβολίσανε	=	μεταβολίζω
μεταβολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίστηκα	=	μεταβολίζομαι
μεταβολίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβολίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβολίτης
μεταβολίτη	=	μεταβολίτης
μεταβολίτης	noun	ουσία που παράγεται ως ενδιάμεσο ή τελικό προϊόν του μεταβολισμού ή συμμετέχει στην όλη διαδικασία του μεταβολισμού
μεταβολιζόμουν	=	μεταβολίζομαι
μεταβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβολικό
μεταβολικέ	adj	κλητική ενικού του μεταβολικός
μεταβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβολική
μεταβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβολικός
μεταβολικής	adj	γενική ενικού του μεταβολική
μεταβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβολικός
μεταβολικού	adj	γενική ενικού του μεταβολικός
μεταβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταβολικός
μεταβολικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταβολικός
μεταβολικός	adj	που έχει σχέση με τον μεταβολισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μεταβολικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταβολικός
μεταβολισμέ	noun	κλητική ενικού του μεταβολισμός
μεταβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβολισμένο
μεταβολισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταβολισμένος
μεταβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβολισμένη
μεταβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβολισμένος
μεταβολισμένης	verb	γενική ενικού του μεταβολισμένη
μεταβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταβολισμένος
μεταβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβολισμένος
μεταβολισμένος	=	μεταβολίζομαι
μεταβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταβολισμένος
μεταβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταβολισμένος
μεταβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταβολισμένος
μεταβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβολισμός
μεταβολισμού	noun	γενική ενικού του μεταβολισμός
μεταβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταβολισμός
μεταβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεταβολισμός
μεταβολισμός	noun	το σύνολο των βιοχημικών αντιδράσεων που πραγματοποιούνται στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών
μεταβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεταβολισμός
μεταβολιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζομαι
μεταβολιτών	=	μεταβολίτης
μεταβολών	=	μεταβολή
μεταβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταβυζαντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβυζαντινό	adv	κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο
μεταβυζαντινέ	adj	κλητική ενικού του μεταβυζαντινός
μεταβυζαντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταβυζαντινή
μεταβυζαντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταβυζαντινός
μεταβυζαντινής	adj	γενική ενικού του μεταβυζαντινή
μεταβυζαντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταβυζαντινός
μεταβυζαντινού	adj	γενική ενικού του μεταβυζαντινός
μεταβυζαντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταβυζαντινός
μεταβυζαντινό	adj	αιτιατική ενικού του μεταβυζαντινός
μεταβυζαντινός	adj	που έχει σχέση με την περίοδο μετά το 1453 και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους ή αναφέρεται στην περίοδο αυτή
μεταβυζαντινών	adj	γενική πληθυντικού του μεταβυζαντινός
μεταβόλιζα	=	μεταβολίζω
μεταβόλιζαν	=	μεταβολίζω
μεταβόλιζε	=	μεταβολίζω
μεταβόλιζες	=	μεταβολίζω
μεταβόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταβολίζω
μεταβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταβαίνω
μεταγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετάγω
μεταγγίζαμε	=	μεταγγίζω
μεταγγίζαν	=	μεταγγίζω
μεταγγίζανε	=	μεταγγίζω
μεταγγίζατε	=	μεταγγίζω
μεταγγίζει	=	μεταγγίζω
μεταγγίζεις	=	μεταγγίζω
μεταγγίζετε	=	μεταγγίζω
μεταγγίζομαι	verb	με μεταγγίζουν
μεταγγίζοντας	=	μεταγγίζω
μεταγγίζουμε	=	μεταγγίζω
μεταγγίζουν	=	μεταγγίζω
μεταγγίζουνε	=	μεταγγίζω
μεταγγίζω	verb	διοχετεύω κάποιο υγρό από ένα μέρος σε άλλο
μεταγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίσαν	=	μεταγγίζω
μεταγγίσανε	=	μεταγγίζω
μεταγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάγγιση
μεταγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίσεων	=	μετάγγιση
μεταγγίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγγίσιμο
μεταγγίσιμε	adj	κλητική ενικού του μεταγγίσιμος
μεταγγίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγγίσιμη
μεταγγίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγγίσιμος
μεταγγίσιμης	adj	γενική ενικού του μεταγγίσιμη
μεταγγίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του μεταγγίσιμος
μεταγγίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγγίσιμος
μεταγγίσιμος	adj	που μπορεί να μεταγγιστεί
μεταγγίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταγγίσιμος
μεταγγίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταγγίσιμος
μεταγγίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταγγίσιμος
μεταγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγίστηκα	=	μεταγγίζομαι
μεταγγίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζω
μεταγγιζόμουν	=	μεταγγίζομαι
μεταγγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγγισμένο
μεταγγισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταγγισμένος
μεταγγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγγισμένη
μεταγγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγγισμένος
μεταγγισμένης	verb	γενική ενικού του μεταγγισμένη
μεταγγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταγγισμένος
μεταγγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγγισμένος
μεταγγισμένος	=	μεταγγίζομαι
μεταγγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταγγισμένος
μεταγγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταγγισμένος
μεταγγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταγγισμένος
μεταγγιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγγιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγγίζομαι
μεταγενέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταγενέστερος	adv	μετά από κάτι
μεταγενέστερε	adj	κλητική ενικού του μεταγενέστερος
μεταγενέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγενέστερη
μεταγενέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγενέστερος
μεταγενέστερης	adj	γενική ενικού του μεταγενέστερη
μεταγενέστερο	adj	αιτιατική ενικού του μεταγενέστερος
μεταγενέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγενέστερος
μεταγενέστερος	adj	αυτός που προέκυψε, δημιουργήθηκε, γεννήθηκε, έζησε, γράφτηκε, έδρασε κ.λπ. μετά από μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία είτε αναφέρεται ρητά ή θεωρείται ευκόλως εννοούμενη στο πλαίσιο των συμφραζομένων
μεταγενέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταγενέστερος
μεταγενέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταγενέστερος
μεταγενέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταγενέστερος
μεταγλωσσογράφε	=	μεταγλωσσογράφος
μεταγλωσσογράφο	=	μεταγλωσσογράφος
μεταγλωσσογράφοι	=	μεταγλωσσογράφος
μεταγλωσσογράφος	noun	νομικοί ερευνητές και σχολιαστές του Ρωμαϊκού Δικαίου κατά τον 13ο αιώνα
μεταγλωσσογράφου	=	μεταγλωσσογράφος
μεταγλωσσογράφους	=	μεταγλωσσογράφος
μεταγλωσσογράφων	=	μεταγλωσσογράφος
μεταγλωσσών	noun	γενική πληθυντικού του μεταγλώσσα
μεταγλωττίζαμε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζαν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζανε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζατε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζει	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζεις	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζεσαι	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζεστε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζεται	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζετε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζομαι	verb	με μεταγλωττίζουν
μεταγλωττίζομε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζονται	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζονταν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζοντας	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζουμε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζουν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζουνε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίζω	verb	μεταφέρω κάποιο κείμενο από μία γλώσσα σε κάποια άλλη
μεταγλωττίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσαν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσανε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγλώττιση
μεταγλωττίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταγλώττιση
μεταγλωττίσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταγλώττιση
μεταγλωττίσομε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσου	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίσουνε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττίστηκα	=	μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττίστηκες	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττίστρια	noun	θηλυκό του μεταγλωττιστής
μεταγλωττίστριας	noun	γενική ενικού του μεταγλωττίστρια
μεταγλωττίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγλωττίστρια
μεταγλωττίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόμασταν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόμαστε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόμενος	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόμουν	=	μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττιζόμουνα	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόντουσαν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόσασταν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόσαστε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόσουν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόσουνα	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζόταν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιζότανε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγλωττισμένο
μεταγλωττισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγλωττισμένη
μεταγλωττισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττισμένης	verb	γενική ενικού του μεταγλωττισμένη
μεταγλωττισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττισμένος	=	μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταγλωττισμένος
μεταγλωττιστές	=	μεταγλωττιστής
μεταγλωττιστή	=	μεταγλωττιστής
μεταγλωττιστήκαμε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστήκαν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστήκανε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστήκατε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστής	noun	πρόσωπο που μεταγλωττίζει
μεταγλωττιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττιστείς	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστείτε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστούμε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττιστούνε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλωττιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μεταγλωττίστρια
μεταγλωττιστώ	=	μεταγλωττίζομαι
μεταγλωττιστών	=	μεταγλωττιστής
μεταγλώσσα	noun	το σύνολο των όρων που δημιουργήθηκαν για να περιγράψουν τη γλώσσα
μεταγλώσσας	noun	γενική ενικού του μεταγλώσσα
μεταγλώσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγλώσσα
μεταγλώττιζα	=	μεταγλωττίζω
μεταγλώττιζαν	=	μεταγλωττίζω
μεταγλώττιζε	=	μεταγλωττίζω
μεταγλώττιζες	=	μεταγλωττίζω
μεταγλώττισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλώττισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλώττισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλώττισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγλωττίζω
μεταγλώττιση	noun	η αντικατάσταση των πρωτότυπων διαλόγων μιας κινηματογραφικής ταινίας ή τηλεοπτικής εκπομπής με διαλόγους σε άλλη γλώσσα
μεταγλώττισης	noun	γενική ενικού του μεταγλώττιση
μεταγνώσεις	=	μεταγνώση
μεταγνώσεων	=	μεταγνώση
μεταγνώση	noun	η διαδικασία συνειδητοποίησης και ρύθμισης του τρόπου σκέψης και μάθησης
μεταγνώσης	=	μεταγνώση
μεταγράφαμε	=	μεταγράφω
μεταγράφαν	=	μεταγράφω
μεταγράφανε	=	μεταγράφω
μεταγράφατε	=	μεταγράφω
μεταγράφει	=	μεταγράφω
μεταγράφεις	verb	β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος μεταγράφω
μεταγράφετε	=	μεταγράφω
μεταγράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγράφομαι	verb	με μεταγράφουν
μεταγράφοντας	=	μεταγράφω
μεταγράφουμε	=	μεταγράφω
μεταγράφουν	=	μεταγράφω
μεταγράφουνε	=	μεταγράφω
μεταγράφω	verb	αποδίδω γραπτά ένα κείμενο ή μια λέξη με άλλο σύστημα γραφής ή αλφάβητο
μεταγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψαν	=	μεταγράφω
μεταγράψανε	=	μεταγράφω
μεταγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφω
μεταγραμμάτιζα	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτιζαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτιζε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτιζες	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτισα	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτισαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτισε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμάτισες	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμμένο
μεταγραμμένε	verb	κλητική ενικού του μεταγραμμένος
μεταγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμμένη
μεταγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγραμμένος
μεταγραμμένης	verb	γενική ενικού του μεταγραμμένη
μεταγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταγραμμένος
μεταγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμμένος
μεταγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταγραμμένος
μεταγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταγραμμένος
μεταγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταγραμμένος
μεταγραμματίζαμε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζανε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζατε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζει	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζεις	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζεσαι	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζεστε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζεται	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζετε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζομαι	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζονται	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζονταν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζοντας	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζουμε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζουν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζουνε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίζω	verb	αλλάζω τη σειρά των γραμμάτων μέσα σε μία λέξη
μεταγραμματίσαμε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίσαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίσανε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίσατε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίσει	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίσου	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίστε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίστηκα	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίστηκαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίστηκε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματίστηκες	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόμασταν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόμαστε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόμουν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόμουνα	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόντουσαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόσασταν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόσαστε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόσουν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόσουνα	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζόταν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιζότανε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματισμέ	noun	κλητική ενικού του μεταγραμματισμός
μεταγραμματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμματισμένο
μεταγραμματισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμματισμένη
μεταγραμματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμένης	verb	γενική ενικού του μεταγραμματισμένη
μεταγραμματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμένος	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταγραμματισμένος
μεταγραμματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγραμματισμός
μεταγραμματισμού	noun	γενική ενικού του μεταγραμματισμός
μεταγραμματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταγραμματισμός
μεταγραμματισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεταγραμματισμός
μεταγραμματισμός	noun	αλλαγή της σειράς των γραμμάτων σε μία λέξη
μεταγραμματισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεταγραμματισμός
μεταγραμματιστήκαμε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιστήκαν	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιστήκανε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιστήκατε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιστεί	=	μεταγραμματίζω
μεταγραμματιστείτε	=	μεταγραμματίζω
μεταγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφή
μεταγραφή	noun	απόδοση λέξης ή κειμένου με διαφορετικό σύστημα γραφής από το πρωτότυπο
μεταγραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγραφής	noun	γενική ενικού του μεταγραφή
μεταγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγραφειοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφειοκρατικό
μεταγραφειοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφειοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφειοκρατική
μεταγραφειοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφειοκρατικής	adj	γενική ενικού του μεταγραφειοκρατική
μεταγραφειοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφειοκρατικού	adj	γενική ενικού του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφειοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφειοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφειοκρατικός	adj	που έχει σχέση με σύστημα διοίκησης που θα προκύψει από τον περιορισμό ή την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας ή αναφέρεται σ’ αυτό
μεταγραφειοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταγραφειοκρατικός
μεταγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφικό
μεταγραφικέ	adj	κλητική ενικού του μεταγραφικός
μεταγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφική
μεταγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγραφικός
μεταγραφικής	adj	γενική ενικού του μεταγραφική
μεταγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγραφικός
μεταγραφικού	adj	γενική ενικού του μεταγραφικός
μεταγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταγραφικός
μεταγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταγραφικός
μεταγραφικός	adj	που έχει σχέση με μεταγραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταγραφικός
μεταγραφοφυλάκων	=	μεταγραφοφύλακας
μεταγραφοφύλακα	=	μεταγραφοφύλακας
μεταγραφοφύλακας	noun	υπάλληλος σε υποθηκοφυλακείο που είναι υπεύθυνος για τις μεταγραφές των συμβολαιογραφικών πράξεων σε αυτό
μεταγραφοφύλακες	=	μεταγραφοφύλακας
μεταγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταγράφομαι
μεταγραφόμουν	=	μεταγράφομαι
μεταγραφών	noun	γενική πληθυντικού του μεταγραφή
μεταγυρίζω	verb|rare	συνήθως στη μορφή ματαγυρίζω
μεταγωγέ	=	μεταγωγός
μεταγωγέα	=	μεταγωγέας
μεταγωγέας	noun	υλικό δικτύωσης που συνδέει συσκευές σε ένα δίκτυο υπολογιστών πραγματοποιώντας μεταγωγή πακέτων για λήψη και προώθηση δεδομένων στη συσκευή προορισμού
μεταγωγές	=	μεταγωγή
μεταγωγέων	=	μεταγωγέας
μεταγωγή	noun	η μεταφορά κρατούμενου με αστυνομική συνοδεία
μεταγωγής	=	μεταγωγή
μεταγωγείς	=	μεταγωγέας
μεταγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγωγικό
μεταγωγικέ	adj	κλητική ενικού του μεταγωγικός
μεταγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταγωγική
μεταγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταγωγικός
μεταγωγικής	adj	γενική ενικού του μεταγωγική
μεταγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταγωγικός
μεταγωγικού	adj	γενική ενικού του μεταγωγικός
μεταγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταγωγικός
μεταγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταγωγικός
μεταγωγικός	adj	που έχει σχέση με μεταγωγή ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταγωγικός
μεταγωγοί	=	μεταγωγός
μεταγωγού	=	μεταγωγός
μεταγωγούς	=	μεταγωγός
μεταγωγό	=	μεταγωγός
μεταγωγός	noun	άλλη μορφή του μεταγωγέας
μεταγωγών	=	μεταγωγή
μεταδίδαμε	=	μεταδίδω
μεταδίδαν	=	μεταδίδω
μεταδίδανε	=	μεταδίδω
μεταδίδατε	=	μεταδίδω
μεταδίδει	=	μεταδίδω
μεταδίδεις	=	μεταδίδω
μεταδίδεσαι	=	μεταδίδω
μεταδίδεστε	=	μεταδίδω
μεταδίδεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μεταδίδομαι
μεταδίδετε	=	μεταδίδω
μεταδίδομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταδίδω
μεταδίδονται	=	μεταδίδω
μεταδίδονταν	=	μεταδίδω
μεταδίδοντας	=	μεταδίδω
μεταδίδουμε	=	μεταδίδω
μεταδίδουν	=	μεταδίδω
μεταδίδουνε	=	μεταδίδω
μεταδίδω	verb	μεταφέρω κάτι σε κάποιον
μεταδίκτυο	noun	υποθετικό μελλοντικό ίντερνετ που θα διασυνδέει ψηφιακά όλες τις αισθήσεις του ανθρώπου, ρεαλιστικός διαδικτυακός κόσμος
μεταδίνω	verb	άλλη μορφή του μεταδίδω
μεταδεδομένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδεδομένο
μεταδεδομένο	noun	(πληροφορική) (συνήθως στον πληθυντικό: μεταδεδομένα) δεδομένο ή πληροφοριακό στοιχείο που περιγράφει ή δίνει περισσότερες πληροφορίες για άλλα δεδομένα ή πληροφορίες
μεταδεδομένου	=	μεταδεδομένο
μεταδεδομένων	=	μεταδεδομένο
μεταδευτεροβάθμια	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιας	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιε	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιες	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιο	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιοι	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιος	adj	που βρίσκεται, γίνεται ή συμβαίνει μετά από τη δευτεροβάθμια βαθμίδα
μεταδευτεροβάθμιου	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιους	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδευτεροβάθμιων	=	μεταδευτεροβάθμιος
μεταδημοκρατία	noun	συνθήκες όπου η οργάνωση της πολιτικής ζωής εκχωρεί περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα, περιορίζοντας τις πολιτικές ισότητας αποσκοπώντας στην ανακατανομή της εξουσίας και του πλούτου, ενώ η μάζα των πολιτών περιορίζεται στο ρόλο του παθητικού θεατή που χειραγωγείται εύκολα και σπανίως δραστηριοποιείται
μεταδημοκρατίας	=	μεταδημοκρατία
μεταδημοκρατίες	=	μεταδημοκρατία
μεταδημοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδημοκρατικό
μεταδημοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδημοκρατική
μεταδημοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατικής	adj	γενική ενικού του μεταδημοκρατική
μεταδημοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατικού	adj	γενική ενικού του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταδημοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταδημοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταδημοκρατικός
μεταδημοκρατιών	=	μεταδημοκρατία
μεταδημοτεύαμε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύαν	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύανε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύατε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύει	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύεις	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύετε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύοντας	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύουμε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύουν	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύουνε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύσαμε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύσαν	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύσανε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύσατε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύσει	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύσεις	=	μεταδημότευση
μεταδημοτεύσεων	=	μεταδημότευση
μεταδημοτεύστε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημοτεύω	verb	εκτελώ μεταδημότευση
μεταδημότευα	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευαν	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευες	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευσα	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευσαν	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευσε	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευσες	=	μεταδημοτεύω
μεταδημότευση	noun	η μεταφορά των πολιτικών δικαιωμάτων σε άλλο δήμο
μεταδημότευσης	=	μεταδημότευση
μεταδιδάκτορα	=	μεταδιδάκτορας
μεταδιδάκτορας	noun	κάτοχος διδακτορικού διπλώματος που διεξάγει ειδική έρευνα (μεταδιδακτορική) σε κάποιο πανεπιστημιακό ίδρυμα ή ερευνητικό κέντρο
μεταδιδάκτορες	=	μεταδιδάκτορας
μεταδιδακτορικά	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικέ	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικές	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορική	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικής	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικοί	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικού	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικούς	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικό	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτορικός	adj	που σχετίζεται με έρευνα που πραγματοποιείται μετά την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος
μεταδιδακτορικών	=	μεταδιδακτορικός
μεταδιδακτόρισσα	=	μεταδιδάκτορας
μεταδιδακτόρων	=	μεταδιδάκτορας
μεταδιδόμασταν	=	μεταδίδω
μεταδιδόμαστε	=	μεταδίδω
μεταδιδόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδιδόμενο
μεταδιδόμενε	verb	κλητική ενικού του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδιδόμενη
μεταδιδόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμενης	verb	γενική ενικού του μεταδιδόμενη
μεταδιδόμενο	verb	αιτιατική ενικού του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμενος	verb	ο μεταδοτικός, που μπορεί να μεταδοθεί, που μεταφέρεται και κολλάει από το ένα πλάσμα στο άλλο
μεταδιδόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταδιδόμενος
μεταδιδόμουν	=	μεταδίδω
μεταδιδόμουνα	=	μεταδίδω
μεταδιδόντουσαν	=	μεταδίδω
μεταδιδόσασταν	=	μεταδίδω
μεταδιδόσαστε	=	μεταδίδω
μεταδιδόσουν	=	μεταδίδω
μεταδιδόσουνα	=	μεταδίδω
μεταδιδόταν	=	μεταδίδω
μεταδιδότανε	=	μεταδίδω
μεταδιεγείρω	verb	μετατρέπω εξωτερικό ερέθισμα σε νευρική αναμεταδόσιμη πληροφορία
μεταδοθήκαμε	=	μεταδίδω
μεταδοθήκαν	=	μεταδίδω
μεταδοθήκανε	=	μεταδίδω
μεταδοθήκατε	=	μεταδίδω
μεταδοθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδοθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδοθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδοθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδοθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδοθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδομένο
μεταδομένε	verb	κλητική ενικού του μεταδομένος
μεταδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδομένη
μεταδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταδομένος
μεταδομένης	verb	γενική ενικού του μεταδομένη
μεταδομένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταδομένος
μεταδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταδομένος
μεταδομένος	=	μεταδίδω
μεταδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταδομένος
μεταδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταδομένος
μεταδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταδομένος
μεταδομισμέ	=	μεταδομισμός
μεταδομισμοί	=	μεταδομισμός
μεταδομισμού	=	μεταδομισμός
μεταδομισμούς	=	μεταδομισμός
μεταδομισμό	=	μεταδομισμός
μεταδομισμός	noun|literary	ο μεταστρουκτουραλισμός
μεταδομισμών	=	μεταδομισμός
μεταδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδοτικό
μεταδοτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταδοτικός
μεταδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδοτική
μεταδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταδοτικός
μεταδοτικής	adj	γενική ενικού του μεταδοτική
μεταδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταδοτικός
μεταδοτικοτήτων	=	μεταδοτικότητα
μεταδοτικού	adj	γενική ενικού του μεταδοτικός
μεταδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταδοτικός
μεταδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταδοτικός
μεταδοτικός	adj	που μπορεί να μεταδοθεί από ον που νοσεί σε ένα άλλο υγιές
μεταδοτικότητα	noun	η ιδιότητα του μεταδοτικού
μεταδοτικότητας	noun	γενική ενικού του μεταδοτικότητα
μεταδοτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδοτικότητα
μεταδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταδοτικός
μεταδοτών	=	μεταδότης
μεταδρομολογήσεις	=	μεταδρομολόγηση
μεταδρομολογήσεων	=	μεταδρομολόγηση
μεταδρομολόγηση	noun|formal	αλλαγή δρομολογίου
μεταδρομολόγησης	=	μεταδρομολόγηση
μεταδόθηκα	=	μεταδίδω
μεταδόθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδόθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδομαι
μεταδόθηκες	=	μεταδίδω
μεταδόσεις	=	μετάδοση
μεταδόσεων	=	μετάδοση
μεταδόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδόσιμο
μεταδόσιμε	adj	κλητική ενικού του μεταδόσιμος
μεταδόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταδόσιμη
μεταδόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταδόσιμος
μεταδόσιμης	adj	γενική ενικού του μεταδόσιμη
μεταδόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του μεταδόσιμος
μεταδόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταδόσιμος
μεταδόσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μεταδοθεί
μεταδόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταδόσιμος
μεταδόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταδόσιμος
μεταδόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταδόσιμος
μεταδότες	=	μεταδότης
μεταδότη	=	μεταδότης
μεταδότης	noun	άνθρωπος ή συσκευή που μεταδίδει κάτι
μεταδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσαν	=	μεταδίδω
μεταδώσανε	=	μεταδίδω
μεταδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσου	=	μεταδίδω
μεταδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταδίδω
μεταεισαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταεισαγωγικό
μεταεισαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του μεταεισαγωγικός
μεταεισαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταεισαγωγική
μεταεισαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταεισαγωγικός
μεταεισαγωγικής	adj	γενική ενικού του μεταεισαγωγική
μεταεισαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταεισαγωγικός
μεταεισαγωγικού	adj	γενική ενικού του μεταεισαγωγικός
μεταεισαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταεισαγωγικός
μεταεισαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταεισαγωγικός
μεταεισαγωγικός	adj	που έπεται του εισαγωγικού
μεταεισαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταεισαγωγικός
μεταζεύξεις	=	μετάζευξη
μεταζεύξεων	=	μετάζευξη
μεταηθικές	=	μεταηθική
μεταηθική	noun	η μελέτη της φύσης και του νοήματος των ηθικών αξιωμάτων ή κρίσεων
μεταηθικής	=	μεταηθική
μεταηθικών	=	μεταηθική
μεταθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέσαν	=	μεταθέτω
μεταθέσανε	=	μεταθέτω
μεταθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάθεση
μεταθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάθεση
μεταθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάθεση
μεταθέσιμα	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμε	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμες	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμη	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμης	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμο	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμοι	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μετατεθεί
μεταθέσιμου	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμους	=	μεταθέσιμος
μεταθέσιμων	=	μεταθέσιμος
μεταθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταθέτω
μεταθέταμε	=	μεταθέτω
μεταθέταν	=	μεταθέτω
μεταθέτανε	=	μεταθέτω
μεταθέτατε	=	μεταθέτω
μεταθέτει	=	μεταθέτω
μεταθέτεις	=	μεταθέτω
μεταθέτετε	=	μεταθέτω
μεταθέτομαι	=	μεταθέτω
μεταθέτοντας	=	μεταθέτω
μεταθέτουμε	=	μεταθέτω
μεταθέτουν	=	μεταθέτω
μεταθέτουνε	=	μεταθέτω
μεταθέτω	verb	τοποθετώ σε άλλο σημείο
μεταθανάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθανάτιο
μεταθανάτιας	=	μεταθανάτιος
μεταθανάτιε	adj	κλητική ενικού του μεταθανάτιος
μεταθανάτιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθανάτιη
μεταθανάτιο	adj	αιτιατική ενικού του μεταθανάτιος
μεταθανάτιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταθανάτιος
μεταθανάτιος	adj	μετά τον θάνατο
μεταθανάτιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταθανάτιος
μεταθανάτιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταθανάτιος
μεταθανάτιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταθανάτιος
μεταθανατίου	=	μεταθανάτιος
μεταθανατίους	=	μεταθανάτιος
μεταθανατίων	=	μεταθανάτιος
μεταθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθεραπευτικό
μεταθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταθεραπευτικός
μεταθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθεραπευτική
μεταθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταθεραπευτικός
μεταθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του μεταθεραπευτική
μεταθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταθεραπευτικός
μεταθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του μεταθεραπευτικός
μεταθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταθεραπευτικός
μεταθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταθεραπευτικός
μεταθεραπευτικός	adj	που ακολουθεί μια θεραπεία
μεταθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταθεραπευτικός
μεταθετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθετό	adv	με μεταθετό τρόπο
μεταθετέ	adj	κλητική ενικού του μεταθετός
μεταθετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθετή
μεταθετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταθετός
μεταθετής	adj	γενική ενικού του μεταθετή
μεταθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθετικό
μεταθετικέ	adj	κλητική ενικού του μεταθετικός
μεταθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθετική
μεταθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταθετικός
μεταθετικής	adj	γενική ενικού του μεταθετική
μεταθετικισμέ	=	μεταθετικισμός
μεταθετικισμοί	=	μεταθετικισμός
μεταθετικισμού	=	μεταθετικισμός
μεταθετικισμούς	=	μεταθετικισμός
μεταθετικισμό	=	μεταθετικισμός
μεταθετικισμός	noun	φιλοσοφική προσέγγιση που αναγνωρίζει τις βασικές αρχές του λογικού θετικισμού (positivism) και τις συμπληρώνει με μια μεταφυσική προοπτική
μεταθετικισμών	=	μεταθετικισμός
μεταθετικιστές	=	μεταθετικιστής
μεταθετικιστή	=	μεταθετικιστής
μεταθετικιστής	noun	οπαδός του μεταθετικισμού, που αναζητά μια κατανόηση των θεμελιωδών ιδεών της επιστήμης και της φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει την ύπαρξη πραγμάτων που υπερβαίνουν τα όρια του εμπειρικού κόσμου
μεταθετικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθετικιστικό
μεταθετικιστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθετικιστική
μεταθετικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστικής	adj	γενική ενικού του μεταθετικιστική
μεταθετικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστικού	adj	γενική ενικού του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μεταθετικιστή ή τον μεταθετικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεταθετικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταθετικιστικός
μεταθετικιστών	=	μεταθετικιστής
μεταθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταθετικός
μεταθετικού	adj	γενική ενικού του μεταθετικός
μεταθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταθετικός
μεταθετικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταθετικός
μεταθετικός	adj	που δεν μεταβάλλεται αν του αλλάξουμε την σειρά
μεταθετικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταθετικός
μεταθετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταθετός
μεταθετού	adj	γενική ενικού του μεταθετός
μεταθετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταθετός
μεταθετό	adj	αιτιατική ενικού του μεταθετός
μεταθετός	adj	που γίνεται να μετατεθεί
μεταθετών	adj	γενική πληθυντικού του μεταθετός
μεταθεωρία	noun	θεωρία επί κάποιας θεωρίας
μεταθεωρίας	noun	γενική ενικού του μεταθεωρία
μεταθεωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταθεωρία
μεταθεωριών	noun	γενική πληθυντικού του μεταθεωρία
μεταιχμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταιχμιακό
μεταιχμιακέ	adj	κλητική ενικού του μεταιχμιακός
μεταιχμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταιχμιακή
μεταιχμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταιχμιακός
μεταιχμιακής	adj	γενική ενικού του μεταιχμιακή
μεταιχμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταιχμιακός
μεταιχμιακού	adj	γενική ενικού του μεταιχμιακός
μεταιχμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταιχμιακός
μεταιχμιακό	adj	αιτιατική ενικού του μεταιχμιακός
μεταιχμιακός	adj	που βρίσκεται στο μεταίχμιο
μεταιχμιακών	adj	γενική πληθυντικού του μεταιχμιακός
μετακάλει	=	μετακαλώ
μετακάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακάρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακάρπιο
μετακάρπιας	=	μετακάρπιος
μετακάρπιε	=	μετακάρπιος
μετακάρπιες	=	μετακάρπιος
μετακάρπιο	noun	το μέρος ενός χεριού ανάμεσα στα δάχτυλα και τον καρπό
μετακάρπιοι	=	μετακάρπιος
μετακάρπιος	adj	που έχει σχέση με το μετακάρπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μετακάρπιου	=	μετακάρπιο
μετακάρπιους	=	μετακάρπιος
μετακάρπιων	=	μετακάρπιος
μετακένωση	noun	η μεταφορά υγρού από ένα δοχείο σε άλλο
μετακένωσης	=	μετακένωση
μετακίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακίνηση	noun	η αλλαγή από μία θέση σε άλλη
μετακίνησης	=	μετακίνηση
μετακαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέσαν	=	μετακαλώ
μετακαλέσανε	=	μετακαλώ
μετακαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέσου	=	μετακαλούμαι
μετακαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλέστηκα	=	μετακαλούμαι
μετακαλέστηκαν	=	μετακαλούμαι
μετακαλέστηκε	=	μετακαλούμαι
μετακαλέστηκες	=	μετακαλούμαι
μετακαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακαλώ
μετακαλεί	=	μετακαλώ
μετακαλείς	=	μετακαλώ
μετακαλείσαι	=	μετακαλούμαι
μετακαλείστε	=	μετακαλούμαι
μετακαλείται	=	μετακαλούμαι
μετακαλείτε	=	μετακαλώ
μετακαλεσμένος	=	μετακαλούμαι
μετακαλεστήκαμε	=	μετακαλούμαι
μετακαλεστήκαν	=	μετακαλούμαι
μετακαλεστήκανε	=	μετακαλούμαι
μετακαλεστήκατε	=	μετακαλούμαι
μετακαλεστεί	=	μετακαλούμαι
μετακαλεστείτε	=	μετακαλούμαι
μετακαλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετακαλώ
μετακαλούμασταν	=	μετακαλούμαι
μετακαλούμαστε	=	μετακαλούμαι
μετακαλούμε	=	μετακαλώ
μετακαλούμουν	=	μετακαλούμαι
μετακαλούν	=	μετακαλώ
μετακαλούνε	=	μετακαλώ
μετακαλούνται	=	μετακαλούμαι
μετακαλούνταν	=	μετακαλούμαι
μετακαλούσα	=	μετακαλώ
μετακαλούσαμε	=	μετακαλώ
μετακαλούσαν	=	μετακαλώ
μετακαλούσανε	=	μετακαλώ
μετακαλούσασταν	=	μετακαλούμαι
μετακαλούσαστε	=	μετακαλούμαι
μετακαλούσατε	=	μετακαλώ
μετακαλούσε	=	μετακαλώ
μετακαλούσες	=	μετακαλώ
μετακαλούσουν	=	μετακαλούμαι
μετακαλώ	verb	καλώ κάποιον να έρθει για ορισμένο σκοπό
μετακαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετακαλώ
μετακανόνα	=	μετακανόνας
μετακανόνας	noun	κανόνας ηθικής συμπεριφοράς που περιγράφει την προσωπική ευθύνη και τον αναλογικό και δίκαιο τρόπο ανταπόκρισης σε μια κατάσταση όταν δεν υπάρχει ακριβής κανονισμός / κανόνας για το πώς πρέπει να συμπεριφερθούμε, μια δέσμευση για τη διατήρηση της αξιοπρέπειας και του σεβασμού στους άλλους ανθρώπους και την προσπάθεια να αποφευχθεί η προκλητική συμπεριφορά, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κανονιστικό πλαίσιο γι' αυτό
μετακανόνες	=	μετακανόνας
μετακανόνων	=	μετακανόνας
μετακαπιταλισμέ	=	μετακαπιταλισμός
μετακαπιταλισμοί	=	μετακαπιταλισμός
μετακαπιταλισμού	=	μετακαπιταλισμός
μετακαπιταλισμούς	=	μετακαπιταλισμός
μετακαπιταλισμό	=	μετακαπιταλισμός
μετακαπιταλισμός	adj	υποθετικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα που προτείνεται ως μελλοντική αντικατάσταση του καπιταλισμού
μετακαπιταλισμών	=	μετακαπιταλισμός
μετακαπιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακαπιταλιστικό
μετακαπιταλιστικέ	adj	κλητική ενικού του μετακαπιταλιστικός
μετακαπιταλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακαπιταλιστική
μετακαπιταλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακαπιταλιστικός
μετακαπιταλιστικής	adj	γενική ενικού του μετακαπιταλιστική
μετακαπιταλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακαπιταλιστικός
μετακαπιταλιστικού	adj	γενική ενικού του μετακαπιταλιστικός
μετακαπιταλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακαπιταλιστικός
μετακαπιταλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μετακαπιταλιστικός
μετακαπιταλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μετακαπιταλισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
μετακαπιταλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μετακαπιταλιστικός
μετακαρπίου	noun	γενική ενικού του μετακάρπιο
μετακαρπίων	noun	γενική πληθυντικού του μετακάρπιο
μετακασσάνδρεια	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειας	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειε	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειες	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειο	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειοι	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειος	adj	που συνέβη μετά από την κτίση της Θεσσαλονίκης (ή της Κασσάνδρειας) από τον Κάσσανδρο
μετακασσάνδρειου	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειους	=	μετακασσάνδρειος
μετακασσάνδρειων	=	μετακασσάνδρειος
μετακεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακεντρικό
μετακεντρικέ	adj	κλητική ενικού του μετακεντρικός
μετακεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακεντρική
μετακεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακεντρικός
μετακεντρικής	adj	γενική ενικού του μετακεντρική
μετακεντρικη	=	μετακεντρικός
μετακεντρικο	=	μετακεντρικός
μετακεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακεντρικός
μετακεντρικού	adj	γενική ενικού του μετακεντρικός
μετακεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακεντρικός
μετακεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του μετακεντρικός
μετακεντρικός	adj	τυπολογία χρωματοσωμάτων, όταν έχουν το κεντρομερίδιο κοντά στη μέση
μετακεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του μετακεντρικός
μετακενώσεις	=	μετακένωση
μετακενώσεων	=	μετακένωση
μετακινήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσαν	=	μετακινώ
μετακινήσανε	=	μετακινώ
μετακινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακίνηση
μετακινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσεων	=	μετακίνηση
μετακινήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακινήσιμο
μετακινήσιμε	adj	κλητική ενικού του μετακινήσιμος
μετακινήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακινήσιμη
μετακινήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακινήσιμος
μετακινήσιμης	adj	γενική ενικού του μετακινήσιμη
μετακινήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του μετακινήσιμος
μετακινήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακινήσιμος
μετακινήσιμος	adj	που μπορεί να μετακινηθεί και να τοποθετηθεί σε άλλο σημείο, που δεν είναι τόσο βαρύς ή δεν ανήκει σε αμετακίνητο σύμπλεγμα
μετακινήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετακινήσιμος
μετακινήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακινήσιμος
μετακινήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετακινήσιμος
μετακινήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσουνε	=	μετακινώ
μετακινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινώ
μετακινεί	=	μετακινώ
μετακινείς	=	μετακινώ
μετακινείσαι	=	μετακινώ
μετακινείστε	=	μετακινώ
μετακινείται	=	μετακινώ
μετακινείτε	=	μετακινώ
μετακινείτο	=	μετακινώ
μετακινηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθήκαν	=	μετακινώ
μετακινηθήκανε	=	μετακινώ
μετακινηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινηθούνε	=	μετακινώ
μετακινηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακινούμαι
μετακινημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακινημένο
μετακινημένε	verb	κλητική ενικού του μετακινημένος
μετακινημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακινημένη
μετακινημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακινημένος
μετακινημένης	verb	γενική ενικού του μετακινημένη
μετακινημένο	verb	αιτιατική ενικού του μετακινημένος
μετακινημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακινημένος
μετακινημένος	=	μετακινώ
μετακινημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετακινημένος
μετακινημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετακινημένος
μετακινημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετακινημένος
μετακινούμαι	verb	τοποθετούμαι σε μια διαφορετική θέση
μετακινούμασταν	=	μετακινώ
μετακινούμαστε	=	μετακινώ
μετακινούμε	=	μετακινώ
μετακινούμενος	=	μετακινούμαι
μετακινούμουν	=	μετακινώ
μετακινούμουνα	=	μετακινώ
μετακινούν	=	μετακινώ
μετακινούνε	=	μετακινώ
μετακινούνται	=	μετακινώ
μετακινούνταν	=	μετακινώ
μετακινούντο	=	μετακινώ
μετακινούσα	=	μετακινώ
μετακινούσαμε	=	μετακινώ
μετακινούσαν	=	μετακινώ
μετακινούσανε	=	μετακινώ
μετακινούσασταν	=	μετακινώ
μετακινούσαστε	=	μετακινώ
μετακινούσατε	=	μετακινώ
μετακινούσε	=	μετακινώ
μετακινούσες	=	μετακινώ
μετακινούσουν	=	μετακινώ
μετακινούσουνα	=	μετακινώ
μετακινώ	verb	τοποθετώ σε διαφορετική θέση
μετακινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετακινώ
μετακιονίου	noun	γενική ενικού του μετακιόνιο
μετακιονίων	noun	γενική πληθυντικού του μετακιόνιο
μετακιόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακιόνιο
μετακιόνιο	noun	το κενό διάστημα μεταξύ δύο κιόνων
μετακιόνιου	=	μετακιόνιο
μετακλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάκληση
μετακλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάκληση
μετακλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάκληση
μετακλασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακλασικό
μετακλασικέ	adj	κλητική ενικού του μετακλασικός
μετακλασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακλασική
μετακλασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακλασικός
μετακλασικής	adj	γενική ενικού του μετακλασική
μετακλασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακλασικός
μετακλασικού	adj	γενική ενικού του μετακλασικός
μετακλασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακλασικός
μετακλασικό	adj	αιτιατική ενικού του μετακλασικός
μετακλασικός	adj	που έχει σχέση με την περίοδο αμέσως μετά τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετακλασικών	adj	γενική πληθυντικού του μετακλασικός
μετακλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακλημένο
μετακλημένε	verb	κλητική ενικού του μετακλημένος
μετακλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακλημένη
μετακλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακλημένος
μετακλημένης	verb	γενική ενικού του μετακλημένη
μετακλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μετακλημένος
μετακλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακλημένος
μετακλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετακλημένος
μετακλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετακλημένος
μετακλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετακλημένος
μετακλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακλητό
μετακλητέ	adj	κλητική ενικού του μετακλητός
μετακλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακλητή
μετακλητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακλητός
μετακλητής	adj	γενική ενικού του μετακλητή
μετακλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακλητός
μετακλητού	adj	γενική ενικού του μετακλητός
μετακλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακλητός
μετακλητό	adj	αιτιατική ενικού του μετακλητός
μετακλητός	adj	που έχει μετακληθεί ή μπορεί να μετακληθεί
μετακλητών	adj	γενική πληθυντικού του μετακλητός
μετακοινοβουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακοινοβουλευτικό
μετακοινοβουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του μετακοινοβουλευτικός
μετακοινοβουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακοινοβουλευτική
μετακοινοβουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακοινοβουλευτικός
μετακοινοβουλευτικής	adj	γενική ενικού του μετακοινοβουλευτική
μετακοινοβουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακοινοβουλευτικός
μετακοινοβουλευτικού	adj	γενική ενικού του μετακοινοβουλευτικός
μετακοινοβουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακοινοβουλευτικός
μετακοινοβουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μετακοινοβουλευτικός
μετακοινοβουλευτικός	adj	που αναφέρεται σε χρονικό στάδιο ή διαδικασίες που συμβαίνουν έξω ή μετά από τα αντίστοιχα εντός κοινοβουλίου
μετακοινοβουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μετακοινοβουλευτικός
μετακομίζαμε	=	μετακομίζω
μετακομίζαν	=	μετακομίζω
μετακομίζανε	=	μετακομίζω
μετακομίζατε	=	μετακομίζω
μετακομίζει	=	μετακομίζω
μετακομίζεις	=	μετακομίζω
μετακομίζετε	=	μετακομίζω
μετακομίζομαι	=	μετακομίζω
μετακομίζομε	=	μετακομίζω
μετακομίζοντας	=	μετακομίζω
μετακομίζουμε	=	μετακομίζω
μετακομίζουν	=	μετακομίζω
μετακομίζουνε	=	μετακομίζω
μετακομίζω	verb	αλλάζω σπίτι και μεταφέρω στο καινούργιο ό,τι είχα στο παλιό
μετακομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσαν	=	μετακομίζω
μετακομίσανε	=	μετακομίζω
μετακομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακόμιση
μετακομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσεων	=	μετακόμιση
μετακομίσεως	=	μετακόμιση
μετακομίσιμα	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμε	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμες	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμη	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμης	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμο	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμοι	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μετακομιστεί
μετακομίσιμου	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμους	=	μετακομίσιμος
μετακομίσιμων	=	μετακομίσιμος
μετακομίσομε	=	μετακομίζω
μετακομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσουνε	=	μετακομίζω
μετακομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακομιδές	=	μετακομιδή
μετακομιδή	noun	η ανακομιδή
μετακομιδής	=	μετακομιδή
μετακομιδών	=	μετακομιδή
μετακομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακομισμένο
μετακομισμένε	verb	κλητική ενικού του μετακομισμένος
μετακομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακομισμένη
μετακομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακομισμένος
μετακομισμένης	verb	γενική ενικού του μετακομισμένη
μετακομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετακομισμένος
μετακομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακομισμένος
μετακομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετακομισμένος
μετακομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετακομισμένος
μετακομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετακομισμένος
μετακομμουνισμέ	=	μετακομμουνισμός
μετακομμουνισμοί	=	μετακομμουνισμός
μετακομμουνισμού	=	μετακομμουνισμός
μετακομμουνισμούς	=	μετακομμουνισμός
μετακομμουνισμό	=	μετακομμουνισμός
μετακομμουνισμός	noun	η κατάσταση που επικρατεί σε μία χώρα μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος σε αυτή
μετακομμουνισμών	=	μετακομμουνισμός
μετακομμουνιστικά	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικέ	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικές	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστική	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικής	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικοί	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικού	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικούς	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικό	=	μετακομμουνιστικός
μετακομμουνιστικός	adj	ο σχετικός με τον μετακομμουνισμό
μετακομμουνιστικών	=	μετακομμουνιστικός
μετακρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακρατικό
μετακρατικέ	adj	κλητική ενικού του μετακρατικός
μετακρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετακρατική
μετακρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετακρατικός
μετακρατικής	adj	γενική ενικού του μετακρατική
μετακρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετακρατικός
μετακρατικού	adj	γενική ενικού του μετακρατικός
μετακρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετακρατικός
μετακρατικό	adj	αιτιατική ενικού του μετακρατικός
μετακρατικός	adj	που έχει σχέση με μια πολιτική διαμόρφωση που υπερβαίνει το κράτος ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετακρατικών	adj	γενική πληθυντικού του μετακρατικός
μετακυλίσεις	=	μετακύλιση
μετακυλίσεων	=	μετακύλιση
μετακυλίω	verb|formal	μεταθέτω σε κάποιον άλλον ή αλλού
μετακυλώ	verb|formal	ξανακυλώ
μετακόμιζα	=	μετακομίζω
μετακόμιζαν	=	μετακομίζω
μετακόμιζε	=	μετακομίζω
μετακόμιζες	=	μετακομίζω
μετακόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετακομίζω
μετακόμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετακομίζω
μετακόμισης	=	μετακόμιση
μετακύλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετακυλίω
μετακύλισης	=	μετακύλιση
μεταλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμβάνω
μεταλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάληψη
μεταλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάληψη
μεταλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάληψη
μεταλίκι	noun|vulgar	κέρμα, νόμισμα
μεταλίκια	=	μεταλίκι
μεταλαβαίνω	verb	παίρνω τη Θεία Κοινωνία
μεταλαβιά	noun|vulgar	η Θεία Κοινωνία
μεταλαβιάς	=	μεταλαβιά
μεταλαβιές	=	μεταλαβιά
μεταλαβιών	=	μεταλαβιά
μεταλαμβάνω	verb	λαμβάνω τη θεία μετάληψη, σώμα και αίμα Χριστού
μεταλαμπάδευα	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευαν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευες	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπάδευση	noun	η ενέργεια του μεταλαμπαδεύω: μετάδοση αξιών, γνώσης, ιδεών
μεταλαμπάδευσης	=	μεταλαμπάδευση
μεταλαμπάδευσις	noun	η μεταλαμπάδευση
μεταλαμπαδευμένος	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευτήκαμε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευτήκαν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευτήκανε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευτήκατε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευτεί	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευτείτε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόμασταν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόμαστε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόμουν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόμουνα	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόντουσαν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόσασταν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόσαστε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόσουν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόσουνα	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευόταν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδευότανε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύαμε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύαν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύανε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύατε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύει	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύεις	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύεσαι	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύεστε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύεται	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύετε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύονται	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύονταν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύοντας	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύουμε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύουν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύουνε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσαν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσανε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλαμπάδευση
μεταλαμπαδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσεων	=	μεταλαμπάδευση
μεταλαμπαδεύσου	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύτηκα	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύτηκαν	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύτηκε	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύτηκες	=	μεταλαμπαδεύω
μεταλαμπαδεύω	verb|figurative	μεταδίδω παράδοσεις, ήθη, έθιμα και γνώσεις σε άλλους ανθρώπους
μεταλεξικογραφία	noun	η θεωρητική ή ιστορική μελέτη ή προσέγγιση της λεξικογραφίας
μεταλεξικογραφίας	noun	γενική ενικού του μεταλεξικογραφία
μεταλεξικογραφίες	=	μεταλεξικογραφία
μεταλεξικογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλεξικογραφία
μεταλιγνιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλιγνιτικό
μεταλιγνιτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλιγνιτικός
μεταλιγνιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλιγνιτική
μεταλιγνιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλιγνιτικός
μεταλιγνιτικής	adj	γενική ενικού του μεταλιγνιτική
μεταλιγνιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλιγνιτικός
μεταλιγνιτικού	adj	γενική ενικού του μεταλιγνιτικός
μεταλιγνιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλιγνιτικός
μεταλιγνιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλιγνιτικός
μεταλιγνιτικός	adj	που σχετίζεται με ενέργειες και δράσεις για την περίοδο που θα σταματήσει να χρησιμοποιείται ο λιγνίτης για την παραγωγή ενέργειας
μεταλιγνιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταλιγνιτικός
μεταλιζέ	adj	που έχει μεταλλική απόχρωση ή λάμψη
μεταλικιού	=	μεταλίκι
μεταλικιών	=	μεταλίκι
μεταλλά	=	μεταλλάς
μεταλλάδες	=	μεταλλάς
μεταλλάδων	=	μεταλλάς
μεταλλάζω	verb|rare	άλλη μορφή του μεταλλάσσω
μεταλλάκτες	=	μεταλλάκτης
μεταλλάκτη	=	μεταλλάκτης
μεταλλάκτης	noun	ο μετατροπέας, συσκευή που συμβάλλει στη μεταλλαγή
μεταλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάλλαξη
μεταλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάλλαξη
μεταλλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάλλαξη
μεταλλάξου	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάζω
μεταλλάς	noun	οπαδός της μέταλ
μεταλλάσσεσαι	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάσσεστε	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάσσεται	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάσσομαι	verb	υφίσταμαι μετάλλαξη
μεταλλάσσονται	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάσσονταν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάσσου	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλάσσω	verb	αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο
μεταλλάχθηκα	=	μεταλλάσσω
μεταλλάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλένια	=	μεταλλένιος
μεταλλένιας	=	μεταλλένιος
μεταλλένιε	=	μεταλλένιος
μεταλλένιες	=	μεταλλένιος
μεταλλένιο	=	μεταλλένιος
μεταλλένιοι	=	μεταλλένιος
μεταλλένιος	adj|dated	ο φτιαγμένος από μέταλλο, μεταλλικός, μετάλλινος
μεταλλένιου	=	μεταλλένιος
μεταλλένιους	=	μεταλλένιος
μεταλλένιων	=	μεταλλένιος
μεταλλίκι	noun|vulgar	το κέρμα, το νόμισμα
μεταλλίκια	=	μεταλλίκι
μεταλλίου	noun	γενική ενικού του μετάλλιο
μεταλλίτες	=	μεταλλίτης
μεταλλίτη	=	μεταλλίτης
μεταλλίτης	noun|dated	εκείνος που περιέχει μέταλλο
μεταλλίτι	=	μεταλλίτις
μεταλλίτιδα	=	μεταλλίτις
μεταλλίτιδας	=	μεταλλίτις
μεταλλίτιδες	=	μεταλλίτις
μεταλλίτιδος	=	μεταλλίτις
μεταλλίτιδων	=	μεταλλίτις
μεταλλίτις	noun|dated	που περιέχει μέταλλα
μεταλλίων	noun	γενική πληθυντικού του μετάλλιο
μεταλλαγές	=	μεταλλαγή
μεταλλαγή	noun	η μεταβολή ενός πράγματος ή μιας κατάστασης, η αλλαγή
μεταλλαγής	=	μεταλλαγή
μεταλλαγμένα	noun	τρόφιμα που έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση ή κάποιου είδους παρέμβαση στο γονιδίωμά τους
μεταλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του μεταλλαγμένος
μεταλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλαγμένη
μεταλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλαγμένος
μεταλλαγμένης	verb	γενική ενικού του μεταλλαγμένη
μεταλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταλλαγμένος
μεταλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλαγμένος
μεταλλαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεταλλάσσω
μεταλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταλλαγμένος
μεταλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλαγμένος
μεταλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού του μεταλλαγμένος
μεταλλαγών	=	μεταλλαγή
μεταλλακτήρα	=	μεταλλακτήρας
μεταλλακτήρας	noun|dated	συσκευή που μετατρέπει το εναλλασσόμενο ρεύμα σε συνεχές ή το αντίθετο
μεταλλακτήρες	=	μεταλλακτήρας
μεταλλακτήρων	=	μεταλλακτήρας
μεταλλακτών	=	μεταλλάκτης
μεταλλαξιγένεση	noun	δημιουργία μεταλλάξεων σε έναν οργανισμό
μεταλλαξιγένεσης	=	μεταλλαξιγένεση
μεταλλαξιγενέσεις	=	μεταλλαξιγένεση
μεταλλαξιγενέσεων	=	μεταλλαξιγένεση
μεταλλαξιογόνα	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνας	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνε	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνες	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνο	noun	που προκαλεί μετάλλαξη	adj	που προκαλεί μετάλλαξη
μεταλλαξιογόνοι	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνος	adj	που προκαλεί μετάλλαξη
μεταλλαξιογόνου	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνους	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλαξιογόνων	=	μεταλλαξιογόνος
μεταλλασσόμασταν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόμαστε	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόμουν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόμουνα	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόντουσαν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόσασταν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόσαστε	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόσουν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόσουνα	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσόταν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλασσότανε	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτήκαν	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτήκανε	=	μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταλλάσσομαι
μεταλλεία	=	μεταλλείο
μεταλλείας	=	μεταλλείο
μεταλλείες	=	μεταλλείο
μεταλλείο	noun	τόπος (ορυχείο) από όπου εξορύσσονται μέταλλα
μεταλλείου	noun	γενική ενικού του μεταλλείο
μεταλλείων	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλείο
μεταλλειοκτήτες	=	μεταλλειοκτήτης
μεταλλειοκτήτη	=	μεταλλειοκτήτης
μεταλλειοκτήτης	noun	που έχει στην κατοχή του μεταλλείο
μεταλλειοκτήτρια	noun	θηλυκό του μεταλλειοκτήτης
μεταλλειοκτήτριας	=	μεταλλειοκτήτρια
μεταλλειοκτήτριες	=	μεταλλειοκτήτρια
μεταλλειοκτητριών	=	μεταλλειοκτήτρια
μεταλλειοκτητών	=	μεταλλειοκτήτης
μεταλλειολογία	noun	επιστήμη που μελετά τα μεταλλεύματα και πώς μπορούμε να τα εκμεταλλευτούμε
μεταλλειολογίας	noun	γενική ενικού του μεταλλειολογία
μεταλλειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλειολογία
μεταλλειολογικά	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικέ	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικές	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογική	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικής	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικοί	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικού	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικούς	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικό	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογικός	adj	σχετικός με την μεταλλειολογία
μεταλλειολογικών	=	μεταλλειολογικός
μεταλλειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλειολογία
μεταλλειολόγε	noun	κλητική ενικού του μεταλλειολόγος
μεταλλειολόγο	noun	αιτιατική ενικού του μεταλλειολόγος
μεταλλειολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλειολόγος
μεταλλειολόγος	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στην μεταλλειολογία
μεταλλειολόγου	noun	γενική ενικού του μεταλλειολόγος
μεταλλειολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλειολόγος
μεταλλειολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλειολόγος
μεταλλειών	=	μεταλλείο
μεταλλευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μετάλλευμα
μεταλλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευμένο
μεταλλευμένε	verb	κλητική ενικού του μεταλλευμένος
μεταλλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευμένη
μεταλλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλευμένος
μεταλλευμένης	verb	γενική ενικού του μεταλλευμένη
μεταλλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταλλευμένος
μεταλλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευμένος
μεταλλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταλλευμένος
μεταλλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλευμένος
μεταλλευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταλλευμένος
μεταλλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευτής
μεταλλευτή	=	μεταλλευτής
μεταλλευτής	noun	αυτός που ψάχνει και εξορύσσει μέταλλα από το έδαφος, ο μεταλλωρύχος
μεταλλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευτικό
μεταλλευτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλλευτικός
μεταλλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευτική
μεταλλευτική	noun	η τέχνη της μετάλλευσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλευτικός
μεταλλευτικής	adj	γενική ενικού του μεταλλευτική
μεταλλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλευτικός
μεταλλευτικού	adj	γενική ενικού του μεταλλευτικός
μεταλλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλευτικός
μεταλλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλλευτικός
μεταλλευτικός	adj	που έχει σχέση με τη μετάλλευση, τον μεταλλευτή ή το μεταλλείο ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεταλλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταλλευτικός
μεταλλευτών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλευτής
μεταλλεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάλλευμα
μεταλλεύματος	noun	γενική ενικού του μετάλλευμα
μεταλλεύσεις	=	μετάλλευση
μεταλλεύσεων	=	μετάλλευση
μεταλλεύω	verb	ψάχνω και εξορύσσω μέταλλο
μεταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλικό
μεταλλικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλλικός
μεταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλική
μεταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλικός
μεταλλικής	adj	γενική ενικού του μεταλλική
μεταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλικός
μεταλλικοτήτων	=	μεταλλικότητα
μεταλλικού	adj	γενική ενικού του μεταλλικός
μεταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλικός
μεταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλλικός
μεταλλικός	adj	που έχει σχέση με μέταλλο
μεταλλικότης	noun	η μεταλλικότητα
μεταλλικότητα	noun	η ιδιότητα του μεταλλικού, οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα μέταλλα
μεταλλικότητας	=	μεταλλικότητα
μεταλλικότητες	=	μεταλλικότητα
μεταλλικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μεταλλικός
μεταλλιούχα	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχας	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχε	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχες	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχο	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχοι	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχος	adj	κάτοχος μεταλλίου
μεταλλιούχου	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχους	=	μεταλλιούχος
μεταλλιούχων	=	μεταλλιούχος
μεταλλισμέ	=	μεταλλισμός
μεταλλισμοί	=	μεταλλισμός
μεταλλισμού	=	μεταλλισμός
μεταλλισμούς	=	μεταλλισμός
μεταλλισμό	=	μεταλλισμός
μεταλλισμός	noun	καταδίκη εργασίας σε μεταλλείο
μεταλλισμών	=	μεταλλισμός
μεταλλιτίδων	=	μεταλλίτις
μεταλλιτών	=	μεταλλίτης
μεταλλοβιομηχανία	noun	μεταλλουργική βιομηχανία, βιομηχανία παραγωγής και επεξεργασίας μετάλλων
μεταλλοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του μεταλλοβιομηχανία
μεταλλοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλοβιομηχανία
μεταλλοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλοβιομηχανία
μεταλλοβολές	=	μεταλλοβολή
μεταλλοβολή	noun	μέθοδος καθαρισμού επιφανειών με την υπό πίεση εκτόξευση ψηγμάτων / σωματιδίων μετάλλων, που χρησιμοποιούνται ως αποξεστικό μέσο
μεταλλοβολής	=	μεταλλοβολή
μεταλλοβολών	=	μεταλλοβολή
μεταλλογένεια	noun	κλάδος της γεωλογίας που ασχολείται με τη μελέτη του σχηματισμού κοιτασμάτων ορυκτών
μεταλλογένειας	=	μεταλλογένεια
μεταλλογένειες	=	μεταλλογένεια
μεταλλογένεση	noun	η διαδικασία σχηματισμού μεταλλεύματος σε περιοχές της γης
μεταλλογένεσης	=	μεταλλογένεση
μεταλλογενέσεις	=	μεταλλογένεση
μεταλλογενέσεων	=	μεταλλογένεση
μεταλλογενειών	=	μεταλλογένεια
μεταλλογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογενετικό
μεταλλογενετικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλλογενετικός
μεταλλογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογενετική
μεταλλογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλογενετικός
μεταλλογενετικής	adj	γενική ενικού του μεταλλογενετική
μεταλλογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογενετικός
μεταλλογενετικού	adj	γενική ενικού του μεταλλογενετικός
μεταλλογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλογενετικός
μεταλλογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλλογενετικός
μεταλλογενετικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταλλογένεση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή
μεταλλογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταλλογενετικός
μεταλλογνωσία	noun	επιστημονικός κλάδος που εξετάζει τις φυσικές ιδιότητες μετάλλων και κραμάτων, αλλιώς «φυσική μεταλλουργία»
μεταλλογνωσίας	noun	γενική ενικού του μεταλλογνωσία
μεταλλογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογνωσία
μεταλλογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλογνωσία
μεταλλογραφία	noun	η μελέτη της δομής των μετάλλων και των κραμάτων τους, με οποιαδήποτε από μια ποικιλία τεχνικών
μεταλλογραφίας	noun	γενική ενικού του μεταλλογραφία
μεταλλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογραφία
μεταλλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογραφικό
μεταλλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογραφική
μεταλλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφικής	adj	γενική ενικού του μεταλλογραφική
μεταλλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφικού	adj	γενική ενικού του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταλλογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταλλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταλλογραφικός
μεταλλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλογραφία
μεταλλοδίφες	=	μεταλλοδίφης
μεταλλοδίφη	=	μεταλλοδίφης
μεταλλοδίφης	noun	μεταλλωρύχος
μεταλλοδιφών	=	μεταλλοδίφης
μεταλλοειδές	noun	χημικό στοιχείο που βρίσκεται στο μεταίχμιο μετάλλων και αμετάλλων, με ιδιότητες που το καθιστούν ικανό να συμπεριφέρεται άλλοτε ως μέταλλο και άλλοτε ως αμέταλλο, ανάλογα με τις συνθήκες ή τη χημική του σύζευξη
μεταλλοειδή	=	μεταλλοειδής
μεταλλοειδής	adj	που μοιάζει με μέταλλο
μεταλλοειδείς	=	μεταλλοειδής
μεταλλοειδούς	=	μεταλλοειδής
μεταλλοειδών	=	μεταλλοειδής
μεταλλοελαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλοελαστικό
μεταλλοελαστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλλοελαστικός
μεταλλοελαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλοελαστική
μεταλλοελαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλοελαστικός
μεταλλοελαστικής	adj	γενική ενικού του μεταλλοελαστική
μεταλλοελαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλοελαστικός
μεταλλοελαστικού	adj	γενική ενικού του μεταλλοελαστικός
μεταλλοελαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλοελαστικός
μεταλλοελαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλλοελαστικός
μεταλλοελαστικός	adj	που αναφέρεται σε μόρφωμα από ελαστικό, καουτσούκ κ.λπ. που μπαίνει ανάμεσα από μεταλλικές επιφάνειες
μεταλλοελαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταλλοελαστικός
μεταλλοθεραπεία	noun	υποτιθέμενη θεραπευτική μέθοδος με εναπόθεση μεταλλικών αντικειμένων σε άρρωστο
μεταλλοθεραπείας	noun	γενική ενικού του μεταλλοθεραπεία
μεταλλοθεραπείες	=	μεταλλοθεραπεία
μεταλλοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλοθεραπεία
μεταλλοκολλητές	=	μεταλλοκολλητής
μεταλλοκολλητή	=	μεταλλοκολλητής
μεταλλοκολλητής	noun	ειδικός στον τομέα της μεταλλουργίας που ασχολείται με τη συγκόλληση μετάλλων
μεταλλοκολλητών	=	μεταλλοκολλητής
μεταλλοκράματα	=	μεταλλόκραμα
μεταλλοκράματος	=	μεταλλόκραμα
μεταλλοκραμάτων	=	μεταλλόκραμα
μεταλλοποίηση	noun	η διαδικασία μετατροπής οργανικών μερών] σε ανόργανα / ορυκτά
μεταλλοποίησης	=	μεταλλοποίηση
μεταλλοποίησις	noun	η μεταλλοποίηση
μεταλλοποιήσεις	=	μεταλλοποίηση
μεταλλοποιήσεων	=	μεταλλοποίηση
μεταλλοτεχνία	noun	το δούλεμα του μετάλλου, η παραγωγή μεταλλικών αντικειμένων και η απαιτούμενη τεχνική (καλούπωμα, τόρνευση, διάτρηση, όλκηση, σφυρηλασία, ελασματοποίηση κτλ.)
μεταλλοτεχνίας	=	μεταλλοτεχνία
μεταλλοτεχνίες	=	μεταλλοτεχνία
μεταλλοτεχνίτες	=	μεταλλοτεχνίτης
μεταλλοτεχνίτη	=	μεταλλοτεχνίτης
μεταλλοτεχνίτης	noun	σιδηρουργός, σιδεράς
μεταλλοτεχνιτών	=	μεταλλοτεχνίτης
μεταλλοτεχνιών	=	μεταλλοτεχνία
μεταλλοτυπία	noun	η εκτύπωση λογότυπου, σχεδίου ή γραμμάτων σε μεταλλικό φύλλο
μεταλλοτυπίας	=	μεταλλοτυπία
μεταλλοτυπίες	=	μεταλλοτυπία
μεταλλοτυπιών	=	μεταλλοτυπία
μεταλλουργέ	noun	κλητική ενικού του μεταλλουργός
μεταλλουργία	noun	o τεχνικός και οικονομικός κλάδος που ασχολείται με την παραγωγή και κατεργασία καθαρών μετάλλων και κραμάτων.
μεταλλουργίας	noun	γενική ενικού του μεταλλουργία
μεταλλουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλουργία
μεταλλουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλουργείο
μεταλλουργείο	noun	το κτήριο στο οποίο αφαιρούνται τα μέταλλα από τα ορυκτά
μεταλλουργείου	noun	γενική ενικού του μεταλλουργείο
μεταλλουργείων	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλουργείο
μεταλλουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλουργικό
μεταλλουργικέ	adj	κλητική ενικού του μεταλλουργικός
μεταλλουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλουργική
μεταλλουργική	noun	άλλη μορφή του μεταλλουργία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταλλουργικός
μεταλλουργικής	adj	γενική ενικού του μεταλλουργική
μεταλλουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλουργικός
μεταλλουργικού	adj	γενική ενικού του μεταλλουργικός
μεταλλουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλουργικός
μεταλλουργικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταλλουργικός
μεταλλουργικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταλλουργία ή τον μεταλλουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεταλλουργικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταλλουργικός
μεταλλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλουργία
μεταλλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλουργός
μεταλλουργού	noun	γενική ενικού του μεταλλουργός
μεταλλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλουργός
μεταλλουργό	noun	αιτιατική ενικού του μεταλλουργός
μεταλλουργός	noun	ο τεχνίτης που κατεργάζεται μέταλλα
μεταλλουργών	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλουργός
μεταλλοφορία	noun	η συγκέντρωση κοιτασμάτων μετάλλων σε μια περιοχή και η δυνατότητα εξαγωγής τους από το έδαφος / υπέδαφος
μεταλλοφορίας	=	μεταλλοφορία
μεταλλοφορίες	=	μεταλλοφορία
μεταλλοφοριών	=	μεταλλοφορία
μεταλλοφόρα	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρας	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρε	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρες	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρο	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόροι	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρος	adj	που περιέχει μετάλλευμα
μεταλλοφόρου	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρους	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφόρων	=	μεταλλοφόρος
μεταλλοφώνου	=	μεταλλόφωνο
μεταλλοφώνων	=	μεταλλόφωνο
μεταλλοχημεία	noun	ο χημικός κλάδος (ιδιαίτερα της οργανικής χημείας και βιοχημείας) που μελετά τα μέταλλα
μεταλλοχημείας	=	μεταλλοχημεία
μεταλλοχημείες	=	μεταλλοχημεία
μεταλλοχημειών	=	μεταλλοχημεία
μεταλλοχρωμία	noun	μέθοδος για το βάψιμο μεταλλικών επιφανειών
μεταλλοχρωμίας	=	μεταλλοχρωμία
μεταλλοχρωμίες	=	μεταλλοχρωμία
μεταλλοχρωμιών	=	μεταλλοχρωμία
μεταλλού	noun	(μουσική αργκό θηλυκό του μεταλλάς: κοπέλα οπαδός ή μουσικός της μέταλ
μεταλλούδες	=	μεταλλού
μεταλλούδων	=	μεταλλού
μεταλλούς	=	μεταλλού
μεταλλωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταλλωρυχείο
μεταλλωρυχείο	noun	ορυχείο μετάλλων
μεταλλωρυχείου	noun	γενική ενικού του μεταλλωρυχείο
μεταλλωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλωρυχείο
μεταλλωρυχεῖον	noun	μεταλλωρυχείο
μεταλλωρύχε	noun	κλητική ενικού του μεταλλωρύχος
μεταλλωρύχο	noun	αιτιατική ενικού του μεταλλωρύχος
μεταλλωρύχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταλλωρύχος
μεταλλωρύχος	noun	αυτός που εργάζεται σε μεταλλείο
μεταλλωρύχου	noun	γενική ενικού του μεταλλωρύχος
μεταλλωρύχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταλλωρύχος
μεταλλωρύχων	noun	γενική πληθυντικού του μεταλλωρύχος
μεταλλόκραμα	noun	κράμα μετάλλων
μεταλλόφωνα	=	μεταλλόφωνο
μεταλλόφωνο	noun	γενική ονομασία για κρουστά μουσικά όργανα, με μεταλλικές πλάκες ίδιου πλάτους και πάχους αλλά διαφορετικού μήκους, που παράγουν φθόγγους με τη χρήση μπαγκετών
μεταλλόφωνου	=	μεταλλόφωνο
μεταλλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάλλωση
μεταλλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάλλωση
μεταλλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάλλωση
μεταλογικά	=	μεταλογικός
μεταλογικέ	=	μεταλογικός
μεταλογικές	=	μεταλογική
μεταλογική	noun	η μεταθεωρία της λογικής· το πεδίο μελέτης/η μελέτη των ιδιοτήτων/χαρακτηριστικών των λογικών συστημάτων.
μεταλογικής	=	μεταλογική
μεταλογικοί	=	μεταλογικός
μεταλογικού	=	μεταλογικός
μεταλογικούς	=	μεταλογικός
μεταλογικό	=	μεταλογικός
μεταλογικός	adj	που δεν συμβαδίζει με τη λογική
μεταλογικών	=	μεταλογική
μεταλυκειακά	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακέ	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακές	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακή	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακής	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακοί	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακού	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακούς	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακό	=	μεταλυκειακός
μεταλυκειακός	adj	που αφορά εκπαιδευτική βαθμίδα μετά το λύκειο
μεταλυκειακών	=	μεταλυκειακός
μεταμέλεια	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταμελούμαι
μεταμέλειας	noun	γενική ενικού του μεταμέλεια
μεταμέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμέλεια
μεταμίσθωνα	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωναν	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωνε	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωνες	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωσα	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωσαν	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωσε	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωσες	=	μεταμισθώνω
μεταμίσθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταμισθώνω
μεταμίσθωσης	=	μεταμίσθωση
μεταμίσθωσις	noun	η μεταμίσθωση
μεταμαθηματικά	noun	αναζήτηση της αιτιολόγησης της μαθηματικής αξιωματικότητας
μεταμαθηματικών	=	μεταμαθηματικά
μεταμελέτες	=	μεταμελέτη
μεταμελέτη	noun	μελέτη που έχει ως αντικείμενο εξέτασης άλλες μελέτες
μεταμελέτης	=	μεταμελέτη
μεταμελήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμελήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμελήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμελήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμελήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμελειών	noun	γενική πληθυντικού του μεταμέλεια
μεταμελετών	=	μεταμελέτη
μεταμεληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμεληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμελούμαι
μεταμελημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμελημένο
μεταμελημένε	verb	κλητική ενικού του μεταμελημένος
μεταμελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμελημένη
μεταμελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμελημένος
μεταμελημένης	verb	γενική ενικού του μεταμελημένη
μεταμελημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταμελημένος
μεταμελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμελημένος
μεταμελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταμελημένος
μεταμελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταμελημένος
μεταμελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταμελημένος
μεταμελούμαι	verb|formal	μετανιώνω για κάποιο κακό που διέπραξα (και από τις τύψεις μου κάνω επανορθωτικές ενέργειες)
μεταμερισμέ	noun	κλητική ενικού του μεταμερισμός
μεταμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμερισμός
μεταμερισμού	noun	γενική ενικού του μεταμερισμός
μεταμερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταμερισμός
μεταμερισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεταμερισμός
μεταμερισμός	noun	φαινόμενο κατά το οποίο φαίνονται διαφορετικά χρώματα ίδια υπό κάποιες συνθήκες φωτισμού
μεταμερισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεταμερισμός
μεταμεσημβρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμεσημβρία
μεταμεσημβρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμεσημβρινό, ουδέτερο του μεταμεσημβρινός	adv	μετά από το μεσημέρι
μεταμεσημβρινέ	adj	κλητική ενικού του μεταμεσημβρινός
μεταμεσημβρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμεσημβρινή
μεταμεσημβρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμεσημβρινός
μεταμεσημβρινής	adj	γενική ενικού του μεταμεσημβρινή
μεταμεσημβρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμεσημβρινός
μεταμεσημβρινού	adj	γενική ενικού του μεταμεσημβρινός
μεταμεσημβρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταμεσημβρινός
μεταμεσημβρινό	adj	αιτιατική ενικού του μεταμεσημβρινός
μεταμεσημβρινός	adj	που συμβαίνει ή υπάρχει μετά από το μεσημέρι
μεταμεσημβρινών	adj	γενική πληθυντικού του μεταμεσημβρινός
μεταμεσονύκτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιας	=	μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιε	=	μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμεσονύκτια
μεταμεσονύκτιο	=	μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιος	adj|formal	που γίνεται η συμβαίνει το χρονικό διάστημα μετά από τα μεσάνυχτα
μεταμεσονύκτιου	=	μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιους	=	μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύκτιων	=	μεταμεσονύκτιος
μεταμεσονύχτια	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιας	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιε	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιες	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιο	adj	αιτιατική ενικού του μεταμεσονύχτιος	noun	το διάστημα της νύχτας μετά τα μεσάνυχτα
μεταμεσονύχτιοι	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιος	adj	πρόκειται για το χρονικό διάστημα από τα μεσάνυχτα μέχρι την ανατολή του ηλίου
μεταμεσονύχτιου	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιους	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμεσονύχτιων	=	μεταμεσονύχτιος
μεταμισθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμισθωμένο
μεταμισθωμένε	verb	κλητική ενικού του μεταμισθωμένος
μεταμισθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμισθωμένη
μεταμισθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμισθωμένος
μεταμισθωμένης	verb	γενική ενικού του μεταμισθωμένη
μεταμισθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταμισθωμένος
μεταμισθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμισθωμένος
μεταμισθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταμισθωμένος
μεταμισθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταμισθωμένος
μεταμισθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταμισθωμένος
μεταμισθώναμε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώναν	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνανε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνατε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνει	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνεις	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνετε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνομαι	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνοντας	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνουμε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνουν	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνουνε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώνω	verb	υπενοικιάζω
μεταμισθώσαμε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώσαν	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώσανε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώσατε	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώσει	=	μεταμισθώνω
μεταμισθώσεις	=	μεταμίσθωση
μεταμισθώσεων	=	μεταμίσθωση
μεταμισθώστε	=	μεταμισθώνω
μεταμνημονιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμνημονιακό
μεταμνημονιακέ	adj	κλητική ενικού του μεταμνημονιακός
μεταμνημονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμνημονιακή
μεταμνημονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμνημονιακός
μεταμνημονιακής	adj	γενική ενικού του μεταμνημονιακή
μεταμνημονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμνημονιακός
μεταμνημονιακού	adj	γενική ενικού του μεταμνημονιακός
μεταμνημονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταμνημονιακός
μεταμνημονιακό	adj	αιτιατική ενικού του μεταμνημονιακός
μεταμνημονιακός	adj	που σχετίζεται με την χρονική περίοδο μετά από (κάποιο) μνημόνιο ή αναφέρεται στην περίοδο αυτή
μεταμνημονιακών	adj	γενική πληθυντικού του μεταμνημονιακός
μεταμοντέρνα	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνας	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνε	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνες	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνο	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνοι	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνος	adj	που αμφισβητεί τις σύγχρονες συνήθειες, θεωρίες και πρακτικές και αναζητά κάτι καινούργιο
μεταμοντέρνου	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνους	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντέρνων	=	μεταμοντέρνος
μεταμοντερνίστρια	noun	θηλυκό του μεταμοντερνιστής
μεταμοντερνίστριας	noun	γενική ενικού του μεταμοντερνίστρια
μεταμοντερνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμοντερνίστρια
μεταμοντερνισμέ	noun	κλητική ενικού του μεταμοντερνισμός
μεταμοντερνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμοντερνισμός
μεταμοντερνισμού	noun	γενική ενικού του μεταμοντερνισμός
μεταμοντερνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταμοντερνισμός
μεταμοντερνισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεταμοντερνισμός
μεταμοντερνισμός	noun	καλλιτεχνικό ή γενικότερα πνευματικό ρεύμα που αμφισβητεί τις σύγχρονες συνήθειες, θεωρίες και πρακτικές και αναζητά κάτι καινούργιο
μεταμοντερνισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεταμοντερνισμός
μεταμοντερνιστές	=	μεταμοντερνιστής
μεταμοντερνιστή	=	μεταμοντερνιστής
μεταμοντερνιστής	noun	οπαδός του μεταμοντερνισμού
μεταμοντερνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταμοντερνιστικός	adv	με μεταμοντερνιστικό τρόπο
μεταμοντερνιστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμοντερνιστική
μεταμοντερνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστικής	adj	γενική ενικού του μεταμοντερνιστική
μεταμοντερνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστικού	adj	γενική ενικού του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μεταμοντερνισμό ή το μεταμοντέρνο ή αναφέρεται σ' αυτά
μεταμοντερνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταμοντερνιστικός
μεταμοντερνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μεταμοντερνίστρια
μεταμοντερνιστών	=	μεταμοντερνιστής
μεταμορμοθώ	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφικό
μεταμορφικέ	adj	κλητική ενικού του μεταμορφικός
μεταμορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφική
μεταμορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμορφικός
μεταμορφικής	adj	γενική ενικού του μεταμορφική
μεταμορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφικός
μεταμορφικού	adj	γενική ενικού του μεταμορφικός
μεταμορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταμορφικός
μεταμορφικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταμορφικός
μεταμορφικός	adj	που έχει σχέση με μεταβολή της μορφής, αναφέρεται σ’ αυτή, την προκαλεί ή την υπέστη
μεταμορφικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταμορφικός
μεταμορφισμέ	=	μεταμορφισμός
μεταμορφισμοί	=	μεταμορφισμός
μεταμορφισμού	=	μεταμορφισμός
μεταμορφισμούς	=	μεταμορφισμός
μεταμορφισμό	=	μεταμορφισμός
μεταμορφισμός	noun	η θεωρία της Εξέλιξης
μεταμορφισμών	=	μεταμορφισμός
μεταμορφοψία	noun	διαταραχή της όρασης, κατά την οποία ο ασθενής αντιλαμβάνεται τις οπτικές εικόνες παραμορφωμένες
μεταμορφοψίας	noun	γενική ενικού του μεταμορφοψία
μεταμορφοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφοψία
μεταμορφοψιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταμορφοψία
μεταμορφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθήκαν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθήκανε	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωθούνε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωμένο
μεταμορφωμένε	verb	κλητική ενικού του μεταμορφωμένος
μεταμορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωμένη
μεταμορφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμορφωμένος
μεταμορφωμένης	verb	γενική ενικού του μεταμορφωμένη
μεταμορφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταμορφωμένος
μεταμορφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωμένος
μεταμορφωμένος	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταμορφωμένος
μεταμορφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταμορφωμένος
μεταμορφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταμορφωμένος
μεταμορφωνόμασταν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόμαστε	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόμουν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόμουνα	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόντουσαν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόσασταν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόσαστε	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόσουν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόσουνα	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνόταν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωνότανε	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφωσιακά	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακέ	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακές	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακή	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακής	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακοί	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακού	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακούς	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακό	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιακός	adj	που έχει σχέση με τη μεταμόρφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταμορφωσιακών	=	μεταμορφωσιακός
μεταμορφωσιγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μεταμορφωσιγενής
μεταμορφωσιγενή	=	μεταμορφωσιγενής
μεταμορφωσιγενής	adj	που έχει σχηματιστεί από μεταμόρφωση ή προέρχεται απ’ αυτή
μεταμορφωσιγενείς	=	μεταμορφωσιγενής
μεταμορφωσιγενούς	=	μεταμορφωσιγενής
μεταμορφωσιγενών	=	μεταμορφωσιγενής
μεταμορφωσιωτών	=	μεταμορφωσιώτης
μεταμορφωσιώτες	=	μεταμορφωσιώτης
μεταμορφωσιώτη	=	μεταμορφωσιώτης
μεταμορφωσιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Μεταμόρφωση
μεταμορφωσιώτισσα	=	μεταμορφωσιώτης
μεταμορφωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωτής
μεταμορφωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεταμορφωτής
μεταμορφωτής	noun|figurative	αυτός που μεταμορφώνει
μεταμορφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωτικό
μεταμορφωτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωτική
μεταμορφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτικής	adj	γενική ενικού του μεταμορφωτική
μεταμορφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτικού	adj	γενική ενικού του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταμόρφωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
μεταμορφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταμορφωτικός
μεταμορφωτριών	=	μεταμορφωτής
μεταμορφωτών	noun	γενική πληθυντικού του μεταμορφωτής
μεταμορφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφώναμε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώναν	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνανε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνατε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνει	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνεις	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνεσαι	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφώνεστε	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφώνεται	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφώνετε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνομαι	verb	αλλάζω εξωτερική μορφή, αποκτώ μια μορφή τελείως διαφορετική από την προηγούμενη ή τη συνηθισμένη μου
μεταμορφώνομε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνονται	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφώνονταν	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφώνοντας	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνου	=	μεταμορφώνομαι
μεταμορφώνουμε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνουν	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνουνε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώνω	verb	αλλάζω την μορφή κάποιου (συνήθως με υπερφυσικό τρόπο)
μεταμορφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσαν	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώσανε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμόρφωση
μεταμορφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταμόρφωση
μεταμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταμόρφωση
μεταμορφώσιμα	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμε	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμες	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμη	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμης	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμο	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμοι	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μεταμορφωθεί
μεταμορφώσιμου	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμους	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσιμων	=	μεταμορφώσιμος
μεταμορφώσομε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνομαι
μεταμορφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσουνε	=	μεταμορφώνω
μεταμορφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμορφώτρα	=	μεταμορφωτής
μεταμορφώτρας	=	μεταμορφωτής
μεταμορφώτρες	=	μεταμορφωτής
μεταμορφώτρια	=	μεταμορφωτής
μεταμορφώτριας	=	μεταμορφωτής
μεταμορφώτριες	=	μεταμορφωτής
μεταμοσχευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύομαι
μεταμοσχευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύομαι
μεταμοσχευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμοσχευμένο
μεταμοσχευμένε	verb	κλητική ενικού του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμοσχευμένη
μεταμοσχευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευμένης	verb	γενική ενικού του μεταμοσχευμένη
μεταμοσχευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταμοσχευμένος
μεταμοσχευτικά	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικέ	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικές	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτική	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικής	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικοί	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικού	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικούς	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικό	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχευτικός	adj	που έχει σχέση με μεταμόσχευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταμοσχευτικών	=	μεταμοσχευτικός
μεταμοσχεύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύομαι
μεταμοσχεύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύομαι
μεταμοσχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμόσχευση
μεταμοσχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταμόσχευση
μεταμοσχεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταμόσχευση
μεταμοσχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμοσχεύω	verb	κάνω μεταμόσχευση
μεταμυθοπλασία	noun	λογοτεχνικό είδος που ασχολείται με την αυτοαναφορικότητα καθώς και με την αποδόμηση των παραδοσιακών αφηγηματικών τεχνικών
μεταμυθοπλασίας	=	μεταμυθοπλασία
μεταμυθοπλασίες	=	μεταμυθοπλασία
μεταμυθοπλασιών	=	μεταμυθοπλασία
μεταμυθοπλαστικά	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικέ	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικές	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστική	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικής	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικοί	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικού	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικούς	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικό	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμυθοπλαστικός	noun	που έχει σχέση με τη μεταμυθοπλασία ή αναφέρεται σʼ αυτή
μεταμυθοπλαστικών	=	μεταμυθοπλαστικός
μεταμφίεζα	=	μεταμφιέζω
μεταμφίεζαν	=	μεταμφιέζω
μεταμφίεζε	=	μεταμφιέζω
μεταμφίεζες	=	μεταμφιέζω
μεταμφίεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφίεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφίεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφίεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφίεση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταμφιέζω
μεταμφίεσης	noun	γενική ενικού του μεταμφίεση
μεταμφιέζαμε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζαν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζανε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζατε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζει	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζεις	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζεσαι	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζεστε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζεται	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζετε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέζονται	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζονταν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζοντας	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζουμε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζουν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζουνε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέζω	verb	μεταβάλλω την εξωτερική αμφίεση ή εμφάνιση κάποιου, ώστε να μην αναγνωρίζεται
μεταμφιέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέσαν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέσανε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμφίεση
μεταμφιέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταμφίεση
μεταμφιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταμφίεση
μεταμφιέσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζω
μεταμφιεζόμασταν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόμαστε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόμουν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόμουνα	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόντουσαν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόσασταν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόσαστε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόσουν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόσουνα	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζόταν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεζότανε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμφιεσμένο
μεταμφιεσμένε	verb	κλητική ενικού του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταμφιεσμένη
μεταμφιεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεσμένης	verb	γενική ενικού του μεταμφιεσμένη
μεταμφιεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεσμένος	verb	που έχει μεταμφιεστεί
μεταμφιεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταμφιεσμένος
μεταμφιεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστήκαν	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεστήκανε	=	μεταμφιέζω
μεταμφιεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμφιεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταμφιέζομαι
μεταμόρφωνα	=	μεταμορφώνω
μεταμόρφωναν	=	μεταμορφώνω
μεταμόρφωνε	=	μεταμορφώνω
μεταμόρφωνες	=	μεταμορφώνω
μεταμόρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμόρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμόρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμόρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμορφώνω
μεταμόρφωση	noun	η μεταβολή της φυσικής κατάστασης ενός φυτού ή ζώου
μεταμόρφωσης	noun	γενική ενικού του μεταμόρφωση
μεταμόσχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμόσχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμόσχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμόσχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταμοσχεύω
μεταμόσχευση	noun	ο εμβολιασμός με βλαστό που έχει οφθαλμούς ("μάτια") ενός συγγενούς φυτού, προκειμένου να αναπτυχθεί ένα νέο φυτό
μεταμόσχευσης	noun	γενική ενικού του μεταμόσχευση
μετανάλυση	noun	άλλη μορφή του μεταανάλυση
μετανάλυσης	=	μετανάλυση
μετανάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανάστης
μετανάστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μετανάστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μετανάστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μετανάστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μετανάστευση	noun	η πράξη ή το αποτέλεσμα του μεταναστεύω
μετανάστευσης	noun	γενική ενικού του μετανάστευση
μετανάστη	=	μετανάστης
μετανάστης	noun	αυτός που μεταναστεύει, που αλλάζει τόπο διαμονής, συνήθως για να βρει δουλειά
μετανάστρια	noun	θηλυκό του μετανάστης
μετανάστριας	noun	γενική ενικού του μετανάστρια
μετανάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανάστρια
μετανίσματα	=	μετάνισμα
μετανίσματος	=	μετάνισμα
μεταναισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταναισθητικό
μεταναισθητικέ	adj	κλητική ενικού του μεταναισθητικός
μεταναισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταναισθητική
μεταναισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταναισθητικός
μεταναισθητικής	adj	γενική ενικού του μεταναισθητική
μεταναισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταναισθητικός
μεταναισθητικού	adj	γενική ενικού του μεταναισθητικός
μεταναισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταναισθητικός
μεταναισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταναισθητικός
μεταναισθητικός	adj	που αφορά το χρονικό διάστημα μετά την αναισθησία
μεταναισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταναισθητικός
μεταναλύσεις	=	μετανάλυση
μεταναλύσεων	=	μετανάλυση
μεταναπολεόντεια	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειας	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειε	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειες	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειο	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειοι	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειος	adj	που ακολούθησε ή συνέβη μετά την εποχή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη
μεταναπολεόντειου	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειους	=	μεταναπολεόντειος
μεταναπολεόντειων	=	μεταναπολεόντειος
μεταναστάσιμα	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμε	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμες	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμη	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμης	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμο	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμοι	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μετά από την ανάσταση (του Χριστού)
μεταναστάσιμου	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμους	=	μεταναστάσιμος
μεταναστάσιμων	=	μεταναστάσιμος
μεταναστευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταναστευτικό
μεταναστευτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταναστευτικός
μεταναστευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταναστευτική
μεταναστευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταναστευτικός
μεταναστευτικής	adj	γενική ενικού του μεταναστευτική
μεταναστευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταναστευτικός
μεταναστευτικού	adj	γενική ενικού του μεταναστευτικός
μεταναστευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταναστευτικός
μεταναστευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταναστευτικός
μεταναστευτικός	adj	που έχει σχέση με την μετανάστευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταναστευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταναστευτικός
μεταναστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανάστευση
μεταναστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετανάστευση
μεταναστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετανάστευση
μεταναστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταναστεύω
μεταναστεύω	verb	φεύγω, με τη θέλησή μου, από έναν τόπο για να εγκατασταθώ σε έναν άλλο
μεταναστριών	noun	γενική πληθυντικού του μετανάστρια
μεταναστών	noun	γενική πληθυντικού του μετανάστης
μετανεωτερικά	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικέ	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικές	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερική	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικής	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικοί	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικοτήτων	=	μετανεωτερικότητα
μετανεωτερικού	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικούς	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικό	=	μετανεωτερικός
μετανεωτερικός	adj	ο μεταμοντέρνος
μετανεωτερικότητα	noun	ο μεταμοντερνισμός
μετανεωτερικότητας	=	μετανεωτερικότητα
μετανεωτερικότητες	=	μετανεωτερικότητα
μετανεωτερικών	=	μετανεωτερικός
μετανθρωπισμέ	=	μετανθρωπισμός
μετανθρωπισμοί	=	μετανθρωπισμός
μετανθρωπισμού	=	μετανθρωπισμός
μετανθρωπισμούς	=	μετανθρωπισμός
μετανθρωπισμό	=	μετανθρωπισμός
μετανθρωπισμός	noun	φιλοσοφικό ρεύμα που εξετάζει την υπέρβαση ή την αποδόμηση της ανθρώπινης ταυτότητας, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως μεταβατικό στάδιο σε ευρύτερες μορφές ύπαρξης, νόησης ή υλικότητας
μετανθρωπισμών	=	μετανθρωπισμός
μετανθρωπιστικά	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικέ	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικές	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστική	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικής	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικοί	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικού	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικούς	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικό	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρωπιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μετανθρωπισμό ή τον μετάνθρωπο ή αναφέρεται σʼ αυτά
μετανθρωπιστικών	=	μετανθρωπιστικός
μετανθρώπου	=	μετάνθρωπος
μετανθρώπους	=	μετάνθρωπος
μετανθρώπων	=	μετάνθρωπος
μετανισμάτων	=	μετάνισμα
μετανιτσεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανιτσεϊκό
μετανιτσεϊκέ	adj	κλητική ενικού του μετανιτσεϊκός
μετανιτσεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανιτσεϊκή
μετανιτσεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετανιτσεϊκός
μετανιτσεϊκής	adj	γενική ενικού του μετανιτσεϊκή
μετανιτσεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετανιτσεϊκός
μετανιτσεϊκού	adj	γενική ενικού του μετανιτσεϊκός
μετανιτσεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετανιτσεϊκός
μετανιτσεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του μετανιτσεϊκός
μετανιτσεϊκός	adj	για φιλόσοφο (ή έργο-δοκίμιο) που θεωρεί (παρουσιάζει ως) δεδομένες τις ιδέες-θεωρήσεις (ή τμήμα αυτών) του Νίτσε, και μελετά προεκτάσεις, επιπτώσεις, εφαρμογές ή συμπεράσματα
μετανιτσεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του μετανιτσεϊκός
μετανιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μετάνιωμα
μετανιωμέ	=	μετανιωμός
μετανιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανιωμένο
μετανιωμένε	verb	κλητική ενικού του μετανιωμένος
μετανιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανιωμένη
μετανιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετανιωμένος
μετανιωμένης	verb	γενική ενικού του μετανιωμένη
μετανιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετανιωμένος
μετανιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετανιωμένος
μετανιωμένος	=	μετανιώνω
μετανιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετανιωμένος
μετανιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετανιωμένος
μετανιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετανιωμένος
μετανιωμοί	=	μετανιωμός
μετανιωμού	=	μετανιωμός
μετανιωμούς	=	μετανιωμός
μετανιωμό	=	μετανιωμός
μετανιωμός	noun	η μετάνοια, η μεταμέλεια
μετανιωμών	=	μετανιωμός
μετανιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάνιωμα
μετανιώματος	noun	γενική ενικού του μετάνιωμα
μετανιώναμε	=	μετανιώνω
μετανιώναν	=	μετανιώνω
μετανιώνανε	=	μετανιώνω
μετανιώνατε	=	μετανιώνω
μετανιώνει	=	μετανιώνω
μετανιώνεις	=	μετανιώνω
μετανιώνετε	=	μετανιώνω
μετανιώνοντας	=	μετανιώνω
μετανιώνουμε	=	μετανιώνω
μετανιώνουν	=	μετανιώνω
μετανιώνουνε	=	μετανιώνω
μετανιώνω	verb	συνειδητοποιώ με συντριβή τα λάθη μου και τις υπαρκτές ή πιθανές επιπτώσεις τους, μετανοώ
μετανιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσαν	=	μετανιώνω
μετανιώσανε	=	μετανιώνω
μετανιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανιώνω
μετανοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανοίας	=	μετάνοια
μετανοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανοημένο
μετανοημένε	verb	κλητική ενικού του μετανοημένος
μετανοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανοημένη
μετανοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετανοημένος
μετανοημένης	verb	γενική ενικού του μετανοημένη
μετανοημένο	verb	αιτιατική ενικού του μετανοημένος
μετανοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετανοημένος
μετανοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετανοημένος
μετανοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετανοημένος
μετανοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετανοημένος
μετανοητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανοητής
μετανοητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μετανοητής
μετανοητής	noun	κάποιος που μετανοεί
μετανοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανοητικό
μετανοητικέ	adj	κλητική ενικού του μετανοητικός
μετανοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετανοητική
μετανοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετανοητικός
μετανοητικής	adj	γενική ενικού του μετανοητική
μετανοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετανοητικός
μετανοητικού	adj	γενική ενικού του μετανοητικός
μετανοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετανοητικός
μετανοητικό	adj	αιτιατική ενικού του μετανοητικός
μετανοητικός	adj	που επιδιώκει τη μετάνοια ή έχει τάση να μετανοήσει
μετανοητικών	adj	γενική πληθυντικού του μετανοητικός
μετανοητών	noun	γενική πληθυντικού του μετανοητής
μετανοώ	verb	συνειδητοποιώ και παραδέχομαι (με συντριβή) τα λάθη μου
μετανόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μετανόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετανοώ
μεταξά	noun	γενική ενικού του μεταξάς
μεταξάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξάς
μεταξάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξάδικο
μεταξάδικο	noun	μεταξουργείο ή κατάστημα όπου πωλούνται μεταξωτά υφάσματα
μεταξάδικου	=	μεταξάδικο
μεταξάδικων	=	μεταξάδικο
μεταξάδων	noun	γενική πληθυντικού του μεταξάς
μεταξάς	noun|dated	άτομο που παράγει ή εμπορεύεται μετάξι
μεταξένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταξένιος
μεταξένιας	=	μεταξένιος
μεταξένιε	=	μεταξένιος
μεταξένιες	=	μεταξένιος
μεταξένιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μεταξένιος
μεταξένιοι	=	μεταξένιος
μεταξένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από μετάξι
μεταξένιου	=	μεταξένιος
μεταξένιους	=	μεταξένιος
μεταξένιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μεταξένιος
μεταξίωνα	=	μεταξιώνω
μεταξίωναν	=	μεταξιώνω
μεταξίωνε	=	μεταξιώνω
μεταξίωνες	=	μεταξιώνω
μεταξίωσα	=	μεταξιώνω
μεταξίωσαν	=	μεταξιώνω
μεταξίωσε	=	μεταξιώνω
μεταξίωσες	=	μεταξιώνω
μεταξίωση	noun|formal	η αλλαγή του κώδικα αξιών (ηθικών κ.ά.) ενός ανθρώπου
μεταξίωσης	=	μεταξίωση
μεταξιού	noun	γενική ενικού του μετάξι
μεταξισμέ	=	μεταξισμός
μεταξισμοί	=	μεταξισμός
μεταξισμού	=	μεταξισμός
μεταξισμούς	=	μεταξισμός
μεταξισμό	=	μεταξισμός
μεταξισμός	noun	πολιτική ιδεολογία που σχετίζεται με τον Έλληνα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, η οποία επιδίωκε την αναγέννηση του ελληνικού έθνους και την καθιέρωση μιας σύγχρονης πολιτισμικά ομοιογενούς Ελλάδας
μεταξισμών	=	μεταξισμός
μεταξιών	noun	γενική πληθυντικού του μετάξι
μεταξιώναμε	=	μεταξιώνω
μεταξιώναν	=	μεταξιώνω
μεταξιώνανε	=	μεταξιώνω
μεταξιώνατε	=	μεταξιώνω
μεταξιώνει	=	μεταξιώνω
μεταξιώνεις	=	μεταξιώνω
μεταξιώνετε	=	μεταξιώνω
μεταξιώνοντας	=	μεταξιώνω
μεταξιώνουμε	=	μεταξιώνω
μεταξιώνουν	=	μεταξιώνω
μεταξιώνουνε	=	μεταξιώνω
μεταξιώνω	verb|formal	αλλάζω τον κώδικα αξιών μου (ηθικών κ.ά.) ή συμβάλλω στην αλλαγή του κώδικα αξιών ενός άλλου ανθρώπου
μεταξιώσαμε	=	μεταξιώνω
μεταξιώσαν	=	μεταξιώνω
μεταξιώσανε	=	μεταξιώνω
μεταξιώσατε	=	μεταξιώνω
μεταξιώσει	=	μεταξιώνω
μεταξιώσεις	=	μεταξίωση
μεταξιώσεων	=	μεταξίωση
μεταξιώστε	=	μεταξιώνω
μεταξοΰφαντα	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντε	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντες	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντη	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντης	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντο	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντοι	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντος	adj	που έχει ραφτεί από νήμα μεταξιού, συνώνυμο του μεταξωτός
μεταξοΰφαντου	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντους	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοΰφαντων	=	μεταξοΰφαντος
μεταξοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής υφασμάτων από μετάξι
μεταξοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του μεταξοβιομηχανία
μεταξοβιομηχανίες	=	μεταξοβιομηχανία
μεταξοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταξοβιομηχανία
μεταξοειδές	=	μεταξοειδής
μεταξοειδή	=	μεταξοειδής
μεταξοειδής	adj	που μοιάζει με μετάξι, που είναι όμοιος μ’ αυτό
μεταξοειδείς	=	μεταξοειδής
μεταξοειδούς	=	μεταξοειδής
μεταξοειδών	=	μεταξοειδής
μεταξοκλωστές	=	μεταξοκλωστή
μεταξοκλωστή	noun	μεταξένια κλωστή, κλωστή από μετάξι
μεταξοκλωστής	=	μεταξοκλωστή
μεταξοκλωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξοκλωστικό
μεταξοκλωστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξοκλωστική
μεταξοκλωστική	noun	η κατασκευή μεταξένιων νημάτων και η σχετική τέχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστικής	adj	γενική ενικού του μεταξοκλωστική
μεταξοκλωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστικού	adj	γενική ενικού του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστικός	adj	που αφορά ή συμβάλλει στην κλώση νημάτων μεταξιού
μεταξοκλωστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταξοκλωστικός
μεταξοκλωστών	=	μεταξοκλωστή
μεταξονίου	noun	γενική ενικού του μεταξόνιο
μεταξονίων	noun	γενική πληθυντικού του μεταξόνιο
μεταξοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξοπαραγωγή
μεταξοπαραγωγή	noun	η παραγωγή μεταξιού
μεταξοπαραγωγής	adj	γενική ενικού του μεταξοπαραγωγή
μεταξοπαραγωγο	=	μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγος	=	μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του μεταξοπαραγωγός
μεταξοπαραγωγός	noun	άνθρωπος που παράγει μετάξι	adj	που παράγει μετάξι
μεταξοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του μεταξοπαραγωγός
μεταξοσκούληκα	=	μεταξοσκούληκο
μεταξοσκούληκο	noun	άλλη μορφή του μεταξοσκώληκας
μεταξοσκούληκου	=	μεταξοσκούληκο
μεταξοσκούληκων	=	μεταξοσκούληκο
μεταξοσκωλήκων	=	μεταξοσκώληκας
μεταξοσκωληκοτροφία	noun	η σηροτροφία
μεταξοσκωληκοτροφίας	=	μεταξοσκωληκοτροφία
μεταξοσκωληκοτροφίες	=	μεταξοσκωληκοτροφία
μεταξοσκωληκοτροφιών	=	μεταξοσκωληκοτροφία
μεταξοσκώληκα	=	μεταξοσκώληκας
μεταξοσκώληκας	noun	η κάμπια πεταλούδας, η οποία έχει χοντρό, τριχωτό και πτυχωτό σώμα και δεν πετάει, αλλά τρέφεται με φύλλα μουριάς κι από την ουσία που εκκρίνει για να φτιάξει το κουκούλι της παράγεται το μετάξι
μεταξοσκώληκες	=	μεταξοσκώληκας
μεταξοτριχών	=	μεταξότριχα
μεταξοτυπία	noun	σύστημα εκτύπωσης κατά το οποίο χρησιμοποιείται τεντωμένο μεταξωτό (ή κι από άλλο υλικό) ύφασμα ως μήτρα
μεταξοτυπίας	=	μεταξοτυπία
μεταξοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξοτυπία
μεταξοτυπιών	=	μεταξοτυπία
μεταξοτυπών	=	μεταξοτύπης
μεταξοτύπες	=	μεταξοτύπης
μεταξοτύπη	=	μεταξοτύπης
μεταξοτύπης	noun	τυπογράφος που ασχολείται με την μεταξοτυπία
μεταξουργέ	noun	κλητική ενικού του μεταξουργός
μεταξουργία	noun	ο βιοτεχνικός κλάδος κατασκευής, ύφανσης νημάτων από μετάξι
μεταξουργίας	noun	γενική ενικού του μεταξουργία
μεταξουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξουργία
μεταξουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξουργείο
μεταξουργείο	noun	εργοστάσιο στο οποίο πραγματοποιείται κατεργασία ή κλώση μεταξιού
μεταξουργείου	noun	γενική ενικού του μεταξουργείο
μεταξουργείων	noun	γενική πληθυντικού του μεταξουργείο
μεταξουργεῖον	noun	το μεταξουργείο
μεταξουργιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταξουργία
μεταξουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταξουργός
μεταξουργού	noun	γενική ενικού του μεταξουργός
μεταξουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταξουργός
μεταξουργό	noun	αιτιατική ενικού του μεταξουργός
μεταξουργός	noun	άτομο που ασχολείται με την επεξεργασία και παραγωγή μεταξιού
μεταξουργών	noun	γενική πληθυντικού του μεταξουργός
μεταξοϋφαντουργέ	=	μεταξοϋφαντουργός
μεταξοϋφαντουργία	noun	μονάδα παραγωγής υφαντών από μετάξι
μεταξοϋφαντουργίας	noun	γενική ενικού του μεταξοϋφαντουργία
μεταξοϋφαντουργίες	=	μεταξοϋφαντουργία
μεταξοϋφαντουργιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταξοϋφαντουργία
μεταξοϋφαντουργοί	=	μεταξοϋφαντουργός
μεταξοϋφαντουργού	=	μεταξοϋφαντουργός
μεταξοϋφαντουργούς	=	μεταξοϋφαντουργός
μεταξοϋφαντουργό	=	μεταξοϋφαντουργός
μεταξοϋφαντουργός	noun	που ασχολείται με την μεταξοϋφαντουργία ή είναι ιδιοκτήτης μεταξοϋφαντουργικής βιοτεχνίας ή βιομηχανίας
μεταξοϋφαντουργών	=	μεταξοϋφαντουργός
μεταξού	=	μεταξάς
μεταξούδες	=	μεταξάς
μεταξούδων	=	μεταξάς
μεταξούς	=	μεταξάς
μεταξωτά	noun	τα ρούχα από μετάξι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταξωτός
μεταξωτέ	adj	κλητική ενικού του μεταξωτός
μεταξωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξωτή
μεταξωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταξωτός
μεταξωτής	adj	γενική ενικού του μεταξωτή
μεταξωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταξωτός
μεταξωτού	adj	γενική ενικού του μεταξωτός
μεταξωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταξωτός
μεταξωτό	adj	αιτιατική ενικού του μεταξωτός	noun	ύφασμα ή ρούχο από μετάξι
μεταξωτός	adj	αυτός που κατασκευάζεται από μετάξι
μεταξωτών	adj	γενική πληθυντικού του μεταξωτός
μεταξόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξόνιο
μεταξόνιο	noun	η απόσταση μεταξύ των αξόνων· η απόσταση μεταξύ των κέντρων του μπροστινού και του πίσω τροχού
μεταξόνιον	noun	το μεταξόνιο
μεταξόνιου	=	μεταξόνιο
μεταξόσπορε	=	μεταξόσπορος
μεταξόσπορο	=	μεταξόσπορος
μεταξόσποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταξόσπορος
μεταξόσπορος	noun	τα αβγά του μεταξοσκώληκα ως εμπορικό προϊόν
μεταξόσπορου	=	μεταξόσπορος
μεταξόσπορους	=	μεταξόσπορος
μεταξόσπορων	=	μεταξόσπορος
μεταξότριχα	noun	μεταξένια κλωστή
μεταξότριχας	=	μεταξότριχα
μεταξότριχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταξότριχα
μεταξύ	adv	ανάμεσα, σε χρονικό ή τοπικό σημείο που βρίσκεται μετά από το ένα άκρο και πριν το επόμενο άκρο
μεταξών	noun	γενική πληθυντικού του μέταξα
μεταπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπίπτω
μεταπήδα	=	μεταπηδώ
μεταπήδαγε	=	μεταπηδώ
μεταπήδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπήδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπήδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπήδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπήδηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταπηδώ
μεταπήδησης	=	μεταπήδηση
μεταπίπτω	verb	μου συμβαίνει μετάπτωση
μεταπανδημικά	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικέ	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικές	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημική	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικής	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικοί	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικού	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικούς	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικό	=	μεταπανδημικός
μεταπανδημικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μετά από την περίοδο μιας πανδημίας
μεταπανδημικών	=	μεταπανδημικός
μεταπαραγωγικά	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικέ	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικές	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγική	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικής	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικοί	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικού	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικούς	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικό	=	μεταπαραγωγικός
μεταπαραγωγικός	adj	που έχει σχέση με το χρονικό διάστημα και τις διαδικασίες που έπονται της παραγωγής ενός προϊόντος ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεταπαραγωγικών	=	μεταπαραγωγικός
μεταπασχαλινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπασχαλινό
μεταπασχαλινέ	adj	κλητική ενικού του μεταπασχαλινός
μεταπασχαλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπασχαλινή
μεταπασχαλινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπασχαλινός
μεταπασχαλινής	adj	γενική ενικού του μεταπασχαλινή
μεταπασχαλινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπασχαλινός
μεταπασχαλινού	adj	γενική ενικού του μεταπασχαλινός
μεταπασχαλινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπασχαλινός
μεταπασχαλινό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπασχαλινός
μεταπασχαλινός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μετά το Πάσχα
μεταπασχαλινών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπασχαλινός
μεταπείθαμε	=	μεταπείθω
μεταπείθαν	=	μεταπείθω
μεταπείθανε	=	μεταπείθω
μεταπείθατε	=	μεταπείθω
μεταπείθει	=	μεταπείθω
μεταπείθεις	=	μεταπείθω
μεταπείθετε	=	μεταπείθω
μεταπείθομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταπείθω
μεταπείθοντας	=	μεταπείθω
μεταπείθουμε	=	μεταπείθω
μεταπείθουν	=	μεταπείθω
μεταπείθουνε	=	μεταπείθω
μεταπείθω	verb	κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη
μεταπείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείσαν	=	μεταπείθω
μεταπείσανε	=	μεταπείθω
μεταπείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπείστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπείστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπείστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπείστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθω
μεταπεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπεισμένο
μεταπεισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταπεισμένος
μεταπεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπεισμένη
μεταπεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπεισμένος
μεταπεισμένης	verb	γενική ενικού του μεταπεισμένη
μεταπεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταπεισμένος
μεταπεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπεισμένος
μεταπεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταπεισμένος
μεταπεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταπεισμένος
μεταπεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταπεισμένος
μεταπειστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπειστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπείθομαι
μεταπελευθερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπελευθερωτικός	adv	σε μεταπελευθερωτική περίοδο, μετά την απελευθέρωση
μεταπελευθερωτικέ	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικές	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτική	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικής	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικοί	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικού	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικούς	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικό	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπελευθερωτικός	adj	που συμβαίνει ή γίνεται μετά από την απελευθέρωση κάποιας χώρας (π.χ. για την Ελλάδα μετά από το 1944)
μεταπελευθερωτικών	=	μεταπελευθερωτικός
μεταπηδά	=	μεταπηδώ
μεταπηδάει	=	μεταπηδώ
μεταπηδάμε	=	μεταπηδώ
μεταπηδάν	=	μεταπηδώ
μεταπηδάνε	=	μεταπηδώ
μεταπηδάς	=	μεταπηδώ
μεταπηδάτε	=	μεταπηδώ
μεταπηδάω	verb	λιγότερο επίσημη μορφή του μεταπηδώ
μεταπηδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσαν	=	μεταπηδώ
μεταπηδήσανε	=	μεταπηδώ
μεταπηδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπήδηση
μεταπηδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσεων	=	μεταπήδηση
μεταπηδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσουνε	=	μεταπηδώ
μεταπηδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπηδώ
μεταπηδούμε	=	μεταπηδώ
μεταπηδούν	=	μεταπηδώ
μεταπηδούνε	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσα	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσαμε	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσαν	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσανε	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσατε	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσε	=	μεταπηδώ
μεταπηδούσες	=	μεταπηδώ
μεταπηδώ	verb	εγκαταλείπω μια ομάδα ή παράταξη και εντάσσομαι σε άλλη (αντίπαλη)
μεταπηδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεταπηδώ
μεταπλάθαμε	=	μεταπλάθω
μεταπλάθαν	=	μεταπλάθω
μεταπλάθανε	=	μεταπλάθω
μεταπλάθατε	=	μεταπλάθω
μεταπλάθε	=	μεταπλάθω
μεταπλάθει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάθω
μεταπλάθεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάθω
μεταπλάθεσαι	=	μεταπλάθω
μεταπλάθεστε	=	μεταπλάθω
μεταπλάθεται	=	μεταπλάθω
μεταπλάθετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάθω
μεταπλάθομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταπλάθω
μεταπλάθονται	=	μεταπλάθω
μεταπλάθονταν	=	μεταπλάθω
μεταπλάθοντας	=	μεταπλάθω
μεταπλάθου	=	μεταπλάθω
μεταπλάθουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάθω
μεταπλάθουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάθω
μεταπλάθουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάθω
μεταπλάθω	verb	δημιουργώ εκ νέου κάτι μεταβάλλοντας την μορφή ή την σύστασή του
μεταπλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μεταπλάσαν	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσανε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μεταπλάσε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάπλαση
μεταπλάσετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάσεων	=	μετάπλαση
μεταπλάσθηκα	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσθηκαν	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσθηκε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσθηκες	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσματα	=	μετάπλασμα
μεταπλάσματος	=	μετάπλασμα
μεταπλάσου	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής παθητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάσουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάσουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάσουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάσσαμε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσαν	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσανε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσατε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάσσω
μεταπλάσσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάσσω
μεταπλάσσεσαι	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσεστε	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσεται	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάσσω
μεταπλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταπλάσσω
μεταπλάσσονται	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσονταν	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσοντας	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσου	=	μεταπλάσσω
μεταπλάσσουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάσσω
μεταπλάσσουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάσσω
μεταπλάσσουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μεταπλάσσω
μεταπλάσσω	verb	άλλη μορφή του μεταπλάθω
μεταπλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταπλάθω
μεταπλάστηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάστηκαν	=	μεταπλάθω
μεταπλάστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλάστηκες	=	μεταπλάθω
μεταπλάσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλαθόμασταν	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόμαστε	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόμουν	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόμουνα	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόντουσαν	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόσασταν	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόσαστε	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόσουν	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόσουνα	=	μεταπλάθω
μεταπλαθόταν	=	μεταπλάθω
μεταπλαθότανε	=	μεταπλάθω
μεταπλασία	noun	ανώμαλη μεταβολή κυτταρικού ιστού ή κυττάρων από έναν τύπο σε άλλον
μεταπλασίας	noun	γενική ενικού του μεταπλασία
μεταπλασίες	=	μεταπλασία
μεταπλασθήκαμε	=	μεταπλάσσω
μεταπλασθήκαν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασθήκανε	=	μεταπλάσσω
μεταπλασθήκατε	=	μεταπλάσσω
μεταπλασθεί	=	μεταπλάσσω
μεταπλασθείτε	=	μεταπλάσσω
μεταπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταπλασία
μεταπλασμάτων	=	μετάπλασμα
μεταπλασμέ	noun	κλητική ενικού του μεταπλασμός
μεταπλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπλασμένο
μεταπλασμένε	verb	κλητική ενικού του μεταπλασμένος
μεταπλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπλασμένη
μεταπλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπλασμένος
μεταπλασμένης	verb	γενική ενικού του μεταπλασμένη
μεταπλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταπλασμένος
μεταπλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπλασμένος
μεταπλασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεταπλάθω
μεταπλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταπλασμένος
μεταπλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταπλασμένος
μεταπλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταπλασμένος
μεταπλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπλασμός
μεταπλασμού	noun	γενική ενικού του μεταπλασμός
μεταπλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεταπλασμός
μεταπλασμό	noun	αιτιατική ενικού του μεταπλασμός
μεταπλασμός	noun	η μεταβολή της μορφολογίας μιας λέξης για την προσαρμογή της σε άλλη κλίση
μεταπλασμών	noun	γενική πληθυντικού του μεταπλασμός
μεταπλασσόμασταν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόμαστε	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόμουν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόμουνα	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόντουσαν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόσασταν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόσαστε	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόσουν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόσουνα	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσόταν	=	μεταπλάσσω
μεταπλασσότανε	=	μεταπλάσσω
μεταπλαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταπλαστός	adv	με μεταπλαστό τρόπο
μεταπλαστέ	adj	κλητική ενικού του μεταπλαστός
μεταπλαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπλαστή
μεταπλαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπλαστός
μεταπλαστήκαμε	=	μεταπλάθω
μεταπλαστήκαν	=	μεταπλάθω
μεταπλαστήκανε	=	μεταπλάθω
μεταπλαστήκατε	=	μεταπλάθω
μεταπλαστής	adj	γενική ενικού του μεταπλαστή
μεταπλαστεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του μεταπλάθω
μεταπλαστείτε	=	μεταπλάθω
μεταπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπλαστικό
μεταπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταπλαστικός
μεταπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπλαστική
μεταπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπλαστικός
μεταπλαστικής	adj	γενική ενικού του μεταπλαστική
μεταπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπλαστικός
μεταπλαστικού	adj	γενική ενικού του μεταπλαστικός
μεταπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπλαστικός
μεταπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπλαστικός
μεταπλαστικός	adj	που προκαλεί μετάπλαση, μεταπλασμό
μεταπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπλαστικός
μεταπλαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπλαστός
μεταπλαστού	adj	γενική ενικού του μεταπλαστός
μεταπλαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπλαστός
μεταπλαστό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπλαστός
μεταπλαστός	adj	που έχει υποστεί, ή που μπορεί να υποστεί μετάπλαση
μεταπλαστών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπλαστός
μεταπληροφορία	noun	πληροφορίες που αναφέρονται σε πληροφορίες
μεταπληροφορίας	=	μεταπληροφορία
μεταπληροφορίες	=	μεταπληροφορία
μεταπληροφοριών	=	μεταπληροφορία
μεταπνευμονοϊέ	=	μεταπνευμονοϊός
μεταπνευμονοϊοί	=	μεταπνευμονοϊός
μεταπνευμονοϊού	=	μεταπνευμονοϊός
μεταπνευμονοϊούς	=	μεταπνευμονοϊός
μεταπνευμονοϊό	=	μεταπνευμονοϊός
μεταπνευμονοϊός	noun	γένος RNA ιών της οικογένειας Pneumoviridae, που περιλαμβάνει παθογόνα υπεύθυνα για αναπνευστικές λοιμώξεις σε ανθρώπους και ζώα
μεταπνευμονοϊών	=	μεταπνευμονοϊός
μεταποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποίηση	noun	η διαδικασία μετατροπής μιας πρώτης ύλης ή ενός φυσικού προϊόντος σε βιοτεχνικό-βιομηχανικό προϊόν· ο δευτερογενής τομέας της οικονομίας
μεταποίησης	noun	γενική ενικού του μεταποίηση
μεταποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιούμαι
μεταποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιούμαι
μεταποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταποίηση
μεταποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταποίηση
μεταποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταποίηση
μεταποιήσιμα	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμε	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμες	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμη	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμης	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμο	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμοι	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μεταποιηθεί
μεταποιήσιμου	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμους	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσιμων	=	μεταποιήσιμος
μεταποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιώ
μεταποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταποιούμαι
μεταποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταποιούμαι
μεταποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταποιημένος	adv	έχοντας μεταποιηθεί
μεταποιημένε	verb	κλητική ενικού του μεταποιημένος
μεταποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταποιημένη
μεταποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταποιημένος
μεταποιημένης	verb	γενική ενικού του μεταποιημένη
μεταποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταποιημένος
μεταποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταποιημένος
μεταποιημένος	verb	που έχει υποστεί μηχανική ή χημική επεξεργασία, που αποτελεί προϊόν της βιοτεχνίας ή της βιομηχανίας
μεταποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταποιημένος
μεταποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταποιημένος
μεταποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταποιημένος
μεταποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταποιητικό
μεταποιητικέ	adj	κλητική ενικού του μεταποιητικός
μεταποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταποιητική
μεταποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταποιητικός
μεταποιητικής	adj	γενική ενικού του μεταποιητική
μεταποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταποιητικός
μεταποιητικού	adj	γενική ενικού του μεταποιητικός
μεταποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταποιητικός
μεταποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταποιητικός
μεταποιητικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταποιητικός
μεταποιώ	verb	επεξεργάζομαι με μηχανικές ή χημικές μεθόδους ένα προϊόν ή γενικά ένα αντικείμενο
μεταπολίτευση	noun	βαθιά πολιτική αλλαγή, όπως μεταβολή του πολιτεύματος ή συντάγματος μιας χώρας ή κατά άλλους του τρόπου άσκησης της εξουσίας, εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, χωρίς την προϋπόθεση της πολιτειακής αλλαγής
μεταπολίτευσης	noun	γενική ενικού του μεταπολίτευση
μεταπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπολεμικό
μεταπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του μεταπολεμικός
μεταπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπολεμική
μεταπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπολεμικός
μεταπολεμικής	adj	γενική ενικού του μεταπολεμική
μεταπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπολεμικός
μεταπολεμικού	adj	γενική ενικού του μεταπολεμικός
μεταπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπολεμικός
μεταπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπολεμικός
μεταπολεμικός	adj	που έχει γίνει μετά τη λήξη του εμφυλίου
μεταπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπολεμικός
μεταπολεμικώς	adv|dated	μεταπολεμικά
μεταπολιτευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταπολιτευτικός	adv	κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο
μεταπολιτευτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπολιτευτική
μεταπολιτευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτευτικής	adj	γενική ενικού του μεταπολιτευτική
μεταπολιτευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτευτικού	adj	γενική ενικού του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτευτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτευτικός	adj	που έχει σχέση με την μεταπολίτευση, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταπολιτευτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπολιτευτικός
μεταπολιτεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπολίτευση
μεταπολιτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταπολίτευση
μεταπολιτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταπολίτευση
μεταπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπολιτικό
μεταπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταπολιτικός
μεταπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπολιτική
μεταπολιτική	noun	η πολιτική στην μοντέρνα της εκδοχή, που ασκείται με όρους διαφορετικούς σε σχέση με το παρελθόν
μεταπολιτικής	adj	γενική ενικού του μεταπολιτική
μεταπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπολιτικός
μεταπολιτικού	adj	γενική ενικού του μεταπολιτικός
μεταπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπολιτικός
μεταπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπολιτικός
μεταπολιτικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταπολιτική ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπολιτικός
μεταπουλά	=	μεταπουλώ
μεταπουλάει	=	μεταπουλώ
μεταπουλάμε	=	μεταπουλώ
μεταπουλάν	=	μεταπουλώ
μεταπουλάνε	=	μεταπουλώ
μεταπουλάς	=	μεταπουλώ
μεταπουλάτε	=	μεταπουλώ
μεταπουλάω	verb	άλλη μορφή του μεταπωλώ
μεταπουλήματα	=	μεταπούλημα
μεταπουλήματος	=	μεταπούλημα
μεταπουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσαν	=	μεταπουλώ
μεταπουλήσανε	=	μεταπουλώ
μεταπουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλημάτων	=	μεταπούλημα
μεταπουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπουλημένο
μεταπουλημένε	verb	κλητική ενικού του μεταπουλημένος
μεταπουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπουλημένη
μεταπουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπουλημένος
μεταπουλημένης	verb	γενική ενικού του μεταπουλημένη
μεταπουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταπουλημένος
μεταπουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπουλημένος
μεταπουλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταπουλημένος
μεταπουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταπουλημένος
μεταπουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταπουλημένος
μεταπουλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπουλητής
μεταπουλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεταπουλητής
μεταπουλητής	noun	άλλη μορφή του μεταπωλητής
μεταπουλητών	noun	γενική πληθυντικού του μεταπουλητής
μεταπουλιέμαι	=	μεταπουλώ
μεταπουλούμε	=	μεταπουλώ
μεταπουλούν	=	μεταπουλώ
μεταπουλούνε	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσα	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσαμε	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσαν	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσανε	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσατε	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσε	=	μεταπουλώ
μεταπουλούσες	=	μεταπουλώ
μεταπουλώ	verb	άλλη μορφή του μεταπωλώ
μεταπουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεταπουλώ
μεταπούλα	=	μεταπουλώ
μεταπούλαγε	=	μεταπουλώ
μεταπούλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταπουλώ
μεταπούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπουλώ
μεταπράτες	=	μεταπράτης
μεταπράτη	=	μεταπράτης
μεταπράτης	noun|formal	ο μεταπωλητής, ο έμπορος που αγοράζει σε χοντρική τιμή και πουλά σε λιανική για την αποκόμιση κέρδους
μεταπράτηση	noun|formal	η μεταπώληση
μεταπράτησης	noun	γενική ενικού του μεταπράτηση
μεταπρατήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπράτηση
μεταπρατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταπράτηση
μεταπρατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταπράτηση
μεταπρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπρατικό
μεταπρατικέ	adj	κλητική ενικού του μεταπρατικός
μεταπρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπρατική
μεταπρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπρατικός
μεταπρατικής	adj	γενική ενικού του μεταπρατική
μεταπρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπρατικός
μεταπρατικού	adj	γενική ενικού του μεταπρατικός
μεταπρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπρατικός
μεταπρατικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπρατικός
μεταπρατικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον μεταπράτη και τη μεταπράτηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
μεταπρατικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπρατικός
μεταπρατισμέ	=	μεταπρατισμός
μεταπρατισμοί	=	μεταπρατισμός
μεταπρατισμού	=	μεταπρατισμός
μεταπρατισμούς	=	μεταπρατισμός
μεταπρατισμό	=	μεταπρατισμός
μεταπρατισμός	noun	η μέθοδος αγοράς σε χονδρική τιμή και πώλησης σε λιανική τιμή με σκοπό την απόκτηση κέρδους
μεταπρατισμών	=	μεταπρατισμός
μεταπρατών	=	μεταπράτης
μεταπτυχιακά	=	μεταπτυχιακό
μεταπτυχιακή	=	μεταπτυχιακός
μεταπτυχιακού	=	μεταπτυχιακό
μεταπτυχιακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μεταπτυχιακός	noun	το δίπλωμα που αποκτάται μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών
μεταπτυχιακός	noun	φοιτητής ο οποίος πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές	adj	που σχετίζεται με σπουδές οι οποίες έπονται της ολοκλήρωσης του βασικού κύκλου σπουδών
μεταπτυχιακών	=	μεταπτυχιακό
μεταπτυχιούχος	noun|rare	που βρίσκεται στο χρονικό διάστημα (αμέσως) μετά από τη λήψη του πτυχίου του
μεταπτωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπτωτικό
μεταπτωτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταπτωτικός
μεταπτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπτωτική
μεταπτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταπτωτικός
μεταπτωτικής	adj	γενική ενικού του μεταπτωτική
μεταπτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταπτωτικός
μεταπτωτικού	adj	γενική ενικού του μεταπτωτικός
μεταπτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταπτωτικός
μεταπτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταπτωτικός
μεταπτωτικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στη μετάπτωση
μεταπτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταπτωτικός
μεταπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάπτωση
μεταπτώσεων	=	μετάπτωση
μεταπτώσεως	=	μετάπτωση
μεταπυργίου	=	μεταπύργιο
μεταπυργίων	=	μεταπύργιο
μεταπωλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλούμαι
μεταπωλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλούμαι
μεταπωλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήσαν	=	μεταπωλώ
μεταπωλήσανε	=	μεταπωλώ
μεταπωλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπώληση
μεταπωλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταπώληση
μεταπωλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταπώληση
μεταπωλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλήτρια	noun	θηλυκό του μεταπωλητής
μεταπωλήτριας	=	μεταπωλήτρια
μεταπωλήτριες	=	μεταπωλήτρια
μεταπωλεί	=	μεταπωλώ
μεταπωλείς	=	μεταπωλώ
μεταπωλείτε	=	μεταπωλώ
μεταπωληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταπωλούμαι
μεταπωληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταπωλούμαι
μεταπωλημένα	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένε	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένες	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένη	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένης	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένο	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένοι	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπωλημένου	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένους	=	μεταπωλημένος
μεταπωλημένων	=	μεταπωλημένος
μεταπωλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταπωλητής
μεταπωλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεταπωλητής
μεταπωλητής	noun	εταιρεία ή άτομο (έμπορος), που αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες με σκοπό τη πώλησή τους και όχι την κατανάλωση ή τη χρήση τους
μεταπωλητριών	=	μεταπωλήτρια
μεταπωλητών	noun	γενική πληθυντικού του μεταπωλητής
μεταπωλούμε	=	μεταπωλώ
μεταπωλούν	=	μεταπωλώ
μεταπωλούνε	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσα	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσαμε	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσαν	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσανε	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσατε	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσε	=	μεταπωλώ
μεταπωλούσες	=	μεταπωλώ
μεταπωλώ	verb	πουλάω κάτι που το έχω αγοράσει γι’ αυτό τον σκοπό
μεταπωλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεταπωλώ
μεταπύργια	=	μεταπύργιο
μεταπύργιο	noun	το τμήμα ενός τείχους μεταξύ δύο πύργων
μεταπύργιου	=	μεταπύργιο
μεταπώλει	=	μεταπωλώ
μεταπώλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπώλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπώλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπώλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταπωλώ
μεταπώληση	noun	η πώληση ενος αντικείμενου που προηγουμένως έχει αγορασθεί
μεταπώλησης	noun	γενική ενικού του μεταπώληση
μεταραίωση	noun	χορήγηση φαρμάκου σε αργό ρυθμό και με αραίωση σε ισοτονικό διάλυμα
μεταραίωσης	=	μεταραίωση
μεταραιώνω	verb	πραγματοποιώ μεταραίωση
μεταραιώσεις	=	μεταραίωση
μεταραιώσεων	=	μεταραίωση
μεταρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρηματικό
μεταρηματικέ	adj	κλητική ενικού του μεταρηματικός
μεταρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρηματική
μεταρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταρηματικός
μεταρηματικής	adj	γενική ενικού του μεταρηματική
μεταρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταρηματικός
μεταρηματικού	adj	γενική ενικού του μεταρηματικός
μεταρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταρηματικός
μεταρηματικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μεταρηματικός
μεταρηματικός	adj	απλοποιημένη γραφή του μεταρρηματικός
μεταρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταρηματικός
μεταρρηματικά	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικέ	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικές	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματική	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικής	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικοί	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικού	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικούς	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικό	=	μεταρρηματικός
μεταρρηματικός	adj	ο σχετικός με ή αναφερόμενος σε λέξη που παράγεται από ρήμα
μεταρρηματικών	=	μεταρρηματικός
μεταρρυθμίζαμε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζαν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζανε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζατε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζει	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζεις	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζεσαι	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζεστε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζεται	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζετε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζομαι	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζομε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζονται	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζονταν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζουμε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζουν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζουνε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίζω	verb	κάνω μεταρρυθμίσεις
μεταρρυθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσαν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσανε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρύθμιση
μεταρρυθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταρρύθμιση
μεταρρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταρρύθμιση
μεταρρυθμίσομε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσου	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίσουνε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίστηκα	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμίστηκες	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμίστρια	noun	θηλυκό του μεταρρυθμιστής
μεταρρυθμίστριας	noun	γενική ενικού του μεταρρυθμίστρια
μεταρρυθμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμίστρια
μεταρρυθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόμασταν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόμαστε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόμουν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόμουνα	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόντουσαν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόσασταν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόσαστε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόσουν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόσουνα	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζόταν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιζότανε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμισμέ	=	μεταρρυθμισμός
μεταρρυθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμισμένο
μεταρρυθμισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμισμένη
μεταρρυθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμένης	verb	γενική ενικού του μεταρρυθμισμένη
μεταρρυθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμένος	verb	που έχει μεταρρυθμιστεί
μεταρρυθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταρρυθμισμένος
μεταρρυθμισμοί	=	μεταρρυθμισμός
μεταρρυθμισμού	=	μεταρρυθμισμός
μεταρρυθμισμούς	=	μεταρρυθμισμός
μεταρρυθμισμό	=	μεταρρυθμισμός
μεταρρυθμισμός	noun	η μεταρρυθμιστική προσπάθεια
μεταρρυθμισμών	=	μεταρρυθμισμός
μεταρρυθμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμιστής
μεταρρυθμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεταρρυθμιστής
μεταρρυθμιστήκαμε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιστήκαν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιστήκανε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιστήκατε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιστής	noun	αυτός που κάνει μεταρρυθμίσεις
μεταρρυθμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμιστικό	adv	με μεταρρυθμιστικό τρόπο, μεταρρυθμίζοντας
μεταρρυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμιστική
μεταρρυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικής	adj	γενική ενικού του μεταρρυθμιστική
μεταρρυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικού	adj	γενική ενικού του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταρρύθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταρρυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταρρυθμιστικός
μεταρρυθμιστικώς	adv|dated	μεταρρυθμιστικά
μεταρρυθμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμιστούνε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρυθμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μεταρρυθμίστρια
μεταρρυθμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζομαι
μεταρρυθμιστών	noun	γενική πληθυντικού του μεταρρυθμιστής
μεταρρύθμιζα	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμιζαν	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμιζε	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμιζες	=	μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρρυθμίζω
μεταρρύθμιση	noun	σύνολο σημαντικών αλλαγών σε έναν τομέα, που αποσκοπούν στη λύση προβλημάτων, την εύρυθμη λειτουργία του, την προσαρμογή του σε νέα δεδομένα κ.λπ.
μεταρρύθμισης	noun	γενική ενικού του μεταρρύθμιση
μεταρσίωνα	=	μεταρσιώνω
μεταρσίωναν	=	μεταρσιώνω
μεταρσίωνε	=	μεταρσιώνω
μεταρσίωνες	=	μεταρσιώνω
μεταρσίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσίωση	noun|formal	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του μεταρσιώνω
μεταρσίωσης	noun	γενική ενικού του μεταρσίωση
μεταρσιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρσιωμένο
μεταρσιωμένε	verb	κλητική ενικού του μεταρσιωμένος
μεταρσιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρσιωμένη
μεταρσιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταρσιωμένος
μεταρσιωμένης	verb	γενική ενικού του μεταρσιωμένη
μεταρσιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταρσιωμένος
μεταρσιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταρσιωμένος
μεταρσιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταρσιωμένος
μεταρσιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταρσιωμένος
μεταρσιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταρσιωμένος
μεταρσιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρσιωτικό
μεταρσιωτικέ	adj	κλητική ενικού του μεταρσιωτικός
μεταρσιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρσιωτική
μεταρσιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταρσιωτικός
μεταρσιωτικής	adj	γενική ενικού του μεταρσιωτική
μεταρσιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταρσιωτικός
μεταρσιωτικού	adj	γενική ενικού του μεταρσιωτικός
μεταρσιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταρσιωτικός
μεταρσιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταρσιωτικός
μεταρσιωτικός	adj|archaic	που έχει σχέση με τη μεταρσίωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταρσιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταρσιωτικός
μεταρσιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνομαι
μεταρσιώναμε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώναν	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνανε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνατε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνει	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνεις	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνετε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνομαι	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνοντας	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνουμε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνουν	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνουνε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώνω	verb|formal	«ανεβάζω» κάποιον ακόμα και πάνω και πέρα απ’ τον αισθητό κόσμο
μεταρσιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώσαν	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώσανε	=	μεταρσιώνω
μεταρσιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταρσίωση
μεταρσιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταρσίωση
μεταρσιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταρσίωση
μεταρσιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μεταρσιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταρσιώνω
μετασεισμέ	noun	κλητική ενικού του μετασεισμός
μετασεισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασεισμικό
μετασεισμικέ	adj	κλητική ενικού του μετασεισμικός
μετασεισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασεισμική
μετασεισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασεισμικός
μετασεισμικής	adj	γενική ενικού του μετασεισμική
μετασεισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασεισμικός
μετασεισμικού	adj	γενική ενικού του μετασεισμικός
μετασεισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετασεισμικός
μετασεισμικό	adj	αιτιατική ενικού του μετασεισμικός
μετασεισμικός	adj	που αναφέρεται σε φαινόμενα που ακολουθούν ένα σεισμό
μετασεισμικότητα	noun|rare	η μετασεισμική ακολουθία
μετασεισμικών	adj	γενική πληθυντικού του μετασεισμικός
μετασεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασεισμός
μετασεισμού	noun	γενική ενικού του μετασεισμός
μετασεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετασεισμός
μετασεισμό	noun	αιτιατική ενικού του μετασεισμός
μετασεισμός	noun	σεισμός που γίνεται μετά από τον κύριο σεισμό και είναι (συνήθως) μικρότερης έντασης
μετασεισμών	noun	γενική πληθυντικού του μετασεισμός
μετασκευάζαμε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζαν	=	μετασκευάζω
μετασκευάζανε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζατε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζει	=	μετασκευάζω
μετασκευάζεις	=	μετασκευάζω
μετασκευάζεσαι	=	μετασκευάζω
μετασκευάζεστε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζεται	=	μετασκευάζω
μετασκευάζετε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάζονται	=	μετασκευάζω
μετασκευάζονταν	=	μετασκευάζω
μετασκευάζοντας	=	μετασκευάζω
μετασκευάζου	=	μετασκευάζω
μετασκευάζουμε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζουν	=	μετασκευάζω
μετασκευάζουνε	=	μετασκευάζω
μετασκευάζω	verb	μεταβάλλω τη μορφή ή την κατασκευή κάποιου πράγματος
μετασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάσαν	=	μετασκευάζω
μετασκευάσανε	=	μετασκευάζω
μετασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάσου	=	μετασκευάζω
μετασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευάστρια	noun	θηλυκό του μετασκευαστής
μετασκευάστριας	=	μετασκευάστρια
μετασκευάστριες	=	μετασκευάστρια
μετασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευές	=	μετασκευή
μετασκευή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετασκευάζω
μετασκευής	=	μετασκευή
μετασκευαζόμασταν	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόμαστε	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόμουν	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόμουνα	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόντουσαν	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόσασταν	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόσαστε	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόσουν	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόσουνα	=	μετασκευάζω
μετασκευαζόταν	=	μετασκευάζω
μετασκευαζότανε	=	μετασκευάζω
μετασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασκευασμένο
μετασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του μετασκευασμένος
μετασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασκευασμένη
μετασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασκευασμένος
μετασκευασμένης	verb	γενική ενικού του μετασκευασμένη
μετασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετασκευασμένος
μετασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασκευασμένος
μετασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετασκευασμένος
μετασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετασκευασμένος
μετασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετασκευασμένος
μετασκευαστές	=	μετασκευαστής
μετασκευαστή	=	μετασκευαστής
μετασκευαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευαστήκαν	=	μετασκευάζω
μετασκευαστήκανε	=	μετασκευάζω
μετασκευαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευαστής	noun	αυτός που μετασκευάζει
μετασκευαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευαστείτε	=	μετασκευάζω
μετασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασκευαστικό
μετασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του μετασκευαστικός
μετασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασκευαστική
μετασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασκευαστικός
μετασκευαστικής	adj	γενική ενικού του μετασκευαστική
μετασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασκευαστικός
μετασκευαστικού	adj	γενική ενικού του μετασκευαστικός
μετασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετασκευαστικός
μετασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μετασκευαστικός
μετασκευαστικός	adj	που έχει σχέση με μετασκευή ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μετασκευαστικός
μετασκευαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζομαι
μετασκευαστριών	=	μετασκευάστρια
μετασκευαστών	=	μετασκευαστής
μετασκευών	=	μετασκευή
μετασκεύαζα	=	μετασκευάζω
μετασκεύαζαν	=	μετασκευάζω
μετασκεύαζε	=	μετασκευάζω
μετασκεύαζες	=	μετασκευάζω
μετασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μετασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασκευάζω
μεταστάθμευα	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευαν	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευε	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευες	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευσα	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευσαν	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευσε	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευσες	=	μετασταθμεύω
μεταστάθμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετασταθμεύω
μεταστάθμευσης	=	μεταστάθμευση
μεταστάς	noun|formal	που έχει πεθάνει
μεταστάσα	noun|archaic	θηλυκό του μεταστάς
μεταστάσας	noun	γενική ενικού του μεταστάσα
μεταστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάσταση
μεταστάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστάσα
μεταστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάσταση
μεταστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάσταση
μεταστέγαση	noun	η μετεγκατάσταση υπηρεσιών, δομών, προσωπικού ή οικογένειας
μεταστέγασης	=	μεταστέγαση
μετασταθές	=	μετασταθής
μετασταθή	=	μετασταθής
μετασταθής	adj	που αφορά φυσική ή χημική κατάσταση που είναι σχετικά μακρόβια, αλλά μπορεί να διασπαστεί σε μια χαμηλότερη ενεργειακή κατάσταση, όταν διαταραχθεί ελαφρά ή μέσω μιας κβαντικής μετάβασης
μετασταθείς	=	μετασταθής
μετασταθμευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασταθμευμένο
μετασταθμευμένε	verb	κλητική ενικού του μετασταθμευμένος
μετασταθμευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασταθμευμένη
μετασταθμευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασταθμευμένος
μετασταθμευμένης	verb	γενική ενικού του μετασταθμευμένη
μετασταθμευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετασταθμευμένος
μετασταθμευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασταθμευμένος
μετασταθμευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετασταθμευμένος
μετασταθμευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετασταθμευμένος
μετασταθμευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετασταθμευμένος
μετασταθμεύαμε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύαν	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύανε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύατε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύει	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύεις	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύετε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύοντας	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύουμε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύουν	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύουνε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύσαμε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύσαν	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύσανε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύσατε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύσει	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστάθμευση
μετασταθμεύσεων	=	μεταστάθμευση
μετασταθμεύστε	=	μετασταθμεύω
μετασταθμεύω	verb	αλλάζω τον τόπο που έχω σταθμεύσει, σταθμεύω αλλού
μετασταθούς	=	μετασταθής
μετασταθών	=	μετασταθής
μεταστασών	noun	γενική πληθυντικού του μεταστάσα
μεταστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστατικό
μεταστατικέ	adj	κλητική ενικού του μεταστατικός
μεταστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστατική
μεταστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταστατικός
μεταστατικής	adj	γενική ενικού του μεταστατική
μεταστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταστατικός
μεταστατικού	adj	γενική ενικού του μεταστατικός
μεταστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταστατικός
μεταστατικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταστατικός
μεταστατικός	adj	που σχετίζεται με καρκινική μετάσταση
μεταστατικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταστατικός
μεταστεγάσεις	=	μεταστέγαση
μεταστεγάσεων	=	μεταστέγαση
μεταστοιχείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχείωση	noun	στην πυρηνική φυσική χαρακτηρίζεται η μετατροπή ενός χημικού στοιχείου σε κάποιο άλλο στοιχείο
μεταστοιχείωσης	=	μεταστοιχείωση
μεταστοιχειωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώνω	verb	μετατρέπω ένα στοιχείο σε κάτι άλλο μεταβάλλοντας ριζικά τη σύνθεσή του
μεταστοιχειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστοιχείωση
μεταστοιχειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώσεων	=	μεταστοιχείωση
μεταστοιχειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστοιχειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστοιχειώνω
μεταστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστρέφεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μεταστρέφομαι
μεταστρέφω	verb	αλλάζω τη γνώμη κάποιου
μεταστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφω
μεταστρατοπέδευα	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευαν	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευες	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευσα	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευσαν	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευσε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευσες	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπέδευσης	=	μεταστρατοπέδευση
μεταστρατοπεδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστρατοπεδευμένο
μεταστρατοπεδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστρατοπεδευμένη
μεταστρατοπεδευμένης	verb	γενική ενικού του μεταστρατοπεδευμένη
μεταστρατοπεδεύαμε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύαν	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύανε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύατε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύει	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύεις	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύετε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύοντας	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύουμε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύουν	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύουνε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύσαμε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύσαν	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύσανε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύσατε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύσει	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύσεις	=	μεταστρατοπέδευση
μεταστρατοπεδεύσεων	=	μεταστρατοπέδευση
μεταστρατοπεδεύστε	=	μεταστρατοπεδεύω
μεταστρατοπεδεύω	verb	μεταφέρω το στρατόπεδο σε άλλη θέση
μεταστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταστρέφομαι
μεταστρουκτουραλισμέ	=	μεταστρουκτουραλισμός
μεταστρουκτουραλισμοί	=	μεταστρουκτουραλισμός
μεταστρουκτουραλισμού	=	μεταστρουκτουραλισμός
μεταστρουκτουραλισμούς	=	μεταστρουκτουραλισμός
μεταστρουκτουραλισμό	=	μεταστρουκτουραλισμός
μεταστρουκτουραλισμός	noun|literary	θεωρητική προσέγγιση που αμφισβητεί τη σταθερότητα των υποκείμενων δομών και υποστηρίζει ότι οι έννοιες και οι ταυτότητες είναι ρευστές και διαμορφώνονται διαρκώς από το πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο
μεταστρουκτουραλισμών	=	μεταστρουκτουραλισμός
μεταστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταστροφή
μεταστροφή	noun	γενικά μεταστροφή χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε στροφή προς άλλη κατεύθυνση, μεταβολή
μεταστροφής	=	μεταστροφή
μεταστροφών	=	μεταστροφή
μετασυγχρονισμέ	=	μετασυγχρονισμός
μετασυγχρονισμοί	=	μετασυγχρονισμός
μετασυγχρονισμού	=	μετασυγχρονισμός
μετασυγχρονισμούς	=	μετασυγχρονισμός
μετασυγχρονισμό	=	μετασυγχρονισμός
μετασυγχρονισμός	noun	η προσθήκη της μουσικής και των διαλόγων μετά το γύρισμα μιας ταινίας
μετασυγχρονισμών	=	μετασυγχρονισμός
μετασυμπάντων	=	μετασύμπαν
μετασυναπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασυναπτικό
μετασυναπτικέ	adj	κλητική ενικού του μετασυναπτικός
μετασυναπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασυναπτική
μετασυναπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασυναπτικός
μετασυναπτικής	adj	γενική ενικού του μετασυναπτική
μετασυναπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασυναπτικός
μετασυναπτικού	adj	γενική ενικού του μετασυναπτικός
μετασυναπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετασυναπτικός
μετασυναπτικό	adj	αιτιατική ενικού του μετασυναπτικός
μετασυναπτικός	adj	που βρίσκεται μετά τη σύναψη ως προς την κατεύθυνση του νευρικού μηνύματος
μετασυναπτικών	adj	γενική πληθυντικού του μετασυναπτικός
μετασυνεδριακά	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακέ	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακές	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακή	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακής	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακοί	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακού	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακούς	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακό	=	μετασυνεδριακός
μετασυνεδριακός	adj	που γίνεται μετά από κάποιο συνέδριο
μετασυνεδριακών	=	μετασυνεδριακός
μετασχημάτιζα	=	μετασχηματίζω
μετασχημάτιζαν	=	μετασχηματίζω
μετασχημάτιζε	=	μετασχηματίζω
μετασχημάτιζες	=	μετασχηματίζω
μετασχημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίζαμε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζαν	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζανε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζατε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζει	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζεις	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζετε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζομαι	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζοντας	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζουμε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του μετασχηματίζω
μετασχηματίζουνε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίζω	verb	επιφέρω αλλαγές στο σχήμα ή τη δομή
μετασχηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίσαν	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίσανε	=	μετασχηματίζω
μετασχηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματισμέ	noun	κλητική ενικού του μετασχηματισμός
μετασχηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματισμένο
μετασχηματισμένε	verb	κλητική ενικού του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματισμένη
μετασχηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμένης	verb	γενική ενικού του μετασχηματισμένη
μετασχηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετασχηματίζω
μετασχηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετασχηματισμένος
μετασχηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματισμός
μετασχηματισμού	noun	γενική ενικού του μετασχηματισμός
μετασχηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετασχηματισμός
μετασχηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του μετασχηματισμός
μετασχηματισμός	noun	αλλαγή του σχήματος
μετασχηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του μετασχηματισμός
μετασχηματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματιστής
μετασχηματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μετασχηματιστής
μετασχηματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστής	noun	ηλεκτρική συσκευή αποτελούμενη από επαγωγικά συζευγμένους αγωγούς που μεταφέρει ενέργεια μεταξύ δύο κυκλωμάτων και χρησιμοποιείται κυρίως για την μεταβολή της τάσης εναλλασσόμενου ρεύματος.
μετασχηματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μετασχηματιστικός	adv	με μετασχηματιστικό τρόπο
μετασχηματιστικέ	adj	κλητική ενικού του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματιστική
μετασχηματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικής	adj	γενική ενικού του μετασχηματιστική
μετασχηματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικού	adj	γενική ενικού του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικός	adj	που έχει σχέση με μετασχηματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μετασχηματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μετασχηματιστικός
μετασχηματιστικώς	adv|archaic	με μετασχηματιστικό τρόπο
μετασχηματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετασχηματίζομαι
μετασχηματιστών	noun	γενική πληθυντικού του μετασχηματιστής
μετασχολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασχολικό
μετασχολικέ	adj	κλητική ενικού του μετασχολικός
μετασχολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετασχολική
μετασχολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετασχολικός
μετασχολικής	adj	γενική ενικού του μετασχολική
μετασχολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετασχολικός
μετασχολικού	adj	γενική ενικού του μετασχολικός
μετασχολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετασχολικός
μετασχολικό	adj	αιτιατική ενικού του μετασχολικός
μετασχολικός	adj	που έχει σχέση με την περίοδο μετά από τη φοίτηση σε σχολείο ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετασχολικών	adj	γενική πληθυντικού του μετασχολικός
μετασύμπαν	noun	σύμπαν που παράχθηκε από έκρηξη προγενέστερου σύμπαντος
μετασύμπαντα	=	μετασύμπαν
μετασύμπαντος	=	μετασύμπαν
μετατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάταξη
μετατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάταξη
μετατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάταξη
μετατάξιμα	=	μετατάξιμος
μετατάξιμε	=	μετατάξιμος
μετατάξιμες	=	μετατάξιμος
μετατάξιμη	=	μετατάξιμος
μετατάξιμης	=	μετατάξιμος
μετατάξιμο	=	μετατάξιμος
μετατάξιμοι	=	μετατάξιμος
μετατάξιμος	verb	που είναι δυνατόν να μεταταχθεί
μετατάξιμου	=	μετατάξιμος
μετατάξιμους	=	μετατάξιμος
μετατάξιμων	=	μετατάξιμος
μετατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσω
μετατάρσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατάρσιο
μετατάρσιο	noun	το τμήμα του ποδιού ανάμεσα στον ταρσό και τα δάχτυλα
μετατάρσιου	=	μετατάρσιο
μετατάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετατάσσω
μετατάσσω	verb	μεταβάλλω / αλλάζω την τάξη, τη σειρά, η επανατακτοποιώ, αλλάζω ταξινόμηση βάσει άλλου κριτηρίου
μετατάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μετατάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μετατάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μετατάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μετατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατίθεμαι	verb	με μεταθέτουν
μεταταγέν	=	μεταταγείς
μεταταγέντα	=	μεταταγείς
μεταταγέντας	=	μεταταγείς
μεταταγέντες	=	μεταταγείς
μεταταγέντος	=	μεταταγείς
μεταταγέντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταταγείς
μεταταγείς	adj|formal	που μετατάχθηκε
μεταταγείσα	=	μεταταγείς
μεταταγείσας	=	μεταταγείς
μεταταγείσες	=	μεταταγείς
μεταταγείσης	=	μεταταγείς
μεταταγεισών	=	μεταταγείς
μεταταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταταγμένο
μεταταγμένε	verb	κλητική ενικού του μεταταγμένος
μεταταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταταγμένη
μεταταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταταγμένος
μεταταγμένης	verb	γενική ενικού του μεταταγμένη
μεταταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταταγμένος
μεταταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταταγμένος
μεταταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετατάσσω
μεταταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταταγμένος
μεταταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταταγμένος
μεταταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταταγμένος
μετατακτέα	=	μετατακτέος
μετατακτέας	=	μετατακτέος
μετατακτέε	=	μετατακτέος
μετατακτέες	=	μετατακτέος
μετατακτέο	=	μετατακτέος
μετατακτέοι	=	μετατακτέος
μετατακτέος	verb	που πρέπει να μεταταχθεί
μετατακτέου	=	μετατακτέος
μετατακτέους	=	μετατακτέος
μετατακτέων	=	μετατακτέος
μετατακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατακτικό
μετατακτικέ	adj	κλητική ενικού του μετατακτικός
μετατακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατακτική
μετατακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατακτικός
μετατακτικής	adj	γενική ενικού του μετατακτική
μετατακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατακτικός
μετατακτικού	adj	γενική ενικού του μετατακτικός
μετατακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετατακτικός
μετατακτικό	adj	αιτιατική ενικού του μετατακτικός
μετατακτικών	adj	γενική πληθυντικού του μετατακτικός
μεταταρσίου	noun	γενική ενικού του μετατάρσιο
μεταταρσίων	noun	γενική πληθυντικού του μετατάρσιο
μεταταρσαλγία	noun	πόνος στο μετατάρσιο
μεταταρσαλγίας	noun	γενική ενικού του μεταταρσαλγία
μεταταρσαλγίες	=	μεταταρσαλγία
μεταταρσαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του μεταταρσαλγία
μεταταχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μεταταχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατάσσομαι
μετατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατεθειμένο
μετατεθειμένε	verb	κλητική ενικού του μετατεθειμένος
μετατεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατεθειμένη
μετατεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατεθειμένος
μετατεθειμένης	verb	γενική ενικού του μετατεθειμένη
μετατεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετατεθειμένος
μετατεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατεθειμένος
μετατεθειμένος	=	μεταθέτω
μετατεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετατεθειμένος
μετατεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετατεθειμένος
μετατεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετατεθειμένος
μετατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατίθεμαι
μετατεχνολογικά	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικέ	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικές	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογική	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικής	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικοί	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικού	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικούς	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικό	=	μετατεχνολογικός
μετατεχνολογικός	adj	σχετικός με την μετατεχνολογία
μετατεχνολογικών	=	μετατεχνολογικός
μετατιθέμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατιθέμενο
μετατιθέμενε	verb	κλητική ενικού του μετατιθέμενος
μετατιθέμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατιθέμενη
μετατιθέμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατιθέμενος
μετατιθέμενης	verb	γενική ενικού του μετατιθέμενη
μετατιθέμενο	verb	αιτιατική ενικού του μετατιθέμενος
μετατιθέμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατιθέμενος
μετατιθέμενος	verb|formal	που μετατίθεται
μετατιθέμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετατιθέμενος
μετατιθέμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετατιθέμενος
μετατιθέμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετατιθέμενος
μετατοπίζαμε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζαν	=	μετατοπίζω
μετατοπίζανε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζατε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζει	=	μετατοπίζω
μετατοπίζεις	=	μετατοπίζω
μετατοπίζεσαι	=	μετατοπίζομαι
μετατοπίζεστε	=	μετατοπίζομαι
μετατοπίζεται	=	μετατοπίζομαι
μετατοπίζετε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίζομε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζονται	=	μετατοπίζομαι
μετατοπίζονταν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπίζοντας	=	μετατοπίζω
μετατοπίζου	=	μετατοπίζομαι
μετατοπίζουμε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζουν	=	μετατοπίζω
μετατοπίζουνε	=	μετατοπίζω
μετατοπίζω	verb	τοποθετώ σε άλλο σημείο, αλλάζω τη θέση
μετατοπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίσαν	=	μετατοπίζω
μετατοπίσανε	=	μετατοπίζω
μετατοπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατόπιση
μετατοπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετατόπιση
μετατοπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετατόπιση
μετατοπίσιμα	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμε	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμες	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμη	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμης	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμο	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμοι	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μετατοπιστεί
μετατοπίσιμου	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμους	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσιμων	=	μετατοπίσιμος
μετατοπίσματα	=	μετατόπισμα
μετατοπίσματος	=	μετατόπισμα
μετατοπίσομε	=	μετατοπίζω
μετατοπίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίσουνε	=	μετατοπίζω
μετατοπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατοπιζόμασταν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόμαστε	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόμενος	=	μετατοπίζω
μετατοπιζόμουν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόμουνα	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόντουσαν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόσασταν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόσαστε	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόσουν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόσουνα	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζόταν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιζότανε	=	μετατοπίζομαι
μετατοπισμάτων	=	μετατόπισμα
μετατοπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατοπισμένο
μετατοπισμένε	verb	κλητική ενικού του μετατοπισμένος
μετατοπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατοπισμένη
μετατοπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατοπισμένος
μετατοπισμένης	verb	γενική ενικού του μετατοπισμένη
μετατοπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετατοπισμένος
μετατοπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατοπισμένος
μετατοπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μετατοπίζω
μετατοπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετατοπισμένος
μετατοπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετατοπισμένος
μετατοπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετατοπισμένος
μετατοπισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετατοπίζω
μετατοπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστήκαν	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιστήκανε	=	μετατοπίζομαι
μετατοπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστικά	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικέ	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικές	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστική	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικής	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικοί	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικού	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικούς	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικό	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστικός	adj	που έχει σχέση με τη μετατόπιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετατοπιστικών	=	μετατοπιστικός
μετατοπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατοπιστούνε	=	μετατοπίζω
μετατοπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζομαι
μετατράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατρέπαμε	=	μετατρέπω
μετατρέπαν	=	μετατρέπω
μετατρέπανε	=	μετατρέπω
μετατρέπατε	=	μετατρέπω
μετατρέπει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μετατρέπω
μετατρέπεις	=	μετατρέπω
μετατρέπεσαι	=	μετατρέπω
μετατρέπεστε	=	μετατρέπω
μετατρέπεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μετατρέπομαι
μετατρέπετε	=	μετατρέπω
μετατρέπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετατρέπω
μετατρέπομε	=	μετατρέπω
μετατρέπονται	=	μετατρέπω
μετατρέπονταν	=	μετατρέπω
μετατρέποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετατρέπω
μετατρέπουμε	=	μετατρέπω
μετατρέπουν	=	μετατρέπω
μετατρέπουνε	=	μετατρέπω
μετατρέπω	verb	αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο, το μεταβάλλω
μετατρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψαν	=	μετατρέπω
μετατρέψανε	=	μετατρέπω
μετατρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψιμα	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμε	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμες	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμη	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμης	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμο	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμοι	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμος	adj	που είναι δυνατόν να μετατραπεί
μετατρέψιμου	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμους	=	μετατρέψιμος
μετατρέψιμων	=	μετατρέψιμος
μετατρέψομε	=	μετατρέπω
μετατρέψου	=	μετατρέπω
μετατρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψουνε	=	μετατρέπω
μετατρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπω
μετατραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπήκαν	=	μετατρέπω
μετατραπήκανε	=	μετατρέπω
μετατραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραπούνε	=	μετατρέπω
μετατραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετατρέπομαι
μετατραυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατραυματικό
μετατραυματικέ	adj	κλητική ενικού του μετατραυματικός
μετατραυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατραυματική
μετατραυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατραυματικός
μετατραυματικής	adj	γενική ενικού του μετατραυματική
μετατραυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατραυματικός
μετατραυματικού	adj	γενική ενικού του μετατραυματικός
μετατραυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετατραυματικός
μετατραυματικό	adj	αιτιατική ενικού του μετατραυματικός
μετατραυματικός	adj	που συμβαίνει μετά από κάποιον τραυματισμό ή έρχεται ως αποτέλεσμα αυτού
μετατραυματικών	adj	γενική πληθυντικού του μετατραυματικός
μετατρεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατρεμμένο
μετατρεμμένε	verb	κλητική ενικού του μετατρεμμένος
μετατρεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατρεμμένη
μετατρεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατρεμμένος
μετατρεμμένης	verb	γενική ενικού του μετατρεμμένη
μετατρεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετατρεμμένος
μετατρεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατρεμμένος
μετατρεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετατρεμμένος
μετατρεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετατρεμμένος
μετατρεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετατρεμμένος
μετατρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατρεπτικό
μετατρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του μετατρεπτικός
μετατρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατρεπτική
μετατρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατρεπτικός
μετατρεπτικής	adj	γενική ενικού του μετατρεπτική
μετατρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατρεπτικός
μετατρεπτικού	adj	γενική ενικού του μετατρεπτικός
μετατρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετατρεπτικός
μετατρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του μετατρεπτικός
μετατρεπτικός	adj	που προκαλεί ή επιτρέπει την μετατροπή
μετατρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του μετατρεπτικός
μετατρεπόμασταν	=	μετατρέπω
μετατρεπόμαστε	=	μετατρέπω
μετατρεπόμουν	=	μετατρέπω
μετατρεπόμουνα	=	μετατρέπω
μετατρεπόντουσαν	=	μετατρέπω
μετατρεπόσασταν	=	μετατρέπω
μετατρεπόσαστε	=	μετατρέπω
μετατρεπόσουν	=	μετατρέπω
μετατρεπόσουνα	=	μετατρέπω
μετατρεπόταν	=	μετατρέπω
μετατρεπότανε	=	μετατρέπω
μετατρεψιμοτήτων	=	μετατρεψιμότητα
μετατρεψιμότητα	noun	το να είναι κάτι μετατρέψιμο, η ιδιότητα του μετατρέψιμου
μετατρεψιμότητας	noun	γενική ενικού του μετατρεψιμότητα
μετατρεψιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατρεψιμότητα
μετατροπέα	=	μετατροπέας
μετατροπέας	noun	συνώνυμο του αντάπτορας
μετατροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατροπή
μετατροπέων	=	μετατροπέας
μετατροπή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετατρέπω
μετατροπής	=	μετατροπή
μετατροπία	noun	η τονική απόκλιση, η μετάβαση από τη μία τονικότητα στη άλλη
μετατροπίας	=	μετατροπία
μετατροπίες	=	μετατροπία
μετατροπείς	=	μετατροπέας
μετατροπιών	=	μετατροπία
μετατροπών	=	μετατροπή
μετατροφία	noun	η αλλαγή των διατροφικών συνηθειών για θεραπευτικούς λόγους
μετατροφίας	=	μετατροφία
μετατροφίες	=	μετατροφία
μετατροφιών	=	μετατροφία
μετατροχίου	=	μετατρόχιο
μετατροχίων	=	μετατρόχιο
μετατρυγικά	=	μετατρυγικό
μετατρυγικού	=	μετατρυγικό
μετατρυγικό	adj	που προκύπτει από την επεξεργασία του τρυγικού (οξέως)
μετατρυγικών	=	μετατρυγικό
μετατρόχια	=	μετατρόχιο
μετατρόχιο	noun	η εγκάρσια απόσταση ανάμεσα στα κέντρα των δύο τροχών του ίδιου άξονα ενός οχήματος —εμπρόσθιου ή οπίσθιου— που αποτελεί βασική παράμετρο της ευστάθειας και της οδικής του συμπεριφοράς
μετατρόχιου	=	μετατρόχιο
μετατρόχιων	=	μετατρόχιο
μετατυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατυπωμένο
μετατυπωμένε	verb	κλητική ενικού του μετατυπωμένος
μετατυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετατυπωμένη
μετατυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετατυπωμένος
μετατυπωμένης	verb	γενική ενικού του μετατυπωμένη
μετατυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετατυπωμένος
μετατυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετατυπωμένος
μετατυπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μετατυπώνω
μετατυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετατυπωμένος
μετατυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετατυπωμένος
μετατυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετατυπωμένος
μετατυπώναμε	=	μετατυπώνω
μετατυπώναν	=	μετατυπώνω
μετατυπώνανε	=	μετατυπώνω
μετατυπώνατε	=	μετατυπώνω
μετατυπώνει	=	μετατυπώνω
μετατυπώνεις	=	μετατυπώνω
μετατυπώνετε	=	μετατυπώνω
μετατυπώνοντας	=	μετατυπώνω
μετατυπώνουμε	=	μετατυπώνω
μετατυπώνουν	=	μετατυπώνω
μετατυπώνουνε	=	μετατυπώνω
μετατυπώνω	verb	τυπώνω ξανά, εκ νέου
μετατυπώσαμε	=	μετατυπώνω
μετατυπώσαν	=	μετατυπώνω
μετατυπώσανε	=	μετατυπώνω
μετατυπώσατε	=	μετατυπώνω
μετατυπώσει	=	μετατυπώνω
μετατυπώσεις	=	μετατύπωση
μετατυπώσεων	=	μετατύπωση
μετατυπώστε	=	μετατυπώνω
μετατόπιζα	=	μετατοπίζω
μετατόπιζαν	=	μετατοπίζω
μετατόπιζε	=	μετατοπίζω
μετατόπιζες	=	μετατοπίζω
μετατόπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατόπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατόπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατόπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετατοπίζω
μετατόπιση	noun	μεταβολή της θέσης ενός κινούμενου σώματος
μετατόπισης	noun	γενική ενικού του μετατόπιση
μετατόπισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετατοπίζω
μετατύπωνα	=	μετατυπώνω
μετατύπωναν	=	μετατυπώνω
μετατύπωνε	=	μετατυπώνω
μετατύπωνες	=	μετατυπώνω
μετατύπωσα	=	μετατυπώνω
μετατύπωσαν	=	μετατυπώνω
μετατύπωσε	=	μετατυπώνω
μετατύπωσες	=	μετατυπώνω
μετατύπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετατυπώνω
μετατύπωσης	=	μετατύπωση
μεταφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάφαση
μεταφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάφαση
μεταφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάφαση
μεταφέραμε	=	μεταφέρω
μεταφέραν	=	μεταφέρω
μεταφέρανε	=	μεταφέρω
μεταφέρατε	=	μεταφέρω
μεταφέρει	=	μεταφέρω
μεταφέρεις	=	μεταφέρω
μεταφέρεσαι	=	μεταφέρω
μεταφέρεστε	=	μεταφέρω
μεταφέρεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μεταφέρομαι
μεταφέρετε	=	μεταφέρω
μεταφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφέρνω	verb	μεταφέρω
μεταφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταφέρω
μεταφέρομε	=	μεταφέρω
μεταφέρονται	=	μεταφέρω
μεταφέρονταν	=	μεταφέρω
μεταφέροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μεταφέρω
μεταφέρουμε	=	μεταφέρω
μεταφέρουν	=	μεταφέρω
μεταφέρουνε	=	μεταφέρω
μεταφέρσου	=	μεταφέρω
μεταφέρτε	=	μεταφέρω
μεταφέρω	verb	μετακινώ κάτι ή κάποιον από έναν τόπο σε άλλο ή από ένα σημείο σε άλλο, κυριολεκτικά ή νοερά
μεταφασισμέ	=	μεταφασισμός
μεταφασισμοί	=	μεταφασισμός
μεταφασισμού	=	μεταφασισμός
μεταφασισμούς	=	μεταφασισμός
μεταφασισμό	=	μεταφασισμός
μεταφασισμός	noun	νεοφασισμός που δεν επικαλείται άμεσα ηγέτη ή ιδεολογία, κρυφοφασισμός
μεταφασισμών	=	μεταφασισμός
μεταφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθήκαν	=	μεταφέρω
μεταφερθήκανε	=	μεταφέρω
μεταφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερθούνε	=	μεταφέρω
μεταφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφέρομαι
μεταφερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφερμένο
μεταφερμένε	verb	κλητική ενικού του μεταφερμένος
μεταφερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφερμένη
μεταφερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφερμένος
μεταφερμένης	verb	γενική ενικού του μεταφερμένη
μεταφερμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταφερμένος
μεταφερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφερμένος
μεταφερμένος	=	μεταφέρω
μεταφερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταφερμένος
μεταφερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταφερμένος
μεταφερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταφερμένος
μεταφερτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφερτό	adv|rare	με μεταφερτό τρόπο
μεταφερτέ	adj	κλητική ενικού του μεταφερτός
μεταφερτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφερτή
μεταφερτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφερτός
μεταφερτής	adj	γενική ενικού του μεταφερτή
μεταφερτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφερτός
μεταφερτού	adj	γενική ενικού του μεταφερτός
μεταφερτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταφερτός
μεταφερτό	adj	αιτιατική ενικού του μεταφερτός
μεταφερτός	adj	που είναι δυνατόν να μεταφερθεί
μεταφερτών	adj	γενική πληθυντικού του μεταφερτός
μεταφερόμασταν	=	μεταφέρω
μεταφερόμαστε	=	μεταφέρω
μεταφερόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφερόμενο
μεταφερόμενε	verb	κλητική ενικού του μεταφερόμενος
μεταφερόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφερόμενη
μεταφερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφερόμενος
μεταφερόμενης	verb	γενική ενικού του μεταφερόμενη
μεταφερόμενο	verb	αιτιατική ενικού του μεταφερόμενος
μεταφερόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφερόμενος
μεταφερόμενος	verb	που μεταφέρεται
μεταφερόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταφερόμενος
μεταφερόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταφερόμενος
μεταφερόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταφερόμενος
μεταφερόμουν	=	μεταφέρω
μεταφερόμουνα	=	μεταφέρω
μεταφερόντουσαν	=	μεταφέρω
μεταφερόσασταν	=	μεταφέρω
μεταφερόσαστε	=	μεταφέρω
μεταφερόσουν	=	μεταφέρω
μεταφερόσουνα	=	μεταφέρω
μεταφερόταν	=	μεταφέρω
μεταφερότανε	=	μεταφέρω
μεταφιλοσοφία	noun	η μελέτη της φύσης της φιλοσοφίας
μεταφιλοσοφίας	=	μεταφιλοσοφία
μεταφιλοσοφίες	=	μεταφιλοσοφία
μεταφιλοσοφιών	=	μεταφιλοσοφία
μεταφορά	noun	η μετακίνηση ενός πράγματος ή ανθρώπου (πχ εμπορευμάτων - επιβατών) από ένα μέρος σε ένα άλλο, συνήθως με κάποιο μεταφορικό μέσο
μεταφοράς	noun	γενική ενικού του μεταφορά
μεταφορέα	=	μεταφορέας
μεταφορέας	noun	άνθρωπος, οργανισμός, υλικό ή πρόγραμμα που μεταφέρει οτιδήποτε
μεταφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφορά
μεταφορέων	=	μεταφορέας
μεταφορέως	=	μεταφορέας
μεταφορείς	=	μεταφορέας
μεταφορικά	noun	τα έξοδα, το κόστος μεταφοράς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφορικό
μεταφορικέ	adj	κλητική ενικού του μεταφορικός
μεταφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφορική
μεταφορική	noun	εταιρεία που εκτελεί μεταφορές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφορικός
μεταφορικής	adj	γενική ενικού του μεταφορική
μεταφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφορικός
μεταφορικού	adj	γενική ενικού του μεταφορικός
μεταφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταφορικός
μεταφορικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταφορικός
μεταφορικός	adj	που έχει σχέση με μεταφορά (πραγμάτων ή ανθρώπων από ένα μέρος σε άλλο) ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταφορικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταφορικός
μεταφορτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταφορτώνομαι
μεταφορτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνομαι
μεταφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφορτωμένο
μεταφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του μεταφορτωμένος
μεταφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφορτωμένη
μεταφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφορτωμένος
μεταφορτωμένης	verb	γενική ενικού του μεταφορτωμένη
μεταφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταφορτωμένος
μεταφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφορτωμένος
μεταφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταφορτωμένος
μεταφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταφορτωμένος
μεταφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταφορτωμένος
μεταφορτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνομαι
μεταφορτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνομαι
μεταφορτώναμε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώναν	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνανε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνατε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνει	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνεις	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνετε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώνοντας	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνουμε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνουν	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνουνε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώνω	verb	ξεφορτώνω κάποια πράγματα, αντικείμενα ή εμπορεύματα από κάποιο μέρος και τα φορτώνω εκ νέου σε άλλο μέρος
μεταφορτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώσαν	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώσανε	=	μεταφορτώνω
μεταφορτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφόρτωση
μεταφορτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μεταφόρτωση
μεταφορτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μεταφόρτωση
μεταφορτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφορών	=	μεταφορά
μεταφράγματα	=	μετάφραγμα
μεταφράγματος	=	μετάφραγμα
μεταφράζαμε	=	μεταφράζω
μεταφράζαν	=	μεταφράζω
μεταφράζανε	=	μεταφράζω
μεταφράζατε	=	μεταφράζω
μεταφράζει	=	μεταφράζω
μεταφράζεις	=	μεταφράζω
μεταφράζεσαι	=	μεταφράζω
μεταφράζεστε	=	μεταφράζω
μεταφράζεται	=	μεταφράζω
μεταφράζετε	=	μεταφράζω
μεταφράζομαι	=	μεταφράζω
μεταφράζομε	=	μεταφράζω
μεταφράζονται	=	μεταφράζω
μεταφράζονταν	=	μεταφράζω
μεταφράζοντας	=	μεταφράζω
μεταφράζουμε	=	μεταφράζω
μεταφράζουν	=	μεταφράζω
μεταφράζουνε	=	μεταφράζω
μεταφράζω	verb	μεταφέρω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα ή σε μορφή διαφορετική από την αρχική
μεταφράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράσαν	=	μεταφράσας
μεταφράσανε	=	μεταφράζω
μεταφράσαντα	=	μεταφράσας
μεταφράσαντας	=	μεταφράσας
μεταφράσαντες	=	μεταφράσας
μεταφράσαντος	=	μεταφράσας
μεταφράσας	verb	εκείνος που μετέφρασε ένα έγγραφο, ο μεταφράστης
μεταφράσασα	=	μεταφράσας
μεταφράσασας	=	μεταφράσας
μεταφράσασες	=	μεταφράσας
μεταφράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάφραση
μεταφράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετάφραση
μεταφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετάφραση
μεταφράσθηκα	=	μεταφράζω
μεταφράσθηκαν	=	μεταφράζω
μεταφράσθηκε	=	μεταφράζω
μεταφράσθηκες	=	μεταφράζω
μεταφράσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφράσιμο
μεταφράσιμε	adj	κλητική ενικού του μεταφράσιμος
μεταφράσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφράσιμη
μεταφράσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφράσιμος
μεταφράσιμης	adj	γενική ενικού του μεταφράσιμη
μεταφράσιμο	adj	αιτιατική ενικού του μεταφράσιμος
μεταφράσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφράσιμος
μεταφράσιμος	adj	που μπορεί να μεταφραστεί
μεταφράσιμου	adj	γενική ενικού του μεταφράσιμος
μεταφράσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταφράσιμος
μεταφράσιμων	adj	γενική πληθυντικού του μεταφράσιμος
μεταφράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετάφρασμα
μεταφράσματος	noun	γενική ενικού του μετάφρασμα
μεταφράσομε	=	μεταφράζω
μεταφράσου	=	μεταφράζω
μεταφράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράσουνε	=	μεταφράζω
μεταφράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφράστηκα	=	μεταφράζω
μεταφράστηκαν	=	μεταφράζω
μεταφράστηκε	=	μεταφράζω
μεταφράστηκες	=	μεταφράζω
μεταφράστρια	noun	αυτή που έχει ως επάγγελμα τη μετάφραση κειμένων από και προς μια ξένη γλώσσα
μεταφράστριας	noun	γενική ενικού του μεταφράστρια
μεταφράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφράστρια
μεταφράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζω
μεταφραγμάτων	=	μετάφραγμα
μεταφραζόμασταν	=	μεταφράζω
μεταφραζόμαστε	=	μεταφράζω
μεταφραζόμενος	=	μεταφράζω
μεταφραζόμουν	=	μεταφράζω
μεταφραζόμουνα	=	μεταφράζω
μεταφραζόντουσαν	=	μεταφράζω
μεταφραζόσασταν	=	μεταφράζω
μεταφραζόσαστε	=	μεταφράζω
μεταφραζόσουν	=	μεταφράζω
μεταφραζόσουνα	=	μεταφράζω
μεταφραζόταν	=	μεταφράζω
μεταφραζότανε	=	μεταφράζω
μεταφρασάντων	=	μεταφράσας
μεταφρασάσης	=	μεταφράσας
μεταφρασασών	=	μεταφράσας
μεταφρασεολογικά	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικέ	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικές	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογική	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικής	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικοί	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικού	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικούς	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικό	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασεολογικός	adj	σχετικός με την μεταφρασεολογία
μεταφρασεολογικών	=	μεταφρασεολογικός
μεταφρασθήκαμε	=	μεταφράζω
μεταφρασθήκαν	=	μεταφράζω
μεταφρασθήκανε	=	μεταφράζω
μεταφρασθήκατε	=	μεταφράζω
μεταφρασθεί	=	μεταφράζω
μεταφρασθείς	=	μεταφράζω
μεταφρασθείτε	=	μεταφράζω
μεταφρασθούμε	=	μεταφράζω
μεταφρασθούν	=	μεταφράζω
μεταφρασθούνε	=	μεταφράζω
μεταφρασθώ	=	μεταφράζω
μεταφρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μετάφρασμα
μεταφρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφρασμένο
μεταφρασμένε	verb	κλητική ενικού του μεταφρασμένος
μεταφρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφρασμένη
μεταφρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφρασμένος
μεταφρασμένης	verb	γενική ενικού του μεταφρασμένη
μεταφρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταφρασμένος
μεταφρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφρασμένος
μεταφρασμένος	=	μεταφράζω
μεταφρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταφρασμένος
μεταφρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταφρασμένος
μεταφρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταφρασμένος
μεταφραστέα	=	μεταφραστέος
μεταφραστέας	=	μεταφραστέος
μεταφραστέε	=	μεταφραστέος
μεταφραστέες	=	μεταφραστέος
μεταφραστέο	=	μεταφραστέος
μεταφραστέοι	=	μεταφραστέος
μεταφραστέος	adj	που πρέπει ή πρόκειται να μεταφραστεί
μεταφραστέου	=	μεταφραστέος
μεταφραστέους	=	μεταφραστέος
μεταφραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφραστής
μεταφραστέων	=	μεταφραστέος
μεταφραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μεταφραστής
μεταφραστήκαμε	=	μεταφράζω
μεταφραστήκαν	=	μεταφράζω
μεταφραστήκανε	=	μεταφράζω
μεταφραστήκατε	=	μεταφράζω
μεταφραστής	noun	αυτός που αποδίδει το περιεχόμενο προφορικού ή γραπτού λόγου σε άλλη γλώσσα από αυτή του προτύπου
μεταφραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταφράζομαι
μεταφραστείς	=	μεταφράζω
μεταφραστείτε	=	μεταφράζω
μεταφραστικά	noun	η αμοιβή των μεταφραστών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μεταφραστικό) του μεταφραστικός
μεταφραστικέ	adj	κλητική ενικού του μεταφραστικός
μεταφραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφραστική
μεταφραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφραστικός
μεταφραστικής	adj	γενική ενικού του μεταφραστική
μεταφραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφραστικός
μεταφραστικού	adj	γενική ενικού του μεταφραστικός
μεταφραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταφραστικός
μεταφραστικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταφραστικός
μεταφραστικός	adj	που αφορά τους μεταφραστές και τις μεταφράσεις
μεταφραστικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταφραστικός
μεταφραστικῶς	adv	μεταφραστικά
μεταφραστούμε	=	μεταφράζω
μεταφραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφράζομαι
μεταφραστούνε	=	μεταφράζω
μεταφραστριών	noun	γενική πληθυντικού του μεταφράστρια
μεταφραστώ	=	μεταφράζω
μεταφραστών	noun	γενική πληθυντικού του μεταφραστής
μεταφραφώ	=	μεταγράφομαι
μεταφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυσικό
μεταφυσικέ	adj	κλητική ενικού του μεταφυσικός
μεταφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυσική
μεταφυσική	noun	φιλοσοφικός κλάδος με αντικείμενο μελέτης τις γενικές αρχές και τους όρους της ύπαρξης του όντος και του υπεραισθητού κόσμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφυσικός
μεταφυσικής	adj	γενική ενικού του μεταφυσική
μεταφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφυσικός
μεταφυσικοτήτων	=	μεταφυσικότητα
μεταφυσικού	adj	γενική ενικού του μεταφυσικός
μεταφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταφυσικός
μεταφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταφυσικός
μεταφυσικός	adj	που ασχολείται με τη μεταφυσική
μεταφυσικότητα	noun	βαθμός πίστης ή επίκλησης στο μεταφυσικό/στη μεταφυσική
μεταφυσικότητας	=	μεταφυσικότητα
μεταφυσικότητες	=	μεταφυσικότητα
μεταφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταφυσικός
μεταφυτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτέψανε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψομε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτέψου	=	μεταφυτεύω
μεταφυτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψουνε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφυτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτεμένο
μεταφυτεμένε	verb	κλητική ενικού του μεταφυτεμένος
μεταφυτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτεμένη
μεταφυτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφυτεμένος
μεταφυτεμένης	verb	γενική ενικού του μεταφυτεμένη
μεταφυτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταφυτεμένος
μεταφυτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτεμένος
μεταφυτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταφυτεμένος
μεταφυτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταφυτεμένος
μεταφυτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταφυτεμένος
μεταφυτευθήκαμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθήκαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθήκανε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθήκατε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθεί	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθείς	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθείτε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθούμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθούν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθούνε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευθώ	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευμάτων	=	μεταφύτευμα
μεταφυτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτευμένο
μεταφυτευμένε	verb	κλητική ενικού του μεταφυτευμένος
μεταφυτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτευμένη
μεταφυτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφυτευμένος
μεταφυτευμένης	verb	γενική ενικού του μεταφυτευμένη
μεταφυτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταφυτευμένος
μεταφυτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτευμένος
μεταφυτευμένος	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταφυτευμένος
μεταφυτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταφυτευμένος
μεταφυτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταφυτευμένος
μεταφυτευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεταφυτευτός	adv	με μεταφυτευτό τρόπο
μεταφυτευτέ	adj	κλητική ενικού του μεταφυτευτός
μεταφυτευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτευτή
μεταφυτευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφυτευτός
μεταφυτευτήκαμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτήκαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτήκανε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτήκατε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μεταφυτευτός	noun|rare	αυτός που μεταφυτεύει
μεταφυτευτεί	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτείς	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτείτε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτικά	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικέ	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικές	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτική	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικής	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικοί	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικού	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικούς	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικό	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταφύτευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταφυτευτικών	=	μεταφυτευτικός
μεταφυτευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταφυτευτός
μεταφυτευτού	adj	γενική ενικού του μεταφυτευτός
μεταφυτευτούμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτούν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτούνε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταφυτευτός
μεταφυτευτό	adj	αιτιατική ενικού του μεταφυτευτός
μεταφυτευτός	adj	που είναι δυνατόν να μεταφυτευτεί
μεταφυτευτώ	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευτών	adj	γενική πληθυντικού του μεταφυτευτός
μεταφυτευόμασταν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόμαστε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόμουν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόμουνα	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόντουσαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόσασταν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόσαστε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόσουν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόσουνα	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευόταν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτευότανε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύαμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύανε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύατε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύει	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύεις	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύεσαι	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύεστε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύεται	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύετε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύθηκα	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύθηκαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύθηκε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύθηκες	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύματα	=	μεταφύτευμα
μεταφυτεύματος	=	μεταφύτευμα
μεταφυτεύομαι	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύομε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύονται	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύονταν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύοντας	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύουμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύουν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύουνε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσαμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσατε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσει	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσεις	=	μεταφύτευση
μεταφυτεύσετε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσεων	=	μεταφύτευση
μεταφυτεύσεως	=	μεταφύτευση
μεταφυτεύσιμα	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμε	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμες	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμη	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμης	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμο	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμοι	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμος	adj	που είναι δυνατόν να μεταφυτευτεί
μεταφυτεύσιμου	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμους	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσιμων	=	μεταφυτεύσιμος
μεταφυτεύσομε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσου	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσουμε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσουν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσουνε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύστε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύσω	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύτηκα	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύτηκαν	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύτηκε	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύτηκες	=	μεταφυτεύω
μεταφυτεύτρα	noun|rare	θηλυκό του μεταφυτευτής
μεταφυτεύτρια	noun|rare	θηλυκό του μεταφυτευτής
μεταφυτεύω	verb	βγάζω ένα φυτό, μαζί με το ρίζωμά του, από τη θέση που βρίσκεται και το τοποθετώ, το φυτεύω, σε άλλη θέση ή γλάστρα
μεταφόρτωνα	=	μεταφορτώνω
μεταφόρτωναν	=	μεταφορτώνω
μεταφόρτωνε	=	μεταφορτώνω
μεταφόρτωνες	=	μεταφορτώνω
μεταφόρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφόρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφόρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφόρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφορτώνω
μεταφόρτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταφορτώνω
μεταφόρτωσης	noun	γενική ενικού του μεταφόρτωση
μεταφύσεις	=	μετάφυση
μεταφύσεων	=	μετάφυση
μεταφύτευα	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευαν	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευε	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευες	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευμα	noun	άλλη μορφή του μεταφύτευση
μεταφύτευσα	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευσαν	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευσε	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευσες	=	μεταφυτεύω
μεταφύτευση	noun	η ενέργεια με την οποία βγάζουμε ένα φυτό από τη θέση του μαζί με τις ρίζες του και το φυτεύουμε ξανά σε άλλο σημείο
μεταφύτευσης	=	μεταφύτευση
μεταφύτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφύτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφύτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταφύτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταφυτεύω
μεταχαρακτήρα	=	μεταχαρακτήρας
μεταχαρακτήρας	noun	κανονικός χαρακτήρας αλφαβήτου ή σύμβολο, ο οποίος λόγω της θέσης του στον εκάστοτε κώδικα αποκτά ειδική σημασία και χρησιμοποιείται στην αντιπαραβολή προτύπων (pattern matching)
μεταχαρακτήρες	=	μεταχαρακτήρας
μεταχαρακτήρων	=	μεταχαρακτήρας
μεταχείριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταχειρίζομαι
μεταχείρισης	=	μεταχείριση
μεταχειρίζεσαι	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρίζεστε	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρίζεται	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρίζομαι	verb	χρησιμοποιώ
μεταχειρίζονται	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρίζονταν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρίζου	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρίσεις	=	μεταχείριση
μεταχειρίσεων	=	μεταχείριση
μεταχειρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόμασταν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόμαστε	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόμουν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόμουνα	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόντουσαν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόσασταν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόσαστε	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόσουν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόσουνα	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζόταν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριζότανε	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταχειρισμένο
μεταχειρισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταχειρισμένος
μεταχειρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταχειρισμένη
μεταχειρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταχειρισμένος
μεταχειρισμένης	verb	γενική ενικού του μεταχειρισμένη
μεταχειρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταχειρισμένος
μεταχειρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταχειρισμένος
μεταχειρισμένος	verb	που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί, που δεν είναι καινούργιος
μεταχειρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταχειρισμένος
μεταχειρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταχειρισμένος
μεταχειρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταχειρισμένος
μεταχειριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστήκαν	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριστήκανε	=	μεταχειρίζομαι
μεταχειριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχειριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μεταχειρίζομαι
μεταχρονισμέ	=	μεταχρονισμός
μεταχρονισμοί	=	μεταχρονισμός
μεταχρονισμού	=	μεταχρονισμός
μεταχρονισμούς	=	μεταχρονισμός
μεταχρονισμό	=	μεταχρονισμός
μεταχρονισμός	noun	η παρουσίαση κάποιων στοιχείων, πραγμάτων, φαινομένων κ.λπ. σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, με διαφορά χρονικής φάσης
μεταχρονισμών	=	μεταχρονισμός
μεταχρονολογήθηκα	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήθηκαν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήθηκε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήθηκες	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήσαμε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήσαν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήσανε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήσατε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήσει	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταχρονολόγηση
μεταχρονολογήσεων	=	μεταχρονολόγηση
μεταχρονολογήσου	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογήστε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογεί	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογείς	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογείσαι	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογείστε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογείται	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογείτε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογηθήκαμε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογηθήκαν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογηθήκανε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογηθήκατε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογηθεί	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογηθείτε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογημένα	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένε	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένες	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένη	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένης	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένο	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένοι	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένος	verb	που αναγράφει χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική (τη χρονολογία της συγγραφής του)
μεταχρονολογημένου	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένους	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογημένων	=	μεταχρονολογημένος
μεταχρονολογούμαι	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούμασταν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούμαστε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούμε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούμουν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούνε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούνται	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούνταν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσα	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσαμε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσαν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσανε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσασταν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσαστε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσατε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσες	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογούσουν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολογώ	verb	αναγράφω χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική
μεταχρονολογώντας	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγει	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγησα	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγησαν	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγησε	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγησες	=	μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγηση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταχρονολογώ
μεταχρονολόγησης	=	μεταχρονολόγηση
μεταχρωμάτιζα	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτιζαν	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτιζε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτιζες	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτισα	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτισαν	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτισε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτισες	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταχρωματίζω
μεταχρωμάτισης	=	μεταχρωμάτιση
μεταχρωματίζαμε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζαν	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζανε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζατε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζει	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζεις	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζετε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζομαι	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζοντας	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζουμε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζουν	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζουνε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίζω	verb	αλλάζω το χρώμα
μεταχρωματίσαμε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίσαν	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίσανε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίσατε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίσει	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματίσεις	=	μεταχρωμάτιση
μεταχρωματίσεων	=	μεταχρωμάτιση
μεταχρωματίστε	=	μεταχρωματίζω
μεταχρωματισμέ	=	μεταχρωματισμός
μεταχρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταχρωματισμένο
μεταχρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταχρωματισμένη
μεταχρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμένης	verb	γενική ενικού του μεταχρωματισμένη
μεταχρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μεταχρωματισμένος
μεταχρωματισμοί	=	μεταχρωματισμός
μεταχρωματισμού	=	μεταχρωματισμός
μεταχρωματισμούς	=	μεταχρωματισμός
μεταχρωματισμό	=	μεταχρωματισμός
μεταχρωματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταχρωματίζω
μεταχρωματισμών	=	μεταχρωματισμός
μεταψυχιατρικές	=	μεταψυχιατρική
μεταψυχιατρική	noun	ψυχιατρική προσέγγιση, που εισηγήθηκε ο ψυχίατρος Thomas Hora (1914–1995) στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, που εκτός των επιστημονικών χρησιμοποιεί μεταφυσικούς και θρησκευτικούς τρόπους προσέγγισης και ερμηνείας
μεταψυχιατρικής	=	μεταψυχιατρική
μεταψυχιατρικών	=	μεταψυχιατρική
μεταψυχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταψυχικό
μεταψυχικέ	adj	κλητική ενικού του μεταψυχικός
μεταψυχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταψυχική
μεταψυχική	noun	η παραψυχολογία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταψυχικός
μεταψυχικής	adj	γενική ενικού του μεταψυχική
μεταψυχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταψυχικός
μεταψυχικού	adj	γενική ενικού του μεταψυχικός
μεταψυχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταψυχικός
μεταψυχικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταψυχικός
μεταψυχικός	adj	που έχει σχέση με τη μεταψυχική ή αναφέρεται σ’ αυτή
μεταψυχικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταψυχικός
μεταψυχολογικά	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικέ	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικές	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογική	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικής	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικοί	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικού	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικούς	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικό	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχολογικός	adj	σχετικός με την μεταψυχολογία
μεταψυχολογικών	=	μεταψυχολογικός
μεταψυχροπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταψυχροπολεμικό
μεταψυχροπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του μεταψυχροπολεμικός
μεταψυχροπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεταψυχροπολεμική
μεταψυχροπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεταψυχροπολεμικός
μεταψυχροπολεμικής	adj	γενική ενικού του μεταψυχροπολεμική
μεταψυχροπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεταψυχροπολεμικός
μεταψυχροπολεμικού	adj	γενική ενικού του μεταψυχροπολεμικός
μεταψυχροπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεταψυχροπολεμικός
μεταψυχροπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του μεταψυχροπολεμικός
μεταψυχροπολεμικός	adj	που αναφέρεται στη χρονολογική περίοδο μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης
μεταψυχροπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του μεταψυχροπολεμικός
μεταϊδεολογία	noun	ιδεολογική προσέγγιση που επικεντρώνεται στην κριτική των ιδεολογιών και των φιλοσοφικών συστημάτων και υποστηρίζει τη δημιουργία μιας πιο συνεκτικής, ευρύτερης και ολοκληρωμένης ιδεολογικής προσέγγισης
μεταϊδεολογίας	=	μεταϊδεολογία
μεταϊδεολογίες	=	μεταϊδεολογία
μεταϊδεολογιών	=	μεταϊδεολογία
μεταϊστορία	noun	η μελέτη της ιστορίας της ιστορίας
μεταϊστορίας	noun	γενική ενικού του μεταϊστορία
μεταϊστορίες	=	μεταϊστορία
μεταϊστορικός	noun	μελετητής ποιοτικών χαρακτηριστικών της ιστορικής καταγραφής όπως του ύφους, των μεθόδων και των σκοπών-προθέσεων στην πορεία των ετών
μεταϊστοριών	noun	γενική πληθυντικού του μεταϊστορία
μεταϋλικά	=	μεταϋλικό
μεταϋλικού	=	μεταϋλικό
μεταϋλικό	noun	τεχνητό υλικό που έχει σχεδιαστεί, για να έχει ιδιότητες που δεν απαντώνται συνήθως στη φύση, αλλά αποτελείται από δομές μικροσκοπικής κλίμακας, οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν με τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα
μεταϋλικών	=	μεταϋλικό
μεταϋλισμέ	=	μεταϋλισμός
μεταϋλισμοί	=	μεταϋλισμός
μεταϋλισμού	=	μεταϋλισμός
μεταϋλισμούς	=	μεταϋλισμός
μεταϋλισμό	=	μεταϋλισμός
μεταϋλισμός	noun	η αναζήτηση μιας καλύτερης ποιότητας διαβίωσης, η άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανάγκη για ένα καθαρότερο περιβάλλον (τα οποία υπόρρητα προϋποθέτουν ότι η βασικές ανάγκες - υλιστικές - της επιβίωσης έχουν ικανοποιηθεί)
μεταϋλισμών	=	μεταϋλισμός
μετείκασμα	noun	η εικόνα που παραμένει στο αισθητήριο της όρασης μετά τον εξωτερικό ερεθισμό
μετείχα	=	μετέχω
μετείχαμε	=	μετέχω
μετείχαν	=	μετέχω
μετείχανε	=	μετέχω
μετείχατε	=	μετέχω
μετείχε	=	μετέχω
μετείχες	=	μετέχω
μετεγγράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγράφομαι	=	μετεγγράφω
μετεγγράφω	verb|formal	εγγράφω κάποιον κάπου, ενώ μέχρι πρότινος ήταν εγγεγραμμένος κάπου αλλού
μετεγγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφω
μετεγγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένε	verb	κλητική ενικού του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεγγραμμένη
μετεγγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένης	verb	γενική ενικού του μετεγγραμμένη
μετεγγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μετεγγράφω / μεταγράφω
μετεγγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετεγγραμμένος
μετεγγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετεγγραμμένος
μετεγγραφές	=	μετεγγραφή
μετεγγραφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετεγγράφω
μετεγγραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφής	=	μετεγγραφή
μετεγγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεγγράφομαι
μετεγγραφών	=	μετεγγραφή
μετεγγυήσεις	=	μετεγγύηση
μετεγγυήσεων	=	μετεγγύηση
μετεγγύηση	noun	η υπεγγύηση
μετεγγύησης	=	μετεγγύηση
μετεγκέφαλε	=	μετεγκέφαλος
μετεγκέφαλο	=	μετεγκέφαλος
μετεγκέφαλοι	=	μετεγκέφαλος
μετεγκέφαλος	noun	αναπτυξιακή μοίρα του οπισθίου εγκεφάλου, από την οποία διαφοροποιούνται δομές καίριες για τον συντονισμό της κίνησης και τη διαβίβαση νευρικών ώσεων, όπως η παρεγκεφαλίδα και η γέφυρα
μετεγκέφαλου	=	μετεγκέφαλος
μετεγκέφαλους	=	μετεγκέφαλος
μετεγκέφαλων	=	μετεγκέφαλος
μετεγκαθιστώ	verb	migrate: μεταφέρω αρχεία ή και προγράμματα από έναν υπολογιστή σε έναν άλλο
μετεγκατάσταση	noun	η μεταφορά μιας εγκατάστασης σε άλλο μέρος
μετεγκατάστασης	=	μετεγκατάσταση
μετεγκαταστάσεις	=	μετεγκατάσταση
μετεγκαταστάσεων	=	μετεγκατάσταση
μετεγκεφάλου	=	μετεγκέφαλος
μετεγκεφάλους	=	μετεγκέφαλος
μετεγκεφάλων	=	μετεγκέφαλος
μετεγχειρητικά	adv	μετά την εγχείρηση
μετεγχειρητικέ	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικές	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητική	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικής	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικοί	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικού	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικούς	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικό	=	μετεγχειρητικός
μετεγχειρητικός	adj	που αναφέρεται στην περίοδο μετά την εγχείρηση
μετεγχειρητικών	=	μετεγχειρητικός
μετεικάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετείκασμα
μετεικάσματος	noun	γενική ενικού του μετείκασμα
μετεικασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μετείκασμα
μετεκλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μετεκλογικός	adv	κατά την περίοδο μετά τις εκλογές
μετεκλογικέ	adj	κλητική ενικού του μετεκλογικός
μετεκλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεκλογική
μετεκλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεκλογικός
μετεκλογικής	adj	γενική ενικού του μετεκλογική
μετεκλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεκλογικός
μετεκλογικού	adj	γενική ενικού του μετεκλογικός
μετεκλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεκλογικός
μετεκλογικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεκλογικός
μετεκλογικός	adj	σχετικός με το χρονικό διάστημα που ακολουθεί μια εκλογική μάχη
μετεκλογικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεκλογικός
μετεκπαίδευα	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευαν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευες	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαίδευση	noun	οργανωμένη και ειδική εκπαίδευση (π.χ. μεταπτυχιακές σπουδές) που πραγματοποιείται μετά το πέρας των κανονικών σπουδών ως συμπλήρωμά τους
μετεκπαίδευσης	=	μετεκπαίδευση
μετεκπαιδευθεί	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεκπαιδευμένο
μετεκπαιδευμένε	verb	κλητική ενικού του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεκπαιδευμένη
μετεκπαιδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευμένης	verb	γενική ενικού του μετεκπαιδευμένη
μετεκπαιδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετεκπαιδευμένος
μετεκπαιδευτές	=	μετεκπαιδευτής
μετεκπαιδευτή	=	μετεκπαιδευτής
μετεκπαιδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτήκαν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευτήκανε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτής	noun	αυτός που μετεκπαιδεύει κάποιους
μετεκπαιδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτριών	=	μετεκπαιδεύτρια
μετεκπαιδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδευτών	=	μετεκπαιδευτής
μετεκπαιδευόμασταν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόμαστε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόμενα	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενε	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεκπαιδευόμενη
μετεκπαιδευόμενη	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενης	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενο	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόμενου	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενους	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμενων	=	μετεκπαιδευόμενος
μετεκπαιδευόμουν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόμουνα	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόντουσαν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόσασταν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόσαστε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόσουν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόσουνα	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευόταν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδευότανε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύαμε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύαν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύανε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύατε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύει	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύεις	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύεσαι	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύεστε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύεται	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύετε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύθηκα	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύομαι	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύονται	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύονταν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύοντας	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύου	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύουμε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύουν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύουνε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσαν	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσανε	=	μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεκπαίδευση
μετεκπαιδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσεων	=	μετεκπαίδευση
μετεκπαιδεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύω
μετεκπαιδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεκπαιδεύομαι
μετεκπαιδεύτρια	noun	θηλυκό του μετεκπαιδευτής
μετεκπαιδεύτριας	=	μετεκπαιδεύτρια
μετεκπαιδεύτριες	=	μετεκπαιδεύτρια
μετεκπαιδεύω	verb	παρέχω μετεκπαίδευση σε κάποιον
μετεμμηνοπαυσιακά	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακέ	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακές	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακή	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακής	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακοί	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακού	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακούς	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακό	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμμηνοπαυσιακός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μετά την εμμηνόπαυση
μετεμμηνοπαυσιακών	=	μετεμμηνοπαυσιακός
μετεμπειρικός	adj|rare	που υφίσταται ή δημιουργείται μετά από την εμπειρική προσέγγιση
μετεμψυχωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθήκαν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθήκανε	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεμψυχωμένο
μετεμψυχωμένε	verb	κλητική ενικού του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεμψυχωμένη
μετεμψυχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωμένης	verb	γενική ενικού του μετεμψυχωμένη
μετεμψυχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μετεμψυχώνω και μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετεμψυχωμένος
μετεμψυχωνόμασταν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόμαστε	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόμουν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόμουνα	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόντουσαν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόσασταν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόσαστε	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόσουν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόσουνα	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνόταν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωνότανε	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχωτικά	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικέ	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικές	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτική	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικής	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικοί	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικού	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικούς	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικό	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχωτικός	adj	που έχει σχέση με τη μετεμψύχωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετεμψυχωτικών	=	μετεμψυχωτικός
μετεμψυχώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνεσαι	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνεστε	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνεται	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνομαι	verb	μεταβαίνει η ψυχή μου (μετά από τον θάνατο) σε άλλο σώμα
μετεμψυχώνονται	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνονταν	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνου	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώνω	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεμψύχωση
μετεμψυχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώσεων	=	μετεμψύχωση
μετεμψυχώσου	=	μετεμψυχώνομαι
μετεμψυχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψυχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψύχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψύχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψύχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψύχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεμψυχώνω
μετεμψύχωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετεμψυχώνομαι
μετεμψύχωσης	=	μετεμψύχωση
μετενέργεια	noun	το να θεωρείται μια σύμβαση ότι είναι ενεργή ακόμα και μετά τη λήξη της
μετενέργειας	=	μετενέργεια
μετενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετενέργεια
μετενεργειών	=	μετενέργεια
μετενσάρκωνα	=	μετενσαρκώνω
μετενσάρκωναν	=	μετενσαρκώνω
μετενσάρκωνε	=	μετενσαρκώνω
μετενσάρκωνες	=	μετενσαρκώνω
μετενσάρκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσάρκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσάρκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσάρκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσάρκωση	noun	η νέα ενσάρκωση της ψυχής ενός ανθρώπου που πέθανε, η οποία, σύμφωνα με κάποιες θρησκευτικές δοξασίες, μετά από κάποιο διάστημα βρίσκει ένα νέο σώμα ανθρώπου ή ζώου που γεννιέται και αποκτά ξανά βιολογική υπόσταση
μετενσάρκωσης	noun	γενική ενικού του μετενσάρκωση
μετενσαρκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθήκαν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθήκανε	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετενσαρκωμένο
μετενσαρκωμένε	verb	κλητική ενικού του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετενσαρκωμένη
μετενσαρκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωμένης	verb	γενική ενικού του μετενσαρκωμένη
μετενσαρκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μετενσαρκώνω
μετενσαρκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετενσαρκωμένος
μετενσαρκωνόμασταν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόμαστε	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόμουν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόμουνα	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόντουσαν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόσασταν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόσαστε	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόσουν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόσουνα	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνόταν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκωνότανε	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώναμε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώναν	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνανε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνατε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνει	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνεις	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνεσαι	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώνεστε	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώνεται	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώνετε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνονται	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώνονταν	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώνοντας	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνου	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώνουμε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνουν	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνουνε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώνω	verb	μετεμψυχώνω
μετενσαρκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσαν	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσανε	=	μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετενσάρκωση
μετενσαρκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετενσάρκωση
μετενσαρκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετενσάρκωση
μετενσαρκώσου	=	μετενσαρκώνομαι
μετενσαρκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσαρκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετενσαρκώνω
μετενσωμάτωνα	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωναν	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωνε	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωνες	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωσα	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωσαν	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωσε	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωσες	=	μετενσωματώνω
μετενσωμάτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετενσωματώνομαι
μετενσωμάτωσης	=	μετενσωμάτωση
μετενσωματωθήκαμε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωθήκαν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωθήκανε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωθήκατε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωθεί	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωθείτε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετενσωματωμένο
μετενσωματωμένε	verb	κλητική ενικού του μετενσωματωμένος
μετενσωματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετενσωματωμένη
μετενσωματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετενσωματωμένος
μετενσωματωμένης	verb	γενική ενικού του μετενσωματωμένη
μετενσωματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετενσωματωμένος
μετενσωματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετενσωματωμένος
μετενσωματωμένος	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετενσωματωμένος
μετενσωματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετενσωματωμένος
μετενσωματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετενσωματωμένος
μετενσωματωνόμασταν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόμαστε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόμουν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόμουνα	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόντουσαν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόσασταν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόσαστε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόσουν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόσουνα	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνόταν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματωνότανε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώθηκα	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώθηκαν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώθηκε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώθηκες	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώναμε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώναν	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνανε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνατε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνει	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνεις	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνεσαι	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώνεστε	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώνεται	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώνετε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνομαι	verb	μεταβαίνει η ψυχή μου (μετά από τον θάνατο) σε άλλο σώμα
μετενσωματώνονται	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώνονταν	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώνοντας	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνου	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώνουμε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνουν	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνουνε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώνω	verb	μετενσαρκώνω, μετεμψυχώνω
μετενσωματώσαμε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώσαν	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώσανε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώσατε	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώσει	=	μετενσωματώνω
μετενσωματώσεις	=	μετενσωμάτωση
μετενσωματώσεων	=	μετενσωμάτωση
μετενσωματώσου	=	μετενσωματώνομαι
μετενσωματώστε	=	μετενσωματώνω
μετεξέλιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετεξελίσσομαι
μετεξέλιξης	=	μετεξέλιξη
μετεξέταζα	=	μετεξετάζω
μετεξέταζαν	=	μετεξετάζω
μετεξέταζε	=	μετεξετάζω
μετεξέταζες	=	μετεξετάζω
μετεξέτασα	=	μετεξετάζω
μετεξέτασαν	=	μετεξετάζω
μετεξέτασε	=	μετεξετάζω
μετεξέτασες	=	μετεξετάζω
μετεξέταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετεξετάζω
μετεξέτασης	=	μετεξέταση
μετεξέτασις	noun	η μετεξέταση
μετεξελίξεις	=	μετεξέλιξη
μετεξελίξεων	=	μετεξέλιξη
μετεξελίξου	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελίσσεσαι	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελίσσεστε	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελίσσεται	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελίσσομαι	verb	αλλάζω, εξελίσσομαι προς μια νέα φάση (συνήθως καλύτερη)
μετεξελίσσονται	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελίσσονταν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεξελιγμένο
μετεξελιγμένε	verb	κλητική ενικού του μετεξελιγμένος
μετεξελιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεξελιγμένη
μετεξελιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεξελιγμένος
μετεξελιγμένης	verb	γενική ενικού του μετεξελιγμένη
μετεξελιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετεξελιγμένος
μετεξελιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεξελιγμένος
μετεξελιγμένος	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετεξελιγμένος
μετεξελιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετεξελιγμένος
μετεξελιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετεξελιγμένος
μετεξελισσόμασταν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόμαστε	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόμουν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόμουνα	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόντουσαν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόσασταν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόσαστε	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόσουν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόσουνα	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσόταν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελισσότανε	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθήκαν	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθήκανε	=	μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξελιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεξελίσσομαι
μετεξετάζαμε	=	μετεξετάζω
μετεξετάζαν	=	μετεξετάζω
μετεξετάζανε	=	μετεξετάζω
μετεξετάζατε	=	μετεξετάζω
μετεξετάζει	=	μετεξετάζω
μετεξετάζεις	=	μετεξετάζω
μετεξετάζετε	=	μετεξετάζω
μετεξετάζοντας	=	μετεξετάζω
μετεξετάζουμε	=	μετεξετάζω
μετεξετάζουν	=	μετεξετάζω
μετεξετάζουνε	=	μετεξετάζω
μετεξετάζω	verb	εξετάζω ξανά, εκ νέου
μετεξετάσαμε	=	μετεξετάζω
μετεξετάσαν	=	μετεξετάζω
μετεξετάσανε	=	μετεξετάζω
μετεξετάσατε	=	μετεξετάζω
μετεξετάσει	=	μετεξετάζω
μετεξετάσεις	=	μετεξέταση
μετεξετάσεων	=	μετεξέταση
μετεξετάστε	=	μετεξετάζω
μετεξεταστέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεξεταστέος	noun	θηλυκό του μετεξεταστέος
μετεξεταστέας	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέε	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέες	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέο	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέοι	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέος	noun	αυτός που πρόκειται να μετεξεταστεί	adj	που αφορά σπουδαστή (μαθητή, φοιτητή κ.λπ.) που δεν πέρασε κάποιο μάθημα και πρέπει να εξεταστεί πάλι, σε άλλη εξεταστική περίοδο, προκειμένου να προαχθεί σε επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα
μετεξεταστέου	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέους	=	μετεξεταστέος
μετεξεταστέων	=	μετεξεταστέος
μετεπαναστατικά	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικέ	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικές	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατική	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικής	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικοί	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικού	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικούς	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικό	=	μετεπαναστατικός
μετεπαναστατικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει μετά από κάποια επανάσταση
μετεπαναστατικών	=	μετεπαναστατικός
μετεπιβίβαζα	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβαζαν	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβαζε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβαζες	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβασα	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβασαν	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβασε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβασες	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβαση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετεπιβιβάζω
μετεπιβίβασης	noun	γενική ενικού του μετεπιβίβαση
μετεπιβιβάζαμε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζαν	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζανε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζατε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζει	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζεις	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζετε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζοντας	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζουμε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζουν	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζουνε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάζω	verb	επιβιβάζω κάποιον σε άλλο μέσο μεταφοράςς
μετεπιβιβάσαμε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάσαν	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάσανε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάσατε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάσει	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιβιβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεπιβίβαση
μετεπιβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετεπιβίβαση
μετεπιβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετεπιβίβαση
μετεπιβιβάστε	=	μετεπιβιβάζω
μετεπιθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεπιθετικό
μετεπιθετικέ	adj	κλητική ενικού του μετεπιθετικός
μετεπιθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεπιθετική
μετεπιθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεπιθετικός
μετεπιθετικής	adj	γενική ενικού του μετεπιθετική
μετεπιθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεπιθετικός
μετεπιθετικού	adj	γενική ενικού του μετεπιθετικός
μετεπιθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεπιθετικός
μετεπιθετικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεπιθετικός
μετεπιθετικός	adj	που παράγεται από επίθετα
μετεπιθετικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεπιθετικός
μετεπλάσθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του μεταπλάσσω
μετερίζι	noun|dated	οχυρωμένη θέση μάχης, όρυγμα, χαράκωμα
μετερίζια	=	μετερίζι
μετεριζιού	=	μετερίζι
μετεριζιών	=	μετερίζι
μετεστεροποίησα	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποίησαν	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποίησε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποίησες	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποίηση	noun	η μετατροπή ενός εστέρα σε άλλον, πιο χρήσιμο
μετεστεροποίησης	=	μετεστεροποίηση
μετεστεροποιήθηκα	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιήσαμε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιήσαν	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιήσανε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιήσατε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιήσει	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιήσεις	=	μετεστεροποίηση
μετεστεροποιήσεων	=	μετεστεροποίηση
μετεστεροποιήστε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιεί	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιείς	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιείτε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιημένος	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούμαι	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούμε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούν	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούνε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσα	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσαμε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσαν	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσανε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσατε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσε	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιούσες	=	μετεστεροποιώ
μετεστεροποιώ	verb	εκτελώ μετεστεροποίηση
μετεστεροποιώντας	=	μετεστεροποιώ
μετευρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετευρετικό
μετευρετικέ	adj	κλητική ενικού του μετευρετικός
μετευρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετευρετική
μετευρετική	noun	υπολογιστική μέθοδος ταχείας επίλυσης-εύρεσης	adj	που έχει σχέση με υπολογιστική μέθοδο ταχείας επίλυσης-εύρεσης
μετευρετικής	adj	γενική ενικού του μετευρετική
μετευρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετευρετικός
μετευρετικού	adj	γενική ενικού του μετευρετικός
μετευρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετευρετικός
μετευρετικό	adj	αιτιατική ενικού του μετευρετικός
μετευρετικός	adj	που έχει σχέση με υπολογιστική μέθοδο ταχείας επίλυσης-εύρεσης
μετευρετικών	adj	γενική πληθυντικού του μετευρετικός
μετεφήβου	=	μετέφηβος
μετεφήβους	=	μετέφηβος
μετεφήβων	=	μετέφηβος
μετεφηβεία	noun	το χρονικό διάστημα μετά από την περίοδο της εφηβείας
μετεφηβείας	noun	γενική ενικού του μετεφηβεία
μετεφηβείες	=	μετεφηβεία
μετεφηβειών	noun	γενική πληθυντικού του μετεφηβεία
μετεφηβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεφηβικό
μετεφηβικέ	adj	κλητική ενικού του μετεφηβικός
μετεφηβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεφηβική
μετεφηβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεφηβικός
μετεφηβικής	adj	γενική ενικού του μετεφηβική
μετεφηβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεφηβικός
μετεφηβικού	adj	γενική ενικού του μετεφηβικός
μετεφηβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεφηβικός
μετεφηβικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεφηβικός
μετεφηβικός	adj	που συμβαίνει ή γίνεται μετά από την περίοδο της εφηβείας
μετεφηβικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεφηβικός
μετεωρίζαμε	=	μετεωρίζω
μετεωρίζαν	=	μετεωρίζω
μετεωρίζανε	=	μετεωρίζω
μετεωρίζατε	=	μετεωρίζω
μετεωρίζει	=	μετεωρίζω
μετεωρίζεις	=	μετεωρίζω
μετεωρίζετε	=	μετεωρίζω
μετεωρίζομαι	=	μετεωρίζω
μετεωρίζοντας	=	μετεωρίζω
μετεωρίζουμε	=	μετεωρίζω
μετεωρίζουν	=	μετεωρίζω
μετεωρίζουνε	=	μετεωρίζω
μετεωρίζω	verb|formal	προκαλώ αιώρηση σε κάποιο αντικείμενο
μετεωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίσαν	=	μετεωρίζω
μετεωρίσανε	=	μετεωρίζω
μετεωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεώριση
μετεωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίσεων	=	μετεώριση
μετεωρίσθηκα	=	μετεωρίζω
μετεωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεωρίτες	=	μετεωρίτης
μετεωρίτη	=	μετεωρίτης
μετεωρίτης	noun	ένα ουράνιο σώμα το οποίο πέφτει στην επιφάνεια της Γης χωρίς να διαλυθεί στην ατμόσφαιρα
μετεωρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρίτικο
μετεωρίτικε	adj	κλητική ενικού του μετεωρίτικος
μετεωρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρίτικη
μετεωρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωρίτικος
μετεωρίτικης	adj	γενική ενικού του μετεωρίτικη
μετεωρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μετεωρίτικος
μετεωρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρίτικος
μετεωρίτικος	adj	που κατάγεται, προέρχεται, αναφέρεται ή έχει σχέση με τα Μετέωρα
μετεωρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετεωρίτικος
μετεωρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρίτικος
μετεωρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετεωρίτικος
μετεωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρικό
μετεωρικέ	adj	κλητική ενικού του μετεωρικός
μετεωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρική
μετεωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωρικός
μετεωρικής	adj	γενική ενικού του μετεωρική
μετεωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρικός
μετεωρικού	adj	γενική ενικού του μετεωρικός
μετεωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρικός
μετεωρικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεωρικός
μετεωρικός	adj	που έχει σχέση με το μετέωρο ή τον μετεωρίτη ή αναφέρεται σ' αυτά
μετεωρικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεωρικός
μετεωρισμέ	noun	κλητική ενικού του μετεωρισμός
μετεωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρισμένο
μετεωρισμένε	verb	κλητική ενικού του μετεωρισμένος
μετεωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρισμένη
μετεωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωρισμένος
μετεωρισμένης	verb	γενική ενικού του μετεωρισμένη
μετεωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετεωρισμένος
μετεωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρισμένος
μετεωρισμένος	=	μετεωρίζω
μετεωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετεωρισμένος
μετεωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρισμένος
μετεωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετεωρισμένος
μετεωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρισμός
μετεωρισμού	noun	γενική ενικού του μετεωρισμός
μετεωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρισμός
μετεωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μετεωρισμός
μετεωρισμός	noun	το αποτέλεσμα του μετεωρίζω
μετεωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μετεωρισμός
μετεωριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζομαι
μετεωριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωριτικό
μετεωριτικέ	adj	κλητική ενικού του μετεωριτικός
μετεωριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωριτική
μετεωριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωριτικός
μετεωριτικής	adj	γενική ενικού του μετεωριτική
μετεωριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωριτικός
μετεωριτικού	adj	γενική ενικού του μετεωριτικός
μετεωριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεωριτικός
μετεωριτικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεωριτικός
μετεωριτικός	adj	ο σχετικός με μετεωρίτη
μετεωριτικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεωριτικός
μετεωριτών	=	μετεωρίτης
μετεωρογράφε	=	μετεωρογράφος
μετεωρογράφο	=	μετεωρογράφος
μετεωρογράφοι	=	μετεωρογράφος
μετεωρογράφος	noun	Πολυσύνθετο αυτογραφικό, μη επίγειο όργανο, στο οποίο καταγράφονται αυτόματα και συγχρόνως, παρατηρήσεις επί της υφιστάμενης βαρομετρικής πίεσης, θερμοκρασίας, υγρασίας και ταχύτητας ανέμου.
μετεωρογράφου	=	μετεωρογράφος
μετεωρογράφους	=	μετεωρογράφος
μετεωρογράφων	=	μετεωρογράφος
μετεωρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρογραφικό
μετεωρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του μετεωρογραφικός
μετεωρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρογραφική
μετεωρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωρογραφικός
μετεωρογραφικής	adj	γενική ενικού του μετεωρογραφική
μετεωρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρογραφικός
μετεωρογραφικού	adj	γενική ενικού του μετεωρογραφικός
μετεωρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρογραφικός
μετεωρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεωρογραφικός
μετεωρογραφικός	adj	ο σχετικός με μετεωρογράφο
μετεωρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεωρογραφικός
μετεωρολίθου	=	μετεωρόλιθος
μετεωρολίθους	=	μετεωρόλιθος
μετεωρολίθων	=	μετεωρόλιθος
μετεωρολογία	noun	επιστήμη που ασχολείται με τα καιρικά φαινόμενα και την κατάσταση της ατμόσφαιρας (θερμοκρασία, υγρασία κ.λπ.)
μετεωρολογίας	noun	γενική ενικού του μετεωρολογία
μετεωρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρολογία
μετεωρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρολογικό	adv	άλλη μορφή του μετεωρολογικώς
μετεωρολογικέ	adj	κλητική ενικού του μετεωρολογικός
μετεωρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωρολογική
μετεωρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωρολογικός
μετεωρολογικής	adj	γενική ενικού του μετεωρολογική
μετεωρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρολογικός
μετεωρολογικού	adj	γενική ενικού του μετεωρολογικός
μετεωρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρολογικός
μετεωρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεωρολογικός
μετεωρολογικός	adj	που αφορά τη μετεωρολογία ή τον μετεωρολόγο
μετεωρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεωρολογικός
μετεωρολογικώς	adv	από μετεωρολογικής απόψεως
μετεωρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μετεωρολογία
μετεωρολόγε	noun	κλητική ενικού του μετεωρολόγος
μετεωρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του μετεωρολόγος
μετεωρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωρολόγος
μετεωρολόγος	noun	ο επιστήμονας που ασχολείται με φαινόμενα που παρατηρούνται στην ατμόσφαιρα της γης και, ειδικά, με τη θερμοκρασία, την ατμοσφαιρική πίεση, την υγρασία, τους ανέμους, τις νεφώσεις και τα ποικίλα κατακρημνίσματα, διερευνώντας τα αίτιά τους, και βάσει αυτών οδηγείται σε πρόγνωση του καιρού
μετεωρολόγου	noun	γενική ενικού του μετεωρολόγος
μετεωρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετεωρολόγος
μετεωρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μετεωρολόγος
μετεωρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στη μελέτη της μετεωρολογίας και κυρίως της θύελλας και των αστραπών
μετεωρομαντείας	=	μετεωρομαντεία
μετεωρομαντείες	=	μετεωρομαντεία
μετεωρομαντειών	=	μετεωρομαντεία
μετεωροσκοπήσαμε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπήσαν	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπήσανε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπήσατε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπήσει	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπήσεις	=	μετεωροσκόπηση
μετεωροσκοπήσεων	=	μετεωροσκόπηση
μετεωροσκοπήστε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπία	noun|dated	άλλη μορφή του μετεωροσκόπηση
μετεωροσκοπίας	=	μετεωροσκοπία
μετεωροσκοπίες	=	μετεωροσκοπία
μετεωροσκοπίου	=	μετεωροσκόπιο
μετεωροσκοπίων	=	μετεωροσκόπιο
μετεωροσκοπεί	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωροσκοπείο
μετεωροσκοπείο	noun	μετεωρολογικός σταθμός
μετεωροσκοπείου	noun	γενική ενικού του μετεωροσκοπείο
μετεωροσκοπείς	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπείτε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπείων	noun	γενική πληθυντικού του μετεωροσκοπείο
μετεωροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωροσκοπικό
μετεωροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετεωροσκοπική
μετεωροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικής	adj	γενική ενικού του μετεωροσκοπική
μετεωροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικού	adj	γενική ενικού του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τον μετεωροσκόπο ή τη μετεωροσκοπία ή αναφέρεται σ’ αυτά
μετεωροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του μετεωροσκοπικός
μετεωροσκοπικώς	adv|dated	μετεωροσκοπικά
μετεωροσκοπιών	=	μετεωροσκοπία
μετεωροσκοπούμε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούν	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούνε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσα	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσαμε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσαν	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσανε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσατε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπούσες	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκοπώ	verb	είμαι ή εργάζομαι ως μετεωροσκόπος
μετεωροσκοπώντας	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκόπει	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκόπησα	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκόπησαν	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκόπησε	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκόπησες	=	μετεωροσκοπώ
μετεωροσκόπηση	noun	η παρατήρηση, εξέταση και μελέτη των μετεώρων
μετεωροσκόπησης	=	μετεωροσκόπηση
μετεωροσκόπησις	noun	η μετεωροσκόπηση
μετεωροσκόπια	=	μετεωροσκόπιο
μετεωροσκόπιο	noun	όργανο μετεωρολογικών παρατηρήσεων
μετεωροσκόπιου	=	μετεωροσκόπιο
μετεωροσκόπιων	=	μετεωροσκόπιο
μετεωροσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του μετεωροσκόπος
μετεωροσκόπος	noun|dated	ο μετεωρολόγος
μετεωρόλιθε	=	μετεωρόλιθος
μετεωρόλιθο	=	μετεωρόλιθος
μετεωρόλιθοι	=	μετεωρόλιθος
μετεωρόλιθος	noun	ο μετεωρίτης
μετεωρόλιθου	=	μετεωρόλιθος
μετεωρόλιθους	=	μετεωρόλιθος
μετεωρόλιθων	=	μετεωρόλιθος
μετεώριζα	=	μετεωρίζω
μετεώριζαν	=	μετεωρίζω
μετεώριζε	=	μετεωρίζω
μετεώριζες	=	μετεωρίζω
μετεώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετεωρίζω
μετεώριση	noun	το αποτέλεσμα του μετεωρίζω, συνώνυμο του μετεωρισμός
μετεώρισης	=	μετεώριση
μετεώρου	noun	γενική ενικού του μετέωρο
μετεώρων	noun	γενική πληθυντικού του μετέωρο
μετζίτι	noun|vulgar	παλαιό τουρκικό νόμισμα
μετζίτια	=	μετζίτι
μετζιτιού	=	μετζίτι
μετζιτιών	=	μετζίτι
μετοίκει	=	μετοικώ
μετοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοίκηση	noun	το αποτέλεσμα του μετοικώ
μετοίκησης	=	μετοίκηση
μετοίκιζα	=	μετοικίζω
μετοίκιζαν	=	μετοικίζω
μετοίκιζε	=	μετοικίζω
μετοίκιζες	=	μετοικίζω
μετοίκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοίκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοίκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοίκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοίκιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετοικίζω
μετοίκισης	=	μετοίκιση
μετοίκου	noun	γενική ενικού του μέτοικος
μετοίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μέτοικος
μετοίκων	noun	γενική πληθυντικού του μέτοικος
μετοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήσαν	=	μετοικώ
μετοικήσανε	=	μετοικώ
μετοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοίκηση
μετοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήσεων	=	μετοίκηση
μετοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικώ
μετοικίζαμε	=	μετοικίζω
μετοικίζαν	=	μετοικίζω
μετοικίζανε	=	μετοικίζω
μετοικίζατε	=	μετοικίζω
μετοικίζει	=	μετοικίζω
μετοικίζεις	=	μετοικίζω
μετοικίζετε	=	μετοικίζω
μετοικίζοντας	=	μετοικίζω
μετοικίζουμε	=	μετοικίζω
μετοικίζουν	=	μετοικίζω
μετοικίζουνε	=	μετοικίζω
μετοικίζω	verb	μεταφέρω κάποιον σε άλλο τόπο και τον εγκαθιστώ εκεί
μετοικίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίσαν	=	μετοικίζω
μετοικίσανε	=	μετοικίζω
μετοικίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοίκιση
μετοικίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίσεων	=	μετοίκιση
μετοικίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετοικίζω
μετοικεί	=	μετοικώ
μετοικείς	=	μετοικώ
μετοικείτε	=	μετοικώ
μετοικεσία	noun	η μετάβαση σε άλλο τόπο, πιθανόν σε άλλη χώρα, για μόνιμη εγκατάσταση, η αλλαγή τόπου κατοικίας
μετοικεσίας	noun	γενική ενικού του μετοικεσία
μετοικεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοικεσία
μετοικεσιών	noun	γενική πληθυντικού του μετοικεσία
μετοικισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοικισμένο
μετοικισμένε	verb	κλητική ενικού του μετοικισμένος
μετοικισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοικισμένη
μετοικισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετοικισμένος
μετοικισμένης	verb	γενική ενικού του μετοικισμένη
μετοικισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετοικισμένος
μετοικισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετοικισμένος
μετοικισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετοικισμένος
μετοικισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετοικισμένος
μετοικισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετοικισμένος
μετοικούμε	=	μετοικώ
μετοικούν	=	μετοικώ
μετοικούνε	=	μετοικώ
μετοικούσα	=	μετοικώ
μετοικούσαμε	=	μετοικώ
μετοικούσαν	=	μετοικώ
μετοικούσανε	=	μετοικώ
μετοικούσατε	=	μετοικώ
μετοικούσε	=	μετοικώ
μετοικούσες	=	μετοικώ
μετοικώ	verb	αλλάζω τον τόπο μόνιμης κατοικίας μου ή της διαμονής μου
μετοικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετοικώ
μετοκλοπραμίδη	noun	φαρμακευτική αντιεμετική ουσία
μετοκλοπραμίδης	=	μετοκλοπραμίδη
μετονομάζαμε	=	μετονομάζω
μετονομάζαν	=	μετονομάζω
μετονομάζανε	=	μετονομάζω
μετονομάζατε	=	μετονομάζω
μετονομάζει	=	μετονομάζω
μετονομάζεις	=	μετονομάζω
μετονομάζεσαι	=	μετονομάζω
μετονομάζεστε	=	μετονομάζω
μετονομάζεται	=	μετονομάζω
μετονομάζετε	=	μετονομάζω
μετονομάζομαι	=	μετονομάζω
μετονομάζομε	=	μετονομάζω
μετονομάζονται	=	μετονομάζω
μετονομάζονταν	=	μετονομάζω
μετονομάζοντας	=	μετονομάζω
μετονομάζουμε	=	μετονομάζω
μετονομάζουν	=	μετονομάζω
μετονομάζουνε	=	μετονομάζω
μετονομάζω	verb	δίνω καινούργιο όνομα σε κάποιον ή κάτι, αλλάζω το όνομά του
μετονομάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσαν	=	μετονομάζω
μετονομάσανε	=	μετονομάζω
μετονομάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσομε	=	μετονομάζω
μετονομάσου	=	μετονομάζω
μετονομάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάσουνε	=	μετονομάζω
μετονομάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονομαζόμασταν	=	μετονομάζω
μετονομαζόμαστε	=	μετονομάζω
μετονομαζόμενος	=	μετονομάζω
μετονομαζόμουν	=	μετονομάζω
μετονομαζόμουνα	=	μετονομάζω
μετονομαζόντουσαν	=	μετονομάζω
μετονομαζόσασταν	=	μετονομάζω
μετονομαζόσαστε	=	μετονομάζω
μετονομαζόσουν	=	μετονομάζω
μετονομαζόσουνα	=	μετονομάζω
μετονομαζόταν	=	μετονομάζω
μετονομαζότανε	=	μετονομάζω
μετονομασίας	noun	γενική ενικού του μετονομασία
μετονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετονομασία
μετονομασιών	noun	γενική πληθυντικού του μετονομασία
μετονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετονομασμένο
μετονομασμένε	verb	κλητική ενικού του μετονομασμένος
μετονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετονομασμένη
μετονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετονομασμένος
μετονομασμένης	verb	γενική ενικού του μετονομασμένη
μετονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετονομασμένος
μετονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετονομασμένος
μετονομασμένος	=	μετονομάζω
μετονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετονομασμένος
μετονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετονομασμένος
μετονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετονομασμένος
μετονομαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστήκαν	=	μετονομάζω
μετονομαστήκανε	=	μετονομάζω
μετονομαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονομαστούνε	=	μετονομάζω
μετονομαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετονομάζομαι
μετονοματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μετονοματικός
μετονοματικέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μετονοματικός
μετονοματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μετονοματικός
μετονοματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετονοματικός
μετονοματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μετονοματικός
μετονοματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετονοματικός
μετονοματικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετονοματικός
μετονοματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετονοματικός
μετονοματικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μετονοματικός
μετονοματικός	adj	για λέξη ή όρο που παράγεται από όνομα επίθετο ή όνομα ουσιαστικό
μετονοματικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετονοματικός
μετονόμαζα	=	μετονομάζω
μετονόμαζαν	=	μετονομάζω
μετονόμαζε	=	μετονομάζω
μετονόμαζες	=	μετονομάζω
μετονόμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονόμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονόμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετονόμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετονομάζω
μετοπών	=	μετόπη
μετουσίωμα	noun|formal	το αποτέλεσμα του μετουσιώνω
μετουσίωνα	=	μετουσιώνω
μετουσίωναν	=	μετουσιώνω
μετουσίωνε	=	μετουσιώνω
μετουσίωνες	=	μετουσιώνω
μετουσίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετουσιώνω
μετουσίωσης	=	μετουσίωση
μετουσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετουσιαστικό
μετουσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του μετουσιαστικός
μετουσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετουσιαστική
μετουσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετουσιαστικός
μετουσιαστικής	adj	γενική ενικού του μετουσιαστική
μετουσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετουσιαστικός
μετουσιαστικού	adj	γενική ενικού του μετουσιαστικός
μετουσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετουσιαστικός
μετουσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μετουσιαστικός
μετουσιαστικός	adj	λέξη που παράγεται από ουσιαστικό
μετουσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μετουσιαστικός
μετουσιωθήκαμε	=	μετουσιώνω
μετουσιωθήκαν	=	μετουσιώνω
μετουσιωθήκανε	=	μετουσιώνω
μετουσιωθήκατε	=	μετουσιώνω
μετουσιωθεί	=	μετουσιώνω
μετουσιωθείτε	=	μετουσιώνω
μετουσιωμάτων	=	μετουσίωμα
μετουσιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετουσιωμένο
μετουσιωμένε	verb	κλητική ενικού του μετουσιωμένος
μετουσιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετουσιωμένη
μετουσιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετουσιωμένος
μετουσιωμένης	verb	γενική ενικού του μετουσιωμένη
μετουσιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετουσιωμένος
μετουσιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετουσιωμένος
μετουσιωμένος	verb	που έχει μετουσιωθεί
μετουσιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετουσιωμένος
μετουσιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετουσιωμένος
μετουσιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετουσιωμένος
μετουσιωνόμασταν	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόμαστε	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόμουν	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόμουνα	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόντουσαν	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόσασταν	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόσαστε	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόσουν	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόσουνα	=	μετουσιώνω
μετουσιωνόταν	=	μετουσιώνω
μετουσιωνότανε	=	μετουσιώνω
μετουσιωτικά	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικέ	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικές	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτική	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικής	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικοί	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικού	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικούς	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικό	=	μετουσιωτικός
μετουσιωτικός	adj|formal	που έχει σχέση με τη μετουσίωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετουσιωτικών	=	μετουσιωτικός
μετουσιώθηκα	=	μετουσιώνω
μετουσιώθηκαν	=	μετουσιώνω
μετουσιώθηκε	=	μετουσιώνω
μετουσιώθηκες	=	μετουσιώνω
μετουσιώματα	=	μετουσίωμα
μετουσιώματος	=	μετουσίωμα
μετουσιώναμε	=	μετουσιώνω
μετουσιώναν	=	μετουσιώνω
μετουσιώνανε	=	μετουσιώνω
μετουσιώνατε	=	μετουσιώνω
μετουσιώνει	=	μετουσιώνω
μετουσιώνεις	=	μετουσιώνω
μετουσιώνεσαι	=	μετουσιώνω
μετουσιώνεστε	=	μετουσιώνω
μετουσιώνεται	=	μετουσιώνω
μετουσιώνετε	=	μετουσιώνω
μετουσιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώνονται	=	μετουσιώνω
μετουσιώνονταν	=	μετουσιώνω
μετουσιώνοντας	=	μετουσιώνω
μετουσιώνου	=	μετουσιώνομαι
μετουσιώνουμε	=	μετουσιώνω
μετουσιώνουν	=	μετουσιώνω
μετουσιώνουνε	=	μετουσιώνω
μετουσιώνω	verb	μεταβάλλω την ουσία ενός πράγματος, αλλάζω την υπόστασή του
μετουσιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώσαν	=	μετουσιώνω
μετουσιώσανε	=	μετουσιώνω
μετουσιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετουσίωση
μετουσιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώσεων	=	μετουσίωση
μετουσιώσου	=	μετουσιώνω
μετουσιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετουσιώνω
μετουσιώωσεις	=	μετουσίωση
μετουσιώωσεων	=	μετουσίωση
μετοχάρη	noun	μετοχάρης, στη γενική του ενικού
μετοχάρηδες	noun	μετοχάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
μετοχάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μετοχάρης
μετοχάρης	noun	κάποιος που κατοικεί κι εργάζεται σε μετόχι μονής
μετοχάρισσα	noun	θηλυκό του μετοχάρης
μετοχάρισσας	noun	γενική ενικού του μετοχάρισσα
μετοχάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοχάρισσα
μετοχές	=	μετοχή
μετοχέτευση	noun	μεταφορά ενός υγρού απο έναν τόπο στον άλλον μέσω οχετού
μετοχέτευσης	=	μετοχέτευση
μετοχή	noun	κλιτή λέξη που διαθέτει τις ιδιότητες του επιθέτου και του ρήματος, ένα είδος ρηματικού επιθέτου
μετοχής	noun	γενική ενικού του μετοχή
μετοχαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του μετοχάρισσα
μετοχετευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοχετευμένο
μετοχετευμένε	verb	κλητική ενικού του μετοχετευμένος
μετοχετευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοχετευμένη
μετοχετευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετοχετευμένος
μετοχετευμένης	verb	γενική ενικού του μετοχετευμένη
μετοχετευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετοχετευμένος
μετοχετευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετοχετευμένος
μετοχετευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετοχετευμένος
μετοχετευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετοχετευμένος
μετοχετευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετοχετευμένος
μετοχετεύσεις	=	μετοχέτευση
μετοχετεύσεων	=	μετοχέτευση
μετοχετεύω	verb|formal	διοχετεύω νερό σε κανάλι ώστε να σταλθεί σε άλλη περιοχή
μετοχιάριε	=	μετοχιάριος
μετοχιάριο	=	μετοχιάριος
μετοχιάριοι	=	μετοχιάριος
μετοχιάριος	noun	άλλη μορφή του μετοχάρης
μετοχιάριου	=	μετοχιάριος
μετοχιάριους	=	μετοχιάριος
μετοχιάριων	=	μετοχιάριος
μετοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοχικό
μετοχικέ	adj	κλητική ενικού του μετοχικός
μετοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετοχική
μετοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετοχικός
μετοχικής	adj	γενική ενικού του μετοχική
μετοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετοχικός
μετοχικού	adj	γενική ενικού του μετοχικός
μετοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετοχικός
μετοχικό	adj	αιτιατική ενικού του μετοχικός
μετοχικός	adj	που έχει σχέση με εταιρική μετοχή ή μέτοχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
μετοχικών	adj	γενική πληθυντικού του μετοχικός
μετοχικώς	adv|dated	μετοχικά
μετοχιού	=	μετόχι
μετοχιών	=	μετόχι
μετοχολογίου	=	μετοχολόγιο
μετοχολογίων	=	μετοχολόγιο
μετοχολόγια	=	μετοχολόγιο
μετοχολόγιο	noun	κατάλογος κατόχων μετοχών εταιρείας
μετοχολόγιου	=	μετοχολόγιο
μετοχολόγιων	=	μετοχολόγιο
μετοχοποίηση	noun	η διαίρεση σε μετοχές του κεφαλαίου μιας επιχείρησης ή εταιρείας (και η εισαγωγή της στο χρηματιστήριο)
μετοχοποίησης	=	μετοχοποίηση
μετοχοποιήσεις	=	μετοχοποίηση
μετοχοποιήσεων	=	μετοχοποίηση
μετοχοπρατήρια	=	μετοχοπρατήριο
μετοχοπρατήριο	noun|dated	το χρηματιστήριο
μετοχοπρατήριου	=	μετοχοπρατήριο
μετοχοπρατήριων	=	μετοχοπρατήριο
μετοχοπρατηρίου	=	μετοχοπρατήριο
μετοχοπρατηρίων	=	μετοχοπρατήριο
μετοχών	noun	γενική πληθυντικού του μετοχή
μετρ	noun	ο μετρ ντ'οτέλ
μετρά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μετρώ
μετράγαμε	=	μετράω
μετράγανε	=	μετράω
μετράγατε	=	μετράω
μετράει	=	μετράω
μετράμε	=	μετράω
μετράν	=	μετράω
μετράνε	=	μετράω
μετράς	=	μετράω
μετράτε	=	μετράω
μετράω	verb	αρθρώνω με την κανονική τους σειρά τους αριθμούς
μετρέσα	noun|dated	η ερωμένη που συζεί με τον εραστή της ή συντηρείται οικονομικά απ' αυτόν
μετρέσας	noun	γενική ενικού του μετρέσα
μετρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρέσα
μετρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέτρημα
μετρήματος	noun	γενική ενικού του μέτρημα
μετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσαν	=	μετράω
μετρήσανε	=	μετράω
μετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μέτρηση
μετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μέτρηση
μετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μέτρηση
μετρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρήσιμο
μετρήσιμε	adj	κλητική ενικού του μετρήσιμος
μετρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρήσιμη
μετρήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρήσιμος
μετρήσιμης	adj	γενική ενικού του μετρήσιμη
μετρήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του μετρήσιμος
μετρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρήσιμος
μετρήσιμος	adj	που μπορεί να έχει μέτρο ή ποσότητα αλλά δεν είναι αριθμήσιμος, αριθμητός
μετρήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετρήσιμος
μετρήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετρήσιμος
μετρήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετρήσιμος
μετρήσομε	=	μετράω
μετρήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσουνε	=	μετράω
μετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετρώ
μετρίαζα	=	μετριάζω
μετρίαζαν	=	μετριάζω
μετρίαζε	=	μετριάζω
μετρίαζες	=	μετριάζω
μετρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετρίαση	noun	άλλη μορφή του μετριασμός
μετρίασης	noun	γενική ενικού του μετρίαση
μετρίως	adv|formal	μέτρια
μετρείσαι	=	μετράω
μετρείσθε	=	μετράω
μετρείστε	=	μετράω
μετρείται	=	μετράω
μετρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθήκαν	=	μετράω
μετρηθήκανε	=	μετράω
μετρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρηθούνε	=	μετράω
μετρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριέμαι
μετρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μέτρημα
μετρημέ	noun	κλητική ενικού του μετρημός
μετρημένα	adv	με μέτρο, με περίσκεψη, με σύνεση
μετρημένε	verb	κλητική ενικού του μετρημένος
μετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρημένη
μετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρημένος
μετρημένης	verb	γενική ενικού του μετρημένη
μετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του μετρημένος
μετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρημένος
μετρημένος	verb	που τον έχουν μετρήσει
μετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετρημένος
μετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετρημένος
μετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετρημένος
μετρημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρημός
μετρημού	noun	γενική ενικού του μετρημός
μετρημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετρημός
μετρημό	noun	αιτιατική ενικού του μετρημός
μετρημός	noun	το μέτρημα, η καταμέτρηση
μετρημών	noun	γενική πληθυντικού του μετρημός
μετρητά	noun	χρήματα σε κέρματα ή σε τραπεζογραμμάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρητό
μετρητέ	adj	κλητική ενικού του μετρητός
μετρητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρητή
μετρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μετρητής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρητός
μετρητής	noun	όργανο μέτρησης ενός μεγέθους	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μετρητός
μετρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρητικό
μετρητικέ	adj	κλητική ενικού του μετρητικός
μετρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρητική
μετρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρητικός
μετρητικής	adj	γενική ενικού του μετρητική
μετρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρητικός
μετρητικού	adj	γενική ενικού του μετρητικός
μετρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετρητικός
μετρητικό	adj	αιτιατική ενικού του μετρητικός
μετρητικός	adj	που έχει σχέση με τη μέτρηση ή τις μετρήσεις ή αναφέρεται σ’ αυτές
μετρητικών	adj	γενική πληθυντικού του μετρητικός
μετρητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρητός
μετρητοίς	adv	κυρίως ενάρθρως στις φράσεις
μετρητού	adj	γενική ενικού του μετρητός
μετρητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετρητός
μετρητοῖς	adv	πολυτονική γραφή του μετρητοίς
μετρητό	adj	αιτιατική ενικού του μετρητός
μετρητός	adj	που είναι δυνατόν να μετρηθεί
μετρητών	adj	γενική πληθυντικού του μετρητός	noun	γενική πληθυντικού του μετρητά
μετριάζαμε	=	μετριάζω
μετριάζαν	=	μετριάζω
μετριάζανε	=	μετριάζω
μετριάζατε	=	μετριάζω
μετριάζει	=	μετριάζω
μετριάζεις	=	μετριάζω
μετριάζετε	=	μετριάζω
μετριάζοντας	=	μετριάζω
μετριάζουμε	=	μετριάζω
μετριάζουν	=	μετριάζω
μετριάζουνε	=	μετριάζω
μετριάζω	verb	λιγοστεύω, μειώνω, ελαττώνω
μετριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάσαν	=	μετριάζω
μετριάσανε	=	μετριάζω
μετριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρίαση
μετριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μετρίαση
μετριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μετρίαση
μετριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζω
μετριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετράω / μετρώ
μετριέσαι	=	μετράω
μετριέστε	=	μετράω
μετριέται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μετριέμαι
μετριασμέ	noun	κλητική ενικού του μετριασμός
μετριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετριασμένο
μετριασμένε	verb	κλητική ενικού του μετριασμένος
μετριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετριασμένη
μετριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετριασμένος
μετριασμένης	verb	γενική ενικού του μετριασμένη
μετριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μετριασμένος
μετριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετριασμένος
μετριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετριασμένος
μετριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μετριασμένος
μετριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετριασμένος
μετριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετριασμός
μετριασμού	noun	γενική ενικού του μετριασμός
μετριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετριασμός
μετριασμό	noun	αιτιατική ενικού του μετριασμός
μετριασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετριάζω
μετριασμών	noun	γενική πληθυντικού του μετριασμός
μετριαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετριαστικό	adv	με μετριαστικό τρόπο
μετριαστικέ	adj	κλητική ενικού του μετριαστικός
μετριαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετριαστική
μετριαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετριαστικός
μετριαστικής	adj	γενική ενικού του μετριαστική
μετριαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετριαστικός
μετριαστικού	adj	γενική ενικού του μετριαστικός
μετριαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετριαστικός
μετριαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μετριαστικός
μετριαστικός	adj	που έχει σχέση με μετριασμό, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μετριαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μετριαστικός
μετριαστικώς	adv|dated	μετριαστικά
μετριαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετριαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μετριάζομαι
μετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρικό	adv	σχετικά με το μέτρο
μετρικέ	adj	κλητική ενικού του μετρικός
μετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρική
μετρική	noun	το σύνολο των κανόνων που διέπουν την τέχνη της στιχουργίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρικός
μετρικής	adj	γενική ενικού του μετρική
μετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρικός
μετρικού	adj	γενική ενικού του μετρικός
μετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετρικός
μετρικό	adj	αιτιατική ενικού του μετρικός
μετρικός	adj	που έχει σχέση με το μέτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μετρικών	adj	γενική πληθυντικού του μετρικός
μετρικώς	adv|dated	μετρικά
μετριοπάθεια	noun	το χαρακτηριστικό του μετριοπαθούς, η αποφυγή των ακραίων θέσεων και της αδιαλλαξίας
μετριοπάθειας	noun	γενική ενικού του μετριοπάθεια
μετριοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετριοπάθεια
μετριοπαθές	=	μετριοπαθής
μετριοπαθή	=	μετριοπαθής
μετριοπαθής	adj	που αποφεύγει τις ακραίες θέσεις και την αδιαλλαξία
μετριοπαθείς	=	μετριοπαθής
μετριοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του μετριοπάθεια
μετριοπαθούς	=	μετριοπαθής
μετριοπαθών	=	μετριοπαθής
μετριοπαθώς	adv	με μετριοπάθεια
μετριοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του μετριότητα
μετριοφρονώ	verb|formal	είμαι μετριόφρων
μετριοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετριοφρονώ
μετριοφροσυνών	=	μετριοφροσύνη
μετριοφροσύνες	=	μετριοφροσύνη
μετριοφροσύνη	noun	η ιδιότητα του μετριόφρονα, το να μην έχει κανείς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
μετριοφροσύνης	=	μετριοφροσύνη
μετριοφρόνων	=	μετριόφρων
μετριούνται	=	μετράω
μετριούνταν	=	μετράω
μετριόμασταν	=	μετράω
μετριόμαστε	=	μετράω
μετριόμουν	=	μετράω
μετριόμουνα	=	μετράω
μετριόνταν	=	μετράω
μετριόντανε	=	μετράω
μετριόντουσαν	=	μετράω
μετριόσασταν	=	μετράω
μετριόσαστε	=	μετράω
μετριόσουν	=	μετράω
μετριόσουνα	=	μετράω
μετριόταν	=	μετράω
μετριότανε	=	μετράω
μετριότατα	=	μέτριος
μετριότατε	=	μέτριος
μετριότατες	=	μέτριος
μετριότατη	=	μέτριος
μετριότατης	=	μέτριος
μετριότατο	=	μέτριος
μετριότατοι	=	μέτριος
μετριότατος	=	μέτριος
μετριότατου	=	μέτριος
μετριότατους	=	μέτριος
μετριότατων	=	μέτριος
μετριότερα	=	μέτριος
μετριότερε	=	μέτριος
μετριότερες	=	μέτριος
μετριότερη	=	μέτριος
μετριότερης	=	μέτριος
μετριότερο	=	μέτριος
μετριότεροι	=	μέτριος
μετριότερος	=	μέτριος
μετριότερου	=	μέτριος
μετριότερους	=	μέτριος
μετριότερων	=	μέτριος
μετριότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι μέτριο(ς)
μετριότητας	noun	γενική ενικού του μετριότητα
μετριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετριότητα
μετριόφρον	=	μετριόφρων
μετριόφρονα	=	μετριόφρων
μετριόφρονας	adj	μορφή του μετριόφρων με νεότερες καταλήξεις
μετριόφρονες	=	μετριόφρων
μετριόφρονον	=	μετριόφρονας
μετριόφρονος	=	μετριόφρων
μετριόφρονων	=	μετριόφρονας
μετριόφρων	adj	που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και δεν του αρέσει να προβάλλεται ή να υπερτονίζει το έργο του και τις αρετές του
μετρογραφία	noun	άλλη μορφή του μετρολογία
μετρογραφίας	=	μετρογραφία
μετρογραφίες	=	μετρογραφία
μετρογραφιών	=	μετρογραφία
μετρολαγνεία	noun	η μανία για τη λήψη μέτρων
μετρολαγνείας	=	μετρολαγνεία
μετρολαγνείες	=	μετρολαγνεία
μετρολαγνειών	=	μετρολαγνεία
μετρολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τα μέτρα και τα σταθμά
μετρολογίας	noun	γενική ενικού του μετρολογία
μετρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρολογία
μετρολογίου	=	μετρολόγιο
μετρολογίων	=	μετρολόγιο
μετρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρολογικό
μετρολογικέ	adj	κλητική ενικού του μετρολογικός
μετρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρολογική
μετρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρολογικός
μετρολογικής	adj	γενική ενικού του μετρολογική
μετρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρολογικός
μετρολογικού	adj	γενική ενικού του μετρολογικός
μετρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετρολογικός
μετρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μετρολογικός
μετρολογικός	adj	σχετικός με μετρολογία
μετρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μετρολογικός
μετρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μετρολογία
μετρολόγε	=	μετρολόγος
μετρολόγια	=	μετρολόγιο
μετρολόγιο	noun	κατάλογος με μεγέθη - μετρήσεις χαρακτηριστικών (βάρος/ύψος/στήθος/περιφέρεια μέσης) για επιλογή ρούχων.
μετρολόγιου	=	μετρολόγιο
μετρολόγιων	=	μετρολόγιο
μετρολόγο	=	μετρολόγος
μετρολόγοι	=	μετρολόγος
μετρολόγος	noun	που ασχολείται με τη μετρολογία
μετρολόγου	=	μετρολόγος
μετρολόγους	=	μετρολόγος
μετρολόγων	=	μετρολόγος
μετρονομία	noun	η ενασχόληση με τις μετρήσεις, τα μέτρα και τα σταθμά με επιστημονικό τρόπο
μετρονομίας	=	μετρονομία
μετρονομίες	=	μετρονομία
μετρονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρονομικό
μετρονομικέ	adj	κλητική ενικού του μετρονομικός
μετρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετρονομική
μετρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετρονομικός
μετρονομικής	adj	γενική ενικού του μετρονομική
μετρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρονομικός
μετρονομικού	adj	γενική ενικού του μετρονομικός
μετρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετρονομικός
μετρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του μετρονομικός
μετρονομικός	adj	που έχει σχέση με τη μετρονομία ή τον μετρονόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
μετρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του μετρονομικός
μετρονομιών	=	μετρονομία
μετρονόμε	noun	κλητική ενικού του μετρονόμος
μετρονόμο	noun	αιτιατική ενικού του μετρονόμος
μετρονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετρονόμος
μετρονόμος	noun	μικρό όργανο σε σχήμα πυραμίδας, εφοδιασμένο με ένα εκκρεμές που κρατά το μέτρο, δείχνει την ταχύτητα με την οποία πρέπει να παιχτεί ένα μουσικό κομμάτι
μετρονόμου	noun	γενική ενικού του μετρονόμος
μετρονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μετρονόμος
μετρονόμων	noun	γενική πληθυντικού του μετρονόμος
μετροπρογράμματα	=	μετροπρόγραμμα
μετροπρογράμματος	=	μετροπρόγραμμα
μετροπρογραμμάτων	=	μετροπρόγραμμα
μετροπρόγραμμα	noun	λογισμικό που εκτελείται για να μετρηθεί η επίδοση ενός υπολογιστικού περιβάλλοντος
μετροπόντικα	=	μετροπόντικας
μετροπόντικας	noun	μηχάνημα διάνοιξης σηράγγων υπόγειου σιδηροδρόμου (μετρό)
μετροπόντικες	=	μετροπόντικας
μετροπόντικων	=	μετροπόντικας
μετροσέξουαλ	noun	υπερβολικά ευαίσθητος άνδρας σε θέματα περιποίησης
μετροταινία	noun	οποιοδήποτε είδος ταινίας που φέρει μετρικό σύστημα και χρησιμοποιείται σε μετρήσεις
μετροταινίας	noun	γενική ενικού του μετροταινία
μετροταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετροταινία
μετροταινιών	noun	γενική πληθυντικού του μετροταινία
μετροφωτογραφία	noun|dated	συνώνυμο του φωτογραμμετρία
μετροφωτογραφίας	=	μετροφωτογραφία
μετροφωτογραφίες	=	μετροφωτογραφία
μετροφωτογραφιών	=	μετροφωτογραφία
μετρούμαι	=	μετράω
μετρούμασταν	=	μετράω
μετρούμαστε	=	μετράω
μετρούμε	=	μετράω
μετρούμουν	=	μετράω
μετρούν	=	μετράω
μετρούνε	=	μετράω
μετρούνται	=	μετράω
μετρούνταν	=	μετράω
μετρούσα	=	μετράω
μετρούσαμε	=	μετράω
μετρούσαν	=	μετράω
μετρούσανε	=	μετράω
μετρούσασταν	=	μετράω
μετρούσαστε	=	μετράω
μετρούσατε	=	μετράω
μετρούσε	=	μετράω
μετρούσες	=	μετράω
μετρούσουν	=	μετράω
μετρό	noun	ηλεκτρικός σιδηρόδρομος κυρίως υπόγειος, όπως ήταν ο πρώτος που δημιουργήθηκε (ο υπόγειος του Λονδίνου, London Underground)
μετρώ	verb	άλλη μορφή του μετράω
μετρώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μετρώ, άλλη μορφή του μετρούμαι
μετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μετράω / μετρώ
μετσοβέλα	noun	είδος ημίσκληρου τυριού με ανάμεικτο πρόβειο, αγελαδινό και γίδινο γάλα, που παράγεται στο Μέτσοβο
μετσοβέλας	=	μετσοβέλα
μετσοβέλες	=	μετσοβέλα
μετσοβέλων	=	μετσοβέλα
μετσοβίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετσοβίτικο
μετσοβίτικε	adj	κλητική ενικού του μετσοβίτικος
μετσοβίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετσοβίτικη
μετσοβίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετσοβίτικος
μετσοβίτικης	adj	γενική ενικού του μετσοβίτικη
μετσοβίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μετσοβίτικος
μετσοβίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετσοβίτικος
μετσοβίτικος	adj	που έχει σχέση με το Μέτσοβο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
μετσοβίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μετσοβίτικος
μετσοβίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετσοβίτικος
μετσοβίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μετσοβίτικος
μετσοβόνε	noun	είδος ημίσκληρου καπνιστού τυριού απ’ το Μέτσοβο
μετσόβια	=	μετσόβιος
μετσόβιας	=	μετσόβιος
μετσόβιε	=	μετσόβιος
μετσόβιες	=	μετσόβιος
μετσόβιο	=	μετσόβιος
μετσόβιοι	=	μετσόβιος
μετσόβιος	adj	που έχει σχέση με το Μέτσοβο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
μετσόβιου	=	μετσόβιος
μετσόβιους	=	μετσόβιος
μετσόβιων	=	μετσόβιος
μετφορμίνες	=	μετφορμίνη
μετφορμίνη	noun	φάρμακα για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2
μετφορμίνης	=	μετφορμίνη
μετφορμινών	=	μετφορμίνη
μετωνικά	=	μετωνικός
μετωνικέ	=	μετωνικός
μετωνικές	=	μετωνικός
μετωνική	=	μετωνικός
μετωνικής	=	μετωνικός
μετωνικοί	=	μετωνικός
μετωνικού	=	μετωνικός
μετωνικούς	=	μετωνικός
μετωνικό	=	μετωνικός
μετωνικός	adj	(αστρονομία, ιστορία που σχετίζεται με το ημερολόγιο του Μέτωνα
μετωνικών	=	μετωνικός
μετωνυμία	noun	σχήμα λόγου όπου μία λέξη αντικαθίσταται με μία άλλη λέξη ή έκφραση που έχει διαφορετική αλλά σχετιζόμενη σημασία
μετωνυμίας	noun	γενική ενικού του μετωνυμία
μετωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωνυμία
μετωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωνυμικό	adv	με μετωνυμία
μετωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του μετωνυμικός
μετωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωνυμική
μετωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετωνυμικός
μετωνυμικής	adj	γενική ενικού του μετωνυμική
μετωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετωνυμικός
μετωνυμικού	adj	γενική ενικού του μετωνυμικός
μετωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετωνυμικός
μετωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του μετωνυμικός
μετωνυμικός	adj	που έχει σχέση με τη μετωνυμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μετωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του μετωνυμικός
μετωνυμικώς	adv|dated	μετωνυμικά
μετωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του μετωνυμία
μετωπίου	=	μετώπιο
μετωπίων	=	μετώπιο
μετωπιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετωπιαίος
μετωπιαίας	adj	γενική ενικού του μετωπιαία
μετωπιαίε	adj	μετωπιαίος, στην κλητική του ενικού
μετωπιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωπιαία
μετωπιαίο	adj	μετωπιαίος, στην αιτιατική του ενικού
μετωπιαίοι	adj	μετωπιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μετωπιαίος	adj	σχετικός με το μέτωπο
μετωπιαίου	adj	γενική ενικού του μετωπιαίος
μετωπιαίους	adj	μετωπιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μετωπιαίων	=	μετωπιαίος
μετωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωπικό	adv	κατά μέτωπο, από μπροστά
μετωπικέ	adj	κλητική ενικού του μετωπικός
μετωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωπική
μετωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετωπικός
μετωπικής	adj	γενική ενικού του μετωπική
μετωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετωπικός
μετωπικοτήτων	=	μετωπικότητα
μετωπικού	adj	γενική ενικού του μετωπικός
μετωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετωπικός
μετωπικό	adj	αιτιατική ενικού του μετωπικός
μετωπικός	adj	που σχετίζεται με το μέτωπο
μετωπικότης	noun	η μετωπικότητα
μετωπικότητα	noun	στην αρχαϊκή γλυπτική, η στάση ενός αγάλματος σε ένα κατακόρυφο, κατά μέτωπο, επίπεδο, χωρίς να στρίβει καθόλου προς το πλευρό
μετωπικότητας	noun	γενική ενικού του μετωπικότητα
μετωπικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωπικότητα
μετωπικών	adj	γενική πληθυντικού του μετωπικός
μετωποκροταφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωποκροταφικό
μετωποκροταφικέ	adj	κλητική ενικού του μετωποκροταφικός
μετωποκροταφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μετωποκροταφική
μετωποκροταφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μετωποκροταφικός
μετωποκροταφικής	adj	γενική ενικού του μετωποκροταφική
μετωποκροταφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μετωποκροταφικός
μετωποκροταφικού	adj	γενική ενικού του μετωποκροταφικός
μετωποκροταφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μετωποκροταφικός
μετωποκροταφικό	adj	αιτιατική ενικού του μετωποκροταφικός
μετωποκροταφικός	adj	που έχει σχέση με το μέτωπο και τους κροτάφους ή αναφέρεται σ’ αυτά
μετωποκροταφικών	adj	γενική πληθυντικού του μετωποκροταφικός
μετωπομαντεία	noun|rare	η μετωποσκοπία
μετωποσκοπία	noun|rare	μορφή μαντείας κατά την οποία ο μάντης διαβλέπει την προσωπικότητα, και τον χαρακτήρα κάποιου και προβλέπει το πεπρωμένο του με βάση το σχέδιο των γραμμών στο μέτωπό του
μετόπες	=	μετόπη
μετόπη	noun	πλάκα τετράγωνου σχήματος που βρίσκεται σε (αρχαία) οικοδομήματα στο κενό μεταξύ δύο τριγλύφων
μετόπης	=	μετόπη
μετόπισθεν	noun	η περιοχή που βρίσκεται πίσω από την πρώτη γραμμή ενός πολεμικού μετώπου
μετόχι	noun	κτήμα, οίκημα ή ναός που ανήκει σε μοναστήρι και βρίσκεται έξω από την κυρίως περιοχή του
μετόχια	=	μετόχι
μετόχου	noun	γενική ενικού του μέτοχος
μετόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μέτοχος
μετόχων	noun	γενική πληθυντικού του μέτοχος
μετώπια	=	μετώπιο
μετώπιο	noun	σημείο στο οστό του μετώπου που βρίσκεται στο μέσο μιας νοητής γραμμής που ενώνει τις δύο προεξοχές του ανθρώπινου μετώπου
μετώπιου	=	μετώπιο
μετώπιων	=	μετώπιο
μετώπου	noun	γενική ενικού του μέτωπο
μετώπων	noun	γενική πληθυντικού του μέτωπο
μεφίτιδα	noun	το αγριοκούναβο
μεφίτιδας	=	μεφίτιδα
μεφίτιδες	=	μεφίτιδα
μεφίτιζα	=	μεφιτίζω
μεφίτιζαν	=	μεφιτίζω
μεφίτιζε	=	μεφιτίζω
μεφίτιζες	=	μεφιτίζω
μεφίτις	noun	{ή Μεφίτης (αρσενικό), ή μεφίτιδα) Mephitis (το γένος των κουναβιών, σαρκοφάγων θηλαστικών της οικογένειας των Μουστελιδών)
μεφίτισα	=	μεφιτίζω
μεφίτισαν	=	μεφιτίζω
μεφίτισε	=	μεφιτίζω
μεφίτισες	=	μεφιτίζω
μεφιστοφελή	=	μεφιστοφελής
μεφιστοφελής	noun	η διαβολική υπόσταση στην τραγωδία Φάουστ τού Γκαίτε, στην οποία ο Ιωάννης Φάουστ παραχωρεί την ψυχή του, ώστε να ξαναβρεί τη νεότητά του
μεφιστοφελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μεφιστοφελικός	adv	με μεφιστοφελικό τρόπο
μεφιστοφελικέ	adj	κλητική ενικού του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεφιστοφελική
μεφιστοφελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικής	adj	γενική ενικού του μεφιστοφελική
μεφιστοφελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικού	adj	γενική ενικού του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικό	adj	αιτιατική ενικού του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικός	adj	που έχει σχέση με τον Μεφιστοφελή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μεφιστοφελικών	adj	γενική πληθυντικού του μεφιστοφελικός
μεφιστοφελικῶς	adv	μεφιστοφελικά
μεφιτίδων	=	μεφίτιδα
μεφιτίζαμε	=	μεφιτίζω
μεφιτίζαν	=	μεφιτίζω
μεφιτίζανε	=	μεφιτίζω
μεφιτίζατε	=	μεφιτίζω
μεφιτίζει	=	μεφιτίζω
μεφιτίζεις	=	μεφιτίζω
μεφιτίζετε	=	μεφιτίζω
μεφιτίζοντας	=	μεφιτίζω
μεφιτίζουμε	=	μεφιτίζω
μεφιτίζουν	=	μεφιτίζω
μεφιτίζουνε	=	μεφιτίζω
μεφιτίζω	verb	βγάζω δυσάρεστη μυρωδιά
μεφιτίσαμε	=	μεφιτίζω
μεφιτίσαν	=	μεφιτίζω
μεφιτίσανε	=	μεφιτίζω
μεφιτίσατε	=	μεφιτίζω
μεφιτίσει	=	μεφιτίζω
μεφιτίστε	=	μεφιτίζω
μεφιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεφιτικό
μεφιτικέ	adj	κλητική ενικού του μεφιτικός
μεφιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μεφιτική
μεφιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μεφιτικός
μεφιτικής	adj	γενική ενικού του μεφιτική
μεφιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεφιτικός
μεφιτικού	adj	γενική ενικού του μεφιτικός
μεφιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μεφιτικός
μεφιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μεφιτικός
μεφιτικός	adj	που αποπνέει μια δυσάρεστη μυρωδιά
μεφιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μεφιτικός
μεφιτισμέ	noun	κλητική ενικού του μεφιτισμός
μεφιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μεφιτισμός
μεφιτισμού	noun	γενική ενικού του μεφιτισμός
μεφιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μεφιτισμός
μεφιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του μεφιτισμός
μεφιτισμός	noun	η δημιουργία και εξάπλωση δυσάρεστων οσμών ή επικίνδυνων αερίων
μεφιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του μεφιτισμός
μεχκεμέ	=	μεχκεμές
μεχκεμέδες	=	μεχκεμές
μεχκεμέδων	=	μεχκεμές
μεχκεμές	noun|dated	δικαστήριο
μεχτέπι	noun	άλλη γραφή του μεκτέπι
μεχτέπια	=	μεχτέπι
μεχτεπιού	=	μεχτέπι
μεχτεπιών	=	μεχτέπι
μεϊνάραμε	=	μεϊνάρω
μεϊνάραν	=	μεϊνάρω
μεϊνάρανε	=	μεϊνάρω
μεϊνάρατε	=	μεϊνάρω
μεϊνάρει	=	μεϊνάρω
μεϊνάρεις	=	μεϊνάρω
μεϊνάρετε	=	μεϊνάρω
μεϊνάρισα	=	μεϊνάρω
μεϊνάρισαν	=	μεϊνάρω
μεϊνάρισε	=	μεϊνάρω
μεϊνάρισες	=	μεϊνάρω
μεϊνάροντας	=	μεϊνάρω
μεϊνάρουμε	=	μεϊνάρω
μεϊνάρουν	=	μεϊνάρω
μεϊνάρουνε	=	μεϊνάρω
μεϊνάρω	verb|informal	έχω ένα χαρακτήρα ως μέιν σε διαδικτυακό παιχνίδι, χρησιμοποιώ κυρίως αυτόν τον χαρακτήρα
μεϊναρίσαμε	=	μεϊνάρω
μεϊναρίσαν	=	μεϊνάρω
μεϊναρίσανε	=	μεϊνάρω
μεϊναρίσατε	=	μεϊνάρω
μεϊναρίσει	=	μεϊνάρω
μεϊναρίστε	=	μεϊνάρω
μεϊντάνι	noun|vulgar	υπαίθρια ανοιχτή έκταση σε κατοικημένη περιοχή ή κοντά σε αυτή
μεϊντάνια	=	μεϊντάνι
μεϊντανιού	=	μεϊντάνι
μεϊντανιών	=	μεϊντάνι
μη	particle	άλλη μορφή του μην	intj	δηλώνει απαγόρευση ή αποτροπή
μηδέ	conj	ούτε
μηδέν	num	ο αριθμός που δείχνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ποσότητας.	pron	ουδέτερο του μηδείς
μηδένιζα	=	μηδενίζω
μηδένιζαν	=	μηδενίζω
μηδένιζε	=	μηδενίζω
μηδένιζες	=	μηδενίζω
μηδένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδένιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μηδενίζω
μηδένισης	=	μηδένιση
μηδένισις	noun	μηδένιση, εκμηδένιση
μηδέποτε	adv	ποτέ, ουδέποτε
μηδίζαμε	=	μηδίζω
μηδίζαν	=	μηδίζω
μηδίζανε	=	μηδίζω
μηδίζατε	=	μηδίζω
μηδίζει	=	μηδίζω
μηδίζεις	=	μηδίζω
μηδίζετε	=	μηδίζω
μηδίζοντας	=	μηδίζω
μηδίζουμε	=	μηδίζω
μηδίζουν	=	μηδίζω
μηδίζουνε	=	μηδίζω
μηδίζω	verb	δηλώνω υποταγή στους Μήδους και τους ακολουθώ, πάω με το μέρος τους
μηδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσαν	=	μηδίζω
μηδίσανε	=	μηδίζω
μηδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδίζω
μηδαμινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδαμινό
μηδαμινέ	adj	κλητική ενικού του μηδαμινός
μηδαμινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδαμινή
μηδαμινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηδαμινός
μηδαμινής	adj	γενική ενικού του μηδαμινή
μηδαμινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδαμινός
μηδαμινοτήτων	=	μηδαμινότητα
μηδαμινού	adj	γενική ενικού του μηδαμινός
μηδαμινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηδαμινός
μηδαμινό	adj	αιτιατική ενικού του μηδαμινός
μηδαμινός	adj	αμελητέος, ασήμαντος
μηδαμινότης	noun	η μηδαμινότητα
μηδαμινότητα	noun	η ιδιότητα του μηδαμινού
μηδαμινότητας	=	μηδαμινότητα
μηδαμινότητες	=	μηδαμινότητα
μηδαμινών	adj	γενική πληθυντικού του μηδαμινός
μηδαμού	adv|archaic	πουθενά
μηδαμώς	adv	καθόλου
μηδείς	pron|formal	κανείς
μηδεμία	pron|formal	θηλυκό του μηδείς: καμία
μηδενίζαμε	=	μηδενίζω
μηδενίζαν	=	μηδενίζω
μηδενίζανε	=	μηδενίζω
μηδενίζατε	=	μηδενίζω
μηδενίζει	=	μηδενίζω
μηδενίζεις	=	μηδενίζω
μηδενίζετε	=	μηδενίζω
μηδενίζομαι	=	μηδενίζω
μηδενίζοντας	=	μηδενίζω
μηδενίζουμε	=	μηδενίζω
μηδενίζουν	=	μηδενίζω
μηδενίζουνε	=	μηδενίζω
μηδενίζω	verb	βαθμολογώ με το βαθμό μηδέν
μηδενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίσαν	=	μηδενίζω
μηδενίσανε	=	μηδενίζω
μηδενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδένιση
μηδενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίσεων	=	μηδένιση
μηδενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενίστρια	noun	η οπαδός του μηδενισμού
μηδενίστριας	noun	γενική ενικού του μηδενίστρια
μηδενίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενίστρια
μηδενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζω
μηδενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενικό
μηδενικέ	adj	κλητική ενικού του μηδενικός
μηδενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενική
μηδενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηδενικός
μηδενικής	adj	γενική ενικού του μηδενική
μηδενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδενικός
μηδενικοτήτων	=	μηδενικότητα
μηδενικού	adj	γενική ενικού του μηδενικός
μηδενικούρα	noun	το μηδενικό
μηδενικούρας	noun	γενική ενικού του μηδενικούρα
μηδενικούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενικούρα
μηδενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηδενικός
μηδενικό	noun	το αριθμητικό ψηφίο μηδέν (0)	adj	αιτιατική ενικού του μηδενικός
μηδενικός	adj	που έχει σχέση με το μηδέν ή ισούται με το μηδέν
μηδενικότητα	noun	ανυπαρξία, μη ύπαρξη, μη υπόσταση
μηδενικότητας	=	μηδενικότητα
μηδενικότητες	=	μηδενικότητα
μηδενικών	adj	γενική πληθυντικού του μηδενικός
μηδενισμέ	noun	κλητική ενικού του μηδενισμός
μηδενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενισμένο
μηδενισμένε	verb	κλητική ενικού του μηδενισμένος
μηδενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενισμένη
μηδενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηδενισμένος
μηδενισμένης	verb	γενική ενικού του μηδενισμένη
μηδενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μηδενισμένος
μηδενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδενισμένος
μηδενισμένος	=	μηδενίζω
μηδενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηδενισμένος
μηδενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηδενισμένος
μηδενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηδενισμένος
μηδενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδενισμός
μηδενισμού	noun	γενική ενικού του μηδενισμός
μηδενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηδενισμός
μηδενισμό	noun	αιτιατική ενικού του μηδενισμός
μηδενισμός	noun	η αναγωγή στο μηδέν
μηδενισμών	noun	γενική πληθυντικού του μηδενισμός
μηδενιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενιστής
μηδενιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μηδενιστής
μηδενιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστής	noun	ο οπαδός του μηδενισμού
μηδενιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενιστικό
μηδενιστικέ	adj	κλητική ενικού του μηδενιστικός
μηδενιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδενιστική
μηδενιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηδενιστικός
μηδενιστικής	adj	γενική ενικού του μηδενιστική
μηδενιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδενιστικός
μηδενιστικού	adj	γενική ενικού του μηδενιστικός
μηδενιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηδενιστικός
μηδενιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μηδενιστικός
μηδενιστικός	adj	που αφορά τον μηδενισμό
μηδενιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μηδενιστικός
μηδενιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μηδενίστρια
μηδενιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηδενίζομαι
μηδενιστών	noun	γενική πληθυντικού του μηδενιστής
μηδενός	=	μηδέν
μηδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδικό
μηδικέ	adj	κλητική ενικού του μηδικός
μηδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδική
μηδική	noun|formal	το τριφύλλι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηδικός
μηδικής	adj	γενική ενικού του μηδική
μηδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδικός
μηδικού	adj	γενική ενικού του μηδικός
μηδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηδικός
μηδικό	adj	αιτιατική ενικού του μηδικός
μηδικός	adj	που αναφέρεται στους Μήδους (ή στους Μήδους και τους Πέρσες, νοούμενους ως σύνολο)
μηδικών	adj	γενική πληθυντικού του μηδικός
μηδισμέ	=	μηδισμός
μηδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδισμένο
μηδισμένε	verb	κλητική ενικού του μηδισμένος
μηδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηδισμένη
μηδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηδισμένος
μηδισμένης	verb	γενική ενικού του μηδισμένη
μηδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μηδισμένος
μηδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηδισμένος
μηδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηδισμένος
μηδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηδισμένος
μηδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηδισμένος
μηδισμοί	=	μηδισμός
μηδισμού	=	μηδισμός
μηδισμούς	=	μηδισμός
μηδισμό	=	μηδισμός
μηδισμός	noun	η συνεργασία με τους Πέρσες κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων (490 - 431 π.Χ.), η συμπαράταξη με τους Μήδους (συνεκδοχικά το περσικό κράτος), η υποστήριξή τους ή και απλώς η μίμηση του τρόπου ζωής τους, η προδοσία για οποιοδήποτε λόγο
μηδισμών	=	μηδισμός
μηδόλως	adv|formal	καθόλου, με κανέναν τρόπο
μηκίστας	noun|rare	ο αθλητής του άλματος εις μήκος
μηκίστρια	noun|rare	η αθλήτρια του άλματος εις μήκος
μηκηθμέ	=	μηκηθμός
μηκηθμοί	=	μηκηθμός
μηκηθμού	=	μηκηθμός
μηκηθμούς	=	μηκηθμός
μηκηθμό	=	μηκηθμός
μηκηθμός	noun|archaic	βέλασμα
μηκηθμών	=	μηκηθμός
μηκοτομές	=	μηκοτομή
μηκοτομή	noun	αναπαράσταση μιας επιφάνειας με τομή κατά μήκος του άξονα της, με την οποία συσχετίζεται ο άξονας με την επιφάνεια και την κλίση της
μηκοτομής	=	μηκοτομή
μηκοτομών	=	μηκοτομή
μηκυνσιομέτρου	=	μηκυνσιόμετρο
μηκυνσιομέτρων	=	μηκυνσιόμετρο
μηκυνσιόμετρα	=	μηκυνσιόμετρο
μηκυνσιόμετρο	noun	όργανο μέτρησης των αλλοιώσεων ενός αντικειμένου υπό την επίδραση διαφόρων πιέσεων
μηκυνσιόμετρου	=	μηκυνσιόμετρο
μηκυνσιόμετρων	=	μηκυνσιόμετρο
μηκωνέλαια	=	μηκωνέλαιο
μηκωνέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από σπόρους του φυτού μήκων (παπαρούνα)
μηκωνέλαιου	=	μηκωνέλαιο
μηκωνέλαιων	=	μηκωνέλαιο
μηκωνίου	=	μηκώνιο
μηκωνίων	=	μηκώνιο
μηκωνελαίου	=	μηκωνέλαιο
μηκωνελαίων	=	μηκωνέλαιο
μηκύνσεις	=	μήκυνση
μηκύνσεων	=	μήκυνση
μηκύνω	verb|formal	άλλη μορφή του επιμηκύνω
μηκώμαι	verb|archaic	βελάζω
μηκών	=	μήκος
μηκώνια	=	μηκώνιο
μηκώνιο	noun	ο χυμός του φυτού Μήκων η υπνοφόρος
μηκώνιου	=	μηκώνιο
μηκώνιων	=	μηκώνιο
μηκώνων	=	μήκων
μηλέα	=	μηλιά
μηλέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλέλαιο
μηλέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από σπόρους μήλων
μηλέλαιου	=	μηλέλαιο
μηλέλαιων	=	μηλέλαιο
μηλέμπορε	=	μηλέμπορος
μηλέμπορο	=	μηλέμπορος
μηλέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλέμπορος
μηλέμπορος	noun	αυτός που εμπορεύεται μήλα, κυρίως στο χονδρικό εμπόριο εσωτερικού ή εξωτερικού
μηλέμπορου	=	μηλέμπορος
μηλέμπορους	=	μηλέμπορος
μηλέμπορων	=	μηλέμπορος
μηλίγγι	noun	το μηνίγγι, ο κρόταφος
μηλίγγια	=	μηλίγγι
μηλίνες	=	μηλίνη
μηλίνη	noun	κρέμα που φτιάχνεται από χυμό μήλων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους λόγια μορφή του μήλινος
μηλίνης	=	μήλινος
μηλίνου	=	μήλινος
μηλίνους	=	μήλινος
μηλίνων	=	μήλινος
μηλίτες	=	μηλίτης
μηλίτη	=	μηλίτης
μηλίτης	noun	ανθρακούχο αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση μήλων	adj	που παράγεται από τη ζύμωση μήλων
μηλίτσα	noun	μικρή, χαριτωμένη μηλιά
μηλίτσας	=	μηλίτσα
μηλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλίτσα
μηλίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλίτσι
μηλαδέρφι	noun|vulgar	ετεροθαλής αδερφός ή αδερφή
μηλαδέρφια	=	μηλαδέρφι
μηλαδερφιού	=	μηλαδέρφι
μηλαδερφιών	=	μηλαδέρφι
μηλαράκι	noun	μικρό μήλο
μηλαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλαράκι
μηλαφάνα	noun	(λαϊκότροπο) κοινή ονομασία του φυτού "αστράγαλος ο κυλλήνιος"
μηλαφάνας	=	μηλαφάνα
μηλαφάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλαφάνα
μηλαφάνων	=	μηλαφάνα
μηλελαίου	=	μηλέλαιο
μηλελαίων	=	μηλέλαιο
μηλεμπόρου	=	μηλέμπορος
μηλεμπόρους	=	μηλέμπορος
μηλεμπόρων	=	μηλέμπορος
μηλεώνα	=	μηλεώνας
μηλεώνας	noun|formal	λόγια μορφή του μηλιώνας
μηλεώνες	=	μηλεώνας
μηλεώνων	=	μηλεώνας
μηλιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο (του είδους Malus domestica) με ελλειψοειδή φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα μήλα
μηλιάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλιάδι
μηλιάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλιάκος
μηλιάς	noun	γενική ενικού του μηλιά
μηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλιά
μηλιγγιού	=	μηλίγγι
μηλιγγιών	=	μηλίγγι
μηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλικό
μηλικέ	adj	κλητική ενικού του μηλικός
μηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλική
μηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηλικός
μηλικής	adj	γενική ενικού του μηλική
μηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλικός
μηλικογαλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλικογαλακτικό
μηλικογαλακτικέ	adj	κλητική ενικού του μηλικογαλακτικός
μηλικογαλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλικογαλακτική
μηλικογαλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηλικογαλακτικός
μηλικογαλακτικής	adj	γενική ενικού του μηλικογαλακτική
μηλικογαλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλικογαλακτικός
μηλικογαλακτικού	adj	γενική ενικού του μηλικογαλακτικός
μηλικογαλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηλικογαλακτικός
μηλικογαλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του μηλικογαλακτικός
μηλικογαλακτικός	adj	η μετατροπή του L-μηλικού οξέως σε L-γαλακτικό οξύ κατά τη διαδικασία της οινοποίησης
μηλικογαλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του μηλικογαλακτικός
μηλικού	adj	γενική ενικού του μηλικός
μηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηλικός
μηλικό	adj	αιτιατική ενικού του μηλικός
μηλικός	adj	που προέρχεται από μήλο
μηλικών	adj	γενική πληθυντικού του μηλικός
μηλινών	=	μηλίνη
μηλιοριού	=	μηλιόρι
μηλιοριών	=	μηλιόρι
μηλιτών	=	μηλίτης
μηλιόρα	noun|dated	άλλη μορφή του μιλιόρα
μηλιόρας	=	μηλιόρα
μηλιόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλιόρα
μηλιόρι	noun|dated	άλλη μορφή του μιλιόρι
μηλιόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλιόρι
μηλιών	=	μηλιά
μηλιώνα	=	μηλιώνας
μηλιώνας	noun	μεγάλη φυτεία με μηλιές
μηλιώνες	=	μηλιώνας
μηλιώνων	=	μηλιώνας
μηλιώτικα	=	μηλιώτικος
μηλιώτικε	=	μηλιώτικος
μηλιώτικες	=	μηλιώτικος
μηλιώτικη	=	μηλιώτικος
μηλιώτικης	=	μηλιώτικος
μηλιώτικο	=	μηλιώτικος
μηλιώτικοι	=	μηλιώτικος
μηλιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Μηλιά, Μηλιές ή Μήλος ή τους κατοίκους του
μηλιώτικου	=	μηλιώτικος
μηλιώτικους	=	μηλιώτικος
μηλιώτικων	=	μηλιώτικος
μηλοέλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοέλατο
μηλοέλατο	noun	κοινή ονομασία του φυτού "πεύκη η λαρικοειδής".
μηλοέλατου	=	μηλοέλατο
μηλοέλατων	=	μηλοέλατο
μηλοβολία	noun	η επιλογή ή ανάδειξη προσώπου με βολή μήλου
μηλοβολίας	noun	γενική ενικού του μηλοβολία
μηλοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοβολία
μηλοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοβολημένο
μηλοβολημένε	verb	κλητική ενικού του μηλοβολημένος
μηλοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοβολημένη
μηλοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηλοβολημένος
μηλοβολημένης	verb	γενική ενικού του μηλοβολημένη
μηλοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του μηλοβολημένος
μηλοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοβολημένος
μηλοβολημένος	verb	που έχει μηλοβοληθεί
μηλοβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηλοβολημένος
μηλοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηλοβολημένος
μηλοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηλοβολημένος
μηλοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοβολία
μηλοβολώ	verb	αναδεικνύω, επιλέγω με ρίψη μήλου
μηλοβόλε	=	μηλοβόλος
μηλοβόλο	=	μηλοβόλος
μηλοβόλοι	=	μηλοβόλος
μηλοβόλος	adj|dated	που πετούσε μήλα σε κοπέλα, ως ένδειξη αγάπης
μηλοβόλου	=	μηλοβόλος
μηλοβόλους	=	μηλοβόλος
μηλοβόλων	=	μηλοβόλος
μηλογρανίτα	noun	γρανίτα που παρασκευάζεται από φέτες μήλων
μηλογρανίτας	noun	γενική ενικού του μηλογρανίτα
μηλογρανίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλογρανίτα
μηλογρανιτών	noun	γενική πληθυντικού του μηλογρανίτα
μηλοδιαλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοδιαλογή
μηλοελάτου	=	μηλοέλατο
μηλοελάτων	=	μηλοέλατο
μηλοκάκτου	=	μηλόκακτος
μηλοκάκτους	=	μηλόκακτος
μηλοκάκτων	=	μηλόκακτος
μηλοκάρπουζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκάρπουζο
μηλοκάρπουζο	noun	το σφαιρικό καρπούζι που παράγει η μηλοκαρπουζιά
μηλοκάρπουζου	=	μηλοκάρπουζο
μηλοκάρπουζων	=	μηλοκάρπουζο
μηλοκέικ	noun	κέικ που παρασκευάζεται με βάση τα μήλα
μηλοκαθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκαθαριστής
μηλοκαθαριστή	=	μηλοκαθαριστής
μηλοκαθαριστής	noun	βοηθητικό σκεύος κουζίνας αποφλοίωσης μήλων
μηλοκαθαριστών	=	μηλοκαθαριστής
μηλοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια μηλιών, άλλη μορφή του μηλεοκαλλιέργεια
μηλοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του μηλοκαλλιέργεια
μηλοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκαλλιέργεια
μηλοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοκαλλιέργεια
μηλοκαλλιεργητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκαλλιεργητής
μηλοκαλλιεργητή	=	μηλοκαλλιεργητής
μηλοκαλλιεργητής	noun	αυτός που καλλιεργεί μηλιές
μηλοκαλλιεργητών	=	μηλοκαλλιεργητής
μηλοκαρπουζιά	noun	η ποικιλία καρπουζιάς που παράγει σφαιρικά καρπούζια, τα λεγόμενα μηλοκαρπούζια, ή μηλοκάρπουζα
μηλοκαρπουζιάς	=	μηλοκαρπουζιά
μηλοκαρπουζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκαρπουζιά
μηλοκαρπουζιού	=	μηλοκαρπούζι
μηλοκαρπουζιών	=	μηλοκαρπούζι
μηλοκαρπούζι	noun	άλλη μορφή του μηλοκάρπουζο
μηλοκαρπούζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκαρπούζι
μηλοκολοκυθών	=	μηλοκολοκύθα
μηλοκολοκύθα	noun	η ποικιλία νεροκολοκύθας που παράγει σφαιρικές κολοκύθες, τα λεγόμενα και μηλοκολόκυθα ή μηλονεροκολόκυθα
μηλοκολοκύθας	=	μηλοκολοκύθα
μηλοκολοκύθες	=	μηλοκολοκύθα
μηλοκολόκυθα	=	μηλοκολόκυθο
μηλοκολόκυθο	noun	άλλη μορφή του μηλοκολοκύθα
μηλοκολόκυθου	=	μηλοκολόκυθο
μηλοκολόκυθων	=	μηλοκολόκυθο
μηλοκοπτών	=	μηλοκόπτης
μηλοκρινίδες	noun	οικογένεια ζώων που έχουν εκλείψει, ανήκαν στη τάξη των καμεράτων εχινοδέρμων, κυριότερος είδος του οποίου ήταν ο μηλόκρινος.
μηλοκυδωνιού	=	μηλοκυδώνι
μηλοκυδωνιών	=	μηλοκυδώνι
μηλοκυδώνι	noun	κυδώνι σε μέγεθος και μορφή μήλου
μηλοκυδώνια	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοκυδώνι
μηλοκόπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκόπτης
μηλοκόπτη	=	μηλοκόπτης
μηλοκόπτης	noun	σκεύος κουζίνας κοπής μήλων σε ομοιόμορφες φέτες
μηλοκόφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκόφινο
μηλοκύδωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοκύδωνο
μηλοκύδωνο	noun	κυδώνι σε μέγεθος και μορφή μήλου
μηλοκύδωνου	=	μηλοκύδωνο
μηλοκύδωνων	=	μηλοκύδωνο
μηλολονθών	=	μηλολόνθη
μηλολουχουλιού	=	μηλολουχούλι
μηλολουχουλιών	=	μηλολουχούλι
μηλολουχούλι	noun	ποντιακό γλυκό που περιέχει μήλα ως συνοδευτικό αφεψημάτων
μηλολουχούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλολουχούλι
μηλολόνθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλολόνθη
μηλολόνθη	noun	έντομο εδάφους που προκαλεί ζημιές στα λαχανικά
μηλολόνθης	=	μηλολόνθη
μηλομάγουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλομάγουλο
μηλομάγουλο	noun	το εξογκωμένο τμήμα της παρειάς, του μάγουλου
μηλομάγουλου	noun	γενική ενικού του μηλομάγουλο
μηλομάγουλων	noun	γενική πληθυντικού του μηλομάγουλο
μηλομάχε	=	μηλομάχος
μηλομάχο	=	μηλομάχος
μηλομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλομάχος
μηλομάχος	noun	αυτός που συμμετέχει σε μηλομαχία ή μηλοπόλεμο
μηλομάχου	=	μηλομάχος
μηλομάχους	=	μηλομάχος
μηλομάχων	=	μηλομάχος
μηλομαρμελάδα	noun	μαρμελάδα από, ή με, μήλα.
μηλομαρμελάδας	=	μηλομαρμελάδα
μηλομαρμελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλομαρμελάδα
μηλομαρμελάδων	=	μηλομαρμελάδα
μηλομαχία	noun	μάχη με μήλα, πετροβολισμός με μήλα
μηλομαχίας	noun	γενική ενικού του μηλομαχία
μηλομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλομαχία
μηλομαχητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλομαχητής
μηλομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του μηλομαχία
μηλοναμίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοναμίδιο
μηλοναμίδιο	noun	σώμα στερεό παράγωγο του μηλονικού οξέος, που παρέχει την αντίδραση της διουρίας
μηλοναμίδιου	=	μηλοναμίδιο
μηλοναμίδιων	=	μηλοναμίδιο
μηλοναμιδίου	=	μηλοναμίδιο
μηλοναμιδίων	=	μηλοναμίδιο
μηλονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηλονικός
μηλονυλίου	=	μηλονύλιο
μηλονυλίων	=	μηλονύλιο
μηλονυλουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλονυλουρία
μηλονυλοχλωρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλονυλοχλωρίδιο
μηλονυλοχλωρίδιο	noun	χημική ένωση παράγωγη του μηλονικού οξέος
μηλονυλοχλωρίδιου	=	μηλονυλοχλωρίδιο
μηλονυλοχλωρίδιων	=	μηλονυλοχλωρίδιο
μηλονυλοχλωριδίου	=	μηλονυλοχλωρίδιο
μηλονυλοχλωριδίων	=	μηλονυλοχλωρίδιο
μηλονύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλονύλιο
μηλονύλιο	noun	δισθενής ρίζα που συμβάλει σε παράγωγα του μηλονικού οξέος
μηλονύλιου	=	μηλονύλιο
μηλονύλιων	=	μηλονύλιο
μηλοξίδου	=	μηλόξιδο
μηλοξίδων	=	μηλόξιδο
μηλοπέπονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπέπονο
μηλοπέπονο	noun	το σφαιρικό πεπόνι που παράγει η μηλοπεπονιά (Πέπων ο κοινός)
μηλοπέπονου	=	μηλοπέπονο
μηλοπέπονων	=	μηλοπέπονο
μηλοπαραγωγά	=	μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγέ	noun	κλητική ενικού του μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπαραγωγή
μηλοπαραγωγή	noun	η παραγωγή μήλων ενός μηλεώνα, ή μιας περιοχής, ή διοικητικής περιφέρειας
μηλοπαραγωγής	=	μηλοπαραγωγή
μηλοπαραγωγο	=	μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγος	=	μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγού	noun	γενική ενικού του μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του μηλοπαραγωγός
μηλοπαραγωγός	noun	ο καλλιεργητής μηλιών και παραγωγός μήλων	adj	που παράγει μήλα
μηλοπαραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοπαραγωγός
μηλοπαστάκι	noun	μικρή μηλόπαστα
μηλοπαστάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπαστάκι
μηλοπεπονιά	noun	η πεπονιά που παράγει σφαιρικά πεπόνια τα λεγόμενα μηλοπέπονα, αντί για τα ατρακτοειδή
μηλοπεπονιάς	=	μηλοπεπονιά
μηλοπεπονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπεπονιά
μηλοπεπονιού	=	μηλοπεπόνι
μηλοπεπονιών	=	μηλοπεπόνι
μηλοπεπόνι	noun	το σφαιρικό πεπόνι που παράγει η μηλοπεπονιά (Πέπων ο κοινός)
μηλοπεπόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπεπόνι
μηλοπεύκου	=	μηλόπευκο
μηλοπεύκων	=	μηλόπευκο
μηλοπηπονιά	noun	έτερη κοινή ονομασία του φυτού - βοτάνου "μανδραγόρας ο φαρμακευτικός"
μηλοπηπονιάς	=	μηλοπηπονιά
μηλοπηπονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπηπονιά
μηλοπηπονιών	=	μηλοπηπονιά
μηλοπιτάκι	noun	μικρή μηλόπιτα
μηλοπιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπιτάκι
μηλοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του μηλόπιτα
μηλοπολτέ	noun	κλητική ενικού του μηλοπολτός
μηλοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοπολτός
μηλοπολτού	noun	γενική ενικού του μηλοπολτός
μηλοπολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηλοπολτός
μηλοπολτό	noun	αιτιατική ενικού του μηλοπολτός
μηλοπολτός	noun	πολτός από μήλα
μηλοπολτών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοπολτός
μηλοπουρέ	=	μηλοπουρές
μηλοπουρέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπουρές
μηλοπουρέδων	=	μηλοπουρές
μηλοπουρές	noun	πουρές που παρασκευάζεται από βρασμένα και λιωμένα μήλα
μηλοπουρνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπουρνάρι
μηλοπουρνάρου	=	μηλοπούρναρο
μηλοπουρνάρων	=	μηλοπούρναρο
μηλοπούρναρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπούρναρο
μηλοπούρναρο	noun	κοινή ονομασία του φυτού - θάμνου "ελαιόπρινος ο οξύφυλλος", οι δηλητηριώδεις καρποί του μοιάζουν με πολύ μικρά κόκκινα μήλα.
μηλοπούρναρου	=	μηλοπούρναρο
μηλοπούρναρων	=	μηλοπούρναρο
μηλοπράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοπράτης
μηλοπράτη	=	μηλοπράτης
μηλοπράτης	noun	ο έμπορος μήλων. ο μηλέμπορος
μηλοπρατών	=	μηλοπράτης
μηλοπόλεμε	=	μηλοπόλεμος
μηλοπόλεμο	=	μηλοπόλεμος
μηλοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοπόλεμος
μηλοπόλεμος	noun	πόλεμος με μήλα
μηλοπόλεμου	=	μηλοπόλεμος
μηλοπόλεμους	=	μηλοπόλεμος
μηλοπόλεμων	=	μηλοπόλεμος
μηλοριζίκι	noun	το μήλο που ρίχνεται στη μεθύρα ή καλάθι του Κλήδωνα, κατά το ομώνυμο έθιμο. (στη ναξιακή και νησιωτική διάλεκτο)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
μηλοριζίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοριζίκι
μηλοριζικιού	=	μηλοριζίκι
μηλοριζικιών	=	μηλοριζίκι
μηλοροδάκινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοροδάκινο
μηλοροδάκινο	noun	το νεκταρίνι
μηλοροδάκινου	noun	γενική ενικού του μηλοροδάκινο
μηλοροδάκινων	noun	γενική πληθυντικού του μηλοροδάκινο
μηλοροδακινιά	noun	η ποικιλία ροδακινιάς που παράγει καρπούς με λεία φλούδα χωρίς χνούδι τα λεγόμενα μηλοροδάκινα
μηλοροδακινιάς	=	μηλοροδακινιά
μηλοροδακινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοροδακινιά
μηλοροδακινιών	=	μηλοροδακινιά
μηλοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό μήλα
μηλοσαλάτας	noun	γενική ενικού του μηλοσαλάτα
μηλοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοσαλάτα
μηλοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοσαλάτα
μηλοσφακιά	noun|dated	κοινή ονομασία του φυτού - βοτάνου Ελελίσφακος ο μηλοφόρος, η φασκομηλιά
μηλοσφακιάς	=	μηλοσφακιά
μηλοσφακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοσφακιά
μηλοσφακιών	=	μηλοσφακιά
μηλοταρτάκι	noun	μικρή μηλόταρτα
μηλοταρτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοταρτάκι
μηλοτηγανίτα	noun	τηγανίτα από μήλο
μηλοτηγανίτας	noun	γενική ενικού του μηλοτηγανίτα
μηλοτηγανίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοτηγανίτα
μηλοτηγανιτών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοτηγανίτα
μηλοτόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοτόπι
μηλοφάγα	=	μηλοφάγος
μηλοφάγας	=	μηλοφάγος
μηλοφάγε	=	μηλοφάγος
μηλοφάγες	=	μηλοφάγος
μηλοφάγο	=	μηλοφάγος
μηλοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοφάγος
μηλοφάγος	adj	που ανήκει στο γένος Μηλοφάγος και έχει τις χαρακτηριστικές του ιδιότητες, βλαβερές ιδίως για τα πρόβατα	noun	έντομο που ανήκει στο γένος Μηλοφάγος
μηλοφάγου	=	μηλοφάγος
μηλοφάγους	=	μηλοφάγος
μηλοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του μηλοφάγος
μηλοφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηλοφαγωμένος
μηλοφασκιά	noun	άλλη μορφή του μηλοσφακιά, η φασκομηλιά
μηλοφασκιάς	=	μηλοφασκιά
μηλοφασκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοφασκιά
μηλοφασκιών	=	μηλοφασκιά
μηλοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλοφορία
μηλοφόρα	=	μηλοφόρος
μηλοφόρε	=	μηλοφόρος
μηλοφόρο	=	μηλοφόρος
μηλοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοφόρος
μηλοφόρον	=	μηλοφόρος
μηλοφόρος	adj	αυτός που φέρει / κρατά μήλα
μηλοφόρου	=	μηλοφόρος
μηλοφόρους	=	μηλοφόρος
μηλοφόρων	=	μηλοφόρος
μηλοχυμέ	noun	κλητική ενικού του μηλοχυμός
μηλοχυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλοχυμός
μηλοχυμού	noun	γενική ενικού του μηλοχυμός
μηλοχυμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηλοχυμός
μηλοχυμό	noun	αιτιατική ενικού του μηλοχυμός
μηλοχυμός	noun	αναψυκτικό από μήλα
μηλοχυμών	noun	γενική πληθυντικού του μηλοχυμός
μηλωτές	=	μηλωτή
μηλωτή	noun|dated	προβιά, ένδυμα ή σκέπασμα από δέρμα προβάτου
μηλωτής	=	μηλωτή
μηλωτών	=	μηλωτή
μηλόγαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόγαμο
μηλόγαμο	noun|vulgar	(ιδιωματικό): μήλο που χρησιμοποιείται σε έθιμα γάμου
μηλόγαμου	noun	γενική ενικού του μηλόγαμο
μηλόγαμων	noun	γενική πληθυντικού του μηλόγαμο
μηλόδενδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόδενδρο
μηλόδενδρο	noun	οποιαδήποτε ποικιλία μηλιάς, ως δένδρο, από δενδροκομικής και κηπουρικής άποψης
μηλόδενδρου	=	μηλόδενδρο
μηλόδενδρων	=	μηλόδενδρο
μηλόκακτε	=	μηλόκακτος
μηλόκακτο	=	μηλόκακτος
μηλόκακτοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόκακτος
μηλόκακτος	noun	το ταξινομικό γένος Μελόκακτος
μηλόκακτου	=	μηλόκακτος
μηλόκακτους	=	μηλόκακτος
μηλόκακτων	=	μηλόκακτος
μηλόκεδρε	=	μηλόκεδρος
μηλόκεδρο	=	μηλόκεδρος
μηλόκεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλόκεδρος
μηλόκεδρος	noun	κοινή ονομασία του φυτού "Άρκευθος η κάκοσμος"
μηλόκεδρου	=	μηλόκεδρος
μηλόκεδρους	=	μηλόκεδρος
μηλόκεδρων	=	μηλόκεδρος
μηλόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόκλαδο
μηλόκλαδο	noun	κλάδος μηλιάς
μηλόκλαδου	noun	γενική ενικού του μηλόκλαδο
μηλόκλαδων	noun	γενική πληθυντικού του μηλόκλαδο
μηλόκρασα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόκρασο
μηλόκρασο	noun	ο μηλίτης
μηλόκρασου	noun	γενική ενικού του μηλόκρασο
μηλόκρασων	noun	γενική πληθυντικού του μηλόκρασο
μηλόκρεμα	noun	κρέμα από μήλα
μηλόκρεμας	=	μηλόκρεμα
μηλόκρεμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόκρεμα
μηλόκρεμων	=	μηλόκρεμα
μηλόκρινοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηλόκρινος
μηλόμελες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόμελη
μηλόξιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόξιδο
μηλόξιδο	noun	φυσικό προϊόν ζύμωσης χυμού μήλων που χρησιμοποιείται ως ντρέσινγκ σε σαλάτες αλλά και ως θεραπευτικό - βάλσαμο
μηλόξιδου	=	μηλόξιδο
μηλόξυδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόξυδο
μηλόξυδο	noun	άλλη γραφή του μηλόξιδο
μηλόξυδου	noun	γενική ενικού του μηλόξυδο
μηλόξυδων	noun	γενική πληθυντικού του μηλόξυδο
μηλόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόξυλο
μηλόξυλο	noun	ξύλο μηλιάς
μηλόξυλου	noun	γενική ενικού του μηλόξυλο
μηλόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του μηλόξυλο
μηλόπαστα	noun|rare	πάστα από μήλα
μηλόπαστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόπαστα
μηλόπευκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόπευκο
μηλόπευκο	noun	κοινή ονομασία του φυτού "πεύκη η λαρικοειδής".
μηλόπευκου	=	μηλόπευκο
μηλόπευκων	=	μηλόπευκο
μηλόπιτα	noun	πίτα γεμισμένη με μείγμα από ζάχαρη, μήλα και άλλα συστατικά
μηλόπιτας	noun	γενική ενικού του μηλόπιτα
μηλόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόπιτα
μηλόσαλτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόσαλτσα
μηλόσουπα	noun	σούπα που παρασκευάζεται με μήλα
μηλόσουπας	noun	γενική ενικού του μηλόσουπα
μηλόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόσουπα
μηλόσποροι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόσπορος
μηλόταρτα	noun	τάρτα από μήλα
μηλόταρτας	=	μηλόταρτα
μηλόταρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόταρτα
μηλόταρτων	=	μηλόταρτα
μηλότουρτα	noun	τούρτα από μήλα
μηλότουρτας	=	μηλότουρτα
μηλότουρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλότουρτα
μηλότουρτων	=	μηλότουρτα
μηλόφλουδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόφλουδα
μηλόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόφυλλο
μηλόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόχορτο
μηλόχορτο	noun	(λαϊκότροπο) κοινή ονομασία του φυτού - βοτάνου "υοσκύαμος ο μέλας" (hyoskyamus niger), γνωστό από την αρχαιότητα
μηλόχορτου	noun	γενική ενικού του μηλόχορτο
μηλόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του μηλόχορτο
μηλώνα	=	μηλώνας
μηλώνας	noun	άλλη μορφή του μηλεώνας
μηλώνες	=	μηλώνας
μηλώνων	=	μηλώνας
μημειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μημειακή
μημειακής	adj	γενική ενικού του μημειακή
μημουάπτου	noun	άλλη μορφή του μη μου άπτου
μημουαπτισμέ	=	μημουαπτισμός
μημουαπτισμοί	=	μημουαπτισμός
μημουαπτισμού	=	μημουαπτισμός
μημουαπτισμούς	=	μημουαπτισμός
μημουαπτισμό	=	μημουαπτισμός
μημουαπτισμός	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση τού μη μου άπτου
μημουαπτισμών	=	μημουαπτισμός
μην	particle	σε ευθείες ερωτήσεις δηλώνει απορία, προσδοκία
μηνάρας	noun	άλλη γραφή του μινάρας
μηνίγγι	noun	η μήνιγγα
μηνίγγια	=	μηνίγγι
μηνίγγων	=	μήνιγγα
μηνίσκε	noun	κλητική ενικού του μηνίσκος
μηνίσκο	noun	αιτιατική ενικού του μηνίσκος
μηνίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηνίσκος
μηνίσκος	noun	το γεωμετρικό σχήμα που ορίζεται από δύο τόξα, τα οποία έχουν κοινά άκρα και βρίσκονται προς την ίδια πλευρά της κοινής χορδής
μηνίσκου	noun	γενική ενικού του μηνίσκος
μηνίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηνίσκος
μηνίσκων	noun	γενική πληθυντικού του μηνίσκος
μηναία	=	μηναίο
μηναίο	noun	εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες των ακινήτων εορτών ενός μήνα
μηναίου	=	μηναίο
μηναίων	=	μηναίο
μηνιάτικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνιάτικο
μηνιάτικε	=	μηνιάτικος
μηνιάτικες	=	μηνιάτικος
μηνιάτικη	=	μηνιάτικος
μηνιάτικης	=	μηνιάτικος
μηνιάτικο	noun	ο μηνιαίος μισθός
μηνιάτικοι	=	μηνιάτικος
μηνιάτικος	adj	που έχει σχέση με το μηνιάτικο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μηνιάτικου	=	μηνιάτικος
μηνιάτικους	=	μηνιάτικος
μηνιάτικων	=	μηνιάτικος
μηνιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηνιαίος	adv	με τον μήνα
μηνιαίας	adj	γενική ενικού του μηνιαία
μηνιαίε	adj	μηνιαίος, στην κλητική του ενικού
μηνιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνιαία
μηνιαίο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μηνιαίος
μηνιαίοι	adj	μηνιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μηνιαίος	adj	που έχει διάρκεια ενός μηνός, αντιστοιχεί σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ή υπολογίζεται με τον μήνα
μηνιαίου	adj	γενική ενικού του μηνιαίος
μηνιαίους	adj	μηνιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μηνιαίων	=	μηνιαίος
μηνιαίως	adv|formal	άλλη μορφή του μηνιαία
μηνιγγίτιδα	noun	φλεγμονή των μηνίγγων που προκαλείται από λοίμωξη
μηνιγγίτιδας	=	μηνιγγίτιδα
μηνιγγίτιδες	=	μηνιγγίτιδα
μηνιγγίτιδων	=	μηνιγγίτιδα
μηνιγγίωμα	noun	καλοήθης (πρωτοπαθής) εγκεφαλικός όγκος που προέρχεται από την περιοχή της μήνιγγας
μηνιγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνιγγικό
μηνιγγικέ	adj	κλητική ενικού του μηνιγγικός
μηνιγγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνιγγική
μηνιγγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηνιγγικός
μηνιγγικής	adj	γενική ενικού του μηνιγγική
μηνιγγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηνιγγικός
μηνιγγικού	adj	γενική ενικού του μηνιγγικός
μηνιγγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηνιγγικός
μηνιγγικό	adj	αιτιατική ενικού του μηνιγγικός
μηνιγγικός	adj	που έχει σχέση με μηνίγγια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
μηνιγγικών	adj	γενική πληθυντικού του μηνιγγικός
μηνιγγιού	=	μηνίγγι
μηνιγγισμέ	=	μηνιγγισμός
μηνιγγισμοί	=	μηνιγγισμός
μηνιγγισμού	=	μηνιγγισμός
μηνιγγισμούς	=	μηνιγγισμός
μηνιγγισμό	=	μηνιγγισμός
μηνιγγισμός	noun	άλλη μορφή του μηνιγγιτισμός
μηνιγγισμών	=	μηνιγγισμός
μηνιγγιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνιγγιτικό
μηνιγγιτικέ	adj	κλητική ενικού του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνιγγιτική
μηνιγγιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτικής	adj	γενική ενικού του μηνιγγιτική
μηνιγγιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτικού	adj	γενική ενικού του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτικός	adj	σχετικός με τη μηνιγγίτιδα
μηνιγγιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μηνιγγιτικός
μηνιγγιτισμέ	=	μηνιγγιτισμός
μηνιγγιτισμοί	=	μηνιγγιτισμός
μηνιγγιτισμού	=	μηνιγγιτισμός
μηνιγγιτισμούς	=	μηνιγγιτισμός
μηνιγγιτισμό	=	μηνιγγιτισμός
μηνιγγιτισμός	noun	σύνολο συμπτωμάτων παρόμοιων με της μηνιγγίτιδας (αυχενική δυσκαμψία, φωτοφοβία, πονοκέφαλος), που όμως δεν σχετίζονται με μηνιγγίτιδα
μηνιγγιτισμών	=	μηνιγγιτισμός
μηνιγγιωμάτων	=	μηνιγγίωμα
μηνιγγιώματα	=	μηνιγγίωμα
μηνιγγιώματος	=	μηνιγγίωμα
μηνιγγιών	=	μηνίγγι
μηνιγγῖτις	noun	η μηνιγγίτιδα
μηνοειδές	=	μηνοειδής
μηνοειδή	=	μηνοειδής
μηνοειδής	adj	που έχει το σχήμα μηνίσκου ή μισοφέγγαρου
μηνοειδείς	=	μηνοειδής
μηνοειδούς	=	μηνοειδής
μηνοειδών	=	μηνοειδής
μηνολογίου	noun	γενική ενικού του μηνολόγιο
μηνολογίων	noun	γενική πληθυντικού του μηνολόγιο
μηνολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνολόγιο
μηνολόγιο	noun	το μηναίο, εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες των ακινήτων εορτών ενός μήνα
μηνολόγιου	=	μηνολόγιο
μηνορραγία	noun	σημαντική απώλεια αίματος ή μεγαλύτερη διάρκεια κατά την εμμηνορρυσία (κοινά αναφερόμενη περίοδο)
μηνορραγίας	noun	γενική ενικού του μηνορραγία
μηνορραγίες	=	μηνορραγία
μηνορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του μηνορραγία
μηνυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθήκαν	=	μηνύω
μηνυθήκανε	=	μηνύω
μηνυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυθούνε	=	μηνύω
μηνυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μήνυμα
μηνυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνυμένο
μηνυμένε	verb	κλητική ενικού του μηνυμένος
μηνυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνυμένη
μηνυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηνυμένος
μηνυμένης	verb	γενική ενικού του μηνυμένη
μηνυμένο	verb	αιτιατική ενικού του μηνυμένος
μηνυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηνυμένος
μηνυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηνυμένος
μηνυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηνυμένος
μηνυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηνυμένος
μηνυτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνυτής
μηνυτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μηνυτής
μηνυτήρια	=	μηνυτήριος
μηνυτήριας	=	μηνυτήριος
μηνυτήριε	=	μηνυτήριος
μηνυτήριες	=	μηνυτήριος
μηνυτήριο	=	μηνυτήριος
μηνυτήριοι	=	μηνυτήριος
μηνυτήριος	adj	που έχει σχέση με μήνυση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μηνυτήριου	=	μηνυτήριος
μηνυτήριους	=	μηνυτήριος
μηνυτήριων	=	μηνυτήριος
μηνυτής	noun	αυτός που υποβάλλει μήνυση εναντίον κάποιου άλλου
μηνυτριών	noun	γενική πληθυντικού του μηνύτρια
μηνυτών	noun	γενική πληθυντικού του μηνυτής
μηνυόμασταν	=	μηνύω
μηνυόμαστε	=	μηνύω
μηνυόμενος	=	μηνύω
μηνυόμουν	=	μηνύω
μηνυόμουνα	=	μηνύω
μηνυόντουσαν	=	μηνύω
μηνυόσασταν	=	μηνύω
μηνυόσαστε	=	μηνύω
μηνυόσουν	=	μηνύω
μηνυόσουνα	=	μηνύω
μηνυόταν	=	μηνύω
μηνυότανε	=	μηνύω
μηνός	=	μήνας
μηνύαμε	=	μηνύω
μηνύαν	=	μηνύω
μηνύανε	=	μηνύω
μηνύατε	=	μηνύω
μηνύει	=	μηνύω
μηνύεις	=	μηνύω
μηνύεσαι	=	μηνύω
μηνύεστε	=	μηνύω
μηνύεται	=	μηνύω
μηνύετε	=	μηνύω
μηνύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύομαι
μηνύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνυμα
μηνύματος	noun	γενική ενικού του μήνυμα
μηνύομαι	=	μηνύω
μηνύομε	=	μηνύω
μηνύονται	=	μηνύω
μηνύονταν	=	μηνύω
μηνύοντας	=	μηνύω
μηνύου	=	μηνύω
μηνύουμε	=	μηνύω
μηνύουν	=	μηνύω
μηνύουνε	=	μηνύω
μηνύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσαν	=	μηνύω
μηνύσανε	=	μηνύω
μηνύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μήνυση
μηνύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μήνυση
μηνύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μήνυση
μηνύσομε	=	μηνύω
μηνύσου	=	μηνύω
μηνύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσουνε	=	μηνύω
μηνύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηνύω
μηνύτρια	noun	μηνυτής
μηνύτριας	noun	γενική ενικού του μηνύτρια
μηνύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηνύτρια
μηνύω	verb	κάποιος (όχι το θύμα) αναγγέλλει στον εισαγγελέα ή στις αστυνομικές αρχές την τέλεση ενός εγκλήματος
μηνώ	verb	ειδοποιώ, στέλνω μήνυμα
μηνών	noun	γενική πληθυντικού του μήνας
μηνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μηνάω / μηνώ
μηρέ	noun	κλητική ενικού του μηρός
μηρί	noun|vulgar	άλλη μορφή του μηρός
μηρίνθου	=	μήρινθος
μηρίνθους	=	μήρινθος
μηρίνθων	=	μήρινθος
μηραλγία	noun	πόνος στό μηρό
μηραλγίας	noun	γενική ενικού του μηραλγία
μηραλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηραλγία
μηραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του μηραλγία
μηριά	=	μηρί
μηριαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηριαίος
μηριαίας	adj	γενική ενικού του μηριαία
μηριαίε	adj	μηριαίος, στην κλητική του ενικού
μηριαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηριαία
μηριαίο	adj	μηριαίος, στην αιτιατική του ενικού
μηριαίοι	adj	μηριαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μηριαίος	adj	που αναφέρεται ή βρίσκεται στο μηρό
μηριαίου	adj	γενική ενικού του μηριαίος
μηριαίους	adj	μηριαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μηριαίων	=	μηριαίος
μηριού	=	μηρί
μηριών	=	μηρί
μηροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηρός
μηροβουβωνικά	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικέ	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικές	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνική	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικής	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικοί	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικού	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικούς	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικό	=	μηροβουβωνικός
μηροβουβωνικός	adj	που έχει σχέση με τον μηρό και τους βουβώνες ή αναφέρεται σ’ αυτά
μηροβουβωνικών	=	μηροβουβωνικός
μηροκήλες	=	μηροκήλη
μηροκήλη	noun	μορφή κήλης που εμφανίζεται στη μηροβουβωνική χώρα
μηροκήλης	=	μηροκήλη
μηρού	noun	γενική ενικού του μηρός
μηρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηρός
μηρυκάζαμε	=	μηρυκάζω
μηρυκάζαν	=	μηρυκάζω
μηρυκάζανε	=	μηρυκάζω
μηρυκάζατε	=	μηρυκάζω
μηρυκάζει	=	μηρυκάζω
μηρυκάζεις	=	μηρυκάζω
μηρυκάζετε	=	μηρυκάζω
μηρυκάζοντας	=	μηρυκάζω
μηρυκάζουμε	=	μηρυκάζω
μηρυκάζουν	=	μηρυκάζω
μηρυκάζουνε	=	μηρυκάζω
μηρυκάζω	verb	αναμασώ καλά την τροφή, αφού πρώτα την επαναφέρω από το στομάχι στο στόμα
μηρυκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσαν	=	μηρυκάζω
μηρυκάσανε	=	μηρυκάζω
μηρυκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρυκασμέ	noun	κλητική ενικού του μηρυκασμός
μηρυκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηρυκασμένο
μηρυκασμένε	verb	κλητική ενικού του μηρυκασμένος
μηρυκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηρυκασμένη
μηρυκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηρυκασμένος
μηρυκασμένης	verb	γενική ενικού του μηρυκασμένη
μηρυκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μηρυκασμένος
μηρυκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηρυκασμένος
μηρυκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηρυκασμένος
μηρυκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηρυκασμένος
μηρυκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηρυκασμένος
μηρυκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηρυκασμός
μηρυκασμού	noun	γενική ενικού του μηρυκασμός
μηρυκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηρυκασμός
μηρυκασμό	noun	αιτιατική ενικού του μηρυκασμός
μηρυκασμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μηρυκάζω
μηρυκασμών	noun	γενική πληθυντικού του μηρυκασμός
μηρυκαστικά	noun	κάθε θηλαστικό ζώο που είναι μηρυκαστικό, θηλαστικά ζώα που αναμασούν την τροφή τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μηρυκαστικό) του μηρυκαστικός
μηρυκαστικέ	adj	κλητική ενικού του μηρυκαστικός
μηρυκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηρυκαστική
μηρυκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηρυκαστικός
μηρυκαστικής	adj	γενική ενικού του μηρυκαστική
μηρυκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηρυκαστικός
μηρυκαστικού	adj	γενική ενικού του μηρυκαστικός
μηρυκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηρυκαστικός
μηρυκαστικό	adj	αρσενικού γένους του μηρυκαστικός	noun	κάθε θηλαστικό ζώο που αναμασά την τροφή του
μηρυκαστικός	adj	που μηρυκάζει
μηρυκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μηρυκαστικός
μηρό	noun	αιτιατική ενικού του μηρός
μηρός	noun	το τμήμα του ποδιού πάνω από το γόνατο, το μπούτι
μηρύκαζα	=	μηρυκάζω
μηρύκαζαν	=	μηρυκάζω
μηρύκαζε	=	μηρυκάζω
μηρύκαζες	=	μηρυκάζω
μηρύκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρύκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρύκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρύκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηρυκάζω
μηρών	noun	γενική πληθυντικού του μηρός
μητ	abbrev	Μητρώο Ηλεκτρονικού Τύπου
μητάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητάτο
μητάτε	=	μητάτος
μητάτο	noun	μικρό βοηθητικό αγροτικό οικοδόμημα, όπου γεωργοί και κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν ως προσωρινό κατάλυμα και για διάφορες εργασίες
μητάτοι	=	μητάτος
μητάτος	noun	μικρό βοηθητικό αγροτικό οικοδόμημα με δώμα ιδιαίτερα διαδεδομένο στις Κυκλάδες όπου γεωργοί και κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν ως προσωρινό κατάλυμα και για διάφορες εργασίες ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
μητάτου	noun	γενική ενικού του μητάτο
μητάτους	=	μητάτος
μητάτων	noun	γενική πληθυντικού του μητάτο
μητέρα	noun	γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
μητέρας	noun	γενική ενικού του μητέρα
μητέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητέρα
μητέρων	noun	γενική πληθυντικού του μητέρα
μητράδελφε	=	μητράδελφος
μητράδελφο	=	μητράδελφος
μητράδελφοι	=	μητράδελφος
μητράδελφος	noun	ο αδελφός της μητέρας
μητράδελφου	=	μητράδελφος
μητράδελφους	=	μητράδελφος
μητρίτιδα	noun	φλεγμονή της μήτρας
μητρίτιδας	=	μητρίτιδα
μητρίτιδες	=	μητρίτιδα
μητρίτιδων	=	μητρίτιδα
μητραδέλφες	=	μητραδέλφη
μητραδέλφη	noun	η αδελφή της μητέρας
μητραδέλφης	=	μητραδέλφη
μητραδέλφου	=	μητράδελφος
μητραδέλφους	=	μητράδελφος
μητραδέλφων	=	μητράδελφος
μητραδελφών	=	μητραδέλφη
μητραλγία	noun	πόνος στη μήτρα
μητραλγίας	noun	γενική ενικού του μητραλγία
μητραλγίες	=	μητραλγία
μητραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του μητραλγία
μητραλοία	=	μητραλοίας
μητραλοίας	noun|archaic	ο μητροκτόνος
μητραλοίες	=	μητραλοίας
μητραλοιών	=	μητραλοίας
μητριά	noun	η σύζυγος του πατέρα σε σχέση με το παιδί που αυτός έχει από άλλη γυναίκα
μητριάς	noun	γενική ενικού του μητριά
μητριέ	noun	κλητική ενικού του μητριός
μητριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητριά
μητριαία	=	μητριαίος
μητριαίας	=	μητριαίος
μητριαίε	=	μητριαίος
μητριαίες	=	μητριαίος
μητριαίο	=	μητριαίος
μητριαίοι	=	μητριαίος
μητριαίος	adj	που σχετίζεται με τη μήτρα των θηλυκών οργανισμών ή αναφέρεται σε αυτήν
μητριαίου	=	μητριαίος
μητριαίους	=	μητριαίος
μητριαίων	=	μητριαίος
μητριαρχία	noun	κοινωνικό σύστημα στο οποίο η μητέρα ή γενικότερα η γυναίκα κυριαρχούν στην οικογένεια και την κοινωνία
μητριαρχίας	noun	γενική ενικού του μητριαρχία
μητριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητριαρχία
μητριαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητριαρχικό	adv	με καθεστώς μητριαρχίας
μητριαρχικέ	adj	κλητική ενικού του μητριαρχικός
μητριαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητριαρχική
μητριαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μητριαρχικός
μητριαρχικής	adj	γενική ενικού του μητριαρχική
μητριαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητριαρχικός
μητριαρχικού	adj	γενική ενικού του μητριαρχικός
μητριαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μητριαρχικός
μητριαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του μητριαρχικός
μητριαρχικός	adj	που αναφέρεται στη μητριαρχία
μητριαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του μητριαρχικός
μητριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του μητριαρχία
μητρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μητρικός
μητρικέ	adj	κλητική ενικού του μητρικός
μητρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρική
μητρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μητρικός
μητρικής	adj	γενική ενικού του μητρική
μητρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητρικός
μητρικού	adj	γενική ενικού του μητρικός
μητρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μητρικός
μητρικό	adj	αιτιατική ενικού του μητρικός
μητρικός	adj	που προέρχεται από τη μητέρα
μητρικών	adj	γενική πληθυντικού του μητρικός
μητρικώς	adv|dated	μητρικά, με τον τρόπο της μητέρας
μητριοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητριός
μητριού	noun	γενική ενικού του μητριός
μητριούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μητριός
μητριό	noun	αιτιατική ενικού του μητριός
μητριός	noun|vulgar	ο πατριός
μητριών	noun	γενική πληθυντικού του μητριός
μητρογραμμικά	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικέ	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικές	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμική	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικής	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικοί	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικού	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικούς	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικό	=	μητρογραμμικός
μητρογραμμικός	adj	που αφορά τη γενεαλογική γραμμή από τη μεριά της μητέρας
μητρογραμμικών	=	μητρογραμμικός
μητροκήλες	=	μητροκήλη
μητροκήλη	noun	μορφή κήλης κατά την οποία η μήτρα προβάλλει προς την έξοδο του κόλπου
μητροκήλης	=	μητροκήλη
μητροκτησία	noun	η ιδιοκτησία που προέκυψε από κληρονομιά από την πλευρά της μητέρας
μητροκτησίας	=	μητροκτησία
μητροκτησίες	=	μητροκτησία
μητροκτησιών	=	μητροκτησία
μητροκτονία	noun	ο φόνος της μητέρας από το παιδί της
μητροκτονίας	noun	γενική ενικού του μητροκτονία
μητροκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητροκτονία
μητροκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του μητροκτονία
μητροκτόνε	=	μητροκτόνος
μητροκτόνο	=	μητροκτόνος
μητροκτόνοι	=	μητροκτόνος
μητροκτόνος	noun	που έχει σκοτώσει τη μητέρα του
μητροκτόνου	=	μητροκτόνος
μητροκτόνους	=	μητροκτόνος
μητροκτόνων	=	μητροκτόνος
μητρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρολογικό
μητρολογικέ	adj	κλητική ενικού του μητρολογικός
μητρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρολογική
μητρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μητρολογικός
μητρολογικής	adj	γενική ενικού του μητρολογική
μητρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητρολογικός
μητρολογικού	adj	γενική ενικού του μητρολογικός
μητρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μητρολογικός
μητρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μητρολογικός
μητρολογικός	adj	που αφορά την μήτρα
μητρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μητρολογικός
μητρομανές	=	μητρομανής
μητρομανή	=	μητρομανής
μητρομανής	noun	νυμφομανής
μητρομανία	noun	η παθολογική επιθυμία μιας γυναίκας να κάνει συνεχώς σεξ
μητρομανίας	noun	γενική ενικού του μητρομανία
μητρομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρομανία
μητρομανείς	=	μητρομανής
μητρομανιών	noun	γενική πληθυντικού του μητρομανία
μητρομανούς	=	μητρομανής
μητρομανών	=	μητρομανής
μητρομηχανικές	=	μητρομηχανική
μητρομηχανική	noun	η αρχική σύλληψη της κβαντομηχανικής το 1925 από τους Βέρνερ Χάιζενμπεργκ (Werner Heisenberg), Μαξ Μπορν (Max Born) και Πάσκουαλ Γιόρνταν (Pascual Jordan)
μητρομηχανικής	=	μητρομηχανική
μητρομηχανικών	=	μητρομηχανική
μητροπάρθενος	noun	προσφώνηση της Παναγίας (που θεωρούνταν συγχρόνως μητέρα και παρθένος)
μητροποθήτως	adv	με μητρικό πόθο, με την ένταση του μητρικού πόθου
μητροπολίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητροπολίτης
μητροπολίτη	=	μητροπολίτης
μητροπολίτης	noun	επίσκοπος επικεφαλής μητρόπολης
μητροπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητροπολιτικό
μητροπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του μητροπολιτικός
μητροπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητροπολιτική
μητροπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μητροπολιτικός
μητροπολιτικής	adj	γενική ενικού του μητροπολιτική
μητροπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητροπολιτικός
μητροπολιτικού	adj	γενική ενικού του μητροπολιτικός
μητροπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μητροπολιτικός
μητροπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μητροπολιτικός
μητροπολιτικός	adj	σχετικός με τη μητρόπολη
μητροπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μητροπολιτικός
μητροπολιτών	=	μητροπολίτης
μητροπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρόπολη
μητροπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του μητρόπολη
μητροπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του μητρόπολη
μητρορραγία	noun	η αιμορραγία της μήτρας
μητρορραγίας	noun	γενική ενικού του μητρορραγία
μητρορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρορραγία
μητρορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του μητρορραγία
μητροσκοπήσεις	=	μητροσκόπηση
μητροσκοπήσεων	=	μητροσκόπηση
μητροσκοπίου	noun	γενική ενικού του μητροσκόπιο
μητροσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του μητροσκόπιο
μητροσκόπηση	noun	η εξέταση της μήτρας με τη χρήση μητροσκοπίου
μητροσκόπησης	=	μητροσκόπηση
μητροσκόπησις	noun	μητροσκόπηση
μητροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητροσκόπιο
μητροσκόπιο	noun	όργανο της μαιευτικής - γυναικολογίας το οποίο διαστέλλει τα τοιχώματα του κόλπου για να μπορέσει ο γιατρός να δεί την είσοδο της μήτρας και να την εξετάσει
μητροσκόπιον	noun	μητροσκόπιο
μητροσκόπιου	=	μητροσκόπιο
μητροτήτων	=	μητρότητα
μητρυιά	noun	ετυμολογική γραφή του μητριά
μητρυιάς	=	μητρυιά
μητρυιές	=	μητρυιά
μητρυιός	noun	ετυμολογική γραφή του μητριός
μητρυιών	=	μητρυιά
μητρωνυμία	noun	όταν το επώνυμο κάποιου έχει προκύψει από το βαφτιστικό όνομα της μητέρας του
μητρωνυμίας	noun	γενική ενικού του μητρωνυμία
μητρωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρωνυμία
μητρωνυμίου	=	μητρωνύμιο
μητρωνυμίων	=	μητρωνύμιο
μητρωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρωνυμικό
μητρωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του μητρωνυμικός
μητρωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρωνυμική
μητρωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μητρωνυμικός
μητρωνυμικής	adj	γενική ενικού του μητρωνυμική
μητρωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητρωνυμικός
μητρωνυμικού	adj	γενική ενικού του μητρωνυμικός
μητρωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μητρωνυμικός
μητρωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του μητρωνυμικός
μητρωνυμικός	adj	που έχει σχέση με το μητρώνυμο ή σχηματίστηκε απ’ αυτό
μητρωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του μητρωνυμικός
μητρωνυμικώς	adv|dated	μητρωνυμικά
μητρωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του μητρωνυμία
μητρωνύμια	=	μητρωνύμιο
μητρωνύμιο	noun	επώνυμο που σχηματίζεται από το όνομα της μητέρας
μητρωνύμιου	=	μητρωνύμιο
μητρωνύμιων	=	μητρωνύμιο
μητρωνύμου	=	μητρώνυμο
μητρωνύμων	=	μητρώνυμο
μητρόθεν	adv	από μητέρα
μητρόπολη	noun	η πόλη που ίδρυε μια αποικία
μητρόπολης	noun	γενική ενικού του μητρόπολη
μητρόπονε	=	μητρόπονος
μητρόπονο	=	μητρόπονος
μητρόπονοι	=	μητρόπονος
μητρόπονος	noun	πόνος της μήτρας
μητρόπονου	=	μητρόπονος
μητρόπονους	=	μητρόπονος
μητρόπονων	=	μητρόπονος
μητρότητα	noun	η ιδιότητα της μητέρας
μητρότητας	noun	γενική ενικού του μητρότητα
μητρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρότητα
μητρώα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μητρώο
μητρώας	=	μητρώος
μητρώε	=	μητρώος
μητρώες	=	μητρώος
μητρών	noun	γενική πληθυντικού του μήτρα
μητρώνυμα	=	μητρώνυμο
μητρώνυμο	noun	το μικρό όνομα της μητέρας κάποιου ανθρώπου, το βαφτιστικό της
μητρώνυμου	=	μητρώνυμο
μητρώνυμων	=	μητρώνυμο
μητρώο	noun	το επίσημο βιβλίο στο οποίο αναγράφονται ονόματα προσώπων καθώς και στοιχεία σχετικά μ’ αυτά	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μητρώος
μητρώοι	=	μητρώος
μητρώος	adj|archaic	συνώνυμο του μητρικός
μητρώου	noun	γενική ενικού του μητρώο
μητρώους	=	μητρώος
μητρώων	noun	γενική πληθυντικού του μητρώο
μητρῖτις	noun	μητρίτιδα
μητσοτακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μητσοτακικός
μηχάνευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μηχανεύομαι
μηχάνημα	noun	η μηχανή ή συσκευή για τη διεκπεραίωση μιας εργασίας
μηχάνι	noun|dated	το φυσερό ενός σιδηρουργού
μηχάνια	=	μηχάνι
μηχανάκηδες	=	μηχανάκιας
μηχανάκηδων	=	μηχανάκιας
μηχανάκι	noun	μοτοποδήλατο
μηχανάκια	=	μηχανάκι
μηχανάκιας	noun	ο μοτοσικλετιστής
μηχανάμαξα	noun	ειδική κατασκευή με μηχανή, που εκτελεί βοηθητικές εργασίες σε σιδηροτροχιές τρένων, μετρό κ.λπ.
μηχανάμαξας	=	μηχανάμαξα
μηχανάμαξες	=	μηχανάμαξα
μηχανέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανέλαιο
μηχανέλαιο	noun	λάδι μηχανής, που είναι κατάλληλο για μηχανή ή που προέρχεται από μηχανή
μηχανέλαιου	noun	γενική ενικού του μηχανέλαιο
μηχανέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανέλαιο
μηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανή
μηχανή	noun	κατασκευή με κινητά μέρη που επιτελεί μια συγκεκριμένη εργασία, αυξάνοντας ή αντικαθιστώντας τη μυική δύναμη του ανθρώπου ή των ζώων.
μηχανήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχάνημα
μηχανήματος	noun	γενική ενικού του μηχάνημα
μηχανής	=	μηχανή
μηχαναμαξών	=	μηχανάμαξα
μηχανελαίου	=	μηχανέλαιο
μηχανελαίων	=	μηχανέλαιο
μηχανευμάτων	=	μηχάνευμα
μηχανευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτήκαν	=	μηχανεύομαι
μηχανευτήκανε	=	μηχανεύομαι
μηχανευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανευόμασταν	=	μηχανεύομαι
μηχανευόμαστε	=	μηχανεύομαι
μηχανευόμουν	=	μηχανεύομαι
μηχανευόμουνα	=	μηχανεύομαι
μηχανευόντουσαν	=	μηχανεύομαι
μηχανευόσασταν	=	μηχανεύομαι
μηχανευόσαστε	=	μηχανεύομαι
μηχανευόσουν	=	μηχανεύομαι
μηχανευόσουνα	=	μηχανεύομαι
μηχανευόταν	=	μηχανεύομαι
μηχανευότανε	=	μηχανεύομαι
μηχανεύεσαι	=	μηχανεύομαι
μηχανεύεστε	=	μηχανεύομαι
μηχανεύεται	=	μηχανεύομαι
μηχανεύματα	=	μηχάνευμα
μηχανεύματος	=	μηχάνευμα
μηχανεύομαι	verb	επινοώ τέχνασμα, συνήθως πονηρό σχέδιο, για να επιτύχω κάτι ή να εξαπατήσω κάποιον
μηχανεύονται	=	μηχανεύομαι
μηχανεύονταν	=	μηχανεύομαι
μηχανεύου	=	μηχανεύομαι
μηχανεύσου	=	μηχανεύομαι
μηχανεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανεύομαι
μηχανημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μηχάνημα
μηχανηματάκι	noun	υποκοριστικό του μηχάνημα, μικρό σε μέγεθος (ή και σε δυνατότητες) μηχάνημα
μηχανηματάκια	=	μηχανηματάκι
μηχανικά	adv	σύμφωνα με του νόμους και τις αρχές της μηχανικής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανικό
μηχανικέ	adj	κλητική ενικού του μηχανικός
μηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανική
μηχανική	noun	ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση και την ισορροπία της ύλης, καθώς και τις συναφείς δυνάμεις και φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η ορμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανικός
μηχανικής	adj	γενική ενικού του μηχανική
μηχανικισμός	noun|rare	η μηχανοκρατία
μηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανικός
μηχανικού	adj	γενική ενικού του μηχανικός
μηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηχανικός
μηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του μηχανικός	noun	στρατιωτικό σώμα υπεύθυνο για το σχεδιασμό και την κατασκευή στρατιωτικών έργων και τη διατήρηση των γραμμών των στρατιωτικών μεταφορών και επικοινωνιών
μηχανικός	adj	που ανήκει, αναφέρεται ή γίνεται με μηχανή	noun	επαγγελματίας με αντικείμενο είτε το σχεδιασμό και την επίβλεψη δομικών έργων, είτε θέματα που αφορούν μηχανές
μηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του μηχανικός
μηχανιού	=	μηχάνι
μηχανισμέ	noun	κλητική ενικού του μηχανισμός
μηχανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανισμός
μηχανισμού	noun	γενική ενικού του μηχανισμός
μηχανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηχανισμός
μηχανισμό	noun	αιτιατική ενικού του μηχανισμός
μηχανισμός	noun	ο τρόπος λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών και όλων των μηχανοκίνητων πραγμάτων
μηχανισμών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανισμός
μηχανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανιστικό
μηχανιστικέ	adj	κλητική ενικού του μηχανιστικός
μηχανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανιστική
μηχανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανιστικός
μηχανιστικής	adj	γενική ενικού του μηχανιστική
μηχανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανιστικός
μηχανιστικού	adj	γενική ενικού του μηχανιστικός
μηχανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηχανιστικός
μηχανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μηχανιστικός
μηχανιστικός	adj	που γίνεται ή ερμηνεύεται με τρόπο αυτόματο και τυπικό, χωρίς να αντιμετωπίζονται ιδιαιτερότητες· όπως λειτουργούν οι μηχανές
μηχανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μηχανιστικός
μηχανιών	=	μηχάνι
μηχανογράφε	=	μηχανογράφος
μηχανογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογράφηση	noun	η καταγραφή και επεξεργασία δεδομένων (όπως λογιστηρίου, αποθήκης, παραγωγής, αποστολής) με ηλεκτρονικό υπολογιστή
μηχανογράφησης	=	μηχανογράφηση
μηχανογράφο	=	μηχανογράφος
μηχανογράφοι	=	μηχανογράφος
μηχανογράφος	noun	υπάλληλος ειδικευμένος στις εργασίες μηχανογράφησης, λογιστής
μηχανογράφου	=	μηχανογράφος
μηχανογράφους	=	μηχανογράφος
μηχανογράφων	=	μηχανογράφος
μηχανογραφήθηκα	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήθηκαν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήθηκε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήθηκες	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήσαν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήσανε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανογράφηση
μηχανογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήσεων	=	μηχανογράφηση
μηχανογραφήσου	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανογραφία	noun	η χρήση μηχανών γραφείου σε γραφείο καθώς και η σχετική επιμελητεία για την προμήθεια του σχετικού εξοπλισμού
μηχανογραφίας	=	μηχανογραφία
μηχανογραφίες	=	μηχανογραφία
μηχανογραφεί	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφείς	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφείσαι	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφείστε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφείται	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφείτε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφηθήκαμε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφηθήκαν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφηθήκανε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφηθήκατε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφηθεί	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφηθείτε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανογραφημένο
μηχανογραφημένε	verb	κλητική ενικού του μηχανογραφημένος
μηχανογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανογραφημένη
μηχανογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανογραφημένος
μηχανογραφημένης	verb	γενική ενικού του μηχανογραφημένη
μηχανογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του μηχανογραφημένος
μηχανογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανογραφημένος
μηχανογραφημένος	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηχανογραφημένος
μηχανογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηχανογραφημένος
μηχανογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηχανογραφημένος
μηχανογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανογραφικό
μηχανογραφικέ	adj	κλητική ενικού του μηναχογραφικός
μηχανογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανογραφική
μηχανογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανογραφικός
μηχανογραφικής	adj	γενική ενικού του μηχανογραφική
μηχανογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανογραφικός
μηχανογραφικού	adj	γενική ενικού του μηναχογραφικός
μηχανογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηχανογραφικός
μηχανογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μηχανογραφικός	noun	αίτηση σε μορφή μηχανογραφικού δελτίου, που υποβάλει κάθε υποψήφιος για να εισαχθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην οποία δηλώνει κατά σειρά προτεραιότητας τις προτιμήσεις του ως προς τις σχολές και τα τμήματα που επιθυμεί να εισαχθεί
μηχανογραφικός	adj	σχετικός με τη μηχανογραφία
μηχανογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μηχανογραφικός
μηχανογραφιών	=	μηχανογραφία
μηχανογραφούμαι	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούμασταν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούμαστε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούμε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούμουν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούνε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούνται	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούνταν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσα	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσαμε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσαν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσανε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσασταν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσαστε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσατε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσε	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσες	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφούσουν	=	μηχανογραφώ
μηχανογραφώ	verb	καταγράφω στοιχεία σε μηχάνημα, όπως ένας υπολογιστής
μηχανογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μηχανογραφώ
μηχανοδηγέ	noun	κλητική ενικού του μηχανοδηγός
μηχανοδηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανοδηγός
μηχανοδηγού	noun	γενική ενικού του μηχανοδηγός
μηχανοδηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηχανοδηγός
μηχανοδηγό	noun	αιτιατική ενικού του μηχανοδηγός
μηχανοδηγός	noun	τρενοδηγός
μηχανοδηγών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοδηγός
μηχανοθεραπεία	noun	θεραπεία με χρήση μηχανικού εξοπλισμού
μηχανοθεραπείας	noun	γενική ενικού του μηχανοθεραπεία
μηχανοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοθεραπεία
μηχανοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοθεραπεία
μηχανοκάικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοκάικο
μηχανοκάικο	noun	τύπος αλιευτικού πλοιαρίου
μηχανοκάικου	noun	γενική ενικού του μηχανοκάικο
μηχανοκάικων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοκάικο
μηχανοκίνητα	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητε	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητες	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητης	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητο	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητος	adj	που κινείται με μηχανή ή που αφορά κάτι που κινείται με μηχανή
μηχανοκίνητου	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητους	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκίνητων	=	μηχανοκίνητος
μηχανοκαλλιέργεια	noun|rare	καλλιέργεια που γίνεται με μηχανήματα
μηχανοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του μηχανοκαλλιέργεια
μηχανοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοκαλλιέργεια
μηχανοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοκαλλιέργεια
μηχανοκρατία	noun	η κυριαρχία της χρήσης μηχανών σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας
μηχανοκρατίας	noun	γενική ενικού του μηχανοκρατία
μηχανοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοκρατία
μηχανοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοκρατία
μηχανολογία	noun	τεχνική επιστήμη με αντικείμενο έρευνας και μελέτης την κατασκευή και λειτουργία μηχανών
μηχανολογίας	=	μηχανολογία
μηχανολογίες	=	μηχανολογία
μηχανολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανολογικό
μηχανολογικέ	adj	κλητική ενικού του μηχανολογικός
μηχανολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανολογική
μηχανολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανολογικός
μηχανολογικής	adj	γενική ενικού του μηχανολογική
μηχανολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανολογικός
μηχανολογικού	adj	γενική ενικού του μηχανολογικός
μηχανολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηχανολογικός
μηχανολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μηχανολογικός
μηχανολογικός	adj	ο σχετικός -ή, -ό με μηχανολογία
μηχανολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μηχανολογικός
μηχανολογιστικές	=	μηχανολογιστική
μηχανολογιστική	noun	η λογιστική που συνδυάζεται με τη χρήση υπολογιστικών μηχανών
μηχανολογιστικής	=	μηχανολογιστική
μηχανολογιστικών	=	μηχανολογιστική
μηχανολογιών	=	μηχανολογία
μηχανολόγε	noun	κλητική ενικού του μηχανολόγος
μηχανολόγο	noun	αιτιατική ενικού του μηχανολόγος
μηχανολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανολόγος
μηχανολόγος	noun	ειδικευμένος μηχανικός στην κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επίβλεψη και συντήρηση μηχανών και των συναφών εγκαταστάσεων.
μηχανολόγου	noun	γενική ενικού του μηχανολόγος
μηχανολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηχανολόγος
μηχανολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανολόγος
μηχανοπέδη	noun	σύστημα φρεναρίσματος σε σιδηροδρομικά κ.ά. οχήματα
μηχανοποίει	=	μηχανοποιώ
μηχανοποίησα	=	μηχανοποιώ
μηχανοποίησαν	=	μηχανοποιώ
μηχανοποίησε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποίησες	=	μηχανοποιώ
μηχανοποίηση	noun	η εκμηχάνιση
μηχανοποίησης	noun	γενική ενικού του μηχανοποίηση
μηχανοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποίητο
μηχανοποίητε	adj	κλητική ενικού του μηχανοποίητος
μηχανοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποίητη
μηχανοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανοποίητος
μηχανοποίητης	adj	γενική ενικού του μηχανοποίητη
μηχανοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του μηχανοποίητος
μηχανοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποίητος
μηχανοποίητος	adj	που έχει φτιαχτεί ή κατασκευαστεί από μηχάνημα ή μηχανή
μηχανοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηχανοποίητος
μηχανοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηχανοποίητος
μηχανοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηχανοποίητος
μηχανοποιήσαμε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιήσαν	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιήσανε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιήσατε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιήσει	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποίηση
μηχανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοποίηση
μηχανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μηχανοποίηση
μηχανοποιήστε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιεί	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιείς	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιείτε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποιημένο
μηχανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μηχανοποιημένος
μηχανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποιημένη
μηχανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανοποιημένος
μηχανοποιημένης	verb	γενική ενικού του μηχανοποιημένη
μηχανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μηχανοποιημένος
μηχανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανοποιημένος
μηχανοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηχανοποιημένος
μηχανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηχανοποιημένος
μηχανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηχανοποιημένος
μηχανοποιούμε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούν	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούνε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσα	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσαμε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσαν	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσανε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσατε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσε	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιούσες	=	μηχανοποιώ
μηχανοποιώ	verb	εκμηχανίζω
μηχανοποιώντας	=	μηχανοποιώ
μηχανοργάνωνα	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωναν	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωνε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωνες	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργάνωση	noun	η χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων δικτυωμένων συσκευών για την οργάνωση επιχειρήσεων και οργανισμών
μηχανοργάνωσης	=	μηχανοργάνωση
μηχανοργανωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθήκαν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθήκανε	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοργανωμένο
μηχανοργανωμένε	verb	κλητική ενικού του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοργανωμένη
μηχανοργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωμένης	verb	γενική ενικού του μηχανοργανωμένη
μηχανοργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μηχανοργανώνω
μηχανοργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηχανοργανωμένος
μηχανοργανωνόμασταν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόμαστε	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόμουν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόμουνα	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόντουσαν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόσασταν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόσαστε	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόσουν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόσουνα	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνόταν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανωνότανε	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώναμε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώναν	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνανε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνατε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνει	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνεις	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνεσαι	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώνεστε	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώνεται	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώνετε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνονται	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώνονταν	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώνοντας	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνου	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώνουμε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνουν	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνουνε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώνω	verb	εφαρμόζω μηχανοργάνωση
μηχανοργανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσαν	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσανε	=	μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοργάνωση
μηχανοργανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσεων	=	μηχανοργάνωση
μηχανοργανώσου	=	μηχανοργανώνομαι
μηχανοργανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανοργανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανοργανώνω
μηχανορράφε	noun	κλητική ενικού του μηχανορράφος
μηχανορράφει	=	μηχανορραφώ
μηχανορράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορράφο	noun	αιτιατική ενικού του μηχανορράφος
μηχανορράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανορράφος
μηχανορράφος	noun	αυτός που μηχανορραφεί
μηχανορράφου	noun	γενική ενικού του μηχανορράφος
μηχανορράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηχανορράφος
μηχανορράφων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανορράφος
μηχανορραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσαν	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφήσανε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανορραφία	noun|formal	μυστική και δόλια ενέργεια ή σχέδιο εναντίον κάποιου
μηχανορραφίας	noun	γενική ενικού του μηχανορραφία
μηχανορραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανορραφία
μηχανορραφεί	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφείς	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφείτε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανορραφημένο
μηχανορραφημένε	verb	κλητική ενικού του μηχανορραφημένος
μηχανορραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανορραφημένη
μηχανορραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανορραφημένος
μηχανορραφημένης	verb	γενική ενικού του μηχανορραφημένη
μηχανορραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του μηχανορραφημένος
μηχανορραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανορραφημένος
μηχανορραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μηχανορραφημένος
μηχανορραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μηχανορραφημένος
μηχανορραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μηχανορραφημένος
μηχανορραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανορραφία
μηχανορραφούμε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούν	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούνε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσα	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσαμε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσαν	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσανε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσατε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσε	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφούσες	=	μηχανορραφώ
μηχανορραφώ	verb|formal	μυστικά και δόλια ενεργώ ή σχεδιάζω κάτι εναντίον κάποιου
μηχανορραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μηχανορραφώ
μηχανοσήμου	=	μηχανόσημο
μηχανοσήμων	=	μηχανόσημο
μηχανοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανοστάσιο
μηχανοστάσιο	noun	(μηχανολογία): ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι κύριες μηχανές ενός εργοστασίου, κ.λπ.
μηχανοστάσιου	=	μηχανοστάσιο
μηχανοστασίου	noun	γενική ενικού του μηχανοστάσιο
μηχανοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανοστάσιο
μηχανοσυνθέτες	=	μηχανοσυνθέτης
μηχανοσυνθέτη	=	μηχανοσυνθέτης
μηχανοσυνθέτης	noun	εξειδικευμένος τεχνίτης που ελέγχει μια μηχανή (αεροσκάφους) για την άρτια λειτουργία της και προβαίνει ή υποδεικνύει (σ)τις ενδεδειγμένες περαιτέρω ενέργειες
μηχανοσυνθετών	=	μηχανοσυνθέτης
μηχανοτεχνίτες	=	μηχανοτεχνίτης
μηχανοτεχνίτη	=	μηχανοτεχνίτης
μηχανοτεχνίτης	noun	τεχνίτης εξειδικευμένος σε μηχανές, περισσότερο στην επισκευή και συντήρηση αυτών.
μηχανοτεχνιτών	=	μηχανοτεχνίτης
μηχανοτρονική	noun	ο συνδυασμός των επιστημών της μηχανολογίας, ηλεκτρονικής–ηλεκτρολογίας και πληροφορικής
μηχανοτρονικής	=	μηχανοτρονική
μηχανουργέ	noun	κλητική ενικού του μηχανουργός
μηχανουργία	noun	μονάδα παραγωγής μηχανών
μηχανουργίας	noun	γενική ενικού του μηχανουργία
μηχανουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανουργία
μηχανουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανουργείο
μηχανουργείο	noun	εγκατάσταση κατασκευής ή επισκευής μηχανών
μηχανουργείου	noun	γενική ενικού του μηχανουργείο
μηχανουργείων	noun	γενική πληθυντικού του μηχανουργείο
μηχανουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανουργικό
μηχανουργικέ	adj	κλητική ενικού του μηχανουργικός
μηχανουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανουργική
μηχανουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μηχανουργικός
μηχανουργικής	adj	γενική ενικού του μηχανουργική
μηχανουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανουργικός
μηχανουργικού	adj	γενική ενικού του μηχανουργικός
μηχανουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μηχανουργικός
μηχανουργικό	adj	αιτιατική ενικού του μηχανουργικός
μηχανουργικός	adj	που έχει σχέση με μηχανουργία / μηχανουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μηχανουργικών	adj	γενική πληθυντικού του μηχανουργικός
μηχανουργιών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανουργία
μηχανουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μηχανουργός
μηχανουργού	noun	γενική ενικού του μηχανουργός
μηχανουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μηχανουργός
μηχανουργό	noun	αιτιατική ενικού του μηχανουργός
μηχανουργός	noun	τεχνίτης ή τεχνικός, ειδικός στην επιδιόρθωση των μηχανών
μηχανουργών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανουργός
μηχανοφόρα	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρας	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρε	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρες	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρο	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόροι	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρος	adj	αυτός που φέρει μηχανή
μηχανοφόρου	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρους	=	μηχανοφόρος
μηχανοφόρων	=	μηχανοφόρος
μηχανόβια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μηχανόβιος
μηχανόβιας	=	μηχανόβιος
μηχανόβιε	=	μηχανόβιος
μηχανόβιες	=	μηχανόβιος
μηχανόβιο	=	μηχανόβιος
μηχανόβιοι	=	μηχανόβιος
μηχανόβιος	adj	που χρησιμοποιεί ως μεταφορικό μέσο τη μηχανή (τη μοτοσικλέτα) και αυτό του έχει γίνει τρόπος ζωής
μηχανόβιου	=	μηχανόβιος
μηχανόβιους	=	μηχανόβιος
μηχανόβιων	=	μηχανόβιος
μηχανόσημα	=	μηχανόσημο
μηχανόσημο	noun	είδος χαρτόσημου που χρησιμοποιόταν σε διάφορες διαδικασίες, όπως για παράδειγμα στην αίτηση άδειας ίδρυσης επιχείρησης
μηχανόσημου	=	μηχανόσημο
μηχανόσημων	=	μηχανόσημο
μηχανότρατα	noun	μηχανοκίνητη τράτα
μηχανότρατας	noun	γενική ενικού του μηχανότρατα
μηχανότρατες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηχανότρατα
μηχανώμαι	verb|dated	μηχανεύομαι, τεχνάζομαι, επινοώ με τέχνη ή πανουργία (συνήθως κακόσημο)
μηχανών	noun	γενική πληθυντικού του μηχανή
μηχατρονική	noun	ο συνδυασμός των επιστημών της μηχανολογίας, ηλεκτρονικής–ηλεκτρολογίας και πληροφορικής
μηχατρονικής	=	μηχατρονική
μι	noun	το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (μ, κεφαλαίο: Μ) (Ν.Ελληνικής)
μιά	pron	πολυτονική γραφή του μια
μιάμιση	num	μία και μισή
μιάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάναν	=	μιαίνω
μιάνανε	=	μιαίνω
μιάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάνσεις	=	μίανση
μιάνσεων	=	μίανση
μιάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνω
μιάου	noun	νιάου, η φωνή της γάτας	intj	νιάου!
μιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίασμα
μιάσματος	noun	γενική ενικού του μίασμα
μια	pron	προφορά του μία, θηλυκό του ένας	article	προφορά του μία, θηλυκό του ένας
μιαίναμε	=	μιαίνω
μιαίναν	=	μιαίνω
μιαίνανε	=	μιαίνω
μιαίνατε	=	μιαίνω
μιαίνει	=	μιαίνω
μιαίνεις	=	μιαίνω
μιαίνετε	=	μιαίνω
μιαίνομαι	=	μιαίνω
μιαίνοντας	=	μιαίνω
μιαίνουμε	=	μιαίνω
μιαίνουν	=	μιαίνω
μιαίνουνε	=	μιαίνω
μιαίνω	verb	επιδρώ βλαπτικά από ηθική και πνευματική άποψη
μιαμ	intj	για κάτι νόστιμο, το γαλλικό miam
μιαν	pron	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του ένας	article	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του ένας
μιανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιαίνομαι
μιαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός	adv	με μιαρό τρόπο
μιαρέ	adj	κλητική ενικού του μιαρός
μιαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιαρή
μιαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιαρός
μιαρής	adj	γενική ενικού του μιαρή
μιαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιαρός
μιαροτήτων	=	μιαρότητα
μιαρού	adj	γενική ενικού του μιαρός
μιαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιαρός
μιαρό	adj	αιτιατική ενικού του μιαρός	noun	μικρόσωμο ζώο του δάσους ή μεγάλο έντομο που προκαλεί ζημιά σε καλλιέργειες (στη κρητική διάλεκτο)
μιαρός	adj	που φέρει μίασμα, που προκαλεί μίανση
μιαρότητα	noun	η ιδιότητα του μιαρού, το να είναι κάποιος μιαρός
μιαρότητας	=	μιαρότητα
μιαρότητες	=	μιαρότητα
μιαρών	adj	γενική πληθυντικού του μιαρός
μιας	pron	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένας	num	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ένας
μιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μίασμα
μιασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιασματικό
μιασματικέ	adj	κλητική ενικού του μιασματικός
μιασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιασματική
μιασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιασματικός
μιασματικής	adj	γενική ενικού του μιασματική
μιασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιασματικός
μιασματικοτήτων	=	μιασματικότητα
μιασματικού	adj	γενική ενικού του μιασματικός
μιασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιασματικός
μιασματικό	adj	αιτιατική ενικού του μιασματικός
μιασματικός	adj	που έχει σχέση με το μίασμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
μιασματικότης	noun	η μιασματικότητα
μιασματικότητα	noun	η ιδιότητα του μιασματικού
μιασματικότητας	=	μιασματικότητα
μιασματικότητες	=	μιασματικότητα
μιασματικών	adj	γενική πληθυντικού του μιασματικός
μιγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μιγάς
μιγάδα	noun	θηλυκό του μιγάδας
μιγάδας	noun	άλλη μορφή του μιγάς
μιγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιγάς
μιγάδων	noun	γενική πληθυντικού του μιγάς
μιγάς	noun	που οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές
μιγαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιγαδικό
μιγαδικέ	adj	κλητική ενικού του μιγαδικός
μιγαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιγαδική
μιγαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιγαδικός
μιγαδικής	adj	γενική ενικού του μιγαδική
μιγαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιγαδικός
μιγαδικού	adj	γενική ενικού του μιγαδικός
μιγαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιγαδικός
μιγαδικό	adj	αιτιατική ενικού του μιγαδικός
μιγαδικός	noun	ο συσχετιζόμενος με τους μιγάδες	adj	μ(ε)ικτός
μιγαδικών	adj	γενική πληθυντικού του μιγαδικός
μιγμάτων	=	μίγμα
μιγνύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μιγνύω: αναμειγνύομαι
μιγνύω	verb	άλλη γραφή του μειγνύω: αναμειγνύω, ανακατεύω
μιδαζολάμες	=	μιδαζολάμη
μιδαζολάμη	noun	φάρμακο της ομάδας των βενζοδιαζεπινών που προκαλεί καταστολή και αγχόλυση, ιδίως πριν ή κατά τη διάρκεια ιατρικών διαδικασιών και της αναισθησίας
μιδαζολάμης	=	μιδαζολάμη
μιδαζολαμών	=	μιδαζολάμη
μιετ	abbrev	πολιτιστικό ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), με έδρα την Αθήνα
μιζέρια	noun	ανέχεια, φτώχεια
μιζέριας	noun	γενική ενικού του μιζέρια
μιζέριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιζέρια
μιζαδόρα	=	μιζαδόρος
μιζαδόρε	=	μιζαδόρος
μιζαδόρο	=	μιζαδόρος
μιζαδόροι	=	μιζαδόρος
μιζαδόρος	noun	αυτός που ανταμείβεται με μίζες για τις ύποπτες ή παρασκηνιακές εκδουλεύσεις που προσφέρει για τη διενέργεια συναλλαγών
μιζαδόρου	=	μιζαδόρος
μιζαδόρους	=	μιζαδόρος
μιζαδόρων	=	μιζαδόρος
μιζαμπλί	noun	η διαμόρφωση κόμμωσης με μη μόνιμες μπούκλες, με τη χρήση μπιγκουντί ή άλλων τεχνικών
μιζανπλί	noun	άλλη μορφή του μιζαμπλί
μιζανσέν	noun	φιλμογραφική ή θεατρική μετατροπή του σενάριου από τον ή τους δημιουργούς με μία δράση και σε ένα ντεκόρ για να εξασφαλισθεί η γενική αρμονία ενός θεατρικού έργου ή φιλμ
μιζών	noun	γενική πληθυντικού του μίζα
μιθραϊσμέ	=	μιθραϊσμός
μιθραϊσμοί	=	μιθραϊσμός
μιθραϊσμού	=	μιθραϊσμός
μιθραϊσμούς	=	μιθραϊσμός
μιθραϊσμό	=	μιθραϊσμός
μιθραϊσμός	noun	λατρεία του 1ου-3ου αιώνα η οποία στο ρόλο της λυτρωτικής θεότητας τοποθετούσε το Μίθρα και ενσωμάτωνε ιρανικές παραδόσεις
μιθραϊσμών	=	μιθραϊσμός
μιθριδατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιθριδατικό
μιθριδατικέ	adj	κλητική ενικού του μιθριδατικός
μιθριδατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιθριδατική
μιθριδατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιθριδατικός
μιθριδατικής	adj	γενική ενικού του μιθριδατική
μιθριδατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιθριδατικός
μιθριδατικού	adj	γενική ενικού του μιθριδατικός
μιθριδατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιθριδατικός
μιθριδατικό	adj	αιτιατική ενικού του μιθριδατικός
μιθριδατικός	adj	που έχει σχέση με τον Μιθριδάτη ή αναφέρεται σ' αυτόν
μιθριδατικών	adj	γενική πληθυντικού του μιθριδατικός
μιθριδατισμέ	noun	κλητική ενικού του μιθριδατισμός
μιθριδατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιθριδατισμός
μιθριδατισμού	noun	γενική ενικού του μιθριδατισμός
μιθριδατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μιθριδατισμός
μιθριδατισμό	noun	αιτιατική ενικού του μιθριδατισμός
μιθριδατισμός	noun	η απόκτηση ανοσίας σε τοξικές ουσίες και σε ειδικά δηλητήρια (ο Μιθριδάτης φέρεται να έπινε επί πολλά χρόνια μικρές δόσεις από δηλητήριο για να συνηθίσει ο οργανισμός του και να μην μπορούν οι εχθροί του να τον δολοφονήσουν με αυτό τον τρόπο)
μιθριδατισμών	noun	γενική πληθυντικού του μιθριδατισμός
μικάδε	=	μικάδος
μικάδο	=	μικάδος
μικάδοι	=	μικάδος
μικάδος	noun	ο τίτλος του ιάπωνα αυτοκράτορα
μικάδου	=	μικάδος
μικάδους	=	μικάδος
μικάδων	=	μικάδος
μικιάρω	verb	στοχεύω, σημαδεύω
μικιμάους	noun	κάθε παιδικό περιοδικό με εικονογραφημένες ιστορίες του Mickey Mouse και άλλων ηρώων του Disney
μικκυλίου	=	μικκύλιο
μικκυλίων	=	μικκύλιο
μικκύλια	=	μικκύλιο
μικκύλιο	noun	σωματίδιο κολλοειδούς μεγέθους που σχηματίζεται από τη σύζευξη μορίων ή ιόντων, τα οποία έχουν ένα υδρόφιλο και ένα υδρόφοβο άκρο (βλέπε εικόνα)
μικκύλιου	=	μικκύλιο
μικρά	noun|formal	για νεαρή γυναίκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικρός
μικράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικράκι
μικράνθρωπε	=	μικράνθρωπος
μικράνθρωπο	=	μικράνθρωπος
μικράνθρωποι	=	μικράνθρωπος
μικράνθρωπος	noun	χαρακτηρισμός αναξιοπρεπούς ανθρώπου
μικράς	=	μικρός
μικράτα	noun	η παιδική ηλικία
μικράτων	=	μικράτα
μικρέ	adj	κλητική ενικού του μικρός
μικρέμπορα	=	μικρέμπορας
μικρέμπορας	noun	άλλη μορφή του μικρέμπορος
μικρέμπορε	noun	κλητική ενικού του μικρέμπορος
μικρέμπορες	=	μικρέμπορας
μικρέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του μικρέμπορος
μικρέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρέμπορος
μικρέμπορος	noun	ο μικρός έμπορος
μικρέμπορου	noun	γενική ενικού του μικρέμπορος
μικρέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικρέμπορος
μικρέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του μικρέμπορος
μικρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρή
μικρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρός
μικρής	adj	γενική ενικού του μικρή
μικραίναμε	=	μικραίνω
μικραίναν	=	μικραίνω
μικραίνανε	=	μικραίνω
μικραίνατε	=	μικραίνω
μικραίνει	=	μικραίνω
μικραίνεις	=	μικραίνω
μικραίνετε	=	μικραίνω
μικραίνομε	=	μικραίνω
μικραίνοντας	=	μικραίνω
μικραίνουμε	=	μικραίνω
μικραίνουν	=	μικραίνω
μικραίνουνε	=	μικραίνω
μικραίνω	verb	κάνω κάτι μικρότερο
μικρανεψιά	noun	κόρη του ανεψιού ή της ανεψιάς
μικρανεψιάς	=	μικρανεψιά
μικρανεψιέ	noun	κλητική ενικού του μικρανεψιός
μικρανεψιές	=	μικρανεψιά
μικρανεψιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρανεψιός
μικρανεψιού	noun	γενική ενικού του μικρανεψιός
μικρανεψιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικρανεψιός
μικρανεψιό	noun	αιτιατική ενικού του μικρανεψιός
μικρανεψιός	noun	ο γιος του εξαδέλφου ή της εξαδέλφης
μικρανεψιών	noun	γενική πληθυντικού του μικρανεψιός
μικρανθρώπου	=	μικράνθρωπος
μικρανθρώπους	=	μικράνθρωπος
μικρανθρώπων	=	μικράνθρωπος
μικρανιψιά	noun	κόρη του ανεψιού ή της ανεψιάς
μικρανιψιάς	=	μικρανιψιά
μικρανιψιέ	noun	κλητική ενικού του μικρανιψιός
μικρανιψιές	=	μικρανιψιά
μικρανιψιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρανιψιός
μικρανιψιού	noun	γενική ενικού του μικρανιψιός
μικρανιψιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικρανιψιός
μικρανιψιό	noun	αιτιατική ενικού του μικρανιψιός
μικρανιψιός	noun	γιος του ανεψιού ή της ανεψιάς
μικρανιψιών	noun	γενική πληθυντικού του μικρανιψιός
μικρασιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρασιάτικο
μικρασιάτικε	adj	κλητική ενικού του μικρασιάτικος
μικρασιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρασιάτικη
μικρασιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρασιάτικος
μικρασιάτικης	adj	γενική ενικού του μικρασιάτικη
μικρασιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μικρασιάτικος
μικρασιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρασιάτικος
μικρασιάτικος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Μικρά Ασία
μικρασιάτικου	adj	γενική ενικού του μικρασιάτικος
μικρασιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρασιάτικος
μικρασιάτικων	adj	γενική πληθυντικού του μικρασιάτικος
μικρασιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρασιατικό
μικρασιατικέ	adj	κλητική ενικού του μικρασιατικός
μικρασιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρασιατική
μικρασιατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρασιατικός
μικρασιατικής	adj	γενική ενικού του μικρασιατική
μικρασιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρασιατικός
μικρασιατικού	adj	γενική ενικού του μικρασιατικός
μικρασιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρασιατικός
μικρασιατικό	adj	αιτιατική ενικού του μικρασιατικός
μικρασιατικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Μικρά Ασία
μικρασιατικών	adj	γενική πληθυντικού του μικρασιατικός
μικρεμπορίου	=	μικρεμπόριο
μικρεμπορίων	=	μικρεμπόριο
μικρεμπόρια	=	μικρεμπόριο
μικρεμπόριο	noun	το λιανικό εμπόριο σε μικρές ποσότητες
μικρεμπόριου	=	μικρεμπόριο
μικρεμπόρου	noun	γενική ενικού του μικρέμπορος
μικρεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικρέμπορος
μικρεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του μικρέμπορος
μικροέθνη	=	μικροέθνος
μικροέθνος	noun	πολύ μικρή γεωγραφική οντότητα με ελάχιστο πληθυσμό και έκταση η οποία δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένη ως έθνος.
μικροέθνους	=	μικροέθνος
μικροέκφραση	noun	ανεπαίσθητος, ακούσιος και σχεδόν αμελητέας διάρκειας μορφασμός του προσώπου
μικροέκφρασης	noun	γενική ενικού του μικροέκφραση
μικροέξοδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροέξοδο
μικροέξοδο	noun	ένα μικρό (σχετικά) έξοδο
μικροέξοδου	=	μικροέξοδο
μικροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρός
μικροαγορά	noun	αγορά προϊόντων μικρής αξίας
μικροαγοράς	=	μικροαγορά
μικροαγορές	=	μικροαγορά
μικροαγορών	=	μικροαγορά
μικροαδίκημα	noun	ένα μικρό σε σημασία αδίκημα
μικροαδικήματα	=	μικροαδίκημα
μικροαδικήματος	=	μικροαδίκημα
μικροαδικημάτων	=	μικροαδίκημα
μικροαερόφιλα	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλε	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλες	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλη	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλης	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλο	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλοι	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλος	adj	έμβιος οργανισμός που απαιτεί λίγο οξυγόνο για την ανάπτυξή του.
μικροαερόφιλου	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλους	=	μικροαερόφιλος
μικροαερόφιλων	=	μικροαερόφιλος
μικροαιμορραγία	noun	η απώλεια πολύ μικρής ποσότητας αίματος, η οποία μπορεί να συμβεί σε διάφορα σημεία του σώματος
μικροαιμορραγίας	=	μικροαιμορραγία
μικροαιμορραγίες	=	μικροαιμορραγία
μικροαιμορραγιών	=	μικροαιμορραγία
μικροαμπέρ	noun	μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος, που ισούται με ένα εκατομμυριοστό του αμπέρ
μικροανάλυση	noun	η ανάλυση μικρής κλίμακας
μικροανάλυσης	=	μικροανάλυση
μικροαναλύσεις	=	μικροανάλυση
μικροαναλύσεων	=	μικροανάλυση
μικροαντικείμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροαντικείμενο
μικροαντικείμενο	noun	μικρών διαστάσεων ή αξίας αντικείμενο
μικροαντικείμενου	=	μικροαντικείμενο
μικροαντικείμενων	=	μικροαντικείμενο
μικροαντικειμένου	=	μικροαντικείμενο
μικροαντικειμένων	=	μικροαντικείμενο
μικροανωμαλία	noun	μια μικρή ανωμαλία
μικροανωμαλίας	=	μικροανωμαλία
μικροανωμαλίες	=	μικροανωμαλία
μικροανωμαλιών	=	μικροανωμαλία
μικροαπάτες	=	μικροαπάτη
μικροαπάτη	noun	μια μικρή (σε συνέπειες ή σημασία) απάτη
μικροαπάτης	=	μικροαπάτη
μικροαπατεώνας	noun	εμπλεκόμενος σε μικρής κλίμακας απατεωνιές
μικροαπατών	=	μικροαπάτη
μικροαποκλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροαπόκλιση
μικροαποκλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροαπόκλιση
μικροαποκλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροαπόκλιση
μικροαποταμιευτές	=	μικροαποταμιευτής
μικροαποταμιευτή	=	μικροαποταμιευτής
μικροαποταμιευτής	noun	κάποιος που αποταμιεύει λίγα
μικροαποταμιευτών	=	μικροαποταμιευτής
μικροαπόκλισης	noun	γενική ενικού του μικροαπόκλιση
μικροαστέ	noun	κλητική ενικού του μικροαστός
μικροαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροαστικό
μικροαστικέ	adj	κλητική ενικού του μικροαστικός
μικροαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροαστική
μικροαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροαστικός
μικροαστικής	adj	γενική ενικού του μικροαστική
μικροαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροαστικός
μικροαστικού	adj	γενική ενικού του μικροαστικός
μικροαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροαστικός
μικροαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροαστικός
μικροαστικός	adj	που αναφέρεται στους μικροαστούς
μικροαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροαστικός
μικροαστισμέ	=	μικροαστισμός
μικροαστισμοί	=	μικροαστισμός
μικροαστισμού	=	μικροαστισμός
μικροαστισμούς	=	μικροαστισμός
μικροαστισμό	=	μικροαστισμός
μικροαστισμός	noun	η νοοτροπία του μικροαστού, μερικά χαρακτηριστικά της οποίας είναι η καθήλωση στην κοινωνική συμβατικότητα, ο φόβος και η καχυποψία απέναντι στο καινούριο
μικροαστισμών	=	μικροαστισμός
μικροαστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροαστός
μικροαστού	noun	γενική ενικού του μικροαστός
μικροαστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροαστός
μικροαστό	noun	αιτιατική ενικού του μικροαστός
μικροαστός	noun	κάποιος που θα μπορούσε να καταταχθεί στα κατώτερα στρώματα της αστικής τάξης
μικροαστών	noun	γενική πληθυντικού του μικροαστός
μικροατυχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροατύχημα
μικροατυχήματος	noun	γενική ενικού του μικροατύχημα
μικροατυχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μικροατύχημα
μικροατύχημα	noun	όχι ιδιαίτερα σοβαρό ατύχημα
μικροβένθος	noun	μια από τις υποδιαιρέσεις του ζωοβένθους και συγκεκριμένα εκείνη στην οποία ανήκουν οι υδρόβιοι οργανισμοί μεγέθους μικρότερου του 0,1 mm (ή με άλλη ταξινόμηση μικρότεροι των 0,045 mm)
μικροβίου	noun	γενική ενικού του μικρόβιο
μικροβίωμα	noun	το σύνολο των μικροοργανισμών που ζει στο σώμα ή σε μέρη του σώματος ή σε κάποιον χώρο γενικότερα
μικροβίων	noun	γενική πληθυντικού του μικρόβιο
μικροβαρυτήτων	=	μικροβαρύτητα
μικροβαρύτητα	noun	η πολύ μικρή βαρύτητα του διαστήματος
μικροβαρύτητας	=	μικροβαρύτητα
μικροβαρύτητες	=	μικροβαρύτητα
μικροβιαιμία	noun	η εμφάνιση μικροβίων στο κυκλοφορικό σύστημα
μικροβιαιμίας	=	μικροβιαιμία
μικροβιαιμίες	=	μικροβιαιμία
μικροβιαιμιών	=	μικροβιαιμία
μικροβιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιακό
μικροβιακέ	adj	κλητική ενικού του μικροβιακός
μικροβιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιακή
μικροβιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροβιακός
μικροβιακής	adj	γενική ενικού του μικροβιακή
μικροβιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροβιακός
μικροβιακού	adj	γενική ενικού του μικροβιακός
μικροβιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροβιακός
μικροβιακό	adj	αιτιατική ενικού του μικροβιακός
μικροβιακός	adj	που έχει σχέση με μικρόβια, αναφέρεται σ’ αυτά ή οφείλεται σ’ αυτά
μικροβιακών	adj	γενική πληθυντικού του μικροβιακός
μικροβιακώς	adv|dated	μικροβιακά
μικροβιοκτονία	noun|formal	η εξολόθρευση μικροβίων
μικροβιοκτονίας	=	μικροβιοκτονία
μικροβιοκτονίες	=	μικροβιοκτονία
μικροβιοκτονιών	=	μικροβιοκτονία
μικροβιοκτόνα	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνας	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνε	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνες	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνο	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνοι	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνος	adj	που σκοτώνει τα μικρόβια
μικροβιοκτόνου	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνους	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιοκτόνων	=	μικροβιοκτόνος
μικροβιολογία	noun	η μελέτη των μικροοργανισμών, των μικροβίων
μικροβιολογίας	noun	γενική ενικού του μικροβιολογία
μικροβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιολογία
μικροβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιολογικό
μικροβιολογικέ	adj	κλητική ενικού του μικροβιολογικός
μικροβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιολογική
μικροβιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροβιολογικός
μικροβιολογικής	adj	γενική ενικού του μικροβιολογική
μικροβιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροβιολογικός
μικροβιολογικού	adj	γενική ενικού του μικροβιολογικός
μικροβιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροβιολογικός
μικροβιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροβιολογικός
μικροβιολογικός	adj	που έχει σχέση με τη μικροβιολογία ή το μικροβιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
μικροβιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροβιολογικός
μικροβιολογικώς	adv|dated	μικροβιολογικά
μικροβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροβιολογία
μικροβιολόγε	noun	κλητική ενικού του μικροβιολόγος
μικροβιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του μικροβιολόγος
μικροβιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροβιολόγος
μικροβιολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με τη μικροβιολογία
μικροβιολόγου	noun	γενική ενικού του μικροβιολόγος
μικροβιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροβιολόγος
μικροβιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μικροβιολόγος
μικροβιομέτρου	=	μικροβιόμετρο
μικροβιομέτρων	=	μικροβιόμετρο
μικροβιομήχανε	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομήχανο	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομήχανοι	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομήχανος	noun	ο ιδιοκτήτης βιομηχανίας μικρής παραγωγής και μικρού κύκλου εργασιών
μικροβιομήχανου	noun	γενική ενικού του μικροβιομήχανος
μικροβιομήχανους	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομήχανων	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομετρία	noun	η μέτρηση των διαστάσεων ενός μικροβίου
μικροβιομετρίας	=	μικροβιομετρία
μικροβιομετρίες	=	μικροβιομετρία
μικροβιομετριών	=	μικροβιομετρία
μικροβιομηχάνου	noun	γενική ενικού του μικροβιομήχανος
μικροβιομηχάνους	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομηχάνων	=	μικροβιομήχανος
μικροβιομηχανία	noun	η βιομηχανία ενός μικροβιομήχανου με εγκαταστάσεις ιδιαίτερα μικρής έκτασης
μικροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του μικροβιομηχανία
μικροβιομηχανίες	=	μικροβιομηχανία
μικροβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιομηχανικό
μικροβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιομηχανική
μικροβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του μικροβιομηχανική
μικροβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανικός	adj	που έχει σχέση με μικροβιομηχανία ή μικροβιομήχανο ή αναφέρεται σ’ αυτά
μικροβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροβιομηχανικός
μικροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροβιομηχανία
μικροβιοτόπου	=	μικροβιότοπος
μικροβιοτόπους	=	μικροβιότοπος
μικροβιοτόπων	=	μικροβιότοπος
μικροβιοφαγία	noun	η ιδιότητα της καταστροφής μικροβίων από φαγοκύτταρα
μικροβιοφαγίας	noun	γενική ενικού του μικροβιοφαγία
μικροβιοφαγίες	=	μικροβιοφαγία
μικροβιοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροβιοφαγία
μικροβιοφοβία	noun	ο παθολογικός υπερβολικός φόβος για τα μικρόβια
μικροβιοφοβίας	noun	γενική ενικού του μικροβιοφοβία
μικροβιοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροβιοφοβία
μικροβιοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροβιοφοβία
μικροβιοφόρα	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρας	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρε	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρες	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρο	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόροι	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρος	adj	που (μετα)φέρει (παθογόνα) μικρόβια, φορέας μικροβίων
μικροβιοφόρου	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρους	=	μικροβιοφόρος
μικροβιοφόρων	=	μικροβιοφόρος
μικροβισμέ	=	μικροβισμός
μικροβισμοί	=	μικροβισμός
μικροβισμού	=	μικροβισμός
μικροβισμούς	=	μικροβισμός
μικροβισμό	=	μικροβισμός
μικροβισμός	noun	μόλυνση (ενεργή ή εν υπνώσει) από νοσογόνα μικρόβια
μικροβισμών	=	μικροβισμός
μικροβιωμάτων	=	μικροβίωμα
μικροβιόμετρα	=	μικροβιόμετρο
μικροβιόμετρο	noun	μικροσκόπιο μέτρησης των διαστάσεων των μικροβίων
μικροβιόμετρον	noun	μικροβιόμετρο
μικροβιόμετρου	=	μικροβιόμετρο
μικροβιόμετρων	=	μικροβιόμετρο
μικροβιότοπε	=	μικροβιότοπος
μικροβιότοπο	=	μικροβιότοπος
μικροβιότοποι	=	μικροβιότοπος
μικροβιότοπος	noun	πολύ μικρός βιότοπος ή πολύ μικρή οικολογική θέση με σχετικά διακριτά γνωρίσματα, η οποία μπορεί να φιλοξενεί έναν οργανισμό ή μικρή βιοκοινότητα
μικροβιότοπου	=	μικροβιότοπος
μικροβιότοπους	=	μικροβιότοπος
μικροβιότοπων	=	μικροβιότοπος
μικροβιώματα	=	μικροβίωμα
μικροβιώματος	=	μικροβίωμα
μικροβλάβες	=	μικροβλάβη
μικροβλάβη	noun	βλάβη που είναι μικρής έκτασης, περιορισμένης σοβαρότητας ή τοπικού χαρακτήρα
μικροβλάβης	=	μικροβλάβη
μικροβλαβών	=	μικροβλάβη
μικροβόλτ	noun	μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής τάσης που ισοδυναμεί με ένα εκατομμυριοστό (10⁻⁶) τού βολτ και έχει σύμβολο το μV
μικρογεγονός	noun	γεγονός μικρής σημασίας
μικρογεγονότα	=	μικρογεγονός
μικρογεγονότος	=	μικρογεγονός
μικρογεγονότων	=	μικρογεγονός
μικρογευμάτων	=	μικρογεύμα
μικρογεύμα	noun	ένα μικρό (σε ποσότητα ή διάρκεια) γεύμα
μικρογεύματα	=	μικρογεύμα
μικρογεύματος	=	μικρογεύμα
μικρογλυπτά	=	μικρογλυπτό
μικρογλυπτού	=	μικρογλυπτό
μικρογλυπτό	noun	γλυπτό μικρών διαστάσεων
μικρογλυπτών	=	μικρογλυπτό
μικρογλωσσία	noun	η ύπαρξη πολύ μικρής γλώσσας σε κάποιον
μικρογλωσσίας	=	μικρογλωσσία
μικρογλωσσίες	=	μικρογλωσσία
μικρογλωσσιών	=	μικρογλωσσία
μικρογονιμοποίηση	noun	μέθοδος εξωσωματικής γονιμοποίησης σύμφωνα με την οποία γίνεται μικροεπεμβατική γονιμοποίηση του ωαρίου με την έγχυση ενός σπερματοζωαρίου μέσα στο κυτταρόπλασμα του ωαρίου
μικρογονιμοποίησης	=	μικρογονιμοποίηση
μικρογονιμοποιήσεις	=	μικρογονιμοποίηση
μικρογονιμοποιήσεων	=	μικρογονιμοποίηση
μικρογράμματα	=	μικρογράμματος
μικρογράμματε	=	μικρογράμματος
μικρογράμματες	=	μικρογράμματος
μικρογράμματη	=	μικρογράμματος
μικρογράμματης	=	μικρογράμματος
μικρογράμματο	=	μικρογράμματος
μικρογράμματοι	=	μικρογράμματος
μικρογράμματος	adj	που είναι γραμμένος με μικρά (πεζά) γράμματα, σε αντίθεση με την μεγαλογράμματη (κεφαλαιογράμματη) γραφή (όπως στα αρχαία ελληνικά)
μικρογράμματου	=	μικρογράμματος
μικρογράμματους	=	μικρογράμματος
μικρογράμματων	=	μικρογράμματος
μικρογράφε	=	μικρογράφος
μικρογράφο	=	μικρογράφος
μικρογράφοι	=	μικρογράφος
μικρογράφος	noun	δημιουργός μικρογραφιών
μικρογράφου	=	μικρογράφος
μικρογράφους	=	μικρογράφος
μικρογράφων	=	μικρογράφος
μικρογραμμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρογραμμάριο
μικρογραμμάριο	noun	μονάδα βάρους ίση με 10⁻⁶ γραμμάρια (ένα εκατομμυριοστό του γραμμαρίου)
μικρογραμμάριον	noun	μικρογραμμάριο
μικρογραμμάριου	=	μικρογραμμάριο
μικρογραμμαρίου	noun	γενική ενικού του μικρογραμμάριο
μικρογραμμαρίων	noun	γενική πληθυντικού του μικρογραμμάριο
μικρογραφία	noun	τεχνική παραγωγή ή αναπαραγωγή σε μικρό μέγεθος
μικρογραφίας	noun	γενική ενικού του μικρογραφία
μικρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφία
μικρογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφημένο
μικρογραφημένε	verb	κλητική ενικού του μικρογραφημένος
μικρογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφημένη
μικρογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρογραφημένος
μικρογραφημένης	verb	γενική ενικού του μικρογραφημένη
μικρογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του μικρογραφημένος
μικρογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφημένος
μικρογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μικρογραφημένος
μικρογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μικρογραφημένος
μικρογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μικρογραφημένος
μικρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφικό
μικρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του μικρογραφικός
μικρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφική
μικρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρογραφικός
μικρογραφικής	adj	γενική ενικού του μικρογραφική
μικρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρογραφικός
μικρογραφικού	adj	γενική ενικού του μικρογραφικός
μικρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρογραφικός
μικρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μικρογραφικός
μικρογραφικός	adj	που έχει σχέση με μικρογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μικρογραφικός
μικρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μικρογραφία
μικρογραφώ	verb	δημιουργώ μικρογραφίες
μικρογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μικρογραφώ
μικροδάκτυλα	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλε	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλες	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλη	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλης	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλο	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλοι	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλος	adj	που πάσχει από μικροδακτυλία
μικροδάκτυλου	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλους	=	μικροδάκτυλος
μικροδάκτυλων	=	μικροδάκτυλος
μικροδάνεια	=	μικροδάνειο
μικροδάνειο	noun	δάνειο που αφορά μικρό ποσό
μικροδάνειου	=	μικροδάνειο
μικροδέμα	noun	μικρών διαστάσεων δέμα
μικροδέματα	=	μικρόδεμα
μικροδέματος	=	μικρόδεμα
μικροδίκτυα	=	μικροδίκτυο
μικροδίκτυο	noun	μικρό δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας
μικροδίκτυου	=	μικροδίκτυο
μικροδίκτυων	=	μικροδίκτυο
μικροδακτυλία	noun	το να έχει κάποιος αφύσικα μικρά δάκτυλα
μικροδακτυλίας	=	μικροδακτυλία
μικροδακτυλίες	=	μικροδακτυλία
μικροδακτυλιών	=	μικροδακτυλία
μικροδανείου	=	μικροδάνειο
μικροδανείων	=	μικροδάνειο
μικροδείχνω	verb	φαίνομαι πιο νέος από όσο είμαι πραγματικά
μικροδεμάτων	=	μικρόδεμα
μικροδερμαποξέσεις	=	μικροδερμαπόξεση
μικροδερμαποξέσεων	=	μικροδερμαπόξεση
μικροδερμαπόξεση	noun	διαδικασία ή μέθοδος απομάκρυνσης της εξωτερικής στιβάδας του δέρματος για ιατρικούς ή αισθητικούς σκοπούς
μικροδερμαπόξεσης	=	μικροδερμαπόξεση
μικροδερματοαποξέσεις	=	μικροδερματοαπόξεση
μικροδερματοαποξέσεων	=	μικροδερματοαπόξεση
μικροδερματοαπόξεση	noun	άλλη μορφή του μικροδερμαπόξεση
μικροδερματοαπόξεσης	=	μικροδερματοαπόξεση
μικροδερμοαποξέσεις	=	μικροδερμοαπόξεση
μικροδερμοαποξέσεων	=	μικροδερμοαπόξεση
μικροδερμοαπόξεση	noun	άλλη μορφή του μικροδερμαπόξεση
μικροδερμοαπόξεσης	=	μικροδερμοαπόξεση
μικροδευτερολέπτου	=	μικροδευτερόλεπτο
μικροδευτερολέπτων	=	μικροδευτερόλεπτο
μικροδευτερόλεπτα	=	μικροδευτερόλεπτο
μικροδευτερόλεπτο	noun	στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI), χρονική διάρκεια ίση με ένα εκατομμυριοστό (0,000001 ή 10⁻⁶ ή 1/(1.000.000)) του δευτερολέπτου (second)
μικροδευτερόλεπτου	=	μικροδευτερόλεπτο
μικροδιακινητές	=	μικροδιακινητής
μικροδιακινητή	=	μικροδιακινητής
μικροδιακινητής	noun	αυτός που διακινεί μικρές ποσότητες από κάτι
μικροδιακινητών	=	μικροδιακινητής
μικροδιακοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροδιακοπή
μικροδιακοπή	noun	διακοπή μικρής διάρκειας
μικροδιακοπής	=	μικροδιακοπή
μικροδιακοπών	=	μικροδιακοπή
μικροδιαφορά	noun	μικρή διαφορά
μικροδιαφοράς	=	μικροδιαφορά
μικροδιαφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροδιαφορά
μικροδιαφοροποίηση	noun	η ύπαρξη ή το αποτέλεσμα μικρών διαφορών (σε σχέση ή αναφορικά με κάτι άλλο)· (κυριολεκτικά) η μικρή, η ανεπαίσθητη διαφοροποίηση
μικροδιαφοροποίησης	noun	γενική ενικού του μικροδιαφοροποίηση
μικροδιαφοροποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροδιαφοροποίηση
μικροδιαφοροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροδιαφοροποίηση
μικροδιαφοροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροδιαφοροποίηση
μικροδιαφορών	=	μικροδιαφορά
μικροδικτύου	=	μικροδίκτυο
μικροδικτύων	=	μικροδίκτυο
μικροδομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροδομή
μικροδομή	noun	η δομή ενός επιμέρους οργανωμένου υποσυστήματος σε αντιδιαστολή με τη δομή της γενικής οργάνωσης του συστήματος στο οποίο υπάγεται
μικροδομής	=	μικροδομή
μικροδομών	=	μικροδομή
μικροδορυφόρε	=	μικροδορυφόρος
μικροδορυφόρο	=	μικροδορυφόρος
μικροδορυφόροι	=	μικροδορυφόρος
μικροδορυφόρος	noun	δορυφόρος πολύ μικρών διαστάσεων
μικροδορυφόρου	=	μικροδορυφόρος
μικροδορυφόρους	=	μικροδορυφόρος
μικροδορυφόρων	=	μικροδορυφόρος
μικροδουλειά	noun	μικρής σημασίας ή αξίας δουλειά
μικροδουλειάς	=	μικροδουλειά
μικροδουλειές	=	μικροδουλειά
μικροδουλειών	=	μικροδουλειά
μικροείδη	=	μικροείδος
μικροείδος	noun	ταξινομική μονάδα οργανισμών, συνήθως φυτών, με πολύ μικρές αλλά σταθερές διαφορές από συγγενικές μορφές, η οποία συχνά διατηρείται ως διακριτή γενεαλογική γραμμή μέσω απομειξίας ή άλλων μορφών μη φυλετικής αναπαραγωγής
μικροείδους	=	μικροείδος
μικροεγκληματίας	noun	μικροαπατεώνας, εμπλεκόμενος σε μικρής σημασίας αδίκημα (π.χ. μικροκλοπή)
μικροεγκληματικοτήτων	=	μικροεγκληματικότητα
μικροεγκληματικότητα	noun	διάπραξη αδικημάτων που επισύρουν μικρές ποινικές κυρώσεις
μικροεγκληματικότητας	=	μικροεγκληματικότητα
μικροεγκληματικότητες	=	μικροεγκληματικότητα
μικροεθνών	=	μικροέθνος
μικροειδών	=	μικροείδος
μικροεισοδηματία	=	μικροεισοδηματίας
μικροεισοδηματίας	noun	άτομο με μικρό εισόδημα
μικροεισοδηματίες	=	μικροεισοδηματίας
μικροεισοδηματιών	=	μικροεισοδηματίας
μικροεκδορά	noun	επιπόλαια εκδορά
μικροεκδοράς	=	μικροεκδορά
μικροεκδορές	=	μικροεκδορά
μικροεκδορών	=	μικροεκδορά
μικροεκφράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροέκφραση
μικροεκφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροέκφραση
μικροεκφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροέκφραση
μικροελεγκτές	=	μικροελεγκτής
μικροελεγκτή	=	μικροελεγκτής
μικροελεγκτής	noun	προγραμματιζόμενο ολοκληρωμένο κύκλωμα, με επεξεργαστή και μνήμη για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών
μικροελεγκτών	=	μικροελεγκτής
μικροενδιαίτημα	noun	μικρή, τοπικά περιορισμένη θέση μέσα σε ένα ευρύτερο ενδιαίτημα, με ιδιαίτερες συνθήκες υγρασίας, φωτός, θερμοκρασίας, εδάφους ή κάλυψης, που μπορεί να ευνοεί την παρουσία, καταφυγή ή αναπαραγωγή συγκεκριμένων οργανισμών
μικροενδιαιτήματα	=	μικροενδιαίτημα
μικροενδιαιτήματος	=	μικροενδιαίτημα
μικροενδιαιτημάτων	=	μικροενδιαίτημα
μικροενδοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροενδοσκοπικό
μικροενδοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του μικροενδοσκοπικός
μικροενδοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροενδοσκοπική
μικροενδοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροενδοσκοπικός
μικροενδοσκοπικής	adj	γενική ενικού του μικροενδοσκοπική
μικροενδοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροενδοσκοπικός
μικροενδοσκοπικού	adj	γενική ενικού του μικροενδοσκοπικός
μικροενδοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροενδοσκοπικός
μικροενδοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροενδοσκοπικός
μικροενδοσκοπικός	adj	που αφορά πολύ μικρά συστήματα ενδοσκόπησης
μικροενδοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροενδοσκοπικός
μικροεξαγωγές	=	μικροεξαγωγή
μικροεξαγωγή	noun	μικρή σε έκταση ή σημασία εξαγωγή
μικροεξαγωγής	=	μικροεξαγωγή
μικροεξαγωγών	=	μικροεξαγωγή
μικροεξυπηρέτηση	noun	μικρή εξυπηρέτηση
μικροεξυπηρέτησης	noun	γενική ενικού του μικροεξυπηρέτηση
μικροεξυπηρετήσεις	noun	μικρές (μικρής σημασίας) εξυπηρετήσεις
μικροεξυπηρετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροεξυπηρέτηση
μικροεξυπηρετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροεξυπηρέτηση
μικροεξόδου	noun	γενική ενικού του μικροέξοδο
μικροεξόδων	noun	γενική πληθυντικού του μικροέξοδο
μικροεπέμβαση	noun	επέμβαση όχι ιδιαίτερα αιματηρή που συνήθως δεν προϋποθέτει στη συνέχεια την παραμονή για νοσηλεία σε νοσοκομείο
μικροεπέμβασης	noun	γενική ενικού του μικροεπέμβαση
μικροεπίπεδα	=	μικροεπίπεδο
μικροεπίπεδο	noun	επίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε πλαίσιο μικρότερα από κάτι άλλο
μικροεπίπεδου	=	μικροεπίπεδο
μικροεπαγγελματία	=	μικροεπαγγελματίας
μικροεπαγγελματίας	noun	μικρός σε κύκλο εργασιών ή τζίρο επαγγελματίας
μικροεπαγγελματίες	=	μικροεπαγγελματίας
μικροεπαγγελματιών	=	μικροεπαγγελματίας
μικροεπεμβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροεπέμβαση
μικροεπεμβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροεπέμβαση
μικροεπεμβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροεπέμβαση
μικροεπεμβατικά	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικέ	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικές	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατική	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικής	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικοί	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικού	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικούς	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικό	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπεμβατικός	adj	που έχει σχέση με μικροεπεμβάσεις ή αναφέρεται σ’ αυτές
μικροεπεμβατικών	=	μικροεπεμβατικός
μικροεπενδυτές	=	μικροεπενδυτής
μικροεπενδυτή	=	μικροεπενδυτής
μικροεπενδυτής	noun	που επενδύει μικρά ποσά (στο χρηματιστήριο ή αλλού)
μικροεπενδυτών	=	μικροεπενδυτής
μικροεπεξεργαστές	=	μικροεπεξεργαστής
μικροεπεξεργαστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μικροεπεξεργαστής
μικροεπεξεργαστής	noun	ένα εξάρτημα που περιλαμβάνει τις περισσότερες ή όλες τις λειτουργίες της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας ενός υπολογιστή
μικροεπεξεργαστών	=	μικροεπεξεργαστής
μικροεπιπέδου	=	μικροεπίπεδο
μικροεπιπέδων	=	μικροεπίπεδο
μικροεπιχείρηση	noun	επιχείρηση με μικρό κύκλο εργασιών, μικρό κεφάλαιο και λίγα κέρδη
μικροεπιχείρησης	=	μικροεπιχείρηση
μικροεπιχειρήσεις	=	μικροεπιχείρηση
μικροεπιχειρήσεων	=	μικροεπιχείρηση
μικροεπιχειρηματία	=	μικροεπιχειρηματίας
μικροεπιχειρηματίας	noun	επιχειρηματίας που έχει μικροεπιχείρηση
μικροεπιχειρηματίες	=	μικροεπιχειρηματίας
μικροεπιχειρηματιών	=	μικροεπιχειρηματίας
μικροευρήματα	=	μικροεύρημα
μικροευρήματος	=	μικροεύρημα
μικροευρημάτων	=	μικροεύρημα
μικροεφαρμογές	=	μικροεφαρμογή
μικροεφαρμογή	noun	ειδική εφαρμογή υπολογιστικού συστήματος (κινητού, ταμπλέτας, υπολογιστή κ.λπ.), που δεν περιέχει -συνήθως- πολλές γραμμές κώδικα και εκτελεί -συνήθως- μία μικρή συγκεκριμένη εργασία
μικροεφαρμογής	=	μικροεφαρμογή
μικροεφαρμογών	=	μικροεφαρμογή
μικροεύρημα	noun	μικρό (σε μέγεθος ή αξία) εύρημα
μικροζημιά	noun	μια μικρή (σε μέγεθος ή και έκταση) ζημιά
μικροζημιάς	noun	γενική ενικού του μικροζημιά
μικροζημιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροζημιά
μικροζημιών	=	μικροζημιά
μικροζυθοποιέ	noun	κλητική ενικού του μικροζυθοποιός
μικροζυθοποιία	noun	η μικρή ζυθοποιία
μικροζυθοποιίας	=	μικροζυθοποιία
μικροζυθοποιίες	=	μικροζυθοποιία
μικροζυθοποιιών	=	μικροζυθοποιία
μικροζυθοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροζυθοποιός
μικροζυθοποιού	noun	γενική ενικού του μικροζυθοποιός
μικροζυθοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροζυθοποιός
μικροζυθοποιό	noun	αιτιατική ενικού του μικροζυθοποιός
μικροζυθοποιός	noun	που έχει μια μικροζυθοποιία
μικροζυθοποιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροζυθοποιός
μικροηλεκτρονικά	=	μικροηλεκτρονικός
μικροηλεκτρονικέ	=	μικροηλεκτρονικός
μικροηλεκτρονικές	=	μικροηλεκτρονική
μικροηλεκτρονική	noun	η επιστήμη η σχετική με την σχεδίαση και παραγωγή ηλεκτρονικών πλακετών ή εξαρτημάτων εξαιρετικά μικρών διαστάσεων
μικροηλεκτρονικής	=	μικροηλεκτρονική
μικροηλεκτρονικοί	=	μικροηλεκτρονικός
μικροηλεκτρονικού	=	μικροηλεκτρονικός
μικροηλεκτρονικούς	=	μικροηλεκτρονικός
μικροηλεκτρονικό	=	μικροηλεκτρονικός
μικροηλεκτρονικός	adj	που έχει σχέση με τη μικροηλεκτρονική ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικροηλεκτρονικών	=	μικροηλεκτρονική
μικροθελήματος	noun	γενική ενικού του μικροθέλημα
μικροθελημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μικροθέλημα
μικροθεμελίωση	noun	μακροοικονομική ανάλυση στηριζόμενη στη μικροοικονομική ανάλυση της συμπεριφοράς μεμονωμένων πρακτόρων, όπως τα νοικοκυριά ή οι εταιρείες
μικροθεμελίωσης	=	μικροθεμελίωση
μικροθεμελιώσεις	=	μικροθεμελίωση
μικροθεμελιώσεων	=	μικροθεμελίωση
μικροθερμίδα	noun	η ποσότητα θερμότητας που χρειάζεται ώστε η θερμοκρασία ενός γραμμαρίου νερού να αυξηθεί κατά έναν βαθμό Κελσίου
μικροθερμίδας	=	μικροθερμίδα
μικροθερμίδες	=	μικροθερμίδα
μικροθερμίδων	=	μικροθερμίδα
μικροθρεπτικά	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικέ	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικές	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτική	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικής	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικοί	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικού	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικούς	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικό	=	μικροθρεπτικός
μικροθρεπτικός	adj	που είναι απαραίτητος σε μικρές ποσότητες για τη σωστή λειτουργία και ανάπτυξη ενός οργανισμού
μικροθρεπτικών	=	μικροθρεπτικός
μικροθυμία	noun|formal	η μικροψυχία, η λιγοψυχία
μικροθυμίας	=	μικροθυμία
μικροθυμίες	=	μικροθυμία
μικροθυμιών	=	μικροθυμία
μικροκάμωτος	adj|rare	άλλη μορφή του μικροκαμωμένος
μικροκέφαλα	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλε	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλες	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλη	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλης	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλο	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλοι	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλος	adj	που έχει πολύ μικρό κεφάλι, που πάσχει από μικροκεφαλία
μικροκέφαλου	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλους	=	μικροκέφαλος
μικροκέφαλων	=	μικροκέφαλος
μικροκαθημερινοτήτων	=	μικροκαθημερινότητα
μικροκαθημερινότητα	noun	οι μικρές, καθημερινές δραστηριότητες και συνήθειες που αποτελούν την καθημερινή ζωή ενός ατόμου
μικροκαθημερινότητας	=	μικροκαθημερινότητα
μικροκαθημερινότητες	=	μικροκαθημερινότητα
μικροκαλλιεργήτρια	=	μικροκαλλιεργητής
μικροκαλλιεργητές	=	μικροκαλλιεργητής
μικροκαλλιεργητή	=	μικροκαλλιεργητής
μικροκαλλιεργητής	noun	καλλιεργητής μικρών εκτάσεων, σε αντίθεση με τον μεγαλοκτηματία
μικροκαλλιεργητών	=	μικροκαλλιεργητής
μικροκαμωμένα	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένε	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένες	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένης	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένο	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένοι	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένος	verb	που είναι μικρών διαστάσεων κυρίως τα μέλη του
μικροκαμωμένου	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένους	=	μικροκαμωμένος
μικροκαμωμένων	=	μικροκαμωμένος
μικροκαρδία	noun	μορφή δυσπλασίας όπου η καρδιά είναι μικρότερη σε μέγεθος από το αναμενόμενο
μικροκαρδίας	=	μικροκαρδία
μικροκαρδίες	=	μικροκαρδία
μικροκαρδιών	=	μικροκαρδία
μικροκαταθέτες	=	μικροκαταθέτης
μικροκαταθέτη	=	μικροκαταθέτης
μικροκαταθέτης	noun	κάποιος που δεν έχει και πολλές καταθέσεις στην τράπεζα
μικροκαταθέτρια	noun	θηλυκό του μικροκαταθέτης
μικροκαταθέτριας	=	μικροκαταθέτρια
μικροκαταθέτριες	=	μικροκαταθέτρια
μικροκαταθετριών	=	μικροκαταθέτρια
μικροκαταθετών	=	μικροκαταθέτης
μικροκατασκευές	=	μικροκατασκευή
μικροκατασκευή	noun	χειροτεχνήματα και γενικά κατασκευές μικρών διαστάσεων
μικροκατασκευής	=	μικροκατασκευή
μικροκατασκευών	=	μικροκατασκευή
μικροκατεργάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροκατεργάρης
μικροκατεργάρας	adj	γενική ενικού του μικροκατεργάρα
μικροκατεργάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκατεργάρα
μικροκατεργάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μικροκατεργάρης
μικροκατεργάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκατεργάρης
μικροκατεργάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μικροκατεργάρης
μικροκατεργάρης	adj	που κάνει μικρής σημασίας κατεργαριές
μικροκατεργάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκατεργάρικο
μικροκατεργάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μικροκατεργάρης
μικροκατεργάρικου	adj	γενική ενικού του μικροκατεργάρικο
μικροκατεργάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μικροκατεργάρικο
μικροκατεργαριά	noun	η ενέργεια ή συμπεριφορά του μικροκατεργάρη
μικροκατεργαριάς	noun	γενική ενικού του μικροκατεργαριά
μικροκατεργαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκατεργαριά
μικροκατεργαριών	=	μικροκατεργαριά
μικροκεφαλία	noun	παθολογική κατάσταση στην οποία το κεφάλι είναι πολύ μικρότερο του συνηθισμένου
μικροκεφαλίας	noun	γενική ενικού του μικροκεφαλία
μικροκεφαλίες	=	μικροκεφαλία
μικροκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροκεφαλία
μικροκινητικοτήτων	=	μικροκινητικότητα
μικροκινητικότητα	noun	το σύνολο των οχημάτων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (μικρό βάρος, ευελιξία, αυτονομία, φιλικότητα προς το περιβάλλον) τα οποία συμβάλλουν σε μικρές μετακινήσεις σε αστικό περιβάλλον καθώς και (κατ’ επέκταση) οι σύντομες διαδρομές που διανύονται μ’ αυτά
μικροκινητικότητας	=	μικροκινητικότητα
μικροκινητικότητες	=	μικροκινητικότητα
μικροκλέφτες	=	μικροκλέφτης
μικροκλέφτη	=	μικροκλέφτης
μικροκλέφτης	noun	αυτός που κλέβει μικρής αξίας πράγματα
μικροκλέφτρα	noun	θηλυκό του μικροκλέφτης
μικροκλέφτρας	=	μικροκλέφτρα
μικροκλέφτρες	=	μικροκλέφτρα
μικροκλίμα	noun	οι ατμοσφαιρικές συνθήκες ενός συγκεκριμένου τόπου μικρής έκτασης, που διαφέρουν λίγο ή πολύ από τις γειτονικές περιοχές
μικροκλίμακα	noun	κλίμακα μικρού εύρους
μικροκλίμακας	=	μικροκλίμακα
μικροκλίμακες	=	μικροκλίμακα
μικροκλίματα	=	μικρόκλιμα
μικροκλίματος	=	μικρόκλιμα
μικροκλεφτών	=	μικροκλέφτης
μικροκλεψιά	noun	άλλη μορφή του μικροκλοπή
μικροκλεψιάς	=	μικροκλεψιά
μικροκλεψιές	=	μικροκλεψιά
μικροκλεψιών	=	μικροκλεψιά
μικροκλιμάκων	=	μικροκλίμακα
μικροκλιμάτων	=	μικρόκλιμα
μικροκλοπές	=	μικροκλοπή
μικροκλοπή	noun	κλοπή αντικειμένων μικρής αξίας
μικροκλοπής	=	μικροκλοπή
μικροκλοπών	=	μικροκλοπή
μικροκοινωνιολογία	noun	ο κλάδος της κοινωνιολογίας που μελετά μικρά κοινωνικά σύνολα (π.χ. σχολεία) ενταγμένα σε ευρύτερα
μικροκοινωνιολογίας	=	μικροκοινωνιολογία
μικροκοινωνιολογίες	=	μικροκοινωνιολογία
μικροκοινωνιολογικά	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικέ	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικές	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογική	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικής	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικοί	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικού	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικούς	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικό	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογικός	adj	που έχει σχέση με τη μικροκοινωνιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικροκοινωνιολογικών	=	μικροκοινωνιολογικός
μικροκοινωνιολογιών	=	μικροκοινωνιολογία
μικροκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκομματικό
μικροκομματικέ	adj	κλητική ενικού του μικροκομματικός
μικροκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκομματική
μικροκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροκομματικός
μικροκομματικής	adj	γενική ενικού του μικροκομματική
μικροκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροκομματικός
μικροκομματικού	adj	γενική ενικού του μικροκομματικός
μικροκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροκομματικός
μικροκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροκομματικός
μικροκομματικός	adj	που έχει σχέση με τον μικροκομματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μικροκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροκομματικός
μικροκομματισμέ	noun	κλητική ενικού του μικροκομματισμός
μικροκομματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροκομματισμός
μικροκομματισμού	noun	γενική ενικού του μικροκομματισμός
μικροκομματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροκομματισμός
μικροκομματισμό	noun	αιτιατική ενικού του μικροκομματισμός
μικροκομματισμός	noun	η τοποθέτηση του συμφέροντος του κόμματος πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο
μικροκομματισμών	noun	γενική πληθυντικού του μικροκομματισμός
μικροκρυστάλλου	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρυστάλλους	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρυστάλλων	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρυσταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκρυσταλλικό
μικροκρυσταλλικέ	adj	κλητική ενικού του μικροκρυσταλλικός
μικροκρυσταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροκρυσταλλική
μικροκρυσταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροκρυσταλλικός
μικροκρυσταλλικής	adj	γενική ενικού του μικροκρυσταλλική
μικροκρυσταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροκρυσταλλικός
μικροκρυσταλλικού	adj	γενική ενικού του μικροκρυσταλλικός
μικροκρυσταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροκρυσταλλικός
μικροκρυσταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροκρυσταλλικός
μικροκρυσταλλικός	adj	που έχει σχέση με μικροκρυστάλλους, αναφέρεται σ’ αυτούς ή αποτελείται απ’ αυτούς
μικροκρυσταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροκρυσταλλικός
μικροκρύσταλλε	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρύσταλλο	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρύσταλλοι	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρύσταλλος	noun	μικροσκοπικός κρύσταλλος (που μπορεί να τον δει κάποιος μόνο με μικροσκόπιο)
μικροκρύσταλλου	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρύσταλλους	=	μικροκρύσταλλος
μικροκρύσταλλων	=	μικροκρύσταλλος
μικροκτηματία	=	μικροκτηματίας
μικροκτηματίας	noun	ο κτηματίας που έχει στην κατοχή του λίγα κτήματα
μικροκτηματίες	=	μικροκτηματίας
μικροκτηματιών	=	μικροκτηματίας
μικροκυκλοφορία	noun	η κυκλοφορία αίματος μέσω των μικρών αιμοφόρων αγγείων (αρτηρίδια, τριχοειδή αγγεία, φλεβίδια κ.λπ.)
μικροκυκλοφορίας	=	μικροκυκλοφορία
μικροκυκλοφορίες	=	μικροκυκλοφορία
μικροκυκλοφοριών	=	μικροκυκλοφορία
μικροκυκλωμάτων	=	μικροκύκλωμα
μικροκυκλώματα	=	μικροκύκλωμα
μικροκυκλώματος	=	μικροκύκλωμα
μικροκυμάτων	=	μικροκύματα
μικροκυστίδια	=	μικροκυστίδιο
μικροκυστίδιο	noun	μικρή κύστη, μικροσκοπικός σάκος, κύστη ή κενοτόπιο μέσα στο σώμα
μικροκυστίδιου	=	μικροκυστίδιο
μικροκυστίδιων	=	μικροκυστίδιο
μικροκυστιδίου	=	μικροκυστίδιο
μικροκυστιδίων	=	μικροκυστίδιο
μικροκυττάρου	=	μικροκύτταρο
μικροκυττάρων	=	μικροκύτταρο
μικροκυτταραιμία	noun	η παρουσία μικροκυττάρων στο αίμα
μικροκυτταραιμίας	=	μικροκυτταραιμία
μικροκυτταραιμίες	=	μικροκυτταραιμία
μικροκυτταραιμιών	=	μικροκυτταραιμία
μικροκόσμου	noun	γενική ενικού του μικρόκοσμος
μικροκόσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικρόκοσμος
μικροκόσμων	noun	γενική πληθυντικού του μικρόκοσμος
μικροκύκλωμα	noun	ηλεκτρονικό ή ηλεκτρικό κύκλωμα μικροσκοπικών διαστάσεων
μικροκύματα	noun	ηλεκτρομαγνητικά κύματα με μήκος κύματος μεταξύ 0,1 και 100 εκατοστών, που αντιστοιχεί σε συχνότητες μεταξύ 0,3-300 GHz (τα μικροκύματα αποτελούν μέρος του ραδιοκυματικού φάσματος)
μικροκύτταρα	=	μικροκύτταρο
μικροκύτταρο	noun	μικρό ερυθρό αιμοσφαίριο
μικροκύτταρου	=	μικροκύτταρο
μικροκύτταρων	=	μικροκύτταρο
μικρολαμπτήρα	=	μικρολαμπτήρας
μικρολαμπτήρας	noun	είδος μικρού σε μέγεθος λαμπτήρα
μικρολαμπτήρες	=	μικρολαμπτήρας
μικρολαμπτήρων	=	μικρολαμπτήρας
μικρολεπτομέρεια	noun	μια μικρή ή ασήμαντη λεπτομέρεια
μικρολεπτομέρειας	=	μικρολεπτομέρεια
μικρολεπτομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρολεπτομέρεια
μικρολεπτομερειών	=	μικρολεπτομέρεια
μικρολεωφορεία	=	μικρολεωφορείο
μικρολεωφορείο	noun	λεωφορείο μικρού μεγέθους
μικρολεωφορείου	=	μικρολεωφορείο
μικρολεωφορείων	=	μικρολεωφορείο
μικρολογία	noun	η ενασχόληση με ασημαντότητες, η συζήτηση για μηδαμινά ζητήματα, η μικροπρεπής συζήτηση
μικρολογίας	=	μικρολογία
μικρολογίες	=	μικρολογία
μικρολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρολογημένο
μικρολογημένε	verb	κλητική ενικού του μικρολογημένος
μικρολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρολογημένη
μικρολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρολογημένος
μικρολογημένης	verb	γενική ενικού του μικρολογημένη
μικρολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του μικρολογημένος
μικρολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρολογημένος
μικρολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μικρολογημένος
μικρολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μικρολογημένος
μικρολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μικρολογημένος
μικρολογιών	=	μικρολογία
μικρολογώ	verb	ασχολούμαι με μικρολογίες
μικρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μικρολογώ
μικρολωποδυτισσών	noun	γενική πληθυντικού του μικρολωποδύτισσα
μικρολωποδυτών	=	μικρολωποδύτης
μικρολωποδύτες	=	μικρολωποδύτης
μικρολωποδύτη	=	μικρολωποδύτης
μικρολωποδύτης	noun	λωποδύτης που ασχολείται με κλοπές ή απατεωνιές μικρής έκτασης ή αξίας
μικρολωποδύτισσα	noun	μικρολωποδύτης
μικρολωποδύτισσας	noun	γενική ενικού του μικρολωποδύτισσα
μικρολωποδύτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρολωποδύτισσα
μικρομάγαζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρομάγαζο
μικρομάγαζο	noun	μικρό σε μέγεθος ή κύκλο εργασιών μαγαζί
μικρομάγαζου	noun	γενική ενικού του μικρομάγαζο
μικρομάγαζων	noun	γενική πληθυντικού του μικρομάγαζο
μικρομέγαλα	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλε	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλες	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλη	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλης	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλο	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλοι	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλος	adj	μικρό παιδί με χαρακτήρα και συμπεριφορά μεγάλου ανθρώπου
μικρομέγαλου	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλους	=	μικρομέγαλος
μικρομέγαλων	=	μικρομέγαλος
μικρομέλεια	noun	άλλη μορφή του μικρομελία
μικρομέλειας	=	μικρομέλεια
μικρομέλειες	=	μικρομέλεια
μικρομέτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρομέτοχος
μικρομέτρου	=	μικρόμετρο
μικρομέτρων	=	μικρόμετρο
μικρομαστία	noun	το να έχει κανείς υπερβολικά μικρούς μαστούς
μικρομαστίας	noun	γενική ενικού του μικρομαστία
μικρομαστίες	=	μικρομαστία
μικρομαστιών	noun	γενική πληθυντικού του μικρομαστία
μικρομελία	noun	η κληρονομική ή παθολογική μικρότητα (ή βραχύτητα) μελών του σώματος (π.χ. άκρα / χέρια, πόδια) σε σχέση με τον κορμό
μικρομελίας	=	μικρομελία
μικρομελίες	=	μικρομελία
μικρομελειών	=	μικρομέλεια
μικρομελιών	=	μικρομελία
μικρομεμβράνες	=	μικρομεμβράνη
μικρομεμβράνη	noun	μια μικρή μεμβράνη
μικρομεμβράνης	=	μικρομεμβράνη
μικρομεμβρανών	=	μικρομεμβράνη
μικρομεσαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρομεσαίος
μικρομεσαίας	adj	γενική ενικού του μικρομεσαία
μικρομεσαίε	adj	μικρομεσαίος, στην κλητική του ενικού
μικρομεσαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρομεσαία
μικρομεσαίο	adj	μικρομεσαίος, στην αιτιατική του ενικού
μικρομεσαίοι	adj	μικρομεσαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μικρομεσαίος	noun	μικρομεσαίος	adj	που τοποθετείται / κατατάσσεται στα μικρά / ασθενέστερα ή μεσαία κοινωνικά ή οικονομικά στρώματα
μικρομεσαίου	adj	γενική ενικού του μικρομεσαίος
μικρομεσαίους	adj	μικρομεσαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μικρομεσαίων	=	μικρομεσαίος
μικρομετακίνηση	noun|rare	μικροκινητικότητα
μικρομεταρρυθμίσεις	=	μικρομεταρρύθμιση
μικρομεταρρυθμίσεων	=	μικρομεταρρύθμιση
μικρομεταρρύθμιση	noun	μικρή σε έκταση ή σε σημασία μεταρρύθμιση
μικρομεταρρύθμισης	=	μικρομεταρρύθμιση
μικρομετρία	noun	η μελέτη μικροσκοπικών αντικειμένων με μικρόμετρο
μικρομετρίας	=	μικρομετρία
μικρομετρίες	=	μικρομετρία
μικρομετρικά	adv	χρησιμοποιώντας μικρόμετρο
μικρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του μικρομετρικός
μικρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρομετρική
μικρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρομετρικός
μικρομετρικής	adj	γενική ενικού του μικρομετρική
μικρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρομετρικός
μικρομετρικού	adj	γενική ενικού του μικρομετρικός
μικρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρομετρικός
μικρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του μικρομετρικός
μικρομετρικός	adj	σχετικός με τη μικρομετρία
μικρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του μικρομετρικός
μικρομετριών	=	μικρομετρία
μικρομηκά	=	μικρομηκάς
μικρομηκάδες	=	μικρομηκάς
μικρομηκάδων	=	μικρομηκάς
μικρομηκάς	noun	σκηνοθέτης σε ταινία μικρού μήκους
μικρομούρα	=	μικρομούρης
μικρομούρας	=	μικρομούρης
μικρομούρες	=	μικρομούρης
μικρομούρη	=	μικρομούρης
μικρομούρηδες	=	μικρομούρης
μικρομούρηδων	=	μικρομούρης
μικρομούρης	adj	αυτός που έχει μικρή μούρη αναλογικά με το σώμα του.
μικρομούρικα	=	μικρομούρης
μικρομούρικο	=	μικρομούρης
μικρομούρικου	=	μικρομούρης
μικρομούρικων	=	μικρομούρης
μικρομπεκάτσινα	=	μικρομπεκάτσινο
μικρομπεκάτσινο	noun	είδος πουλιού
μικρομπεκάτσινου	=	μικρομπεκάτσινο
μικρομπεκάτσινων	=	μικρομπεκάτσινο
μικρομυαλιά	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του μικρόμυαλου
μικρομυαλιάς	=	μικρομυαλιά
μικρομυαλιές	=	μικρομυαλιά
μικρομυαλιών	=	μικρομυαλιά
μικρομυκήτων	=	μικρομύκητας
μικρομύκης	noun	ο μικρομύκητας
μικρομύκητα	=	μικρομύκητας
μικρομύκητας	noun	μύκητας μικροσκοπικών διαστάσεων που γίνεται αντιληπτός με μικροσκόπιο
μικρομύκητες	=	μικρομύκητας
μικρονέκρωση	noun	μικρή αλλοιωμένη περιοχή ενός ιστού, λόγω κακής αιμάτωσης ή κυτταρικής αλλοίωσης
μικρονέκρωσης	=	μικρονέκρωση
μικροναυπηγέ	=	μικροναυπηγός
μικροναυπηγικές	=	μικροναυπηγική
μικροναυπηγική	noun	η τέχνη του μικροναυπηγού, της κατασκευής μακετών πλοίων
μικροναυπηγικής	=	μικροναυπηγική
μικροναυπηγικών	=	μικροναυπηγική
μικροναυπηγοί	=	μικροναυπηγός
μικροναυπηγού	=	μικροναυπηγός
μικροναυπηγούς	=	μικροναυπηγός
μικροναυπηγό	=	μικροναυπηγός
μικροναυπηγός	noun	ο κατασκευαστής μακετών πλοίων μικρής κλίμακας, που είναι συχνά αντίγραφα πραγματικών πλοίων
μικροναυπηγών	=	μικροναυπηγός
μικρονεκρώσεις	=	μικρονέκρωση
μικρονεκρώσεων	=	μικρονέκρωση
μικρονευροχειρουργικές	=	μικρονευροχειρουργική
μικρονευροχειρουργική	noun	νευροχειρουργική, όπου η χειρουργική επέμβαση γίνονται με χρήση χειρουργικού μικροσκοπίου
μικρονευροχειρουργικής	=	μικρονευροχειρουργική
μικρονευροχειρουργικών	=	μικρονευροχειρουργική
μικρονιζέ	adj	που περιέχει κόκκους σε μέγεθος μικρομέτρου (μm) (ένα εκατομμυριοστό του μέτρου, 10⁻⁶ m)
μικρονοιών	=	μικρόνοια
μικρονόων	=	μικρόνους
μικροοικοδομήσεις	=	μικροοικοδόμηση
μικροοικοδομήσεων	=	μικροοικοδόμηση
μικροοικοδόμηση	noun	η μικρής κλίμακας οικοδόμηση
μικροοικοδόμησης	=	μικροοικοδόμηση
μικροοικονομία	noun	ο κλάδος της οικονομίας που ασχολείται με οικονομικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας, όπως αυτές ενός ατόμου ή μιας εταιρείας
μικροοικονομίας	noun	γενική ενικού του μικροοικονομία
μικροοικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροοικονομία
μικροοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροοικονομικό
μικροοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του μικροοικονομικός
μικροοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροοικονομική
μικροοικονομική	noun	άλλη μορφή του μικροοικονομία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροοικονομικός
μικροοικονομικής	adj	γενική ενικού του μικροοικονομική
μικροοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροοικονομικός
μικροοικονομικού	adj	γενική ενικού του μικροοικονομικός
μικροοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροοικονομικός
μικροοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροοικονομικός
μικροοικονομικός	adj	που έχει σχέση με την μικροοικονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικροοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροοικονομικός
μικροοικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροοικονομία
μικροοινοποίηση	noun	οινοποίηση μικρών ποσοτήτων οίνου
μικροοινοποίησης	=	μικροοινοποίηση
μικροοινοποιήσεις	=	μικροοινοποίηση
μικροοινοποιήσεων	=	μικροοινοποίηση
μικροομολογιούχε	=	μικροομολογιούχος
μικροομολογιούχο	=	μικροομολογιούχος
μικροομολογιούχοι	=	μικροομολογιούχος
μικροομολογιούχος	noun	ομολογιούχος που κατέχει μικρής αξίας ή λίγα ομόλογα
μικροομολογιούχου	=	μικροομολογιούχος
μικροομολογιούχους	=	μικροομολογιούχος
μικροομολογιούχων	=	μικροομολογιούχος
μικροοργανισμέ	noun	κλητική ενικού του μικροοργανισμός
μικροοργανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροοργανισμός
μικροοργανισμού	noun	γενική ενικού του μικροοργανισμός
μικροοργανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροοργανισμός
μικροοργανισμό	noun	αιτιατική ενικού του μικροοργανισμός
μικροοργανισμός	noun	ζωντανός οργανισμός, συνήθως μονοκύτταρος, με μέγεθος μικρότερο από 0,1 mm
μικροοργανισμών	noun	γενική πληθυντικού του μικροοργανισμός
μικροοφειλέτες	=	μικροοφειλέτης
μικροοφειλέτη	=	μικροοφειλέτης
μικροοφειλέτης	noun	αυτός που οφείλει μικρά ποσά
μικροοφειλέτρια	noun	θηλυκό του μικροοφειλέτης
μικροοφειλέτριας	=	μικροοφειλέτρια
μικροοφειλέτριες	=	μικροοφειλέτρια
μικροοφειλετριών	=	μικροοφειλέτρια
μικροοφειλετών	=	μικροοφειλέτης
μικροπάντρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπάντρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπάντρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπάντρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπίστωση	noun	πίστωση για μικρό ποσό
μικροπίστωσης	=	μικροπίστωση
μικροπαλαιοντολογία	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που ασχολείται με τα απολιθωμένα μικροσκοπικά οργανικά κατάλοιπα (μικροαπολιθώματα) του γεωλογικού παρελθόντος
μικροπαλαιοντολογίας	=	μικροπαλαιοντολογία
μικροπαλαιοντολογίες	=	μικροπαλαιοντολογία
μικροπαλαιοντολογικά	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικέ	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικές	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογική	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικής	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικοί	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικού	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικούς	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικό	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογικός	adj	ο σχετικός με την μικροπαλαιοντολογία
μικροπαλαιοντολογικών	=	μικροπαλαιοντολογικός
μικροπαλαιοντολογιών	=	μικροπαλαιοντολογία
μικροπαλαιοντολόγε	=	μικροπαλαιοντολόγος
μικροπαλαιοντολόγο	=	μικροπαλαιοντολόγος
μικροπαλαιοντολόγοι	=	μικροπαλαιοντολόγος
μικροπαλαιοντολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την μικροπαλαιοντολογία
μικροπαλαιοντολόγου	=	μικροπαλαιοντολόγος
μικροπαλαιοντολόγους	=	μικροπαλαιοντολόγος
μικροπαλαιοντολόγων	=	μικροπαλαιοντολόγος
μικροπαντρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύω
μικροπαντρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπαντρεμένο
μικροπαντρεμένε	verb	κλητική ενικού του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπαντρεμένη
μικροπαντρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρεμένης	verb	γενική ενικού του μικροπαντρεμένη
μικροπαντρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρεμένος	=	μικροπαντρεύω
μικροπαντρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μικροπαντρεμένος
μικροπαντρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρεύομαι	=	μικροπαντρεύω
μικροπαντρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικροπαντρεύομαι
μικροπαντρεύω	verb	παντρεύω κάποιον που είναι σε μικρή ηλικία
μικροπαράβαση	noun	η μικρή σε σημασία ή επιπτώσεις παράβαση
μικροπαράβασης	=	μικροπαράβαση
μικροπαραβάσεις	=	μικροπαράβαση
μικροπαραβάσεων	=	μικροπαράβαση
μικροπαραβατικά	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικέ	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικές	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατική	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικής	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικοί	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικοτήτων	=	μικροπαραβατικότητα
μικροπαραβατικού	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικούς	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικό	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραβατικός	adj	που έχει σχέση με τη μικροπαραβατικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικροπαραβατικότητα	noun	η μικρής έκτασης και μικρών συνεπειών παραβατικότητα
μικροπαραβατικότητας	=	μικροπαραβατικότητα
μικροπαραβατικότητες	=	μικροπαραβατικότητα
μικροπαραβατικών	=	μικροπαραβατικός
μικροπαραγοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπαραγοντικό
μικροπαραγοντικέ	adj	κλητική ενικού του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπαραγοντική
μικροπαραγοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντικής	adj	γενική ενικού του μικροπαραγοντική
μικροπαραγοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντικού	adj	γενική ενικού του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντικός	adj	που αφορά εύρεση του μικρότερου παράγοντα που επιλύει αλγόριθμο-εξίσωση
μικροπαραγοντικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροπαραγοντικός
μικροπαραγοντισμέ	=	μικροπαραγοντισμός
μικροπαραγοντισμοί	=	μικροπαραγοντισμός
μικροπαραγοντισμού	=	μικροπαραγοντισμός
μικροπαραγοντισμούς	=	μικροπαραγοντισμός
μικροπαραγοντισμό	=	μικροπαραγοντισμός
μικροπαραγοντισμός	noun	ο παραγοντισμός που αφορά μικρές ή ασήμαντες παρεμβάσεις
μικροπαραγοντισμών	=	μικροπαραγοντισμός
μικροπαρατήρηση	noun	παρατήρηση μικρής ή δευτερεύουσας σημασίας
μικροπαρατήρησης	=	μικροπαρατήρηση
μικροπαραταξιακά	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακέ	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακές	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακή	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακής	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακοί	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακού	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακούς	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακό	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαραταξιακός	adj	που αφορά μικρής ή δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα μιας (πολιτικής ή άλλης) παράταξης
μικροπαραταξιακών	=	μικροπαραταξιακός
μικροπαρατηρήσεις	=	μικροπαρατήρηση
μικροπαρατηρήσεων	=	μικροπαρατήρηση
μικροπεριβάλλον	noun	το άμεσο σύνολο συνθηκών γύρω από έναν οργανισμό, ιστό, κύτταρο ή μικρή θέση —π.χ. υγρασία, θερμοκρασία, φως, χημική σύσταση, γειτονικοί οργανισμοί
μικροπεριβάλλοντα	=	μικροπεριβάλλον
μικροπεριβάλλοντος	=	μικροπεριβάλλον
μικροπεριβαλλόντων	=	μικροπεριβάλλον
μικροπεριμετρία	noun	εξέταση που μετρά την κεντρική όραση και την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας επιβεβαιώνοντας με το πάτημα ενός κουμπιού εάν ο εξεταζόμενος είδε κάποιο φωτεινό σήμα
μικροπεριμετρίας	=	μικροπεριμετρία
μικροπεριμετρίες	=	μικροπεριμετρία
μικροπεριμετριών	=	μικροπεριμετρία
μικροπιστώσεις	=	μικροπίστωση
μικροπιστώσεων	=	μικροπίστωση
μικροπλανήτες	=	μικροπλανήτης
μικροπλανήτη	=	μικροπλανήτης
μικροπλανήτης	noun	ο πλανήτης νάνος
μικροπλανητών	=	μικροπλανήτης
μικροπολεμικές	=	μικροπολεμική
μικροπολεμική	noun	η πολεμική που διεξάγεται με ευτέλειες ή παρόμοια μέσα
μικροπολεμικής	=	μικροπολεμική
μικροπολεμικών	=	μικροπολεμική
μικροπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπολιτικό
μικροπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του μικροπολιτικός
μικροπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπολιτική
μικροπολιτική	noun	άσκηση πολιτικής χωρίς ευρείς στόχους (κοντόθωρη,μικρόπνοη), με σκοπό το στενό κέρδος (λ.χ. προσωπικό, οικογενειακό, κομματικό)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροπολιτικός
μικροπολιτικής	adj	γενική ενικού του μικροπολιτική
μικροπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροπολιτικός
μικροπολιτικού	adj	γενική ενικού του μικροπολιτικός
μικροπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροπολιτικός
μικροπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροπολιτικός
μικροπολιτικός	adj	που έχει να κάνει με μικροπολιτική
μικροπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροπολιτικός
μικροπονηριά	noun	μια μικρής σημασίας ή αντίκτυπου πονηριά
μικροπονηριάς	=	μικροπονηριά
μικροπονηριές	=	μικροπονηριά
μικροπονηριών	=	μικροπονηριά
μικροποσά	=	μικροποσό
μικροποσοτήτων	=	μικροποσότητα
μικροποσού	=	μικροποσό
μικροποσό	noun	μικρό ποσό, μικρή ποσότητα
μικροποσότητα	noun	μικρή ποσότητα
μικροποσότητας	=	μικροποσότητα
μικροποσότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροποσότητα
μικροποσών	=	μικροποσό
μικροπράγματα	noun	μικροαντικείμενα
μικροπράματα	noun	άλλη μορφή του μικροπράγματα
μικροπρέπεια	noun	η μικροψυχία, η έλλειψη ανωτερότητας
μικροπρέπειας	noun	γενική ενικού του μικροπρέπεια
μικροπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπρέπεια
μικροπραγμάτων	=	μικροπράγματα
μικροπραμάτων	=	μικροπράματα
μικροπρεπές	=	μικροπρεπής
μικροπρεπή	=	μικροπρεπής
μικροπρεπής	adj	ο μικρόψυχος, που δεν έχει ανωτερότητα
μικροπρεπείς	=	μικροπρεπής
μικροπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του μικροπρέπεια
μικροπρεπούς	=	μικροπρεπής
μικροπρεπών	=	μικροπρεπής
μικροπρεπώς	adv|formal	με μικροπρεπή τρόπο
μικροπρόσωπα	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπε	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπες	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπη	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπης	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπο	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωποι	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπος	adj	που έχει μικρό πρόσωπο
μικροπρόσωπου	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπους	=	μικροπρόσωπος
μικροπρόσωπων	=	μικροπρόσωπος
μικροπωλήτρια	=	μικροπωλητής
μικροπωλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροπωλητής
μικροπωλητή	=	μικροπωλητής
μικροπωλητής	noun	πλανόδιος πωλητής που ασχολείται με το λιανικό εμπόριο
μικροπωλητών	=	μικροπωλητής
μικροπόνηρα	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρε	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρες	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρη	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρης	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρο	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηροι	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρος	adj	ο πονηρός σε θέματα τα οποία είναι ανάξια αναφοράς, ο κουτοπόνηρος
μικροπόνηρου	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρους	=	μικροπόνηρος
μικροπόνηρων	=	μικροπόνηρος
μικροραδιοῦργον	=	μικροραδιοῦργος
μικροραδιοῦργος	adj	άλλη γραφή του μικρορραδιοῦργος (για την εναλλαγή δύο ή ενός ρο )
μικρορραδιοῦργον	=	μικρορραδιοῦργος
μικρορραδιοῦργος	adj	που είναι ραδιούργος (με υποκοριστική σημασία), μηχανορράφος για μικροπράγματα, άτομο που κάνει μικρές ραδιουργίες
μικρορρινία	noun	εγκάρσια περιστολή ή στένωση της ρίνας.
μικρορρινίας	noun	γενική ενικού του μικρορρινία
μικρορρινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρορρινία
μικρορρινιών	noun	γενική πληθυντικού του μικρορρινία
μικρορρυθμίσεις	=	μικρορρύθμιση
μικρορρυθμίσεων	=	μικρορρύθμιση
μικρορρύθμιση	noun	μικρή διόρθωση ή προσαρμογή
μικρορρύθμισης	=	μικρορρύθμιση
μικρορχιδία	noun	η μικρότητα των όρχεων, συγγενής ή επίκτητη πάθηση (ατροφία)
μικρορχιδίας	noun	γενική ενικού του μικρορχιδία
μικρορχιδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρορχιδία
μικρορχιδιών	noun	γενική πληθυντικού του μικρορχιδία
μικροσάιτ	noun	υποενότητα ενός σάιτ / μιας ιστοσελίδας, που αφορά συγκεκριμένο θέμα και —ενίοτε— με δική της αισθητική
μικροσεισμέ	noun	κλητική ενικού του μικροσεισμός
μικροσεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροσεισμός
μικροσεισμογράφε	=	μικροσεισμογράφος
μικροσεισμογράφο	=	μικροσεισμογράφος
μικροσεισμογράφοι	=	μικροσεισμογράφος
μικροσεισμογράφος	noun	ειδική συσκευή καταγραφής των σεισμικών δονήσεων, ιδίως των μικροσεισμών
μικροσεισμογράφου	=	μικροσεισμογράφος
μικροσεισμογράφους	=	μικροσεισμογράφος
μικροσεισμογράφων	=	μικροσεισμογράφος
μικροσεισμού	noun	γενική ενικού του μικροσεισμός
μικροσεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροσεισμός
μικροσεισμό	noun	αιτιατική ενικού του μικροσεισμός
μικροσεισμός	noun	σεισμός χαμηλής έντασης
μικροσεισμών	noun	γενική πληθυντικού του μικροσεισμός
μικροσκελές	=	μικροσκελής
μικροσκελή	=	μικροσκελής
μικροσκελής	adj	που έχει μικρά σκέλη
μικροσκελείς	=	μικροσκελής
μικροσκελούς	=	μικροσκελής
μικροσκελών	=	μικροσκελής
μικροσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροσκόπηση
μικροσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροσκόπηση
μικροσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροσκόπηση
μικροσκοπία	noun	η εξέταση με οπτικό ή ηλεκτρονικό μικροσκόπιο
μικροσκοπίας	noun	γενική ενικού του μικροσκοπία
μικροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροσκοπία
μικροσκοπίου	noun	γενική ενικού του μικροσκόπιο
μικροσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του μικροσκόπιο
μικροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μικροσκοπικός	adv	σε μικροσκοπική διάσταση
μικροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του μικροσκοπικός
μικροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροσκοπική
μικροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροσκοπικός
μικροσκοπικής	adj	γενική ενικού του μικροσκοπική
μικροσκοπικη	=	μικροσκοπικός
μικροσκοπικο	=	μικροσκοπικός
μικροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροσκοπικός
μικροσκοπικού	adj	γενική ενικού του μικροσκοπικός
μικροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροσκοπικός
μικροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροσκοπικός
μικροσκοπικός	adj	που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι αφού είναι πάρα πολύ μικρός
μικροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροσκοπικός
μικροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροσκοπία
μικροσκοπῶ	verb	βλέπω κάτι χρησιμοποιώντας μικροσκόπιο
μικροσκόπηση	noun	η μικροσκοπία, η παρατήρηση με μικροσκόπιο
μικροσκόπησης	noun	γενική ενικού του μικροσκόπηση
μικροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροσκόπιο
μικροσκόπιο	noun	όργανο με φακό που χρησιμοποιείται για την οπτική εξέταση πολύ μικρών αντικειμένων· μεγεθύνει το είδωλο του αντικειμένου ώστε οι λεπτομέρειές του να γίνονται αντιληπτές με το μάτι
μικροσκόπιου	=	μικροσκόπιο
μικροσκόπιων	=	μικροσκόπιο
μικροσπορίδια	=	μικροσπορίδιο
μικροσπορίδιο	noun	μονοκύτταρος, ενδοκυτταρικός παρασιτικός μικροοργανισμός, που ανήκει στην ομάδα των μυκήτων ή συγγενικών οργανισμών, και προσβάλλει κυρίως ασπόνδυλα, αλλά και ορισμένα σπονδυλωτά
μικροσπορίδιου	=	μικροσπορίδιο
μικροσπορίδιων	=	μικροσπορίδιο
μικροσποριδίου	=	μικροσπορίδιο
μικροσποριδίων	=	μικροσπορίδιο
μικροσυγκρούσεις	=	μικροσύγκρουση
μικροσυγκρούσεων	=	μικροσύγκρουση
μικροσυμπλοκές	=	μικροσυμπλοκή
μικροσυμπλοκή	noun	μια μικρής έκτασης ή επιπτώσεων συμπλοκή
μικροσυμπλοκής	=	μικροσυμπλοκή
μικροσυμπλοκών	=	μικροσυμπλοκή
μικροσυμφέρο	noun	άλλη μορφή του μικροσυμφέρον
μικροσυμφέρον	noun	μικρό (σε σημασία ή έκταση) συμφέρον / όφελος
μικροσυμφέροντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροσυμφέρον
μικροσυμφέροντος	=	μικροσυμφέρον
μικροσυμφερόντων	=	μικροσυμφέρον
μικροσυναλλαγές	=	μικροσυναλλαγή
μικροσυναλλαγή	noun	μικρή σε μέγεθος ή αξία συναλλαγή
μικροσυναλλαγής	=	μικροσυναλλαγή
μικροσυναλλαγών	=	μικροσυναλλαγή
μικροσυστοιχία	noun	μια μικρή σε μέγεθος (ή σημασία) συστοιχία
μικροσυστοιχίας	=	μικροσυστοιχία
μικροσυστοιχίες	=	μικροσυστοιχία
μικροσυστοιχιών	=	μικροσυστοιχία
μικροσφυγμία	noun	πολύ εξασθενημένος καρδιακός σφυγμός
μικροσφυγμίας	=	μικροσφυγμία
μικροσφυγμίες	=	μικροσφυγμία
μικροσφυγμιών	=	μικροσφυγμία
μικροσωματίδια	=	μικροσωματίδιο
μικροσωματίδιο	noun	πολύ μικρό σωματίδιο, που η διάμετρός του μετριέται σε μικρόμετρα
μικροσωματίδιου	=	μικροσωματίδιο
μικροσωματίδιων	=	μικροσωματίδιο
μικροσωματιδίου	=	μικροσωματίδιο
μικροσωματιδίων	=	μικροσωματίδιο
μικροσωματιδιακά	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακέ	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακές	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακή	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακής	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακοί	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακού	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακούς	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακό	=	μικροσωματιδιακός
μικροσωματιδιακός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στα μικροσωματίδια
μικροσωματιδιακών	=	μικροσωματιδιακός
μικροσύγκρουση	noun|figurative	σύγκρουση μικρής έντασης και συνεπειών
μικροσύγκρουσης	=	μικροσύγκρουση
μικροσύμβαση	noun|rare	μικρής έκτασης ή σημασίας σύμβαση
μικροσύμπαν	noun	ο μικρόκοσμος, μικροβιολογία, βιοχημεία, κβαντομηχανική κτλ.
μικροσύνη	noun|rare	άλλη μορφή του μικρότητα
μικροτάξεις	=	μικρόταξη
μικροτάξεων	=	μικρόταξη
μικροτάξη	noun	η μικρότερη υποδιαίρεση της ταξινομικής βαθμίδας της τάξης
μικροτάξης	=	μικροτάξη
μικροτέχνες	=	μικροτέχνης
μικροτέχνη	=	μικροτέχνης
μικροτέχνημα	noun	μικρό και κομψό αντικείμενο, χωρίς μεγάλη αξία
μικροτέχνης	noun	άλλη μορφή του μικροτεχνίτης
μικροτήτων	=	μικρότητα
μικροταινία	noun	το μικροφίλμ
μικροταινίας	=	μικροταινία
μικροταινίες	=	μικροταινία
μικροταινιών	=	μικροταινία
μικροτεχνήματα	=	μικροτέχνημα
μικροτεχνήματος	=	μικροτέχνημα
μικροτεχνία	noun	η τέχνη της κατασκευής ή διακόσμησης μικροαντικειμένων
μικροτεχνίας	noun	γενική ενικού του μικροτεχνία
μικροτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροτεχνία
μικροτεχνίτες	=	μικροτεχνίτης
μικροτεχνίτη	=	μικροτεχνίτης
μικροτεχνίτης	noun	αυτός που κατασκευάζει μικροτεχνήματα
μικροτεχνίτρες	=	μικροτεχνίτρια
μικροτεχνίτρη	=	μικροτεχνίτρια
μικροτεχνίτρης	=	μικροτεχνίτρια
μικροτεχνίτρια	noun	θηλυκό του μικροτεχνίτης
μικροτεχνημάτων	=	μικροτέχνημα
μικροτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροτεχνικό
μικροτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του μικροτεχνικός
μικροτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροτεχνική
μικροτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροτεχνικός
μικροτεχνικής	adj	γενική ενικού του μικροτεχνική
μικροτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροτεχνικός
μικροτεχνικού	adj	γενική ενικού του μικροτεχνικός
μικροτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροτεχνικός
μικροτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροτεχνικός
μικροτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την μικροτεχνία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικροτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροτεχνικός
μικροτεχνιτρών	=	μικροτεχνίτρια
μικροτεχνιτών	=	μικροτεχνίτης
μικροτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροτεχνία
μικροτεχνολογία	noun	κατασκευή τεχνολογικών προϊόντων σε μέγεθος μικρότερο σε διάσταση από ένα μικρόμετρο (10⁻⁶ μέτρα, ή 1μm)
μικροτεχνολογίας	=	μικροτεχνολογία
μικροτεχνολογίες	=	μικροτεχνολογία
μικροτεχνολογιών	=	μικροτεχνολογία
μικροτεχνών	=	μικροτέχνης
μικροτοπωνυμίου	=	μικροτοπωνύμιο
μικροτοπωνυμίων	=	μικροτοπωνύμιο
μικροτοπωνύμια	=	μικροτοπωνύμιο
μικροτοπωνύμιο	noun	τοπωνύμιο μικρότερης περιοχής ή ενός τόπου χωρίς ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα
μικροτοπωνύμιου	=	μικροτοπωνύμιο
μικροτοπωνύμιων	=	μικροτοπωνύμιο
μικροτραυμάτων	=	μικροτραύμα
μικροτραυματισμέ	noun	κλητική ενικού του μικροτραυματισμός
μικροτραυματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροτραυματισμός
μικροτραυματισμού	noun	γενική ενικού του μικροτραυματισμός
μικροτραυματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικροτραυματισμός
μικροτραυματισμό	noun	αιτιατική ενικού του μικροτραυματισμός
μικροτραυματισμός	noun	ελαφρύς τραυματισμός, όχι σοβαρός
μικροτραυματισμών	noun	γενική πληθυντικού του μικροτραυματισμός
μικροτραύμα	noun	ελαφρύ τραύμα, όχι σοβαρό
μικροτραύματα	=	μικροτραύμα
μικροτραύματος	=	μικροτραύμα
μικροτσίπ	noun	ένα εξαιρετικά μικρό ηλεκτρονικό κύκλωμα, συνήθως από πυρίτιο, που χρησιμεύει στην αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων
μικροτσακωμέ	=	μικροτσακωμός
μικροτσακωμοί	=	μικροτσακωμός
μικροτσακωμού	=	μικροτσακωμός
μικροτσακωμούς	=	μικροτσακωμός
μικροτσακωμό	=	μικροτσακωμός
μικροτσακωμός	noun	ένας όχι και πολύ μεγάλος τσακωμός
μικροτσακωμών	=	μικροτσακωμός
μικροτσούτσουνε	=	μικροτσούτσουνος
μικροτσούτσουνο	=	μικροτσούτσουνος
μικροτσούτσουνοι	=	μικροτσούτσουνος
μικροτσούτσουνος	noun	που έχει μικρό τσουτσούνι, μικρό πέος
μικροτσούτσουνου	=	μικροτσούτσουνος
μικροτσούτσουνους	=	μικροτσούτσουνος
μικροτσούτσουνων	=	μικροτσούτσουνος
μικροφάγα	noun	μικρά φαγοκύτταρα / κοκκιοκύτταρα που συμβάλλουν στην καταστροφή των μικροβίων
μικροφάγων	=	μικροφάγα
μικροφέρνω	verb	συμπεριφέρομαι σαν να είμαι μικρότερος σε ηλικία
μικροφίλμ	noun	φιλμ στο οποίο έχουν αποτυπωθεί αντίγραφα βιβλίων, εγγράφων κ.λπ.
μικροφαλία	noun	συγγενής ή επίκτητη κατάσταση κατά την οποία το πέος παραμένει αισθητά μικρότερο από το αναμενόμενο για την ηλικία και τη σωματική ανάπτυξη, εξαιτίας ορμονικών, γενετικών ή ανατομικών παραγόντων
μικροφαλίας	=	μικροφαλία
μικροφαλίες	=	μικροφαλία
μικροφαλιών	=	μικροφαλία
μικροφαλλία	noun	το να έχει κάποιος αρκετά μικρότερο ανδρικό μόριο (πέος) από τον μέσο όρο
μικροφαλλίας	noun	γενική ενικού του μικροφαλλία
μικροφαλλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροφαλλία
μικροφαλλιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροφαλλία
μικροφθαλμία	noun	η αφύσικη σμικρότητα των οφθαλμών / ματιών που οφείλεται σε γενετικούς ή παθολογικούς λόγους
μικροφθαλμίας	=	μικροφθαλμία
μικροφθαλμίες	=	μικροφθαλμία
μικροφθαλμιών	=	μικροφθαλμία
μικροφιλοδοξία	noun	η ιδιότητα του μικροφιλόδοξου
μικροφιλοδοξίας	=	μικροφιλοδοξία
μικροφιλοδοξίες	=	μικροφιλοδοξία
μικροφιλοδοξιών	=	μικροφιλοδοξία
μικροφιλοτιμία	noun	η ιδιότητα του μικροφιλότιμου
μικροφιλοτιμίας	=	μικροφιλοτιμία
μικροφιλοτιμίες	=	μικροφιλοτιμία
μικροφιλοτιμιών	=	μικροφιλοτιμία
μικροφιλόδοξα	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξε	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξες	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξη	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξης	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξο	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξοι	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξος	adj	που δεν έχει μεγάλες φιλοδοξίες
μικροφιλόδοξου	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξους	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλόδοξων	=	μικροφιλόδοξος
μικροφιλότιμα	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμε	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμες	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμη	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμης	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμο	noun	συνώνυμο του ψωροφιλότιμο
μικροφιλότιμοι	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμος	adj	που δείχνει φιλοτιμία για ασήμαντα πράγματα
μικροφιλότιμου	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμους	=	μικροφιλότιμος
μικροφιλότιμων	=	μικροφιλότιμος
μικροφυΐα	noun|formal	η ιδιότητα ή η κατατομή του μικροφυούς
μικροφυΐας	=	μικροφυΐα
μικροφυΐες	=	μικροφυΐα
μικροφυέστατος	adj|formal	υπερθετικός βαθμός του μικροφυής
μικροφυέστερος	adj|formal	συγκριτικός βαθμός του μικροφυής
μικροφυής	adj|formal	μικροκαμωμένος, μικρόσωμος, λεπτοφυής
μικροφυούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μικροφυής
μικροφυϊών	=	μικροφυΐα
μικροφώνου	noun	γενική ενικού του μικρόφωνο
μικροφώνων	noun	γενική πληθυντικού του μικρόφωνο
μικροχαρά	noun	κάτι ασήμαντο που μπορεί να δώσει ευχαρίστηση
μικροχαράς	noun	γενική ενικού του μικροχαρά
μικροχαρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροχαρά
μικροχαρή	=	μικροχαρής
μικροχαρής	adj	που ευχαριστιέται με μικροχαρές
μικροχαρείς	=	μικροχαρής
μικροχαρούς	=	μικροχαρής
μικροχαρών	=	μικροχαρά
μικροχειρουργικά	=	μικροχειρουργικός
μικροχειρουργικέ	=	μικροχειρουργικός
μικροχειρουργικές	=	μικροχειρουργική
μικροχειρουργική	noun	εγχειρητική τεχνική στην χρησιμοποιείται χειρουργικό μικροσκόπιο και ειδικά μικροεργαλεία
μικροχειρουργικής	=	μικροχειρουργική
μικροχειρουργικοί	=	μικροχειρουργικός
μικροχειρουργικού	=	μικροχειρουργικός
μικροχειρουργικούς	=	μικροχειρουργικός
μικροχειρουργικό	=	μικροχειρουργικός
μικροχειρουργικός	adj	σχετικός με τον μικροχειρουργό ή αναφέρεται σ’ αυτόν και στις εγχειρήσεις που κάνει
μικροχειρουργικών	=	μικροχειρουργική
μικροχημεία	noun	υποκλάδος της χημείας που ασχολείται με την επεξεργασία μικρών ποσοτήτων ύλης (μικρότερες από ένα χιλιοστόγραμμο)
μικροχημείας	=	μικροχημεία
μικροχημείες	=	μικροχημεία
μικροχημειών	=	μικροχημεία
μικροχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροχημικό
μικροχημικέ	adj	κλητική ενικού του μικροχημικός
μικροχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροχημική
μικροχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικροχημικός
μικροχημικής	adj	γενική ενικού του μικροχημική
μικροχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικροχημικός
μικροχημικού	adj	γενική ενικού του μικροχημικός
μικροχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικροχημικός
μικροχημικό	adj	αιτιατική ενικού του μικροχημικός
μικροχημικός	noun	χημικός που ασχολείται με τη μικροχημεία	adj	που έχει σχέση με τη μικροχημεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μικροχημικών	adj	γενική πληθυντικού του μικροχημικός
μικροχλωρίδα	noun	το σύνολο των μικροσκοπικών οργανισμών που συμβιώνουν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα —συνήθως υγρά ή/και σκοτεινά— και παίζουν ρόλο στη βιολογική ισορροπία και στις μεταβολικές διεργασίες του ξενιστή ή του οικοσυστήματος
μικροχλωρίδας	=	μικροχλωρίδα
μικροχλωρίδες	=	μικροχλωρίδα
μικροχλωρίδων	=	μικροχλωρίδα
μικροχρηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροχρηματοδότηση
μικροχρηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μικροχρηματοδότηση
μικροχρηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μικροχρηματοδότηση
μικροχρηματοδότηση	noun	η χρηματοδότηση με (σχετικά) μικρά ποσά επιχειρήσεων ή επιχειρηματιών, για την ανάπτυξη της επιχείρησής τους
μικροχρηματοδότησης	noun	γενική ενικού του μικροχρηματοδότηση
μικροχρονομέτρου	=	μικροχρονόμετρο
μικροχρονομέτρων	=	μικροχρονόμετρο
μικροχρονόμετρα	=	μικροχρονόμετρο
μικροχρονόμετρο	noun	χρονόμετρο για την μέτρηση πολύ μικρών διαιρέσεων του χρόνου
μικροχρονόμετρου	=	μικροχρονόμετρο
μικροχρονόμετρων	=	μικροχρονόμετρο
μικροχωρίτες	=	μικροχωρίτης
μικροχωρίτη	=	μικροχωρίτης
μικροχωρίτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Μικροχώρι
μικροχωρίτισσα	=	μικροχωρίτης
μικροχωριτών	=	μικροχωρίτης
μικροψία	noun	πάθηση της όρασης, κατά την οποία τα πράγματα φαίνονται μικρότερα από το κανονικό τους μέγεθος
μικροψίας	noun	γενική ενικού του μικροψία
μικροψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροψία
μικροψιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροψία
μικροψυχία	noun	η ιδιότητα του μικρόψυχου, η έλλειψη σθένους και μεγαλοσύνης ή κατά τον Αριστοτέλη η αδυναμία της ψυχής να προξενήσει οτιδήποτε κρίσιμο: ούτε ευτυχία αλλά ούτε και ατυχία, ούτε τιμή, ούτε και ατιμία
μικροψυχίας	noun	γενική ενικού του μικροψυχία
μικροψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροψυχία
μικροψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του μικροψυχία
μικροϊδιοκτήτες	=	μικροϊδιοκτήτης
μικροϊδιοκτήτη	=	μικροϊδιοκτήτης
μικροϊδιοκτήτης	noun	ο ιδιοκτήτης μικρής έκτασης γης
μικροϊδιοκτήτρια	noun	μικροϊδιοκτήτης
μικροϊδιοκτήτριας	noun	γενική ενικού του μικροϊδιοκτήτρια
μικροϊδιοκτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροϊδιοκτήτρια
μικροϊδιοκτητριών	noun	γενική πληθυντικού του μικροϊδιοκτήτρια
μικροϊδιοκτητών	=	μικροϊδιοκτήτης
μικροϊστορία	noun	η μελέτη του παρελθόντος σε μικρή κλίμακα, όπως μια συγκεκριμένη γειτονιά ή πόλη, ως μελέτη περίπτωσης για τις γενικές τάσεις
μικροϊστορίας	=	μικροϊστορία
μικροϊστορίες	=	μικροϊστορία
μικροϊστοριών	=	μικροϊστορία
μικροϋπολοίπου	=	μικροϋπόλοιπο
μικροϋπολοίπων	=	μικροϋπόλοιπο
μικροϋπολογιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικροϋπολογιστής
μικροϋπολογιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μικροϋπολογιστής
μικροϋπολογιστής	noun	μικρή υπολογιστική μηχανή με μικροεπεξεργαστή
μικροϋπολογιστών	noun	γενική πληθυντικού του μικροϋπολογιστής
μικροϋποχρέωση	noun	μικρή(ς σημασίας) υποχρέωση
μικροϋποχρέωσης	=	μικροϋποχρέωση
μικροϋποχρεώσεις	=	μικροϋποχρέωση
μικροϋποχρεώσεων	=	μικροϋποχρέωση
μικροϋπόλοιπα	=	μικροϋπόλοιπο
μικροϋπόλοιπο	noun	ένα μικρό υπόλοιπο
μικροϋπόλοιπου	=	μικροϋπόλοιπο
μικροϋπόλοιπων	=	μικροϋπόλοιπο
μικρού	adj	γενική ενικού του μικρός
μικρούλα	=	μικρούλης
μικρούλας	=	μικρούλης
μικρούλες	=	μικρούλης
μικρούλη	=	μικρούλης
μικρούληδες	=	μικρούλης
μικρούληδων	=	μικρούλης
μικρούλης	adj	σχετικά μικρός
μικρούλι	=	μικρούλης
μικρούλια	=	μικρούλης
μικρούλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρούλικο
μικρούλικε	adj	κλητική ενικού του μικρούλικος
μικρούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρούλικη
μικρούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρούλικος
μικρούλικης	adj	γενική ενικού του μικρούλικη
μικρούλικο	adj	αιτιατική ενικού του μικρούλικος
μικρούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρούλικος
μικρούλικος	adj	που είναι πολύ μικρός σε μέγεθος
μικρούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μικρούλικος
μικρούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρούλικος
μικρούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μικρούλικος
μικρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρός
μικρούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρούτσικο
μικρούτσικε	adj	κλητική ενικού του μικρούτσικος
μικρούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρούτσικη
μικρούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρούτσικος
μικρούτσικης	adj	γενική ενικού του μικρούτσικη
μικρούτσικια	=	μικρούτσικος
μικρούτσικιας	=	μικρούτσικος
μικρούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του μικρούτσικος
μικρούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρούτσικος
μικρούτσικος	adj	υποκοριστικό του μικρός
μικρούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μικρούτσικος
μικρούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρούτσικος
μικρούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μικρούτσικος
μικρό	noun	το προσωπικό όνομα	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μικρός
μικρόβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόβιο
μικρόβιας	=	μικρόβιος
μικρόβιε	=	μικρόβιος
μικρόβιες	=	μικρόβιος
μικρόβιο	noun	μονοκύτταρος μικροοργανισμός με μέγεθος μικρότερο από 0,1mm, ορατός μόνο με μικροσκόπιο
μικρόβιοι	=	μικρόβιος
μικρόβιος	adj|formal	που ζει λίγο
μικρόβιου	=	μικρόβιο
μικρόβιους	=	μικρόβιος
μικρόβιων	=	μικρόβιος
μικρόγλωσσα	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσε	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσες	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσση	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσης	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσο	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσοι	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσος	adj	που έχει πολύ μικρή γλώσσα, που εμφανίζει μικρογλωσσία
μικρόγλωσσου	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσους	=	μικρόγλωσσος
μικρόγλωσσων	=	μικρόγλωσσος
μικρόδεμα	noun	μικρό δέμα, που χρειάζεται μικρή συσκευασία
μικρόζωα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόζωο
μικρόζωο	noun	μικροσκοπικός οργανισμός
μικρόζωου	noun	γενική ενικού του μικρόζωο
μικρόζωων	noun	γενική πληθυντικού του μικρόζωο
μικρόθυμα	=	μικρόθυμος
μικρόθυμε	=	μικρόθυμος
μικρόθυμες	=	μικρόθυμος
μικρόθυμη	=	μικρόθυμος
μικρόθυμης	=	μικρόθυμος
μικρόθυμο	=	μικρόθυμος
μικρόθυμοι	=	μικρόθυμος
μικρόθυμος	adj|formal	ο μικρόψυχος, ο λιγόψυχος
μικρόθυμου	=	μικρόθυμος
μικρόθυμους	=	μικρόθυμος
μικρόθυμων	=	μικρόθυμος
μικρόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόκαρδο
μικρόκαρδε	adj	κλητική ενικού του μικρόκαρδος
μικρόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόκαρδη
μικρόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρόκαρδος
μικρόκαρδης	adj	γενική ενικού του μικρόκαρδη
μικρόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του μικρόκαρδος
μικρόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρόκαρδος
μικρόκαρδος	adj	μικρόψυχος, δίχως ιδιαίτερη αγάπη ή θετικά συναισθήματα
μικρόκαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μικρόκαρδος
μικρόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρόκαρδος
μικρόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μικρόκαρδος
μικρόκλιμα	noun	άλλη μορφή του μικροκλίμα
μικρόκοκκε	=	μικρόκοκκος
μικρόκοκκο	=	μικρόκοκκος
μικρόκοκκοι	=	μικρόκοκκος
μικρόκοκκος	noun	γένος βακτηρίων της οικογένειας Micrococcaceae
μικρόκοκκου	=	μικρόκοκκος
μικρόκοκκους	=	μικρόκοκκος
μικρόκοκκων	=	μικρόκοκκος
μικρόκοσμε	noun	κλητική ενικού του μικρόκοσμος
μικρόκοσμο	noun	αιτιατική ενικού του μικρόκοσμος
μικρόκοσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρόκοσμος
μικρόκοσμος	noun	η ύλη όταν μελετάται σε επίπεδο στοιχειωδών σωματιδίων
μικρόκοσμου	noun	γενική ενικού του μικρόκοσμος
μικρόκοσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μικρόκοσμος
μικρόκοσμων	noun	γενική πληθυντικού του μικρόκοσμος
μικρόμετρα	=	μικρόμετρο
μικρόμετρο	noun	όργανο ακριβείας που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση διαστάσεων
μικρόμετρου	=	μικρόμετρο
μικρόμυαλα	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλε	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλες	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλη	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλης	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλο	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλοι	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλος	adj	ο όχι και τόσο έξυπνος
μικρόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μικρόμυαλος
μικρόμυαλους	=	μικρόμυαλος
μικρόμυαλων	=	μικρόμυαλος
μικρόν	noun|dated	μικρόμετρο (μονάδα μέτρησης)
μικρόνοα	=	μικρόνους
μικρόνοες	=	μικρόνους
μικρόνοια	noun	η έλλειψη ευστροφίας και ευρύτητας πνεύματος, χαζομάρα και στενομυαλιά
μικρόνοιας	noun	γενική ενικού του μικρόνοια
μικρόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόνοια
μικρόνου	=	μικρόνους
μικρόνουν	=	μικρόνους
μικρόνους	adj	που έχει περιορισμένη διανοητική ικανότητα
μικρόπρεπές	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπής	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπα	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπε	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπες	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπη	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπης	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπο	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεποι	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπος	adj	άλλη μορφή του μικροπρεπής
μικρόπρεπου	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπους	=	μικρόπρεπος
μικρόπρεπων	=	μικρόπρεπος
μικρός	adj	που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς λίγο πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας	noun	το μικρότερο από τα πέντε δάχτυλα του χεριού
μικρόστομα	=	μικρόστομος
μικρόστομε	=	μικρόστομος
μικρόστομες	=	μικρόστομος
μικρόστομη	=	μικρόστομος
μικρόστομης	=	μικρόστομος
μικρόστομο	=	μικρόστομος
μικρόστομοι	=	μικρόστομος
μικρόστομος	adj	που έχει μικρό στόμα
μικρόστομου	=	μικρόστομος
μικρόστομους	=	μικρόστομος
μικρόστομων	=	μικρόστομος
μικρόσχημα	=	μικρόσχημος
μικρόσχημε	=	μικρόσχημος
μικρόσχημες	=	μικρόσχημος
μικρόσχημη	=	μικρόσχημος
μικρόσχημης	=	μικρόσχημος
μικρόσχημο	=	μικρόσχημος
μικρόσχημοι	=	μικρόσχημος
μικρόσχημος	adj	που έχει μικρό σχήμα
μικρόσχημου	=	μικρόσχημος
μικρόσχημους	=	μικρόσχημος
μικρόσχημων	=	μικρόσχημος
μικρόσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόσωμο
μικρόσωμε	adj	κλητική ενικού του μικρόσωμος
μικρόσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόσωμη
μικρόσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρόσωμος
μικρόσωμης	adj	γενική ενικού του μικρόσωμη
μικρόσωμο	adj	αιτιατική ενικού του μικρόσωμος
μικρόσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρόσωμος
μικρόσωμος	adj	που έχει μικρό σε διαστάσεις σώμα
μικρόσωμου	adj	γενική ενικού του μικρόσωμος
μικρόσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρόσωμος
μικρόσωμων	adj	γενική πληθυντικού του μικρόσωμος
μικρόταξη	noun	άλλη μορφή του μικροτάξη
μικρόταξης	=	μικρόταξη
μικρότατη	=	μικρότατος
μικρότατο	adj	αιτιατική ενικού του μικρότατος
μικρότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του μικρός
μικρότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρότερο
μικρότερε	=	μικρότερος
μικρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μικρότερος
μικρότερη	=	μικρότερος
μικρότερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μικρότερος
μικρότερο	adj	αιτιατική ενικού του μικρότερος
μικρότεροι	=	μικρότερος
μικρότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του μικρός, πιο μικρός
μικρότερου	=	μικρότερος
μικρότερους	=	μικρότερος
μικρότερων	=	μικρότερος
μικρότητα	noun	η μικροπρέπεια
μικρότητας	noun	γενική ενικού του μικρότητα
μικρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρότητα
μικρόφθαλμα	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμε	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμες	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμη	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμης	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμο	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμοι	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμος	adj	που έχει μικρούς οφθαλμούς
μικρόφθαλμου	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμους	=	μικρόφθαλμος
μικρόφθαλμων	=	μικρόφθαλμος
μικρόφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόφωνο
μικρόφωνο	noun	συσκευή με την οποία ο ήχος μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα
μικρόφωνον	noun	το μικρόφωνο
μικρόφωνου	noun	γενική ενικού του μικρόφωνο
μικρόφωνων	noun	γενική πληθυντικού του μικρόφωνο
μικρόχαρα	=	μικρόχαρος
μικρόχαρε	=	μικρόχαρος
μικρόχαρες	=	μικρόχαρος
μικρόχαρη	=	μικρόχαρος
μικρόχαρης	=	μικρόχαρος
μικρόχαρο	=	μικρόχαρος
μικρόχαροι	=	μικρόχαρος
μικρόχαρος	adj	που ευχαριστιέται με μικροχαρές
μικρόχαρου	=	μικρόχαρος
μικρόχαρους	=	μικρόχαρος
μικρόχαρων	=	μικρόχαρος
μικρόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόψυχο
μικρόψυχε	adj	κλητική ενικού του μικρόψυχος
μικρόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικρόψυχη
μικρόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικρόψυχος
μικρόψυχης	adj	γενική ενικού του μικρόψυχη
μικρόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του μικρόψυχος
μικρόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικρόψυχος
μικρόψυχος	adj	που δεν έχει υψηλό ηθικό ανάστημα και ανωτερότητα
μικρόψυχου	adj	γενική ενικού του μικρόψυχος
μικρόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικρόψυχος
μικρόψυχων	adj	γενική πληθυντικού του μικρόψυχος
μικρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύναν	=	μικραίνω
μικρύνανε	=	μικραίνω
μικρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνομε	=	μικραίνω
μικρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνουνε	=	μικραίνω
μικρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μικραίνω
μικρών	adj	γενική πληθυντικού του μικρός
μικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μικτός	adv	άλλη γραφή του μεικτά
μικτέ	adj	κλητική ενικού του μικτός
μικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μικτή
μικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μικτός
μικτής	adj	γενική ενικού του μικτή
μικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μικτός
μικτοβαρές	=	μικτοβαρής
μικτοβαρή	=	μικτοβαρής
μικτοβαρής	adj	αυτός του οποίου έχει καταγραφεί το μικτό κι όχι το καθαρό βάρος
μικτοβαρείς	=	μικτοβαρής
μικτοβαρούς	=	μικτοβαρής
μικτοβαρών	=	μικτοβαρής
μικτού	adj	γενική ενικού του μικτός
μικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μικτός
μικτό	adj	αιτιατική ενικού του μικτός
μικτός	adj	άλλη μορφή του μεικτός
μικτών	adj	γενική πληθυντικού του μικτός
μιλάγαμε	=	μιλάω
μιλάγανε	=	μιλάω
μιλάγατε	=	μιλάω
μιλάει	=	μιλάω
μιλάμε	=	μιλάω
μιλάν	=	μιλάω
μιλάνε	=	μιλάω
μιλάς	=	μιλάω
μιλάτε	=	μιλάω
μιλάω	verb	βγάζω φωνή από το στόμα, με σκοπό συνήθως την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους
μιλέδες	=	μιλέδη
μιλέδη	noun|dated	η λαίδη
μιλέδης	=	μιλέδη
μιλένιουμ	noun|rare	χιλιετία
μιλέτ	noun	θεσμός κατά την οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με τον οποίο θρησκευτικές κοινότητες είχαν αναγνώριση από την κεντρική εξουσία
μιλέτι	noun	η θρησκεία η οποία κηρύχθηκε από τον Αβραάμ και άλλους προφήτες
μιλέτια	=	μιλέτι
μιλήθηκα	=	μιλώ
μιλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλιέμαι
μιλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλιέμαι
μιλήθηκες	=	μιλάω
μιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίλημα
μιλήματος	noun	γενική ενικού του μίλημα
μιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσαν	=	μιλάω
μιλήσανε	=	μιλάω
μιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσομε	=	μιλάω
μιλήσου	=	μιλάω
μιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσουνε	=	μιλάω
μιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιλώ
μιλίου	=	μίλι
μιλίων	=	μίλι
μιλαίδες	=	μιλαίδη
μιλαίδη	noun	άλλη μορφή του μιλέδη
μιλαίδης	=	μιλαίδη
μιλαιδών	=	μιλαίδη
μιλανέζα	noun	θηλυκό του Μιλανέζος
μιλανέζας	=	μιλανέζα
μιλανέζε	=	μιλανέζος
μιλανέζες	=	μιλανέζα
μιλανέζικα	noun	η διάλεκτος ή η ιδιόλεκτος του Μιλάνου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιλανέζικος
μιλανέζικε	adj	κλητική ενικού του μιλανέζικος
μιλανέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλανέζικη
μιλανέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιλανέζικος
μιλανέζικης	adj	γενική ενικού του μιλανέζικη
μιλανέζικο	adj	αιτιατική ενικού του μιλανέζικος
μιλανέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιλανέζικος
μιλανέζικος	adj	που έχει σχέση με το Μιλάνο ή τους Μιλανέζους ή αναφέρεται σ’ αυτά
μιλανέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μιλανέζικος
μιλανέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιλανέζικος
μιλανέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μιλανέζικος
μιλανέζο	=	μιλανέζος
μιλανέζοι	=	μιλανέζος
μιλανέζος	noun	ο κάτοικος του Μιλάνου ή αυτός που κατάγεται απ’ αυτό
μιλανέζου	=	μιλανέζος
μιλανέζους	=	μιλανέζος
μιλανέζων	=	μιλανέζος
μιλανεζών	=	μιλανέζα
μιλετιού	=	μιλέτι
μιλετιών	=	μιλέτι
μιληθήκαμε	=	μιλάω
μιληθήκαν	=	μιλάω
μιληθήκανε	=	μιλάω
μιληθήκατε	=	μιλάω
μιληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μιλιέμαι
μιληθείς	=	μιλάω
μιληθείτε	=	μιλάω
μιληθούμε	=	μιλάω
μιληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιλιέμαι
μιληθούνε	=	μιλάω
μιληθώ	=	μιλιέμαι
μιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μίλημα
μιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλημένο
μιλημένε	verb	κλητική ενικού του μιλημένος
μιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλημένη
μιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιλημένος
μιλημένης	verb	γενική ενικού του μιλημένη
μιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μιλημένος
μιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιλημένος
μιλημένος	verb	συνεννοημένος
μιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μιλημένος
μιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μιλημένος
μιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μιλημένος
μιλητά	=	μιλητό
μιλητού	=	μιλητό
μιλητό	noun|vulgar	ομιλία
μιλητών	=	μιλητό
μιλιά	noun	η ικανότητα να μιλάμε
μιλιάς	noun	γενική ενικού του μιλιά
μιλιέμαι	verb	ομιλούμαι, χρησιμοποιούμαι
μιλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλιά
μιλιέσαι	=	μιλάω
μιλιέστε	=	μιλάω
μιλιέται	=	μιλάω
μιλιγκράμ	noun	το χιλιοστόγραμμο (mg)
μιλιμετρέ	noun	είδος τετραγωνισμένου χαρτιού, με ακρίβεια χιλιοστομέτρου στην απόσταση των γραμμών που φέρει	adj	συνήθως χάρτινο υλικό που φέρει ενδείξεις με ακρίβεια χιλιοστομέτρου·
μιλιοριού	=	μιλιόρι
μιλιοριών	=	μιλιόρι
μιλιουνιού	=	μιλιούνι
μιλιουνιών	=	μιλιούνι
μιλιούνι	noun	εκατομμύριο
μιλιούνια	noun	πληθυντικός αριθμός του μιλιούνι (στην ονομαστική, αιτιατική και την κλητική)
μιλιούνται	=	μιλάω
μιλιούνταν	=	μιλάω
μιλιταρίστρια	noun	μιλιταριστής
μιλιταρίστριας	noun	γενική ενικού του μιλιταρίστρια
μιλιταρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλιταρίστρια
μιλιταρισμέ	noun	κλητική ενικού του μιλιταρισμός
μιλιταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιλιταρισμός
μιλιταρισμού	noun	γενική ενικού του μιλιταρισμός
μιλιταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μιλιταρισμός
μιλιταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μιλιταρισμός
μιλιταρισμός	noun	η διακυβέρνηση της χώρας από στρατιωτικούς, είτε απ' ευθείας είτε παρασκηνιακά
μιλιταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μιλιταρισμός
μιλιταριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλιταριστής
μιλιταριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μιλιταριστής
μιλιταριστής	noun	οπαδός του μιλιταρισμού
μιλιταριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλιταριστικό
μιλιταριστικέ	adj	κλητική ενικού του μιλιταριστικός
μιλιταριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιλιταριστική
μιλιταριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιλιταριστικός
μιλιταριστικής	adj	γενική ενικού του μιλιταριστική
μιλιταριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιλιταριστικός
μιλιταριστικού	adj	γενική ενικού του μιλιταριστικός
μιλιταριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιλιταριστικός
μιλιταριστικό	adj	αιτιατική ενικού του μιλιταριστικός
μιλιταριστικός	adj	που έχει σχέση με μιλιταρισμό ή μιλιταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
μιλιταριστικών	adj	γενική πληθυντικού του μιλιταριστικός
μιλιταριστριών	noun	γενική πληθυντικού του μιλιταρίστρια
μιλιταριστών	noun	γενική πληθυντικού του μιλιταριστής
μιλιόμασταν	=	μιλάω
μιλιόμαστε	=	μιλάω
μιλιόμουν	=	μιλιέμαι
μιλιόμουνα	=	μιλάω
μιλιόνται	=	μιλάω
μιλιόνταν	=	μιλάω
μιλιόντανε	=	μιλάω
μιλιόντουσαν	=	μιλάω
μιλιόρα	=	μιλιόρι
μιλιόρας	=	μιλιόρι
μιλιόρες	=	μιλιόρι
μιλιόρι	noun|dated	προβατάκι, μικρό σε ηλικία
μιλιόρια	=	μιλιόρι
μιλιόσασταν	=	μιλάω
μιλιόσαστε	=	μιλάω
μιλιόσουν	=	μιλάω
μιλιόσουνα	=	μιλάω
μιλιόταν	=	μιλάω
μιλιότανε	=	μιλάω
μιλιών	=	μιλιά
μιλλέτι	noun	άλλη γραφή του μιλέτι
μιλλέτια	=	μιλλέτι
μιλλεναριανισμέ	=	μιλλεναριανισμός
μιλλεναριανισμοί	=	μιλλεναριανισμός
μιλλεναριανισμού	=	μιλλεναριανισμός
μιλλεναριανισμούς	=	μιλλεναριανισμός
μιλλεναριανισμό	=	μιλλεναριανισμός
μιλλεναριανισμός	noun	η άποψη θρησκευτικής, κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας ή κινήματος αναφορικά με την προσμονή μεγάλων μεταβολών στην κοινωνία μετά από τις οποίες όλα τα πράγματα θα αλλάξουν προς μια καλύτερη (ακόμη και χειρότερη ή αμφίβολη) κατεύθυνση
μιλλεναριανισμών	=	μιλλεναριανισμός
μιλλετιού	=	μιλλέτι
μιλλετιών	=	μιλλέτι
μιλούμε	=	μιλάω
μιλούν	=	μιλάω
μιλούνε	=	μιλάω
μιλούσα	=	μιλώ
μιλούσαμε	=	μιλάω
μιλούσαν	=	μιλάω
μιλούσανε	=	μιλάω
μιλούσατε	=	μιλάω
μιλούσε	=	μιλάω
μιλούσες	=	μιλάω
μιλτογραφία	noun	ζωγραφική (συνήθως με κόκκινο χρώμα) σε προμετωπίδα εγγράφου
μιλτογραφίας	=	μιλτογραφία
μιλτογραφίες	=	μιλτογραφία
μιλτογραφιών	=	μιλτογραφία
μιλφάρα	noun	ιδιαίτερα επιθυμητή ώριμη γυναίκα, γυναικάρα
μιλφάρας	=	μιλφάρα
μιλφάρες	=	μιλφάρα
μιλφέιγ	noun	γλυκό με συνήθως τρείς στρώσεις φύλλων σφολιάτας που εναλλάσσονται με κρέμα ζαχαροπλαστικής, πασπαλισμένο με άχνη
μιλόνγκα	noun	παραδοσιακός χορός της Αργεντινής, παρόμοιος με το τάγκο
μιλόνγκας	=	μιλόνγκα
μιλόνγκες	=	μιλόνγκα
μιλόρδε	noun	κλητική ενικού του μιλόρδος
μιλόρδο	noun	αιτιατική ενικού του μιλόρδος
μιλόρδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιλόρδος
μιλόρδος	noun|dated	o λόρδος (και, ευρύτερα, ο αξιοσέβαστος Βρετανός)
μιλόρδου	noun	γενική ενικού του μιλόρδος
μιλόρδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μιλόρδος
μιλόρδων	noun	γενική πληθυντικού του μιλόρδος
μιλώ	verb	άλλη μορφή του μιλάω
μιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μιλάω / μιλώ
μιλῶ	verb	πολυτονική γραφή του μιλώ
μιμάδα	noun|archaic	αναφορά στον ελληνιστικό όρο μιμάς (μίμος, χορεύτρια)
μιμάδας	=	μιμάδα
μιμάδες	=	μιμάδα
μιμάδων	=	μιμάδα
μιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίμηση
μιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μίμηση
μιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μίμηση
μιμήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμήτρια	noun	θηλυκό του μιμητής
μιμήτριας	noun	γενική ενικού του μιμήτρια
μιμήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμήτρια
μιμίδια	=	μιμίδιο
μιμίδιο	noun	μονάδα πολιτισμικής πληροφορίας που μεταδίδεται και εξελίσσεται μέσω μίμησης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ανεξάρτητα από γονίδια ή άλλο κληρονομικό υλικό
μιμίδιου	=	μιμίδιο
μιμείσαι	=	μιμούμαι
μιμείστε	=	μιμούμαι
μιμείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μιμούμαι
μιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθήκαν	=	μιμούμαι
μιμηθήκανε	=	μιμούμαι
μιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μιμούμαι
μιμημένος	=	μιμούμαι
μιμητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμητής
μιμητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μιμητής
μιμητής	noun	κάποιος που μιμείται
μιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμητικό
μιμητικέ	adj	κλητική ενικού του μιμητικός
μιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμητική
μιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιμητικός
μιμητικής	adj	γενική ενικού του μιμητική
μιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιμητικός
μιμητικοτήτων	=	μιμητικότητα
μιμητικού	adj	γενική ενικού του μιμητικός
μιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιμητικός
μιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του μιμητικός
μιμητικός	adj	που μιμείται ή που έχει σχέση με τη μίμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μιμητικότης	noun	η μιμητικότητα
μιμητικότητα	noun	ο μιμητισμός
μιμητικότητας	=	μιμητικότητα
μιμητικότητες	=	μιμητικότητα
μιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του μιμητικός
μιμητισμέ	noun	κλητική ενικού του μιμητισμός
μιμητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιμητισμός
μιμητισμού	noun	γενική ενικού του μιμητισμός
μιμητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μιμητισμός
μιμητισμό	noun	αιτιατική ενικού του μιμητισμός
μιμητισμός	noun	τάση προς μίμηση
μιμητισμών	noun	γενική πληθυντικού του μιμητισμός
μιμητριών	noun	γενική πληθυντικού του μιμήτρια
μιμητών	noun	γενική πληθυντικού του μιμητής
μιμιδίου	=	μιμίδιο
μιμιδίων	=	μιμίδιο
μιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμικό
μιμικέ	adj	κλητική ενικού του μιμικός
μιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμική
μιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιμικός
μιμικής	adj	γενική ενικού του μιμική
μιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιμικός
μιμικού	adj	γενική ενικού του μιμικός
μιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιμικός
μιμικό	adj	αιτιατική ενικού του μιμικός
μιμικός	adj	που έχει σχέση με τον μίμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μιμικών	adj	γενική πληθυντικού του μιμικός
μιμογλωσσών	=	μιμόγλωσσα
μιμογράφε	=	μιμογράφος
μιμογράφο	=	μιμογράφος
μιμογράφοι	=	μιμογράφος
μιμογράφος	noun	συγγραφέας «μίμων» (αρχαίας κωμωδίας)
μιμογράφου	=	μιμογράφος
μιμογράφους	=	μιμογράφος
μιμογράφων	=	μιμογράφος
μιμοδράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμόδραμα
μιμοδράματος	noun	γενική ενικού του μιμόδραμα
μιμοδραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μιμόδραμα
μιμορχήματα	=	μιμόρχημα
μιμορχήματος	=	μιμόρχημα
μιμορχημάτων	=	μιμόρχημα
μιμούμαι	verb	κάνω ό,τι κάνει κάποιος άλλος
μιμούμασταν	=	μιμούμαι
μιμούμαστε	=	μιμούμαι
μιμούμενος	=	μιμούμαι
μιμούμουν	=	μιμούμαι
μιμούνται	=	μιμούμαι
μιμούνταν	=	μιμούμαι
μιμούσασταν	=	μιμούμαι
μιμούσαστε	=	μιμούμαι
μιμούσουν	=	μιμούμαι
μιμόγλωσσα	noun	κώδικας επικοινωνίας με νοήματα και μορφασμούς
μιμόγλωσσας	=	μιμόγλωσσα
μιμόγλωσσες	=	μιμόγλωσσα
μιμόδραμα	noun	η παντομίμα
μιμόζα	noun	γένος φυτών (θάμνων ή μικρών δέντρων) που ανήκει στη τάξη των ψυχανθών
μιμόζας	noun	γενική ενικού του μιμόζα
μιμόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιμόζα
μιμόρχημα	noun|formal	το χορόδραμα
μιν-αν	=	μινάν
μινάν	noun	γλώσσα που ανήκει στην κινέζικη ομάδα της οικογένειας των σινοθιβετιανών γλωσσών.
μινάρας	noun	μαλάκας
μινάρω	verb|dated	ανοίγω υπόνομο
μινί	=	μίνι
μινίου	=	μίνιο
μινίστρε	=	μινίστρος
μινίστρο	=	μινίστρος
μινίστροι	=	μινίστρος
μινίστρος	noun|dated	ο υπουργός
μινίστρου	=	μινίστρος
μινίστρους	=	μινίστρος
μινίστρων	=	μινίστρος
μινίων	=	μίνιο
μιναδόρε	noun	κλητική ενικού του μιναδόρος
μιναδόρο	noun	αιτιατική ενικού του μιναδόρος
μιναδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιναδόρος
μιναδόρος	noun|dated	ο μεταλλωρύχος
μιναδόρου	noun	γενική ενικού του μιναδόρος
μιναδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μιναδόρος
μιναδόρων	noun	γενική πληθυντικού του μιναδόρος
μιναρέ	=	μιναρές
μιναρέδες	=	μιναρές
μιναρέδων	=	μιναρές
μιναρές	noun	πύργος τζαμιού που παραδοσιακά χρησιμοποιείται για το εζάν, το κάλεσμα προσευχής
μινεστρόνε	noun	είδος πηχτής σούπας λαχανικών, οσπρίων και ζυμαρικών
μινθών	=	μίνθη
μινιατούρα	noun	μικρογραφία, μικρή απομίμηση αντικειμένου ή έργου τέχνης
μινιατούρας	noun	γενική ενικού του μινιατούρα
μινιατούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινιατούρα
μινιμαλίστρια	noun	μινιμαλιστής
μινιμαλίστριας	noun	γενική ενικού του μινιμαλίστρια
μινιμαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινιμαλίστρια
μινιμαλισμέ	=	μινιμαλισμός
μινιμαλισμοί	=	μινιμαλισμός
μινιμαλισμού	=	μινιμαλισμός
μινιμαλισμούς	=	μινιμαλισμός
μινιμαλισμό	=	μινιμαλισμός
μινιμαλισμός	noun	μια κίνηση στη σύγχρονη τέχνη που επιδιώκει την οικονομία, το μίνιμαλ, κυρίως στο χώρο των εικαστικών και της μουσικής
μινιμαλισμών	=	μινιμαλισμός
μινιμαλιστές	=	μινιμαλιστής
μινιμαλιστή	=	μινιμαλιστής
μινιμαλιστής	noun	ο οπαδός της θεωρίας του μινιμαλισμού, εκείνος που πιστεύει ότι πρέπει να επιζητείται το ελάχιστο δυνατό, το πιο απέριττο, το πιο ουσιωδες, το πιο αντικαταναλωτικό ή και πιο αντιεμπορευματικό (στην τέχνη, στον τρόπο ζωής κ.α.)
μινιμαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινιμαλιστικό
μινιμαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινιμαλιστική
μινιμαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστικής	adj	γενική ενικού του μινιμαλιστική
μινιμαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστικού	adj	γενική ενικού του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστικός	adj	ο σχετικός με τον μινιμαλισμό
μινιμαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μινιμαλιστικός
μινιμαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μινιμαλίστρια
μινιμαλιστών	=	μινιμαλιστής
μινιστέρια	=	μινιστέριο
μινιστέριο	noun|dated	το υπουργείο, όπως ονομαζόταν κατά τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους
μινιστέριον	noun	το μινιστέριο, υπουργείο
μινιστέριου	=	μινιστέριο
μινιστερίου	=	μινιστέριο
μινιστερίων	=	μινιστέριο
μινιόν	adj	πολύ μικρός σε μέγεθος, μικρούτσικος
μινοράκι	noun	υποκοριστικό του μινόρε
μινοράκια	=	μινοράκι
μινουέτα	=	μινουέτο
μινουέτο	noun	άλλη μορφή του μενουέτο
μινουέτου	=	μινουέτο
μινουέτων	=	μινουέτο
μινούτα	=	μινούτο
μινούτο	noun	λεπτό
μινούτου	=	μινούτο
μινούτων	=	μινούτο
μιντάνι	noun	το ράσο, το φουστάνι
μιντάνια	=	μιντάνι
μιντέρι	noun|dated	χαμηλός περιφερικός καναπές τού οντά (σε σχήμα πι)
μιντέρια	=	μιντέρι
μιντανιού	=	μιντάνι
μιντανιών	=	μιντάνι
μιντεριού	=	μιντέρι
μιντεριών	=	μιντέρι
μιντρέιντζ	noun	μεγάφωνο αναπαραγωγής μεσαίων ακουστικών συχνοτήτων
μινυρίζαμε	=	μινυρίζω
μινυρίζαν	=	μινυρίζω
μινυρίζανε	=	μινυρίζω
μινυρίζατε	=	μινυρίζω
μινυρίζει	=	μινυρίζω
μινυρίζεις	=	μινυρίζω
μινυρίζετε	=	μινυρίζω
μινυρίζοντας	=	μινυρίζω
μινυρίζουμε	=	μινυρίζω
μινυρίζουν	=	μινυρίζω
μινυρίζουνε	=	μινυρίζω
μινυρίζω	verb	σιγοκλαίω
μινυρίσαμε	=	μινυρίζω
μινυρίσαν	=	μινυρίζω
μινυρίσανε	=	μινυρίζω
μινυρίσατε	=	μινυρίζω
μινυρίσει	=	μινυρίζω
μινυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινύρισμα
μινυρίσματος	noun	γενική ενικού του μινύρισμα
μινυρίστε	=	μινυρίζω
μινυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μινύρισμα
μινυρισμέ	=	μινυρισμός
μινυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινυρισμένο
μινυρισμένε	verb	κλητική ενικού του μινυρισμένος
μινυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινυρισμένη
μινυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μινυρισμένος
μινυρισμένης	verb	γενική ενικού του μινυρισμένη
μινυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μινυρισμένος
μινυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μινυρισμένος
μινυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μινυρισμένος
μινυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μινυρισμένος
μινυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μινυρισμένος
μινυρισμοί	=	μινυρισμός
μινυρισμού	=	μινυρισμός
μινυρισμούς	=	μινυρισμός
μινυρισμό	=	μινυρισμός
μινυρισμός	noun	σιγανό κελάηδημα, σιγανό κλάμα, παράπονο, παραπονιάρικο τραγούδι
μινυρισμών	=	μινυρισμός
μινωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινωικό
μινωικέ	adj	κλητική ενικού του μινωικός
μινωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μινωική
μινωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μινωικός
μινωικής	adj	γενική ενικού του μινωική
μινωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μινωικός
μινωικού	adj	γενική ενικού του μινωικός
μινωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μινωικός
μινωικό	adj	αιτιατική ενικού του μινωικός
μινωικός	adj	που αφορά την μινωική εποχή - όρος που αποδίδεται στον αρχαιολόγο της Κρήτης Evans
μινωικών	adj	γενική πληθυντικού του μινωικός
μινόρε	noun	μουσικό κομμάτι (κυρίως τραγούδι), γραμμένο σε ελάσσονα κλίμακα	adj	ελάσσων (για μουσικές κλίμακες και συγχορδίες)
μινύριζα	=	μινυρίζω
μινύριζαν	=	μινυρίζω
μινύριζε	=	μινυρίζω
μινύριζες	=	μινυρίζω
μινύρισα	=	μινυρίζω
μινύρισαν	=	μινυρίζω
μινύρισε	=	μινυρίζω
μινύρισες	=	μινυρίζω
μινύρισμα	noun	σιγανό κελάηδημα
μινών	=	μίνα
μιξάζ	noun	η τεχνική εργασία της μείξης ήχου και εικόνας
μιξάρω	verb	κάνω μίξη
μιξαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιξαρισμένο
μιξαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μιξαρισμένος
μιξαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιξαρισμένη
μιξαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιξαρισμένος
μιξαρισμένης	verb	γενική ενικού του μιξαρισμένη
μιξαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μιξαρισμένος
μιξαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιξαρισμένος
μιξαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μιξαρισμένος
μιξαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μιξαρισμένος
μιξαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μιξαρισμένος
μιονίου	=	μιόνιο
μιονίων	=	μιόνιο
μιουτάραμε	=	μιουτάρω
μιουτάραν	=	μιουτάρω
μιουτάρανε	=	μιουτάρω
μιουτάρατε	=	μιουτάρω
μιουτάρει	=	μιουτάρω
μιουτάρεις	=	μιουτάρω
μιουτάρετε	=	μιουτάρω
μιουτάροντας	=	μιουτάρω
μιουτάρουμε	=	μιουτάρω
μιουτάρουν	=	μιουτάρω
μιουτάρουνε	=	μιουτάρω
μιουτάρω	verb	σιγαίνω ήχο, νεκρώνω ήχο, σταματώ ήχο
μιούζικαλ	noun	θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο που περιλαμβάνει τραγούδια, χορευτικά και μουσικά νούμερα
μιούταρα	=	μιουτάρω
μιούταραν	=	μιουτάρω
μιούταρε	=	μιουτάρω
μιούταρες	=	μιουτάρω
μιρ	noun	σοβιετικός - και έπειτα ρωσικός - διαστημικός σταθμός, ο οποίος βρισκόταν σε τροχιά από το Φεβρουαριο του 1986 έως και την καταστροφή του, στις 23 Μαρτίου 2001
μιρίν	noun	είδος σακέ που χρησιμοποιείται σήμερα μόνο σε σάλτσες στην κορεατική και την ιαπωνική μαγειρική
μιραμπό	noun|dated	είδος καπέλου
μιραντέζ	noun	ρωμανική γλώσσα που ομιλείται στη βορειονατολική Πορτογαλία, κυρίως στις περιοχές Miranda do Douro και Vimioso
μιρταζαπίνες	=	μιρταζαπίνη
μιρταζαπίνη	noun	αντικαταθλιπτική ουσία που ενισχύει τη νοραδρενεργική και σεροτονινεργική νευροδιαβίβαση και χρησιμοποιείται κυρίως για τη θεραπεία της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής
μιρταζαπίνης	=	μιρταζαπίνη
μιρταζαπινών	=	μιρταζαπίνη
μις	noun	προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα
μισά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισό
μισάλα	noun	μεγάλο τραπεζομάντιλο
μισάλι	noun	μικρό τραπεζομάντιλο, πετσέτα (φαγητού)
μισάνθρωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισάνθρωπο
μισάνθρωπε	adj	κλητική ενικού του μισάνθρωπος
μισάνθρωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισάνθρωπη
μισάνθρωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισάνθρωπος
μισάνθρωπης	adj	γενική ενικού του μισάνθρωπη
μισάνθρωπο	adj	αιτιατική ενικού του μισάνθρωπος
μισάνθρωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισάνθρωπος
μισάνθρωπος	adj	για πρόσωπο που μισεί να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους	noun	αυτός που μισεί να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους
μισάνθρωπου	adj	γενική ενικού του μισάνθρωπος
μισάνθρωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισάνθρωπος
μισάνθρωπων	adj	γενική πληθυντικού του μισάνθρωπος
μισάνοιγα	=	μισανοίγω
μισάνοιγαν	=	μισανοίγω
μισάνοιγε	=	μισανοίγω
μισάνοιγες	=	μισανοίγω
μισάνοιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισάνοιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισάνοιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισάνοιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισάνοιχτα	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτε	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτες	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτη	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτης	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτο	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτοι	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτος	adj	που είναι κατά το ήμισυ ανοιχτός
μισάνοιχτου	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτους	=	μισάνοιχτος
μισάνοιχτων	=	μισάνοιχτος
μισάντρα	noun	άλλη μορφή του μεσάντρα
μισάντρας	=	μισάντρα
μισάντρες	=	μισάντρα
μισάρα	noun	άλλη μορφή του μισάλα
μισάωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισάωρο
μισάωρο	noun	το χρονικό διάστημα μισής ώρας
μισάωρου	noun	γενική ενικού του μισάωρο
μισάωρων	noun	γενική πληθυντικού του μισάωρο
μισέ	adj	κλητική ενικού του μισός
μισέλληνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μισέλληνας
μισέλληνας	noun	που έχει μίσος για τους Έλληνες ή την Ελλάδα γενικότερα
μισέλληνες	=	μισέλληνας
μισές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισή
μισέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψαν	=	μισεύω
μισέψανε	=	μισεύω
μισέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισεύω
μισή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισός
μισήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του μισώ
μισήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισής	adj	γενική ενικού του μισή
μισήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσαν	=	μισώ
μισήσανε	=	μισώ
μισήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσει	verb	απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του μισώ
μισήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσου	=	μισώ
μισήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσουνε	=	μισώ
μισήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισώ
μισίρι	noun|dated	Αίγυπτος
μισίρκα	noun	η γαλοπούλα
μισίρκας	=	μισίρκα
μισίρκες	=	μισίρκα
μισαδάκι	noun	μισόκιλο
μισαδάκια	=	μισαδάκι
μισακά	=	μισακός
μισακάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μισακάρης
μισακάρηδες	=	μισακάρης
μισακάρηδων	=	μισακάρης
μισακάρης	noun|vulgar	γεωργός που καλλιεργεί μέρος της γης άλλου (συνήθως μεγάλου) γαιοκτήμονα, με αντίτιμο ένα μέρος της σοδειάς (συνήθως τη μισή)· επίμορτος καλλιεργητής
μισακάρικα	=	μισακάρικος
μισακάρικε	=	μισακάρικος
μισακάρικες	=	μισακάρικος
μισακάρικη	=	μισακάρικος
μισακάρικης	=	μισακάρικος
μισακάρικο	=	μισακάρικος
μισακάρικοι	=	μισακάρικος
μισακάρικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με μισακάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μισακάρικου	=	μισακάρικος
μισακάρικους	=	μισακάρικος
μισακάρικων	=	μισακάρικος
μισακάρισσα	=	μισακάρης
μισακάρισσας	=	μισακάρης
μισακάρισσες	=	μισακάρης
μισακέ	=	μισακός
μισακές	=	μισακός
μισακή	=	μισακός
μισακής	=	μισακός
μισακαρισσών	=	μισακάρης
μισακοί	=	μισακός
μισακού	=	μισακός
μισακούς	=	μισακός
μισακό	=	μισακός
μισακός	adj|vulgar	άλλη μορφή του μισιακός
μισακών	=	μισακός
μισαλλοδοξία	noun	το μίσος εναντίον όσων έχουν διαφορετική άποψη (πολιτική τοποθέτηση, θρησκεία κ.λπ)
μισαλλοδοξίας	noun	γενική ενικού του μισαλλοδοξία
μισαλλοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισαλλοδοξία
μισαλλοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του μισαλλοδοξία
μισαλλόδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισαλλόδοξο
μισαλλόδοξε	adj	κλητική ενικού του μισαλλόδοξος
μισαλλόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισαλλόδοξη
μισαλλόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισαλλόδοξος
μισαλλόδοξης	adj	γενική ενικού του μισαλλόδοξη
μισαλλόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του μισαλλόδοξος
μισαλλόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισαλλόδοξος
μισαλλόδοξος	adj	που χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία
μισαλλόδοξου	adj	γενική ενικού του μισαλλόδοξος
μισαλλόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισαλλόδοξος
μισαλλόδοξων	adj	γενική πληθυντικού του μισαλλόδοξος
μισαναπηρισμέ	=	μισαναπηρισμός
μισαναπηρισμοί	=	μισαναπηρισμός
μισαναπηρισμού	=	μισαναπηρισμός
μισαναπηρισμούς	=	μισαναπηρισμός
μισαναπηρισμό	=	μισαναπηρισμός
μισαναπηρισμός	noun	η τάση να θεωρεί κάποιος τους αναπήρους κατώτερους και να τους οδηγεί σε αποκλεισμούς
μισαναπηρισμών	=	μισαναπηρισμός
μισανδρία	noun	αποστροφή ή μίσος προς τους άνδρες
μισανδρίας	noun	γενική ενικού του μισανδρία
μισανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισανδρία
μισανδριών	noun	γενική πληθυντικού του μισανδρία
μισανθρωπία	noun	το μίσος για όλους τους ανθρώπους
μισανθρωπίας	noun	γενική ενικού του μισανθρωπία
μισανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισανθρωπία
μισανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του μισανθρωπία
μισανθρώπου	=	μισάνθρωπος
μισανθρώπους	=	μισάνθρωπος
μισανθρώπων	=	μισάνθρωπος
μισανοίγαμε	=	μισανοίγω
μισανοίγαν	=	μισανοίγω
μισανοίγανε	=	μισανοίγω
μισανοίγατε	=	μισανοίγω
μισανοίγει	=	μισανοίγω
μισανοίγεις	=	μισανοίγω
μισανοίγετε	=	μισανοίγω
μισανοίγοντας	=	μισανοίγω
μισανοίγουμε	=	μισανοίγω
μισανοίγουν	=	μισανοίγω
μισανοίγουνε	=	μισανοίγω
μισανοίγω	verb	ανοίγω κατά το ήμισυ ή λίγο, όχι εντελώς
μισανοίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξαν	=	μισανοίγω
μισανοίξανε	=	μισανοίγω
μισανοίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισανοίγω
μισανοιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισανοιγμένο
μισανοιγμένε	verb	κλητική ενικού του μισανοιγμένος
μισανοιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισανοιγμένη
μισανοιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισανοιγμένος
μισανοιγμένης	verb	γενική ενικού του μισανοιγμένη
μισανοιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισανοιγμένος
μισανοιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισανοιγμένος
μισανοιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισανοιγμένος
μισανοιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισανοιγμένος
μισανοιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισανοιγμένος
μισανοιχτά	=	μισανοιχτός
μισανοιχτέ	=	μισανοιχτός
μισανοιχτές	=	μισανοιχτός
μισανοιχτή	=	μισανοιχτός
μισανοιχτής	=	μισανοιχτός
μισανοιχτοί	=	μισανοιχτός
μισανοιχτού	=	μισανοιχτός
μισανοιχτούς	=	μισανοιχτός
μισανοιχτό	=	μισανοιχτός
μισανοιχτός	adj	άλλη μορφή του μισάνοιχτος
μισανοιχτών	=	μισανοιχτός
μισγάγγεια	noun	άλλη γραφή του μισγάγκεια
μισγάγγειας	=	μισγάγγεια
μισγάγγειες	=	μισγάγγεια
μισγάγκεια	noun	η ιδεατή γραμμή συνάντησης ορεινών όγκων, στην οποία ρέει το νερό, στο βαθύτερο σημείο της κοίτης
μισγάγκειας	=	μισγάγκεια
μισγάγκειες	=	μισγάγκεια
μισγαγγειών	=	μισγάγγεια
μισγαγκειών	=	μισγάγκεια
μισεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ
μισείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ
μισείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του μισώ
μισείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ
μισελέν	noun	διάκριση που απονέμεται από τον oδηγό ταξιδιών Michelin (οδηγός Michelin, Γκιντ Μισλέν) σε εστιατόρια που θεωρούνται εξαιρετικά στον τομέα της μαγειρικής, με τις βαθμολογίες των αστεριών να κυμαίνονται από ένα έως τρία, με το ένα αστέρι να δηλώνει «πολύ καλή κουζίνα», τα δύο αστέρια «εξαιρετική κουζίνα που αξίζει μια παράκαμψη» (δηλαδή, αξίζει να κάνετε μια παράκαμψη στο ταξίδι σας για να φάτε εκεί) και τα τρία αστέρια «εξαιρετική κουζίνα που αξίζει ένα ξεχωριστό ταξίδι»
μισελενάτα	=	μισελενάτος
μισελενάτε	=	μισελενάτος
μισελενάτες	=	μισελενάτος
μισελενάτη	=	μισελενάτος
μισελενάτης	=	μισελενάτος
μισελενάτο	=	μισελενάτος
μισελενάτοι	=	μισελενάτος
μισελενάτος	adj|slang	που έχει λάβει αστέρι μισελέν
μισελενάτου	=	μισελενάτος
μισελενάτους	=	μισελενάτος
μισελενάτων	=	μισελενάτος
μισελλήνων	=	μισέλληνας
μισελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισελληνικό
μισελληνικέ	adj	κλητική ενικού του μισελληνικός
μισελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισελληνική
μισελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισελληνικός
μισελληνικής	adj	γενική ενικού του μισελληνική
μισελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισελληνικός
μισελληνικού	adj	γενική ενικού του μισελληνικός
μισελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισελληνικός
μισελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του μισελληνικός
μισελληνικός	adj	που έχει σχέση με τον μισέλληνα ή τον μισελληνισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μισελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του μισελληνικός
μισελληνισμέ	noun	κλητική ενικού του μισελληνισμός
μισελληνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισελληνισμός
μισελληνισμού	noun	γενική ενικού του μισελληνισμός
μισελληνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μισελληνισμός
μισελληνισμό	noun	αιτιατική ενικού του μισελληνισμός
μισελληνισμός	noun	το μίσος προς τον ελληνισμό, τους Έλληνες ή την Ελλάδα, η εχθρότητα προς αυτά
μισελληνισμών	noun	γενική πληθυντικού του μισελληνισμός
μισεμέ	noun	κλητική ενικού του μισεμός
μισεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισεμένο
μισεμένε	verb	κλητική ενικού του μισεμένος
μισεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισεμένη
μισεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισεμένος
μισεμένης	verb	γενική ενικού του μισεμένη
μισεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισεμένος
μισεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισεμένος
μισεμένος	=	μισεύω
μισεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισεμένος
μισεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισεμένος
μισεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισεμένος
μισεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισεμός
μισεμού	noun	γενική ενικού του μισεμός
μισεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μισεμός
μισεμό	noun	αιτιατική ενικού του μισεμός
μισεμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μισεύω
μισεμών	noun	γενική πληθυντικού του μισεμός
μισερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μισερός	adv	με μισερό τρόπο, με αναπηρία
μισερέ	adj	κλητική ενικού του μισερός
μισερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισερή
μισερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισερός
μισερής	adj	γενική ενικού του μισερή
μισεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισερός
μισερού	adj	γενική ενικού του μισερός
μισερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισερός
μισερό	adj	αιτιατική ενικού του μισερός
μισερός	adj	ανάπηρος, σακάτης, ατελής (σωματικά ή πνευματικά)
μισερών	adj	γενική πληθυντικού του μισερός
μισεύαμε	=	μισεύω
μισεύαν	=	μισεύω
μισεύανε	=	μισεύω
μισεύατε	=	μισεύω
μισεύει	=	μισεύω
μισεύεις	=	μισεύω
μισεύετε	=	μισεύω
μισεύοντας	=	μισεύω
μισεύουμε	=	μισεύω
μισεύουν	=	μισεύω
μισεύουνε	=	μισεύω
μισεύσω	=	μισεύω
μισεύω	verb	φεύγω
μισηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισηθήκαν	=	μισώ
μισηθήκανε	=	μισώ
μισηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισηθεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του μισώ
μισηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισηθούνε	=	μισώ
μισηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισούμαι
μισημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισημένο
μισημένε	verb	κλητική ενικού του μισημένος
μισημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισημένη
μισημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισημένος
μισημένης	verb	γενική ενικού του μισημένη
μισημένο	verb	αιτιατική ενικού του μισημένος
μισημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισημένος
μισημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μισώ
μισημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισημένος
μισημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισημένος
μισημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισημένος
μισητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μισητός	adv	με μισητό τρόπο
μισητέ	adj	κλητική ενικού του μισητός
μισητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισητή
μισητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισητός
μισητής	adj	Αυτός που τρέφει μίσος (για κάποιον), είτε από φθόνο είτε από ζήλια για τα αγαθά ή την ευτυχία των άλλων
μισητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισητός
μισητού	adj	γενική ενικού του μισητός
μισητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισητός
μισητό	adj	αιτιατική ενικού του μισητός
μισητός	adj	που τον μισούν ή αξίζει να τον μισούν
μισητών	adj	γενική πληθυντικού του μισητός
μισθάρια	=	μισθάριο
μισθάριο	noun|formal	μικρός έως εξευτελιστικός μισθός ή αμοιβή
μισθάριου	=	μισθάριο
μισθέ	noun	κλητική ενικού του μισθός
μισθίου	=	μίσθιο
μισθίων	=	μίσθιο
μισθαρίου	=	μισθάριο
μισθαρίων	=	μισθάριο
μισθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθός
μισθοδίαιτα	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτε	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτες	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτη	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτης	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτο	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτοι	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτος	adj	που ζει από τον μισθό του
μισθοδίαιτου	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτους	=	μισθοδίαιτος
μισθοδίαιτων	=	μισθοδίαιτος
μισθοδικεία	=	μισθοδικείο
μισθοδικείο	noun	δικαστήριο το οποίο εκδικάζει περιπτώσεις που αφορούν ρύθμιση μισθών
μισθοδικείου	=	μισθοδικείο
μισθοδικείων	=	μισθοδικείο
μισθοδοσία	noun	το αποτέλεσμα του μισθοδοτώ, το δόσιμο του μισθού σε κάποιον
μισθοδοσίας	noun	γενική ενικού του μισθοδοσία
μισθοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοσία
μισθοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του μισθοδοσία
μισθοδοτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσαν	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτήσανε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτεί	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτείς	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτείτε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτούμαι
μισθοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτημένο
μισθοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του μισθοδοτημένος
μισθοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτημένη
μισθοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθοδοτημένος
μισθοδοτημένης	verb	γενική ενικού του μισθοδοτημένη
μισθοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του μισθοδοτημένος
μισθοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτημένος
μισθοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισθοδοτημένος
μισθοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισθοδοτημένος
μισθοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισθοδοτημένος
μισθοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτικό
μισθοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του μισθοδοτικός
μισθοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτική
μισθοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθοδοτικός
μισθοδοτικής	adj	γενική ενικού του μισθοδοτική
μισθοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτικός
μισθοδοτικού	adj	γενική ενικού του μισθοδοτικός
μισθοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισθοδοτικός
μισθοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του μισθοδοτικός
μισθοδοτικός	adj	που σχετίζεται με τη μισθοδοσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μισθοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του μισθοδοτικός
μισθοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδοτούμε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούμενή	=	μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτούμενο
μισθοδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτούμενη
μισθοδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενης	verb	γενική ενικού του μισθοδοτούμενη
μισθοδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενος	verb	που αμείβεται με μισθό
μισθοδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισθοδοτούμενος
μισθοδοτούν	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούνε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσα	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσαμε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσαν	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσανε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσατε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσε	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτούσες	=	μισθοδοτώ
μισθοδοτώ	verb	δίνω σε κάποιον μισθό
μισθοδοτώντας	=	μισθοδοτώ
μισθοδότει	=	μισθοδοτώ
μισθοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθοδοτώ
μισθολογίου	noun	γενική ενικού του μισθολόγιο
μισθολογίων	noun	γενική πληθυντικού του μισθολόγιο
μισθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μισθολογικός	adv	από άποψη μισθολογική
μισθολογικέ	adj	κλητική ενικού του μισθολογικός
μισθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθολογική
μισθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθολογικός
μισθολογικής	adj	γενική ενικού του μισθολογική
μισθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθολογικός
μισθολογικού	adj	γενική ενικού του μισθολογικός
μισθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισθολογικός
μισθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μισθολογικός
μισθολογικός	adj	που έχει σχέση με το μισθολόγιο ή τον μισθό
μισθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μισθολογικός
μισθολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθολόγιο
μισθολόγιο	noun	κατάλογος / πίνακας καθορισμού του μισθού υπαλλήλων με βάση ορισμένα κριτήρια
μισθολόγιον	noun	το μισθολόγιο
μισθολόγιου	=	μισθολόγιο
μισθολόγιων	=	μισθολόγιο
μισθοσυντήρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοσυντήρητο
μισθοσυντήρητε	adj	κλητική ενικού του μισθοσυντήρητος
μισθοσυντήρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοσυντήρητη
μισθοσυντήρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθοσυντήρητος
μισθοσυντήρητης	adj	γενική ενικού του μισθοσυντήρητη
μισθοσυντήρητο	adj	αιτιατική ενικού του μισθοσυντήρητος
μισθοσυντήρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθοσυντήρητος
μισθοσυντήρητος	adj	που συντηρείται απ’ τον μισθό του, που ζει απ’ αυτόν
μισθοσυντήρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισθοσυντήρητος
μισθοσυντήρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισθοσυντήρητος
μισθοσυντήρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισθοσυντήρητος
μισθοτροφοδοσία	noun	η χορήγηση σε κάποιον μισθού και των απαραίτητων τροφίμων
μισθοτροφοδοσίας	noun	γενική ενικού του μισθοτροφοδοσία
μισθοτροφοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοτροφοδοσία
μισθοτροφοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του μισθοτροφοδοσία
μισθουλάκο	=	μισθουλάκος
μισθουλάκοι	=	μισθουλάκος
μισθουλάκος	noun	υποκοριστικό του μισθούλης, υποκοριστικού του μισθός
μισθουλάκου	=	μισθουλάκος
μισθουλάκους	=	μισθουλάκος
μισθουλάκων	=	μισθουλάκος
μισθοφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοφορικό
μισθοφορικέ	adj	κλητική ενικού του μισθοφορικός
μισθοφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθοφορική
μισθοφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθοφορικός
μισθοφορικής	adj	γενική ενικού του μισθοφορική
μισθοφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθοφορικός
μισθοφορικού	adj	γενική ενικού του μισθοφορικός
μισθοφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισθοφορικός
μισθοφορικό	adj	αιτιατική ενικού του μισθοφορικός
μισθοφορικός	adj	που έχει σχέση με μισθοφόρος, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μισθοφορικών	adj	γενική πληθυντικού του μισθοφορικός
μισθοφόρε	noun	κλητική ενικού του μισθοφόρος
μισθοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του μισθοφόρος
μισθοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθοφόρος
μισθοφόρος	noun	στρατιώτης που υπηρετεί σε στρατό ξένης χώρας και πληρώνεται για υπηρεσίες του
μισθοφόρου	noun	γενική ενικού του μισθοφόρος
μισθοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μισθοφόρος
μισθοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του μισθοφόρος
μισθού	noun	γενική ενικού του μισθός
μισθούλη	=	μισθούλης
μισθούληδες	=	μισθούλης
μισθούληδων	=	μισθούλης
μισθούλης	noun	υποκοριστικό του μισθός
μισθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μισθός
μισθωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθήκαν	=	μισθώνω
μισθωθήκανε	=	μισθώνω
μισθωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωθούνε	=	μισθώνω
μισθωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μίσθωμα
μισθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθωμένο
μισθωμένε	verb	κλητική ενικού του μισθωμένος
μισθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθωμένη
μισθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθωμένος
μισθωμένης	verb	γενική ενικού του μισθωμένη
μισθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισθωμένος
μισθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθωμένος
μισθωμένος	=	μισθώνω
μισθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισθωμένος
μισθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισθωμένος
μισθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισθωμένος
μισθωνόμασταν	=	μισθώνω
μισθωνόμαστε	=	μισθώνω
μισθωνόμουν	=	μισθώνω
μισθωνόμουνα	=	μισθώνω
μισθωνόντουσαν	=	μισθώνω
μισθωνόσασταν	=	μισθώνω
μισθωνόσαστε	=	μισθώνω
μισθωνόσουν	=	μισθώνω
μισθωνόσουνα	=	μισθώνω
μισθωνόταν	=	μισθώνω
μισθωνότανε	=	μισθώνω
μισθωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μισθωτός	adv	με μισθωτό τρόπο
μισθωτέ	adj	κλητική ενικού του μισθωτός
μισθωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθωτή
μισθωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθωτός
μισθωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθωτήριο
μισθωτήριο	noun	μίσθωση του ακινήτου ή κυριότητα όπου αναγράφεται η ισχύς του μισθίου και η χρήση του και πρέπει επίσης να είναι επικυρωμένο από την αρμόδια τοπική εφορία
μισθωτήριου	=	μισθωτήριο
μισθωτής	noun	αυτός που μισθώνει, που πληρώνει ενοίκιο για κάτι	adj	γενική ενικού του μισθωτή
μισθωτηρίου	noun	γενική ενικού του μισθωτήριο
μισθωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του μισθωτήριο
μισθωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθωτικό
μισθωτικέ	adj	κλητική ενικού του μισθωτικός
μισθωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθωτική
μισθωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισθωτικός
μισθωτικής	adj	γενική ενικού του μισθωτική
μισθωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθωτικός
μισθωτικού	adj	γενική ενικού του μισθωτικός
μισθωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισθωτικός
μισθωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μισθωτικός
μισθωτικός	adj	που έχει σχέση με μισθωτή ή μίσθωση ή αναφέρεται σ’ αυτά
μισθωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μισθωτικός
μισθωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισθωτός
μισθωτού	adj	γενική ενικού του μισθωτός
μισθωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισθωτός
μισθωτριών	noun	γενική πληθυντικού του μισθώτρια
μισθωτό	adj	αιτιατική ενικού του μισθωτός
μισθωτός	adj	αυτός που προσφέρει την εργασία του έναντι μισθού
μισθωτών	adj	γενική πληθυντικού του μισθωτός
μισθό	noun	αιτιατική ενικού του μισθός
μισθόβια	=	μισθόβιος
μισθόβιας	=	μισθόβιος
μισθόβιε	=	μισθόβιος
μισθόβιες	=	μισθόβιος
μισθόβιο	=	μισθόβιος
μισθόβιοι	=	μισθόβιος
μισθόβιος	adj|dated	μισθοσυντήρητος
μισθόβιου	=	μισθόβιος
μισθόβιους	=	μισθόβιος
μισθόβιων	=	μισθόβιος
μισθός	noun	η αμοιβή κάποιου που προσφέρει μια εργασία
μισθώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνομαι
μισθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίσθωμα
μισθώματος	noun	γενική ενικού του μίσθωμα
μισθών	noun	γενική πληθυντικού του μισθός
μισθώναμε	=	μισθώνω
μισθώναν	=	μισθώνω
μισθώνανε	=	μισθώνω
μισθώνατε	=	μισθώνω
μισθώνει	=	μισθώνω
μισθώνεις	=	μισθώνω
μισθώνεσαι	=	μισθώνω
μισθώνεστε	=	μισθώνω
μισθώνεται	=	μισθώνω
μισθώνετε	=	μισθώνω
μισθώνομαι	=	μισθώνω
μισθώνομε	=	μισθώνω
μισθώνονται	=	μισθώνω
μισθώνονταν	=	μισθώνω
μισθώνοντας	=	μισθώνω
μισθώνουμε	=	μισθώνω
μισθώνουν	=	μισθώνω
μισθώνουνε	=	μισθώνω
μισθώνω	verb	καταβάλλω μίσθωμα ως ενοικιαστής για κινητή ή ακίνητη περιουσία, προκειμένου να μπορώ να την χρησιμοποιήσω για δικές μου ανάγκες εργασίας ή κατοικίας κ.λπ.
μισθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσαν	=	μισθώνω
μισθώσανε	=	μισθώνω
μισθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίσθωση
μισθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσεων	=	μίσθωση
μισθώσομε	=	μισθώνω
μισθώσου	=	μισθώνω
μισθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσουνε	=	μισθώνω
μισθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισθώνω
μισθώτρια	noun	μισθωτής
μισθώτριας	noun	γενική ενικού του μισθώτρια
μισθώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισθώτρια
μισιέμαι	=	μισώ
μισιέται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του μισώ
μισιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μισιακός	adv	με μισιακό τρόπο
μισιακέ	adj	κλητική ενικού του μισιακός
μισιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισιακή
μισιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισιακός
μισιακής	adj	γενική ενικού του μισιακή
μισιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισιακός
μισιακού	adj	γενική ενικού του μισιακός
μισιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισιακός
μισιακό	adj	αιτιατική ενικού του μισιακός
μισιακός	adj|vulgar	που ανήκει σε δύο πρόσωπα, μοιρασμένο σε δύο μισά
μισιακών	adj	γενική πληθυντικού του μισιακός
μισικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισικό
μισικέ	adj	κλητική ενικού του μισικός
μισικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισική
μισική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισικός
μισικής	adj	γενική ενικού του μισική
μισικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισικός
μισικού	adj	γενική ενικού του μισικός
μισικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισικός
μισικό	adj	αιτιατική ενικού του μισικός
μισικών	adj	γενική πληθυντικού του μισικός
μισινέζα	noun	πλαστικός διαφανής σπάγγος, βασικό εξάρτημα στο ψάρεμα με καλάμι
μισινέζας	=	μισινέζα
μισινέζες	=	μισινέζα
μισιονάριε	=	μισιονάριος
μισιονάριο	=	μισιονάριος
μισιονάριοι	=	μισιονάριος
μισιονάριος	noun	ιεραπόστολος της καθολικής εκκλησίας
μισιοναρίου	=	μισιονάριος
μισιοναρίους	=	μισιονάριος
μισιοναρίων	=	μισιονάριος
μισιριού	=	μισίρι
μισιρκών	=	μισίρκα
μισιρλής	=	μισιρλού
μισιρλού	noun	θηλυκό του Μισιρλής
μισιρλούδες	=	μισιρλού
μισιρλούδων	=	μισιρλού
μισιρλούς	=	μισιρλού
μισιόνται	=	μισώ
μισιόντουσαν	=	μισώ
μισιόσαστε	=	μισώ
μισμαγιά	noun|dated	ανθολογία
μισμαγιάς	=	μισμαγιά
μισμαγιές	=	μισμαγιά
μισμαγιών	=	μισμαγιά
μισοάδεια	=	μισοάδειος
μισοάδειας	=	μισοάδειος
μισοάδειε	=	μισοάδειος
μισοάδειες	=	μισοάδειος
μισοάδειο	=	μισοάδειος
μισοάδειοι	=	μισοάδειος
μισοάδειος	adj	που είναι άδειος κατά το ήμισυ
μισοάδειου	=	μισοάδειος
μισοάδειους	=	μισοάδειος
μισοάδειων	=	μισοάδειος
μισοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισός
μισογεμάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μισογεμάτος
μισογεμάταις	=	μισογεμᾶτος
μισογεμάτας	adj	αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μισογεμᾶτος
μισογεμάτε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτην	=	μισογεμᾶτος
μισογεμάτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτοις	=	μισογεμᾶτος
μισογεμάτος	adj	γεμάτος κατά το ήμισυ, μέχρι την μέση και κατ’ επέκταση όχι εντελώς γεμάτος
μισογεμάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μισογεμάτος
μισογεμάτῃ	=	μισογεμᾶτος
μισογεμάτῳ	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶτα	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶται	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶτε	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶτη	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶτοι	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶτον	=	μισογεμᾶτος
μισογεμᾶτος	adj	πολυτονική γραφή του μισογεμάτος
μισογυνία	noun	ο μισογυνισμός
μισογυνίας	noun	γενική ενικού του μισογυνία
μισογυνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισογυνία
μισογυνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισογυνικό
μισογυνικέ	adj	κλητική ενικού του μισογυνικός
μισογυνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισογυνική
μισογυνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισογυνικός
μισογυνικής	adj	γενική ενικού του μισογυνική
μισογυνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισογυνικός
μισογυνικού	adj	γενική ενικού του μισογυνικός
μισογυνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισογυνικός
μισογυνικό	adj	αιτιατική ενικού του μισογυνικός
μισογυνικός	adj	που έχει σχέση με τον μισογύνη ή τον μισογυνισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μισογυνικών	adj	γενική πληθυντικού του μισογυνικός
μισογυνισμέ	noun	κλητική ενικού του μισογυνισμός
μισογυνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισογυνισμός
μισογυνισμού	noun	γενική ενικού του μισογυνισμός
μισογυνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μισογυνισμός
μισογυνισμό	noun	αιτιατική ενικού του μισογυνισμός
μισογυνισμός	noun	η αποστροφή ή το μίσος προς τις γυναίκες
μισογυνισμών	noun	γενική πληθυντικού του μισογυνισμός
μισογυνιών	noun	γενική πληθυντικού του μισογυνία
μισογύνη	=	μισογύνης
μισογύνηδες	=	μισογύνης
μισογύνηδων	=	μισογύνης
μισογύνης	noun	αυτός που μισεί το γυναικείο φύλο, που μισεί τις γυναίκες
μισοδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοδουλεμένο
μισοδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του μισοδουλεμένος
μισοδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοδουλεμένη
μισοδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισοδουλεμένος
μισοδουλεμένης	verb	γενική ενικού του μισοδουλεμένη
μισοδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισοδουλεμένος
μισοδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισοδουλεμένος
μισοδουλεμένος	verb	που χρειαζόταν περισσότερη επεξεργασία, που τον επεξεργάστηκαν πρόχειρα
μισοδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισοδουλεμένος
μισοδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισοδουλεμένος
μισοδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισοδουλεμένος
μισοδρομής	adv	άλλη μορφή του μεσοδρομίς
μισοκακόμοιρα	adv	με μισοκακόμοιρο τρόπο ή ύφος
μισοκακόμοιρε	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρες	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρη	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρης	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρο	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιροι	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρος	adj	που είναι σαν κακόμοιρος ή κάπως κακόμοιρος
μισοκακόμοιρου	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρους	=	μισοκακόμοιρος
μισοκακόμοιρων	=	μισοκακόμοιρος
μισοκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοκαμένο
μισοκαμένε	verb	κλητική ενικού του μισοκαμένος
μισοκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοκαμένη
μισοκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισοκαμένος
μισοκαμένης	verb	γενική ενικού του μισοκαμένη
μισοκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισοκαμένος
μισοκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισοκαμένος
μισοκαμένος	verb	που έχει καεί λίγο, όχι τελείως
μισοκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισοκαμένος
μισοκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισοκαμένος
μισοκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισοκαμένος
μισοκατέστρεψα	=	μισοκαταστρέφω
μισοκαταστράφηκα	=	μισοκαταστρέφω
μισοκαταστρέφομαι	=	μισοκαταστρέφω
μισοκαταστρέφω	verb	καταστρέφω (σχεδόν) κατά το ήμισυ
μισοκαταστραμμένος	=	μισοκαταστρέφω
μισοκατεστραμμένά	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένέ	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένές	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένή	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένής	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένοί	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένος	adj	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μισοκαταστρέφω
μισοκατεστραμμένού	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένούς	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένό	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένός	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκατεστραμμένών	=	μισοκατεστραμμένος
μισοκλειστά	=	μισοκλειστός
μισοκλειστέ	=	μισοκλειστός
μισοκλειστές	=	μισοκλειστός
μισοκλειστή	=	μισοκλειστός
μισοκλειστής	=	μισοκλειστός
μισοκλειστοί	=	μισοκλειστός
μισοκλειστού	=	μισοκλειστός
μισοκλειστούς	=	μισοκλειστός
μισοκλειστό	=	μισοκλειστός
μισοκλειστός	adj	άλλη μορφή του μισόκλειστος
μισοκλειστών	=	μισοκλειστός
μισοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι πολύ ελαφρά
μισοκοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοκοιμισμένο
μισοκοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του μισοκοιμισμένος
μισοκοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοκοιμισμένη
μισοκοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισοκοιμισμένος
μισοκοιμισμένης	verb	γενική ενικού του μισοκοιμισμένη
μισοκοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισοκοιμισμένος
μισοκοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισοκοιμισμένος
μισοκοιμισμένος	verb	νυσταγμένος
μισοκοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισοκοιμισμένος
μισοκοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισοκοιμισμένος
μισοκοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισοκοιμισμένος
μισολιπόθυμα	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμε	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμες	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμη	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμης	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμο	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμοι	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμος	adj	συνώνυμο του ημιλιπόθυμος
μισολιπόθυμου	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμους	=	μισολιπόθυμος
μισολιπόθυμων	=	μισολιπόθυμος
μισονεϊσμέ	=	μισονεϊσμός
μισονεϊσμοί	=	μισονεϊσμός
μισονεϊσμού	=	μισονεϊσμός
μισονεϊσμούς	=	μισονεϊσμός
μισονεϊσμό	=	μισονεϊσμός
μισονεϊσμός	noun|formal	μίσος / αντιπάθεια προς τους νέους
μισονεϊσμών	=	μισονεϊσμός
μισονεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισονεϊστής
μισονεϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μισονεϊστής
μισονεϊστής	noun|formal	αυτός που εκδηλώνει μίσος / αντιπάθεια προς τους νέους
μισονεϊστικά	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικέ	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικές	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστική	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικής	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικοί	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικού	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικούς	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικό	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον μισονεϊσμό ή τον μισονεϊστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
μισονεϊστικών	=	μισονεϊστικός
μισονεϊστών	noun	γενική πληθυντικού του μισονεϊστής
μισοξένει	=	μισοξενώ
μισοξένησα	=	μισοξενώ
μισοξένησαν	=	μισοξενώ
μισοξένησε	=	μισοξενώ
μισοξένησες	=	μισοξενώ
μισοξαπλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοξαπλωμένο
μισοξαπλωμένε	verb	κλητική ενικού του μισοξαπλωμένος
μισοξαπλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοξαπλωμένη
μισοξαπλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισοξαπλωμένος
μισοξαπλωμένης	verb	γενική ενικού του μισοξαπλωμένη
μισοξαπλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισοξαπλωμένος
μισοξαπλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισοξαπλωμένος
μισοξαπλωμένος	verb	που δεν είναι εντελώς ξαπλωμένος
μισοξαπλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισοξαπλωμένος
μισοξαπλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισοξαπλωμένος
μισοξαπλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισοξαπλωμένος
μισοξενήσαμε	=	μισοξενώ
μισοξενήσαν	=	μισοξενώ
μισοξενήσανε	=	μισοξενώ
μισοξενήσατε	=	μισοξενώ
μισοξενήσει	=	μισοξενώ
μισοξενήστε	=	μισοξενώ
μισοξενία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του μισόξενου
μισοξενίας	=	μισοξενία
μισοξενίες	=	μισοξενία
μισοξενεί	=	μισοξενώ
μισοξενείς	=	μισοξενώ
μισοξενείτε	=	μισοξενώ
μισοξενιών	=	μισοξενία
μισοξενούμε	=	μισοξενώ
μισοξενούν	=	μισοξενώ
μισοξενούνε	=	μισοξενώ
μισοξενούσα	=	μισοξενώ
μισοξενούσαμε	=	μισοξενώ
μισοξενούσαν	=	μισοξενώ
μισοξενούσανε	=	μισοξενώ
μισοξενούσατε	=	μισοξενώ
μισοξενούσε	=	μισοξενώ
μισοξενούσες	=	μισοξενώ
μισοξενώ	verb	είμαι μισόξενος
μισοξενώντας	=	μισοξενώ
μισοπάλαβα	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβε	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβες	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβη	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβης	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβο	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβοι	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβος	adj	που είναι κατά το ήμισυ παλαβός, στα όρια του να είναι εντελώς παλαβός - θεότρελος
μισοπάλαβου	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβους	=	μισοπάλαβος
μισοπάλαβων	=	μισοπάλαβος
μισοπεθαμένα	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένε	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένες	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένη	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένης	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένο	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένοι	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένος	verb	που είναι κατά το ήμισυ πεθαμένος, που έχει σχεδόν πεθάνει, ημιθανής
μισοπεθαμένου	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένους	=	μισοπεθαμένος
μισοπεθαμένων	=	μισοπεθαμένος
μισοριξιά	noun	μικροκαμωμένος, κοντοστούπης
μισοριξιάς	=	μισοριξιά
μισοριξιές	=	μισοριξιά
μισοριξιών	=	μισοριξιά
μισοστρατίς	adv|vulgar	στη μέση της στράτας / δρόμου
μισοτελείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοτελειωμένο
μισοτελειωμένε	verb	κλητική ενικού του μισοτελειωμένος
μισοτελειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοτελειωμένη
μισοτελειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισοτελειωμένος
μισοτελειωμένης	verb	γενική ενικού του μισοτελειωμένη
μισοτελειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισοτελειωμένος
μισοτελειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισοτελειωμένος
μισοτελειωμένος	verb	ημιτελής
μισοτελειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισοτελειωμένος
μισοτελειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισοτελειωμένος
μισοτελειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισοτελειωμένος
μισοτελειώνω	verb	αφήνω ανολοκλήρωτη μια εργασία, την φτάνω σχεδόν στο τέλος
μισοτελειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτελειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μισοτελειώνω
μισοτιμής	adv	στη μισή από την κανονική αξία
μισοφέγγαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοφέγγαρο
μισοφέγγαρο	noun	σεληνιακή φάση όπου το φως του Ηλίου λάμπει ώστε να φανεί ένα στενό τμήμα της Σελήνης, το οποίο έχει την μορφή μηνίσκου
μισοφέγγαρου	noun	γενική ενικού του μισοφέγγαρο
μισοφέγγαρων	noun	γενική πληθυντικού του μισοφέγγαρο
μισοφαγωμένα	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένε	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένες	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένη	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένης	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένο	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένοι	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένος	verb	που έχει φαγωθεί κατά ένα μέρος (κυριολεκτικά: κατά το ήμισυ)
μισοφαγωμένου	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένους	=	μισοφαγωμένος
μισοφαγωμένων	=	μισοφαγωμένος
μισοφοριού	=	μισοφόρι
μισοφοριών	=	μισοφόρι
μισοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοφτιαγμένο
μισοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του μισοφτιαγμένος
μισοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισοφτιαγμένη
μισοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισοφτιαγμένος
μισοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του μισοφτιαγμένη
μισοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μισοφτιαγμένος
μισοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισοφτιαγμένος
μισοφτιαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μισοφτιάχνω
μισοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισοφτιαγμένος
μισοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μισοφτιαγμένος
μισοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισοφτιαγμένος
μισοφωνία	noun	νευρολογική διαταραχή στην οποία οι αρνητικές εμπειρίες, όπως ο θυμός ή η αηδία, προκαλούνται από συγκεκριμένους ήχους
μισοφωνίας	=	μισοφωνία
μισοφωνίες	=	μισοφωνία
μισοφωνιών	=	μισοφωνία
μισοφόρι	noun	άλλη μορφή του μεσοφόρι
μισοφόρια	=	μισοφόρι
μισοχωριού	=	μισοχώρι
μισοχωριών	=	μισοχώρι
μισοχώρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του μεσοχώρι
μισοχώρια	=	μισοχώρι
μισοψημένα	=	μισοψημένος
μισοψημένε	=	μισοψημένος
μισοψημένες	=	μισοψημένος
μισοψημένη	=	μισοψημένος
μισοψημένης	=	μισοψημένος
μισοψημένο	=	μισοψημένος
μισοψημένοι	=	μισοψημένος
μισοψημένος	verb	που είναι σχεδόν ψημένος, που δεν έχει ψηθεί καλά
μισοψημένου	=	μισοψημένος
μισοψημένους	=	μισοψημένος
μισοψημένων	=	μισοψημένος
μισού	adj	γενική ενικού του μισός
μισούμαι	=	μισώ
μισούμασταν	=	μισώ
μισούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ
μισούμενα	=	μισώ
μισούμενε	=	μισώ
μισούμενες	=	μισώ
μισούμενη	=	μισώ
μισούμενης	=	μισώ
μισούμενο	=	μισώ
μισούμενοι	=	μισώ
μισούμενος	=	μισώ
μισούμενου	=	μισώ
μισούμενους	=	μισώ
μισούμενων	=	μισώ
μισούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ
μισούνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μισώ
μισούνταν	=	μισώ
μισούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισός
μισούσα	=	μισώ
μισούσαμε	=	μισώ
μισούσαν	=	μισώ
μισούσανε	=	μισώ
μισούσατε	=	μισώ
μισούσε	=	μισώ
μισούσες	=	μισώ
μισσιονάριε	=	μισσιονάριος
μισσιονάριο	=	μισσιονάριος
μισσιονάριοι	=	μισσιονάριος
μισσιονάριος	noun	άλλη γραφή του μισιονάριος
μισσιοναρίου	=	μισσιονάριος
μισσιοναρίους	=	μισσιονάριος
μισσιοναρίων	=	μισσιονάριος
μιστά	noun|vulgar	άλλη μορφή του μισθός
μιστέ	=	μιστός
μιστοί	=	μιστός
μιστού	=	μιστός
μιστούς	=	μιστός
μιστωτός	=	μισθωτός
μιστό	=	μιστός
μιστός	noun|vulgar	άλλη μορφή του μισθός
μιστών	=	μιστός
μισό	adj	αιτιατική ενικού του μισός	noun	συνώνυμο του ήμισυ
μισόγυμνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισόγυμνο
μισόγυμνε	adj	κλητική ενικού του μισόγυμνος
μισόγυμνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μισόγυμνη
μισόγυμνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μισόγυμνος
μισόγυμνης	adj	γενική ενικού του μισόγυμνη
μισόγυμνο	adj	αιτιατική ενικού του μισόγυμνος
μισόγυμνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μισόγυμνος
μισόγυμνος	adj	που δεν είναι τελείως γυμνός, που δεν φοράει όλα του τα ρούχα
μισόγυμνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μισόγυμνος
μισόγυμνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μισόγυμνος
μισόγυμνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μισόγυμνος
μισόκλειστα	=	μισόκλειστος
μισόκλειστε	=	μισόκλειστος
μισόκλειστες	=	μισόκλειστος
μισόκλειστη	=	μισόκλειστος
μισόκλειστης	=	μισόκλειστος
μισόκλειστο	=	μισόκλειστος
μισόκλειστοι	=	μισόκλειστος
μισόκλειστος	adj	που είναι κατά το ήμισυ κλειστός, που σχεδόν (αλλά όχι εντελώς) κλειστός
μισόκλειστου	=	μισόκλειστος
μισόκλειστους	=	μισόκλειστος
μισόκλειστων	=	μισόκλειστος
μισόξανθα	=	μισόξανθος
μισόξανθε	=	μισόξανθος
μισόξανθες	=	μισόξανθος
μισόξανθη	=	μισόξανθος
μισόξανθης	=	μισόξανθος
μισόξανθο	=	μισόξανθος
μισόξανθοι	=	μισόξανθος
μισόξανθος	adj	που δεν είναι πλήρως ξανθός
μισόξανθου	=	μισόξανθος
μισόξανθους	=	μισόξανθος
μισόξανθων	=	μισόξανθος
μισόξενα	=	μισόξενος
μισόξενε	=	μισόξενος
μισόξενες	=	μισόξενος
μισόξενη	=	μισόξενος
μισόξενης	=	μισόξενος
μισόξενο	=	μισόξενος
μισόξενοι	=	μισόξενος
μισόξενος	adj|dated	που μισεί τους ξένους
μισόξενου	=	μισόξενος
μισόξενους	=	μισόξενος
μισόξενων	=	μισόξενος
μισός	adj	αυτός που αποτελεί το ένα από τα δύο ίσα μέρη ενός συνόλου
μισότρελα	=	μισότρελος
μισότρελε	=	μισότρελος
μισότρελες	=	μισότρελος
μισότρελη	=	μισότρελος
μισότρελης	=	μισότρελος
μισότρελο	=	μισότρελος
μισότρελοι	=	μισότρελος
μισότρελος	adj	σχεδόν τρελός, ημιπαράφρων
μισότρελου	=	μισότρελος
μισότρελους	=	μισότρελος
μισότρελων	=	μισότρελος
μισότριβα	=	μισότριβος
μισότριβε	=	μισότριβος
μισότριβες	=	μισότριβος
μισότριβη	=	μισότριβος
μισότριβης	=	μισότριβος
μισότριβο	=	μισότριβος
μισότριβοι	=	μισότριβος
μισότριβος	adj	μισοτριμμένος, που δεν είναι εντελώς τριμμένος
μισότριβου	=	μισότριβος
μισότριβους	=	μισότριβος
μισότριβων	=	μισότριβος
μισώ	verb	νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι, έχω εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης
μισών	adj	γενική πληθυντικού του μισός
μισώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μισώ
μιτάρι	noun	εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο μετακινούνται τα νήματα του στημονιού, για να περνάει η σαΐτα
μιτάρια	=	μιτάρι
μιτάρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μιταρώνω
μιτάρωνα	=	μιταρώνω
μιτάρωναν	=	μιταρώνω
μιτάρωνε	=	μιταρώνω
μιτάρωνες	=	μιταρώνω
μιτάρωσα	=	μιταρώνω
μιτάρωσαν	=	μιταρώνω
μιτάρωσε	=	μιταρώνω
μιτάρωσες	=	μιταρώνω
μιτάτε	=	μιτάτος
μιτάτο	=	μιτάτος
μιτάτοι	=	μιτάτος
μιτάτος	noun	άλλη γραφή του μητάτος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
μιτάτου	=	μιτάτος
μιτάτους	=	μιτάτος
μιτάτων	=	μιτάτος
μιταριού	=	μιτάρι
μιταριών	=	μιτάρι
μιταρωμάτων	=	μιτάρωμα
μιταρώματα	=	μιτάρωμα
μιταρώματος	=	μιτάρωμα
μιταρώναμε	=	μιταρώνω
μιταρώναν	=	μιταρώνω
μιταρώνανε	=	μιταρώνω
μιταρώνατε	=	μιταρώνω
μιταρώνει	=	μιταρώνω
μιταρώνεις	=	μιταρώνω
μιταρώνετε	=	μιταρώνω
μιταρώνοντας	=	μιταρώνω
μιταρώνουμε	=	μιταρώνω
μιταρώνουν	=	μιταρώνω
μιταρώνουνε	=	μιταρώνω
μιταρώνω	verb	περνάω τα νήματα του στημονιού στα μιτάρια
μιταρώσαμε	=	μιταρώνω
μιταρώσαν	=	μιταρώνω
μιταρώσανε	=	μιταρώνω
μιταρώσατε	=	μιταρώνω
μιταρώσει	=	μιταρώνω
μιταρώστε	=	μιταρώνω
μιτζών	noun	γενική πληθυντικού του μίτζα
μιτογόνα	=	μιτογόνο
μιτογόνο	adj	αιτιατική ενικού του μιτογόνος	noun	βιολογία, γενετική) χημική ουσία που παρακινεί ένα κύτταρο να ξεκινήσει κυτταρική διαίρεση, προκαλώντας την έναρξη της μίτωσης
μιτογόνου	=	μιτογόνο
μιτογόνων	=	μιτογόνο
μιτοξανδρόνη	noun	ουσία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας και μερικών μορφών καρκίνου.
μιτροειδές	=	μιτροειδής
μιτροειδή	=	μιτροειδής
μιτροειδής	adj	που μοιάζει με μίτρα, που έχει το σχήμα μίτρας
μιτροειδείς	=	μιτροειδής
μιτροειδούς	=	μιτροειδής
μιτροειδών	=	μιτροειδής
μιτρών	noun	γενική πληθυντικού του μίτρα
μιτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μίτωση
μιτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μίτωση
μιτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μίτωση
μιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιχτός	adv	άλλη μορφή του μικτά / μεικτά
μιχτέ	adj	κλητική ενικού του μιχτός
μιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μιχτή
μιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μιχτός
μιχτής	adj	γενική ενικού του μιχτή
μιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μιχτός
μιχτού	adj	γενική ενικού του μιχτός
μιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μιχτός
μιχτό	adj	αιτιατική ενικού του μιχτός
μιχτός	adj	άλλη μορφή του μεικτός
μιχτών	adj	γενική πληθυντικού του μιχτός
μιόνια	=	μιόνιο
μιόνιο	noun	στοιχειώδες ασταθές υποατομικό σωματίδιο παρόμοιο με το ηλεκτρόνιο, με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο και ιδιοστροφορμή (spin) ½
μιόνιου	=	μιόνιο
μιόνιων	=	μιόνιο
μκδ	abbrev	ο μέγιστος κοινός διαιρέτης
μκο	abbrev	νομικά κατοχυρωμένος οργανισμός που δημιουργείται και απαρτίζεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, λειτουργεί (θεωρητικά) ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και συνήθως έχει κοινωφελείς σκοπούς
μκυ	abbrev	μη κετωτική υπεργλυκιναιμία
μμε	abbrev	συντομογραφία του μέσο μαζικής ενημέρωσης
μμητροπόλεις	=	μητρόπολη
μμητροπόλεων	=	μητρόπολη
μμμ	abbrev	συντομογραφία του μέσο μαζικής μεταφοράς
μνά	=	μνα
μνάς	=	μνα
μνές	=	μνα
μνέσκω	verb	σταματώ, παύω, παραμένω στη θέση μου
μνέω	verb|literary	ορκίζομαι
μνήμα	noun	ο τάφος
μνήματα	noun	το νεκροταφείο
μνήματος	noun	γενική ενικού του μνήμα
μνήμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνήμη
μνήμη	noun	η ικανότητα του εγκεφάλου να θυμάται, να συγκρατεί πληροφορίες και να τις ανακαλεί όποτε είναι αναγκαίο
μνήμης	=	μνήμη
μνήμων	adj	απαρχαιωμένο, (καθαρεύουσα) που θυμάται, που συγκρατεί στη μνήμη του
μνήστευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνήστευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνήστευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνήστευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνήστευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μνηστεύω
μνήστευσης	=	μνήστευση
μνήστρα	noun	αρραβωνιάσματα, αρραβώνας
μνήστρων	=	μνήστρα
μνα	noun	αρχαία μονάδα μέτρησης της μάζας και νόμισμα που υποδιαιρείτο σε 100 δραχμές
μνεία	noun	αναφορά, υπενθύμιση, υπόμνηση (συνήθως τιμητική)
μνείας	noun	γενική ενικού του μνεία
μνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνεία
μνειών	noun	γενική πληθυντικού του μνεία
μνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μνήμα
μνημεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημείο
μνημείο	noun	το γλυπτό, η στήλη, η αρχιτεκτονική κατασκευή που δημιουργείται προς τιμή ενός προσώπου που έχει πεθάνει ή για να θυμίζει κάποιο σημαντικό γεγονός
μνημείου	noun	γενική ενικού του μνημείο
μνημείων	noun	γενική πληθυντικού του μνημείο
μνημείωνα	=	μνημειώνω
μνημείωναν	=	μνημειώνω
μνημείωνε	=	μνημειώνω
μνημείωνες	=	μνημειώνω
μνημείωσα	=	μνημειώνω
μνημείωσαν	=	μνημειώνω
μνημείωσε	=	μνημειώνω
μνημείωσες	=	μνημειώνω
μνημειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημειακό
μνημειακέ	adj	κλητική ενικού του μνημειακός
μνημειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημειακή
μνημειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μνημειακός
μνημειακής	adj	γενική ενικού του μνημειακή
μνημειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μνημειακός
μνημειακοτήτων	=	μνημειακότητα
μνημειακού	adj	γενική ενικού του μνημειακός
μνημειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μνημειακός
μνημειακό	adj	αιτιατική ενικού του μνημειακός
μνημειακός	adj	που μνημονεύει κάτι, που αποτελεί τοπόσημο μνήμης κάτι αξιόλογου, που φτιάχτηκε για να θυμίζει ή/και να τιμά κάτι
μνημειακότητα	noun	η ιδιότητα του μνημειακού
μνημειακότητας	=	μνημειακότητα
μνημειακότητες	=	μνημειακότητα
μνημειακών	adj	γενική πληθυντικού του μνημειακός
μνημειωδών	=	μνημειώδης
μνημειώδεις	=	μνημειώδης
μνημειώδες	=	μνημειώδης
μνημειώδη	=	μνημειώδης
μνημειώδης	adj	που έχει τις επιβλητικές διαστάσεις ενός μνημείου
μνημειώδους	=	μνημειώδης
μνημειώναμε	=	μνημειώνω
μνημειώναν	=	μνημειώνω
μνημειώνανε	=	μνημειώνω
μνημειώνατε	=	μνημειώνω
μνημειώνει	=	μνημειώνω
μνημειώνεις	=	μνημειώνω
μνημειώνετε	=	μνημειώνω
μνημειώνοντας	=	μνημειώνω
μνημειώνουμε	=	μνημειώνω
μνημειώνουν	=	μνημειώνω
μνημειώνουνε	=	μνημειώνω
μνημειώνω	verb|formal	θυμάμαι, διατηρώ στη μνήμη μου εις το διηνεκές
μνημειώσαμε	=	μνημειώνω
μνημειώσαν	=	μνημειώνω
μνημειώσανε	=	μνημειώνω
μνημειώσατε	=	μνημειώνω
μνημειώσει	=	μνημειώνω
μνημειώστε	=	μνημειώνω
μνημολογία	noun|formal	σχετικά με τη μνήμη, με την ανάμνηση και την αναφορά του παρελθόντος
μνημολογίας	noun	γενική ενικού του μνημολογία
μνημολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μνημολογία
μνημονίου	noun	γενική ενικού του μνημόνιο
μνημονίων	noun	γενική πληθυντικού του μνημόνιο
μνημονευθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονευμένο
μνημονευμένε	verb	κλητική ενικού του μνημονευμένος
μνημονευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονευμένη
μνημονευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μνημονευμένος
μνημονευμένης	verb	γενική ενικού του μνημονευμένη
μνημονευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μνημονευμένος
μνημονευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μνημονευμένος
μνημονευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μνημονευμένος
μνημονευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μνημονευμένος
μνημονευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μνημονευμένος
μνημονεύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονεύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονεύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονεύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύομαι
μνημονεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημόνευση
μνημονεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύσεων	=	μνημόνευση
μνημονεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημονεύω	verb	κάνω λόγο, αναφέρω
μνημονιάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονιάκιας
μνημονιάκηδων	=	μνημονιάκιας
μνημονιάκια	=	μνημονιάκιας
μνημονιάκιας	noun|slang	οπαδός μνημονίου
μνημονιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονιακό
μνημονιακέ	adj	κλητική ενικού του μνημονιακός
μνημονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονιακή
μνημονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μνημονιακός
μνημονιακής	adj	γενική ενικού του μνημονιακή
μνημονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μνημονιακός
μνημονιακού	adj	γενική ενικού του μνημονιακός
μνημονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μνημονιακός
μνημονιακό	adj	αιτιατική ενικού του μνημονιακός
μνημονιακός	adj	που έχει σχέση με μνημόνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μνημονιακών	adj	γενική πληθυντικού του μνημονιακός
μνημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονικό
μνημονικέ	adj	κλητική ενικού του μνημονικός
μνημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημονική
μνημονική	noun	η μελέτη της μνήμης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μνημονικός
μνημονικής	adj	γενική ενικού του μνημονική
μνημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μνημονικός
μνημονικού	adj	γενική ενικού του μνημονικός
μνημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μνημονικός
μνημονικό	adj	αιτιατική ενικού του μνημονικός	noun	η μνήμη, η ικανότητα κάποιου να συγκρατεί πολλές πληροφορίες στη μνήμη του
μνημονικός	adj	σχετικός με τη μνήμη
μνημονικών	adj	γενική πληθυντικού του μνημονικός
μνημοσυνών	=	μνημοσύνη
μνημοσύνα	=	μνημόσυνο
μνημοσύνες	=	μνημοσύνη
μνημοσύνη	noun|formal	η μνήμη, η ενθύμηση
μνημοσύνης	=	μνημοσύνη
μνημοσύνο	=	μνημόσυνο
μνημοσύνου	noun	γενική ενικού του μνημόσυνο
μνημοσύνων	noun	γενική πληθυντικού του μνημόσυνο
μνημοτεχνικές	=	μνημοτεχνική
μνημοτεχνική	noun	η τεχνική και οι ενέργειες ενίσχυσης της μνήμης
μνημοτεχνικής	=	μνημοτεχνική
μνημοτεχνικών	=	μνημοτεχνική
μνημουριού	=	μνημούρι
μνημουριών	=	μνημούρι
μνημούρι	noun	τάφος, μνήμα
μνημούρια	=	μνημούρι
μνημόνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημόνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημόνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημόνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνημονεύω
μνημόνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μνημονεύω
μνημόνευσης	=	μνημόνευση
μνημόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημόνιο
μνημόνιο	noun	επίσημο διπλωματικό έγγραφο με το οποίο ανταλλάσσονται απόψεις για συγκεκριμένη υπόθεση μεταξύ κυβερνήσεων ή μεταξύ διεθνών οργανισμών και κυβερνήσεων (δεν πρόκειται για το καθεαυτό έγγραφο διμερούς ή πολυμερούς συμβάσεως διεθνούς δικαίου)
μνημόνιου	=	μνημόνιο
μνημόνιων	=	μνημόνιο
μνημόσυνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνημόσυνο
μνημόσυνο	noun	εκκλησιαστική ακολουθία ενθύμησης, μνήμης και ανάπαυσης της ψυχής ενός τεθνεώτος
μνημόσυνου	=	μνημόσυνο
μνημόσυνων	=	μνημόσυνο
μνημών	noun	γενική πληθυντικού του μνήμη
μνησίκακα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μνησίκακος	adv	με μνησίκακο τρόπο
μνησίκακε	=	μνησίκακος
μνησίκακες	=	μνησίκακος
μνησίκακη	=	μνησίκακος
μνησίκακης	=	μνησίκακος
μνησίκακο	=	μνησίκακος
μνησίκακοι	=	μνησίκακος
μνησίκακος	adj	που δεν ξεχνά το κακό που έχει υποστεί και διακατέχεται από έντονη επιθυμία να βλάψει τον υπαίτιο παίρνοντας εκδίκηση
μνησίκακου	=	μνησίκακος
μνησίκακους	=	μνησίκακος
μνησίκακων	=	μνησίκακος
μνησικάκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικάκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικάκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικάκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνησικακώ
μνησικακία	noun	η ιδιότητα που χαρακτηρίζει το μνησίκακο άνθρωπο και ό,τι αυτός αισθάνεται
μνησικακίας	noun	γενική ενικού του μνησικακία
μνησικακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνησικακία
μνησικακιών	noun	γενική πληθυντικού του μνησικακία
μνησικακώ	verb	φέρομαι με μνησικακία ή την αισθάνομαι
μνησικακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μνησικακώ
μνηστές	=	μνηστή
μνηστή	noun	η αρραβωνιαστικιά
μνηστήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μνηστήρας
μνηστήρας	=	μνηστή
μνηστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνηστήρας
μνηστήρων	noun	γενική πληθυντικού του μνηστήρας
μνηστής	=	μνηστή
μνηστεία	noun|formal	ο αρραβώνας
μνηστείας	noun	γενική ενικού του μνηστεία
μνηστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνηστεία
μνηστειών	noun	γενική πληθυντικού του μνηστεία
μνηστευθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνηστευμένο
μνηστευμένε	verb	κλητική ενικού του μνηστευμένος
μνηστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνηστευμένη
μνηστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μνηστευμένος
μνηστευμένης	verb	γενική ενικού του μνηστευμένη
μνηστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μνηστευμένος
μνηστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μνηστευμένος
μνηστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μνηστευμένος
μνηστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μνηστευμένος
μνηστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μνηστευμένος
μνηστεύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστεύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστεύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστεύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστεύομαι	verb	δίνω υπόσχεση γάμου
μνηστεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μνήστευση
μνηστεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύσεων	=	μνήστευση
μνηστεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύομαι
μνηστεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μνηστεύω
μνηστεύω	verb	αρραβωνιάζω, υπόσχομαι να δώσω ως σύζυγο συγγενικό μου πρόσωπο
μνηστών	=	μνηστή
μνμ	abbrev	σύντμηση του μήνυμα
μνών	=	μνα
μοίρα	noun	το μερίδιο, το μερτικό
μοίραζα	=	μοιράζω
μοίραζαν	=	μοιράζω
μοίραζε	=	μοιράζω
μοίραζες	=	μοιράζω
μοίραινα	=	μοιραίνω
μοίραιναν	=	μοιραίνω
μοίραινε	=	μοιραίνω
μοίραινες	=	μοιραίνω
μοίρανα	=	μοιραίνω
μοίραναν	=	μοιραίνω
μοίρανε	=	μοιραίνω
μοίρανες	=	μοιραίνω
μοίραρχε	noun	κλητική ενικού του μοίραρχος
μοίραρχο	noun	αιτιατική ενικού του μοίραρχος
μοίραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοίραρχος
μοίραρχος	noun	κατώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Χωροφυλακής.
μοίραρχου	noun	γενική ενικού του μοίραρχος
μοίραρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοίραρχος
μοίραρχων	noun	γενική πληθυντικού του μοίραρχος
μοίρας	noun	γενική ενικού του μοίρα
μοίρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοίρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοίρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοίρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοίρασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μοιράζω
μοίρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοίρα
μοίχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοίχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοίχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοίχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοβ	noun	το μοβ χρώμα	adj	που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας
μοβόρα	=	μοβόρος
μοβόρας	=	μοβόρος
μοβόρε	=	μοβόρος
μοβόρες	=	μοβόρος
μοβόρη	=	μοβόρικος
μοβόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοβόρικο
μοβόρικε	adj	κλητική ενικού του μοβόρικος
μοβόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοβόρικη
μοβόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοβόρικος
μοβόρικης	adj	γενική ενικού του μοβόρικη
μοβόρικο	adj	αιτιατική ενικού του μοβόρικος
μοβόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοβόρικος
μοβόρικος	adj|vulgar	αιμοβόρος
μοβόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοβόρικος
μοβόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοβόρικος
μοβόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοβόρικος
μοβόρο	=	μοβόρος
μοβόροι	=	μοβόρος
μοβόρος	adj|vulgar	αιμοβόρος
μοβόρου	=	μοβόρος
μοβόρους	=	μοβόρος
μοβόρων	=	μοβόρος
μογγολικά	noun	που μιλιέται στη Μογγολία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μογγολικό
μογγολικέ	adj	κλητική ενικού του μογγολικός
μογγολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μογγολική
μογγολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μογγολικός
μογγολικής	adj	γενική ενικού του μογγολική
μογγολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μογγολικός
μογγολικού	adj	γενική ενικού του μογγολικός
μογγολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μογγολικός
μογγολικό	adj	αιτιατική ενικού του μογγολικός
μογγολικός	adj	σχετικός με τη Μογγολία ή τους Μογγόλους
μογγολικών	adj	γενική πληθυντικού του μογγολικός
μογγολισμέ	noun	κλητική ενικού του μογγολισμός
μογγολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μογγολισμός
μογγολισμού	noun	γενική ενικού του μογγολισμός
μογγολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μογγολισμός
μογγολισμό	noun	αιτιατική ενικού του μογγολισμός
μογγολισμός	noun	το σύνδρομο Down
μογγολισμών	noun	γενική πληθυντικού του μογγολισμός
μογιλάλον	=	μογιλάλος
μογιλάλος	adj|archaic	βραδύγλωσσος
μογκούλ	noun	που σχετίζεται ή αναφέρεται στους Μογκούλ
μογλενίτικα	=	μογλενίτικος
μογλενίτικε	=	μογλενίτικος
μογλενίτικες	=	μογλενίτικος
μογλενίτικη	=	μογλενίτικος
μογλενίτικης	=	μογλενίτικος
μογλενίτικο	=	μογλενίτικος
μογλενίτικοι	=	μογλενίτικος
μογλενίτικος	adj	ο σχετικός με τα Μογλενά ή τους κατοίκους τους
μογλενίτικου	=	μογλενίτικος
μογλενίτικους	=	μογλενίτικος
μογλενίτικων	=	μογλενίτικος
μοδάτα	=	μοδάτος
μοδάτε	=	μοδάτος
μοδάτες	=	μοδάτος
μοδάτη	=	μοδάτος
μοδάτης	=	μοδάτος
μοδάτο	=	μοδάτος
μοδάτοι	=	μοδάτος
μοδάτος	adj	της μόδας, σύμφωνος με τη μόδα
μοδάτου	=	μοδάτος
μοδάτους	=	μοδάτος
μοδάτων	=	μοδάτος
μοδίου	=	μόδιο
μοδίστρα	noun	η επαγγελματίας που κατασκευάζει γυναικεία ενδύματα
μοδίστρας	noun	γενική ενικού του μοδίστρα
μοδίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοδίστρα
μοδίστρων	=	μόδιστρος
μοδίων	=	μόδιο
μοδιού	=	μόδι
μοδιστράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοδιστράδικο
μοδιστράδικο	noun	το μαγαζί της μοδίστρας
μοδιστράδικου	noun	γενική ενικού του μοδιστράδικο
μοδιστράδικων	noun	γενική πληθυντικού του μοδιστράδικο
μοδιστράκι	noun	νεαρή ή μαθητευόμενη μοδίστρα
μοδιστράκια	=	μοδιστράκι
μοδιστρικά	=	μοδιστρικός
μοδιστρικέ	=	μοδιστρικός
μοδιστρικές	=	μοδιστρική
μοδιστρική	noun	η τέχνη του μόδιστρου ή της μοδίστρας
μοδιστρικής	=	μοδιστρική
μοδιστρικοί	=	μοδιστρικός
μοδιστρικού	=	μοδιστρικός
μοδιστρικούς	=	μοδιστρικός
μοδιστρικό	=	μοδιστρικός
μοδιστρικός	adj	που έχει σχέση με τη μοδίστρα / τον μόδιστρο ή τη μοδιστρική ή αναφέρεται σ’ αυτά
μοδιστρικών	=	μοδιστρική
μοδιστρούλα	noun	νεαρή ή μαθητευόμενη μοδίστρα
μοδιστρούλας	=	μοδιστρούλα
μοδιστρούλες	=	μοδιστρούλα
μοδιστρών	noun	γενική πληθυντικού του μοδίστρα
μοδιών	=	μόδι
μοζήθρα	noun	άλλη μορφή του μυζήθρα, στη Σκύρο
μοιάζαμε	=	μοιάζω
μοιάζαν	=	μοιάζω
μοιάζανε	=	μοιάζω
μοιάζατε	=	μοιάζω
μοιάζε	=	μοιάζω
μοιάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του μοιάζω
μοιάζεις	=	μοιάζω
μοιάζετε	=	μοιάζω
μοιάζομε	=	μοιάζω
μοιάζοντας	=	μοιάζω
μοιάζουμε	=	μοιάζω
μοιάζουν	=	μοιάζω
μοιάζουνε	=	μοιάζω
μοιάζω	verb	έχω κοινά χαρακτηριστικά με κάποιον ή κάτι
μοιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσαν	=	μοιάζω
μοιάσανε	=	μοιάζω
μοιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσιμο	noun	η ομοιότητα
μοιάσομε	=	μοιάζω
μοιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσουνε	=	μοιάζω
μοιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιάζω
μοιασίδι	noun	η ομοιότητα, το μοιάσιμο
μοιασίδια	=	μοιασίδι
μοιασίματα	=	μοιάσιμο
μοιασίματος	=	μοιάσιμο
μοιασιδιού	=	μοιασίδι
μοιασιδιών	=	μοιασίδι
μοιασιμάτων	=	μοιάσιμο
μοιράδι	noun|vulgar	μερίδιο, μερτικό
μοιράδια	=	μοιράδι
μοιράζαμε	=	μοιράζω
μοιράζαν	=	μοιράζω
μοιράζανε	=	μοιράζω
μοιράζατε	=	μοιράζω
μοιράζει	=	μοιράζω
μοιράζεις	=	μοιράζω
μοιράζεσαι	=	μοιράζω
μοιράζεστε	=	μοιράζω
μοιράζεται	=	μοιράζω
μοιράζετε	=	μοιράζω
μοιράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω
μοιράζομε	=	μοιράζω
μοιράζονται	=	μοιράζω
μοιράζονταν	=	μοιράζω
μοιράζοντας	=	μοιράζω
μοιράζουμε	=	μοιράζω
μοιράζουν	=	μοιράζω
μοιράζουνε	=	μοιράζω
μοιράζω	verb	διαιρώ κάτι σε κομμάτια και τα δίνω σε διαφορετικούς ανθρώπους (πιθανόν να παίρνω κι εγώ μερίδιο)
μοιράναμε	=	μοιραίνω
μοιράναν	=	μοιραίνω
μοιράνανε	=	μοιραίνω
μοιράνατε	=	μοιραίνω
μοιράνει	=	μοιραίνω
μοιράνετε	=	μοιραίνω
μοιράρη	=	μοιράρης
μοιράρηδες	=	μοιράρης
μοιράρηδων	=	μοιράρης
μοιράρης	noun	εκείνος που αναλαμβάνει να διανείμει κινητά ή ακίνητα πράγματα
μοιράρχου	noun	γενική ενικού του μοίραρχος
μοιράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοίραρχος
μοιράρχων	noun	γενική πληθυντικού του μοίραρχος
μοιράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσαν	=	μοιράζω
μοιράσανε	=	μοιράζω
μοιράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοίρασμα
μοιράσματος	noun	γενική ενικού του μοίρασμα
μοιράσομε	=	μοιράζω
μοιράσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράσουνε	=	μοιράζω
μοιράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιράστρα	noun|poetic	αυτή που μοιράζει
μοιράστρας	noun	γενική ενικού του μοιράστρα
μοιράστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιράστρα
μοιράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζω
μοιραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιραίος	adv	κατά μοιραίο τρόπο
μοιραίας	adj	γενική ενικού του μοιραία
μοιραίε	adj	μοιραίος, στην κλητική του ενικού
μοιραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιραία
μοιραίναμε	=	μοιραίνω
μοιραίναν	=	μοιραίνω
μοιραίνανε	=	μοιραίνω
μοιραίνατε	=	μοιραίνω
μοιραίνει	=	μοιραίνω
μοιραίνεις	=	μοιραίνω
μοιραίνετε	=	μοιραίνω
μοιραίνοντας	=	μοιραίνω
μοιραίνουμε	=	μοιραίνω
μοιραίνουν	=	μοιραίνω
μοιραίνουνε	=	μοιραίνω
μοιραίνω	verb|vulgar	προδιαγράφω τη μοίρα κάποιου, προκαθορίζω το πεπρωμένο του
μοιραίο	adj	μοιραίος, στην αιτιατική του ενικού
μοιραίοι	adj	μοιραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μοιραίος	adj	προκαθορισμένος από τη μοίρα
μοιραίου	adj	γενική ενικού του μοιραίος
μοιραίους	adj	μοιραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μοιραίων	=	μοιραίος
μοιραδιού	=	μοιράδι
μοιραδιών	=	μοιράδι
μοιραζόμασταν	=	μοιράζω
μοιραζόμαστε	=	μοιράζω
μοιραζόμουν	=	μοιράζω
μοιραζόμουνα	=	μοιράζω
μοιραζόντουσαν	=	μοιράζω
μοιραζόσασταν	=	μοιράζω
μοιραζόσαστε	=	μοιράζω
μοιραζόσουν	=	μοιράζω
μοιραζόσουνα	=	μοιράζω
μοιραζόταν	=	μοιράζω
μοιραζότανε	=	μοιράζω
μοιραρχία	noun	το αξίωμα που έχει ένας μοίραρχος
μοιραρχίας	=	μοιραρχία
μοιραρχίες	=	μοιραρχία
μοιραρχιών	=	μοιραρχία
μοιρασιά	noun	το μοίρασμα
μοιρασιάς	noun	γενική ενικού του μοιρασιά
μοιρασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρασιά
μοιρασιών	=	μοιρασιά
μοιρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μοίρασμα
μοιρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρασμένο
μοιρασμένε	verb	κλητική ενικού του μοιρασμένος
μοιρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρασμένη
μοιρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιρασμένος
μοιρασμένης	verb	γενική ενικού του μοιρασμένη
μοιρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μοιρασμένος
μοιρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιρασμένος
μοιρασμένος	verb	που έχει μοιραστεί
μοιρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοιρασμένος
μοιρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοιρασμένος
μοιρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοιρασμένος
μοιραστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μοιραστός	adv	με μοιραστό τρόπο
μοιραστέ	adj	κλητική ενικού του μοιραστός
μοιραστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιραστή
μοιραστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιραστός
μοιραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστήκαν	=	μοιράζω
μοιραστήκανε	=	μοιράζω
μοιραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστής	noun|dated	διαιρέτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του μοιραστός
μοιραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιραστικό
μοιραστικέ	adj	κλητική ενικού του μοιραστικός
μοιραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιραστική
μοιραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιραστικός
μοιραστικής	adj	γενική ενικού του μοιραστική
μοιραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιραστικός
μοιραστικού	adj	γενική ενικού του μοιραστικός
μοιραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοιραστικός
μοιραστικό	adj	αιτιατική ενικού του μοιραστικός
μοιραστικός	adj	που είναι δυνατόν ή πρέπει να μοιραστεί
μοιραστικών	adj	γενική πληθυντικού του μοιραστικός
μοιραστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιραστός
μοιραστού	adj	γενική ενικού του μοιραστός
μοιραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστούνε	=	μοιράζω
μοιραστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοιραστός
μοιραστό	adj	αιτιατική ενικού του μοιραστός
μοιραστός	adj	που μπορεί να μοιραστεί
μοιραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιράζομαι
μοιραστών	adj	γενική πληθυντικού του μοιραστός
μοιρογνωμόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρογνωμόνιο
μοιρογνωμόνιο	noun	γεωμετρικό όργανο μέτρησης, που χρησιμοποιείται για να μετρηθούν οι γωνίες (οξείες, αμβλείες, ορθές)
μοιρογνωμόνιου	noun	γενική ενικού του μοιρογνωμόνιο
μοιρογνωμόνιων	noun	γενική πληθυντικού του μοιρογνωμόνιο
μοιροκρατία	noun	η μοιρολατρία
μοιροκρατίας	=	μοιροκρατία
μοιροκρατίες	=	μοιροκρατία
μοιροκρατιών	=	μοιροκρατία
μοιρολάτρες	=	μοιρολάτρης
μοιρολάτρη	noun	γενική ενικού του μοιρολάτρης
μοιρολάτρης	noun	αυτός που χαρακτηρίζεται από μοιρολατρία, αυτός που δέχεται άβουλα, χωρίς αντίδραση, κάτι, πιστεύοντας ότι τα πάντα ρυθμίζονται από τη μοίρα
μοιρολάτρις	noun	μοιρολάτρισσα
μοιρολάτρισσα	noun	θηλυκό του μοιρολάτρης
μοιρολάτρισσας	noun	γενική ενικού του μοιρολάτρισσα
μοιρολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολάτρισσα
μοιρολατρία	noun	πεποίθηση ότι τα πάντα είναι προκαθορισμένα από τη μοίρα
μοιρολατρίας	noun	γενική ενικού του μοιρολατρία
μοιρολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολατρία
μοιρολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολατρικό	adv	με μορολατρικό τρόπο
μοιρολατρικέ	adj	κλητική ενικού του μοιρολατρικός
μοιρολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολατρική
μοιρολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιρολατρικός
μοιρολατρικής	adj	γενική ενικού του μοιρολατρική
μοιρολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιρολατρικός
μοιρολατρικοτήτων	=	μοιρολατρικότητα
μοιρολατρικού	adj	γενική ενικού του μοιρολατρικός
μοιρολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοιρολατρικός
μοιρολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του μοιρολατρικός
μοιρολατρικός	adj	που έχει σχέση με τη μοιρολατρία ή τον μοιρολάτρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
μοιρολατρικότητα	noun	η ιδιότητα του μοιρολατρικού, το να είναι κάποιος μοιρολατρικός
μοιρολατρικότητας	=	μοιρολατρικότητα
μοιρολατρικότητες	=	μοιρολατρικότητα
μοιρολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του μοιρολατρικός
μοιρολατρικώς	adv|dated	μοιρολατρικά
μοιρολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του μοιρολάτρισσα
μοιρολατριών	noun	γενική πληθυντικού του μοιρολατρία
μοιρολατρών	=	μοιρολάτρης
μοιρολογάω	=	μοιρολογώ
μοιρολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολογήτρα	noun	άλλη μορφή του μοιρολογίστρα
μοιρολογήτρας	noun	γενική ενικού του μοιρολογήτρα
μοιρολογήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολογήτρα
μοιρολογίστρα	noun	γυναίκα που ξέρει μοιρολόια και μοιρολογεί
μοιρολογίστρας	noun	γενική ενικού του μοιρολογίστρα
μοιρολογίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολογίστρα
μοιρολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολογημένο
μοιρολογημένε	verb	κλητική ενικού του μοιρολογημένος
μοιρολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιρολογημένη
μοιρολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιρολογημένος
μοιρολογημένης	verb	γενική ενικού του μοιρολογημένη
μοιρολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του μοιρολογημένος
μοιρολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιρολογημένος
μοιρολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοιρολογημένος
μοιρολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοιρολογημένος
μοιρολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοιρολογημένος
μοιρολογιέμαι	=	μοιρολογώ
μοιρολογιού	=	μοιρολόγι
μοιρολογιών	=	μοιρολόγι
μοιρολογώ	verb	λέω θρηνητικό τραγούδι για κάποιον που πέθανε
μοιρολοϊού	=	μοιρολόι
μοιρολοϊών	=	μοιρολόι
μοιρολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιρολογώ
μοιρολόγι	noun	άλλη μορφή του μοιρολόι
μοιρολόγια	=	μοιρολόγι
μοιρολόι	noun	θρηνητικό τραγούδι για νεκρό
μοιρολόια	=	μοιρολόι
μοιρόγραφτα	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτε	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτες	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτη	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτης	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτο	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτοι	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτος	adj	γραμμένος από τη μοίρα
μοιρόγραφτου	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτους	=	μοιρόγραφτος
μοιρόγραφτων	=	μοιρόγραφτος
μοιρών	noun	γενική πληθυντικού του μοίρα
μοιχέ	noun	κλητική ενικού του μοιχός
μοιχαλίδα	noun	θηλυκό του μοιχός, αυτή που διέπραξε μοιχεία, που, ενώ είναι παντρεμένη, ήρθε σε σεξουαλική επαφή με άλλον άντρα
μοιχαλίδας	=	μοιχαλίδα
μοιχαλίδες	=	μοιχαλίδα
μοιχαλίδων	=	μοιχαλίδα
μοιχεία	noun	η σεξουαλική συνεύρεση έγγαμου ατόμου με άλλο πλην του/της συζύγου άτομο, η εξωσυζυγική σχέση
μοιχείας	noun	γενική ενικού του μοιχεία
μοιχείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιχεία
μοιχειών	noun	γενική πληθυντικού του μοιχεία
μοιχευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιχευμένο
μοιχευμένε	verb	κλητική ενικού του μοιχευμένος
μοιχευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιχευμένη
μοιχευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιχευμένος
μοιχευμένης	verb	γενική ενικού του μοιχευμένη
μοιχευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μοιχευμένος
μοιχευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιχευμένος
μοιχευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοιχευμένος
μοιχευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοιχευμένος
μοιχευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοιχευμένος
μοιχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοιχεύω
μοιχεύω	verb	διαπράττω μοιχεία, απατώ τον/την σύζυγο, πηγαίνω με άλλο σύντροφο ενώ είμαι παντρεμένος
μοιχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιχικό
μοιχικέ	adj	κλητική ενικού του μοιχικός
μοιχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοιχική
μοιχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοιχικός
μοιχικής	adj	γενική ενικού του μοιχική
μοιχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιχικός
μοιχικού	adj	γενική ενικού του μοιχικός
μοιχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοιχικός
μοιχικό	adj	αιτιατική ενικού του μοιχικός
μοιχικός	adj	που έχει σχέση με μοιχό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μοιχικών	adj	γενική πληθυντικού του μοιχικός
μοιχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοιχός
μοιχού	noun	γενική ενικού του μοιχός
μοιχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοιχός
μοιχό	noun	αιτιατική ενικού του μοιχός
μοιχός	noun	αυτός που διέπραξε μοιχεία, που, ενώ είναι παντρεμένος (νυμφευμένος), ήρθε σε σεξουαλική επαφή με άλλη γυναίκα
μοιχών	noun	γενική πληθυντικού του μοιχός
μοκέτα	noun	χαλί που συνήθως καλύπτει το σύνολο του δαπέδου και πολλές φορές είναι κολλημένο σ’ αυτό
μοκέτας	noun	γενική ενικού του μοκέτα
μοκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοκέτα
μοκασίνι	noun	χαμηλό παπούτσι χωρίς κορδόνια
μοκασίνια	=	μοκασίνι
μοκασινιού	=	μοκασίνι
μοκασινιών	=	μοκασίνι
μοκετών	noun	γενική πληθυντικού του μοκέτα
μολά	=	μολάς
μολάδες	=	μολάς
μολάδων	=	μολάς
μολάρισμα	noun	η ενέργεια του μολάρω
μολάρω	verb	άλλη μορφή του αμολάρω
μολάς	noun	άλλη μορφή του μουλάς
μολάσα	noun	σχηματισμός από ιζηματογενή πετρώματα (κροκάλες, μάργες, ψαμμίτες κ.ά.)
μολάσας	noun	γενική ενικού του μολάσα
μολάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολάσα
μολάσσα	noun	άλλη γραφή του μολάσα
μολάσσας	noun	γενική ενικού του μολάσσα
μολάσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολάσσα
μολέματα	=	μόλεμα
μολέματος	=	μόλεμα
μολέρνω	verb	άλλη γραφή του αμολέρνω
μολέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψαν	=	μολεύω
μολέψανε	=	μολεύω
μολέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψου	=	μολεύω
μολέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μολαλίκι	noun|dated	η επικράτεια ενός μουλά
μολαλίκια	=	μολαλίκι
μολαλικιού	=	μολαλίκι
μολαλικιών	=	μολαλίκι
μολαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολάρισμα
μολαρίσματος	noun	γενική ενικού του μολάρισμα
μολαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μολάρισμα
μολαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολαρισμένο
μολαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μολαρισμένος
μολαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολαρισμένη
μολαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολαρισμένος
μολαρισμένης	verb	γενική ενικού του μολαρισμένη
μολαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μολαρισμένος
μολαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολαρισμένος
μολαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μολαρισμένος
μολαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μολαρισμένος
μολαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μολαρισμένος
μολασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολασικό
μολασικέ	adj	κλητική ενικού του μολασικός
μολασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολασική
μολασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολασικός
μολασικής	adj	γενική ενικού του μολασική
μολασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολασικός
μολασικού	adj	γενική ενικού του μολασικός
μολασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μολασικός
μολασικό	adj	αιτιατική ενικού του μολασικός
μολασικός	adj	που έχει σχέση με τη μολάσα ή περιέχεται σ' αυτή
μολασικών	adj	γενική πληθυντικού του μολασικός
μολασσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολασσικό
μολασσικέ	adj	κλητική ενικού του μολασσικός
μολασσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολασσική
μολασσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολασσικός
μολασσικής	adj	γενική ενικού του μολασσική
μολασσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολασσικός
μολασσικού	adj	γενική ενικού του μολασσικός
μολασσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μολασσικός
μολασσικό	adj	αιτιατική ενικού του μολασσικός
μολασσικός	adj	άλλη γραφή του μολασικός
μολασσικών	adj	γενική πληθυντικού του μολασσικός
μολασσών	noun	γενική πληθυντικού του μολάσσα
μολασών	noun	γενική πληθυντικού του μολάσα
μολαταύτα	conj	παρ' όλα αυτά, ωστόσο
μολδαβικά	noun	λατινογενής γλώσσα ομιλουμένη στην Μολδαβία και σχεδόν ίδια με την ρουμανική, ενίοτε καλείται και «ρουμανικά της Μολδαβίας», ωστόσο ξεχωρίζεται για πολιτικούς λόγους από την εποχή του Στάλιν· γράφεται με κυριλλικό και λατινικό αλφάβητο
μολδαβικέ	adj	κλητική ενικού του μολδαβικός
μολδαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολδαβική
μολδαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολδαβικός
μολδαβικής	adj	γενική ενικού του μολδαβική
μολδαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολδαβικός
μολδαβικού	adj	γενική ενικού του μολδαβικός
μολδαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μολδαβικός
μολδαβικό	adj	αιτιατική ενικού του μολδαβικός
μολδαβικός	adj	που ανήκει στη Μολδαβία ή έχει να κάνει με αυτήν
μολδαβικών	adj	γενική πληθυντικού του μολδαβικός
μολδοβλαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολδοβλαχικό
μολδοβλαχικέ	adj	κλητική ενικού του μολδοβλαχικός
μολδοβλαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολδοβλαχική
μολδοβλαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολδοβλαχικός
μολδοβλαχικής	adj	γενική ενικού του μολδοβλαχική
μολδοβλαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολδοβλαχικός
μολδοβλαχικού	adj	γενική ενικού του μολδοβλαχικός
μολδοβλαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μολδοβλαχικός
μολδοβλαχικό	adj	αιτιατική ενικού του μολδοβλαχικός
μολδοβλαχικός	adj	ο σχετικός με την Μολδοβλαχία, που ανήκει ή αναφέρεται σ'αυτήν
μολδοβλαχικών	adj	γενική πληθυντικού του μολδοβλαχικός
μολεμάτων	=	μόλεμα
μολεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολεμένο
μολεμένε	verb	κλητική ενικού του μολεμένος
μολεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολεμένη
μολεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολεμένος
μολεμένης	verb	γενική ενικού του μολεμένη
μολεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μολεμένος
μολεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολεμένος
μολεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μολεύω
μολεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μολεμένος
μολεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μολεμένος
μολεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μολεμένος
μολευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτήκαν	=	μολεύω
μολευτήκανε	=	μολεύω
μολευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολευόμασταν	=	μολεύω
μολευόμαστε	=	μολεύω
μολευόμουν	=	μολεύω
μολευόμουνα	=	μολεύω
μολευόντουσαν	=	μολεύω
μολευόσασταν	=	μολεύω
μολευόσαστε	=	μολεύω
μολευόσουν	=	μολεύω
μολευόσουνα	=	μολεύω
μολευόταν	=	μολεύω
μολευότανε	=	μολεύω
μολεύαμε	=	μολεύω
μολεύαν	=	μολεύω
μολεύανε	=	μολεύω
μολεύατε	=	μολεύω
μολεύει	=	μολεύω
μολεύεις	=	μολεύω
μολεύεσαι	=	μολεύω
μολεύεστε	=	μολεύω
μολεύεται	=	μολεύω
μολεύετε	=	μολεύω
μολεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μολεύω
μολεύονται	=	μολεύω
μολεύονταν	=	μολεύω
μολεύοντας	=	μολεύω
μολεύουμε	=	μολεύω
μολεύουν	=	μολεύω
μολεύουνε	=	μολεύω
μολεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύομαι
μολεύω	verb|vulgar	μολύνω
μολογά	=	μολογάω
μολογάγαμε	=	μολογάω
μολογάγανε	=	μολογάω
μολογάγατε	=	μολογάω
μολογάει	=	μολογάω
μολογάμε	=	μολογάω
μολογάν	=	μολογάω
μολογάνε	=	μολογάω
μολογάς	=	μολογάω
μολογάτε	=	μολογάω
μολογάω	verb|vulgar	διηγούμαι, λέω κάτι
μολογήθηκα	=	μολογάω
μολογήθηκαν	=	μολογάω
μολογήθηκε	=	μολογάω
μολογήθηκες	=	μολογάω
μολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσαν	=	μολογάω
μολογήσανε	=	μολογάω
μολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσομε	=	μολογάω
μολογήσου	=	μολογάω
μολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσουνε	=	μολογάω
μολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολογηθήκαμε	=	μολογάω
μολογηθήκαν	=	μολογάω
μολογηθήκανε	=	μολογάω
μολογηθήκατε	=	μολογάω
μολογηθεί	=	μολογάω
μολογηθείς	=	μολογάω
μολογηθείτε	=	μολογάω
μολογηθούμε	=	μολογάω
μολογηθούν	=	μολογάω
μολογηθούνε	=	μολογάω
μολογηθώ	=	μολογάω
μολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολογημένο
μολογημένε	verb	κλητική ενικού του μολογημένος
μολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολογημένη
μολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολογημένος
μολογημένης	verb	γενική ενικού του μολογημένη
μολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του μολογημένος
μολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολογημένος
μολογημένος	=	μολογάω
μολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μολογημένος
μολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μολογημένος
μολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μολογημένος
μολογιέμαι	=	μολογάω
μολογιέσαι	=	μολογάω
μολογιέστε	=	μολογάω
μολογιέται	=	μολογάω
μολογιούνται	=	μολογάω
μολογιούνταν	=	μολογάω
μολογιόμασταν	=	μολογάω
μολογιόμαστε	=	μολογάω
μολογιόμουν	=	μολογάω
μολογιόμουνα	=	μολογάω
μολογιόνται	=	μολογάω
μολογιόνταν	=	μολογάω
μολογιόντανε	=	μολογάω
μολογιόντουσαν	=	μολογάω
μολογιόσασταν	=	μολογάω
μολογιόσαστε	=	μολογάω
μολογιόσουν	=	μολογάω
μολογιόσουνα	=	μολογάω
μολογιόταν	=	μολογάω
μολογιότανε	=	μολογάω
μολογούμε	=	μολογάω
μολογούν	=	μολογάω
μολογούνε	=	μολογάω
μολογούσα	=	μολογάω
μολογούσαμε	=	μολογάω
μολογούσαν	=	μολογάω
μολογούσανε	=	μολογάω
μολογούσατε	=	μολογάω
μολογούσε	=	μολογάω
μολογούσες	=	μολογάω
μολογώ	verb	σπάνια εκφορά του μολογάω
μολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μολογάω
μολοντούτο	conj|rare	άλλη μορφή του μολαταύτα
μολονότι	conj	αν και, παρ' όλο που, παρά το ότι
μολοσσέ	noun	κλητική ενικού του μολοσσός
μολοσσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολοσσός
μολοσσού	noun	γενική ενικού του μολοσσός
μολοσσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μολοσσός
μολοσσό	noun	αιτιατική ενικού του μολοσσός
μολοσσός	noun	μεγαλόσωμος ποιμενικός σκύλος με γκριζοκίτρινο, κυρίως, τρίχωμα και σκουρόχρωμη μουσούδα, ο οποίος διακρίνεται για την ικανότητά του για κυνήγι, μάχη και προστασία
μολοσσών	noun	γενική πληθυντικού του μολοσσός
μολοτοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολοτοφόρος
μολοχών	noun	γενική πληθυντικού του μολόχα
μολπή	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μέλπω, ευχάριστη μελωδία ή άσμα
μολπής	=	μολπή
μολυβάκι	noun	υποκοριστικό του μολύβι
μολυβάκια	=	μολυβάκι
μολυβένια	=	μολυβένιος
μολυβένιας	=	μολυβένιος
μολυβένιε	=	μολυβένιος
μολυβένιες	=	μολυβένιος
μολυβένιο	=	μολυβένιος
μολυβένιοι	=	μολυβένιος
μολυβένιος	adj	φτιαγμένος από μόλυβδο
μολυβένιου	=	μολυβένιος
μολυβένιους	=	μολυβένιος
μολυβένιων	=	μολυβένιος
μολυβή	=	μολυβής
μολυβήθρα	noun	βαρίδι από μόλυβδο που δένεται στα δίχτυα ή την πετονιά, για να παραμένουν στον πάτο της θάλασσας
μολυβήθρας	noun	γενική ενικού του μολυβήθρα
μολυβήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυβήθρα
μολυβήθρων	=	μολυβήθρα
μολυβής	adj	που έχει σκούρο γκρι χρώμα όπως ο μόλυβδος
μολυβί	=	μολυβής
μολυβδένιο	=	μολυβδαίνιο
μολυβδίαση	noun	τοξική δηλητηρίαση κάποιου (τυπογράφου κ.ά.) που για χρόνια έρχεται σε επαφή με αντικείμενα από μόλυβδο ή ενώσεις του
μολυβδίασης	=	μολυβδίαση
μολυβδαίνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 42 και χημικό σύμβολο το Mo
μολυβδαίνιον	noun	μολυβδαίνιο
μολυβδαινίου	noun	γενική ενικού του μολυβδαίνιο
μολυβδαινιούχα	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχας	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχε	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχες	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχο	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχοι	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο μολυβδαινίου
μολυβδαινιούχου	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχους	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδαινιούχων	=	μολυβδαινιούχος
μολυβδιάσεις	=	μολυβδίαση
μολυβδιάσεων	=	μολυβδίαση
μολυβδοκόνδυλα	=	μολυβδοκόνδυλο
μολυβδοκόνδυλο	noun	άλλη μορφή του μολυβοκόντυλο
μολυβδοκόνδυλου	=	μολυβδοκόνδυλο
μολυβδοκόνδυλων	=	μολυβδοκόνδυλο
μολυβδοσκεπές	=	μολυβδοσκεπής
μολυβδοσκεπή	=	μολυβδοσκεπής
μολυβδοσκεπής	adj	που έχει σκεπή από μόλυβδο
μολυβδοσκεπείς	=	μολυβδοσκεπής
μολυβδοσκεπούς	=	μολυβδοσκεπής
μολυβδοσκεπών	=	μολυβδοσκεπής
μολυβδοσωλήν	noun	μολυβδοσωλήνας
μολυβδοσωλήνα	=	μολυβδοσωλήνας
μολυβδοσωλήνας	noun	μολύβδινος σωλήνας, σωλήνας από μόλυβδο που είναι εύκαμπτος)
μολυβδοσωλήνες	=	μολυβδοσωλήνας
μολυβδοσωλήνων	=	μολυβδοσωλήνας
μολυβδοχρόων	=	μολυβδόχρους
μολυβδούχα	=	μολυβδούχος
μολυβδούχας	=	μολυβδούχος
μολυβδούχε	=	μολυβδούχος
μολυβδούχες	=	μολυβδούχος
μολυβδούχο	=	μολυβδούχος
μολυβδούχοι	=	μολυβδούχος
μολυβδούχος	adj	που (εμ)περιέχει μόλυβδο
μολυβδούχου	=	μολυβδούχος
μολυβδούχους	=	μολυβδούχος
μολυβδούχων	=	μολυβδούχος
μολυβδυάλου	=	μολυβδύαλος
μολυβδυάλους	=	μολυβδύαλος
μολυβδυάλων	=	μολυβδύαλος
μολυβδόβουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυβδόβουλο
μολυβδόβουλλα	=	μολυβδόβουλλο
μολυβδόβουλλο	noun	μολύβδινη σφραγίδα που χρησιμοποιούσαν οι Βυζαντινοί για να πιστοποιήσουν την αυθεντικότητα της αλληλογραφίας τους
μολυβδόβουλλου	=	μολυβδόβουλλο
μολυβδόβουλλων	=	μολυβδόβουλλο
μολυβδόβουλο	noun	άλλη γραφή του μολυβδόβουλλο
μολυβδόβουλου	noun	γενική ενικού του μολυβδόβουλο
μολυβδόβουλων	noun	γενική πληθυντικού του μολυβδόβουλο
μολυβδόχροα	=	μολυβδόχρους
μολυβδόχροες	=	μολυβδόχρους
μολυβδόχρου	=	μολυβδόχρους
μολυβδόχρουν	=	μολυβδόχρους
μολυβδόχρους	adj	που έχει το χρώμα του μολύβδου· γκρίζος, γκριζωπός, μουντός γκρι
μολυβδύαλε	=	μολυβδύαλος
μολυβδύαλο	=	μολυβδύαλος
μολυβδύαλοι	=	μολυβδύαλος
μολυβδύαλος	noun	ύαλος / γυαλί / υαλοπίνακας που περιέχει μόλυβδο και προστατεύει από τις ακτίνες Χ
μολυβδύαλου	=	μολυβδύαλος
μολυβδύαλους	=	μολυβδύαλος
μολυβδύαλων	=	μολυβδύαλος
μολυβδώναμε	=	μολυβδώνω
μολυβδώναν	=	μολυβδώνω
μολυβδώνανε	=	μολυβδώνω
μολυβδώνατε	=	μολυβδώνω
μολυβδώνει	=	μολυβδώνω
μολυβδώνεις	=	μολυβδώνω
μολυβδώνετε	=	μολυβδώνω
μολυβδώνοντας	=	μολυβδώνω
μολυβδώνουμε	=	μολυβδώνω
μολυβδώνουν	=	μολυβδώνω
μολυβδώνουνε	=	μολυβδώνω
μολυβδώνω	verb	καλύπτω, επενδύω ή σφραγίζω με μόλυβδο
μολυβδώσαμε	=	μολυβδώνω
μολυβδώσαν	=	μολυβδώνω
μολυβδώσανε	=	μολυβδώνω
μολυβδώσατε	=	μολυβδώνω
μολυβδώσει	=	μολυβδώνω
μολυβδώσεις	=	μολύβδωση
μολυβδώσεων	=	μολύβδωση
μολυβδώστε	=	μολυβδώνω
μολυβιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολυβής	noun	γραμμή που έχει γραφεί από μολύβι
μολυβιάς	noun	γενική ενικού του μολυβιά
μολυβιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυβιά
μολυβιοί	=	μολυβής
μολυβιού	noun	γενική ενικού του μολύβι
μολυβιούς	=	μολυβής
μολυβιών	noun	γενική πληθυντικού του μολύβι
μολυβοθήκες	=	μολυβοθήκη
μολυβοθήκη	noun	δοχείο ή θήκη για μολύβια, στιλό και άλλα είδη γραφείου
μολυβοθήκης	=	μολυβοθήκη
μολυβοθηκών	=	μολυβοθήκη
μολυβοκόντυλα	=	μολυβοκόντυλο
μολυβοκόντυλο	noun	είδος κοντυλιού / μολυβιού γραφής
μολυβοκόντυλου	=	μολυβοκόντυλο
μολυβοκόντυλων	=	μολυβοκόντυλο
μολυβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυβωμένο
μολυβωμένε	verb	κλητική ενικού του μολυβωμένος
μολυβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυβωμένη
μολυβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολυβωμένος
μολυβωμένης	verb	γενική ενικού του μολυβωμένη
μολυβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μολυβωμένος
μολυβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολυβωμένος
μολυβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μολυβωμένος
μολυβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μολυβωμένος
μολυβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μολυβωμένος
μολυβώναμε	=	μολυβώνω
μολυβώναν	=	μολυβώνω
μολυβώνανε	=	μολυβώνω
μολυβώνατε	=	μολυβώνω
μολυβώνει	=	μολυβώνω
μολυβώνεις	=	μολυβώνω
μολυβώνετε	=	μολυβώνω
μολυβώνοντας	=	μολυβώνω
μολυβώνουμε	=	μολυβώνω
μολυβώνουν	=	μολυβώνω
μολυβώνουνε	=	μολυβώνω
μολυβώνω	verb	γράφω με μολύβι (χαράσσω γραμμές, μουντζουρώνω κ.λπ.)
μολυβώσαμε	=	μολυβώνω
μολυβώσαν	=	μολυβώνω
μολυβώσανε	=	μολυβώνω
μολυβώσατε	=	μολυβώνω
μολυβώσει	=	μολυβώνω
μολυβώστε	=	μολυβώνω
μολυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθήκαν	=	μολύνω
μολυνθήκανε	=	μολύνω
μολυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολυντήρι	noun	το σαμιαμίδι
μολυντήρια	=	μολυντήρι
μολυντηριού	=	μολυντήρι
μολυντηριών	=	μολυντήρι
μολυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυντικό
μολυντικέ	adj	κλητική ενικού του μολυντικός
μολυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυντική
μολυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολυντικός
μολυντικής	adj	γενική ενικού του μολυντική
μολυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολυντικός
μολυντικού	adj	γενική ενικού του μολυντικός
μολυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μολυντικός
μολυντικό	adj	αιτιατική ενικού του μολυντικός
μολυντικός	adj	άλλη μορφή του μολυσματικός
μολυντικών	adj	γενική πληθυντικού του μολυντικός
μολυνόμασταν	=	μολύνω
μολυνόμαστε	=	μολύνω
μολυνόμουν	=	μολύνω
μολυνόμουνα	=	μολύνω
μολυνόντουσαν	=	μολύνω
μολυνόσασταν	=	μολύνω
μολυνόσαστε	=	μολύνω
μολυνόσουν	=	μολύνω
μολυνόσουνα	=	μολύνω
μολυνόταν	=	μολύνω
μολυνότανε	=	μολύνω
μολυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυσμένο
μολυσμένε	verb	κλητική ενικού του μολυσμένος
μολυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυσμένη
μολυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολυσμένος
μολυσμένης	verb	γενική ενικού του μολυσμένη
μολυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του μολυσμένος
μολυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολυσμένος
μολυσμένος	=	μολύνω
μολυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μολυσμένος
μολυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μολυσμένος
μολυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μολυσμένος
μολυσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυσματικό
μολυσματικέ	adj	κλητική ενικού του μολυσματικός
μολυσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολυσματική
μολυσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μολυσματικός
μολυσματικής	adj	γενική ενικού του μολυσματική
μολυσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μολυσματικός
μολυσματικοτήτων	=	μολυσματικότητα
μολυσματικού	adj	γενική ενικού του μολυσματικός
μολυσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μολυσματικός
μολυσματικό	adj	αιτιατική ενικού του μολυσματικός
μολυσματικός	adj	που προκαλεί μόλυνση
μολυσματικότητα	noun	η ιδιότητα του μολυσματικού
μολυσματικότητας	=	μολυσματικότητα
μολυσματικότητες	=	μολυσματικότητα
μολυσματικών	adj	γενική πληθυντικού του μολυσματικός
μολόγα	=	μολογάω
μολόγαγα	=	μολογάω
μολόγαγαν	=	μολογάω
μολόγαγε	=	μολογάω
μολόγαγες	=	μολογάω
μολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολογώ
μολότοφ	noun	είδος αυτοσχέδιας βόμβας, που παρασκευάζεται μ' ένα μπουκάλι, το οποίο περιέχει βενζίνη ή άλλο εύφλεκτο υγρό
μολόχα	noun	φυτό με παλαμοσχιδή φύλλα και ρόδινα ή μοβ άνθη
μολόχας	noun	γενική ενικού του μολόχα
μολόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολόχα
μολύβδινα	=	μολύβδινος
μολύβδινε	=	μολύβδινος
μολύβδινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μολύβδινος
μολύβδινη	=	μολύβδινος
μολύβδινης	=	μολύβδινος
μολύβδινο	=	μολύβδινος
μολύβδινοι	=	μολύβδινος
μολύβδινος	adj	που είναι κατασκευασμένος από μόλυβδο
μολύβδινου	=	μολύβδινος
μολύβδινους	=	μολύβδινος
μολύβδινων	=	μολύβδινος
μολύβδου	noun	γενική ενικού του μόλυβδος
μολύβδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μόλυβδος
μολύβδων	noun	γενική πληθυντικού του μόλυβδος
μολύβδωνα	=	μολυβδώνω
μολύβδωναν	=	μολυβδώνω
μολύβδωνε	=	μολυβδώνω
μολύβδωνες	=	μολυβδώνω
μολύβδωσα	=	μολυβδώνω
μολύβδωσαν	=	μολυβδώνω
μολύβδωσε	=	μολυβδώνω
μολύβδωσες	=	μολυβδώνω
μολύβδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μολυβδώνω
μολύβδωσης	=	μολύβδωση
μολύβι	noun	αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη συνήθως από ξύλο
μολύβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μολύβι
μολύβωνα	=	μολυβώνω
μολύβωναν	=	μολυβώνω
μολύβωνε	=	μολυβώνω
μολύβωνες	=	μολυβώνω
μολύβωσα	=	μολυβώνω
μολύβωσαν	=	μολυβώνω
μολύβωσε	=	μολυβώνω
μολύβωσες	=	μολυβώνω
μολύναμε	=	μολύνω
μολύναν	=	μολύνω
μολύνανε	=	μολύνω
μολύνατε	=	μολύνω
μολύνει	=	μολύνω
μολύνεις	=	μολύνω
μολύνεσαι	=	μολύνω
μολύνεστε	=	μολύνω
μολύνεται	=	μολύνω
μολύνετε	=	μολύνω
μολύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολύνομαι
μολύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μολύνω
μολύνονται	=	μολύνω
μολύνονταν	=	μολύνω
μολύνοντας	=	μολύνω
μολύνουμε	=	μολύνω
μολύνουν	=	μολύνω
μολύνουνε	=	μολύνω
μολύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόλυνση
μολύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του μόλυνση
μολύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του μόλυνση
μολύνσου	=	μολύνω
μολύντε	=	μολύνω
μολύνω	verb	εισάγω σε έναν ζωντανό οργανισμό παθογόνους μικροοργανισμούς
μολώχ	noun|figurative	υποτιθέμενη θεότητα θανάτου και καταστροφής
μομέντουμ	noun|formal	η κατάλληλη στιγμή, η κατάλληλη ευκαιρία
μομία	noun	μούμια
μομιοποίηση	noun	μουμιοποίηση
μομιοποίησης	=	μομιοποίηση
μομιοποίησις	noun	μομιοποίηση
μομιοποιήσεις	=	μομιοποίηση
μομιοποιήσεων	=	μομιοποίηση
μομιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μομιοποιημένο
μομιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μομιοποιημένος
μομιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μομιοποιημένη
μομιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μομιοποιημένος
μομιοποιημένης	verb	γενική ενικού του μομιοποιημένη
μομιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μομιοποιημένος
μομιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μομιοποιημένος
μομιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μομιοποιημένος
μομιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μομιοποιημένος
μομιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μομιοποιημένος
μομιοποιώ	verb	μουμιοποιώ
μομιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μομιοποιώ
μομπιλάρω	verb|dated	το επιπλώνω
μομφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μομφή
μομφή	noun	η επίπληξη, η κατάκριση, η κατηγορία
μομφής	=	μομφή
μομφών	=	μομφή
μονά	noun	οι μονοί αριθμοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονός
μονάδα	noun	ο μικρότερος ακέραιος αριθμός που επαναλαμβανόμενος σχηματίζει όλους τους άλλους ακέραιους αριθμούς
μονάδας	=	μονάδα
μονάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάδα
μονάδων	noun	γενική πληθυντικού του μονάδα
μονάζαμε	=	μονάζω
μονάζαν	=	μονάζω
μονάζανε	=	μονάζω
μονάζατε	=	μονάζω
μονάζει	=	μονάζω
μονάζεις	=	μονάζω
μονάζετε	=	μονάζω
μονάζον	=	μονάζων
μονάζοντα	=	μονάζων
μονάζοντας	=	μονάζω
μονάζοντες	=	μονάζων
μονάζοντος	=	μονάζων
μονάζουμε	=	μονάζω
μονάζουν	=	μονάζω
μονάζουνε	=	μονάζω
μονάζουσα	noun	θηλυκό του μονάζων
μονάζουσας	=	μονάζων
μονάζουσες	=	μονάζων
μονάζω	verb	ζω μόνος
μονάζων	verb	που ζει μόνος
μονάκριβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάκριβο
μονάκριβε	adj	κλητική ενικού του μονάκριβος
μονάκριβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάκριβη
μονάκριβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονάκριβος
μονάκριβης	adj	γενική ενικού του μονάκριβη
μονάκριβο	adj	αιτιατική ενικού του μονάκριβος
μονάκριβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονάκριβος
μονάκριβος	adj	μοναδικός και ταυτόχρονα υπερβολικά αγαπητό πρόσωπο
μονάκριβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονάκριβος
μονάκριβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονάκριβος
μονάκριβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονάκριβος
μονάλμπουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάλμπουρο
μονάλμπουρε	adj	κλητική ενικού του μονάλμπουρος
μονάλμπουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάλμπουρη
μονάλμπουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονάλμπουρος
μονάλμπουρης	adj	γενική ενικού του μονάλμπουρη
μονάλμπουρο	adj	αιτιατική ενικού του μονάλμπουρος
μονάλμπουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονάλμπουρος
μονάλμπουρος	adj	σκάφος ή πλοίο που φέρει ένα ιστό (κατάρτι)
μονάλμπουρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονάλμπουρος
μονάλμπουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονάλμπουρος
μονάλμπουρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονάλμπουρος
μονάρμπουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάρμπουρο
μονάρμπουρε	adj	κλητική ενικού του μονάρμπουρος
μονάρμπουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάρμπουρη
μονάρμπουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονάρμπουρος
μονάρμπουρης	adj	γενική ενικού του μονάρμπουρη
μονάρμπουρο	adj	αιτιατική ενικού του μονάρμπουρος
μονάρμπουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονάρμπουρος
μονάρμπουρος	adj	άλλη μορφή του μονάλμπουρος
μονάρμπουρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονάρμπουρος
μονάρμπουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονάρμπουρος
μονάρμπουρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονάρμπουρος
μονάρχει	=	μοναρχώ
μονάρχες	=	μονάρχης
μονάρχη	=	μονάρχης
μονάρχης	noun	άρχοντας, βασιλιάς, ηγεμόνας
μονάρχησα	=	μοναρχώ
μονάρχησαν	=	μοναρχώ
μονάρχησε	=	μοναρχώ
μονάρχησες	=	μοναρχώ
μονάρχιδε	=	μονάρχιδος
μονάρχιδο	=	μονάρχιδος
μονάρχιδοι	=	μονάρχιδος
μονάρχιδος	noun	ο άνδρας που έχει έναν μόνο όρχι
μονάρχιδου	=	μονάρχιδος
μονάρχιδους	=	μονάρχιδος
μονάρχιδων	=	μονάρχιδος
μονάρχισσα	noun	θηλυκό του μονάρχης
μονάρχισσας	=	μονάρχισσα
μονάρχισσες	=	μονάρχισσα
μονάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάσαν	=	μονάζω
μονάσανε	=	μονάζω
μονάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάστρια	noun	η μοναχή
μονάστριας	noun	γενική ενικού του μονάστρια
μονάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάστρια
μονάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μονάφεντα	=	μονάφεντος
μονάφεντε	=	μονάφεντος
μονάφεντες	=	μονάφεντος
μονάφεντη	=	μονάφεντος
μονάφεντης	=	μονάφεντος
μονάφεντο	=	μονάφεντος
μονάφεντοι	=	μονάφεντος
μονάφεντος	adj|literary	που έχει μοναδικό αφέντη, απόλυτος αφέντης
μονάφεντου	=	μονάφεντος
μονάφεντους	=	μονάφεντος
μονάφεντων	=	μονάφεντος
μονάχα	adv	μόνο
μονάχε	adj	κλητική ενικού του μονάχος
μονάχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονάχη
μονάχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονάχος
μονάχης	adj	γενική ενικού του μονάχη
μονάχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μονάχος
μονάχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονάχος
μονάχος	adj	άλλη μορφή του μοναχός
μονάχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονάχος
μονάχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονάχος
μονάχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονάχος
μονέ	adj	κλητική ενικού του μονός
μονέδα	noun|dated	το χρήμα, το νόμισμα
μονέδας	noun	γενική ενικού του μονέδα
μονέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονέδα
μονέλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονέλικο
μονέλικε	adj	κλητική ενικού του μονέλικος
μονέλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονέλικη
μονέλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονέλικος
μονέλικης	adj	γενική ενικού του μονέλικη
μονέλικο	adj	αιτιατική ενικού του μονέλικος
μονέλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονέλικος
μονέλικος	adj	αυτός που φέρει μία έλικα
μονέλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονέλικος
μονέλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονέλικος
μονέλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονέλικος
μονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονή
μονή	noun	ένας σε αριθμό (θηλυκό του μονός)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονός
μονήρεις	=	μονήρης
μονήρες	=	μονήρης
μονήρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονήρης
μονήρης	adj	που είναι μοναδικός, μοναχικός ή απομονωμένος
μονήρους	=	μονήρης
μονήρων	=	μονήρης
μονής	adj	γενική ενικού του μονή
μονίμως	adv|formal	μόνιμα
μοναδιαία	=	μοναδιαίος
μοναδιαίας	=	μοναδιαίος
μοναδιαίε	=	μοναδιαίος
μοναδιαίες	=	μοναδιαίος
μοναδιαίο	=	μοναδιαίος
μοναδιαίοι	=	μοναδιαίος
μοναδιαίος	adj	ανά μονάδα
μοναδιαίου	=	μοναδιαίος
μοναδιαίους	=	μοναδιαίος
μοναδιαίων	=	μοναδιαίος
μοναδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναδικό
μοναδικέ	adj	κλητική ενικού του μοναδικός
μοναδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναδική
μοναδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναδικός
μοναδικής	adj	γενική ενικού του μοναδική
μοναδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναδικός
μοναδικοτήτων	=	μοναδικότητα
μοναδικού	adj	γενική ενικού του μοναδικός
μοναδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοναδικός
μοναδικό	adj	αιτιατική ενικού του μοναδικός
μοναδικός	adj	που υπάρχει ή συμβαίνει μόνο μία φορά
μοναδικότης	noun	μοναδικότητα
μοναδικότητα	noun	η ιδιότητα του να είναι κάποιος μοναδικός
μοναδικότητας	noun	γενική ενικού του μοναδικότητα
μοναδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναδικότητα
μοναδικών	adj	γενική πληθυντικού του μοναδικός
μοναδισμέ	=	μοναδισμός
μοναδισμοί	=	μοναδισμός
μοναδισμού	=	μοναδισμός
μοναδισμούς	=	μοναδισμός
μοναδισμό	=	μοναδισμός
μοναδισμός	noun	φιλοσοφικό σύστημα που θεωρεί ότι το σύμπαν αποτελείται από μονάδες με ασαφή αντίληψη της μίας για την άλλη
μοναδισμών	=	μοναδισμός
μοναδολογία	noun	το φιλοσοφικό / μεταφυσικό σύστημα του φιλοσόφου Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, κατά το οποίο ο κόσμος αποτελείται από τις μονάδες (monades), απλές άυλες οντότητες με δυναμική ουσία και αυθυπαρξία
μοναδολογίας	=	μοναδολογία
μοναδολογίες	=	μοναδολογία
μοναδολογιών	=	μοναδολογία
μοναδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναδοποιημένο
μοναδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μοναδοποιημένος
μοναδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναδοποιημένη
μοναδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναδοποιημένος
μοναδοποιημένης	verb	γενική ενικού του μοναδοποιημένη
μοναδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μοναδοποιημένος
μοναδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναδοποιημένος
μοναδοποιημένος	verb	που τον διαχειρίζονται ως μονάδα ή που τον οργανώνουν, συσκευάζουν, μετατρέπουν σε μία ή περισσότερες μονάδες
μοναδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοναδοποιημένος
μοναδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοναδοποιημένος
μοναδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοναδοποιημένος
μοναζίτες	=	μοναζίτης
μοναζίτη	=	μοναζίτης
μοναζίτης	noun	φωσφορικό ορυκτό των σπανίων γαιών (λανθανιδών)
μοναζιτών	=	μοναζίτης
μοναζουσών	=	μονάζων
μοναζούσης	=	μονάζων
μοναζόντων	=	μονάζων
μοναξιά	noun	η κατάσταση αυτού που ζει μόνος, που δεν έχει επαφή με άλλους ανθρώπους
μοναξιάς	noun	γενική ενικού του μοναξιά
μοναξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναξιά
μοναξιών	=	μοναξιά
μοναρχήσαμε	=	μοναρχώ
μοναρχήσαν	=	μοναρχώ
μοναρχήσανε	=	μοναρχώ
μοναρχήσατε	=	μοναρχώ
μοναρχήσει	=	μοναρχώ
μοναρχήστε	=	μοναρχώ
μοναρχία	noun	μορφή πολιτεύματος όπου η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα και μόνο πρόσωπο (συνήθως βασιλιά ή αυτοκράτορα)
μοναρχίας	noun	γενική ενικού του μοναρχία
μοναρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναρχία
μοναρχεί	=	μοναρχώ
μοναρχείς	=	μοναρχώ
μοναρχείτε	=	μοναρχώ
μοναρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναρχικό
μοναρχικέ	adj	κλητική ενικού του μοναρχικός
μοναρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναρχική
μοναρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναρχικός
μοναρχικής	adj	γενική ενικού του μοναρχική
μοναρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναρχικός
μοναρχικού	adj	γενική ενικού του μοναρχικός
μοναρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοναρχικός
μοναρχικό	adj	αιτιατική ενικού του μοναρχικός
μοναρχικός	adj	που αναφέρεται στη μοναρχία
μοναρχικών	adj	γενική πληθυντικού του μοναρχικός
μοναρχικώς	adv|dated	μοναρχικά
μοναρχισμέ	=	μοναρχισμός
μοναρχισμοί	=	μοναρχισμός
μοναρχισμού	=	μοναρχισμός
μοναρχισμούς	=	μοναρχισμός
μοναρχισμό	=	μοναρχισμός
μοναρχισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία που υποστηρίζει τη μοναρχία ως το ιδανικό πολίτευμα
μοναρχισμών	=	μοναρχισμός
μοναρχισσών	=	μονάρχισσα
μοναρχιών	noun	γενική πληθυντικού του μοναρχία
μοναρχοφασίστα	=	μοναρχοφασίστας
μοναρχοφασίστας	noun	οπαδός του μοναρχοφασισμού
μοναρχοφασίστες	=	μοναρχοφασίστας
μοναρχοφασισμέ	=	μοναρχοφασισμός
μοναρχοφασισμοί	=	μοναρχοφασισμός
μοναρχοφασισμού	=	μοναρχοφασισμός
μοναρχοφασισμούς	=	μοναρχοφασισμός
μοναρχοφασισμό	=	μοναρχοφασισμός
μοναρχοφασισμός	noun	πολιτικό σύστημα ή καθεστώς που συνδυάζει τον θεσμό της μοναρχίας με τις πρακτικές, την ιδεολογία ή τη δομή του φασισμού
μοναρχοφασισμών	=	μοναρχοφασισμός
μοναρχοφασιστικά	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικέ	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικές	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστική	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικής	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικοί	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικού	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικούς	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικό	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστικός	adj	ο σχετικός με τον μοναρχοφασισμό ή τους μοναρχοφασίστες
μοναρχοφασιστικών	=	μοναρχοφασιστικός
μοναρχοφασιστών	=	μοναρχοφασίστας
μοναρχούμε	=	μοναρχώ
μοναρχούν	=	μοναρχώ
μοναρχούνε	=	μοναρχώ
μοναρχούσα	=	μοναρχώ
μοναρχούσαμε	=	μοναρχώ
μοναρχούσαν	=	μοναρχώ
μοναρχούσανε	=	μοναρχώ
μοναρχούσατε	=	μοναρχώ
μοναρχούσε	=	μοναρχώ
μοναρχούσες	=	μοναρχώ
μοναρχώ	verb	είμαι μονάρχης, ασκώ τη μοναρχική εξουσία
μοναρχών	=	μονάρχης
μοναρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μοναρχώ
μονασμέ	noun	κλητική ενικού του μονασμός
μονασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονασμός
μονασμού	noun	γενική ενικού του μονασμός
μονασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονασμός
μονασμό	noun	αιτιατική ενικού του μονασμός
μονασμός	noun	η εγκαταβίωση σε μοναστικό ενδιαίτημα
μονασμών	noun	γενική πληθυντικού του μονασμός
μοναστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναστής
μοναστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μοναστής
μοναστήρι	noun	ο τόπος όπου ζουν και προσεύχονται οι μοναχοί (καλόγεροι και καλόγριες)
μοναστήρια	=	μοναστήρι
μοναστής	noun|rare	ο μοναχός, ο καλόγερος
μοναστηράκι	noun	υποκοριστικό του μοναστήρι
μοναστηράκια	=	μοναστηράκι
μοναστηρίσια	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιας	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιε	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιες	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιο	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιοι	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιος	adj|vulgar	άλλη μορφή του μοναστηριακός
μοναστηρίσιου	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιους	=	μοναστηρίσιος
μοναστηρίσιων	=	μοναστηρίσιος
μοναστηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναστηριακό	adv	από μοναστηριακής άποψης
μοναστηριακέ	adj	κλητική ενικού του μοναστηριακός
μοναστηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναστηριακή
μοναστηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναστηριακός
μοναστηριακής	adj	γενική ενικού του μοναστηριακή
μοναστηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναστηριακός
μοναστηριακού	adj	γενική ενικού του μοναστηριακός
μοναστηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοναστηριακός
μοναστηριακό	adj	αιτιατική ενικού του μοναστηριακός
μοναστηριακός	adj	που έχει σχέση με μοναστήρι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
μοναστηριακών	adj	γενική πληθυντικού του μοναστηριακός
μοναστηριού	noun	γενική ενικού του μοναστήρι
μοναστηριών	noun	γενική πληθυντικού του μοναστήρι
μοναστηριώτικα	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικε	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικες	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικη	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικης	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικο	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικοι	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικος	adj	ο σχετικός με το Μοναστήρι ή τους κατοίκους του
μοναστηριώτικου	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικους	=	μοναστηριώτικος
μοναστηριώτικων	=	μοναστηριώτικος
μοναστηρόσπιτα	=	μοναστηρόσπιτο
μοναστηρόσπιτο	noun|vulgar	σπίτι που είναι ανοιχτό στους επισκέπτες, όπως ένα μοναστήρι
μοναστηρόσπιτου	=	μοναστηρόσπιτο
μοναστηρόσπιτων	=	μοναστηρόσπιτο
μοναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναστικό
μοναστικέ	adj	κλητική ενικού του μοναστικός
μοναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναστική
μοναστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναστικός
μοναστικής	adj	γενική ενικού του μοναστική
μοναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναστικός
μοναστικού	adj	γενική ενικού του μοναστικός
μοναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοναστικός
μοναστικό	adj	αιτιατική ενικού του μοναστικός
μοναστικός	adj	που έχει σχέση με μοναστή / μοναχό ή μοναστήρι ή αναφέρεται σ’ αυτά
μοναστικών	adj	γενική πληθυντικού του μοναστικός
μοναστριών	noun	γενική πληθυντικού του μονάστρια
μοναστών	noun	γενική πληθυντικού του μοναστής
μονατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονατομικό
μονατομικέ	adj	κλητική ενικού του μονατομικός
μονατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονατομική
μονατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονατομικός
μονατομικής	adj	γενική ενικού του μονατομική
μονατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονατομικός
μονατομικού	adj	γενική ενικού του μονατομικός
μονατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονατομικός
μονατομικό	adj	αιτιατική ενικού του μονατομικός
μονατομικός	adj	άλλη μορφή του μονοατομικός
μονατομικών	adj	γενική πληθυντικού του μονατομικός
μοναχά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχό	adv	μονάχα, μόνο
μοναχέ	adj	κλητική ενικού του μοναχός
μοναχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχή
μοναχή	noun	αυτή που έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια, για να μονάσει και να αφιερωθεί στο θεό, συνήθως ως μέλος μιας κοινότητας ή αδελφότητας που κατοικεί σε μια μονή
μοναχής	adj	γενική ενικού του μοναχή
μοναχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχικό
μοναχικέ	adj	κλητική ενικού του μοναχικός
μοναχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχική
μοναχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοναχικός
μοναχικής	adj	γενική ενικού του μοναχική
μοναχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναχικός
μοναχικού	adj	γενική ενικού του μοναχικός
μοναχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοναχικός
μοναχικό	adj	αιτιατική ενικού του μοναχικός
μοναχικός	adj	που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος
μοναχικών	adj	γενική πληθυντικού του μοναχικός
μοναχισμέ	noun	κλητική ενικού του μοναχισμός
μοναχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναχισμός
μοναχισμού	noun	γενική ενικού του μοναχισμός
μοναχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοναχισμός
μοναχισμό	noun	αιτιατική ενικού του μοναχισμός
μοναχισμός	noun	ο τρόπος ζωής των μοναχών και μοναζουσών καθώς και οι αρχές, κανόνες και πρακτικές που τον διέπουν
μοναχισμών	noun	γενική πληθυντικού του μοναχισμός
μοναχοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναχός
μοναχογιέ	noun	κλητική ενικού του μοναχογιός
μοναχογιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοναχογιός
μοναχογιού	noun	γενική ενικού του μοναχογιός
μοναχογιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοναχογιός
μοναχογιό	noun	αιτιατική ενικού του μοναχογιός
μοναχογιός	noun	ο μοναδικός γιος μιας οικογένειας, είτε υπάρχουν θηλυκά παιδιά είτε όχι
μοναχογιών	noun	γενική πληθυντικού του μοναχογιός
μοναχοθυγατέρα	noun	η μοναδική θυγατέρα μιας οικογένειας, είτε υπάρχουν αρσενικά παιδιά είτε όχι
μοναχοθυγατέρας	=	μοναχοθυγατέρα
μοναχοθυγατέρες	=	μοναχοθυγατέρα
μοναχοθυγατέρων	=	μοναχοθυγατέρα
μοναχοκόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχοκόρη
μοναχοκόρη	noun	η μοναδική κόρη μιας οικογένειας, είτε υπάρχουν αρσενικά παιδιά είτε όχι
μοναχοκόρης	=	μοναχοκόρη
μοναχολογίου	=	μοναχολόγιο
μοναχολογίων	=	μοναχολόγιο
μοναχολόγια	=	μοναχολόγιο
μοναχολόγιο	noun	κατάλογος μοναχών (συνήθως μοναστηριού)
μοναχολόγιου	=	μοναχολόγιο
μοναχολόγιων	=	μοναχολόγιο
μοναχοπαίδι	noun	το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας
μοναχοπαίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοναχοπαίδι
μοναχοφάη	=	μοναχοφάης
μοναχοφάηδες	=	μοναχοφάης
μοναχοφάηδων	=	μοναχοφάης
μοναχοφάης	noun	χαρακτηρισμός ανθρώπου, συνήθως ειρωνικός, που θέλει να τα τρώει όλα μόνος του, που δεν μοιράζεται τίποτε με τους άλλους
μοναχοφαγάς	=	μοναχοφάης
μοναχοφαγία	noun	η κατάσταση στην οποία κάποιος τρώει μόνος του
μοναχοφαγίας	noun	γενική ενικού του μοναχοφαγία
μοναχοφαγίες	=	μοναχοφαγία
μοναχοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του μοναχοφαγία
μοναχού	adj	γενική ενικού του μοναχός
μοναχούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοναχός
μοναχό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μοναχός	noun	αιτιατική ενικού του μοναχός
μοναχός	noun	αυτός που έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια για να μονάσει και να αφιερωθεί στο θεό, συνήθως ως μέλος μιας κοινότητας ή αδελφότητας που κατοικεί σε μια μονή	adj	που απέμεινε μόνος, δίχως συντροφιά / χωρίς σύντροφο
μοναχών	adj	γενική πληθυντικού του μοναχός
μονεγασκικά	noun	η γαλλοϊταλική διάλεκτος που μιλιέται στο Μονακό
μονεγασκικέ	adj	κλητική ενικού του μονεγασκικός
μονεγασκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονεγασκική
μονεγασκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονεγασκικός
μονεγασκικής	adj	γενική ενικού του μονεγασκική
μονεγασκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονεγασκικός
μονεγασκικού	adj	γενική ενικού του μονεγασκικός
μονεγασκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονεγασκικός
μονεγασκικό	adj	αιτιατική ενικού του μονεγασκικός
μονεγασκικός	adj	που έχει σχέση με το Μονακό ή με τους Μονεγάσκους
μονεγασκικών	adj	γενική πληθυντικού του μονεγασκικός
μονεμβασίτες	=	μονεμβασίτης
μονεμβασίτη	=	μονεμβασίτης
μονεμβασίτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Μονεμβάσια
μονεμβασίτισσα	=	μονεμβασίτης
μονεμβασιτών	=	μονεμβασίτης
μονεμβασιωτών	=	μονεμβασιώτης
μονεμβασιώτες	=	μονεμβασιώτης
μονεμβασιώτη	=	μονεμβασιώτης
μονεμβασιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Μονεμβάσια
μονεμβασιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονεμβασιώτικο
μονεμβασιώτικε	adj	κλητική ενικού του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονεμβασιώτικη
μονεμβασιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτικης	adj	γενική ενικού του μονεμβασιώτικη
μονεμβασιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Μονεμβάσια και τους κατοίκους της
μονεμβασιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονεμβασιώτικος
μονεμβασιώτισσα	=	μονεμβασιώτης
μονεταρισμέ	noun	κλητική ενικού του μονεταρισμός
μονεταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονεταρισμός
μονεταρισμού	noun	γενική ενικού του μονεταρισμός
μονεταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονεταρισμός
μονεταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μονεταρισμός
μονεταρισμός	noun	οικονομική θεωρία που υποστηρίζει ότι η αύξηση στο ποσό χρημάτων που κυκλοφορεί θα οδηγήσει σε αύξηση στις τιμές (πληθωρισμό)
μονεταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μονεταρισμός
μονεταριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονεταριστικό
μονεταριστικέ	adj	κλητική ενικού του μονεταριστικός
μονεταριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονεταριστική
μονεταριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονεταριστικός
μονεταριστικής	adj	γενική ενικού του μονεταριστική
μονεταριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονεταριστικός
μονεταριστικού	adj	γενική ενικού του μονεταριστικός
μονεταριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονεταριστικός
μονεταριστικό	adj	αιτιατική ενικού του μονεταριστικός
μονεταριστικός	adj	που έχει σχέση με τον μονεταρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μονεταριστικών	adj	γενική πληθυντικού του μονεταριστικός
μονιά	=	μονιάς
μονιάδες	=	μονιάς
μονιάδων	=	μονιάς
μονιάζαμε	=	μονιάζω
μονιάζαν	=	μονιάζω
μονιάζανε	=	μονιάζω
μονιάζατε	=	μονιάζω
μονιάζει	=	μονιάζω
μονιάζεις	=	μονιάζω
μονιάζετε	=	μονιάζω
μονιάζοντας	=	μονιάζω
μονιάζουμε	=	μονιάζω
μονιάζουν	=	μονιάζω
μονιάζουνε	=	μονιάζω
μονιάζω	verb	μένω στη φωλιά
μονιάς	noun	λύκος που ενεδρεύει και αρπάζει ζώα από κοπάδια
μονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσαν	=	μονιάζω
μονιάσανε	=	μονιάζω
μονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μονιάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Μονιάτης
μονιάτη	=	μονιάτης
μονιάτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Μονή
μονιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιάτικο
μονιάτικε	adj	κλητική ενικού του μονιάτικος
μονιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιάτικη
μονιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονιάτικος
μονιάτικης	adj	γενική ενικού του μονιάτικη
μονιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μονιάτικος
μονιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονιάτικος
μονιάτικος	adj	ο σχετικός με την Μονή (χωριό της Νάξου ή της Κρήτης)
μονιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονιάτικος
μονιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονιάτικος
μονιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονιάτικος
μονιάτισσα	noun	η Ναξιώτισσα που κατοικεί στη Μονή ή κατάγεται από το χωριό αυτό
μονιάτισσας	=	μονιάτισσα
μονιάτισσες	=	μονιάτισσα
μονιές	=	μονιάς
μονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιασμένο
μονιασμένε	verb	κλητική ενικού του μονιασμένος
μονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιασμένη
μονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονιασμένος
μονιασμένης	verb	γενική ενικού του μονιασμένη
μονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μονιασμένος
μονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονιασμένος
μονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονιασμένος
μονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μονιασμένος
μονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονιασμένος
μονιατισσών	=	μονιάτισσα
μονιατών	=	μονιάτης
μονιμά	=	μονιμάς
μονιμάδες	=	μονιμάς
μονιμάδων	=	μονιμάς
μονιμάς	noun|slang	μόνιμος υπαξιωματικός ή, σπανιότερα, αξιωματικός, πολλές φορές και ειρωνικά
μονιμοποίει	=	μονιμοποιώ
μονιμοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποίηση	noun	το αποτέλεσμα ή ενέργεια του μονιμοποιώ
μονιμοποίησης	=	μονιμοποίηση
μονιμοποίησις	noun	μονιμοποίηση
μονιμοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήσαν	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιήσανε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιμοποίηση
μονιμοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήσεων	=	μονιμοποίηση
μονιμοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοποιεί	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιείς	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιείτε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονιμοποιούμαι
μονιμοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιμοποιημένο
μονιμοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μονιμοποιημένος
μονιμοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιμοποιημένη
μονιμοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονιμοποιημένος
μονιμοποιημένης	verb	γενική ενικού του μονιμοποιημένη
μονιμοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μονιμοποιημένος
μονιμοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονιμοποιημένος
μονιμοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μονιμοποιώ
μονιμοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονιμοποιημένος
μονιμοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μονιμοποιημένος
μονιμοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονιμοποιημένος
μονιμοποιούμαι	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούμε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούν	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούνε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσα	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσαμε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσαν	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσανε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσατε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσε	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιούσες	=	μονιμοποιώ
μονιμοποιώ	verb	κάνω κάτι ή κάποιον μόνιμο
μονιμοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μονιμοποιώ
μονιμοτήτων	=	μονιμότητα
μονιμότητα	noun	η ιδιότητα του μόνιμου, το να παραμένει κάτι για πολύ χρόνο ή για πάντα στην ίδια θέση ή κατάσταση
μονιμότητας	noun	γενική ενικού του μονιμότητα
μονιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιμότητα
μονισμέ	noun	κλητική ενικού του μονισμός
μονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονισμός
μονισμού	noun	γενική ενικού του μονισμός
μονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονισμός
μονισμό	noun	αιτιατική ενικού του μονισμός
μονισμός	noun	θεωρία κατά την οποία τα πάντα έχουν μια κοινή αρχή, το πνεύμα ή την ύλη
μονισμών	noun	γενική πληθυντικού του μονισμός
μονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιστής
μονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μονιστής
μονιστής	noun	ο υποστηρικτής της θεωρίας του μονισμού
μονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιστικό
μονιστικέ	adj	κλητική ενικού του μονιστικός
μονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονιστική
μονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονιστικός
μονιστικής	adj	γενική ενικού του μονιστική
μονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονιστικός
μονιστικού	adj	γενική ενικού του μονιστικός
μονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονιστικός
μονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μονιστικός
μονιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μονισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
μονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μονιστικός
μονιστών	noun	γενική πληθυντικού του μονιστής
μονιών	=	μονιάς
μονοήμερα	=	μονοήμερος
μονοήμερε	=	μονοήμερος
μονοήμερες	=	μονοήμερος
μονοήμερη	=	μονοήμερος
μονοήμερης	=	μονοήμερος
μονοήμερο	=	μονοήμερος
μονοήμεροι	=	μονοήμερος
μονοήμερος	adj	που διαρκεί μια μέρα
μονοήμερου	=	μονοήμερος
μονοήμερους	=	μονοήμερος
μονοήμερων	=	μονοήμερος
μονοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονός
μονοαμίνες	=	μονοαμίνη
μονοαμίνη	noun	οποιαδήποτε χημική ένωση στο μόριο της οποίας υφίστανται μία αμινομάδa
μονοαμίνης	noun	γενική ενικού του μονοαμίνη
μονοαμινεργικά	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικέ	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικές	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργική	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικής	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικοί	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικού	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικούς	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικό	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της μονοαμίνης
μονοαμινεργικών	=	μονοαμινεργικός
μονοαμινών	=	μονοαμίνη
μονοαπευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοαπευθυντικό
μονοαπευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του μονοαπευθυντικός
μονοαπευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοαπευθυντική
μονοαπευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοαπευθυντικός
μονοαπευθυντικής	adj	γενική ενικού του μονοαπευθυντική
μονοαπευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοαπευθυντικός
μονοαπευθυντικού	adj	γενική ενικού του μονοαπευθυντικός
μονοαπευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοαπευθυντικός
μονοαπευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοαπευθυντικός
μονοαπευθυντικός	adj	χαρακτηρίζει λειτουργία κατά την οποία ο πελάτης μιας επιχείρησης απευθύνεται σε ένα μόνο σημείο της, για να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες του
μονοαπευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοαπευθυντικός
μονοατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοατομικό
μονοατομικέ	adj	κλητική ενικού του μονοατομικός
μονοατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοατομική
μονοατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοατομικός
μονοατομικής	adj	γενική ενικού του μονοατομική
μονοατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοατομικός
μονοατομικού	adj	γενική ενικού του μονοατομικός
μονοατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοατομικός
μονοατομικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοατομικός
μονοατομικός	adj	στοιχεία που αναγκαστικά απαιτούνται ως μονοατομικά γιατί αδυνατούν να μοιραστούν ηλεκτρόνια (ευγενές αέριο)
μονοατομικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοατομικός
μονοβλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοβλαστικό
μονοβλαστικέ	adj	κλητική ενικού του μονοβλαστικός
μονοβλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοβλαστική
μονοβλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοβλαστικός
μονοβλαστικής	adj	γενική ενικού του μονοβλαστική
μονοβλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοβλαστικός
μονοβλαστικού	adj	γενική ενικού του μονοβλαστικός
μονοβλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοβλαστικός
μονοβλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοβλαστικός
μονοβλαστικός	adj	αυτός που φέρει ένα μόνο βλαστικό στρώμα
μονοβλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοβλαστικός
μονοβόλο	noun	μονής θαλάμης όπλο ή παιχνίδι
μονογένεση	noun	θεωρία που υποστηρίζει ότι οι διαφορετικές φυλές ή φυλογενετικές ομάδες των ανθρώπων προέρχονται από μία κοινή προέλευση
μονογένεσης	=	μονογένεση
μονογένεσις	noun	μονογένεση
μονογαμία	noun	κατάσταση όπου το άρρεν ζευγαρώνει με ένα μόνο θήλυ και το ζευγάρωμα αυτό διαρκεί για πολλές εποχές, ή σ΄ όλη τη ζωή.
μονογαμίας	noun	γενική ενικού του μονογαμία
μονογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονογαμία
μονογαμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονογαμικό
μονογαμικέ	adj	κλητική ενικού του μονογαμικός
μονογαμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονογαμική
μονογαμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονογαμικός
μονογαμικής	adj	γενική ενικού του μονογαμική
μονογαμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονογαμικός
μονογαμικού	adj	γενική ενικού του μονογαμικός
μονογαμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονογαμικός
μονογαμικό	adj	αιτιατική ενικού του μονογαμικός
μονογαμικός	adj	που απαγορεύει την παράλληλη σύναψη γάμου με περισσότερα από ένα άτομα
μονογαμικών	adj	γενική πληθυντικού του μονογαμικός
μονογαμιών	noun	γενική πληθυντικού του μονογαμία
μονογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονογενής
μονογενέσεις	=	μονογένεση
μονογενέσεων	=	μονογένεση
μονογενή	=	μονογενής
μονογενής	adj|formal	που δεν έχει αδέλφια
μονογενείς	=	μονογενής
μονογενούς	adj	γενική ενικού του μονογενής
μονογενών	adj	γενική πληθυντικού του μονογενής
μονογλώχιν	noun	αορτική βαλβίδα με μία γλωχίνα, με αποτέλεσμα να προκαλείται αορτική στένωση
μονογονία	noun	αναπαραγωγή χωρίς ζευγάρωμα οργανισμών (αρσενικού / θηλυκού)
μονογονίας	=	μονογονία
μονογονίες	=	μονογονία
μονογονεϊκά	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκέ	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκές	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκή	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκής	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκοί	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκοτήτων	=	μονογονεϊκότητα
μονογονεϊκού	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκούς	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκό	=	μονογονεϊκός
μονογονεϊκός	adj	που αποτελείται από έναν γονέα (άγαμο, χήρο ή διαζευγμένο) και από τα ανήλικα παιδιά του
μονογονεϊκότητα	noun|formal	η κατάσταση της μονογονεϊκής οικογένειας
μονογονεϊκότητας	=	μονογονεϊκότητα
μονογονεϊκότητες	=	μονογονεϊκότητα
μονογονεϊκών	=	μονογονεϊκός
μονογονιών	=	μονογονία
μονογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόγραμμα
μονογράμματος	noun	γενική ενικού του μονόγραμμα
μονογράφηση	noun	ανεπίσημη κύρωση με την υπογραφή των αρμοδίων μιας σύμβασης, συμφωνίας κτλ. πριν από την επίσημη υπογραφή της
μονογράφησης	=	μονογράφηση
μονογράφησις	noun	μονογράφηση
μονογράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μονογράφω
μονογράφω	verb	βάζω τη μονογραφή μου σε έγγραφο
μονογράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μονόγραμμα
μονογραμμικά	=	μονογραμμικός
μονογραμμικέ	=	μονογραμμικός
μονογραμμικές	=	μονογραμμικός
μονογραμμική	=	μονογραμμικός
μονογραμμικής	=	μονογραμμικός
μονογραμμικοί	=	μονογραμμικός
μονογραμμικού	=	μονογραμμικός
μονογραμμικούς	=	μονογραμμικός
μονογραμμικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονογραμμικός
μονογραμμικός	adj	που αφορά τη γενεαλογική γραμμή από τη μεριά ενός εκ των δύο γονέων
μονογραμμικών	=	μονογραμμικός
μονογραφές	=	μονογραφή
μονογραφή	noun	η υπογραφή που την αποτελούν μόνο τα αρχικά γράμματα του ονοματεπώνυμου
μονογραφήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος μονογραφώ
μονογραφήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος μονογραφώ
μονογραφής	=	μονογραφή
μονογραφήσεις	=	μονογράφηση
μονογραφήσεων	=	μονογράφηση
μονογραφία	noun	μελέτη επιστημονικού περιεχομένου στην οποία αναλύεται συγκεκριμένο θέμα
μονογραφίας	noun	γενική ενικού του μονογραφία
μονογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονογραφία
μονογραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονογράφομαι
μονογραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος μονογραφώ
μονογραφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος μονογραφώ
μονογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονογραφημένο
μονογραφημένε	verb	κλητική ενικού του μονογραφημένος
μονογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονογραφημένη
μονογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονογραφημένος
μονογραφημένης	verb	γενική ενικού του μονογραφημένη
μονογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του μονογραφημένος
μονογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονογραφημένος
μονογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μονογραφώ
μονογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονογραφημένος
μονογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μονογραφημένος
μονογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονογραφημένος
μονογραφικά	=	μονογραφικός
μονογραφικέ	=	μονογραφικός
μονογραφικές	=	μονογραφικός
μονογραφική	=	μονογραφικός
μονογραφικής	=	μονογραφικός
μονογραφικοί	=	μονογραφικός
μονογραφικού	=	μονογραφικός
μονογραφικούς	=	μονογραφικός
μονογραφικό	=	μονογραφικός
μονογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη μονογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μονογραφικών	=	μονογραφικός
μονογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μονογραφία
μονογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μονογραφώ
μονογραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονογράφομαι
μονογραφώ	verb	άλλη μορφή του μονογράφω
μονογραφών	=	μονογραφή
μονογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μονογραφώ
μονοδιάστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοδιάστατο
μονοδιάστατε	adj	κλητική ενικού του μονοδιάστατος
μονοδιάστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοδιάστατη
μονοδιάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοδιάστατος
μονοδιάστατης	adj	γενική ενικού του μονοδιάστατη
μονοδιάστατο	adj	αιτιατική ενικού του μονοδιάστατος
μονοδιάστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοδιάστατος
μονοδιάστατος	adj	που έχει μόνο μια διάσταση
μονοδιάστατου	adj	γενική ενικού του μονοδιάστατος
μονοδιάστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοδιάστατος
μονοδιάστατων	adj	γενική πληθυντικού του μονοδιάστατος
μονοδοσικά	=	μονοδοσικός
μονοδοσικέ	=	μονοδοσικός
μονοδοσικές	=	μονοδοσικός
μονοδοσική	=	μονοδοσικός
μονοδοσικής	=	μονοδοσικός
μονοδοσικοί	=	μονοδοσικός
μονοδοσικού	=	μονοδοσικός
μονοδοσικούς	=	μονοδοσικός
μονοδοσικό	=	μονοδοσικός
μονοδοσικός	adj	που περιέχει μόνο μία δόση
μονοδοσικών	=	μονοδοσικός
μονοδράματα	=	μονόδραμα
μονοδράματος	=	μονόδραμα
μονοδραμάτων	=	μονόδραμα
μονοδραστηριοτήτων	=	μονοδραστηριότητα
μονοδραστηριότητα	noun	η ενασχόληση / απασχόληση με μία μόνο δραστηριότητα / ασχολία / επάγγελμα
μονοδραστηριότητας	=	μονοδραστηριότητα
μονοδραστηριότητες	=	μονοδραστηριότητα
μονοδρομήσαμε	=	μονοδρομώ
μονοδρομήσαν	=	μονοδρομώ
μονοδρομήσανε	=	μονοδρομώ
μονοδρομήσατε	=	μονοδρομώ
μονοδρομήσει	=	μονοδρομώ
μονοδρομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοδρόμηση
μονοδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μονοδρόμηση
μονοδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μονοδρόμηση
μονοδρομήστε	=	μονοδρομώ
μονοδρομεί	=	μονοδρομώ
μονοδρομείς	=	μονοδρομώ
μονοδρομείτε	=	μονοδρομώ
μονοδρομημένα	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένε	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένες	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένη	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένης	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένο	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένοι	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μονοδρομώ
μονοδρομημένου	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένους	=	μονοδρομημένος
μονοδρομημένων	=	μονοδρομημένος
μονοδρομικά	=	μονοδρομικός
μονοδρομικέ	=	μονοδρομικός
μονοδρομικές	=	μονοδρομικός
μονοδρομική	=	μονοδρομικός
μονοδρομικής	=	μονοδρομικός
μονοδρομικοί	=	μονοδρομικός
μονοδρομικού	=	μονοδρομικός
μονοδρομικούς	=	μονοδρομικός
μονοδρομικό	=	μονοδρομικός
μονοδρομικός	adj|figurative	που έχει σχέση με μονόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μονοδρομικών	=	μονοδρομικός
μονοδρομούμαι	=	μονοδρομώ
μονοδρομούμε	=	μονοδρομώ
μονοδρομούν	=	μονοδρομώ
μονοδρομούνε	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσα	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσαμε	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσαν	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσανε	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσατε	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσε	=	μονοδρομώ
μονοδρομούσες	=	μονοδρομώ
μονοδρομώ	verb	μετατρέπω κάποιον δρόμο σε μονόδρομο
μονοδρομώντας	=	μονοδρομώ
μονοδρόμει	=	μονοδρομώ
μονοδρόμησα	=	μονοδρομώ
μονοδρόμησαν	=	μονοδρομώ
μονοδρόμησε	=	μονοδρομώ
μονοδρόμησες	=	μονοδρομώ
μονοδρόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονοδρομώ
μονοδρόμησης	noun	γενική ενικού του μονοδρόμηση
μονοεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοεδρικό
μονοεδρικέ	adj	κλητική ενικού του μονοεδρικός
μονοεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοεδρική
μονοεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοεδρικός
μονοεδρικής	adj	γενική ενικού του μονοεδρική
μονοεδρικο	=	μονοεδρικός
μονοεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοεδρικός
μονοεδρικού	adj	γενική ενικού του μονοεδρικός
μονοεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοεδρικός
μονοεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοεδρικός
μονοεδρικός	adj	που έχει μόνο μία έδρα, που εκλέγει μόνο έναν βουλευτή
μονοεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοεδρικός
μονοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονοειδής
μονοειδούς	=	μονοειδές
μονοεξαγωγές	=	μονοεξαγωγή
μονοεξαγωγή	noun	η εξαγωγή ενός μόνο προϊόντος
μονοεξαγωγής	=	μονοεξαγωγή
μονοεξαγωγών	=	μονοεξαγωγή
μονοετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονοετής
μονοετή	=	μονοετής
μονοετής	adj	που διαρκεί για ένα έτος
μονοετείς	=	μονοετής
μονοετούς	=	μονοετής
μονοετών	adj	γενική πληθυντικού του μονοετής
μονοζυγωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοζυγωτικό
μονοζυγωτικέ	adj	κλητική ενικού του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοζυγωτική
μονοζυγωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτικής	adj	γενική ενικού του μονοζυγωτική
μονοζυγωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτικού	adj	γενική ενικού του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτικός	adj	ο σχετικός με τους μονοζυγώτες ή ομοζυγώτες διδύμους
μονοζυγωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοζυγωτικός
μονοζυγωτών	=	μονοζυγώτης
μονοζυγώτες	=	μονοζυγώτης
μονοζυγώτη	=	μονοζυγώτης
μονοζυγώτης	adj	ο ομοζυγώτης δίδυμος, εκείνος που μοιράζεται ακριβώς το ίδιο DNA με τον δίδυμο αδελφό του, καθώς έχουν προέλθει και οι δύο από τη γονιμοποίηση ενός και μόνον ενός ωαρίου το οποίο διαιρέθηκε.
μονοζωνικά	=	μονοζωνικός
μονοζωνικέ	=	μονοζωνικός
μονοζωνικές	=	μονοζωνικός
μονοζωνική	=	μονοζωνικός
μονοζωνικής	=	μονοζωνικός
μονοζωνικοί	=	μονοζωνικός
μονοζωνικού	=	μονοζωνικός
μονοζωνικούς	=	μονοζωνικός
μονοζωνικό	=	μονοζωνικός
μονοζωνικός	adj	που αφορά μία ζώνη
μονοζωνικών	=	μονοζωνικός
μονοθάλαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθάλαμο
μονοθάλαμε	adj	κλητική ενικού του μονοθάλαμος
μονοθάλαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθάλαμη
μονοθάλαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοθάλαμος
μονοθάλαμης	adj	γενική ενικού του μονοθάλαμη
μονοθάλαμο	adj	αιτιατική ενικού του μονοθάλαμος
μονοθάλαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοθάλαμος
μονοθάλαμος	adj	που αποτελείται από έναν θάλαμο
μονοθάλαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοθάλαμος
μονοθάλαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοθάλαμος
μονοθάλαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοθάλαμος
μονοθέμοις	=	μονόθεμος
μονοθέμου	=	μονόθεμος
μονοθέμους	=	μονόθεμος
μονοθέμων	=	μονόθεμος
μονοθέμῳ	=	μονόθεμος
μονοθέσια	=	μονοθέσιος
μονοθέσιας	=	μονοθέσιος
μονοθέσιε	=	μονοθέσιος
μονοθέσιες	=	μονοθέσιος
μονοθέσιο	=	μονοθέσιος
μονοθέσιοι	=	μονοθέσιος
μονοθέσιος	adj	που έχει μόνον μία θέση (του οδηγού) ή οτιδήποτε διαθέτει μόνον ένα κάθισμα
μονοθέσιου	=	μονοθέσιος
μονοθέσιους	=	μονοθέσιος
μονοθέσιων	=	μονοθέσιος
μονοθεΐα	noun	η πίστη σε έναν μόνο θεό
μονοθεΐας	noun	γενική ενικού του μονοθεΐα
μονοθεΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθεΐα
μονοθεΐστρια	noun	θηλυκό του μονοθεϊστής
μονοθεΐστριας	=	μονοθεΐστρια
μονοθεΐστριες	=	μονοθεΐστρια
μονοθελήτες	=	μονοθελήτης
μονοθελήτη	=	μονοθελήτης
μονοθελήτης	noun	ο οπαδός του μονοθελητισμού
μονοθελήτρια	noun	θηλυκό του μονοθελήτης
μονοθελήτριας	=	μονοθελήτρια
μονοθελήτριες	=	μονοθελήτρια
μονοθελητικά	=	μονοθελητικός
μονοθελητικέ	=	μονοθελητικός
μονοθελητικές	=	μονοθελητικός
μονοθελητική	=	μονοθελητικός
μονοθελητικής	=	μονοθελητικός
μονοθελητικοί	=	μονοθελητικός
μονοθελητικού	=	μονοθελητικός
μονοθελητικούς	=	μονοθελητικός
μονοθελητικό	=	μονοθελητικός
μονοθελητικός	adj	που αφορά τους μονοθελήτες ή τον μονοθελητισμό
μονοθελητικών	=	μονοθελητικός
μονοθελητισμέ	=	μονοθελητισμός
μονοθελητισμοί	=	μονοθελητισμός
μονοθελητισμού	=	μονοθελητισμός
μονοθελητισμούς	=	μονοθελητισμός
μονοθελητισμό	=	μονοθελητισμός
μονοθελητισμός	noun	αίρεση του χριστιανισμού κατά την οποία ο Χριστός αν και είχε δύο φύσεις (ανθρώπινη και θεϊκή) είχε μόνο θεϊκή θέληση
μονοθελητισμών	=	μονοθελητισμός
μονοθελητριών	=	μονοθελήτρια
μονοθελητών	=	μονοθελήτης
μονοθεσία	noun	η εργασία σε μία μόνο θέση εργασίας
μονοθεσίας	=	μονοθεσία
μονοθεσίες	=	μονοθεσία
μονοθεσίτες	=	μονοθεσίτης
μονοθεσίτη	=	μονοθεσίτης
μονοθεσίτης	noun	αυτός που έχει μία θέση εργασίας μόνο
μονοθεσίτισσα	noun	θηλυκό του μονοθεσίτης
μονοθεσίτισσας	noun	γενική ενικού του μονοθεσίτισσα
μονοθεσίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθεσίτισσα
μονοθεσιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του μονοθεσίτισσα
μονοθεσιτών	=	μονοθεσίτης
μονοθεσιών	=	μονοθεσία
μονοθεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του μονοθεϊσμός
μονοθεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοθεϊσμός
μονοθεϊσμού	noun	γενική ενικού του μονοθεϊσμός
μονοθεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονοθεϊσμός
μονοθεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του μονοθεϊσμός
μονοθεϊσμός	noun	το να πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει ένας μόνο θεός
μονοθεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του μονοθεϊσμός
μονοθεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθεϊστής
μονοθεϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μονοθεϊστής
μονοθεϊστής	noun	αυτός που πιστεύει ότι υπάρχει ένας μόνο θεός
μονοθεϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθεϊστικό
μονοθεϊστικέ	adj	κλητική ενικού του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοθεϊστική
μονοθεϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστικής	adj	γενική ενικού του μονοθεϊστική
μονοθεϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστικού	adj	γενική ενικού του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστικός	adj	που έχει σχέση με το μονοθεϊσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μονοθεϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοθεϊστικός
μονοθεϊστριών	=	μονοθεΐστρια
μονοθεϊστών	noun	γενική πληθυντικού του μονοθεϊστής
μονοθεϊών	noun	γενική πληθυντικού του μονοθεΐα
μονοιάζαμε	=	μονοιάζω
μονοιάζαν	=	μονοιάζω
μονοιάζανε	=	μονοιάζω
μονοιάζατε	=	μονοιάζω
μονοιάζει	=	μονοιάζω
μονοιάζεις	=	μονοιάζω
μονοιάζετε	=	μονοιάζω
μονοιάζοντας	=	μονοιάζω
μονοιάζουμε	=	μονοιάζω
μονοιάζουν	=	μονοιάζω
μονοιάζουνε	=	μονοιάζω
μονοιάζω	verb	συμφιλιώνω
μονοιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσαν	=	μονοιάζω
μονοιάσανε	=	μονοιάζω
μονοιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόνοιασμα
μονοιάσματος	noun	γενική ενικού του μόνοιασμα
μονοιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μονοιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μόνοιασμα
μονοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονοιασμένος	adv	με μονοιασμένο τρόπο, με ομόνοια
μονοιασμένε	verb	κλητική ενικού του μονοιασμένος
μονοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοιασμένη
μονοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοιασμένος
μονοιασμένης	verb	γενική ενικού του μονοιασμένη
μονοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μονοιασμένος
μονοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοιασμένος
μονοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοιασμένος
μονοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μονοιασμένος
μονοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοιασμένος
μονοκάταρτα	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτε	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτες	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτη	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτης	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτο	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτοι	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτος	adj	που έχει ένα κατάρτι
μονοκάταρτου	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτους	=	μονοκάταρτος
μονοκάταρτων	=	μονοκάταρτος
μονοκέρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκέρατο
μονοκέρατε	adj	κλητική ενικού του μονοκέρατος
μονοκέρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκέρατη
μονοκέρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκέρατος
μονοκέρατης	adj	γενική ενικού του μονοκέρατη
μονοκέρατο	adj	αιτιατική ενικού του μονοκέρατος
μονοκέρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκέρατος
μονοκέρατος	adj	που έχει ένα μόνο κέρατο
μονοκέρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοκέρατος
μονοκέρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκέρατος
μονοκέρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοκέρατος
μονοκαλλιέργεια	noun	αγροτικό σύστημα καλλιέργειας ενός μόνο καλλιεργήσιμου φυτού, π.χ. σιτάρι, σε μια συγκεκριμένη γεωργική έκταση για μεγάλο χρονικό διάστημα
μονοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του μονοκαλλιέργεια
μονοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκαλλιέργεια
μονοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του μονοκαλλιέργεια
μονοκατάληκτα	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτε	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτες	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτη	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτης	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτο	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτοι	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτος	adj	αυτός που έχει μόνο μία κατάληξη.
μονοκατάληκτου	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτους	=	μονοκατάληκτος
μονοκατάληκτων	=	μονοκατάληκτος
μονοκατευθυντικά	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικέ	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικές	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντική	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικής	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικοί	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικού	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικούς	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικό	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατευθυντικός	adj	που έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος προς μία και μόνη κατευθύνσεις
μονοκατευθυντικών	=	μονοκατευθυντικός
μονοκατοικία	noun	κτήριο με έναν συνήθως όροφο που χρησιμεύει ως η κατοικία μιας μόνο οικογένειας
μονοκατοικίας	noun	γενική ενικού του μονοκατοικία
μονοκατοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκατοικία
μονοκατοικιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοκατοικία
μονοκιάλι	noun	κιάλι για έναν οφθαλμό
μονοκινητήρια	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριας	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριε	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριες	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριο	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριοι	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριος	adj	αυτός που φέρει ή λειτουργεί με ένα κινητήρα
μονοκινητήριου	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριους	=	μονοκινητήριος
μονοκινητήριων	=	μονοκινητήριος
μονοκλίνου	=	μονόκλινο
μονοκλίνων	=	μονόκλινο
μονοκλινές	=	μονοκλινής
μονοκλινή	=	μονοκλινής
μονοκλινής	adj	που έχει ένα κεκλιμένο επίπεδο
μονοκλινείς	=	μονοκλινής
μονοκλινούς	=	μονοκλινής
μονοκλινών	=	μονοκλινής
μονοκλωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκλωνικό
μονοκλωνικέ	adj	κλητική ενικού του μονοκλωνικός
μονοκλωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκλωνική
μονοκλωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκλωνικός
μονοκλωνικής	adj	γενική ενικού του μονοκλωνική
μονοκλωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκλωνικός
μονοκλωνικού	adj	γενική ενικού του μονοκλωνικός
μονοκλωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκλωνικός
μονοκλωνικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοκλωνικός
μονοκλωνικός	adj	που φέρει ή παράγεται από ένα μόνο κλώνο κυττάρων
μονοκλωνικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοκλωνικός
μονοκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκομματικό
μονοκομματικέ	adj	κλητική ενικού του μονοκομματικός
μονοκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκομματική
μονοκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκομματικός
μονοκομματικής	adj	γενική ενικού του μονοκομματική
μονοκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκομματικός
μονοκομματικού	adj	γενική ενικού του μονοκομματικός
μονοκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκομματικός
μονοκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοκομματικός
μονοκομματικός	adj	που επιτρέπει τη λειτουργία ενός μόνο κόμματος
μονοκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοκομματικός
μονοκομματισμέ	=	μονοκομματισμός
μονοκομματισμοί	=	μονοκομματισμός
μονοκομματισμού	=	μονοκομματισμός
μονοκομματισμούς	=	μονοκομματισμός
μονοκομματισμό	=	μονοκομματισμός
μονοκομματισμός	noun	το μονοκομματικό πολιτικό σύστημα
μονοκομματισμών	=	μονοκομματισμός
μονοκονδυλιά	noun	άλλη μορφή του μονοκοντυλιά
μονοκονδυλιάς	=	μονοκονδυλιά
μονοκονδυλιές	=	μονοκονδυλιά
μονοκονδυλιών	=	μονοκονδυλιά
μονοκοντυλιά	noun	γραμμή που γίνεται με μια κοντυλιά, μ’ ένα σύρσιμο του αντικειμένου γραφής, χωρίς διακοπή ή ανασήκωμα
μονοκοντυλιάς	noun	γενική ενικού του μονοκοντυλιά
μονοκοντυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκοντυλιά
μονοκοντυλιών	=	μονοκοντυλιά
μονοκοπανιά	adv	χωρίς διακοπή, χωρίς ανάσα
μονοκοτυλήδονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκοτυλήδονο
μονοκοτυλήδονε	adj	κλητική ενικού του μονοκοτυλήδονος
μονοκοτυλήδονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκοτυλήδονη
μονοκοτυλήδονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκοτυλήδονος
μονοκοτυλήδονης	adj	γενική ενικού του μονοκοτυλήδονη
μονοκοτυλήδονο	adj	αιτιατική ενικού του μονοκοτυλήδονος
μονοκοτυλήδονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκοτυλήδονος
μονοκοτυλήδονος	adj	που έχει μόνο μία κοτυληδόνα
μονοκοτυλήδονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοκοτυλήδονος
μονοκοτυλήδονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκοτυλήδονος
μονοκοτυλήδονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοκοτυλήδονος
μονοκούκι	noun	η κυριαρχία ενός μόνο υποψηφίου σε εκλογικές διαδικασίες.	adv	με ένα μόνο κουκί.
μονοκράτορα	=	μονοκράτορας
μονοκράτορας	noun	ο αυτοκράτορας που βασιλεύει μόνος του σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας του, ιδίως μετά από μια περίοδο συνύπαρξης περισσότερων αυτοκρατόρων που διοικούσαν διαφορετικά τμήματα του κράτους
μονοκράτορες	=	μονοκράτορας
μονοκράτωρ	noun|obsolete	παρωχημένη μορφή του μονοκράτορας, για αναφορά σε παλιότερους όρους
μονοκρατορία	noun	η συγκέντρωση της απόλυτης εξουσίας σε έναν άνθρωπο ή οντότητα
μονοκρατορίας	noun	γενική ενικού του μονοκρατορία
μονοκρατορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκρατορία
μονοκρατοριών	noun	γενική πληθυντικού του μονοκρατορία
μονοκρατόρων	=	μονοκράτορας
μονοκρυσταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκρυσταλλικό
μονοκρυσταλλικέ	adj	κλητική ενικού του μονοκρυσταλλικός
μονοκρυσταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκρυσταλλική
μονοκρυσταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκρυσταλλικός
μονοκρυσταλλικής	adj	γενική ενικού του μονοκρυσταλλική
μονοκρυσταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκρυσταλλικός
μονοκρυσταλλικού	adj	γενική ενικού του μονοκρυσταλλικός
μονοκρυσταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκρυσταλλικός
μονοκρυσταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοκρυσταλλικός
μονοκρυσταλλικός	adj	αυτός του οποίου τα δομικά στοιχεία έχουν θέσεις ενός συγκεκριμένου κρυσταλλικού πλέγματος
μονοκρυσταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοκρυσταλλικός
μονοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκυτταρικό
μονοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του μονοκυτταρικός
μονοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκυτταρική
μονοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκυτταρικός
μονοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του μονοκυτταρική
μονοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκυτταρικός
μονοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του μονοκυτταρικός
μονοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκυτταρικός
μονοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοκυτταρικός
μονοκυτταρικός	adj	ο σχετικός με μονοκύτταρο
μονοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοκυτταρικός
μονοκόκαλα	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλε	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλες	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλη	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλης	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλο	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλοι	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλος	adj	που έχει (ή μοιάζει να έχει) ένα κόκαλο
μονοκόκαλου	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλους	=	μονοκόκαλος
μονοκόκαλων	=	μονοκόκαλος
μονοκόμματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονοκόμματος	adv	με μονοκόμματο τρόπο
μονοκόμματε	=	μονοκόμματος
μονοκόμματες	=	μονοκόμματος
μονοκόμματη	=	μονοκόμματος
μονοκόμματης	=	μονοκόμματος
μονοκόμματο	=	μονοκόμματος
μονοκόμματοι	=	μονοκόμματος
μονοκόμματος	adj	που αποτελείται από ένα μόνο μέρος, ένα κομμάτι
μονοκόμματου	=	μονοκόμματος
μονοκόμματους	=	μονοκόμματος
μονοκόμματων	=	μονοκόμματος
μονοκότυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκότυλο
μονοκότυλε	adj	κλητική ενικού του μονοκότυλος
μονοκότυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκότυλη
μονοκότυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκότυλος
μονοκότυλης	adj	γενική ενικού του μονοκότυλη
μονοκότυλο	adj	αιτιατική ενικού του μονοκότυλος
μονοκότυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκότυλος
μονοκότυλος	adj	άλλη μορφή του μονοκοτυλήδονος
μονοκότυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοκότυλος
μονοκότυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκότυλος
μονοκότυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοκότυλος
μονοκύλινδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκύλινδρο
μονοκύλινδρε	adj	κλητική ενικού του μονοκύλινδρος
μονοκύλινδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοκύλινδρη
μονοκύλινδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοκύλινδρος
μονοκύλινδρης	adj	γενική ενικού του μονοκύλινδρη
μονοκύλινδρο	adj	αιτιατική ενικού του μονοκύλινδρος
μονοκύλινδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοκύλινδρος
μονοκύλινδρος	adj	που φέρει ένα κύλινδρο
μονοκύλινδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοκύλινδρος
μονοκύλινδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοκύλινδρος
μονοκύλινδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοκύλινδρος
μονοκύτταρα	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρε	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρες	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρη	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρης	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρο	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταροι	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρος	adj	που αποτελείται από ένα κύτταρο
μονοκύτταρου	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρους	=	μονοκύτταρος
μονοκύτταρων	=	μονοκύτταρος
μονολέπτου	=	μονόλεπτο
μονολέπτων	=	μονόλεπτο
μονολίθου	=	μονόλιθος
μονολίθους	=	μονόλιθος
μονολίθων	=	μονόλιθος
μονολατρεία	noun	η λατρεία ενός θεού, ταυτόχρονα με την πίστη στην ύπαρξη πολλών θεοτήτων
μονολατρείας	noun	γενική ενικού του μονολατρεία
μονολατρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολατρεία
μονολατρειών	noun	γενική πληθυντικού του μονολατρεία
μονολατρισμέ	noun	κλητική ενικού του μονολατρισμός
μονολατρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονολατρισμός
μονολατρισμού	noun	γενική ενικού του μονολατρισμός
μονολατρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονολατρισμός
μονολατρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μονολατρισμός
μονολατρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μονολατρισμός
μονολεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (μονολεκτικό) του μονολεκτικός	adv	με μονολεκτικό τρόπο, με μία λέξη
μονολεκτικέ	adj	κλητική ενικού του μονολεκτικός
μονολεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολεκτική
μονολεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονολεκτικός
μονολεκτικής	adj	γενική ενικού του μονολεκτική
μονολεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονολεκτικός
μονολεκτικού	adj	γενική ενικού του μονολεκτικός
μονολεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονολεκτικός
μονολεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του μονολεκτικός
μονολεκτικός	adj	που αποτελείται από μία μόνο λέξη
μονολεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του μονολεκτικός
μονολεκτικώς	adv|formal	μονολεκτικά
μονολεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (μονολεχτικό) του μονολεχτικός	adv	μορφή του μονολεκτικά
μονολεχτικέ	adj	κλητική ενικού του μονολεχτικός
μονολεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολεχτική
μονολεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονολεχτικός
μονολεχτικής	adj	γενική ενικού του μονολεχτική
μονολεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονολεχτικός
μονολεχτικού	adj	γενική ενικού του μονολεχτικός
μονολεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονολεχτικός
μονολεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του μονολεχτικός
μονολεχτικός	adj	άλλη μορφή του μονολεκτικός
μονολεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του μονολεχτικός
μονολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολιθικό
μονολιθικέ	adj	κλητική ενικού του μονολιθικός
μονολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολιθική
μονολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονολιθικός
μονολιθικής	adj	γενική ενικού του μονολιθική
μονολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονολιθικός
μονολιθικοτήτων	=	μονολιθικότητα
μονολιθικού	adj	γενική ενικού του μονολιθικός
μονολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονολιθικός
μονολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του μονολιθικός
μονολιθικός	adj	που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μονολιθικότητα	noun	το να είναι κάποιος μονολιθικός
μονολιθικότητας	=	μονολιθικότητα
μονολιθικότητες	=	μονολιθικότητα
μονολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του μονολιθικός
μονολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσαν	=	μονολογώ
μονολογήσανε	=	μονολογώ
μονολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολογία	noun|rare	ο μονόλογος, το να μιλάει κάποιος μόνος του
μονολογίας	noun	γενική ενικού του μονολογία
μονολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολογία
μονολογίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολογίτικο
μονολογίτικε	adj	κλητική ενικού του μονολογίτικος
μονολογίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολογίτικη
μονολογίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονολογίτικος
μονολογίτικης	adj	γενική ενικού του μονολογίτικη
μονολογίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μονολογίτικος
μονολογίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονολογίτικος
μονολογίτικος	adj|dated	άλλη μορφή του μονολογικός
μονολογίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονολογίτικος
μονολογίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονολογίτικος
μονολογίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονολογίτικος
μονολογεί	=	μονολογώ
μονολογείς	=	μονολογώ
μονολογείτε	=	μονολογώ
μονολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολογικό
μονολογικέ	adj	κλητική ενικού του μονολογικός
μονολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονολογική
μονολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονολογικός
μονολογικής	adj	γενική ενικού του μονολογική
μονολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονολογικός
μονολογικού	adj	γενική ενικού του μονολογικός
μονολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονολογικός
μονολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μονολογικός
μονολογικός	adj	που έχει σχέση με τον μονόλογο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μονολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μονολογικός
μονολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μονολογία
μονολογούμε	=	μονολογώ
μονολογούν	=	μονολογώ
μονολογούνε	=	μονολογώ
μονολογούσα	=	μονολογώ
μονολογούσαμε	=	μονολογώ
μονολογούσαν	=	μονολογώ
μονολογούσανε	=	μονολογώ
μονολογούσατε	=	μονολογώ
μονολογούσε	=	μονολογώ
μονολογούσες	=	μονολογώ
μονολογώ	verb	μιλάω στον εαυτό μου, χωρίς να απευθύνομαι σε κάποιον άλλο
μονολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μονολογώ
μονολόγει	=	μονολογώ
μονολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονολογώ
μονολόγου	noun	γενική ενικού του μονόλογος
μονολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονόλογος
μονολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μονόλογος
μονομάχε	noun	κλητική ενικού του μονομάχος
μονομάχει	=	μονομαχώ
μονομάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομάχο	noun	αιτιατική ενικού του μονομάχος
μονομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονομάχος
μονομάχος	noun	που συμμετέχει με μονομαχία
μονομάχου	noun	γενική ενικού του μονομάχος
μονομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονομάχος
μονομάχων	noun	γενική πληθυντικού του μονομάχος
μονομέρεια	noun	η έλλειψη αντικειμενικότητας λόγω εξέτασης της μιας μόνο πλευράς ζητήματος
μονομέρειας	noun	γενική ενικού του μονομέρεια
μονομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομέρεια
μονομανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονομανής
μονομανή	adj	αιτιατική ενικού του μονομανής
μονομανής	adj	άρρωστος από μονομανία
μονομανία	noun	αρρωστημένη κατάσταση από την οποία πάσχει ο άνθρωπος που διακατέχεται από μια έμμονη ιδέα
μονομανίας	noun	γενική ενικού του μονομανία
μονομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομανία
μονομανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομανής
μονομανιών	noun	γενική πληθυντικού του μονομανία
μονομανούς	adj	γενική ενικού του μονομανής
μονομανών	adj	γενική πληθυντικού του μονομανής
μονομαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσαν	=	μονομαχώ
μονομαχήσανε	=	μονομαχώ
μονομαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονομαχώ
μονομαχία	noun	η μάχη μεταξύ δύο μόνο πολεμιστών (ή πολεμικών πλοίων, αρμάτων, αεροσκαφών κ.λπ.)
μονομαχίας	noun	γενική ενικού του μονομαχία
μονομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομαχία
μονομαχεί	=	μονομαχώ
μονομαχείς	=	μονομαχώ
μονομαχείτε	=	μονομαχώ
μονομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του μονομαχία
μονομαχούμε	=	μονομαχώ
μονομαχούν	=	μονομαχώ
μονομαχούνε	=	μονομαχώ
μονομαχούσα	=	μονομαχώ
μονομαχούσαμε	=	μονομαχώ
μονομαχούσαν	=	μονομαχώ
μονομαχούσανε	=	μονομαχώ
μονομαχούσατε	=	μονομαχώ
μονομαχούσε	=	μονομαχώ
μονομαχούσες	=	μονομαχώ
μονομαχώ	verb	παίρνω μέρος σε μονομαχία
μονομαχώντας	=	μονομαχώ
μονομεθοδολογικά	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικέ	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικές	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογική	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικής	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικοί	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικού	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικούς	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικό	=	μονομεθοδολογικός
μονομεθοδολογικός	adj	που γίνεται / διεξάγεται με μία μόνο μέθοδο
μονομεθοδολογικών	=	μονομεθοδολογικός
μονομελές	=	μονομελής
μονομελή	=	μονομελής
μονομελής	adj	που αποτελείται από ένα μέλος
μονομελείς	=	μονομελής
μονομελούς	=	μονομελής
μονομελών	=	μονομελής
μονομερές	noun	μόριο που μπορεί να συνδεθεί χημικά με άλλα μόρια ώστε να σχηματίσει ένα πολυμερές
μονομερή	=	μονομερής
μονομερής	adj	που έχει σχέση μ’ ένα κομμάτι, ένα τμήμα του όλου
μονομερίς	adv|vulgar	αυθημερόν
μονομερίτικα	adv	αυθημερόν
μονομερίτικε	adj	κλητική ενικού του μονομερίτικος
μονομερίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομερίτικη
μονομερίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονομερίτικος
μονομερίτικης	adj	γενική ενικού του μονομερίτικη
μονομερίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μονομερίτικος
μονομερίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονομερίτικος
μονομερίτικος	adj	άλλη μορφή του μονομεριάτικος
μονομερίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονομερίτικος
μονομερίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονομερίτικος
μονομερίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονομερίτικος
μονομερείς	=	μονομερής
μονομερειών	noun	γενική πληθυντικού του μονομέρεια
μονομεριάτικα	=	μονομεριάτικος
μονομεριάτικε	adj	κλητική ενικού του μονομεριάτικος
μονομεριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομεριάτικη
μονομεριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονομεριάτικος
μονομεριάτικης	adj	γενική ενικού του μονομεριάτικη
μονομεριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μονομεριάτικος
μονομεριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονομεριάτικος
μονομεριάτικος	adj	άλλη μορφή του μονοήμερος
μονομεριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονομεριάτικος
μονομεριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονομεριάτικος
μονομεριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονομεριάτικος
μονομερούς	=	μονομερής
μονομερών	=	μονομερής
μονομερώς	adv	με μονομερή τρόπο
μονομεταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομεταλλικό
μονομεταλλικέ	adj	κλητική ενικού του μονομεταλλικός
μονομεταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομεταλλική
μονομεταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονομεταλλικός
μονομεταλλικής	adj	γενική ενικού του μονομεταλλική
μονομεταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονομεταλλικός
μονομεταλλικού	adj	γενική ενικού του μονομεταλλικός
μονομεταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονομεταλλικός
μονομεταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του μονομεταλλικός
μονομεταλλικός	adj	που έχει σχέση με τον μονομεταλλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μονομεταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του μονομεταλλικός
μονομεταλλισμέ	noun	κλητική ενικού του μονομεταλλισμός
μονομεταλλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονομεταλλισμός
μονομεταλλισμού	noun	γενική ενικού του μονομεταλλισμός
μονομεταλλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονομεταλλισμός
μονομεταλλισμό	noun	αιτιατική ενικού του μονομεταλλισμός
μονομεταλλισμός	noun	το νομισματικό σύστημα που βασίζεται στη χρήση / τιμή ενός μόνο πολύτιμου μετάλλου (χρυσός, ασήμι κ.λπ.) ως προτύπου νομισματικής αξίας
μονομεταλλισμών	noun	γενική πληθυντικού του μονομεταλλισμός
μονομετοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομετοχικό
μονομετοχικέ	adj	κλητική ενικού του μονομετοχικός
μονομετοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομετοχική
μονομετοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονομετοχικός
μονομετοχικής	adj	γενική ενικού του μονομετοχική
μονομετοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονομετοχικός
μονομετοχικού	adj	γενική ενικού του μονομετοχικός
μονομετοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονομετοχικός
μονομετοχικό	adj	αιτιατική ενικού του μονομετοχικός
μονομετοχικός	adj	που η μετοχική του σύνθεση περιλαμβάνει έναν μόνο μέτοχο
μονομετοχικών	adj	γενική πληθυντικού του μονομετοχικός
μονομιάς	adv	ξαφνικά
μονομορφηματικά	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικέ	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικές	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματική	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικής	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικοί	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικού	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικούς	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικό	=	μονομορφηματικός
μονομορφηματικός	adj	που έχει μόνον ένα μόρφημα, δεν αναλύεται σε μικρότερα συστατικά μορφήματα
μονομορφηματικών	=	μονομορφηματικός
μονομπακτάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονομπακτάμη
μονονευρίτιδα	noun	πάθηση του νευρικού συστήματος η οποία προσβάλλει ένα συγκεκριμένο νεύρο
μονονευρίτιδας	=	μονονευρίτιδα
μονονευρίτιδες	=	μονονευρίτιδα
μονονευρίτιδων	=	μονονευρίτιδα
μονοξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοξείδιο
μονοξείδιο	noun	ένωση χημικού στοιχείου με ένα άτομο οξυγόνου
μονοξείδιον	noun	το μονοξείδιο
μονοξείδιου	=	μονοξείδιο
μονοξειδίου	noun	γενική ενικού του μονοξείδιο
μονοξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του μονοξείδιο
μονοπάτι	noun	στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων
μονοπάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπάτι
μονοπέταλα	=	μονοπέταλος
μονοπέταλε	=	μονοπέταλος
μονοπέταλες	=	μονοπέταλος
μονοπέταλη	=	μονοπέταλος
μονοπέταλης	=	μονοπέταλος
μονοπέταλο	=	μονοπέταλος
μονοπέταλοι	=	μονοπέταλος
μονοπέταλος	adj	που τα πέταλά του συμφύονται είτε στη βάση τους είτε σε όλο σχεδόν το μήκος τους
μονοπέταλου	=	μονοπέταλος
μονοπέταλους	=	μονοπέταλος
μονοπέταλων	=	μονοπέταλος
μονοπίστονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπίστονο
μονοπίστονε	adj	κλητική ενικού του μονοπίστονος
μονοπίστονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπίστονη
μονοπίστονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοπίστονος
μονοπίστονης	adj	γενική ενικού του μονοπίστονη
μονοπίστονο	adj	αιτιατική ενικού του μονοπίστονος
μονοπίστονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοπίστονος
μονοπίστονος	adj	που έχει ένα πιστόνι
μονοπίστονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοπίστονος
μονοπίστονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοπίστονος
μονοπίστονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοπίστονος
μονοπαλλομένου	=	μονοπαλλόμενο
μονοπαλλομένων	=	μονοπαλλόμενο
μονοπαλλόμενα	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενε	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενες	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενη	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενης	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενο	noun	συνώνυμο του μονοπαλλόμενο σύμφωνο
μονοπαλλόμενοι	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενος	adj	που χαρακτηρίζεται από μία μόνο παλμική κίνηση
μονοπαλλόμενου	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενους	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαλλόμενων	=	μονοπαλλόμενος
μονοπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπαραγωγικό
μονοπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του μονοπαραγωγικός
μονοπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπαραγωγική
μονοπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοπαραγωγικός
μονοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του μονοπαραγωγική
μονοπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοπαραγωγικός
μονοπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του μονοπαραγωγικός
μονοπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοπαραγωγικός
μονοπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοπαραγωγικός
μονοπαραγωγικός	adj	αυτός που επικεντρώνεται σε ένα παραγώμενο προϊόν
μονοπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοπαραγωγικός
μονοπαραταξιακά	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακέ	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακές	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακή	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακής	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακοί	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακού	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακούς	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακό	=	μονοπαραταξιακός
μονοπαραταξιακός	adj	που αποτελείται από μία μόνο παράταξη (συνδικαλιστική, πολιτική κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή
μονοπαραταξιακών	=	μονοπαραταξιακός
μονοπατάκι	noun	υποκοριστικό του μονοπάτι
μονοπατάκια	=	μονοπατάκι
μονοπατιού	=	μονοπάτι
μονοπατιών	=	μονοπάτι
μονοπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπλάνο
μονοπλάνο	noun	αεροπλάνο που έχει μόνο ένα ζεύγος πτερύγων
μονοπλάνον	noun	μονοπλάνο
μονοπλάνου	noun	γενική ενικού του μονοπλάνο
μονοπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του μονοπλάνο
μονοπλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπλανητικό
μονοπλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπλανητική
μονοπλανητικής	adj	γενική ενικού του μονοπλανητική
μονοπλεύρως	adv	μονόπλευρα
μονοπληγία	noun	πλήρης παράλυση ενός μόνο άκρου (συνήθως από τα κάτω) (ή μυός)
μονοπληγίας	=	μονοπληγία
μονοπληγίες	=	μονοπληγία
μονοπληγιών	=	μονοπληγία
μονοπλοειδές	=	μονοπλοειδής
μονοπλοειδή	=	μονοπλοειδής
μονοπλοειδής	adj	οργανισμός ή κύτταρο όπου υφίσταται μία μόνο σειρά χρωμοσωμάτων αντί των κανονικών δύο.
μονοπλοειδείς	=	μονοπλοειδής
μονοπλοειδούς	=	μονοπλοειδής
μονοπλοειδών	=	μονοπλοειδής
μονοποικιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοποικιλιακό
μονοποικιλιακέ	adj	κλητική ενικού του μονοποικιλιακός
μονοποικιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοποικιλιακή
μονοποικιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοποικιλιακός
μονοποικιλιακής	adj	γενική ενικού του μονοποικιλιακή
μονοποικιλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοποικιλιακός
μονοποικιλιακού	adj	γενική ενικού του μονοποικιλιακός
μονοποικιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοποικιλιακός
μονοποικιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του μονοποικιλιακός
μονοποικιλιακός	adj	που φτιάχνεται από μία μόνο ποικιλία ή περιλαμάνει μία μόνο ποικιλία από κάποιο είδος
μονοποικιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του μονοποικιλιακός
μονοπολιτισμέ	noun	κλητική ενικού του μονοπολιτισμός
μονοπολιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοπολιτισμός
μονοπολιτισμού	noun	γενική ενικού του μονοπολιτισμός
μονοπολιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονοπολιτισμός
μονοπολιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του μονοπολιτισμός
μονοπολιτισμός	noun	η απαλοιφή της πολυπολιτισμικότητας
μονοπολιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του μονοπολιτισμός
μονοπρόσωπα	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπε	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπες	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπη	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπης	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπο	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωποι	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπος	adj	που αποτελείται από ή σχετίζεται με ένα πρόσωπο
μονοπρόσωπου	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπους	=	μονοπρόσωπος
μονοπρόσωπων	=	μονοπρόσωπος
μονοπυρήνωση	noun	ιογενής λοίμωξη που χαρακτηρίζεται από υπερβολική κόπωση, υψηλό πυρετό και πρησμένους λεμφαδένες (ενίοτε προκαλείται από τον ιό Έπσταϊν Μπαρ
μονοπυρήνωσης	noun	γενική ενικού του μονοπυρήνωση
μονοπυρήνωσις	noun	μονοπυρήνωση
μονοπυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπυρηνικό
μονοπυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπυρηνική
μονοπυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνικής	adj	γενική ενικού του μονοπυρηνική
μονοπυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνικού	adj	γενική ενικού του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνικός	adj	αυτός που φέρει ένα μόνο πυρήνα
μονοπυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοπυρηνικός
μονοπυρηνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπυρήνωση
μονοπυρηνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μονοπυρήνωση
μονοπυρηνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μονοπυρήνωση
μονοπωλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλούμαι
μονοπωλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλούμαι
μονοπωλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπώληση
μονοπωλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήσεων	=	μονοπώληση
μονοπωλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλίου	noun	γενική ενικού του μονοπώλιο
μονοπωλίων	noun	γενική πληθυντικού του μονοπώλιο
μονοπωληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονοπωλούμαι
μονοπωληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονοπωλούμαι
μονοπωλημένα	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένε	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένες	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένη	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένης	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένο	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένοι	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπωλημένου	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένους	=	μονοπωλημένος
μονοπωλημένων	=	μονοπωλημένος
μονοπωλιακά	adv	με μονοπωλιακό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπωλιακό
μονοπωλιακέ	adj	κλητική ενικού του μονοπωλιακός
μονοπωλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπωλιακή
μονοπωλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοπωλιακός
μονοπωλιακής	adj	γενική ενικού του μονοπωλιακή
μονοπωλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοπωλιακός
μονοπωλιακού	adj	γενική ενικού του μονοπωλιακός
μονοπωλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοπωλιακός
μονοπωλιακό	adj	αιτιατική ενικού του μονοπωλιακός
μονοπωλιακός	adj	που έχει σχέση με το μονοπώλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μονοπωλιακών	adj	γενική πληθυντικού του μονοπωλιακός
μονοπωλιακώς	adv|dated	μονοπωλιακά
μονοπωλώ	verb	παράγω και πουλώ κάτι κατ’ αποκλειστικότητα
μονοπωλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μονοπωλώ
μονοπόδαρα	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρε	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρες	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρη	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρης	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρο	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαροι	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρος	adj	που έχει μόνο ένα πόδι
μονοπόδαρου	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρους	=	μονοπόδαρος
μονοπόδαρων	=	μονοπόδαρος
μονοπόρτι	noun	η είσοδος / δίοδος σε δύο ή περισσότερες κατοικίες από μία μόνο εξωτερική πόρτα
μονοπόρτια	=	μονοπόρτι
μονοπύρηνα	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνε	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνες	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνη	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνης	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνο	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνοι	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνος	adj	που έχει έναν πυρήνα
μονοπύρηνου	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνους	=	μονοπύρηνος
μονοπύρηνων	=	μονοπύρηνος
μονοπώλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπώλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπώλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπώλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοπωλώ
μονοπώληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονοπωλώ
μονοπώλησης	=	μονοπώληση
μονοπώλησις	noun	μονοπώληση
μονοπώλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοπώλιο
μονοπώλιο	noun	η κατάσταση κατά την οποία μία μόνο επιχείρηση ή φορέας έχει τη δυνατότητα να πωλεί ένα συγκεκριμένο προϊόν
μονοπώλιου	=	μονοπώλιο
μονορούφι	adv	χωρίς διακοπή, χωρίς ανάσα, με μια κίνηση
μονορχιδία	noun	η έλλειψη του ενός από τους δύο όρχεις η εύρεσή του σε ατροφική κατάσταση
μονορχιδίας	=	μονορχιδία
μονορχιδίες	=	μονορχιδία
μονορχιδιών	=	μονορχιδία
μονοσάνδαλα	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλε	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλες	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλη	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλης	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλο	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλοι	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλος	adj	που φοράει ένα μόνο σανδάλι
μονοσάνδαλου	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλους	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνδαλων	=	μονοσάνδαλος
μονοσάνταλα	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλε	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλες	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλη	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλης	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλο	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλοι	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλος	adj|vulgar	μονοσάνδαλος
μονοσάνταλου	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλους	=	μονοσάνταλος
μονοσάνταλων	=	μονοσάνταλος
μονοσέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσέλιδο
μονοσέλιδε	adj	κλητική ενικού του μονοσέλιδος
μονοσέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσέλιδη
μονοσέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοσέλιδος
μονοσέλιδης	adj	γενική ενικού του μονοσέλιδη
μονοσέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του μονοσέλιδος
μονοσέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοσέλιδος
μονοσέλιδος	adj	που έχει μόνο μια σελίδα
μονοσέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοσέλιδος
μονοσέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοσέλιδος
μονοσέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοσέλιδος
μονοσέπαλη	=	μονοσέπαλος
μονοσέπαλο	=	μονοσέπαλος
μονοσέπαλος	adj	του οποίου τα σέπαλα είναι ενωμένα
μονοσήμαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μονοσήμαντος	adv	με μονοσήμαντο τρόπο
μονοσήμαντε	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντες	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντη	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντης	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντο	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντοι	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντος	adj	που έχει μια μόνο σημασία
μονοσήμαντου	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντους	=	μονοσήμαντος
μονοσήμαντων	=	μονοσήμαντος
μονοσακχαρίτες	=	μονοσακχαρίτης
μονοσακχαρίτη	=	μονοσακχαρίτης
μονοσακχαρίτης	noun	Οι μονοσακχαρίτες είναι χημικές ενώσεις που δεν μπορούν να διασπαστούν σε άλλες απλούστερες ενώσεις, οι οποίες να ανήκουν στην κατηγορία των σακχάρων.
μονοσακχαριτών	=	μονοσακχαρίτης
μονοσημία	noun	όταν μια λέξη έχει μία μόνο σημασία
μονοσημίας	noun	γενική ενικού του μονοσημία
μονοσημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσημία
μονοσημιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοσημία
μονοσθενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονοσθενής
μονοσθενή	=	μονοσθενής
μονοσθενής	adj	ρίζα που έχει σθένος ένα, που έχει μόνο ένα ελεύθερο ηλεκτρόνιο και κατά συνέπεια μπορεί να σχηματίσει μόνο ένα χημικό δεσμό με άλλα μόρια ή άτομα
μονοσθενείς	=	μονοσθενής
μονοσθενούς	=	μονοσθενής
μονοσθενών	=	μονοσθενής
μονοσκάνδαλα	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλε	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλες	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλη	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλης	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλο	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλοι	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλος	adj	που φέρει μία σκανδάλη (για όπλο)
μονοσκάνδαλου	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλους	=	μονοσκάνδαλος
μονοσκάνδαλων	=	μονοσκάνδαλος
μονοσταυρία	noun	η δυνατότητα επιλογής / ψήφισης ενός μόνο υποψηφίου με την σημείωση ενός μόνο σταυρού προτίμησης δίπλα σε ένα από τα ονόματα της λίστας υποψηφίων / ψηφοδελτίου
μονοσταυρίας	noun	γενική ενικού του μονοσταυρία
μονοσταυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσταυρία
μονοσταυριών	noun	γενική πληθυντικού του μονοσταυρία
μονοστιβαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοστιβαδικό
μονοστιβαδικέ	adj	κλητική ενικού του μονοστιβαδικός
μονοστιβαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοστιβαδική
μονοστιβαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοστιβαδικός
μονοστιβαδικής	adj	γενική ενικού του μονοστιβαδική
μονοστιβαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοστιβαδικός
μονοστιβαδικού	adj	γενική ενικού του μονοστιβαδικός
μονοστιβαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοστιβαδικός
μονοστιβαδικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοστιβαδικός
μονοστιβαδικός	adj	που αποτελείται από μία μόνο στιβάδα
μονοστιβαδικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοστιβαδικός
μονοστιγμίς	adv|poetic	γρήγορα, σε μια μόνο στιγμή
μονοσυλλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσυλλαβικό
μονοσυλλαβικέ	adj	κλητική ενικού του μονοσυλλαβικός
μονοσυλλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσυλλαβική
μονοσυλλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοσυλλαβικός
μονοσυλλαβικής	adj	γενική ενικού του μονοσυλλαβική
μονοσυλλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοσυλλαβικός
μονοσυλλαβικού	adj	γενική ενικού του μονοσυλλαβικός
μονοσυλλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοσυλλαβικός
μονοσυλλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοσυλλαβικός
μονοσυλλαβικός	adj	που αποτελείται από λέξεις που έχουν μια συλλαβή
μονοσυλλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοσυλλαβικός
μονοσύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσύλλαβο
μονοσύλλαβε	adj	κλητική ενικού του μονοσύλλαβος
μονοσύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοσύλλαβη
μονοσύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοσύλλαβος
μονοσύλλαβης	adj	γενική ενικού του μονοσύλλαβη
μονοσύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του μονοσύλλαβος
μονοσύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοσύλλαβος
μονοσύλλαβος	adj	που αποτελείται από μια συλλαβή
μονοσύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονοσύλλαβος
μονοσύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοσύλλαβος
μονοσύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονοσύλλαβος
μονοτάξια	=	μονοτάξιος
μονοτάξιας	=	μονοτάξιος
μονοτάξιε	=	μονοτάξιος
μονοτάξιες	=	μονοτάξιος
μονοτάξιο	=	μονοτάξιος
μονοτάξιοι	=	μονοτάξιος
μονοτάξιος	adj	που έχει μία τάξη μόνο (για σχολείο)
μονοτάξιου	=	μονοτάξιος
μονοτάξιους	=	μονοτάξιος
μονοτάξιων	=	μονοτάξιος
μονοτοκία	noun	η ιδιότητα του μονοτόκου
μονοτοκίας	=	μονοτοκία
μονοτοκίες	=	μονοτοκία
μονοτοκιών	=	μονοτοκία
μονοτονία	noun	η ανιαρή επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, γεγονότων, συμβάντων κ.λπ.
μονοτονίας	noun	γενική ενικού του μονοτονία
μονοτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτονία
μονοτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτονικό
μονοτονικέ	adj	κλητική ενικού του μονοτονικός
μονοτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτονική
μονοτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοτονικός
μονοτονικής	adj	γενική ενικού του μονοτονική
μονοτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοτονικός
μονοτονικού	adj	γενική ενικού του μονοτονικός
μονοτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοτονικός
μονοτονικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μονοτονικός	noun	το μονοτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας στο οποίο χρησιμοποιείται μόνο ένα τονικό σημάδι, που ίσχυσε από το 1982 και μετά αντικαθιστώντας το πολυτονικό σύστημα
μονοτονικός	adj	που προβλέπει τη χρήση μόνο ενός τονικού σημείου (τόνου)
μονοτονικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοτονικός
μονοτονιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοτονία
μονοτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτοπικό
μονοτοπικέ	adj	κλητική ενικού του μονοτοπικός
μονοτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτοπική
μονοτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοτοπικός
μονοτοπικής	adj	γενική ενικού του μονοτοπική
μονοτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοτοπικός
μονοτοπικού	adj	γενική ενικού του μονοτοπικός
μονοτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοτοπικός
μονοτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοτοπικός
μονοτοπικός	adj	που ίσχυει ή συμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένη τοποθεσία-περιοχή
μονοτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοτοπικός
μονοτροχιόδρομος	noun|formal	σύστημα μεταφοράς εμπορευμάτων και υλικών ή σιδηροδρομικής συγκοινωνίας (για επιβάτες) με οχήματα ή βαγόνια που κινούνται σε μια μόνο σιδηροτροχιά, η οποία βρίσκεται είτε επάνω είτε κάτω από αυτά
μονοτυπία	noun	τυπογραφική μέθοδος εκτύπωσης που εκτυπώνει με αυτοτελή χωριστά στοιχεία
μονοτυπίας	noun	γενική ενικού του μονοτυπία
μονοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτυπία
μονοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτυπικό
μονοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του μονοτυπικός
μονοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοτυπική
μονοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοτυπικός
μονοτυπικής	adj	γενική ενικού του μονοτυπική
μονοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοτυπικός
μονοτυπικού	adj	γενική ενικού του μονοτυπικός
μονοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοτυπικός
μονοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοτυπικός
μονοτυπικός	adj	ταξινομική ομάδα με μία υποδεέστερη π.χ. ένα γένος με ένα μόνο είδος, ή ένα είδος με ένα υποείδος
μονοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοτυπικός
μονοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοτυπία
μονοτυπών	=	μονοτύπης
μονοτόκα	=	μονοτόκος
μονοτόκας	=	μονοτόκος
μονοτόκε	=	μονοτόκος
μονοτόκες	=	μονοτόκος
μονοτόκο	=	μονοτόκος
μονοτόκοι	=	μονοτόκος
μονοτόκος	adj	που τίκτει / γεννά ένα μόνο τέκνο κάθε φορά
μονοτόκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μονοτόκος
μονοτόκους	=	μονοτόκος
μονοτόκων	=	μονοτόκος
μονοτύπες	=	μονοτύπης
μονοτύπη	=	μονοτύπης
μονοτύπης	noun	τυπογράφος που ασχολείται με την μονοτυπία
μονοφαγία	noun	η κατανάλωση μόνο ενός είδους φαγητού (για παράδειγμα σε δίαιτα)
μονοφαγίας	noun	γενική ενικού του μονοφαγία
μονοφαγίες	=	μονοφαγία
μονοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοφαγία
μονοφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφασικό
μονοφασικέ	adj	κλητική ενικού του μονοφασικός
μονοφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφασική
μονοφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοφασικός
μονοφασικής	adj	γενική ενικού του μονοφασική
μονοφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοφασικός
μονοφασικού	adj	γενική ενικού του μονοφασικός
μονοφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοφασικός
μονοφασικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοφασικός
μονοφασικός	adj	που έχει μόνο μία φάση
μονοφασικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοφασικός
μονοφθοριούχα	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχας	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχε	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχες	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχο	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχοι	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχος	adj	που αφορά χημική ένωση που περιέχει ένα μόνο άτομο φθορίου ενωμένο με άλλο στοιχείο ή ρίζα
μονοφθοριούχου	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχους	=	μονοφθοριούχος
μονοφθοριούχων	=	μονοφθοριούχος
μονοφράγκου	=	μονόφραγκο
μονοφράγκων	=	μονόφραγκο
μονοφυές	=	μονοφυής
μονοφυή	=	μονοφυής
μονοφυής	adj|archaic	που έχει μία φύση
μονοφυείς	=	μονοφυής
μονοφυούς	=	μονοφυής
μονοφυσίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφυσίτης
μονοφυσίτη	=	μονοφυσίτης
μονοφυσίτης	noun	αυτός που πιστεύει ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινη
μονοφυσίτισσα	noun	θηλυκό του μονοφυσίτης
μονοφυσίτισσας	=	μονοφυσίτισσα
μονοφυσίτισσες	=	μονοφυσίτισσα
μονοφυσιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφυσιτικό
μονοφυσιτικέ	adj	κλητική ενικού του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφυσιτική
μονοφυσιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτικής	adj	γενική ενικού του μονοφυσιτική
μονοφυσιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτικού	adj	γενική ενικού του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτικός	adj	που έχει σχέση με τον μονοφυσιτισμό ή τους μονοφυσίτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
μονοφυσιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοφυσιτικός
μονοφυσιτισμέ	noun	κλητική ενικού του μονοφυσιτισμός
μονοφυσιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοφυσιτισμός
μονοφυσιτισμού	noun	γενική ενικού του μονοφυσιτισμός
μονοφυσιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονοφυσιτισμός
μονοφυσιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του μονοφυσιτισμός
μονοφυσιτισμός	noun	το χριστιανικό δόγμα που διδάσκει ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε από τη θεία
μονοφυσιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του μονοφυσιτισμός
μονοφυσιτισσών	=	μονοφυσίτισσα
μονοφυσιτών	=	μονοφυσίτης
μονοφυών	=	μονοφυής
μονοφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με μια φωνή
μονοφωνίας	noun	γενική ενικού του μονοφωνία
μονοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφωνία
μονοφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφωνικό
μονοφωνικέ	adj	κλητική ενικού του μονοφωνικός
μονοφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοφωνική
μονοφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοφωνικός
μονοφωνικής	adj	γενική ενικού του μονοφωνική
μονοφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοφωνικός
μονοφωνικού	adj	γενική ενικού του μονοφωνικός
μονοφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοφωνικός
μονοφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοφωνικός
μονοφωνικός	adj	που έχει σχέση με τη μονοφωνία ή αναφέρεται σ’ αυτή (είτε μουσική είτε άλλου είδους)
μονοφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοφωνικός
μονοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοφωνία
μονοφύλλου	=	μονόφυλλο
μονοφύλλων	=	μονόφυλλο
μονοχρωμία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι μονόχρωμο(ς)
μονοχρωμίας	noun	γενική ενικού του μονοχρωμία
μονοχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοχρωμία
μονοχρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοχρωματικό
μονοχρωματικέ	adj	κλητική ενικού του μονοχρωματικός
μονοχρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοχρωματική
μονοχρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοχρωματικός
μονοχρωματικής	adj	γενική ενικού του μονοχρωματική
μονοχρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοχρωματικός
μονοχρωματικού	adj	γενική ενικού του μονοχρωματικός
μονοχρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοχρωματικός
μονοχρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοχρωματικός
μονοχρωματικός	adj	που αποτελείται από ένα μόνο χρώμα
μονοχρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοχρωματικός
μονοχρωμικά	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικέ	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικές	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμική	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικής	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικοί	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικού	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικούς	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικό	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμικός	adj	που έχει σχέση με τη μονοχρωμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μονοχρωμικών	=	μονοχρωμικός
μονοχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του μονοχρωμία
μονοψήφια	=	μονοψήφιος
μονοψήφιας	=	μονοψήφιος
μονοψήφιε	=	μονοψήφιος
μονοψήφιες	=	μονοψήφιος
μονοψήφιο	=	μονοψήφιος
μονοψήφιοι	=	μονοψήφιος
μονοψήφιος	adj	για αριθμό με ένα μόνο ψηφίο
μονοψήφιου	=	μονοψήφιος
μονοψήφιους	=	μονοψήφιος
μονοψήφιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μονοψήφιος
μονοψωνίου	=	μονοψώνιο
μονοψωνίων	=	μονοψώνιο
μονοψωνιακά	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακέ	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακές	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακή	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακής	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακοί	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακού	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακούς	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακό	=	μονοψωνιακός
μονοψωνιακός	adj	που σχετίζεται με το μονοψώνιο
μονοψωνιακών	=	μονοψωνιακός
μονοψώνια	=	μονοψώνιο
μονοψώνιο	noun	μορφή της αγοράς στην οποία μόνο ένας αγοραστής ζητά από πολλούς πωλητές μια υπηρεσία ή ένα προϊόν και επομένως μπορεί να ασκήσει πίεση στις τιμές ή/και στις συνθήκες προσφοράς εκείνου του αγαθού
μονοψώνιου	=	μονοψώνιο
μονοϋβριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοϋβριδικό
μονοϋβριδικέ	adj	κλητική ενικού του μονοϋβριδικός
μονοϋβριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοϋβριδική
μονοϋβριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοϋβριδικός
μονοϋβριδικής	adj	γενική ενικού του μονοϋβριδική
μονοϋβριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοϋβριδικός
μονοϋβριδικού	adj	γενική ενικού του μονοϋβριδικός
μονοϋβριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοϋβριδικός
μονοϋβριδικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοϋβριδικός
μονοϋβριδικός	adj	ο σχετικός με μονοϋβρίδιο
μονοϋβριδικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοϋβριδικός
μονοϋδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοϋδρικό
μονοϋδρικέ	adj	κλητική ενικού του μονοϋδρικός
μονοϋδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονοϋδρική
μονοϋδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονοϋδρικός
μονοϋδρικής	adj	γενική ενικού του μονοϋδρική
μονοϋδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονοϋδρικός
μονοϋδρικού	adj	γενική ενικού του μονοϋδρικός
μονοϋδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονοϋδρικός
μονοϋδρικό	adj	αιτιατική ενικού του μονοϋδρικός
μονοϋδρικός	adj	που αναφέρεται σε χημική ένωση που περιέχει ένα μόνο μόριο νερού ή ένα μόνο ένα μόριο υδροξυλίου (OH) ανά μόριο μιας ουσίας
μονοϋδρικών	adj	γενική πληθυντικού του μονοϋδρικός
μονού	adj	γενική ενικού του μονός
μονούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονός
μονσινιόρε	=	μονσινιόρος
μονσινιόρο	=	μονσινιόρος
μονσινιόροι	=	μονσινιόρος
μονσινιόρος	noun	τιμητικός εκκλησιαστικός τίτλος της Καθολικής Εκκλησίας, ο οποίος απονέμεται από τον Πάπα σε ορισμένους κληρικούς, κυρίως ιερείς, ως αναγνώριση της προσφοράς ή του εκκλησιαστικού τους αξιώματος.
μονσινιόρου	=	μονσινιόρος
μονσινιόρους	=	μονσινιόρος
μονσινιόρων	=	μονσινιόρος
μονστέρα	noun	φυτό εσωτερικού χώρου που ξεχωρίζει από τα φύλλα του τα οποία περιέχουν φυσικά ανοίγματα
μοντάζ	noun	η τέχνη της επιλογής και σύνδεσης των εικόνων και των πλάνων και η διαδικασία αυτή, στο στάδιο της επεξεργασίας της ταινίας
μοντάλ	noun	πολύ μαλακό και απαλό ημισυνθετικό ύφασμα από πολτό φυσικού υλικού από δέντρο οξιάς επεξεργασμένο με μούλιασμα σε χημικές ουσίες
μοντάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μοντάρω
μοντάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μοντάρω
μοντάρω	verb	συναρμολογώ τα επιμέρους τμήματα ή εξαρτήματα μιας συσκευής ή μηχανήματος, ώστε να λειτουργήσει σωστά
μοντέζ	noun	θηλυκό του μοντέρ
μοντέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντέλο
μοντέλο	noun	οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως δείγμα για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο
μοντέλου	noun	γενική ενικού του μοντέλο
μοντέλων	noun	γενική πληθυντικού του μοντέλο
μοντέρ	noun	στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, ο καλλιτέχνης ή τεχνικός που ασχολείται με το μοντάζ
μοντέρνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοντέρνος
μοντέρνας	=	μοντέρνος
μοντέρνε	=	μοντέρνος
μοντέρνες	=	μοντέρνος
μοντέρνο	=	μοντέρνος
μοντέρνοι	=	μοντέρνος
μοντέρνος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του παρόντος, που τείνει προς το σύγχρονο και την καινοτομία και που αποφεύγει την παράδοση
μοντέρνου	=	μοντέρνος
μοντέρνους	=	μοντέρνος
μοντέρνων	=	μοντέρνος
μονταδόρε	=	μονταδόρος
μονταδόρο	=	μονταδόρος
μονταδόροι	=	μονταδόρος
μονταδόρος	noun	τεχνίτης που μοντάρει
μονταδόρου	=	μονταδόρος
μονταδόρους	=	μονταδόρος
μονταδόρων	=	μονταδόρος
μονταζιέρα	noun	συσκευή ή πρόγραμμα υπολογιστή με τα οποία γίνεται το μοντάζ εικόνας ή ήχου
μονταζιέρας	=	μονταζιέρα
μονταζιέρες	=	μονταζιέρα
μονταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντάρισμα
μονταρίσματος	noun	γενική ενικού του μοντάρισμα
μονταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μοντάρισμα
μονταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονταρισμένο
μονταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μονταρισμένος
μονταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονταρισμένη
μονταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονταρισμένος
μονταρισμένης	verb	γενική ενικού του μονταρισμένη
μονταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μονταρισμένος
μονταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονταρισμένος
μονταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονταρισμένος
μονταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μονταρισμένος
μονταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονταρισμένος
μοντελά	=	μοντελάς
μοντελάδες	=	μοντελάς
μοντελάδων	=	μοντελάς
μοντελάκι	noun	υποκοριστικό του μοντέλο
μοντελάκια	=	μοντελάκι
μοντελάς	noun	αυτός που κατασκευάζει καλούπια (μοντέλα), ο προτυποποιός
μοντελίστ	noun	σχεδιαστής νέων μοντέλων ρούχων
μοντελίστα	noun	άλλη μορφή του μοντελίστ
μοντελίστας	noun	άλλη μορφή του μοντελίστ
μοντελίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντελίστα
μοντελισμέ	noun	κλητική ενικού του μοντελισμός
μοντελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοντελισμός
μοντελισμού	noun	γενική ενικού του μοντελισμός
μοντελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοντελισμός
μοντελισμό	noun	αιτιατική ενικού του μοντελισμός
μοντελισμός	noun	η συναρμολόγηση μοντέλων αεροπλάνων, πλοίων κ.λπ., τα οποία αποτελούν μικρογραφία των αυθεντικών
μοντελισμών	noun	γενική πληθυντικού του μοντελισμός
μοντελιστών	noun	γενική πληθυντικού του μοντελίστα
μοντελοποίει	=	μοντελοποιώ
μοντελοποίησα	=	μοντελοποιώ
μοντελοποίησαν	=	μοντελοποιώ
μοντελοποίησε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποίησες	=	μοντελοποιώ
μοντελοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μοντελοποιώ
μοντελοποίησης	=	μοντελοποίηση
μοντελοποιήσαμε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιήσαν	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιήσανε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιήσατε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιήσει	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιήσεις	=	μοντελοποίηση
μοντελοποιήσεων	=	μοντελοποίηση
μοντελοποιήστε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιεί	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιείς	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιείτε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούμε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούν	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούνε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσα	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσαμε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσαν	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσανε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσατε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσε	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιούσες	=	μοντελοποιώ
μοντελοποιώ	verb	παρουσιάζω ένα πρόβλημα ]της μηχανικής μέσω ειδικού λογισμικού
μοντελοποιώντας	=	μοντελοποιώ
μοντεράτο	noun	ρυθμική αγωγή για την εκτέλεση μουσικών έργων με μέτρια ταχύτητα εκτέλεσης, ούτε πολύ αργά, ούτε πολύ γρήγορα
μοντερνίζω	verb	άλλη μορφή του εκμοντερνίζω
μοντερνίστρια	noun	θηλυκό του μοντερνιστής
μοντερνίστριας	noun	γενική ενικού του μοντερνίστρια
μοντερνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντερνίστρια
μοντερνισμέ	noun	κλητική ενικού του μοντερνισμός
μοντερνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντερνισμένο
μοντερνισμένε	verb	κλητική ενικού του μοντερνισμένος
μοντερνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντερνισμένη
μοντερνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοντερνισμένος
μοντερνισμένης	verb	γενική ενικού του μοντερνισμένη
μοντερνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μοντερνισμένος
μοντερνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοντερνισμένος
μοντερνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοντερνισμένος
μοντερνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοντερνισμένος
μοντερνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοντερνισμένος
μοντερνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοντερνισμός
μοντερνισμού	noun	γενική ενικού του μοντερνισμός
μοντερνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοντερνισμός
μοντερνισμό	noun	αιτιατική ενικού του μοντερνισμός
μοντερνισμός	noun	η ιδιότητα του μοντέρνου
μοντερνισμών	noun	γενική πληθυντικού του μοντερνισμός
μοντερνιστές	=	μοντερνιστής
μοντερνιστή	=	μοντερνιστής
μοντερνιστής	noun	κάποιος που ακολουθεί τον μοντερνισμό
μοντερνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μοντερνιστικός	adv	με μοντερνιστικό τρόπο
μοντερνιστικέ	adj	κλητική ενικού του μοντερνιστικός
μοντερνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντερνιστική
μοντερνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοντερνιστικός
μοντερνιστικής	adj	γενική ενικού του μοντερνιστική
μοντερνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοντερνιστικός
μοντερνιστικού	adj	γενική ενικού του μοντερνιστικός
μοντερνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοντερνιστικός
μοντερνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μοντερνιστικός
μοντερνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μοντερνιστή ή τον μοντερνισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
μοντερνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μοντερνιστικός
μοντερνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μοντερνίστρια
μοντερνιστών	=	μοντερνιστής
μοντεσσοριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντεσσοριανό
μοντεσσοριανέ	adj	κλητική ενικού του μοντεσσοριανός
μοντεσσοριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοντεσσοριανή
μοντεσσοριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοντεσσοριανός
μοντεσσοριανής	adj	γενική ενικού του μοντεσσοριανή
μοντεσσοριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοντεσσοριανός
μοντεσσοριανού	adj	γενική ενικού του μοντεσσοριανός
μοντεσσοριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοντεσσοριανός
μοντεσσοριανό	adj	αιτιατική ενικού του μοντεσσοριανός
μοντεσσοριανός	adj	που σχετίζεται με το εκπαιδευτικό σύστημα (μοντεσσοριανισμός) της Maria Montessori
μοντεσσοριανών	adj	γενική πληθυντικού του μοντεσσοριανός
μονυέλου	=	μονύελος
μονυέλους	=	μονύελος
μονυέλων	=	μονύελος
μονυδρίου	=	μονύδριο
μονυδρίων	=	μονύδριο
μονωδέ	=	μονωδός
μονωδία	noun	μουσική σύνθεση για μία φωνή
μονωδίας	noun	γενική ενικού του μονωδία
μονωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωδία
μονωδιών	noun	γενική πληθυντικού του μονωδία
μονωδοί	=	μονωδός
μονωδού	=	μονωδός
μονωδούς	=	μονωδός
μονωδό	=	μονωδός
μονωδός	noun	αυτός που ψάλλει μονωδίες
μονωδών	=	μονωδός
μονωθήκαμε	=	μονώνω
μονωθήκαν	=	μονώνω
μονωθήκανε	=	μονώνω
μονωθήκατε	=	μονώνω
μονωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονώνομαι
μονωθείτε	=	μονώνω
μονωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονώνομαι
μονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωμένο
μονωμένε	verb	κλητική ενικού του μονωμένος
μονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωμένη
μονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονωμένος
μονωμένης	verb	γενική ενικού του μονωμένη
μονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μονωμένος
μονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονωμένος
μονωμένος	verb	που έχει μονωθεί
μονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονωμένος
μονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μονωμένος
μονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονωμένος
μονωνόμασταν	=	μονώνω
μονωνόμαστε	=	μονώνω
μονωνόμουν	=	μονώνω
μονωνόμουνα	=	μονώνω
μονωνόντουσαν	=	μονώνω
μονωνόσασταν	=	μονώνω
μονωνόσαστε	=	μονώνω
μονωνόσουν	=	μονώνω
μονωνόσουνα	=	μονώνω
μονωνόταν	=	μονώνω
μονωνότανε	=	μονώνω
μονωνύμου	noun	γενική ενικού του μονώνυμο
μονωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του μονώνυμο
μονωρόφου	=	μονώροφο
μονωρόφων	=	μονώροφο
μονωσά	=	μονωσάς
μονωσάδες	=	μονωσάς
μονωσάδων	=	μονωσάς
μονωσάς	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα την εγκατάσταση μονωτικών υλικών
μονωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωτής
μονωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μονωτής
μονωτήρ	noun	μονωτήρας
μονωτήρα	=	μονωτήρας
μονωτήρας	noun	υλικό που συμβάλλει στη μόνωση από το ηλεκτρικό ρεύμα
μονωτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωτήρας
μονωτήρων	=	μονωτήρας
μονωτής	noun	κάθε υλικό το οποίο δεν επιτρέπει την ελεύθερη διέλευση του ηλεκτρικού φορτίου από τη μάζα του
μονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωτικό
μονωτικέ	adj	κλητική ενικού του μονωτικός
μονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονωτική
μονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονωτικός
μονωτικής	adj	γενική ενικού του μονωτική
μονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονωτικός
μονωτικού	adj	γενική ενικού του μονωτικός
μονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονωτικός
μονωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μονωτικός
μονωτικός	adj	που έχει σχέση με τη μόνωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
μονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μονωτικός
μονωτών	noun	γενική πληθυντικού του μονωτής
μονό	adj	αιτιατική ενικού του μονός
μονόγαμα	=	μονόγαμος
μονόγαμε	=	μονόγαμος
μονόγαμες	=	μονόγαμος
μονόγαμη	=	μονόγαμος
μονόγαμης	=	μονόγαμος
μονόγαμο	=	μονόγαμος
μονόγαμοι	=	μονόγαμος
μονόγαμος	adj	που έχει παντρευτεί μία μόνο φορά
μονόγαμου	=	μονόγαμος
μονόγαμους	=	μονόγαμος
μονόγαμων	=	μονόγαμος
μονόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόγλωσσο
μονόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του μονόγλωσσος
μονόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόγλωσση
μονόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόγλωσσος
μονόγλωσσης	adj	γενική ενικού του μονόγλωσση
μονόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του μονόγλωσσος
μονόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόγλωσσος
μονόγλωσσος	adj	που είναι γραμμένο σε μία γλώσσα
μονόγλωσσου	adj	γενική ενικού του μονόγλωσσος
μονόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόγλωσσος
μονόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού του μονόγλωσσος
μονόγραμμα	noun	σύμπλεγμα (των αρχικών συνήθως ενός ονοματεπώνυμου) γραμμάτων
μονόγραμμε	=	μονόγραμμος
μονόγραμμες	=	μονόγραμμος
μονόγραμμη	=	μονόγραμμος
μονόγραμμης	=	μονόγραμμος
μονόγραμμο	=	μονόγραμμος
μονόγραμμοι	=	μονόγραμμος
μονόγραμμος	adj	που έχει σχεδιαστεί με μία μόνο γραμμή
μονόγραμμου	=	μονόγραμμος
μονόγραμμους	=	μονόγραμμος
μονόγραμμων	=	μονόγραμμος
μονόγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονόγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονόγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονόγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονογράφω
μονόδραμα	noun	είδος μουσικού θεάτρου που αποδίδεται από έναν μόνο ηθοποιό
μονόδρομα	adv|figurative	σε μονόδρομο
μονόδρομε	=	μονόδρομος
μονόδρομη	=	μονόδρομος
μονόδρομο	noun	αιτιατική ενικού του μονόδρομος
μονόδρομοι	=	μονόδρομος
μονόδρομος	noun	δρόμος όπου η κίνηση οχημάτων επιτρέπεται μόνο προς τη μία κατεύθυνση	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του μονόδρομου
μονόδρομου	=	μονόδρομος
μονόδρομους	=	μονόδρομος
μονόδρομων	=	μονόδρομος
μονόευρα	=	μονόευρο
μονόευρο	noun	κέρμα αξίας ενός ευρώ
μονόευρου	=	μονόευρο
μονόευρων	=	μονόευρο
μονόζυγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόζυγο
μονόζυγο	noun	όργανο γυμναστικής με δύο κάθετες στο έδαφος ή το δάπεδο ράβδους, που στηρίζουν μία οριζόντια, απ’ την οποία πιάνεται με τα χέρια ο αθλητής ή αθλούμενος και κάνει έλξεις ή άλλες ασκήσεις
μονόζυγου	noun	γενική ενικού του μονόζυγο
μονόζυγων	noun	γενική πληθυντικού του μονόζυγο
μονόθεμα	=	μονόθεμος
μονόθεμε	=	μονόθεμος
μονόθεμες	=	μονόθεμος
μονόθεμη	=	μονόθεμος
μονόθεμης	=	μονόθεμος
μονόθεμο	=	μονόθεμος
μονόθεμοι	=	μονόθεμος
μονόθεμον	=	μονόθεμος
μονόθεμος	adj	για λέξη που το θέμα της παραμένει αμετάβλητο και μοναδικό, κατά την κλίση της
μονόθεμου	=	μονόθεμος
μονόθεμους	=	μονόθεμος
μονόθεμων	=	μονόθεμος
μονόκαννα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόκαννο
μονόκαννε	adj	κλητική ενικού του μονόκαννος
μονόκαννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόκαννη
μονόκαννη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόκαννος
μονόκαννης	adj	γενική ενικού του μονόκαννη
μονόκαννο	noun	όπλο που έχει μία κάννη
μονόκαννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόκαννος
μονόκαννος	adj	που έχει μόνο μία κάννη
μονόκαννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόκαννος
μονόκαννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόκαννος
μονόκαννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόκαννος
μονόκερε	=	μονόκερος
μονόκερο	=	μονόκερος
μονόκεροι	=	μονόκερος
μονόκερος	noun	άλλη γραφή του μονόκερως
μονόκερου	=	μονόκερος
μονόκερους	=	μονόκερος
μονόκερων	=	μονόκερος
μονόκερως	noun	αρχαία γραφή του μονόκερος
μονόκιαλα	=	μονόκιαλο
μονόκιαλο	noun	κιάλι για έναν οφθαλμό
μονόκιαλου	=	μονόκιαλο
μονόκιαλων	=	μονόκιαλο
μονόκιλα	=	μονόκιλος
μονόκιλε	=	μονόκιλος
μονόκιλες	=	μονόκιλος
μονόκιλη	=	μονόκιλος
μονόκιλης	=	μονόκιλος
μονόκιλο	=	μονόκιλος
μονόκιλοι	=	μονόκιλος
μονόκιλος	adj	που ζυγίζει ένα κιλό
μονόκιλου	=	μονόκιλος
μονόκιλους	=	μονόκιλος
μονόκιλων	=	μονόκιλος
μονόκλ	noun	ειδικός φακός για τη διόρθωση προβλημάτων όρασης που φοριέται στο ένα μάτι, συνήθως χωρίς άλλη υποστήριξη
μονόκλινα	=	μονόκλινο
μονόκλινο	noun	δωμάτιο σε ξενοδοχείο, πανσιόν κλπ που έχει ένα μόνο κρεβάτι, που προορίζεται για ένα μόνο άτομο
μονόκλινου	=	μονόκλινο
μονόκλινων	=	μονόκλινο
μονόκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόκλιτο
μονόκλιτε	adj	κλητική ενικού του μονόκλιτος
μονόκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόκλιτη
μονόκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόκλιτος
μονόκλιτης	adj	γενική ενικού του μονόκλιτη
μονόκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του μονόκλιτος
μονόκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόκλιτος
μονόκλιτος	adj	που έχει ένα μόνο κλίτος
μονόκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόκλιτος
μονόκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόκλιτος
μονόκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόκλιτος
μονόκλωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόκλωνο
μονόκλωνε	adj	κλητική ενικού του μονόκλωνος
μονόκλωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόκλωνη
μονόκλωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόκλωνος
μονόκλωνης	adj	γενική ενικού του μονόκλωνη
μονόκλωνο	adj	αιτιατική ενικού του μονόκλωνος
μονόκλωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόκλωνος
μονόκλωνος	adj	για φυτό: που έχει ένα μόνο βλαστό
μονόκλωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόκλωνος
μονόκλωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόκλωνος
μονόκλωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόκλωνος
μονόκοπα	=	μονόκοπος
μονόκοπε	=	μονόκοπος
μονόκοπες	=	μονόκοπος
μονόκοπη	=	μονόκοπος
μονόκοπης	=	μονόκοπος
μονόκοπο	=	μονόκοπος
μονόκοποι	=	μονόκοπος
μονόκοπος	adj	που έχει μία μόνο κόψη
μονόκοπου	=	μονόκοπος
μονόκοπους	=	μονόκοπος
μονόκοπων	=	μονόκοπος
μονόκωπα	=	μονόκωπος
μονόκωπε	=	μονόκωπος
μονόκωπες	=	μονόκωπος
μονόκωπη	=	μονόκωπος
μονόκωπης	=	μονόκωπος
μονόκωπο	=	μονόκωπος
μονόκωποι	=	μονόκωπος
μονόκωπος	adj	που έχει μόνο ένα κουπί
μονόκωπου	=	μονόκωπος
μονόκωπους	=	μονόκωπος
μονόκωπων	=	μονόκωπος
μονόλεπτα	=	μονόλεπτος
μονόλεπτε	=	μονόλεπτος
μονόλεπτες	=	μονόλεπτος
μονόλεπτη	=	μονόλεπτος
μονόλεπτης	=	μονόλεπτος
μονόλεπτο	noun	κέρμα αξίας ενός λεπτού
μονόλεπτοι	=	μονόλεπτος
μονόλεπτος	adj	που έχει χρονική διάρκεια ενός λεπτού
μονόλεπτου	=	μονόλεπτος
μονόλεπτους	=	μονόλεπτος
μονόλεπτων	=	μονόλεπτος
μονόλεφτα	=	μονόλεφτος
μονόλεφτε	=	μονόλεφτος
μονόλεφτες	=	μονόλεφτος
μονόλεφτη	=	μονόλεφτος
μονόλεφτης	=	μονόλεφτος
μονόλεφτο	=	μονόλεφτος
μονόλεφτοι	=	μονόλεφτος
μονόλεφτος	adj|vulgar	άλλη γραφή του μονόλεπτος
μονόλεφτου	=	μονόλεφτος
μονόλεφτους	=	μονόλεφτος
μονόλεφτων	=	μονόλεφτος
μονόλιθε	=	μονόλιθος
μονόλιθο	=	μονόλιθος
μονόλιθοι	=	μονόλιθος
μονόλιθος	noun	μεγάλη πέτρα που αποτελείται από ένα μόνο κομμάτι
μονόλιθου	=	μονόλιθος
μονόλιθους	=	μονόλιθος
μονόλιθων	=	μονόλιθος
μονόλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόλιτρο
μονόλοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόλοβο
μονόλοβε	adj	κλητική ενικού του μονόλοβος
μονόλοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόλοβη
μονόλοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόλοβος
μονόλοβης	adj	γενική ενικού του μονόλοβη
μονόλοβο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μονόλοβος	noun	άνοιγμα ή παράθυρο που έχει αψιδωτό υπέρθυρο με ένα μικρό τόξο
μονόλοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόλοβος
μονόλοβος	adj	που έχει έναν λοβό
μονόλοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόλοβος
μονόλοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόλοβος
μονόλοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόλοβος
μονόλογε	noun	κλητική ενικού του μονόλογος
μονόλογο	noun	αιτιατική ενικού του μονόλογος
μονόλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόλογος
μονόλογος	noun	συνεχής λόγος ενός προσώπου, που έχει μια σχετική διάρκεια και δεν διακόπτεται από συνομιλητή
μονόλογου	noun	γενική ενικού του μονόλογος
μονόλογους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μονόλογος
μονόλογων	noun	γενική πληθυντικού του μονόλογος
μονόμπαντα	adv	από τη μια πλευρά
μονόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόξυλο
μονόξυλο	noun	σκάφος που κατασκευάζεται από ένα μοναδικό κορμό ξύλου
μονόξυλου	noun	γενική ενικού του μονόξυλο
μονόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του μονόξυλο
μονόπαντα	adv	από τη μια πλευρά
μονόπατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπατο	adv	από ή προς τη μία πλευρά
μονόπατε	=	μονόπατος
μονόπατες	=	μονόπατος
μονόπατη	=	μονόπατος
μονόπατης	=	μονόπατος
μονόπατο	=	μονόπατος
μονόπατοι	=	μονόπατος
μονόπατος	adj	ο μονώροφος
μονόπατου	=	μονόπατος
μονόπατους	=	μονόπατος
μονόπατων	=	μονόπατος
μονόπετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπετρο
μονόπετρο	noun	δαχτυλίδι με έναν (μεγάλου μεγέθους και αξίας) πολύτιμο λίθο
μονόπετρου	=	μονόπετρο
μονόπετρων	=	μονόπετρο
μονόπλευρα	adv	με μονόπλευρο τρόπο
μονόπλευρε	adj	κλητική ενικού του μονόπλευρος
μονόπλευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπλευρη
μονόπλευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόπλευρος
μονόπλευρης	adj	γενική ενικού του μονόπλευρη
μονόπλευρο	adj	αιτιατική ενικού του μονόπλευρος
μονόπλευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόπλευρος
μονόπλευρος	adj	που θεωρεί μόνο τη μία πλευρά των πραγμάτων, αφήνοντας απαρατήρητες όλες τις άλλες προοπτικές τους
μονόπλευρου	adj	γενική ενικού του μονόπλευρος
μονόπλευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόπλευρος
μονόπλευρων	adj	γενική πληθυντικού του μονόπλευρος
μονόπολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπολο
μονόπολε	adj	κλητική ενικού του μονόπολος
μονόπολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπολη
μονόπολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόπολος
μονόπολης	adj	γενική ενικού του μονόπολη
μονόπολο	adj	αιτιατική ενικού του μονόπολος
μονόπολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόπολος
μονόπολος	adj	που έχει έναν μόνο πόλο
μονόπολου	adj	γενική ενικού του μονόπολος
μονόπολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόπολος
μονόπολων	adj	γενική πληθυντικού του μονόπολος
μονόπους	adj|formal	άλλη μορφή του μονοπόδαρος
μονόπρακτα	=	μονόπρακτος
μονόπρακτε	=	μονόπρακτος
μονόπρακτες	=	μονόπρακτος
μονόπρακτη	=	μονόπρακτος
μονόπρακτης	=	μονόπρακτος
μονόπρακτο	noun	θεατρικό έργο σε μία μόνο πράξη
μονόπρακτοι	=	μονόπρακτος
μονόπρακτος	adj	που αποτελείται από μία πράξη
μονόπρακτου	=	μονόπρακτος
μονόπρακτους	=	μονόπρακτος
μονόπρακτων	=	μονόπρακτος
μονόπτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπτερο
μονόπτερε	adj	κλητική ενικού του μονόπτερος
μονόπτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόπτερη
μονόπτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόπτερος
μονόπτερης	adj	γενική ενικού του μονόπτερη
μονόπτερο	adj	αιτιατική ενικού του μονόπτερος
μονόπτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόπτερος
μονόπτερος	adj	που έχει ένα φτερό / πτερό
μονόπτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόπτερος
μονόπτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόπτερος
μονόπτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόπτερος
μονόριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόριχτο
μονόριχτε	adj	κλητική ενικού του μονόριχτος
μονόριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόριχτη
μονόριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόριχτος
μονόριχτης	adj	γενική ενικού του μονόριχτη
μονόριχτο	adj	αιτιατική ενικού του μονόριχτος
μονόριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόριχτος
μονόριχτος	adj	που είναι φτιαγμένος με ένα κεκλιμένο επίπεδο
μονόριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόριχτος
μονόριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόριχτος
μονόριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόριχτος
μονόρχεις	=	μόνορχις
μονός	adj	που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι
μονός-ή-ό	=	μονός
μονόσημα	=	μονόσημος
μονόσημε	=	μονόσημος
μονόσημες	=	μονόσημος
μονόσημη	=	μονόσημος
μονόσημης	=	μονόσημος
μονόσημο	=	μονόσημος
μονόσημοι	=	μονόσημος
μονόσημος	adj	που έχει μια μόνο σημασία
μονόσημου	=	μονόσημος
μονόσημους	=	μονόσημος
μονόσημων	=	μονόσημος
μονόσπερμα	=	μονόσπερμος
μονόσπερμε	=	μονόσπερμος
μονόσπερμες	=	μονόσπερμος
μονόσπερμη	=	μονόσπερμος
μονόσπερμης	=	μονόσπερμος
μονόσπερμο	=	μονόσπερμος
μονόσπερμοι	=	μονόσπερμος
μονόσπερμος	adj	που περιέχει ένα μόνο σπέρμα
μονόσπερμου	=	μονόσπερμος
μονόσπερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόσπερμος
μονόσπερμων	=	μονόσπερμος
μονόστηλα	=	μονόστηλο
μονόστηλε	=	μονόστηλος
μονόστηλες	=	μονόστηλος
μονόστηλη	=	μονόστηλος
μονόστηλης	=	μονόστηλος
μονόστηλο	noun	το κείμενο ή η φωτογραφία που καταλαμβάνει μία στήλη ή τμήμα της σε μία σελίδα η οποία χωρίζεται νοητά σε 3-4 στήλες
μονόστηλοι	=	μονόστηλος
μονόστηλος	adj	που καταλαμβάνει μία στήλη ή τμήμα της σε μία σελίδα εντύπου η οποία χωρίζεται νοητά σε 3-4 στήλες
μονόστηλου	=	μονόστηλο
μονόστηλους	=	μονόστηλος
μονόστηλων	=	μονόστηλο
μονόστιχα	=	μονόστιχος
μονόστιχε	=	μονόστιχος
μονόστιχες	=	μονόστιχος
μονόστιχη	=	μονόστιχος
μονόστιχης	=	μονόστιχος
μονόστιχο	=	μονόστιχος
μονόστιχοι	=	μονόστιχος
μονόστιχος	adj	που αποτελείται από έναν στίχο
μονόστιχου	=	μονόστιχος
μονόστιχους	=	μονόστιχος
μονόστιχων	=	μονόστιχος
μονότεκνα	=	μονότεκνος
μονότεκνε	=	μονότεκνος
μονότεκνες	=	μονότεκνος
μονότεκνη	=	μονότεκνος
μονότεκνης	=	μονότεκνος
μονότεκνο	=	μονότεκνος
μονότεκνοι	=	μονότεκνος
μονότεκνος	adj|archaic	που έχει ένα μόνο τέκνο
μονότεκνου	=	μονότεκνος
μονότεκνους	=	μονότεκνος
μονότεκνων	=	μονότεκνος
μονότερμα	adv	τους πήραμε μονότερμα: για να δηλωθεί η απόλυτη υπεροχή της μιας ομάδας η οποία επιτίθεται συνεχώς και επομένως ο αγώνας γίνεται μπροστά στο ένα μόνο τέρμα	noun	είδος ποδοσφαίρου όπου οι δύο αντίπαλες (ολιγομελείς συνήθως) ομάδες προσπαθούν να βάλουν γκολ σε ένα και μόνο τέρμα (ο τερματοφύλακας δεν είναι μέλος καμίας από τις δύο ομάδες)
μονότομα	=	μονότομος
μονότομε	=	μονότομος
μονότομες	=	μονότομος
μονότομη	=	μονότομος
μονότομης	=	μονότομος
μονότομο	=	μονότομος
μονότομοι	=	μονότομος
μονότομος	adj	που αποτελείται από έναν μόνο τόμο
μονότομου	=	μονότομος
μονότομους	=	μονότομος
μονότομων	=	μονότομος
μονότονα	adv	με μονότονο τρόπο
μονότονε	adj	κλητική ενικού του μονότονος
μονότονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονότονη
μονότονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονότονος
μονότονης	adj	γενική ενικού του μονότονη
μονότονο	adj	αιτιατική ενικού του μονότονος
μονότονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονότονος
μονότονος	adj	που συνίσταται από ένα επαναλαμβανόμενο ηχητικό τόνο
μονότονου	adj	γενική ενικού του μονότονος
μονότονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονότονος
μονότονων	adj	γενική πληθυντικού του μονότονος
μονότοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονότοξο
μονότοξε	adj	κλητική ενικού του μονότοξος
μονότοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονότοξη
μονότοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονότοξος
μονότοξης	adj	γενική ενικού του μονότοξη
μονότοξο	adj	αιτιατική ενικού του μονότοξος
μονότοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονότοξος
μονότοξος	adj	που έχει ένα τόξο, μία καμάρα, δηλαδή μια κατασκευή με σχήμα καμπύλο, που μοιάζει με του τόξου
μονότοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονότοξος
μονότοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονότοξος
μονότοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονότοξος
μονότροπα	adv	με μονότροπο τρόπο
μονότροπε	=	μονότροπος
μονότροπες	=	μονότροπος
μονότροπη	=	μονότροπος
μονότροπης	=	μονότροπος
μονότροπο	=	μονότροπος
μονότροποι	=	μονότροπος
μονότροπος	adj	που συμβαίνει κατά έναν μόνο τρόπο
μονότροπου	=	μονότροπος
μονότροπους	=	μονότροπος
μονότροπων	=	μονότροπος
μονόφαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόφαρδο
μονόφαρδε	adj	κλητική ενικού του μονόφαρδος
μονόφαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόφαρδη
μονόφαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόφαρδος
μονόφαρδης	adj	γενική ενικού του μονόφαρδη
μονόφαρδο	adj	αιτιατική ενικού του μονόφαρδος
μονόφαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόφαρδος
μονόφαρδος	adj	που έχει (σχετικά) μικρό φάρδος (ίσως και το μισό από τον διπλόφαρδο)
μονόφαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόφαρδος
μονόφαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόφαρδος
μονόφαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόφαρδος
μονόφατσα	=	μονόφατσος
μονόφατσε	=	μονόφατσος
μονόφατσες	=	μονόφατσος
μονόφατση	=	μονόφατσος
μονόφατσης	=	μονόφατσος
μονόφατσο	=	μονόφατσος
μονόφατσοι	=	μονόφατσος
μονόφατσος	adj|vulgar	που έχει μία φάτσα, μία πρόσοψη, «βλέπει» σε έναν δρόμο (για οικόπεδο)
μονόφατσου	=	μονόφατσος
μονόφατσους	=	μονόφατσος
μονόφατσων	=	μονόφατσος
μονόφθαλμα	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμε	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμες	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμη	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμης	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμο	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμοι	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμος	adj	που βλέπει μόνο από το ένα μάτι (οφθαλμό)
μονόφθαλμου	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμους	=	μονόφθαλμος
μονόφθαλμων	=	μονόφθαλμος
μονόφθογγα	=	μονόφθογγος
μονόφθογγε	=	μονόφθογγος
μονόφθογγες	=	μονόφθογγος
μονόφθογγη	=	μονόφθογγος
μονόφθογγης	=	μονόφθογγος
μονόφθογγο	=	μονόφθογγος
μονόφθογγοι	=	μονόφθογγος
μονόφθογγος	adj	που αποτελείται από έναν μόνο φθόγγο
μονόφθογγου	=	μονόφθογγος
μονόφθογγους	=	μονόφθογγος
μονόφθογγων	=	μονόφθογγος
μονόφραγκα	=	μονόφραγκο
μονόφραγκο	noun|dated	κέρμα του ενός φράγκου
μονόφραγκου	=	μονόφραγκο
μονόφραγκων	=	μονόφραγκο
μονόφυλλα	=	μονόφυλλος
μονόφυλλε	=	μονόφυλλος
μονόφυλλες	=	μονόφυλλος
μονόφυλλη	=	μονόφυλλος
μονόφυλλης	=	μονόφυλλος
μονόφυλλο	noun	που έχει μόνο ένα φύλλο
μονόφυλλοι	=	μονόφυλλος
μονόφυλλος	adj	που έχει ένα μόνο φύλλο
μονόφυλλου	=	μονόφυλλος
μονόφυλλους	=	μονόφυλλος
μονόφυλλων	=	μονόφυλλος
μονόφωνα	=	μονόφωνος
μονόφωνε	=	μονόφωνος
μονόφωνες	=	μονόφωνος
μονόφωνη	=	μονόφωνος
μονόφωνης	=	μονόφωνος
μονόφωνο	=	μονόφωνος
μονόφωνοι	=	μονόφωνος
μονόφωνος	adj	που τραγουδιέται με μία μόνο φωνή
μονόφωνου	=	μονόφωνος
μονόφωνους	=	μονόφωνος
μονόφωνων	=	μονόφωνος
μονόχειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχειρο
μονόχειρας	noun	που έχει ένα χέρι
μονόχειρε	adj	κλητική ενικού του μονόχειρος
μονόχειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχειρη
μονόχειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόχειρος
μονόχειρης	adj	γενική ενικού του μονόχειρη
μονόχειρο	adj	αιτιατική ενικού του μονόχειρος
μονόχειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόχειρος
μονόχειρος	adj	που έχει ένα χέρι
μονόχειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόχειρος
μονόχειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόχειρος
μονόχειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόχειρος
μονόχηλα	=	μονόχηλος
μονόχηλε	=	μονόχηλος
μονόχηλες	=	μονόχηλος
μονόχηλη	=	μονόχηλος
μονόχηλης	=	μονόχηλος
μονόχηλο	=	μονόχηλος
μονόχηλοι	=	μονόχηλος
μονόχηλος	adj	που έχει μια χηλή στο πόδι του (για ζώο)
μονόχηλου	=	μονόχηλος
μονόχηλους	=	μονόχηλος
μονόχηλων	=	μονόχηλος
μονόχνοτα	=	μονόχνοτος
μονόχνοτε	=	μονόχνοτος
μονόχνοτες	=	μονόχνοτος
μονόχνοτη	=	μονόχνοτος
μονόχνοτης	=	μονόχνοτος
μονόχνοτο	=	μονόχνοτος
μονόχνοτοι	=	μονόχνοτος
μονόχνοτος	adj	που επιδιώκει την μοναξιά κι όχι τη συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, που δεν ταιριάζει εύκολα με άλλους
μονόχνοτου	=	μονόχνοτος
μονόχνοτους	=	μονόχνοτος
μονόχνοτων	=	μονόχνοτος
μονόχνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχνωτο
μονόχνωτε	adj	κλητική ενικού του μονόχνωτος
μονόχνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχνωτη
μονόχνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόχνωτος
μονόχνωτης	adj	γενική ενικού του μονόχνωτη
μονόχνωτο	adj	αιτιατική ενικού του μονόχνωτος
μονόχνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόχνωτος
μονόχνωτος	adj	άνθρωπος ακοινώνητος
μονόχνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόχνωτος
μονόχνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόχνωτος
μονόχνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόχνωτος
μονόχορδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχορδο
μονόχορδε	adj	κλητική ενικού του μονόχορδος
μονόχορδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχορδη
μονόχορδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόχορδος
μονόχορδης	adj	γενική ενικού του μονόχορδη
μονόχορδο	adj	αιτιατική ενικού του μονόχορδος
μονόχορδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόχορδος
μονόχορδος	adj	που έχει μόνο μία χορδή
μονόχορδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόχορδος
μονόχορδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόχορδος
μονόχορδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόχορδος
μονόχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχρωμο
μονόχρωμε	adj	κλητική ενικού του μονόχρωμος
μονόχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχρωμη
μονόχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόχρωμος
μονόχρωμης	adj	γενική ενικού του μονόχρωμη
μονόχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του μονόχρωμος
μονόχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόχρωμος
μονόχρωμος	adj	που έχει μόνο ένα χρώμα
μονόχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόχρωμος
μονόχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόχρωμος
μονόχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόχρωμος
μονόχωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχωρο
μονόχωρε	adj	κλητική ενικού του μονόχωρος
μονόχωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονόχωρη
μονόχωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μονόχωρος
μονόχωρης	adj	γενική ενικού του μονόχωρη
μονόχωρο	adj	αιτιατική ενικού του μονόχωρος
μονόχωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μονόχωρος
μονόχωρος	adj	που αποτελείται από έναν χώρο
μονόχωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μονόχωρος
μονόχωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μονόχωρος
μονόχωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μονόχωρος
μονύδρια	=	μονύδριο
μονύδριο	noun	μικρή μονή
μονύδριου	=	μονύδριο
μονύδριων	=	μονύδριο
μονύελα	=	μονύελος
μονύελε	=	μονύελος
μονύελο	=	μονύελος
μονύελοι	=	μονύελος
μονύελος	noun|formal	άλλη μορφή του μονύελο: το μονόκλ
μονύελου	=	μονύελος
μονύελους	=	μονύελος
μονύελων	=	μονύελος
μονώθηκα	=	μονώνω
μονώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνομαι
μονώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνομαι
μονώθηκες	=	μονώνω
μονών	adj	γενική πληθυντικού του μονός
μονώναμε	=	μονώνω
μονώναν	=	μονώνω
μονώνανε	=	μονώνω
μονώνατε	=	μονώνω
μονώνει	=	μονώνω
μονώνεις	=	μονώνω
μονώνεσαι	=	μονώνω
μονώνεστε	=	μονώνω
μονώνεται	=	μονώνω
μονώνετε	=	μονώνω
μονώνομαι	verb	με μονώνουν
μονώνονται	=	μονώνω
μονώνονταν	=	μονώνω
μονώνοντας	=	μονώνω
μονώνουμε	=	μονώνω
μονώνουν	=	μονώνω
μονώνουνε	=	μονώνω
μονώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μονώνυμο
μονώνυμο	noun	το γινόμενο μιας σταθεράς με μια μεταβλητή υψωμένη σε οποιαδήποτε φυσική δύναμη
μονώνυμου	=	μονώνυμο
μονώνυχα	=	μονώνυχος
μονώνυχε	=	μονώνυχος
μονώνυχες	=	μονώνυχος
μονώνυχη	=	μονώνυχος
μονώνυχης	=	μονώνυχος
μονώνυχο	=	μονώνυχος
μονώνυχοι	=	μονώνυχος
μονώνυχος	adj	που έχει μία χηλή, ένα νύχι (για ζώα)
μονώνυχου	=	μονώνυχος
μονώνυχους	=	μονώνυχος
μονώνυχων	=	μονώνυχος
μονώνω	verb	εφαρμόζω μόνωση σε μια επιφάνεια, π.χ. επαλείφοντάς την ή επιστρώνοντάς την με μονωτικό υλικό
μονώροφα	=	μονώροφος
μονώροφε	=	μονώροφος
μονώροφες	=	μονώροφος
μονώροφη	=	μονώροφος
μονώροφης	=	μονώροφος
μονώροφο	noun	οικοδόμημα που φέρει ένα ορόφο
μονώροφοι	=	μονώροφος
μονώροφος	adj	που αποτελείται από έναν όροφο
μονώροφου	=	μονώροφος
μονώροφους	=	μονώροφος
μονώροφων	=	μονώροφος
μονώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώσαν	=	μονώνω
μονώσανε	=	μονώνω
μονώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόνωση
μονώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μόνωση
μονώσεως	=	μόνωση
μονώσου	=	μονώνω
μονώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μονώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μορέας	noun	γενική ενικού του μορέα
μορέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορέα
μορέντο	adv	που χαμηλώνει σταδιακά μέχρι να σβήσει εντελώς
μορίδια	=	μορίδιο
μορίδιο	noun	συμπαγής σφαίρα κυττάρων που δημιουργείται μετά από διαχωρισμό γονιμοποιημένου κυττάρου, συνήθως από κυτταροτροφοβλάστες που αργότερα σχηματίζουν ένα βλαστίδιο
μορίδιου	=	μορίδιο
μορίδιων	=	μορίδιο
μορίου	noun	γενική ενικού του μόριο
μορίων	noun	γενική πληθυντικού του μόριο
μοραΐτικα	noun	με τον τρόπο των Μοραϊτών	adv	το γλωσσικό ιδίωμα των Μοραϊτών
μοραΐτικε	=	μοραΐτικος
μοραΐτικες	=	μοραΐτικος
μοραΐτικη	=	μοραΐτικος
μοραΐτικης	=	μοραΐτικος
μοραΐτικο	=	μοραΐτικος
μοραΐτικοι	=	μοραΐτικος
μοραΐτικος	adj	που έχει σχέση με τον Μοριά ή τους Μοραΐτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
μοραΐτικου	=	μοραΐτικος
μοραΐτικους	=	μοραΐτικος
μοραΐτικων	=	μοραΐτικος
μορατόριουμ	noun	η συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ δύο πλευρών (προσώπων, κρατών κ.λπ.)
μοργανατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοργανατικό
μοργανατικέ	adj	κλητική ενικού του μοργανατικός
μοργανατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοργανατική
μοργανατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοργανατικός
μοργανατικής	adj	γενική ενικού του μοργανατική
μοργανατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοργανατικός
μοργανατικού	adj	γενική ενικού του μοργανατικός
μοργανατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοργανατικός
μοργανατικό	adj	αιτιατική ενικού του μοργανατικός
μοργανατικός	adj	γάμος ενός μέλους ηγεμονικού οίκου (βασιλιάς, πρίγκιπας, δούκας κ.λπ.) με γυναίκα μη ηγεμονικής καταγωγής (ή το αντίστροφο), με αποτέλεσμα οι απόγονοί τους να μην κληρονομούν τους σχετικούς τίτλους.
μοργανατικών	adj	γενική πληθυντικού του μοργανατικός
μοργανατικώς	adv	με μοργανατικό τρόπο
μορεοφυτεία	noun|formal	φυτεία με μουριές
μορεοφυτείας	=	μορεοφυτεία
μορεοφυτείες	=	μορεοφυτεία
μορεοφυτειών	=	μορεοφυτεία
μορεόδεντρα	=	μορεόδεντρο
μορεόδεντρο	noun|formal	το δέντρο της μουριάς
μορεόδεντρου	=	μορεόδεντρο
μορεόδεντρων	=	μορεόδεντρο
μορεών	noun	ο μορεώνας
μορεώνα	=	μορεώνας
μορεώνας	noun|formal	μέρος που έχει πολλές μουριές
μορεώνες	=	μορεώνας
μορεώνων	=	μορεώνας
μοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μοριακός	adv	σε μοριακό επίπεδο
μοριακέ	adj	κλητική ενικού του μοριακός
μοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοριακή
μοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοριακός
μοριακής	adj	γενική ενικού του μοριακή
μοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοριακός
μοριακοτήτων	=	μοριακότητα
μοριακού	adj	γενική ενικού του μοριακός
μοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοριακός
μοριακό	adj	αιτιατική ενικού του μοριακός
μοριακός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται σε μόριο, μόρια
μοριακότητα	noun	συγκέντρωση διαλύματος
μοριακότητας	=	μοριακότητα
μοριακότητες	=	μοριακότητα
μοριακών	adj	γενική πληθυντικού του μοριακός
μοριδίου	=	μορίδιο
μοριδίων	=	μορίδιο
μοριοδοτήθηκα	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτήθηκαν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτήθηκε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτήθηκες	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτήσαμε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτήσαν	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτήσανε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτήσατε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτήσει	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτήσεις	=	μοριοδότηση
μοριοδοτήσεων	=	μοριοδότηση
μοριοδοτήσου	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτήστε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτεί	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτείς	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτείσαι	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτείστε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτείται	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτείτε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτηθήκαμε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτηθήκαν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτηθήκανε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτηθήκατε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτηθεί	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτηθείτε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτημένα	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένε	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένες	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένη	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένης	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένο	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένοι	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μοριοδοτώ
μοριοδοτημένου	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένους	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτημένων	=	μοριοδοτημένος
μοριοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μοριοδοτώ
μοριοδοτούμασταν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούμαστε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούμε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοριοδοτούμενο
μοριοδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοριοδοτούμενη
μοριοδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμενης	verb	γενική ενικού του μοριοδοτούμενη
μοριοδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος μοριοδοτώ
μοριοδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοριοδοτούμενος
μοριοδοτούμουν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούν	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούνε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούνται	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούνταν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούσα	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσαμε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσαν	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσανε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσασταν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούσαστε	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτούσατε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσε	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσες	=	μοριοδοτώ
μοριοδοτούσουν	=	μοριοδοτούμαι
μοριοδοτώ	verb	δίνω σε κάποιον μόρια, ώστε να επιτύχει καλύτερη θέση σε επικείμενο διαγωνισμό ή κάτι παρόμοιο
μοριοδοτώντας	=	μοριοδοτώ
μοριοδότει	=	μοριοδοτώ
μοριοδότησα	=	μοριοδοτώ
μοριοδότησαν	=	μοριοδοτώ
μοριοδότησε	=	μοριοδοτώ
μοριοδότησες	=	μοριοδοτώ
μοριοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μοριοδοτώ
μοριοδότησης	=	μοριοδότηση
μοριοσανίδα	noun	σανίδα ή πλάκα αποτελούμενη από πριονίδι κολλημένο σε μεγάλη πίεση με ρητίνη
μοριοσανίδας	=	μοριοσανίδα
μοριοσανίδες	=	μοριοσανίδα
μοριοσανίδων	=	μοριοσανίδα
μορμολυκείου	noun	γενική ενικού του μορμολύκειο
μορμολυκείων	noun	γενική πληθυντικού του μορμολύκειο
μορμολύκεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορμολύκειο
μορμολύκειο	noun	πανάσχημος γέρος ή γριά που η εμφάνισή του / της απωθεί τους πάντες
μορμολύκειου	=	μορμολύκειο
μορμολύκη	noun	πανάσχημη γριά που η εμφάνισή της απωθεί τους πάντες
μορμονισμέ	=	μορμονισμός
μορμονισμοί	=	μορμονισμός
μορμονισμού	=	μορμονισμός
μορμονισμούς	=	μορμονισμός
μορμονισμό	=	μορμονισμός
μορμονισμός	noun	προτεσταντική αίρεση
μορμονισμών	=	μορμονισμός
μορμυρισμέ	noun	κλητική ενικού του μορμυρισμός
μορμυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορμυρισμός
μορμυρισμού	noun	γενική ενικού του μορμυρισμός
μορμυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μορμυρισμός
μορμυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μορμυρισμός
μορμυρισμός	noun	κελάρυσμα
μορμυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μορμυρισμός
μορμόλυκος	noun	πανάσχημος γέρος που η εμφάνισή του απωθεί τους πάντες
μορμόνε	noun	κλητική ενικού του μορμόνος
μορμόνο	noun	αιτιατική ενικού του μορμόνος
μορμόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορμόνος
μορμόνος	noun	ο οπαδός του μορμονισμού
μορμόνου	noun	γενική ενικού του μορμόνος
μορμόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μορμόνος
μορμόνων	noun	γενική πληθυντικού του μορμόνος
μορς	noun	σύστημα - κώδικας τηλεγραφίας (οπτικός, ακουστικός) που χρησιμοποιεί μικρά και μακρά διαστήματα (τελείες - παύλες)
μορσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορσικό
μορσικέ	adj	κλητική ενικού του μορσικός
μορσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορσική
μορσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορσικός
μορσικής	adj	γενική ενικού του μορσική
μορσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορσικός
μορσικού	adj	γενική ενικού του μορσικός
μορσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορσικός
μορσικό	adj	αιτιατική ενικού του μορσικός
μορσικός	adj	ο αναφερόμενος -η, -ο σε κώδικα μορς
μορσικών	adj	γενική πληθυντικού του μορσικός
μορτάκι	noun	υποκοριστικό του μόρτης
μορτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορτάκι
μορτές	=	μορτή
μορτή	noun	το μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργώντας το
μορτής	=	μορτή
μορτίτης	noun|formal	επίμορτος καλλιεργητής
μορταδέλα	noun	είδος σαλαμιού
μορταδέλας	=	μορταδέλα
μορταδέλες	=	μορταδέλα
μορταδέλων	=	μορταδέλα
μορταντέλα	noun	μορταδέλα
μορταντέλας	=	μορταντέλα
μορταντέλες	=	μορταντέλα
μορταντέλων	=	μορταντέλα
μορταρία	noun	αληταρία, συμμορία από μόρτηδες
μορταρίας	=	μορταρία
μορταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορταρία
μορτιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορτιτικό
μορτιτικέ	adj	κλητική ενικού του μορτιτικός
μορτιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορτιτική
μορτιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορτιτικός
μορτιτικής	adj	γενική ενικού του μορτιτική
μορτιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορτιτικός
μορτιτικού	adj	γενική ενικού του μορτιτικός
μορτιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορτιτικός
μορτιτικό	adj	αιτιατική ενικού του μορτιτικός
μορτιτικός	adj	που έχει σχέση με μορτίτη / κολίγα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μορτιτικών	adj	γενική πληθυντικού του μορτιτικός
μορτών	=	μορτή
μορφάζαμε	=	μορφάζω
μορφάζαν	=	μορφάζω
μορφάζανε	=	μορφάζω
μορφάζατε	=	μορφάζω
μορφάζει	=	μορφάζω
μορφάζεις	=	μορφάζω
μορφάζετε	=	μορφάζω
μορφάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μορφάζω
μορφάζουμε	=	μορφάζω
μορφάζουν	=	μορφάζω
μορφάζουνε	=	μορφάζω
μορφάζω	verb	κάνω μορφασμό
μορφάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσαν	=	μορφάζω
μορφάσανε	=	μορφάζω
μορφάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μορφέα	noun	εντοπισμένο σκληρόδερμα ή εντοπισμένη σκληροδερμία (morphea), νόσος αυτοάνοσης φύσης
μορφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφή
μορφή	noun	η εξωτερική όψη, σχήμα κάποιου πράγματος
μορφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόρφημα
μορφήματος	noun	γενική ενικού του μόρφημα
μορφής	=	μορφή
μορφίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφίνη
μορφίνη	noun	λευκή κρυσταλλική αλκαλική υπνωτική ουσία, που παράγεται από το όπιο και χρησιμοποιείται ως παυσίπονο ή ναρκωτικό
μορφίνης	noun	γενική ενικού του μορφίνη
μορφασμέ	noun	κλητική ενικού του μορφασμός
μορφασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφασμός
μορφασμού	noun	γενική ενικού του μορφασμός
μορφασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μορφασμός
μορφασμό	noun	αιτιατική ενικού του μορφασμός
μορφασμός	noun	έκφραση προσώπου, με συσπάσεις που εκφράζουν έντονο πόνο ή συναίσθημα
μορφασμών	noun	γενική πληθυντικού του μορφασμός
μορφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μόρφημα
μορφηματικά	=	μορφηματικός
μορφηματικέ	=	μορφηματικός
μορφηματικές	=	μορφηματικός
μορφηματική	=	μορφηματικός
μορφηματικής	=	μορφηματικός
μορφηματικοί	=	μορφηματικός
μορφηματικού	=	μορφηματικός
μορφηματικούς	=	μορφηματικός
μορφηματικό	=	μορφηματικός
μορφηματικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται σε μόρφημα
μορφηματικών	=	μορφηματικός
μορφιά	noun	η ομορφιά
μορφιάς	noun	γενική ενικού του μορφιά
μορφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφιά
μορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφικό
μορφικέ	adj	κλητική ενικού του μορφικός
μορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφική
μορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφικός
μορφικής	adj	γενική ενικού του μορφική
μορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφικός
μορφικού	adj	γενική ενικού του μορφικός
μορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφικός
μορφικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφικός
μορφικός	adj	που αναφέρεται στην μορφή, στην εμφάνιση, αντί για το περιεχόμενο
μορφικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφικός
μορφινισμέ	=	μορφινισμός
μορφινισμοί	=	μορφινισμός
μορφινισμού	=	μορφινισμός
μορφινισμούς	=	μορφινισμός
μορφινισμό	=	μορφινισμός
μορφινισμός	noun	άλλη μορφή του μορφινομανία
μορφινισμών	=	μορφινισμός
μορφινομανές	=	μορφινομανής
μορφινομανή	=	μορφινομανής
μορφινομανής	adj	που είναι εθισμένος στη χρήση μορφίνης
μορφινομανία	noun	η ιδιότητα του μορφινομανούς
μορφινομανίας	=	μορφινομανία
μορφινομανίες	=	μορφινομανία
μορφινομανείς	=	μορφινομανής
μορφινομανιών	=	μορφινομανία
μορφινομανούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μορφινομανής
μορφινομανών	=	μορφινομανής
μορφινών	=	μορφίνη
μορφιών	=	μορφιά
μορφογένεση	noun	η εξέλιξη της μορφής, ή δομής, ενός έμβιου οργανισμού στη διάρκεια της ζωής του ατόμου
μορφογένεσης	=	μορφογένεση
μορφογενέσεις	=	μορφογένεση
μορφογενέσεων	=	μορφογένεση
μορφογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφογενετικό
μορφογενετικέ	adj	κλητική ενικού του μορφογενετικός
μορφογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφογενετική
μορφογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφογενετικός
μορφογενετικής	adj	γενική ενικού του μορφογενετική
μορφογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφογενετικός
μορφογενετικού	adj	γενική ενικού του μορφογενετικός
μορφογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφογενετικός
μορφογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφογενετικός
μορφογενετικός	adj	που έχει σχέση με τη μορφογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
μορφογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφογενετικός
μορφογονία	noun	η μορφογένεση
μορφογονίας	=	μορφογονία
μορφοδυναμικές	=	μορφοδυναμική
μορφοδυναμική	noun	κλάδος της γεωλογίας που ασχολείται με τη μελέτη των διαδικασιών που διαμορφώνουν τη μορφή της γης και των αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους
μορφοδυναμικής	=	μορφοδυναμική
μορφοδυναμικών	=	μορφοδυναμική
μορφοείδη	=	μορφοείδος
μορφοείδος	noun	είδος έμβιου οργανισμού που αναγνωρίζεται μόνο από τη μορφολογία του
μορφοείδους	=	μορφοείδος
μορφοειδών	=	μορφοείδος
μορφοκλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφόκλασμα
μορφοκλάσματος	noun	γενική ενικού του μορφόκλασμα
μορφοκλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μορφόκλασμα
μορφοκλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοκλασματικό
μορφοκλασματικέ	adj	κλητική ενικού του μορφοκλασματικός
μορφοκλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοκλασματική
μορφοκλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφοκλασματικός
μορφοκλασματικής	adj	γενική ενικού του μορφοκλασματική
μορφοκλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφοκλασματικός
μορφοκλασματικού	adj	γενική ενικού του μορφοκλασματικός
μορφοκλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφοκλασματικός
μορφοκλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφοκλασματικός
μορφοκλασματικός	adj	που έχει σχέση με το μορφόκλασμα / φράκταλ (fractal) ή αναφέρεται σ’ αυτό
μορφοκλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφοκλασματικός
μορφολογία	noun	η εξωτερική μορφή και δομή των φυσικών όντων
μορφολογίας	noun	γενική ενικού του μορφολογία
μορφολογίες	=	μορφολογία
μορφολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μορφολογικός	adv	από μορφολογικής άποψης
μορφολογικέ	adj	κλητική ενικού του μορφολογικός
μορφολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφολογική
μορφολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφολογικός
μορφολογικής	adj	γενική ενικού του μορφολογική
μορφολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφολογικός
μορφολογικού	adj	γενική ενικού του μορφολογικός
μορφολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφολογικός
μορφολογικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μορφολογικός	noun	η γραμματική εξέταση της κλίσης των κλιτών μερών του λόγου και των σχηματιζόμενων τύπων
μορφολογικός	adj	που έχει σχέση με τη μορφολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μορφολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφολογικός
μορφολογικώς	adv|dated	μορφολογικά
μορφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μορφολογία
μορφομετρία	noun	η μέτρηση της εξωτερικής μορφής και των διαστάσεων ζωντανών οργανισμών, γεωλογικών σχηματισμών ή διαφόρων αντικειμένων
μορφομετρίας	=	μορφομετρία
μορφομετρίες	=	μορφομετρία
μορφομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφομετρικό
μορφομετρικέ	adj	κλητική ενικού του μορφομετρικός
μορφομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφομετρική
μορφομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφομετρικός
μορφομετρικής	adj	γενική ενικού του μορφομετρική
μορφομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφομετρικός
μορφομετρικού	adj	γενική ενικού του μορφομετρικός
μορφομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφομετρικός
μορφομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφομετρικός
μορφομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη μορφομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μορφομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφομετρικός
μορφομετριών	=	μορφομετρία
μορφονιά	noun	άλλη μορφή του ομορφονιά
μορφονιάς	noun	γενική ενικού του μορφονιά
μορφονιέ	noun	κλητική ενικού του μορφονιός
μορφονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφονιά
μορφονιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφονιός
μορφονιού	noun	γενική ενικού του μορφονιός
μορφονιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μορφονιός
μορφονιό	noun	αιτιατική ενικού του μορφονιός
μορφονιός	noun	ο ομορφονιός
μορφονιών	noun	γενική πληθυντικού του μορφονιός
μορφοποίει	=	μορφοποιώ
μορφοποίησα	=	μορφοποιώ
μορφοποίησαν	=	μορφοποιώ
μορφοποίησε	=	μορφοποιώ
μορφοποίησες	=	μορφοποιώ
μορφοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μορφοποιώ
μορφοποίησης	noun	γενική ενικού του μορφοποίηση
μορφοποιήθηκα	=	μορφοποιώ
μορφοποιήθηκαν	=	μορφοποιώ
μορφοποιήθηκε	=	μορφοποιώ
μορφοποιήθηκες	=	μορφοποιώ
μορφοποιήσαμε	=	μορφοποιώ
μορφοποιήσαν	=	μορφοποιώ
μορφοποιήσανε	=	μορφοποιώ
μορφοποιήσατε	=	μορφοποιώ
μορφοποιήσει	=	μορφοποιώ
μορφοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοποίηση
μορφοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μορφοποίηση
μορφοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μορφοποίηση
μορφοποιήσου	=	μορφοποιώ
μορφοποιήστε	=	μορφοποιώ
μορφοποιεί	=	μορφοποιώ
μορφοποιείς	=	μορφοποιώ
μορφοποιείσαι	=	μορφοποιώ
μορφοποιείστε	=	μορφοποιώ
μορφοποιείται	=	μορφοποιώ
μορφοποιείτε	=	μορφοποιώ
μορφοποιηθήκαμε	=	μορφοποιώ
μορφοποιηθήκαν	=	μορφοποιώ
μορφοποιηθήκανε	=	μορφοποιώ
μορφοποιηθήκατε	=	μορφοποιώ
μορφοποιηθεί	=	μορφοποιώ
μορφοποιηθείτε	=	μορφοποιώ
μορφοποιημένος	=	μορφοποιώ
μορφοποιούμαι	verb	για έντυπα ή άλλα μέσα τα κείμενα των οποίων, η ύλη, πρέπει να πάρει συγκεκριμένη μορφή ώστε να σελιδοποιηθεί και να τυπωθεί ή να δημοσιευθεί σε άλλο μέσο
μορφοποιούμασταν	=	μορφοποιώ
μορφοποιούμαστε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούμε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούμενος	=	μορφοποιώ
μορφοποιούμουν	=	μορφοποιώ
μορφοποιούν	=	μορφοποιώ
μορφοποιούνε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούνται	=	μορφοποιώ
μορφοποιούνταν	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσα	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσαμε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσαν	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσανε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσασταν	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσαστε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσατε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσε	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσες	=	μορφοποιώ
μορφοποιούσουν	=	μορφοποιώ
μορφοποιώ	verb	δίνω σε κάτι συγκεκριμένη μορφή
μορφοποιώντας	=	μορφοποιώ
μορφοσίδηρε	=	μορφοσίδηρος
μορφοσίδηρο	=	μορφοσίδηρος
μορφοσίδηροι	=	μορφοσίδηρος
μορφοσίδηρος	noun	διαμορφωμένος σίδηρος σε διάφορες διατομές, σε διάφορα προφίλ
μορφοσίδηρου	=	μορφοσίδηρος
μορφοσιδήρου	=	μορφοσίδηρος
μορφοσιδήρους	=	μορφοσίδηρος
μορφοσιδήρων	=	μορφοσίδηρος
μορφοσυντάξεις	=	μορφοσύνταξη
μορφοσυντάξεων	=	μορφοσύνταξη
μορφοσυντακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοσυντακτικό
μορφοσυντακτικέ	adj	κλητική ενικού του μορφοσυντακτικός
μορφοσυντακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοσυντακτική
μορφοσυντακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφοσυντακτικός
μορφοσυντακτικής	adj	γενική ενικού του μορφοσυντακτική
μορφοσυντακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφοσυντακτικός
μορφοσυντακτικού	adj	γενική ενικού του μορφοσυντακτικός
μορφοσυντακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφοσυντακτικός
μορφοσυντακτικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφοσυντακτικός
μορφοσυντακτικός	adj	που έχει σχέση με τη μορφοσύνταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
μορφοσυντακτικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφοσυντακτικός
μορφοσύνταξη	noun	η μορφολογία και η σύνταξη ως αλληλένδετη ενότητα
μορφοσύνταξης	=	μορφοσύνταξη
μορφοτροπέα	=	μορφοτροπέας
μορφοτροπέας	noun	μηχανισμός που επιτρέπει τη μετατροπή ενός τύπου ενέργειας σε κάποιον άλλο
μορφοτροπές	=	μορφοτροπή
μορφοτροπέων	=	μορφοτροπέας
μορφοτροπή	noun	η μετατροπή ενός τύπου ενέργειας σε κάποιον άλλο
μορφοτροπής	=	μορφοτροπή
μορφοτροπείς	=	μορφοτροπέας
μορφοτροπών	=	μορφοτροπή
μορφοτυπήσαμε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπήσατε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπήσει	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπήστε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπεί	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπείς	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπείτε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοτυπημένο
μορφοτυπημένε	verb	κλητική ενικού του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφοτυπημένη
μορφοτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημένης	verb	γενική ενικού του μορφοτυπημένη
μορφοτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μορφοτυπημένος
μορφοτυπημει	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούμε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούν	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούσα	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούσαμε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούσαν	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούσατε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούσε	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπούσες	=	μορφοτυπώ
μορφοτυπώ	verb	συντάσσω ή τροποποιώ ένα έγγραφο, ή τεκμήριο γενικότερα, σύμφωνα με ορισμένο μορφότυπο
μορφοτυπώντας	=	μορφοτυπώ
μορφοτύπησα	=	μορφοτυπώ
μορφοτύπησαν	=	μορφοτυπώ
μορφοτύπησε	=	μορφοτυπώ
μορφοτύπησες	=	μορφοτυπώ
μορφοτύπου	=	μορφότυπο
μορφοτύπων	=	μορφότυπο
μορφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθήκαν	=	μορφώνω
μορφωθήκανε	=	μορφώνω
μορφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μόρφωμα
μορφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφωμένο
μορφωμένε	verb	κλητική ενικού του μορφωμένος
μορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφωμένη
μορφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφωμένος
μορφωμένης	verb	γενική ενικού του μορφωμένη
μορφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μορφωμένος
μορφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφωμένος
μορφωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μορφώνω: που έχει μορφωθεί
μορφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μορφωμένος
μορφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μορφωμένος
μορφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μορφωμένος
μορφωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφωματικό
μορφωματικέ	adj	κλητική ενικού του μορφωματικός
μορφωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφωματική
μορφωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφωματικός
μορφωματικής	adj	γενική ενικού του μορφωματική
μορφωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφωματικός
μορφωματικού	adj	γενική ενικού του μορφωματικός
μορφωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφωματικός
μορφωματικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφωματικός
μορφωματικός	adj	modular
μορφωματικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφωματικός
μορφωνόμασταν	=	μορφώνω
μορφωνόμαστε	=	μορφώνω
μορφωνόμουν	=	μορφώνω
μορφωνόμουνα	=	μορφώνω
μορφωνόντουσαν	=	μορφώνω
μορφωνόσασταν	=	μορφώνω
μορφωνόσαστε	=	μορφώνω
μορφωνόσουν	=	μορφώνω
μορφωνόσουνα	=	μορφώνω
μορφωνόταν	=	μορφώνω
μορφωνότανε	=	μορφώνω
μορφωτές	=	μορφωτής
μορφωτή	=	μορφωτής
μορφωτής	noun	άτομο το οποίο διαμορφώνει κάποια κατάσταση
μορφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφωτικό
μορφωτικέ	adj	κλητική ενικού του μορφωτικός
μορφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μορφωτική
μορφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μορφωτικός
μορφωτικής	adj	γενική ενικού του μορφωτική
μορφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μορφωτικός
μορφωτικού	adj	γενική ενικού του μορφωτικός
μορφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μορφωτικός
μορφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του μορφωτικός
μορφωτικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στη μόρφωση ή που συντελεί σε αυτήν παρέχοντας γνώσεις
μορφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του μορφωτικός
μορφωτών	=	μορφωτής
μορφότυπα	=	μορφότυπο
μορφότυπο	noun	ο τύπος της μορφής ενός εγγράφου ή τεκμηρίου γενικότερα
μορφότυπου	=	μορφότυπο
μορφότυπων	=	μορφότυπο
μορφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνομαι
μορφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόρφωμα
μορφώματος	noun	γενική ενικού του μόρφωμα
μορφών	noun	γενική πληθυντικού του μορφή
μορφώναμε	=	μορφώνω
μορφώναν	=	μορφώνω
μορφώνανε	=	μορφώνω
μορφώνατε	=	μορφώνω
μορφώνει	=	μορφώνω
μορφώνεις	=	μορφώνω
μορφώνεσαι	=	μορφώνω
μορφώνεστε	=	μορφώνω
μορφώνεται	=	μορφώνω
μορφώνετε	=	μορφώνω
μορφώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μορφώνω
μορφώνονται	=	μορφώνω
μορφώνονταν	=	μορφώνω
μορφώνοντας	=	μορφώνω
μορφώνουμε	=	μορφώνω
μορφώνουν	=	μορφώνω
μορφώνουνε	=	μορφώνω
μορφώνω	verb	δίνω μορφή, σχήμα σε κάτι
μορφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώσαν	=	μορφώνω
μορφώσανε	=	μορφώνω
μορφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόρφωση
μορφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώσεων	=	μόρφωση
μορφώσου	=	μορφώνω
μορφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μορόζα	noun	ερωμένη, συχνότερη χρήση στον 18ο αιώνα
μορόζας	=	μορόζα
μορόζες	=	μορόζα
μορόζων	=	μορόζα
μοσκάρι	noun	σπανιότερη μορφή του μοσχάρι
μοσκάρια	=	μοσκάρι
μοσκαναθρεμμένα	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένε	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένες	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένη	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένης	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένο	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένοι	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένος	verb|vulgar	μοσχαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένου	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένους	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαναθρεμμένων	=	μοσκαναθρεμμένος
μοσκαρίσια	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιας	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιε	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιες	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιο	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιοι	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιος	adj|vulgar	άλλη μορφή του μοσχαρίσιος
μοσκαρίσιου	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιους	=	μοσκαρίσιος
μοσκαρίσιων	=	μοσκαρίσιος
μοσκαριού	=	μοσκάρι
μοσκαριών	=	μοσκάρι
μοσκιά	noun	ευωδία
μοσκιάς	=	μοσκιά
μοσκιές	=	μοσκιά
μοσκιών	=	μοσκιά
μοσκοβίου	=	μοσκόβιο
μοσκοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσκοβόλημα
μοσκοβολήματος	noun	γενική ενικού του μοσκοβόλημα
μοσκοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μοσκοβόλημα
μοσκοβολιά	noun	μοσχοβολιά
μοσκοβολιάς	noun	γενική ενικού του μοσκοβολιά
μοσκοβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσκοβολιά
μοσκοβολιών	=	μοσκοβολιά
μοσκοβολώ	verb	μοσχοβολώ
μοσκοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μοσκοβολάω / μοσκοβολώ
μοσκοβόλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μοσκοβολώ
μοσκοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκοβολώ
μοσκοβόλια	noun	μοσχοβολιά
μοσκοκάρυδα	=	μοσκοκάρυδο
μοσκοκάρυδο	noun	μοσχοκάρυδο
μοσκοκάρυδου	=	μοσκοκάρυδο
μοσκοκάρυδων	=	μοσκοκάρυδο
μοσκοκάρφι	noun|vulgar	άλλη μορφή του μοσχοκάρφι
μοσκοκάρφια	=	μοσκοκάρφι
μοσκοκαρυδιά	noun|vulgar	μοσχοκαρυδιά
μοσκοκαρυδιάς	=	μοσκοκαρυδιά
μοσκοκαρυδιές	=	μοσκοκαρυδιά
μοσκοκαρυδιών	=	μοσκοκαρυδιά
μοσκοκαρφιού	=	μοσκοκάρφι
μοσκοκαρφιών	=	μοσκοκάρφι
μοσκολίβανα	=	μοσκολίβανο
μοσκολίβανο	noun|vulgar	άλλη μορφή του μοσχολίβανο
μοσκολίβανου	=	μοσκολίβανο
μοσκολίβανων	=	μοσκολίβανο
μοσκομάγκα	=	μοσκομάγκας
μοσκομάγκας	noun|slang	άλλη μορφή του μοσχόμαγκας
μοσκομάγκες	=	μοσκομάγκας
μοσκομπίζελα	=	μοσκομπίζελο
μοσκομπίζελο	noun|vulgar	μοσχομπίζελο
μοσκομπίζελου	=	μοσκομπίζελο
μοσκομπίζελων	=	μοσκομπίζελο
μοσκομυρίζω	verb|vulgar	μοσχομυρίζω
μοσκομυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκομύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσκομυρίζω
μοσκοπουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσκοπουλημένο
μοσκοπουλημένε	verb	κλητική ενικού του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσκοπουλημένη
μοσκοπουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλημένης	verb	γενική ενικού του μοσκοπουλημένη
μοσκοπουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοσκοπουλημένος
μοσκοπουλώ	verb|vulgar	μοσχοπουλώ
μοσκοσάπουνα	=	μοσκοσάπουνο
μοσκοσάπουνο	noun|vulgar	μοσχοσάπουνο
μοσκοσάπουνου	=	μοσκοσάπουνο
μοσκοσάπουνων	=	μοσκοσάπουνο
μοσκοστάφυλα	=	μοσκοστάφυλο
μοσκοστάφυλο	noun|vulgar	άλλη μορφή του μοσχοστάφυλο
μοσκοστάφυλου	=	μοσκοστάφυλο
μοσκοστάφυλων	=	μοσκοστάφυλο
μοσκόβιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 115 και χημικό σύμβολο το Mc
μοσκόμαγκα	=	μοσκόμαγκας
μοσκόμαγκας	noun|slang	άλλη μορφή του μοσχόμαγκας
μοσκόμαγκες	=	μοσκόμαγκας
μοστράρομαι	=	μοστράρω
μοστράρω	verb	επιδεικνύω, δείχνω κάτι με σκοπό να προκαλέσω εντύπωση
μοστραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοστράρισμα
μοστραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοστραρισμένο
μοστραρισμένε	verb	κλητική ενικού του μοστραρισμένος
μοστραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοστραρισμένη
μοστραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοστραρισμένος
μοστραρισμένης	verb	γενική ενικού του μοστραρισμένη
μοστραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μοστραρισμένος
μοστραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοστραρισμένος
μοστραρισμένος	=	μοστράρω
μοστραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοστραρισμένος
μοστραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοστραρισμένος
μοστραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοστραρισμένος
μοσχάρι	noun	το μικρό της αγελάδας
μοσχάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχάρι
μοσχάτα	=	μοσχάτο
μοσχάτε	=	μοσχάτος
μοσχάτο	noun	άλλη γραφή του μοσχάτος
μοσχάτοι	=	μοσχάτος
μοσχάτος	noun	ποικιλία σταφυλιού και γλυκού κρασιού (χρησιμοποιείται και ως επίθετο)
μοσχάτου	=	μοσχάτος
μοσχάτους	=	μοσχάτος
μοσχάτων	=	μοσχάτος
μοσχίδα	noun	νεαρό μοσχάρι
μοσχίδας	=	μοσχίδα
μοσχίδες	=	μοσχίδα
μοσχίδων	=	μοσχίδα
μοσχαναθρεμμένα	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένε	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένες	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένη	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένης	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένο	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένοι	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένος	verb	που έχει ανατραφεί με πολλή περιποίηση
μοσχαναθρεμμένου	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένους	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαναθρεμμένων	=	μοσχαναθρεμμένος
μοσχαράκι	noun	μικρό μοσχάρι (δείτε λέξη)
μοσχαράκια	=	μοσχαράκι
μοσχαρήσια	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιας	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιε	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιες	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιο	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιοι	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιος	adj	που ανήκει στο μοσχάρι
μοσχαρήσιου	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιους	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρήσιων	=	μοσχαρήσιος
μοσχαρίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιας	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιε	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχαρίσια
μοσχαρίσιια	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιιο	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιο	adj	αιτιατική ενικού του μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιοι	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιος	adj	που ανήκει στο μοσχάρι
μοσχαρίσιου	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιους	=	μοσχαρίσιος
μοσχαρίσιων	=	μοσχαρίσιος
μοσχαριού	noun	γενική ενικού του μοσχάρι
μοσχαριών	noun	γενική πληθυντικού του μοσχάρι
μοσχαροκεφαλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχαροκεφαλή
μοσχαροκεφαλή	noun	το κεφάλι του μοσχαριού
μοσχαροκεφαλής	=	μοσχαροκεφαλή
μοσχαροκεφαλών	=	μοσχαροκεφαλή
μοσχατιωτών	=	μοσχατιώτης
μοσχατιώτες	=	μοσχατιώτης
μοσχατιώτη	=	μοσχατιώτης
μοσχατιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Μοσχάτο
μοσχατιώτικα	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικε	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικες	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικη	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικης	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικο	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικοι	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικος	adj	ο σχετικός με το Μοσχάτο ή τους κατοίκους του
μοσχατιώτικου	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικους	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτικων	=	μοσχατιώτικος
μοσχατιώτισσα	=	μοσχατιώτης
μοσχευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μόσχευμα
μοσχευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχευμένο
μοσχευμένε	verb	κλητική ενικού του μοσχευμένος
μοσχευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχευμένη
μοσχευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσχευμένος
μοσχευμένης	verb	γενική ενικού του μοσχευμένη
μοσχευμένο	verb	αιτιατική ενικού του μοσχευμένος
μοσχευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοσχευμένος
μοσχευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοσχευμένος
μοσχευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοσχευμένος
μοσχευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοσχευμένος
μοσχεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόσχευμα
μοσχεύματος	noun	γενική ενικού του μόσχευμα
μοσχεύσεις	=	μόσχευση
μοσχεύσεων	=	μόσχευση
μοσχεύω	verb	χρησιμοποιώ μόσχευμα για τον πολλαπλασιασμό φυτών
μοσχοβίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβίτικο
μοσχοβίτικε	adj	κλητική ενικού του μοσχοβίτικος
μοσχοβίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβίτικη
μοσχοβίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσχοβίτικος
μοσχοβίτικης	adj	γενική ενικού του μοσχοβίτικη
μοσχοβίτικο	adj	αιτιατική ενικού του μοσχοβίτικος
μοσχοβίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβίτικος
μοσχοβίτικος	adj	που έχει σχέση με τους Μοσχοβίτες ή τη Μόσχα ή αναφέρεται σ’ αυτά
μοσχοβίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοσχοβίτικος
μοσχοβίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοσχοβίτικος
μοσχοβίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοσχοβίτικος
μοσχοβολάδα	noun	άλλη μορφή του μοσχοβολιά
μοσχοβολάδας	=	μοσχοβολάδα
μοσχοβολάδες	=	μοσχοβολάδα
μοσχοβολάδων	=	μοσχοβολάδα
μοσχοβολήθρα	noun	η τεντούρα
μοσχοβολήθρας	=	μοσχοβολήθρα
μοσχοβολήθρες	=	μοσχοβολήθρα
μοσχοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβόλημα
μοσχοβολήματος	noun	γενική ενικού του μοσχοβόλημα
μοσχοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβοληθρών	=	μοσχοβολήθρα
μοσχοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχοβόλημα
μοσχοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβολημένο
μοσχοβολημένε	verb	κλητική ενικού του μοσχοβολημένος
μοσχοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβολημένη
μοσχοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσχοβολημένος
μοσχοβολημένης	verb	γενική ενικού του μοσχοβολημένη
μοσχοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του μοσχοβολημένος
μοσχοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβολημένος
μοσχοβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοσχοβολημένος
μοσχοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοσχοβολημένος
μοσχοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοσχοβολημένος
μοσχοβολιά	noun	το αποτέλεσμα του μοσχοβολώ
μοσχοβολιάς	noun	γενική ενικού του μοσχοβολιά
μοσχοβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοβολιά
μοσχοβολιστά	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστέ	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστές	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστή	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστής	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστοί	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστού	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστούς	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστό	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιστός	adj	που μοσχοβολά
μοσχοβολιστών	=	μοσχοβολιστός
μοσχοβολιών	=	μοσχοβολιά
μοσχοβολούσα	=	μοσχοβολώ
μοσχοβολώ	verb	μυρίζω πολύ όμορφα, ευωδιάζω, μοσχομυρίζω
μοσχοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μοσχοβολάω / μοσχοβολώ
μοσχοβόλα	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλας	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλε	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλες	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλημα	noun	το αποτέλεσμα του μοσχοβολώ
μοσχοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοβολώ
μοσχοβόλο	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλοι	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλος	adj	που μοσχοβολά
μοσχοβόλου	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλους	=	μοσχοβόλος
μοσχοβόλων	=	μοσχοβόλος
μοσχογαλές	=	μοσχογαλή
μοσχογαλή	noun	σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των βιβεριδών, που ζει στην νοτιοανατολική Ασία, την Αφρική και τη νότια Ευρώπη.
μοσχογαλής	=	μοσχογαλή
μοσχογαλών	=	μοσχογαλή
μοσχοκάρυδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοκάρυδο
μοσχοκάρυδο	noun	μπαχαρικό που προέρχεται από διάφορα είδη δέντρων του γένους Myristica
μοσχοκάρυδου	noun	γενική ενικού του μοσχοκάρυδο
μοσχοκάρυδων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχοκάρυδο
μοσχοκάρφι	noun	το γαρίφαλο
μοσχοκάρφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοκάρφι
μοσχοκαρυδιά	noun	αειθαλές δέντρο (του είδους Myristica fragrans) με ωοειδή ή λογχοειδή φύλλα και κίτρινα άνθη· από τους σπόρους του παράγεται το μπαχαρικό μοσχοκάρυδο
μοσχοκαρυδιάς	noun	γενική ενικού του μοσχοκαρυδιά
μοσχοκαρυδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοκαρυδιά
μοσχοκαρυδιών	=	μοσχοκαρυδιά
μοσχοκαρφιού	=	μοσχοκάρφι
μοσχοκαρφιών	=	μοσχοκάρφι
μοσχολέμονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχολέμονο
μοσχολέμονο	noun	είδος αρωματικού λεμονιού
μοσχολέμονου	noun	γενική ενικού του μοσχολέμονο
μοσχολέμονων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχολέμονο
μοσχολίβανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχολίβανο
μοσχολίβανο	noun	είδος μοσχομυριστού λιβανιού
μοσχολίβανου	noun	γενική ενικού του μοσχολίβανο
μοσχολίβανων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχολίβανο
μοσχολούλουδα	=	μοσχολούλουδο
μοσχολούλουδο	noun|literary	λουλούδι που μοσχομυρίζει
μοσχολούλουδου	=	μοσχολούλουδο
μοσχολούλουδων	=	μοσχολούλουδο
μοσχομάγκα	=	μοσχομάγκας
μοσχομάγκας	noun|slang	άλλη μορφή του μοσχόμαγκας
μοσχομάγκες	=	μοσχομάγκας
μοσχομπίζελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχομπίζελο
μοσχομπίζελο	noun	ετήσιο αναρριχητικό ανθοφόρο καλλωπιστικό φυτό με γλυκά αρωματισμένα άνθη του γένους Λάθυρος (Lathyrus) της οικογένειας των Φαβίδων (Fabaceae), με προέλευση τη Σικελία, την Κύπρο, τη νότια Ιταλία και τα νησιά του Αιγαίου
μοσχομπίζελου	noun	γενική ενικού του μοσχομπίζελο
μοσχομπίζελων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχομπίζελο
μοσχομυρίζαμε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζαν	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζανε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζατε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζει	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζεις	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζετε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζοντας	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζουμε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζουν	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζουνε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίζω	verb	μυρίζω πολύ ωραία, αναδίδω μια υπέροχη μυρωδιά, μοσχοβολώ, ευωδιάζω
μοσχομυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσαν	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσανε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχομυρισμένο
μοσχομυρισμένε	verb	κλητική ενικού του μοσχομυρισμένος
μοσχομυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχομυρισμένη
μοσχομυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσχομυρισμένος
μοσχομυρισμένης	verb	γενική ενικού του μοσχομυρισμένη
μοσχομυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μοσχομυρισμένος
μοσχομυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοσχομυρισμένος
μοσχομυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοσχομυρισμένος
μοσχομυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοσχομυρισμένος
μοσχομυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοσχομυρισμένος
μοσχομυριστά	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστέ	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστές	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστή	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστής	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστοί	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστού	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστούς	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστό	=	μοσχομυριστός
μοσχομυριστός	adj	που αναδίδει ευχάριστη μυρωδιά
μοσχομυριστών	=	μοσχομυριστός
μοσχομύριζα	=	μοσχομυρίζω
μοσχομύριζαν	=	μοσχομυρίζω
μοσχομύριζε	=	μοσχομυρίζω
μοσχομύριζες	=	μοσχομυρίζω
μοσχομύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχομύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχομυρίζω
μοσχοπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώνω	verb	πληρώνω κάτι πάρα πολύ ακριβά
μοσχοπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπληρώνω
μοσχοπουλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπουληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλιέμαι
μοσχοπουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοπουλημένο
μοσχοπουλημένε	verb	κλητική ενικού του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοπουλημένη
μοσχοπουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλημένης	verb	γενική ενικού του μοσχοπουλημένη
μοσχοπουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μοσχοπουλημένος
μοσχοπουλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μοσχοπουλάω / μοσχοπουλώ
μοσχοπουλώ	verb	άλλη μορφή του μοσχοπουλάω
μοσχοπούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοπούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοσχοπουλώ
μοσχοσάπουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοσάπουνο
μοσχοσάπουνο	noun	ένα είδος αρωματικού σαπουνιού
μοσχοσάπουνου	noun	γενική ενικού του μοσχοσάπουνο
μοσχοσάπουνων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχοσάπουνο
μοσχοστάφυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοσχοστάφυλο
μοσχοστάφυλο	noun	σταφύλι της ποικιλίας μοσχάτο
μοσχοστάφυλου	noun	γενική ενικού του μοσχοστάφυλο
μοσχοστάφυλων	noun	γενική πληθυντικού του μοσχοστάφυλο
μοσχόμαγκα	=	μοσχόμαγκας
μοσχόμαγκας	noun|slang	αλήτης με μάγκικη συμπεριφορά που δημιουργεί ταραχές
μοσχόμαγκες	=	μοσχόμαγκας
μοσχόμαγκων	=	μοσχόμαγκας
μοτέλ	noun	ξενοδοχείο που βρίσκεται δίπλα σε αυτοκινητόδρομους
μοτέρ	noun	ο κινητήρας
μοτέτο	noun	μορφή πολυφωνικής μουσικής σύνθεσης μετά τον 12ο αιώνα
μοτίβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτίβο
μοτίβο	noun	σχέδιο ή κατάσταση που προκύπτει από επαναλαμβανόμενο στοιχεία
μοτίβου	noun	γενική ενικού του μοτίβο
μοτίβων	noun	γενική πληθυντικού του μοτίβο
μοτίφ	noun	επαναλαμβανόμενο σχέδιο διακόσμησης, ή ύφανσης
μοτοποδήλατα	=	μοτοποδήλατο
μοτοποδήλατο	noun	δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα με πετάλια
μοτοποδήλατου	=	μοτοποδήλατο
μοτοποδήλατων	=	μοτοποδήλατο
μοτοποδηλάτου	=	μοτοποδήλατο
μοτοποδηλάτων	=	μοτοποδήλατο
μοτοπορεία	noun	πορεία με μηχανάκια
μοτοπορείας	noun	γενική ενικού του μοτοπορεία
μοτοπορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοπορεία
μοτοπορειών	noun	γενική πληθυντικού του μοτοπορεία
μοτοσακό	noun	δίτροχο ελαφρύ όχημα με κινητήρα μικρής ιπποδύναμης· μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού
μοτοσικλέτα	noun	δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα, ιδιαίτερα αυτό που έχει κυβισμό μεγαλύτερο των 50cc, διακρινόμενο έτσι από το μοτοποδήλατο
μοτοσικλέτας	noun	γενική ενικού του μοτοσικλέτα
μοτοσικλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλέτα
μοτοσικλετάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετάρα
μοτοσικλετίστρια	noun	θηλυκό του μοτοσικλετιστής
μοτοσικλετίστριας	noun	γενική ενικού του μοτοσικλετίστρια
μοτοσικλετίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετίστρια
μοτοσικλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετικό
μοτοσικλετικέ	adj	κλητική ενικού του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετική
μοτοσικλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετικής	adj	γενική ενικού του μοτοσικλετική
μοτοσικλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετικού	adj	γενική ενικού του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετικό	adj	αιτιατική ενικού του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετικός	adj	που κινείται μόνος του
μοτοσικλετικών	adj	γενική πληθυντικού του μοτοσικλετικός
μοτοσικλετισμέ	noun	κλητική ενικού του μοτοσικλετισμός
μοτοσικλετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετισμός
μοτοσικλετισμού	noun	γενική ενικού του μοτοσικλετισμός
μοτοσικλετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοτοσικλετισμός
μοτοσικλετισμό	noun	αιτιατική ενικού του μοτοσικλετισμός
μοτοσικλετισμός	noun	η ενασχόληση με τη μοτοσικλέτα σε ερασιτεχνική βάση
μοτοσικλετισμών	noun	γενική πληθυντικού του μοτοσικλετισμός
μοτοσικλετιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετιστής
μοτοσικλετιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μοτοσικλετιστής
μοτοσικλετιστής	noun	που έχει ή οδηγεί μοτοσικλέτα
μοτοσικλετιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετιστικό
μοτοσικλετιστικέ	adj	κλητική ενικού του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετιστική
μοτοσικλετιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστικής	adj	γενική ενικού του μοτοσικλετιστική
μοτοσικλετιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστικού	adj	γενική ενικού του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστικός	adj	που έχει σχέση με τη μοτοσικλέτα, τον μοτοσικλετιστή
μοτοσικλετιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μοτοσικλετιστικός
μοτοσικλετιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μοτοσικλετίστρια
μοτοσικλετιστών	noun	γενική πληθυντικού του μοτοσικλετιστής
μοτοσικλετοβιομηχανία	noun	ο κλάδος της βιομηχανίας που ασχολείται με τη μοτοσικλέτα
μοτοσικλετοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του μοτοσικλετοβιομηχανία
μοτοσικλετοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοτοσικλετοβιομηχανία
μοτοσικλετοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του μοτοσικλετοβιομηχανία
μοτοσικλετόδρομε	=	μοτοσικλετόδρομος
μοτοσικλετόδρομο	=	μοτοσικλετόδρομος
μοτοσικλετόδρομοι	=	μοτοσικλετόδρομος
μοτοσικλετόδρομος	noun	δρόμος για μοτοσικλέτες
μοτοσικλετόδρομου	=	μοτοσικλετόδρομος
μοτοσικλετόδρομους	=	μοτοσικλετόδρομος
μοτοσικλετόδρομων	=	μοτοσικλετόδρομος
μοτοσικλετών	noun	γενική πληθυντικού του μοτοσικλέτα
μοτοσυκλέτα	noun	ετυμολογική γραφή του μοτοσικλέτα
μοτοσυκλέτας	=	μοτοσυκλέτα
μοτοσυκλέτες	=	μοτοσυκλέτα
μοτοσυκλετοβιομηχανία	noun	άλλη γραφή του μοτοσικλετοβιομηχανία
μοτοσυκλετοβιομηχανίας	=	μοτοσυκλετοβιομηχανία
μοτοσυκλετοβιομηχανίες	=	μοτοσυκλετοβιομηχανία
μοτοσυκλετοβιομηχανιών	=	μοτοσυκλετοβιομηχανία
μοτοσυκλετών	=	μοτοσυκλέτα
μοτσαρέλα	noun	μαλακό ιταλικό τυρί από αγελαδινό ή βουβαλίσιο γάλα
μοτσαρέλας	=	μοτσαρέλα
μοτσαρέλες	=	μοτσαρέλα
μοτό	noun	η μοτοσικλέτα
μοτών	=	μότα
μου	pron	γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ)	noun	το όνομα του γράμματος μι, ιδίως σε απαγγελία
μουαρέ	noun	ύφασμα, συχνά μεταξωτό, που η επιφάνειά του έχει κυματοειδή μορφή
μουβάρω	verb	κουνώ, κινώ, μετακινώ
μουβιόλα	noun	μηχάνημα προβολής, κοπής και συρραφής κινηματογραφικού φιλμ, με το οποίο γίνεται το μοντάζ
μουγγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουγγός	adv	χωρίς ομιλία, χωρίς ήχο
μουγγάθηκα	=	μουγγαίνω
μουγγάθηκαν	=	μουγγαίνω
μουγγάθηκε	=	μουγγαίνω
μουγγάθηκες	=	μουγγαίνω
μουγγάναμε	=	μουγγαίνω
μουγγάναν	=	μουγγαίνω
μουγγάνανε	=	μουγγαίνω
μουγγάνατε	=	μουγγαίνω
μουγγάνει	=	μουγγαίνω
μουγγάνετε	=	μουγγαίνω
μουγγάσου	=	μουγγαίνω
μουγγέ	adj	κλητική ενικού του μουγγός
μουγγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγγή
μουγγή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουγγός
μουγγής	adj	γενική ενικού του μουγγή
μουγγαίναμε	=	μουγγαίνω
μουγγαίναν	=	μουγγαίνω
μουγγαίνανε	=	μουγγαίνω
μουγγαίνατε	=	μουγγαίνω
μουγγαίνει	=	μουγγαίνω
μουγγαίνεις	=	μουγγαίνω
μουγγαίνεσαι	=	μουγγαίνω
μουγγαίνεστε	=	μουγγαίνω
μουγγαίνεται	=	μουγγαίνω
μουγγαίνετε	=	μουγγαίνω
μουγγαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μουγγαίνω
μουγγαίνονται	=	μουγγαίνω
μουγγαίνονταν	=	μουγγαίνω
μουγγαίνοντας	=	μουγγαίνω
μουγγαίνουμε	=	μουγγαίνω
μουγγαίνουν	=	μουγγαίνω
μουγγαίνουνε	=	μουγγαίνω
μουγγαίνω	verb	κάνω κάποιον να μη μιλάει
μουγγαθήκαμε	=	μουγγαίνω
μουγγαθήκαν	=	μουγγαίνω
μουγγαθήκανε	=	μουγγαίνω
μουγγαθήκατε	=	μουγγαίνω
μουγγαθεί	=	μουγγαίνω
μουγγαθείτε	=	μουγγαίνω
μουγγαινόμασταν	=	μουγγαίνω
μουγγαινόμαστε	=	μουγγαίνω
μουγγαινόμουν	=	μουγγαίνω
μουγγαινόμουνα	=	μουγγαίνω
μουγγαινόντουσαν	=	μουγγαίνω
μουγγαινόσασταν	=	μουγγαίνω
μουγγαινόσαστε	=	μουγγαίνω
μουγγαινόσουν	=	μουγγαίνω
μουγγαινόσουνα	=	μουγγαίνω
μουγγαινόταν	=	μουγγαίνω
μουγγαινότανε	=	μουγγαίνω
μουγγαμάρα	noun	το να είναι ή να παραμένει κάποιος μουγγός
μουγγαμάρας	noun	γενική ενικού του μουγγαμάρα
μουγγαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγγαμάρα
μουγγαμένος	=	μουγγαίνω
μουγγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουγγός
μουγγού	adj	γενική ενικού του μουγγός
μουγγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουγγός
μουγγό	adj	αιτιατική ενικού του μουγγός
μουγγός	adj	που από τη φύση του δεν μπορεί να μιλήσει
μουγγών	adj	γενική πληθυντικού του μουγγός
μουγκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουγκός	adv	άλλη γραφή του μουγγά
μουγκάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκάλ	noun	που σχετίζεται ή αναφέρεται στους Μουγκάλ
μουγκάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάναν	=	μουγκαίνω
μουγκάνανε	=	μουγκαίνω
μουγκάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάνιζα	=	μουγκανίζω
μουγκάνιζαν	=	μουγκανίζω
μουγκάνιζε	=	μουγκανίζω
μουγκάνιζες	=	μουγκανίζω
μουγκάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μουγκέ	adj	κλητική ενικού του μουγκός
μουγκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγκή
μουγκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουγκός
μουγκής	adj	γενική ενικού του μουγκή
μουγκαίναμε	=	μουγκαίνω
μουγκαίναν	=	μουγκαίνω
μουγκαίνανε	=	μουγκαίνω
μουγκαίνατε	=	μουγκαίνω
μουγκαίνει	=	μουγκαίνω
μουγκαίνεις	=	μουγκαίνω
μουγκαίνετε	=	μουγκαίνω
μουγκαίνομαι	=	μουγκαίνω
μουγκαίνοντας	=	μουγκαίνω
μουγκαίνουμε	=	μουγκαίνω
μουγκαίνουν	=	μουγκαίνω
μουγκαίνουνε	=	μουγκαίνω
μουγκαίνω	verb	άλλη γραφή του μουγγαίνω
μουγκαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνομαι
μουγκαμάρα	noun	άλλη γραφή του μουγγαμάρα
μουγκαμάρας	=	μουγκαμάρα
μουγκαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγκαμάρα
μουγκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγκαμένο
μουγκαμένε	verb	κλητική ενικού του μουγκαμένος
μουγκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγκαμένη
μουγκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουγκαμένος
μουγκαμένης	verb	γενική ενικού του μουγκαμένη
μουγκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουγκαμένος
μουγκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουγκαμένος
μουγκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουγκαμένος
μουγκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουγκαμένος
μουγκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουγκαμένος
μουγκανίζαμε	=	μουγκανίζω
μουγκανίζαν	=	μουγκανίζω
μουγκανίζανε	=	μουγκανίζω
μουγκανίζατε	=	μουγκανίζω
μουγκανίζει	=	μουγκανίζω
μουγκανίζεις	=	μουγκανίζω
μουγκανίζετε	=	μουγκανίζω
μουγκανίζοντας	=	μουγκανίζω
μουγκανίζουμε	=	μουγκανίζω
μουγκανίζουν	=	μουγκανίζω
μουγκανίζουνε	=	μουγκανίζω
μουγκανίζω	verb|formal	μουγκρίζω
μουγκανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσαν	=	μουγκανίζω
μουγκανίσανε	=	μουγκανίζω
μουγκανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκανίζω
μουγκανητά	=	μουγκανητό
μουγκανητού	=	μουγκανητό
μουγκανητό	noun	ήχος ζωντανού όντος (μεταφορικά και για οτιδήποτε) συνήθως λιγότερο ηχηρός από κραυγή, άναρθρος ήχος, βομβώδης μη αρμονικός ήχος συνήθως πιο μπάσος και με μεγαλύτερη διάρκεια από το σκούξιμο, σιγανό γκάρισμα, βογγητό-βογκητό-βόγγος-βόγκος αλλά όχι αναγκαστικά συνδεδεμένα με πόνο
μουγκανητών	=	μουγκανητό
μουγκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουγκός
μουγκού	adj	γενική ενικού του μουγκός
μουγκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουγκός
μουγκρίζαμε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζαν	=	μουγκρίζω
μουγκρίζανε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζατε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζει	=	μουγκρίζω
μουγκρίζεις	=	μουγκρίζω
μουγκρίζετε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζομε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζοντας	=	μουγκρίζω
μουγκρίζουμε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζουν	=	μουγκρίζω
μουγκρίζουνε	=	μουγκρίζω
μουγκρίζω	verb	παράγω μια χαρακτηριστική φωνή, ένα παρατεταμένο μου, έναν μυκηθμό ή βρυχηθμό
μουγκρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσαν	=	μουγκρίζω
μουγκρίσανε	=	μουγκρίζω
μουγκρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούγκρισμα
μουγκρίσματος	noun	γενική ενικού του μούγκρισμα
μουγκρίσομε	=	μουγκρίζω
μουγκρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσουνε	=	μουγκρίζω
μουγκρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μουγκρητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουγκρητό
μουγκρητού	noun	γενική ενικού του μουγκρητό
μουγκρητό	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουγκρίζω
μουγκρητών	noun	γενική πληθυντικού του μουγκρητό
μουγκρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούγκρισμα
μουγκό	adj	αιτιατική ενικού του μουγκός
μουγκός	adj	άλλη γραφή του μουγγός
μουγκών	adj	γενική πληθυντικού του μουγκός
μουδιάζαμε	=	μουδιάζω
μουδιάζαν	=	μουδιάζω
μουδιάζανε	=	μουδιάζω
μουδιάζατε	=	μουδιάζω
μουδιάζει	=	μουδιάζω
μουδιάζεις	=	μουδιάζω
μουδιάζετε	=	μουδιάζω
μουδιάζοντας	=	μουδιάζω
μουδιάζουμε	=	μουδιάζω
μουδιάζουν	=	μουδιάζω
μουδιάζουνε	=	μουδιάζω
μουδιάζω	verb	αισθάνομαι μια (προσωρινή) αναισθησία σε κάποιο μέλος του σώματος
μουδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσαν	=	μουδιάζω
μουδιάσανε	=	μουδιάζω
μουδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούδιασμα
μουδιάσματος	noun	γενική ενικού του μούδιασμα
μουδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μουδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούδιασμα
μουδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουδιασμένο	adv	με μουδιασμένο τρόπο, με μούδιασμα
μουδιασμένε	verb	κλητική ενικού του μουδιασμένος
μουδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουδιασμένη
μουδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουδιασμένος
μουδιασμένης	verb	γενική ενικού του μουδιασμένη
μουδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουδιασμένος
μουδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουδιασμένος
μουδιασμένος	verb	που έχει μουδιάσει
μουδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουδιασμένος
μουδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουδιασμένος
μουδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουδιασμένος
μουδιαστά	=	μουδιαστός
μουδιαστέ	=	μουδιαστός
μουδιαστές	=	μουδιαστός
μουδιαστή	=	μουδιαστός
μουδιαστής	=	μουδιαστός
μουδιαστοί	=	μουδιαστός
μουδιαστού	=	μουδιαστός
μουδιαστούς	=	μουδιαστός
μουδιαστό	=	μουδιαστός
μουδιαστός	adj	άλλη μορφή του μουδιασμένος
μουδιαστών	=	μουδιαστός
μουδών	=	μούδα
μουεζίνη	=	μουεζίνης
μουεζίνηδες	=	μουεζίνης
μουεζίνηδων	=	μουεζίνης
μουεζίνης	noun	μουσουλμάνος κληρικός που ψάλλει το κάλεσμα για προσευχή, το εζάν, από το μιναρέ του τζαμιού
μουζίκε	noun	κλητική ενικού του μουζίκος
μουζίκο	noun	αιτιατική ενικού του μουζίκος
μουζίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουζίκος
μουζίκος	noun	Ρώσος χωρικός, την εποχή της τσαρικής Ρωσίας
μουζίκου	noun	γενική ενικού του μουζίκος
μουζίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουζίκος
μουζίκων	noun	γενική πληθυντικού του μουζίκος
μουζεβίρη	=	μουζεβίρης
μουζεβίρηδες	=	μουζεβίρης
μουζεβίρηδων	=	μουζεβίρης
μουζεβίρης	noun|dated	παραχαράκτης, ψεύτης
μουζικάντες	=	μουζικάντης
μουζικάντη	=	μουζικάντης
μουζικάντης	noun	μουσικός
μουζικαντών	=	μουζικάντης
μουζλουκιού	=	μουζλούκι
μουζλουκιών	=	μουζλούκι
μουζλούκι	noun	πλυνός, μεγάλος νεροχύτης
μουζλούκια	=	μουζλούκι
μουζουδιά	noun	η μουτζούρα, ο ρύπος που αφήνει ένα μουτζουρωμένο σκεύος
μουζουδιάς	=	μουζουδιά
μουζουδιές	=	μουζουδιά
μουζουδιών	=	μουζουδιά
μουζουριού	=	μουζούρι
μουζουριών	=	μουζούρι
μουζούρι	noun|dated	μονάδα βάρους για δημητριακά που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη και αντιστοιχεί σε περίπου 17 κιλά (15 οκάδες σιταριού ή 13 οκάδες κριθαριού)
μουζούρια	=	μουζούρι
μουζωμένη	=	μουζωμένος
μουζωμένο	=	μουζωμένος
μουζωμένος	verb	που έχει μουτζούρες, κυρίως από καπνιά
μουζώνομαι	verb	μουτζουρώνομαι, ρυπαίνομαι, κυρίως από καπνιά
μουζώνω	verb	μουτζουρώνω, ρυπαίνω κυρίως με καπνιά
μουκάνιζα	=	μουκανίζω
μουκάνιζαν	=	μουκανίζω
μουκάνιζε	=	μουκανίζω
μουκάνιζες	=	μουκανίζω
μουκάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίζαμε	=	μουκανίζω
μουκανίζαν	=	μουκανίζω
μουκανίζανε	=	μουκανίζω
μουκανίζατε	=	μουκανίζω
μουκανίζει	=	μουκανίζω
μουκανίζεις	=	μουκανίζω
μουκανίζετε	=	μουκανίζω
μουκανίζοντας	=	μουκανίζω
μουκανίζουμε	=	μουκανίζω
μουκανίζουν	=	μουκανίζω
μουκανίζουνε	=	μουκανίζω
μουκανίζω	verb|formal	μουγκρίζω
μουκανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσαν	=	μουκανίζω
μουκανίσανε	=	μουκανίζω
μουκανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουκανίζω
μουκατά	=	μουκατάς
μουκατάδες	=	μουκατάς
μουκατάδων	=	μουκατάς
μουκατάς	noun|dated	η εκμίσθωση των φορολογικών εσόδων μιας περιοχής για ένα χρόνο
μουλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουλάς
μουλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλάς
μουλάδων	noun	γενική πληθυντικού του μουλάς
μουλάρα	noun	μουλάρι γένους θηλυκού
μουλάρας	noun	γενική ενικού του μουλάρα
μουλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλάρα
μουλάρι	noun	στείρο ζώο που προκύπτει από διασταύρωση, συνήθως, φοράδας με αρσενικό γάιδαρο και, σπανιότερα, αρσενικού αλόγου με γαϊδούρα.
μουλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλάρι
μουλάρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουλαρώνω
μουλάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλάς	noun	ανώτερος μουσουλμάνος κληρικός
μουλαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουλαράς
μουλαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλαράς
μουλαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μουλαράς
μουλαράκι	noun	υποκοριστικό του μουλάρι
μουλαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλαράκι
μουλαράς	noun	ο οδηγός μουλαριού, ο ημιονηγός
μουλαρίσια	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιας	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιε	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιες	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιο	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιοι	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιος	adj	που έχει σχέση με μουλάρι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
μουλαρίσιου	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιους	=	μουλαρίσιος
μουλαρίσιων	=	μουλαρίσιος
μουλαρίτσα	noun|figurative	υποκοριστικό του μουλάρα
μουλαρίτσας	=	μουλαρίτσα
μουλαρίτσες	=	μουλαρίτσα
μουλαριού	=	μουλάρι
μουλαριών	=	μουλάρι
μουλαρωμάτων	=	μουλάρωμα
μουλαρόδρομε	=	μουλαρόδρομος
μουλαρόδρομο	=	μουλαρόδρομος
μουλαρόδρομοι	=	μουλαρόδρομος
μουλαρόδρομος	noun	κακοτράχαλος και δύσβατος δρόμος (ή μονοπάτι) τον οποίο συνήθως διασχίζουν μουλάρια
μουλαρόδρομου	=	μουλαρόδρομος
μουλαρόδρομους	=	μουλαρόδρομος
μουλαρόδρομων	=	μουλαρόδρομος
μουλαρώματα	=	μουλάρωμα
μουλαρώματος	=	μουλάρωμα
μουλαρώνω	verb	πεισμώνω, επιμένω παράλογα σε κάτι
μουλαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλαρώνω
μουλιάζαμε	=	μουλιάζω
μουλιάζαν	=	μουλιάζω
μουλιάζανε	=	μουλιάζω
μουλιάζατε	=	μουλιάζω
μουλιάζει	=	μουλιάζω
μουλιάζεις	=	μουλιάζω
μουλιάζετε	=	μουλιάζω
μουλιάζομε	=	μουλιάζω
μουλιάζοντας	=	μουλιάζω
μουλιάζουμε	=	μουλιάζω
μουλιάζουν	=	μουλιάζω
μουλιάζουνε	=	μουλιάζω
μουλιάζω	verb	βάζω κάτι σε υγρό, συνήθως για να μαλακώσει
μουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσαν	=	μουλιάζω
μουλιάσανε	=	μουλιάζω
μουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούλιασμα
μουλιάσματος	noun	γενική ενικού του μούλιασμα
μουλιάσομε	=	μουλιάζω
μουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσουνε	=	μουλιάζω
μουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούλιασμα
μουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλιασμένο
μουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του μουλιασμένος
μουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλιασμένη
μουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουλιασμένος
μουλιασμένης	verb	γενική ενικού του μουλιασμένη
μουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουλιασμένος
μουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουλιασμένος
μουλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μουλιάζω
μουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουλιασμένος
μουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουλιασμένος
μουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουλιασμένος
μουλκιού	=	μούλκι
μουλκιών	=	μούλκι
μουλλωχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλλωχτό
μουλλωχτέ	adj	κλητική ενικού του μουλλωχτός
μουλλωχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλλωχτή
μουλλωχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουλλωχτός
μουλλωχτής	adj	γενική ενικού του μουλλωχτή
μουλλωχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουλλωχτός
μουλλωχτού	adj	γενική ενικού του μουλλωχτός
μουλλωχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουλλωχτός
μουλλωχτό	adj	αιτιατική ενικού του μουλλωχτός
μουλλωχτός	adj	άλλη γραφή του μουλωχτός
μουλλωχτών	adj	γενική πληθυντικού του μουλλωχτός
μουλοσπέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλόσπερμα
μουλωχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλωχτό	adv|vulgar	με μουλωχτό τρόπο, στα κρυφά
μουλωχτέ	adj	κλητική ενικού του μουλωχτός
μουλωχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουλωχτή
μουλωχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουλωχτός
μουλωχτής	adj	γενική ενικού του μουλωχτή
μουλωχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουλωχτός
μουλωχτού	adj	γενική ενικού του μουλωχτός
μουλωχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουλωχτός
μουλωχτό	adj	αιτιατική ενικού του μουλωχτός
μουλωχτός	adj	που ενεργεί ή γίνεται στα κρυφά, αθόρυβα, αποκρύπτοντας τις βαθύτερες προθέσεις, σκέψεις ή επιθυμίες
μουλωχτών	adj	γενική πληθυντικού του μουλωχτός
μουλώναμε	=	μουλώνω
μουλώναν	=	μουλώνω
μουλώνανε	=	μουλώνω
μουλώνατε	=	μουλώνω
μουλώνει	=	μουλώνω
μουλώνεις	=	μουλώνω
μουλώνετε	=	μουλώνω
μουλώνοντας	=	μουλώνω
μουλώνουμε	=	μουλώνω
μουλώνουν	=	μουλώνω
μουλώνουνε	=	μουλώνω
μουλώνω	verb	αδρανώ, σιωπώ
μουλώξαμε	=	μουλώνω
μουλώξαν	=	μουλώνω
μουλώξανε	=	μουλώνω
μουλώξατε	=	μουλώνω
μουλώξει	=	μουλώνω
μουλώξτε	=	μουλώνω
μουλώχνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του μουλώνω
μουμιοποίει	=	μουμιοποιώ
μουμιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουμιοποιώ, η μετατροπή ενός νεκρού σώματος σε μούμια με τεχνητό τρόπο ή από φυσικά αίτια
μουμιοποίησης	=	μουμιοποίηση
μουμιοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήσαν	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιήσανε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουμιοποίηση
μουμιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήσεων	=	μουμιοποίηση
μουμιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιεί	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιείς	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιείτε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουμιοποιούμαι
μουμιοποιημένα	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένε	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένες	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένη	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένης	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένο	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένοι	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μουμιοποιώ
μουμιοποιημένου	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένους	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιημένων	=	μουμιοποιημένος
μουμιοποιούμε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούν	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούνε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσα	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσαμε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσαν	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσανε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσατε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσε	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιούσες	=	μουμιοποιώ
μουμιοποιώ	verb	ταριχεύω ή βαλσαμώνω πτώμα ανθρώπου ή ζώου, μεταβάλλοντάς το σε μούμια
μουμιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μουμιοποιώ
μουμουρίσματα	=	μουρμούρισμα
μουμουρίσματος	=	μουρμούρισμα
μουμουρισμάτων	=	μουρμούρισμα
μουμούρισμα	=	μουρμούρισμα
μουμτζή	=	μουμτζής
μουμτζήδες	=	μουμτζής
μουμτζήδων	=	μουμτζής
μουμτζής	noun|dated	ο κηροποιός
μουνάκηδες	=	μουνάκιας
μουνάκηδων	=	μουνάκιας
μουνάκι	noun|vulgar	μουνί
μουνάκια	=	μουνάκι
μουνάκιας	noun|vulgar	ο γυναικάς, αυτός που του αρέσει να φλερτάρει με όποια γυναίκα βρεθεί μπροστά του
μουνάρα	noun|vulgar	η πολύ όμορφη κι επιθυμητή γυναίκα
μουνάρας	noun	γενική ενικού του μουνάρα
μουνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνάρα
μουνή	=	μουνής
μουνήδες	=	μουνής
μουνήδων	=	μουνής
μουνής	noun	ο παλιάνθρωπος, συνήθως που κάνει μικρότητες κρυφά/πίσω από την πλάτη κάποιου
μουνί	=	μουνής
μουνίτσα	noun|vulgar	νεαρή ελκυστική γυναίκα
μουνίτσας	=	μουνίτσα
μουνίτσες	=	μουνίτσα
μουνιά	=	μουνής
μουνιού	=	μουνής
μουνιτσιόνε	noun	πολεμοφόδια
μουνιών	=	μουνής
μουνοθύελλα	noun|vulgar	η συγκέντρωση πολλών όμορφων και επιθυμητών γυναικών
μουνοθύελλας	=	μουνοθύελλα
μουνοθύελλες	=	μουνοθύελλα
μουνοπαγίδα	noun|slang	καταστάσεις ή πράγματα που τραβούν τις γυναίκες με σκοπό την ερωτική συνεύρεση
μουνοπαγίδας	=	μουνοπαγίδα
μουνοπαγίδες	=	μουνοπαγίδα
μουνοπαγίδων	=	μουνοπαγίδα
μουνοπλημμύρα	noun|figurative	η σύναξη πολλών όμορφων γυναικών
μουνοπλημμύρας	=	μουνοπλημμύρα
μουνοπλημμύρες	=	μουνοπλημμύρα
μουνοτριχών	=	μουνότριχα
μουνουχίζαμε	=	μουνουχίζω
μουνουχίζαν	=	μουνουχίζω
μουνουχίζανε	=	μουνουχίζω
μουνουχίζατε	=	μουνουχίζω
μουνουχίζει	=	μουνουχίζω
μουνουχίζεις	=	μουνουχίζω
μουνουχίζετε	=	μουνουχίζω
μουνουχίζοντας	=	μουνουχίζω
μουνουχίζουμε	=	μουνουχίζω
μουνουχίζουν	=	μουνουχίζω
μουνουχίζουνε	=	μουνουχίζω
μουνουχίζω	verb|vulgar	ευνουχίζω
μουνουχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίσαν	=	μουνουχίζω
μουνουχίσανε	=	μουνουχίζω
μουνουχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίσματα	=	μουνούχισμα
μουνουχίσματος	=	μουνούχισμα
μουνουχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνουχισμάτων	=	μουνούχισμα
μουνουχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνουχισμένο
μουνουχισμένε	verb	κλητική ενικού του μουνουχισμένος
μουνουχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνουχισμένη
μουνουχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουνουχισμένος
μουνουχισμένης	verb	γενική ενικού του μουνουχισμένη
μουνουχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουνουχισμένος
μουνουχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουνουχισμένος
μουνουχισμένος	verb	ο ευνουχισμένος
μουνουχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουνουχισμένος
μουνουχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουνουχισμένος
μουνουχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουνουχισμένος
μουνουχιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνουχιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζομαι
μουνοχυσίματα	=	μουνοχύσιμο
μουνοχυσίματος	=	μουνοχύσιμο
μουνοχυσιμάτων	=	μουνοχύσιμο
μουνοχύσιμο	noun|vulgar	εξαγωγή διαφόρων υγρών από το αιδοίο κατά τη διάρκεια συνουσίας ή άσχετα μ’ αυτή
μουνούχε	noun	κλητική ενικού του μουνούχος
μουνούχι	noun	ο ευνουχισμένος
μουνούχιζα	=	μουνουχίζω
μουνούχιζαν	=	μουνουχίζω
μουνούχιζε	=	μουνουχίζω
μουνούχιζες	=	μουνουχίζω
μουνούχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνούχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνούχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνούχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουνουχίζω
μουνούχισμα	noun	ο ευνουχισμός
μουνούχο	noun	αιτιατική ενικού του μουνούχος
μουνούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουνούχος
μουνούχος	noun|vulgar	ο ευνούχος, ο ατσούτσουνος
μουνούχου	noun	γενική ενικού του μουνούχος
μουνούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουνούχος
μουνούχων	noun	γενική πληθυντικού του μουνούχος
μουντά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουντός	adv	με μουντό τρόπο, με μουντάδα
μουντάδα	noun	η ιδιότητα του μουντού
μουντάδας	=	μουντάδα
μουντάδες	=	μουντάδα
μουντάδων	=	μουντάδα
μουντάναμε	=	μουνταίνω
μουντάναν	=	μουνταίνω
μουντάνανε	=	μουνταίνω
μουντάνατε	=	μουνταίνω
μουντάνει	=	μουνταίνω
μουντάνετε	=	μουνταίνω
μουντάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουντάρω, αιφνιδιαστική επίθεση, εφόρμηση
μουντάρω	verb|vulgar	ορμώ, εφορμώ, επιτίθεμαι
μουντέ	adj	κλητική ενικού του μουντός
μουντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντή
μουντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουντός
μουντής	adj	γενική ενικού του μουντή
μουντί	noun	μεγάλο πινέλο για ασβέστωμα
μουνταίναμε	=	μουνταίνω
μουνταίναν	=	μουνταίνω
μουνταίνανε	=	μουνταίνω
μουνταίνατε	=	μουνταίνω
μουνταίνει	=	μουνταίνω
μουνταίνεις	=	μουνταίνω
μουνταίνετε	=	μουνταίνω
μουνταίνοντας	=	μουνταίνω
μουνταίνουμε	=	μουνταίνω
μουνταίνουν	=	μουνταίνω
μουνταίνουνε	=	μουνταίνω
μουνταίνω	verb	κάνω κάτι μουντό
μουνταρίσματα	=	μουντάρισμα
μουνταρίσματος	=	μουντάρισμα
μουνταρισμάτων	=	μουντάρισμα
μουνταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνταρισμένο
μουνταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μουνταρισμένος
μουνταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνταρισμένη
μουνταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουνταρισμένος
μουνταρισμένης	verb	γενική ενικού του μουνταρισμένη
μουνταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουνταρισμένος
μουνταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουνταρισμένος
μουνταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουνταρισμένος
μουνταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουνταρισμένος
μουνταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουνταρισμένος
μουντζάλωμα	noun	δημιουργία μουντζαλιάς (ή μουντζαλιών), το μουντζούρωμα
μουντζάλωνα	=	μουντζαλώνω
μουντζάλωναν	=	μουντζαλώνω
μουντζάλωνε	=	μουντζαλώνω
μουντζάλωνες	=	μουντζαλώνω
μουντζάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλιά	noun|vulgar	μελανό, σκούρο στίγμα ή κηλίδα· η μουτζούρα
μουντζαλιάς	=	μουντζαλιά
μουντζαλιές	=	μουντζαλιά
μουντζαλιών	=	μουντζαλιά
μουντζαλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλωμάτων	=	μουντζάλωμα
μουντζαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζαλωμένο
μουντζαλωμένε	verb	κλητική ενικού του μουντζαλωμένος
μουντζαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζαλωμένη
μουντζαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουντζαλωμένος
μουντζαλωμένης	verb	γενική ενικού του μουντζαλωμένη
μουντζαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουντζαλωμένος
μουντζαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουντζαλωμένος
μουντζαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουντζαλωμένος
μουντζαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουντζαλωμένος
μουντζαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουντζαλωμένος
μουντζαλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνομαι
μουντζαλώματα	=	μουντζάλωμα
μουντζαλώματος	=	μουντζάλωμα
μουντζαλώναμε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώναν	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνανε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνατε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνει	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνεις	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνετε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνοντας	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνουμε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνουν	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνουνε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώνω	verb	μουντζουρώνω
μουντζαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσαν	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώσανε	=	μουντζαλώνω
μουντζαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζαλώνω
μουντζουρίτσα	noun	υποκοριστικό του μουντζούρα
μουντζουρίτσας	=	μουντζουρίτσα
μουντζουρίτσες	=	μουντζουρίτσα
μουντζουριά	noun	η μουντζούρα
μουντζουριάς	=	μουντζουριά
μουντζουριές	=	μουντζουριά
μουντζουριών	=	μουντζουριά
μουντζουρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρωμάτων	=	μουντζούρωμα
μουντζουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζουρωμένο
μουντζουρωμένε	verb	κλητική ενικού του μουντζουρωμένος
μουντζουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζουρωμένη
μουντζουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουντζουρωμένος
μουντζουρωμένης	verb	γενική ενικού του μουντζουρωμένη
μουντζουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουντζουρωμένος
μουντζουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουντζουρωμένος
μουντζουρωμένος	verb	που έχει μουντζουρωθεί
μουντζουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουντζουρωμένος
μουντζουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουντζουρωμένος
μουντζουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουντζουρωμένος
μουντζουρωτά	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτέ	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτές	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτή	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτής	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτοί	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτού	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτούς	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτό	=	μουντζουρωτός
μουντζουρωτός	adj	άλλη μορφή του μουντζουρωμένος
μουντζουρωτών	=	μουντζουρωτός
μουντζουρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνομαι
μουντζουρώματα	=	μουντζούρωμα
μουντζουρώματος	=	μουντζούρωμα
μουντζουρώνω	verb	δημιουργώ μουντζούρες σε χαρτί ή άλλη επιφάνεια, πχ για να διαγράψω βιαστικά ένα τμήμα κειμένου
μουντζουρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζουρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζούρα	noun	ο λεκές σκούρου χρώματος από στιλό, μολύβι, μπογιά, κάρβουνο κ.λπ.
μουντζούρας	noun	γενική ενικού του μουντζούρα
μουντζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζούρα
μουντζούρη	=	μουντζούρης
μουντζούρηδες	=	μουντζούρης
μουντζούρηδων	=	μουντζούρης
μουντζούρης	noun	είδος παιδικού παιχνιδιού με χαρτιά της τράπουλας στο οποίο όποιος χάσει (συνήθως όποιος μείνει τελευταίος με χαρτί στο χέρι) πρέπει να μουντζουρωθεί	adj	που έχει μουντζουρωθεί
μουντζούρωμα	noun	η ενέργεια του μουντζουρώνω
μουντζούρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζούρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζούρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζούρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζουρώνω
μουντζωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζωμάτων	=	μούντζωμα
μουντζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζωμένο
μουντζωμένε	verb	κλητική ενικού του μουντζωμένος
μουντζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντζωμένη
μουντζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουντζωμένος
μουντζωμένης	verb	γενική ενικού του μουντζωμένη
μουντζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουντζωμένος
μουντζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουντζωμένος
μουντζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουντζωμένος
μουντζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουντζωμένος
μουντζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουντζωμένος
μουντζώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνομαι
μουντζώματα	=	μούντζωμα
μουντζώματος	=	μούντζωμα
μουντζών	noun	γενική πληθυντικού του μούντζα
μουντζώναμε	=	μουντζώνω
μουντζώναν	=	μουντζώνω
μουντζώνανε	=	μουντζώνω
μουντζώνατε	=	μουντζώνω
μουντζώνει	=	μουντζώνω
μουντζώνεις	=	μουντζώνω
μουντζώνετε	=	μουντζώνω
μουντζώνοντας	=	μουντζώνω
μουντζώνουμε	=	μουντζώνω
μουντζώνουν	=	μουντζώνω
μουντζώνουνε	=	μουντζώνω
μουντζώνω	verb	δίνω μια μούντζα, κάνω σε κάποιον τη χειρονομία αυτή
μουντζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσαν	=	μουντζώνω
μουντζώσανε	=	μουντζώνω
μουντζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μουντιάλ	noun	το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου
μουντιαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντιαλικό
μουντιαλικέ	adj	κλητική ενικού του μουντιαλικός
μουντιαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουντιαλική
μουντιαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουντιαλικός
μουντιαλικής	adj	γενική ενικού του μουντιαλική
μουντιαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουντιαλικός
μουντιαλικού	adj	γενική ενικού του μουντιαλικός
μουντιαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουντιαλικός
μουντιαλικό	adj	αιτιατική ενικού του μουντιαλικός
μουντιαλικός	adj	που έχει σχέση με το μουντιάλ ή αναφέρεται σ’ αυτό
μουντιαλικών	adj	γενική πληθυντικού του μουντιαλικός
μουντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουντός
μουντομπάσκετ	noun	το διεθνές πρωτάθλημα καλαθοσφαίρισης εθνικών ομάδων, στο οποίο συμμετέχουν χώρες από όλες τις ηπείρους και από το οποίο αναδεικνύεται η παγκόσμια πρωταθλήτρια
μουντού	adj	γενική ενικού του μουντός
μουντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουντός
μουντρούχα	=	μουντρούχος
μουντρούχας	=	μουντρούχος
μουντρούχε	=	μουντρούχος
μουντρούχες	=	μουντρούχος
μουντρούχο	=	μουντρούχος
μουντρούχοι	=	μουντρούχος
μουντρούχος	adj	άνθρωπος βαρετός και μονόχνωτος
μουντρούχου	=	μουντρούχος
μουντρούχους	=	μουντρούχος
μουντρούχων	=	μουντρούχος
μουντό	adj	αιτιατική ενικού του μουντός
μουντός	adj	σκοτεινός, που δεν έχει φωτεινότητα, λάμψη
μουντών	adj	γενική πληθυντικού του μουντός
μουνόδουλε	=	μουνόδουλος
μουνόδουλο	=	μουνόδουλος
μουνόδουλοι	=	μουνόδουλος
μουνόδουλος	noun|figurative	άτομο που σκέφτεται συνέχεια το μουνί, που οι ερωτικές του επιθυμίες τον έχουν κάνει εξαρτημένο και έρμαιο των παθών και των επιθυμιών
μουνόδουλου	=	μουνόδουλος
μουνόδουλους	=	μουνόδουλος
μουνόδουλων	=	μουνόδουλος
μουνόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνόπανο
μουνόπανο	noun|dated	πανί που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της περιόδου· (κατ’ επέκταση) η σερβιέτα
μουνόπανου	noun	γενική ενικού του μουνόπανο
μουνόπανων	noun	γενική πληθυντικού του μουνόπανο
μουνόπλυμα	noun	βρωμιάρα, ελεεινή, απαίσιος κι ενοχλητικός άνθρωπος
μουνόσκυλα	=	μουνόσκυλο
μουνόσκυλο	noun|vulgar	προσβλητικός χυδαίος χαρακτηρισμός
μουνόσκυλου	=	μουνόσκυλο
μουνόσκυλων	=	μουνόσκυλο
μουνότριχα	noun|vulgar	η τρίχα του εφηβαίου της γυναίκας
μουνότριχας	=	μουνότριχα
μουνότριχες	=	μουνότριχα
μουνότρυπα	noun|vulgar	η τρύπα του μουνιού, του αιδοίου
μουνότρυπας	=	μουνότρυπα
μουνότρυπες	=	μουνότρυπα
μουνότρυπων	=	μουνότρυπα
μουνόχειλα	=	μουνόχειλο
μουνόχειλο	noun|vulgar	το καθένα από τα χείλη (μικρά και μεγάλα) του αιδοίου
μουνόχειλου	noun	γενική ενικού του μουνόχειλο
μουνόχειλων	noun	γενική πληθυντικού του μουνόχειλο
μουνόψειρα	noun	είδος ψείρας (συνήθως από συκιά κατά το καλοκαίρι) που στο ανθρώπινο σώμα εγκρίνει ως στέγη μόνο τον βουβωνικό χώρο & κυρίως τα γεννητικά όργανα
μουνόψειρας	noun	γενική ενικού του μουνόψειρα
μουνόψειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουνόψειρα
μουνόψειρων	=	μουνόψειρα
μουράγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουράγιο
μουράγιο	noun	η προκυμαία
μουράγιου	noun	γενική ενικού του μουράγιο
μουράγιων	noun	γενική πληθυντικού του μουράγιο
μουράκλα	noun	μεγάλη μούρη
μουράκλας	noun	γενική ενικού του μουράκλα
μουράκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουράκλα
μουράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουράτο
μουράτε	adj	κλητική ενικού του μουράτος
μουράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουράτη
μουράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουράτος
μουράτης	adj	γενική ενικού του μουράτη
μουράτο	adj	αιτιατική ενικού του μουράτος
μουράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουράτος
μουράτος	noun	που «πουλά μούρη», που του αρέσει να επιδεικνύεται
μουράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουράτος
μουράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουράτος
μουράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουράτος
μουρέ	intj	άλλη μορφή του μωρέ
μουρέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρέλο
μουρέλο	noun	κοινή ονομασία εργαλείου καταστρώματος πλοίου, ξύλινο κωνικό σουβλί για την διάνοιξη σχοινιών, προκειμένου να περάσουν τα άκρα του και να δημιουργηθεί θηλιά, κοινώς γάσα
μουρέλου	noun	γενική ενικού του μουρέλο
μουρέλων	noun	γενική πληθυντικού του μουρέλο
μουραίνω	verb	άλλη γραφή του μοραίνω / μωραίνω
μουρασελέ	=	μουρασελές
μουρασελέδες	=	μουρασελές
μουρασελέδων	=	μουρασελές
μουρασελές	noun	διορισμός, άδεια
μουραύγια	noun	ειδική βαφή που εφαρμόζεται στα ύφαλα ενός πλοίου για προστασία από τη θαλάσσια διάβρωση και από μικροοργανισμούς που προσκολλώνται εκεί
μουραύγιας	=	μουραύγια
μουραύγιες	=	μουραύγια
μουραύγιων	=	μουραύγια
μουργέλα	noun|vulgar	έλλειψη διάθεσης για οτιδήποτε
μουργέλας	noun|slang	που βαριέται πολύ
μουργέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουργέλα
μουργέλων	=	μουργέλας
μουρδουλωθήκαμε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωθήκαν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωθήκανε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωθήκατε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωθεί	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωθείτε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωμένος	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόμασταν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόμαστε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόμουν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόμουνα	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόντουσαν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόσασταν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόσαστε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόσουν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόσουνα	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνόταν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλωνότανε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώθηκα	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώθηκαν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώθηκε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώθηκες	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώναμε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώναν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνανε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνατε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνει	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνεις	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνεσαι	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνεστε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνεται	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνετε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνομαι	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνονται	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνονταν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνοντας	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνου	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνουμε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνουν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνουνε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώνω	verb	θέτω κάτι σε ακαταστασία, χαλάω, μπερδεύω, καταστρέφω, λερώνω
μουρδουλώσαμε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώσαν	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώσανε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώσατε	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώσει	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώσου	=	μουρδουλώνω
μουρδουλώστε	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωνα	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωναν	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωνε	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωνες	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωσα	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωσαν	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωσε	=	μουρδουλώνω
μουρδούλωσες	=	μουρδουλώνω
μουριά	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Morus, με καρδιοειδή οδοντωτά φύλλα και που παράγει σύνθετους καρπούς με βαθύ κόκκινο έως μαύρο χρώμα (τα μούρα)
μουριάς	=	μουριά
μουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουριά
μουριών	=	μουριά
μουρλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουρλός	adv	με μουρλό τρόπο
μουρλάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάναν	=	μουρλαίνω
μουρλάνανε	=	μουρλαίνω
μουρλάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μουρλέ	adj	κλητική ενικού του μουρλός
μουρλέγκες	=	μουρλέγκω
μουρλέγκω	noun	συνώνυμο του τρελέγκω
μουρλέγκων	=	μουρλέγκω
μουρλέγκως	=	μουρλέγκω
μουρλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρλή
μουρλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουρλός
μουρλής	adj	γενική ενικού του μουρλή
μουρλαίγκες	=	μουρλαίγκω
μουρλαίγκω	noun	μη απλοποιημένη γραφή ου μουρλέγκω
μουρλαίγκων	=	μουρλαίγκω
μουρλαίγκως	=	μουρλαίγκω
μουρλαίναμε	=	μουρλαίνω
μουρλαίναν	=	μουρλαίνω
μουρλαίνανε	=	μουρλαίνω
μουρλαίνατε	=	μουρλαίνω
μουρλαίνει	=	μουρλαίνω
μουρλαίνεις	=	μουρλαίνω
μουρλαίνετε	=	μουρλαίνω
μουρλαίνοντας	=	μουρλαίνω
μουρλαίνουμε	=	μουρλαίνω
μουρλαίνουν	=	μουρλαίνω
μουρλαίνουνε	=	μουρλαίνω
μουρλαίνω	verb|figurative	καθιστώ κάποιον μουρλό, τον τρελαίνω
μουρλαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνομαι
μουρλαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρλαμένο
μουρλαμένε	verb	κλητική ενικού του μουρλαμένος
μουρλαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρλαμένη
μουρλαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουρλαμένος
μουρλαμένης	verb	γενική ενικού του μουρλαμένη
μουρλαμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουρλαμένος
μουρλαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουρλαμένος
μουρλαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουρλαμένος
μουρλαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουρλαμένος
μουρλαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουρλαμένος
μουρλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουρλός
μουρλοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρλοκομείο
μουρλοκομείο	noun|vulgar	τρελοκομείο
μουρλοκομείου	noun	γενική ενικού του μουρλοκομείο
μουρλοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του μουρλοκομείο
μουρλοπαντιέρα	noun	άλλη μορφή του ζουρλοπαντιέρα
μουρλοπαντιέρας	=	μουρλοπαντιέρα
μουρλοπαντιέρες	=	μουρλοπαντιέρα
μουρλού	adj	γενική ενικού του μουρλός
μουρλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουρλός
μουρλό	adj	αιτιατική ενικού του μουρλός
μουρλός	adj	τρελός, ανισόρροπος, παλαβός
μουρλών	adj	γενική πληθυντικού του μουρλός
μουρμουράω	verb	άλλη μορφή του μουρμουρίζω
μουρμουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμουρίζαμε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζαν	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζανε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζατε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζει	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζεις	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζετε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζομε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζοντας	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζουμε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζουν	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζουνε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίζω	verb	μιλώ σιγά και ακούγομαι με δυσκολία
μουρμουρίσαμε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσαν	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσανε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσατε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσει	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσεις	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσετε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρμούρισμα
μουρμουρίσματος	noun	γενική ενικού του μουρμούρισμα
μουρμουρίσομε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσουμε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσουν	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσουνε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίστε	=	μουρμουρίζω
μουρμουρίσω	=	μουρμουρίζω
μουρμουρητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρμουρητό
μουρμουρητού	noun	γενική ενικού του μουρμουρητό
μουρμουρητό	noun	χαμηλόφωνη και όχι απόλυτα κατανοητή ομιλία
μουρμουρητών	noun	γενική πληθυντικού του μουρμουρητό
μουρμουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μουρμούρισμα
μουρμουριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρμουριστό
μουρμουριστέ	adj	κλητική ενικού του μουρμουριστός
μουρμουριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρμουριστή
μουρμουριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουρμουριστός
μουρμουριστής	adj	γενική ενικού του μουρμουριστή
μουρμουριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουρμουριστός
μουρμουριστού	adj	γενική ενικού του μουρμουριστός
μουρμουριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουρμουριστός
μουρμουριστό	adj	αιτιατική ενικού του μουρμουριστός
μουρμουριστός	adj	που είναι χαμηλόφωνος, υπόκωφος ή ψιθυριστός, με αποτέλεσμα να μην ακούγεται καθαρά
μουρμουριστών	adj	γενική πληθυντικού του μουρμουριστός
μουρμουρώ	=	μουρμουρίζω
μουρμούρα	noun	ο ήχος χαμηλόφωνης ομιλίας ή συνομιλίας
μουρμούρας	noun	γενική ενικού του μουρμούρα
μουρμούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρμούρα
μουρμούρη	=	μουρμούρης
μουρμούρηδες	=	μουρμούρης
μουρμούρηδων	=	μουρμούρης
μουρμούρης	adj	αυτός που μουρμουρίζει συνεχώς ή συχνά.
μουρμούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουράω
μουρμούριζα	=	μουρμουρίζω
μουρμούριζαν	=	μουρμουρίζω
μουρμούριζε	=	μουρμουρίζω
μουρμούριζες	=	μουρμουρίζω
μουρμούρικα	=	μουρμούρης
μουρμούρικο	=	μουρμούρης
μουρμούρικου	=	μουρμούρης
μουρμούρικων	=	μουρμούρης
μουρμούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρμουρίζω
μουρμούρισαν	=	μουρμουρίζω
μουρμούρισε	=	μουρμουρίζω
μουρμούρισες	=	μουρμουρίζω
μουρμούρισμένος	=	μουρμουρίζω
μουρμούρισμα	noun	η ενέργεια του μουρμουρίζω, το μουρμουρητό
μουρμούρω	noun	γυναίκα η οποία μουρμουρίζει συνεχώς ή συχνά
μουρμούρων	=	μουρμούρω
μουρμούρως	=	μουρμούρω
μουρνιά	noun	μουριά
μουρνιάς	=	μουρνιά
μουρνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρνιά
μουρνιών	=	μουρνιά
μουρντάρα	noun	θηλυκό του μουρντάρης
μουρντάρας	adj	γενική ενικού του μουρντάρα
μουρντάρεμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουρνταρεύω
μουρντάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρντάρα
μουρντάρευα	=	μουρνταρεύω
μουρντάρευαν	=	μουρνταρεύω
μουρντάρευε	=	μουρνταρεύω
μουρντάρευες	=	μουρνταρεύω
μουρντάρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρντάρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρντάρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρντάρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρντάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουρντάρης
μουρντάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρντάρης
μουρντάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μουρντάρης
μουρντάρης	noun	που έχει πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις ή συνηθίζει να απατά τη σύντροφό του
μουρντάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρντάρικο
μουρντάρικε	adj	κλητική ενικού του μουρντάρικος
μουρντάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρντάρικη
μουρντάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουρντάρικος
μουρντάρικης	adj	γενική ενικού του μουρντάρικη
μουρντάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουρντάρης
μουρντάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουρντάρικος
μουρντάρικος	adj	που έχει σχέση με μουρνταριές, που μουρνταρεύει
μουρντάρικου	adj	γενική ενικού του μουρντάρικο
μουρντάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουρντάρικος
μουρντάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μουρντάρικο
μουρνταρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρντάρεμα
μουρνταρέματος	noun	γενική ενικού του μουρντάρεμα
μουρνταρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψαν	=	μουρνταρεύω
μουρνταρέψανε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουρνταρεύω
μουρνταρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μουρντάρεμα
μουρνταρεύαμε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύαν	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύανε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύατε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύει	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύεις	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύετε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύοντας	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύουμε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύουν	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύουνε	=	μουρνταρεύω
μουρνταρεύω	verb	συμπεριφέρομαι ως μουρντάρης, απατώ τον/την σύντροφο ή σύζυγο
μουρνταριά	noun	η πράξη του μουρντάρη
μουρνταριάς	noun	γενική ενικού του μουρνταριά
μουρνταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρνταριά
μουρνταριών	=	μουρνταριά
μουρουνέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρουνέλαιο
μουρουνέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από μουρούνα
μουρουνέλαιου	noun	γενική ενικού του μουρουνέλαιο
μουρουνέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του μουρουνέλαιο
μουρουνελαίου	=	μουρουνέλαιο
μουρουνελαίων	=	μουρουνέλαιο
μουρουνόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρουνόλαδο
μουρουνόλαδο	noun	άλλη μορφή του μουρουνέλαιο
μουρουνόλαδου	noun	γενική ενικού του μουρουνόλαδο
μουρουνόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του μουρουνόλαδο
μουρουνών	noun	γενική πληθυντικού του μουρούνα
μουρούνα	noun	ψάρι της οικογένειας Γαδίδες (Gadidae), στην οποία ανήκει και ο μπακαλιάρος
μουρούνας	noun	γενική ενικού του μουρούνα
μουρούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρούνα
μουρτάτες	=	μουρτάτης
μουρτάτη	=	μουρτάτης
μουρτάτης	noun	ο αλλόθρησκος
μουρταδέλα	noun	μορταδέλα
μουρταδέλας	=	μουρταδέλα
μουρταδέλες	=	μουρταδέλα
μουρταδέλων	=	μουρταδέλα
μουρτατών	=	μουρτάτης
μουρτζουφλώ	verb	περιφρονώ κάποιον έμπρακτα, το δείχνω βρίζοντάς τον, αποπαίρνοντάς τον, προσβάλλοντάς τον
μουρτζούφλη	=	μουρτζούφλης
μουρτζούφληδες	=	μουρτζούφλης
μουρτζούφληδων	=	μουρτζούφλης
μουρτζούφλης	noun	ο περιφρονημένος, ο προπηλακισμένος, που τον έχουν μουρτζουφλήσει
μουρφιά	intj	έκφραση έκπληξης, μερικές φορές και αποστροφής
μουρόχαυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρόχαυλο
μουρόχαυλε	adj	κλητική ενικού του μουρόχαυλος
μουρόχαυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουρόχαυλη
μουρόχαυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουρόχαυλος
μουρόχαυλης	adj	γενική ενικού του μουρόχαυλη
μουρόχαυλο	adj	αιτιατική ενικού του μουρόχαυλος
μουρόχαυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουρόχαυλος
μουρόχαυλος	adj	νωθρός
μουρόχαυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουρόχαυλος
μουρόχαυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουρόχαυλος
μουρόχαυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουρόχαυλος
μουσάντρα	noun	άλλη μορφή του μεσάντρα
μουσάντρας	=	μουσάντρα
μουσάντρες	=	μουσάντρα
μουσάτα	=	μουσάτος
μουσάτε	=	μουσάτος
μουσάτες	=	μουσάτος
μουσάτη	=	μουσάτος
μουσάτης	=	μουσάτος
μουσάτο	=	μουσάτος
μουσάτοι	=	μουσάτος
μουσάτος	adj	που έχει μούσι
μουσάτου	=	μουσάτος
μουσάτους	=	μουσάτος
μουσάτων	=	μουσάτος
μουσίτσα	noun|figurative	κατεργάρης
μουσίτσας	noun	γενική ενικού του μουσίτσα
μουσίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσίτσα
μουσακά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουσακάς
μουσακάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσακάς
μουσακάδων	noun	γενική πληθυντικού του μουσακάς
μουσακάς	noun	φαγητό με κιμά, μελιτζάνες, πατάτες και μπεσαμέλ
μουσαμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουσαμάς
μουσαμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσαμάς
μουσαμάδων	noun	γενική πληθυντικού του μουσαμάς
μουσαμάς	noun	αδιάβροχο ύφασμα που περιέχει υλικά όπως κερί
μουσαμαδένια	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιας	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιε	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιες	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιο	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιοι	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιος	adj	φτιαγμένος από μουσαμά
μουσαμαδένιου	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιους	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδένιων	=	μουσαμαδένιος
μουσαμαδιά	noun|dated	αδιάβροχο μουσαμαδένιο πανωφόρι
μουσαμαδιάς	noun	γενική ενικού του μουσαμαδιά
μουσαμαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσαμαδιά
μουσαμαδιών	=	μουσαμαδιά
μουσαντά	noun|slang	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσαντό	adv|slang	στα ψέματα
μουσαντένια	=	μουσαντένιος
μουσαντένιας	=	μουσαντένιος
μουσαντένιε	=	μουσαντένιος
μουσαντένιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσαντένια
μουσαντένιο	=	μουσαντένιος
μουσαντένιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσαντένιος
μουσαντένιος	adj|slang	ψεύτικος, προσποιητός, κάλπικος
μουσαντένιου	=	μουσαντένιος
μουσαντένιους	=	μουσαντένιος
μουσαντένιων	=	μουσαντένιος
μουσαντό	noun|slang	ψέμα
μουσαφίρη	=	μουσαφίρης
μουσαφίρηδες	=	μουσαφίρης
μουσαφίρηδων	=	μουσαφίρης
μουσαφίρης	noun	ο φιλοξενούμενος
μουσαφίρισσα	=	μουσαφίρης
μουσαφιραίοι	=	μουσαφίρης
μουσαφιραίους	=	μουσαφίρης
μουσαφιραίων	=	μουσαφίρης
μουσαφιρλίκι	noun|dated	η περιποίηση που προσφέρεται σε κάποιον επισκέπτη, φιλοξενούμενο ή μουσαφίρη
μουσαφιρλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσαφιρλίκι
μουσεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσείο
μουσείο	noun	χώρος όπου εκτίθενται αντικείμενα ιστορικής ή καλλιτεχνικής ή γενικότερα μορφωτικής αξίας
μουσείου	noun	γενική ενικού του μουσείο
μουσείων	noun	γενική πληθυντικού του μουσείο
μουσειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσειακό	adv	με μουσειακό τρόπο
μουσειακέ	adj	κλητική ενικού του μουσειακός
μουσειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσειακή
μουσειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσειακός
μουσειακής	adj	γενική ενικού του μουσειακή
μουσειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσειακός
μουσειακού	adj	γενική ενικού του μουσειακός
μουσειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουσειακός
μουσειακό	adj	αιτιατική ενικού του μουσειακός
μουσειακός	adj	που έχει σχέση με μουσείο ή αναφέρεται σ’ αυτό
μουσειακών	adj	γενική πληθυντικού του μουσειακός
μουσειογραφία	noun	η περιγραφή των μουσειακών συλλογών
μουσειογραφίας	=	μουσειογραφία
μουσειογραφίες	=	μουσειογραφία
μουσειογραφικά	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικέ	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικές	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφική	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικής	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικοί	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικού	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικούς	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικό	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφικός	adj	που αφορά τη μουσειογραφία
μουσειογραφικών	=	μουσειογραφικός
μουσειογραφιών	=	μουσειογραφία
μουσειολογία	noun	η επιστήμη ή η γνώση που συνδέεται με την οργάνωση, ανάπτυξη και λειτουργία ενός μουσείου, τη σχετική μεθοδολογία καθώς και την ιστορία ή τον ρόλο των μουσείων σε μια κοινωνία
μουσειολογίας	noun	γενική ενικού του μουσειολογία
μουσειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσειολογία
μουσειολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουσειολογικός	adv	με μουσειολογικό τρόπο
μουσειολογικέ	adj	κλητική ενικού του μουσειολογικός
μουσειολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσειολογική
μουσειολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσειολογικός
μουσειολογικής	adj	γενική ενικού του μουσειολογική
μουσειολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσειολογικός
μουσειολογικού	adj	γενική ενικού του μουσειολογικός
μουσειολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουσειολογικός
μουσειολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μουσειολογικός
μουσειολογικός	adj	που έχει σχέση με τον μουσειολόγο ή την μουσειολογία ή αναφέρεται σ' αυτά
μουσειολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μουσειολογικός
μουσειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μουσειολογία
μουσειολόγε	=	μουσειολόγος
μουσειολόγο	=	μουσειολόγος
μουσειολόγοι	=	μουσειολόγος
μουσειολόγος	noun	που ασχολείται με την μουσειολογία
μουσειολόγου	=	μουσειολόγος
μουσειολόγους	=	μουσειολόγος
μουσειολόγων	=	μουσειολόγος
μουσειοπαιδαγωγέ	noun	κλητική ενικού του μουσειοπαιδαγωγός
μουσειοπαιδαγωγικά	=	μουσειοπαιδαγωγικός
μουσειοπαιδαγωγικέ	=	μουσειοπαιδαγωγικός
μουσειοπαιδαγωγικές	=	μουσειοπαιδαγωγική
μουσειοπαιδαγωγική	noun	η επιστήμη και η πρακτική του μουσειοπαιδαγωγού
μουσειοπαιδαγωγικής	=	μουσειοπαιδαγωγική
μουσειοπαιδαγωγικοί	=	μουσειοπαιδαγωγικός
μουσειοπαιδαγωγικού	=	μουσειοπαιδαγωγικός
μουσειοπαιδαγωγικούς	=	μουσειοπαιδαγωγικός
μουσειοπαιδαγωγικό	=	μουσειοπαιδαγωγικός
μουσειοπαιδαγωγικός	adj	σχετικός με την παιδαγωγική σε μουσεία / μέσω των μουσείων
μουσειοπαιδαγωγικών	=	μουσειοπαιδαγωγική
μουσειοπαιδαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσειοπαιδαγωγός
μουσειοπαιδαγωγού	noun	γενική ενικού του μουσειοπαιδαγωγός
μουσειοπαιδαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουσειοπαιδαγωγός
μουσειοπαιδαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του μουσειοπαιδαγωγός
μουσειοπαιδαγωγός	noun	ειδικευμένος επιστήμονας που ετοιμάζει και εκτελεί παιδαγωγικά προγράμματα με επίκεντρο κάποιο μουσείο
μουσειοπαιδαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του μουσειοπαιδαγωγός
μουσειοσκευές	=	μουσειοσκευή
μουσειοσκευή	noun	ειδική θήκη ή βαλίτσα με εκθέματα ενός μουσείου (πρωτότυπα ή αντίγραφα) και άλλο σχετικό εποπτικό υλικό, που χρησιμοποιούνται σε εκπαιδευτικά προγράμματα εκτός μουσείου
μουσειοσκευής	=	μουσειοσκευή
μουσειοσκευών	=	μουσειοσκευή
μουσελίμη	=	μουσελίμης
μουσελίμηδες	=	μουσελίμης
μουσελίμηδων	=	μουσελίμης
μουσελίμης	noun|dated	διοικητής μιας επαρχίας ή μικρής περιφέρειας, τοπάρχης, έπαρχος, τοποτηρητής
μουσελίνα	noun	πολυτελές, λεπτό και διαφανές ύφασμα από μαλλί, βαμβάκι ή μετάξι
μουσελίνας	noun	γενική ενικού του μουσελίνα
μουσελίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσελίνα
μουσελινών	noun	γενική πληθυντικού του μουσελίνα
μουσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουσικός	adv	με μουσικό τρόπο
μουσικέ	adj	κλητική ενικού του μουσικός
μουσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσική
μουσική	noun	η τέχνη του συνδυασμού ήχων σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, ώστε να δημιουργεί ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσικός
μουσικής	adj	γενική ενικού του μουσική
μουσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσικός
μουσικοδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδάσκαλος	noun|dated	ο δάσκαλος μουσικής
μουσικοδιδάσκαλου	=	μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδασκάλισσα	noun	θηλυκό του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδασκάλισσας	noun	γενική ενικού του μουσικοδιδασκάλισσα
μουσικοδιδασκάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικοδιδασκάλισσα
μουσικοδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του μουσικοδιδάσκαλος
μουσικοδιδασκαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του μουσικοδιδασκάλισσα
μουσικοθεατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικοθεατρικό
μουσικοθεατρικέ	adj	κλητική ενικού του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικοθεατρική
μουσικοθεατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεατρικής	adj	γενική ενικού του μουσικοθεατρική
μουσικοθεατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεατρικού	adj	γενική ενικού του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεατρικό	adj	αιτιατική ενικού του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεατρικός	adj	που έχει σχέση με τη μουσική και το θέατρο ή αναφέρεται σ’ αυτά
μουσικοθεατρικών	adj	γενική πληθυντικού του μουσικοθεατρικός
μουσικοθεραπεία	noun	ψυχοθεραπεία με χρήση της μουσικής
μουσικοθεραπείας	noun	γενική ενικού του μουσικοθεραπεία
μουσικοθεραπείες	=	μουσικοθεραπεία
μουσικοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του μουσικοθεραπεία
μουσικοκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικοκριτικό
μουσικοκριτικέ	adj	κλητική ενικού του μουσικοκριτικός
μουσικοκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικοκριτική
μουσικοκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσικοκριτικός
μουσικοκριτικής	adj	γενική ενικού του μουσικοκριτική
μουσικοκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσικοκριτικός
μουσικοκριτικού	adj	γενική ενικού του μουσικοκριτικός
μουσικοκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουσικοκριτικός
μουσικοκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του μουσικοκριτικός
μουσικοκριτικός	adj	που έχει σχέση με την κριτική μουσικών έργων ή αναφέρεται σ’ αυτή	noun	που κρίνει (κατ’ επάγγελμα) μουσικά έργα
μουσικοκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του μουσικοκριτικός
μουσικολαογραφικά	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικέ	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικές	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφική	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικής	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικοί	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικού	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικούς	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικό	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολαογραφικός	adj	που αφορά τη μουσική και τη λαογραφία
μουσικολαογραφικών	=	μουσικολαογραφικός
μουσικολογία	noun	η επιστήμη της μουσικής
μουσικολογίας	noun	γενική ενικού του μουσικολογία
μουσικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικολογία
μουσικολογικά	=	μουσικολογικός
μουσικολογικέ	=	μουσικολογικός
μουσικολογικές	=	μουσικολογικός
μουσικολογική	=	μουσικολογικός
μουσικολογικής	=	μουσικολογικός
μουσικολογικοί	=	μουσικολογικός
μουσικολογικού	=	μουσικολογικός
μουσικολογικούς	=	μουσικολογικός
μουσικολογικό	=	μουσικολογικός
μουσικολογικός	adj	σχετικός με την μουσικολογία
μουσικολογικών	=	μουσικολογικός
μουσικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μουσικολογία
μουσικολόγε	noun	κλητική ενικού του μουσικολόγος
μουσικολόγο	noun	αιτιατική ενικού του μουσικολόγος
μουσικολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσικολόγος
μουσικολόγος	noun	ο επιστήμων που μελετά θεωρητικά και επιστημονικά τη μουσική
μουσικολόγου	noun	γενική ενικού του μουσικολόγος
μουσικολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουσικολόγος
μουσικολόγων	noun	γενική πληθυντικού του μουσικολόγος
μουσικομανές	=	μουσικομανής
μουσικομανή	=	μουσικομανής
μουσικομανής	adj	που του αρέσει ιδιαίτερα, που έχει μανία με τη μουσική
μουσικομανία	noun	μανία με τη μουσική, λατρεία της μέχρι μανίας
μουσικομανίας	=	μουσικομανία
μουσικομανίες	=	μουσικομανία
μουσικομανείς	=	μουσικομανής
μουσικομανιών	=	μουσικομανία
μουσικομανούς	=	μουσικομανής
μουσικομανών	=	μουσικομανής
μουσικοσυνθέτες	=	μουσικοσυνθέτης
μουσικοσυνθέτη	=	μουσικοσυνθέτης
μουσικοσυνθέτης	noun	συνθέτης μουσικής, ιδίως τραγουδιών
μουσικοσυνθέτρια	=	μουσικοσυνθέτης
μουσικοσυνθέτριας	noun	γενική ενικού του μουσικοσυνθέτρια
μουσικοσυνθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικοσυνθέτρια
μουσικοσυνθετριών	noun	γενική πληθυντικού του μουσικοσυνθέτρια
μουσικοσυνθετών	=	μουσικοσυνθέτης
μουσικοτήτων	=	μουσικότητα
μουσικοχορευτικά	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικέ	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικές	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτική	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικής	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικοί	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικού	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικούς	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικό	=	μουσικοχορευτικός
μουσικοχορευτικός	adj	που έχει σχέση με τη μουσική και το χορό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μουσικοχορευτικών	=	μουσικοχορευτικός
μουσικού	adj	γενική ενικού του μουσικός
μουσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουσικός
μουσικό	adj	αιτιατική ενικού του μουσικός
μουσικός	noun	που ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική	adj	ο σχετικός με τη μουσική
μουσικότητα	noun	η ιδιότητα του μουσικού, του μελωδικού, του αρμονικού
μουσικότητας	noun	γενική ενικού του μουσικότητα
μουσικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσικότητα
μουσικών	adj	γενική πληθυντικού του μουσικός
μουσιού	=	μούσι
μουσιών	=	μούσι
μουσκέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούσκεμα
μουσκέματος	noun	γενική ενικού του μούσκεμα
μουσκέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσκέτο
μουσκέτο	noun	τουφέκι μεγάλου μήκους της πρώιμης εποχής της πυρίτιδας· χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στον αγώνα των Ελλήνων το 1821 για την απελευθέρωση του έθνους από τον τουρκικό ζυγό
μουσκέτου	noun	γενική ενικού του μουσκέτο
μουσκέτων	noun	γενική πληθυντικού του μουσκέτο
μουσκέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψαν	=	μουσκεύω
μουσκέψανε	=	μουσκεύω
μουσκέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψομε	=	μουσκεύω
μουσκέψου	=	μουσκεύω
μουσκέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψουνε	=	μουσκεύω
μουσκέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μουσκίδι	adv	μούσκεμα
μουσκεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούσκεμα
μουσκεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσκεμένο
μουσκεμένε	verb	κλητική ενικού του μουσκεμένος
μουσκεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσκεμένη
μουσκεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσκεμένος
μουσκεμένης	verb	γενική ενικού του μουσκεμένη
μουσκεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουσκεμένος
μουσκεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσκεμένος
μουσκεμένος	=	μουσκεύω
μουσκεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουσκεμένος
μουσκεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουσκεμένος
μουσκεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουσκεμένος
μουσκευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτήκαν	=	μουσκεύω
μουσκευτήκανε	=	μουσκεύω
μουσκευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευτούνε	=	μουσκεύω
μουσκευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκευόμασταν	=	μουσκεύω
μουσκευόμαστε	=	μουσκεύω
μουσκευόμουν	=	μουσκεύω
μουσκευόμουνα	=	μουσκεύω
μουσκευόντουσαν	=	μουσκεύω
μουσκευόσασταν	=	μουσκεύω
μουσκευόσαστε	=	μουσκεύω
μουσκευόσουν	=	μουσκεύω
μουσκευόσουνα	=	μουσκεύω
μουσκευόταν	=	μουσκεύω
μουσκευότανε	=	μουσκεύω
μουσκεύαμε	=	μουσκεύω
μουσκεύαν	=	μουσκεύω
μουσκεύανε	=	μουσκεύω
μουσκεύατε	=	μουσκεύω
μουσκεύει	=	μουσκεύω
μουσκεύεις	=	μουσκεύω
μουσκεύεσαι	=	μουσκεύω
μουσκεύεστε	=	μουσκεύω
μουσκεύεται	=	μουσκεύω
μουσκεύετε	=	μουσκεύω
μουσκεύομαι	=	μουσκεύω
μουσκεύομε	=	μουσκεύω
μουσκεύονται	=	μουσκεύω
μουσκεύονταν	=	μουσκεύω
μουσκεύοντας	=	μουσκεύω
μουσκεύουμε	=	μουσκεύω
μουσκεύουν	=	μουσκεύω
μουσκεύουνε	=	μουσκεύω
μουσκεύτε	=	μουσκεύω
μουσκεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
μουσκεύω	verb	καταβρέχω κάτι ή το βάζω σε νερό ή άλλο υγρό ώστε να ποτιστεί με αυτό
μουσκλιάζαμε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζαν	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζανε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζατε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζει	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζεις	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζετε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζοντας	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζουμε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζουν	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζουνε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάζω	verb	γεμίζω μούσκλια, είμαι γλιστερός απ’ τα πολλά μούσκλια
μουσκλιάσαμε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάσαν	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάσανε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάσατε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάσει	=	μουσκλιάζω
μουσκλιάστε	=	μουσκλιάζω
μουσκλιού	=	μούσκλι
μουσκλιών	=	μούσκλι
μουσκφά	=	μουσκφός
μουσκφέ	=	μουσκφός
μουσκφές	=	μουσκφός
μουσκφή	=	μουσκφός
μουσκφής	=	μουσκφός
μουσκφοί	=	μουσκφός
μουσκφού	=	μουσκφός
μουσκφούς	=	μουσκφός
μουσκφό	=	μουσκφός
μουσκφός	adj	καχύποπτος
μουσκφών	=	μουσκφός
μουσλουκιού	=	μουσλούκι
μουσλουκιών	=	μουσλούκι
μουσλούκι	noun	η κάνουλα της βρύσης κι η βρύση
μουσλούκια	=	μουσλούκι
μουσμουλιά	noun	αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Eriobotrya japonica) με οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη· κατάγεται από την Κίνα και παράγει εδώδιμους κίτρινους καρπούς, τα μούσμουλα
μουσμουλιάς	noun	γενική ενικού του μουσμουλιά
μουσμουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσμουλιά
μουσμουλιού	=	μουσμούλι
μουσμουλιών	=	μουσμουλιά
μουσμούλι	noun	είδος μικρού ψαριού με ασημί συνήθως χρώμα, που μοιάζει με το λιθρίνι και κινείται κοπαδιαστά (επιστημονική ονομασία Pagellus acarne)
μουσμούλια	=	μουσμούλι
μουσοτραφές	=	μουσοτραφής
μουσοτραφή	=	μουσοτραφής
μουσοτραφής	adj	που ασχολείται από μικρός, που έχει γαλουχηθεί, με τις τέχνες
μουσοτραφείς	=	μουσοτραφής
μουσοτραφούς	=	μουσοτραφής
μουσοτραφών	=	μουσοτραφής
μουσουδιού	=	μουσούδι
μουσουδιών	=	μουσούδι
μουσουλμάνα	noun	θηλυκό του μουσουλμάνος
μουσουλμάνας	=	μουσουλμάνα
μουσουλμάνε	noun	κλητική ενικού του μουσουλμάνος
μουσουλμάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμάνα
μουσουλμάνο	noun	αιτιατική ενικού του μουσουλμάνος
μουσουλμάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμάνος
μουσουλμάνος	noun	ο πιστός του ισλάμ
μουσουλμάνου	noun	γενική ενικού του μουσουλμάνος
μουσουλμάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουσουλμάνος
μουσουλμάνων	noun	γενική πληθυντικού του μουσουλμάνος
μουσουλμανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμανάκι
μουσουλμανίδα	noun	θηλυκό του μουσουλμάνος
μουσουλμανίδας	=	μουσουλμανίδα
μουσουλμανίδες	=	μουσουλμανίδα
μουσουλμανίδων	=	μουσουλμανίδα
μουσουλμανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμανικό
μουσουλμανικέ	adj	κλητική ενικού του μουσουλμανικός
μουσουλμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμανική
μουσουλμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουσουλμανικός
μουσουλμανικής	adj	γενική ενικού του μουσουλμανική
μουσουλμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμανικός
μουσουλμανικού	adj	γενική ενικού του μουσουλμανικός
μουσουλμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουσουλμανικός
μουσουλμανικό	adj	αιτιατική ενικού του μουσουλμανικός
μουσουλμανικός	adj	που έχει σχέση με μουσουλμάνο ή μουσουλμανισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
μουσουλμανικών	adj	γενική πληθυντικού του μουσουλμανικός
μουσουλμανισμέ	noun	κλητική ενικού του μουσουλμανισμός
μουσουλμανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσουλμανισμός
μουσουλμανισμού	noun	γενική ενικού του μουσουλμανισμός
μουσουλμανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουσουλμανισμός
μουσουλμανισμό	noun	αιτιατική ενικού του μουσουλμανισμός
μουσουλμανισμός	noun	το ισλάμ
μουσουλμανισμών	noun	γενική πληθυντικού του μουσουλμανισμός
μουσουνίσματα	=	μουσούνισμα
μουσουνίσματος	=	μουσούνισμα
μουσουνισμάτων	=	μουσούνισμα
μουσουργέ	noun	κλητική ενικού του μουσουργός
μουσουργήσαμε	=	μουσουργώ
μουσουργήσαν	=	μουσουργώ
μουσουργήσανε	=	μουσουργώ
μουσουργήσατε	=	μουσουργώ
μουσουργήσει	=	μουσουργώ
μουσουργήστε	=	μουσουργώ
μουσουργεί	=	μουσουργώ
μουσουργείς	=	μουσουργώ
μουσουργείτε	=	μουσουργώ
μουσουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουσουργός
μουσουργού	noun	γενική ενικού του μουσουργός
μουσουργούμε	=	μουσουργώ
μουσουργούν	=	μουσουργώ
μουσουργούνε	=	μουσουργώ
μουσουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μουσουργός
μουσουργούσα	=	μουσουργώ
μουσουργούσαμε	=	μουσουργώ
μουσουργούσαν	=	μουσουργώ
μουσουργούσανε	=	μουσουργώ
μουσουργούσατε	=	μουσουργώ
μουσουργούσε	=	μουσουργώ
μουσουργούσες	=	μουσουργώ
μουσουργό	noun	αιτιατική ενικού του μουσουργός
μουσουργός	noun	μεγάλος μουσικοσυνθέτης
μουσουργώ	verb	είμαι μουσουργός
μουσουργών	noun	γενική πληθυντικού του μουσουργός
μουσουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μουσουργώ
μουσούδα	noun	μεγεθυντικό του μουσούδι
μουσούδας	noun	γενική ενικού του μουσούδα
μουσούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσούδα
μουσούδι	noun	το ρύγχος των ζώων
μουσούδια	=	μουσούδι
μουσούνισμα	noun	ο ήχος της εκπνοής από τη μύτη, μουθούνισμα, μυχθισμός
μουσούργει	=	μουσουργώ
μουσούργησα	=	μουσουργώ
μουσούργησαν	=	μουσουργώ
μουσούργησε	=	μουσουργώ
μουσούργησες	=	μουσουργώ
μουσσώνα	=	μουσσώνας
μουσσώνας	noun	άλλη μορφή του μουσώνας
μουσσώνες	=	μουσσώνας
μουσσώνων	=	μουσσώνας
μουστάκα	noun	μεγάλο μουστάκι
μουστάκας	=	μουστάκα
μουστάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστάκα
μουστάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστάκιας
μουστάκηδων	=	μουστάκιας
μουστάκι	noun	το τρίχωμα στο άνω χείλος (ανθρώπων, ζώων ή φυτών)
μουστάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστάκι
μουστάκιας	noun	άτομο που έχει μουστάκι
μουστάρδα	noun	καρύκευμα που κυκλοφορεί στην αγορά είτε με τη μορφή σκόνης είτε με τη μορφή κρέμας και χρησιμοποιείται στη μαγειρική
μουστάρδας	noun	γενική ενικού του μουστάρδα
μουστάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστάρδα
μουστέλα	noun	γένος θηλαστικών της οικογένειας μουστελίδες (mystelidae)
μουστέλας	noun	γενική ενικού του μουστέλα
μουστέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστέλα
μουστέρια	=	μουστέριος
μουστέριας	=	μουστέριος
μουστέριε	=	μουστέριος
μουστέριες	=	μουστέριος
μουστέριο	=	μουστέριος
μουστέριοι	=	μουστέριος
μουστέριος	adj	σχετικός με το τμήμα της παλαιολιθικής περιόδου που εκτείνεται περίπου από το 80.000 πκε έως το 33.000 πκε
μουστέριου	=	μουστέριος
μουστέριους	=	μουστέριος
μουστέριων	=	μουστέριος
μουστακάκι	noun	υποκοριστικό του μουστάκι
μουστακάκια	=	μουστακάκι
μουστακαλή	=	μουστακαλής
μουστακαλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστακαλής
μουστακαλήδων	=	μουστακαλής
μουστακαλής	noun	άτομο που έχει μουστάκι
μουστακιού	=	μουστάκι
μουστακιών	=	μουστάκι
μουστακογλάρονα	=	μουστακογλάρονο
μουστακογλάρονο	noun	είδος γλαρονιού
μουστακογλάρονου	=	μουστακογλάρονο
μουστακογλάρονων	=	μουστακογλάρονο
μουστακᾶτος	noun	πολυτονική γραφή του μουστακάτος
μουσταλευριά	noun	παραδοσιακό ελληνικό γλύκισμα που έχει ως κύριο συστατικό του τον μούστο
μουσταλευριάς	noun	γενική ενικού του μουσταλευριά
μουσταλευριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσταλευριά
μουσταλευριών	=	μουσταλευριά
μουσταρδή	=	μουσταρδής
μουσταρδής	adj	που έχει μουσταρδί χρώμα
μουσταρδί	noun	το χρώμα της μουστάρδας («θαμπό», βαθύ κίτρινο)
μουσταρδιά	=	μουσταρδής
μουσταρδιάς	=	μουσταρδής
μουσταρδιέρα	noun	σκεύος φύλαξης και σερβιρίσματος μουστάρδας
μουσταρδιέρας	=	μουσταρδιέρα
μουσταρδιέρες	=	μουσταρδιέρα
μουσταρδιές	=	μουσταρδής
μουσταρδιοί	=	μουσταρδής
μουσταρδιού	=	μουσταρδής
μουσταρδιούς	=	μουσταρδής
μουσταρδιών	=	μουσταρδής
μουσταρδόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής και γεύσης τη μουστάρδα
μουσταρδόσουπας	noun	γενική ενικού του μουσταρδόσουπα
μουσταρδόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουσταρδόσουπα
μουσταρδών	noun	γενική πληθυντικού του μουστάρδα
μουστελών	noun	γενική πληθυντικού του μουστέλα
μουστερής	noun	υποψήφιος αγοραστής, πελάτης
μουστιά	noun	το σύνολο του μούστου
μουστιάς	=	μουστιά
μουστιές	=	μουστιά
μουστιών	=	μουστιά
μουστοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστοβάρελο
μουστοβάρελο	noun	βαρέλι για μεταφορά και φύλαξη μούστου.
μουστοβάρελου	noun	γενική ενικού του μουστοβάρελο
μουστοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του μουστοβάρελο
μουστοκούλουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστοκούλουρο
μουστοκούλουρο	noun	Κουλούρι φτιαγμένο με μούστο, αλεύρι και ζάχαρη.
μουστοκούλουρου	noun	γενική ενικού του μουστοκούλουρο
μουστοκούλουρων	noun	γενική πληθυντικού του μουστοκούλουρο
μουστοπάτι	noun	το πάτημα των σταφυλιών για την παραγωγή μούστου που πραγματοποιείται στις λινούδες ή ληνούς ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
μουστοπάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστοπάτι
μουστοπατιού	=	μουστοπάτι
μουστοπατιών	=	μουστοπάτι
μουστοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του μουστόπιτα
μουστωμάτων	=	μούστωμα
μουστωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστωμένο
μουστωμένε	verb	κλητική ενικού του μουστωμένος
μουστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστωμένη
μουστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουστωμένος
μουστωμένης	verb	γενική ενικού του μουστωμένη
μουστωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουστωμένος
μουστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουστωμένος
μουστωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μουστώνω
μουστωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουστωμένος
μουστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουστωμένος
μουστωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουστωμένος
μουστόγρια	noun	γριά πολύ γερασμένη, ζαρωμένη
μουστόγριας	noun	γενική ενικού του μουστόγρια
μουστόγριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστόγρια
μουστόπιτα	noun	η μουσταλευριά
μουστόπιτας	noun	γενική ενικού του μουστόπιτα
μουστόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουστόπιτα
μουστώματα	=	μούστωμα
μουστώματος	=	μούστωμα
μουστώναμε	=	μουστώνω
μουστώναν	=	μουστώνω
μουστώνανε	=	μουστώνω
μουστώνατε	=	μουστώνω
μουστώνει	=	μουστώνω
μουστώνεις	=	μουστώνω
μουστώνετε	=	μουστώνω
μουστώνοντας	=	μουστώνω
μουστώνουμε	=	μουστώνω
μουστώνουν	=	μουστώνω
μουστώνουνε	=	μουστώνω
μουστώνω	verb	με ζαλίζει ο μούστος και οι αναθυμιάσεις του
μουστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσαν	=	μουστώνω
μουστώσανε	=	μουστώνω
μουστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μουσόληπτα	=	μουσόληπτος
μουσόληπτε	=	μουσόληπτος
μουσόληπτες	=	μουσόληπτος
μουσόληπτη	=	μουσόληπτος
μουσόληπτης	=	μουσόληπτος
μουσόληπτο	=	μουσόληπτος
μουσόληπτοι	=	μουσόληπτος
μουσόληπτος	adj|archaic	που λαμβάνει έμπνευση από τις μούσες / Μούσες σε κάποια ενασχόλησή του με τις τέχνες
μουσόληπτου	=	μουσόληπτος
μουσόληπτους	=	μουσόληπτος
μουσόληπτων	=	μουσόληπτος
μουσόφιλα	=	μουσόφιλος
μουσόφιλε	=	μουσόφιλος
μουσόφιλες	=	μουσόφιλος
μουσόφιλη	=	μουσόφιλος
μουσόφιλης	=	μουσόφιλος
μουσόφιλο	=	μουσόφιλος
μουσόφιλοι	=	μουσόφιλος
μουσόφιλος	adj	εκείνος που λατρεύει τις τέχνες και τα γράμματα (κυριολεκτικά αυτός που αγαπά τις Μούσες, τις εννέα θεότητες, προστάτιδες των τεχνών στη θεολογία της αρχαίας Ελλάδα και συνεπώς αυτός που αγαπά τις τέχνες)
μουσόφιλου	=	μουσόφιλος
μουσόφιλους	=	μουσόφιλος
μουσόφιλων	=	μουσόφιλος
μουσών	noun	γενική πληθυντικού του μούσα
μουσώνα	=	μουσώνας
μουσώνας	noun	ισχυρός εποχικός άνεμος που πνέει κυρίως στον Ινδικό Ωκεανό και στη νότια Σινική θάλασσα
μουσώνες	=	μουσώνας
μουσώνων	=	μουσώνας
μουτάφη	=	μουτάφης
μουτάφηδες	=	μουτάφης
μουτάφηδων	=	μουτάφης
μουτάφης	noun|dated	σχοινοποιός
μουτεβελλής	noun	διαχειριστής / υπεύθυνος βακουφίου
μουτεσαρίφη	=	μουτεσαρίφης
μουτεσαρίφηδες	=	μουτεσαρίφης
μουτεσαρίφηδων	=	μουτεσαρίφης
μουτεσαρίφης	noun	διοικητής του σαντζακίου
μουτεσαριφλίκι	noun	διοικητική υποδιαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό μουτεσαρίφη
μουτεσαριφλίκια	=	μουτεσαριφλίκι
μουτζαλιά	noun	άλλη μορφή του μουντζαλιά
μουτζαλιάς	=	μουτζαλιά
μουτζαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζαλιά
μουτζαλιών	=	μουτζαλιά
μουτζιά	noun	μούντζα, φάσκελο
μουτζιάς	noun	γενική ενικού του μουτζιά
μουτζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζιά
μουτζιών	=	μουτζιά
μουτζουρίτσα	noun	υποκοριστικό του μουτζούρα
μουτζουρίτσας	=	μουτζουρίτσα
μουτζουρίτσες	=	μουτζουρίτσα
μουτζουριά	noun	η μουτζούρα
μουτζουριάς	=	μουτζουριά
μουτζουριές	=	μουτζουριά
μουτζουριών	=	μουτζουριά
μουτζουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζουρωμένο
μουτζουρωμένε	verb	κλητική ενικού του μουτζουρωμένος
μουτζουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζουρωμένη
μουτζουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουτζουρωμένος
μουτζουρωμένης	verb	γενική ενικού του μουτζουρωμένη
μουτζουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουτζουρωμένος
μουτζουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουτζουρωμένος
μουτζουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουτζουρωμένος
μουτζουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουτζουρωμένος
μουτζουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουτζουρωμένος
μουτζουρωτά	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτέ	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτές	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτή	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτής	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτοί	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτού	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτούς	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτό	=	μουτζουρωτός
μουτζουρωτός	adj	άλλη μορφή του μουτζουρωμένος
μουτζουρωτών	=	μουτζουρωτός
μουτζουρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζούρωμα
μουτζουρώνω	verb	άλλη μορφή του μουντζουρώνω
μουτζούρα	noun	άλλη μορφή του μουντζούρα
μουτζούρας	noun	γενική ενικού του μουτζούρα
μουτζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζούρα
μουτζούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτζούρης
μουτλάκ	adv|dated	οπωσδήποτε, απολύτως
μουτράκι	noun	υποκοριστικό του μούτρο
μουτράκια	=	μουτράκι
μουτρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούτρωμα
μουτρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουτρωμένος	adv	με μουτρωμένο τρόπο
μουτρωμένε	verb	κλητική ενικού του μουτρωμένος
μουτρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτρωμένη
μουτρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουτρωμένος
μουτρωμένης	verb	γενική ενικού του μουτρωμένη
μουτρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουτρωμένος
μουτρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουτρωμένος
μουτρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μουτρώνω
μουτρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουτρωμένος
μουτρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουτρωμένος
μουτρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουτρωμένος
μουτρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούτρωμα
μουτρώματος	noun	γενική ενικού του μούτρωμα
μουτρώναμε	=	μουτρώνω
μουτρώναν	=	μουτρώνω
μουτρώνανε	=	μουτρώνω
μουτρώνατε	=	μουτρώνω
μουτρώνει	=	μουτρώνω
μουτρώνεις	=	μουτρώνω
μουτρώνετε	=	μουτρώνω
μουτρώνοντας	=	μουτρώνω
μουτρώνουμε	=	μουτρώνω
μουτρώνουν	=	μουτρώνω
μουτρώνουνε	=	μουτρώνω
μουτρώνω	verb	κατσουφιάζω επειδή θύμωσα, χολώθηκα ή δυσαρεστήθηκα
μουτρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσαν	=	μουτρώνω
μουτρώσανε	=	μουτρώνω
μουτρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μουτσουνάρα	noun	μεγάλη μουτσούνα
μουτσουνάρας	=	μουτσουνάρα
μουτσουνάρες	=	μουτσουνάρα
μουτσούνα	noun	η μάσκα
μουτσούνας	noun	γενική ενικού του μουτσούνα
μουτσούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουτσούνα
μουφλουζέλη	=	μουφλουζέλης
μουφλουζέληδες	=	μουφλουζέλης
μουφλουζέληδων	=	μουφλουζέλης
μουφλουζέλης	noun	χαρακτηρισμός που αποδιδόταν προπολεμικά, και ιδιαίτερα στον Πειραιά, σε άτομο χρεωκοπημένο και γενικά ανεπρόκοπο, εξ ου και η έκφραση: "του μουφλούζη τα κατάντια"
μουφλουζέματα	=	μουφλούζεμα
μουφλουζέματος	=	μουφλούζεμα
μουφλουζέψαμε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζέψαν	=	μουφλουζεύω
μουφλουζέψανε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζέψατε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζέψει	=	μουφλουζεύω
μουφλουζέψτε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεμάτων	=	μουφλούζεμα
μουφλουζεύαμε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύαν	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύανε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύατε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύει	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύεις	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύετε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύοντας	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύουμε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύουν	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύουνε	=	μουφλουζεύω
μουφλουζεύω	verb|vulgar	πτωχεύω, χρεοκοπώ], φαλιρίζω
μουφλούζα	=	μουφλούζης
μουφλούζας	=	μουφλούζης
μουφλούζεμα	noun	η πτώχευση, η χρεοκοπία, το φαλίρισμα
μουφλούζες	=	μουφλούζης
μουφλούζευα	=	μουφλουζεύω
μουφλούζευαν	=	μουφλουζεύω
μουφλούζευε	=	μουφλουζεύω
μουφλούζευες	=	μουφλουζεύω
μουφλούζεψα	=	μουφλουζεύω
μουφλούζεψαν	=	μουφλουζεύω
μουφλούζεψε	=	μουφλουζεύω
μουφλούζεψες	=	μουφλουζεύω
μουφλούζη	=	μουφλούζης
μουφλούζηδες	=	μουφλούζης
μουφλούζηδων	=	μουφλούζης
μουφλούζης	adj	o αναξιόχρεος, ο χρεοκοπημένος, ο μπατίρης, ο αδέκαρος
μουφλούζικα	=	μουφλούζης
μουφλούζικο	=	μουφλούζης
μουφλούζικου	=	μουφλούζης
μουφλούζικων	=	μουφλούζης
μουφλόν	noun	το αγρινό
μουφτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουφτής
μουφτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουφτής
μουφτήδες	=	μουφτής
μουφτήδων	=	μουφτής
μουφτής	noun	ιερατικός βαθμός του Ισλάμ (ειδικότερα του σουνιτικού κλάδου), ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ερμηνεία και την απόδοση των νόμων και των κανόνων του Κορανίου
μουφτών	noun	γενική πληθυντικού του μουφτής
μουχαπέτι	noun	η διασκέδαση
μουχλιάζαμε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζαν	=	μουχλιάζω
μουχλιάζανε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζατε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζει	=	μουχλιάζω
μουχλιάζεις	=	μουχλιάζω
μουχλιάζετε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζομε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζοντας	=	μουχλιάζω
μουχλιάζουμε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζουν	=	μουχλιάζω
μουχλιάζουνε	=	μουχλιάζω
μουχλιάζω	verb	πιάνω μούχλα
μουχλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσαν	=	μουχλιάζω
μουχλιάσανε	=	μουχλιάζω
μουχλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούχλιασμα
μουχλιάσματος	noun	γενική ενικού του μούχλιασμα
μουχλιάσομε	=	μουχλιάζω
μουχλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσουνε	=	μουχλιάζω
μουχλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μουχλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούχλιασμα
μουχλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουχλιασμένο
μουχλιασμένε	verb	κλητική ενικού του μουχλιασμένος
μουχλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουχλιασμένη
μουχλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουχλιασμένος
μουχλιασμένης	verb	γενική ενικού του μουχλιασμένη
μουχλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουχλιασμένος
μουχλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουχλιασμένος
μουχλιασμένος	=	μουχλιάζω
μουχλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουχλιασμένος
μουχλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουχλιασμένος
μουχλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουχλιασμένος
μουχρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μουχρός	adv	σε μουχρή απόχρωση
μουχρέ	adj	κλητική ενικού του μουχρός
μουχρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουχρή
μουχρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουχρός
μουχρής	adj	γενική ενικού του μουχρή
μουχρίτσα	noun	είδος ζιζανίου (Echinochloa crus-galli) του γένους Echinochloa της οικογένειας αγρωστώδη
μουχρίτσας	=	μουχρίτσα
μουχρίτσες	=	μουχρίτσα
μουχροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουχρός
μουχρού	adj	γενική ενικού του μουχρός
μουχρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μουχρός
μουχρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μούχρωμα
μουχρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουχρωμένο
μουχρωμένε	verb	κλητική ενικού του μουχρωμένος
μουχρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μουχρωμένη
μουχρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μουχρωμένος
μουχρωμένης	verb	γενική ενικού του μουχρωμένη
μουχρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μουχρωμένος
μουχρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μουχρωμένος
μουχρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μουχρώνω
μουχρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μουχρωμένος
μουχρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μουχρωμένος
μουχρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μουχρωμένος
μουχρωπά	=	μουχρωπός
μουχρωπέ	=	μουχρωπός
μουχρωπές	=	μουχρωπός
μουχρωπή	=	μουχρωπός
μουχρωπής	=	μουχρωπός
μουχρωποί	=	μουχρωπός
μουχρωπού	=	μουχρωπός
μουχρωπούς	=	μουχρωπός
μουχρωπό	=	μουχρωπός
μουχρωπός	adj|literary	που είναι κάπως μουχρός, μουντός και σκοτεινός
μουχρωπών	=	μουχρωπός
μουχρό	adj	αιτιατική ενικού του μουχρός
μουχρός	adj	που δεν λάμπει, που είναι σκοτεινός και μουντός
μουχρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούχρωμα
μουχρώματος	noun	γενική ενικού του μούχρωμα
μουχρών	adj	γενική πληθυντικού του μουχρός
μουχρώνει	verb|literary	βραδιάζει, σκοτεινιάζει, σουρουπώνει
μουχρώνω	verb|literary	χάνω τη λάμψη μου· συνήθως στο γʹ ενικό: μουχρώνει
μουχταρλίκι	noun	κοινότητα υπό μουχτάρη, υπαγόμενη σε σαντζάκι
μουχταρλίκια	=	μουχταρλίκι
μουχταρλικιού	=	μουχταρλίκι
μουχταρλικιών	=	μουχταρλίκι
μοχίτο	noun	κουβανέζικο κοκτέιλ που παρασκευάζεται με ρούμι, λάιμ, ζάχαρη, μέντα κ.ά.
μοχθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσαν	=	μοχθώ
μοχθήσανε	=	μοχθώ
μοχθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσουνε	=	μοχθώ
μοχθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μοχθεί	=	μοχθώ
μοχθείς	=	μοχθώ
μοχθείτε	=	μοχθώ
μοχθηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοχθηρό	adv	με μοχθηρό τρόπο, με μοχθηρία
μοχθηρέ	adj	κλητική ενικού του μοχθηρός
μοχθηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοχθηρή
μοχθηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοχθηρός
μοχθηρής	adj	γενική ενικού του μοχθηρή
μοχθηρία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του μοχθηρού
μοχθηρίας	noun	γενική ενικού του μοχθηρία
μοχθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοχθηρία
μοχθηριών	noun	γενική πληθυντικού του μοχθηρία
μοχθηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοχθηρός
μοχθηρού	adj	γενική ενικού του μοχθηρός
μοχθηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοχθηρός
μοχθηρό	adj	αιτιατική ενικού του μοχθηρός
μοχθηρός	adj	κακός, πονηρός, ύπουλος, που φθονεί την ευτυχία των άλλων και χαίρεται με τη δυστυχία τους
μοχθηρότατα	=	μοχθηρός
μοχθηρότατε	=	μοχθηρός
μοχθηρότατες	=	μοχθηρός
μοχθηρότατη	=	μοχθηρός
μοχθηρότατης	=	μοχθηρός
μοχθηρότατο	=	μοχθηρός
μοχθηρότατοι	=	μοχθηρός
μοχθηρότατος	=	μοχθηρός
μοχθηρότατου	=	μοχθηρός
μοχθηρότατους	=	μοχθηρός
μοχθηρότατων	=	μοχθηρός
μοχθηρότερα	=	μοχθηρός
μοχθηρότερε	=	μοχθηρός
μοχθηρότερες	=	μοχθηρός
μοχθηρότερη	=	μοχθηρός
μοχθηρότερης	=	μοχθηρός
μοχθηρότερο	=	μοχθηρός
μοχθηρότεροι	=	μοχθηρός
μοχθηρότερος	=	μοχθηρός
μοχθηρότερου	=	μοχθηρός
μοχθηρότερους	=	μοχθηρός
μοχθηρότερων	=	μοχθηρός
μοχθηρότητα	noun|rare	άλλη μορφή του μοχθηρία
μοχθηρών	adj	γενική πληθυντικού του μοχθηρός
μοχθηρώς	adv|formal	άλλη μορφή του μοχθηρά
μοχθούμε	=	μοχθώ
μοχθούν	=	μοχθώ
μοχθούνε	=	μοχθώ
μοχθούσα	=	μοχθώ
μοχθούσαμε	=	μοχθώ
μοχθούσαν	=	μοχθώ
μοχθούσανε	=	μοχθώ
μοχθούσατε	=	μοχθώ
μοχθούσε	=	μοχθώ
μοχθούσες	=	μοχθώ
μοχθώ	verb	εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια
μοχθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μοχθώ
μοχλέ	noun	κλητική ενικού του μοχλός
μοχλεύαμε	=	μοχλεύω
μοχλεύαν	=	μοχλεύω
μοχλεύανε	=	μοχλεύω
μοχλεύατε	=	μοχλεύω
μοχλεύει	=	μοχλεύω
μοχλεύεις	=	μοχλεύω
μοχλεύετε	=	μοχλεύω
μοχλεύοντας	=	μοχλεύω
μοχλεύουμε	=	μοχλεύω
μοχλεύουν	=	μοχλεύω
μοχλεύουνε	=	μοχλεύω
μοχλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύσαν	=	μοχλεύω
μοχλεύσανε	=	μοχλεύω
μοχλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόχλευση
μοχλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του μόχλευση
μοχλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του μόχλευση
μοχλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μοχλεύω	verb|formal	ανακατεύω, ανακινώ (μεταφορικά: σκαλίζω)
μοχλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοχλικό
μοχλικέ	adj	κλητική ενικού του μοχλικός
μοχλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μοχλική
μοχλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μοχλικός
μοχλικής	adj	γενική ενικού του μοχλική
μοχλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοχλικός
μοχλικού	adj	γενική ενικού του μοχλικός
μοχλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μοχλικός
μοχλικό	adj	αιτιατική ενικού του μοχλικός
μοχλικός	adj	ο σχετιζόμενος με μοχλό
μοχλικών	adj	γενική πληθυντικού του μοχλικός
μοχλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μοχλός
μοχλοβραχίονα	=	μοχλοβραχίονας
μοχλοβραχίονας	noun	η απόσταση μεταξύ του σημείου εφαρμογής μιας δύναμης και του άξονα
μοχλοβραχίονες	=	μοχλοβραχίονας
μοχλοβραχιόνων	=	μοχλοβραχίονας
μοχλού	noun	γενική ενικού του μοχλός
μοχλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μοχλός
μοχλό	noun	αιτιατική ενικού του μοχλός
μοχλός	noun	άκαμπτο αντικείμενο που σε συνδυασμό με ένα υπομόχλιο μπορεί να πολλαπλασιάσει τη μηχανική δύναμη που ασκείται σε ένα άλλο αντικείμενο
μοχλών	noun	γενική πληθυντικού του μοχλός
μοχτώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του μοχθώ
μοχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μοχτώ
μούγγα	noun	άλλη μορφή του μουγγαμάρα
μούγγαινα	=	μουγγαίνω
μούγγαιναν	=	μουγγαίνω
μούγγαινε	=	μουγγαίνω
μούγγαινες	=	μουγγαίνω
μούγγανα	=	μουγγαίνω
μούγγαναν	=	μουγγαίνω
μούγγανε	=	μουγγαίνω
μούγγανες	=	μουγγαίνω
μούγγας	noun	γενική ενικού του μούγγα
μούγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούγγα
μούγκαινα	=	μουγκαίνω
μούγκαιναν	=	μουγκαίνω
μούγκαινε	=	μουγκαίνω
μούγκαινες	=	μουγκαίνω
μούγκανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μούγκαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μούγκανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μούγκανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκαίνω
μούγκριζα	=	μουγκρίζω
μούγκριζαν	=	μουγκρίζω
μούγκριζε	=	μουγκρίζω
μούγκριζες	=	μουγκρίζω
μούγκρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μούγκρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μούγκρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μούγκρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουγκρίζω
μούγκρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουγκρίζω
μούδα	noun	ενισχυτική σειρά σε ιστίο στο οποίο στηρίζονται σχοινία τα οποία βοηθούν στο μουδάρισμα των πανιών
μούδας	=	μούδα
μούδες	=	μούδα
μούδιαζα	=	μουδιάζω
μούδιαζαν	=	μουδιάζω
μούδιαζε	=	μουδιάζω
μούδιαζες	=	μουδιάζω
μούδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μούδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μούδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μούδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουδιάζω
μούδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουδιάζω
μούλα	noun	νόθα, μπάσταρδη, θηλυκό του μούλος
μούλας	noun	γενική ενικού του μούλα
μούλε	noun	κλητική ενικού του μούλος
μούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούλα
μούλιαζα	=	μουλιάζω
μούλιαζαν	=	μουλιάζω
μούλιαζε	=	μουλιάζω
μούλιαζες	=	μουλιάζω
μούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουλιάζω
μούλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουλιάζω
μούλικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούλικο
μούλικε	adj	κλητική ενικού του μούλικος
μούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούλικη
μούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μούλικος
μούλικης	adj	γενική ενικού του μούλικη
μούλικο	noun	μπάσταρδο, νόθο παιδί	adj	ουδέτερο του μούλικος (και του μούλος)
μούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μούλικος
μούλικος	adj	που έχει σχέση με μούλο / μπάσταρδο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μούλικος
μούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μούλικος
μούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μούλικος
μούλκι	noun	ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο απόλυτης κυριότητας σε αντιδιαστολή με το βακούφιο
μούλκια	=	μούλκι
μούλο	noun	αιτιατική ενικού του μούλος
μούλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μούλος
μούλος	noun	μπάσταρδος, νόθος
μούλου	noun	γενική ενικού του μούλος
μούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μούλος
μούλτιπλεξ	noun	ο πολυκινηματογράφος
μούλων	noun	γενική πληθυντικού του μούλος
μούλωνα	=	μουλώνω
μούλωναν	=	μουλώνω
μούλωνε	=	μουλώνω
μούλωνες	=	μουλώνω
μούλωξα	=	μουλώνω
μούλωξαν	=	μουλώνω
μούλωξε	=	μουλώνω
μούλωξες	=	μουλώνω
μούμια	noun	ταριχευμένος νεκρός άνθρωπος ή ζώο, ιδιαίτερα με την τεχνική που ακολουθούσαν στην αρχαία Αίγυπτο, με υφασμάτινες ταινίες
μούμιας	noun	γενική ενικού του μούμια
μούμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούμια
μούναρε	=	μούναρος
μούναρο	=	μούναρος
μούναροι	=	μούναρος
μούναρος	noun|vulgar	χαρακτηρισμός που δηλώνει θαυμασμό για την εξωτερική εμφάνιση μιας γυναίκας, σπανιότερα χρησιμοποιείται και για άντρες
μούναρου	=	μούναρος
μούναρους	=	μούναρος
μούναρων	=	μούναρος
μούνταινα	=	μουνταίνω
μούνταιναν	=	μουνταίνω
μούνταινε	=	μουνταίνω
μούνταινες	=	μουνταίνω
μούντανα	=	μουνταίνω
μούνταναν	=	μουνταίνω
μούντανε	=	μουνταίνω
μούντανες	=	μουνταίνω
μούντζα	noun	απρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται
μούντζας	noun	γενική ενικού του μούντζα
μούντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούντζα
μούντζωμα	noun	το αποτέλεσμα του μουντζώνω, το φασκέλωμα
μούντζωνα	=	μουντζώνω
μούντζωναν	=	μουντζώνω
μούντζωνε	=	μουντζώνω
μούντζωνες	=	μουντζώνω
μούντζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μούντζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μούντζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μούντζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουντζώνω
μούρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούρο
μούργα	noun	το κατακάθι του λαδιού
μούργας	noun	γενική ενικού του μούργα
μούργε	noun	κλητική ενικού του μούργος
μούργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούργα
μούργο	noun	αιτιατική ενικού του μούργος
μούργοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μούργος
μούργος	noun	μεγάλο, συνήθως σκουρόχρωμο, σκυλί των βοσκών
μούργου	noun	γενική ενικού του μούργος
μούργους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μούργος
μούργων	noun	γενική πληθυντικού του μούργος
μούρες	=	μούρη
μούρη	noun	το ανθρώπινο πρόσωπο
μούρης	=	μούρη
μούρλα	noun	η ιδιότητα και η σχετική ασύνετη και ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του μουρλού
μούρλαινα	=	μουρλαίνω
μούρλαιναν	=	μουρλαίνω
μούρλαινε	=	μουρλαίνω
μούρλαινες	=	μουρλαίνω
μούρλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μούρλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μούρλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μούρλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουρλαίνω
μούρλας	noun	γενική ενικού του μούρλα
μούρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούρλα
μούρλια	noun	άλλη μορφή του μούρλα	adj	πάρα πολύ ωραία
μούρλιας	noun	γενική ενικού του μούρλια
μούρλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούρλια
μούρο	noun	ο καρπός της μουριάς
μούρου	=	μούρο
μούρων	=	μούρο
μούσα	noun	κάθε μια από τις εννέα Μούσες, κόρες του Δία και της Μνημοσύνης, προστάτιδες των τεχνών
μούσας	noun	γενική ενικού του μούσα
μούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούσα
μούσι	noun	το γένι που αφήνεται να αναπτυχθεί μόνο στο πηγούνι
μούσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούσι
μούσκαρι	noun	βολβώδες μονοκοτυλήδονο καλλωπιστικό φυτό της οικογένειας των Ασπαραγοειδών.
μούσκεμα	noun	η τοποθέτηση ρούχων σε νερό ώστε να μουλιάσουν	adv	που έχει βραχεί πολύ
μούσκευα	=	μουσκεύω
μούσκευαν	=	μουσκεύω
μούσκευε	=	μουσκεύω
μούσκευες	=	μουσκεύω
μούσκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μούσκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μούσκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μούσκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουσκεύω
μούσκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούσκιο
μούσκιο	noun	η τοποθέτηση αντικειμένων σε νερό για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να ποτιστούν από το νερό
μούσκιου	noun	γενική ενικού του μούσκιο
μούσκιων	noun	γενική πληθυντικού του μούσκιο
μούσκλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούσκλο
μούσκλι	noun	το βρύο
μούσκλια	=	μούσκλι
μούσκλιαζα	=	μουσκλιάζω
μούσκλιαζαν	=	μουσκλιάζω
μούσκλιαζε	=	μουσκλιάζω
μούσκλιαζες	=	μουσκλιάζω
μούσκλιασα	=	μουσκλιάζω
μούσκλιασαν	=	μουσκλιάζω
μούσκλιασε	=	μουσκλιάζω
μούσκλιασες	=	μουσκλιάζω
μούσκλο	noun	άλλη μορφή του μούσκλι
μούσκλου	noun	γενική ενικού του μούσκλο
μούσκλων	noun	γενική πληθυντικού του μούσκλο
μούσλι	noun	μείγμα νιφάδων βρώμης με γάλα και διάφορα φρούτα, που τρώγεται ως πρωινό.
μούσμουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούσμουλο
μούσμουλο	noun	ο καρπός της μουσμουλιάς
μούσμουλου	noun	γενική ενικού του μούσμουλο
μούσμουλων	noun	γενική πληθυντικού του μούσμουλο
μούστακος	noun	το εντυπωσιακό μουστάκι, σαν να έχει δική του υπόσταση και μάλιστα αρσενική
μούστε	noun	κλητική ενικού του μούστος
μούστο	noun	αιτιατική ενικού του μούστος
μούστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μούστος
μούστος	noun	ο χυμός που βγαίνει από τα πατημένα σταφύλια
μούστου	noun	γενική ενικού του μούστος
μούστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μούστος
μούστωμα	verb|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουστώνω
μούστων	noun	γενική πληθυντικού του μούστος
μούστωνα	=	μουστώνω
μούστωναν	=	μουστώνω
μούστωνε	=	μουστώνω
μούστωνες	=	μουστώνω
μούστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μούστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μούστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μούστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουστώνω
μούτα	=	μούτος
μούτας	=	μούτος
μούτε	=	μούτος
μούτες	=	μούτος
μούτζα	noun	άλλη μορφή του μούντζα
μούτζας	noun	γενική ενικού του μούτζα
μούτζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούτζα
μούτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούτικο
μούτικε	adj	κλητική ενικού του μούτικος
μούτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούτικη
μούτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μούτικος
μούτικης	adj	γενική ενικού του μούτικη
μούτικο	adj	αιτιατική ενικού του μούτικος
μούτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μούτικος
μούτικος	adj	μουλωχτός
μούτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μούτικος
μούτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μούτικος
μούτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μούτικος
μούτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μούτος
μούτοι	=	μούτος
μούτος	adj	που δεν μπορεί να μιλήσει, άφωνος, μουγγός
μούτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του μούτος
μούτους	=	μούτος
μούτρα	noun	το μούτρο, η μούρη
μούτρο	noun	το πρόσωπο
μούτρου	noun	γενική ενικού του μούτρο
μούτρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουτρώνω
μούτρων	noun	γενική πληθυντικού του μούτρο
μούτρωνα	=	μουτρώνω
μούτρωναν	=	μουτρώνω
μούτρωνε	=	μουτρώνω
μούτρωνες	=	μουτρώνω
μούτρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μούτρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μούτρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μούτρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουτρώνω
μούτσε	noun	κλητική ενικού του μούτσος
μούτσο	noun	αιτιατική ενικού του μούτσος
μούτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μούτσος
μούτσος	noun	ο νέος που δουλεύει σε πλοίο για την απόκτηση εμπειρίας
μούτσου	noun	γενική ενικού του μούτσος
μούτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μούτσος
μούτσων	noun	γενική πληθυντικού του μούτσος
μούτων	=	μούτος
μούφα	noun	υδραυλικό σωληνοειδές εξάρτημα το οποίο περιέχει, εσωτερικά, και στα δύο άκρα βόλτες και χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο σωλήνες που περιέχουν εξωτερικές βόλτες στα άκρα τους
μούφας	noun	γενική ενικού του μούφα
μούφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούφα
μούχλα	noun	κοινή ονομασία για πολλά είδη μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ουσίες που βρίσκονται σε αποσύνθεση και έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά
μούχλας	=	μούχλα
μούχλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μούχλα
μούχλιαζα	=	μουχλιάζω
μούχλιαζαν	=	μουχλιάζω
μούχλιαζε	=	μουχλιάζω
μούχλιαζες	=	μουχλιάζω
μούχλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μούχλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μούχλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μούχλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μουχλιάζω
μούχλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουχλιάζω
μούχρωμα	noun	το χάσιμο της λάμψης
μπάγκα	noun	άλλη μορφή του μπάνκα
μπάγκαρα	=	μπαγκάρω
μπάγκαραν	=	μπαγκάρω
μπάγκαρε	=	μπαγκάρω
μπάγκαρες	=	μπαγκάρω
μπάγκας	=	μπάγκα
μπάγκες	=	μπάγκα
μπάγκος	=	πάγκος
μπάζα	noun	το κέρδος, η είσπραξη χρημάτων από μια δουλειά, η λεία μιας κλοπής
μπάζαμε	=	μπάζω
μπάζαν	=	μπάζω
μπάζανε	=	μπάζω
μπάζας	noun	γενική ενικού του μπάζα
μπάζατε	=	μπάζω
μπάζε	=	μπάζω
μπάζει	=	μπάζω
μπάζεις	=	μπάζω
μπάζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάζα
μπάζετε	=	μπάζω
μπάζο	noun	τμήμα άχρηστων υλικών κυρίως από κατεδάφιση
μπάζοντας	=	μπάζω
μπάζου	noun	γενική ενικού του μπάζο
μπάζουμε	=	μπάζω
μπάζουν	=	μπάζω
μπάζουνε	=	μπάζω
μπάζω	verb	βάζω σε κλειστό χώρο
μπάζωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπαζώνω
μπάζων	noun	γενική πληθυντικού του μπάζο
μπάζωνα	=	μπαζώνω
μπάζωναν	=	μπαζώνω
μπάζωνε	=	μπαζώνω
μπάζωνες	=	μπαζώνω
μπάζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπάζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπάζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπάζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπάκα	noun	η κοιλιά
μπάκακας	noun	ο βάτραχος
μπάκας	noun	γενική ενικού του μπάκα
μπάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάκα
μπάλα	noun	σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές
μπάλας	noun	γενική ενικού του μπάλα
μπάλε	noun	κλητική ενικού του μπάλος
μπάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάλα
μπάλλα	noun	παρωχημένη γραφή του μπάλα
μπάλλας	=	μπάλλα
μπάλλες	=	μπάλλα
μπάλο	noun	αιτιατική ενικού του μπάλος
μπάλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάλος
μπάλος	noun	ελληνικός παραδοσιακός νησιώτικος αντικριστός χορός που χορεύεται από ζευγάρι, άντρα και γυναίκα
μπάλου	noun	γενική ενικού του μπάλος
μπάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπάλος
μπάλσαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάλσαμο
μπάλσαμο	noun	άλλη μορφή του βάλσαμο
μπάλσαμου	noun	γενική ενικού του μπάλσαμο
μπάλσαμων	noun	γενική πληθυντικού του μπάλσαμο
μπάλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος μπαλώνω
μπάλων	noun	γενική πληθυντικού του μπάλος
μπάλωνα	=	μπαλώνω
μπάλωναν	=	μπαλώνω
μπάλωνε	=	μπαλώνω
μπάλωνες	=	μπαλώνω
μπάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπάμια	noun	(Abelmoschus esculentus) ποώδες ετήσιο φυτό με κίτρινα άνθη, του οποίου ο καρπός (5-15 εκατοστά) έχει χνουδωτή επιφάνεια, κωνικό σχήμα με ραβδώσεις κατά μήκος και πολλά σπέρματα στο εσωτερικό του με βλεννώδη υφή
μπάμιας	noun	άνθρωπος μαλθακός και άβουλος
μπάμιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάμια
μπάμπαλα	=	μπάμπαλο
μπάμπαλο	noun	κουρέλι
μπάμπαλου	=	μπάμπαλο
μπάμπαλων	=	μπάμπαλο
μπάμπουρα	=	μπάμπουρας
μπάμπουρας	noun	αγριομέλισσα, ευμεγέθης κατ' όγκο που παράγει έντονο βόμβο
μπάμπουρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάμπουρας
μπάμπουρων	=	μπάμπουρας
μπάμπουσκα	noun	ελληνική ονομασία της παραδοσιακής ρωσικής ξύλινης κούκλας матрёшка (matrjóška, ματριόσκα), έντονα ζωγραφισμένη και με παραδοσιακά ρούχα και χαρακτηριστικά, η οποία ανοίγει και μέσα της περιέχει άλλη μικρότερη της ίδιας μορφής κ.ο.κ., μέχρι να συμπληρωθεί μια σειρά από τρεις ή περισσότερες κούκλες, η μία μέσα στην λίγο μεγαλύτερή της
μπάμπουσκας	=	μπάμπουσκα
μπάμπουσκες	=	μπάμπουσκα
μπάμπω	noun|vulgar	ηλικιωμένη γυναίκα
μπάμπως	=	μπάμπω
μπάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάνιο
μπάνιζα	=	μπανίζω
μπάνιζαν	=	μπανίζω
μπάνιζε	=	μπανίζω
μπάνιζες	=	μπανίζω
μπάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάνικο
μπάνικε	adj	κλητική ενικού του μπάνικος
μπάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάνικη
μπάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπάνικος
μπάνικης	adj	γενική ενικού του μπάνικη
μπάνικο	adj	αιτιατική ενικού του μπάνικος
μπάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάνικος
μπάνικος	adj|slang	κάποιος ή κάτι όμορφο(ς) και ελκυστικό(ς)
μπάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπάνικος
μπάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπάνικος
μπάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπάνικος
μπάνιο	noun	το πλύσιμο του σώματος
μπάνιου	noun	γενική ενικού του μπάνιο
μπάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπάνισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπανίζω
μπάνιων	noun	γενική πληθυντικού του μπάνιο
μπάνκα	noun	το να παίζει κάποιος εναντίον όλων των υπολοίπων παικτών
μπάνκας	noun	γενική ενικού του μπάνκα
μπάνκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάνκα
μπάντα	noun	πλευρό, πλάϊ
μπάντας	noun	γενική ενικού του μπάντα
μπάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάντα
μπάντζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάντζο
μπάντζο	noun	έγχορδο μουσικό όργανο, σαν την κιθάρα
μπάντζου	noun	γενική ενικού του μπάντζο
μπάντζων	noun	γενική πληθυντικού του μπάντζο
μπάντμιντον	noun	η αντιπτέριση
μπάρα	noun	επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο
μπάρας	noun	γενική ενικού του μπάρα
μπάρεμ	adv	τουλάχιστον
μπάρεμου	adv	Παραδείγματα	conj	τότε, τουλάχιστον, τελικά
μπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάρα
μπάριαζα	=	μπαριάζω
μπάριαζαν	=	μπαριάζω
μπάριαζε	=	μπαριάζω
μπάριαζες	=	μπαριάζω
μπάριασα	=	μπαριάζω
μπάριασαν	=	μπαριάζω
μπάριασε	=	μπαριάζω
μπάριασες	=	μπαριάζω
μπάριζα	noun	φορτηγίδα για τροφοδοσία πλοίου, συνηθέστερα μηχανοκίνητη
μπάριζας	=	μπάριζα
μπάριζες	=	μπάριζα
μπάριζων	=	μπάριζα
μπάρκα	=	μπάρκο
μπάρκαρα	=	μπαρκάρω
μπάρκαραν	=	μπαρκάρω
μπάρκαρε	=	μπαρκάρω
μπάρκαρες	=	μπαρκάρω
μπάρκας	=	μπάρκο
μπάρκες	=	μπάρκο
μπάρκο	noun|dated	τύπος παλαιού εμπορικού τρικάταρτου ιστιοφόρου που έφερε σταυρωτά ιστία, τύπου μυοδρόμωνα, δες και μπάρκα
μπάρκου	noun	γενική ενικού του μπάρκο
μπάρκων	noun	γενική πληθυντικού του μπάρκο
μπάρμαν	noun	αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ
μπάρμεν	=	μπάρμαν
μπάρμπα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπάρμπας
μπάρμπας	noun	θείος
μπάρμπεκιου	noun	συσκευή για υπαίθριο ψήσιμο, ψησταριά
μπάσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάσο
μπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσαν	=	μπάζω
μπάσανε	=	μπάζω
μπάσας	=	μπάσος
μπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσες	=	μπάσος
μπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάση	=	μπάσος
μπάσης	=	μπάσος
μπάσιμο	noun	η εισαγωγή
μπάσινα	noun|dated	άλλη μορφή του μπάστινα
μπάσινας	noun	γενική ενικού του μπάσινα
μπάσινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάσινα
μπάσκετ	noun	αθλητικό παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ομάδες των πέντε παικτών, που πρέπει, χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια και την τρίπλα να περάσουν μια μπάλα στο στόχο του αντιπάλου που είναι ένα υπερυψωμένο καλάθι
μπάσκετ-μπολ	noun	άλλη γραφή του μπάσκετμπολ
μπάσο	noun	μουσικό όργανο, της οικογένειας του βιολιού, το κοντραμπάσο	adj	αιτιατική ενικού του μπάσος
μπάσοι	=	μπάσος
μπάσος	noun	τραγουδιστής με βαθιά φωνή	adj	για ήχο χαμηλής συχνότητας
μπάσου	noun	γενική ενικού του μπάσο
μπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσους	=	μπάσος
μπάστα	intj	σταμάτα , στοπ
μπάστακα	=	μπάστακας
μπάστακας	noun|dated	πέτρα ή άλλο σταθερό σημάδι που χρησιμοποιείται σαν βάση σε παιχνίδια με μπίλιες ή στις αμάδες
μπάστακες	=	μπάστακας
μπάσταρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάσταρδο
μπάσταρδε	adj	κλητική ενικού του μπάσταρδος
μπάσταρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάσταρδη
μπάσταρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπάσταρδος
μπάσταρδης	adj	γενική ενικού του μπάσταρδη
μπάσταρδο	adj	αιτιατική ενικού του μπάσταρδος
μπάσταρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάσταρδος
μπάσταρδος	adj	γεννημένος από μη νόμιμο γάμο	noun	μπάσταρδος
μπάσταρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπάσταρδος
μπάσταρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπάσταρδος
μπάσταρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπάσταρδος
μπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάστινα	noun|dated	έκταση αρόσιμης γης
μπάστινας	noun	γενική ενικού του μπάστινα
μπάστινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάστινα
μπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπάζω
μπάσων	noun	γενική πληθυντικού του μπάσο
μπάταλε	=	μπάταλος
μπάταλο	=	μπάταλος
μπάταλοι	=	μπάταλος
μπάταλος	noun	άχρηστος
μπάταλου	=	μπάταλος
μπάταλους	=	μπάταλος
μπάταλων	=	μπάταλος
μπάτε	verb|vulgar	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω, άλλη μορφή του μπείτε
μπάτζε	=	μπάτζος
μπάτζετ	noun	ο προϋπολογισμός
μπάτζο	=	μπάτζος
μπάτζοι	=	μπάτζος
μπάτζος	noun	είδος αιγοπρόβειου, μερικώς (15%) αποβουτυρωμένου, μαστιχάτου τυριού ΠΟΠ της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας
μπάτζου	=	μπάτζος
μπάτζους	=	μπάτζος
μπάτζων	=	μπάτζος
μπάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπάτης
μπάτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάτης
μπάτηδων	=	μπάτης
μπάτης	noun	η θαλάσσια αύρα
μπάτλερ	noun	o προϊστάμενος του υπηρετικού προσωπικού που υπηρετεί προσωπικά τον κύριο του σπιτιού
μπάτσα	noun	χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
μπάτσε	noun	κλητική ενικού του μπάτσος
μπάτσελορ	noun	πάρτι που κάνουν οι ανύπαντροι άνδρες λίγο πριν το γάμο τους
μπάτσιζα	=	μπατσίζω
μπάτσιζαν	=	μπατσίζω
μπάτσιζε	=	μπατσίζω
μπάτσιζες	=	μπατσίζω
μπάτσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπάτσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπάτσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπάτσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπάτσισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπατσίζω
μπάτσο	noun	αιτιατική ενικού του μπάτσος
μπάτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπάτσος
μπάτσος	noun	ένα δυνατό χτύπημα με την παλάμη, το χαστούκι, το ράπισμα
μπάτσου	noun	γενική ενικού του μπάτσος
μπάτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπάτσος
μπάτσων	noun	γενική πληθυντικού του μπάτσος
μπάφαρα	=	μπαφάρω
μπάφαραν	=	μπαφάρω
μπάφαρε	=	μπαφάρω
μπάφαρες	=	μπαφάρω
μπάφε	=	μπάφος
μπάφιαζα	=	μπαφιάζω
μπάφιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπάφιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπάφιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπάφιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπάφιασμα	noun	η κατάσταση του μπαφιάζω
μπάφιλε	=	μπάφιλος
μπάφιλο	=	μπάφιλος
μπάφιλοι	=	μπάφιλος
μπάφιλος	noun	άλλη μορφή του πάφιλας
μπάφιλου	=	μπάφιλος
μπάφιλους	=	μπάφιλος
μπάφιλων	=	μπάφιλος
μπάφο	=	μπάφος
μπάφοι	=	μπάφος
μπάφος	noun|slang	το τσιγαριλίκι
μπάφου	noun	γενική ενικού του μπάφος
μπάφους	=	μπάφος
μπάφων	=	μπάφος
μπάχαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάχαλο
μπάχαλο	noun	μπέρδεμα, ακαταστασία
μπάχαλου	noun	γενική ενικού του μπάχαλο
μπάχαλων	noun	γενική πληθυντικού του μπάχαλο
μπέζα	noun	σύνδεσμος που χρησιμοποιείται για το κόντεμα σχοινιών χωρίς να κοπούν ή να λυθούν οι άκρες τους από τα σημεία που είναι δεμένα
μπέζας	noun	γενική ενικού του μπέζα
μπέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέζα
μπέη	=	μπέης
μπέηδες	=	μπέης
μπέηδων	=	μπέης
μπέης	noun	ηγεμόνας ή αξιωματούχος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
μπέιζμπολ	noun	άθλημα αμερικάνικης προέλευσης που παίζεται σε γήπεδο με δύο ομάδες από εννέα παίκτες· ο παίκτης της ομάδας που κάνει επίθεση επιχειρεί να χτυπήσει με ρόπαλο την μπάλα αρκετά δυνατά ώστε να τρέξει στην πρώτη «βάση» (άλλο σημείο του γηπέδου), διαδοχικά και στις δύο άλλες βάσεις και στο αρχικό του σημείο, κι έτσι να σκοράρει
μπέικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέικο
μπέικε	adj	κλητική ενικού του μπέικος
μπέικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέικη
μπέικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπέικος
μπέικης	adj	γενική ενικού του μπέικη
μπέικο	adj	αιτιατική ενικού του μπέικος
μπέικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπέικος
μπέικον	noun	κρέας από τη πλάτη ή από τα πλευρά του χοίρου, που το διατηρούμε καπνιστό ή αλατισμένο
μπέικος	adj	που αναφέρεται ή ταιριάζει στον μπέη
μπέικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπέικος
μπέικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπέικος
μπέικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπέικος
μπέισσα	noun	η σύζυγος του μπέη
μπέισσας	noun	γενική ενικού του μπέισσα
μπέισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέισσα
μπέκρε	=	μπέκρος
μπέκρες	=	μπέκρω
μπέκρο	=	μπέκρος
μπέκροι	=	μπέκρος
μπέκρος	noun	άλλη μορφή του μπεκρής
μπέκρου	=	μπέκρος
μπέκρους	=	μπέκρος
μπέκρω	noun|slang	χαρακτηρισμός αλκοολικής γυναίκας
μπέκρων	=	μπέκρω
μπέκρως	=	μπέκρω
μπέλα	=	μπέλος
μπέλας	=	μπέλος
μπέλε	=	μπέλος
μπέλες	=	μπέλος
μπέλο	=	μπέλος
μπέλοι	=	μπέλος
μπέλος	adj|dated	λευκός, άσπρος
μπέλου	=	μπέλος
μπέλους	=	μπέλος
μπέλων	=	μπέλος
μπέμπα	noun	θηλυκό του μπέμπης, το θηλυκό μωρό
μπέμπας	noun	γενική ενικού του μπέμπα
μπέμπελη	noun|vulgar	η ιλαρά
μπέμπελης	=	μπέμπελη
μπέμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέμπα
μπέμπη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπέμπης
μπέμπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέμπης
μπέμπηδων	=	μπέμπης
μπέμπης	noun	μικρό παιδί, μωρό,νήπιο
μπέντουλα	=	μπέντουλας
μπέντουλας	noun	αλιευτικό εργαλείο, δίχτυ που βυθίζεται κρεμασμένο, ειδικό για μικρά αλιεύματα (όπως γαρίδα, αθερίνα και άλλα)
μπέντουλες	=	μπέντουλας
μπέντουλων	=	μπέντουλας
μπέργκενοστ	noun	είδος νορβηγικού τυριού
μπέργκερ	noun	άλλη μορφή του χάμπουργκερ
μπέρδεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπερδεύω
μπέρδευα	=	μπερδεύω
μπέρδευαν	=	μπερδεύω
μπέρδευε	=	μπερδεύω
μπέρδευες	=	μπερδεύω
μπέρδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπέρδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπέρδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπέρδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπέρτα	noun	γυναικείο φαρδύ πανωφόρι, χωρίς μανίκια
μπέρτας	noun	γενική ενικού του μπέρτα
μπέρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέρτα
μπέσα	noun	λόγος τιμής που δίνεται αμοιβαία ως επιβεβαίωση φιλίας, συνεργασίας ή αλληλοβοήθειας
μπέσας	=	μπέσα
μπέστε	=	μπαίνω
μπέτες	=	μπέτης
μπέτη	=	μπέτης
μπέτης	noun	στήθος, στέρνο
μπέτσα	=	μπέτσο
μπέτσο	noun	ο αστράγαλος του προβάτου, το κότσι με το οποίο παίζουν τα παιδιά
μπέτσου	=	μπέτσο
μπέτσων	=	μπέτσο
μπέτωμα	noun	η πλήρης ακινησία, σα να είναι κανείς ενσωματωμένος σε μπετόν
μπήγαμε	=	μπήγω
μπήγαν	=	μπήγω
μπήγανε	=	μπήγω
μπήγατε	=	μπήγω
μπήγε	=	μπήγω
μπήγει	=	μπήγω
μπήγεις	=	μπήγω
μπήγετε	=	μπήγω
μπήγοντας	=	μπήγω
μπήγουμε	=	μπήγω
μπήγουν	=	μπήγω
μπήγουνε	=	μπήγω
μπήγω	verb	βάζω κάτι μακρύ και μυτερό μέσα σε άλλο ασκώντας πίεση
μπήζω	verb	άλλη μορφή του μπήγω
μπήκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπήκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπήκανε	=	μπαίνω
μπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπήκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπήκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξαν	=	μπήγω
μπήξανε	=	μπήγω
μπήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξιμο	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπήγω
μπήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
μπήχνω	verb	άλλη μορφή του μπήγω
μπήχτες	=	μπήχτης
μπήχτη	=	μπήχτης
μπήχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπήχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπήχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπήχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπήχτης	noun|slang	αυτός που ανενδοίαστα ή πιεστικά προσπαθεί να συνάψει ερωτικές σχέσεις με γυναίκες
μπήχτρα	noun	πόρπη, καρφίτσα (κόσμημα)
μπήχτρας	=	μπήχτρα
μπήχτρες	=	μπήχτρα
μπίβα	noun	ένας τύπος ιαπωνικού λαούτου με τάστα και κοντό λαιμό
μπίβας	=	μπίβα
μπίβες	=	μπίβα
μπίζνα	noun|vulgar	δουλειά, εργασία
μπίζνας	noun	γενική ενικού του μπίζνα
μπίζνες	noun	οι εμπορικές δοσοληψίες
μπίζνεσμαν	noun	ο επιχειρηματίας
μπίλεν	noun	γλώσσα που ομιλείται από την εθνοτική ομάδα Μπίλεν στην Ερυθραία
μπίλι	noun	ο λογαριασμός
μπίλια	noun	μικρό σφαιρικό αντικείμενο από γυαλί ή άλλο υλικό
μπίλιας	noun	γενική ενικού του μπίλια
μπίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπίλια
μπίμπαση	=	μπίμπασης
μπίμπασης	noun|dated	χιλίαρχος, ταγματάρχης
μπίνγκο	noun	παιχνίδι τύχης που παίζεται αριθμούς που κληρώνονται τυχαία και οι παίκτες πρέπει να τους ταιριάξουν με τα προτυπωμένα δελτία
μπίνμπαση	=	μπίνμπασης
μπίνμπασης	noun|dated	χιλίαρχος, ταγματάρχης
μπίντα	noun	σχοινιά με τα οποία μαζεύουν ένα τμήμα του ιστίου
μπίντας	=	μπίντα
μπίντες	=	μπίντα
μπίουα	=	μπίβα
μπίπα	noun	μεγάλο και στρογγυλό τσοκάνι που το έβαζαν στα κριάρια
μπίπας	=	μπίπα
μπίπες	=	μπίπα
μπίρα	noun	αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από νερό, κριθάρι (ή άλλα δημητριακά), ζύμη (μαγιά) και λυκίσκο
μπίρας	noun	γενική ενικού του μπίρα
μπίρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπίρα
μπίτι	adv	άλλη μορφή του μπιτ / ντιπ
μπίχλα	noun	μεγάλη βρομιά - βρωμιά
μπίχλας	=	μπίχλα
μπίχλες	=	μπίχλα
μπα	intj	εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση
μπαΐλντιζα	=	μπαϊλντίζω
μπαΐλντιζαν	=	μπαϊλντίζω
μπαΐλντιζε	=	μπαϊλντίζω
μπαΐλντιζες	=	μπαϊλντίζω
μπαΐλντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαΐλντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαΐλντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαΐλντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαΐλντισμα	noun	η ενέργεια και η συνέπεια του μπαϊλντίζω
μπαΐρι	noun|dated	η πλαγιά (ενός βουνού ή λόφου)
μπαΐρια	=	μπαΐρι
μπαίγνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαίγνιο
μπαίγνιο	noun	που είναι αντικείμενο κοροϊδίας για το χαρακτήρα τους, που ρεζιλεύονται και εμπαίζονται
μπαίγνιου	noun	γενική ενικού του μπαίγνιο
μπαίγνιων	noun	γενική πληθυντικού του μπαίγνιο
μπαίναμε	=	μπαίνω
μπαίναν	=	μπαίνω
μπαίνανε	=	μπαίνω
μπαίνατε	=	μπαίνω
μπαίνε	=	μπαίνω
μπαίνει	=	μπαίνω
μπαίνεις	=	μπαίνω
μπαίνετε	=	μπαίνω
μπαίνομε	=	μπαίνω
μπαίνοντας	=	μπαίνω
μπαίνουμε	=	μπαίνω
μπαίνουν	=	μπαίνω
μπαίνουνε	=	μπαίνω
μπαίνω	verb	εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα
μπααθισμέ	=	μπααθισμός
μπααθισμοί	=	μπααθισμός
μπααθισμού	=	μπααθισμός
μπααθισμούς	=	μπααθισμός
μπααθισμό	=	μπααθισμός
μπααθισμός	noun	αραβική εθνικιστική ιδεολογία που προωθεί την ανάπτυξη και τη δημιουργία ενός ενιαίου αραβικού κράτους, μέσα από την ηγεσία ενός πρωτοποριακού κόμματος για μια προοδευτική επαναστατική κυβέρνηση
μπααθισμών	=	μπααθισμός
μπαγάζια	noun	άλλη μορφή του μπαγκάζια
μπαγάσα	noun	γενική ενικού του μπαγάσας
μπαγάσας	noun	άνθρωπος που πετυχαίνει αυτό που θέλει με πονηρό τρόπο
μπαγάσες	=	μπαγάσας
μπαγάσηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγάσας
μπαγάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγάσι
μπαγάσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπαγάσικος	adv	με μπαγάσικο τρόπο
μπαγάσικε	adj	κλητική ενικού του μπαγάσικος
μπαγάσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγάσικη
μπαγάσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγάσικος
μπαγάσικης	adj	γενική ενικού του μπαγάσικη
μπαγάσικο	adj	αιτιατική ενικού του μπαγάσικος
μπαγάσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγάσικος
μπαγάσικος	adj	που έχει σχέση με τον μπαγάσα, ανήκει σ’ αυτόν, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
μπαγάσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγάσικος
μπαγάσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπαγάσικος
μπαγάσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγάσικος
μπαγαζιέρα	noun	άλλη μορφή του μπαγκαζιέρα
μπαγαζιέρας	noun	γενική ενικού του μπαγαζιέρα
μπαγαζιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγαζιέρα
μπαγαζιών	=	μπαγάζια
μπαγαμποντάκο	noun	αιτιατική ενικού του μπαγαμποντάκος
μπαγαμποντάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγαμποντάκος
μπαγαμποντάκος	noun	μπαγαμπόντης
μπαγαμποντάκου	noun	γενική ενικού του μπαγαμποντάκος
μπαγαμποντάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπαγαμποντάκος
μπαγαμποντάκων	noun	γενική πληθυντικού του μπαγαμποντάκος
μπαγαμποντιά	noun	άλλη μορφή του μπαγαποντιά
μπαγαμποντιάς	=	μπαγαμποντιά
μπαγαμποντιές	=	μπαγαμποντιά
μπαγαμποντισσών	noun	γενική πληθυντικού του μπαγαμπόντισσα
μπαγαμποντιών	=	μπαγαμποντιά
μπαγαμπόντη	=	μπαγαμπόντης
μπαγαμπόντηδες	=	μπαγαμπόντης
μπαγαμπόντηδων	=	μπαγαμπόντης
μπαγαμπόντης	noun	μπαγαπόντης
μπαγαμπόντικος	adj	μπαγαπόντης
μπαγαμπόντισσα	=	μπαγαπόντης
μπαγαμπόντισσας	noun	γενική ενικού του μπαγαμπόντισσα
μπαγαμπόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγαμπόντισσα
μπαγαποντάκο	noun	αιτιατική ενικού του μπαγαποντάκος
μπαγαποντάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγαποντάκος
μπαγαποντάκος	noun	μπαγαπόντης
μπαγαποντάκου	noun	γενική ενικού του μπαγαποντάκος
μπαγαποντάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπαγαποντάκος
μπαγαποντάκων	noun	γενική πληθυντικού του μπαγαποντάκος
μπαγαποντιά	noun	η ιδιότητα του μπαγαπόντη
μπαγαποντιάς	noun	γενική ενικού του μπαγαποντιά
μπαγαποντιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγαποντιά
μπαγαποντιών	=	μπαγαποντιά
μπαγαπόντη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαγαπόντης
μπαγαπόντηδες	=	μπαγαπόντης
μπαγαπόντηδων	=	μπαγαπόντης
μπαγαπόντης	noun	ο κατεργάρης, ο απατεώνας
μπαγαπόντικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγαπόντικο
μπαγαπόντικε	adj	κλητική ενικού του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγαπόντικη
μπαγαπόντικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντικης	adj	γενική ενικού του μπαγαπόντικη
μπαγαπόντικο	adj	αιτιατική ενικού του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντικος	adj	μπαγαπόντης
μπαγαπόντικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγαπόντικος
μπαγαπόντισσα	=	μπαγαπόντης
μπαγασάκο	=	μπαγασάκος
μπαγασάκοι	=	μπαγασάκος
μπαγασάκος	noun	ο μπαγάσας
μπαγασάκου	=	μπαγασάκος
μπαγασάκους	=	μπαγασάκος
μπαγασάκων	=	μπαγασάκος
μπαγδαντί	noun|dated	άλλη μορφή του μπαγδατί
μπαγδαντίζω	=	μπαγδατίζω
μπαγδαντιά	=	μπαγδαντί
μπαγδαντιού	=	μπαγδαντί
μπαγδαντιών	=	μπαγδαντί
μπαγδατί	noun|dated	τεχνική κατασκευής των τοίχων των παλιών σπιτιών από ξύλο.
μπαγδατίζω	verb	κατασκευάζω μπαγδατί
μπαγδατιά	=	μπαγδατί
μπαγδατιού	=	μπαγδατί
μπαγδατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγδατισμένο
μπαγδατισμένε	verb	κλητική ενικού του μπαγδατισμένος
μπαγδατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγδατισμένη
μπαγδατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγδατισμένος
μπαγδατισμένης	verb	γενική ενικού του μπαγδατισμένη
μπαγδατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαγδατισμένος
μπαγδατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγδατισμένος
μπαγδατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγδατισμένος
μπαγδατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαγδατισμένος
μπαγδατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγδατισμένος
μπαγδατιών	=	μπαγδατί
μπαγιάτεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπαγιατεύω
μπαγιάτευα	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευαν	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευε	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευες	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευσα	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευσαν	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευσε	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτευσες	=	μπαγιατεύω
μπαγιάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιάτιζα	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτιζαν	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτιζε	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτιζες	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγιάτικο
μπαγιάτικε	adj	κλητική ενικού του μπαγιάτικος
μπαγιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγιάτικη
μπαγιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγιάτικος
μπαγιάτικης	adj	γενική ενικού του μπαγιάτικη
μπαγιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μπαγιάτικος
μπαγιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγιάτικος
μπαγιάτικος	adj	που έχει αρκετά παλιά ημερομηνία παραγωγής / παρασκευής και η γεύση του, η όψη του και η οσμή του δεν το κάνουν πια ελκυστικό για κατανάλωση
μπαγιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγιάτικος
μπαγιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπαγιάτικος
μπαγιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγιάτικος
μπαγιάτισα	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτισαν	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτισε	=	μπαγιατίζω
μπαγιάτισες	=	μπαγιατίζω
μπαγιατέματα	=	μπαγιάτεμα
μπαγιατέματος	=	μπαγιάτεμα
μπαγιατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγιατεύω
μπαγιατίζαμε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζαν	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζανε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζατε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζει	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζεις	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζετε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζοντας	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζουμε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζουν	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζουνε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίζω	verb	άλλη μορφή του μπαγιατεύω
μπαγιατίλα	noun	οσμή τροφίμων που έχουν αλλοιωθεί
μπαγιατίλας	noun	γενική ενικού του μπαγιατίλα
μπαγιατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγιατίλα
μπαγιατίσαμε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίσαν	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίσανε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίσατε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίσει	=	μπαγιατίζω
μπαγιατίστε	=	μπαγιατίζω
μπαγιατεμάτων	=	μπαγιάτεμα
μπαγιατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγιατεμένο
μπαγιατεμένε	verb	κλητική ενικού του μπαγιατεμένος
μπαγιατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγιατεμένη
μπαγιατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγιατεμένος
μπαγιατεμένης	verb	γενική ενικού του μπαγιατεμένη
μπαγιατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαγιατεμένος
μπαγιατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγιατεμένος
μπαγιατεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπαγιατεύω
μπαγιατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγιατεμένος
μπαγιατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαγιατεμένος
μπαγιατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγιατεμένος
μπαγιατεύαμε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύαν	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύανε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύατε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύει	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύεις	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύετε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύοντας	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύουμε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύουν	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύουνε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύσαμε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύσαν	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύσανε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύσατε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύσει	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύστε	=	μπαγιατεύω
μπαγιατεύω	verb	γίνομαι μπαγιάτικος, δεν είμαι πια φρέσκος, δεν έχω την ποιότητα (πχ την καλή γεύση, την υφή) που είχα
μπαγιονέτ	noun	τύπος κουμπωτού λαμπτήρα που έχει στη βάση του δύο προεξοχές με τις οποίες στερεώνεται στο ντουί
μπαγιονέτα	noun	η ξιφολόγχη
μπαγιονέτας	noun	γενική ενικού του μπαγιονέτα
μπαγιονέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγιονέτα
μπαγιονέττα	noun	παρωχημένη γραφή του μπαγιονέτα μη απλοποιημένη
μπαγιονέττας	=	μπαγιονέττα
μπαγιονέττες	=	μπαγιονέττα
μπαγιονεττών	=	μπαγιονέττα
μπαγιονετών	noun	γενική πληθυντικού του μπαγιονέτα
μπαγιού	noun	κοντό, ξύλινο έπιπλο εποχής
μπαγιόκο	noun	νόμισμα του παπικού κράτους μικρής αξίας το οποίο με την ενοποίηση της Ιταλίας, μετά το 1861 και μέχρι το 1870, αντικαταστάθηκε με τη λιρέτα
μπαγκ	noun|informal	το σφάλμα
μπαγκάζια	noun	οι αποσκευές
μπαγκάραμε	=	μπαγκάρω
μπαγκάραν	=	μπαγκάρω
μπαγκάρανε	=	μπαγκάρω
μπαγκάρατε	=	μπαγκάρω
μπαγκάρει	=	μπαγκάρω
μπαγκάρεις	=	μπαγκάρω
μπαγκάρετε	=	μπαγκάρω
μπαγκάρισα	=	μπαγκάρω
μπαγκάρισαν	=	μπαγκάρω
μπαγκάρισε	=	μπαγκάρω
μπαγκάρισες	=	μπαγκάρω
μπαγκάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπαγκάρω
μπαγκάροντας	=	μπαγκάρω
μπαγκάρουμε	=	μπαγκάρω
μπαγκάρουν	=	μπαγκάρω
μπαγκάρουνε	=	μπαγκάρω
μπαγκάρω	verb|informal	παρουσιάζω σφάλματα (μπαγκ) και προβλήματα λειτουργίας
μπαγκέρη	=	μπαγκέρης
μπαγκέρηδες	=	μπαγκέρης
μπαγκέρηδων	=	μπαγκέρης
μπαγκέρης	noun	ο τραπεζίτης
μπαγκέτα	noun	η ξύλινη ράβδος, η βέργα του μαέστρου
μπαγκέτας	noun	γενική ενικού του μπαγκέτα
μπαγκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγκέτα
μπαγκαδόρε	=	μπαγκαδόρος
μπαγκαδόρο	=	μπαγκαδόρος
μπαγκαδόροι	=	μπαγκαδόρος
μπαγκαδόρος	noun	κάποιος που έχει (ή κάνει) την μπάγκα σε χαρτοπαικτική λέσχη ή αλλού
μπαγκαδόρου	=	μπαγκαδόρος
μπαγκαδόρους	=	μπαγκαδόρος
μπαγκαδόρων	=	μπαγκαδόρος
μπαγκαζιέρα	noun	ειδικός χώρος (ρυμουλκούμενο όχημα, ειδικά διαμορφωμένη βαλίτσα οροφής κ.λπ.) στον οποίο μπαίνουν και μεταφέρονται μπαγκάζια
μπαγκαζιέρας	noun	γενική ενικού του μπαγκαζιέρα
μπαγκαζιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγκαζιέρα
μπαγκαζιών	=	μπαγκάζια
μπαγκαλόου	noun	άλλη μορφή του μπανγκαλόου
μπαγκαλόουζ	noun	άλλη μορφή του μπανγκαλόου
μπαγκανοτών	=	μπαγκανότα
μπαγκανότα	noun	το τραπεζογραμμάτιο
μπαγκανότας	=	μπαγκανότα
μπαγκανότες	=	μπαγκανότα
μπαγκαρίσαμε	=	μπαγκάρω
μπαγκαρίσαν	=	μπαγκάρω
μπαγκαρίσανε	=	μπαγκάρω
μπαγκαρίσατε	=	μπαγκάρω
μπαγκαρίσει	=	μπαγκάρω
μπαγκαρίσματα	=	μπαγκάρισμα
μπαγκαρίσματος	=	μπαγκάρισμα
μπαγκαρίστε	=	μπαγκάρω
μπαγκαρισμάτων	=	μπαγκάρισμα
μπαγκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγκαρισμένο
μπαγκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπαγκαρισμένος
μπαγκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγκαρισμένη
μπαγκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγκαρισμένος
μπαγκαρισμένης	verb	γενική ενικού του μπαγκαρισμένη
μπαγκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαγκαρισμένος
μπαγκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγκαρισμένος
μπαγκαρισμένος	verb|informal	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαγκάρω
μπαγκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγκαρισμένος
μπαγκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαγκαρισμένος
μπαγκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγκαρισμένος
μπαγκατέλα	noun	παλιό ή άχρηστο αντικείμενο, σαράβαλο
μπαγκατέλας	noun	γενική ενικού του μπαγκατέλα
μπαγκατέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγκατέλα
μπαγκετομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγκετομηχανή
μπαγκετομηχανή	noun	μηχανή αρτοποιίας που παρασκευάζει μπαγκέτες ή φραντζόλες σε διάφορα μεγέθη
μπαγκετομηχανής	=	μπαγκετομηχανή
μπαγκετομηχανών	=	μπαγκετομηχανή
μπαγκετών	noun	γενική πληθυντικού του μπαγκέτα
μπαγλάρωμα	noun	η σύλληψη, το « τσίμπημα »
μπαγλάρωνα	=	μπαγλαρώνω
μπαγλάρωναν	=	μπαγλαρώνω
μπαγλάρωνε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλάρωνες	=	μπαγλαρώνω
μπαγλάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαγλαμάς
μπαγλαμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγλαμάς
μπαγλαμάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπαγλαμάς
μπαγλαμάς	noun	τρίχορδο μουσικό όργανο με μικρό αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ σχετικά μπράτσο που συχνά συνοδεύει το μπουζούκι σε λαϊκές ορχήστρες
μπαγλαμαδάκι	noun	μικρός μπαγλαμάς
μπαγλαμαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγλαμαδάκι
μπαγλαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπαγλάρωμα
μπαγλαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγλαρωμένο
μπαγλαρωμένε	verb	κλητική ενικού του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγλαρωμένη
μπαγλαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρωμένης	verb	γενική ενικού του μπαγλαρωμένη
μπαγλαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαγλαρωμένος
μπαγλαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαγλάρωμα
μπαγλαρώματος	noun	γενική ενικού του μπαγλάρωμα
μπαγλαρώναμε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώναν	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνανε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνατε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνει	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνεις	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνετε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνοντας	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνουμε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνουν	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνουνε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώνω	verb	συλλαμβάνω, πιάνω, φυλακίζω, « τσιμπώ »
μπαγλαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσαν	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσανε	=	μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαγλαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαγλαρώνω
μπαζομετάλλευμα	noun|rare	μπάζα ανάμικτα με μετάλλευμα
μπαζούκα	noun	αντιαρματικό ρουκετοβόλο που χρησιμοποιούσαν οι αμερικανοί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
μπαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπάζωμα
μπαζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαζωμένο
μπαζωμένε	verb	κλητική ενικού του μπαζωμένος
μπαζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαζωμένη
μπαζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαζωμένος
μπαζωμένης	verb	γενική ενικού του μπαζωμένη
μπαζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαζωμένος
μπαζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαζωμένος
μπαζωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπαζώνω
μπαζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαζωμένος
μπαζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαζωμένος
μπαζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαζωμένος
μπαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάζωμα
μπαζώματος	noun	γενική ενικού του μπάζωμα
μπαζώναμε	=	μπαζώνω
μπαζώναν	=	μπαζώνω
μπαζώνανε	=	μπαζώνω
μπαζώνατε	=	μπαζώνω
μπαζώνει	=	μπαζώνω
μπαζώνεις	=	μπαζώνω
μπαζώνετε	=	μπαζώνω
μπαζώνοντας	=	μπαζώνω
μπαζώνουμε	=	μπαζώνω
μπαζώνουν	=	μπαζώνω
μπαζώνουνε	=	μπαζώνω
μπαζώνω	verb	ρίχνω μπάζα, γεμίζω με μπάζα
μπαζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσαν	=	μπαζώνω
μπαζώσανε	=	μπαζώνω
μπαζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαζώνω
μπαινίτες	=	μπαινίτης
μπαινίτη	=	μπαινίτης
μπαινίτης	noun	μικρογραφική δομή του χάλυβα που προκύπτει όταν ο χάλυβας θερμανθεί σε θερμοκρασία ανώτερη από την θερμοκρασία ωστενιτοποίησης και κατόπιν ψυχθεί σε τελική θερμοκράσια κατώτερη από την θερμοκρασία σχηματισμού περλίτη
μπαινιτών	=	μπαινίτης
μπαινοβγήκα	=	μπαινοβγαίνω
μπαινοβγαίνω	verb	μπαίνω και βγαίνω διαρκώς
μπακ	noun	ποδοσφαιριστής που παίζει στην άμυνα
μπακάλαινα	noun	η γυναίκα του μπακάλη
μπακάλαινας	=	μπακάλαινα
μπακάλαινες	=	μπακάλαινα
μπακάλη	=	μπακάλης
μπακάληδες	=	μπακάλης
μπακάληδων	=	μπακάλης
μπακάλης	noun	ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι
μπακάλικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακάλικο
μπακάλικε	adj	κλητική ενικού του μπακάλικος
μπακάλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακάλικη
μπακάλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπακάλικος
μπακάλικης	adj	γενική ενικού του μπακάλικη
μπακάλικο	noun	το κατάστημα του μπακάλη, το παντοπωλείο, μικρό σουπερμάρκετ
μπακάλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπακάλικος
μπακάλικος	adj	σχετικός με μπακάλη
μπακάλικου	noun	γενική ενικού του μπακάλικο
μπακάλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπακάλικος
μπακάλικων	noun	γενική πληθυντικού του μπακάλικο
μπακάλισσα	noun	η ιδιοκτήτρια μπακάλικου
μπακάλισσας	noun	γενική ενικού του μπακάλισσα
μπακάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακάλισσα
μπακάμι	noun	το αιματόξυλο
μπακάμια	=	μπακάμι
μπακάπ	noun|informal	εναλλακτικό, είτε εικονικό είτε φυσικό, που αντικαθιστά κάτι άλλο σε περίπτωση που παύσει να λειτουργεί και να εξυπηρετεί τον χρήστη
μπακίρι	noun	ο χαλκός
μπακίρια	=	μπακίρι
μπακίρωμα	noun	η επικάλυψη με χαλκό
μπακαλάος	=	μπακαλιάρος
μπακαλίστικα	adv	με μπακαλίστικο τρόπο
μπακαλίστικε	adj	κλητική ενικού του μπακαλίστικος
μπακαλίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακαλίστικη
μπακαλίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπακαλίστικος
μπακαλίστικης	adj	γενική ενικού του μπακαλίστικη
μπακαλίστικο	adj	αιτιατική ενικού του μπακαλίστικος
μπακαλίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπακαλίστικος
μπακαλίστικος	adj	που σχετίζεται με το μπακάλικο ή τον μπακάλη
μπακαλίστικου	adj	γενική ενικού του μπακαλίστικος
μπακαλίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπακαλίστικος
μπακαλίστικων	adj	γενική πληθυντικού του μπακαλίστικος
μπακαλιάρε	noun	κλητική ενικού του μπακαλιάρος
μπακαλιάρο	noun	αιτιατική ενικού του μπακαλιάρος
μπακαλιάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπακαλιάρος
μπακαλιάρος	noun	κοινή ονομασία του είδους ψαριού του γένους Γάδος (Gadus) της οικογένειας των Γαδιδών, με μήκος περίπου 1,5 μ. και βάρος μέχρι 15 κιλά.
μπακαλιάρου	noun	γενική ενικού του μπακαλιάρος
μπακαλιάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπακαλιάρος
μπακαλιάρων	noun	γενική πληθυντικού του μπακαλιάρος
μπακαλιαράκι	noun	υποκοριστικό του μπακαλιάρος
μπακαλιαράκια	=	μπακαλιαράκι
μπακαλική	noun	το επάγγελμα του μπακάλη
μπακαλικής	=	μπακαλική
μπακαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του μπακάλισσα
μπακαλοτέφτερα	=	μπακαλοτέφτερο
μπακαλοτέφτερο	noun	πρόχειρο σημειωματάριο ή τετράδιο που είναι τσαλακωμένο, βρώμικο ή λιγδιασμένο· (κυριολεκτικά) το τεφτέρι του μπακάλη, όπου καταχωρίζει τα έσοδα και τα έξοδά του, καθώς και τα βερεσέδια () των πελατών
μπακαλοτέφτερου	=	μπακαλοτέφτερο
μπακαλοτέφτερων	=	μπακαλοτέφτερο
μπακαλόγατε	=	μπακαλόγατος
μπακαλόγατο	=	μπακαλόγατος
μπακαλόγατοι	=	μπακαλόγατος
μπακαλόγατος	noun	ο υπάλληλος του μπακάλη
μπακαλόγατου	=	μπακαλόγατος
μπακαλόγατους	=	μπακαλόγατος
μπακαλόγατων	=	μπακαλόγατος
μπακαλόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακαλόπαιδο
μπακαλόπαιδο	noun	νεαρός υπάλληλος ενός μπακάλικου
μπακαλόπαιδου	noun	γενική ενικού του μπακαλόπαιδο
μπακαλόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του μπακαλόπαιδο
μπακαλόπουλα	=	μπακαλόπουλο
μπακαλόπουλο	noun	νεαρός υπάλληλος ενός μπακάλικου
μπακαλόπουλου	=	μπακαλόπουλο
μπακαλόπουλων	=	μπακαλόπουλο
μπακαλόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακαλόχαρτο
μπακαλόχαρτο	noun	πρόχειρο χαρτί για το τύλιγμα των τροφίμων, που χρησιμοποιείται από μπακάληδες, κ.λπ.
μπακαλόχαρτου	noun	γενική ενικού του μπακαλόχαρτο
μπακαλόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του μπακαλόχαρτο
μπακαμιού	=	μπακάμι
μπακαμιών	=	μπακάμι
μπακαρά	noun	λογιότερη μορφή του αρσενικού μπακαράς
μπακαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακαράς
μπακαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μπακαράς
μπακαράς	noun	τυχερό χαρτοπαίγνιο
μπακατέλα	noun	άλλη προφορά του μπαγκατέλα
μπακατέλας	noun	γενική ενικού του μπακατέλα
μπακατέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακατέλα
μπακιρένια	=	μπακιρένιος
μπακιρένιας	=	μπακιρένιος
μπακιρένιε	=	μπακιρένιος
μπακιρένιες	=	μπακιρένιος
μπακιρένιο	=	μπακιρένιος
μπακιρένιοι	=	μπακιρένιος
μπακιρένιος	adj	χάλκινος
μπακιρένιου	=	μπακιρένιος
μπακιρένιους	=	μπακιρένιος
μπακιρένιων	=	μπακιρένιος
μπακιρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακιρικό
μπακιρικού	noun	γενική ενικού του μπακιρικό
μπακιρικό	noun	γενικό όνομα για χάλκινο μαγειρικό σκεύος
μπακιρικών	noun	γενική πληθυντικού του μπακιρικό
μπακιριού	=	μπακίρι
μπακιριών	=	μπακίρι
μπακιρτζή	=	μπακιρτζής
μπακιρτζήδες	=	μπακιρτζής
μπακιρτζήδων	=	μπακιρτζής
μπακιρτζής	noun|dated	κατασκευαστής μπακιριών, χάλκινων μαγειρικών σκευών
μπακιρωμάτων	=	μπακίρωμα
μπακιρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακιρωμένο
μπακιρωμένε	verb	κλητική ενικού του μπακιρωμένος
μπακιρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακιρωμένη
μπακιρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπακιρωμένος
μπακιρωμένης	verb	γενική ενικού του μπακιρωμένη
μπακιρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπακιρωμένος
μπακιρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπακιρωμένος
μπακιρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπακιρωμένος
μπακιρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπακιρωμένος
μπακιρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπακιρωμένος
μπακιρώματα	=	μπακίρωμα
μπακιρώματος	=	μπακίρωμα
μπακιρώνω	verb	καλύπτω με χαλκό
μπακλαβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπακλαβάς
μπακλαβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακλαβάς
μπακλαβάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπακλαβάς
μπακλαβάς	noun	ζύμη φύλλου που περιέχει γέμιση ξηρών καρπών και παίρνει την γλυκιά του γεύση από σιρόπι ζάχαρης ή μελιού
μπακλαβαδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακλαβαδωτό
μπακλαβαδωτέ	adj	κλητική ενικού του μπακλαβαδωτός
μπακλαβαδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακλαβαδωτή
μπακλαβαδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπακλαβαδωτός
μπακλαβαδωτής	adj	γενική ενικού του μπακλαβαδωτή
μπακλαβαδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπακλαβαδωτός
μπακλαβαδωτού	adj	γενική ενικού του μπακλαβαδωτός
μπακλαβαδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπακλαβαδωτός
μπακλαβαδωτό	adj	αιτιατική ενικού του μπακλαβαδωτός
μπακλαβαδωτός	adj	αυτός που φέρει ρομβοειδείς χαράξεις, ή εξοχές
μπακλαβαδωτών	adj	γενική πληθυντικού του μπακλαβαδωτός
μπακογιαννικά	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικέ	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικές	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννική	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικής	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικοί	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικού	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικούς	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικό	=	μπακογιαννικός
μπακογιαννικός	adj	που υποστηρίζει τη Ντόρα Μπακογιάννη ή τον Κώστα Μπακογιάννη, σχετίζεται μαζί τους ή αναφέρεται σε αυτούς
μπακογιαννικών	=	μπακογιαννικός
μπακοτέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπακότερμα
μπακοτέρματος	noun	γενική ενικού του μπακότερμα
μπακοτερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπακότερμα
μπακούρι	noun	ο εργένης
μπακούρια	=	μπακούρι
μπακράτσι	noun	δοχείο συνήθως μεταλλικό, χάλκινο, που το χρησιμοποιούσαν για μεταφορά νερού ή να βγάζουν νερό από το πηγάδι
μπακράτσια	=	μπακράτσι
μπακρατσιού	=	μπακράτσι
μπακρατσιών	=	μπακράτσι
μπακότερμα	noun	ανεπίσημο είδος ποδοσφαιρικού αγώνα στον οποίο δεν υπάρχει κανονικός τερματοφύλακας αλλά τα καθήκοντά του αναλαμβάνει περιστασιακά ένας προκαθορισμένος παίκτης όποτε βρίσκεται μέσα στη μεγάλη περιοχή
μπαλάκι	noun	μικρή μπάλα
μπαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλάκι
μπαλάντα	noun	αφηγηματικό ποίημα, με στροφές και επωδό
μπαλάντας	noun	γενική ενικού του μπαλάντα
μπαλάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλάντα
μπαλάντζα	noun	άλλη μορφή του παλάντζα
μπαλάντζας	=	μπαλάντζα
μπαλάντζες	=	μπαλάντζα
μπαλάντσα	=	μπαλάντσο
μπαλάντσο	noun	ο ισολογισμός, το ισοζύγιο
μπαλάντσου	=	μπαλάντσο
μπαλάντσων	=	μπαλάντσο
μπαλάσκα	noun	άλλη μορφή του παλάσκα
μπαλάσκας	=	μπαλάσκα
μπαλάσκες	=	μπαλάσκα
μπαλένα	noun	ελαστικά υποκατάστατα δοντιών σε ορισμένα είδη φάλαινας
μπαλένας	=	μπαλένα
μπαλένες	=	μπαλένα
μπαλέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλέτο
μπαλέτο	noun	χορογραφία που παρουσιάζεται σε κοινό από χορευτές κλασικού χορού, με συνοδεία μουσικής
μπαλέτου	noun	γενική ενικού του μπαλέτο
μπαλέτων	noun	γενική πληθυντικού του μπαλέτο
μπαλί	noun	νησί της Ινδονησίας, ανατολικά της Ιάβας
μπαλίτσα	noun	μικρή μπάλα
μπαλίτσας	=	μπαλίτσα
μπαλίτσες	=	μπαλίτσα
μπαλαίνα	=	μπανέλα
μπαλαδόρε	=	μπαλαδόρος
μπαλαδόρο	=	μπαλαδόρος
μπαλαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαλαδόρος
μπαλαδόρος	noun|vulgar	που παίζει καλή μπάλα, που είναι καλός στο ποδόσφαιρο
μπαλαδόρου	=	μπαλαδόρος
μπαλαδόρους	=	μπαλαδόρος
μπαλαδόρων	=	μπαλαδόρος
μπαλακλάβα	noun	κουκούλα που καλύπτει το κεφάλι αφήνοντας ανοίγματα μόνο για τα μάτια (ή και για το στόμα)
μπαλακλάβας	=	μπαλακλάβα
μπαλακλάβες	=	μπαλακλάβα
μπαλακλάβων	=	μπαλακλάβα
μπαλαλάικα	noun	παραδοσιακό τρίχορδο μουσικό όργανο της Ρωσίας
μπαλαλάικας	noun	γενική ενικού του μπαλαλάικα
μπαλαλάικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλαλάικα
μπαλαμέ	noun	κλητική ενικού του μπαλαμός
μπαλαμές	=	μπαλαμή
μπαλαμή	noun	γυναίκα που δεν είναι τσιγγάνα
μπαλαμής	=	μπαλαμή
μπαλαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαλαμός
μπαλαμουτιάζω	verb|vulgar	κουβεντιάζω με κάποιον προσπαθώντας να τον πείσω για κάτι, να τον εξαπατήσω
μπαλαμουτιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλαμούτιασμα
μπαλαμουτιάσματος	noun	γενική ενικού του μπαλαμούτιασμα
μπαλαμουτιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπαλαμούτιασμα
μπαλαμουτιού	=	μπαλαμούτι
μπαλαμουτιών	=	μπαλαμούτι
μπαλαμού	noun	γενική ενικού του μπαλαμός
μπαλαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπαλαμός
μπαλαμούτι	noun	κόλπο, απάτη, ψέμα, εξαπάτηση, ιδιαίτερα σε χαρτοπαιξία
μπαλαμούτια	=	μπαλαμούτι
μπαλαμούτιασμα	noun|vulgar	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μπαλαμουτιάζω
μπαλαμό	noun	αιτιατική ενικού του μπαλαμός
μπαλαμός	noun	λέξη ρομανί προέλευσης αναφερόμενη σε οποιοσδήποτε δεν είναι Ρομά
μπαλαμών	noun	γενική πληθυντικού του μπαλαμός
μπαλαντέζα	noun	ηλεκτρικό καλώδιο με φις στις άκρες του, που μεταφέρει ηλεκτρικό ρεύμα σε απόσταση
μπαλαντέζας	noun	γενική ενικού του μπαλαντέζα
μπαλαντέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλαντέζα
μπαλαντέρ	noun	τραπουλόχαρτο που χρησιμοποιείται στη θέση οποιουδήποτε άλλου, έχοντας την ικανότητα να τα υποκαθιστά
μπαλαντζάρω	verb	δεν έχω ισορροπία και γέρνω πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη πλευρά
μπαλαντζών	=	μπαλάντζα
μπαλαντσίνι	noun	το σκοινί που χρησιμοποιείται για να κρατήσει την μάτσα της μαΐστρας για να μην πέσει
μπαλαντσίνια	=	μπαλαντσίνι
μπαλαντσινιού	=	μπαλαντσίνι
μπαλαντσινιών	=	μπαλαντσίνι
μπαλαούρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλαούρο
μπαλαούρε	=	μπαλαούρος
μπαλαούρο	noun	αποθήκη υλικών καταστρώματος και εξαρτισμού πλοίου που βρίσκεται στο πρόστεγο ή την πλώρη.
μπαλαούροι	=	μπαλαούρος
μπαλαούρος	noun	άλλη μορφή του μπαλαούρο
μπαλαούρου	noun	γενική ενικού του μπαλαούρο
μπαλαούρους	=	μπαλαούρος
μπαλαούρων	noun	γενική πληθυντικού του μπαλαούρο
μπαλαρίνα	noun	χορεύτρια μπαλέτου
μπαλαρίνας	noun	γενική ενικού του μπαλαρίνα
μπαλαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλαρίνα
μπαλαρινέ	adj	παπούτσια μπαλαρίνας
μπαλαρινών	noun	γενική πληθυντικού του μπαλαρίνα
μπαλασκών	=	μπαλάσκα
μπαλαφουμά	=	μπαλαφουμάς
μπαλαφουμάδες	=	μπαλαφουμάς
μπαλαφουμάδων	=	μπαλαφουμάς
μπαλαφουμάς	noun	είδος βαρελότου
μπαλενών	=	μπαλένα
μπαλιά	noun	το χτύπημα, η ρίψη μιας μπάλας
μπαλιάς	noun	γενική ενικού του μπαλιά
μπαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλιά
μπαλινέζικα	noun	η γλώσσα που μιλιέται στο Μπαλί
μπαλινέζικε	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικες	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικη	noun	η γλώσσα που μιλιέται στο Μπαλί
μπαλινέζικης	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικο	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικοι	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικος	adj	που έχει σχέση με το Μπαλί ή τους Μπαλινέζους ή αναφέρεται σ’ αυτά
μπαλινέζικου	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικους	=	μπαλινέζικος
μπαλινέζικων	=	μπαλινέζικος
μπαλιών	=	μπαλιά
μπαλκονάκι	noun	μικρό μπαλκόνι
μπαλκονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλκονάκι
μπαλκονιού	noun	γενική ενικού του μπαλκόνι
μπαλκονιών	=	μπαλκόνι
μπαλκονοπορτών	=	μπαλκονόπορτα
μπαλκονόπορτα	noun	πόρτα που οδηγεί σε μπαλκόνι
μπαλκονόπορτας	noun	γενική ενικού του μπαλκονόπορτα
μπαλκονόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλκονόπορτα
μπαλκόνι	noun	μικρή περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται
μπαλκόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλκόνι
μπαλλέτο	=	μπαλέτο
μπαλλαρίνα	=	μπαλαρίνα
μπαλντά	=	μπαλντάς
μπαλντάδες	=	μπαλντάς
μπαλντάδων	=	μπαλντάς
μπαλντάς	noun	άλλη μορφή του μπαλτάς
μπαλνταφάν	noun	αποκριάτικη εκδήλωση για παιδιά
μπαλοθιά	noun	ο κρητικός εθιμοτυπικός πυροβολισμός που θεωρείται επικίνδυνος και παράνομος και γίνεται κατά την υποδοχή επίσημου ή κατά τη διάρκεια γιορτασμού
μπαλοθιάς	=	μπαλοθιά
μπαλοθιές	=	μπαλοθιά
μπαλοθιών	=	μπαλοθιά
μπαλονάκι	noun	υποκοριστικό του: μπαλόνι
μπαλονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλονάκι
μπαλονιού	=	μπαλόνι
μπαλονιών	=	μπαλόνι
μπαλοτιά	=	μπαλοθιά
μπαλουκτσή	=	μπαλουκτσής
μπαλουκτσήδες	=	μπαλουκτσής
μπαλουκτσήδων	=	μπαλουκτσής
μπαλουκτσής	noun|dated	ο ψαράς
μπαλουχανά	=	μπαλουχανάς
μπαλουχανάδες	=	μπαλουχανάς
μπαλουχανάδων	=	μπαλουχανάς
μπαλουχανάς	noun	ιχθυόσκαλα
μπαλουχανατζή	=	μπαλουχανατζής
μπαλουχανατζήδες	=	μπαλουχανατζής
μπαλουχανατζήδων	=	μπαλουχανατζής
μπαλουχανατζής	noun	έμπορος ψαριών, ψαρέμπορος
μπαλσάμικα	=	μπαλσάμικο
μπαλσάμικο	noun	σκούρο, συμπυκνωμένο και με έντονη πικάντικη γεύση ξίδι που παρασκευάζεται από μούστο
μπαλσάμικου	=	μπαλσάμικο
μπαλσάμικων	=	μπαλσάμικο
μπαλσάμου	=	μπάλσαμο
μπαλσάμωμα	noun	βαλσάμωμα
μπαλσάμων	=	μπάλσαμο
μπαλσάμωνα	=	μπαλσαμώνω
μπαλσάμωναν	=	μπαλσαμώνω
μπαλσάμωνε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσάμωνες	=	μπαλσαμώνω
μπαλσάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπαλσάμωμα
μπαλσαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλσαμωμένο
μπαλσαμωμένε	verb	κλητική ενικού του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλσαμωμένη
μπαλσαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμωμένης	verb	γενική ενικού του μπαλσαμωμένη
μπαλσαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαλσαμωμένος
μπαλσαμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλσάμωμα
μπαλσαμώματος	noun	γενική ενικού του μπαλσάμωμα
μπαλσαμώναμε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώναν	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνανε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνατε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνει	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνεις	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνετε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνοντας	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνουμε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνουν	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνουνε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώνω	verb	βαλσαμώνω
μπαλσαμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσαν	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσανε	=	μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλσαμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλσαμώνω
μπαλτά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαλτάς
μπαλτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλτάς
μπαλτάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπαλτάς
μπαλτάς	noun	είδος τσεκουριού (ή μαχαιριού κατά άλλους) που χρησιμοποιείται κυρίως στον τεμαχισμό κρεάτων
μπαλτίμι	noun	δερμάτινο εξάρτημα που στερεώνει το σαμάρι στη ράχη του ζώου.
μπαλτίμια	=	μπαλτίμι
μπαλταδάκι	noun	υποκοριστικό του μπαλτάς
μπαλταδάκια	=	μπαλταδάκι
μπαλταδιά	noun	χτύπημα με μπαλτά
μπαλταδιάς	=	μπαλταδιά
μπαλταδιές	=	μπαλταδιά
μπαλταδιών	=	μπαλταδιά
μπαλτατζή	=	μπαλτατζής
μπαλτατζήδες	=	μπαλτατζής
μπαλτατζήδων	=	μπαλτατζής
μπαλτατζής	noun|dated	οθωμανός στρατιώτης
μπαλτιμιού	=	μπαλτίμι
μπαλτιμιών	=	μπαλτίμι
μπαλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθήκαν	=	μπαλώνω
μπαλωθήκανε	=	μπαλώνω
μπαλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωθούνε	=	μπαλώνω
μπαλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπάλωμα
μπαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλωμένο
μπαλωμένε	verb	κλητική ενικού του μπαλωμένος
μπαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλωμένη
μπαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαλωμένος
μπαλωμένης	verb	γενική ενικού του μπαλωμένη
μπαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαλωμένος
μπαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαλωμένος
μπαλωμένος	=	μπαλώνω
μπαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαλωμένος
μπαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαλωμένος
μπαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαλωμένος
μπαλωματάκι	noun	υποκοριστικό του μπάλωμα
μπαλωματάκια	=	μπαλωματάκι
μπαλωματή	=	μπαλωματής
μπαλωματήδες	=	μπαλωματής
μπαλωματήδων	=	μπαλωματής
μπαλωματής	noun	επιδιορθωτής ενδυμάτων
μπαλωνόμασταν	=	μπαλώνω
μπαλωνόμαστε	=	μπαλώνω
μπαλωνόμουν	=	μπαλώνω
μπαλωνόμουνα	=	μπαλώνω
μπαλωνόντουσαν	=	μπαλώνω
μπαλωνόσασταν	=	μπαλώνω
μπαλωνόσαστε	=	μπαλώνω
μπαλωνόσουν	=	μπαλώνω
μπαλωνόσουνα	=	μπαλώνω
μπαλωνόταν	=	μπαλώνω
μπαλωνότανε	=	μπαλώνω
μπαλωτάρω	verb	πυροβολώ στον αέρα
μπαλόνι	noun	ελαστικός και διάφανος (συνήθως) σάκος, διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων, που γεμίζει με αέρα ή αέριο και αποκτά διάφορα σχήματα.
μπαλόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαλόνι
μπαλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνομαι
μπαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάλωμα
μπαλώματος	noun	γενική ενικού του μπάλωμα
μπαλώναμε	=	μπαλώνω
μπαλώναν	=	μπαλώνω
μπαλώνανε	=	μπαλώνω
μπαλώνατε	=	μπαλώνω
μπαλώνει	=	μπαλώνω
μπαλώνεις	=	μπαλώνω
μπαλώνεσαι	=	μπαλώνω
μπαλώνεστε	=	μπαλώνω
μπαλώνεται	=	μπαλώνω
μπαλώνετε	=	μπαλώνω
μπαλώνομαι	=	μπαλώνω
μπαλώνομε	=	μπαλώνω
μπαλώνονται	=	μπαλώνω
μπαλώνονταν	=	μπαλώνω
μπαλώνοντας	=	μπαλώνω
μπαλώνουμε	=	μπαλώνω
μπαλώνουν	=	μπαλώνω
μπαλώνουνε	=	μπαλώνω
μπαλώνω	verb	επιδιορθώνω ένα ύφασμα ή ρούχο που έχει σκιστεί ή φθαρεί ράβοντας το σημείο εκείνο ή προσθέτοντας ένα επιπλέον κομμάτι υφάσματος (μπάλωμα)
μπαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσαν	=	μπαλώνω
μπαλώσανε	=	μπαλώνω
μπαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσομε	=	μπαλώνω
μπαλώσου	=	μπαλώνω
μπαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσουνε	=	μπαλώνω
μπαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαλώνω
μπαμ	noun	ο παραπάνω ήχος	intj	μίμηση ήχου κρούσης ή έκρηξης
μπαμπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαμπάς
μπαμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπάς
μπαμπάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπαμπάς
μπαμπάκα	=	μπαμπάκας
μπαμπάκας	noun	χαϊδευτική προσφώνηση, αντί του μπαμπάς
μπαμπάκες	=	μπαμπάκας
μπαμπάκι	noun	άλλη μορφή του βαμβάκι
μπαμπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπάκι
μπαμπάκιαζα	=	μπαμπακιάζω
μπαμπάκιαζαν	=	μπαμπακιάζω
μπαμπάκιαζε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπάκιαζες	=	μπαμπακιάζω
μπαμπάκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπάκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπάκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπάκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπάκων	=	μπαμπάκας
μπαμπάρα	noun	γλώσσα που μιλιέται στο Μαλί και σε μερικά άλλα κράτη της δυτικής Αφρικής, όπου συνηθίζεται να λέγεται ντιουλά
μπαμπάς	noun	ο πατέρας, άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
μπαμπάτσικα	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικε	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικες	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικη	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικης	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικο	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικοι	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικος	adj	παιδί που έχει μεγαλύτερο σώμα από ότι θα ήταν αναμενόμενο για την ηλικία του
μπαμπάτσικου	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικους	=	μπαμπάτσικος
μπαμπάτσικων	=	μπαμπάτσικος
μπαμπέσα	noun	θηλυκό του μπαμπέσης
μπαμπέσας	noun	γενική ενικού του μπαμπέσα
μπαμπέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπέσα
μπαμπέση	=	μπαμπέσης
μπαμπέσηδες	=	μπαμπέσης
μπαμπέσηδων	=	μπαμπέσης
μπαμπέσης	noun	άνθρωπος που είναι πανούργος, δόλιος, άτιμος, ύπουλος· (κυριολεκτικά) άτομο χωρίς μπέσα
μπαμπέσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπαμπέσικος	adv	με μπαμπέσικο τρόπο, με δόλο, με πανουργία
μπαμπέσικε	adj	κλητική ενικού του μπαμπέσικος
μπαμπέσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπέσικη
μπαμπέσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαμπέσικος
μπαμπέσικης	adj	γενική ενικού του μπαμπέσικη
μπαμπέσικο	adj	αιτιατική ενικού του μπαμπέσικος
μπαμπέσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαμπέσικος
μπαμπέσικος	adj	που γίνεται με πανουργία, με δολιότητα
μπαμπέσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαμπέσικος
μπαμπέσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπαμπέσικος
μπαμπέσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαμπέσικος
μπαμπαδάκι	noun	μικρό σαβαρέν
μπαμπαδάκια	=	μπαμπαδάκι
μπαμπαδέλι	noun	ο ποδοδέτης
μπαμπαδέλια	=	μπαμπαδέλι
μπαμπαδελιού	=	μπαμπαδέλι
μπαμπαδελιών	=	μπαμπαδέλι
μπαμπακένια	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιας	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιε	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιες	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιο	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιοι	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιος	adj	άλλη μορφή του βαμβακένιος (φτιαγμένος από βαμβάκι)
μπαμπακένιου	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιους	=	μπαμπακένιος
μπαμπακένιων	=	μπαμπακένιος
μπαμπακερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακερό
μπαμπακερέ	adj	κλητική ενικού του μπαμπακερός
μπαμπακερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακερή
μπαμπακερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαμπακερός
μπαμπακερής	adj	γενική ενικού του μπαμπακερή
μπαμπακεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακερός
μπαμπακερού	adj	γενική ενικού του μπαμπακερός
μπαμπακερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπαμπακερός
μπαμπακερό	adj	αιτιατική ενικού του μπαμπακερός
μπαμπακερός	adj	άλλη μορφή του βαμβακερός
μπαμπακερών	adj	γενική πληθυντικού του μπαμπακερός
μπαμπακιάζαμε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζαν	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζανε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζατε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζει	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζεις	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζετε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζοντας	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζουμε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζουν	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζουνε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάζω	verb|literary	γίνομαι σαν το βαμβάκι (λευκός, απαλός, χνουδωτός κ.λπ.)
μπαμπακιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσαν	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσανε	=	μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακιασμένο
μπαμπακιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακιασμένη
μπαμπακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιασμένης	verb	γενική ενικού του μπαμπακιασμένη
μπαμπακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαμπακιάζω
μπαμπακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαμπακιασμένος
μπαμπακιού	noun	γενική ενικού του μπαμπάκι
μπαμπακιών	noun	γενική πληθυντικού του μπαμπάκι
μπαμπακοκαλλιέργεια	noun|rare	άλλη μορφή του βαμβακοκαλλιέργεια
μπαμπακονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπακόνημα
μπαμπακονήματος	noun	γενική ενικού του μπαμπακόνημα
μπαμπακονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπαμπακόνημα
μπαμπακοσυλλέκτες	=	μπαμπακοσυλλέκτης
μπαμπακοσυλλέκτη	=	μπαμπακοσυλλέκτης
μπαμπακοσυλλέκτης	noun	βαμβακοσυλλέκτης
μπαμπακοσυλλέκτρια	=	μπαμπακοσυλλέκτης
μπαμπακοσυλλεκτών	=	μπαμπακοσυλλέκτης
μπαμπακοχώραφα	=	μπαμπακοχώραφο
μπαμπακοχώραφο	noun	άλλη μορφή του βαμβακοχώραφο
μπαμπακοχώραφου	=	μπαμπακοχώραφο
μπαμπακοχώραφων	=	μπαμπακοχώραφο
μπαμπακούλη	=	μπαμπακούλης
μπαμπακούληδες	=	μπαμπακούλης
μπαμπακούληδων	=	μπαμπακούλης
μπαμπακούλης	noun	υποκοριστικό του μπαμπάκας
μπαμπακόνημα	noun	άλλη μορφή του βαμβακόνημα
μπαμπακόσπορε	=	μπαμπακόσπορος
μπαμπακόσπορο	=	μπαμπακόσπορος
μπαμπακόσποροι	=	μπαμπακόσπορος
μπαμπακόσπορος	noun	άλλη μορφή του βαμβακόσπορος
μπαμπακόσπορου	=	μπαμπακόσπορος
μπαμπακόσπορους	=	μπαμπακόσπορος
μπαμπακόσπορων	=	μπαμπακόσπορος
μπαμπαλή	=	μπαμπαλής
μπαμπαλήδες	=	μπαμπαλής
μπαμπαλήδων	=	μπαμπαλής
μπαμπαλής	noun	ξεμωραμένος γέρος
μπαμπεσιά	noun	ο δόλος, η πανουργία
μπαμπεσιάς	noun	γενική ενικού του μπαμπεσιά
μπαμπεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπεσιά
μπαμπεσιών	=	μπαμπεσιά
μπαμπουίνε	noun	κλητική ενικού του μπαμπουίνος
μπαμπουίνο	noun	αιτιατική ενικού του μπαμπουίνος
μπαμπουίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαμπουίνος
μπαμπουίνος	noun	μαϊμού του γένους Papio, της οικογένειας Κερκοπιθηκίδες (Cercopithecidae)
μπαμπουίνου	noun	γενική ενικού του μπαμπουίνος
μπαμπουίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπαμπουίνος
μπαμπουίνων	noun	γενική πληθυντικού του μπαμπουίνος
μπαμπουλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπουλωμένο
μπαμπουλωμένε	verb	κλητική ενικού του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπουλωμένη
μπαμπουλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλωμένης	verb	γενική ενικού του μπαμπουλωμένη
μπαμπουλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλωμένος	verb	που έχει το κεφάλι καλυμμένο με μαντίλα ή κασκόλ
μπαμπουλωμένου	verb	γενική ενικού του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλωμένων	verb	γενική πληθυντικού του μπαμπουλωμένος
μπαμπουλώναμε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώναν	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνανε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνατε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνει	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνεις	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνετε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνοντας	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνουμε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνουν	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνουνε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώνω	verb	τυλίγω γύρω από το κεφάλι μαντίλα ή κασκόλ και το καλύπτω
μπαμπουλώσαμε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώσαν	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώσανε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώσατε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώσει	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουλώστε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπουσκών	=	μπάμπουσκα
μπαμπού	noun	φυτό της ομάδας Bambuseae, με λογχοειδή φύλλα και κυλινδρικούς κούφιους βλαστούς οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία καλαθιών ή επίπλων
μπαμπούλα	=	μπαμπούλας
μπαμπούλας	noun	φανταστικό στοιχείο με το οποίο οι «μεγάλοι» φοβερίζουν τα παιδιά.
μπαμπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπούλας
μπαμπούλη	=	μπαμπούλης
μπαμπούληδες	=	μπαμπούλης
μπαμπούληδων	=	μπαμπούλης
μπαμπούλης	noun	χαϊδευτικό για τη λέξη μπαμπάς
μπαμπούλωνα	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωναν	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωνε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωνες	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωσα	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωσαν	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωσε	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούλωσες	=	μπαμπουλώνω
μπαμπούσκα	noun	άλλη μορφή του μπάμπουσκα (παρατονισμένη σε σχέση με τη ρωσική λέξη)
μπαμπούσκας	=	μπαμπούσκα
μπαμπούσκες	=	μπαμπούσκα
μπαμπόγερε	=	μπαμπόγερος
μπαμπόγερο	=	μπαμπόγερος
μπαμπόγεροι	=	μπαμπόγερος
μπαμπόγερος	noun	γέρος που ενδεχομένως είναι σκυθρωπός, δύσμορφος και γκρινιάζει
μπαμπόγερου	=	μπαμπόγερος
μπαμπόγερους	=	μπαμπόγερος
μπαμπόγερων	=	μπαμπόγερος
μπαμπόγρια	noun	θηλυκό του μπαμπόγερος
μπαμπόγριας	noun	γενική ενικού του μπαμπόγρια
μπαμπόγριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαμπόγρια
μπανάκι	noun	το λουτρό
μπανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανάκι
μπανάλ	adj	πολύ συνηθισμένος και όχι ποιοτικός
μπανάνα	noun	o καρπός της μπανανιάς.
μπανάνας	noun	γενική ενικού του μπανάνα
μπανάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανάνα
μπανέλα	noun	μπαλένα
μπανέλας	=	μπανέλα
μπανέλες	=	μπανέλα
μπανίζαμε	=	μπανίζω
μπανίζαν	=	μπανίζω
μπανίζανε	=	μπανίζω
μπανίζατε	=	μπανίζω
μπανίζει	=	μπανίζω
μπανίζεις	=	μπανίζω
μπανίζετε	=	μπανίζω
μπανίζοντας	=	μπανίζω
μπανίζουμε	=	μπανίζω
μπανίζουν	=	μπανίζω
μπανίζουνε	=	μπανίζω
μπανίζω	verb|slang	παίρνω μάτι, κοιτάζω, παρακολουθώ
μπανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσαν	=	μπανίζω
μπανίσανε	=	μπανίζω
μπανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάνισμα
μπανίσματος	=	μπάνισμα
μπανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανίζω
μπαναλιτέ	noun	ιδέα, σκέψη, λόγος ή δημιούργημα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας
μπανανία	noun	χαρακτηρισμός χώρας, ο οποίος υπονοεί πως η χώρα κυβερνιέται από διεφθαρμένα άτομα και εξωτερικές παρεμβάσεις από άλλη, ισχυρότερη οικονομικά, χώρα
μπανανίας	=	μπανανία
μπανανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανανία
μπανανιά	noun	ποώδες φυτό του γένους Musa· έχει τεράστια φύλλα με μήκος έως 3 μέτρα, ευδοκιμεί σε τροπικές περιοχές, και παράγει κίτρινο καρπό, την μπανάνα
μπανανιάς	noun	γενική ενικού του μπανανιά
μπανανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανανιά
μπανανιών	=	μπανανιά
μπανανόφλουδα	noun	η φλούδα της μπανάνας, ιδιαίτερα όταν λείπει ο φαγώσιμος καρπός
μπανανόφλουδας	=	μπανανόφλουδα
μπανανόφλουδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανανόφλουδα
μπανανόφλουδων	=	μπανανόφλουδα
μπανανόψαρα	=	μπανανόψαρο
μπανανόψαρο	noun	φανταστικό ψάρι που τρέφεται με μπανάνες
μπανανόψαρου	=	μπανανόψαρο
μπανανόψαρων	=	μπανανόψαρο
μπανανόψωμα	=	μπανανόψωμο
μπανανόψωμο	noun	ψωμί ή κέικ από πολτοποιημένες μπανάνες
μπανανόψωμου	=	μπανανόψωμο
μπανανόψωμων	=	μπανανόψωμο
μπανανών	noun	γενική πληθυντικού του μπανάνα
μπανγκαλόου	noun	μονώροφο σπίτι, συνήθως με όλα τα δωμάτια σε ένα επίπεδο (ή και με κάποια δωμάτια στον χώρο της οροφής)
μπανγκλαντεσιανά	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανέ	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανές	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανή	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανής	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανοί	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανού	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανούς	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανό	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανγκλαντεσιανός	adj	σχετικός με το Μπανγκλαντές ή τους Μπανγκλαντεσιανούς
μπανγκλαντεσιανών	=	μπανγκλαντεσιανός
μπανελών	=	μπανέλα
μπανιάριζα	=	μπανιαρίζω
μπανιάριζαν	=	μπανιαρίζω
μπανιάριζε	=	μπανιαρίζω
μπανιάριζες	=	μπανιαρίζω
μπανιάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιάρισμα	noun	το πλύσιμο κάποιου στη μπανιέρα
μπανιάρομαι	verb	πλένομαι στη μπανιέρα
μπανιάρω	verb	άλλη μορφή του μπανιαρίζω
μπανιέρα	noun	επιμήκης λουτήρας που στήνεται στο έδαφος, μέσα στο μπάνιο
μπανιέρας	noun	γενική ενικού του μπανιέρα
μπανιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανιέρα
μπανιαρίζαμε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζαν	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζανε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζατε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζει	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζεις	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζετε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζομαι	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζοντας	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζουμε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζουν	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζουνε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίζω	verb	κάνω σε κάποιον μπάνιο, τον πλένω στη μπανιέρα
μπανιαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίσαν	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίσανε	=	μπανιαρίζω
μπανιαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίσματα	=	μπανιάρισμα
μπανιαρίσματος	=	μπανιάρισμα
μπανιαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιαρίζω
μπανιαρισμάτων	=	μπανιάρισμα
μπανιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανιαρισμένο
μπανιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπανιαρισμένος
μπανιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανιαρισμένη
μπανιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπανιαρισμένος
μπανιαρισμένης	verb	γενική ενικού του μπανιαρισμένη
μπανιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπανιαρισμένος
μπανιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπανιαρισμένος
μπανιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπανιαρισμένος
μπανιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπανιαρισμένος
μπανιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπανιαρισμένος
μπανιαριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιαριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπανιάρομαι
μπανιερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανιερό
μπανιερίτσα	=	μπανιέρα
μπανιερού	noun	γενική ενικού του μπανιερό
μπανιερούλα	=	μπανιέρα
μπανιερό	noun	το μαγιό
μπανιερών	noun	γενική πληθυντικού του μπανιερό
μπανισμάτων	=	μπάνισμα
μπανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανισμένο
μπανισμένε	verb	κλητική ενικού του μπανισμένος
μπανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανισμένη
μπανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπανισμένος
μπανισμένης	verb	γενική ενικού του μπανισμένη
μπανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπανισμένος
μπανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπανισμένος
μπανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπανισμένος
μπανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπανισμένος
μπανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπανισμένος
μπανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανιστής
μπανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπανιστής
μπανιστήρι	noun	η παρακολούθηση από κάποιον που παραμένει αθέατος των ερωτικών περιπτύξεων άλλων ανθρώπων ή γενικότερα προσωπικών στιγμών που σχετίζονται με τη γυμνότητα
μπανιστήρια	=	μπανιστήρι
μπανιστής	noun	άλλη μορφή του μπανιστηρτζής
μπανιστηριού	=	μπανιστήρι
μπανιστηριών	=	μπανιστήρι
μπανιστηρτζή	=	μπανιστηρτζής
μπανιστηρτζήδες	=	μπανιστηρτζής
μπανιστηρτζήδων	=	μπανιστηρτζής
μπανιστηρτζής	noun	αυτός που ηδονίζεται να κρυφοκοιτάζει ερωτική πράξη, ή γεννητικά όργανα γυναικών ή ανδρών
μπανιστηρτζού	=	μπανιστηρτζής
μπανιστηρτζούδες	=	μπανιστηρτζής
μπανιστηρτζούδων	=	μπανιστηρτζής
μπανιστηρτζούς	=	μπανιστηρτζής
μπανιστών	noun	γενική πληθυντικού του μπανιστής
μπανκέρης	=	μπαγκέρης
μπανκαδόρε	=	μπανκαδόρος
μπανκαδόρο	=	μπανκαδόρος
μπανκαδόροι	=	μπανκαδόρος
μπανκαδόρος	noun	άλλη μορφή του μπαγκαδόρος
μπανκαδόρου	=	μπανκαδόρος
μπανκαδόρους	=	μπανκαδόρος
μπανκαδόρων	=	μπανκαδόρος
μπανκανότα	=	μπαγκανότα
μπανκιέρη	=	μπανκιέρης
μπανκιέρηδες	=	μπανκιέρης
μπανκιέρηδων	=	μπανκιέρης
μπανκιέρης	noun	άλλη μορφή του μπαγκαδόρος
μπαντάνα	noun	το κομμάτι ύφασμα, μαντήλι ή φουλάρι, συνήθως όταν φοριέται ή προορίζεται να φορεθεί στο κεφάλι
μπαντάνας	noun	γενική ενικού του μπαντάνα
μπαντάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαντάνα
μπαντάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπαντάρω
μπαντάρομαι	=	μπαντάρω
μπαντάρω	verb	επιδένω τραύμα με επίδεσμο ή τοποθετώ (για θεραπευτικούς λόγους) γύψο
μπανταβά	=	μπανταβός
μπανταβέ	=	μπανταβός
μπανταβές	=	μπανταβός
μπανταβή	=	μπανταβός
μπανταβής	=	μπανταβός
μπανταβοί	=	μπανταβός
μπανταβού	=	μπανταβός
μπανταβούς	=	μπανταβός
μπανταβό	=	μπανταβός
μπανταβός	adj	βλάκας, χαζός, άμυαλος
μπανταβών	=	μπανταβός
μπαντανία	noun	άλλη γραφή του μπατανία
μπαντανίας	noun	γενική ενικού του μπαντανία
μπαντανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαντανία
μπαντανιών	noun	γενική πληθυντικού του μπαντανία
μπαντανών	noun	γενική πληθυντικού του μπαντάνα
μπανταρίσματα	=	μπαντάρισμα
μπανταρίσματος	=	μπαντάρισμα
μπανταρισμάτων	=	μπαντάρισμα
μπανταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανταρισμένο
μπανταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπανταρισμένος
μπανταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπανταρισμένη
μπανταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπανταρισμένος
μπανταρισμένης	verb	γενική ενικού του μπανταρισμένη
μπανταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπανταρισμένος
μπανταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπανταρισμένος
μπανταρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπαντάρω
μπανταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπανταρισμένος
μπανταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπανταρισμένος
μπανταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπανταρισμένος
μπαντιέρα	noun	άλλη μορφή του παντιέρα
μπαντιέρας	noun	γενική ενικού του μπαντιέρα
μπαντιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαντιέρα
μπαντονεόν	noun	τύπος μικρού ακορντεόν
μπαντού	noun	η μεγαλύτερη αφρικανική οικογένεια γλωσσών της ομάδας Νίγηρα-Κονγκό, που ομιλείται στο μεγαλύτερο μέρος της υποσαχάριας Αφρικής
μπαντούρα	=	μαντούρα
μπαξέ	=	μπαξές
μπαξέδες	=	μπαξές
μπαξέδων	=	μπαξές
μπαξές	noun	ο κήπος, το περιβόλι
μπαξίσι	noun|vulgar	φιλοδώρημα με μικρό χρηματικό ποσό που δίνεται σε κάποιον ως αντάλλαγμα για να κάνει μια παρατυπία ή παράβαση
μπαξίσια	=	μπαξίσι
μπαξεβάνη	=	μπαξεβάνης
μπαξεβάνηδες	=	μπαξεβάνης
μπαξεβάνηδων	=	μπαξεβάνης
μπαξεβάνης	noun|vulgar	κηπουρός
μπαξεδάκι	noun	μικρός μπαξές
μπαξεδάκια	=	μπαξεδάκι
μπαξισιού	=	μπαξίσι
μπαξισιών	=	μπαξίσι
μπαξουδάκι	=	μπαξεδάκι
μπαομπάμπ	noun	η κοινή ονομασία για κάθε ένα από τα εννέα είδη των δέντρων του γένους Αδανσονία (Adansonia digitata)
μπαουλάκι	noun	υποκοριστικό για το: μπαούλο
μπαουλάκια	=	μπαουλάκι
μπαουλοντίβανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαουλοντίβανο
μπαουλοντίβανο	noun|dated	ντιβάνι με ενσωματωμένο αποθηκευτικό χώρο μπαούλου
μπαουλοντίβανου	=	μπαουλοντίβανο
μπαουλοντίβανων	=	μπαουλοντίβανο
μπαούλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαούλο
μπαούλο	noun	μεγάλο κουτί για τη φύλαξη ρούχων, που κλείνει με κάλυμμα στερεωμένο με μεντεσέδες
μπαούλου	noun	γενική ενικού του μπαούλο
μπαούλων	noun	γενική πληθυντικού του μπαούλο
μπαρ	noun	κατάστημα που σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά
μπαράζ	noun	παρόμοιες δράσεις ή ενέργειες, η μία μετά την άλλη
μπαράκηδες	=	μπαράκιας
μπαράκηδων	=	μπαράκιας
μπαράκι	noun	υποκοριστικό του μπαρ
μπαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαράκι
μπαράκιας	noun	αυτός που συχνάζει στα μπαρ, ο μπαρόβιος
μπαρέτα	noun	λουράκι παπουτσιού που εφάπτεται στο κουντεπιέ
μπαρέτας	noun	γενική ενικού του μπαρέτα
μπαρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρέτα
μπαρίστα	=	μπαρίστας
μπαρίστας	noun	που εργάζεται σε μπαρ
μπαρίστες	=	μπαρίστας
μπαργούμαν	noun	γυναίκα που εργάζεται σε μπαρ
μπαρδόν	intj|informal	παραφθορά του παρντόν
μπαρετών	noun	γενική πληθυντικού του μπαρέτα
μπαριάζαμε	=	μπαριάζω
μπαριάζαν	=	μπαριάζω
μπαριάζανε	=	μπαριάζω
μπαριάζατε	=	μπαριάζω
μπαριάζει	=	μπαριάζω
μπαριάζεις	=	μπαριάζω
μπαριάζετε	=	μπαριάζω
μπαριάζοντας	=	μπαριάζω
μπαριάζουμε	=	μπαριάζω
μπαριάζουν	=	μπαριάζω
μπαριάζουνε	=	μπαριάζω
μπαριάζω	verb	πουντιάζω
μπαριάσαμε	=	μπαριάζω
μπαριάσαν	=	μπαριάζω
μπαριάσανε	=	μπαριάζω
μπαριάσατε	=	μπαριάζω
μπαριάσει	=	μπαριάζω
μπαριάστε	=	μπαριάζω
μπαριέρα	noun	σταθερή μεταλλική ή πλαστική κατασκευή που τοποθετείται κατά μήκος ή εγκάρσια σε δρόμο, για να αποτρέπει την είσοδο, την έξοδο ή την πρόσκρουση οχημάτων
μπαριέρας	=	μπαριέρα
μπαριέρες	=	μπαριέρα
μπαριέρων	=	μπαριέρα
μπαριασμένα	=	μπαριασμένος
μπαριασμένε	=	μπαριασμένος
μπαριασμένες	=	μπαριασμένος
μπαριασμένη	=	μπαριασμένος
μπαριασμένης	=	μπαριασμένος
μπαριασμένο	=	μπαριασμένος
μπαριασμένοι	=	μπαριασμένος
μπαριασμένος	verb	ο πουντιασμένος, ο άρρωστος
μπαριασμένου	=	μπαριασμένος
μπαριασμένους	=	μπαριασμένος
μπαριασμένων	=	μπαριασμένος
μπαριστών	=	μπαρίστας
μπαρκάραμε	=	μπαρκάρω
μπαρκάραν	=	μπαρκάρω
μπαρκάρανε	=	μπαρκάρω
μπαρκάρατε	=	μπαρκάρω
μπαρκάρει	=	μπαρκάρω
μπαρκάρεις	=	μπαρκάρω
μπαρκάρετε	=	μπαρκάρω
μπαρκάριζα	=	μπαρκάρω
μπαρκάριζαν	=	μπαρκάρω
μπαρκάριζε	=	μπαρκάρω
μπαρκάριζες	=	μπαρκάρω
μπαρκάρισα	=	μπαρκάρω
μπαρκάρισαν	=	μπαρκάρω
μπαρκάρισε	=	μπαρκάρω
μπαρκάρισες	=	μπαρκάρω
μπαρκάρομε	=	μπαρκάρω
μπαρκάροντας	=	μπαρκάρω
μπαρκάρουμε	=	μπαρκάρω
μπαρκάρουν	=	μπαρκάρω
μπαρκάρουνε	=	μπαρκάρω
μπαρκάρω	verb	επιβιβάζομαι σε πλοίο, για να ταξιδέψω ως μέλος του πληρώματος, ξεκινώ να εργάζομαι σε αυτό
μπαρκέρνω	=	μπαρκάρω
μπαρκέτα	noun	όργανο για τη μέτρηση της ταχύτητας του πλοίου, παλαιότερα σκοινί που είχε στην άκρη του τριγωνικό ξύλινο κομμάτι
μπαρκέτας	=	μπαρκέτα
μπαρκέτες	=	μπαρκέτα
μπαρκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρκαρισμένο
μπαρκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπαρκαρισμένος
μπαρκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρκαρισμένη
μπαρκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαρκαρισμένος
μπαρκαρισμένης	verb	γενική ενικού του μπαρκαρισμένη
μπαρκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαρκαρισμένος
μπαρκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαρκαρισμένος
μπαρκαρισμένος	=	μπαρκάρω
μπαρκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαρκαρισμένος
μπαρκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαρκαρισμένος
μπαρκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαρκαρισμένος
μπαρκετών	=	μπαρκέτα
μπαρκομπέστια	noun	παλαιότερος τύπος ευέλικτου τρικάταρτου ιστιοφόρου, της κατηγορίας του δρόμωνα
μπαρκομπέστιας	noun	γενική ενικού του μπαρκομπέστια
μπαρκομπέστιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρκομπέστια
μπαρκομπεστιών	noun	γενική πληθυντικού του μπαρκομπέστια
μπαρκών	=	μπάρκο
μπαρμακλίκι	noun	κιγκλίδωμα, κουπαστή
μπαρμακλίκια	=	μπαρμακλίκι
μπαρμακλικιού	=	μπαρμακλίκι
μπαρμακλικιών	=	μπαρμακλίκι
μπαρμμπέρικα	=	μπαρμπέρικο
μπαρμμπέρικο	=	μπαρμπέρικο
μπαρμμπέρικου	=	μπαρμπέρικο
μπαρμμπέρικων	=	μπαρμπέρικο
μπαρμπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάρμπας
μπαρμπάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπάρμπας
μπαρμπάτσι	noun	αυτός που φοράει κοντοβράκα, ο κοντοβρακάς που αφήνει γυμνές τις γάμπες του (στη μικρασιατική διάλεκτο)
μπαρμπάτσια	=	μπαρμπάτσι
μπαρμπέρη	=	μπαρμπέρης
μπαρμπέρηδες	=	μπαρμπέρης
μπαρμπέρηδων	=	μπαρμπέρης
μπαρμπέρης	noun	ο κουρέας του παλιού καιρού, που εκτός από το κούρεμα και το ξύρισμα αναλάμβανε να βγάζει και δόντια και να περιποιείται μικροτραύματα
μπαρμπέρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπέρικο
μπαρμπέρικο	noun	το κουρείο
μπαρμπέρικου	noun	γενική ενικού του μπαρμπέρικο
μπαρμπέρικων	noun	γενική πληθυντικού του μπαρμπέρικο
μπαρμπακά	=	μπαρμπακάς
μπαρμπακάδες	=	μπαρμπακάς
μπαρμπακάδων	=	μπαρμπακάς
μπαρμπακάνα	noun	προτείχισμα, προμαχώνας
μπαρμπακάνας	=	μπαρμπακάνα
μπαρμπακάνες	=	μπαρμπακάνα
μπαρμπακάς	noun	προτείχισμα, προμαχώνας
μπαρμπαρέζικα	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικε	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικες	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικη	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικης	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικο	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικοι	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικος	adj	ο σχετικός με τη Μπαρμπαριά ή τους κατοίκους της
μπαρμπαρέζικου	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικους	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέζικων	=	μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέσα	noun	σχοινί πλοίου με το οποίο προσδένονται άλλα σχοινιά ή σχοινί / αλυσίδα στερεωμένο στο κατάστρωμα από τη μια άκρη
μπαρμπαρέσας	noun	γενική ενικού του μπαρμπαρέσα
μπαρμπαρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπαρέσα
μπαρμπαρέσικα	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικε	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικες	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικη	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικης	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικο	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικοι	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικος	adj	άλλη γραφή του μπαρμπαρέζικος
μπαρμπαρέσικου	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικους	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπαρέσικων	=	μπαρμπαρέσικος
μπαρμπεριάτικα	noun|dated	η αμοιβή του μπαρμπέρη
μπαρμπεριάτικων	=	μπαρμπεριάτικα
μπαρμπουνάκι	noun	υποκοριστικό του μπαρμπούνι
μπαρμπουνάκια	=	μπαρμπουνάκι
μπαρμπουνάρα	noun	μεγεθυντικό του μπαρμπούνι
μπαρμπουνάρας	noun	γενική ενικού του μπαρμπουνάρα
μπαρμπουνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπουνάρα
μπαρμπουνιού	=	μπαρμπούνι
μπαρμπουνιών	=	μπαρμπούνι
μπαρμπουνοφάσουλα	=	μπαρμπουνοφάσουλο
μπαρμπουνοφάσουλο	noun	είδος φασολιού με ερυθρωπά στίγματα
μπαρμπουνοφάσουλου	=	μπαρμπουνοφάσουλο
μπαρμπουνοφάσουλων	=	μπαρμπουνοφάσουλο
μπαρμπουτιέρα	noun	το τραπέζι στο οποίο παίζεται μπαρμπούτι
μπαρμπουτιέρας	noun	γενική ενικού του μπαρμπουτιέρα
μπαρμπουτιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπουτιέρα
μπαρμπουτιού	=	μπαρμπούτι
μπαρμπουτιών	=	μπαρμπούτι
μπαρμπούλη	=	μπαρμπούλης
μπαρμπούληδες	=	μπαρμπούλης
μπαρμπούληδων	=	μπαρμπούλης
μπαρμπούλης	noun	χαϊδευτικό για το μπάρμπας, θείος
μπαρμπούνι	noun	είδος ακανθοπτέρυγου ψαριού με χρώμα ερυθρωπό, με μήκος έως 35 εκατοστά (τρίγλη η μυστακοφόρος -trigla barbatus και Mullus surmuletus) του γένους Τρίγλη (Trigla) και της οικογενείας των τριγλιδών (Triglidae)
μπαρμπούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπούνι
μπαρμπούτι	noun	είδος τυχερού παιχνιδιού στο οποίο χρησιμοποιούνται μόνο ζάρια
μπαρμπούτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπούτι
μπαρμπούτσαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρμπούτσαλο
μπαρμπούτσαλο	noun	λόγος ή πράξη που στερείται λογικής, σοβαρότητας ή ουσιαστικού περιεχομένου, βλακεία, ανοησία
μπαρμπούτσαλου	=	μπαρμπούτσαλο
μπαρμπούτσαλων	=	μπαρμπούτσαλο
μπαρντάκα	noun	στάμνα
μπαρνταξής	noun	κατασκευαστής ή πωλητής αγγείων
μπαρουτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτάδικο
μπαρουτάδικο	noun	εργαστήριο παραγωγής μπαρουτιού (ή κατάστημα πώλησής του
μπαρουτάδικου	=	μπαρουτάδικο
μπαρουτάδικων	=	μπαρουτάδικο
μπαρουτίλα	noun	η οσμή του μπαρουτιού, της πυρίτιδας
μπαρουτίλας	=	μπαρουτίλα
μπαρουτίλες	=	μπαρουτίλα
μπαρουταποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουταποθήκη
μπαρουταποθήκη	noun	πυριτιδαποθήκη
μπαρουταποθήκης	=	μπαρουταποθήκη
μπαρουταποθηκών	=	μπαρουταποθήκη
μπαρουτιάζαμε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζαν	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζανε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζατε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζει	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζεις	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζετε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζοντας	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζουμε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζουν	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζουνε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάζω	verb	εξοργίζω
μπαρουτιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσαν	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσανε	=	μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρουτιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτιασμένο
μπαρουτιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτιασμένη
μπαρουτιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιασμένης	verb	γενική ενικού του μπαρουτιασμένη
μπαρουτιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαρουτιασμένος
μπαρουτιού	=	μπαρούτι
μπαρουτιών	=	μπαρούτι
μπαρουτοκαπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτοκαπνισμένο
μπαρουτοκαπνισμένε	verb	κλητική ενικού του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτοκαπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτοκαπνισμένη
μπαρουτοκαπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτοκαπνισμένης	verb	γενική ενικού του μπαρουτοκαπνισμένη
μπαρουτοκαπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτοκαπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτοκαπνισμένος	verb	που έχει επάνω του την κάπνα από το μπαρούτι του πολέμου
μπαρουτοκαπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτοκαπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτοκαπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαρουτοκαπνισμένος
μπαρουτόβολα	=	μπαρουτόβολο
μπαρουτόβολο	noun	μπαρούτι και βόλια
μπαρουτόβολου	=	μπαρουτόβολο
μπαρουτόβολων	=	μπαρουτόβολο
μπαρουτόμυλε	=	μπαρουτόμυλος
μπαρουτόμυλο	=	μπαρουτόμυλος
μπαρουτόμυλοι	=	μπαρουτόμυλος
μπαρουτόμυλος	noun	παραδοσιακός μύλος όπου παράγεται μπαρούτι
μπαρουτόμυλου	=	μπαρουτόμυλος
μπαρουτόμυλους	=	μπαρουτόμυλος
μπαρουτόμυλων	=	μπαρουτόμυλος
μπαρουφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουφιά
μπαρουφολογία	noun	το να λέει κάποιος μπαρούφες
μπαρουφολογίας	=	μπαρουφολογία
μπαρουφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρουφολογία
μπαρουφολογιών	=	μπαρουφολογία
μπαρουφολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαρουφολόγος
μπαρούμα	noun	σκοινί πρόσδεσης ή/και ρυμούλκησης μικρού πλωτού μέσου ή βάρκας (που ρίχνεται από την πλώρη)
μπαρούμας	noun	γενική ενικού του μπαρούμα
μπαρούμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρούμα
μπαρούτι	noun	η πυρίτιδα
μπαρούτια	=	μπαρούτι
μπαρούτιαζα	=	μπαρουτιάζω
μπαρούτιαζαν	=	μπαρουτιάζω
μπαρούτιαζε	=	μπαρουτιάζω
μπαρούτιαζες	=	μπαρουτιάζω
μπαρούτιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρούτιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρούτιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρούτιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαρουτιάζω
μπαρούφα	noun	ο ανόητος λόγος, η κουβέντα που ειπώθηκε για να εντυπωσιάσει, αλλά στερείται λογικού περιεχομένου
μπαρούφας	noun	γενική ενικού του μπαρούφα
μπαρούφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρούφα
μπαρόβια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπαρόβιος
μπαρόβιας	noun	γενική ενικού του μπαρόβια
μπαρόβιε	=	μπαρόβιος
μπαρόβιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαρόβια
μπαρόβιο	=	μπαρόβιος
μπαρόβιοι	=	μπαρόβιος
μπαρόβιος	adj	που συχνάζει / συνήθως βρίσκεται στα μπαρ
μπαρόβιου	=	μπαρόβιος
μπαρόβιους	=	μπαρόβιος
μπαρόβιων	=	μπαρόβιος
μπαρόκ	noun	καλλιτεχνική τεχνοτροπία του 17ου-18ου αιώνα που εμφανίστηκε στη Δυτική Ευρώπη μετά την Αναγέννηση και χαρακτηρίζεται από μια υπερβολή στην πολυτέλεια και τη διακόσμηση που αναδεικνύουν ένα επιβλητικό και πομπώδες ύφος
μπαρόμουτρα	=	μπαρόμουτρο
μπαρόμουτρο	noun	πρόσωπο που συχνάζει στα μπαρ
μπαρόμουτρου	=	μπαρόμουτρο
μπαρόμουτρων	=	μπαρόμουτρο
μπασάρω	verb	παράγω μπάσα (χαμηλής συχνότητας ήχο)
μπασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάσιμο
μπασίματος	noun	γενική ενικού του μπάσιμο
μπασίνα	noun	μαγειρικό σκεύος με ημισφαιρικό σχήμα στο οποίο χτυπάμε με ένα μίξερ διάφορα υλικά (π.χ. αβγά) ή τα ζυμώνουμε με το χέρι
μπασίνας	noun	γενική ενικού του μπασίνα
μπασίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασίνα
μπασίστα	=	μπασίστας
μπασίστας	noun	αυτός που παίζει κοντραμπάσο ή ηλεκτρικό μπάσο
μπασίστες	=	μπασίστας
μπασαβιόλα	noun|vulgar	το κοντραμπάσο
μπασαβιόλας	noun	γενική ενικού του μπασαβιόλα
μπασαβιόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασαβιόλα
μπασιά	noun|vulgar	είσοδος, το μέρος από το οποίο εισέρχεσαι κάπου
μπασιάς	=	μπασιά
μπασιές	=	μπασιά
μπασιμάτων	=	μπάσιμο
μπασινών	noun	γενική πληθυντικού του μπασίνα
μπασιστών	=	μπασίστας
μπασιών	=	μπασιά
μπασκέτα	noun	το σύνολο του μπασκετικού καλαθιού και του ταμπλό με την βάση, πάνω στα οποία έχει στερεωθεί το καλάθι
μπασκέτας	noun	γενική ενικού του μπασκέτα
μπασκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασκέτα
μπασκίνα	=	μπασκίνας
μπασκίνας	noun|dated	ο αστυνομικός
μπασκίνες	=	μπασκίνας
μπασκίνων	=	μπασκίνας
μπασκίρ	noun	τουρκική γλώσσα του Μπασκορτοστάν, ενός από τα ομοσπονδιακά υποκείμενα της Ρωσίας
μπασκετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασκετικό
μπασκετικέ	adj	κλητική ενικού του μπασκετικός
μπασκετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασκετική
μπασκετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπασκετικός
μπασκετικής	adj	γενική ενικού του μπασκετική
μπασκετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπασκετικός
μπασκετικού	adj	γενική ενικού του μπασκετικός
μπασκετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπασκετικός
μπασκετικό	adj	αιτιατική ενικού του μπασκετικός
μπασκετικός	adj|informal	ο σχετικός ή αναφερόμενος στο άθλημα μπάσκετ
μπασκετικών	adj	γενική πληθυντικού του μπασκετικός
μπασκετμπολίστα	=	μπασκετμπολίστας
μπασκετμπολίστας	noun	κοινή ονομασία για τον αθλητή της καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ)
μπασκετμπολίστες	=	μπασκετμπολίστας
μπασκετμπολιστών	=	μπασκετμπολίστας
μπασκετών	noun	γενική πληθυντικού του μπασκέτα
μπασκλάς	adj	άτομο ή σύνολο ατόμων που θεωρείται ότι κατατάσσεται σε «κατώτερη» κοινωνική τάξη ή γενικότερα θεωρείται δευτερεύον ή κατώτερο
μπασκλασαρία	noun	άτομο ή σύνολο ατόμων που είναι ή θεωρείται μπασκλάς
μπασκλασαρίας	noun	γενική ενικού του μπασκλασαρία
μπασκλασαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασκλασαρία
μπασκλασαριών	=	μπασκλασαρία
μπασμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπασμάς
μπασμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασμάς
μπασμάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπασμάς
μπασμάς	noun	συσκευασία πεπιεσμένων φύλλων καπνού
μπασμάτι	noun	ποικιλία μακρύκοκκου ρυζιού
μπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασμένο
μπασμένε	verb	κλητική ενικού του μπασμένος
μπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασμένη
μπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπασμένος
μπασμένης	verb	γενική ενικού του μπασμένη
μπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπασμένος
μπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπασμένος
μπασμένος	verb	που έχει μπει, που τον έχουν βάλει κάπου
μπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπασμένος
μπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπασμένος
μπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπασμένος
μπασογραμμές	=	μπασογραμμή
μπασογραμμή	noun	η μουσική γραμμή ή το ρυθμικό και αρμονικό μοτίβο που παίζεται από ένα μπάσο όργανο και αποτελεί τη βάση του κομματιού
μπασογραμμής	=	μπασογραμμή
μπασογραμμών	=	μπασογραμμή
μπαστάρδεμα	noun	η ενέργεια του μπασταρδεύω
μπαστάρδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπαστάρδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπαστάρδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπαστάρδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπαστάρδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαστάρδικο
μπαστάρδικε	adj	κλητική ενικού του μπαστάρδικος
μπαστάρδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαστάρδικη
μπαστάρδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαστάρδικος
μπαστάρδικης	adj	γενική ενικού του μπαστάρδικη
μπαστάρδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπαστάρδικος
μπαστάρδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαστάρδικος
μπαστάρδικος	adj	νοθευμένος
μπαστάρδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαστάρδικος
μπαστάρδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπαστάρδικος
μπαστάρδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαστάρδικος
μπαστακωθήκαμε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωθήκαν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωθήκανε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωθήκατε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωθεί	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωθείτε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωμένα	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένε	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένες	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένη	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένης	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένο	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένοι	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαστακώνομαι
μπαστακωμένου	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένους	=	μπαστακωμένος
μπαστακωμένων	=	μπαστακωμένος
μπαστακωνόμασταν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόμαστε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόμουν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόμουνα	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόντουσαν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόσασταν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόσαστε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόσουν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόσουνα	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνόταν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακωνότανε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώθηκα	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώθηκαν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώθηκε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώθηκες	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώνεσαι	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώνεστε	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώνεται	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώνομαι	verb	παραμένω κάπου, χωρίς την θέληση άλλου/άλλων, και γίνομαι φορτικός, ενοχλητικός
μπαστακώνονται	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώνονταν	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώνου	=	μπαστακώνομαι
μπαστακώσου	=	μπαστακώνομαι
μπασταρδάκι	noun	το νόθο παιδί
μπασταρδάκια	=	μπασταρδάκι
μπασταρδάκο	=	μπασταρδάκος
μπασταρδάκοι	=	μπασταρδάκος
μπασταρδάκος	noun	μικρός μπάσταρδος, πονηρούλης
μπασταρδάκου	=	μπασταρδάκος
μπασταρδάκους	=	μπασταρδάκος
μπασταρδάκων	=	μπασταρδάκος
μπασταρδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαστάρδεμα
μπασταρδέματος	noun	γενική ενικού του μπαστάρδεμα
μπασταρδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύω
μπασταρδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπαστάρδεμα
μπασταρδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασταρδεμένο
μπασταρδεμένε	verb	κλητική ενικού του μπασταρδεμένος
μπασταρδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπασταρδεμένη
μπασταρδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπασταρδεμένος
μπασταρδεμένης	verb	γενική ενικού του μπασταρδεμένη
μπασταρδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπασταρδεμένος
μπασταρδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπασταρδεμένος
μπασταρδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπασταρδεμένος
μπασταρδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπασταρδεμένος
μπασταρδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπασταρδεμένος
μπασταρδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπασταρδεύομαι
μπασταρδεύω	verb	νοθεύω
μπασταρδοπαίδι	noun	ένα μπάσταρδο παιδί
μπασταρδοπαίδια	=	μπασταρδοπαίδι
μπασταρδόπαιδα	=	μπασταρδόπαιδο
μπασταρδόπαιδο	noun	άλλη μορφή του μπασταρδοπαίδι
μπασταρδόπαιδου	=	μπασταρδόπαιδο
μπασταρδόπαιδων	=	μπασταρδόπαιδο
μπαστναζίτες	=	μπαστναζίτης
μπαστναζίτη	=	μπαστναζίτης
μπαστναζίτης	noun	ανθρακικό / φθοριούχο ορυκτό των σπανίων γαιών δημητρίου, υττρίου και λανθανίου
μπαστναζιτών	=	μπαστναζίτης
μπαστουνάκι	noun	μικρό μπαστούνι
μπαστουνάκια	=	μπαστουνάκι
μπαστουνάρα	noun	μεγάλο μπαστούνι
μπαστουνάρας	=	μπαστουνάρα
μπαστουνάρες	=	μπαστουνάρα
μπαστουνιά	noun	χτύπημα με μπαστούνι
μπαστουνιάς	noun	γενική ενικού του μπαστουνιά
μπαστουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαστουνιά
μπαστουνιού	=	μπαστούνι
μπαστουνιών	=	μπαστούνι
μπαστουνόβλαχε	=	μπαστουνόβλαχος
μπαστουνόβλαχο	=	μπαστουνόβλαχος
μπαστουνόβλαχοι	=	μπαστουνόβλαχος
μπαστουνόβλαχος	noun	άξεστος, αγροίκος
μπαστουνόβλαχου	=	μπαστουνόβλαχος
μπαστουνόβλαχους	=	μπαστουνόβλαχος
μπαστουνόβλαχων	=	μπαστουνόβλαχος
μπαστουρωμάτων	=	μπαστούρωμα
μπαστουρώματα	=	μπαστούρωμα
μπαστουρώματος	=	μπαστούρωμα
μπαστουρώναμε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώναν	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνανε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνατε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνει	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνεις	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνετε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνοντας	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνουμε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνουν	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνουνε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώνω	verb	περνάω μπαστούρα ή μπαστούρες σε ζώο ή κοπάδι ζώων.
μπαστουρώσαμε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώσαν	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώσανε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώσατε	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώσει	=	μπαστουρώνω
μπαστουρώστε	=	μπαστουρώνω
μπαστούνα	noun	μεγεθυντικό του μπαστούνι
μπαστούνας	=	μπαστούνα
μπαστούνες	=	μπαστούνα
μπαστούνι	noun	ραβδί για την υποβοήθηση της βάδισης
μπαστούνια	=	μπαστούνι
μπαστούνιον	=	μπαστούνι
μπαστούνων	=	μπαστούνα
μπαστούρα	noun	στη ναξιακή και ευρύτερα την κυκλαδική διάλεκτο: ο ποδόδεσμος των ζώων.
μπαστούρας	noun	γενική ενικού του μπαστούρα
μπαστούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαστούρα
μπαστούρωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπαστουρώνω
μπαστούρωνα	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωναν	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωνε	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωνες	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωσα	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωσαν	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωσε	=	μπαστουρώνω
μπαστούρωσες	=	μπαστουρώνω
μπατάκι	noun	τέλμα, έλος, παχειά λάσπη
μπατάκια	=	μπατάκι
μπατάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπατάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπατάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπατάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπατάλη	=	μπατάλης
μπατάληδες	=	μπατάλης
μπατάληδων	=	μπατάλης
μπατάλης	adj	άχαρος, χονδροειδής
μπατάλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατάλικο
μπατάλικε	adj	κλητική ενικού του μπατάλικος
μπατάλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατάλικη
μπατάλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπατάλικος
μπατάλικης	adj	γενική ενικού του μπατάλικη
μπατάλικο	adj	αιτιατική ενικού του μπατάλικος
μπατάλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπατάλικος
μπατάλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπατάλικος
μπατάλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπατάλικος
μπατάλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπατάλικος
μπατάλω	=	μπατάλης
μπατάνι	noun|dated	άλλη μορφή του μαντάνι
μπατάνια	=	μπατάνι
μπατάρισα	=	μπατάρω
μπατάρισμα	noun	κλίση προς μία πλευρά / ανατροπή
μπατάρω	verb	ανατρέπω, τουμπάρω
μπατίκ	noun	τεχνική με την οποία αποτυπώνονται με τη χρήση κεριού σχέδια σε ύφασμα
μπατίκια	=	εμβατίκια
μπατίρη	=	μπατίρης
μπατίρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατίρης
μπατίρηδων	=	μπατίρης
μπατίρης	noun	αδέκαρος, πολύ φτωχός, οικονομικά κατεστραμμένος
μπατίριζα	=	μπατιρίζω
μπατίριζαν	=	μπατιρίζω
μπατίριζε	=	μπατιρίζω
μπατίριζες	=	μπατιρίζω
μπατίρισα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του μπατιρίζω
μπατίρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατίρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατίρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατίρισσα	noun	θηλυκό του μπατίρης
μπατίρισσας	noun	γενική ενικού του μπατίρισσα
μπατίρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατίρισσα
μπατίρω	verb|vulgar	χρεοκοπώ
μπατίστα	noun	η βατίστα
μπατίστας	=	μπατίστα
μπατίστες	=	μπατίστα
μπατακτσή	=	μπατακτσής
μπατακτσήδες	=	μπατακτσής
μπατακτσήδων	=	μπατακτσής
μπατακτσής	noun	αυτός που συστηματικά δεν πληρώνει τα χρέη του
μπατακτσού	=	μπατακτσής
μπατακτσούδες	=	μπατακτσής
μπατακτσούδων	=	μπατακτσής
μπατακτσούς	=	μπατακτσής
μπαταλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαταλεύω
μπαταλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταλεμένο
μπαταλεμένε	verb	κλητική ενικού του μπαταλεμένος
μπαταλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταλεμένη
μπαταλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαταλεμένος
μπαταλεμένης	verb	γενική ενικού του μπαταλεμένη
μπαταλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαταλεμένος
μπαταλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαταλεμένος
μπαταλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαταλεμένος
μπαταλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαταλεμένος
μπαταλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαταλεμένος
μπαταλεύω	verb	Το ρήμα μπαταλεύω σημαίνει ότι παχαίνω απότομα, γίνομαι δυσκίνητος και πλαδαρός.
μπατανία	noun	είδος υφαντής κουβέρτας
μπατανίας	noun	γενική ενικού του μπατανία
μπατανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατανία
μπατανιού	=	μπατάνι
μπατανιών	noun	γενική πληθυντικού του μπατανία
μπατανοβουρτσών	=	μπατανόβουρτσα
μπατανόβουρτσα	noun	στρογγυλό και σχετικά χοντρό είδος πινέλου που χρησιμοποιείται κυρίως για βάψιμο μεγάλων επιφανειών
μπατανόβουρτσας	=	μπατανόβουρτσα
μπατανόβουρτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατανόβουρτσα
μπαταξή	=	μπαταξής
μπαταξήδες	=	μπαταξής
μπαταξήδων	=	μπαταξής
μπαταξής	adj	άλλη μορφή του μπατακτσής
μπαταξού	noun|vulgar	θηλυκό του μπαταξής
μπαταξούδες	=	μπαταξού
μπαταξούδων	=	μπαταξού
μπαταξούς	=	μπαταξού
μπαταρία	noun	μέσο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτεί με ηλεκτρισμό μηχανές ή συσκευές, ο ηλεκτρικός συσσωρευτής
μπαταρίας	noun	γενική ενικού του μπαταρία
μπαταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταρία
μπαταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατάρισμα
μπαταρίσματος	noun	γενική ενικού του μπατάρισμα
μπαταριά	noun	ταυτόχρονοι ή και συνεχόμενοι πυροβολισμοί, ομοβροντία
μπαταριάς	noun	γενική ενικού του μπαταριά
μπαταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταριά
μπαταριοθήκες	=	μπαταριοθήκη
μπαταριοθήκη	noun	θήκη στην οποία τοποθετούνται μπαταρίες και συνδέονται μεταξύ τους
μπαταριοθήκης	=	μπαταριοθήκη
μπαταριοθηκών	=	μπαταριοθήκη
μπαταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπατάρισμα
μπαταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταρισμένο
μπαταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπαταρισμένος
μπαταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαταρισμένη
μπαταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαταρισμένος
μπαταρισμένης	verb	γενική ενικού του μπαταρισμένη
μπαταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαταρισμένος
μπαταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαταρισμένος
μπαταρισμένος	=	μπατάρω
μπαταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαταρισμένος
μπαταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαταρισμένος
μπαταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαταρισμένος
μπαταριών	noun	γενική πληθυντικού του μπαταρία
μπατασούνα	noun	αυτονομιστικό ισπανικό κόμμα των Βάσκων το οποίο ιδρύθηκε το 1978
μπαταχτσή	=	μπαταχτσής
μπαταχτσήδες	=	μπαταχτσής
μπαταχτσήδων	=	μπαταχτσής
μπαταχτσής	noun	αυτός που δεν πληρώνει το χρέος του, αναξιόχρεος, κακοπληρωτής, χρεοκόπος.
μπαταχτσού	=	μπαταχτσής
μπαταχτσούδες	=	μπαταχτσής
μπαταχτσούδων	=	μπαταχτσής
μπαταχτσούς	=	μπαταχτσής
μπατζάκι	noun	κάθε ένα από τα σκέλη ενός παντελονιού
μπατζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατζάκι
μπατζή	=	μπατζής
μπατζήδες	=	μπατζής
μπατζήδων	=	μπατζής
μπατζής	noun	ο αδελφός
μπατζακιού	=	μπατζάκι
μπατζακιών	=	μπατζάκι
μπατζακλίκι	noun|dated	μπατζάκι
μπατζανάκαινα	noun	η σύζυγος του αδερφού του συζύγου
μπατζανάκαινας	=	μπατζανάκαινα
μπατζανάκαινες	=	μπατζανάκαινα
μπατζανάκη	=	μπατζανάκης
μπατζανάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατζανάκης
μπατζανάκηδων	=	μπατζανάκης
μπατζανάκης	noun	άνδρας που τον συνδέει εξ αγχιστείας συγγένεια με άλλον άνδρα ως σύζυγοι δύο γυναικών που είναι αδελφές
μπατζανάκισσα	noun	άλλη μορφή του μπατζανάκαινα, θηλυκό του μπατζανάκης
μπατζανάκισσας	noun	γενική ενικού του μπατζανάκισσα
μπατζανάκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατζανάκισσα
μπατζανακαινών	=	μπατζανάκαινα
μπατικά	=	μπατικός
μπατικέ	=	μπατικός
μπατικές	=	μπατικός
μπατική	=	μπατικός
μπατικής	=	μπατικός
μπατικοί	=	μπατικός
μπατικού	=	μπατικός
μπατικούς	=	μπατικός
μπατικό	=	μπατικός
μπατικός	adj	που αφορά τρόπο χτισίματος κατά τον οποίο τα τούβλα τοποθετούνται με τη κοντή τους πλευρά κατά μήκος του τοίχου, δημιουργώντας έναν τοίχο με μεγάλο πάχος
μπατικών	=	μπατικός
μπατιράκι	noun	μπατίρης - μπατίρισσα
μπατιράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατιράκι
μπατιρίζαμε	=	μπατιρίζω
μπατιρίζαν	=	μπατιρίζω
μπατιρίζανε	=	μπατιρίζω
μπατιρίζατε	=	μπατιρίζω
μπατιρίζει	=	μπατιρίζω
μπατιρίζεις	=	μπατιρίζω
μπατιρίζετε	=	μπατιρίζω
μπατιρίζοντας	=	μπατιρίζω
μπατιρίζουμε	=	μπατιρίζω
μπατιρίζουν	=	μπατιρίζω
μπατιρίζουνε	=	μπατιρίζω
μπατιρίζω	verb	* (αμετάβατο, λαϊκότροπο, οικείο) άλλη μορφή του μπατίρω: καταστρέφομαι οικονομικά
μπατιρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίσαν	=	μπατιρίζω
μπατιρίσανε	=	μπατιρίζω
μπατιρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρίστε	=	μπατιρίζω
μπατιρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατιρίζω
μπατιρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατιρημένο
μπατιρημένε	verb	κλητική ενικού του μπατιρημένος
μπατιρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατιρημένη
μπατιρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπατιρημένος
μπατιρημένης	verb	γενική ενικού του μπατιρημένη
μπατιρημένο	verb	αιτιατική ενικού του μπατιρημένος
μπατιρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπατιρημένος
μπατιρημένος	verb	που έχει μπατιρίσει, που έχει καταστραφεί οικονομικά
μπατιρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπατιρημένος
μπατιρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπατιρημένος
μπατιρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπατιρημένος
μπατιριμένος	=	μπατίρω
μπατιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατιρισμένο
μπατιρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπατιρισμένος
μπατιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατιρισμένη
μπατιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπατιρισμένος
μπατιρισμένης	verb	γενική ενικού του μπατιρισμένη
μπατιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπατιρισμένος
μπατιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπατιρισμένος
μπατιρισμένος	=	μπατιρίζω
μπατιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπατιρισμένος
μπατιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπατιρισμένος
μπατιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπατιρισμένος
μπατιστών	=	μπατίστα
μπατονέτα	noun	μικρή και λεπτή γλυφίδα με βαμβάκι στις δύο άκρες της, η οποία χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των αφτιών
μπατονέτας	noun	γενική ενικού του μπατονέτα
μπατονέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατονέτα
μπατσάκι	noun	υποκοριστικό του μπάτσος
μπατσάκια	=	μπατσάκι
μπατσίζαμε	=	μπατσίζω
μπατσίζαν	=	μπατσίζω
μπατσίζανε	=	μπατσίζω
μπατσίζατε	=	μπατσίζω
μπατσίζει	=	μπατσίζω
μπατσίζεις	=	μπατσίζω
μπατσίζετε	=	μπατσίζω
μπατσίζοντας	=	μπατσίζω
μπατσίζουμε	=	μπατσίζω
μπατσίζουν	=	μπατσίζω
μπατσίζουνε	=	μπατσίζω
μπατσίζω	verb	δίνω έναν μπάτσο, χαστουκίζω
μπατσίνα	noun	θηλυκό του μπάτσος
μπατσίνας	=	μπατσίνα
μπατσίνες	=	μπατσίνα
μπατσίνων	=	μπατσίνα
μπατσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσαν	=	μπατσίζω
μπατσίσανε	=	μπατσίζω
μπατσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσματα	=	μπάτσισμα
μπατσίσματος	=	μπάτσισμα
μπατσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπατσίζω
μπατσαρία	noun	η αστυνομία
μπατσαρίας	=	μπατσαρία
μπατσαρίες	=	μπατσαρία
μπατσαριών	=	μπατσαρία
μπατσελορέτ	noun	πάρτι που κάνουν οι ανύπανδρες γυναίκες λίγο πριν το γάμο τους
μπατσιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του μπάτσα / μπάτσος
μπατσιάς	=	μπατσιά
μπατσιές	=	μπατσιά
μπατσικά	=	μπατσικό
μπατσικού	=	μπατσικό
μπατσικό	adj	αιτιατική ενικού του μπατσικός	noun	το περιπολικό της αστυνομίας
μπατσικών	=	μπατσικό
μπατσισμάτων	=	μπάτσισμα
μπατσισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατσισμένο
μπατσισμένε	verb	κλητική ενικού του μπατσισμένος
μπατσισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπατσισμένη
μπατσισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπατσισμένος
μπατσισμένης	verb	γενική ενικού του μπατσισμένη
μπατσισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπατσισμένος
μπατσισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπατσισμένος
μπατσισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπατσισμένος
μπατσισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπατσισμένος
μπατσισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπατσισμένος
μπατσιών	=	μπατσιά
μπατσιώτικα	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικε	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικες	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικη	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικης	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικο	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικοι	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Μπατσί ή τους κατοίκους του
μπατσιώτικου	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικους	=	μπατσιώτικος
μπατσιώτικων	=	μπατσιώτικος
μπατόν	noun	ονομασία για αντικείμενα με το σχήμα μπαστουνιού ή ραβδιού
μπαφάραμε	=	μπαφάρω
μπαφάραν	=	μπαφάρω
μπαφάρανε	=	μπαφάρω
μπαφάρατε	=	μπαφάρω
μπαφάρει	=	μπαφάρω
μπαφάρεις	=	μπαφάρω
μπαφάρεσαι	=	μπαφάρω
μπαφάρεστε	=	μπαφάρω
μπαφάρεται	=	μπαφάρω
μπαφάρετε	=	μπαφάρω
μπαφάρισα	=	μπαφάρω
μπαφάρισαν	=	μπαφάρω
μπαφάρισε	=	μπαφάρω
μπαφάρισες	=	μπαφάρω
μπαφάρομαι	=	μπαφάρω
μπαφάρονται	=	μπαφάρω
μπαφάρονταν	=	μπαφάρω
μπαφάροντας	=	μπαφάρω
μπαφάρου	=	μπαφάρω
μπαφάρουμε	=	μπαφάρω
μπαφάρουν	=	μπαφάρω
μπαφάρουνε	=	μπαφάρω
μπαφάρω	verb|informal	ενισχύω κάτι σε διαδικτυακό παιχνίδι μεταβάλλοντας τα χαρακτηριστικά του
μπαφαρίσαμε	=	μπαφάρω
μπαφαρίσαν	=	μπαφάρω
μπαφαρίσανε	=	μπαφάρω
μπαφαρίσατε	=	μπαφάρω
μπαφαρίσει	=	μπαφάρω
μπαφαρίσου	=	μπαφάρω
μπαφαρίστε	=	μπαφάρω
μπαφαρίστηκα	=	μπαφάρω
μπαφαρίστηκαν	=	μπαφάρω
μπαφαρίστηκε	=	μπαφάρω
μπαφαρίστηκες	=	μπαφάρω
μπαφαρισμένος	=	μπαφάρω
μπαφαριστήκαμε	=	μπαφάρω
μπαφαριστήκαν	=	μπαφάρω
μπαφαριστήκανε	=	μπαφάρω
μπαφαριστήκατε	=	μπαφάρω
μπαφαριστεί	=	μπαφάρω
μπαφαριστείτε	=	μπαφάρω
μπαφαρόμασταν	=	μπαφάρω
μπαφαρόμαστε	=	μπαφάρω
μπαφαρόμουν	=	μπαφάρω
μπαφαρόμουνα	=	μπαφάρω
μπαφαρόντουσαν	=	μπαφάρω
μπαφαρόσασταν	=	μπαφάρω
μπαφαρόσαστε	=	μπαφάρω
μπαφαρόσουν	=	μπαφάρω
μπαφαρόσουνα	=	μπαφάρω
μπαφαρόταν	=	μπαφάρω
μπαφαρότανε	=	μπαφάρω
μπαφιάζομαι	=	μπαφιάζω
μπαφιάζω	verb	νιώθω δυσφορία από παρατεταμένη αδράνεια ή εργασία, συνήθως διανοητική, ή άλλη κατάσταση που με κούρασε ψυχολογικά, με έκανε να βαρεθώ ή να δυσανασχετήσω
μπαφιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάφιασμα
μπαφιάσματος	noun	γενική ενικού του μπάφιασμα
μπαφιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαφιάζω
μπαφιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπάφιασμα
μπαφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαφιασμένο
μπαφιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπαφιασμένος
μπαφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαφιασμένη
μπαφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαφιασμένος
μπαφιασμένης	verb	γενική ενικού του μπαφιασμένη
μπαφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαφιασμένος
μπαφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαφιασμένος
μπαφιασμένος	verb	που έχει μπαφιάσει
μπαφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαφιασμένος
μπαφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαφιασμένος
μπαφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαφιασμένος
μπαφραλή	=	μπαφραλής
μπαφραλήδες	=	μπαφραλής
μπαφραλήδων	=	μπαφραλής
μπαφραλής	noun	άλλη γραφή του Μπάφραλης
μπαχάρ	noun	ανοιξιάτικη βροχή, ψιλόβροχο
μπαχάρι	noun	είδος μπαχαρικού που φτιάχνεται από αποξηραμένους καρπούς δέντρου της Καραϊβικής (Pimenta dioica), γνωστό και ως ινδικό πιπέρι
μπαχάρια	=	μπαχάρι
μπαχαλάκηδες	=	μπαχαλάκιας
μπαχαλάκηδων	=	μπαχαλάκιας
μπαχαλάκι	noun	ακατάστατο δωμάτιο ή οίκημα
μπαχαλάκια	=	μπαχαλάκιας
μπαχαλάκιας	noun|slang	αυτός που του αρέσει να δημιουργεί μπάχαλο, αναταραχή και να επιφέρει σύγχυση
μπαχαράδικα	=	μπαχαράδικο
μπαχαράδικο	noun	μαγαζί που πουλά μπαχάρια
μπαχαράδικου	=	μπαχαράδικο
μπαχαράδικων	=	μπαχαράδικο
μπαχαρίζω	verb	βάζω μπαχαρικά σε φαγητό, καρυκεύω
μπαχαρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαχαρικό
μπαχαρικού	noun	γενική ενικού του μπαχαρικό
μπαχαρικό	noun	μαγειρικό καρύκευμα που αρωματίζει και νοστιμεύει το φαγητό, π.χ. το πιπέρι, η κανέλλα, το κύμινο, το μοσχοκάρυδο κτλ
μπαχαρικών	noun	γενική πληθυντικού του μπαχαρικό
μπαχαριού	=	μπαχάρι
μπαχαριών	=	μπαχάρι
μπαχατέλα	noun	βλέπε μπαγκατέλα
μπαχατέλας	=	μπαχατέλα
μπαχατέλες	=	μπαχατέλα
μπαχατέλων	=	μπαχατέλα
μπαχαταλέδες	=	μπαχταλές
μπαχοβίτικα	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικε	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικες	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικη	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικης	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικο	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικοι	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικος	adj	ο σχετικός με το Μπάχοβο ή τους κατοίκους του
μπαχοβίτικου	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικους	=	μπαχοβίτικος
μπαχοβίτικων	=	μπαχοβίτικος
μπαχταλέ	=	μπαχταλές
μπαχταλέδες	=	μπαχταλές
μπαχταλέδων	=	μπαχταλές
μπαχταλές	noun	γιγάντιο γυναικείο στήθος· Λέξη που χρησιμοποιείται εκτενώς σε περιοχές της Ηπείρου και ειδικότερα στα Ιωάννινα
μπαχτινικά	=	μπαχτινικός
μπαχτινικέ	=	μπαχτινικός
μπαχτινικές	=	μπαχτινικός
μπαχτινική	=	μπαχτινικός
μπαχτινικής	=	μπαχτινικός
μπαχτινικοί	=	μπαχτινικός
μπαχτινικού	=	μπαχτινικός
μπαχτινικούς	=	μπαχτινικός
μπαχτινικό	=	μπαχτινικός
μπαχτινικός	adj	σύμφωνα με τις διδαχές ή τον τρόπο του Ρώσου φιλοσόφου Μιχαήλ Μπάχτιν
μπαχτινικών	=	μπαχτινικός
μπαχτσέ	=	μπαχτσές
μπαχτσέδες	=	μπαχτσές
μπαχτσέδων	=	μπαχτσές
μπαχτσές	noun|vulgar	μορφή του μπαξές
μπαχτσίσι	noun|vulgar	άλλη μορφή του μπαξίσι
μπαχτσίσια	=	μπαχτσίσι
μπαχτσεβάνη	=	μπαχτσεβάνης
μπαχτσεβάνηδες	=	μπαχτσεβάνης
μπαχτσεβάνηδων	=	μπαχτσεβάνης
μπαχτσεβάνης	noun	άλλη μορφή του μπαξεβάνης
μπαχτσισιού	=	μπαχτσίσι
μπαχτσισιών	=	μπαχτσίσι
μπαϊλντίζαμε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζαν	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζανε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζατε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζει	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζεις	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζετε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζοντας	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζουμε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζουν	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζουνε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίζω	verb	κουράζομαι υπερβολικά, εξουθενώνομαι
μπαϊλντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσαν	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσανε	=	μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσματα	=	μπαΐλντισμα
μπαϊλντίσματος	=	μπαΐλντισμα
μπαϊλντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαϊλντίζω
μπαϊλντισμάτων	=	μπαΐλντισμα
μπαϊλντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπαϊλντισμένο
μπαϊλντισμένε	verb	κλητική ενικού του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένης	verb	γενική ενικού του μπαϊλντισμένη
μπαϊλντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπαϊλντίζω / μπαϊλντώ
μπαϊλντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπαϊλντισμένος
μπαϊλντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπαϊλντισμένος
μπαϊντουσκών	=	μπαϊντούσκα
μπαϊντούσκα	noun	παραδοσιακός χορός της περιοχής της Θράκης
μπαϊντούσκας	=	μπαϊντούσκα
μπαϊντούσκες	=	μπαϊντούσκα
μπαϊπάς	noun	εναλλακτική δίοδος που εκτρέπει την κυκλοφορία του αίματος γύρω από ένα κατεστραμμένο / αποφραγμένο όργανο ή αγγείο καθώς και η σχετική χειρουργική [[διαδικασία]|
μπαϊράκι	noun	το λάβαρο, η σημαία (πολεμική)
μπαϊράκια	=	μπαϊράκι
μπαϊράμι	noun	γλέντι ή γιορτή γενικότερα
μπαϊράμια	=	μπαϊράμι
μπαϊρακιού	=	μπαϊράκι
μπαϊρακιών	=	μπαϊράκι
μπαϊρακτάρη	noun	μπαϊρακτάρης, στη γενική του ενικού
μπαϊρακτάρηδες	noun	μπαϊρακτάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
μπαϊρακτάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μπαϊρακτάρης
μπαϊρακτάρης	noun|dated	στρατιώτης ή άλλος τιτλούχος που κουβαλάει και έχει την ευθύνη της σημαίας
μπαϊραμιού	=	μπαϊράμι
μπαϊραμιών	=	μπαϊράμι
μπαϊραχτάρη	noun	μπαϊραχτάρης, στη γενική του ενικού
μπαϊραχτάρηδες	noun	μπαϊραχτάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
μπαϊραχτάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μπαϊραχτάρης
μπαϊραχτάρης	noun	άλλη γραφή του μπαϊρακτάρης
μπαϊριού	=	μπαΐρι
μπαϊριών	=	μπαΐρι
μπε	noun	εκφώνηση της γαλλικής ονομασίας /be/ του γράμματος b (κεφαλαίο: B)	intj	λέξη που αποδίδει το βέλασμα του πρόβατου
μπεΐνα	noun	άλλη μορφή του μπέισσα
μπεΐνας	noun	γενική ενικού του μπεΐνα
μπεΐνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεΐνα
μπεΐνών	noun	γενική πληθυντικού του μπεΐνα
μπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπεγίρι	noun	υποζύγιο, άλογο
μπεγιεντίζω	verb	λαχταρώ, καμαρώνω
μπεγλέρι	noun	το κομπολόι
μπεγλέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεγλέρι
μπεγλέριζα	=	μπεγλερίζω
μπεγλέριζαν	=	μπεγλερίζω
μπεγλέριζε	=	μπεγλερίζω
μπεγλέριζες	=	μπεγλερίζω
μπεγλέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίζαμε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζαν	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζανε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζατε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζει	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζεις	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζετε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζοντας	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζουμε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζουν	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζουνε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίζω	verb	παίζω το κομπολόι ή (μεταφορικά) "χρησιμοποιώ κάποιον όπως θέλω".
μπεγλερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίσαν	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίσανε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλερίστε	=	μπεγλερίζω
μπεγλερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεγλερίζω
μπεγλεριού	=	μπεγλέρι
μπεγλεριών	=	μπεγλέρι
μπεζ	noun	το ανοιχτό καφέ χρώμα	adj	αυτός που έχει μπεζ χρώμα
μπεζέ	=	μπεζές
μπεζέδες	=	μπεζές
μπεζέδων	=	μπεζές
μπεζέριζα	=	μπεζερίζω
μπεζέριζαν	=	μπεζερίζω
μπεζέριζε	=	μπεζερίζω
μπεζέριζες	=	μπεζερίζω
μπεζέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζέρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπεζερίζω
μπεζές	noun	γλύκισμα που φτιάχνεται από ψημένη μαρέγκα και συνήθως έχει περίπου σφαιρικό σχήμα
μπεζαχτά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπεζαχτάς
μπεζαχτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεζαχτάς
μπεζαχτάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπεζαχτάς
μπεζαχτάς	noun	το ταμείο, το συρτάρι με τα λεφτά
μπεζεβέγκη	=	μπεζεβέγκης
μπεζεβέγκηδες	=	μπεζεβέγκης
μπεζεβέγκηδων	=	μπεζεβέγκης
μπεζεβέγκης	noun	άλλη μορφή του πεζεβέγκης
μπεζεράω	verb	μπεζερίζω
μπεζερίζαμε	=	μπεζερίζω
μπεζερίζαν	=	μπεζερίζω
μπεζερίζανε	=	μπεζερίζω
μπεζερίζατε	=	μπεζερίζω
μπεζερίζει	=	μπεζερίζω
μπεζερίζεις	=	μπεζερίζω
μπεζερίζετε	=	μπεζερίζω
μπεζερίζοντας	=	μπεζερίζω
μπεζερίζουμε	=	μπεζερίζω
μπεζερίζουν	=	μπεζερίζω
μπεζερίζουνε	=	μπεζερίζω
μπεζερίζω	verb|vulgar	αποκάμνω, κουράζομαι κάνοντας συνεχώς κάτι
μπεζερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίσαν	=	μπεζερίζω
μπεζερίσανε	=	μπεζερίζω
μπεζερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίσματα	=	μπεζέρισμα
μπεζερίσματος	=	μπεζέρισμα
μπεζερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερίστε	=	μπεζερίζω
μπεζερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεζερίζω
μπεζερισμάτων	=	μπεζέρισμα
μπεζερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεζερισμένο
μπεζερισμένε	verb	κλητική ενικού του μπεζερισμένος
μπεζερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεζερισμένη
μπεζερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπεζερισμένος
μπεζερισμένης	verb	γενική ενικού του μπεζερισμένη
μπεζερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπεζερισμένος
μπεζερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπεζερισμένος
μπεζερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπεζερισμένος
μπεζερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπεζερισμένος
μπεζερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπεζερισμένος
μπεζεστένι	noun	η σκεπαστή αγορά υφασμάτων αλλά και άλλων εμπορευμάτων
μπεζεστένια	=	μπεζεστένι
μπεζεστενιού	=	μπεζεστένι
μπεζεστενιών	=	μπεζεστένι
μπεζών	noun	γενική πληθυντικού του μπέζα
μπεηλέρμπεη	=	μπεηλέρμπεης
μπεηλέρμπεης	noun	ανώτατος διοικητικός βαθμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνήθως διοικητής επαρχίας, υπαγόμενος απευθείας στον Μεγάλο Βεζίρη
μπεηλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεηλίδικο
μπεηλίδικε	adj	κλητική ενικού του μπεηλίδικος
μπεηλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεηλίδικη
μπεηλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπεηλίδικος
μπεηλίδικης	adj	γενική ενικού του μπεηλίδικη
μπεηλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπεηλίδικος
μπεηλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπεηλίδικος
μπεηλίδικος	adj	χαρακτηριστικός του μπέη
μπεηλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπεηλίδικος
μπεηλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπεηλίδικος
μπεηλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπεηλίδικος
μπεηλίκι	noun	η περιοχή που υπάγεται στην εξουσία του μπέη
μπεηλίκια	=	μπεηλίκι
μπεηλερμπέηδες	=	μπεηλέρμπεης
μπεηλερμπέηδων	=	μπεηλέρμπεης
μπει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπεισσών	noun	γενική πληθυντικού του μπέισσα
μπεκ	noun	στενό εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για ρύθμιση της ταχύτητας (άρα και της πίεσης) στη διάχυση υγρών και αερίων
μπεκάτσα	noun	πολύχρωμο πουλί με μακρύ ράμφος που ζει σε υδάτινα περιβάλλοντα
μπεκάτσας	noun	γενική ενικού του μπεκάτσα
μπεκάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκάτσα
μπεκατσίνι	noun	(επιστημονική ονομασίας Gallinago gallinago) πουλί που συχνάζει στις περιοχές γύρω από έλη και ποτάμια με μικρότερο μέγεθος από τη μπεκάτσα
μπεκατσίνια	=	μπεκατσίνι
μπεκατσόνι	=	μπεκατσίνι
μπεκατσών	=	μπεκάτσα
μπεκερέλ	noun	μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας· ισούται με μια διάσπαση ανά δευτερόλεπτο
μπεκιάρη	noun	μπεκιάρης, στη γενική του ενικού
μπεκιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκιάρης
μπεκιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μπεκιάρης
μπεκιάρης	noun	άγαμος άντρας
μπεκιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκιάρικο
μπεκιάρικε	adj	κλητική ενικού του μπεκιάρικος
μπεκιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκιάρικη
μπεκιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπεκιάρικος
μπεκιάρικης	adj	γενική ενικού του μπεκιάρικη
μπεκιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του μπεκιάρικος
μπεκιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπεκιάρικος
μπεκιάρικος	adj	που αναφέρεται στον μπεκιάρη, τον εργένη
μπεκιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπεκιάρικος
μπεκιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπεκιάρικος
μπεκιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπεκιάρικος
μπεκιάρισσα	noun	θηλυκό του μπεκιάρης
μπεκιάρισσας	noun	γενική ενικού του μπεκιάρισσα
μπεκιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκιάρισσα
μπεκιαριλίκι	noun	η ιδιότητα και η ζωή του μπεκιάρη, του εργένη
μπεκιαριλίκια	=	μπεκιαριλίκι
μπεκιαριλικιού	=	μπεκιαριλίκι
μπεκιαριλικιών	=	μπεκιαριλίκι
μπεκρή	=	μπεκρής
μπεκρήδες	=	μπεκρής
μπεκρήδων	=	μπεκρής
μπεκρής	noun	άνθρωπος που μεθάει πίνοντας αλκοολούχα ποτά
μπεκριλίκι	noun	το να είναι κάποιος συχνά μεθυσμένος
μπεκριλίκια	=	μπεκριλίκι
μπεκριλικιού	=	μπεκριλίκι
μπεκριλικιών	=	μπεκριλίκι
μπεκροκανάτα	noun	ο μέθυσος, αυτός που είναι συχνά μεθυσμένος
μπεκροκανάτας	noun	ο μπεκρής
μπεκροκανάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκροκανάτα
μπεκρολογάω	verb	μπεκρολογώ
μπεκρολογήματα	=	μπεκρολόγημα
μπεκρολογήματος	=	μπεκρολόγημα
μπεκρολογημάτων	=	μπεκρολόγημα
μπεκρολογιού	=	μπεκρολόι
μπεκρολογιών	=	μπεκρολόι
μπεκρολογώ	verb	μεθώ
μπεκρολόγημα	noun	το μεθύσι, η άμετρη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών
μπεκρολόγια	=	μπεκρολόι
μπεκρολόι	noun	οι μπεκρήδες γενικά
μπεκροπίνω	verb	μεθοκοπώ
μπεκρουλιάζαμε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζαν	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζανε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζατε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζει	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζεις	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζετε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζοντας	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζουμε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζουν	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζουνε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάζω	verb	μεθάω συνεχώς
μπεκρουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσαν	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσανε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεκρούλιασμα
μπεκρουλιάσματος	noun	γενική ενικού του μπεκρούλιασμα
μπεκρουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπεκρούλιασμα
μπεκρού	noun	θηλυκό του μπεκρής
μπεκρούδες	=	μπεκρού
μπεκρούδων	=	μπεκρού
μπεκρούλιαζα	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιαζαν	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιαζε	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιαζες	=	μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιακα	=	μπεκρούλιακας
μπεκρούλιακας	noun	ο μπεκρής, μέθυσος
μπεκρούλιακες	=	μπεκρούλιακας
μπεκρούλιακων	=	μπεκρούλιακας
μπεκρούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπεκρουλιάζω
μπεκρούλιασμα	noun	το να γίνεται κανείς μπεκρής ή να φέρεται σαν μπεκρής
μπεκρούς	=	μπεκρού
μπεκρόμουτρα	=	μπεκρόμουτρο
μπεκρόμουτρο	noun	ο μέθυσος
μπεκρόμουτρου	=	μπεκρόμουτρο
μπεκρόμουτρων	=	μπεκρόμουτρο
μπελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπελάς
μπελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελάς
μπελάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπελάς
μπελάς	noun	προβληματική κατάσταση
μπελαλή	=	μπελαλής
μπελαλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελαλής
μπελαλήδων	=	μπελαλής
μπελαλής	noun	αυτός που προξενεί μπελάδες
μπελαλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελαλίδικο
μπελαλίδικε	adj	κλητική ενικού του μπελαλίδικος
μπελαλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελαλίδικη
μπελαλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπελαλίδικος
μπελαλίδικης	adj	γενική ενικού του μπελαλίδικη
μπελαλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπελαλίδικος
μπελαλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπελαλίδικος
μπελαλίδικος	adj	για κουραστική εργασία ή μαστόρεμα
μπελαλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπελαλίδικος
μπελαλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπελαλίδικος
μπελαλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπελαλίδικος
μπελαλίδισσας	noun	γενική ενικού του μπελαλίδισσα
μπελαλίδισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελαλίδισσα
μπελαλιδισσών	noun	γενική πληθυντικού του μπελαλίδισσα
μπελαλού	noun	θηλυκό του μπελαλής
μπελαλούδες	=	μπελαλού
μπελαλούδων	=	μπελαλού
μπελαλούς	=	μπελαλού
μπελαμάνα	noun	ένδυμα των ναυτών του πολεμικού ναυτικού
μπελαμάνας	=	μπελαμάνα
μπελαμάνες	=	μπελαμάνα
μπελαντόνα	noun	το φυτό Άτροπος η δελεαστική
μπελαντόνας	noun	γενική ενικού του μπελαντόνα
μπελαντόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπελαντόνα
μπελερίνα	noun	άλλη μορφή του πελερίνα
μπελερίνας	=	μπελερίνα
μπελερίνες	=	μπελερίνα
μπελερινών	=	μπελερίνα
μπελετζίκι	noun|dated	βραχιόλι
μπελντέ	=	μπελντές
μπελντέδες	=	μπελντές
μπελντέδων	=	μπελντές
μπελντές	noun	άλλη μορφή του πελτές
μπελουγκών	=	μπελούγκα
μπελούγκα	noun	Κητώδες (είδος φάλαινας) των αρκτικών και υποαρκτικών νερών
μπελούγκας	=	μπελούγκα
μπελούγκες	=	μπελούγκα
μπελούγκων	=	μπελούγκα
μπελτέ	=	μπελτές
μπελτέδες	=	μπελτές
μπελτέδων	=	μπελτές
μπελτές	noun	άλλη μορφή του πελτές
μπελᾶς	noun	πολυτονική γραφή του μπελάς
μπεμπέ	adj	μωρουδίστικος, -η, -ο	noun	μωρό, μπέμπης
μπεμπέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεμπές
μπεμπέδων	=	μπεμπές
μπεμπέκα	noun	μπέμπα
μπεμπέκας	noun	γενική ενικού του μπεμπέκα
μπεμπέκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεμπέκα
μπεμπέκιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεμπέκα
μπεμπέκιζα	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκιζαν	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκιζε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκιζες	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκισα	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκισαν	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκισε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκισες	=	μπεμπεκίζω
μπεμπέκο	=	μπεμπέκος
μπεμπέκοι	=	μπεμπέκος
μπεμπέκος	noun	μπέμπης, μπεμπές
μπεμπέκου	=	μπεμπέκος
μπεμπέκους	=	μπεμπέκος
μπεμπέκων	=	μπεμπέκος
μπεμπές	noun	ο μπέμπης
μπεμπεδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μπεμπεδίστικο) του μπεμπεδίστικος	adv	με μπεμπεδίστικο τρόπο
μπεμπεδίστικε	adj	κλητική ενικού του μπεμπεδίστικος
μπεμπεδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεμπεδίστικη
μπεμπεδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπεμπεδίστικος
μπεμπεδίστικης	adj	γενική ενικού του μπεμπεδίστικη
μπεμπεδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του μπεμπεδίστικος
μπεμπεδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπεμπεδίστικος
μπεμπεδίστικος	adj	μωρουδίστικος, που έχει σχέση με μωρά
μπεμπεδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπεμπεδίστικος
μπεμπεδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπεμπεδίστικος
μπεμπεδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπεμπεδίστικος
μπεμπεκίζαμε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζαν	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζανε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζατε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζει	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζεις	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζετε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζοντας	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζουμε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζουν	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζουνε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίζω	verb	συμπεριφέρομαι σαν μπεμπέκα ή σαν μικρό παιδί
μπεμπεκίσαμε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίσαν	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίσανε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίσατε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίσει	=	μπεμπεκίζω
μπεμπεκίστε	=	μπεμπεκίζω
μπεμπούλα	noun	θηλυκό του μπεμπούλης
μπεμπούλας	noun	γενική ενικού του μπεμπούλα
μπεμπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεμπούλα
μπεμπούλη	=	μπεμπούλης
μπεμπούληδες	=	μπεμπούλης
μπεμπούληδων	=	μπεμπούλης
μπεμπούλης	noun	μπέμπης
μπεμόλ	noun	η ύφεση στα γαλλικά
μπεμόλι	noun|vulgar	μπεμόλ, η ύφεση
μπεμόλια	=	μπεμόλι
μπενίνια	noun	αυτή που κατάγεται από το Μπενίν
μπενγκάλι	noun	γλώσσα που μιλιέται στην ανατολική Ινδία και στο Μπαγκλαντές
μπενετάδα	noun	γιορτή αποχαιρετισμού
μπενετάδας	=	μπενετάδα
μπενετάδες	=	μπενετάδα
μπενετάδων	=	μπενετάδα
μπενζίνα	noun	η βενζίνη
μπενζίνας	noun	γενική ενικού του μπενζίνα
μπενζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπενζίνα
μπενζινών	=	μπενζίνα
μπενινέζα	=	μπενινέζος
μπενινέζε	=	μπενινέζος
μπενινέζο	=	μπενινέζος
μπενινέζοι	=	μπενινέζος
μπενινέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Μπενίν
μπενινέζου	=	μπενινέζος
μπενινέζους	=	μπενινέζος
μπενινέζων	=	μπενινέζος
μπεντέλι	noun	το χρηματικό ποσό που κατέβαλαν οι Έλληνες στην οθωμανική διοίκηση, επί τουρκοκρατίας, προκειμένου ν΄ απαλλαγούν της στρατιωτικής θητείας (είτε για στρατό ξηράς, είτε σε πλοίο)
μπεντέλια	=	μπεντέλι
μπεντένι	noun|dated	έπαλξη, πολεμίστρα
μπεντένια	=	μπεντένι
μπεντελιού	=	μπεντέλι
μπεντελιών	=	μπεντέλι
μπεντενιού	=	μπεντένι
μπεντενιών	=	μπεντένι
μπεντονίτες	=	μπεντονίτης
μπεντονίτη	=	μπεντονίτης
μπεντονίτης	noun	λεπτόκοκκη άργιλος πλούσια σε σμεκτίτη, με υψηλή ικανότητα διόγκωσης και απορρόφησης, που αξιοποιείται σε ποικίλες βιομηχανικές χρήσεις (π.χ. γεωτρήσεις, χυτήρια, καθαρισμό υγρών)
μπεντονιτών	=	μπεντονίτης
μπεντόνι	=	μπιτόνι
μπεράτι	noun|dated	διάταγμα, παραχωρητήριο έγγραφο (προνομίου, δικαιώματος κ.λπ.)
μπεράτια	=	μπεράτι
μπερέ	noun	άλλη μορφή του μπερές.
μπερέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερές
μπερέδων	=	μπερές
μπερές	noun	είδος μαλακού καπέλου, στρογγυλού σχήματος που φοριέται συνήθως λίγο στραβά και είναι αρκετά συνηθισμένο σε διάφορα εθνικά στρατεύματα -κατά κανόνα στο πεζικό
μπερέτα	noun	σκουφί, μπερές
μπερέτας	=	μπερέτα
μπερέτες	=	μπερέτα
μπερίκο	=	μπερίκος
μπερίκοι	=	μπερίκος
μπερίκος	noun	το γιλέκο
μπερίκου	=	μπερίκος
μπερίκους	=	μπερίκος
μπερίκων	=	μπερίκος
μπερατιού	=	μπεράτι
μπερατιών	=	μπεράτι
μπεργαντί	noun	είδος ιστιοφόρου πλοίου
μπεργαντίνο	noun	Δείτε μπεργαντί.
μπερδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπέρδεμα
μπερδέματος	noun	γενική ενικού του μπέρδεμα
μπερδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψαν	=	μπερδεύω
μπερδέψανε	=	μπερδεύω
μπερδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψομε	=	μπερδεύω
μπερδέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψουνε	=	μπερδεύω
μπερδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύω
μπερδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπέρδεμα
μπερδεμέ	=	μπερδεμός
μπερδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπερδεμένος	adv	με μπερδεμένο τρόπο
μπερδεμένε	verb	κλητική ενικού του μπερδεμένος
μπερδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερδεμένη
μπερδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερδεμένος
μπερδεμένης	verb	γενική ενικού του μπερδεμένη
μπερδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπερδεμένος
μπερδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερδεμένος
μπερδεμένος	verb	που έχει μπερδευτεί, μπλεγμένος
μπερδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερδεμένος
μπερδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπερδεμένος
μπερδεμένων	verb	γενική πληθυντικού του μπερδεμένος
μπερδεμοί	=	μπερδεμός
μπερδεμού	=	μπερδεμός
μπερδεμούς	=	μπερδεμός
μπερδεμό	=	μπερδεμός
μπερδεμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπερδεύω
μπερδεμών	=	μπερδεμός
μπερδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτήκαν	=	μπερδεύω
μπερδευτήκανε	=	μπερδεύω
μπερδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτικά	=	μπερδευτικός
μπερδευτικέ	=	μπερδευτικός
μπερδευτικές	=	μπερδευτικός
μπερδευτική	=	μπερδευτικός
μπερδευτικής	=	μπερδευτικός
μπερδευτικοί	=	μπερδευτικός
μπερδευτικού	=	μπερδευτικός
μπερδευτικούς	=	μπερδευτικός
μπερδευτικό	=	μπερδευτικός
μπερδευτικός	adj|slang	αυτός που σε κάνει να μπερδευτείς, σε κάνει μπερδεμένο, σε σύγχυση
μπερδευτικών	=	μπερδευτικός
μπερδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευτούνε	=	μπερδεύω
μπερδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδευόμασταν	=	μπερδεύω
μπερδευόμαστε	=	μπερδεύω
μπερδευόμουν	=	μπερδεύω
μπερδευόμουνα	=	μπερδεύω
μπερδευόντουσαν	=	μπερδεύω
μπερδευόσασταν	=	μπερδεύω
μπερδευόσαστε	=	μπερδεύω
μπερδευόσουν	=	μπερδεύω
μπερδευόσουνα	=	μπερδεύω
μπερδευόταν	=	μπερδεύω
μπερδευότανε	=	μπερδεύω
μπερδεψιά	noun	το μπέρδεμα
μπερδεψιάς	noun	γενική ενικού του μπερδεψιά
μπερδεψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερδεψιά
μπερδεψιών	=	μπερδεψιά
μπερδεψοδουλειά	noun	μπερδεμένη δουλειά
μπερδεψοδουλειάς	noun	γενική ενικού του μπερδεψοδουλειά
μπερδεψοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερδεψοδουλειά
μπερδεψοδουλειών	=	μπερδεψοδουλειά
μπερδεύαμε	=	μπερδεύω
μπερδεύαν	=	μπερδεύω
μπερδεύανε	=	μπερδεύω
μπερδεύατε	=	μπερδεύω
μπερδεύει	=	μπερδεύω
μπερδεύεις	=	μπερδεύω
μπερδεύεσαι	=	μπερδεύω
μπερδεύεστε	=	μπερδεύω
μπερδεύεται	=	μπερδεύω
μπερδεύετε	=	μπερδεύω
μπερδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μπερδεύω
μπερδεύομε	=	μπερδεύω
μπερδεύονται	=	μπερδεύω
μπερδεύονταν	=	μπερδεύω
μπερδεύοντας	=	μπερδεύω
μπερδεύουμε	=	μπερδεύω
μπερδεύουν	=	μπερδεύω
μπερδεύουνε	=	μπερδεύω
μπερδεύτε	=	μπερδεύω
μπερδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερδεύομαι
μπερδεύω	verb	μπλέκω ένα αντικείμενο με ένα άλλο, τα κάνω να ενωθούν κατά τρόπο τυχαίο και ανεπιθύμητο
μπερδουκλωμένα	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένε	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένες	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένη	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένης	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένο	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένοι	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπερδουκλώνω
μπερδουκλωμένου	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένους	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλωμένων	=	μπερδουκλωμένος
μπερδουκλώναμε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώναν	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνανε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνατε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνει	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνεις	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνετε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνοντας	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνουμε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνουν	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνουνε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώνω	verb	άλλη μορφή του μπουρδουκλώνω
μπερδουκλώσαμε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώσαν	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώσανε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώσατε	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώσει	=	μπερδουκλώνω
μπερδουκλώστε	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπερδουκλώνω
μπερδούκλωνα	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωναν	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωνε	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωνες	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωσα	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωσαν	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωσε	=	μπερδουκλώνω
μπερδούκλωσες	=	μπερδουκλώνω
μπερεδάκι	noun	μικρός μπερές, κάπως μικρότερος από τον στρατιωτικό και πιο μαλακός ή γυναικείος
μπερεδάκια	=	μπερεδάκι
μπερεκέτι	noun	η αφθονία αγαθών, ο πλούτος
μπερεκέτια	=	μπερεκέτι
μπερεκετιλήδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετιλήδικο
μπερεκετιλήδικε	adj	κλητική ενικού του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιλήδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετιλήδικη
μπερεκετιλήδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιλήδικης	adj	γενική ενικού του μπερεκετιλήδικη
μπερεκετιλήδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιλήδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιλήδικος	=	μπερεκετλίδικος
μπερεκετιλήδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιλήδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιλήδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερεκετιλήδικος
μπερεκετιού	=	μπερεκέτι
μπερεκετιών	=	μπερεκέτι
μπερεκετλήδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετλήδικο
μπερεκετλήδικε	adj	κλητική ενικού του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλήδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετλήδικη
μπερεκετλήδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλήδικης	adj	γενική ενικού του μπερεκετλήδικη
μπερεκετλήδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλήδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλήδικος	=	μπερεκετλίδικος
μπερεκετλήδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλήδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλήδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερεκετλήδικος
μπερεκετλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετλίδικο
μπερεκετλίδικε	adj	κλητική ενικού του μπερεκετλίδικος
μπερεκετλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετλίδικη
μπερεκετλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερεκετλίδικος
μπερεκετλίδικης	adj	γενική ενικού του μπερεκετλίδικη
μπερεκετλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπερεκετλίδικος
μπερεκετλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερεκετλίδικος
μπερεκετλίδικος	adj	πλούσιος, άφθονος
μπερεκετλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερεκετλίδικος
μπερεκετλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερεκετλίδικος
μπερεκετλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερεκετλίδικος
μπερετών	=	μπερέτα
μπερζέρα	noun	είδος πολυθρόνας με ψηλή πλάτη
μπερζέρας	noun	γενική ενικού του μπερζέρα
μπερζέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερζέρα
μπερικέτι	noun	άλλη μορφή του μπερεκέτι
μπερικέτια	=	μπερικέτι
μπερικετιού	=	μπερικέτι
μπερικετιών	=	μπερικέτι
μπερικετλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερικετλίδικο
μπερικετλίδικε	adj	κλητική ενικού του μπερικετλίδικος
μπερικετλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερικετλίδικη
μπερικετλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερικετλίδικος
μπερικετλίδικης	adj	γενική ενικού του μπερικετλίδικη
μπερικετλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπερικετλίδικος
μπερικετλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερικετλίδικος
μπερικετλίδικος	=	μπερεκετλίδικος
μπερικετλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερικετλίδικος
μπερικετλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερικετλίδικος
μπερικετλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερικετλίδικος
μπερκέλιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 97 και χημικό σύμβολο το Bk
μπερκέτι	noun	η αφθονία, ο πλούτος, η γονιμότητα	adv	φανταστικά, υπέροχα
μπερκέτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερκέτι
μπερκελίου	=	μπερκέλιο
μπερκετλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερκετλίδικο
μπερκετλίδικε	adj	κλητική ενικού του μπερκετλίδικος
μπερκετλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερκετλίδικη
μπερκετλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερκετλίδικος
μπερκετλίδικης	adj	γενική ενικού του μπερκετλίδικη
μπερκετλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του μπερκετλίδικος
μπερκετλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερκετλίδικος
μπερκετλίδικος	=	μπερεκετλίδικος
μπερκετλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερκετλίδικος
μπερκετλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερκετλίδικος
μπερκετλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερκετλίδικος
μπερλίνα	noun|dated	είδος παιχνιδιού κατά τη διάρκεια του οποίου οι παίχτες πειράζουν, κοροϊδεύουν ή απευθύνουν σκώμματα σε κάποιον παίκτη
μπερλίνας	noun	γενική ενικού του μπερλίνα
μπερλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερλίνα
μπερμπάντεμα	noun	η (συνήθως εξωσυζυγική) ερωτοτροπία
μπερμπάντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπάντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπάντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπάντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπάντη	=	μπερμπάντης
μπερμπάντηδες	=	μπερμπάντης
μπερμπάντηδων	=	μπερμπάντης
μπερμπάντης	noun	άνδρας με ασταθή κι έντονη ερωτική ζωή που επιδιώκει να δημιουργεί πολλές ερωτικές σχέσεις με γυναίκες, ο γυναικάς
μπερμπάντικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερμπάντικο
μπερμπάντικε	adj	κλητική ενικού του μπερμπάντικος
μπερμπάντικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερμπάντικη
μπερμπάντικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερμπάντικος
μπερμπάντικης	adj	γενική ενικού του μπερμπάντικη
μπερμπάντικο	adj	αιτιατική ενικού του μπερμπάντικος
μπερμπάντικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερμπάντικος
μπερμπάντικος	adj	χαρακτηριστικός του μπερμπάντη
μπερμπάντικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερμπάντικος
μπερμπάντικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερμπάντικος
μπερμπάντικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερμπάντικος
μπερμπάντισσας	noun	γενική ενικού του μπερμπάντισσα
μπερμπάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερμπάντισσα
μπερμπαντάκο	noun	αιτιατική ενικού του μπερμπαντάκος
μπερμπαντάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερμπαντάκος
μπερμπαντάκος	noun	μπερμπάντης
μπερμπαντάκου	noun	γενική ενικού του μπερμπαντάκος
μπερμπαντάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπερμπαντάκος
μπερμπαντάκων	noun	γενική πληθυντικού του μπερμπαντάκος
μπερμπαντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερμπάντεμα
μπερμπαντέματος	noun	γενική ενικού του μπερμπάντεμα
μπερμπαντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπερμπαντεύω
μπερμπαντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπερμπάντεμα
μπερμπαντεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερμπαντεμένο
μπερμπαντεμένε	verb	κλητική ενικού του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερμπαντεμένη
μπερμπαντεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεμένης	verb	γενική ενικού του μπερμπαντεμένη
μπερμπαντεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπερμπαντεμένος
μπερμπαντεύω	verb	ερωτοτροπώ (συνήθως εξωσυζυγικά)
μπερμπαντιά	noun	πράξη ή συμπεριφορά του μπερμπάντη
μπερμπαντιάς	=	μπερμπαντιά
μπερμπαντιές	=	μπερμπαντιά
μπερμπαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του μπερμπάντισσα
μπερμπαντιών	=	μπερμπαντιά
μπερμπερίζομαι	=	μπερμπερίζω
μπερμπερίζω	verb|dated	μορφή του μπαρμπαρίζω, συνώνυμοlithoksou.net· πρόσβαση: 2021-07-27. (για ανθρώπους) του μπελάζω (), σκούζω· μιλάω ακαταλαβίστικα ή μιλάω χαμηλόφωνα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
μπερντάκι	noun|dated	ιδιωματική μορφή του μπερντάχι
μπερντάκια	=	μπερντάκι
μπερντάχι	noun	δαρμός, ξυλοδαρμός, ξύλο
μπερντάχια	=	μπερντάχι
μπερντέ	=	μπερντές
μπερντέδες	=	μπερντές
μπερντέδων	=	μπερντές
μπερντές	noun	παραπέτασμα θυρών, παραθύρων: κουρτίνα
μπερξονίστριας	noun	γενική ενικού του μπερξονίστρια
μπερξονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερξονίστρια
μπερξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερξονικό
μπερξονικέ	adj	κλητική ενικού του μπερξονικός
μπερξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερξονική
μπερξονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπερξονικός
μπερξονικής	adj	γενική ενικού του μπερξονική
μπερξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπερξονικός
μπερξονικού	adj	γενική ενικού του μπερξονικός
μπερξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπερξονικός
μπερξονικό	adj	αιτιατική ενικού του μπερξονικός
μπερξονικός	adj	σχετικός με τον Μπεργκσόν / Μπερξόν ή τον μπερξονισμό
μπερξονικών	adj	γενική πληθυντικού του μπερξονικός
μπερξονισμέ	=	μπερξονισμός
μπερξονισμοί	=	μπερξονισμός
μπερξονισμού	=	μπερξονισμός
μπερξονισμούς	=	μπερξονισμός
μπερξονισμό	=	μπερξονισμός
μπερξονισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία του Ανρί Μπερξόν (και των οπαδών του) που πρεσβεύει ότι με τη διαίσθηση και την ενόραση και όχι με τη διάνοια είναι προσιτή η γνώση
μπερξονισμών	=	μπερξονισμός
μπερξονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπερξονιστής
μπερξονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπερξονιστής
μπερξονιστής	noun	οπαδός του μπερξονισμού
μπερξονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μπερξονίστρια
μπερξονιστών	noun	γενική πληθυντικού του μπερξονιστής
μπερτάκι	noun|dated	ιδιωματική μορφή του μπερντάχι
μπερτάκια	=	μπερτάκι
μπερτάχι	noun|dated	άλλη μορφή του μπερντάχι
μπερτάχια	=	μπερτάχι
μπερτίδα	noun	κουρτίνα ή κουνουπιέρα κρεβατιού
μπερτίδας	=	μπερτίδα
μπερτίδες	=	μπερτίδα
μπερτίδων	=	μπερτίδα
μπερτοδουλισμέ	=	μπερτοδουλισμός
μπερτοδουλισμοί	=	μπερτοδουλισμός
μπερτοδουλισμού	=	μπερτοδουλισμός
μπερτοδουλισμούς	=	μπερτοδουλισμός
μπερτοδουλισμό	=	μπερτοδουλισμός
μπερτοδουλισμός	noun	πονηριά, κατεργαριά
μπερτοδουλισμών	=	μπερτοδουλισμός
μπερτόδουλε	=	μπερτόδουλος
μπερτόδουλο	=	μπερτόδουλος
μπερτόδουλοι	=	μπερτόδουλος
μπερτόδουλος	noun	ο πονηρός, ο καταφερτζής
μπερτόδουλου	=	μπερτόδουλος
μπερτόδουλους	=	μπερτόδουλος
μπερτόδουλων	=	μπερτόδουλος
μπερτόλδε	=	μπερτόλδος
μπερτόλδο	=	μπερτόλδος
μπερτόλδοι	=	μπερτόλδος
μπερτόλδος	noun	ο πονηρός, ο καταφερτζής
μπερτόλδου	=	μπερτόλδος
μπερτόλδους	=	μπερτόλδος
μπερτόλδων	=	μπερτόλδος
μπες	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπεσίκι	noun	ξύλινη κούνια μωρού
μπεσίκια	=	μπεσίκι
μπεσαλή	=	μπεσαλής
μπεσαλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεσαλής
μπεσαλήδων	=	μπεσαλής
μπεσαλής	noun|vulgar	αυτός που έχει μπέσα, που κρατάει το λόγο του, που είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης
μπεσαλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπεσαλίδικος	adv	με μπεσαλίδικο τρόπο
μπεσαλίδικε	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικες	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικη	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικης	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικο	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικοι	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικος	adj	που έχει σχέση με μπεσαλή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μπεσαλίδικου	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικους	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλίδικων	=	μπεσαλίδικος
μπεσαλού	=	μπεσαλής
μπεσαλούδες	=	μπεσαλής
μπεσαλούδων	=	μπεσαλής
μπεσαλούς	=	μπεσαλής
μπεσαμέλ	noun	κρέμα που τοποθετείται σε στρώσεις σε φαγητά
μπεσικιού	=	μπεσίκι
μπεσικιών	=	μπεσίκι
μπετά	noun	το στάδιο οικοδόμησης ενός κτίσματος, κατά το οποίο κατασκευάζεται ο σκελετός του με μπετόν
μπετατζή	=	μπετατζής
μπετατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπετατζής
μπετατζήδων	=	μπετατζής
μπετατζής	noun	ειδικευμένος εργάτης οικοδόμος στη κατασκευή, ρίψη και στρώση του μπετού, είτε χειρωνακτικά είτε με μηχανικά μέσα.
μπετονένια	=	μπετονένιος
μπετονένιας	=	μπετονένιος
μπετονένιε	=	μπετονένιος
μπετονένιες	=	μπετονένιος
μπετονένιο	=	μπετονένιος
μπετονένιοι	=	μπετονένιος
μπετονένιος	adj	φτιαγμένος από μπετόν
μπετονένιου	=	μπετονένιος
μπετονένιους	=	μπετονένιος
μπετονένιων	=	μπετονένιος
μπετονίτες	=	μπετονίτης
μπετονίτη	=	μπετονίτης
μπετονίτης	noun	άλλη μορφή του μπεντονίτης
μπετονιά	noun	άλλη μορφή του πετονιά
μπετονιάς	=	μπετονιά
μπετονιέρα	noun	μηχάνημα με περιστρεφόμενο κάδο στον οποίο αναμειγνύονται τα υλικά που χρειάζονται για την παρασκευή του μπετόν
μπετονιέρας	noun	γενική ενικού του μπετονιέρα
μπετονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπετονιέρα
μπετονιές	=	μπετονιά
μπετονιού	=	μπετόνι
μπετονιτών	=	μπετονίτης
μπετονιών	=	μπετόνι
μπετοσίδερα	=	μπετοσίδερο
μπετοσίδερο	noun	η μπετόβεργα
μπετοσίδερου	=	μπετοσίδερο
μπετοσίδερων	=	μπετοσίδερο
μπετοχρωμάτων	=	μπετόχρωμα
μπετοχρώματα	=	μπετόχρωμα
μπετοχρώματος	=	μπετόχρωμα
μπετού	noun	γενική ενικού του μπετό
μπετούγια	noun|vulgar	χερούλι πόρτας ή παράθυρου
μπετούγιας	noun	γενική ενικού του μπετούγια
μπετούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπετούγια
μπετωμάτων	=	μπέτωμα
μπετό	noun	το μπετόν
μπετόβεργα	noun	βέργα από σίδηρο, χάλυβα κ.λπ., που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό σκυροδέματος σε οικοδομικές κατασκευές
μπετόβεργας	=	μπετόβεργα
μπετόβεργες	=	μπετόβεργα
μπετόβεργων	=	μπετόβεργα
μπετόβλακα	=	μπετόβλακας
μπετόβλακας	noun|slang	ο εντελώς βλάκας, ο ηλίθιος με σκέψη ανεπίδεκτη αλλαγής, σαν το μπετόν
μπετόβλακες	=	μπετόβλακας
μπετόβλακων	=	μπετόβλακας
μπετόν	noun	μείγμα από άμμο, τσιμέντο και χαλίκι, που χρησιμοποιείται στην οικοδόμηση: το βάζουμε ρευστό π.χ. για θεμέλια ή πλάκες του πεζοδρομίου, και γίνεται συμπαγές μέσα σε λίγη ώρα
μπετόνι	noun	άλλη μορφή του μπιτόνι
μπετόνια	=	μπετόνι
μπετόχρωμα	noun	χρώμα κατάλληλο για εφαρμογή σε μπετόν, με αντοχή σε δύσκολες εξωτερικές συνθήκες
μπετώματα	=	μπέτωμα
μπετώματος	=	μπέτωμα
μπετών	noun	γενική πληθυντικού του μπετό
μπεχαβιορισμέ	=	μπεχαβιορισμός
μπεχαβιορισμοί	=	μπεχαβιορισμός
μπεχαβιορισμού	=	μπεχαβιορισμός
μπεχαβιορισμούς	=	μπεχαβιορισμός
μπεχαβιορισμό	=	μπεχαβιορισμός
μπεχαβιορισμός	noun	άλλη μορφή του μπιχεβιορισμός
μπεχαβιορισμών	=	μπεχαβιορισμός
μπεχλιβάνη	=	μπεχλιβάνης
μπεχλιβάνηδες	=	μπεχλιβάνης
μπεχλιβάνηδων	=	μπεχλιβάνης
μπεχλιβάνης	noun|dated	ο (περιοδεύων) παλαιστής που δίνει παραστάσεις επιδεικνύοντας τις εξαιρετικές σωματικές του ικανότητες
μπεϊλίκι	noun	άλλη γραφή του μπεηλίκι
μπεϊλίκια	=	μπεϊλίκι
μπεϊνών	noun	γενική πληθυντικού του μπεΐνα
μπεϋζιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεϋζιανό
μπεϋζιανέ	adj	κλητική ενικού του μπεϋζιανός
μπεϋζιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπεϋζιανή
μπεϋζιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπεϋζιανός
μπεϋζιανής	adj	γενική ενικού του μπεϋζιανή
μπεϋζιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπεϋζιανός
μπεϋζιανού	adj	γενική ενικού του μπεϋζιανός
μπεϋζιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπεϋζιανός
μπεϋζιανό	adj	αιτιατική ενικού του μπεϋζιανός
μπεϋζιανός	adj	που αφορά πιθανότητα ισχύος δεδομένου ανά μπάντα τιμών
μπεϋζιανών	adj	γενική πληθυντικού του μπεϋζιανός
μπηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπηγμένο
μπηγμένε	verb	κλητική ενικού του μπηγμένος
μπηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπηγμένη
μπηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπηγμένος
μπηγμένης	verb	γενική ενικού του μπηγμένη
μπηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπηγμένος
μπηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπηγμένος
μπηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπηγμένος
μπηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπηγμένος
μπηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπηγμένος
μπηξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπήξιμο
μπηξίματος	noun	γενική ενικού του μπήξιμο
μπηξιμάτων	=	μπήξιμο
μπηχεϋβιορισμέ	=	μπηχεϋβιορισμός
μπηχεϋβιορισμοί	=	μπηχεϋβιορισμός
μπηχεϋβιορισμού	=	μπηχεϋβιορισμός
μπηχεϋβιορισμούς	=	μπηχεϋβιορισμός
μπηχεϋβιορισμό	=	μπηχεϋβιορισμός
μπηχεϋβιορισμός	noun|dated	άλλη μορφή του μπιχεβιορισμός
μπηχεϋβιορισμών	=	μπηχεϋβιορισμός
μπηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπηχτός	adv	με μπηχτό τρόπο
μπηχτέ	adj	κλητική ενικού του μπηχτός
μπηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπηχτή
μπηχτή	noun|slang	ύπουλο χτύπημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπηχτός
μπηχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτής	adj	γενική ενικού του μπηχτή
μπηχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπηχτός
μπηχτού	adj	γενική ενικού του μπηχτός
μπηχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπηχτός
μπηχτό	adj	αιτιατική ενικού του μπηχτός
μπηχτός	adj	άλλη μορφή του μπηγμένος
μπηχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγομαι
μπηχτών	adj	γενική πληθυντικού του μπηχτός
μπιέλα	noun	μηχανικό εξάρτημα που χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο για την μετατροπή της παλινδρομικής κίνησης του εμβόλου της μηχανής σε περιστροφική
μπιέλας	noun	γενική ενικού του μπιέλα
μπιέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιέλα
μπιαντέ	=	μπιαντές
μπιαντέδες	=	μπιαντές
μπιαντέδων	=	μπιαντές
μπιαντές	noun	μικρό κωπήλατο σκάφος όπου φέρονται τα κουπιά σε ζεύγη ανά σέλμα, όπου ο κάθε κωπηλάτης χειρίζεται δύο κουπιά ταυτόχρονα
μπιβών	=	μπίβα
μπιγιέτα	noun	ημικατεργασμένο / ημιτελές κομμάτι / βέργα μετάλλου
μπιγιέτας	=	μπιγιέτα
μπιγιέτες	=	μπιγιέτα
μπιγιετών	=	μπιγιέτα
μπιγκονιών	noun	γενική πληθυντικού του μπιγκόνια
μπιγκουντί	=	μπικουτί
μπιγκόνια	noun	διακοσμητικά φυτά της τροπικής Αμερικής, που ανήκουν στο ταξινομικό γένος Bignonia (Bignonia), Βιγνονία
μπιγκόνιας	noun	γενική ενικού του μπιγκόνια
μπιγκόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιγκόνια
μπιγόνια	noun	άλλη μορφή του μπιγκόνια
μπιγόνιας	=	μπιγόνια
μπιγόνιες	=	μπιγόνια
μπιελάρ	adj	για μηχάνημα που έχει βλάβη που δεν επιδέχεται επισκευής επί τόπου
μπιελών	noun	γενική πληθυντικού του μπιέλα
μπιενάλε	noun	καλλιτεχνική εκδήλωση που λαμβάνει χώρα ανά διετία
μπιζ	noun	μπιζάρισμα	intj	επιφώνημα που λέγεται κατά το μπιζάρισμα
μπιζάμα	noun	άλλη μορφή του πιτζάμα
μπιζάμας	=	μπιζάμα
μπιζάμες	=	μπιζάμα
μπιζάραμε	=	μπιζάρω
μπιζάραν	=	μπιζάρω
μπιζάρανε	=	μπιζάρω
μπιζάρατε	=	μπιζάρω
μπιζάρει	=	μπιζάρω
μπιζάρεις	=	μπιζάρω
μπιζάρετε	=	μπιζάρω
μπιζάριζα	=	μπιζάρω
μπιζάριζαν	=	μπιζάρω
μπιζάριζε	=	μπιζάρω
μπιζάριζες	=	μπιζάρω
μπιζάρισα	=	μπιζάρω
μπιζάρισαν	=	μπιζάρω
μπιζάρισε	=	μπιζάρω
μπιζάρισες	=	μπιζάρω
μπιζάρισμα	noun	το νέο κάλεσμα ενός καλλιτέχνη (ηθοποιού, χορευτή, μουσικού, κ.α.) στη σκηνή για να τον χειροκροτήσουν
μπιζάρομε	=	μπιζάρω
μπιζάροντας	=	μπιζάρω
μπιζάρουμε	=	μπιζάρω
μπιζάρουν	=	μπιζάρω
μπιζάρουνε	=	μπιζάρω
μπιζάρω	verb	καλώ εκ νέου στη σκηνή έναν καλλιτέχνη (ηθοποιό, χορευτή, μουσικό, κ.α.) για να τον χειροκροτήσω
μπιζέλι	noun	αρακάς, οι μικροί σφαιρικοί πράσινοι σπόροι της μπιζελιάς
μπιζέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζέλι
μπιζαμών	=	μπιζάμα
μπιζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζάρισμα
μπιζαρίσματος	noun	γενική ενικού του μπιζάρισμα
μπιζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπιζάρισμα
μπιζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζαρισμένο
μπιζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπιζαρισμένος
μπιζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζαρισμένη
μπιζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιζαρισμένος
μπιζαρισμένης	verb	γενική ενικού του μπιζαρισμένη
μπιζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπιζαρισμένος
μπιζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπιζαρισμένος
μπιζαρισμένος	=	μπιζάρω
μπιζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπιζαρισμένος
μπιζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπιζαρισμένος
μπιζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπιζαρισμένος
μπιζελιά	noun	ποώδες μονοετές φυτό, (λατινικό όνομα Pisum sativum), που παράγει το μπιζέλι
μπιζελιάς	noun	γενική ενικού του μπιζελιά
μπιζελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζελιά
μπιζελιού	=	μπιζέλι
μπιζελιών	=	μπιζέλι
μπιζελόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά μπιζέλια
μπιζελόσουπας	noun	γενική ενικού του μπιζελόσουπα
μπιζελόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζελόσουπα
μπιζουδάκι	noun	μικρό κόσμημα
μπιζουδάκια	=	μπιζουδάκι
μπιζουτερί	noun	κατάστημα όπου εκτίθενται και πωλούνται μπιζού
μπιζουτιέρα	noun	η κοσμηματοθήκη
μπιζουτιέρας	noun	γενική ενικού του μπιζουτιέρα
μπιζουτιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιζουτιέρα
μπιζού	noun	το κόσμημα
μπικίνι	noun	γυναικείο μαγιό που αποτελείται από δύο κομμάτια, ένα για να καλύπτει το στήθος και ένα για να καλύπτει μέρος του υπογάστριου και μέρος των γλουτών
μπικεριά	noun	η διαδοκίδα, η μεσόδμη
μπικεριάς	=	μπικεριά
μπικεριές	=	μπικεριά
μπικεριών	=	μπικεριά
μπικικίνια	noun|slang	χρήματα
μπικουτί	noun	μικρό αντικείμενο (ραβδάκι, τσιμπιδάκι, ρολό, κ.α.) που χρησιμοποιείται στην κόμμωση για να τυλίγουν κάθε τούφα μαλλιών κατά τη διάρκεια του στεγνώματος
μπιλάκι	noun	μικρή μπίλια
μπιλάκια	=	μπιλάκι
μπιλιάρδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιλιάρδο
μπιλιάρδο	noun	παιχνίδι που παίζεται σε ειδικό τραπέζι (με τρύπες / υποδοχές της μπάλας ή χωρίς) από παίκτες που προσπαθούν χτυπώντας μπάλες διαφόρων χρωμάτων με μια στέκα είτε να τις ρίξουν στις ειδικές τρύπες / υποδοχές του τραπεζιού είτε να κάνουν καραμπόλες μεταξύ τους
μπιλιάρδου	noun	γενική ενικού του μπιλιάρδο
μπιλιάρδων	noun	γενική πληθυντικού του μπιλιάρδο
μπιλιέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιλιέτο
μπιλιέτο	noun	σύντομο μήνυμα σε ένα κομμάτι χαρτί, πρόχειρο γράμμα
μπιλιέτου	noun	γενική ενικού του μπιλιέτο
μπιλιέτων	noun	γενική πληθυντικού του μπιλιέτο
μπιλιαρδάδικα	=	μπιλιαρδάδικο
μπιλιαρδάδικο	noun|vulgar	το σφαιριστήριο, ο χώρος όπου παίζουν μπιλιάρδο
μπιλιαρδάδικου	=	μπιλιαρδάδικο
μπιλιαρδάδικων	=	μπιλιαρδάδικο
μπιλιετάκι	noun|figurative	σύντομο γράμμα
μπιλιετάκια	=	μπιλιετάκι
μπιμπάσηδες	=	μπίμπασης
μπιμπάσηδων	=	μπίμπασης
μπιμπίκι	noun	σπυράκι ή άλλο εξόγκωμα στο πρόσωπο ή στο δέρμα άλλου σημείου του σώματος
μπιμπίκια	=	μπιμπίκι
μπιμπίκιαζα	=	μπιμπικιάζω
μπιμπίκιασα	=	μπιμπικιάζω
μπιμπίλα	noun|vulgar	άλλη μορφή του μπιρμπίλα
μπιμπίλας	noun	γενική ενικού του μπιμπίλα
μπιμπίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιμπίλα
μπιμπίλωμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του μπιρμπίλωμα
μπιμπελό	noun	μικρό διακοσμητικό αντικείμενο
μπιμπερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιμπερό
μπιμπερού	noun	γενική ενικού του μπιμπερό
μπιμπερό	noun	είδος μπουκαλιού στο οποίο τοποθετείται τεχνητή θηλή και χρησιμοποιείται κυρίως για παροχή τροφής σε μικρά (ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών)
μπιμπερών	noun	γενική πληθυντικού του μπιμπερό
μπιμπικάκι	noun	υποκοριστικό του μπιμπίκι
μπιμπικάκια	=	μπιμπικάκι
μπιμπικιάζοντας	=	μπιμπικιάζω
μπιμπικιάζω	verb	ανατριχιάζω, ενεργοποιείται ο ορθωτήρας μυς της τρίχας και ορθώνεται η τρίχα, μαζί και ο θύλακας από τον οποίο αυτή φύεται στο δέρμα, οπότε αισθάνομαι να δημιουργείται "ανάγλυφο" παρόμοιο με των σπυριών ή μπιμπικιών
μπιμπικιού	=	μπιμπίκι
μπιμπικιών	=	μπιμπίκι
μπιμπιλίτσα	noun|vulgar	υποκοριστικό του μπιμπίλα
μπιμπιλίτσας	noun	γενική ενικού του μπιμπιλίτσα
μπιμπιλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιμπιλίτσα
μπιμπιλωμάτων	=	μπιμπίλωμα
μπιμπιλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιμπιλωμένο
μπιμπιλωμένε	verb	κλητική ενικού του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιμπιλωμένη
μπιμπιλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωμένης	verb	γενική ενικού του μπιμπιλωμένη
μπιμπιλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπιμπιλωμένος
μπιμπιλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπιμπιλωτός	adv	με μπιμπιλωτό τρόπο
μπιμπιλωτέ	adj	κλητική ενικού του μπιμπιλωτός
μπιμπιλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιμπιλωτή
μπιμπιλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιμπιλωτός
μπιμπιλωτής	adj	γενική ενικού του μπιμπιλωτή
μπιμπιλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπιμπιλωτός
μπιμπιλωτού	adj	γενική ενικού του μπιμπιλωτός
μπιμπιλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπιμπιλωτός
μπιμπιλωτό	adj	αιτιατική ενικού του μπιμπιλωτός
μπιμπιλωτός	adj	που έχει στολιστεί με μπιμπίλες
μπιμπιλωτών	adj	γενική πληθυντικού του μπιμπιλωτός
μπιμπιλώματα	=	μπιμπίλωμα
μπιμπιλώματος	=	μπιμπίλωμα
μπιμπιλώνω	verb	τοποθετώ μπιμπίλα, στολίζω με μπιμπίλα
μπιμπλουδάκι	noun	το μικρό μπιμπελό
μπιμπλουδάκια	=	μπιμπλουδάκι
μπιμπλό	=	μπιμπελό
μπινέ	=	μπινές
μπινέδες	=	μπινές
μπινέδων	=	μπινές
μπινές	noun|slang	ομοφυλόφιλος άντρας που αναλαμβάνει και παθητικό αλλά και ενεργητικό ρόλο στη σεξουαλική πράξη
μπινελίκι	noun	το φέρσιμο, οι τρόποι και οι πράξεις τού μπινέ, ο ουρανισμός
μπινελίκια	noun	βρισιές, επιπλήξεις, κατηγορίες
μπινελικιού	=	μπινελίκι
μπινελικιών	=	μπινελίκι
μπινεύω	verb|dated	είμαι μπινές
μπινιά	noun	ύπουλη ενέργεια, η ενέργεια του μπινέ, τσατσιά, πουστιά (με την έννοια της μπαγαποντιάς)
μπινιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπινιάρης
μπινιάρας	adj	γενική ενικού του μπινιάρα
μπινιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπινιάρα
μπινιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μπινιάρης
μπινιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπινιάρης
μπινιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μπινιάρης
μπινιάρης	adj|dated	δίδυμος
μπινιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπινιάρικο
μπινιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπινιάρης
μπινιάρικου	adj	γενική ενικού του μπινιάρικο
μπινιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μπινιάρικο
μπινιάς	=	μπινιά
μπινιές	=	μπινιά
μπινιών	=	μπινιά
μπινμπάσηδες	=	μπίνμπασης
μπινμπάσηδων	=	μπίνμπασης
μπιντάρισμα	noun	προσφέρω, καταθέτω προσφορά
μπιντέ	=	μπιντές
μπιντέδες	=	μπιντές
μπιντέδων	=	μπιντές
μπιντές	noun	υγειονομικός εξοπλισμός τουαλέτας που αποτελείται από χαμηλή πορσελάνινη λεκάνη και βρύση, και χρησιμοποιείται για προσωπική υγιεινή
μπινταρίσματα	=	μπιντάρισμα
μπινταρίσματος	=	μπιντάρισμα
μπινταρισμάτων	=	μπιντάρισμα
μπιντονιού	=	μπιντόνι
μπιντονιών	=	μπιντόνι
μπιντόνι	noun	άλλη μορφή του μπιτόνι
μπιντόνια	=	μπιντόνι
μπιντών	=	μπίντα
μπιπών	=	μπίπα
μπιρ	num|dated	ένας, μία, ένα
μπιρίμπα	noun	χαρτοπαίγνιο
μπιρίμπας	=	μπιρίμπα
μπιρίμπες	=	μπιρίμπα
μπιρίτσα	noun	υποκοριστικό του μπίρα
μπιρίτσας	noun	γενική ενικού του μπιρίτσα
μπιρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιρίτσα
μπιραρία	noun	το κατάστημα όπου πωλείται και καταναλώνεται μπίρα
μπιραρίας	=	μπιραρία
μπιραρίες	=	μπιραρία
μπιραριέρα	noun	άλλη μορφή του μπιραρία
μπιραριέρας	=	μπιραριέρα
μπιραριέρες	=	μπιραριέρα
μπιραριέρη	=	μπιραριέρης
μπιραριέρηδες	=	μπιραριέρης
μπιραριέρηδων	=	μπιραριέρης
μπιραριέρης	noun|dated	ο ιδιοκτήτης ζυθοπωλείου, μπιραρίας· ο πωλητής μπίρας
μπιραριών	=	μπιραρία
μπιρμπίλα	noun|vulgar	λεπτή δαντέλα
μπιρμπίλας	noun	γενική ενικού του μπιρμπίλα
μπιρμπίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιρμπίλα
μπιρμπίλι	noun|vulgar	το αηδόνι
μπιρμπίλια	=	μπιρμπίλι
μπιρμπίλω	noun	ναζιάρα και καμωματού γυναίκα
μπιρμπίλως	=	μπιρμπίλω
μπιρμπιλίζω	verb|rare	είμαι ή φαίνομαι ζωηρός, ναζιάρης, λάμπω
μπιρμπιλίτσα	noun|vulgar	υποκοριστικό του μπιρμπίλα
μπιρμπιλίτσας	noun	γενική ενικού του μπιρμπιλίτσα
μπιρμπιλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιρμπιλίτσα
μπιρμπιλιού	=	μπιρμπίλι
μπιρμπιλιών	=	μπιρμπίλι
μπιρμπιλομάτα	noun	αυτή που έχει παιχνιδιάρικα μάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτας	=	μπιρμπιλομάτα
μπιρμπιλομάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιρμπιλομάτα
μπιρμπιλομάτη	=	μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτηδων	=	μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτης	noun|vulgar	αυτός που έχει παιχνιδιάρικα μάτια, ζωηρά	adj|vulgar	που έχει παιχνιδιάρικα μάτια, ζωηρά
μπιρμπιλομάτικα	=	μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτικο	=	μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτικου	=	μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλομάτικων	=	μπιρμπιλομάτης
μπιρμπιλών	noun	γενική πληθυντικού του μπιρμπίλα
μπιρονιού	=	μπιρόνι
μπιρονιών	=	μπιρόνι
μπιρούλα	noun	υποκοριστικό του μπίρα
μπιρούλας	noun	γενική ενικού του μπιρούλα
μπιρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιρούλα
μπιρσίμι	noun|dated	μεταξωτή κλωστή, ή νήμα από μετάξι, άλλη μορφή του μπρισίμι
μπιρσίμια	=	μπιρσίμι
μπιρσιμιού	=	μπιρσίμι
μπιρσιμιών	=	μπιρσίμι
μπιρόνι	noun|slang	ένα μπουκάλι ή ένα κουτάκι μπίρα
μπιρόνια	=	μπιρόνι
μπιρών	=	μπίρα
μπισκοτάκι	noun	υποκοριστικό του μπισκότο
μπισκοτάκια	=	μπισκοτάκι
μπισκοτοποιία	noun	η παρασκευή μπισκότων
μπισκοτοποιίας	noun	γενική ενικού του μπισκοτοποιία
μπισκοτοποιίες	=	μπισκοτοποιία
μπισκοτοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του μπισκοτοποιία
μπισκότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπισκότο
μπισκότο	noun	τραγανό γλύκισμα με αλεύρι, αβγά και ζάχαρη, κομμένο σε κομματάκια και καλοψημένο σε φούρνο
μπισκότου	noun	γενική ενικού του μπισκότο
μπισκότων	noun	γενική πληθυντικού του μπισκότο
μπισλάμα	noun	κρεολική γλώσσα που μιλιέται στα νησιά Βανουάτου και βασίζεται κυρίως στα αγγλικά
μπισμπίκη	=	μπισμπίκης
μπισμπίκηδες	=	μπισμπίκης
μπισμπίκηδων	=	μπισμπίκης
μπισμπίκης	noun	ο σπυριάρης, ο γεμάτος μπιμπίκια
μπιστεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιστεμένο
μπιστεμένε	verb	κλητική ενικού του μπιστεμένος
μπιστεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιστεμένη
μπιστεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιστεμένος
μπιστεμένης	verb	γενική ενικού του μπιστεμένη
μπιστεμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπιστεμένος
μπιστεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπιστεμένος
μπιστεμένος	verb	που τον εμπιστεύεται κάποιος
μπιστεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπιστεμένος
μπιστεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπιστεμένος
μπιστεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπιστεμένος
μπιστεριά	noun	σπηλιά
μπιστεριάς	=	μπιστεριά
μπιστεριές	=	μπιστεριά
μπιστεριών	=	μπιστεριά
μπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιστικό
μπιστικέ	adj	κλητική ενικού του μπιστικός
μπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιστική
μπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιστικός
μπιστικής	adj	γενική ενικού του μπιστική
μπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπιστικός
μπιστικού	adj	γενική ενικού του μπιστικός
μπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπιστικός
μπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μπιστικός
μπιστικός	noun|dated	έμμισθος τσοπάνος
μπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μπιστικός
μπιστιριά	noun	άλλη μορφή του μπιστεριά
μπιστιριάς	=	μπιστιριά
μπιστιριές	=	μπιστιριά
μπιστιριών	=	μπιστιριά
μπιστολίδι	noun|vulgar	άλλη μορφή του πιστολίδι
μπιστολίδια	=	μπιστολίδι
μπιστολιά	noun	άλλη μορφή του πιστολιά
μπιστολιάς	noun	γενική ενικού του μπιστολιά
μπιστολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιστολιά
μπιστολιδιού	=	μπιστολίδι
μπιστολιδιών	=	μπιστολίδι
μπιστολιού	=	μπιστόλι
μπιστολιών	=	μπιστόλι
μπιστοσύνη	noun|vulgar	άλλη μορφή του εμπιστοσύνη
μπιστοσύνης	=	μπιστοσύνη
μπιστόλι	noun	άλλη μορφή του πιστόλι
μπιστόλια	=	μπιστόλι
μπισόουνεν	noun	ιαπωνικός χαρακτηρισμός για την ιδανική εικόνα ενός όμορφου νέου άνδρα, και ιδιαίτερα στα manga και τα anime
μπιτ	noun	ρυθμός μουσικής σύνθεσης· χτύπος, παλμός, ως βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου ενός μουσικού κομματιού	adv	τελείως, ολωσδιόλου
μπιτίζω	verb|vulgar	τελειώνω, ολοκληρώνω, περατώνω
μπιτζάμα	noun	άλλη μορφή του πιτζάμα
μπιτζάμας	=	μπιτζάμα
μπιτζάμες	=	μπιτζάμα
μπιτζαμών	=	μπιτζάμα
μπιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιτισμένο
μπιτισμένε	verb	κλητική ενικού του μπιτισμένος
μπιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιτισμένη
μπιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπιτισμένος
μπιτισμένης	verb	γενική ενικού του μπιτισμένη
μπιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπιτισμένος
μπιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπιτισμένος
μπιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπιτισμένος
μπιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπιτισμένος
μπιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπιτισμένος
μπιτκόιν	noun	εξολοκλήρου ψηφιακό νόμισμα, που δεν παράγεται ή ελέγχεται από συγκεκριμένη χώρα ή τράπεζα.
μπιτονιού	=	μπιτόνι
μπιτονιών	=	μπιτόνι
μπιτσόμπαρα	=	μπιτσόμπαρο
μπιτσόμπαρο	noun	το μπιτς μπαρ (ενίοτε ειρωνικά)
μπιτσόμπαρου	=	μπιτσόμπαρο
μπιτσόμπαρων	=	μπιτσόμπαρο
μπιτόνι	noun	δοχείο για μεταφορά υγρών
μπιτόνια	=	μπιτόνι
μπιφτέκι	noun	παρασκεύασμα από κιμά (συνήθως μοσχαρίσιο) το οποίο πλάθεται σε στρογγυλό σχήμα
μπιφτέκια	=	μπιφτέκι
μπιφτεκάκι	noun	υποκοριστικό του μπιφτέκι
μπιφτεκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπιφτεκάκι
μπιφτεκιού	=	μπιφτέκι
μπιφτεκιών	=	μπιφτέκι
μπιφτεκώνω	verb|slang	αγγαρεύω κάποιον
μπιχάρι	noun	γλώσσα που μιλιέται στην πολιτεία Μπιχάρ της βόρειας Ινδίας
μπιχεβιορισμέ	=	μπιχεβιορισμός
μπιχεβιορισμοί	=	μπιχεβιορισμός
μπιχεβιορισμού	=	μπιχεβιορισμός
μπιχεβιορισμούς	=	μπιχεβιορισμός
μπιχεβιορισμό	=	μπιχεβιορισμός
μπιχεβιορισμός	noun	ο συμπεριφορισμός
μπιχεβιορισμών	=	μπιχεβιορισμός
μπιχλιάρα	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρας	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρες	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρη	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρηδες	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρηδων	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρης	adj	πολύ βρώμικος
μπιχλιάρικα	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρικο	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρικου	=	μπιχλιάρης
μπιχλιάρικων	=	μπιχλιάρης
μπιχλιμπίδι	noun	η γενική ονομασία για μικρού μεγέθους και μικρής αξίας αντικείμενο που χρησιμοποιείται σαν στολίδι
μπιχλιμπίδια	=	μπιχλιμπίδι
μπιχλιμπιδιού	=	μπιχλιμπίδι
μπιχλιμπιδιών	=	μπιχλιμπίδι
μπιχλών	=	μπίχλα
μπιχτσή	=	μπιχτσής
μπιχτσήδες	=	μπιχτσής
μπιχτσήδων	=	μπιχτσής
μπιχτσής	noun	αγροφύλακας
μπλάβα	=	μπλάβος
μπλάβας	=	μπλάβος
μπλάβε	=	μπλάβος
μπλάβες	=	μπλάβος
μπλάβιζα	=	μπλαβίζω
μπλάβιζαν	=	μπλαβίζω
μπλάβιζε	=	μπλαβίζω
μπλάβιζες	=	μπλαβίζω
μπλάβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλάβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλάβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλάβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλάβο	=	μπλάβος
μπλάβοι	=	μπλάβος
μπλάβος	adj	που έχει χρώμα βαθυγάλανο
μπλάβου	=	μπλάβος
μπλάβους	=	μπλάβος
μπλάβων	=	μπλάβος
μπλάζω	verb	σκορπώ
μπλάνκο	noun	το διορθωτικό
μπλάστρι	noun|vulgar	έμπλαστρο
μπλάστρια	=	μπλάστρι
μπλάστρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπλαστρώνω
μπλάστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλάστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλάστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλάστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλέιζαρ	noun	νεαρή ενεργή μαύρη οπή σε κέντρο γαλαξία που καταβροχθίζει κι εκλύει τεράστια ποσά ενέργειας συγκριτικά με γηρεά-κοινή μαύρη τρύπα σε κέντρο γαλαξία
μπλέκαμε	=	μπλέκω
μπλέκαν	=	μπλέκω
μπλέκανε	=	μπλέκω
μπλέκατε	=	μπλέκω
μπλέκε	=	μπλέκω
μπλέκει	=	μπλέκω
μπλέκεις	=	μπλέκω
μπλέκεσαι	=	μπλέκω
μπλέκεστε	=	μπλέκω
μπλέκεται	=	μπλέκω
μπλέκετε	=	μπλέκω
μπλέκομαι	verb	επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
μπλέκομε	=	μπλέκω
μπλέκονται	=	μπλέκω
μπλέκονταν	=	μπλέκω
μπλέκοντας	=	μπλέκω
μπλέκου	=	μπλέκω
μπλέκουμε	=	μπλέκω
μπλέκουν	=	μπλέκω
μπλέκουνε	=	μπλέκω
μπλέκω	verb	εμπλέκω
μπλέντερ	noun	χειροκίνητη ή ηλεκτρική συσκευή για το κόψιμο ή την πολτοποίηση υλικών για την προετοιμασία σαλατών, φαγητών, γλυκών κ.λπ.
μπλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξαν	=	μπλέκω
μπλέξανε	=	μπλέκω
μπλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπλέκω
μπλέξομε	=	μπλέκω
μπλέξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξουνε	=	μπλέκω
μπλέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκω
μπλέχτε	=	μπλέκω
μπλέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλαβίζαμε	=	μπλαβίζω
μπλαβίζαν	=	μπλαβίζω
μπλαβίζανε	=	μπλαβίζω
μπλαβίζατε	=	μπλαβίζω
μπλαβίζει	=	μπλαβίζω
μπλαβίζεις	=	μπλαβίζω
μπλαβίζετε	=	μπλαβίζω
μπλαβίζοντας	=	μπλαβίζω
μπλαβίζουμε	=	μπλαβίζω
μπλαβίζουν	=	μπλαβίζω
μπλαβίζουνε	=	μπλαβίζω
μπλαβίζω	verb	γίνομαι μπλάβος, μελανιάζω
μπλαβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσαν	=	μπλαβίζω
μπλαβίσανε	=	μπλαβίζω
μπλαβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαβίζω
μπλαβιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλαβιασμένο
μπλαβιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπλαβιασμένος
μπλαβιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλαβιασμένη
μπλαβιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπλαβιασμένος
μπλαβιασμένης	verb	γενική ενικού του μπλαβιασμένη
μπλαβιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπλαβιασμένος
μπλαβιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπλαβιασμένος
μπλαβιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπλαβιασμένος
μπλαβιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπλαβιασμένος
μπλαβιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπλαβιασμένος
μπλαζέ	adj	επιδεικτικά απαθής και αδιάφορος
μπλακάουτ	noun	άλλη γραφή του μπλακ άουτ
μπλαμπλά	noun	μακρά συζήτηση, μακρηγορία
μπλαμπλάς	adj|informal	φλύαρος, που κάνει μπλαμπλά
μπλανέτα	adv	σανίδα του σαμαριού
μπλανέτας	=	μπλανέτα
μπλανέτες	=	μπλανέτα
μπλανέτων	=	μπλανέτα
μπλανσάρω	verb	τοποθετώ λαχανικό, φρούτο κλπ. σε βραστό νερό για λίγα μόνο λεπτά, και στη συνέχεια το βάζω σε κρύο νερό ή νερό με παγάκια
μπλαστριού	=	μπλάστρι
μπλαστριών	=	μπλάστρι
μπλαστρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρωμάτων	=	μπλάστρωμα
μπλαστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλαστρωμένο
μπλαστρωμένε	verb	κλητική ενικού του μπλαστρωμένος
μπλαστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλαστρωμένη
μπλαστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπλαστρωμένος
μπλαστρωμένης	verb	γενική ενικού του μπλαστρωμένη
μπλαστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπλαστρωμένος
μπλαστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπλαστρωμένος
μπλαστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπλαστρωμένος
μπλαστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπλαστρωμένος
μπλαστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπλαστρωμένος
μπλαστρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνομαι
μπλαστρώματα	=	μπλάστρωμα
μπλαστρώματος	=	μπλάστρωμα
μπλαστρώνω	verb	τοποθετώ έμπλαστρο
μπλαστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλαστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλαστρώνω
μπλε	noun	ένα από τα τρία βασικά χρώματα που συνθέτουν το λευκό· αντιστοιχεί σε μήκος κύματος 440-490 nm	adj	που έχει αυτό το χρώμα
μπλεγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπλεγμένος	adv	με μπλεγμένο τρόπο
μπλεγμένε	verb	κλητική ενικού του μπλεγμένος
μπλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλεγμένη
μπλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπλεγμένος
μπλεγμένης	verb	γενική ενικού του μπλεγμένη
μπλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπλεγμένος
μπλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπλεγμένος
μπλεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπλέκω
μπλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπλεγμένος
μπλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπλεγμένος
μπλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπλεγμένος
μπλεκόμασταν	=	μπλέκω
μπλεκόμαστε	=	μπλέκω
μπλεκόμουν	=	μπλέκω
μπλεκόμουνα	=	μπλέκω
μπλεκόντουσαν	=	μπλέκω
μπλεκόσασταν	=	μπλέκω
μπλεκόσαστε	=	μπλέκω
μπλεκόσουν	=	μπλέκω
μπλεκόσουνα	=	μπλέκω
μπλεκόταν	=	μπλέκω
μπλεκότανε	=	μπλέκω
μπλεμαρέν	adj	μπλε μαρέν
μπλεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλέξιμο
μπλεξίματος	noun	γενική ενικού του μπλέξιμο
μπλεξιμάτων	=	μπλέξιμο
μπλεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτήκαν	=	μπλέκω
μπλεχτήκανε	=	μπλέκω
μπλεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλεχτούνε	=	μπλέκω
μπλεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
μπλιαξ	intj	επιφώνημα αηδίας
μπλιαχ	intj	επιφώνημα αηδίας (συνήθως για γεύση και δευτερευόντως για οσμή)
μπλιγουριού	=	μπλιγούρι
μπλιγουριών	=	μπλιγούρι
μπλιγούρι	noun	άλλη μορφή του πλιγούρι
μπλιγούρια	=	μπλιγούρι
μπλιπ	noun	κουκκίδα που απεικονίζεται σε οθόνη ραντάρ, παλμογράφου κ.λπ. και υποδηλώνει αεροπλάνο κ.τ.λ.
μπλιτζ	noun	(σκάκι) είδος παιχνιδιών στο οποίο κάθε παίκτης έχει 5 λεπτά χρόνο στη διάθεσή του
μπλογκ	noun	το ιστολόγιο
μπλογκόσφαιρα	noun	η ιστολογιόσφαιρα (δείτε τη λέξη)
μπλογκόσφαιρας	=	μπλογκόσφαιρα
μπλογκόσφαιρες	=	μπλογκόσφαιρα
μπλογκόσφαιρων	=	μπλογκόσφαιρα
μπλοκ	noun	δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος να κόψει ένα φύλλο από τη δέσμη και να το δώσει σε άλλον
μπλοκάζ	noun	εξάρτημα γρήγορης σύσφιξης του άξονα τροχού ενός ποδηλάτου, επιτρέποντας έτσι τη γρήγορη αλλαγή του
μπλοκάκι	noun	υποκοριστικό του μπλοκ
μπλοκάκια	=	μπλοκάκι
μπλοκάραμε	=	μπλοκάρω
μπλοκάραν	=	μπλοκάρω
μπλοκάρανε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρατε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρει	=	μπλοκάρω
μπλοκάρεις	=	μπλοκάρω
μπλοκάρεσαι	=	μπλοκάρω
μπλοκάρεστε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρεται	=	μπλοκάρω
μπλοκάρετε	=	μπλοκάρω
μπλοκάριζα	=	μπλοκάρω
μπλοκάριζαν	=	μπλοκάρω
μπλοκάριζε	=	μπλοκάρω
μπλοκάριζες	=	μπλοκάρω
μπλοκάρισα	=	μπλοκάρω
μπλοκάρισαν	=	μπλοκάρω
μπλοκάρισε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρισες	=	μπλοκάρω
μπλοκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπλοκάρω
μπλοκάρομαι	=	μπλοκάρω
μπλοκάρομε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρονται	=	μπλοκάρω
μπλοκάρονταν	=	μπλοκάρω
μπλοκάροντας	=	μπλοκάρω
μπλοκάρουμε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρουν	=	μπλοκάρω
μπλοκάρουνε	=	μπλοκάρω
μπλοκάρω	verb	φράζω ή αποκλείω κάποιο χώρο, για να μην ξεφύγει κάποιος ή κάτι
μπλοκέρ	noun	αυτός που μπλοκάρει την μπάλα στο ποδόσφαιρο ή στο βόλεϊ
μπλοκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλοκάρισμα
μπλοκαρίσματος	noun	γενική ενικού του μπλοκάρισμα
μπλοκαρίσου	=	μπλοκάρω
μπλοκαρίστηκα	=	μπλοκάρω
μπλοκαρίστηκαν	=	μπλοκάρω
μπλοκαρίστηκε	=	μπλοκάρω
μπλοκαρίστηκες	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόμασταν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόμαστε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόμουν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόμουνα	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόντουσαν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόσασταν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόσαστε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόσουν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόσουνα	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζόταν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριζότανε	=	μπλοκάρω
μπλοκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπλοκάρισμα
μπλοκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλοκαρισμένο
μπλοκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπλοκαρισμένος
μπλοκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλοκαρισμένη
μπλοκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπλοκαρισμένος
μπλοκαρισμένης	verb	γενική ενικού του μπλοκαρισμένη
μπλοκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπλοκαρισμένος
μπλοκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπλοκαρισμένος
μπλοκαρισμένος	=	μπλοκάρω
μπλοκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπλοκαρισμένος
μπλοκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπλοκαρισμένος
μπλοκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπλοκαρισμένος
μπλοκαριστήκαμε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστήκαν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστήκανε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστήκατε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστεί	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστείς	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστείτε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστούμε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστούν	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστούνε	=	μπλοκάρω
μπλοκαριστώ	=	μπλοκάρω
μπλονζόν	noun	το πλονζόν
μπλου	adj	μπλε
μπλουζ	noun	είδος μουσικής, τραγουδιών που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα από τις αφροαμερικάνικες κοινότητες του νότου των Η.Π.Α. με χαρακτηριστικές αρμονικές συνδέσεις του είδους και ύφος μπαλάντας
μπλουζάκι	noun	φτηνή ή/και μικρή μπλούζα
μπλουζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλουζάκι
μπλουζίτσα	noun	φτηνή μπλούζα
μπλουζίτσας	=	μπλουζίτσα
μπλουζίτσες	=	μπλουζίτσα
μπλουζακιού	=	μπλουζάκι
μπλουζακιών	=	μπλουζάκι
μπλουζόν	noun	μπουφάν
μπλουζών	=	μπλούζα
μπλουτζίν	noun	παντελόνι από πολύ ανθεκτικό ύφασμα, με εμφανείς ραφές
μπλουτσουνιού	=	μπλουτσούνι
μπλουτσουνιών	=	μπλουτσούνι
μπλουτσούνι	noun	σιδερένιο εργαλείο που χρησιμοποιείται μαζί με το καδινάτσο για να κλειδώνει η πόρτα.
μπλουτσούνια	=	μπλουτσούνι
μπλοφάρισμα	noun	η πράξη του μπλοφάρω
μπλοφάρω	verb	χρησιμοποιώ μπλόφα
μπλοφαδόρε	=	μπλοφαδόρος
μπλοφαδόρο	=	μπλοφαδόρος
μπλοφαδόροι	=	μπλοφαδόρος
μπλοφαδόρος	noun	που μπλοφάρει
μπλοφαδόρου	=	μπλοφαδόρος
μπλοφαδόρους	=	μπλοφαδόρος
μπλοφαδόρων	=	μπλοφαδόρος
μπλοφαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλοφάρισμα
μπλοφαρίσματος	=	μπλοφάρισμα
μπλοφαρισμάτων	=	μπλοφάρισμα
μπλοφαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλοφαρισμένο
μπλοφαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπλοφαρισμένος
μπλοφαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλοφαρισμένη
μπλοφαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπλοφαρισμένος
μπλοφαρισμένης	verb	γενική ενικού του μπλοφαρισμένη
μπλοφαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπλοφαρισμένος
μπλοφαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπλοφαρισμένος
μπλοφαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπλοφαρισμένος
μπλοφαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπλοφαρισμένος
μπλοφαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπλοφαρισμένος
μπλοφατζή	=	μπλοφατζής
μπλοφατζήδες	=	μπλοφατζής
μπλοφατζήδων	=	μπλοφατζής
μπλοφατζής	noun	αυτός που μπλοφάρει
μπλοφατζού	noun	αυτή που μπλοφάρει
μπλοφατζούδες	=	μπλοφατζού
μπλοφατζούδων	=	μπλοφατζού
μπλοφατζούς	=	μπλοφατζού
μπλούζα	noun	υφασμάτινο ελαφρύ ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος
μπλούζας	noun	γενική ενικού του μπλούζα
μπλούζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλούζα
μπλούκους	noun	το εμπόδιο
μπλόγκερ	noun	ο χρήστης του ίντερνετ που έχει ανεβασμένο δικό του μπλογκ στο διαδίκτυο
μπλόγκι	noun	το ιστολόγιο
μπλόκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλόκο
μπλόκι	noun	συμπαγές κομμάτι οικοδομικού υλικού (με ποικίλη σύσταση)
μπλόκια	=	μπλόκι
μπλόκο	noun	το φράξιμο, ο αποκλεισμός
μπλόκος	=	μπλόκο
μπλόκου	noun	γενική ενικού του μπλόκο
μπλόκων	noun	γενική πληθυντικού του μπλόκο
μπλόφα	noun	χαρτοπαιχτικός όρος που δηλώνει την ενέργεια ενός παίχτη που προσποιείται ότι έχει καλύτερο φύλλο, προκειμένου να ξεγελάσει τους συμπαίκτες του και να τους νικήσει
μπλόφας	noun	γενική ενικού του μπλόφα
μπλόφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπλόφα
μποά	noun|dated	είδος εντυπωσιακού κασκόλ από γούνα ή φτερά που φοριούνταν από γυναίκες επ’ ώμων με εντυπωσιακό επίσημο ντύσιμο
μποέμ	noun	που ζει με τρόπο λιτό, αμέριμνο, αντισυμβατικό και σχεδόν άσωτο (χρησιμοποιείται συνήθως για καλλιτέχνες)
μποέμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποέμης
μποέμικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μποέμικος	adv	με μποέμικο τρόπο, σαν τους μποέμ
μποέμικε	adj	κλητική ενικού του μποέμικος
μποέμικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποέμικη
μποέμικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μποέμικος
μποέμικης	adj	γενική ενικού του μποέμικη
μποέμικο	adj	αιτιατική ενικού του μποέμικος
μποέμικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μποέμικος
μποέμικος	adj	σχετικός με τους μποέμ και τον τρόπο ζωής τους
μποέμικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μποέμικος
μποέμικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μποέμικος
μποέμικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μποέμικος
μποέμισσα	=	μποέμ
μποβαρισμέ	=	μποβαρισμός
μποβαρισμοί	=	μποβαρισμός
μποβαρισμού	=	μποβαρισμός
μποβαρισμούς	=	μποβαρισμός
μποβαρισμό	=	μποβαρισμός
μποβαρισμός	noun	έμμονη τάση φυγής στις ερωτικές φαντασιώσεις.
μποβαρισμών	=	μποβαρισμός
μπογάζι	noun	πορθμός
μπογάζια	=	μπογάζι
μπογαζιού	=	μπογάζι
μπογαζιών	=	μπογάζι
μπογαλάκι	noun	μικρός μπόγος
μπογαλάκια	=	μπογαλάκι
μπογαντέλα	noun|vulgar	ο πολύ μεγάλος μπόγος
μπογαντέλας	noun	γενική ενικού του μπογαντέλα
μπογαντέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογαντέλα
μπογιά	noun	το υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών (τοίχων, μεταλλικών ή ξύλινων αντικειμένων κ.λπ)· χρώμα
μπογιάντιζα	=	μπογιαντίζω
μπογιάντιζαν	=	μπογιαντίζω
μπογιάντιζε	=	μπογιαντίζω
μπογιάντιζες	=	μπογιαντίζω
μπογιάντισα	=	μπογιαντίζω
μπογιάντισαν	=	μπογιαντίζω
μπογιάντισε	=	μπογιαντίζω
μπογιάντισες	=	μπογιαντίζω
μπογιάντισμα	noun	το βάψιμο
μπογιάρε	=	μπογιάρος
μπογιάρο	=	μπογιάρος
μπογιάροι	=	μπογιάρος
μπογιάρος	noun|dated	άλλη μορφή του βογιάρος
μπογιάρου	=	μπογιάρος
μπογιάρους	=	μπογιάρος
μπογιάρων	=	μπογιάρος
μπογιάς	noun	γενική ενικού του μπογιά
μπογιάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογιά
μπογιαντίζαμε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζαν	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζανε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζατε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζει	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζεις	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζετε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζοντας	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζουμε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζουν	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζουνε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίζω	verb	βάφω
μπογιαντίσαμε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίσαν	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίσανε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίσατε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίσει	=	μπογιαντίζω
μπογιαντίσματα	=	μπογιάντισμα
μπογιαντίσματος	=	μπογιάντισμα
μπογιαντίστε	=	μπογιαντίζω
μπογιαντισμάτων	=	μπογιάντισμα
μπογιαντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογιαντισμένο
μπογιαντισμένε	verb	κλητική ενικού του μπογιαντισμένος
μπογιαντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογιαντισμένη
μπογιαντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπογιαντισμένος
μπογιαντισμένης	verb	γενική ενικού του μπογιαντισμένη
μπογιαντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπογιαντισμένος
μπογιαντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπογιαντισμένος
μπογιαντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπογιαντισμένος
μπογιαντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπογιαντισμένος
μπογιαντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπογιαντισμένος
μπογιατίζομαι	=	μπογιατίζω
μπογιατίζω	verb	άλλη μορφή του μπογιαντίζω
μπογιατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζω
μπογιατζή	=	μπογιατζής
μπογιατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογιατζής
μπογιατζήδων	=	μπογιατζής
μπογιατζής	noun	βαφέας· επαγγελματίας ή εργάτης που ασχολείται με τη βαφή κτηρίων, o ελαιοχρωματιστής
μπογιατζίδικα	=	μπογιατζίδικο
μπογιατζίδικο	noun	χρωματοπωλείο
μπογιατζίδικου	=	μπογιατζίδικο
μπογιατζίδικων	=	μπογιατζίδικο
μπογιατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογιατισμένο
μπογιατισμένε	verb	κλητική ενικού του μπογιατισμένος
μπογιατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπογιατισμένη
μπογιατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπογιατισμένος
μπογιατισμένης	verb	γενική ενικού του μπογιατισμένη
μπογιατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπογιατισμένος
μπογιατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπογιατισμένος
μπογιατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπογιατισμένος
μπογιατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπογιατισμένος
μπογιατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπογιατισμένος
μπογιατιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιατιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπογιατίζομαι
μπογιού	=	μπόι
μπογιών	=	μπογιά
μποδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόδεμα
μποδέματος	noun	γενική ενικού του μπόδεμα
μποδίζαμε	=	μποδίζω
μποδίζαν	=	μποδίζω
μποδίζανε	=	μποδίζω
μποδίζατε	=	μποδίζω
μποδίζει	=	μποδίζω
μποδίζεις	=	μποδίζω
μποδίζεσαι	=	μποδίζω
μποδίζεστε	=	μποδίζω
μποδίζεται	=	μποδίζω
μποδίζετε	=	μποδίζω
μποδίζομαι	=	μποδίζω
μποδίζομε	=	μποδίζω
μποδίζονται	=	μποδίζω
μποδίζονταν	=	μποδίζω
μποδίζοντας	=	μποδίζω
μποδίζουμε	=	μποδίζω
μποδίζουν	=	μποδίζω
μποδίζουνε	=	μποδίζω
μποδίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του εμποδίζω
μποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσαν	=	μποδίζω
μποδίσανε	=	μποδίζω
μποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσματα	=	μπόδισμα
μποδίσματος	=	μπόδισμα
μποδίσομε	=	μποδίζω
μποδίσου	=	μποδίζω
μποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίσουνε	=	μποδίζω
μποδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδίστηκα	=	μποδίζω
μποδίστηκαν	=	μποδίζω
μποδίστηκε	=	μποδίζω
μποδίστηκες	=	μποδίζω
μποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μποδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπόδεμα
μποδιζόμασταν	=	μποδίζω
μποδιζόμαστε	=	μποδίζω
μποδιζόμουν	=	μποδίζω
μποδιζόμουνα	=	μποδίζω
μποδιζόντουσαν	=	μποδίζω
μποδιζόσασταν	=	μποδίζω
μποδιζόσαστε	=	μποδίζω
μποδιζόσουν	=	μποδίζω
μποδιζόσουνα	=	μποδίζω
μποδιζόταν	=	μποδίζω
μποδιζότανε	=	μποδίζω
μποδισμάτων	=	μπόδισμα
μποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποδισμένο
μποδισμένε	verb	κλητική ενικού του μποδισμένος
μποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποδισμένη
μποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μποδισμένος
μποδισμένης	verb	γενική ενικού του μποδισμένη
μποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μποδισμένος
μποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μποδισμένος
μποδισμένος	=	μποδίζω
μποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μποδισμένος
μποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μποδισμένος
μποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μποδισμένος
μποδιστήκαμε	=	μποδίζω
μποδιστήκαν	=	μποδίζω
μποδιστήκανε	=	μποδίζω
μποδιστήκατε	=	μποδίζω
μποδιστεί	=	μποδίζω
μποδιστείς	=	μποδίζω
μποδιστείτε	=	μποδίζω
μποδιστούμε	=	μποδίζω
μποδιστούν	=	μποδίζω
μποδιστούνε	=	μποδίζω
μποδιστώ	=	μποδίζω
μποεμισμέ	=	μποεμισμός
μποεμισμοί	=	μποεμισμός
μποεμισμού	=	μποεμισμός
μποεμισμούς	=	μποεμισμός
μποεμισμό	=	μποεμισμός
μποεμισμός	noun	ο τρόπος ζωής, η συμπεριφορά και η νοοτροπία των μποέμ
μποεμισμών	=	μποεμισμός
μποζά	=	μποζάς
μποζάδες	=	μποζάς
μποζάδων	=	μποζάς
μποζάς	noun	παραδοσιακό, ελαφρώς αλκοολούχο ποτό, με βάση το κεχρί
μποζονίου	=	μποζόνιο
μποζονίων	=	μποζόνιο
μποζόνια	=	μποζόνιο
μποζόνιο	noun	στοιχειώδες ή σύνθετο σωματίδιο με ακέραιο ή μηδενικό σπιν
μποζόνιου	=	μποζόνιο
μπολ	noun	ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο σκεύος, σχετικά μικρό, για σερβίρισμα
μπολάκι	noun	μικρό μπολ
μπολάκια	=	μπολάκι
μπολερό	noun	κοντό γυναικείο ρούχο με μανίκια που καλύπτει τους ώμους, την πλάτη και μικρό μέρος του θώρακα μπροστά
μπολεύω	verb	τριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
μπολιάζαμε	=	μπολιάζω
μπολιάζαν	=	μπολιάζω
μπολιάζανε	=	μπολιάζω
μπολιάζατε	=	μπολιάζω
μπολιάζει	=	μπολιάζω
μπολιάζεις	=	μπολιάζω
μπολιάζεσαι	=	μπολιάζω
μπολιάζεστε	=	μπολιάζω
μπολιάζεται	=	μπολιάζω
μπολιάζετε	=	μπολιάζω
μπολιάζομαι	=	μπολιάζω
μπολιάζονται	=	μπολιάζω
μπολιάζονταν	=	μπολιάζω
μπολιάζοντας	=	μπολιάζω
μπολιάζουμε	=	μπολιάζω
μπολιάζουν	=	μπολιάζω
μπολιάζουνε	=	μπολιάζω
μπολιάζω	verb	εισάγω σε φυτό ενδόφθαλμο κλαδί (μάτι) άλλου φυτού (μπόλι) για να το ενισχύσω ή ν' αλλάξω καλλιέργεια
μπολιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάσαν	=	μπολιάζω
μπολιάσανε	=	μπολιάζω
μπολιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόλιασμα
μπολιάσματος	noun	γενική ενικού του μπόλιασμα
μπολιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπολιαζόμασταν	=	μπολιάζω
μπολιαζόμαστε	=	μπολιάζω
μπολιαζόμουν	=	μπολιάζω
μπολιαζόμουνα	=	μπολιάζω
μπολιαζόντουσαν	=	μπολιάζω
μπολιαζόσασταν	=	μπολιάζω
μπολιαζόσαστε	=	μπολιάζω
μπολιαζόσουν	=	μπολιάζω
μπολιαζόσουνα	=	μπολιάζω
μπολιαζόταν	=	μπολιάζω
μπολιαζότανε	=	μπολιάζω
μπολιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπόλιασμα
μπολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπολιασμένο
μπολιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπολιασμένος
μπολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπολιασμένη
μπολιασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπολιασμένος
μπολιασμένης	verb	γενική ενικού του μπολιασμένη
μπολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπολιασμένος
μπολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπολιασμένος
μπολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπολιάζω
μπολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπολιασμένος
μπολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπολιασμένος
μπολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπολιασμένος
μπολιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστήκαν	=	μπολιάζω
μπολιαστήκανε	=	μπολιάζω
μπολιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπολιάζομαι
μπολιβιάνο	noun	το νόμισμα της Βολιβίας
μπολικαίνω	verb|rare	κάνω κάτι μπόλικο, άφθονο
μπολιού	=	μπόλι
μπολιών	=	μπόλι
μπολκάκι	noun	κοντή ζακέτα της Στερεάς Ελλάδας και της Ηπείρου, ενώ υπάρχουν αναφορές χρήσης του ενδύματος ακόμα και στην Ανατολική Τουρκία
μπολκάκια	=	μπολκάκι
μπολονέζ	noun	ιταλική σάλτσα από κιμά και ντομάτα
μπολσεβίκα	noun	θηλυκό του μπολσεβίκος
μπολσεβίκας	=	μπολσεβίκα
μπολσεβίκε	noun	κλητική ενικού του μπολσεβίκος
μπολσεβίκες	=	μπολσεβίκα
μπολσεβίκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβίκικο
μπολσεβίκικε	adj	κλητική ενικού του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβίκικη
μπολσεβίκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκικης	adj	γενική ενικού του μπολσεβίκικη
μπολσεβίκικο	adj	αιτιατική ενικού του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκικος	=	μπολσεβικικός
μπολσεβίκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπολσεβίκικος
μπολσεβίκο	noun	αιτιατική ενικού του μπολσεβίκος
μπολσεβίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβίκος
μπολσεβίκος	noun	οπαδός του μπολσεβικισμού, αυτός που ανήκει στην πτέρυγα της πλειοψηφίας του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που διασπάστηκε το 1903
μπολσεβίκου	noun	γενική ενικού του μπολσεβίκος
μπολσεβίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπολσεβίκος
μπολσεβίκων	noun	γενική πληθυντικού του μπολσεβίκος
μπολσεβικικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβικικό
μπολσεβικικέ	adj	κλητική ενικού του μπολσεβικικός
μπολσεβικικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβικική
μπολσεβικική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπολσεβικικός
μπολσεβικικής	adj	γενική ενικού του μπολσεβικική
μπολσεβικικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβικικός
μπολσεβικικού	adj	γενική ενικού του μπολσεβικικός
μπολσεβικικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπολσεβικικός
μπολσεβικικό	adj	αιτιατική ενικού του μπολσεβικικός
μπολσεβικικός	adj	σχετικός με τους μπολσεβίκους ή τον μπολσεβικισμό
μπολσεβικικών	adj	γενική πληθυντικού του μπολσεβικικός
μπολσεβικισμέ	noun	κλητική ενικού του μπολσεβικισμός
μπολσεβικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπολσεβικισμός
μπολσεβικισμού	noun	γενική ενικού του μπολσεβικισμός
μπολσεβικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπολσεβικισμός
μπολσεβικισμό	noun	αιτιατική ενικού του μπολσεβικισμός
μπολσεβικισμός	noun	η ιδεολογία των μπολσεβίκων και η πολιτική πρακτική του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ μετά την Ρωσική Επανάσταση
μπολσεβικισμών	noun	γενική πληθυντικού του μπολσεβικισμός
μπολσεβικών	=	μπολσεβίκα
μπομπάκι	noun	βαρελότο, κροτίδα, δυναμιτάκι
μπομπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπομπάκι
μπομπάρδα	noun	λιθοβόλο κανόνι της μεσαιωνικής εποχής που πετούσε βλήματα στα τείχη πολιουρκούμενης πόλης με σκοπό να προκαλέσει ρήγματα
μπομπάρδας	noun	γενική ενικού του μπομπάρδα
μπομπάρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπομπάρδα
μπομπίνα	noun	το καρούλι
μπομπίνας	noun	γενική ενικού του μπομπίνα
μπομπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπομπίνα
μπομπινόφωνα	=	μπομπινόφωνο
μπομπινόφωνο	noun	μηχάνημα που διαβάζει (την) και γράφει σε μαγνητική ταινία τυλιγμένη σε δύο γυμνά καρούλια
μπομπινόφωνου	=	μπομπινόφωνο
μπομπινόφωνων	=	μπομπινόφωνο
μπομπινών	noun	γενική πληθυντικού του μπομπίνα
μπομπολαίοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπομπολαίος
μπομπονιέρα	noun	αναμνηστικό που δίνεται στους καλεσμένους από ένα ζευγάρι (στο γάμο του) ή από τους γονείς (σε βαφτίσια)
μπομπονιέρας	noun	γενική ενικού του μπομπονιέρα
μπομπονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπομπονιέρα
μπομποτάλευρα	=	μπομποτάλευρο
μπομποτάλευρο	noun	καλαμποκάλευρο
μπομποτάλευρου	=	μπομποτάλευρο
μπομποτάλευρων	=	μπομποτάλευρο
μπομποτσιλιά	noun	το δέντρο μελικουκιά
μπομποτσιλιάς	=	μπομποτσιλιά
μπομποτσιλιές	=	μπομποτσιλιά
μπομποτσιλιών	=	μπομποτσιλιά
μπομπόνι	noun|rare	το ζαχαρωτό, το κουφέτο
μπομπότα	noun	ψωμί που παρασκευάζεται από καλαμποκάλευρο
μπομπότας	noun	γενική ενικού του μπομπότα
μπομπότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπομπότα
μπομπότσιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπομπότσιλο
μπομπότσιλο	noun	ο καρπός της μπομποτσιλιάς
μπομπότσιλου	noun	γενική ενικού του μπομπότσιλο
μπομπότσιλων	noun	γενική πληθυντικού του μπομπότσιλο
μπομπών	=	μπόμπα
μπονάτσα	noun	ο καλός καιρός στη θάλασσα και ειδικότερα η ανυπαρξία ανέμου, η γαλήνη
μπονάτσας	=	μπονάτσα
μπονάτσες	=	μπονάτσα
μποναμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μποναμάς
μποναμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποναμάς
μποναμάδων	noun	γενική πληθυντικού του μποναμάς
μποναμάς	noun	το πρωτοχρονιάτικο δώρο
μπονατσάρει	=	μπουνατσάρει
μπονγκ	noun	νερόπιπα που χρησιμοποιείται για το φιλτράρισμα του καπνού
μπονζάι	noun	μπονσάι
μπονσάι	noun	δέντρο νάνος, που καλλιεργείται σε γλάστρα.
μποντέκα	noun	θηλυκό βουβάλι νεαρής ηλικίας
μποντιμπιλντερά	=	μποντιμπιλντεράς
μποντιμπιλντεράδες	=	μποντιμπιλντεράς
μποντιμπιλντεράδων	=	μποντιμπιλντεράς
μποντιμπιλντεράς	noun	αυτός που συντηρεί υπερτροφικούς μύες
μπονόρα	adv	νωρίς το πρωί
μποξ	noun	η πυγμαχία
μποξά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μποξάς
μποξάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποξάς
μποξάδων	noun	γενική πληθυντικού του μποξάς
μποξάς	noun|dated	σάλι
μποξέρ	noun	συνώνυμο του πυγμάχος
μποξεράκι	noun	μικρό ανδρικό εσώρουχο
μποξεράκια	=	μποξεράκι
μπορ	noun	ο γύρος του καπέλου, το κυκλικό τμήμα του που προεξέχει ολόγυρα και δημιουργεί σκιά
μπορέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσαν	=	μπορώ
μπορέσανε	=	μπορώ
μπορέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσουνε	=	μπορώ
μπορέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπορίου	=	μπόριο
μπορδέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορδέλο
μπορδέλο	noun	μπουρδέλο
μπορδέλου	noun	γενική ενικού του μπορδέλο
μπορδέλων	noun	γενική πληθυντικού του μπορδέλο
μπορεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ
μπορείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ
μπορείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ
μπορετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορετό
μπορετέ	adj	κλητική ενικού του μπορετός
μπορετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορετή
μπορετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπορετός
μπορετής	adj	γενική ενικού του μπορετή
μπορετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπορετός
μπορετού	adj	γενική ενικού του μπορετός
μπορετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπορετός
μπορετό	adj	αιτιατική ενικού του μπορετός
μπορετός	adj	αυτός που είναι δυνατόν να γίνει, που υπάρχει η δυνατότητα να υλοποιηθεί, υλοποιήσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος
μπορετών	adj	γενική πληθυντικού του μπορετός
μπορμποτσιλιά	noun	το δέντρο μελικουκιά
μπορμποτσιλιάς	=	μπορμποτσιλιά
μπορμποτσιλιές	=	μπορμποτσιλιά
μπορμποτσιλιών	=	μπορμποτσιλιά
μπορμπότσιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορμπότσιλο
μπορμπότσιλο	noun	ο καρπός της μπορμποτσιλιάς
μπορμπότσιλου	noun	γενική ενικού του μπορμπότσιλο
μπορμπότσιλων	noun	γενική πληθυντικού του μπορμπότσιλο
μπορντέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορντέλο
μπορντέλλο	=	μπουρδέλο
μπορντέλο	noun	άλλη μορφή του μπουρδέλο
μπορντέλου	noun	γενική ενικού του μπορντέλο
μπορντέλων	noun	γενική πληθυντικού του μπορντέλο
μπορντελιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπορντελιάρης
μπορντελιάρας	adj	γενική ενικού του μπορντελιάρα
μπορντελιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορντελιάρα
μπορντελιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπορντελιάρης
μπορντελιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορντελιάρης
μπορντελιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μπορντελιάρης
μπορντελιάρης	noun	μπουρδελιάρης
μπορντελιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορντελιάρικο
μπορντελιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπορντελιάρης
μπορντελιάρικου	adj	γενική ενικού του μπορντελιάρικο
μπορντελιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μπορντελιάρικο
μπορντοροδοκόκκινα	=	μπορντοροδοκόκκινο
μπορντοροδοκόκκινο	noun	βαθύ κόκκινο / μπορντώ χρώμα
μπορντοροδοκόκκινου	=	μπορντοροδοκόκκινο
μπορντοροδοκόκκινων	=	μπορντοροδοκόκκινο
μπορντουροψάλιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορντουροψάλιδο
μπορντουροψάλιδο	noun	μηχάνημα για τον κήπο με το οποίο γίνεται κλάδεμα των φραχτών, ειδικά για να διατηρήσουν ορισμένο σχήμα
μπορντουροψάλιδου	noun	γενική ενικού του μπορντουροψάλιδο
μπορντουροψάλιδων	noun	γενική πληθυντικού του μπορντουροψάλιδο
μπορντούρας	noun	γενική ενικού του μπορντούρα
μπορντούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπορντούρα
μπορντό	noun	σκούρα απόχρωση του κόκκινου προς το βυσσινί	adj	που έχει χρώμα σκούρο κόκκινο προς βυσσινί
μπορούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ
μπορούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ
μπορούνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του μπορώ
μπορούσα	=	μπορώ
μπορούσαμε	=	μπορώ
μπορούσαν	=	μπορώ
μπορούσανε	=	μπορώ
μπορούσατε	=	μπορώ
μπορούσε	=	μπορώ
μπορούσες	=	μπορώ
μπορς	noun	είδος σούπας λαχανικών συνήθως με παντζάρια
μπορόλα	=	μπορόλας
μπορόλας	noun	που πιστεύει πως μπορεί να κάνει τα πάντα και συμπεριφέρεται με ανάλογο τρόπο
μπορόλες	=	μπορόλας
μπορόλων	=	μπορόλας
μπορώ	verb	έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι
μπορώντας	=	μπορώ
μποσικάδα	noun|vulgar	το να είναι κάποιος ή κάτι μπόσικο(ς)
μποσικάδας	=	μποσικάδα
μποσικάδες	=	μποσικάδα
μποσικάδων	=	μποσικάδα
μποσικάρω	verb|vulgar	κάνω κάτι μπόσικο, χαλαρώνω
μποσκάρω	verb|vulgar	άλλη μορφή του μποσικάρω
μποσκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποσκαρισμένο
μποσκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μποσκαρισμένος
μποσκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποσκαρισμένη
μποσκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μποσκαρισμένος
μποσκαρισμένης	verb	γενική ενικού του μποσκαρισμένη
μποσκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μποσκαρισμένος
μποσκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μποσκαρισμένος
μποσκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μποσκαρισμένος
μποσκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μποσκαρισμένος
μποσκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μποσκαρισμένος
μποστάνι	noun	ο λαχανόκηπος, ειδικότερα φυτεία καρπουζιών ή πεπονιών
μποστάνια	=	μποστάνι
μποστανάκι	noun	μικρό μποστάνι
μποστανάκια	=	μποστανάκι
μποστανακιού	=	μποστανάκι
μποστανακιών	=	μποστανάκι
μποστανιού	=	μποστάνι
μποστανιών	=	μποστάνι
μποσταντζή	=	μποσταντζής
μποσταντζήδες	=	μποσταντζής
μποσταντζήδων	=	μποσταντζής
μποσταντζής	noun	αυτός που καλλιεργεί μποστάνι
μποτ	noun	πρόγραμμα που κάνει μαζικές αλλαγές σε μια βάση δεδομένων
μποτάκι	noun	υποκοριστικό του μποτ
μποτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτάκι
μποτάραμε	=	μποτάρω
μποτάραν	=	μποτάρω
μποτάρανε	=	μποτάρω
μποτάρατε	=	μποτάρω
μποτάρει	=	μποτάρω
μποτάρεις	=	μποτάρω
μποτάρετε	=	μποτάρω
μποτάρισα	=	μποτάρω
μποτάρισαν	=	μποτάρω
μποτάρισε	=	μποτάρω
μποτάρισες	=	μποτάρω
μποτάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μποτάρω
μποτάρομαι	verb|informal	παθητική φωνή του ρήματος μποτάρω
μποτάροντας	=	μποτάρω
μποτάρουμε	=	μποτάρω
μποτάρουν	=	μποτάρω
μποτάρουνε	=	μποτάρω
μποτάρω	verb|informal	χρησιμοποιώ πρόγραμμα μποταρίσματος (μποτ) που εκτελεί ενέργιες αυτόματα
μποτέ	noun	ενέργειες καλλωπισμού και χαλάρωσης
μποτίλια	noun	γυάλινο μπουκάλι, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα υγρά
μποτίλιας	noun	γενική ενικού του μποτίλια
μποτίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτίλια
μποτίνι	noun	είδος (χαμηλής) μπότας
μποτίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτίνι
μποταρίσαμε	=	μποτάρω
μποταρίσαν	=	μποτάρω
μποταρίσανε	=	μποτάρω
μποταρίσατε	=	μποτάρω
μποταρίσει	=	μποτάρω
μποταρίσματος	=	μποτάρισμα
μποταρίστε	=	μποτάρω
μποτζάρω	verb	κουνιέμαι δεξιά - αριστερά, διατοιχίζομαι
μποτιλιάρισμα	noun|figurative	συσσώρευση οχημάτων τέτοια, που σταματά ή επιβραδύνει υπερβολικά την κυκλοφορία
μποτιλιάρω	verb	εμφιαλώνω
μποτιλιαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτιλιάρισμα
μποτιλιαρίσματος	noun	γενική ενικού του μποτιλιάρισμα
μποτιλιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μποτιλιάρισμα
μποτιλιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτιλιαρισμένο
μποτιλιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτιλιαρισμένη
μποτιλιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιαρισμένης	verb	γενική ενικού του μποτιλιαρισμένη
μποτιλιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μποτιλιαρισμένος
μποτιλιών	noun	γενική πληθυντικού του μποτίλια
μποτινιού	=	μποτίνι
μποτινιών	=	μποτίνι
μποτσάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μποτσάρω
μποτσάρω	verb	στερεώνω, ακινητοποιώ κάτι σε σταθερό σημείο, με τάκους ή μπότσους
μποτσέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτσέλο
μποτσέλο	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται στη στερέωση αντικειμένων στα πλοία και βαρέα οχήματα , μικρός μπότσος
μποτσέλου	noun	γενική ενικού του μποτσέλο
μποτσέλων	noun	γενική πληθυντικού του μποτσέλο
μποτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποτσάρισμα
μποτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του μποτσάρισμα
μποτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μποτσάρισμα
μποτσονιού	=	μποτσόνι
μποτσονιών	=	μποτσόνι
μποτσουανά	=	μποτσουανός
μποτσουανέ	=	μποτσουανός
μποτσουανές	=	μποτσουανός
μποτσουανή	=	μποτσουανός
μποτσουανής	=	μποτσουανός
μποτσουανοί	=	μποτσουανός
μποτσουανού	=	μποτσουανός
μποτσουανούς	=	μποτσουανός
μποτσουανό	=	μποτσουανός
μποτσουανός	adj	ο σχετικός με τη Μποτσουάνα ή τους Μποτσουανούς
μποτσουανών	=	μποτσουανός
μποτσόνι	noun	μπουκάλι (για νερό, κρασί κ.ά.)
μποτσόνια	=	μποτσόνι
μποτών	=	μπότα
μπουά	noun|dated	άλλη μορφή του μποά
μπουάτ	noun	κέντρο διασκέδασης με ζωντανή μουσική ολιγομελούς σχήματος
μπουγά	=	μπουγάς
μπουγάδα	noun	το πλύσιμο των ρούχων
μπουγάδας	=	μπουγάδα
μπουγάδες	=	μπουγάδα
μπουγάδιαζα	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιαζαν	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιαζε	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιαζες	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιασα	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιασαν	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιασε	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιασες	=	μπουγαδιάζω
μπουγάδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπουγαδιάζω
μπουγάδων	=	μπουγάδα
μπουγάζι	noun	πορθμός
μπουγάζια	=	μπουγάζι
μπουγάς	noun	ο επιβήτορας ταύρος
μπουγάτσα	noun	πίτα με κρέμα (γλυκιά) ή τυρί (αλμυρή)
μπουγάτσας	noun	γενική ενικού του μπουγάτσα
μπουγάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγάτσα
μπουγέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγέλο
μπουγέλο	noun	ο κουβάς
μπουγέλου	noun	γενική ενικού του μπουγέλο
μπουγέλωμα	noun	το να ρίχνει κάποιος νερό σε άλλο άτομο με σκοπό να τον κάνει μούσκεμα
μπουγέλων	noun	γενική πληθυντικού του μπουγέλο
μπουγέλωνα	=	μπουγελώνω
μπουγέλωναν	=	μπουγελώνω
μπουγέλωνε	=	μπουγελώνω
μπουγέλωνες	=	μπουγελώνω
μπουγέλωσα	=	μπουγελώνω
μπουγέλωσαν	=	μπουγελώνω
μπουγέλωσε	=	μπουγελώνω
μπουγέλωσες	=	μπουγελώνω
μπουγαδάκι	noun	υποκοριστικό του μπουγάδα
μπουγαδάκια	=	μπουγαδάκι
μπουγαδίτσα	noun	υποκοριστικό του μπουγάδα
μπουγαδίτσας	=	μπουγαδίτσα
μπουγαδίτσες	=	μπουγαδίτσα
μπουγαδιάζαμε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζαν	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζανε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζατε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζει	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζεις	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζετε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζοντας	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζουμε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζουν	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζουνε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάζω	verb	κάνω μπουγάδα
μπουγαδιάσαμε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάσαν	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάσανε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάσατε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάσει	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγάδιασμα
μπουγαδιάσματος	noun	γενική ενικού του μπουγάδιασμα
μπουγαδιάστε	=	μπουγαδιάζω
μπουγαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουγάδιασμα
μπουγαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγαδιασμένο
μπουγαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπουγαδιασμένος
μπουγαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγαδιασμένη
μπουγαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουγαδιασμένος
μπουγαδιασμένης	verb	γενική ενικού του μπουγαδιασμένη
μπουγαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουγαδιασμένος
μπουγαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουγαδιασμένος
μπουγαδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπουγαδιάζω
μπουγαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουγαδιασμένος
μπουγαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουγαδιασμένος
μπουγαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουγαδιασμένος
μπουγαδοκαβγά	=	μπουγαδοκαβγάς
μπουγαδοκαβγάδες	=	μπουγαδοκαβγάς
μπουγαδοκαβγάδων	=	μπουγαδοκαβγάς
μπουγαδοκαβγάς	noun	καβγάς που γίνεται με αφορμή μια μπουγάδα
μπουγαδοκλέφτες	=	μπουγαδοκλέφτης
μπουγαδοκλέφτη	=	μπουγαδοκλέφτης
μπουγαδοκλέφτης	noun	κλέφτης μπουγάδας
μπουγαδοκλέφτρα	noun|vulgar	κοπέλα που κλέβει ρούχα από απλωμένες μπουγάδες
μπουγαδοκλέφτρας	noun	γενική ενικού του μπουγαδοκλέφτρα
μπουγαδοκλέφτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγαδοκλέφτρα
μπουγαδοκλεφτρών	noun	γενική πληθυντικού του μπουγαδοκλέφτρα
μπουγαδοκλεφτών	=	μπουγαδοκλέφτης
μπουγαδοκόφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγαδοκόφινο
μπουγαδοκόφινο	noun	κοφίνι όπου συγκεντρώνονται τα ρούχα για πλύσιμο ή για άπλωμα και στέγνωμα
μπουγαδοκόφινου	noun	γενική ενικού του μπουγαδοκόφινο
μπουγαδοκόφινων	noun	γενική πληθυντικού του μπουγαδοκόφινο
μπουγαδοπάνερα	=	μπουγαδοπάνερο
μπουγαδοπάνερο	noun	πανέρι για να τοποθετούμε τη μπουγάδα
μπουγαδοπάνερου	=	μπουγαδοπάνερο
μπουγαδοπάνερων	=	μπουγαδοπάνερο
μπουγαδόνερα	=	μπουγαδόνερο
μπουγαδόνερο	noun	νερό μπουγάδας
μπουγαδόνερου	=	μπουγαδόνερο
μπουγαδόνερων	=	μπουγαδόνερο
μπουγαδόπανα	=	μπουγαδόπανο
μπουγαδόπανο	noun	πανί που χρησιμοποιείται σε μπουγάδα
μπουγαδόπανου	=	μπουγαδόπανο
μπουγαδόπανων	=	μπουγαδόπανο
μπουγαζιού	=	μπουγάζι
μπουγαζιών	=	μπουγάζι
μπουγαρίνι	noun	είδος γιασεμιού (Jasminum sambac), το λουλούδι της μπουγαρινιάς με το οποίο παρασκευάζεται, συνήθως, το τσάι γιασεμί
μπουγαρίνια	=	μπουγαρίνι
μπουγαρινιά	noun	είδος ίασμου / γιασεμιού
μπουγαρινιάς	noun	γενική ενικού του μπουγαρινιά
μπουγαρινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγαρινιά
μπουγαρινιού	=	μπουγαρίνι
μπουγαρινιών	=	μπουγαρινιά
μπουγατσάδικα	=	μπουγατσάδικο
μπουγατσάδικο	noun	κατάστημα που παρασκευάζει και πουλάει κυρίως μπουγάτσες
μπουγατσάδικου	=	μπουγατσάδικο
μπουγατσάδικων	=	μπουγατσάδικο
μπουγατσάκι	noun	μικρή μπουγάτσα
μπουγατσάκια	=	μπουγατσάκι
μπουγατσατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγατσατζίδικο
μπουγατσατζίδικο	noun	μαγαζί όπου παρασκευάζονται και πωλούνται μπουγάτσες
μπουγατσατζίδικου	noun	γενική ενικού του μπουγατσατζίδικο
μπουγατσατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του μπουγατσατζίδικο
μπουγατσοτυροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του μπουγατσοτυρόπιτα
μπουγατσοτυρόπιτα	noun	μπουγάτσα με γέμιση τυριού, τυρόπιτα με φύλλο μπουγάτσας
μπουγατσοτυρόπιτας	noun	γενική ενικού του μπουγατσοτυρόπιτα
μπουγατσοτυρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγατσοτυρόπιτα
μπουγελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουγέλωμα
μπουγελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγέλωμα
μπουγελώματος	noun	γενική ενικού του μπουγέλωμα
μπουγελώναμε	=	μπουγελώνω
μπουγελώναν	=	μπουγελώνω
μπουγελώνανε	=	μπουγελώνω
μπουγελώνατε	=	μπουγελώνω
μπουγελώνει	=	μπουγελώνω
μπουγελώνεις	=	μπουγελώνω
μπουγελώνετε	=	μπουγελώνω
μπουγελώνοντας	=	μπουγελώνω
μπουγελώνουμε	=	μπουγελώνω
μπουγελώνουν	=	μπουγελώνω
μπουγελώνουνε	=	μπουγελώνω
μπουγελώνω	verb	ρίχνω νερό σε άλλο άτομο με σκοπό να τον κάνω μούσκεμα
μπουγελώσαμε	=	μπουγελώνω
μπουγελώσαν	=	μπουγελώνω
μπουγελώσανε	=	μπουγελώνω
μπουγελώσατε	=	μπουγελώνω
μπουγελώσει	=	μπουγελώνω
μπουγελώστε	=	μπουγελώνω
μπουγιαμπέσα	noun	είδος μαρσεγιέζικης σούπας παρόμοιας με την κακκαβιά
μπουγιαμπέσας	noun	γενική ενικού του μπουγιαμπέσα
μπουγιαμπέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγιαμπέσα
μπουγιοτών	=	μπουγιότα
μπουγιουρντί	noun|informal	έγγραφο κάποιας αρχής που φέρνει δυσάρεστες ειδήσεις ή διαταγές, ιδίως για υποχρεωτικές πληρωμές
μπουγιουρντιά	=	μπουγιουρντί
μπουγιουρντιού	=	μπουγιουρντί
μπουγιουρντιών	=	μπουγιουρντί
μπουγιόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγιόζικο
μπουγιόζικε	adj	κλητική ενικού του μπουγιόζικος
μπουγιόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουγιόζικη
μπουγιόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουγιόζικος
μπουγιόζικης	adj	γενική ενικού του μπουγιόζικη
μπουγιόζικο	adj	αιτιατική ενικού του μπουγιόζικος
μπουγιόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουγιόζικος
μπουγιόζικος	adj	πληθωρικός και φασαριόζος
μπουγιόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουγιόζικος
μπουγιόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπουγιόζικος
μπουγιόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουγιόζικος
μπουγιότα	noun	η θερμοφόρα
μπουγιότας	=	μπουγιότα
μπουγιότες	=	μπουγιότα
μπουζ	adv	άλλη μορφή του μπούζι
μπουζάκι	noun	το γουρουνόπουλο
μπουζάκο	adv	η χοντρή γυναίκα που από το βάρος είναι δυσκίνητη
μπουζί	noun	εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που παράγει το σπινθήρα, ώστε να γίνει η ανάφλεξη του καυσίμου μέσα στον κύλινδρο
μπουζιά	=	μπουζί
μπουζιέρα	noun|dated	ψυγείο
μπουζιέρας	=	μπουζιέρα
μπουζιέρες	=	μπουζιέρα
μπουζιού	=	μπουζί
μπουζιών	=	μπουζί
μπουζοκαλώδια	noun	τα καλώδια υψηλής τάσης μηχανής εσωτερικής καύσης, που συνδέουν τον κεντρικό ακροδέκτη του πολλαπλασιαστή με τον κεντρικό ακροδέκτη του διανομέα (ντιστριμπυτέρ) και τους περιμετρικούς ακροδέκτες που βρίσκονται στο καπάκι με τους αναφλεκτήρες (μπουζί)
μπουζουκάκι	noun	το μπουζούκι
μπουζουκάκια	=	μπουζουκάκι
μπουζουκίστα	=	μπουζουκίστας
μπουζουκίστας	noun	μπουζουκτσής, ο παίκτης του μπουζουκιού
μπουζουκίστες	=	μπουζουκίστας
μπουζουκιού	=	μπουζούκι
μπουζουκιστών	=	μπουζουκίστας
μπουζουκιών	=	μπουζούκι
μπουζουκλερί	noun|slang	το (παρακμιακό) μπουζουξίδικο
μπουζουκοκέφαλε	=	μπουζουκοκέφαλος
μπουζουκοκέφαλο	=	μπουζουκοκέφαλος
μπουζουκοκέφαλοι	=	μπουζουκοκέφαλος
μπουζουκοκέφαλος	noun	ο ανόητος
μπουζουκοκέφαλου	=	μπουζουκοκέφαλος
μπουζουκοκέφαλους	=	μπουζουκοκέφαλος
μπουζουκοκέφαλων	=	μπουζουκοκέφαλος
μπουζουκοτράγουδα	=	μπουζουκοτράγουδο
μπουζουκοτράγουδο	noun	τραγούδι στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το μπουζούκι
μπουζουκοτράγουδου	=	μπουζουκοτράγουδο
μπουζουκοτράγουδων	=	μπουζουκοτράγουδο
μπουζουκτσή	=	μπουζουκτσής
μπουζουκτσήδες	=	μπουζουκτσής
μπουζουκτσήδων	=	μπουζουκτσής
μπουζουκτσής	noun	ο οργανοπαίκτης που παίζει μπουζούκι
μπουζουνάρα	noun	τσέπη
μπουζουνάρας	=	μπουζουνάρα
μπουζουνάρες	=	μπουζουνάρα
μπουζουξή	=	μπουζουξής
μπουζουξήδες	=	μπουζουξής
μπουζουξήδων	=	μπουζουξής
μπουζουξής	noun	άλλη γραφή του μπουζουκτσής
μπουζουξίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουζουξίδικο
μπουζουξίδικο	noun	κατάστημα στο χώρο της διασκέδασης που έχει ορχήστρα με μπουζούκι(α)
μπουζουξίδικου	noun	γενική ενικού του μπουζουξίδικο
μπουζουξίδικων	noun	γενική πληθυντικού του μπουζουξίδικο
μπουζουριάζαμε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζαν	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζανε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζατε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζει	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζεις	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζετε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζοντας	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζουμε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζουν	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζουνε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάζω	verb|slang	συλλαμβάνω κάποιον και τον οδηγώ στη φυλακή
μπουζουριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσαν	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάσανε	=	μπουζουριάζω
μπουζουριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζουριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζού	noun|vulgar	η φυλακή
μπουζούκι	noun	έγχορδο μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές
μπουζούκια	noun	το μπουζουξίδικο
μπουζούριαζα	=	μπουζουριάζω
μπουζούριαζαν	=	μπουζουριάζω
μπουζούριαζε	=	μπουζουριάζω
μπουζούριαζες	=	μπουζουριάζω
μπουζούριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζούριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζούριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζούριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουζουριάζω
μπουζόκλειδα	=	μπουζόκλειδο
μπουζόκλειδο	noun	εργαλείο κατάλληλο για την προσθαφαίρεση (βίδωμα ή ξεβίδωμα) αναφλεκτήρων, κοινώς μπουζιών
μπουζόκλειδου	=	μπουζόκλειδο
μπουζόκλειδων	=	μπουζόκλειδο
μπουκάλα	noun	μεγάλο μπουκάλι και, συνήθως, με μεγάλο στόμιο
μπουκάλας	=	μπουκάλα
μπουκάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκάλα
μπουκάλι	noun	δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
μπουκάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκάλι
μπουκάρισα	=	μπουκάρω
μπουκάρισμα	noun	η ενέργεια αλλά και το αποτέλεσμα του μπουκάρω, η έφοδος, το να ορμούν σε κλειστό ή περιφραγμένο χώρο πολλοί άνθρωποι μαζί
μπουκάρω	verb|vulgar	μπαίνω, εισέρχομαι, συνήθως απότομα, ξαφνικά, κάνω έφοδο
μπουκέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκέτο
μπουκέτο	noun	η ανθοδέσμη
μπουκέτου	noun	γενική ενικού του μπουκέτο
μπουκέτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουκέτο
μπουκίτσα	noun	υποκοριστικό του μπουκιά
μπουκίτσας	noun	γενική ενικού του μπουκίτσα
μπουκίτσες	noun	κατηγορία λουκουμιών, μικρών σε μέγεθος
μπουκαδούρα	noun	η θαλάσσια αύρα που φυσάει από την είσοδο του κόλπου ή του λιμανιού προς την ξηρά
μπουκαδούρας	noun	γενική ενικού του μπουκαδούρα
μπουκαδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκαδούρα
μπουκαδόρε	noun	κλητική ενικού του μπουκαδόρος
μπουκαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του μπουκαδόρος
μπουκαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουκαδόρος
μπουκαδόρος	noun	είδος κλέφτη που εισέρχεται (μπουκάρει) στα οικήματα από ξεκλείδωτες πόρτες, ανοιχτά παράθυρα, φεγγίτες, μπαλκονόπορτες και, γενικότερα, από μη ασφαλισμένα σημεία, τα οποία δε χρειάζεται να παραβιάσει κατά την είσοδό του στο χώρο
μπουκαδόρου	noun	γενική ενικού του μπουκαδόρος
μπουκαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπουκαδόρος
μπουκαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του μπουκαδόρος
μπουκαλάκι	noun	υποκοριστικό του μπουκάλι
μπουκαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκαλάκι
μπουκαλιού	noun	γενική ενικού του μπουκάλι
μπουκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του μπουκάλι
μπουκαμβίλια	noun	θάμνος ή αναρριχητικό φυτό του γένους Bougainvillea που κατάγεται από την Νότια Αμερική και που βγάζει μικρά άνθη περικυκλωμένα από φύλλα με έντονο χρωματισμό και χάρτινη υφή
μπουκαμβίλιας	noun	γενική ενικού του μπουκαμβίλια
μπουκαμβίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκαμβίλια
μπουκαπόρτα	noun	άνοιγμα για τη φόρτωση του πλοίου στο πλευρά του σκάφους ή σε άλλο σημείο του
μπουκαπόρτας	noun	γενική ενικού του μπουκαπόρτα
μπουκαπόρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκαπόρτα
μπουκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκάρισμα
μπουκαρίσματος	noun	γενική ενικού του μπουκάρισμα
μπουκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουκάρισμα
μπουκετάκι	noun	υποκοριστικό του μπουκέτο
μπουκετάκια	=	μπουκετάκι
μπουκετάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπουκετάρω
μπουκετάρω	verb	φτιάχνω μπουκέτο με άνθη
μπουκεταρίσματα	=	μπουκετάρισμα
μπουκεταρίσματος	=	μπουκετάρισμα
μπουκεταρισμάτων	=	μπουκετάρισμα
μπουκεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκεταρισμένο
μπουκεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μπουκεταρισμένος
μπουκεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκεταρισμένη
μπουκεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουκεταρισμένος
μπουκεταρισμένης	verb	γενική ενικού του μπουκεταρισμένη
μπουκεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουκεταρισμένος
μπουκεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουκεταρισμένος
μπουκεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουκεταρισμένος
μπουκεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουκεταρισμένος
μπουκεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουκεταρισμένος
μπουκιά	noun	μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς
μπουκιάς	noun	γενική ενικού του μπουκιά
μπουκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκιά
μπουκιών	=	μπουκιά
μπουκλάκι	noun	υποκοριστικό του μπούκλα
μπουκλάκια	=	μπουκλάκι
μπουκλέ	adj	που σχηματίζει μπούκλες
μπουκλίτσα	noun	υποκοριστικό του μπούκλα
μπουκλίτσας	noun	γενική ενικού του μπουκλίτσα
μπουκλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκλίτσα
μπουκλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκλωτό
μπουκλωτέ	adj	κλητική ενικού του μπουκλωτός
μπουκλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκλωτή
μπουκλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουκλωτός
μπουκλωτής	adj	γενική ενικού του μπουκλωτή
μπουκλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουκλωτός
μπουκλωτού	adj	γενική ενικού του μπουκλωτός
μπουκλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπουκλωτός
μπουκλωτό	adj	αιτιατική ενικού του μπουκλωτός
μπουκλωτός	adj	με μπούκλες, σγουρός
μπουκλωτών	adj	γενική πληθυντικού του μπουκλωτός
μπουκουνιά	noun	μπουκιά
μπουκουνιάς	=	μπουκουνιά
μπουκουνιές	=	μπουκουνιά
μπουκουνιών	=	μπουκουνιά
μπουκουράνα	noun|dated	όμορφη
μπουκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθήκαν	=	μπουκώνω
μπουκωθήκανε	=	μπουκώνω
μπουκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπούκωμα
μπουκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκωμένο
μπουκωμένε	verb	κλητική ενικού του μπουκωμένος
μπουκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουκωμένη
μπουκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουκωμένος
μπουκωμένης	verb	γενική ενικού του μπουκωμένη
μπουκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουκωμένος
μπουκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουκωμένος
μπουκωμένος	=	μπουκώνω
μπουκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουκωμένος
μπουκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουκωμένος
μπουκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουκωμένος
μπουκωνόμασταν	=	μπουκώνω
μπουκωνόμαστε	=	μπουκώνω
μπουκωνόμουν	=	μπουκώνω
μπουκωνόμουνα	=	μπουκώνω
μπουκωνόντουσαν	=	μπουκώνω
μπουκωνόσασταν	=	μπουκώνω
μπουκωνόσαστε	=	μπουκώνω
μπουκωνόσουν	=	μπουκώνω
μπουκωνόσουνα	=	μπουκώνω
μπουκωνόταν	=	μπουκώνω
μπουκωνότανε	=	μπουκώνω
μπουκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνομαι
μπουκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούκωμα
μπουκώματος	noun	γενική ενικού του μπούκωμα
μπουκώναμε	=	μπουκώνω
μπουκώναν	=	μπουκώνω
μπουκώνανε	=	μπουκώνω
μπουκώνατε	=	μπουκώνω
μπουκώνει	=	μπουκώνω
μπουκώνεις	=	μπουκώνω
μπουκώνεσαι	=	μπουκώνω
μπουκώνεστε	=	μπουκώνω
μπουκώνεται	=	μπουκώνω
μπουκώνετε	=	μπουκώνω
μπουκώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μπουκώνω
μπουκώνονται	=	μπουκώνω
μπουκώνονταν	=	μπουκώνω
μπουκώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μπουκώνω
μπουκώνουμε	=	μπουκώνω
μπουκώνουν	=	μπουκώνω
μπουκώνουνε	=	μπουκώνω
μπουκώνω	verb	παραγεμίζω το στόμα κάποιου με τροφή
μπουκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσαν	=	μπουκώνω
μπουκώσανε	=	μπουκώνω
μπουκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσου	=	μπουκώνω
μπουκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπουλ	noun	σφαιρικό χερούλι πόρτας
μπουλασίκη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπουλασίκης
μπουλασίκηδες	=	μπουλασίκης
μπουλασίκηδων	=	μπουλασίκης
μπουλασίκης	noun	άνθρωπος βρόμικος, ανέντιμος, ενοχλητικός
μπουλεβάρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουλεβάρτο
μπουλεβάρτο	noun|dated	άλλη μορφή του βουλεβάρτο
μπουλεβάρτου	noun	γενική ενικού του μπουλεβάρτο
μπουλεβάρτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουλεβάρτο
μπουλεθιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουλέτι
μπουλμέ	=	μπουλμές
μπουλμέδες	=	μπουλμές
μπουλμέδων	=	μπουλμές
μπουλμές	noun	η φρακτή, το μετάλλινο χώρισμα διαμερισμάτων πλοίου
μπουλντοζιέρη	=	μπουλντοζιέρης
μπουλντοζιέρηδες	=	μπουλντοζιέρης
μπουλντοζιέρηδων	=	μπουλντοζιέρης
μπουλντοζιέρης	noun	ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης μπουλντόζας
μπουλντοζών	noun	γενική πληθυντικού του μπουλντόζα
μπουλντόγκ	noun	ράτσα σκύλων που χρησιμοποιούνται συχνά σαν φρουροί, με κοντρόχοντρο σώμα, χοντρό κεφάλι με κοντό μουσούδι, γερά σαγόνια, κοντό τρίχωμα
μπουλντόζα	noun	ερπυστριοφόρο όχημα που φέρει μπροστά μεγάλο επίπεδο μεταλλικό εξάρτημα («μαχαίρι») για εκσκαφές, διάνοιξη δρόμων κ.λπ., εκσκαφέας ή προωθητής γαιών
μπουλντόζας	noun	γενική ενικού του μπουλντόζα
μπουλντόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουλντόζα
μπουλονιού	=	μπουλόνι
μπουλονιών	=	μπουλόνι
μπουλονόκλειδα	=	μπουλονόκλειδο
μπουλονόκλειδο	noun	ειδικό μεταλλικό εργαλείο - κλειδί, που λειτουργεί ως μοχλός, προσθαφαίρεσης μπουλονιών και τασιών από τις ζάντες των οχημάτων.
μπουλονόκλειδου	=	μπουλονόκλειδο
μπουλονόκλειδων	=	μπουλονόκλειδο
μπουλουκιού	noun	γενική ενικού του μπουλούκι
μπουλουκιών	=	μπουλούκι
μπουλουκμπασήδες	=	μπουλούκμπασης
μπουλουκμπασήδων	=	μπουλούκμπασης
μπουλουμπασήδες	=	μπουλούμπασης
μπουλουμπασήδων	=	μπουλούμπασης
μπουλουξή	=	μπουλουξής
μπουλουξήδες	=	μπουλουξής
μπουλουξήδων	=	μπουλουξής
μπουλουξής	noun	μέλος μπουλουκιού
μπουλούκε	noun	κλητική ενικού του μπουλούκος
μπουλούκι	noun	ασύντακτη ομάδα ατόμων
μπουλούκια	=	μπουλούκι
μπουλούκμπαση	=	μπουλούκμπασης
μπουλούκμπασης	noun|dated	επικεφαλής (μικρής) στρατιωτικής ομάδας, «λοχαγός»
μπουλούκο	noun	αιτιατική ενικού του μπουλούκος
μπουλούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουλούκος
μπουλούκος	noun	στρουμπουλός, παχουλός, ιδιαίτερα στο πρόσωπο
μπουλούκου	noun	γενική ενικού του μπουλούκος
μπουλούκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπουλούκος
μπουλούκων	noun	γενική πληθυντικού του μπουλούκος
μπουλούμπαση	=	μπουλούμπασης
μπουλούμπασης	noun|dated	άλλη μορφή του μπουλούκμπασης
μπουλόνι	noun	ειδικό μεταλλικό κυλινδρικό στέλεχος με σπείρωμα που συνδέει μέρη μηχανισμού, όπως π.χ. ζάντες οχημάτων
μπουλόνια	=	μπουλόνι
μπουμ	noun	δυνατός θόρυβος, κρότος
μπουμπά	=	μπουμπάς
μπουμπάδες	=	μπουμπάς
μπουμπάδων	=	μπουμπάς
μπουμπάρδα	noun	μεγάλο καΐκι ()
μπουμπάρδας	=	μπουμπάρδα
μπουμπάρδες	=	μπουμπάρδα
μπουμπάρι	noun|dated	το παχύ έντερο βοοειδών και προβάτων
μπουμπάρια	=	μπουμπάρι
μπουμπάς	noun	φάντασμα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης
μπουμπίνγκα	noun	τροπικό ξύλο για ποικίλες κατασκευές από δέντρα του γένους Guibourtia
μπουμπίνγκας	=	μπουμπίνγκα
μπουμπίνγκες	=	μπουμπίνγκα
μπουμπαρδών	=	μπουμπάρδα
μπουμπαριού	=	μπουμπάρι
μπουμπαριών	=	μπουμπάρι
μπουμπινγκών	=	μπουμπίνγκα
μπουμπουκάκι	noun	υποκοριστικό του μπουμπούκι
μπουμπουκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουκάκι
μπουμπουκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούκισμα
μπουμπουκίσματος	noun	γενική ενικού του μπουμπούκισμα
μπουμπουκιάζαμε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζαν	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζανε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζατε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζει	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζεις	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζετε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζοντας	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζουμε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζουν	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζουνε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάζω	verb	βγάζω μπουμπούκια
μπουμπουκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσαν	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσανε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούκιασμα
μπουμπουκιάσματος	noun	γενική ενικού του μπουμπούκιασμα
μπουμπουκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουμπούκιασμα
μπουμπουκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουκιασμένο
μπουμπουκιασμένε	verb	κλητική ενικού του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουκιασμένη
μπουμπουκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιασμένης	verb	γενική ενικού του μπουμπουκιασμένη
μπουμπουκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπουμπουκιάζω
μπουμπουκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουμπουκιασμένος
μπουμπουκιού	=	μπουμπούκι
μπουμπουκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουμπούκισμα
μπουμπουκιών	=	μπουμπούκι
μπουμπουνίζαμε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζαν	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζανε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζατε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζει	verb	γ΄ ενικό πρόσωπο του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζεις	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζετε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζομε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζοντας	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζουμε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζουν	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζουνε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίζω	verb	κάνω ένα θόρυβο που ακούγεται σαν "μπου-μπου" (ενώ καίω με μεγάλη φλόγα)
μπουμπουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσαν	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσανε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούνισμα
μπουμπουνίσματος	noun	γενική ενικού του μπουμπούνισμα
μπουμπουνίσομε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσουνε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπουνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπουνητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουνητό
μπουμπουνητού	noun	γενική ενικού του μπουμπουνητό
μπουμπουνητό	noun	η βροντή
μπουμπουνητών	noun	γενική πληθυντικού του μπουμπουνητό
μπουμπουνιέρα	noun	άλλη μορφή του μπομπονιέρα
μπουμπουνιέρας	=	μπουμπουνιέρα
μπουμπουνιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουνιέρα
μπουμπουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουμπούνισμα
μπουμπουνοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουνοκέφαλο
μπουμπουνοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπουνοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουνοκέφαλη
μπουμπουνοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπουνοκέφαλης	adj	γενική ενικού του μπουμπουνοκέφαλη
μπουμπουνοκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπουνοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπουνοκέφαλος	adj	επιτατικό του μπουμπούνας
μπουμπουνοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπουνοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπουνοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουμπουνοκέφαλος
μπουμπού	noun	προσφώνηση για θηλυκό μωρό που συνήθως υπονοεί ευτραφές και στρουμπουλό κοριτσάκι
μπουμπούδες	=	μπουμπού
μπουμπούδων	=	μπουμπού
μπουμπούκα	noun	άλλη μορφή του μπουμπού
μπουμπούκας	noun	γενική ενικού του μπουμπούκα
μπουμπούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούκα
μπουμπούκι	noun	άνθος στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, πριν ανοίξει τα πέταλά του
μπουμπούκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούκι
μπουμπούκιαζα	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιαζαν	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιαζε	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιαζες	=	μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουκιάζω
μπουμπούκιασμα	noun	το αποτέλεσημα του μπουμπουκιάζω
μπουμπούκο	=	μπουμπούκος
μπουμπούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούκος
μπουμπούκος	noun	προσωνύμιο για άντρα, οικείο, χαϊδευτικό ή μειωτικό, ανάλογα με την περίσταση
μπουμπούκου	=	μπουμπούκος
μπουμπούκους	=	μπουμπούκος
μπουμπούκων	=	μπουμπούκος
μπουμπούνα	=	μπουμπούνας
μπουμπούνας	noun	ανόητος, που δεν καταλαβαίνει
μπουμπούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουμπούνας
μπουμπούνιζα	=	μπουμπουνίζω
μπουμπούνιζαν	=	μπουμπουνίζω
μπουμπούνιζε	=	μπουμπουνίζω
μπουμπούνιζες	=	μπουμπουνίζω
μπουμπούνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπούνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπούνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπούνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουμπουνίζω
μπουμπούνισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μπουμπουνίζω
μπουμπούς	=	μπουμπού
μπουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπουνάτσα	noun	άλλη μορφή του μπονάτσα
μπουνάτσας	noun	γενική ενικού του μπουνάτσα
μπουνάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουνάτσα
μπουνίδι	noun	πολλές και συνεχείς μπουνιές
μπουνίδια	=	μπουνίδι
μπουναμά	=	μπουναμάς
μπουναμάδες	=	μπουναμάς
μπουναμάδων	=	μπουναμάς
μπουναμάς	noun	μποναμάς
μπουνατσάρει	verb	φτιάχνει ο καιρός, βελτιώνεται, γίνεται μπουνάτσα (λέγεται κυρίως για τον καιρό στη θάλασσα)
μπουνατσάριζε	=	μπουνατσάρει
μπουνατσάρισε	=	μπουνατσάρει
μπουνιά	noun	χτύπημα με το χέρι σφιγμένο σε γροθιά
μπουνιάς	noun	γενική ενικού του μπουνιά
μπουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουνιά
μπουνιδιού	=	μπουνίδι
μπουνιδιών	=	μπουνίδι
μπουνιών	=	μπουνιά
μπουνταλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπουνταλάς
μπουνταλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουνταλάς
μπουνταλάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπουνταλάς
μπουνταλάς	noun	κουτός, βλάκας, αργόστροφος, περιορισμένων δυνατοτήτων
μπουνταλού	noun	θηλυκό του μπουνταλάς
μπουνταλούδες	=	μπουνταλού
μπουνταλούδων	=	μπουνταλού
μπουνταλούς	=	μπουνταλού
μπουντουάρ	noun	έπιπλο σε κρεβατοκάμαρα ή άλλο δωμάτιο με καθρέφτη και χώρο για την τοποθέτηση κοσμημάτων, καλλυντικών κ.λπ.
μπουντρουμιού	noun	γενική ενικού του μπουντρούμι
μπουντρουμιών	noun	γενική πληθυντικού του μπουντρούμι
μπουντρούμι	noun	φυλακή στα υπόγεια ενός κτιρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί
μπουντρούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουντρούμι
μπουράτζα	noun	εδώδιμο φυτό (+ το έλαιό της)
μπουράτζας	=	μπουράτζα
μπουράτζες	=	μπουράτζα
μπουρέκι	noun	είδος πίτας με χοντρό φύλλο
μπουρέκια	=	μπουρέκι
μπουρί	noun	μεταλλικός σωλήνας που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά, προς τα έξω, του καπνού από σόμπα ή παρεμφερείς συσκευές
μπουρίκι	noun	μπρίκι
μπουρίκια	=	μπουρίκι
μπουρίνι	noun	αιφνίδιος δυνατός άνεμος
μπουρίνια	=	μπουρίνι
μπουρανί	noun	καρναβαλικές εκδηλώσεις στην πόλη του Τυρνάβου με φαλλικά σύμβολα, τραγούδια και πειράγματα
μπουρανιά	=	μπουρανί
μπουρανιού	=	μπουρανί
μπουρανιών	=	μπουρανί
μπουργκών	noun	γενική πληθυντικού του μπούργκα
μπουρδέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδέλο
μπουρδέλο	noun|vulgar	ο οίκος ανοχής
μπουρδέλου	noun	γενική ενικού του μπουρδέλο
μπουρδέλων	noun	γενική πληθυντικού του μπουρδέλο
μπουρδέτα	=	μπουρδέτο
μπουρδέτο	noun	είδος ψαρόσουπας, με κοκκινιστά ψάρια, χαρακτηριστικό πιάτο των Ιόνιων νησιών
μπουρδέτου	=	μπουρδέτο
μπουρδέτων	=	μπουρδέτο
μπουρδελιάρα	=	μπουρδελιάρης
μπουρδελιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδελιάρα
μπουρδελιάρη	=	μπουρδελιάρης
μπουρδελιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδελιάρης
μπουρδελιάρηδων	=	μπουρδελιάρης
μπουρδελιάρης	noun	τακτικός επισκέπτης οίκου ανοχής
μπουρδελογειτονιά	noun	περιοχή (γειτονιά ή συνοικία) στην οποία λειτουργούν πολλοί οίκοι ανοχής (μπουρδέλα)
μπουρδελογειτονια	=	μπουρδελογειτονιά
μπουρδελογειτονιας	=	μπουρδελογειτονιά
μπουρδελογειτονιες	=	μπουρδελογειτονιά
μπουρδελότσαρκα	noun|vulgar	τσάρκα (περίπατος) με επίσκεψη σε μπουρδέλα
μπουρδελότσαρκας	noun	γενική ενικού του μπουρδελότσαρκα
μπουρδελότσαρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδελότσαρκα
μπουρδελότσαρκων	=	μπουρδελότσαρκα
μπουρδολογία	noun	το να λέει κάποιος μπούρδες
μπουρδολογίας	=	μπουρδολογία
μπουρδολογίες	=	μπουρδολογία
μπουρδολογιών	=	μπουρδολογία
μπουρδολόγε	=	μπουρδολόγος
μπουρδολόγο	=	μπουρδολόγος
μπουρδολόγοι	=	μπουρδολόγος
μπουρδολόγος	noun	που λέει μπούρδες
μπουρδολόγου	=	μπουρδολόγος
μπουρδολόγους	=	μπουρδολόγος
μπουρδολόγων	=	μπουρδολόγος
μπουρδουκλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπουρδούκλωμα
μπουρδουκλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδουκλωμένο
μπουρδουκλωμένε	verb	κλητική ενικού του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδουκλωμένη
μπουρδουκλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλωμένης	verb	γενική ενικού του μπουρδουκλωμένη
μπουρδουκλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουρδουκλωμένος
μπουρδουκλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρδούκλωμα
μπουρδουκλώματος	noun	γενική ενικού του μπουρδούκλωμα
μπουρδουκλώναμε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώναν	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνανε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνατε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνει	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνεις	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνετε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνομαι	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνοντας	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνουμε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνουν	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνουνε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώνω	verb	μπερδεύω
μπουρδουκλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσαν	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσανε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνομαι
μπουρδουκλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδουκλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωνα	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωναν	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωνε	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωνες	=	μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρδούκλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουρδουκλώνω
μπουρεκιού	=	μπουρέκι
μπουρεκιών	=	μπουρέκι
μπουρεξή	=	μπουρεξής
μπουρεξήδες	=	μπουρεξής
μπουρεξήδων	=	μπουρεξής
μπουρεξής	noun	φούρναρης
μπουρζουά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπουρζουάς
μπουρζουάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρζουάς
μπουρζουάδων	noun	γενική πληθυντικού του μπουρζουάς
μπουρζουάς	noun	ο πλούσιος αστός
μπουρζουαζία	noun	η αστική τάξη
μπουρζουαζίας	noun	γενική ενικού του μπουρζουαζία
μπουρζουαζίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρζουαζία
μπουρζουαζιών	noun	γενική πληθυντικού του μπουρζουαζία
μπουριά	=	μπουρί
μπουρικιού	=	μπουρίκι
μπουρικιών	=	μπουρίκι
μπουρινιάζω	verb	ξεσηκώνω ξαφνική θύελλα
μπουρινιασμένα	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένε	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένες	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένη	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένης	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένο	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένοι	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένος	adj|vulgar	θυμωμένος
μπουρινιασμένου	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένους	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιασμένων	=	μπουρινιασμένος
μπουρινιού	=	μπουρίνι
μπουρινιών	=	μπουρίνι
μπουριού	=	μπουρί
μπουριών	=	μπουρί
μπουρκίνι	noun	ολόσωμο μαγιό, που καλύπτει την περιοχή από το κεφάλι ως τα πόδια μιας μουσουλμάνας, που θέλει να κρατά τον αυστηρό ενδυματολογικό κώδικα, όταν εμφανίζεται σε δημόσια παραλία
μπουρκίνια	=	μπουρκίνι
μπουρκινιού	=	μπουρκίνι
μπουρκινιών	=	μπουρκίνι
μπουρκών	noun	γενική πληθυντικού του μπούρκα
μπουρλέσκ	noun	μίμηση καλλιτεχνήματος με κωμική προσέγγιση, όπου το ασόβαρο και ελαφρό αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και το αντίθετο
μπουρλέσκο	noun	άλλη μορφή του μπουρλέσκ
μπουρλέσκου	=	μπουρλέσκο
μπουρλοτιέρη	=	μπουρλοτιέρης
μπουρλοτιέρηδες	=	μπουρλοτιέρης
μπουρλοτιέρηδων	=	μπουρλοτιέρης
μπουρλοτιέρης	noun|dated	ο πυρπολητής
μπουρλότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρλότο
μπουρλότο	noun	μικρό πλοίο γεμάτο εκρηκτικά ή άλλες αναφλέξιμες ουσίες που χρησίμευε στην ανάφλεξη εχθρικών πλοίων
μπουρλότου	noun	γενική ενικού του μπουρλότο
μπουρλότων	noun	γενική πληθυντικού του μπουρλότο
μπουρμάδα	noun|literary	η κοτσίδα, η πλεξούδα
μπουρμπουάρ	=	πουρμπουάρ
μπουρμπουλήθρα	noun	φυσαλίδα (με χαρακτηριστικό ήχο όταν σκάει)
μπουρμπουλήθρας	noun	γενική ενικού του μπουρμπουλήθρα
μπουρμπουλήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουρμπουλήθρα
μπουρμπουρέλια	noun	πολυσπόρια (μείγμα από δημητριακά και όσπρια, φτιάχνεται παραδοσιακά την 21η Νοεμβρίου)
μπουρμπούτσαλα	=	μπουρμπούτσαλο
μπουρμπούτσαλο	noun	το ανόητο, το χαζό
μπουρμπούτσαλου	=	μπουρμπούτσαλο
μπουρμπούτσαλων	=	μπουρμπούτσαλο
μπουρναζιωτών	=	μπουρναζιώτης
μπουρναζιώτες	=	μπουρναζιώτης
μπουρναζιώτη	=	μπουρναζιώτης
μπουρναζιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από το Μπουρνάζι
μπουρναζιώτικα	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικε	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικες	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικη	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικης	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικο	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικοι	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικος	adj	ο σχετικός με το Μπουρνάζι ή τους κατοίκους του
μπουρναζιώτικου	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικους	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτικων	=	μπουρναζιώτικος
μπουρναζιώτισσα	=	μπουρναζιώτης
μπουρνουζιού	=	μπουρνούζι
μπουρνουζιών	=	μπουρνούζι
μπουρνούζι	noun	ρούχο από πετσέτα (παλιότερα από βαμβακερό και γενικά από απορροφητικό ύφασμα) ειδικά για το μπάνιο
μπουρνούζια	=	μπουρνούζι
μπουρουκλής	noun	που νευριάζει με το παραμικρό
μπουρουκλού	=	μπουρουκλής
μπουρουντιανά	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανέ	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανές	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανή	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανής	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανοί	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανού	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανούς	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανό	=	μπουρουντιανός
μπουρουντιανός	adj	ο σχετικός με το Μπουρούντι ή τους κατοίκους του
μπουρουντιανών	=	μπουρουντιανός
μπουρουξή	=	μπουρουξής
μπουρουξήδες	=	μπουρουξής
μπουρουξήδων	=	μπουρουξής
μπουρουξής	noun	κακόκεφος, οξύθυμος
μπουρού	noun	μεγάλο κοχύλι που βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν φυσήξουμε στην κόχη του
μπουρούδες	=	μπουρού
μπουρούδων	=	μπουρού
μπουρούνι	noun	ακρωτήριο
μπουρούς	=	μπουρού
μπουρούχα	noun	γυναίκα άσχημη και όχι πολύ εύστροφη
μπουρούχας	=	μπουρούχα
μπουρούχες	=	μπουρούχα
μπουρούχων	=	μπουρούχα
μπουρτζιού	=	μπούρτζι
μπουρτζιών	=	μπούρτζι
μπουρτζόβλαχε	=	μπουρτζόβλαχος
μπουρτζόβλαχο	=	μπουρτζόβλαχος
μπουρτζόβλαχοι	=	μπουρτζόβλαχος
μπουρτζόβλαχος	noun|vulgar	μετωνυμία των βλάχων / βλαχοποιμένων
μπουρτζόβλαχου	=	μπουρτζόβλαχος
μπουρτζόβλαχους	=	μπουρτζόβλαχος
μπουρτζόβλαχων	=	μπουρτζόβλαχος
μπουσουλάω	verb	μπουσουλώ
μπουσουλήματα	=	μπουσούλημα
μπουσουλήματος	=	μπουσούλημα
μπουσουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσουλίσματα	=	μπουσούλισμα
μπουσουλίσματος	=	μπουσούλισμα
μπουσουλημάτων	=	μπουσούλημα
μπουσουλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπουσουλητός	adv	με μπουσουλητό τρόπο, μπουσουλώντας
μπουσουλητέ	=	μπουσουλητός
μπουσουλητές	=	μπουσουλητός
μπουσουλητή	=	μπουσουλητός
μπουσουλητής	=	μπουσουλητός
μπουσουλητοί	=	μπουσουλητός
μπουσουλητού	=	μπουσουλητό
μπουσουλητούς	=	μπουσουλητός
μπουσουλητό	noun	άλλη μορφή του μπουσούλημα
μπουσουλητός	adj	που γίνεται με μπουσούλημα, μπουσουλώντας
μπουσουλητών	=	μπουσουλητό
μπουσουλισμάτων	=	μπουσούλισμα
μπουσουλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουσουλισμένο
μπουσουλισμένε	verb	κλητική ενικού του μπουσουλισμένος
μπουσουλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουσουλισμένη
μπουσουλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουσουλισμένος
μπουσουλισμένης	verb	γενική ενικού του μπουσουλισμένη
μπουσουλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουσουλισμένος
μπουσουλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουσουλισμένος
μπουσουλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουσουλισμένος
μπουσουλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουσουλισμένος
μπουσουλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουσουλισμένος
μπουσουλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπουσουλιστός	adv	άλλη μορφή του μπουσουλητά
μπουσουλιστέ	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστές	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστή	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστής	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστοί	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστού	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστούς	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστό	=	μπουσουλιστός
μπουσουλιστός	adj	που γίνεται με μπουσούλισμα, μπουσουλώντας
μπουσουλιστών	=	μπουσουλιστός
μπουσουλωτά	adv	άλλη μορφή του μπουσουλητά
μπουσουλώ	verb	περπατώ με τα τέσσερα
μπουσουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μπουσουλάω / μπουσουλώ
μπουσουρντάνι	noun	το ποτιστήρι
μπουσουρντάνια	=	μπουσουρντάνι
μπουσουρντανιού	=	μπουσουρντάνι
μπουσουρντανιών	=	μπουσουρντάνι
μπουσούλημα	noun	η ενέργεια του μπουσουλώ, το περπάτημα με τα τέσσερα
μπουσούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
μπουσούλισμα	noun	άλλη μορφή του μπουσούλημα
μπουστάκι	noun	υποκοριστικό του μπούστο
μπουστάκια	=	μπουστάκι
μπουτάκι	noun	υποκοριστικό του μπούτι
μπουτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουτάκι
μπουτάρα	noun	μεγεθυντικό του μπούτι
μπουτάρας	=	μπουτάρα
μπουτάρες	=	μπουτάρα
μπουτίκ	noun	μικρό κατάστημα ειδών πολυτελείας
μπουτανέζικα	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικε	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικες	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικη	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικης	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικο	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικοι	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικος	adj	ο σχετικός με το Μπουτάν ή τους κατοίκους του
μπουτανέζικου	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικους	=	μπουτανέζικος
μπουτανέζικων	=	μπουτανέζικος
μπουτιού	=	μπούτι
μπουτιών	=	μπούτι
μπουτονιέρα	noun	κουμπότρυπα στην οποία βάζουν λουλούδι ή κόσμημα στο πέτο (συνήθως το αριστερό) σακακιού ή άλλου ρούχου
μπουτονιέρας	noun	γενική ενικού του μπουτονιέρα
μπουτονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουτονιέρα
μπουτού	noun|informal	γυναίκα με χοντρά μπούτια, υποτιμητικός χαρακτηρισμός
μπουτούδες	=	μπουτού
μπουτούδων	=	μπουτού
μπουτούς	=	μπουτού
μπουτόν	noun	το κουμπί, ο διακόπτης
μπουφάν	noun	κοντό πανωφόρι το οποίο συνήθως κλείνει με φερμουάρ και είναι πιο εφαρμοστό στη μέση· μπορεί να είναι αδιάβροχο, υφασμάτινο ή δερμάτινο, να έχει επένδυση ή κουκούλα ή/και τίποτε από τα δύο και περιλαμβάνεται στην καθημερινή αλλά και στην αθλητική ενδυμασία
μπουφάνια	noun|rare	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουφάν
μπουφέ	=	μπουφές
μπουφέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουφές
μπουφέδων	=	μπουφές
μπουφές	noun	γεύμα με ποικιλία εδεσμάτων όπου τα φαγητά βρίσκονται σε πιατέλες σε ένα τραπέζι και οι καλεσμένοι πηγαίνουν εκεί και σερβίρονται μόνοι τους στο πιάτο τους
μπουφανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουφανάκι
μπουφεδάκι	noun	υποκοριστικό του μπουφές
μπουφεδάκια	=	μπουφεδάκι
μπουφετζή	=	μπουφετζής
μπουφετζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουφετζής
μπουφετζήδων	=	μπουφετζής
μπουφετζής	noun	υπάλληλος ή το άτομο που φροντίζει το μπουφέ σε συνεστιάσεις
μπουφετζού	noun	θηλυκό του μπουφετζής
μπουφετζούδες	=	μπουφετζού
μπουφετζούδων	=	μπουφετζού
μπουφετζούς	=	μπουφετζού
μπουφλών	noun	γενική πληθυντικού του μπούφλα
μπουφόνε	=	μπουφόνος
μπουφόνη	=	μπουφόνος
μπουφόνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουφόνικο
μπουφόνικε	adj	κλητική ενικού του μπουφόνικος
μπουφόνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουφόνικη
μπουφόνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουφόνικος
μπουφόνικης	adj	γενική ενικού του μπουφόνικη
μπουφόνικο	adj	αιτιατική ενικού του μπουφόνικος
μπουφόνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουφόνικος
μπουφόνικος	adj	χαρακτηρισμός θεατρικού έργου ή ρόλου που έχει μοναδικό σκοπό να προκαλέσει γέλιο
μπουφόνικου	adj	γενική ενικού του μπουφόνικος
μπουφόνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπουφόνικος
μπουφόνικων	adj	γενική πληθυντικού του μπουφόνικος
μπουφόνο	=	μπουφόνος
μπουφόνοι	=	μπουφόνος
μπουφόνος	adj	κωμικός ηθοποιός που κάνει χοντρά αστεία, εκφράσεις
μπουφόνου	=	μπουφόνος
μπουφόνους	=	μπουφόνος
μπουφόνων	=	μπουφόνος
μπουχάρα	noun	μεγάλο χαλί για το πάτωμα, με γεωμετρικά σχέδια, κοκκινωπού χρώματος από το Ουζμπεκιστάν
μπουχάρας	noun	γενική ενικού του μπουχάρα
μπουχάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουχάρα
μπουχέ	noun	κλητική ενικού του μπουχός
μπουχέσα	=	μπουχέσας
μπουχέσας	noun	άτομο που φοβάται εύκολα και οπισθοχωρεί, όταν βρεθεί αντιμέτωπος με δυσκολίες
μπουχέσες	=	μπουχέσας
μπουχέσων	=	μπουχέσας
μπουχίζω	verb	καταβρέχω· ραντίζω με νερό που έχω βάλει στο στόμα και το βγάζω με δύναμη
μπουχαρί	noun|dated	καμινάδα, καπνοδόχος
μπουχαριά	=	μπουχαρί
μπουχαριού	=	μπουχαρί
μπουχαριών	=	μπουχαρί
μπουχαροποδιά	noun	υφαντό που κρεμιόταν μπροστά από το καμπύλο τμήμα πάνω από το τζάκι
μπουχαροποδιάς	=	μπουχαροποδιά
μπουχαροποδιές	=	μπουχαροποδιά
μπουχαροποδιών	=	μπουχαροποδιά
μπουχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουχός
μπουχού	noun	γενική ενικού του μπουχός
μπουχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπουχός
μπουχτίζαμε	=	μπουχτίζω
μπουχτίζαν	=	μπουχτίζω
μπουχτίζανε	=	μπουχτίζω
μπουχτίζατε	=	μπουχτίζω
μπουχτίζει	=	μπουχτίζω
μπουχτίζεις	=	μπουχτίζω
μπουχτίζετε	=	μπουχτίζω
μπουχτίζοντας	=	μπουχτίζω
μπουχτίζουμε	=	μπουχτίζω
μπουχτίζουν	=	μπουχτίζω
μπουχτίζουνε	=	μπουχτίζω
μπουχτίζω	verb	νιώθω κορεσμό και δεν θέλω άλλο
μπουχτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσαν	=	μπουχτίζω
μπουχτίσανε	=	μπουχτίζω
μπουχτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούχτισμα
μπουχτίσματος	noun	γενική ενικού του μπούχτισμα
μπουχτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπουχτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μπούχτισμα
μπουχτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουχτισμένο
μπουχτισμένε	verb	κλητική ενικού του μπουχτισμένος
μπουχτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπουχτισμένη
μπουχτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπουχτισμένος
μπουχτισμένης	verb	γενική ενικού του μπουχτισμένη
μπουχτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μπουχτισμένος
μπουχτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπουχτισμένος
μπουχτισμένος	verb	που έχει μπουχτίσει
μπουχτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπουχτισμένος
μπουχτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μπουχτισμένος
μπουχτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπουχτισμένος
μπουχό	noun	αιτιατική ενικού του μπουχός
μπουχός	noun|vulgar	κουρνιαχτός σκόνης
μπουχών	noun	γενική πληθυντικού του μπουχός
μπουών	=	μπούας
μποφοριών	=	μποφόρια
μποφόρ	noun	μονάδα μέτρησης της έντασης του ανέμου
μποφόρια	noun	(λαϊκότροπο) μικρή ή ισχυρή ένταση ανέμου με μικρό ή ισχυρό κυματισμό αντίστοιχα.
μποχαϊρικά	noun	διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην περιοχή της βόρειας Αιγύπτου στο Δυτικό Δέλτα του Νείλου και την Αλεξάνδρεια, η συνηθισμένη διάλεκτος της περιοχής στην δεύτερη χιλιετία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μποχαϊρικός
μποχαϊρική	noun	κοπτική διάλεκτος του δυτικού Νείλου και της Αλεξάνδρειας
μποϊκοτάζ	noun	οικονομικός αποκλεισμός ενός ατόμου, μιας εταιρείας ή μιας χώρας ως μορφή διαμαρτυρίας, αποδοκιμασίας κι εναντίωσης στη συμπεριφορά ή τις θέσεις τους
μποϊκοτάραμε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάραν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρανε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρατε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρει	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρεις	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρεσαι	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρεστε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρεται	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρετε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάριζα	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάριζαν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάριζε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάριζες	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρισα	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρισαν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρισε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρισες	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρομαι	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρομε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρονται	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρονταν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάροντας	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρουμε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρουν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρουνε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοτάρω	verb	κάνω μποϊκοτάζ
μποϊκοταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποϊκοτάρισμα
μποϊκοταρίσματος	noun	γενική ενικού του μποϊκοτάρισμα
μποϊκοταρίσου	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταρίστηκα	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταρίστηκαν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταρίστηκε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταρίστηκες	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόμασταν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόμαστε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόμουν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόμουνα	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόντουσαν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόσασταν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόσαστε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόσουν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόσουνα	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζόταν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριζότανε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μποϊκοτάρισμα
μποϊκοταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποϊκοταρισμένο
μποϊκοταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποϊκοταρισμένη
μποϊκοταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταρισμένης	verb	γενική ενικού του μποϊκοταρισμένη
μποϊκοταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μποϊκοτάρω
μποϊκοταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μποϊκοταρισμένος
μποϊκοταριστήκαμε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστήκαν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστήκανε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστήκατε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστεί	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστείς	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστείτε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστούμε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστούν	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστούνε	=	μποϊκοτάρω
μποϊκοταριστώ	=	μποϊκοτάρω
μποϊλής	noun	ψηλός
μποϋκοτάζ	noun	παρωχημένη γραφή του μποϊκοτάζ μη απλοποιημένη γραφή σε μίμηση του γαλλικού boycottage
μποϋκοτάρω	verb	άλλη γραφή του μποϊκοτάρω
μποϋκοταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποϋκοταρισμένο
μποϋκοταρισμένε	verb	κλητική ενικού του μποϋκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μποϋκοταρισμένη
μποϋκοταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μποϋκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένης	verb	γενική ενικού του μποϋκοταρισμένη
μποϋκοταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μποϋκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μποϋκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένος	verb	άλλη γραφή του μποϊκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μποϋκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μποϋκοταρισμένος
μποϋκοταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μποϋκοταρισμένος
μποϋκόττ	noun|rare	μη απλοποιημένη γραφή του μποϊκότ, το μποϊκοτάζ
μπούα	=	μπούας
μπούας	noun	ανόητος, καθυστερημένος
μπούγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούγιο
μπούγιο	noun	μεγάλος όγκος, συνήθως ανθρώπων, συνωστισμός
μπούγιου	noun	γενική ενικού του μπούγιο
μπούγιων	noun	γενική πληθυντικού του μπούγιο
μπούες	=	μπούας
μπούζι	adj	πολύ κρύος, παγωμένος	adv	πολύ κρύο
μπούκα	noun	το στόμιο, η οπή και το άνοιγμα, το άκρο της κάννης
μπούκαρα	=	μπουκάρω
μπούκας	noun	γενική ενικού του μπούκα
μπούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούκα
μπούκλα	noun	μια τούφα (κατσαρών) μαλλιών
μπούκλας	noun	γενική ενικού του μπούκλα
μπούκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούκλα
μπούκοβο	noun	το είδος μεσογειακού μπαχαρικού από αποξηραμένα κομμάτια κόκκινης πιπεριάς
μπούκοβου	=	μπούκοβο
μπούκωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπουκώνω
μπούκωνα	=	μπουκώνω
μπούκωναν	=	μπουκώνω
μπούκωνε	=	μπουκώνω
μπούκωνες	=	μπουκώνω
μπούκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπούκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπούκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπούκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουκώνω
μπούλα	noun	η αδερφή
μπούλβερη	noun	άλλη μορφή του μπούρμπερη
μπούλβερης	=	μπούλβερη
μπούλη	=	μπούλης
μπούληδες	=	μπούλης
μπούληδων	=	μπούλης
μπούλης	noun|figurative	ανώριμος ενήλικας
μπούλιγκ	noun	άλλη μορφή του μπούλινγκ
μπούλινγκ	noun	επαναλαμβανόμενες επιθετικές, βίαιες ή εκφοβιστικές πράξεις και συμπεριφορές ενός ατόμου ή συνόλου ατόμων προς κάποιο πρόσωπο που (ενδεχομένως) για κάποιο λόγο ξεχωρίζει ή διαφέρει από τον θύτη ή τους θύτες
μπούλμπερη	noun	άλλη μορφή του μπούρμπερη
μπούλμπερης	=	μπούλμπερη
μπούμα	noun	τραπεζοειδές πανί, το τελευταίο πανί προς την πρύμνη
μπούμαν	noun	το άτομο που χειρίζεται το μηχανισμό ο οποίος κινεί το μικρόφωνο κατά τη διάρκεια κινηματογράφησης
μπούμας	noun	γενική ενικού του μπούμα
μπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπούμεραγκ	noun	άλλη μορφή του μπούμερανγκ
μπούμερανγκ	noun	επίπεδο καμπύλο πτερύγιο που όταν εκτοξεύεται περιστρέφεται σε άξονα κάθετο στην πορεία της πτήσης του, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως όπλο κυνηγίου από ορισμένους λαούς όπως οι Αβορίγινες της Αυστραλίας· ο τύπος που έχει τη δυνατότητα επιστροφής στον ρίπτη χρησιμοποιείται για αναψυχή ή για άθληση
μπούμερανκ	noun	άλλη μορφή του μπούμερανγκ
μπούμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούμα
μπούμπουρας	=	μπάμπουρας
μπούνε	=	μπαίνω
μπούνια	noun	οπές στο κατάστρωμα πλοίου, που επιτρέπουν την επιστροφή του νερού που μαζεύεται ενίοτε εκεί στη θάλασσα
μπούργκα	noun	άλλη μορφή του μπούρκα
μπούργκας	noun	γενική ενικού του μπούργκα
μπούργκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούργκα
μπούρδα	noun	ακατανόητος ή χωρίς περιεχόμενο λόγος ή φράση
μπούρδας	noun	αυτός που λέει μπούρδες, ο σαχλαμάρας
μπούρδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούρδα
μπούρκα	noun	εξάρτημα γυναικείας ενδυμασίας που καλύπτει σχεδόν όλο το πρόσωπο με αδιαφανές υλικό εκτός από μια μικρή περιοχή γύρω από τα μάτια που καλύπτεται με ημιδιαφανές υλικό
μπούρκας	noun	γενική ενικού του μπούρκα
μπούρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούρκα
μπούρμπερη	noun	η σκόνη, η στάχτη, η τέφρα
μπούρμπερης	=	μπούρμπερη
μπούρμπουλα	=	μπούρμπουλας
μπούρμπουλας	noun	μπάμπουρας
μπούρμπουλες	=	μπούρμπουλας
μπούρμπουλων	=	μπούρμπουλας
μπούρτζι	noun	παραθαλάσσιος πύργος ή φρούριο που προστατεύει ένα λιμάνι
μπούρτζια	=	μπούρτζι
μπούσι	verb	μπούν, μπούνε γ' πρόσωπο πληθυντικού του ενεργητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος μπαίνω	noun	άλλη γραφή του πούσι: αχλή, καταχνιά, ομίχλη
μπούσια	=	μπούσι
μπούσουλα	=	μπούσουλας
μπούσουλας	noun	η πυξίδα
μπούσουλες	=	μπούσουλας
μπούστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούστο
μπούστε	noun	κλητική ενικού του μπούστος
μπούστο	noun	το μέρος του σώματος από τη μέση (ή το στήθος) ως τον λαιμό και τους ώμους
μπούστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπούστος
μπούστος	noun	άλλη μορφή του μπούστο
μπούστου	noun	γενική ενικού του μπούστο
μπούστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπούστος
μπούστων	noun	γενική πληθυντικού του μπούστο
μπούτι	noun	ο μηρός
μπούτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούτι
μπούφε	noun	κλητική ενικού του μπούφος
μπούφλα	noun|slang	σφαλιάρα, χαστούκι
μπούφλας	noun	γενική ενικού του μπούφλα
μπούφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπούφλα
μπούφο	noun	αιτιατική ενικού του μπούφος
μπούφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπούφος
μπούφος	noun	είδος νυχτόβιου αρπακτικού πουλιού (Bubo bubo) που συγγενεύει με την κουκουβάγια.
μπούφου	noun	γενική ενικού του μπούφος
μπούφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπούφος
μπούφων	noun	γενική πληθυντικού του μπούφος
μπούχτιζα	=	μπουχτίζω
μπούχτιζαν	=	μπουχτίζω
μπούχτιζε	=	μπουχτίζω
μπούχτιζες	=	μπουχτίζω
μπούχτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπούχτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπούχτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπούχτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουχτίζω
μπούχτισμα	noun	ο κορεσμός, το παραγέμισμα
μπράβε	noun	κλητική ενικού του μπράβος
μπράβο	intj	εύγε - χρησιμοποιείται για να δηλώνει έπαινο, επιδοκιμασία	noun	μπράβος στην αιτιατική του ενικού
μπράβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπράβος
μπράβος	noun	σωματοφύλακας
μπράβου	noun	γενική ενικού του μπράβος
μπράβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπράβος
μπράβων	noun	γενική πληθυντικού του μπράβος
μπράιγ	noun	μορφή γραπτού γλωσσικού κώδικα, που αποτελείται από ανάγλυφα σημεία που αναπαριστούν γράμματα, αριθμούς και σύμβολα, τα οποία αναγνωρίζονται με την αφή, και χρησιμοποιείται από τα άτομα με οπτική αναπηρία, για να διαβάσουν και να γράψουν
μπράντα	noun	αιώρα
μπράντας	noun	γενική ενικού του μπράντα
μπράντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπράντα
μπράντι	noun	δυνατό αλκοολούχο ποτό, το οποίο παράγεται με απόσταξη από κρασί ή φρούτα που έχουν υποστεί ζύμωση
μπράτιμε	=	μπράτιμος
μπράτιμο	=	μπράτιμος
μπράτιμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπράτιμος
μπράτιμος	noun	ο στενός, εγκάρδιος φίλος
μπράτιμου	=	μπράτιμος
μπράτιμους	=	μπράτιμος
μπράτιμων	=	μπράτιμος
μπράτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπράτσο
μπράτσο	noun	συνώνυμο του βραχίονας
μπράτσου	noun	γενική ενικού του μπράτσο
μπράτσων	noun	γενική πληθυντικού του μπράτσο
μπράχμαν	noun	άλλη μορφή του βράχμαν
μπρέζα	noun	ζώνη
μπρέξιτ	noun	η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση
μπρίζα	noun	άλλη μορφή του πρίζα
μπρίζας	=	μπρίζα
μπρίζες	=	μπρίζα
μπρίκι	noun	μεταλλικό σκεύος για το ψήσιμο / βράσιμο του καφέ
μπρίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρίκι
μπρίο	noun	ζωντάνια, ζωτικότητα, κέφι, ευθυμία
μπραβιλίκι	noun	εξαναγκασμός
μπραβιλίκια	=	μπραβιλίκι
μπραβιλικιού	=	μπραβιλίκι
μπραβιλικιών	=	μπραβιλίκι
μπραιζέ	adj	άλλη γραφή του μπρεζέ
μπραντεφέρ	noun	άλλη γραφή του μπρα ντε φερ
μπρασελέ	noun	άλλη προφορά του μπρασλέ: κόσμημα που φοριέται στον καρπό, βραχιόλι
μπρασερί	noun	μπυραρία, λαϊκό εστιατόριο στη Γαλλία
μπρασλέ	noun	κόσμημα που φοριέται στον καρπό, βραχιόλι, ή ρολόι με μεταλλικό λουρί
μπρατσάκι	noun	μικρό ή αδύνατο μπράτσο
μπρατσάκια	=	μπρατσάκι
μπρατσέρα	noun	μικρό ιστιοφόρο με δύο τριγωνικά ιστία και δύο φλόκους (σήμερα απαντάται σπάνια)
μπρατσέρας	noun	γενική ενικού του μπρατσέρα
μπρατσέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρατσέρα
μπρατσαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μπρατσαράς
μπρατσαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρατσαράς
μπρατσαράδων	noun	γενική πληθυντικού του μπρατσαράς
μπρατσαράς	noun	που έχει χοντρά, δυνατά μπράτσα
μπρατσαρού	=	μπρατσαράς
μπρατσολιού	=	μπρατσόλι
μπρατσολιών	=	μπρατσόλι
μπρατσωμένα	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένε	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένες	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένη	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένης	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένο	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένοι	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένος	verb	ο μπρατσαράς δηλαδή εκείνος ο οποίος έχει χοντρά και δυνατά μπράτσα
μπρατσωμένου	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένους	=	μπρατσωμένος
μπρατσωμένων	=	μπρατσωμένος
μπρατσόλι	noun	διάφορα τμήματα σκάφους σε σχήμα (αμβλείας) γωνίας
μπρατσόλια	=	μπρατσόλι
μπρατσόνι	noun	χαρακτηρισμός για ιδιαίτερα γυμνασμένο άνθρωπο, που έχει γυμνασμένα μπράτσα
μπραχαμιωτών	=	μπραχαμιώτης
μπραχαμιώτες	=	μπραχαμιώτης
μπραχαμιώτη	=	μπραχαμιώτης
μπραχαμιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από το Μπραχάμι
μπραχαμιώτικα	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικε	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικες	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικη	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικης	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικο	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικοι	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικος	adj	ο σχετικός με το Μπραχάμι ή τους κατοίκους του
μπραχαμιώτικου	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικους	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτικων	=	μπραχαμιώτικος
μπραχαμιώτισσα	=	μπραχαμιώτης
μπρε	intj|vulgar	μωρέ, βρε
μπρεζέ	adj	μαγειρεμένο κρέας ή πουλερικό σε κατσαρόλα, σε σιγανή φωτιά με την προσθήκη μικρής ποσότητας νερού
μπρεζέρα	noun	σκεύος που έχει καπάκι και χαμηλά τοιχώματα και χρησιμεύει για την παρασκευή φαγητών με τη μέθοδο μπρεζέ
μπρεζέρας	noun	γενική ενικού του μπρεζέρα
μπρεζέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρεζέρα
μπρελόκ	noun	οποιοδήποτε εξάρτημα που περιλαμβάνει ένα στρογγυλό έλασμα (κρίκο) καθώς και κάποιο διακοσμητικό στοιχείο και χρησιμοποιείται για συγκράτηση κλειδιών
μπρεντ	noun	κατηγορία του αργού πετρελαίου που αντλείται από τη Βόρεια Θάλασσα
μπρετέλα	noun	γυναικεία λεπτή τιράντα (όπως σε κομπινεζόν)
μπρετέλας	noun	γενική ενικού του μπρετέλα
μπρετέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρετέλα
μπρετελών	=	μπρετέλα
μπριάμ	noun	λαδερό φαγητό της ελληνικής κουζίνας, με κύρια συστατικά μελιτζάνες, πατάτες, κολοκύθια
μπριάμι	noun	άλλη μορφή του μπριάμ
μπριάμια	=	μπριάμι
μπριάνα	noun	είδος ψαριού του γλυκού νερού του γένους βάρβος (Barbus) της οικογένειας κυπρινίδες Cyprinidae)
μπριάνας	=	μπριάνα
μπριάνες	=	μπριάνα
μπριάνι	noun	είδος φαγητού που αποτελείται από ρύζι, κρέας και ινδικά μπαχαρικά (γράφεται και μπιριάνι ή σπανιότερα μπιργιάνι)
μπριάνων	=	μπριάνα
μπριαμιού	=	μπριάμι
μπριαμιών	=	μπριάμι
μπριγιάν	noun	άλλη μορφή του μπριγιάντι
μπριγιάντ	noun	άλλη μορφή του μπριγιάντι
μπριγιάντι	noun	διαμάντι ή άλλος πολύτιμος λίθος με πολυεδρικό σχήμα
μπριγιάντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριγιάντι
μπριγιαντίνα	noun	άλλη μορφή του μπριγιαντίνη
μπριγιαντίνας	=	μπριγιαντίνα
μπριγιαντίνες	=	μπριγιαντίνη
μπριγιαντίνη	noun	η λιπαρή αλοιφή για το γυάλισμα και το στρώσιμο των μαλλιών
μπριγιαντίνης	=	μπριγιαντίνη
μπριγιαντιού	=	μπριγιάντι
μπριγιαντιών	=	μπριγιάντι
μπριγιόλ	noun	είδος μπριγιαντίνης, αρωματισμένο παραφινέλαιο για τα μαλλιά
μπριγκέτα	noun	άλλη μορφή του μπρικέτα
μπριγκέτας	=	μπριγκέτα
μπριγκέτες	=	μπριγκέτα
μπριγκετών	=	μπριγκέτα
μπριζέ	adj	γρήγορη σπαστή συγχορδία, ταχύτατη εκτέλεση των ήχων μιας συγχορδίας, διαδοχικά, σαν να ήταν αρπέζ, αλλά μέσα σε έναν χρόνο.
μπριζολάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριζολάδικο
μπριζολάδικο	noun|vulgar	ψητοπωλείο που σερβίρει ειδικότερα μπριζόλες.
μπριζολάδικου	noun	γενική ενικού του μπριζολάδικο
μπριζολάδικων	noun	γενική πληθυντικού του μπριζολάδικο
μπριζολάκι	noun	υποκοριστικό του μπριζόλα
μπριζολάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριζολάκι
μπριζολίτσα	noun	υποκοριστικό του μπριζόλα
μπριζολίτσας	noun	γενική ενικού του μπριζολίτσα
μπριζολίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριζολίτσα
μπριζολών	noun	γενική πληθυντικού του μπριζόλα
μπριζόλα	noun	πλευρά ζώου που τρώγεται ψητή ή τηγανητή
μπριζόλας	noun	γενική ενικού του μπριζόλα
μπριζόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριζόλα
μπριζών	=	μπρίζα
μπρικ	noun	το κόκκινο χαβιάρι	adj	που έχει την παραπάνω απόχρωση
μπρικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρικάκι
μπρικέτα	noun	πλίνθος φτιαγμένος από καύσιμο υλικό σε λεπτό διαμερισμό, το οποίο μορφοποιείται με κάποιο τρόπο, συνήθως με συμπίεση ή/και προσθήκη συνδέτη
μπρικέτας	noun	γενική ενικού του μπρικέτα
μπρικέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρικέτα
μπρικετών	=	μπρικέτα
μπρικιού	=	μπρίκι
μπρικιών	=	μπρίκι
μπρικολάζ	noun|dated	το μαστόρεμα, το μερεμέτι
μπρικολέγενα	=	μπρικολέγενο
μπρικολέγενο	noun	συνώνυμο του λεγενόμπρικο
μπρικολέγενου	=	μπρικολέγενο
μπρικολέγενων	=	μπρικολέγενο
μπριλάντ	noun	άλλη μορφή του μπριγιάντι
μπριλάντι	noun	άλλη μορφή του μπριγιάντι
μπριλάντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριλάντι
μπριλαντιού	=	μπριλάντι
μπριλαντιών	=	μπριλάντι
μπριλλάντι	noun	άλλη μορφή του μπριγιάντι
μπριλλάντια	=	μπριλλάντι
μπριλλαντιού	=	μπριλλάντι
μπριλλαντιών	=	μπριλλάντι
μπριντγκμανίτες	=	μπριντγκμανίτης
μπριντγκμανίτη	=	μπριντγκμανίτης
μπριντγκμανίτης	noun	ορυκτό που περιέχει μαγγάνιο, πυρίτιο και οξυγόνο (MgSiO3) και είναι σταθερό μόνο σε συνθήκες ακραίας πίεσης σε μεγάλα βάθη του γήινου μανδύα
μπριντγκμανιτών	=	μπριντγκμανίτης
μπρισίμι	noun|dated	κλωστή ή νήμα από μετάξι
μπρισίμια	=	μπρισίμι
μπρισιμιού	=	μπρισίμι
μπρισιμιτζή	=	μπρισιμιτζής
μπρισιμιτζήδες	=	μπρισιμιτζής
μπρισιμιτζήδων	=	μπρισιμιτζής
μπρισιμιτζής	noun|dated	εργάτης επεξεργασίας ινών μεταξιού
μπρισιμιών	=	μπρισίμι
μπριτζ	noun	χαρτοπαίγνιο που παίζεται με τράπουλα 52 φύλλων από δύο «άξονες» των δύο ατόμων (Βορρά-Νότου και Ανατολής-Δύσης)· παίζεται και αγωνιστικά και για αναψυχή
μπριτζιστικά	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικέ	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικές	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστική	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικής	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικοί	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικού	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικούς	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικό	=	μπριτζιστικός
μπριτζιστικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στο μπριτζ
μπριτζιστικών	=	μπριτζιστικός
μπριτζολών	noun	γενική πληθυντικού του μπριτζόλα
μπριτζόλα	noun	άλλη μορφή του μπριζόλα
μπριτζόλας	noun	γενική ενικού του μπριτζόλα
μπριτζόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπριτζόλα
μπριόζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπριόζος
μπριόζας	=	μπριόζος
μπριόζε	=	μπριόζος
μπριόζες	=	μπριόζος
μπριόζια	=	μπριόζικα
μπριόζιε	=	μπριόζικα
μπριόζιες	=	μπριόζικα
μπριόζιη	=	μπριόζικα
μπριόζιης	=	μπριόζικα
μπριόζικα	adv	με μπριόζικο τρόπο, (μουσική: con brio)
μπριόζικε	=	μπριόζικος
μπριόζικες	=	μπριόζικος
μπριόζικη	=	μπριόζικος
μπριόζικης	=	μπριόζικος
μπριόζικο	=	μπριόζικος
μπριόζικοι	=	μπριόζικος
μπριόζικος	adj	που έχει σχέση με τον μπριόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που είναι γεμάτος μπρίο
μπριόζικου	=	μπριόζικος
μπριόζικους	=	μπριόζικος
μπριόζικων	=	μπριόζικος
μπριόζιο	=	μπριόζικα
μπριόζιοι	=	μπριόζικα
μπριόζιος	=	μπριόζικα
μπριόζιου	=	μπριόζικα
μπριόζιους	=	μπριόζικα
μπριόζιων	=	μπριόζικα
μπριόζο	=	μπριόζος
μπριόζοι	=	μπριόζος
μπριόζος	adj	που έχει μπρίο
μπριόζου	=	μπριόζος
μπριόζους	=	μπριόζος
μπριόζων	=	μπριόζος
μπριός	noun	είδος ζύμης, τσουρεκιού ή ψωμιού με αλεύρι, αβγά, βούτυρο κ.ά. υλικά
μπρογκίδι	noun	μεταλλικό έλασμα με το οποίο τεντωνόταν το ύφασμα
μπροκάρ	noun	βαρύ ύφασμα, πλούσια διακοσμημένο, συχνά με μετάξι και με χρυσά ή ασημένια κεντήματα
μπροκατζή	=	μπροκατζής
μπροκατζήδες	=	μπροκατζής
μπροκατζήδων	=	μπροκατζής
μπροκατζής	noun	κακοπληρωτής
μπροκολόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά μπρόκολα
μπροκολόσουπας	noun	γενική ενικού του μπροκολόσουπα
μπροκολόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπροκολόσουπα
μπρος	intj	φύγε	adv	μπροστά
μπροσέ	adj	βαρύ βαμβακερό ή (σπανιότερα) μάλλινο ύφασμα με σχεδιάκια
μπροσουρών	noun	γενική πληθυντικού του μπροσούρα
μπροσούρα	noun	το φυλλάδιο, συνήθως διαφημιστικού ή πολιτικού περιεχομένου
μπροσούρας	noun	γενική ενικού του μπροσούρα
μπροσούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπροσούρα
μπροστά	adv	προς την κατεύθυνση που κοιτάζει ο παρατηρητής
μπροστάντζα	noun	η προκαταβολή
μπροστάντζας	noun	γενική ενικού του μπροστάντζα
μπροστάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπροστάντζα
μπροστάντι	noun	το μπροστινό αντί του αργαλειού
μπροστάντια	=	μπροστάντι
μπροστάρη	noun	μπροστάρης, στη γενική του ενικού
μπροστάρηδες	noun	μπροστάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
μπροστάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του μπροστάρης
μπροστάρης	noun	αυτός που τραβάει μπροστά και οι άλλοι τον ακολουθούν, ο οδηγός
μπροστάρισσα	=	μπροστάρης
μπροστέλα	noun	ποδιά
μπροστέλας	noun	γενική ενικού του μπροστέλα
μπροστέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπροστέλα
μπροστιάρα	=	μπροστιάρης
μπροστιάρη	=	μπροστιάρης
μπροστιάρηδες	=	μπροστιάρης
μπροστιάρηδων	=	μπροστιάρης
μπροστιάρης	noun	που τίθεται επικεφαλής ομάδας κυρίως σε αγώνα ή αιτήματα
μπροστινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπροστινός
μπροστινέ	adj	κλητική ενικού του μπροστινός
μπροστινέλα	noun|dated	το μπροστινό τμήμα του ζευκτήρα, που συμβάλλει στην έλξη ή συγκρατεί τη σέλα ή το σαμάρι
μπροστινέλας	=	μπροστινέλα
μπροστινέλες	=	μπροστινέλα
μπροστινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπροστινή
μπροστινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπροστινός
μπροστινής	adj	γενική ενικού του μπροστινή
μπροστινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπροστινός
μπροστινού	adj	γενική ενικού του μπροστινός
μπροστινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπροστινός
μπροστινό	adj	αιτιατική ενικού του μπροστινός
μπροστινός	adj	που βρίσκεται στο μπροστά μέρος
μπροστινών	adj	γενική πληθυντικού του μπροστινός
μπροστοκίνητα	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητε	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητες	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητη	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητης	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητο	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητοι	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητος	adj|vulgar	άλλη μορφή του εμπροσθοκίνητος
μπροστοκίνητου	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητους	=	μπροστοκίνητος
μπροστοκίνητων	=	μπροστοκίνητος
μπροστομούνι	noun	η ποδιά
μπρουκίτες	=	μπρουκίτης
μπρουκίτη	=	μπρουκίτης
μπρουκίτης	noun	άλλη μορφή του βρουκίτης
μπρουκιτών	=	μπρουκίτης
μπρουμουτίζαμε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζαν	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζανε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζατε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζει	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζεις	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζετε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζοντας	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζουμε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζουν	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζουνε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίζω	verb|dated	ξαπλώνω ή πέφτω μπρούμυτα
μπρουμουτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσαν	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσανε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμουτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμούτιζα	=	μπρουμουτίζω
μπρουμούτιζαν	=	μπρουμουτίζω
μπρουμούτιζε	=	μπρουμουτίζω
μπρουμούτιζες	=	μπρουμουτίζω
μπρουμούτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμούτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμούτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουμούτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπρουμουτίζω
μπρουσκέτα	noun	φρυγανισμένη και τραγανή φέτα ψωμιού, αλειμμένη με διάφορα μείγματα
μπρουσκέτας	noun	γενική ενικού του μπρουσκέτα
μπρουσκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρουσκέτα
μπρουσκετών	noun	γενική πληθυντικού του μπρουσκέτα
μπρουτάλ	adj	βίαιος, που χρησιμοποιεί βία
μπρουταλισμέ	=	μπρουταλισμός
μπρουταλισμοί	=	μπρουταλισμός
μπρουταλισμού	=	μπρουταλισμός
μπρουταλισμούς	=	μπρουταλισμός
μπρουταλισμό	=	μπρουταλισμός
μπρουταλισμός	noun	αρχιτεκτονικό κίνημα που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1950 έως τα μέσα του 1970 με κέντρο την Αγγλία στο οποίο η μορφή των κτιρίων χαρακτηρίζεται από έντονη γραμμικότητα, ξεκάθαρα σχήματα, εμφανή υλικά και εκτεταμένη χρήση του σκυροδέματος.
μπρουταλισμών	=	μπρουταλισμός
μπρουταλιτέ	noun	βιαιότητα, ωμότητα, στυγνότητα
μπρούκλης	noun|slang	είμαι πλούσιος, ή κάνω τον πλούσιο σαν μετανάστης που έχει γυρίσει ή κατοικεί στο Μπρούκλιν
μπρούμυτα	adv	με την μπροστινή πλευρά του σώματος και το πρόσωπο στραμμένα προς τα κάτω, με τη μύτη να κοιτάζει προς το έδαφος
μπρούμυτε	adj	κλητική ενικού του μπρούμυτος
μπρούμυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρούμυτη
μπρούμυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπρούμυτος
μπρούμυτης	adj	γενική ενικού του μπρούμυτη
μπρούμυτο	adj	αιτιατική ενικού του μπρούμυτος
μπρούμυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπρούμυτος
μπρούμυτος	adj	με το μπροστινό μέρος του σώματός του προς το έδαφος, προς τα κάτω
μπρούμυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπρούμυτος
μπρούμυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπρούμυτος
μπρούμυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπρούμυτος
μπρούντζα	noun|vulgar	μπρούντζινες κατασκευές
μπρούντζε	noun	κλητική ενικού του μπρούντζος
μπρούντζινα	=	μπρούντζινος
μπρούντζινε	=	μπρούντζινος
μπρούντζινες	=	μπρούντζινος
μπρούντζινη	=	μπρούντζινος
μπρούντζινης	=	μπρούντζινος
μπρούντζινο	=	μπρούντζινος
μπρούντζινοι	=	μπρούντζινος
μπρούντζινος	adj	που αποτελείται από μπρούντζο
μπρούντζινου	=	μπρούντζινος
μπρούντζινους	=	μπρούντζινος
μπρούντζινων	=	μπρούντζινος
μπρούντζο	noun	αιτιατική ενικού του μπρούντζος
μπρούντζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπρούντζος
μπρούντζος	noun	κράμα χαλκού και κασσίτερου
μπρούντζου	noun	γενική ενικού του μπρούντζος
μπρούντζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπρούντζος
μπρούντζων	noun	γενική πληθυντικού του μπρούντζος
μπρούσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρούσικο
μπρούσικε	adj	κλητική ενικού του μπρούσικος
μπρούσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρούσικη
μπρούσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπρούσικος
μπρούσικης	adj	γενική ενικού του μπρούσικη
μπρούσικο	adj	αιτιατική ενικού του μπρούσικος
μπρούσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπρούσικος
μπρούσικος	adj	άλλη μορφή του μπρούσκος
μπρούσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπρούσικος
μπρούσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπρούσικος
μπρούσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπρούσικος
μπρούσκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρούσκο
μπρούσκας	=	μπρούσκος
μπρούσκε	=	μπρούσκος
μπρούσκες	=	μπρούσκος
μπρούσκο	noun	κρασί που η γεύση του έχει ένταση και κάποια στυφότητα
μπρούσκοι	=	μπρούσκος
μπρούσκος	adj	τανικός, που η γεύση του έχει ένταση, στυφότητα λόγω τανινών και 16-17 αλκοολικούς βαθμούς
μπρούσκου	noun	γενική ενικού του μπρούσκο
μπρούσκους	=	μπρούσκος
μπρούσκων	noun	γενική πληθυντικού του μπρούσκο
μπρούτζε	=	μπρούτζος
μπρούτζινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρούτζινο
μπρούτζινε	adj	κλητική ενικού του μπρούτζινος
μπρούτζινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρούτζινη
μπρούτζινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπρούτζινος
μπρούτζινης	adj	γενική ενικού του μπρούτζινη
μπρούτζινο	adj	αιτιατική ενικού του μπρούτζινος
μπρούτζινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπρούτζινος
μπρούτζινος	adj	άλλη μορφή του μπρούντζινος
μπρούτζινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπρούτζινος
μπρούτζινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπρούτζινος
μπρούτζινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπρούτζινος
μπρούτζο	=	μπρούτζος
μπρούτζοι	=	μπρούτζος
μπρούτζος	noun	άλλη μορφή του μπρούντζος
μπρούτζου	=	μπρούτζος
μπρούτζους	=	μπρούτζος
μπρούτζων	=	μπρούτζος
μπρούτο	noun	το μεικτό βάρος
μπρρρ	intj	επιφώνημα που δηλώνει μεγάλο κρύο, ότι κάποιος κρυώνει
μπρόκα	=	πρόκα
μπρόκολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπρόκολο
μπρόκολο	noun	μονοετές φυτό (είδος λάχανου: κράμβη η λαχανώδης) της οικογένειας των Κραμβοειδών (Σταυρανθών) του γένους Κράμβη (Brassica), ύψους 50-90 εκατοστών, με πυκνές ταξιανθίες στο άκρο του κεντρικού άξονα και των κλαδιών
μπρόκολου	noun	γενική ενικού του μπρόκολο
μπρόκολων	noun	γενική πληθυντικού του μπρόκολο
μπυοφυτών	=	μπυοφύτης
μπυοφύτες	=	μπυοφύτης
μπυοφύτη	=	μπυοφύτης
μπυοφύτης	noun	άλλη μορφή του εμπυοφύτης
μπυρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπυρίτσα
μπυρόκοιλα	=	μπυρόκοιλο
μπυρόκοιλο	noun	μεγάλη κοιλιά που αποδίδεται σε μεγάλη κατανάλωση μπύρας
μπυρόκοιλου	=	μπυρόκοιλο
μπυρόκοιλων	=	μπυρόκοιλο
μπυρών	=	μπύρα
μπω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
μπωντ	noun	baud: μονάδα μέτρησης του ρυθμού μετάδοσης (στοιχειωδών) σημάτων/συμβόλων που εκφράζεται σε σήματα/σύμβολα ανά δευτερόλεπτο
μπωντριέ	noun	μη απλοποιημένη γραφή του μποντριέ ζώνη αναρρίχησης ή καταρρίχησης για ραπέλ
μπόγε	noun	κλητική ενικού του μπόγος
μπόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόι
μπόγιας	noun	αυτός που μαζεύει τα αδέσποτα σκυλιά
μπόγιες	=	μπόγιας
μπόγκος	noun	κρουστό μουσικό όργανο κουβανέζικης προέλευσης που αποτελείται από δύο μικρά τύμπανα και παίζεται με τα χέρια
μπόγο	noun	αιτιατική ενικού του μπόγος
μπόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπόγος
μπόγος	noun	δέμα με διάφορα πράγματα όπως ρούχα, υφάσματα
μπόγου	noun	γενική ενικού του μπόγος
μπόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μπόγος
μπόγων	noun	γενική πληθυντικού του μπόγος
μπόδεμα	noun|dated	άλλη μορφή του αμπόδεμα
μπόδιζα	=	μποδίζω
μπόδιζαν	=	μποδίζω
μπόδιζε	=	μποδίζω
μπόδιζες	=	μποδίζω
μπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μποδίζω
μπόδισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μποδίζω (εμποδίζω), η παρεμβολή εμποδίων, ο εμποδισμός
μπόζεα	noun	ενδημικό φυτό της Κύπρου, γνωστό και ως ζουλατζιά
μπόι	noun	το ύψος, το ανάστημα, η κορμοστασιά
μπόλι	noun	κομμάτι από το βλαστό ενός δέντρου που το χρησιμοποιούμε για να μπολιάσουμε ένα άλλο δέντρο
μπόλια	=	μπόλι
μπόλιαζα	=	μπολιάζω
μπόλιαζαν	=	μπολιάζω
μπόλιαζε	=	μπολιάζω
μπόλιαζες	=	μπολιάζω
μπόλιας	noun	γενική ενικού του μπόλια
μπόλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπόλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπόλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπόλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπολιάζω
μπόλιασμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μπολιάζω
μπόλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόλια
μπόλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπόλικος	adv	αρκετά σε ποσότητα ή διαστάσεις
μπόλικε	adj	κλητική ενικού του μπόλικος
μπόλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόλικη
μπόλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπόλικος
μπόλικης	adj	γενική ενικού του μπόλικη
μπόλικο	adj	αιτιατική ενικού του μπόλικος
μπόλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπόλικος
μπόλικος	adj	αρκετός, άφθονος
μπόλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπόλικος
μπόλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπόλικος
μπόλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπόλικος
μπόμπα	noun|vulgar	η βόμβα
μπόμπας	noun	γενική ενικού του μπόμπα
μπόμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόμπα· άλλη μορφή του βόμβες
μπόμπιρα	=	μπόμπιρας
μπόμπιρας	noun|dated	είδος χρυσοκάνθαρου
μπόμπιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόμπιρας
μπόνγκος	=	μπόγκος
μπόνους	noun	πριμ ή (γενικότερα) χρηματικό ποσό ως δώρο
μπόξερ	noun	ράτσα σωματώδους σκύλου, που αντιστοιχεί στο σώμα του πυγμάχου
μπόξι	noun	το κουτί
μπόουλινγκ	noun	άθλημα στο οποίο ο παίκτης προσπαθεί να ρίξει κορύνες, κυλώντας μια μπάλα κατά μήκος ενός επίπεδου διαδρόμου
μπόρα	noun	η ξαφνική έντονη βροχή με μικρή διάρκεια, ξαφνική βροχόπτωση ισχυρή ή και καταρρακτώδης
μπόρας	noun	γενική ενικού του μπόρα
μπόρει	=	μπορώ
μπόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόρα
μπόρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπόρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπόρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπόρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπορώ
μπόρεση	noun|literary	η δυνατότητα να κατορθώσω
μπόριο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 107 και χημικό σύμβολο Bh
μπόρκα	noun|dated	τρόπος ανδρικής κόμμωσης
μπόρκας	=	μπόρκα
μπόρκες	=	μπόρκα
μπόσης	noun	ο προϊστάμενος, το αφεντικό
μπόσικα	noun	τα χαλαρά μέρη της κοιλιάς	adv	χαλαρά, επιπόλαια
μπόσικε	adj	κλητική ενικού του μπόσικος
μπόσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόσικη
μπόσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μπόσικος
μπόσικης	adj	γενική ενικού του μπόσικη
μπόσικο	adj	αιτιατική ενικού του μπόσικος
μπόσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μπόσικος
μπόσικος	adj	που δεν είναι τεντωμένος ή σφιχτά συνδεδεμένος
μπόσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μπόσικος
μπόσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μπόσικος
μπόσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπόσικος
μπότα	noun	κλειστό και ψηλό παπούτσι που καλύπτει το πόδι αρκετά πάνω από τον αστράγαλο
μπόταρα	=	μποτάρω
μπόταραν	=	μποτάρω
μπόταρε	=	μποτάρω
μπόταρες	=	μποτάρω
μπότας	=	μπότα
μπότες	=	μπότα
μπότζα	adv	με απομακρυσμένη την πλώρη πλεούμενου από τη διεύθυνση του ανέμου	intj	ναυτικό παράγγελμα να απομακρυνθεί η πλώρη πλεούμενου από τη διεύθυνση του ανέμου
μπότζι	noun	η ταλάντευση πλοίου κατά τον εγκάρσιο άξονα λόγω τρικυμίας
μπότη	=	μπότης
μπότηδες	noun	τοπικό έθιμο της Κέρκυρας όπου σπάνε κανάτες στο δρόμο το Μεγάλο Σάββατο
μπότηδων	=	μπότης
μπότης	noun	κανάτα (Κερκυραϊκά)
μπότοξ	noun	αισθητική επέμβαση για την αντιμετώπιση των ρυτίδων του προσώπου με την έγχυση ειδικής πρωτεΐνης σε κατάλληλα σημεία
μπότσα	noun	μέτρο χωρητικότητας υγρών για τη μέτρηση κυρίως μούστου ή κρασιών, ίσο με δυο μετρικές οκάδες, (2x400x3,2) = 2.560 γραμμάρια
μπότσας	noun	γενική ενικού του μπότσα
μπότσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπότσα
μπόχα	noun|vulgar	πολύ έντονη και δυσάρεστη μυρωδιά
μπόχας	noun	γενική ενικού του μπόχα
μπόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόχα
μπύρα	noun	δημοφιλής γραφή για τη μπίρα
μπύρας	noun	γενική ενικού του μπύρα
μπύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπύρα
μρε	intj|vulgar	μωρέ, βρε
μσθ	abbrev	η ιδεατή επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς παλίρροια, κυματισμό και θαλάσσια ρεύματα
μστ	abbrev	συντομογραφία του μέσο σταθερής τροχιάς
μτ	abbrev	Μολυσματική Τέρμινθος
μτν	abbrev	ελληνικός ασφαλιστικός φορέας βαθμοφόρων του πολεμικού ναυτικού
μτς	abbrev	ελληνικός ασφαλιστικός φορέας στελεχών του στρατού
μυ	noun	αιτιατική ενικού του μυς
μυΐτιδα	noun	μέρος ιατρικής ονομασίας ασθένειας: η οστεοποιός μυΐτιδα είναι έκτοπη οστεοποίηση
μυΐτιδας	=	μυΐτιδα
μυΐτιδες	=	μυΐτιδα
μυΐτιδων	=	μυΐτιδα
μυάγρα	noun|archaic	η ποντικοπαγίδα, η φάκα
μυάγρας	=	μυάγρα
μυάγρες	=	μυάγρα
μυέλινα	=	μυέλινος
μυέλινε	=	μυέλινος
μυέλινες	=	μυέλινος
μυέλινη	=	μυέλινος
μυέλινης	=	μυέλινος
μυέλινο	=	μυέλινος
μυέλινοι	=	μυέλινος
μυέλινος	adj	που έχει σχέση με τον μυελό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μυέλινου	=	μυέλινος
μυέλινους	=	μυέλινος
μυέλινων	=	μυέλινος
μυέλωμα	noun	κακοήθης μετατροπή των πλασματοκυττάρων
μυήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυώ
μυήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύηση
μυήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μύηση
μυήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μύηση
μυήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυώ
μυία	noun	η μύγα
μυίας	noun	γενική ενικού του μυία
μυίγα	noun|dated	άλλη γραφή του μύγα
μυίγας	=	μυίγα
μυίγες	=	μυίγα
μυίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυία
μυαγρών	=	μυάγρα
μυαλά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλό
μυαλγία	noun	πόνος των μυώνων
μυαλγίας	noun	γενική ενικού του μυαλγία
μυαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλγία
μυαλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλγικό
μυαλγικέ	adj	κλητική ενικού του μυαλγικός
μυαλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλγική
μυαλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυαλγικός
μυαλγικής	adj	γενική ενικού του μυαλγική
μυαλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυαλγικός
μυαλγικού	adj	γενική ενικού του μυαλγικός
μυαλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυαλγικός
μυαλγικό	adj	αιτιατική ενικού του μυαλγικός
μυαλγικός	adj	σχετικός με τη μυαλγία
μυαλγικών	adj	γενική πληθυντικού του μυαλγικός
μυαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του μυαλγία
μυαλουδάκι	noun	υποκοριστικό της λέξης μυαλό, το μικρό μυαλό
μυαλουδάκια	=	μυαλουδάκι
μυαλού	noun	γενική ενικού του μυαλό
μυαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλωμένο
μυαλωμένε	verb	κλητική ενικού του μυαλωμένος
μυαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυαλωμένη
μυαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυαλωμένος
μυαλωμένης	verb	γενική ενικού του μυαλωμένη
μυαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυαλωμένος
μυαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυαλωμένος
μυαλωμένος	adj	που σκέφτεται (και ενεργεί) λογικά και συνετά
μυαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυαλωμένος
μυαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυαλωμένος
μυαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυαλωμένος
μυαλό	noun	η φαιά ουσία μέσα στο κρανίο ανθρώπων και ζώων
μυαλών	noun	γενική πληθυντικού του μυαλό
μυασθένεια	noun	αφύσικη αδυναμία των μυών
μυασθένειας	noun	γενική ενικού του μυασθένεια
μυασθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυασθένεια
μυασθενειών	noun	γενική πληθυντικού του μυασθένεια
μυασθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυασθενικό
μυασθενικέ	adj	κλητική ενικού του μυασθενικός
μυασθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυασθενική
μυασθενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυασθενικός
μυασθενικής	adj	γενική ενικού του μυασθενική
μυασθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυασθενικός
μυασθενικού	adj	γενική ενικού του μυασθενικός
μυασθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυασθενικός
μυασθενικό	adj	αιτιατική ενικού του μυασθενικός
μυασθενικός	adj	σχετικός με τη μυασθένεια
μυασθενικών	adj	γενική πληθυντικού του μυασθενικός
μυατονία	noun	απουσία ή μερική απώλεια μυϊκού τόνου
μυατονίας	noun	γενική ενικού του μυατονία
μυατονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυατονία
μυατονιών	noun	γενική πληθυντικού του μυατονία
μυατροφία	noun	μυική ατροφία, ατροφία των μυών
μυατροφίας	noun	γενική ενικού του μυατροφία
μυατροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυατροφία
μυατροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυατροφικό
μυατροφικέ	adj	κλητική ενικού του μυατροφικός
μυατροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυατροφική
μυατροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυατροφικός
μυατροφικής	adj	γενική ενικού του μυατροφική
μυατροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυατροφικός
μυατροφικού	adj	γενική ενικού του μυατροφικός
μυατροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυατροφικός
μυατροφικό	adj	αιτιατική ενικού του μυατροφικός
μυατροφικός	adj	σχετικός με τη μυατροφία
μυατροφικών	adj	γενική πληθυντικού του μυατροφικός
μυατροφιών	noun	γενική πληθυντικού του μυατροφία
μυγάκι	noun	υποκοριστικό του μύγα
μυγάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγάκι
μυγάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγάρα
μυγίτσα	noun	υποκοριστικό του μύγα
μυγίτσας	noun	γενική ενικού του μυγίτσα
μυγίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγίτσα
μυγαλές	=	μυγαλή
μυγαλή	noun	μικρό θηλαστικό, συγγενικό του ασπάλακα, που μοιάζει εξωτερικά με ποντίκι που έχει μακριά μουσούδα
μυγαλής	=	μυγαλή
μυγαλών	=	μυγαλή
μυγαράκι	noun	μυγάκι, μικρή μύγα
μυγαράκια	=	μυγαράκι
μυγδάλου	=	μύγδαλο
μυγδάλων	=	μύγδαλο
μυγδαλάτα	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτε	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτες	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτη	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτης	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτο	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτοι	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτος	adj	άλλη μορφή του αμυγδαλάτος
μυγδαλάτου	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτους	=	μυγδαλάτος
μυγδαλάτων	=	μυγδαλάτος
μυγδαλιά	noun	η αμυγδαλιά
μυγδαλιάς	noun	γενική ενικού του μυγδαλιά
μυγδαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγδαλιά
μυγδαλιών	=	μυγδαλιά
μυγδαλόψιχα	noun|vulgar	άλλη μορφή του αμυγδαλόψιχα
μυγδαλόψιχας	noun	γενική ενικού του μυγδαλόψιχα
μυγδαλόψιχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγδαλόψιχα
μυγιάγγιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγιάγγιχτο
μυγιάγγιχτε	adj	κλητική ενικού του μυγιάγγιχτος
μυγιάγγιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγιάγγιχτη
μυγιάγγιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυγιάγγιχτος
μυγιάγγιχτης	adj	γενική ενικού του μυγιάγγιχτη
μυγιάγγιχτο	adj	αιτιατική ενικού του μυγιάγγιχτος
μυγιάγγιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυγιάγγιχτος
μυγιάγγιχτος	adj	εύθικτος
μυγιάγγιχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυγιάγγιχτος
μυγιάγγιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυγιάγγιχτος
μυγιάγγιχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυγιάγγιχτος
μυγιάζεσαι	=	μυγιάζομαι
μυγιάζεστε	=	μυγιάζομαι
μυγιάζεται	=	μυγιάζομαι
μυγιάζομαι	verb	ενοχλούμαι από μύγες (συνήθως για ζώα)
μυγιάζονται	=	μυγιάζομαι
μυγιάζονταν	=	μυγιάζομαι
μυγιάζου	=	μυγιάζομαι
μυγιάσου	=	μυγιάζομαι
μυγιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαζόμασταν	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόμαστε	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόμουν	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόμουνα	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόντουσαν	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόσασταν	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόσαστε	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόσουν	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόσουνα	=	μυγιάζομαι
μυγιαζόταν	=	μυγιάζομαι
μυγιαζότανε	=	μυγιάζομαι
μυγιασμένος	=	μυγιάζομαι
μυγιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστήκαν	=	μυγιάζομαι
μυγιαστήκανε	=	μυγιάζομαι
μυγιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγιαστούνε	=	μυγιάζομαι
μυγιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυγιάζομαι
μυγοπαγίδα	noun	παγίδα για μύγες (συνήθως μια ταινία αλειμμένη με κολλώδη ουσία)
μυγοπαγίδας	=	μυγοπαγίδα
μυγοπαγίδες	=	μυγοπαγίδα
μυγοπαγίδων	=	μυγοπαγίδα
μυγοσκοτώστρα	noun	αντικείμενο που χρησιμοποιείται για την εξόντωση των μυγών, επιφέροντας με αυτό, χειροκίνητα, ένα γρήγορο χτύπημα επάνω στη μύγα
μυγοσκοτώστρας	noun	γενική ενικού του μυγοσκοτώστρα
μυγοσκοτώστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγοσκοτώστρα
μυγοχάφτες	=	μυγοχάφτης
μυγοχάφτη	=	μυγοχάφτης
μυγοχάφτης	noun	εύπιστος, μωρόπιστος· (κυριολεκτικά) αυτός που καπαπίνει (χάφτει) μύγες (θηλυκό μυγοχάφτισσα)
μυγοχάφτισσα	noun	εύπιστη γυναίκα
μυγοχάφτισσας	noun	γενική ενικού του μυγοχάφτισσα
μυγοχάφτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγοχάφτισσα
μυγοχέσματα	=	μυγόχεσμα
μυγοχέσματος	=	μυγόχεσμα
μυγοχαφτισσών	noun	γενική πληθυντικού του μυγοχάφτισσα
μυγοχαφτών	=	μυγοχάφτης
μυγοχεσμάτων	=	μυγόχεσμα
μυγούλα	noun	υποκοριστικό του μύγα
μυγούλας	noun	γενική ενικού του μυγούλα
μυγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυγούλα
μυγόχεσμα	noun|vulgar	περίττωμα από μύγα
μυγών	noun	γενική πληθυντικού του μύγα
μυδιού	=	μύδι
μυδιών	=	μύδι
μυδοκαλλιέργεια	noun	η εκτροφή μυδιών σε ειδικούς χώρους με σκοπό την εμπορία τους
μυδοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του μυδοκαλλιέργεια
μυδοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδοκαλλιέργεια
μυδοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του μυδοκαλλιέργεια
μυδοκαλλιεργητές	=	μυδοκαλλιεργητής
μυδοκαλλιεργητή	=	μυδοκαλλιεργητής
μυδοκαλλιεργητής	noun	ο επαγγελματίας που ασχολείται με την μυδοκαλλιέργεια
μυδοκαλλιεργητών	=	μυδοκαλλιεργητής
μυδομακαρονάδα	noun	μακαρονάδα με μύδια
μυδομακαρονάδας	=	μυδομακαρονάδα
μυδομακαρονάδες	=	μυδομακαρονάδα
μυδομακαρονάδων	=	μυδομακαρονάδα
μυδοπίλαφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδοπίλαφο
μυδοπίλαφο	noun	πιλάφι με μύδια
μυδοπίλαφου	noun	γενική ενικού του μυδοπίλαφο
μυδοπίλαφων	noun	γενική πληθυντικού του μυδοπίλαφο
μυδοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστά μύδια
μυδοσαλάτας	noun	γενική ενικού του μυδοσαλάτα
μυδοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδοσαλάτα
μυδοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του μυδοσαλάτα
μυδράλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδράλιο
μυδράλιο	noun	το βλήμα πολυβόλου
μυδράλιου	noun	γενική ενικού του μυδράλιο
μυδράλιων	noun	γενική πληθυντικού του μυδράλιο
μυδράλλιον	noun	μυδράλιο
μυδρίαση	noun	η αύξηση της διαμέτρου της κόρης του ματιού, ως φυσιολογική αντίδραση, επίδραση φαρμάκων ή εκδήλωση παθολογικής κατάστασης
μυδρίασης	noun	γενική ενικού του μυδρίαση
μυδραλιοβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδραλιοβόλο
μυδραλιοβόλο	noun	είδος πολυβόλου, πυροβόλου όπλου
μυδραλιοβόλου	noun	γενική ενικού του μυδραλιοβόλο
μυδραλιοβόλων	noun	γενική πληθυντικού του μυδραλιοβόλο
μυδραλλιοβόλον	noun	το μυδραλιοβόλο
μυδριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδρίαση
μυδριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του μυδρίαση
μυδριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του μυδρίαση
μυδροβολέω	verb	ρίχνω βολές με βλήματα από πολυβόλο
μυδροβόλησις	noun|dated	η ενέργεια του μυδροβολώ· βολή με μυδροβόλον
μυδόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά μύδια
μυδόσουπας	noun	γενική ενικού του μυδόσουπα
μυδόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυδόσουπα
μυελέ	noun	κλητική ενικού του μυελός
μυελίτιδα	noun	φλεγμονή του μυελού
μυελίτιδας	=	μυελίτιδα
μυελίτιδες	=	μυελίτιδα
μυελίτιδων	=	μυελίτιδα
μυελασθένεια	noun	ασθένεια του μυελού των οστών
μυελασθένειας	=	μυελασθένεια
μυελασθένειες	=	μυελασθένεια
μυελασθενειών	=	μυελασθένεια
μυελατέλεια	noun	η ατέλεια ή η ατελής ανάπτυξη του νωτιαίου μυελού
μυελατέλειας	=	μυελατέλεια
μυελατέλειες	=	μυελατέλεια
μυελατελειών	=	μυελατέλεια
μυελεγκέφαλε	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκέφαλο	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκέφαλοι	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκέφαλος	noun	οπίσθια περιοχή του εγκεφάλου από την οποία αναπτύσσεται ο προμήκης μυελός
μυελεγκέφαλου	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκέφαλους	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκέφαλων	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκεφάλου	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκεφάλους	=	μυελεγκέφαλος
μυελεγκεφάλων	=	μυελεγκέφαλος
μυελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυελικό
μυελικέ	adj	κλητική ενικού του μυελικός
μυελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυελική
μυελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυελικός
μυελικής	adj	γενική ενικού του μυελική
μυελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυελικός
μυελικού	adj	γενική ενικού του μυελικός
μυελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυελικός
μυελικό	adj	αιτιατική ενικού του μυελικός
μυελικός	adj	που έχει σχέση με τον μυελό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μυελικών	adj	γενική πληθυντικού του μυελικός
μυελοΐνωση	noun	ίνωση του μυελού των οστών, που έχει ως συμπτώματα αναιμία, σπληνομεγαλία κ.ά. και ως αποτέλεσμα την έλλειψη παραγωγής φυσιολογικών αιμοσφαιρίων
μυελοΐνωσης	=	μυελοΐνωση
μυελοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυελός
μυελογενές	=	μυελογενής
μυελογενή	=	μυελογενής
μυελογενής	adj	που δημιουργείται ή προέρχεται από τον μυελό
μυελογενείς	=	μυελογενής
μυελογενούς	=	μυελογενής
μυελογενών	=	μυελογενής
μυελογραφία	noun	τύπος ακτινογραφικής εξέτασης που χρησιμοποιεί σκιαγραφικό μέσο για την ανίχνευση της παθολογίας του νωτιαίου μυελού καθώς και του πιθανού σημείου τραυματισμού του ή ύπαρξης κύστεων, όγκων κ.λπ.
μυελογραφίας	=	μυελογραφία
μυελογραφίες	=	μυελογραφία
μυελογραφιών	=	μυελογραφία
μυελοειδές	=	μυελοειδής
μυελοειδή	=	μυελοειδής
μυελοειδής	adj	άλλη μορφή του μυελώδης
μυελοειδείς	=	μυελοειδής
μυελοειδούς	=	μυελοειδής
μυελοειδών	=	μυελοειδής
μυελοκήλες	=	μυελοκήλη
μυελοκήλη	noun	σοβαρή μορφή δισχιδούς ράχης στην οποία εκτίθεται ο νευρικός ιστός του νωτιαίου μυελού
μυελοκήλης	=	μυελοκήλη
μυελοκυττάρου	=	μυελοκύτταρο
μυελοκυττάρων	=	μυελοκύτταρο
μυελοκυψέλες	=	μυελοκυψέλη
μυελοκυψέλη	noun	οστική κοιλότητα στην οποία βρίσκονται μυελός και αιμοφόρα αγγεία
μυελοκυψέλης	=	μυελοκυψέλη
μυελοκυψελών	=	μυελοκυψέλη
μυελοκύτταρα	=	μυελοκύτταρο
μυελοκύτταρο	noun	κύτταρο του μυελού των οστών
μυελοκύτταρον	noun	μυελοκύτταρο
μυελοκύτταρου	=	μυελοκύτταρο
μυελομηνιγγίτιδα	noun	ασθένεια, μηνιγγίτιδα της σπονδυλικής στήλης
μυελομηνιγγίτιδας	=	μυελομηνιγγίτιδα
μυελομηνιγγίτιδες	=	μυελομηνιγγίτιδα
μυελομηνιγγίτιδων	=	μυελομηνιγγίτιδα
μυελομηνιγγῖτις	noun	μυελομηνιγγίτιδα
μυελοπάθεια	noun	πάθηση του νωτιαίου μυελού
μυελοπάθειας	=	μυελοπάθεια
μυελοπάθειες	=	μυελοπάθεια
μυελοπαθειών	=	μυελοπάθεια
μυελοσκλήρυνση	noun	άλλη μορφή του μυελοΐνωση
μυελοσκλήρυνσης	=	μυελοσκλήρυνση
μυελοσκληρύνσεις	=	μυελοσκλήρυνση
μυελοσκληρύνσεων	=	μυελοσκλήρυνση
μυελοϊνώσεις	=	μυελοΐνωση
μυελοϊνώσεων	=	μυελοΐνωση
μυελού	noun	γενική ενικού του μυελός
μυελούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυελός
μυελωδών	=	μυελώδης
μυελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μυέλωμα
μυελό	noun	αιτιατική ενικού του μυελός
μυελός	noun	μαλακή παχύρρευστη ουσία που βρίσκεται κυρίως στο εσωτερικό των οστών
μυελώδεις	=	μυελώδης
μυελώδες	=	μυελώδης
μυελώδη	=	μυελώδης
μυελώδης	adj	που μοιάζει με μυελό των οστών, οφείλεται σ’ αυτόν ή έχει σχηματιστεί απ’ αυτόν
μυελώδους	=	μυελώδης
μυελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυέλωμα
μυελώματος	noun	γενική ενικού του μυέλωμα
μυελών	noun	γενική πληθυντικού του μυελός
μυζήθρα	noun	είδος τυριού που παρασκευάζεται από πρόβειο ή και κατσικίσιο γάλα, με γεύση συνήθως υφάλμυρη (ενίοτε και γλυκιά)
μυζήθρας	noun	γενική ενικού του μυζήθρα
μυζήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυζήθρα
μυζήσεις	=	μύζηση
μυζήσεων	=	μύζηση
μυζηθρίτσα	noun	υποκοριστικό του μυζήθρα
μυζηθρίτσας	=	μυζηθρίτσα
μυζηθρίτσες	=	μυζηθρίτσα
μυζηθροπιτάκι	noun	υποκοριστικό του μυζηθρόπιτα
μυζηθροπιτάκια	=	μυζηθροπιτάκι
μυζηθροπιτίτσα	noun|rare	υποκοριστικό του μυζηθρόπιτα
μυζηθροπιτούλα	noun	υποκοριστικό του μυζηθρόπιτα
μυζηθροπιτούλας	=	μυζηθροπιτούλα
μυζηθροπιτούλες	=	μυζηθροπιτούλα
μυζηθροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του μυζηθρόπιτα
μυζηθρόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό παρασκευής τη μυζήθρα
μυζηθρόπιτας	noun	γενική ενικού του μυζηθρόπιτα
μυζηθρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυζηθρόπιτα
μυζηθρών	noun	γενική πληθυντικού του μυζήθρα
μυζητήρ	noun	μυζητήρας
μυζητήρα	=	μυζητήρας
μυζητήρας	noun	όργανο με το οποίο κάποια ζώα, παράσιτα κ.ά. μυζούν
μυζητήρες	=	μυζητήρας
μυζητήρων	=	μυζητήρας
μυζητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυζητικό
μυζητικέ	adj	κλητική ενικού του μυζητικός
μυζητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυζητική
μυζητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυζητικός
μυζητικής	adj	γενική ενικού του μυζητική
μυζητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυζητικός
μυζητικού	adj	γενική ενικού του μυζητικός
μυζητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυζητικός
μυζητικό	adj	αιτιατική ενικού του μυζητικός
μυζητικός	adj	σχετικός με τη μύζηση
μυζητικών	adj	γενική πληθυντικού του μυζητικός
μυζώ	verb|formal	ρουφώ (συνήθως για έντομα ή φυτά)
μυζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυζώ
μυηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυούμαι
μυημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυημένο
μυημένε	verb	κλητική ενικού του μυημένος
μυημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυημένη
μυημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυημένος
μυημένης	verb	γενική ενικού του μυημένη
μυημένο	verb	αιτιατική ενικού του μυημένος
μυημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυημένος
μυημένος	verb	αυτός που έχει μυηθεί
μυημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυημένος
μυημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυημένος
μυημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυημένος
μυθευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μύθευμα
μυθεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύθευμα
μυθεύματος	noun	γενική ενικού του μύθευμα
μυθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθικό
μυθικέ	adj	κλητική ενικού του μυθικός
μυθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθική
μυθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθικός
μυθικής	adj	γενική ενικού του μυθική
μυθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθικός
μυθικού	adj	γενική ενικού του μυθικός
μυθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθικός
μυθικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθικός
μυθικός	adj	που σχετίζεται με μύθους
μυθικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθικός
μυθιστορήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστόρημα
μυθιστορήματος	noun	γενική ενικού του μυθιστόρημα
μυθιστορία	noun	μυθιστόρημα
μυθιστορίας	noun	γενική ενικού του μυθιστορία
μυθιστορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορία
μυθιστορημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μυθιστόρημα
μυθιστορηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορηματικό
μυθιστορηματικέ	adj	κλητική ενικού του μυθιστορηματικός
μυθιστορηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορηματική
μυθιστορηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθιστορηματικός
μυθιστορηματικής	adj	γενική ενικού του μυθιστορηματική
μυθιστορηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορηματικός
μυθιστορηματικού	adj	γενική ενικού του μυθιστορηματικός
μυθιστορηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθιστορηματικός
μυθιστορηματικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθιστορηματικός
μυθιστορηματικός	adj	σχετικός με μυθιστόρημα
μυθιστορηματικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθιστορηματικός
μυθιστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορικό
μυθιστορικέ	adj	κλητική ενικού του μυθιστορικός
μυθιστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορική
μυθιστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθιστορικός
μυθιστορικής	adj	γενική ενικού του μυθιστορική
μυθιστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθιστορικός
μυθιστορικού	adj	γενική ενικού του μυθιστορικός
μυθιστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθιστορικός
μυθιστορικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθιστορικός
μυθιστορικός	adj	σχετικός με τη μυθιστορία
μυθιστορικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθιστορικός
μυθιστοριογράφε	noun	κλητική ενικού του μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογράφει	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογράφησα	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογράφησαν	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογράφησε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογράφησες	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογράφο	noun	αιτιατική ενικού του μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογράφος	noun	ο/η συγγραφέας μυθιστορημάτων
μυθιστοριογράφου	noun	γενική ενικού του μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογράφων	noun	γενική πληθυντικού του μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογραφήσαμε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφήσαν	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφήσανε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφήσατε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφήσει	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφήστε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφία	noun	η ενασχόληση του μυθιστοριογράφου καθώς και το αποτέλεσμα της ενασχόλησης αυτής
μυθιστοριογραφίας	noun	γενική ενικού του μυθιστοριογραφία
μυθιστοριογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφία
μυθιστοριογραφεί	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφείς	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφείτε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφημένο
μυθιστοριογραφημένε	verb	κλητική ενικού του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφημένη
μυθιστοριογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφημένης	verb	γενική ενικού του μυθιστοριογραφημένη
μυθιστοριογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυθιστοριογραφημένος
μυθιστοριογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφικό
μυθιστοριογραφικέ	adj	κλητική ενικού του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφική
μυθιστοριογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφικής	adj	γενική ενικού του μυθιστοριογραφική
μυθιστοριογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφικού	adj	γενική ενικού του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφικός	adj	σχετικός με τη μυθιστορία
μυθιστοριογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθιστοριογραφικός
μυθιστοριογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μυθιστοριογραφία
μυθιστοριογραφούμε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούν	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούνε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσα	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσαμε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσαν	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσανε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσατε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσε	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφούσες	=	μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριογραφώ	verb	είμαι μυθιστοριογράφος
μυθιστοριογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυθιστοριογραφώ
μυθιστοριών	noun	γενική πληθυντικού του μυθιστορία
μυθιστόρημα	noun	πεζό αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο μεγάλης έκτασης, με πολλά πρόσωπα και πλούσια πλοκή
μυθοβατώ	verb	σκέφτομαι με ρομαντικό τρόπο, παρασύρομαι σε έναν κόσμο επίπλαστο, ονειροβατώ
μυθοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυθοβατώ
μυθογράφε	noun	κλητική ενικού του μυθογράφος
μυθογράφει	=	μυθογραφώ
μυθογράφησα	=	μυθογραφώ
μυθογράφησαν	=	μυθογραφώ
μυθογράφησε	=	μυθογραφώ
μυθογράφησες	=	μυθογραφώ
μυθογράφο	noun	αιτιατική ενικού του μυθογράφος
μυθογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθογράφος
μυθογράφος	noun	που συγγράφει μύθους (ή τους συλλέγει, τους καταγράφει, τους μελετάει κ.λπ.)
μυθογράφου	noun	γενική ενικού του μυθογράφος
μυθογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυθογράφος
μυθογράφων	noun	γενική πληθυντικού του μυθογράφος
μυθογραφήσαμε	=	μυθογραφώ
μυθογραφήσαν	=	μυθογραφώ
μυθογραφήσανε	=	μυθογραφώ
μυθογραφήσατε	=	μυθογραφώ
μυθογραφήσει	=	μυθογραφώ
μυθογραφήστε	=	μυθογραφώ
μυθογραφία	noun	η ασχολία του μυθογράφου
μυθογραφίας	noun	γενική ενικού του μυθογραφία
μυθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφία
μυθογραφεί	=	μυθογραφώ
μυθογραφείς	=	μυθογραφώ
μυθογραφείτε	=	μυθογραφώ
μυθογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφημένο
μυθογραφημένε	verb	κλητική ενικού του μυθογραφημένος
μυθογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφημένη
μυθογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθογραφημένος
μυθογραφημένης	verb	γενική ενικού του μυθογραφημένη
μυθογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του μυθογραφημένος
μυθογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφημένος
μυθογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυθογραφημένος
μυθογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυθογραφημένος
μυθογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυθογραφημένος
μυθογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφικό
μυθογραφικέ	adj	κλητική ενικού του μυθογραφικός
μυθογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφική
μυθογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθογραφικός
μυθογραφικής	adj	γενική ενικού του μυθογραφική
μυθογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθογραφικός
μυθογραφικού	adj	γενική ενικού του μυθογραφικός
μυθογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθογραφικός
μυθογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθογραφικός
μυθογραφικός	adj	σχετικός με τη μυθογραφία
μυθογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθογραφικός
μυθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του μυθογραφία
μυθογραφούμε	=	μυθογραφώ
μυθογραφούν	=	μυθογραφώ
μυθογραφούνε	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσα	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσαμε	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσαν	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσανε	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσατε	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσε	=	μυθογραφώ
μυθογραφούσες	=	μυθογραφώ
μυθογραφώ	verb	ασχολούμαι με τη μυθογραφία, είμαι μυθογράφος
μυθογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυθογραφώ
μυθολογήματα	=	μυθολόγημα
μυθολογήματος	=	μυθολόγημα
μυθολογήσαμε	=	μυθολογώ
μυθολογήσαν	=	μυθολογώ
μυθολογήσανε	=	μυθολογώ
μυθολογήσατε	=	μυθολογώ
μυθολογήσει	=	μυθολογώ
μυθολογήστε	=	μυθολογώ
μυθολογία	noun	οι μύθοι ενός λαού ως σύνολο
μυθολογίας	noun	γενική ενικού του μυθολογία
μυθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθολογία
μυθολογεί	=	μυθολογώ
μυθολογείς	=	μυθολογώ
μυθολογείτε	=	μυθολογώ
μυθολογημάτων	=	μυθολόγημα
μυθολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθολογημένο
μυθολογημένε	verb	κλητική ενικού του μυθολογημένος
μυθολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθολογημένη
μυθολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθολογημένος
μυθολογημένης	verb	γενική ενικού του μυθολογημένη
μυθολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του μυθολογημένος
μυθολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθολογημένος
μυθολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μυθολογώ
μυθολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυθολογημένος
μυθολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυθολογημένος
μυθολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυθολογημένος
μυθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυθολογικός	adv|formal	με μυθολογικό τρόπο
μυθολογικέ	adj	κλητική ενικού του μυθολογικός
μυθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθολογική
μυθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθολογικός
μυθολογικής	adj	γενική ενικού του μυθολογική
μυθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθολογικός
μυθολογικού	adj	γενική ενικού του μυθολογικός
μυθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθολογικός
μυθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθολογικός
μυθολογικός	adj	που έχει σχέση με τη μυθολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
μυθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθολογικός
μυθολογικώς	adv|formal	με μυθολογικό τρόπο
μυθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μυθολογία
μυθολογούμε	=	μυθολογώ
μυθολογούν	=	μυθολογώ
μυθολογούνε	=	μυθολογώ
μυθολογούσα	=	μυθολογώ
μυθολογούσαμε	=	μυθολογώ
μυθολογούσαν	=	μυθολογώ
μυθολογούσανε	=	μυθολογώ
μυθολογούσατε	=	μυθολογώ
μυθολογούσε	=	μυθολογώ
μυθολογούσες	=	μυθολογώ
μυθολογώ	verb	διηγούμαι μύθους
μυθολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυθολογώ
μυθολόγε	=	μυθολόγος
μυθολόγει	=	μυθολογώ
μυθολόγημα	noun	μυθική διήγηση
μυθολόγησα	=	μυθολογώ
μυθολόγησαν	=	μυθολογώ
μυθολόγησε	=	μυθολογώ
μυθολόγησες	=	μυθολογώ
μυθολόγο	=	μυθολόγος
μυθολόγοι	=	μυθολόγος
μυθολόγος	noun	που αφηγείται μύθους
μυθολόγου	=	μυθολόγος
μυθολόγους	=	μυθολόγος
μυθολόγων	=	μυθολόγος
μυθομανές	=	μυθομανής
μυθομανή	=	μυθομανής
μυθομανής	adj	που ψεύδεται παθολογικά
μυθομανία	noun	το να είναι κάποιος μυθομανής, η ιδιότητα του μυθομανούς
μυθομανίας	noun	γενική ενικού του μυθομανία
μυθομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθομανία
μυθομανείς	=	μυθομανής
μυθομανιών	noun	γενική πληθυντικού του μυθομανία
μυθομανούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του μυθομανής
μυθομανών	=	μυθομανής
μυθοπλάστες	=	μυθοπλάστης
μυθοπλάστη	=	μυθοπλάστης
μυθοπλάστης	noun	αυτός που ασχολείται με μυθοπλασίες
μυθοπλάστριας	noun	γενική ενικού του μυθοπλάστρια
μυθοπλάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοπλάστρια
μυθοπλασία	noun	η επινόηση και δημιουργία μύθων
μυθοπλασίας	noun	γενική ενικού του μυθοπλασία
μυθοπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοπλασία
μυθοπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του μυθοπλασία
μυθοπλαστία	noun	άλλη μορφή του μυθοπλασία
μυθοπλαστίας	=	μυθοπλαστία
μυθοπλαστίες	=	μυθοπλαστία
μυθοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοπλαστικό
μυθοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοπλαστική
μυθοπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστικής	adj	γενική ενικού του μυθοπλαστική
μυθοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστικού	adj	γενική ενικού του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με την μυθοπλασία
μυθοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθοπλαστικός
μυθοπλαστιών	=	μυθοπλαστία
μυθοπλαστριών	noun	γενική πληθυντικού του μυθοπλάστρια
μυθοπλαστών	=	μυθοπλάστης
μυθοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποίηση	noun	η απόδοση σε κάποιον ή κάτι μυθικών διαστάσεων, η μεταβολή του σε μύθο
μυθοποίησης	noun	γενική ενικού του μυθοποίηση
μυθοποιέ	=	μυθοποιός
μυθοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοποίηση
μυθοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του μυθοποίηση
μυθοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του μυθοποίηση
μυθοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιώ
μυθοποιία	noun	η κατασκευή μύθων, η επινόησή τους
μυθοποιίας	noun	γενική ενικού του μυθοποιία
μυθοποιίες	=	μυθοποιία
μυθοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυθοποιούμαι
μυθοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοποιημένο
μυθοποιημένε	verb	κλητική ενικού του μυθοποιημένος
μυθοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοποιημένη
μυθοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθοποιημένος
μυθοποιημένης	verb	γενική ενικού του μυθοποιημένη
μυθοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του μυθοποιημένος
μυθοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθοποιημένος
μυθοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυθοποιημένος
μυθοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυθοποιημένος
μυθοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυθοποιημένος
μυθοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυθοποιητικός	adv	με μυθοποιητικό τρόπο
μυθοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του μυθοποιητικός
μυθοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυθοποιητική
μυθοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυθοποιητικός
μυθοποιητικής	adj	γενική ενικού του μυθοποιητική
μυθοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυθοποιητικός
μυθοποιητικού	adj	γενική ενικού του μυθοποιητικός
μυθοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυθοποιητικός
μυθοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του μυθοποιητικός
μυθοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την μυθοποίηση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή
μυθοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του μυθοποιητικός
μυθοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του μυθοποιία
μυθοποιοί	=	μυθοποιός
μυθοποιού	=	μυθοποιός
μυθοποιούς	=	μυθοποιός
μυθοποιό	=	μυθοποιός
μυθοποιός	noun	άνθρωπος που φτιάχνει παραμύθια
μυθοποιώ	verb	κάνω κάποιον / κάτι μύθο αποδίδοντάς του ανάλογες ιδιότητες
μυθοποιών	=	μυθοποιός
μυθωδών	=	μυθώδης
μυθώδεις	=	μυθώδης
μυθώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μυθώδης
μυθώδη	=	μυθώδης
μυθώδης	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του μύθου
μυθώδους	adj	γενική ενικού του μυθώδης
μυιγών	=	μυίγα
μυιών	noun	γενική πληθυντικού του μυία
μυκήτων	noun	γενική πληθυντικού του μύκητας
μυκήτωση	noun	παρουσία μυκήτων σε σχηματισμό, συνήθως νοσηρό
μυκήτωσης	=	μυκήτωση
μυκήτωσις	noun	μυκήτωση
μυκηθμέ	noun	κλητική ενικού του μυκηθμός
μυκηθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυκηθμός
μυκηθμού	noun	γενική ενικού του μυκηθμός
μυκηθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυκηθμός
μυκηθμό	noun	αιτιατική ενικού του μυκηθμός
μυκηθμός	noun|formal	μούγκρισμα, μουκάνισμα, μουκανητό
μυκηθμών	noun	γενική πληθυντικού του μυκηθμός
μυκηναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυκηναίος
μυκηναίας	adj	γενική ενικού του μυκηναία
μυκηναίε	adj	μυκηναίος, στην κλητική του ενικού
μυκηναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκηναία
μυκηναίο	adj	μυκηναίος, στην αιτιατική του ενικού
μυκηναίοι	adj	μυκηναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
μυκηναίος	adj	άλλη μορφή του μυκηναϊκός
μυκηναίου	adj	γενική ενικού του μυκηναίος
μυκηναίους	adj	μυκηναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
μυκηναίων	=	μυκηναίος
μυκηναιόφωνα	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνε	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνες	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνη	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνης	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνο	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνοι	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνος	adj	που μιλά τη μυκηναϊκή διάλεκτο
μυκηναιόφωνου	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνους	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναιόφωνων	=	μυκηναιόφωνος
μυκηναϊκά	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκέ	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκές	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκή	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκής	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκοί	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκού	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκούς	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκό	=	μυκηναϊκός
μυκηναϊκός	adj	σχετικός με τις Μυκήνες
μυκηναϊκών	=	μυκηναϊκός
μυκητίαση	noun	νόσος που προκαλείται από παθογόνους μύκητες, μυκητική λοίμωξη
μυκητίασης	=	μυκητίαση
μυκητιάσεις	=	μυκητίαση
μυκητιάσεων	=	μυκητίαση
μυκητιασικά	=	μυκητιασικός
μυκητιασικέ	=	μυκητιασικός
μυκητιασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μυκητιασικός
μυκητιασική	=	μυκητιασικός
μυκητιασικής	=	μυκητιασικός
μυκητιασικοί	=	μυκητιασικός
μυκητιασικού	=	μυκητιασικός
μυκητιασικούς	=	μυκητιασικός
μυκητιασικό	=	μυκητιασικός
μυκητιασικός	adj	που έχει σχέση με τη μυκητίαση ή αναφέρεται σʼ αυτή
μυκητιασικών	=	μυκητιασικός
μυκητοειδές	=	μυκητοειδής
μυκητοειδή	=	μυκητοειδής
μυκητοειδής	adj	που μοιάζει με μύκητα
μυκητοειδείς	=	μυκητοειδής
μυκητοειδούς	=	μυκητοειδής
μυκητοειδών	=	μυκητοειδής
μυκητοκτόνα	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνας	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνε	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνες	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνο	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνοι	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνος	adj	που σκοτώνει τους μύκητες
μυκητοκτόνου	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνους	=	μυκητοκτόνος
μυκητοκτόνων	=	μυκητοκτόνος
μυκητολογία	noun	επιστημονικός κλάδος μελέτης των μυκήτων
μυκητολογίας	=	μυκητολογία
μυκητολογίες	=	μυκητολογία
μυκητολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκητολογικό
μυκητολογικέ	adj	κλητική ενικού του μυκητολογικός
μυκητολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκητολογική
μυκητολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυκητολογικός
μυκητολογικής	adj	γενική ενικού του μυκητολογική
μυκητολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυκητολογικός
μυκητολογικού	adj	γενική ενικού του μυκητολογικός
μυκητολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυκητολογικός
μυκητολογικό	adj	αιτιατική ενικού του μυκητολογικός
μυκητολογικός	adj	σχετικός με τη μυκητολογία
μυκητολογικών	adj	γενική πληθυντικού του μυκητολογικός
μυκητολογιών	=	μυκητολογία
μυκητολόγε	=	μυκητολόγος
μυκητολόγο	=	μυκητολόγος
μυκητολόγοι	=	μυκητολόγος
μυκητολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά την μυκητολογία
μυκητολόγου	=	μυκητολόγος
μυκητολόγους	=	μυκητολόγος
μυκητολόγων	=	μυκητολόγος
μυκητωδών	=	μυκητώδης
μυκητώδεις	=	μυκητώδης
μυκητώδες	=	μυκητώδης
μυκητώδη	=	μυκητώδης
μυκητώδης	adj	γεμάτος μύκητες
μυκητώδους	=	μυκητώδης
μυκητώσεις	=	μυκήτωση
μυκητώσεων	=	μυκήτωση
μυκοβακτήρια	=	μυκοβακτήριο
μυκοβακτήριο	noun	ραβδόμορφο βακτήριο του γένους Mycobacterium της οικογένειας Mycobacteriaceae, που προκαλεί ασθένειες όπως η φυματίωση, η λέπρα κ.ά.
μυκοβακτήριου	=	μυκοβακτήριο
μυκοβακτηρίου	=	μυκοβακτήριο
μυκοβακτηρίων	=	μυκοβακτήριο
μυκονιάτες	=	μυκονιάτης
μυκονιάτη	=	μυκονιάτης
μυκονιάτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Μύκονο, (θηλυκό Μυκονιάτισσα)
μυκονιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκονιάτικο
μυκονιάτικε	adj	κλητική ενικού του μυκονιάτικος
μυκονιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκονιάτικη
μυκονιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυκονιάτικος
μυκονιάτικης	adj	γενική ενικού του μυκονιάτικη
μυκονιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του μυκονιάτικος
μυκονιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυκονιάτικος
μυκονιάτικος	adj	σχετικός με τη Μύκονο και τους Μυκονιάτες
μυκονιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυκονιάτικος
μυκονιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυκονιάτικος
μυκονιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυκονιάτικος
μυκονιάτισσα	noun	αυτή που κατοικεί στη Μύκονο ή κατάγεται από το νησί αυτό
μυκονιάτισσας	=	μυκονιάτισσα
μυκονιάτισσες	=	μυκονιάτισσα
μυκονιατισσών	=	μυκονιάτισσα
μυκονιατών	=	μυκονιάτης
μυκοπρωτεΐνες	=	μυκοπρωτεΐνη
μυκοπρωτεΐνη	noun	πρωτεΐνη που παράγεται από βιομάζα μυκήτων.
μυκοπρωτεΐνης	=	μυκοπρωτεΐνη
μυκοπρωτεϊνών	=	μυκοπρωτεΐνη
μυκοτοξίνες	=	μυκοτοξίνη
μυκοτοξίνη	noun	τοξίνη που παράγεται από μύκητα
μυκοτοξίνης	=	μυκοτοξίνη
μυκοτοξινών	=	μυκοτοξίνη
μυκτήριζα	=	μυκτηρίζω
μυκτήριζαν	=	μυκτηρίζω
μυκτήριζε	=	μυκτηρίζω
μυκτήριζες	=	μυκτηρίζω
μυκτήρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτήρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτήρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτήρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίζαμε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζαν	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζανε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζατε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζει	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζεις	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζετε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζοντας	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζουμε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζουν	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζουνε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίζω	verb|formal	κατακρίνω κάποιον περιγελώντας τον
μυκτηρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσαν	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίσανε	=	μυκτηρίζω
μυκτηρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυκτηρίζω
μυκτηρισμέ	noun	κλητική ενικού του μυκτηρισμός
μυκτηρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκτηρισμένο
μυκτηρισμένε	verb	κλητική ενικού του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκτηρισμένη
μυκτηρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμένης	verb	γενική ενικού του μυκτηρισμένη
μυκτηρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μυκτηρίζω
μυκτηρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυκτηρισμένος
μυκτηρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυκτηρισμός
μυκτηρισμού	noun	γενική ενικού του μυκτηρισμός
μυκτηρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυκτηρισμός
μυκτηρισμό	noun	αιτιατική ενικού του μυκτηρισμός
μυκτηρισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μυκτηρίζω
μυκτηρισμών	noun	γενική πληθυντικού του μυκτηρισμός
μυκτηριστέ	=	μυκτηριστής
μυκτηριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκτηριστής
μυκτηριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυκτηριστής
μυκτηριστής	noun|formal	αυτός που μυκτηρίζει
μυκτηριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκτηριστικό
μυκτηριστικέ	adj	κλητική ενικού του μυκτηριστικός
μυκτηριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυκτηριστική
μυκτηριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυκτηριστικός
μυκτηριστικής	adj	γενική ενικού του μυκτηριστική
μυκτηριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυκτηριστικός
μυκτηριστικού	adj	γενική ενικού του μυκτηριστικός
μυκτηριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυκτηριστικός
μυκτηριστικό	adj	αιτιατική ενικού του μυκτηριστικός
μυκτηριστικός	adj	ειρωνικός, χλευαστικός
μυκτηριστικών	adj	γενική πληθυντικού του μυκτηριστικός
μυκτηριστοί	=	μυκτηριστής
μυκτηριστού	=	μυκτηριστής
μυκτηριστούς	=	μυκτηριστής
μυκτηριστό	=	μυκτηριστής
μυκτηριστός	=	μυκτηριστής
μυκτηριστών	noun	γενική πληθυντικού του μυκτηριστής
μυκώμαι	verb|formal	μουγκρίζω, μουγκανίζω
μυλαίδες	=	μυλαίδη
μυλαίδη	noun|dated	άλλη μορφή του μιλέδη
μυλαίδης	=	μυλαίδη
μυλαιδών	=	μυλαίδη
μυλαυλάκων	=	μυλαύλακας
μυλαύλακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυλαύλακας
μυλαύλακας	noun	άλλη μορφή του μυλαύλακο
μυλαύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυλαύλακας
μυλαύλακο	noun	υδραύλακας που φέρει νερό στη μυλόστερνα του νερόμυλου
μυλαύλακου	noun	γενική ενικού του μυλαύλακο
μυλαύλακων	noun	γενική πληθυντικού του μυλαύλακο
μυλλωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυλλωμένος
μυλλωμένος	verb	λιπαρός, αρτύσιμος, μη νηστίσιμος
μυλοκοπιού	=	μυλοκόπι
μυλοκοπιών	=	μυλοκόπι
μυλοκόπι	noun	επίμηκες ψάρι των ελληνικών θαλασσών και ευρύτερα της Μεσογείου που φθάνει τα 50 εκατοστά, ιδιαίτερα εύγευστο (Umbrina cirrosa) και το οποίο ανήκει στην οικογένεια Sciaenidae
μυλοκόπια	=	μυλοκόπι
μυλολίθαρα	=	μυλολίθαρο
μυλολίθαρο	noun|literary	η μυλόπετρα
μυλολίθαρου	=	μυλολίθαρο
μυλολίθαρων	=	μυλολίθαρο
μυλολίθου	=	μυλόλιθος
μυλολίθους	=	μυλόλιθος
μυλολίθων	=	μυλόλιθος
μυλομαραγκέ	=	μυλομαραγκός
μυλομαραγκοί	=	μυλομαραγκός
μυλομαραγκού	=	μυλομαραγκός
μυλομαραγκούς	=	μυλομαραγκός
μυλομαραγκό	=	μυλομαραγκός
μυλομαραγκός	noun	ο μαραγκός που έχει εξειδίκευση στις ξυλουργικές εργασίες που απαιτούνται για την κατασκευή, ανακατασκευή ή συντήρηση κάποιου μύλου
μυλομαραγκών	=	μυλομαραγκός
μυλοπετρών	noun	γενική πληθυντικού του μυλόπετρα
μυλοστέρνα	noun	στέρνα που συγκεντρώνεται νερό για την εξυπηρέτηση νερόμυλου
μυλοστέρνας	noun	γενική ενικού του μυλοστέρνα
μυλοστέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυλοστέρνα
μυλοστερνών	noun	γενική πληθυντικού του μυλοστέρνα
μυλοτόπι	noun	άλλη μορφή του μυλότοπος
μυλοτόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυλοτόπι
μυλοτόπου	=	μυλότοπος
μυλοτόπους	=	μυλότοπος
μυλοτόπων	=	μυλότοπος
μυλωθρέ	noun	κλητική ενικού του μυλωθρός
μυλωθροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυλωθρός
μυλωθρού	noun	γενική ενικού του μυλωθρός
μυλωθρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυλωθρός
μυλωθρό	noun	αιτιατική ενικού του μυλωθρός
μυλωθρός	noun|dated	μυλωνάς
μυλωθρών	noun	γενική πληθυντικού του μυλωθρός
μυλωνά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυλωνάς
μυλωνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυλωνάς
μυλωνάδων	noun	γενική πληθυντικού του μυλωνάς
μυλωνάς	noun	ο ιδιοκτήτης ενός μύλου
μυλωνού	noun	θηλυκό του μυλωνάς
μυλωνούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυλωνού
μυλωνούδων	=	μυλωνού
μυλωνούς	=	μυλωνού
μυλόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μηλόκλαδο
μυλόλιθε	=	μυλόλιθος
μυλόλιθο	=	μυλόλιθος
μυλόλιθοι	=	μυλόλιθος
μυλόλιθος	noun	κυλινδρικός λίθος αλέσματος που χρησιμοποιείται σε μύλο
μυλόλιθου	=	μυλόλιθος
μυλόλιθους	=	μυλόλιθος
μυλόλιθων	=	μυλόλιθος
μυλόπετρα	noun	πέτρα που αλέθει σε μύλο, κυλινδρικού σχήματος και μεγάλης διαμέτρου σε σχέση με το ύψος της
μυλόπετρας	noun	γενική ενικού του μυλόπετρα
μυλόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυλόπετρα
μυλόρδε	=	μυλόρδος
μυλόρδο	=	μυλόρδος
μυλόρδοι	=	μυλόρδος
μυλόρδος	noun|dated	άλλη μορφή του μιλόρδος
μυλόρδου	noun	γενική ενικού του μυλόρδος
μυλόρδους	=	μυλόρδος
μυλόρδων	=	μυλόρδος
μυλότοπε	=	μυλότοπος
μυλότοπο	=	μυλότοπος
μυλότοποι	=	μυλότοπος
μυλότοπος	noun	τόπος που παρουσιάζει ιδανικές συνθήκες για δημιουργία / λειτουργία μύλου (ανεμόμυλου ή υδρόμυλου / νερόμυλου)
μυλότοπου	=	μυλότοπος
μυλότοπους	=	μυλότοπος
μυλότοπων	=	μυλότοπος
μυλών	=	μύλη
μυξάζαμε	=	μυξάζω
μυξάζαν	=	μυξάζω
μυξάζανε	=	μυξάζω
μυξάζατε	=	μυξάζω
μυξάζει	=	μυξάζω
μυξάζεις	=	μυξάζω
μυξάζετε	=	μυξάζω
μυξάζοντας	=	μυξάζω
μυξάζουμε	=	μυξάζω
μυξάζουν	=	μυξάζω
μυξάζουνε	=	μυξάζω
μυξάζω	verb	έχω μύξες στη μύτη μου
μυξάσαμε	=	μυξάζω
μυξάσαν	=	μυξάζω
μυξάσανε	=	μυξάζω
μυξάσατε	=	μυξάζω
μυξάσει	=	μυξάζω
μυξάστε	=	μυξάζω
μυξαδένα	=	μυξαδένας
μυξαδένας	noun	η εγκεφαλική υπόφυση
μυξαδένες	=	μυξαδένας
μυξαδένωμα	noun	όγκος με τη δομή βλεννώδους αδένα
μυξαδένων	=	μυξαδένας
μυξαδήν	noun	ο μυξαδένας
μυξαδενία	noun	νόσος που προκαλείται από την διαταραχή ή αλλοίωση του μυξαδένα
μυξαδενίας	=	μυξαδενία
μυξαδενίες	=	μυξαδενία
μυξαδενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξαδενικό
μυξαδενικέ	adj	κλητική ενικού του μυξαδενικός
μυξαδενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξαδενική
μυξαδενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυξαδενικός
μυξαδενικής	adj	γενική ενικού του μυξαδενική
μυξαδενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυξαδενικός
μυξαδενικού	adj	γενική ενικού του μυξαδενικός
μυξαδενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυξαδενικός
μυξαδενικό	adj	αιτιατική ενικού του μυξαδενικός
μυξαδενικός	adj	που έχει σχέση με τον μυξαδένα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
μυξαδενικών	adj	γενική πληθυντικού του μυξαδενικός
μυξαδενιών	=	μυξαδενία
μυξαδενωμάτων	=	μυξαδένωμα
μυξαδενώματα	=	μυξαδένωμα
μυξαδενώματος	=	μυξαδένωμα
μυξιάζαμε	=	μυξιάζω
μυξιάζαν	=	μυξιάζω
μυξιάζανε	=	μυξιάζω
μυξιάζατε	=	μυξιάζω
μυξιάζει	=	μυξιάζω
μυξιάζεις	=	μυξιάζω
μυξιάζετε	=	μυξιάζω
μυξιάζοντας	=	μυξιάζω
μυξιάζουμε	=	μυξιάζω
μυξιάζουν	=	μυξιάζω
μυξιάζουνε	=	μυξιάζω
μυξιάζω	verb	έχω μύξες στη μύτη μου
μυξιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυξιάρης
μυξιάρας	adj	γενική ενικού του μυξιάρα
μυξιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξιάρα
μυξιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυξιάρης
μυξιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξιάρης
μυξιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του μυξιάρης
μυξιάρης	adj	που του τρέχουν οι μύξες από τη μύτη του
μυξιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξιάρικο
μυξιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυξιάρης
μυξιάρικου	adj	γενική ενικού του μυξιάρικο
μυξιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του μυξιάρικο
μυξιάσαμε	=	μυξιάζω
μυξιάσαν	=	μυξιάζω
μυξιάσανε	=	μυξιάζω
μυξιάσατε	=	μυξιάζω
μυξιάσει	=	μυξιάζω
μυξιάστε	=	μυξιάζω
μυξιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξιασμένο
μυξιασμένε	verb	κλητική ενικού του μυξιασμένος
μυξιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξιασμένη
μυξιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυξιασμένος
μυξιασμένης	verb	γενική ενικού του μυξιασμένη
μυξιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυξιασμένος
μυξιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυξιασμένος
μυξιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυξιασμένος
μυξιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυξιασμένος
μυξιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυξιασμένος
μυξοίδημα	noun	πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός
μυξοιδήματα	=	μυξοίδημα
μυξοιδήματος	=	μυξοίδημα
μυξοιδημάτων	=	μυξοίδημα
μυξοκλάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξοκλαίω	verb	κλαίω ρουφώντας τις μύξες μου παράλληλα
μυξομάντιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυξομάντιλο
μυξομάντιλο	noun	μαντίλι για το σκούπισμα της μύτης (από μύξα κ.ά.)
μυξομάντιλου	noun	γενική ενικού του μυξομάντιλο
μυξομάντιλων	noun	γενική πληθυντικού του μυξομάντιλο
μυξοσάρκωμα	noun	σπάνιος κακοήθης όγκος που αποτελείται από βλεννοειδή κύτταρα, μπορεί να σχετίζεται με άλλους όγκους όπως το λιποσάρκωμα ή το ινοσάρκωμα και εμφανίζεται σε διάφορα όργανα του ανθρώπου όπως την καρδιά, τον πνεύμονα, κ.α.
μυξοσαρκωμάτων	=	μυξοσάρκωμα
μυξοσαρκώματα	=	μυξοσάρκωμα
μυξοσαρκώματος	=	μυξοσάρκωμα
μυξού	=	μύξης
μυξωδών	=	μυξώδης
μυξωμάτων	=	μύξωμα
μυξωμάτωση	noun	συνήθως θανατηφόρα ιογενής νόσος των κουνελιών, που προκαλεί όγκους στο δέρμα
μυξωμάτωσης	=	μυξωμάτωση
μυξωματώσεις	=	μυξωμάτωση
μυξωματώσεων	=	μυξωμάτωση
μυξόκλαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξόκλαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξόκλαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξόκλαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυξοκλαίω
μυξώδεις	=	μυξώδης
μυξώδες	=	μυξώδης
μυξώδη	=	μυξώδης
μυξώδης	adj	που μοιάζει με μύξα
μυξώδους	=	μυξώδης
μυξώματα	=	μύξωμα
μυξώματος	=	μύξωμα
μυξών	=	μύξα
μυογράφε	=	μυογράφος
μυογράφημα	noun	γραφική απεικόνιση των μυϊκών συστολών
μυογράφο	=	μυογράφος
μυογράφοι	=	μυογράφος
μυογράφος	noun	συσκευή που επιτρέπει την καταγραφή των μυϊκών συστολών
μυογράφου	=	μυογράφος
μυογράφους	=	μυογράφος
μυογράφων	=	μυογράφος
μυογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυογράφημα
μυογραφήματος	noun	γενική ενικού του μυογράφημα
μυογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μυογράφημα
μυοδερματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοδερματικό
μυοδερματικέ	adj	κλητική ενικού του μυοδερματικός
μυοδερματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοδερματική
μυοδερματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυοδερματικός
μυοδερματικής	adj	γενική ενικού του μυοδερματική
μυοδερματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυοδερματικός
μυοδερματικού	adj	γενική ενικού του μυοδερματικός
μυοδερματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυοδερματικός
μυοδερματικό	adj	αιτιατική ενικού του μυοδερματικός
μυοδερματικός	adj	που έχει σχέση με τους μύες και το δέρμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
μυοδερματικών	adj	γενική πληθυντικού του μυοδερματικός
μυοκάρδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοκάρδιο
μυοκάρδιο	noun	μυϊκός ιστός της καρδιάς που συμβάλλει στη καρδιακή λειτουργία
μυοκάρδιου	=	μυοκάρδιο
μυοκαρδίου	noun	γενική ενικού του μυοκάρδιο
μυοκαρδίτιδα	noun	φλεγμονή του μυοκαρδίου
μυοκαρδίτιδας	=	μυοκαρδίτιδα
μυοκαρδίτιδες	=	μυοκαρδίτιδα
μυοκαρδίτιδων	=	μυοκαρδίτιδα
μυοκαρδίων	noun	γενική πληθυντικού του μυοκάρδιο
μυοκαρδιοπάθεια	noun	μια από τις παθήσεις του μύωνα της καρδιάς (διατατική μυοκαρδιοπάθεια, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια)
μυοκαρδιοπάθειας	=	μυοκαρδιοπάθεια
μυοκαρδιοπάθειες	=	μυοκαρδιοπάθεια
μυοκαρδιοπαθειών	=	μυοκαρδιοπάθεια
μυοκαρδῖτις	noun	μυοκαρδίτιδα
μυοκτονία	noun|formal	η εξολόθρευση των ποντικών ή άλλων τρωκτικών ενός χώρου
μυοκτονίας	=	μυοκτονία
μυοκτονίες	=	μυοκτονία
μυοκτονιών	=	μυοκτονία
μυοκτόνα	=	μυοκτόνος
μυοκτόνε	=	μυοκτόνος
μυοκτόνο	noun	το ποντικοφάρμακο
μυοκτόνοι	=	μυοκτόνος
μυοκτόνος	adj	που σκοτώνει τα ποντίκια, που διαπράττει μυοκτονία
μυοκτόνου	=	μυοκτόνος
μυοκτόνους	=	μυοκτόνος
μυοκτόνων	=	μυοκτόνος
μυολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τους μύωνες
μυολογίας	noun	γενική ενικού του μυολογία
μυολογίες	=	μυολογία
μυολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μυολογία
μυομήτρια	=	μυομήτριο
μυομήτριο	noun	ο λείος μυς που σχηματίζει το τοίχωμα της μήτρας
μυομήτριου	=	μυομήτριο
μυομητρίου	=	μυομήτριο
μυομητρίων	=	μυομήτριο
μυοπάθεια	noun	πάθηση των μυώνων
μυοπάθειας	noun	γενική ενικού του μυοπάθεια
μυοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοπάθεια
μυοπάρων	noun|dated	επίσημη ονομασία της βρικογολέτας
μυοπαγίς	noun|archaic	η μυγοπαγίδα
μυοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του μυοπάθεια
μυοσίτιδα	noun	φλεγμονώδης πάθηση των μυών που προκαλεί πόνο, αδυναμία και οίδημα, μπορεί να προκληθεί από λοιμώξεις, αυτοάνοσα νοσήματα ή τραυματισμούς, ενώ η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία και μπορεί να περιλαμβάνει αντιφλεγμονώδη φάρμακα και φυσικοθεραπεία
μυοσίτιδας	=	μυοσίτιδα
μυοσίτιδες	=	μυοσίτιδα
μυοσίτιδων	=	μυοσίτιδα
μυοσκελετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοσκελετικό
μυοσκελετικέ	adj	κλητική ενικού του μυοσκελετικός
μυοσκελετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοσκελετική
μυοσκελετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυοσκελετικός
μυοσκελετικής	adj	γενική ενικού του μυοσκελετική
μυοσκελετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυοσκελετικός
μυοσκελετικού	adj	γενική ενικού του μυοσκελετικός
μυοσκελετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυοσκελετικός
μυοσκελετικό	adj	αιτιατική ενικού του μυοσκελετικός
μυοσκελετικός	adj	που αφορά το μυοσκελετικό σύστημα
μυοσκελετικών	adj	γενική πληθυντικού του μυοσκελετικός
μυοσυντονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοσυντονιστικό
μυοσυντονιστικέ	adj	κλητική ενικού του μυοσυντονιστικός
μυοσυντονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοσυντονιστική
μυοσυντονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυοσυντονιστικός
μυοσυντονιστικής	adj	γενική ενικού του μυοσυντονιστική
μυοσυντονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυοσυντονιστικός
μυοσυντονιστικού	adj	γενική ενικού του μυοσυντονιστικός
μυοσυντονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυοσυντονιστικός
μυοσυντονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μυοσυντονιστικός
μυοσυντονιστικός	adj	για νευρωνικά δίκτυα-κέντρα που συντονίζουν τους μύες / την κίνηση του σώματος
μυοσυντονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μυοσυντονιστικός
μυοσωτίδα	noun	το ποώδες φυτό μη με λησμόνει που ανήκει στο γένος Myosotis, με μικρά μπλε, ροζ ή άσπρα άνθη
μυοσωτίδας	=	μυοσωτίδα
μυοσωτίδες	=	μυοσωτίδα
μυοσωτίδων	=	μυοσωτίδα
μυοτομία	noun	χειρουργική τομή μυός
μυοτομίας	noun	γενική ενικού του μυοτομία
μυοτομίες	=	μυοτομία
μυοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του μυοτομία
μυοχαλαρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικέ	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτική	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικής	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικοί	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικού	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικούς	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικό	=	μυοχαλαρωτικός
μυοχαλαρωτικός	adj	που χαλαρώνει τους μύες, που προκαλεί μυϊκή χαλάρωση
μυοχαλαρωτικών	=	μυοχαλαρωτικός
μυούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος μυώ
μυούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυούμενο
μυούμενε	verb	κλητική ενικού του μυούμενος
μυούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυούμενη
μυούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυούμενος
μυούμενης	verb	γενική ενικού του μυούμενη
μυούμενο	verb	αιτιατική ενικού του μυούμενος
μυούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυούμενος
μυούμενος	verb	άτομο κατά την διαδικασία, χρονική περίοδο της μύησης
μυούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυούμενος
μυούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυούμενος
μυούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυούμενος
μυρέψημα	noun|formal	είδος αρωματικού μύρου
μυρίζαμε	=	μυρίζω
μυρίζαν	=	μυρίζω
μυρίζανε	=	μυρίζω
μυρίζατε	=	μυρίζω
μυρίζει	=	μυρίζω
μυρίζεις	=	μυρίζω
μυρίζεσαι	=	μυρίζω
μυρίζεστε	=	μυρίζω
μυρίζεται	=	μυρίζω
μυρίζετε	=	μυρίζω
μυρίζομαι	verb	αντιλαμβάνομαι κάτι με την όσφρηση
μυρίζομε	=	μυρίζω
μυρίζονται	=	μυρίζω
μυρίζονταν	=	μυρίζω
μυρίζοντας	=	μυρίζω
μυρίζουμε	=	μυρίζω
μυρίζουν	=	μυρίζω
μυρίζουνε	=	μυρίζω
μυρίζω	verb	αντιλαμβάνομαι με την όσφρηση μία μυρωδιά, οσμή
μυρίκες	=	μυρίκη
μυρίκη	noun	το αρμυρίκι
μυρίκης	=	μυρίκη
μυρίους	=	μύριοι
μυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσαν	=	μυρίζω
μυρίσανε	=	μυρίζω
μυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρισμα
μυρίσματος	noun	γενική ενικού του μύρισμα
μυρίσομε	=	μυρίζω
μυρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίσουνε	=	μυρίζω
μυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μυρίων	adj	γενική πληθυντικού του μύριοι
μυραινών	noun	γενική πληθυντικού του μύραινα
μυραλοιφές	=	μυραλοιφή
μυραλοιφή	noun	είδος αλοιφής με ευχάριστη μυρωδιά
μυραλοιφής	=	μυραλοιφή
μυραλοιφών	=	μυραλοιφή
μυρεψέ	=	μυρεψός
μυρεψήματα	=	μυρέψημα
μυρεψήματος	=	μυρέψημα
μυρεψείον	noun|archaic	εργαστήριο παραγωγής μύρων
μυρεψημάτων	=	μυρέψημα
μυρεψοί	=	μυρεψός
μυρεψού	=	μυρεψός
μυρεψούς	=	μυρεψός
μυρεψό	=	μυρεψός
μυρεψός	noun|archaic	μυροπώλης, αρωματοποιός
μυρεψών	=	μυρεψός
μυριάδα	noun	σύνολο δέκα χιλιάδων προσώπων ή πραγμάτων ή (κατ’ επέκταση) μεγάλο πλήθος, πολλοί
μυριάδας	=	μυριάδα
μυριάδες	=	μυριάδα
μυριάδων	=	μυριάδα
μυριάζαμε	=	μυριάζω
μυριάζαν	=	μυριάζω
μυριάζανε	=	μυριάζω
μυριάζατε	=	μυριάζω
μυριάζει	=	μυριάζω
μυριάζεις	=	μυριάζω
μυριάζετε	=	μυριάζω
μυριάζοντας	=	μυριάζω
μυριάζουμε	=	μυριάζω
μυριάζουν	=	μυριάζω
μυριάζουνε	=	μυριάζω
μυριάζω	verb	αυξάνομαι σε μύριους
μυριάκις	adv	χιλιάδες φορές, αμέτρητες φορές
μυριάκριβα	=	μυριάκριβος
μυριάκριβε	=	μυριάκριβος
μυριάκριβες	=	μυριάκριβος
μυριάκριβη	=	μυριάκριβος
μυριάκριβης	=	μυριάκριβος
μυριάκριβο	=	μυριάκριβος
μυριάκριβοι	=	μυριάκριβος
μυριάκριβος	adj|literary	πολυαγαπημένος
μυριάκριβου	=	μυριάκριβος
μυριάκριβους	=	μυριάκριβος
μυριάκριβων	=	μυριάκριβος
μυριάμετρα	=	μυριάμετρο
μυριάμετρο	noun	μέτρο για τη μέτρηση μήκους, ίσο με μύρια (δέκα χιλιάδες) μέτρα
μυριάμετρου	=	μυριάμετρο
μυριάμετρων	=	μυριάμετρο
μυριάποδα	=	μυριάποδο
μυριάποδο	noun	Ομοταξία ειδών που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό το μεγάλο αριθμό ποδιών τους.
μυριάποδου	=	μυριάποδο
μυριάποδων	=	μυριάποδο
μυριάσαμε	=	μυριάζω
μυριάσαν	=	μυριάζω
μυριάσανε	=	μυριάζω
μυριάσατε	=	μυριάζω
μυριάσει	=	μυριάζω
μυριάστε	=	μυριάζω
μυριαμέτρου	=	μυριάμετρο
μυριαμέτρων	=	μυριάμετρο
μυριαναστέναζα	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναζαν	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναζε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναζες	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναξα	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναξαν	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναξε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστέναξες	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζαμε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζαν	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζανε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζατε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζει	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζεις	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζετε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζοντας	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζουμε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζουν	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζουνε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάζω	verb	αναστενάζω μύριες φορές, μετανιώνω για κάτι, δεν βρίσκω γιατρειά και παρηγοριά στον ψυχικό μου πόνο
μυριαναστενάξαμε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάξαν	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάξανε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάξατε	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάξει	=	μυριαναστενάζω
μυριαναστενάξτε	=	μυριαναστενάζω
μυριαρίφνητα	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητε	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητες	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητη	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητης	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητο	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητοι	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητος	adj	επιτατικό του αρίφνητος, αυτός που δεν μετριέται
μυριαρίφνητου	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητους	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνηττο	=	μυριαρίφνητος
μυριαρίφνητων	=	μυριαρίφνητος
μυριγγοπλαστικές	=	μυριγγοπλαστική
μυριγγοπλαστική	noun	μια μορφή τυμπανοπλαστικής που περιλαμβάνει μόνο το κλείσιμο μιας μικρής διάτρησης του τυμπανικού υμένα με κάποιο μόσχευμα
μυριγγοπλαστικής	=	μυριγγοπλαστική
μυριγγοπλαστικών	=	μυριγγοπλαστική
μυριζόμασταν	=	μυρίζω
μυριζόμαστε	=	μυρίζω
μυριζόμουν	=	μυρίζω
μυριζόμουνα	=	μυρίζω
μυριζόντουσαν	=	μυρίζω
μυριζόσασταν	=	μυρίζω
μυριζόσαστε	=	μυρίζω
μυριζόσουν	=	μυρίζω
μυριζόσουνα	=	μυρίζω
μυριζόταν	=	μυρίζω
μυριζότανε	=	μυρίζω
μυρικών	=	μυρίκη
μυριοπληγιασμένα	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένε	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένες	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένη	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένης	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένο	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένοι	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένος	adj	ο καταπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένου	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένους	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπληγιασμένων	=	μυριοπληγιασμένος
μυριοπρόσωπα	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπε	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπες	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπη	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπης	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπο	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωποι	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπος	adj	που έχει πολλά πρόσωπα, όψεις
μυριοπρόσωπου	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπους	=	μυριοπρόσωπος
μυριοπρόσωπων	=	μυριοπρόσωπος
μυριοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυριοστός
μυριοστέ	adj	κλητική ενικού του μυριοστός
μυριοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυριοστή
μυριοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυριοστός
μυριοστής	adj	γενική ενικού του μυριοστή
μυριοστημορίου	=	μυριοστημόριο
μυριοστημορίων	=	μυριοστημόριο
μυριοστημόρια	=	μυριοστημόριο
μυριοστημόριο	noun|formal	το ένα δεκάκις χιλιοστό (1/(10.000)) από κάτι
μυριοστημόριου	=	μυριοστημόριο
μυριοστημόριων	=	μυριοστημόριο
μυριοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυριοστός
μυριοστολισμένα	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένε	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένες	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένη	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένης	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένο	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένοι	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένος	adj|literary	που τον έχουν στολίσει πολύ
μυριοστολισμένου	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένους	=	μυριοστολισμένος
μυριοστολισμένων	=	μυριοστολισμένος
μυριοστού	adj	γενική ενικού του μυριοστός
μυριοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυριοστός
μυριοστό	adj	αιτιατική ενικού του μυριοστός
μυριοστόλιστα	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστε	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστες	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστη	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστης	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστο	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστοι	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστος	adj|literary	που τον έχουν στολίσει πολύ
μυριοστόλιστου	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστους	=	μυριοστόλιστος
μυριοστόλιστων	=	μυριοστόλιστος
μυριοστός	adj	που βρίσκεται στη σειρά δέκα χιλιάδες
μυριοστών	adj	γενική πληθυντικού του μυριοστός
μυριοτραγουδισμένα	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένε	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένες	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένη	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένης	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένο	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένοι	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου (μετοχή χωρίς ρήμα) - συνώνυμο του χιλιοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένου	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένους	=	μυριοτραγουδισμένος
μυριοτραγουδισμένων	=	μυριοτραγουδισμένος
μυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μύρισμα
μυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρισμένο
μυρισμένε	verb	κλητική ενικού του μυρισμένος
μυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρισμένη
μυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρισμένος
μυρισμένης	verb	γενική ενικού του μυρισμένη
μυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυρισμένος
μυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρισμένος
μυρισμένος	=	μυρίζω
μυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυρισμένος
μυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυρισμένος
μυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυρισμένος
μυριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστήκαν	=	μυρίζω
μυριστήκανε	=	μυρίζω
μυριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυριστικό
μυριστικέ	adj	κλητική ενικού του μυριστικός
μυριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυριστική
μυριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυριστικός
μυριστικής	adj	γενική ενικού του μυριστική
μυριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυριστικός
μυριστικού	adj	γενική ενικού του μυριστικός
μυριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυριστικός
μυριστικό	adj	αιτιατική ενικού του μυριστικός
μυριστικός	adj	που αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά
μυριστικών	adj	γενική πληθυντικού του μυριστικός
μυριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριστούνε	=	μυρίζω
μυριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρίζομαι
μυριόνεκρα	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρε	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρες	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρη	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρης	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρο	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκροι	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρος	adj|literary	ο πολύνεκρος
μυριόνεκρου	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρους	=	μυριόνεκρος
μυριόνεκρων	=	μυριόνεκρος
μυριόπλουτα	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτε	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτες	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτη	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτης	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτο	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτοι	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτος	adj	συνώνυμο του πάμπλουτος, ζάπλουτος
μυριόπλουτου	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτους	=	μυριόπλουτος
μυριόπλουτων	=	μυριόπλουτος
μυριόστομα	=	μυριόστομος
μυριόστομε	=	μυριόστομος
μυριόστομες	=	μυριόστομος
μυριόστομη	=	μυριόστομος
μυριόστομης	=	μυριόστομος
μυριόστομο	=	μυριόστομος
μυριόστομοι	=	μυριόστομος
μυριόστομος	adj	που εξέρχεται από το στόμα μυρίων ανθρώπων συγχρόνως
μυριόστομου	=	μυριόστομος
μυριόστομους	=	μυριόστομος
μυριόστομων	=	μυριόστομος
μυριόσχημος	adj|rare	ο πολύμορφος
μυριόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυριόφωνο
μυριόφωνε	adj	κλητική ενικού του μυριόφωνος
μυριόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυριόφωνη
μυριόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυριόφωνος
μυριόφωνης	adj	γενική ενικού του μυριόφωνη
μυριόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του μυριόφωνος
μυριόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυριόφωνος
μυριόφωνος	adj	αυτός που εκβάλει μύριες φωνές
μυριόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυριόφωνος
μυριόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυριόφωνος
μυριόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυριόφωνος
μυρμήγκι	noun	οποιοδήποτε από τα διάφορα έντομα της οικογένειας Formicidae της τάξης των υμενοπτέρων, που ζουν σε μεγάλες αποικίες και αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από άπτερα θηλυκά
μυρμήγκια	=	μυρμήγκι
μυρμήγκιαζα	=	μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιαζαν	=	μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιαζε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιαζες	=	μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμήγκιασμα	noun	η αίσθηση ότι περπατούν μυρμήγκια πάνω στο δέρμα καθώς και το μούδιασμα που προκαλεί αυτή την παραισθησία
μυρμήγκων	=	μύρμηγκας
μυρμηγκάκι	noun|figurative	υποκοριστικό του μυρμήγκι
μυρμηγκάκια	=	μυρμηγκάκι
μυρμηγκιά	noun	η μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή
μυρμηγκιάζαμε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζαν	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζανε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζατε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζει	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζεις	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζετε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζοντας	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζουμε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζουν	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζουνε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάζω	verb	μοιάζω σαν τα μυρμήγκια (ως πλήθος ή κίνηση)
μυρμηγκιάς	noun	γενική ενικού του μυρμηγκιά
μυρμηγκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσαν	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσανε	=	μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμήγκιασμα
μυρμηγκιάσματος	noun	γενική ενικού του μυρμήγκιασμα
μυρμηγκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρμηγκιάζω
μυρμηγκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκιά
μυρμηγκιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μυρμήγκιασμα
μυρμηγκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκιασμένο
μυρμηγκιασμένε	verb	κλητική ενικού του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκιασμένη
μυρμηγκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκιασμένης	verb	γενική ενικού του μυρμηγκιασμένη
μυρμηγκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυρμηγκιασμένος
μυρμηγκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκικό
μυρμηγκικέ	adj	κλητική ενικού του μυρμηγκικός
μυρμηγκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκική
μυρμηγκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρμηγκικός
μυρμηγκικής	adj	γενική ενικού του μυρμηγκική
μυρμηγκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκικός
μυρμηγκικού	adj	γενική ενικού του μυρμηγκικός
μυρμηγκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυρμηγκικός
μυρμηγκικό	adj	αιτιατική ενικού του μυρμηγκικός
μυρμηγκικός	=	μυρμηκικός
μυρμηγκικών	adj	γενική πληθυντικού του μυρμηγκικός
μυρμηγκιού	=	μυρμήγκι
μυρμηγκιών	=	μυρμήγκι
μυρμηγκοφάγε	noun	κλητική ενικού του μυρμηγκοφάγος
μυρμηγκοφάγο	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυρμηγκοφάγος
μυρμηγκοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκοφάγος
μυρμηγκοφάγος	noun	κοινή ονομασία για τέσσερα είδη θηλαστικών της υποτάξης των Σκωληκόγλωσσων, που τρέφονται με μυρμήγκια και τερμίτες, όπως επίσης και για μερικά μη συγγενικά ζώα
μυρμηγκοφάγου	noun	γενική ενικού του μυρμηγκοφάγος
μυρμηγκοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυρμηγκοφάγος
μυρμηγκοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του μυρμηγκοφάγος
μυρμηγκοφωλιά	noun	φωλιά μυρμηγκιών, εξωτερικό γνώρισμα της οποίας είναι συνήθως ένας μικρός σωρός από χώμα
μυρμηγκοφωλιάς	noun	γενική ενικού του μυρμηγκοφωλιά
μυρμηγκοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηγκοφωλιά
μυρμηγκοφωλιών	=	μυρμηγκοφωλιά
μυρμηγκότρυπα	noun	η μυρμηγκοφωλιά
μυρμηγκότρυπας	=	μυρμηγκότρυπα
μυρμηγκότρυπες	=	μυρμηγκότρυπα
μυρμηγκότρυπων	=	μυρμηγκότρυπα
μυρμηκίαση	noun	άλλη μορφή του μυρμήγκιασμα
μυρμηκίασης	=	μυρμηκίαση
μυρμηκιάσεις	=	μυρμηκίαση
μυρμηκιάσεων	=	μυρμηκίαση
μυρμηκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηκιασμένο
μυρμηκιασμένε	verb	κλητική ενικού του μυρμηκιασμένος
μυρμηκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηκιασμένη
μυρμηκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρμηκιασμένος
μυρμηκιασμένης	verb	γενική ενικού του μυρμηκιασμένη
μυρμηκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυρμηκιασμένος
μυρμηκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρμηκιασμένος
μυρμηκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυρμηκιασμένος
μυρμηκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυρμηκιασμένος
μυρμηκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυρμηκιασμένος
μυρμηκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηκικό
μυρμηκικέ	adj	κλητική ενικού του μυρμηκικός
μυρμηκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρμηκική
μυρμηκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρμηκικός
μυρμηκικής	adj	γενική ενικού του μυρμηκική
μυρμηκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρμηκικός
μυρμηκικού	adj	γενική ενικού του μυρμηκικός
μυρμηκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυρμηκικός
μυρμηκικό	adj	αιτιατική ενικού του μυρμηκικός
μυρμηκικός	adj	σχετικός με το μυρμήγκι
μυρμηκικών	adj	γενική πληθυντικού του μυρμηκικός
μυρμηκιώ	verb	πάσχω από / εμφανίζω μυρμηκία / μυρμηκιά / μυρμηγκιά / μυρμηκίαση
μυρμηκιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυρμηκιώ
μυροβλυτισσών	=	μυροβλύτισσα
μυροβλυτών	=	μυροβλύτης
μυροβλύτες	=	μυροβλύτης
μυροβλύτη	=	μυροβλύτης
μυροβλύτης	noun	που ευωδιάζει, που αναβλύζει μύρο
μυροβλύτισσα	noun	θηλυκό του μυροβλύτης
μυροβλύτισσας	=	μυροβλύτισσα
μυροβλύτισσες	=	μυροβλύτισσα
μυροβόλο	=	μυροβόλος
μυροβόλος	adj	γεμάτος ευωδίες
μυροδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυροδοχείο
μυροδοχείο	noun	δοχείο που περιέχει Άγιο Μύρο
μυροδοχείου	noun	γενική ενικού του μυροδοχείο
μυροδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του μυροδοχείο
μυροποιέ	=	μυροποιός
μυροποιία	noun	η παρασκευή αρωμάτων
μυροποιίας	noun	γενική ενικού του μυροποιία
μυροποιίες	=	μυροποιία
μυροποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυροποιείο
μυροποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων
μυροποιείου	noun	γενική ενικού του μυροποιείο
μυροποιείων	noun	γενική πληθυντικού του μυροποιείο
μυροποιιών	noun	γενική πληθυντικού του μυροποιία
μυροποιοί	=	μυροποιός
μυροποιού	=	μυροποιός
μυροποιούς	=	μυροποιός
μυροποιό	=	μυροποιός
μυροποιός	noun	παραγωγός μύρου
μυροποιών	=	μυροποιός
μυροπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυροπωλείο
μυροπωλείο	noun	Το αρωματοπωλείο
μυροπωλείου	noun	γενική ενικού του μυροπωλείο
μυροπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του μυροπωλείο
μυροπωλισσών	=	μυροπώλισσα
μυροπωλών	=	μυροπώλης
μυροπώλες	=	μυροπώλης
μυροπώλη	=	μυροπώλης
μυροπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει αρώματα
μυροπώλιδα	noun	θηλυκό του μυροπώλης
μυροπώλιδας	=	μυροπώλιδα
μυροπώλιδες	=	μυροπώλιδα
μυροπώλιδων	=	μυροπώλιδα
μυροπώλις	noun	θηλυκό του μυροπώλης
μυροπώλισσα	noun	θηλυκό του μυροπώλης
μυροπώλισσας	=	μυροπώλισσα
μυροπώλισσες	=	μυροπώλισσα
μυρουδιά	noun	άλλη μορφή του μυρωδιά
μυρουδιάς	noun	γενική ενικού του μυρουδιά
μυρουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρουδιά
μυρουδιών	=	μυρουδιά
μυροφόρα	=	μυροφόρος
μυροφόρας	=	μυροφόρος
μυροφόρε	=	μυροφόρος
μυροφόρες	=	μυροφόρος
μυροφόρο	=	μυροφόρος
μυροφόροι	=	μυροφόρος
μυροφόρος	adj	που παράγει μύρο
μυροφόρου	=	μυροφόρος
μυροφόρους	=	μυροφόρος
μυροφόρων	=	μυροφόρος
μυρσίνες	=	μυρσίνη
μυρσίνη	noun	η μυρτιά
μυρσίνης	noun	γενική ενικού του μυρσίνη
μυρσινέλαια	=	μυρσινέλαιο
μυρσινέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από φύλλα μυρσίνης
μυρσινέλαιου	=	μυρσινέλαιο
μυρσινέλαιων	=	μυρσινέλαιο
μυρσινελαίου	=	μυρσινέλαιο
μυρσινελαίων	=	μυρσινέλαιο
μυρσινόκοκκε	=	μυρσινόκοκκος
μυρσινόκοκκο	=	μυρσινόκοκκος
μυρσινόκοκκοι	=	μυρσινόκοκκος
μυρσινόκοκκος	noun	Ο καρπός της μυρσίνης ή μυρτιάς
μυρσινόκοκκου	=	μυρσινόκοκκος
μυρσινόκοκκους	=	μυρσινόκοκκος
μυρσινόκοκκων	=	μυρσινόκοκκος
μυρσινών	=	μυρσίνη
μυρτιά	noun	αειθαλής θάμνος (λατινικό όνομα Myrtus communis) με λογχοειδή σκουροπράσινα φύλλα και λευκά εύοσμα άνθη
μυρτιάς	noun	γενική ενικού του μυρτιά
μυρτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρτιά
μυρτιδιώτικα	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικε	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικες	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικη	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικης	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικο	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικοι	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Μυρτίδια ή τους κατοίκους τους
μυρτιδιώτικου	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικους	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιδιώτικων	=	μυρτιδιώτικος
μυρτιών	=	μυρτιά
μυρτοειδές	=	μυρτοειδής
μυρτοειδή	=	μυρτοειδής
μυρτοειδής	adj	που μοιάζει με μύρτο
μυρτοειδείς	=	μυρτοειδής
μυρτοειδούς	=	μυρτοειδής
μυρτοειδών	=	μυρτοειδής
μυρτολών	=	μυρτόλη
μυρτόλες	=	μυρτόλη
μυρτόλη	noun	το μυρσινέλαιο
μυρτόλης	=	μυρτόλη
μυρτώα	=	μυρτώος
μυρτώας	=	μυρτώος
μυρτώε	=	μυρτώος
μυρτώες	=	μυρτώος
μυρτώνα	=	μυρτώνας
μυρτώνας	noun	τόπος όπου έχουν φυτευθεί ή φυτρώσει πολλές μυρτιές
μυρτώνες	=	μυρτώνας
μυρτώνων	=	μυρτώνας
μυρτώο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του Μυρτώος
μυρτώοι	=	μυρτώος
μυρτώος	adj	που αναφέρεται στο Μυρτώο Πέλαγος
μυρτώου	=	μυρτώος
μυρτώους	=	μυρτώος
μυρτώων	=	μυρτώος
μυρωδάτα	=	μυρωδάτος
μυρωδάτε	=	μυρωδάτος
μυρωδάτες	=	μυρωδάτος
μυρωδάτη	=	μυρωδάτος
μυρωδάτης	=	μυρωδάτος
μυρωδάτο	=	μυρωδάτος
μυρωδάτοι	=	μυρωδάτος
μυρωδάτος	adj	που έχει ευχάριστη μυρωδιά
μυρωδάτου	=	μυρωδάτος
μυρωδάτους	=	μυρωδάτος
μυρωδάτων	=	μυρωδάτος
μυρωδιά	noun	ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεστο
μυρωδιάς	noun	γενική ενικού του μυρωδιά
μυρωδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρωδιά
μυρωδικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρωδικό
μυρωδικέ	adj	κλητική ενικού του μυρωδικός
μυρωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρωδική
μυρωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρωδικός
μυρωδικής	adj	γενική ενικού του μυρωδική
μυρωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρωδικός
μυρωδικού	noun	γενική ενικού του μυρωδικό
μυρωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυρωδικός
μυρωδικό	noun	φυτό ή φυτικό προϊόν που προστίθεται στο φαγητό για να του δώσει πιο έντονη μυρωδιά και γεύση
μυρωδικός	adj	που μυρίζει (ωραία)
μυρωδικών	noun	γενική πληθυντικού του μυρωδικό
μυρωδιών	=	μυρωδιά
μυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μύρωμα
μυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρωμένο
μυρωμένε	verb	κλητική ενικού του μυρωμένος
μυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυρωμένη
μυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυρωμένος
μυρωμένης	verb	γενική ενικού του μυρωμένη
μυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυρωμένος
μυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυρωμένος
μυρωμένος	verb	που έχει αλειφθεί με μύρο
μυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυρωμένος
μυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυρωμένος
μυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυρωμένος
μυρωνιού	=	μυρώνι
μυρωνιών	=	μυρώνι
μυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρωμα
μυρώματος	noun	γενική ενικού του μύρωμα
μυρώναμε	=	μυρώνω
μυρώναν	=	μυρώνω
μυρώνανε	=	μυρώνω
μυρώνατε	=	μυρώνω
μυρώνει	=	μυρώνω
μυρώνεις	=	μυρώνω
μυρώνετε	=	μυρώνω
μυρώνι	noun	είδος αρωματικού μαϊντανού με σγουρά φύλλα
μυρώνια	=	μυρώνι
μυρώνοντας	=	μυρώνω
μυρώνουμε	=	μυρώνω
μυρώνουν	=	μυρώνω
μυρώνουνε	=	μυρώνω
μυρώνω	verb	ρίχνω μύρο ή αλείφω κάτι με μύρο
μυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώσαν	=	μυρώνω
μυρώσανε	=	μυρώνω
μυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρωση
μυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του μύρωση
μυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του μύρωση
μυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μυς	noun|formal	το ποντίκι
μυσαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μυσαρό) του μυσαρός	adv	με μυσαρό τρόπο, με τρόπο ηθικά επιλήψιμο
μυσαρέ	adj	κλητική ενικού του μυσαρός
μυσαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυσαρή
μυσαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυσαρός
μυσαρής	adj	γενική ενικού του μυσαρή
μυσαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυσαρός
μυσαροτήτων	=	μυσαρότητα
μυσαρού	adj	γενική ενικού του μυσαρός
μυσαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυσαρός
μυσαρό	adj	αιτιατική ενικού του μυσαρός
μυσαρός	adj|formal	που προκαλεί αποστροφή για την αξιόμεμπτη συμπεριφορά του, ηθικά επιλήψιμος
μυσαρότητα	noun	αποστροφή, βδελυγμία, αποτροπιασμός λόγω ανηθικότητας
μυσαρότητας	=	μυσαρότητα
μυσαρότητες	=	μυσαρότητα
μυσαρών	adj	γενική πληθυντικού του μυσαρός
μυσαρώς	adv|archaic	με μυσαρό τρόπο
μυστάκων	=	μύστακας
μυστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστήριο
μυστήριας	=	μυστήριος
μυστήριε	=	μυστήριος
μυστήριες	=	μυστήριος
μυστήριο	noun	ιεροτελεστία για μυημένους
μυστήριοι	=	μυστήριος
μυστήριος	adj	που είναι παράξενος, αινιγματικός, ανεξήγητος ή ιδιόμορφος, που η ύπαρξη ή δράση του περιβάλλεται από μυστήριο
μυστήριου	=	μυστήριο
μυστήριους	=	μυστήριος
μυστήριων	=	μυστήριος
μυσταγωγέ	=	μυσταγωγός
μυσταγωγία	noun	η μύηση σε μια μυστηριακή λατρεία
μυσταγωγίας	noun	γενική ενικού του μυσταγωγία
μυσταγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγία
μυσταγωγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγημένο
μυσταγωγημένε	verb	κλητική ενικού του μυσταγωγημένος
μυσταγωγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγημένη
μυσταγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυσταγωγημένος
μυσταγωγημένης	verb	γενική ενικού του μυσταγωγημένη
μυσταγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του μυσταγωγημένος
μυσταγωγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγημένος
μυσταγωγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυσταγωγημένος
μυσταγωγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυσταγωγημένος
μυσταγωγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυσταγωγημένος
μυσταγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγικό
μυσταγωγικέ	adj	κλητική ενικού του μυσταγωγικός
μυσταγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγική
μυσταγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυσταγωγικός
μυσταγωγικής	adj	γενική ενικού του μυσταγωγική
μυσταγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγικός
μυσταγωγικού	adj	γενική ενικού του μυσταγωγικός
μυσταγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυσταγωγικός
μυσταγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του μυσταγωγικός
μυσταγωγικός	adj	χαρακτηριστικός της μυσταγωγίας
μυσταγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του μυσταγωγικός
μυσταγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του μυσταγωγία
μυσταγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυσταγωγός
μυσταγωγού	=	μυσταγωγός
μυσταγωγούς	=	μυσταγωγός
μυσταγωγό	=	μυσταγωγός
μυσταγωγός	noun	αυτός που μυεί κάποιον σε μια μυστηριακή λατρεία
μυσταγωγώ	verb	άγω δια της μυήσεως
μυσταγωγών	=	μυσταγωγός
μυσταγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος μυσταγωγώ
μυστακοφόρα	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρας	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρε	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρες	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρο	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόροι	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρος	adj	που έχει μουστάκι
μυστακοφόρου	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρους	=	μυστακοφόρος
μυστακοφόρων	=	μυστακοφόρος
μυστηρίου	noun	γενική ενικού του μυστήριο
μυστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του μυστήριο
μυστηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυστηριακός	adv	με μυστηριακό τρόπο
μυστηριακέ	adj	κλητική ενικού του μυστηριακός
μυστηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστηριακή
μυστηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυστηριακός
μυστηριακής	adj	γενική ενικού του μυστηριακή
μυστηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυστηριακός
μυστηριακού	adj	γενική ενικού του μυστηριακός
μυστηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυστηριακός
μυστηριακό	adj	αιτιατική ενικού του μυστηριακός
μυστηριακός	adj	σχετικός με ένα θρησκευτικό μυστήριο
μυστηριακών	adj	γενική πληθυντικού του μυστηριακός
μυστηριολογία	noun|formal	η μελέτη των (αρχαίων απόκρυφων) μυστηρίων
μυστηριολογίας	=	μυστηριολογία
μυστηριολογίες	=	μυστηριολογία
μυστηριολογιών	=	μυστηριολογία
μυστηριωδών	=	μυστηριώδης
μυστηριωδώς	adv	κατά μυστηριώδη τρόπο, χωρίς να μπορεί κανείς να εξηγήσει
μυστηριώδεις	=	μυστηριώδης
μυστηριώδες	=	μυστηριώδης
μυστηριώδη	=	μυστηριώδης
μυστηριώδης	adj	που περιβάλλεται από μυστήριο
μυστηριώδους	=	μυστηριώδης
μυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυστικός	adv	με μυστικό τρόπο
μυστικέ	adj	κλητική ενικού του μυστικός
μυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστική
μυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυστικός
μυστικής	adj	γενική ενικού του μυστική
μυστικίστρια	noun	θηλυκό του μυστικιστής
μυστικίστριας	noun	γενική ενικού του μυστικίστρια
μυστικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικίστρια
μυστικισμέ	noun	κλητική ενικού του μυστικισμός
μυστικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυστικισμός
μυστικισμού	noun	γενική ενικού του μυστικισμός
μυστικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυστικισμός
μυστικισμό	noun	αιτιατική ενικού του μυστικισμός
μυστικισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει την προσέγγιση του θείου και του υπέρτατου όντος απευθείας και αδιαμεσολάβητα, με ενόραση και έκσταση, χωρίς τη μεσολάβηση του λογικού ή των αισθήσεων
μυστικισμών	noun	γενική πληθυντικού του μυστικισμός
μυστικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικιστής
μυστικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυστικιστής
μυστικιστής	noun	αυτός που είναι οπαδός του μυστικισμού
μυστικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικιστικό
μυστικιστικέ	adj	κλητική ενικού του μυστικιστικός
μυστικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικιστική
μυστικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυστικιστικός
μυστικιστικής	adj	γενική ενικού του μυστικιστική
μυστικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυστικιστικός
μυστικιστικού	adj	γενική ενικού του μυστικιστικός
μυστικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυστικιστικός
μυστικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του μυστικιστικός
μυστικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον μυστικισμό ή τον μυστικιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
μυστικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του μυστικιστικός
μυστικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του μυστικίστρια
μυστικιστών	noun	γενική πληθυντικού του μυστικιστής
μυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυστικός
μυστικοπάθεια	noun	η τάση να κρατά κάποιος μυστικό αυτό που κάνει, νιώθει, σκέφτεται κλπ. σε υπερβολικό βαθμό
μυστικοπάθειας	noun	γενική ενικού του μυστικοπάθεια
μυστικοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικοπάθεια
μυστικοπαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μυστικοπαθής
μυστικοπαθή	adj	αιτιατική ενικού του μυστικοπαθής
μυστικοπαθής	adj	που δεν αποκαλύπτει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις εμπειρίες ή τις πράξεις του, αλλά τα κρατάει μυστικά
μυστικοπαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικοπαθής
μυστικοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του μυστικοπάθεια
μυστικοπαθούς	adj	γενική ενικού του μυστικοπαθής
μυστικοπαθών	adj	γενική πληθυντικού του μυστικοπαθής
μυστικοσυμβουλίου	=	μυστικοσυμβούλιο
μυστικοσυμβουλίων	=	μυστικοσυμβούλιο
μυστικοσυμβούλια	=	μυστικοσυμβούλιο
μυστικοσυμβούλιο	noun	συμβούλιο μυστικοσυμβούλων
μυστικοσυμβούλιον	noun	το μυστικοσυμβούλιο
μυστικοσυμβούλιου	=	μυστικοσυμβούλιο
μυστικοσυμβούλιων	=	μυστικοσυμβούλιο
μυστικοσυμβούλου	noun	γενική ενικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσυμβούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσυμβούλων	noun	γενική πληθυντικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσύμβουλε	noun	κλητική ενικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσύμβουλο	noun	αιτιατική ενικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσύμβουλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσύμβουλος	noun	κρυφός ή ανεπίσημος σύμβουλος κάποιου προσώπου
μυστικοσύμβουλου	noun	γενική ενικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσύμβουλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοσύμβουλων	noun	γενική πληθυντικού του μυστικοσύμβουλος
μυστικοτήτων	=	μυστικότητα
μυστικού	adj	γενική ενικού του μυστικός
μυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυστικός
μυστικό	adj	αιτιατική ενικού του μυστικός	noun	πληροφορία που είναι γνωστή από ένα μόνο άτομο ή από μικρό κύκλο ατόμων, η οποία πρέπει να παραμείνει κρυφή
μυστικός	adj	που είναι κρυφός, που δεν είναι ανακοινώσιμος	noun	που ανήκει σε μυστική αστυνομία
μυστικότατα	=	μυστικός
μυστικότατε	=	μυστικός
μυστικότατες	=	μυστικός
μυστικότατη	=	μυστικός
μυστικότατης	=	μυστικός
μυστικότατο	=	μυστικός
μυστικότατοι	=	μυστικός
μυστικότατος	=	μυστικός
μυστικότατου	=	μυστικός
μυστικότατους	=	μυστικός
μυστικότατων	=	μυστικός
μυστικότερα	=	μυστικός
μυστικότερε	=	μυστικός
μυστικότερες	=	μυστικός
μυστικότερη	=	μυστικός
μυστικότερης	=	μυστικός
μυστικότερο	=	μυστικός
μυστικότεροι	=	μυστικός
μυστικότερος	=	μυστικός
μυστικότερου	=	μυστικός
μυστικότερους	=	μυστικός
μυστικότερων	=	μυστικός
μυστικότης	noun	η μυστικότητα
μυστικότητα	noun	η ιδιότητα του μυστικού
μυστικότητας	noun	γενική ενικού του μυστικότητα
μυστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστικότητα
μυστικών	adj	γενική πληθυντικού του μυστικός
μυστικώς	adv|dated	μυστικά
μυστρί	noun	εργαλείο των οικοδόμων για την τοποθέτηση μικρής ποσότητας λάσπης, ιδίως στο σοβάντισμα
μυστρίζαμε	=	μυστρίζω
μυστρίζαν	=	μυστρίζω
μυστρίζανε	=	μυστρίζω
μυστρίζατε	=	μυστρίζω
μυστρίζει	=	μυστρίζω
μυστρίζεις	=	μυστρίζω
μυστρίζετε	=	μυστρίζω
μυστρίζοντας	=	μυστρίζω
μυστρίζουμε	=	μυστρίζω
μυστρίζουν	=	μυστρίζω
μυστρίζουνε	=	μυστρίζω
μυστρίζω	verb	επαλείφω μια επιφάνεια (τοίχου ή άλλη) χρησιμοποιώντας μυστρί
μυστρίσαμε	=	μυστρίζω
μυστρίσαν	=	μυστρίζω
μυστρίσανε	=	μυστρίζω
μυστρίσατε	=	μυστρίζω
μυστρίσει	=	μυστρίζω
μυστρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύστρισμα
μυστρίσματος	noun	γενική ενικού του μύστρισμα
μυστρίστε	=	μυστρίζω
μυστριά	=	μυστρί
μυστριού	=	μυστρί
μυστρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μύστρισμα
μυστρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστρισμένο
μυστρισμένε	verb	κλητική ενικού του μυστρισμένος
μυστρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυστρισμένη
μυστρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυστρισμένος
μυστρισμένης	verb	γενική ενικού του μυστρισμένη
μυστρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυστρισμένος
μυστρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυστρισμένος
μυστρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυστρισμένος
μυστρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυστρισμένος
μυστρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυστρισμένος
μυστριών	=	μυστρί
μυστών	=	μύστης
μυτάκι	noun	υποκοριστικό του μύτη
μυτάκια	=	μυτάκι
μυτάρα	noun	και (λαϊκότροπο) η μεγάλη μύτη
μυτάρας	=	μυτάρα
μυτάρες	=	μυτάρα
μυτίζαμε	=	μυτίζω
μυτίζαν	=	μυτίζω
μυτίζανε	=	μυτίζω
μυτίζατε	=	μυτίζω
μυτίζει	=	μυτίζω
μυτίζεις	=	μυτίζω
μυτίζετε	=	μυτίζω
μυτίζοντας	=	μυτίζω
μυτίζουμε	=	μυτίζω
μυτίζουν	=	μυτίζω
μυτίζουνε	=	μυτίζω
μυτίζω	verb	τσιμπάω με το ράμφος κάτι για να το φάω
μυτίκων	=	μύτικας
μυτίλε	=	μυτίλος
μυτίλο	=	μυτίλος
μυτίλοι	=	μυτίλος
μυτίλος	noun|formal	το μύδι
μυτίλου	=	μυτίλος
μυτίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυτίλος
μυτίλων	noun	γενική πληθυντικού του μυτίλος
μυτίσαμε	=	μυτίζω
μυτίσαν	=	μυτίζω
μυτίσανε	=	μυτίζω
μυτίσατε	=	μυτίζω
μυτίσει	=	μυτίζω
μυτίστε	=	μυτίζω
μυτίτσα	noun	υποκοριστικό του μύτη
μυτίτσας	noun	γενική ενικού του μυτίτσα
μυτίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτίτσα
μυταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μυταράς
μυταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυταράς
μυταράδων	noun	γενική πληθυντικού του μυταράς
μυταράς	noun	αυτός που έχει μεγάλη μύτη
μυταρού	noun	αυτή που έχει μεγάλη μύτη
μυταρούδες	=	μυταρού
μυταρούδων	=	μυταρού
μυταρούς	=	μυταρού
μυτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυτερός	adv	με μυτερό τρόπο
μυτερέ	adj	κλητική ενικού του μυτερός
μυτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτερή
μυτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυτερός
μυτερής	adj	γενική ενικού του μυτερή
μυτερη	=	μυτερός
μυτερο	=	μυτερός
μυτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυτερός
μυτερού	adj	γενική ενικού του μυτερός
μυτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυτερός
μυτερό	adj	αιτιατική ενικού του μυτερός
μυτερός	adj	που έχει οξύ άκρο, απόληξη ή μύτη
μυτερών	adj	γενική πληθυντικού του μυτερός
μυτζήθρα	noun	άλλη μορφή του μυζήθρα
μυτζήθρας	noun	γενική ενικού του μυτζήθρα
μυτζήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτζήθρα
μυτζηθρών	noun	γενική πληθυντικού του μυτζήθρα
μυτιά	noun	χτύπημα με τη μύτη
μυτιάς	noun	γενική ενικού του μυτιά
μυτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτιά
μυτιληνιά	noun	θηλυκό του Μυτιληνιός
μυτιληνιάς	=	μυτιληνιά
μυτιληνιέ	=	μυτιληνιός
μυτιληνιές	=	μυτιληνιά
μυτιληνιοί	=	μυτιληνιός
μυτιληνιού	=	μυτιληνιός
μυτιληνιούς	=	μυτιληνιός
μυτιληνιό	=	μυτιληνιός
μυτιληνιός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την πόλη Μυτιλήνη και κατ΄ επέκταση από την Λέσβο.
μυτιληνιών	=	μυτιληνιός
μυτιλοτοξίνες	=	μυτιλοτοξίνη
μυτιλοτοξίνη	noun	τοξίνη που εκκρίνεται από μυτίλους
μυτιλοτοξίνης	=	μυτιλοτοξίνη
μυτιλοτοξινών	=	μυτιλοτοξίνη
μυτιλοτροφία	noun	η συστηματική καλλιέργεια μυτίλων / μυδιών
μυτιλοτροφίας	=	μυτιλοτροφία
μυτιλοτροφίες	=	μυτιλοτροφία
μυτιλοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτιλοτροφείο
μυτιλοτροφείο	noun	παραθαλάσσια εγκατάσταση για την συστηματική καλλιέργεια μυδιών
μυτιλοτροφείου	noun	γενική ενικού του μυτιλοτροφείο
μυτιλοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του μυτιλοτροφείο
μυτιλοτροφεῖον	noun	μυτιλοτροφείο
μυτιλοτροφιών	=	μυτιλοτροφία
μυτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτισμένο
μυτισμένε	verb	κλητική ενικού του μυτισμένος
μυτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτισμένη
μυτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυτισμένος
μυτισμένης	verb	γενική ενικού του μυτισμένη
μυτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μυτισμένος
μυτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυτισμένος
μυτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μυτισμένος
μυτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μυτισμένος
μυτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μυτισμένος
μυτιών	=	μυτιά
μυτοτσίμπιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτοτσίμπιδο
μυτοτσίμπιδο	noun	είδος πένσας με αιχμηρά άκρα
μυτοτσίμπιδου	noun	γενική ενικού του μυτοτσίμπιδο
μυτοτσίμπιδων	noun	γενική πληθυντικού του μυτοτσίμπιδο
μυτούλα	noun	υποκοριστικό του μύτη
μυτούλας	noun	γενική ενικού του μυτούλα
μυτούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτούλα
μυτόγκα	noun	μεγάλη μύτη
μυτόγκας	noun	αυτός που έχει μεγάλη μύτη
μυτόγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυτόγκα
μυτών	=	μύτη
μυχέ	noun	κλητική ενικού του μυχός
μυχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυχός
μυχού	noun	γενική ενικού του μυχός
μυχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μυχός
μυχό	noun	αιτιατική ενικού του μυχός
μυχός	noun|formal	το βαθύτερο σημείο, το εσώτατο μέρος
μυχών	noun	γενική πληθυντικού του μυχός
μυωδών	=	μυώδης
μυωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του μύωμα
μυωπάζω	verb	είμαι μύωψ, δέν βλέπω μακριά
μυωπία	noun	ανωμαλία της όρασης εξαιτίας της οποίας ο πάσχων δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά τα μακρινά αντικείμενα, επειδή το είδωλο σχηματίζεται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή και όχι επάνω σ' αυτόν
μυωπίας	noun	γενική ενικού του μυωπία
μυωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυωπία
μυωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυωπικό
μυωπικέ	adj	κλητική ενικού του μυωπικός
μυωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυωπική
μυωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυωπικός
μυωπικής	adj	γενική ενικού του μυωπική
μυωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυωπικός
μυωπικού	adj	γενική ενικού του μυωπικός
μυωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυωπικός
μυωπικό	adj	αιτιατική ενικού του μυωπικός
μυωπικός	adj	που σχετίζεται με τη μυωπία ή το μύωπα
μυωπικών	adj	γενική πληθυντικού του μυωπικός
μυωπιών	noun	γενική πληθυντικού του μυωπία
μυϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μυϊκός	adv	στην περιοχή τού μυός
μυϊκέ	adj	κλητική ενικού του μυϊκός
μυϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυϊκή
μυϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μυϊκός
μυϊκής	adj	γενική ενικού του μυϊκή
μυϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μυϊκός
μυϊκού	adj	γενική ενικού του μυϊκός
μυϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μυϊκός
μυϊκό	adj	αιτιατική ενικού του μυϊκός
μυϊκός	adj	που αναφέρεται στους μυς του σώματος ή ανήκει σε αυτούς
μυϊκών	adj	γενική πληθυντικού του μυϊκός
μυός	noun	γενική ενικού του μυς
μυώ	verb	εισάγω κάποιον σε μια νέα θρησκεία, δοξασία ή αίρεση, αποκαλύπτοντας σταδιακά το τελετουργικό και το βαθύτερο νόημά της
μυώδεις	=	μυώδης
μυώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μυώδης
μυώδη	=	μυώδης
μυώδης	adj	με ανεπτυγμένο και δυνατό μυϊκό σύστημα
μυώδους	adj	γενική ενικού του μυώδης
μυώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύωμα
μυώματος	noun	γενική ενικού του μύωμα
μυών	noun	γενική πληθυντικού του μυς
μυώνα	=	μυώνας
μυώνας	noun	μέρος του σώματος όπου βρίσκονται πολλοί μύες
μυώνες	=	μυώνας
μυώνων	=	μυώνας
μυώπων	=	μύωπας
μυώσεις	=	μύωση
μυώσεων	=	μύωση
μφι	abbrev	δημόσιο ινστιτούτο της Ελλάδας το οποίο μελετά ζητήματα παθήσεων των φυτών
μφχ	abbrev	αρχικά που υποκαθιστούν την καταληκτική φιλοφρόνηση με φιλικούς χαιρετισμούς σε γραπτές επιστολές αλλά κυρίως στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) και σε ηλεκτρονικά μηνύματα ή SMS (παλαιότερα και στα τηλέτυπα)
μωαμεθανέ	noun	κλητική ενικού του μωαμεθανός
μωαμεθανές	=	μωαμεθανή
μωαμεθανή	noun	θηλυκό του μωαμεθανός
μωαμεθανής	=	μωαμεθανή
μωαμεθανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωαμεθανικό
μωαμεθανικέ	adj	κλητική ενικού του μωαμεθανικός
μωαμεθανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωαμεθανική
μωαμεθανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωαμεθανικός
μωαμεθανικής	adj	γενική ενικού του μωαμεθανική
μωαμεθανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωαμεθανικός
μωαμεθανικού	adj	γενική ενικού του μωαμεθανικός
μωαμεθανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μωαμεθανικός
μωαμεθανικό	adj	αιτιατική ενικού του μωαμεθανικός
μωαμεθανικός	adj	που έχει σχέση με τους μωαμεθανούς ή το ισλάμ ή αναφέρεται σ’ αυτά
μωαμεθανικών	adj	γενική πληθυντικού του μωαμεθανικός
μωαμεθανισμέ	noun	κλητική ενικού του μωαμεθανισμός
μωαμεθανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωαμεθανισμός
μωαμεθανισμού	noun	γενική ενικού του μωαμεθανισμός
μωαμεθανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μωαμεθανισμός
μωαμεθανισμό	noun	αιτιατική ενικού του μωαμεθανισμός
μωαμεθανισμός	noun	η θρησκεία που ιδρυτής της ήταν ο Μωάμεθ
μωαμεθανισμών	noun	γενική πληθυντικού του μωαμεθανισμός
μωαμεθανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωαμεθανός
μωαμεθανού	noun	γενική ενικού του μωαμεθανός
μωαμεθανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μωαμεθανός
μωαμεθανό	noun	αιτιατική ενικού του μωαμεθανός
μωαμεθανός	noun	ο μουσουλμάνος, ο πιστός του ισλάμ
μωαμεθανών	noun	γενική πληθυντικού του μωαμεθανός
μωβ	noun	παρωχημένη γραφή του μοβ	adj	παρωχημένη γραφή του μοβ
μωλωπίζαμε	=	μωλωπίζω
μωλωπίζαν	=	μωλωπίζω
μωλωπίζανε	=	μωλωπίζω
μωλωπίζατε	=	μωλωπίζω
μωλωπίζει	=	μωλωπίζω
μωλωπίζεις	=	μωλωπίζω
μωλωπίζετε	=	μωλωπίζω
μωλωπίζοντας	=	μωλωπίζω
μωλωπίζουμε	=	μωλωπίζω
μωλωπίζουν	=	μωλωπίζω
μωλωπίζουνε	=	μωλωπίζω
μωλωπίζω	verb	προκαλώ μώλωπες σε κάποιον χτυπώντας τον
μωλωπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίσαν	=	μωλωπίζω
μωλωπίσανε	=	μωλωπίζω
μωλωπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλωπισμέ	noun	κλητική ενικού του μωλωπισμός
μωλωπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωλωπισμένο
μωλωπισμένε	verb	κλητική ενικού του μωλωπισμένος
μωλωπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωλωπισμένη
μωλωπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωλωπισμένος
μωλωπισμένης	verb	γενική ενικού του μωλωπισμένη
μωλωπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του μωλωπισμένος
μωλωπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωλωπισμένος
μωλωπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μωλωπισμένος
μωλωπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μωλωπισμένος
μωλωπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μωλωπισμένος
μωλωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωλωπισμός
μωλωπισμού	noun	γενική ενικού του μωλωπισμός
μωλωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μωλωπισμός
μωλωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του μωλωπισμός
μωλωπισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μωλωπίζω
μωλωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του μωλωπισμός
μωλωπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλωπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζομαι
μωλώπιζα	=	μωλωπίζω
μωλώπιζαν	=	μωλωπίζω
μωλώπιζε	=	μωλωπίζω
μωλώπιζες	=	μωλωπίζω
μωλώπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλώπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλώπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλώπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωλωπίζω
μωλώπων	=	μώλωπας
μωμόγερε	=	μωμόγερος
μωμόγερο	=	μωμόγερος
μωμόγεροι	=	μωμόγερος
μωμόγερος	noun	έθιμο με μεταμφιεσμένους με προβιές ζώων ή αλλιώς, κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, με ευχετηριακό χαρακτήρα
μωμόγερου	=	μωμόγερος
μωμόγερους	=	μωμόγερος
μωμόγερων	=	μωμόγερος
μωρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρό	adv|rare	με μωρό τρόπο, ανόητα
μωράκι	noun	μωρό, βρέφος
μωράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωράκι
μωράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράναν	=	μωραίνω
μωράνανε	=	μωραίνω
μωράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωράνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωράνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωράνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μωράς	=	μωρός
μωρέ	intj	συνοδεύει κλητικές ονομάτων	adj	κλητική ενικού του μωρός
μωρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρή
μωρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωρός	intj|vulgar	θηλυκό του μωρέ!
μωρής	adj	γενική ενικού του μωρή
μωρία	noun	η ιδιότητα του μωρού, η ανοησία, η βλακεία
μωρίας	noun	γενική ενικού του μωρία
μωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρία
μωραίναμε	=	μωραίνω
μωραίναν	=	μωραίνω
μωραίνανε	=	μωραίνω
μωραίνατε	=	μωραίνω
μωραίνει	=	μωραίνω
μωραίνεις	=	μωραίνω
μωραίνετε	=	μωραίνω
μωραίνομαι	verb	γίνομαι μωρός, χάνω την ικανότητά μου να σκέφτομαι και να κρίνω σωστά τα πράγματα, αποβλακώνομαι
μωραίνοντας	=	μωραίνω
μωραίνουμε	=	μωραίνω
μωραίνουν	=	μωραίνω
μωραίνουνε	=	μωραίνω
μωραίνω	verb	κάνω κάποιον μωρό, ανόητο
μωραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωραμένο
μωραμένε	verb	κλητική ενικού του μωραμένος
μωραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωραμένη
μωραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωραμένος
μωραμένης	verb	γενική ενικού του μωραμένη
μωραμένο	verb	αιτιατική ενικού του μωραμένος
μωραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωραμένος
μωραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μωραμένος
μωραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μωραμένος
μωραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μωραμένος
μωρανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωρανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωραίνομαι
μωριών	noun	γενική πληθυντικού του μωρία
μωροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωρός
μωροζώντανα	=	μωροζώντανος
μωροζώντανε	=	μωροζώντανος
μωροζώντανες	=	μωροζώντανος
μωροζώντανη	=	μωροζώντανος
μωροζώντανης	=	μωροζώντανος
μωροζώντανο	=	μωροζώντανος
μωροζώντανοι	=	μωροζώντανος
μωροζώντανος	adj	αυτός που είναι μόλις, οριακά, ζωντανός
μωροζώντανου	=	μωροζώντανος
μωροζώντανους	=	μωροζώντανος
μωροζώντανων	=	μωροζώντανος
μωρολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρολόγημα
μωρολογήματος	noun	γενική ενικού του μωρολόγημα
μωρολογήσαμε	=	μωρολογώ
μωρολογήσαν	=	μωρολογώ
μωρολογήσανε	=	μωρολογώ
μωρολογήσατε	=	μωρολογώ
μωρολογήσει	=	μωρολογώ
μωρολογήστε	=	μωρολογώ
μωρολογία	noun|formal	ανοησία, ανόητες φλυαρίες
μωρολογίας	noun	γενική ενικού του μωρολογία
μωρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρολογία
μωρολογεί	=	μωρολογώ
μωρολογείς	=	μωρολογώ
μωρολογείτε	=	μωρολογώ
μωρολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του μωρολόγημα
μωρολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρολογημένο
μωρολογημένε	verb	κλητική ενικού του μωρολογημένος
μωρολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρολογημένη
μωρολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωρολογημένος
μωρολογημένης	verb	γενική ενικού του μωρολογημένη
μωρολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του μωρολογημένος
μωρολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωρολογημένος
μωρολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου μωρολογώ
μωρολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μωρολογημένος
μωρολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του μωρολογημένος
μωρολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μωρολογημένος
μωρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του μωρολογία
μωρολογούμε	=	μωρολογώ
μωρολογούν	=	μωρολογώ
μωρολογούνε	=	μωρολογώ
μωρολογούσα	=	μωρολογώ
μωρολογούσαμε	=	μωρολογώ
μωρολογούσαν	=	μωρολογώ
μωρολογούσανε	=	μωρολογώ
μωρολογούσατε	=	μωρολογώ
μωρολογούσε	=	μωρολογώ
μωρολογούσες	=	μωρολογώ
μωρολογώ	verb|formal	λέω μωρολογίες, ανοησίες, ανόητες φλυαρίες
μωρολογώντας	=	μωρολογώ
μωρολόγα	=	μωρολόγος
μωρολόγε	=	μωρολόγος
μωρολόγει	=	μωρολογώ
μωρολόγημα	noun|formal	άλλη μορφή του μωρολογία
μωρολόγησα	=	μωρολογώ
μωρολόγησαν	=	μωρολογώ
μωρολόγησε	=	μωρολογώ
μωρολόγησες	=	μωρολογώ
μωρολόγο	=	μωρολόγος
μωρολόγοι	=	μωρολόγος
μωρολόγος	adj|formal	που λέει μωρολογίες, ανοησίες, ανόητες φλυαρίες
μωρολόγου	=	μωρολόγος
μωρολόγους	=	μωρολόγος
μωρολόγων	=	μωρολόγος
μωρομάνα	noun	που έχει αποκτήσει πρόσφατα παιδί
μωρομάνας	=	μωρομάνα
μωρομάνες	=	μωρομάνα
μωρομάντηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρομάντηλο
μωρομάντηλο	noun	άλλη γραφή του μωρομάντιλο
μωρομάντηλου	noun	γενική ενικού του μωρομάντηλο
μωρομάντηλων	noun	γενική πληθυντικού του μωρομάντηλο
μωρομάντιλα	=	μωρομάντιλο
μωρομάντιλο	noun	είδος χαρτομάντιλου εμποτισμένου με κάποιο υγρό καθαρισμού ή απολύμανσης, που χρησιμοποιείται, κυρίως, για τον καθαρισμό μωρών
μωρομάντιλου	=	μωρομάντιλο
μωρομάντιλων	=	μωρομάντιλο
μωροπίστευτα	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτε	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτες	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτη	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτης	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτο	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτοι	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτος	adj	άλλη μορφή του μωρόπιστος
μωροπίστευτου	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτους	=	μωροπίστευτος
μωροπίστευτων	=	μωροπίστευτος
μωροπιστία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του μωρόπιστου
μωροπιστίας	=	μωροπιστία
μωροπιστίες	=	μωροπιστία
μωροπιστιών	=	μωροπιστία
μωροσοφία	noun|formal	η δοκησισοφία
μωροσοφίας	=	μωροσοφία
μωροσοφίες	=	μωροσοφία
μωροσοφιών	=	μωροσοφία
μωρουδάκι	noun	το μωρό
μωρουδάκια	=	μωρουδάκι
μωρουδέλι	noun	άλλη μορφή του μωράκι
μωρουδέλια	=	μωρουδέλι
μωρουδίζαμε	=	μωρουδίζω
μωρουδίζαν	=	μωρουδίζω
μωρουδίζανε	=	μωρουδίζω
μωρουδίζατε	=	μωρουδίζω
μωρουδίζει	=	μωρουδίζω
μωρουδίζεις	=	μωρουδίζω
μωρουδίζετε	=	μωρουδίζω
μωρουδίζοντας	=	μωρουδίζω
μωρουδίζουμε	=	μωρουδίζω
μωρουδίζουν	=	μωρουδίζω
μωρουδίζουνε	=	μωρουδίζω
μωρουδίζω	verb	φέρομαι σαν μωρό
μωρουδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίσαν	=	μωρουδίζω
μωρουδίσανε	=	μωρουδίζω
μωρουδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίσματα	noun|rare	λέξεις ή πράξεις που λένε ή κάνουν τα μωρά ή ταιριάζουν σ’ αυτά
μωρουδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρουδίστικο
μωρουδίστικε	adj	κλητική ενικού του μωρουδίστικος
μωρουδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρουδίστικη
μωρουδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωρουδίστικος
μωρουδίστικης	adj	γενική ενικού του μωρουδίστικη
μωρουδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του μωρουδίστικος
μωρουδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωρουδίστικος
μωρουδίστικος	adj|informal	που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει σε μωρό
μωρουδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μωρουδίστικος
μωρουδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μωρουδίστικος
μωρουδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μωρουδίστικος
μωρουδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρουδιακά	noun	τα ρούχα ή, γενικά, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για το ντύσιμο του μωρού
μωρουδιού	=	μωρούδι
μωρουδιών	=	μωρούδι
μωροφιλοδοξία	noun	το να είναι κάποιος μωροφιλόδοξος, η ιδιότητα του μωροφιλόδοξου
μωροφιλοδοξίας	noun	γενική ενικού του μωροφιλοδοξία
μωροφιλοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωροφιλοδοξία
μωροφιλοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του μωροφιλοδοξία
μωροφιλόδοξα	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξε	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξες	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξη	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξης	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξο	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξοι	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξος	adj	που οι φιλοδοξίες του είναι ανόητες, που είναι συγχρόνως ανόητος και φιλόδοξος
μωροφιλόδοξου	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξους	=	μωροφιλόδοξος
μωροφιλόδοξων	=	μωροφιλόδοξος
μωρού	adj	γενική ενικού του μωρός
μωρούδι	noun	μωρό
μωρούδια	=	μωρούδι
μωρούδιζα	=	μωρουδίζω
μωρούδιζαν	=	μωρουδίζω
μωρούδιζε	=	μωρουδίζω
μωρούδιζες	=	μωρουδίζω
μωρούδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρούδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρούδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρούδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωρουδίζω
μωρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μωρός
μωρό	noun	πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος	adj	αιτιατική ενικού του μωρός
μωρόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρόπιστο
μωρόπιστε	adj	κλητική ενικού του μωρόπιστος
μωρόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωρόπιστη
μωρόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωρόπιστος
μωρόπιστης	adj	γενική ενικού του μωρόπιστη
μωρόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του μωρόπιστος
μωρόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωρόπιστος
μωρόπιστος	adj|formal	ο αφελής που εμπιστεύεται ανόητα τους άλλους
μωρόπιστου	adj	γενική ενικού του μωρόπιστος
μωρόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μωρόπιστος
μωρόπιστων	adj	γενική πληθυντικού του μωρόπιστος
μωρόπουλα	=	μωρόπουλο
μωρόπουλο	noun	κολοκυθάκι (πράσινο)
μωρόπουλου	=	μωρόπουλο
μωρόπουλων	=	μωρόπουλο
μωρός	adj	ανόητος, χαζός
μωρόσοφα	=	μωρόσοφος
μωρόσοφε	=	μωρόσοφος
μωρόσοφες	=	μωρόσοφος
μωρόσοφη	=	μωρόσοφος
μωρόσοφης	=	μωρόσοφος
μωρόσοφο	=	μωρόσοφος
μωρόσοφοι	=	μωρόσοφος
μωρόσοφος	adj|formal	ο δοκησίσοφος
μωρόσοφου	=	μωρόσοφος
μωρόσοφους	=	μωρόσοφος
μωρόσοφων	=	μωρόσοφος
μωρότητα	noun|rare	η ιδιότητα του μωρού
μωρών	adj	γενική πληθυντικού του μωρός
μωσαϊκά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωσαϊκό
μωσαϊκέ	adj	κλητική ενικού του μωσαϊκός
μωσαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μωσαϊκή
μωσαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μωσαϊκός
μωσαϊκής	adj	γενική ενικού του μωσαϊκή
μωσαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωσαϊκός
μωσαϊκού	noun	γενική ενικού του μωσαϊκό
μωσαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του μωσαϊκός
μωσαϊκό	noun	πάτωμα που έχει προέλθει από το τρίψιμο της επιφάνειας συμπαγούς μάζας χρωματισμένου τσιμέντου και χαλικιών διαφόρων μεγεθών με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση του ψηφιδωτού	adj	αιτιατική ενικού του μωσαϊκός
μωσαϊκός	adj	που ανήκει, σχετίζεται ή αναφέρεται στον Μωυσή
μωσαϊκών	noun	γενική πληθυντικού του μωσαϊκό
μωσαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του μωσαϊσμός
μωσαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μωσαϊσμός
μωσαϊσμού	noun	γενική ενικού του μωσαϊσμός
μωσαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του μωσαϊσμός
μωσαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του μωσαϊσμός
μωσαϊσμός	noun	σύνολο αρχών και κανόνων, θρησκευτικών και πολιτικών, που σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη αποδίδονται στον Μωυσή
μωσαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του μωσαϊσμός
μόα	noun	είδος νεοζηλανδικού πτηνού που έχει εκλείψει
μόγλης	noun	παιδί της ζούγκλας
μόδα	noun	τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα
μόδας	noun	γενική ενικού του μόδα
μόδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόδα
μόδι	noun|dated	παλαιά μονάδα μέτρησης χωρητικότητας για στεγνά προϊόντα, ιδίως σιτηρά, δημητριακά και ξηρούς καρπούς, με ισοδυναμία που ποίκιλλε ανάλογα με τον τόπο και την εποχή
μόδια	=	μόδι
μόδιο	noun	άλλη μορφή του μόδι
μόδιου	=	μόδιο
μόδιστρε	=	μόδιστρος
μόδιστρο	=	μόδιστρος
μόδιστροι	=	μόδιστρος
μόδιστρος	noun	ο ράφτης που σχεδιάζει ενδύματα
μόδιστρου	=	μόδιστρος
μόδιστρους	=	μόδιστρος
μόδιων	=	μόδιο
μόκα	noun	ποικιλία καφέ
μόκας	noun	γενική ενικού του μόκα
μόκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόκα
μόκο	intj|slang	σκασμός!, σιωπή!, βούλωσ' το!
μόκσα	noun	που μιλιέται στη Μορδοβία, στη Ρωσία
μόλα	intj|vulgar	άφησε, λύσε
μόλε	noun	κλητική ενικού του μόλος
μόλεμα	noun	η μίανση, το μίασμα, η μόλυνση
μόλευα	=	μολεύω
μόλευαν	=	μολεύω
μόλευε	=	μολεύω
μόλευες	=	μολεύω
μόλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μόλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μόλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μόλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μολεύω
μόλις	adv	ελάχιστη ώρα πριν	conj	αμέσως μετά από μία πράξη ακολουθεί μία άλλη
μόλο	noun	αιτιατική ενικού του μόλος	conj	παρόλο, αν και
μόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόλος
μόλος	noun	η προκυμαία
μόλου	noun	γενική ενικού του μόλος
μόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μόλος
μόλυβδε	noun	κλητική ενικού του μόλυβδος
μόλυβδο	noun	αιτιατική ενικού του μόλυβδος
μόλυβδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόλυβδος
μόλυβδος	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 82 και χημικό σύμβολο το Pb
μόλυνα	=	μολύνω
μόλυναν	=	μολύνω
μόλυνε	=	μολύνω
μόλυνες	=	μολύνω
μόλυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μολύνω
μόλυνσης	noun	γενική ενικού του μόλυνση
μόλυσμα	noun|rare	άλλη μορφή του μόλυνση
μόλων	noun	γενική πληθυντικού του μόλος
μόμολα	=	μόμολο
μόμολο	noun	τιποτένιος, άχρηστος
μόμολου	=	μόμολο
μόμολων	=	μόμολο
μόμπιλα	=	μόμπιλο
μόμπιλο	noun|dated	το έπιπλο
μόμπιλου	=	μόμπιλο
μόμπιλων	=	μόμπιλο
μόνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόνο
μόναζα	=	μονάζω
μόναζαν	=	μονάζω
μόναζε	=	μονάζω
μόναζες	=	μονάζω
μόνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μόνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μόνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μόνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονάζω
μόναση	noun|rare	η διαδικασία / πράξη ή το αποτέλεσμα τού μονάζω
μόνε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του μόνος	adv	μόνο, μονάχα
μόνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόνη
μόνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μόνος
μόνης	adj	γενική ενικού του μόνη
μόνιαζα	=	μονιάζω
μόνιαζαν	=	μονιάζω
μόνιαζε	=	μονιάζω
μόνιαζες	=	μονιάζω
μόνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μόνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μόνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μόνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονιάζω
μόνικας	noun	γενική ενικού του Μόνικα
μόνιμα	adv	διαρκώς, συνεχώς, εν πάση περιπτώσει, αμετάβλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μόνιμος
μόνιμε	adj	κλητική ενικού του μόνιμος
μόνιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόνιμη
μόνιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μόνιμος
μόνιμης	adj	γενική ενικού του μόνιμη
μόνιμο	adj	αιτιατική ενικού του μόνιμος
μόνιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόνιμος
μόνιμος	adj	που μένει με τις ίδιες ιδιότητες ή στην ίδια κατάσταση χωρίς σημαντικές αλλαγές
μόνιμου	adj	γενική ενικού του μόνιμος
μόνιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μόνιμος
μόνιμων	adj	γενική πληθυντικού του μόνιμος
μόνιππα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόνιππο
μόνιππο	noun	το όχημα (άμαξα) που σέρνεται από ένα μόνο άλογο
μόνιππου	noun	γενική ενικού του μόνιππο
μόνιππων	noun	γενική πληθυντικού του μόνιππο
μόνιτορ	noun	συσκευή μετάδοσης εικόνας από διάφορες πηγές και για διάφορους σκοπούς
μόνο	conj	αλλά, όμως	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μόνος
μόνοι	pron	ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος	adj	ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος
μόνοιαζα	=	μονοιάζω
μόνοιαζαν	=	μονοιάζω
μόνοιαζε	=	μονοιάζω
μόνοιαζες	=	μονοιάζω
μόνοιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μόνοιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μόνοιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μόνοιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονοιάζω
μόνοιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονοιάζω
μόνον	adv|formal	άλλη μορφή του μόνο
μόνορχις	adj	που έχει έναν λειτουργικό όρχι
μόνος	pron	χωρίς συνοδεία ή βοήθεια	adj	ολομόναχος, δίχως συντροφιά ή βοήθεια· δείτε και την αντωνυμία παρακάτω
μόνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μόνος
μόνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μόνος
μόντελινγκ	noun	το επάγγελμα του μοντέλου
μόντεμ	noun	ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την επικοινωνία ηλεκτρονικών υπολογιστών μέσω τηλεφωνικών γραμμών, μετατρέποντας το ψηφιακό σήμα του υπολογιστή σε αναλογικό τηλεφωνικό σήμα και αντίστροφα
μόνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος
μόνωνα	=	μονώνω
μόνωναν	=	μονώνω
μόνωνε	=	μονώνω
μόνωνες	=	μονώνω
μόνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μόνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μόνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μόνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μονώνω
μόνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονώνω, η κάλυψη με ειδικά υλικά, ώστε να υπάρχει προστασία αλλά και να εμποδίζεται η κυκλοφορία ή απώλεια (κατά περίσταση της θερμότητας, της υγρασίας, του ήχου, του ηλεκτρισμού κ.λπ.
μόνωσης	=	μόνωση
μόνωτα	=	μόνωτος
μόνωτε	=	μόνωτος
μόνωτες	=	μόνωτος
μόνωτη	=	μόνωτος
μόνωτης	=	μόνωτος
μόνωτο	=	μόνωτος
μόνωτοι	=	μόνωτος
μόνωτος	adj	που έχει μια λαβή
μόνωτου	=	μόνωτος
μόνωτους	=	μόνωτος
μόνωτων	=	μόνωτος
μόρα	noun	στοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί
μόρας	noun	γενική ενικού του μόρα
μόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόρα
μόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόριο
μόριο	noun	η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
μόριου	=	μόριο
μόρον	noun|archaic	άλλη μορφή του μούρο
μόρσα	=	μόρσο
μόρσο	noun	στενό κομμάτι σανίδας που προεξέχει και τοποθετείται σε μια εσοχή άλλης σανίδας
μόρσου	=	μόρσο
μόρσων	=	μόρσο
μόρτες	=	μόρτης
μόρτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης
μόρτηδες	=	μόρτης
μόρτηδων	=	μόρτης
μόρτης	noun|vulgar	ο αλήτης, ο μάγκας
μόρτικα	adv	με μόρτικο τρόπο	noun	η αργκό, η μάγκικη γλώσσα
μόρτικε	adj	κλητική ενικού του μόρτικος
μόρτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόρτικη
μόρτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μόρτικος
μόρτικης	adj	γενική ενικού του μόρτικη
μόρτικο	adj	αιτιατική ενικού του μόρτικος
μόρτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόρτικος
μόρτικος	adj	αυτό που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον μόρτη
μόρτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μόρτικος
μόρτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μόρτικος
μόρτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόρτικος
μόρτισσα	noun	θηλυκό του μόρτης
μόρτισσας	noun	γενική ενικού του μόρτισσα
μόρτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόρτισσα
μόρφαζα	=	μορφάζω
μόρφαζαν	=	μορφάζω
μόρφαζε	=	μορφάζω
μόρφαζες	=	μορφάζω
μόρφασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μόρφασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μόρφασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μόρφασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφάζω
μόρφημα	noun	η ελάχιστη σημασιολογική μονάδα στη γλώσσα που είναι φορεάς σημασίας, ή γραμματικής πληροφορίας (όπως ένα πρόθημα ή ένα θέμα ή ρίζα λέξης ή ένα επίθημα ή γραμματική κατάληξη)
μόρφωμα	noun	ό,τι έχει λάβει πλέον μια οριστική μορφή μέσα σ' ένα σύνολο
μόρφωνα	=	μορφώνω
μόρφωναν	=	μορφώνω
μόρφωνε	=	μορφώνω
μόρφωνες	=	μορφώνω
μόρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μόρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μόρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μόρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μορφώνω
μόρφωση	noun	το να είναι κανείς μορφωμένος, να έχει αποκτήσει πολλές γνώσεις και πνευματική καλλιέργεια
μόρφωσης	=	μόρφωση
μόσκε	noun	κλητική ενικού του μόσκος
μόσκο	noun	αιτιατική ενικού του μόσκος
μόσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόσκος
μόσκος	noun|vulgar	μόσχος
μόσκου	noun	γενική ενικού του μόσκος
μόσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μόσκος
μόσκων	noun	γενική πληθυντικού του μόσκος
μόστρα	noun	το τμήμα ενός πράγματος που φαίνεται και καθορίζει τη γενική εντύπωση που αυτό δίνει
μόστραρα	=	μοστράρω
μόστρας	noun	γενική ενικού του μόστρα
μόστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόστρα
μόσχε	noun	κλητική ενικού του μόσχος
μόσχεια	=	μόσχειος
μόσχειας	=	μόσχειος
μόσχειε	=	μόσχειος
μόσχειες	=	μόσχειος
μόσχειο	=	μόσχειος
μόσχειοι	=	μόσχειος
μόσχειος	adj	μοσχαρήσιος
μόσχειου	=	μόσχειος
μόσχειους	=	μόσχειος
μόσχειων	=	μόσχειος
μόσχευμα	noun	όργανο ή ιστός που μεταμοσχεύεται σε άλλο οργανισμό
μόσχευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μοσχεύω, η χρήση μοσχεύματος για τον πολλαπλασιασμό φυτών
μόσχευσης	=	μόσχευση
μόσχο	noun	αιτιατική ενικού του μόσχος
μόσχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόσχος
μόσχος	noun	είδος αρωματικής ουσίας
μόσχου	noun	γενική ενικού του μόσχος
μόσχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μόσχος
μόσχων	noun	γενική πληθυντικού του μόσχος
μότα	noun	η σερβιέτα
μότας	=	μότα
μότες	=	μότα
μότο	noun	το χαρακτηριστικό σύντομο απόσπασμα πεζού ή ποιητικού λόγου, που γράφεται στην αρχή ενός βιβλίου και με το οποίο ο συγγραφέας δίνει το συγγραφικό στίγμα του
μότορσιπ	noun	κάθε πλοίο του εμπορικού ναυτικού που χρησιμοποιεί για να κινηθεί μηχανές εσωτερικής καύσης
μόχθε	noun	κλητική ενικού του μόχθος
μόχθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μόχθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μόχθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μόχθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχθώ
μόχθο	noun	αιτιατική ενικού του μόχθος
μόχθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μόχθος
μόχθος	noun	κούραση, η επίπονη εργασία
μόχθου	noun	γενική ενικού του μόχθος
μόχθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μόχθος
μόχθων	noun	γενική πληθυντικού του μόχθος
μόχλευα	=	μοχλεύω
μόχλευαν	=	μοχλεύω
μόχλευε	=	μοχλεύω
μόχλευες	=	μοχλεύω
μόχλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μόχλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μόχλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μόχλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μοχλεύω
μόχλευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού μοχλεύω
μόχλευσης	noun	γενική ενικού του μόχλευση
μόχτε	=	μόχτος
μόχτο	=	μόχτος
μόχτοι	=	μόχτος
μόχτος	noun|vulgar	άλλη μορφή του μόχθος
μόχτου	=	μόχτος
μόχτους	=	μόχτος
μόχτων	=	μόχτος
μύαξ	noun|archaic	μύδι
μύγα	noun	μικρό έντομο μαύρου χρώματος με δύο φτερά και έξι πόδια, που ζει κυρίως σε κατοικημένους χώρους
μύγας	noun	γενική ενικού του μύγα
μύγδαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύγδαλο
μύγδαλο	noun|vulgar	αμύγδαλο
μύγδαλου	noun	γενική ενικού του μύγδαλο
μύγδαλων	noun	γενική πληθυντικού του μύγδαλο
μύγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύγα
μύδι	noun	κοινή ονομασία μαλάκιων με όστρακο, της οικογένειας των Μυτιλιδών της τάξη των Νηματοβραγχίων, που ζουν σε αλμυρά νερά προσκολλημένα σε βράχια
μύδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύδι
μύδρε	noun	κλητική ενικού του μύδρος
μύδρο	noun	αιτιατική ενικού του μύδρος
μύδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύδρος
μύδρος	noun	πέτρωμα σε τήξη που τινάζεται από ηφαίστειο
μύδρου	noun	γενική ενικού του μύδρος
μύδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μύδρος
μύδρων	noun	γενική πληθυντικού του μύδρος
μύες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μυς
μύζηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μυζώ
μύζησης	=	μύζηση
μύησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυώ
μύησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυώ
μύησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυώ
μύησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυώ
μύηση	noun	η εισαγωγή ενός νέου μέλους (μύστη) σε θρησκευτική μυστική λατρεία, σε μυστήριο
μύησης	noun	γενική ενικού του ουσιαστικού η μύηση
μύθε	noun	κλητική ενικού του μύθος
μύθευμα	noun	ψευδής, η πλαστή διήγηση
μύθο	noun	αιτιατική ενικού του μύθος
μύθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύθος
μύθος	noun	φανταστική διήγηση για κατορθώματα ηρώων
μύθου	noun	γενική ενικού του μύθος
μύθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μύθος
μύθων	noun	γενική πληθυντικού του μύθος
μύκητα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μύκητας
μύκητας	noun	το μανιτάρι
μύκητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύκητας
μύλε	noun	κλητική ενικού του μύλος
μύλες	=	μύλη
μύλη	noun|formal	μυλόπετρα
μύλης	=	μύλη
μύλλα	noun	το λίπος
μύλο	noun	αιτιατική ενικού του μύλος
μύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύλος
μύλος	noun	το οικοδόμημα όπου γίνεται η άλεση καρπών
μύλου	noun	γενική ενικού του μύλος
μύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του μύλος
μύλων	noun	γενική πληθυντικού του μύλος
μύξα	noun	η βλεννώδης ουσία που εκκρίνεται από τη μύτη όταν κάποιος είναι κρυωμένος
μύξαζα	=	μυξάζω
μύξαζαν	=	μυξάζω
μύξαζε	=	μυξάζω
μύξαζες	=	μυξάζω
μύξας	noun	γενική ενικού του μύξα
μύξασα	=	μυξάζω
μύξασαν	=	μυξάζω
μύξασε	=	μυξάζω
μύξασες	=	μυξάζω
μύξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύξα
μύξη	=	μύξης
μύξηδες	=	μύξης
μύξηδων	=	μύξης
μύξης	noun	που τρέχουν μύξες απ’ τη μύτη του (διαρκώς)
μύξιαζα	=	μυξιάζω
μύξιαζαν	=	μυξιάζω
μύξιαζε	=	μυξιάζω
μύξιαζες	=	μυξιάζω
μύξιασα	=	μυξιάζω
μύξιασαν	=	μυξιάζω
μύξιασε	=	μυξιάζω
μύξιασες	=	μυξιάζω
μύξωμα	noun	όγκος που αποτελείται από κύτταρα συνδετικού ιστού και βλεννώδη στοιχεία
μύρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρο
μύραινα	noun	η σμέρνα
μύραινας	noun	γενική ενικού του μύραινα
μύραινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύραινα
μύρια	=	μύριοι
μύριαζα	=	μυριάζω
μύριαζαν	=	μυριάζω
μύριαζε	=	μυριάζω
μύριαζες	=	μυριάζω
μύριασα	=	μυριάζω
μύριασαν	=	μυριάζω
μύριασε	=	μυριάζω
μύριασες	=	μυριάζω
μύριες	=	μύριοι
μύριζα	=	μυρίζω
μύριζαν	=	μυρίζω
μύριζε	=	μυρίζω
μύριζες	=	μυρίζω
μύριοι	adj|archaic	δέκα χιλιάδες (10.000)
μύριους	=	μύριοι
μύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρίζω
μύρισμα	noun	μύρισμα Το αποτέλεσμα μιας πράξης-μυρωδιάς, με τη μεταφορική έννοια.
μύριων	=	μύριοι
μύρμηγκα	=	μύρμηγκας
μύρμηγκας	noun	άλλη μορφή του μέρμηγκας
μύρμηγκες	=	μύρμηγκας
μύρο	noun	φυτικό ή τεχνητό αρωματικό έλαιο
μύρομαι	verb	θρηνώ, οδύρομαι
μύρου	noun	γενική ενικού του μύρο
μύρρο	=	μύρο
μύρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρτο
μύρτε	noun	κλητική ενικού του μύρτος
μύρτιλα	=	μύρτιλο
μύρτιλλα	=	μύρτιλλο
μύρτιλλο	noun	άλλη γραφή του μύρτιλο
μύρτιλλου	=	μύρτιλλο
μύρτιλλων	=	μύρτιλλο
μύρτιλο	noun	φυτό που συναντάται σε εύκρατες περιοχές, σε σχήμα θάμνου με εδώδιμους καρπούς
μύρτιλου	=	μύρτιλο
μύρτιλων	=	μύρτιλο
μύρτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρτινο
μύρτινε	adj	κλητική ενικού του μύρτινος
μύρτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρτινη
μύρτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μύρτινος
μύρτινης	adj	γενική ενικού του μύρτινη
μύρτινο	adj	αιτιατική ενικού του μύρτινος
μύρτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύρτινος
μύρτινος	adj	που έχει φτιαχτεί από μυρτιά
μύρτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του μύρτινος
μύρτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του μύρτινος
μύρτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μύρτινος
μύρτο	noun	ο καρπός της μυρτιάς
μύρτοι	=	μύρτος
μύρτος	noun|formal	η μυρτιά
μύρτου	noun	γενική ενικού του μύρτος
μύρτους	=	μύρτος
μύρτων	noun	γενική πληθυντικού του μύρτος
μύρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μυρώνω
μύρων	noun	γενική πληθυντικού του μύρο
μύρωνα	=	μυρώνω
μύρωναν	=	μυρώνω
μύρωνε	=	μυρώνω
μύρωνες	=	μυρώνω
μύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μυρώνω
μύρωση	noun	η ενέργεια του μυρώνω, η επάλειψη με μύρο
μύρωσης	noun	γενική ενικού του μύρωση
μύσεις	=	μύση
μύσεων	=	μύση
μύση	noun	άλλη μορφή του μύωση
μύσης	=	μύση
μύσις	noun	το κλείσιμο ή η σύσφιξη των βλεφάρων ή των χειλιών
μύστακα	=	μύστακας
μύστακας	noun|dated	το μουστάκι
μύστακες	=	μύστακας
μύστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύστης
μύστη	=	μύστης
μύστης	adj	αυτός που έχει μυηθεί με τελετουργικό τρόπο σε θρησκευτικές απόψεις και διδασκαλίες
μύστις	=	μύστης
μύστριζα	=	μυστρίζω
μύστριζαν	=	μυστρίζω
μύστριζε	=	μυστρίζω
μύστριζες	=	μυστρίζω
μύστρισα	=	μυστρίζω
μύστρισαν	=	μυστρίζω
μύστρισε	=	μυστρίζω
μύστρισες	=	μυστρίζω
μύστρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μυστρίζω
μύτες	=	μύτη
μύτη	noun	όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
μύτης	=	μύτη
μύτιζα	=	μυτίζω
μύτιζαν	=	μυτίζω
μύτιζε	=	μυτίζω
μύτιζες	=	μυτίζω
μύτικα	=	μύτικας
μύτικας	noun	η προεξοχή που σχηματίζεται σ' έναν τόπο (είτε καθ' ύψος (κορυφή) είτε κατά μήκος (π.χ. ακρωτήρι))
μύτικες	=	μύτικας
μύτιλε	=	μύτιλος
μύτιλο	=	μύτιλος
μύτιλοι	=	μύτιλος
μύτιλος	noun	μύδι
μύτιλου	=	μύτιλος
μύτιλους	=	μύτιλος
μύτιλων	=	μύτιλος
μύτισα	=	μυτίζω
μύτισαν	=	μυτίζω
μύτισε	=	μυτίζω
μύτισες	=	μυτίζω
μύχια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μύχιος
μύχιος	adj|formal	που βρίσκεται στο βάθος, στο εσωτερικό και δεν φαίνεται ούτε εκφράζεται
μύωμα	noun	καλόηθες καρκίνωμα των μυών ή όγκος που αποτελείται από μυικό ιστό
μύωπα	=	μύωπας
μύωπας	noun	αυτός που πάσχει από μυωπία
μύωπες	=	μύωπας
μύωση	noun	η παθολογική κατάσταση της στένωσης της κόρης του ματιού
μύωσης	=	μύωση
μώλε	=	μώλος
μώλο	=	μώλος
μώλοι	=	μώλος
μώλος	noun	άλλη γραφή του μόλος
μώλου	=	μώλος
μώλους	=	μώλος
μώλων	noun	γενική πληθυντικού του μώλος, άλλη γραφή του μόλων
μώλωπα	=	μώλωπας
μώλωπας	noun	είδος τραύματος σε βιολογικούς ιστούς που χαρακτηρίζεται από τη υποδόρια διαρροή αίματος από τριχοειδή αγγεία που έχουν καταστραφεί, με αποτέλεσμα το εμφανές χρώμα της επιδερμίδας να σκουρύνει προς το μοβ, το μελιτζανί κλπ.
μώλωπες	=	μώλωπας
μώμε	=	μώμος
μώμο	=	μώμος
μώμοι	=	μώμος
μώμος	noun|archaic	ψόγος, μομφή
μώμου	=	μώμος
μώμους	=	μώμος
μώμων	=	μώμος
μώνυχα	=	μώνυχος
μώνυχε	=	μώνυχος
μώνυχες	=	μώνυχος
μώνυχη	=	μώνυχος
μώνυχης	=	μώνυχος
μώνυχο	=	μώνυχος
μώνυχοι	=	μώνυχος
μώνυχος	adj	που έχει μία χηλή, ένα νύχι (για ζώα)
μώνυχου	=	μώνυχος
μώνυχους	=	μώνυχος
μώνυχων	=	μώνυχος
μώρα	noun|rare	άλλη γραφή του μόρα
μώραινα	=	μωραίνω
μώραιναν	=	μωραίνω
μώραινε	=	μωραίνω
μώραινες	=	μωραίνω
μώρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μώραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μώρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μώρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μωραίνω
μώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μώρα
μᾶς	pron	πολυτονική γραφή του μάς
μῖσυ	noun	άλλη γραφή του μίσυ
ν	=	αδύνατος
νάβα	noun	τρικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο
νάβας	noun	γενική ενικού του νάβα
νάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάβα
νάγια	noun	είδος δηλητηριωδών φιδιών της Ασίας και της Αφρικής γνωστά κοινώς με το όνομα κόμπρες
νάγιας	=	νάγια
νάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάγια
νάγουατλ	=	νάουατλ
νάζι	noun	χαριτωμένη και φιλάρεσκη προσποίηση στη στάση, κίνηση και συμπεριφορά
νάζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάζι
νάι	=	νέι
νάιλον	noun	τεχνητή υφαντική ύλη, από την οποία κατασκευάζονται ρούχα, σχοινιά, κλπ.
νάιρα	noun	το νόμισμα της Νιγηρίας
νάκα	noun|dated	φορητή κούνια μωρού κρεμαστή στην πλάτη, που εξυπηρετεί τις εύκολες μετακινήσεις των μωρών στις εργασίες των γονέων	adv	άλλη μορφή του δουνάκα
νάκαρα	noun	άλλη μορφή του ανάκαρα
νάκαρας	noun	γενική ενικού του νάκαρα
νάκαρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάκαρα
νάκαρο	noun	άλλη μορφή του ανάκαρο
νάκαρου	=	νάκαρο
νάκας	noun	γενική ενικού του νάκα
νάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάκα
νάμα	noun	το νερό της πηγής
νάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάμα
νάματος	noun	γενική ενικού του νάμα
νάμι	noun	φήμη (καλή —τιμή, δόξα— ή κακή)
νάμια	=	νάμι
νάνε	noun	κλητική ενικού του νάνος
νάνι	noun	ο ύπνος
νάνο	noun	αιτιατική ενικού του νάνος
νάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νάνος
νάνος	noun	άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
νάνου	noun	γενική ενικού του νάνος
νάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νάνος
νάνων	noun	γενική πληθυντικού του νάνος
νάουατλ	noun	ομάδα ιθαγενών γλωσσών και διαλέκτων του κεντρικού Μεξικού.
νάπες	=	νάπη
νάπη	noun|archaic	δασωμένη χαράδρα, φαράγγι, δρυμός, πυκνό δάσος
νάπης	=	νάπη
νάρδε	=	νάρδος
νάρδο	=	νάρδος
νάρδοι	=	νάρδος
νάρδος	noun	το φυτό βαλεριάνα
νάρδου	=	νάρδος
νάρδους	=	νάρδος
νάρδων	=	νάρδος
νάρθηκα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νάρθηκας
νάρθηκας	noun	χώρος στην είσοδο των χριστιανικών ναών, ο οποίος στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες προοριζόταν για τους κατηχούμενους
νάρθηκες	=	νάρθηκας
νάρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάρκη
νάρκη	noun	κατάσταση βαθέος ύπνου
νάρκης	=	νάρκη
νάρκισσε	noun	κλητική ενικού του νάρκισσος
νάρκισσο	noun	αιτιατική ενικού του νάρκισσος
νάρκισσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νάρκισσος
νάρκισσος	noun	αυτός που υπερηφανεύεται, κυρίως για την εξωτερική του εμφάνιση ή για την ομορφιά του
νάρκισσου	noun	γενική ενικού του νάρκισσος
νάρκισσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νάρκισσος
νάρκισσων	noun	γενική πληθυντικού του νάρκισσος
νάρκωνα	=	ναρκώνω
νάρκωναν	=	ναρκώνω
νάρκωνε	=	ναρκώνω
νάρκωνες	=	ναρκώνω
νάρκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
νάρκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
νάρκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
νάρκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
νάρκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ναρκώνω
νάρκωσης	noun	γενική ενικού του νάρκωση
νάτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάτρο
νάτρια	=	νάτριο
νάτριο	noun	αλκαλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 11 και χημικό σύμβολο το Na
νάτριου	=	νάτριο
νάτρο	noun	λευκό κρυσταλλικό υγροσκοπικό ορυκτό ένυδρο ανθρακικό νάτριο, το οποίο, συνήθως, περιέχει μικρές ποσότητες χλωριούχου νατρίου (αλίτη) και θειικού νατρίου
νάτρου	noun	γενική ενικού του νάτρο
νάτρων	noun	γενική πληθυντικού του νάτρο
νάφθα	noun	γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό
νάφθας	noun	γενική ενικού του νάφθα
νάφθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάφθα
νάχουατλ	=	νάουατλ
νέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νέος	noun	οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο
νέαζα	=	νεάζω
νέαζαν	=	νεάζω
νέαζε	=	νεάζω
νέαζες	=	νεάζω
νέας	=	νέος
νέασα	=	νεάζω
νέασαν	=	νεάζω
νέασε	=	νεάζω
νέασες	=	νεάζω
νέαση	noun|formal	το νιάσιμο
νέασης	=	νέαση
νέγρα	noun	κάποια που κατάγεται (η ίδια ή οι πρόγονοί της) από την Υποσαχάρια Αφρική, έχει μαύρο χρώμα επιδερμίδας και τα άλλα χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής
νέγρας	noun	γενική ενικού του νέγρα
νέγρε	noun	κλητική ενικού του νέγρος
νέγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέγρα
νέγρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέγρικο
νέγρικε	adj	κλητική ενικού του νέγρικος
νέγρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέγρικη
νέγρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νέγρικος
νέγρικης	adj	γενική ενικού του νέγρικη
νέγρικο	adj	αιτιατική ενικού του νέγρικος
νέγρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νέγρικος
νέγρικος	adj	που έχει να κάνει με νέγρους ή αφορά τους νέγρους
νέγρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νέγρικος
νέγρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νέγρικος
νέγρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέγρικος
νέγρο	noun	αιτιατική ενικού του νέγρος
νέγροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νέγρος
νέγρος	noun	κάποιος που κατάγεται (ο ίδιος ή οι πρόγονοί του) από την Υποσαχάρια Αφρική, έχει μαύρο χρώμα επιδερμίδας και τα άλλα χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής
νέγρου	noun	γενική ενικού του νέγρος
νέγρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νέγρος
νέγρων	noun	γενική πληθυντικού του νέγρος
νέε	=	νέος
νέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του νέος
νέηλυς	noun|archaic	νεοφερμένος, νιόφερτος, που ήρθε και εγκατάσταθηκε πρόσφατα σε έναν τόπο
νέθω	verb	άλλη μορφή του γνέθω
νέι	noun	πνευστό μουσικό όργανο που μοιάζει με σχετικά μεγάλο καλαμένιο αυλό (φλογέρα) και χρησιμοποιείται στην περσική, αραβική, ελληνική και τουρκική έντεχνη μουσική
νέκρα	noun	η έλλειψη ζωής, ζωντάνιας, κίνησης
νέκρας	noun	γενική ενικού του νέκρα
νέκρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέκρα
νέκρωμα	noun	το αποτέλεσμα του νεκρώνω
νέκρωνα	=	νεκρώνω
νέκρωναν	=	νεκρώνω
νέκρωνε	=	νεκρώνω
νέκρωνες	=	νεκρώνω
νέκρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νέκρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νέκρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νέκρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νέκρωση	noun	βλάβη των κυττάρων η οποία οδηγεί στον πρόωρο θάνατό τους σε ένα ζωντανό ιστό με τη διαδικασία της αυτόλυσης
νέκρωσης	noun	γενική ενικού του νέκρωση
νέκταρ	noun	το ποτό των θεών (σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία)
νέκταρος	=	νέκταρ
νέμεια	=	νέμειος
νέμειας	=	νέμειος
νέμειε	=	νέμειος
νέμειες	=	νέμειος
νέμειο	=	νέμειος
νέμειοι	=	νέμειος
νέμειος	adj	οτιδήποτε προέρχεται από, αφορά ή/και σχετίζεται με την Νεμέα
νέμειου	=	νέμειος
νέμειους	=	νέμειος
νέμειων	=	νέμειος
νέμεση	noun	η τιμωρία που επιβάλλεται από μία ανώτερη δύναμη σε όποιον παραβαίνει τους ηθικούς νόμους ή είναι αλαζόνας υπερβαίνοντας τα ηθικά όρια
νέμεσης	=	νέμεση
νέμομαι	verb	έχω τη νομή ενός πράγματος, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης ενός περιουσιακού στοιχείου (χωρίς κατ' ανάγκη να έχω και την πλήρη κυριότητά του
νέμω	verb|archaic	ενεργητικός τύπος του νέμομαι
νένα	noun	η παραμάνα
νένας	noun	γενική ενικού του νένα
νένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νένα
νέο	noun	πρόσφατο γεγονός που το πληροφορούμαστε· η είδηση, το μαντάτο
νέοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέος
νέον	noun	χημικό στοιχείο των ευγενών αερίων με ατομικό αριθμό 10 και χημικό σύμβολο το Ne
νέοπα	=	νέοπας
νέοπας	noun|slang	ο νεοσύλλεκτος ή ο φαντάρος που πρόσφατα έχει έρθει (με μετάθεση) σε μια μονάδα
νέοπες	=	νέοπας
νέος	adj	καινούργιος	noun	άνδρας νεαρής ηλικίας
νέου	noun	γενική ενικού του νέο
νέους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νέος	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νέος
νέραϊδε	=	νέραϊδος
νέραϊδο	=	νέραϊδος
νέραϊδοι	=	νέραϊδος
νέραϊδος	noun|vulgar	άλλη μορφή του νεράιδος
νέραϊδου	=	νέραϊδος
νέραϊδους	=	νέραϊδος
νέραϊδων	=	νέραϊδος
νέρφαρα	=	νερφάρω
νέρφαραν	=	νερφάρω
νέρφαρε	=	νερφάρω
νέρφαρες	=	νερφάρω
νέρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νερώνω, η προσθήκη νερού σε κάποιο υγρό προς αραίωσή του, νόθευση ή ελάττωση της έντασής του
νέρωνα	=	νερώνω
νέρωναν	=	νερώνω
νέρωνε	=	νερώνω
νέρωνες	=	νερώνω
νέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νέτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέτο	adv	καθαρά, ξεκάθαρα
νέτε	adj	κλητική ενικού του νέτος
νέτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέτη
νέτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νέτος
νέτης	adj	γενική ενικού του νέτη
νέτο	adj	αιτιατική ενικού του νέτος
νέτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νέτος
νέτος	adj	που δεν έχει να αναμιχθεί με κάτι άλλο
νέτου	adj	γενική ενικού του νέτος
νέτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νέτος
νέτων	adj	γενική πληθυντικού του νέτος
νέφαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέφαλο
νέφαλο	noun	σύννεφο
νέφαλου	noun	γενική ενικού του νέφαλο
νέφαλων	noun	γενική πληθυντικού του νέφαλο
νέφη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέφος
νέφος	noun|formal	το σύννεφο
νέφους	=	νέφος
νέφτι	noun	αιθέριο έλαιο, χρησιμοποιείται κυρίως σαν καθαριστικό και διαλυτικό χρωμάτων
νέφτια	=	νέφτι
νέφωση	noun	γενικά η παρουσία συγκεντρωμένων νεφών
νέφωσης	=	νέφωση
νέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεύω
νέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεύω
νέων	noun	γενική πληθυντικού του νέο
νήδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νήδυμο
νήδυμε	adj	κλητική ενικού του νήδυμος
νήδυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νήδυμη
νήδυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νήδυμος
νήδυμης	adj	γενική ενικού του νήδυμη
νήδυμο	adj	αιτιατική ενικού του νήδυμος
νήδυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νήδυμος
νήδυμος	noun|formal	ύπνος	adj|formal	που δεν ταράζεται
νήδυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νήδυμος
νήδυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νήδυμος
νήδυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νήδυμος
νήες	=	ναυς
νήμα	noun	η κλωστή
νήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νήμα
νήματος	noun	γενική ενικού του νήμα
νήνεμα	=	νήνεμος
νήνεμε	=	νήνεμος
νήνεμες	=	νήνεμος
νήνεμη	=	νήνεμος
νήνεμης	=	νήνεμος
νήνεμο	=	νήνεμος
νήνεμοι	=	νήνεμος
νήνεμος	adj|archaic	που δεν επηρεάζεται από άνεμο, σε νηνεμία ή άπνοια
νήνεμου	=	νήνεμος
νήνεμους	=	νήνεμος
νήνεμων	=	νήνεμος
νήπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νήπιο
νήπιο	noun	μικρό παιδί 1-5 ετών
νήπιου	=	νήπιο
νήριον	noun|archaic	η ροδοδάφνη
νήσε	=	νήσος
νήσο	=	νήσος
νήσοι	=	νήσος
νήσος	noun|formal	το νησί
νήσου	noun	γενική ενικού του νήσος
νήσους	=	νήσος
νήσσα	noun	→ δείτε το γένος Νήσσα (πάπια)
νήσσας	noun	γενική ενικού του νήσσα
νήσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νήσσα
νήστευα	=	νηστεύω
νήστευαν	=	νηστεύω
νήστευε	=	νηστεύω
νήστευες	=	νηστεύω
νήστεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νήστεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νήστεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νήστεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νήστις	noun	η νήστιδα, το μεσαίο τμήμα του λεπτού εντέρου
νήσων	noun	γενική πληθυντικού του νήσος
νίβαμε	=	νίβω
νίβαν	=	νίβω
νίβανε	=	νίβω
νίβατε	=	νίβω
νίβε	=	νίβω
νίβει	=	νίβω
νίβεις	=	νίβω
νίβεσαι	=	νίβω
νίβεστε	=	νίβω
νίβεται	=	νίβω
νίβετε	=	νίβω
νίβομαι	verb	πλένομαι στο πρόσωπο
νίβονται	=	νίβω
νίβονταν	=	νίβω
νίβοντας	=	νίβω
νίβου	=	νίβω
νίβουμε	=	νίβω
νίβουν	=	νίβω
νίβουνε	=	νίβω
νίβω	verb	πλένω το πρόσωπο ή/και τα χέρια μου με νερό
νίκα	=	νικώ
νίκαγα	=	νικώ
νίκαγαν	=	νικώ
νίκαγε	=	νικώ
νίκαγες	=	νικώ
νίκελ	noun	άλλη μορφή του νικέλιο
νίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νίκη
νίκη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα
νίκης	noun	γενική ενικού του νίκη
νίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ
νίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ
νίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ
νίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ
νίλα	noun	η καταστροφή, η ζημιά, η αποτυχία, η ταλαιπωρία
νίλας	noun	γενική ενικού του νίλα
νίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νίλα
νίπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος νίπτω
νίπτω	verb|formal	νίβω, νίφτω στη φράση νίπτω τας χείρας μου δεν αναλαμβάνω την ευθύνη για ό,τι πρόκειται να συμβεί
νίτικα	=	νίτικο
νίτικο	noun	είδος καπνιστού παστού ψαριού
νίτικου	=	νίτικο
νίτικων	=	νίτικο
νίτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νίτρο
νίτρο	noun	κοινή ονομασία των νιτρικών αλάτων, των αλκαλίων και των γαιαλκαλίων, κυρίως όμως του νιτρικού καλίου και του νιτρικού νατρίου
νίτρου	noun	γενική ενικού του νίτρο
νίτρων	noun	γενική πληθυντικού του νίτρο
νίτρωση	noun	νιτροποίηση
νίτρωσης	=	νίτρωση
νίφτηκα	=	νίβω
νίφτηκαν	=	νίβω
νίφτηκε	=	νίβω
νίφτηκες	=	νίβω
νίφτω	verb	πλένω το πρόσωπο ή/και τα χέρια μου με νερό
νίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψαν	=	νίβω
νίψανε	=	νίβω
νίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νίβω
νίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψιμο	noun	το πλύσιμο του προσώπου
νίψις	noun|formal	το πλύσιμο του προσώπου και των χεριών με νερό
νίψου	=	νίβω
νίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
νίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νίβω
να	conj	μακάρι, είθε δηλώνει ευχή ή κατάρα (μπορεί να συνοδεύεται από τα μακάρι, είθε )	particle	χρησιμεύει για να δείξουμε κάτι
ναΐδια	=	ναΐδιο
ναΐδιο	noun	υποκοριστικό του ναός
ναΐδιου	=	ναΐδιο
ναΐδιων	=	ναΐδιο
ναΐπης	noun	δικαστής ιεροδικείου, βοηθός του καδή, με διετή θητεία
ναΐσκε	=	ναΐσκος
ναΐσκο	=	ναΐσκος
ναΐσκοι	=	ναΐσκος
ναΐσκος	noun	μικρός ναός
ναΐσκου	=	ναΐσκος
ναΐσκους	=	ναΐσκος
ναΐσκων	=	ναΐσκος
ναΐφ	adj	που έχει δημιουργηθεί με απλοϊκό / παιδικό στιλ, με σκόπιμη απόρριψη εξελιγμένων τεχνικών	noun	είδος ζωγραφικής που έχει δημιουργηθεί με απλοϊκό / παιδικό στιλ, με σκόπιμη απόρριψη εξελιγμένων τεχνικών καθώς και τα σχετικά έργα τέχνης
ναέ	noun	κλητική ενικού του ναός
ναίσκε	particle	βεβαιωτικό μόριο: ναι, βεβαίως
ναΰδρια	=	ναΰδριο
ναΰδριο	noun	υποκοριστικό του ναός
ναΰδριου	=	ναΰδριο
ναΰδριων	=	ναΰδριο
ναβάχο	noun	Ινδιάνων της Αμερικής	adj	αναφερόμενος στη γλώσσα και τον πολιτισμό ναβάχο
ναβέτα	noun	μικρή νάβα
ναβέτας	noun	γενική ενικού του ναβέτα
ναβέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναβέτα
ναβών	noun	γενική πληθυντικού του νάβα
ναδίρ	noun	το χαμηλότερο σε σχέση με κάποιον παρατηρητή σημείο ενός ουράνιου σώματος
ναζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζάκι
ναζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζί, σαν να είχε κατάληξη -ής
ναζί	noun	ο αφοσιωμένος οπαδός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος ή/και του Αδόλφου Χίτλερ, ο ιδεολογικός και στην πράξη σύμμαχος και συνοδοιπόρος του
ναζίστρια	=	ναζιστής
ναζιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναζιάρης
ναζιάρας	adj	γενική ενικού του ναζιάρα
ναζιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζιάρα
ναζιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ναζιάρης
ναζιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζιάρης
ναζιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ναζιάρης
ναζιάρης	adj	αυτός που φέρεται με νάζι
ναζιάρικα	adv	με νάζι
ναζιάρικε	adj	κλητική ενικού του ναζιάρικος
ναζιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζιάρικη
ναζιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναζιάρικος
ναζιάρικης	adj	γενική ενικού του ναζιάρικη
ναζιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ναζιάρης
ναζιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναζιάρικος
ναζιάρικος	adj	που τον χαρακτηρίζει το νάζι
ναζιάρικου	adj	γενική ενικού του ναζιάρικο
ναζιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναζιάρικος
ναζιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ναζιάρικο
ναζιάρων	=	ναζιάρα
ναζιού	=	νάζι
ναζισμέ	noun	κλητική ενικού του ναζισμός
ναζισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναζισμός
ναζισμού	noun	γενική ενικού του ναζισμός
ναζισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναζισμός
ναζισμό	noun	αιτιατική ενικού του ναζισμός
ναζισμός	noun	ο εθνικοσοσιαλισμός
ναζισμών	noun	γενική πληθυντικού του ναζισμός
ναζιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζιστής
ναζιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ναζιστής
ναζιστής	noun	που ακολουθεί την πολιτική ιδεολογία του ναζισμού
ναζιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζιστικό	adv	με ναζιστικό τρόπο, όπως κάνουν οι ναζί
ναζιστικέ	adj	κλητική ενικού του ναζιστικός
ναζιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναζιστική
ναζιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναζιστικός
ναζιστικής	adj	γενική ενικού του ναζιστική
ναζιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναζιστικός
ναζιστικού	adj	γενική ενικού του ναζιστικός
ναζιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναζιστικός
ναζιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ναζιστικός
ναζιστικός	adj	ο σχετικός με το ναζισμό
ναζιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ναζιστικός
ναζιστών	noun	γενική πληθυντικού του ναζιστής
ναζιών	=	νάζι
ναζού	=	ναζιάρης
ναζωραία	=	ναζωραίος
ναζωραίας	=	ναζωραίος
ναζωραίε	=	ναζωραίος
ναζωραίες	=	ναζωραίος
ναζωραίο	=	ναζωραίος
ναζωραίοι	=	ναζωραίος
ναζωραίος	adj	σχετικός με τη Ναζαρέτ
ναζωραίου	=	ναζωραίος
ναζωραίους	=	ναζωραίος
ναζωραίων	=	ναζωραίος
ναι	noun|figurative	συμφωνία, κατάφαση, καταφατική απάντηση	adv	για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή
ναιμεναλλά	=	ναιμεναλλάς
ναιμεναλλάδες	=	ναιμεναλλάς
ναιμεναλλάδων	=	ναιμεναλλάς
ναιμεναλλάς	noun	αυτός που δήθεν καταδικάζει κάποιον/κάτι, ενώ ταυτόχρονα τον/το δικαιολογεί
νακάρου	=	νάκαρο
νακάρων	=	νάκαρο
νακαρών	noun	γενική πληθυντικού του νάκαρα
νακών	noun	γενική πληθυντικού του νάκα
ναμάζι	noun	η υποχρεωτική προσευχή που πραγματοποιείται από τους μουσουλμάνους πέντε φορές την ημέρα, ένας από τους Πέντε Πυλώνες του Ισλάμ
ναμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νάμα
ναμαζιού	=	ναμάζι
ναματερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναματερό
ναματερού	noun	γενική ενικού του ναματερό
ναματερό	noun	σκεύος που χρησιμεύει για τη φύλαξη του οίνου ο οποίος χρησιμοποιείται στην τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας
ναματερών	noun	γενική πληθυντικού του ναματερό
νανάκια	noun	ο ύπνος (χρησιμοποιείται συνήθως όταν απευθυνόμαστε σε νήπια)
ναναρίζω	=	νανουρίζω
νανισμέ	noun	κλητική ενικού του νανισμός
νανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανισμός
νανισμού	noun	γενική ενικού του νανισμός
νανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νανισμός
νανισμό	noun	αιτιατική ενικού του νανισμός
νανισμός	noun	παθολογική κατάσταση όπου το άτομο έχει τις διαστάσεις ενός νάνου
νανισμών	noun	γενική πληθυντικού του νανισμός
νανοαπολίθωμα	noun	μικροσκοπικό απολίθωμα το οποίο μελετάται με τη βοήθεια (ισχυρού) μικροσκοπίου
νανοαπολιθωμάτων	=	νανοαπολίθωμα
νανοαπολιθώματα	=	νανοαπολίθωμα
νανοαπολιθώματος	=	νανοαπολίθωμα
νανοαυτοκίνητα	=	νανοαυτοκίνητο
νανοαυτοκίνητο	noun	«αυτοκίνητο» σε κλίμακα νανόμετρου
νανοαυτοκίνητου	=	νανοαυτοκίνητο
νανοαυτοκίνητων	=	νανοαυτοκίνητο
νανοαυτοκινήτου	=	νανοαυτοκίνητο
νανοαυτοκινήτων	=	νανοαυτοκίνητο
νανοβιοτεχνολογία	noun	οποιαδήποτε από τις διάφορες μορφές βιοτεχνολογίας που χρησιμοποιεί συσκευές σε νανοκλίμακα
νανοβιοτεχνολογίας	=	νανοβιοτεχνολογία
νανοβιοτεχνολογίες	=	νανοβιοτεχνολογία
νανοβιοτεχνολογιών	=	νανοβιοτεχνολογία
νανοβιταμίνες	=	νανοβιταμίνη
νανοβιταμίνη	noun	βιταμίνη που περιέχει νανοσωματίδια
νανοβιταμίνης	=	νανοβιταμίνη
νανοβιταμινών	=	νανοβιταμίνη
νανογέρακα	=	νανογέρακο
νανογέρακο	noun	είδος γερακιού
νανογέρακου	=	νανογέρακο
νανογέρακων	=	νανογέρακο
νανογλάρονα	=	νανογλάρονο
νανογλάρονο	noun	είδος γλαρονιού
νανογλάρονου	=	νανογλάρονο
νανογλάρονων	=	νανογλάρονο
νανοδέκτες	=	νανοδέκτης
νανοδέκτη	=	νανοδέκτης
νανοδέκτης	noun	πολύ μικρός δέκτης δεδομένων USB (όπως για σύστημα πληκτρολογίου - ποντικιού)
νανοδεκτών	=	νανοδέκτης
νανοδευτερολέπτου	=	νανοδευτερόλεπτο
νανοδευτερολέπτων	=	νανοδευτερόλεπτο
νανοδευτερόλεπτα	=	νανοδευτερόλεπτο
νανοδευτερόλεπτο	noun	το ένα δισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου
νανοδευτερόλεπτου	=	νανοδευτερόλεπτο
νανοδευτερόλεπτων	=	νανοδευτερόλεπτο
νανοδιάταξη	noun	διάταξη σε νανοκλίμακα
νανοδιάταξης	=	νανοδιάταξη
νανοδιατάξεις	=	νανοδιάταξη
νανοδιατάξεων	=	νανοδιάταξη
νανοεπιστήμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοεπιστήμη
νανοεπιστήμη	noun	ο επιστημονικός κλάδος (φυσική, χημεία, βιολογία κ.λπ.) που μελετά την ύλη σε επίπεδο νανοκλίμακας
νανοεπιστήμης	noun	γενική ενικού του νανοεπιστήμη
νανοεπιστημών	noun	γενική πληθυντικού του νανοεπιστήμη
νανοηλεκτρονικές	=	νανοηλεκτρονική
νανοηλεκτρονική	noun	η χρήση νανοτεχνολογίας για τη δημιουργία ηλεκτρονικών στοιχείων και η μελέτη τους
νανοηλεκτρονικής	=	νανοηλεκτρονική
νανοηλεκτρονικών	=	νανοηλεκτρονική
νανοκάψουλα	noun	κάψουλα της οποίας οι διαστάσεις μετρώνται σε νανόμετρα
νανοκάψουλας	=	νανοκάψουλα
νανοκάψουλες	=	νανοκάψουλα
νανοκέφαλα	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλε	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλες	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλη	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλης	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλο	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλοι	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλος	adj	που το κεφάλι του είναι υπερβολικά μικρό
νανοκέφαλου	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλους	=	νανοκέφαλος
νανοκέφαλων	=	νανοκέφαλος
νανοκαταλυτών	=	νανοκαταλύτης
νανοκαταλύτες	=	νανοκαταλύτης
νανοκαταλύτη	=	νανοκαταλύτης
νανοκαταλύτης	noun	καταλύτης σε διαστάσεις νανόμετρου
νανοκαψουλών	=	νανοκάψουλα
νανοκεφαλία	noun|dated	κατάσταση στην οποία το κεφάλι είναι μικρότερο αναλογικά από το συνηθισμένο, σχετικά με το υπόλοιπο σώμα
νανοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του νανοκεφαλία
νανοκεφαλίες	=	νανοκεφαλία
νανοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του νανοκεφαλία
νανοκλίμακα	noun	κλίμακα που χρησιμοποιείται στη μέτρηση μεγεθών νανοτεχνολογίας, για κάτι που μετριέται σε νανόμετρα
νανοκλίμακας	=	νανοκλίμακα
νανοκλίμακες	=	νανοκλίμακα
νανοκλιμάκων	=	νανοκλίμακα
νανοκλωστές	=	νανοκλωστή
νανοκλωστή	noun	κλωστή από πολύ λεπτές ίνες (στην κλίμακα του νανομέτρου)
νανοκλωστής	=	νανοκλωστή
νανοκλωστών	=	νανοκλωστή
νανοκορμία	noun	η νανοσωμία, ο νανισμός
νανοκορμίας	=	νανοκορμία
νανοκορμίες	=	νανοκορμία
νανοκορμιών	=	νανοκορμία
νανοκράμα	noun	κράμα δύο η περισσότερων μετάλλων σε διαστάσεις νανόμετρου
νανοκράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοκράμα
νανοκράματος	noun	γενική ενικού του νανοκράμα
νανοκραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νανοκράμα
νανοκόσμου	=	νανόκοσμος
νανοκόσμους	=	νανόκοσμος
νανοκόσμων	=	νανόκοσμος
νανομέτρου	=	νανόμετρο
νανομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του νανόμετρο
νανομελές	=	νανομελής
νανομελή	=	νανομελής
νανομελής	adj	που τα μέλη του σώματος του είναι πολύ μικρά
νανομελία	noun	η ιδιότητα του νανομελή
νανομελίας	=	νανομελία
νανομελίες	=	νανομελία
νανομελείς	=	νανομελής
νανομελιών	=	νανομελία
νανομελούς	=	νανομελής
νανομελών	=	νανομελής
νανομετρολογία	noun	μετρολογία της νανοκλίμακας
νανομετρολογίας	=	νανομετρολογία
νανομετρολογίες	=	νανομετρολογία
νανομετρολογιών	=	νανομετρολογία
νανομικροηλεκτρονικές	=	νανομικροηλεκτρονική
νανομικροηλεκτρονική	noun	η μικροηλεκτρονική σε επίπεδο νανοκλίμακας
νανομικροηλεκτρονικής	=	νανομικροηλεκτρονική
νανομικροηλεκτρονικών	=	νανομικροηλεκτρονική
νανομπούφου	=	νανόμπουφος
νανομπούφους	=	νανόμπουφος
νανομπούφων	=	νανόμπουφος
νανονήμα	noun	νήμα από πολύ λεπτές ίνες (στην κλίμακα του νανομέτρου)
νανονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανονήμα
νανονήματος	noun	γενική ενικού του νανονήμα
νανονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του νανονήμα
νανοπλαστικά	=	νανοπλαστικό
νανοπλαστικού	=	νανοπλαστικό
νανοπλαστικό	noun	μικροσωματίδιο πλαστικού σε μέγεθος νανομέτρων
νανοπλαστικών	=	νανοπλαστικό
νανοπροϊόν	noun	προϊόν νανοτεχνολογίας
νανοπροϊόντα	=	νανοπροϊόν
νανοπροϊόντος	=	νανοπροϊόν
νανοπροϊόντων	=	νανοπροϊόν
νανορομπότ	noun	ρομπότ σε κλίμακα νανόμετρου
νανοσεκόντ	noun	το νανοδευτερόλεπτο
νανοσκαλίδρα	noun	είδος πουλιού
νανοσκαλίδρας	=	νανοσκαλίδρα
νανοσκαλίδρες	=	νανοσκαλίδρα
νανοσκαλιδρών	=	νανοσκαλίδρα
νανοσκοπίου	=	νανοσκόπιο
νανοσκοπίων	=	νανοσκόπιο
νανοσκόπια	=	νανοσκόπιο
νανοσκόπιο	noun	μικροσκόπιο με το οποίο μπορούμε να δούμε πράγματα στην κλίμακα του νανόμετρου
νανοσκόπιου	=	νανοσκόπιο
νανοσκόπιων	=	νανοσκόπιο
νανοσωλήνα	=	νανοσωλήνας
νανοσωλήνας	noun	πολύ λεπτός σωλήνας (στην κλίμακα του νανομέτρου)
νανοσωλήνες	=	νανοσωλήνας
νανοσωλήνων	=	νανοσωλήνας
νανοσωμία	noun	η ιδιότητα του νανόσωμου, ο νανισμός
νανοσωμίας	noun	γενική ενικού του νανοσωμία
νανοσωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοσωμία
νανοσωματίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοσωματίδιο
νανοσωματίδιο	noun	μικροσκοπικό σωματίδιο, μικρότερο από 100 νανόμετρα (nm)
νανοσωματίδιου	=	νανοσωματίδιο
νανοσωματίδιων	=	νανοσωματίδιο
νανοσωματιδίου	=	νανοσωματίδιο
νανοσωματιδίων	=	νανοσωματίδιο
νανοσωματιδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοσωματιδιακό
νανοσωματιδιακέ	adj	κλητική ενικού του νανοσωματιδιακός
νανοσωματιδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοσωματιδιακή
νανοσωματιδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νανοσωματιδιακός
νανοσωματιδιακής	adj	γενική ενικού του νανοσωματιδιακή
νανοσωματιδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανοσωματιδιακός
νανοσωματιδιακού	adj	γενική ενικού του νανοσωματιδιακός
νανοσωματιδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νανοσωματιδιακός
νανοσωματιδιακό	adj	αιτιατική ενικού του νανοσωματιδιακός
νανοσωματιδιακός	adj	που έχει σχέση με νανοσωματίδιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
νανοσωματιδιακών	adj	γενική πληθυντικού του νανοσωματιδιακός
νανοσωμιών	noun	γενική πληθυντικού του νανοσωμία
νανοτεχνολογία	noun	η τεχνολογία σε νανοκλίμακα, δηλαδή σε διαστάσεις από ένα έως εκατό νανόμετρα
νανοτεχνολογίας	noun	γενική ενικού του νανοτεχνολογία
νανοτεχνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοτεχνολογία
νανοτεχνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοτεχνολογικό
νανοτεχνολογικέ	adj	κλητική ενικού του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοτεχνολογική
νανοτεχνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογικής	adj	γενική ενικού του νανοτεχνολογική
νανοτεχνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογικού	adj	γενική ενικού του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογικός	adj	προϊόν ή σχετικός με νανοτεχνολογία
νανοτεχνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νανοτεχνολογικός
νανοτεχνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νανοτεχνολογία
νανοτεχνολόγε	=	νανοτεχνολόγος
νανοτεχνολόγο	=	νανοτεχνολόγος
νανοτεχνολόγοι	=	νανοτεχνολόγος
νανοτεχνολόγος	noun	τεχνολόγος με ειδίκευση στην νανοτεχνολογία
νανοτεχνολόγου	=	νανοτεχνολόγος
νανοτεχνολόγους	=	νανοτεχνολόγος
νανοτεχνολόγων	=	νανοτεχνολόγος
νανουρίζαμε	=	νανουρίζω
νανουρίζαν	=	νανουρίζω
νανουρίζανε	=	νανουρίζω
νανουρίζατε	=	νανουρίζω
νανουρίζει	=	νανουρίζω
νανουρίζεις	=	νανουρίζω
νανουρίζετε	=	νανουρίζω
νανουρίζομαι	=	νανουρίζω
νανουρίζοντας	=	νανουρίζω
νανουρίζουμε	=	νανουρίζω
νανουρίζουν	=	νανουρίζω
νανουρίζουνε	=	νανουρίζω
νανουρίζω	verb	σιγοτραγουδώ για να κοιμήσω κάποιον
νανουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίσαν	=	νανουρίζω
νανουρίσανε	=	νανουρίζω
νανουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανούρισμα
νανουρίσματος	noun	γενική ενικού του νανούρισμα
νανουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νανούρισμα
νανουρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανουρισμένο
νανουρισμένε	verb	κλητική ενικού του νανουρισμένος
νανουρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανουρισμένη
νανουρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νανουρισμένος
νανουρισμένης	verb	γενική ενικού του νανουρισμένη
νανουρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νανουρισμένος
νανουρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανουρισμένος
νανουρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νανουρισμένος
νανουρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νανουρισμένος
νανουρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νανουρισμένος
νανουριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανουριστό	adv	με τρόπο που νανουρίζει
νανουριστέ	adj	κλητική ενικού του νανουριστός
νανουριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανουριστή
νανουριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νανουριστός
νανουριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστής	adj	γενική ενικού του νανουριστή
νανουριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανουριστικό	adv	κατά τρόπο που σε νανουρίζει
νανουριστικέ	adj	κλητική ενικού του νανουριστικός
νανουριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανουριστική
νανουριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νανουριστικός
νανουριστικής	adj	γενική ενικού του νανουριστική
νανουριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανουριστικός
νανουριστικού	adj	γενική ενικού του νανουριστικός
νανουριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νανουριστικός
νανουριστικό	adj	αιτιατική ενικού του νανουριστικός
νανουριστικός	adj	σιγανός και απαλός, έτσι που μπορεί να σε νανουρίσει
νανουριστικών	adj	γενική πληθυντικού του νανουριστικός
νανουριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανουριστός
νανουριστού	adj	γενική ενικού του νανουριστός
νανουριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νανουριστός
νανουριστό	adj	αιτιατική ενικού του νανουριστός
νανουριστός	adj	που νανουρίζει
νανουριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νανουρίζομαι
νανουριστών	adj	γενική πληθυντικού του νανουριστός
νανοφυές	=	νανοφυής
νανοφυή	=	νανοφυής
νανοφυής	adj	που έχει το μέγεθος / ανάστημα νάνου
νανοφυία	noun	το μέγεθος του νανοφυούς
νανοφυίας	noun	γενική ενικού του νανοφυία
νανοφυίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανοφυία
νανοφυείς	=	νανοφυής
νανοφυιών	noun	γενική πληθυντικού του νανοφυία
νανοφυούς	adj	γενική ενικού του νανοφυής
νανοφυών	=	νανοφυής
νανοϊατρικές	=	νανοϊατρική
νανοϊατρική	noun	εφαρμογή της νανοτεχνολογίας στην ιατρική για την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία ασθενειών
νανοϊατρικής	=	νανοϊατρική
νανοϊατρικών	=	νανοϊατρική
νανοϋλικά	=	νανοϋλικό
νανοϋλικού	=	νανοϋλικό
νανοϋλικό	noun	χημική ουσία ή υλικό σε πολύ μικρή κλίμακα (νανοκλίμακα), που η μία τουλάχιστον διάστασή του είναι από ένα έως εκατό νανόμετρα
νανοϋλικών	=	νανοϋλικό
νανούριζα	=	νανουρίζω
νανούριζαν	=	νανουρίζω
νανούριζε	=	νανουρίζω
νανούριζες	=	νανουρίζω
νανούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νανουρίζω
νανούρισμα	noun	σιγανό και απαλό τραγούδι που τραγουδάμε (συνήθως σε ένα βρέφος ή μικρό παιδί) για να αποκοιμηθεί
νανωδών	=	νανώδης
νανόγλαρε	=	νανόγλαρος
νανόγλαρο	=	νανόγλαρος
νανόγλαροι	=	νανόγλαρος
νανόγλαρος	noun	είδος γλάρου
νανόγλαρου	=	νανόγλαρος
νανόγλαρους	=	νανόγλαρος
νανόγλαρων	=	νανόγλαρος
νανόκοσμε	=	νανόκοσμος
νανόκοσμο	=	νανόκοσμος
νανόκοσμοι	=	νανόκοσμος
νανόκοσμος	noun	η περιοχή δράσης της νανοτεχνολογίας
νανόμετρα	=	νανόμετρο
νανόμετρο	noun	υποδιαίρεση του μέτρου, ίσο με 10⁻⁹ μέτρα (ένα δισεκατομμυριοστό του μέτρου)· σύμβολο: nm
νανόμετρου	=	νανόμετρο
νανόμετρων	=	νανόμετρο
νανόμπουφε	=	νανόμπουφος
νανόμπουφο	=	νανόμπουφος
νανόμπουφοι	=	νανόμπουφος
νανόμπουφος	noun	μικρός μπούφος, κουκουβάγια του είδους Άσιος ο ώτος
νανόμπουφου	=	νανόμπουφος
νανόμπουφους	=	νανόμπουφος
νανόμπουφων	=	νανόμπουφος
νανόσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανόσωμο
νανόσωμε	adj	κλητική ενικού του νανόσωμος
νανόσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νανόσωμη
νανόσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νανόσωμος
νανόσωμης	adj	γενική ενικού του νανόσωμη
νανόσωμο	adj	αιτιατική ενικού του νανόσωμος
νανόσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νανόσωμος
νανόσωμος	adj	που το σώμα του είναι σαν του νάνου
νανόσωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νανόσωμος
νανόσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νανόσωμος
νανόσωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νανόσωμος
νανόφιδα	=	νανόφιδο
νανόφιδο	noun	είδος μικρού, μη δηλητηριώδους φιδιού (Eirenis modestus)
νανόφιδου	=	νανόφιδο
νανόφιδων	=	νανόφιδο
νανόχεντρα	noun	σπάνιο είδος οχιάς του ζει σε Γαλλία, Ελλάδα και Ιταλία (Vipera graeca ή Vipera ursini), γνωστή και ως οχιά των λιβαδιών ή οχιά της Πίνδου
νανόχεντρας	=	νανόχεντρα
νανόχεντρες	=	νανόχεντρα
νανόχεντρων	=	νανόχεντρα
νανόχηνα	noun	είδος χήνας
νανόχηνας	=	νανόχηνα
νανόχηνες	=	νανόχηνα
νανόχηνων	=	νανόχηνα
νανώδεις	=	νανώδης
νανώδες	=	νανώδης
νανώδη	=	νανώδης
νανώδης	adj|formal	που έχει τις διαστάσεις ενός νάνου, μικρόσωμος
νανώδους	=	νανώδης
ναξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναξιακό
ναξιακέ	adj	κλητική ενικού του ναξιακός
ναξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναξιακή
ναξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναξιακός
ναξιακής	adj	γενική ενικού του ναξιακή
ναξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναξιακός
ναξιακού	adj	γενική ενικού του ναξιακός
ναξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναξιακός
ναξιακό	adj	αιτιατική ενικού του ναξιακός
ναξιακός	adj	από τη Νάξο
ναξιακών	adj	γενική πληθυντικού του ναξιακός
ναξιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναξιώτικο
ναξιώτικε	adj	κλητική ενικού του ναξιώτικος
ναξιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναξιώτικη
ναξιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναξιώτικος
ναξιώτικης	adj	γενική ενικού του ναξιώτικη
ναξιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ναξιώτικος
ναξιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναξιώτικος
ναξιώτικος	adj	που προέρχεται από τη Νάξο ή αναφέρεται σε αυτό το νησί και τους κατοίκους του
ναξιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναξιώτικος
ναξιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναξιώτικος
ναξιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναξιώτικος
ναοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναός
ναοδομία	noun	η τέχνη του να χτίζεις ναούς
ναοδομίας	noun	γενική ενικού του ναοδομία
ναοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναοδομία
ναοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του ναοδομία
ναουρού	noun	γλώσσα που μιλιέται στο νησί Ναουρού στο νότιο Ειρηνικό (κωδικός na)
ναού	noun	γενική ενικού του ναός
ναούμ	intj|vulgar	συνήθως σε τέλος φράσης για έμφαση
ναούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναός
ναπάλμ	noun	βενζίνη που έχει στερεοποιηθεί χάρη σε άλας παλμιτικού νατρίου ή αλουμινίου, και χρησιμεύει στην κατασκευή εμπρηστικών βομβών
ναπολεονιού	=	ναπολεόνι
ναπολεονιών	=	ναπολεόνι
ναπολεόνι	noun	χρυσό νόμισμα είκοσι φράγκων με ανάγλυφη την εικόνα του Ναπολέοντα
ναπολεόνια	=	ναπολεόνι
ναπολεόντεια	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειας	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειε	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειες	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειο	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειοι	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειος	adj	σχετικός με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη
ναπολεόντειου	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειους	=	ναπολεόντειος
ναπολεόντειων	=	ναπολεόντειος
ναπολιτάνικα	noun	ρομανική γλώσσα που μιλιέται στη Νάπολη, στην Ιταλία
ναπολιτάνικε	adj	κλητική ενικού του ναπολιτάνικος
ναπολιτάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναπολιτάνικη
ναπολιτάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναπολιτάνικος
ναπολιτάνικης	adj	γενική ενικού του ναπολιτάνικη
ναπολιτάνικο	adj	αιτιατική ενικού του ναπολιτάνικος
ναπολιτάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναπολιτάνικος
ναπολιτάνικος	adj	σχετικός με τη Νάπολη και τους Ναπολιτάνους
ναπολιτάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναπολιτάνικος
ναπολιτάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναπολιτάνικος
ναπολιτάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναπολιτάνικος
ναπών	=	νάπη
ναραγίδα	noun	ιδιωματική μορφή του νεράιδα (ιδιωματικό, Χίος)
ναραγίδας	=	ναραγίδα
ναραγίδες	=	ναραγίδα
ναραγίδων	=	ναραγίδα
ναργιλέ	=	ναργιλές
ναργιλέδες	=	ναργιλές
ναργιλέδων	=	ναργιλές
ναργιλές	noun	συσκευή καπνίσματος ασιατικής προέλευσης στην οποία ο εισπνεόμενος καπνός φιλτράρεται προηγουμένως σε νερό
ναρθήκων	=	νάρθηκας
ναρκέμπορα	=	ναρκέμπορας
ναρκέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του ναρκέμπορος
ναρκέμπορε	=	ναρκέμπορος
ναρκέμπορες	=	ναρκέμπορας
ναρκέμπορο	=	ναρκέμπορος
ναρκέμποροι	=	ναρκέμπορος
ναρκέμπορος	noun	ο έμπορος ναρκωτικών
ναρκέμπορου	=	ναρκέμπορος
ναρκέμπορους	=	ναρκέμπορος
ναρκέμπορων	=	ναρκέμπορος
ναρκίσσου	noun	γενική ενικού του νάρκισσος
ναρκίσσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νάρκισσος
ναρκίσσων	noun	γενική πληθυντικού του νάρκισσος
ναρκαλιεία	noun	η εύρεση, αναγνώριση, μάζεμα και η αδρανοποίηση ναρκών από ένα ναρκοπέδιο
ναρκαλιείας	noun	γενική ενικού του ναρκαλιεία
ναρκαλιείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκαλιεία
ναρκαλιειών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκαλιεία
ναρκαλιευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκαλιευτής
ναρκαλιευτή	=	ναρκαλιευτής
ναρκαλιευτής	noun	στρατιωτικός τεχνικός ειδικευμένος στην ανίχνευση και εξουδετέρωση των ναρκών
ναρκαλιευτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκαλιευτικό
ναρκαλιευτικέ	adj	κλητική ενικού του ναρκαλιευτικός
ναρκαλιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκαλιευτική
ναρκαλιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναρκαλιευτικός
ναρκαλιευτικής	adj	γενική ενικού του ναρκαλιευτική
ναρκαλιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκαλιευτικός
ναρκαλιευτικού	noun	γενική ενικού του ναρκαλιευτικό
ναρκαλιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναρκαλιευτικός
ναρκαλιευτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ναρκαλιευτικός	noun	εξειδικευμένος τύπος πολεμικού πλοίου υποστήριξης που φέρει κατάλληλο εξοπλισμό για αλιεία και εξουδετέρωση θαλασσίων ναρκών
ναρκαλιευτικός	adj	σχετικός με ναρκαλιεία
ναρκαλιευτικών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκαλιευτικό
ναρκαλιευτών	=	ναρκαλιευτής
ναρκεμπόρου	=	ναρκέμπορος
ναρκεμπόρους	=	ναρκέμπορος
ναρκεμπόρων	=	ναρκέμπορος
ναρκισσίστρια	noun|formal	θηλυκό του ναρκισσιστής
ναρκισσεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκισσεμένο
ναρκισσεμένε	verb	κλητική ενικού του ναρκισσεμένος
ναρκισσεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκισσεμένη
ναρκισσεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναρκισσεμένος
ναρκισσεμένης	verb	γενική ενικού του ναρκισσεμένη
ναρκισσεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ναρκισσεμένος
ναρκισσεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκισσεμένος
ναρκισσεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναρκισσεμένος
ναρκισσεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναρκισσεμένος
ναρκισσεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναρκισσεμένος
ναρκισσευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσεύομαι	verb	θαυμάζω υπερβολικά τον εαυτό μου Nαρκισσευόμενος νέος ηθοποιός. [λόγ. ναρκισσ(ισμός) -εύομαι]
ναρκισσεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκισσεύομαι
ναρκισσισμέ	noun	κλητική ενικού του ναρκισσισμός
ναρκισσισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκισσισμός
ναρκισσισμού	noun	γενική ενικού του ναρκισσισμός
ναρκισσισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναρκισσισμός
ναρκισσισμό	noun	αιτιατική ενικού του ναρκισσισμός
ναρκισσισμός	noun	η αυταρέσκεια σε υπερβολικό βαθμό, ο ακραίος αυτοθαυμασμός
ναρκισσισμών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκισσισμός
ναρκισσιστής	noun|formal	κάποιος που φέρεται με ναρκισσισμό
ναρκισσιστικός	adj|formal	που έχει σχέση με ναρκισσισμό ή ναρκισσιστή ή αναφέρεται σ' αυτά
ναρκοδηλητηρίαση	noun	ο ναρκωτισμός
ναρκοδηλητηρίασης	=	ναρκοδηλητηρίαση
ναρκοδηλητηριάσεις	=	ναρκοδηλητηρίαση
ναρκοδηλητηριάσεων	=	ναρκοδηλητηρίαση
ναρκοθέτει	=	ναρκοθετώ
ναρκοθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθέτης
ναρκοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθέτηση	noun	η τοποθέτηση ναρκών σε μία περιοχή
ναρκοθέτησης	noun	γενική ενικού του ναρκοθέτηση
ναρκοθέτις	noun|dated	στην κοινή νεοελληνική: η ναρκοθέτιδα: εξειδικευμένος τύπος πολεμικού πλοίου υποστήριξης με κατάλληλη διαρρύθμιση για μεταφορά και πόντιση θαλάσσιων ναρκών.
ναρκοθεραπεία	noun	η υπνοθεραπεία
ναρκοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ναρκοθεραπεία
ναρκοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθεραπεία
ναρκοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκοθεραπεία
ναρκοθετήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήσαν	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετήσανε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθέτηση
ναρκοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ναρκοθέτηση
ναρκοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ναρκοθέτηση
ναρκοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοθετεί	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετείς	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετείτε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκοθετούμαι
ναρκοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθετημένο
ναρκοθετημένε	verb	κλητική ενικού του ναρκοθετημένος
ναρκοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθετημένη
ναρκοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναρκοθετημένος
ναρκοθετημένης	verb	γενική ενικού του ναρκοθετημένη
ναρκοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του ναρκοθετημένος
ναρκοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθετημένος
ναρκοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναρκοθετημένος
ναρκοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναρκοθετημένος
ναρκοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναρκοθετημένος
ναρκοθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθετικό
ναρκοθετικέ	adj	κλητική ενικού του ναρκοθετικός
ναρκοθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθετική
ναρκοθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναρκοθετικός
ναρκοθετικής	adj	γενική ενικού του ναρκοθετική
ναρκοθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκοθετικός
ναρκοθετικού	adj	γενική ενικού του ναρκοθετικός
ναρκοθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναρκοθετικός
ναρκοθετικό	adj	αιτιατική ενικού του ναρκοθετικός
ναρκοθετικός	adj	ο σχετικός με ναρκοθέτηση
ναρκοθετικών	adj	γενική πληθυντικού του ναρκοθετικός
ναρκοθετούμαι	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούμε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούν	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούνε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσα	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσαμε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσαν	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσανε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσατε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσε	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετούσες	=	ναρκοθετώ
ναρκοθετώ	verb	βάζω νάρκες σε κάποια περιοχή
ναρκοθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ναρκοθετώ
ναρκοληψία	noun	ασυνήθιστη νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υπερβολική ανεξέλεγκτη υπνηλία, ακόμη και μετά από επαρκή ύπνο
ναρκοληψίας	noun	γενική ενικού του ναρκοληψία
ναρκοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοληψία
ναρκοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκοληψία
ναρκομανές	=	ναρκομανής
ναρκομανή	=	ναρκομανής
ναρκομανής	adj	αυτός που έχει μανία με τα ναρκωτικά, αυτός που έχει εθιστεί στα ναρκωτικά
ναρκομανία	noun	η ουσιοεξάρτηση, η ιδιότητα του ναρκομανούς
ναρκομανίας	noun	γενική ενικού του ναρκομανία
ναρκομανίες	=	ναρκομανία
ναρκομανείς	=	ναρκομανής
ναρκομανιών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκομανία
ναρκομανούς	=	ναρκομανής
ναρκομανών	=	ναρκομανής
ναρκοπέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοπέδιο
ναρκοπέδιο	noun	έκταση ξηράς ή θάλασσας όπου έχουν τοποθετηθεί ή ποντιστεί νάρκες σε τέτοια διάταξη, ώστε να καθίσταται απαγορευτική η μέσω αυτής διέλευση
ναρκοπέδιου	=	ναρκοπέδιο
ναρκοπεδίου	noun	γενική ενικού του ναρκοπέδιο
ναρκοπεδίων	noun	γενική πληθυντικού του ναρκοπέδιο
ναρκοσυλλέκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκοσυλλέκτης
ναρκοσυλλέκτη	=	ναρκοσυλλέκτης
ναρκοσυλλέκτης	noun	στρατιωτικός τεχνικός ειδικευμένος στην ανίχνευση και εξουδετέρωση των ναρκών
ναρκοσυλλέκτι	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλέκτιδα	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλέκτιδας	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλέκτιδες	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλέκτιδος	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλέκτιδων	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλέκτις	noun	θηλυκό του ναρκοσυλλέκτης
ναρκοσυλλεκτίδων	=	ναρκοσυλλέκτις
ναρκοσυλλεκτών	=	ναρκοσυλλέκτης
ναρκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκωμένο
ναρκωμένε	verb	κλητική ενικού του ναρκωμένος
ναρκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκωμένη
ναρκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναρκωμένος
ναρκωμένης	verb	γενική ενικού του ναρκωμένη
ναρκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ναρκωμένος
ναρκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκωμένος
ναρκωμένος	=	ναρκώνω
ναρκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναρκωμένος
ναρκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναρκωμένος
ναρκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναρκωμένος
ναρκωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκωτής
ναρκωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ναρκωτής
ναρκωτής	noun	συνώνυμο του αναισθησιολόγος
ναρκωτικά	noun	χημικές ουσίες που καταναλώνονται από τον άνθρωπο για αναψυκτικούς ή ιατρικούς λόγους, που προκαλούν σωματική ή/και ψυχολογική εξάρτηση και των οποίων χρειάζεται όλο και μεγαλύτερη δόση για τα ίδια αποτελέσματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκωτικό
ναρκωτικέ	adj	κλητική ενικού του ναρκωτικός
ναρκωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναρκωτική
ναρκωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναρκωτικός
ναρκωτικής	adj	γενική ενικού του ναρκωτική
ναρκωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναρκωτικός
ναρκωτικού	adj	γενική ενικού του ναρκωτικός
ναρκωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναρκωτικός
ναρκωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ναρκωτικός	noun	ουσία που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και μεταβάλλει τη θυμική κατάσταση του χρήστη
ναρκωτικός	adj	που προκαλεί νάρκωση ή αναισθησία
ναρκωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ναρκωτικός
ναρκωτισμέ	adj	ναρκωτισμός, στην κλητική του ενικού
ναρκωτισμοί	adj	ναρκωτισμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
ναρκωτισμού	adj	γενική ενικού του ναρκωτισμός
ναρκωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναρκωτισμούς
ναρκωτισμό	adj	ναρκωτισμός, στην αιτιατική του ενικού
ναρκωτισμός	noun	κάθε παθογένεια και παρενέργεια που προκαλείται από την υπερβολική και εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών
ναρκωτισμών	adj	γενική πληθυντικού του ναρκωτισμός
ναρκωτών	noun	γενική πληθυντικού του ναρκωτής
ναρκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
ναρκών	=	νάρκη
ναρκώναμε	=	ναρκώνω
ναρκώναν	=	ναρκώνω
ναρκώνανε	=	ναρκώνω
ναρκώνατε	=	ναρκώνω
ναρκώνει	=	ναρκώνω
ναρκώνεις	=	ναρκώνω
ναρκώνετε	=	ναρκώνω
ναρκώνομαι	=	ναρκώνω
ναρκώνοντας	=	ναρκώνω
ναρκώνουμε	=	ναρκώνω
ναρκώνουν	=	ναρκώνω
ναρκώνουνε	=	ναρκώνω
ναρκώνω	verb	φέρνω κάποιον σε κατάσταση νάρκης ή υπνηλίας
ναρκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώσαν	=	ναρκώνω
ναρκώσανε	=	ναρκώνω
ναρκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νάρκωση
ναρκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του νάρκωση
ναρκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του νάρκωση
ναρκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναρκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνω
ναροντνικισμέ	noun	κλητική ενικού του ναροντνικισμός
ναροντνικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναροντνικισμός
ναροντνικισμού	noun	γενική ενικού του ναροντνικισμός
ναροντνικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναροντνικισμός
ναροντνικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ναροντνικισμός
ναροντνικισμός	noun	ο ρωσικός λαϊκισμός ή ποπουλισμός, επαναστατικό κίνημα (αναρχο-σοσιαλιστικού προσανατολισμού) στην τσαρική Ρωσία που επιδίωκε την ανατροπή της απολυταρχίας, δίνοντας έμφαση στη λειτουργία της παραδοσιακής αγροτικής κοινότητας και στη δράση των αγροτών
ναροντνικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ναροντνικισμός
ναρόντνικε	=	ναρόντνικος
ναρόντνικο	=	ναρόντνικος
ναρόντνικοι	noun	πληθυντικός αριθμός του ναρόντνικος: (ιστορία, πολιτική) τα μέλη και οι υποστηρικτές του ναροντνικισμού (κατ' επέκταση το ίδιο το κίνημα γενικά)
ναρόντνικος	noun	μέλος ή οπαδός του κινήματος του ναροντνικισμού
ναρόντνικου	=	ναρόντνικος
ναρόντνικους	=	ναρόντνικοι
ναρόντνικων	=	ναρόντνικοι
νας	abbrev	Ναυτικός Αθλητικός Σύνδεσμος
νασα	abbrev	ελληνογράμματη γραφή για την «Εθνική Υπηρεσία Αεροναυπηγικής και Διαστήματος» των ΗΠΑ
νασερίστρια	=	νασεριστής
νασερισμέ	noun	κλητική ενικού του νασερισμός
νασερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νασερισμός
νασερισμού	noun	γενική ενικού του νασερισμός
νασερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νασερισμός
νασερισμό	noun	αιτιατική ενικού του νασερισμός
νασερισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία και πρακτική του Νάσερ
νασερισμών	noun	γενική πληθυντικού του νασερισμός
νασεριστές	=	νασεριστής
νασεριστή	=	νασεριστής
νασεριστής	noun	ο οπαδός του νασερισμού
νασεριστών	=	νασεριστής
ναστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναστό
ναστέ	adj	κλητική ενικού του ναστός
ναστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναστή
ναστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναστός
ναστής	adj	γενική ενικού του ναστή
ναστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναστός
ναστοδέρματα	=	ναστόδερμα
ναστοδέρματος	=	ναστόδερμα
ναστοδερμάτων	=	ναστόδερμα
ναστολίθου	=	ναστόλιθος
ναστολίθους	=	ναστόλιθος
ναστολίθων	=	ναστόλιθος
ναστού	adj	γενική ενικού του ναστός
ναστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναστός
ναστό	adj	αιτιατική ενικού του ναστός
ναστόδερμα	noun	παλαιά τεχνική για την κατασκευή πελμάτων υποδημάτων
ναστόλιθε	=	ναστόλιθος
ναστόλιθο	=	ναστόλιθος
ναστόλιθοι	=	ναστόλιθος
ναστόλιθος	noun	ο χαρτόλιθος
ναστόλιθου	=	ναστόλιθος
ναστόλιθους	=	ναστόλιθος
ναστόλιθων	=	ναστόλιθος
ναστός	adj	που έχει κατασκευαστεί ασκώντας μεγάλη συμπίεση σε κάποιο υλικό
ναστόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναστόχαρτο
ναστόχαρτο	noun	το χαρτόνι
ναστόχαρτου	noun	γενική ενικού του ναστόχαρτο
ναστόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του ναστόχαρτο
ναστών	adj	γενική πληθυντικού του ναστός
νατ	abbrev	το ασφαλιστικό ταμείο των ναυτικών
νατιβισμέ	noun	κλητική ενικού του νατιβισμός
νατιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νατιβισμός
νατιβισμού	noun	γενική ενικού του νατιβισμός
νατιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νατιβισμός
νατιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του νατιβισμός
νατιβισμός	noun	πολιτική εύνοιας των γηγενών κατοίκων έναντι των μεταναστών
νατιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του νατιβισμός
νατο	abbrev	ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου
νατουραλιζέ	adj	που αγωνίζεται με την εθνική ομάδα χώρας διαφορετικής από αυτή που γεννήθηκαν ή κατάγονται
νατουραλισμέ	noun	κλητική ενικού του νατουραλισμός
νατουραλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νατουραλισμός
νατουραλισμού	noun	γενική ενικού του νατουραλισμός
νατουραλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νατουραλισμός
νατουραλισμό	noun	αιτιατική ενικού του νατουραλισμός
νατουραλισμός	noun	λογοτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα
νατουραλισμών	noun	γενική πληθυντικού του νατουραλισμός
νατουραλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νατουραλιστής
νατουραλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νατουραλιστής
νατουραλιστής	noun	ο συγγραφέας ή ζωγράφος που ακολουθεί το ρεύμα του νατουραλισμού
νατουραλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νατουραλιστικό	adv	με νατουραλιστικό τρόπο
νατουραλιστικέ	adj	κλητική ενικού του νατουραλιστικός
νατουραλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νατουραλιστική
νατουραλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νατουραλιστικός
νατουραλιστικής	adj	γενική ενικού του νατουραλιστική
νατουραλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νατουραλιστικός
νατουραλιστικού	adj	γενική ενικού του νατουραλιστικός
νατουραλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νατουραλιστικός
νατουραλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νατουραλιστικός
νατουραλιστικός	adj	ο σχετικός με το νατουραλισμό και τους νατουραλιστές, που ακολουθεί τις αρχές αυτού του κινήματος
νατουραλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νατουραλιστικός
νατουραλιστών	noun	γενική πληθυντικού του νατουραλιστής
νατοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νατοϊκό	adv	όσον αφορά στο ΝΑΤΟ
νατοϊκέ	adj	κλητική ενικού του νατοϊκός
νατοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νατοϊκή
νατοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νατοϊκός
νατοϊκής	adj	γενική ενικού του νατοϊκή
νατοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νατοϊκός
νατοϊκού	adj	γενική ενικού του νατοϊκός
νατοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νατοϊκός
νατοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του νατοϊκός
νατοϊκός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στο ΝΑΤΟ
νατοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του νατοϊκός
νατράσβεστε	=	νατράσβεστος
νατράσβεστο	=	νατράσβεστος
νατράσβεστος	noun	κοκκώδης μάζα (γκρίζα ή λευκή), που προκύπτει από τη σύνθεση υδροξειδίου του ασβεστίου, υδροξειδίου του νατρίου και υδροξειδίου του καλίου σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασία
νατράσβεστου	=	νατράσβεστος
νατρίου	noun	γενική ενικού του νάτριο
νατρίων	=	νάτριο
νατριαιμία	noun	η ποσότητα νατρίου που περιέχεται στο αίμα
νατριαιμίας	=	νατριαιμία
νατριαιμίες	=	νατριαιμία
νατριαιμιών	=	νατριαιμία
ναυ	=	ναυς
ναυάγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυάγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυάγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυάγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυάγιο
ναυάγιο	noun	συντριβή, βύθιση πλοίου
ναυάγιου	=	ναυάγιο
ναυάρχου	noun	γενική ενικού του ναύαρχος
ναυάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναύαρχος
ναυάρχων	noun	γενική πληθυντικού του ναύαρχος
ναυαγέ	noun	κλητική ενικού του ναυαγός
ναυαγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυαγώ
ναυαγίου	noun	γενική ενικού του ναυάγιο
ναυαγίων	noun	γενική πληθυντικού του ναυάγιο
ναυαγιαίρεση	noun	άλλη μορφή του ναυαγιαιρεσία
ναυαγιαίρεσης	=	ναυαγιαίρεση
ναυαγιαιρέσεις	=	ναυαγιαίρεση
ναυαγιαιρέσεων	=	ναυαγιαίρεση
ναυαγιαιρέτες	=	ναυαγιαιρέτης
ναυαγιαιρέτη	=	ναυαγιαιρέτης
ναυαγιαιρέτης	noun	αυτός που πραγματοποιεί ναυαγιαιρεσίες
ναυαγιαιρεσία	noun	ειδική ναυτική επιχείρηση με την οποία επιχειρείται η διάσωση ή ανέλκυση πλοίου, που ναυάγησε ή βούλιαξε, ή του φορτίου του, με νομικές συνέπειες ως προς τα δικαιώματα διάσωσης
ναυαγιαιρεσίας	noun	γενική ενικού του ναυαγιαιρεσία
ναυαγιαιρεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγιαιρεσία
ναυαγιαιρεσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακέ	adj	κλητική ενικού του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγιαιρεσιακή
ναυαγιαιρεσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακής	adj	γενική ενικού του ναυαγιαιρεσιακή
ναυαγιαιρεσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακού	adj	γενική ενικού του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακό	adj	αιτιατική ενικού του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιακός	adj	που έχει σχέση με ναυαγιαιρεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ναυαγιαιρεσιακών	adj	γενική πληθυντικού του ναυαγιαιρεσιακός
ναυαγιαιρεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ναυαγιαιρεσία
ναυαγιαιρετών	=	ναυαγιαιρέτης
ναυαγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγισμένο
ναυαγισμένε	verb	κλητική ενικού του ναυαγισμένος
ναυαγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγισμένη
ναυαγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυαγισμένος
ναυαγισμένης	verb	γενική ενικού του ναυαγισμένη
ναυαγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ναυαγισμένος
ναυαγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυαγισμένος
ναυαγισμένος	=	ναυαγώ
ναυαγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναυαγισμένος
ναυαγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναυαγισμένος
ναυαγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναυαγισμένος
ναυαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυαγός
ναυαγοσωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγοσωστικό
ναυαγοσωστικέ	adj	κλητική ενικού του ναυαγοσωστικός
ναυαγοσωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγοσωστική
ναυαγοσωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυαγοσωστικός
ναυαγοσωστικής	adj	γενική ενικού του ναυαγοσωστική
ναυαγοσωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυαγοσωστικός
ναυαγοσωστικού	adj	γενική ενικού του ναυαγοσωστικός
ναυαγοσωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυαγοσωστικός
ναυαγοσωστικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυαγοσωστικός	noun	πλοίο με αποστολή να περισυλλέγει ναυαγούς από τη θάλασσα
ναυαγοσωστικός	adj	που χρησιμεύει για τη διάσωση ναυαγών
ναυαγοσωστικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυαγοσωστικός
ναυαγοσωστριών	noun	γενική πληθυντικού του ναυαγοσώστρια
ναυαγοσωστών	=	ναυαγοσώστης
ναυαγοσώστες	=	ναυαγοσώστης
ναυαγοσώστη	=	ναυαγοσώστης
ναυαγοσώστης	noun	ο υπεύθυνος για την ασφάλεια των λουομένων σε μια ακτή, αυτός που αναλαμβάνει να διασώσει όσους απειλούνται από πνιγμό
ναυαγοσώστρια	noun	θηλυκό του ναυαγοσώστης
ναυαγοσώστριας	noun	γενική ενικού του ναυαγοσώστρια
ναυαγοσώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαγοσώστρια
ναυαγού	noun	γενική ενικού του ναυαγός
ναυαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυαγός
ναυαγό	noun	αιτιατική ενικού του ναυαγός
ναυαγός	noun	αυτός που βρέθηκε στη θάλασσα ή σε κάποια άγνωστη ξηρά μετά το ναυάγιο του πλοίου στο οποίο επέβαινε
ναυαγώ	verb	βυθίζομαι ή εξοκέλλω λόγω σύγκρουσης, πρόσκρουσης, κακοκαιρίας, ναυμαχίας ή άλλου γεγονότος
ναυαγών	noun	γενική πληθυντικού του ναυαγός
ναυαρχία	noun	το αξίωμα του ναυάρχου
ναυαρχίας	noun	γενική ενικού του ναυαρχία
ναυαρχίδα	noun	το επικεφαλής και ισχυρότερο πλοίο ενός στόλου, αυτό στο οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος
ναυαρχίδας	=	ναυαρχίδα
ναυαρχίδες	=	ναυαρχίδα
ναυαρχίδων	=	ναυαρχίδα
ναυαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαρχία
ναυαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαρχείο
ναυαρχείο	noun	η έδρα του ναυάρχου, το αρχηγείο του Πολεμικού Ναυτικού
ναυαρχείου	noun	γενική ενικού του ναυαρχείο
ναυαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του ναυαρχείο
ναυαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαρχικό
ναυαρχικέ	adj	κλητική ενικού του ναυαρχικός
ναυαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυαρχική
ναυαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυαρχικός
ναυαρχικής	adj	γενική ενικού του ναυαρχική
ναυαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυαρχικός
ναυαρχικού	adj	γενική ενικού του ναυαρχικός
ναυαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυαρχικός
ναυαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυαρχικός
ναυαρχικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει σε ναύαρχο
ναυαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυαρχικός
ναυαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του ναυαρχία
ναυβάτες	=	ναυβάτης
ναυβάτη	=	ναυβάτης
ναυβάτης	noun|archaic	ο επιβάτης πλοίου, ναύτης
ναυβατών	=	ναυβάτης
ναυκλήρου	noun	γενική ενικού του ναύκληρος
ναυκλήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναύκληρος
ναυκλήρων	noun	γενική πληθυντικού του ναύκληρος
ναυκληρία	noun	το αξίωμα του ναύκληρου και τα καθήκοντα και οι εργασίες που απορρέουν απ’ αυτό
ναυκληρίας	=	ναυκληρία
ναυκληρίες	=	ναυκληρία
ναυκληρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυκληρικό
ναυκληρικέ	adj	κλητική ενικού του ναυκληρικός
ναυκληρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυκληρική
ναυκληρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυκληρικός
ναυκληρικής	adj	γενική ενικού του ναυκληρική
ναυκληρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυκληρικός
ναυκληρικού	adj	γενική ενικού του ναυκληρικός
ναυκληρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυκληρικός
ναυκληρικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυκληρικός
ναυκληρικός	adj	που έχει σχέση με τον ναύκληρο ή τη ναυκληρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ναυκληρικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυκληρικός
ναυκληριών	=	ναυκληρία
ναυλάριθμε	=	ναυλάριθμος
ναυλάριθμο	noun	αιτιατική ενικού του ναυλάριθμος
ναυλάριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυλάριθμος
ναυλάριθμος	noun	ο δείκτης του ναυλοτιμάριθμου
ναυλάριθμου	noun	γενική ενικού του ναυλάριθμος
ναυλάριθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυλάριθμος
ναυλάριθμων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλάριθμος
ναυλαγορά	noun	το σύνολο των συμφωνιών που κλείνονται για ναυλώσεις
ναυλαγοράς	noun	γενική ενικού του ναυλαγορά
ναυλαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλαγορά
ναυλαγορών	=	ναυλαγορά
ναυλαρίθμου	noun	γενική ενικού του ναυλάριθμος
ναυλαρίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυλάριθμος
ναυλαρίθμων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλάριθμος
ναυλολογίου	noun	γενική ενικού του ναυλολόγιο
ναυλολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλολόγιο
ναυλολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλολόγιο
ναυλολόγιο	noun	κατάλογος με τιμές ναύλων (ανάλογα με απόσταση / φορτίο κλπ)
ναυλολόγιου	=	ναυλολόγιο
ναυλολόγιων	=	ναυλολόγιο
ναυλομεσίτες	=	ναυλομεσίτης
ναυλομεσίτη	=	ναυλομεσίτης
ναυλομεσίτης	noun	ο επαγγελματίας που ενεργεί ως ενδιάμεσος (μεσίτης) μεταξύ μεταφορέα και πελάτη για τη ναύλωση ενός πλοίου
ναυλομεσίτρια	noun	η επαγγελματίας που ενεργεί ως ενδιάμεσος (μεσίτης) μεταξύ μεταφορέα και πελάτη για τη ναύλωση ενός πλοίου
ναυλομεσίτριας	noun	γενική ενικού του ναυλομεσίτρια
ναυλομεσίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλομεσίτρια
ναυλομεσιτεία	noun	η προμήθεια του ναυλομεσίτη
ναυλομεσιτείας	noun	γενική ενικού του ναυλομεσιτεία
ναυλομεσιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλομεσιτεία
ναυλομεσιτειών	noun	γενική πληθυντικού του ναυλομεσιτεία
ναυλομεσιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλομεσιτικό
ναυλομεσιτικέ	adj	κλητική ενικού του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλομεσιτική
ναυλομεσιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτικής	adj	γενική ενικού του ναυλομεσιτική
ναυλομεσιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτικού	adj	γενική ενικού του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτικός	adj	σχετικός με το επάγγελμα του ναυλομεσίτη
ναυλομεσιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυλομεσιτικός
ναυλομεσιτριών	noun	γενική πληθυντικού του ναυλομεσίτρια
ναυλομεσιτών	=	ναυλομεσίτης
ναυλοσυμφωνητικά	=	ναυλοσυμφωνητικό
ναυλοσυμφωνητικού	=	ναυλοσυμφωνητικό
ναυλοσυμφωνητικό	noun	άλλη μορφή του ναυλοσύμφωνο
ναυλοσυμφωνητικών	=	ναυλοσυμφωνητικό
ναυλοσυμφώνου	noun	γενική ενικού του ναυλοσύμφωνο
ναυλοσυμφώνων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλοσύμφωνο
ναυλοσύμφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλοσύμφωνο
ναυλοσύμφωνο	noun	έγγραφη σύμβαση (συμφωνητικό) για τη ναύλωση πλοίου προς μεταφορά συγκεκριμένου φορτίου (είδος, ποσότητα), προορισμού (από και προς), χρόνου εκτέλεσης, ύψους ναύλου και τρόπου - χρόνου καταβολής του
ναυλοσύμφωνου	=	ναυλοσύμφωνο
ναυλοτιμάριθμο	noun	αιτιατική ενικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμάριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμάριθμος	noun|rare	ο τιμάριθμος των ελεύθερων ναύλων (εκτός ναυλολογίου), σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, μιας χρονικής περιόδου
ναυλοτιμάριθμου	noun	γενική ενικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμάριθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμάριθμων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμαρίθμου	noun	γενική ενικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμαρίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμαρίθμων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλοτιμάριθμος
ναυλοτιμαριθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλοτιμαριθμικό
ναυλοτιμαριθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλοτιμαριθμική
ναυλοτιμαριθμικής	adj	γενική ενικού του ναυλοτιμαριθμική
ναυλοχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλοχώ	verb	αγκυροβολώ αλλά και καραδοκώ για να παρασύρω σε θαλάσσια ενέδρα
ναυλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ναύλωμα
ναυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλωμένο
ναυλωμένε	verb	κλητική ενικού του ναυλωμένος
ναυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλωμένη
ναυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυλωμένος
ναυλωμένης	verb	γενική ενικού του ναυλωμένη
ναυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ναυλωμένος
ναυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυλωμένος
ναυλωμένος	verb	που έχει ναυλωθεί
ναυλωμένου	verb	γενική ενικού του ναυλωμένος
ναυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναυλωμένος
ναυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού του ναυλωμένος
ναυλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλωτής
ναυλωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ναυλωτής
ναυλωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλωτήριο
ναυλωτήριο	noun	το συμφωνητικό για τη ναύλωση ενός πλοίου ή αεροπλάνου
ναυλωτήριου	=	ναυλωτήριο
ναυλωτής	noun	αυτός που ναυλώνει ένα σκάφος
ναυλωτηρίου	noun	γενική ενικού του ναυλωτήριο
ναυλωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ναυλωτήριο
ναυλωτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλωτικό
ναυλωτικέ	=	ναυλωτικός
ναυλωτικές	=	ναυλωτικός
ναυλωτική	=	ναυλωτικός
ναυλωτικής	=	ναυλωτικός
ναυλωτικοί	=	ναυλωτικός
ναυλωτικού	noun	γενική ενικού του ναυλωτικό
ναυλωτικούς	=	ναυλωτικός
ναυλωτικό	noun	το ναυλοσύμφωνο
ναυλωτικός	adj	που έχει σχέση με ναύλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ναυλωτικών	noun	γενική πληθυντικού του ναυλωτικό
ναυλωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ναυλώτρια
ναυλωτών	noun	γενική πληθυντικού του ναυλωτής
ναυλόχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλόχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλόχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλόχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλοχώ
ναυλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνομαι
ναυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναύλωμα
ναυλώματος	noun	γενική ενικού του ναύλωμα
ναυλώναμε	=	ναυλώνω
ναυλώναν	=	ναυλώνω
ναυλώνανε	=	ναυλώνω
ναυλώνατε	=	ναυλώνω
ναυλώνει	=	ναυλώνω
ναυλώνεις	=	ναυλώνω
ναυλώνετε	=	ναυλώνω
ναυλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ναυλώνω
ναυλώνουμε	=	ναυλώνω
ναυλώνουν	=	ναυλώνω
ναυλώνουνε	=	ναυλώνω
ναυλώνω	verb	μισθώνω πλοίο ή αεροπλάνο, κλείνω συμφωνία με τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου για να μεταφερθούν με αυτό εμπορεύματα ή επιβάτες για λογαριασμό μου
ναυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώσαν	=	ναυλώνω
ναυλώσανε	=	ναυλώνω
ναυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναύλωση
ναυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ναύλωση
ναυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ναύλωση
ναυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναυλώτρια	noun	αυτή που ναυλώνει ένα σκάφος
ναυλώτριας	noun	γενική ενικού του ναυλώτρια
ναυλώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυλώτρια
ναυμάχε	noun	κλητική ενικού του ναυμάχος
ναυμάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμάχο	noun	αιτιατική ενικού του ναυμάχος
ναυμάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυμάχος
ναυμάχος	noun	που ναυμαχεί, που λαμβάνει μέρος σε ναυμαχία
ναυμάχου	noun	γενική ενικού του ναυμάχος
ναυμάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυμάχος
ναυμάχων	noun	γενική πληθυντικού του ναυμάχος
ναυμαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυμαχώ
ναυμαχία	noun	η πολεμική σύγκρουση στη θάλασσα μεταξύ δύο στόλων
ναυμαχίας	noun	γενική ενικού του ναυμαχία
ναυμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυμαχία
ναυμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του ναυμαχία
ναυμαχώ	verb	διεξάγω πολεμική επιχείρηση εναντίον κάποιου με τα πλοία στη θάλασσα
ναυμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ναυμαχώ
ναυν	=	ναυς
ναυπήγημα	noun	το αποτέλεσμα του ναυπηγώ, μια πλωτή κατασκευή
ναυπήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπήγηση	noun	η κατασκευή ενός πλοίου
ναυπήγησης	=	ναυπήγηση
ναυπηγέ	noun	κλητική ενικού του ναυπηγός
ναυπηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγούμαι
ναυπηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγούμαι
ναυπηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπήγημα
ναυπηγήματος	noun	γενική ενικού του ναυπήγημα
ναυπηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπήγηση
ναυπηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήσεων	=	ναυπήγηση
ναυπηγήσιμα	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμε	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμες	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμη	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμης	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμο	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμοι	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να ναυπηγηθεί
ναυπηγήσιμου	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμους	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσιμων	=	ναυπηγήσιμος
ναυπηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγώ
ναυπηγία	noun	η ναυπήγηση
ναυπηγίας	=	ναυπηγία
ναυπηγίες	=	ναυπηγία
ναυπηγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγείο
ναυπηγείο	noun	ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος με τεχνικές εγκαταστάσεις χώρος, όπου κατασκευάζονται, εξοπλίζονται, επισκευάζονται και καθελκύονται πλοία
ναυπηγείου	noun	γενική ενικού του ναυπηγείο
ναυπηγείων	noun	γενική πληθυντικού του ναυπηγείο
ναυπηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυπηγούμαι
ναυπηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυπηγούμαι
ναυπηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ναυπήγημα
ναυπηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγημένο
ναυπηγημένε	verb	κλητική ενικού του ναυπηγημένος
ναυπηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγημένη
ναυπηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυπηγημένος
ναυπηγημένης	verb	γενική ενικού του ναυπηγημένη
ναυπηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του ναυπηγημένος
ναυπηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγημένος
ναυπηγημένος	=	ναυπηγώ
ναυπηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναυπηγημένος
ναυπηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναυπηγημένος
ναυπηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναυπηγημένος
ναυπηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγικό
ναυπηγικέ	adj	κλητική ενικού του ναυπηγικός
ναυπηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγική
ναυπηγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυπηγικός
ναυπηγικής	adj	γενική ενικού του ναυπηγική
ναυπηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγικός
ναυπηγικού	adj	γενική ενικού του ναυπηγικός
ναυπηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυπηγικός
ναυπηγικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυπηγικός
ναυπηγικός	adj	σχετικός με τους ναυπηγούς και τη ναυπήγηση πλοίων
ναυπηγικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυπηγικός
ναυπηγιών	=	ναυπηγία
ναυπηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγός
ναυπηγοεπισκευές	=	ναυπηγοεπισκευή
ναυπηγοεπισκευή	noun	το σύνολο των δραστηριοτήτων που έχουν να κάνουν με ναυπηγικές εργασίες ή / και εργασίες επισκευής πλοίων
ναυπηγοεπισκευής	=	ναυπηγοεπισκευή
ναυπηγοεπισκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγοεπισκευαστικό
ναυπηγοεπισκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγοεπισκευαστική
ναυπηγοεπισκευαστική	noun	η βιομηχανία ταυτόχρονης ναυπήγησης και επισκευής πλοίων και πλεούμενων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευαστικής	adj	γενική ενικού του ναυπηγοεπισκευαστική
ναυπηγοεπισκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευαστικού	adj	γενική ενικού του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευαστικός	adj	που αναφέρεται στη ναυπήγηση και την επισκευή πλοίων
ναυπηγοεπισκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυπηγοεπισκευαστικός
ναυπηγοεπισκευών	=	ναυπηγοεπισκευή
ναυπηγοκατασκευαστικά	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικέ	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικές	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικής	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικοί	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικού	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικούς	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικό	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοκατασκευαστικός	adj	σχετικός με τεχνική εταιρία ειδικευμένη στην ναυπήγηση πλοίων
ναυπηγοκατασκευαστικών	=	ναυπηγοκατασκευαστικός
ναυπηγοξυλουργέ	noun	κλητική ενικού του ναυπηγοξυλουργός
ναυπηγοξυλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυπηγοξυλουργός
ναυπηγοξυλουργού	noun	γενική ενικού του ναυπηγοξυλουργός
ναυπηγοξυλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυπηγοξυλουργός
ναυπηγοξυλουργό	noun	αιτιατική ενικού του ναυπηγοξυλουργός
ναυπηγοξυλουργός	noun	ο καραβομαραγκός
ναυπηγοξυλουργών	noun	γενική πληθυντικού του ναυπηγοξυλουργός
ναυπηγού	noun	γενική ενικού του ναυπηγός
ναυπηγούμαι	=	ναυπηγώ
ναυπηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυπηγός
ναυπηγούσα	=	ναυπηγώ
ναυπηγό	noun	αιτιατική ενικού του ναυπηγός
ναυπηγός	noun	ο τεχνίτης ή ο μηχανικός που κατασκευάζει ή σχεδιάζει θαλάσσια σκάφη
ναυπηγώ	verb	σχεδιάζω και κατασκευάζω λέμβο, πλοίο ή οποιοδήποτε πλωτό ναυπήγημα
ναυπηγών	noun	γενική πληθυντικού του ναυπηγός
ναυπηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ναυπηγώ
ναυπλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπλιώτικο
ναυπλιώτικε	adj	κλητική ενικού του ναυπλιώτικος
ναυπλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυπλιώτικη
ναυπλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυπλιώτικος
ναυπλιώτικης	adj	γενική ενικού του ναυπλιώτικη
ναυπλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ναυπλιώτικος
ναυπλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυπλιώτικος
ναυπλιώτικος	adj	σχετικός με το Ναύπλιο
ναυπλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναυπλιώτικος
ναυπλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυπλιώτικος
ναυπλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναυπλιώτικος
ναυς	noun|archaic	σε λόγιους όρους
ναυσιπέδες	=	ναυσιπέδη
ναυσιπέδη	noun|archaic	η άγκυρα (ή το καραβόσχοινο το οποίο συγκρατεί το πλοίο)
ναυσιπέδης	=	ναυσιπέδη
ναυσιπεδών	=	ναυσιπέδη
ναυσιπλοΐα	noun	ο πλους με πλοίο
ναυσιπλοΐας	noun	γενική ενικού του ναυσιπλοΐα
ναυσιπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυσιπλοΐα
ναυσιπλοϊκός	adj|rare	σχετικός με τη ναυσιπλοΐα
ναυσιπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ναυσιπλοΐα
ναυστάθμου	noun	γενική ενικού του ναύσταθμος
ναυστάθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναύσταθμος
ναυστάθμων	noun	γενική πληθυντικού του ναύσταθμος
ναυτάθλημα	noun	οποιοδήποτε άθλημα ναυτικού ενδιαφέροντος ή που πραγματοποιείται σε θάλασσα, λίμνη, ποταμό ή δεξαμενή
ναυτάκι	noun	ο ναύτης (χαϊδευτικά)
ναυτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτάκι
ναυτία	noun	τάση για εμετό και ζάλη
ναυτίας	noun	γενική ενικού του ναυτία
ναυτίαση	noun	άλλη μορφή του ναυτία
ναυτίασης	=	ναυτίαση
ναυτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτία
ναυτίλε	noun	κλητική ενικού του ναυτίλος
ναυτίλο	noun	αιτιατική ενικού του ναυτίλος
ναυτίλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτίλος
ναυτίλος	noun	θαλάσσιο μαλάκιο με σπειροειδές όστρακο
ναυτίλου	noun	γενική ενικού του ναυτίλος
ναυτίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυτίλος
ναυτίλων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτίλος
ναυταθλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτάθλημα
ναυταθλήματος	noun	γενική ενικού του ναυτάθλημα
ναυταθλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτάθλημα
ναυταθλητές	=	ναυταθλητής
ναυταθλητή	=	ναυταθλητής
ναυταθλητής	noun	αθλητής που επιδίδεται σε ναυτάθλημα
ναυταθλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυταθλητικό
ναυταθλητικέ	adj	κλητική ενικού του ναυταθλητικός
ναυταθλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυταθλητική
ναυταθλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυταθλητικός
ναυταθλητικής	adj	γενική ενικού του ναυταθλητική
ναυταθλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυταθλητικός
ναυταθλητικού	adj	γενική ενικού του ναυταθλητικός
ναυταθλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυταθλητικός
ναυταθλητικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυταθλητικός
ναυταθλητικός	adj	που έχει να κάνει με τον αθλητισμό ο οποίος σχετίζεται με σκάφη (π.χ. ιστιοφόρα, κανό)
ναυταθλητικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυταθλητικός
ναυταθλητισμέ	noun	κλητική ενικού του ναυταθλητισμός
ναυταθλητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυταθλητισμός
ναυταθλητισμού	noun	γενική ενικού του ναυταθλητισμός
ναυταθλητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυταθλητισμός
ναυταθλητισμό	noun	αιτιατική ενικού του ναυταθλητισμός
ναυταθλητισμός	noun	αθλητισμός ναυτικού ενδιαφέροντος ή που επιδίδεται με ναυταθλήματα
ναυταθλητισμών	noun	γενική πληθυντικού του ναυταθλητισμός
ναυταθλητών	=	ναυταθλητής
ναυταπάτες	=	ναυταπάτη
ναυταπάτη	noun	οποιαδήποτε ζημία που προκαλείται σε πλοίο ή στο μεταφερόμενο φορτίο του εκ προθέσεως (δόλος) από τον πλοίαρχο ή το πλήρωμα, με σκοπό την πρόκληση βλάβης στον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, ή τον ναυλωτή (φορτωτή) ή τον ασφαλιστή
ναυταπάτης	=	ναυταπάτη
ναυταπατών	=	ναυταπάτη
ναυταποστολές	=	ναυταποστολή
ναυταποστολή	noun	αποστολή ναυτικών (στο εξωτερικό) ως (συμπληρωματικό) πλήρωμα εμπορικού πλοίου
ναυταποστολής	=	ναυταποστολή
ναυταποστολών	=	ναυταποστολή
ναυτασφάλεια	noun	άλλη μορφή του ναυτασφάλιση
ναυτασφάλειας	noun	γενική ενικού του ναυτασφάλεια
ναυτασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτασφάλεια
ναυτασφάλιση	noun	η ασφάλιση ενός πλοίου και του φορτίου του
ναυτασφάλισης	=	ναυτασφάλιση
ναυτασφαλίσεις	=	ναυτασφάλιση
ναυτασφαλίσεων	=	ναυτασφάλιση
ναυτασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του ναυτασφάλεια
ναυτασφαλιστές	=	ναυτασφαλιστής
ναυτασφαλιστή	=	ναυτασφαλιστής
ναυτασφαλιστής	noun	κάποιος που κάνει ναυτασφαλίσεις
ναυτασφαλιστών	=	ναυτασφαλιστής
ναυτεργάτες	=	ναυτεργάτης
ναυτεργάτη	=	ναυτεργάτης
ναυτεργάτης	noun	ο εργάτης που δουλεύει σε εμπορικό πλοίο, σκάφος, ή πλωτό ναυπήγημα
ναυτεργασία	noun	η ναυτική εργασία / επάγγελμα
ναυτεργασίας	=	ναυτεργασία
ναυτεργασίες	=	ναυτεργασία
ναυτεργασιών	=	ναυτεργασία
ναυτεργατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτεργατικό
ναυτεργατικέ	adj	κλητική ενικού του ναυτεργατικός
ναυτεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτεργατική
ναυτεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυτεργατικός
ναυτεργατικής	adj	γενική ενικού του ναυτεργατική
ναυτεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτεργατικός
ναυτεργατικού	adj	γενική ενικού του ναυτεργατικός
ναυτεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυτεργατικός
ναυτεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυτεργατικός
ναυτεργατικός	adj	σχετικός με τους ναυτεργάτες
ναυτεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυτεργατικός
ναυτεργατών	=	ναυτεργάτης
ναυτιάσεις	=	ναυτίαση
ναυτιάσεων	=	ναυτίαση
ναυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτικό
ναυτικάτζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτικάτζα, (φερόμενο ως αρσενικό)
ναυτικέ	adj	κλητική ενικού του ναυτικός
ναυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτική
ναυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυτικός
ναυτικής	adj	γενική ενικού του ναυτική
ναυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτικός
ναυτικού	adj	γενική ενικού του ναυτικός
ναυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυτικός
ναυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυτικός	noun	το σώμα του θαλάσσιου στρατού
ναυτικός	noun	αυτός που δουλεύει στα καράβια	adj	σχετικός με τη ναυτιλία ή τους ναύτες
ναυτικότερα	=	ναυτικός
ναυτικότερε	=	ναυτικός
ναυτικότερες	=	ναυτικός
ναυτικότερη	=	ναυτικός
ναυτικότερης	=	ναυτικός
ναυτικότερο	=	ναυτικός
ναυτικότεροι	=	ναυτικός
ναυτικότερος	=	ναυτικός
ναυτικότερου	=	ναυτικός
ναυτικότερους	=	ναυτικός
ναυτικότερων	=	ναυτικός
ναυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυτικός
ναυτιλία	noun	ο τομέας της οικονομίας που σχετίζεται με τη διάσχιση των θαλασσών από φορτηγά και επιβατηγά πλοία
ναυτιλίας	noun	γενική ενικού του ναυτιλία
ναυτιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτιλία
ναυτιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτιλιακό
ναυτιλιακέ	adj	κλητική ενικού του ναυτιλιακός
ναυτιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτιλιακή
ναυτιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυτιλιακός
ναυτιλιακής	adj	γενική ενικού του ναυτιλιακή
ναυτιλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτιλιακός
ναυτιλιακού	adj	γενική ενικού του ναυτιλιακός
ναυτιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυτιλιακός
ναυτιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του ναυτιλιακός
ναυτιλιακός	adj	ο σχετικός με τη ναυτιλία
ναυτιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του ναυτιλιακός
ναυτιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ναυτιλία
ναυτιλλομένου	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλομένους	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλομένων	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλόμενε	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλόμενο	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλόμενοι	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλόμενος	noun	ναυτικός που ταξιδεύει σε πλοίο ως μέλος του πληρώματος
ναυτιλλόμενου	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλόμενους	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιλλόμενων	=	ναυτιλλόμενος
ναυτιών	noun	γενική πληθυντικού του ναυτία
ναυτοδάνεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτοδάνειο
ναυτοδάνειο	noun	δάνειο, με (συνήθως) μεγάλο επιτόκιο, που συνδέεται με το πλοίο ή το φορτίο του και που η εξόφλησή του συνδέεται με την αίσια άφιξη του πλοίου στον προορισμό του
ναυτοδάνειου	=	ναυτοδάνειο
ναυτοδίκες	=	ναυτοδίκης
ναυτοδίκη	=	ναυτοδίκης
ναυτοδίκης	noun	στρατιωτικός δικαστής, μέλος ναυτοδικείου
ναυτοδανείου	noun	γενική ενικού του ναυτοδάνειο
ναυτοδανείων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτοδάνειο
ναυτοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτοδικείο
ναυτοδικείο	noun	στρατιωτικό δικαστήριο που δικάζει ζητήματα που αφορούν το Πολεμικό Ναυτικό και το προσωπικό του
ναυτοδικείου	noun	γενική ενικού του ναυτοδικείο
ναυτοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτοδικείο
ναυτοδικών	=	ναυτοδίκης
ναυτολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήσαν	=	ναυτολογώ
ναυτολογήσανε	=	ναυτολογώ
ναυτολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολόγηση
ναυτολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτολόγηση
ναυτολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ναυτολόγηση
ναυτολογήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογήσιμο
ναυτολογήσιμε	adj	κλητική ενικού του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογήσιμη
ναυτολογήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσιμης	adj	γενική ενικού του ναυτολογήσιμη
ναυτολογήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσιμος	adj	που μπορεί να ναυτολογηθεί
ναυτολογήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναυτολογήσιμος
ναυτολογήσου	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογία	noun	η ναυτολόγηση
ναυτολογίας	noun	γενική ενικού του ναυτολογία
ναυτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογία
ναυτολογίου	noun	γενική ενικού του ναυτολόγιο
ναυτολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτολόγιο
ναυτολογεί	=	ναυτολογώ
ναυτολογείς	=	ναυτολογώ
ναυτολογείσαι	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογείστε	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογείται	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογείτε	=	ναυτολογώ
ναυτολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθήκαν	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογηθήκανε	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναυτολογούμαι
ναυτολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογημένο
ναυτολογημένε	verb	κλητική ενικού του ναυτολογημένος
ναυτολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογημένη
ναυτολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυτολογημένος
ναυτολογημένης	verb	γενική ενικού του ναυτολογημένη
ναυτολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ναυτολογημένος
ναυτολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογημένος
ναυτολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ναυτολογημένος
ναυτολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ναυτολογημένος
ναυτολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ναυτολογημένος
ναυτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογικό
ναυτολογικέ	adj	κλητική ενικού του ναυτολογικός
ναυτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογική
ναυτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ναυτολογικός
ναυτολογικής	adj	γενική ενικού του ναυτολογική
ναυτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτολογικός
ναυτολογικού	adj	γενική ενικού του ναυτολογικός
ναυτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ναυτολογικός
ναυτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ναυτολογικός
ναυτολογικός	adj	που έχει σχέση με τη ναυτολογία ή τον ναυτολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ναυτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ναυτολογικός
ναυτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ναυτολογία
ναυτολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολογούμασταν	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούμαστε	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούμε	=	ναυτολογώ
ναυτολογούμουν	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούν	=	ναυτολογώ
ναυτολογούνε	=	ναυτολογώ
ναυτολογούνται	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούνταν	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούσα	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσαμε	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσαν	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσανε	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσασταν	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούσαστε	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογούσατε	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσε	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσες	=	ναυτολογώ
ναυτολογούσουν	=	ναυτολογούμαι
ναυτολογώ	verb	μισθώνω ναύτη να υπηρετήσει σε εμπορικό ή επιβατηγό πλοίο ή τον στρατολογώ σε πολεμικό πλοίο
ναυτολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολόγε	=	ναυτολόγος
ναυτολόγει	=	ναυτολογώ
ναυτολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυτολογώ
ναυτολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ναυτολογώ
ναυτολόγησης	noun	γενική ενικού του ναυτολόγηση
ναυτολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτολόγιο
ναυτολόγιο	noun	επίσημο ναυτιλιακό έγγραφο στο οποίο εγγράφονται τα μέλη του πληρώματος ενός πλοίου καθώς και άλλα σχετικά στοιχεία
ναυτολόγιου	=	ναυτολόγιο
ναυτολόγιων	=	ναυτολόγιο
ναυτολόγο	=	ναυτολόγος
ναυτολόγοι	=	ναυτολόγος
ναυτολόγος	noun	που ναυτολογεί
ναυτολόγου	=	ναυτολόγος
ναυτολόγους	=	ναυτολόγος
ναυτολόγων	=	ναυτολόγος
ναυτομεσίτες	=	ναυτομεσίτης
ναυτομεσίτη	=	ναυτομεσίτης
ναυτομεσίτης	noun	ειδικός στον τομέα της ναυτιλίας που λειτουργεί ως μεσάζοντας μεταξύ των επιχειρήσεων που ασχολούνται με τη ναυτιλία σε θέματα όπως η αγοραπωλησία πλοίων και των εμπορευματοκιβωτίων, η διεκδίκηση αποζημιώσεων, η παροχή συμβουλών για θέματα ναυτιλίας κ.λπ.
ναυτομεσίτρια	noun	θηλυκό του ναυτομεσίτης
ναυτομεσίτριας	=	ναυτομεσίτρια
ναυτομεσίτριες	=	ναυτομεσίτρια
ναυτομεσιτριών	=	ναυτομεσίτρια
ναυτομεσιτών	=	ναυτομεσίτης
ναυτομοντελισμέ	noun	κλητική ενικού του ναυτομοντελισμός
ναυτομοντελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναυτομοντελισμός
ναυτομοντελισμού	noun	γενική ενικού του ναυτομοντελισμός
ναυτομοντελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναυτομοντελισμός
ναυτομοντελισμό	noun	αιτιατική ενικού του ναυτομοντελισμός
ναυτομοντελισμός	noun	ναυτάθλημα, που πραγματοποιείται με τεχνική κατασκευή και πλεύση ομοιωμάτων πλοίων, διαφόρων τύπων και κατηγοριών, για ψυχαγωγικούς και επιδεικτικούς λόγους (αγώνες)
ναυτομοντελισμών	noun	γενική πληθυντικού του ναυτομοντελισμός
ναυτομοντελιστές	=	ναυτομοντελιστής
ναυτομοντελιστή	=	ναυτομοντελιστής
ναυτομοντελιστής	noun	αυτός που ασχολείται με τον ναυτομοντελισμό
ναυτομοντελιστών	=	ναυτομοντελιστής
ναυτοπροσκοπίνα	noun	θηλυκό του ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπροσκοπίνας	=	ναυτοπροσκοπίνα
ναυτοπροσκοπίνες	=	ναυτοπροσκοπίνα
ναυτοπροσκοπίνων	=	ναυτοπροσκοπίνα
ναυτοπροσκοπισμέ	=	ναυτοπροσκοπισμός
ναυτοπροσκοπισμοί	=	ναυτοπροσκοπισμός
ναυτοπροσκοπισμού	=	ναυτοπροσκοπισμός
ναυτοπροσκοπισμούς	=	ναυτοπροσκοπισμός
ναυτοπροσκοπισμό	=	ναυτοπροσκοπισμός
ναυτοπροσκοπισμός	noun	ο προσκοπισμός που σχετίζεται με τους ναυτοπροσκόπους
ναυτοπροσκοπισμών	=	ναυτοπροσκοπισμός
ναυτοπροσκόπου	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπροσκόπους	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπροσκόπων	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπρόσκοπε	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπρόσκοπο	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπρόσκοποι	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπρόσκοπος	noun	πρόσκοπος που ειδικεύεται σε ναυτικές δραστηριότητες, όπως η ναυσιπλοΐα, ή ιστιοπλοΐα, η κωπηλασία κ.λπ., αναπτύσσοντας δεξιότητες που σχετίζονται με το υδάτινο περιβάλλον
ναυτοπρόσκοπου	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπρόσκοπους	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοπρόσκοπων	=	ναυτοπρόσκοπος
ναυτοσυνών	=	ναυτοσύνη
ναυτοσύνες	=	ναυτοσύνη
ναυτοσύνη	noun	η ιδιότητα ενός ναύτη να συμπεριφέρεται σύμφωνα με ο,τι θεωρείται σωστό και ασφαλές.
ναυτοσύνης	=	ναυτοσύνη
ναυτοφυλακές	=	ναυτοφυλακή
ναυτοφυλακή	noun	χώρος περιορισμού ή εγκλεισμού ναυτικών (καταδικασμένων από ναυτοδικείο) σε πλοίο ή κτήριο
ναυτοφυλακής	=	ναυτοφυλακή
ναυτοφυλακών	=	ναυτοφυλακή
ναυτόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτόπαιδο
ναυτόπαιδο	noun	νεαρός ναύτης που μαθαίνει την τέχνη του ναυτικού
ναυτόπαιδος	noun	γενική ενικού του ναυτόπαις
ναυτόπαιδου	noun	γενική ενικού του ναυτόπαιδο
ναυτόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτόπαιδο
ναυτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτόπουλο
ναυτόπουλο	noun	υποκοριστικό του ναύτης
ναυτόπουλου	noun	γενική ενικού του ναυτόπουλο
ναυτόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του ναυτόπουλο
ναυτότοπε	=	ναυτότοπος
ναυτότοπο	=	ναυτότοπος
ναυτότοποι	=	ναυτότοπος
ναυτότοπος	noun	περιοχή η οποία έχει έντονη ναυτιλιακή δραστηριότητα
ναυτότοπου	=	ναυτότοπος
ναυτότοπους	=	ναυτότοπος
ναυτότοπων	=	ναυτότοπος
ναυτόφωνον	noun|rare	ηλεκτρικό μηχάνημα που εφευρέθηκε το 1929 το οποίο παράγει, μέσω παλλόμενου διαφράγματος, οξύ ήχο, προειδοποιητικό ομίχλης για τα πλοία
ναυτών	noun	γενική πληθυντικού του ναύτης
ναυτώνα	=	ναυτώνας
ναυτώνας	noun	κτίσμα ή παροπλισμένο πλοίο για διαμονή ναυτών
ναυτώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναυτώνας
ναυτώνων	=	ναυτώνας
ναφθαλίνες	=	ναφθαλίνη
ναφθαλίνη	noun	λευκός κρυσταλλικός αρωματικός στερεός υδρογονάνθρακας με χημικό τύπο C10H8.
ναφθαλίνης	=	ναφθαλίνη
ναφθαλινίου	noun	γενική ενικού του ναφθαλίνιο
ναφθαλινών	=	ναφθαλίνη
ναφθών	noun	γενική πληθυντικού του νάφθα
ναχιγέ	=	ναχιγές
ναχιγέδες	=	ναχιγές
ναχιγέδων	=	ναχιγές
ναχιγές	noun	μικρή μονάδα επαρχιακής διοίκησης, υποδιαίρεση του καζά
ναωνυμίου	=	ναωνύμιο
ναωνυμίων	=	ναωνύμιο
ναωνύμια	=	ναωνύμιο
ναωνύμιο	noun	ονομασία ναού, εκκλησίας
ναωνύμιου	=	ναωνύμιο
ναωνύμιων	=	ναωνύμιο
ναϊάδα	noun	ναϊάδες: νύμφες των λιμνών και των ποταμών, που έδιναν το όνομά τους στις πηγές με τις οποίες συνδέονταν (Κρηνίδες, Ποταμίδες, Λιμνάδες ή Λιμνακίδες, Ελειονόμοι κ.λπ.)
ναϊάδας	=	ναϊάδα
ναϊάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναϊάδα
ναϊάδων	=	ναϊάδα
ναϊάς	=	ναϊάδα
ναϊδίου	=	ναΐδιο
ναϊδίων	=	ναΐδιο
ναϋδρίου	=	ναΰδριο
ναϋδρίων	=	ναΰδριο
ναό	noun	αιτιατική ενικού του ναός
ναός	noun	κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία
ναόσχημα	=	ναόσχημος
ναόσχημε	=	ναόσχημος
ναόσχημες	=	ναόσχημος
ναόσχημη	=	ναόσχημος
ναόσχημης	=	ναόσχημος
ναόσχημο	=	ναόσχημος
ναόσχημοι	=	ναόσχημος
ναόσχημος	adj	που έχει σχήμα ναού
ναόσχημου	=	ναόσχημος
ναόσχημους	=	ναόσχημος
ναόσχημων	=	ναόσχημος
ναύαρχε	noun	κλητική ενικού του ναύαρχος
ναύαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ναύαρχος
ναύαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναύαρχος
ναύαρχος	noun	ο ανώτατος βαθμός στο Πολεμικό Ναυτικό
ναύαρχου	noun	γενική ενικού του ναύαρχος
ναύαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναύαρχος
ναύαρχων	noun	γενική πληθυντικού του ναύαρχος
ναύδετο	noun	μεγάλος σημαντήρας (σημαδούρα ή τσαμαδούρα) που βρίσκεται αγκυροβολημένος σε συγκεκριμένη θέση (στίγμα), όπου μπορεί ένα πλοίο να προσδένεται με ασφάλεια σ΄ αυτόν, αντί να αγκυροβολήσει
ναύκλαστρον	noun|dated	η τορπίλη
ναύκληρε	noun	κλητική ενικού του ναύκληρος
ναύκληρο	noun	αιτιατική ενικού του ναύκληρος
ναύκληροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναύκληρος
ναύκληρος	noun	ο επικεφαλής υπαξιωματικός του πληρώματος καταστρώματος ενός πλοίου, αυτός που επιβλέπει όλες τις απαραίτητες εργασίες
ναύκληρου	noun	γενική ενικού του ναύκληρος
ναύκληρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναύκληρος
ναύκληρων	noun	γενική πληθυντικού του ναύκληρος
ναύλα	noun	το χρηματικό ποσό που πληρώνει ο επιβάτης ενός συγκοινωνιακού μέσου για το εισιτήριό του
ναύλε	noun	κλητική ενικού του ναύλος
ναύλερος	noun	ναυτικός, καραβοκύρης, ναύκληρος
ναύλο	noun	αιτιατική ενικού του ναύλος
ναύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναύλος
ναύλος	noun	το αντίτιμο της ναύλωσης πλοίου
ναύλου	noun	γενική ενικού του ναύλος
ναύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ναύλος
ναύλωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ναυλώνω
ναύλων	noun	γενική πληθυντικού του ναύλος
ναύλωνα	=	ναυλώνω
ναύλωναν	=	ναυλώνω
ναύλωνε	=	ναυλώνω
ναύλωνες	=	ναυλώνω
ναύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ναυλώνω
ναύλωση	noun	η ενέργεια του ναυλώνω
ναύλωσης	noun	γενική ενικού του ναύλωση
ναύσταθμε	noun	κλητική ενικού του ναύσταθμος
ναύσταθμο	noun	αιτιατική ενικού του ναύσταθμος
ναύσταθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ναύσταθμος
ναύσταθμος	noun	χώρος για τον ελλιμενισμό, την συντήρηση, επισκευή και τον ανεφοδιασμό ενός πολεμικού στόλου
ναύσταθμου	=	ναύσταθμος
ναύσταθμους	=	ναύσταθμος
ναύσταθμων	=	ναύσταθμος
ναύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ναύτης
ναύτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ναύτης
ναύτης	noun	μέλος του κατώτερου πληρώματος ενός πλοίου
ναύτου	=	ναύτης
ναών	noun	γενική πληθυντικού του ναός
ναῦς	=	ναυς
νγκούλτρουμ	noun	το νόμισμα του Μπουτάν
νγκόνι	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Τανζανία
νδ	abbrev	νοτιοδυτικός, νοτιοδυτικά
νδα	abbrev	περιφερειακή διοίκηση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού
νδβα	abbrev	Ναυτική Διοίκηση Βορείου Αιγαίου
νδνα	abbrev	περιφερειακή διοίκηση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού
νεάζαμε	=	νεάζω
νεάζαν	=	νεάζω
νεάζανε	=	νεάζω
νεάζατε	=	νεάζω
νεάζει	=	νεάζω
νεάζεις	=	νεάζω
νεάζετε	=	νεάζω
νεάζοντας	=	νεάζω
νεάζουμε	=	νεάζω
νεάζουν	=	νεάζω
νεάζουνε	=	νεάζω
νεάζω	verb	έχω νεανική συμπεριφορά και εμφάνιση, χωρίς να είμαι (και τόσο) νέος
νεάνιδα	=	νεανίας
νεάνιδας	=	νεανίας
νεάνιδες	=	νεανίας
νεάνιζα	=	νεανίζω
νεάνιζαν	=	νεανίζω
νεάνιζε	=	νεανίζω
νεάνιζες	=	νεανίζω
νεάνις	noun|formal	άλλη γραφή του νεάνιδα
νεάνισα	=	νεανίζω
νεάνισαν	=	νεανίζω
νεάνισε	=	νεανίζω
νεάνισες	=	νεανίζω
νεάργυρε	noun	κλητική ενικού του νεάργυρος
νεάργυρο	noun	αιτιατική ενικού του νεάργυρος
νεάργυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεάργυρος
νεάργυρος	noun	κράμα νικελίου, χαλκού και ψευδαργύρου
νεάργυρου	=	νεάργυρος
νεάργυρους	=	νεάργυρος
νεάργυρων	=	νεάργυρος
νεάσαμε	=	νεάζω
νεάσαν	=	νεάζω
νεάσανε	=	νεάζω
νεάσατε	=	νεάζω
νεάσει	=	νεάζω
νεάσεις	=	νέαση
νεάσεων	=	νέαση
νεάστε	=	νεάζω
νείκος	noun	φιλονικία, διαμάχη
νείμαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείματε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείμει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νέμω
νείμεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείμετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείμουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείμουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείμω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νέμω
νείρομαι	verb	ονειρεύομαι, επιθυμώ, λαχταρώ, ονειροπολώ
νείρτο	noun	το όνειρο
νεανία	noun	γενική ενικού του νεανίας
νεανίας	noun	άτομο νεαρής ηλικίας, νέος, νεαρός
νεανίδων	=	νεανίας
νεανίες	=	νεανίας
νεανίζαμε	=	νεανίζω
νεανίζαν	=	νεανίζω
νεανίζανε	=	νεανίζω
νεανίζατε	=	νεανίζω
νεανίζει	=	νεανίζω
νεανίζεις	=	νεανίζω
νεανίζετε	=	νεανίζω
νεανίζοντας	=	νεανίζω
νεανίζουμε	=	νεανίζω
νεανίζουν	=	νεανίζω
νεανίζουνε	=	νεανίζω
νεανίζω	verb|formal	άλλη μορφή του νεάζω
νεανίσαμε	=	νεανίζω
νεανίσαν	=	νεανίζω
νεανίσανε	=	νεανίζω
νεανίσατε	=	νεανίζω
νεανίσει	=	νεανίζω
νεανίσκε	=	νεανίσκος
νεανίσκο	=	νεανίσκος
νεανίσκοι	=	νεανίσκος
νεανίσκος	noun|dated	ο νεαρός
νεανίσκου	=	νεανίσκος
νεανίσκους	=	νεανίσκος
νεανίσκων	=	νεανίσκος
νεανίστε	=	νεανίζω
νεανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεανικό	adv	με νεανικό τρόπο
νεανικέ	adj	κλητική ενικού του νεανικός
νεανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεανική
νεανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεανικός
νεανικής	adj	γενική ενικού του νεανική
νεανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεανικός
νεανικοτήτων	=	νεανικότητα
νεανικού	adj	γενική ενικού του νεανικός
νεανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεανικός
νεανικό	adj	αιτιατική ενικού του νεανικός
νεανικός	adj	που αναφέρεται σε άτομα νεαρής ηλικίας
νεανικότητα	noun	η ιδιότητα του νεανικού
νεανικότητας	noun	γενική ενικού του νεανικότητα
νεανικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεανικότητα
νεανικών	adj	γενική πληθυντικού του νεανικός
νεανιών	=	νεανίας
νεαντερτάλεια	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειας	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειε	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειες	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειο	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειοι	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειος	adj	που έχει σχέση με τους Νεάντερταλ ή αναφέρεται σ' αυτούς
νεαντερτάλειου	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειους	=	νεαντερτάλειος
νεαντερτάλειων	=	νεαντερτάλειος
νεαπολίτικα	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικε	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικες	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικη	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικης	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικο	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικοι	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικος	adj	ο σχετικός με τη Νεάπολη ή τους κατοίκους της
νεαπολίτικου	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικους	=	νεαπολίτικος
νεαπολίτικων	=	νεαπολίτικος
νεαρά	noun|archaic	η νεαρή κοπέλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεαρό
νεαράς	=	νεαρά
νεαρέ	adj	κλητική ενικού του νεαρός
νεαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεαρή
νεαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεαρός
νεαρής	adj	γενική ενικού του νεαρή
νεαργύρου	noun	γενική ενικού του νεάργυρος
νεαργύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεάργυρος
νεαργύρων	noun	γενική πληθυντικού του νεάργυρος
νεαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεαρός
νεαροτήτων	=	νεαρότητα
νεαρού	adj	γενική ενικού του νεαρός
νεαρούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεαρούδι
νεαρούλα	noun	υποκοριστικό του νεαρή, θηλυκό του νεαρός
νεαρούλας	=	νεαρούλα
νεαρούλες	=	νεαρούλα
νεαρούλη	=	νεαρούλης
νεαρούληδες	=	νεαρούλης
νεαρούληδων	=	νεαρούλης
νεαρούλης	noun	υποκοριστικό του νεαρός
νεαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεαρός
νεαρό	adj	αιτιατική ενικού του νεαρός
νεαρός	noun	έφηβος ή νέος άνδρας	adj	νέος στην ηλικία
νεαρότατα	=	νεαρός
νεαρότατε	=	νεαρός
νεαρότατες	=	νεαρός
νεαρότατη	=	νεαρός
νεαρότατης	=	νεαρός
νεαρότατο	=	νεαρός
νεαρότατοι	=	νεαρός
νεαρότατος	=	νεαρός
νεαρότατου	=	νεαρός
νεαρότατους	=	νεαρός
νεαρότατων	=	νεαρός
νεαρότερα	=	νεαρός
νεαρότερε	=	νεαρός
νεαρότερες	=	νεαρός
νεαρότερη	=	νεαρός
νεαρότερης	=	νεαρός
νεαρότερο	=	νεαρός
νεαρότεροι	=	νεαρός
νεαρότερος	=	νεαρός
νεαρότερου	=	νεαρός
νεαρότερους	=	νεαρός
νεαρότερων	=	νεαρός
νεαρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι νεαρό(ς)
νεαρότητας	=	νεαρότητα
νεαρότητες	=	νεαρότητα
νεαρών	adj	γενική πληθυντικού του νεαρός
νεαττικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεαττικό
νεαττικέ	adj	κλητική ενικού του νεαττικός
νεαττικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεαττική
νεαττική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεαττικός
νεαττικής	adj	γενική ενικού του νεαττική
νεαττικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεαττικός
νεαττικού	adj	γενική ενικού του νεαττικός
νεαττικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεαττικός
νεαττικό	adj	αιτιατική ενικού του νεαττικός
νεαττικός	adj|rare	άλλη μορφή του νεοαττικός
νεαττικών	adj	γενική πληθυντικού του νεαττικός
νεβάρι	noun	μία από τις σημαντικότερες γλώσσες του Νεπάλ
νεβρέ	=	νεβρός
νεβρίδα	noun	δέρμα νεαρού ελαφιού, ιδιαίτερα ως ένδυμα του θεού Διονύσου και της ακολουθίας του
νεβρίδας	=	νεβρίδα
νεβρίδες	=	νεβρίδα
νεβρίδων	=	νεβρίδα
νεβροί	=	νεβρός
νεβρού	=	νεβρός
νεβρούς	=	νεβρός
νεβρό	=	νεβρός
νεβρός	noun	το ελαφάκι
νεβρών	=	νεβρός
νεγκλιζέ	noun	ελαφρύ και πρόχειρο γυναικείο ρούχο από απαλό ύφασμα	adj	ατημέλητος και αποκαλυπτικός
νεγροειδές	=	νεγροειδής
νεγροειδή	=	νεγροειδής
νεγροειδής	adj	που έχει κοινά χαρακτηριστικά με την φυλή των μαύρων
νεγροειδείς	=	νεγροειδής
νεγροειδούς	=	νεγροειδής
νεγροειδών	=	νεγροειδής
νεκατσιώ	verb	αηδιάζω, σιχαίνομαι
νεκρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεκρός
νεκράνθεμα	=	νεκράνθεμο
νεκράνθεμο	noun	λουλούδι που απιθώνεται σε ταφόπλακα νεκρού, νεκρολούλουδο
νεκράνθεμου	=	νεκράνθεμο
νεκράς	=	νεκρός
νεκρέ	adj	κλητική ενικού του νεκρός
νεκρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρή
νεκρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκρός
νεκρής	adj	γενική ενικού του νεκρή
νεκρανάσταση	noun	η επιστροφή στη ζωή κάποιου που θεωρούνταν νεκρός
νεκρανάστασης	=	νεκρανάσταση
νεκρανάστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκρανάστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκρανάστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκρανάστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστάσεις	=	νεκρανάσταση
νεκραναστάσεων	=	νεκρανάσταση
νεκραναστήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκραναστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνω
νεκρανασταίνω	verb	ανασταίνω κάποιον νεκρό
νεκραναστηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρανασταίνομαι
νεκραναστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκραναστημένο
νεκραναστημένε	verb	κλητική ενικού του νεκραναστημένος
νεκραναστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκραναστημένη
νεκραναστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκραναστημένος
νεκραναστημένης	verb	γενική ενικού του νεκραναστημένη
νεκραναστημένο	verb	αιτιατική ενικού του νεκραναστημένος
νεκραναστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκραναστημένος
νεκραναστημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου νεκρανασταίνω
νεκραναστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεκραναστημένος
νεκραναστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεκραναστημένος
νεκραναστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεκραναστημένος
νεκρανθέμου	=	νεκράνθεμο
νεκρανθέμων	=	νεκράνθεμο
νεκρεγερσία	noun|archaic	η έγερση από τους νεκρούς
νεκρεγερσίας	=	νεκρεγερσία
νεκρεγερσίες	=	νεκρεγερσία
νεκρεγερσιών	=	νεκρεγερσία
νεκρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρικό
νεκρικέ	adj	κλητική ενικού του νεκρικός
νεκρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρική
νεκρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκρικός
νεκρικής	adj	γενική ενικού του νεκρική
νεκρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκρικός
νεκρικού	adj	γενική ενικού του νεκρικός
νεκρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεκρικός
νεκρικό	adj	αιτιατική ενικού του νεκρικός
νεκρικός	adj	που χαρακτηρίζει ή ανήκει σε ή προορίζεται για έναν νεκρό
νεκρικών	adj	γενική πληθυντικού του νεκρικός
νεκροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκρός
νεκροβίωση	noun	ο φυσιολογικός θάνατος κυττάρων ή ιστών λόγω αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία
νεκροβίωσης	=	νεκροβίωση
νεκροβιώσεις	=	νεκροβίωση
νεκροβιώσεων	=	νεκροβίωση
νεκρογέννητα	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητε	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητες	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητη	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητης	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητο	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητοι	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητος	adj|formal	θνησιγενής
νεκρογέννητου	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητους	=	νεκρογέννητος
νεκρογέννητων	=	νεκρογέννητος
νεκρογενές	=	νεκρογενής
νεκρογενή	=	νεκρογενής
νεκρογενής	adj|formal	θνησιγενής
νεκρογενείς	=	νεκρογενής
νεκρογεννημένα	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένε	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένες	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένη	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένης	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένο	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένοι	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένος	adj|formal	που γεννήθηκε νεκρός, ο θνησιγέννητος, συνήθως αναφερόμενο σε βρέφη, αλλά και μεταφορικά
νεκρογεννημένου	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένους	=	νεκρογεννημένος
νεκρογεννημένων	=	νεκρογεννημένος
νεκρογενούς	=	νεκρογενής
νεκρογενών	=	νεκρογενής
νεκροδείπνου	=	νεκρόδειπνος
νεκροδείπνους	=	νεκρόδειπνος
νεκροδείπνων	=	νεκρόδειπνος
νεκροδόχα	=	νεκροδόχος
νεκροδόχε	=	νεκροδόχος
νεκροδόχο	=	νεκροδόχος
νεκροδόχοι	=	νεκροδόχος
νεκροδόχος	noun	η τεφροδόχος	adj	που μεταφέρει νεκρό
νεκροδόχου	=	νεκροδόχος
νεκροδόχους	=	νεκροδόχος
νεκροδόχων	=	νεκροδόχος
νεκροθάλαμε	=	νεκροθάλαμος
νεκροθάλαμο	=	νεκροθάλαμος
νεκροθάλαμοι	=	νεκροθάλαμος
νεκροθάλαμος	noun	ο χώρος στον οποίο τοποθετείται το σώμα ενός νεκρού πριν ταφεί
νεκροθάλαμου	=	νεκροθάλαμος
νεκροθάφτες	=	νεκροθάφτης
νεκροθάφτη	=	νεκροθάφτης
νεκροθάφτης	noun	αυτός που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την ταφή ενός νεκρού
νεκροθήκες	=	νεκροθήκη
νεκροθήκη	noun	μέρος στο οποίο τοποθετείται νεκρός
νεκροθήκης	=	νεκροθήκη
νεκροθαλάμου	=	νεκροθάλαμος
νεκροθαλάμους	=	νεκροθάλαμος
νεκροθαλάμων	=	νεκροθάλαμος
νεκροθαφτών	=	νεκροθάφτης
νεκροθηκών	=	νεκροθήκη
νεκροκέρι	noun	κερί που ανάβεται για να τιμήσει έναν νεκρό
νεκροκέρια	=	νεκροκέρι
νεκροκεριού	=	νεκροκέρι
νεκροκεριών	=	νεκροκέρι
νεκροκεφαλές	=	νεκροκεφαλή
νεκροκεφαλή	noun	κρανίο (ανθρώπινου) σκελετού, σύμβολο προειδοποίησης για την ύπαρξη θανάσιμου κινδύνου
νεκροκεφαλής	=	νεκροκεφαλή
νεκροκεφαλών	=	νεκροκεφαλή
νεκροκρέβατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροκρέβατο
νεκροκρέβατο	noun	η κλίνη ή τοφορείο πάνω στο οποίο κοίτεται και/ή μεταφέρεται ο νεκρός, το φέρετρο
νεκροκρέβατου	noun	γενική ενικού του νεκροκρέβατο
νεκροκρέβατων	noun	γενική πληθυντικού του νεκροκρέβατο
νεκρολάτρες	=	νεκρολάτρης
νεκρολάτρη	=	νεκρολάτρης
νεκρολάτρης	noun	αυτός που λατρεύει τους νεκρούς ή τους τιμά με λατρεία και σεβασμό
νεκρολίβανα	=	νεκρολίβανο
νεκρολίβανο	noun|dated	λιβάνι το οποίο καίγεται σε κηδεία για τον νεκρό
νεκρολίβανου	=	νεκρολίβανο
νεκρολίβανων	=	νεκρολίβανο
νεκρολατρία	noun	η λατρεία των νεκρών ή η τίμησή τους με λατρεία και σεβασμό
νεκρολατρίας	=	νεκρολατρία
νεκρολατρίες	=	νεκρολατρία
νεκρολατρεία	noun	η λατρεία των νεκρών ή η τίμησή τους με λατρεία και σεβασμό
νεκρολατρείας	=	νεκρολατρεία
νεκρολατρείες	=	νεκρολατρεία
νεκρολατρειών	=	νεκρολατρεία
νεκρολατριών	=	νεκρολατρία
νεκρολατρών	=	νεκρολάτρης
νεκρολογία	noun	γραπτό συνήθως κείμενο για κάποιον που πέθανε πρόσφατα
νεκρολογίας	noun	γενική ενικού του νεκρολογία
νεκρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρολογία
νεκρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νεκρολογία
νεκρολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρολούλουδο
νεκρολούλουδο	noun	λουλούδι τάφου, μνήματος ή προσφοράς-αφιερώματος σε νεκρό
νεκρολούλουδου	noun	γενική ενικού του νεκρολούλουδο
νεκρολούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του νεκρολούλουδο
νεκρομάντες	=	νεκρομάντης
νεκρομάντη	=	νεκρομάντης
νεκρομάντης	noun	ο μάντης που μαθαίνει το μέλλον από τις ψυχές των νεκρών
νεκρομαντεία	noun	η μαντεία που επιτυγχάνεται μέσω της επαφής με τις ψυχές των νεκρών
νεκρομαντείας	noun	γενική ενικού του νεκρομαντεία
νεκρομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρομαντεία
νεκρομαντείο	noun	μαντείο της αρχαιότητας όπου υποτίθεται ότι συναντιόταν κανείς με τις ψυχές των νεκρών και μαθαινε το μέλλον
νεκρομαντείου	noun	γενική ενικού του νεκρομαντείο
νεκρομαντείων	noun	γενική πληθυντικού του νεκρομαντείο
νεκρομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του νεκρομαντεία
νεκρομαντών	=	νεκρομάντης
νεκροπομπέ	noun	κλητική ενικού του νεκροπομπός
νεκροπομπές	=	νεκροπομπή
νεκροπομπή	noun	μεταφορά νεκρού στον τάφο του
νεκροπομπής	=	νεκροπομπή
νεκροπομποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκροπομπός
νεκροπομπού	noun	γενική ενικού του νεκροπομπός
νεκροπομπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεκροπομπός
νεκροπομπό	noun	αιτιατική ενικού του νεκροπομπός
νεκροπομπός	noun	αυτός που μεταφέρει τον νεκρό στον τάφο του
νεκροπομπών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροπομπός
νεκροπουλιού	=	νεκροπούλι
νεκροπουλιών	=	νεκροπούλι
νεκροπούλι	noun	είδος γλαυκόμορφου πτηνού, με επίσημη ονομασία τυτώ
νεκροπούλια	=	νεκροπούλι
νεκροπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρόπολη
νεκροπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του νεκρόπολη
νεκροπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του νεκρόπολη
νεκροσέντουκα	=	νεκροσέντουκο
νεκροσέντουκο	noun	το φέρετρο
νεκροσέντουκου	=	νεκροσέντουκο
νεκροσέντουκων	=	νεκροσέντουκο
νεκροστέφανα	=	νεκροστέφανο
νεκροστέφανο	noun	το στεφάνι που τοποθετείται πάνω ή μπροστά από το νεκρό ή το φέρετρο κατά την εξόδιο ακολουθία
νεκροστέφανου	=	νεκροστέφανο
νεκροστέφανων	=	νεκροστέφανο
νεκροστολίζαμε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζαν	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζανε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζατε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζει	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζεις	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζετε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζοντας	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζουμε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζουν	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζουνε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίζω	verb	στολίζω το νεκρό πριν την κηδεία
νεκροστολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσαν	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίσανε	=	νεκροστολίζω
νεκροστολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσματα	=	νεκροστόλισμα
νεκροστολίσματος	=	νεκροστόλισμα
νεκροστολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστολισμάτων	=	νεκροστόλισμα
νεκροστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροστολισμένο
νεκροστολισμένε	verb	κλητική ενικού του νεκροστολισμένος
νεκροστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροστολισμένη
νεκροστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκροστολισμένος
νεκροστολισμένης	verb	γενική ενικού του νεκροστολισμένη
νεκροστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεκροστολισμένος
νεκροστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκροστολισμένος
νεκροστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεκροστολισμένος
νεκροστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεκροστολισμένος
νεκροστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεκροστολισμένος
νεκροστόλιζα	=	νεκροστολίζω
νεκροστόλιζαν	=	νεκροστολίζω
νεκροστόλιζε	=	νεκροστολίζω
νεκροστόλιζες	=	νεκροστολίζω
νεκροστόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροστολίζω
νεκροστόλισμα	noun	το στόλισμα του νεκρού πριν την κηδεία
νεκροσυλία	noun	η σύληση ενός νεκρού
νεκροσυλίας	noun	γενική ενικού του νεκροσυλία
νεκροσυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροσυλία
νεκροσυλιών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροσυλία
νεκροταφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροταφείο
νεκροταφείο	noun	τόπος προορισμένος για το θάψιμο ανθρώπων
νεκροταφείου	noun	γενική ενικού του νεκροταφείο
νεκροταφείων	noun	γενική πληθυντικού του νεκροταφείο
νεκροτομές	=	νεκροτομή
νεκροτομή	noun	η ανατομική εξέταση ενός νεκρού σώματος, συνήθως για να διευκρινιστούν τα αίτια του θανάτου
νεκροτομής	=	νεκροτομή
νεκροτομία	noun	τομή και εξέταση νεκρού σώματος για νεκροψία
νεκροτομίας	noun	γενική ενικού του νεκροτομία
νεκροτομίες	=	νεκροτομία
νεκροτομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροτομείο
νεκροτομείο	noun	ο χώρος στον οποίο γίνονται οι νεκροτομές
νεκροτομείου	noun	γενική ενικού του νεκροτομείο
νεκροτομείων	noun	γενική πληθυντικού του νεκροτομείο
νεκροτομιών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροτομία
νεκροτομών	=	νεκροτομή
νεκροφάγα	=	νεκροφάγος
νεκροφάγας	=	νεκροφάγος
νεκροφάγε	=	νεκροφάγος
νεκροφάγες	=	νεκροφάγος
νεκροφάγο	=	νεκροφάγος
νεκροφάγοι	=	νεκροφάγος
νεκροφάγος	adj	που τρέφεται με νεκρά θηράματα
νεκροφάγου	=	νεκροφάγος
νεκροφάγους	=	νεκροφάγος
νεκροφάγων	=	νεκροφάγος
νεκροφάνεια	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δίνει την λανθασμένη εντύπωση ότι είναι νεκρός, επειδή οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν πέσει σε ένα ελάχιστο επίπεδο δραστηριότητας
νεκροφάνειας	noun	γενική ενικού του νεκροφάνεια
νεκροφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφάνεια
νεκροφίλα	=	νεκροφιλώ
νεκροφίλαγε	=	νεκροφιλώ
νεκροφίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφανές	=	νεκροφανής
νεκροφανή	=	νεκροφανής
νεκροφανής	adj	κάποιος όπου δίνει την λανθασμένη εντύπωση ότι είναι νεκρός, επειδή οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν πέσει σε ένα ελάχιστο επίπεδο δραστηριότητας
νεκροφανείς	=	νεκροφανής
νεκροφανειών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροφάνεια
νεκροφανούς	=	νεκροφανής
νεκροφανών	=	νεκροφανής
νεκροφιλά	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάει	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάμε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάν	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάνε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάς	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάτε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλάω	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσαν	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλήσανε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκροφιλώ
νεκροφιλία	noun	έλξη προς αναίσθητους ανθρώπους, που βρίσκονται σε κωματώδη κατάσταση ή νεκρούς
νεκροφιλίας	noun	γενική ενικού του νεκροφιλία
νεκροφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφιλία
νεκροφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροφιλία
νεκροφιλούμε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούν	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούνε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσα	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσαμε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσαν	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσανε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσατε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσε	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλούσες	=	νεκροφιλώ
νεκροφιλώ	verb	δίνω τον τελευταίο ασπασμό σε έναν νεκρό
νεκροφιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νεκροφιλάω / νεκροφιλώ
νεκροφοβία	noun	ο παθολογικός φόβος για τους νεκρούς
νεκροφοβίας	noun	γενική ενικού του νεκροφοβία
νεκροφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφοβία
νεκροφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφοβικό
νεκροφοβικέ	adj	κλητική ενικού του νεκροφοβικός
νεκροφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφοβική
νεκροφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκροφοβικός
νεκροφοβικής	adj	γενική ενικού του νεκροφοβική
νεκροφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκροφοβικός
νεκροφοβικού	adj	γενική ενικού του νεκροφοβικός
νεκροφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεκροφοβικός
νεκροφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του νεκροφοβικός
νεκροφοβικός	adj	που έχει σχέση με τη νεκροφοβία ή τον νεκρόφοβο ή αναφέρεται σ’ αυτά
νεκροφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του νεκροφοβικός
νεκροφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροφοβία
νεκροφυλάκων	=	νεκροφύλακας
νεκροφυλακεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφυλακείο
νεκροφυλακείο	noun	το οίκημα ή ο χώρος σε νοσοκομείο ή νεκροταφείο όπου φυλάσσονται προσωρινά οι νεκροί
νεκροφυλακείου	noun	γενική ενικού του νεκροφυλακείο
νεκροφυλακείων	noun	γενική πληθυντικού του νεκροφυλακείο
νεκροφόβου	=	νεκρόφοβος
νεκροφόβους	=	νεκρόφοβος
νεκροφόβων	=	νεκρόφοβος
νεκροφόρα	noun	αυτοκίνητο (ή παλιότερα άμαξα) που έχουν τα γραφεία τελετών, ειδικά διασκευασμένο για τη μεταφορά του νεκρού στο νεκροταφείο
νεκροφόρας	noun	γενική ενικού του νεκροφόρα
νεκροφόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροφόρα
νεκροφόρων	noun	γενική πληθυντικού του νεκροφόρα
νεκροφύλακα	=	νεκροφύλακας
νεκροφύλακας	noun	εργαζόμενος/νη σε νεκροφυλακείο
νεκροφύλακες	=	νεκροφύλακας
νεκροφύλακος	=	νεκροφύλακας
νεκροψία	noun	η κλινική εξωτερική εξέταση του σώματος ενός νεκρού είτε για να διευκρινιστούν τα αίτια του θανάτου, ή για άλλους ερευνητικούς σκοπούς
νεκροψίας	noun	γενική ενικού του νεκροψία
νεκροψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκροψία
νεκροψιών	noun	γενική πληθυντικού του νεκροψία
νεκρού	adj	γενική ενικού του νεκρός
νεκρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεκρός
νεκρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νέκρωμα
νεκρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρωμένο
νεκρωμένε	verb	κλητική ενικού του νεκρωμένος
νεκρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρωμένη
νεκρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκρωμένος
νεκρωμένης	verb	γενική ενικού του νεκρωμένη
νεκρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεκρωμένος
νεκρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκρωμένος
νεκρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεκρωμένος
νεκρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεκρωμένος
νεκρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεκρωμένος
νεκρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρωτικό
νεκρωτικέ	adj	κλητική ενικού του νεκρωτικός
νεκρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρωτική
νεκρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκρωτικός
νεκρωτικής	adj	γενική ενικού του νεκρωτική
νεκρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκρωτικός
νεκρωτικού	adj	γενική ενικού του νεκρωτικός
νεκρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεκρωτικός
νεκρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του νεκρωτικός
νεκρωτικός	adj	που προκαλεί νέκρωση
νεκρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του νεκρωτικός
νεκρό	adj	αιτιατική ενικού του νεκρός
νεκρόδειπνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρόδειπνο
νεκρόδειπνε	=	νεκρόδειπνος
νεκρόδειπνο	noun	το δείπνο που παρατίθεται μετά την κηδεία συνήθως στο σπίτι του νεκρού)
νεκρόδειπνοι	=	νεκρόδειπνος
νεκρόδειπνος	noun	άλλη μορφή του νεκρόδειπνο
νεκρόδειπνου	noun	γενική ενικού του νεκρόδειπνο
νεκρόδειπνους	=	νεκρόδειπνος
νεκρόδειπνων	noun	γενική πληθυντικού του νεκρόδειπνο
νεκρόπολη	noun	το αρχαίο νεκροταφείο
νεκρόπολης	noun	γενική ενικού του νεκρόπολη
νεκρόπολις	=	νεκρόπολη
νεκρός	adj	που δε βρίσκεται πια στη ζωή, που έχει πεθάνει, που οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν παύσει οριστικά	noun	ο άνθρωπος που έχει πεθάνει
νεκρόσυλα	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλε	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλες	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλη	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλης	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλο	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλοι	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλος	adj	που διαπράττει νεκροσυλία
νεκρόσυλου	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλους	=	νεκρόσυλος
νεκρόσυλων	=	νεκρόσυλος
νεκρότητα	noun|rare	το να είναι κανείς νεκρός
νεκρόφιλα	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλε	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλες	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλη	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλης	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλο	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλοι	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλος	adj	που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο	noun	εκείνος που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο
νεκρόφιλου	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλους	=	νεκρόφιλος
νεκρόφιλων	=	νεκρόφιλος
νεκρόφοβε	=	νεκρόφοβος
νεκρόφοβο	=	νεκρόφοβος
νεκρόφοβοι	=	νεκρόφοβος
νεκρόφοβος	noun	που φοβάται τους νεκρούς ή (γενικότερα) τον θάνατο
νεκρόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρόψυχο
νεκρόψυχε	adj	κλητική ενικού του νεκρόψυχος
νεκρόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκρόψυχη
νεκρόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεκρόψυχος
νεκρόψυχης	adj	γενική ενικού του νεκρόψυχη
νεκρόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του νεκρόψυχος
νεκρόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεκρόψυχος
νεκρόψυχος	adj	άνθρωπος άκαρδος και ψυχρός
νεκρόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεκρόψυχος
νεκρόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεκρόψυχος
νεκρόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεκρόψυχος
νεκρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνομαι
νεκρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέκρωμα
νεκρώματος	noun	γενική ενικού του νέκρωμα
νεκρών	adj	γενική πληθυντικού του νεκρός
νεκρώναμε	=	νεκρώνω
νεκρώναν	=	νεκρώνω
νεκρώνανε	=	νεκρώνω
νεκρώνατε	=	νεκρώνω
νεκρώνει	=	νεκρώνω
νεκρώνεις	=	νεκρώνω
νεκρώνετε	=	νεκρώνω
νεκρώνοντας	=	νεκρώνω
νεκρώνουμε	=	νεκρώνω
νεκρώνουν	=	νεκρώνω
νεκρώνουνε	=	νεκρώνω
νεκρώνω	verb	διακόπτω τις φυσιολογικές λειτουργίες της ζωής, προκαλώ το θάνατο
νεκρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώσαν	=	νεκρώνω
νεκρώσανε	=	νεκρώνω
νεκρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέκρωση
νεκρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του νέκρωση
νεκρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του νέκρωση
νεκρώσιμα	=	νεκρώσιμο
νεκρώσιμε	=	νεκρώσιμος
νεκρώσιμες	=	νεκρώσιμος
νεκρώσιμη	=	νεκρώσιμος
νεκρώσιμης	=	νεκρώσιμος
νεκρώσιμο	noun	έντυπο αγγελτήριο κηδείας, που τοιχοκολλείται	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νεκρώσιμος
νεκρώσιμοι	=	νεκρώσιμος
νεκρώσιμος	adj	σχετικός με έναν νεκρό
νεκρώσιμου	=	νεκρώσιμο
νεκρώσιμους	=	νεκρώσιμος
νεκρώσιμων	=	νεκρώσιμο
νεκρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεκρώνω
νεκταρίνι	noun	ποικιλία του ροδάκινου, καρπός της νεκταρινιάς· φρούτο με λεία φλούδα και σάρκα σκληρή (όπως του μήλου) κόκκινου, λευκού ή κίτρινου χρώματος
νεκταρίνια	=	νεκταρίνι
νεκταρινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεκταρινιά
νεκταρινιού	=	νεκταρίνι
νεκταρινιών	=	νεκταρίνι
νεκυομαντεία	noun|archaic	ταυτόσημο με νεκρομαντεία
νεκυομαντείας	=	νεκυομαντεία
νεκυομαντείες	=	νεκυομαντεία
νεκυομαντειών	=	νεκυομαντεία
νελε	abbrev	θεσμός για την λαϊκή επιμόρφωση
νεμέσεις	=	νέμεση
νεμέσεων	=	νέμεση
νενέ	noun|vulgar	η γιαγιά
νενέδες	=	νενέ
νενέδων	=	νενέ
νενέκος	noun	συνώνυμο του προδότης
νενές	=	νενέ
νενομισμένα	=	νενομισμένος
νενομισμένε	=	νενομισμένος
νενομισμένες	=	νενομισμένος
νενομισμένη	=	νενομισμένος
νενομισμένης	=	νενομισμένος
νενομισμένο	=	νενομισμένος
νενομισμένοι	=	νενομισμένος
νενομισμένος	verb|formal	νόμιμος
νενομισμένου	=	νενομισμένος
νενομισμένους	=	νενομισμένος
νενομισμένων	=	νενομισμένος
νεοέλληνα	=	νεοέλληνας
νεοέλληνας	noun	ο Έλληνας της νεότερης εποχής
νεοέλληνες	=	νεοέλληνας
νεοαθεϊσμέ	=	νεοαθεϊσμός
νεοαθεϊσμοί	=	νεοαθεϊσμός
νεοαθεϊσμού	=	νεοαθεϊσμός
νεοαθεϊσμούς	=	νεοαθεϊσμός
νεοαθεϊσμό	=	νεοαθεϊσμός
νεοαθεϊσμός	noun	πολιτικός αθεϊσμός
νεοαθεϊσμών	=	νεοαθεϊσμός
νεοαναπτυσσόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαναπτυσσόμενο
νεοαναπτυσσόμενε	verb	κλητική ενικού του νεοαναπτυσσόμενος
νεοαναπτυσσόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαναπτυσσόμενη
νεοαναπτυσσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοαναπτυσσόμενος
νεοαναπτυσσόμενης	verb	γενική ενικού του νεοαναπτυσσόμενη
νεοαναπτυσσόμενο	verb	αιτιατική ενικού του νεοαναπτυσσόμενος
νεοαναπτυσσόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοαναπτυσσόμενος
νεοαναπτυσσόμενος	verb	που πρόσφατα αναπτύχθηκε ή αναπτύσσεται
νεοαναπτυσσόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοαναπτυσσόμενος
νεοαναπτυσσόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεοαναπτυσσόμενος
νεοαναπτυσσόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοαναπτυσσόμενος
νεοανθρωπισμέ	=	νεοανθρωπισμός
νεοανθρωπισμοί	=	νεοανθρωπισμός
νεοανθρωπισμού	=	νεοανθρωπισμός
νεοανθρωπισμούς	=	νεοανθρωπισμός
νεοανθρωπισμό	=	νεοανθρωπισμός
νεοανθρωπισμός	noun	ολιστική φιλοσοφική θεωρία που επαναπροσδιορίζει τον ανθρωπισμό / ουμανισμό και στην οποία ο οικουμενισμός παίζει κεντρικό ρόλο
νεοανθρωπισμών	=	νεοανθρωπισμός
νεοανθρωπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοανθρωπιστικό
νεοανθρωπιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοανθρωπιστικός
νεοανθρωπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοανθρωπιστική
νεοανθρωπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοανθρωπιστικός
νεοανθρωπιστικής	adj	γενική ενικού του νεοανθρωπιστική
νεοανθρωπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοανθρωπιστικός
νεοανθρωπιστικού	adj	γενική ενικού του νεοανθρωπιστικός
νεοανθρωπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοανθρωπιστικός
νεοανθρωπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοανθρωπιστικός
νεοανθρωπιστικός	adj	χαρακτηριστικός του νεοανθρωπισμού
νεοανθρωπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοανθρωπιστικός
νεοαντιγόνα	=	νεοαντιγόνο
νεοαντιγόνο	noun	ένα νέο αντιγόνο, δηλαδή μια πρωτεΐνη ή μόριο, που εμφανίζεται στην επιφάνεια καρκινικών κυττάρων λόγω γενετικών μεταλλάξεων και δεν υπάρχει στα φυσιολογικά κύτταρα του οργανισμού και το οποίο αντιγόνο το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να το αναγνωρίσει ως ξένο και να του επιτεθεί
νεοαντιγόνου	=	νεοαντιγόνο
νεοαντιγόνων	=	νεοαντιγόνο
νεοαποικιοκράτες	=	νεοαποικιοκράτης
νεοαποικιοκράτη	=	νεοαποικιοκράτης
νεοαποικιοκράτης	noun	κάποιος που υποστηρίζει ή εφαρμόζει την νεοαποικιοκρατία
νεοαποικιοκρατία	noun	η κυριαρχία εύρωστων οικονομικά χωρών στις πιο αδύναμες, με οικονομικά και πολιτισμικά μέσα
νεοαποικιοκρατίας	noun	γενική ενικού του νεοαποικιοκρατία
νεοαποικιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατία
νεοαποικιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατικό
νεοαποικιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατική
νεοαποικιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατικής	adj	γενική ενικού του νεοαποικιοκρατική
νεοαποικιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατικού	adj	γενική ενικού του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατικός	adj	χαρακτηριστικός της νεοαποικιοκρατίας
νεοαποικιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατικός
νεοαποικιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του νεοαποικιοκρατία
νεοαποικιοκρατών	=	νεοαποικιοκράτης
νεοαποικισμέ	=	νεοαποικισμός
νεοαποικισμοί	=	νεοαποικισμός
νεοαποικισμού	=	νεοαποικισμός
νεοαποικισμούς	=	νεοαποικισμός
νεοαποικισμό	=	νεοαποικισμός
νεοαποικισμός	noun	ο έλεγχος μιας χώρας από άλλη με οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά μέσα
νεοαποικισμών	=	νεοαποικισμός
νεοαπομονωτισμέ	=	νεοαπομονωτισμός
νεοαπομονωτισμοί	=	νεοαπομονωτισμός
νεοαπομονωτισμού	=	νεοαπομονωτισμός
νεοαπομονωτισμούς	=	νεοαπομονωτισμός
νεοαπομονωτισμό	=	νεοαπομονωτισμός
νεοαπομονωτισμός	noun	απομονωτισμός με διαφορετικά χαρακτηριστικά από ανάλογους παλαιότερων περιόδων
νεοαπομονωτισμών	=	νεοαπομονωτισμός
νεοαττικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαττικό
νεοαττικέ	adj	κλητική ενικού του νεοαττικός
νεοαττικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοαττική
νεοαττική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοαττικός
νεοαττικής	adj	γενική ενικού του νεοαττική
νεοαττικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοαττικός
νεοαττικού	adj	γενική ενικού του νεοαττικός
νεοαττικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοαττικός
νεοαττικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοαττικός
νεοαττικός	adj	που αντιγράφει ή μιμείται τα κλασικά έργα της αττικής τέχνης
νεοαττικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοαττικός
νεοαφιχθείς	adj	που έφτασε πρόσφτατα
νεοβιταλισμέ	=	νεοβιταλισμός
νεοβιταλισμοί	=	νεοβιταλισμός
νεοβιταλισμού	=	νεοβιταλισμός
νεοβιταλισμούς	=	νεοβιταλισμός
νεοβιταλισμό	=	νεοβιταλισμός
νεοβιταλισμός	noun	οποιαδήποτε αναβίωση του βιταλισμού, ιδιαίτερα αυτή του Johannes Reinke (1849–1931)
νεοβιταλισμών	=	νεοβιταλισμός
νεογέννητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογέννητο
νεογέννητε	adj	κλητική ενικού του νεογέννητος
νεογέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογέννητη
νεογέννητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεογέννητος
νεογέννητης	adj	γενική ενικού του νεογέννητη
νεογέννητο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νεογέννητος
νεογέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεογέννητος
νεογέννητος	adj	που γεννήθηκε πρόσφατα
νεογέννητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεογέννητος
νεογέννητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεογέννητος
νεογέννητων	noun	γενική πληθυντικού του νεογέννητο
νεογενές	=	νεογενής
νεογενή	=	νεογενής
νεογενής	adj|archaic	καινούργιος, πρόσφατος
νεογενείς	=	νεογενής
νεογενούς	=	νεογενής
νεογενών	=	νεογενής
νεογιλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογιλό
νεογιλέ	adj	κλητική ενικού του νεογιλός
νεογιλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογιλή
νεογιλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεογιλός
νεογιλής	adj	γενική ενικού του νεογιλή
νεογιλοί	noun	η πρώτη προσωρινή σειρά δοντιών που εμφανίζεται στα περισσότερα θηλαστικά καθώς και στους ανθρώπους.	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεογιλός
νεογιλού	adj	γενική ενικού του νεογιλός
νεογιλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεογιλός
νεογιλό	adj	αιτιατική ενικού του νεογιλός
νεογιλός	adj	για τα προσωρινά δόντια των παιδιών που δίνουν τη θέση τους σε αυτά που θα έχει το άτομο σε όλη του τη ζωή
νεογιλών	adj	γενική πληθυντικού του νεογιλός
νεογνά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογνό
νεογνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογνικό
νεογνικέ	adj	κλητική ενικού του νεογνικός
νεογνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογνική
νεογνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεογνικός
νεογνικής	adj	γενική ενικού του νεογνική
νεογνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεογνικός
νεογνικού	adj	γενική ενικού του νεογνικός
νεογνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεογνικός
νεογνικό	adj	αιτιατική ενικού του νεογνικός
νεογνικός	adj	που αναφέρεται σε νεογνό, ή που αφορά νεογνό
νεογνικών	adj	γενική πληθυντικού του νεογνικός
νεογνολογία	noun	κλάδος της ιατρικής και ειδικότερα της παιδιατρικής που ασχολείται με τους φυσιολογικούς μηχανισμούς, τις παθήσεις και τα προβλήματα των νεογνών.
νεογνολογίας	noun	γενική ενικού του νεογνολογία
νεογνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογνολογία
νεογνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογνολογικό
νεογνολογικέ	adj	κλητική ενικού του νεογνολογικός
νεογνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογνολογική
νεογνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεογνολογικός
νεογνολογικής	adj	γενική ενικού του νεογνολογική
νεογνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεογνολογικός
νεογνολογικού	adj	γενική ενικού του νεογνολογικός
νεογνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεογνολογικός
νεογνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νεογνολογικός
νεογνολογικός	adj	σχετικός με το νεογνό
νεογνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νεογνολογικός
νεογνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νεογνολογία
νεογνολόγε	=	νεογνολόγος
νεογνολόγο	=	νεογνολόγος
νεογνολόγοι	=	νεογνολόγος
νεογνολόγος	noun	παιδίατρος εξειδικευμένος στο νεογνό
νεογνολόγου	=	νεογνολόγος
νεογνολόγους	=	νεογνολόγος
νεογνολόγων	=	νεογνολόγος
νεογνού	noun	γενική ενικού του νεογνό
νεογνό	noun	το βρέφος που μόλις γεννήθηκε, το νεογέννητο
νεογνών	noun	γενική πληθυντικού του νεογνό
νεογοτθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεογοτθικός	adv	σε νεογοτθικό στιλ
νεογοτθικέ	adj	κλητική ενικού του νεογοτθικός
νεογοτθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεογοτθική
νεογοτθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεογοτθικός
νεογοτθικής	adj	γενική ενικού του νεογοτθική
νεογοτθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεογοτθικός
νεογοτθικού	adj	γενική ενικού του νεογοτθικός
νεογοτθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεογοτθικός
νεογοτθικό	adj	αιτιατική ενικού του νεογοτθικός
νεογοτθικός	adj	που έχει σχέση με το αρχιτεκτονικό στιλ που αποτελεί αναβίωση του γοτθικού ρυθμού των μεσαιωνικών χρόνων
νεογοτθικών	adj	γενική πληθυντικού του νεογοτθικός
νεογραμματικέ	noun	κλητική ενικού του νεογραμματικός
νεογραμματικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεογραμματικός
νεογραμματικού	noun	γενική ενικού του νεογραμματικός
νεογραμματικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεογραμματικός
νεογραμματικό	noun	αιτιατική ενικού του νεογραμματικός
νεογραμματικός	noun	μέλος ομάδας Γερμανών γλωσσολόγων του 19^(ου) αιώνα που ασχολήθηκαν με την ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία έχοντας ως αρχή την καθολικότητα των φωνητικών νόμων	adj	που αφορά μέλος ομάδας Γερμανών γλωσσολόγων του 19ου αιώνα που ασχολήθηκαν με την ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία έχοντας ως αρχή την καθολικότητα των φωνητικών νόμων
νεογραμματικών	noun	γενική πληθυντικού του νεογραμματικός
νεοδίδακτος	adj|rare	που πρόσφατα έχει διδαχθεί κάτι
νεοδαμωδών	=	νεοδαμώδης
νεοδαμώδεις	=	νεοδαμώδης
νεοδαμώδες	=	νεοδαμώδης
νεοδαμώδη	=	νεοδαμώδης
νεοδαμώδης	adj|formal	νεοεισαχθείς σε κάποια ιδεολογία
νεοδαμώδους	=	νεοδαμώδης
νεοδαρβινισμέ	=	νεοδαρβινισμός
νεοδαρβινισμοί	=	νεοδαρβινισμός
νεοδαρβινισμού	=	νεοδαρβινισμός
νεοδαρβινισμούς	=	νεοδαρβινισμός
νεοδαρβινισμό	=	νεοδαρβινισμός
νεοδαρβινισμός	noun	θεωρία εξέλιξης που αντιπροσωπεύει μια σύνθεση της θεωρίας του Κάρολου Δαρβίνου σχετικά με τη φυσική επιλογή και τη γενετική θεωρία του Γκρέγκορ Μέντελ
νεοδαρβινισμών	=	νεοδαρβινισμός
νεοδημιούργητα	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητε	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητες	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητη	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητης	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητο	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητοι	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητος	adj	που δημιουργήθηκε πρόσφατα
νεοδημιούργητου	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητους	=	νεοδημιούργητος
νεοδημιούργητων	=	νεοδημιούργητος
νεοδημοκράτες	=	νεοδημοκράτης
νεοδημοκράτη	=	νεοδημοκράτης
νεοδημοκράτης	noun	πολιτικός οπαδός, υποστηρικτής, ή βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας
νεοδημοκρατών	=	νεοδημοκράτης
νεοδιορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοδιορισμένο
νεοδιορισμένε	verb	κλητική ενικού του νεοδιορισμένος
νεοδιορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοδιορισμένη
νεοδιορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοδιορισμένος
νεοδιορισμένης	verb	γενική ενικού του νεοδιορισμένη
νεοδιορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεοδιορισμένος
νεοδιορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοδιορισμένος
νεοδιορισμένος	verb	ο νεοδιόριστος
νεοδιορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοδιορισμένος
νεοδιορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεοδιορισμένος
νεοδιορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοδιορισμένος
νεοδιόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοδιόριστο
νεοδιόριστε	adj	κλητική ενικού του νεοδιόριστος
νεοδιόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοδιόριστη
νεοδιόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοδιόριστος
νεοδιόριστης	adj	γενική ενικού του νεοδιόριστη
νεοδιόριστο	adj	αιτιατική ενικού του νεοδιόριστος
νεοδιόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοδιόριστος
νεοδιόριστος	adj	που έχει διοριστεί πρόσφατα, συνήθως σε δημόσια θέση ή στο δημόσιο τομέα
νεοδιόριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοδιόριστος
νεοδιόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοδιόριστος
νεοδιόριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοδιόριστος
νεοδογματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοδογματικό
νεοδογματικέ	adj	κλητική ενικού του νεοδογματικός
νεοδογματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοδογματική
νεοδογματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοδογματικός
νεοδογματικής	adj	γενική ενικού του νεοδογματική
νεοδογματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοδογματικός
νεοδογματικού	adj	γενική ενικού του νεοδογματικός
νεοδογματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοδογματικός
νεοδογματικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοδογματικός
νεοδογματικός	adj	που αφορά καινοφανές δόγμα
νεοδογματικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοδογματικός
νεοδυμίου	=	νεοδύμιο
νεοδύμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 60 και χημικό σύμβολο το Nd
νεοεβραίος	noun|rare	άνθρωπος που ανήκει σε μια νέα γενιά Εβραίων που εκφράζουν την εβραϊκότητά τους με διάφορους τρόπους και δεν ενδιαφέρονται απαραιτήτως για τη οργανωμένη εβραϊκή κοινότητα
νεοεβραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεβραϊκό
νεοεβραϊκέ	adj	κλητική ενικού του νεοεβραϊκός
νεοεβραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεβραϊκή
νεοεβραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοεβραϊκός
νεοεβραϊκής	adj	γενική ενικού του νεοεβραϊκή
νεοεβραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοεβραϊκός
νεοεβραϊκού	adj	γενική ενικού του νεοεβραϊκός
νεοεβραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοεβραϊκός
νεοεβραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του νεοεβραϊκός
νεοεβραϊκός	adj	για νέο κείμενο που γράφτηκε μετά τα βασικά θρησκευτικά εβραϊκά κείμενα και την Τορά
νεοεβραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του νεοεβραϊκός
νεοεισερχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεισερχόμενο
νεοεισερχόμενε	verb	κλητική ενικού του νεοεισερχόμενος
νεοεισερχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεισερχόμενη
νεοεισερχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοεισερχόμενος
νεοεισερχόμενης	verb	γενική ενικού του νεοεισερχόμενη
νεοεισερχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του νεοεισερχόμενος
νεοεισερχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοεισερχόμενος
νεοεισερχόμενος	verb	που τώρα εισέρχεται, που είναι ακόμα νέος σε μια κατάσταση
νεοεισερχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοεισερχόμενος
νεοεισερχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεοεισερχόμενος
νεοεισερχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοεισερχόμενος
νεοελθουσών	=	νεοελθών
νεοελθούσα	=	νεοελθών
νεοελθούσας	=	νεοελθών
νεοελθούσες	=	νεοελθών
νεοελθούσης	=	νεοελθών
νεοελθόν	=	νεοελθών
νεοελθόντα	=	νεοελθών
νεοελθόντες	=	νεοελθών
νεοελθόντος	=	νεοελθών
νεοελθόντων	=	νεοελθών
νεοελθών	verb	που πρόσφατα ήρθε
νεοελλήνων	=	νεοέλληνας
νεοελληνίδα	=	νεοέλληνας
νεοελληνίστρια	noun	η φιλόλογος που ειδικεύεται στη νεοελληνική λογοτεχνία
νεοελληνίστριας	noun	γενική ενικού του νεοελληνίστρια
νεοελληνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοελληνίστρια
νεοελληνικά	noun	η νέα ελληνική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοελληνικό
νεοελληνικέ	adj	κλητική ενικού του νεοελληνικός
νεοελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοελληνική
νεοελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοελληνικός
νεοελληνικής	adj	γενική ενικού του νεοελληνική
νεοελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοελληνικός
νεοελληνικού	adj	γενική ενικού του νεοελληνικός
νεοελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοελληνικός
νεοελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοελληνικός
νεοελληνικός	adj	που αναφέρεται στον νεώτερο ελληνισμό, τη γλώσσα του, την ιστορία του και τον πολιτισμό του
νεοελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοελληνικός
νεοελληνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοελληνιστής
νεοελληνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεοελληνιστής
νεοελληνιστής	noun	ο φιλόλογος που ειδικεύεται στη νεοελληνική λογοτεχνία η ο ιστορικός της νεότερης και σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας
νεοελληνιστί	adv	στα νεοελληνικά, στη νεοελληνική γλώσσα
νεοελληνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεοελληνίστρια
νεοελληνιστών	noun	γενική πληθυντικού του νεοελληνιστής
νεοεμπρεσιονίστρια	noun	θηλυκό του νεοεμπρεσιονιστής
νεοεμπρεσιονίστριας	noun	γενική ενικού του νεοεμπρεσιονίστρια
νεοεμπρεσιονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονίστρια
νεοεμπρεσιονισμέ	=	νεοεμπρεσιονισμός
νεοεμπρεσιονισμοί	=	νεοεμπρεσιονισμός
νεοεμπρεσιονισμού	=	νεοεμπρεσιονισμός
νεοεμπρεσιονισμούς	=	νεοεμπρεσιονισμός
νεοεμπρεσιονισμό	=	νεοεμπρεσιονισμός
νεοεμπρεσιονισμός	noun	είδος ιμπρεσιονιστικής τέχνης που χρησιμοποιούσε τον πουαντιλισμό, για να πετύχει μια πιο φορμαλιστική σύνθεση
νεοεμπρεσιονισμών	=	νεοεμπρεσιονισμός
νεοεμπρεσιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονιστής
νεοεμπρεσιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεοεμπρεσιονιστής
νεοεμπρεσιονιστής	noun	ζωγράφος οπαδός του νεοεμπρεσιονισμού / νεοϊμπρεσιονισμού
νεοεμπρεσιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεοεμπρεσιονιστικός	adv	με νεοεμπρεσιονιστικό τρόπο
νεοεμπρεσιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονιστική
νεοεμπρεσιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστικής	adj	γενική ενικού του νεοεμπρεσιονιστική
νεοεμπρεσιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστικού	adj	γενική ενικού του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστικός	adj	σχετικός με τον νεοεμπρεσιονισμό
νεοεμπρεσιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονιστικός
νεοεμπρεσιονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονίστρια
νεοεμπρεσιονιστών	noun	γενική πληθυντικού του νεοεμπρεσιονιστής
νεοζηλανδέζα	noun	θηλυκό του Νεοζηλανδός, η Νεοζηλανδή
νεοζηλανδέζας	=	νεοζηλανδέζα
νεοζηλανδέζες	=	νεοζηλανδέζα
νεοζηλανδέζικος	=	νεοζηλανδικός
νεοζηλανδέζων	=	νεοζηλανδέζα
νεοζηλανδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοζηλανδικό
νεοζηλανδικέ	adj	κλητική ενικού του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοζηλανδική
νεοζηλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδικής	adj	γενική ενικού του νεοζηλανδική
νεοζηλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδικού	adj	γενική ενικού του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδικός	adj	σχετικός με τη Νέα Ζηλανδία και τους Νεοζηλανδούς
νεοζηλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοζηλανδικός
νεοζηλανδός	=	νεοζηλανδέζα
νεοημερολογίτες	=	νεοημερολογίτης
νεοημερολογίτη	=	νεοημερολογίτης
νεοημερολογίτης	noun	αυτός που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο (Γρηγοριανό ημερολόγιο) όσον αφορά τις θρησκευτικές εορτές
νεοημερολογίτισσα	noun	θηλυκό του νεοημερολογίτης
νεοημερολογίτισσας	=	νεοημερολογίτισσα
νεοημερολογίτισσες	=	νεοημερολογίτισσα
νεοημερολογιτισμέ	=	νεοημερολογιτισμός
νεοημερολογιτισμοί	=	νεοημερολογιτισμός
νεοημερολογιτισμού	=	νεοημερολογιτισμός
νεοημερολογιτισμούς	=	νεοημερολογιτισμός
νεοημερολογιτισμό	=	νεοημερολογιτισμός
νεοημερολογιτισμός	noun	το να είναι κάποιος νεοημερολογίτης
νεοημερολογιτισμών	=	νεοημερολογιτισμός
νεοημερολογιτισσών	=	νεοημερολογίτισσα
νεοημερολογιτών	=	νεοημερολογίτης
νεοθετικισμέ	=	νεοθετικισμός
νεοθετικισμοί	=	νεοθετικισμός
νεοθετικισμού	=	νεοθετικισμός
νεοθετικισμούς	=	νεοθετικισμός
νεοθετικισμό	=	νεοθετικισμός
νεοθετικισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που χαρακτηρίζεται από την άρνηση οποιουδήποτε μεταφυσικού στοιχείου στη φιλοσοφία
νεοθετικισμών	=	νεοθετικισμός
νεοθετικιστές	=	νεοθετικιστής
νεοθετικιστή	=	νεοθετικιστής
νεοθετικιστής	noun	οπαδός του νεοθετικισμού
νεοθετικιστικά	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικέ	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικές	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστική	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικής	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικοί	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικού	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικούς	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικό	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον νεοθετικισμό ή τον νεοθετικιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
νεοθετικιστικών	=	νεοθετικιστικός
νεοθετικιστών	=	νεοθετικιστής
νεοκαντιανισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοκαντιανισμός
νεοκαντιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοκαντιανισμός
νεοκαντιανισμού	noun	γενική ενικού του νεοκαντιανισμός
νεοκαντιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοκαντιανισμός
νεοκαντιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοκαντιανισμός
νεοκαντιανισμός	noun	φιλοσοφικό ρεύμα του 19ου αιώνα που επεδίωκε την αναβίωση του στοχασμού του Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant) για τη γνώση σαν βάση της φιλοσοφίας, που αναπτύχθηκε ως εναντίωση στον υλισμό
νεοκαντιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοκαντιανισμός
νεοκαπιταλισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοκαπιταλισμός
νεοκαπιταλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοκαπιταλισμός
νεοκαπιταλισμού	noun	γενική ενικού του νεοκαπιταλισμός
νεοκαπιταλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοκαπιταλισμός
νεοκαπιταλισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοκαπιταλισμός
νεοκαπιταλισμός	noun	(πολιτική, οικονομία φάση του καπιταλισμού μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με χαρακτηριστικά, τη διασπορά των μετοχών των επιχειρήσεων σε πολλούς μετόχους, την έμφαση στην τεχνολογία, και γενικότερα το συνδυασμό με άλλες οικονομικές θεωρίες
νεοκαπιταλισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοκαπιταλισμός
νεοκαπιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοκαπιταλιστικό
νεοκαπιταλιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαπιταλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοκαπιταλιστική
νεοκαπιταλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαπιταλιστικής	adj	γενική ενικού του νεοκαπιταλιστική
νεοκαπιταλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαπιταλιστικού	adj	γενική ενικού του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαπιταλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαπιταλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαπιταλιστικός	adj	σχετικός με τον νεοκαπιταλισμό
νεοκαπιταλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοκαπιταλιστικός
νεοκαρτεσιανισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοκαρτεσιανισμός
νεοκαρτεσιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοκαρτεσιανισμός
νεοκαρτεσιανισμού	noun	γενική ενικού του νεοκαρτεσιανισμός
νεοκαρτεσιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοκαρτεσιανισμός
νεοκαρτεσιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοκαρτεσιανισμός
νεοκαρτεσιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοκαρτεσιανισμός
νεοκλασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοκλασικό
νεοκλασικέ	adj	κλητική ενικού του νεοκλασικός
νεοκλασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοκλασική
νεοκλασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοκλασικός
νεοκλασικής	adj	γενική ενικού του νεοκλασική
νεοκλασικίστρια	noun	θηλυκό του νεοκλασικιστής
νεοκλασικίστριας	noun	γενική ενικού του νεοκλασικίστρια
νεοκλασικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοκλασικίστρια
νεοκλασικισμέ	=	νεοκλασικισμός
νεοκλασικισμοί	=	νεοκλασικισμός
νεοκλασικισμού	=	νεοκλασικισμός
νεοκλασικισμούς	=	νεοκλασικισμός
νεοκλασικισμό	=	νεοκλασικισμός
νεοκλασικισμός	noun	πολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό κίνημα ή τάση, που μιμείται το ύφος και την τεχνική των κλασικών δημιουργημάτων ανανεώνοντας τον κλασικισμό
νεοκλασικισμών	=	νεοκλασικισμός
νεοκλασικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοκλασικιστής
νεοκλασικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεοκλασικιστής
νεοκλασικιστής	noun	οπαδός του νεοκλασικισμού
νεοκλασικιστικά	adv	με νεοκλασικιστικό τρόπο
νεοκλασικιστικέ	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικές	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστική	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικής	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικοί	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικού	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικούς	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικό	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον νεοκλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
νεοκλασικιστικών	=	νεοκλασικιστικός
νεοκλασικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεοκλασικίστρια
νεοκλασικιστών	noun	γενική πληθυντικού του νεοκλασικιστής
νεοκλασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοκλασικός
νεοκλασικού	adj	γενική ενικού του νεοκλασικός
νεοκλασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοκλασικός
νεοκλασικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοκλασικός
νεοκλασικός	adj	χαρακτηριστικός του νεοκλασικισμού
νεοκλασικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοκλασικός
νεοκορπορατισμέ	=	νεοκορπορατισμός
νεοκορπορατισμοί	=	νεοκορπορατισμός
νεοκορπορατισμού	=	νεοκορπορατισμός
νεοκορπορατισμούς	=	νεοκορπορατισμός
νεοκορπορατισμό	=	νεοκορπορατισμός
νεοκορπορατισμός	noun	είναι ο φιλελεύθερος κορπορατισμός, ο οποίος λειτουργεί στο φάσμα της τριμερούς κυβέρνησης, δηλαδή συνδιαλλαγής (συμβιβασμού) κρατικών αξιωματούχων, εκπροσώπων συνδέσμων εργοδοτών και εκπροσώπων των εργατικών συνδικάτων με το μηχανισμό αυτό να επιτρέπει στις μείζονες κοινωνικές ομάδες να ανταγωνίζονται για τα συμφέροντά τους και τη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής
νεοκορπορατισμών	=	νεοκορπορατισμός
νεοκυστών	=	νεοκύστη
νεοκύστες	=	νεοκύστη
νεοκύστη	noun	τεχνητή ουροδόχος κύστη, η οποία κατασκευάζεται από τμήματα εντέρου, για χρήση μετά από κυστεκτομή
νεοκύστης	=	νεοκύστη
νεολαία	noun	το σύνολο των νέων, οι νέοι
νεολαίας	noun	γενική ενικού του νεολαία
νεολαίε	noun	κλητική ενικού του νεολαίος
νεολαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολαία
νεολαίο	noun	αιτιατική ενικού του νεολαίος
νεολαίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεολαίος
νεολαίος	noun	ο νέος που είναι μέλος μιας πολιτικής νεολαίας (πολιτικής οργάνωσης νέων)
νεολαίου	noun	γενική ενικού του νεολαίος
νεολαίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεολαίος
νεολαίων	noun	γενική πληθυντικού του νεολαίος
νεολαιίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολαιίστικο
νεολαιίστικε	adj	κλητική ενικού του νεολαιίστικος
νεολαιίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολαιίστικη
νεολαιίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεολαιίστικος
νεολαιίστικης	adj	γενική ενικού του νεολαιίστικη
νεολαιίστικο	adj	αιτιατική ενικού του νεολαιίστικος
νεολαιίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεολαιίστικος
νεολαιίστικος	adj	που έχει σχέση με τη νεολαία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
νεολαιίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεολαιίστικος
νεολαιίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεολαιίστικος
νεολαιίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεολαιίστικος
νεολαιών	noun	γενική πληθυντικού του νεολαία
νεολαμπές	=	νεολαμπής
νεολαμπή	=	νεολαμπής
νεολαμπής	adj	που έχει λάμψει πρόσφατα
νεολαμπείς	=	νεολαμπής
νεολαμπούς	=	νεολαμπής
νεολαμπών	=	νεολαμπής
νεολατινικά	noun	η λατινική γλώσσα μετά τον μεσαίωνα έως και τη σύγχρονη εποχή.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεολατινικός
νεολατινικέ	adj	κλητική ενικού του νεολατινικός
νεολατινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολατινική
νεολατινική	noun	η νεολατινική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεολατινικός
νεολατινικής	adj	γενική ενικού του νεολατινική
νεολατινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεολατινικός
νεολατινικού	adj	γενική ενικού του νεολατινικός
νεολατινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεολατινικός
νεολατινικό	adj	αιτιατική ενικού του νεολατινικός
νεολατινικός	adj	που κατάγεται από τους Λατίνους ή τη λατινική γλώσσα
νεολατινικών	adj	γενική πληθυντικού του νεολατινικός
νεολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολιθικό
νεολιθικέ	adj	κλητική ενικού του νεολιθικός
νεολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολιθική
νεολιθική	noun	περίοδος της ανθρώπινης πολιτισμικής ανάπτυξης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεολιθικός
νεολιθικής	adj	γενική ενικού του νεολιθική
νεολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεολιθικός
νεολιθικού	adj	γενική ενικού του νεολιθικός
νεολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεολιθικός
νεολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του νεολιθικός
νεολιθικός	adj	σχετικός με την Εποχή του Λίθου
νεολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του νεολιθικός
νεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολογικό
νεολογικέ	adj	κλητική ενικού του νεολογικός
νεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεολογική
νεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεολογικός
νεολογικής	adj	γενική ενικού του νεολογική
νεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεολογικός
νεολογικού	adj	γενική ενικού του νεολογικός
νεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεολογικός
νεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νεολογικός
νεολογικός	adj	σχετικός με τη νεολογία ή τους νεολογισμούς
νεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νεολογικός
νεολογισμέ	noun	κλητική ενικού του νεολογισμός
νεολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεολογισμός
νεολογισμού	noun	γενική ενικού του νεολογισμός
νεολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεολογισμός
νεολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεολογισμός
νεολογισμός	noun	κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...)
νεολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεολογισμός
νεολουδισμέ	=	νεολουδισμός
νεολουδισμοί	=	νεολουδισμός
νεολουδισμού	=	νεολουδισμός
νεολουδισμούς	=	νεολουδισμός
νεολουδισμό	=	νεολουδισμός
νεολουδισμός	noun	φιλοσοφία η οποία αντιτίθεται σε ορισμένες μορφές σύγχρονης τεχνολογίας, όπως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τα κινητά τηλέφωνα, ή ακόμα και καθολικά σε όλες τις τεχνολογίες και στον καταναλωτισμό γενικότερα
νεολουδισμών	=	νεολουδισμός
νεολουδιτισμός	=	νεολουδισμός
νεομάρτυρα	=	νεομάρτυρας
νεομάρτυρας	noun	αυτός που μαρτύρησε για τη χριστιανική πίστη κατά τους Νεώτερους Χρόνους
νεομάρτυρες	=	νεομάρτυρας
νεομαρξισμέ	=	νεομαρξισμός
νεομαρξισμοί	=	νεομαρξισμός
νεομαρξισμού	=	νεομαρξισμός
νεομαρξισμούς	=	νεομαρξισμός
νεομαρξισμό	=	νεομαρξισμός
νεομαρξισμός	noun	σύστημα σκέψης που βασίζεται στο συνδυασμό του κλασικού μαρξισμού με στοιχεία από άλλες θεωρήσεις όπως η βεμπεριανή κοινωνιολογία, η ψυχανάλυση, ο υπαρξισμός
νεομαρξισμών	=	νεομαρξισμός
νεομαρτύρων	=	νεομάρτυρας
νεομνημονιακά	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακέ	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακές	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακή	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακής	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακοί	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακού	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακούς	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακό	=	νεομνημονιακός
νεομνημονιακός	adj	που έχει σχέση με κάποιο νέο μνημόνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
νεομνημονιακών	=	νεομνημονιακός
νεομπαρόκ	noun	καλλιτεχνική τεχνοτροπία του 21ου και 20ού αιώνα που σχετίζεται με το μπαρόκ (17ος-18ος αιώνας)
νεομυκίνες	=	νεομυκίνη
νεομυκίνη	noun	αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό ευρέως φάσματος που χρησιμοποιείται ειδικά για τη θεραπεία τοπικών λοιμώξεων
νεομυκίνης	noun	γενική ενικού του νεομυκίνη
νεομυκινών	=	νεομυκίνη
νεοναζί	noun	υποστηρικτής του ναζισμού μετά τα μέσα του εικοστού αιώνα (σε αντιδιαστολή με τους ναζιστές των δεκαετιών 1930-1940)
νεοναζίστρια	noun	νεοναζιστής
νεοναζίστριας	noun	γενική ενικού του νεοναζίστρια
νεοναζίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοναζίστρια
νεοναζισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοναζισμός
νεοναζισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοναζισμός
νεοναζισμού	noun	γενική ενικού του νεοναζισμός
νεοναζισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοναζισμός
νεοναζισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοναζισμός
νεοναζισμός	noun	Το κίνημα μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με κύριο στόχο την αναζωπύρωση και εφαρμογή της ιδεολογίας του Ναζισμού.
νεοναζισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοναζισμός
νεοναζιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοναζιστής
νεοναζιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεοναζιστής
νεοναζιστής	noun	οπαδός του νεοναζισμού
νεοναζιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοναζιστικό
νεοναζιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοναζιστικός
νεοναζιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοναζιστική
νεοναζιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοναζιστικός
νεοναζιστικής	adj	γενική ενικού του νεοναζιστική
νεοναζιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοναζιστικός
νεοναζιστικού	adj	γενική ενικού του νεοναζιστικός
νεοναζιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοναζιστικός
νεοναζιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοναζιστικός
νεοναζιστικός	adj	σχετικός με το νεοναζισμό
νεοναζιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοναζιστικός
νεοναζιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεοναζίστρια
νεοναζιστών	noun	γενική πληθυντικού του νεοναζιστής
νεονικοτινοειδές	=	νεονικοτινοειδής
νεονικοτινοειδή	=	νεονικοτινοειδής
νεονικοτινοειδής	adj	που σχετίζεται με ή αφορά σε νέας γενιάς ουσία, φάρμακο ή σκεύασμα που περιέχει νικοτίνη
νεονικοτινοειδείς	=	νεονικοτινοειδής
νεονικοτινοειδούς	=	νεονικοτινοειδής
νεονικοτινοειδών	=	νεονικοτινοειδής
νεονορβηγικά	noun	(landsmål / nynorsk) αποτελούν τυποποιημένη (και από το 1885 επίσημη) γραπτή διαλεκτική μορφή της Νορβηγικής γλώσσας που δημιουργήθηκε από τον Ivar Aasen στα μέσα του 19ου αιώνα για να αντικαταστήσει την επίσημη νορβηγο-δανέζικη γλώσσα (riksmål / bokmål) που ήταν αποτέλεσμα της κυριαρχίας των Δανών στη Νορβηγία για 400 περίπου χρόνια.
νεονορβηγικών	=	νεονορβηγικά
νεοοθωμανισμέ	=	νεοοθωμανισμός
νεοοθωμανισμοί	=	νεοοθωμανισμός
νεοοθωμανισμού	=	νεοοθωμανισμός
νεοοθωμανισμούς	=	νεοοθωμανισμός
νεοοθωμανισμό	=	νεοοθωμανισμός
νεοοθωμανισμός	noun	πολιτική ιδεολογία που επικρατεί σε πολιτικούς κύκλους της Τουρκίας, με σκοπό την προώθηση στενότερων σχέσεων με περιοχές της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή την δορυφοροποίηση κάποιων από αυτές
νεοοθωμανισμών	=	νεοοθωμανισμός
νεοουμανισμέ	=	νεοουμανισμός
νεοουμανισμοί	=	νεοουμανισμός
νεοουμανισμού	=	νεοουμανισμός
νεοουμανισμούς	=	νεοουμανισμός
νεοουμανισμό	=	νεοουμανισμός
νεοουμανισμός	noun	ο νεοανθρωπισμός
νεοουμανισμών	=	νεοουμανισμός
νεοπαγές	=	νεοπαγής
νεοπαγή	=	νεοπαγής
νεοπαγής	adj	αυτός που συστάθηκε, δημιουργήθηκε, κατασκευάστηκε πρόσφατα
νεοπαγανίστρια	noun	θηλυκό του νεοπαγανιστής
νεοπαγανίστριας	noun	γενική ενικού του νεοπαγανίστρια
νεοπαγανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαγανίστρια
νεοπαγανισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοπαγανισμός
νεοπαγανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπαγανισμός
νεοπαγανισμού	noun	γενική ενικού του νεοπαγανισμός
νεοπαγανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοπαγανισμός
νεοπαγανισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοπαγανισμός
νεοπαγανισμός	noun	η σύγχρονη εκδοχή του παγανισμού
νεοπαγανισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοπαγανισμός
νεοπαγανιστές	=	νεοπαγανιστής
νεοπαγανιστή	=	νεοπαγανιστής
νεοπαγανιστής	noun	η σύγχρονη εκδοχή του παγανιστή
νεοπαγανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαγανιστικό
νεοπαγανιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαγανιστική
νεοπαγανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστικής	adj	γενική ενικού του νεοπαγανιστική
νεοπαγανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστικού	adj	γενική ενικού του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστικός	adj	σχετικός με τον νεοπαγανισμό και τους νεοπαγανιστές
νεοπαγανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοπαγανιστικός
νεοπαγανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεοπαγανίστρια
νεοπαγανιστών	=	νεοπαγανιστής
νεοπαγείς	=	νεοπαγής
νεοπαγούς	=	νεοπαγής
νεοπαγών	=	νεοπαγής
νεοπαντρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαντρεμένο
νεοπαντρεμένε	verb	κλητική ενικού του νεοπαντρεμένος
νεοπαντρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαντρεμένη
νεοπαντρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπαντρεμένος
νεοπαντρεμένης	verb	γενική ενικού του νεοπαντρεμένη
νεοπαντρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεοπαντρεμένος
νεοπαντρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπαντρεμένος
νεοπαντρεμένος	verb	που έχει πρόσφατα παντρευτεί
νεοπαντρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοπαντρεμένος
νεοπαντρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεοπαντρεμένος
νεοπαντρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοπαντρεμένος
νεοπαραδοσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαραδοσιακό
νεοπαραδοσιακέ	adj	κλητική ενικού του νεοπαραδοσιακός
νεοπαραδοσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπαραδοσιακή
νεοπαραδοσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπαραδοσιακός
νεοπαραδοσιακής	adj	γενική ενικού του νεοπαραδοσιακή
νεοπαραδοσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπαραδοσιακός
νεοπαραδοσιακού	adj	γενική ενικού του νεοπαραδοσιακός
νεοπαραδοσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοπαραδοσιακός
νεοπαραδοσιακό	adj	αιτιατική ενικού του νεοπαραδοσιακός
νεοπαραδοσιακός	adj	που είναι νέος, αλλά έχει παραδοσιακά στοιχεία
νεοπαραδοσιακών	adj	γενική πληθυντικού του νεοπαραδοσιακός
νεοπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόπλασμα
νεοπλάσματος	noun	γενική ενικού του νεόπλασμα
νεοπλασία	noun	η δημιουργία ενός νέου ιστού σε έναν εν ζωή οργανισμό ανεξαρτήτως αν είναι κακοήθης ή καλοήθης
νεοπλασίας	noun	γενική ενικού του νεοπλασία
νεοπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλασία
νεοπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του νεοπλασία
νεοπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νεόπλασμα
νεοπλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλασματικό
νεοπλασματικέ	adj	κλητική ενικού του νεοπλασματικός
νεοπλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλασματική
νεοπλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπλασματικός
νεοπλασματικής	adj	γενική ενικού του νεοπλασματική
νεοπλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπλασματικός
νεοπλασματικού	adj	γενική ενικού του νεοπλασματικός
νεοπλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοπλασματικός
νεοπλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοπλασματικός
νεοπλασματικός	adj	που αναφέρεται σε νεόπλασμα (όγκο)
νεοπλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοπλασματικός
νεοπλαστία	noun	άλλη μορφή του νεοπλασία
νεοπλαστίας	=	νεοπλαστία
νεοπλαστίες	=	νεοπλαστία
νεοπλαστιών	=	νεοπλαστία
νεοπλατωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλατωνικό
νεοπλατωνικέ	adj	κλητική ενικού του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλατωνική
νεοπλατωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνικής	adj	γενική ενικού του νεοπλατωνική
νεοπλατωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνικού	adj	γενική ενικού του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνικός	adj	σχετικός με τον νεοπλατωνισμό
νεοπλατωνικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοπλατωνικός
νεοπλατωνισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοπλατωνισμός
νεοπλατωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπλατωνισμός
νεοπλατωνισμού	noun	γενική ενικού του νεοπλατωνισμός
νεοπλατωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοπλατωνισμός
νεοπλατωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοπλατωνισμός
νεοπλατωνισμός	noun	μεταφυσική, ηθική και μυστικιστική φιλοσοφική σχολή κατά την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας (3ος - 6ος αιώνας) με επανερμηνεία των ιδεών του πλατωνισμού
νεοπλατωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοπλατωνισμός
νεοπλουτίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτίστικο
νεοπλουτίστικε	adj	κλητική ενικού του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτίστικη
νεοπλουτίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτίστικης	adj	γενική ενικού του νεοπλουτίστικη
νεοπλουτίστικο	adj	αιτιατική ενικού του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτίστικος	adj	που έχει σχέση με τον νεόπλουτο και τη συμπεριφορά του ή αναφέρεται σ’ αυτόν
νεοπλουτίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτικό
νεοπλουτικέ	adj	κλητική ενικού του νεοπλουτικός
νεοπλουτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτική
νεοπλουτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπλουτικός
νεοπλουτικής	adj	γενική ενικού του νεοπλουτική
νεοπλουτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτικός
νεοπλουτικού	adj	γενική ενικού του νεοπλουτικός
νεοπλουτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοπλουτικός
νεοπλουτικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοπλουτικός
νεοπλουτικός	adj	άλλη μορφή του νεοπλουτίστικος
νεοπλουτικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοπλουτικός
νεοπλουτισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοπλουτισμός
νεοπλουτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπλουτισμός
νεοπλουτισμού	noun	γενική ενικού του νεοπλουτισμός
νεοπλουτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοπλουτισμός
νεοπλουτισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοπλουτισμός
νεοπλουτισμός	noun	το να είναι κάποιος νεόπλουτος και να έχει τη σχετική νοοτροπία
νεοπλουτισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοπλουτισμός
νεοπουριτανέ	=	νεοπουριτανός
νεοπουριτανισμέ	=	νεοπουριτανισμός
νεοπουριτανισμοί	=	νεοπουριτανισμός
νεοπουριτανισμού	=	νεοπουριτανισμός
νεοπουριτανισμούς	=	νεοπουριτανισμός
νεοπουριτανισμό	=	νεοπουριτανισμός
νεοπουριτανισμός	noun	οι θεωρίες και πολιτικές του νεοπουριτανού
νεοπουριτανισμών	=	νεοπουριτανισμός
νεοπουριτανοί	=	νεοπουριτανός
νεοπουριτανού	=	νεοπουριτανός
νεοπουριτανούς	=	νεοπουριτανός
νεοπουριτανό	=	νεοπουριτανός
νεοπουριτανός	noun	σύγχρονος υποστηρικτής των πουριτανικών δογμάτων
νεοπουριτανών	=	νεοπουριτανός
νεοπροαχθέν	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθέντα	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθέντας	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθέντες	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθέντος	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθέντων	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθείς	adj	που προήχθη πρόσφατα
νεοπροαχθείσα	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθείσας	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθείσες	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθείσης	=	νεοπροαχθείς
νεοπροαχθεισών	=	νεοπροαχθείς
νεοπροσλαμβανόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπροσλαμβανόμενο
νεοπροσλαμβανόμενε	verb	κλητική ενικού του νεοπροσλαμβανόμενος
νεοπροσλαμβανόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοπροσλαμβανόμενη
νεοπροσλαμβανόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοπροσλαμβανόμενος
νεοπροσλαμβανόμενης	verb	γενική ενικού του νεοπροσλαμβανόμενη
νεοπροσλαμβανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του νεοπροσλαμβανόμενος
νεοπροσλαμβανόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοπροσλαμβανόμενος
νεοπροσλαμβανόμενος	verb	που τώρα προσλαμβάνεται για πρώτη φορά
νεοπροσλαμβανόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοπροσλαμβανόμενος
νεοπροσλαμβανόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεοπροσλαμβανόμενος
νεοπροσλαμβανόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοπροσλαμβανόμενος
νεορεαλισμέ	noun	κλητική ενικού του νεορεαλισμός
νεορεαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεορεαλισμός
νεορεαλισμού	noun	γενική ενικού του νεορεαλισμός
νεορεαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεορεαλισμός
νεορεαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεορεαλισμός
νεορεαλισμός	noun	φιλοσοφική κίνηση που εμφανίστηκε στις Αγγλοσαξονικές χώρες κατά τον 20ο αιώνα ως αντίδραση κατά της εξάπλωσης του νεοεγελιανισμού
νεορεαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεορεαλισμός
νεορεαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεορεαλιστικός	adv	με νεορεαλιστικό τρόπο
νεορεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεορεαλιστικός
νεορεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεορεαλιστική
νεορεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεορεαλιστικός
νεορεαλιστικής	adj	γενική ενικού του νεορεαλιστική
νεορεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεορεαλιστικός
νεορεαλιστικού	adj	γενική ενικού του νεορεαλιστικός
νεορεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεορεαλιστικός
νεορεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεορεαλιστικός
νεορεαλιστικός	adj	σχετικός με τον νεορεαλισμό
νεορεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεορεαλιστικός
νεορθοδοξία	noun	πνευματική, θρησκευτικο-φιλοσοφική κίνηση που προέκυψε μετά τη δεκαετία του 1960 και ήταν ενεργή ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1980 και του 1990 στην Ελλάδα από διανοούμενους της Αριστεράς και της Ορθόδοξης Εκκλησίας
νεορθοδοξίας	=	νεορθοδοξία
νεορθοδοξίες	=	νεορθοδοξία
νεορθοδοξιών	=	νεορθοδοξία
νεορομαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεορομαντικό	adv	με τρόπο που αναφέρεται στον νεορομαντισμό
νεορομαντικέ	adj	κλητική ενικού του νεορομαντικός
νεορομαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεορομαντική
νεορομαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεορομαντικός
νεορομαντικής	adj	γενική ενικού του νεορομαντική
νεορομαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεορομαντικός
νεορομαντικού	adj	γενική ενικού του νεορομαντικός
νεορομαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεορομαντικός
νεορομαντικό	adj	αιτιατική ενικού του νεορομαντικός
νεορομαντικός	adj	χαρακτηριστικός του νεορομαντισμού
νεορομαντικών	adj	γενική πληθυντικού του νεορομαντικός
νεορομαντισμέ	=	νεορομαντισμός
νεορομαντισμοί	=	νεορομαντισμός
νεορομαντισμού	=	νεορομαντισμός
νεορομαντισμούς	=	νεορομαντισμός
νεορομαντισμό	=	νεορομαντισμός
νεορομαντισμός	noun	καλλιτεχνική κίνηση που εμφανίστηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα της οποίας κύρια χαρακτηριστικά είναι η νοσταλγία και η φαντασία
νεορομαντισμών	=	νεορομαντισμός
νεορρεαλισμός	=	νεορεαλισμός
νεοσατανισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοσατανισμός
νεοσατανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοσατανισμός
νεοσατανισμού	noun	γενική ενικού του νεοσατανισμός
νεοσατανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοσατανισμός
νεοσατανισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοσατανισμός
νεοσατανισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοσατανισμός
νεοσκαφές	=	νεοσκαφής
νεοσκαφή	=	νεοσκαφής
νεοσκαφής	adj|formal	που πρόσφατα τον έχουν σκάψει
νεοσκαφείς	=	νεοσκαφής
νεοσκαφούς	=	νεοσκαφής
νεοσκαφών	=	νεοσκαφής
νεοσκητιωτών	=	νεοσκητιώτης
νεοσκητιώτες	=	νεοσκητιώτης
νεοσκητιώτη	=	νεοσκητιώτης
νεοσκητιώτης	noun	αυτός που μονάζει στη νέα σκήτη
νεοσμυρνιώτικα	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικε	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικες	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικη	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικης	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικο	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικοι	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Νέα Σμύρνη
νεοσμυρνιώτικου	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικους	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσμυρνιώτικων	=	νεοσμυρνιώτικος
νεοσουλτάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοσουλτάνος
νεοσσέ	noun	κλητική ενικού του νεοσσός
νεοσσεύω	verb|archaic	επωάζω πάνω σε αβγά, κλωσάω
νεοσσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοσσός
νεοσσού	noun	γενική ενικού του νεοσσός
νεοσσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοσσός
νεοσσό	noun	αιτιατική ενικού του νεοσσός
νεοσσός	noun	νεογέννητο πτηνό
νεοσσών	noun	γενική πληθυντικού του νεοσσός
νεοσυλλέκτου	noun	γενική ενικού του νεοσύλλεκτος
νεοσυλλέκτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοσύλλεκτος
νεοσυλλέκτων	noun	γενική πληθυντικού του νεοσύλλεκτος
νεοσυλλεξία	noun	η συγκέντρωση νεοσύλλεκτων στρατιωτών
νεοσυλλεξίας	=	νεοσυλλεξία
νεοσυλλεξίες	=	νεοσυλλεξία
νεοσυλλεξιών	=	νεοσυλλεξία
νεοσυντηρητισμέ	=	νεοσυντηρητισμός
νεοσυντηρητισμοί	=	νεοσυντηρητισμός
νεοσυντηρητισμού	=	νεοσυντηρητισμός
νεοσυντηρητισμούς	=	νεοσυντηρητισμός
νεοσυντηρητισμό	=	νεοσυντηρητισμός
νεοσυντηρητισμός	noun	παραλλαγή της πολιτικής ιδεολογίας του συντηρητισμού που απορρίπτει τον ουτοπισμό και την ισότητα του σύγχρονου φιλελευθερισμού, αλλά βλέπει ένα ρόλο για το κράτος πρόνοιας
νεοσυντηρητισμών	=	νεοσυντηρητισμός
νεοσύλλεκτε	noun	κλητική ενικού του νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεκτο	noun	αιτιατική ενικού του νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεκτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεκτος	noun	ο νέος στρατιώτης / φαντάρος, αυτός που κατατάχτηκε πρόσφατα στο στράτευμα
νεοσύλλεκτου	noun	γενική ενικού του νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεκτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεκτων	noun	γενική πληθυντικού του νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεχτε	=	νεοσύλλεχτος
νεοσύλλεχτο	=	νεοσύλλεχτος
νεοσύλλεχτοι	=	νεοσύλλεχτος
νεοσύλλεχτος	noun	νεοσύλλεκτος
νεοσύλλεχτου	=	νεοσύλλεχτος
νεοσύλλεχτους	=	νεοσύλλεχτος
νεοσύλλεχτων	=	νεοσύλλεχτος
νεοσύστατα	=	νεοσύστατος
νεοσύστατε	=	νεοσύστατος
νεοσύστατες	=	νεοσύστατος
νεοσύστατη	=	νεοσύστατος
νεοσύστατης	=	νεοσύστατος
νεοσύστατο	=	νεοσύστατος
νεοσύστατοι	=	νεοσύστατος
νεοσύστατος	adj	που συστάθηκε πρόσφατα
νεοσύστατου	=	νεοσύστατος
νεοσύστατους	=	νεοσύστατος
νεοσύστατων	=	νεοσύστατος
νεοτήτων	=	νεότητα
νεοταβέρνα	noun	μεταμοντέρνα ταβέρνα που συνδυάζει παραδοσιακά και σύγχρονα στοιχεία
νεοταβέρνας	noun	γενική ενικού του νεοταβέρνα
νεοταβέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοταβέρνα
νεοταβερνών	noun	γενική πληθυντικού του νεοταβέρνα
νεοταξίτες	=	νεοταξίτης
νεοταξίτη	=	νεοταξίτης
νεοταξίτης	adj	που ακολουθεί ή εκπροσωπεί τις ιδέες της νέας τάξης πραγμάτων
νεοταξίτικο	=	νεοταξίτης
νεοταξίτισσα	=	νεοταξίτης
νεοταξιτών	=	νεοταξίτης
νεοτενές	=	νεοτενής
νεοτενή	=	νεοτενής
νεοτενής	adj	που έχει την τάση να παραμένει ή να δείχνει νέος
νεοτενία	noun	η επιβράδυνση ή καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης, η διατήρηση στην ενηλικίωση νεανικών χαρακτηριστικών, η παράταση της παιδικής ηλικίας και η καθυστέρηση την ωριμότητας
νεοτενίας	=	νεοτενία
νεοτενίες	=	νεοτενία
νεοτενείς	=	νεοτενής
νεοτενικά	=	νεοτενικός
νεοτενικέ	=	νεοτενικός
νεοτενικές	=	νεοτενικός
νεοτενική	=	νεοτενικός
νεοτενικής	=	νεοτενικός
νεοτενικοί	=	νεοτενικός
νεοτενικού	=	νεοτενικός
νεοτενικούς	=	νεοτενικός
νεοτενικό	=	νεοτενικός
νεοτενικός	adj	ο σχετικός με τη νεοτενία
νεοτενικών	=	νεοτενικός
νεοτενιών	=	νεοτενία
νεοτενούς	=	νεοτενής
νεοτενών	=	νεοτενής
νεοτοποθετηθέν	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθέντα	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθέντας	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθέντες	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθέντος	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθέντων	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθείς	verb|formal	που τοποθετήθηκε πρόσφατα
νεοτοποθετηθείσα	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθείσας	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθείσες	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθείσης	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτοποθετηθεισών	=	νεοτοποθετηθείς
νεοτουρκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεοτουρκικός
νεοτουρκικέ	adj	κλητική ενικού του νεοτουρκικός
νεοτουρκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοτουρκική
νεοτουρκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοτουρκικός
νεοτουρκικής	adj	γενική ενικού του νεοτουρκική
νεοτουρκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοτουρκικός
νεοτουρκικού	adj	γενική ενικού του νεοτουρκικός
νεοτουρκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοτουρκικός
νεοτουρκικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοτουρκικός
νεοτουρκικός	adj	σχετικός με τους Νεότουρκους
νεοτουρκικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοτουρκικός
νεοτουρκισμέ	=	νεοτουρκισμός
νεοτουρκισμοί	=	νεοτουρκισμός
νεοτουρκισμού	=	νεοτουρκισμός
νεοτουρκισμούς	=	νεοτουρκισμός
νεοτουρκισμό	=	νεοτουρκισμός
νεοτουρκισμός	noun	εθνικιστική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Τουρκία πριν από τον Αʹ παγκόσμιο πόλεμο
νεοτουρκισμών	=	νεοτουρκισμός
νεοτόκα	=	νεοτόκος
νεοτόκας	=	νεοτόκος
νεοτόκε	=	νεοτόκος
νεοτόκες	=	νεοτόκος
νεοτόκο	=	νεοτόκος
νεοτόκοι	=	νεοτόκος
νεοτόκος	adj|formal	που γέννησε πρόσφατα
νεοτόκου	=	νεοτόκος
νεοτόκους	=	νεοτόκος
νεοτόκων	=	νεοτόκος
νεοφανές	=	νεοφανής
νεοφανή	=	νεοφανής
νεοφανής	adj	που εμφανίστηκε πρόσφατα
νεοφανείς	=	νεοφανής
νεοφανούς	=	νεοφανής
νεοφανών	=	νεοφανής
νεοφανώς	adv	για κάτι που εμφανίστηκε πρόσφατα
νεοφασίστα	=	νεοφασίστας
νεοφασίστας	noun	υποστηρικτής / οπαδός του νεοφασισμού
νεοφασίστες	=	νεοφασίστας
νεοφασίστρια	noun	θηλυκό του νεοφασίστας
νεοφασίστριας	noun	γενική ενικού του νεοφασίστρια
νεοφασίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφασίστρια
νεοφασισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοφασισμός
νεοφασισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφασισμός
νεοφασισμού	noun	γενική ενικού του νεοφασισμός
νεοφασισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοφασισμός
νεοφασισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοφασισμός
νεοφασισμός	noun	σύγχρονη μορφή ή εκδοχή του φασισμού
νεοφασισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοφασισμός
νεοφασιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφασιστικό	adv	με νεοφασιστικό τρόπο
νεοφασιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοφασιστικός
νεοφασιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφασιστική
νεοφασιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφασιστικός
νεοφασιστικής	adj	γενική ενικού του νεοφασιστική
νεοφασιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφασιστικός
νεοφασιστικού	adj	γενική ενικού του νεοφασιστικός
νεοφασιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοφασιστικός
νεοφασιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοφασιστικός
νεοφασιστικός	adj	σχετικός με τον νεοφασισμό
νεοφασιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοφασιστικός
νεοφασιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεοφασίστρια
νεοφασιστών	=	νεοφασίστας
νεοφερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφερμένο
νεοφερμένε	verb	κλητική ενικού του νεοφερμένος
νεοφερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφερμένη
νεοφερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφερμένος
νεοφερμένης	verb	γενική ενικού του νεοφερμένη
νεοφερμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεοφερμένος
νεοφερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφερμένος
νεοφερμένος	verb	που πρόσφατα τον έχουν φέρει ή έχει έρθει κάπου
νεοφερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοφερμένος
νεοφερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεοφερμένος
νεοφερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοφερμένος
νεοφιλαδελφειώτικα	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικε	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικες	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικη	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικης	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικο	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικοι	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικος	adj	ο σχετικός με τη Νέα Φιλαδέλφεια ή τους κατοίκους της
νεοφιλαδελφειώτικου	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικους	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλαδελφειώτικων	=	νεοφιλαδελφειώτικος
νεοφιλελευθερισμέ	noun	κλητική ενικού του νεοφιλελευθερισμός
νεοφιλελευθερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφιλελευθερισμός
νεοφιλελευθερισμού	noun	γενική ενικού του νεοφιλελευθερισμός
νεοφιλελευθερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεοφιλελευθερισμός
νεοφιλελευθερισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεοφιλελευθερισμός
νεοφιλελευθερισμός	noun	ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα του β΄ μισού του 20ού αι., το οποίο, ως έκφραση του οικονομικού φιλελευθερισμού, επιζητά τη δραστική μείωση της συμμετοχής και του ρόλου του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα
νεοφιλελευθερισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεοφιλελευθερισμός
νεοφιλελεύθερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφιλελεύθερο
νεοφιλελεύθερε	adj	κλητική ενικού του νεοφιλελεύθερος
νεοφιλελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφιλελεύθερη
νεοφιλελεύθερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφιλελεύθερος
νεοφιλελεύθερης	adj	γενική ενικού του νεοφιλελεύθερη
νεοφιλελεύθερο	adj	αιτιατική ενικού του νεοφιλελεύθερος
νεοφιλελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφιλελεύθερος
νεοφιλελεύθερος	noun	ο υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού	adj	που συμφωνεί με τις απόψεις του νεοφιλελευθερισμού, που έχει τέτοια ιδεολογία
νεοφιλελεύθερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοφιλελεύθερος
νεοφιλελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοφιλελεύθερος
νεοφιλελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοφιλελεύθερος
νεοφλοιέ	=	νεοφλοιός
νεοφλοιοί	=	νεοφλοιός
νεοφλοιού	=	νεοφλοιός
νεοφλοιούς	=	νεοφλοιός
νεοφλοιό	=	νεοφλοιός
νεοφλοιός	noun	το ανώτερο στρώμα του εγκεφαλικού φλοιού των θηλαστικών, το οποίο εμπλέκεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες υψηλότερης τάξης, όπως η αισθητηριακή αντίληψη, η γνωστική λειτουργία, η παραγωγή κινητικών εντολών, οι συλλογισμοί, η γλώσσα κ.λπ.
νεοφλοιών	=	νεοφλοιός
νεοφοβία	noun	φοβία που έχουν νεαρά άτομα
νεοφοβίας	noun	γενική ενικού του νεοφοβία
νεοφοβίες	=	νεοφοβία
νεοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του νεοφοβία
νεοφροϊδίστρια	noun	αυτή που ακολουθεί τη θεωρία και την πρακτική του νεοφροϊδισμού
νεοφροϊδίστριας	=	νεοφροϊδίστρια
νεοφροϊδίστριες	=	νεοφροϊδίστρια
νεοφροϊδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϊδικό
νεοφροϊδικέ	adj	κλητική ενικού του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϊδική
νεοφροϊδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδικής	adj	γενική ενικού του νεοφροϊδική
νεοφροϊδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδικού	adj	γενική ενικού του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδικός	adj	σχετικός με τον νεοφροϊδισμό
νεοφροϊδικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοφροϊδικός
νεοφροϊδισμέ	=	νεοφροϊδισμός
νεοφροϊδισμοί	=	νεοφροϊδισμός
νεοφροϊδισμού	=	νεοφροϊδισμός
νεοφροϊδισμούς	=	νεοφροϊδισμός
νεοφροϊδισμό	=	νεοφροϊδισμός
νεοφροϊδισμός	noun	ψυχαναλυτική προσέγγιση που προσθέτει στην κλασική φροϊδική τη μελέτη κοινωνικών και πολιτιστικών παραγόντων, οι οποίοι διαμορφώνουν την προσωπικότητα κάποιου
νεοφροϊδισμών	=	νεοφροϊδισμός
νεοφροϊδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϊδιστής
νεοφροϊδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεοφροϊδιστής
νεοφροϊδιστής	noun	ο οπαδός του νεοφροϊδισμού
νεοφροϊδιστριών	=	νεοφροϊδίστρια
νεοφροϊδιστών	noun	γενική πληθυντικού του νεοφροϊδιστής
νεοφροϋδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϋδικό
νεοφροϋδικέ	adj	κλητική ενικού του νεοφροϋδικός
νεοφροϋδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϋδική
νεοφροϋδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφροϋδικός
νεοφροϋδικής	adj	γενική ενικού του νεοφροϋδική
νεοφροϋδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφροϋδικός
νεοφροϋδικού	adj	γενική ενικού του νεοφροϋδικός
νεοφροϋδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοφροϋδικός
νεοφροϋδικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοφροϋδικός
νεοφροϋδικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοφροϋδικός
νεοφυές	=	νεοφυής
νεοφυή	=	νεοφυής
νεοφυής	adj	που έχει βλαστήσει πρόσφατα
νεοφυείς	=	νεοφυής
νεοφυούς	=	νεοφυής
νεοφυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφυτικό
νεοφυτικέ	adj	κλητική ενικού του νεοφυτικός
νεοφυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφυτική
νεοφυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφυτικός
νεοφυτικής	adj	γενική ενικού του νεοφυτική
νεοφυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφυτικός
νεοφυτικού	adj	γενική ενικού του νεοφυτικός
νεοφυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοφυτικός
νεοφυτικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοφυτικός
νεοφυτικός	adj	ο καινοζωικός
νεοφυτικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοφυτικός
νεοφυών	=	νεοφυής
νεοφύτευτα	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτε	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτες	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτη	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτης	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτο	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτοι	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτος	adj	που έχει φυτευτεί πρόσφατα
νεοφύτευτου	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτους	=	νεοφύτευτος
νεοφύτευτων	=	νεοφύτευτος
νεοφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφώτιστο
νεοφώτιστε	adj	κλητική ενικού του νεοφώτιστος
νεοφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοφώτιστη
νεοφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοφώτιστος
νεοφώτιστης	adj	γενική ενικού του νεοφώτιστη
νεοφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του νεοφώτιστος
νεοφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοφώτιστος
νεοφώτιστος	adj	που βαφτίστηκε πρόσφατα
νεοφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεοφώτιστος
νεοφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοφώτιστος
νεοφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεοφώτιστος
νεοχριστιανισμέ	=	νεοχριστιανισμός
νεοχριστιανισμοί	=	νεοχριστιανισμός
νεοχριστιανισμού	=	νεοχριστιανισμός
νεοχριστιανισμούς	=	νεοχριστιανισμός
νεοχριστιανισμό	=	νεοχριστιανισμός
νεοχριστιανισμός	noun	θρησκευτικοφιλοσοφική κίνηση του τέλους του 19ου αιώνα που ξεκίνησε στην Ευρώπη από τη Ρωσία με τις περί του Χριστιανισμού θεωρίες του Λέοντος Τολστόι, η οποία επεδίωκε τον συμβιβασμό των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών με εξεύρεση κοινής βάσης συνεννόησης
νεοχριστιανισμών	=	νεοχριστιανισμός
νεοχωρίτικα	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικε	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικες	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικη	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικης	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικο	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικοι	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικος	adj	ο σχετικός με το Νεοχώρι ή τους κατοίκους του
νεοχωρίτικου	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικους	=	νεοχωρίτικος
νεοχωρίτικων	=	νεοχωρίτικος
νεοϊμπρεσιονίστρια	noun	θηλυκό του νεοϊμπρεσιονιστής
νεοϊμπρεσιονίστριας	=	νεοϊμπρεσιονίστρια
νεοϊμπρεσιονίστριες	=	νεοϊμπρεσιονίστρια
νεοϊμπρεσιονισμέ	=	νεοϊμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονισμοί	=	νεοϊμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονισμού	=	νεοϊμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονισμούς	=	νεοϊμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονισμό	=	νεοϊμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονισμός	noun	άλλη μορφή του νεοεμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονισμών	=	νεοϊμπρεσιονισμός
νεοϊμπρεσιονιστές	=	νεοϊμπρεσιονιστής
νεοϊμπρεσιονιστή	=	νεοϊμπρεσιονιστής
νεοϊμπρεσιονιστής	noun	άλλη μορφή του νεοεμπρεσιονιστής
νεοϊμπρεσιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεοϊμπρεσιονιστικός	adv	με νεοϊμπρεσιονιστικό τρόπο
νεοϊμπρεσιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεοϊμπρεσιονιστική
νεοϊμπρεσιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστικής	adj	γενική ενικού του νεοϊμπρεσιονιστική
νεοϊμπρεσιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστικού	adj	γενική ενικού του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεοϊμπρεσιονιστικός
νεοϊμπρεσιονιστριών	=	νεοϊμπρεσιονίστρια
νεοϊμπρεσιονιστών	=	νεοϊμπρεσιονιστής
νεοϋορκέζα	noun	αυτή που κατάγεται από τη Νέα Υόρκη ή ζει εκεί
νεοϋορκέζας	=	νεοϋορκέζα
νεοϋορκέζε	=	νεοϋορκέζος
νεοϋορκέζες	=	νεοϋορκέζα
νεοϋορκέζο	=	νεοϋορκέζος
νεοϋορκέζοι	=	νεοϋορκέζος
νεοϋορκέζος	noun	αυτός που κατάγεται από τη Νέα Υόρκη ή ζει εκεί
νεοϋορκέζου	=	νεοϋορκέζος
νεοϋορκέζους	=	νεοϋορκέζος
νεοϋορκέζων	=	νεοϋορκέζος
νεπάλι	noun	που μιλιέται στο Νεπάλ
νεπαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεπαλικό
νεπαλικέ	adj	κλητική ενικού του νεπαλικός
νεπαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεπαλική
νεπαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεπαλικός
νεπαλικής	adj	γενική ενικού του νεπαλική
νεπαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεπαλικός
νεπαλικού	adj	γενική ενικού του νεπαλικός
νεπαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεπαλικός
νεπαλικό	adj	αιτιατική ενικού του νεπαλικός
νεπαλικός	adj	ο σχετικός με το Νεπάλ
νεπαλικών	adj	γενική πληθυντικού του νεπαλικός
νεποτισμέ	noun	κλητική ενικού του νεποτισμός
νεποτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεποτισμός
νεποτισμού	noun	γενική ενικού του νεποτισμός
νεποτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεποτισμός
νεποτισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεποτισμός
νεποτισμός	noun	η παραχώρηση πολιτικών προνομίων και αξιωμάτων σε συγγενικά πρόσωπα, λόγω της ιδιότητάς τους ως συγγενείς, και όχι γιατί καλύπτουν τα αντικειμενικά προσόντα για να αναλάβουν την όποια υπευθυνότητα.
νεποτισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεποτισμός
νεπτουνίου	=	νεπτούνιο
νεπτουνίων	=	νεπτούνιο
νεπτούνια	=	νεπτούνιο
νεπτούνιο	noun	άλλη ονομασία για το χημικό στοιχείο ποσειδώνιο
νεπτούνιου	=	νεπτούνιο
νεπτούνιων	=	νεπτούνιο
νερά	noun	ποσότητα νερού σαν σύνολο συγκεντρωμένο
νεράγγουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεράγγουρο
νεράγγουρο	noun	το αγγούρι (με πολλά υγρά)
νεράγγουρου	noun	γενική ενικού του νεράγγουρο
νεράγγουρων	noun	γενική πληθυντικού του νεράγγουρο
νεράγκαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεράγκαθο
νεράγκαθο	noun|informal	φυτό του γένους Δίψακος, με πολλά είδη
νεράγκαθου	noun	γενική ενικού του νεράγκαθο
νεράγκαθων	noun	γενική πληθυντικού του νεράγκαθο
νεράιδα	noun	φανταστική μορφή της λαϊκής παράδοσης με μορφή όμορφης γυναίκας, συχνά με εξαιρετική φωνή, που ζει στη φύση, μακριά από τους ανθρώπους όπως και οι αρχαίες Νηρηίδες.
νεράιδας	noun	γενική ενικού του νεράιδα
νεράιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεράιδα
νεράιδος	noun|rare	αρσενικό του νεράιδα
νεράιδων	noun	γενική πληθυντικού του νεράιδα
νεράκι	noun	υποκοριστικό του νερό: το νερό σε λόγο που χαρακτηρίζεται από τρυφερότητα, φροντίδα για τον άλλο κ.λπ
νεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεράκι
νεράντζι	noun	καρπός της νεραντζιάς
νεράντζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεράντζι
νεράτζι	=	νεράντζι
νεραγκάθι	noun|informal	άλλη μορφή του νεράγκαθο
νεραγκάθια	=	νεραγκάθι
νεραγκαθιού	=	νεραγκάθι
νεραγκαθιών	=	νεραγκάθι
νεραγκούλα	noun	πολυετές ποώδες καλλωπιστικό φυτό, του γένους Ranunculus, καθώς και το άνθος του
νεραγκούλας	noun	γενική ενικού του νεραγκούλα
νεραγκούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραγκούλα
νεραντζάκι	noun	υποκοριστικό του νεράντζι
νεραντζάκια	=	νεραντζάκι
νεραντζάνθι	noun	το άνθος της νεραντζιάς
νεραντζάνθια	=	νεραντζάνθι
νεραντζιά	noun	μικρό αειθαλές δέντρο (είδος Citrus aurantium) με ωοειδή φύλλα και μικρά άσπρα άνθη· έχει ως καρπό το νεράντζι που μοιάζει πολύ με το πορτοκάλι
νεραντζιάς	noun	γενική ενικού του νεραντζιά
νεραντζιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραντζιά
νεραντζιού	=	νεράντζι
νεραντζιών	=	νεραντζιά
νεραντζούλα	noun	χαϊδευτικά (υποκοριστικό) η νεραντζιά
νεραντζούλας	=	νεραντζούλα
νεραντζούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραντζούλα
νεραυλάκων	=	νεραύλακα
νεραϊδάρα	=	νεραϊδάρης
νεραϊδάρη	=	νεραϊδάρης
νεραϊδάρηδες	=	νεραϊδάρης
νεραϊδάρηδων	=	νεραϊδάρης
νεραϊδάρης	noun	στη λαϊκή παράδοση ήταν αυτός που γιάτρευε όσους πληγώνονταν από νεράιδα
νεραϊδοβασίλισσα	noun|literary	η βασίλισσα των νεράιδων
νεραϊδοβασίλισσας	=	νεραϊδοβασίλισσα
νεραϊδοβασίλισσες	=	νεραϊδοβασίλισσα
νεραϊδοβασιλισσών	=	νεραϊδοβασίλισσα
νεραϊδογέννητα	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητε	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητες	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητη	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητης	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητο	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητοι	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητος	adj	συνώνυμο του νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογέννητου	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητους	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογέννητων	=	νεραϊδογέννητος
νεραϊδογεννημένα	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένε	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένες	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένη	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένης	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένο	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένοι	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένος	verb	που τον γέννησε νεράιδα
νεραϊδογεννημένου	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένους	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδογεννημένων	=	νεραϊδογεννημένος
νεραϊδοπάρματα	=	νεραϊδόπαρμα
νεραϊδοπάρματος	=	νεραϊδόπαρμα
νεραϊδοπαίρνομαι	=	νεραϊδοπαίρνω
νεραϊδοπαίρνω	verb	προκαλώ νεραϊδόπαρμα
νεραϊδοπαρμάτων	=	νεραϊδόπαρμα
νεραϊδοπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδοπαρμένο
νεραϊδοπαρμένε	verb	κλητική ενικού του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδοπαρμένη
νεραϊδοπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπαρμένης	verb	γενική ενικού του νεραϊδοπαρμένη
νεραϊδοπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπαρμένος	verb	που πάσχει από ψυχική νόσο, εμφανίζει παράλογη συμπεριφορά ή έχει χάσει την ακοή του ή τη λαλιά του
νεραϊδοπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεραϊδοπαρμένος
νεραϊδοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδοπούλα
νεραϊδόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδόξυλο
νεραϊδόξυλο	noun	ξύλο από το οποίο παρασκευάζεται αφέψημα που (πιστεύεται ότι) θεραπεύει τους νεραϊδοπαρμένους
νεραϊδόξυλου	noun	γενική ενικού του νεραϊδόξυλο
νεραϊδόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του νεραϊδόξυλο
νεραϊδόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδόπαιδο
νεραϊδόπαιδο	noun	το παιδί της νεράιδας
νεραϊδόπαιδου	noun	γενική ενικού του νεραϊδόπαιδο
νεραϊδόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του νεραϊδόπαιδο
νεραϊδόπαρμα	noun	τρέλα ή φρενοβλάβεια που (θεωρείται ότι) την προκαλούν νεράιδες
νεραϊδόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδόπουλο
νεραϊδόπουλο	noun	υποκοριστικό του νεράιδα
νεραϊδόπουλου	noun	γενική ενικού του νεραϊδόπουλο
νεραϊδόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του νεραϊδόπουλο
νεραϊδόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεραϊδόχορτο
νεραϊδόχορτο	noun	κοινή ονομασία για την ουσνέα
νεραϊδόχορτου	noun	γενική ενικού του νεραϊδόχορτο
νεραϊδόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του νεραϊδόχορτο
νεραύλακα	noun	άλλη μορφή του υδραύλακας
νεραύλακας	noun	άλλη μορφή του υδραύλακας
νεραύλακες	=	νεραύλακα
νεριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεριτικό
νεριτικέ	adj	κλητική ενικού του νεριτικός
νεριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεριτική
νεριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεριτικός
νεριτικής	adj	γενική ενικού του νεριτική
νεριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεριτικός
νεριτικού	adj	γενική ενικού του νεριτικός
νεριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεριτικός
νεριτικό	adj	αιτιατική ενικού του νεριτικός
νεριτικών	adj	γενική πληθυντικού του νεριτικός
νεροβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροβάρελο
νεροβάρελο	noun	βαρέλι για μεταφορά ή φύλαξη νερού
νεροβάρελου	noun	γενική ενικού του νεροβάρελο
νεροβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του νεροβάρελο
νεροβούβαλε	=	νεροβούβαλος
νεροβούβαλο	=	νεροβούβαλος
νεροβούβαλοι	=	νεροβούβαλος
νεροβούβαλος	noun	είδος βουβαλιού που κατάγεται από την Ασία
νεροβούβαλου	=	νεροβούβαλος
νεροβούβαλους	=	νεροβούβαλος
νεροβούβαλων	=	νεροβούβαλος
νεροβράζαμε	=	νεροβράζω
νεροβράζαν	=	νεροβράζω
νεροβράζανε	=	νεροβράζω
νεροβράζατε	=	νεροβράζω
νεροβράζει	=	νεροβράζω
νεροβράζεις	=	νεροβράζω
νεροβράζετε	=	νεροβράζω
νεροβράζοντας	=	νεροβράζω
νεροβράζουμε	=	νεροβράζω
νεροβράζουν	=	νεροβράζω
νεροβράζουνε	=	νεροβράζω
νεροβράζω	verb	βράζω σε νερό, χωρίς λάδι
νεροβράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσαν	=	νεροβράζω
νεροβράσανε	=	νεροβράζω
νεροβράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσματα	=	νερόβρασμα
νεροβράσματος	=	νερόβρασμα
νεροβράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νεροβρασμάτων	=	νερόβρασμα
νεροβρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροβρασμένο
νεροβρασμένε	verb	κλητική ενικού του νεροβρασμένος
νεροβρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροβρασμένη
νεροβρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεροβρασμένος
νεροβρασμένης	verb	γενική ενικού του νεροβρασμένη
νεροβρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεροβρασμένος
νεροβρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεροβρασμένος
νεροβρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεροβρασμένος
νεροβρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεροβρασμένος
νεροβρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεροβρασμένος
νερογυρισιά	noun	συστροφή του νερού σε θάλασσα ή ποτάμι
νερογυρισιάς	=	νερογυρισιά
νερογυρισιές	=	νερογυρισιά
νερογυρισιών	=	νερογυρισιά
νεροδεσιά	noun|vulgar	φράγμα σε ποτάμι ή αυλάκι που εμποδίζει τη ροή του νερού, την εκτρέπει ή τη σταματά
νεροδεσιάς	noun	γενική ενικού του νεροδεσιά
νεροδεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροδεσιά
νεροδεσιών	=	νεροδεσιά
νεροζουμιού	=	νεροζούμι
νεροζουμιών	=	νεροζούμι
νεροζούμι	noun|vulgar	νερουλό και κακομαγειρεμένο φαγητό
νεροζούμια	=	νεροζούμι
νεροζυγιού	=	νεροζύγι
νεροζυγιών	=	νεροζύγι
νεροζύγι	noun|vulgar	η υδροστάθμη, η υδατοστάθμη
νεροζύγια	=	νεροζύγι
νεροκάλαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκάλαμο
νεροκάλαμο	noun	είδος υδρόφιλου φυτού (Phragmites australis ή Angelica sylvestris)
νεροκάλαμου	noun	γενική ενικού του νεροκάλαμο
νεροκάλαμων	noun	γενική πληθυντικού του νεροκάλαμο
νεροκάνατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκάνατο
νεροκάνατο	noun	κανάτι για νερό
νεροκάνατου	noun	γενική ενικού του νεροκάνατο
νεροκάνατων	noun	γενική πληθυντικού του νεροκάνατο
νεροκάρδαμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκάρδαμο
νεροκάρδαμο	noun	το φαρμακευτικό φυτό nasturtium officinale που τρώγεται και ως σαλάτα
νεροκάρδαμου	noun	γενική ενικού του νεροκάρδαμο
νεροκάρδαμων	noun	γενική πληθυντικού του νεροκάρδαμο
νεροκαμένα	=	νεροκαμένος
νεροκαμένε	=	νεροκαμένος
νεροκαμένες	=	νεροκαμένος
νεροκαμένη	=	νεροκαμένος
νεροκαμένης	=	νεροκαμένος
νεροκαμένο	=	νεροκαμένος
νεροκαμένοι	=	νεροκαμένος
νεροκαμένος	verb|vulgar	ο πολύ διψασμένος
νεροκαμένου	=	νεροκαμένος
νεροκαμένους	=	νεροκαμένος
νεροκαμένων	=	νεροκαμένος
νεροκανάτα	noun	κανάτα για νερό
νεροκανάτας	noun	γενική ενικού του νεροκανάτα
νεροκανάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκανάτα
νεροκανατών	noun	γενική πληθυντικού του νεροκανάτα
νεροκολοκυθιά	noun	μονοετής πόα της οικογένειας των Κουκουρβιτιδών
νεροκολοκυθιάς	noun	γενική ενικού του νεροκολοκυθιά
νεροκολοκυθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκολοκυθιά
νεροκολοκυθιών	=	νεροκολοκυθιά
νεροκολοκυθών	=	νεροκολοκύθα
νεροκολοκύθα	noun	νεροκολόκυθο
νεροκολοκύθας	=	νεροκολοκύθα
νεροκολοκύθες	=	νεροκολοκύθα
νεροκολόκυθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκολόκυθο
νεροκολόκυθο	noun	καρπός νεροκολοκυθιάς
νεροκολόκυθου	noun	γενική ενικού του νεροκολόκυθο
νεροκολόκυθων	noun	γενική πληθυντικού του νεροκολόκυθο
νεροκοτσύφων	=	νεροκότσυφας
νεροκουβαλήτρα	=	νεροκουβαλητής
νεροκουβαλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροκουβαλητής
νεροκουβαλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεροκουβαλητής
νεροκουβαλητής	noun|figurative	που κάνει διάφορες δουλειές, συνήθως αγγαρείες ή μη επιλήψιμες, από τις οποίες τελικά έχει κέρδος κάποιος τρίτος
νεροκουβαλητών	noun	γενική πληθυντικού του νεροκουβαλητής
νεροκράτες	=	νεροκράτης
νεροκράτη	=	νεροκράτης
νεροκράτης	noun|vulgar	λίθινη γούρνα
νεροκρατών	=	νεροκράτης
νεροκότσυφα	=	νεροκότσυφας
νεροκότσυφας	noun	είδος πουλιού (Cinclus cinclus), με χαρακτηριστικό λευκό χρώμα στον λαιμό, που ανήκει στην οικογένεια των Cinclidae, το οποίο κολυμπάει και βουτάει σε ποτάμια και ρέματα, αναζητώντας την τροφή του
νεροκότσυφες	=	νεροκότσυφας
νερολάπαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερολάπαθο
νερολάπαθο	noun	είδος λάπαθου (Rumex aquaticus)
νερολάπαθου	noun	γενική ενικού του νερολάπαθο
νερολάπαθων	noun	γενική πληθυντικού του νερολάπαθο
νερολαδιά	noun	ξεροκόμματο ψωμιού που έχει μουσκευτεί και στυφτεί για να χρησιμοποιηθεί σε μαγειρική δημιουργία
νερολαδιάς	=	νερολαδιά
νερολαδιές	=	νερολαδιά
νερολαδιών	=	νερολαδιά
νερολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερολούλουδο
νερολούλουδο	noun	το άνθος υδρόβιων φυτών
νερολούλουδου	noun	γενική ενικού του νερολούλουδο
νερολούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του νερολούλουδο
νερομάζωμα	noun|vulgar	το μάζεμα (βρόχινου) νερού σε δεξαμενή
νερομάλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νερομάλλης
νερομάλλας	=	νερομάλλης
νερομάλλες	=	νερομάλλης
νερομάλλη	=	νερομάλλης
νερομάλληδες	=	νερομάλλης
νερομάλληδων	=	νερομάλλης
νερομάλλης	adj	κακοποιό ξωτικό του ποταμού, λάμια που έχει μαλλιά υδάτινα και την όψη περίρρυτη
νερομάλλικα	=	νερομάλλης
νερομάλλικο	=	νερομάλλης
νερομάλλικου	=	νερομάλλης
νερομάλλικων	=	νερομάλλης
νερομάλλούσα	=	νερομάλλης
νερομάνα	noun|vulgar	πηγή με πολύ νερό
νερομάνας	noun	γενική ενικού του νερομάνα
νερομάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερομάνα
νερομάννα	=	νερομάνα
νερομαζωμάτων	=	νερομάζωμα
νερομαζώματα	=	νερομάζωμα
νερομαζώματος	=	νερομάζωμα
νερομαλλούσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νερομάλλης
νερομαλλούσας	=	νερομάλλης
νερομαλλούσες	=	νερομάλλης
νερομολόχα	noun	η αλθαία
νερομολόχας	=	νερομολόχα
νερομολόχες	=	νερομολόχα
νερομπογιά	noun	χρώμα που αραιώνεται με νερό
νερομπογιάς	noun	γενική ενικού του νερομπογιά
νερομπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερομπογιά
νερομπογιών	=	νερομπογιά
νερομπουλιού	=	νερομπούλι
νερομπουλιών	=	νερομπούλι
νερομπούλι	noun|vulgar	νερουλό και κακομαγειρεμένο φαγητό
νερομπούλια	=	νερομπούλι
νεροπίστολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροπίστολο
νεροπίστολο	noun	παιχνίδι, πιστόλι που εκτοξεύει νερό
νεροπίστολου	=	νεροπίστολο
νεροπίστολων	=	νεροπίστολο
νεροπιάσματα	=	νερόπιασμα
νεροπιάσματος	=	νερόπιασμα
νεροπιασμάτων	=	νερόπιασμα
νεροπλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νερόπλυμα
νεροπλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερόπλυμα
νεροπλύματος	noun	γενική ενικού του νερόπλυμα
νεροποντές	=	νεροποντή
νεροποντή	noun	βροχή που πέφτει με δύναμη και έχει διάρκεια
νεροποντής	=	νεροποντή
νεροποντών	=	νεροποντή
νεροποταμίδα	noun	είδος μικρόσωμου πτηνού
νεροποταμίδας	=	νεροποταμίδα
νεροποταμίδες	=	νεροποταμίδα
νεροποταμίδων	=	νεροποταμίδα
νεροπουλάδα	noun	η νερόκοτα
νεροπουλάδας	=	νεροπουλάδα
νεροπουλάδες	=	νεροπουλάδα
νεροπουλάδων	=	νεροπουλάδα
νεροπούλι	noun	οποιοδήποτε υδρόβιο πουλί
νεροπούλια	=	νεροπούλι
νεροπρίονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροπρίονο
νεροπρίονο	noun	πριόνι ή πριονοκορδέλα που δουλεύει με τη βοήθεια ρέοντος ύδατος
νεροπρίονου	noun	γενική ενικού του νεροπρίονο
νεροπρίονων	noun	γενική πληθυντικού του νεροπρίονο
νεροπότηρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροπότηρο
νεροπότηρο	noun	ποτήρι για νερό
νεροπότηρου	noun	γενική ενικού του νεροπότηρο
νεροπότηρων	noun	γενική πληθυντικού του νεροπότηρο
νεροστροβίλου	=	νεροστρόβιλος
νεροστροβίλους	=	νεροστρόβιλος
νεροστροβίλων	=	νεροστρόβιλος
νεροστρόβιλε	=	νεροστρόβιλος
νεροστρόβιλο	=	νεροστρόβιλος
νεροστρόβιλοι	=	νεροστρόβιλος
νεροστρόβιλος	noun	στρόβιλος νερού, δίνη νερού
νεροστρόβιλου	=	νεροστρόβιλος
νεροστρόβιλους	=	νεροστρόβιλος
νεροστρόβιλων	=	νεροστρόβιλος
νεροσυρμές	=	νεροσυρμή
νεροσυρμή	noun	αυλάκι στο έδαφος που δημιουργείται από τα νερά της βροχής στην κατηφορική τους πορεία
νεροσυρμής	=	νεροσυρμή
νεροσυρμών	=	νεροσυρμή
νεροσωλήνα	=	νεροσωλήνας
νεροσωλήνας	noun	ο υδροσωλήνας
νεροσωλήνες	=	νεροσωλήνας
νεροσωλήνων	=	νεροσωλήνας
νεροτριβές	=	νεροτριβή
νεροτριβή	noun	διάταξη που περιλαμβάνει σύστημα με το οποίο τρεχούμενο νερό πέφτει από ύψος και λεκάνη στην οποία συντελείται περιδίνηση του νερού, ώστε να μπορούν να κατεργαστούν ή να πλυθούν υφάσματα, χαλιά κ.λπ.
νεροτριβής	=	νεροτριβή
νεροτριβιά	noun|literary	το μέρος, η κατασκευή όπου γίνεται η νεροτριβή
νεροτριβιάς	=	νεροτριβιά
νεροτριβιές	=	νεροτριβιά
νεροτριβιών	=	νεροτριβιά
νεροτριβών	=	νεροτριβή
νεροτσουλήθρα	noun	τσουλήθρα στην οποία κυλάει νερό, για να διευκολύνει την κατάβαση, και καταλήγει σε υδάτινη επιφάνεια
νεροτσουλήθρας	=	νεροτσουλήθρα
νεροτσουλήθρες	=	νεροτσουλήθρα
νεροτσουλήθρων	=	νεροτσουλήθρα
νερουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νερουλός	adv	με νερουλό τρόπο
νερουλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερουλάς
νερουλάδων	noun	γενική πληθυντικού του νερουλάς
νερουλάς	noun	ο πλανόδιος πωλητής νερού
νερουλέ	adj	κλητική ενικού του νερουλός
νερουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερουλή
νερουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νερουλός
νερουλής	adj	γενική ενικού του νερουλή
νερουλιάζαμε	=	νερουλιάζω
νερουλιάζαν	=	νερουλιάζω
νερουλιάζανε	=	νερουλιάζω
νερουλιάζατε	=	νερουλιάζω
νερουλιάζει	=	νερουλιάζω
νερουλιάζεις	=	νερουλιάζω
νερουλιάζετε	=	νερουλιάζω
νερουλιάζοντας	=	νερουλιάζω
νερουλιάζουμε	=	νερουλιάζω
νερουλιάζουν	=	νερουλιάζω
νερουλιάζουνε	=	νερουλιάζω
νερουλιάζω	verb	έχω περισσότερο νερό απ’ όσο πρέπει
νερουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσαν	=	νερουλιάζω
νερουλιάσανε	=	νερουλιάζω
νερουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερούλιασμα
νερουλιάσματος	noun	γενική ενικού του νερούλιασμα
νερουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νερούλιασμα
νερουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερουλιασμένο
νερουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του νερουλιασμένος
νερουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερουλιασμένη
νερουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νερουλιασμένος
νερουλιασμένης	verb	γενική ενικού του νερουλιασμένη
νερουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του νερουλιασμένος
νερουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νερουλιασμένος
νερουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νερουλιασμένος
νερουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νερουλιασμένος
νερουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νερουλιασμένος
νερουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νερουλός
νερουλού	adj	γενική ενικού του νερουλός
νερουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νερουλός
νερουλό	adj	αιτιατική ενικού του νερουλός
νερουλός	adj	ρευστός σαν το νερό, που έχει τη ρευστότητα του νερού
νερουλών	adj	γενική πληθυντικού του νερουλός
νεροφάγωμα	noun	φθορά σε επιφάνεια, που έχει προκληθεί από νερό
νεροφίδα	noun	ονομασία του νερόφιδου, μη δηλητηριώδους είδους φιδιού της Ευρασίας το οποίο βρίσκεται συχνά κοντά σε νερό και τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με αμφίβια
νεροφίδας	noun	γενική ενικού του νεροφίδα
νεροφίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροφίδα
νεροφαγιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του νεροφάγωμα
νεροφαγιάς	=	νεροφαγιά
νεροφαγιές	=	νεροφαγιά
νεροφαγιών	=	νεροφαγιά
νεροφαγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νεροφάγωμα
νεροφαγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροφάγωμα
νεροφαγώματος	noun	γενική ενικού του νεροφάγωμα
νεροφεγγιά	noun|literary	η αντανάκλαση του φωτός (του ήλιου ή της σελήνης) πάνω στην επιφάνεια του νερού
νεροφεγγιάς	=	νεροφεγγιά
νεροφεγγιές	=	νεροφεγγιά
νεροφεγγιών	=	νεροφεγγιά
νεροφορήματα	=	νεροφόρημα
νεροφορήματος	=	νεροφόρημα
νεροφορημάτων	=	νεροφόρημα
νεροφόρημα	noun	η μεταφορά του νερού σε κανάτες στους ώμους, το νεροκουβάλημα
νεροχελάνες	=	νεροχελώνα
νεροχελίδονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροχελίδονο
νεροχελίδονο	noun	παρυδάτιο πτηνό της οικογένειας των Γλαρεολιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο
νεροχελίδονου	noun	γενική ενικού του νεροχελίδονο
νεροχελίδονων	noun	γενική πληθυντικού του νεροχελίδονο
νεροχελωνών	noun	γενική πληθυντικού του νεροχελώνα
νεροχελώνα	noun	χελώνα που ζει στο νερό
νεροχελώνας	noun	γενική ενικού του νεροχελώνα
νεροχελώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεροχελώνα
νεροχυτών	=	νεροχύτης
νεροχύτες	=	νεροχύτης
νεροχύτη	=	νεροχύτης
νεροχύτης	noun	σκεύος αποτελούμενο από βρύση και μία ή δύο γούρνες απ' όπου φεύγουν τα ακάθαρτα νερά της κουζίνας και καταλήγουν στο βόθρο.
νερού	noun	γενική ενικού του νερό
νερούλιαζα	=	νερουλιάζω
νερούλιαζαν	=	νερουλιάζω
νερούλιαζε	=	νερουλιάζω
νερούλιαζες	=	νερουλιάζω
νερούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερουλιάζω
νερούλιασμα	noun	υπερβολική προσθήκη νερού ή αραίωση με νερό
νερφάραμε	=	νερφάρω
νερφάραν	=	νερφάρω
νερφάρανε	=	νερφάρω
νερφάρατε	=	νερφάρω
νερφάρει	=	νερφάρω
νερφάρεις	=	νερφάρω
νερφάρεσαι	=	νερφάρω
νερφάρεστε	=	νερφάρω
νερφάρεται	=	νερφάρω
νερφάρετε	=	νερφάρω
νερφάρισα	=	νερφάρω
νερφάρισαν	=	νερφάρω
νερφάρισε	=	νερφάρω
νερφάρισες	=	νερφάρω
νερφάρομαι	=	νερφάρω
νερφάρονται	=	νερφάρω
νερφάρονταν	=	νερφάρω
νερφάροντας	=	νερφάρω
νερφάρου	=	νερφάρω
νερφάρουμε	=	νερφάρω
νερφάρουν	=	νερφάρω
νερφάρουνε	=	νερφάρω
νερφάρω	verb|informal	μειώνω τη δύναμη κάποιου πράγματος σε διαδικτυακό παιχνίδι τροποποιώντας τα χαρακτηριστικά του
νερφαρίσαμε	=	νερφάρω
νερφαρίσαν	=	νερφάρω
νερφαρίσανε	=	νερφάρω
νερφαρίσατε	=	νερφάρω
νερφαρίσει	=	νερφάρω
νερφαρίσου	=	νερφάρω
νερφαρίστε	=	νερφάρω
νερφαρίστηκα	=	νερφάρω
νερφαρίστηκαν	=	νερφάρω
νερφαρίστηκε	=	νερφάρω
νερφαρίστηκες	=	νερφάρω
νερφαρισμένος	=	νερφάρω
νερφαριστήκαμε	=	νερφάρω
νερφαριστήκαν	=	νερφάρω
νερφαριστήκανε	=	νερφάρω
νερφαριστήκατε	=	νερφάρω
νερφαριστεί	=	νερφάρω
νερφαριστείτε	=	νερφάρω
νερφαρόμασταν	=	νερφάρω
νερφαρόμαστε	=	νερφάρω
νερφαρόμουν	=	νερφάρω
νερφαρόμουνα	=	νερφάρω
νερφαρόντουσαν	=	νερφάρω
νερφαρόσασταν	=	νερφάρω
νερφαρόσαστε	=	νερφάρω
νερφαρόσουν	=	νερφάρω
νερφαρόσουνα	=	νερφάρω
νερφαρόταν	=	νερφάρω
νερφαρότανε	=	νερφάρω
νερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερωθήκαν	=	νερώνομαι
νερωθήκανε	=	νερώνομαι
νερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερωθείτε	=	νερώνομαι
νερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νέρωμα
νερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερωμένο
νερωμένε	verb	κλητική ενικού του νερωμένος
νερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερωμένη
νερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νερωμένος
νερωμένης	verb	γενική ενικού του νερωμένη
νερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του νερωμένος
νερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νερωμένος
νερωμένος	=	νερώνομαι
νερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νερωμένος
νερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νερωμένος
νερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νερωμένος
νερωνόμασταν	=	νερώνομαι
νερωνόμαστε	=	νερώνομαι
νερωνόμουν	=	νερώνομαι
νερωνόμουνα	=	νερώνομαι
νερωνόντουσαν	=	νερώνομαι
νερωνόσασταν	=	νερώνομαι
νερωνόσαστε	=	νερώνομαι
νερωνόσουν	=	νερώνομαι
νερωνόσουνα	=	νερώνομαι
νερωνόταν	=	νερώνομαι
νερωνότανε	=	νερώνομαι
νερό	noun	(χημικός τύπος: H₂O) το άχρωμο και συνήθως άοσμο και άγευστο υγρό στοιχείο της φύσης, που προκύπτει από τη χημική ένωση δύο ατόμων υδρογόνου και ενός ατόμου οξυγόνου· σχηματίζει τα ποτάμια, τις λίμνες, τις θάλασσες, τις πηγές, τη βροχή, αποτελεί το 70% του ανθρώπινου οργανισμού και συντελεί καταλυτικά στη ζωή και την ανάπτυξη όλων των φυτικών και ζωικών οργανισμών· μπορεί να παίρνει, υπό κατάλληλες συνθήκες, στερεά μορφή, οπότε ονομάζεται πάγος, ή αέρια, οπότε λέγεται υδρατμός
νερόβραζα	=	νεροβράζω
νερόβραζαν	=	νεροβράζω
νερόβραζε	=	νεροβράζω
νερόβραζες	=	νεροβράζω
νερόβρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νερόβρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νερόβρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νερόβρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεροβράζω
νερόβρασμα	noun|figurative	οτιδήποτε έχει βραστεί μόνο σε νερό, χωρίς λάδι
νερόβραστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νερόβραστος	adv	με νερόβραστο τρόπο
νερόβραστε	adj	κλητική ενικού του νερόβραστος
νερόβραστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερόβραστη
νερόβραστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νερόβραστος
νερόβραστης	adj	γενική ενικού του νερόβραστη
νερόβραστο	adj	αιτιατική ενικού του νερόβραστος
νερόβραστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νερόβραστος
νερόβραστος	adj	που έχει βράσει σε νερό, χωρίς λάδι
νερόβραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νερόβραστος
νερόβραστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νερόβραστος
νερόβραστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νερόβραστος
νερόκοτα	noun	υδρόβιο πτηνό (όπως το είδος Gallinula chloropus) της οικογένειας Rallidae (πουλάδες) με μήκος 30‑40 εκατοστά και βάρος γύρω στα 300 γραμμάρια
νερόκοτας	noun	γενική ενικού του νερόκοτα
νερόκοτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερόκοτα
νερόκρασα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερόκρασο
νερόκρασο	noun	νερωμένο κρασί
νερόκρασου	noun	γενική ενικού του νερόκρασο
νερόκρασων	noun	γενική πληθυντικού του νερόκρασο
νερόκρινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερόκρινο
νερόκρινο	noun	γένος ανθοφόρου φυτού της οικογένειας Ιριδοειδή ή Ιριδίδες (Iridaceae) με κίτρινα λουλούδια
νερόκρινου	noun	γενική ενικού του νερόκρινο
νερόκρινων	noun	γενική πληθυντικού του νερόκρινο
νερόλακκε	=	νερόλακκος
νερόλακκο	=	νερόλακκος
νερόλακκοι	=	νερόλακκος
νερόλακκος	noun	λάκκος με νερό
νερόλακκου	=	νερόλακκος
νερόλακκους	=	νερόλακκος
νερόλακκων	=	νερόλακκος
νερόμπομπα	noun	μπαλόνι ή πλαστική σακούλα γεμάτη νερό που εκτοξεύεται εναντίον κάποιου με σκοπό να τον κάνει μούσκεμα
νερόμπομπας	noun	γενική ενικού του νερόμπομπα
νερόμπομπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νερόμπομπα
νερόμυλε	=	νερόμυλος
νερόμυλο	noun	αιτιατική ενικού του νερόμυλος
νερόμυλοι	=	νερόμυλος
νερόμυλος	noun	ο μύλος που λειτουργεί από την κίνηση του νερού
νερόμυλου	noun	γενική ενικού του νερόμυλος
νερόμυλους	=	νερόμυλος
νερόμυλων	=	νερόμυλος
νερόπιασμα	noun|vulgar	η υδρωπικία
νερόπλυμα	noun|vulgar	νεροζούμι
νερόσουπα	noun	σούπα χωρίς κανένα υλικό, ή φτωχή σε υλικά, ένα σκέτο βραστό νερό
νερόσουπας	=	νερόσουπα
νερόσουπες	=	νερόσουπα
νερόφιδα	=	νερόφιδο
νερόφιδο	noun	νεροφίδα, μη δηλητηριώδες είδος φιδιού της Ευρασίας το οποίο βρίσκεται συχνά κοντά σε νερό και τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με αμφίβια
νερόφιδου	=	νερόφιδο
νερόφιδων	=	νερόφιδο
νερόχαρα	=	νερόχαρος
νερόχαρε	=	νερόχαρος
νερόχαρες	=	νερόχαρος
νερόχαρη	=	νερόχαρος
νερόχαρης	=	νερόχαρος
νερόχαρο	=	νερόχαρος
νερόχαροι	=	νερόχαρος
νερόχαρος	adj	υδροχαρής
νερόχαρου	=	νερόχαρος
νερόχαρους	=	νερόχαρος
νερόχαρων	=	νερόχαρος
νερόχιονα	=	νερόχιονο
νερόχιονο	noun	το χιονόνερο
νερόχιονου	=	νερόχιονο
νερόχιονων	=	νερόχιονο
νερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνομαι
νερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νέρωμα
νερώματος	noun	γενική ενικού του νέρωμα
νερών	noun	γενική πληθυντικού του νερό
νερώναμε	=	νερώνω
νερώναν	=	νερώνω
νερώνανε	=	νερώνω
νερώνατε	=	νερώνω
νερώνει	=	νερώνω
νερώνεια	=	νερώνειος
νερώνειας	=	νερώνειος
νερώνειε	=	νερώνειος
νερώνειες	=	νερώνειος
νερώνειο	=	νερώνειος
νερώνειοι	=	νερώνειος
νερώνειος	adj	που έχει σχέση με τον (Ρωμαίο αυτοκράτορα) Νέρωνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
νερώνειου	=	νερώνειος
νερώνειους	=	νερώνειος
νερώνεις	=	νερώνω
νερώνειων	=	νερώνειος
νερώνεσαι	=	νερώνομαι
νερώνεστε	=	νερώνομαι
νερώνεται	=	νερώνομαι
νερώνετε	=	νερώνω
νερώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος νερώνω
νερώνονται	=	νερώνομαι
νερώνονταν	=	νερώνομαι
νερώνοντας	=	νερώνω
νερώνου	=	νερώνομαι
νερώνουμε	=	νερώνω
νερώνουν	=	νερώνω
νερώνουνε	=	νερώνω
νερώνω	verb	προσθέτω νερό σε κάποιο υγρό προς αραίωσή του, νόθευση ή ελάττωση της έντασής του
νερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσαν	=	νερώνω
νερώσανε	=	νερώνω
νερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσου	=	νερώνομαι
νερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νερώνω
νες	noun	άλλη μορφή του νεσκαφέ
νεσεσέρ	noun	μικρή θήκη ή τσάντα που έχει λίγα (απαραίτητα) αντικείμενα, συνήθως καλλυντικά
νεσκαφέ	noun	ο στιγμιαίος καφές, είτε ως επεξεργασμένο προϊόν, είτε ως ρόφημα, κατά κανόνα ζεστό
νετ	noun	δίχτυ, φιλέ
νετάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νετάρω
νετάρω	verb|dated	τελειώνω, αποτελειώνω, ξεμπερδεύω, εξοφλώ
νεταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νετάρισμα
νεταρίσματος	noun	γενική ενικού του νετάρισμα
νεταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νετάρισμα
νεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεταρισμένο
νεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του νεταρισμένος
νεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεταρισμένη
νεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεταρισμένος
νεταρισμένης	verb	γενική ενικού του νεταρισμένη
νεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νεταρισμένος
νεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεταρισμένος
νεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεταρισμένος
νεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεταρισμένος
νεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεταρισμένος
νετρίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νετρίνο
νετρίνο	noun	αφόρτιστο και πολύ ελαφρύ σωματίδιο, που αλληλεπιδρά ασθενώς με την ύλη και συνεπώς είναι πολύ δύσκολο να παρατηρηθεί
νετρίνου	noun	γενική ενικού του νετρίνο
νετρίνων	noun	γενική πληθυντικού του νετρίνο
νετρονίου	noun	γενική ενικού του νετρόνιο
νετρονίων	noun	γενική πληθυντικού του νετρόνιο
νετρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νετρονικό
νετρονικέ	adj	κλητική ενικού του νετρονικός
νετρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νετρονική
νετρονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νετρονικός
νετρονικής	adj	γενική ενικού του νετρονική
νετρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νετρονικός
νετρονικού	adj	γενική ενικού του νετρονικός
νετρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νετρονικός
νετρονικό	adj	αιτιατική ενικού του νετρονικός
νετρονικός	adj	σχετικός με τα νετρόνια
νετρονικών	adj	γενική πληθυντικού του νετρονικός
νετρόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νετρόνιο
νετρόνιο	noun	χωρίς ηλεκτρικό φορτίο, με μάζα λίγο μεγαλύτερη από ενός πρωτονίου
νετρόνιου	=	νετρόνιο
νευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νεύμα
νευρά	noun	χορδή (τόξου ή μουσικού οργάνου) φτιαγμένη από νεύρο ζώου
νευρίαζα	=	νευριάζω
νευρίαζαν	=	νευριάζω
νευρίαζε	=	νευριάζω
νευρίαζες	=	νευριάζω
νευρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευρίασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νευριάζω
νευρίτιδα	noun	φλεγμονή των νεύρων
νευρίτιδας	noun	γενική ενικού του νευρίτιδα
νευρίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρίτιδα
νευρίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του νευρίτιδα
νευραλγία	noun	πόνος στην περιοχή ενός αισθητήριου νεύρου
νευραλγίας	noun	γενική ενικού του νευραλγία
νευραλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευραλγία
νευραλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευραλγικό
νευραλγικέ	adj	κλητική ενικού του νευραλγικός
νευραλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευραλγική
νευραλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευραλγικός
νευραλγικής	adj	γενική ενικού του νευραλγική
νευραλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευραλγικός
νευραλγικού	adj	γενική ενικού του νευραλγικός
νευραλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευραλγικός
νευραλγικό	adj	αιτιατική ενικού του νευραλγικός
νευραλγικός	adj	που σχετίζεται με τη νευραλγία
νευραλγικών	adj	γενική πληθυντικού του νευραλγικός
νευραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του νευραλγία
νευρασθένεια	noun	εξασθένιση του νευρικού συστήματος και εμφάνιση ήπιων ψυχικών διαταραχών, σωματικής κόπωσης κ.λπ.
νευρασθένειας	noun	γενική ενικού του νευρασθένεια
νευρασθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρασθένεια
νευρασθενές	=	νευρασθενής
νευρασθενή	=	νευρασθενής
νευρασθενής	noun|figurative	ο / η νευρασθενής	adj|figurative	που έχει νευρασθένεια
νευρασθενείς	=	νευρασθενής
νευρασθενειών	noun	γενική πληθυντικού του νευρασθένεια
νευρασθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρασθενικό
νευρασθενικέ	adj	κλητική ενικού του νευρασθενικός
νευρασθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρασθενική
νευρασθενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρασθενικός
νευρασθενικής	adj	γενική ενικού του νευρασθενική
νευρασθενικιά	=	νευρασθενικός
νευρασθενικιάς	=	νευρασθενικός
νευρασθενικιές	=	νευρασθενικός
νευρασθενικιών	=	νευρασθενικός
νευρασθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρασθενικός
νευρασθενικοτήτων	=	νευρασθενικότητα
νευρασθενικού	adj	γενική ενικού του νευρασθενικός
νευρασθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρασθενικός
νευρασθενικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρασθενικός
νευρασθενικός	noun	νευρασθενικός	adj	που έχει νευρασθένεια
νευρασθενικότητα	noun	η ιδιότητα του νευρασθενικού
νευρασθενικότητας	=	νευρασθενικότητα
νευρασθενικότητες	=	νευρασθενικότητα
νευρασθενικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρασθενικός
νευρασθενούς	=	νευρασθενής
νευρασθενών	adj	γενική πληθυντικού του νευρασθενής
νευρείλημα	noun	το εξωτερικό μεμβρανώδες κάλυμμα (έλυτρο) μιας νευρικής ίνας (ή πολλών ινών μαζί)
νευρείλημμα	noun	άλλη μορφή του νευρείλημα
νευρειλήματα	=	νευρείλημα
νευρειλήματος	=	νευρείλημα
νευρειλήμματα	=	νευρείλημμα
νευρειλήμματος	=	νευρείλημμα
νευρειλημάτων	=	νευρείλημα
νευρειληματίτιδα	noun	φλεγμονή που εμφανίζεται στο νευρείλημα
νευρειληματίτιδας	=	νευρειληματίτιδα
νευρειληματίτιδες	=	νευρειληματίτιδα
νευρειληματίτιδων	=	νευρειληματίτιδα
νευρειληματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρειληματικό
νευρειληματικέ	adj	κλητική ενικού του νευρειληματικός
νευρειληματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρειληματική
νευρειληματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρειληματικός
νευρειληματικής	adj	γενική ενικού του νευρειληματική
νευρειληματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρειληματικός
νευρειληματικού	adj	γενική ενικού του νευρειληματικός
νευρειληματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρειληματικός
νευρειληματικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρειληματικός
νευρειληματικός	adj	που έχει σχέση με νευρείλημμα / νευρείλημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
νευρειληματικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρειληματικός
νευρειλημμάτων	=	νευρείλημμα
νευρειλημματίτιδα	noun	φλεγμονή που εμφανίζεται στο νευρείλημμα
νευρειλημματίτιδας	=	νευρειλημματίτιδα
νευρειλημματίτιδες	=	νευρειλημματίτιδα
νευρειλημματίτιδων	=	νευρειλημματίτιδα
νευρειλημματικά	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικέ	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικές	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματική	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικής	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικοί	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικού	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικούς	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικό	=	νευρειλημματικός
νευρειλημματικός	adj	που έχει σχέση με νευρείλημμα / νευρείλημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
νευρειλημματικών	=	νευρειλημματικός
νευρεπιστήμες	=	νευρεπιστήμη
νευρεπιστήμη	noun	η νευροεπιστήμη
νευρεπιστήμης	=	νευρεπιστήμη
νευρεπιστημών	=	νευρεπιστήμη
νευριάζαμε	=	νευριάζω
νευριάζαν	=	νευριάζω
νευριάζανε	=	νευριάζω
νευριάζατε	=	νευριάζω
νευριάζει	=	νευριάζω
νευριάζεις	=	νευριάζω
νευριάζετε	=	νευριάζω
νευριάζομε	=	νευριάζω
νευριάζοντας	=	νευριάζω
νευριάζουμε	=	νευριάζω
νευριάζουν	=	νευριάζω
νευριάζουνε	=	νευριάζω
νευριάζω	verb	προκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον
νευριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσαν	=	νευριάζω
νευριάσανε	=	νευριάζω
νευριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρίασμα
νευριάσματος	noun	γενική ενικού του νευρίασμα
νευριάσομε	=	νευριάζω
νευριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσουνε	=	νευριάζω
νευριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νευριάζω
νευριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νευρίασμα
νευριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νευριασμένος	adv	με νευριασμένο τρόπο
νευριασμένε	verb	κλητική ενικού του νευριασμένος
νευριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευριασμένη
νευριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευριασμένος
νευριασμένης	verb	γενική ενικού του νευριασμένη
νευριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του νευριασμένος
νευριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευριασμένος
νευριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου νευριάζω
νευριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νευριασμένος
νευριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νευριασμένος
νευριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νευριασμένος
νευριασμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νευριάζω
νευριαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευριαστικό
νευριαστικέ	adj	κλητική ενικού του νευριαστικός
νευριαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευριαστική
νευριαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευριαστικός
νευριαστικής	adj	γενική ενικού του νευριαστική
νευριαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευριαστικός
νευριαστικού	adj	γενική ενικού του νευριαστικός
νευριαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευριαστικός
νευριαστικό	adj	αιτιατική ενικού του νευριαστικός
νευριαστικός	adj	άλλη μορφή του εκνευριστικός
νευριαστικών	adj	γενική πληθυντικού του νευριαστικός
νευρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρικό	adv	με νευρικότητα
νευρικέ	adj	κλητική ενικού του νευρικός
νευρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρική
νευρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρικός
νευρικής	adj	γενική ενικού του νευρική
νευρικιά	=	νευρικός
νευρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρικός
νευρικοτήτων	=	νευρικότητα
νευρικού	adj	γενική ενικού του νευρικός
νευρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρικός
νευρικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρικός
νευρικός	noun	αυτός που νευριάζει εύκολα, που δεν παραμένει ψύχραιμος	adj	που έχει σχέση με το νεύρο ή αναφέρεται σ’ αυτό
νευρικότητα	noun	η ιδιότητα του νευρικού, ψυχική υπερένταση, αναστάτωση
νευρικότητας	noun	γενική ενικού του νευρικότητα
νευρικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρικότητα
νευρικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρικός
νευρικώς	adv|dated	με νευρικό τρόπο
νευριτίδων	noun	γενική πληθυντικού του νευρίτιδα
νευροανάδραση	noun	θεραπεία, μηχανισμός κατά τον οποίο ο ασθενής παρακολουθεί την απεικόνιση της εγκεφαλικής δραστηριότητάς του σε ειδικό όργανο (όπως μία οθόνη), και μαθαίνει να αυξομειώνει την αιμάτωση του εγκεφάλου του σε οποιοδήποτε τμήμα επιθυμεί
νευροανάδρασης	noun	γενική ενικού του νευροανάδραση
νευροανάπτυξη	noun	η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος κατά τη διάρκεια της ζωής ενός οργανισμού
νευροανάπτυξης	=	νευροανάπτυξη
νευροαναδράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροανάδραση
νευροαναδράσεων	noun	γενική πληθυντικού του νευροανάδραση
νευροαναδράσεως	noun|formal	γενική ενικού του νευροανάδραση
νευροαναπτυξιακά	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακέ	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακές	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακής	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακοί	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακού	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακούς	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακό	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτυξιακός	adj	που έχει σχέση με τη νευροανάπτυξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
νευροαναπτυξιακών	=	νευροαναπτυξιακός
νευροαναπτύξεις	=	νευροανάπτυξη
νευροαναπτύξεων	=	νευροανάπτυξη
νευροαπεικονίσεις	=	νευροαπεικόνιση
νευροαπεικονίσεων	=	νευροαπεικόνιση
νευροαπεικόνιση	noun	εγκεφαλογραφική απεικόνιση σε μέσο (οθόνη, ηχείο κτλ.)
νευροαπεικόνισης	=	νευροαπεικόνιση
νευροαποκλίνον	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνοντα	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνοντας	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνοντες	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνοντος	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνουσα	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνουσας	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνουσες	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλίνων	adj	που αποκλίνει από τη συνήθη νευρική και εγκεφαλική δραστηριότητα
νευροαποκλινουσών	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλινούσης	=	νευροαποκλίνων
νευροαποκλινόντων	=	νευροαποκλίνων
νευροαρθριτισμέ	=	νευροαρθριτισμός
νευροαρθριτισμοί	=	νευροαρθριτισμός
νευροαρθριτισμού	=	νευροαρθριτισμός
νευροαρθριτισμούς	=	νευροαρθριτισμός
νευροαρθριτισμό	=	νευροαρθριτισμός
νευροαρθριτισμός	noun	αρθριτισμός που συνδυάζεται νευρασθένεια ή νευροπάθεια ή τις προκαλεί
νευροαρθριτισμών	=	νευροαρθριτισμός
νευροβιολογία	noun	μελέτη της λειτουργίας των νευρικών κυττάρων και ιστών
νευροβιολογίας	=	νευροβιολογία
νευροβιολογίες	=	νευροβιολογία
νευροβιολογικά	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικέ	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικές	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογική	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικής	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικοί	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικού	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικούς	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικό	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογικός	adj	σχετικός με την νευροβιολογία
νευροβιολογικών	=	νευροβιολογικός
νευροβιολογιών	=	νευροβιολογία
νευροβλάστες	=	νευροβλάστη
νευροβλάστη	noun	το εμβρυϊκό κύτταρο που εξελίσσεται σε νευρικό κύτταρο / νευρώνα
νευροβλάστης	=	νευροβλάστη
νευροβλάστωμα	noun	τύπος καρκίνου που σχηματίζεται σε ορισμένους τύπους νευρικού ιστού
νευροβλαστωμάτων	=	νευροβλάστωμα
νευροβλαστώματα	=	νευροβλάστωμα
νευροβλαστώματος	=	νευροβλάστωμα
νευροβλαστών	=	νευροβλάστη
νευρογένεση	noun	η διαδικασία γένεσης κι ανάπτυξης των νευρώνων
νευρογένεσης	noun	γενική ενικού του νευρογένεση
νευρογενές	=	νευρογενής
νευρογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρογένεση
νευρογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του νευρογένεση
νευρογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του νευρογένεση
νευρογενή	=	νευρογενής
νευρογενής	adj	που οφείλεται, ή προέρχεται από το νευρικό σύστημα
νευρογενείς	=	νευρογενής
νευρογενούς	=	νευρογενής
νευρογενών	=	νευρογενής
νευρογλοία	noun	τα νευρογλοιακά κύτταρα, δηλαδή μη-νευρικά κύτταρα με ποικίλα σχήματα, τα οποία συμβάλλουν στην διατήρηση της ομοιόστασης και παρέχουν στήριξη και προστασία στους νευρώνες του εγκεφάλου
νευρογλοίας	=	νευρογλοία
νευρογλοίες	=	νευρογλοία
νευρογλοιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νευρογλοιακός
νευρογλοιακέ	adj	κλητική ενικού του νευρογλοιακός
νευρογλοιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρογλοιακή
νευρογλοιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρογλοιακός
νευρογλοιακής	adj	γενική ενικού του νευρογλοιακή
νευρογλοιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρογλοιακός
νευρογλοιακού	adj	γενική ενικού του νευρογλοιακός
νευρογλοιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρογλοιακός
νευρογλοιακό	adj	αιτιατική ενικού του νευρογλοιακός
νευρογλοιακός	adj	που έχει σχέση με τη νευρογλοία ή αναφέρεται σ’ αυτή
νευρογλοιακών	adj	γενική πληθυντικού του νευρογλοιακός
νευρογλοιών	=	νευρογλοία
νευρογλωσσολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τη σχέση του νευρικού συστήματος με την λειτουργία του λόγου καθώς και με άλλες γνωσιακές λειτουργίες επιστρατεύοντας τη νευρολογία, τη νευροβιολογία, τη νευροψυχολογία, την πληροφορική και άλλες επιστήμες
νευρογλωσσολογίας	noun	γενική ενικού του νευρογλωσσολογία
νευρογλωσσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρογλωσσολογία
νευρογλωσσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νευρογλωσσολογία
νευρογνωσία	noun	η μελέτη των νευρώνων
νευρογνωσίας	noun	γενική ενικού του νευρογνωσία
νευρογνωσίες	=	νευρογνωσία
νευρογνωσιακά	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακέ	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακές	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακή	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακής	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακοί	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακού	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακούς	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακό	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιακός	adj	άλλη μορφή του νευρογνωστικός
νευρογνωσιακών	=	νευρογνωσιακός
νευρογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του νευρογνωσία
νευρογνωστικά	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικέ	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικές	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστική	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικής	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικοί	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικού	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικούς	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικό	=	νευρογνωστικός
νευρογνωστικός	adj	που σχετίζεται με τις γνωστικές λειτουργίες του εγκεφάλου και την επεξεργασία πληροφοριών που υποστηρίζεται από νευρωνικά κυκλώματα
νευρογνωστικών	=	νευρογνωστικός
νευροδερματίτιδα	noun	δερματική νόσος η οποία χαρακτηρίζεται από έντονο κνησμό
νευροδερματίτιδας	=	νευροδερματίτιδα
νευροδερματίτιδες	=	νευροδερματίτιδα
νευροδερματίτιδων	=	νευροδερματίτιδα
νευροδιέγερση	noun	η αποστολή ήπιων ηλεκτρικών παλμών προς το νευρικό σύστημα, οι οποίοι διακόπτουν ή καλύπτουν τα σήματα του πόνου που οδεύουν προς τον εγκέφαλο
νευροδιέγερσης	=	νευροδιέγερση
νευροδιαβίβαση	noun	φυσιολογική διεργασία κατά την οποία ένα νευρικό κύτταρο μεταφέρει πληροφορία σε άλλο κύτταρο (νευρώνα, μυϊκό ή αδενικό) μέσω χημικών μορίων, που απελευθερώνονται στις συνάψεις και τροποποιούν την ηλεκτρική του δραστηριότητα
νευροδιαβίβασης	=	νευροδιαβίβαση
νευροδιαβιβάσεις	=	νευροδιαβίβαση
νευροδιαβιβάσεων	=	νευροδιαβίβαση
νευροδιαβιβαστές	=	νευροδιαβιβαστής
νευροδιαβιβαστή	=	νευροδιαβιβαστής
νευροδιαβιβαστής	noun	βιοχημική ένωση, οι οποία χρησιμεύει στην μεταβίβαση πληροφοριών από ένα νευρώνα στον επόμενο
νευροδιαβιβαστών	=	νευροδιαβιβαστής
νευροδιαφορετικοτήτων	=	νευροδιαφορετικότητα
νευροδιαφορετικότητα	noun	η αντίληψη κατά την οποία διάφορες νευροαναπτυξιακές διαταραχές (π.χ. ο αυτισμός, η ΔΕΠΥ, το σύνδρομο Ντάουν), οι διαταραχές επικοινωνίας, οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες δεν αντιμετωπίζονται ως ασθένειες ή ελλείμματα, που χρήζουν θεραπείας αλλά απλώς ως εναλλακτικοί τρόποι με τους οποίους σκέφτεται, μαθαίνει, κινείται και αλληλεπιδρά ένα άτομο στην κοινωνία
νευροδιαφορετικότητας	=	νευροδιαφορετικότητα
νευροδιαφορετικότητες	=	νευροδιαφορετικότητα
νευροδιεγέρσεις	=	νευροδιέγερση
νευροδιεγέρσεων	=	νευροδιέγερση
νευροδιεγέρτες	=	νευροδιεγέρτης
νευροδιεγέρτη	=	νευροδιεγέρτης
νευροδιεγέρτης	noun	συσκευή που προκαλεί νευροδιέγερση
νευροδιεγερτών	=	νευροδιεγέρτης
νευροεκφυλίσεις	=	νευροεκφύλιση
νευροεκφυλίσεων	=	νευροεκφύλιση
νευροεκφυλισμέ	=	νευροεκφυλισμός
νευροεκφυλισμοί	=	νευροεκφυλισμός
νευροεκφυλισμού	=	νευροεκφυλισμός
νευροεκφυλισμούς	=	νευροεκφυλισμός
νευροεκφυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του νευροεκφυλισμός
νευροεκφυλισμός	noun	προοδευτικός εκφυλισμός (ή / και θάνατος) των νευρώνων ή των νευρικών κυττάρων
νευροεκφυλισμών	=	νευροεκφυλισμός
νευροεκφυλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροεκφυλιστικό
νευροεκφυλιστικέ	adj	κλητική ενικού του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφυλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροεκφυλιστική
νευροεκφυλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφυλιστικής	adj	γενική ενικού του νευροεκφυλιστική
νευροεκφυλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφυλιστικού	adj	γενική ενικού του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφυλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφυλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφυλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον νευροεκφυλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
νευροεκφυλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροεκφυλιστικός
νευροεκφύλιση	noun	άλλη μορφή του νευροεκφυλισμός
νευροεκφύλισης	=	νευροεκφύλιση
νευροενδοκρινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροενδοκρινολογικό
νευροενδοκρινολογικέ	adj	κλητική ενικού του νευροενδοκρινολογικός
νευροενδοκρινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροενδοκρινολογική
νευροενδοκρινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροενδοκρινολογικός
νευροενδοκρινολογικής	adj	γενική ενικού του νευροενδοκρινολογική
νευροενδοκρινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροενδοκρινολογικός
νευροενδοκρινολογικού	adj	γενική ενικού του νευροενδοκρινολογικός
νευροενδοκρινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροενδοκρινολογικός
νευροενδοκρινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροενδοκρινολογικός
νευροενδοκρινολογικός	adj	που σχετίζεται με την νευροενδοκρινολογία
νευροενδοκρινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροενδοκρινολογικός
νευροεπιστήμες	noun	η νευρολογία, η κλινική ψυχολογία, η ψυχιατρική, η εγκεφαλολογία, η νευροενδοκρινολογία κι άλλοι ιατρικοί τομείς που ασχολούνται με τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα
νευροεπιστήμη	noun	επιστήμη που συνδυάζει διαφόρα πεδία έρευνας (από την ιατρική και τη βιολογία, μέχρι τη γλωσσολογία και την πληροφορική) η οποία μελετά το νευρικό σύστημα
νευροεπιστήμης	=	νευροεπιστήμη
νευροεπιστήμονα	=	νευροεπιστήμονας
νευροεπιστήμονας	noun	επιστήμονας που ασχολείται με το διεπιστημονικό αντικείμενο της νευροεπιστήμης
νευροεπιστήμονες	=	νευροεπιστήμονας
νευροεπιστημονικά	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικέ	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικές	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονική	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικής	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικοί	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικού	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικούς	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικό	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημονικός	adj	που αφορά τη νευροεπιστήμη ή τους νευροεπιστήμονες
νευροεπιστημονικών	=	νευροεπιστημονικός
νευροεπιστημόνων	=	νευροεπιστήμονας
νευροεπιστημών	=	νευροεπιστήμη
νευροηθικές	=	νευροηθική
νευροηθική	noun	τομή των επιστημών της βιοηθικής με τις νευροεπιστήμες με αντικείμενο μελέτης τις ηθικές, κοινωνικές και νομικές επιπτώσεις των τεχνολογικών επιτευγμάτων καθώς επίσης και των εφαρμογών τους οι οποίες προκύπτουν από την έρευνα των νευροεπιστημών
νευροηθικής	=	νευροηθική
νευροηθικών	=	νευροηθική
νευροηθολογία	noun	διεπιστημονικός τομέας της συμπεριφορικής νευρολογίας
νευροηθολογίας	noun	γενική ενικού του νευροηθολογία
νευροηθολογίες	=	νευροηθολογία
νευροηθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νευροηθολογία
νευροκαβαλίκεμα	noun|vulgar	μπέρδεμα ή μετατόπιση κάποιων τενόντων ή μυών, απ’ τα οποία προκαλείται οξύς πόνος
νευροκαβαλικέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροκαβαλίκεμα
νευροκαβαλικέματος	noun	γενική ενικού του νευροκαβαλίκεμα
νευροκαβαλικεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νευροκαβαλίκεμα
νευροληπτικά	noun	φάρμακα με νευροληπτικές ιδιότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νευροληπτικός
νευροληπτικέ	adj	κλητική ενικού του νευροληπτικός
νευροληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροληπτική
νευροληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροληπτικός
νευροληπτικής	adj	γενική ενικού του νευροληπτική
νευροληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροληπτικός
νευροληπτικού	adj	γενική ενικού του νευροληπτικός
νευροληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροληπτικός
νευροληπτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του νευροληπτικός
νευροληπτικός	adj	που έχει αντιψυχωσικές ιδιότητες, που αφορά τα νευροληπτικά
νευροληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροληπτικός
νευρολογία	noun	ιατρικός κλάδος που μελετά το νευρικό σύστημα (φυσιολογία, ανατομία) και συμβάλλει στη θεραπεία των σχετικών παθήσεων
νευρολογίας	noun	γενική ενικού του νευρολογία
νευρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρολογία
νευρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρολογικό	adv	από την πλευρά της νευρολογίας
νευρολογικέ	adj	κλητική ενικού του νευρολογικός
νευρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρολογική
νευρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρολογικός
νευρολογικής	adj	γενική ενικού του νευρολογική
νευρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρολογικός
νευρολογικού	adj	γενική ενικού του νευρολογικός
νευρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρολογικός
νευρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρολογικός
νευρολογικός	adj	που έχει σχέση με την νευρολογία ή τον νευρολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
νευρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρολογικός
νευρολογικώς	adv|dated	νευρολογικά
νευρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νευρολογία
νευρολόγε	noun	κλητική ενικού του νευρολόγος
νευρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του νευρολόγος
νευρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρολόγος
νευρολόγος	noun	ιατρός που έχει ως ειδικότητα τη νευρολογία
νευρολόγου	noun	γενική ενικού του νευρολόγος
νευρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νευρολόγος
νευρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του νευρολόγος
νευρομεταβίβαση	noun	η νευροδιαβίβαση
νευρομεταβίβασης	=	νευρομεταβίβαση
νευρομεταβιβάσεις	=	νευρομεταβίβαση
νευρομεταβιβάσεων	=	νευρομεταβίβαση
νευρομυελίτιδα	noun	η οπτική νευρομυελίτιδα είναι νευρολογική πάθηση, απομυελινωτική νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος
νευρομυελίτιδας	=	νευρομυελίτιδα
νευρομυελίτιδες	=	νευρομυελίτιδα
νευρομυελίτιδων	=	νευρομυελίτιδα
νευρομυικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρομυικό
νευρομυικέ	adj	κλητική ενικού του νευρομυικός
νευρομυικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρομυική
νευρομυική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρομυικός
νευρομυικής	adj	γενική ενικού του νευρομυική
νευρομυικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρομυικός
νευρομυικού	adj	γενική ενικού του νευρομυικός
νευρομυικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρομυικός
νευρομυικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρομυικός
νευρομυικός	adj	που έχει σχέση με τα νεύρα και τους μύες ή αναφέρεται σ’ αυτά
νευρομυικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρομυικός
νευροουρολογία	noun	ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με τις νόσους που προκύπτουν από τη δυσλειτουργία ελέγχου του ουροποιητικού συστήματος από το νευρικό σύστημα
νευροουρολογίας	=	νευροουρολογία
νευροουρολογίες	=	νευροουρολογία
νευροουρολογιών	=	νευροουρολογία
νευροουρολόγε	=	νευροουρολόγος
νευροουρολόγο	=	νευροουρολόγος
νευροουρολόγοι	=	νευροουρολόγος
νευροουρολόγος	noun	ιατρός που ασχολείται με την νευροουρολογία
νευροουρολόγου	=	νευροουρολόγος
νευροουρολόγους	=	νευροουρολόγος
νευροουρολόγων	=	νευροουρολόγος
νευροοφθαλμολογία	noun	η ιατρική υποειδίκευση τόσο της νευρολογίας όσο και της οφθαλμολογίας που αφορά προβλήματα όρασης που σχετίζονται με το νευρικό σύστημα
νευροοφθαλμολογίας	=	νευροοφθαλμολογία
νευροοφθαλμολογίες	=	νευροοφθαλμολογία
νευροοφθαλμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροοφθαλμολογικό
νευροοφθαλμολογικέ	adj	κλητική ενικού του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροοφθαλμολογική
νευροοφθαλμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογικής	adj	γενική ενικού του νευροοφθαλμολογική
νευροοφθαλμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογικού	adj	γενική ενικού του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογικός	adj	σχετικός με την νευροοφθαλμολογία
νευροοφθαλμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροοφθαλμολογικός
νευροοφθαλμολογιών	=	νευροοφθαλμολογία
νευροπάθεια	noun	οποιαδήποτε ασθένεια του περιφερικού νευρικού συστήματος
νευροπάθειας	noun	γενική ενικού του νευροπάθεια
νευροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπάθεια
νευροπαθές	=	νευροπαθής
νευροπαθή	=	νευροπαθής
νευροπαθής	adj	που έχει νευροπάθεια
νευροπαθείς	=	νευροπαθής
νευροπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του νευροπάθεια
νευροπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθητικό
νευροπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του νευροπαθητικός
νευροπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθητική
νευροπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροπαθητικός
νευροπαθητικής	adj	γενική ενικού του νευροπαθητική
νευροπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθητικός
νευροπαθητικού	adj	γενική ενικού του νευροπαθητικός
νευροπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροπαθητικός
νευροπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροπαθητικός
νευροπαθητικός	adj	που αφορά πόνο που προκαλείται από δυσλειτουργία ή βλάβη του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος
νευροπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροπαθητικός
νευροπαθολογία	noun	η παθολογία του νευρικού συστήματος
νευροπαθολογίας	noun	γενική ενικού του νευροπαθολογία
νευροπαθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθολογία
νευροπαθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθολογικό
νευροπαθολογικέ	adj	κλητική ενικού του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθολογική
νευροπαθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογικής	adj	γενική ενικού του νευροπαθολογική
νευροπαθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογικού	adj	γενική ενικού του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογικός	adj	σχετικός με την νευροπαθολογία
νευροπαθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροπαθολογικός
νευροπαθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νευροπαθολογία
νευροπαθολόγε	=	νευροπαθολόγος
νευροπαθολόγο	=	νευροπαθολόγος
νευροπαθολόγοι	=	νευροπαθολόγος
νευροπαθολόγος	noun	ιατρός που έχει ειδικευτεί στην νευροπαθολογία
νευροπαθολόγου	=	νευροπαθολόγος
νευροπαθολόγους	=	νευροπαθολόγος
νευροπαθολόγων	=	νευροπαθολόγος
νευροπαθούς	=	νευροπαθής
νευροπαθών	=	νευροπαθής
νευροπαρακολουθήσεις	=	νευροπαρακολούθηση
νευροπαρακολουθήσεων	=	νευροπαρακολούθηση
νευροπαρακολούθηση	noun	η παρακολούθηση νευρικών ιστών με ειδικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό
νευροπαρακολούθησης	=	νευροπαρακολούθηση
νευροπλαστικοτήτων	=	νευροπλαστικότητα
νευροπλαστικότητα	noun	η ικανότητα του εγκεφάλου για αναδόμηση μέσω της δημιουργίας νέων συνάψεων, νευρώνων, νέων δικτύων μεταξύ νευρώνων μέσω της εκμάθησης και νέων εμπειριών
νευροπλαστικότητας	=	νευροπλαστικότητα
νευροπλαστικότητες	=	νευροπλαστικότητα
νευροπληξία	noun	νευρικός κλονισμός που οφείλεται σε κάκωση του νευρικού συστήματος ή σε ψυχοσωματικά αίτια
νευροπληξίας	noun	γενική ενικού του νευροπληξία
νευροπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροπληξία
νευροπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του νευροπληξία
νευροπλοήγηση	noun	πλοήγηση σε νευροχειρουργική επέμβαση με την απεικονιστική καθοδήγηση νευρολοηγού
νευροπλοήγησης	=	νευροπλοήγηση
νευροπλοηγέ	=	νευροπλοηγός
νευροπλοηγήσεις	=	νευροπλοήγηση
νευροπλοηγήσεων	=	νευροπλοήγηση
νευροπλοηγοί	=	νευροπλοηγός
νευροπλοηγού	=	νευροπλοηγός
νευροπλοηγούς	=	νευροπλοηγός
νευροπλοηγό	=	νευροπλοηγός
νευροπλοηγός	noun	όργανο πλοήγησης σε νευροχειρουργική επέμβαση που βοηθάει στη διεγχειρητική απεικόνιση
νευροπλοηγών	=	νευροπλοηγός
νευροποικιλομορφία	noun	όρος που αναφέρεται στη διαφορετικότητα της λειτουργίας του εγκεφάλου, χωρίς να προκρίνει κάποια συγκεκριμένη λειτουργία ως κανονική ή φυσιολογική
νευροπροστασία	noun	το σύνολο παρεμβάσεων —φαρμακολογικών ή άλλων— που αποσκοπούν στη διατήρηση της λειτουργικότητας των νευρικών κυττάρων, επιβραδύνοντας ή αποτρέποντας τη βλάβη και τον θάνατό τους υπό συνθήκες παθολογίας ή τραυματισμού
νευροπροστασίας	=	νευροπροστασία
νευροπροστασίες	=	νευροπροστασία
νευροπροστασιών	=	νευροπροστασία
νευροπροστατευτικά	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικέ	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικές	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτική	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικής	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικοί	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικού	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικούς	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικό	=	νευροπροστατευτικός
νευροπροστατευτικός	adj	που έχει σχέση με την νευροπροστασία ή αναφέρεται σʼ αυτή
νευροπροστατευτικών	=	νευροπροστατευτικός
νευρορραφές	=	νευρορραφή
νευρορραφή	noun	διαδικασία κατά την οποία οι άκρες ενός κομμένου νεύρου ενώνονται με ράμματα
νευρορραφής	=	νευρορραφή
νευρορραφία	noun	άλλη μορφή του νευρορραφή
νευρορραφίας	=	νευρορραφία
νευρορραφίες	=	νευρορραφία
νευρορραφιών	=	νευρορραφία
νευρορραφών	=	νευρορραφή
νευρορυθμιστές	=	νευρορυθμιστής
νευρορυθμιστή	=	νευρορυθμιστής
νευρορυθμιστής	noun	χημική ουσία του νευρικού συστήματος που μεταβάλλει ή ρυθμίζει τη δράση των νευρώνων και των νευροδιαβιβαστών, επηρεάζοντας την ένταση ή τον τρόπο μετάδοσης των νευρικών σημάτων
νευρορυθμιστών	=	νευρορυθμιστής
νευροσπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρόσπασμα
νευροσπάσματος	noun	γενική ενικού του νευρόσπασμα
νευροσπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νευρόσπασμα
νευροσπαστικά	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικέ	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικές	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστική	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικής	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικη	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικο	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικοί	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικού	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικούς	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικό	=	νευροσπαστικός
νευροσπαστικός	adj|figurative	άλλη μορφή του νευρόσπαστος
νευροσπαστικών	=	νευροσπαστικός
νευροτομές	=	νευροτομή
νευροτομή	noun	χειρουργική, θεραπευτική, τομή νεύρου
νευροτομής	=	νευροτομή
νευροτομία	noun|dated	ανατομία των νεύρων
νευροτομίας	noun	γενική ενικού του νευροτομία
νευροτομίες	=	νευροτομία
νευροτομιών	noun	γενική πληθυντικού του νευροτομία
νευροτομών	=	νευροτομή
νευροτοξίνες	=	νευροτοξίνη
νευροτοξίνη	noun	τοξίνη που δρα ειδικά στους νευρώνες, στις συνάψεις τους ή στο νευρικό σύστημα στο σύνολό του
νευροτοξίνης	=	νευροτοξίνη
νευροτοξικά	=	νευροτοξικός
νευροτοξικέ	=	νευροτοξικός
νευροτοξικές	=	νευροτοξικός
νευροτοξική	=	νευροτοξικός
νευροτοξικής	=	νευροτοξικός
νευροτοξικοί	=	νευροτοξικός
νευροτοξικοτήτων	=	νευροτοξικότητα
νευροτοξικού	=	νευροτοξικός
νευροτοξικούς	=	νευροτοξικός
νευροτοξικό	=	νευροτοξικός
νευροτοξικός	adj	που έχει σχέση με τη νευροτοξίνη ή τη νευροτοξικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτά
νευροτοξικότητα	noun	το σύνολο των παρενεργειών από την επίδραση νευροτοξινών σε οργανισμό
νευροτοξικότητας	=	νευροτοξικότητα
νευροτοξικότητες	=	νευροτοξικότητα
νευροτοξικών	=	νευροτοξικός
νευροτοξινών	=	νευροτοξίνη
νευροτροπισμέ	=	νευροτροπισμός
νευροτροπισμοί	=	νευροτροπισμός
νευροτροπισμού	=	νευροτροπισμός
νευροτροπισμούς	=	νευροτροπισμός
νευροτροπισμό	=	νευροτροπισμός
νευροτροπισμός	noun	η επιλεκτική προσβολή του νευρικού συστήματος από ορισμένους ιούς ή μικρόβια
νευροτροπισμών	=	νευροτροπισμός
νευροτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροτυπικό
νευροτυπικέ	adj	κλητική ενικού του νευροτυπικός
νευροτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροτυπική
νευροτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροτυπικός
νευροτυπικής	adj	γενική ενικού του νευροτυπική
νευροτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροτυπικός
νευροτυπικού	adj	γενική ενικού του νευροτυπικός
νευροτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροτυπικός
νευροτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροτυπικός
νευροτυπικός	adj	που εμφανίζει συνήθη νευρική και εγκεφαλική δραστηριότητα·
νευροτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροτυπικός
νευροφυσιολογία	noun	κλάδος της φυσιολογίας που μελετά το νευρικό σύστημα
νευροφυσιολογίας	noun	γενική ενικού του νευροφυσιολογία
νευροφυσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροφυσιολογία
νευροφυσιολογικά	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικέ	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικές	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογική	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικής	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικοί	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικού	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικούς	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικό	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογικός	adj	ο σχετικός με τη νευροφυσιολογία
νευροφυσιολογικών	=	νευροφυσιολογικός
νευροφυσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νευροφυσιολογία
νευροφυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροφυτικό
νευροφυτικέ	adj	κλητική ενικού του νευροφυτικός
νευροφυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροφυτική
νευροφυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροφυτικός
νευροφυτικής	adj	γενική ενικού του νευροφυτική
νευροφυτικες	=	νευροφυτικός
νευροφυτικης	=	νευροφυτικός
νευροφυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροφυτικός
νευροφυτικού	adj	γενική ενικού του νευροφυτικός
νευροφυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροφυτικός
νευροφυτικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροφυτικός
νευροφυτικός	adj	σχετικός με το συμπαθητικό νευρικό σύστημα (που προετοιμάζει το σώμα για την έντονη πίεση ή τη φυσική δραστηριότητα)
νευροφυτικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροφυτικός
νευροχειρουργέ	=	νευροχειρουργός
νευροχειρουργικά	=	νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικέ	=	νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικές	=	νευροχειρουργική
νευροχειρουργική	noun	ειδικότητα για τη χειρουργική αντιμετώπιση παθήσεων που προσβάλλουν οποιοδήποτε τμήμα του νευρικού συστήματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικής	=	νευροχειρουργική
νευροχειρουργικοί	=	νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικού	=	νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικούς	=	νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικό	=	νευροχειρουργικός
νευροχειρουργικός	adj	που σχετίζεται με τη νευροχειρουργική ή αναφέρεται σ' αυτήν
νευροχειρουργικών	=	νευροχειρουργική
νευροχειρουργοί	=	νευροχειρουργός
νευροχειρουργού	=	νευροχειρουργός
νευροχειρουργούς	=	νευροχειρουργός
νευροχειρουργό	=	νευροχειρουργός
νευροχειρουργός	noun	χειρουργός ειδικευμένος στη νευροχειρουργική
νευροχειρουργών	=	νευροχειρουργός
νευροχειρούργε	=	νευροχειρούργος
νευροχειρούργο	=	νευροχειρούργος
νευροχειρούργοι	=	νευροχειρούργος
νευροχειρούργος	noun	άλλη μορφή του νευροχειρουργός (με μετακίνηση τόνου)
νευροχειρούργου	=	νευροχειρούργος
νευροχειρούργους	=	νευροχειρούργος
νευροχειρούργων	=	νευροχειρούργος
νευροχημεία	noun	κλάδος της νευροεπιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των χημικών διεργασιών που συμβαίνουν στο εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα
νευροχημείας	=	νευροχημεία
νευροχημείες	=	νευροχημεία
νευροχημειών	=	νευροχημεία
νευροχημικά	=	νευροχημικό
νευροχημική	=	νευροχημικός
νευροχημικού	=	νευροχημικό
νευροχημικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροχημικός	noun	χημικό στοιχείο που εμπλέκεται στη νευρική δραστηριότητα
νευροχημικός	noun	επιστήμονας που μελετά τη νευροχημεία	adj	που αφορά τη νευροχημεία
νευροχημικών	=	νευροχημικό
νευροψυχίατρε	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχίατρο	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχίατροι	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχίατρος	noun	ιατρός που έχει ειδικευτεί στην νευροψυχιατρική
νευροψυχίατρου	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχίατρους	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχίατρων	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχιάτρου	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχιάτρους	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχιάτρων	=	νευροψυχίατρος
νευροψυχιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχιατρικό
νευροψυχιατρικέ	adj	κλητική ενικού του νευροψυχιατρικός
νευροψυχιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχιατρική
νευροψυχιατρική	noun	κλάδος της ιατρικής που περιλαμβάνει τη νευρολογία, την ψυχιατρική, καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροψυχιατρικός
νευροψυχιατρικής	adj	γενική ενικού του νευροψυχιατρική
νευροψυχιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχιατρικός
νευροψυχιατρικού	adj	γενική ενικού του νευροψυχιατρικός
νευροψυχιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροψυχιατρικός
νευροψυχιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροψυχιατρικός
νευροψυχιατρικός	adj	που έχει σχέση με τη νευροψυχιατρική ή αναφέρεται σ’ αυτή
νευροψυχιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροψυχιατρικός
νευροψυχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχικό
νευροψυχικέ	adj	κλητική ενικού του νευροψυχικός
νευροψυχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχική
νευροψυχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροψυχικός
νευροψυχικής	adj	γενική ενικού του νευροψυχική
νευροψυχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχικός
νευροψυχικού	adj	γενική ενικού του νευροψυχικός
νευροψυχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροψυχικός
νευροψυχικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροψυχικός
νευροψυχικός	adj	που έχει σχέση με το νευρικό σύστημα και την αλληλεπίδρασή του με τις ψυχικές διαταραχές ή αναφέρεται σ’ αυτά
νευροψυχικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροψυχικός
νευροψυχολογία	noun	ο κλάδος της ψυχολογίας που ερευνά σε συνεργασία με τη νευρολογία τη φυσιολογία των ψυχολογικών διεργασιών
νευροψυχολογίας	=	νευροψυχολογία
νευροψυχολογίες	=	νευροψυχολογία
νευροψυχολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχολογικό
νευροψυχολογικέ	adj	κλητική ενικού του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχολογική
νευροψυχολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογικής	adj	γενική ενικού του νευροψυχολογική
νευροψυχολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογικού	adj	γενική ενικού του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογικός	adj	σχετικός με τη νευροψυχολογία
νευροψυχολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νευροψυχολογικός
νευροψυχολογιών	=	νευροψυχολογία
νευροψυχολόγε	=	νευροψυχολόγος
νευροψυχολόγο	=	νευροψυχολόγος
νευροψυχολόγοι	=	νευροψυχολόγος
νευροψυχολόγος	noun	ο ψυχολόγος που έχει ειδικευτεί σε θέματα νευροψυχολογίας, όπως η νευροψυχολογική εκτίμηση των γνωστικών λειτουργιών του ανθρώπου (μνήμη, αντίληψη, προσοχή, μάθηση) και σε συνεργασία με τον νευρολόγο βοηθάει στην αποκατάσταση των γνωστικών ελλειμμάτων (π.χ. άνοια, δυσλεξία, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, κ.α)
νευροψυχολόγου	=	νευροψυχολόγος
νευροψυχολόγους	=	νευροψυχολόγος
νευροψυχολόγων	=	νευροψυχολόγος
νευροωτολογία	noun	κλάδος της κλινικής ιατρικής που ασχολείται με νευρολογικές διαταραχές του αφτιού και της ακοής
νευροωτολογίας	=	νευροωτολογία
νευροωτολογίες	=	νευροωτολογία
νευροωτολογιών	=	νευροωτολογία
νευροωτολόγε	=	νευροωτολόγος
νευροωτολόγο	=	νευροωτολόγος
νευροωτολόγοι	=	νευροωτολόγος
νευροωτολόγος	noun	ιατρός που έχει ειδικευθεί στην νευροωτολογία
νευροωτολόγου	=	νευροωτολόγος
νευροωτολόγους	=	νευροωτολόγος
νευροωτολόγων	=	νευροωτολόγος
νευροϋποφύσεις	=	νευροϋπόφυση
νευροϋποφύσεων	=	νευροϋπόφυση
νευροϋπόφυση	noun	το οπίσθιο λοβίο της υπόφυσης, που αποτελείται κυρίως από νευρικές ίνες και νευρογλοιακά κύτταρα, και είναι υπεύθυνη για την αποθήκευση και έκκριση ορμονών όπως η αγγειοπιεστίνη (ADH) και η οξυτοκίνη, οι οποίες παράγονται από τον υποθάλαμο
νευροϋπόφυσης	=	νευροϋπόφυση
νευρωδών	=	νευρώδης
νευρωμάτων	=	νεύρωμα
νευρωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρωνικό
νευρωνικέ	adj	κλητική ενικού του νευρωνικός
νευρωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρωνική
νευρωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρωνικός
νευρωνικής	adj	γενική ενικού του νευρωνική
νευρωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρωνικός
νευρωνικού	adj	γενική ενικού του νευρωνικός
νευρωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρωνικός
νευρωνικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρωνικός
νευρωνικός	adj	που έχει σχέση με νευρώνες ή αναφέρεται σ' αυτούς
νευρωνικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρωνικός
νευρωσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρωσικό
νευρωσικέ	adj	κλητική ενικού του νευρωσικός
νευρωσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρωσική
νευρωσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρωσικός
νευρωσικής	adj	γενική ενικού του νευρωσική
νευρωσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρωσικός
νευρωσικού	adj	γενική ενικού του νευρωσικός
νευρωσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρωσικός
νευρωσικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρωσικός
νευρωσικός	adj	άλλη μορφή του νευρωτικός
νευρωσικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρωσικός
νευρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρωτικό
νευρωτικέ	adj	κλητική ενικού του νευρωτικός
νευρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρωτική
νευρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρωτικός
νευρωτικής	adj	γενική ενικού του νευρωτική
νευρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρωτικός
νευρωτικοτήτων	=	νευρωτικότητα
νευρωτικού	adj	γενική ενικού του νευρωτικός
νευρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νευρωτικός
νευρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του νευρωτικός
νευρωτικός	adj	που σχετίζεται με νεύρωση
νευρωτικότητα	noun	η ιδιότητα του νευρωτικού
νευρωτικότητας	=	νευρωτικότητα
νευρωτικότητες	=	νευρωτικότητα
νευρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του νευρωτικός
νευρωτισμέ	noun	κλητική ενικού του νευρωτισμός
νευρωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νευρωτισμός
νευρωτισμού	noun	γενική ενικού του νευρωτισμός
νευρωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νευρωτισμός
νευρωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του νευρωτισμός
νευρωτισμός	noun	ψυχική αστάθεια, ξεσπάσματα και νευρωτικές κινήσεις, διεγνωσμένη νευρωτικότητα
νευρωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του νευρωτισμός
νευρόσπασμα	noun	άλλη μορφή του νευρόσπαστο
νευρόσπαστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νευρόσπαστο
νευρόσπαστε	=	νευρόσπαστος
νευρόσπαστες	=	νευρόσπαστος
νευρόσπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νευρόσπαστος
νευρόσπαστης	=	νευρόσπαστος
νευρόσπαστο	noun	η μαριονέτα
νευρόσπαστοι	=	νευρόσπαστος
νευρόσπαστος	adj	που έχει σχέση με νευρόσπαστο ή αναφέρεται σ’ αυτό
νευρόσπαστου	noun	γενική ενικού του νευρόσπαστο
νευρόσπαστους	=	νευρόσπαστος
νευρόσπαστων	noun	γενική πληθυντικού του νευρόσπαστο
νευρώδεις	=	νευρώδης
νευρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νευρώδης
νευρώδη	=	νευρώδης
νευρώδης	adj	που εμφανίζεται πολύ ζωηρός και με μεγάλη ζωτικότητα
νευρώδους	adj	γενική ενικού του νευρώδης
νευρώματα	=	νεύρωμα
νευρώματος	=	νεύρωμα
νευρών	noun	ο νευρώνας
νευρώνα	=	νευρώνας
νευρώνας	noun	κύτταρο του νευρικού συστήματος, το οποίο μεταφέρει και επεξεργάζεται πληροφορίες
νευρώνες	=	νευρώνας
νευρώνων	=	νευρώνας
νευρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεύρωση
νευρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του νεύρωση
νευρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του νεύρωση
νευτόνια	=	νευτόνιος
νευτόνιας	=	νευτόνιος
νευτόνιε	=	νευτόνιος
νευτόνιες	=	νευτόνιος
νευτόνιο	=	νευτόνιος
νευτόνιοι	=	νευτόνιος
νευτόνιος	adj	που αφορά τον Isaac Newton (Ισαάκ Νεύτωνα)
νευτόνιου	=	νευτόνιος
νευτόνιους	=	νευτόνιος
νευτόνιων	=	νευτόνιος
νευτώνεια	=	νευτώνειος
νευτώνειας	=	νευτώνειος
νευτώνειε	=	νευτώνειος
νευτώνειες	=	νευτώνειος
νευτώνειο	=	νευτώνειος
νευτώνειοι	=	νευτώνειος
νευτώνειος	adj	που σχετίζεται με τον Άγγλο φυσικό Νεύτωνα
νευτώνειου	=	νευτώνειος
νευτώνειους	=	νευτώνειος
νευτώνειων	=	νευτώνειος
νεφάρια	=	νεφάριος
νεφάριας	=	νεφάριος
νεφάριε	=	νεφάριος
νεφάριες	=	νεφάριος
νεφάριο	=	νεφάριος
νεφάριοι	=	νεφάριος
νεφάριος	adj	αυτός που είναι παράνομος και αθέμιτος.
νεφάριου	=	νεφάριος
νεφάριους	=	νεφάριος
νεφάριων	=	νεφάριος
νεφέλες	=	νεφέλη
νεφέλη	noun|formal	σύννεφο, νέφος
νεφέλης	=	νεφέλη
νεφέλιον	noun	μικρή θολερότητα του οφθαλμικού κερατοειδούς
νεφέλωμα	noun	ένφωτες επιφάνειες στόν ουρανό, οι οποίες με γυμνό μάτι φαίνονται σα μια θολή κηλίδα
νεφεληγερέτες	=	νεφεληγερέτης
νεφεληγερέτη	=	νεφεληγερέτης
νεφεληγερέτης	noun	αυτός που συγκεντρώνει τα σύννεφα· τυπικό επίθετο του θεού Δία
νεφεληγερετών	=	νεφεληγερέτης
νεφελοβάμον	=	νεφελοβάμων
νεφελοβάμονα	=	νεφελοβάμων
νεφελοβάμονας	=	νεφελοβάμων
νεφελοβάμονες	=	νεφελοβάμων
νεφελοβάμονος	=	νεφελοβάμων
νεφελοβάμων	adj|formal	ο αιθεροβάμων
νεφελοβάτες	=	νεφελοβάτης
νεφελοβάτη	=	νεφελοβάτης
νεφελοβάτης	noun	ο ονειροπαρμένος (κυριολεκτικά αυτός που περπατά στα σύννεφα)
νεφελοβαμόνων	=	νεφελοβάμων
νεφελοβατώ	verb	πλάθω με τη σκέψη μου όνειρα και σχέδια για το μέλλον
νεφελοβατών	=	νεφελοβάτης
νεφελοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νεφελοβατώ
νεφελοειδές	=	νεφελοειδής
νεφελοειδή	=	νεφελοειδής
νεφελοειδής	adj	που έχει το σχήμα σύννεφου, που μοιάζει με νεφέλη
νεφελοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του νεφελοειδής
νεφελοειδούς	=	νεφελοειδής
νεφελοειδών	=	νεφελοειδής
νεφελομαντεία	noun	η μαντεία που πραγματοποιείται με τον μάντη να παρατηρεί τα σχήματα, την κίνηση κ.λπ. των νεφελών / νεφών
νεφελομαντείας	=	νεφελομαντεία
νεφελομαντείες	=	νεφελομαντεία
νεφελομαντειών	=	νεφελομαντεία
νεφελομετρία	noun	μέθοδος μέτρησης της συγκέντρωσης αιωρούμενων στοιχείων ενός διαλύματος ή εναιωρήματος βάσει της σκέδασης της προσπίπτουσας ακτινοβολίας
νεφελομετρίας	=	νεφελομετρία
νεφελομετρίες	=	νεφελομετρία
νεφελομετριών	=	νεφελομετρία
νεφελοποίηση	noun	μετατροπή υγρού σε λεπτότατο σπρέι, σε μορφή νέφους, η εκνέφωση
νεφελοποίησης	=	νεφελοποίηση
νεφελοποιήσεις	=	νεφελοποίηση
νεφελοποιήσεων	=	νεφελοποίηση
νεφελοποιητές	=	νεφελοποιητής
νεφελοποιητή	=	νεφελοποιητής
νεφελοποιητής	noun	μια συσκευή που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση φαρμάκων σε μορφή ομίχλης στους πνεύμονες
νεφελοποιητών	=	νεφελοποιητής
νεφελοσκέπαστα	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστε	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστες	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστη	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστης	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστο	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστοι	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστος	adj	σκεπασμένος με σύννεφα
νεφελοσκέπαστου	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστους	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκέπαστων	=	νεφελοσκέπαστος
νεφελοσκεπές	=	νεφελοσκεπής
νεφελοσκεπή	=	νεφελοσκεπής
νεφελοσκεπής	adj	καλυμμένος με νέφη
νεφελοσκεπείς	=	νεφελοσκεπής
νεφελοσκεπούς	=	νεφελοσκεπής
νεφελοσκεπών	=	νεφελοσκεπής
νεφελωδών	=	νεφελώδης
νεφελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νεφέλωμα
νεφελώδεις	=	νεφελώδης
νεφελώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νεφελώδης
νεφελώδη	=	νεφελώδης
νεφελώδης	adj	που έχει σύννεφα
νεφελώδους	=	νεφελώδης
νεφελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφέλωμα
νεφελώματος	noun	γενική ενικού του νεφέλωμα
νεφελών	noun	γενική πληθυντικού του νεφέλη
νεφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφικό
νεφικέ	adj	κλητική ενικού του νεφικός
νεφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφική
νεφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφικός
νεφικής	adj	γενική ενικού του νεφική
νεφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφικός
νεφικού	adj	γενική ενικού του νεφικός
νεφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφικός
νεφικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφικός
νεφικός	adj	που έχει σχέση με το νέφος ή τα σύννεφα ή αναφέρεται σ’ αυτά
νεφικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφικός
νεφοκάλυψη	noun	η κάλυψη του ουρανού από σύννεφα
νεφοκάλυψης	=	νεφοκάλυψη
νεφοκαλύψεις	=	νεφοκάλυψη
νεφοκαλύψεων	=	νεφοκάλυψη
νεφολογία	noun	μετεωρολογικός κλάδος μελέτης των νεφών
νεφολογίας	=	νεφολογία
νεφολογίες	=	νεφολογία
νεφολογιών	=	νεφολογία
νεφομετρία	noun	η μέτρηση της ατμοσφαιρικής νέφωσης
νεφομετρίας	=	νεφομετρία
νεφομετρίες	=	νεφομετρία
νεφομετρικά	=	νεφομετρικός
νεφομετρικέ	=	νεφομετρικός
νεφομετρικές	=	νεφομετρικός
νεφομετρική	=	νεφομετρικός
νεφομετρικής	=	νεφομετρικός
νεφομετρικοί	=	νεφομετρικός
νεφομετρικού	=	νεφομετρικός
νεφομετρικούς	=	νεφομετρικός
νεφομετρικό	=	νεφομετρικός
νεφομετρικός	noun	που έχει σχέση με τη νεφομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
νεφομετρικών	=	νεφομετρικός
νεφομετριών	=	νεφομετρία
νεφοσκεπές	=	νεφοσκεπής
νεφοσκεπή	=	νεφοσκεπής
νεφοσκεπής	adj	Αυτός που καλύπτεται από σύννεφα.
νεφοσκεπείς	=	νεφοσκεπής
νεφοσκεπούς	=	νεφοσκεπής
νεφοσκεπών	=	νεφοσκεπής
νεφοσκοπίου	=	νεφοσκόπιο
νεφοσκοπίων	=	νεφοσκόπιο
νεφοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφοσκοπικό
νεφοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του νεφοσκοπικός
νεφοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφοσκοπική
νεφοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφοσκοπικός
νεφοσκοπικής	adj	γενική ενικού του νεφοσκοπική
νεφοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφοσκοπικός
νεφοσκοπικού	adj	γενική ενικού του νεφοσκοπικός
νεφοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφοσκοπικός
νεφοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφοσκοπικός
νεφοσκοπικός	adj	ο σχετικός με νεφοσκόπιο
νεφοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφοσκοπικός
νεφοσκόπια	=	νεφοσκόπιο
νεφοσκόπιο	noun	ειδικό μετεωρολογικό όργανο με το οποίο γίνονται ειδικές παρατηρήσεις στα σύννεφα
νεφοσκόπιου	=	νεφοσκόπιο
νεφοσκόπιων	=	νεφοσκόπιο
νεφοϋπολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφοϋπολογιστικό
νεφοϋπολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του νεφοϋπολογιστικός
νεφοϋπολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφοϋπολογιστική
νεφοϋπολογιστική	noun	χρήση της πληροφορικής μέσω του διαδικτύου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφοϋπολογιστικός
νεφοϋπολογιστικής	adj	γενική ενικού του νεφοϋπολογιστική
νεφοϋπολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφοϋπολογιστικός
νεφοϋπολογιστικού	adj	γενική ενικού του νεφοϋπολογιστικός
νεφοϋπολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφοϋπολογιστικός
νεφοϋπολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφοϋπολογιστικός
νεφοϋπολογιστικός	adj	που σχετίζεται με τη νεφοϋπολογιστική
νεφοϋπολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφοϋπολογιστικός
νεφρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρό
νεφράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφράτο
νεφράτε	adj	κλητική ενικού του νεφράτος
νεφράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφράτη
νεφράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφράτος
νεφράτης	adj	γενική ενικού του νεφράτη
νεφράτο	adj	αιτιατική ενικού του νεφράτος
νεφράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφράτος
νεφράτος	adj	αυτός που φέρεται με νεφρά
νεφράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεφράτος
νεφράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφράτος
νεφράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεφράτος
νεφρέ	noun	κλητική ενικού του νεφρός
νεφρί	noun	άλλη μορφή του νεφρό
νεφρίδια	=	νεφρίδιο
νεφρίδιο	noun	απεκκριτικό όργανο σε ορισμένα ασπόνδυλα
νεφρίδιον	noun	νεφρίδιο
νεφρίδιου	=	νεφρίδιο
νεφρίδιων	=	νεφρίδιο
νεφρίνη	noun	ένζυμο (κατ' άλλους ορμόνη) που εκκρίνεται στο αίμα από το νεφρό και στη συνέχεια ενώνεται με το αγγειοτενσινογόνο δημιουργώντας την αγγειοτενσίνη
νεφρίτες	=	νεφρίτης
νεφρίτη	=	νεφρίτης
νεφρίτης	noun	ορυκτό του ασβεστίου του μαγνησίου και του πυριτίου, με χημικό τύπο Ca2(Mg, Fe)5Si8O22(OH)2, γνωστό για τη χρήση του στην αρχαιότητα ως ημιπολύτιμος λίθος.
νεφρίτιδα	noun	φλεγμονή του νεφρού
νεφρίτιδας	noun	γενική ενικού του νεφρίτιδα
νεφρίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρίτιδα
νεφρίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του νεφρίτιδα
νεφραγγειακά	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακέ	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακές	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακή	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακής	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακοί	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακού	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακούς	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακό	=	νεφραγγειακός
νεφραγγειακός	adj	που έχει σχέση με τα αγγεία των νεφρών ή αναφέρεται σ’ αυτά
νεφραγγειακών	=	νεφραγγειακός
νεφραλγία	noun	πόνος εντοπισμένος στα νεφρά
νεφραλγίας	=	νεφραλγία
νεφραλγίες	=	νεφραλγία
νεφραλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφραλγικό
νεφραλγικέ	adj	κλητική ενικού του νεφραλγικός
νεφραλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφραλγική
νεφραλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφραλγικός
νεφραλγικής	adj	γενική ενικού του νεφραλγική
νεφραλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφραλγικός
νεφραλγικού	adj	γενική ενικού του νεφραλγικός
νεφραλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφραλγικός
νεφραλγικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφραλγικός
νεφραλγικός	adj	σχετικός με την νεφραλγία
νεφραλγικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφραλγικός
νεφραλγιών	=	νεφραλγία
νεφραμιά	noun	το τμήμα του σώματος που βρίσκεται κοντά στα νεφρά
νεφραμιάς	noun	γενική ενικού του νεφραμιά
νεφραμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφραμιά
νεφραμιών	=	νεφραμιά
νεφρεκτομές	=	νεφρεκτομή
νεφρεκτομή	noun	η χειρουργική αφαίρεση του νεφρού
νεφρεκτομής	=	νεφρεκτομή
νεφρεκτομία	noun	χειρουργική αφαίρεση νεφρού
νεφρεκτομίας	noun	γενική ενικού του νεφρεκτομία
νεφρεκτομίες	=	νεφρεκτομία
νεφρεκτομιών	noun	γενική πληθυντικού του νεφρεκτομία
νεφρεκτομών	=	νεφρεκτομή
νεφριά	=	νεφρί
νεφριαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφριαίος
νεφριαίας	adj	γενική ενικού του νεφριαία
νεφριαίε	adj	νεφριαίος, στην κλητική του ενικού
νεφριαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφριαία
νεφριαίο	adj	νεφριαίος, στην αιτιατική του ενικού
νεφριαίοι	adj	νεφριαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
νεφριαίος	adj|rare	άλλη μορφή του νεφρικός
νεφριαίου	adj	γενική ενικού του νεφριαίος
νεφριαίους	adj	νεφριαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
νεφριδίου	=	νεφρίδιο
νεφριδίων	=	νεφρίδιο
νεφριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφριδικό
νεφριδικέ	adj	κλητική ενικού του νεφριδικός
νεφριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφριδική
νεφριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφριδικός
νεφριδικής	adj	γενική ενικού του νεφριδική
νεφριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφριδικός
νεφριδικού	adj	γενική ενικού του νεφριδικός
νεφριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφριδικός
νεφριδικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφριδικός
νεφριδικός	adj	που έχει σχέση με το νεφρίδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
νεφριδικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφριδικός
νεφρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρικό
νεφρικέ	adj	κλητική ενικού του νεφρικός
νεφρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρική
νεφρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφρικός
νεφρικής	adj	γενική ενικού του νεφρική
νεφρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφρικός
νεφρικού	adj	γενική ενικού του νεφρικός
νεφρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφρικός
νεφρικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφρικός
νεφρικός	adj	που έχει σχέση με το νεφρό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
νεφρικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφρικός
νεφριού	=	νεφρί
νεφριτίδων	noun	γενική πληθυντικού του νεφρίτιδα
νεφριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφριτικό
νεφριτικέ	adj	κλητική ενικού του νεφριτικός
νεφριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφριτική
νεφριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφριτικός
νεφριτικής	adj	γενική ενικού του νεφριτική
νεφριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφριτικός
νεφριτικού	adj	γενική ενικού του νεφριτικός
νεφριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφριτικός
νεφριτικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφριτικός
νεφριτικός	adj	που έχει σχέση με το νεφρό ή τη νεφρίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτά
νεφριτικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφριτικός
νεφριτών	=	νεφρίτης
νεφριών	=	νεφρί
νεφροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφρός
νεφροειδές	=	νεφροειδής
νεφροειδή	=	νεφροειδής
νεφροειδής	adj	που μοιάζει με νεφρό, που έχει παρόμοιο σχήμα
νεφροειδείς	=	νεφροειδής
νεφροειδούς	=	νεφροειδής
νεφροειδών	=	νεφροειδής
νεφροκήλες	=	νεφροκήλη
νεφροκήλη	noun	κήλη των νεφρών
νεφροκήλης	=	νεφροκήλη
νεφρολίθου	=	νεφρόλιθος
νεφρολίθους	=	νεφρόλιθος
νεφρολίθων	=	νεφρόλιθος
νεφρολιθίαση	noun	η ασθένεια που προκαλείται από σχηματισμό στερεών μαζών («πετρών») στα νεφρά από άλατα των ούρων
νεφρολιθίασης	=	νεφρολιθίαση
νεφρολιθίασις	noun	νεφρολιθίαση
νεφρολιθιάσεις	=	νεφρολιθίαση
νεφρολιθιάσεων	=	νεφρολιθίαση
νεφρολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρολιθικό
νεφρολιθικέ	adj	κλητική ενικού του νεφρολιθικός
νεφρολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρολιθική
νεφρολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφρολιθικός
νεφρολιθικής	adj	γενική ενικού του νεφρολιθική
νεφρολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφρολιθικός
νεφρολιθικού	adj	γενική ενικού του νεφρολιθικός
νεφρολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφρολιθικός
νεφρολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφρολιθικός
νεφρολιθικός	adj	που έχει σχέση με τον νεφρόλιθο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
νεφρολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφρολιθικός
νεφρολογία	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με το νεφρό
νεφρολογίας	noun	γενική ενικού του νεφρολογία
νεφρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρολογία
νεφρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρολογικό
νεφρολογικέ	adj	κλητική ενικού του νεφρολογικός
νεφρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφρολογική
νεφρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεφρολογικός
νεφρολογικής	adj	γενική ενικού του νεφρολογική
νεφρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφρολογικός
νεφρολογικού	adj	γενική ενικού του νεφρολογικός
νεφρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεφρολογικός
νεφρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νεφρολογικός
νεφρολογικός	adj	που έχει σχέση με τον νεφρολόγο ή τη νεφρολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
νεφρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νεφρολογικός
νεφρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νεφρολογία
νεφρολόγε	noun	κλητική ενικού του νεφρολόγος
νεφρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του νεφρολόγος
νεφρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεφρολόγος
νεφρολόγος	noun	ιατρός που έχει σπουδάσει και ασκεί τη νεφρολογία
νεφρολόγου	noun	γενική ενικού του νεφρολόγος
νεφρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεφρολόγος
νεφρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του νεφρολόγος
νεφροουρητηρεκτομές	=	νεφροουρητηρεκτομή
νεφροουρητηρεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση νεφρού και ουρητήρα ταυτόχρονα
νεφροουρητηρεκτομής	=	νεφροουρητηρεκτομή
νεφροουρητηρεκτομών	=	νεφροουρητηρεκτομή
νεφροπάθεια	noun	η παθολογική κατάσταση που προκαλείται από την κακή λειτουργία ή την καταστροφή των νεφρών
νεφροπάθειας	noun	γενική ενικού του νεφροπάθεια
νεφροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεφροπάθεια
νεφροπαθές	=	νεφροπαθής
νεφροπαθή	=	νεφροπαθής
νεφροπαθής	adj	που πάσχει από νεφροπάθεια
νεφροπαθείς	=	νεφροπαθής
νεφροπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του νεφροπάθεια
νεφροπαθούς	=	νεφροπαθής
νεφροπαθών	=	νεφροπαθής
νεφροπτωσία	noun	άλλη μορφή του νεφρόπτωση
νεφροπτωσίας	=	νεφροπτωσία
νεφροπτωσίες	=	νεφροπτωσία
νεφροπτωσιών	=	νεφροπτωσία
νεφροπτώσεις	=	νεφρόπτωση
νεφροπτώσεων	=	νεφρόπτωση
νεφροσκοπία	noun	η εξέταση ή η χειρουργική επέμβαση με νεφροσκόπιο
νεφροσκοπίας	=	νεφροσκοπία
νεφροσκοπίες	=	νεφροσκοπία
νεφροσκοπίου	=	νεφροσκόπιο
νεφροσκοπίων	=	νεφροσκόπιο
νεφροσκοπιών	=	νεφροσκοπία
νεφροσκόπια	=	νεφροσκόπιο
νεφροσκόπιο	noun	ειδικό τηλεσκοπικό όργανο που χρησιμοποιείται για την εξέταση των νεφρών μέσω ενός εισαγόμενου σωλήνα ή για την αφαίρεση λίθων από τους νεφρούς
νεφροσκόπιου	=	νεφροσκόπιο
νεφροσκόπιων	=	νεφροσκόπιο
νεφροστομία	noun	η τοποθέτηση σωλήνα / καθετήρα στο νεφρό από το δέρμα σε περίπτωση απόφραξης (διαδερμική νεφροστομία)
νεφροστομίας	noun	γενική ενικού του νεφροστομία
νεφροστομίες	=	νεφροστομία
νεφροστομιών	noun	γενική πληθυντικού του νεφροστομία
νεφροτομές	=	νεφροτομή
νεφροτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση όλου ή μέρους του νεφρού
νεφροτομής	=	νεφροτομή
νεφροτομία	noun|dated	ανατομία των νεφρών
νεφροτομίας	noun	γενική ενικού του νεφροτομία
νεφροτομίες	=	νεφροτομία
νεφροτομιών	noun	γενική πληθυντικού του νεφροτομία
νεφροτομών	=	νεφροτομή
νεφρού	noun	γενική ενικού του νεφρός
νεφρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεφρός
νεφρό	=	νεφρός
νεφρόλιθε	=	νεφρόλιθος
νεφρόλιθο	=	νεφρόλιθος
νεφρόλιθοι	=	νεφρόλιθος
νεφρόλιθος	noun	«λίθος» / «πέτρα» που σχηματίστηκε στα νεφρά
νεφρόλιθου	=	νεφρόλιθος
νεφρόλιθους	=	νεφρόλιθος
νεφρόλιθων	=	νεφρόλιθος
νεφρόπτωση	noun	ανώμαλη κατάσταση κατά την οποία ο ένας ή και οι δύο νεφροί πέφτουν περίπου 5 εκατοστά κάτω από τη σωστή θέση τους στην κοιλιά, όταν ένα άτομο σηκώνεται
νεφρόπτωσης	=	νεφρόπτωση
νεφρός	noun	το καθένα από τα δύο όργανα του σώματος του ανθρώπου και άλλων ζώων που επιτελούν τον καθαρισμό του αίματος από τα τοξικά κατάλοιπα του μεταβολισμού και την παραγωγή των ούρων
νεφρών	noun	γενική πληθυντικού του νεφρός
νεφρώνα	=	νεφρώνας
νεφρώνας	noun	μικροσκοπική δομική και λειτουργική μονάδα του νεφρού, που αποτελείται από το νεφρικό σωμάτιο και το ουροφόρο σωληνάριο
νεφρώνες	=	νεφρώνας
νεφρώνων	=	νεφρώνας
νεφτιού	=	νέφτι
νεφτιών	=	νέφτι
νεφωδών	=	νεφώδης
νεφόκαμα	noun|vulgar	καιρός υγρός και ζεστός, κουφόβραση
νεφώδεις	=	νεφώδης
νεφώδες	=	νεφώδης
νεφώδη	=	νεφώδης
νεφώδης	adj	ο συννεφιασμένος
νεφώδους	=	νεφώδης
νεφών	noun	γενική πληθυντικού του νέφος
νεφώσεις	=	νέφωση
νεφώσεων	=	νέφωση
νεωδόχε	=	νεωδόχος
νεωδόχο	=	νεωδόχος
νεωδόχοι	=	νεωδόχος
νεωδόχος	noun	το ντοκ
νεωδόχου	=	νεωδόχος
νεωδόχους	=	νεωδόχος
νεωδόχων	=	νεωδόχος
νεωκορία	noun	το έργο του νεωκόρου, η φροντίδα του ναού
νεωκορίας	=	νεωκορία
νεωκορίες	=	νεωκορία
νεωκορισσών	noun	γενική πληθυντικού του νεωκόρισσα
νεωκοριών	=	νεωκορία
νεωκόρε	noun	κλητική ενικού του νεωκόρος
νεωκόρισσα	noun	γυναίκα που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα ενός ναού
νεωκόρισσας	noun	γενική ενικού του νεωκόρισσα
νεωκόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωκόρισσα
νεωκόρο	noun	αιτιατική ενικού του νεωκόρος
νεωκόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεωκόρος
νεωκόρος	noun	λαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα, την τάξη, την ασφάλεια και την λειτουργική ετοιμότητα ενός Ιερού Ναού
νεωκόρου	noun	γενική ενικού του νεωκόρος
νεωκόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεωκόρος
νεωκόρων	noun	γενική πληθυντικού του νεωκόρος
νεωλκήθηκα	=	νεωλκώ
νεωλκήθηκαν	=	νεωλκώ
νεωλκήθηκε	=	νεωλκώ
νεωλκήθηκες	=	νεωλκώ
νεωλκήσαμε	=	νεωλκώ
νεωλκήσαν	=	νεωλκώ
νεωλκήσανε	=	νεωλκώ
νεωλκήσατε	=	νεωλκώ
νεωλκήσει	=	νεωλκώ
νεωλκήσεις	=	νεώλκηση
νεωλκήσεων	=	νεώλκηση
νεωλκήσου	=	νεωλκώ
νεωλκήστε	=	νεωλκώ
νεωλκεί	=	νεωλκώ
νεωλκεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωλκείο
νεωλκείο	noun|formal	επικλινής κατασκευή ή ανάλογη διαμόρφωση της ακτής ή του λιμανιού όπου στηρίζεται και γλιστράει ειδική ναυπηγική σχάρα πάνω στην οποία κατασκευάζονται, επισκευάζονται, βάφονται ή καθαρίζονται πλοία ή σκάφη
νεωλκείου	noun	γενική ενικού του νεωλκείο
νεωλκείς	=	νεωλκώ
νεωλκείσαι	=	νεωλκώ
νεωλκείστε	=	νεωλκώ
νεωλκείται	=	νεωλκώ
νεωλκείτε	=	νεωλκώ
νεωλκείων	noun	γενική πληθυντικού του νεωλκείο
νεωλκεῖον	noun	νεωλκείο
νεωλκηθήκαμε	=	νεωλκώ
νεωλκηθήκαν	=	νεωλκώ
νεωλκηθήκανε	=	νεωλκώ
νεωλκηθήκατε	=	νεωλκώ
νεωλκηθεί	=	νεωλκώ
νεωλκηθείτε	=	νεωλκώ
νεωλκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωλκημένο
νεωλκημένε	verb	κλητική ενικού του νεωλκημένος
νεωλκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωλκημένη
νεωλκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεωλκημένος
νεωλκημένης	verb	γενική ενικού του νεωλκημένη
νεωλκημένο	verb	αιτιατική ενικού του νεωλκημένος
νεωλκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεωλκημένος
νεωλκημένος	=	νεωλκώ
νεωλκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεωλκημένος
νεωλκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νεωλκημένος
νεωλκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεωλκημένος
νεωλκούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος νεωλκώ
νεωλκούμασταν	=	νεωλκώ
νεωλκούμαστε	=	νεωλκώ
νεωλκούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νεωλκώ
νεωλκούμουν	=	νεωλκώ
νεωλκούν	=	νεωλκώ
νεωλκούνε	=	νεωλκώ
νεωλκούνται	=	νεωλκώ
νεωλκούνταν	=	νεωλκώ
νεωλκούσα	=	νεωλκώ
νεωλκούσαμε	=	νεωλκώ
νεωλκούσαν	=	νεωλκώ
νεωλκούσανε	=	νεωλκώ
νεωλκούσασταν	=	νεωλκώ
νεωλκούσαστε	=	νεωλκώ
νεωλκούσατε	=	νεωλκώ
νεωλκούσε	=	νεωλκώ
νεωλκούσες	=	νεωλκώ
νεωλκούσουν	=	νεωλκώ
νεωλκώ	verb|formal	σύρω, ανελκύω πλοίο στην ξηρά, όπως για επισκευές στο νεώλκιο
νεωλκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νεωλκώ
νεωρίου	=	νεώριο
νεωρίων	=	νεώριο
νεωσοίκου	noun	γενική ενικού του νεώσοικος
νεωσοίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεώσοικος
νεωσοίκων	noun	γενική πληθυντικού του νεώσοικος
νεωστί	adv	πριν από λίγο, μόλις, πρόσφατα
νεωτέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίζω	verb	επιχειρώ κάτι νέο
νεωτερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερίστρια	noun	νεωτεριστής
νεωτερίστριας	noun	γενική ενικού του νεωτερίστρια
νεωτερίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτερίστρια
νεωτερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νεωτερίζω
νεωτερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεωτερικός	adv	με νεωτερικό τρόπο
νεωτερικέ	adj	κλητική ενικού του νεωτερικός
νεωτερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτερική
νεωτερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεωτερικός
νεωτερικής	adj	γενική ενικού του νεωτερική
νεωτερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεωτερικός
νεωτερικοτήτων	=	νεωτερικότητα
νεωτερικού	adj	γενική ενικού του νεωτερικός
νεωτερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεωτερικός
νεωτερικό	adj	αιτιατική ενικού του νεωτερικός
νεωτερικός	adj	που έχει νέες απόψεις και αντιλήψεις, δέχεται και εφαρμόζει νέες μεθόδους και πρακτικές
νεωτερικότητα	noun	η ιδιότητα του νεωτερικού
νεωτερικότητας	=	νεωτερικότητα
νεωτερικότητες	=	νεωτερικότητα
νεωτερικών	adj	γενική πληθυντικού του νεωτερικός
νεωτερισμέ	noun	κλητική ενικού του νεωτερισμός
νεωτερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτερισμένο
νεωτερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτερισμένη
νεωτερισμένης	verb	γενική ενικού του νεωτερισμένη
νεωτερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεωτερισμός
νεωτερισμού	noun	γενική ενικού του νεωτερισμός
νεωτερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νεωτερισμός
νεωτερισμό	noun	αιτιατική ενικού του νεωτερισμός
νεωτερισμός	noun	η εισαγωγή και υιοθέτηση οποιουδήποτε καινούριου πράγματος (ιδέας, τρόπου συμπεριφοράς, τεχνικής, προϊόντος, μεθόδου)
νεωτερισμών	noun	γενική πληθυντικού του νεωτερισμός
νεωτεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτεριστής
νεωτεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νεωτεριστής
νεωτεριστής	noun	που εισάγει καινοτομίες σε έναν τομέα ή έχει την τάση να ακολουθεί ό,τι καινούριο εμφανίζεται
νεωτεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτεριστικό
νεωτεριστικέ	adj	κλητική ενικού του νεωτεριστικός
νεωτεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεωτεριστική
νεωτεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεωτεριστικός
νεωτεριστικής	adj	γενική ενικού του νεωτεριστική
νεωτεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεωτεριστικός
νεωτεριστικού	adj	γενική ενικού του νεωτεριστικός
νεωτεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεωτεριστικός
νεωτεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του νεωτεριστικός
νεωτεριστικός	adj	σχετικός με τους νεωτερισμούς
νεωτεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του νεωτεριστικός
νεωτεριστριών	noun	γενική πληθυντικού του νεωτερίστρια
νεωτεριστών	noun	γενική πληθυντικού του νεωτεριστής
νεόβγαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόβγαλτο
νεόβγαλτε	adj	κλητική ενικού του νεόβγαλτος
νεόβγαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόβγαλτη
νεόβγαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόβγαλτος
νεόβγαλτης	adj	γενική ενικού του νεόβγαλτη
νεόβγαλτο	adj	αιτιατική ενικού του νεόβγαλτος
νεόβγαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόβγαλτος
νεόβγαλτος	adj	άλλη μορφή του νιόβγαλτος
νεόβγαλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόβγαλτος
νεόβγαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόβγαλτος
νεόβγαλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόβγαλτος
νεόδμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόδμητο
νεόδμητε	adj	κλητική ενικού του νεόδμητος
νεόδμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόδμητη
νεόδμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόδμητος
νεόδμητης	adj	γενική ενικού του νεόδμητη
νεόδμητο	adj	αιτιατική ενικού του νεόδμητος
νεόδμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόδμητος
νεόδμητος	adj	που χτίστηκε πρόσφατα
νεόδμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόδμητος
νεόδμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόδμητος
νεόδμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόδμητος
νεόκοπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόκοπο
νεόκοπε	adj	κλητική ενικού του νεόκοπος
νεόκοπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόκοπη
νεόκοπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόκοπος
νεόκοπης	adj	γενική ενικού του νεόκοπη
νεόκοπο	adj	αιτιατική ενικού του νεόκοπος
νεόκοποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόκοπος
νεόκοπος	adj	που τον έκοψαν πρόσφατα
νεόκοπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόκοπος
νεόκοπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόκοπος
νεόκοπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόκοπος
νεόκτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόκτιστο
νεόκτιστε	adj	κλητική ενικού του νεόκτιστος
νεόκτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόκτιστη
νεόκτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόκτιστος
νεόκτιστης	adj	γενική ενικού του νεόκτιστη
νεόκτιστο	adj	αιτιατική ενικού του νεόκτιστος
νεόκτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόκτιστος
νεόκτιστος	adj	που έχει χτιστεί πρόσφατα
νεόκτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόκτιστος
νεόκτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόκτιστος
νεόκτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόκτιστος
νεόνυμφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόνυμφο
νεόνυμφε	adj	κλητική ενικού του νεόνυμφος
νεόνυμφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόνυμφη
νεόνυμφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόνυμφος
νεόνυμφης	adj	γενική ενικού του νεόνυμφη
νεόνυμφο	adj	αιτιατική ενικού του νεόνυμφος
νεόνυμφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόνυμφος
νεόνυμφος	adj	που έχει πρόσφατα παντρευτεί
νεόνυμφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόνυμφος
νεόνυμφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόνυμφος
νεόνυμφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόνυμφος
νεόπλασμα	noun	όγκος, καλοήθης ή κακοήθης (καρκινικός)
νεόπλουτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόπλουτο
νεόπλουτε	adj	κλητική ενικού του νεόπλουτος
νεόπλουτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόπλουτη
νεόπλουτη	noun	θηλυκό του νεόπλουτος
νεόπλουτης	adj	γενική ενικού του νεόπλουτη
νεόπλουτο	adj	αιτιατική ενικού του νεόπλουτος
νεόπλουτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόπλουτος
νεόπλουτος	adj	που έχει αποκτήσει πρόσφατα μεγάλη περιουσία	noun	νεόπλουτος
νεόπλουτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόπλουτος
νεόπλουτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόπλουτος
νεόπλουτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόπλουτος
νεόπτωχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόπτωχο
νεόπτωχε	adj	κλητική ενικού του νεόπτωχος
νεόπτωχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόπτωχη
νεόπτωχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόπτωχος
νεόπτωχης	adj	γενική ενικού του νεόπτωχη
νεόπτωχο	adj	αιτιατική ενικού του νεόπτωχος
νεόπτωχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόπτωχος
νεόπτωχος	adj	που πρόσφατα, ξαφνικά και παρ' ελπίδα έγινε φτωχός
νεόπτωχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόπτωχος
νεόπτωχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόπτωχος
νεόπτωχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόπτωχος
νεόπων	=	νέοπας
νεόσκαπτα	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτε	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτες	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτη	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτης	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτο	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτοι	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτος	adj|formal	που πρόσφατα τον έχουν σκάψει
νεόσκαπτου	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτους	=	νεόσκαπτος
νεόσκαπτων	=	νεόσκαπτος
νεότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεότατο
νεότατε	adj	κλητική ενικού του νεότατος
νεότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεότατη
νεότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεότατος
νεότατης	adj	γενική ενικού του νεότατη
νεότατο	adj	αιτιατική ενικού του νεότατος
νεότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεότατος
νεότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του νέος
νεότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεότατος
νεότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεότατος
νεότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεότατος
νεότερα	=	νεότερος
νεότερε	=	νεότερος
νεότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του νεότερος
νεότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεότερος
νεότερης	=	νεότερος
νεότερο	=	νεότερος
νεότεροι	=	νεότερος
νεότερος	adj	πιο νέος σε ηλικία, μικρότερος
νεότερου	adj	γενική ενικού του νεότερος
νεότερους	=	νεότερος
νεότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του νεότερος
νεότευκτα	=	νεότευκτος
νεότευκτε	=	νεότευκτος
νεότευκτες	=	νεότευκτος
νεότευκτη	=	νεότευκτος
νεότευκτης	=	νεότευκτος
νεότευκτο	=	νεότευκτος
νεότευκτοι	=	νεότευκτος
νεότευκτος	adj	που οικοδομήθηκε, κατασκευάστηκε, ιδρύθηκε κλπ πρόσφατα
νεότευκτου	=	νεότευκτος
νεότευκτους	=	νεότευκτος
νεότευκτων	=	νεότευκτος
νεότητα	noun	η περίοδος που κάποιος είναι νέος
νεότητας	noun	γενική ενικού του νεότητα
νεότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεότητα
νεότοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεότοκο
νεότοκε	adj	κλητική ενικού του νεότοκος
νεότοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεότοκη
νεότοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεότοκος
νεότοκης	adj	γενική ενικού του νεότοκη
νεότοκο	adj	αιτιατική ενικού του νεότοκος
νεότοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεότοκος
νεότοκος	adj	που γεννήθηκε πρόσφατα
νεότοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεότοκος
νεότοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεότοκος
νεότοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεότοκος
νεόφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόφερτο
νεόφερτε	adj	κλητική ενικού του νεόφερτος
νεόφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεόφερτη
νεόφερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεόφερτος
νεόφερτης	adj	γενική ενικού του νεόφερτη
νεόφερτο	adj	αιτιατική ενικού του νεόφερτος
νεόφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεόφερτος
νεόφερτος	adj	που που τον έχουν φέρει πρόσφατα, που έχει έρθει πρόσφατα
νεόφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεόφερτος
νεόφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεόφερτος
νεόφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεόφερτος
νεόφυτα	=	νεόφυτος
νεόφυτε	=	νεόφυτος
νεόφυτες	=	νεόφυτος
νεόφυτη	=	νεόφυτος
νεόφυτης	=	νεόφυτος
νεόφυτο	=	νεόφυτος
νεόφυτοι	=	νεόφυτος
νεόφυτος	adj	που φύτρωσε πρόσφατα
νεόφυτου	=	νεόφυτος
νεόφυτους	=	νεόφυτος
νεόφυτων	=	νεόφυτος
νεόχτιστα	=	νεόχτιστος
νεόχτιστε	=	νεόχτιστος
νεόχτιστες	=	νεόχτιστος
νεόχτιστη	=	νεόχτιστος
νεόχτιστης	=	νεόχτιστος
νεόχτιστο	=	νεόχτιστος
νεόχτιστοι	=	νεόχτιστος
νεόχτιστος	adj	νεόκτιστος
νεόχτιστου	=	νεόχτιστος
νεόχτιστους	=	νεόχτιστος
νεόχτιστων	=	νεόχτιστος
νεύμα	noun	επικοινωνία χάρη σε ελαφρές κινήσεις του κεφαλιού, των ματιών ή των χεριών
νεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεύμα
νεύματος	noun	γενική ενικού του νεύμα
νεύρα	noun	εκνευρισμός, θυμός
νεύρο	noun	λεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντας από αυτά τα ερεθίσματα που δέχονται και, αντίστροφα, μεταφέροντας προς αυτά τις εντολές που δίνει εγκέφαλος
νεύρου	noun	γενική ενικού του νεύρο
νεύρωμα	noun	καλοήθης όγκος αποτελούμενος από νευρικά κύτταρα
νεύρων	noun	γενική πληθυντικού του νεύρο
νεύρωση	noun	παθολογική διαταραχή της ψυχικής κατάστασης που όμως δεν σχετίζεται με αλλοιώσεις ή παθήσεις του νευρικού συστήματος (δείτε ψύχωση).
νεύρωσης	noun	γενική ενικού του νεύρωση
νεύσις	noun|archaic	το νεύμα, το γνέψιμο
νεύω	verb	κλίνω το κεφάλι
νεώλκησα	=	νεωλκώ
νεώλκησαν	=	νεωλκώ
νεώλκησε	=	νεωλκώ
νεώλκησες	=	νεωλκώ
νεώλκηση	noun|formal	η ενέργεια του νεωλκώ, η εργασία της ανέλκυσης στη ξηρά
νεώλκησης	=	νεώλκηση
νεώλκησις	noun	η νεώλκηση
νεώλκια	=	νεώλκιο
νεώλκιο	noun	νεωλκείο
νεώλκιου	=	νεώλκιο
νεώλκιων	=	νεώλκιο
νεών	=	ναυς
νεώρια	=	νεώριο
νεώριο	noun	λιμάνι για πολεμικά πλοία, όπου ανελκύονταν στη στεριά για προστασία ή επισκευή
νεώριου	=	νεώριο
νεώριων	=	νεώριο
νεώς	=	ναυς
νεώσοικε	noun	κλητική ενικού του νεώσοικος
νεώσοικο	noun	αιτιατική ενικού του νεώσοικος
νεώσοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεώσοικος
νεώσοικος	noun	το σημείο του λιμανιού που καλύπτεται με στέγαστρο και εξυπηρετεί τη φύλαξη των πλοίων που έχουν ανελκυστεί από τη θάλασσα
νεώσοικου	=	νεώσοικος
νεώσοικους	=	νεώσοικος
νεώσοικων	=	νεώσοικος
νεώτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεώτατο
νεώτατε	adj	κλητική ενικού του νεώτατος
νεώτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεώτατη
νεώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεώτατος
νεώτατης	adj	γενική ενικού του νεώτατη
νεώτατο	adj	αιτιατική ενικού του νεώτατος
νεώτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεώτατος
νεώτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεώτατος
νεώτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεώτατος
νεώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεώτατος
νεώτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεώτερο
νεώτερε	adj	κλητική ενικού του νεώτερος
νεώτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεώτερη
νεώτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νεώτερος
νεώτερης	adj	γενική ενικού του νεώτερη
νεώτερο	adj	αιτιατική ενικού του νεώτερος
νεώτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νεώτερος
νεώτερος	adj|dated	άλλη γραφή του νεότερος
νεώτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νεώτερος
νεώτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νεώτερος
νεώτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νεώτερος
νη	noun	ο τελευταίος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας
νηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηκτικό
νηκτικέ	adj	κλητική ενικού του νηκτικός
νηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηκτική
νηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηκτικός
νηκτικής	adj	γενική ενικού του νηκτική
νηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηκτικός
νηκτικού	adj	γενική ενικού του νηκτικός
νηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηκτικός
νηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του νηκτικός
νηκτικός	adj	που μπορεί να κολυμπά
νηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του νηκτικός
νημάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νημάτιο
νημάτινα	=	νημάτινος
νημάτινε	=	νημάτινος
νημάτινες	=	νημάτινος
νημάτινη	=	νημάτινος
νημάτινης	=	νημάτινος
νημάτινο	=	νημάτινος
νημάτινοι	=	νημάτινος
νημάτινος	adj	που περιέχει νήματα ή αποτελείται απ’ αυτά
νημάτινου	=	νημάτινος
νημάτινους	=	νημάτινος
νημάτινων	=	νημάτινος
νημάτιο	noun|formal	πολύ λεπτό νήμα
νημάτιον	noun	νημάτιο
νημάτιου	=	νημάτιο
νημάτωμα	noun	η τελετουργική περιτύλιξη ναού ή άλλου κτηρίου με νήμα, για αποτροπή δαιμονικών κ.ά. επηρειών, επιδημιών κ.λπ.
νημάτων	noun	γενική πληθυντικού του νήμα
νηματίαση	noun	ασθένεια που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή και που οφείλεται στην είσοδο στον οργανισμό νηματωδών σκωλήκων
νηματίασης	=	νηματίαση
νηματίασις	noun	νηματίαση
νηματίου	noun	γενική ενικού του νημάτιο
νηματίων	noun	γενική πληθυντικού του νημάτιο
νηματιάσεις	=	νηματίαση
νηματιάσεων	=	νηματίαση
νηματοειδές	=	νηματοειδής
νηματοειδή	=	νηματοειδής
νηματοειδής	adj	που μοιάζει με νήμα, με κλωστή
νηματοειδείς	=	νηματοειδής
νηματοειδούς	=	νηματοειδής
νηματοειδών	=	νηματοειδής
νηματοθέτες	=	νηματοθέτης
νηματοθέτη	=	νηματοθέτης
νηματοθέτης	noun|archaic	εκείνος που ξεκινά ένα νήμα συζήτησης (thread) στο διαδίκτυο (σε φόρουμ, χώρους συνομιλίας (chat room) κ.λπ.), διατυπώνοντας την αρχική ερώτηση ή ζητώντας τη γνώμη άλλων προσώπων πάνω σε ένα θέμα
νηματοθέτρια	=	νηματοθέτης
νηματοθετών	=	νηματοθέτης
νηματομήκυτα	=	νηματομήκυτας
νηματομήκυτας	noun	μύκητας αποτελούμενος από νηματοειδή κύτταρα
νηματομήκυτες	=	νηματομήκυτας
νηματομηκύτων	=	νηματομήκυτας
νηματομύκητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηματομήκυτας
νηματοποίηση	noun	η μετατροπή του μαλλιού, του βαμβακιού ή άλλου υλικού σε νήμα
νηματοποίησης	noun	γενική ενικού του νηματοποίηση
νηματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηματοποίηση
νηματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του νηματοποίηση
νηματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του νηματοποίηση
νηματοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηματοποιητικό
νηματοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του νηματοποιητικός
νηματοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηματοποιητική
νηματοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηματοποιητικός
νηματοποιητικής	adj	γενική ενικού του νηματοποιητική
νηματοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηματοποιητικός
νηματοποιητικού	adj	γενική ενικού του νηματοποιητικός
νηματοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηματοποιητικός
νηματοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του νηματοποιητικός
νηματοποιητικός	adj	που έχει σχέση με νηματοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
νηματοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του νηματοποιητικός
νηματοσταύρου	=	νηματόσταυρος
νηματοσταύρους	=	νηματόσταυρος
νηματοσταύρων	=	νηματόσταυρος
νηματουργέ	noun	κλητική ενικού του νηματουργός
νηματουργία	noun	η κατεργασία των κλωστικών υλών για κατασκευή νημάτων
νηματουργίας	noun	γενική ενικού του νηματουργία
νηματουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηματουργία
νηματουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηματουργείο
νηματουργείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο όπου παράγονται νήματα
νηματουργείου	noun	γενική ενικού του νηματουργείο
νηματουργείων	noun	γενική πληθυντικού του νηματουργείο
νηματουργιών	noun	γενική πληθυντικού του νηματουργία
νηματουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηματουργός
νηματουργού	noun	γενική ενικού του νηματουργός
νηματουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νηματουργός
νηματουργό	noun	αιτιατική ενικού του νηματουργός
νηματουργός	noun	τεχνίτης κατασκευής νημάτων
νηματουργών	noun	γενική πληθυντικού του νηματουργός
νηματωδών	=	νηματώδης
νηματωμάτων	=	νημάτωμα
νηματόζωα	=	νηματόζωο
νηματόζωο	noun	είδος νηματοειδούς σκουληκιού / παρασίτου της συνομοταξίας Nematoda (Νηματοειδή)
νηματόζωου	=	νηματόζωο
νηματόζωων	=	νηματόζωο
νηματόσταυρε	=	νηματόσταυρος
νηματόσταυρο	=	νηματόσταυρος
νηματόσταυροι	=	νηματόσταυρος
νηματόσταυρος	noun	το πλέγμα που σχηματίζεται στο εστιακό επίπεδο της διόπτρας των οργάνων υψηλής ακρίβειας.
νηματόσταυρου	=	νηματόσταυρος
νηματόσταυρους	=	νηματόσταυρος
νηματώδεις	noun	άλλη μορφή του νηματώδη
νηματώδες	=	νηματώδης
νηματώδη	noun	είδος σκουληκιών που ανήκουν στη συνομοταξία των Νηματωδών (Nematoda)
νηματώδης	adj|formal	που μοιάζει με νήμα
νηματώδους	=	νηματώδης
νηματώματα	=	νημάτωμα
νηματώματος	=	νημάτωμα
νηνί	=	νινί
νηνεμία	noun	η κατάσταση κατά την οποία δεν πνέει καθόλου άνεμος
νηνεμίας	noun	γενική ενικού του νηνεμία
νηνεμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηνεμία
νηνεμιών	noun	γενική πληθυντικού του νηνεμία
νηνεμώ	verb|archaic	είμαι απάνεμος / νήνεμος
νηνεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νηνεμώ
νηογνωμόνων	=	νηογνώμονας
νηογνώμονα	=	νηογνώμονας
νηογνώμονας	noun	οργανισμός που ειδικεύεται στην καθιέρωση προτύπων για τη ναυπήγηση πλοίων, στην κατάταξή τους βάσει κλάσεων και στη διενέργεια σχετικών επιθεωρήσεων
νηογνώμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηογνώμονας
νηογνώμων	noun	ο νηογνώμονας
νηοδοκών	=	νηοδόκη
νηοδοχών	=	νηοδόχη
νηοδόκες	=	νηοδόκη
νηοδόκη	noun	το ντοκ
νηοδόκης	=	νηοδόκη
νηοδόχε	=	νηοδόχος
νηοδόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηοδόχη
νηοδόχη	noun	το ντοκ
νηοδόχης	=	νηοδόχη
νηοδόχο	=	νηοδόχος
νηοδόχοι	=	νηοδόχος
νηοδόχος	noun	άλλη μορφή του νεωδόχος, το ντοκ
νηοδόχου	=	νηοδόχος
νηοδόχους	=	νηοδόχος
νηοδόχων	=	νηοδόχος
νηολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηολόγηση
νηολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήσεων	=	νηολόγηση
νηολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολογίου	noun	γενική ενικού του νηολόγιο
νηολογίων	noun	γενική πληθυντικού του νηολόγιο
νηολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηολογημένο
νηολογημένε	verb	κλητική ενικού του νηολογημένος
νηολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηολογημένη
νηολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηολογημένος
νηολογημένης	verb	γενική ενικού του νηολογημένη
νηολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του νηολογημένος
νηολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηολογημένος
νηολογημένος	verb	που έχει νηολογηθεί ή μπορεί να νηολογηθεί, να γραφεί σε νηολόγιο
νηολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νηολογημένος
νηολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νηολογημένος
νηολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νηολογημένος
νηολογώ	verb	εγγράφω ένα πλοίο στο νηολόγιο
νηολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηολογώ
νηολόγηση	noun	η καταγραφή σκάφους ή πλοίου σε νηολόγιο λιμεναρχείου
νηολόγησης	=	νηολόγηση
νηολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηολόγιο
νηολόγιο	noun	το επίσημο βιβλίο των κατά τόπους λιμεναρχείων που καταγράφονται τα πολιτικά πλοία και σκάφη που ανήκουν στο λιμάνι
νηολόγιον	noun	νηολόγιο
νηολόγιου	=	νηολόγιο
νηολόγιων	=	νηολόγιο
νηοπομπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηοπομπή
νηοπομπή	noun	η ομάδα εμπορικών συνήθως πλοίων που σε καιρό πολέμου πλέουν προς κοινό προορισμό με συνοδεία πολεμικών πλοίων για την προστασία τους
νηοπομπής	=	νηοπομπή
νηοπομπών	=	νηοπομπή
νηοψία	noun	η διακοπή της πορείας ενός πλοίου και ο έλεγχος του από μονάδα πολεμικού ή περιπολικού διωκτικής αρχής για να διαπιστωθεί αν έχει παραβεί τη νομοθεσία
νηοψίας	noun	γενική ενικού του νηοψία
νηοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηοψία
νηοψιών	noun	γενική πληθυντικού του νηοψία
νηπίου	noun	γενική ενικού του νήπιο
νηπίων	noun	νήπιο, στη γενική του πληθυντικού
νηπενθές	noun	γένος φυτών της οικογένειας των νηπενθιδών, της κλάσης των δικοτυλήδονων
νηπενθή	=	νηπενθές
νηπενθής	adj	που δεν πενθεί, που δεν αισθάνεται λύπη
νηπενθείς	=	νηπενθής
νηπενθούς	=	νηπενθές
νηπενθών	=	νηπενθές
νηπιάζω	verb|formal	παιδιαρίζω
νηπιαγωγέ	noun	κλητική ενικού του νηπιαγωγός
νηπιαγωγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηπιαγωγείο
νηπιαγωγείο	noun	το δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για παιδιά προσχολικής ηλικίας (4-5 χρονών) με σκοπό την προετοιμασία για την ένταξή τους στο δημοτικό
νηπιαγωγείου	noun	γενική ενικού του νηπιαγωγείο
νηπιαγωγείων	noun	γενική πληθυντικού του νηπιαγωγείο
νηπιαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηπιαγωγός
νηπιαγωγού	noun	γενική ενικού του νηπιαγωγός
νηπιαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νηπιαγωγός
νηπιαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του νηπιαγωγός
νηπιαγωγός	noun	ο εκπαιδευτικός που ασχολείται με παιδιά προσχολικής ηλικίας (4 και 5 ετών)
νηπιαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του νηπιαγωγός
νηπιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νηπιακός	adv	με νηπιακό τρόπο
νηπιακέ	adj	κλητική ενικού του νηπιακός
νηπιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηπιακή
νηπιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηπιακός
νηπιακής	adj	γενική ενικού του νηπιακή
νηπιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηπιακός
νηπιακού	adj	γενική ενικού του νηπιακός
νηπιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηπιακός
νηπιακό	adj	αιτιατική ενικού του νηπιακός
νηπιακός	adj	που έχει σχέση με νήπιο, ταιριάζει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή προορίζεται γι’ αυτό
νηπιακών	adj	γενική πληθυντικού του νηπιακός
νηπιακώς	adv|archaic	άλλη μορφή του νηπιακά
νηπιοβαπτίστρια	=	νηπιοβαπτιστής
νηπιοβαπτισμέ	noun	κλητική ενικού του νηπιοβαπτισμός
νηπιοβαπτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηπιοβαπτισμός
νηπιοβαπτισμού	noun	γενική ενικού του νηπιοβαπτισμός
νηπιοβαπτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νηπιοβαπτισμός
νηπιοβαπτισμό	noun	αιτιατική ενικού του νηπιοβαπτισμός
νηπιοβαπτισμός	noun	η συνήθεια της βάπτισης των νηπίων
νηπιοβαπτισμών	noun	γενική πληθυντικού του νηπιοβαπτισμός
νηπιοβαπτιστές	=	νηπιοβαπτιστής
νηπιοβαπτιστή	=	νηπιοβαπτιστής
νηπιοβαπτιστής	noun	άτομο που βαπτίζει νήπιο ή νήπια
νηπιοβαπτιστών	=	νηπιοβαπτιστής
νηπιοκτονία	noun	η βρεφοκτονία
νηπιοκτονίας	=	νηπιοκτονία
νηπιοκτονίες	=	νηπιοκτονία
νηπιοκτονιών	=	νηπιοκτονία
νηπιοκτόνε	=	νηπιοκτόνος
νηπιοκτόνο	=	νηπιοκτόνος
νηπιοκτόνοι	=	νηπιοκτόνος
νηπιοκτόνος	noun	ο βρεφοκτόνος
νηπιοκτόνου	=	νηπιοκτόνος
νηπιοκτόνους	=	νηπιοκτόνος
νηπιοκτόνων	=	νηπιοκτόνος
νηπιοκόμε	=	νηπιοκόμος
νηπιοκόμο	=	νηπιοκόμος
νηπιοκόμοι	=	νηπιοκόμος
νηπιοκόμος	noun	πρόσωπο που φροντίζει, που ανατρέφει, νήπια (πολύ μικρά παιδιά)
νηπιοκόμου	=	νηπιοκόμος
νηπιοκόμους	=	νηπιοκόμος
νηπιοκόμων	=	νηπιοκόμος
νηπιωδών	=	νηπιώδης
νηπιόθεν	adv	από νηπιακή ηλικία
νηπιώδεις	=	νηπιώδης
νηπιώδες	=	νηπιώδης
νηπιώδη	=	νηπιώδης
νηπιώδης	adj	που αναφέρεται στα νήπια
νηπιώδους	=	νηπιώδης
νηπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηπτικό
νηπτικέ	adj	κλητική ενικού του νηπτικός
νηπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηπτική
νηπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηπτικός
νηπτικής	adj	γενική ενικού του νηπτική
νηπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηπτικός
νηπτικού	adj	γενική ενικού του νηπτικός
νηπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηπτικός
νηπτικό	adj	αιτιατική ενικού του νηπτικός
νηπτικός	adj	σχετικός με το πνεύμα του ασκητισμού
νηπτικών	adj	γενική πληθυντικού του νηπτικός
νηρηίδα	noun	θαλάσσια νύμφη
νηρηίδας	=	νηρηίδα
νηρηίδες	=	νηρηίδα
νηρηίδων	=	νηρηίδα
νηριτικά	=	νηριτικός
νηριτικέ	=	νηριτικός
νηριτικές	=	νηριτικός
νηριτική	=	νηριτικός
νηριτικής	=	νηριτικός
νηριτικοί	=	νηριτικός
νηριτικού	=	νηριτικός
νηριτικούς	=	νηριτικός
νηριτικό	=	νηριτικός
νηριτικός	adj	που αναφέρεται στη νηριτική ζώνη
νηριτικών	=	νηριτικός
νησάκι	noun	μικρό νησί
νησάκια	=	νησάκι
νησάκιον	=	νησάκι
νησί	noun	ένα τμήμα ξηράς που βρέχεται από όλες τις μεριές του από θάλασσα
νησίδα	noun|formal	μικρό νησί
νησίδας	=	νησίδα
νησίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησίδα
νησίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησίδιο
νησίδιο	noun|figurative	άλλη μορφή του νησίδα
νησίδιου	noun	γενική ενικού του νησίδιο
νησίδιων	noun	γενική πληθυντικού του νησίδιο
νησίδων	=	νησίδα
νησαντήρι	noun|informal	άλλη γραφή του νισαντήρι
νησαντήρια	=	νησαντήρι
νησαντηριού	=	νησαντήρι
νησαντηριών	=	νησαντήρι
νησιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησί
νησιού	=	νησί
νησιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιωτικό
νησιωτικέ	adj	κλητική ενικού του νησιωτικός
νησιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιωτική
νησιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νησιωτικός
νησιωτικής	adj	γενική ενικού του νησιωτική
νησιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νησιωτικός
νησιωτικοτήτων	=	νησιωτικότητα
νησιωτικού	adj	γενική ενικού του νησιωτικός
νησιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νησιωτικός
νησιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του νησιωτικός
νησιωτικός	adj	που αποτελείται από νησιά
νησιωτικότητα	noun	ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και τα χαρακτηριστικά των νησιωτικών περιοχών (απομόνωση, δύσκολη πρόσβαση κ.λπ.)
νησιωτικότητας	=	νησιωτικότητα
νησιωτικότητες	=	νησιωτικότητα
νησιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του νησιωτικός
νησιωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του νησιώτισσα
νησιωτοπούλα	noun	νεαρή κοπέλα που ζει σε νησί
νησιωτοπούλας	noun	γενική ενικού του νησιωτοπούλα
νησιωτοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιωτοπούλα
νησιωτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιωτόπουλο
νησιωτόπουλο	noun	παιδί που ζει ή έχει μεγαλώσει σε νησί
νησιωτόπουλου	=	νησιωτόπουλο
νησιωτόπουλων	=	νησιωτόπουλο
νησιωτών	=	νησιώτης
νησιών	adj	γενική πληθυντικού του νησί
νησιώτες	=	νησιώτης
νησιώτη	=	νησιώτης
νησιώτης	noun	που κατάγεται ή κατοικεί σε ένα νησί
νησιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιώτικο
νησιώτικε	adj	κλητική ενικού του νησιώτικος
νησιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιώτικη
νησιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νησιώτικος
νησιώτικης	adj	γενική ενικού του νησιώτικη
νησιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του νησιώτικος
νησιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νησιώτικος
νησιώτικος	adj	που αναφέρεται στους νησιώτες και τα νησιά
νησιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νησιώτικος
νησιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νησιώτικος
νησιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νησιώτικος
νησιώτισσα	noun	νησιώτης
νησιώτισσας	noun	γενική ενικού του νησιώτισσα
νησιώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησιώτισσα
νησοπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησοπυριτικό
νησοπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του νησοπυριτικός
νησοπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησοπυριτική
νησοπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νησοπυριτικός
νησοπυριτικής	adj	γενική ενικού του νησοπυριτική
νησοπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νησοπυριτικός
νησοπυριτικού	adj	γενική ενικού του νησοπυριτικός
νησοπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νησοπυριτικός
νησοπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του νησοπυριτικός
νησοπυριτικός	adj	συνώνυμο του ορθοπυριτικός: χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 4
νησοπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του νησοπυριτικός
νησσοτροφία	noun|formal	η εκτροφή νησσών (σε εκτροφείο με πάπιες) στη συστηματική της μορφή
νησσοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νησσοτροφείο
νησσοτροφείο	noun	εκτροφείο για πάπιες
νησσοτροφείου	noun	γενική ενικού του νησσοτροφείο
νησσοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του νησσοτροφείο
νησσοτρόφε	=	νησσοτρόφος
νησσοτρόφο	=	νησσοτρόφος
νησσοτρόφοι	=	νησσοτρόφος
νησσοτρόφος	noun	που ασχολείται με τη νησσοτροφία
νησσοτρόφου	=	νησσοτρόφος
νησσοτρόφους	=	νησσοτρόφος
νησσοτρόφων	=	νησσοτρόφος
νησσών	noun	γενική πληθυντικού του νήσσα
νηστέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψαν	=	νηστεύω
νηστέψανε	=	νηστεύω
νηστέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψομε	=	νηστεύω
νηστέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψουνε	=	νηστεύω
νηστέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νηστεύω
νηστήσιμα	=	νηστήσιμος
νηστήσιμε	=	νηστήσιμος
νηστήσιμες	=	νηστήσιμος
νηστήσιμη	=	νηστήσιμος
νηστήσιμης	=	νηστήσιμος
νηστήσιμο	=	νηστήσιμος
νηστήσιμοι	=	νηστήσιμος
νηστήσιμος	adj	άλλη μορφή του νηστίσιμος
νηστήσιμου	=	νηστήσιμος
νηστήσιμους	=	νηστήσιμος
νηστήσιμων	=	νηστήσιμος
νηστίσιμα	noun	τα νηστίσιμα φαγητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστίσιμος
νηστίσιμε	adj	κλητική ενικού του νηστίσιμος
νηστίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστίσιμη
νηστίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηστίσιμος
νηστίσιμης	adj	γενική ενικού του νηστίσιμη
νηστίσιμο	adj	ουδέτερο γένος στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική πτώση ενικού αριθμού, βλ. νηστίσιμος
νηστίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηστίσιμος
νηστίσιμος	adj	που μπορεί να φάει όποιος νηστεύει
νηστίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νηστίσιμος
νηστίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηστίσιμος
νηστίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νηστίσιμος
νηστεία	noun	εκούσια αποχή από τροφή
νηστείας	noun	γενική ενικού του νηστεία
νηστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστεία
νηστειών	noun	γενική πληθυντικού του νηστεία
νηστεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστεμμένο
νηστεμμένε	verb	κλητική ενικού του νηστεμμένος
νηστεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστεμμένη
νηστεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηστεμμένος
νηστεμμένης	verb	γενική ενικού του νηστεμμένη
νηστεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του νηστεμμένος
νηστεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηστεμμένος
νηστεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νηστεμμένος
νηστεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νηστεμμένος
νηστεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νηστεμμένος
νηστευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστευτής
νηστευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νηστευτής
νηστευτής	noun	Άνθρωπος που απέχει από συγκεκριμένα τρόφιμα κατά τις περίοδους που καθορίζει η Εκκλησία.
νηστευτριών	noun	γενική πληθυντικού του νηστεύτρια
νηστευτών	noun	γενική πληθυντικού του νηστευτής
νηστεύαμε	=	νηστεύω
νηστεύαν	=	νηστεύω
νηστεύανε	=	νηστεύω
νηστεύατε	=	νηστεύω
νηστεύει	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος νηστεύω
νηστεύεις	=	νηστεύω
νηστεύετε	=	νηστεύω
νηστεύομε	=	νηστεύω
νηστεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νηστεύω
νηστεύουμε	=	νηστεύω
νηστεύουν	=	νηστεύω
νηστεύουνε	=	νηστεύω
νηστεύτε	=	νηστεύω
νηστεύτριας	noun	γενική ενικού του νηστεύτρια
νηστεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστεύτρια
νηστεύω	verb	δεν τρώω
νηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστικό
νηστικάδα	noun	η άσχημη οσμή ή γεύση που έχει το στόμα κάποιου που έχει μείνει νηστικός
νηστικάδας	=	νηστικάδα
νηστικάδες	=	νηστικάδα
νηστικάδων	=	νηστικάδα
νηστικάτα	adv	έχοντας μείνει νηστικοί
νηστικέ	adj	κλητική ενικού του νηστικός
νηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηστική
νηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηστικός
νηστικής	adj	γενική ενικού του νηστική
νηστικιά	=	νηστικός
νηστικιάς	=	νηστικός
νηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηστικός
νηστικού	adj	γενική ενικού του νηστικός
νηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηστικός
νηστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του νηστικός
νηστικός	adj	που δεν είναι φαγωμένος, που έχει αρκετή ώρα να φάει και το στομάχι του είναι άδειο
νηστικών	adj	γενική πληθυντικού του νηστικός
νηστκά	=	νηστκό
νηστκού	=	νηστκό
νηστκό	noun|figurative	άτομο αφελές, χαζό ή ανόητο, που δεν καταλαβαίνει εύκολα ή φαίνεται διανοητικά αργό
νηστκών	=	νηστκό
νηφάλια	adv	με ηρεμία και αταραξία
νηφάλιας	=	νηφάλιος
νηφάλιε	=	νηφάλιος
νηφάλιες	=	νηφάλιος
νηφάλιο	=	νηφάλιος
νηφάλιοι	=	νηφάλιος
νηφάλιος	adj	που δε βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, ξεμέθυστος
νηφάλιου	=	νηφάλιος
νηφάλιους	=	νηφάλιος
νηφάλιων	=	νηφάλιος
νηφαλιοτήτων	=	νηφαλιότητα
νηφαλιότατα	=	νηφάλιος
νηφαλιότατε	=	νηφάλιος
νηφαλιότατες	=	νηφάλιος
νηφαλιότατη	=	νηφάλιος
νηφαλιότατης	=	νηφάλιος
νηφαλιότατο	=	νηφάλιος
νηφαλιότατοι	=	νηφάλιος
νηφαλιότατος	=	νηφάλιος
νηφαλιότατου	=	νηφάλιος
νηφαλιότατους	=	νηφάλιος
νηφαλιότατων	=	νηφάλιος
νηφαλιότερα	=	νηφάλιος
νηφαλιότερε	=	νηφάλιος
νηφαλιότερες	=	νηφάλιος
νηφαλιότερη	=	νηφάλιος
νηφαλιότερης	=	νηφάλιος
νηφαλιότερο	=	νηφάλιος
νηφαλιότεροι	=	νηφάλιος
νηφαλιότερος	=	νηφάλιος
νηφαλιότερου	=	νηφάλιος
νηφαλιότερους	=	νηφάλιος
νηφαλιότερων	=	νηφάλιος
νηφαλιότητα	noun	η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νηφάλιος, η έλλειψη μέθης, η διανοητική διαύγεια
νηφαλιότητας	noun	γενική ενικού του νηφαλιότητα
νηφαλιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηφαλιότητα
νηφοκοκκόζωμον	noun	ο καφές
νηόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηόμορφο
νηόμορφε	adj	κλητική ενικού του νηόμορφος
νηόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νηόμορφη
νηόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νηόμορφος
νηόμορφης	adj	γενική ενικού του νηόμορφη
νηόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του νηόμορφος
νηόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νηόμορφος
νηόμορφος	adj|formal	που μοιάζει με καράβι, που έχει μορφή νηός
νηόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νηόμορφος
νηόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νηόμορφος
νηόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νηόμορφος
νι	noun	το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ν, κεφαλαίο: Ν)
νιάμα	noun	άλλη μορφή του νιάσμα / νιάσιμο
νιάματα	=	νιάμα
νιάματος	=	νιάμα
νιάμερα	noun	άλλη μορφή του εννιάμερα
νιάμερων	=	νιάμερα
νιάνιαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιάνιαρο
νιάνιαρο	noun	πολύ μικρό παιδί
νιάνιαρου	noun	γενική ενικού του νιάνιαρο
νιάνιαρων	noun	γενική πληθυντικού του νιάνιαρο
νιάου	noun	το νιαούρισμα	intj	λέξη που αποδίδει τη φωνή της γάτας
νιάουρο	noun	το νιαούρισμα
νιάσιμο	noun	το πρώτο όργωμα / άροση αγρού μετά από αγρανάπαυση
νιάσμα	noun	άλλη μορφή του νιάσιμο
νιάσματα	=	νιάσμα
νιάσματος	=	νιάσμα
νιάτα	noun	η νεότητα, η χρονική περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου κατά την οποία αυτός είναι νέος
νιάτο	noun	κάποιος νέος άνθρωπος
νιάτου	noun	γενική ενικού του νιάτο
νιάτων	noun	γενική πληθυντικού του νιάτο
νια	noun	η νέα κοπέλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιος
νιαήμερα	noun	άλλη μορφή του εννιάμερα
νιαήμερων	=	νιαήμερα
νιαμάτων	=	νιάμα
νιανιά	noun	μωρουδίστικη λέξη για την πολτοποιημένη τροφή των μωρών
νιαουρίζαμε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζαν	=	νιαουρίζω
νιαουρίζανε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζατε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζει	=	νιαουρίζω
νιαουρίζεις	=	νιαουρίζω
νιαουρίζετε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζομε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζοντας	=	νιαουρίζω
νιαουρίζουμε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζουν	=	νιαουρίζω
νιαουρίζουνε	=	νιαουρίζω
νιαουρίζω	verb	κάνω νιάου
νιαουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσαν	=	νιαουρίζω
νιαουρίσανε	=	νιαουρίζω
νιαουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιαούρισμα
νιαουρίσματος	noun	γενική ενικού του νιαούρισμα
νιαουρίσομε	=	νιαουρίζω
νιαουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσουνε	=	νιαουρίζω
νιαουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νιαούρισμα
νιαούριζα	=	νιαουρίζω
νιαούριζαν	=	νιαουρίζω
νιαούριζε	=	νιαουρίζω
νιαούριζες	=	νιαουρίζω
νιαούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιαουρίζω
νιαούρισμα	noun	ο ήχος της γάτας
νιας	=	νια
νιασίματα	=	νιάσιμο
νιασίματος	=	νιάσιμο
νιασίνες	=	νιασίνη
νιασίνη	noun	κοινή ονομασία της υδατοδιαλυτής βιταμίνης B₃ του συμπλέγματος βιταμινών B
νιασίνης	=	νιασίνη
νιασιμάτων	=	νιάσιμο
νιασινών	=	νιασίνη
νιασμάτων	=	νιάσμα
νιβόμασταν	=	νίβω
νιβόμαστε	=	νίβω
νιβόμουν	=	νίβω
νιβόμουνα	=	νίβω
νιβόντουσαν	=	νίβω
νιβόσασταν	=	νίβω
νιβόσαστε	=	νίβω
νιβόσουν	=	νίβω
νιβόσουνα	=	νίβω
νιβόταν	=	νίβω
νιβότανε	=	νίβω
νιγηριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιγηριανό
νιγηριανέ	adj	κλητική ενικού του νιγηριανός
νιγηριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιγηριανή
νιγηριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιγηριανός
νιγηριανής	adj	γενική ενικού του νιγηριανή
νιγηριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιγηριανός
νιγηριανού	adj	γενική ενικού του νιγηριανός
νιγηριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιγηριανός
νιγηριανό	adj	αιτιατική ενικού του νιγηριανός
νιγηριανός	adj	που κατάγεται ή σχετίζεται με την Νιγηρία
νιγηριανών	adj	γενική πληθυντικού του νιγηριανός
νιγηρικά	=	νιγηρικός
νιγηρικέ	=	νιγηρικός
νιγηρικές	=	νιγηρικός
νιγηρική	=	νιγηρικός
νιγηρικής	=	νιγηρικός
νιγηρικοί	=	νιγηρικός
νιγηρικού	=	νιγηρικός
νιγηρικούς	=	νιγηρικός
νιγηρικό	=	νιγηρικός
νιγηρικός	adj	που έχει σχέση με τον Νίγηρα ή αναφέρεται σ' αυτόν
νιγηρικών	=	νιγηρικός
νιεε	abbrev	νοσοκομείο της Αθήνας, το Νοσηλευτικό Ίδρυμα Εκκλησίας Ελλάδος, σήμερα Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων
νιες	=	νια
νιζάμη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νιζάμης
νιζάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιζάμης
νιζάμηδων	noun	γενική πληθυντικού του νιζάμης
νιζάμης	noun|dated	στρατιώτης του τακτικού στρατού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε αντιδιαστολή με τον βασιβουζούκο ή τον γενίτσαρο
νιζάμι	noun	διοικητικό διάταγμα του δοβλετίου επί τουρκοκρατίας, το κρατούν νόμιμο, καθιερωμένη συνήθεια, έθος
νιζάμια	=	νιζάμι
νιζαμιού	=	νιζάμι
νιζαμιών	=	νιζάμι
νιζατιδίνες	=	νιζατιδίνη
νιζατιδίνη	noun	φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος
νιζατιδίνης	noun	γενική ενικού του νιζατιδίνη
νιζατιδινών	=	νιζατιδίνη
νικά	=	νικώ
νικάγαμε	=	νικώ
νικάγανε	=	νικώ
νικάγατε	=	νικώ
νικάει	=	νικώ
νικάμε	=	νικώ
νικάμπ	noun	κεφαλομάντιλο μουσουλμάνων γυναικών που καλύπτει και το πρόσωπο
νικάν	=	νικώ
νικάνε	=	νικώ
νικάς	=	νικώ
νικάτε	=	νικώ
νικάω	verb	υπερισχύω επί του αντιπάλου σε πόλεμο, εκλογές, αθλητικό αγώνα
νικέλινα	=	νικέλινος
νικέλινας	=	νικέλινος
νικέλινε	=	νικέλινος
νικέλινες	=	νικέλινος
νικέλινο	=	νικέλινος
νικέλινοι	=	νικέλινος
νικέλινος	adj	φτιαγμένος από νικέλιο
νικέλινου	=	νικέλινος
νικέλινους	=	νικέλινος
νικέλινων	=	νικέλινος
νικέλιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 28 και χημικό σύμβολο το Ni
νικέλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νικελώνω
νικέλωνα	=	νικελώνω
νικέλωναν	=	νικελώνω
νικέλωνε	=	νικελώνω
νικέλωνες	=	νικελώνω
νικέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικέλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νικελώνω
νικέλωσης	noun	γενική ενικού του νικέλωση
νικήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι, παθητικής φωνής του νικάω, νικώ
νικήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσαν	=	νικώ
νικήσανε	=	νικώ
νικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσομε	=	νικάω
νικήσου	=	νικώ
νικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσουνε	=	νικάω
νικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικώ
νικήτρια	noun	θηλυκό του νικητής
νικήτριας	noun	γενική ενικού του νικήτρια
νικήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικήτρια
νικαιωτών	=	νικαιώτης
νικαιώτες	=	νικαιώτης
νικαιώτη	=	νικαιώτης
νικαιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από οικισμό με το όνομα Νίκαια
νικαιώτικα	=	νικαιώτικος
νικαιώτικε	=	νικαιώτικος
νικαιώτικες	=	νικαιώτικος
νικαιώτικη	=	νικαιώτικος
νικαιώτικης	=	νικαιώτικος
νικαιώτικο	=	νικαιώτικος
νικαιώτικοι	=	νικαιώτικος
νικαιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Νίκαια ή τους κατοίκους της
νικαιώτικου	=	νικαιώτικος
νικαιώτικους	=	νικαιώτικος
νικαιώτικων	=	νικαιώτικος
νικαιώτισσα	=	νικαιώτης
νικελένιος	adj|rare	συνώνυμο του νικέλινος
νικελίνες	=	νικελίνης
νικελίνη	=	νικελίνης
νικελίνης	noun	ορυκτό του νικελίου
νικελίου	noun	γενική ενικού του νικέλιο
νικελινών	=	νικελίνης
νικελιοχάλυβα	=	νικελιοχάλυβας
νικελιοχάλυβας	noun	κράμα, χάλυβας με υψηλή περιεκτικότητα νικελίου, που παρέχει βελτιωμένες ιδιότητες μορφοποίησης, συγκολλησιμότητας, ολκιμότητας και αντοχής στη διάβρωση
νικελιοχάλυβες	=	νικελιοχάλυβας
νικελιοχαλύβων	=	νικελιοχάλυβας
νικελιούχα	=	νικελιούχος
νικελιούχας	=	νικελιούχος
νικελιούχε	=	νικελιούχος
νικελιούχες	=	νικελιούχος
νικελιούχο	=	νικελιούχος
νικελιούχοι	=	νικελιούχος
νικελιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο νικελίου
νικελιούχου	=	νικελιούχος
νικελιούχους	=	νικελιούχος
νικελιούχων	=	νικελιούχος
νικελοβιομηχανία	noun	μεταλλουργική βιομηχανία παραγωγής κραμάτων νικελίου
νικελοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του νικελοβιομηχανία
νικελοβιομηχανίες	=	νικελοβιομηχανία
νικελοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του νικελοβιομηχανία
νικελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νικέλωμα
νικελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικελωμένο
νικελωμένε	verb	κλητική ενικού του νικελωμένος
νικελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικελωμένη
νικελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νικελωμένος
νικελωμένης	verb	γενική ενικού του νικελωμένη
νικελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του νικελωμένος
νικελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νικελωμένος
νικελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νικελωμένος
νικελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νικελωμένος
νικελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νικελωμένος
νικελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικέλωμα
νικελώματος	noun	γενική ενικού του νικέλωμα
νικελώναμε	=	νικελώνω
νικελώναν	=	νικελώνω
νικελώνανε	=	νικελώνω
νικελώνατε	=	νικελώνω
νικελώνει	=	νικελώνω
νικελώνεις	=	νικελώνω
νικελώνετε	=	νικελώνω
νικελώνοντας	=	νικελώνω
νικελώνουμε	=	νικελώνω
νικελώνουν	=	νικελώνω
νικελώνουνε	=	νικελώνω
νικελώνω	verb	σκεπάζω την επιφάνεια ενός αντικειμένου με μία λεπτή στρώση νικέλιου
νικελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώσαν	=	νικελώνω
νικελώσανε	=	νικελώνω
νικελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικελώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικέλωση
νικελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώσεων	noun	γενική πληθυντικού του νικέλωση
νικελώσεως	noun|formal	γενική ενικού του νικέλωση
νικελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικελώνω
νικηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικηθήκαν	=	νικώ
νικηθήκανε	=	νικώ
νικηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικηθείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του νικάω, νικώ
νικηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικηθούνε	=	νικάω
νικηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νικιέμαι
νικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικημένο
νικημένε	verb	κλητική ενικού του νικημένος
νικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικημένη
νικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νικημένος
νικημένης	verb	γενική ενικού του νικημένη
νικημένο	verb	αιτιατική ενικού του νικημένος
νικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νικημένος
νικημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος νικάω, νικώ
νικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νικημένος
νικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νικημένος
νικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νικημένος
νικητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικητής
νικητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νικητής
νικητήρια	=	νικητήριος
νικητήριας	=	νικητήριος
νικητήριε	=	νικητήριος
νικητήριες	=	νικητήριος
νικητήριο	=	νικητήριος
νικητήριοι	=	νικητήριος
νικητήριος	adj	που έχει σχέση με τη νίκη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την αναγγέλλει
νικητήριου	=	νικητήριος
νικητήριους	=	νικητήριος
νικητήριων	=	νικητήριος
νικητής	noun	το πρόσωπο που πετυχαίνει τη νίκη, υπερισχύοντας σε κάποια αναμέτρηση με έναν ή πολλούς αντιπάλους
νικητηρίου	=	νικητήριος
νικητηρίων	=	νικητήριος
νικητριών	noun	γενική πληθυντικού του νικήτρια
νικητών	noun	γενική πληθυντικού του νικητής
νικηφόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του νικηφόρα	adv	με νίκη
νικηφόρας	=	νικηφόρος
νικηφόρε	=	νικηφόρος
νικηφόρες	=	νικηφόρος
νικηφόρο	=	νικηφόρος
νικηφόροι	=	νικηφόρος
νικηφόρος	adj	που οδηγεί σε νίκη
νικηφόρου	=	νικηφόρος
νικηφόρους	=	νικηφόρος
νικηφόρων	=	νικηφόρος
νικιέμαι	verb	με νικούν
νικιέσαι	=	νικώ
νικιέστε	=	νικώ
νικιέται	=	νικώ
νικιούνται	=	νικώ
νικιούνταν	=	νικώ
νικιόμασταν	=	νικώ
νικιόμαστε	=	νικώ
νικιόμουν	=	νικώ
νικιόμουνα	=	νικώ
νικιόνται	=	νικάω
νικιόνταν	=	νικώ
νικιόντανε	=	νικώ
νικιόντουσαν	=	νικώ
νικιόσασταν	=	νικώ
νικιόσαστε	=	νικώ
νικιόσουν	=	νικώ
νικιόσουνα	=	νικώ
νικιόταν	=	νικώ
νικιότανε	=	νικώ
νικοτίνες	=	νικοτίνη
νικοτίνη	noun	εθιστική τοξική ουσία (C₁₀H₁₄N₂) που περιέχεται στα φύλλα του καπνού
νικοτίνης	=	νικοτίνη
νικοτινίαση	noun	σύνολο διαταραχών του νευρικού συστήματος που προκαλείται από την κατάχρηση της νικοτίνης
νικοτινίασης	=	νικοτινίαση
νικοτινίασις	noun	νικοτινίαση
νικοτιναμίδες	=	νικοτιναμίδη
νικοτιναμίδη	noun	νιασίνη
νικοτιναμίδης	=	νικοτιναμίδη
νικοτιναμίδια	=	νικοτιναμίδιο
νικοτιναμίδιο	noun	νιασίνη
νικοτιναμίδιου	=	νικοτιναμίδιο
νικοτιναμιδίου	=	νικοτιναμίδιο
νικοτιναμιδίων	=	νικοτιναμίδιο
νικοτιναμιδών	=	νικοτιναμίδη
νικοτινιάσεις	=	νικοτινίαση
νικοτινιάσεων	=	νικοτινίαση
νικοτινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικοτινικό
νικοτινικέ	adj	κλητική ενικού του νικοτινικός
νικοτινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νικοτινική
νικοτινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νικοτινικός
νικοτινικής	adj	γενική ενικού του νικοτινική
νικοτινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νικοτινικός
νικοτινικού	adj	γενική ενικού του νικοτινικός
νικοτινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νικοτινικός
νικοτινικό	adj	αιτιατική ενικού του νικοτινικός
νικοτινικός	adj	που έχει σχέση με τη νικοτίνη ή αναφέρεται σ’ αυτή
νικοτινικών	adj	γενική πληθυντικού του νικοτινικός
νικοτινισμέ	noun	κλητική ενικού του νικοτινισμός
νικοτινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νικοτινισμός
νικοτινισμού	noun	γενική ενικού του νικοτινισμός
νικοτινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νικοτινισμός
νικοτινισμό	noun	αιτιατική ενικού του νικοτινισμός
νικοτινισμός	noun	συνώνυμο του νικοτινίαση
νικοτινισμών	noun	γενική πληθυντικού του νικοτινισμός
νικοτινοειδές	=	νικοτινοειδής
νικοτινοειδή	=	νικοτινοειδής
νικοτινοειδής	adj	που μοιάζει με νικοτίνη ή περιέχει νικοτίνη
νικοτινοειδείς	=	νικοτινοειδής
νικοτινοειδούς	=	νικοτινοειδής
νικοτινοειδών	=	νικοτινοειδής
νικοτινών	=	νικοτίνη
νικούμε	=	νικώ
νικούν	=	νικώ
νικούνε	=	νικώ
νικούσα	=	νικώ
νικούσαμε	=	νικώ
νικούσαν	=	νικώ
νικούσανε	=	νικώ
νικούσατε	=	νικώ
νικούσε	=	νικώ
νικούσες	=	νικώ
νικώ	verb	υπερισχύω επί του αντιπάλου σε πόλεμο, εκλογές, αθλητικό αγώνα
νικών	noun	γενική πληθυντικού του νίκη
νικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νικάω / νικώ
νιμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιμμένο
νιμμένε	verb	κλητική ενικού του νιμμένος
νιμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιμμένη
νιμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιμμένος
νιμμένης	verb	γενική ενικού του νιμμένη
νιμμένο	verb	αιτιατική ενικού του νιμμένος
νιμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιμμένος
νιμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου νίβω
νιμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νιμμένος
νιμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νιμμένος
νιμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νιμμένος
νιμτς	abbrev	στρατιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας
νινί	noun	μωρό
νινίδα	noun	κρούστα σμήγματος στο κεφάλι νεογέννητων
νινίδας	=	νινίδα
νινίδες	=	νινίδα
νινίδων	=	νινίδα
νινιά	=	νινί
νινιού	=	νινί
νινιών	=	νινί
νιο	=	νιος
νιοβίου	noun	γενική ενικού του νιόβιο
νιοβιούχα	=	νιοβιούχος
νιοβιούχας	=	νιοβιούχος
νιοβιούχε	=	νιοβιούχος
νιοβιούχες	=	νιοβιούχος
νιοβιούχο	=	νιοβιούχος
νιοβιούχοι	=	νιοβιούχος
νιοβιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο νιοβίου
νιοβιούχου	=	νιοβιούχος
νιοβιούχους	=	νιοβιούχος
νιοβιούχων	=	νιοβιούχος
νιογάμπρια	noun|vulgar	οι νεόνυμφοι
νιογέννητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιογέννητο
νιογέννητε	adj	κλητική ενικού του νιογέννητος
νιογέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιογέννητη
νιογέννητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιογέννητος
νιογέννητης	adj	γενική ενικού του νιογέννητη
νιογέννητο	adj	αιτιατική ενικού του νιογέννητος
νιογέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιογέννητος
νιογέννητος	adj	άλλη μορφή του νεογέννητος
νιογέννητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νιογέννητος
νιογέννητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιογέννητος
νιογέννητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νιογέννητος
νιονιό	noun	το μυαλό
νιος	noun|vulgar	ο νέος	adj|vulgar	άλλη μορφή του νέος
νιοστά	=	νιοστός
νιοστέ	=	νιοστός
νιοστές	=	νιοστός
νιοστή	=	νιοστός
νιοστής	=	νιοστός
νιοστοί	=	νιοστός
νιοστού	=	νιοστός
νιοστούς	=	νιοστός
νιοστό	=	νιοστός
νιοστός	adj	που αναφέρεται σε ή συσχετίζεται με την μεταβλητή ν, κυρίως σε μαθηματικές εκφράσεις στις οποίες το ν συμβολίζει έναν αόριστο φυσικό αριθμό
νιοστών	=	νιοστός
νιουτρονίου	=	νιουτρόνιο
νιουτρονίων	=	νιουτρόνιο
νιουτρόνια	=	νιουτρόνιο
νιουτρόνιο	noun	υποθετικό χημικό στοιχείο το οποίο έχει ατομικό αριθμό (Z) 0 και ο πυρήνας του αποτελείται μόνον από νετρόνια
νιουτρόνιου	=	νιουτρόνιο
νιούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιούτσικο
νιούτσικε	adj	κλητική ενικού του νιούτσικος
νιούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιούτσικη
νιούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιούτσικος
νιούτσικης	adj	γενική ενικού του νιούτσικη
νιούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του νιούτσικος
νιούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιούτσικος
νιούτσικος	adj	άτομο νεαρής ηλικίας
νιούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νιούτσικος
νιούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιούτσικος
νιούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νιούτσικος
νιπτήρα	=	νιπτήρας
νιπτήρας	noun	διάταξη στην οποία πέφτει νερό από τη βρύση και απομακρύνεται μέσω αποχέτευσης, με χρήση το πλύσιμο του προσώπου και των χεριών, απαραίτητος εξοπλισμός τουαλέτας / WC
νιπτήρες	=	νιπτήρας
νιπτήρων	=	νιπτήρας
νιρβάνα	noun	κατάσταση εξάλειψης του πόνου λόγω παύσης του κύκλου αναγεννήσεων, εκμηδενισμός της ατομικότητας του είναι και ταύτιση με το όλον
νιρβάνας	noun	γενική ενικού του Νιρβάνα
νισάνι	noun|dated	σημείο
νισάφι	noun	έλεος, χάρη, ευσπλαχνία	intj	φτάνει πια, έλεος, αρκεί, αρκετά
νισαντήρι	noun|informal	το χλωριούχο αμμώνιο ή αμμωνιακό άλας, χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των μεταλλικών επιφανειών από τη σκουριά
νισαντήρια	=	νισαντήρι
νισαντίρι	noun|informal	άλλη γραφή του νισαντήρι
νισαντίρια	=	νισαντίρι
νισαντηριού	=	νισαντήρι
νισαντηριών	=	νισαντήρι
νισαντιριού	=	νισαντίρι
νισαντιριών	=	νισαντίρι
νισεστέ	noun	άλλη μορφή του νισεστές
νισεστέδες	=	νισεστές
νισεστέδων	=	νισεστές
νισεστές	noun	κοινή ονομασία για το πολύ ψιλό αλεύρι που μπορεί να προέρχεται από οποιοδήποτε πρωτογενές αμυλώδες υλικό (πατάτες, στάρι, ρύζι κ.λπ.) και, επειδή έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε άμυλο, χρησιμοποιείται στη μαγειρική σαν πηκτικό και στη βιομηχανία για την παρασκευή κόλλας
νισυριωτών	=	νισυριώτης
νισυριώτες	=	νισυριώτης
νισυριώτη	=	νισυριώτης
νισυριώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Νίσυρο
νισυριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νισυριώτικο
νισυριώτικε	adj	κλητική ενικού του νισυριώτικος
νισυριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νισυριώτικη
νισυριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νισυριώτικος
νισυριώτικης	adj	γενική ενικού του νισυριώτικη
νισυριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του νισυριώτικος
νισυριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νισυριώτικος
νισυριώτικος	adj	ο σχετικός με τη Νίσυρο και τους κατοίκους της
νισυριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νισυριώτικος
νισυριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νισυριώτικος
νισυριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νισυριώτικος
νισυριώτισσα	=	νισυριώτης
νιτερέσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτερέσο
νιτερέσο	noun	άλλη μορφή του ιντερέσο
νιτερέσου	noun	γενική ενικού του νιτερέσο
νιτερέσων	noun	γενική πληθυντικού του νιτερέσο
νιτρίλια	=	νιτρίλιο
νιτρίλιο	noun	οργανική ένωση που έχει τη χαρακτηριστική ομάδα −C≡N
νιτρίλιου	=	νιτρίλιο
νιτρίλιων	=	νιτρίλιο
νιτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτρικό
νιτρικέ	adj	κλητική ενικού του νιτρικός
νιτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτρική
νιτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιτρικός
νιτρικής	adj	γενική ενικού του νιτρική
νιτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιτρικός
νιτρικού	adj	γενική ενικού του νιτρικός
νιτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιτρικός
νιτρικό	adj	αιτιατική ενικού του νιτρικός
νιτρικός	adj	που έχει σχέση με νίτρο, το περιέχει ή αναφέρεται σ’ αυτό
νιτρικών	adj	γενική πληθυντικού του νιτρικός
νιτριλίου	=	νιτρίλιο
νιτριλίων	=	νιτρίλιο
νιτροβάμβακα	=	νιτροβάμβακας
νιτροβάμβακας	noun	ισχυρό εκρηκτικό από νιτροκυτταρίνη
νιτροβάμβακες	=	νιτροβάμβακας
νιτροβαμβάκων	=	νιτροβάμβακας
νιτροβενζολίου	=	νιτροβενζόλιο
νιτροβενζολίων	=	νιτροβενζόλιο
νιτροβενζόλια	=	νιτροβενζόλιο
νιτροβενζόλιο	noun	Χημικό συνθετικό αρωματικό προϊόν, τύπου C₆H₅NO₂.
νιτροβενζόλιου	=	νιτροβενζόλιο
νιτρογλυκερίνες	=	νιτρογλυκερίνη
νιτρογλυκερίνη	noun	ελαιώδες εκρηκτικό υγρό με χημικό τύπο C3H5(ONO2)3 το οποίο προέρχεται από αντίδραση γλυκερόλης (κοιν. γλυκερίνης) και μίγμα νιτρικού και θειικού οξέος, πρώτη ύλη σε εκρηκτικά
νιτρογλυκερίνης	=	νιτρογλυκερίνη
νιτρογλυκερινών	=	νιτρογλυκερίνη
νιτρογόνο	noun|dated	άζωτο (N)
νιτρογόνου	=	νιτρογόνο
νιτροζαμίνες	=	νιτροζαμίνη
νιτροζαμίνη	noun	χημική ένωση που σχηματίζεται κυρίως από την αντίδραση νιτρωδών με αμίνες και θεωρείται δυνητικά καρκινογόνος, καθώς διασπάται στον οργανισμό παράγοντας τοξικούς ενδιάμεσους μεταβολίτες
νιτροζαμίνης	=	νιτροζαμίνη
νιτροζαμινών	=	νιτροζαμίνη
νιτροκυτταρινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτροκυτταρινικό
νιτροκυτταρινικέ	adj	κλητική ενικού του νιτροκυτταρινικός
νιτροκυτταρινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτροκυτταρινική
νιτροκυτταρινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιτροκυτταρινικός
νιτροκυτταρινικής	adj	γενική ενικού του νιτροκυτταρινική
νιτροκυτταρινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιτροκυτταρινικός
νιτροκυτταρινικού	adj	γενική ενικού του νιτροκυτταρινικός
νιτροκυτταρινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιτροκυτταρινικός
νιτροκυτταρινικό	adj	αιτιατική ενικού του νιτροκυτταρινικός
νιτροκυτταρινικός	adj	ο σχετικός με νιτροκυτταρίνη
νιτροκυτταρινικών	adj	γενική πληθυντικού του νιτροκυτταρινικός
νιτροποίηση	noun	χημική διαδικασία κατά την οποία, με την δράση βακτηρίων ή άλλων μικροοργανισμών, η αμμωνία μετατρέπεται σε νιτρικά άλατα ή άλλες αζωτούχες ενώσεις, σημαντικές για την διατροφή των φυτών
νιτροποίησης	=	νιτροποίηση
νιτροποιήσεις	=	νιτροποίηση
νιτροποιήσεων	=	νιτροποίηση
νιτροποιώ	verb	παράγω άτομα αζώτου οξειδώνοντας αμμωνιακά ιόντα, κάνω νιτροποίηση
νιτρορρυπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτρορρύπανση
νιτρορρυπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του νιτρορρύπανση
νιτρορρυπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του νιτρορρύπανση
νιτρορρύπανση	noun	άλλη γραφή του νιτρορύπανση
νιτρορρύπανσης	noun	γενική ενικού του νιτρορρύπανση
νιτρορυπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτρορύπανση
νιτρορυπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του νιτρορύπανση
νιτρορυπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του νιτρορύπανση
νιτρορύπανση	noun	η απόρριψη σε υδάτινο περιβάλλον αζωτούχων ενώσεων
νιτρορύπανσης	noun	γενική ενικού του νιτρορύπανση
νιτρπβενζολίου	=	νιτροβενζόλιο
νιτρπβενζολίων	=	νιτροβενζόλιο
νιτρωδών	noun	γενική πληθυντικού του νιτρώδες
νιτρώδεις	=	νιτρώδης
νιτρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νιτρώδης
νιτρώδη	=	νιτρώδης
νιτρώδης	adj	που έχει σχέση με το άζωτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
νιτρώδους	=	νιτρώδης
νιτρώσεις	=	νίτρωση
νιτρώσεων	=	νίτρωση
νιτρώσεως	=	νίτρωση
νιτσεΐστρια	noun	γυναίκα φιλόσοφος που ταυτίζεται ή σχεδόν ταυτίζεται με τα έργα και τις απόψεις του Νίτσε
νιτσεΐστριας	noun	γενική ενικού του νιτσεΐστρια
νιτσεΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτσεΐστρια
νιτσεράδα	noun	αδιάβροχο πανωφόρι ή οποιοδήποτε επικάλυμμα από μουσαμά
νιτσεράδας	=	νιτσεράδα
νιτσεράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτσεράδα
νιτσεράδων	=	νιτσεράδα
νιτσεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτσεϊκό	adv	με νιτσεϊκό τρόπο
νιτσεϊκέ	adj	κλητική ενικού του νιτσεϊκός
νιτσεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιτσεϊκή
νιτσεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιτσεϊκός
νιτσεϊκής	adj	γενική ενικού του νιτσεϊκή
νιτσεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιτσεϊκός
νιτσεϊκού	adj	γενική ενικού του νιτσεϊκός
νιτσεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιτσεϊκός
νιτσεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του νιτσεϊκός
νιτσεϊκός	adj	που αφορά ιδέα που εξέφρασε ο Νίτσε
νιτσεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του νιτσεϊκός
νιτσεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του νιτσεϊσμός
νιτσεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιτσεϊσμός
νιτσεϊσμού	noun	γενική ενικού του νιτσεϊσμός
νιτσεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νιτσεϊσμός
νιτσεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του νιτσεϊσμός
νιτσεϊσμός	noun	οι ιδέες, η φιλοσοφική θεώρηση κατά τη φιλοσοφία του Νίτσε
νιτσεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του νιτσεϊσμός
νιτσεϊστές	=	νιτσεϊστής
νιτσεϊστή	=	νιτσεϊστής
νιτσεϊστής	noun	φιλόσοφος που ταυτίζεται ή σχεδόν ταυτίζεται με τα έργα και τις απόψεις του Νίτσε
νιτσεϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του νιτσεΐστρια
νιτσεϊστών	=	νιτσεϊστής
νιφάδα	noun	μικροί (0.25 - 13 χιλιοστά) κρύσταλλοι με συνήθως εξάκτινη αστεροειδή μορφή από τους οποίους αποτελείται το χιόνι
νιφάδας	=	νιφάδα
νιφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιφάδα
νιφάδων	=	νιφάδα
νιφετέ	=	νιφετός
νιφετοί	=	νιφετός
νιφετού	=	νιφετός
νιφετούς	=	νιφετός
νιφετό	=	νιφετός
νιφετός	noun|formal	χιονοθύελλα
νιφετών	=	νιφετός
νιφτήκαμε	=	νίβω
νιφτήκαν	=	νίβω
νιφτήκανε	=	νίβω
νιφτήκατε	=	νίβω
νιφτήρα	=	νιφτήρας
νιφτήρας	noun	άλλη μορφή του νιπτήρας
νιφτήρες	=	νιφτήρας
νιφτήρων	=	νιφτήρας
νιφτεί	=	νίβω
νιφτείτε	=	νίβω
νιφτομάντιλα	=	νιφτομάντιλο
νιφτομάντιλο	noun	το προσόψι
νιφτομάντιλου	=	νιφτομάντιλο
νιφτομάντιλων	=	νιφτομάντιλο
νιχιλίστρια	noun	η μηδενίστρια
νιχιλίστριας	noun	γενική ενικού του νιχιλίστρια
νιχιλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιχιλίστρια
νιχιλισμέ	noun	κλητική ενικού του νιχιλισμός
νιχιλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιχιλισμός
νιχιλισμού	noun	γενική ενικού του νιχιλισμός
νιχιλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νιχιλισμός
νιχιλισμό	noun	αιτιατική ενικού του νιχιλισμός
νιχιλισμός	noun	συνώνυμο του μηδενισμός
νιχιλισμών	noun	γενική πληθυντικού του νιχιλισμός
νιχιλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιχιλιστής
νιχιλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νιχιλιστής
νιχιλιστής	noun	συνώνυμο του μηδενιστής
νιχιλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιχιλιστικό
νιχιλιστικέ	adj	κλητική ενικού του νιχιλιστικός
νιχιλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιχιλιστική
νιχιλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιχιλιστικός
νιχιλιστικής	adj	γενική ενικού του νιχιλιστική
νιχιλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιχιλιστικός
νιχιλιστικού	adj	γενική ενικού του νιχιλιστικός
νιχιλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιχιλιστικός
νιχιλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νιχιλιστικός
νιχιλιστικός	adj	που αφορά το νιχιλισμό
νιχιλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νιχιλιστικός
νιχιλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νιχιλίστρια
νιχιλιστών	noun	γενική πληθυντικού του νιχιλιστής
νιχονίου	=	νιχόνιο
νιχόνιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 113 και χημικό σύμβολο το Nh
νιψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νίψιμο
νιψίματος	noun	γενική ενικού του νίψιμο
νιψιμάτων	=	νίψιμο
νιων	=	νια
νιωσμάτων	=	νιώσμα
νιόβγαλτα	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτε	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτες	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτη	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτης	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτο	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτοι	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτος	adj|literary	που πρόσφατα άρχισε κάτι, που δεν έχει πολλές εμπειρίες ακόμη
νιόβγαλτου	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτους	=	νιόβγαλτος
νιόβγαλτων	=	νιόβγαλτος
νιόβιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 41 και χημικό σύμβολο το Nb
νιόβιον	noun	το νιόβιο
νιόγαμπρε	=	νιόγαμπρος
νιόγαμπρο	=	νιόγαμπρος
νιόγαμπροι	=	νιόγαμπρος
νιόγαμπρος	noun|vulgar	ο νεόνυμφος, ο νιόπαντρος
νιόγαμπρου	=	νιόγαμπρος
νιόγαμπρους	=	νιόγαμπρος
νιόγαμπρων	=	νιόγαμπρος
νιόλουστα	=	νιόλουστος
νιόλουστε	=	νιόλουστος
νιόλουστες	=	νιόλουστος
νιόλουστη	=	νιόλουστος
νιόλουστης	=	νιόλουστος
νιόλουστο	=	νιόλουστος
νιόλουστοι	=	νιόλουστος
νιόλουστος	adj|literary	ο φρεσκολουσμένος
νιόλουστου	=	νιόλουστος
νιόλουστους	=	νιόλουστος
νιόλουστων	=	νιόλουστος
νιόνυφα	=	νιόνυφη
νιόνυφας	=	νιόνυφη
νιόνυφες	=	νιόνυφη
νιόνυφη	noun|vulgar	η νεόνυμφη, η νιόπαντρη
νιόνυφων	=	νιόνυφη
νιόπαντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιόπαντρο
νιόπαντρε	adj	κλητική ενικού του νιόπαντρος
νιόπαντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιόπαντρη
νιόπαντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιόπαντρος
νιόπαντρης	adj	γενική ενικού του νιόπαντρη
νιόπαντρο	adj	αιτιατική ενικού του νιόπαντρος
νιόπαντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιόπαντρος
νιόπαντρος	adj	που πρόσφατα παντρεύτηκε
νιόπαντρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νιόπαντρος
νιόπαντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιόπαντρος
νιόπαντρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νιόπαντρος
νιόπλυτα	=	νιόπλυτος
νιόπλυτε	=	νιόπλυτος
νιόπλυτες	=	νιόπλυτος
νιόπλυτη	=	νιόπλυτος
νιόπλυτης	=	νιόπλυτος
νιόπλυτο	=	νιόπλυτος
νιόπλυτοι	=	νιόπλυτος
νιόπλυτος	adj|literary	συνώνυμο του φρεσκοπλυμένος, που μόλις έχει πλυθεί
νιόπλυτου	=	νιόπλυτος
νιόπλυτους	=	νιόπλυτος
νιόπλυτων	=	νιόπλυτος
νιόσκαφα	=	νιόσκαφος
νιόσκαφε	=	νιόσκαφος
νιόσκαφες	=	νιόσκαφος
νιόσκαφη	=	νιόσκαφος
νιόσκαφης	=	νιόσκαφος
νιόσκαφο	=	νιόσκαφος
νιόσκαφοι	=	νιόσκαφος
νιόσκαφος	adj|literary	που έχει σκαφθεί πρόσφατα
νιόσκαφου	=	νιόσκαφος
νιόσκαφους	=	νιόσκαφος
νιόσκαφτα	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτε	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτες	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτη	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτης	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτο	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτοι	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του νεοσκαφής / νεόσκαπτος
νιόσκαφτου	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτους	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφτων	=	νιόσκαφτος
νιόσκαφων	=	νιόσκαφος
νιότη	noun	νιάτα
νιόφερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιόφερτο
νιόφερτε	adj	κλητική ενικού του νιόφερτος
νιόφερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιόφερτη
νιόφερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιόφερτος
νιόφερτης	adj	γενική ενικού του νιόφερτη
νιόφερτο	adj	αιτιατική ενικού του νιόφερτος
νιόφερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιόφερτος
νιόφερτος	adj	άλλη μορφή του νεόφερτος
νιόφερτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νιόφερτος
νιόφερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιόφερτος
νιόφερτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νιόφερτος
νιώθαμε	=	νιώθω
νιώθαν	=	νιώθω
νιώθανε	=	νιώθω
νιώθατε	=	νιώθω
νιώθε	=	νιώθω
νιώθει	=	νιώθω
νιώθεις	=	νιώθω
νιώθετε	=	νιώθω
νιώθομε	=	νιώθω
νιώθοντας	=	νιώθω
νιώθουμε	=	νιώθω
νιώθουν	=	νιώθω
νιώθουνε	=	νιώθω
νιώθω	verb	δοκιμάζω ένα συναίσθημα
νιώνω	verb|dated	αναζωπυρώνω
νιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσαν	=	νιώθω
νιώσανε	=	νιώθω
νιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσμα	noun	το αίνιγμα
νιώσματα	=	νιώσμα
νιώσματος	=	νιώσμα
νιώσομε	=	νιώθω
νιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσουνε	=	νιώθω
νιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νιώθω
νιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιώτικο
νιώτικε	adj	κλητική ενικού του νιώτικος
νιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νιώτικη
νιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νιώτικος
νιώτικης	adj	γενική ενικού του νιώτικη
νιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του νιώτικος
νιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νιώτικος
νιώτικος	adj	που προέρχεται από τη Νιο ή αναφέρεται σε αυτήν
νιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νιώτικος
νιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νιώτικος
νιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νιώτικος
νκ	abbrev	Ο Ν.Κ. είναι ο δεύτερος ναύσταθμος του ελληνικού πολεμικού ναυτικού
ννα	abbrev	Το Ν.Ν.Α. είναι το μεγαλύτερο νοσοκομείο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, υπάγεται στο ΓΕΝ και έχει συμβληθεί με το ΕΣΥ
ννπ	abbrev	Το Ν.Ν.Π. είναι το δεύτερο νοσοκομείο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, που στεγάζεται στο πρώην ρωσικό νοσοκομείο του Πειραιά, υπάγεται στο ΓΕΝ
ννς	abbrev	Το Ν.Ν.Σ. είναι το τρίτο νοσοκομείο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, που εδρεύει στον ΝΣ και υπάγεται στο ΓΕΝ
νοήθηκα	=	νοώ
νοήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόημα
νοήματος	noun	γενική ενικού του νόημα
νοήμον	=	νοήμονας
νοήμονα	=	νοήμονας
νοήμονας	adj	μορφή του νοήμων με νεότερες καταλήξεις
νοήμονες	=	νοήμονας
νοήμονον	=	νοήμονας
νοήμονος	=	νοήμονας
νοήμονων	=	νοήμονας
νοήμων	=	νοήμονας
νοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοώ
νοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοώ
νοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοώ
νοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόηση
νοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοώ
νοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του νόηση
νοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του νόηση
νοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοώ
νοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοώ
νοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοώ
νοίκι	noun	το ενοίκιο
νοίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοίκι
νοίκιαζα	=	νοικιάζω
νοίκιαζαν	=	νοικιάζω
νοίκιαζε	=	νοικιάζω
νοίκιαζες	=	νοικιάζω
νοίκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοίκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοίκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοίκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοίκιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νοικιάζω
νοβοκαΐνες	=	νοβοκαΐνη
νοβοκαΐνη	noun	τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιούν οι οδοντίατροι
νοβοκαΐνης	=	νοβοκαΐνη
νοβοκαϊνών	=	νοβοκαΐνη
νοβολάνε	=	νοβολάνος
νοβολάνο	=	νοβολάνος
νοβολάνοι	=	νοβολάνος
νοβολάνος	noun|literary	κολίγας
νοβολάνου	=	νοβολάνος
νοβολάνους	=	νοβολάνος
νοβολάνων	=	νοβολάνος
νοβοπάν	noun	τεχνητό ξυλοειδές υλικό σε μορφή πλακών, που παράγεται με συγκόλληση και συμπίεση μικρών τεμαχιδίων ή ινών ξύλου και χρησιμοποιείται κυρίως σε κατασκευές και έπιπλα ως υποκατάστατο του φυσικού ξύλου
νογάω	verb|literary	αντιλαμβάνομαι, νιώθω, καταλαβαίνω
νογούσα	=	νογάω
νογώ	verb	άλλη μορφή του νογάω
νογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νογάω
νοδάρε	=	νοδάρος
νοδάρο	=	νοδάρος
νοδάροι	=	νοδάρος
νοδάρος	noun|dated	ο συμβολαιογράφος
νοδάρου	noun	γενική ενικού του νοδάρος
νοδάρους	=	νοδάρος
νοδάρων	=	νοδάρος
νοείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του νοώ
νοεμβριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοεμβριάτικο
νοεμβριάτικε	adj	κλητική ενικού του νοεμβριάτικος
νοεμβριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοεμβριάτικη
νοεμβριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοεμβριάτικος
νοεμβριάτικης	adj	γενική ενικού του νοεμβριάτικη
νοεμβριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του νοεμβριάτικος
νοεμβριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοεμβριάτικος
νοεμβριάτικος	adj	νοεμβριανός
νοεμβριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοεμβριάτικος
νοεμβριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοεμβριάτικος
νοεμβριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοεμβριάτικος
νοεμβριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοεμβριανό
νοεμβριανέ	adj	κλητική ενικού του νοεμβριανός
νοεμβριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοεμβριανή
νοεμβριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοεμβριανός
νοεμβριανής	adj	γενική ενικού του νοεμβριανή
νοεμβριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοεμβριανός
νοεμβριανού	adj	γενική ενικού του νοεμβριανός
νοεμβριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοεμβριανός
νοεμβριανό	adj	αιτιατική ενικού του νοεμβριανός
νοεμβριανός	adj	που γίνεται κατά τον Νοέμβριο
νοεμβριανών	adj	γενική πληθυντικού του νοεμβριανός
νοερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοερό	adv	κατά τρόπο νοερό (και όχι στην πραγματικότητα), με το νου, με τη φαντασία
νοερέ	adj	κλητική ενικού του νοερός
νοερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοερή
νοερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοερός
νοερής	adj	γενική ενικού του νοερή
νοεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοερός
νοερού	adj	γενική ενικού του νοερός
νοερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοερός
νοερό	adj	αιτιατική ενικού του νοερός
νοερός	adj	που γίνεται με το νου (και όχι στην πραγματικότητα)
νοερών	adj	γενική πληθυντικού του νοερός
νοερώς	adv|dated	νοερά
νοημάτων	noun	γενική πληθυντικού του νόημα
νοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοημένο
νοημένε	verb	κλητική ενικού του νοημένος
νοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοημένη
νοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοημένος
νοημένης	verb	γενική ενικού του νοημένη
νοημένο	verb	αιτιατική ενικού του νοημένος
νοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοημένος
νοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοημένος
νοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοημένος
νοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοημένος
νοηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (νοηματικό) του νοηματικός	adv	με νοηματικό τρόπο
νοηματικέ	adj	κλητική ενικού του νοηματικός
νοηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοηματική
νοηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοηματικός
νοηματικής	adj	γενική ενικού του νοηματική
νοηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοηματικός
νοηματικού	adj	γενική ενικού του νοηματικός
νοηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοηματικός
νοηματικό	adj	αιτιατική ενικού του νοηματικός
νοηματικός	adj	που αναφέρεται στο νόημα, το περιεχόμενο ενός κειμένου
νοηματικών	adj	γενική πληθυντικού του νοηματικός
νοηματοδοτήθηκα	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήθηκαν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήθηκε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήθηκες	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήσαμε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήσαν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήσανε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήσατε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήσει	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήσεις	=	νοηματοδότηση
νοηματοδοτήσεων	=	νοηματοδότηση
νοηματοδοτήσου	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτήστε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτεί	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτείς	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτείσαι	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτείστε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του νοηματοδοτούμαι
νοηματοδοτείτε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτηθήκαμε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτηθήκαν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτηθήκανε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτηθήκατε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτηθεί	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτηθείτε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτημένος	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούμασταν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούμαστε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούμε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούμουν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούνε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούνται	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούνταν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσα	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσαμε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσαν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσανε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσασταν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσαστε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσατε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσες	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτούσουν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδοτώ	verb	δίνω νόημα και ουσία σε κάτι
νοηματοδοτώντας	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδότησα	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδότησαν	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδότησε	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδότησες	=	νοηματοδοτώ
νοηματοδότηση	noun	το να αποδίδεις νόημα σε μια ενέργεια, να της δίνεις ουσία
νοηματοδότησης	=	νοηματοδότηση
νοηματοφόρα	=	νοηματοφόρος
νοηματοφόρε	=	νοηματοφόρος
νοηματοφόρο	=	νοηματοφόρος
νοηματοφόροι	=	νοηματοφόρος
νοηματοφόρος	adj	που έχει νόημα, ουσιώδης
νοηματοφόρου	=	νοηματοφόρος
νοηματοφόρους	=	νοηματοφόρος
νοηματοφόρων	=	νοηματοφόρος
νοημοσυνών	=	νοημοσύνη
νοημοσύνες	=	νοημοσύνη
νοημοσύνη	noun	η ικανότητα όντων να αντιλαμβάνονται, να θυμούνται, να φαντάζονται, να μαθαίνουν, να διαχειρίζονται ιδέες, να προσαρμόζονται σε νέες καταστάσεις, να επιλύουν προβλήματα
νοημοσύνης	=	νοημοσύνη
νοημόνων	=	νοήμονας
νοησιαρχία	noun	θεωρία και πρακτική που προκρίνει τη νόηση, δίνοντάς της προτεραιότητα σε σχέση με το συναίσθημα ή τη βούληση
νοησιαρχίας	noun	γενική ενικού του νοησιαρχία
νοησιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοησιαρχία
νοησιαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοησιαρχικό
νοησιαρχικέ	adj	κλητική ενικού του νοησιαρχικός
νοησιαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοησιαρχική
νοησιαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοησιαρχικός
νοησιαρχικής	adj	γενική ενικού του νοησιαρχική
νοησιαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοησιαρχικός
νοησιαρχικού	adj	γενική ενικού του νοησιαρχικός
νοησιαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοησιαρχικός
νοησιαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του νοησιαρχικός
νοησιαρχικός	adj	που έχει σχέση με την νοησιαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτήν
νοησιαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του νοησιαρχικός
νοησιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του νοησιαρχία
νοησιοκρατία	noun	η νοησιαρχία
νοησιοκρατίας	noun	γενική ενικού του νοησιοκρατία
νοησιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοησιοκρατία
νοησιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του νοησιοκρατία
νοητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοητός	adv	με νοητό τρόπο
νοητέ	adj	κλητική ενικού του νοητός
νοητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοητή
νοητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοητός
νοητής	adj	γενική ενικού του νοητή
νοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοητικό	adv	ως προς τη νόηση, όσον αφορά τις νοητικές λειτουργίες
νοητικέ	adj	κλητική ενικού του νοητικός
νοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοητική
νοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοητικός
νοητικής	adj	γενική ενικού του νοητική
νοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοητικός
νοητικοτήτων	=	νοητικότητα
νοητικού	adj	γενική ενικού του νοητικός
νοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοητικός
νοητικό	adj	αιτιατική ενικού του νοητικός
νοητικός	adj	που έχει σχέση με τη νόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
νοητικότητα	noun	ο τρόπος εκδήλωσης της νόησης
νοητικότητας	=	νοητικότητα
νοητικότητες	=	νοητικότητα
νοητικών	adj	γενική πληθυντικού του νοητικός
νοητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοητός
νοητού	adj	γενική ενικού του νοητός
νοητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοητός
νοητό	adj	αιτιατική ενικού του νοητός
νοητός	adj	που είναι δυνατόν να τον καταλάβουμε ή να τον αναπαραστήσουμε με τον νου μας
νοητών	adj	γενική πληθυντικού του νοητός
νοητώς	adv	με νοητό τρόπο
νοθεία	noun	η ενέργεια του ρήματος νοθεύω
νοθείας	noun	γενική ενικού του νοθεία
νοθείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοθεία
νοθειών	noun	γενική πληθυντικού του νοθεία
νοθευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοθευμένο
νοθευμένε	verb	κλητική ενικού του νοθευμένος
νοθευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοθευμένη
νοθευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοθευμένος
νοθευμένης	verb	γενική ενικού του νοθευμένη
νοθευμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοθευμένος
νοθευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοθευμένος
νοθευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοθευμένος
νοθευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοθευμένος
νοθευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοθευμένος
νοθευτές	=	νοθευτής
νοθευτή	=	νοθευτής
νοθευτής	noun	που νοθεύει
νοθευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοθεύομαι
νοθευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύομαι
νοθευτών	=	νοθευτής
νοθεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόθευση
νοθεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύσεων	=	νόθευση
νοθεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νοθεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύομαι
νοθεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύομαι
νοθεύω	verb	ανακατεύω ένα προϊόν με άλλο, κατώτερης ποιότητας και τιμής, προκειμένου να ωφεληθώ οικονομικά εις βάρος του αγοραστή
νοθογένεια	noun|archaic	η ιδιότητα του νοθογενούς
νοθογένειας	=	νοθογένεια
νοθογένειες	=	νοθογένεια
νοθογενές	=	νοθογενής
νοθογενή	=	νοθογενής
νοθογενής	adj|archaic	νόθος
νοθογενείς	=	νοθογενής
νοθογενειών	=	νοθογένεια
νοθογενούς	=	νοθογενής
νοθογενών	=	νοθογενής
νοθογονία	noun	άλλη μορφή του νοθογένεια
νοθογονίας	=	νοθογονία
νοθογονίες	=	νοθογονία
νοθογονιών	=	νοθογονία
νοιάζει	verb	ενδιαφέρει κάποιον, πειράζει κάποιον, κάποιος νοιάζεται γι' αυτό
νοιάζεσαι	verb	β΄ πρόσωπο ενικού παθητικού ενεστώτα - αποθετικό ρήμα νοιάζομαι
νοιάζεστε	=	νοιάζομαι
νοιάζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού παθητικού ενεστώτα - αποθετικό ρήμα νοιάζομαι
νοιάζομαι	verb	με ενδιαφέρει κάτι (ή κάποιος) και ασχολούμαι μ’ αυτό(ν), το(ν) φροντίζω
νοιάζονται	=	νοιάζομαι
νοιάζονταν	=	νοιάζομαι
νοιάζουν	=	νοιάζομαι
νοιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοιάζει
νοιάξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νοιάζομαι
νοιάξου	=	νοιάζομαι
νοιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζει
νοιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαζόμασταν	=	νοιάζομαι
νοιαζόμαστε	=	νοιάζομαι
νοιαζόμουν	=	νοιάζομαι
νοιαζόμουνα	=	νοιάζομαι
νοιαζόντουσαν	=	νοιάζομαι
νοιαζόσασταν	=	νοιάζομαι
νοιαζόσαστε	=	νοιάζομαι
νοιαζόσουν	=	νοιάζομαι
νοιαζόσουνα	=	νοιάζομαι
νοιαζόταν	=	νοιάζομαι
νοιαζότανε	=	νοιάζομαι
νοιαξίματα	=	νοιάξιμο
νοιαξίματος	=	νοιάξιμο
νοιαξιμάτων	=	νοιάξιμο
νοιασμένος	=	νοιάζομαι
νοιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστήκαν	=	νοιάζομαι
νοιαστήκανε	=	νοιάζομαι
νοιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοιαστούνε	=	νοιάζομαι
νοιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοιάζομαι
νοικάρη	noun	νοικάρης, στη γενική του ενικού
νοικάρηδες	noun	νοικάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
νοικάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του νοικάρης
νοικάρης	noun	ο μισθωτής, ο ενοικιαστής ενός διαμερίσματος ή δωματίου σε σχέση με τον ιδιοκτήτη του
νοικάρισσα	noun	νοικάρης
νοικάρισσας	noun	γενική ενικού του νοικάρισσα
νοικάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικάρισσα
νοικαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του νοικάρισσα
νοικιάζαμε	=	νοικιάζω
νοικιάζαν	=	νοικιάζω
νοικιάζανε	=	νοικιάζω
νοικιάζατε	=	νοικιάζω
νοικιάζει	=	νοικιάζω
νοικιάζεις	=	νοικιάζω
νοικιάζεσαι	=	νοικιάζω
νοικιάζεστε	=	νοικιάζω
νοικιάζεται	=	νοικιάζω
νοικιάζετε	=	νοικιάζω
νοικιάζομαι	=	νοικιάζω
νοικιάζομε	=	νοικιάζω
νοικιάζονται	=	νοικιάζω
νοικιάζονταν	=	νοικιάζω
νοικιάζοντας	=	νοικιάζω
νοικιάζουμε	=	νοικιάζω
νοικιάζουν	=	νοικιάζω
νοικιάζουνε	=	νοικιάζω
νοικιάζω	verb	παραχωρώ ένα οίκημα ή όχημα ή κάτι άλλο προς ενοικίαση
νοικιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσαν	=	νοικιάζω
νοικιάσανε	=	νοικιάζω
νοικιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοίκιασμα
νοικιάσματος	noun	γενική ενικού του νοίκιασμα
νοικιάσομε	=	νοικιάζω
νοικιάσου	=	νοικιάζω
νοικιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάσουνε	=	νοικιάζω
νοικιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιάστηκα	=	νοικιάζω
νοικιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζομαι
νοικιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικιάζομαι
νοικιάστηκες	=	νοικιάζω
νοικιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζω
νοικιαζόμασταν	=	νοικιάζω
νοικιαζόμαστε	=	νοικιάζω
νοικιαζόμουν	=	νοικιάζω
νοικιαζόμουνα	=	νοικιάζω
νοικιαζόντουσαν	=	νοικιάζω
νοικιαζόσασταν	=	νοικιάζω
νοικιαζόσαστε	=	νοικιάζω
νοικιαζόσουν	=	νοικιάζω
νοικιαζόσουνα	=	νοικιάζω
νοικιαζόταν	=	νοικιάζω
νοικιαζότανε	=	νοικιάζω
νοικιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νοίκιασμα
νοικιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικιασμένο
νοικιασμένε	verb	κλητική ενικού του νοικιασμένος
νοικιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικιασμένη
νοικιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοικιασμένος
νοικιασμένης	verb	γενική ενικού του νοικιασμένη
νοικιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοικιασμένος
νοικιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοικιασμένος
νοικιασμένος	=	νοικιάζω
νοικιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοικιασμένος
νοικιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοικιασμένος
νοικιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοικιασμένος
νοικιαστήκαμε	=	νοικιάζω
νοικιαστήκαν	=	νοικιάζω
νοικιαστήκανε	=	νοικιάζω
νοικιαστήκατε	=	νοικιάζω
νοικιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοικιάζομαι
νοικιαστείς	=	νοικιάζω
νοικιαστείτε	=	νοικιάζω
νοικιαστούμε	=	νοικιάζω
νοικιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικιάζομαι
νοικιαστούνε	=	νοικιάζω
νοικιαστώ	=	νοικιάζω
νοικιού	=	νοίκι
νοικιών	=	νοίκι
νοικοκέρευα	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρευαν	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρευε	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρευες	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρεψα	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρεψαν	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρεψε	=	νοικοκερεύω
νοικοκέρεψες	=	νοικοκερεύω
νοικοκερά	noun|vulgar	άλλη μορφή του νοικοκυρά
νοικοκεράς	=	νοικοκερά
νοικοκερές	=	νοικοκερά
νοικοκερέψαμε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερέψαν	=	νοικοκερεύω
νοικοκερέψανε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερέψατε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερέψει	=	νοικοκερεύω
νοικοκερέψτε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύαμε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύαν	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύανε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύατε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύει	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύεις	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύετε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύοντας	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύουμε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύουν	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύουνε	=	νοικοκερεύω
νοικοκερεύω	verb|vulgar	άλλη μορφή του νοικοκυρεύω
νοικοκεριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκεριό
νοικοκεριού	noun	γενική ενικού του νοικοκεριό
νοικοκεριό	noun	άλλη μορφή του νοικοκυριό
νοικοκεριών	noun	γενική πληθυντικού του νοικοκεριό
νοικοκερών	=	νοικοκερά
νοικοκυρά	noun	γυναίκα που διαχειρίζεται το σπίτι της και την οικογένειά της, η κυρία του σπιτιού
νοικοκυράδες	=	νοικοκυρές
νοικοκυράδων	=	νοικοκυρά
νοικοκυράς	noun	γενική ενικού του νοικοκυρά
νοικοκυρέματα	=	νοικοκύρεμα
νοικοκυρέματος	=	νοικοκύρεμα
νοικοκυρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρά
νοικοκυρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψαν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψανε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψου	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκυρίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοικοκυρίστικος	adv	με νοικοκυρίστικο τρόπο
νοικοκυρίστικε	adj	κλητική ενικού του νοικοκυρίστικος
νοικοκυρίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρίστικη
νοικοκυρίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοικοκυρίστικος
νοικοκυρίστικης	adj	γενική ενικού του νοικοκυρίστικη
νοικοκυρίστικο	adj	αιτιατική ενικού του νοικοκυρίστικος
νοικοκυρίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρίστικος
νοικοκυρίστικος	adj	που έχει σχέση με νοικοκύρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
νοικοκυρίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοικοκυρίστικος
νοικοκυρίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοικοκυρίστικος
νοικοκυρίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοικοκυρίστικος
νοικοκυραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοικοκύρης
νοικοκυραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νοικοκύρης
νοικοκυραίων	noun	γενική πληθυντικού του νοικοκύρης
νοικοκυρεμάτων	=	νοικοκύρεμα
νοικοκυρεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρεμένο
νοικοκυρεμένε	adj	κλητική ενικού του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρεμένη
νοικοκυρεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρεμένης	adj	γενική ενικού του νοικοκυρεμένη
νοικοκυρεμένο	adj	αιτιατική ενικού του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρεμένος	verb	που έχει συγυριστεί και τακτοποιηθεί
νοικοκυρεμένου	verb	γενική ενικού του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρεμένων	adj	γενική πληθυντικού του νοικοκυρεμένος
νοικοκυρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτήκαν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευτήκανε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρευόμασταν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόμαστε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόμουν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόμουνα	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόντουσαν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόσασταν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόσαστε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόσουν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόσουνα	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευόταν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρευότανε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύαμε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύαν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύανε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύατε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύει	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύεις	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύεσαι	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύεστε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύεται	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύετε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύομαι	verb	σταματώ τις σπατάλες, διαχειρίζομαι με σύνεση τα οικονομικά μου
νοικοκυρεύονται	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύονταν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύοντας	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύουμε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύουν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύουνε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκυρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύομαι
νοικοκυρεύω	verb	καθαρίζω και τακτοποιώ ένα χώρο και τα πράγματα που βρίσκονται σε αυτόν
νοικοκυριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυριό
νοικοκυριού	=	νοικοκυριό
νοικοκυριό	noun	η οικογένεια και ο χώρος κατοικίας της
νοικοκυριών	=	νοικοκυριό
νοικοκυροπούλα	noun	νεαρή νοικοκυρά
νοικοκυροπούλας	noun	γενική ενικού του νοικοκυροπούλα
νοικοκυροπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυροπούλα
νοικοκυροσυνών	=	νοικοκυροσύνη
νοικοκυροσύνες	=	νοικοκυροσύνη
νοικοκυροσύνη	noun	η προθυμία στην ενασχόληση με το νοικοκυριό και τις δουλειές του σπιτιού και η άρτια εκτέλεσή τους
νοικοκυροσύνης	=	νοικοκυροσύνη
νοικοκυρόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρόπαιδο
νοικοκυρόπαιδο	noun|dated	παιδί / νέος καλής (και εύπορης) οικογενείας, μυαλωμένος και με σύνεση
νοικοκυρόπαιδου	noun	γενική ενικού του νοικοκυρόπαιδο
νοικοκυρόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του νοικοκυρόπαιδο
νοικοκυρόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκυρόσπιτο
νοικοκυρόσπιτο	noun	νοικοκυρεμένο και φροντισμένο σπιτικό
νοικοκυρόσπιτου	noun	γενική ενικού του νοικοκυρόσπιτο
νοικοκυρόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του νοικοκυρόσπιτο
νοικοκυρών	=	νοικοκυρά
νοικοκύρεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νοικοκυρεύω
νοικοκύρευα	=	νοικοκυρεύω
νοικοκύρευαν	=	νοικοκυρεύω
νοικοκύρευε	=	νοικοκυρεύω
νοικοκύρευες	=	νοικοκυρεύω
νοικοκύρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκύρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκύρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκύρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοικοκυρεύω
νοικοκύρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νοικοκύρης
νοικοκύρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοικοκύρης
νοικοκύρηδων	noun	γενική πληθυντικού του νοικοκύρης
νοικοκύρης	noun	αυτός που έχει τη διαχείριση της οικονομικής μονάδας του οίκου
νοιώθω	verb|dated	άλλη γραφή του νιώθω (εμφανίζεται ως πρώτος τύπος στα λεξικά προ του 1976)
νοκ	abbrev	ο νόμος 4067/12 του ελληνικού κράτους, ο οποίος αντικατέστησε τον ΓΟΚ (Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό)
νοκέμπο	noun	άλλη μορφή του νοσέμπο
νομάδα	=	νομάδας
νομάδας	noun	που ανήκει σε μια φυλή ή άλλο σύνολο ανθρώπων που δεν έχουν σταθερή κατοικία αλλά μετακινούνται διαρκώς μαζἰ με τα κοπάδια τους
νομάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομάς
νομάδων	=	νομάδας
νομάρχα	=	νομάρχης
νομάρχαινα	noun	θηλυκό του νομάρχης
νομάρχαινας	=	νομάρχαινα
νομάρχαινες	=	νομάρχαινα
νομάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομάρχης
νομάρχη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νομάρχης
νομάρχης	noun	διοικητής νομού
νομάρχισσα	noun	θηλυκό του νομάρχης
νομάρχισσας	noun	γενική ενικού του νομάρχισσα
νομάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομάρχισσα
νομάρχου	=	νομάρχης
νομάς	=	νομάδας
νομάτιζα	=	νοματίζω
νομάτιζαν	=	νοματίζω
νομάτιζε	=	νοματίζω
νομάτιζες	=	νοματίζω
νομάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νομάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νομάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νομάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νομάτισμα	noun	δημοτική ή λαϊκότροπο
νομάτοι	noun|vulgar	άνθρωποι
νομάτους	=	νοματαίοι
νομάτων	=	νοματαίοι
νομέ	noun	κλητική ενικού του νομός
νομέα	=	νομέας
νομέας	noun	το πρόσωπο που έχει φυσική εξουσία σε κάτι με τη θέληση να την έχει ως κύριος
νομές	=	νομή
νομέων	noun	γενική πληθυντικού του νομέας
νομή	noun	η φυσική εξουσίαση κάποιου πράγματος από πρόσωπο, χωρίς η κατοχή του να στηρίζεται πάντοτε σε πραγματικό δικαίωμα
νομής	=	νομή
νομίατρε	noun	κλητική ενικού του νομίατρος
νομίατρο	noun	αιτιατική ενικού του νομίατρος
νομίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομίατρος
νομίατρος	noun|dated	γιατρός διορισμένος σε μια νομαρχία που είναι αρμόδιος για τα υγειονομικά ζητήματα ενός νομού, την αντιμετώπιση επιδημιών, την υγιεινή των δημόσιων χώρων, τις αναρρωτικές άδειες των δημοσίων υπαλλήλων κλπ
νομίατρου	=	νομίατρος
νομίατρους	=	νομίατρος
νομίζαμε	=	νομίζω
νομίζαν	=	νομίζω
νομίζανε	=	νομίζω
νομίζατε	=	νομίζω
νομίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω
νομίζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω
νομίζεσαι	=	νομίζω
νομίζεστε	=	νομίζω
νομίζεται	=	νομίζω
νομίζετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω
νομίζομαι	=	νομίζω
νομίζομε	=	νομίζω
νομίζονται	=	νομίζω
νομίζονταν	=	νομίζω
νομίζοντας	=	νομίζω
νομίζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω
νομίζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω
νομίζουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του νομίζω
νομίζω	verb	έχω τη γνώμη, πιστεύω, χωρίς όμως να δηλώνω απόλυτη βεβαιότητα
νομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσαν	=	νομίζω
νομίσανε	=	νομίζω
νομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσθηκα	=	νομίζω
νομίσθηκαν	=	νομίζω
νομίσθηκε	=	νομίζω
νομίσθηκες	=	νομίζω
νομίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμισμα
νομίσματος	noun	γενική ενικού του νόμισμα
νομίσομε	=	νομίζω
νομίσου	=	νομίζω
νομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίσουνε	=	νομίζω
νομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομίστηκα	=	νομίζω
νομίστηκαν	=	νομίζω
νομίστηκε	=	νομίζω
νομίστηκες	=	νομίζω
νομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νομαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομαδικό
νομαδικέ	adj	κλητική ενικού του νομαδικός
νομαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομαδική
νομαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομαδικός
νομαδικής	adj	γενική ενικού του νομαδική
νομαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομαδικός
νομαδικού	adj	γενική ενικού του νομαδικός
νομαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομαδικός
νομαδικό	adj	αιτιατική ενικού του νομαδικός
νομαδικός	adj	που αποτελείται ή σχετίζεται με νομάδες
νομαδικών	adj	γενική πληθυντικού του νομαδικός
νομαδισμέ	=	νομαδισμός
νομαδισμοί	=	νομαδισμός
νομαδισμού	=	νομαδισμός
νομαδισμούς	=	νομαδισμός
νομαδισμό	=	νομαδισμός
νομαδισμός	noun	τρόπος ζωής χωρίς μόνιμη εγκατάσταση, με τακτικές μετακινήσεις για την εξασφάλιση τροφής ή βοσκοτόπων
νομαδισμών	=	νομαδισμός
νομαρχία	noun	το σύνολο των διοικητικών υπηρεσιών στο επίπεδο του νομού
νομαρχίας	noun	γενική ενικού του νομαρχία
νομαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομαρχία
νομαρχίνα	noun	θηλυκό του νομάρχης
νομαρχίνας	=	νομαρχίνα
νομαρχίνες	=	νομαρχίνα
νομαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομαρχείο
νομαρχείο	noun|dated	κτήριο όπου βρίσκεται η έδρα του νομάρχη και των σχετικών υπηρεσιών
νομαρχείου	noun	γενική ενικού του νομαρχείο
νομαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του νομαρχείο
νομαρχεύω	verb	άλλη μορφή του νομαρχώ
νομαρχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομαρχιακό
νομαρχιακέ	adj	κλητική ενικού του νομαρχιακός
νομαρχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομαρχιακή
νομαρχιακή	noun	υποομάδα, επιτροπή ή κάτι παρόμοιο μιας ευρύτερης ομάδας σε επίπεδο νομαρχίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομαρχιακός
νομαρχιακής	adj	γενική ενικού του νομαρχιακή
νομαρχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομαρχιακός
νομαρχιακού	adj	γενική ενικού του νομαρχιακός
νομαρχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομαρχιακός
νομαρχιακό	adj	αιτιατική ενικού του νομαρχιακός
νομαρχιακός	adj	που έχει σχέση με νομαρχία ή νομάρχη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
νομαρχιακών	adj	γενική πληθυντικού του νομαρχιακός
νομαρχιακώς	adv	από την πλευρά ή με τις ενέργειες του νομάρχη
νομαρχικός	adj|rare	άλλη μορφή του νομαρχιακός
νομαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του νομάρχισσα
νομαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του νομαρχία
νομαρχώ	verb	είμαι νομάρχης, ασκώ τα καθήκοντα του νομάρχη
νομαρχών	=	νομάρχης
νομαρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νομαρχώ
νοματίζαμε	=	νοματίζω
νοματίζαν	=	νοματίζω
νοματίζανε	=	νοματίζω
νοματίζατε	=	νοματίζω
νοματίζει	=	νοματίζω
νοματίζεις	=	νοματίζω
νοματίζετε	=	νοματίζω
νοματίζοντας	=	νοματίζω
νοματίζουμε	=	νοματίζω
νοματίζουν	=	νοματίζω
νοματίζουνε	=	νοματίζω
νοματίζω	verb	ονοματίζω
νοματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσαν	=	νοματίζω
νοματίσανε	=	νοματίζω
νοματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσματα	=	νομάτισμα
νοματίσματος	=	νομάτισμα
νοματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοματίζω
νοματαίοι	noun|vulgar	άλλη μορφή του νομάτοι
νοματαίους	=	νοματαίοι
νοματαίων	=	νοματαίοι
νοματισμάτων	=	νομάτισμα
νοματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοματισμένο
νοματισμένε	verb	κλητική ενικού του νοματισμένος
νοματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοματισμένη
νοματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοματισμένος
νοματισμένης	verb	γενική ενικού του νοματισμένη
νοματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοματισμένος
νοματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοματισμένος
νοματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοματισμένος
νοματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοματισμένος
νοματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοματισμένος
νομείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομέας
νομενκλατούρα	noun	ονοματολογία, ονοματοδοσία
νομενκλατούρας	noun	γενική ενικού του νομενκλατούρα
νομενκλατούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομενκλατούρα
νομιάτρου	noun	γενική ενικού του νομίατρος
νομιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νομίατρος
νομιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του νομίατρος
νομιζόμασταν	=	νομίζω
νομιζόμαστε	=	νομίζω
νομιζόμενος	=	νομίζω
νομιζόμουν	=	νομίζω
νομιζόμουνα	=	νομίζω
νομιζόντουσαν	=	νομίζω
νομιζόσασταν	=	νομίζω
νομιζόσαστε	=	νομίζω
νομιζόσουν	=	νομίζω
νομιζόσουνα	=	νομίζω
νομιζόταν	=	νομίζω
νομιζότανε	=	νομίζω
νομικά	noun	η νομική επιστήμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικό
νομικέ	adj	κλητική ενικού του νομικός
νομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομική
νομική	noun	η νομική επιστήμη, η επιστήμη που μελετά τους νόμους, το δίκαιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικός
νομικής	adj	γενική ενικού του νομική
νομικίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νομικίστικος	adv	με νομικίστικο τρόπο
νομικίστικε	adj	κλητική ενικού του νομικίστικος
νομικίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικίστικη
νομικίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικίστικος
νομικίστικης	adj	γενική ενικού του νομικίστικη
νομικίστικο	adj	αιτιατική ενικού του νομικίστικος
νομικίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομικίστικος
νομικίστικος	adj	που για ιδιοτελείς λόγους γίνεται προσπάθεια εφαρμογής κυρίως του γράμματος κι όχι τόσο του πνεύματος του νόμου
νομικίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νομικίστικος
νομικίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομικίστικος
νομικίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νομικίστικος
νομικισμέ	=	νομικισμός
νομικισμοί	=	νομικισμός
νομικισμού	=	νομικισμός
νομικισμούς	=	νομικισμός
νομικισμό	=	νομικισμός
νομικισμός	noun	ο δικολαβισμός, δηλαδή η κατά τρόπον τινά ερμηνεία του νόμου με τέτοιο τρόπο που να υπηρετεί συγκεκριμένα ιδιοτελή συμφέροντα
νομικισμών	=	νομικισμός
νομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομικός
νομικοπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικοπολιτικό
νομικοπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του νομικοπολιτικός
νομικοπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικοπολιτική
νομικοπολιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικοπολιτικός
νομικοπολιτικής	adj	γενική ενικού του νομικοπολιτική
νομικοπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομικοπολιτικός
νομικοπολιτικού	adj	γενική ενικού του νομικοπολιτικός
νομικοπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομικοπολιτικός
νομικοπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του νομικοπολιτικός
νομικοπολιτικός	adj	που έχει σχέση με τη νομική και πολιτική, αναφέρεται σ’ αυτές ή τις αφορά
νομικοπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του νομικοπολιτικός
νομικοταξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικοταξικό
νομικοταξικέ	adj	κλητική ενικού του νομικοταξικός
νομικοταξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικοταξική
νομικοταξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικοταξικός
νομικοταξικής	adj	γενική ενικού του νομικοταξική
νομικοταξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομικοταξικός
νομικοταξικού	adj	γενική ενικού του νομικοταξικός
νομικοταξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομικοταξικός
νομικοταξικό	adj	αιτιατική ενικού του νομικοταξικός
νομικοταξικός	adj	που έχει σχέση με τις νομικές παραμέτρους όσον αφορά τις κοινωνικές τάξεις ή την κοινωνική διαστρωμάτωση ή αναφέρεται σ’ αυτές
νομικοταξικών	adj	γενική πληθυντικού του νομικοταξικός
νομικοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικοτεχνικό
νομικοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του νομικοτεχνικός
νομικοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομικοτεχνική
νομικοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομικοτεχνικός
νομικοτεχνικής	adj	γενική ενικού του νομικοτεχνική
νομικοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομικοτεχνικός
νομικοτεχνικού	adj	γενική ενικού του νομικοτεχνικός
νομικοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομικοτεχνικός
νομικοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του νομικοτεχνικός
νομικοτεχνικός	noun	άλλη μορφή του νομοτεχνικός	adj	άλλη μορφή του νομοτεχνικός
νομικοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του νομικοτεχνικός
νομικού	adj	γενική ενικού του νομικός
νομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομικός
νομικό	adj	αιτιατική ενικού του νομικός
νομικός	noun	ο επιστήμονας που ασχολείται με τους νόμους	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους νόμους ή στους ασχολούμενους με αυτούς
νομικών	adj	γενική πληθυντικού του νομικός
νομιμοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποίηση	noun	η ενέργεια με την οποία κάτι ή κάποιος που θεωρείται παράνομος γίνεται νόμιμος
νομιμοποίησης	=	νομιμοποίηση
νομιμοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιμοποίηση
νομιμοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήσεων	=	νομιμοποίηση
νομιμοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιώ
νομιμοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομιμοποιούμαι
νομιμοποιημένα	adv	με νομιμοποιημένο τρόπο
νομιμοποιημένε	verb	κλητική ενικού του νομιμοποιημένος
νομιμοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιμοποιημένη
νομιμοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομιμοποιημένος
νομιμοποιημένης	verb	γενική ενικού του νομιμοποιημένη
νομιμοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του νομιμοποιημένος
νομιμοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομιμοποιημένος
νομιμοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου νομιμοποιώ
νομιμοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νομιμοποιημένος
νομιμοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νομιμοποιημένος
νομιμοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νομιμοποιημένος
νομιμοποιητικά	adv	με νομιμοποιητικό τρόπο
νομιμοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του νομιμοποιητικός
νομιμοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιμοποιητική
νομιμοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομιμοποιητικός
νομιμοποιητικής	adj	γενική ενικού του νομιμοποιητική
νομιμοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομιμοποιητικός
νομιμοποιητικού	adj	γενική ενικού του νομιμοποιητικός
νομιμοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομιμοποιητικός
νομιμοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του νομιμοποιητικός
νομιμοποιητικός	adj	που έχει σχέση με τη νομιμοποίηση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
νομιμοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του νομιμοποιητικός
νομιμοποιούμαι	=	νομιμοποιώ
νομιμοποιώ	verb	μετατρέπω κάτι ή κάποιον παράνομο ή απλώς αυθαίρετο ή άτυπο σε νόμιμο και τυπικά τακτοποιημένο
νομιμοτήτων	=	νομιμότητα
νομιμοτόκως	adv	με την καταβολή των νόμιμων τόκων
νομιμοφάνεια	noun	η ιδιότητα του νομιμοφανούς, το να φαίνεται κάτι σύμφωνο με τους νόμους χωρίς να είναι και στην ουσία του νόμιμο ή δίκαιο
νομιμοφάνειας	noun	γενική ενικού του νομιμοφάνεια
νομιμοφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιμοφάνεια
νομιμοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νομιμοφανής
νομιμοφανή	=	νομιμοφανής
νομιμοφανής	adj	που φαίνεται νόμιμος, που δίνει αυτήν την εντύπωση, χωρίς απαραίτητα και να είναι και κατ' ουσίαν σύμφωνος με το πνεύμα του δικαίου
νομιμοφανείς	=	νομιμοφανής
νομιμοφανειών	noun	γενική πληθυντικού του νομιμοφάνεια
νομιμοφανούς	adj	γενική ενικού του νομιμοφανής
νομιμοφανών	adj	γενική πληθυντικού του νομιμοφανής
νομιμοφροσυνών	=	νομιμοφροσύνη
νομιμοφροσύνες	=	νομιμοφροσύνη
νομιμοφροσύνη	noun	η ιδιότητα του νομιμόφρονος, το να εφαρμόζει κανείς τους νόμους ή να συντάσσεται με την εξουσία
νομιμοφροσύνης	=	νομιμοφροσύνη
νομιμοφρόνων	=	νομιμόφρων
νομιμοφρόνως	adv	υπακούοντας στους νόμους
νομιμότατα	=	νόμιμος
νομιμότατε	=	νόμιμος
νομιμότατες	=	νόμιμος
νομιμότατη	=	νόμιμος
νομιμότατης	=	νόμιμος
νομιμότατο	=	νόμιμος
νομιμότατοι	=	νόμιμος
νομιμότατος	=	νόμιμος
νομιμότατου	=	νόμιμος
νομιμότατους	=	νόμιμος
νομιμότατων	=	νόμιμος
νομιμότερα	=	νόμιμος
νομιμότερε	=	νόμιμος
νομιμότερες	=	νόμιμος
νομιμότερη	=	νόμιμος
νομιμότερης	=	νόμιμος
νομιμότερο	=	νόμιμος
νομιμότεροι	=	νόμιμος
νομιμότερος	=	νόμιμος
νομιμότερου	=	νόμιμος
νομιμότερους	=	νόμιμος
νομιμότερων	=	νόμιμος
νομιμότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι νόμιμο(ς)
νομιμότητας	noun	γενική ενικού του νομιμότητα
νομιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιμότητα
νομιμόφρον	=	νομιμόφρων
νομιμόφρονα	=	νομιμόφρων
νομιμόφρονας	=	νομιμόφρων
νομιμόφρονες	=	νομιμόφρων
νομιμόφρονος	=	νομιμόφρων
νομιμόφρων	adj	που εφαρμόζει πάντα τους νόμους και υπακούει στην εξουσία
νομιναλισμέ	noun	κλητική ενικού του νομιναλισμός
νομιναλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομιναλισμός
νομιναλισμού	noun	γενική ενικού του νομιναλισμός
νομιναλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νομιναλισμός
νομιναλισμό	noun	αιτιατική ενικού του νομιναλισμός
νομιναλισμός	noun	φιλοσοφικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο οι γενικές έννοιες είναι απλώς λεκτικά σύμβολα και όχι πραγματικές υπάρξεις με αληθινή υπόσταση
νομιναλισμών	noun	γενική πληθυντικού του νομιναλισμός
νομιναλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιναλιστής
νομιναλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νομιναλιστής
νομιναλιστής	noun	οπαδός του νομιναλισμού
νομιναλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιναλιστικό	adv	με νομιναλιστικό τρόπο
νομιναλιστικέ	adj	κλητική ενικού του νομιναλιστικός
νομιναλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομιναλιστική
νομιναλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομιναλιστικός
νομιναλιστικής	adj	γενική ενικού του νομιναλιστική
νομιναλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομιναλιστικός
νομιναλιστικού	adj	γενική ενικού του νομιναλιστικός
νομιναλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομιναλιστικός
νομιναλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του νομιναλιστικός
νομιναλιστικός	adj	αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο νομιναλισμό
νομιναλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του νομιναλιστικός
νομιναλιστών	noun	γενική πληθυντικού του νομιναλιστής
νομισθήκαμε	=	νομίζω
νομισθήκαν	=	νομίζω
νομισθήκανε	=	νομίζω
νομισθήκατε	=	νομίζω
νομισθεί	=	νομίζω
νομισθείς	=	νομίζω
νομισθείτε	=	νομίζω
νομισθούμε	=	νομίζω
νομισθούν	=	νομίζω
νομισθούνε	=	νομίζω
νομισθώ	=	νομίζω
νομισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νόμισμα
νομισμένος	=	νομίζω
νομισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματικό
νομισματικέ	adj	κλητική ενικού του νομισματικός
νομισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματική
νομισματική	noun	κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη νομισμάτων και μεταλλίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομισματικός
νομισματικής	adj	γενική ενικού του νομισματική
νομισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομισματικός
νομισματικού	adj	γενική ενικού του νομισματικός
νομισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομισματικός
νομισματικό	adj	αιτιατική ενικού του νομισματικός
νομισματικός	adj	που σχετίζεται με το νόμισμα είτε ως μέσο συναλλαγών είτε ως αντικείμενο
νομισματικών	adj	γενική πληθυντικού του νομισματικός
νομισματοδέκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοδέκτης
νομισματοδέκτη	=	νομισματοδέκτης
νομισματοδέκτης	noun	ο κερματοδέκτης
νομισματοδεκτών	=	νομισματοδέκτης
νομισματοθήκες	=	νομισματοθήκη
νομισματοθήκη	noun	αντικείμενο κατάλληλο για την τοποθέτηση και φύλαξη νομισμάτων
νομισματοθήκης	=	νομισματοθήκη
νομισματοθηκών	=	νομισματοθήκη
νομισματοκοπία	noun	η κοπή νομισμάτων, η έκδοση των κερμάτων και χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν σε μια χώρα
νομισματοκοπίας	noun	γενική ενικού του νομισματοκοπία
νομισματοκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοκοπία
νομισματοκοπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοκοπείο
νομισματοκοπείο	noun	το εργοστάσιο που εκδίδει τα κέρματα και χαρτονομίσματα που κυκλοφορούν σε ένα κράτος
νομισματοκοπείου	noun	γενική ενικού του νομισματοκοπείο
νομισματοκοπείων	noun	γενική πληθυντικού του νομισματοκοπείο
νομισματοκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοκοπικό
νομισματοκοπικέ	adj	κλητική ενικού του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοκοπική
νομισματοκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπικής	adj	γενική ενικού του νομισματοκοπική
νομισματοκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπικού	adj	γενική ενικού του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη νομισματοκοπία ή το νομισματοκοπείο ή αναφέρεται σ’ αυτά
νομισματοκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του νομισματοκοπικός
νομισματοκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του νομισματοκοπία
νομισματολογία	noun	συνώνυμο του νομισματική
νομισματολογίας	=	νομισματολογία
νομισματολογίες	=	νομισματολογία
νομισματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματολογικό	adv	από νομισματολογική άποψη
νομισματολογικέ	adj	κλητική ενικού του νομισματολογικός
νομισματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματολογική
νομισματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομισματολογικός
νομισματολογικής	adj	γενική ενικού του νομισματολογική
νομισματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομισματολογικός
νομισματολογικού	adj	γενική ενικού του νομισματολογικός
νομισματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομισματολογικός
νομισματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νομισματολογικός
νομισματολογικός	adj	σχετικός με τη νομισματολογία
νομισματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νομισματολογικός
νομισματολογικώς	=	νομισματολογικά
νομισματολογιών	=	νομισματολογία
νομισματολόγε	noun	κλητική ενικού του νομισματολόγος
νομισματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του νομισματολόγος
νομισματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομισματολόγος
νομισματολόγος	noun	ιστορικός επιστήμονας ειδικευμένος στη μελέτη των νομισμάτων
νομισματολόγου	noun	γενική ενικού του νομισματολόγος
νομισματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νομισματολόγος
νομισματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του νομισματολόγος
νομισματοπιστωτικά	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικέ	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικές	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτική	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικής	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικοί	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικού	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικούς	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικό	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικός	adj	ταυτόσημο με χρηματοπιστωτικός
νομισματοπιστωτικών	=	νομισματοπιστωτικός
νομισματοποίει	=	νομισματοποιώ
νομισματοποίησα	=	νομισματοποιώ
νομισματοποίησαν	=	νομισματοποιώ
νομισματοποίησε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποίησες	=	νομισματοποιώ
νομισματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νομισματοποιώ
νομισματοποίησης	=	νομισματοποίηση
νομισματοποιήσαμε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιήσαν	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιήσανε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιήσατε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιήσει	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιήσεις	=	νομισματοποίηση
νομισματοποιήσεων	=	νομισματοποίηση
νομισματοποιήστε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιεί	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιείς	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιείτε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούμαι	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούμε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούν	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούνε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσα	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσαμε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσαν	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσανε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσατε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσε	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιούσες	=	νομισματοποιώ
νομισματοποιώ	verb	μετατρέπω κάτι (π.χ. έναν (χρηματιστηριακό τίτλο) σε νόμισμα
νομισματοποιώντας	=	νομισματοποιώ
νομισματοπωλών	=	νομισματοπώλης
νομισματοπώλες	=	νομισματοπώλης
νομισματοπώλη	=	νομισματοπώλης
νομισματοπώλης	noun	ο έμπορος παλαιών νομισμάτων που έχουν συλλεκτική αξία
νομισματοσυλλέκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοσυλλέκτης
νομισματοσυλλέκτη	=	νομισματοσυλλέκτης
νομισματοσυλλέκτης	noun	ο συλλέκτης νομισμάτων με ιστορική-αρχαιολογική αξία
νομισματοσυλλέκτρια	noun	η συλλέκτρια νομισμάτων με ιστορική-αρχαιολογική αξία
νομισματοσυλλέκτριας	=	νομισματοσυλλέκτρια
νομισματοσυλλέκτριες	=	νομισματοσυλλέκτρια
νομισματοσυλλεκτριών	=	νομισματοσυλλέκτρια
νομισματοσυλλεκτών	=	νομισματοσυλλέκτης
νομισματοσυλλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομισματοσυλλογή
νομιστήκαμε	=	νομίζω
νομιστήκαν	=	νομίζω
νομιστήκανε	=	νομίζω
νομιστήκατε	=	νομίζω
νομιστεί	=	νομίζω
νομιστείτε	=	νομίζω
νομοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομός
νομογράφημα	noun|rare	γραφική μέθοδος υπολογισμού μαθηματικών σχέσεων και συναρτήσεων με τη χρήση γραφικών διαγραμμάτων και χωρίς τη χρήση αριθμητικών πινάκων ή τύπων, που επινοήθηκε από τον Philbert Maurice d'Ocagne
νομογραφία	noun|rare	πραγματεία περί νόμων
νομοδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του νομοδιδάσκαλος
νομοδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του νομοδιδάσκαλος
νομοδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοδιδάσκαλος
νομοδιδάσκαλος	noun	βαθύς γνώστης και διδάσκαλος του νόμου
νομοδιδάσκαλου	=	νομοδιδάσκαλος
νομοδιδάσκαλους	=	νομοδιδάσκαλος
νομοδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του νομοδιδάσκαλος
νομοδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νομοδιδάσκαλος
νομοδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του νομοδιδάσκαλος
νομοεπιθεωρητές	=	νομοεπιθεωρητής
νομοεπιθεωρητή	=	νομοεπιθεωρητής
νομοεπιθεωρητής	noun|dated	υπάλληλος που εργάζεται ως επιθεωρητής υπηρεσίας σε επίπεδο νομού
νομοεπιθεωρητών	=	νομοεπιθεωρητής
νομοεπιθεώρησις	noun|rare	υπηρεσία επιθεώρησης η οποία έχει αρμοδιότητες σε επίπεδο νομού
νομοθέτες	=	νομοθέτης
νομοθέτη	=	νομοθέτης
νομοθέτημα	noun	ένας νόμος
νομοθέτης	noun	αυτός που γράφει τους νόμους μιας πολιτείας και τους θέτει σε ισχύ
νομοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθέτηση	noun	η ενέργεια του νομοθετώ
νομοθέτησης	=	νομοθέτηση
νομοθέτις	=	νομοθέτης
νομοθεσία	noun	ένα σύνολο νόμων που αποδίδονται σε έναν νομοθέτη
νομοθεσίας	noun	γενική ενικού του νομοθεσία
νομοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθεσία
νομοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του νομοθεσία
νομοθετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετούμαι
νομοθετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετούμαι
νομοθετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθέτημα
νομοθετήματος	noun	γενική ενικού του νομοθέτημα
νομοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθέτηση
νομοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήσεων	=	νομοθέτηση
νομοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετώ
νομοθετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νομοθετούμαι
νομοθετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νομοθετούμαι
νομοθετημάτων	noun	γενική πληθυντικού του νομοθέτημα
νομοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθετημένο
νομοθετημένε	verb	κλητική ενικού του νομοθετημένος
νομοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθετημένη
νομοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομοθετημένος
νομοθετημένης	verb	γενική ενικού του νομοθετημένη
νομοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του νομοθετημένος
νομοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοθετημένος
νομοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νομοθετημένος
νομοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νομοθετημένος
νομοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νομοθετημένος
νομοθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθετικό	adv	από νομοθετική άποψη
νομοθετικέ	adj	κλητική ενικού του νομοθετικός
νομοθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοθετική
νομοθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομοθετικός
νομοθετικής	adj	γενική ενικού του νομοθετική
νομοθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοθετικός
νομοθετικού	adj	γενική ενικού του νομοθετικός
νομοθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομοθετικός
νομοθετικό	adj	αιτιατική ενικού του νομοθετικός
νομοθετικός	adj	ο σχετικός με τη νομοθεσία
νομοθετικών	adj	γενική πληθυντικού του νομοθετικός
νομοθετώ	verb	συντάσσω τους νόμους και τους θέτω σε ισχύ
νομοθετών	=	νομοθέτης
νομοθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νομοθετώ
νομοκάνονα	=	νομοκάνονας
νομοκάνονας	noun|dated	συλλογή εκκλησιαστικών κανόνων ή διαφόρων νόμων και (βυζαντινών) αυτοκρατορικών διαταγμάτων που αφορούν την εκκλησία
νομοκάνονες	=	νομοκάνονας
νομοκανόνων	=	νομοκάνονας
νομοκατεστημένος	verb|formal	κατεστημένος από τον νόμο, νομικά
νομοκρατία	noun	είναι η εννοιολογικά στενότερη έννοια της δικαιοκρατίας, όπου (στη νομοκρατία) εστιάζεται το κράτος δικαίου και η τήρηση (επικράτηση) των εν λόγω νόμων ή διατάξεων με την αντιπροσωπευτική συναίνεση του λαού
νομοκρατίας	=	νομοκρατία
νομοκρατίες	=	νομοκρατία
νομοκρατιών	=	νομοκρατία
νομοκρατούμενα	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενε	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενες	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενη	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενης	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενο	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενοι	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενος	verb	που νομοκρατείται
νομοκρατούμενου	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενους	=	νομοκρατούμενος
νομοκρατούμενων	=	νομοκρατούμενος
νομολογία	noun	η ερμηνεία των νόμων από τα δικαστήρια, το σύνολο των λύσεων που δίνουν στα νομικά ζητήματα τα δικαστήρια κατά την απονομή δικαιοσύνης
νομολογίας	noun	γενική ενικού του νομολογία
νομολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομολογία
νομολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομολογικό	adv	από τη σκοπιά της νομολογίας
νομολογικέ	adj	κλητική ενικού του νομολογικός
νομολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομολογική
νομολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομολογικός
νομολογικής	adj	γενική ενικού του νομολογική
νομολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομολογικός
νομολογικού	adj	γενική ενικού του νομολογικός
νομολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομολογικός
νομολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νομολογικός
νομολογικός	adj	σχετικός με τη νομολογία
νομολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νομολογικός
νομολογικώς	=	νομολογικά
νομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νομολογία
νομομάθεια	noun	η ιδιότητα του νομομαθούς
νομομάθειας	noun	γενική ενικού του νομομάθεια
νομομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομομάθεια
νομομαθές	=	νομομαθής
νομομαθή	=	νομομαθής
νομομαθής	noun	νομικός με μεγάλη νομική κατάρτιση
νομομαθείς	=	νομομαθής
νομομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του νομομάθεια
νομομαθούς	=	νομομαθής
νομομαθών	=	νομομαθής
νομομηχανικέ	=	νομομηχανικός
νομομηχανικοί	=	νομομηχανικός
νομομηχανικού	=	νομομηχανικός
νομομηχανικούς	=	νομομηχανικός
νομομηχανικό	=	νομομηχανικός
νομομηχανικός	noun	μηχανικός ο οποίος έχει υπό την επίβλεψή του τα τεχνικά έργα που πραγματοποιούνται από το δημόσιο σε επίπεδο νομού
νομομηχανικών	=	νομομηχανικός
νομοπαρασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοπαρασκευαστικό
νομοπαρασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του νομοπαρασκευαστικός
νομοπαρασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοπαρασκευαστική
νομοπαρασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομοπαρασκευαστικός
νομοπαρασκευαστικής	adj	γενική ενικού του νομοπαρασκευαστική
νομοπαρασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοπαρασκευαστικός
νομοπαρασκευαστικού	adj	γενική ενικού του νομοπαρασκευαστικός
νομοπαρασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομοπαρασκευαστικός
νομοπαρασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του νομοπαρασκευαστικός
νομοπαρασκευαστικός	adj	που έχει σχέση με την προετοιμασία, την κατάρτιση και την τεκμηρίωση των νομοσχεδίων πριν ψηφιστούν ή συμβάλλει στην όλη διαδικασία
νομοπαρασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του νομοπαρασκευαστικός
νομοσχέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοσχέδιο
νομοσχέδιο	noun	το σχέδιο νόμου, που υποβάλλεται στο νομοθετικό σώμα (Βουλή) προς ψήφιση
νομοσχέδιου	=	νομοσχέδιο
νομοσχεδίου	noun	γενική ενικού του νομοσχέδιο
νομοσχεδίων	noun	γενική πληθυντικού του νομοσχέδιο
νομοτέλεια	noun	η υπαγωγή οποιουδήποτε φαινομένου της πραγματικότητας σε απαράβατους και σταθερούς κανόνες ή νόμους
νομοτέλειας	noun	γενική ενικού του νομοτέλεια
νομοτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτέλεια
νομοταγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νομοταγής
νομοταγή	adj	αιτιατική ενικού του νομοταγής
νομοταγής	adj	που υποτάσσεται στους νόμους
νομοταγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του νομοταγής
νομοταγούς	adj	γενική ενικού του νομοταγής
νομοταγών	adj	γενική πληθυντικού του νομοταγής
νομοτελειακά	adv	κατά νομοτελειακό τρόπο, ως αποτέλεσμα μιας νομοτέλειας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτελειακό
νομοτελειακέ	adj	κλητική ενικού του νομοτελειακός
νομοτελειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτελειακή
νομοτελειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομοτελειακός
νομοτελειακής	adj	γενική ενικού του νομοτελειακή
νομοτελειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοτελειακός
νομοτελειακού	adj	γενική ενικού του νομοτελειακός
νομοτελειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομοτελειακός
νομοτελειακό	adj	αιτιατική ενικού του νομοτελειακός
νομοτελειακός	adj	που έχει τον χαρακτήρα της νομοτέλειας
νομοτελειακών	adj	γενική πληθυντικού του νομοτελειακός
νομοτελειών	noun	γενική πληθυντικού του νομοτέλεια
νομοτελεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτελεστικό
νομοτελεστικέ	adj	κλητική ενικού του νομοτελεστικός
νομοτελεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτελεστική
νομοτελεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομοτελεστικός
νομοτελεστικής	adj	γενική ενικού του νομοτελεστική
νομοτελεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοτελεστικός
νομοτελεστικού	adj	γενική ενικού του νομοτελεστικός
νομοτελεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομοτελεστικός
νομοτελεστικό	adj	αιτιατική ενικού του νομοτελεστικός
νομοτελεστικός	adj	που αναφέρεται στην εκτελεστική εξουσία
νομοτελεστικών	adj	γενική πληθυντικού του νομοτελεστικός
νομοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτεχνικό
νομοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του νομοτεχνικός
νομοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομοτεχνική
νομοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νομοτεχνικός
νομοτεχνικής	adj	γενική ενικού του νομοτεχνική
νομοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νομοτεχνικός
νομοτεχνικού	adj	γενική ενικού του νομοτεχνικός
νομοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νομοτεχνικός
νομοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του νομοτεχνικός
νομοτεχνικός	noun	επαγγελματίας που ασχολείται με την τεχνική αξιολόγηση των νόμων	adj	που αφορά την τεχνική αξιολόγηση ενός νόμου
νομοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του νομοτεχνικός
νομοτύπως	adv|dated	νομότυπα
νομοϊατρέ	=	νομοϊατρός
νομοϊατροί	=	νομοϊατρός
νομοϊατρού	=	νομοϊατρός
νομοϊατρούς	=	νομοϊατρός
νομοϊατρό	=	νομοϊατρός
νομοϊατρός	noun|dated	άλλη μορφή του νομίατρος
νομοϊατρών	=	νομοϊατρός
νομού	noun	γενική ενικού του νομός
νομούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νομός
νομπέλιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 102 και χημικό σύμβολο το No
νομπέτες	=	νομπέτης
νομπέτη	=	νομπέτης
νομπέτης	noun	σειρά
νομπελίου	=	νομπέλιο
νομπελίστα	=	νομπελίστας
νομπελίστας	noun	ο βραβευμένος με νόμπελ
νομπελίστες	=	νομπελίστας
νομπελίστρια	noun	η βραβευμένη με νόμπελ
νομπελίστριας	noun	γενική ενικού του νομπελίστρια
νομπελίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νομπελίστρια
νομπελιστριών	noun	γενική πληθυντικού του νομπελίστρια
νομπελιστών	=	νομπελίστας
νομπετών	=	νομπέτης
νομό	noun	αιτιατική ενικού του νομός
νομός	noun	διοικητική δικαιοδοσία ή υποδιαίρεση σε χώρα ή εκκλησιαστική δομή
νομότυπα	adv	με νομότυπο τρόπο, σύμφωνα με τους (εξωτερικούς) τύπους που επιβάλλει ο νόμος
νομότυπε	=	νομότυπος
νομότυπες	=	νομότυπος
νομότυπη	=	νομότυπος
νομότυπης	=	νομότυπος
νομότυπο	=	νομότυπος
νομότυποι	=	νομότυπος
νομότυπος	adj	που από τυπική άποψη, ίσως όμως όχι και στην ουσία του, είναι σύμφωνος με το νόμο
νομότυπου	=	νομότυπος
νομότυπους	=	νομότυπος
νομότυπων	=	νομότυπος
νομών	noun	γενική πληθυντικού του νομός
νονά	noun	θηλυκό του νονός
νονάς	=	νονά
νονέ	noun	κλητική ενικού του νονός
νονές	=	νονά
νονοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νονός
νονού	noun	γενική ενικού του νονός
νονούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νονός
νονό	noun	αιτιατική ενικού του νονός
νονός	noun	αυτός που παρίσταται ως μάρτυρας στη βάφτιση ενός παιδιού, βοηθά τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνει να το κατηχήσει στο χριστιανισμό
νονών	noun	γενική πληθυντικού του νονός
νοολογία	noun	η γνωσιακή επιστήμη
νοολογίας	noun	γενική ενικού του νοολογία
νοολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοολογία
νοολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοολογικό
νοολογικέ	adj	κλητική ενικού του νοολογικός
νοολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοολογική
νοολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοολογικός
νοολογικής	adj	γενική ενικού του νοολογική
νοολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοολογικός
νοολογικού	adj	γενική ενικού του νοολογικός
νοολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοολογικός
νοολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νοολογικός
νοολογικός	adj	σχετικός με την νοολογία
νοολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νοολογικός
νοολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νοολογία
νοομαντεία	noun	το να μπορεί κάποιος να μαντέψει τις σκέψεις των άλλων
νοομαντείας	noun	γενική ενικού του νοομαντεία
νοομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοομαντεία
νοομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του νοομαντεία
νοοτροπία	noun	ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φόβων, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ή των ομάδων
νοοτροπίας	noun	γενική ενικού του νοοτροπία
νοοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοοτροπία
νοοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του νοοτροπία
νοουμένου	=	νοούμενο
νοουμένων	=	νοούμενο
νοούμαι	=	νοώ
νοούμενα	=	νοούμενο
νοούμενο	noun|formal	κάτι που νοείται
νοούμενος	=	νοώ
νοούμενου	=	νοούμενο
νοούμενων	=	νοούμενο
νοραδρενεργικά	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικέ	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικές	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργική	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικής	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικοί	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικού	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικούς	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικό	=	νοραδρενεργικός
νοραδρενεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της νοραδρεναλίνης
νοραδρενεργικών	=	νοραδρενεργικός
νορβηγικά	noun	που μιλιέται στη Νορβηγία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νορβηγικό
νορβηγικέ	adj	κλητική ενικού του νορβηγικός
νορβηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νορβηγική
νορβηγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νορβηγικός
νορβηγικής	adj	γενική ενικού του νορβηγική
νορβηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νορβηγικός
νορβηγικού	adj	γενική ενικού του νορβηγικός
νορβηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νορβηγικός
νορβηγικό	adj	αιτιατική ενικού του νορβηγικός
νορβηγικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Νορβηγία ή προέρχεται από τη χώρα αυτή
νορβηγικών	adj	γενική πληθυντικού του νορβηγικός
νορμάλ	adj	φυσιολογικός, συνηθισμένος
νορμανδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νορμανδικό	adv	της Νορμανδίας που ανήκει στην ομάδα γαλλικών γλωσσών langues d'oïl
νορμανδικέ	adj	κλητική ενικού του νορμανδικός
νορμανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νορμανδική
νορμανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νορμανδικός
νορμανδικής	adj	γενική ενικού του νορμανδική
νορμανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νορμανδικός
νορμανδικού	adj	γενική ενικού του νορμανδικός
νορμανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νορμανδικός
νορμανδικό	adj	αιτιατική ενικού του νορμανδικός
νορμανδικός	adj	που έχει σχέση με την Νορμανδία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
νορμανδικών	adj	γενική πληθυντικού του νορμανδικός
νοροϊέ	=	νοροϊός
νοροϊοί	=	νοροϊός
νοροϊού	=	νοροϊός
νοροϊούς	=	νοροϊός
νοροϊό	=	νοροϊός
νοροϊός	noun	ιός ιδιαίτερα μεταδοτικός ιός που προκαλεί κυρίως οξείες γαστρεντερικές διαταραχές, όπως εμετό και διάρροια
νοροϊών	=	νοροϊός
νοσέμπο	noun	εικονικό φάρμακο (μίμηση φαρμάκου χωρίς ενεργή ουσία) που χορηγείται σε ασθενή με την επισήμανση ότι έχει πιθανές παρενέργειες με αποτέλεσμα να τις αισθάνεται διά της αυθυποβολής
νοσήλευα	=	νοσηλεύω
νοσήλευαν	=	νοσηλεύω
νοσήλευε	=	νοσηλεύω
νοσήλευες	=	νοσηλεύω
νοσήλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσήλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσήλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσήλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσήλια	noun	τα έξοδα νοσηλείας
νοσήλιο	noun|rare	ενικός τού νοσήλια
νοσήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόσημα
νοσήματος	=	νόσημα
νοσήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσαν	=	νοσώ
νοσήσανε	=	νοσώ
νοσήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσουνε	=	νοσώ
νοσήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νοσίμπο	noun	άλλη μορφή του νοσέμπο
νοσεί	=	νοσώ
νοσείς	=	νοσώ
νοσείτε	=	νοσώ
νοσηλίων	noun	γενική πληθυντικού του νοσήλια
νοσηλεία	noun	η συστηματική παροχή ιατρικής φροντίδας σε άρρωστο, κυρίως από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό
νοσηλείας	noun	γενική ενικού του νοσηλεία
νοσηλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλεία
νοσηλειών	noun	γενική πληθυντικού του νοσηλεία
νοσηλευθήκαμε	=	νοσηλεύω
νοσηλευθήκαν	=	νοσηλεύω
νοσηλευθήκανε	=	νοσηλεύω
νοσηλευθήκατε	=	νοσηλεύω
νοσηλευθεί	=	νοσηλεύω
νοσηλευθείς	=	νοσηλεύω
νοσηλευθείτε	=	νοσηλεύω
νοσηλευθούμε	=	νοσηλεύω
νοσηλευθούν	=	νοσηλεύω
νοσηλευθούνε	=	νοσηλεύω
νοσηλευθώ	=	νοσηλεύω
νοσηλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευμένο
νοσηλευμένε	verb	κλητική ενικού του νοσηλευμένος
νοσηλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευμένη
νοσηλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσηλευμένος
νοσηλευμένης	verb	γενική ενικού του νοσηλευμένη
νοσηλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοσηλευμένος
νοσηλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευμένος
νοσηλευμένος	=	νοσηλεύω
νοσηλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοσηλευμένος
νοσηλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοσηλευμένος
νοσηλευμένων	verb	γενική πληθυντικού του νοσηλευμένος
νοσηλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευτής
νοσηλευτή	=	νοσηλευτής
νοσηλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτήκαν	=	νοσηλεύω
νοσηλευτήκανε	=	νοσηλεύω
νοσηλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευτήριο
νοσηλευτήριο	noun	τόπος νοσηλείας
νοσηλευτήριου	=	νοσηλευτήριο
νοσηλευτής	noun	επιστημονικά εκπαιδευμένος νοσοκόμος
νοσηλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτηρίου	noun	γενική ενικού του νοσηλευτήριο
νοσηλευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του νοσηλευτήριο
νοσηλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευτικό
νοσηλευτικέ	adj	κλητική ενικού του νοσηλευτικός
νοσηλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευτική
νοσηλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσηλευτικός
νοσηλευτικής	adj	γενική ενικού του νοσηλευτική
νοσηλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευτικός
νοσηλευτικού	adj	γενική ενικού του νοσηλευτικός
νοσηλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσηλευτικός
νοσηλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του νοσηλευτικός
νοσηλευτικός	adj	που αναφέρεται στους νοσηλευτές και τη νοσηλεία
νοσηλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του νοσηλευτικός
νοσηλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτούνε	=	νοσηλεύω
νοσηλευτριών	noun	γενική πληθυντικού του νοσηλεύτρια
νοσηλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλευτών	=	νοσηλευτής
νοσηλευόμασταν	=	νοσηλεύω
νοσηλευόμαστε	=	νοσηλεύω
νοσηλευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευόμενο
νοσηλευόμενε	verb	κλητική ενικού του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευόμενη
νοσηλευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμενης	verb	γενική ενικού του νοσηλευόμενη
νοσηλευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμενος	verb	που νοσηλεύεται συνήθως σε κλινική ή νοσοκομείο
νοσηλευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμενων	verb	γενική πληθυντικού του νοσηλευόμενος
νοσηλευόμουν	=	νοσηλεύομαι
νοσηλευόμουνα	=	νοσηλεύω
νοσηλευόντουσαν	=	νοσηλεύω
νοσηλευόσασταν	=	νοσηλεύω
νοσηλευόσαστε	=	νοσηλεύω
νοσηλευόσουν	=	νοσηλεύω
νοσηλευόσουνα	=	νοσηλεύω
νοσηλευόταν	=	νοσηλεύω
νοσηλευότανε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύαμε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύαν	=	νοσηλεύω
νοσηλεύανε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύατε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύει	=	νοσηλεύω
νοσηλεύεις	=	νοσηλεύω
νοσηλεύεσαι	=	νοσηλεύω
νοσηλεύεστε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύεται	=	νοσηλεύω
νοσηλεύετε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύθηκα	=	νοσηλεύω
νοσηλεύθηκαν	=	νοσηλεύω
νοσηλεύθηκε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύθηκες	=	νοσηλεύω
νοσηλεύομαι	verb	λαμβάνω ως άρρωστος συστηματική ιατρική φροντίδα, κυρίως από εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό
νοσηλεύομε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύονται	=	νοσηλεύω
νοσηλεύονταν	=	νοσηλεύω
νοσηλεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύουμε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύουν	=	νοσηλεύω
νοσηλεύουνε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσαν	=	νοσηλεύω
νοσηλεύσανε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσομε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσουνε	=	νοσηλεύω
νοσηλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύω
νοσηλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσηλεύομαι
νοσηλεύτρια	noun	θηλυκό του νοσηλευτής
νοσηλεύτριας	noun	γενική ενικού του νοσηλεύτρια
νοσηλεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηλεύτρια
νοσηλεύω	verb	παρέχω ιατρική φροντίδα
νοσημάτων	=	νόσημα
νοσηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηρό	adv	κατά νοσηρό τρόπο
νοσηρέ	adj	κλητική ενικού του νοσηρός
νοσηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηρή
νοσηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσηρός
νοσηρής	adj	γενική ενικού του νοσηρή
νοσηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσηρός
νοσηροτήτων	=	νοσηρότητα
νοσηρού	adj	γενική ενικού του νοσηρός
νοσηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσηρός
νοσηρό	adj	αιτιατική ενικού του νοσηρός
νοσηρός	adj	που προκαλεί αρρώστια, επιβλαβής
νοσηρότης	noun	νοσηρότητα
νοσηρότητα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του νοσηρού
νοσηρότητας	noun	γενική ενικού του νοσηρότητα
νοσηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσηρότητα
νοσηρών	adj	γενική πληθυντικού του νοσηρός
νοσηρώς	adv|dated	νοσηρά
νοσηρῶς	adv	νοσηρώς, νοσηρά
νοσογραφία	noun	η επιστημονική ταξινόμηση, ονομασία και περιγραφή ασθενειών καθώς και το σχετικό σύγγραμμα που τις περιλαμβάνει
νοσογραφίας	=	νοσογραφία
νοσογραφίες	=	νοσογραφία
νοσογραφικά	=	νοσογραφικός
νοσογραφικέ	=	νοσογραφικός
νοσογραφικές	=	νοσογραφικός
νοσογραφική	=	νοσογραφικός
νοσογραφικής	=	νοσογραφικός
νοσογραφικοί	=	νοσογραφικός
νοσογραφικού	=	νοσογραφικός
νοσογραφικούς	=	νοσογραφικός
νοσογραφικό	=	νοσογραφικός
νοσογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη νοσογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
νοσογραφικών	=	νοσογραφικός
νοσογραφικώς	adv	από νοσογραφικής απόψεως
νοσογραφιών	=	νοσογραφία
νοσογόνα	=	νοσογόνος
νοσογόνας	=	νοσογόνος
νοσογόνε	=	νοσογόνος
νοσογόνες	=	νοσογόνος
νοσογόνο	=	νοσογόνος
νοσογόνοι	=	νοσογόνος
νοσογόνος	adj	που προκαλεί μια νόσο
νοσογόνου	=	νοσογόνος
νοσογόνους	=	νοσογόνος
νοσογόνων	=	νοσογόνος
νοσοκομίας	noun	γενική ενικού του νοσοκομία
νοσοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομείο
νοσοκομείο	noun	δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα που ασχολείται με την περίθαλψη και θεραπεία των ασθενών
νοσοκομείου	noun	γενική ενικού του νοσοκομείο
νοσοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του νοσοκομείο
νοσοκομειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομειακό
νοσοκομειακέ	adj	κλητική ενικού του νοσοκομειακός
νοσοκομειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομειακή
νοσοκομειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσοκομειακός
νοσοκομειακής	adj	γενική ενικού του νοσοκομειακή
νοσοκομειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομειακός
νοσοκομειακού	adj	γενική ενικού του νοσοκομειακός
νοσοκομειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσοκομειακός
νοσοκομειακό	adj	αιτιατική ενικού του νοσοκομειακός	noun	όχημα που μεταφέρει έναν ασθενή στο νοσοκομείο
νοσοκομειακός	adj	που έχει σχέση με το νοσοκομείο, αναφέρεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό
νοσοκομειακών	adj	γενική πληθυντικού του νοσοκομειακός
νοσοκομειακώς	adv|dated	νοσοκομειακά
νοσοκομειοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομειοκεντρικό
νοσοκομειοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομειοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομειοκεντρική
νοσοκομειοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομειοκεντρικής	adj	γενική ενικού του νοσοκομειοκεντρική
νοσοκομειοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομειοκεντρικού	adj	γενική ενικού του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομειοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομειοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομειοκεντρικός	adj	που σχετίζεται με το σύστημα που δίνει προτεραιότητα στα νοσοκομεία και τη θεραπεία της νόσου παρά στην πρόληψή της
νοσοκομειοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του νοσοκομειοκεντρικός
νοσοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του νοσοκομία
νοσοκόμα	noun	θηλυκό του νοσοκόμος
νοσοκόμας	noun	γενική ενικού του νοσοκόμα
νοσοκόμε	noun	κλητική ενικού του νοσοκόμος
νοσοκόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοκόμα
νοσοκόμησις	noun	η νοσηλεία και ιατρική φροντίδα ενός ασθενή
νοσοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του νοσοκόμος
νοσοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσοκόμος
νοσοκόμος	noun	που επαγγελματικά φροντίζει και περιποιείται τους αρρώστους (σε νοσοκομείο ή αλλού), βοηθάει τους γιατρούς κ.λπ.
νοσοκόμου	noun	γενική ενικού του νοσοκόμος
νοσοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νοσοκόμος
νοσοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του νοσοκόμος
νοσολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τις νόσους και τα συμπτώματά τους, ώστε να μπορεί ο γιατρός να τις αναγνωρίσει
νοσολογίας	noun	γενική ενικού του νοσολογία
νοσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσολογία
νοσολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσολογικό
νοσολογικέ	adj	κλητική ενικού του νοσολογικός
νοσολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσολογική
νοσολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσολογικός
νοσολογικής	adj	γενική ενικού του νοσολογική
νοσολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσολογικός
νοσολογικού	adj	γενική ενικού του νοσολογικός
νοσολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσολογικός
νοσολογικό	adj	αιτιατική ενικού του νοσολογικός
νοσολογικός	adj	σχετικός με την νοσολογία
νοσολογικών	adj	γενική πληθυντικού του νοσολογικός
νοσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του νοσολογία
νοσομανές	=	νοσομανής
νοσομανή	=	νοσομανής
νοσομανής	adj|formal	που πάσχει από νοσομανία / νοσοφοβία
νοσομανία	noun|dated	συνώνυμο του νοσοφοβία
νοσομανίας	=	νοσομανία
νοσομανίες	=	νοσομανία
νοσομανείς	=	νοσομανής
νοσομανιών	=	νοσομανία
νοσομανούς	=	νοσομανής
νοσομανών	=	νοσομανής
νοσοφοβία	noun	μονομανία για νόσηση, που εκδηλώνεται με ακραίες, παράλογες φοβίες ότι κάποιος πάσχει από ανίατες ασθένειες (δεν πρέπει να συγχέεται με την υποχονδρία)
νοσοφοβίας	noun	γενική ενικού του νοσοφοβία
νοσοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοφοβία
νοσοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοφοβικό
νοσοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του νοσοφοβικός
νοσοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσοφοβική
νοσοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσοφοβικός
νοσοφοβικής	adj	γενική ενικού του νοσοφοβική
νοσοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσοφοβικός
νοσοφοβικού	adj	γενική ενικού του νοσοφοβικός
νοσοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσοφοβικός
νοσοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του νοσοφοβικός
νοσοφοβικός	noun|rare	που πάσχει από νοσοφοβία
νοσοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του νοσοφοβικός
νοσοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του νοσοφοβία
νοσοφόρα	=	νοσοφόρος
νοσοφόρας	=	νοσοφόρος
νοσοφόρε	=	νοσοφόρος
νοσοφόρες	=	νοσοφόρος
νοσοφόρο	=	νοσοφόρος
νοσοφόροι	=	νοσοφόρος
νοσοφόρος	adj	ο φορέας νόσου
νοσοφόρου	=	νοσοφόρος
νοσοφόρους	=	νοσοφόρος
νοσοφόρων	=	νοσοφόρος
νοσούμε	=	νοσώ
νοσούν	=	νοσώ
νοσούνε	=	νοσώ
νοσούσα	=	νοσώ
νοσούσαμε	=	νοσώ
νοσούσαν	=	νοσώ
νοσούσανε	=	νοσώ
νοσούσατε	=	νοσώ
νοσούσε	=	νοσώ
νοσούσες	=	νοσώ
νοστάλγει	=	νοσταλγώ
νοστάλγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοστάλγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοστάλγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοστάλγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοστίμαινα	=	νοστιμαίνω
νοστίμαιναν	=	νοστιμαίνω
νοστίμαινε	=	νοστιμαίνω
νοστίμαινες	=	νοστιμαίνω
νοστίμανα	=	νοστιμαίνω
νοστίμαναν	=	νοστιμαίνω
νοστίμανε	=	νοστιμαίνω
νοστίμανες	=	νοστιμαίνω
νοστίμευα	=	νοστιμεύω
νοστίμευαν	=	νοστιμεύω
νοστίμευε	=	νοστιμεύω
νοστίμευες	=	νοστιμεύω
νοστίμεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστίμεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστίμεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστίμεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστίμιζα	=	νοστιμίζω
νοστίμιζαν	=	νοστιμίζω
νοστίμιζε	=	νοστιμίζω
νοστίμιζες	=	νοστιμίζω
νοστίμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστίμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστίμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστίμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοσταλγέ	noun	κλητική ενικού του νοσταλγός
νοσταλγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσαν	=	νοσταλγώ
νοσταλγήσανε	=	νοσταλγώ
νοσταλγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσουνε	=	νοσταλγώ
νοσταλγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσταλγώ
νοσταλγία	noun	ο ψυχικός πόνος και τα πικρά συναισθήματα που προκαλούνται από την λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στο παρελθόν
νοσταλγίας	noun	γενική ενικού του νοσταλγία
νοσταλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσταλγία
νοσταλγεί	=	νοσταλγώ
νοσταλγείς	=	νοσταλγώ
νοσταλγείτε	=	νοσταλγώ
νοσταλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσταλγικό	adv	με νοσταλγικό τρόπο
νοσταλγικέ	adj	κλητική ενικού του νοσταλγικός
νοσταλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσταλγική
νοσταλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσταλγικός
νοσταλγικής	adj	γενική ενικού του νοσταλγική
νοσταλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσταλγικός
νοσταλγικού	adj	γενική ενικού του νοσταλγικός
νοσταλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοσταλγικός
νοσταλγικό	adj	αιτιατική ενικού του νοσταλγικός
νοσταλγικός	adj	που έχει σχέση με τη νοσταλγία ή τον νοσταλγό ή που προκαλεί νοσταλγία
νοσταλγικών	adj	γενική πληθυντικού του νοσταλγικός
νοσταλγιών	noun	γενική πληθυντικού του νοσταλγία
νοσταλγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσταλγός
νοσταλγού	noun	γενική ενικού του νοσταλγός
νοσταλγούμε	=	νοσταλγώ
νοσταλγούν	=	νοσταλγώ
νοσταλγούνε	=	νοσταλγώ
νοσταλγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νοσταλγός
νοσταλγούσα	=	νοσταλγώ
νοσταλγούσαμε	=	νοσταλγώ
νοσταλγούσαν	=	νοσταλγώ
νοσταλγούσανε	=	νοσταλγώ
νοσταλγούσατε	=	νοσταλγώ
νοσταλγούσε	=	νοσταλγώ
νοσταλγούσες	=	νοσταλγώ
νοσταλγό	noun	αιτιατική ενικού του νοσταλγός
νοσταλγός	noun	αυτός ή αυτή που αισθάνεται νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία
νοσταλγώ	verb	νιώθω νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία
νοσταλγών	noun	γενική πληθυντικού του νοσταλγός
νοσταλγώντας	=	νοσταλγώ
νοστιμάδα	noun|figurative	η νοστιμιά
νοστιμάδας	=	νοστιμάδα
νοστιμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμάδα
νοστιμάδων	=	νοστιμάδα
νοστιμάναμε	=	νοστιμαίνω
νοστιμάναν	=	νοστιμαίνω
νοστιμάνανε	=	νοστιμαίνω
νοστιμάνατε	=	νοστιμαίνω
νοστιμάνει	=	νοστιμαίνω
νοστιμάνετε	=	νοστιμαίνω
νοστιμέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψαν	=	νοστιμεύω
νοστιμέψανε	=	νοστιμεύω
νοστιμέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψομε	=	νοστιμεύω
νοστιμέψου	=	νοστιμεύω
νοστιμέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψουνε	=	νοστιμεύω
νοστιμέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύω
νοστιμίζαμε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζαν	=	νοστιμίζω
νοστιμίζανε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζατε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζει	=	νοστιμίζω
νοστιμίζεις	=	νοστιμίζω
νοστιμίζετε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζομε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζοντας	=	νοστιμίζω
νοστιμίζουμε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζουν	=	νοστιμίζω
νοστιμίζουνε	=	νοστιμίζω
νοστιμίζω	verb	δίνω καλή γεύση, κάνω νόστιμο
νοστιμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσαν	=	νοστιμίζω
νοστιμίσανε	=	νοστιμίζω
νοστιμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσομε	=	νοστιμίζω
νοστιμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσουνε	=	νοστιμίζω
νοστιμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμίζω
νοστιμαίναμε	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίναν	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνανε	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνατε	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνει	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνεις	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνετε	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνοντας	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνουμε	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνουν	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνουνε	=	νοστιμαίνω
νοστιμαίνω	verb	άλλη μορφή του νοστιμίζω
νοστιμευμένος	=	νοστιμεύω
νοστιμευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτήκαν	=	νοστιμεύω
νοστιμευτήκανε	=	νοστιμεύω
νοστιμευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευτούνε	=	νοστιμεύω
νοστιμευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμευόμασταν	=	νοστιμεύω
νοστιμευόμαστε	=	νοστιμεύω
νοστιμευόμουν	=	νοστιμεύω
νοστιμευόμουνα	=	νοστιμεύω
νοστιμευόντουσαν	=	νοστιμεύω
νοστιμευόσασταν	=	νοστιμεύω
νοστιμευόσαστε	=	νοστιμεύω
νοστιμευόσουν	=	νοστιμεύω
νοστιμευόσουνα	=	νοστιμεύω
νοστιμευόταν	=	νοστιμεύω
νοστιμευότανε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύαμε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύαν	=	νοστιμεύω
νοστιμεύανε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύατε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύει	=	νοστιμεύω
νοστιμεύεις	=	νοστιμεύω
νοστιμεύεσαι	=	νοστιμεύω
νοστιμεύεστε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύεται	=	νοστιμεύω
νοστιμεύετε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύομαι	=	νοστιμεύω
νοστιμεύομε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύονται	=	νοστιμεύω
νοστιμεύονταν	=	νοστιμεύω
νοστιμεύοντας	=	νοστιμεύω
νοστιμεύουμε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύουν	=	νοστιμεύω
νοστιμεύουνε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύτε	=	νοστιμεύω
νοστιμεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοστιμεύομαι
νοστιμεύω	verb|figurative	άλλη μορφή του νοστιμίζω
νοστιμιά	noun	η ιδιότητα του νόστιμου, ευχάριστη γεύση
νοστιμιάς	noun	γενική ενικού του νοστιμιά
νοστιμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμιά
νοστιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμισμένο
νοστιμισμένε	verb	κλητική ενικού του νοστιμισμένος
νοστιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμισμένη
νοστιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοστιμισμένος
νοστιμισμένης	verb	γενική ενικού του νοστιμισμένη
νοστιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοστιμισμένος
νοστιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοστιμισμένος
νοστιμισμένος	=	νοστιμίζω
νοστιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοστιμισμένος
νοστιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοστιμισμένος
νοστιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοστιμισμένος
νοστιμιών	=	νοστιμιά
νοστιμούλα	=	νοστιμούλης
νοστιμούλας	=	νοστιμούλης
νοστιμούλες	=	νοστιμούλης
νοστιμούλη	=	νοστιμούλης
νοστιμούληδες	=	νοστιμούλης
νοστιμούληδων	=	νοστιμούλης
νοστιμούλης	adj	αρκετά νόστιμος
νοστιμούλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμούλικο
νοστιμούλικε	adj	κλητική ενικού του νοστιμούλικος
νοστιμούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμούλικη
νοστιμούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοστιμούλικος
νοστιμούλικης	adj	γενική ενικού του νοστιμούλικη
νοστιμούλικο	adj	αιτιατική ενικού του νοστιμούλικος
νοστιμούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοστιμούλικος
νοστιμούλικος	adj	υποκοριστικό του νόστιμος, κάπως νόστιμος, νοστιμούλης
νοστιμούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοστιμούλικος
νοστιμούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοστιμούλικος
νοστιμούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοστιμούλικος
νοστιμούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμούτσικο
νοστιμούτσικε	adj	κλητική ενικού του νοστιμούτσικος
νοστιμούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοστιμούτσικη
νοστιμούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοστιμούτσικος
νοστιμούτσικης	adj	γενική ενικού του νοστιμούτσικη
νοστιμούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του νοστιμούτσικος
νοστιμούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοστιμούτσικος
νοστιμούτσικος	adj	νόστιμος, αλλά όχι πολύ
νοστιμούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοστιμούτσικος
νοστιμούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοστιμούτσικος
νοστιμούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοστιμούτσικος
νοστιμότατα	=	νόστιμος
νοστιμότατε	=	νόστιμος
νοστιμότατες	=	νόστιμος
νοστιμότατη	=	νόστιμος
νοστιμότατης	=	νόστιμος
νοστιμότατο	=	νόστιμος
νοστιμότατοι	=	νόστιμος
νοστιμότατος	=	νόστιμος
νοστιμότατου	=	νόστιμος
νοστιμότατους	=	νόστιμος
νοστιμότατων	=	νόστιμος
νοστιμότερα	=	νόστιμος
νοστιμότερε	=	νόστιμος
νοστιμότερες	=	νόστιμος
νοστιμότερη	=	νόστιμος
νοστιμότερης	=	νόστιμος
νοστιμότερο	=	νόστιμος
νοστιμότεροι	=	νόστιμος
νοστιμότερος	=	νόστιμος
νοστιμότερου	=	νόστιμος
νοστιμότερους	=	νόστιμος
νοστιμότερων	=	νόστιμος
νοσφίζομαι	verb	καθιστώ δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει, ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι, σφετερίζομαι
νοσφίσθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφίσθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφίσθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφίσθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοσφίζομαι
νοσφισμέ	=	νοσφισμός
νοσφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσφισμένο
νοσφισμένε	verb	κλητική ενικού του νοσφισμένος
νοσφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσφισμένη
νοσφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοσφισμένος
νοσφισμένης	verb	γενική ενικού του νοσφισμένη
νοσφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοσφισμένος
νοσφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοσφισμένος
νοσφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοσφισμένος
νοσφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοσφισμένος
νοσφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοσφισμένος
νοσφισμοί	=	νοσφισμός
νοσφισμού	=	νοσφισμός
νοσφισμούς	=	νοσφισμός
νοσφισμό	=	νοσφισμός
νοσφισμός	noun	το να χρησιμοποιεί κάποιος κάτι ξένο αυθαίρετα, σαν να ήταν δικό του, για ωφέλειά του
νοσφισμών	=	νοσφισμός
νοσφιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοσφιστής
νοσφιστή	noun	νοσφιστής, στη γενική του ενικού
νοσφιστών	noun	γενική πληθυντικού του νοσφιστής
νοσωδών	=	νοσώδης
νοσώ	verb	ασθενώ, έχω κάποια αρρώστια
νοσώδεις	=	νοσώδης
νοσώδες	=	νοσώδης
νοσώδη	=	νοσώδης
νοσώδης	adj	που προκαλεί αρρώστια
νοσώδους	=	νοσώδης
νοσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νοσώ
νοτάρι	noun	ναυτικό θέσπισμα (έγγραφο) ναυτικού εθιμικού δικαίου που κανόνιζε θέματα κυρίως σε αβαρία, επί τουρκοκρατίας και λίγο μετά την ανεξαρτησία
νοτάρια	=	νοτάρι
νοτάριος	noun	συμβολαιογράφος στα χρόνια της φραγκοκρατίας και τουρκοκρατίας
νοτία	noun	η υγρασία
νοτίας	=	νοτία
νοτίες	=	νοτία
νοτίζαμε	=	νοτίζω
νοτίζαν	=	νοτίζω
νοτίζανε	=	νοτίζω
νοτίζατε	=	νοτίζω
νοτίζει	=	νοτίζω
νοτίζεις	=	νοτίζω
νοτίζετε	=	νοτίζω
νοτίζοντας	=	νοτίζω
νοτίζουμε	=	νοτίζω
νοτίζουν	=	νοτίζω
νοτίζουνε	=	νοτίζω
νοτίζω	verb	υγραίνομαι ελαφρά, απορροφώ υγρασία
νοτίου	=	νότιος
νοτίους	=	νότιος
νοτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσαν	=	νοτίζω
νοτίσανε	=	νοτίζω
νοτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νότισμα
νοτίσματος	noun	γενική ενικού του νότισμα
νοτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νοτίων	=	νότιος
νοτίως	adv|formal	νότια
νοταριού	=	νοτάρι
νοταριών	=	νοτάρι
νοτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοτερός	adv	υγρά
νοτερέ	adj	κλητική ενικού του νοτερός
νοτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτερή
νοτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτερός
νοτερής	adj	γενική ενικού του νοτερή
νοτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτερός
νοτερού	adj	γενική ενικού του νοτερός
νοτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτερός
νοτερό	adj	αιτιατική ενικού του νοτερός
νοτερός	adj	υγρός
νοτερών	adj	γενική πληθυντικού του νοτερός
νοτιά	noun	※ ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, 10. Της αγάπης αίματα Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
νοτιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιάς
νοτιάδων	noun	γενική πληθυντικού του νοτιάς
νοτιάς	noun	ο νότιος άνεμος
νοτιές	=	νοτιά
νοτιανατολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοτιανατολικός	adv	σε νοτιανατολική κατεύθυνση
νοτιανατολικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιανατολικός
νοτιανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιανατολική
νοτιανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιανατολικός
νοτιανατολικής	adj	γενική ενικού του νοτιανατολική
νοτιανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιανατολικός
νοτιανατολικού	adj	γενική ενικού του νοτιανατολικός
νοτιανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιανατολικός
νοτιανατολικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιανατολικός
νοτιανατολικός	adj	άλλη μορφή του νοτιοανατολικός
νοτιανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιανατολικός
νοτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτινό	adv	άλλη μορφή του νότια
νοτινέ	adj	κλητική ενικού του νοτινός
νοτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτινή
νοτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτινός
νοτινής	adj	γενική ενικού του νοτινή
νοτινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτινός
νοτινού	adj	γενική ενικού του νοτινός
νοτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτινός
νοτινό	adj	αιτιατική ενικού του νοτινός
νοτινός	adj	άλλη μορφή του νότιος
νοτινών	adj	γενική πληθυντικού του νοτινός
νοτιοαμερικάνικα	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικε	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικες	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικη	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικης	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικο	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικοι	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικος	adj	άλλη μορφή του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικάνικου	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικους	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικάνικων	=	νοτιοαμερικάνικος
νοτιοαμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοαμερικανικό
νοτιοαμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοαμερικανική
νοτιοαμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικανικής	adj	γενική ενικού του νοτιοαμερικανική
νοτιοαμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικανικού	adj	γενική ενικού του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοαμερικανικός
νοτιοαμερικανικός	adj	ο σχετικός με την Νότια Αμερική ή τους νοτιοαμερικανούς
νοτιοαμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοαμερικανικός
νοτιοανατολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοτιοανατολικός	adv	κατεύθυνση νότια και ανατολικά (+ γενική)
νοτιοανατολικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοανατολικός
νοτιοανατολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοανατολική
νοτιοανατολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοανατολικός
νοτιοανατολικής	adj	γενική ενικού του νοτιοανατολική
νοτιοανατολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοανατολικός
νοτιοανατολικού	adj	γενική ενικού του νοτιοανατολικός, αρσενικό γένος
νοτιοανατολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοανατολικός
νοτιοανατολικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοανατολικός
νοτιοανατολικός	adj	που βρίσκεται στο σημείο ορίζοντα μεταξύ νότου και ανατολής
νοτιοανατολικότερα	adv|rare	πιο νότια και πιο ανατολικά
νοτιοανατολικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοανατολικός
νοτιοασιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοασιατικό
νοτιοασιατικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοασιατικός
νοτιοασιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοασιατική
νοτιοασιατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοασιατικός
νοτιοασιατικής	adj	γενική ενικού του νοτιοασιατική
νοτιοασιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοασιατικός
νοτιοασιατικού	adj	γενική ενικού του νοτιοασιατικός
νοτιοασιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοασιατικός
νοτιοασιατικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοασιατικός
νοτιοασιατικός	adj	ο σχετικός με την νότια Ασία (χώρες, λαούς, γεωγραφία, πολιτισμός)
νοτιοασιατικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοασιατικός
νοτιοατλαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοατλαντικό
νοτιοατλαντικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοατλαντικός
νοτιοατλαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοατλαντική
νοτιοατλαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοατλαντικός
νοτιοατλαντικής	adj	γενική ενικού του νοτιοατλαντική
νοτιοατλαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοατλαντικός
νοτιοατλαντικού	adj	γενική ενικού του νοτιοατλαντικός
νοτιοατλαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοατλαντικός
νοτιοατλαντικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοατλαντικός
νοτιοατλαντικός	adj	ο σχετικός με τον Νότιο Ατλαντικό (έκταση, χώρες, σύμφωνα, ακτές, λιμένες, κ.λπ.)
νοτιοατλαντικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοατλαντικός
νοτιοαφρικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοαφρικανικό
νοτιοαφρικανικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοαφρικανικός
νοτιοαφρικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοαφρικανική
νοτιοαφρικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοαφρικανικός
νοτιοαφρικανικής	adj	γενική ενικού του νοτιοαφρικανική
νοτιοαφρικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοαφρικανικός
νοτιοαφρικανικού	adj	γενική ενικού του νοτιοαφρικανικός
νοτιοαφρικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοαφρικανικός
νοτιοαφρικανικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοαφρικανικός
νοτιοαφρικανικός	adj	ο σχετικός με τη Νότια Αφρική (χώρες, λαούς, γεωγραφία)
νοτιοαφρικανικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοαφρικανικός
νοτιοβιετναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοβιετναμικό
νοτιοβιετναμικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοβιετναμικός
νοτιοβιετναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοβιετναμική
νοτιοβιετναμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοβιετναμικός
νοτιοβιετναμικής	adj	γενική ενικού του νοτιοβιετναμική
νοτιοβιετναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοβιετναμικός
νοτιοβιετναμικού	adj	γενική ενικού του νοτιοβιετναμικός
νοτιοβιετναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοβιετναμικός
νοτιοβιετναμικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοβιετναμικός
νοτιοβιετναμικός	adj	ο σχετικός με το Νότιο Βιετνάμ
νοτιοβιετναμικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοβιετναμικός
νοτιοδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοτιοδυτικός	adv	σε νοτιοδυτική κατεύθυνση ή θέση
νοτιοδυτικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοδυτικός
νοτιοδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοδυτική
νοτιοδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοδυτικός
νοτιοδυτικής	adj	γενική ενικού του νοτιοδυτική
νοτιοδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοδυτικός
νοτιοδυτικού	adj	γενική ενικού του νοτιοδυτικός
νοτιοδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοδυτικός
νοτιοδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοδυτικός
νοτιοδυτικός	adj	που βρίσκεται ανάμεσα στο νότιο και δυτικό σημείο του ορίζοντα
νοτιοδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοδυτικός
νοτιοειρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοειρηνικό
νοτιοειρηνικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοειρηνικός
νοτιοειρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοειρηνική
νοτιοειρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοειρηνικός
νοτιοειρηνικής	adj	γενική ενικού του νοτιοειρηνική
νοτιοειρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοειρηνικός
νοτιοειρηνικού	adj	γενική ενικού του νοτιοειρηνικός
νοτιοειρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοειρηνικός
νοτιοειρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοειρηνικός
νοτιοειρηνικός	adj	ο σχετικός με το Νότιο Ειρηνικό ωκεανό (έκταση, χώρες, νησιά, λιμένες, αεροδρόμια κ.λπ.)
νοτιοειρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοειρηνικός
νοτιοευρωπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοευρωπαϊκό
νοτιοευρωπαϊκέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοευρωπαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοευρωπαϊκή
νοτιοευρωπαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοευρωπαϊκής	adj	γενική ενικού του νοτιοευρωπαϊκή
νοτιοευρωπαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοευρωπαϊκού	adj	γενική ενικού του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοευρωπαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοευρωπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοευρωπαϊκός	adj	ο σχετικός με χώρες και λαούς της Νότιας Ευρώπης
νοτιοευρωπαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοευρωπαϊκός
νοτιοκορεατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοκορεατικό
νοτιοκορεατικέ	adj	κλητική ενικού του νοτιοκορεατικός
νοτιοκορεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτιοκορεατική
νοτιοκορεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτιοκορεατικός
νοτιοκορεατικής	adj	γενική ενικού του νοτιοκορεατική
νοτιοκορεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτιοκορεατικός
νοτιοκορεατικού	adj	γενική ενικού του νοτιοκορεατικός
νοτιοκορεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νοτιοκορεατικός
νοτιοκορεατικό	adj	αιτιατική ενικού του νοτιοκορεατικός
νοτιοκορεατικός	adj	ο σχετικός με τη Νότια Κορέα
νοτιοκορεατικών	adj	γενική πληθυντικού του νοτιοκορεατικός
νοτιοϊταλικά	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικέ	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικές	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλική	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικής	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικοί	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικού	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικούς	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικό	=	νοτιοϊταλικός
νοτιοϊταλικός	adj	που έχει σχέση με τη νότια Ιταλία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
νοτιοϊταλικών	=	νοτιοϊταλικός
νοτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νότισμα
νοτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτισμένο
νοτισμένε	verb	κλητική ενικού του νοτισμένος
νοτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νοτισμένη
νοτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοτισμένος
νοτισμένης	verb	γενική ενικού του νοτισμένη
νοτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νοτισμένος
νοτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νοτισμένος
νοτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου νοτίζω
νοτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νοτισμένος
νοτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νοτισμένος
νοτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νοτισμένος
νοτισμός	noun|rare	άλλη μορφή του νότισμα, υγρασία
νοτιότατα	=	νότιος
νοτιότατε	=	νότιος
νοτιότατες	=	νότιος
νοτιότατη	=	νότιος
νοτιότατης	=	νότιος
νοτιότατο	=	νότιος
νοτιότατοι	=	νότιος
νοτιότατος	=	νότιος
νοτιότατου	=	νότιος
νοτιότατους	=	νότιος
νοτιότατων	=	νότιος
νοτιότερα	=	νότιος
νοτιότερε	=	νότιος
νοτιότερες	=	νότιος
νοτιότερη	=	νότιος
νοτιότερης	=	νότιος
νοτιότερο	=	νότιος
νοτιότεροι	=	νότιος
νοτιότερος	=	νότιος
νοτιότερου	=	νότιος
νοτιότερους	=	νότιος
νοτιότερων	=	νότιος
νοτιών	=	νοτιά
νοτών	=	νότα
νου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νους
νουά	noun	το κρέας από το πίσω μέρος του μηρού των βοοειδών
νουάρ	adj	μαύρος στον όρο φιλμ νουάρ	noun	το μαύρο στον όρο μπλε νουάρ
νουβέλα	noun	πεζό αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο με έκταση μεγαλύτερη από το διήγημα και μικρότερη από το μυθιστόρημα
νουβέλας	noun	γενική ενικού του νουβέλα
νουβέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουβέλα
νουγκατίνα	noun	είδος πάστας
νουγκατίνας	=	νουγκατίνα
νουγκατίνες	=	νουγκατίνα
νουγκατίνων	=	νουγκατίνα
νουθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθέτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νουθετώ
νουθέτησης	=	νουθέτηση
νουθεσία	noun	η συμβουλή, η παραίνεση, η ορμήνια, η διδαχή
νουθεσίας	noun	γενική ενικού του νουθεσία
νουθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουθεσία
νουθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του νουθεσία
νουθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νουθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουθέτηση
νουθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήσεων	=	νουθέτηση
νουθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νουθετώ
νουθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουθετημένο
νουθετημένε	verb	κλητική ενικού του νουθετημένος
νουθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουθετημένη
νουθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νουθετημένος
νουθετημένης	verb	γενική ενικού του νουθετημένη
νουθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του νουθετημένος
νουθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νουθετημένος
νουθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νουθετημένος
νουθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νουθετημένος
νουθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νουθετημένος
νουθετούμαι	verb	συνηρημένη μορφή του νουθετώ
νουθετώ	verb	συμβουλεύω, προτείνω τα δέοντα
νουκλεΐνες	=	νουκλεΐνη
νουκλεΐνη	noun	πλούσια σε φώσφορο πρωτεΐνη που βρίσκεται στον πυρήνα ενός κυττάρου
νουκλεΐνης	=	νουκλεΐνη
νουκλεοκαψίδια	=	νουκλεοκαψίδιο
νουκλεοκαψίδιο	noun	η δομή του πυρήνα ενός ιού, η οποία αποτελείται από νουκλεϊκό οξύ το οποίο περιβάλλεται από περίβλημα πρωτεΐνης
νουκλεοκαψίδιου	=	νουκλεοκαψίδιο
νουκλεοκαψιδίου	=	νουκλεοκαψίδιο
νουκλεοκαψιδίων	=	νουκλεοκαψίδιο
νουκλεονίου	=	νουκλεόνιο
νουκλεονίων	=	νουκλεόνιο
νουκλεοπρωτεΐνες	=	νουκλεοπρωτεΐνη
νουκλεοπρωτεΐνη	noun	η νουκλεΐνη
νουκλεοπρωτεΐνης	=	νουκλεοπρωτεΐνη
νουκλεοπρωτεϊνών	=	νουκλεοπρωτεΐνη
νουκλεοσυνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουκλεοσύνθεση
νουκλεοσυνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του νουκλεοσύνθεση
νουκλεοσυνθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του νουκλεοσύνθεση
νουκλεοσύνθεσης	noun	γενική ενικού του νουκλεοσύνθεση
νουκλεοτίδια	=	νουκλεοτίδιο
νουκλεοτίδιο	noun	οργανικό μόριο, η δομική μονάδα των νουκλεϊνικών οξέων (DNA, RNA)
νουκλεοτίδιου	=	νουκλεοτίδιο
νουκλεοτίδιων	=	νουκλεοτίδιο
νουκλεοτιδίου	=	νουκλεοτίδιο
νουκλεοτιδίων	=	νουκλεοτίδιο
νουκλεϊκά	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκέ	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκές	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκή	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκής	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκοί	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκού	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκούς	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκό	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊκός	adj	που έχει σχέση με το νουκλεϊκό οξύ ή τη νουκλεΐνη ή αναφέρεται σ’ αυτά
νουκλεϊκών	=	νουκλεϊκός
νουκλεϊνών	=	νουκλεΐνη
νουκλεόνια	=	νουκλεόνιο
νουκλεόνιο	noun	το πρωτόνιο ή το νετρόνιο, σωματίδια που αποτελούν τον πυρήνα ενός ατόμου
νουκλεόνιου	=	νουκλεόνιο
νουμερολογία	noun	είδος μαντείας που βασίζεται στην αριθμητική ανάλυση των χαρακτηριστικών ενός ανθρώπου
νουμερολογίας	=	νουμερολογία
νουμερολογίες	=	νουμερολογία
νουμερολογιών	=	νουμερολογία
νουμηνία	noun	η πρώτη μέρα του νέου σεληνιακού μήνα
νουμηνίας	noun	γενική ενικού του νουμηνία
νουμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νουμηνία
νουμηνιών	noun	γενική πληθυντικού του νουμηνία
νουμπά	=	νουμπάς
νουμπάδες	=	νουμπάς
νουμπάδων	=	νουμπάς
νουμπάκι	noun|informal	υποκοριστικό του νουμπάς
νουμπάκια	=	νουμπάκι
νουμπάς	noun|informal	νέος χρήστης του online gaming ή που μοιάζει νέος λόγω των μη επαρκών γνώσεών του
νουνά	noun	θηλυκό του νουνός, συνώνυμη μορφή του νονά, εκείνη που βαφτίζει παιδί
νουνάς	=	νουνά
νουνέ	=	νουνός
νουνές	=	νουνά
νουνέχεια	noun|formal	η ιδιότητα του νουνεχή
νουνέχειας	=	νουνέχεια
νουνέχειες	=	νουνέχεια
νουνεχές	=	νουνεχής
νουνεχή	=	νουνεχής
νουνεχής	adj	που έχει μυαλό
νουνεχείς	=	νουνεχής
νουνεχειών	=	νουνέχεια
νουνεχούς	=	νουνεχής
νουνεχών	=	νουνεχής
νουνεχώς	adv	κατά νουνεχή τρόπο, συνετά
νουνοί	=	νουνός
νουνού	=	νουνός
νουνούς	=	νουνός
νουντλ	noun	μακριά και λεπτή λωρίδα ζύμης (ή και σε διαφορετικά σχήματα) από ρύζι ή στάρι, μέρος της κινεζικής κουζίνας, αναφερόμενη στα ελληνικά και νούγια (νούγιες στον πληθυντικό)
νουντλς	=	νουντλ
νουνό	=	νουνός
νουνός	noun	προφορική / παλαιότερη μορφή του νονός
νουνών	=	νουνός
νους	noun	οι πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου που τον βοηθούν να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να επεξεργάζεται τα δεδομένα της
νούλα	noun	το μηδενικό, το τίποτε
νούλας	noun	γενική ενικού του νούλα
νούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νούλα
νούμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νούμερο
νούμερο	noun	αριθμός
νούμερου	noun	γενική ενικού του νούμερο
νούμερων	noun	γενική πληθυντικού του νούμερο
νούμπουλα	=	νούμπουλο
νούμπουλο	noun	αλλαντικό της Κέρκυρας από χοιρινό κρέας
νούμπουλου	=	νούμπουλο
νούμπουλων	=	νούμπουλο
νούννα	noun	η νονά
νούντσιε	=	νούντσιος
νούντσιο	=	νούντσιος
νούντσιοι	=	νούντσιος
νούντσιος	noun	ο διαπιστευμένος αντιπρόσωπος του Πάπα προς στις κυβερνήσεις ξένων χωρών, διπλωματικός εκπρόσωπος (αντίστοιχος του πρέσβυ) του Βατικανού σε ξένη χώρα
νούντσιου	=	νούντσιος
νούντσιους	=	νούντσιος
νούντσιων	=	νούντσιος
νούρι	noun|dated	φως
νούφαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νούφαρο
νούφαρο	noun	υδρόβιο ποώδες φυτό (λατινικό όνομα Nymphaea alba) με μεγάλα ωοειδή ή καρδιοειδή φύλλα που επιπλέουν στα νερά, και ακτινωτά άσπρα ή κίτρινα άνθη με πολλά πέταλα
νούφαρου	noun	γενική ενικού του νούφαρο
νούφαρων	noun	γενική πληθυντικού του νούφαρο
νοώ	verb|formal	αντιλαμβάνομαι με το νου
νπδδ	abbrev	νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου: νομικό πρόσωπο οι σχέσεις του οποίου με φυσικά πρόσωπα ή άλλα νομικά πρόσωπα διέπονται από το δημόσιο δίκαιο
νπιδ	abbrev	νομικό πρόσωπο οι σχέσεις του οποίου με φυσικά πρόσωπα ή άλλα νομικά πρόσωπα διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο
νς	abbrev	Ο ΝΣ είναι ο κύριος ναύσταθμος του ελληνικού πολεμικού ναυτικού
ντάβα	noun	νταβατζής
ντάβανε	=	ντάβανος
ντάβανο	=	ντάβανος
ντάβανοι	=	ντάβανος
ντάβανος	noun	άλλη μορφή του τάβανος και του νταβάνι
ντάβανου	=	ντάβανος
ντάβανους	=	ντάβανος
ντάβανων	=	ντάβανος
ντάβας	=	ντάβα
ντάβες	=	ντάβα
ντάλα	noun	η μέση, το αποκορύφωμα ζεστής μέρας ή περιόδου
ντάλια	noun	είδος καλλωπιστικού φυτού
ντάλιας	noun	γενική ενικού του ντάλια
ντάλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντάλια
ντάμα	noun	η γυναίκα με την οποία χορεύει κάποιος
ντάμας	noun	γενική ενικού του ντάμα
ντάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντάμα
ντάμπιγκ	=	ντάμπινγκ
ντάμπινγκ	noun	η εξαγωγή και πώληση προϊόντων σε τιμή χαμηλότερη (ή ακόμη και κάτω του κόστους) από ό,τι στην εγχώρια αγορά ή σε διεθνές επίπεδο με σκοπό την εκμηδένιση των ανταγωνιστών
ντάνα	noun	η στοίβα από διάφορα πράγματα με τάξη το ένα πάνω στο άλλο
ντάνας	noun	γενική ενικού του ντάνα
ντάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντάνα
ντάνιαζα	=	ντανιάζω
ντάνιαζαν	=	ντανιάζω
ντάνιαζε	=	ντανιάζω
ντάνιαζες	=	ντανιάζω
ντάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντάνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ντανιάζω
ντάνσιγκ	noun	άλλη γραφή ή και προφορά του ντάνσινγκ
ντάνσινγκ	noun|rare	ο χορός, ιδίως σε πολυλεκτικούς αγγλικούς όρους
ντάντεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νταντεύω
ντάντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
ντάντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
ντάντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
ντάντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
ντάπια	noun	προμαχώνας
ντάπιας	noun	γενική ενικού του ντάπια
ντάπιες	=	ντάπια
ντάρα	noun	άλλη μορφή του τάρα
ντάρας	noun	γενική ενικού του ντάρα
ντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντάρα
ντάρι	noun	το φυτό σόργο και κυρίως ο καρπός του ως ζωοτροφή
ντέι	intj	προσταγή σε γαϊδούρι, μουλάρι ή άλογο
ντέντεκτιβ	noun	ντέτεκτιβ
ντένω	=	ανταίνω
ντέρμπι	noun	αγώνας μεταξύ ισάξιων αντιπάλων με αβέβαιο αποτέλεσμα, αμφίρροπος αγώνας
ντέρτι	noun|vulgar	καημός (ενίοτε ερωτικός), στενοχώρια, βάσανο
ντέρτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντέρτι
ντέρτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντέρτικο
ντέρτικε	adj	κλητική ενικού του ντέρτικος
ντέρτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντέρτικη
ντέρτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντέρτικος
ντέρτικης	adj	γενική ενικού του ντέρτικη
ντέρτικο	adj	αιτιατική ενικού του ντέρτικος
ντέρτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντέρτικος
ντέρτικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με το ντέρτι, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται με ντέρτι
ντέρτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντέρτικος
ντέρτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντέρτικος
ντέρτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντέρτικος
ντέσκτοπ	noun	υπολογιστής με ξεχωριστή μονάδα επεξεργασίας-αποθήκευσης από την οθόνη, το ποντίκι, τα ηχεία και τα τυχόν άλλα περιφερειακά
ντέτεκτιβ	noun	αυτός που ασχολείται με ιδιωτικές αστυνομικές έρευνες
ντέφι	noun	κρουστό μουσικό όργανο
ντέφια	=	ντέφι
ντήζελ	noun	μη απλοποιημένη γραφή του ντίζελ
ντίβα	noun	διάσημη τραγουδίστρια της όπερας
ντίβας	noun	γενική ενικού του ντίβα
ντίβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντίβα
ντίζα	noun	συρματόσχοινο για μεταφορά κίνησης
ντίζας	noun	γενική ενικού του ντίζα
ντίζελ	noun	μηχανή (εσωτερικής καύσης) που δίνει κίνηση χρησιμοποιώντας πετρέλαιο
ντίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντίζα
ντίλερ	noun	ο μεταπωλητής, ο διακινητής εμπορικού προϊόντος εκτός καταστήματος
ντίρλα	adv	λιάδα, στουπί
ντίσκο	noun	χορευτική μουσική που ξεκίνησε από την αγγλική-αμερικανική μουσική σκηνή· ήταν παγκοσμίως δημοφιλής από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980
ντα	noun	η ξυλιά, η χειροδικία	pron	άλλη μορφή του ίντα· τι
νταή	=	νταής
νταήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταής
νταήδων	=	νταής
νταής	noun|vulgar	παλικαράς, καβγατζής
νταβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νταβάς
νταβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταβάς
νταβάδων	noun	γενική πληθυντικού του νταβάς
νταβάνι	noun	άλλη μορφή του ταβάνι
νταβάνια	=	νταβάνι
νταβάς	noun	άλλη μορφή του ταβάς
νταβέτι	noun	μυστικιστική τελετή που σκοπό έχει το κάλεσμα νεράιδας
νταβανιού	=	νταβάνι
νταβανιών	=	νταβάνι
νταβανοσάνιδα	=	νταβανοσάνιδο
νταβανοσάνιδο	noun|vulgar	άλλη μορφή του ταβανοσάνιδο
νταβανοσάνιδου	=	νταβανοσάνιδο
νταβανοσάνιδων	=	νταβανοσάνιδο
νταβαντουριού	=	νταβαντούρι
νταβαντουριών	=	νταβαντούρι
νταβαντούρι	noun	μεγάλος θόρυβος
νταβαντούρια	=	νταβαντούρι
νταβατζή	=	νταβατζής
νταβατζήδες	=	νταβατζής
νταβατζήδων	=	νταβατζής
νταβατζής	noun	ο προστάτης και εκμεταλλευτής ιεροδούλων· προαγωγός, μαστροπός
νταβατζιλίκι	noun	η ασχολία και οι πρακτικές του νταβατζή
νταβατζιλίκια	=	νταβατζιλίκι
νταβατζιλικιού	=	νταβατζιλίκι
νταβατζιλικιών	=	νταβατζιλίκι
νταβατουριού	=	νταβατούρι
νταβατουριών	=	νταβατούρι
νταβατούρι	noun	νταβαντούρι
νταβατούρια	=	νταβατούρι
νταβουλιού	=	νταβούλι
νταβουλιών	=	νταβούλι
νταβούλι	noun	το νταούλι
νταβούλια	=	νταβούλι
νταβράντιζα	=	νταβραντίζω
νταβράντιζαν	=	νταβραντίζω
νταβράντιζε	=	νταβραντίζω
νταβράντιζες	=	νταβραντίζω
νταβράντισα	=	νταβραντίζω
νταβράντισαν	=	νταβραντίζω
νταβράντισε	=	νταβραντίζω
νταβράντισες	=	νταβραντίζω
νταβραντίζαμε	=	νταβραντίζω
νταβραντίζαν	=	νταβραντίζω
νταβραντίζανε	=	νταβραντίζω
νταβραντίζατε	=	νταβραντίζω
νταβραντίζει	=	νταβραντίζω
νταβραντίζεις	=	νταβραντίζω
νταβραντίζετε	=	νταβραντίζω
νταβραντίζοντας	=	νταβραντίζω
νταβραντίζουμε	=	νταβραντίζω
νταβραντίζουν	=	νταβραντίζω
νταβραντίζουνε	=	νταβραντίζω
νταβραντίζω	verb|vulgar	δίνω ζωτικότητα, δυναμώνω
νταβραντίσαμε	=	νταβραντίζω
νταβραντίσαν	=	νταβραντίζω
νταβραντίσανε	=	νταβραντίζω
νταβραντίσατε	=	νταβραντίζω
νταβραντίσει	=	νταβραντίζω
νταβραντίστε	=	νταβραντίζω
νταβραντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταβραντισμένο
νταβραντισμένε	verb	κλητική ενικού του νταβραντισμένος
νταβραντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταβραντισμένη
νταβραντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νταβραντισμένος
νταβραντισμένης	verb	γενική ενικού του νταβραντισμένη
νταβραντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νταβραντισμένος
νταβραντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νταβραντισμένος
νταβραντισμένος	verb	ζωηρός, δυνατός, σφριγηλός
νταβραντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νταβραντισμένος
νταβραντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νταβραντισμένος
νταβραντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νταβραντισμένος
νταβών	=	ντάβα
νταγιάντιζα	=	νταγιαντίζω
νταγιάντιζαν	=	νταγιαντίζω
νταγιάντιζε	=	νταγιαντίζω
νταγιάντιζες	=	νταγιαντίζω
νταγιάντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιάντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιάντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιάντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίζαμε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζαν	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζανε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζατε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζει	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζεις	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζετε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίζουμε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζουν	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζουνε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίζω	verb	υπομένω μια δύσκολη κατάσταση, αντέχω, βαστώ
νταγιαντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσαν	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίσανε	=	νταγιαντίζω
νταγιαντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταγιαντίζω
νταγιαντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταγιαντισμένο
νταγιαντισμένε	verb	κλητική ενικού του νταγιαντισμένος
νταγιαντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταγιαντισμένη
νταγιαντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νταγιαντισμένος
νταγιαντισμένης	verb	γενική ενικού του νταγιαντισμένη
νταγιαντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νταγιαντισμένος
νταγιαντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νταγιαντισμένος
νταγιαντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νταγιαντισμένος
νταγιαντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νταγιαντισμένος
νταγιαντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νταγιαντισμένος
νταγιαντώ	verb	άλλη μορφή του νταγιαντάω
νταγιαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νταγιαντάω
νταγκλαρά	=	νταγκλαράς
νταγκλαράδες	=	νταγκλαράς
νταγκλαράδων	=	νταγκλαράς
νταγκλαράς	noun	μορφή του νταγλαράς
νταγλαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νταγλαράς
νταγλαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταγλαράς
νταγλαράδων	noun	γενική πληθυντικού του νταγλαράς
νταγλαράς	noun	ψηλός, μεγαλόσωμος και άχαρος
νταηλίκι	noun	η συμπεριφορά του νταή
νταηλίκια	=	νταηλίκι
νταηλικιού	=	νταηλίκι
νταηλικιών	=	νταηλίκι
ντακέρνω	verb	αρχίζω, ξεκινάω
ντακότα	noun	παλιό μεταγωγικό αεροπλάνο με δύο κινητήρες
ντακότας	noun	γενική ενικού του ντακότα
ντακότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντακότα
νταλάκι	noun	ο σαπίτης
νταλάκια	=	νταλάκι
νταλίκα	noun	μεγάλο φορτηγό με ρυμουλκούμενη καρότσα, μηχανοκίνητο όχημα κατάλληλο για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων
νταλίκας	noun	γενική ενικού του νταλίκα
νταλίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταλίκα
νταλαβέρι	noun	μορφή του νταραβέρι
νταλαβέρια	=	νταλαβέρι
νταλαβερίζεσαι	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίζεστε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίζεται	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίζομαι	verb	άλλη μορφή του νταραβερίζομαι
νταλαβερίζονται	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίζονταν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίζου	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίσου	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίστηκα	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίστηκαν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίστηκε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβερίστηκες	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόμασταν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόμαστε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόμουν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόμουνα	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόντουσαν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόσασταν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόσαστε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόσουν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόσουνα	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζόταν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριζότανε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριού	=	νταλαβέρι
νταλαβερισμένος	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριστήκαμε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριστήκαν	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριστήκανε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριστήκατε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριστεί	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριστείτε	=	νταλαβερίζομαι
νταλαβεριών	=	νταλαβέρι
νταλαβερτζή	=	νταλαβερτζής
νταλαβερτζήδες	=	νταλαβερτζής
νταλαβερτζήδων	=	νταλαβερτζής
νταλαβερτζής	noun	νταραβερτζής
νταλακιού	=	νταλάκι
νταλακιών	=	νταλάκι
νταλγκά	=	νταλγκάς
νταλγκάδες	=	νταλγκάς
νταλγκάδων	=	νταλγκάς
νταλγκάς	noun	άλλη μορφή του νταλκάς: έντονη επιθυμία
νταλιάνι	noun	ιχθυοπαγίδα, λαβυρινθοειδής παγίδα ψαρέματος
νταλιάνια	=	νταλιάνι
νταλιανιού	=	νταλιάνι
νταλιανιών	=	νταλιάνι
νταλικέρη	=	νταλικέρης
νταλικέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταλικέρης
νταλικέρηδων	=	νταλικέρης
νταλικέρης	noun	οδηγός νταλίκας
νταλικέρισσα	=	νταλικέρης
νταλικών	noun	γενική πληθυντικού του νταλίκα
νταλκά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του νταλκάς
νταλκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταλκάς
νταλκάδων	noun	γενική πληθυντικού του νταλκάς
νταλκάς	noun	δυνατή επιθυμία, πόθος συχνά ανεκλπήρωτος, καημός
νταλκαβούκη	=	νταλκαβούκης
νταλκαβούκηδες	=	νταλκαβούκης
νταλκαβούκηδων	=	νταλκαβούκης
νταλκαβούκης	noun	κόλακας, παράσιτο, ανεπιθύμητος μουσαφίρης
νταλκαδιάρη	=	νταλκαδιάρης
νταλκαδιάρηδες	=	νταλκαδιάρης
νταλκαδιάρηδων	=	νταλκαδιάρης
νταλκαδιάρης	noun	αισθηματίας που έχει πολλούς νταλκάδες
νταμάρι	noun	το λατομείο
νταμάρια	=	νταμάρι
νταμίρα	noun	το χασίσι, το χόρτο
νταμίρας	=	νταμίρα
νταμίρες	=	νταμίρα
νταμαζλούκι	noun	νταμουζλούκι
νταμαρήσια	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιας	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιε	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιες	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιο	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιοι	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιος	adj	νταμαρίσιος
νταμαρήσιου	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιους	=	νταμαρήσιος
νταμαρήσιων	=	νταμαρήσιος
νταμαρίσια	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιας	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιε	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιες	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιο	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιοι	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιος	adj	σχετικός με νταμάρι, με λατομείο
νταμαρίσιου	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιους	=	νταμαρίσιος
νταμαρίσιων	=	νταμαρίσιος
νταμαριού	=	νταμάρι
νταμαριών	=	νταμάρι
νταμαρτζή	=	νταμαρτζής
νταμαρτζήδες	=	νταμαρτζής
νταμαρτζήδων	=	νταμαρτζής
νταμαρτζής	noun	εργάτης λατομείου, νταμαριού
νταμιάνα	noun	Turnera diffusa, βότανο της Κεντρικής και Βόρειας Αμερικής
νταμιάνας	noun	γενική ενικού του νταμιάνα
νταμιάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταμιάνα
νταμιανών	noun	γενική πληθυντικού του νταμιάνα
νταμιρών	=	νταμίρα
νταμιτζάνα	noun	γυάλινο δοχείο υγρών, σε διάφορα σχέδια, με ή χωρίς χερούλια, που περιβάλλεται από κάποιο ψάθινο ή πλαστικό προστατευτικό πλέγμα, συνήθως με περιεκτικότητα μεγαλύτερη των δύο λίτρων
νταμιτζάνας	=	νταμιτζάνα
νταμιτζάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταμιτζάνα
νταμιτζάνων	=	νταμιτζάνα
νταμουζλούκι	noun	αρσενικό ζώο που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή
νταμπλ	noun	η κατάκτηση από μια (συνήθως) ποδοσφαιρική ομάδα δύο τίτλων, και του πρωταθλήματος και του κυπέλλου
νταμπλούχε	=	νταμπλούχος
νταμπλούχο	=	νταμπλούχος
νταμπλούχοι	=	νταμπλούχος
νταμπλούχος	noun	ομάδα που έχει πάρει και κύπελλο και πρωτάθλημα (νταμπλ)
νταμπλούχου	=	νταμπλούχος
νταμπλούχους	=	νταμπλούχος
νταμπλούχων	=	νταμπλούχος
νταμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νταμωτός	adv|rare	με νταμωτό τρόπο
νταμωτέ	adj	κλητική ενικού του νταμωτός
νταμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταμωτή
νταμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νταμωτός
νταμωτής	adj	γενική ενικού του νταμωτή
νταμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νταμωτός
νταμωτού	adj	γενική ενικού του νταμωτός
νταμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νταμωτός
νταμωτό	adj	αιτιατική ενικού του νταμωτός
νταμωτός	adj|rare	που η επιφάνειά του έχει διαιρεθεί σε τετραγωνίδια
νταμωτών	adj	γενική πληθυντικού του νταμωτός
ντανιάζαμε	=	ντανιάζω
ντανιάζαν	=	ντανιάζω
ντανιάζανε	=	ντανιάζω
ντανιάζατε	=	ντανιάζω
ντανιάζει	=	ντανιάζω
ντανιάζεις	=	ντανιάζω
ντανιάζετε	=	ντανιάζω
ντανιάζοντας	=	ντανιάζω
ντανιάζουμε	=	ντανιάζω
ντανιάζουν	=	ντανιάζω
ντανιάζουνε	=	ντανιάζω
ντανιάζω	verb	τοποθετώ αντικείμενα σε ντάνα, στοιβάζω, όσο γίνεται πιο τακτοποιημένα, ομοειδή αντικείμενα
ντανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσαν	=	ντανιάζω
ντανιάσανε	=	ντανιάζω
ντανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντάνιασμα
ντανιάσματος	noun	γενική ενικού του ντάνιασμα
ντανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντανιάζω
ντανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντάνιασμα
νταντά	noun	η παραμάνα
νταντάδες	=	νταντά
νταντάδων	=	νταντά
νταντάς	=	νταντά
νταντέλα	noun	άλλη μορφή του δαντέλα
νταντέλας	noun	γενική ενικού του νταντέλα
νταντέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταντέλα
νταντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντάντεμα
νταντέματος	noun	γενική ενικού του ντάντεμα
νταντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
νταντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταντεύω
ντανταϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ντανταϊσμός
ντανταϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντανταϊσμός
ντανταϊσμού	noun	γενική ενικού του ντανταϊσμός
ντανταϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντανταϊσμός
ντανταϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ντανταϊσμός
ντανταϊσμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα που άνθισε μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και επιχείρησε να ανανεώσει την τέχνη απορρίπτοντας τις καθιερωμένες της αρχές
ντανταϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ντανταϊσμός
νταντελένια	=	νταντελένιος
νταντελένιας	=	νταντελένιος
νταντελένιε	=	νταντελένιος
νταντελένιες	=	νταντελένιος
νταντελένιο	=	νταντελένιος
νταντελένιοι	=	νταντελένιος
νταντελένιος	adj	άλλη μορφή του δαντελένιος
νταντελένιου	=	νταντελένιος
νταντελένιους	=	νταντελένιος
νταντελένιων	=	νταντελένιος
νταντελωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταντελωτό	adv	δαντελωτά
νταντελωτέ	adj	κλητική ενικού του νταντελωτός
νταντελωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταντελωτή
νταντελωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νταντελωτός
νταντελωτής	adj	γενική ενικού του νταντελωτή
νταντελωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νταντελωτός
νταντελωτού	adj	γενική ενικού του νταντελωτός
νταντελωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νταντελωτός
νταντελωτό	adj	αιτιατική ενικού του νταντελωτός
νταντελωτός	adj	δαντελωτός
νταντελωτών	adj	γενική πληθυντικού του νταντελωτός
νταντελών	noun	γενική πληθυντικού του νταντέλα
νταντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντάντεμα
νταντεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταντεμένο
νταντεμένε	verb	κλητική ενικού του νταντεμένος
νταντεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταντεμένη
νταντεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νταντεμένος
νταντεμένης	verb	γενική ενικού του νταντεμένη
νταντεμένο	verb	αιτιατική ενικού του νταντεμένος
νταντεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νταντεμένος
νταντεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νταντεμένος
νταντεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νταντεμένος
νταντεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νταντεμένος
νταντεύω	verb	φροντίζω κάποιο μικρό παιδί ή βρέφος ως ή σαν νταντά
ντανών	noun	γενική πληθυντικού του ντάνα
νταξ	abbrev	εντάξει
νταουλάρης	noun	ο χάρος
νταουλιέρη	=	νταουλιέρης
νταουλιέρηδες	=	νταουλιέρης
νταουλιέρηδων	=	νταουλιέρης
νταουλιέρης	noun	που παίζει νταούλι
νταουλιού	=	νταούλι
νταουλιών	=	νταούλι
νταουλτζή	=	νταουλτζής
νταουλτζήδες	=	νταουλτζής
νταουλτζήδων	=	νταουλτζής
νταουλτζής	noun	αυτός που παίζει νταούλι, ο νταουλιέρης
νταούλι	noun	παραδοσιακό μουσικό όργανο, είδος τύμπανου που κρέμεται από τον ώμο, στο πλάι, και παίζεται χτυπώντας και τις δύο πλευρές του
νταούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταούλι
νταρί	noun	το καλαμπόκι
νταραβέρι	noun|vulgar	η εμπορική δοσοληψία, η συναλλαγή
νταραβέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταραβέρι
νταραβερίζεσαι	=	νταραβερίζομαι
νταραβερίζεστε	=	νταραβερίζομαι
νταραβερίζεται	=	νταραβερίζομαι
νταραβερίζομαι	verb	έχω νταραβέρι ή (γενικότερα) σχέσεις με κάποιον ή κάποιους
νταραβερίζονται	=	νταραβερίζομαι
νταραβερίζονταν	=	νταραβερίζομαι
νταραβερίζου	=	νταραβερίζομαι
νταραβερίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριζόμασταν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόμαστε	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόμουν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόμουνα	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόντουσαν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόσασταν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόσαστε	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόσουν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόσουνα	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζόταν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριζότανε	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριού	=	νταραβέρι
νταραβερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταραβερισμένο
νταραβερισμένε	verb	κλητική ενικού του νταραβερισμένος
νταραβερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταραβερισμένη
νταραβερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νταραβερισμένος
νταραβερισμένης	verb	γενική ενικού του νταραβερισμένη
νταραβερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νταραβερισμένος
νταραβερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νταραβερισμένος
νταραβερισμένος	=	νταραβερίζομαι
νταραβερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νταραβερισμένος
νταραβερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νταραβερισμένος
νταραβερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νταραβερισμένος
νταραβεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστήκαν	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριστήκανε	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριστούνε	=	νταραβερίζομαι
νταραβεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νταραβερίζομαι
νταραβεριών	=	νταραβέρι
νταραβερτζή	=	νταραβερτζής
νταραβερτζήδες	=	νταραβερτζής
νταραβερτζήδων	=	νταραβερτζής
νταραβερτζής	noun	αυτός που νταραβερίζεται
νταριά	=	νταρί
νταριού	=	νταρί
νταριών	=	νταρί
νταρμστάντιο	noun	τεχνητό, ραδιενεργό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 110 και χημικό σύμβολο το Ds
νταρμστάντιου	=	νταρμστάντιο
νταρμσταντίου	=	νταρμστάντιο
νταρντάνα	noun	γυναίκα μεγαλόσωμη και γεροδεμένη
νταρντάνας	noun	γενική ενικού του νταρντάνα
νταρντάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νταρντάνα
νταρών	noun	γενική πληθυντικού του ντάρα
ντατούρα	noun	γένος τοξικών ανθοφόρων φυτών της οικογένειας Στρυχνοειδή (Solanaceae)
ντατούρας	=	ντατούρα
ντατούρες	=	ντατούρα
νταϊλίκι	noun	άλλη γραφή του νταηλίκι
νταϊλίκια	=	νταϊλίκι
νταϊλικιού	=	νταϊλίκι
νταϊλικιών	=	νταϊλίκι
νταϊφά	=	νταϊφάς
νταϊφάδες	=	νταϊφάς
νταϊφάδων	=	νταϊφάς
νταϊφάς	noun	άλλη μορφή του ταϊφάς
ντε	particle	μεταγραφή της λατινικής πρόθεσης dē (από) με ελληνικά γράμματα
ντεβέ	=	ντεβές
ντεβέδες	=	ντεβές
ντεβέδων	=	ντεβές
ντεβές	noun	η καμήλα
ντεβανάγκαρι	noun	σύστημα γραφής (ή αλφάβητο) που χρησιμοποιείται σε πάνω από 90 γλώσσες της Ινδίας και του Νεπάλ.
ντεγκιστασιόν	noun	άλλη μορφή του ντεγκουστασιόν
ντεγκραντέ	noun	σταδιακή, βαθμιαία αλλαγή από ένα χρώμα σε άλλο ή από μια απόχρωση του ίδιου χρώματος σε άλλη
ντεγουστασιόν	noun	γευσιγνωστική ή γευστική δοκιμή που αφορά ποτά, σούπες και φαγητά
ντεζαβού	noun|vulgar	άλλη μορφή του ντεζά βι
ντεζαμπιγέ	noun|rare	νεγκλιζέ
ντεζαμπιγιέ	noun|rare	νεγκλιζέ
ντεθά	=	ντεθάς
ντεθάδες	=	ντεθάς
ντεθάδων	=	ντεθάς
ντεθάς	noun	που του αρέσει να ακούει ή να παίζει μουσική ντεθ μέταλ
ντεθού	=	ντεθάς
ντεκαπάζ	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του μερικού ή ολικού αποχρωματισμού των μαλλιών
ντεκαποτάμπλ	adj	με πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
ντεκαφεϊνέ	adj	χωρίς καφεΐνη
ντεκλαρέ	adj	ξεκάθαρος, ανοιχτός, ντόμπρος	adv	ξεκάθαρα, ανοιχτά, ντόμπρα
ντεκλασέ	adj	μπανάλ, μπας κλας, μπασκλάς
ντεκοβίλ	noun	τύπος σιδηροδρόμου με φορητά στοιχεία, λυόμενου, μεταφερόμενου και επανασυναρμολογούμενου που χρησιμοποιείται σε ορυχεία, βιομηχανίες κ.λπ. στενής γραμμής πλάτους 40-60 εκατοστών
ντεκολορασιόν	noun	ο αποχρωματισμός (των μαλλιών, συνήθως το ξάνθισμα
ντεκολτέ	noun	άνοιγμα σε ρούχο, συνήθως γυναικείο, που αφήνει να φαίνονται το κάτω μέρος του λαιμού και τμήμα του πάνω μέρους του στήθους
ντεκορασιόν	noun	η διακόσμηση
ντεκορατέρ	noun	διακοσμητής
ντεκορατρίς	=	ντεκορατέρ
ντεκουπάζ	noun	ο χωρισμός των σκηνών και των πλάνων (σύμφωνα με το σενάριο μιας ταινίας), η καταγραφή και αρίθμησή τους, ώστε η διαδικασία αυτή να βοηθήσει στην κινηματογράφηση και το μοντάζ
ντεκουπάρισμα	noun	άλλη μορφή του ντεκουπάζ
ντεκουπάρω	verb	κάνω ντεκουπάζ
ντεκουπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεκουπάρισμα
ντεκουπαρίσματος	noun	γενική ενικού του ντεκουπάρισμα
ντεκουπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντεκουπάρισμα
ντεκουπαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ντεκουπαριστός	adv	με ντεκουπαριστό τρόπο
ντεκουπαριστέ	adj	κλητική ενικού του ντεκουπαριστός
ντεκουπαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεκουπαριστή
ντεκουπαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντεκουπαριστός
ντεκουπαριστής	adj	γενική ενικού του ντεκουπαριστή
ντεκουπαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντεκουπαριστός
ντεκουπαριστού	adj	γενική ενικού του ντεκουπαριστός
ντεκουπαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντεκουπαριστός
ντεκουπαριστό	adj	αιτιατική ενικού του ντεκουπαριστός
ντεκουπαριστός	adj	που του έχει γίνει ντεκουπάζ
ντεκουπαριστών	adj	γενική πληθυντικού του ντεκουπαριστός
ντεκρεσέντο	noun	η συνεχής ελάττωση της έντασης του ήχου	adv	ελαττώνοντας συνεχώς την ένταση του ήχου
ντεκρετσέντο	=	ντεκρεσέντο
ντεκόρ	noun	η διακόσμηση
ντελάλη	=	ντελάλης
ντελάληδες	=	ντελάλης
ντελάληδων	=	ντελάλης
ντελάλης	noun	αυτός που ανακοίνωνε φωνάζοντας τα μαντάτα, ο δημόσιος κήρυκας, ο διαλαλητής
ντελάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελάλισσα	=	ντελάλης
ντελή	=	ντελής
ντελήδες	=	ντελής
ντελήδων	=	ντελής
ντελής	noun|dated	τρελός, παράτολμος
ντελίβερι	noun|informal	η μεταφορά αγαθών (συνήθως τροφίμων και ποτών) από το εστιατόριο (ή γενικότερα το κατάστημα) μέχρι το σπίτι (ή γενικότερα το χώρο) του καταναλωτή
ντελίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντελίριο
ντελίριο	noun	το παραλήρημα
ντελίριου	noun	γενική ενικού του ντελίριο
ντελίριων	noun	γενική πληθυντικού του ντελίριο
ντελαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντελαλώ
ντελαλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντελαλημένο
ντελαλημένε	verb	κλητική ενικού του ντελαλημένος
ντελαλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντελαλημένη
ντελαλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντελαλημένος
ντελαλημένης	verb	γενική ενικού του ντελαλημένη
ντελαλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ντελαλημένος
ντελαλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντελαλημένος
ντελαλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντελαλημένος
ντελαλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντελαλημένος
ντελαλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντελαλημένος
ντελαλώ	verb	άλλη μορφή του τελαλώ
ντελαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ντελαλώ
ντελαπάραμε	=	ντελαπάρω
ντελαπάραν	=	ντελαπάρω
ντελαπάρανε	=	ντελαπάρω
ντελαπάρατε	=	ντελαπάρω
ντελαπάρει	=	ντελαπάρω
ντελαπάρεις	=	ντελαπάρω
ντελαπάρετε	=	ντελαπάρω
ντελαπάριζα	=	ντελαπάρω
ντελαπάριζαν	=	ντελαπάρω
ντελαπάριζε	=	ντελαπάρω
ντελαπάριζες	=	ντελαπάρω
ντελαπάρισα	=	ντελαπάρω
ντελαπάρισαν	=	ντελαπάρω
ντελαπάρισε	=	ντελαπάρω
ντελαπάρισες	=	ντελαπάρω
ντελαπάροντας	=	ντελαπάρω
ντελαπάρουμε	=	ντελαπάρω
ντελαπάρουν	=	ντελαπάρω
ντελαπάρουνε	=	ντελαπάρω
ντελαπάρω	verb	ντεραπάρω
ντελαπαρισμένος	=	ντελαπάρω
ντελβέ	=	ντελβές
ντελβέδες	=	ντελβές
ντελβέδων	=	ντελβές
ντελβές	noun	το κατακάθι που μένει σε ένα φλιτζάνι ελληνικού (ή τούρκικου) καφέ
ντεληκανή	=	ντεληκανής
ντεληκανήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεληκανής
ντεληκανήδων	=	ντεληκανής
ντεληκανής	noun	νέος, λεβέντης, παλικάρι
ντεληκανιδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεληκανιδάκι
ντελιβερά	=	ντελιβεράς
ντελιβεράδες	=	ντελιβεράς
ντελιβεράδων	=	ντελιβεράς
ντελιβεράς	noun|informal	υπάλληλος παράδοσης που μεταφέρει φαγητό από το εστιατόριο μέχρι το σπίτι του καταναλωτή
ντελιβερού	noun	θηλυκό του ντελιβεράς
ντελιβερούδες	=	ντελιβερού
ντελιβερούδων	=	ντελιβερού
ντελιβερούς	=	ντελιβερού
ντελικάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντελικάτο
ντελικάτε	adj	κλητική ενικού του ντελικάτος
ντελικάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντελικάτη
ντελικάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντελικάτος
ντελικάτης	adj	γενική ενικού του ντελικάτη
ντελικάτο	adj	αιτιατική ενικού του ντελικάτος
ντελικάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντελικάτος
ντελικάτος	adj	λεπτοκαμωμένος και χαριτωμένος, με λεπτούς και αβρούς τρόπους
ντελικάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντελικάτος
ντελικάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντελικάτος
ντελικάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντελικάτος
ντελικατέσεν	noun	τρόφιμα ή εδέσματα, σπάνια στην παρασκευή τους και τη γεύση τους
ντελιριακά	=	ντελιριακός
ντελιριακέ	=	ντελιριακός
ντελιριακές	=	ντελιριακός
ντελιριακή	=	ντελιριακός
ντελιριακής	=	ντελιριακός
ντελιριακοί	=	ντελιριακός
ντελιριακού	=	ντελιριακός
ντελιριακούς	=	ντελιριακός
ντελιριακό	=	ντελιριακός
ντελιριακός	adj	ο παραληρηματικός
ντελιριακών	=	ντελιριακός
ντελούλου	noun|slang	άτομο που ζει μέσα σε υπερβολικές φαντασιώσεις και συγχέει την επιθυμία με την πραγματικότητα, συνήθως πιστεύοντας σε εξωπραγματικές επιτυχίες ή σχέσεις	adj|slang	που έχει σχέση με άτομο που χαρακτηρίζεται ντελούλου ή αναφέρεται σʼ αυτό
ντελόγο	adv	αμέσως, το είπες και έγινε αμέσως, επιτόπου
ντεμέκ	adv	δήθεν, τάχα
ντεμέλα	noun	μαξιλαροθήκη
ντεμέλας	=	ντεμέλα
ντεμέλες	=	ντεμέλα
ντεμέλων	=	ντεμέλα
ντεμένος	=	ανταίνω
ντεμακιγιάζ	noun	η αφαίρεση κάθε ίχνους μακιγιάζ από το πρόσωπο
ντεμαράζ	noun	η επιτάχυνση ενός δρομέα λίγο πριν από τον τερματισμό και η επακόλουθη προπόρευσή του από τους συναθλητές του
ντεμοντέ	adj	ο εκτός μόδας, o παλιομοδίτικος
ντεμπαρασάζ	noun	η απομάκρυνση των σερβίτσιων από το τραπέζι, μετά από τη χρήση τους
ντεμπιτάντ	noun|rare	νεαρή γυναίκα που παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε επίσημο κοινωνικό περιβάλλον, ιδίως με σκοπό την ένταξή της στους κύκλους της λεγόμενης «υψηλής κοινωνίας»
ντεμπουτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ντεμπουτάρω
ντεμπουτάρω	verb	αρχίζω, ξεκινώ μια νέα καριέρα· χρησιμοποιείται συνήθως για την καριέρα ενός ηθοποιού
ντεμπουταρίσματα	=	ντεμπουτάρισμα
ντεμπουταρίσματος	=	ντεμπουτάρισμα
ντεμπουταρισμάτων	=	ντεμπουτάρισμα
ντεμπούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεμπούτο
ντεμπούτο	noun	η αρχή μιας καριέρας· η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως για ηθοποιούς
ντεμπούτου	noun	γενική ενικού του ντεμπούτο
ντεμπούτων	noun	γενική πληθυντικού του ντεμπούτο
ντεμπραγιάζ	noun	ο συμπλέκτης του αυτοκινήτου
ντενγκισμέ	=	ντενγκισμός
ντενγκισμοί	=	ντενγκισμός
ντενγκισμού	=	ντενγκισμός
ντενγκισμούς	=	ντενγκισμός
ντενγκισμό	=	ντενγκισμός
ντενγκισμός	noun	πολιτικές και οικονομικές θεωρίες και τακτικές βασισμένες στην σκέψη του Κινέζου κομμουνιστή ηγέτη Ντενγκ Σιαοπίνγκ
ντενγκισμών	=	ντενγκισμός
ντενεκέ	=	ντενεκές
ντενεκέδες	=	ντενεκές
ντενεκέδων	=	ντενεκές
ντενεκές	noun	άλλη μορφή του τενεκές
ντενεκεδάκι	noun	υποκοριστικό του ντενεκές
ντενεκεδάκια	=	ντενεκεδάκι
ντενεκεδένια	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιας	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιε	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιες	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιο	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιοι	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιος	adj	άλλη μορφή του τενεκεδένιος
ντενεκεδένιου	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιους	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδένιων	=	ντενεκεδένιος
ντενεκεδοκρουσία	noun	άλλη μορφή του τενεκεδοκρουσία
ντενεκεδοκρουσίας	=	ντενεκεδοκρουσία
ντενεκεδοκρουσίες	=	ντενεκεδοκρουσία
ντενεκεδοκρουσιών	=	ντενεκεδοκρουσία
ντεντέκτιβ	noun	ντέτεκτιβ
ντεπασέ	adj	ξεπερασμένος
ντεπιές	noun	άλλη μορφή του ντε πιες
ντεπουτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ντεμπουτάρω
ντεπουταρίσματα	=	ντεπουτάρισμα
ντεπουταρίσματος	=	ντεπουτάρισμα
ντεπουταρισμάτων	=	ντεπουτάρισμα
ντεπό	noun	Η αποθήκη.
ντεπόζιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεπόζιτο
ντεπόζιτο	noun	η δεξαμενή· η λέξη συνηθίζεται μιλώντας για τη δεξαμενή καυσίμου των αυτοκινήτων
ντεπόζιτου	noun	γενική ενικού του ντεπόζιτο
ντεπόζιτων	noun	γενική πληθυντικού του ντεπόζιτο
ντεπόν	noun	φάρμακο με βασικό συστατικό την παρακεταμόλη με αναλγητική, αντιπυρετική και αντιφλεγμονώδη δράση
ντεπώ	noun	παρωχημένη γραφή του ντεπό (μη απλοποιημένη, σε μίμηση της κατάληξης για τη γαλλική dépôt)
ντερέ	=	ντερές
ντερέδες	=	ντερές
ντερέδων	=	ντερές
ντερέκι	noun|figurative	ο αδύνατος και πολύ ψηλός
ντερέκια	=	ντερέκι
ντερέμπεη	=	ντερέμπεης
ντερέμπεης	noun	τοπάρχης, χωροδεσπότης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
ντερές	noun	ρυάκι, ρέμα, ποτάμι
ντεραγιέ	noun	εκτροχιαστής
ντεραγιέρ	noun	άλλη γραφή του ντεραγιέ
ντεραπάραμε	=	ντεραπάρω
ντεραπάραν	=	ντεραπάρω
ντεραπάρανε	=	ντεραπάρω
ντεραπάρατε	=	ντεραπάρω
ντεραπάρει	=	ντεραπάρω
ντεραπάρεις	=	ντεραπάρω
ντεραπάρετε	=	ντεραπάρω
ντεραπάριζα	=	ντεραπάρω
ντεραπάριζαν	=	ντεραπάρω
ντεραπάριζε	=	ντεραπάρω
ντεραπάριζες	=	ντεραπάρω
ντεραπάρισα	=	ντεραπάρω
ντεραπάρισαν	=	ντεραπάρω
ντεραπάρισε	=	ντεραπάρω
ντεραπάρισες	=	ντεραπάρω
ντεραπάροντας	=	ντεραπάρω
ντεραπάρουμε	=	ντεραπάρω
ντεραπάρουν	=	ντεραπάρω
ντεραπάρουνε	=	ντεραπάρω
ντεραπάρω	verb	γλιστρώ και ξεφεύγω από την πορεία μου
ντεραπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεραπαρισμένο
ντεραπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ντεραπαρισμένος
ντεραπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεραπαρισμένη
ντεραπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντεραπαρισμένος
ντεραπαρισμένης	verb	γενική ενικού του ντεραπαρισμένη
ντεραπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντεραπαρισμένος
ντεραπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντεραπαρισμένος
ντεραπαρισμένος	=	ντεραπάρω
ντεραπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντεραπαρισμένος
ντεραπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντεραπαρισμένος
ντεραπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντεραπαρισμένος
ντερβέναγα	=	ντερβέναγας
ντερβέναγας	noun	άλλη μορφή του δερβέναγας
ντερβένι	noun|dated	άλλη μορφή του δερβένι
ντερβένια	=	ντερβένι
ντερβίση	=	ντερβίσης
ντερβίσηδες	=	ντερβίσης
ντερβίσηδων	=	ντερβίσης
ντερβίσης	noun	μουσουλμάνος μοναχός που ζει σε τεκέ
ντερβίσικα	adv	σαν ντερβίσης, με ντερβίσικο τρόπο
ντερβίσικε	adj	κλητική ενικού του ντερβίσικος
ντερβίσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντερβίσικη
ντερβίσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντερβίσικος
ντερβίσικης	adj	γενική ενικού του ντερβίσικη
ντερβίσικο	adj	αιτιατική ενικού του ντερβίσικος
ντερβίσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντερβίσικος
ντερβίσικος	adv	που έχει σχέση με ντερβίση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ντερβίσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντερβίσικος
ντερβίσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντερβίσικος
ντερβίσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντερβίσικος
ντερβεναγάδες	=	ντερβέναγας
ντερβεναγάδων	=	ντερβέναγας
ντερβενιού	=	ντερβένι
ντερβενιών	=	ντερβένι
ντερεκιού	=	ντερέκι
ντερεκιών	=	ντερέκι
ντερεμπέη	=	ντερεμπέης
ντερεμπέηδες	=	ντερέμπεης
ντερεμπέηδων	=	ντερέμπεης
ντερεμπέης	noun	άλλη προφορά του ντερέμπεης
ντερλίκωμα	noun|vulgar	η ενέργεια και συνέπεια του ντερλικώνω
ντερλίκωνα	=	ντερλικώνω
ντερλίκωναν	=	ντερλικώνω
ντερλίκωνε	=	ντερλικώνω
ντερλίκωνες	=	ντερλικώνω
ντερλίκωσα	=	ντερλικώνω
ντερλίκωσαν	=	ντερλικώνω
ντερλίκωσε	=	ντερλικώνω
ντερλίκωσες	=	ντερλικώνω
ντερλικωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντερλίκωμα
ντερλικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντερλίκωμα
ντερλικώματος	noun	γενική ενικού του ντερλίκωμα
ντερλικώναμε	=	ντερλικώνω
ντερλικώναν	=	ντερλικώνω
ντερλικώνανε	=	ντερλικώνω
ντερλικώνατε	=	ντερλικώνω
ντερλικώνει	=	ντερλικώνω
ντερλικώνεις	=	ντερλικώνω
ντερλικώνετε	=	ντερλικώνω
ντερλικώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ντερλικώνω
ντερλικώνουμε	=	ντερλικώνω
ντερλικώνουν	=	ντερλικώνω
ντερλικώνουνε	=	ντερλικώνω
ντερλικώνω	verb|vulgar	τρώω μέχρι σκασμού, υπερβολικά
ντερλικώσαμε	=	ντερλικώνω
ντερλικώσαν	=	ντερλικώνω
ντερλικώσανε	=	ντερλικώνω
ντερλικώσατε	=	ντερλικώνω
ντερλικώσει	=	ντερλικώνω
ντερλικώστε	=	ντερλικώνω
ντερμπεντέρη	=	ντερμπεντέρης
ντερμπεντέρηδες	=	ντερμπεντέρης
ντερμπεντέρηδων	=	ντερμπεντέρης
ντερμπεντέρης	noun|vulgar	με σωστή συμπεριφορά, λεβέντης, ανοιχτόκαρδος
ντερμπεντέρικα	=	ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικε	adj	κλητική ενικού του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντερμπεντέρικη
ντερμπεντέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικης	adj	γενική ενικού του ντερμπεντέρικη
ντερμπεντέρικο	adj	αιτιατική ενικού του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με τον ντερμπεντέρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ντερμπεντέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντερμπεντέρικος
ντερμπεντέρισσα	=	ντερμπεντέρης
ντερμπεντέρισσας	noun	γενική ενικού του ντερμπεντέρισσα
ντερμπεντέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντερμπεντέρισσα
ντερσέκι	noun	γωνία
ντερτιλή	=	ντερτιλής
ντερτιλήδες	=	ντερτιλής
ντερτιλήδων	=	ντερτιλής
ντερτιλής	noun|dated	αυτός που έχει ντέρτι
ντερτιού	=	ντέρτι
ντερτιών	=	ντέρτι
ντεσέν	noun	σχέδιο
ντεσιμπέλ	noun	μονάδα μέτρησης της σχέσης των μέτρων (διαφοράς στάθμης) δύο φυσικών μεγεθών ίση με το ένα δέκατο της μονάδας μπελ
ντεσού	noun	γυναικείο εσώρουχο
ντετέκτιβ	noun	ντέτεκτιβ
ντετερμινίστρια	noun	θηλυκό του ντετερμινιστής
ντετερμινίστριας	=	ντετερμινίστρια
ντετερμινίστριες	=	ντετερμινίστρια
ντετερμινισμέ	noun	κλητική ενικού του ντετερμινισμός
ντετερμινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντετερμινισμός
ντετερμινισμού	noun	γενική ενικού του ντετερμινισμός
ντετερμινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντετερμινισμός
ντετερμινισμό	noun	αιτιατική ενικού του ντετερμινισμός
ντετερμινισμός	noun	η αιτιοκρατία
ντετερμινισμών	noun	γενική πληθυντικού του ντετερμινισμός
ντετερμινιστές	=	ντετερμινιστής
ντετερμινιστή	=	ντετερμινιστής
ντετερμινιστής	noun	οπαδός της αιτιοκρατίας
ντετερμινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντετερμινιστικό
ντετερμινιστικέ	adj	κλητική ενικού του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντετερμινιστική
ντετερμινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστικής	adj	γενική ενικού του ντετερμινιστική
ντετερμινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστικού	adj	γενική ενικού του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστικός	adj	αιτιοκρατικός, ο αναφερόμενος στον ντετερμινισμό
ντετερμινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ντετερμινιστικός
ντετερμινιστριών	=	ντετερμινίστρια
ντετερμινιστών	=	ντετερμινιστής
ντετόρε	=	ντετόρος
ντετόρο	=	ντετόρος
ντετόροι	=	ντετόρος
ντετόρος	noun	άλλη μορφή του ντοτόρος
ντετόρου	=	ντετόρος
ντετόρους	=	ντετόρος
ντετόρων	=	ντετόρος
ντεφετισμέ	=	ντεφετισμός
ντεφετισμοί	=	ντεφετισμός
ντεφετισμού	=	ντεφετισμός
ντεφετισμούς	=	ντεφετισμός
ντεφετισμό	=	ντεφετισμός
ντεφετισμός	noun	η ηττοπάθεια
ντεφετισμών	=	ντεφετισμός
ντεφετιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεφετιστής
ντεφετιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντεφετιστής
ντεφετιστής	noun	ο ηττοπαθής
ντεφετιστών	noun	γενική πληθυντικού του ντεφετιστής
ντεφιλέ	noun	επίδειξη μόδας υψηλής ραπτικής
ντεφιού	=	ντέφι
ντεφιών	=	ντέφι
ντεψίζης	adj	άλλη μορφή του εντεψίζης
ντεψίζικα	noun	άλλη μορφή του εντεψίζικα	adv	άλλη μορφή του εντεψίζικα
ντεψίζικων	=	ντεψίζικα
ντεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ντεϊσμός
ντεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντεϊσμός
ντεϊσμού	noun	γενική ενικού του ντεϊσμός
ντεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντεϊσμός
ντεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ντεϊσμός
ντεϊσμός	noun	φιλοσοφικό, θρησκευτικό κίνημα του 17ου και 18ου αιώνα που πρέσβευε ότι η πίστη στον θεό προκύπτει από τη λογική και την παρατήρηση.
ντεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ντεϊσμός
ντεϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεϊστικό
ντεϊστικέ	adj	κλητική ενικού του ντεϊστικός
ντεϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντεϊστική
ντεϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντεϊστικός
ντεϊστικής	adj	γενική ενικού του ντεϊστική
ντεϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντεϊστικός
ντεϊστικού	adj	γενική ενικού του ντεϊστικός
ντεϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντεϊστικός
ντεϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του ντεϊστικός
ντεϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του ντεϊστικός
ντζερεμέ	=	ντζερεμές
ντζερεμέδες	=	ντζερεμές
ντζερεμέδων	=	ντζερεμές
ντζερεμές	noun	άλλη γραφή του τζερεμές
ντηνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντηνιακό
ντηνιακέ	adj	κλητική ενικού του ντηνιακός
ντηνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντηνιακή
ντηνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντηνιακός
ντηνιακής	adj	γενική ενικού του ντηνιακή
ντηνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντηνιακός
ντηνιακού	adj	γενική ενικού του ντηνιακός
ντηνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντηνιακός
ντηνιακό	adj	αιτιατική ενικού του ντηνιακός
ντηνιακός	adj|dated	τηνιακός
ντηνιακών	adj	γενική πληθυντικού του ντηνιακός
ντιαγκονάλ	adj	με διαγώνιες γραμμώσεις στην ύφανση
ντιβάνι	noun	χαμηλό κρεβάτι σαν καναπές, χωρίς κεφαλάρι
ντιβάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντιβάνι
ντιβέχι	noun	ινδοευρωπαϊκή γλώσσα που ομιλείται κυρίως στα νησιά Μαλδίβες στον Ινδικό Ωκεανό
ντιβανάκι	noun	μικρό ντιβάνι
ντιβανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντιβανάκι
ντιβανιού	=	ντιβάνι
ντιβανιών	=	ντιβάνι
ντιβανοκασέλα	noun	ντιβάνι που το κάτω μέρος του είναι σαν κασέλα για τη φύλαξη διαφόρων πραγμάτων
ντιβανοκασέλας	noun	γενική ενικού του ντιβανοκασέλα
ντιβανοκασέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντιβανοκασέλα
ντιβανοκασελών	noun	γενική πληθυντικού του ντιβανοκασέλα
ντιβανομπάουλα	=	ντιβανομπάουλο
ντιβανομπάουλο	noun|dated	ντιβάνι με ενσωματωμένο αποθηκευτικό χώρο μπαούλου
ντιβανομπάουλου	=	ντιβανομπάουλο
ντιβανομπάουλων	=	ντιβανομπάουλο
ντιβιζιονισμέ	=	ντιβιζιονισμός
ντιβιζιονισμοί	=	ντιβιζιονισμός
ντιβιζιονισμού	=	ντιβιζιονισμός
ντιβιζιονισμούς	=	ντιβιζιονισμός
ντιβιζιονισμό	=	ντιβιζιονισμός
ντιβιζιονισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα που ξεκίνησε γύρω στα 1885 στη Γαλλία και κατά το οποίο ο καλλιτέχνης, με παράθεση ή επίθεση του ενός χρώματος στο άλλο κι όχι με ανάμειξη των χρωμάτων, χρησιμοποιεί μικρές χρωματικές περιοχές / κουκκίδες για τη δημιουργία μιας εικόνας
ντιβιζιονισμών	=	ντιβιζιονισμός
ντιγκιντάγκας	noun|dated	υποτιμητική αναφορά σε ομοφυλόφιλο
ντιζάιν	noun	σχέδιο, σχεδιασμός αισθητική που εφαρμόζεται στην ανεύρεση νέων μορφών για αντικείμενα καθημερινής χρήσης, αλλά και έπιπλα, σπίτια, ...
ντιζάινερ	noun	αυτός που έχει σαν επάγγελμα το ντιζάιν
ντιζέζ	=	ντιζέρ
ντιζέρ	noun|dated	τραγουδιστής (λαϊκού ή ελαφρού τραγουδιού) σε (κοσμικό ή νυχτερινό) κέντρο
ντιζελοκίνηση	noun	η χρήση ντίζελ ως καυσίμου για την λειτουργία κάποιων μηχανών ή την κίνηση κάποιων οχημάτων
ντιζελοκίνησης	=	ντιζελοκίνηση
ντιζελοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντιζελοκίνητο
ντιζελοκίνητε	adj	κλητική ενικού του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντιζελοκίνητη
ντιζελοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκίνητης	adj	γενική ενικού του ντιζελοκίνητη
ντιζελοκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκίνητος	adj	που κινείται χρησιμοποιώντας ως καύσιμο ντίζελ
ντιζελοκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντιζελοκίνητος
ντιζελοκινήσεις	=	ντιζελοκίνηση
ντιζελοκινήσεων	=	ντιζελοκίνηση
ντιζών	noun	γενική πληθυντικού του ντίζα
ντικταφόν	noun	καταγραφέας φωνής κατά τον 20ο αιώνα για χρήση σε γραφεία, ως εναλλακτική λύση αντί της χρήσης στενογράφων
ντιλετάντη	=	ντιλετάντης
ντιλετάντηδες	=	ντιλετάντης
ντιλετάντηδων	=	ντιλετάντης
ντιλετάντης	noun	που ασχολείται με την τέχνη από προσωπικό ενδιαφέρον, ο ερασιτέχνης
ντιλεταντισμέ	noun	κλητική ενικού του ντιλεταντισμός
ντιλεταντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντιλεταντισμός
ντιλεταντισμού	noun	γενική ενικού του ντιλεταντισμός
ντιλεταντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντιλεταντισμός
ντιλεταντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ντιλεταντισμός
ντιλεταντισμός	noun	η ιδιότητα του ντιλετάντη, η ενασχόληση με την τέχνη από προσωπικό ενδιαφέρον, ερασιτεχνισμός
ντιλεταντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ντιλεταντισμός
ντιμινουέντο	noun	η βαθμιαία ελάττωση της έντασης του ήχου
ντιμπέιτ	noun	η τηλεμαχία
ντιν	intj	λέξη που αποδίδει τον (οξύ) ήχο καμπάνας ή κουδουνιού
ντιπ	adv	ολότελα, εντελώς	noun	κρεμώδης παρασκευή από διάφορα υλικά, στην οποία βουτούν διάφορα ορεκτικά
ντιράμ	noun	άλλη γραφή του ντιρχάμ
ντιρέκτ	noun	είδος πυγμαχικού χτυπήματος
ντιρεκτίβα	noun	οδηγία, εντολή, που εκδίδει πολιτική, θρησκευτική ή στρατιωτική αρχή
ντιρεκτίβας	noun	γενική ενικού του ντιρεκτίβα
ντιρεκτίβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντιρεκτίβα
ντιρμπάζα	noun	αδιάντροπη, γλωσσού
ντιρχάμ	noun	κύριο νόμισμα κυρίως αραβικών χωρών, όπως του Μαρόκο (MAD), των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED)
ντισιλίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντισιλίδικο
ντισιλίδικο	noun	άλλη γραφή του ντισλίδικο
ντισιλίδικου	noun	γενική ενικού του ντισιλίδικο
ντισιλίδικων	noun	γενική πληθυντικού του ντισιλίδικο
ντισκαλιφιέ	noun	αθλητής που έχει αποκλειστεί λόγω παραβίασης κανόνων ή αντιαθλητικής συμπεριφοράς
ντισκοτέκ	noun	χώρος ψυχαγωγίας όπου μπορεί κανείς να χορέψει με ηχογραφημένη μουσική
ντισλίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντισλίδικο
ντισλίδικο	noun	οδοντωτό εργαλείο γλυπτικής
ντισλίδικου	noun	γενική ενικού του ντισλίδικο
ντισλίδικων	noun	γενική πληθυντικού του ντισλίδικο
ντιστενγκέ	adj	που είναι κομψός, με λεπτούς τρόπους, πολιτισμένος	adv	με τρόπο #ντιστενγκέ
ντιστενγκέδες	=	ντιστενγκές
ντιστενγκέδων	=	ντιστενγκές
ντιστενγκές	noun|vulgar	ο κομψευόμενος
ντιστριμπιτέρ	noun	διανομέας, εξάρτημα αυτοκινήτου με μηχανή εσωτερικής καύσης παλαιότερης τεχνολογίας, ειδικό καλώδιο που διανέμει ρεύμα διαδοχικά σε κάθε μπουζί
ντιτζέι	noun	άτομο το οποίο ασχολείται με τη μουσική κάλυψη μιας εκδήλωσης ή μιας τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής εκπομπής, επιλέγοντας ή συνθέτοντας ηχογραφημένη μουσική
ντξ	abbrev	εντάξει
ντο	noun	μουσική νότα, C (στην ηλεκτρονική μουσική και σε ελληνικό κείμενο), το όνομα της νότας ντο προήλθε από λατινικό χριστιανικό ύμνο
ντοβλέτι	noun	άλλη μορφή του δοβλέτι
ντοβλέτια	=	ντοβλέτι
ντοβλετιού	=	ντοβλέτι
ντοβλετιών	=	ντοβλέτι
ντογάνα	noun	το τελωνείο, επί τουρκοκρατίας, που παρέμεινε σε χρήση και μετά την απελευθέρωση
ντογάνας	=	ντογάνα
ντογάνες	=	ντογάνα
ντογάνι	noun|dated	ανόητος, ξεροκέφαλος
ντογάνια	=	ντογάνι
ντογανιού	=	ντογάνι
ντογανιών	=	ντογάνι
ντογκ	noun	το νόμισμα του Βιετνάμ
ντογκόν	noun	οικογένεια γλωσσών που μιλιούνται στο Μάλι (κυρίως στην περιοχή Ντογκόν)
ντογρού	adv	ολόισια, κατευθείαν
ντοκ	noun	το τμήμα σε ένα εμπορικό λιμάνι μεταξύ των προβλητών των πλοίων και του κεντρικού κρηπιδώματος, όπου γίνεται η φόρτωση ή η εκφόρτωση των προϊόντων
ντοκιμαντέρ	noun	κινηματογραφική ταινία ιστορικού, πολιτιστικού ή άλλου περιεχομένου που βασίζεται σε οπτικά ή ηχητικά ντοκουμέντα
ντοκιμαντέρια	=	ντοκιμαντέρ
ντοκιμαντερίστα	=	ντοκιμαντερίστας
ντοκιμαντερίστας	noun	ο δημιουργός ντοκιμαντέρ
ντοκιμαντερίστες	=	ντοκιμαντερίστας
ντοκιμαντερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοκιμαντερικό
ντοκιμαντερικέ	adj	κλητική ενικού του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοκιμαντερική
ντοκιμαντερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντερικής	adj	γενική ενικού του ντοκιμαντερική
ντοκιμαντερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντερικού	adj	γενική ενικού του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντερικό	adj	αιτιατική ενικού του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντερικός	noun	που δημιουργεί ντοκιμαντέρ ή τα χρησιμοποιεί ως (κύριο) μέσο έκφρασης	adj	που έχει σχέση με το ντοκιμαντέρ, συμβάλλει ή αναφέρεται σ' αυτό
ντοκιμαντερικών	adj	γενική πληθυντικού του ντοκιμαντερικός
ντοκιμαντεριστών	=	ντοκιμαντερίστας
ντοκουμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοκουμέντο
ντοκουμέντο	noun	κάτι που χρησιμεύει ως απόδειξη ή τεκμηρίωση
ντοκουμέντου	noun	γενική ενικού του ντοκουμέντο
ντοκουμέντων	noun	γενική πληθυντικού του ντοκουμέντο
ντοκουμεντάρισμα	noun	η προσθήκη ντοκουμέντων, τεκμηρίων στην έκφρασή μου με σκοπό την υποστήριξη της γνώμης μου
ντοκουμεντάρω	verb	προσθέτω ντοκουμέντα, τεκμήρια στην έκφρασή μου με σκοπό την υποστήριξη της γνώμης μου
ντοκουμενταρίσματα	=	ντοκουμεντάρισμα
ντοκουμενταρίσματος	=	ντοκουμεντάρισμα
ντοκουμενταρισμάτων	=	ντοκουμεντάρισμα
ντοκουμενταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοκουμενταρισμένο
ντοκουμενταρισμένε	verb	κλητική ενικού του ντοκουμενταρισμένος
ντοκουμενταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοκουμενταρισμένη
ντοκουμενταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντοκουμενταρισμένος
ντοκουμενταρισμένης	verb	γενική ενικού του ντοκουμενταρισμένη
ντοκουμενταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντοκουμενταρισμένος
ντοκουμενταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντοκουμενταρισμένος
ντοκουμενταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντοκουμενταρισμένος
ντοκουμενταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντοκουμενταρισμένος
ντοκουμενταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντοκουμενταρισμένος
ντοκτορά	noun	διδακτορικό, διδακτορική διατριβή
ντοκυμαντέρ	noun|dated	άλλη γραφή του ντοκιμαντέρ
ντολμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντολμάς
ντολμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντολμάς
ντολμάδων	noun	γενική πληθυντικού του ντολμάς
ντολμάς	noun	φαγητό που φτιάχνεται τυλίγοντας ρύζι με ή χωρίς κιμά σε αμπελόφυλλα ή φύλλα λάχανου
ντολμέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντολμές
ντολμέν	noun	προϊστορικός μεγαλιθικός τάφος που αποτελείται από έναν πεπλατυσμένο λίθο στην κορυφή και από δύο ή περισσότερα κάθετα μενίρ
ντολμαδάκι	noun	υποκοριστικό του ντολμάς, συνήθως (ως πιάτο) στον πληθυντικό: ντολμαδάκια
ντολμαδάκια	=	ντολμαδάκι
ντομάτα	noun	ο καρπός της ντοματιάς (Solanum lycopersicum)
ντομάτας	noun	γενική ενικού του ντομάτα
ντομάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντομάτα
ντοματάκι	noun	ποικιλία του φυτού ντομάτα (ή ντοματιάς) που παράγει μικρούς σφαιρικούς καρπούς
ντοματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματάκι
ντοματίνι	noun	καρπός πολύ μικρού μεγέθους από μία από τις ποικιλίες ντομάτας
ντοματίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματίνι
ντοματιά	noun	το φυτό Στρύχνον το λυκοπερσικόν (Solanum lycopersicum) από το οποίο βγαίνουν οι ντομάτες
ντοματιάς	noun	γενική ενικού του ντοματιά
ντοματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματιά
ντοματινιού	=	ντοματίνι
ντοματινιών	=	ντοματίνι
ντοματιών	=	ντοματιά
ντοματοκεφτέ	=	ντοματοκεφτές
ντοματοκεφτέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματοκεφτές
ντοματοκεφτέδων	=	ντοματοκεφτές
ντοματοκεφτές	noun	κεφτές με βασικό συστατικό τη ντομάτα αντί για κιμά, ο οποίος τρώγεται κυρίως ως ορεκτικό
ντοματοκεφτεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματοκεφτεδάκι
ντοματοπατατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματοπατατιά
ντοματοπελτέ	=	ντοματοπελτές
ντοματοπελτέδες	=	ντοματοπελτές
ντοματοπελτέδων	=	ντοματοπελτές
ντοματοπελτές	noun	ο ντοματοπολτός
ντοματοπιπεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματοπιπεριά
ντοματοπολτέ	=	ντοματοπολτός
ντοματοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντοματοπολτός
ντοματοπολτού	=	ντοματοπολτός
ντοματοπολτούς	=	ντοματοπολτός
ντοματοπολτό	=	ντοματοπολτός
ντοματοπολτός	noun	πολτός από ντομάτα
ντοματοπολτών	=	ντοματοπολτός
ντοματοσάλτσα	noun	σάλτσα από ντομάτες
ντοματοσάλτσας	noun	γενική ενικού του ντοματοσάλτσα
ντοματοσάλτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματοσάλτσα
ντοματοσαλάτα	noun	σαλάτα από ντομάτες και ίσως άλλα λαχανικά (ψιλοκομμένα κρεμμύδια, αγγούρια, πράσινες πιπεριές) με προσθήκη αλατιού και ελαιόλαδου
ντοματοσαλάτας	=	ντοματοσαλάτα
ντοματοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματοσαλάτα
ντοματοσαλατών	=	ντοματοσαλάτα
ντοματοσαλτσών	noun	γενική πληθυντικού του ντοματοσάλτσα
ντοματοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πολύ συχνά ή μόνο ντομάτα
ντοματοφαγίας	=	ντοματοφαγία
ντοματοφαγίες	=	ντοματοφαγία
ντοματοφαγιών	=	ντοματοφαγία
ντοματοχυμέ	noun	κλητική ενικού του ντοματοχυμός
ντοματοχυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντοματοχυμός
ντοματοχυμού	noun	γενική ενικού του ντοματοχυμός
ντοματοχυμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντοματοχυμός
ντοματοχυμό	noun	αιτιατική ενικού του ντοματοχυμός
ντοματοχυμός	noun	ο χυμός της ντομάτας.
ντοματοχυμών	noun	γενική πληθυντικού του ντοματοχυμός
ντοματούλα	noun	υποκοριστικό του ντομάτα
ντοματούλας	=	ντοματούλα
ντοματούλες	=	ντοματούλα
ντοματόζουμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματόζουμο
ντοματόζουμο	noun	ο χυμός της ντομάτας.
ντοματόζουμου	noun	γενική ενικού του ντοματόζουμο
ντοματόζουμων	noun	γενική πληθυντικού του ντοματόζουμο
ντοματόπιτα	noun	πίτα με γέμιση ντομάτας κατά κύριο λόγο
ντοματόπιτας	=	ντοματόπιτα
ντοματόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματόπιτα
ντοματόρυζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματόρυζο
ντοματόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο συστατικό τη ντομάτα
ντοματόσουπας	noun	γενική ενικού του ντοματόσουπα
ντοματόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοματόσουπα
ντοματών	noun	γενική πληθυντικού του ντομάτα
ντομπροσυνών	=	ντομπροσύνη
ντομπροσύνες	=	ντομπροσύνη
ντομπροσύνη	noun	ειλικρίνεια
ντομπροσύνης	=	ντομπροσύνη
ντον	noun	άλλη μορφή του δον
ντονέρ	noun	συνώνυμο του γύρος
ντοντουρμά	=	ντοντουρμάς
ντοντουρμάδες	=	ντοντουρμάς
ντοντουρμάδων	=	ντοντουρμάς
ντοντουρμάς	noun	είδος παγωτού τουρκικής προέλευσης με μαστιχωτή υφή και άρωμα μαστίχας
ντοπάρισμα	noun	ντόπινγκ
ντοπάρω	verb	δίνω σε κάποιον χημικές ουσίες (μέσω της διατροφής) που βελτιώνουν τις αθλητικές επιδόσεις του
ντοπέ	adj	συνώνυμο του ντοπαρισμένος
ντοπαμίνες	=	ντοπαμίνη
ντοπαμίνη	noun	(βιοχημεία, φαρμακευτική οργανική ουσία (C₈H₁₁NO₂) που δρα ως νευροδιαβιβαστής στον εγκέφαλο και χρησιμοποιείται από τα νευρικά κύτταρα, για να επικοινωνούν μεταξύ τους
ντοπαμίνης	=	ντοπαμίνη
ντοπαμινεργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοπαμινεργικό, ουδέτερο του ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικέ	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικές	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργική	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικής	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικοί	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικού	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικούς	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικό	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της ντοπαμίνης
ντοπαμινεργικών	=	ντοπαμινεργικός
ντοπαμινών	=	ντοπαμίνη
ντοπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοπάρισμα
ντοπαρίσματος	noun	γενική ενικού του ντοπάρισμα
ντοπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντοπάρισμα
ντοπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοπαρισμένο
ντοπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ντοπαρισμένος
ντοπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοπαρισμένη
ντοπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντοπαρισμένος
ντοπαρισμένης	verb	γενική ενικού του ντοπαρισμένη
ντοπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντοπαρισμένος
ντοπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντοπαρισμένος
ντοπαρισμένος	verb	αυτός που έχει λάβει διάφορες ουσίες με σκοπό τη βελτίωση των αθλητικών του επιδόσεων
ντοπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντοπαρισμένος
ντοπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντοπαρισμένος
ντοπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντοπαρισμένος
ντοπιολαλιά	noun	το τοπικό ιδίωμα
ντοπιολαλιάς	noun	γενική ενικού του ντοπιολαλιά
ντοπιολαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντοπιολαλιά
ντοπιολαλιών	=	ντοπιολαλιά
ντορέ	noun	κλητική ενικού του ντορός
ντορής	noun	όμορφο άλογο με κοκκινωπό τρίχωμα
ντορβά	=	ντορβάς
ντορβάδες	=	ντορβάς
ντορβάδων	=	ντορβάς
ντορβάς	noun	άλλη μορφή του τορβάς
ντοροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντορός
ντορού	noun	γενική ενικού του ντορός
ντορούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντορός
ντορτιών	=	ντόρτια
ντορό	noun	αιτιατική ενικού του ντορός
ντορός	noun|vulgar	ίχνος
ντορών	noun	γενική πληθυντικού του ντορός
ντοσιέ	noun	χαρτοφύλακας, φάκελος που περιέχει έγγραφα, συνήθως με σκληρό εξώφυλλο, χάρτινο ή δερμάτινο
ντοτόρε	=	ντοτόρος
ντοτόρο	=	ντοτόρος
ντοτόροι	=	ντοτόρος
ντοτόρος	noun	γιατρός
ντοτόρου	=	ντοτόρος
ντοτόρους	=	ντοτόρος
ντοτόρων	=	ντοτόρος
ντου	noun|vulgar	η επίθεση, η εισβολή	intj|vulgar	για δήλωση αιφνιδιαστικής και βιαστικής ενέργειας
ντουάλα	noun	σύνολο διαλέκτων που ομιλούνται από φυλές του Καμερούν
ντουέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουέτο
ντουέτο	noun	μουσικό έργο για δύο όργανα ή δύο φωνές	adv	δυο δυο μαζί, όπως ένα ντουέτο
ντουέτου	noun	γενική ενικού του ντουέτο
ντουέτων	noun	γενική πληθυντικού του ντουέτο
ντουί	noun	ο χώρος υποδοχής των λαμπτήρων ο οποίος υπάρχει στα φωτιστικά.
ντουβάρι	noun	ο τοίχος
ντουβάρια	=	ντουβάρι
ντουβαριού	=	ντουβάρι
ντουβαριών	=	ντουβάρι
ντουβαρτζή	=	ντουβαρτζής
ντουβαρτζήδες	=	ντουβαρτζής
ντουβαρτζήδων	=	ντουβαρτζής
ντουβαρτζής	noun|dated	ο χτίστης
ντουγάνι	noun|dated	ανόητος, ξεροκέφαλος
ντουγάνια	=	ντουγάνι
ντουγανιού	=	ντουγάνι
ντουγανιών	=	ντουγάνι
ντουγρού	=	ντογρού
ντουζ	noun	άλλη μορφή του ντους
ντουζένι	noun	χόρδισμα
ντουζένια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουζένι
ντουζίνα	noun	σύνολο από δώδεκα όμοια πράγματα
ντουζίνας	=	ντουζίνα
ντουζίνες	=	ντουζίνα
ντουζίνων	=	ντουζίνα
ντουζενιού	=	ντουζένι
ντουζενιών	=	ντουζένι
ντουζιέρα	noun	ξεχωριστή περιοχή του μπάνιου ή ανοικτού χώρου με ντουζ και σημείο συγκέντρωσης των νερών
ντουζιέρας	=	ντουζιέρα
ντουζιέρες	=	ντουζιέρα
ντουκμές	noun	μικρή, μπολιασμένη ελιά
ντουκόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουκόχαρτο
ντουλάπα	noun	μεγάλο έπιπλο με πόρτα ή πορτόφυλλα στο οποίο κρεμιούνται ή τοποθετούνται ρούχα
ντουλάπας	noun	χοντρός, γεροδεμένος
ντουλάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουλάπα
ντουλάπι	noun	έπιπλο για φύλαξη αντικειμένων
ντουλάπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουλάπι
ντουλαμά	=	ντουλαμάς
ντουλαμάδες	=	ντουλαμάς
ντουλαμάδων	=	ντουλαμάς
ντουλαμάς	noun	άλλη προφορά του ντολαμάς
ντουλαπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντουλαπάς
ντουλαπάδες	=	ντουλαπάς
ντουλαπάδων	=	ντουλαπάς
ντουλαπάκι	noun	μικρό ντουλάπι
ντουλαπάκια	=	ντουλαπάκι
ντουλαπάς	noun|informal	τεχνίτης που ειδικεύεται στην κατασκευή ντουλαπιών και ερμαρίων
ντουλαπίτσα	noun	μικρή ντουλάπα
ντουλαπίτσας	noun	γενική ενικού του ντουλαπίτσα
ντουλαπίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουλαπίτσα
ντουλαπιού	=	ντουλάπι
ντουλαπιών	=	ντουλάπι
ντουλαπτσής	noun	χαραμοφάης, τεμπέλης
ντουλαπών	noun	γενική πληθυντικού του ντουλάπα
ντουλγέρη	=	ντουλγέρης
ντουλγέρηδες	=	ντουλγέρης
ντουλγέρηδων	=	ντουλγέρης
ντουλγέρης	noun|dated	ο ξυλουργός
ντουλγκέρη	=	ντουλγκέρης
ντουλγκέρηδες	=	ντουλγκέρης
ντουλγκέρηδων	=	ντουλγκέρης
ντουλγκέρης	noun|dated	άλλη γραφή του ντουλγέρης
ντουλπάνι	noun	λευκό μαντίλι
ντουμ-ντουμ	adj	σφαίρα με απαλή μύτη, η οποία, όταν εισέρχεται στο στόχο, παραμορφώνεται, προκαλώντας σχετικά σοβαρούς τραυματισμούς
ντουμάνι	noun	καπνός
ντουμάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουμάνι
ντουμάνιαζα	=	ντουμανιάζω
ντουμάνιαζαν	=	ντουμανιάζω
ντουμάνιαζε	=	ντουμανιάζω
ντουμάνιαζες	=	ντουμανιάζω
ντουμάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάζαμε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζαν	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζανε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζατε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζει	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζεις	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζετε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζοντας	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζουμε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζουν	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζουνε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάζω	verb	γεμίζω ένα χώρο με πυκνό καπνό
ντουμανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσαν	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάσανε	=	ντουμανιάζω
ντουμανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουμανιάζω
ντουμανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουμανιασμένο
ντουμανιασμένε	verb	κλητική ενικού του ντουμανιασμένος
ντουμανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουμανιασμένη
ντουμανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντουμανιασμένος
ντουμανιασμένης	verb	γενική ενικού του ντουμανιασμένη
ντουμανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντουμανιασμένος
ντουμανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντουμανιασμένος
ντουμανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντουμανιασμένος
ντουμανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντουμανιασμένος
ντουμανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντουμανιασμένος
ντουμανιού	=	ντουμάνι
ντουμανιών	=	ντουμάνι
ντουμπελέκι	=	τουμπελέκι
ντουμπλάραμε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάραν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρανε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρατε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρει	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρεις	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρεσαι	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρεστε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρεται	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρετε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάριζα	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάριζαν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάριζε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάριζες	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρισα	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρισαν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρισε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρισες	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρισμα	noun	Η ενέργεια του ντουμπλάρω
ντουμπλάρομαι	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρομε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρονται	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρονταν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάροντας	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρουμε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρουν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρουνε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλάρω	verb	αντικαθιστώ, σε κινηματογραφική ταινία, τη φωνή ενός ηθοποιού ή τον ίδιο τον ηθοποιό
ντουμπλέ	noun|rare	κόσμημα επιχρισμένο με χρυσό (και κάποτε από άργυρο - αν και αυτά χαρακτηρίζονται πλακέ)
ντουμπλές	noun|rare	κάτι που αποτελείται από δύο κομμάτια ή τμήματα ή επαναλαμβάνεται
ντουμπλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουμπλάρισμα
ντουμπλαρίσματος	noun	γενική ενικού του ντουμπλάρισμα
ντουμπλαρίσου	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαρίστηκα	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαρίστηκαν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαρίστηκε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαρίστηκες	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόμασταν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόμαστε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόμουν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόμουνα	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόντουσαν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόσασταν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόσαστε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόσουν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόσουνα	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζόταν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριζότανε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντουμπλάρισμα
ντουμπλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουμπλαρισμένο
ντουμπλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουμπλαρισμένη
ντουμπλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαρισμένης	verb	γενική ενικού του ντουμπλαρισμένη
ντουμπλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαρισμένος	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντουμπλαρισμένος
ντουμπλαριστήκαμε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστήκαν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστήκανε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστήκατε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστεί	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστείς	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστείτε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστούμε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστούν	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστούνε	=	ντουμπλάρω
ντουμπλαριστώ	=	ντουμπλάρω
ντουμπνίου	=	ντούμπνιο
ντουνιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντουνιάς
ντουνιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουνιάς
ντουνιάδων	noun	γενική πληθυντικού του ντουνιάς
ντουνιάς	noun|vulgar	ο κόσμος
ντουντούκα	noun	τηλεβόας, ειδικότερα αυτός που περιέχει ηλεκτρικό ενισχυτή
ντουντούκας	noun	γενική ενικού του ντουντούκα
ντουντούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουντούκα
ντουρά	=	ντουράς
ντουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουράς
ντουράδων	=	ντουράς
ντουράς	noun	ο ντορβάς (κυρίως στη Νάξο)
ντουραλουμίνια	=	ντουραλουμίνιο
ντουραλουμίνιο	noun	κράμα αλουμινίου μεγάλης αντοχής, που εκτός από αλουμίνιο περιέχει χαλκό και άλλα μέταλλα
ντουραλουμίνιου	=	ντουραλουμίνιο
ντουραλουμίνιων	=	ντουραλουμίνιο
ντουρβά	=	ντουρβάς
ντουρβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουρβάς
ντουρβάδων	=	ντουρβάς
ντουρβάς	noun	άλλη μορφή του τορβάς
ντουρνεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουρνεράκι
ντους	noun	συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου
ντουσιέρα	noun	άλλη μορφή του ντουζιέρα
ντουσιέρας	=	ντουσιέρα
ντουσιέρες	=	ντουσιέρα
ντουσουρμέ	=	ντουσουρμές
ντουσουρμέδες	=	ντουσουρμές
ντουσουρμέδων	=	ντουσουρμές
ντουσουρμές	noun|dated	το παιδομάζωμα
ντουφέκι	noun	άλλη μορφή του τουφέκι
ντουφέκια	=	ντουφέκι
ντουφέκιζα	=	ντουφεκίζω
ντουφέκιζαν	=	ντουφεκίζω
ντουφέκιζε	=	ντουφεκίζω
ντουφέκιζες	=	ντουφεκίζω
ντουφέκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφέκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφέκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφέκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίδι	noun|vulgar	ομοβροντία πυροβολισμών με ντουφέκια
ντουφεκίδια	=	ντουφεκίδι
ντουφεκίζαμε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζαν	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζανε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζατε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζει	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζεις	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζετε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζοντας	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζουμε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζουν	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζουνε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίζω	verb	άλλη μορφή του τουφεκίζω
ντουφεκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίσαν	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίσανε	=	ντουφεκίζω
ντουφεκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζω
ντουφεκιδιού	=	ντουφεκίδι
ντουφεκιδιών	=	ντουφεκίδι
ντουφεκιού	=	ντουφέκι
ντουφεκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουφεκισμένο
ντουφεκισμένε	verb	κλητική ενικού του ντουφεκισμένος
ντουφεκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουφεκισμένη
ντουφεκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντουφεκισμένος
ντουφεκισμένης	verb	γενική ενικού του ντουφεκισμένη
ντουφεκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντουφεκισμένος
ντουφεκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντουφεκισμένος
ντουφεκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντουφεκισμένος
ντουφεκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντουφεκισμένος
ντουφεκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντουφεκισμένος
ντουφεκιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντουφεκίζομαι
ντουφεκιών	=	ντουφέκι
ντουχιουμάνη	=	ντουχιουμάνης
ντουχιουμάνηδες	=	ντουχιουμάνης
ντουχιουμάνηδων	=	ντουχιουμάνης
ντουχιουμάνης	noun	εχθρός
ντουχιουντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουχιουντισμένο
ντουχιουντισμένε	verb	κλητική ενικού του ντουχιουντισμένος
ντουχιουντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντουχιουντισμένη
ντουχιουντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντουχιουντισμένος
ντουχιουντισμένης	verb	γενική ενικού του ντουχιουντισμένη
ντουχιουντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντουχιουντισμένος
ντουχιουντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντουχιουντισμένος
ντουχιουντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντουχιουντισμένος
ντουχιουντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντουχιουντισμένος
ντουχιουντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντουχιουντισμένος
ντούζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντούζικο
ντούζικε	adj	κλητική ενικού του ντούζικος
ντούζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντούζικη
ντούζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντούζικος
ντούζικης	adj	γενική ενικού του ντούζικη
ντούζικο	adj	αιτιατική ενικού του ντούζικος	noun	είδος ούζου / ρακής
ντούζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντούζικος
ντούζικος	adj	ίσος, ευθύς
ντούζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντούζικος
ντούζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντούζικος
ντούζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντούζικος
ντούκε	=	ντούκος
ντούκο	=	ντούκος
ντούκοι	=	ντούκος
ντούκος	noun	είδος χρωστικής για τη βαφή (των ύφαλων) πλοίου
ντούκου	adv	το δικαίωμα που έχει ένας παίκτης να μη συμμετέχει στο ποντάρισμα σε ένα γύρο, χωρίς να βγαίνει από το παιχνίδι
ντούκους	=	ντούκος
ντούκων	=	ντούκος
ντούλα	noun	ένδυμα παλαιότερης εποχής, πολύπτυχη φούστα ραμμένη σε ένα μπούστο
ντούμπλαρα	=	ντουμπλάρω
ντούμπλαραν	=	ντουμπλάρω
ντούμπλαρε	=	ντουμπλάρω
ντούμπλαρες	=	ντουμπλάρω
ντούμπλεξ	noun	τηλεφωνικό ή τηλεπικοινωνιακό σύστημα που λειτουργεί ταυτόχρονα με δύο συσκευές
ντούμπνιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 105 και χημικό σύμβολο το Db
ντούμπνιου	=	ντούμπνιο
ντούπλεξ	noun	άλλη μορφή του ντούμπλεξ
ντούρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ντούρος	adv	με ντούρο τρόπο
ντούρας	=	ντούρος
ντούρε	=	ντούρος
ντούρες	=	ντούρος
ντούριαν	noun	αγκαθωτό φρούτο με έντονη μυρωδιά και γεύση που φύεται στη Νοτιοανατολική Ασία
ντούρο	=	ντούρος
ντούροι	=	ντούρος
ντούρος	adj	που είναι σκληρός και ανθεκτικός
ντούρου	=	ντούρος
ντούρους	=	ντούρος
ντούρων	=	ντούρος
ντούτσε	noun	προσωνυμία του Μπενίτο Μουσολίνι, ο αρχηγός
ντράβαλα	noun|vulgar	μπελάδες, φασαρίες, μπλεξίματα
ντράβαλου	noun	γενική ενικού του ντράβαλο
ντράβαλων	noun	γενική πληθυντικού του ντράβαλο
ντράγκα	noun	άλλη μορφή του δράγα
ντράγκας	=	ντράγκα
ντράγκες	=	ντράγκα
ντράμερ	noun	που παίζει ντραμς
ντράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντράπου	=	ντρέπομαι
ντρέπεσαι	=	ντρέπομαι
ντρέπεστε	=	ντρέπομαι
ντρέπεται	=	ντρέπομαι
ντρέπομαι	verb	νιώθω ντροπή για κάτι άσχημο που έκανα
ντρέπονται	=	ντρέπομαι
ντρέπονταν	=	ντρέπομαι
ντρέπουμαι	=	ντρέπομαι
ντρέσινγκ	noun	γενική ονομασία οποιασδήποτε κρύας σάλτσας που συνοδεύει σαλάτα προσθέτοντας νοστιμιά, ανεξάρτητα αραίωσης, γεύσης, ή επιλογής υλικών όπως είναι π.χ. η μαγιονέζα.
ντρέτα	adv	κατευθείαν
ντρέτας	=	ντρέτος
ντρέτε	=	ντρέτος
ντρέτες	=	ντρέτος
ντρέτο	=	ντρέτος
ντρέτοι	=	ντρέτος
ντρέτος	adj	ευθύς, ειλικρινής, ντόμπρος
ντρέτου	=	ντρέτος
ντρέτους	=	ντρέτος
ντρέτων	=	ντρέτος
ντρίλι	noun	φτηνό ύφασμα
ντρίλια	=	ντρίλι
ντρίτα	adv	ίσια, ευθεία μπροστά
ντρίτε	=	ντρίτος
ντρίτες	=	ντρίτος
ντρίτη	=	ντρίτος
ντρίτης	=	ντρίτος
ντρίτο	=	ντρίτος
ντρίτοι	=	ντρίτος
ντρίτος	adj	άλλη μορφή του ντρέτος
ντρίτου	=	ντρίτος
ντρίτους	=	ντρίτος
ντρίτων	=	ντρίτος
ντραγκών	=	ντράγκα
ντραμ	noun	το νόμισμα της Αρμενίας
ντραμίστα	=	ντραμίστας
ντραμίστας	noun	που παίζει ντραμς
ντραμίστες	=	ντραμίστας
ντραμαμίνες	=	ντραμαμίνη
ντραμαμίνη	noun	δραμαμίνη
ντραμαμίνης	=	ντραμαμίνη
ντραμαμινών	=	ντραμαμίνη
ντραμιέρα	noun	μεγάλα σκάγια φυσιγγιών που τα χρησιμοποιούν για να κυνηγούν μεγάλα θηράματα
ντραμιέρας	=	ντραμιέρα
ντραμιέρες	=	ντραμιέρα
ντραμιέρων	=	ντραμιέρα
ντραμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντραμιστικό
ντραμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ντραμιστικός
ντραμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντραμιστική
ντραμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντραμιστικός
ντραμιστικής	adj	γενική ενικού του ντραμιστική
ντραμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντραμιστικός
ντραμιστικού	adj	γενική ενικού του ντραμιστικός
ντραμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντραμιστικός
ντραμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ντραμιστικός
ντραμιστικός	adj	που αφορά ντραμς, ή ντράμερ, που αφορά διάταξη κρουστών τύπου ντραμ κιτ/ντραμ σετ (δημωδώς "η ντραμς")
ντραμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ντραμιστικός
ντραμιστών	=	ντραμίστας
ντραμς	noun	σύνολο κρουστών μουσικών οργάνων που παίζονται από έναν μουσικό κυρίως σε συγκροτήματα τζαζ και ροκ
ντραπέ	adj	για είδος ρούχου που σε διάφορα σημεία έχει περίσσεια υφάσματος και δίπλες
ντραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπήκαν	=	ντρέπομαι
ντραπήκανε	=	ντρέπομαι
ντραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντραπούνε	=	ντρέπομαι
ντραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντρέπομαι
ντρεζίνα	noun	μικρό τροχήλατο όχημα που κινείται σε σιδηροδρομικές ράγες και χρησιμοποιείται συνήθως από σιδηροδρομικούς υπαλλήλους
ντρεζίνας	=	ντρεζίνα
ντρεζίνες	=	ντρεζίνα
ντρεζίνων	=	ντρεζίνα
ντρεπόμασταν	=	ντρέπομαι
ντρεπόμαστε	=	ντρέπομαι
ντρεπόμουν	=	ντρέπομαι
ντρεπόμουνα	=	ντρέπομαι
ντρεπόντουσαν	=	ντρέπομαι
ντρεπόσασταν	=	ντρέπομαι
ντρεπόσαστε	=	ντρέπομαι
ντρεπόσουν	=	ντρέπομαι
ντρεπόσουνα	=	ντρέπομαι
ντρεπόταν	=	ντρέπομαι
ντρεπότανε	=	ντρέπομαι
ντρεσάζ	noun	ιππικό άθλημα στο οποίο το άλογο και ο αναβάτης εκτελούν μια δοκιμή συγκεκριμένων κινήσεων σε μια αρένα και κρίνονται από την υπακοή του αλόγου, την αποδοχή του χαλινού και των βοηθημάτων του αναβάτη, τους βηματισμούς και την αρμονία μεταξύ αλόγου και αναβάτη
ντρεσάραμε	=	ντρεσάρω
ντρεσάραν	=	ντρεσάρω
ντρεσάρανε	=	ντρεσάρω
ντρεσάρατε	=	ντρεσάρω
ντρεσάρει	=	ντρεσάρω
ντρεσάρεις	=	ντρεσάρω
ντρεσάρεσαι	=	ντρεσάρω
ντρεσάρεστε	=	ντρεσάρω
ντρεσάρεται	=	ντρεσάρω
ντρεσάρετε	=	ντρεσάρω
ντρεσάριζα	=	ντρεσάρω
ντρεσάριζαν	=	ντρεσάρω
ντρεσάριζε	=	ντρεσάρω
ντρεσάριζες	=	ντρεσάρω
ντρεσάρισα	=	ντρεσάρω
ντρεσάρισαν	=	ντρεσάρω
ντρεσάρισε	=	ντρεσάρω
ντρεσάρισες	=	ντρεσάρω
ντρεσάρισμα	noun	η επίμονη, αυστηρή και συστηματική εκπαίδευση
ντρεσάρομαι	=	ντρεσάρω
ντρεσάρονται	=	ντρεσάρω
ντρεσάρονταν	=	ντρεσάρω
ντρεσάροντας	=	ντρεσάρω
ντρεσάρουμε	=	ντρεσάρω
ντρεσάρουν	=	ντρεσάρω
ντρεσάρουνε	=	ντρεσάρω
ντρεσάρω	verb	εκπαιδεύω με τρόπο επίμονο, συστηματικό και αυστηρό
ντρεσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντρεσάρισμα
ντρεσαρίσματος	noun	γενική ενικού του ντρεσάρισμα
ντρεσαρίσου	=	ντρεσάρω
ντρεσαρίστηκα	=	ντρεσάρω
ντρεσαρίστηκαν	=	ντρεσάρω
ντρεσαρίστηκε	=	ντρεσάρω
ντρεσαρίστηκες	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόμασταν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόμαστε	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόμουν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόμουνα	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόντουσαν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόσασταν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόσαστε	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόσουν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόσουνα	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζόταν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριζότανε	=	ντρεσάρω
ντρεσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντρεσάρισμα
ντρεσαρισμένος	=	ντρεσάρω
ντρεσαριστήκαμε	=	ντρεσάρω
ντρεσαριστήκαν	=	ντρεσάρω
ντρεσαριστήκανε	=	ντρεσάρω
ντρεσαριστήκατε	=	ντρεσάρω
ντρεσαριστεί	=	ντρεσάρω
ντρεσαριστείτε	=	ντρεσάρω
ντριλιού	=	ντρίλι
ντριλιών	=	ντρίλι
ντριμπλέρ	noun	άλλη μορφή του τριπλέρ
ντριν	intj	ο ήχος του κουδουνίσματος (κατά κανόνα για τηλέφωνο, ξυπνητήρι, κουδούνι ποδηλάτου ή εξώπορτας)
ντριπλαδόρε	=	ντριπλαδόρος
ντριπλαδόρο	=	ντριπλαδόρος
ντριπλαδόροι	=	ντριπλαδόρος
ντριπλαδόρος	noun|figurative	άλλη μορφή του τριπλαδόρος
ντριπλαδόρου	=	ντριπλαδόρος
ντριπλαδόρους	=	ντριπλαδόρος
ντριπλαδόρων	=	ντριπλαδόρος
ντριστέλα	noun|dated	κατασκευή σε μέρος με φυσικό ή τεχνητό καταρράκτη, για την κατεργασία (ή το πλύσιμο) των ρούχων, των κλινοσκεπασμάτων ή διαφόρων υφαντών με τη βοήθεια της πίεσης, της περιδίνησης και της ανάδευσης του νερού
ντριστέλας	noun	γενική ενικού του ντριστέλα
ντριστέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντριστέλα
ντριστελών	noun	γενική πληθυντικού του ντριστέλα
ντροβά	=	ντροβάς
ντροβάδες	=	ντροβάς
ντροβάδων	=	ντροβάς
ντροβάς	noun	άλλη μορφή του τορβάς
ντρομπροσυνών	=	ντρομπροσύνη
ντρομπροσύνες	=	ντρομπροσύνη
ντρομπροσύνη	noun	ντομπροσύνη
ντρομπροσύνης	=	ντρομπροσύνη
ντροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπή
ντροπή	noun	το αρνητικό συναίσθημα ενοχής που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έφταιξε σε κάτι
ντροπής	=	ντροπή
ντροπαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ντροπαλός	adv	με ντροπαλό τρόπο
ντροπαλέ	adj	κλητική ενικού του ντροπαλός
ντροπαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπαλή
ντροπαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντροπαλός
ντροπαλής	adj	γενική ενικού του ντροπαλή
ντροπαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντροπαλός
ντροπαλοσυνών	=	ντροπαλοσύνη
ντροπαλοσύνες	=	ντροπαλοσύνη
ντροπαλοσύνη	noun	η ντροπαλή συμπεριφορά
ντροπαλοσύνης	=	ντροπαλοσύνη
ντροπαλοτήτων	=	ντροπαλότητα
ντροπαλού	adj	γενική ενικού του ντροπαλός
ντροπαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντροπαλός
ντροπαλό	adj	αιτιατική ενικού του ντροπαλός
ντροπαλός	adj	που δεν νιώθει άνετα μπροστά σε άλλους, που ντρέπεται εύκολα
ντροπαλότητα	noun	Ο κοινωνικός δισταγμός κάποιου, που δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικός και ανοιχτός με τους υπόλοιπους γύρω του, ενώ όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους έχει την τάση να αισθάνεται άσχημα.
ντροπαλότητας	noun	γενική ενικού του ντροπαλότητα
ντροπαλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπαλότητα
ντροπαλών	adj	γενική πληθυντικού του ντροπαλός
ντροπιάζαμε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζαν	=	ντροπιάζω
ντροπιάζανε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζατε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζει	=	ντροπιάζω
ντροπιάζεις	=	ντροπιάζω
ντροπιάζεσαι	=	ντροπιάζω
ντροπιάζεστε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζεται	=	ντροπιάζω
ντροπιάζετε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζομαι	=	ντροπιάζω
ντροπιάζομε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζονται	=	ντροπιάζω
ντροπιάζονταν	=	ντροπιάζω
ντροπιάζοντας	=	ντροπιάζω
ντροπιάζουμε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζουν	=	ντροπιάζω
ντροπιάζουνε	=	ντροπιάζω
ντροπιάζω	verb	κάνω κάποιον να ντρέπεται
ντροπιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντροπιάρης
ντροπιάρας	adj	γενική ενικού του ντροπιάρα
ντροπιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπιάρα
ντροπιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντροπιάρης
ντροπιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπιάρης
ντροπιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ντροπιάρης
ντροπιάρης	adj	ντροπαλός
ντροπιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπιάρικο
ντροπιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ντροπιάρης
ντροπιάρικου	adj	γενική ενικού του ντροπιάρικο
ντροπιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ντροπιάρικο
ντροπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσαν	=	ντροπιάζω
ντροπιάσανε	=	ντροπιάζω
ντροπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντρόπιασμα
ντροπιάσματος	noun	γενική ενικού του ντρόπιασμα
ντροπιάσομε	=	ντροπιάζω
ντροπιάσου	=	ντροπιάζω
ντροπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάσουνε	=	ντροπιάζω
ντροπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντροπιαζόμασταν	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόμαστε	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόμουν	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόμουνα	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόντουσαν	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόσασταν	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόσαστε	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόσουν	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόσουνα	=	ντροπιάζω
ντροπιαζόταν	=	ντροπιάζω
ντροπιαζότανε	=	ντροπιάζω
ντροπιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντρόπιασμα
ντροπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπιασμένο
ντροπιασμένε	verb	κλητική ενικού του ντροπιασμένος
ντροπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπιασμένη
ντροπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντροπιασμένος
ντροπιασμένης	verb	γενική ενικού του ντροπιασμένη
ντροπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ντροπιασμένος
ντροπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντροπιασμένος
ντροπιασμένος	=	ντροπιάζω
ντροπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ντροπιασμένος
ντροπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ντροπιασμένος
ντροπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ντροπιασμένος
ντροπιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστήκαν	=	ντροπιάζω
ντροπιαστήκανε	=	ντροπιάζω
ντροπιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστικά	adv	με τρόπο που προκαλεί ντροπή
ντροπιαστικέ	adj	κλητική ενικού του ντροπιαστικός
ντροπιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντροπιαστική
ντροπιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντροπιαστικός
ντροπιαστικής	adj	γενική ενικού του ντροπιαστική
ντροπιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντροπιαστικός
ντροπιαστικού	adj	γενική ενικού του ντροπιαστικός
ντροπιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντροπιαστικός
ντροπιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ντροπιαστικός
ντροπιαστικός	adj	που ντροπιάζει, που προκαλεί ντροπή
ντροπιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ντροπιαστικός
ντροπιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπιαστούνε	=	ντροπιάζω
ντροπιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζομαι
ντροπών	=	ντροπή
ντρουβιό	noun	άλλη μορφή του ντρούβι: το ελαιοτριβείο
ντρούβι	noun	ελαιοτριβείο
ντρόγκα	noun|slang	το ναρκωτικό
ντρόγκας	=	ντρόγκα
ντρόγκες	=	ντρόγκα
ντρόγκι	noun|rare	το ναρκωτικό
ντρόγκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντρόγκι
ντρόουν	noun	μη επανδρωμένο, τηλεχειριζόμενο σκάφος, συνηθέστερα αεροσκάφος, αλλά και θαλάσσιο σκάφος (θαλάσσιο ντρόουν)
ντρόπιαζα	=	ντροπιάζω
ντρόπιαζαν	=	ντροπιάζω
ντρόπιαζε	=	ντροπιάζω
ντρόπιαζες	=	ντροπιάζω
ντρόπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντρόπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντρόπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντρόπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντροπιάζω
ντρόπιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ντροπιάζω
ντυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθήκαν	=	ντύνω
ντυθήκανε	=	ντύνω
ντυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυθούνε	=	ντύνω
ντυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ντύμα
ντυμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντυμένο
ντυμένε	adj	κλητική ενικού του ντυμένος
ντυμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντυμένη
ντυμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ντυμένος
ντυμένης	adj	γενική ενικού του ντυμένη
ντυμένο	adj	αιτιατική ενικού του ντυμένος
ντυμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντυμένος
ντυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ντύνω
ντυμένου	verb	γενική ενικού του ντυμένος
ντυμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ντυμένος
ντυμένων	adj	γενική πληθυντικού του ντυμένος
ντυνόμασταν	=	ντύνω
ντυνόμαστε	=	ντύνω
ντυνόμουν	=	ντύνω
ντυνόμουνα	=	ντύνω
ντυνόντουσαν	=	ντύνω
ντυνόσασταν	=	ντύνω
ντυνόσαστε	=	ντύνω
ντυνόσουν	=	ντύνω
ντυνόσουνα	=	ντύνω
ντυνόταν	=	ντύνω
ντυνότανε	=	ντύνω
ντυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντύσιμο
ντυσίματος	noun	γενική ενικού του ντύσιμο
ντυσιμάτων	=	ντύσιμο
ντόκε	=	ντόκος
ντόκο	=	ντόκος
ντόκοι	=	ντόκος
ντόκος	noun	άλλη μορφή του ντοκ
ντόκου	=	ντόκος
ντόκους	=	ντόκος
ντόκων	=	ντόκος
ντόλτσα	noun	ποικιλία πορτοκαλιών με γλυκιά γεύση
ντόμινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντόμινο
ντόμινο	noun	είδος αποκριάτικου κουστουμιού, συνήθως μαύρου
ντόμινου	noun	γενική ενικού του ντόμινο
ντόμινων	noun	γενική πληθυντικού του ντόμινο
ντόμπερμαν	noun	μεσαίου μεγέθους ράτσα οικόσιτου σκύλου που αναπτύχθηκε αρχικά γύρω στο 1890 από τον Karl Friedrich Louis Dobermann
ντόμπρα	noun	νόμισμα του Σάο Τομέ και Πρίνσιπε	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντόμπρο
ντόμπρας	=	ντόμπρος
ντόμπρε	=	ντόμπρος
ντόμπρες	=	ντόμπρος
ντόμπρο	=	ντόμπρος
ντόμπροι	=	ντόμπρος
ντόμπρος	adj	ειλικρινής, χωρίς προσποιήσεις
ντόμπρου	=	ντόμπρος
ντόμπρους	=	ντόμπρος
ντόμπρων	=	ντόμπρος
ντόνα	noun	θηλυκό του ντον
ντόνας	noun	γενική ενικού του ντόνα
ντόνατ	noun	είδος τηγανητής ζύμης ζαχαροπλαστικής
ντόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντόνα
ντόπα	noun	το ναρκωτικό
ντόπας	noun	γενική ενικού του ντόπα
ντόπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντόπα
ντόπια	=	ντόπιος
ντόπιας	=	ντόπιος
ντόπιε	=	ντόπιος
ντόπιες	=	ντόπιος
ντόπινγκ	noun	η χορήγηση σε κάποιον χημικών ουσιών με σκοπό τη βελτίωση των αθλητικών του επιδόσεων
ντόπιο	=	ντόπιος
ντόπιοι	=	ντόπιος
ντόπιος	adj	που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο	noun	αυτός που έχει γεννηθεί και ζει σε έναν τόπο
ντόπιου	=	ντόπιος
ντόπιους	=	ντόπιος
ντόπιων	=	ντόπιος
ντόρα	=	δώρα
ντόρε	noun	κλητική ενικού του ντόρος
ντόρο	noun	αιτιατική ενικού του ντόρος
ντόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ντόρος
ντόρος	noun	φασαρία, μεγάλος θόρυβος (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
ντόρου	noun	γενική ενικού του ντόρος
ντόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ντόρος
ντόρτι	noun	το τεσσάρι στο ζάρι
ντόρτια	noun	όταν και τα δύο ζάρια μιας ζαριάς δείχνουν τέσσερα
ντόρτικα	noun	μικτό λεξιλόγια των αθιγγάνων της Ευρυτανίας, που αν και είχαν εξελληνιστεί, μιλούσαν συνθηματικά παρεμβάλλοντας στα ελληνικά και δικές τους λέξεις, έτσι ώστε το νόημα να μη γίνεται αντιληπτό από όσους δεν ανήκαν στην ίδια φυλή
ντόρτικων	=	ντόρτικα
ντόρων	noun	γενική πληθυντικού του ντόρος
ντότζο	noun	σχολείο όπου ασκούνται οι πολεμικές τέχνες
ντύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντύμα	noun	επένδυση, ιδιαίτερα επένδυση βιβλίου με αδιαφανές αυτοκόλλητο
ντύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ντύμα
ντύματος	noun	γενική ενικού του ντύμα
ντύναμε	=	ντύνω
ντύναν	=	ντύνω
ντύνανε	=	ντύνω
ντύνατε	=	ντύνω
ντύνε	=	ντύνω
ντύνει	=	ντύνω
ντύνεις	=	ντύνω
ντύνεσαι	=	ντύνω
ντύνεστε	=	ντύνω
ντύνεται	=	ντύνω
ντύνετε	=	ντύνω
ντύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ντύνω
ντύνομε	=	ντύνω
ντύνονται	=	ντύνω
ντύνονταν	=	ντύνω
ντύνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ντύνω
ντύνουμε	=	ντύνω
ντύνουν	=	ντύνω
ντύνουνε	=	ντύνω
ντύνω	verb	δίνω σε κάποιον ρούχα για να τα φορέσει
ντύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσαν	=	ντύνω
ντύσανε	=	ντύνω
ντύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσιμο	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ντύνω
ντύσομε	=	ντύνω
ντύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντύνομαι
ντύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσουνε	=	ντύνω
ντύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ντύνω
ντώναμε	=	ντώνω
ντώναν	=	ντώνω
ντώνανε	=	ντώνω
ντώνατε	=	ντώνω
ντώνε	=	ντώνω
ντώνει	=	ντώνω
ντώνεις	=	ντώνω
ντώνετε	=	ντώνω
ντώνοντας	=	ντώνω
ντώνουμε	=	ντώνω
ντώνουν	=	ντώνω
ντώνουνε	=	ντώνω
ντώνω	verb	χαλαρώνω
ντώσαμε	=	ντώνω
ντώσαν	=	ντώνω
ντώσανε	=	ντώνω
ντώσατε	=	ντώνω
ντώσε	=	ντώνω
ντώσει	=	ντώνω
ντώστε	=	ντώνω
νυ	noun	ετυμολογική γραφή του νι
νυγμάτιζα	=	νυγματίζω
νυγμάτιζαν	=	νυγματίζω
νυγμάτιζε	=	νυγματίζω
νυγμάτιζες	=	νυγματίζω
νυγμάτισα	=	νυγματίζω
νυγμάτισαν	=	νυγματίζω
νυγμάτισε	=	νυγματίζω
νυγμάτισες	=	νυγματίζω
νυγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νύγμα
νυγμέ	noun	κλητική ενικού του νυγμός
νυγματίζαμε	=	νυγματίζω
νυγματίζαν	=	νυγματίζω
νυγματίζανε	=	νυγματίζω
νυγματίζατε	=	νυγματίζω
νυγματίζει	=	νυγματίζω
νυγματίζεις	=	νυγματίζω
νυγματίζεσαι	=	νυγματίζω
νυγματίζεστε	=	νυγματίζω
νυγματίζεται	=	νυγματίζω
νυγματίζετε	=	νυγματίζω
νυγματίζομαι	=	νυγματίζω
νυγματίζονται	=	νυγματίζω
νυγματίζονταν	=	νυγματίζω
νυγματίζοντας	=	νυγματίζω
νυγματίζου	=	νυγματίζω
νυγματίζουμε	=	νυγματίζω
νυγματίζουν	=	νυγματίζω
νυγματίζουνε	=	νυγματίζω
νυγματίζω	verb	τοποθετώ νύγμα () συνήθως πριν από την αρχή ή μετά το τέλος μιας λέξης, φράσης, πρότασης, απαίτησης κτλ. δηλώνοντας έτσι ότι την επιλέγω ή ότι την κρίνω αληθή ή ότι έχω (εξ)ελέγξει το περιεχόμενό της και συμφωνώ με αυτό
νυγματίσαμε	=	νυγματίζω
νυγματίσαν	=	νυγματίζω
νυγματίσανε	=	νυγματίζω
νυγματίσατε	=	νυγματίζω
νυγματίσει	=	νυγματίζω
νυγματίσου	=	νυγματίζω
νυγματίστε	=	νυγματίζω
νυγματίστηκα	=	νυγματίζω
νυγματίστηκαν	=	νυγματίζω
νυγματίστηκε	=	νυγματίζω
νυγματίστηκες	=	νυγματίζω
νυγματιζόμασταν	=	νυγματίζω
νυγματιζόμαστε	=	νυγματίζω
νυγματιζόμουν	=	νυγματίζω
νυγματιζόμουνα	=	νυγματίζω
νυγματιζόντουσαν	=	νυγματίζω
νυγματιζόσασταν	=	νυγματίζω
νυγματιζόσαστε	=	νυγματίζω
νυγματιζόσουν	=	νυγματίζω
νυγματιζόσουνα	=	νυγματίζω
νυγματιζόταν	=	νυγματίζω
νυγματιζότανε	=	νυγματίζω
νυγματισμένος	=	νυγματίζω
νυγματιστήκαμε	=	νυγματίζω
νυγματιστήκαν	=	νυγματίζω
νυγματιστήκανε	=	νυγματίζω
νυγματιστήκατε	=	νυγματίζω
νυγματιστεί	=	νυγματίζω
νυγματιστείτε	=	νυγματίζω
νυγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυγμός
νυγμού	noun	γενική ενικού του νυγμός
νυγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νυγμός
νυγμό	noun	αιτιατική ενικού του νυγμός
νυγμός	noun	τσίμπημα
νυγμών	noun	γενική πληθυντικού του νυγμός
νυκτά	=	νυκτός
νυκτέ	=	νυκτός
νυκτές	=	νυκτός
νυκτή	=	νυκτός
νυκτής	=	νυκτός
νυκταλωπία	noun	πάθηση των ματιών που έχει σαν αποτέλεσμα κάποιος να βλέπει χειρότερα τη νύχτα παρά την ημέρα
νυκταλωπίας	noun	γενική ενικού του νυκταλωπία
νυκταλωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυκταλωπία
νυκταλωπιών	noun	γενική πληθυντικού του νυκταλωπία
νυκτεγερσία	noun|formal	η νυκτερινή έγερση
νυκτεγερσίας	=	νυκτεγερσία
νυκτεγερσίες	=	νυκτεγερσία
νυκτεγερσιών	=	νυκτεγερσία
νυκτερίδα	noun	νυχτερίδα
νυκτερίδας	=	νυκτερίδα
νυκτερίδες	=	νυκτερίδα
νυκτερίδων	=	νυκτερίδα
νυκτερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νυκτερινός	adv	άλλη μορφή του νυχτερινά
νυκτερινέ	adj	κλητική ενικού του νυκτερινός
νυκτερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυκτερινή
νυκτερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυκτερινός
νυκτερινής	adj	γενική ενικού του νυκτερινή
νυκτερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυκτερινός
νυκτερινού	adj	γενική ενικού του νυκτερινός
νυκτερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νυκτερινός
νυκτερινό	adj	αιτιατική ενικού του νυκτερινός
νυκτερινός	adj	νυχτερινός
νυκτερινών	adj	γενική πληθυντικού του νυκτερινός
νυκτοί	=	νυκτός
νυκτοβάτες	=	νυκτοβάτης
νυκτοβάτη	=	νυκτοβάτης
νυκτοβάτης	noun	άλλη μορφή του νυχτοβάτης
νυκτοβατών	=	νυκτοβάτης
νυκτοκλοπές	=	νυκτοκλοπή
νυκτοκλοπή	noun	κλοπή η οποία συμβαίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας
νυκτοκλοπής	=	νυκτοκλοπή
νυκτοκλοπών	=	νυκτοκλοπή
νυκτοπορήσαμε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορήσαν	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορήσανε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορήσατε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορήσει	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορήστε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορία	noun	η πορεία μέσα στη νύχτα
νυκτοπορίας	=	νυκτοπορία
νυκτοπορίες	=	νυκτοπορία
νυκτοπορεί	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορείς	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορείτε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυκτοπορημένο
νυκτοπορημένε	verb	κλητική ενικού του νυκτοπορημένος
νυκτοπορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυκτοπορημένη
νυκτοπορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυκτοπορημένος
νυκτοπορημένης	verb	γενική ενικού του νυκτοπορημένη
νυκτοπορημένο	verb	αιτιατική ενικού του νυκτοπορημένος
νυκτοπορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυκτοπορημένος
νυκτοπορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυκτοπορημένος
νυκτοπορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νυκτοπορημένος
νυκτοπορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυκτοπορημένος
νυκτοποριών	=	νυκτοπορία
νυκτοπορούμε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούν	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούνε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσα	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσαμε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσαν	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσανε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσατε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορούσες	=	νυκτοπορώ
νυκτοπορώ	verb	πορεύομαι μέσα στη νύχτα
νυκτοπορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νυκτοπορώ
νυκτοπόρε	=	νυκτοπόρος
νυκτοπόρει	=	νυκτοπορώ
νυκτοπόρησα	=	νυκτοπορώ
νυκτοπόρησαν	=	νυκτοπορώ
νυκτοπόρησε	=	νυκτοπορώ
νυκτοπόρησες	=	νυκτοπορώ
νυκτοπόρο	=	νυκτοπόρος
νυκτοπόροι	=	νυκτοπόρος
νυκτοπόρος	noun	που πορευοεται μέσα στη νύχτα
νυκτοπόρου	=	νυκτοπόρος
νυκτοπόρους	=	νυκτοπόρος
νυκτοπόρων	=	νυκτοπόρος
νυκτουρία	noun	η συχνή ανάγκη για ούρηση κατά τη διάρκεια της νύχτας, η οποία διαταράσσει τον ύπνο
νυκτουρίας	=	νυκτουρία
νυκτουρίες	=	νυκτουρία
νυκτουριών	=	νυκτουρία
νυκτοφυλάκων	noun	γενική πληθυντικού του νυκτοφύλακας
νυκτοφύλακα	noun	αιτιατική και κλητική ενικού του νυκτοφύλακας και γενική μόνο για το αρσενικό
νυκτοφύλακας	noun	άλλη μορφή του νυχτοφύλακας
νυκτοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυκτοφύλακας
νυκτοφύλακος	=	νυκτοφύλακας
νυκτού	=	νυκτός
νυκτούς	=	νυκτός
νυκτωδία	noun	νυχτωδία
νυκτωδίας	noun	γενική ενικού του νυκτωδία
νυκτωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυκτωδία
νυκτωδιών	noun	γενική πληθυντικού του νυκτωδία
νυκτό	=	νυκτός
νυκτόβιa	=	νυκτόβιος
νυκτόβια	=	νυκτόβιος
νυκτόβιας	=	νυκτόβιος
νυκτόβιε	=	νυκτόβιος
νυκτόβιες	=	νυκτόβιος
νυκτόβιο	=	νυκτόβιος
νυκτόβιοι	=	νυκτόβιος
νυκτόβιος	adj	άλλη μορφή του νυχτόβιος
νυκτόβιου	=	νυκτόβιος
νυκτόβιους	=	νυκτόβιος
νυκτόβιων	=	νυκτόβιος
νυκτός	adj	που παίζεται με τσίμπημα (με τα δάχτυλα ή με πένα)	noun|formal	γενική ενικού του νύκτα
νυκτών	=	νύκτα
νυμφίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφίδιο
νυμφίδιο	noun	νεαρό κορίτσι που προκαλεί ερωτικά ή έχει ελεύθερη σεξουαλική συμπεριφορά
νυμφίδιου	noun	γενική ενικού του νυμφίδιο
νυμφίδιων	noun	γενική πληθυντικού του νυμφίδιο
νυμφίε	noun	κλητική ενικού του νυμφίος
νυμφίο	noun	αιτιατική ενικού του νυμφίος
νυμφίοι	noun	νεόνυμφοι, νιόπαντροι
νυμφίος	noun	αυτός που έρχεται εις γάμου κοινωνίαν· ο γαμπρός
νυμφίου	noun	γενική ενικού του νυμφίος
νυμφίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νυμφίος
νυμφίων	noun	γενική πληθυντικού του νυμφίος
νυμφαία	noun	η διεθνής ονομασία του νούφαρου
νυμφαίας	adj	γενική ενικού του νυμφαία
νυμφαίε	adj	νυμφαίος, στην κλητική του ενικού
νυμφαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφαία
νυμφαίο	noun	ιερό στο οποίο λατρεύονταν οι Νύμφες, συνήθως κοντά σε πηγές
νυμφαίοι	adj	νυμφαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
νυμφαίος	adj	που έχει σχέση με τις αρχαίες νύμφες / Νύμφες ή αναφέρεται σ’ αυτές
νυμφαίου	adj	γενική ενικού του νυμφαίος
νυμφαίους	adj	νυμφαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
νυμφαίων	noun	γενική πληθυντικού του νυμφαίο
νυμφαιών	noun	γενική πληθυντικού του νυμφαία
νυμφευθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφευμένο
νυμφευμένε	verb	κλητική ενικού του νυμφευμένος
νυμφευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφευμένη
νυμφευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυμφευμένος
νυμφευμένης	verb	γενική ενικού του νυμφευμένη
νυμφευμένο	verb	αιτιατική ενικού του νυμφευμένος
νυμφευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυμφευμένος
νυμφευμένος	verb	που έχει νυμφευτεί
νυμφευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυμφευμένος
νυμφευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νυμφευμένος
νυμφευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυμφευμένος
νυμφεύαμε	=	νυμφεύω
νυμφεύαν	=	νυμφεύω
νυμφεύανε	=	νυμφεύω
νυμφεύατε	=	νυμφεύω
νυμφεύει	=	νυμφεύω
νυμφεύεις	=	νυμφεύω
νυμφεύετε	=	νυμφεύω
νυμφεύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφεύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφεύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφεύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφεύομαι	verb	αποκτώ νύμφη, παντρεύομαι, για άνδρες
νυμφεύοντας	=	νυμφεύω
νυμφεύουμε	=	νυμφεύω
νυμφεύουν	=	νυμφεύω
νυμφεύουνε	=	νυμφεύω
νυμφεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύσαν	=	νυμφεύω
νυμφεύσανε	=	νυμφεύω
νυμφεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύμφευση
νυμφεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύσεων	=	νύμφευση
νυμφεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύομαι
νυμφεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νυμφεύω	verb|formal	δίνω νύφη σε κάποιον για γάμο, τον παντρεύω
νυμφιδίου	=	νυμφίδιο
νυμφιδίων	=	νυμφίδιο
νυμφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφικό
νυμφικέ	adj	κλητική ενικού του νυμφικός
νυμφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφική
νυμφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυμφικός
νυμφικής	adj	γενική ενικού του νυμφική
νυμφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυμφικός
νυμφικού	adj	γενική ενικού του νυμφικός
νυμφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νυμφικός
νυμφικό	adj	αιτιατική ενικού του νυμφικός
νυμφικός	adj|formal	νυφικός, που έχει σχέση με τις νύφες
νυμφικών	adj	γενική πληθυντικού του νυμφικός
νυμφομανές	=	νυμφομανής
νυμφομανή	=	νυμφομανής
νυμφομανής	noun	γυναίκα που επιδιώκει τη σύναψη πολλών σεξουαλικών επαφών με τον ίδιο ή διαφορετικούς συντρόφους	adj	που αφορά (συνήθως) γυναίκα που επιδιώκει τη σύναψη πολλών σεξουαλικών επαφών με τον ίδιο ή διαφορετικούς συντρόφους
νυμφομανία	noun	η συνεχής και ακόρεστη (σε παθολογικό βαθμό) επιθυμία μιας γυναίκας για σεξουαλική επαφή
νυμφομανίας	noun	γενική ενικού του νυμφομανία
νυμφομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυμφομανία
νυμφομανείς	=	νυμφομανής
νυμφομανιών	noun	γενική πληθυντικού του νυμφομανία
νυμφομανούς	=	νυμφομανής
νυμφομανών	=	νυμφομανής
νυμφών	=	νύμφη
νυμφώνα	=	νυμφώνας
νυμφώνας	noun|formal	ο νυφικός θάλαμος, το νυφικό δωμάτιο
νυμφώνες	=	νυμφώνας
νυμφώνος	=	νυμφώνας
νυμφώνων	=	νυμφώνας
νυν	adj	τωρινός	adv	μονοτονική γραφή του νῦν, τώρα
νυσδε	abbrev|dated	Νομαρχιακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δημοτικής Εκπαίδευσης
νυσμε	abbrev|dated	Νομαρχιακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Μέσης Εκπαίδευσης
νυσσουσών	=	νύσσων
νυσσούσης	=	νύσσων
νυσσόμενα	=	νυσσόμενος
νυσσόμενε	=	νυσσόμενος
νυσσόμενες	=	νυσσόμενος
νυσσόμενη	=	νυσσόμενος
νυσσόμενης	=	νυσσόμενος
νυσσόμενο	=	νυσσόμενος
νυσσόμενοι	=	νυσσόμενος
νυσσόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος νύσσω
νυσσόμενου	=	νυσσόμενος
νυσσόμενους	=	νυσσόμενος
νυσσόμενων	=	νυσσόμενος
νυσσόντων	=	νύσσων
νυστάγματα	=	νύσταγμα
νυστάγματος	=	νύσταγμα
νυστάζαμε	=	νυστάζω
νυστάζαν	=	νυστάζω
νυστάζανε	=	νυστάζω
νυστάζατε	=	νυστάζω
νυστάζει	=	νυστάζω
νυστάζεις	=	νυστάζω
νυστάζετε	=	νυστάζω
νυστάζομε	=	νυστάζω
νυστάζοντας	=	νυστάζω
νυστάζουμε	=	νυστάζω
νυστάζουν	=	νυστάζω
νυστάζουνε	=	νυστάζω
νυστάζω	verb	νιώθω την ανάγκη για ύπνο
νυστάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξαν	=	νυστάζω
νυστάξανε	=	νυστάζω
νυστάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξομε	=	νυστάζω
νυστάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξουνε	=	νυστάζω
νυστάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νυστάχτε	=	νυστάζω
νυστέρι	noun	μικρό μυτερό εργαλείο που χρησιμοποιείται για χειρουργικές τομές
νυστέρια	=	νυστέρι
νυσταγμάτων	=	νύσταγμα
νυσταγμέ	noun	κλητική ενικού του νυσταγμός
νυσταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυσταγμένο
νυσταγμένε	verb	κλητική ενικού του νυσταγμένος
νυσταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυσταγμένη
νυσταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυσταγμένος
νυσταγμένης	verb	γενική ενικού του νυσταγμένη
νυσταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του νυσταγμένος
νυσταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυσταγμένος
νυσταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος νυστάζω που νυστάζει, που είναι έτοιμος να κοιμηθεί
νυσταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυσταγμένος
νυσταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νυσταγμένος
νυσταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυσταγμένος
νυσταγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυσταγμός
νυσταγμογράφημα	noun	διαγνωστική εικόνα που παράγεται με νυσταγμογραφία
νυσταγμογραφήματα	=	νυσταγμογράφημα
νυσταγμογραφήματος	=	νυσταγμογράφημα
νυσταγμογραφία	noun	διαγνωστική καταγραφή των οφθαλμικών κινήσεων για τον εντοπισμό του νυσταγμού
νυσταγμογραφίας	=	νυσταγμογραφία
νυσταγμογραφίες	=	νυσταγμογραφία
νυσταγμογραφημάτων	=	νυσταγμογράφημα
νυσταγμογραφικά	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικέ	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικές	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφική	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικής	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικοί	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικού	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικούς	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικό	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφικός	adj	που έχει σχέση με νυσταγμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
νυσταγμογραφικών	=	νυσταγμογραφικός
νυσταγμογραφιών	=	νυσταγμογραφία
νυσταγμού	noun	γενική ενικού του νυσταγμός
νυσταγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του νυσταγμός
νυσταγμό	noun	αιτιατική ενικού του νυσταγμός
νυσταγμός	noun	σπασμός των μυών του ματιού που προκαλούν ταλαντευτική κίνηση των ματιών
νυσταγμών	noun	γενική πληθυντικού του νυσταγμός
νυσταλέα	=	νυσταλέος
νυσταλέας	=	νυσταλέος
νυσταλέε	=	νυσταλέος
νυσταλέες	=	νυσταλέος
νυσταλέο	=	νυσταλέος
νυσταλέοι	=	νυσταλέος
νυσταλέος	adj	που πάντα νυστάζει
νυσταλέου	=	νυσταλέος
νυσταλέους	=	νυσταλέος
νυσταλέων	=	νυσταλέος
νυστεριά	noun|vulgar	τομή που γίνεται με νυστέρι
νυστεριάς	noun	γενική ενικού του νυστεριά
νυστεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυστεριά
νυστεριού	=	νυστέρι
νυστεριών	=	νυστεριά
νυφάδες	=	νύφη
νυφίτσα	noun	μικρό σαρκοφάγο ζώο
νυφίτσας	noun	γενική ενικού του νυφίτσα
νυφίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφίτσα
νυφιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφιάτικο
νυφιάτικε	adj	κλητική ενικού του νυφιάτικος
νυφιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφιάτικη
νυφιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυφιάτικος
νυφιάτικης	adj	γενική ενικού του νυφιάτικη
νυφιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του νυφιάτικος
νυφιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυφιάτικος
νυφιάτικος	adj	που έχει σχέση με νύφη (ή γάμο) ή αναφέρεται σ’ αυτά
νυφιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυφιάτικος
νυφιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νυφιάτικος
νυφιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυφιάτικος
νυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφικό
νυφικέ	adj	κλητική ενικού του νυφικός
νυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφική
νυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυφικός
νυφικής	adj	γενική ενικού του νυφική
νυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυφικός
νυφικού	adj	γενική ενικού του νυφικός
νυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νυφικός
νυφικό	adj	αιτιατική ενικού του νυφικός	noun	το (συνήθως) λευκό φόρεμα που φοράει η νύφη κατά την τελετή του γάμου
νυφικός	adj	ο αναφερόμενος στη νύφη
νυφικών	adj	γενική πληθυντικού του νυφικός
νυφοπάζαρα	=	νυφοπάζαρο
νυφοπάζαρο	noun	μέρος όπου μαζεύονται πολλές γυναίκες που επιδιώκουν γνωριμία με άνδρες, με απώτερο σκοπό τον γάμο
νυφοπάζαρου	=	νυφοπάζαρο
νυφοπάζαρων	=	νυφοπάζαρο
νυφοστολίζαμε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζαν	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζανε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζατε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζει	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζεις	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζετε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζοντας	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζουμε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζουν	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζουνε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίζω	verb	στολίζω τη νύφη, της φορώ την νυφική στολή και τα σχετικά στολίδια
νυφοστολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσαν	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίσανε	=	νυφοστολίζω
νυφοστολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφοστολισμένο
νυφοστολισμένε	verb	κλητική ενικού του νυφοστολισμένος
νυφοστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφοστολισμένη
νυφοστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυφοστολισμένος
νυφοστολισμένης	verb	γενική ενικού του νυφοστολισμένη
νυφοστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του νυφοστολισμένος
νυφοστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυφοστολισμένος
νυφοστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυφοστολισμένος
νυφοστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νυφοστολισμένος
νυφοστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυφοστολισμένος
νυφοστόλι	noun	εορταστικό, τελετουργικό στόλισμα του σπιτιού των μελλόνυμφων από ανύπαντρες κοπέλες, μερικές μέρες πριν το γάμο (εντάσσεται σε αυτό και το έθιμο του στρωσίματος του κρεβατιού του ζευγαριού)
νυφοστόλια	=	νυφοστόλι
νυφοστόλιζα	=	νυφοστολίζω
νυφοστόλιζαν	=	νυφοστολίζω
νυφοστόλιζε	=	νυφοστολίζω
νυφοστόλιζες	=	νυφοστολίζω
νυφοστόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφοστόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυφοστολίζω
νυφούλα	noun	η νύφη
νυφούλας	=	νυφούλα
νυφούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυφούλα
νυφών	=	νύφη
νυχάδικα	=	νυχάδικο
νυχάδικο	noun	κατάστημα περιποίησης νυχιών
νυχάδικου	=	νυχάδικο
νυχάδικων	=	νυχάδικο
νυχάκι	noun	υποκοριστικό του νύχι
νυχάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχάκι
νυχάτα	=	νυχάτος
νυχάτε	=	νυχάτος
νυχάτες	=	νυχάτος
νυχάτη	=	νυχάτος
νυχάτης	=	νυχάτος
νυχάτο	=	νυχάτος
νυχάτοι	=	νυχάτος
νυχάτος	adj	που τα νύχια του είναι μακριά και γαμψά
νυχάτου	=	νυχάτος
νυχάτους	=	νυχάτος
νυχάτων	=	νυχάτος
νυχθημερόν	adv	σε όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου ή σε μεγάλο διάστημα της ημέρας και της νύχτας, ασταμάτητα, νύχτα και μέρα
νυχιά	noun	γρατζουνιά, σκίσιμο της επιδερμίδας που προκαλείται από νύχι (ή νύχια)
νυχιάζαμε	=	νυχιάζω
νυχιάζαν	=	νυχιάζω
νυχιάζανε	=	νυχιάζω
νυχιάζατε	=	νυχιάζω
νυχιάζει	=	νυχιάζω
νυχιάζεις	=	νυχιάζω
νυχιάζετε	=	νυχιάζω
νυχιάζοντας	=	νυχιάζω
νυχιάζουμε	=	νυχιάζω
νυχιάζουν	=	νυχιάζω
νυχιάζουνε	=	νυχιάζω
νυχιάζω	verb	ξύνω ή γρατζουνίζω με τα νύχια μου (ή τα μπήγω κάπου)
νυχιάς	noun	γενική ενικού του νυχιά
νυχιάσαμε	=	νυχιάζω
νυχιάσαν	=	νυχιάζω
νυχιάσανε	=	νυχιάζω
νυχιάσατε	=	νυχιάζω
νυχιάσει	=	νυχιάζω
νυχιάστε	=	νυχιάζω
νυχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχιά
νυχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχιασμένο
νυχιασμένε	verb	κλητική ενικού του νυχιασμένος
νυχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχιασμένη
νυχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυχιασμένος
νυχιασμένης	verb	γενική ενικού του νυχιασμένη
νυχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του νυχιασμένος
νυχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυχιασμένος
νυχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυχιασμένος
νυχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νυχιασμένος
νυχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυχιασμένος
νυχιού	noun	γενική ενικού του νύχι
νυχιών	=	νύχι
νυχοκοπτών	=	νυχοκόπτης
νυχοκόπτες	=	νυχοκόπτης
νυχοκόπτη	=	νυχοκόπτης
νυχοκόπτης	noun	μικρό μεταλλικό εργαλείο για να κόβουμε τα νύχια
νυχοποδαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχοποδαράκι
νυχού	noun|vulgar	επαγγελματίας που περιποιείται τα νύχια (χεριών ή ποδιών, μανικιούρ / πεντικιούρ)
νυχούδες	=	νυχού
νυχούδων	=	νυχού
νυχούς	=	νυχού
νυχτέρεμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νυχτερεύω
νυχτέρεψα	=	νυχτερεύω
νυχτέρεψαν	=	νυχτερεύω
νυχτέρεψε	=	νυχτερεύω
νυχτέρεψες	=	νυχτερεύω
νυχτέρι	noun|vulgar	δραστηριότητα ή εργασία που γίνεται σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της νύχτας
νυχτέρια	=	νυχτέρι
νυχταλωπία	noun	αδυναμία της όρασης που χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία να δει κάποιος όταν δεν υπάρχει πολύ φως, δηλαδή την νύχτα
νυχταλωπίας	=	νυχταλωπία
νυχταλωπίες	=	νυχταλωπία
νυχταλωπιών	=	νυχταλωπία
νυχτερέματα	=	νυχτέρεμα
νυχτερέματος	=	νυχτέρεμα
νυχτερίδα	noun	νυκτόβιο ιπτάμενο θηλαστικό με μεμβρανώδη φτερά
νυχτερίδας	=	νυχτερίδα
νυχτερίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτερίδα
νυχτερίδων	=	νυχτερίδα
νυχτερεμάτων	=	νυχτέρεμα
νυχτερεύαμε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύαν	=	νυχτερεύω
νυχτερεύανε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύατε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύει	=	νυχτερεύω
νυχτερεύεις	=	νυχτερεύω
νυχτερεύετε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύοντας	=	νυχτερεύω
νυχτερεύουμε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύουν	=	νυχτερεύω
νυχτερεύουνε	=	νυχτερεύω
νυχτερεύω	verb	παραμένω άγρυπνος για ολόκληρη τη νύχτα, συνήθως εξαιτίας κάποιας ανησυχίας ή κάποιας δουλειάς
νυχτερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νυχτερινός	adv	κατά τη νύχτα, με νυχτερινό τρόπο
νυχτερινέ	adj	κλητική ενικού του νυχτερινός
νυχτερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτερινή
νυχτερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυχτερινός
νυχτερινής	adj	γενική ενικού του νυχτερινή
νυχτερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυχτερινός
νυχτερινού	adj	γενική ενικού του νυχτερινός
νυχτερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νυχτερινός
νυχτερινό	adj	αιτιατική ενικού του νυχτερινός
νυχτερινός	adj	που σχετίζεται με τη νύχτα
νυχτερινών	adj	γενική πληθυντικού του νυχτερινός
νυχτεριού	=	νυχτέρι
νυχτεριών	=	νυχτέρι
νυχτιά	noun|literary	η νύχτα, η διάρκεια της νύχτας
νυχτιάς	noun	γενική ενικού του νυχτιά
νυχτιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νυχτιάτικος	adv	κατά τη διάρκεια της νύχτας
νυχτιάτικε	adj	κλητική ενικού του νυχτιάτικος
νυχτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτιάτικη
νυχτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυχτιάτικος
νυχτιάτικης	adj	γενική ενικού του νυχτιάτικη
νυχτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του νυχτιάτικος
νυχτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυχτιάτικος
νυχτιάτικος	adj	άλλη μορφή του νυχτερινός
νυχτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυχτιάτικος
νυχτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νυχτιάτικος
νυχτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυχτιάτικος
νυχτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτιά
νυχτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτικό
νυχτικιά	noun	το (γυναικείο συνήθως) νυχτικό, φόρεμα για τον ύπνο
νυχτικιάς	noun	γενική ενικού του νυχτικιά
νυχτικιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτικιά
νυχτικιών	=	νυχτικιά
νυχτικού	noun	γενική ενικού του νυχτικό
νυχτικό	noun	φόρεμα για τον ύπνο
νυχτικών	noun	γενική πληθυντικού του νυχτικό
νυχτιών	=	νυχτιά
νυχτοήμερα	adv|vulgar	άλλη μορφή του νυχθημερόν
νυχτοβάτες	=	νυχτοβάτης
νυχτοβάτη	=	νυχτοβάτης
νυχτοβάτης	noun	ο υπνοβάτης
νυχτοβατών	=	νυχτοβάτης
νυχτοδροσοβόλι	noun|literary	η εναπόθεση δροσιάς στα φυτά ή στο έδαφος τη νύχτα
νυχτοκάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτοκάματο
νυχτοκάματο	noun	η αμοιβή που κερδίζεται για την εργασία μιας νύχτας
νυχτοκάματου	noun	γενική ενικού του νυχτοκάματο
νυχτοκάματων	noun	γενική πληθυντικού του νυχτοκάματο
νυχτοκοπήματα	=	νυχτοκόπημα
νυχτοκοπήματος	=	νυχτοκόπημα
νυχτοκοπημάτων	=	νυχτοκόπημα
νυχτοκοπώ	verb	νυχτοπερπατώ
νυχτοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νυχτοκοπάω / νυχτοκοπώ
νυχτοκοράκων	=	νυχτοκόρακας
νυχτοκόπε	=	νυχτοκόπος
νυχτοκόπημα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νυχτοκοπώ
νυχτοκόπο	=	νυχτοκόπος
νυχτοκόποι	=	νυχτοκόπος
νυχτοκόπος	noun	που νυχτοκοπά
νυχτοκόπου	=	νυχτοκόπος
νυχτοκόπους	=	νυχτοκόπος
νυχτοκόπων	=	νυχτοκόπος
νυχτοκόρακα	=	νυχτοκόρακας
νυχτοκόρακας	noun	νυκτόβιο πτηνό το οποίο μοιάζει με κόρακα
νυχτοκόρακες	=	νυχτοκόρακας
νυχτολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτολούλουδο
νυχτολούλουδο	noun	το κοινό όνομα του γένους φυτών Oenothera
νυχτολούλουδου	noun	γενική ενικού του νυχτολούλουδο
νυχτολούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του νυχτολούλουδο
νυχτοπαρωρίτες	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπαρωρίτη	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπαρωρίτης	noun|dated	που τριγυρνά τη νύχτα
νυχτοπαρωρίτρα	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπαρωρίτρας	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπαρωρίτρες	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπαρωριτρών	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπαρωριτών	=	νυχτοπαρωρίτης
νυχτοπεριτύλιχτα	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτε	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτες	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτη	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτης	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτο	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτοι	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτος	adj|literary	που τον έχει περιτυλίξει / σκεπάσει η νύχτα
νυχτοπεριτύλιχτου	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτους	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπεριτύλιχτων	=	νυχτοπεριτύλιχτος
νυχτοπερπάτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτοπερπάτημα
νυχτοπερπατήματος	noun	γενική ενικού του νυχτοπερπάτημα
νυχτοπερπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτοπερπατώ
νυχτοπερπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του νυχτοπερπάτημα
νυχτοπερπατώ	verb	τριγυρίζω κατά τη διάρκεια της νύχτας είτε για διασκέδαση είτε για παρανομίες
νυχτοπερπατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νυχτοπερπατάω / νυχτοπερπατώ
νυχτοπεταλούδα	noun	ο σκόρος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
νυχτοπεταλούδας	=	νυχτοπεταλούδα
νυχτοπεταλούδες	=	νυχτοπεταλούδα
νυχτοπεταλούδων	=	νυχτοπεταλούδα
νυχτοπουλιού	=	νυχτοπούλι
νυχτοπουλιών	=	νυχτοπούλι
νυχτοπούλι	noun	νυκτόβιο πουλί
νυχτοπούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτοπούλι
νυχτουρία	noun	άλλη μορφή του νυκτουρία
νυχτουρίας	=	νυχτουρία
νυχτουρίες	=	νυχτουρία
νυχτουριών	=	νυχτουρία
νυχτοφυλάκων	noun	γενική πληθυντικού του νυχτοφύλακας
νυχτοφυλακές	=	νυχτοφυλακή
νυχτοφυλακή	noun	άλλη μορφή του νυκτοφυλακή
νυχτοφυλακής	=	νυχτοφυλακή
νυχτοφυλακών	=	νυχτοφυλακή
νυχτοφύλακα	noun	αιτιατική και κλητική ενικού του νυχτοφύλακας και γενική μόνο για το αρσενικό
νυχτοφύλακας	noun	φύλακας που εργάζεται κατά τη διάρκεια της νύχτας
νυχτοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτοφύλακας
νυχτοφύλακος	=	νυχτοφύλακας
νυχτωδία	noun	νυχτερινό τραγούδι με ελεύθερη μορφή και, συνήθως, μελαγχολικό σκοπό
νυχτωδίας	noun	γενική ενικού του νυχτωδία
νυχτωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτωδία
νυχτωδιών	noun	γενική πληθυντικού του νυχτωδία
νυχτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του νύχτωμα
νυχτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτωμένο
νυχτωμένε	verb	κλητική ενικού του νυχτωμένος
νυχτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νυχτωμένη
νυχτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νυχτωμένος
νυχτωμένης	verb	γενική ενικού του νυχτωμένη
νυχτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του νυχτωμένος
νυχτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νυχτωμένος
νυχτωμένος	verb	που τον έχει βρει η νύχτα
νυχτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του νυχτωμένος
νυχτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του νυχτωμένος
νυχτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του νυχτωμένος
νυχτόβιa	=	νυχτόβιος
νυχτόβια	=	νυχτόβιος
νυχτόβιας	=	νυχτόβιος
νυχτόβιε	=	νυχτόβιος
νυχτόβιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του νυκτόβιος
νυχτόβιια	=	νυχτόβιος
νυχτόβιιο	=	νυχτόβιος
νυχτόβιο	=	νυχτόβιος
νυχτόβιοι	=	νυχτόβιος
νυχτόβιος	adj	που κυνηγάει την τροφή του κατά τη διάρκεια της νύχτας
νυχτόβιου	=	νυχτόβιος
νυχτόβιους	=	νυχτόβιος
νυχτόβιων	=	νυχτόβιος
νυχτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνομαι
νυχτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύχτωμα
νυχτώματος	noun	γενική ενικού του νύχτωμα
νυχτών	noun	γενική πληθυντικού του νύχτα
νυχτώναμε	=	νυχτώνω
νυχτώναν	=	νυχτώνω
νυχτώνανε	=	νυχτώνω
νυχτώνατε	=	νυχτώνω
νυχτώνει	verb	βραδιάζει, έρχεται η νύχτα
νυχτώνεις	=	νυχτώνω
νυχτώνετε	=	νυχτώνω
νυχτώνομαι	verb	με βρίσκει κάπου η νύχτα.
νυχτώνοντας	=	νυχτώνω
νυχτώνουμε	=	νυχτώνω
νυχτώνουν	=	νυχτώνω
νυχτώνουνε	=	νυχτώνω
νυχτώνω	verb	με βρίσκει κάπου η νύχτα
νυχτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσαν	=	νυχτώνω
νυχτώσανε	=	νυχτώνω
νυχτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νυχτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νχος	=	ναύαρχος
νωδά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωδό
νωδέ	adj	κλητική ενικού του νωδός
νωδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωδή
νωδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νωδός
νωδής	adj	γενική ενικού του νωδή
νωδοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νωδός
νωδού	adj	γενική ενικού του νωδός
νωδούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νωδός
νωδό	adj	αιτιατική ενικού του νωδός
νωδός	adj|formal	που είναι χωρίς δόντια, ο φαφούτης
νωδών	adj	γενική πληθυντικού του νωδός
νωθρά	adv	αργά και τεμπέλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωθρό
νωθρέ	adj	κλητική ενικού του νωθρός
νωθρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωθρή
νωθρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νωθρός
νωθρής	adj	γενική ενικού του νωθρή
νωθροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νωθρός
νωθροτήτων	=	νωθρότητα
νωθρού	adj	γενική ενικού του νωθρός
νωθρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νωθρός
νωθρό	adj	αιτιατική ενικού του νωθρός
νωθρός	adj	που κινείται αργά και τεμπέλικα
νωθρότητα	noun	το να είναι κάποιος νωθρός, η ιδιότητα του νωθρού
νωθρότητας	noun	γενική ενικού του νωθρότητα
νωθρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωθρότητα
νωθρών	adj	γενική πληθυντικού του νωθρός
νωμίτες	=	νωμίτης
νωμίτη	=	νωμίτης
νωμίτης	noun	το τμήμα ενός ρούχου γύρω από τον ώμο
νωματάρχες	=	νωματάρχης
νωματάρχη	=	νωματάρχης
νωματάρχης	noun|dated	άλλη μορφή του ενωμοτάρχης
νωματαρχών	=	νωματάρχης
νωμιτών	=	νωμίτης
νωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωπό
νωπέ	adj	κλητική ενικού του νωπός
νωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωπή
νωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νωπός
νωπής	adj	γενική ενικού του νωπή
νωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νωπός
νωπογραφία	noun	η μέθοδος—τεχνική ζωγραφικής φρέσκο
νωπογραφίας	noun	γενική ενικού του νωπογραφία
νωπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωπογραφία
νωπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του νωπογραφία
νωπού	adj	γενική ενικού του νωπός
νωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νωπός
νωπό	adj	αιτιατική ενικού του νωπός
νωπός	adj	φρέσκος
νωπών	adj	γενική πληθυντικού του νωπός
νωρίς	adv	εγκαίρως
νωρίτερα	adv	πιο νωρίς
νωτιάδα	noun	άλλη μορφή του νωτιαία
νωτιάδας	=	νωτιάδα
νωτιάδες	=	νωτιάδα
νωτιάδων	=	νωτιάδα
νωτιάς	noun	άλλη μορφή του νωτιάδα
νωτιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νωτιαίος
νωτιαίας	adj	γενική ενικού του νωτιαία
νωτιαίε	adj	νωτιαίος, στην κλητική του ενικού
νωτιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωτιαία
νωτιαίο	adj	νωτιαίος, στην αιτιατική του ενικού
νωτιαίοι	adj	νωτιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
νωτιαίος	adj	που αναφέρεται στα νώτα, την πλάτη, και ειδικότερα στη σπονδυλική στήλη
νωτιαίου	adj	γενική ενικού του νωτιαίος
νωτιαίους	adj	νωτιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
νωτιαίων	=	νωτιαίος
νωτοχορδές	=	νωτοχορδή
νωτοχορδή	noun	Νωτοχορδή.
νωτοχορδής	=	νωτοχορδή
νωτοχορδών	=	νωτοχορδή
νωχέλεια	noun	η κατάσταση ή ιδιότητα του ατόμου που αποφεύγει κάθε πνευματική ή σωματική προσπάθεια λόγω αδιαφορίας ή ανίας
νωχέλειας	=	νωχέλεια
νωχέλειες	=	νωχέλεια
νωχελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νωχελής
νωχελή	adj	αιτιατική ενικού του νωχελής
νωχελής	adj	που αδιαφορεί ή που βαριέται να κάνει οποιαδήποτε πνευματική ή σωματική προσπάθεια
νωχελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωχελής
νωχελειών	=	νωχέλεια
νωχελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νωχελικός	adv	με τρόπο νωχελικό, με νωχέλεια
νωχελικέ	adj	κλητική ενικού του νωχελικός
νωχελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νωχελική
νωχελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νωχελικός
νωχελικής	adj	γενική ενικού του νωχελική
νωχελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νωχελικός
νωχελικοτήτων	=	νωχελικότητα
νωχελικού	adj	γενική ενικού του νωχελικός
νωχελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του νωχελικός
νωχελικό	adj	αιτιατική ενικού του νωχελικός
νωχελικός	adj	που χαρακτηρίζεται από νωχέλεια
νωχελικότητα	noun	η ιδιότητα του νωχελικού
νωχελικότητας	=	νωχελικότητα
νωχελικότητες	=	νωχελικότητα
νωχελικών	adj	γενική πληθυντικού του νωχελικός
νωχελούς	adj	γενική ενικού του νωχελής
νωχελών	adj	γενική πληθυντικού του νωχελής
νωχελώς	adv|archaic	άλλη μορφή του νωχελικά
νόβιαλ	noun	τεχνητή γλώσσα που εφευρέθηκε από τον Δανό γλωσσολόγο Otto Jespersen το 1928.	adj	σχετικός με τη γλώσσα νόβιαλ
νόες	noun|poetic	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νους
νόημα	noun	έννοια, σημασία
νόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοώ
νόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοώ
νόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοώ
νόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοώ
νόηση	noun	η ικανότητα αντίληψης της πραγματικότητας με το νου, με τη λογική
νόησης	noun	γενική ενικού του νόηση
νόθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόθο
νόθας	=	νόθος
νόθε	adj	κλητική ενικού του νόθος
νόθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόθη
νόθευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νόθευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νόθευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νόθευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοθεύω
νόθευση	noun	αλλοίωση υλικών πραγμάτων κατά την σύσταση, το περιεχόμενο, την ποιότητα ή την ταυτότητα
νόθευσης	=	νόθευση
νόθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νόθος
νόθης	adj	γενική ενικού του νόθη
νόθο	adj	αιτιατική ενικού του νόθος
νόθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νόθος
νόθος	adj	που γεννήθηκε εκτός γάμου
νόθου	adj	γενική ενικού του νόθος
νόθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νόθος
νόθων	adj	γενική πληθυντικού του νόθος
νόμε	noun	κλητική ενικού του νόμος
νόμιζα	=	νομίζω
νόμιζαν	=	νομίζω
νόμιζε	=	νομίζω
νόμιζες	=	νομίζω
νόμιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμιμο	adv	με νόμιμο τρόπο
νόμιμε	=	νόμιμος
νόμιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόμιμη
νόμιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νόμιμος
νόμιμης	=	νόμιμος
νόμιμο	adj	αιτιατική ενικού του νόμιμος
νόμιμοι	=	νόμιμος
νόμιμος	adj	που είναι σύμφωνος με το νόμο
νόμιμου	=	νόμιμος
νόμιμους	=	νόμιμος
νόμιμων	=	νόμιμος
νόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νομίζω
νόμισμα	noun	κομμάτι μετάλλου (συνήθως πολύτιμου) με συγκεκριμένες διαστάσεις, βάρος και παράσταση που χρησιμοποιούνταν κατά το παρελθόν ως μέσο συναλλαγής, έχοντας το ίδιο την ίδια πραγματική αξία με το αγαθό για το οποίο δινόταν ως πληρωμή
νόμο	noun	αιτιατική ενικού του νόμος
νόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νόμος
νόμος	noun	υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα
νόμου	noun	γενική ενικού του νόμος
νόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νόμος
νόμπελ	noun	το βραβείο Νόμπελ
νόμων	noun	γενική πληθυντικού του νόμος
νόνα	noun	η γιαγιά
νόνας	noun	γενική ενικού του νόνα
νόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόνα
νόρμα	noun	πρότυπο
νόρμας	noun	γενική ενικού του νόρμα
νόρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόρμα
νόσε	=	νόσος
νόσει	=	νοσώ
νόσημα	noun	η αρρώστια
νόσησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νόσησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νόσησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νόσησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοσώ
νόσο	noun	αιτιατική ενικού του νόσος
νόσοι	=	νόσος
νόσος	noun	κάθε διαταραχή του οργανισμού
νόσου	noun	γενική ενικού του νόσος
νόσους	=	νόσος
νόστε	noun	κλητική ενικού του νόστος
νόστιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόστιμο
νόστιμε	adj	κλητική ενικού του νόστιμος
νόστιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νόστιμη
νόστιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νόστιμος
νόστιμης	adj	γενική ενικού του νόστιμη
νόστιμο	adj	αιτιατική ενικού του νόστιμος
νόστιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νόστιμος
νόστιμος	adj	αυτός που έχει πολύ ωραία γεύση
νόστιμου	adj	γενική ενικού του νόστιμος
νόστιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του νόστιμος
νόστιμων	adj	γενική πληθυντικού του νόστιμος
νόστο	noun	αιτιατική ενικού του νόστος
νόστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νόστος
νόστος	noun	η επιστροφή στην πατρίδα, επαναπατρισμός
νόστου	noun	γενική ενικού του νόστος
νόστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νόστος
νόστων	noun	γενική πληθυντικού του νόστος
νόσων	noun	γενική πληθυντικού του νόσος
νότα	noun	μουσικός φθόγγος και το αντίστοιχο γραπτό σύμβολό του (φθογγόσημο)
νότας	noun	γενική ενικού του νότα
νότε	noun	κλητική ενικού του νότος
νότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νότα
νότια	adv	σχετικά με τον νότο
νότιας	=	νότιος
νότιε	=	νότιος
νότιες	=	νότιος
νότιζα	=	νοτίζω
νότιζαν	=	νοτίζω
νότιζε	=	νοτίζω
νότιζες	=	νοτίζω
νότινα	=	νότινος
νότινε	=	νότινος
νότινες	=	νότινος
νότινη	=	νότινος
νότινης	=	νότινος
νότινο	=	νότινος
νότινοι	=	νότινος
νότινος	adj	άλλη μορφή του νότιος
νότινου	=	νότινος
νότινους	=	νότινος
νότινων	=	νότινος
νότιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του νότιος
νότιοι	=	νότιος
νότιος	adj	που βρίσκεται στον νότο
νότιου	=	νότιος
νότιους	=	νότιος
νότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νοτίζω
νότισμα	noun	η διαδικασία το αποτέλεσμα του νοτίζω
νότιων	=	νότιος
νότο	noun	αιτιατική ενικού του νότος
νότοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του νότος
νότος	noun	το σημείο του ορίζοντα που βρίσκεται προς το κάτω μέρος της Γης, προς τον νότιο πόλο
νότου	noun	γενική ενικού του νότος
νότους	noun	αιτιατική πληθυντικού του νότος
νότων	noun	γενική πληθυντικού του νότος
νύγμα	noun	τσίμπημα, κεντιά
νύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύγμα
νύγματος	noun	γενική ενικού του νύγμα
νύκτα	noun|dated	παλιότερη μορφή νύχτα που απαντά στην κοινή νεοελληνική μόνο σε εκφράσεις ή στο συνθετικό νυκτο-
νύκτας	noun	γενική ενικού του νύκτα
νύκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύκτα
νύκτια	=	νύκτιος
νύκτιας	=	νύκτιος
νύκτιε	=	νύκτιος
νύκτιες	=	νύκτιος
νύκτιο	=	νύκτιος
νύκτιοι	=	νύκτιος
νύκτιος	adj|dated	συνήθως ως δεύτερο συνθετικό)
νύκτιου	=	νύκτιος
νύκτιους	=	νύκτιος
νύκτιων	=	νύκτιος
νύκτωρ	adv|obsolete	κατά τη διάρκεια της νύχτας, κατά τη νύχτα
νύμφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύμφη
νύμφευα	=	νυμφεύω
νύμφευαν	=	νυμφεύω
νύμφευε	=	νυμφεύω
νύμφευες	=	νυμφεύω
νύμφευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νύμφευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νύμφευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νύμφευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυμφεύω
νύμφευση	noun	παίρνω νύφη, σύζυγο
νύμφευσης	=	νύμφευση
νύμφη	noun	δευτερεύουσα θεά της φύσης της ελληνικής μυθολογίας
νύμφης	=	νύμφη
νύξη	noun	το κέντημα, το τσίμπημα
νύξις	noun	νυγμός, τσίμπημα, ερέθισμα
νύσσον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νύσσων
νύσσοντα	=	νύσσων
νύσσοντες	=	νύσσων
νύσσοντος	=	νύσσων
νύσσουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νύσσων
νύσσουσας	=	νύσσων
νύσσουσες	=	νύσσων
νύσσω	verb	τρυπώ ή κεντρίζω το δέρμα με κεντρί, βελόνα ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
νύσσων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος νύσσω
νύστα	noun	η αίσθηση ανάγκης για ύπνο, να κοιμηθεί κάποιος
νύσταγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του νυστάζω
νύσταζα	=	νυστάζω
νύσταζαν	=	νυστάζω
νύσταζε	=	νυστάζω
νύσταζες	=	νυστάζω
νύσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νύσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νύσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νύσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυστάζω
νύστας	noun	γενική ενικού του νύστα
νύστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύστα
νύφες	=	νύφη
νύφη	noun	η γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή την ώρα του γάμου της
νύφης	=	νύφη
νύχι	noun	σκληρό και μυτερό όργανο που βγαίνει από την άκρη του δακτύλου
νύχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύχι
νύχιαζα	=	νυχιάζω
νύχιαζαν	=	νυχιάζω
νύχιαζε	=	νυχιάζω
νύχιαζες	=	νυχιάζω
νύχιασα	=	νυχιάζω
νύχιασαν	=	νυχιάζω
νύχιασε	=	νυχιάζω
νύχιασες	=	νυχιάζω
νύχτα	noun	το διάστημα από τη δύση μέχρι την ανατολή του ήλιου
νύχτας	noun	γενική ενικού του νύχτα
νύχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νύχτα
νύχτιος	adj|rare	συνώνυμο του νυχτερινός, νυχτιάτικος
νύχτωμα	noun	η χρονική περίοδος της ημέρας που αρχίζει και νυχτώνει
νύχτωνα	=	νυχτώνω
νύχτωναν	=	νυχτώνω
νύχτωνε	=	νυχτώνω
νύχτωνες	=	νυχτώνω
νύχτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νύχτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νύχτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νύχτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος νυχτώνω
νώμος	noun	ο ώμος
νώτα	noun	η πλάτη
νώτων	=	νώτα
ξάγι	noun	η αμοιβή που παρακρατά σε είδος, ως ποσοστό του καρπού, ο μύλος ή το ελαιοτριβείο για το άλεσμα
ξάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάγι
ξάγιαζα	verb	α' ενικό παρατατικού του ρήματος ξαγιάζω
ξάγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγιάζω
ξάγναντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάγναντο	adv|vulgar	αντίκρυ, απέναντι
ξάγναντο	noun	ψηλός τόπος, απ' όπου μπορεί κανείς να έχει μια γενική θέα σε όλη την περιοχή τριγύρω
ξάγναντου	noun	γενική ενικού του ξάγναντο
ξάγναντων	noun	γενική πληθυντικού του ξάγναντο
ξάγρυπνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάγρυπνο
ξάγρυπνε	adj	κλητική ενικού του ξάγρυπνος
ξάγρυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάγρυπνη
ξάγρυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξάγρυπνος
ξάγρυπνης	adj	γενική ενικού του ξάγρυπνη
ξάγρυπνο	adj	αιτιατική ενικού του ξάγρυπνος
ξάγρυπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξάγρυπνος
ξάγρυπνος	adj	που παραμένει άγρυπνος τη νύχτα μη μπορώντας ή μη θέλοντας να κοιμηθεί
ξάγρυπνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξάγρυπνος
ξάγρυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξάγρυπνος
ξάγρυπνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξάγρυπνος
ξάδελφε	=	ξάδελφος
ξάδελφο	=	ξάδελφος
ξάδελφοι	=	ξάδελφος
ξάδελφος	noun	ξάδερφος
ξάδελφου	=	ξάδελφος
ξάδελφους	=	ξάδελφος
ξάδελφων	=	ξάδελφος
ξάδερφε	noun	κλητική ενικού του ξάδερφος
ξάδερφο	noun	αιτιατική ενικού του ξάδερφος
ξάδερφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξάδερφος
ξάδερφος	noun	ο γιος του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου
ξάδερφου	noun	γενική ενικού του ξάδερφος
ξάδερφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξάδερφος
ξάδερφων	noun	γενική πληθυντικού του ξάδερφος
ξάδικο	noun	κυρίως μόνο στη φράση άδικο-ξάδικο, αντίθετο του άδικου
ξάθροι	noun	ινδικός λαός που ζούσε στον Γάγγη ποταμό και αναφέρεται από τον Αρριανό -ο μόνος λαός που βοήθησε τον Μέγα Αλέξανδρο πρόθυμα στη ναυπήγηση 30 πλοίων
ξάι	noun|vulgar	άλλη μορφή του ξάγι
ξάια	=	ξάι
ξάκριζα	=	ξακρίζω
ξάκριζαν	=	ξακρίζω
ξάκριζε	=	ξακρίζω
ξάκριζες	=	ξακρίζω
ξάκρισα	=	ξακρίζω
ξάκρισαν	=	ξακρίζω
ξάκρισε	=	ξακρίζω
ξάκρισες	=	ξακρίζω
ξάκρισμα	noun	το να κόβονται στα άκρα, οι άκριες που περισσεύουν (σε τρίχες, ύφασμα, φυτά κ.λπ.)
ξάλεθα	=	ξαλέθω
ξάλεθαν	=	ξαλέθω
ξάλεθε	=	ξαλέθω
ξάλεθες	=	ξαλέθω
ξάλεσα	=	ξαλέθω
ξάλεσαν	=	ξαλέθω
ξάλεσε	=	ξαλέθω
ξάλεσες	=	ξαλέθω
ξάλη	noun	είδος ξύστρας , σιδερένια, με την οποία απομάκρυναν τα χώματα από το αλέτρι
ξάμπελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάμπελο
ξάμπελο	noun	το παρατημένο, εγκαταλελειμένο αμπέλι
ξάμπελου	noun	γενική ενικού του ξάμπελο
ξάμπελων	noun	γενική πληθυντικού του ξάμπελο
ξάναβα	=	ξανάβω
ξάναβαν	=	ξανάβω
ξάναβε	=	ξανάβω
ξάναβες	=	ξανάβω
ξάναμε	=	ξαίνω
ξάναμμα	noun|vulgar	η έξαψη, η αίσθηση καύσου που συχνά (αλλά όχι πάντα) συνοδεύεται από ερυθρότητα στο πρόσωπο, το αναψοκοκκίνισμα
ξάναν	=	ξαίνω
ξάνανε	=	ξαίνω
ξάνατε	=	ξαίνω
ξάναψα	=	ξανάβω
ξάναψαν	=	ξανάβω
ξάναψε	=	ξανάβω
ξάναψες	=	ξανάβω
ξάνε	=	ξαίνω
ξάνει	=	ξαίνω
ξάνεις	=	ξαίνω
ξάνετε	=	ξαίνω
ξάνθαινα	=	ξανθαίνω
ξάνθαιναν	=	ξανθαίνω
ξάνθαινε	=	ξανθαίνω
ξάνθαινες	=	ξανθαίνω
ξάνθιζα	=	ξανθίζω
ξάνθιζαν	=	ξανθίζω
ξάνθιζε	=	ξανθίζω
ξάνθιζες	=	ξανθίζω
ξάνθισα	=	ξανθίζω
ξάνθισαν	=	ξανθίζω
ξάνθισε	=	ξανθίζω
ξάνθισες	=	ξανθίζω
ξάνθισμα	noun	το να γίνεται κάποιος ή κάτι ξανθός, μόνος του ή με βαφή
ξάνθυνα	=	ξανθαίνω
ξάνθυναν	=	ξανθαίνω
ξάνθυνε	=	ξανθαίνω
ξάνθυνες	=	ξανθαίνω
ξάνθωμα	noun	εναπόθεση και συσσώρευση κυττάρων πλούσιων σε χοληστερόλη σε διάφορα σημεία του σώματος εξαιτίας υπερλιπιδαιμίας και άλλων παθήσεων
ξάνιον	noun	λανάρα, μηχανισμός σαν χτένα κατά την κατεργασία μαλλιού ή καννάβεως ή του λίνου για να αποχωριστούν τα νήματα
ξάνοιγα	=	ξανοίγω
ξάνοιγαν	=	ξανοίγω
ξάνοιγε	=	ξανοίγω
ξάνοιγες	=	ξανοίγω
ξάνοιγμα	noun	η έκθεση σε μεγαλύτερους κινδύνους
ξάνοιξα	=	ξανοίγω
ξάνοιξαν	=	ξανοίγω
ξάνοιξε	=	ξανοίγω
ξάνοιξες	=	ξανοίγω
ξάνομε	=	ξαίνω
ξάνουμε	=	ξαίνω
ξάνουν	=	ξαίνω
ξάνουνε	=	ξαίνω
ξάνσις	noun	λόγια η ξάνση, το λανάρισμα στο μαλλί και άλλα υλικά για να γίνουν αυτά κλωστές ή ίνες
ξάντες	=	ξάντης
ξάντη	=	ξάντης
ξάντης	noun	αυτός που ξαίνει το μαλλί για να το προετοιμάσει για το κλώσιμο
ξάντριας	noun	γενική ενικού του ξάντρια
ξάντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάντρια
ξάνω	=	ξαίνω
ξάπλα	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι ξαπλωμένος και δεν κάνει τίποτα	adv	για κάποιον που είναι ξαπλωμένος
ξάπλας	noun	γενική ενικού του ξάπλα
ξάπλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάπλα
ξάπλωμα	noun	η ενέργεια του ξαπλώνω
ξάπλωνα	=	ξαπλώνω
ξάπλωναν	=	ξαπλώνω
ξάπλωνε	=	ξαπλώνω
ξάπλωνες	=	ξαπλώνω
ξάπλωσα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος ξαπλώνω
ξάπλωσαν	=	ξαπλώνω
ξάπλωσε	=	ξαπλώνω
ξάπλωσες	=	ξαπλώνω
ξάργητα	noun|vulgar	συνώνυμο του άργητα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
ξάργητας	=	ξάργητα
ξάργητες	=	ξάργητα
ξάρτι	noun	το σκοινί καταρτιού ή πανιού ενός ιστιοφόρου πλοίου
ξάρτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάρτι
ξάσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαίνω
ξάσμα	noun	το προϊόν του ξασίματος, το λαναρισμένο έριο
ξάσματα	=	ξάσμα
ξάσματος	=	ξάσμα
ξάσου	=	ξαίνω
ξάσπριζα	=	ξασπρίζω
ξάσπριζαν	=	ξασπρίζω
ξάσπριζε	=	ξασπρίζω
ξάσπριζες	=	ξασπρίζω
ξάσπρισα	=	ξασπρίζω
ξάσπρισαν	=	ξασπρίζω
ξάσπρισε	=	ξασπρίζω
ξάσπρισες	=	ξασπρίζω
ξάσπρισμα	noun	το άσπρισμα στους τοίχους ενός σπιτιού ή κτιρίου, συνήθως όμως μικρού οικοδομήματος
ξάστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάστερο	adv	καθαρά, ντόμπρα, ρητά, με σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές (συνήθως για λέξεις, φραστικές τοποθετήσεις σε ένα ζήτημα)
ξάστερε	adj	κλητική ενικού του ξάστερος
ξάστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάστερη
ξάστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξάστερος
ξάστερης	adj	γενική ενικού του ξάστερη
ξάστερο	adj	αιτιατική ενικού του ξάστερος
ξάστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξάστερος
ξάστερος	adj	καθαρός και γεμάτος αστέρια
ξάστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξάστερος
ξάστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξάστερος
ξάστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξάστερος
ξάστηκα	=	ξαίνω
ξάστηκαν	=	ξαίνω
ξάστηκε	=	ξαίνω
ξάστηκες	=	ξαίνω
ξάφνιαζα	=	ξαφνιάζω
ξάφνιαζαν	=	ξαφνιάζω
ξάφνιαζε	=	ξαφνιάζω
ξάφνιαζες	=	ξαφνιάζω
ξάφνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξάφνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξάφνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξάφνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξάφνιασμα	noun	ο απρόσμενος, απροσδόκητος, ξαφνικός τρόμος
ξάφνιζα	=	ξαφνίζω
ξάφνιζαν	=	ξαφνίζω
ξάφνιζε	=	ξαφνίζω
ξάφνιζες	=	ξαφνίζω
ξάφνισα	=	ξαφνίζω
ξάφνισαν	=	ξαφνίζω
ξάφνισε	=	ξαφνίζω
ξάφνισες	=	ξαφνίζω
ξάφνισμα	noun	ξάφνιασμα
ξάφνου	adv|literary	ξαφνικά, εξαίφνης, απροειδοποίητα
ξάφνω	adv|literary	άλλη μορφή του ξάφνου: ξαφνικά, εξαίφνης
ξάφρα	noun|slang	η κλοπή
ξάφρας	noun	γενική ενικού του ξάφρα
ξάφρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάφρα
ξάφριζα	=	ξαφρίζω
ξάφριζαν	=	ξαφρίζω
ξάφριζε	=	ξαφρίζω
ξάφριζες	=	ξαφρίζω
ξάφρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξάφρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξάφρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξάφρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξάφρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξαφρίζω
ξέβαμμα	noun	ο αποχρωματισμός, η αλλοίωση των χρωμάτων, το ξεθώριασμα
ξέβγα	noun|vulgar	η έξοδος
ξέβγαλμα	noun	η φάση του πλυσίματος (ρούχων, πιάτων) κατά την οποία ρίχνουμε αρκετό νερό πάνω στα πλυμένα για να απομακρυνθούν οι σαπουνάδες
ξέβγασμα	noun	ξεπλένω τα ρούχα με νερό να φύγουν οι σαπουνάδες
ξέβραζα	=	ξεβράζω
ξέβραζαν	=	ξεβράζω
ξέβραζε	=	ξεβράζω
ξέβραζες	=	ξεβράζω
ξέβρασα	=	ξεβράζω
ξέβρασαν	=	ξεβράζω
ξέβρασε	=	ξεβράζω
ξέβρασες	=	ξεβράζω
ξέβρασμα	noun	το έκβρασμα, η μεταφορά στην ακτή από το κύμα της θάλασσας
ξέγδαρμα	noun	το γδάρσιμο, η εκδορά, το επιπόλαιο τραύμα στο οποίο συνήθως δεν παρατηρείται αιμορραγία
ξέγνοιασα	=	ξεγνοιάζω
ξέγνοιασμα	noun	μορφή του ξένοιασμα
ξέγνοιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέγνοιαστο	adv	ανέμελα, χωρίς σκοτούρες, ανάλαφρα, διασκεδαστικά
ξέγνοιαστε	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστες	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστη	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστης	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστο	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστοι	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστος	adj	άλλη μορφή του ξένοιαστος
ξέγνοιαστου	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστους	=	ξέγνοιαστος
ξέγνοιαστων	=	ξέγνοιαστος
ξέγραφα	=	ξεγράφω
ξέγραφαν	=	ξεγράφω
ξέγραφε	=	ξεγράφω
ξέγραφες	=	ξεγράφω
ξέγραψα	=	ξεγράφω
ξέγραψαν	=	ξεγράφω
ξέγραψε	=	ξεγράφω
ξέγραψες	=	ξεγράφω
ξέδενα	=	ξεδένω
ξέδεναν	=	ξεδένω
ξέδενε	=	ξεδένω
ξέδενες	=	ξεδένω
ξέδεσα	=	ξεδένω
ξέδεσαν	=	ξεδένω
ξέδεσε	=	ξεδένω
ξέδεσες	=	ξεδένω
ξέδομα	noun	η διασκέδαση, το αποτέλεσμα του ξεδίνω
ξέζεμα	noun	το να λύνει κάποιος από το ζυγό το άλογο, το βόδι ή άλλο ζώο
ξέζωνα	=	ξεζώνω
ξέζωναν	=	ξεζώνω
ξέζωνε	=	ξεζώνω
ξέζωνες	=	ξεζώνω
ξέζωσα	=	ξεζώνω
ξέζωσαν	=	ξεζώνω
ξέζωσε	=	ξεζώνω
ξέζωσες	=	ξεζώνω
ξέζωσμα	noun	η αφαίρεση της ζώνης
ξέζωστα	=	ξέζωστος
ξέζωστε	=	ξέζωστος
ξέζωστες	=	ξέζωστος
ξέζωστη	=	ξέζωστος
ξέζωστης	=	ξέζωστος
ξέζωστο	=	ξέζωστος
ξέζωστοι	=	ξέζωστος
ξέζωστος	adj	αυτός που δεν φοράει ζώνη
ξέζωστου	=	ξέζωστος
ξέζωστους	=	ξέζωστος
ξέζωστων	=	ξέζωστος
ξέθαβα	=	ξεθάβω
ξέθαβαν	=	ξεθάβω
ξέθαβε	=	ξεθάβω
ξέθαβες	=	ξεθάβω
ξέθαμμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεθάβω
ξέθαρρα	=	ξέθαρρος
ξέθαρρε	=	ξέθαρρος
ξέθαρρες	=	ξέθαρρος
ξέθαρρη	=	ξέθαρρος
ξέθαρρης	=	ξέθαρρος
ξέθαρρο	=	ξέθαρρος
ξέθαρροι	=	ξέθαρρος
ξέθαρρος	adj	που έχει πάρει θάρρος
ξέθαρρου	=	ξέθαρρος
ξέθαρρους	=	ξέθαρρος
ξέθαρρων	=	ξέθαρρος
ξέθαψα	=	ξεθάβω
ξέθαψαν	=	ξεθάβω
ξέθαψε	=	ξεθάβω
ξέθαψες	=	ξεθάβω
ξέθωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέθωρο
ξέθωρε	adj	κλητική ενικού του ξέθωρος
ξέθωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέθωρη
ξέθωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέθωρος
ξέθωρης	adj	γενική ενικού του ξέθωρη
ξέθωρο	adj	αιτιατική ενικού του ξέθωρος
ξέθωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέθωρος
ξέθωρος	adj	που έχει χάσει την ένταση του χρώματός του, του οποίου τα χρώματα δεν είναι τόσο έντονα όσο ήταν στο παρελθόν
ξέθωρου	adj	γενική ενικού του ξέθωρος
ξέθωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέθωρος
ξέθωρων	adj	γενική πληθυντικού του ξέθωρος
ξέκαμα	noun	η αναίρεση μιας πράξης
ξέκανα	=	ξεκάνω
ξέκαναν	=	ξεκάνω
ξέκανε	=	ξεκάνω
ξέκανες	=	ξεκάνω
ξέκλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξέκλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξέκλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξέκλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξέκλωνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ξέκλωνος
ξέκουμα	noun	ξεκομμένος, φευγάτος
ξέκωλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέκωλο
ξέκωλο	noun	γυναίκα ασυγκράτητη ερωτικά με διάφορα άτομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέκωλος
ξέκωλου	noun	γενική ενικού του ξέκωλο
ξέκωλων	noun	γενική πληθυντικού του ξέκωλο
ξέλαμπρα	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρε	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρες	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρη	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρης	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρο	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπροι	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρος	adj|literary	πολύ λαμπρός
ξέλαμπρου	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρους	=	ξέλαμπρος
ξέλαμπρων	=	ξέλαμπρος
ξέμακρα	=	ξέμακρος
ξέμακρε	=	ξέμακρος
ξέμακρες	=	ξέμακρος
ξέμακρη	=	ξέμακρος
ξέμακρης	=	ξέμακρος
ξέμακρο	=	ξέμακρος
ξέμακροι	=	ξέμακρος
ξέμακρος	adj	σχετικά μακρινός, απόμακρος
ξέμακρου	=	ξέμακρος
ξέμακρους	=	ξέμακρος
ξέμακρων	=	ξέμακρος
ξέμεινα	=	ξεμένω
ξέμπαρκα	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκε	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκες	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκη	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκης	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκο	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκοι	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκος	adj	ο άνεργος ναυτικός ή εκείνος που θέλει για λίγο να ξεκουραστεί στην ξηρά
ξέμπαρκου	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκους	=	ξέμπαρκος
ξέμπαρκων	=	ξέμπαρκος
ξέμπλεκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέμπλεκο
ξέμπλεκαν	=	ξεμπλέκω
ξέμπλεκε	adj	κλητική ενικού του ξέμπλεκος
ξέμπλεκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέμπλεκη
ξέμπλεκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέμπλεκος
ξέμπλεκης	adj	γενική ενικού του ξέμπλεκη
ξέμπλεκο	adj	αιτιατική ενικού του ξέμπλεκος
ξέμπλεκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέμπλεκος
ξέμπλεκος	adj	που δεν είναι μπλεγμένος
ξέμπλεκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέμπλεκος
ξέμπλεκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέμπλεκος
ξέμπλεκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέμπλεκος
ξέμπλεξα	=	ξεμπλέκω
ξέμπλεξαν	=	ξεμπλέκω
ξέμπλεξε	=	ξεμπλέκω
ξέμπλεξες	=	ξεμπλέκω
ξένα	noun	η ξενιτιά, ο ξένος τόπος
ξένε	adj	κλητική ενικού του ξένος
ξένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξένη
ξένη	noun	φιλοξενούμενη, επισκέπτρια	adj	ονομαστική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξένος
ξένης	adj	γενική ενικού του ξένη
ξένια	=	ξένιος
ξένιας	=	ξένιος
ξένιε	=	ξένιος
ξένιες	=	ξένιος
ξένιζα	=	ξενίζω
ξένιζαν	=	ξενίζω
ξένιζε	=	ξενίζω
ξένιζες	=	ξενίζω
ξένιο	=	ξένιος
ξένιοι	=	ξένιος
ξένιος	adj	επίθετο του Δία σε ό,τι αφορούσε την φιλοξενία αλλά και τον θεό που πίστευαν οι ξένοι
ξένιου	=	ξένιος
ξένιους	=	ξένιος
ξένισα	=	ξενίζω
ξένισαν	=	ξενίζω
ξένισε	=	ξενίζω
ξένισες	=	ξενίζω
ξένιων	=	ξένιος
ξένο	adj	αιτιατική ενικού του ξένος	noun	το χημικό στοιχείο ξένον με κατάληξη της δημοτικής
ξένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξένος
ξένοιαζα	=	ξενοιάζω
ξένοιαζαν	=	ξενοιάζω
ξένοιαζε	=	ξενοιάζω
ξένοιαζες	=	ξενοιάζω
ξένοιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξένοιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξένοιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξένοιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξένοιασμα	noun	το αποτέλεσμα του ξενοιάζω: η ανακούφιση μετά την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων κάποιου ή όταν παίρνουν με κάποιο τρόπο τέλος οι ευθύνες του
ξένοιαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξένοιαστο	adv	ξέγνοιαστα, με τόρπο ανέμελο, χωρίς σκοτούρες και ευθύνες
ξένοιαστε	adj	κλητική ενικού του ξένοιαστος
ξένοιαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξένοιαστη
ξένοιαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξένοιαστος
ξένοιαστης	adj	γενική ενικού του ξένοιαστη
ξένοιαστο	adj	αιτιατική ενικού του ξένοιαστος
ξένοιαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξένοιαστος
ξένοιαστος	adj	που ζει χωρίς έγνοιες, αμέριμνος
ξένοιαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξένοιαστος
ξένοιαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξένοιαστος
ξένοιαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξένοιαστος
ξένον	noun	χημικό στοιχείο, που ανήκει στα ευγενή αέρια, με ατομικό αριθμό 54 και χημικό σύμβολο το Xe
ξένος	adj	που προέρχεται από άλλο τόπο	noun	αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο
ξένου	adj	γενική ενικού του ξένος
ξένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξένος
ξέντυμα	noun	άλλη μορφή του ξεντύσιμο
ξέντυνα	=	ξεντύνω
ξέντυναν	=	ξεντύνω
ξέντυνε	=	ξεντύνω
ξέντυνες	=	ξεντύνω
ξέντυσα	=	ξεντύνω
ξέντυσαν	=	ξεντύνω
ξέντυσε	=	ξεντύνω
ξέντυσες	=	ξεντύνω
ξέντυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέντυτο
ξέντυτε	adj	κλητική ενικού του ξέντυτος
ξέντυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέντυτη
ξέντυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέντυτος
ξέντυτης	adj	γενική ενικού του ξέντυτη
ξέντυτο	adj	αιτιατική ενικού του ξέντυτος
ξέντυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέντυτος
ξέντυτος	adj	που έχει βγάλει τα ρούχα του τελείως ή που έχει βγάλει απλώς τα καλά ρουχα του και φοράει τα καθημερινά, τα πρόχειρα
ξέντυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέντυτος
ξέντυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέντυτος
ξέντυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέντυτος
ξένων	adj	γενική πληθυντικού του ξένος
ξέξασπρα	=	ξέξασπρος
ξέξασπρε	=	ξέξασπρος
ξέξασπρες	=	ξέξασπρος
ξέξασπρη	=	ξέξασπρος
ξέξασπρης	=	ξέξασπρος
ξέξασπρο	=	ξέξασπρος
ξέξασπροι	=	ξέξασπρος
ξέξασπρος	adj	χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται για να προσθέσει υπερβολή σε κάτι που έχει άσπρο χρώμα
ξέξασπρου	=	ξέξασπρος
ξέξασπρους	=	ξέξασπρος
ξέξασπρων	=	ξέξασπρος
ξέπασχα	adv|vulgar	μετά το Πάσχα
ξέπεσα	=	ξεπέφτω
ξέπεσμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπέφτω
ξέπλεγα	=	ξέπλεγος
ξέπλεγε	=	ξέπλεγος
ξέπλεγες	=	ξέπλεγος
ξέπλεγη	=	ξέπλεγος
ξέπλεγης	=	ξέπλεγος
ξέπλεγμα	noun	το ξήλωμα ενός πλεκτού
ξέπλεγο	=	ξέπλεγος
ξέπλεγοι	=	ξέπλεγος
ξέπλεγος	adj	ο ξέπλεκος
ξέπλεγου	=	ξέπλεγος
ξέπλεγους	=	ξέπλεγος
ξέπλεγων	=	ξέπλεγος
ξέπλεκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεκο
ξέπλεκαν	=	ξεπλέκω
ξέπλεκε	adj	κλητική ενικού του ξέπλεκος
ξέπλεκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεκη
ξέπλεκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέπλεκος
ξέπλεκης	adj	γενική ενικού του ξέπλεκη
ξέπλεκο	adj	αιτιατική ενικού του ξέπλεκος
ξέπλεκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεκος
ξέπλεκος	adj	που δεν είναι πια πλεγμένο, π.χ. τα μαλλιά είναι λυτά και όχι πιασμένα σε αλογοουρά ή σε πλεξούδες ή κοτσίδες
ξέπλεκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέπλεκος
ξέπλεκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέπλεκος
ξέπλεκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέπλεκος
ξέπλεξα	=	ξεπλέκω
ξέπλεξαν	=	ξεπλέκω
ξέπλεξε	=	ξεπλέκω
ξέπλεξες	=	ξεπλέκω
ξέπλεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεχτο
ξέπλεχτε	adj	κλητική ενικού του ξέπλεχτος
ξέπλεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεχτη
ξέπλεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέπλεχτος
ξέπλεχτης	adj	γενική ενικού του ξέπλεχτη
ξέπλεχτο	adj	αιτιατική ενικού του ξέπλεχτος
ξέπλεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεχτος
ξέπλεχτος	adj	ξέπλεκος
ξέπλεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέπλεχτος
ξέπλεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέπλεχτος
ξέπλεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέπλεχτος
ξέπλυμα	noun	το ξέβγαλμα, η ρήψη άφθονου νερού για να καθαριστούν τα πλυμένα από τα σαπούνια
ξέπνοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπνοο	adv	χωρίς ένταση, χωρίς δυνάμεις
ξέπνοε	adj	κλητική ενικού του ξέπνοος
ξέπνοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπνοη
ξέπνοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέπνοος
ξέπνοης	adj	γενική ενικού του ξέπνοη
ξέπνοο	adj	αιτιατική ενικού του ξέπνοος
ξέπνοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέπνοος
ξέπνοος	adj	χωρίς πνοή
ξέπνοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέπνοος
ξέπνοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέπνοος
ξέπνοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέπνοος
ξέρα	noun	βραχώδης αβαθής βυθός ή βράχος που μόλις σκεπάζεται από τη θάλασσα ή που εξέχει λίγο από αυτήν
ξέραινα	=	ξεραίνω
ξέραιναν	=	ξεραίνω
ξέραινε	=	ξεραίνω
ξέραινες	=	ξεραίνω
ξέρακα	=	ξέρακας
ξέρακας	noun	ξερό δέντρο
ξέρακες	=	ξέρακας
ξέραμε	=	ξέρω
ξέραν	=	ξέρω
ξέρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξέραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξέρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξέρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξέρας	noun	γενική ενικού του ξέρα
ξέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξερνώ
ξέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξέρασμα	noun|vulgar	ο εμετός
ξέρατε	=	ξέρω
ξέρε	=	ξέρω
ξέρει	=	ξέρω
ξέρεις	=	ξέρω
ξέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέρα
ξέρετε	=	ξέρω
ξέρη	noun	άλλη εκφορά της λέξης ξέρα, ο ύφαλος
ξέρνα	=	ξερνάω
ξέρναγα	=	ξερνάω
ξέρναγαν	=	ξερνάω
ξέρναγε	=	ξερνάω
ξέρναγες	=	ξερνάω
ξέρομε	=	ξέρω
ξέροντας	=	ξέρω
ξέρουμε	=	ξέρω
ξέρουν	=	ξέρω
ξέρουνε	=	ξέρω
ξέρω	verb	γνωρίζω κάτι ή κάποιον
ξέσιμο	noun	λανάρισμα
ξέσις	noun	ξέσιμο
ξέσκαζα	=	ξεσκάζω
ξέσκαζαν	=	ξεσκάζω
ξέσκαζε	=	ξεσκάζω
ξέσκαζες	=	ξεσκάζω
ξέσκασα	=	ξεσκάζω
ξέσκασαν	=	ξεσκάζω
ξέσκασε	=	ξεσκάζω
ξέσκασες	=	ξεσκάζω
ξέσκασμα	noun	η διασκέδαση, το αποτέλεσμα του ξεσκάω
ξέσκεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέσκεπο	adv	απροκάλυπτα, χωρίς ευγένεια
ξέσκεπε	adj	κλητική ενικού του ξέσκεπος
ξέσκεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέσκεπη
ξέσκεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέσκεπος
ξέσκεπης	adj	γενική ενικού του ξέσκεπη
ξέσκεπο	adj	αιτιατική ενικού του ξέσκεπος
ξέσκεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέσκεπος
ξέσκεπος	adj	ασκεπής, χωρίς σκεπή, σε εκτεθειμένο χώρο
ξέσκεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέσκεπος
ξέσκεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέσκεπος
ξέσκεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέσκεπος
ξέσκιζα	=	ξεσκίζω
ξέσκιζαν	=	ξεσκίζω
ξέσκιζε	=	ξεσκίζω
ξέσκιζες	=	ξεσκίζω
ξέσκισα	=	ξεσκίζω
ξέσκισαν	=	ξεσκίζω
ξέσκισε	=	ξεσκίζω
ξέσκισες	=	ξεσκίζω
ξέσκισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεσκίζω
ξέσμα	noun	οτιδήποτε έχει ξυστεί ή σβηστεί
ξέσματα	=	ξέσμα
ξέσματος	=	ξέσμα
ξέσπα	=	ξεσπάω
ξέσπαγα	=	ξεσπάω
ξέσπαγαν	=	ξεσπάω
ξέσπαγε	=	ξεσπάω
ξέσπαγες	=	ξεσπάω
ξέσπαζα	=	ξεσπάζω
ξέσπαζαν	=	ξεσπάζω
ξέσπαζε	=	ξεσπάζω
ξέσπαζες	=	ξεσπάζω
ξέσπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξέσπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξέσπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξέσπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξέσπασμα	noun	η εκδήλωση με απότομο και βίαιο τρόπο ενός πράγματος ή μιας κατάστασης που δε φαινόταν αλλά αναπτυσσόταν κρυφά
ξέστηθη	=	ξέστηθος
ξέστηθο	=	ξέστηθος
ξέστηθος	adj	που έχει το στήθος γυμνό
ξέστρα	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ξέουμε κάποιο υλικό (π.χ. ξύλο)
ξέστρας	noun	γενική ενικού του ξέστρα
ξέστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέστρα
ξέστρο	noun	άλλη μορφή του ξέστρα
ξέστρον	noun	ξέστρο
ξέστρου	=	ξέστρο
ξέστρωμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ξεστρώνω
ξέστρων	=	ξέστρο
ξέστρωνα	=	ξεστρώνω
ξέστρωναν	=	ξεστρώνω
ξέστρωνε	=	ξεστρώνω
ξέστρωνες	=	ξεστρώνω
ξέστρωσα	=	ξεστρώνω
ξέστρωσαν	=	ξεστρώνω
ξέστρωσε	=	ξεστρώνω
ξέστρωσες	=	ξεστρώνω
ξέστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέστρωτο
ξέστρωτε	adj	κλητική ενικού του ξέστρωτος
ξέστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέστρωτη
ξέστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέστρωτος
ξέστρωτης	adj	γενική ενικού του ξέστρωτη
ξέστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξέστρωτος
ξέστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέστρωτος
ξέστρωτος	adj	που έχει ξεστρωθεί ή δεν τον έχουν στρώσει
ξέστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέστρωτος
ξέστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέστρωτος
ξέστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέστρωτος
ξέσφιγγα	=	ξεσφίγγω
ξέσφιγγαν	=	ξεσφίγγω
ξέσφιγγε	=	ξεσφίγγω
ξέσφιγγες	=	ξεσφίγγω
ξέσφιξα	=	ξεσφίγγω
ξέσφιξαν	=	ξεσφίγγω
ξέσφιξε	=	ξεσφίγγω
ξέσφιξες	=	ξεσφίγγω
ξέσχιζα	=	ξεσχίζω
ξέσχιζαν	=	ξεσχίζω
ξέσχιζε	=	ξεσχίζω
ξέσχιζες	=	ξεσχίζω
ξέσχισα	=	ξεσχίζω
ξέσχισαν	=	ξεσχίζω
ξέσχισε	=	ξεσχίζω
ξέσχισες	=	ξεσχίζω
ξέσχισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεσχίζω
ξέφευγα	=	ξεφεύγω
ξέφευγαν	=	ξεφεύγω
ξέφευγε	=	ξεφεύγω
ξέφευγες	=	ξεφεύγω
ξέφραγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφραγο
ξέφραγε	adj	κλητική ενικού του ξέφραγος
ξέφραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφραγη
ξέφραγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέφραγος
ξέφραγης	adj	γενική ενικού του ξέφραγη
ξέφραγμα	noun	η ενέργεια ή του αποτέλεσμα του ξεφράζω
ξέφραγο	adj	αιτιατική ενικού του ξέφραγος
ξέφραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέφραγος
ξέφραγος	adj	άφρακτος
ξέφραγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέφραγος
ξέφραγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέφραγος
ξέφραγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέφραγος
ξέφραζα	=	ξεφράζω
ξέφραζαν	=	ξεφράζω
ξέφραζε	=	ξεφράζω
ξέφραζες	=	ξεφράζω
ξέφραξα	=	ξεφράζω
ξέφραξαν	=	ξεφράζω
ξέφραξε	=	ξεφράζω
ξέφραξες	=	ξεφράζω
ξέφρενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφρενο	adv	ανεξέλεγκτα, χωρίς αυτοσυγκράτηση για άνθρωπο ή χωρίς έλεγχο για αντικείμενο
ξέφρενε	=	ξέφρενος
ξέφρενες	=	ξέφρενος
ξέφρενη	=	ξέφρενος
ξέφρενης	=	ξέφρενος
ξέφρενο	=	ξέφρενος
ξέφρενοι	=	ξέφρενος
ξέφρενος	adj	ορμητικός, πολύ γρήγορος, ασταμάτητος, χωρίς λογική, πολύ ενστικτώδης
ξέφρενου	=	ξέφρενος
ξέφρενους	=	ξέφρενος
ξέφρενων	=	ξέφρενος
ξέφτι	noun	κλωστή που προεξέχει από ύφασμα, συνήθως επειδή έχει φθαρεί
ξέφτια	=	ξέφτι
ξέφτιζα	=	ξεφτίζω
ξέφτιζαν	=	ξεφτίζω
ξέφτιζε	=	ξεφτίζω
ξέφτιζες	=	ξεφτίζω
ξέφτισα	=	ξεφτίζω
ξέφτισαν	=	ξεφτίζω
ξέφτισε	=	ξεφτίζω
ξέφτισες	=	ξεφτίζω
ξέφτισμα	noun	η διαδικασία του να διαλύεις τις ίνες ενός υφάσματος
ξέφυγα	=	ξεφεύγω
ξέφυγαν	=	ξεφεύγω
ξέφυγε	=	ξεφεύγω
ξέφυγες	=	ξεφεύγω
ξέφυλλα	=	ξέφυλλος
ξέφυλλε	=	ξέφυλλος
ξέφυλλες	=	ξέφυλλος
ξέφυλλη	=	ξέφυλλος
ξέφυλλης	=	ξέφυλλος
ξέφυλλο	noun	η αφαίρεση ορισμένων φύλλων ενός φυτού ώστε να αερίζεται ο καρπός του
ξέφυλλοι	=	ξέφυλλος
ξέφυλλος	adj	που δεν του έχουν μείνει άλλα φύλλα
ξέφυλλου	=	ξέφυλλος
ξέφυλλους	=	ξέφυλλος
ξέφυλλων	=	ξέφυλλος
ξέφωτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφωτο
ξέφωτε	adj	κλητική ενικού του ξέφωτος
ξέφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφωτη
ξέφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέφωτος
ξέφωτης	adj	γενική ενικού του ξέφωτη
ξέφωτο	noun	η περιοχή, μέσα σε δάσος, στην οποία δεν υπάρχουν δέντρα
ξέφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέφωτος
ξέφωτος	adj	ξέφωτο
ξέφωτου	noun	γενική ενικού του ξέφωτο
ξέφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέφωτος
ξέφωτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέφωτο
ξέχασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξέχασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξέχασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξέχασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξέχεζα	=	ξεχέζω
ξέχεζαν	=	ξεχέζω
ξέχεζε	=	ξεχέζω
ξέχεζες	=	ξεχέζω
ξέχειλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέχειλο
ξέχειλε	adj	κλητική ενικού του ξέχειλος
ξέχειλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέχειλη
ξέχειλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέχειλος
ξέχειλης	adj	γενική ενικού του ξέχειλη
ξέχειλο	adj	αιτιατική ενικού του ξέχειλος
ξέχειλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέχειλος
ξέχειλος	adj	που το υγρό μέσα του, έχει φτάσει και έχει ξεπεράσει τα χείλη του
ξέχειλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέχειλος
ξέχειλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέχειλος
ξέχειλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέχειλος
ξέχεσα	=	ξεχέζω
ξέχεσαν	=	ξεχέζω
ξέχεσε	=	ξεχέζω
ξέχεσες	=	ξεχέζω
ξέχεσμα	noun|vulgar	κατσάδιασμα, βρίσιμο
ξέχνα	=	ξεχνάω
ξέχναγα	=	ξεχνάω
ξέχναγαν	=	ξεχνάω
ξέχναγε	=	ξεχνάω
ξέχναγες	=	ξεχνάω
ξέχωμα	noun|vulgar	ξέθαμα
ξέχωνα	=	ξεχώνω
ξέχωναν	=	ξεχώνω
ξέχωνε	=	ξεχώνω
ξέχωνες	=	ξεχώνω
ξέχωρα	adv	χώρια, εκτός από, ανεξάρτητα
ξέχωρε	adj	κλητική ενικού του ξέχωρος
ξέχωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέχωρη
ξέχωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξέχωρος
ξέχωρης	adj	γενική ενικού του ξέχωρη
ξέχωρο	adj	αιτιατική ενικού του ξέχωρος
ξέχωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξέχωρος
ξέχωρος	adj	που ξεχωρίζει, είναι χώρια, σε μια ειδική θέση ή πάντως μακριά από άλλα ομοειδή, απομονωμένος
ξέχωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξέχωρος
ξέχωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξέχωρος
ξέχωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξέχωρος
ξέχωσα	=	ξεχώνω
ξέχωσαν	=	ξεχώνω
ξέχωσε	=	ξεχώνω
ξέχωσες	=	ξεχώνω
ξέχωσμα	noun|vulgar	ξέθαμα
ξέω	verb|formal	ξύνω, ξύω
ξή	=	διαειδικός
ξήλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξηλώνω
ξήλωνα	=	ξηλώνω
ξήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξήρανση	noun	η φυσική ή τεχνητή διαδικασία αφαίρεσης των υγρών από έναν φυτικό ή ζωικό ιστό
ξήρανσης	noun	γενική ενικού του ξήρανση
ξίγκι	noun	λίπος κάτω από το δέρμα ζώων
ξίγκια	=	ξίγκι
ξίδι	noun	σκουρόχρωμο ξινό υγρό, που παρασκευάζεται συνήθως από κρασί, ή από άλλο προϊόν που περιέχει οξικό οξύ, και χρησιμοποιείται για να δίνει γεύση στο φαγητό ή σαν συντηρητικό τροφίμων
ξίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξίδι
ξίδιαζα	=	ξιδιάζω
ξίδιαζαν	=	ξιδιάζω
ξίδιαζε	=	ξιδιάζω
ξίδιαζες	=	ξιδιάζω
ξίδιασα	=	ξιδιάζω
ξίδιασαν	=	ξιδιάζω
ξίδιασε	=	ξιδιάζω
ξίδιασες	=	ξιδιάζω
ξίκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξίκικο
ξίκικε	adj	κλητική ενικού του ξίκικος
ξίκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξίκικη
ξίκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξίκικος
ξίκικης	adj	γενική ενικού του ξίκικη
ξίκικο	adj	αιτιατική ενικού του ξίκικος
ξίκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξίκικος
ξίκικος	adj	που του λείπει ένα μέρος του κανονικού βάρους
ξίκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξίκικος
ξίκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξίκικος
ξίκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξίκικος
ξίνισμα	noun	η αλλοίωση του τροφίμου ή του ποτού, π.χ. του γάλακτος
ξίπασμα	noun	η πολύ μεγάλη ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του
ξίφη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξίφος
ξίφος	noun	το αγχέμαχο όπλο, αποτελούμενο από μακρύ, χαλύβδινο και αιχμηρό έλασμα με μία ή δύο κόψεις και χειρολαβή, με ή χωρίς φυλακτήρα
ξίφους	noun	γενική ενικού του ξίφος
ξα	noun	εξουσία
ξαίθρα	noun	το ξέφωτο
ξαίναμε	=	ξαίνω
ξαίναν	=	ξαίνω
ξαίνανε	=	ξαίνω
ξαίνατε	=	ξαίνω
ξαίνε	=	ξαίνω
ξαίνει	=	ξαίνω
ξαίνεις	=	ξαίνω
ξαίνεσαι	=	ξαίνω
ξαίνεστε	=	ξαίνω
ξαίνεται	=	ξαίνω
ξαίνετε	=	ξαίνω
ξαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξαίνω
ξαίνομε	=	ξαίνω
ξαίνονται	=	ξαίνω
ξαίνονταν	=	ξαίνω
ξαίνοντας	=	ξαίνω
ξαίνουμε	=	ξαίνω
ξαίνουν	=	ξαίνω
ξαίνουνε	=	ξαίνω
ξαίνω	verb	κατεργάζομαι το μαλλί ώστε να γίνει κατάλληλο για κλώσιμο
ξαγγρίζω	verb	ερεθίζω
ξαγιάζω	verb	κλέβω, εξαπατώ (επειδή το ξάγι, το κύπελλο, με το οποίο έπαιρνε σε είδος την αμοιβή του ο μυλωνάς ήταν συχνά μεγαλύτερο από την κανονική μονάδα και έτσι έπαιρνε περισσότερα από όσα δικαιούτο)
ξαγιού	noun	γενική ενικού του ξάγι
ξαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ξάγι
ξαγκίστρωμα	noun	η αφαίρεση από το αγκίστρι
ξαγκίστρωνα	verb	α' ενικό παρατατικού του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωναν	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωνε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωνες	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκίστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκαθιά	adj	ονομασία του φυτού βερβερίς η κρητική (berberis cretica), που φύεται σε σχετικά μεγάλο υψόμετρο και έχει κίτρινα άνθη και μπλε καρπούς που τους τρώνε τα πουλιά -χρησιμοποιείται και ως βότανο
ξαγκαθιάς	noun	γενική ενικού του ξαγκαθιά
ξαγκαθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγκαθιά
ξαγκαθιών	noun	γενική πληθυντικού του ξαγκαθιά
ξαγκιστρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαγκίστρωμα
ξαγκιστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγκιστρωμένο
ξαγκιστρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγκιστρωμένη
ξαγκιστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρωμένης	verb	γενική ενικού του ξαγκιστρωμένη
ξαγκιστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρωμένος	verb	που έχει ξαγκιστρωθεί, ελευθερωθεί
ξαγκιστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαγκιστρωμένος
ξαγκιστρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνομαι
ξαγκιστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγκίστρωμα
ξαγκιστρώματος	noun	γενική ενικού του ξαγκίστρωμα
ξαγκιστρώναμε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώναν	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνανε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνατε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνει	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνεις	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνετε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνοντας	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνουμε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνουν	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνουνε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώνω	verb	αφαιρώ κάτι από το αγκίστρι, απαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσαν	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσανε	=	ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγκιστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγκιστρώνω
ξαγνάντεμα	noun	η παρατήρηση από έναν ψηλό τόπο
ξαγνάντευα	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντευαν	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντευε	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντευες	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντεψα	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντεψαν	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντεψε	=	ξαγναντεύω
ξαγνάντεψες	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέματα	=	ξαγνάντεμα
ξαγναντέματος	=	ξαγνάντεμα
ξαγναντέψαμε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψαν	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψανε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψατε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψει	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψεις	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψετε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψομε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψουμε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψουν	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψουνε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψτε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντέψω	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεμάτων	=	ξαγνάντεμα
ξαγναντεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγναντεμένο
ξαγναντεμένε	verb	κλητική ενικού του ξαγναντεμένος
ξαγναντεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγναντεμένη
ξαγναντεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαγναντεμένος
ξαγναντεμένης	verb	γενική ενικού του ξαγναντεμένη
ξαγναντεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαγναντεμένος
ξαγναντεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαγναντεμένος
ξαγναντεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαγναντεμένος
ξαγναντεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαγναντεμένος
ξαγναντεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαγναντεμένος
ξαγναντευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγναντευτής
ξαγναντευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξαγναντευτής
ξαγναντευτής	noun	ο παρατηρητής που βρίσκεται σε ψηλό τόπο
ξαγναντευτών	noun	γενική πληθυντικού του ξαγναντευτής
ξαγναντεύαμε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύαν	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύανε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύατε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύει	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύεις	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύετε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύομε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύοντας	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύουμε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύουν	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύουνε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύτε	=	ξαγναντεύω
ξαγναντεύω	verb	παρατηρώ από ψηλό σημείο κάτι που βρίσκεται μακριά
ξαγορά	noun	η εξαγορά
ξαγοράρη	noun	ξαγοράρης, στη γενική του ενικού
ξαγοράρηδες	noun	ξαγοράρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
ξαγοράρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ξαγοράρης
ξαγοράρης	noun	ο εξομολογητής, ο πνευματικός
ξαγορέματα	=	ξαγόρεμα
ξαγορέματος	=	ξαγόρεμα
ξαγορέψαμε	=	ξαγορεύω
ξαγορέψαν	=	ξαγορεύω
ξαγορέψανε	=	ξαγορεύω
ξαγορέψατε	=	ξαγορεύω
ξαγορέψει	=	ξαγορεύω
ξαγορέψου	=	ξαγορεύω
ξαγορέψτε	=	ξαγορεύω
ξαγορεμάτων	=	ξαγόρεμα
ξαγορεμένος	=	ξαγορεύω
ξαγορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγορευμένο
ξαγορευμένε	verb	κλητική ενικού του ξαγορευμένος
ξαγορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγορευμένη
ξαγορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαγορευμένος
ξαγορευμένης	verb	γενική ενικού του ξαγορευμένη
ξαγορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαγορευμένος
ξαγορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαγορευμένος
ξαγορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαγορευμένος
ξαγορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαγορευμένος
ξαγορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαγορευμένος
ξαγορευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγορευτής
ξαγορευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξαγορευτής
ξαγορευτήκαμε	=	ξαγορεύω
ξαγορευτήκαν	=	ξαγορεύω
ξαγορευτήκανε	=	ξαγορεύω
ξαγορευτήκατε	=	ξαγορεύω
ξαγορευτής	noun	ο εξομολογητής
ξαγορευτεί	=	ξαγορεύω
ξαγορευτείτε	=	ξαγορεύω
ξαγορευτών	noun	γενική πληθυντικού του ξαγορευτής
ξαγορευόμασταν	=	ξαγορεύω
ξαγορευόμαστε	=	ξαγορεύω
ξαγορευόμουν	=	ξαγορεύω
ξαγορευόμουνα	=	ξαγορεύω
ξαγορευόντουσαν	=	ξαγορεύω
ξαγορευόσασταν	=	ξαγορεύω
ξαγορευόσαστε	=	ξαγορεύω
ξαγορευόσουν	=	ξαγορεύω
ξαγορευόσουνα	=	ξαγορεύω
ξαγορευόταν	=	ξαγορεύω
ξαγορευότανε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύαμε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύαν	=	ξαγορεύω
ξαγορεύανε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύατε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύει	=	ξαγορεύω
ξαγορεύεις	=	ξαγορεύω
ξαγορεύεσαι	=	ξαγορεύω
ξαγορεύεστε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύεται	=	ξαγορεύω
ξαγορεύετε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύομαι	=	ξαγορεύω
ξαγορεύονται	=	ξαγορεύω
ξαγορεύονταν	=	ξαγορεύω
ξαγορεύοντας	=	ξαγορεύω
ξαγορεύου	=	ξαγορεύω
ξαγορεύουμε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύουν	=	ξαγορεύω
ξαγορεύουνε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύτηκα	=	ξαγορεύω
ξαγορεύτηκαν	=	ξαγορεύω
ξαγορεύτηκε	=	ξαγορεύω
ξαγορεύτηκες	=	ξαγορεύω
ξαγορεύω	verb	εξομολογώ και εξομολογούμαι
ξαγρυπνά	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάγαμε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάγανε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάγατε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάει	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάμε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάν	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάνε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάς	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάτε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνάω	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγρύπνημα
ξαγρυπνήματος	noun	γενική ενικού του ξαγρύπνημα
ξαγρυπνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσαν	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσανε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρυπνίσματα	=	ξαγρύπνισμα
ξαγρυπνίσματος	=	ξαγρύπνισμα
ξαγρυπνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαγρύπνημα
ξαγρυπνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγρυπνημένο
ξαγρυπνημένε	verb	κλητική ενικού του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγρυπνημένη
ξαγρυπνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνημένης	verb	γενική ενικού του ξαγρυπνημένη
ξαγρυπνημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαγρυπνημένος
ξαγρυπνισμάτων	=	ξαγρύπνισμα
ξαγρυπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγρυπνισμένο
ξαγρυπνισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγρυπνισμένη
ξαγρυπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνισμένης	verb	γενική ενικού του ξαγρυπνισμένη
ξαγρυπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνισμένος	verb	που δεν κοιμήθηκε καθόλου τη νύχτα
ξαγρυπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαγρυπνισμένος
ξαγρυπνούμε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούν	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούνε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσα	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσαμε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσαν	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσανε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσατε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνούσες	=	ξαγρυπνώ
ξαγρυπνώ	verb	μένω άγρυπνος κατά τη διάρκεια της νύχτας μη μπορώντας ή μη θέλοντας να κοιμηθώ
ξαγρυπνώντας	=	ξαγρυπνώ
ξαγρύπνα	=	ξαγρυπνώ
ξαγρύπναγα	=	ξαγρυπνώ
ξαγρύπναγαν	=	ξαγρυπνώ
ξαγρύπναγε	=	ξαγρυπνώ
ξαγρύπναγες	=	ξαγρυπνώ
ξαγρύπνημα	noun	το να μένει κανείς ξάγρυπνος
ξαγρύπνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρύπνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρύπνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρύπνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγρυπνώ
ξαγρύπνια	noun	η κατάσταση αυτού που μένει ξάγρυπνος, που δεν κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας
ξαγρύπνιας	noun	γενική ενικού του ξαγρύπνια
ξαγρύπνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαγρύπνια
ξαγρύπνισμα	noun	το ξαγρύπνημα
ξαγόρεμα	noun	η εξομολόγηση
ξαγόρευα	verb	α' ενικό παρατατικού του ρήματος ξαγορεύω
ξαγόρευαν	=	ξαγορεύω
ξαγόρευε	=	ξαγορεύω
ξαγόρευες	=	ξαγορεύω
ξαγόρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαγορεύω
ξαγόρεψαν	=	ξαγορεύω
ξαγόρεψε	=	ξαγορεύω
ξαγόρεψες	=	ξαγορεύω
ξαδέλφες	=	ξαδέλφη
ξαδέλφη	noun	άλλη μορφή του ξαδέρφη
ξαδέλφης	=	ξαδέλφη
ξαδέλφι	=	ξαδέρφι
ξαδέλφου	=	ξάδελφος
ξαδέλφους	=	ξάδελφος
ξαδέλφων	=	ξάδελφος
ξαδέρφες	=	ξαδέρφη
ξαδέρφη	noun	η κόρη του αδελφού ή της αδελφής ενός από τους γονείς μου
ξαδέρφης	=	ξαδέρφη
ξαδέρφι	noun	το παιδί του αδελφού ή της αδελφής μου, αδιακρίτως φύλου
ξαδέρφια	=	ξαδέρφι
ξαδέρφου	noun	γενική ενικού του ξάδερφος
ξαδέρφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξάδερφος
ξαδέρφων	noun	γενική πληθυντικού του ξάδερφος
ξαδελφούλα	noun	άλλη μορφή του ξαδερφούλα
ξαδελφούλας	=	ξαδελφούλα
ξαδελφούλες	=	ξαδελφούλα
ξαδελφών	=	ξαδέλφη
ξαδερφιού	=	ξαδέρφι
ξαδερφιών	=	ξαδέρφι
ξαδερφοσύνη	noun	η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα ξαδέρφια
ξαδερφούλα	noun	ξαδέρφη, μικρότερη στην ηλικία από τον ομιλητή
ξαδερφούλας	=	ξαδερφούλα
ξαδερφούλες	=	ξαδερφούλα
ξαδερφούλη	=	ξαδερφούλης
ξαδερφούληδες	=	ξαδερφούλης
ξαδερφούληδων	=	ξαδερφούλης
ξαδερφούλης	noun	μικρός σε ηλικία ξάδερφος
ξαδιάντροπα	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπε	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπες	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπη	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπης	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπο	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροποι	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπος	noun	ο ξεδιάντροπος
ξαδιάντροπου	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπους	=	ξαδιάντροπος
ξαδιάντροπων	=	ξαδιάντροπος
ξαδιαντροπεύομαι	verb	ξετσιπώνομαι, φέρομαι απολύτως αδιάντροπα, δίχως τσίπα, αιδώ, ξεδιάντροπα, είμαι ξαδιάντροπος
ξαερά	=	ξαερό
ξαερού	=	ξαερό
ξαερό	noun	ο αέρας
ξαερών	=	ξαερό
ξαινόμασταν	=	ξαίνω
ξαινόμαστε	=	ξαίνω
ξαινόμουν	=	ξαίνω
ξαινόμουνα	=	ξαίνω
ξαινόντουσαν	=	ξαίνω
ξαινόσασταν	=	ξαίνω
ξαινόσαστε	=	ξαίνω
ξαινόσουν	=	ξαίνω
ξαινόσουνα	=	ξαίνω
ξαινόταν	=	ξαίνω
ξαινότανε	=	ξαίνω
ξακουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξακουσμένο
ξακουσμένε	verb	κλητική ενικού του ξακουσμένος
ξακουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξακουσμένη
ξακουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξακουσμένος
ξακουσμένης	verb	γενική ενικού του ξακουσμένη
ξακουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξακουσμένος
ξακουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξακουσμένος
ξακουσμένος	verb	γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους
ξακουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξακουσμένος
ξακουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξακουσμένος
ξακουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξακουσμένος
ξακουστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξακουστό
ξακουστέ	adj	κλητική ενικού του ξακουστός
ξακουστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξακουστή
ξακουστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξακουστός
ξακουστής	adj	γενική ενικού του ξακουστή
ξακουστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξακουστός
ξακουστού	adj	γενική ενικού του ξακουστός
ξακουστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξακουστός
ξακουστό	adj	αιτιατική ενικού του ξακουστός
ξακουστός	adj	γνωστός από πάρα πολλούς ανθρώπους
ξακουστών	adj	γενική πληθυντικού του ξακουστός
ξακρίδι	noun	η πρώτη και η τελευταία σανίδα από τον κορμό δέντρου που τεμαχίζεται
ξακρίδια	=	ξακρίδι
ξακρίζαμε	=	ξακρίζω
ξακρίζαν	=	ξακρίζω
ξακρίζανε	=	ξακρίζω
ξακρίζατε	=	ξακρίζω
ξακρίζει	=	ξακρίζω
ξακρίζεις	=	ξακρίζω
ξακρίζεσαι	=	ξακρίζω
ξακρίζεστε	=	ξακρίζω
ξακρίζεται	=	ξακρίζω
ξακρίζετε	=	ξακρίζω
ξακρίζομαι	=	ξακρίζω
ξακρίζονται	=	ξακρίζω
ξακρίζονταν	=	ξακρίζω
ξακρίζοντας	=	ξακρίζω
ξακρίζου	=	ξακρίζω
ξακρίζουμε	=	ξακρίζω
ξακρίζουν	=	ξακρίζω
ξακρίζουνε	=	ξακρίζω
ξακρίζω	verb	κόβω περιττές άκρες από κάτι (π.χ. σε ύφασμα, ξύλα, μαλλιά, θάμνους, στο μουστάκι, στο μούσι)
ξακρίσαμε	=	ξακρίζω
ξακρίσαν	=	ξακρίζω
ξακρίσανε	=	ξακρίζω
ξακρίσατε	=	ξακρίζω
ξακρίσει	=	ξακρίζω
ξακρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάκρισμα
ξακρίσματος	noun	γενική ενικού του ξάκρισμα
ξακρίσου	=	ξακρίζω
ξακρίστε	=	ξακρίζω
ξακρίστηκα	=	ξακρίζω
ξακρίστηκαν	=	ξακρίζω
ξακρίστηκε	=	ξακρίζω
ξακρίστηκες	=	ξακρίζω
ξακριδιού	=	ξακρίδι
ξακριδιών	=	ξακρίδι
ξακριζόμασταν	=	ξακρίζω
ξακριζόμαστε	=	ξακρίζω
ξακριζόμουν	=	ξακρίζω
ξακριζόμουνα	=	ξακρίζω
ξακριζόντουσαν	=	ξακρίζω
ξακριζόσασταν	=	ξακρίζω
ξακριζόσαστε	=	ξακρίζω
ξακριζόσουν	=	ξακρίζω
ξακριζόσουνα	=	ξακρίζω
ξακριζόταν	=	ξακρίζω
ξακριζότανε	=	ξακρίζω
ξακρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάκρισμα
ξακρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξακρισμένο
ξακρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξακρισμένος
ξακρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξακρισμένη
ξακρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξακρισμένος
ξακρισμένης	verb	γενική ενικού του ξακρισμένη
ξακρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξακρισμένος
ξακρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξακρισμένος
ξακρισμένος	=	ξακρίζω
ξακρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξακρισμένος
ξακρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξακρισμένος
ξακρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξακρισμένος
ξακριστήκαμε	=	ξακρίζω
ξακριστήκαν	=	ξακρίζω
ξακριστήκανε	=	ξακρίζω
ξακριστήκατε	=	ξακρίζω
ξακριστεί	=	ξακρίζω
ξακριστείτε	=	ξακρίζω
ξαλάφρωμα	noun	ανακούφιση από την απαλλαγή ενός βάρους υλικού ή ψυχικού
ξαλάφρωνα	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωναν	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωνε	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωνες	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωσα	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωσαν	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωσε	=	ξαλαφρώνω
ξαλάφρωσες	=	ξαλαφρώνω
ξαλέγραρα	=	ξαλεγράρω
ξαλέγραραν	=	ξαλεγράρω
ξαλέγραρε	=	ξαλεγράρω
ξαλέγραρες	=	ξαλεγράρω
ξαλέθαμε	=	ξαλέθω
ξαλέθαν	=	ξαλέθω
ξαλέθανε	=	ξαλέθω
ξαλέθατε	=	ξαλέθω
ξαλέθει	=	ξαλέθω
ξαλέθεις	=	ξαλέθω
ξαλέθετε	=	ξαλέθω
ξαλέθοντας	=	ξαλέθω
ξαλέθουμε	=	ξαλέθω
ξαλέθουν	=	ξαλέθω
ξαλέθουνε	=	ξαλέθω
ξαλέθω	verb	τελειώνω το άλεσμα
ξαλέσαμε	=	ξαλέθω
ξαλέσαν	=	ξαλέθω
ξαλέσανε	=	ξαλέθω
ξαλέσατε	=	ξαλέθω
ξαλέσει	=	ξαλέθω
ξαλέστε	=	ξαλέθω
ξαλαφρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαλάφρωμα
ξαλαφρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλαφρωμένο
ξαλαφρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλαφρωμένη
ξαλαφρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρωμένης	verb	γενική ενικού του ξαλαφρωμένη
ξαλαφρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρωμένος	verb	ανακουφισμένος από ένα ψυχικό βάρος που έφυγε από τη ζωή μου
ξαλαφρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαλαφρωμένος
ξαλαφρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλάφρωμα
ξαλαφρώματος	noun	γενική ενικού του ξαλάφρωμα
ξαλαφρώναμε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώναν	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνανε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνατε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνει	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνεις	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνετε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνοντας	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνουμε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνουν	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνουνε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώνω	verb	απαλλάσσω κάποιον από ένα βάρος που κουβαλάει
ξαλαφρώσαμε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώσαν	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώσανε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώσατε	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώσει	=	ξαλαφρώνω
ξαλαφρώστε	=	ξαλαφρώνω
ξαλεγράραμε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράραν	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρανε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρατε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρει	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρεις	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρετε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράριζα	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράριζαν	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράριζε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράριζες	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρισα	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρισαν	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρισε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρισες	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρομε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράροντας	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρουμε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρουν	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρουνε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρτε	=	ξαλεγράρω
ξαλεγράρω	verb	συνέρχομαι, ζωηρεύω, βελτιώνεται η διάθεσή μου, γίνομαι ξανά ζωηρός, νιώθω πιο ευχάριστα
ξαλεγραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλεγραρισμένο
ξαλεγραρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαλεγραρισμένος
ξαλεγραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλεγραρισμένη
ξαλεγραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαλεγραρισμένος
ξαλεγραρισμένης	verb	γενική ενικού του ξαλεγραρισμένη
ξαλεγραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαλεγραρισμένος
ξαλεγραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαλεγραρισμένος
ξαλεγραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαλεγραρισμένος
ξαλεγραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαλεγραρισμένος
ξαλεγραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαλεγραρισμένος
ξαλλάζω	verb	βγάζω τα καλά μου ρούχα και βάζω τα καθημερινά (παλιότερα σε αντιδιαστολή προς το αλλάζω ρούχα, που σήμαινε το αντίθετο, δηλαδή φορώ κάτι καλύτερο)
ξαλμυρίζαμε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζαν	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζανε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζατε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζει	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζεις	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζετε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζομε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζοντας	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζουμε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζουν	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζουνε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίζω	verb	άλλη μορφή του ξαρμυρίζω
ξαλμυρίσαμε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσαν	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσανε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσατε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσει	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσεις	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσετε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσομε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσουμε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσουν	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσουνε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίστε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρίσω	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλμυρισμένο
ξαλμυρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαλμυρισμένος
ξαλμυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαλμυρισμένη
ξαλμυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαλμυρισμένος
ξαλμυρισμένης	verb	γενική ενικού του ξαλμυρισμένη
ξαλμυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαλμυρισμένος
ξαλμυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαλμυρισμένος
ξαλμυρισμένος	=	ξαλμυρίζω
ξαλμυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαλμυρισμένος
ξαλμυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαλμυρισμένος
ξαλμυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαλμυρισμένος
ξαλμύριζα	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύριζαν	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύριζε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύριζες	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύρισα	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύρισαν	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύρισε	=	ξαλμυρίζω
ξαλμύρισες	=	ξαλμυρίζω
ξαλξική	noun|dated	η γλώσσα της βόρειας Μογγολίας, όπως είχε αποδοθεί τον περασμένο αιώνα στα ελληνικά (σημερινή απόδοση "χάλχα")
ξαλξικής	=	ξαλξική
ξαμολάω	verb	συνώνυμο του αμολάω
ξαμολήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμολήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμολήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμολήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμοληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμοληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαμολιέμαι
ξαμολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαμολημένο
ξαμολημένε	verb	κλητική ενικού του ξαμολημένος
ξαμολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαμολημένη
ξαμολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαμολημένος
ξαμολημένης	verb	γενική ενικού του ξαμολημένη
ξαμολημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαμολημένος
ξαμολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαμολημένος
ξαμολημένος	=	ξαμολάω
ξαμολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαμολημένος
ξαμολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαμολημένος
ξαμολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαμολημένος
ξαμολιέμαι	=	ξαμολάω
ξαμολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαμολάω
ξαμπελώνα	=	ξαμπελώνω
ξαμπελώνο	=	ξαμπελώνω
ξαμπελώνου	=	ξαμπελώνω
ξαμπελώνω	verb	ξεριζώνω / εκχερσώνω αμπελώνα
ξαμπελώνων	=	ξαμπελώνω
ξαμόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαμολάω
ξαμώνω	verb|vulgar	σηκώνω απειλητικά το χέρι μου για να χτυπήσω κάποιον
ξανά	adv	για μια ακόμη φορά, πάλι
ξανάβαμε	=	ξανάβω
ξανάβαν	=	ξανάβω
ξανάβανε	=	ξανάβω
ξανάβατε	=	ξανάβω
ξανάβει	=	ξανάβω
ξανάβεις	=	ξανάβω
ξανάβετε	=	ξανάβω
ξανάβοντας	=	ξανάβω
ξανάβουμε	=	ξανάβω
ξανάβουν	=	ξανάβω
ξανάβουνε	=	ξανάβω
ξανάβω	verb	αναψοκοκκινίζω
ξανάγραφα	=	ξαναγράφω
ξανάγραφαν	=	ξαναγράφω
ξανάγραφε	=	ξαναγράφω
ξανάγραφες	=	ξαναγράφω
ξανάγραψα	=	ξαναγράφω
ξανάγραψαν	=	ξαναγράφω
ξανάγραψε	=	ξαναγράφω
ξανάγραψες	=	ξαναγράφω
ξανάδα	=	ξαναβλέπω
ξανάκανα	=	ξανακάνω
ξανάκαναν	=	ξανακάνω
ξανάκανε	=	ξανακάνω
ξανάκανες	=	ξανακάνω
ξανάκουγα	=	ξανακούω
ξανάκουγαν	=	ξανακούω
ξανάκουγε	=	ξανακούω
ξανάκουγες	=	ξανακούω
ξανάκουσα	=	ξανακούω
ξανάκουσαν	=	ξανακούω
ξανάκουσε	=	ξανακούω
ξανάκουσες	=	ξανακούω
ξανάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάναμμα
ξανάμματος	noun	γενική ενικού του ξάναμμα
ξανάναβα	=	ξανανάβω
ξανάναβαν	=	ξανανάβω
ξανάναβε	=	ξανανάβω
ξανάναβες	=	ξανανάβω
ξανάναψα	=	ξανανάβω
ξανάναψαν	=	ξανανάβω
ξανάναψε	=	ξανανάβω
ξανάναψες	=	ξανανάβω
ξανάνθιζα	=	ξανανθίζω
ξανάνθιζαν	=	ξανανθίζω
ξανάνθιζε	=	ξανανθίζω
ξανάνθιζες	=	ξανανθίζω
ξανάνθισα	=	ξανανθίζω
ξανάνθισαν	=	ξανανθίζω
ξανάνθισε	=	ξανανθίζω
ξανάνθισες	=	ξανανθίζω
ξανάνιωμα	noun	η αναζωογόνηση
ξανάνιωνα	=	ξανανιώνω
ξανάνιωναν	=	ξανανιώνω
ξανάνιωνε	=	ξανανιώνω
ξανάνιωνες	=	ξανανιώνω
ξανάνιωσα	=	ξανανιώνω
ξανάνιωσαν	=	ξανανιώνω
ξανάνιωσε	=	ξανανιώνω
ξανάνιωσες	=	ξανανιώνω
ξανάπα	=	ξαναλέω
ξανάπαιρνα	=	ξαναπαίρνω
ξανάπαιρναν	=	ξαναπαίρνω
ξανάπαιρνε	=	ξαναπαίρνω
ξανάπαιρνες	=	ξαναπαίρνω
ξανάρθα	=	ξανάρχομαι
ξανάρχιζα	=	ξαναρχίζω
ξανάρχιζαν	=	ξαναρχίζω
ξανάρχιζε	=	ξαναρχίζω
ξανάρχιζες	=	ξαναρχίζω
ξανάρχισα	=	ξαναρχίζω
ξανάρχισαν	=	ξαναρχίζω
ξανάρχισε	=	ξαναρχίζω
ξανάρχισες	=	ξαναρχίζω
ξανάρχομαι	verb	γυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι, πιο καθημερινό ρήμα στη θέση του επανέρχομαι, για λιγότερο λόγια χρήση
ξανάσαινα	=	ξανασαίνω
ξανάσαιναν	=	ξανασαίνω
ξανάσαινε	=	ξανασαίνω
ξανάσαινες	=	ξανασαίνω
ξανάσανα	=	ξανασαίνω
ξανάσαναν	=	ξανασαίνω
ξανάσανε	=	ξανασαίνω
ξανάσανες	=	ξανασαίνω
ξανάσασμα	noun	η εκ νέου αναπνοή
ξανάστροφα	adv	ανάποδα, αντίθετα
ξανάστροφε	=	ξανάστροφος
ξανάστροφες	=	ξανάστροφος
ξανάστροφη	noun	χτύπημα με την εξωτερική πλευρά της παλάμης στο πρόσωπο κάποιου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανάστροφος
ξανάστροφης	=	ξανάστροφος
ξανάστροφο	=	ξανάστροφος
ξανάστροφοι	=	ξανάστροφος
ξανάστροφος	adj	ανάστροφος, αναποδογυρισμένος, ανάποδος
ξανάστροφου	=	ξανάστροφος
ξανάστροφους	=	ξανάστροφος
ξανάστροφων	=	ξανάστροφος
ξανάστρωνε	=	ξαναστρώνω
ξανάστρωσε	=	ξαναστρώνω
ξανάφτω	verb	ξανάβω
ξανάχτιζα	=	ξαναχτίζω
ξανάχτιζαν	=	ξαναχτίζω
ξανάχτιζε	=	ξαναχτίζω
ξανάχτιζες	=	ξαναχτίζω
ξανάχτισα	=	ξαναχτίζω
ξανάχτισαν	=	ξαναχτίζω
ξανάχτισε	=	ξαναχτίζω
ξανάχτισες	=	ξαναχτίζω
ξανάψαμε	=	ξανάβω
ξανάψαν	=	ξανάβω
ξανάψανε	=	ξανάβω
ξανάψατε	=	ξανάβω
ξανάψει	=	ξανάβω
ξανάψτε	=	ξανάβω
ξαναέβλεπα	=	ξαναβλέπω
ξαναέβλεπαν	=	ξαναβλέπω
ξαναέβλεπε	=	ξαναβλέπω
ξαναέβλεπες	=	ξαναβλέπω
ξαναέβρισκα	=	ξαναβρίσκω
ξαναέγραφα	=	ξαναγράφω
ξαναέγραφαν	=	ξαναγράφω
ξαναέγραφε	=	ξαναγράφω
ξαναέγραφες	=	ξαναγράφω
ξαναέγραψα	=	ξαναγράφω
ξαναέγραψαν	=	ξαναγράφω
ξαναέγραψε	=	ξαναγράφω
ξαναέγραψες	=	ξαναγράφω
ξαναέλεγα	=	ξαναλέω
ξαναέλεγαν	=	ξαναλέω
ξαναέλεγε	=	ξαναλέω
ξαναέλεγες	=	ξαναλέω
ξαναέμπαινα	=	ξαναμπαίνω
ξαναέμπαιναν	=	ξαναμπαίνω
ξαναέμπαινε	=	ξαναμπαίνω
ξαναέμπαινες	=	ξαναμπαίνω
ξαναένωνα	=	ξαναενώνω
ξαναένωναν	=	ξαναενώνω
ξαναένωνε	=	ξαναενώνω
ξαναένωνες	=	ξαναενώνω
ξαναένωσα	=	ξαναενώνω
ξαναένωσαν	=	ξαναενώνω
ξαναένωσε	=	ξαναενώνω
ξαναένωσες	=	ξαναενώνω
ξαναέπαιρνα	=	ξαναπαίρνω
ξαναέπαιρναν	=	ξαναπαίρνω
ξαναέπαιρνε	=	ξαναπαίρνω
ξαναέπαιρνες	=	ξαναπαίρνω
ξαναέρχομαι	verb	άλλη μορφή του ξανάρχομαι
ξαναέστρωνα	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωναν	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωνε	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωνες	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωσα	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωσαν	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωσε	=	ξαναστρώνω
ξαναέστρωσες	=	ξαναστρώνω
ξαναέχτισα	=	ξαναχτίζω
ξαναβάζω	verb	τοποθετώ για δεύτερη φορά
ξαναβάφω	verb	βάφω εκ νέου
ξαναβαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναβαμμένο
ξαναβαμμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναβαμμένος
ξαναβαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναβαμμένη
ξαναβαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναβαμμένος
ξαναβαμμένης	verb	γενική ενικού του ξαναβαμμένη
ξαναβαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναβαμμένος
ξαναβαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναβαμμένος
ξαναβαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναβαμμένος
ξαναβαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναβαμμένος
ξαναβαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναβαμμένος
ξαναβγάζω	verb	βγάζω πάλι
ξαναβγαλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναβγαλμένο
ξαναβγαλμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναβγαλμένος
ξαναβγαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναβγαλμένη
ξαναβγαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναβγαλμένος
ξαναβγαλμένης	verb	γενική ενικού του ξαναβγαλμένη
ξαναβγαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναβγαλμένος
ξαναβγαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναβγαλμένος
ξαναβγαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναβγαλμένος
ξαναβγαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναβγαλμένος
ξαναβγαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναβγαλμένος
ξαναβλέπαμε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπαν	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπανε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπατε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπει	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπεις	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπετε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπομαι	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέποντας	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπουμε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπουν	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπουνε	=	ξαναβλέπω
ξαναβλέπω	verb	κοιτάζω κάτι για δεύτερη φορά, εκ νέου
ξαναβράζω	verb	βράζω και πάλι
ξαναβράσιμο	noun	το εκ νέου βράσιμο
ξαναβρέθηκα	=	ξαναβρίσκω
ξαναβρήκα	=	ξαναβρίσκω
ξαναβρίσκομαι	=	ξαναβρίσκω
ξαναβρίσκω	verb	βρίσκω και πάλι
ξαναβρασίματα	=	ξαναβράσιμο
ξαναβρασίματος	=	ξαναβράσιμο
ξαναβρασιμάτων	=	ξαναβράσιμο
ξαναβρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναβρασμένο
ξαναβρασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναβρασμένος
ξαναβρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναβρασμένη
ξαναβρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναβρασμένος
ξαναβρασμένης	verb	γενική ενικού του ξαναβρασμένη
ξαναβρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναβρασμένος
ξαναβρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναβρασμένος
ξαναβρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναβρασμένος
ξαναβρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναβρασμένος
ξαναβρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναβρασμένος
ξαναβρώ	=	ξαναβρίσκω
ξαναγάπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαναγαπώ
ξαναγέμιζα	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμιζαν	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμιζε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμιζες	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμισα	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμισαν	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμισε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγέμισες	=	ξαναγεμίζω
ξαναγίνομαι	verb	γίνομαι και πάλι
ξαναγαπώ	verb	αγαπώ ξανά
ξαναγεμίζαμε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζαν	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζανε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζατε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζει	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζεις	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζετε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζοντας	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζουμε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζουν	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζουνε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίζω	verb	γεμίζω ξανά
ξαναγεμίσαμε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίσαν	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίσανε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίσατε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίσει	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεμίστε	=	ξαναγεμίζω
ξαναγεννηθεί	=	ξαναγεννιέμαι
ξαναγεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγεννημένο
ξαναγεννημένε	verb	κλητική ενικού του ξαναγεννημένος
ξαναγεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγεννημένη
ξαναγεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναγεννημένος
ξαναγεννημένης	verb	γενική ενικού του ξαναγεννημένη
ξαναγεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναγεννημένος
ξαναγεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναγεννημένος
ξαναγεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναγεννημένος
ξαναγεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναγεννημένος
ξαναγεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναγεννημένος
ξαναγεννιέμαι	verb	αναζωογονούμαι φυσικά ή ηθικά
ξαναγεννιούμαι	verb	ξαναγεννιέμαι
ξαναγράφαμε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφαν	=	ξαναγράφω
ξαναγράφανε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφατε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφει	=	ξαναγράφω
ξαναγράφεις	=	ξαναγράφω
ξαναγράφεσαι	=	ξαναγράφω
ξαναγράφεστε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφεται	=	ξαναγράφω
ξαναγράφετε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφηκα	=	ξαναγράφω
ξαναγράφηκαν	=	ξαναγράφω
ξαναγράφηκε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφηκες	=	ξαναγράφω
ξαναγράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξαναγράφω
ξαναγράφομε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφονται	=	ξαναγράφω
ξαναγράφονταν	=	ξαναγράφω
ξαναγράφοντας	=	ξαναγράφω
ξαναγράφουμε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφουν	=	ξαναγράφω
ξαναγράφουνε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφτε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφτηκα	=	ξαναγράφω
ξαναγράφτηκαν	=	ξαναγράφω
ξαναγράφτηκε	=	ξαναγράφω
ξαναγράφτηκες	=	ξαναγράφω
ξαναγράφω	verb	γράφω ξανά για δεύτερη ή πολλοστή φορά
ξαναγράψαμε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψαν	=	ξαναγράφω
ξαναγράψανε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψατε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψει	=	ξαναγράφω
ξαναγράψεις	=	ξαναγράφω
ξαναγράψετε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψομε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψου	=	ξαναγράφω
ξαναγράψουμε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψουν	=	ξαναγράφω
ξαναγράψουνε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψτε	=	ξαναγράφω
ξαναγράψω	=	ξαναγράφω
ξαναγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγραμμένο
ξαναγραμμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναγραμμένος
ξαναγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγραμμένη
ξαναγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναγραμμένος
ξαναγραμμένης	verb	γενική ενικού του ξαναγραμμένη
ξαναγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναγραμμένος
ξαναγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναγραμμένος
ξαναγραμμένος	=	ξαναγράφω
ξαναγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναγραμμένος
ξαναγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναγραμμένος
ξαναγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναγραμμένος
ξαναγραφήκαμε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφήκαν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφήκανε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφήκατε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφεί	=	ξαναγράφω
ξαναγραφείς	=	ξαναγράφω
ξαναγραφείτε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφούμε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφούν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφούνε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτήκαμε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτήκαν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτήκανε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτήκατε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτεί	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτείς	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτείτε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτούμε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτούν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτούνε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφτώ	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόμασταν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόμαστε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόμουν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόμουνα	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόντουσαν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόσασταν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόσαστε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόσουν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόσουνα	=	ξαναγράφω
ξαναγραφόταν	=	ξαναγράφω
ξαναγραφότανε	=	ξαναγράφω
ξαναγραφώ	=	ξαναγράφω
ξαναγυρίζαμε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζαν	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζανε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζατε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζει	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζεις	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζετε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζοντας	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζουμε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζουν	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζουνε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίζω	verb	γυρίζω πίσω
ξαναγυρίσαμε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίσαν	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίσανε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίσατε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίσει	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγύρισμα
ξαναγυρίσματος	=	ξαναγύρισμα
ξαναγυρίστε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγυρισμάτων	=	ξαναγύρισμα
ξαναγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγυρισμένο
ξαναγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναγυρισμένη
ξαναγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρισμένης	verb	γενική ενικού του ξαναγυρισμένη
ξαναγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρισμένος	verb	που τον έχουν ξαναγυρίσει
ξαναγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναγυρισμένος
ξαναγυρνώ	verb	ξαναγυρίζω
ξαναγυρνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαναγυρνάω / ξαναγυρνώ
ξαναγύριζα	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύριζαν	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύριζε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύριζες	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύρισα	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύρισαν	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύρισε	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύρισες	=	ξαναγυρίζω
ξαναγύρισμα	noun	η επιστροφή
ξαναδές	=	ξαναβλέπω
ξαναδίνω	verb	δίνω και πάλι, δίνω ξανά
ξαναδεί	=	ξαναβλέπω
ξαναδείς	=	ξαναβλέπω
ξαναδείτε	=	ξαναβλέπω
ξαναδείχνω	verb	δείχνω ξανά
ξαναδιαβάζομαι	=	ξαναδιαβάζω
ξαναδιαβάζω	verb	διαβάζω ξανά, για να μάθω κάτι καλά, για να το κατανοήσω πληρέστερα ή επειδή μου αρέσει πολύ
ξαναδοκίμαζα	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμαζαν	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμαζε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμαζες	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμασα	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμασαν	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμασε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκίμασες	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζαμε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζαν	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζανε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζατε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζει	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζεις	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζετε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζοντας	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζουμε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζουν	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζουνε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάζω	verb	δοκιμάζω πάλι
ξαναδοκιμάσαμε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάσαν	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάσανε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάσατε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάσει	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμάστε	=	ξαναδοκιμάζω
ξαναδοκιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναδοκιμασμένο
ξαναδοκιμασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδοκιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναδοκιμασμένη
ξαναδοκιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδοκιμασμένης	verb	γενική ενικού του ξαναδοκιμασμένη
ξαναδοκιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδοκιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδοκιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδοκιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδοκιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναδοκιμασμένος
ξαναδουλέψαμε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλέψαν	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλέψανε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλέψατε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλέψει	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλέψτε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύαμε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύαν	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύανε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύατε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύει	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύεις	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύετε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύοντας	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύουμε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύουν	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύουνε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδουλεύω	verb	δουλεύω ξανά
ξαναδούλευα	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλευαν	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλευε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλευες	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλεψα	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλεψαν	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλεψε	=	ξαναδουλεύω
ξαναδούλεψες	=	ξαναδουλεύω
ξαναδώ	=	ξαναβλέπω
ξαναείδα	=	ξαναβλέπω
ξαναείδαμε	=	ξαναβλέπω
ξαναείδαν	=	ξαναβλέπω
ξαναείδανε	=	ξαναβλέπω
ξαναείδατε	=	ξαναβλέπω
ξαναείδε	=	ξαναβλέπω
ξαναείδες	=	ξαναβλέπω
ξαναείπα	=	ξαναλέω
ξαναείπαμε	=	ξαναλέω
ξαναείπαν	=	ξαναλέω
ξαναείπανε	=	ξαναλέω
ξαναείπατε	=	ξαναλέω
ξαναείπε	=	ξαναλέω
ξαναείπες	=	ξαναλέω
ξαναειπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναειπωμένο
ξαναειπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναειπωμένος
ξαναειπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναειπωμένη
ξαναειπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναειπωμένος
ξαναειπωμένης	verb	γενική ενικού του ξαναειπωμένη
ξαναειπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναειπωμένος
ξαναειπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναειπωμένος
ξαναειπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναειπωμένος
ξαναειπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναειπωμένος
ξαναειπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναειπωμένος
ξαναενώναμε	=	ξαναενώνω
ξαναενώναν	=	ξαναενώνω
ξαναενώνανε	=	ξαναενώνω
ξαναενώνατε	=	ξαναενώνω
ξαναενώνει	=	ξαναενώνω
ξαναενώνεις	=	ξαναενώνω
ξαναενώνετε	=	ξαναενώνω
ξαναενώνοντας	=	ξαναενώνω
ξαναενώνουμε	=	ξαναενώνω
ξαναενώνουν	=	ξαναενώνω
ξαναενώνουνε	=	ξαναενώνω
ξαναενώνω	verb	ενώνω ξανά
ξαναενώσαμε	=	ξαναενώνω
ξαναενώσαν	=	ξαναενώνω
ξαναενώσανε	=	ξαναενώνω
ξαναενώσατε	=	ξαναενώνω
ξαναενώσει	=	ξαναενώνω
ξαναενώστε	=	ξαναενώνω
ξαναεπέλεγα	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεγαν	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεγε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεγες	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεξα	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεξαν	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεξε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπέλεξες	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπίλεγε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπίλεξε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγαμε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγαν	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγανε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγατε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγει	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγεις	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγετε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγομαι	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγοντας	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγουμε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγουν	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγουνε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέγω	verb	επιλέγω ξανά
ξαναεπιλέξαμε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέξαν	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέξανε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέξατε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέξει	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεπιλέξτε	=	ξαναεπιλέγω
ξαναεφαρμόζω	verb	εφαρμόζω κάτι ξανά, εκ νέου, επανεφαρμόζω
ξαναζέσταινα	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέσταιναν	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέσταινε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέσταινες	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέστανα	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέσταναν	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέστανε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζέστανες	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεστάναμε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεστάναν	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεστάνανε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεστάνατε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεστάνει	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεστάνετε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίναμε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίναν	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνανε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνατε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνει	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνεις	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνετε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνοντας	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνουμε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνουν	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνουνε	=	ξαναζεσταίνω
ξαναζεσταίνω	verb	ζεσταίνω και πάλι
ξαναζεσταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναζεσταμένο
ξαναζεσταμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναζεσταμένος
ξαναζεσταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναζεσταμένη
ξαναζεσταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναζεσταμένος
ξαναζεσταμένης	verb	γενική ενικού του ξαναζεσταμένη
ξαναζεσταμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναζεσταμένος
ξαναζεσταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναζεσταμένος
ξαναζεσταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναζεσταμένος
ξαναζεσταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναζεσταμένος
ξαναζεσταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναζεσταμένος
ξαναζωντάνεμα	noun	αναζωογόνωση
ξαναζωντανέματα	=	ξαναζωντάνεμα
ξαναζωντανέματος	=	ξαναζωντάνεμα
ξαναζωντανεμάτων	=	ξαναζωντάνεμα
ξαναζωντανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναζωντανεμένο
ξαναζωντανεμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναζωντανεμένη
ξαναζωντανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεμένης	verb	γενική ενικού του ξαναζωντανεμένη
ξαναζωντανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξαναζωντανεύω
ξαναζωντανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναζωντανεμένος
ξαναζωντανεύω	verb	αποκτώ νέες φυσιολογικές ή ηθικές δυνάμεις
ξαναθυμάμαι	verb	θυμάμαι και πάλι
ξαναθυμίζαμε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζαν	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζανε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζατε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζει	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζεις	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζετε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζοντας	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζουμε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζουν	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζουνε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίζω	verb	θυμίζω πάλι σε κάποιον
ξαναθυμίσαμε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίσαν	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίσανε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίσατε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίσει	=	ξαναθυμίζω
ξαναθυμίστε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμιζα	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμιζαν	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμιζε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμιζες	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμισα	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμισαν	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμισε	=	ξαναθυμίζω
ξαναθύμισες	=	ξαναθυμίζω
ξανακάναμε	=	ξανακάνω
ξανακάναν	=	ξανακάνω
ξανακάνανε	=	ξανακάνω
ξανακάνατε	=	ξανακάνω
ξανακάνε	=	ξανακάνω
ξανακάνει	=	ξανακάνω
ξανακάνεις	=	ξανακάνω
ξανακάνετε	=	ξανακάνω
ξανακάνοντας	=	ξανακάνω
ξανακάνουμε	=	ξανακάνω
ξανακάνουν	=	ξανακάνω
ξανακάνουνε	=	ξανακάνω
ξανακάντε	=	ξανακάνω
ξανακάνω	verb	κάνω και πάλι
ξανακέρδιζα	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδιζαν	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδιζε	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδιζες	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδισα	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδισαν	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδισε	=	ξανακερδίζω
ξανακέρδισες	=	ξανακερδίζω
ξανακαλώ	verb	καλώ και πάλι
ξανακαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανακαμωμένο
ξανακαμωμένε	verb	κλητική ενικού του ξανακαμωμένος
ξανακαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανακαμωμένη
ξανακαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανακαμωμένος
ξανακαμωμένης	verb	γενική ενικού του ξανακαμωμένη
ξανακαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανακαμωμένος
ξανακαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανακαμωμένος
ξανακαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανακαμωμένος
ξανακαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανακαμωμένος
ξανακαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανακαμωμένος
ξανακερδίζαμε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζαν	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζανε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζατε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζει	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζεις	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζετε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζοντας	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζουμε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζουν	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζουνε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίζω	verb	κερδίζω ξανά
ξανακερδίσαμε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίσαν	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίσανε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίσατε	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίσει	=	ξανακερδίζω
ξανακερδίστε	=	ξανακερδίζω
ξανακλειδώνω	verb	κλειδώνω πάλι, ξανά
ξανακοιμάμαι	verb	κοιμάμαι για δεύτερη φορά
ξανακουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανακουσμένο
ξανακουσμένε	verb	κλητική ενικού του ξανακουσμένος
ξανακουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανακουσμένη
ξανακουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανακουσμένος
ξανακουσμένης	verb	γενική ενικού του ξανακουσμένη
ξανακουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανακουσμένος
ξανακουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανακουσμένος
ξανακουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανακουσμένος
ξανακουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανακουσμένος
ξανακουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανακουσμένος
ξανακούγαμε	=	ξανακούω
ξανακούγανε	=	ξανακούω
ξανακούγατε	=	ξανακούω
ξανακούγοντας	=	ξανακούω
ξανακούει	=	ξανακούω
ξανακούετε	=	ξανακούω
ξανακούμε	=	ξανακούω
ξανακούνε	=	ξανακούω
ξανακούς	=	ξανακούω
ξανακούσαμε	=	ξανακούω
ξανακούσαν	=	ξανακούω
ξανακούσανε	=	ξανακούω
ξανακούσατε	=	ξανακούω
ξανακούσει	=	ξανακούω
ξανακούστε	=	ξανακούω
ξανακούτε	=	ξανακούω
ξανακούω	verb	ακούω και πάλι
ξανακτίζω	verb	άλλη μορφή του ξαναχτίζω
ξανακτυπώ	verb	ξαναχτυπώ
ξανακτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξανακτυπώ
ξανακυκλοφορήσαμε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορήσαν	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορήσανε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορήσατε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορήσει	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορήστε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορεί	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορείς	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορείτε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούμε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούν	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούνε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσα	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσαμε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσαν	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσανε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσατε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορούσες	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφορώ	verb	κυκλοφορώ ξανά
ξανακυκλοφορώντας	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφόρει	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφόρησα	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφόρησαν	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφόρησε	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυκλοφόρησες	=	ξανακυκλοφορώ
ξανακυλάω	=	ξανακυλώ
ξανακυλήματα	=	ξανακύλημα
ξανακυλήματος	=	ξανακύλημα
ξανακυλίσματα	=	ξανακύλισμα
ξανακυλίσματος	=	ξανακύλισμα
ξανακυλημάτων	=	ξανακύλημα
ξανακυλισμάτων	=	ξανακύλισμα
ξανακυλώ	verb	κυλάω ξανά ένα αντικείμενο
ξανακυλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξανακυλάω / ξανακυλώ
ξανακύλημα	noun	το νέο όργωμα, το σκάψιμο
ξανακύλισμα	noun	το ξανακύλημα
ξαναλέγαμε	=	ξαναλέω
ξαναλέγανε	=	ξαναλέω
ξαναλέγατε	=	ξαναλέω
ξαναλέγε	=	ξαναλέω
ξαναλέγετε	=	ξαναλέω
ξαναλέγοντας	=	ξαναλέω
ξαναλέγω	verb	λέω πάλι
ξαναλέει	=	ξαναλέω
ξαναλέμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ξαναλέω
ξαναλένε	=	ξαναλέω
ξαναλές	=	ξαναλέω
ξαναλέτε	=	ξαναλέω
ξαναλέω	verb	ξαναλέγω
ξαναλογάριαζα	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριαζαν	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριαζε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριαζες	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριασα	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριασαν	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριασε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογάριασες	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζαμε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζαν	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζανε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζατε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζει	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζεις	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζετε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζοντας	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζουμε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζουν	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζουνε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάζω	verb	επαναλαμβάνω τους λογαριασμούς
ξαναλογαριάσαμε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάσαν	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάσανε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάσατε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάσει	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριάστε	=	ξαναλογαριάζω
ξαναλογαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναλογαριασμένο
ξαναλογαριασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναλογαριασμένος
ξαναλογαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναλογαριασμένη
ξαναλογαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναλογαριασμένος
ξαναλογαριασμένης	verb	γενική ενικού του ξαναλογαριασμένη
ξαναλογαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναλογαριασμένος
ξαναλογαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναλογαριασμένος
ξαναλογαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναλογαριασμένος
ξαναλογαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναλογαριασμένος
ξαναλογαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναλογαριασμένος
ξαναμαθαίνω	verb	μαθαίνω για ακόμη μια φορά κάτι που έχω ήδη μάθει
ξαναμιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμιλημένο
ξαναμιλημένε	verb	κλητική ενικού του ξαναμιλημένος
ξαναμιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμιλημένη
ξαναμιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναμιλημένος
ξαναμιλημένης	verb	γενική ενικού του ξαναμιλημένη
ξαναμιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναμιλημένος
ξαναμιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναμιλημένος
ξαναμιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναμιλημένος
ξαναμιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναμιλημένος
ξαναμιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναμιλημένος
ξαναμιλώ	verb	μιλώ πάλι
ξαναμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάναμμα
ξαναμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμμένο
ξαναμμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναμμένος
ξαναμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμμένη
ξαναμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναμμένος
ξαναμμένης	verb	γενική ενικού του ξαναμμένη
ξαναμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναμμένος
ξαναμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναμμένος
ξαναμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξανάβω
ξαναμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναμμένος
ξαναμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναμμένος
ξαναμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναμμένος
ξαναμοίραζα	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίραζαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίραζε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίραζες	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίρασα	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίρασαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίρασε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίρασες	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοίρασμα	noun	το εκ νέου μοίρασμα
ξαναμοιράζαμε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζανε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζατε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζει	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζεις	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζεσαι	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζεστε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζεται	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζετε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζομαι	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζομε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζονται	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζονταν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζοντας	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζουμε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζουν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζουνε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράζω	verb	μοιράζω ξανά, εκ νέου
ξαναμοιράσαμε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσανε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσατε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσει	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσεις	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσετε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμοίρασμα
ξαναμοιράσματος	noun	γενική ενικού του ξαναμοίρασμα
ξαναμοιράσομε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσου	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσουμε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσουν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσουνε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράστε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράστηκα	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράστηκαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράστηκε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράστηκες	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιράσω	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόμασταν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόμαστε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόμουν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόμουνα	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόντουσαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόσασταν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόσαστε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόσουν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόσουνα	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζόταν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραζότανε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιρασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαναμοίρασμα
ξαναμοιρασμένος	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστήκαμε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστήκαν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστήκανε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστήκατε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστεί	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστείς	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστείτε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστούμε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστούν	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστούνε	=	ξαναμοιράζω
ξαναμοιραστώ	=	ξαναμοιράζω
ξαναμπές	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκα	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκαμε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκαν	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκανε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκατε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπήκες	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίναμε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίναν	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνανε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνατε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνει	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνεις	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνετε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνοντας	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνουμε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνουν	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνουνε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπαίνω	verb	στο τρίτο πρόσωπο, μπαίνει ξανά στη θέση του
ξαναμπεί	=	ξαναμπαίνω
ξαναμπείτε	=	ξαναμπαίνω
ξαναμωράθηκα	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωράθηκαν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωράθηκε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωράθηκες	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραίνεσαι	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραίνεστε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραίνεται	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραίνομαι	verb	φέρομαι σαν μωρό
ξαναμωραίνονται	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραίνονταν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραθήκαμε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραθήκαν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραθήκανε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραθήκατε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραθεί	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραθείτε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόμασταν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόμαστε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόμουν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόμουνα	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόντουσαν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόσασταν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόσαστε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόσουν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόσουνα	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινόταν	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραινότανε	=	ξαναμωραίνομαι
ξαναμωραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμωραμένο
ξαναμωραμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναμωραμένος
ξαναμωραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναμωραμένη
ξαναμωραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναμωραμένος
ξαναμωραμένης	verb	γενική ενικού του ξαναμωραμένη
ξαναμωραμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναμωραμένος
ξαναμωραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναμωραμένος
ξαναμωραμένος	verb	ο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας
ξαναμωραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναμωραμένος
ξαναμωραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναμωραμένος
ξαναμωραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναμωραμένος
ξανανάβαμε	=	ξανανάβω
ξανανάβαν	=	ξανανάβω
ξανανάβανε	=	ξανανάβω
ξανανάβατε	=	ξανανάβω
ξανανάβει	=	ξανανάβω
ξανανάβεις	=	ξανανάβω
ξανανάβετε	=	ξανανάβω
ξανανάβοντας	=	ξανανάβω
ξανανάβουμε	=	ξανανάβω
ξανανάβουν	=	ξανανάβω
ξανανάβουνε	=	ξανανάβω
ξανανάβω	verb	ανάβω ξανά φωτιά, αναζωπυρώνω (και παθητικό)
ξανανάψαμε	=	ξανανάβω
ξανανάψαν	=	ξανανάβω
ξανανάψανε	=	ξανανάβω
ξανανάψατε	=	ξανανάβω
ξανανάψει	=	ξανανάβω
ξανανάψτε	=	ξανανάβω
ξανανθίζαμε	=	ξανανθίζω
ξανανθίζαν	=	ξανανθίζω
ξανανθίζανε	=	ξανανθίζω
ξανανθίζατε	=	ξανανθίζω
ξανανθίζει	=	ξανανθίζω
ξανανθίζεις	=	ξανανθίζω
ξανανθίζετε	=	ξανανθίζω
ξανανθίζοντας	=	ξανανθίζω
ξανανθίζουμε	=	ξανανθίζω
ξανανθίζουν	=	ξανανθίζω
ξανανθίζουνε	=	ξανανθίζω
ξανανθίζω	verb	ανθίζω πάλι
ξανανθίσαμε	=	ξανανθίζω
ξανανθίσαν	=	ξανανθίζω
ξανανθίσανε	=	ξανανθίζω
ξανανθίσατε	=	ξανανθίζω
ξανανθίσει	=	ξανανθίζω
ξανανθίστε	=	ξανανθίζω
ξανανθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανανθισμένο
ξανανθισμένε	verb	κλητική ενικού του ξανανθισμένος
ξανανθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανανθισμένη
ξανανθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανανθισμένος
ξανανθισμένης	verb	γενική ενικού του ξανανθισμένη
ξανανθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανανθισμένος
ξανανθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανανθισμένος
ξανανθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανανθισμένος
ξανανθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανανθισμένος
ξανανθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανανθισμένος
ξανανιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξανάνιωμα
ξανανιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανανιωμένο
ξανανιωμένε	verb	κλητική ενικού του ξανανιωμένος
ξανανιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανανιωμένη
ξανανιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανανιωμένος
ξανανιωμένης	verb	γενική ενικού του ξανανιωμένη
ξανανιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανανιωμένος
ξανανιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανανιωμένος
ξανανιωμένος	verb	που μοιάζει ξανά νέος, ανανεωμένος, φρέσκος, αναγεννημένος
ξανανιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανανιωμένος
ξανανιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανανιωμένος
ξανανιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανανιωμένος
ξανανιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανάνιωμα
ξανανιώματος	noun	γενική ενικού του ξανάνιωμα
ξανανιώναμε	=	ξανανιώνω
ξανανιώναν	=	ξανανιώνω
ξανανιώνανε	=	ξανανιώνω
ξανανιώνατε	=	ξανανιώνω
ξανανιώνει	=	ξανανιώνω
ξανανιώνεις	=	ξανανιώνω
ξανανιώνετε	=	ξανανιώνω
ξανανιώνοντας	=	ξανανιώνω
ξανανιώνουμε	=	ξανανιώνω
ξανανιώνουν	=	ξανανιώνω
ξανανιώνουνε	=	ξανανιώνω
ξανανιώνω	verb	αναζωογονούμαι, αισθάνομαι και πάλι νέος
ξανανιώσαμε	=	ξανανιώνω
ξανανιώσαν	=	ξανανιώνω
ξανανιώσανε	=	ξανανιώνω
ξανανιώσατε	=	ξανανιώνω
ξανανιώσει	=	ξανανιώνω
ξανανιώστε	=	ξανανιώνω
ξανανταμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανανταμωμένο
ξανανταμωμένε	verb	κλητική ενικού του ξανανταμωμένος
ξανανταμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανανταμωμένη
ξανανταμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανανταμωμένος
ξανανταμωμένης	verb	γενική ενικού του ξανανταμωμένη
ξανανταμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανανταμωμένος
ξανανταμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανανταμωμένος
ξανανταμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανανταμωμένος
ξανανταμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανανταμωμένος
ξανανταμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανανταμωμένος
ξανανταμώνω	verb	συναντώ ξανά
ξαναξεκινώ	verb	ξεκινώ ξανά/από την αρχή, ξαναρχίζω
ξαναπάρε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρει	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρεις	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρετε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρθηκα	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρθηκαν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρθηκε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρθηκες	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρομε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρουμε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρουν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρουνε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρσου	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρτε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπάρω	=	ξαναπαίρνω
ξαναπέρασα	=	ξαναπερνώ
ξαναπέρασαν	=	ξαναπερνώ
ξαναπέρασε	=	ξαναπερνώ
ξαναπέρασες	=	ξαναπερνώ
ξαναπέρνα	=	ξαναπερνώ
ξαναπέρναγε	=	ξαναπερνώ
ξαναπές	=	ξαναλέω
ξαναπέστε	=	ξαναλέω
ξαναπέφτω	verb	πέφτω πάλι
ξαναπήρα	=	ξαναπαίρνω
ξαναπήραμε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπήραν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπήρανε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπήρατε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπήρε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπήρες	=	ξαναπαίρνω
ξαναπίνω	verb	πίνω ξανά
ξαναπαίρναμε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρναν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνανε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνατε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνει	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνεις	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνεσαι	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνεστε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνεται	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνετε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνομαι	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνομε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνονται	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνονταν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνοντας	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνουμε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνουν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνουνε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαίρνω	verb	παίρνω και πάλι
ξαναπαιρνόμασταν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόμαστε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόμουν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόμουνα	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόντουσαν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόσασταν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόσαστε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόσουν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόσουνα	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνόταν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαιρνότανε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαντρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπαντρεμένο
ξαναπαντρεμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπαντρεμένη
ξαναπαντρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεμένης	verb	γενική ενικού του ξαναπαντρεμένη
ξαναπαντρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξαναπαντρεύω: παντρεμένος και πάλι / ξανά
ξαναπαντρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναπαντρεμένος
ξαναπαντρεύομαι	verb	παντρεύομαι πάλι
ξαναπαρθήκαμε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθήκαν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθήκανε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθήκατε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθεί	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθείς	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθείτε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθούμε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθούν	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθούνε	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρθώ	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπαρμένο
ξαναπαρμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναπαρμένος
ξαναπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπαρμένη
ξαναπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναπαρμένος
ξαναπαρμένης	verb	γενική ενικού του ξαναπαρμένη
ξαναπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναπαρμένος
ξαναπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναπαρμένος
ξαναπαρμένος	=	ξαναπαίρνω
ξαναπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναπαρμένος
ξαναπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναπαρμένος
ξαναπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναπαρμένος
ξαναπεί	=	ξαναλέω
ξαναπείτε	=	ξαναλέω
ξαναπεράσαμε	=	ξαναπερνώ
ξαναπεράσαν	=	ξαναπερνώ
ξαναπεράσανε	=	ξαναπερνώ
ξαναπεράσατε	=	ξαναπερνώ
ξαναπεράσει	=	ξαναπερνώ
ξαναπεράστε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπερασμένο
ξαναπερασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναπερασμένος
ξαναπερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπερασμένη
ξαναπερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναπερασμένος
ξαναπερασμένης	verb	γενική ενικού του ξαναπερασμένη
ξαναπερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναπερασμένος
ξαναπερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναπερασμένος
ξαναπερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναπερασμένος
ξαναπερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναπερασμένος
ξαναπερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναπερασμένος
ξαναπερνά	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάει	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάμε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάν	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάνε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάς	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάτε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνάω	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνιέμαι	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούμε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούν	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούνε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσα	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσαμε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσαν	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσανε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσατε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσε	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνούσες	=	ξαναπερνώ
ξαναπερνώ	verb	περνώ ξανά
ξαναπερνώντας	=	ξαναπερνώ
ξαναπεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπεσμένο
ξαναπεσμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναπεσμένος
ξαναπεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπεσμένη
ξαναπεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναπεσμένος
ξαναπεσμένης	verb	γενική ενικού του ξαναπεσμένη
ξαναπεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναπεσμένος
ξαναπεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναπεσμένος
ξαναπεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναπεσμένος
ξαναπεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναπεσμένος
ξαναπεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναπεσμένος
ξαναπιάνω	verb	πιάνω ξανά
ξαναπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπιασμένο
ξαναπιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναπιασμένος
ξαναπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναπιασμένη
ξαναπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναπιασμένος
ξαναπιασμένης	verb	γενική ενικού του ξαναπιασμένη
ξαναπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναπιασμένος
ξαναπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναπιασμένος
ξαναπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναπιασμένος
ξαναπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναπιασμένος
ξαναπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναπιασμένος
ξαναπλήρωνα	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωναν	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωνε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωνες	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωσα	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωσαν	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωσε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπλήρωσες	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώναμε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώναν	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνανε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνατε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνει	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνεις	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνετε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνοντας	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνουμε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνουν	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνουνε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώνω	verb	πληρώνω ξανά για δεύτερη ή πολλοστή φορά κάτι που έχω ήδη πληρώσει
ξαναπληρώσαμε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώσαν	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώσανε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώσατε	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώσει	=	ξαναπληρώνω
ξαναπληρώστε	=	ξαναπληρώνω
ξαναποζάρω	verb	ποζάρω ξανά
ξαναρίχνω	verb	ρίχνω πάλι
ξαναριγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναριγμένο
ξαναριγμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναριγμένος
ξαναριγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναριγμένη
ξαναριγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναριγμένος
ξαναριγμένης	verb	γενική ενικού του ξαναριγμένη
ξαναριγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναριγμένος
ξαναριγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναριγμένος
ξαναριγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναριγμένος
ξαναριγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναριγμένος
ξαναριγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναριγμένος
ξαναρχίζαμε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζαν	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζανε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζατε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζει	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζεις	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζετε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζοντας	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζουμε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζουν	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζουνε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίζω	verb	αρχίζω από την αρχή
ξαναρχίνισμα	noun	νέο ξεκίνημα
ξαναρχίσαμε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίσαν	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίσανε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίσατε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίσει	=	ξαναρχίζω
ξαναρχίστε	=	ξαναρχίζω
ξαναρχινίσματα	=	ξαναρχίνισμα
ξαναρχινίσματος	=	ξαναρχίνισμα
ξαναρχινισμάτων	=	ξαναρχίνισμα
ξαναρχινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναρχινισμένο
ξαναρχινισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναρχινισμένη
ξαναρχινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινισμένης	verb	γενική ενικού του ξαναρχινισμένη
ξαναρχινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναρχινισμένος
ξαναρχινώ	verb	ξαναρχίζω
ξαναρχινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαναρχινάω / ξαναρχινώ
ξαναρχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναρχισμένο
ξαναρχισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναρχισμένος
ξαναρχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναρχισμένη
ξαναρχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναρχισμένος
ξαναρχισμένης	verb	γενική ενικού του ξαναρχισμένη
ξαναρχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναρχισμένος
ξαναρχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναρχισμένος
ξαναρχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναρχισμένος
ξαναρχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναρχισμένος
ξαναρχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναρχισμένος
ξαναρχόμουν	=	ξανάρχομαι
ξαναρωτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναρωτημένο
ξαναρωτημένε	verb	κλητική ενικού του ξαναρωτημένος
ξαναρωτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναρωτημένη
ξαναρωτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναρωτημένος
ξαναρωτημένης	verb	γενική ενικού του ξαναρωτημένη
ξαναρωτημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναρωτημένος
ξαναρωτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναρωτημένος
ξαναρωτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναρωτημένος
ξαναρωτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναρωτημένος
ξαναρωτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναρωτημένος
ξαναρωτώ	verb	ρωτώ και πάλι
ξανασάναμε	=	ξανασαίνω
ξανασάναν	=	ξανασαίνω
ξανασάνανε	=	ξανασαίνω
ξανασάνατε	=	ξανασαίνω
ξανασάνει	=	ξανασαίνω
ξανασάνετε	=	ξανασαίνω
ξανασάσματα	=	ξανάσασμα
ξανασάσματος	=	ξανάσασμα
ξανασαίναμε	=	ξανασαίνω
ξανασαίναν	=	ξανασαίνω
ξανασαίνανε	=	ξανασαίνω
ξανασαίνατε	=	ξανασαίνω
ξανασαίνει	=	ξανασαίνω
ξανασαίνεις	=	ξανασαίνω
ξανασαίνετε	=	ξανασαίνω
ξανασαίνοντας	=	ξανασαίνω
ξανασαίνουμε	=	ξανασαίνω
ξανασαίνουν	=	ξανασαίνω
ξανασαίνουνε	=	ξανασαίνω
ξανασαίνω	verb	ξεκουράζομαι, αναπαύομαι
ξανασασμάτων	=	ξανάσασμα
ξανασκέφτεσαι	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτεστε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτεται	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτηκα	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτηκαν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτηκε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτηκες	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτομαι	verb	σκέφτομαι ξανά
ξανασκέφτονται	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέφτονταν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκέψου	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτήκαμε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτήκαν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτήκανε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτήκατε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτεί	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτείτε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόμασταν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόμαστε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόμουν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόμουνα	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόντουσαν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόσασταν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόσαστε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόσουν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόσουνα	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτόταν	=	ξανασκέφτομαι
ξανασκεφτότανε	=	ξανασκέφτομαι
ξανασμίγω	verb	συναντώ πάλι
ξανασμίξιμο	noun	νέα συνάντηση
ξανασμιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανασμιγμένο
ξανασμιγμένε	verb	κλητική ενικού του ξανασμιγμένος
ξανασμιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανασμιγμένη
ξανασμιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανασμιγμένος
ξανασμιγμένης	verb	γενική ενικού του ξανασμιγμένη
ξανασμιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανασμιγμένος
ξανασμιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανασμιγμένος
ξανασμιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανασμιγμένος
ξανασμιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανασμιγμένος
ξανασμιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανασμιγμένος
ξανασμιξίματα	=	ξανασμίξιμο
ξανασμιξίματος	=	ξανασμίξιμο
ξανασμιξιμάτων	=	ξανασμίξιμο
ξανασολιάζαμε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζαν	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζανε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζατε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζει	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζεις	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζετε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζοντας	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζουμε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζουν	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζουνε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάζω	verb	σολιάζω ξανά
ξανασολιάσαμε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάσαν	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάσανε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάσατε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάσει	=	ξανασολιάζω
ξανασολιάσματα	=	ξανασόλιασμα
ξανασολιάσματος	=	ξανασόλιασμα
ξανασολιάστε	=	ξανασολιάζω
ξανασολιασμάτων	=	ξανασόλιασμα
ξανασολιασμένα	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένε	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένες	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένη	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένης	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένο	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένοι	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξανασολιάζω
ξανασολιασμένου	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένους	=	ξανασολιασμένος
ξανασολιασμένων	=	ξανασολιασμένος
ξανασπρωγμένος	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωξίματα	=	ξανασπρώξιμο
ξανασπρωξίματος	=	ξανασπρώξιμο
ξανασπρωξιμάτων	=	ξανασπρώξιμο
ξανασπρωχνόμασταν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόμαστε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόμουν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόμουνα	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόντουσαν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόσασταν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόσαστε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόσουν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόσουνα	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνόταν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχνότανε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχτήκαμε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχτήκαν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχτήκανε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχτήκατε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχτεί	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρωχτείτε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώξιμο	noun	το εκ νέου σπρώξιμο
ξανασπρώξου	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχνεσαι	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχνεστε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχνεται	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχνομαι	verb	σπρώχνομαι ξανά
ξανασπρώχνονται	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχνονταν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχνου	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχτηκα	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχτηκαν	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχτηκε	=	ξανασπρώχνομαι
ξανασπρώχτηκες	=	ξανασπρώχνομαι
ξαναστέκω	=	ξαναστήνω
ξαναστήνομαι	=	ξαναστήνω
ξαναστήνω	verb	βάζω πάλι κάτι όρθιο στη θέση του (π.χ. κάτι που είχε πέσει), ανορθώνω, αναστήνω
ξανασταυρώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ξανασταυρώνομαι
ξανασταυρώνομαι	verb	σταυρώνομαι για άλλη μια φορά
ξαναστρώνω	verb	στρώνω ξανά
ξαναστρώσαμε	=	ξαναστρώνω
ξαναστρώσαν	=	ξαναστρώνω
ξαναστρώσανε	=	ξαναστρώνω
ξαναστρώσατε	=	ξαναστρώνω
ξαναστρώσει	=	ξαναστρώνω
ξαναστρώστε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώναμε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώναν	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνανε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνατε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνει	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνεις	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνετε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνοντας	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνουμε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνουν	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνουνε	=	ξαναστρώνω
ξαναστώνω	=	ξαναστρώνω
ξανασυνάντα	=	ξανασυναντώ
ξανασυνάνταγε	=	ξανασυναντώ
ξανασυνάντησα	=	ξανασυναντώ
ξανασυνάντησαν	=	ξανασυναντώ
ξανασυνάντησε	=	ξανασυναντώ
ξανασυνάντησες	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντά	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάει	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάμε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάν	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάνε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάς	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάτε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντάω	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντήθηκα	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντήθηκαν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντήθηκε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντήθηκες	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντήσαμε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντήσαν	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντήσανε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντήσατε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντήσει	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντήσου	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντήστε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντηθήκαμε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντηθήκαν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντηθήκανε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντηθήκατε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντηθεί	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντηθείτε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντημένος	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξανασυναντώ
ξανασυναντιέσαι	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιέστε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιέται	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιούνται	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιούνταν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόμασταν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόμαστε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόμουν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόμουνα	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόνταν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόντανε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόντουσαν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόσασταν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόσαστε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόσουν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόσουνα	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιόταν	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντιότανε	=	ξανασυναντιέμαι
ξανασυναντούμε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούν	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούνε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσα	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσαμε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσαν	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσανε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσατε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσε	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντούσες	=	ξανασυναντώ
ξανασυναντώ	verb	συναντώ πάλι πρόσωπο, ζώο, ομάδα ή πράγμα που είχα συναντήσει στο παρελθόν
ξανασυναντώντας	=	ξανασυναντώ
ξανασόλιαζα	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιαζαν	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιαζε	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιαζες	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιασα	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιασαν	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιασε	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιασες	=	ξανασολιάζω
ξανασόλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξανασολιάζω
ξανατοποθετούμαι	verb	τοποθετούμαι εκ νέου σε μια θέση, ξαναμπαίνω στη θέση μου
ξανατοποθετώ	=	ξανατοποθετούμαι
ξανατρέχω	verb	τρέχω και πάλι
ξανατυπωμάτων	=	ξανατύπωμα
ξανατυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανατυπωμένο
ξανατυπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξανατυπωμένος
ξανατυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανατυπωμένη
ξανατυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανατυπωμένος
ξανατυπωμένης	verb	γενική ενικού του ξανατυπωμένη
ξανατυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανατυπωμένος
ξανατυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανατυπωμένος
ξανατυπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξανατυπώνω
ξανατυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανατυπωμένος
ξανατυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανατυπωμένος
ξανατυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανατυπωμένος
ξανατυπώματα	=	ξανατύπωμα
ξανατυπώματος	=	ξανατύπωμα
ξανατυπώνω	verb	τυπώνω εκ νέου
ξανατύπωμα	noun	η εκ νέου τύπωση
ξαναφέγγω	verb	φέγγω πάλι
ξαναφέρνω	verb	φέρνω ξανά, επαναφέρω
ξαναφαίνομαι	verb	φαίνομαι ξανά
ξαναφεύγω	verb	φεύγω ξανά
ξαναφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναφορεμένο
ξαναφορεμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναφορεμένος
ξαναφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναφορεμένη
ξαναφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναφορεμένος
ξαναφορεμένης	verb	γενική ενικού του ξαναφορεμένη
ξαναφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναφορεμένος
ξαναφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναφορεμένος
ξαναφορεμένος	verb	που έχει ξαναφορεθεί
ξαναφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναφορεμένος
ξαναφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναφορεμένος
ξαναφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναφορεμένος
ξαναφορμάρω	verb	ξαναδίνω την επιθυμητή φόρμα ή μορφή είτε με καλούπι (π.χ. στα γλυκά) είτε με χτένα (στα μαλλιά), είτε με ειδικη επεξεργασία (π.χ. στο καπέλο)
ξαναφορτώναμε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώναν	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνανε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνατε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνει	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνεις	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνετε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνοντας	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνουμε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνουν	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνουνε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώνω	verb	φορτώνω ξανά
ξαναφορτώσαμε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώσαν	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώσανε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώσατε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώσει	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορτώστε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφορώ	verb	φοράω κάτι εκ νέου, πάλι, για άλλη μια φορά ή για πολλοστή
ξαναφουντώνω	verb	φουντώνω εκ νέου.
ξαναφουσκώναμε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώναν	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνανε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνατε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνει	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνεις	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνετε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνοντας	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνουμε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνουν	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνουνε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώνω	verb	φουσκώνω ξανά
ξαναφουσκώσαμε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώσαν	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώσανε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώσατε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώσει	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφουσκώστε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωνα	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωναν	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωνε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωνες	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωσα	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωσαν	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωσε	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφούσκωσες	=	ξαναφουσκώνω
ξαναφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναφτιαγμένο
ξαναφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναφτιαγμένος
ξαναφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναφτιαγμένη
ξαναφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναφτιαγμένος
ξαναφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του ξαναφτιαγμένη
ξαναφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναφτιαγμένος
ξαναφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναφτιαγμένος
ξαναφτιαγμένος	verb	που τον ξανάφτιαξαν επειδή κάποια στιγμή χάλασε, φθάρθηκε
ξαναφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναφτιαγμένος
ξαναφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναφτιαγμένος
ξαναφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναφτιαγμένος
ξαναφόρτωνα	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωναν	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωνε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωνες	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωσα	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωσαν	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωσε	=	ξαναφορτώνω
ξαναφόρτωσες	=	ξαναφορτώνω
ξαναχρησιμοποιώ	verb	χρησιμοποιώ κάτι εκ νέου, για άλλη μία ή πολλοστή φορά
ξαναχτίζαμε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζαν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζανε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζατε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζει	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζεις	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζεσαι	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζεστε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζεται	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζετε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζομαι	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζονται	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζονταν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζοντας	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζουμε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζουν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζουνε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίζω	verb	χτίζω και πάλι, ξανά
ξαναχτίσει	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίσθηκε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίσου	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίστε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίστηκα	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίστηκαν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίστηκε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτίστηκες	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόμασταν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόμαστε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόμουν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόμουνα	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόντουσαν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόσασταν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόσαστε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόσουν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόσουνα	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζόταν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιζότανε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτισθεί	=	ξαναχτίζω
ξαναχτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναχτισμένο
ξαναχτισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναχτισμένος
ξαναχτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναχτισμένη
ξαναχτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναχτισμένος
ξαναχτισμένης	verb	γενική ενικού του ξαναχτισμένη
ξαναχτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναχτισμένος
ξαναχτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναχτισμένος
ξαναχτισμένος	=	ξαναχτίζω
ξαναχτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναχτισμένος
ξαναχτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναχτισμένος
ξαναχτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναχτισμένος
ξαναχτιστήκαμε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιστήκαν	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιστήκανε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιστήκατε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιστεί	=	ξαναχτίζω
ξαναχτιστείτε	=	ξαναχτίζω
ξαναχτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναχτυπημένο
ξαναχτυπημένε	verb	κλητική ενικού του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναχτυπημένη
ξαναχτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπημένης	verb	γενική ενικού του ξαναχτυπημένη
ξαναχτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναχτυπημένος
ξαναχτυπώ	verb	χτυπώ και πάλι
ξαναχτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαναχτυπάω / ξαναχτυπώ
ξαναψήφιζα	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφιζαν	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφιζε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφιζες	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφισα	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφισαν	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφισε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψήφισες	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζαμε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζαν	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζανε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζατε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζει	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζεις	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζετε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζομαι	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζοντας	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζουμε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζουν	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζουνε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίζω	verb	ψηφίζω ξανά
ξαναψηφίσαμε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίσαν	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίσανε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίσατε	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίσει	=	ξαναψηφίζω
ξαναψηφίστε	=	ξαναψηφίζω
ξαναϊδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναϊδωμένο
ξαναϊδωμένε	verb	κλητική ενικού του ξαναϊδωμένος
ξαναϊδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαναϊδωμένη
ξαναϊδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαναϊδωμένος
ξαναϊδωμένης	verb	γενική ενικού του ξαναϊδωμένη
ξαναϊδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαναϊδωμένος
ξαναϊδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαναϊδωμένος
ξαναϊδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαναϊδωμένος
ξαναϊδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαναϊδωμένος
ξαναϊδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαναϊδωμένος
ξαναϋιοθέτει	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθέτησα	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθέτησαν	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθέτησε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθέτησες	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετήσαμε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετήσαν	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετήσανε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετήσατε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετήσει	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετήστε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετεί	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετείς	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετείτε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούμε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούν	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούνε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσα	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσαμε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσαν	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσανε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσατε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσε	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετούσες	=	ξαναϋιοθετώ
ξαναϋιοθετώ	verb	υιοθετώ ξανά
ξαναϋιοθετώντας	=	ξαναϋιοθετώ
ξανεμίζω	verb	εξανεμίζω
ξανεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανεμισμένο
ξανεμισμένε	verb	κλητική ενικού του ξανεμισμένος
ξανεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανεμισμένη
ξανεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανεμισμένος
ξανεμισμένης	verb	γενική ενικού του ξανεμισμένη
ξανεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανεμισμένος
ξανεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανεμισμένος
ξανεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανεμισμένος
ξανεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανεμισμένος
ξανεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανεμισμένος
ξανθά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθό
ξανθέ	adj	κλητική ενικού του ξανθός
ξανθέλασμα	noun	εναπόθεση και συσσώρευση κυττάρων πλούσιων σε χοληστερόλη στην περιοχή των ματιών εξαιτίας υπερλιπιδαιμίας και άλλων παθήσεων
ξανθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθή
ξανθή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθός
ξανθής	adj	γενική ενικού του ξανθή
ξανθίζαμε	=	ξανθίζω
ξανθίζαν	=	ξανθίζω
ξανθίζανε	=	ξανθίζω
ξανθίζατε	=	ξανθίζω
ξανθίζει	=	ξανθίζω
ξανθίζεις	=	ξανθίζω
ξανθίζετε	=	ξανθίζω
ξανθίζοντας	=	ξανθίζω
ξανθίζουμε	=	ξανθίζω
ξανθίζουν	=	ξανθίζω
ξανθίζουνε	=	ξανθίζω
ξανθίζω	verb	ξανθαίνω
ξανθίσαμε	=	ξανθίζω
ξανθίσαν	=	ξανθίζω
ξανθίσανε	=	ξανθίζω
ξανθίσατε	=	ξανθίζω
ξανθίσει	=	ξανθίζω
ξανθίσματα	=	ξάνθισμα
ξανθίσματος	=	ξάνθισμα
ξανθίστε	=	ξανθίζω
ξανθαίναμε	=	ξανθαίνω
ξανθαίναν	=	ξανθαίνω
ξανθαίνανε	=	ξανθαίνω
ξανθαίνατε	=	ξανθαίνω
ξανθαίνει	=	ξανθαίνω
ξανθαίνεις	=	ξανθαίνω
ξανθαίνετε	=	ξανθαίνω
ξανθαίνοντας	=	ξανθαίνω
ξανθαίνουμε	=	ξανθαίνω
ξανθαίνουν	=	ξανθαίνω
ξανθαίνουνε	=	ξανθαίνω
ξανθαίνω	verb	γίνομαι ξανθός
ξανθελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθέλασμα
ξανθελάσματος	noun	γενική ενικού του ξανθέλασμα
ξανθελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξανθέλασμα
ξανθιά	noun	που έχει ξανθά μαλλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθός
ξανθιάς	=	ξανθός
ξανθισμάτων	=	ξάνθισμα
ξανθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθισμένο
ξανθισμένε	verb	κλητική ενικού του ξανθισμένος
ξανθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθισμένη
ξανθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθισμένος
ξανθισμένης	verb	γενική ενικού του ξανθισμένη
ξανθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανθισμένος
ξανθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανθισμένος
ξανθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανθισμένος
ξανθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανθισμένος
ξανθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανθισμένος
ξανθιωτών	=	ξανθιώτης
ξανθιώτες	=	ξανθιώτης
ξανθιώτη	=	ξανθιώτης
ξανθιώτης	noun	αυτός που κατοικεί ή κατάγεται από την Ξάνθη
ξανθιώτισσα	=	ξανθιώτης
ξανθοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανθός
ξανθογένη	=	ξανθογένης
ξανθογένηδες	=	ξανθογένης
ξανθογένηδων	=	ξανθογένης
ξανθογένης	noun	που έχει ξανθά γένια
ξανθοκυανωπία	noun	πάθηση κατά την οποία ο ασθενής βλέπει το περιβάλλον κίτρινο ή (συχνά λόγω καταρράκτη) αντιλαμβάνεται το μπλε πιο έντονο από το φυσιολογικό, ενώ παράλληλα δεν διακρίνει το κόκκινο και το πράσινο
ξανθοκυανωπίας	noun	γενική ενικού του ξανθοκυανωπία
ξανθοκυανωπίες	=	ξανθοκυανωπία
ξανθοκυανωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ξανθοκυανωπία
ξανθοκυττάρου	=	ξανθοκύτταρο
ξανθοκυττάρων	=	ξανθοκύτταρο
ξανθοκόκκινα	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινε	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινες	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινη	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινης	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινο	noun	χρώμα ανάμεσα στο ξανθό και το κόκκινο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινοι	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινος	adj	που έχει χρώμα ανάμεσα στο ξανθό και στο κόκκινο
ξανθοκόκκινου	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινους	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκόκκινων	=	ξανθοκόκκινος
ξανθοκύτταρα	=	ξανθοκύτταρο
ξανθοκύτταρο	noun	μακροφάγο κύτταρο γεμάτο λίπος
ξανθοκύτταρου	=	ξανθοκύτταρο
ξανθομάλλα	noun	η ξανθιά, κορίτσι, γυναίκα με ξανθά μαλλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθομάλλης
ξανθομάλλας	noun	γενική ενικού του ξανθομάλλα
ξανθομάλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθομάλλα
ξανθομάλλη	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλληδες	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλληδων	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλλης	adj	που έχει ξανθά μαλλιά
ξανθομάλλικα	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλλικο	adj	αιτιατική ενικού του ξανθομάλλικος
ξανθομάλλικου	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλλικων	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλλού	=	ξανθομάλλης
ξανθομάλλούσα	=	ξανθομάλλης
ξανθομαλλουσών	noun	γενική πληθυντικού του ξανθομαλλούσα
ξανθομαλλού	noun	η ξανθιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθομάλλης
ξανθομαλλούδες	=	ξανθομάλλης
ξανθομαλλούδων	=	ξανθομάλλης
ξανθομαλλούς	=	ξανθομάλλης
ξανθομαλλούσα	noun	η ξανθιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθομάλλης
ξανθομαλλούσας	noun	γενική ενικού του ξανθομαλλούσα
ξανθομαλλούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθομαλλούσα
ξανθομούστακα	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακε	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακες	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακη	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακης	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακο	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακοι	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακος	adj	που έχει ξανθό μουστάκι
ξανθομούστακου	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακους	=	ξανθομούστακος
ξανθομούστακων	=	ξανθομούστακος
ξανθομπούμπουρα	=	ξανθομπούμπουρας
ξανθομπούμπουρας	noun	ο ξανθός
ξανθομπούμπουρες	=	ξανθομπούμπουρας
ξανθομπούμπουρων	=	ξανθομπούμπουρας
ξανθοτρίχες	=	ξανθοτρίχης
ξανθοτρίχη	=	ξανθοτρίχης
ξανθοτρίχης	adj	ξανθότριχος
ξανθοτριχών	=	ξανθοτρίχης
ξανθοφυλλών	=	ξανθοφύλλη
ξανθοφύλλες	=	ξανθοφύλλη
ξανθοφύλλη	noun	οργανική κυκλική χημική ένωση, κίτρινη ή πορτοκαλέρυθρη (στο φυτικό και ζωικό βασίλειο), η οποία ανήκει στα καροτενοειδή και χαρακτηρίζεται επίσης ως λιπόχρωμα, λόγω της διαλυτότητάς της σε λίπη -παλιότερα φυλλοξανθίνη
ξανθοφύλλης	=	ξανθοφύλλη
ξανθοψία	noun	σύμπτωμα νόσου, το να βλέπει κανείς το περιβάλλον του «χρωματισμένο» κίτρινο.
ξανθοψίας	=	ξανθοψία
ξανθοψίες	=	ξανθοψία
ξανθοψιών	=	ξανθοψία
ξανθού	adj	γενική ενικού του ξανθός
ξανθούλα	noun	κορίτσι με ξανθά μαλλιά
ξανθούλας	noun	γενική ενικού του ξανθούλα
ξανθούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθούλα
ξανθούλη	=	ξανθούλης
ξανθούληδες	=	ξανθούλης
ξανθούληδων	=	ξανθούλης
ξανθούλης	adj	σχετικά ξανθός
ξανθούλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθούλικο
ξανθούλικε	adj	κλητική ενικού του ξανθούλικος
ξανθούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθούλικη
ξανθούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθούλικος
ξανθούλικης	adj	γενική ενικού του ξανθούλικη
ξανθούλικια	=	ξανθούλικος
ξανθούλικικο	=	ξανθούλικος
ξανθούλικο	adj	αιτιατική ενικού του ξανθούλικος
ξανθούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανθούλικος
ξανθούλικος	adj	που έχει ξανθά, ή καστανόξανθα, μαλλιά
ξανθούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανθούλικος
ξανθούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξανθούλικος
ξανθούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανθούλικος
ξανθούλούλα	=	ξανθούλης
ξανθούλούλιο	=	ξανθούλης
ξανθούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξανθός
ξανθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάνθωμα
ξανθωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθωπό
ξανθωπέ	adj	κλητική ενικού του ξανθωπός
ξανθωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθωπή
ξανθωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθωπός
ξανθωπής	adj	γενική ενικού του ξανθωπή
ξανθωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανθωπός
ξανθωπού	adj	γενική ενικού του ξανθωπός
ξανθωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξανθωπός
ξανθωπό	adj	αιτιατική ενικού του ξανθωπός
ξανθωπός	adj	που τα μαλλιά του είναι ελαφρώς ξανθά
ξανθωπών	adj	γενική πληθυντικού του ξανθωπός
ξανθό	adj	αιτιατική ενικού του ξανθός
ξανθόμαλλα	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλε	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλες	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλης	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλο	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλοι	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλος	adj	άλλη μορφή του ξανθομάλλης
ξανθόμαλλου	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλους	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαλλων	=	ξανθόμαλλος
ξανθόμαυρα	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρε	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρες	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρη	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρης	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρο	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυροι	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρος	adj	που έχει χρώμα [ξανθό]] και μαύρο
ξανθόμαυρου	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρους	=	ξανθόμαυρος
ξανθόμαυρων	=	ξανθόμαυρος
ξανθός	adj	που έχει μαλλιά σε χρώμα ανοικτό κίτρινο ή ωχρό σαν τα στάχυα
ξανθότητα	noun|rare	η ιδιότητα του ξανθού
ξανθότριχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθότριχο
ξανθότριχε	adj	κλητική ενικού του ξανθότριχος
ξανθότριχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανθότριχη
ξανθότριχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανθότριχος
ξανθότριχης	adj	γενική ενικού του ξανθότριχη
ξανθότριχο	adj	αιτιατική ενικού του ξανθότριχος
ξανθότριχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανθότριχος
ξανθότριχος	adj	που έχει ξανθές τρίχες ή και ξανθά μαλλιά
ξανθότριχου	adj	γενική ενικού του ξανθότριχος
ξανθότριχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξανθότριχος
ξανθότριχων	adj	γενική πληθυντικού του ξανθότριχος
ξανθόχρυσα	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσε	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσες	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυση	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσης	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσο	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσοι	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσος	adj	που το χρώμα του είναι ξανθό με χρυσές αποχρώσεις
ξανθόχρυσου	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσους	=	ξανθόχρυσος
ξανθόχρυσων	=	ξανθόχρυσος
ξανθόψειρα	noun	χαρακτηρισμός για άνθρωπο ξανθό, με ανοιχτά χρώματα που τον κάνουν άτονο σα να ήταν ξανθιά ψείρα
ξανθόψειρας	=	ξανθόψειρα
ξανθόψειρες	=	ξανθόψειρα
ξανθύναμε	=	ξανθαίνω
ξανθύναν	=	ξανθαίνω
ξανθύνανε	=	ξανθαίνω
ξανθύνατε	=	ξανθαίνω
ξανθύνει	=	ξανθαίνω
ξανθύνετε	=	ξανθαίνω
ξανθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάνθωμα
ξανθώματος	noun	γενική ενικού του ξάνθωμα
ξανθών	adj	γενική πληθυντικού του ξανθός
ξανοίγαμε	=	ξανοίγω
ξανοίγαν	=	ξανοίγω
ξανοίγανε	=	ξανοίγω
ξανοίγατε	=	ξανοίγω
ξανοίγει	=	ξανοίγω
ξανοίγεις	=	ξανοίγω
ξανοίγεσαι	=	ξανοίγω
ξανοίγεστε	=	ξανοίγω
ξανοίγεται	=	ξανοίγω
ξανοίγετε	=	ξανοίγω
ξανοίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάνοιγμα
ξανοίγματος	noun	γενική ενικού του ξάνοιγμα
ξανοίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξανοίγω
ξανοίγονται	=	ξανοίγω
ξανοίγονταν	=	ξανοίγω
ξανοίγοντας	=	ξανοίγω
ξανοίγουμε	=	ξανοίγω
ξανοίγουν	=	ξανοίγω
ξανοίγουνε	=	ξανοίγω
ξανοίγω	verb	ανοίγω τελείως, γίνομαι διαυγής
ξανοίξαμε	=	ξανοίγω
ξανοίξαν	=	ξανοίγω
ξανοίξανε	=	ξανοίγω
ξανοίξατε	=	ξανοίγω
ξανοίξει	=	ξανοίγω
ξανοίξου	=	ξανοίγω
ξανοίξτε	=	ξανοίγω
ξανοίχτηκα	=	ξανοίγω
ξανοίχτηκαν	=	ξανοίγω
ξανοίχτηκε	=	ξανοίγω
ξανοίχτηκες	=	ξανοίγω
ξανοίω	verb	άλλη μορφή του ξανοίγω (εξανοίγω, κοιτάω)
ξανοιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάνοιγμα
ξανοιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανοιγμένο
ξανοιγμένε	verb	κλητική ενικού του ξανοιγμένος
ξανοιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξανοιγμένη
ξανοιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανοιγμένος
ξανοιγμένης	verb	γενική ενικού του ξανοιγμένη
ξανοιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξανοιγμένος
ξανοιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξανοιγμένος
ξανοιγμένος	=	ξανοίγω
ξανοιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξανοιγμένος
ξανοιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξανοιγμένος
ξανοιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξανοιγμένος
ξανοιγόμασταν	=	ξανοίγω
ξανοιγόμαστε	=	ξανοίγω
ξανοιγόμουν	=	ξανοίγω
ξανοιγόμουνα	=	ξανοίγω
ξανοιγόντουσαν	=	ξανοίγω
ξανοιγόσασταν	=	ξανοίγω
ξανοιγόσαστε	=	ξανοίγω
ξανοιγόσουν	=	ξανοίγω
ξανοιγόσουνα	=	ξανοίγω
ξανοιγόταν	=	ξανοίγω
ξανοιγότανε	=	ξανοίγω
ξανοιχτήκαμε	=	ξανοίγω
ξανοιχτήκαν	=	ξανοίγω
ξανοιχτήκανε	=	ξανοίγω
ξανοιχτήκατε	=	ξανοίγω
ξανοιχτεί	=	ξανοίγω
ξανοιχτείτε	=	ξανοίγω
ξαντά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαντό
ξαντέ	adj	κλητική ενικού του ξαντός
ξαντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαντή
ξαντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαντός
ξαντήρια	=	ξαντήριο
ξαντήριο	noun	το εργαστήριο του ξάντη, εκεί όπου γίνεται το λανάρισμα, η κατεργασία των ερίων και άλλων υλικών που προορίζονται για ύφανση
ξαντήριου	=	ξαντήριο
ξαντής	adj	γενική ενικού του ξαντή
ξαντίμεμα	noun	ανταμοιβή, ξεπλήρωμα χρέους
ξαντηρίου	=	ξαντήριο
ξαντηρίων	=	ξαντήριο
ξαντικά	noun	η αμοιβή του λαναρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαντικό
ξαντικέ	adj	κλητική ενικού του ξαντικός
ξαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαντική
ξαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαντικός
ξαντικής	adj	γενική ενικού του ξαντική
ξαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαντικός
ξαντικού	adj	γενική ενικού του ξαντικός
ξαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξαντικός
ξαντικό	adj	αιτιατική ενικού του ξαντικός
ξαντικός	adj	σχετικός με το λανάρισμα
ξαντικών	adj	γενική πληθυντικού του ξαντικός
ξαντιμέματα	=	ξαντίμεμα
ξαντιμέματος	=	ξαντίμεμα
ξαντιμεμάτων	=	ξαντίμεμα
ξαντιμεμέ	=	ξαντιμεμός
ξαντιμεμοί	=	ξαντιμεμός
ξαντιμεμού	=	ξαντιμεμός
ξαντιμεμούς	=	ξαντιμεμός
ξαντιμεμό	=	ξαντιμεμός
ξαντιμεμός	noun	η ανταμοιβή, η αμοιβή, η ανταπόδοση, η αντίμεψη
ξαντιμεμών	=	ξαντιμεμός
ξαντιμεύω	verb	ανταμείβω, ξεπληρώνω
ξαντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαντός
ξαντού	adj	γενική ενικού του ξαντός
ξαντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξαντός
ξαντριών	noun	γενική πληθυντικού του ξάντρια
ξαντό	adj	αιτιατική ενικού του ξαντός	noun	πρόχειρη γάζα από καθαρό λευκό λινό ύφασμα σε μικρά κομμάτια ή από νήματα λινού τυλιγμένα για επίθεμα σε πληγές, ο μοτός των αρχαίων Ελλήνων
ξαντόν	noun	νήμα που αποσπάται από μεταχειρισμένο λινό ύφασμα για την επίδεση πληγών, κν μοτός
ξαντός	=	ξαντόν
ξαντών	adj	γενική πληθυντικού του ξαντός
ξαπλάρω	verb	ξαπλώνω (συνήθως για να δώσουμε επίταση)
ξαπλωθήκαμε	=	ξαπλώνω
ξαπλωθήκαν	=	ξαπλώνω
ξαπλωθήκανε	=	ξαπλώνω
ξαπλωθήκατε	=	ξαπλώνω
ξαπλωθεί	=	ξαπλώνω
ξαπλωθείς	=	ξαπλώνω
ξαπλωθείτε	=	ξαπλώνω
ξαπλωθούμε	=	ξαπλώνω
ξαπλωθούν	=	ξαπλώνω
ξαπλωθούνε	=	ξαπλώνω
ξαπλωθώ	=	ξαπλώνομαι
ξαπλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάπλωμα
ξαπλωμένα	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένε	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένες	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένη	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένης	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένο	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένοι	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένος	verb	που βρίσκεται με όλο του το σώμα να εφάπτεται σε μια οριζόντια επιφάνεια
ξαπλωμένου	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένους	=	ξαπλωμένος
ξαπλωμένων	=	ξαπλωμένος
ξαπλωνόμασταν	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόμαστε	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόμουν	=	ξαπλώνομαι
ξαπλωνόμουνα	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόντουσαν	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόσασταν	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόσαστε	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόσουν	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόσουνα	=	ξαπλώνω
ξαπλωνόταν	=	ξαπλώνω
ξαπλωνότανε	=	ξαπλώνω
ξαπλωσιά	noun	το ξάπλωμα
ξαπλωσιάς	=	ξαπλωσιά
ξαπλωσιές	=	ξαπλωσιά
ξαπλωσιών	=	ξαπλωσιά
ξαπλωτά	adv	έχοντας ξαπλώσει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαπλωτό
ξαπλωτέ	adj	κλητική ενικού του ξαπλωτός
ξαπλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαπλωτή
ξαπλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαπλωτός
ξαπλωτήρα	noun|rare	η ξαπλώστρα
ξαπλωτής	adj	γενική ενικού του ξαπλωτή
ξαπλωταριά	noun	η ενέργεια του ξαπλώνω
ξαπλωταριάς	=	ξαπλωταριά
ξαπλωταριές	=	ξαπλωταριά
ξαπλωταριού	noun	γενική ενικού του ξαπλωταριό
ξαπλωταριό	noun	ξαπλωταριά
ξαπλωταριών	noun	γενική πληθυντικού του ξαπλωταριό
ξαπλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαπλωτός
ξαπλωτού	adj	γενική ενικού του ξαπλωτός
ξαπλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξαπλωτός
ξαπλωτό	adj	αιτιατική ενικού του ξαπλωτός
ξαπλωτός	adj	αυτός που έχει ξαπλώσει
ξαπλωτών	adj	γενική πληθυντικού του ξαπλωτός
ξαπλώθηκα	=	ξαπλώνω
ξαπλώθηκαν	=	ξαπλώνω
ξαπλώθηκε	=	ξαπλώνω
ξαπλώθηκες	=	ξαπλώνω
ξαπλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάπλωμα
ξαπλώματος	noun	γενική ενικού του ξάπλωμα
ξαπλώναμε	=	ξαπλώνω
ξαπλώναν	=	ξαπλώνω
ξαπλώνανε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνατε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνει	=	ξαπλώνω
ξαπλώνεις	=	ξαπλώνω
ξαπλώνεσαι	=	ξαπλώνω
ξαπλώνεστε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνεται	=	ξαπλώνω
ξαπλώνετε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνομαι	verb	πέφτω στο κρεβάτι
ξαπλώνομε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνονται	=	ξαπλώνω
ξαπλώνονταν	=	ξαπλώνω
ξαπλώνοντας	=	ξαπλώνω
ξαπλώνουμε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνουν	=	ξαπλώνω
ξαπλώνουνε	=	ξαπλώνω
ξαπλώνω	verb	τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση
ξαπλώσαμε	=	ξαπλώνω
ξαπλώσαν	=	ξαπλώνω
ξαπλώσανε	=	ξαπλώνω
ξαπλώσατε	=	ξαπλώνω
ξαπλώσει	=	ξαπλώνω
ξαπλώσεις	=	ξαπλώνω
ξαπλώσετε	=	ξαπλώνω
ξαπλώσομε	=	ξαπλώνω
ξαπλώσου	=	ξαπλώνω
ξαπλώσουμε	=	ξαπλώνω
ξαπλώσουν	=	ξαπλώνω
ξαπλώσουνε	=	ξαπλώνω
ξαπλώστε	=	ξαπλώνω
ξαπλώστρα	noun	πολυθρόνα στην οποία κάποιος μπορεί να ξαπλώσει
ξαπλώστρας	noun	γενική ενικού του ξαπλώστρα
ξαπλώστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαπλώστρα
ξαπλώσω	=	ξαπλώνω
ξαποδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαπόδεμα
ξαποδέματος	noun	γενική ενικού του ξαπόδεμα
ξαποδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαπόδεμα
ξαπολάω	=	εξαπολύω
ξαπολνώ	verb	ξαποστέλνω, απαλάσσομαι από την παρουσία καποιου όχι με ιδιαίτερα κομψό τρόπο
ξαπολνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαπολνάω / ξαπολνώ
ξαπολώ	verb	εξαπολύω, ξαμολώ με επιθετικές ή αμυντικές προθέσεις σκυλιά ή κάτι που κανονικά πρέπει να ελέγχεται
ξαπολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαπολώ
ξαποστάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαπόσταμα
ξαποστάματος	noun	γενική ενικού του ξαπόσταμα
ξαποστάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσαν	=	ξαποσταίνω
ξαποστάσανε	=	ξαποσταίνω
ξαποστάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσομε	=	ξαποσταίνω
ξαποστάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσουνε	=	ξαποσταίνω
ξαποστάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαποστέλλω	verb	άλλη μορφή του ξαποστέλνω
ξαποστέλνω	verb	απαλλάσσομαι από κάποιο πρόσωπο, αποπέμπω, διώχνω, κατά κανόνα απότομα ή βίαια
ξαποσταίναμε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίναν	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνανε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνατε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνει	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνεις	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνετε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνομε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνοντας	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνουμε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνουν	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνουνε	=	ξαποσταίνω
ξαποσταίνω	verb|literary	ξεκουράζομαι για λίγο, κάνω διάλειμμα
ξαποσταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαποσταλμένο
ξαποσταλμένε	verb	κλητική ενικού του ξαποσταλμένος
ξαποσταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαποσταλμένη
ξαποσταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαποσταλμένος
ξαποσταλμένης	verb	γενική ενικού του ξαποσταλμένη
ξαποσταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαποσταλμένος
ξαποσταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαποσταλμένος
ξαποσταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαποσταλμένος
ξαποσταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαποσταλμένος
ξαποσταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαποσταλμένος
ξαποσταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαπόσταμα
ξαποσταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαποσταμένο
ξαποσταμένε	verb	κλητική ενικού του ξαποσταμένος
ξαποσταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαποσταμένη
ξαποσταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαποσταμένος
ξαποσταμένης	verb	γενική ενικού του ξαποσταμένη
ξαποσταμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαποσταμένος
ξαποσταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαποσταμένος
ξαποσταμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξαποσταίνω
ξαποσταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαποσταμένος
ξαποσταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαποσταμένος
ξαποσταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαποσταμένος
ξαποστασμένος	=	ξαποσταίνω
ξαποστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαποστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαπόδεμα	noun|dated	το «λύσιμο» τού αμποδέματος
ξαπόστα	adv	επίτηδες
ξαπόσταινα	=	ξαποσταίνω
ξαπόσταιναν	=	ξαποσταίνω
ξαπόσταινε	=	ξαποσταίνω
ξαπόσταινες	=	ξαποσταίνω
ξαπόσταμα	noun|literary	η ανάπαυση, η ξεκούραση μετά από εντατική δουλειά ή πολύ περπάτημα
ξαπόστασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαπόστασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαπόστασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαπόστασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποσταίνω
ξαπόστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαπόστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαπόστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαπόστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαποστέλνω
ξαράχνιαζα	=	ξαραχνιάζω
ξαράχνιαζαν	=	ξαραχνιάζω
ξαράχνιαζε	=	ξαραχνιάζω
ξαράχνιαζες	=	ξαραχνιάζω
ξαράχνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαράχνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαράχνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαράχνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαράχνιασμα	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος αφαιρεί τους ιστούς της αράχνης από κάπου
ξαραχνιάζαμε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζαν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζανε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζατε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζει	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζεις	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζεσαι	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζεστε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζεται	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζετε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζομαι	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζονται	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζονταν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζοντας	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζουμε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζουν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζουνε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάζω	verb	απομακρύνω τους ιστούς της αράχνης από έναν τοίχο, ένα αντικείμενο κλπ
ξαραχνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσαν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσανε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαράχνιασμα
ξαραχνιάσματος	noun	γενική ενικού του ξαράχνιασμα
ξαραχνιάσου	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσουνε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιάστηκα	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάστηκαν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάστηκε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάστηκες	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόμασταν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόμαστε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόμουν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόμουνα	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόντουσαν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόσασταν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόσαστε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόσουν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόσουνα	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζόταν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαζότανε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαράχνιασμα
ξαραχνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαραχνιασμένο
ξαραχνιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαραχνιασμένη
ξαραχνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιασμένης	verb	γενική ενικού του ξαραχνιασμένη
ξαραχνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιασμένος	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαραχνιασμένος
ξαραχνιαστήκαμε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστήκαν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστήκανε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστήκατε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστεί	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστείς	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστείτε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστούμε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστούν	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστούνε	=	ξαραχνιάζω
ξαραχνιαστώ	=	ξαραχνιάζω
ξαργιτού	adv	επίτηδες
ξαργώ	verb|vulgar	αργώ, καθυστερώ, βραδυπορώ, κινούμαι αργά από νωθρότητα ή για άλλους λόγους
ξαργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαργώ
ξαργώτου	adv	επίτηδες
ξαρμάτωμα	noun	η αφαίρεση των όπλων, ο αφοπλισμός
ξαρμάτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρμάτωτο
ξαρμάτωτε	adj	κλητική ενικού του ξαρμάτωτος
ξαρμάτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρμάτωτη
ξαρμάτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαρμάτωτος
ξαρμάτωτης	adj	γενική ενικού του ξαρμάτωτη
ξαρμάτωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξαρμάτωτος
ξαρμάτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαρμάτωτος
ξαρμάτωτος	adj	ο αφοπλισμένος, που του έχουν αφαιρεθεί τα όπλα δια της βίας
ξαρμάτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαρμάτωτος
ξαρμάτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξαρμάτωτος
ξαρμάτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαρμάτωτος
ξαρματωμάτων	=	ξαρμάτωμα
ξαρματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρματωμένο
ξαρματωμένε	verb	κλητική ενικού του ξαρματωμένος
ξαρματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρματωμένη
ξαρματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαρματωμένος
ξαρματωμένης	verb	γενική ενικού του ξαρματωμένη
ξαρματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαρματωμένος
ξαρματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαρματωμένος
ξαρματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαρματωμένος
ξαρματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαρματωμένος
ξαρματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαρματωμένος
ξαρματώματα	=	ξαρμάτωμα
ξαρματώματος	=	ξαρμάτωμα
ξαρματώνομαι	=	ξαρματώνω
ξαρματώνω	verb	αφοπλίζω κάποιον (με αντικείμενο) ή αφοπλίζομαι με δική μου βούληση
ξαρμυρίζαμε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζαν	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζανε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζατε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζει	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζεις	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζετε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζομε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζοντας	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζουμε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζουν	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζουνε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίζω	verb	κάνω κάτι λιγότερο ή καθόλου αλμυρό, αφήνοντάς το για αρκετό χρονικό διάστημα μέσα σε νερό
ξαρμυρίσαμε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσαν	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσανε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσατε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσει	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσεις	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσετε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρμύρισμα
ξαρμυρίσματος	noun	γενική ενικού του ξαρμύρισμα
ξαρμυρίσομε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσουμε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσουν	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσουνε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίστε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρίσω	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαρμύρισμα
ξαρμυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρμυρισμένο
ξαρμυρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαρμυρισμένος
ξαρμυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρμυρισμένη
ξαρμυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαρμυρισμένος
ξαρμυρισμένης	verb	γενική ενικού του ξαρμυρισμένη
ξαρμυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαρμυρισμένος
ξαρμυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαρμυρισμένος
ξαρμυρισμένος	=	ξαρμυρίζω
ξαρμυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαρμυρισμένος
ξαρμυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαρμυρισμένος
ξαρμυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαρμυρισμένος
ξαρμύριζα	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύριζαν	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύριζε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύριζες	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύρισα	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύρισαν	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύρισε	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύρισες	=	ξαρμυρίζω
ξαρμύρισμα	noun	η διαδικασία κατά την οποία αφαιρείται όλο ή μέρος του αλατιού που είχε ένα τρόφιμο
ξαρραβωνιάζαμε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζαν	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζανε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζατε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζει	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζεις	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζετε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζομαι	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζοντας	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζουμε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζουν	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζουνε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάζω	verb	λύνω τη δέσμευση του αρραβώνα, της μνηστείας
ξαρραβωνιάσαμε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάσαν	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάσανε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάσατε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάσει	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιάστε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβωνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρραβωνιασμένο
ξαρραβωνιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβωνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαρραβωνιασμένη
ξαρραβωνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβωνιασμένης	verb	γενική ενικού του ξαρραβωνιασμένη
ξαρραβωνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβωνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβωνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβωνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβωνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαρραβωνιασμένος
ξαρραβώνιαζα	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιαζαν	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιαζε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιαζες	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιασα	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιασαν	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιασε	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρραβώνιασες	=	ξαρραβωνιάζω
ξαρτιού	=	ξάρτι
ξαρτιών	=	ξάρτι
ξαρτόδεμα	noun|dated	ο κόμπος που χρησιμοποιείται για την επανένωση των δυο τμημάτων ενός ξαρτιού (ή και άλλου σχοινιού) πλοίου που έχει κοπεί
ξαρτόριζα	noun	μηχανισμός όπου προσαρτώνται και ρυθμίζονται τα ξάρτια
ξαρτόριζας	=	ξαρτόριζα
ξαρτόριζες	=	ξαρτόριζα
ξαρτόριζων	=	ξαρτόριζα
ξασίματα	=	ξάσιμο
ξασίματος	=	ξάσιμο
ξασιμάτων	=	ξάσιμο
ξασμάτων	=	ξάσμα
ξασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασμένο
ξασμένε	verb	κλητική ενικού του ξασμένος
ξασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασμένη
ξασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξασμένος
ξασμένης	verb	γενική ενικού του ξασμένη
ξασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξασμένος
ξασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξασμένος
ξασμένος	=	ξαίνω
ξασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξασμένος
ξασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξασμένος
ξασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξασμένος
ξασπρίζαμε	=	ξασπρίζω
ξασπρίζαν	=	ξασπρίζω
ξασπρίζανε	=	ξασπρίζω
ξασπρίζατε	=	ξασπρίζω
ξασπρίζει	=	ξασπρίζω
ξασπρίζεις	=	ξασπρίζω
ξασπρίζετε	=	ξασπρίζω
ξασπρίζοντας	=	ξασπρίζω
ξασπρίζουμε	=	ξασπρίζω
ξασπρίζουν	=	ξασπρίζω
ξασπρίζουνε	=	ξασπρίζω
ξασπρίζω	verb	λευκαίνω
ξασπρίσαμε	=	ξασπρίζω
ξασπρίσαν	=	ξασπρίζω
ξασπρίσανε	=	ξασπρίζω
ξασπρίσατε	=	ξασπρίζω
ξασπρίσει	=	ξασπρίζω
ξασπρίσεις	=	ξασπρίζω
ξασπρίσετε	=	ξασπρίζω
ξασπρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάσπρισμα
ξασπρίσματος	noun	γενική ενικού του ξάσπρισμα
ξασπρίσουμε	=	ξασπρίζω
ξασπρίσουν	=	ξασπρίζω
ξασπρίσουνε	=	ξασπρίζω
ξασπρίστε	=	ξασπρίζω
ξασπρίσω	=	ξασπρίζω
ξασπρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάσπρισμα
ξασπρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασπρισμένο
ξασπρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξασπρισμένος
ξασπρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασπρισμένη
ξασπρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξασπρισμένος
ξασπρισμένης	verb	γενική ενικού του ξασπρισμένη
ξασπρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξασπρισμένος
ξασπρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξασπρισμένος
ξασπρισμένος	verb	του οποίου τα χρώματα έχουν χάσει την αρχική τους ένταση
ξασπρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξασπρισμένος
ξασπρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξασπρισμένος
ξασπρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξασπρισμένος
ξασπρουλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξασπρουλιάρης
ξασπρουλιάρας	adj	γενική ενικού του ξασπρουλιάρα
ξασπρουλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασπρουλιάρα
ξασπρουλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξασπρουλιάρης
ξασπρουλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασπρουλιάρης
ξασπρουλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ξασπρουλιάρης
ξασπρουλιάρης	adj	που είναι πολύ άσπρος, χλωμός, άχαρος, άτονος
ξασπρουλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξασπρουλιάρικο
ξασπρουλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξασπρουλιάρης
ξασπρουλιάρικου	adj	γενική ενικού του ξασπρουλιάρικο
ξασπρουλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ξασπρουλιάρικο
ξαστέρωμα	noun	η ξαστεριά, το να καθαρίζει ο ουρανός από σύννεφα
ξαστήκαμε	=	ξαίνω
ξαστήκαν	=	ξαίνω
ξαστήκανε	=	ξαίνω
ξαστήκατε	=	ξαίνω
ξαστεί	=	ξαίνω
ξαστείς	=	ξαίνω
ξαστείτε	=	ξαίνω
ξαστεριά	noun	η κατάσταση του νυχτερινού ουρανού που δεν έχει σύννεφα και φαίνονται καθαρά τα αστέρια
ξαστεριάς	noun	γενική ενικού του ξαστεριά
ξαστεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαστεριά
ξαστεριών	=	ξαστεριά
ξαστερωμάτων	=	ξαστέρωμα
ξαστερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαστερωμένο
ξαστερωμένε	verb	κλητική ενικού του ξαστερωμένος
ξαστερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαστερωμένη
ξαστερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαστερωμένος
ξαστερωμένης	verb	γενική ενικού του ξαστερωμένη
ξαστερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαστερωμένος
ξαστερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαστερωμένος
ξαστερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαστερωμένος
ξαστερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαστερωμένος
ξαστερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαστερωμένος
ξαστερώματα	=	ξαστέρωμα
ξαστερώματος	=	ξαστέρωμα
ξαστοχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαστόχημα
ξαστοχήματος	noun	γενική ενικού του ξαστόχημα
ξαστοχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστοχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξαστόχημα
ξαστοχιά	noun	το ξαστόχημα, η αστοχία
ξαστοχιάς	=	ξαστοχιά
ξαστοχιές	=	ξαστοχιά
ξαστοχιών	=	ξαστοχιά
ξαστοχούσα	=	ξαστοχώ
ξαστοχώ	verb	ξεχνώ
ξαστοχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξαστοχώ
ξαστούμε	=	ξαίνω
ξαστούν	=	ξαίνω
ξαστούνε	=	ξαίνω
ξαστόχημα	noun	το αποτέλεσμα του ξαστοχώ, η αποτυχία στο σημάδι
ξαστόχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστόχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστόχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστόχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαστοχώ
ξαστώ	=	ξαίνω
ξαφίρι	noun|slang	το καταστάλαγμα που αφήνει το χασίς στο λαιμό
ξαφίρια	=	ξαφίρι
ξαφιριού	=	ξαφίρι
ξαφιριών	=	ξαφίρι
ξαφνίζαμε	=	ξαφνίζω
ξαφνίζαν	=	ξαφνίζω
ξαφνίζανε	=	ξαφνίζω
ξαφνίζατε	=	ξαφνίζω
ξαφνίζει	=	ξαφνίζω
ξαφνίζεις	=	ξαφνίζω
ξαφνίζετε	=	ξαφνίζω
ξαφνίζοντας	=	ξαφνίζω
ξαφνίζουμε	=	ξαφνίζω
ξαφνίζουν	=	ξαφνίζω
ξαφνίζουνε	=	ξαφνίζω
ξαφνίζω	verb|dated	εκφορά του ξαφνιάζω
ξαφνίσαμε	=	ξαφνίζω
ξαφνίσαν	=	ξαφνίζω
ξαφνίσανε	=	ξαφνίζω
ξαφνίσατε	=	ξαφνίζω
ξαφνίσει	=	ξαφνίζω
ξαφνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάφνισμα
ξαφνίσματος	noun	γενική ενικού του ξάφνισμα
ξαφνίστε	=	ξαφνίζω
ξαφνιάζαμε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζαν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζανε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζατε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζει	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζεις	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζεσαι	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζεστε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζεται	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζετε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζομαι	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζομε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζονται	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζονταν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζοντας	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζου	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζουμε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζουν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζουνε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάζω	verb	προκαλώ τρόμο σε κάποιον κατά απροσδόκητο τρόπο
ξαφνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσαν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάσανε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάφνιασμα
ξαφνιάσματος	noun	γενική ενικού του ξάφνιασμα
ξαφνιάσομε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάσου	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάσουνε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζω
ξαφνιαζόμασταν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόμαστε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόμουν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόμουνα	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόντουσαν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόσασταν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόσαστε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόσουν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόσουνα	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζόταν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαζότανε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάφνιασμα
ξαφνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαφνιασμένο
ξαφνιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξαφνιασμένος
ξαφνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαφνιασμένη
ξαφνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαφνιασμένος
ξαφνιασμένης	verb	γενική ενικού του ξαφνιασμένη
ξαφνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαφνιασμένος
ξαφνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαφνιασμένος
ξαφνιασμένος	=	ξαφνιάζω
ξαφνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαφνιασμένος
ξαφνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαφνιασμένος
ξαφνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαφνιασμένος
ξαφνιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστήκαν	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαστήκανε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνιαστούνε	=	ξαφνιάζω
ξαφνιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφνιάζομαι
ξαφνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ξαφνικό) του ξαφνικός	adv	χωρίς να το περιμένει κανείς
ξαφνικέ	adj	κλητική ενικού του ξαφνικός
ξαφνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαφνική
ξαφνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαφνικός
ξαφνικής	adj	γενική ενικού του ξαφνική
ξαφνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαφνικός
ξαφνικού	adj	γενική ενικού του ξαφνικός
ξαφνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξαφνικός
ξαφνικό	adj	αιτιατική ενικού του ξαφνικός	noun	απρόοπτο, αιφνίδιο γεγονός
ξαφνικός	adj	που συμβαίνει χωρίς να το περιμένουμε
ξαφνικών	adj	γενική πληθυντικού του ξαφνικός
ξαφνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάφνισμα
ξαφνισμέ	=	ξαφνισμός
ξαφνισμοί	=	ξαφνισμός
ξαφνισμού	=	ξαφνισμός
ξαφνισμούς	=	ξαφνισμός
ξαφνισμό	=	ξαφνισμός
ξαφνισμός	noun|dated	για το ξάφνιασμα
ξαφνισμών	=	ξαφνισμός
ξαφρίζαμε	=	ξαφρίζω
ξαφρίζαν	=	ξαφρίζω
ξαφρίζανε	=	ξαφρίζω
ξαφρίζατε	=	ξαφρίζω
ξαφρίζει	=	ξαφρίζω
ξαφρίζεις	=	ξαφρίζω
ξαφρίζετε	=	ξαφρίζω
ξαφρίζομαι	=	ξαφρίζω
ξαφρίζοντας	=	ξαφρίζω
ξαφρίζουμε	=	ξαφρίζω
ξαφρίζουν	=	ξαφρίζω
ξαφρίζουνε	=	ξαφρίζω
ξαφρίζω	verb	αφαιρώ τον αφρό από την επιφάνεια υγρού
ξαφρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσαν	=	ξαφρίζω
ξαφρίσανε	=	ξαφρίζω
ξαφρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξάφρισμα
ξαφρίσματος	noun	γενική ενικού του ξάφρισμα
ξαφρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξαφρίζω
ξαφρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξάφρισμα
ξαφρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαφρισμένο
ξαφρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξαφρισμένος
ξαφρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξαφρισμένη
ξαφρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξαφρισμένος
ξαφρισμένης	verb	γενική ενικού του ξαφρισμένη
ξαφρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξαφρισμένος
ξαφρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξαφρισμένος
ξαφρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξαφρισμένος
ξαφρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξαφρισμένος
ξαφρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξαφρισμένος
ξαφρών	noun	γενική πληθυντικού του ξάφρα
ξαϊού	=	ξάι
ξαϊών	=	ξάι
ξεΐγκλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεΐγκλωτο
ξεΐγκλωτε	adj	κλητική ενικού του ξεΐγκλωτος
ξεΐγκλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεΐγκλωτη
ξεΐγκλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεΐγκλωτος
ξεΐγκλωτης	adj	γενική ενικού του ξεΐγκλωτη
ξεΐγκλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεΐγκλωτος
ξεΐγκλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεΐγκλωτος
ξεΐγκλωτος	adj|dated	που δεν είναι δεμένος με ίγκλα
ξεΐγκλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεΐγκλωτος
ξεΐγκλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεΐγκλωτος
ξεΐγκλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεΐγκλωτος
ξεΐδρωμα	noun	το να πάψει κανείς να είναι ιδρωμένος
ξείδι	noun	παρωχημένη γραφή του ξίδι
ξείδια	=	ξείδι
ξεΰφαινα	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφαιναν	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφαινε	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφαινες	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφανα	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφαναν	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφανε	=	ξεϋφαίνω
ξεΰφανες	=	ξεϋφαίνω
ξεαποφασίζω	verb|vulgar	αλλάζω γνώμη (συνήθως απρόοπτα)
ξεβάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέβαμμα
ξεβάμματος	noun	γενική ενικού του ξέβαμμα
ξεβάσκαινα	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκαιναν	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκαινε	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκαινες	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκαμα	noun	το αποτέλεσμα και η διαδικασία ή ενέργεια του ξεβασκαίνω
ξεβάσκανα	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκαναν	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκανε	=	ξεβασκαίνω
ξεβάσκανες	=	ξεβασκαίνω
ξεβάφω	verb	αφαιρώ το χρώμα από κάτι
ξεβίδωμα	noun	η αφαίρεση ή το χαλάρωμα μιας βίδας
ξεβίδωνα	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωναν	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωνε	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωνες	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωσα	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωσαν	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωσε	=	ξεβιδώνω
ξεβίδωσες	=	ξεβιδώνω
ξεβαμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέβαμμα
ξεβαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβαμμένο
ξεβαμμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβαμμένος
ξεβαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβαμμένη
ξεβαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβαμμένος
ξεβαμμένης	verb	γενική ενικού του ξεβαμμένη
ξεβαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβαμμένος
ξεβαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβαμμένος
ξεβαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβαμμένος
ξεβαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβαμμένος
ξεβαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβαμμένος
ξεβασκάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβάσκαμα
ξεβασκάματος	noun	γενική ενικού του ξεβάσκαμα
ξεβασκάναμε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκάναν	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκάνανε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκάνατε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκάνει	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκάνετε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίναμε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίναν	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνανε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνατε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνει	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνεις	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνετε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνοντας	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνουμε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνουν	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνουνε	=	ξεβασκαίνω
ξεβασκαίνω	verb	απομακρύνω τη βασκανία, ξεματιάζω
ξεβασκαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβάσκαμα
ξεβασκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβασκαμένο
ξεβασκαμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβασκαμένος
ξεβασκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβασκαμένη
ξεβασκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβασκαμένος
ξεβασκαμένης	verb	γενική ενικού του ξεβασκαμένη
ξεβασκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβασκαμένος
ξεβασκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβασκαμένος
ξεβασκαμένος	verb	που τον έχουν απαλλάξει από το μάτιασμα, τη βασκανία
ξεβασκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβασκαμένος
ξεβασκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβασκαμένος
ξεβασκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβασκαμένος
ξεβγάζομαι	verb	βγάζω τα σαπούνια από πάνω μου με νερό, ξεπλένομαι
ξεβγάζω	verb	συνοδεύω κάποιον έξω από (ένα σπίτι, κλπ)
ξεβγάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέβγαλμα
ξεβγάλματος	noun	γενική ενικού του ξέβγαλμα
ξεβγάλτης	noun|dated	πρόσωπο που συνοδεύει, ως ουδέτερος σε διαμάχη (βεντέτα) τρίτων, ένα άτομο προκειμένου αυτό να εξέλθει από το σπίτι του και να κυκλοφορήσει με ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύει να δεχθεί επίθεση από τους αντιπάλους του· (κυριολεκτικά) αυτός που βγάζει
ξεβγάνω	verb|vulgar	ξεβγάζω
ξεβγάσματα	=	ξέβγασμα
ξεβγάσματος	=	ξέβγασμα
ξεβγαίνω	verb	βγαίνω έξω
ξεβγαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέβγαλμα
ξεβγαλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβγαλμένο
ξεβγαλμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβγαλμένος
ξεβγαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβγαλμένη
ξεβγαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβγαλμένος
ξεβγαλμένης	verb	γενική ενικού του ξεβγαλμένη
ξεβγαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβγαλμένος
ξεβγαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβγαλμένος
ξεβγαλμένος	verb	που είναι πολύ έμπειρος και ικανός στην αντιμετώπιση δυσκολιών
ξεβγαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβγαλμένος
ξεβγαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβγαλμένος
ξεβγαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβγαλμένος
ξεβγαλτάδες	=	ξεβγάλτης
ξεβγασμάτων	=	ξέβγασμα
ξεβιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβίδωμα
ξεβιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβιδωμένο
ξεβιδωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβιδωμένος
ξεβιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβιδωμένη
ξεβιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβιδωμένος
ξεβιδωμένης	verb	γενική ενικού του ξεβιδωμένη
ξεβιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβιδωμένος
ξεβιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβιδωμένος
ξεβιδωμένος	verb	που έχει ξεβιδωθεί
ξεβιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβιδωμένος
ξεβιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβιδωμένος
ξεβιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβιδωμένος
ξεβιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβίδωμα
ξεβιδώματος	noun	γενική ενικού του ξεβίδωμα
ξεβιδώναμε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώναν	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνανε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνατε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνει	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνεις	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνετε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνοντας	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνουμε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνουν	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνουνε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώνω	verb	αφαιρώ μια βίδα
ξεβιδώσαμε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώσαν	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώσανε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώσατε	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώσει	=	ξεβιδώνω
ξεβιδώστε	=	ξεβιδώνω
ξεβιράρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεβιράρω
ξεβιράρω	verb	το αντίθετο του βιράρω
ξεβιραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβιράρισμα
ξεβιραρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεβιράρισμα
ξεβιραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβιράρισμα
ξεβλάσταρα	=	ξεβλάσταρο
ξεβλάσταρο	noun	ο βλαστός
ξεβλάσταρου	=	ξεβλάσταρο
ξεβλάσταρων	=	ξεβλάσταρο
ξεβλάστωνα	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωναν	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωνε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωνες	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωσα	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωσαν	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωσε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλάστωσες	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστάρωμα	noun	η εμφάνιση βλαστών
ξεβλασταρωμάτων	=	ξεβλαστάρωμα
ξεβλασταρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβλασταρωμένο
ξεβλασταρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβλασταρωμένη
ξεβλασταρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεβλασταρωμένη
ξεβλασταρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβλασταρωμένος
ξεβλασταρώματα	=	ξεβλαστάρωμα
ξεβλασταρώματος	=	ξεβλαστάρωμα
ξεβλασταρώνω	verb	πετάω βλαστάρι (για φυτά)
ξεβλαστώναμε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώναν	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνανε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνατε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνει	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνεις	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνετε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνοντας	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνουμε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνουν	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνουνε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώνω	verb	αναπτύσσομαι ως προς τον βλαστό, όχι όμως ως προς το φύλλωμα, δεν προσφέρω πλέον στον καλλιεργητή
ξεβλαστώσαμε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώσαν	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώσανε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώσατε	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώσει	=	ξεβλαστώνω
ξεβλαστώστε	=	ξεβλαστώνω
ξεβολέματα	=	ξεβόλεμα
ξεβολέματος	=	ξεβόλεμα
ξεβολεμάτων	=	ξεβόλεμα
ξεβοτάνιζα	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνιζαν	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνιζε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνιζες	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνισα	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνισαν	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνισε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνισες	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτάνισμα	noun	η διαδικασία του ξεβοτανίζω, η αφαίρεση και το καθάρισμα των αγριόχορτων και των ζιζανίων από έκταση που καλλιεργείται ή πρόκειται να καλλιεργηθεί
ξεβοτανίζαμε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζαν	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζανε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζατε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζει	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζεις	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζετε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζοντας	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζουμε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζουν	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζουνε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίζω	verb	ξεριζώνω τα αγριόχορτα από καλλιεργημένη γη
ξεβοτανίσαμε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίσαν	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίσανε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίσατε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίσει	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβοτάνισμα
ξεβοτανίσματος	noun	γενική ενικού του ξεβοτάνισμα
ξεβοτανίστε	=	ξεβοτανίζω
ξεβοτανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβοτάνισμα
ξεβοτανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβοτανισμένο
ξεβοτανισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβοτανισμένος
ξεβοτανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβοτανισμένη
ξεβοτανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβοτανισμένος
ξεβοτανισμένης	verb	γενική ενικού του ξεβοτανισμένη
ξεβοτανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβοτανισμένος
ξεβοτανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβοτανισμένος
ξεβοτανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβοτανισμένος
ξεβοτανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβοτανισμένος
ξεβοτανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβοτανισμένος
ξεβουλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβούλωμα
ξεβουλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβουλωμένο
ξεβουλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβουλωμένος
ξεβουλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβουλωμένη
ξεβουλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβουλωμένος
ξεβουλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεβουλωμένη
ξεβουλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβουλωμένος
ξεβουλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβουλωμένος
ξεβουλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβουλωμένος
ξεβουλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβουλωμένος
ξεβουλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβουλωμένος
ξεβουλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβούλωμα
ξεβουλώματος	noun	γενική ενικού του ξεβούλωμα
ξεβουλώνω	verb	αφαιρώ το βούλωμα
ξεβουτυρώναμε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώναν	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνανε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνατε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνει	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνεις	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνετε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνοντας	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνουμε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνουν	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνουνε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώνω	verb	αποβουτυρώνω
ξεβουτυρώσαμε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώσαν	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώσανε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώσατε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώσει	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτυρώστε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωνα	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωναν	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωνε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωνες	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωσα	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωσαν	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωσε	=	ξεβουτυρώνω
ξεβουτύρωσες	=	ξεβουτυρώνω
ξεβούλωμα	noun	η αφαίρεση του βουλώματος
ξεβούλωτα	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτε	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτες	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτη	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτης	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτο	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτοι	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτος	adj	που δεν έχει βούλωμα
ξεβούλωτου	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτους	=	ξεβούλωτος
ξεβούλωτων	=	ξεβούλωτος
ξεβράζαμε	=	ξεβράζω
ξεβράζαν	=	ξεβράζω
ξεβράζανε	=	ξεβράζω
ξεβράζατε	=	ξεβράζω
ξεβράζει	=	ξεβράζω
ξεβράζεις	=	ξεβράζω
ξεβράζετε	=	ξεβράζω
ξεβράζοντας	=	ξεβράζω
ξεβράζουμε	=	ξεβράζω
ξεβράζουν	=	ξεβράζω
ξεβράζουνε	=	ξεβράζω
ξεβράζω	verb	βγάζω στην ακτή με την ώθηση από το κύμα της θάλασσας
ξεβράκωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεβρακώνω
ξεβράκωνα	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωναν	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωνε	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωνες	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωσα	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωσαν	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωσε	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωσες	=	ξεβρακώνω
ξεβράκωτα	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτε	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτες	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβράκωτος
ξεβράκωτης	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτο	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτοι	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτος	adj	που δε φοράει βρακί (εσώρουχο)
ξεβράκωτου	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτους	=	ξεβράκωτος
ξεβράκωτων	=	ξεβράκωτος
ξεβράσαμε	=	ξεβράζω
ξεβράσαν	=	ξεβράζω
ξεβράσανε	=	ξεβράζω
ξεβράσατε	=	ξεβράζω
ξεβράσει	=	ξεβράζω
ξεβράσματα	=	ξέβρασμα
ξεβράσματος	=	ξέβρασμα
ξεβράστε	=	ξεβράζω
ξεβρακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβράκωμα
ξεβρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρακωμένο
ξεβρακωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβρακωμένος
ξεβρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρακωμένη
ξεβρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβρακωμένος
ξεβρακωμένης	verb	γενική ενικού του ξεβρακωμένη
ξεβρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβρακωμένος
ξεβρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβρακωμένος
ξεβρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβρακωμένος
ξεβρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβρακωμένος
ξεβρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβρακωμένος
ξεβρακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβράκωμα
ξεβρακώματος	noun	γενική ενικού του ξεβράκωμα
ξεβρακώναμε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώναν	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνανε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνατε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνει	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνεις	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνετε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνοντας	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνουμε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνουν	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνουνε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώνω	verb	βγάζω από κάποιον το βρακί
ξεβρακώσαμε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώσαν	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώσανε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώσατε	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώσει	=	ξεβρακώνω
ξεβρακώστε	=	ξεβρακώνω
ξεβρασμάτων	=	ξέβρασμα
ξεβρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρασμένο
ξεβρασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβρασμένος
ξεβρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρασμένη
ξεβρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβρασμένος
ξεβρασμένης	verb	γενική ενικού του ξεβρασμένη
ξεβρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβρασμένος
ξεβρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβρασμένος
ξεβρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβρασμένος
ξεβρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβρασμένος
ξεβρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβρασμένος
ξεβρομίζαμε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζαν	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζανε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζατε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζει	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζεις	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζετε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζοντας	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζουμε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζουν	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζουνε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίζω	verb	αφαιρώ τη βρομιά
ξεβρομίσαμε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίσαν	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίσανε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίσατε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίσει	=	ξεβρομίζω
ξεβρομίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρόμισμα
ξεβρομίσματος	noun	γενική ενικού του ξεβρόμισμα
ξεβρομίστε	=	ξεβρομίζω
ξεβρομισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεβρόμισμα
ξεβρομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρομισμένο
ξεβρομισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεβρομισμένος
ξεβρομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεβρομισμένη
ξεβρομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεβρομισμένος
ξεβρομισμένης	verb	γενική ενικού του ξεβρομισμένη
ξεβρομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεβρομισμένος
ξεβρομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεβρομισμένος
ξεβρομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεβρομισμένος
ξεβρομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεβρομισμένος
ξεβρομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεβρομισμένος
ξεβρόμιζα	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμιζαν	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμιζε	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμιζες	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμισα	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμισαν	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμισε	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμισες	=	ξεβρομίζω
ξεβρόμισμα	noun	η αφαίρεση της βρομιάς
ξεβόλεμα	noun	η έλλειψη άνεσης, όταν κάποιος βγαίνει από θέση στην οποία ήταν άνετος και ευχαριστημένος
ξεγάντζωμα	noun	η απαγκίστρωση από έναν γάντζο
ξεγάντζωνα	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωναν	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωνε	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωνες	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωσα	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωσαν	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωσε	=	ξεγαντζώνω
ξεγάντζωσες	=	ξεγαντζώνω
ξεγάνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγάνωτο
ξεγάνωτε	adj	κλητική ενικού του ξεγάνωτος
ξεγάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγάνωτη
ξεγάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγάνωτος
ξεγάνωτης	adj	γενική ενικού του ξεγάνωτη
ξεγάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεγάνωτος
ξεγάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγάνωτος
ξεγάνωτος	adj	που του έχει φύγει το γάνωμα ή δεν είχε γάνωμα
ξεγάνωτου	adj	γενική ενικού του ξεγάνωτος
ξεγάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεγάνωτος
ξεγάνωτων	adj	γενική πληθυντικού του ξεγάνωτος
ξεγέλα	=	ξεγελάω
ξεγέλαγα	=	ξεγελάω
ξεγέλαγαν	=	ξεγελάω
ξεγέλαγε	=	ξεγελάω
ξεγέλαγες	=	ξεγελάω
ξεγέλασα	=	ξεγελάω
ξεγέλασαν	=	ξεγελάω
ξεγέλασε	=	ξεγελάω
ξεγέλασες	=	ξεγελάω
ξεγέλασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεγελώ
ξεγέννημα	noun	γέννα ανθρώπου ή ζώου με βοήθεια
ξεγίνομαι	verb	σταματώ να είμαι κάτι
ξεγαντζωμάτων	=	ξεγάντζωμα
ξεγαντζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγαντζωμένο
ξεγαντζωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγαντζωμένη
ξεγαντζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζωμένης	verb	γενική ενικού του ξεγαντζωμένη
ξεγαντζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγαντζωμένος
ξεγαντζώματα	=	ξεγάντζωμα
ξεγαντζώματος	=	ξεγάντζωμα
ξεγαντζώναμε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώναν	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνανε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνατε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνει	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνεις	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνετε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνοντας	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνουμε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνουν	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνουνε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώνω	verb	απομακρύνω κάτι από το γάντζο στον οποίο ήταν πιασμένο ή κρεμασμένο
ξεγαντζώσαμε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώσαν	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώσανε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώσατε	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώσει	=	ξεγαντζώνω
ξεγαντζώστε	=	ξεγαντζώνω
ξεγανωμένα	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένε	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένες	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένη	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένης	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένο	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένοι	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένος	adj	άλλη μορφή του ξεγάνωτος, αγάνωτος
ξεγανωμένου	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένους	=	ξεγανωμένος
ξεγανωμένων	=	ξεγανωμένος
ξεγγοφιάρης	=	ξεγοφιάρης
ξεγδάρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέγδαρμα
ξεγδάρματος	noun	γενική ενικού του ξέγδαρμα
ξεγδέρνω	verb	προκαλώ επιφανειακές ζημιές στο δέρμα αφαιρώντας ένα μέρος του εξωτερικού στρώματός του, γδέρνω
ξεγδαρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέγδαρμα
ξεγδαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγδαρμένο
ξεγδαρμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγδαρμένος
ξεγδαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγδαρμένη
ξεγδαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγδαρμένος
ξεγδαρμένης	verb	γενική ενικού του ξεγδαρμένη
ξεγδαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγδαρμένος
ξεγδαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγδαρμένος
ξεγδαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγδαρμένος
ξεγδαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγδαρμένος
ξεγδαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγδαρμένος
ξεγελά	=	ξεγελάω
ξεγελάγαμε	=	ξεγελάω
ξεγελάγανε	=	ξεγελάω
ξεγελάγατε	=	ξεγελάω
ξεγελάει	=	ξεγελάω
ξεγελάμε	=	ξεγελάω
ξεγελάν	=	ξεγελάω
ξεγελάνε	=	ξεγελάω
ξεγελάς	=	ξεγελάω
ξεγελάσαμε	=	ξεγελάω
ξεγελάσαν	=	ξεγελάω
ξεγελάσανε	=	ξεγελάω
ξεγελάσατε	=	ξεγελάω
ξεγελάσει	=	ξεγελάω
ξεγελάσεις	=	ξεγελάω
ξεγελάσετε	=	ξεγελάω
ξεγελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγέλασμα
ξεγελάσματος	noun	γενική ενικού του ξεγέλασμα
ξεγελάσομε	=	ξεγελάω
ξεγελάσου	=	ξεγελάω
ξεγελάσουμε	=	ξεγελάω
ξεγελάσουν	=	ξεγελάω
ξεγελάσουνε	=	ξεγελάω
ξεγελάστε	=	ξεγελάω
ξεγελάστηκα	=	ξεγελιέμαι
ξεγελάστηκαν	=	ξεγελάω
ξεγελάστηκε	=	ξεγελάω
ξεγελάστηκες	=	ξεγελάω
ξεγελάστρα	noun	αυτή που ξεγελά, που παραπλανά
ξεγελάστρας	=	ξεγελάστρα
ξεγελάστρες	=	ξεγελάστρα
ξεγελάσω	=	ξεγελάω
ξεγελάτε	=	ξεγελάω
ξεγελάω	verb	εξαπατώ κάποιον με ψέματα ή υποκρισία, τον κάνω να με πιστέψει ή να μου δείξει εμπιστοσύνη
ξεγελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεγέλασμα
ξεγελασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγελασμένο
ξεγελασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγελασμένος
ξεγελασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγελασμένη
ξεγελασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγελασμένος
ξεγελασμένης	verb	γενική ενικού του ξεγελασμένη
ξεγελασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγελασμένος
ξεγελασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγελασμένος
ξεγελασμένος	verb	εξαπατημένος
ξεγελασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγελασμένος
ξεγελασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγελασμένος
ξεγελασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγελασμένος
ξεγελαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγελαστής
ξεγελαστήκαμε	=	ξεγελάω
ξεγελαστήκαν	=	ξεγελάω
ξεγελαστήκανε	=	ξεγελάω
ξεγελαστήκατε	=	ξεγελάω
ξεγελαστής	noun|rare	αυτός που ξεγελάει, που παραπλανά
ξεγελαστεί	=	ξεγελάω
ξεγελαστείς	=	ξεγελάω
ξεγελαστείτε	=	ξεγελάω
ξεγελαστούμε	=	ξεγελάω
ξεγελαστούν	=	ξεγελάω
ξεγελαστούνε	=	ξεγελάω
ξεγελαστώ	=	ξεγελιέμαι
ξεγελαστών	noun	γενική πληθυντικού του ξεγελαστής
ξεγελιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεγελάω
ξεγελιέσαι	=	ξεγελάω
ξεγελιέστε	=	ξεγελάω
ξεγελιέται	=	ξεγελάω
ξεγελιούνται	=	ξεγελάω
ξεγελιούνταν	=	ξεγελάω
ξεγελιόμασταν	=	ξεγελάω
ξεγελιόμαστε	=	ξεγελάω
ξεγελιόμουν	=	ξεγελιέμαι
ξεγελιόμουνα	=	ξεγελάω
ξεγελιόνται	=	ξεγελάω
ξεγελιόνταν	=	ξεγελάω
ξεγελιόντανε	=	ξεγελάω
ξεγελιόντουσαν	=	ξεγελάω
ξεγελιόσασταν	=	ξεγελάω
ξεγελιόσαστε	=	ξεγελάω
ξεγελιόσουν	=	ξεγελάω
ξεγελιόσουνα	=	ξεγελάω
ξεγελιόταν	=	ξεγελάω
ξεγελιότανε	=	ξεγελάω
ξεγελούμε	=	ξεγελάω
ξεγελούν	=	ξεγελάω
ξεγελούνε	=	ξεγελάω
ξεγελούσα	=	ξεγελάω
ξεγελούσαμε	=	ξεγελάω
ξεγελούσαν	=	ξεγελάω
ξεγελούσανε	=	ξεγελάω
ξεγελούσατε	=	ξεγελάω
ξεγελούσε	=	ξεγελάω
ξεγελούσες	=	ξεγελάω
ξεγελώ	verb	άλλη μορφή του ξεγελάω
ξεγελώντας	=	ξεγελάω
ξεγεννήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγέννημα
ξεγεννήματος	noun	γενική ενικού του ξεγέννημα
ξεγεννημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεγέννημα
ξεγεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγεννημένο
ξεγεννημένε	verb	κλητική ενικού του ξεγεννημένος
ξεγεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγεννημένη
ξεγεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγεννημένος
ξεγεννημένης	verb	γενική ενικού του ξεγεννημένη
ξεγεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγεννημένος
ξεγεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγεννημένος
ξεγεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγεννημένος
ξεγεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγεννημένος
ξεγεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγεννημένος
ξεγεννώ	verb	παρίσταμαι κατά τον τοκετό και βοηθώ μια γυναίκα ή θηλυκό ζώο να γεννήσει
ξεγιβεντίζω	verb	διαπομπεύω, διαφθείρω
ξεγλίστρημα	noun	η αποφυγή των συνεπειών με πλάγια μέσα ή με το να περνά κάποιος απαρατήρητος και να βγαίνει από το επίκεντρο του ζητήματος
ξεγλιστρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγλίστρημα
ξεγλιστρήματος	noun	γενική ενικού του ξεγλίστρημα
ξεγλιστρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεγλίστρημα
ξεγλιστρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγλιστρημένο
ξεγλιστρημένε	verb	κλητική ενικού του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγλιστρημένη
ξεγλιστρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρημένης	verb	γενική ενικού του ξεγλιστρημένη
ξεγλιστρημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγλιστρημένος
ξεγλιστρώ	verb	ξεφεύγω, αποδρώ χωρίς να γίνω αντιληπτός
ξεγλιστρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεγλιστράω / ξεγλιστρώ
ξεγνοιάζω	verb	άλλη μορφή του ξενοιάζω
ξεγνοιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέγνοιασμα
ξεγνοιάσματος	noun	γενική ενικού του ξέγνοιασμα
ξεγνοιασιά	noun	άλλη μορφή του ξενοιασιά
ξεγνοιασιάς	=	ξεγνοιασιά
ξεγνοιασιές	=	ξεγνοιασιά
ξεγνοιασιών	=	ξεγνοιασιά
ξεγνοιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέγνοιασμα
ξεγνοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγνοιασμένο
ξεγνοιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγνοιασμένος
ξεγνοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγνοιασμένη
ξεγνοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγνοιασμένος
ξεγνοιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεγνοιασμένη
ξεγνοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγνοιασμένος
ξεγνοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγνοιασμένος
ξεγνοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγνοιασμένος
ξεγνοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγνοιασμένος
ξεγνοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγνοιασμένος
ξεγοφιάζαμε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζανε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζατε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζει	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζεις	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζεσαι	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζεστε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζεται	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζετε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζομαι	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζονται	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζονταν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζοντας	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζουμε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζουν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζουνε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάζω	verb	προκαλώ σε κάποιον εξάρθρωση του γοφού
ξεγοφιάρη	noun	ξεγοφιάρης, στη γενική του ενικού
ξεγοφιάρηδες	noun	ξεγοφιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
ξεγοφιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ξεγοφιάρης
ξεγοφιάρης	noun	αυτός που του έχουν βγει ο/οι γοφοί
ξεγοφιάσαμε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάσαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάσανε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάσατε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάσει	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγόφιασμα
ξεγοφιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεγόφιασμα
ξεγοφιάσου	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάστε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάστηκα	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάστηκαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάστηκε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιάστηκες	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόμασταν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόμαστε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόμουν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόμουνα	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόντουσαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόσασταν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόσαστε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόσουν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόσουνα	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζόταν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαζότανε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεγόφιασμα
ξεγοφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγοφιασμένο
ξεγοφιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγοφιασμένη
ξεγοφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεγοφιασμένη
ξεγοφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιασμένος	verb	που του βγήκε ο γοφός, που του εξαρθρώθηκε ο γοφός (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) από κάποια απότομη κίνηση ή ιδιαίτερα κοπιαστική εργασία
ξεγοφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγοφιασμένος
ξεγοφιαστήκαμε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαστήκαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαστήκανε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαστήκατε	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαστεί	=	ξεγοφιάζω
ξεγοφιαστείτε	=	ξεγοφιάζω
ξεγράφαμε	=	ξεγράφω
ξεγράφαν	=	ξεγράφω
ξεγράφανε	=	ξεγράφω
ξεγράφατε	=	ξεγράφω
ξεγράφει	=	ξεγράφω
ξεγράφεις	=	ξεγράφω
ξεγράφεσαι	=	ξεγράφω
ξεγράφεστε	=	ξεγράφω
ξεγράφεται	=	ξεγράφω
ξεγράφετε	=	ξεγράφω
ξεγράφομαι	=	ξεγράφω
ξεγράφομε	=	ξεγράφω
ξεγράφονται	=	ξεγράφω
ξεγράφονταν	=	ξεγράφω
ξεγράφοντας	=	ξεγράφω
ξεγράφουμε	=	ξεγράφω
ξεγράφουν	=	ξεγράφω
ξεγράφουνε	=	ξεγράφω
ξεγράφτε	=	ξεγράφω
ξεγράφτηκα	=	ξεγράφω
ξεγράφτηκαν	=	ξεγράφω
ξεγράφτηκε	=	ξεγράφω
ξεγράφτηκες	=	ξεγράφω
ξεγράφω	verb	διαγράφω, αφαιρώ κάτι ή κάποιον από έναν κατάλογο στον οποίο είχε καταγραφεί
ξεγράψαμε	=	ξεγράφω
ξεγράψαν	=	ξεγράφω
ξεγράψανε	=	ξεγράφω
ξεγράψατε	=	ξεγράφω
ξεγράψει	=	ξεγράφω
ξεγράψεις	=	ξεγράφω
ξεγράψετε	=	ξεγράφω
ξεγράψομε	=	ξεγράφω
ξεγράψου	=	ξεγράφω
ξεγράψουμε	=	ξεγράφω
ξεγράψουν	=	ξεγράφω
ξεγράψουνε	=	ξεγράφω
ξεγράψτε	=	ξεγράφω
ξεγράψω	=	ξεγράφω
ξεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγραμμένο
ξεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγραμμένος
ξεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγραμμένη
ξεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγραμμένος
ξεγραμμένης	verb	γενική ενικού του ξεγραμμένη
ξεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγραμμένος
ξεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγραμμένος
ξεγραμμένος	=	ξεγράφω
ξεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγραμμένος
ξεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγραμμένος
ξεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγραμμένος
ξεγραφτήκαμε	=	ξεγράφω
ξεγραφτήκαν	=	ξεγράφω
ξεγραφτήκανε	=	ξεγράφω
ξεγραφτήκατε	=	ξεγράφω
ξεγραφτεί	=	ξεγράφω
ξεγραφτείς	=	ξεγράφω
ξεγραφτείτε	=	ξεγράφω
ξεγραφτούμε	=	ξεγράφω
ξεγραφτούν	=	ξεγράφω
ξεγραφτούνε	=	ξεγράφω
ξεγραφτώ	=	ξεγράφω
ξεγραφόμασταν	=	ξεγράφω
ξεγραφόμαστε	=	ξεγράφω
ξεγραφόμουν	=	ξεγράφω
ξεγραφόμουνα	=	ξεγράφω
ξεγραφόντουσαν	=	ξεγράφω
ξεγραφόσασταν	=	ξεγράφω
ξεγραφόσαστε	=	ξεγράφω
ξεγραφόσουν	=	ξεγράφω
ξεγραφόσουνα	=	ξεγράφω
ξεγραφόταν	=	ξεγράφω
ξεγραφότανε	=	ξεγράφω
ξεγυμνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεγύμνωμα
ξεγυμνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγυμνωμένο
ξεγυμνωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγυμνωμένη
ξεγυμνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνωμένης	verb	γενική ενικού του ξεγυμνωμένη
ξεγυμνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνωμένος	verb	αυτός που του έχουν αφαιρέσει τα ενδύματα
ξεγυμνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγυμνωμένος
ξεγυμνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγύμνωμα
ξεγυμνώματος	noun	γενική ενικού του ξεγύμνωμα
ξεγυμνώναμε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώναν	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνανε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνατε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνει	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνεις	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνετε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνομαι	verb	βγάζω όλα τα ρούχα μου και μένω τελείως γυμνός
ξεγυμνώνοντας	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνουμε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνουν	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνουνε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώνω	verb	γδύνω κάποιον εντελώς
ξεγυμνώσαμε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώσαν	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώσανε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώσατε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώσει	=	ξεγυμνώνω
ξεγυμνώστε	=	ξεγυμνώνω
ξεγυρίζαμε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζαν	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζανε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζατε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζει	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζεις	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζετε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζοντας	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζουμε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζουν	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζουνε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίζω	verb	σωματική βελτίωση, ανάρρωση, συχνά μετά από μια αρρώστια ή κακουχία.
ξεγυρίσαμε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίσαν	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίσανε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίσατε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίσει	=	ξεγυρίζω
ξεγυρίσματα	=	ξεγύρισμα
ξεγυρίσματος	=	ξεγύρισμα
ξεγυρίστε	=	ξεγυρίζω
ξεγυρισμάτων	=	ξεγύρισμα
ξεγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγυρισμένο
ξεγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεγυρισμένος
ξεγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγυρισμένη
ξεγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγυρισμένος
ξεγυρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεγυρισμένη
ξεγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεγυρισμένος
ξεγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγυρισμένος
ξεγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεγυρισμένος
ξεγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεγυρισμένος
ξεγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεγυρισμένος
ξεγυριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγυριστό
ξεγυριστέ	adj	κλητική ενικού του ξεγυριστός
ξεγυριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεγυριστή
ξεγυριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεγυριστός
ξεγυριστής	adj	γενική ενικού του ξεγυριστή
ξεγυριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεγυριστός
ξεγυριστού	adj	γενική ενικού του ξεγυριστός
ξεγυριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεγυριστός
ξεγυριστό	adj	αιτιατική ενικού του ξεγυριστός
ξεγυριστός	adj	η αποκοπή σύρριζα ενός προσώπου ή αντικειμένου από μια φωτογραφία και η επικόλλησή του σε άλλη
ξεγυριστών	adj	γενική πληθυντικού του ξεγυριστός
ξεγόφιαζα	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιαζαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιαζε	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιαζες	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιασα	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιασαν	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιασε	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιασες	=	ξεγοφιάζω
ξεγόφιασμα	noun	ο πόνος στο γοφό, σαν αυτός να εξαρθρώθηκε, ύστερα από απότομη κίνηση ή γενικά από καταπόνηση της συγκεκριμένης άρθρωσης
ξεγύμνωμα	noun	η αποβολή των ρούχων
ξεγύμνωνα	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωναν	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωνε	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωνες	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωσα	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωσαν	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωσε	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωσες	=	ξεγυμνώνω
ξεγύμνωτα	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτε	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτες	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτη	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτης	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτο	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτοι	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτος	adj	χωρίς ρούχα
ξεγύμνωτου	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτους	=	ξεγύμνωτος
ξεγύμνωτων	=	ξεγύμνωτος
ξεγύριζα	=	ξεγυρίζω
ξεγύριζαν	=	ξεγυρίζω
ξεγύριζε	=	ξεγυρίζω
ξεγύριζες	=	ξεγυρίζω
ξεγύρισα	=	ξεγυρίζω
ξεγύρισαν	=	ξεγυρίζω
ξεγύρισε	=	ξεγυρίζω
ξεγύρισες	=	ξεγυρίζω
ξεγύρισμα	noun	Η επιλογή ενός μεμονομένου στοιχείου/αντικειμένου μιας εικόνας σε ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικής επεξεργασίας εικόνων, όπως πχ το Photoshop, για την παραπέρα επεξεργασία του.
ξεδέθηκα	=	ξεδένω
ξεδέθηκαν	=	ξεδένω
ξεδέθηκε	=	ξεδένω
ξεδέθηκες	=	ξεδένω
ξεδέναμε	=	ξεδένω
ξεδέναν	=	ξεδένω
ξεδένανε	=	ξεδένω
ξεδένατε	=	ξεδένω
ξεδένει	=	ξεδένω
ξεδένεις	=	ξεδένω
ξεδένεσαι	=	ξεδένω
ξεδένεστε	=	ξεδένω
ξεδένεται	=	ξεδένω
ξεδένετε	=	ξεδένω
ξεδένομαι	=	ξεδένω
ξεδένονται	=	ξεδένω
ξεδένονταν	=	ξεδένω
ξεδένοντας	=	ξεδένω
ξεδένου	=	ξεδένω
ξεδένουμε	=	ξεδένω
ξεδένουν	=	ξεδένω
ξεδένουνε	=	ξεδένω
ξεδένω	verb	λύνω κάτι που ήταν δεμένο
ξεδέσαμε	=	ξεδένω
ξεδέσαν	=	ξεδένω
ξεδέσανε	=	ξεδένω
ξεδέσατε	=	ξεδένω
ξεδέσει	=	ξεδένω
ξεδέσου	=	ξεδένω
ξεδέστε	=	ξεδένω
ξεδίνω	verb	διασκεδάζω
ξεδίπλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεδιπλώνω
ξεδίπλωνα	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωναν	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωνε	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωνες	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωσα	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωσαν	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωσε	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωσες	=	ξεδιπλώνω
ξεδίπλωτα	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτε	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτες	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτη	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτης	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτο	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτοι	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτος	adj	που έχει ξεδιπλωθεί
ξεδίπλωτου	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτους	=	ξεδίπλωτος
ξεδίπλωτων	=	ξεδίπλωτος
ξεδίψασμα	noun	ικανοποίηση της δίψας
ξεδεθήκαμε	=	ξεδένω
ξεδεθήκαν	=	ξεδένω
ξεδεθήκανε	=	ξεδένω
ξεδεθήκατε	=	ξεδένω
ξεδεθεί	=	ξεδένω
ξεδεθείτε	=	ξεδένω
ξεδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδεμένο
ξεδεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεδεμένος
ξεδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδεμένη
ξεδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδεμένος
ξεδεμένης	verb	γενική ενικού του ξεδεμένη
ξεδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεδεμένος
ξεδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεδεμένος
ξεδεμένος	=	ξεδένω
ξεδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεδεμένος
ξεδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεδεμένος
ξεδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεδεμένος
ξεδενόμασταν	=	ξεδένω
ξεδενόμαστε	=	ξεδένω
ξεδενόμουν	=	ξεδένω
ξεδενόμουνα	=	ξεδένω
ξεδενόντουσαν	=	ξεδένω
ξεδενόσασταν	=	ξεδένω
ξεδενόσαστε	=	ξεδένω
ξεδενόσουν	=	ξεδένω
ξεδενόσουνα	=	ξεδένω
ξεδενόταν	=	ξεδένω
ξεδενότανε	=	ξεδένω
ξεδιάλεγα	=	ξεδιαλέγω
ξεδιάλεγμα	noun	η ενέργεια του ξεδιαλέγω, η επιλογή από ένα σύνολο των στοιχείων που έχουν μια κοινή ιδιότητα, συνήθως των καλύτερων ή των χειρότερων στοιχείων του
ξεδιάλεξα	=	ξεδιαλέγω
ξεδιάλυμα	noun	το αποτέλεσμα του ξεδιαλύνω, όχι ιδιαίτερα χρησιμοποιουμενη λέξη
ξεδιάντροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιάντροπο	adv	κατά τρόπο ξεδιάντροπο, χωρίς ντροπή
ξεδιάντροπε	=	ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπες	=	ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπης	=	ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπο	adj	αιτιατική ενικού του ξεδιάντροπος
ξεδιάντροποι	=	ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπος	adj	που δεν έχει καθόλου ντροπή, άσεμνος
ξεδιάντροπου	=	ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπους	=	ξεδιάντροπος
ξεδιάντροπων	=	ξεδιάντροπος
ξεδιακρίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεδιακρίνω
ξεδιακρίνω	verb	ξεχωρίζω
ξεδιαλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιάλεγμα
ξεδιαλέγματος	noun	γενική ενικού του ξεδιάλεγμα
ξεδιαλέγω	verb	επιλέγω, διαλέγω από ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων κάποια που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, συνήθως τα καλύτερα σε ποιότητα ή τα χειρότερα
ξεδιαλέξω	=	ξεδιαλέγω
ξεδιαλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεδιάλεγμα
ξεδιαλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαλεγμένο
ξεδιαλεγμένε	verb	κλητική ενικού του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαλεγμένη
ξεδιαλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλεγμένης	verb	γενική ενικού του ξεδιαλεγμένη
ξεδιαλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλεγμένος	=	ξεδιαλέγω
ξεδιαλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεδιαλεγμένος
ξεδιαλυμάτων	=	ξεδιάλυμα
ξεδιαλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαλυμένο
ξεδιαλυμένε	verb	κλητική ενικού του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαλυμένη
ξεδιαλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλυμένης	verb	γενική ενικού του ξεδιαλυμένη
ξεδιαλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεδιαλυμένος
ξεδιαλύματα	=	ξεδιάλυμα
ξεδιαλύματος	=	ξεδιάλυμα
ξεδιαλύνω	verb	λύνω ένα μυστήριο
ξεδιαλύω	verb	άλλη μορφή του ξεδιαλύνω
ξεδιαλώ	verb	άλλη μορφή του ξεδιαλύω / ξεδιαλύνω
ξεδιαντροπεύομαι	=	ξαδιαντροπεύομαι
ξεδιαντροπιά	noun	πράξη που χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη ντροπής
ξεδιαντροπιάς	noun	γενική ενικού του ξεδιαντροπιά
ξεδιαντροπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιαντροπιά
ξεδιαντροπιών	=	ξεδιαντροπιά
ξεδικιούμαι	verb|vulgar	εκδικούμαι
ξεδικιωμός	noun|vulgar	η εκδίκηση
ξεδικιωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδικιωτής
ξεδικιωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεδικιωτής
ξεδικιωτής	noun|vulgar	ο εκδικητής
ξεδικιωτών	noun	γενική πληθυντικού του ξεδικιωτής
ξεδιπλωθήκαμε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωθήκαν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωθήκανε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωθήκατε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωθεί	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωθείτε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεδίπλωμα
ξεδιπλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιπλωμένο
ξεδιπλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιπλωμένη
ξεδιπλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεδιπλωμένη
ξεδιπλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωμένος	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεδιπλωμένος
ξεδιπλωνόμασταν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόμαστε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόμουν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόμουνα	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόντουσαν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόσασταν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόσαστε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόσουν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόσουνα	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνόταν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλωνότανε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώθηκα	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώθηκαν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώθηκε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώθηκες	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδίπλωμα
ξεδιπλώματος	noun	γενική ενικού του ξεδίπλωμα
ξεδιπλώναμε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώναν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνανε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνατε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνει	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνεις	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνεσαι	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνεστε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνεται	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνετε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνονται	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνονταν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνοντας	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνουμε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνουν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνουνε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώνω	verb	ανοίγω κάτι που ήταν διπλωμένο, απομακρύνω κομμάτια διπλωμένου αντικειμένου χωρίς να σκιστεί
ξεδιπλώσαμε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώσαν	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώσανε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώσατε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώσει	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώσου	=	ξεδιπλώνω
ξεδιπλώστε	=	ξεδιπλώνω
ξεδιψάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδίψασμα
ξεδιψάσματος	noun	γενική ενικού του ξεδίψασμα
ξεδιψασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεδίψασμα
ξεδιψασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιψασμένο
ξεδιψασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεδιψασμένος
ξεδιψασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδιψασμένη
ξεδιψασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδιψασμένος
ξεδιψασμένης	verb	γενική ενικού του ξεδιψασμένη
ξεδιψασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεδιψασμένος
ξεδιψασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεδιψασμένος
ξεδιψασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεδιψασμένος
ξεδιψασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεδιψασμένος
ξεδιψασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεδιψασμένος
ξεδιψώ	verb	σβήνω τη δίψα κάποιου, τον κάνω να μη διψάει πια
ξεδιψώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεδιψάω / ξεδιψώ
ξεδολωθήκαμε	=	ξεδολώνω
ξεδολωθήκαν	=	ξεδολώνω
ξεδολωθήκανε	=	ξεδολώνω
ξεδολωθήκατε	=	ξεδολώνω
ξεδολωθεί	=	ξεδολώνω
ξεδολωθείτε	=	ξεδολώνω
ξεδολωμένος	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόμασταν	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόμαστε	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόμουν	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόμουνα	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόντουσαν	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόσασταν	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόσαστε	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόσουν	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόσουνα	=	ξεδολώνω
ξεδολωνόταν	=	ξεδολώνω
ξεδολωνότανε	=	ξεδολώνω
ξεδολώθηκα	=	ξεδολώνω
ξεδολώθηκαν	=	ξεδολώνω
ξεδολώθηκε	=	ξεδολώνω
ξεδολώθηκες	=	ξεδολώνω
ξεδολώναμε	=	ξεδολώνω
ξεδολώναν	=	ξεδολώνω
ξεδολώνανε	=	ξεδολώνω
ξεδολώνατε	=	ξεδολώνω
ξεδολώνει	=	ξεδολώνω
ξεδολώνεις	=	ξεδολώνω
ξεδολώνεσαι	=	ξεδολώνω
ξεδολώνεστε	=	ξεδολώνω
ξεδολώνεται	=	ξεδολώνω
ξεδολώνετε	=	ξεδολώνω
ξεδολώνομαι	=	ξεδολώνω
ξεδολώνονται	=	ξεδολώνω
ξεδολώνονταν	=	ξεδολώνω
ξεδολώνοντας	=	ξεδολώνω
ξεδολώνουμε	=	ξεδολώνω
ξεδολώνουν	=	ξεδολώνω
ξεδολώνουνε	=	ξεδολώνω
ξεδολώνω	verb	βγάζω το δόλωμα από αγκίστρι
ξεδολώσαμε	=	ξεδολώνω
ξεδολώσαν	=	ξεδολώνω
ξεδολώσανε	=	ξεδολώνω
ξεδολώσατε	=	ξεδολώνω
ξεδολώσει	=	ξεδολώνω
ξεδολώσου	=	ξεδολώνω
ξεδολώστε	=	ξεδολώνω
ξεδομάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέδομα
ξεδοντιάζαμε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζαν	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζανε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζατε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζει	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζεις	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζετε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζομαι	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζοντας	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζουμε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζουν	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζουνε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάζω	verb	αφαιρώ από κάποιον τα δόντια
ξεδοντιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδοντιάρης
ξεδοντιάρας	adj	γενική ενικού του ξεδοντιάρα
ξεδοντιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδοντιάρα
ξεδοντιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεδοντιάρης
ξεδοντιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδοντιάρης
ξεδοντιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ξεδοντιάρης
ξεδοντιάρης	adj	που του λείπουν δόντια
ξεδοντιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδοντιάρικο
ξεδοντιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεδοντιάρης
ξεδοντιάρικου	adj	γενική ενικού του ξεδοντιάρικο
ξεδοντιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ξεδοντιάρικο
ξεδοντιάσαμε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάσαν	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάσανε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάσατε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάσει	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδόντιασμα
ξεδοντιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεδόντιασμα
ξεδοντιάστε	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιάσω	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεδόντιασμα
ξεδοντιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδοντιασμένο
ξεδοντιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεδοντιασμένος
ξεδοντιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεδοντιασμένη
ξεδοντιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεδοντιασμένος
ξεδοντιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεδοντιασμένη
ξεδοντιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεδοντιασμένος
ξεδοντιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεδοντιασμένος
ξεδοντιασμένος	=	ξεδοντιάζω
ξεδοντιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεδοντιασμένος
ξεδοντιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεδοντιασμένος
ξεδοντιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεδοντιασμένος
ξεδουλιού	=	ξεδούλι
ξεδουλιών	=	ξεδούλι
ξεδούλι	noun|literary	το κέρδος που αποκομίζει ένας εργάτης από τη δουλειά του
ξεδούλια	=	ξεδούλι
ξεδωλώθηκα	=	ξεδολώνω
ξεδόλωνα	=	ξεδολώνω
ξεδόλωναν	=	ξεδολώνω
ξεδόλωνε	=	ξεδολώνω
ξεδόλωνες	=	ξεδολώνω
ξεδόλωσα	=	ξεδολώνω
ξεδόλωσαν	=	ξεδολώνω
ξεδόλωσε	=	ξεδολώνω
ξεδόλωσες	=	ξεδολώνω
ξεδόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέδομα
ξεδόματος	noun	γενική ενικού του ξέδομα
ξεδόντιαζα	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιαζαν	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιαζε	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιαζες	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιασα	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιασαν	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιασε	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιασες	=	ξεδοντιάζω
ξεδόντιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεδοντιάζω
ξεζάλιζα	=	ξεζαλίζω
ξεζάλιζαν	=	ξεζαλίζω
ξεζάλιζε	=	ξεζαλίζω
ξεζάλιζες	=	ξεζαλίζω
ξεζάλισα	=	ξεζαλίζω
ξεζάλισαν	=	ξεζαλίζω
ξεζάλισε	=	ξεζαλίζω
ξεζάλισες	=	ξεζαλίζω
ξεζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέζεμα
ξεζέματος	noun	γενική ενικού του ξέζεμα
ξεζαλίζαμε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζαν	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζανε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζατε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζει	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζεις	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζετε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζομαι	verb	παύω να νιώθω ζάλη, ζαλάδα
ξεζαλίζοντας	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζουμε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζουν	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζουνε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίζω	verb	διώχνω τη ζάλη από κάποιον
ξεζαλίσαμε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίσαν	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίσανε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίσατε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίσει	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίστε	=	ξεζαλίζω
ξεζαλίσω	=	ξεζαλίζω
ξεζαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζαλισμένο
ξεζαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεζαλισμένος
ξεζαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζαλισμένη
ξεζαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεζαλισμένος
ξεζαλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεζαλισμένη
ξεζαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεζαλισμένος
ξεζαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεζαλισμένος
ξεζαλισμένος	=	ξεζαλίζω
ξεζαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεζαλισμένος
ξεζαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεζαλισμένος
ξεζαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεζαλισμένος
ξεζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέζεμα
ξεζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζεμένο
ξεζεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεζεμένος
ξεζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζεμένη
ξεζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεζεμένος
ξεζεμένης	verb	γενική ενικού του ξεζεμένη
ξεζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεζεμένος
ξεζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεζεμένος
ξεζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεζεμένος
ξεζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεζεμένος
ξεζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεζεμένος
ξεζεύω	verb	λύνω τα ζευγμένα βόδια ή τους ημίονους
ξεζουμάρω	verb	διευρύνω το πλάνο, κάνω zoom out
ξεζουμίζαμε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζαν	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζανε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζατε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζει	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζεις	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζετε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζοντας	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζουμε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζουν	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζουνε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίζω	verb	αφαιρώ ολοκληρωτικά τους χυμούς από έναν καρπό
ξεζουμίσαμε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίσαν	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίσανε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίσατε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίσει	=	ξεζουμίζω
ξεζουμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζούμισμα
ξεζουμίσματος	noun	γενική ενικού του ξεζούμισμα
ξεζουμίστε	=	ξεζουμίζω
ξεζουμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεζούμισμα
ξεζουμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζουμισμένο
ξεζουμισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεζουμισμένος
ξεζουμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζουμισμένη
ξεζουμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεζουμισμένος
ξεζουμισμένης	verb	γενική ενικού του ξεζουμισμένη
ξεζουμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεζουμισμένος
ξεζουμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεζουμισμένος
ξεζουμισμένος	verb	που τον έχουν ξεζουμίσει
ξεζουμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεζουμισμένος
ξεζουμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεζουμισμένος
ξεζουμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεζουμισμένος
ξεζούμιζα	=	ξεζουμίζω
ξεζούμιζαν	=	ξεζουμίζω
ξεζούμιζε	=	ξεζουμίζω
ξεζούμιζες	=	ξεζουμίζω
ξεζούμισα	=	ξεζουμίζω
ξεζούμισαν	=	ξεζουμίζω
ξεζούμισε	=	ξεζουμίζω
ξεζούμισες	=	ξεζουμίζω
ξεζούμισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεζουμίζω
ξεζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζωμένο
ξεζωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεζωμένος
ξεζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεζωμένη
ξεζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεζωμένος
ξεζωμένης	verb	γενική ενικού του ξεζωμένη
ξεζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεζωμένος
ξεζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεζωμένος
ξεζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεζωμένος
ξεζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεζωμένος
ξεζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεζωμένος
ξεζωσμάτων	=	ξέζωσμα
ξεζώναμε	=	ξεζώνω
ξεζώναν	=	ξεζώνω
ξεζώνανε	=	ξεζώνω
ξεζώνατε	=	ξεζώνω
ξεζώνει	=	ξεζώνω
ξεζώνεις	=	ξεζώνω
ξεζώνετε	=	ξεζώνω
ξεζώνοντας	=	ξεζώνω
ξεζώνουμε	=	ξεζώνω
ξεζώνουν	=	ξεζώνω
ξεζώνουνε	=	ξεζώνω
ξεζώνω	verb	βγάζω κάτι που φοράω γύρω από τη μέση μου, πχ μια ζώνη.
ξεζώσαμε	=	ξεζώνω
ξεζώσαν	=	ξεζώνω
ξεζώσανε	=	ξεζώνω
ξεζώσατε	=	ξεζώνω
ξεζώσει	=	ξεζώνω
ξεζώσματα	=	ξέζωσμα
ξεζώσματος	=	ξέζωσμα
ξεζώστε	=	ξεζώνω
ξεθάβαμε	=	ξεθάβω
ξεθάβαν	=	ξεθάβω
ξεθάβανε	=	ξεθάβω
ξεθάβατε	=	ξεθάβω
ξεθάβει	=	ξεθάβω
ξεθάβεις	=	ξεθάβω
ξεθάβεσαι	=	ξεθάβομαι
ξεθάβεστε	=	ξεθάβομαι
ξεθάβεται	=	ξεθάβομαι
ξεθάβετε	=	ξεθάβω
ξεθάβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεθάβω
ξεθάβονται	=	ξεθάβομαι
ξεθάβονταν	=	ξεθάβομαι
ξεθάβοντας	=	ξεθάβω
ξεθάβου	=	ξεθάβομαι
ξεθάβουμε	=	ξεθάβω
ξεθάβουν	=	ξεθάβω
ξεθάβουνε	=	ξεθάβω
ξεθάβω	verb	σκάβω και βγάζω από το χώμα κάποιον/κάτι που ήταν θαμμένο(ς)
ξεθάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέθαμμα
ξεθάμματος	noun	γενική ενικού του ξέθαμμα
ξεθάμπωμα	noun	ξεθόλωμα, ξεκαθάρισμα
ξεθάμπωνα	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωναν	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωνε	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωνες	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωσα	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωσαν	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωσε	=	ξεθαμπώνω
ξεθάμπωσες	=	ξεθαμπώνω
ξεθάρρεμα	noun	η απόκτηση θάρρους
ξεθάρρευα	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρευαν	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρευε	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρευες	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρεψα	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρεψαν	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρεψε	=	ξεθαρρεύω
ξεθάρρεψες	=	ξεθαρρεύω
ξεθάφτηκα	=	ξεθάβομαι
ξεθάφτηκαν	=	ξεθάβομαι
ξεθάφτηκε	=	ξεθάβομαι
ξεθάφτηκες	=	ξεθάβομαι
ξεθάφτω	verb	ξεθάβω
ξεθάψαμε	=	ξεθάβω
ξεθάψαν	=	ξεθάβω
ξεθάψανε	=	ξεθάβω
ξεθάψατε	=	ξεθάβω
ξεθάψει	=	ξεθάβω
ξεθάψιμο	noun	άλλη μορφή του ξέθαμμα
ξεθάψου	=	ξεθάβομαι
ξεθάψτε	=	ξεθάβω
ξεθέωμα	noun	η καταπόνηση
ξεθέωνα	=	ξεθεώνω
ξεθέωναν	=	ξεθεώνω
ξεθέωνε	=	ξεθεώνω
ξεθέωνες	=	ξεθεώνω
ξεθέωσα	=	ξεθεώνω
ξεθέωσαν	=	ξεθεώνω
ξεθέωσε	=	ξεθεώνω
ξεθέωσες	=	ξεθεώνω
ξεθαβόμασταν	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόμαστε	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόμουν	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόμουνα	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόντουσαν	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόσασταν	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόσαστε	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόσουν	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόσουνα	=	ξεθάβομαι
ξεθαβόταν	=	ξεθάβομαι
ξεθαβότανε	=	ξεθάβομαι
ξεθαμέ	=	ξεθαμός
ξεθαμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέθαμμα
ξεθαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθαμμένο
ξεθαμμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθαμμένος
ξεθαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθαμμένη
ξεθαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθαμμένος
ξεθαμμένης	verb	γενική ενικού του ξεθαμμένη
ξεθαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθαμμένος
ξεθαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθαμμένος
ξεθαμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεθάβω και ξεθάφτω
ξεθαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθαμμένος
ξεθαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθαμμένος
ξεθαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθαμμένος
ξεθαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθαμός
ξεθαμού	=	ξεθαμός
ξεθαμούς	=	ξεθαμός
ξεθαμπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθάμπωμα
ξεθαμπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθάμπωμα
ξεθαμπώματος	noun	γενική ενικού του ξεθάμπωμα
ξεθαμπώναμε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώναν	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνανε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνατε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνει	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνεις	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνετε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνοντας	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνουμε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνουν	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνουνε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώνω	verb	ξεκαθαρίζω, κάνω κάτι διαυγές
ξεθαμπώσαμε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώσαν	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώσανε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώσατε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώσει	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμπώστε	=	ξεθαμπώνω
ξεθαμό	=	ξεθαμός
ξεθαμός	noun	/ ξέθαμα
ξεθαμών	noun	γενική πληθυντικού του ξεθαμός
ξεθαρρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθάρρεμα
ξεθαρρέματος	noun	γενική ενικού του ξεθάρρεμα
ξεθαρρέψαμε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρέψαν	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρέψανε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρέψατε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρέψει	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρέψτε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθάρρεμα
ξεθαρρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθαρρεμένο
ξεθαρρεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθαρρεμένη
ξεθαρρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεμένης	verb	γενική ενικού του ξεθαρρεμένη
ξεθαρρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεμένος	verb	που έχει πάρει θάρρος
ξεθαρρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθαρρεμένος
ξεθαρρεύαμε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύαν	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύανε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύατε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύει	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύεις	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύετε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύοντας	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύουμε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύουν	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύουνε	=	ξεθαρρεύω
ξεθαρρεύω	verb	αποκτώ θάρρος, τολμώ
ξεθαφτήκαμε	=	ξεθάβομαι
ξεθαφτήκαν	=	ξεθάβομαι
ξεθαφτήκανε	=	ξεθάβομαι
ξεθαφτήκατε	=	ξεθάβομαι
ξεθαφτεί	=	ξεθάβομαι
ξεθαφτείτε	=	ξεθάβομαι
ξεθαψίματα	=	ξεθάψιμο
ξεθαψίματος	=	ξεθάψιμο
ξεθαψιμάτων	=	ξεθάψιμο
ξεθεμέλιωμα	noun	το γκρέμισμα ενός οικοδομήματος από τα θεμέλια
ξεθεμελίωνα	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωναν	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωνε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωνες	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωσα	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωσαν	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωσε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελίωσες	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθεμέλιωμα
ξεθεμελιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεμελιωμένο
ξεθεμελιωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεμελιωμένη
ξεθεμελιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωμένης	verb	γενική ενικού του ξεθεμελιωμένη
ξεθεμελιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθεμελιωμένος
ξεθεμελιωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεμελιωτής
ξεθεμελιωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεθεμελιωτής
ξεθεμελιωτής	noun	αυτός που γκρεμίζει ένα οικοδόμημα από τα θεμέλια
ξεθεμελιωτών	noun	γενική πληθυντικού του ξεθεμελιωτής
ξεθεμελιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεμέλιωμα
ξεθεμελιώματος	noun	γενική ενικού του ξεθεμέλιωμα
ξεθεμελιώναμε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώναν	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνανε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνατε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνει	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνεις	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνετε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνοντας	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνουμε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνουν	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνουνε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώνω	verb	γκρεμίζω ένα οικοδόμημα από τα θεμέλια
ξεθεμελιώσαμε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώσαν	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώσανε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώσατε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώσει	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεμελιώστε	=	ξεθεμελιώνω
ξεθεωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθέωμα
ξεθεωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεωμένο
ξεθεωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθεωμένος
ξεθεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεωμένη
ξεθεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθεωμένος
ξεθεωμένης	verb	γενική ενικού του ξεθεωμένη
ξεθεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθεωμένος
ξεθεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθεωμένος
ξεθεωμένος	verb	υπερβολικά κουρασμένος
ξεθεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθεωμένος
ξεθεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθεωμένος
ξεθεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθεωμένος
ξεθεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεωτικό
ξεθεωτικέ	adj	κλητική ενικού του ξεθεωτικός
ξεθεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθεωτική
ξεθεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθεωτικός
ξεθεωτικής	adj	γενική ενικού του ξεθεωτική
ξεθεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθεωτικός
ξεθεωτικού	adj	γενική ενικού του ξεθεωτικός
ξεθεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεθεωτικός
ξεθεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ξεθεωτικός
ξεθεωτικός	adj	υπερβολικά κουραστικός
ξεθεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ξεθεωτικός
ξεθεώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθέωμα
ξεθεώματος	noun	γενική ενικού του ξεθέωμα
ξεθεώναμε	=	ξεθεώνω
ξεθεώναν	=	ξεθεώνω
ξεθεώνανε	=	ξεθεώνω
ξεθεώνατε	=	ξεθεώνω
ξεθεώνει	=	ξεθεώνω
ξεθεώνεις	=	ξεθεώνω
ξεθεώνετε	=	ξεθεώνω
ξεθεώνοντας	=	ξεθεώνω
ξεθεώνουμε	=	ξεθεώνω
ξεθεώνουν	=	ξεθεώνω
ξεθεώνουνε	=	ξεθεώνω
ξεθεώνω	verb	κουράζω, ταλαιπωρώ υπερβολικά
ξεθεώσαμε	=	ξεθεώνω
ξεθεώσαν	=	ξεθεώνω
ξεθεώσανε	=	ξεθεώνω
ξεθεώσατε	=	ξεθεώνω
ξεθεώσει	=	ξεθεώνω
ξεθεώστε	=	ξεθεώνω
ξεθηκάρωσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ξεθηκαρώνω
ξεθηκαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθηκαρωμένο
ξεθηκαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθηκαρωμένη
ξεθηκαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεθηκαρωμένη
ξεθηκαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθηκαρωμένος
ξεθηκαρώνω	verb|literary	βγάζω κάτι από το θηκάρι, την θήκη
ξεθηλυκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθηλυκωμένο
ξεθηλυκωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθηλυκωμένη
ξεθηλυκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκωμένης	verb	γενική ενικού του ξεθηλυκωμένη
ξεθηλυκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθηλυκωμένος
ξεθηλυκώναμε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώναν	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνανε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνατε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνει	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνεις	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνετε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνοντας	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνουμε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνουν	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνουνε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώνω	verb	ανοίγω κάτι, συχνά ρούχο, βγάζοντας ένα κουμπί από το θηλύκι του, ή ανοίγοντας έναν παρόμοιο μηχανισμό
ξεθηλυκώσαμε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώσαν	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώσανε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώσατε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώσει	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλυκώστε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωνα	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωναν	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωνε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωνες	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωσα	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωσαν	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωσε	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωσες	=	ξεθηλυκώνω
ξεθηλύκωτα	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτε	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτες	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτη	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτης	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτο	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτοι	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτος	adj	αυτός που έχει ξεθηλυκωθεί, που τα κουμπιά του είναι έξω από τα θηλύκια του
ξεθηλύκωτου	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτους	=	ξεθηλύκωτος
ξεθηλύκωτων	=	ξεθηλύκωτος
ξεθολωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθόλωμα
ξεθολωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθολωμένο
ξεθολωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθολωμένος
ξεθολωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθολωμένη
ξεθολωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθολωμένος
ξεθολωμένης	verb	γενική ενικού του ξεθολωμένη
ξεθολωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθολωμένος
ξεθολωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθολωμένος
ξεθολωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθολωμένος
ξεθολωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθολωμένος
ξεθολωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθολωμένος
ξεθολώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθόλωμα
ξεθολώματος	noun	γενική ενικού του ξεθόλωμα
ξεθολώναμε	=	ξεθολώνω
ξεθολώναν	=	ξεθολώνω
ξεθολώνανε	=	ξεθολώνω
ξεθολώνατε	=	ξεθολώνω
ξεθολώνει	=	ξεθολώνω
ξεθολώνεις	=	ξεθολώνω
ξεθολώνετε	=	ξεθολώνω
ξεθολώνοντας	=	ξεθολώνω
ξεθολώνουμε	=	ξεθολώνω
ξεθολώνουν	=	ξεθολώνω
ξεθολώνουνε	=	ξεθολώνω
ξεθολώνω	verb	ξεκαθαρίζω, κάνω κάτι διαυγές
ξεθολώσαμε	=	ξεθολώνω
ξεθολώσαν	=	ξεθολώνω
ξεθολώσανε	=	ξεθολώνω
ξεθολώσατε	=	ξεθολώνω
ξεθολώσει	=	ξεθολώνω
ξεθολώστε	=	ξεθολώνω
ξεθυμάναμε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμάναν	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμάνανε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμάνατε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμάνει	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμάνετε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθύμασμα
ξεθυμάσματος	noun	γενική ενικού του ξεθύμασμα
ξεθυμαίναμε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίναν	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνανε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνατε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνει	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνεις	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνετε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνοντας	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνουμε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνουν	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνουνε	=	ξεθυμαίνω
ξεθυμαίνω	verb	μου φεύγει ο θυμός, ηρεμώ, αφού όμως συνήθως έχω ξεσπάσει ή έχω κάνει κάτι άλλο που βοήθησε να εκτονωθώ, καταλαγιάζουν τα συναισθήματά μου, συνήθως της οργής
ξεθυμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθύμασμα
ξεθυμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθυμασμένο
ξεθυμασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθυμασμένος
ξεθυμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθυμασμένη
ξεθυμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθυμασμένος
ξεθυμασμένης	verb	γενική ενικού του ξεθυμασμένη
ξεθυμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθυμασμένος
ξεθυμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθυμασμένος
ξεθυμασμένος	verb	που έχει ξεθυμάνει
ξεθυμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθυμασμένος
ξεθυμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθυμασμένος
ξεθυμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθυμασμένος
ξεθυμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθυμωμένο
ξεθυμωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθυμωμένος
ξεθυμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθυμωμένη
ξεθυμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθυμωμένος
ξεθυμωμένης	verb	γενική ενικού του ξεθυμωμένη
ξεθυμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεθυμωμένος
ξεθυμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθυμωμένος
ξεθυμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθυμωμένος
ξεθυμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθυμωμένος
ξεθυμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθυμωμένος
ξεθυμώναμε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώναν	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνανε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνατε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνει	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνεις	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνετε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνοντας	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνουμε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνουν	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνουνε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώνω	verb	ηρεμώ, παύω να είμαι θυμωμένος
ξεθυμώσαμε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώσαν	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώσανε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώσατε	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώσει	=	ξεθυμώνω
ξεθυμώστε	=	ξεθυμώνω
ξεθωριάζαμε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζαν	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζανε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζατε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζει	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζεις	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζετε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζομαι	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζοντας	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζουμε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζουν	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζουνε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάζω	verb	χάζω κάτι ή τον εαυτό μου απαλά ή με τον καιρό
ξεθωριάσαμε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάσαν	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάσανε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάσατε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάσει	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθώριασμα
ξεθωριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεθώριασμα
ξεθωριάστε	=	ξεθωριάζω
ξεθωριάστηκα	=	ξεθωριάζω
ξεθωριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεθώριασμα
ξεθωριασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθωριασμένο
ξεθωριασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεθωριασμένος
ξεθωριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεθωριασμένη
ξεθωριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεθωριασμένος
ξεθωριασμένης	verb	γενική ενικού του ξεθωριασμένη
ξεθωριασμένο	adj	ουδέτερο του ξεθωριασμένος
ξεθωριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεθωριασμένος
ξεθωριασμένος	verb	που έχει χάσει την ένταση των χρωμάτων του
ξεθωριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεθωριασμένος
ξεθωριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεθωριασμένος
ξεθωριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεθωριασμένος
ξεθόλωμα	noun	ξεθάμπωμα, ξεκαθάρισμα
ξεθόλωνα	=	ξεθολώνω
ξεθόλωναν	=	ξεθολώνω
ξεθόλωνε	=	ξεθολώνω
ξεθόλωνες	=	ξεθολώνω
ξεθόλωσα	=	ξεθολώνω
ξεθόλωσαν	=	ξεθολώνω
ξεθόλωσε	=	ξεθολώνω
ξεθόλωσες	=	ξεθολώνω
ξεθύμαινα	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμαιναν	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμαινε	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμαινες	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμανα	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμαναν	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμανε	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμανες	=	ξεθυμαίνω
ξεθύμασμα	noun	το αποτέλεσμα του ξεθυμαίνω, η εκτόνωση ή η απώλεια της σπιρτάδας και του κινήτρου ενδιαφέροντος
ξεθύμωνα	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωναν	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωνε	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωνες	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωσα	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωσαν	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωσε	=	ξεθυμώνω
ξεθύμωσες	=	ξεθυμώνω
ξεθώριαζα	=	ξεθωριάζω
ξεθώριαζαν	=	ξεθωριάζω
ξεθώριαζε	=	ξεθωριάζω
ξεθώριαζες	=	ξεθωριάζω
ξεθώριασα	=	ξεθωριάζω
ξεθώριασαν	=	ξεθωριάζω
ξεθώριασε	=	ξεθωριάζω
ξεθώριασες	=	ξεθωριάζω
ξεθώριασμα	noun	η ατονία, η αλλοίωση των χρωμάτων ενός αντικειμένου
ξειδιού	=	ξείδι
ξειδιών	=	ξείδι
ξεκάθαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξεκάθαρος	adv	με σαφήνεια, χωρίς αοριστολογίες
ξεκάθαρε	adj	κλητική ενικού του ξεκάθαρος
ξεκάθαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκάθαρη
ξεκάθαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκάθαρος
ξεκάθαρης	adj	γενική ενικού του ξεκάθαρη
ξεκάθαρο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκάθαρος
ξεκάθαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκάθαρος
ξεκάθαρος	adj	που διακρίνεται πολύ καλά
ξεκάθαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκάθαρος
ξεκάθαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκάθαρος
ξεκάθαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκάθαρος
ξεκάκιωμα	noun	συμφιλίωση μετά από κάκιωμα, αποκατάσταση των σχέσεων
ξεκάκιωνα	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωναν	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωνε	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωνες	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωσα	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωσαν	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωσε	=	ξεκακιώνω
ξεκάκιωσες	=	ξεκακιώνω
ξεκάλτσωμα	noun	το να βγάζει κάποιος τις κάλτσες του, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωνα	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωναν	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωνε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωνες	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωσα	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωσαν	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωσε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωσες	=	ξεκαλτσώνω
ξεκάλτσωτα	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτε	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτες	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτη	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτης	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτο	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτοι	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτος	adj	που δε φοράει κάλτσες
ξεκάλτσωτου	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτους	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάλτσωτων	=	ξεκάλτσωτος
ξεκάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέκαμα
ξεκάματος	noun	γενική ενικού του ξέκαμα
ξεκάμπιζα	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπιζαν	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπιζε	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπιζες	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπισα	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπισαν	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπισε	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπισες	=	ξεκαμπίζω
ξεκάμπισμα	noun	το να βγαίνω μπροστά, να εκτίθεμαι ανοιχτά, να τολμώ
ξεκάμωμα	noun	η μεγάλη κούραση
ξεκάναμε	=	ξεκάνω
ξεκάναν	=	ξεκάνω
ξεκάνανε	=	ξεκάνω
ξεκάνατε	=	ξεκάνω
ξεκάνει	=	ξεκάνω
ξεκάνεις	=	ξεκάνω
ξεκάνετε	=	ξεκάνω
ξεκάνοντας	=	ξεκάνω
ξεκάνουμε	=	ξεκάνω
ξεκάνουν	=	ξεκάνω
ξεκάνουνε	=	ξεκάνω
ξεκάντε	=	ξεκάνω
ξεκάνω	verb	εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ
ξεκάπνιζα	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνιζαν	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνιζε	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνιζες	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνισα	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνισαν	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνισε	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνισες	=	ξεκαπνίζω
ξεκάπνισμα	noun	αφαιρώ την καπνιά από κάτι (καπνοδόχο, τοίχο, κ.λπ.)
ξεκάρφωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκαρφώνω, η έξοδος ή εξαγωγή αιχμηρού αντικειμένου από εκεί που ήταν καρφωμένο
ξεκάρφωνα	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωναν	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωνε	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωνες	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωσα	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωσαν	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωσε	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωσες	=	ξεκαρφώνω
ξεκάρφωτα	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτε	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτες	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτη	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτης	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτο	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτοι	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτος	adj	που του έχουν φύγει τα καρφιά με τα οποία ήταν στερεωμένος ή που δεν έχει, ακόμα, στερεωθεί με καρφιά
ξεκάρφωτου	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτους	=	ξεκάρφωτος
ξεκάρφωτων	=	ξεκάρφωτος
ξεκίνα	=	ξεκινώ
ξεκίναγα	=	ξεκινώ
ξεκίναγαν	=	ξεκινώ
ξεκίναγε	=	ξεκινώ
ξεκίναγες	=	ξεκινώ
ξεκίνημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκινώ
ξεκίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκαβαλίκεμα	noun	η ενέργεια του ξεκαβαλικεύω, η αφίππευση
ξεκαβαλικέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαβαλίκεμα
ξεκαβαλικέματος	noun	γενική ενικού του ξεκαβαλίκεμα
ξεκαβαλικεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκαβαλίκεμα
ξεκαβαλικεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαβαλικεμένο
ξεκαβαλικεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαβαλικεμένη
ξεκαβαλικεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαβαλικεμένη
ξεκαβαλικεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαβαλικεμένος
ξεκαβαλικεύω	verb	κατεβαίνω από το άλογο
ξεκαθάριζα	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάριζαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάριζε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάριζες	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάρισα	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάρισαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάρισε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάρισες	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζαμε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζανε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζατε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζει	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζεις	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζεσαι	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζεστε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζεται	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζετε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζομαι	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζομε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζονται	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζονταν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζοντας	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζουμε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζουν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζουνε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίζω	verb	κάνω κάτι να είναι καθαρό, λύνω τις απορίες και διαλύω τις αμφιβολίες και τις παρανοήσεις σχετικά με αυτό, αποσαφηνίζω
ξεκαθαρίσαμε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσανε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσατε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσει	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσεις	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσετε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαθάρισμα
ξεκαθαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεκαθάρισμα
ξεκαθαρίσομε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσου	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσουμε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσουν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσουνε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίστε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίστηκα	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίστηκαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίστηκε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίστηκες	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρίσω	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόμασταν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόμαστε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόμουν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόμουνα	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόντουσαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόσασταν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόσαστε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόσουν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόσουνα	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζόταν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριζότανε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκαθάρισμα
ξεκαθαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαθαρισμένο
ξεκαθαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαθαρισμένη
ξεκαθαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαθαρισμένη
ξεκαθαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαρισμένος	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαθαρισμένος
ξεκαθαριστήκαμε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστήκαν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστήκανε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστήκατε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστεί	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστείς	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστείτε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστούμε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστούν	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστούνε	=	ξεκαθαρίζω
ξεκαθαριστώ	=	ξεκαθαρίζω
ξεκακιωμάτων	=	ξεκάκιωμα
ξεκακιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκακιωμένο
ξεκακιωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκακιωμένος
ξεκακιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκακιωμένη
ξεκακιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκακιωμένος
ξεκακιωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκακιωμένη
ξεκακιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκακιωμένος
ξεκακιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκακιωμένος
ξεκακιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκακιωμένος
ξεκακιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκακιωμένος
ξεκακιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκακιωμένος
ξεκακιώματα	=	ξεκάκιωμα
ξεκακιώματος	=	ξεκάκιωμα
ξεκακιώναμε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώναν	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνανε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνατε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνει	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνεις	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνετε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνοντας	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνουμε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνουν	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνουνε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώνω	verb	σταματάω να κρατάω κακία σε κάποιον
ξεκακιώσαμε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώσαν	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώσανε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώσατε	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώσει	=	ξεκακιώνω
ξεκακιώστε	=	ξεκακιώνω
ξεκαλοκαίριαζα	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριαζαν	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριαζε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριαζες	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριασα	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριασαν	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριασε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριασες	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαίριασμα	noun	η διαμονή σε κάποιον (ορεινό ή παραθαλάσσιο) τόπο, ώστε να περάσει (ευχάριστα) το καλοκαίρι
ξεκαλοκαιριά	=	ξεκαλοκαιριό
ξεκαλοκαιριάζαμε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζαν	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζανε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζατε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζει	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζεις	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζετε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζομε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζοντας	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζουμε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζουν	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζουνε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάζω	verb	περνώ το καλοκαίρι
ξεκαλοκαιριάσαμε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσαν	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσανε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσατε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσει	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσεις	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσετε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλοκαίριασμα
ξεκαλοκαιριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεκαλοκαίριασμα
ξεκαλοκαιριάσομε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσουμε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσουν	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσουνε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάστε	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριάσω	=	ξεκαλοκαιριάζω
ξεκαλοκαιριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκαλοκαίριασμα
ξεκαλοκαιριού	=	ξεκαλοκαιριό
ξεκαλοκαιριό	noun|vulgar	η ορεινή περιοχή που επιλέγουν οι κτηνοτρόφοι να περάσουν τους ανοιξιάτικους, καλοκαιρινούς ή πρώτους φθινοπωρινούς μήνες, ώστε να βρίσκονται κοντά σε βοσκοτόπια για το κοπάδι τους
ξεκαλοκαιριών	=	ξεκαλοκαιριό
ξεκαλουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκαλούπωμα
ξεκαλουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλουπωμένο
ξεκαλουπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλουπωμένη
ξεκαλουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαλουπωμένη
ξεκαλουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαλουπωμένος
ξεκαλουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλούπωμα
ξεκαλουπώματος	noun	γενική ενικού του ξεκαλούπωμα
ξεκαλουπώναμε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώναν	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνανε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνατε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνει	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνεις	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνετε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνοντας	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνουμε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνουν	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνουνε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώνω	verb	βγάζω τα καλούπια
ξεκαλουπώσαμε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώσαν	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώσανε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώσατε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώσει	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλουπώστε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωμα	noun	η αφαίρεση των καλουπιών
ξεκαλούπωνα	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωναν	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωνε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωνες	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωσα	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωσαν	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωσε	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλούπωσες	=	ξεκαλουπώνω
ξεκαλτσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκάλτσωμα
ξεκαλτσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλτσωμένο
ξεκαλτσωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλτσωμένη
ξεκαλτσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαλτσωμένη
ξεκαλτσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαλτσωμένος
ξεκαλτσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκάλτσωμα
ξεκαλτσώματος	noun	γενική ενικού του ξεκάλτσωμα
ξεκαλτσώναμε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώναν	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνανε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνατε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνει	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνεις	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνετε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνοντας	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνουμε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνουν	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνουνε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώνω	verb	βγάζω τις κάλτσες
ξεκαλτσώσαμε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώσαν	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώσανε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώσατε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώσει	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαλτσώστε	=	ξεκαλτσώνω
ξεκαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέκαμα
ξεκαμπίζαμε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζαν	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζανε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζατε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζει	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζεις	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζετε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζοντας	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζουμε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζουν	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζουνε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίζω	verb	βγαίνω στον κάμπο
ξεκαμπίσαμε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίσαν	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίσανε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίσατε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίσει	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπίσματα	=	ξεκάμπισμα
ξεκαμπίσματος	=	ξεκάμπισμα
ξεκαμπίστε	=	ξεκαμπίζω
ξεκαμπισμάτων	=	ξεκάμπισμα
ξεκαμπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαμπισμένο
ξεκαμπισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαμπισμένος
ξεκαμπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαμπισμένη
ξεκαμπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαμπισμένος
ξεκαμπισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαμπισμένη
ξεκαμπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαμπισμένος
ξεκαμπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαμπισμένος
ξεκαμπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαμπισμένος
ξεκαμπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαμπισμένος
ξεκαμπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαμπισμένος
ξεκαμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκάμωμα
ξεκαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαμωμένο
ξεκαμωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαμωμένος
ξεκαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαμωμένη
ξεκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαμωμένος
ξεκαμωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαμωμένη
ξεκαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαμωμένος
ξεκαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαμωμένος
ξεκαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαμωμένος
ξεκαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαμωμένος
ξεκαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαμωμένος
ξεκαμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκάμωμα
ξεκαμώματος	noun	γενική ενικού του ξεκάμωμα
ξεκαπάκωμα	noun	η ενέργεια του ξεκαπακώνω, η αφαίρεση του καπακιού
ξεκαπάκωνα	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωναν	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωνε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωνες	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωσα	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωσαν	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωσε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωσες	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπάκωτα	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτε	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτες	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτη	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτης	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτο	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτοι	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτος	adj	που του έχει αφαιρεθεί το καπάκι
ξεκαπάκωτου	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτους	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπάκωτων	=	ξεκαπάκωτος
ξεκαπέλωμα	noun	το βγάλσιμο του καπέλου
ξεκαπέλωτα	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτε	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτες	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτη	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτης	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτο	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτοι	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτος	adj	που δεν έχει καπέλο
ξεκαπέλωτου	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτους	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπέλωτων	=	ξεκαπέλωτος
ξεκαπίστρωμα	noun	η αφαίρεση του καπιστριού
ξεκαπίστρωτα	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτε	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτες	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτη	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτης	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτο	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτοι	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτος	adj	που δεν έχει καπίστρι
ξεκαπίστρωτου	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτους	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπίστρωτων	=	ξεκαπίστρωτος
ξεκαπακωμάτων	=	ξεκαπάκωμα
ξεκαπακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπακωμένο
ξεκαπακωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπακωμένη
ξεκαπακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαπακωμένη
ξεκαπακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαπακωμένος
ξεκαπακώματα	=	ξεκαπάκωμα
ξεκαπακώματος	=	ξεκαπάκωμα
ξεκαπακώναμε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώναν	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνανε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνατε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνει	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνεις	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνετε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνοντας	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνουμε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνουν	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνουνε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώνω	verb	αφαιρώ το καπάκι από ένα δοχείο
ξεκαπακώσαμε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώσαν	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώσανε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώσατε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώσει	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπακώστε	=	ξεκαπακώνω
ξεκαπελωμάτων	=	ξεκαπέλωμα
ξεκαπελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπελωμένο
ξεκαπελωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπελωμένη
ξεκαπελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαπελωμένη
ξεκαπελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαπελωμένος
ξεκαπελώματα	=	ξεκαπέλωμα
ξεκαπελώματος	=	ξεκαπέλωμα
ξεκαπελώνω	verb	βγάζω το καπέλο κάποιου
ξεκαπιστρωμάτων	=	ξεκαπίστρωμα
ξεκαπιστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπιστρωμένο
ξεκαπιστρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπιστρωμένη
ξεκαπιστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαπιστρωμένη
ξεκαπιστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαπιστρωμένος
ξεκαπιστρώματα	=	ξεκαπίστρωμα
ξεκαπιστρώματος	=	ξεκαπίστρωμα
ξεκαπιστρώνω	verb	αφαιρώ το καπίστρι ενός υποζυγίου
ξεκαπνίζαμε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζαν	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζανε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζατε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζει	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζεις	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζετε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζοντας	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζουμε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζουν	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζουνε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίζω	verb	αφαιρώ την καπνιά που έχει επικαθίσει σε μια επιφάνεια
ξεκαπνίσαμε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίσαν	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίσανε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίσατε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίσει	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνίσματα	=	ξεκάπνισμα
ξεκαπνίσματος	=	ξεκάπνισμα
ξεκαπνίστε	=	ξεκαπνίζω
ξεκαπνισμάτων	=	ξεκάπνισμα
ξεκαπνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπνισμένο
ξεκαπνισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαπνισμένος
ξεκαπνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπνισμένη
ξεκαπνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαπνισμένος
ξεκαπνισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαπνισμένη
ξεκαπνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαπνισμένος
ξεκαπνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαπνισμένος
ξεκαπνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαπνισμένος
ξεκαπνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαπνισμένος
ξεκαπνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαπνισμένος
ξεκαρδίζεσαι	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίζεστε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίζεται	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίζομαι	verb	γελάω υπερβολικά, λύνομαι στα γέλια
ξεκαρδίζονται	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίζονταν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίζου	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίσου	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίστηκα	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίστηκαν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίστηκε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδίστηκες	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόμασταν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόμαστε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόμουν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόμουνα	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόντουσαν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόσασταν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόσαστε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόσουν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόσουνα	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζόταν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιζότανε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρδισμένο
ξεκαρδισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρδισμένη
ξεκαρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαρδισμένη
ξεκαρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδισμένος	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαρδισμένος
ξεκαρδιστήκαμε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιστήκαν	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιστήκανε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιστήκατε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιστεί	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιστείτε	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρδιστικό
ξεκαρδιστικέ	adj	κλητική ενικού του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρδιστική
ξεκαρδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστικής	adj	γενική ενικού του ξεκαρδιστική
ξεκαρδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστικού	adj	γενική ενικού του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστικός	adj	που προκαλεί μεγάλο γέλιο
ξεκαρδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ξεκαρδιστικός
ξεκαρδιστώ	=	ξεκαρδίζομαι
ξεκαρεκλοποδαρώθηκε	verb	γ' ενικό πρόσωπο, παθητικού αορίστου του ρήματος ξεκαρεκλοποδαριάζομαι
ξεκαρφίτσωνα	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωναν	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωνε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωνες	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωσα	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωσαν	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωσε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφίτσωσες	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώναμε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώναν	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνανε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνατε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνει	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνεις	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνετε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνοντας	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνουμε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνουν	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνουνε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώνω	verb	αφαιρώ τις καρφίτσες ή τις πινέζες από κάπου
ξεκαρφιτσώσαμε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώσαν	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώσανε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώσατε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώσει	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφιτσώστε	=	ξεκαρφιτσώνω
ξεκαρφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκάρφωμα
ξεκαρφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρφωμένο
ξεκαρφωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρφωμένη
ξεκαρφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκαρφωμένη
ξεκαρφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκαρφωμένος
ξεκαρφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκάρφωμα
ξεκαρφώματος	noun	γενική ενικού του ξεκάρφωμα
ξεκαρφώναμε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώναν	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνανε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνατε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνει	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνεις	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνετε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνοντας	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνουμε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνουν	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνουνε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώνω	verb	αφαιρώ τα καρφιά με τα οποία ένα αντικείμενο ήταν καρφωμένο κάπου
ξεκαρφώσαμε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώσαν	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώσανε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώσατε	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώσει	=	ξεκαρφώνω
ξεκαρφώστε	=	ξεκαρφώνω
ξεκατίνιαζα	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιαζαν	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιαζε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιαζες	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιασα	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιασαν	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιασε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιασες	=	ξεκατινιάζω
ξεκατίνιασμα	noun|vulgar	η εξαχρείωση κυρίως γυναικών αλλά συχνά και ανδρών, όταν φιλονικούν με χυδαιότητα και κατεβάζουν ακόμα χαμηλότερα το επιπεδο της αντιπαράθεσής τους
ξεκατινιάζαμε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζαν	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζανε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζατε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζει	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζεις	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζετε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζοντας	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζουμε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζουν	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζουνε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάζω	verb	εξαντλώ κάποιον τελείως από βάρος ή κούραση
ξεκατινιάσαμε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάσαν	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάσανε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάσατε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάσει	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιάσματα	=	ξεκατίνιασμα
ξεκατινιάσματος	=	ξεκατίνιασμα
ξεκατινιάστε	=	ξεκατινιάζω
ξεκατινιασμάτων	=	ξεκατίνιασμα
ξεκαύλωτα	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτε	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτες	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτη	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτης	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτο	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτοι	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτος	adj	ξεκαύλωτος, ο μη βρισκόμενος σε στύση, χαλαρό πέος
ξεκαύλωτου	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτους	=	ξεκαύλωτος
ξεκαύλωτων	=	ξεκαύλωτος
ξεκινά	=	ξεκινώ
ξεκινάγαμε	=	ξεκινώ
ξεκινάγανε	=	ξεκινώ
ξεκινάγατε	=	ξεκινώ
ξεκινάει	=	ξεκινώ
ξεκινάμε	=	ξεκινώ
ξεκινάν	=	ξεκινώ
ξεκινάνε	=	ξεκινώ
ξεκινάς	=	ξεκινώ
ξεκινάτε	=	ξεκινώ
ξεκινάω	verb	ασυναίρετος τύπος του ξεκινώ
ξεκινήματα	=	ξεκίνημα
ξεκινήματος	=	ξεκίνημα
ξεκινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσαν	=	ξεκινώ
ξεκινήσανε	=	ξεκινώ
ξεκινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσουνε	=	ξεκινάω
ξεκινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκινώ
ξεκινημάτων	=	ξεκίνημα
ξεκινημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκινημένο
ξεκινημένε	verb	κλητική ενικού του ξεκινημένος
ξεκινημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκινημένη
ξεκινημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκινημένος
ξεκινημένης	verb	γενική ενικού του ξεκινημένη
ξεκινημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκινημένος
ξεκινημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκινημένος
ξεκινημένος	=	ξεκινάω
ξεκινημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκινημένος
ξεκινημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκινημένος
ξεκινημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκινημένος
ξεκινητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκινητής
ξεκινητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεκινητής
ξεκινητής	noun	πιστωτής σφουγγαράδικων καϊκιών
ξεκινητών	noun	γενική πληθυντικού του ξεκινητής
ξεκινούμε	=	ξεκινώ
ξεκινούν	verb	γ' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ξεκινώ
ξεκινούνε	=	ξεκινώ
ξεκινούσα	=	ξεκινώ
ξεκινούσαμε	=	ξεκινώ
ξεκινούσαν	=	ξεκινώ
ξεκινούσανε	=	ξεκινώ
ξεκινούσατε	=	ξεκινώ
ξεκινούσε	=	ξεκινώ
ξεκινούσες	=	ξεκινώ
ξεκινώ	verb	αρχίζω να κινούμαι κατευθυνόμενος προς τα κάπου
ξεκινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεκινάω / ξεκινώ
ξεκλέβω	verb	βρίσκω, εξοικονομώ (κυρίως χρόνο) αφαιρώντας από άλλη δραστηριότητα
ξεκλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλέβω
ξεκλήριζα	=	ξεκληρίζω
ξεκλήριζαν	=	ξεκληρίζω
ξεκλήριζε	=	ξεκληρίζω
ξεκλήριζες	=	ξεκληρίζω
ξεκλήρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκλήρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκλήρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκλήρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκλήρισμα	noun	η απώλεια μεγάλου αριθμού μελών μιας οικογένειας ή κοινότητας
ξεκλείδωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεκλειδώνω
ξεκλείδωνα	=	ξεκλειδώνω
ξεκλείδωναν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλείδωνε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλείδωνες	=	ξεκλειδώνω
ξεκλείδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλείδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλείδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλείδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλείδωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξεκλείδωτος	adv	χωρίς να έχει κλειδωθεί
ξεκλείδωτε	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτες	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτης	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτο	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτοι	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτος	adj	που δεν έχει κλειδωθεί
ξεκλείδωτου	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτους	=	ξεκλείδωτος
ξεκλείδωτων	=	ξεκλείδωτος
ξεκλειδωθήκαμε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωθήκαν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωθήκανε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωθήκατε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδωθούνε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκλείδωμα
ξεκλειδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκλειδωμένο
ξεκλειδωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκλειδωμένη
ξεκλειδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκλειδωμένη
ξεκλειδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωμένος	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκλειδωμένος
ξεκλειδωνόμασταν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόμαστε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόμουν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόμουνα	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόντουσαν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόσασταν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόσαστε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόσουν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόσουνα	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνόταν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδωνότανε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώθηκα	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνομαι
ξεκλειδώθηκες	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκλείδωμα
ξεκλειδώματος	noun	γενική ενικού του ξεκλείδωμα
ξεκλειδώναμε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώναν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνανε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνατε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνει	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνεις	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνεσαι	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνεστε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνεται	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνετε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνομε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνονται	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνονταν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνοντας	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνουμε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνουν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνουνε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώνω	verb	ενεργώ έτσι ώστε κάτι (πόρτα, κλειδαριά, πρόγραμμα Η/Υ) να πάψει να είναι κλειδωμένο
ξεκλειδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσαν	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσανε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσομε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσου	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσουνε	=	ξεκλειδώνω
ξεκλειδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκλειδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκλειδώνω
ξεκληρίζαμε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζαν	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζανε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζατε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζει	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζεις	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζετε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζοντας	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζουμε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζουν	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζουνε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίζω	verb	σκοτώνω εξ αμελείας ή σκοπίμως τα μέλη μιας οικογένειας
ξεκληρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίσαν	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίσανε	=	ξεκληρίζω
ξεκληρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκλήρισμα
ξεκληρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεκλήρισμα
ξεκληρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζω
ξεκληρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκλήρισμα
ξεκληρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκληρισμένο
ξεκληρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκληρισμένος
ξεκληρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκληρισμένη
ξεκληρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκληρισμένος
ξεκληρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκληρισμένη
ξεκληρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκληρισμένος
ξεκληρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκληρισμένος
ξεκληρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκληρισμένος
ξεκληρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκληρισμένος
ξεκληρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκληρισμένος
ξεκληριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκληριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκληρίζομαι
ξεκλωσήματα	=	ξεκλώσημα
ξεκλωσήματος	=	ξεκλώσημα
ξεκλωσημάτων	=	ξεκλώσημα
ξεκλωσώ	verb	ολοκληρώνω την επώαση
ξεκλωσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεκλωσάω / ξεκλωσώ
ξεκλώσημα	noun	η ολοκλήρωση του κλωσήματος, της επώασης των αυγών
ξεκοίλιαζα	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιαζαν	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιαζε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιαζες	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοίλιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζαμε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζαν	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζανε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζατε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζει	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζεις	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζετε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζομαι	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζοντας	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζουμε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζουν	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζουνε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάζω	verb	χτυπώ με μαχαίρι ή άλλο όργανο κάποιον στην κοιλιά και του προκαλώ τραύμα τόσο πολύ μεγάλο, ώστε να φανούν τα εντόσθιά του
ξεκοιλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσαν	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσανε	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοίλιασμα
ξεκοιλιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεκοίλιασμα
ξεκοιλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκοίλιασμα
ξεκοιλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοιλιασμένο
ξεκοιλιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοιλιασμένη
ξεκοιλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεκοιλιασμένη
ξεκοιλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιασμένος	=	ξεκοιλιάζω
ξεκοιλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκοιλιασμένος
ξεκοιλιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοιλιάζομαι
ξεκοκάλιζα	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλιζαν	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλιζε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλιζες	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκάλισμα	noun	η ενέργεια του ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζαμε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζαν	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζανε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζατε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζει	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζεις	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζετε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζουμε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζουν	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζουνε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίζω	verb	αφαιρώ τα κόκαλα από ένα κομμάτι κρέας
ξεκοκαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσαν	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσανε	=	ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοκάλισμα
ξεκοκαλίσματος	noun	γενική ενικού του ξεκοκάλισμα
ξεκοκαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζω
ξεκοκαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκοκάλισμα
ξεκοκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοκαλισμένο
ξεκοκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοκαλισμένη
ξεκοκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκοκαλισμένη
ξεκοκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκοκαλισμένος
ξεκοκαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκοκαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκοκαλίζομαι
ξεκολλάω	=	ξεκολλῶ
ξεκολλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκόλλημα
ξεκολλήματος	noun	γενική ενικού του ξεκόλλημα
ξεκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκολλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκόλλημα
ξεκολλημέ	noun	κλητική ενικού του ξεκολλημός
ξεκολλημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξεκολλημένος	adv	έχοντας ξεκολλήσει
ξεκολλημένε	verb	κλητική ενικού του ξεκολλημένος
ξεκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκολλημένη
ξεκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκολλημένος
ξεκολλημένης	verb	γενική ενικού του ξεκολλημένη
ξεκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκολλημένος
ξεκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκολλημένος
ξεκολλημένος	verb	που ήταν κολλημένος αλλά τώρα είτε κάποιος τον έχει αποσπάσει από τη θέση του ή έχει ξεκολλήσει μόνος του (π.χ. από φθορά)
ξεκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκολλημένος
ξεκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκολλημένος
ξεκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκολλημένος
ξεκολλημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκολλημός
ξεκολλημού	noun	γενική ενικού του ξεκολλημός
ξεκολλημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξεκολλημός
ξεκολλημό	noun	αιτιατική ενικού του ξεκολλημός
ξεκολλημός	noun	η απομάκρυνση από κάποιον ή κάποια δραστηριότητα.
ξεκολλημών	noun	γενική πληθυντικού του ξεκολλημός
ξεκολλώ	verb	αποκολλώ, αποσπώ ένα αντικείμενο από την επιφάνεια πάνω στην οποία ήταν κολλημένο
ξεκολλῶ	verb	γραφή του ξεκολλώ στην καθαρεύουσα και γενικά πριν από την εφαρμογή του μονοτονικού
ξεκομμένα	adv	αποσπασματικά, χωρίς συσχετίσεις, δίχως συνεννόησης για συντονισμό ενεργειών, ανεξάρτητα, αυτόνομα, απομονωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκομμένο
ξεκομμένε	adj	κλητική ενικού του ξεκομμένος
ξεκομμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκομμένη
ξεκομμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκομμένος
ξεκομμένης	adj	γενική ενικού του ξεκομμένη
ξεκομμένο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκομμένος
ξεκομμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκομμένος
ξεκομμένος	verb	που έχει απομακρυνθεί από τους άλλους
ξεκομμένου	verb	γενική ενικού του ξεκομμένος
ξεκομμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκομμένος
ξεκομμένων	adj	γενική πληθυντικού του ξεκομμένος
ξεκοτσάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεκοτσάρω
ξεκοτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκοτσάρισμα
ξεκοτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεκοτσάρισμα
ξεκοτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκοτσάρισμα
ξεκουβαρίαζα	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίαζαν	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίαζε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίαζες	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίασα	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίασαν	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίασε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαρίασες	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζαμε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζαν	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζανε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζατε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζει	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζεις	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζεσαι	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάζεστε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάζεται	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάζετε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζονται	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάζονταν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάζοντας	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζου	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάζουμε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζουν	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζουνε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάζω	verb	αναιρώ το κουβάριασμα, ξετυλίγω το κουβάρι
ξεκουβαριάσαμε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάσαν	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάσανε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάσατε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάσει	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάσου	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάστε	=	ξεκουβαριάζω
ξεκουβαριάστηκα	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάστηκαν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάστηκε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριάστηκες	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόμασταν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόμαστε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόμουν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόμουνα	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόντουσαν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόσασταν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόσαστε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόσουν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόσουνα	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζόταν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαζότανε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριασμένος	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαστήκαμε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαστήκαν	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαστήκανε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαστήκατε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαστεί	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουβαριαστείτε	=	ξεκουβαριάζομαι
ξεκουκουλωμάτων	=	ξεκουκούλωμα
ξεκουκουλώματα	=	ξεκουκούλωμα
ξεκουκουλώματος	=	ξεκουκούλωμα
ξεκουκουλώναμε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώναν	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνανε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνατε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνει	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνεις	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνετε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνομαι	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνοντας	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνουμε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνουν	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνουνε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώνω	verb	αφαιρώ την κουκούλα
ξεκουκουλώσαμε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώσαν	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώσανε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώσατε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώσει	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκουλώστε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωνα	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωναν	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωνε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωνες	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωσα	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωσαν	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωσε	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωσες	=	ξεκουκουλώνω
ξεκουκούλωτα	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτε	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτες	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτη	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτης	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτο	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτοι	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτος	adj	που τον έχουν ξεκουκουλώσει
ξεκουκούλωτου	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτους	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουκούλωτων	=	ξεκουκούλωτος
ξεκουμπίδια	intj	λέγεται σε κάποιον του οποίου η παρουσία είναι πολύ ενοχλητική
ξεκουμπίζομαι	verb	απαλλάσσω κάποιον από την ενοχλητική παρουσία μου
ξεκουμπίσματα	=	ξεκούμπισμα
ξεκουμπίσματος	=	ξεκούμπισμα
ξεκουμπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπισμάτων	=	ξεκούμπισμα
ξεκουμπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουμπισμένο
ξεκουμπισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουμπισμένη
ξεκουμπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκουμπισμένη
ξεκουμπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκουμπισμένος
ξεκουμπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπίζομαι
ξεκουμπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθήκαν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωθήκανε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπωμάτων	=	ξεκούμπωμα
ξεκουμπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουμπωμένο
ξεκουμπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουμπωμένη
ξεκουμπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκουμπωμένη
ξεκουμπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωμένος	verb	που έχει ξεκουμπωθεί
ξεκουμπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκουμπωμένος
ξεκουμπωνόμασταν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόμαστε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόμουν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόμουνα	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόντουσαν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόσασταν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόσαστε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόσουν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόσουνα	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνόταν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπωνότανε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπώματα	=	ξεκούμπωμα
ξεκουμπώματος	=	ξεκούμπωμα
ξεκουμπώναμε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώναν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνανε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνατε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνει	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνεις	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνεσαι	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνεστε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνεται	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνετε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνονται	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνονταν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνοντας	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνουμε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνουν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνουνε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώνω	verb	ανοίγω κάτι (συνήθως ρούχο), βγάζοντας τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες ή με την απελευθέρωση ενός παρεμφερή μηχανισμού
ξεκουμπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσαν	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσανε	=	ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνομαι
ξεκουμπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουμπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκουράζαμε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζαν	=	ξεκουράζω
ξεκουράζανε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζατε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζει	=	ξεκουράζω
ξεκουράζεις	=	ξεκουράζω
ξεκουράζεσαι	=	ξεκουράζω
ξεκουράζεστε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζεται	=	ξεκουράζω
ξεκουράζετε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζομαι	verb	παραμένω σε μια κατάσταση κατά την οποία δεν εργάζομαι ώστε να ανακτήσω τις σωματικές, πνευματικές κλπ δυνάμεις μου και να μου φύγει η κούραση
ξεκουράζομε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζονται	=	ξεκουράζω
ξεκουράζονταν	=	ξεκουράζω
ξεκουράζοντας	=	ξεκουράζω
ξεκουράζουμε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζουν	=	ξεκουράζω
ξεκουράζουνε	=	ξεκουράζω
ξεκουράζω	verb	διώχνω την κούραση
ξεκουράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσαν	=	ξεκουράζω
ξεκουράσανε	=	ξεκουράζω
ξεκουράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσματα	=	ξεκούρασμα
ξεκουράσματος	=	ξεκούρασμα
ξεκουράσομε	=	ξεκουράζω
ξεκουράσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράσουνε	=	ξεκουράζω
ξεκουράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουράστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουράστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουράστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουράστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκουραζόμασταν	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόμαστε	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόμουν	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόμουνα	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόντουσαν	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόσασταν	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόσαστε	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόσουν	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόσουνα	=	ξεκουράζω
ξεκουραζόταν	=	ξεκουράζω
ξεκουραζότανε	=	ξεκουράζω
ξεκουρασμάτων	=	ξεκούρασμα
ξεκουρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρασμένο
ξεκουρασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκουρασμένος
ξεκουρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρασμένη
ξεκουρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουρασμένος
ξεκουρασμένης	verb	γενική ενικού του ξεκουρασμένη
ξεκουρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκουρασμένος
ξεκουρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρασμένος
ξεκουρασμένος	=	ξεκουράζω
ξεκουρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκουρασμένος
ξεκουρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουρασμένος
ξεκουρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκουρασμένος
ξεκουραστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστήκαν	=	ξεκουράζω
ξεκουραστήκανε	=	ξεκουράζω
ξεκουραστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουραστικό
ξεκουραστικέ	adj	κλητική ενικού του ξεκουραστικός
ξεκουραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουραστική
ξεκουραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουραστικός
ξεκουραστικής	adj	γενική ενικού του ξεκουραστική
ξεκουραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουραστικός
ξεκουραστικού	adj	γενική ενικού του ξεκουραστικός
ξεκουραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουραστικός
ξεκουραστικό	adj	αιτιατική ενικού του ξεκουραστικός
ξεκουραστικός	adj	που ξεκουράζει
ξεκουραστικών	adj	γενική πληθυντικού του ξεκουραστικός
ξεκουραστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουραστούνε	=	ξεκουράζω
ξεκουραστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζομαι
ξεκουρδίζαμε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζαν	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζανε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζατε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζει	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζεις	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζεσαι	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίζεστε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίζεται	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίζετε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζονται	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίζονταν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίζοντας	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζου	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίζουμε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζουν	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζουνε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίζω	verb	χαλαρώνω τις χορδές ενός οργάνου, χαλάω το κούρδισμα
ξεκουρδίσαμε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίσαν	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίσανε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίσατε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίσει	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίσματα	=	ξεκούρδισμα
ξεκουρδίσματος	=	ξεκούρδισμα
ξεκουρδίσου	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίστε	=	ξεκουρδίζω
ξεκουρδίστηκα	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίστηκαν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίστηκε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδίστηκες	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόμασταν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόμαστε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόμουν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόμουνα	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόντουσαν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόσασταν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόσαστε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόσουν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόσουνα	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζόταν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιζότανε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδισμάτων	=	ξεκούρδισμα
ξεκουρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρδισμένο
ξεκουρδισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρδισμένη
ξεκουρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκουρδισμένη
ξεκουρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδισμένος	verb	που έχει ξεκουρδιστεί, που οι χορδές του έχουν χαλαρώσει
ξεκουρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκουρδισμένος
ξεκουρδιστήκαμε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιστήκαν	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιστήκανε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιστήκατε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιστεί	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρδιστείτε	=	ξεκουρδίζομαι
ξεκουρντίζω	verb	άλλη μορφή του ξεκουρδίζω
ξεκουρντίσματα	=	ξεκούρντισμα
ξεκουρντίσματος	=	ξεκούρντισμα
ξεκουρντισμάτων	=	ξεκούρντισμα
ξεκουρντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρντισμένο
ξεκουρντισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκουρντισμένος
ξεκουρντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρντισμένη
ξεκουρντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουρντισμένος
ξεκουρντισμένης	verb	γενική ενικού του ξεκουρντισμένη
ξεκουρντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκουρντισμένος
ξεκουρντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουρντισμένος
ξεκουρντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκουρντισμένος
ξεκουρντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουρντισμένος
ξεκουρντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκουρντισμένος
ξεκουτασμένος	=	ξεκουράζω
ξεκουτιάναμε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιάναν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιάνανε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιάνατε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιάνει	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιάντε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουτιάρης
ξεκουτιάρας	adj	γενική ενικού του ξεκουτιάρα
ξεκουτιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουτιάρα
ξεκουτιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεκουτιάρης
ξεκουτιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουτιάρης
ξεκουτιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ξεκουτιάρης
ξεκουτιάρης	adj	το άτομο τρίτης ηλικίας που παρουσιάζει άνοια ή έκπτωση των διανοητιών λειτουργιών του, που ξεκουτιαίνεται
ξεκουτιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουτιάρικο
ξεκουτιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεκουτιάρης
ξεκουτιάρικου	adj	γενική ενικού του ξεκουτιάρικο
ξεκουτιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ξεκουτιάρικο
ξεκουτιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκούτιασμα
ξεκουτιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεκούτιασμα
ξεκουτιάστηκα	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίναμε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίναν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνανε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνατε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνει	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνεις	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνεσαι	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνεστε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνεται	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνετε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνονται	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνονταν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνοντας	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνουμε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνουν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνουνε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίνω	verb	κάνω κάποιον να χάσει σταδιακά τις νοητικές του δυνάμεις, συνήθως λόγω ηλικίας, να γίνει ξεκούτης
ξεκουτιαίσου	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίστηκα	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίστηκαν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίστηκε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαίστηκες	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόμασταν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόμαστε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόμουν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόμουνα	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόντουσαν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόσασταν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόσαστε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόσουν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόσουνα	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινόταν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαινότανε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαισμένος	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαιστήκαμε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαιστήκαν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαιστήκανε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαιστήκατε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαιστεί	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιαιστείτε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκουτιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκούτιασμα
ξεκουτιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουτιασμένο
ξεκουτιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκουτιασμένος
ξεκουτιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκουτιασμένη
ξεκουτιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκουτιασμένος
ξεκουτιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεκουτιασμένη
ξεκουτιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκουτιασμένος
ξεκουτιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκουτιασμένος
ξεκουτιασμένος	verb	που έχει ξεκουτιάνει, που έχει γίνει ξεκούτης
ξεκουτιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκουτιασμένος
ξεκουτιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκουτιασμένος
ξεκουτιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκουτιασμένος
ξεκουφάναμε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφάναν	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφάνανε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφάνατε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφάνει	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφάνετε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίναμε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίναν	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνανε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνατε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνει	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνεις	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνετε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνοντας	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνουμε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνουν	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνουνε	=	ξεκουφαίνω
ξεκουφαίνω	verb	φωνάζω ή θορυβώ τόσο δυνατά ώστε να προκαλέσω κώφωση σε αυτόν που ακούει
ξεκούδουνα	adv|vulgar	ασυνάρτητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξεκούδουνος
ξεκούδουνε	adj	κλητική ενικού του ξεκούδουνος
ξεκούδουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκούδουνη
ξεκούδουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκούδουνος
ξεκούδουνης	adj	γενική ενικού του ξεκούδουνη
ξεκούδουνο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκούδουνος
ξεκούδουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκούδουνος
ξεκούδουνος	adj|vulgar	ασυνάρτητος, αλλοπρόσαλλος, ασύνδετος
ξεκούδουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκούδουνος
ξεκούδουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκούδουνος
ξεκούδουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκούδουνος
ξεκούμπισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκουμπίζω
ξεκούμπωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεκουμπώνω
ξεκούμπωνα	=	ξεκουμπώνω
ξεκούμπωναν	=	ξεκουμπώνω
ξεκούμπωνε	=	ξεκουμπώνω
ξεκούμπωνες	=	ξεκουμπώνω
ξεκούμπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκούμπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκούμπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκούμπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουμπώνω
ξεκούμπωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκούμπωτο
ξεκούμπωτε	adj	κλητική ενικού του ξεκούμπωτος
ξεκούμπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκούμπωτη
ξεκούμπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκούμπωτος
ξεκούμπωτης	adj	γενική ενικού του ξεκούμπωτη
ξεκούμπωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκούμπωτος
ξεκούμπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκούμπωτος
ξεκούμπωτος	adj	που δεν είναι κουμπωμένος
ξεκούμπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκούμπωτος
ξεκούμπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκούμπωτος
ξεκούμπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκούμπωτος
ξεκούραζα	=	ξεκουράζω
ξεκούραζαν	=	ξεκουράζω
ξεκούραζε	=	ξεκουράζω
ξεκούραζες	=	ξεκουράζω
ξεκούρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκούρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκούρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκούρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκουράζω
ξεκούραση	noun	η κατάσταση στην οποία κάποιος αποφεύγει την εργασία, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να αναπτύξει και άλλες δραστηριότητες
ξεκούρασης	noun	γενική ενικού του ξεκούραση
ξεκούρασμα	noun	η ξεκουραση, η ανάπαυση, η αναψυχή
ξεκούραστα	adv	χωρίς κούραση
ξεκούραστε	=	ξεκούραστος
ξεκούραστες	=	ξεκούραστος
ξεκούραστη	=	ξεκούραστος
ξεκούραστης	=	ξεκούραστος
ξεκούραστο	=	ξεκούραστος
ξεκούραστοι	=	ξεκούραστος
ξεκούραστος	adj	που έχει ξεκουραστεί, που δε νιώθει κούραση
ξεκούραστου	=	ξεκούραστος
ξεκούραστους	=	ξεκούραστος
ξεκούραστων	=	ξεκούραστος
ξεκούρδιζα	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδιζαν	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδιζε	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδιζες	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδισα	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδισαν	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδισε	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδισες	=	ξεκουρδίζω
ξεκούρδισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεκουρδίζω
ξεκούρδιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκούρδιστο
ξεκούρδιστε	adj	κλητική ενικού του ξεκούρδιστος
ξεκούρδιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκούρδιστη
ξεκούρδιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκούρδιστος
ξεκούρδιστης	adj	γενική ενικού του ξεκούρδιστη
ξεκούρδιστο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκούρδιστος
ξεκούρδιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκούρδιστος
ξεκούρδιστος	adj	που έχει ξεκουρδιστεί
ξεκούρδιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκούρδιστος
ξεκούρδιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκούρδιστος
ξεκούρδιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκούρδιστος
ξεκούρντισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεκουρντίζω
ξεκούρντιστα	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστε	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστες	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστη	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστης	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστο	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστοι	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστος	adj	άλλη μορφή του ξεκούρδιστος
ξεκούρντιστου	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστους	=	ξεκούρντιστος
ξεκούρντιστων	=	ξεκούρντιστος
ξεκούτα	adj	θηλυκό της λέξης ξεκούτης
ξεκούτη	=	ξεκούτης
ξεκούτηδες	=	ξεκούτης
ξεκούτηδων	=	ξεκούτης
ξεκούτης	noun	που έχει ξεκουτιάνει, συνώνυμο του ξεκουτιάρης
ξεκούτιαινα	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιαιναν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιαινε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιαινες	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιανα	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιαναν	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιανε	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιανες	=	ξεκουτιαίνω
ξεκούτιασμα	noun	η απώλεια των πνευματικών ικανοτήτων συνήθως μετά την τρίτη ηλικία και συχνά κατά την τέταρτη
ξεκούφαινα	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφαιναν	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφαινε	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφαινες	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφανα	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφαναν	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφανε	=	ξεκουφαίνω
ξεκούφανες	=	ξεκουφαίνω
ξεκρέμα	=	ξεκρεμώ
ξεκρέμαγε	=	ξεκρεμώ
ξεκρέμασα	=	ξεκρεμώ
ξεκρέμασαν	=	ξεκρεμώ
ξεκρέμασε	=	ξεκρεμώ
ξεκρέμασες	=	ξεκρεμώ
ξεκρέμασμα	noun	κατεβάζω κάτι που ήταν ανηρτημένο
ξεκρέμαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκρέμαστο
ξεκρέμαστε	adj	κλητική ενικού του ξεκρέμαστος
ξεκρέμαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκρέμαστη
ξεκρέμαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκρέμαστος
ξεκρέμαστης	adj	γενική ενικού του ξεκρέμαστη
ξεκρέμαστο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκρέμαστος
ξεκρέμαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκρέμαστος
ξεκρέμαστος	adj	που δεν κρέμεται από κάποιο σημείο
ξεκρέμαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκρέμαστος
ξεκρέμαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκρέμαστος
ξεκρέμαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκρέμαστος
ξεκρίνω	verb	ξεχωρίζω κάτι που φαίνεται από μακριά, όχι πολύ καθαρά.
ξεκρεμά	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάει	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάμε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάν	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάνε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάς	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάσαμε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάσαν	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάσανε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάσατε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάσει	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκρέμασμα
ξεκρεμάσματος	noun	γενική ενικού του ξεκρέμασμα
ξεκρεμάστε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάτε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμάω	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκρέμασμα
ξεκρεμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκρεμασμένο
ξεκρεμασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκρεμασμένη
ξεκρεμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμασμένης	verb	γενική ενικού του ξεκρεμασμένη
ξεκρεμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκρεμασμένος
ξεκρεμούμε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούν	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούνε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσα	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσαμε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσαν	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσανε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσατε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσε	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμούσες	=	ξεκρεμώ
ξεκρεμώ	verb	βγάζω κάτι από ένα σημείο στο οποίο ήταν κρεμασμένο, το κατεβάζω
ξεκρεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεκρεμάω / ξεκρεμώ
ξεκρεμῶ	verb	πολυτονική γραφή του ξεκρεμώ
ξεκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκριμένο
ξεκριμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκριμένος
ξεκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκριμένη
ξεκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκριμένος
ξεκριμένης	verb	γενική ενικού του ξεκριμένη
ξεκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκριμένος
ξεκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκριμένος
ξεκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκριμένος
ξεκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκριμένος
ξεκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκριμένος
ξεκωλάκι	noun	υποκοριστικό του ξέκωλο
ξεκωλάκια	=	ξεκωλάκι
ξεκωλιάζω	=	ξεκωλώνω
ξεκωλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκωλιάρης
ξεκωλιάρας	adj	γενική ενικού του ξεκωλιάρα
ξεκωλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκωλιάρα
ξεκωλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεκωλιάρης
ξεκωλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκωλιάρης
ξεκωλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ξεκωλιάρης
ξεκωλιάρης	adj|vulgar	πολύ τυχερός, συνήθως στο τζόγο
ξεκωλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκωλιάρικο
ξεκωλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεκωλιάρης
ξεκωλιάρικου	adj	γενική ενικού του ξεκωλιάρικο
ξεκωλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ξεκωλιάρικο
ξεκωλωθήκαμε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθήκαν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθήκανε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθήκατε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθεί	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθείς	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθείτε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθούμε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθούν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθούνε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωθώ	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεκώλωμα
ξεκωλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκωλωμένο
ξεκωλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεκωλωμένος
ξεκωλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκωλωμένη
ξεκωλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκωλωμένος
ξεκωλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεκωλωμένη
ξεκωλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεκωλωμένος
ξεκωλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκωλωμένος
ξεκωλωμένος	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκωλωμένος
ξεκωλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεκωλωμένος
ξεκωλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκωλωμένος
ξεκωλωνόμασταν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόμαστε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόμουν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόμουνα	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόντουσαν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόσασταν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόσαστε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόσουν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόσουνα	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνόταν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλωνότανε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώθηκα	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώθηκαν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώθηκε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώθηκες	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκώλωμα
ξεκωλώματος	noun	γενική ενικού του ξεκώλωμα
ξεκωλώναμε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώναν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνανε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνατε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνει	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνεις	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνεσαι	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνεστε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνεται	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνετε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνομαι	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνομε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνονται	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνονταν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνοντας	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνουμε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνουν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνουνε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώνω	verb	σταματάω να κωλώνω
ξεκωλώσαμε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσαν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσανε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσατε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσει	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσεις	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσετε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσομε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσου	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσουμε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσουν	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσουνε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώστε	=	ξεκωλώνω
ξεκωλώσω	=	ξεκωλώνω
ξεκόβω	verb	διακόπτω σχέσεις, δραστηριότητα
ξεκόλλημα	noun	το να αποσπάται κάτι από από ένα σημείο στο οποίο ήταν στερεωμένο με συγκολλητική ύλη
ξεκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεκολλώ
ξεκόλλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκόλλητο
ξεκόλλητε	adj	κλητική ενικού του ξεκόλλητος
ξεκόλλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεκόλλητη
ξεκόλλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεκόλλητος
ξεκόλλητης	adj	γενική ενικού του ξεκόλλητη
ξεκόλλητο	adj	αιτιατική ενικού του ξεκόλλητος
ξεκόλλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεκόλλητος
ξεκόλλητος	adj	που ήταν κολλημένος και τώρα έχει ξεκολλήσει, ο ξεκολλημένος
ξεκόλλητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεκόλλητος
ξεκόλλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεκόλλητος
ξεκόλλητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεκόλλητος
ξεκόφτω	verb	ξεκόβω
ξεκώλωμα	noun	υπερβολική κόπωση, ή ταλαιπωρία
ξεκώλωνα	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωναν	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωνε	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωνες	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωσα	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωσαν	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωσε	=	ξεκωλώνω
ξεκώλωσες	=	ξεκωλώνω
ξελάγιασμα	=	ξελόγιασμα
ξελάκκωμα	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του ξελακκώνω, το σκάψιμο ενός λάκου γύρω από ένα φυτό.
ξελάσπωμα	noun	καθάρισμα από τις λάσπες
ξελάφρωμα	noun	ανακούφιση από ένα βάρος, σωματικό ή ψυχικό, κυρίως το πρώτο
ξελάφρωνα	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωναν	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωνε	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωνες	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωσα	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωσαν	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωσε	=	ξελαφρώνω
ξελάφρωσες	=	ξελαφρώνω
ξελέπιαζα	=	ξελεπιάζω
ξελέπιαζαν	=	ξελεπιάζω
ξελέπιαζε	=	ξελεπιάζω
ξελέπιαζες	=	ξελεπιάζω
ξελέπιασα	=	ξελεπιάζω
ξελέπιασαν	=	ξελεπιάζω
ξελέπιασε	=	ξελεπιάζω
ξελέπιασες	=	ξελεπιάζω
ξελέπιζα	=	ξελεπίζω
ξελέπιζαν	=	ξελεπίζω
ξελέπιζε	=	ξελεπίζω
ξελέπιζες	=	ξελεπίζω
ξελέπισα	=	ξελεπίζω
ξελέπισαν	=	ξελεπίζω
ξελέπισε	=	ξελεπίζω
ξελέπισες	=	ξελεπίζω
ξελέπισμα	noun	η ενέργεια του ξελεπίζω, η αφαίρεση των λεπιών από ένα ψάρι
ξελέω	verb	αναιρώ κάτι που έχω πει, κάτι που έχω συμφωνήσει ή που έχω υποσχεθεί
ξελίγωμα	noun	αίσθηση ότι βγαίνουν τα σωθικά έξω είτε από την πείνα, είτε από τα πολλά γέλια
ξελίγωνα	=	ξελιγώνω
ξελίγωναν	=	ξελιγώνω
ξελίγωνε	=	ξελιγώνω
ξελίγωνες	=	ξελιγώνω
ξελίγωσα	=	ξελιγώνω
ξελίγωσαν	=	ξελιγώνω
ξελίγωσε	=	ξελιγώνω
ξελίγωσες	=	ξελιγώνω
ξελαίμιαζα	=	ξελαιμιάζω
ξελαίμιασα	=	ξελαιμιάζω
ξελαίμιασμα	noun	το αποτέλεσμα του ξελαιμιάζω, η ενέργεια του να κρατάς πολλή ώρα το κεφάλι σου (ή το κεφάλι κάποιου άλλου) σε άβολη θέση
ξελαγάριζα	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάριζαν	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάριζε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάριζες	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάρισα	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάρισαν	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάρισε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγάρισες	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζαμε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζαν	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζανε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζατε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζει	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζεις	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζετε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζοντας	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζουμε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζουν	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζουνε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίζω	verb	καθαρίζω τέλεια, κάνω κάτι πολύ λαμπερό
ξελαγαρίσαμε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίσαν	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίσανε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίσατε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίσει	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρίστε	=	ξελαγαρίζω
ξελαγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαγαρισμένο
ξελαγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξελαγαρισμένος
ξελαγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαγαρισμένη
ξελαγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελαγαρισμένος
ξελαγαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξελαγαρισμένη
ξελαγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελαγαρισμένος
ξελαγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελαγαρισμένος
ξελαγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελαγαρισμένος
ξελαγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελαγαρισμένος
ξελαγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελαγαρισμένος
ξελαιμιάζεσαι	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάζεστε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάζεται	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάζομαι	verb	νιώθω καταπόνηση ή και ο πόνο του αυχένα όταν κρατάω πολλή ώρα σηκωμένο και τεντωμένο ψηλά το κεφάλι ή όταν το κρατώ στραμμένο πολλή ώρα προς την ίδια κατεύθυνση
ξελαιμιάζονται	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάζονταν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάζου	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάζω	verb	κρατώ το κεφάλι κάποιου άλλου σε άβολη θέση
ξελαιμιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαίμιασμα
ξελαιμιάσματος	noun	γενική ενικού του ξελαίμιασμα
ξελαιμιάσου	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάστηκα	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάστηκαν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάστηκε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάστηκες	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιάσω	=	ξελαιμιάζω
ξελαιμιαζόμασταν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόμαστε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόμουν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόμουνα	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόντουσαν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόσασταν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόσαστε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόσουν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόσουνα	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζόταν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαζότανε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελαίμιασμα
ξελαιμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαιμιασμένο
ξελαιμιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαιμιασμένη
ξελαιμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιασμένης	verb	γενική ενικού του ξελαιμιασμένη
ξελαιμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιασμένος	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελαιμιασμένος
ξελαιμιαστήκαμε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαστήκαν	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαστήκανε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαστήκατε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαστεί	=	ξελαιμιάζομαι
ξελαιμιαστείτε	=	ξελαιμιάζομαι
ξελακκωμάτων	=	ξελάκκωμα
ξελακκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελακκωμένο
ξελακκωμένε	verb	κλητική ενικού του ξελακκωμένος
ξελακκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελακκωμένη
ξελακκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελακκωμένος
ξελακκωμένης	verb	γενική ενικού του ξελακκωμένη
ξελακκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελακκωμένος
ξελακκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελακκωμένος
ξελακκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελακκωμένος
ξελακκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελακκωμένος
ξελακκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελακκωμένος
ξελακκώματα	=	ξελάκκωμα
ξελακκώματος	=	ξελάκκωμα
ξελακκώνω	verb	σκάβω ένα λάκκο γύρω από τη ρίζα ενός φυτού
ξελαμπίκαρα	=	ξελαμπικάρω
ξελαμπικάρισα	=	ξελαμπικάρω
ξελαμπικάρω	verb	καθαρίζω το μυαλό μου, καθαρίζει το μυαλό μου, παύω να είμαι μπερδεμένος ή ζαλισμένος
ξελαμπικαρισμένος	=	ξελαμπικάρω
ξελαρυγγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαρύγγισμα
ξελαρυγγίσματος	noun	γενική ενικού του ξελαρύγγισμα
ξελαρυγγιάζομαι	verb	φωνάζω τόσο δυνατά που με πονάει ο λαιμός μου
ξελαρυγγιάσματα	=	ξελαρύγγιασμα
ξελαρυγγιάσματος	=	ξελαρύγγιασμα
ξελαρυγγιασμάτων	=	ξελαρύγγιασμα
ξελαρυγγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελαρύγγισμα
ξελαρύγγιασμα	noun	το οδυνηρό αίσθημα στο λαιμό μετά από φωνασκίες
ξελαρύγγισμα	noun	τραγούδισμα ή ομιλία με έντονη φωνή σε σημείο καταπόνησης του λαρυγγιού
ξελασκάρισμα	noun	η χαλάρωση μετά από ένταση εργασίας ή γενικά πιεστικών δραστηριοτήτων, το διάλειμμα μεταξύ υπχρεώσεων
ξελασκάρω	verb	χαλαρώνω εντελώς
ξελασκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελασκάρισμα
ξελασκαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξελασκάρισμα
ξελασκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελασκάρισμα
ξελασκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελασκαρισμένο
ξελασκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξελασκαρισμένος
ξελασκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελασκαρισμένη
ξελασκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελασκαρισμένος
ξελασκαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξελασκαρισμένη
ξελασκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελασκαρισμένος
ξελασκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελασκαρισμένος
ξελασκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελασκαρισμένος
ξελασκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελασκαρισμένος
ξελασκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελασκαρισμένος
ξελασπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελάσπωμα
ξελασπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελασπωμένο
ξελασπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξελασπωμένος
ξελασπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελασπωμένη
ξελασπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελασπωμένος
ξελασπωμένης	verb	γενική ενικού του ξελασπωμένη
ξελασπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελασπωμένος
ξελασπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελασπωμένος
ξελασπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελασπωμένος
ξελασπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελασπωμένος
ξελασπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελασπωμένος
ξελασπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελάσπωμα
ξελασπώματος	noun	γενική ενικού του ξελάσπωμα
ξελασπώνω	verb	καθαρίζω κάποιον ή κάτι από τις λάσπες
ξελαφάσω	verb	ξεκουράζομαι
ξελαφρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελάφρωμα
ξελαφρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαφρωμένο
ξελαφρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξελαφρωμένος
ξελαφρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελαφρωμένη
ξελαφρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελαφρωμένος
ξελαφρωμένης	verb	γενική ενικού του ξελαφρωμένη
ξελαφρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελαφρωμένος
ξελαφρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελαφρωμένος
ξελαφρωμένος	verb	ο ξαλαφρωμένος
ξελαφρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελαφρωμένος
ξελαφρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελαφρωμένος
ξελαφρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελαφρωμένος
ξελαφρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελάφρωμα
ξελαφρώματος	noun	γενική ενικού του ξελάφρωμα
ξελαφρώναμε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώναν	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνανε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνατε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνει	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνεις	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνετε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνοντας	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνουμε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνουν	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνουνε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώνω	verb	αποβάλλω ένα βάρος ψυχικό ή υλικό
ξελαφρώσαμε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώσαν	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώσανε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώσατε	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώσει	=	ξελαφρώνω
ξελαφρώστε	=	ξελαφρώνω
ξελειτουργώ	verb	φεύγω από την εκκλησία αφού τελειώσει η Θεία Λειτουργία
ξελεπίζαμε	=	ξελεπίζω
ξελεπίζαν	=	ξελεπίζω
ξελεπίζανε	=	ξελεπίζω
ξελεπίζατε	=	ξελεπίζω
ξελεπίζει	=	ξελεπίζω
ξελεπίζεις	=	ξελεπίζω
ξελεπίζετε	=	ξελεπίζω
ξελεπίζοντας	=	ξελεπίζω
ξελεπίζουμε	=	ξελεπίζω
ξελεπίζουν	=	ξελεπίζω
ξελεπίζουνε	=	ξελεπίζω
ξελεπίζω	verb	βγάζω τα λέπια ενός ψαριού
ξελεπίσαμε	=	ξελεπίζω
ξελεπίσαν	=	ξελεπίζω
ξελεπίσανε	=	ξελεπίζω
ξελεπίσατε	=	ξελεπίζω
ξελεπίσει	=	ξελεπίζω
ξελεπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελέπισμα
ξελεπίσματος	noun	γενική ενικού του ξελέπισμα
ξελεπίστε	=	ξελεπίζω
ξελεπιάζαμε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζαν	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζανε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζατε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζει	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζεις	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζετε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζοντας	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζουμε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζουν	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζουνε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάζω	verb	ξελεπίζω
ξελεπιάσαμε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάσαν	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάσανε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάσατε	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάσει	=	ξελεπιάζω
ξελεπιάστε	=	ξελεπιάζω
ξελεπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελέπισμα
ξελεπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελεπισμένο
ξελεπισμένε	verb	κλητική ενικού του ξελεπισμένος
ξελεπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελεπισμένη
ξελεπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελεπισμένος
ξελεπισμένης	verb	γενική ενικού του ξελεπισμένη
ξελεπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελεπισμένος
ξελεπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελεπισμένος
ξελεπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελεπισμένος
ξελεπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελεπισμένος
ξελεπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελεπισμένος
ξελευθερία	noun	η αποφυλάκιση στο κρυφτό
ξελευθερίας	=	ξελευθερία
ξελευθερίες	=	ξελευθερία
ξελευθεριών	=	ξελευθερία
ξελεχωνεύω	verb	ξεγεννώ
ξελιγωθήκαμε	=	ξελιγώνω
ξελιγωθήκαν	=	ξελιγώνω
ξελιγωθήκανε	=	ξελιγώνω
ξελιγωθήκατε	=	ξελιγώνω
ξελιγωθεί	=	ξελιγώνω
ξελιγωθείτε	=	ξελιγώνω
ξελιγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελίγωμα
ξελιγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελιγωμένο
ξελιγωμένε	verb	κλητική ενικού του ξελιγωμένος
ξελιγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελιγωμένη
ξελιγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελιγωμένος
ξελιγωμένης	verb	γενική ενικού του ξελιγωμένη
ξελιγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελιγωμένος
ξελιγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελιγωμένος
ξελιγωμένος	verb	έχω ξελιγωθεί
ξελιγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελιγωμένος
ξελιγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελιγωμένος
ξελιγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελιγωμένος
ξελιγωνόμασταν	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόμαστε	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόμουν	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόμουνα	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόντουσαν	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόσασταν	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόσαστε	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόσουν	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόσουνα	=	ξελιγώνω
ξελιγωνόταν	=	ξελιγώνω
ξελιγωνότανε	=	ξελιγώνω
ξελιγώθηκα	=	ξελιγώνω
ξελιγώθηκαν	=	ξελιγώνω
ξελιγώθηκε	=	ξελιγώνω
ξελιγώθηκες	=	ξελιγώνω
ξελιγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελίγωμα
ξελιγώματος	noun	γενική ενικού του ξελίγωμα
ξελιγώναμε	=	ξελιγώνω
ξελιγώναν	=	ξελιγώνω
ξελιγώνανε	=	ξελιγώνω
ξελιγώνατε	=	ξελιγώνω
ξελιγώνει	=	ξελιγώνω
ξελιγώνεις	=	ξελιγώνω
ξελιγώνεσαι	=	ξελιγώνω
ξελιγώνεστε	=	ξελιγώνω
ξελιγώνεται	=	ξελιγώνω
ξελιγώνετε	=	ξελιγώνω
ξελιγώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξελιγώνω
ξελιγώνονται	=	ξελιγώνω
ξελιγώνονταν	=	ξελιγώνω
ξελιγώνοντας	=	ξελιγώνω
ξελιγώνουμε	=	ξελιγώνω
ξελιγώνουν	=	ξελιγώνω
ξελιγώνουνε	=	ξελιγώνω
ξελιγώνω	verb	εξαντλώ κάποιον με την πείνα ή την κούραση
ξελιγώσαμε	=	ξελιγώνω
ξελιγώσαν	=	ξελιγώνω
ξελιγώσανε	=	ξελιγώνω
ξελιγώσατε	=	ξελιγώνω
ξελιγώσει	=	ξελιγώνω
ξελιγώσου	=	ξελιγώνω
ξελιγώστε	=	ξελιγώνω
ξελογγώναμε	=	ξελογγώνω
ξελογγώναν	=	ξελογγώνω
ξελογγώνανε	=	ξελογγώνω
ξελογγώνατε	=	ξελογγώνω
ξελογγώνει	=	ξελογγώνω
ξελογγώνεις	=	ξελογγώνω
ξελογγώνετε	=	ξελογγώνω
ξελογγώνοντας	=	ξελογγώνω
ξελογγώνουμε	=	ξελογγώνω
ξελογγώνουν	=	ξελογγώνω
ξελογγώνουνε	=	ξελογγώνω
ξελογγώνω	verb	βγάζω τα άγρια φυτά από ένα κομμάτι γης που έχει λογγώσει, για να το καλλιεργήσω
ξελογγώσαμε	=	ξελογγώνω
ξελογγώσαν	=	ξελογγώνω
ξελογγώσανε	=	ξελογγώνω
ξελογγώσατε	=	ξελογγώνω
ξελογγώσει	=	ξελογγώνω
ξελογγώστε	=	ξελογγώνω
ξελογιάζαμε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζαν	=	ξελογιάζω
ξελογιάζανε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζατε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζει	=	ξελογιάζω
ξελογιάζεις	=	ξελογιάζω
ξελογιάζεσαι	=	ξελογιάζω
ξελογιάζεστε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζεται	=	ξελογιάζω
ξελογιάζετε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζομαι	=	ξελογιάζω
ξελογιάζομε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζονται	=	ξελογιάζω
ξελογιάζονταν	=	ξελογιάζω
ξελογιάζοντας	=	ξελογιάζω
ξελογιάζουμε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζουν	=	ξελογιάζω
ξελογιάζουνε	=	ξελογιάζω
ξελογιάζω	verb	κάνω κάποιον να χάσει τα λογικά του γοητεύοντάς τον
ξελογιάσαμε	=	ξελογιάζω
ξελογιάσαν	=	ξελογιάζω
ξελογιάσανε	=	ξελογιάζω
ξελογιάσατε	=	ξελογιάζω
ξελογιάσει	=	ξελογιάζω
ξελογιάσεις	=	ξελογιάζω
ξελογιάσετε	=	ξελογιάζω
ξελογιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελόγιασμα
ξελογιάσματος	noun	γενική ενικού του ξελόγιασμα
ξελογιάσομε	=	ξελογιάζω
ξελογιάσου	=	ξελογιάζω
ξελογιάσουμε	=	ξελογιάζω
ξελογιάσουν	=	ξελογιάζω
ξελογιάσουνε	=	ξελογιάζω
ξελογιάστε	=	ξελογιάζω
ξελογιάστηκα	=	ξελογιάζω
ξελογιάστηκαν	=	ξελογιάζω
ξελογιάστηκε	=	ξελογιάζω
ξελογιάστηκες	=	ξελογιάζω
ξελογιάστρα	=	ξελογιαστής
ξελογιάστρας	noun	γενική ενικού του ξελογιάστρα
ξελογιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελογιάστρα
ξελογιάσω	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόμασταν	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόμαστε	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόμουν	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόμουνα	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόντουσαν	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόσασταν	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόσαστε	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόσουν	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόσουνα	=	ξελογιάζω
ξελογιαζόταν	=	ξελογιάζω
ξελογιαζότανε	=	ξελογιάζω
ξελογιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξελόγιασμα
ξελογιασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξελογιασμένος	adv	με ξελογιασμένο τρόπο
ξελογιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξελογιασμένος
ξελογιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελογιασμένη
ξελογιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξελογιασμένος
ξελογιασμένης	verb	γενική ενικού του ξελογιασμένη
ξελογιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξελογιασμένος
ξελογιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξελογιασμένος
ξελογιασμένος	=	ξελογιάζω
ξελογιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξελογιασμένος
ξελογιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξελογιασμένος
ξελογιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξελογιασμένος
ξελογιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξελογιαστής
ξελογιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξελογιαστής
ξελογιαστήκαμε	=	ξελογιάζω
ξελογιαστήκαν	=	ξελογιάζω
ξελογιαστήκανε	=	ξελογιάζω
ξελογιαστήκατε	=	ξελογιάζω
ξελογιαστής	noun	αυτός που ξελογιάζει, που παρασύρει
ξελογιαστεί	=	ξελογιάζω
ξελογιαστείς	=	ξελογιάζω
ξελογιαστείτε	=	ξελογιάζω
ξελογιαστούμε	=	ξελογιάζω
ξελογιαστούν	=	ξελογιάζω
ξελογιαστούνε	=	ξελογιάζω
ξελογιαστρών	noun	γενική πληθυντικού του ξελογιάστρα
ξελογιαστώ	=	ξελογιάζω
ξελογιαστών	noun	γενική πληθυντικού του ξελογιαστής
ξελόγγωνα	=	ξελογγώνω
ξελόγγωναν	=	ξελογγώνω
ξελόγγωνε	=	ξελογγώνω
ξελόγγωνες	=	ξελογγώνω
ξελόγγωσα	=	ξελογγώνω
ξελόγγωσαν	=	ξελογγώνω
ξελόγγωσε	=	ξελογγώνω
ξελόγγωσες	=	ξελογγώνω
ξελόγιαζα	=	ξελογιάζω
ξελόγιαζαν	=	ξελογιάζω
ξελόγιαζε	=	ξελογιάζω
ξελόγιαζες	=	ξελογιάζω
ξελόγιασα	=	ξελογιάζω
ξελόγιασαν	=	ξελογιάζω
ξελόγιασε	=	ξελογιάζω
ξελόγιασες	=	ξελογιάζω
ξελόγιασμα	noun	η πρόκληση ερωτικού πάθους που οδηγεί τον άλλο σε μη λογικές ενέργειες
ξεμάκραινα	=	ξεμακραίνω
ξεμάκραιναν	=	ξεμακραίνω
ξεμάκραινε	=	ξεμακραίνω
ξεμάκραινες	=	ξεμακραίνω
ξεμάκρυνα	=	ξεμακραίνω
ξεμάκρυναν	=	ξεμακραίνω
ξεμάκρυνε	=	ξεμακραίνω
ξεμάκρυνες	=	ξεμακραίνω
ξεμάλλιαζα	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιαζαν	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιαζε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιαζες	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιασα	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιασαν	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιασε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιασες	=	ξεμαλλιάζω
ξεμάλλιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμαλλιάζω
ξεμάτιαζα	=	ξεματιάζω
ξεμάτιαζαν	=	ξεματιάζω
ξεμάτιαζε	=	ξεματιάζω
ξεμάτιαζες	=	ξεματιάζω
ξεμάτιασα	=	ξεματιάζω
ξεμάτιασαν	=	ξεματιάζω
ξεμάτιασε	=	ξεματιάζω
ξεμάτιασες	=	ξεματιάζω
ξεμάτιασμα	noun	η ενέργεια του ξεματιάζω, η απομάκρυνση της βασκανίας
ξεμέθυσα	=	ξεμεθώ
ξεμέθυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμέθυστο
ξεμέθυστε	adj	κλητική ενικού του ξεμέθυστος
ξεμέθυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμέθυστη
ξεμέθυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμέθυστος
ξεμέθυστης	adj	γενική ενικού του ξεμέθυστη
ξεμέθυστο	adj	αιτιατική ενικού του ξεμέθυστος
ξεμέθυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμέθυστος
ξεμέθυστος	adj	που δεν είναι πλέον μεθυσμένος, ο νηφάλιος
ξεμέθυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμέθυστος
ξεμέθυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεμέθυστος
ξεμέθυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμέθυστος
ξεμένω	verb	μένω πιο πίσω από μια ομάδα που προχωράει
ξεμαγάριζα	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάριζαν	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάριζε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάριζες	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάρισα	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάρισαν	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάρισε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάρισες	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγάρισμα	noun	η αφαίρεση της βρώμας, το καθάρισμα
ξεμαγαρίζαμε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζαν	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζανε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζατε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζει	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζεις	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζετε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζοντας	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζουμε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζουν	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζουνε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίζω	verb	αφαιρώ τη βρώμα, καθαρίζω
ξεμαγαρίσαμε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίσαν	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίσανε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίσατε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίσει	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρίσματα	=	ξεμαγάρισμα
ξεμαγαρίσματος	=	ξεμαγάρισμα
ξεμαγαρίστε	=	ξεμαγαρίζω
ξεμαγαρισμάτων	=	ξεμαγάρισμα
ξεμαγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαγαρισμένο
ξεμαγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμαγαρισμένος
ξεμαγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαγαρισμένη
ξεμαγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμαγαρισμένος
ξεμαγαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμαγαρισμένη
ξεμαγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμαγαρισμένος
ξεμαγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμαγαρισμένος
ξεμαγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμαγαρισμένος
ξεμαγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμαγαρισμένος
ξεμαγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμαγαρισμένος
ξεμαθαίνω	verb	ξεχνώ ό,τι είχα μάθει
ξεμαθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαθημένο
ξεμαθημένε	verb	κλητική ενικού του ξεμαθημένος
ξεμαθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαθημένη
ξεμαθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμαθημένος
ξεμαθημένης	verb	γενική ενικού του ξεμαθημένη
ξεμαθημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμαθημένος
ξεμαθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμαθημένος
ξεμαθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμαθημένος
ξεμαθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμαθημένος
ξεμαθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμαθημένος
ξεμακραίναμε	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίναν	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνανε	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνατε	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνει	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνεις	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνετε	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνοντας	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνουμε	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνουν	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνουνε	=	ξεμακραίνω
ξεμακραίνω	verb	απομακρύνομαι, κινούμαι ώστε να φτάσω σε μια σχετικά μεγάλη απόσταση από κάποιον ή κάτι
ξεμακρυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμακρυσμένο
ξεμακρυσμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμακρυσμένος
ξεμακρυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμακρυσμένη
ξεμακρυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμακρυσμένος
ξεμακρυσμένης	verb	γενική ενικού του ξεμακρυσμένη
ξεμακρυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμακρυσμένος
ξεμακρυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμακρυσμένος
ξεμακρυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμακρυσμένος
ξεμακρυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμακρυσμένος
ξεμακρυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμακρυσμένος
ξεμακρύναμε	=	ξεμακραίνω
ξεμακρύναν	=	ξεμακραίνω
ξεμακρύνανε	=	ξεμακραίνω
ξεμακρύνατε	=	ξεμακραίνω
ξεμακρύνει	=	ξεμακραίνω
ξεμακρύνετε	=	ξεμακραίνω
ξεμακρύνω	verb	άλλη μορφή του ξεμακραίνω
ξεμαλλιάζαμε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζαν	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζανε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζατε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζει	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζεις	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζετε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζοντας	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζουμε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζουν	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζουνε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάζω	verb	τραβώ κάποιον από τα μαλλιά πάνω σε καβγά, σαν να θέλω να του τα ξεριζώσω
ξεμαλλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμαλλιάρης
ξεμαλλιάρας	adj	γενική ενικού του ξεμαλλιάρα
ξεμαλλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαλλιάρα
ξεμαλλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεμαλλιάρης
ξεμαλλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαλλιάρης
ξεμαλλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ξεμαλλιάρης
ξεμαλλιάρης	adj|vulgar	ο αναμαλλιασμένος, ο ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαλλιάρικο
ξεμαλλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεμαλλιάρης
ξεμαλλιάρικου	adj	γενική ενικού του ξεμαλλιάρικο
ξεμαλλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ξεμαλλιάρικο
ξεμαλλιάσαμε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάσαν	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάσανε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάσατε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάσει	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμάλλιασμα
ξεμαλλιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμάλλιασμα
ξεμαλλιάστε	=	ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμάλλιασμα
ξεμαλλιασμένα	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένε	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένες	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένη	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένης	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένο	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένοι	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεμαλλιάζω
ξεμαλλιασμένου	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένους	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμαλλιασμένων	=	ξεμαλλιασμένος
ξεμανίκωτα	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτε	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτες	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτη	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτης	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτο	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτοι	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτος	adj	που δεν έχει μανίκια
ξεμανίκωτου	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτους	=	ξεμανίκωτος
ξεμανίκωτων	=	ξεμανίκωτος
ξεμαντάλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωνα	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωναν	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωνε	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωνες	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωσα	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωσαν	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωσε	=	ξεμανταλώνω
ξεμαντάλωσες	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμαντάλωμα
ξεμανταλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμανταλωμένο
ξεμανταλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμανταλωμένη
ξεμανταλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεμανταλωμένη
ξεμανταλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμανταλωμένος
ξεμανταλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαντάλωμα
ξεμανταλώματος	noun	γενική ενικού του ξεμαντάλωμα
ξεμανταλώναμε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώναν	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνανε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνατε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνει	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνεις	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνετε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνοντας	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνουμε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνουν	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνουνε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώνω	verb	βγάζω το μάνταλο μιας πόρτας
ξεμανταλώσαμε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώσαν	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώσανε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώσατε	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώσει	=	ξεμανταλώνω
ξεμανταλώστε	=	ξεμανταλώνω
ξεμασκάλιζα	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλιζαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλιζε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλιζες	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλισα	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλισαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλισε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλισες	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκάλισμα	noun	βλαστός ενός δέντρου που έχει αποσπαστεί προκειμένου να μεταφυτευτεί
ξεμασκαλίδι	noun	βλαστός από τη μασχάλη φυτού που χρησιμοποιείται ως μόσχευμα
ξεμασκαλίδια	=	ξεμασκαλίδι
ξεμασκαλίζαμε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζανε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζατε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζει	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζεις	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζεσαι	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζεστε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζεται	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζετε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζομαι	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζονται	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζονταν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζοντας	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζουμε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζουν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζουνε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίζω	verb	κόβω βλαστό από τη μασχάλη φυτού, συνήθως για να τον χρησιμοποιήσω σαν μόσχευμα
ξεμασκαλίσαμε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίσαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίσανε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίσατε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίσει	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίσματα	=	ξεμασκάλισμα
ξεμασκαλίσματος	=	ξεμασκάλισμα
ξεμασκαλίσου	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίστε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίστηκα	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίστηκαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίστηκε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλίστηκες	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιδιού	=	ξεμασκαλίδι
ξεμασκαλιδιών	=	ξεμασκαλίδι
ξεμασκαλιζόμασταν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόμαστε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόμουν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόμουνα	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόντουσαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόσασταν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόσαστε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόσουν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόσουνα	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζόταν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιζότανε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλισμάτων	=	ξεμασκάλισμα
ξεμασκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμασκαλισμένο
ξεμασκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμασκαλισμένη
ξεμασκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμασκαλισμένη
ξεμασκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλισμένος	verb	που έχει ξεμασκαλιστεί
ξεμασκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμασκαλισμένος
ξεμασκαλιστήκαμε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιστήκαν	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιστήκανε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιστήκατε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιστεί	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαλιστείτε	=	ξεμασκαλίζω
ξεμασκαρεύω	verb	αποκαλύπτω το πραγματικό πρόσωπο, αποκαλύπτω απάτη
ξεματιάζαμε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζαν	=	ξεματιάζω
ξεματιάζανε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζατε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζει	=	ξεματιάζω
ξεματιάζεις	=	ξεματιάζω
ξεματιάζεσαι	=	ξεματιάζω
ξεματιάζεστε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζεται	=	ξεματιάζω
ξεματιάζετε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζομαι	=	ξεματιάζω
ξεματιάζομε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζονται	=	ξεματιάζω
ξεματιάζονταν	=	ξεματιάζω
ξεματιάζοντας	=	ξεματιάζω
ξεματιάζουμε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζουν	=	ξεματιάζω
ξεματιάζουνε	=	ξεματιάζω
ξεματιάζω	verb	εκτελώ όλες τις ενέργειες (σταυρώνω, λέω μια μυστική ευχή κ.λπ.) που πιστεύεται ότι απαιτούνται για να απαλλάξω κάποιον από το μάτιασμα, τη βασκανία
ξεματιάσαμε	=	ξεματιάζω
ξεματιάσαν	=	ξεματιάζω
ξεματιάσανε	=	ξεματιάζω
ξεματιάσατε	=	ξεματιάζω
ξεματιάσει	=	ξεματιάζω
ξεματιάσεις	=	ξεματιάζω
ξεματιάσετε	=	ξεματιάζω
ξεματιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμάτιασμα
ξεματιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμάτιασμα
ξεματιάσομε	=	ξεματιάζω
ξεματιάσου	=	ξεματιάζω
ξεματιάσουμε	=	ξεματιάζω
ξεματιάσουν	=	ξεματιάζω
ξεματιάσουνε	=	ξεματιάζω
ξεματιάστε	=	ξεματιάζω
ξεματιάστηκα	=	ξεματιάζω
ξεματιάστηκαν	=	ξεματιάζω
ξεματιάστηκε	=	ξεματιάζω
ξεματιάστηκες	=	ξεματιάζω
ξεματιάστρα	noun	η γυναίκα που ξέρει και ξεματιάζει
ξεματιάστρας	noun	γενική ενικού του ξεματιάστρα
ξεματιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεματιάστρα
ξεματιάσω	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόμασταν	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόμαστε	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόμουν	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόμουνα	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόντουσαν	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόσασταν	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόσαστε	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόσουν	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόσουνα	=	ξεματιάζω
ξεματιαζόταν	=	ξεματιάζω
ξεματιαζότανε	=	ξεματιάζω
ξεματιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμάτιασμα
ξεματιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεματιασμένο
ξεματιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεματιασμένος
ξεματιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεματιασμένη
ξεματιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεματιασμένος
ξεματιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεματιασμένη
ξεματιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεματιασμένος
ξεματιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεματιασμένος
ξεματιασμένος	verb	που τον έχουν ξεματιάσει
ξεματιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεματιασμένος
ξεματιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεματιασμένος
ξεματιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεματιασμένος
ξεματιαστήκαμε	=	ξεματιάζω
ξεματιαστήκαν	=	ξεματιάζω
ξεματιαστήκανε	=	ξεματιάζω
ξεματιαστήκατε	=	ξεματιάζω
ξεματιαστεί	=	ξεματιάζω
ξεματιαστείς	=	ξεματιάζω
ξεματιαστείτε	=	ξεματιάζω
ξεματιαστούμε	=	ξεματιάζω
ξεματιαστούν	=	ξεματιάζω
ξεματιαστούνε	=	ξεματιάζω
ξεματιαστώ	=	ξεματιάζω
ξεματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεματισμένο
ξεματισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεματισμένος
ξεματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεματισμένη
ξεματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεματισμένος
ξεματισμένης	verb	γενική ενικού του ξεματισμένη
ξεματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεματισμένος
ξεματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεματισμένος
ξεματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεματισμένος
ξεματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεματισμένος
ξεματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεματισμένος
ξεμαυλίσματα	=	ξεμαύλισμα
ξεμαυλίσματος	=	ξεμαύλισμα
ξεμαυλίστρα	=	ξεμαυλιστής
ξεμαυλίστρας	=	ξεμαυλιστής
ξεμαυλίστρες	=	ξεμαυλιστής
ξεμαυλισμάτων	=	ξεμαύλισμα
ξεμαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαυλισμένο
ξεμαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαυλισμένη
ξεμαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμαυλισμένη
ξεμαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμαυλισμένος
ξεμαυλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμαυλιστής
ξεμαυλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεμαυλιστής
ξεμαυλιστής	noun|dated	ο εκμαυλιστής
ξεμαυλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ξεμαυλιστής
ξεμαύλισμα	noun|vulgar	ο εκμαυλισμός
ξεμεθάω	=	ξεμεθώ
ξεμεθώ	verb	συνέρχομαι από μεθύσι
ξεμεσημέριαζα	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριαζαν	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριαζε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριαζες	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριασα	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριασαν	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριασε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριασες	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημέριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζαμε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζαν	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζανε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζατε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζει	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζεις	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζετε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζοντας	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζουμε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζουν	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζουνε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάζω	verb	περνάω τα μεσημέρια μου σε κάποιον τόπο με ορισμένο τρόπο
ξεμεσημεριάσαμε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάσαν	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάσανε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάσατε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάσει	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμεσημέριασμα
ξεμεσημεριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμεσημέριασμα
ξεμεσημεριάστε	=	ξεμεσημεριάζω
ξεμεσημεριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμεσημέριασμα
ξεμιστεύγω	verb	λυτρώνω
ξεμοιάσιμο	noun|vulgar	η ανομοιότητα
ξεμοιασίματα	=	ξεμοιάσιμο
ξεμοιασίματος	=	ξεμοιάσιμο
ξεμοιασιμάτων	=	ξεμοιάσιμο
ξεμονάχιαζα	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιαζαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιαζε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιαζες	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιασα	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιασαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιασε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιασες	=	ξεμοναχιάζω
ξεμονάχιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμοναχιάζω / ξεμοναχιάζομαι
ξεμοναχιάζαμε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζανε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζατε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζει	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζεις	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζεσαι	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζεστε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζεται	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζετε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζομαι	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζονται	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζονταν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζοντας	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζου	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζουμε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζουν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζουνε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάζω	verb	απομακρύνω κάποιον από τους άλλους ανθρώπους επιδιώκοντας να βρεθώ μόνος μαζί του
ξεμοναχιάσαμε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάσαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάσανε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάσατε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάσει	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμονάχιασμα
ξεμοναχιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμονάχιασμα
ξεμοναχιάσου	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάστε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάστηκα	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάστηκαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάστηκε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάστηκες	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιάσω	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόμασταν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόμαστε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόμουν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόμουνα	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόντουσαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόσασταν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόσαστε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόσουν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόσουνα	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζόταν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαζότανε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμονάχιασμα
ξεμοναχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμοναχιασμένο
ξεμοναχιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμοναχιασμένη
ξεμοναχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεμοναχιασμένη
ξεμοναχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιασμένος	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμοναχιασμένος
ξεμοναχιαστήκαμε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαστήκαν	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαστήκανε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαστήκατε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαστεί	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοναχιαστείτε	=	ξεμοναχιάζω
ξεμοντάρω	verb	πρόχειρη λέξη για το αποσυναρμολογώ
ξεμονταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμοντάρισμα
ξεμουδιάζαμε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζαν	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζανε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζατε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζει	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζεις	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζετε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζοντας	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζουμε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζουν	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζουνε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάζω	verb	ξεπιάνομαι, προσπαθώ κάποιο μέλος του σώματός μου να αποκτήσει την φυσιολογική κινητικότητα και το αίμα σε αυτό να επανέλθει στην κανονική του κυκλοφορία
ξεμουδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσαν	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσανε	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμούδιασμα
ξεμουδιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμούδιασμα
ξεμουδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμουδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμούδιασμα
ξεμουδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμουδιασμένο
ξεμουδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμουδιασμένος
ξεμουδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμουδιασμένη
ξεμουδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμουδιασμένος
ξεμουδιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεμουδιασμένη
ξεμουδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμουδιασμένος
ξεμουδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμουδιασμένος
ξεμουδιασμένος	=	ξεμουδιάζω
ξεμουδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμουδιασμένος
ξεμουδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμουδιασμένος
ξεμουδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμουδιασμένος
ξεμουχλιάζαμε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζαν	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζανε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζατε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζει	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζεις	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζετε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζοντας	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζουμε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζουν	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζουνε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάζω	verb	αφαιρώ τη μούχλα από κάτι
ξεμουχλιάσαμε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάσαν	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάσανε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάσατε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάσει	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμούχλιασμα
ξεμουχλιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμούχλιασμα
ξεμουχλιάστε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμουχλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμούχλιασμα
ξεμουχλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμουχλιασμένο
ξεμουχλιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμουχλιασμένος
ξεμουχλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμουχλιασμένη
ξεμουχλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμουχλιασμένος
ξεμουχλιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεμουχλιασμένη
ξεμουχλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμουχλιασμένος
ξεμουχλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμουχλιασμένος
ξεμουχλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμουχλιασμένος
ξεμουχλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμουχλιασμένος
ξεμουχλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμουχλιασμένος
ξεμούδιαζα	=	ξεμουδιάζω
ξεμούδιαζαν	=	ξεμουδιάζω
ξεμούδιαζε	=	ξεμουδιάζω
ξεμούδιαζες	=	ξεμουδιάζω
ξεμούδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμούδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμούδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμούδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμουδιάζω
ξεμούδιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμουδιάζω
ξεμούχλιαζα	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιαζαν	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιαζε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιαζες	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιασα	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιασαν	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιασε	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιασες	=	ξεμουχλιάζω
ξεμούχλιασμα	noun	η αφαίρεση της μούχλας από κάτι
ξεμπάχαλα	=	ξεμπάχαλο
ξεμπάχαλο	noun	σφαλιάρα, φούσκος
ξεμπάχαλου	=	ξεμπάχαλο
ξεμπάχαλων	=	ξεμπάχαλο
ξεμπέρδεμα	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του ξεμπερδεύω, το κουβάρι ή τα μαλλιά που έχουν καιρό να χτενιστούν ή που έχει κολλήσει επάνω τους τσίχλα
ξεμπέρδευα	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδευαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδευε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδευες	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδεψα	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδεψαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδεψε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπέρδεψες	=	ξεμπερδεύω
ξεμπαρκάρισμα	noun	η αποβίβαση, το κατέβασμα από πλοίο στη στεριά
ξεμπαρκάρω	verb	αποβιβάζω, βγάζω (ανθρώπους ή εμπορεύματα) από ένα πλοίο
ξεμπαρκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπαρκάρισμα
ξεμπαρκαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεμπαρκάρισμα
ξεμπαρκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμπαρκάρισμα
ξεμπαρκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπαρκαρισμένο
ξεμπαρκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαρκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπαρκαρισμένη
ξεμπαρκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαρκαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμπαρκαρισμένη
ξεμπαρκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαρκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαρκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαρκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαρκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμπαρκαρισμένος
ξεμπαστουρώνω	verb	αφαιρώ μπαστούρα ή μπαστούρες από ζώο, ή κοπάδι ζώων
ξεμπερδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπέρδεμα
ξεμπερδέματος	noun	γενική ενικού του ξεμπέρδεμα
ξεμπερδέψαμε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψανε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψατε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψει	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψεις	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψετε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψομε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψου	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψουμε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψουν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψουνε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψτε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδέψω	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμπέρδεμα
ξεμπερδεμέ	=	ξεμπερδεμός
ξεμπερδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπερδεμένο
ξεμπερδεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπερδεμένη
ξεμπερδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμένης	verb	γενική ενικού του ξεμπερδεμένη
ξεμπερδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμένος	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμπερδεμένος
ξεμπερδεμοί	=	ξεμπερδεμός
ξεμπερδεμού	=	ξεμπερδεμός
ξεμπερδεμούς	=	ξεμπερδεμός
ξεμπερδεμό	=	ξεμπερδεμός
ξεμπερδεμός	noun	το ξεμπέρδεμα
ξεμπερδεμών	=	ξεμπερδεμός
ξεμπερδευτήκαμε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτήκαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτήκανε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτήκατε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτεί	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτείς	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτείτε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτούμε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτούν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτούνε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευτώ	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόμασταν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόμαστε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόμουν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόμουνα	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόντουσαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόσασταν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόσαστε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόσουν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόσουνα	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευόταν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδευότανε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύαμε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύανε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύατε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύει	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύεις	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύεσαι	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύεστε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύεται	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύετε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύομαι	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύομε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύονται	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύονταν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύοντας	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύουμε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύουν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύουνε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύτε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύτηκα	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύτηκαν	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύτηκε	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύτηκες	=	ξεμπερδεύω
ξεμπερδεύω	verb	ενεργώ έτσι ώστε κάτι ή κάποιος να πάψει να είναι μπερδεμένο(ς)
ξεμπλέκαμε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκαν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκανε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκατε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκει	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκεις	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκεσαι	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκεστε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκεται	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκετε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκομαι	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκομε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκονται	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκονταν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκοντας	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκουμε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκουν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκουνε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέκω	verb	λύνω ένα περίπλοκο πρόβλημα
ξεμπλέξαμε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξαν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξανε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξατε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξει	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξεις	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξετε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξομε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξου	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξουμε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξουν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξουνε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξτε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέξω	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέχτε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέχτηκα	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέχτηκαν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέχτηκε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλέχτηκες	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλεγμένο
ξεμπλεγμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλεγμένη
ξεμπλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεγμένης	verb	γενική ενικού του ξεμπλεγμένη
ξεμπλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεγμένος	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμπλεγμένος
ξεμπλεκόμασταν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόμαστε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόμουν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόμουνα	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόντουσαν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόσασταν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόσαστε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόσουν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόσουνα	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκόταν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεκότανε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτήκαμε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτήκαν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτήκανε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτήκατε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτεί	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτείς	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτείτε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτούμε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτούν	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτούνε	=	ξεμπλέκω
ξεμπλεχτώ	=	ξεμπλέκω
ξεμπλοκάρισα	=	ξεμπλοκάρω
ξεμπλοκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεμπλοκάρω
ξεμπλοκάρω	verb	απελευθερώνω εξάρτημα ενός μηχανισμού που είχε μπλοκάρει
ξεμπλοκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλοκάρισμα
ξεμπλοκαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεμπλοκάρισμα
ξεμπλοκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμπλοκάρισμα
ξεμπλοκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλοκαρισμένο
ξεμπλοκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλοκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλοκαρισμένη
ξεμπλοκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλοκαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμπλοκαρισμένη
ξεμπλοκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλοκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλοκαρισμένος	=	ξεμπλοκάρω
ξεμπλοκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλοκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλοκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμπλοκαρισμένος
ξεμπλόκαρα	=	ξεμπλοκάρω
ξεμποτσάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμποτσάρω
ξεμποτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμποτσάρισμα
ξεμποτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεμποτσάρισμα
ξεμποτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμποτσάρισμα
ξεμπουκάρισα	=	ξεμπουκάρω
ξεμπουκάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεμπουκάρω
ξεμπουκάρω	verb	βγαίνω (από ένα άνοιγμα, μπούκα) με ορμή, εμφανιζόμενος αιφνιδιαστικά κάπου
ξεμπουκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπουκάρισμα
ξεμπουκαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεμπουκάρισμα
ξεμπουκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμπουκάρισμα
ξεμπούκαρα	=	ξεμπουκάρω
ξεμπράτσωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμπρατσώνομαι
ξεμπράτσωτα	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτε	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτες	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτη	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτης	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτο	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτοι	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτος	adj	που έχει γυμνά τα μπράτσα, που φοράει ρούχο χωρίς μανίκια
ξεμπράτσωτου	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτους	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπράτσωτων	=	ξεμπράτσωτος
ξεμπρατσωμάτων	=	ξεμπράτσωμα
ξεμπρατσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπρατσωμένο
ξεμπρατσωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπρατσωμένη
ξεμπρατσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσωμένης	verb	γενική ενικού του ξεμπρατσωμένη
ξεμπρατσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμπρατσωμένος
ξεμπρατσώματα	=	ξεμπράτσωμα
ξεμπρατσώματος	=	ξεμπράτσωμα
ξεμπρατσώνομαι	verb	φορώ ρούχο χωρίς μανίκια (και φαίνονται τα μπράτσα
ξεμπροστιάζαμε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζαν	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζανε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζατε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζει	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζεις	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζετε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζοντας	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζουμε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζουν	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζουνε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάζω	verb	αποκαλύπτω κάτι που έχει κάνει κάποιος, παρουσία άλλων ατόμων, με σκοπό να τον αποδοκιμάσω
ξεμπροστιάσαμε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάσαν	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάσανε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάσατε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάσει	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπρόστιασμα
ξεμπροστιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεμπρόστιασμα
ξεμπροστιάστε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπροστιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμπρόστιασμα
ξεμπροστιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπροστιασμένο
ξεμπροστιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμπροστιασμένος
ξεμπροστιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμπροστιασμένη
ξεμπροστιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμπροστιασμένος
ξεμπροστιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεμπροστιασμένη
ξεμπροστιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμπροστιασμένος
ξεμπροστιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμπροστιασμένος
ξεμπροστιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμπροστιασμένος
ξεμπροστιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμπροστιασμένος
ξεμπροστιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμπροστιασμένος
ξεμπρόστιαζα	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιαζαν	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιαζε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιαζες	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιασα	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιασαν	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιασε	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιασες	=	ξεμπροστιάζω
ξεμπρόστιασμα	noun	η έκθεση κάποιου υπεύθυνου για κάτι αρνητικό, η αποκάλυψή του από εκεί που ήταν κρυμμένος, από τις πίσω γραμμές όπου προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητος πίσω από άλλους, η στοιχειοθετημένη καταγγελία για τις ευθύνες του μπροστά σε άλλους
ξεμυάλιζα	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλιζαν	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλιζε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλιζες	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλισα	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλισαν	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλισε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλισες	=	ξεμυαλίζω
ξεμυάλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεμυαλίζω, το να χάνει κανείς το μυαλό του παρασυρμένος από τη γοητεία κάποιου ή τις υποσχέσεις του
ξεμυαλίζαμε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζαν	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζανε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζατε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζει	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζεις	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζετε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζομαι	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζοντας	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζουμε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζουν	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζουνε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίζω	verb	παίρνω τα μυαλά κάποιου, τον παραπλανώ με γοητευτικές προτάσεις, τον κάνω να μη σκέφτεται λογικά
ξεμυαλίσαμε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίσαν	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίσανε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίσατε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίσει	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμυάλισμα
ξεμυαλίσματος	noun	γενική ενικού του ξεμυάλισμα
ξεμυαλίστε	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλίστρα	=	ξεμυαλιστής
ξεμυαλίστρας	noun	γενική ενικού του ξεμυαλίστρα
ξεμυαλίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμυαλίστρα
ξεμυαλίσω	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμυάλισμα
ξεμυαλισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξεμυαλισμένος	adv	με ξεμυαλισμένο τρόπο
ξεμυαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμυαλισμένη
ξεμυαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμυαλισμένη
ξεμυαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλισμένος	=	ξεμυαλίζω
ξεμυαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμυαλισμένος
ξεμυαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμυαλιστής
ξεμυαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεμυαλιστής
ξεμυαλιστής	noun	που ξελογιάζει, που παίρνει τα μυαλά, που παρασύρει σε ενέργειες οι οποίες δεν συνάδουν συνήθως με τη λογική
ξεμυαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ξεμυαλιστής
ξεμυστηρεύομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του εκμυστηρεύομαι
ξεμυτίζαμε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζαν	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζανε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζατε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζει	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζεις	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζετε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζοντας	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζουμε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζουν	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζουνε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίζω	verb	προβάλλω σιγά σιγά ή διστακτικά, αρχίζω να φαίνομαι
ξεμυτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσαν	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίσανε	=	ξεμυτίζω
ξεμυτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμύτισμα
ξεμυτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμυτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμυτισμένο
ξεμυτισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμυτισμένος
ξεμυτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμυτισμένη
ξεμυτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμυτισμένος
ξεμυτισμένης	verb	γενική ενικού του ξεμυτισμένη
ξεμυτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμυτισμένος
ξεμυτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμυτισμένος
ξεμυτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμυτισμένος
ξεμυτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμυτισμένος
ξεμυτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμυτισμένος
ξεμυτώ	verb	προβάλλω από κάπου δειλά-δειλά, διακριτικά ή και κρυφά, για να προστατευτώ είτε από καιρικές συνθήκες είτε από άτομα που δεν θέλω να με αντιληφθούν
ξεμυτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεμυτάω / (ξεμυτώ)
ξεμωράθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωράθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωράθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωράθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμώραμα
ξεμωράματος	noun	γενική ενικού του ξεμώραμα
ξεμωράναμε	=	ξεμωραίνω
ξεμωράναν	=	ξεμωραίνω
ξεμωράνανε	=	ξεμωραίνω
ξεμωράνατε	=	ξεμωραίνω
ξεμωράνει	=	ξεμωραίνω
ξεμωράνετε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίναμε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίναν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνανε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνατε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνει	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνεις	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνεσαι	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνεστε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνεται	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνετε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεμωραίνω
ξεμωραίνονται	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνονταν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνοντας	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνουμε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνουν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνουνε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραίνω	verb	κάνω κάποιον να αρχίσει να τα χάνει, να παθαίνει άνοια και να κάνει ανοησίες σαν να ήταν μωρό
ξεμωραθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθήκαν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραθήκανε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεμωραίνομαι
ξεμωραινόμασταν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόμαστε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόμουν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόμουνα	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόντουσαν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόσασταν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόσαστε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόσουν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόσουνα	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινόταν	=	ξεμωραίνω
ξεμωραινότανε	=	ξεμωραίνω
ξεμωραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεμώραμα
ξεμωραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμωραμένο
ξεμωραμένε	verb	κλητική ενικού του ξεμωραμένος
ξεμωραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεμωραμένη
ξεμωραμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεμωραμένος
ξεμωραμένης	verb	γενική ενικού του ξεμωραμένη
ξεμωραμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεμωραμένος
ξεμωραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεμωραμένος
ξεμωραμένος	verb	ο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας
ξεμωραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεμωραμένος
ξεμωραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεμωραμένος
ξεμωραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεμωραμένος
ξεμύτιζα	=	ξεμυτίζω
ξεμύτιζαν	=	ξεμυτίζω
ξεμύτιζε	=	ξεμυτίζω
ξεμύτιζες	=	ξεμυτίζω
ξεμύτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμύτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμύτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμύτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεμυτίζω
ξεμώραινα	=	ξεμωραίνω
ξεμώραιναν	=	ξεμωραίνω
ξεμώραινε	=	ξεμωραίνω
ξεμώραινες	=	ξεμωραίνω
ξεμώραμα	noun	η απώλεια της οξύτητας των διανοητικών λειτουργιών, το ξαναμώρεμα, τα συμπτώματα της άνοιας, η αποβλάκωση, το ξεκούτιασμα
ξεμώρανα	=	ξεμωραίνω
ξεμώραναν	=	ξεμωραίνω
ξεμώρανε	=	ξεμωραίνω
ξεμώρανες	=	ξεμωραίνω
ξενάγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξενάγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξενάγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξενάγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξενάγηση	noun	η καθοδήγηση ξένων στον τόπο σου, η ενημέρωσή τους σχετικά με αξιοθέατα ή σημαντικές δραστηριότητες καθαρά τοπικού χαρακτήρα
ξενάγησης	=	ξενάγηση
ξενάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενάκι
ξενέρα	noun|slang	άλλη γραφή του ξενέρωμα
ξενέρας	=	ξενέρα
ξενέριζα	=	ξενερίζω
ξενέριζαν	=	ξενερίζω
ξενέριζε	=	ξενερίζω
ξενέριζες	=	ξενερίζω
ξενέρισα	=	ξενερίζω
ξενέρισαν	=	ξενερίζω
ξενέρισε	=	ξενερίζω
ξενέρισες	=	ξενερίζω
ξενέρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξενερίζω
ξενέρωμα	noun	μεταστροφή θετικής γνώμης συνήθως λόγω δυσαρέσκειας
ξενέρωσα	=	ξενερώνω
ξενέρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενέρωτο
ξενέρωτε	adj	κλητική ενικού του ξενέρωτος
ξενέρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενέρωτη
ξενέρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενέρωτος
ξενέρωτης	adj	γενική ενικού του ξενέρωτη
ξενέρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξενέρωτος
ξενέρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενέρωτος
ξενέρωτος	adj	ανιαρός, που προκαλεί πλήξη, χωρίς παιγνιώδη διάθεση
ξενέρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενέρωτος
ξενέρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενέρωτος
ξενέρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενέρωτος
ξενία	=	ξένιος
ξενίας	=	ξένιος
ξενίες	=	ξένιος
ξενίζαμε	=	ξενίζω
ξενίζαν	=	ξενίζω
ξενίζανε	=	ξενίζω
ξενίζατε	=	ξενίζω
ξενίζει	=	ξενίζω
ξενίζεις	=	ξενίζω
ξενίζετε	=	ξενίζω
ξενίζοντας	=	ξενίζω
ξενίζουμε	=	ξενίζω
ξενίζουν	=	ξενίζω
ξενίζουνε	=	ξενίζω
ξενίζω	verb	παραξενεύω, εκπλήσσω
ξενίσαμε	=	ξενίζω
ξενίσαν	=	ξενίζω
ξενίσανε	=	ξενίζω
ξενίσατε	=	ξενίζω
ξενίσει	=	ξενίζω
ξενίστε	=	ξενίζω
ξεναγέ	noun	κλητική ενικού του ξεναγός
ξεναγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσαν	=	ξεναγώ
ξεναγήσανε	=	ξεναγώ
ξεναγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενάγηση
ξεναγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσεων	=	ξενάγηση
ξεναγήσου	=	ξεναγώ
ξεναγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσουνε	=	ξεναγώ
ξεναγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγώ
ξεναγία	noun	η ξενάγηση
ξεναγίας	noun	γενική ενικού του ξεναγία
ξεναγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεναγία
ξεναγεί	=	ξεναγώ
ξεναγείς	=	ξεναγώ
ξεναγείσαι	=	ξεναγώ
ξεναγείστε	=	ξεναγώ
ξεναγείται	=	ξεναγώ
ξεναγείτε	=	ξεναγώ
ξεναγείτο	=	ξεναγώ
ξεναγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθήκαν	=	ξεναγώ
ξεναγηθήκανε	=	ξεναγώ
ξεναγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγηθούνε	=	ξεναγώ
ξεναγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεναγούμαι
ξεναγημένος	=	ξεναγώ
ξεναγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεναγός
ξεναγού	noun	γενική ενικού του ξεναγός
ξεναγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεναγώ
ξεναγούμασταν	=	ξεναγώ
ξεναγούμαστε	=	ξεναγώ
ξεναγούμε	=	ξεναγώ
ξεναγούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεναγούμενο
ξεναγούμενε	verb	κλητική ενικού του ξεναγούμενος
ξεναγούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεναγούμενη
ξεναγούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεναγούμενος
ξεναγούμενης	verb	γενική ενικού του ξεναγούμενη
ξεναγούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ξεναγούμενος
ξεναγούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεναγούμενος
ξεναγούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (ξεναγούμαι) του ξεναγώ
ξεναγούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεναγούμενος
ξεναγούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεναγούμενος
ξεναγούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεναγούμενος
ξεναγούμουν	=	ξεναγώ
ξεναγούμουνα	=	ξεναγώ
ξεναγούν	=	ξεναγώ
ξεναγούνε	=	ξεναγώ
ξεναγούνται	=	ξεναγώ
ξεναγούνταν	=	ξεναγώ
ξεναγούντο	=	ξεναγώ
ξεναγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξεναγός
ξεναγούσα	=	ξεναγώ
ξεναγούσαμε	=	ξεναγώ
ξεναγούσαν	=	ξεναγώ
ξεναγούσανε	=	ξεναγώ
ξεναγούσασταν	=	ξεναγώ
ξεναγούσαστε	=	ξεναγώ
ξεναγούσατε	=	ξεναγώ
ξεναγούσε	=	ξεναγώ
ξεναγούσες	=	ξεναγώ
ξεναγούσουν	=	ξεναγώ
ξεναγούσουνα	=	ξεναγώ
ξεναγό	noun	αιτιατική ενικού του ξεναγός
ξεναγόμασταν	=	ξεναγώ
ξεναγόμαστε	=	ξεναγώ
ξεναγόμουν	=	ξεναγώ
ξεναγόμουνα	=	ξεναγώ
ξεναγόνταν	=	ξεναγώ
ξεναγόντανε	=	ξεναγώ
ξεναγόντουσαν	=	ξεναγώ
ξεναγός	noun	αυτός/ή που συνοδεύει και δίνει πληροφορίες στους επισκέπτες ενός χώρου ή αξιοθέατου
ξεναγόσασταν	=	ξεναγώ
ξεναγόσαστε	=	ξεναγώ
ξεναγόσουν	=	ξεναγώ
ξεναγόσουνα	=	ξεναγώ
ξεναγόταν	=	ξεναγώ
ξεναγότανε	=	ξεναγώ
ξεναγώ	verb	παρουσιάζω σε επισκέπτες ένα μέρος, περιγράφω την τοπολογία και ιστορία μιας περιοχής
ξεναγών	noun	γενική πληθυντικού του ξεναγός
ξεναγώντας	=	ξεναγώ
ξενερίζαμε	=	ξενερίζω
ξενερίζαν	=	ξενερίζω
ξενερίζανε	=	ξενερίζω
ξενερίζατε	=	ξενερίζω
ξενερίζει	=	ξενερίζω
ξενερίζεις	=	ξενερίζω
ξενερίζετε	=	ξενερίζω
ξενερίζοντας	=	ξενερίζω
ξενερίζουμε	=	ξενερίζω
ξενερίζουν	=	ξενερίζω
ξενερίζουνε	=	ξενερίζω
ξενερίζω	verb	χάνω τον προσανατολισμό μου (για ψάρια)
ξενερίσαμε	=	ξενερίζω
ξενερίσαν	=	ξενερίζω
ξενερίσανε	=	ξενερίζω
ξενερίσατε	=	ξενερίζω
ξενερίσει	=	ξενερίζω
ξενερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενέρισμα
ξενερίσματος	noun	γενική ενικού του ξενέρισμα
ξενερίστε	=	ξενερίζω
ξενερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξενέρισμα
ξενερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενερισμένο
ξενερισμένε	verb	κλητική ενικού του ξενερισμένος
ξενερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενερισμένη
ξενερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενερισμένος
ξενερισμένης	verb	γενική ενικού του ξενερισμένη
ξενερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενερισμένος
ξενερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενερισμένος
ξενερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενερισμένος
ξενερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενερισμένος
ξενερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενερισμένος
ξενερωμάτων	=	ξενέρωμα
ξενερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενερωμένο
ξενερωμένε	verb	κλητική ενικού του ξενερωμένος
ξενερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενερωμένη
ξενερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενερωμένος
ξενερωμένης	verb	γενική ενικού του ξενερωμένη
ξενερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενερωμένος
ξενερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενερωμένος
ξενερωμένος	verb	αυτός που ενώ αρχικά ήταν ενθουσιασμένος με κάτι (ή είχε καλή γνώμη για κάτι), μετά έχασε το πάθος του ή άλλαξε γνώμη, (συνήθως) γιατί συνέβει κάτι αρνητικό που προκάλεσε αυτήν την μεταστροφή
ξενερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενερωμένος
ξενερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενερωμένος
ξενερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενερωμένος
ξενερώματα	=	ξενέρωμα
ξενερώματος	=	ξενέρωμα
ξενερώνω	verb	συνέρχομαι από μεθύσι ή από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, επανέρχομαι σε νηφάλια κατάσταση
ξενηλάτες	=	ξενηλάτης
ξενηλάτη	=	ξενηλάτης
ξενηλάτης	noun	αυτός που πραγματοποιεί ξενηλασία
ξενηλασία	noun	η εκδίωξη των ξένων από μία χώρα
ξενηλασίας	noun	γενική ενικού του ξενηλασία
ξενηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενηλασία
ξενηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενηλασία
ξενηλατώ	verb	πραγματοποιώ ξενηλασία
ξενηλατών	=	ξενηλάτης
ξενηλατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξενηλατώ
ξενηστικωμένα	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένε	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένες	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένη	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένης	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένο	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένοι	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένος	verb	ο εντελώς νηστικός, που δεν έχει φάει τίποτα
ξενηστικωμένου	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένους	=	ξενηστικωμένος
ξενηστικωμένων	=	ξενηστικωμένος
ξενικά	adv	σχετικά με τους ξένους ή διαφορετικούς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενικό
ξενικέ	adj	κλητική ενικού του ξενικός
ξενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενική
ξενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενικός
ξενικής	adj	γενική ενικού του ξενική
ξενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενικός
ξενικοτήτων	=	ξενικότητα
ξενικού	adj	γενική ενικού του ξενικός
ξενικούρα	noun|slang	γενική λέξη για τις λέξεις ή εκφράσεις που μοιάζουν ή προέρχονται από ξένες αντίστοιχες και ξενίζουν
ξενικούρας	noun	γενική ενικού του ξενικούρα
ξενικούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενικούρα
ξενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενικός
ξενικό	adj	αιτιατική ενικού του ξενικός
ξενικός	adj	που ανήκει σε ή προέρχεται από ξένους, που αναφέρεται σε ξένους ή ξένη χώρα
ξενικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ξένο(ς), η ιδιότητα του ξένου
ξενικότητας	=	ξενικότητα
ξενικότητες	=	ξενικότητα
ξενικών	adj	γενική πληθυντικού του ξενικός
ξενισμέ	noun	κλητική ενικού του ξενισμός
ξενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενισμένο
ξενισμένε	verb	κλητική ενικού του ξενισμένος
ξενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενισμένη
ξενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενισμένος
ξενισμένης	verb	γενική ενικού του ξενισμένη
ξενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενισμένος
ξενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενισμένος
ξενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενισμένος
ξενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενισμένος
ξενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενισμένος
ξενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενισμός
ξενισμού	noun	γενική ενικού του ξενισμός
ξενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξενισμός
ξενισμό	noun	αιτιατική ενικού του ξενισμός
ξενισμός	noun	ο μιμητισμός στις ξενικές συνήθεις, στη χρήση ξενικών φράσεων, όρων κ.λπ.
ξενισμών	noun	γενική πληθυντικού του ξενισμός
ξενιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενιστής
ξενιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξενιστής
ξενιστής	noun	οργανισμός στον οποίο ζει κάποιο παράσιτο συμβιωτικά ή παρασιτικά
ξενιστών	noun	γενική πληθυντικού του ξενιστής
ξενιτέψου	=	ξενιτεύομαι
ξενιτειά	=	ξενιτιά
ξενιτειές	=	ξενιτιές
ξενιτεμέ	noun	κλητική ενικού του ξενιτεμός
ξενιτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενιτεμένο
ξενιτεμένε	verb	κλητική ενικού του ξενιτεμένος
ξενιτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενιτεμένη
ξενιτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενιτεμένος
ξενιτεμένης	verb	γενική ενικού του ξενιτεμένη
ξενιτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενιτεμένος
ξενιτεμένοι	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενιτεμένος
ξενιτεμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του ρήματος ξενιτεύομαι, ρήμα στην παθητική φωνή
ξενιτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενιτεμένος
ξενιτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενιτεμένος
ξενιτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενιτεμένος
ξενιτεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενιτεμός
ξενιτεμού	noun	γενική ενικού του ξενιτεμός
ξενιτεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξενιτεμός
ξενιτεμό	noun	αιτιατική ενικού του ξενιτεμός
ξενιτεμός	noun	η μακρόχρονη διαμονή σε ξένη χώρα, ως αποτέλεσμα οικονομικής ή άλλης ανάγκης
ξενιτεμών	noun	γενική πληθυντικού του ξενιτεμός
ξενιτευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτήκαν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευτήκανε	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτευόμασταν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόμαστε	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόμουν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόμουνα	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόντουσαν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόσασταν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόσαστε	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόσουν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόσουνα	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευόταν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτευότανε	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύεσαι	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύεστε	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύεται	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύομαι	verb	φεύγω για ξένη χώρα για να εγκατασταθώ εκεί για πολύ καιρό ή και για πάντα
ξενιτεύονται	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύονταν	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύου	=	ξενιτεύομαι
ξενιτεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενιτεύομαι
ξενιτιά	noun	η ξένη γη, εκεί που κάποιος ξενιτεύεται
ξενιτιάς	noun	γενική ενικού του ξενιτιά
ξενιτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενιτιά
ξενιτιών	=	ξενιτιά
ξενιών	=	ξένιος
ξενοίκιαζα	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιαζαν	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιαζε	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιαζες	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιασα	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιασαν	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιασε	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιασες	=	ξενοικιάζω
ξενοίκιασμα	noun	η λύση του συμβολαίου ενοικίασης ενός ακινήτου
ξενοίκιαστα	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστε	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστες	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστη	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστης	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστο	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστοι	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστος	adj	που δεν έχει νοικιαστεί, που προσφέρθηκε για χρήση με ενοίκιο αλλά δεν τον νοίκιασε κανείς
ξενοίκιαστου	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστους	=	ξενοίκιαστος
ξενοίκιαστων	=	ξενοίκιαστος
ξενοβιολογία	noun	μελέτη μη δε(σ)οξυριβονουκλεϊ(νι)κών συστημάτων αποθήκευσης γενετικής πληροφορίας
ξενοβιολογίας	noun	γενική ενικού του ξενοβιολογία
ξενοβιολογίες	=	ξενοβιολογία
ξενοβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενοβιολογία
ξενογαμία	noun	η γονιμοποίηση ενός φυτού από άλλο, του ίδιου είδους, που φύεται σε άλλο φυτό
ξενογαμίας	=	ξενογαμία
ξενογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενογαμία
ξενογαμιών	=	ξενογαμία
ξενογλωσσία	noun	η γνώση και η χρήση ξένων γλωσσών
ξενογλωσσίας	=	ξενογλωσσία
ξενογλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενογλωσσία
ξενογλωσσιών	=	ξενογλωσσία
ξενογυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενογύρισμα
ξενοδουλέψαμε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλέψαν	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλέψανε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλέψατε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλέψει	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλέψτε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδουλεμένο
ξενοδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδουλεμένη
ξενοδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλεμένης	verb	γενική ενικού του ξενοδουλεμένη
ξενοδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοδουλεμένος
ξενοδουλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδουλευτής
ξενοδουλευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξενοδουλευτής
ξενοδουλευτής	noun	ο μεροκαματιάρης, που δεν έχει δική του επιχείρηση ή περιουσία και ζει δουλεύοντας μεροκάματο σε ξένες δουλειές
ξενοδουλευτών	noun	γενική πληθυντικού του ξενοδουλευτής
ξενοδουλεύαμε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύαν	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύανε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύατε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύει	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύεις	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύετε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύοντας	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύουμε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύουν	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύουνε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδουλεύτρα	noun	η γυναίκα που αναγκάζεται να πλένει, να μαγειρεύει και να καθαρίζει τα σπίτια άλλων νοικοκυριών
ξενοδουλεύτρας	=	ξενοδουλεύτρα
ξενοδουλεύτρες	=	ξενοδουλεύτρα
ξενοδουλεύω	verb	εργάζομαι σε δουλειές ξένων, δεν έχω δική μου επιχείρηση ή ακινητη περιουσία, είμαι μεροκαματιάρης και ζω από τα μεροκάματα που κάνω (συνήθως για γυναίκες που δούλευαν σε ξένα σπίτια πλένοντας και μαγειρεύοντας)
ξενοδοχία	noun|formal	το σύνολο των καταλυμάτων και των πρακτικών που εξυπηρετούν ταξιδιώτες / περιηγητές
ξενοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχείο
ξενοδοχείο	noun	εγκατάσταση (κτίριο ή συγκρότημα) της οποίας τα επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ενοικιάζονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα (συνήθως για μερικές ημέρες) σε επισκέπτες, στους οποίους παρέχονται πέραν της διαμονής και άλλες υπηρεσίες (πρωινό, γεύμα κ.λπ.)
ξενοδοχείου	noun	γενική ενικού του ξενοδοχείο
ξενοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του ξενοδοχείο
ξενοδοχειακά	noun	ο τουρισμός, ό,τι αφορά στα ξενοδοχεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχειακό
ξενοδοχειακέ	adj	κλητική ενικού του ξενοδοχειακός
ξενοδοχειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχειακή
ξενοδοχειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοδοχειακός
ξενοδοχειακής	adj	γενική ενικού του ξενοδοχειακή
ξενοδοχειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχειακός
ξενοδοχειακού	adj	γενική ενικού του ξενοδοχειακός
ξενοδοχειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενοδοχειακός
ξενοδοχειακό	adj	αιτιατική ενικού του ξενοδοχειακός
ξενοδοχειακός	adj	σχετικός με ξενοδοχείο
ξενοδοχειακών	adj	γενική πληθυντικού του ξενοδοχειακός
ξενοδοχουπάλληλος	=	ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπάλληλε	noun	κλητική ενικού του ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπάλληλο	noun	αιτιατική ενικού του ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπάλληλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπάλληλος	noun	υπάλληλος που εργάζεται σε ξενοδοχείο (όπως ως ρεσεψιονίστ, καμαριέρης)
ξενοδοχοϋπάλληλου	=	ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπάλληλους	=	ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπαλλήλου	noun	γενική ενικού του ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπαλλήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδοχοϋπαλλήλων	noun	γενική πληθυντικού του ξενοδοχοϋπάλληλος
ξενοδούλευα	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλευαν	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλευε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλευες	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλεψα	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλεψαν	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλεψε	=	ξενοδουλεύω
ξενοδούλεψες	=	ξενοδουλεύω
ξενοδόχα	noun|vulgar	η ξενοδόχος
ξενοδόχας	noun	γενική ενικού του ξενοδόχα
ξενοδόχε	noun	κλητική ενικού του ξενοδόχος
ξενοδόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοδόχα
ξενοδόχο	noun	αιτιατική ενικού του ξενοδόχος
ξενοδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοδόχος
ξενοδόχος	noun	ο ιδιοκτήτης ή ο διευθυντής ενός ξενοδοχείου
ξενοδόχου	noun	γενική ενικού του ξενοδόχος
ξενοδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξενοδόχος
ξενοδόχων	noun	γενική πληθυντικού του ξενοδόχος
ξενοιάζαμε	=	ξενοιάζω
ξενοιάζαν	=	ξενοιάζω
ξενοιάζανε	=	ξενοιάζω
ξενοιάζατε	=	ξενοιάζω
ξενοιάζει	=	ξενοιάζω
ξενοιάζεις	=	ξενοιάζω
ξενοιάζετε	=	ξενοιάζω
ξενοιάζοντας	=	ξενοιάζω
ξενοιάζουμε	=	ξενοιάζω
ξενοιάζουν	=	ξενοιάζω
ξενοιάζουνε	=	ξενοιάζω
ξενοιάζω	verb	απαλλάσσομαι/ανακουφίζομαι από την διεκπεραίωση όλων των υποχρεώσεων και των ευθυνών μου και απολαμβάνω την ανεμελιά μου (για όσο διαρκέσει)
ξενοιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάσαν	=	ξενοιάζω
ξενοιάσανε	=	ξενοιάζω
ξενοιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξενοιάζω
ξενοιάσει	=	ξενοιάζω
ξενοιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξένοιασμα
ξενοιάσματος	noun	γενική ενικού του ξένοιασμα
ξενοιάστε	=	ξενοιάζω
ξενοιασιά	noun	η ανεμελιά, η αίσθηση ότι είσαι αμέριμνος, δικαιολογημένα ανεύθυνος, ότι δεν κουβαλάς ψυχικό βάρος ή υποχρεώσεις, ότι είσαι ελεύθερος από κάθε έγνοια
ξενοιασιάς	noun	γενική ενικού του ξενοιασιά
ξενοιασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοιασιά
ξενοιασιών	=	ξενοιασιά
ξενοιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξένοιασμα
ξενοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοιασμένο
ξενοιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξενοιασμένος
ξενοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοιασμένη
ξενοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοιασμένος
ξενοιασμένης	verb	γενική ενικού του ξενοιασμένη
ξενοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενοιασμένος
ξενοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοιασμένος
ξενοιασμένος	=	ξενοιάζω
ξενοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοιασμένος
ξενοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενοιασμένος
ξενοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοιασμένος
ξενοικιάζαμε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζαν	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζανε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζατε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζει	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζεις	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζετε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζομαι	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζοντας	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζουμε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζουν	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζουνε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάζω	verb	λύνω το συμβόλαιο ενοικίασης που είχα υπογράψει με τον ιδιοκτήτη ενός ακινήτου ή αντίθετα με τον ενοκιαστή
ξενοικιάσαμε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάσαν	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάσανε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάσατε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάσει	=	ξενοικιάζω
ξενοικιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοίκιασμα
ξενοικιάσματος	=	ξενοίκιασμα
ξενοικιάστε	=	ξενοικιάζω
ξενοικιασμάτων	=	ξενοίκιασμα
ξενοικιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοικιασμένο
ξενοικιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξενοικιασμένος
ξενοικιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοικιασμένη
ξενοικιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοικιασμένος
ξενοικιασμένης	verb	γενική ενικού του ξενοικιασμένη
ξενοικιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενοικιασμένος
ξενοικιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοικιασμένος
ξενοικιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοικιασμένος
ξενοικιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενοικιασμένος
ξενοικιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοικιασμένος
ξενοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκίνητο
ξενοκίνητε	adj	κλητική ενικού του ξενοκίνητος
ξενοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκίνητη
ξενοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοκίνητος
ξενοκίνητης	adj	γενική ενικού του ξενοκίνητη
ξενοκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του ξενοκίνητος
ξενοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοκίνητος
ξενοκίνητος	adj	αυτός που υποκινείται από ξένες, αντεθνικές δυνάμεις
ξενοκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοκίνητος
ξενοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενοκίνητος
ξενοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοκίνητος
ξενοκληρία	noun	το νομικό δικαίωμα ενός ηγεμόνα και στη συνέχεια του κράτους να κληρονομεί την περιουσία αλλοδαπών μετά τον θάνατο τους, όπως ίσχυε στη Γαλλία από τον μεσαιωνα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα
ξενοκληρίας	=	ξενοκληρία
ξενοκληρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκληρία
ξενοκληριών	=	ξενοκληρία
ξενοκοίταζα	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταζαν	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταζε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταζες	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταξα	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταξαν	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταξε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοίταξες	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιμάμαι	verb	κοιμάμαι σε ξένο σπίτι, δεν κοιμάμαι στο σπίτι μου
ξενοκοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκοιμισμένο
ξενοκοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκοιμισμένη
ξενοκοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμισμένης	verb	γενική ενικού του ξενοκοιμισμένη
ξενοκοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοκοιμισμένος
ξενοκοιμούμαι	verb	έχω ερωτική σχέση και κοιμάμαι τα βράδια μακριά από τη συζυγική κλίνη
ξενοκοιτάζαμε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζαν	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζανε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζατε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζει	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζεις	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζετε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζοντας	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζουμε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζουν	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζουνε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάζω	verb	ενώ είμαι δεσμευμένος, διερευνώ με ενδιαφέρον και άλλες επιλογές, κυρίως ερωτικές
ξενοκοιτάξαμε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάξαν	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάξανε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάξατε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάξει	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκοιτάξτε	=	ξενοκοιτάζω
ξενοκρατία	noun	η επέμβαση και η κυριαρχία συμφερόντων τρίτων κρατών στις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις μιας χώρας
ξενοκρατίας	noun	γενική ενικού του ξενοκρατία
ξενοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκρατία
ξενοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκρατικό
ξενοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ξενοκρατικός
ξενοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοκρατική
ξενοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοκρατικός
ξενοκρατικής	adj	γενική ενικού του ξενοκρατική
ξενοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοκρατικός
ξενοκρατικού	adj	γενική ενικού του ξενοκρατικός
ξενοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενοκρατικός
ξενοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ξενοκρατικός
ξενοκρατικός	adj	σχετικός με την ξενοκρατία
ξενοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ξενοκρατικός
ξενοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενοκρατία
ξενοκρατούμαι	verb	βρίσκομαι υπό κατοχή ξένων δυνάμεων, έχω χάσει την εθνική μου κυριαρχία
ξενολάτρες	=	ξενολάτρης
ξενολάτρη	=	ξενολάτρης
ξενολάτρης	noun	αυτός που θαυμάζει υπερβολικά κάθε τι το ξένο
ξενολατρία	noun	ο υπερβολικός θαυμασμός προς κάθε τι το ξένο
ξενολατρίας	noun	γενική ενικού του ξενολατρία
ξενολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενολατρία
ξενολατριών	noun	γενική πληθυντικού του ξενολατρία
ξενολατρών	=	ξενολάτρης
ξενομανές	=	ξενομανής
ξενομανή	=	ξενομανής
ξενομανής	adj	που θαυμάζει ξένα ήθη και έθιμα
ξενομανία	noun	ο υπερβολικός θαυμασμός ξένων ηθών και εθίμων
ξενομανίας	noun	γενική ενικού του ξενομανία
ξενομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενομανία
ξενομανείς	=	ξενομανής
ξενομανιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενομανία
ξενομανούς	=	ξενομανής
ξενομανών	=	ξενομανής
ξενομερίτες	=	ξενομερίτης
ξενομερίτη	=	ξενομερίτης
ξενομερίτης	noun	ξένος, που προέρχεται από άλλη περιοχή
ξενομερίτισσα	noun	θηλυκό του ξενομερίτης
ξενομερίτισσας	noun	γενική ενικού του ξενομερίτισσα
ξενομερίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενομερίτισσα
ξενομεριτών	=	ξενομερίτης
ξενομπάτη	noun	γενική ενικού του ξενομπάτης
ξενομπάτηδες	=	ξενομπάτης
ξενομπάτηδων	=	ξενομπάτης
ξενομπάτης	noun	ξενομερίτης, που έχει έρθει από ξένο μέρος
ξενοπλένω	verb	εργάζομαι ως πλύστρα
ξενοπρεπές	=	ξενοπρεπής
ξενοπρεπή	=	ξενοπρεπής
ξενοπρεπής	adj	που ταιριάζει στους ξένους, τους χαρακτηρίζει
ξενοπρεπείς	=	ξενοπρεπής
ξενοπρεπούς	=	ξενοπρεπής
ξενοπρεπών	=	ξενοπρεπής
ξενοράβαμε	=	ξενοράβω
ξενοράβαν	=	ξενοράβω
ξενοράβανε	=	ξενοράβω
ξενοράβατε	=	ξενοράβω
ξενοράβει	=	ξενοράβω
ξενοράβεις	=	ξενοράβω
ξενοράβετε	=	ξενοράβω
ξενοράβοντας	=	ξενοράβω
ξενοράβουμε	=	ξενοράβω
ξενοράβουν	=	ξενοράβω
ξενοράβουνε	=	ξενοράβω
ξενοράβω	verb	ράβω τα ρούχα άλλων για βιοποριστικούς λόγους
ξενοράψαμε	=	ξενοράβω
ξενοράψαν	=	ξενοράβω
ξενοράψανε	=	ξενοράβω
ξενοράψατε	=	ξενοράβω
ξενοράψει	=	ξενοράβω
ξενοράψτε	=	ξενοράβω
ξενοραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοραμμένο
ξενοραμμένε	verb	κλητική ενικού του ξενοραμμένος
ξενοραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοραμμένη
ξενοραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοραμμένος
ξενοραμμένης	verb	γενική ενικού του ξενοραμμένη
ξενοραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενοραμμένος
ξενοραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοραμμένος
ξενοραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοραμμένος
ξενοραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενοραμμένος
ξενοραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοραμμένος
ξενορεξία	noun	συνώνυμο του αλλοτριοφαγία
ξενορεξίας	noun	γενική ενικού του ξενορεξία
ξενορεξίες	=	ξενορεξία
ξενορεξιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενορεξία
ξενοτροπία	noun	Η χρήση ή η μίμηση τρόπων, συμπεριφορών, εθίμων που είναι ξένοι σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον
ξενοτροπίας	noun	γενική ενικού του ξενοτροπία
ξενοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοτροπία
ξενοτροπισμέ	=	ξενοτροπισμός
ξενοτροπισμοί	=	ξενοτροπισμός
ξενοτροπισμού	=	ξενοτροπισμός
ξενοτροπισμούς	=	ξενοτροπισμός
ξενοτροπισμό	=	ξενοτροπισμός
ξενοτροπισμός	noun	φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ένα παράσιτο παρουσιάζει έλξη ή απώθηση προς έναν ξενιστή
ξενοτροπισμών	=	ξενοτροπισμός
ξενοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενοτροπία
ξενοφανές	=	ξενοφανής
ξενοφανή	=	ξενοφανής
ξενοφανής	adj	αυτός που φαίνεται ξένος, ασυνήθιστος, ανοίκειος
ξενοφανείς	=	ξενοφανής
ξενοφανούς	=	ξενοφανής
ξενοφανών	=	ξενοφανής
ξενοφιλία	noun	συμπάθεια και φιλική διάθεση προς τους ξένους, τους αλλοδαπούς και της πολιτισμικής τους ταυτότητας
ξενοφιλίας	noun	γενική ενικού του ξενοφιλία
ξενοφιλίες	=	ξενοφιλία
ξενοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενοφιλία
ξενοφοβία	noun	ο φόβος για τους ξένους, η επιθετικότητα απέναντί τους, ενάντια στα ήθη και έθιμά τους
ξενοφοβίας	noun	γενική ενικού του ξενοφοβία
ξενοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοφοβία
ξενοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοφοβικό
ξενοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του ξενοφοβικός
ξενοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοφοβική
ξενοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοφοβικός
ξενοφοβικής	adj	γενική ενικού του ξενοφοβική
ξενοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοφοβικός
ξενοφοβικού	adj	γενική ενικού του ξενοφοβικός
ξενοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενοφοβικός
ξενοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του ξενοφοβικός
ξενοφοβικός	adj	που έχει σχέση με τον ξενοφοβία ή αναφέρεται σ’ αυτήν ή χαρακτηρίζεται από αυτήν
ξενοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του ξενοφοβικός
ξενοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ξενοφοβία
ξενοχάραγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοχάραγο
ξενοχάραγε	adj	κλητική ενικού του ξενοχάραγος
ξενοχάραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενοχάραγη
ξενοχάραγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενοχάραγος
ξενοχάραγης	adj	γενική ενικού του ξενοχάραγη
ξενοχάραγο	adj	αιτιατική ενικού του ξενοχάραγος
ξενοχάραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενοχάραγος
ξενοχάραγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενοχάραγος
ξενοχάραγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενοχάραγος
ξενοχάραγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενοχάραγος
ξεντέριζα	=	ξεντερίζω
ξεντέριζαν	=	ξεντερίζω
ξεντέριζε	=	ξεντερίζω
ξεντέριζες	=	ξεντερίζω
ξεντέρισα	=	ξεντερίζω
ξεντέρισαν	=	ξεντερίζω
ξεντέρισε	=	ξεντερίζω
ξεντέρισες	=	ξεντερίζω
ξεντέρισμα	noun|vulgar	η αφαίρεση των εντέρων
ξεντερίζαμε	=	ξεντερίζω
ξεντερίζαν	=	ξεντερίζω
ξεντερίζανε	=	ξεντερίζω
ξεντερίζατε	=	ξεντερίζω
ξεντερίζει	=	ξεντερίζω
ξεντερίζεις	=	ξεντερίζω
ξεντερίζετε	=	ξεντερίζω
ξεντερίζοντας	=	ξεντερίζω
ξεντερίζουμε	=	ξεντερίζω
ξεντερίζουν	=	ξεντερίζω
ξεντερίζουνε	=	ξεντερίζω
ξεντερίζω	verb|vulgar	αφαιρώ τα έντερα
ξεντερίσαμε	=	ξεντερίζω
ξεντερίσαν	=	ξεντερίζω
ξεντερίσανε	=	ξεντερίζω
ξεντερίσατε	=	ξεντερίζω
ξεντερίσει	=	ξεντερίζω
ξεντερίσματα	=	ξεντέρισμα
ξεντερίσματος	=	ξεντέρισμα
ξεντερίστε	=	ξεντερίζω
ξεντερισμάτων	=	ξεντέρισμα
ξεντερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεντερισμένο
ξεντερισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεντερισμένος
ξεντερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεντερισμένη
ξεντερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεντερισμένος
ξεντερισμένης	verb	γενική ενικού του ξεντερισμένη
ξεντερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεντερισμένος
ξεντερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεντερισμένος
ξεντερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεντερισμένος
ξεντερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεντερισμένος
ξεντερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεντερισμένος
ξεντυθήκαμε	=	ξεντύνω
ξεντυθήκαν	=	ξεντύνω
ξεντυθήκανε	=	ξεντύνω
ξεντυθήκατε	=	ξεντύνω
ξεντυθεί	=	ξεντύνω
ξεντυθείς	=	ξεντύνω
ξεντυθείτε	=	ξεντύνω
ξεντυθούμε	=	ξεντύνω
ξεντυθούν	=	ξεντύνω
ξεντυθούνε	=	ξεντύνω
ξεντυθώ	=	ξεντύνω
ξεντυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέντυμα
ξεντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεντυμένο
ξεντυμένε	verb	κλητική ενικού του ξεντυμένος
ξεντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεντυμένη
ξεντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεντυμένος
ξεντυμένης	verb	γενική ενικού του ξεντυμένη
ξεντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεντυμένος
ξεντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεντυμένος
ξεντυμένος	verb	που έχει ξεντυθεί
ξεντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεντυμένος
ξεντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεντυμένος
ξεντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεντυμένος
ξεντυνόμασταν	=	ξεντύνω
ξεντυνόμαστε	=	ξεντύνω
ξεντυνόμουν	=	ξεντύνω
ξεντυνόμουνα	=	ξεντύνω
ξεντυνόντουσαν	=	ξεντύνω
ξεντυνόσασταν	=	ξεντύνω
ξεντυνόσαστε	=	ξεντύνω
ξεντυνόσουν	=	ξεντύνω
ξεντυνόσουνα	=	ξεντύνω
ξεντυνόταν	=	ξεντύνω
ξεντυνότανε	=	ξεντύνω
ξεντυσίματα	=	ξεντύσιμο
ξεντυσίματος	=	ξεντύσιμο
ξεντυσιμάτων	=	ξεντύσιμο
ξεντύθηκα	=	ξεντύνω
ξεντύθηκαν	=	ξεντύνω
ξεντύθηκε	=	ξεντύνω
ξεντύθηκες	=	ξεντύνω
ξεντύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέντυμα
ξεντύματος	noun	γενική ενικού του ξέντυμα
ξεντύναμε	=	ξεντύνω
ξεντύναν	=	ξεντύνω
ξεντύνανε	=	ξεντύνω
ξεντύνατε	=	ξεντύνω
ξεντύνει	=	ξεντύνω
ξεντύνεις	=	ξεντύνω
ξεντύνεσαι	=	ξεντύνω
ξεντύνεστε	=	ξεντύνω
ξεντύνεται	=	ξεντύνω
ξεντύνετε	=	ξεντύνω
ξεντύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεντύνω
ξεντύνομε	=	ξεντύνω
ξεντύνονται	=	ξεντύνω
ξεντύνονταν	=	ξεντύνω
ξεντύνοντας	=	ξεντύνω
ξεντύνουμε	=	ξεντύνω
ξεντύνουν	=	ξεντύνω
ξεντύνουνε	=	ξεντύνω
ξεντύνω	verb	βγάζω τα ρούχα κάποιου
ξεντύσαμε	=	ξεντύνω
ξεντύσαν	=	ξεντύνω
ξεντύσανε	=	ξεντύνω
ξεντύσατε	=	ξεντύνω
ξεντύσει	=	ξεντύνω
ξεντύσεις	=	ξεντύνω
ξεντύσετε	=	ξεντύνω
ξεντύσιμο	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ξεντύνω
ξεντύσομε	=	ξεντύνω
ξεντύσου	=	ξεντύνω
ξεντύσουμε	=	ξεντύνω
ξεντύσουν	=	ξεντύνω
ξεντύσουνε	=	ξεντύνω
ξεντύστε	=	ξεντύνω
ξεντύσω	=	ξεντύνω
ξενυστάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενύσταγμα
ξενυστάζω	verb	κάνω κάτι για να μου φυγει η νύστα
ξενυσταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυσταγμένο
ξενυσταγμένε	verb	κλητική ενικού του ξενυσταγμένος
ξενυσταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυσταγμένη
ξενυσταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενυσταγμένος
ξενυσταγμένης	verb	γενική ενικού του ξενυσταγμένη
ξενυσταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενυσταγμένος
ξενυσταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενυσταγμένος
ξενυσταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενυσταγμένος
ξενυσταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενυσταγμένος
ξενυσταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενυσταγμένος
ξενυχιάζαμε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζαν	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζανε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζατε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζει	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζεις	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζετε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζοντας	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζουμε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζουν	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζουνε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάζω	verb	πατάω κάποιον στα νύχια και τον πονώ
ξενυχιάσαμε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάσαν	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάσανε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάσατε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάσει	=	ξενυχιάζω
ξενυχιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενύχιασμα
ξενυχιάσματος	noun	γενική ενικού του ξενύχιασμα
ξενυχιάστε	=	ξενυχιάζω
ξενυχιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξενύχιασμα
ξενυχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυχιασμένο
ξενυχιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξενυχιασμένος
ξενυχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυχιασμένη
ξενυχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενυχιασμένος
ξενυχιασμένης	verb	γενική ενικού του ξενυχιασμένη
ξενυχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενυχιασμένος
ξενυχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενυχιασμένος
ξενυχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενυχιασμένος
ξενυχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενυχιασμένος
ξενυχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενυχιασμένος
ξενυχτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυχτάδικο
ξενυχτάδικο	noun	νυχτερινό κέντρο διασκέδασης που μένει ανοιχτό μέχρι τις πρωινές ώρες
ξενυχτάδικου	noun	γενική ενικού του ξενυχτάδικο
ξενυχτάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ξενυχτάδικο
ξενυχτάω	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζαμε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζαν	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζανε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζατε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζει	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζεις	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζετε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζομε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζοντας	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζουμε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζουν	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζουνε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίζω	verb	κρατώ κάποιον ξάγρυπνο όλη τη νύχτα
ξενυχτίσαμε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσαν	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσανε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσατε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσει	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσεις	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσετε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενύχτισμα
ξενυχτίσματος	=	ξενύχτισμα
ξενυχτίσομε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσουμε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσουν	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσουνε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίστε	=	ξενυχτίζω
ξενυχτίσω	=	ξενυχτίζω
ξενυχτιού	=	ξενύχτι
ξενυχτισμάτων	=	ξενύχτισμα
ξενυχτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυχτισμένο
ξενυχτισμένε	verb	κλητική ενικού του ξενυχτισμένος
ξενυχτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενυχτισμένη
ξενυχτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενυχτισμένος
ξενυχτισμένης	verb	γενική ενικού του ξενυχτισμένη
ξενυχτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξενυχτισμένος
ξενυχτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενυχτισμένος
ξενυχτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενυχτισμένος
ξενυχτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξενυχτισμένος
ξενυχτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενυχτισμένος
ξενυχτιών	=	ξενύχτι
ξενυχτώ	=	ξενυχτίζω
ξενυχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξενυχτάω / ξενυχτώ
ξενόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόγλωσσο
ξενόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του ξενόγλωσσος
ξενόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόγλωσση
ξενόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενόγλωσσος
ξενόγλωσσης	adj	γενική ενικού του ξενόγλωσση
ξενόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του ξενόγλωσσος
ξενόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενόγλωσσος
ξενόγλωσσος	adj	αυτός που μιλάει κάποια ξένη γλώσσα
ξενόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενόγλωσσος
ξενόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενόγλωσσος
ξενόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενόγλωσσος
ξενόδουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόδουλο
ξενόδουλε	adj	κλητική ενικού του ξενόδουλος
ξενόδουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόδουλη
ξενόδουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενόδουλος
ξενόδουλης	adj	γενική ενικού του ξενόδουλη
ξενόδουλο	adj	αιτιατική ενικού του ξενόδουλος
ξενόδουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενόδουλος
ξενόδουλος	adj	που είναι δουλικός προς ξένα, μη εθνικά συμφέροντα
ξενόδουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενόδουλος
ξενόδουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενόδουλος
ξενόδουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενόδουλος
ξενόθετα	=	ξενόθετος
ξενόθετε	=	ξενόθετος
ξενόθετες	=	ξενόθετος
ξενόθετη	=	ξενόθετος
ξενόθετης	=	ξενόθετος
ξενόθετο	=	ξενόθετος
ξενόθετοι	=	ξενόθετος
ξενόθετος	adj	συνήθως στον πληθυντικό, τα ξενόθετα, τοπωνύμια που παράγονται από ξένες γλώσσες
ξενόθετου	=	ξενόθετος
ξενόθετους	=	ξενόθετος
ξενόθετων	=	ξενόθετος
ξενόκουμπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόκουμπο
ξενόκουμπο	noun	το μανικετόκουμπο .
ξενόκουμπου	noun	γενική ενικού του ξενόκουμπο
ξενόκουμπων	noun	γενική πληθυντικού του ξενόκουμπο
ξενόραβα	=	ξενοράβω
ξενόραβαν	=	ξενοράβω
ξενόραβε	=	ξενοράβω
ξενόραβες	=	ξενοράβω
ξενόραψα	=	ξενοράβω
ξενόραψαν	=	ξενοράβω
ξενόραψε	=	ξενοράβω
ξενόραψες	=	ξενοράβω
ξενότροπα	=	ξενότροπος
ξενότροπε	=	ξενότροπος
ξενότροπες	=	ξενότροπος
ξενότροπη	=	ξενότροπος
ξενότροπης	=	ξενότροπος
ξενότροπο	=	ξενότροπος
ξενότροποι	=	ξενότροπος
ξενότροπος	adj	που έχει αποκτήσει ή μιμείται ξενική συμπεριφορά και ήθη
ξενότροπου	=	ξενότροπος
ξενότροπους	=	ξενότροπος
ξενότροπων	=	ξενότροπος
ξενόφερτή	=	ξενόφερτος
ξενόφερτα	=	ξενόφερτος
ξενόφερτε	=	ξενόφερτος
ξενόφερτες	=	ξενόφερτος
ξενόφερτη	=	ξενόφερτος
ξενόφερτης	=	ξενόφερτος
ξενόφερτο	=	ξενόφερτος
ξενόφερτοι	=	ξενόφερτος
ξενόφερτος	adj	που έχει έρθει από ξένα, από άλλη χώρα
ξενόφερτου	=	ξενόφερτος
ξενόφερτους	=	ξενόφερτος
ξενόφερτων	=	ξενόφερτος
ξενόφιλα	=	ξενόφιλος
ξενόφιλε	=	ξενόφιλος
ξενόφιλες	=	ξενόφιλος
ξενόφιλη	=	ξενόφιλος
ξενόφιλης	=	ξενόφιλος
ξενόφιλο	=	ξενόφιλος
ξενόφιλοι	=	ξενόφιλος
ξενόφιλος	adj	που αγαπά τους ξένους και ό,τι σχετίζεται με αυτούς
ξενόφιλου	=	ξενόφιλος
ξενόφιλους	=	ξενόφιλος
ξενόφιλων	=	ξενόφιλος
ξενόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόφοβο
ξενόφοβε	adj	κλητική ενικού του ξενόφοβος
ξενόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενόφοβη
ξενόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξενόφοβος
ξενόφοβης	adj	γενική ενικού του ξενόφοβη
ξενόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του ξενόφοβος
ξενόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξενόφοβος
ξενόφοβος	noun	ξενόφοβος	adj	που είναι επιθετικός προς τους ξένους και τα ήθη και έθιμά τους
ξενόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξενόφοβος
ξενόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξενόφοβος
ξενόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξενόφοβος
ξενόφωνα	=	ξενόφωνος
ξενόφωνε	=	ξενόφωνος
ξενόφωνες	=	ξενόφωνος
ξενόφωνη	=	ξενόφωνος
ξενόφωνης	=	ξενόφωνος
ξενόφωνο	=	ξενόφωνος
ξενόφωνοι	=	ξενόφωνος
ξενόφωνος	adj	που μιλάει κάποια ξένη γλώσσα
ξενόφωνου	=	ξενόφωνος
ξενόφωνους	=	ξενόφωνος
ξενόφωνων	=	ξενόφωνος
ξενύχιαζα	=	ξενυχιάζω
ξενύχιαζαν	=	ξενυχιάζω
ξενύχιαζε	=	ξενυχιάζω
ξενύχιαζες	=	ξενυχιάζω
ξενύχιασα	=	ξενυχιάζω
ξενύχιασαν	=	ξενυχιάζω
ξενύχιασε	=	ξενυχιάζω
ξενύχιασες	=	ξενυχιάζω
ξενύχιασμα	noun	ο πόνος στα νύχια όταν κάποιος πατάει κατά λάθος το πόδι ενός άλλου
ξενύχτες	=	ξενύχτης
ξενύχτη	=	ξενύχτης
ξενύχτηδες	=	ξενύχτης
ξενύχτηδων	=	ξενύχτης
ξενύχτης	noun	αυτός που έτυχε να μείνει ξάγρυπνος
ξενύχτι	noun	η απουσία του ύπνου στη διάρκεια της νύχτας
ξενύχτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενύχτι
ξενύχτιζα	=	ξενυχτίζω
ξενύχτιζαν	=	ξενυχτίζω
ξενύχτιζε	=	ξενυχτίζω
ξενύχτιζες	=	ξενυχτίζω
ξενύχτισα	=	ξενυχτίζω
ξενύχτισαν	=	ξενυχτίζω
ξενύχτισε	=	ξενυχτίζω
ξενύχτισες	=	ξενυχτίζω
ξενύχτισμα	noun	η παραμονή των κοντινών προσώπων ενός νεκρού στο σπίτι του δίπλα στη σορό του κατά τη διάρκεια της νύκτας πριν από την κηδεία του, για να τον θρηνήσουν
ξενύχτισσα	noun	θηλυκό του ξενύχτης
ξενύχτισσας	noun	γενική ενικού του ξενύχτισσα
ξενύχτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξενύχτισσα
ξενώνα	=	ξενώνας
ξενώνας	noun	δωμάτιο, διαμέρισμα ή και κτήριο (σπιτιού, ιδρύματος, μοναστηριού κ.λπ.) που έχει διαμορφωθεί ειδικά για φιλοξενία ξένων
ξενώνες	=	ξενώνας
ξενώνων	=	ξενώνας
ξεπάγιαζα	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιαζαν	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιαζε	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιαζες	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιασα	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιασαν	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιασε	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιασες	=	ξεπαγιάζω
ξεπάγιασμα	noun	η αίσθηση του έντονου κρύου σε ζωντανά πλάσματα ή το αποτέλεσμά του σε φυτά
ξεπάγωμα	noun	το αποτέλεσμα του ξεπαγώνω
ξεπάγωνα	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωναν	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωνε	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωνες	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωσα	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωσαν	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωσε	=	ξεπαγώνω
ξεπάγωσες	=	ξεπαγώνω
ξεπάστρεμα	noun|figurative	το αποτέλεσμα του ξεπαστρεύω, το καθάρισμα
ξεπάστρεψα	=	ξεπαστρεύω
ξεπάτωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεπατώνω
ξεπάτωνα	=	ξεπατώνω
ξεπάτωναν	=	ξεπατώνω
ξεπάτωνε	=	ξεπατώνω
ξεπάτωνες	=	ξεπατώνω
ξεπάτωσα	=	ξεπατώνω
ξεπάτωσαν	=	ξεπατώνω
ξεπάτωσε	=	ξεπατώνω
ξεπάτωσες	=	ξεπατώνω
ξεπέζεμα	noun	το κατέβασμα από ένα ζώο, συνήθως άλογο ή από ένα δίτροχο όχημα όπως το ποδήλατο και η μοτοσυκλέτα
ξεπέρασα	=	ξεπερνάω
ξεπέρασαν	=	ξεπερνάω
ξεπέρασε	=	ξεπερνάω
ξεπέρασες	=	ξεπερνάω
ξεπέρασμα	noun	η υπερκέραση ενός εμποδίου, μιας δύσκολης κατάστασης
ξεπέρνα	=	ξεπερνάω
ξεπέρναγε	=	ξεπερνάω
ξεπέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπεσμα
ξεπέσματος	noun	γενική ενικού του ξέπεσμα
ξεπέτα	noun	κάτι που γίνεται βιαστικά
ξεπέταγμα	noun	Η ολοκλήρωση της ανάπτυξης ενός παιδιού.
ξεπέτας	=	ξεπέτα
ξεπέτες	=	ξεπέτα
ξεπέφτω	verb	υποβιβάζομαι κοινωνικά, χάνω το κύρος, την υψηλή κοινωνική θέση και τον πλούτο που είχα κάποτε
ξεπίκρισμα	noun	η διαδικασία κατά την οποία οι ελιές χάνουν την πικρή τους γεύση (χάρη στην αφαίρεση μιας ουσίας, της ελευρωπαΐνης)
ξεπίτηδες	adv	άλλη μορφή του εξεπίτηδες
ξεπαίρνομαι	verb	επαινώ τον εαυτό μου
ξεπαγιάζαμε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζαν	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζανε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζατε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζει	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζεις	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζετε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζοντας	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζουμε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζουν	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζουνε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάζω	verb	κρυώνω πάρα πολύ, τόσο που γίνομαι πάγος, παγώνω
ξεπαγιάσαμε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάσαν	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάσανε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάσατε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάσει	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπάγιασμα
ξεπαγιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεπάγιασμα
ξεπαγιάστε	=	ξεπαγιάζω
ξεπαγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπάγιασμα
ξεπαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαγιασμένο
ξεπαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπαγιασμένος
ξεπαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαγιασμένη
ξεπαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπαγιασμένος
ξεπαγιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεπαγιασμένη
ξεπαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπαγιασμένος
ξεπαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπαγιασμένος
ξεπαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπαγιασμένος
ξεπαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπαγιασμένος
ξεπαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπαγιασμένος
ξεπαγωμάτων	=	ξεπάγωμα
ξεπαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαγωμένο
ξεπαγωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπαγωμένος
ξεπαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαγωμένη
ξεπαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπαγωμένος
ξεπαγωμένης	verb	γενική ενικού του ξεπαγωμένη
ξεπαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπαγωμένος
ξεπαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπαγωμένος
ξεπαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπαγωμένος
ξεπαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπαγωμένος
ξεπαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπαγωμένος
ξεπαγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπάγωμα
ξεπαγώματος	=	ξεπάγωμα
ξεπαγώναμε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώναν	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνανε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνατε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνει	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνεις	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνετε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνοντας	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνουμε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνουν	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνουνε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώνω	verb	βγάζω τρόφιμα από την κατάψυξη και τα αφήνω για αρκετό χρόνο σε θερμοκρασία δωματίου ώστε να μπορέσω να τα μαγειρέψω
ξεπαγώσαμε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώσαν	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώσανε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώσατε	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώσει	=	ξεπαγώνω
ξεπαγώστε	=	ξεπαγώνω
ξεπακετάρω	verb	ανοίγω και βγάζω τα πράγματα μέσα από πακέτα
ξεπαλουκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπαλούκωμα
ξεπαλουκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαλούκωμα
ξεπαλουκώματος	noun	γενική ενικού του ξεπαλούκωμα
ξεπαλουκώναμε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώναν	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνανε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνατε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνει	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνεις	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνετε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνοντας	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνουμε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνουν	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνουνε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώνω	verb	αφαιρώ τα παλούκια
ξεπαλουκώσαμε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώσαν	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώσανε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώσατε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώσει	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλουκώστε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωμα	noun	η αφαίρεση των παλουκιών
ξεπαλούκωνα	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωναν	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωνε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωνες	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωσα	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωσαν	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωσε	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαλούκωσες	=	ξεπαλουκώνω
ξεπαράδιαζα	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιαζαν	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιαζε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιαζες	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιασα	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιασαν	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιασε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαράδιασες	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζαμε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζαν	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζανε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζατε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζει	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζεις	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζετε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζοντας	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζουμε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζουν	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζουνε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάζω	verb	το να κάνω κάποιον να ξοδέψει όλα του τα λεφτά
ξεπαραδιάσαμε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάσαν	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάσανε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάσατε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάσει	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιάστε	=	ξεπαραδιάζω
ξεπαραδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαραδιασμένο
ξεπαραδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαραδιασμένη
ξεπαραδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραδιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεπαραδιασμένη
ξεπαραδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπαραδιασμένος
ξεπαραλώ	verb	ξηλώνω
ξεπαραλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπαραλώ
ξεπαρεού	intj|slang	φύγε, δίνε του
ξεπαρθένεμα	noun|figurative	το αποτέλεσμα του ξεπαρθενεύω
ξεπαρθενέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρθένεμα
ξεπαρθενέματος	noun	γενική ενικού του ξεπαρθένεμα
ξεπαρθενεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπαρθένεμα
ξεπαρθενεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρθενεμένο
ξεπαρθενεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρθενεμένη
ξεπαρθενεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενεμένης	verb	γενική ενικού του ξεπαρθενεμένη
ξεπαρθενεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπαρθενεμένος
ξεπαρθενευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρθενευτής
ξεπαρθενευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεπαρθενευτής
ξεπαρθενευτής	noun	ο διακορευτής κοριτσιών, αυτός που αφαιρεί την παρθενιά
ξεπαρθενευτών	noun	γενική πληθυντικού του ξεπαρθενευτής
ξεπαρθενεύω	verb	παίρνω την παρθενιά ενός κοριτσιού, διακορεύω
ξεπαρθενιάζω	verb	άλλη μορφή του ξεπαρθενεύω
ξεπαρθενιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρθένιασμα
ξεπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρμένο
ξεπαρμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπαρμένος
ξεπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρμένη
ξεπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπαρμένος
ξεπαρμένης	verb	γενική ενικού του ξεπαρμένη
ξεπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπαρμένος
ξεπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπαρμένος
ξεπαρμένος	verb	μετοχή του ρήματος ξεπαίρνομαι
ξεπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπαρμένος
ξεπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπαρμένος
ξεπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπαρμένος
ξεπαστρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπάστρεμα
ξεπαστρέματος	noun	γενική ενικού του ξεπάστρεμα
ξεπαστρέφτηκα	=	ξεπαστρεύω
ξεπαστρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπάστρεμα
ξεπαστρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαστρεμένο
ξεπαστρεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπαστρεμένη
ξεπαστρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεμένης	verb	γενική ενικού του ξεπαστρεμένη
ξεπαστρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπαστρεμένος
ξεπαστρεύομαι	=	ξεπαστρεύω
ξεπαστρεύω	verb|vulgar	σκοτώνω, καθαρίζω κάποιον
ξεπατίκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεπατικώνω
ξεπατίκωνα	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωναν	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωνε	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωνες	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωσα	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωσαν	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωσε	=	ξεπατικώνω
ξεπατίκωσες	=	ξεπατικώνω
ξεπατικωμάτων	=	ξεπατίκωμα
ξεπατικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπατικωμένο
ξεπατικωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπατικωμένος
ξεπατικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπατικωμένη
ξεπατικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπατικωμένος
ξεπατικωμένης	verb	γενική ενικού του ξεπατικωμένη
ξεπατικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπατικωμένος
ξεπατικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπατικωμένος
ξεπατικωμένος	verb	Αυτός που έχει αντιγραφεί με ξεπατίκωμα, πατώντας το μολύβι επάνω σε ένα άλλο σχέδιο
ξεπατικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπατικωμένος
ξεπατικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπατικωμένος
ξεπατικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπατικωμένος
ξεπατικωτά	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτέ	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτές	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτή	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτής	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτοί	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτού	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτούρα	noun	το πιστό αντίγραφο, όπως για παράδειγμα το αντίγραφο που δημιουργείται με τη χρήση διαφανούς χαρτιού ή με χρήση καρμπόν
ξεπατικωτούρας	=	ξεπατικωτούρα
ξεπατικωτούρες	=	ξεπατικωτούρα
ξεπατικωτούς	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτό	=	ξεπατικωτός
ξεπατικωτός	adj	που τον έχουν ξεπατικώσει
ξεπατικωτών	=	ξεπατικωτός
ξεπατικώματα	=	ξεπατίκωμα
ξεπατικώματος	=	ξεπατίκωμα
ξεπατικώναμε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώναν	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνανε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνατε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνει	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνεις	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνετε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνοντας	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνουμε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνουν	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνουνε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώνω	verb	αντιγράφω ένα σχέδιο πάνω σε διαφανές χαρτί
ξεπατικώσαμε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώσαν	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώσανε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώσατε	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώσει	=	ξεπατικώνω
ξεπατικώστε	=	ξεπατικώνω
ξεπατωθήκαμε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωθήκαν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωθήκανε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωθήκατε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωθεί	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωθείτε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπάτωμα
ξεπατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπατωμένο
ξεπατωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπατωμένος
ξεπατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπατωμένη
ξεπατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπατωμένος
ξεπατωμένης	verb	γενική ενικού του ξεπατωμένη
ξεπατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπατωμένος
ξεπατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπατωμένος
ξεπατωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπατώνω
ξεπατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπατωμένος
ξεπατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπατωμένος
ξεπατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπατωμένος
ξεπατωνόμασταν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόμαστε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόμουν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόμουνα	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόντουσαν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόσασταν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόσαστε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόσουν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόσουνα	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνόταν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατωνότανε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώθηκα	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώθηκαν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώθηκε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώθηκες	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπάτωμα
ξεπατώματος	noun	γενική ενικού του ξεπάτωμα
ξεπατώναμε	=	ξεπατώνω
ξεπατώναν	=	ξεπατώνω
ξεπατώνανε	=	ξεπατώνω
ξεπατώνατε	=	ξεπατώνω
ξεπατώνει	=	ξεπατώνω
ξεπατώνεις	=	ξεπατώνω
ξεπατώνεσαι	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώνεστε	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώνεται	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώνετε	=	ξεπατώνω
ξεπατώνομαι	verb	εξαντλούμαι, κουράζομαι υπερβολικά από κάποια, σωματική κυρίως, εργασία ή δραστηριότητα
ξεπατώνονται	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώνονταν	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώνοντας	=	ξεπατώνω
ξεπατώνου	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώνουμε	=	ξεπατώνω
ξεπατώνουν	=	ξεπατώνω
ξεπατώνουνε	=	ξεπατώνω
ξεπατώνω	verb	αφαιρώ τον πάτο από κάτι, οικοδομή ή αντικείμενο
ξεπατώσαμε	=	ξεπατώνω
ξεπατώσαν	=	ξεπατώνω
ξεπατώσανε	=	ξεπατώνω
ξεπατώσατε	=	ξεπατώνω
ξεπατώσει	=	ξεπατώνω
ξεπατώσου	=	ξεπατώνομαι
ξεπατώστε	=	ξεπατώνω
ξεπεζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπέζεμα
ξεπεζέματος	noun	γενική ενικού του ξεπέζεμα
ξεπεζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπέζεμα
ξεπεζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπεζεμένο
ξεπεζεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπεζεμένος
ξεπεζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπεζεμένη
ξεπεζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπεζεμένος
ξεπεζεμένης	verb	γενική ενικού του ξεπεζεμένη
ξεπεζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπεζεμένος
ξεπεζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπεζεμένος
ξεπεζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπεζεμένος
ξεπεζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπεζεμένος
ξεπεζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπεζεμένος
ξεπεζεύω	verb	κατεβαίνω από τη ράχη αλόγου ή άλλου υποζυγίου
ξεπεράσαμε	=	ξεπερνάω
ξεπεράσαν	=	ξεπερνάω
ξεπεράσανε	=	ξεπερνάω
ξεπεράσατε	=	ξεπερνάω
ξεπεράσει	=	ξεπερνάω
ξεπεράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπέρασμα
ξεπεράσματος	noun	γενική ενικού του ξεπέρασμα
ξεπεράσου	=	ξεπερνάω
ξεπεράσουν	=	ξεπερνάω
ξεπεράστε	=	ξεπερνάω
ξεπεράστηκα	=	ξεπερνάω
ξεπεράστηκαν	=	ξεπερνάω
ξεπεράστηκε	=	ξεπερνάω
ξεπεράστηκες	=	ξεπερνάω
ξεπερασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπέρασμα
ξεπερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπερασμένο
ξεπερασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπερασμένος
ξεπερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπερασμένη
ξεπερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπερασμένος
ξεπερασμένης	verb	γενική ενικού του ξεπερασμένη
ξεπερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπερασμένος
ξεπερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπερασμένος
ξεπερασμένος	verb	παρωχημένος ή που πρόσφατα έμεινε πίσω, καθώς τον ξεπέρασαν οι εξελίξεις
ξεπερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπερασμένος
ξεπερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπερασμένος
ξεπερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπερασμένος
ξεπεραστήκαμε	=	ξεπερνάω
ξεπεραστήκαν	=	ξεπερνάω
ξεπεραστήκανε	=	ξεπερνάω
ξεπεραστήκατε	=	ξεπερνάω
ξεπεραστεί	=	ξεπερνάω
ξεπεραστείτε	=	ξεπερνάω
ξεπερνά	=	ξεπερνάω
ξεπερνάει	=	ξεπερνάω
ξεπερνάμε	=	ξεπερνάω
ξεπερνάν	=	ξεπερνάω
ξεπερνάνε	=	ξεπερνάω
ξεπερνάς	=	ξεπερνάω
ξεπερνάτε	=	ξεπερνάω
ξεπερνάω	verb	πηγαίνω πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, υπερβαίνω κάποιο όριο
ξεπερνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεπερνάω / ξεπερνώ
ξεπερνιέσαι	=	ξεπερνάω
ξεπερνιέστε	=	ξεπερνάω
ξεπερνιέται	=	ξεπερνάω
ξεπερνιούνται	=	ξεπερνάω
ξεπερνιούνταν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόμασταν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόμαστε	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόμουν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόμουνα	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόνταν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόντανε	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόντουσαν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόσασταν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόσαστε	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόσουν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόσουνα	=	ξεπερνάω
ξεπερνιόταν	=	ξεπερνάω
ξεπερνιότανε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούμε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούν	=	ξεπερνάω
ξεπερνούνε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσα	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσαμε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσαν	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσανε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσατε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσε	=	ξεπερνάω
ξεπερνούσες	=	ξεπερνάω
ξεπερνώ	verb	άλλη μορφή του ξεπερνάω
ξεπερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπερνάω / ξεπερνώ
ξεπεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέπεσμα
ξεπεσμέ	noun	κλητική ενικού του ξεπεσμός
ξεπεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπεσμένο
ξεπεσμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπεσμένος
ξεπεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπεσμένη
ξεπεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπεσμένος
ξεπεσμένης	verb	γενική ενικού του ξεπεσμένη
ξεπεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπεσμένος
ξεπεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπεσμένος
ξεπεσμένος	verb	εκείνος που βρίσκεται σε φάση παρακμής, που έχει χάσει το κύρος του
ξεπεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπεσμένος
ξεπεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπεσμένος
ξεπεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπεσμένος
ξεπεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπεσμός
ξεπεσμού	noun	γενική ενικού του ξεπεσμός
ξεπεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξεπεσμός
ξεπεσμό	noun	αιτιατική ενικού του ξεπεσμός
ξεπεσμός	noun	η κοινωνική ή προσωπική παρακμή, η μετάβαση από μια ανθηρή, ακμαία, δημιουργική κατάσταση σε μια υποδεέστερη (οικονομική, κοινωνική, επαγγελματική, ηθική ή ψυχική)
ξεπεσμών	noun	γενική πληθυντικού του ξεπεσμός
ξεπετάγεσαι	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάγεστε	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάγεται	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπέταγμα
ξεπετάγματος	noun	γενική ενικού του ξεπέταγμα
ξεπετάγομαι	verb	μεγαλώνω, μπορώ πια να περπατήσω (για νήπια) ή πάω πια στο σχολείο ή είμαι πλέον έφηβος, μοιάζω γυναίκα ή άνδρας αντίστοιχα
ξεπετάγονται	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάγονταν	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάγου	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάγω	=	ξεπετώ
ξεπετάξου	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάχτηκα	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάχτηκαν	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάχτηκε	=	ξεπετάγομαι
ξεπετάχτηκες	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπέταγμα
ξεπεταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπεταγμένο
ξεπεταγμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπεταγμένος
ξεπεταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπεταγμένη
ξεπεταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπεταγμένος
ξεπεταγμένης	verb	γενική ενικού του ξεπεταγμένη
ξεπεταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπεταγμένος
ξεπεταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπεταγμένος
ξεπεταγμένος	verb	εκείνος ή εκέινη που έχει πρόωρη σωματική ανάπτυξη
ξεπεταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπεταγμένος
ξεπεταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπεταγμένος
ξεπεταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπεταγμένος
ξεπεταγόμασταν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόμαστε	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόμουν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόμουνα	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόντουσαν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόσασταν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόσαστε	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόσουν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόσουνα	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγόταν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταγότανε	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταρούδι	noun|vulgar	νεοσσός πτηνού που μόλις αρχίζει να πετάει
ξεπεταρούδια	=	ξεπεταρούδι
ξεπεταρόνι	noun|figurative	άλλη μορφή του ξεπεταρούδι
ξεπεταρόνια	=	ξεπεταρόνι
ξεπεταχτήκαμε	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταχτήκαν	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταχτήκανε	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταχτήκατε	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταχτεί	=	ξεπετάγομαι
ξεπεταχτείτε	=	ξεπετάγομαι
ξεπετιέμαι	verb	πετάγομαι ξαφνικά εκεί που δεν με περιμένουν ή χωρίς να αντιληφθούν ότι έχω πλησιάσει
ξεπετώ	verb	Ολοκληρώνω κάτι πολύ σύντομα, με αμφίβολης ποιότητας αποτέλεσμα
ξεπετών	=	ξεπέτα
ξεπετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπετάω / ξεπετώ
ξεπηδάω-ξεπηδώ	=	ξεπηδώ
ξεπηδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπήδημα
ξεπηδώ	verb	πετάγομαι ξαφνικά ξεπετάγομαι
ξεπηδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπηδάω / ξεπηδώ
ξεπιάνομαι	verb	ξεμουδιάζω, χαλαρώνω
ξεπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπιασμένο
ξεπιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπιασμένος
ξεπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπιασμένη
ξεπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπιασμένος
ξεπιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεπιασμένη
ξεπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπιασμένος
ξεπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπιασμένος
ξεπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπιασμένος
ξεπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπιασμένος
ξεπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπιασμένος
ξεπικρίσματα	=	ξεπίκρισμα
ξεπικρίσματος	=	ξεπίκρισμα
ξεπικρισμάτων	=	ξεπίκρισμα
ξεπιταυτού	adv	άλλη μορφή του εξεπιτούτου
ξεπιτούτου	adv	εξεπιτούτου
ξεπλάνεμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπλανεύω
ξεπλάνευα	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνευαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνευε	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνευες	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνεψα	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνεψαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνεψε	=	ξεπλανεύω
ξεπλάνεψες	=	ξεπλανεύω
ξεπλάτιζα	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτιζαν	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτιζε	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτιζες	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτισα	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτισαν	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτισε	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτισες	=	ξεπλατίζω
ξεπλάτισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεπλατίζω
ξεπλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπλεγμα
ξεπλέγματος	=	ξέπλεγμα
ξεπλέκαμε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκαν	=	ξεπλέκω
ξεπλέκανε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκατε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκει	=	ξεπλέκω
ξεπλέκεις	=	ξεπλέκω
ξεπλέκεσαι	=	ξεπλέκω
ξεπλέκεστε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκεται	=	ξεπλέκω
ξεπλέκετε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκομαι	=	ξεπλέκω
ξεπλέκονται	=	ξεπλέκω
ξεπλέκονταν	=	ξεπλέκω
ξεπλέκοντας	=	ξεπλέκω
ξεπλέκου	=	ξεπλέκω
ξεπλέκουμε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκουν	=	ξεπλέκω
ξεπλέκουνε	=	ξεπλέκω
ξεπλέκω	verb	ξηλώνω, αναλύω ένα πλεκτό στην πρώτη του ύλη, χαλάω το πλέξιμο για να το ξαναπλέξω καλύτερα ή για να χρησιμοποιήσω αλλού το μαλλί
ξεπλένομαι	verb	ξεβγάζομαι, έχω πλυθεί και βγάζω τα σαπούνια από πάνω μου, αφαιρώ τα απομεινάρια του πλυσίματος
ξεπλένω	verb	βγάζω τα σαπούνια από τα ρούχα ή τα πιάτα ή οποιαδήποτε επιφάνεια έπλυνα με σαπούνι
ξεπλέξαμε	=	ξεπλέκω
ξεπλέξαν	=	ξεπλέκω
ξεπλέξανε	=	ξεπλέκω
ξεπλέξατε	=	ξεπλέκω
ξεπλέξει	=	ξεπλέκω
ξεπλέξου	=	ξεπλέκω
ξεπλέξτε	=	ξεπλέκω
ξεπλέχτηκα	=	ξεπλέκω
ξεπλέχτηκαν	=	ξεπλέκω
ξεπλέχτηκε	=	ξεπλέκω
ξεπλέχτηκες	=	ξεπλέκω
ξεπλήρωμα	noun	η ενέργεια του ξεπληρώνω
ξεπλήρωνα	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωναν	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωνε	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωνες	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωσα	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωσαν	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωσε	=	ξεπληρώνω
ξεπλήρωσες	=	ξεπληρώνω
ξεπλανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλάνεμα
ξεπλανέματος	noun	γενική ενικού του ξεπλάνεμα
ξεπλανέψαμε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανέψαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανέψανε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανέψατε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανέψει	=	ξεπλανεύω
ξεπλανέψου	=	ξεπλανεύω
ξεπλανέψτε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπλάνεμα
ξεπλανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλανεμένο
ξεπλανεμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπλανεμένος
ξεπλανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλανεμένη
ξεπλανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπλανεμένος
ξεπλανεμένης	verb	γενική ενικού του ξεπλανεμένη
ξεπλανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπλανεμένος
ξεπλανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπλανεμένος
ξεπλανεμένος	verb	που τον έχουν εξαπατήσει, πλανέψει, αποπλανήσει
ξεπλανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπλανεμένος
ξεπλανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπλανεμένος
ξεπλανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπλανεμένος
ξεπλανευτήκαμε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευτήκαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευτήκανε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευτήκατε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευτεί	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευτείτε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόμασταν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόμαστε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόμουν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόμουνα	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόντουσαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόσασταν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόσαστε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόσουν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόσουνα	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευόταν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανευότανε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύαμε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύανε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύατε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύει	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύεις	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύεσαι	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύεστε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύεται	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύετε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύομαι	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύονται	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύονταν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύοντας	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύου	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύουμε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύουν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύουνε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύτηκα	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύτηκαν	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύτηκε	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύτηκες	=	ξεπλανεύω
ξεπλανεύω	verb	αποπλανώ, ξελογιάζω
ξεπλατίζαμε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζαν	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζανε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζατε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζει	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζεις	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζετε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζοντας	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζουμε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζουν	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζουνε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίζω	verb	κουράζω
ξεπλατίσαμε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίσαν	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίσανε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίσατε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίσει	=	ξεπλατίζω
ξεπλατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλάτισμα
ξεπλατίσματος	noun	γενική ενικού του ξεπλάτισμα
ξεπλατίστε	=	ξεπλατίζω
ξεπλατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπλάτισμα
ξεπλατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλατισμένο
ξεπλατισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπλατισμένος
ξεπλατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλατισμένη
ξεπλατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπλατισμένος
ξεπλατισμένης	verb	γενική ενικού του ξεπλατισμένη
ξεπλατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπλατισμένος
ξεπλατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπλατισμένος
ξεπλατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπλατισμένος
ξεπλατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπλατισμένος
ξεπλατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπλατισμένος
ξεπλεγμάτων	=	ξέπλεγμα
ξεπλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλεγμένο
ξεπλεγμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπλεγμένος
ξεπλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλεγμένη
ξεπλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπλεγμένος
ξεπλεγμένης	verb	γενική ενικού του ξεπλεγμένη
ξεπλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπλεγμένος
ξεπλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπλεγμένος
ξεπλεγμένος	verb	ο ξέπλεκος
ξεπλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπλεγμένος
ξεπλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπλεγμένος
ξεπλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπλεγμένος
ξεπλεκόμασταν	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόμαστε	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόμουν	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόμουνα	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόντουσαν	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόσασταν	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόσαστε	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόσουν	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόσουνα	=	ξεπλέκω
ξεπλεκόταν	=	ξεπλέκω
ξεπλεκότανε	=	ξεπλέκω
ξεπλεχτήκαμε	=	ξεπλέκω
ξεπλεχτήκαν	=	ξεπλέκω
ξεπλεχτήκανε	=	ξεπλέκω
ξεπλεχτήκατε	=	ξεπλέκω
ξεπλεχτεί	=	ξεπλέκω
ξεπλεχτείτε	=	ξεπλέκω
ξεπληρωθήκαμε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθήκαν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθήκανε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθήκατε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθεί	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθείς	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθείτε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθούμε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθούν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθούνε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωθώ	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωμάτων	=	ξεπλήρωμα
ξεπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπληρωμένο
ξεπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπληρωμένος
ξεπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπληρωμένη
ξεπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπληρωμένος
ξεπληρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεπληρωμένη
ξεπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπληρωμένος
ξεπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπληρωμένος
ξεπληρωμένος	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπληρωμένος
ξεπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπληρωμένος
ξεπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπληρωμένος
ξεπληρωνόμασταν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόμαστε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόμουν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόμουνα	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόντουσαν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόσασταν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόσαστε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόσουν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόσουνα	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνόταν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρωνότανε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώθηκα	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώθηκαν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώθηκε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώθηκες	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώματα	=	ξεπλήρωμα
ξεπληρώματος	=	ξεπλήρωμα
ξεπληρώναμε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώναν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνανε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνατε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνει	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνεις	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνεσαι	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνεστε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνεται	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνετε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνομαι	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνομε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνονται	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνονταν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνοντας	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνουμε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνουν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνουνε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώνω	verb	πληρώνω το σύνολο ή μέρος του ποσού που οφείλω
ξεπληρώσαμε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσαν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσανε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσατε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσει	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσεις	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσετε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσομε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσου	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσουμε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσουν	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσουνε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώστε	=	ξεπληρώνω
ξεπληρώσω	=	ξεπληρώνω
ξεπλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέπλυμα
ξεπλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλυμένο
ξεπλυμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπλυμένος
ξεπλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπλυμένη
ξεπλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπλυμένος
ξεπλυμένης	verb	γενική ενικού του ξεπλυμένη
ξεπλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπλυμένος
ξεπλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπλυμένος
ξεπλυμένος	verb	αυτός που τον έχουν ξεβγάλει από τα σαπούνια, ο ξεβγαλμένος
ξεπλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπλυμένος
ξεπλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπλυμένος
ξεπλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπλυμένος
ξεπλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέπλυμα
ξεπλύματος	noun	γενική ενικού του ξέπλυμα
ξεπλύνω	verb	παλαιότερος τύπος του ξεπλένω
ξεποδάριαζα	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριαζαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριαζε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριαζες	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριασα	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριασαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριασε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριασες	=	ξεποδαριάζω
ξεποδάριασμα	noun	η εξάντληση λόγω πεζοπορίας
ξεποδαριάζαμε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζανε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζατε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζει	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζεις	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζεσαι	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζεστε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζεται	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζετε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζομαι	verb	κουράζομαι πάρα πολύ περπατώντας
ξεποδαριάζομε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζονται	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζονταν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζοντας	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζουμε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζουν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζουνε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάζω	verb	κουράζω κάποιον με την πεζοπορία
ξεποδαριάσαμε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσανε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσατε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσει	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσεις	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσετε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεποδάριασμα
ξεποδαριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεποδάριασμα
ξεποδαριάσομε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσου	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσουμε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσουν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσουνε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάστε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάστηκα	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάστηκαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάστηκε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάστηκες	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριάσω	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόμασταν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόμαστε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόμενος	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόμουν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόμουνα	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόντουσαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόσασταν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόσαστε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόσουν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόσουνα	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζόταν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαζότανε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεποδάριασμα
ξεποδαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεποδαριασμένο
ξεποδαριασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεποδαριασμένη
ξεποδαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριασμένης	verb	γενική ενικού του ξεποδαριασμένη
ξεποδαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριασμένος	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεποδαριασμένος
ξεποδαριαστήκαμε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστήκαν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστήκανε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστήκατε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστεί	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστείς	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστείτε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστούμε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστούν	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστούνε	=	ξεποδαριάζω
ξεποδαριαστώ	=	ξεποδαριάζω
ξεπορτίζω	verb	βγαίνω από το σπίτι έχοντας σκοπό να κάνω κάτι πονηρό
ξεπορτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπόρτισμα
ξεπορτίσματος	noun	γενική ενικού του ξεπόρτισμα
ξεπορτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπόρτισμα
ξεπορτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπορτισμένο
ξεπορτισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπορτισμένος
ξεπορτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπορτισμένη
ξεπορτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπορτισμένος
ξεπορτισμένης	verb	γενική ενικού του ξεπορτισμένη
ξεπορτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπορτισμένος
ξεπορτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπορτισμένος
ξεπορτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπορτισμένος
ξεπορτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπορτισμένος
ξεπορτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπορτισμένος
ξεπουλά	=	ξεπουλάω
ξεπουλάγαμε	=	ξεπουλάω
ξεπουλάγανε	=	ξεπουλάω
ξεπουλάγατε	=	ξεπουλάω
ξεπουλάει	=	ξεπουλάω
ξεπουλάμε	=	ξεπουλάω
ξεπουλάν	=	ξεπουλάω
ξεπουλάνε	=	ξεπουλάω
ξεπουλάς	=	ξεπουλάω
ξεπουλάτε	=	ξεπουλάω
ξεπουλάω	verb	πουλάω όλο μου το εμπόρευμα
ξεπουλήθηκα	=	ξεπουλάω
ξεπουλήθηκαν	=	ξεπουλάω
ξεπουλήθηκε	=	ξεπουλάω
ξεπουλήθηκες	=	ξεπουλάω
ξεπουλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπούλημα
ξεπουλήματος	noun	γενική ενικού του ξεπούλημα
ξεπουλήσαμε	=	ξεπουλάω
ξεπουλήσαν	=	ξεπουλάω
ξεπουλήσανε	=	ξεπουλάω
ξεπουλήσατε	=	ξεπουλάω
ξεπουλήσει	=	ξεπουλάω
ξεπουλήσου	=	ξεπουλάω
ξεπουλήστε	=	ξεπουλάω
ξεπουληθήκαμε	=	ξεπουλάω
ξεπουληθήκαν	=	ξεπουλάω
ξεπουληθήκανε	=	ξεπουλάω
ξεπουληθήκατε	=	ξεπουλάω
ξεπουληθεί	=	ξεπουλάω
ξεπουληθείτε	=	ξεπουλάω
ξεπουλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπούλημα
ξεπουλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπουλημένο
ξεπουλημένε	verb	κλητική ενικού του ξεπουλημένος
ξεπουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπουλημένη
ξεπουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπουλημένος
ξεπουλημένης	verb	γενική ενικού του ξεπουλημένη
ξεπουλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπουλημένος
ξεπουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπουλημένος
ξεπουλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπουλάω / ξεπουλώ
ξεπουλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπουλημένος
ξεπουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπουλημένος
ξεπουλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπουλημένος
ξεπουλιέμαι	=	ξεπουλάω
ξεπουλιέσαι	=	ξεπουλάω
ξεπουλιέστε	=	ξεπουλάω
ξεπουλιέται	=	ξεπουλάω
ξεπουλιούνται	=	ξεπουλάω
ξεπουλιούνταν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόμασταν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόμαστε	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόμουν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόμουνα	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόνταν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόντανε	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόντουσαν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόσασταν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόσαστε	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόσουν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόσουνα	=	ξεπουλάω
ξεπουλιόταν	=	ξεπουλάω
ξεπουλιότανε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούμε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούν	=	ξεπουλάω
ξεπουλούνε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσα	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσαμε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσαν	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσανε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσατε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσε	=	ξεπουλάω
ξεπουλούσες	=	ξεπουλάω
ξεπουλώ	verb	λιγότερο συχνή μορφή του ξεπουλάω
ξεπουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπουλάω / ξεπουλώ
ξεπουπουλιάζαμε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζαν	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζανε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζατε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζει	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζεις	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζετε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζοντας	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζουμε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζουν	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζουνε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάζω	verb	αφαιρώ τα πούπουλα, μαδάω ένα πουλί
ξεπουπουλιάσαμε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάσαν	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάσανε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάσατε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάσει	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπουπούλιασμα
ξεπουπουλιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεπουπούλιασμα
ξεπουπουλιάστε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεπουπούλιασμα
ξεπουπουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπουπουλιασμένο
ξεπουπουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπουπουλιασμένη
ξεπουπουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπουλιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεπουπουλιασμένη
ξεπουπουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπουπουλιασμένος
ξεπουπούλιαζα	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιαζαν	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιαζε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιαζες	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιασα	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιασαν	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιασε	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιασες	=	ξεπουπουλιάζω
ξεπουπούλιασμα	noun	η διαδικασία αφαίρεσης πούπουλων από όρνιθες
ξεπούλα	=	ξεπουλάω
ξεπούλαγα	=	ξεπουλάω
ξεπούλαγαν	=	ξεπουλάω
ξεπούλαγε	=	ξεπουλάω
ξεπούλαγες	=	ξεπουλάω
ξεπούλημα	noun	εκποίηση, το πούλημα στοιχείων ενεργητικού μιας εταιρείας ή χώρας όσο-όσο για την απόκτηση ρευστότητας, δηλαδή η πώληση ειδών ή υπηρεσιών ή πλουτοπαραγωγικών πηγών σε πολύ χαμηλές τιμές
ξεπούλησα	=	ξεπουλάω
ξεπούλησαν	=	ξεπουλάω
ξεπούλησε	=	ξεπουλάω
ξεπούλησες	=	ξεπουλάω
ξεπρήζομαι	verb	υποχωρεί ένα πρήξιμο που έχω, μειώνεται
ξεπροβάδισμα	noun	το ξεπροβόδισμα
ξεπροβάλαμε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλαν	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλανε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλατε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλει	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλεις	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλετε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλαμε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλαν	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλανε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλατε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλει	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλεις	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλετε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλοντας	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλουμε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλουν	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλουνε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλλω	verb	φανερώνομαι από κάπου
ξεπροβάλουμε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλουν	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλουνε	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβάλω	=	ξεπροβάλλω
ξεπροβαίνω	verb	ξεπροβάλλω
ξεπροβαδίσματα	=	ξεπροβάδισμα
ξεπροβαδίσματος	=	ξεπροβάδισμα
ξεπροβαδισμάτων	=	ξεπροβάδισμα
ξεπροβαδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπροβαδώ
ξεπροβοδίζαμε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζαν	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζανε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζατε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζει	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζεις	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζετε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζουμε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζουν	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζουνε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίζω	verb	συνοδεύω κάποιον έξω από (ένα σπίτι, κλπ.)
ξεπροβοδίσαμε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίσαν	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίσανε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίσατε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίσει	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπροβόδισμα
ξεπροβοδίσματος	=	ξεπροβόδισμα
ξεπροβοδίστε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδισμάτων	=	ξεπροβόδισμα
ξεπροβοδισμέ	=	ξεπροβοδισμός
ξεπροβοδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπροβοδισμένο
ξεπροβοδισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεπροβοδισμένη
ξεπροβοδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμένης	verb	γενική ενικού του ξεπροβοδισμένη
ξεπροβοδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπροβοδώ ή ξεπροβοδίζω και ξεπροβοδώνω
ξεπροβοδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεπροβοδισμένος
ξεπροβοδισμοί	=	ξεπροβοδισμός
ξεπροβοδισμού	=	ξεπροβοδισμός
ξεπροβοδισμούς	=	ξεπροβοδισμός
ξεπροβοδισμό	=	ξεπροβοδισμός
ξεπροβοδισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδισμών	=	ξεπροβοδισμός
ξεπροβοδώ	verb	άλλη μορφή του ξεπροβοδίζω
ξεπροβοδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεπροβοδώ
ξεπροβοδώνω	verb	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδιζα	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδιζαν	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδιζε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδιζες	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδισα	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδισαν	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδισε	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδισες	=	ξεπροβοδίζω
ξεπροβόδισμα	noun	η ευγενική συνοδεία ενός φιλοξενούμενου που αναχωρεί μέχρι και έξω από την πόρτα του σπιτιού, του γραφείου κ.λπ. με παράλληλη έκφραση ευχών για το ταξίδι που έχει μπροστά του
ξεπρόβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλαν	=	ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλε	=	ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλες	=	ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλλα	=	ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλλαν	=	ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλλε	=	ξεπροβάλλω
ξεπρόβαλλες	=	ξεπροβάλλω
ξεπόρτισμα	noun|vulgar	η έξοδος από το σπίτι για τρόπο διασκέδασης που συνήθως δεν εγκρίνουν όσοι μένουν μέσα στο σπίτι
ξερά	adv	απότομα, με άσχημο τρόπο που αποτρέπει τις συζητήσεις και τις αμφισβητήσεις, χωρίς ευγένεια, κοφτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερό
ξεράδι	noun	ξερό κομμάτι ξύλου
ξεράδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεράδι	intj	απάντηση, που φανερώνει εκνευρισμό, σε πρόταση του συνομιλητή η οποία περιέχει το "ξέρω"
ξεράθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεράθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεράθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεράθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράναν	=	ξεραίνω
ξεράνανε	=	ξεραίνω
ξεράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνομε	=	ξεραίνω
ξεράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνουνε	=	ξεραίνω
ξεράντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνω
ξεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξερνώ
ξεράσαν	=	ξερνάω
ξεράσανε	=	ξερνάω
ξεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξερνώ
ξεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξερνώ
ξεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξεράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέρασμα
ξεράσματος	noun	γενική ενικού του ξέρασμα
ξεράσομε	=	ξερνάω
ξεράσου	=	ξεραίνω
ξεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξερνώ
ξεράσουνε	=	ξερνάω
ξεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξερνώ
ξεράστηκα	=	ξερνάω
ξεράστηκαν	=	ξερνάω
ξεράστηκε	=	ξερνάω
ξεράστηκες	=	ξερνάω
ξεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξερνάω, ξερνώ
ξερέ	adj	κλητική ενικού του ξερός
ξερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερή
ξερή	noun	χαρτοπαίγνιο που παίζεται με 52 χαρτιά, παραλλαγή της κοντσίνας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξερός
ξερής	adj	γενική ενικού του ξερή
ξερίζωμα	noun	η απόσπαση ενός φυτού από το έδαφος μαζί με τη ρίζα του
ξερίζωνα	=	ξεριζώνω
ξερίζωναν	=	ξεριζώνω
ξερίζωνε	=	ξεριζώνω
ξερίζωνες	=	ξεριζώνω
ξερίζωσα	=	ξεριζώνω
ξερίζωσαν	=	ξεριζώνω
ξερίζωσε	=	ξεριζώνω
ξερίζωσες	=	ξεριζώνω
ξερίχνω	verb	ρίχνω κάτι έξω
ξεραΐλα	noun	ξηρασία λόγω ανομβρίας
ξεραΐλας	=	ξεραΐλα
ξεραΐλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεραΐλα
ξεραίναμε	=	ξεραίνω
ξεραίναν	=	ξεραίνω
ξεραίνανε	=	ξεραίνω
ξεραίνατε	=	ξεραίνω
ξεραίνει	=	ξεραίνω
ξεραίνεις	=	ξεραίνω
ξεραίνεσαι	=	ξεραίνω
ξεραίνεστε	=	ξεραίνω
ξεραίνεται	=	ξεραίνω
ξεραίνετε	=	ξεραίνω
ξεραίνομαι	verb	σκληραίνω χάνοντας το νερό που περιείχα
ξεραίνομε	=	ξεραίνω
ξεραίνονται	=	ξεραίνω
ξεραίνονταν	=	ξεραίνω
ξεραίνοντας	=	ξεραίνω
ξεραίνου	=	ξεραίνω
ξεραίνουμε	=	ξεραίνω
ξεραίνουν	=	ξεραίνω
ξεραίνουνε	=	ξεραίνω
ξεραίνω	verb	αποξηραίνω, καθιστώ κάτι ξηρό, αφαιρώ τους χυμούς του, το στεγνώνω να μην έχει υγρασία
ξεραθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθήκαν	=	ξεραίνω
ξεραθήκανε	=	ξεραίνω
ξεραθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραθούνε	=	ξεραίνω
ξεραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεραίνομαι
ξεραινόμασταν	=	ξεραίνω
ξεραινόμαστε	=	ξεραίνω
ξεραινόμουν	=	ξεραίνω
ξεραινόμουνα	=	ξεραίνω
ξεραινόντουσαν	=	ξεραίνω
ξεραινόσασταν	=	ξεραίνω
ξεραινόσαστε	=	ξεραίνω
ξεραινόσουν	=	ξεραίνω
ξεραινόσουνα	=	ξεραίνω
ξεραινόταν	=	ξεραίνω
ξεραινότανε	=	ξεραίνω
ξερακιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερακιανό
ξερακιανέ	adj	κλητική ενικού του ξερακιανός
ξερακιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερακιανή
ξερακιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξερακιανός
ξερακιανής	adj	γενική ενικού του ξερακιανή
ξερακιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξερακιανός
ξερακιανού	adj	γενική ενικού του ξερακιανός
ξερακιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξερακιανός
ξερακιανό	adj	αιτιατική ενικού του ξερακιανός
ξερακιανός	adj	ο λιπόσαρκος, που μοιάζει αφυδατωμένος
ξερακιανών	adj	γενική πληθυντικού του ξερακιανός
ξεραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεραμένο
ξεραμένε	verb	κλητική ενικού του ξεραμένος
ξεραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεραμένη
ξεραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεραμένος
ξεραμένης	verb	γενική ενικού του ξεραμένη
ξεραμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεραμένος
ξεραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεραμένος
ξεραμένος	=	ξεραίνω
ξεραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεραμένος
ξεραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεραμένος
ξεραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεραμένος
ξερασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέρασμα
ξερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερασμένο
ξερασμένε	verb	κλητική ενικού του ξερασμένος
ξερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερασμένη
ξερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξερασμένος
ξερασμένης	verb	γενική ενικού του ξερασμένη
ξερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξερασμένος
ξερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξερασμένος
ξερασμένος	=	ξερνάω
ξερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξερασμένος
ξερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξερασμένος
ξερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξερασμένος
ξεραστήκαμε	=	ξερνάω
ξεραστήκαν	=	ξερνάω
ξεραστήκανε	=	ξερνάω
ξεραστήκατε	=	ξερνάω
ξεραστεί	=	ξερνάω
ξεραστείς	=	ξερνάω
ξεραστείτε	=	ξερνάω
ξεραστούμε	=	ξερνάω
ξεραστούν	=	ξερνάω
ξεραστούνε	=	ξερνάω
ξεραστώ	=	ξερνάω
ξερατά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερατό
ξερατού	noun	γενική ενικού του ξερατό
ξερατό	noun	το έμεσμα, το υγρό που αποβάλλεται από το στομάχι κατά τη διάρκεια ενός εμετού
ξερατών	noun	γενική πληθυντικού του ξερατό
ξεριά	=	ξεριάς
ξεριάδες	=	ξεριάς
ξεριάδων	=	ξεριάς
ξεριάς	noun	ξερός χείμαρρος
ξεριζωθήκαμε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωθήκαν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωθήκανε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωθήκατε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωθεί	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωθείς	=	ξεριζώνω
ξεριζωθείτε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωθούμε	=	ξεριζώνω
ξεριζωθούν	=	ξεριζώνω
ξεριζωθούνε	=	ξεριζώνω
ξεριζωθώ	=	ξεριζώνω
ξεριζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξερίζωμα
ξεριζωμέ	noun	κλητική ενικού του ξεριζωμός
ξεριζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεριζωμένο
ξεριζωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεριζωμένος
ξεριζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεριζωμένη
ξεριζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεριζωμένος
ξεριζωμένης	verb	γενική ενικού του ξεριζωμένη
ξεριζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεριζωμένος
ξεριζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεριζωμένος
ξεριζωμένος	verb	αυτός που έχει ξεριζωθεί από τον τόπο του, ο εκτοπισμένος
ξεριζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεριζωμένος
ξεριζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεριζωμένος
ξεριζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεριζωμένος
ξεριζωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεριζωμός
ξεριζωμού	noun	γενική ενικού του ξεριζωμός
ξεριζωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξεριζωμός
ξεριζωμό	noun	αιτιατική ενικού του ξεριζωμός
ξεριζωμός	noun	η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε
ξεριζωμών	noun	γενική πληθυντικού του ξεριζωμός
ξεριζωνόμασταν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόμαστε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόμουν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόμουνα	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόντουσαν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόσασταν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόσαστε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόσουν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόσουνα	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνόταν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζωνότανε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώθηκα	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώθηκαν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώθηκε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώθηκες	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερίζωμα
ξεριζώματος	noun	γενική ενικού του ξερίζωμα
ξεριζώναμε	=	ξεριζώνω
ξεριζώναν	=	ξεριζώνω
ξεριζώνανε	=	ξεριζώνω
ξεριζώνατε	=	ξεριζώνω
ξεριζώνει	=	ξεριζώνω
ξεριζώνεις	=	ξεριζώνω
ξεριζώνεσαι	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώνεστε	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώνεται	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώνετε	=	ξεριζώνω
ξεριζώνομαι	verb	αποσπώμαι από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες
ξεριζώνομε	=	ξεριζώνω
ξεριζώνονται	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώνονταν	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώνοντας	=	ξεριζώνω
ξεριζώνου	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώνουμε	=	ξεριζώνω
ξεριζώνουν	=	ξεριζώνω
ξεριζώνουνε	=	ξεριζώνω
ξεριζώνω	verb	αποσπώ ένα φυτό από το έδαφος έτσι ώστε να βγουν και οι ρίζες
ξεριζώσαμε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσαν	=	ξεριζώνω
ξεριζώσανε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσατε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσει	=	ξεριζώνω
ξεριζώσεις	=	ξεριζώνω
ξεριζώσετε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσομε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσου	=	ξεριζώνομαι
ξεριζώσουμε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσουν	=	ξεριζώνω
ξεριζώσουνε	=	ξεριζώνω
ξεριζώστε	=	ξεριζώνω
ξεριζώσω	=	ξεριζώνω
ξερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερικό
ξερικέ	adj	κλητική ενικού του ξερικός
ξερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερική
ξερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξερικός
ξερικής	adj	γενική ενικού του ξερική
ξερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξερικός
ξερικού	adj	γενική ενικού του ξερικός
ξερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξερικός
ξερικό	adj	αιτιατική ενικού του ξερικός
ξερικός	adj	που δεν ποτίζεται, που δεν αρδεύεται
ξερικών	adj	γενική πληθυντικού του ξερικός
ξερνά	=	ξερνάω
ξερνάγαμε	=	ξερνάω
ξερνάγανε	=	ξερνάω
ξερνάγατε	=	ξερνάω
ξερνάει	=	ξερνάω
ξερνάμε	=	ξερνάω
ξερνάν	=	ξερνάω
ξερνάνε	=	ξερνάω
ξερνάς	=	ξερνάω
ξερνάσου	=	ξερνάω
ξερνάστηκα	=	ξερνάω
ξερνάστηκαν	=	ξερνάω
ξερνάστηκε	=	ξερνάω
ξερνάστηκες	=	ξερνάω
ξερνάτε	=	ξερνάω
ξερνάω	verb	κάνω εμετό
ξερνασμένος	=	ξερνάω
ξερναστήκαμε	=	ξερνάω
ξερναστήκαν	=	ξερνάω
ξερναστήκανε	=	ξερνάω
ξερναστήκατε	=	ξερνάω
ξερναστεί	=	ξερνάω
ξερναστείτε	=	ξερνάω
ξερνιέμαι	=	ξερνάω
ξερνιέσαι	=	ξερνάω
ξερνιέστε	=	ξερνάω
ξερνιέται	=	ξερνάω
ξερνιούνται	=	ξερνάω
ξερνιούνταν	=	ξερνάω
ξερνιόμασταν	=	ξερνάω
ξερνιόμαστε	=	ξερνάω
ξερνιόμουν	=	ξερνάω
ξερνιόμουνα	=	ξερνάω
ξερνιόνται	=	ξερνάω
ξερνιόνταν	=	ξερνάω
ξερνιόντανε	=	ξερνάω
ξερνιόντουσαν	=	ξερνάω
ξερνιόσασταν	=	ξερνάω
ξερνιόσαστε	=	ξερνάω
ξερνιόσουν	=	ξερνάω
ξερνιόσουνα	=	ξερνάω
ξερνιόταν	=	ξερνάω
ξερνιότανε	=	ξερνάω
ξερνοβολώ	verb	κάνω εμετό διαρκώς, ξανά και ξανά
ξερνοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξερνοβολάω / ξερνοβολώ
ξερνούμε	=	ξερνάω
ξερνούν	=	ξερνάω
ξερνούνε	=	ξερνάω
ξερνούσα	=	ξερνάω
ξερνούσαμε	=	ξερνάω
ξερνούσαν	=	ξερνάω
ξερνούσανε	=	ξερνάω
ξερνούσατε	=	ξερνάω
ξερνούσε	=	ξερνάω
ξερνούσες	=	ξερνάω
ξερνώ	verb	σπανιότερη μορφή του ξερνάω
ξερνώντας	=	ξερνάω
ξεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξερός
ξεροβήχω	verb	έχω ξερόβηχα
ξεροβοριού	=	ξεροβόρι
ξεροβοριών	=	ξεροβόρι
ξεροβουνιού	=	ξεροβούνι
ξεροβουνιών	=	ξεροβούνι
ξεροβούνι	noun	βουνό χωρίς σχεδόν καθόλου βλάστηση
ξεροβούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροβούνι
ξεροβρύσεις	=	ξερόβρυση
ξεροβρύσεων	=	ξερόβρυση
ξεροβόρι	noun	ο έντονος βοριάς χωρίς βροχή, ο παγερός και ισχυρός
ξεροβόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροβόρι
ξεροκάμπου	=	ξερόκαμπος
ξεροκάμπους	=	ξερόκαμπος
ξεροκάμπων	=	ξερόκαμπος
ξεροκέφαλα	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλε	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλες	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλη	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλης	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλο	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλοι	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλος	adj	που επιμένει πολύ στην άποψή του και δεν την αλλάζει εύκολα, δεν λαμβάνει υπ' όψιν τις γνώμες των άλλων
ξεροκέφαλου	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλους	=	ξεροκέφαλος
ξεροκέφαλων	=	ξεροκέφαλος
ξεροκαταπίνω	verb	είμαι ασθενής και οι σιελογόνοι δεν παράγουν αρκετή σίελο ή εξαιτίας άλλης πάθησης καταπίνω διαρκώς και το στόμα μου έχει στεγνώσει
ξεροκεφαλιά	noun	η ιδιότητα του ξεροκέφαλου, οι ενέργειες ή πεποιθήσεις που δείχνουν ότι κάποιος πως είναι αγύριστο κεφάλι, η εμμονή σε μια προσωπική απόφαση ή αντίληψη παρότι όλα δειχνουν ότι είναι εσφαλμένη ή μη συμφέρουσα, η αδυναμία να αλλάξει κάποιος άποψη και να ακουσει τη γνώμη των άλλων
ξεροκεφαλιάς	noun	γενική ενικού του ξεροκεφαλιά
ξεροκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροκεφαλιά
ξεροκεφαλιών	=	ξεροκεφαλιά
ξεροκοκκίνιζα	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνιζαν	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνιζε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνιζες	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνισα	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνισαν	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνισε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνισες	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκίνισμα	noun	το να γίνεται κάποιος κατακόκκινος από τη ντροπή
ξεροκοκκινίζαμε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζαν	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζανε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζατε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζει	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζεις	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζετε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζοντας	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζουμε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζουν	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζουνε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίζω	verb	γίνομαι κατακόκκινος από τη ντροπή
ξεροκοκκινίσαμε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίσαν	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίσανε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίσατε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίσει	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροκοκκίνισμα
ξεροκοκκινίσματος	=	ξεροκοκκίνισμα
ξεροκοκκινίστε	=	ξεροκοκκινίζω
ξεροκοκκινισμάτων	=	ξεροκοκκίνισμα
ξεροκοκκινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροκοκκινισμένο
ξεροκοκκινισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκοκκινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροκοκκινισμένη
ξεροκοκκινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκοκκινισμένης	verb	γενική ενικού του ξεροκοκκινισμένη
ξεροκοκκινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκοκκινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκοκκινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκοκκινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκοκκινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεροκοκκινισμένος
ξεροκόμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροκόμματο
ξεροκόμματο	noun	το ξερό ψωμί, συνήθως που περισσεύει μετά το φαγητό
ξεροκόμματου	noun	γενική ενικού του ξεροκόμματο
ξεροκόμματων	noun	γενική πληθυντικού του ξεροκόμματο
ξερολίθι	noun	η ξερολιθιά, η κατασκευή φράχτη από πέτρες χωρίς συνδετικό ιστό
ξερολίθια	=	ξερολίθι
ξερολιθιά	noun	κατασκευή από πέτρες ή πλάκες που συνδέονται χωρίς κανένα άλλο συνδετικό υλικό (λάσπη, τσιμέντο κ.λπ.), η οποία στερεώνεται και αποκτά ευστάθεια με το σφήνωμα μικρότερων κομματιών από πέτρες
ξερολιθιάς	noun	γενική ενικού του ξερολιθιά
ξερολιθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερολιθιά
ξερολιθιών	=	ξερολιθιά
ξερολούκουμα	=	ξερολούκουμο
ξερολούκουμο	noun	είδος λουκουμιού
ξερολούκουμου	=	ξερολούκουμο
ξερολούκουμων	=	ξερολούκουμο
ξερονήσι	noun	άγονο νησί που δεν κατοικείται
ξερονήσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερονήσι
ξερονησιού	=	ξερονήσι
ξερονησιών	=	ξερονήσι
ξεροπήγαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροπήγαδο
ξεροπήγαδο	noun	το πηγάδι που έχει στερέψει
ξεροπήγαδου	noun	γενική ενικού του ξεροπήγαδο
ξεροπήγαδων	noun	γενική πληθυντικού του ξεροπήγαδο
ξεροπόταμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροπόταμο
ξεροπόταμε	=	ξεροπόταμος
ξεροπόταμο	noun	το ποτάμι που κατεβάζει νερά μόνον όταν βρέχει και που ξεραίνεται στην ανομβρία, ο χείμαρρος που το καλοκαίρι ξεραίνεται
ξεροπόταμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεροπόταμος
ξεροπόταμος	noun	το ξερό ποτάμι, που δεν φέρνει πια νερό
ξεροπόταμου	noun	γενική ενικού του ξεροπόταμο
ξεροπόταμους	=	ξεροπόταμος
ξεροπόταμων	noun	γενική πληθυντικού του ξεροπόταμο
ξεροστάλιαζα	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιαζαν	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιαζε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιαζες	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιασα	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιασαν	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιασε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιασες	=	ξεροσταλιάζω
ξεροστάλιασμα	noun|dated	η ξεκούραση (ξεραίνομαι, πλαγιάζω) των ζώων του κτηνοτρόφου στην στάμνη (άλλοτε και στάλη)
ξεροσταλιάζαμε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζαν	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζανε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζατε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζει	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζεις	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζετε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζοντας	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζουμε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζουν	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζουνε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάζω	verb	περιμένω κάπου για ώρες κάτω από κακές συνθήκες
ξεροσταλιάσαμε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάσαν	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάσανε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάσατε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάσει	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροστάλιασμα
ξεροσταλιάσματος	=	ξεροστάλιασμα
ξεροσταλιάστε	=	ξεροσταλιάζω
ξεροσταλιασμάτων	=	ξεροστάλιασμα
ξεροσφύρι	noun	σκέτο, χωρίς συνοδεία φαγητού, αλλά χρησιμοποιείται σαν επίρρημα στη φράση πίνω ξεροσφύρι, πίνω οινοπνευματώδες χωρίς μεζέ
ξεροτήγανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροτήγανο
ξεροτήγανο	noun	είδος γλυκίσματος
ξεροτήγανου	noun	γενική ενικού του ξεροτήγανο
ξεροτήγανων	noun	γενική πληθυντικού του ξεροτήγανο
ξεροτηγάνισμα	noun	το τηγάνισμα με λίγο λάδι
ξεροτηγανίδι	noun	το υπόλειμμα του τηγανίσματος
ξεροτηγανίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροτηγανίδι
ξεροτηγανίζω	verb	τηγανίζω με λίγο λάδι
ξεροτηγανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροτηγάνισμα
ξεροτηγανίσματος	noun	γενική ενικού του ξεροτηγάνισμα
ξεροτηγανιδιού	=	ξεροτηγανίδι
ξεροτηγανιδιών	=	ξεροτηγανίδι
ξεροτηγανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεροτηγάνισμα
ξεροτηγανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροτηγανισμένο
ξεροτηγανισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεροτηγανισμένος
ξεροτηγανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροτηγανισμένη
ξεροτηγανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεροτηγανισμένος
ξεροτηγανισμένης	verb	γενική ενικού του ξεροτηγανισμένη
ξεροτηγανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεροτηγανισμένος
ξεροτηγανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεροτηγανισμένος
ξεροτηγανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεροτηγανισμένος
ξεροτηγανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεροτηγανισμένος
ξεροτηγανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεροτηγανισμένος
ξεροφαγία	noun	άλλη μορφή του ξηροφαγία
ξεροφαγίας	noun	γενική ενικού του ξεροφαγία
ξεροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροφαγία
ξεροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ξεροφαγία
ξεροχόρταρα	=	ξεροχόρταρο
ξεροχόρταρο	noun	το ξερόχορτο
ξεροχόρταρου	=	ξεροχόρταρο
ξεροχόρταρων	=	ξεροχόρταρο
ξεροψήνω	verb	ψήνω κάτι μέχρι να γίνει ξερό, τραγανό
ξεροψήσιμο	noun	ψήσιμο ενός φαγώσιμου μέχρι να γίνει ξερό, τραγανό
ξεροψημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροψημένο
ξεροψημένε	verb	κλητική ενικού του ξεροψημένος
ξεροψημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεροψημένη
ξεροψημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεροψημένος
ξεροψημένης	verb	γενική ενικού του ξεροψημένη
ξεροψημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεροψημένος
ξεροψημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεροψημένος
ξεροψημένος	verb	που έχει ξεροψηθεί
ξεροψημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεροψημένος
ξεροψημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεροψημένος
ξεροψημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεροψημένος
ξεροψησίματα	=	ξεροψήσιμο
ξεροψησίματος	=	ξεροψήσιμο
ξεροψησιμάτων	=	ξεροψήσιμο
ξερού	adj	γενική ενικού του ξερός
ξερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξερός
ξερό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ξερός	noun|vulgar	το χέρι και σπανίως το πόδι
ξερόβηχα	=	ξερόβηχας
ξερόβηχας	noun	βήχας όχι υγρός
ξερόβηχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερόβηχας
ξερόβηχων	=	ξερόβηχας
ξερόβρυσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερόβρυση
ξερόβρυση	noun	στερεμένη βρύση
ξερόβρυσης	=	ξερόβρυση
ξερόκαμπε	=	ξερόκαμπος
ξερόκαμπο	=	ξερόκαμπος
ξερόκαμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξερόκαμπος
ξερόκαμπος	noun	κάμπος κατάξερος, άνυδρος
ξερόκαμπου	=	ξερόκαμπος
ξερόκαμπους	=	ξερόκαμπος
ξερόκαμπων	=	ξερόκαμπος
ξερόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερόκλαδο
ξερόκλαδο	noun	ξερό κλαδί
ξερόκλαδου	noun	γενική ενικού του ξερόκλαδο
ξερόκλαδων	noun	γενική πληθυντικού του ξερόκλαδο
ξερόλα	=	ξερόλας
ξερόλας	noun	που νομίζει ότι γνωρίζει τα πάντα, ή πάρα πολλά, και συμπεριφέρεται ανάλογα, που έχει άποψη για όλα και, κατά κανόνα, θεωρεί τη γνώμη του σωστότερη των υπολοίπων
ξερόλες	=	ξερόλας
ξερόλιθος	noun	βλ. ξηρόλιθος
ξερόλων	=	ξερόλας
ξερόνησο	=	ξερονήσι
ξερόνησος	=	ξερονήσι
ξερός	adj	που δεν έχει νερό ή υγρασία κι έχει στεγνώσει
ξερότοπε	=	ξερότοπος
ξερότοπο	=	ξερότοπος
ξερότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξερότοπος
ξερότοπος	noun	άγονο μέρος, χωρίς βλάστηση και πιθανόν με λίγο νερό, όχι όμως και έρημος
ξερότοπου	=	ξερότοπος
ξερότοπους	=	ξερότοπος
ξερότοπων	=	ξερότοπος
ξερόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερόφυλλο
ξερόφυλλο	noun	το ξεραμένο φύλλο
ξερόφυλλου	=	ξερόφυλλο
ξερόφυλλων	=	ξερόφυλλο
ξερόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερόχορτο
ξερόχορτο	noun	το ξεραμένο χόρτο, το απότιστο χορτάρι που έμεινε και ξεράθηκε
ξερόχορτου	noun	γενική ενικού του ξερόχορτο
ξερόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του ξερόχορτο
ξερόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξερόψωμο
ξερόψωμο	noun	το ψωμί που έχει ξεραθεί, που δεν είναι φρέσκο
ξερόψωμου	noun	γενική ενικού του ξερόψωμο
ξερόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του ξερόψωμο
ξερών	adj	γενική πληθυντικού του ξερός
ξεσάλωνα	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωναν	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωνε	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωνες	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωσα	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωσαν	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωσε	=	ξεσαλώνω
ξεσάλωσες	=	ξεσαλώνω
ξεσέλωμα	noun	αφαιρώ τη σέλα από ένα ζώο
ξεσέλωνα	=	ξεσελώνω
ξεσέλωναν	=	ξεσελώνω
ξεσέλωνε	=	ξεσελώνω
ξεσέλωνες	=	ξεσελώνω
ξεσέλωσα	=	ξεσελώνω
ξεσέλωσαν	=	ξεσελώνω
ξεσέλωσε	=	ξεσελώνω
ξεσέλωσες	=	ξεσελώνω
ξεσέλωτα	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτε	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτες	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτη	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτης	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτο	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτοι	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτος	adj	που δεν έχει σέλα
ξεσέλωτου	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτους	=	ξεσέλωτος
ξεσέλωτων	=	ξεσέλωτος
ξεσέρνω	verb|vulgar	σέρνοντας κάτι το μετακινώ
ξεσήκωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσηκώνω
ξεσήκωνα	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωναν	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωνε	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωνες	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωσα	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωσαν	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωσε	=	ξεσηκώνω
ξεσήκωσες	=	ξεσηκώνω
ξεσίματα	=	ξέσιμο
ξεσίματος	=	ξέσιμο
ξεσαβουρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσαβούρωμα
ξεσαβουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαβουρωμένο
ξεσαβουρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαβουρωμένη
ξεσαβουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσαβουρωμένη
ξεσαβουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρωμένος	=	ξεσαβουρώνω
ξεσαβουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσαβουρωμένος
ξεσαβουρώθηκα	=	ξεσαβουρώνω
ξεσαβουρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαβούρωμα
ξεσαβουρώματος	noun	γενική ενικού του ξεσαβούρωμα
ξεσαβουρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεσαβουρώνω
ξεσαβουρώνω	verb	αφαιρώ τη σαβούρα
ξεσαβούρωμα	noun	η αφαίρεση της σαβούρας ή περιττής ποσότητας
ξεσαβούρωσα	=	ξεσαβουρώνω
ξεσαβούρωτα	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτε	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτες	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτη	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτης	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτο	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτοι	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτος	adj	από τον οποίο έχει αφαιρεθεί η σαβούρα ή κάτι το περιττό
ξεσαβούρωτου	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτους	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαβούρωτων	=	ξεσαβούρωτος
ξεσαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσάλωμα
ξεσαλώναμε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώναν	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνανε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνατε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνει	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνεις	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνετε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνοντας	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνουμε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνουν	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνουνε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώνω	verb	διασκεδάζω κάνοντας και υπερβολές
ξεσαλώσαμε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώσαν	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώσανε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώσατε	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώσει	=	ξεσαλώνω
ξεσαλώστε	=	ξεσαλώνω
ξεσαμάρωμα	noun	η αφαίρεση του σαμαριού από ένα ζώο
ξεσαμάρωνα	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωναν	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωνε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωνες	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωσα	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωσαν	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωσε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωσες	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμάρωτο
ξεσαμάρωτε	adj	κλητική ενικού του ξεσαμάρωτος
ξεσαμάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμάρωτη
ξεσαμάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσαμάρωτος
ξεσαμάρωτης	adj	γενική ενικού του ξεσαμάρωτη
ξεσαμάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεσαμάρωτος
ξεσαμάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμάρωτος
ξεσαμάρωτος	adj	που δεν έχει σαμάρι
ξεσαμάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσαμάρωτος
ξεσαμάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεσαμάρωτος
ξεσαμάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσαμάρωτος
ξεσαμαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσαμάρωμα
ξεσαμαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμαρωμένο
ξεσαμαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμαρωμένη
ξεσαμαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσαμαρωμένη
ξεσαμαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσαμαρωμένος
ξεσαμαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσαμάρωμα
ξεσαμαρώματος	noun	γενική ενικού του ξεσαμάρωμα
ξεσαμαρώναμε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώναν	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνανε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνατε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνει	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνεις	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνετε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνομαι	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνοντας	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνουμε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνουν	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνουνε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώνω	verb	αφαιρώ το σαμάρι από ένα ζώο
ξεσαμαρώσαμε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώσαν	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώσανε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώσατε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώσει	=	ξεσαμαρώνω
ξεσαμαρώστε	=	ξεσαμαρώνω
ξεσβερκιάζομαι	verb	ξεσβερκώνομαι, κρατάω το λαιμό μου σε αφύσικη θέση επί πολλή ώρα και πιάνομαι, πονώ, κουράζονται οι μυς της περιοχής του αυχένα και του λαιμού
ξεσβερκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσβερκιασμένο
ξεσβερκιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσβερκιασμένη
ξεσβερκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεσβερκιασμένη
ξεσβερκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσβερκιασμένος
ξεσβερκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσβερκωμένο
ξεσβερκωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσβερκωμένη
ξεσβερκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσβερκωμένη
ξεσβερκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσβερκωμένος
ξεσβερκώνομαι	verb	πιάνεται ο σβέρκος μου από απότομη κίνηση ή από την παρατεταμένη στρέψη του σε άβολη στάση
ξεσελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσέλωμα
ξεσελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσελωμένο
ξεσελωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσελωμένος
ξεσελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσελωμένη
ξεσελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσελωμένος
ξεσελωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσελωμένη
ξεσελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσελωμένος
ξεσελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσελωμένος
ξεσελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσελωμένος
ξεσελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσελωμένος
ξεσελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσελωμένος
ξεσελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσέλωμα
ξεσελώματος	noun	γενική ενικού του ξεσέλωμα
ξεσελώναμε	=	ξεσελώνω
ξεσελώναν	=	ξεσελώνω
ξεσελώνανε	=	ξεσελώνω
ξεσελώνατε	=	ξεσελώνω
ξεσελώνει	=	ξεσελώνω
ξεσελώνεις	=	ξεσελώνω
ξεσελώνετε	=	ξεσελώνω
ξεσελώνοντας	=	ξεσελώνω
ξεσελώνουμε	=	ξεσελώνω
ξεσελώνουν	=	ξεσελώνω
ξεσελώνουνε	=	ξεσελώνω
ξεσελώνω	verb	βγάζω τη σέλα από άλογο ή άλλο υποζυγίου
ξεσελώσαμε	=	ξεσελώνω
ξεσελώσαν	=	ξεσελώνω
ξεσελώσανε	=	ξεσελώνω
ξεσελώσατε	=	ξεσελώνω
ξεσελώσει	=	ξεσελώνω
ξεσελώστε	=	ξεσελώνω
ξεσηκωθήκαμε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωθήκαν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωθήκανε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωθήκατε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωθεί	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωθείτε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσήκωμα
ξεσηκωμέ	noun	κλητική ενικού του ξεσηκωμός
ξεσηκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωμένο
ξεσηκωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωμένη
ξεσηκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσηκωμένη
ξεσηκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεσηκώνω
ξεσηκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσηκωμένος
ξεσηκωμοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωμός
ξεσηκωμού	noun	γενική ενικού του ξεσηκωμός
ξεσηκωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξεσηκωμός
ξεσηκωμό	noun	αιτιατική ενικού του ξεσηκωμός
ξεσηκωμός	noun	η εξέγερση
ξεσηκωμών	noun	γενική πληθυντικού του ξεσηκωμός
ξεσηκωνόμασταν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόμαστε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόμουν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόμουνα	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόντουσαν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόσασταν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόσαστε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόσουν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόσουνα	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνόταν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωνότανε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωτικό
ξεσηκωτικέ	adj	κλητική ενικού του ξεσηκωτικός
ξεσηκωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωτική
ξεσηκωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσηκωτικός
ξεσηκωτικής	adj	γενική ενικού του ξεσηκωτική
ξεσηκωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσηκωτικός
ξεσηκωτικού	adj	γενική ενικού του ξεσηκωτικός
ξεσηκωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεσηκωτικός
ξεσηκωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ξεσηκωτικός
ξεσηκωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ξεσηκωτικός
ξεσηκώθηκα	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώθηκαν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώθηκε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώθηκες	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσήκωμα
ξεσηκώματος	noun	γενική ενικού του ξεσήκωμα
ξεσηκώναμε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώναν	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνανε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνατε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνει	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνεις	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνεσαι	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώνεστε	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώνεται	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώνετε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνομαι	verb	επαναστατώ
ξεσηκώνονται	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώνονταν	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώνοντας	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνου	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώνουμε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνουν	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνουνε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώνω	verb	δημιουργώ αναστάτωση, χαλάω την ησυχία
ξεσηκώσαμε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώσαν	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώσανε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώσατε	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώσει	=	ξεσηκώνω
ξεσηκώσου	=	ξεσηκώνομαι
ξεσηκώστε	=	ξεσηκώνω
ξεσιμάτων	=	ξέσιμο
ξεσκάζαμε	=	ξεσκάζω
ξεσκάζαν	=	ξεσκάζω
ξεσκάζανε	=	ξεσκάζω
ξεσκάζατε	=	ξεσκάζω
ξεσκάζει	=	ξεσκάζω
ξεσκάζεις	=	ξεσκάζω
ξεσκάζετε	=	ξεσκάζω
ξεσκάζοντας	=	ξεσκάζω
ξεσκάζουμε	=	ξεσκάζω
ξεσκάζουν	=	ξεσκάζω
ξεσκάζουνε	=	ξεσκάζω
ξεσκάζω	verb	άλλη εκφορά του ξεσκάω
ξεσκάλιζα	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλιζαν	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλιζε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλιζες	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλισα	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλισαν	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλισε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλισες	=	ξεσκαλίζω
ξεσκάλισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεσκαλίζω
ξεσκάλωμα	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του ξεσκαλώνω
ξεσκάλωνα	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωναν	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωνε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωνες	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωσα	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωσαν	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωσε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάλωσες	=	ξεσκαλώνω
ξεσκάνω	=	ξεσκάζω
ξεσκάρταρα	=	ξεσκαρτάρω
ξεσκάσαμε	=	ξεσκάζω
ξεσκάσαν	=	ξεσκάζω
ξεσκάσανε	=	ξεσκάζω
ξεσκάσατε	=	ξεσκάζω
ξεσκάσει	=	ξεσκάζω
ξεσκάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέσκασμα
ξεσκάσματος	=	ξέσκασμα
ξεσκάστε	=	ξεσκάζω
ξεσκάτιζα	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτιζαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτιζε	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτιζες	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτισα	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτισαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτισε	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτισες	=	ξεσκατίζω
ξεσκάτισμα	noun	καθαρισμός από κόπρανα
ξεσκάτωμα	noun	καθαρισμός από κόπρανα
ξεσκάτωνα	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωναν	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωνε	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωνες	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωσα	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωσαν	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωσε	=	ξεσκατώνω
ξεσκάτωσες	=	ξεσκατώνω
ξεσκάω	verb	κάνω κάτι που μου είναι ευχάριστο για να απαλλαγώ από ψυχικές πιέσεις, από το άγχος, ψυχαγωγούμαι, διασκεδάζω, χαλαρώνω
ξεσκέπαζα	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπαζαν	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπαζε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπαζες	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπασα	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπασαν	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπασε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπασες	=	ξεσκεπάζω
ξεσκέπασμα	noun	η αφαίρεση του σκεπάσματος από το κρεβάτι, σκεπασμένα έπιπλα, ΙΧ κ.λπ. αντικείμενα
ξεσκέπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκέπαστο
ξεσκέπαστε	adj	κλητική ενικού του ξεσκέπαστος
ξεσκέπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκέπαστη
ξεσκέπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκέπαστος
ξεσκέπαστης	adj	γενική ενικού του ξεσκέπαστη
ξεσκέπαστο	adj	αιτιατική ενικού του ξεσκέπαστος
ξεσκέπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκέπαστος
ξεσκέπαστος	adj	ο ξέσκεπος, που έχει αφαιρέσει ή του έχει αφαιρέσει άλλος το σκέπασμα (συνήθως για άνθρωπο που κοιμάται ή ξεκουράζεται)
ξεσκέπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκέπαστος
ξεσκέπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκέπαστος
ξεσκέπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκέπαστος
ξεσκί	noun	άκλιτο (αργκό) η έντονη συνουσία (από το ξέσκισμα)
ξεσκίζαμε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζαν	=	ξεσκίζω
ξεσκίζανε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζατε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζει	=	ξεσκίζω
ξεσκίζεις	=	ξεσκίζω
ξεσκίζεσαι	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίζεστε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίζεται	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίζετε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζομαι	verb	εργάζομαι ή γενικότερα ενεργώ σε υπερβολικό βαθμό, με συνέπεια να κουραστώ ή να εξαντληθώ
ξεσκίζομε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζονται	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίζονταν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίζοντας	=	ξεσκίζω
ξεσκίζου	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίζουμε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζουν	=	ξεσκίζω
ξεσκίζουνε	=	ξεσκίζω
ξεσκίζω	verb	μορφή του ξεσχίζω
ξεσκίσαμε	=	ξεσκίζω
ξεσκίσαν	=	ξεσκίζω
ξεσκίσανε	=	ξεσκίζω
ξεσκίσατε	=	ξεσκίζω
ξεσκίσει	=	ξεσκίζω
ξεσκίσεις	=	ξεσκίζω
ξεσκίσετε	=	ξεσκίζω
ξεσκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέσκισμα
ξεσκίσματος	noun	γενική ενικού του ξέσκισμα
ξεσκίσομε	=	ξεσκίζω
ξεσκίσου	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίσουμε	=	ξεσκίζω
ξεσκίσουν	=	ξεσκίζω
ξεσκίσουνε	=	ξεσκίζω
ξεσκίστε	=	ξεσκίζω
ξεσκίστηκα	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίστηκαν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίστηκε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίστηκες	=	ξεσκίζομαι
ξεσκίσω	=	ξεσκίζω
ξεσκαλίζαμε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζαν	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζανε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζατε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζει	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζεις	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζετε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζοντας	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζουμε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζουν	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζουνε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίζω	verb	ξανασκαλίζω, ανακινώ κάτι που άλλοι ίσως θέλουν να μείνει ως έχει
ξεσκαλίσαμε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίσαν	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίσανε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίσατε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίσει	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκάλισμα
ξεσκαλίσματος	noun	γενική ενικού του ξεσκάλισμα
ξεσκαλίστε	=	ξεσκαλίζω
ξεσκαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκάλισμα
ξεσκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαλισμένο
ξεσκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαλισμένη
ξεσκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκαλισμένη
ξεσκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκαλισμένος
ξεσκαλωμάτων	=	ξεσκάλωμα
ξεσκαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαλωμένο
ξεσκαλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαλωμένη
ξεσκαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκαλωμένη
ξεσκαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκαλωμένος
ξεσκαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκάλωμα
ξεσκαλώματος	=	ξεσκάλωμα
ξεσκαλώναμε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώναν	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνανε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνατε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνει	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνεις	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνετε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνοντας	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνουμε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνουν	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνουνε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώνω	verb	απαγκιστρώνω, ελευθερώνω κάτι που έχει πιαστεί σε ένα εμπόδιο, που έχει σκαλώσει
ξεσκαλώσαμε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώσαν	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώσανε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώσατε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώσει	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαλώστε	=	ξεσκαλώνω
ξεσκαρτάρισα	=	ξεσκαρτάρω
ξεσκαρτάρισμα	noun	η ενέργεια του ξεσκαρτάρω, η αφαίρεση από ένα σύνολο των ελαττωματικών μελών του (των σκάρτων)
ξεσκαρτάρω	verb	κάνω διαλογή και αφαιρώ από ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων τα ελαττωματικά (τα σκάρτα)
ξεσκαρταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαρτάρισμα
ξεσκαρταρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεσκαρτάρισμα
ξεσκαρταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκαρτάρισμα
ξεσκαρταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαρταρισμένο
ξεσκαρταρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκαρταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαρταρισμένη
ξεσκαρταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκαρταρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκαρταρισμένη
ξεσκαρταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκαρταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκαρταρισμένος	=	ξεσκαρτάρω
ξεσκαρταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκαρταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκαρταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκαρταρισμένος
ξεσκασμάτων	=	ξέσκασμα
ξεσκατίζαμε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζανε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζατε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζει	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζεις	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζεσαι	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζεστε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζεται	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζετε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζομαι	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζομε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζονται	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζονταν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζοντας	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζουμε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζουν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζουνε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίζω	verb	καθαρίζω ένα άτομο, συνήθως άρρωστο ή μωρό, από τα κόπρανα
ξεσκατίσαμε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσανε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσατε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσει	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσεις	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσετε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσματα	=	ξεσκάτισμα
ξεσκατίσματος	=	ξεσκάτισμα
ξεσκατίσομε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσου	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσουμε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσουν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσουνε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίστε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίστηκα	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίστηκαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίστηκε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίστηκες	=	ξεσκατίζω
ξεσκατίσω	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόμασταν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόμαστε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόμουν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόμουνα	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόντουσαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόσασταν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόσαστε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόσουν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόσουνα	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζόταν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιζότανε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατισμάτων	=	ξεσκάτισμα
ξεσκατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκατισμένο
ξεσκατισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκατισμένος
ξεσκατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκατισμένη
ξεσκατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκατισμένος
ξεσκατισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκατισμένη
ξεσκατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκατισμένος
ξεσκατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκατισμένος
ξεσκατισμένος	=	ξεσκατίζω
ξεσκατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκατισμένος
ξεσκατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκατισμένος
ξεσκατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκατισμένος
ξεσκατιστήκαμε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστήκαν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστήκανε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστήκατε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστεί	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστείς	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστείτε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστούμε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστούν	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστούνε	=	ξεσκατίζω
ξεσκατιστώ	=	ξεσκατίζω
ξεσκατωθήκαμε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθήκαν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθήκανε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθήκατε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθεί	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθείς	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθείτε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθούμε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθούν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθούνε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωθώ	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωμάτων	=	ξεσκάτωμα
ξεσκατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκατωμένο
ξεσκατωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκατωμένος
ξεσκατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκατωμένη
ξεσκατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκατωμένος
ξεσκατωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκατωμένη
ξεσκατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκατωμένος
ξεσκατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκατωμένος
ξεσκατωμένος	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκατωμένος
ξεσκατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκατωμένος
ξεσκατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκατωμένος
ξεσκατωνόμασταν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόμαστε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόμουν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόμουνα	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόντουσαν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόσασταν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόσαστε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόσουν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόσουνα	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνόταν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατωνότανε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώθηκα	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώθηκαν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώθηκε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώθηκες	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώματα	=	ξεσκάτωμα
ξεσκατώματος	=	ξεσκάτωμα
ξεσκατώναμε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώναν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνανε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνατε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνει	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνεις	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνεσαι	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνεστε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνεται	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνετε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνομαι	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνομε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνονται	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνονταν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνοντας	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνουμε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνουν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνουνε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώνω	verb|vulgar	ο καθαρισμός των οπισθίων βρεφών ή ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πλυθούν ή να καθαρίσουν τα υπολείμματα των κενώσεών τους μόνοι από την περιοχή του πρωκτού
ξεσκατώσαμε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσαν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσανε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσατε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσει	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσεις	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσετε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσομε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσου	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσουμε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσουν	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσουνε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώστε	=	ξεσκατώνω
ξεσκατώσω	=	ξεσκατώνω
ξεσκεπάζαμε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζαν	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζανε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζατε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζει	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζεις	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζετε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεσκεπάζω· με ξεσκεπάζουν
ξεσκεπάζοντας	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζουμε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζουν	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζουνε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάζω	verb	βγάζω το κάλυμμα από κάτι ώστε να φαίνεται, να μην είναι σκεπασμένο πια
ξεσκεπάσαμε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάσαν	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάσανε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάσατε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάσει	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκέπασμα
ξεσκεπάσματος	noun	γενική ενικού του ξεσκέπασμα
ξεσκεπάστε	=	ξεσκεπάζω
ξεσκεπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκέπασμα
ξεσκεπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκεπασμένο
ξεσκεπασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκεπασμένος
ξεσκεπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκεπασμένη
ξεσκεπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκεπασμένος
ξεσκεπασμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκεπασμένη
ξεσκεπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκεπασμένος
ξεσκεπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκεπασμένος
ξεσκεπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκεπασμένος
ξεσκεπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκεπασμένος
ξεσκεπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκεπασμένος
ξεσκιζόμασταν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόμαστε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόμουν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόμουνα	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόντουσαν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόσασταν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόσαστε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόσουν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόσουνα	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζόταν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιζότανε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέσκισμα
ξεσκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκισμένο
ξεσκισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκισμένος
ξεσκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκισμένη
ξεσκισμένη	noun	απαξιωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας
ξεσκισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκισμένη
ξεσκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκισμένος
ξεσκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκισμένος
ξεσκισμένος	=	ξεσκίζομαι
ξεσκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκισμένος
ξεσκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκισμένος
ξεσκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκισμένος
ξεσκιστήκαμε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιστήκαν	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιστήκανε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιστήκατε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιστεί	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιστείς	=	ξεσκίζω
ξεσκιστείτε	=	ξεσκίζομαι
ξεσκιστούμε	=	ξεσκίζω
ξεσκιστούν	=	ξεσκίζω
ξεσκιστούνε	=	ξεσκίζω
ξεσκιστώ	=	ξεσκίζω
ξεσκλάβωμα	noun	η παύση της σκλαβιάς
ξεσκλάβωνα	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωναν	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωνε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωνες	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωσα	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωσαν	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωσε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλάβωσες	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλίδι	noun|vulgar	μυτερό ξύλινο κομματάκι, που έχει αποκοπεί από κάποιο μεγαλύτερο
ξεσκλίδια	=	ξεσκλίδι
ξεσκλαβωμάτων	=	ξεσκλάβωμα
ξεσκλαβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκλαβωμένο
ξεσκλαβωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκλαβωμένη
ξεσκλαβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκλαβωμένη
ξεσκλαβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκλαβωμένος
ξεσκλαβώματα	=	ξεσκλάβωμα
ξεσκλαβώματος	=	ξεσκλάβωμα
ξεσκλαβώναμε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώναν	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνανε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνατε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνει	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνεις	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνετε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνοντας	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνουμε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνουν	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνουνε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώνω	verb	απελευθερώνω έναν κυριολεκτικά ή με τη μεταφορική έννοια δούλο
ξεσκλαβώσαμε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώσαν	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώσανε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώσατε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώσει	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλαβώστε	=	ξεσκλαβώνω
ξεσκλιδιού	=	ξεσκλίδι
ξεσκλιδιών	=	ξεσκλίδι
ξεσκολίζαμε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζαν	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζανε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζατε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζει	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζεις	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζετε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζοντας	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζουμε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζουν	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζουνε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίζω	verb	τελειώνω με το σχολείο, έχω μάθει πια ό,τι ήταν να μάθω
ξεσκολίσαμε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίσαν	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίσανε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίσατε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίσει	=	ξεσκολίζω
ξεσκολίσματα	=	ξεσκόλισμα
ξεσκολίσματος	=	ξεσκόλισμα
ξεσκολίστε	=	ξεσκολίζω
ξεσκολισμάτων	=	ξεσκόλισμα
ξεσκολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκολισμένο
ξεσκολισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκολισμένος
ξεσκολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκολισμένη
ξεσκολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκολισμένος
ξεσκολισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκολισμένη
ξεσκολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκολισμένος
ξεσκολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκολισμένος
ξεσκολισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεσκολίζω
ξεσκολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκολισμένος
ξεσκολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκολισμένος
ξεσκολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκολισμένος
ξεσκονίζαμε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζανε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζατε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζει	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζεις	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζεσαι	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζεστε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζεται	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζετε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεσκονίζω
ξεσκονίζομε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζονται	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζονταν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζοντας	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζου	=	ξεσκονίζομαι
ξεσκονίζουμε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζουν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζουνε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίζω	verb	απομακρύνω τη σκόνη, καθαρίζω
ξεσκονίσαμε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσανε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσατε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσει	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσεις	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσετε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκόνισμα
ξεσκονίσματος	noun	γενική ενικού του ξεσκόνισμα
ξεσκονίσομε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσου	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσουμε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσουν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίσουνε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίστε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίστηκα	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίστηκαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίστηκε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίστηκες	=	ξεσκονίζω
ξεσκονίστρα	=	ξεσκονιστήρι
ξεσκονίστρας	noun	γενική ενικού του ξεσκονίστρα
ξεσκονίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκονίστρα
ξεσκονίσω	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόμασταν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόμαστε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόμουν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόμουνα	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόντουσαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόσασταν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόσαστε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόσουν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόσουνα	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζόταν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιζότανε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκόνισμα
ξεσκονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκονισμένο
ξεσκονισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκονισμένος
ξεσκονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκονισμένη
ξεσκονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκονισμένος
ξεσκονισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκονισμένη
ξεσκονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκονισμένος
ξεσκονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκονισμένος
ξεσκονισμένος	=	ξεσκονίζω
ξεσκονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκονισμένος
ξεσκονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκονισμένος
ξεσκονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκονισμένος
ξεσκονιστήκαμε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστήκαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστήκανε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστήκατε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστήρι	noun	ειδικό σκουπάκι για το ξεσκόνισμα, με μακριά ξύλινη λαβή
ξεσκονιστήρια	=	ξεσκονιστήρι
ξεσκονιστεί	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστείς	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστείτε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστηριού	=	ξεσκονιστήρι
ξεσκονιστηριών	=	ξεσκονιστήρι
ξεσκονιστούμε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστούν	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστούνε	=	ξεσκονίζω
ξεσκονιστρών	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκονίστρα
ξεσκονιστώ	=	ξεσκονίζω
ξεσκονόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκονόπανο
ξεσκονόπανο	noun	ειδικό ύφασμα για ξεσκόνισμα
ξεσκονόπανου	noun	γενική ενικού του ξεσκονόπανο
ξεσκονόπανων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκονόπανο
ξεσκοτίζαμε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζαν	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζανε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζατε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζει	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζεις	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζετε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζοντας	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζουμε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζουν	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζουνε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίζω	verb	διώχνω τις σκοτούρες
ξεσκοτίσαμε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίσαν	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίσανε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίσατε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίσει	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτίστε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκοτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκοτισμένο
ξεσκοτισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκοτισμένος
ξεσκοτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκοτισμένη
ξεσκοτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκοτισμένος
ξεσκοτισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκοτισμένη
ξεσκοτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκοτισμένος
ξεσκοτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκοτισμένος
ξεσκοτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκοτισμένος
ξεσκοτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκοτισμένος
ξεσκοτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκοτισμένος
ξεσκουντήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκούντημα
ξεσκουντήματος	noun	γενική ενικού του ξεσκούντημα
ξεσκουντημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκούντημα
ξεσκουντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουντημένο
ξεσκουντημένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκουντημένος
ξεσκουντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουντημένη
ξεσκουντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκουντημένος
ξεσκουντημένης	verb	γενική ενικού του ξεσκουντημένη
ξεσκουντημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκουντημένος
ξεσκουντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουντημένος
ξεσκουντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκουντημένος
ξεσκουντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκουντημένος
ξεσκουντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκουντημένος
ξεσκουντώ	verb	σκουντώ
ξεσκουντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεσκουντάω / ξεσκουντώ
ξεσκουριάζαμε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζαν	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζανε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζατε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζει	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζεις	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζετε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζοντας	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζουμε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζουν	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζουνε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάζω	verb	αφαιρώ τις σκουριές από αντικείμενο
ξεσκουριάσαμε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάσαν	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάσανε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάσατε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάσει	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκούριασμα
ξεσκουριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεσκούριασμα
ξεσκουριάστε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκουριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσκούριασμα
ξεσκουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουριασμένο
ξεσκουριασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκουριασμένος
ξεσκουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουριασμένη
ξεσκουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκουριασμένος
ξεσκουριασμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκουριασμένη
ξεσκουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκουριασμένος
ξεσκουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουριασμένος
ξεσκουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκουριασμένος
ξεσκουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκουριασμένος
ξεσκουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκουριασμένος
ξεσκουφωθήκαμε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωθήκαν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωθήκανε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωθήκατε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωθεί	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωθείτε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουφωμένο
ξεσκουφωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουφωμένη
ξεσκουφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσκουφωμένη
ξεσκουφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωμένος	verb	που έχει ξεσκουφωθεί.
ξεσκουφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκουφωμένος
ξεσκουφωνόμασταν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόμαστε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόμουν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόμουνα	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόντουσαν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόσασταν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόσαστε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόσουν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόσουνα	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνόταν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφωνότανε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώθηκα	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώθηκαν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώθηκε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώθηκες	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώναμε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώναν	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνανε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνατε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνει	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνεις	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνεσαι	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώνεστε	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώνεται	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώνετε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνομαι	verb	βγάζω το σκουφί μου επειδή μπαίνω σε σπίτι ή επειδή δεν μου χρειάζεται πια
ξεσκουφώνονται	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώνονταν	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώνοντας	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνου	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώνουμε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνουν	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνουνε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώνω	verb	αφαιρώ από κάποιον τον σκούφο
ξεσκουφώσαμε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώσαν	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώσανε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώσατε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώσει	=	ξεσκουφώνω
ξεσκουφώσου	=	ξεσκουφώνομαι
ξεσκουφώστε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούντημα	noun	το σκούντημα, το σπρώξιμο
ξεσκούριαζα	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριαζαν	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριαζε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριαζες	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριασα	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριασαν	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριασε	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριασες	=	ξεσκουριάζω
ξεσκούριασμα	noun	η αφαίρεση της σκουριάς
ξεσκούφωνα	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωναν	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωνε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωνες	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωσα	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωσαν	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωσε	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωσες	=	ξεσκουφώνω
ξεσκούφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκούφωτο
ξεσκούφωτε	adj	κλητική ενικού του ξεσκούφωτος
ξεσκούφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσκούφωτη
ξεσκούφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσκούφωτος
ξεσκούφωτης	adj	γενική ενικού του ξεσκούφωτη
ξεσκούφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεσκούφωτος
ξεσκούφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσκούφωτος
ξεσκούφωτος	adj	χωρίς σκουφί
ξεσκούφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσκούφωτος
ξεσκούφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεσκούφωτος
ξεσκούφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσκούφωτος
ξεσκόλιζα	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλιζαν	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλιζε	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλιζες	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλισα	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλισαν	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλισε	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλισες	=	ξεσκολίζω
ξεσκόλισμα	noun	η αποφοίτηση από ένα σχολείο
ξεσκόνιζα	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνιζαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνιζε	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνιζες	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσκονίζω
ξεσκόνισαν	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνισε	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνισες	=	ξεσκονίζω
ξεσκόνισμα	noun	η απομάκρυνση της σκόνης από μια επιφάνεια
ξεσκότιζα	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότιζαν	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότιζε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότιζες	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότισα	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότισαν	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότισε	=	ξεσκοτίζω
ξεσκότισες	=	ξεσκοτίζω
ξεσμάτων	=	ξέσμα
ξεσπά	=	ξεσπάω
ξεσπάγαμε	=	ξεσπάω
ξεσπάγανε	=	ξεσπάω
ξεσπάγατε	=	ξεσπάω
ξεσπάει	=	ξεσπάω
ξεσπάζαμε	=	ξεσπάζω
ξεσπάζαν	=	ξεσπάζω
ξεσπάζανε	=	ξεσπάζω
ξεσπάζατε	=	ξεσπάζω
ξεσπάζει	=	ξεσπάζω
ξεσπάζεις	=	ξεσπάζω
ξεσπάζετε	=	ξεσπάζω
ξεσπάζοντας	=	ξεσπάζω
ξεσπάζουμε	=	ξεσπάζω
ξεσπάζουν	=	ξεσπάζω
ξεσπάζουνε	=	ξεσπάζω
ξεσπάζω	verb	άλλη εκφορά του ξεσπάω
ξεσπάθωμα	noun	το να βγάζει κάποιος το σπαθί από το θηκάρι
ξεσπάθωνα	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωναν	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωνε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωνες	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωσα	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωσαν	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωσε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάθωσες	=	ξεσπαθώνω
ξεσπάμε	=	ξεσπάω
ξεσπάν	=	ξεσπάω
ξεσπάνε	=	ξεσπάω
ξεσπάς	=	ξεσπάω
ξεσπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσαν	=	ξεσπάζω
ξεσπάσανε	=	ξεσπάζω
ξεσπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέσπασμα
ξεσπάσματος	noun	γενική ενικού του ξέσπασμα
ξεσπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσουνε	=	ξεσπάω
ξεσπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεσπώ
ξεσπάτε	=	ξεσπάω
ξεσπάω	verb	εκδηλώνομαι / αρχίζω με απότομο και βίαιο τρόπο, ιδίως μετά από μια περίοδο επιφανειακής ηρεμίας
ξεσπίτωμα	noun	η στέρηση της κατοικίας σε άτομο ή οικογένεια, ο εξαναγκασμός του να απομακρυνθεί από την εστία του
ξεσπίτωνα	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωναν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωνε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωνες	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωσα	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωσαν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωσε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωσες	=	ξεσπιτώνω
ξεσπίτωτα	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτε	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτες	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτη	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτης	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτο	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτοι	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτος	adj	άλλη μορφή του ξεσπιτωμένος
ξεσπίτωτου	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτους	=	ξεσπίτωτος
ξεσπίτωτων	=	ξεσπίτωτος
ξεσπαθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσπάθωμα
ξεσπαθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπαθωμένο
ξεσπαθωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπαθωμένη
ξεσπαθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσπαθωμένη
ξεσπαθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσπαθωμένος
ξεσπαθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπάθωμα
ξεσπαθώματος	noun	γενική ενικού του ξεσπάθωμα
ξεσπαθώναμε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώναν	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνανε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνατε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνει	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνεις	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνετε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνοντας	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνουμε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνουν	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνουνε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώνω	verb|dated	τραβάω το σπαθί μου έξω από τη θήκη του, για να δώσω μάχη
ξεσπαθώσαμε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώσαν	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώσανε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώσατε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώσει	=	ξεσπαθώνω
ξεσπαθώστε	=	ξεσπαθώνω
ξεσπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέσπασμα
ξεσπασμένος	=	ξεσπάω
ξεσπιτωθήκαμε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθήκαν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθήκανε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθήκατε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθεί	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθείς	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθείτε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθούμε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθούν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθούνε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωθώ	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσπίτωμα
ξεσπιτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπιτωμένο
ξεσπιτωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπιτωμένη
ξεσπιτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωμένης	verb	γενική ενικού του ξεσπιτωμένη
ξεσπιτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεσπιτώνω
ξεσπιτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσπιτωμένος
ξεσπιτωνόμασταν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόμαστε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόμουν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόμουνα	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόντουσαν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόσασταν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόσαστε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόσουν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόσουνα	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνόταν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτωνότανε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώθηκα	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώθηκαν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώθηκε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώθηκες	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπίτωμα
ξεσπιτώματος	noun	γενική ενικού του ξεσπίτωμα
ξεσπιτώναμε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώναν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνανε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνατε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνει	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνεις	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνεσαι	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνεστε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνεται	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνετε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνομαι	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνομε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνονται	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνονταν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνοντας	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνουμε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνουν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνουνε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώνω	verb	βγάζω κάποιον από το σπίτι του, κάνοντας κατάσχεση σε αυτό ή με άλλους τρόπους, διώχνω κάποιον από κάποιον την κατοικία του
ξεσπιτώσαμε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσαν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσανε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσατε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσει	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσεις	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσετε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσομε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσου	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσουμε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσουν	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσουνε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώστε	=	ξεσπιτώνω
ξεσπιτώσω	=	ξεσπιτώνω
ξεσποριάζαμε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζαν	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζανε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζατε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζει	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζεις	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζετε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζοντας	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζουμε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζουν	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζουνε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάζω	verb	αφαιρώ τους σπόρους ενός καρπού
ξεσποριάσαμε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάσαν	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάσανε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάσατε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάσει	=	ξεσποριάζω
ξεσποριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσπόριασμα
ξεσποριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεσπόριασμα
ξεσποριάστε	=	ξεσποριάζω
ξεσποριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσπόριασμα
ξεσποριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσποριασμένο
ξεσποριασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσποριασμένος
ξεσποριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσποριασμένη
ξεσποριασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσποριασμένος
ξεσποριασμένης	verb	γενική ενικού του ξεσποριασμένη
ξεσποριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσποριασμένος
ξεσποριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσποριασμένος
ξεσποριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσποριασμένος
ξεσποριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσποριασμένος
ξεσποριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσποριασμένος
ξεσπούμε	=	ξεσπάω
ξεσπούν	=	ξεσπάω
ξεσπούνε	=	ξεσπάω
ξεσπούσα	=	ξεσπάω
ξεσπούσαμε	=	ξεσπάω
ξεσπούσαν	=	ξεσπάω
ξεσπούσανε	=	ξεσπάω
ξεσπούσατε	=	ξεσπάω
ξεσπούσε	=	ξεσπάω
ξεσπούσες	=	ξεσπάω
ξεσπόριαζα	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριαζαν	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριαζε	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριαζες	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριασα	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριασαν	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριασε	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριασες	=	ξεσποριάζω
ξεσπόριασμα	noun	η αφαίρεση των σπόρων από έναν καρπό
ξεσπώ	verb	άλλη μορφή του ξεσπάω
ξεσπώντας	=	ξεσπάω
ξεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστό
ξεστάχυαζα	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυαζαν	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυαζε	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυαζες	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυασα	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυασαν	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυασε	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυασες	=	ξεσταχυάζω
ξεστάχυασμα	noun	ο σχηματισμός των σταχυών
ξεστέ	adj	κλητική ενικού του ξεστός
ξεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστή
ξεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστός
ξεστήθωνα	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωναν	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωνε	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωνες	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωνομαα	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομααν	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομαε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομαες	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομσα	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομσαν	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομσε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωνομσες	=	ξεστηθώνομαι
ξεστήθωσα	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωσαν	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωσε	=	ξεστηθώνω
ξεστήθωσες	=	ξεστηθώνω
ξεστήρα	=	ξεστήρας
ξεστήρας	noun|formal	άλλη μορφή του ξυστήρι
ξεστήρες	=	ξεστήρας
ξεστήρων	=	ξεστήρας
ξεστής	adj	γενική ενικού του ξεστή
ξεσταχυάζαμε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζαν	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζανε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζατε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζει	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζεις	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζετε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζοντας	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζουμε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζουν	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζουνε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάζω	verb	σχηματίζω στάχυ
ξεσταχυάσαμε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάσαν	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάσανε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάσατε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάσει	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστάχυασμα
ξεσταχυάσματος	=	ξεστάχυασμα
ξεσταχυάστε	=	ξεσταχυάζω
ξεσταχυασμάτων	=	ξεστάχυασμα
ξεσταχυασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσταχυασμένο
ξεσταχυασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσταχυασμένος
ξεσταχυασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσταχυασμένη
ξεσταχυασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσταχυασμένος
ξεσταχυασμένης	verb	γενική ενικού του ξεσταχυασμένη
ξεσταχυασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσταχυασμένος
ξεσταχυασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσταχυασμένος
ξεσταχυασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσταχυασμένος
ξεσταχυασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσταχυασμένος
ξεσταχυασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσταχυασμένος
ξεστηθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστηθωμένο
ξεστηθωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεστηθωμένος
ξεστηθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστηθωμένη
ξεστηθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστηθωμένος
ξεστηθωμένης	verb	γενική ενικού του ξεστηθωμένη
ξεστηθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεστηθωμένος
ξεστηθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστηθωμένος
ξεστηθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεστηθωμένος
ξεστηθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεστηθωμένος
ξεστηθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεστηθωμένος
ξεστηθώναμε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώναν	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνανε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνατε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνει	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνεις	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνετε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνομααμε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομααν	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαανε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαατε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαει	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαεις	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαετε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαι	verb	αποκαλύπτω, ξεγυμνώνω το στήθος μου
ξεστηθώνομαοντας	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαουμε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαουν	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαουνε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομαω	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομσαμε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομσαν	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομσανε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομσατε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομσει	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνομστε	=	ξεστηθώνομαι
ξεστηθώνοντας	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνουμε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνουν	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνουνε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώνω	verb	αποκαλύπτω, ξεγυμνώνω το στήθος κάποιου
ξεστηθώσαμε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώσαν	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώσανε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώσατε	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώσει	=	ξεστηθώνω
ξεστηθώστε	=	ξεστηθώνω
ξεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστός
ξεστοκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεστοκάρω
ξεστοκάρω	verb	πουλάω το απόθεμα εμπορευμάτων που έχω, το στοκ, ενίοτε σε μειωμένη τιμή
ξεστοκαρίσματα	=	ξεστοκάρισμα
ξεστοκαρίσματος	=	ξεστοκάρισμα
ξεστοκαρισμάτων	=	ξεστοκάρισμα
ξεστολίζαμε	=	ξεστολίζω
ξεστολίζαν	=	ξεστολίζω
ξεστολίζανε	=	ξεστολίζω
ξεστολίζατε	=	ξεστολίζω
ξεστολίζει	=	ξεστολίζω
ξεστολίζεις	=	ξεστολίζω
ξεστολίζεσαι	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίζεστε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίζεται	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίζετε	=	ξεστολίζω
ξεστολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεστολίζω
ξεστολίζονται	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίζονταν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίζοντας	=	ξεστολίζω
ξεστολίζου	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίζουμε	=	ξεστολίζω
ξεστολίζουν	=	ξεστολίζω
ξεστολίζουνε	=	ξεστολίζω
ξεστολίζω	verb	αφαιρώ τα στολίδια
ξεστολίσαμε	=	ξεστολίζω
ξεστολίσαν	=	ξεστολίζω
ξεστολίσανε	=	ξεστολίζω
ξεστολίσατε	=	ξεστολίζω
ξεστολίσει	=	ξεστολίζω
ξεστολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστόλισμα
ξεστολίσματος	noun	γενική ενικού του ξεστόλισμα
ξεστολίσου	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίστε	=	ξεστολίζω
ξεστολίστηκα	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίστηκαν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίστηκε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολίστηκες	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόμασταν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόμαστε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόμουν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόμουνα	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόντουσαν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόσασταν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόσαστε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόσουν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόσουνα	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζόταν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιζότανε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεστόλισμα
ξεστολισμένος	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιστήκαμε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιστήκαν	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιστήκανε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιστήκατε	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιστεί	=	ξεστολίζομαι
ξεστολιστείτε	=	ξεστολίζομαι
ξεστομίζαμε	=	ξεστομίζω
ξεστομίζαν	=	ξεστομίζω
ξεστομίζανε	=	ξεστομίζω
ξεστομίζατε	=	ξεστομίζω
ξεστομίζει	=	ξεστομίζω
ξεστομίζεις	=	ξεστομίζω
ξεστομίζετε	=	ξεστομίζω
ξεστομίζοντας	=	ξεστομίζω
ξεστομίζουμε	=	ξεστομίζω
ξεστομίζουν	=	ξεστομίζω
ξεστομίζουνε	=	ξεστομίζω
ξεστομίζω	verb	λέω κάτι που δεν έπρεπε να πω
ξεστομίσαμε	=	ξεστομίζω
ξεστομίσαν	=	ξεστομίζω
ξεστομίσανε	=	ξεστομίζω
ξεστομίσατε	=	ξεστομίζω
ξεστομίσει	=	ξεστομίζω
ξεστομίστε	=	ξεστομίζω
ξεστομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστομισμένο
ξεστομισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεστομισμένος
ξεστομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστομισμένη
ξεστομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστομισμένος
ξεστομισμένης	verb	γενική ενικού του ξεστομισμένη
ξεστομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεστομισμένος
ξεστομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστομισμένος
ξεστομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεστομισμένος
ξεστομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεστομισμένος
ξεστομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεστομισμένος
ξεστουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεστούπωμα
ξεστουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστουπωμένο
ξεστουπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεστουπωμένος
ξεστουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστουπωμένη
ξεστουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστουπωμένος
ξεστουπωμένης	verb	γενική ενικού του ξεστουπωμένη
ξεστουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεστουπωμένος
ξεστουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστουπωμένος
ξεστουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεστουπωμένος
ξεστουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεστουπωμένος
ξεστουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεστουπωμένος
ξεστουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστούπωμα
ξεστουπώματος	noun	γενική ενικού του ξεστούπωμα
ξεστουπώνω	verb	αφαιρώ το στουπί, το στούπωμα που κλείνει ένα δοχείο
ξεστού	adj	γενική ενικού του ξεστός
ξεστούπωμα	noun|vulgar	το άνοιγμα ενός κλειστού δοχείου με την αφαίρεση του στουπιού που φράζει την οπή
ξεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεστός
ξεστράβωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεστραβώνω
ξεστράβωνα	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωναν	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωνε	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωνες	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωσα	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωσαν	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωσε	=	ξεστραβώνω
ξεστράβωσες	=	ξεστραβώνω
ξεστράτιζα	=	ξεστρατίζω
ξεστράτιζαν	=	ξεστρατίζω
ξεστράτιζε	=	ξεστρατίζω
ξεστράτιζες	=	ξεστρατίζω
ξεστράτισα	=	ξεστρατίζω
ξεστράτισαν	=	ξεστρατίζω
ξεστράτισε	=	ξεστρατίζω
ξεστράτισες	=	ξεστρατίζω
ξεστράτισμα	noun	η εκτροπή από την "σωστή οδό" όπως την αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία ή και το άτομο
ξεστραβωθήκαμε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωθήκαν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωθήκανε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωθήκατε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωθεί	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωθείτε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεστράβωμα
ξεστραβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστραβωμένο
ξεστραβωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεστραβωμένος
ξεστραβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστραβωμένη
ξεστραβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστραβωμένος
ξεστραβωμένης	verb	γενική ενικού του ξεστραβωμένη
ξεστραβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεστραβωμένος
ξεστραβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστραβωμένος
ξεστραβωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεστραβώνω
ξεστραβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεστραβωμένος
ξεστραβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεστραβωμένος
ξεστραβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεστραβωμένος
ξεστραβωνόμασταν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόμαστε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόμουν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόμουνα	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόντουσαν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόσασταν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόσαστε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόσουν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόσουνα	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνόταν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβωνότανε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώθηκα	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώθηκαν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώθηκε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώθηκες	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστράβωμα
ξεστραβώματος	noun	γενική ενικού του ξεστράβωμα
ξεστραβώναμε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώναν	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνανε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνατε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνει	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνεις	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνεσαι	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώνεστε	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώνεται	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώνετε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεστραβώνω
ξεστραβώνονται	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώνονταν	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώνοντας	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνου	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώνουμε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνουν	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνουνε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώνω	verb	ισιώνω κάτι στραβό
ξεστραβώσαμε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώσαν	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώσανε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώσατε	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώσει	=	ξεστραβώνω
ξεστραβώσου	=	ξεστραβώνομαι
ξεστραβώστε	=	ξεστραβώνω
ξεστρατίζαμε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζαν	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζανε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζατε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζει	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζεις	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζετε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζοντας	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζουμε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζουν	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζουνε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίζω	verb	βγαίνω από το δρόμο μου και ακολουθώ άλλη (συχνά λανθασμένη) πορεία
ξεστρατίσαμε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίσαν	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίσανε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίσατε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίσει	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστράτισμα
ξεστρατίσματος	noun	γενική ενικού του ξεστράτισμα
ξεστρατίστε	=	ξεστρατίζω
ξεστρατίσω	=	ξεστρατίζω
ξεστρατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεστράτισμα
ξεστρατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστρατισμένο
ξεστρατισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεστρατισμένος
ξεστρατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστρατισμένη
ξεστρατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστρατισμένος
ξεστρατισμένης	verb	γενική ενικού του ξεστρατισμένη
ξεστρατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεστρατισμένος
ξεστρατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστρατισμένος
ξεστρατισμένος	verb	που έχω φύγει από τη στράτα μου, από το δρόμο μου
ξεστρατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεστρατισμένος
ξεστρατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεστρατισμένος
ξεστρατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεστρατισμένος
ξεστροπαγίδα	noun	σύστημα ή εγκατάσταση που παγιδεύει / μαζεύει τα ξέστρα που κινούνται εντός ενός αγωγού και χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό του και για άλλους σκοπούς
ξεστροπαγίδας	=	ξεστροπαγίδα
ξεστροπαγίδες	=	ξεστροπαγίδα
ξεστροπαγίδων	=	ξεστροπαγίδα
ξεστρωθήκαμε	=	ξεστρώνω
ξεστρωθήκαν	=	ξεστρώνω
ξεστρωθήκανε	=	ξεστρώνω
ξεστρωθήκατε	=	ξεστρώνω
ξεστρωθεί	=	ξεστρώνω
ξεστρωθείτε	=	ξεστρώνω
ξεστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέστρωμα
ξεστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστρωμένο
ξεστρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεστρωμένος
ξεστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεστρωμένη
ξεστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεστρωμένος
ξεστρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεστρωμένη
ξεστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεστρωμένος
ξεστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεστρωμένος
ξεστρωμένος	=	ξεστρώνω
ξεστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεστρωμένος
ξεστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεστρωμένος
ξεστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεστρωμένος
ξεστρωνόμασταν	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόμαστε	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόμουν	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόμουνα	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόντουσαν	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόσασταν	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόσαστε	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόσουν	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόσουνα	=	ξεστρώνω
ξεστρωνόταν	=	ξεστρώνω
ξεστρωνότανε	=	ξεστρώνω
ξεστρώθηκα	=	ξεστρώνω
ξεστρώθηκαν	=	ξεστρώνω
ξεστρώθηκε	=	ξεστρώνω
ξεστρώθηκες	=	ξεστρώνω
ξεστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέστρωμα
ξεστρώματος	noun	γενική ενικού του ξέστρωμα
ξεστρών	noun	γενική πληθυντικού του ξέστρα
ξεστρώναμε	=	ξεστρώνω
ξεστρώναν	=	ξεστρώνω
ξεστρώνανε	=	ξεστρώνω
ξεστρώνατε	=	ξεστρώνω
ξεστρώνει	=	ξεστρώνω
ξεστρώνεις	=	ξεστρώνω
ξεστρώνεσαι	=	ξεστρώνω
ξεστρώνεστε	=	ξεστρώνω
ξεστρώνεται	=	ξεστρώνω
ξεστρώνετε	=	ξεστρώνω
ξεστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεστρώνω
ξεστρώνονται	=	ξεστρώνω
ξεστρώνονταν	=	ξεστρώνω
ξεστρώνοντας	=	ξεστρώνω
ξεστρώνουμε	=	ξεστρώνω
ξεστρώνουν	=	ξεστρώνω
ξεστρώνουνε	=	ξεστρώνω
ξεστρώνω	verb	αποκαλύπτω μια επιφάνεια αφαιρώντας το κάλυμμα με το οποίο είχε καλυφθεί
ξεστρώσαμε	=	ξεστρώνω
ξεστρώσαν	=	ξεστρώνω
ξεστρώσανε	=	ξεστρώνω
ξεστρώσατε	=	ξεστρώνω
ξεστρώσει	=	ξεστρώνω
ξεστρώσου	=	ξεστρώνω
ξεστρώστε	=	ξεστρώνω
ξεστό	adj	αιτιατική ενικού του ξεστός
ξεστόλιζα	=	ξεστολίζω
ξεστόλιζαν	=	ξεστολίζω
ξεστόλιζε	=	ξεστολίζω
ξεστόλιζες	=	ξεστολίζω
ξεστόλισα	=	ξεστολίζω
ξεστόλισαν	=	ξεστολίζω
ξεστόλισε	=	ξεστολίζω
ξεστόλισες	=	ξεστολίζω
ξεστόλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεστολίζω
ξεστόμιζα	=	ξεστομίζω
ξεστόμιζαν	=	ξεστομίζω
ξεστόμιζε	=	ξεστομίζω
ξεστόμιζες	=	ξεστομίζω
ξεστόμισα	=	ξεστομίζω
ξεστόμισαν	=	ξεστομίζω
ξεστόμισε	=	ξεστομίζω
ξεστόμισες	=	ξεστομίζω
ξεστός	adj	σκαλιστός
ξεστών	adj	γενική πληθυντικού του ξεστός
ξεσυνέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσυνέριο
ξεσυνέριο	noun|vulgar	άλλη μορφή του ξεσυνέρισμα
ξεσυνέριου	noun	γενική ενικού του ξεσυνέριο
ξεσυνέριση	noun	το ξεσυνέρισμα
ξεσυνέρισης	=	ξεσυνέριση
ξεσυνέρισμα	noun	το να θυμώνεις με κάποιον επειδή υπολογίζεις αυτά που λέει ενώ κανονικά δεν θα έπρεπε (επειδή π.χ. είναι μικρός, βλάκας, ανόητος, ασήμαντος)
ξεσυνέριων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσυνέριο
ξεσυνερίζεσαι	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίζεστε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίζεται	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίζομαι	verb	διαγωνίζομαι ή ανταγωνίζομαι με κάποιον
ξεσυνερίζονται	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίζονταν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίζου	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίσεις	=	ξεσυνέριση
ξεσυνερίσεων	=	ξεσυνέριση
ξεσυνερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσυνέρισμα
ξεσυνερίσματος	noun	γενική ενικού του ξεσυνέρισμα
ξεσυνερίσου	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίστηκα	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίστηκαν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίστηκε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερίστηκες	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόμασταν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόμαστε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόμουν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόμουνα	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόντουσαν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόσασταν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόσαστε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόσουν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόσουνα	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζόταν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριζότανε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσυνέρισμα
ξεσυνερισμένος	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριστήκαμε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριστήκαν	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριστήκανε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριστήκατε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριστεί	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυνεριστείτε	=	ξεσυνερίζομαι
ξεσυννέφιαζα	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιαζαν	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιαζε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιαζες	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιασα	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιασαν	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιασε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννέφιασες	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζαμε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζαν	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζανε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζατε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζει	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζεις	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζετε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζοντας	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζουμε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζουν	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζουνε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάζω	verb	για τον ουρανό, καθαρίζω από σύννεφα
ξεσυννεφιάσαμε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάσαν	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάσανε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάσατε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάσει	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιάστε	=	ξεσυννεφιάζω
ξεσυννεφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσυννεφιασμένο
ξεσυννεφιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυννεφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσυννεφιασμένη
ξεσυννεφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυννεφιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεσυννεφιασμένη
ξεσυννεφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυννεφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυννεφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυννεφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυννεφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσυννεφιασμένος
ξεσυνορίζομαι	verb	ανταγωνίζομαι
ξεσυρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσυρμένο
ξεσυρμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσυρμένος
ξεσυρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσυρμένη
ξεσυρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσυρμένος
ξεσυρμένης	verb	γενική ενικού του ξεσυρμένη
ξεσυρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσυρμένος
ξεσυρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσυρμένος
ξεσυρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσυρμένος
ξεσυρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσυρμένος
ξεσυρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσυρμένος
ξεσφήνωνα	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωναν	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωνε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωνες	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωσα	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωσαν	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωσε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφήνωσες	=	ξεσφηνώνω
ξεσφίγγαμε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγαν	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγανε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγατε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγει	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγεις	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγετε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγοντας	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγουμε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγουν	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγουνε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίγγω	verb	λασκάρω, μειώνω το σφίξιμο
ξεσφίξαμε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίξαν	=	ξεσφίγγω
ξεσφίξανε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίξατε	=	ξεσφίγγω
ξεσφίξει	=	ξεσφίγγω
ξεσφίξτε	=	ξεσφίγγω
ξεσφηνωθήκαμε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωθήκαν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωθήκανε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωθήκατε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωθεί	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωθείτε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωμένος	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόμασταν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόμαστε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόμουν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόμουνα	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόντουσαν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόσασταν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόσαστε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόσουν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόσουνα	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνόταν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνωνότανε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώθηκα	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώθηκαν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώθηκε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώθηκες	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώναμε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώναν	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνανε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνατε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνει	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνεις	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνεσαι	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώνεστε	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώνεται	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώνετε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνονται	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώνονταν	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώνοντας	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνου	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώνουμε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνουν	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνουνε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώνω	verb	αφαιρώ τη σφήνα ή απεγκλωβίζω κάποιον ή κάτι σφηνωμένο(ν)
ξεσφηνώσαμε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώσαν	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώσανε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώσατε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώσει	=	ξεσφηνώνω
ξεσφηνώσου	=	ξεσφηνώνομαι
ξεσφηνώστε	=	ξεσφηνώνω
ξεσφιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσφιγμένο
ξεσφιγμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσφιγμένος
ξεσφιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσφιγμένη
ξεσφιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσφιγμένος
ξεσφιγμένης	verb	γενική ενικού του ξεσφιγμένη
ξεσφιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσφιγμένος
ξεσφιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσφιγμένος
ξεσφιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσφιγμένος
ξεσφιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσφιγμένος
ξεσφιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσφιγμένος
ξεσφράγιζα	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγιζαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγιζε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγιζες	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγισα	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγισαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγισε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγισες	=	ξεσφραγίζω
ξεσφράγιση	noun	άλλη μορφή του αποσφράγιση
ξεσφράγισης	noun	γενική ενικού του ξεσφράγιση
ξεσφράγισμα	noun	άλλη μορφή του αποσφράγιση
ξεσφραγίζαμε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζανε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζατε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζει	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζεις	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζεσαι	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζεστε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζεται	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζετε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζονται	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζονταν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζοντας	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζου	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζουμε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζουν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζουνε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίζω	verb	άλλη μορφή του αποσφραγίζω
ξεσφραγίσαμε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίσαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίσανε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίσατε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίσει	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσφράγιση
ξεσφραγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσφράγιση
ξεσφραγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσφράγισμα
ξεσφραγίσματος	noun	γενική ενικού του ξεσφράγισμα
ξεσφραγίσου	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίστε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίστηκα	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίστηκαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίστηκε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγίστηκες	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόμασταν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόμαστε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόμενος	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόμουν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόμουνα	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόντουσαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόσασταν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόσαστε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόσουν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόσουνα	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζόταν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιζότανε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεσφράγισμα
ξεσφραγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσφραγισμένο
ξεσφραγισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσφραγισμένη
ξεσφραγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσφραγισμένη
ξεσφραγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεσφραγίζω
ξεσφραγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσφραγισμένος
ξεσφραγιστήκαμε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιστήκαν	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιστήκανε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιστήκατε	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιστεί	=	ξεσφραγίζω
ξεσφραγιστείτε	=	ξεσφραγίζω
ξεσχίζαμε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζαν	=	ξεσχίζω
ξεσχίζανε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζατε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζει	=	ξεσχίζω
ξεσχίζεις	=	ξεσχίζω
ξεσχίζεσαι	=	ξεσχίζω
ξεσχίζεστε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζεται	=	ξεσχίζω
ξεσχίζετε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζομαι	=	ξεσχίζω
ξεσχίζομε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζονται	=	ξεσχίζω
ξεσχίζονταν	=	ξεσχίζω
ξεσχίζοντας	=	ξεσχίζω
ξεσχίζου	=	ξεσχίζω
ξεσχίζουμε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζουν	=	ξεσχίζω
ξεσχίζουνε	=	ξεσχίζω
ξεσχίζω	verb	κόβω με μανία σε κομμάτια, κουρελιάζω, κομματιάζω σε λωρίδες
ξεσχίσαμε	=	ξεσχίζω
ξεσχίσαν	=	ξεσχίζω
ξεσχίσανε	=	ξεσχίζω
ξεσχίσατε	=	ξεσχίζω
ξεσχίσει	=	ξεσχίζω
ξεσχίσεις	=	ξεσχίζω
ξεσχίσετε	=	ξεσχίζω
ξεσχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέσχισμα
ξεσχίσματος	=	ξέσχισμα
ξεσχίσομε	=	ξεσχίζω
ξεσχίσου	=	ξεσχίζω
ξεσχίσουμε	=	ξεσχίζω
ξεσχίσουν	=	ξεσχίζω
ξεσχίσουνε	=	ξεσχίζω
ξεσχίστε	=	ξεσχίζω
ξεσχίστηκα	=	ξεσχίζω
ξεσχίστηκαν	=	ξεσχίζω
ξεσχίστηκε	=	ξεσχίζω
ξεσχίστηκες	=	ξεσχίζω
ξεσχίσω	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόμασταν	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόμαστε	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόμουν	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόμουνα	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόντουσαν	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόσασταν	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόσαστε	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόσουν	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόσουνα	=	ξεσχίζω
ξεσχιζόταν	=	ξεσχίζω
ξεσχιζότανε	=	ξεσχίζω
ξεσχισμάτων	=	ξέσχισμα
ξεσχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσχισμένο
ξεσχισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεσχισμένος
ξεσχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεσχισμένη
ξεσχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεσχισμένος
ξεσχισμένης	verb	γενική ενικού του ξεσχισμένη
ξεσχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεσχισμένος
ξεσχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεσχισμένος
ξεσχισμένος	verb	που έχει ξεσχιστεί
ξεσχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεσχισμένος
ξεσχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεσχισμένος
ξεσχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεσχισμένος
ξεσχιστήκαμε	=	ξεσχίζω
ξεσχιστήκαν	=	ξεσχίζω
ξεσχιστήκανε	=	ξεσχίζω
ξεσχιστήκατε	=	ξεσχίζω
ξεσχιστεί	=	ξεσχίζω
ξεσχιστείς	=	ξεσχίζω
ξεσχιστείτε	=	ξεσχίζω
ξεσχιστούμε	=	ξεσχίζω
ξεσχιστούν	=	ξεσχίζω
ξεσχιστούνε	=	ξεσχίζω
ξεσχιστώ	=	ξεσχίζω
ξεσύρω	verb	αʹ ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεσέρνω
ξετάπωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεταπώνω
ξετέντωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξετεντώνω
ξετίναγμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξετινάζω
ξετίναζα	=	ξετινάζω
ξετίναζαν	=	ξετινάζω
ξετίναζε	=	ξετινάζω
ξετίναζες	=	ξετινάζω
ξετίναξα	=	ξετινάζω
ξετίναξαν	=	ξετινάζω
ξετίναξε	=	ξετινάζω
ξετίναξες	=	ξετινάζω
ξεταπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξετάπωμα
ξεταπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεταπωμένο
ξεταπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεταπωμένος
ξεταπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεταπωμένη
ξεταπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεταπωμένος
ξεταπωμένης	verb	γενική ενικού του ξεταπωμένη
ξεταπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεταπωμένος
ξεταπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεταπωμένος
ξεταπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεταπώνω
ξεταπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεταπωμένος
ξεταπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεταπωμένος
ξεταπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεταπωμένος
ξεταπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετάπωμα
ξεταπώματος	noun	γενική ενικού του ξετάπωμα
ξεταπώνω	verb	αφαιρώ την τάπα
ξετελεύω	verb	τελειώνω την εργασία μου
ξετεντωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξετέντωμα
ξετεντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετεντωμένο
ξετεντωμένε	verb	κλητική ενικού του ξετεντωμένος
ξετεντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετεντωμένη
ξετεντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετεντωμένος
ξετεντωμένης	verb	γενική ενικού του ξετεντωμένη
ξετεντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξετεντωμένος
ξετεντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετεντωμένος
ξετεντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετεντωμένος
ξετεντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξετεντωμένος
ξετεντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετεντωμένος
ξετεντώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετέντωμα
ξετεντώματος	noun	γενική ενικού του ξετέντωμα
ξετεντώνω	verb	σταματώ το τέντωμα
ξετιμητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετιμητής
ξετιμητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξετιμητής
ξετιμητών	noun	γενική πληθυντικού του ξετιμητής
ξετιμώ	verb	εκτιμώ
ξετιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξετιμάω / ξετιμώ
ξετινάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετίναγμα
ξετινάγματος	noun	γενική ενικού του ξετίναγμα
ξετινάζαμε	=	ξετινάζω
ξετινάζαν	=	ξετινάζω
ξετινάζανε	=	ξετινάζω
ξετινάζατε	=	ξετινάζω
ξετινάζει	=	ξετινάζω
ξετινάζεις	=	ξετινάζω
ξετινάζετε	=	ξετινάζω
ξετινάζομαι	=	ξετινάζω
ξετινάζοντας	=	ξετινάζω
ξετινάζουμε	=	ξετινάζω
ξετινάζουν	=	ξετινάζω
ξετινάζουνε	=	ξετινάζω
ξετινάζω	verb	τινάζω έντονα με σκοπό να καθαρίσω τελείως κάτι
ξετινάξαμε	=	ξετινάζω
ξετινάξαν	=	ξετινάζω
ξετινάξανε	=	ξετινάζω
ξετινάξατε	=	ξετινάζω
ξετινάξει	=	ξετινάζω
ξετινάξτε	=	ξετινάζω
ξετιναγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξετίναγμα
ξετιναγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετιναγμένο
ξετιναγμένε	verb	κλητική ενικού του ξετιναγμένος
ξετιναγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετιναγμένη
ξετιναγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετιναγμένος
ξετιναγμένης	verb	γενική ενικού του ξετιναγμένη
ξετιναγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξετιναγμένος
ξετιναγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετιναγμένος
ξετιναγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετιναγμένος
ξετιναγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξετιναγμένος
ξετιναγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετιναγμένος
ξετρέλαινα	=	ξετρελαίνω
ξετρέλαιναν	=	ξετρελαίνω
ξετρέλαινε	=	ξετρελαίνω
ξετρέλαινες	=	ξετρελαίνω
ξετρέλανα	=	ξετρελαίνω
ξετρέλαναν	=	ξετρελαίνω
ξετρέλανε	=	ξετρελαίνω
ξετρέλανες	=	ξετρελαίνω
ξετρελάθηκα	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελάθηκαν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελάθηκε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελάθηκες	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελάναμε	=	ξετρελαίνω
ξετρελάναν	=	ξετρελαίνω
ξετρελάνανε	=	ξετρελαίνω
ξετρελάνατε	=	ξετρελαίνω
ξετρελάνει	=	ξετρελαίνω
ξετρελάνετε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίναμε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίναν	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνανε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνατε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνει	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνεις	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνεσαι	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνεστε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνεται	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνετε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνομαι	verb	μου αρέσει κάτι πάρα πολύ
ξετρελαίνονται	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνονταν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνοντας	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνου	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνουμε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνουν	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνουνε	=	ξετρελαίνω
ξετρελαίνω	verb|figurative	ενθουσιάζω κάποιον, ασκώ γοητεία σε κάποιον
ξετρελαθήκαμε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαθήκαν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαθήκανε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαθήκατε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαθεί	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαθείτε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόμασταν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόμαστε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόμουν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόμουνα	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόντουσαν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόσασταν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόσαστε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόσουν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόσουνα	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινόταν	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαινότανε	=	ξετρελαίνομαι
ξετρελαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετρελαμένο
ξετρελαμένε	verb	κλητική ενικού του ξετρελαμένος
ξετρελαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετρελαμένη
ξετρελαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετρελαμένος
ξετρελαμένης	verb	γενική ενικού του ξετρελαμένη
ξετρελαμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξετρελαμένος
ξετρελαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετρελαμένος
ξετρελαμένος	verb	που φέρεται σαν τρελός
ξετρελαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετρελαμένος
ξετρελαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξετρελαμένος
ξετρελαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετρελαμένος
ξετρυπάω	verb	τρυπάω μέχρι το πίσω μέρος της επιφάνειας, τρυπάω πέρα για πέρα
ξετρυπήσω	=	ξετρυπάω
ξετρυπημένος	=	ξετρυπάω
ξετρυπωμάτων	=	ξετρύπωμα
ξετρυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετρυπωμένο
ξετρυπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξετρυπωμένος
ξετρυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετρυπωμένη
ξετρυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετρυπωμένος
ξετρυπωμένης	verb	γενική ενικού του ξετρυπωμένη
ξετρυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξετρυπωμένος
ξετρυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετρυπωμένος
ξετρυπωμένος	verb	που τον έχουν ξετρυπώσει
ξετρυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετρυπωμένος
ξετρυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξετρυπωμένος
ξετρυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετρυπωμένος
ξετρυπώματα	=	ξετρύπωμα
ξετρυπώματος	=	ξετρύπωμα
ξετρύπησα	=	ξετρυπάω
ξετρύπωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξετρυπώνω
ξετσίπωμα	noun	η ξετσιπωσιά, η ξεδιαντροπιά, αυτο που δείχνει ότι δεν υπάρχει τσίπα, αξιοπρέπεια, ίχνος φιλότιμου
ξετσίπωτή	=	ξετσίπωτος
ξετσίπωτα	adv	με ξετσίπωτο τρόπο
ξετσίπωτε	adj	κλητική ενικού του ξετσίπωτος
ξετσίπωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετσίπωτη
ξετσίπωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετσίπωτος
ξετσίπωτης	adj	γενική ενικού του ξετσίπωτη
ξετσίπωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξετσίπωτος
ξετσίπωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετσίπωτος
ξετσίπωτος	adj	που δεν ντρέπεται καθόλου, που «δεν έχει καθόλου τσίπα»
ξετσίπωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετσίπωτος
ξετσίπωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξετσίπωτος
ξετσίπωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετσίπωτος
ξετσιπωμάτων	=	ξετσίπωμα
ξετσιπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετσιπωμένο
ξετσιπωμένε	verb	κλητική ενικού του ξετσιπωμένος
ξετσιπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετσιπωμένη
ξετσιπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετσιπωμένος
ξετσιπωμένης	verb	γενική ενικού του ξετσιπωμένη
ξετσιπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξετσιπωμένος
ξετσιπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετσιπωμένος
ξετσιπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετσιπωμένος
ξετσιπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξετσιπωμένος
ξετσιπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετσιπωμένος
ξετσιπωσιά	noun	ο ευτελισμός, το ξετσίπωμα, η φτηνή προσέγγιση της ζωής, η έλλειψη αρχών, αξιοπρέπειας, τσίπας
ξετσιπωσιάς	noun	γενική ενικού του ξετσιπωσιά
ξετσιπωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετσιπωσιά
ξετσιπωσιών	=	ξετσιπωσιά
ξετσιπώματα	=	ξετσίπωμα
ξετσιπώματος	=	ξετσίπωμα
ξετσιπώνομαι	verb	γίνομαι ξετσίπωτος
ξετυλίγαμε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγαν	=	ξετυλίγω
ξετυλίγανε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγατε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγει	=	ξετυλίγω
ξετυλίγεις	=	ξετυλίγω
ξετυλίγεσαι	=	ξετυλίγω
ξετυλίγεστε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγεται	=	ξετυλίγω
ξετυλίγετε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετύλιγμα
ξετυλίγματος	noun	γενική ενικού του ξετύλιγμα
ξετυλίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξετυλίγω, με ξετυλίγουν, ξετυλίγομαι μόνος μου, (λαϊκότροπο) το εκτυλίσσομαι
ξετυλίγονται	=	ξετυλίγω
ξετυλίγονταν	=	ξετυλίγω
ξετυλίγοντας	=	ξετυλίγω
ξετυλίγου	=	ξετυλίγω
ξετυλίγουμε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγουν	=	ξετυλίγω
ξετυλίγουνε	=	ξετυλίγω
ξετυλίγω	verb	εκτυλίσσω, ένα καρούλι, ένα μασούρι, μία κλωστή, ένα νήμα
ξετυλίξαμε	=	ξετυλίγω
ξετυλίξαν	=	ξετυλίγω
ξετυλίξανε	=	ξετυλίγω
ξετυλίξατε	=	ξετυλίγω
ξετυλίξει	=	ξετυλίγω
ξετυλίξου	=	ξετυλίγω
ξετυλίξτε	=	ξετυλίγω
ξετυλίχτηκα	=	ξετυλίγω
ξετυλίχτηκαν	=	ξετυλίγω
ξετυλίχτηκε	=	ξετυλίγω
ξετυλίχτηκες	=	ξετυλίγω
ξετυλιγάδι	noun	το μαλλί ή το βαμβάκι που μένει όταν ξηλώνουμε ένα πλεκτό
ξετυλιγάδια	=	ξετυλιγάδι
ξετυλιγαδιού	=	ξετυλιγάδι
ξετυλιγαδιών	=	ξετυλιγάδι
ξετυλιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξετύλιγμα
ξετυλιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετυλιγμένο
ξετυλιγμένε	verb	κλητική ενικού του ξετυλιγμένος
ξετυλιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξετυλιγμένη
ξετυλιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξετυλιγμένος
ξετυλιγμένης	verb	γενική ενικού του ξετυλιγμένη
ξετυλιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξετυλιγμένος
ξετυλιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξετυλιγμένος
ξετυλιγμένος	=	ξετυλίγω
ξετυλιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξετυλιγμένος
ξετυλιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξετυλιγμένος
ξετυλιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξετυλιγμένος
ξετυλιγόμασταν	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόμαστε	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόμουν	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόμουνα	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόντουσαν	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόσασταν	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόσαστε	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόσουν	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόσουνα	=	ξετυλίγω
ξετυλιγόταν	=	ξετυλίγω
ξετυλιγότανε	=	ξετυλίγω
ξετυλιχτήκαμε	=	ξετυλίγω
ξετυλιχτήκαν	=	ξετυλίγω
ξετυλιχτήκανε	=	ξετυλίγω
ξετυλιχτήκατε	=	ξετυλίγω
ξετυλιχτεί	=	ξετυλίγω
ξετυλιχτείτε	=	ξετυλίγω
ξετύλιγα	=	ξετυλίγω
ξετύλιγαν	=	ξετυλίγω
ξετύλιγε	=	ξετυλίγω
ξετύλιγες	=	ξετυλίγω
ξετύλιγμα	noun	η ενέργεια του ξετυλίγω
ξετύλιξα	=	ξετυλίγω
ξετύλιξαν	=	ξετυλίγω
ξετύλιξε	=	ξετυλίγω
ξετύλιξες	=	ξετυλίγω
ξευτίλα	=	ξεφτίλα
ξευτίλας	noun	άλλη γραφή του ξεφτίλας (για το ύψιλον, δείτε ξεφτιλίζω)
ξευτίλες	=	ξευτίλας
ξευτελίζω	verb	ετυμολογική γραφή του ξεφτελίζω
ξευτελισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξευτελισμένο
ξευτελισμένε	verb	κλητική ενικού του ξευτελισμένος
ξευτελισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξευτελισμένη
ξευτελισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξευτελισμένος
ξευτελισμένης	verb	γενική ενικού του ξευτελισμένη
ξευτελισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξευτελισμένος
ξευτελισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξευτελισμένος
ξευτελισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξευτελισμένος
ξευτελισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξευτελισμένος
ξευτελισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξευτελισμένος
ξευτιλίζω	verb	ετυμολογική γραφή του ξεφτιλίζω
ξεφάντωμα	noun	η διασκέδαση, το αποτέλεσμα του ξεφαντώνω
ξεφάντωνα	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωναν	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωνε	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωνες	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωσα	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωσαν	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωσε	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωσες	=	ξεφαντώνω
ξεφάντωση	noun	το ξεφάντωμα
ξεφάντωσης	noun	γενική ενικού του ξεφάντωση
ξεφανερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφανερωμένο
ξεφανερωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφανερωμένος
ξεφανερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφανερωμένη
ξεφανερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφανερωμένος
ξεφανερωμένης	verb	γενική ενικού του ξεφανερωμένη
ξεφανερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφανερωμένος
ξεφανερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφανερωμένος
ξεφανερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφανερωμένος
ξεφανερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφανερωμένος
ξεφανερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφανερωμένος
ξεφανερώνω	verb	κάνω κάτι φανερό, το εμφανίζω
ξεφαντωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφάντωμα
ξεφαντωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφαντωτής
ξεφαντωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεφαντωτής
ξεφαντωτής	noun|vulgar	αυτός που ξεφαντώνει
ξεφαντωτών	noun	γενική πληθυντικού του ξεφαντωτής
ξεφαντώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφάντωμα
ξεφαντώματος	noun	γενική ενικού του ξεφάντωμα
ξεφαντώναμε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώναν	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνανε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνατε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνει	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνεις	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνετε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνομε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνοντας	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνουμε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνουν	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνουνε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώνω	verb	διασκεδάζω, γλεντώ, εκφράζομαι ελεύθερα χωρίς πολλές αναστολές
ξεφαντώσαμε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσαν	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσανε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσατε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσει	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσεις	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσετε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσομε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσουμε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσουν	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσουνε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώστε	=	ξεφαντώνω
ξεφαντώσω	=	ξεφαντώνω
ξεφεύγαμε	=	ξεφεύγω
ξεφεύγαν	=	ξεφεύγω
ξεφεύγανε	=	ξεφεύγω
ξεφεύγατε	=	ξεφεύγω
ξεφεύγει	=	ξεφεύγω
ξεφεύγεις	=	ξεφεύγω
ξεφεύγετε	=	ξεφεύγω
ξεφεύγοντας	=	ξεφεύγω
ξεφεύγουμε	=	ξεφεύγω
ξεφεύγουν	=	ξεφεύγω
ξεφεύγουνε	=	ξεφεύγω
ξεφεύγω	verb	γλιτώνω από κάτι που μου είναι δυσάρεστο
ξεφιτίλιζα	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλιζαν	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλιζε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλιζες	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλισα	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλισαν	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλισε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλισες	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτίλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζαμε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζαν	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζανε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζατε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζει	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζεις	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζεσαι	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίζεστε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίζεται	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίζετε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζονται	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίζονταν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίζοντας	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζου	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίζουμε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζουν	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζουνε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίζω	verb	βγάζω το φιτίλι, το αφαιρώ
ξεφιτιλίσαμε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίσαν	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίσανε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίσατε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίσει	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφιτίλισμα
ξεφιτιλίσματος	noun	γενική ενικού του ξεφιτίλισμα
ξεφιτιλίσου	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίστε	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλίστηκα	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίστηκαν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίστηκε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλίστηκες	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόμασταν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόμαστε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόμουν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόμουνα	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόντουσαν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόσασταν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόσαστε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόσουν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόσουνα	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζόταν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιζότανε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφιτίλισμα
ξεφιτιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφιτιλισμένο
ξεφιτιλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφιτιλισμένη
ξεφιτιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφιτιλισμένη
ξεφιτιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλισμένος	=	ξεφιτιλίζω
ξεφιτιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφιτιλισμένος
ξεφιτιλιστήκαμε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιστήκαν	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιστήκανε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιστήκατε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιστεί	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλιστείτε	=	ξεφιτιλίζομαι
ξεφιτιλώ	verb|rare	άλλη μορφή του ξεφιτιλίζω
ξεφλουδίζαμε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζανε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζατε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζει	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζεις	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζεσαι	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζεστε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζεται	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζετε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζομαι	verb	χάνω την ανώτερη στοιβάδα του δέρματος σε ορισμένες περιοχές λόγω εγκαύματος από τον ήλιο ή εξαιτίας δερματολογικής πάθησης (όμως εκφέρεται και με το ξεφλουδίζω)
ξεφλουδίζομε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζονται	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζονταν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζοντας	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζουμε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζουν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζουνε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίζω	verb	αφαιρώ τη φλούδα από έναν καρπό, συνήθως με το χέρι ή και με τη βοήθεια μαχαιριού
ξεφλουδίσαμε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσανε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσατε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσει	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσεις	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσετε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφλούδισμα
ξεφλουδίσματος	noun	γενική ενικού του ξεφλούδισμα
ξεφλουδίσομε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσου	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσουμε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσουν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσουνε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίστε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίστηκα	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίστηκαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίστηκε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίστηκες	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδίσω	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόμασταν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόμαστε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόμουν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόμουνα	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόντουσαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόσασταν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόσαστε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόσουν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόσουνα	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζόταν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιζότανε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφλούδισμα
ξεφλουδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφλουδισμένο
ξεφλουδισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφλουδισμένη
ξεφλουδισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφλουδισμένη
ξεφλουδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδισμένος	verb	που έχει καθαριστεί η φλούδα του (συνήθως για φρούτα)
ξεφλουδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφλουδισμένος
ξεφλουδιστήκαμε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστήκαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστήκανε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστήκατε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστήρι	noun	εργαλείο μικρού μεγέθους για το ξεφλούδισμα οπωρών και λαχανικών
ξεφλουδιστήρια	=	ξεφλουδιστήρι
ξεφλουδιστεί	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστείς	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστείτε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστηριού	=	ξεφλουδιστήρι
ξεφλουδιστηριών	=	ξεφλουδιστήρι
ξεφλουδιστούμε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστούν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστούνε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλουδιστώ	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδιζα	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδιζαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδιζε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδιζες	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφλουδίζω
ξεφλούδισαν	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδισε	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδισες	=	ξεφλουδίζω
ξεφλούδισμα	noun	η αποφλοίωση ενός φρούτου ή η φθορά ενός τοίχου
ξεφορμάραμε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάραν	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρανε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρατε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρει	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρεις	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρετε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρισα	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρισαν	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρισε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρισες	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρισμα	noun	η απώλεια του αρχικού σχήματος ή φόρμας
ξεφορμάροντας	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρουμε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρουν	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρουνε	=	ξεφορμάρω
ξεφορμάρω	verb	βγάζω κάτι από τη φόρμα, π.χ. γλυκό
ξεφορμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφορμάρισμα
ξεφορμαρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεφορμάρισμα
ξεφορμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφορμάρισμα
ξεφορμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφορμαρισμένο
ξεφορμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφορμαρισμένος
ξεφορμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφορμαρισμένη
ξεφορμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφορμαρισμένος
ξεφορμαρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφορμαρισμένη
ξεφορμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφορμαρισμένος
ξεφορμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφορμαρισμένος
ξεφορμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφορμαρισμένος
ξεφορμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφορμαρισμένος
ξεφορμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφορμαρισμένος
ξεφορτωθήκαμε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθήκαν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθήκανε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθήκατε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθεί	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθείς	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθείτε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθούμε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθούν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθούνε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωθώ	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφόρτωμα
ξεφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφορτωμένο
ξεφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφορτωμένος
ξεφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφορτωμένη
ξεφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφορτωμένος
ξεφορτωμένης	verb	γενική ενικού του ξεφορτωμένη
ξεφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφορτωμένος
ξεφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφορτωμένος
ξεφορτωμένος	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφορτωμένος
ξεφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφορτωμένος
ξεφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφορτωμένος
ξεφορτωνόμασταν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόμαστε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόμουν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόμουνα	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόντουσαν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόσασταν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόσαστε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόσουν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόσουνα	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνόταν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτωνότανε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώθηκα	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώθηκαν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώθηκε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώθηκες	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφόρτωμα
ξεφορτώματος	noun	γενική ενικού του ξεφόρτωμα
ξεφορτώναμε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώναν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνανε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνατε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνει	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνεις	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνεσαι	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνεστε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνεται	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνετε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνομαι	verb	αφαιρώ ένα φορτίο από πάνω μου
ξεφορτώνομε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνονται	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνονταν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνοντας	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνουμε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνουν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνουνε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώνω	verb	βγάζω από κάποιο μεταφορικό μέσο το φορτίο του
ξεφορτώσαμε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσαν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσανε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσατε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσει	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσεις	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσετε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσομε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσου	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσουμε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσουν	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσουνε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώστε	=	ξεφορτώνω
ξεφορτώσω	=	ξεφορτώνω
ξεφουρνίζαμε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζαν	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζανε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζατε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζει	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζεις	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζετε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζοντας	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζουμε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζουν	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζουνε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίζω	verb	βγάζω ένα ψητό από το φούρνο
ξεφουρνίσαμε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίσαν	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίσανε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίσατε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίσει	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφούρνισμα
ξεφουρνίσματος	noun	γενική ενικού του ξεφούρνισμα
ξεφουρνίστε	=	ξεφουρνίζω
ξεφουρνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφούρνισμα
ξεφουρνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφουρνισμένο
ξεφουρνισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφουρνισμένος
ξεφουρνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφουρνισμένη
ξεφουρνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφουρνισμένος
ξεφουρνισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφουρνισμένη
ξεφουρνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφουρνισμένος
ξεφουρνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφουρνισμένος
ξεφουρνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφουρνισμένος
ξεφουρνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφουρνισμένος
ξεφουρνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφουρνισμένος
ξεφουσκωθήκαμε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωθήκαν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωθήκανε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωθήκατε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωθεί	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωθείτε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφούσκωμα
ξεφουσκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφουσκωμένο
ξεφουσκωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφουσκωμένη
ξεφουσκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωμένης	verb	γενική ενικού του ξεφουσκωμένη
ξεφουσκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωμένος	verb	ο ξεφούσκωτος
ξεφουσκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφουσκωμένος
ξεφουσκωνόμασταν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόμαστε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόμουν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόμουνα	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόντουσαν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόσασταν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόσαστε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόσουν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόσουνα	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνόταν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκωνότανε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώθηκα	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώθηκαν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώθηκε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώθηκες	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφούσκωμα
ξεφουσκώματος	noun	γενική ενικού του ξεφούσκωμα
ξεφουσκώναμε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώναν	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνανε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνατε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνει	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνεις	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνεσαι	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώνεστε	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώνεται	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώνετε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνομαι	verb	χάνω τον αέρα που έχω στο εσωτερικό μου
ξεφουσκώνονται	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώνονταν	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώνοντας	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνου	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώνουμε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνουν	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνουνε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώνω	verb	χάνω τα αέρια που μου φούσκωναν το γαστρεντερικό μου σύστημα ή ξαλαφρώνω γιατί είχα φουσκώσει τρέχοντας, ανεβαίνοντας σκάλες κ.λπ.
ξεφουσκώσαμε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώσαν	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώσανε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώσατε	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώσει	=	ξεφουσκώνω
ξεφουσκώσου	=	ξεφουσκώνομαι
ξεφουσκώστε	=	ξεφουσκώνω
ξεφούρνιζα	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνιζαν	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνιζε	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνιζες	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνισα	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνισαν	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνισε	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνισες	=	ξεφουρνίζω
ξεφούρνισμα	noun	το βγάλσιμο από τον φούρνο
ξεφούσκωμα	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του ρήματος ξεφουσκώνω, η αφαίρεση του αέρα από ένα φουσκωτό, φουσκωμένο αντικέιμενο ή η απώλεια του αέρα που περιέχει λόγω βλάβης
ξεφούσκωνα	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωναν	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωνε	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωνες	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωσα	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωσαν	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωσε	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωσες	=	ξεφουσκώνω
ξεφούσκωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφούσκωτο
ξεφούσκωτε	adj	κλητική ενικού του ξεφούσκωτος
ξεφούσκωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφούσκωτη
ξεφούσκωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφούσκωτος
ξεφούσκωτης	adj	γενική ενικού του ξεφούσκωτη
ξεφούσκωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεφούσκωτος
ξεφούσκωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφούσκωτος
ξεφούσκωτος	adj	ο ξεφουσκωμένος, που έχει χάσει τον αέρα που περιείχε (για αντικείμενα που φουσκώνουν)
ξεφούσκωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφούσκωτος
ξεφούσκωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεφούσκωτος
ξεφούσκωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφούσκωτος
ξεφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφραγμα
ξεφράγματος	noun	γενική ενικού του ξέφραγμα
ξεφράζαμε	=	ξεφράζω
ξεφράζαν	=	ξεφράζω
ξεφράζανε	=	ξεφράζω
ξεφράζατε	=	ξεφράζω
ξεφράζει	=	ξεφράζω
ξεφράζεις	=	ξεφράζω
ξεφράζετε	=	ξεφράζω
ξεφράζοντας	=	ξεφράζω
ξεφράζουμε	=	ξεφράζω
ξεφράζουν	=	ξεφράζω
ξεφράζουνε	=	ξεφράζω
ξεφράζω	verb	ξεβουλώνω νεροχύτη ή άλλες υδραυλικές εγκαταστάσεις που έχουν φραγεί
ξεφράξαμε	=	ξεφράζω
ξεφράξαν	=	ξεφράζω
ξεφράξανε	=	ξεφράζω
ξεφράξατε	=	ξεφράζω
ξεφράξει	=	ξεφράζω
ξεφράξτε	=	ξεφράζω
ξεφραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέφραγμα
ξεφραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφραγμένο
ξεφραγμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφραγμένος
ξεφραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφραγμένη
ξεφραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφραγμένος
ξεφραγμένης	verb	γενική ενικού του ξεφραγμένη
ξεφραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφραγμένος
ξεφραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφραγμένος
ξεφραγμένος	verb	που τον έχουν ξεφράξει, έχουν βγάλει το φράγμα (π.χ. σε οικόπεδο) ή το εμπόδιο (π.χ. σε αγωγό)
ξεφραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφραγμένος
ξεφραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφραγμένος
ξεφραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφραγμένος
ξεφτέλιζα	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέλιζαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέλιζε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέλιζες	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφτελίζω
ξεφτέλισαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέλισε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέλισες	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτέρι	noun	λαϊκή ονομασία αρπαχτικού πουλιού (Accipiter nisus) που μοιάζει με γεράκι με χαρακτηριστικό ξανθό χρώμα στα φτερά των ποδιών, πάρα πολύ γρήγορο σε σημείο να μπορεί να συλλαμβάνει μικρά πουλιά στον αέρα
ξεφτέρια	noun	τα εξαπτέρυγα, τα λάβαρα με τα Σεραφείμ
ξεφτίδι	noun	άλλη μορφή του ξέφτι
ξεφτίδια	=	ξεφτίδι
ξεφτίζαμε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζαν	=	ξεφτίζω
ξεφτίζανε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζατε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζει	=	ξεφτίζω
ξεφτίζεις	=	ξεφτίζω
ξεφτίζετε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζομε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζοντας	=	ξεφτίζω
ξεφτίζουμε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζουν	=	ξεφτίζω
ξεφτίζουνε	=	ξεφτίζω
ξεφτίζω	verb	διαλύω κάτι σε ξέφτια, ξηλώνω
ξεφτίλα	noun	αυτό που παθαίνει κανείς όταν ξεφτιλίζεται, εξευτελίζεται· η ολοκληρωτική απώλεια του κύρους, της αξιοπρέπειας, ο εξευτελισμός
ξεφτίλας	=	ξεφτίλα
ξεφτίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφτίλα
ξεφτίλιζα	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίλιζαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίλιζε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίλιζες	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφτιλίζω
ξεφτίλισαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίλισε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίλισες	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτίσαμε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσαν	=	ξεφτίζω
ξεφτίσανε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσατε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσει	=	ξεφτίζω
ξεφτίσεις	=	ξεφτίζω
ξεφτίσετε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέφτισμα
ξεφτίσματος	noun	γενική ενικού του ξέφτισμα
ξεφτίσομε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσουμε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσουν	=	ξεφτίζω
ξεφτίσουνε	=	ξεφτίζω
ξεφτίστε	=	ξεφτίζω
ξεφτίσω	=	ξεφτίζω
ξεφτελίζαμε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζανε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζατε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζει	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζεις	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζεσαι	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζεστε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζεται	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζετε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεφτελίζω
ξεφτελίζονται	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζονταν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζοντας	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζουμε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζουν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζουνε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίζω	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίσαμε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίσαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίσανε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίσατε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίσει	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίσου	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίστε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφτελίζομαι, παθητικού του ξεφτελίζω
ξεφτελίστηκαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίστηκε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελίστηκες	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόμασταν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόμαστε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόμουν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόμουνα	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόντουσαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόσασταν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόσαστε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόσουν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόσουνα	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζόταν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιζότανε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελισμένος	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιστήκαμε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιστήκαν	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιστήκανε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιστήκατε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιστεί	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτελιστείτε	=	ξεφτελίζομαι
ξεφτεριού	=	ξεφτέρι
ξεφτεριών	=	ξεφτέρι
ξεφτιδιού	=	ξεφτίδι
ξεφτιδιών	=	ξεφτίδι
ξεφτιλίζαμε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζανε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζατε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζει	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζεις	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζεσαι	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζεστε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζεται	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζετε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεφτιλίζω
ξεφτιλίζονται	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζονταν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζοντας	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζουμε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζουν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζουνε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίζω	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίσαμε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίσαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίσανε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίσατε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίσει	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφτίλισμα
ξεφτιλίσου	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίστε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφτιλίζομαι, παθητικού του ξεφτιλίζω
ξεφτιλίστηκαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίστηκε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλίστηκες	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόμασταν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόμαστε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόμουν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόμουνα	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόντουσαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόσασταν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόσαστε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόσουν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόσουνα	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζόταν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιζότανε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφτιλισμένο
ξεφτιλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφτιλισμένη
ξεφτιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφτιλισμένη
ξεφτιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλισμένος	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφτιλισμένος
ξεφτιλιστήκαμε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιστήκαν	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιστήκανε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιστήκατε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιστεί	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιλιστείτε	=	ξεφτιλίζομαι
ξεφτιού	=	ξέφτι
ξεφτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέφτισμα
ξεφτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφτισμένο
ξεφτισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφτισμένος
ξεφτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφτισμένη
ξεφτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφτισμένος
ξεφτισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφτισμένη
ξεφτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφτισμένος
ξεφτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφτισμένος
ξεφτισμένος	verb	που έχει ξεφτίσει, φθαρεί
ξεφτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφτισμένος
ξεφτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφτισμένος
ξεφτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφτισμένος
ξεφτιών	=	ξέφτι
ξεφτύζω	=	ξεφτίζω
ξεφτώ	verb	άλλη μορφή του ξεφτίζω
ξεφτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεφτάω / ξεφτώ
ξεφυλλίζαμε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζαν	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζανε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζατε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζει	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζεις	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζετε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζοντας	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζουμε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζουν	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζουνε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίζω	verb	ρίχνω μια ματιά σε βιβλίο, περιοδικό κλπ, κοιτάζοντας μερικές μόνο σελίδες στα γρήγορα
ξεφυλλίσαμε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίσαν	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίσανε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίσατε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίσει	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφύλλισμα
ξεφυλλίσματος	noun	γενική ενικού του ξεφύλλισμα
ξεφυλλίστε	=	ξεφυλλίζω
ξεφυλλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφύλλισμα
ξεφυλλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφυλλισμένο
ξεφυλλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφυλλισμένος
ξεφυλλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφυλλισμένη
ξεφυλλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφυλλισμένος
ξεφυλλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεφυλλισμένη
ξεφυλλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφυλλισμένος
ξεφυλλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφυλλισμένος
ξεφυλλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφυλλισμένος
ξεφυλλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφυλλισμένος
ξεφυλλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφυλλισμένος
ξεφυσά	=	ξεφυσάω
ξεφυσάει	=	ξεφυσάω
ξεφυσάμε	=	ξεφυσάω
ξεφυσάν	=	ξεφυσάω
ξεφυσάνε	=	ξεφυσάω
ξεφυσάς	=	ξεφυσάω
ξεφυσάτε	=	ξεφυσάω
ξεφυσάω	verb	εκπνέω με δύναμη και θόρυβο, για να δηλώσω αγανάκτηση, δυσανασχέτηση, κούραση
ξεφυσήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφύσημα
ξεφυσήματος	noun	γενική ενικού του ξεφύσημα
ξεφυσήσαμε	=	ξεφυσάω
ξεφυσήσαν	=	ξεφυσάω
ξεφυσήσανε	=	ξεφυσάω
ξεφυσήσατε	=	ξεφυσάω
ξεφυσήσει	=	ξεφυσάω
ξεφυσήστε	=	ξεφυσάω
ξεφυσημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφύσημα
ξεφυσούμε	=	ξεφυσάω
ξεφυσούν	=	ξεφυσάω
ξεφυσούνε	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσα	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσαμε	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσαν	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσανε	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσατε	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσε	=	ξεφυσάω
ξεφυσούσες	=	ξεφυσάω
ξεφυσώ	verb	άλλη μορφή του ξεφυσάω
ξεφυσώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεφυσάω / ξεφυσώ
ξεφυτρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεφύτρωμα
ξεφυτρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφυτρωμένο
ξεφυτρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφυτρωμένη
ξεφυτρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεφυτρωμένη
ξεφυτρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφυτρωμένος
ξεφυτρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφύτρωμα
ξεφυτρώματος	noun	γενική ενικού του ξεφύτρωμα
ξεφυτρώνω	verb	βλασταίνω, φυτρώνω
ξεφωνίζαμε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζαν	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζανε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζατε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζει	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζεις	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζετε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεφωνίζω
ξεφωνίζουμε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζουν	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζουνε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίζω	verb	φωνάζω δυνατά και συνήθως σε τόνους οξείς, κραυγάζω, τσιρίζω
ξεφωνίσαμε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίσαν	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίσανε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίσατε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίσει	=	ξεφωνίζω
ξεφωνίστε	=	ξεφωνίζω
ξεφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφωνημένο
ξεφωνημένε	verb	κλητική ενικού του ξεφωνημένος
ξεφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφωνημένη
ξεφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεφωνημένος
ξεφωνημένης	verb	γενική ενικού του ξεφωνημένη
ξεφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεφωνημένος
ξεφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεφωνημένος
ξεφωνημένος	verb	που τον έχουν ξεφωνήσει
ξεφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεφωνημένος
ξεφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεφωνημένος
ξεφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεφωνημένος
ξεφωνητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεφωνητό
ξεφωνητού	noun	γενική ενικού του ξεφωνητό
ξεφωνητό	noun	η κραυγή, το τσίριγμα, η δυνατή φωνή
ξεφωνητών	noun	γενική πληθυντικού του ξεφωνητό
ξεφωνώ	verb	φωνάζω δυνατά
ξεφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεφωνώ
ξεφόρμαρα	=	ξεφορμάρω
ξεφόρμαραν	=	ξεφορμάρω
ξεφόρμαρε	=	ξεφορμάρω
ξεφόρμαρες	=	ξεφορμάρω
ξεφόρτωμα	noun	η εκφόρτωση αντικειμένων, η μετακίνηση στο έδαφος ενός βάρους ή συσκευασίας ή γενικά φορτίων από το μεταφορικό μέσο στο οποίο βρίσκονται
ξεφόρτωνα	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωναν	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωνε	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωνες	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωσα	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωσαν	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωσε	=	ξεφορτώνω
ξεφόρτωσες	=	ξεφορτώνω
ξεφύγαμε	=	ξεφεύγω
ξεφύγαν	=	ξεφεύγω
ξεφύγανε	=	ξεφεύγω
ξεφύγατε	=	ξεφεύγω
ξεφύγει	=	ξεφεύγω
ξεφύγεις	=	ξεφεύγω
ξεφύγετε	=	ξεφεύγω
ξεφύλλιζα	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλιζαν	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλιζε	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλιζες	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλισα	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλισαν	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλισε	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλισες	=	ξεφυλλίζω
ξεφύλλισμα	noun	το γύρισμα των σελίδων ενός εντύπου
ξεφύσα	=	ξεφυσάω
ξεφύσαγα	=	ξεφυσάω
ξεφύσαγε	=	ξεφυσάω
ξεφύσημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεφυσάω
ξεφύσηξα	=	ξεφυσάω
ξεφύσησα	=	ξεφυσάω
ξεφύσησαν	=	ξεφυσάω
ξεφύσησε	=	ξεφυσάω
ξεφύσησες	=	ξεφυσάω
ξεφύτρωμα	noun	η ενέργεια ή του αποτέλεσμα του ξεφυτρώνω
ξεφύτρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεφυτρώνω
ξεφώνιζα	=	ξεφωνίζω
ξεφώνιζαν	=	ξεφωνίζω
ξεφώνιζε	=	ξεφωνίζω
ξεφώνιζες	=	ξεφωνίζω
ξεφώνισα	=	ξεφωνίζω
ξεφώνισαν	=	ξεφωνίζω
ξεφώνισε	=	ξεφωνίζω
ξεφώνισες	=	ξεφωνίζω
ξεχάνω	verb	ξεχνιέμαι, αφαιρούμαι, χάνομαι
ξεχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάσαν	=	ξεχνάω
ξεχάσανε	=	ξεχνάω
ξεχάσατε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ξεχνάω
ξεχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάσομε	=	ξεχνάω
ξεχάσου	=	ξεχνάω
ξεχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάσουνε	=	ξεχνάω
ξεχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχάστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ξεχνάω
ξεχάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνώ
ξεχέζαμε	=	ξεχέζω
ξεχέζαν	=	ξεχέζω
ξεχέζανε	=	ξεχέζω
ξεχέζατε	=	ξεχέζω
ξεχέζει	=	ξεχέζω
ξεχέζεις	=	ξεχέζω
ξεχέζεσαι	=	ξεχέζω
ξεχέζεστε	=	ξεχέζω
ξεχέζεται	=	ξεχέζω
ξεχέζετε	=	ξεχέζω
ξεχέζομαι	=	ξεχέζω
ξεχέζομε	=	ξεχέζω
ξεχέζονται	=	ξεχέζω
ξεχέζονταν	=	ξεχέζω
ξεχέζοντας	=	ξεχέζω
ξεχέζουμε	=	ξεχέζω
ξεχέζουν	=	ξεχέζω
ξεχέζουνε	=	ξεχέζω
ξεχέζω	verb	βρίζω με βαρείς χαρακτηρισμούς και πολλές φορές χυδαία
ξεχέριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεχεριάζω
ξεχέρσωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεχερσώνω
ξεχέσαμε	=	ξεχέζω
ξεχέσαν	=	ξεχέζω
ξεχέσανε	=	ξεχέζω
ξεχέσατε	=	ξεχέζω
ξεχέσει	=	ξεχέζω
ξεχέσεις	=	ξεχέζω
ξεχέσετε	=	ξεχέζω
ξεχέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέχεσμα
ξεχέσματος	noun	γενική ενικού του ξέχεσμα
ξεχέσομε	=	ξεχέζω
ξεχέσου	=	ξεχέζω
ξεχέσουμε	=	ξεχέζω
ξεχέσουν	=	ξεχέζω
ξεχέσουνε	=	ξεχέζω
ξεχέστε	=	ξεχέζω
ξεχέστηκα	=	ξεχέζω
ξεχέστηκαν	=	ξεχέζω
ξεχέστηκε	=	ξεχέζω
ξεχέστηκες	=	ξεχέζω
ξεχέσω	=	ξεχέζω
ξεχαρβάλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωνα	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωναν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωνε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωνες	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωσα	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωσαν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωσε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωσες	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβάλωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβάλωτο
ξεχαρβάλωτε	adj	κλητική ενικού του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβάλωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβάλωτη
ξεχαρβάλωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβάλωτης	adj	γενική ενικού του ξεχαρβάλωτη
ξεχαρβάλωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβάλωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβάλωτος	adj|vulgar	άλλη μορφή του ξεχαρβαλωμένος, που έχει ξεχαρβαλωθεί
ξεχαρβάλωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβάλωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβάλωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχαρβάλωτος
ξεχαρβαλωθήκαμε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωθήκαν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωθήκανε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωθήκατε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωθεί	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωθείτε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχαρβάλωμα
ξεχαρβαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβαλωμένο
ξεχαρβαλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβαλωμένη
ξεχαρβαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεχαρβαλωμένη
ξεχαρβαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωμένος	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχαρβαλωμένος
ξεχαρβαλωνόμασταν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόμαστε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόμουν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόμουνα	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόντουσαν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόσασταν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόσαστε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόσουν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόσουνα	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνόταν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλωνότανε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώθηκα	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώθηκαν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώθηκε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώθηκες	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχαρβάλωμα
ξεχαρβαλώματος	noun	γενική ενικού του ξεχαρβάλωμα
ξεχαρβαλώναμε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώναν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνανε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνατε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνει	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνεις	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνεσαι	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνεστε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνεται	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνετε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνομαι	verb	διαλύομαι.
ξεχαρβαλώνονται	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνονταν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνοντας	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνου	=	ξεχαρβαλώνομαι
ξεχαρβαλώνουμε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνουν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνουνε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώνω	verb	χαλάω ή εξαρθρώνω το μηχανισμό κάποιου εξαρτήματος και κατ' επέκταση του μηχανήματος ή του αντικειμένου στο οποίο χρησιμοποιείται
ξεχαρβαλώσαμε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώσαν	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώσανε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώσατε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώσει	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώσου	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχαρβαλώστε	=	ξεχαρβαλώνω
ξεχασιά	noun	η ηθελημένη λησμονιά
ξεχασιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχασιάρης
ξεχασιάρας	adj	γενική ενικού του ξεχασιάρα
ξεχασιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχασιάρα
ξεχασιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεχασιάρης
ξεχασιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχασιάρης
ξεχασιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ξεχασιάρης
ξεχασιάρης	adj	αυτός που ξεχνάει εύκολα λόγω ηλικίας ή αφηρημάδας ή και από άλλα αίτια
ξεχασιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχασιάρικο
ξεχασιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξεχασιάρης
ξεχασιάρικου	adj	γενική ενικού του ξεχασιάρικο
ξεχασιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ξεχασιάρικο
ξεχασιάς	=	ξεχασιά
ξεχασιές	=	ξεχασιά
ξεχασιών	=	ξεχασιά
ξεχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχασμένο
ξεχασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχασμένος
ξεχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχασμένη
ξεχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχασμένος
ξεχασμένης	verb	γενική ενικού του ξεχασμένη
ξεχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχασμένος
ξεχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχασμένος
ξεχασμένος	verb	που τον έχουν ξεχάσει
ξεχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχασμένος
ξεχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχασμένος
ξεχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχασμένος
ξεχαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστήκαν	=	ξεχνάω
ξεχαστήκανε	=	ξεχνάω
ξεχαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχαστούνε	=	ξεχνάω
ξεχαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξεχνιέμαι
ξεχείλιζα	=	ξεχειλίζω
ξεχείλιζαν	=	ξεχειλίζω
ξεχείλιζε	=	ξεχειλίζω
ξεχείλιζες	=	ξεχειλίζω
ξεχείλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξεχειλίζω
ξεχείλισαν	=	ξεχειλίζω
ξεχείλισε	=	ξεχειλίζω
ξεχείλισες	=	ξεχειλίζω
ξεχείλισμα	noun	η υπερχείλιση υγρών από το χείλος ενός σκεύους ή από τις κοίτες ποταμών, λιμνών
ξεχείλωμα	noun	το να χάνει ένα ύφασμα ή ιστός την ελαστικότητά του εξαιτίας έντονου τεντώματος και μετά να μην επανέρχεται στις αρχικές του διαστάσεις ή στο αρχικό του σχήμα
ξεχείλωνα	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωναν	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωνε	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωνες	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωσα	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωσαν	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωσε	=	ξεχειλώνω
ξεχείλωσες	=	ξεχειλώνω
ξεχείμαζα	=	ξεχειμάζω
ξεχείμαζαν	=	ξεχειμάζω
ξεχείμαζε	=	ξεχειμάζω
ξεχείμαζες	=	ξεχειμάζω
ξεχείμασα	=	ξεχειμάζω
ξεχείμασαν	=	ξεχειμάζω
ξεχείμασε	=	ξεχειμάζω
ξεχείμασες	=	ξεχειμάζω
ξεχείμασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεχειμάζω (περνώ τον χειμώνα - αναφέρεται για την κτηνοτροφία, τα πρόβατα, τα κατσίκια και μεταφορικά για ανθρώπους)
ξεχείριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεχειριάζω
ξεχεζόμασταν	=	ξεχέζω
ξεχεζόμαστε	=	ξεχέζω
ξεχεζόμουν	=	ξεχέζω
ξεχεζόμουνα	=	ξεχέζω
ξεχεζόντουσαν	=	ξεχέζω
ξεχεζόσασταν	=	ξεχέζω
ξεχεζόσαστε	=	ξεχέζω
ξεχεζόσουν	=	ξεχέζω
ξεχεζόσουνα	=	ξεχέζω
ξεχεζόταν	=	ξεχέζω
ξεχεζότανε	=	ξεχέζω
ξεχειλίζαμε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζαν	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζανε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζατε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζει	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζεις	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζετε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζομε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζοντας	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζουμε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζουν	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζουνε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίζω	verb	για υγρό που υπερβαίνει το στόμιο του δοχείου και τείνει να χυθεί προς τα έξω
ξεχειλίσαμε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσαν	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσανε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσατε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσει	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσεις	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσετε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχείλισμα
ξεχειλίσματος	noun	γενική ενικού του ξεχείλισμα
ξεχειλίσομε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσουμε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσουν	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσουνε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίστε	=	ξεχειλίζω
ξεχειλίσω	=	ξεχειλίζω
ξεχειλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχείλισμα
ξεχειλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειλισμένο
ξεχειλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχειλισμένος
ξεχειλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειλισμένη
ξεχειλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχειλισμένος
ξεχειλισμένης	verb	γενική ενικού του ξεχειλισμένη
ξεχειλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχειλισμένος
ξεχειλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχειλισμένος
ξεχειλισμένος	=	ξεχειλίζω
ξεχειλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχειλισμένος
ξεχειλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχειλισμένος
ξεχειλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχειλισμένος
ξεχειλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχείλωμα
ξεχειλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειλωμένο
ξεχειλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχειλωμένος
ξεχειλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειλωμένη
ξεχειλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχειλωμένος
ξεχειλωμένης	verb	γενική ενικού του ξεχειλωμένη
ξεχειλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχειλωμένος
ξεχειλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχειλωμένος
ξεχειλωμένος	verb	ιστός ή ύφασμα που έχει χάσει την ελαστικότητά του επειδή έχει τεντωθεί υπερβολικά και που δεν επανέρχεται πλέον στο παλιό του σχήμα
ξεχειλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχειλωμένος
ξεχειλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχειλωμένος
ξεχειλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχειλωμένος
ξεχειλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχείλωμα
ξεχειλώματος	noun	γενική ενικού του ξεχείλωμα
ξεχειλώναμε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώναν	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνανε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνατε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνει	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνεις	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνετε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνοντας	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνουμε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνουν	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνουνε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώνω	verb	τεντώνω κάτι πολύ ώστε χάνει την ελαστικότητά του και δεν επανέρχεται πια στις παλιές του διαστάσεις ή σχήμα
ξεχειλώσαμε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώσαν	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώσανε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώσατε	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώσει	=	ξεχειλώνω
ξεχειλώστε	=	ξεχειλώνω
ξεχειμάζαμε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζαν	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζανε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζατε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζει	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζεις	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζετε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζοντας	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζουμε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζουν	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζουνε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάζω	verb	περνάω τον χειμώνα
ξεχειμάσαμε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάσαν	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάσανε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάσατε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάσει	=	ξεχειμάζω
ξεχειμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχείμασμα
ξεχειμάσματος	noun	γενική ενικού του ξεχείμασμα
ξεχειμάστε	=	ξεχειμάζω
ξεχειμαδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμαδιό
ξεχειμαδιού	noun	γενική ενικού του ξεχειμαδιό
ξεχειμαδιό	noun	το μέρος όπου ξεχειμάζουν
ξεχειμαδιών	noun	γενική πληθυντικού του ξεχειμαδιό
ξεχειμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχείμασμα
ξεχειμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμασμένο
ξεχειμασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχειμασμένος
ξεχειμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμασμένη
ξεχειμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχειμασμένος
ξεχειμασμένης	verb	γενική ενικού του ξεχειμασμένη
ξεχειμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχειμασμένος
ξεχειμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμασμένος
ξεχειμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχειμασμένος
ξεχειμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχειμασμένος
ξεχειμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχειμασμένος
ξεχειμωνιάζαμε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζαν	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζανε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζατε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζει	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζεις	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζετε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζομε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζοντας	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζουμε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζουν	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζουνε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάζω	verb	περνώ τον χειμώνα, βγάζω τον χειμώνα (που θεωρείται δυσκολότερη εποχή από τις άλλες)
ξεχειμωνιάσαμε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσαν	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσανε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσατε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσει	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσεις	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσετε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμώνιασμα
ξεχειμωνιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεχειμώνιασμα
ξεχειμωνιάσομε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσουμε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσουν	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσουνε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάστε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιάσω	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμωνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχειμώνιασμα
ξεχειμωνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμωνιασμένο
ξεχειμωνιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμωνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμωνιασμένη
ξεχειμωνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμωνιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεχειμωνιασμένη
ξεχειμωνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμωνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμωνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμωνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμωνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχειμωνιασμένος
ξεχειμώνιαζα	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιαζαν	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιαζε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιαζες	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιασα	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιασαν	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιασε	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιασες	=	ξεχειμωνιάζω
ξεχειμώνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεχειμωνιάζω, το πέρασμα του χειμώνα
ξεχειρίζομαι	=	ξεχειρίζω
ξεχειρίζω	verb	άλλη γραφή του ξεχεριάζω
ξεχειριάζομαι	=	ξεχειριάζω
ξεχειριάζω	verb	άλλη γραφή του ξεχεριάζω
ξεχειριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχείριασμα
ξεχειριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεχείριασμα
ξεχειριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχείριασμα
ξεχεριάζομαι	=	ξεχεριάζω
ξεχεριάζω	verb	κουράζω τα χέρια κάποιου
ξεχεριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχέριασμα
ξεχεριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεχέριασμα
ξεχεριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχέριασμα
ξεχερσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχέρσωμα
ξεχερσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχερσωμένο
ξεχερσωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχερσωμένος
ξεχερσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχερσωμένη
ξεχερσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχερσωμένος
ξεχερσωμένης	verb	γενική ενικού του ξεχερσωμένη
ξεχερσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχερσωμένος
ξεχερσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχερσωμένος
ξεχερσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχερσωμένος
ξεχερσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχερσωμένος
ξεχερσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχερσωμένος
ξεχερσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχέρσωμα
ξεχερσώματος	noun	γενική ενικού του ξεχέρσωμα
ξεχερσώνω	verb	άλλη μορφή του εκχερσώνω
ξεχεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέχεσμα
ξεχεσμένος	=	ξεχέζω
ξεχεστήκαμε	=	ξεχέζω
ξεχεστήκαν	=	ξεχέζω
ξεχεστήκανε	=	ξεχέζω
ξεχεστήκατε	=	ξεχέζω
ξεχεστεί	=	ξεχέζω
ξεχεστείς	=	ξεχέζω
ξεχεστείτε	=	ξεχέζω
ξεχεστούμε	=	ξεχέζω
ξεχεστούν	=	ξεχέζω
ξεχεστούνε	=	ξεχέζω
ξεχεστώ	=	ξεχέζω
ξεχνά	=	ξεχνάω
ξεχνάγαμε	=	ξεχνάω
ξεχνάγανε	=	ξεχνάω
ξεχνάγατε	=	ξεχνάω
ξεχνάει	=	ξεχνάω
ξεχνάμε	=	ξεχνάω
ξεχνάν	=	ξεχνάω
ξεχνάνε	=	ξεχνάω
ξεχνάς	=	ξεχνάω
ξεχνάσου	=	ξεχνάω
ξεχνάτε	=	ξεχνάω
ξεχνάω	verb	σταματώ να θυμάμαι, δεν καταφέρνω ή δε θέλω να ανακαλέσω στη μνήμη μου
ξεχνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεχνάω / ξεχνώ
ξεχνιέσαι	=	ξεχνάω
ξεχνιέστε	=	ξεχνάω
ξεχνιέται	=	ξεχνάω
ξεχνιούνται	=	ξεχνάω
ξεχνιούνταν	=	ξεχνάω
ξεχνιόμασταν	=	ξεχνάω
ξεχνιόμαστε	=	ξεχνάω
ξεχνιόμουν	=	ξεχνάω
ξεχνιόμουνα	=	ξεχνάω
ξεχνιόνται	=	ξεχνάω
ξεχνιόνταν	=	ξεχνάω
ξεχνιόντανε	=	ξεχνάω
ξεχνιόντουσαν	=	ξεχνάω
ξεχνιόσασταν	=	ξεχνάω
ξεχνιόσαστε	=	ξεχνάω
ξεχνιόσουν	=	ξεχνάω
ξεχνιόσουνα	=	ξεχνάω
ξεχνιόταν	=	ξεχνάω
ξεχνιότανε	=	ξεχνάω
ξεχνούμε	=	ξεχνάω
ξεχνούν	=	ξεχνάω
ξεχνούνε	=	ξεχνάω
ξεχνούσα	=	ξεχνάω
ξεχνούσαμε	=	ξεχνάω
ξεχνούσαν	=	ξεχνάω
ξεχνούσανε	=	ξεχνάω
ξεχνούσατε	=	ξεχνάω
ξεχνούσε	=	ξεχνάω
ξεχνούσες	=	ξεχνάω
ξεχνώ	verb	άλλη μορφή του ξεχνάω
ξεχνώντας	=	ξεχνάω
ξεχολέριαζα	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριαζαν	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριαζε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριαζες	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριασα	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριασαν	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριασε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολέριασες	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζαμε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζαν	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζανε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζατε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζει	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζεις	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζετε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζοντας	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζουμε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζουν	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζουνε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάζω	verb|dated	θεραπεύομαι από χολέρα
ξεχολεριάσαμε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάσαν	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάσανε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάσατε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάσει	=	ξεχολεριάζω
ξεχολεριάστε	=	ξεχολεριάζω
ξεχολιάζαμε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζαν	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζανε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζατε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζει	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζεις	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζετε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζοντας	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζουμε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζουν	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζουνε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάζω	verb|vulgar	ξεθυμώνω
ξεχολιάσαμε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάσαν	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάσανε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάσατε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάσει	=	ξεχολιάζω
ξεχολιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχόλιασμα
ξεχολιάσματος	noun	γενική ενικού του ξεχόλιασμα
ξεχολιάστε	=	ξεχολιάζω
ξεχολιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχόλιασμα
ξεχολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχολιασμένο
ξεχολιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχολιασμένος
ξεχολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχολιασμένη
ξεχολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχολιασμένος
ξεχολιασμένης	verb	γενική ενικού του ξεχολιασμένη
ξεχολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχολιασμένος
ξεχολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχολιασμένος
ξεχολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχολιασμένος
ξεχολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχολιασμένος
ξεχολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχολιασμένος
ξεχοντρίζω	verb	αφαιρώ τους χόνδρους από κομμάτι ξύλου
ξεχοντρίσματα	=	ξεχόντρισμα
ξεχοντρίσματος	=	ξεχόντρισμα
ξεχοντρισμάτων	=	ξεχόντρισμα
ξεχορτάριαζα	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριαζαν	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριαζε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριαζες	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριασα	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριασαν	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριασε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριασες	=	ξεχορταριάζω
ξεχορτάριασμα	noun	η διαδικασία του ξεχορταριάζω, η αφαίρεση και το καθάρισμα των ξερών ή χλωρών χόρτων ή αγριόχορτων και ζιζανίων από έκταση (που καλλιεργείται ή πρόκειται να καλλιεργηθεί)
ξεχορταριάζαμε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζαν	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζανε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζατε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζει	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζεις	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζετε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζοντας	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζουμε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζουν	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζουνε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάζω	verb	καθαρίζω από αυτοφυή χόρτα μια έκταση γης
ξεχορταριάσαμε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάσαν	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάσανε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάσατε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάσει	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχορτάριασμα
ξεχορταριάσματος	noun	γενική ενικού του ξεχορτάριασμα
ξεχορταριάστε	=	ξεχορταριάζω
ξεχορταριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχορτάριασμα
ξεχορταριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχορταριασμένο
ξεχορταριασμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχορταριασμένος
ξεχορταριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχορταριασμένη
ξεχορταριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχορταριασμένος
ξεχορταριασμένης	verb	γενική ενικού του ξεχορταριασμένη
ξεχορταριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχορταριασμένος
ξεχορταριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχορταριασμένος
ξεχορταριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχορταριασμένος
ξεχορταριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχορταριασμένος
ξεχορταριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχορταριασμένος
ξεχρέωμα	noun	η εξόφληση χρηματικού ποσού που οφειλόταν
ξεχρέωνα	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωναν	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωνε	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωνες	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωσα	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωσαν	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωσε	=	ξεχρεώνω
ξεχρέωσες	=	ξεχρεώνω
ξεχρεωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχρέωμα
ξεχρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχρεωμένο
ξεχρεωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχρεωμένος
ξεχρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχρεωμένη
ξεχρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχρεωμένος
ξεχρεωμένης	verb	γενική ενικού του ξεχρεωμένη
ξεχρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχρεωμένος
ξεχρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχρεωμένος
ξεχρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχρεωμένος
ξεχρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχρεωμένος
ξεχρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχρεωμένος
ξεχρεώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχρέωμα
ξεχρεώματος	noun	γενική ενικού του ξεχρέωμα
ξεχρεώναμε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώναν	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνανε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνατε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνει	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνεις	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνετε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνομαι	verb	αφαιρώ ένα χρέος με κάποιον τρόπο, π.χ. πληρώνοντάς το
ξεχρεώνοντας	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνουμε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνουν	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνουνε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώνω	verb	εξοφλώ χρέη (ξεχρεώνω εγώ)
ξεχρεώσαμε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώσαν	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώσανε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώσατε	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώσει	=	ξεχρεώνω
ξεχρεώστε	=	ξεχρεώνω
ξεχτένιστα	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστε	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστες	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστη	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστης	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστο	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστοι	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστος	adj	που δεν έχει χτενιστεί
ξεχτένιστου	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστους	=	ξεχτένιστος
ξεχτένιστων	=	ξεχτένιστος
ξεχυθήκαμε	=	ξεχύνομαι
ξεχυθήκαν	=	ξεχύνομαι
ξεχυθήκανε	=	ξεχύνομαι
ξεχυθήκατε	=	ξεχύνομαι
ξεχυθεί	=	ξεχύνομαι
ξεχυθείτε	=	ξεχύνομαι
ξεχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχυμένο
ξεχυμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχυμένος
ξεχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχυμένη
ξεχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχυμένος
ξεχυμένης	verb	γενική ενικού του ξεχυμένη
ξεχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχυμένος
ξεχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχυμένος
ξεχυμένος	=	ξεχύνομαι
ξεχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχυμένος
ξεχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχυμένος
ξεχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχυμένος
ξεχυνόμασταν	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόμαστε	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόμουν	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόμουνα	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόντουσαν	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόσασταν	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόσαστε	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόσουν	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόσουνα	=	ξεχύνομαι
ξεχυνόταν	=	ξεχύνομαι
ξεχυνότανε	=	ξεχύνομαι
ξεχωθήκαμε	=	ξεχώνομαι
ξεχωθήκαν	=	ξεχώνομαι
ξεχωθήκανε	=	ξεχώνομαι
ξεχωθήκατε	=	ξεχώνομαι
ξεχωθεί	=	ξεχώνομαι
ξεχωθείτε	=	ξεχώνομαι
ξεχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέχωμα
ξεχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωμένο
ξεχωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχωμένος
ξεχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωμένη
ξεχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχωμένος
ξεχωμένης	verb	γενική ενικού του ξεχωμένη
ξεχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχωμένος
ξεχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχωμένος
ξεχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεχώνω
ξεχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχωμένος
ξεχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχωμένος
ξεχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχωμένος
ξεχωνιάζω	verb	άλλη μορφή του ξεχώνω
ξεχωνόμασταν	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόμαστε	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόμουν	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόμουνα	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόντουσαν	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόσασταν	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόσαστε	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόσουν	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόσουνα	=	ξεχώνομαι
ξεχωνόταν	=	ξεχώνομαι
ξεχωνότανε	=	ξεχώνομαι
ξεχωρίζαμε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζαν	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζανε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζατε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ξεχωρίζω
ξεχωρίζεις	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζεσαι	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζεστε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζεται	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζετε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζομαι	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζομε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζονται	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζονταν	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζοντας	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζουμε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζουν	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζουνε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίζω	verb	χωρίζω κατά κατηγορίες ομάδες αντικειμένων ή ανθρώπων
ξεχωρίσαμε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσαν	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσανε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσατε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσει	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσεις	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσετε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχώρισμα
ξεχωρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεχώρισμα
ξεχωρίσομε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσου	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσουμε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσουν	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσουνε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίστε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίστηκα	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίστηκαν	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίστηκε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίστηκες	=	ξεχωρίζω
ξεχωρίσω	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόμασταν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόμαστε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόμουν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόμουνα	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόντουσαν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόσασταν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόσαστε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόσουν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόσουνα	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζόταν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριζότανε	=	ξεχωρίζω
ξεχωρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεχώρισμα
ξεχωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωρισμένο
ξεχωρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχωρισμένος
ξεχωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωρισμένη
ξεχωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχωρισμένος
ξεχωρισμένης	verb	γενική ενικού του ξεχωρισμένη
ξεχωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχωρισμένος
ξεχωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχωρισμένος
ξεχωρισμένος	=	ξεχωρίζω
ξεχωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχωρισμένος
ξεχωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχωρισμένος
ξεχωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχωρισμένος
ξεχωριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωριστό	adv	χωριστά, διαφορετικά, ιδιαίτερα
ξεχωριστέ	adj	κλητική ενικού του ξεχωριστός
ξεχωριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωριστή
ξεχωριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχωριστός
ξεχωριστήκαμε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστήκαν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστήκανε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστήκατε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστής	adj	γενική ενικού του ξεχωριστή
ξεχωριστεί	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστείς	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστείτε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχωριστός
ξεχωριστού	adj	γενική ενικού του ξεχωριστός
ξεχωριστούμε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστούν	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστούνε	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεχωριστός
ξεχωριστό	adj	αιτιατική ενικού του ξεχωριστός
ξεχωριστός	adj	αυτός που ξεχωρίζει, συνήθως με τη θετική έννοια, ο διαλεχτός, ο διακεκριμένος
ξεχωριστώ	=	ξεχωρίζω
ξεχωριστών	adj	γενική πληθυντικού του ξεχωριστός
ξεχωσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξέχωσμα
ξεχωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωσμένο
ξεχωσμένε	verb	κλητική ενικού του ξεχωσμένος
ξεχωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχωσμένη
ξεχωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεχωσμένος
ξεχωσμένης	verb	γενική ενικού του ξεχωσμένη
ξεχωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεχωσμένος
ξεχωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεχωσμένος
ξεχωσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεχώνω
ξεχωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεχωσμένος
ξεχωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεχωσμένος
ξεχωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεχωσμένος
ξεχόλιαζα	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιαζαν	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιαζε	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιαζες	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιασα	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιασαν	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιασε	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιασες	=	ξεχολιάζω
ξεχόλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξεχολιάζω
ξεχόντρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεχοντρίζω
ξεχύθηκα	=	ξεχύνομαι
ξεχύθηκαν	=	ξεχύνομαι
ξεχύθηκε	=	ξεχύνομαι
ξεχύθηκες	=	ξεχύνομαι
ξεχύνεσαι	=	ξεχύνομαι
ξεχύνεστε	=	ξεχύνομαι
ξεχύνεται	=	ξεχύνομαι
ξεχύνομαι	verb	ξεπερνώ ένα όριο και απλώνομαι προς όλες τις κατευθύνσεις
ξεχύνονται	=	ξεχύνομαι
ξεχύνονταν	=	ξεχύνομαι
ξεχύνου	=	ξεχύνομαι
ξεχύνω	verb	πλημμυρίζω με κάτι
ξεχύσου	=	ξεχύνομαι
ξεχώθηκα	=	ξεχώνομαι
ξεχώθηκαν	=	ξεχώνομαι
ξεχώθηκε	=	ξεχώνομαι
ξεχώθηκες	=	ξεχώνομαι
ξεχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέχωμα
ξεχώματος	noun	γενική ενικού του ξέχωμα
ξεχώναμε	=	ξεχώνω
ξεχώναν	=	ξεχώνω
ξεχώνανε	=	ξεχώνω
ξεχώνατε	=	ξεχώνω
ξεχώνει	=	ξεχώνω
ξεχώνεις	=	ξεχώνω
ξεχώνεσαι	=	ξεχώνομαι
ξεχώνεστε	=	ξεχώνομαι
ξεχώνεται	=	ξεχώνομαι
ξεχώνετε	=	ξεχώνω
ξεχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξεχώνω
ξεχώνονται	=	ξεχώνομαι
ξεχώνονταν	=	ξεχώνομαι
ξεχώνοντας	=	ξεχώνω
ξεχώνου	=	ξεχώνομαι
ξεχώνουμε	=	ξεχώνω
ξεχώνουν	=	ξεχώνω
ξεχώνουνε	=	ξεχώνω
ξεχώνω	verb|vulgar	ξεθάβω
ξεχώριζα	=	ξεχωρίζω
ξεχώριζαν	=	ξεχωρίζω
ξεχώριζε	=	ξεχωρίζω
ξεχώριζες	=	ξεχωρίζω
ξεχώρισα	=	ξεχωρίζω
ξεχώρισαν	=	ξεχωρίζω
ξεχώρισε	=	ξεχωρίζω
ξεχώρισες	=	ξεχωρίζω
ξεχώρισμα	noun	ο διαχωρισμός
ξεχώσαμε	=	ξεχώνω
ξεχώσαν	=	ξεχώνω
ξεχώσανε	=	ξεχώνω
ξεχώσατε	=	ξεχώνω
ξεχώσει	=	ξεχώνω
ξεχώσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξέχωσμα
ξεχώσματος	noun	γενική ενικού του ξέχωσμα
ξεχώσου	=	ξεχώνομαι
ξεχώστε	=	ξεχώνω
ξεψάρωμα	noun	το να ξεψαρώνει κάποιος
ξεψάρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψάρωτο
ξεψάρωτε	adj	κλητική ενικού του ξεψάρωτος
ξεψάρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψάρωτη
ξεψάρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεψάρωτος
ξεψάρωτης	adj	γενική ενικού του ξεψάρωτη
ξεψάρωτο	adj	αιτιατική ενικού του ξεψάρωτος
ξεψάρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεψάρωτος
ξεψάρωτος	adj	ξεψαρωμένος
ξεψάρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεψάρωτος
ξεψάρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξεψάρωτος
ξεψάρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεψάρωτος
ξεψάχνιζα	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνιζαν	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνιζε	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνιζες	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνισα	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνισαν	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνισε	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνισες	=	ξεψαχνίζω
ξεψάχνισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεψαχνίζω
ξεψαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεψάρωμα
ξεψαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψαρωμένο
ξεψαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ξεψαρωμένος
ξεψαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψαρωμένη
ξεψαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεψαρωμένος
ξεψαρωμένης	verb	γενική ενικού του ξεψαρωμένη
ξεψαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεψαρωμένος
ξεψαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεψαρωμένος
ξεψαρωμένος	verb	αυτός που έχει ξεψαρώσει
ξεψαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεψαρωμένος
ξεψαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεψαρωμένος
ξεψαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεψαρωμένος
ξεψαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψάρωμα
ξεψαρώματος	noun	γενική ενικού του ξεψάρωμα
ξεψαρώνω	verb	παύω να είμαι ψαρωμένος, ξαναβρίσκω το θάρρος και το κουράγιο μου
ξεψαχνίζαμε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζαν	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζανε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζατε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζει	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζεις	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζετε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζοντας	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζουμε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζουν	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζουνε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίζω	verb	σκαλίζω και αφαιρώ ό,τι δεν θέλω από το κρέας και ψάχνω να βρω το ψαχνό, χωρίς κόκαλα και λίπος (είτε για να το μαγειρέψω είτε για να φάω το εκλεκτό κομμάτι μετά το μαγείρεμα)
ξεψαχνίσαμε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίσαν	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίσανε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίσατε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίσει	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψάχνισμα
ξεψαχνίσματος	noun	γενική ενικού του ξεψάχνισμα
ξεψαχνίστε	=	ξεψαχνίζω
ξεψαχνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεψάχνισμα
ξεψαχνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψαχνισμένο
ξεψαχνισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεψαχνισμένος
ξεψαχνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψαχνισμένη
ξεψαχνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεψαχνισμένος
ξεψαχνισμένης	verb	γενική ενικού του ξεψαχνισμένη
ξεψαχνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεψαχνισμένος
ξεψαχνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεψαχνισμένος
ξεψαχνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεψαχνισμένος
ξεψαχνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεψαχνισμένος
ξεψαχνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεψαχνισμένος
ξεψείριζα	=	ξεψειρίζω
ξεψείριζαν	=	ξεψειρίζω
ξεψείριζε	=	ξεψειρίζω
ξεψείριζες	=	ξεψειρίζω
ξεψείρισα	=	ξεψειρίζω
ξεψείρισαν	=	ξεψειρίζω
ξεψείρισε	=	ξεψειρίζω
ξεψείρισες	=	ξεψειρίζω
ξεψείρισμα	noun	το καθάρισμα του κεφαλιού ενός ανθρώπου ή του τριχώματος ενός ζώου από τις ψείρες
ξεψειρίζαμε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζαν	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζανε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζατε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζει	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζεις	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζεσαι	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζεστε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζεται	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζετε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζομαι	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζονται	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζονταν	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζοντας	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζου	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζουμε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζουν	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζουνε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίζω	verb	αφαιρώ μέ προσοχή τις ψείρες από κάποιον
ξεψειρίσαμε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίσαν	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίσανε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίσατε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίσει	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψείρισμα
ξεψειρίσματος	noun	γενική ενικού του ξεψείρισμα
ξεψειρίσου	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίστε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίστηκα	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίστηκαν	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίστηκε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρίστηκες	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόμασταν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόμαστε	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόμουν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόμουνα	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόντουσαν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόσασταν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόσαστε	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόσουν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόσουνα	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζόταν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριζότανε	=	ξεψειρίζω
ξεψειρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεψείρισμα
ξεψειρισμένος	=	ξεψειρίζω
ξεψειριστήκαμε	=	ξεψειρίζω
ξεψειριστήκαν	=	ξεψειρίζω
ξεψειριστήκανε	=	ξεψειρίζω
ξεψειριστήκατε	=	ξεψειρίζω
ξεψειριστεί	=	ξεψειρίζω
ξεψειριστείτε	=	ξεψειρίζω
ξεψυχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψύχισμα
ξεψυχίσματος	noun	γενική ενικού του ξεψύχισμα
ξεψυχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεψύχισμα
ξεψυχισμέ	noun	κλητική ενικού του ξεψυχισμός
ξεψυχισμένα	adv	άτονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψυχισμένο
ξεψυχισμένε	verb	κλητική ενικού του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεψυχισμένη
ξεψυχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμένης	verb	γενική ενικού του ξεψυχισμένη
ξεψυχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμένος	verb	νεκρός
ξεψυχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξεψυχισμένος
ξεψυχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξεψυχισμός
ξεψυχισμού	noun	γενική ενικού του ξεψυχισμός
ξεψυχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξεψυχισμός
ξεψυχισμό	noun	αιτιατική ενικού του ξεψυχισμός
ξεψυχισμός	noun	το ξεψύχισμα
ξεψυχισμών	noun	γενική πληθυντικού του ξεψυχισμός
ξεψυχώ	verb	πεθαίνω κυριολεκτικά
ξεψυχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξεψυχάω / ξεψυχώ
ξεψύχισμα	noun	οι τελευταίες στιγμές πριν από το θάνατο
ξεϊδρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξεΐδρωμα
ξεϊδρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεΐδρωμα
ξεϊδρώματος	noun	γενική ενικού του ξεΐδρωμα
ξεϊδρώνω	verb	Κάθομαι για λίγο χωρίς να κάνω τίποτε και στεγνώνω απ' τον ιδρώτα.
ξεϋφάναμε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφάναν	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφάνανε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφάνατε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφάνει	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφάνετε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίναμε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίναν	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνανε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνατε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνει	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνεις	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνετε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνοντας	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνουμε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνουν	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνουνε	=	ξεϋφαίνω
ξεϋφαίνω	verb	αφαιρώ την ύφανση
ξεύρω	verb	άλλη μορφή του ξέρω
ξηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηγημένο
ξηγημένε	verb	κλητική ενικού του ξηγημένος
ξηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηγημένη
ξηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηγημένος
ξηγημένης	verb	γενική ενικού του ξηγημένη
ξηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξηγημένος
ξηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηγημένος
ξηγημένος	verb	που είναι σωστός, που λέει τα παράπονά του στο σωστό άνθρωπο ευθέως, που «ξηγιέται στα ίσια».
ξηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξηγημένος
ξηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξηγημένος
ξηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξηγημένος
ξηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηγητής
ξηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξηγητής
ξηγητής	noun	αυτός που εξηγάει, που ερμηνεύει
ξηγητών	noun	γενική πληθυντικού του ξηγητής
ξηγώ	verb	κάνω κάτι κατανοητό (σε κάποιον)
ξηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξηγάω / (ξηγώ)
ξηλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξήλωμα
ξηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηλωμένο
ξηλωμένε	verb	κλητική ενικού του ξηλωμένος
ξηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηλωμένη
ξηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηλωμένος
ξηλωμένης	verb	γενική ενικού του ξηλωμένη
ξηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξηλωμένος
ξηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηλωμένος
ξηλωμένος	verb	που έχει φθαρεί, ξηλωθεί, ή αποσπασθεί βίαια
ξηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξηλωμένος
ξηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξηλωμένος
ξηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξηλωμένος
ξηλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξήλωμα
ξηλώματος	noun	γενική ενικού του ξήλωμα
ξηλώνομαι	=	ξηλώνω
ξηλώνω	verb	αφαιρώ τις κλωστές που κρατούσαν συνδεδεμένα δύο υφάσματα ή δύο μέρη του ίδιου υφάσματος
ξηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξηλώνω
ξημέρωμα	noun	η ανατολή της ημέρας, η αυγή, η χαραυγή
ξημέρωνα	=	ξημερώνω
ξημέρωναν	=	ξημερώνω
ξημέρωνε	=	ξημερώνω
ξημέρωνες	=	ξημερώνω
ξημέρωσα	=	ξημερώνω
ξημέρωσαν	=	ξημερώνω
ξημέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνει
ξημέρωσες	=	ξημερώνω
ξημαρισιά	noun	η ακαθαρσία
ξημαρισιάς	=	ξημαρισιά
ξημαρισιές	=	ξημαρισιά
ξημαρισιών	=	ξημαρισιά
ξημαρόλογια	noun	βρώμικα λόγια
ξημεροβραδιάζεσαι	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάζεστε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάζεται	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάζομαι	verb	περνώ πολύ χρόνο σε κάποιο μέρος (μέρα και νύχτα)
ξημεροβραδιάζονται	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάζονταν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάσου	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάστηκα	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάστηκαν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάστηκε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιάστηκες	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόμασταν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόμαστε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόμουν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόμουνα	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόντουσαν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόσασταν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόσαστε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόσουν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόσουνα	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζόταν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαζότανε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαστήκαμε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαστήκαν	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαστήκανε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαστήκατε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαστεί	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημεροβραδιαστείτε	=	ξημεροβραδιάζομαι
ξημερωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθήκαν	=	ξημερώνω
ξημερωθήκανε	=	ξημερώνω
ξημερωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωθούνε	=	ξημερώνω
ξημερωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερωμάτων	=	ξημέρωμα
ξημερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξημερωμένο
ξημερωμένε	verb	κλητική ενικού του ξημερωμένος
ξημερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξημερωμένη
ξημερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξημερωμένος
ξημερωμένης	verb	γενική ενικού του ξημερωμένη
ξημερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξημερωμένος
ξημερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξημερωμένος
ξημερωμένος	=	ξημερώνω
ξημερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξημερωμένος
ξημερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξημερωμένος
ξημερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξημερωμένος
ξημερωνόμασταν	=	ξημερώνω
ξημερωνόμαστε	=	ξημερώνω
ξημερωνόμουν	=	ξημερώνω
ξημερωνόμουνα	=	ξημερώνω
ξημερωνόντουσαν	=	ξημερώνω
ξημερωνόσασταν	=	ξημερώνω
ξημερωνόσαστε	=	ξημερώνω
ξημερωνόσουν	=	ξημερώνω
ξημερωνόσουνα	=	ξημερώνω
ξημερωνόταν	=	ξημερώνω
ξημερωνότανε	=	ξημερώνω
ξημερώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξημερώνομαι
ξημερώματα	adv	νωρίς το πρωί
ξημερώματος	=	ξημέρωμα
ξημερώναμε	=	ξημερώνω
ξημερώναν	=	ξημερώνω
ξημερώνανε	=	ξημερώνω
ξημερώνατε	=	ξημερώνω
ξημερώνει	verb	έρχεται το ξημέρωμα, βγαίνει ο ήλιος και φαίνεται το πρώτο φως της μέρας
ξημερώνεις	=	ξημερώνω
ξημερώνεσαι	=	ξημερώνω
ξημερώνεστε	=	ξημερώνω
ξημερώνεται	=	ξημερώνω
ξημερώνετε	=	ξημερώνω
ξημερώνομαι	verb	με βρίσκει (σε καλή κατάσταση) το ξημέρωμα
ξημερώνομε	=	ξημερώνω
ξημερώνονται	=	ξημερώνω
ξημερώνονταν	=	ξημερώνω
ξημερώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξημερώνω
ξημερώνουμε	=	ξημερώνω
ξημερώνουν	=	ξημερώνω
ξημερώνουνε	=	ξημερώνω
ξημερώνω	verb	περνώ όλη τη νύχτα χωρίς να κοιμηθώ
ξημερώσαμε	=	ξημερώνω
ξημερώσαν	=	ξημερώνω
ξημερώσανε	=	ξημερώνω
ξημερώσατε	=	ξημερώνω
ξημερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξημερώνει
ξημερώσεις	=	ξημερώνω
ξημερώσετε	=	ξημερώνω
ξημερώσομε	=	ξημερώνω
ξημερώσου	=	ξημερώνω
ξημερώσουμε	=	ξημερώνω
ξημερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξημερώνει
ξημερώσουνε	=	ξημερώνω
ξημερώστε	=	ξημερώνω
ξημερώσω	=	ξημερώνω
ξηρά	adj|formal	θηλυκό του ξηρός στην ονομαστική και κλητική του ενικού	noun	η στεριά, σε αντίθεση με τη θάλασσα
ξηράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξήρανση
ξηράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ξήρανση
ξηράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ξήρανση
ξηράς	noun	γενική ενικού του ξηρά
ξηρέ	adj	κλητική ενικού του ξηρός
ξηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηρή
ξηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηρός
ξηρής	adj	γενική ενικού του ξηρή
ξηραίνω	verb	κάνω κάτι ξηρό
ξηραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηραμένο
ξηραμένε	verb	κλητική ενικού του ξηραμένος
ξηραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηραμένη
ξηραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηραμένος
ξηραμένης	verb	γενική ενικού του ξηραμένη
ξηραμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξηραμένος
ξηραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηραμένος
ξηραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξηραμένος
ξηραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξηραμένος
ξηραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξηραμένος
ξηραντήρα	=	ξηραντήρας
ξηραντήρας	noun	βιομηχανική ή εργαστηριακή διάταξη με σκοπό την ξήρανση υλικών
ξηραντήρες	=	ξηραντήρας
ξηραντήρια	=	ξηραντήριο
ξηραντήριο	noun	ειδική κατασκευή ή συσκευή όπου γίνεται η ξήρανση
ξηραντήριου	=	ξηραντήριο
ξηραντήριων	=	ξηραντήριο
ξηραντήρων	=	ξηραντήρας
ξηραντηρίου	=	ξηραντήριο
ξηραντηρίων	=	ξηραντήριο
ξηραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηραντικό
ξηραντικέ	adj	κλητική ενικού του ξηραντικός
ξηραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηραντική
ξηραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηραντικός
ξηραντικής	adj	γενική ενικού του ξηραντική
ξηραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηραντικός
ξηραντικού	adj	γενική ενικού του ξηραντικός
ξηραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξηραντικός
ξηραντικό	adj	αιτιατική ενικού του ξηραντικός
ξηραντικός	adj	που ξηραίνει, που στεγνώνει
ξηραντικών	adj	γενική πληθυντικού του ξηραντικός
ξηρασία	noun	μεγάλη περίοδος με ανεπαρκείς (έως καθόλου) βροχές, αναβροχιά
ξηρασίας	noun	γενική ενικού του ξηρασία
ξηρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηρασία
ξηρασιών	noun	γενική πληθυντικού του ξηρασία
ξηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηρός
ξηροδερμία	noun	δερματική ξηρότητα παθολογικής αιτιολογίας
ξηροδερμίας	noun	γενική ενικού του ξηροδερμία
ξηροδερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροδερμία
ξηροδερμιών	noun	γενική πληθυντικού του ξηροδερμία
ξηροθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροθερμικό
ξηροθερμικέ	adj	κλητική ενικού του ξηροθερμικός
ξηροθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροθερμική
ξηροθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηροθερμικός
ξηροθερμικής	adj	γενική ενικού του ξηροθερμική
ξηροθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηροθερμικός
ξηροθερμικού	adj	γενική ενικού του ξηροθερμικός
ξηροθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξηροθερμικός
ξηροθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του ξηροθερμικός
ξηροθερμικός	adj	που ευδοκιμεί σε ζεστές και ξηρές συνθήκες ή κατάσταση
ξηροθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του ξηροθερμικός
ξηροκάρπι	noun|vulgar	ξηροί καρποί που σερβίρονται μαζί με το ποτό
ξηροκάρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροκάρπι
ξηροκαλλιέργεια	noun	το είδος της καλλιέργειας σε εδάφη που είναι ξερικά και άνυδρα
ξηροκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του ξηροκαλλιέργεια
ξηροκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροκαλλιέργεια
ξηροκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ξηροκαλλιέργεια
ξηροκλίβανε	=	ξηροκλίβανος
ξηροκλίβανο	=	ξηροκλίβανος
ξηροκλίβανοι	=	ξηροκλίβανος
ξηροκλίβανος	noun	κλίβανος για την απολύμανση διαφόρων σκευών
ξηροκλίβανου	=	ξηροκλίβανος
ξηροκλιβάνου	=	ξηροκλίβανος
ξηροκλιβάνους	=	ξηροκλίβανος
ξηροκλιβάνων	=	ξηροκλίβανος
ξηρολιθοδομές	=	ξηρολιθοδομή
ξηρολιθοδομή	noun|formal	η ξερολιθιά
ξηρολιθοδομής	=	ξηρολιθοδομή
ξηρολιθοδομών	=	ξηρολιθοδομή
ξηροπήγαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροπήγαδο
ξηροπήγαδο	noun	το πηγάδι που έχει στερέψει
ξηροπήγαδου	noun	γενική ενικού του ξηροπήγαδο
ξηροπήγαδων	noun	γενική πληθυντικού του ξηροπήγαδο
ξηροπισσών	=	ξηρόπισσα
ξηροστομία	noun	σύμπτωμα ασθένειας ή γενικά προβλήματος υγείας, κατά το οποίο στεγνώνει το στόμα και το άτομο δεν έχει ή αισθάνεται να μην έχει επαρκή σίελο στο στόμα του
ξηροστομίας	noun	γενική ενικού του ξηροστομία
ξηροστομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροστομία
ξηροστομιών	noun	γενική πληθυντικού του ξηροστομία
ξηροτήτων	=	ξηρότητα
ξηροφαγία	noun	το να τρώει κανείς ξηρά τροφή, πρόχειρο γεύμα κι όχι μαγειρεμένο φαγητό
ξηροφαγίας	noun	γενική ενικού του ξηροφαγία
ξηροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροφαγία
ξηροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ξηροφαγία
ξηροφθαλμία	noun	σύμπτωμα και μερικές φορές πάθηση των οφθαλμών, κατά την οποία αυτά ξηραίνονται από μειωμένη παραγωγή δακρύων ή για ορμονικούς και άλλους λόγους, κάποιοι από τους οποίους είναι παθολογικοί
ξηροφθαλμίας	noun	γενική ενικού του ξηροφθαλμία
ξηροφθαλμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροφθαλμία
ξηροφθαλμιών	noun	γενική πληθυντικού του ξηροφθαλμία
ξηροφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροφιλικό
ξηροφιλικέ	adj	κλητική ενικού του ξηροφιλικός
ξηροφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηροφιλική
ξηροφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηροφιλικός
ξηροφιλικής	adj	γενική ενικού του ξηροφιλική
ξηροφιλικο	=	ξηροφιλικός
ξηροφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηροφιλικός
ξηροφιλικού	adj	γενική ενικού του ξηροφιλικός
ξηροφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξηροφιλικός
ξηροφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του ξηροφιλικός
ξηροφιλικός	adj	που έχει σχέση με ξηρόφιλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ξηροφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του ξηροφιλικός
ξηρού	adj	γενική ενικού του ξηρός
ξηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξηρός
ξηρό	adj	αιτιατική ενικού του ξηρός
ξηρόπισσα	noun	στερεό υπόλειμμα της απόσταξης της πίσσας
ξηρόπισσας	=	ξηρόπισσα
ξηρόπισσες	=	ξηρόπισσα
ξηρός	adj|formal	ξερός, κυρίως για επιστημονικούς όρους ή καθιερωμένες εκφράσεις
ξηρότατα	=	ξηρός
ξηρότατε	=	ξηρός
ξηρότατες	=	ξηρός
ξηρότατη	=	ξηρός
ξηρότατης	=	ξηρός
ξηρότατο	=	ξηρός
ξηρότατοι	=	ξηρός
ξηρότατος	=	ξηρός
ξηρότατου	=	ξηρός
ξηρότατους	=	ξηρός
ξηρότατων	=	ξηρός
ξηρότερα	=	ξηρός
ξηρότερε	=	ξηρός
ξηρότερες	=	ξηρός
ξηρότερη	=	ξηρός
ξηρότερης	=	ξηρός
ξηρότερο	=	ξηρός
ξηρότεροι	=	ξηρός
ξηρότερος	=	ξηρός
ξηρότερου	=	ξηρός
ξηρότερους	=	ξηρός
ξηρότερων	=	ξηρός
ξηρότητα	noun	η ιδιότητα του ξηρού, η έλλειψη υγρασίας
ξηρότητας	noun	γενική ενικού του ξηρότητα
ξηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηρότητα
ξηρόφιλή	=	ξηρόφιλος
ξηρόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηρόφιλο
ξηρόφιλε	adj	κλητική ενικού του ξηρόφιλος
ξηρόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηρόφιλη
ξηρόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξηρόφιλος
ξηρόφιλης	adj	γενική ενικού του ξηρόφιλη
ξηρόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ξηρόφιλος
ξηρόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξηρόφιλος
ξηρόφιλος	adj	που μπορεί ν’ αναπτυχθεί και αναπαραχθεί καλύτερα σε συνθήκες ξηρασίας ή έλλειψης νερού
ξηρόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξηρόφιλος
ξηρόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξηρόφιλος
ξηρόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξηρόφιλος
ξηρόφυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξηρόφυτο
ξηρόφυτο	noun	φυτό που απαντά σε ξηρούς, άνυδρους τόπους
ξηρών	adj	γενική πληθυντικού του ξηρός
ξι	noun	το δέκατο τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ξ, κεφαλαίο Ξ)
ξιγκιού	=	ξίγκι
ξιγκιών	=	ξίγκι
ξιδάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιδάτο
ξιδάτε	adj	κλητική ενικού του ξιδάτος
ξιδάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιδάτη
ξιδάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξιδάτος
ξιδάτης	adj	γενική ενικού του ξιδάτη
ξιδάτο	adj	αιτιατική ενικού του ξιδάτος
ξιδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξιδάτος
ξιδάτος	adj	που διατηρείται σε ξίδι ή παρασκευάζεται μ’ αυτό
ξιδάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξιδάτος
ξιδάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξιδάτος
ξιδάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξιδάτος
ξιδιάζαμε	=	ξιδιάζω
ξιδιάζαν	=	ξιδιάζω
ξιδιάζανε	=	ξιδιάζω
ξιδιάζατε	=	ξιδιάζω
ξιδιάζει	=	ξιδιάζω
ξιδιάζεις	=	ξιδιάζω
ξιδιάζετε	=	ξιδιάζω
ξιδιάζοντας	=	ξιδιάζω
ξιδιάζουμε	=	ξιδιάζω
ξιδιάζουν	=	ξιδιάζω
ξιδιάζουνε	=	ξιδιάζω
ξιδιάζω	verb	προσθέτω ξίδι
ξιδιάσαμε	=	ξιδιάζω
ξιδιάσαν	=	ξιδιάζω
ξιδιάσανε	=	ξιδιάζω
ξιδιάσατε	=	ξιδιάζω
ξιδιάσει	=	ξιδιάζω
ξιδιάστε	=	ξιδιάζω
ξιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιδιασμένο
ξιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξιδιασμένος
ξιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιδιασμένη
ξιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξιδιασμένος
ξιδιασμένης	verb	γενική ενικού του ξιδιασμένη
ξιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξιδιασμένος
ξιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξιδιασμένος
ξιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξιδιασμένος
ξιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξιδιασμένος
ξιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξιδιασμένος
ξιδιαστός	adj|rare	άλλη μορφή του ξιδάτος
ξιδιού	noun	γενική ενικού του ξίδι
ξιδιών	=	ξίδι
ξιδοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιδοβάρελο
ξιδοβάρελο	noun	βαρέλι για τη φύλαξη ξιδιού
ξιδοβάρελου	noun	γενική ενικού του ξιδοβάρελο
ξιδοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του ξιδοβάρελο
ξιδομυγών	=	ξιδόμυγα
ξιδόμυγα	noun	η δροσόφιλα
ξιδόμυγας	=	ξιδόμυγα
ξιδόμυγες	=	ξιδόμυγα
ξικισμέ	=	ξικισμός
ξικισμοί	=	ξικισμός
ξικισμού	=	ξικισμός
ξικισμούς	=	ξικισμός
ξικισμό	=	ξικισμός
ξικισμός	noun	τραυλισμός, αλλοίωση της προφοράς του « ξι » (προφέρεται πιο « παχύ »)
ξικισμών	=	ξικισμός
ξιμαρισμένα	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένε	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένες	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένη	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένης	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένο	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένοι	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένος	verb	λερωμένος, βρόμικος
ξιμαρισμένου	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένους	=	ξιμαρισμένος
ξιμαρισμένων	=	ξιμαρισμένος
ξιμαυλιάρα	noun	αυτή που ξεσηκώνει
ξιμαυλιάρας	=	ξιμαυλιάρα
ξιμαυλιάρες	=	ξιμαυλιάρα
ξινά	noun	τα εσπεριδοειδή φρούτα, όπως το λεμόνι, που έχουν ξινή γεύση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινό, ουδέτερο του ξινός
ξινάδα	noun	το να είναι κάτι ξινό, η ιδιότητα του ξινού
ξινάδας	=	ξινάδα
ξινάδες	=	ξινάδα
ξινάδων	=	ξινάδα
ξινάρι	noun	μικρή αξίνα
ξινάρια	=	ξινάρι
ξινέ	adj	κλητική ενικού του ξινός
ξινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινή
ξινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξινός
ξινήθρα	noun	είδος αγριόχορτου με γεύση ξινή
ξινήθρας	noun	γενική ενικού του ξινήθρα
ξινήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινήθρα
ξινής	adj	γενική ενικού του ξινή
ξινίζω	verb	έχει ξινή γεύση ή έχει χαλάσει, έχει αλλοιωθεί
ξινίλα	noun	δυσάρεστη μυρωδιά ξινού
ξινίλας	noun	γενική ενικού του ξινίλα
ξινίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινίλα
ξινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξίνισμα
ξινίσματος	noun	γενική ενικού του ξίνισμα
ξιναριού	=	ξινάρι
ξιναριών	=	ξινάρι
ξινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξίνισμα
ξινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινισμένο
ξινισμένε	verb	κλητική ενικού του ξινισμένος
ξινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινισμένη
ξινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξινισμένος
ξινισμένης	verb	γενική ενικού του ξινισμένη
ξινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξινισμένος
ξινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξινισμένος
ξινισμένος	verb	που έχει ξινίσει
ξινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξινισμένος
ξινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξινισμένος
ξινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξινισμένος
ξινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξινός
ξινογάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινόγαλα
ξινογάλατος	noun	γενική ενικού του ξινόγαλα
ξινογαλά	=	ξινογαλάς
ξινογαλάδες	=	ξινογαλάς
ξινογαλάδων	=	ξινογαλάς
ξινογαλάς	noun	άτομο που παρασκευάζει ή εμπορεύεται ξινόγαλα
ξινογαλάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξινόγαλα
ξινοκέρασα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινοκέρασο
ξινοκέρασο	noun	άλλη ονομασία του κερασιού
ξινοκέρασου	noun	γενική ενικού του ξινοκέρασο
ξινοκέρασων	noun	γενική πληθυντικού του ξινοκέρασο
ξινομηλιά	noun	κατηγορία μηλιάς με διάφορες επιμέρους ποικιλίες
ξινομηλιάς	noun	γενική ενικού του ξινομηλιά
ξινομηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινομηλιά
ξινομηλιών	=	ξινομηλιά
ξινομούνα	noun	Η ξινή γυναίκα, η στριμμένη, η ξινόφατσα.
ξινομούνας	noun	γενική ενικού του ξινομούνα
ξινομούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινομούνα
ξινομυζήθρα	noun	είδος ξινής μυζήθρας
ξινομυζήθρας	=	ξινομυζήθρα
ξινομυζήθρες	=	ξινομυζήθρα
ξινομυζηθρών	=	ξινομυζήθρα
ξινοτυρίλα	noun	δυσάρεστη, έντονη ξινή μυρωδιά από τυρί
ξινοτυρίλας	=	ξινοτυρίλα
ξινοτυρίλες	=	ξινοτυρίλα
ξινού	adj	γενική ενικού του ξινός
ξινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξινός
ξινούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινούτσικο
ξινούτσικε	adj	κλητική ενικού του ξινούτσικος
ξινούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινούτσικη
ξινούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξινούτσικος
ξινούτσικης	adj	γενική ενικού του ξινούτσικη
ξινούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ξινούτσικος
ξινούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξινούτσικος
ξινούτσικος	adj	ελαφρά ξινός
ξινούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξινούτσικος
ξινούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξινούτσικος
ξινούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξινούτσικος
ξινό	noun	η γεύση και η επίγευση του ξινού	adj	αιτιατική ενικού του ξινός
ξινόγαλα	noun	γάλα που με ειδική ζύμωση έχει αποκτήσει υπόξινη γεύση και παχύρρευστη υφή και πίνεται (απ’ όσους τούς αρέσει) ως δροσερό ρόφημα
ξινόγαλο	noun	άλλη μορφή του ξινόγαλα
ξινόγαλου	noun	γενική ενικού του ξινόγαλο
ξινόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του ξινόγαλο
ξινόγλυκα	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκε	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκες	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκη	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκης	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκο	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκοι	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκος	adj	που είναι ταυτόχρονα ξινός και γλυκός
ξινόγλυκου	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκους	=	ξινόγλυκος
ξινόγλυκων	=	ξινόγλυκος
ξινόκρεμα	noun	γαλακτοκομικό προϊόν από κρέμα γάλακτος που έχει υποστεί ζύμωση με γαλακτικά βακτήρια, έχει ελαφρώς ξινή γεύση και παχύρρευστη υφή
ξινόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξινόμηλο
ξινόμηλο	noun	ποικιλία μήλων με συνήθως πρασινωπό χρώμα και σχετικά πιο όξινη γεύση από τα άλλα
ξινόμηλου	noun	γενική ενικού του ξινόμηλο
ξινόμηλων	noun	γενική πληθυντικού του ξινόμηλο
ξινός	adj	που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ
ξινόσουπα	noun	είδος ξινής σούπας
ξινόσουπας	=	ξινόσουπα
ξινόσουπες	=	ξινόσουπα
ξινότατα	=	ξινός
ξινότατε	=	ξινός
ξινότατες	=	ξινός
ξινότατη	=	ξινός
ξινότατης	=	ξινός
ξινότατο	=	ξινός
ξινότατοι	=	ξινός
ξινότατος	=	ξινός
ξινότατου	=	ξινός
ξινότατους	=	ξινός
ξινότατων	=	ξινός
ξινότερα	=	ξινός
ξινότερε	=	ξινός
ξινότερες	=	ξινός
ξινότερη	=	ξινός
ξινότερης	=	ξινός
ξινότερο	=	ξινός
ξινότεροι	=	ξινός
ξινότερος	=	ξινός
ξινότερου	=	ξινός
ξινότερους	=	ξινός
ξινότερων	=	ξινός
ξινόχοντρε	=	ξινόχοντρος
ξινόχοντρο	=	ξινόχοντρος
ξινόχοντροι	=	ξινόχοντρος
ξινόχοντρος	noun	χαρακτηρισμός τραχανά, ο οποίος φτιάχνεται από ξινισμένο γάλα και σιτάρι.
ξινόχοντρου	=	ξινόχοντρος
ξινόχοντρους	=	ξινόχοντρος
ξινόχοντρων	=	ξινόχοντρος
ξινών	adj	γενική πληθυντικού του ξινός
ξιπάζεσαι	=	ξιπάζομαι
ξιπάζεστε	=	ξιπάζομαι
ξιπάζεται	=	ξιπάζομαι
ξιπάζομαι	verb	τρομάζω, ξαφνιάζομαι
ξιπάζονται	=	ξιπάζομαι
ξιπάζονταν	=	ξιπάζομαι
ξιπάζου	=	ξιπάζομαι
ξιπάζω	verb|rare	φοβίζω, ξαφνιάζω
ξιπάσματα	=	ξίπασμα
ξιπάσματος	=	ξίπασμα
ξιπάσου	=	ξιπάζομαι
ξιπάστηκα	=	ξιπάζομαι
ξιπάστηκαν	=	ξιπάζομαι
ξιπάστηκε	=	ξιπάζομαι
ξιπάστηκες	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόμασταν	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόμαστε	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόμουν	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόμουνα	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόντουσαν	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόσασταν	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόσαστε	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόσουν	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόσουνα	=	ξιπάζομαι
ξιπαζόταν	=	ξιπάζομαι
ξιπαζότανε	=	ξιπάζομαι
ξιπασιά	noun	η πολύ μεγάλη ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του
ξιπασιάρα	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρας	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρες	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρη	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρηδες	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρηδων	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρης	adj	που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
ξιπασιάρικα	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρικο	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρικου	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάρικων	=	ξιπασιάρης
ξιπασιάς	noun	γενική ενικού του ξιπασιά
ξιπασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιπασιά
ξιπασιών	=	ξιπασιά
ξιπασμάτων	=	ξίπασμα
ξιπασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιπασμένο
ξιπασμένε	adj	κλητική ενικού του ξιπασμένος
ξιπασμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιπασμένη
ξιπασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξιπασμένος
ξιπασμένης	adj	γενική ενικού του ξιπασμένη
ξιπασμένο	adj	αιτιατική ενικού του ξιπασμένος
ξιπασμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξιπασμένος
ξιπασμένος	verb	που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
ξιπασμένου	verb	γενική ενικού του ξιπασμένος
ξιπασμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξιπασμένος
ξιπασμένων	adj	γενική πληθυντικού του ξιπασμένος
ξιπαστήκαμε	=	ξιπάζομαι
ξιπαστήκαν	=	ξιπάζομαι
ξιπαστήκανε	=	ξιπάζομαι
ξιπαστήκατε	=	ξιπάζομαι
ξιπαστεί	=	ξιπάζομαι
ξιπαστείτε	=	ξιπάζομαι
ξιπολησιά	noun	παρωχημένη γραφή του ξυπολυσιά
ξιπολησιάς	=	ξιπολησιά
ξιπολησιές	=	ξιπολησιά
ξιπολησιών	=	ξιπολησιά
ξιπολιέμαι	verb|vulgar	άλλη γραφή του ξυπολιέμαι
ξιπόλητα	=	ξιπόλητος
ξιπόλητε	=	ξιπόλητος
ξιπόλητες	=	ξιπόλητος
ξιπόλητη	=	ξιπόλητος
ξιπόλητης	=	ξιπόλητος
ξιπόλητο	=	ξιπόλητος
ξιπόλητοι	=	ξιπόλητος
ξιπόλητος	adj|dated	άλλη γραφή του ξυπόλυτος
ξιπόλητου	=	ξιπόλητος
ξιπόλητους	=	ξιπόλητος
ξιπόλητων	=	ξιπόλητος
ξιφήρες	=	ξιφήρης
ξιφήρης	adj	οπλισμένος με ένα ξίφος
ξιφία	=	ξιφίας
ξιφίας	noun	το ψάρι που η ιδιαίτερα επιμήκης επέκταση της άνω σιαγόνας του μοιάζει με ξίφος και που η επιστημονική ονομασία του είναι Xiphias gladius, το μοναδικό μέλος της οικογένειας των ξιφιιδών
ξιφίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφίδιο
ξιφίδιο	noun|formal	υποκοριστικό του ξίφος, μικρό ξίφος
ξιφίδιου	=	ξιφίδιο
ξιφίδιων	=	ξιφίδιο
ξιφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφίας
ξιφασκία	noun	άθλημα μεταξύ δύο ξιφομάχων σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο· στη διάρκεια του αγώνα οι αθλητές φορούν μάσκα, λευκή στολή και ειδικά γάντια και προσπαθούν να αγγίξουν με το ξίφος το σώμα του αντιπάλου
ξιφασκίας	noun	γενική ενικού του ξιφασκία
ξιφασκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφασκία
ξιφασκιών	noun	γενική πληθυντικού του ξιφασκία
ξιφηφόρα	=	ξιφηφόρος
ξιφηφόρε	=	ξιφηφόρος
ξιφηφόρο	=	ξιφηφόρος
ξιφηφόροι	=	ξιφηφόρος
ξιφηφόρος	adj	άλλη μορφή του ξιφοφόρος
ξιφηφόρου	=	ξιφηφόρος
ξιφηφόρους	=	ξιφηφόρος
ξιφηφόρων	=	ξιφηφόρος
ξιφιέ	noun	κλητική ενικού του ξιφιός
ξιφιδίου	=	ξιφίδιο
ξιφιδίων	=	ξιφίδιο
ξιφιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξιφιός
ξιφιού	noun	γενική ενικού του ξιφιός
ξιφιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξιφιός
ξιφισμέ	=	ξιφισμός
ξιφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξιφισμός
ξιφισμού	=	ξιφισμός
ξιφισμούς	=	ξιφισμός
ξιφισμό	=	ξιφισμός
ξιφισμός	noun	χτύπημα με ένα ξίφος
ξιφισμών	=	ξιφισμός
ξιφιό	noun	αιτιατική ενικού του ξιφιός
ξιφιός	noun	άλλη ονομασία του ξιφία
ξιφιών	noun	γενική πληθυντικού του ξιφιός
ξιφοειδές	=	ξιφοειδής
ξιφοειδή	=	ξιφοειδής
ξιφοειδής	adj	που έχει το σχήμα ξίφους
ξιφοειδείς	=	ξιφοειδής
ξιφοειδούς	=	ξιφοειδής
ξιφοειδών	=	ξιφοειδής
ξιφοθήκες	=	ξιφοθήκη
ξιφοθήκη	noun	θήκη, κολεός ξίφους, κοινώς θηκάρι ή φηκάρι
ξιφοθήκης	=	ξιφοθήκη
ξιφοθηκών	=	ξιφοθήκη
ξιφολογχών	=	ξιφολόγχη
ξιφολόγχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφολόγχη
ξιφολόγχη	noun	μικρό ξίφος που προσαρμόζεται πάνω ή κάτω από την κάννη ενός τουφεκιού πριν από μια έφοδο ή μάχη σώμα με σώμα
ξιφολόγχης	=	ξιφολόγχη
ξιφομάχε	noun	κλητική ενικού του ξιφομάχος
ξιφομάχει	=	ξιφομαχώ
ξιφομάχησα	=	ξιφομαχώ
ξιφομάχησαν	=	ξιφομαχώ
ξιφομάχησε	=	ξιφομαχώ
ξιφομάχησες	=	ξιφομαχώ
ξιφομάχο	noun	αιτιατική ενικού του ξιφομάχος
ξιφομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξιφομάχος
ξιφομάχος	noun	που ασκεί το άθλημα της ξιφασκίας
ξιφομάχου	noun	γενική ενικού του ξιφομάχος
ξιφομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξιφομάχος
ξιφομάχων	noun	γενική πληθυντικού του ξιφομάχος
ξιφομαχήσαμε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχήσαν	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχήσανε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχήσατε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχήσει	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχήστε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχία	noun	μονομαχία δύο ξιφομάχων ή μάχη μεταξύ ξιφομάχων
ξιφομαχίας	noun	γενική ενικού του ξιφομαχία
ξιφομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφομαχία
ξιφομαχεί	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχείς	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχείτε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του ξιφομαχία
ξιφομαχούμε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούν	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούνε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσα	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσαμε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσαν	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσανε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσατε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσε	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχούσες	=	ξιφομαχώ
ξιφομαχώ	verb	δίνω μάχη με ξίφος
ξιφομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξιφομαχώ
ξιφοπαράγαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφοπαράγαδο
ξιφοποιέ	=	ξιφοποιός
ξιφοποιοί	=	ξιφοποιός
ξιφοποιού	=	ξιφοποιός
ξιφοποιούς	=	ξιφοποιός
ξιφοποιό	=	ξιφοποιός
ξιφοποιός	noun	κατασκευαστής ξιφών
ξιφοποιών	=	ξιφοποιός
ξιφουλκήσαμε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκήσαν	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκήσανε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκήσατε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκήσει	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξιφούλκηση
ξιφουλκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ξιφούλκηση
ξιφουλκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ξιφούλκηση
ξιφουλκήστε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκεί	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκείς	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκείτε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούμε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούν	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούνε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσα	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσαμε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσαν	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσανε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσατε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσε	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκούσες	=	ξιφουλκώ
ξιφουλκώ	verb	τραβάω το ξίφος από τη θέση του, απειλώ
ξιφουλκώντας	=	ξιφουλκώ
ξιφοφόρα	=	ξιφοφόρος
ξιφοφόρε	=	ξιφοφόρος
ξιφοφόρο	=	ξιφοφόρος
ξιφοφόροι	=	ξιφοφόρος
ξιφοφόρος	noun	το ψάρι Xiphophorus hellerii	adj	που φέρει ξίφος, που είναι οπλισμένος με ξίφος
ξιφοφόρου	=	ξιφοφόρος
ξιφοφόρους	=	ξιφοφόρος
ξιφοφόρων	=	ξιφοφόρος
ξιφούλκει	=	ξιφουλκώ
ξιφούλκησα	=	ξιφουλκώ
ξιφούλκησαν	=	ξιφουλκώ
ξιφούλκησε	=	ξιφουλκώ
ξιφούλκησες	=	ξιφουλκώ
ξιφούλκηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξιφουλκώ
ξιφούλκησης	noun	γενική ενικού του ξιφούλκηση
ξιφών	=	ξίφος
ξο	noun	χρυσό, με την έννοια του αγαπημένου ή αγαπητού
ξοάνου	=	ξόανο
ξοάνων	=	ξόανο
ξοδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξόδεμα
ξοδέματος	noun	γενική ενικού του ξόδεμα
ξοδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψαν	=	ξοδεύω
ξοδέψανε	=	ξοδεύω
ξοδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψεων	=	ξόδεψη
ξοδέψομε	=	ξοδεύω
ξοδέψου	=	ξοδεύω
ξοδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψουνε	=	ξοδεύω
ξοδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξοδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξόδεμα
ξοδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοδεμένο
ξοδεμένε	verb	κλητική ενικού του ξοδεμένος
ξοδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοδεμένη
ξοδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξοδεμένος
ξοδεμένης	verb	γενική ενικού του ξοδεμένη
ξοδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξοδεμένος
ξοδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξοδεμένος
ξοδεμένος	=	ξοδεύω
ξοδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξοδεμένος
ξοδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξοδεμένος
ξοδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξοδεμένος
ξοδευμένος	=	ξοδεύω
ξοδευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοδευτής
ξοδευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξοδευτής
ξοδευτήκαμε	=	ξοδεύω
ξοδευτήκαν	=	ξοδεύω
ξοδευτήκανε	=	ξοδεύω
ξοδευτήκατε	=	ξοδεύω
ξοδευτής	noun	αυτός που ξοδεύει πέρα από λογικούς περιορισμούς
ξοδευτεί	=	ξοδεύω
ξοδευτείς	=	ξοδεύω
ξοδευτείτε	=	ξοδεύω
ξοδευτούμε	=	ξοδεύω
ξοδευτούν	=	ξοδεύω
ξοδευτούνε	=	ξοδεύω
ξοδευτώ	=	ξοδεύω
ξοδευτών	noun	ξοδευτής, στη γενική του πληθυντικού
ξοδευόμασταν	=	ξοδεύω
ξοδευόμαστε	=	ξοδεύω
ξοδευόμουν	=	ξοδεύω
ξοδευόμουνα	=	ξοδεύω
ξοδευόντουσαν	=	ξοδεύω
ξοδευόσασταν	=	ξοδεύω
ξοδευόσαστε	=	ξοδεύω
ξοδευόσουν	=	ξοδεύω
ξοδευόσουνα	=	ξοδεύω
ξοδευόταν	=	ξοδεύω
ξοδευότανε	=	ξοδεύω
ξοδεύαμε	=	ξοδεύω
ξοδεύαν	=	ξοδεύω
ξοδεύανε	=	ξοδεύω
ξοδεύατε	=	ξοδεύω
ξοδεύει	=	ξοδεύω
ξοδεύεις	=	ξοδεύω
ξοδεύεσαι	=	ξοδεύω
ξοδεύεστε	=	ξοδεύω
ξοδεύεται	=	ξοδεύω
ξοδεύετε	=	ξοδεύω
ξοδεύομαι	verb	αναλώνω χρήματα σε αγορές ή άλλους σκοπούς, συνήθως με την έννοια του υπερβολικού
ξοδεύομε	=	ξοδεύω
ξοδεύονται	=	ξοδεύω
ξοδεύονταν	=	ξοδεύω
ξοδεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξοδεύω
ξοδεύου	=	ξοδεύω
ξοδεύουμε	=	ξοδεύω
ξοδεύουν	=	ξοδεύω
ξοδεύουνε	=	ξοδεύω
ξοδεύτε	=	ξοδεύω
ξοδεύτηκα	=	ξοδεύω
ξοδεύτηκαν	=	ξοδεύω
ξοδεύτηκε	=	ξοδεύω
ξοδεύτηκες	=	ξοδεύω
ξοδεύτρα	noun	αυτή που ξοδεύει πέρα από λογικούς περιορισμούς
ξοδεύτρας	=	ξοδεύτρα
ξοδεύτρες	=	ξοδεύτρα
ξοδεύω	verb	καταναλώνω αγαθό για συγκεκριμένη ανάγκη, σκοπό
ξοδιάζαμε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζαν	=	ξοδιάζω
ξοδιάζανε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζατε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζει	=	ξοδιάζω
ξοδιάζεις	=	ξοδιάζω
ξοδιάζεσαι	=	ξοδιάζω
ξοδιάζεστε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζεται	=	ξοδιάζω
ξοδιάζετε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζομαι	=	ξοδιάζω
ξοδιάζομε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζονται	=	ξοδιάζω
ξοδιάζονταν	=	ξοδιάζω
ξοδιάζοντας	=	ξοδιάζω
ξοδιάζουμε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζουν	=	ξοδιάζω
ξοδιάζουνε	=	ξοδιάζω
ξοδιάζω	verb|vulgar	ξοδεύω
ξοδιάσαμε	=	ξοδιάζω
ξοδιάσαν	=	ξοδιάζω
ξοδιάσανε	=	ξοδιάζω
ξοδιάσατε	=	ξοδιάζω
ξοδιάσει	=	ξοδιάζω
ξοδιάσεις	=	ξοδιάζω
ξοδιάσετε	=	ξοδιάζω
ξοδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξόδιασμα
ξοδιάσματος	noun	γενική ενικού του ξόδιασμα
ξοδιάσομε	=	ξοδιάζω
ξοδιάσου	=	ξοδιάζω
ξοδιάσουμε	=	ξοδιάζω
ξοδιάσουν	=	ξοδιάζω
ξοδιάσουνε	=	ξοδιάζω
ξοδιάστε	=	ξοδιάζω
ξοδιάστηκα	=	ξοδιάζω
ξοδιάστηκαν	=	ξοδιάζω
ξοδιάστηκε	=	ξοδιάζω
ξοδιάστηκες	=	ξοδιάζω
ξοδιάσω	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόμασταν	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόμαστε	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόμουν	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόμουνα	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόντουσαν	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόσασταν	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόσαστε	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόσουν	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόσουνα	=	ξοδιάζω
ξοδιαζόταν	=	ξοδιάζω
ξοδιαζότανε	=	ξοδιάζω
ξοδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξόδιασμα
ξοδιασμέ	=	ξοδιασμός
ξοδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοδιασμένο
ξοδιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξοδιασμένος
ξοδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοδιασμένη
ξοδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξοδιασμένος
ξοδιασμένης	verb	γενική ενικού του ξοδιασμένη
ξοδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξοδιασμένος
ξοδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξοδιασμένος
ξοδιασμένος	=	ξοδιάζω
ξοδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξοδιασμένος
ξοδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξοδιασμένος
ξοδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξοδιασμένος
ξοδιασμοί	=	ξοδιασμός
ξοδιασμού	=	ξοδιασμός
ξοδιασμούς	=	ξοδιασμός
ξοδιασμό	=	ξοδιασμός
ξοδιασμός	noun	το ξόδεμα
ξοδιασμών	=	ξοδιασμός
ξοδιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοδιαστής
ξοδιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξοδιαστής
ξοδιαστήκαμε	=	ξοδιάζω
ξοδιαστήκαν	=	ξοδιάζω
ξοδιαστήκανε	=	ξοδιάζω
ξοδιαστήκατε	=	ξοδιάζω
ξοδιαστής	noun	ο ξοδευτής
ξοδιαστεί	=	ξοδιάζω
ξοδιαστείς	=	ξοδιάζω
ξοδιαστείτε	=	ξοδιάζω
ξοδιαστούμε	=	ξοδιάζω
ξοδιαστούν	=	ξοδιάζω
ξοδιαστούνε	=	ξοδιάζω
ξοδιαστώ	=	ξοδιάζω
ξοδιαστών	noun	γενική πληθυντικού του ξοδιαστής
ξοδιού	=	ξόδι
ξοδιών	=	ξόδι
ξολοθρεμέ	noun	κλητική ενικού του ξολοθρεμός
ξολοθρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξολοθρεμένο
ξολοθρεμένε	verb	κλητική ενικού του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξολοθρεμένη
ξολοθρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμένης	verb	γενική ενικού του ξολοθρεμένη
ξολοθρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξολοθρεμένος
ξολοθρεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξολοθρεμός
ξολοθρεμού	noun	γενική ενικού του ξολοθρεμός
ξολοθρεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξολοθρεμός
ξολοθρεμό	noun	αιτιατική ενικού του ξολοθρεμός
ξολοθρεμών	noun	γενική πληθυντικού του ξολοθρεμός
ξολοθρεύω	=	εξολοθρεύω
ξομολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομολόγηση
ξομολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ξομολόγηση
ξομολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομολογημένο
ξομολογημένε	verb	κλητική ενικού του ξομολογημένος
ξομολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομολογημένη
ξομολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξομολογημένος
ξομολογημένης	verb	γενική ενικού του ξομολογημένη
ξομολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξομολογημένος
ξομολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξομολογημένος
ξομολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξομολογημένος
ξομολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξομολογημένος
ξομολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξομολογημένος
ξομολογητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομολογητής
ξομολογητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξομολογητής
ξομολογητής	=	εξομολογητής
ξομολογητών	noun	γενική πληθυντικού του ξομολογητής
ξομολογιέμαι	verb	εξομολογούμαι
ξομολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξομολογάω / ξομολογώ
ξομολόγε	noun	κλητική ενικού του ξομολόγος
ξομολόγηση	noun|vulgar	άλλη μορφή του εξομολόγηση
ξομολόγησης	noun	γενική ενικού του ξομολόγηση
ξομολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ξομολόγος
ξομολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξομολόγος
ξομολόγου	noun	γενική ενικού του ξομολόγος
ξομολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξομολόγος
ξομολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ξομολόγος
ξομπλιάζαμε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζαν	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζανε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζατε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζει	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζεις	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζετε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζοντας	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζουμε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζουν	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζουνε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάζω	verb	διακοσμώ, στολίζω (συνήθως σε κέντημα)
ξομπλιάσαμε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάσαν	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάσανε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάσατε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάσει	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξόμπλιασμα
ξομπλιάσματος	noun	γενική ενικού του ξόμπλιασμα
ξομπλιάστε	=	ξομπλιάζω
ξομπλιάστρα	noun	αυτή που κεντάει
ξομπλιάστρας	noun	γενική ενικού του ξομπλιάστρα
ξομπλιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιάστρα
ξομπλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξόμπλιασμα
ξομπλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιασμένο
ξομπλιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξομπλιασμένος
ξομπλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιασμένη
ξομπλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξομπλιασμένος
ξομπλιασμένης	verb	γενική ενικού του ξομπλιασμένη
ξομπλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξομπλιασμένος
ξομπλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιασμένος
ξομπλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξομπλιασμένος
ξομπλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξομπλιασμένος
ξομπλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξομπλιασμένος
ξομπλιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιαστό	adv	με ξόμπλια
ξομπλιαστέ	adj	κλητική ενικού του ξομπλιαστός
ξομπλιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιαστή
ξομπλιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξομπλιαστός
ξομπλιαστής	adj	γενική ενικού του ξομπλιαστή
ξομπλιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξομπλιαστός
ξομπλιαστού	adj	γενική ενικού του ξομπλιαστός
ξομπλιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξομπλιαστός
ξομπλιαστό	adj	αιτιατική ενικού του ξομπλιαστός
ξομπλιαστός	adj	στολισμένος, κεντημένος
ξομπλιαστών	adj	γενική πληθυντικού του ξομπλιαστός
ξομπλιού	=	ξόμπλι
ξομπλιών	=	ξόμπλι
ξοπίσω	adv|vulgar	πίσω
ξορκίζαμε	=	ξορκίζω
ξορκίζαν	=	ξορκίζω
ξορκίζανε	=	ξορκίζω
ξορκίζατε	=	ξορκίζω
ξορκίζει	=	ξορκίζω
ξορκίζεις	=	ξορκίζω
ξορκίζετε	=	ξορκίζω
ξορκίζοντας	=	ξορκίζω
ξορκίζουμε	=	ξορκίζω
ξορκίζουν	=	ξορκίζω
ξορκίζουνε	=	ξορκίζω
ξορκίζω	verb	διώχνω ένα κακό πνεύμα
ξορκίσαμε	=	ξορκίζω
ξορκίσαν	=	ξορκίζω
ξορκίσανε	=	ξορκίζω
ξορκίσατε	=	ξορκίζω
ξορκίσει	=	ξορκίζω
ξορκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξόρκισμα
ξορκίσματος	noun	γενική ενικού του ξόρκισμα
ξορκίστε	=	ξορκίζω
ξορκίστρα	noun	άλλη μορφή του εξορκίστρια
ξορκίστρας	=	ξορκίστρα
ξορκίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξορκίστρα
ξορκιού	=	ξόρκι
ξορκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξόρκισμα
ξορκισμέ	noun	κλητική ενικού του ξορκισμός
ξορκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξορκισμένο
ξορκισμένε	verb	κλητική ενικού του ξορκισμένος
ξορκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξορκισμένη
ξορκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξορκισμένος
ξορκισμένης	verb	γενική ενικού του ξορκισμένη
ξορκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξορκισμένος
ξορκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξορκισμένος
ξορκισμένος	verb	άλλη γραφή του εξορκισμένος, που τον έχουν ξορκίσει	noun	ο Σατανάς, ο εξαποδώ, ο διάβολος
ξορκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξορκισμένος
ξορκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξορκισμένος
ξορκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξορκισμένος
ξορκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξορκισμός
ξορκισμού	noun	γενική ενικού του ξορκισμός
ξορκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξορκισμός
ξορκισμό	noun	αιτιατική ενικού του ξορκισμός
ξορκισμός	noun	άλλη μορφή του εξορκισμός
ξορκισμών	noun	γενική πληθυντικού του ξορκισμός
ξορκιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξορκιστής
ξορκιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξορκιστής
ξορκιστής	noun|vulgar	άλλη μορφή του εξορκιστής
ξορκιστών	noun	γενική πληθυντικού του ξορκιστής
ξορκιών	=	ξόρκι
ξου	intj	χρησιμοποιείται (συνήθως διπλό) για να διώξουμε κάποιον, άνθρωπο (αγενές) ή ζώο
ξουράφι	=	ξυράφι
ξουράφια	=	ξυράφι
ξουραφιού	=	ξυράφι
ξουραφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξουραφισμένο
ξουραφισμένε	verb	κλητική ενικού του ξουραφισμένος
ξουραφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξουραφισμένη
ξουραφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξουραφισμένος
ξουραφισμένης	verb	γενική ενικού του ξουραφισμένη
ξουραφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξουραφισμένος
ξουραφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξουραφισμένος
ξουραφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξουραφισμένος
ξουραφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξουραφισμένος
ξουραφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξουραφισμένος
ξουραφιών	=	ξυράφι
ξουτ	intj	χρησιμοποιείται για να διώξουμε κάποιον άνθρωπο (θεωρείται αγενές) ή ζώο
ξοφλάω	verb	ξεπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα χρέος, χρηματικό ή μη, εξοφλώ
ξοφλήματα	=	ξόφλημα
ξοφλήματος	=	ξόφλημα
ξοφλημάτων	=	ξόφλημα
ξοφλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοφλημένο
ξοφλημένε	verb	κλητική ενικού του ξοφλημένος
ξοφλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξοφλημένη
ξοφλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξοφλημένος
ξοφλημένης	verb	γενική ενικού του ξοφλημένη
ξοφλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξοφλημένος
ξοφλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξοφλημένος
ξοφλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξοφλημένος
ξοφλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξοφλημένος
ξοφλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξοφλημένος
ξοφλώ	=	εξοφλώ
ξούρα	=	ξούρας
ξούρας	noun	ψεύτης
ξούρε	=	ξούρος
ξούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξούρα
ξούρο	=	ξούρος
ξούροι	=	ξούρος
ξούρος	noun	ψυχρός άνεμος, που «ξυρίζει» / «ξουρίζει»
ξούρου	=	ξούρος
ξούρους	=	ξούρος
ξούρων	=	ξούρος
ξούτσκια	=	ξούτσκος
ξούτσκο	=	ξούτσκος
ξούτσκος	adj	χρυσούτσικος, με την έννοια του μικρού αγαπημένου ή μικρού αγαπητού
ξυ	noun	άλλη γραφή του ξι
ξυγκιού	=	ξύγκι
ξυγκιών	=	ξύγκι
ξυδιού	=	ξύδι
ξυδιών	=	ξύδι
ξυθήκαμε	=	ξύνω
ξυθήκαν	=	ξύνω
ξυθήκανε	=	ξύνω
ξυθήκατε	=	ξύνω
ξυθεί	=	ξύνω
ξυθείς	=	ξύνω
ξυθείτε	=	ξύνω
ξυθούμε	=	ξύνω
ξυθούν	=	ξύνω
ξυθούνε	=	ξύνω
ξυθώ	=	ξύνομαι
ξυλά	=	ξυλάς
ξυλάγγουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλάγγουρο
ξυλάγγουρο	noun	ποικιλία αγγουριού, καρπός της ξυλαγγουριάς
ξυλάγγουρου	noun	γενική ενικού του ξυλάγγουρο
ξυλάγγουρων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλάγγουρο
ξυλάδες	=	ξυλάς
ξυλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλάδικο
ξυλάδικο	noun	το ξυλουργείο
ξυλάδικου	noun	γενική ενικού του ξυλάδικο
ξυλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλάδικο
ξυλάδων	=	ξυλάς
ξυλάκι	=	ξυλαράκι
ξυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλάκι
ξυλάλευρα	=	ξυλάλευρο
ξυλάλευρο	noun	πολύ λεπτή σκόνη που παράγεται από τη συντριβή ξύλων.
ξυλάλευρου	=	ξυλάλευρο
ξυλάλευρων	=	ξυλάλευρο
ξυλάνθρακα	=	ξυλάνθρακας
ξυλάνθρακας	noun	o άνθρακας που προέρχεται από την ατελή καύση ξύλων
ξυλάνθρακες	=	ξυλάνθρακας
ξυλάρα	=	ξυλάρας
ξυλάρας	noun|vulgar	που έχει μακριά πόδια
ξυλάρες	=	ξυλάρας
ξυλάρμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλάρμενο, ουδέτερο του ξυλάρμενος
ξυλάρμενε	adj	κλητική ενικού του ξυλάρμενος
ξυλάρμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλάρμενη, θηλυκό του ξυλάρμενος
ξυλάρμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλάρμενος
ξυλάρμενης	adj	γενική ενικού του ξυλάρμενη, θηλυκό του ξυλάρμενος
ξυλάρμενο	adj	αιτιατική ενικού του ξυλάρμενος
ξυλάρμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλάρμενος
ξυλάρμενος	adj	αυτός που πλέει στη θάλασσα με μαζεμένα τα πανιά
ξυλάρμενου	adj	γενική ενικού του ξυλάρμενος
ξυλάρμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλάρμενος
ξυλάρμενων	adj	γενική πληθυντικού του ξυλάρμενος
ξυλάρων	=	ξυλάρας
ξυλάς	noun	αυτός που πουλάει ξύλα
ξυλέμπορα	=	ξυλέμπορας
ξυλέμπορας	noun|vulgar	ο ξυλέμπορος
ξυλέμπορε	noun	κλητική ενικού του ξυλέμπορος
ξυλέμπορες	=	ξυλέμπορας
ξυλέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του ξυλέμπορος
ξυλέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλέμπορος
ξυλέμπορος	noun	έμπορος ξυλείας
ξυλέμπορου	noun	γενική ενικού του ξυλέμπορος
ξυλέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλέμπορος
ξυλέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλέμπορος
ξυλένια	=	ξυλένιος
ξυλένιας	=	ξυλένιος
ξυλένιε	=	ξυλένιος
ξυλένιες	=	ξυλένιος
ξυλένιο	noun	οποιοσδήποτε από μια ομάδα τριών ισομερών αρωματικών υδρογονανθράκων, που κυκλοφορεί στο εμπόριο ως λεπτόρρευστο μείγμα με ποικίλες χρήσεις
ξυλένιοι	=	ξυλένιος
ξυλένιος	adj	ξύλινος
ξυλένιου	=	ξυλένιος
ξυλένιους	=	ξυλένιος
ξυλένιων	=	ξυλένιος
ξυλήματα	=	ξύλημα
ξυλήματος	=	ξύλημα
ξυλίζαμε	=	ξυλίζω
ξυλίζαν	=	ξυλίζω
ξυλίζανε	=	ξυλίζω
ξυλίζατε	=	ξυλίζω
ξυλίζει	=	ξυλίζω
ξυλίζεις	=	ξυλίζω
ξυλίζετε	=	ξυλίζω
ξυλίζοντας	=	ξυλίζω
ξυλίζουμε	=	ξυλίζω
ξυλίζουν	=	ξυλίζω
ξυλίζουνε	=	ξυλίζω
ξυλίζω	verb	δέρνω, χτυπώ κάποιον με ξυλιές
ξυλίκι	noun	κομματάκι ξύλου
ξυλίκια	=	ξυλίκι
ξυλίσαμε	=	ξυλίζω
ξυλίσαν	=	ξυλίζω
ξυλίσανε	=	ξυλίζω
ξυλίσατε	=	ξυλίζω
ξυλίσει	=	ξυλίζω
ξυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλισμα
ξυλίσματος	noun	γενική ενικού του ξύλισμα
ξυλίστε	=	ξυλίζω
ξυλαγγουριά	noun	ποικιλία αγγουριάς που παράγει το ξυλάγγουρο
ξυλαγγουριάς	noun	γενική ενικού του ξυλαγγουριά
ξυλαγγουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλαγγουριά
ξυλαγγουριών	=	ξυλαγγουριά
ξυλανθράκων	=	ξυλάνθρακας
ξυλαποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλαποθήκη
ξυλαποθήκη	noun	αποθήκη ξύλων, συνήθως σε στεγασμένο χώρο
ξυλαποθήκης	=	ξυλαποθήκη
ξυλαποθηκών	=	ξυλαποθήκη
ξυλαρά	=	ξυλαράς
ξυλαράδες	=	ξυλαράς
ξυλαράδων	=	ξυλαράς
ξυλαράκι	noun	υποκοριστικό του ξύλο
ξυλαράκια	=	ξυλαράκι
ξυλαράς	noun|vulgar	ο έμπορος καυσόξυλων
ξυλαρμογές	=	ξυλαρμογή
ξυλαρμογή	noun	η σύνδεση ξύλινων κομματιών
ξυλαρμογής	=	ξυλαρμογή
ξυλαρμογών	=	ξυλαρμογή
ξυλεία	noun	το ξύλο ως πρώτη ύλη για οικοδομή, έργα τέχνης, ως καύσιμο κ.λπ.
ξυλείας	noun	γενική ενικού του ξυλεία
ξυλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλεία
ξυλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμένο
ξυλεμένε	verb	κλητική ενικού του ξυλεμένος
ξυλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμένη
ξυλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλεμένος
ξυλεμένης	verb	γενική ενικού του ξυλεμένη
ξυλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυλεμένος
ξυλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμένος
ξυλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλεμένος
ξυλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυλεμένος
ξυλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλεμένος
ξυλεμπορίου	noun	γενική ενικού του ξυλεμπόριο
ξυλεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλεμπόριο
ξυλεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμπορικό
ξυλεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του ξυλεμπορικός
ξυλεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμπορική
ξυλεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλεμπορικός
ξυλεμπορικής	adj	γενική ενικού του ξυλεμπορική
ξυλεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμπορικός
ξυλεμπορικού	adj	γενική ενικού του ξυλεμπορικός
ξυλεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλεμπορικός
ξυλεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυλεμπορικός
ξυλεμπορικός	adj	σχετικός με το ξυλεμπόριο
ξυλεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυλεμπορικός
ξυλεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλεμπόριο
ξυλεμπόριο	noun	το εμπόριο ξυλείας
ξυλεμπόριου	=	ξυλεμπόριο
ξυλεμπόρου	noun	γενική ενικού του ξυλέμπορος
ξυλεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλέμπορος
ξυλεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλέμπορος
ξυλενίου	=	ξυλένιο
ξυλενίων	=	ξυλένιο
ξυλευτήκαμε	=	ξυλεύομαι
ξυλευτήκαν	=	ξυλεύομαι
ξυλευτήκανε	=	ξυλεύομαι
ξυλευτήκατε	=	ξυλεύομαι
ξυλευτεί	=	ξυλεύομαι
ξυλευτείτε	=	ξυλεύομαι
ξυλευόμασταν	=	ξυλεύομαι
ξυλευόμαστε	=	ξυλεύομαι
ξυλευόμουν	=	ξυλεύομαι
ξυλευόμουνα	=	ξυλεύομαι
ξυλευόντουσαν	=	ξυλεύομαι
ξυλευόσασταν	=	ξυλεύομαι
ξυλευόσαστε	=	ξυλεύομαι
ξυλευόσουν	=	ξυλεύομαι
ξυλευόσουνα	=	ξυλεύομαι
ξυλευόταν	=	ξυλεύομαι
ξυλευότανε	=	ξυλεύομαι
ξυλεύεσαι	=	ξυλεύομαι
ξυλεύεστε	=	ξυλεύομαι
ξυλεύεται	=	ξυλεύομαι
ξυλεύομαι	verb	κόβω ξύλα
ξυλεύονται	=	ξυλεύομαι
ξυλεύονταν	=	ξυλεύομαι
ξυλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλευση
ξυλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ξύλευση
ξυλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ξύλευση
ξυλεύσου	=	ξυλεύομαι
ξυλεύτηκα	=	ξυλεύομαι
ξυλεύτηκαν	=	ξυλεύομαι
ξυλεύτηκε	=	ξυλεύομαι
ξυλεύτηκες	=	ξυλεύομαι
ξυλημάτων	=	ξύλημα
ξυλιά	noun	χτύπημα με ένα κομμάτι ξύλου (πχ. με μια βέργα)
ξυλιάζαμε	=	ξυλιάζω
ξυλιάζαν	=	ξυλιάζω
ξυλιάζανε	=	ξυλιάζω
ξυλιάζατε	=	ξυλιάζω
ξυλιάζει	=	ξυλιάζω
ξυλιάζεις	=	ξυλιάζω
ξυλιάζετε	=	ξυλιάζω
ξυλιάζοντας	=	ξυλιάζω
ξυλιάζουμε	=	ξυλιάζω
ξυλιάζουν	=	ξυλιάζω
ξυλιάζουνε	=	ξυλιάζω
ξυλιάζω	verb	γίνομαι σαν ξύλο από την παγωνιά
ξυλιάς	noun	γενική ενικού του ξυλιά
ξυλιάσαμε	=	ξυλιάζω
ξυλιάσαν	=	ξυλιάζω
ξυλιάσανε	=	ξυλιάζω
ξυλιάσατε	=	ξυλιάζω
ξυλιάσει	=	ξυλιάζω
ξυλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλιασμα
ξυλιάσματος	noun	γενική ενικού του ξύλιασμα
ξυλιάστε	=	ξυλιάζω
ξυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλιά
ξυλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύλιασμα
ξυλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλιασμένο
ξυλιασμένε	verb	κλητική ενικού του ξυλιασμένος
ξυλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλιασμένη
ξυλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλιασμένος
ξυλιασμένης	verb	γενική ενικού του ξυλιασμένη
ξυλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυλιασμένος
ξυλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλιασμένος
ξυλιασμένος	=	ξυλιάζω
ξυλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλιασμένος
ξυλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυλιασμένος
ξυλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλιασμένος
ξυλική	noun|formal	η ξυλεία που χρειάζεται για οικοδομικές εργασίες
ξυλικιού	=	ξυλίκι
ξυλικιών	=	ξυλίκι
ξυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύλισμα
ξυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλισμένο
ξυλισμένε	verb	κλητική ενικού του ξυλισμένος
ξυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλισμένη
ξυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλισμένος
ξυλισμένης	verb	γενική ενικού του ξυλισμένη
ξυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυλισμένος
ξυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλισμένος
ξυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλισμένος
ξυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυλισμένος
ξυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλισμένος
ξυλιτολών	=	ξυλιτόλη
ξυλιτόλες	=	ξυλιτόλη
ξυλιτόλη	noun	οργανική ένωση που χρησιμοποιείται ως φυσικό υποκατάστατο ζάχαρης και υπάρχει σε πολλά φρούτα και λαχανικά
ξυλιτόλης	=	ξυλιτόλη
ξυλιών	=	ξυλιά
ξυλοβιομηχανία	noun	ο κλάδος της βιομηχανίας που ασχολείται με την κατεργασία του ξύλου
ξυλοβιομηχανίας	=	ξυλοβιομηχανία
ξυλοβιομηχανίες	=	ξυλοβιομηχανία
ξυλοβιομηχανιών	=	ξυλοβιομηχανία
ξυλογλυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογλυπτικό
ξυλογλυπτικέ	adj	κλητική ενικού του ξυλογλυπτικός
ξυλογλυπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογλυπτική
ξυλογλυπτική	noun	η γλυπτική πάνω σε ξύλο
ξυλογλυπτικής	adj	γενική ενικού του ξυλογλυπτική
ξυλογλυπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλογλυπτικός
ξυλογλυπτικού	adj	γενική ενικού του ξυλογλυπτικός
ξυλογλυπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλογλυπτικός
ξυλογλυπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυλογλυπτικός
ξυλογλυπτικός	adj	που έχει σχέση με την ξυλογλυπτική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ξυλογλυπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυλογλυπτικός
ξυλογλυπτριών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλογλύπτρια
ξυλογλυπτών	=	ξυλογλύπτης
ξυλογλυφία	noun	η ξυλογλυπτική
ξυλογλυφίας	=	ξυλογλυφία
ξυλογλυφίες	=	ξυλογλυφία
ξυλογλυφιών	=	ξυλογλυφία
ξυλογλύπτες	=	ξυλογλύπτης
ξυλογλύπτη	=	ξυλογλύπτης
ξυλογλύπτης	noun	ο τεχνίτης που σκαλίζει στο ξύλο διάφορα αντικείμενα, χρηστικά ή διακοσμητικά
ξυλογλύπτρια	noun	θηλυκό του ξυλογλύπτης
ξυλογλύπτριας	noun	γενική ενικού του ξυλογλύπτρια
ξυλογλύπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογλύπτρια
ξυλογνωσία	noun	κλάδος της δασονομίας που ασχολείται με την ανατομία των δέντρων
ξυλογνωσίας	=	ξυλογνωσία
ξυλογνωσίες	=	ξυλογνωσία
ξυλογνωσιών	=	ξυλογνωσία
ξυλογράφε	=	ξυλογράφος
ξυλογράφημα	noun	καλλιτέχνημα φτιαγμένο με την τεχνική της ξυλογραφίας
ξυλογράφο	=	ξυλογράφος
ξυλογράφοι	=	ξυλογράφος
ξυλογράφος	noun	καλλιτέχνης ειδικευμένος στην ξυλογραφία
ξυλογράφου	=	ξυλογράφος
ξυλογράφους	=	ξυλογράφος
ξυλογράφων	=	ξυλογράφος
ξυλογραφήματα	=	ξυλογράφημα
ξυλογραφήματος	=	ξυλογράφημα
ξυλογραφία	noun	τεχνική κατά την οποία χαράζεται κάποιο σχέδιο σε ξύλο και κατόπιν αναπαράγεται ή εκτυπώνεται πολλές φορές αντιγραμμένη σε χαρτί ή άλλο υλικό
ξυλογραφίας	noun	γενική ενικού του ξυλογραφία
ξυλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφία
ξυλογραφημάτων	=	ξυλογράφημα
ξυλογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφημένο
ξυλογραφημένε	verb	κλητική ενικού του ξυλογραφημένος
ξυλογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφημένη
ξυλογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλογραφημένος
ξυλογραφημένης	verb	γενική ενικού του ξυλογραφημένη
ξυλογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυλογραφημένος
ξυλογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφημένος
ξυλογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλογραφημένος
ξυλογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυλογραφημένος
ξυλογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλογραφημένος
ξυλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφικό
ξυλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ξυλογραφικός
ξυλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφική
ξυλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλογραφικός
ξυλογραφικής	adj	γενική ενικού του ξυλογραφική
ξυλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλογραφικός
ξυλογραφικού	adj	γενική ενικού του ξυλογραφικός
ξυλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλογραφικός
ξυλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυλογραφικός
ξυλογραφικός	adj	σχετικός με την ξυλογραφία
ξυλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυλογραφικός
ξυλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλογραφία
ξυλογραφώ	verb	χαράσσω σχέδιο πάνω σε ξύλο με σκοπό την εκτύπωσή του σε χαρτί
ξυλογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξυλογραφώ
ξυλοδάρτης	noun	άνθρωπος που δέρνει άλλους
ξυλοδέματα	=	ξυλόδεμα
ξυλοδέματος	=	ξυλόδεμα
ξυλοδαρμέ	noun	κλητική ενικού του ξυλοδαρμός
ξυλοδαρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοδαρμός
ξυλοδαρμού	noun	γενική ενικού του ξυλοδαρμός
ξυλοδαρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοδαρμός
ξυλοδαρμό	noun	αιτιατική ενικού του ξυλοδαρμός
ξυλοδαρμός	noun	το να ρίχνει κάποιος ξύλο σε άλλον, να τον χτυπάει, να τον δέρνει
ξυλοδαρμών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοδαρμός
ξυλοδεμάτων	=	ξυλόδεμα
ξυλοδεσιά	noun	αρχιτεκτονικό δομικό στοιχείο (σκελετός) από ξύλο, που μπαίνει ανάμεσα από λίθινες ή πλίνθινες κατασκευές και εξασφαλίζει τη συνοχή και την ανθεκτικότητα του οικοδομήματος
ξυλοδεσιάς	noun	γενική ενικού του ξυλοδεσιά
ξυλοδεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοδεσιά
ξυλοδεσιών	=	ξυλοδεσιά
ξυλοδοκέ	=	ξυλοδοκός
ξυλοδοκοί	=	ξυλοδοκός
ξυλοδοκού	=	ξυλοδοκός
ξυλοδοκούς	=	ξυλοδοκός
ξυλοδοκό	=	ξυλοδοκός
ξυλοδοκός	noun	μια ξύλινη δοκός
ξυλοδοκών	=	ξυλοδοκός
ξυλοειδές	=	ξυλοειδής
ξυλοειδή	=	ξυλοειδής
ξυλοειδής	adj	που μοιάζει με ξύλο
ξυλοειδείς	=	ξυλοειδής
ξυλοειδούς	=	ξυλοειδής
ξυλοειδών	=	ξυλοειδής
ξυλοεργός	=	ξυλουργός
ξυλοθήκες	=	ξυλοθήκη
ξυλοθήκη	noun	σκεύος στο οποίο τοποθετούνται τα ξύλα που είναι καύσιμη ύλη για τζάκια, σόμπες ή φούρνους
ξυλοθήκης	=	ξυλοθήκη
ξυλοθηκών	=	ξυλοθήκη
ξυλοθραυστών	=	ξυλοθραύστης
ξυλοθραύστες	=	ξυλοθραύστης
ξυλοθραύστη	=	ξυλοθραύστης
ξυλοθραύστης	noun	αυτός που σπάζει ξύλα
ξυλοκάρβουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκάρβουνο
ξυλοκάρβουνο	noun	ο ξυλάνθρακας
ξυλοκάρβουνου	noun	γενική ενικού του ξυλοκάρβουνο
ξυλοκάρβουνων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοκάρβουνο
ξυλοκάρφι	noun	το ξυλόκαρφο
ξυλοκάρφια	=	ξυλοκάρφι
ξυλοκέρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκέρατο
ξυλοκέρατο	noun	το χαρούπι
ξυλοκέρατου	noun	γενική ενικού του ξυλοκέρατο
ξυλοκέρατων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοκέρατο
ξυλοκαρφιού	=	ξυλοκάρφι
ξυλοκαρφιών	=	ξυλοκάρφι
ξυλοκατασκευές	=	ξυλοκατασκευή
ξυλοκατασκευή	noun	κατασκευή (συνήθως οικοδομική) από ξύλο
ξυλοκατασκευής	=	ξυλοκατασκευή
ξυλοκατασκευών	=	ξυλοκατασκευή
ξυλοκερατιά	noun	η χαρουπιά
ξυλοκερατιάς	noun	γενική ενικού του ξυλοκερατιά
ξυλοκερατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκερατιά
ξυλοκερατιών	=	ξυλοκερατιά
ξυλοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκόπημα
ξυλοκοπήματος	noun	γενική ενικού του ξυλοκόπημα
ξυλοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοκόπημα
ξυλοκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκοπημένο
ξυλοκοπημένε	verb	κλητική ενικού του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκοπημένη
ξυλοκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπημένης	verb	γενική ενικού του ξυλοκοπημένη
ξυλοκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλοκοπημένος
ξυλοκοπώ	verb	χτυπώ κάποιον ασταμάτητα
ξυλοκρέβατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκρέβατο
ξυλοκρέβατο	noun	ξύλινο κρεβάτι
ξυλοκρέβατου	noun	γενική ενικού του ξυλοκρέβατο
ξυλοκρέβατων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοκρέβατο
ξυλοκόπε	noun	κλητική ενικού του ξυλοκόπος
ξυλοκόπημα	noun	το άγριο και ασταμάτητο χτύπημα
ξυλοκόπο	noun	αιτιατική ενικού του ξυλοκόπος
ξυλοκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοκόπος
ξυλοκόπος	noun	αυτός που κόβει δέντρα για την ξυλεία τους
ξυλοκόπου	noun	γενική ενικού του ξυλοκόπος
ξυλοκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοκόπος
ξυλοκόπων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοκόπος
ξυλολέβητα	=	ξυλολέβητας
ξυλολέβητας	noun	λέβητας, μέσα στον οποίο καίγεται ξύλο, προκειμένου να παραχθεί ζεστό νερό που χρειάζεται σε κάποιο κύκλωμα θέρμανσης
ξυλολέβητες	=	ξυλολέβητας
ξυλολίου	=	ξυλόλιο
ξυλολίων	=	ξυλόλιο
ξυλολεβήτων	=	ξυλολέβητας
ξυλομέτρου	=	ξυλόμετρο
ξυλομέτρων	=	ξυλόμετρο
ξυλομετρία	noun	η μέτρηση του όγκου των ξύλων
ξυλομετρίας	=	ξυλομετρία
ξυλομετρίες	=	ξυλομετρία
ξυλομετριών	=	ξυλομετρία
ξυλομπογιά	noun	χρωματιστό ξύλινο μολύβι για ζωγραφική
ξυλομπογιάς	noun	γενική ενικού του ξυλομπογιά
ξυλομπογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλομπογιά
ξυλομπογιών	=	ξυλομπογιά
ξυλοναυπηγικές	=	ξυλοναυπηγική
ξυλοναυπηγική	noun	η κατασκευή πλοίων με τη χρήση ξύλου
ξυλοναυπηγικής	=	ξυλοναυπηγική
ξυλοναυπηγικών	=	ξυλοναυπηγική
ξυλοπάπουτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοπάπουτσο
ξυλοπάπουτσο	noun	ξύλινο παπούτσι
ξυλοπάπουτσου	noun	γενική ενικού του ξυλοπάπουτσο
ξυλοπάπουτσων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοπάπουτσο
ξυλοπέδιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοπέδιλο
ξυλοπέδιλο	noun	ξύλινο πέδιλο
ξυλοπέδιλου	noun	γενική ενικού του ξυλοπέδιλο
ξυλοπέδιλων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοπέδιλο
ξυλοπισσών	=	ξυλόπισσα
ξυλοπνευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόπνευμα
ξυλοπνεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόπνευμα
ξυλοπνεύματος	noun	γενική ενικού του ξυλόπνευμα
ξυλοποικιλτικές	=	ξυλοποικιλτική
ξυλοποικιλτική	noun	η τέχνη του σκαλίσματος διακοσμητικών μοτίβων σε ξύλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλοποικιλτικός
ξυλοποικιλτικής	=	ξυλοποικιλτική
ξυλοποικιλτικών	=	ξυλοποικιλτική
ξυλοπολτέ	noun	κλητική ενικού του ξυλοπολτός
ξυλοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοπολτός
ξυλοπολτού	noun	γενική ενικού του ξυλοπολτός
ξυλοπολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοπολτός
ξυλοπολτό	noun	αιτιατική ενικού του ξυλοπολτός
ξυλοπολτός	noun	πολτός ή μείγμα από ξύλο (ή από υλικό που μοιάζει με ξύλο)
ξυλοπολτών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοπολτός
ξυλοπόδαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοπόδαρο
ξυλοπόδαρε	adj	κλητική ενικού του ξυλοπόδαρος
ξυλοπόδαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοπόδαρη
ξυλοπόδαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλοπόδαρος
ξυλοπόδαρης	adj	γενική ενικού του ξυλοπόδαρη
ξυλοπόδαρο	noun	ξύλινο ομοίωμα ποδιού
ξυλοπόδαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοπόδαρος
ξυλοπόδαρος	adj	που βαδίζει πάνω σε ξυλοπόδαρα
ξυλοπόδαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλοπόδαρος
ξυλοπόδαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοπόδαρος
ξυλοπόδαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλοπόδαρος
ξυλοσκέπαστα	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστε	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστες	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστη	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστης	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστο	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστοι	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστος	adj	καλυμμένος με στρώση από ξύλα
ξυλοσκέπαστου	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστους	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκέπαστων	=	ξυλοσκέπαστος
ξυλοσκίστες	=	ξυλοσκίστης
ξυλοσκίστη	=	ξυλοσκίστης
ξυλοσκίστης	noun|figurative	άλλη μορφή του ξυλοσχίστης
ξυλοσκεπές	=	ξυλοσκεπή
ξυλοσκεπή	noun	ξύλινη σκεπή
ξυλοσκεπής	=	ξυλοσκεπή
ξυλοσκεπών	=	ξυλοσκεπή
ξυλοσκιστών	=	ξυλοσκίστης
ξυλοσομπών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόσομπα
ξυλοσοφία	noun	η δοκησισοφία
ξυλοσοφίας	=	ξυλοσοφία
ξυλοσοφίες	=	ξυλοσοφία
ξυλοσοφιών	=	ξυλοσοφία
ξυλοστάτες	=	ξυλοστάτης
ξυλοστάτη	=	ξυλοστάτης
ξυλοστάτης	noun	δοκάρι που υποστηρίζει κάποια κατασκευή
ξυλοστατών	=	ξυλοστάτης
ξυλοστεγές	=	ξυλοστεγής
ξυλοστεγή	=	ξυλοστεγής
ξυλοστεγής	adj	που έχει ξύλινη στέγη (ξυλοσκεπή) ή ταβάνι από ξύλο
ξυλοστεγείς	=	ξυλοστεγής
ξυλοστεγούς	=	ξυλοστεγής
ξυλοστεγών	=	ξυλοστεγής
ξυλοστρώσεις	=	ξυλόστρωση
ξυλοστρώσεων	=	ξυλόστρωση
ξυλοσφυρών	=	ξυλόσφυρα
ξυλοσχίστες	=	ξυλοσχίστης
ξυλοσχίστη	=	ξυλοσχίστης
ξυλοσχίστης	noun	κάποιος που σχίζει / κόβει ξύλα
ξυλοσχιστών	=	ξυλοσχίστης
ξυλοσόφου	noun	γενική ενικού του ξυλόσοφος
ξυλοσόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλόσοφος
ξυλοσόφων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόσοφος
ξυλοτορνεύσεις	=	ξυλοτόρνευση
ξυλοτορνεύσεων	=	ξυλοτόρνευση
ξυλοτυπία	noun	η ξυλογραφία· η εγχάραξη στο ξύλο με σκοπό την εκτύπωση σε άλλο υλικό, συνήθως χαρτί
ξυλοτυπίας	noun	γενική ενικού του ξυλοτυπία
ξυλοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοτυπία
ξυλοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοτυπία
ξυλοτόρνευση	noun	η τόρνευση ξύλου
ξυλοτόρνευσης	=	ξυλοτόρνευση
ξυλουργέ	noun	κλητική ενικού του ξυλουργός
ξυλουργία	noun	η τέχνη της κατεργασίας του ξύλου, η τέχνη του ξυλουργού
ξυλουργίας	noun	γενική ενικού του ξυλουργία
ξυλουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλουργία
ξυλουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλουργείο
ξυλουργείο	noun	το εργαστήριο στο οποίο κατεργαζόμαστε ή επεξεργαζόμαστε ξύλα
ξυλουργείου	noun	γενική ενικού του ξυλουργείο
ξυλουργείων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλουργείο
ξυλουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλουργικό
ξυλουργικέ	adj	κλητική ενικού του ξυλουργικός
ξυλουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλουργική
ξυλουργική	noun	η τέχνη της κατεργασίας του ξύλου, η τέχνη του ξυλουργού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλουργικός
ξυλουργικής	adj	γενική ενικού του ξυλουργική
ξυλουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλουργικός
ξυλουργικού	adj	γενική ενικού του ξυλουργικός
ξυλουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλουργικός
ξυλουργικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυλουργικός
ξυλουργικός	adj	που έχει σχέση με την ξυλουργία ή τον ξυλουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά
ξυλουργικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυλουργικός
ξυλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλουργία
ξυλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλουργός
ξυλουργού	noun	γενική ενικού του ξυλουργός
ξυλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλουργός
ξυλουργό	noun	αιτιατική ενικού του ξυλουργός
ξυλουργός	noun	τεχνίτης ειδικός στην κατεργασία του ξύλου
ξυλουργώ	verb|formal	κατεργάζομαι ή επεξεργάζομαι το ξύλο
ξυλουργών	noun	γενική πληθυντικού του ξυλουργός
ξυλουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ξυλουργώ
ξυλοφάγα	=	ξυλοφάγος
ξυλοφάγας	=	ξυλοφάγος
ξυλοφάγε	noun	κλητική ενικού του ξυλοφάγος
ξυλοφάγες	=	ξυλοφάγος
ξυλοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του ξυλοφάγος
ξυλοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοφάγος
ξυλοφάγος	adj	για έντομα ή άλλους οργανισμούς που τρώνε ξύλο
ξυλοφάγου	noun	γενική ενικού του ξυλοφάγος
ξυλοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοφάγος
ξυλοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοφάγος
ξυλοφορτωθήκαμε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωθήκαν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωθήκανε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωθήκατε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωθεί	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωθείτε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλοφόρτωμα
ξυλοφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοφορτωμένο
ξυλοφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοφορτωμένη
ξυλοφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωμένης	verb	γενική ενικού του ξυλοφορτωμένη
ξυλοφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωμένος	verb	που τον έχουν ξυλοφορτώσει.
ξυλοφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλοφορτωμένος
ξυλοφορτωνόμασταν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόμαστε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόμουν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόμουνα	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόντουσαν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόσασταν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόσαστε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόσουν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόσουνα	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνόταν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτωνότανε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώθηκα	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώθηκαν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώθηκε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώθηκες	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοφόρτωμα
ξυλοφορτώματος	noun	γενική ενικού του ξυλοφόρτωμα
ξυλοφορτώναμε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώναν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνανε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνατε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνει	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνεις	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνεσαι	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνεστε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνεται	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνετε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνονται	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνονταν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνοντας	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνουμε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνουν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνουνε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώνω	verb	χτυπώ κάποιον ασταμάτητα
ξυλοφορτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσαν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσανε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσου	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφορτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωμα	noun	το άγριο και ασταμάτητο χτύπημα
ξυλοφόρτωνα	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωναν	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωνε	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωνες	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυλοφορτώνω
ξυλοφόρωσα	=	ξυλοφορτώνω
ξυλοφώνου	=	ξυλόφωνο
ξυλοφώνων	=	ξυλόφωνο
ξυλοχρωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοχρωστικό
ξυλοχρωστικέ	adj	κλητική ενικού του ξυλοχρωστικός
ξυλοχρωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλοχρωστική
ξυλοχρωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλοχρωστικός
ξυλοχρωστικής	adj	γενική ενικού του ξυλοχρωστική
ξυλοχρωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλοχρωστικός
ξυλοχρωστικού	adj	γενική ενικού του ξυλοχρωστικός
ξυλοχρωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλοχρωστικός
ξυλοχρωστικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυλοχρωστικός
ξυλοχρωστικός	adj	που χρωματίζει το ξύλο
ξυλοχρωστικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυλοχρωστικός
ξυλωδών	=	ξυλώδης
ξυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύλωμα
ξυλωσιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ξύλωση
ξυλωσιάς	=	ξυλωσιά
ξυλωσιές	=	ξυλωσιά
ξυλωσιών	=	ξυλωσιά
ξυλόβεργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόβεργα
ξυλόβιδα	noun	ξύλινη βίδα
ξυλόβιδας	noun	γενική ενικού του ξυλόβιδα
ξυλόβιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόβιδα
ξυλόβιδων	=	ξυλόβιδα
ξυλόγλυπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόγλυπτο
ξυλόγλυπτε	adj	κλητική ενικού του ξυλόγλυπτος
ξυλόγλυπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόγλυπτη
ξυλόγλυπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλόγλυπτος
ξυλόγλυπτης	adj	γενική ενικού του ξυλόγλυπτη
ξυλόγλυπτο	noun	γλυπτό σκαλισμένο σε ξύλο
ξυλόγλυπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλόγλυπτος
ξυλόγλυπτος	adj	σκαλισμένος σε ξύλο
ξυλόγλυπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλόγλυπτος
ξυλόγλυπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλόγλυπτος
ξυλόγλυπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλόγλυπτος
ξυλόδεμα	noun	η ξυλοδεσιά
ξυλόδεσμε	=	ξυλόδεσμος
ξυλόδεσμο	=	ξυλόδεσμος
ξυλόδεσμοι	=	ξυλόδεσμος
ξυλόδεσμος	noun	η συναρμογή ξύλων
ξυλόδεσμου	=	ξυλόδεσμος
ξυλόδεσμους	=	ξυλόδεσμος
ξυλόδεσμων	=	ξυλόδεσμος
ξυλόδρομε	=	ξυλόδρομος
ξυλόδρομο	=	ξυλόδρομος
ξυλόδρομοι	=	ξυλόδρομος
ξυλόδρομος	noun	δρόμος στρωμένος με ξύλα
ξυλόδρομου	=	ξυλόδρομος
ξυλόδρομους	=	ξυλόδρομος
ξυλόδρομων	=	ξυλόδρομος
ξυλόκαρφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόκαρφο
ξυλόκαρφο	noun	ξύλινο καρφί
ξυλόκαρφου	noun	γενική ενικού του ξυλόκαρφο
ξυλόκαρφων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόκαρφο
ξυλόκαστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόκαστρο
ξυλόκαστρο	noun	ξύλινος πύργος
ξυλόκαστρου	noun	γενική ενικού του ξυλόκαστρο
ξυλόκαστρων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόκαστρο
ξυλόκολλα	noun	κόλλα για τη συγκόλληση ξύλων
ξυλόκολλας	noun	γενική ενικού του ξυλόκολλα
ξυλόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόκολλα
ξυλόκοτα	noun	(λαϊκότροπο, πτηνό η μπεκάτσα
ξυλόκοτας	noun	γενική ενικού του ξυλόκοτα
ξυλόκοτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόκοτα
ξυλόλια	=	ξυλόλιο
ξυλόλιο	noun	άλλη μορφή του ξυλένιο
ξυλόλιου	=	ξυλόλιο
ξυλόλιων	=	ξυλόλιο
ξυλόμετρα	=	ξυλόμετρο
ξυλόμετρο	noun	όργανο μέτρησης του όγκου ξύλων ή δέντρων
ξυλόμετρου	=	ξυλόμετρο
ξυλόμετρων	=	ξυλόμετρο
ξυλόπισσα	noun	πυκνόρρευστο προϊόν της απόσταξης ξύλων
ξυλόπισσας	=	ξυλόπισσα
ξυλόπισσες	=	ξυλόπισσα
ξυλόπνευμα	noun	η ακαθάριστη μεθυλική αλκοόλη, που ονομάστηκε ξυλόπνευμα, επειδή απομονώθηκε για πρώτη φορά από το προϊόν της ξηράς απόσταξης ξύλου
ξυλόπροκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόπροκα
ξυλόσομπα	noun	σόμπα που καίει ξύλα
ξυλόσομπας	noun	γενική ενικού του ξυλόσομπα
ξυλόσομπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόσομπα
ξυλόσοφε	noun	κλητική ενικού του ξυλόσοφος
ξυλόσοφο	noun	αιτιατική ενικού του ξυλόσοφος
ξυλόσοφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλόσοφος
ξυλόσοφος	noun	που χωρίς να είναι φιλόσοφος τον παριστάνει
ξυλόσοφου	noun	γενική ενικού του ξυλόσοφος
ξυλόσοφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυλόσοφος
ξυλόσοφων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόσοφος
ξυλόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόσπιτο
ξυλόσπιτο	noun	ξύλινο σπίτι
ξυλόσπιτου	noun	γενική ενικού του ξυλόσπιτο
ξυλόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του ξυλόσπιτο
ξυλόστεγα	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγε	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγες	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγη	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγης	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγο	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγοι	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγος	adj	που έχει ξύλινη στέγη (ξυλοσκεπή) ή ταβάνι από ξύλο
ξυλόστεγου	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγους	=	ξυλόστεγος
ξυλόστεγων	=	ξυλόστεγος
ξυλόστρωση	noun	επένδυση από ξύλο
ξυλόστρωσης	=	ξυλόστρωση
ξυλόστρωτα	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτε	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτες	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτη	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτης	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτο	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτοι	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτος	adj	στρωμένος με ξύλο
ξυλόστρωτου	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτους	=	ξυλόστρωτος
ξυλόστρωτων	=	ξυλόστρωτος
ξυλόσφυρα	noun	ξύλινη σφύρα
ξυλόσφυρας	=	ξυλόσφυρα
ξυλόσφυρες	=	ξυλόσφυρα
ξυλόσφυρο	noun	είδος σφυριού με ξύλινη κεφαλή
ξυλόσφυρου	=	ξυλόσφυρο
ξυλόσφυρων	=	ξυλόσφυρο
ξυλότοιχε	=	ξυλότοιχος
ξυλότοιχο	=	ξυλότοιχος
ξυλότοιχοι	=	ξυλότοιχος
ξυλότοιχος	noun	τοίχος φτιαγμένος από ξύλα
ξυλότοιχου	=	ξυλότοιχος
ξυλότοιχους	=	ξυλότοιχος
ξυλότοιχων	=	ξυλότοιχος
ξυλόφουρνε	=	ξυλόφουρνος
ξυλόφουρνο	noun	αιτιατική ενικού του ξυλόφουρνος
ξυλόφουρνοι	=	ξυλόφουρνος
ξυλόφουρνος	noun	φούρνος ο οποίος φτάνει στην επιθυμητή θερμοκρασία με την καύση ξύλων
ξυλόφουρνου	=	ξυλόφουρνος
ξυλόφουρνους	=	ξυλόφουρνος
ξυλόφουρνων	=	ξυλόφουρνος
ξυλόφρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόφρακτο
ξυλόφρακτε	adj	κλητική ενικού του ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυλόφρακτη
ξυλόφρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτης	adj	γενική ενικού του ξυλόφρακτη
ξυλόφρακτο	adj	αιτιατική ενικού του ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτος	adj	που είναι (περι)φραγμένος με ξύλα
ξυλόφρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυλόφρακτος
ξυλόφρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυλόφρακτος
ξυλόφυλλα	=	ξυλόφυλλο
ξυλόφυλλο	noun	λεπτή επιφάνεια ξύλου (χρησιμοποιείται ως επένδυση)
ξυλόφυλλου	=	ξυλόφυλλο
ξυλόφυλλων	=	ξυλόφυλλο
ξυλόφωνα	=	ξυλόφωνο
ξυλόφωνο	noun	κρουστό μουσικό όργανο, αποτελούμενο από ξύλινες πλάκες ίδιου πλάτους και πάχους αλλά διαφορετικού μήκους, που παράγουν φθόγγους δύο ή και τριών μουσικών κλιμάκων με τη χρήση μπαγκετών
ξυλόφωνου	=	ξυλόφωνο
ξυλώδεις	=	ξυλώδης
ξυλώδες	=	ξυλώδης
ξυλώδη	=	ξυλώδης
ξυλώδης	adj	που έχει ίνες λιγνίνης ή υφή από ξύλο, ο λιγνινικός
ξυλώδους	=	ξυλώδης
ξυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλωμα
ξυλώματος	noun	γενική ενικού του ξύλωμα
ξυλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλωση
ξυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ξύλωση
ξυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ξύλωση
ξυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυμένο
ξυμένε	verb	κλητική ενικού του ξυμένος
ξυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυμένη
ξυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυμένος
ξυμένης	verb	γενική ενικού του ξυμένη
ξυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυμένος
ξυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυμένος
ξυμένος	=	ξύνω
ξυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυμένος
ξυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυμένος
ξυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυμένος
ξυνά	=	ξυνός
ξυνέ	=	ξυνός
ξυνές	=	ξυνός
ξυνή	=	ξυνός
ξυνής	=	ξυνός
ξυνοί	=	ξυνός
ξυνογάλατα	=	ξυνόγαλα
ξυνογάλατος	=	ξυνόγαλα
ξυνογαλάτων	=	ξυνόγαλα
ξυνομυζήθρα	noun	παρωχημένη γραφή του ξινομυζήθρα
ξυνομυζήθρας	=	ξυνομυζήθρα
ξυνομυζήθρες	=	ξυνομυζήθρα
ξυνομυζηθρών	=	ξυνομυζήθρα
ξυνού	=	ξυνός
ξυνούς	=	ξυνός
ξυνωρίδα	=	συνωρίδα
ξυνωρίδας	=	συνωρίδα
ξυνωρίδες	=	συνωρίδα
ξυνωρίδων	=	συνωρίδα
ξυνό	=	ξυνός
ξυνόγαλα	noun	άλλη γραφή του ξινόγαλα
ξυνόγαλο	noun	άλλη γραφή του ξινόγαλο
ξυνόγαλου	=	ξυνόγαλο
ξυνόγαλων	=	ξυνόγαλο
ξυνόδεντρα	=	ξυνόδεντρο
ξυνόδεντρο	noun	δέντρο της οικογένειας των εσπεριδοειδών
ξυνόδεντρου	=	ξυνόδεντρο
ξυνόδεντρων	=	ξυνόδεντρο
ξυνόμασταν	=	ξύνω
ξυνόμαστε	=	ξύνω
ξυνόμουν	=	ξύνω
ξυνόμουνα	=	ξύνω
ξυνόντουσαν	=	ξύνω
ξυνός	adj	παρωχημένη γραφή του ξινός
ξυνόσασταν	=	ξύνω
ξυνόσαστε	=	ξύνω
ξυνόσουν	=	ξύνω
ξυνόσουνα	=	ξύνω
ξυνόταν	=	ξύνω
ξυνότανε	=	ξύνω
ξυνών	=	ξυνός
ξυπνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξυπνός	adv|vulgar	με ξυπνό τρόπο
ξυπνάγαμε	=	ξυπνάω
ξυπνάγανε	=	ξυπνάω
ξυπνάγατε	=	ξυπνάω
ξυπνάει	=	ξυπνάω
ξυπνάμε	=	ξυπνάω
ξυπνάν	=	ξυπνάω
ξυπνάνε	=	ξυπνάω
ξυπνάς	=	ξυπνάω
ξυπνάτε	=	ξυπνάω
ξυπνάω	verb	διακόπτω τον ύπνο κάποιου
ξυπνέ	adj	κλητική ενικού του ξυπνός
ξυπνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπνή
ξυπνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυπνός
ξυπνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύπνημα
ξυπνήματος	noun	γενική ενικού του ξύπνημα
ξυπνής	adj	γενική ενικού του ξυπνή
ξυπνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσαν	=	ξυπνάω
ξυπνήσανε	=	ξυπνάω
ξυπνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσουνε	=	ξυπνάω
ξυπνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξυπνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύπνημα
ξυπνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπνημένο
ξυπνημένε	verb	κλητική ενικού του ξυπνημένος
ξυπνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπνημένη
ξυπνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυπνημένος
ξυπνημένης	verb	γενική ενικού του ξυπνημένη
ξυπνημένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυπνημένος
ξυπνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυπνημένος
ξυπνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξυπνάω / ξυπνώ
ξυπνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυπνημένος
ξυπνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυπνημένος
ξυπνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυπνημένος
ξυπνητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ξυπνητός	adv	με ξυπνητό τρόπο
ξυπνητέ	adj	κλητική ενικού του ξυπνητός
ξυπνητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπνητή
ξυπνητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυπνητός
ξυπνητήρι	noun	ρολόι το οποίο έχει τη δυνατότητα να ρυθμίζεται ώστε να παράγει σε συγκεκριμένη ώρα κάποιον ήχο ή γενικά ηχητική ειδοποίηση, με σκοπό την αφύπνιση / το ξύπνημα ή γενικά την προειδοποίηση
ξυπνητήρια	=	ξυπνητήρι
ξυπνητής	adj	γενική ενικού του ξυπνητή
ξυπνητηριού	=	ξυπνητήρι
ξυπνητηριών	=	ξυπνητήρι
ξυπνητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυπνητός
ξυπνητού	adj	γενική ενικού του ξυπνητός
ξυπνητούρια	noun	το ξύπνημα, κυρίως στην έκφραση: καλά ξυπνητούρια
ξυπνητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυπνητός
ξυπνητό	adj	αιτιατική ενικού του ξυπνητός
ξυπνητός	adj	που έχει ξυπνήσει
ξυπνητών	adj	γενική πληθυντικού του ξυπνητός
ξυπνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυπνός
ξυπνοπουλιού	=	ξυπνοπούλι
ξυπνοπουλιών	=	ξυπνοπούλι
ξυπνοπούλι	noun	άλλη μορφή του εξυπνοπούλι
ξυπνοπούλια	=	ξυπνοπούλι
ξυπνού	adj	γενική ενικού του ξυπνός
ξυπνούμε	=	ξυπνάω
ξυπνούν	=	ξυπνάω
ξυπνούνε	=	ξυπνάω
ξυπνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυπνός
ξυπνούσα	=	ξυπνάω
ξυπνούσαμε	=	ξυπνάω
ξυπνούσαν	=	ξυπνάω
ξυπνούσανε	=	ξυπνάω
ξυπνούσατε	=	ξυπνάω
ξυπνούσε	=	ξυπνάω
ξυπνούσες	=	ξυπνάω
ξυπνό	adj	αιτιατική ενικού του ξυπνός
ξυπνός	adj|figurative	ξύπνιος
ξυπνώ	verb	πιο επίσημη μορφή του ξυπνάω
ξυπνών	adj	γενική πληθυντικού του ξυπνός
ξυπνώντας	=	ξυπνάω
ξυπολιέμαι	verb|vulgar	βγάζω τα παπούτσια μου
ξυπολυσιά	noun	η κατάσταση του ξυπόλυτου
ξυπολυσιάς	noun	γενική ενικού του ξυπολυσιά
ξυπολυσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπολυσιά
ξυπολυσιών	=	ξυπολυσιά
ξυπόλητε	adj	κλητική ενικού του ξυπόλητος
ξυπόλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ξυπόλητος
ξυπόλητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυπόλητος
ξυπόλητης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ξυπόλητος
ξυπόλητο	adj	αιτιατική ενικού του ξυπόλητος
ξυπόλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυπόλητος
ξυπόλητος	=	ξυπόλυτος
ξυπόλητου	adj	γενική ενικού του ξυπόλητος
ξυπόλητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυπόλητος
ξυπόλητων	adj	γενική πληθυντικού του ξυπόλητος
ξυπόλυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπόλυτο
ξυπόλυτε	adj	κλητική ενικού του ξυπόλυτος
ξυπόλυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυπόλυτη
ξυπόλυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυπόλυτος
ξυπόλυτης	adj	γενική ενικού του ξυπόλυτη
ξυπόλυτο	adj	αιτιατική ενικού του ξυπόλυτος
ξυπόλυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυπόλυτος
ξυπόλυτος	adj	που έχει γυμνά πόδια
ξυπόλυτου	adj	γενική ενικού του ξυπόλυτος
ξυπόλυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυπόλυτος
ξυπόλυτων	adj	γενική πληθυντικού του ξυπόλυτος
ξυράφι	noun	πολύ λεπτή παραλληλόγραμη λεπίδα από μέταλλο, κοφτερή στις δύο μεγάλες πλευρές της, η οποία χρησιμοποιείται για ξύρισμα
ξυράφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυράφι
ξυράφιζα	=	ξυραφίζω
ξυράφιζαν	=	ξυραφίζω
ξυράφιζε	=	ξυραφίζω
ξυράφιζες	=	ξυραφίζω
ξυράφισα	=	ξυραφίζω
ξυράφισαν	=	ξυραφίζω
ξυράφισε	=	ξυραφίζω
ξυράφισες	=	ξυραφίζω
ξυράφισμα	noun	το αποτέλεσμα του ξυραφίζω
ξυρέ	noun	κλητική ενικού του ξυρός
ξυρίζαμε	=	ξυρίζω
ξυρίζαν	=	ξυρίζω
ξυρίζανε	=	ξυρίζω
ξυρίζατε	=	ξυρίζω
ξυρίζει	=	ξυρίζω
ξυρίζεις	=	ξυρίζω
ξυρίζεσαι	=	ξυρίζω
ξυρίζεστε	=	ξυρίζω
ξυρίζεται	=	ξυρίζω
ξυρίζετε	=	ξυρίζω
ξυρίζομαι	=	ξυρίζω
ξυρίζομε	=	ξυρίζω
ξυρίζονται	=	ξυρίζω
ξυρίζονταν	=	ξυρίζω
ξυρίζοντας	=	ξυρίζω
ξυρίζου	=	ξυρίζω
ξυρίζουμε	=	ξυρίζω
ξυρίζουν	=	ξυρίζω
ξυρίζουνε	=	ξυρίζω
ξυρίζω	verb	κόβω με ξυράφι τις τρίχες από διάφορα σημεία του σώματος
ξυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσαν	=	ξυρίζω
ξυρίσανε	=	ξυρίζω
ξυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύρισμα
ξυρίσματος	noun	γενική ενικού του ξύρισμα
ξυρίσομε	=	ξυρίζω
ξυρίσου	=	ξυρίζω
ξυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίσουνε	=	ξυρίζω
ξυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυρίστηκα	=	ξυρίζω
ξυρίστηκαν	=	ξυρίζω
ξυρίστηκε	=	ξυρίζω
ξυρίστηκες	=	ξυρίζω
ξυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξυραφάκι	noun	η αντικαταστάσιμη ατσάλινη, λεπτή, εύκαμπτη και πλατιά λάμα ξυριστικής μηχανής
ξυραφάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυραφάκι
ξυραφίζαμε	=	ξυραφίζω
ξυραφίζαν	=	ξυραφίζω
ξυραφίζανε	=	ξυραφίζω
ξυραφίζατε	=	ξυραφίζω
ξυραφίζει	=	ξυραφίζω
ξυραφίζεις	=	ξυραφίζω
ξυραφίζεσαι	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίζεστε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίζεται	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίζετε	=	ξυραφίζω
ξυραφίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ξυραφίζω
ξυραφίζονται	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίζονταν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίζοντας	=	ξυραφίζω
ξυραφίζου	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίζουμε	=	ξυραφίζω
ξυραφίζουν	=	ξυραφίζω
ξυραφίζουνε	=	ξυραφίζω
ξυραφίζω	verb	κόβω ή χαράζω κάτι μ’ ένα ξυράφι
ξυραφίσαμε	=	ξυραφίζω
ξυραφίσαν	=	ξυραφίζω
ξυραφίσανε	=	ξυραφίζω
ξυραφίσατε	=	ξυραφίζω
ξυραφίσει	=	ξυραφίζω
ξυραφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυράφισμα
ξυραφίσματος	noun	γενική ενικού του ξυράφισμα
ξυραφίσου	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίστε	=	ξυραφίζω
ξυραφίστηκα	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίστηκαν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίστηκε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφίστηκες	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιά	noun	κόψιμο ή τομή με ξυράφι
ξυραφιάς	noun	γενική ενικού του ξυραφιά
ξυραφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυραφιά
ξυραφιζόμασταν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόμαστε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόμουν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόμουνα	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόντουσαν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόσασταν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόσαστε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόσουν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόσουνα	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζόταν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιζότανε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιού	=	ξυράφι
ξυραφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξυράφισμα
ξυραφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυραφισμένο
ξυραφισμένε	verb	κλητική ενικού του ξυραφισμένος
ξυραφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυραφισμένη
ξυραφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυραφισμένος
ξυραφισμένης	verb	γενική ενικού του ξυραφισμένη
ξυραφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυραφισμένος
ξυραφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυραφισμένος
ξυραφισμένος	=	ξυραφίζομαι
ξυραφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυραφισμένος
ξυραφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυραφισμένος
ξυραφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυραφισμένος
ξυραφιστήκαμε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιστήκαν	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιστήκανε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιστήκατε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιστεί	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιστείτε	=	ξυραφίζομαι
ξυραφιών	=	ξυράφι
ξυριζόμασταν	=	ξυρίζω
ξυριζόμαστε	=	ξυρίζω
ξυριζόμουν	=	ξυρίζω
ξυριζόμουνα	=	ξυρίζω
ξυριζόντουσαν	=	ξυρίζω
ξυριζόσασταν	=	ξυρίζω
ξυριζόσαστε	=	ξυρίζω
ξυριζόσουν	=	ξυρίζω
ξυριζόσουνα	=	ξυρίζω
ξυριζόταν	=	ξυρίζω
ξυριζότανε	=	ξυρίζω
ξυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύρισμα
ξυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυρισμένο
ξυρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξυρισμένος
ξυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυρισμένη
ξυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυρισμένος
ξυρισμένης	verb	γενική ενικού του ξυρισμένη
ξυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυρισμένος
ξυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυρισμένος
ξυρισμένος	verb	που έχει ξυριστεί
ξυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυρισμένος
ξυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυρισμένος
ξυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυρισμένος
ξυρισματάκι	noun	ξύρισμα
ξυρισματάκια	=	ξυρισματάκι
ξυριστήκαμε	=	ξυρίζω
ξυριστήκαν	=	ξυρίζω
ξυριστήκανε	=	ξυρίζω
ξυριστήκατε	=	ξυρίζω
ξυριστεί	=	ξυρίζω
ξυριστείς	=	ξυρίζω
ξυριστείτε	=	ξυρίζω
ξυριστικά	noun	η αμοιβή του κουρέα για το ξύρισμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυριστικό
ξυριστικέ	adj	κλητική ενικού του ξυριστικός
ξυριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυριστική
ξυριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυριστικός
ξυριστικής	adj	γενική ενικού του ξυριστική
ξυριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυριστικός
ξυριστικού	adj	γενική ενικού του ξυριστικός
ξυριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυριστικός
ξυριστικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυριστικός
ξυριστικός	adj	σχετικός με το ξύρισμα
ξυριστικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυριστικός
ξυριστούμε	=	ξυρίζω
ξυριστούν	=	ξυρίζω
ξυριστούνε	=	ξυρίζω
ξυριστώ	=	ξυρίζω
ξυροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυρός
ξυρού	noun	γενική ενικού του ξυρός
ξυρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξυρός
ξυρό	noun	αιτιατική ενικού του ξυρός
ξυρόν	noun|formal	ξυράφι
ξυρός	noun|formal	άλλη μορφή του ξυρόν
ξυρών	noun	γενική πληθυντικού του ξυρός
ξυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύσιμο
ξυσίματος	noun	γενική ενικού του ξύσιμο
ξυσιά	noun|vulgar	το αποτέλεσμα του ξύνω
ξυσιάς	=	ξυσιά
ξυσιές	=	ξυσιά
ξυσιμάτων	=	ξύσιμο
ξυσιματιά	noun	το αποτέλεσμα του ξύνω
ξυσιματιάς	=	ξυσιματιά
ξυσιματιές	=	ξυσιματιά
ξυσιματιών	=	ξυσιματιά
ξυσιών	=	ξυσιά
ξυσμάρα	noun|vulgar	ο κνησμός
ξυσμάρας	=	ξυσμάρα
ξυσμάρες	=	ξυσμάρα
ξυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύσμα
ξυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυσμένο
ξυσμένε	verb	κλητική ενικού του ξυσμένος
ξυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυσμένη
ξυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυσμένος
ξυσμένης	verb	γενική ενικού του ξυσμένη
ξυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυσμένος
ξυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυσμένος
ξυσμένος	verb	που τον έχουν ξύσει
ξυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυσμένος
ξυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυσμένος
ξυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυσμένος
ξυσούρα	noun|vulgar	η φαγούρα, ο κνησμός
ξυσούρας	=	ξυσούρα
ξυσούρες	=	ξυσούρα
ξυστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστό	adv	ακουμπιστά με μεγάλη ορμή χωρίς σύγκρουση
ξυστέ	adj	κλητική ενικού του ξυστός
ξυστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστή
ξυστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυστός
ξυστήκαμε	=	ξύνω
ξυστήκαν	=	ξύνω
ξυστήκανε	=	ξύνω
ξυστήκατε	=	ξύνω
ξυστήρα	noun|vulgar	η ξύστρα για μολύβια
ξυστήρας	=	ξυστήρα
ξυστήρες	=	ξυστήρα
ξυστήρι	noun	εργαλείο με το οποίο ξύνουμε
ξυστήρια	=	ξυστήρι
ξυστήρων	=	ξυστήρα
ξυστής	adj	γενική ενικού του ξυστή
ξυστεί	=	ξύνω
ξυστείς	=	ξύνω
ξυστείτε	=	ξύνω
ξυστηριού	=	ξυστήρι
ξυστηριών	=	ξυστήρι
ξυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστικό
ξυστικέ	adj	κλητική ενικού του ξυστικός
ξυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστική
ξυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυστικός
ξυστικής	adj	γενική ενικού του ξυστική
ξυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυστικός
ξυστικού	adj	γενική ενικού του ξυστικός
ξυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυστικός
ξυστικό	adj	αιτιατική ενικού του ξυστικός
ξυστικός	adj	που χρησιμεύει στο ξύσιμο
ξυστικών	adj	γενική πληθυντικού του ξυστικός
ξυστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυστός
ξυστού	adj	γενική ενικού του ξυστός
ξυστούμε	=	ξύνω
ξυστούν	=	ξύνω
ξυστούνε	=	ξύνω
ξυστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξυστός
ξυστρί	noun	εργαλείο με το οποίο ξυστρίζουν τα ζώα, ξύνουν δηλαδή το τρίχωμά τους, για να καθαρίσει
ξυστρίζαμε	=	ξυστρίζω
ξυστρίζαν	=	ξυστρίζω
ξυστρίζανε	=	ξυστρίζω
ξυστρίζατε	=	ξυστρίζω
ξυστρίζει	=	ξυστρίζω
ξυστρίζεις	=	ξυστρίζω
ξυστρίζετε	=	ξυστρίζω
ξυστρίζοντας	=	ξυστρίζω
ξυστρίζουμε	=	ξυστρίζω
ξυστρίζουν	=	ξυστρίζω
ξυστρίζουνε	=	ξυστρίζω
ξυστρίζω	verb	ξύνω με ξυστρί το τρίχωμα ζώων, για να καθαρίσει
ξυστρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσαν	=	ξυστρίζω
ξυστρίσανε	=	ξυστρίζω
ξυστρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύστρισμα
ξυστρίσματος	noun	γενική ενικού του ξύστρισμα
ξυστρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξυστριά	=	ξυστρί
ξυστριού	=	ξυστρί
ξυστρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ξύστρισμα
ξυστρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστρισμένο
ξυστρισμένε	verb	κλητική ενικού του ξυστρισμένος
ξυστρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστρισμένη
ξυστρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξυστρισμένος
ξυστρισμένης	verb	γενική ενικού του ξυστρισμένη
ξυστρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ξυστρισμένος
ξυστρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξυστρισμένος
ξυστρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξυστρισμένος
ξυστρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ξυστρισμένος
ξυστρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξυστρισμένος
ξυστριών	=	ξυστρί
ξυστρών	noun	γενική πληθυντικού του ξύστρα
ξυστό	adj	αιτιατική ενικού του ξυστός	noun	είδος λαχείου που αποκαλύπτεται με το ξύσιμο μιας επιφάνειας
ξυστός	noun	το κάτω μέρος της καραμπίνας το οποίο λέγεται και πάπια	adj	που μπορεί ή πρέπει να ξυθεί ή που είναι ήδη ξυσμένος ή λειασμένος
ξυστώ	=	ξύνομαι
ξυστών	adj	γενική πληθυντικού του ξυστός
ξωθιά	noun	νεράιδα
ξωθιάς	noun	γενική ενικού του ξωθιά
ξωθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωθιά
ξωθιών	=	ξωθιά
ξωθυρών	=	ξώθυρα
ξωκλήσι	noun	εκκλησάκι που βρίσκεται μακριά από κατοικημένες περιοχές και συνήθως λειτουργείται μόνο την ημέρα της εορτής της μνήμης των αγίων ή του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένο
ξωκλήσια	=	ξωκλήσι
ξωκλησιού	=	ξωκλήσι
ξωκλησιών	=	ξωκλήσι
ξωμάχε	noun	κλητική ενικού του ξωμάχος
ξωμάχο	noun	αιτιατική ενικού του ξωμάχος
ξωμάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξωμάχος
ξωμάχος	noun|vulgar	αυτός που δουλεύει στους αγρούς, στα χωράφια
ξωμάχου	noun	γενική ενικού του ξωμάχος
ξωμάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ξωμάχος
ξωμάχων	noun	γενική πληθυντικού του ξωμάχος
ξωμένω	verb	μένω έξω
ξωμερίτες	=	ξωμερίτης
ξωμερίτη	=	ξωμερίτης
ξωμερίτης	noun	άτομο που κατάγεται ή προέρχεται από άλλη περιοχή και δεν ανήκει στους ντόπιους κατοίκους ενός τόπου
ξωμερίτισσα	noun	θηλυκό του ξωμερίτης
ξωμερίτισσας	noun	γενική ενικού του ξωμερίτισσα
ξωμερίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωμερίτισσα
ξωμεριτών	=	ξωμερίτης
ξωπορτών	=	ξώπορτα
ξωτάρα	noun	θηλυκό του ξωτάρης
ξωτάρας	=	ξωτάρα
ξωτάρες	=	ξωτάρα
ξωτάρη	noun	ξωτάρης, στη γενική του ενικού
ξωτάρηδες	noun	ξωτάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
ξωτάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ξωτάρης
ξωτάρης	noun	ο άνθρωπος που ζει και εργάζεται στους αγρούς, έξω από την πόλη
ξωτάρισσα	=	ξωτάρης
ξωτάρισσας	noun	γενική ενικού του ξωτάρισσα
ξωτάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωτάρισσα
ξωταρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ξωτάρισσα
ξωτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωτικό
ξωτικέ	adj	κλητική ενικού του ξωτικός
ξωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξωτική
ξωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξωτικός
ξωτικής	adj	γενική ενικού του ξωτική
ξωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξωτικός
ξωτικού	adj	γενική ενικού του ξωτικός
ξωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξωτικός
ξωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ξωτικός	noun	μυθικό πλάσμα των δασών, δαιμόνιο των λαϊκών παραδόσεων
ξωτικός	adj	εξωτικός
ξωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ξωτικός
ξόανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ξόανο
ξόανο	noun	στα αρχαία χρόνια, απλό ξύλινο άγαλμα θεών, ομοίωμα
ξόανου	=	ξόανο
ξόβεργα	noun	παγίδα για πουλιά, που αποτελείται από ένα κλαδάκι ή μια βέργα αλειμμένα με ιξό ή κόλλα
ξόβεργας	noun	γενική ενικού του ξόβεργα
ξόβεργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξόβεργα
ξόβεργο	noun	άλλη μορφή του ξόβεργα
ξόβεργου	noun	γενική ενικού του ξόβεργο
ξόβεργων	noun	γενική πληθυντικού του ξόβεργο
ξόδεμα	noun	το να ξοδεύω, η ενέργεια του ξοδεύω
ξόδευα	=	ξοδεύω
ξόδευαν	=	ξοδεύω
ξόδευε	=	ξοδεύω
ξόδευες	=	ξοδεύω
ξόδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξόδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξόδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξόδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξοδεύω
ξόδεψη	noun	το ξόδεμα
ξόδεψης	=	ξόδεψη
ξόδι	noun	η εξόδιος ακολουθία
ξόδια	=	ξόδι
ξόδιαζα	=	ξοδιάζω
ξόδιαζαν	=	ξοδιάζω
ξόδιαζε	=	ξοδιάζω
ξόδιαζες	=	ξοδιάζω
ξόδιασα	=	ξοδιάζω
ξόδιασαν	=	ξοδιάζω
ξόδιασε	=	ξοδιάζω
ξόδιασες	=	ξοδιάζω
ξόδιαση	noun	το ξόδεμα
ξόδιασης	=	ξόδιαση
ξόδιασμα	noun	το ξόδεμα
ξόμπλι	noun|vulgar	η διακόσμηση, το σχέδιο πάνω σε κέντημα
ξόμπλια	=	ξόμπλι
ξόμπλιαζα	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιαζαν	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιαζε	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιαζες	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιασα	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιασαν	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιασε	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιασες	=	ξομπλιάζω
ξόμπλιασμα	noun	στόλισμα, κεντίδι
ξόρκι	noun	η λέξη ή φράση, κατανοητή συνήθως, που θεωρείται ότι διώχνει το κακό πνεύμα
ξόρκια	=	ξόρκι
ξόρκιζα	=	ξορκίζω
ξόρκιζαν	=	ξορκίζω
ξόρκιζε	=	ξορκίζω
ξόρκιζες	=	ξορκίζω
ξόρκισα	=	ξορκίζω
ξόρκισαν	=	ξορκίζω
ξόρκισε	=	ξορκίζω
ξόρκισες	=	ξορκίζω
ξόρκισμα	noun	ο εξορκισμός
ξόφλημα	noun|figurative	το αποτέλεσμα του ξοφλάω
ξύγαλα	=	ξύγαλο
ξύγαλο	noun	γαλακτοκομικό υποπροϊόν της διαδικασίας παρασκευής βουτύρου
ξύγαλου	=	ξύγαλο
ξύγαλων	=	ξύγαλο
ξύγκι	noun	ετυμολογική γραφή του ξίγκι
ξύγκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύγκι
ξύδι	noun|dated	άλλη γραφή του ξίδι
ξύδια	=	ξύδι
ξύθηκα	=	ξύνω
ξύθηκαν	=	ξύνω
ξύθηκε	=	ξύνω
ξύθηκες	=	ξύνω
ξύλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλο
ξύλευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ξυλεύομαι
ξύλευσης	noun	γενική ενικού του ξύλευση
ξύλευσις	noun	η ξύλευση
ξύλημα	noun	άλλη μορφή του ξύλωμα
ξύλιαζα	=	ξυλιάζω
ξύλιαζαν	=	ξυλιάζω
ξύλιαζε	=	ξυλιάζω
ξύλιαζες	=	ξυλιάζω
ξύλιασα	=	ξυλιάζω
ξύλιασαν	=	ξυλιάζω
ξύλιασε	=	ξυλιάζω
ξύλιασες	=	ξυλιάζω
ξύλιασμα	noun	ξεπάγιασμα, αποτέλεσμα του ξυλιάζω
ξύλιζα	=	ξυλίζω
ξύλιζαν	=	ξυλίζω
ξύλιζε	=	ξυλίζω
ξύλιζες	=	ξυλίζω
ξύλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλινο
ξύλινε	adj	κλητική ενικού του ξύλινος
ξύλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύλινη
ξύλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξύλινος
ξύλινης	adj	γενική ενικού του ξύλινη
ξύλινο	=	ξύλινος
ξύλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξύλινος
ξύλινος	adj	που είναι φτιαγμένος από ξύλο
ξύλινου	adj	γενική ενικού του ξύλινος
ξύλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξύλινος
ξύλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ξύλινος
ξύλισα	=	ξυλίζω
ξύλισαν	=	ξυλίζω
ξύλισε	=	ξυλίζω
ξύλισες	=	ξυλίζω
ξύλισμα	noun	δαρμός (με ή χωρίς ξύλο)
ξύλο	noun	η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων
ξύλου	noun	γενική ενικού του ξύλο
ξύλωμα	noun	σύνολο αγγείων που μεταφέρουν τις θρεπτικές ουσίες από τις ρίζες του φυτού στα φύλλα
ξύλων	noun	γενική πληθυντικού του ξύλο
ξύλωση	noun	ο ξύλινος σκελετός ενός οικοδομήματος ή (κατ’ επέκταση) οποιαδήποτε άλλη κατασκευή από ξύλο (σε οικοδομή, πλεούμενο κ.λπ.)
ξύλωσης	noun	γενική ενικού του ξύλωση
ξύναμε	=	ξύνω
ξύναν	=	ξύνω
ξύνανε	=	ξύνω
ξύνατε	=	ξύνω
ξύνε	=	ξύνω
ξύνει	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος ξύνω
ξύνεις	=	ξύνω
ξύνεσαι	=	ξύνω
ξύνεστε	=	ξύνω
ξύνεται	=	ξύνω
ξύνετε	=	ξύνω
ξύνομαι	verb	τρίβω με τα νύχια μου το δέρμα εκεί που αισθάνομαι φαγούρα
ξύνομε	=	ξύνω
ξύνονται	=	ξύνω
ξύνονταν	=	ξύνω
ξύνοντας	=	ξύνω
ξύνουμε	=	ξύνω
ξύνουν	=	ξύνω
ξύνουνε	=	ξύνω
ξύνω	verb	τρίβω με τα νύχια το δέρμα μου, επειδή αισθάνομαι φαγούρα
ξύπνα	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος ξυπνώ
ξύπναγα	=	ξυπνάω
ξύπναγαν	=	ξυπνάω
ξύπναγε	=	ξυπνάω
ξύπναγες	=	ξυπνάω
ξύπνημα	noun	το αποτέλεσμα τού ξυπνώ, η έξοδος από την κατάσταση του ύπνου
ξύπνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξύπνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξύπνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξύπνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυπνώ
ξύπνια	=	ξύπνιος
ξύπνιας	=	ξύπνιος
ξύπνιε	=	ξύπνιος
ξύπνιες	=	ξύπνιος
ξύπνιια	=	ξύπνιος
ξύπνιιο	=	ξύπνιος
ξύπνιο	=	ξύπνιος
ξύπνιοι	=	ξύπνιος
ξύπνιος	adj	ξυπνητός, σε εγρήγορση	noun	η εγρήγορση
ξύπνιου	=	ξύπνιος
ξύπνιους	=	ξύπνιος
ξύπνιων	=	ξύπνιος
ξύπνο	noun	ο ξύπνος
ξύπνος	noun	το ξύπνημα
ξύριζα	=	ξυρίζω
ξύριζαν	=	ξυρίζω
ξύριζε	=	ξυρίζω
ξύριζες	=	ξυρίζω
ξύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυρίζω
ξύρισμα	noun	η ενέργεια που κάνουμε όταν ξυριζόμαστε
ξύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσαν	=	ξύνω
ξύσανε	=	ξύνω
ξύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσεων	=	ξύση
ξύση	noun	το ξύσιμο
ξύσης	=	ξύση
ξύσιμο	noun	το να ξύνει κάποιος
ξύσμα	noun	κάτι που προέρχεται από το ξύσιμο ενός αντικειμένου
ξύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύσμα
ξύσματος	noun	γενική ενικού του ξύσμα
ξύσομε	=	ξύνω
ξύσου	=	ξύνω
ξύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύσουνε	=	ξύνω
ξύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύστες	=	ξύστης
ξύστη	=	ξύστης
ξύστηκα	=	ξύνω
ξύστηκαν	=	ξύνω
ξύστηκε	=	ξύνω
ξύστηκες	=	ξύνω
ξύστης	noun	άνθρωπος ή εργαλείο που ξύνει
ξύστρα	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για ξύσιμο
ξύστρας	noun	γενική ενικού του ξύστρα
ξύστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξύστρα
ξύστριζα	=	ξυστρίζω
ξύστριζαν	=	ξυστρίζω
ξύστριζε	=	ξυστρίζω
ξύστριζες	=	ξυστρίζω
ξύστρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξύστρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξύστρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξύστρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξυστρίζω
ξύστρισμα	noun	η ενέργεια του ξυστρίζω
ξύστρον	noun	η τσουγκράνα
ξύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ξύνω
ξύχορτα	=	ξύχορτο
ξύχορτο	noun	μικρά χορταράκια που φυτρώνουν μέσα στα χωράφια
ξύχορτου	=	ξύχορτο
ξύχορτων	=	ξύχορτο
ξύω	verb	ξύνω, ξέω
ξώβυζη	=	ξώβυζος
ξώβυζο	=	ξώβυζος
ξώβυζος	adj|informal	που έχει τα βυζιά έξω, γυμνόστηθος/η
ξώδερμα	adv|figurative	επιπόλαια, επιφανειακά
ξώθυρα	noun	εξώθυρα
ξώθυρας	=	ξώθυρα
ξώθυρες	=	ξώθυρα
ξώκειλα	=	εξοκέλλω
ξώκκλησο	noun|rare	άλλη μορφή του ξωκλήσι
ξώλαμπρα	adv	μετά τη Λαμπρή, μετά το Πάσχα
ξώπασχα	adv	μετά το Πάσχα
ξώπετσα	adv	στην επιδερμίδα
ξώπετσε	=	ξώπετσος
ξώπετσες	=	ξώπετσος
ξώπετση	=	ξώπετσος
ξώπετσης	=	ξώπετσος
ξώπετσο	=	ξώπετσος
ξώπετσοι	=	ξώπετσος
ξώπετσος	adj	που βρίσκεται στην επιφάνεια του δέρματος, που δεν προχωρά στο βάθος
ξώπετσου	=	ξώπετσος
ξώπετσους	=	ξώπετσος
ξώπετσων	=	ξώπετσος
ξώπλατα	=	ξώπλατο
ξώπλατο	noun	άλλη μορφή του εξώπλατο
ξώπλατου	=	ξώπλατο
ξώπλατων	=	ξώπλατο
ξώπορτα	noun	η εξώπορτα
ξώπορτας	=	ξώπορτα
ξώπορτες	=	ξώπορτα
ξώρας	adv	αργά
ξώραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξώραφο
ξώραφε	adj	κλητική ενικού του ξώραφος
ξώραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξώραφη
ξώραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξώραφος
ξώραφης	adj	γενική ενικού του ξώραφη
ξώραφο	adj	αιτιατική ενικού του ξώραφος
ξώραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξώραφος
ξώραφος	adj	άλλη μορφή του εξώραφος
ξώραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξώραφος
ξώραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξώραφος
ξώραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξώραφος
ξώφαλτσα	adv	ξώφαρτσα
ξώφαρσα	adv	ξώφαρτσα
ξώφαρτσα	adv	στην επιφάνεια του δέρματος
ξώφτερνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξώφτερνο
ξώφτερνε	adj	κλητική ενικού του ξώφτερνος
ξώφτερνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξώφτερνη
ξώφτερνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξώφτερνος
ξώφτερνης	adj	γενική ενικού του ξώφτερνη
ξώφτερνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ξώφτερνος
ξώφτερνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ξώφτερνος
ξώφτερνος	adj	που δεν καλύπτει τη φτέρνα
ξώφτερνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ξώφτερνος
ξώφτερνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ξώφτερνος
ξώφτερνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ξώφτερνος
ξώφυλλα	=	ξώφυλλο
ξώφυλλο	noun	το εξώφυλλο
ξώφυλλου	=	ξώφυλλο
ξώφυλλων	=	ξώφυλλο
ο	article	άρθρο που μπαίνει πριν από ουσιαστικό, κύριο όνομα ή επίθετο
οµιλογράµµατα	=	οµιλόγραµµα
οµιλογράµµατος	=	οµιλόγραµµα
οµιλογραµµάτων	=	οµιλόγραµµα
οµιλόγραµµα	noun	διάγραμμα στο οποίο φαίνεται η οργανωτική διάρθρωση ομίλων εταιρειών
οάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όαση
οάσεων	noun	γενική πληθυντικού του όαση
οάσεως	noun|formal	γενική ενικού του όαση
οί	=	αριός
οία	pron|formal	θηλυκό του οίος	adv|formal	π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος
οίακα	=	οίακας
οίακας	noun|formal	το τιμόνι ενός πλοίου
οίακες	=	οίακας
οίαξ	noun|archaic	το δοιάκι, η λαγουδέρα, η λαβή του πηδαλίου
οίδα	verb|archaic	γνωρίζω
οίδημα	noun	πρήξιμο σε ορισμένο σημείο των ιστών του σώματος λόγω παθολογικής συγκέντρωσης υγρού
οίηση	noun|formal	η μεγάλη ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του
οίησης	noun	γενική ενικού του οίηση
οίκαδε	adv	προς το σπίτι, τον οίκο
οίκε	noun	κλητική ενικού του οίκος
οίκημα	noun	η κατοικία
οίκηση	noun|formal	η αποίκηση
οίκησης	=	οίκηση
οίκιζα	=	οικίζω
οίκιζαν	=	οικίζω
οίκιζε	=	οικίζω
οίκιζες	=	οικίζω
οίκισα	=	οικίζω
οίκισαν	=	οικίζω
οίκισε	=	οικίζω
οίκισες	=	οικίζω
οίκισμα	=	οίκημα
οίκο	noun	αιτιατική ενικού του οίκος
οίκοθεν	adv	από την οικία, σπίτι ή την πατρίδα
οίκοι	adv	στο σπίτι, στον οίκο	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οίκος
οίκος	noun|archaic	το σπίτι, η κατοικία
οίκου	noun	γενική ενικού του οίκος
οίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οίκος
οίκτε	noun	κλητική ενικού του οίκτος
οίκτο	noun	αιτιατική ενικού του οίκτος
οίκτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οίκτος
οίκτος	noun	το συναίσθημα της συμπάθειας για κάποιον που βρίσκεται σε πάσχουσα ή δυσάρεστη κατάσταση
οίκτου	noun	γενική ενικού του οίκτος
οίκτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οίκτος
οίκτων	noun	γενική πληθυντικού του οίκτος
οίκων	noun	γενική πληθυντικού του οίκος
οίμοι	intj|archaic	επιφώνημα έκφρασης πόνου, συμφοράς, θλίψης κ.λπ.
οίνε	noun	κλητική ενικού του οίνος
οίνο	noun	αιτιατική ενικού του οίνος
οίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οίνος
οίνος	noun	το κρασί, αλκοολούχο ποτό που παράγεται από την ζύμωση (φυσική ή παρεμβατική) του χυμού των σταφυλιών
οίνου	noun	γενική ενικού του οίνος
οίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οίνος
οίνων	noun	γενική πληθυντικού του οίνος
οίον	adv|formal	άλλη μορφή του οία	pron	ουδέτερο του οίος
οίος	pron|formal	τέτοιος που, όπως
οίστρε	noun	κλητική ενικού του οίστρος
οίστρο	noun	αιτιατική ενικού του οίστρος
οίστροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οίστρος
οίστρος	noun	είδος δίπτερων εντόμων που ενοχλούν και τρελαίνουν ορισμένα ζώα
οίστρου	noun	γενική ενικού του οίστρος
οίστρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οίστρος
οίστρων	noun	γενική πληθυντικού του οίστρος
οαεδ	abbrev	πρώην ονομασία της ΔΥΠΑ
οαεε	abbrev	ελληνικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης των ελεύθερων επαγγελματιών
οακα	abbrev	στάδιο στην Αττική, κοντά στην Αθήνα που φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004
οακκε	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
οασπ	abbrev	ελληνικός οργανισμός σχεδιασμού αντισεισμικής πολιτικής
οβάλ	adj	ελλειψοειδής, ωοειδής
οβίδα	noun	βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα
οβίδας	=	οβίδα
οβίδες	=	οβίδα
οβίδων	=	οβίδα
οβα	abbrev	Έφεδρος οπλίτης που έχει ανακαταταγεί στο στρατό για βραχεία περίοδο 1-3 ετών και ο οποίος λαμβάνει μισθό αντίστοιχο του ομοιόβαθμου μόνιμου συναδέλφου του.
οβε	abbrev	η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση που εκπροσωπεί τους ιδιοκτήτες πρατηρίων υγρών καυσίμων στην Ελλάδα
οβελέ	noun	κλητική ενικού του οβελός
οβελία	noun	γενική ενικού του οβελίας
οβελίας	noun	το αρνί ή το κατσίκι που ψήνεται στη σούβλα πάνω από κάρβουνα, συνήθως την ημέρα του Πάσχα.
οβελίες	=	οβελίας
οβελίζομαι	verb	περνιέμαι από τον οβελό, από τη σούβλα
οβελίζω	verb	απορρίπτω κάτι ως νόθο ή ψεύτικο, το εξοβελίζω
οβελίσκε	noun	κλητική ενικού του οβελίσκος
οβελίσκο	noun	αιτιατική ενικού του οβελίσκος
οβελίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οβελίσκος
οβελίσκος	noun	ο λατρευτικός μονολιθικός στύλος (κυλινδρικός ή τετράεδρος) που τοποθετείτο ζευγαρωτά, συνήθως στην είσοδο αρχαίων αιγυπτιακών ναών.
οβελίσκου	noun	γενική ενικού του οβελίσκος
οβελίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οβελίσκος
οβελίσκων	noun	γενική πληθυντικού του οβελίσκος
οβελιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οβελιαίος
οβελιαίας	adj	γενική ενικού του οβελιαία
οβελιαίε	adj	οβελιαίος, στην κλητική του ενικού
οβελιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οβελιαία
οβελιαίο	adj	οβελιαίος, στην αιτιατική του ενικού
οβελιαίοι	adj	οβελιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
οβελιαίος	adj	που έχει σχήμα οβελού
οβελιαίου	adj	γενική ενικού του οβελιαίος
οβελιαίους	adj	οβελιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
οβελιαίων	=	οβελιαίος
οβελισμέ	noun	κλητική ενικού του οβελισμός
οβελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οβελισμός
οβελισμού	noun	γενική ενικού του οβελισμός
οβελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οβελισμός
οβελισμό	noun	αιτιατική ενικού του οβελισμός
οβελισμός	noun|rare	το πέρασμα στον οβελό, στη σούβλα
οβελισμών	noun	γενική πληθυντικού του οβελισμός
οβελιστήρια	=	οβελιστήριο
οβελιστήριο	noun	το ψητοπωλείο, κατάστημα όπου σερβίρουν ψητό της σούβλας
οβελιστήριου	=	οβελιστήριο
οβελιστήριων	=	οβελιστήριο
οβελιστηρίου	=	οβελιστήριο
οβελιστηρίων	=	οβελιστήριο
οβελιών	=	οβελίας
οβελοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οβελός
οβελού	noun	γενική ενικού του οβελός
οβελούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οβελός
οβελό	noun	αιτιατική ενικού του οβελός
οβελός	noun	ξύλινο ή σιδερένιο ραβδί στο οποίο διαπερνούν κομμάτια από κρέας ή ολόκληρα σφάγια για να ψηθούν στη θράκα, σούβλα
οβελών	noun	γενική πληθυντικού του οβελός
οβιδοβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οβιδοβόλο
οβιδοβόλο	noun	πυροβόλο με κάννη μικρού μήκους (αναλογικά με το διαμέτρημά της)
οβιδοβόλου	noun	γενική ενικού του οβιδοβόλο
οβιδοβόλων	noun	γενική πληθυντικού του οβιδοβόλο
οβιδουλκέ	noun	κλητική ενικού του οβιδουλκός
οβιδουλκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οβιδουλκός
οβιδουλκού	noun	γενική ενικού του οβιδουλκός
οβιδουλκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οβιδουλκός
οβιδουλκό	noun	αιτιατική ενικού του οβιδουλκός
οβιδουλκός	noun	ειδικό εργαλείο για την εξαγωγή του επικρουστήρα μιας οβίδας
οβιδουλκών	noun	γενική πληθυντικού του οβιδουλκός
οβολέ	noun	κλητική ενικού του οβολός
οβολοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οβολός
οβολού	noun	γενική ενικού του οβολός
οβολούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οβολός
οβολό	noun	αιτιατική ενικού του οβολός
οβολός	noun	αρχαίο νόμισμα αξίας ίσης με το ένα έκτο της Αττικής δραχμής
οβολών	noun	γενική πληθυντικού του οβολός
οβριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οβριακό
οβριακέ	adj	κλητική ενικού του οβριακός
οβριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οβριακή
οβριακή	noun	άλλη μορφή του εβραϊκή, η γλώσσα των Εβραίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οβριακός
οβριακής	adj	γενική ενικού του οβριακή
οβριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οβριακός
οβριακού	adj	γενική ενικού του οβριακός
οβριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οβριακός
οβριακό	adj	αιτιατική ενικού του οβριακός
οβριακός	adj	άλλη μορφή του εβραϊκός
οβριακών	adj	γενική πληθυντικού του οβριακός
ογα	abbrev	Δημόσιος οργανισμός που ασφαλίζει και συνταξιοδοτεί τους αγρότες.
ογαμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογαμικό
ογαμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογαμική
ογαμικής	adj	γενική ενικού του ογαμική
ογδοήκοντα	=	ογδόντα
ογδοηκονθήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκονθήμερο
ογδοηκονθήμερε	adj	κλητική ενικού του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκονθήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκονθήμερη
ογδοηκονθήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκονθήμερης	adj	γενική ενικού του ογδοηκονθήμερη
ογδοηκονθήμερο	adj	αιτιατική ενικού του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκονθήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκονθήμερος	adj	που είναι ογδόντα ημερών ή που κρατάει ογδόντα ημέρες
ογδοηκονθήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκονθήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκονθήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ογδοηκονθήμερος
ογδοηκοντάκις	adv	ογδόντα φορές
ογδοηκονταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ογδοηκονταετής
ογδοηκονταετή	=	ογδοηκονταετής
ογδοηκονταετής	adj	ογδοντάρης
ογδοηκονταετία	noun	χρονικό διάστημα ογδόντα ετών
ογδοηκονταετίας	noun	γενική ενικού του ογδοηκονταετία
ογδοηκονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκονταετία
ογδοηκονταετείς	=	ογδοηκονταετής
ογδοηκονταετηρίδα	noun|formal	περίοδος ογδόντα ετών
ογδοηκονταετηρίδας	=	ογδοηκονταετηρίδα
ογδοηκονταετηρίδες	=	ογδοηκονταετηρίδα
ογδοηκονταετηρίδων	=	ογδοηκονταετηρίδα
ογδοηκονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του ογδοηκονταετία
ογδοηκονταετούς	=	ογδοηκονταετής
ογδοηκονταετών	=	ογδοηκονταετής
ογδοηκοντούτη	=	ογδοηκοντούτης
ογδοηκοντούτηδες	=	ογδοηκοντούτης
ογδοηκοντούτηδων	=	ογδοηκοντούτης
ογδοηκοντούτης	noun	ογδοντάρης
ογδοηκοντούτις	noun	ογδοντάρα
ογδοηκοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκοστό
ογδοηκοστέ	adj	κλητική ενικού του ογδοηκοστός
ογδοηκοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκοστή
ογδοηκοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογδοηκοστός
ογδοηκοστής	adj	γενική ενικού του ογδοηκοστή
ογδοηκοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογδοηκοστός
ογδοηκοστού	adj	γενική ενικού του ογδοηκοστός
ογδοηκοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογδοηκοστός
ογδοηκοστό	adj	αιτιατική ενικού του ογδοηκοστός	noun	το καθένα από τα ογδόντα ίσα μέρη μιας ποσότητας
ογδοηκοστός	num	που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ογδόντα (80)
ογδοηκοστών	adj	γενική πληθυντικού του ογδοηκοστός
ογδοντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα ογδόντα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
ογδοντάδας	=	ογδοντάδα
ογδοντάδες	=	ογδοντάδα
ογδοντάδων	=	ογδοντάδα
ογδοντάρα	noun	γυναίκα ηλικίας περίπου ογδόντα χρονών
ογδοντάρας	noun	γενική ενικού του ογδοντάρα
ογδοντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοντάρα
ογδοντάρη	noun	ογδοντάρης, στη γενική του ενικού
ογδοντάρηδες	noun	ογδοντάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
ογδοντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ογδοντάρης
ογδοντάρης	noun	που έχει ηλικία περίπου ογδόντα χρονών
ογδοντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοντάρι
ογδοντάρισσας	noun	γενική ενικού του ογδοντάρισσα
ογδοντάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοντάρισσα
ογδοντάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοντάχρονο
ογδοντάχρονε	adj	κλητική ενικού του ογδοντάχρονος
ογδοντάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδοντάχρονη
ογδοντάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογδοντάχρονος
ογδοντάχρονης	adj	γενική ενικού του ογδοντάχρονη
ογδοντάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του ογδοντάχρονος
ογδοντάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογδοντάχρονος
ογδοντάχρονος	adj	που είναι ογδόντα ετών
ογδοντάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ογδοντάχρονος
ογδοντάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογδοντάχρονος
ογδοντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ογδοντάχρονος
ογδονταετηρίδα	noun|formal	επέτειος ογδόντα ετών
ογδονταετηρίδας	=	ογδονταετηρίδα
ογδονταετηρίδες	=	ογδονταετηρίδα
ογδονταετηρίδων	=	ογδονταετηρίδα
ογδονταριά	noun	ποσότητα ογδόντα ή περίπου ογδόντα τεμαχίων
ογδονταριάς	noun	γενική ενικού του ογδονταριά
ογδονταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογδονταριά
ογδονταρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ογδοντάρισσα
ογδονταριών	=	ογδονταριά
ογδόη	=	όγδοος
ογδόης	=	όγδοος
ογδόντα	num	το απόλυτο αριθμητικό (80) που ακολουθεί το εβδομήντα εννέα και προηγείται του ογδόντα ένα
ογδόου	=	όγδοος
ογδόους	=	όγδοος
ογδόων	=	όγδοος
ογεεκα	abbrev	πρώην οργανισμός εκπαίδευσης γεωργικού προσωπικού στην Ελλάδα
ογιάντα	=	γιάντα
ογιάστηκα	=	ρογιάζω
ογιαείντα	=	γιάντα
ογκάνιζα	=	ογκανίζω
ογκάνιζαν	=	ογκανίζω
ογκάνιζε	=	ογκανίζω
ογκάνιζες	=	ογκανίζω
ογκάνισα	=	ογκανίζω
ογκάνισαν	=	ογκανίζω
ογκάνισε	=	ογκανίζω
ογκάνισες	=	ογκανίζω
ογκάνισμα	noun	γκάρισμα
ογκίδια	=	ογκίδιο
ογκίδιο	noun	μικρός σε διαστάσεις όγκος
ογκίδιου	=	ογκίδιο
ογκίδιων	=	ογκίδιο
ογκανέσσιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 118 και χημικό σύμβολο το Og
ογκανίζαμε	=	ογκανίζω
ογκανίζαν	=	ογκανίζω
ογκανίζανε	=	ογκανίζω
ογκανίζατε	=	ογκανίζω
ογκανίζει	=	ογκανίζω
ογκανίζεις	=	ογκανίζω
ογκανίζετε	=	ογκανίζω
ογκανίζοντας	=	ογκανίζω
ογκανίζουμε	=	ογκανίζω
ογκανίζουν	=	ογκανίζω
ογκανίζουνε	=	ογκανίζω
ογκανίζω	verb	γκαρίζω (για την κραυγή του γαϊδάρου)
ογκανίσαμε	=	ογκανίζω
ογκανίσαν	=	ογκανίζω
ογκανίσανε	=	ογκανίζω
ογκανίσατε	=	ογκανίζω
ογκανίσει	=	ογκανίζω
ογκανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκάνισμα
ογκανίσματος	noun	γενική ενικού του ογκάνισμα
ογκανίστε	=	ογκανίζω
ογκανεσσίου	=	ογκανέσσιο
ογκανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ογκάνισμα
ογκανισμέ	noun	κλητική ενικού του ογκανισμός
ογκανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογκανισμός
ογκανισμού	noun	γενική ενικού του ογκανισμός
ογκανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ογκανισμός
ογκανισμό	noun	αιτιατική ενικού του ογκανισμός
ογκανισμός	noun	γκάρισμα
ογκανισμών	noun	γενική πληθυντικού του ογκανισμός
ογκεκτομές	=	ογκεκτομή
ογκεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση όγκου από το στήθος, χωρίς να αφαιρεθεί όλο το στήθος (χωρίς να γίνει μαστεκτομή)
ογκεκτομής	=	ογκεκτομή
ογκεκτομών	=	ογκεκτομή
ογκηθμέ	noun	κλητική ενικού του ογκηθμός
ογκηθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογκηθμός
ογκηθμού	noun	γενική ενικού του ογκηθμός
ογκηθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ογκηθμός
ογκηθμό	noun	αιτιατική ενικού του ογκηθμός
ογκηθμός	noun|formal	γκάρισμα
ογκηθμών	noun	γενική πληθυντικού του ογκηθμός
ογκιδίου	=	ογκίδιο
ογκιδίων	=	ογκίδιο
ογκνήστρα	noun	το κύριο μέρος του τζακιού που κορώνει η φωτιά, το τζάκι
ογκνήστρας	=	ογκνήστρα
ογκογένεση	noun	η γένεση / δημιουργία καρκινικών όγκων
ογκογένεσης	=	ογκογένεση
ογκογενέσεις	=	ογκογένεση
ογκογενέσεων	=	ογκογένεση
ογκογονίδια	=	ογκογονίδιο
ογκογονίδιο	noun	γονίδιο που συνδέεται με την εμφάνιση όγκων (καλοήθων ή κακοήθων)
ογκογονίδιου	=	ογκογονίδιο
ογκογονίδιων	=	ογκογονίδιο
ογκογονιδίου	=	ογκογονίδιο
ογκογονιδίων	=	ογκογονίδιο
ογκοκέρκωση	noun	μολυσματική ασθένεια που οφείλεται στο νηματοσκώληκα Onchcerca volvulus, μεταδίδεται με το δάγκωμα μολυσμένης μαύρης μύγας και προκαλεί τύφλωση
ογκοκέρκωσης	=	ογκοκέρκωση
ογκοκατασταλτικά	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικέ	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικές	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτική	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικής	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικοί	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικού	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικούς	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικό	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκατασταλτικός	adj	που καταστέλλει την εμφάνιση καρκινικού όγκου και ρυθμίζει την ανάπτυξη των κυττάρων
ογκοκατασταλτικών	=	ογκοκατασταλτικός
ογκοκερκώσεις	=	ογκοκέρκωση
ογκοκερκώσεων	=	ογκοκέρκωση
ογκολίθου	=	ογκόλιθος
ογκολίθους	=	ογκόλιθος
ογκολίθων	=	ογκόλιθος
ογκολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που ασχολείται την μελέτη, την θεραπεία, την διάγνωση και την πρόληψή των όγκων.
ογκολογίας	noun	γενική ενικού του ογκολογία
ογκολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκολογία
ογκολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκολογικό
ογκολογικέ	adj	κλητική ενικού του ογκολογικός
ογκολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκολογική
ογκολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογκολογικός
ογκολογικής	adj	γενική ενικού του ογκολογική
ογκολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογκολογικός
ογκολογικού	adj	γενική ενικού του ογκολογικός
ογκολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογκολογικός
ογκολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ογκολογικός
ογκολογικός	adj	σχετικός με την ογκολογία
ογκολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ογκολογικός
ογκολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ογκολογία
ογκολόγε	=	ογκολόγος
ογκολόγο	=	ογκολόγος
ογκολόγοι	=	ογκολόγος
ογκολόγος	noun	γιατρός με ειδίκευση στην ογκολογία
ογκολόγου	=	ογκολόγος
ογκολόγους	=	ογκολόγος
ογκολόγων	=	ογκολόγος
ογκομέτρου	=	ογκόμετρο
ογκομέτρων	=	ογκόμετρο
ογκομείωση	noun	η (με χειρουργικό ή άλλο τρόπο) μείωση του αριθμού των (κακοήθων ή καλοήθων) όγκων
ογκομείωσης	noun	γενική ενικού του ογκομείωση
ογκομειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκομείωση
ογκομειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ογκομείωση
ογκομειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ογκομείωση
ογκομετρία	noun	η μέτρηση του όγκου ενός σώματος
ογκομετρίας	noun	γενική ενικού του ογκομετρία
ογκομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκομετρία
ογκομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκομετρικό
ογκομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ογκομετρικός
ογκομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκομετρική
ογκομετρική	noun	άλλη μορφή του ογκομετρία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογκομετρικός
ογκομετρικής	adj	γενική ενικού του ογκομετρική
ογκομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογκομετρικός
ογκομετρικού	adj	γενική ενικού του ογκομετρικός
ογκομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογκομετρικός
ογκομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ογκομετρικός
ογκομετρικός	adj	σχετικός με τη μέτρηση όγκων, την ογκομετρική / ογκομετρία
ογκομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ογκομετρικός
ογκομετρικώς	adv|dated	ογκομετρικά
ογκομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ογκομετρία
ογκοποίηση	noun	η εξαλλαγή
ογκοστοιχεία	=	ογκοστοιχείο
ογκοστοιχείο	noun	βασικό στοιχείο στην τρισδιάστατη απεικόνιση μέσω υπολογιστών· το τρισδιάστατο αντίστοιχο του εικονοστοιχείου (πίξελ) στη γραφιστική με χρήση υπολογιστών (computer graphics)
ογκοστοιχείου	=	ογκοστοιχείο
ογκοστοιχείων	=	ογκοστοιχείο
ογκοχρέωση	noun	χρέωση με βάση τον όγκο των μεταβιβαζόμενων δεδομένων, συνήθως μόνο αυτών που λαμβάνουμε
ογκοχρέωσης	=	ογκοχρέωση
ογκοχρεώσεις	=	ογκοχρέωση
ογκοχρεώσεων	=	ογκοχρέωση
ογκούμαι	verb|formal	συνώνυμο του ογκώνομαι: αποκτώ μεγαλύτερο όγκο, αυξάνομαι
ογκρατέν	noun	φαγητό μαγειρεμένο με επικάλυψη από τριμμένο τυρί και κύβους ψωμιού ή/και από βούτυρο
ογκωδέστατα	=	ογκώδης
ογκωδέστατε	=	ογκώδης
ογκωδέστατες	=	ογκώδης
ογκωδέστατη	=	ογκώδης
ογκωδέστατης	=	ογκώδης
ογκωδέστατο	=	ογκώδης
ογκωδέστατοι	=	ογκώδης
ογκωδέστατος	=	ογκώδης
ογκωδέστατου	=	ογκώδης
ογκωδέστατους	=	ογκώδης
ογκωδέστατων	=	ογκώδης
ογκωδέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκωδέστερο
ογκωδέστερε	adj	κλητική ενικού του ογκωδέστερος
ογκωδέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκωδέστερη
ογκωδέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογκωδέστερος
ογκωδέστερης	adj	γενική ενικού του ογκωδέστερη
ογκωδέστερο	adj	αιτιατική ενικού του ογκωδέστερος
ογκωδέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογκωδέστερος
ογκωδέστερος	adj	πιο ογκώδης
ογκωδέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ογκωδέστερος
ογκωδέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογκωδέστερος
ογκωδέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ογκωδέστερος
ογκωδών	=	ογκώδης
ογκωθήκαμε	=	ογκώνομαι
ογκωθήκαν	=	ογκώνομαι
ογκωθήκανε	=	ογκώνομαι
ογκωθήκατε	=	ογκώνομαι
ογκωθεί	=	ογκώνομαι
ογκωθείτε	=	ογκώνομαι
ογκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του όγκωμα
ογκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκωμένο
ογκωμένε	verb	κλητική ενικού του ογκωμένος
ογκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογκωμένη
ογκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογκωμένος
ογκωμένης	verb	γενική ενικού του ογκωμένη
ογκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ογκωμένος
ογκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογκωμένος
ογκωμένος	=	ογκώνομαι
ογκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ογκωμένος
ογκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ογκωμένος
ογκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ογκωμένος
ογκωνόμασταν	=	ογκώνομαι
ογκωνόμαστε	=	ογκώνομαι
ογκωνόμουν	=	ογκώνομαι
ογκωνόμουνα	=	ογκώνομαι
ογκωνόντουσαν	=	ογκώνομαι
ογκωνόσασταν	=	ογκώνομαι
ογκωνόσαστε	=	ογκώνομαι
ογκωνόσουν	=	ογκώνομαι
ογκωνόσουνα	=	ογκώνομαι
ογκωνόταν	=	ογκώνομαι
ογκωνότανε	=	ογκώνομαι
ογκόλιθε	=	ογκόλιθος
ογκόλιθο	=	ογκόλιθος
ογκόλιθοι	=	ογκόλιθος
ογκόλιθος	noun	η πέτρα με τεράστιο όγκο
ογκόλιθου	=	ογκόλιθος
ογκόλιθους	=	ογκόλιθος
ογκόλιθων	=	ογκόλιθος
ογκόμετρα	=	ογκόμετρο
ογκόμετρο	noun	Όργανο που υπολογίζει τον όγκο ενός στερεού σώματος.
ογκόμετρου	=	ογκόμετρο
ογκόμετρων	=	ογκόμετρο
ογκόπαγε	=	ογκόπαγος
ογκόπαγο	=	ογκόπαγος
ογκόπαγοι	=	ογκόπαγος
ογκόπαγος	noun	επιφάνεια παγωμένου θαλασσινού νερού που επιπλέει
ογκόπαγου	=	ογκόπαγος
ογκόπαγους	=	ογκόπαγος
ογκόπαγων	=	ογκόπαγος
ογκώδεις	=	ογκώδης
ογκώδες	=	ογκώδης
ογκώδη	=	ογκώδης
ογκώδης	adj	που έχει μεγάλο όγκο
ογκώδους	=	ογκώδης
ογκώθηκα	=	ογκώνομαι
ογκώθηκαν	=	ογκώνομαι
ογκώθηκε	=	ογκώνομαι
ογκώθηκες	=	ογκώνομαι
ογκώμαι	verb	γκαρίζω
ογκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όγκωμα
ογκώματος	noun	γενική ενικού του όγκωμα
ογκώναμε	=	ογκώνω
ογκώναν	=	ογκώνω
ογκώνανε	=	ογκώνω
ογκώνατε	=	ογκώνω
ογκώνει	=	ογκώνω
ογκώνεις	=	ογκώνω
ογκώνεσαι	=	ογκώνομαι
ογκώνεστε	=	ογκώνομαι
ογκώνεται	=	ογκώνομαι
ογκώνετε	=	ογκώνω
ογκώνομαι	verb	με κάνουν και αυξάνω σε όγκο, διογκώνομαι.
ογκώνονται	=	ογκώνομαι
ογκώνονταν	=	ογκώνομαι
ογκώνοντας	=	ογκώνω
ογκώνου	=	ογκώνομαι
ογκώνουμε	=	ογκώνω
ογκώνουν	=	ογκώνω
ογκώνουνε	=	ογκώνω
ογκώνω	verb	δίνω όγκο, διογκώνω
ογκώσαμε	=	ογκώνω
ογκώσαν	=	ογκώνω
ογκώσανε	=	ογκώνω
ογκώσατε	=	ογκώνω
ογκώσει	=	ογκώνω
ογκώσου	=	ογκώνομαι
ογκώστε	=	ογκώνω
ογλήγορα	=	ογλήγορος
ογλήγορε	=	ογλήγορος
ογλήγορες	=	ογλήγορος
ογλήγορη	=	ογλήγορος
ογλήγορης	=	ογλήγορος
ογλήγορο	=	ογλήγορος
ογλήγοροι	=	ογλήγορος
ογλήγορος	adj|dated	γρήγορος
ογλήγορου	=	ογλήγορος
ογλήγορους	=	ογλήγορος
ογλήγορων	=	ογλήγορος
ογρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογρό
ογρέ	adj	κλητική ενικού του ογρός
ογρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ογρή
ογρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ογρός
ογρής	adj	γενική ενικού του ογρή
ογραίνω	verb	υγραίνω
ογροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ογρός
ογρού	adj	γενική ενικού του ογρός
ογρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ογρός
ογρό	adj	αιτιατική ενικού του ογρός
ογρός	adj	υγρός
ογρών	adj	γενική πληθυντικού του ογρός
οδέ	=	οδός
οδήγα	=	οδηγώ
οδήγαγα	=	οδηγώ
οδήγαγαν	=	οδηγώ
οδήγαγε	=	οδηγώ
οδήγαγες	=	οδηγώ
οδήγημα	noun	η οδήγηση
οδήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδήγηση	noun	η ενέργεια του οδηγώ, το σύνολο των ενεργειών με τις οποίες κάποιος ελέγχει και κατευθύνει την κίνηση επίγειου οχήματος (αυτοκινήτου, δικύκλου)
οδήγησης	=	οδήγηση
οδίτες	=	οδίτης
οδίτη	=	οδίτης
οδίτης	noun|archaic	οδοιπόρος, ταξιδιώτης, στρατοκόπος
οδαλίσκες	=	οδαλίσκη
οδαλίσκη	noun	γυναίκα σκλάβα στο χαρέμι
οδαλίσκης	=	οδαλίσκη
οδαλίσκων	=	οδαλίσκη
οδαλισκών	=	οδαλίσκη
οδαλισμέ	noun	κλητική ενικού του οδαλισμός
οδαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδαλισμός
οδαλισμού	noun	γενική ενικού του οδαλισμός
οδαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδαλισμός
οδαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του οδαλισμός
οδαλισμός	noun	θεωρία λευκού εθνικισμού, που πρεσβεύει ότι η Ευρώπη ανήκει ως πατρογονική κληρονομιά στους λευκούς Ευρωπαίους
οδαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του οδαλισμός
οδεπ	abbrev|dated	Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας: εκκλησιαστικός οργανισμός που μέχρι το 1988 είχε την ευθύνη της διαχείρισης και αξιοποίησης της περιουσίας της Εκκλησίας, με στόχο την οικονομική της υποστήριξη και οργάνωση.
οδευμάτων	=	όδευμα
οδεχ	abbrev	το σύνολο των κανονισμών αναφορικά με τον έλεγχο της κυκλοφορίας των αεροσκαφών στον εναέριο χώρο
οδεύματα	=	όδευμα
οδεύματος	=	όδευμα
οδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όδευση
οδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύσεων	=	όδευση
οδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδεύω
οδεύω	verb	προχωρώ σε ένα δρόμο και κατευθύνομαι προς ένα προορισμό
οδηγάγαμε	=	οδηγώ
οδηγάγανε	=	οδηγώ
οδηγάγατε	=	οδηγώ
οδηγάν	=	οδηγώ
οδηγάω	verb	μορφή του οδηγώ, κυρίως για τη σημασία: οδηγώ αυτοκίνητο, όχημα
οδηγέ	noun	κλητική ενικού του οδηγός
οδηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδήγημα
οδηγήματος	noun	γενική ενικού του οδήγημα
οδηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσαν	=	οδηγώ
οδηγήσανε	=	οδηγώ
οδηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδήγηση
οδηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσεων	=	οδήγηση
οδηγήσεως	=	οδήγηση
οδηγήσου	=	οδηγώ
οδηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσουνε	=	οδηγώ
οδηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγώ
οδηγήτρα	=	οδηγητής
οδηγήτρας	noun	γενική ενικού του οδηγήτρα
οδηγήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγήτρα
οδηγήτρια	noun	οδηγητής
οδηγήτριας	noun	γενική ενικού του οδηγήτρια
οδηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγήτρια
οδηγία	noun	προφορικό ή γραπτό κείμενο που εξηγεί πώς να κάνει κανείς κάτι, π.χ. πώς χρησιμοποιείται μια συσκευή
οδηγίας	noun	γενική ενικού του οδηγία
οδηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγία
οδηγεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του οδηγώ
οδηγείς	=	οδηγώ
οδηγείσαι	=	οδηγώ
οδηγείστε	=	οδηγώ
οδηγείται	=	οδηγώ
οδηγείτε	=	οδηγώ
οδηγείτο	=	οδηγώ
οδηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθήκαν	=	οδηγώ
οδηγηθήκανε	=	οδηγώ
οδηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγηθούνε	=	οδηγώ
οδηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οδηγούμαι
οδηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του οδήγημα
οδηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγημένο
οδηγημένε	verb	κλητική ενικού του οδηγημένος
οδηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγημένη
οδηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδηγημένος
οδηγημένης	verb	γενική ενικού του οδηγημένη
οδηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του οδηγημένος
οδηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδηγημένος
οδηγημένος	=	οδηγώ
οδηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οδηγημένος
οδηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οδηγημένος
οδηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οδηγημένος
οδηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγητής
οδηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οδηγητής
οδηγητής	noun	αυτός που οδηγεί, κατευθύνει άλλους σε μια πορεία
οδηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγητικό
οδηγητικέ	adj	κλητική ενικού του οδηγητικός
οδηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγητική
οδηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδηγητικός
οδηγητικής	adj	γενική ενικού του οδηγητική
οδηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδηγητικός
οδηγητικού	adj	γενική ενικού του οδηγητικός
οδηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδηγητικός
οδηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του οδηγητικός
οδηγητικός	adj	άλλη μορφή του οδηγικός
οδηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του οδηγητικός
οδηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του οδηγήτρια
οδηγητών	noun	γενική πληθυντικού του οδηγητής
οδηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγικό
οδηγικέ	adj	κλητική ενικού του οδηγικός
οδηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδηγική
οδηγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδηγικός
οδηγικής	adj	γενική ενικού του οδηγική
οδηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδηγικός
οδηγικού	adj	γενική ενικού του οδηγικός
οδηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδηγικός
οδηγικό	adj	αιτιατική ενικού του οδηγικός
οδηγικός	adj	που έχει σχέση με τον οδηγό και την οδήγηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
οδηγικών	adj	γενική πληθυντικού του οδηγικός
οδηγισμέ	noun	κλητική ενικού του οδηγισμός
οδηγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδηγισμός
οδηγισμού	noun	γενική ενικού του οδηγισμός
οδηγισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδηγισμός
οδηγισμό	noun	αιτιατική ενικού του οδηγισμός
οδηγισμός	noun	κίνημα ανάλογο με τον προσκοπισμό που στα αρχικά του στάδια απευθυνόταν κυρίως στα κορίτσια
οδηγισμών	noun	γενική πληθυντικού του οδηγισμός
οδηγιών	noun	γενική πληθυντικού του οδηγία
οδηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδηγός
οδηγού	noun	γενική ενικού του οδηγός
οδηγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οδηγώ / οδηγάω
οδηγούμασταν	=	οδηγώ
οδηγούμαστε	=	οδηγώ
οδηγούμε	=	οδηγώ
οδηγούμενος	=	οδηγώ
οδηγούμουν	=	οδηγώ
οδηγούμουνα	=	οδηγώ
οδηγούν	=	οδηγώ
οδηγούνε	=	οδηγώ
οδηγούνται	=	οδηγώ
οδηγούνταν	=	οδηγώ
οδηγούντο	=	οδηγώ
οδηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδηγός
οδηγούσα	=	οδηγώ
οδηγούσαμε	=	οδηγώ
οδηγούσαν	=	οδηγώ
οδηγούσανε	=	οδηγώ
οδηγούσατε	=	οδηγώ
οδηγούσε	=	οδηγώ
οδηγούσες	=	οδηγώ
οδηγούσουν	=	οδηγώ
οδηγούσουνα	=	οδηγώ
οδηγό	noun	αιτιατική ενικού του οδηγός
οδηγός	noun	αυτός/αυτή που προπορεύεται σε μια πορεία δείχνοντας στους άλλους το δρόμο
οδηγώ	verb	χειρίζομαι και κινώ ένα όχημα
οδηγών	noun	γενική πληθυντικού του οδηγός
οδηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οδηγώ
οδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδικό
οδικέ	adj	κλητική ενικού του οδικός
οδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδική
οδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδικός
οδικής	adj	γενική ενικού του οδική
οδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδικός
οδικού	adj	γενική ενικού του οδικός
οδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδικός
οδικό	adj	αιτιατική ενικού του οδικός
οδικός	adj	που αφορά τις οδούς, τους δρόμους
οδικών	adj	γενική πληθυντικού του οδικός
οδικώς	adv	με όχημα από την ξηρά, με τη χρήση των δρόμων, του οδικού δικτύου
οδιτών	=	οδίτης
οδοί	=	οδός
οδογέφυρα	noun	η γέφυρα που βρίσκεται πάνω από μια κοιλότητα του εδάφους και στηρίζει με ποικίλων ειδών στηρίγματα ένα πεζόδρομο, μια οδική αρτηρία ή μια σιδηροδρομική γραμμή
οδογέφυρας	noun	γενική ενικού του οδογέφυρα
οδογέφυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδογέφυρα
οδογεφυρών	noun	γενική πληθυντικού του οδογέφυρα
οδογράφε	=	οδογράφος
οδογράφο	=	οδογράφος
οδογράφοι	=	οδογράφος
οδογράφος	noun	όργανο που καταγράφει τις αποστάσεις που διανύονται
οδογράφου	=	οδογράφος
οδογράφους	=	οδογράφος
οδογράφων	=	οδογράφος
οδοδείκτες	=	οδοδείκτης
οδοδείκτη	=	οδοδείκτης
οδοδείκτης	noun	σήμα δρόμου που δείχνει τις κατευθύνσεις των οδών και τις σχετικές χιλιομετρικές αποστάσεις
οδοδεικτών	=	οδοδείκτης
οδοιπορία	noun	η ενέργεια του οδοιπορώ, το σχετικά πολυώρο περπάτημα
οδοιπορίας	noun	γενική ενικού του οδοιπορία
οδοιπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοιπορία
οδοιπορικά	noun	τα έξοδα μετακίνησης εργαζόμενου όταν μετακινείται μακριά από την έδρα της εταιρείας που δουλεύει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοιπορικό
οδοιπορικέ	adj	κλητική ενικού του οδοιπορικός
οδοιπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοιπορική
οδοιπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοιπορικός
οδοιπορικής	adj	γενική ενικού του οδοιπορική
οδοιπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοιπορικός
οδοιπορικού	adj	γενική ενικού του οδοιπορικός
οδοιπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοιπορικός
οδοιπορικό	noun	γραπτή περιγραφή ή τηλεοπτική καταγραφή και παρουσίαση ενός ταξιδιού	adj	αιτιατική ενικού του οδοιπορικός
οδοιπορικός	adj	σχετικός με την οδοιπορία ή τον οδοιπόρο
οδοιπορικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοιπορικός
οδοιπορικώς	adv	με οδοιπορία, περπατώντας στο δρόμο
οδοιποριών	noun	γενική πληθυντικού του οδοιπορία
οδοιπορώ	verb	πορεύομαι πεζός, ταξιδεύω με τα πόδια
οδοιπόρε	noun	κλητική ενικού του οδοιπόρος
οδοιπόρο	noun	αιτιατική ενικού του οδοιπόρος
οδοιπόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοιπόρος
οδοιπόρος	noun	που διανύει μια αρκετά μεγάλη απόσταση περπατώντας· ο πεζός ταξιδιώτης
οδοιπόρου	noun	γενική ενικού του οδοιπόρος
οδοιπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδοιπόρος
οδοιπόρων	noun	γενική πληθυντικού του οδοιπόρος
οδοκαθαρίστρια	=	οδοκαθαριστής
οδοκαθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοκαθαριστής
οδοκαθαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οδοκαθαριστής
οδοκαθαριστής	noun	ο υπάλληλος του δήμου που φροντίζει για την καθαριότητα των δρόμων και των δημόσιων χώρων
οδοκαθαριστών	noun	γενική πληθυντικού του οδοκαθαριστής
οδομέτρου	=	οδόμετρο
οδομέτρων	=	οδόμετρο
οδομαχία	noun	ένοπλη σύγκρουση, μάχη, στους δρόμους μιας πόλης
οδομαχίας	noun	γενική ενικού του οδομαχία
οδομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδομαχία
οδομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του οδομαχία
οδομετρία	noun	η μέτρηση απόστασης που διανύεται από πεζό, χρησιμοποιώντας ειδικό όργανο, το οδόμετρο
οδομετρίας	=	οδομετρία
οδομετρίες	=	οδομετρία
οδομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδομετρικό
οδομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οδομετρικός
οδομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδομετρική
οδομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδομετρικός
οδομετρικής	adj	γενική ενικού του οδομετρική
οδομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδομετρικός
οδομετρικού	adj	γενική ενικού του οδομετρικός
οδομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδομετρικός
οδομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οδομετρικός
οδομετρικός	adj	που έχει σχέση με την οδομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οδομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οδομετρικός
οδομετριών	=	οδομετρία
οδονομία	noun	η φροντίδα για την διατήρηση της καλής κατάστασης και της καθαριότητας των οδών
οδονομίας	noun	γενική ενικού του οδονομία
οδονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδονομία
οδονομιών	noun	γενική πληθυντικού του οδονομία
οδοντάγρα	noun|formal	λαβίδα του οδοντίατρου για την εξαγωγή δοντιών
οδοντάγρας	noun	γενική ενικού του οδοντάγρα
οδοντάγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντάγρα
οδοντίατρε	noun	κλητική ενικού του οδοντίατρος
οδοντίατρο	noun	αιτιατική ενικού του οδοντίατρος
οδοντίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντίατρος
οδοντίατρος	noun	γιατρός υπεύθυνος για την υγεία των δοντιών και της στοματικής κοιλότητας
οδοντίατρου	noun	γενική ενικού του οδοντίατρος
οδοντίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδοντίατρος
οδοντίατρων	noun	γενική πληθυντικού του οδοντίατρος
οδοντίνες	=	οδοντίνη
οδοντίνη	noun	η σκληρή, πυκνή ασβεστολιθική ουσία που αποτελεί το κύριο σώμα ενός δοντιού, κάτω από το σμάλτο και γύρω από τον πολφό
οδοντίνης	=	οδοντίνη
οδοντίτιδα	noun	φλεγμονή του δοντιού
οδοντίτιδας	=	οδοντίτιδα
οδοντίτιδες	=	οδοντίτιδα
οδοντίτιδων	=	οδοντίτιδα
οδονταγρών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντάγρα
οδονταλγία	noun|formal	ο πονόδοντος
οδονταλγίας	noun	γενική ενικού του οδονταλγία
οδονταλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδονταλγία
οδονταλγιών	noun	γενική πληθυντικού του οδονταλγία
οδοντιάτρου	noun	γενική ενικού του οδοντίατρος
οδοντιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδοντίατρος
οδοντιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του οδοντίατρος
οδοντιατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντιατρείο
οδοντιατρείο	noun	το ιατρείο ενός οδοντιάτρου
οδοντιατρείου	noun	γενική ενικού του οδοντιατρείο
οδοντιατρείων	noun	γενική πληθυντικού του οδοντιατρείο
οδοντιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντιατρικό
οδοντιατρικέ	adj	κλητική ενικού του οδοντιατρικός
οδοντιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντιατρική
οδοντιατρική	noun	επιστήμη που ασχολείται με την μελέτη και την φροντίδα των δοντιών και την αντιμετώπιση παθήσεών τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντιατρικός
οδοντιατρικής	adj	γενική ενικού του οδοντιατρική
οδοντιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντιατρικός
οδοντιατρικού	adj	γενική ενικού του οδοντιατρικός
οδοντιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντιατρικός
οδοντιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντιατρικός
οδοντιατρικός	adj	σχετικός με την οδοντιατρική ή τον οδοντίατρο
οδοντιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντιατρικός
οδοντικά	noun	(ουσιαστικοποιημένο) τα οδοντικά σύμφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντικό
οδοντικέ	adj	κλητική ενικού του οδοντικός
οδοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντική
οδοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντικός
οδοντικής	adj	γενική ενικού του οδοντική
οδοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντικός
οδοντικού	adj	γενική ενικού του οδοντικός
οδοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντικός
οδοντικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντικός
οδοντικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στα δόντια
οδοντικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντικός
οδοντινών	=	οδοντίνη
οδοντοβουρτσών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντόβουρτσα
οδοντογένεση	noun	η πρώτη διάπλαση των οδοντικών θηλών του εμβρύου, που καταλήγει στον σχηματισμό των δοντιών
οδοντογένεσης	noun	γενική ενικού του οδοντογένεση
οδοντογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντογένεση
οδοντογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του οδοντογένεση
οδοντογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του οδοντογένεση
οδοντογιατρέ	noun	κλητική ενικού του οδοντογιατρός
οδοντογιατροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντογιατρός
οδοντογιατρού	noun	γενική ενικού του οδοντογιατρός
οδοντογιατρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδοντογιατρός
οδοντογιατρό	noun	αιτιατική ενικού του οδοντογιατρός
οδοντογιατρός	noun	ο οδοντίατρος
οδοντογιατρών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντογιατρός
οδοντογλυφίδα	noun	λεπτό και μυτερό στις άκρες ξύλο που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των δοντιών μετά το φαγητό
οδοντογλυφίδας	=	οδοντογλυφίδα
οδοντογλυφίδες	=	οδοντογλυφίδα
οδοντογλυφίδων	=	οδοντογλυφίδα
οδοντογονία	noun	η οδοντογένεση
οδοντογονίας	=	οδοντογονία
οδοντογονίες	=	οδοντογονία
οδοντογονιών	=	οδοντογονία
οδοντογράφε	=	οδοντογράφος
οδοντογράφο	=	οδοντογράφος
οδοντογράφοι	=	οδοντογράφος
οδοντογράφος	noun	εργαλείο με το οποίο κάποιος οδοντοτεχνίτης σχεδιάζει σε χαρτί τεχνητή οδοντοστοιχία
οδοντογράφου	=	οδοντογράφος
οδοντογράφους	=	οδοντογράφος
οδοντογράφων	=	οδοντογράφος
οδοντογραφία	noun	επιστημονική περιγραφή των δοντιών
οδοντογραφίας	=	οδοντογραφία
οδοντογραφίες	=	οδοντογραφία
οδοντογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντογραφικό
οδοντογραφικέ	adj	κλητική ενικού του οδοντογραφικός
οδοντογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντογραφική
οδοντογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντογραφικός
οδοντογραφικής	adj	γενική ενικού του οδοντογραφική
οδοντογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντογραφικός
οδοντογραφικού	adj	γενική ενικού του οδοντογραφικός
οδοντογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντογραφικός
οδοντογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντογραφικός
οδοντογραφικός	adj	που έχει σχέση με την οδοντογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οδοντογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντογραφικός
οδοντογραφιών	=	οδοντογραφία
οδοντοειδές	=	οδοντοειδής
οδοντοειδή	=	οδοντοειδής
οδοντοειδής	adj	που έχει μορφή δοντιού
οδοντοειδείς	=	οδοντοειδής
οδοντοειδούς	=	οδοντοειδής
οδοντοειδών	=	οδοντοειδής
οδοντοθεραπεία	noun	η θεραπεία των (παθήσεων των) δοντιών
οδοντοθεραπείας	noun	γενική ενικού του οδοντοθεραπεία
οδοντοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοθεραπεία
οδοντοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντοθεραπεία
οδοντοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοθεραπευτικό
οδοντοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του οδοντοθεραπευτικός
οδοντοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοθεραπευτική
οδοντοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντοθεραπευτικός
οδοντοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του οδοντοθεραπευτική
οδοντοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντοθεραπευτικός
οδοντοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του οδοντοθεραπευτικός
οδοντοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντοθεραπευτικός
οδοντοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντοθεραπευτικός
οδοντοθεραπευτικός	adj	σχετικός με την οδοντοθεραπεία
οδοντοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντοθεραπευτικός
οδοντολίθου	=	οδοντόλιθος
οδοντολίθους	=	οδοντόλιθος
οδοντολίθων	=	οδοντόλιθος
οδοντολαβίδα	noun	ειδική λαβίδα που χρησιμοποιούν οι οδοντίατροι
οδοντολαβίδας	=	οδοντολαβίδα
οδοντολαβίδες	=	οδοντολαβίδα
οδοντολαβίδων	=	οδοντολαβίδα
οδοντολογία	noun	ακαδημαϊκή οδοντιατρική
οδοντολογίας	noun	γενική ενικού του οδοντολογία
οδοντολογίες	=	οδοντολογία
οδοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντολογία
οδοντοπάθεια	noun	πάθηση των δοντιών
οδοντοπάθειας	=	οδοντοπάθεια
οδοντοπάθειες	=	οδοντοπάθεια
οδοντοπαθειών	=	οδοντοπάθεια
οδοντοπρόφερτα	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτε	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτες	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτη	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτης	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτο	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτοι	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτος	adj	που προφέρεται περισσότερο με τη συνδρομή των δοντιών
οδοντοπρόφερτου	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτους	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντοπρόφερτων	=	οδοντοπρόφερτος
οδοντορραγία	noun	απώλεια αίματος (αιμορραγία) από τα φατνία των δοντιών
οδοντορραγίας	noun	γενική ενικού του οδοντορραγία
οδοντορραγίες	=	οδοντορραγία
οδοντορραγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντορραγικό
οδοντορραγικέ	adj	κλητική ενικού του οδοντορραγικός
οδοντορραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντορραγική
οδοντορραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντορραγικός
οδοντορραγικής	adj	γενική ενικού του οδοντορραγική
οδοντορραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντορραγικός
οδοντορραγικού	adj	γενική ενικού του οδοντορραγικός
οδοντορραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντορραγικός
οδοντορραγικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντορραγικός
οδοντορραγικός	adj	σχετικός με την οδοντορραγία
οδοντορραγικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντορραγικός
οδοντορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντορραγία
οδοντοσκοπίου	noun	γενική ενικού του οδοντοσκόπιο
οδοντοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του οδοντοσκόπιο
οδοντοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοσκόπιο
οδοντοσκόπιο	noun	όργανο ή εργαλείο με το οποίο ο οδοντίατρος εξετάζει τα δόντια και το στόμα γενικότερα
οδοντοσκόπιου	=	οδοντοσκόπιο
οδοντοστοιχία	noun	σειρά δοντιών, το σύνολο των δοντιών στην γνάθο
οδοντοστοιχίας	noun	γενική ενικού του οδοντοστοιχία
οδοντοστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοστοιχία
οδοντοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντοστοιχία
οδοντοστοματολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που εξετάζει την περιοχή του στόματος και των δοντιών
οδοντοστοματολογίας	=	οδοντοστοματολογία
οδοντοστοματολογίες	=	οδοντοστοματολογία
οδοντοστοματολογικά	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικέ	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικές	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογική	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικής	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικοί	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικού	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικούς	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικό	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογικός	adj	σχετικός με την οδοντοστοματολογία
οδοντοστοματολογικών	=	οδοντοστοματολογικός
οδοντοστοματολογιών	=	οδοντοστοματολογία
οδοντοτέχνες	=	οδοντοτέχνης
οδοντοτέχνη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οδοντοτέχνης
οδοντοτέχνης	noun	άλλη μορφή του οδοντοτεχνίτης
οδοντοτεχνία	noun	η τέχνη / επάγγελμα τού οδοντοτεχνίτη / οδοντοτέχνη
οδοντοτεχνίας	=	οδοντοτεχνία
οδοντοτεχνίες	=	οδοντοτεχνία
οδοντοτεχνίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοτεχνίτης
οδοντοτεχνίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οδοντοτεχνίτης
οδοντοτεχνίτης	noun	τεχνίτης που συνεργάζεται με έναν οδοντίατρο και κατασκευάζει τεχνητές οδοντοστοιχίες, γέφυρες κ.λπ.
οδοντοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοτεχνικό
οδοντοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοτεχνική
οδοντοτεχνική	noun	άλλη μορφή του οδοντοτεχνία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνικής	adj	γενική ενικού του οδοντοτεχνική
οδοντοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνικού	adj	γενική ενικού του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την οδοντοτεχνία ή τους οδοντοτεχνίτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
οδοντοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντοτεχνικός
οδοντοτεχνιτών	=	οδοντοτεχνίτης
οδοντοτεχνιών	=	οδοντοτεχνία
οδοντοτεχνών	=	οδοντοτέχνης
οδοντοτριβές	=	οδοντοτριβή
οδοντοτριβή	noun	η φθορά των δοντιών εξαιτίας της μάσησης ή άλλων αιτιών
οδοντοτριβής	=	οδοντοτριβή
οδοντοτριβών	=	οδοντοτριβή
οδοντοφατνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοφατνιακό
οδοντοφατνιακέ	adj	κλητική ενικού του οδοντοφατνιακός
οδοντοφατνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοφατνιακή
οδοντοφατνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντοφατνιακός
οδοντοφατνιακής	adj	γενική ενικού του οδοντοφατνιακή
οδοντοφατνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντοφατνιακός
οδοντοφατνιακού	adj	γενική ενικού του οδοντοφατνιακός
οδοντοφατνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντοφατνιακός
οδοντοφατνιακό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντοφατνιακός
οδοντοφατνιακός	adj	που έχει σχέση με την περιοχή των δοντιών και των φατνίων ή αναφέρεται σ’ αυτή
οδοντοφατνιακών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντοφατνιακός
οδοντοφυΐα	noun	η βαθμιαία εμφάνιση των δοντιών και ο σχηματισμός της οδοντοστοιχίας που συντελείται κατά τη βρεφική και την πρώτη παιδική ηλικία
οδοντοφυΐας	noun	γενική ενικού του οδοντοφυΐα
οδοντοφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντοφυΐα
οδοντοφυϊών	noun	γενική πληθυντικού του οδοντοφυΐα
οδοντοφόρα	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρας	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρε	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρες	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρο	noun	προεξοχή με δοντάκια στο στόμα μαλακίων
οδοντοφόροι	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρος	adj	που φέρει δόντια, που είναι οδοντωτός
οδοντοφόρου	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρους	=	οδοντοφόρος
οδοντοφόρων	=	οδοντοφόρος
οδοντωμάτων	=	οδόντωμα
οδοντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντωμένο
οδοντωμένε	verb	κλητική ενικού του οδοντωμένος
οδοντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντωμένη
οδοντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντωμένος
οδοντωμένης	verb	γενική ενικού του οδοντωμένη
οδοντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οδοντωμένος
οδοντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντωμένος
οδοντωμένος	verb	αυτός που έχει δόντια
οδοντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οδοντωμένος
οδοντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οδοντωμένος
οδοντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οδοντωμένος
οδοντωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οδοντωτός	adv	με οδοντωτό τρόπο
οδοντωτέ	adj	κλητική ενικού του οδοντωτός
οδοντωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντωτή
οδοντωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοντωτός
οδοντωτής	adj	γενική ενικού του οδοντωτή
οδοντωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοντωτός
οδοντωτού	adj	γενική ενικού του οδοντωτός
οδοντωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοντωτός
οδοντωτό	adj	αιτιατική ενικού του οδοντωτός
οδοντωτός	adj	που στην άκρη του έχει "δόντια", που έχει προεξοχούλες και εσοχές
οδοντωτών	adj	γενική πληθυντικού του οδοντωτός
οδοντόβουρτσα	noun	βούρτσα για τον καθαρισμό των δοντιών
οδοντόβουρτσας	noun	γενική ενικού του οδοντόβουρτσα
οδοντόβουρτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντόβουρτσα
οδοντόγναθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντόγναθο
οδοντόγναθο	noun	που ανήκει στα Οδοντόγναθα (Odonata), τάξη στην ομοταξία των εντόμων, που περιλαμβάνει 6.000 περίπου είδη
οδοντόγναθου	=	οδοντόγναθο
οδοντόγναθων	=	οδοντόγναθο
οδοντόκρεμα	noun	μείγμα σε μορφή κρέμας, συσκευασμένο σε σωληνάρια, που χρησιμοποιείται για την καθαριότητα των δοντιών
οδοντόκρεμας	noun	γενική ενικού του οδοντόκρεμα
οδοντόκρεμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντόκρεμα
οδοντόλιθε	=	οδοντόλιθος
οδοντόλιθο	=	οδοντόλιθος
οδοντόλιθοι	=	οδοντόλιθος
οδοντόλιθος	noun	οδοντική πέτρα (λιθώδες ίζημα) γύρω από τα δόντια
οδοντόλιθου	=	οδοντόλιθος
οδοντόλιθους	=	οδοντόλιθος
οδοντόλιθων	=	οδοντόλιθος
οδοντόπαστα	noun	η οδοντόκρεμα
οδοντόπαστας	noun	γενική ενικού του οδοντόπαστα
οδοντόπαστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοντόπαστα
οδοντόφωνα	noun	τα σύμφωνα που αρθρώνονται με το άγγιγμα της γλώσσας στα δόντια
οδοντόφωνε	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνες	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνη	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνης	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνο	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνοι	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνος	adj	που αρθρώνεται με το άγγιγμα της γλώσσας πάνω στα δόντια
οδοντόφωνου	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνους	=	οδοντόφωνος
οδοντόφωνων	=	οδοντόφωνος
οδοντώματα	=	οδόντωμα
οδοντώματος	=	οδόντωμα
οδοντώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδόντωση
οδοντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οδόντωση
οδοντώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οδόντωση
οδοποιέ	noun	κλητική ενικού του οδοποιός
οδοποιία	noun	η χάραξη και η κατασκευή των δρόμων
οδοποιίας	noun	γενική ενικού του οδοποιία
οδοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοποιία
οδοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοποιητικό
οδοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του οδοποιητικός
οδοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοποιητική
οδοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδοποιητικός
οδοποιητικής	adj	γενική ενικού του οδοποιητική
οδοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοποιητικός
οδοποιητικού	adj	γενική ενικού του οδοποιητικός
οδοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδοποιητικός
οδοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του οδοποιητικός
οδοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την οδοποιία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οδοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του οδοποιητικός
οδοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του οδοποιία
οδοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδοποιός
οδοποιού	noun	γενική ενικού του οδοποιός
οδοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδοποιός
οδοποιό	noun	αιτιατική ενικού του οδοποιός
οδοποιός	noun	ο μηχανικός που έχει εξειδικευτεί στη χάραξη και την κατασκευή δρόμων
οδοποιών	noun	γενική πληθυντικού του οδοποιός
οδοσήμανση	noun	η τοποθέτηση πινακίδων σήμανσης στους δρόμους
οδοσήμανσης	=	οδοσήμανση
οδοσήμου	noun	γενική ενικού του οδόσημο
οδοσήμων	noun	γενική πληθυντικού του οδόσημο
οδοσημάνσεις	=	οδοσήμανση
οδοσημάνσεων	=	οδοσήμανση
οδοστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οδόστρωμα
οδοστρωσία	noun	η κατασκευή οδοστρώματος
οδοστρωσίας	noun	γενική ενικού του οδοστρωσία
οδοστρωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοστρωσία
οδοστρωσιών	noun	γενική πληθυντικού του οδοστρωσία
οδοστρωτήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οδοστρωτήρας
οδοστρωτήρας	noun	βαρύ όχημα που φέρει έναν ή περισσότερους σιδερένιους κυλίνδρους και χρησιμοποιείται στην οδοποιία για την ασφαλτόστρωση δρόμων
οδοστρωτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδοστρωτήρας
οδοστρωτήρων	=	οδοστρωτήρας
οδοστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδόστρωμα
οδοστρώματος	noun	γενική ενικού του οδόστρωμα
οδοστρώνω	verb	κατασκευάζω οδόστρωμα.
οδοστρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδόστρωση
οδοστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οδόστρωση
οδοστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οδόστρωση
οδοτερμίτες	=	οδοτερμίτης
οδοτερμίτη	=	οδοτερμίτης
οδοτερμίτης	noun	είδος τερμίτη
οδοτερμιτών	=	οδοτερμίτης
οδοφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδόφραγμα
οδοφράγματος	noun	γενική ενικού του οδόφραγμα
οδοφραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οδόφραγμα
οδοφωτισμέ	=	οδοφωτισμός
οδοφωτισμοί	=	οδοφωτισμός
οδοφωτισμού	=	οδοφωτισμός
οδοφωτισμούς	=	οδοφωτισμός
οδοφωτισμό	=	οδοφωτισμός
οδοφωτισμός	noun	ο φωτισμός των οδών
οδοφωτισμών	=	οδοφωτισμός
οδού	noun	γενική ενικού του οδός
οδούς	=	οδός
οδυνηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδυνηρό	adv	με πόνο, με οδύνη
οδυνηρέ	adj	κλητική ενικού του οδυνηρός
οδυνηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδυνηρή
οδυνηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδυνηρός
οδυνηρής	adj	γενική ενικού του οδυνηρή
οδυνηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδυνηρός
οδυνηρού	adj	γενική ενικού του οδυνηρός
οδυνηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδυνηρός
οδυνηρό	adj	αιτιατική ενικού του οδυνηρός
οδυνηρός	adj	που προκαλεί οδύνη, μεγάλο πόνο, σωματικό ή ψυχικό
οδυνηρών	adj	γενική πληθυντικού του οδυνηρός
οδυνοφαγία	noun	η αίσθηση πόνου κατά την κατάποση
οδυνοφαγίας	noun	γενική ενικού του οδυνοφαγία
οδυνοφαγίες	=	οδυνοφαγία
οδυνοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του οδυνοφαγία
οδυνών	noun	γενική πληθυντικού του οδύνη
οδυρμέ	noun	κλητική ενικού του οδυρμός
οδυρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδυρμένο
οδυρμένε	verb	κλητική ενικού του οδυρμένος
οδυρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδυρμένη
οδυρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδυρμένος
οδυρμένης	verb	γενική ενικού του οδυρμένη
οδυρμένο	verb	αιτιατική ενικού του οδυρμένος
οδυρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδυρμένος
οδυρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οδυρμένος
οδυρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οδυρμένος
οδυρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οδυρμένος
οδυρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδυρμός
οδυρμού	noun	γενική ενικού του οδυρμός
οδυρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδυρμός
οδυρμό	noun	αιτιατική ενικού του οδυρμός
οδυρμός	noun	ο θρήνος
οδυρμών	noun	γενική πληθυντικού του οδυρμός
οδυσεας	abbrev	σύστημα τηλεματικής για την επιτήρηση και ασφάλεια του οδικού δικτύου, που συνδυάζει τεχνολογίες παρακολούθησης, διαχείρισης κυκλοφορίας και έγκαιρης προειδοποίησης
οδυσσειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδυσσειακό
οδυσσειακέ	adj	κλητική ενικού του οδυσσειακός
οδυσσειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδυσσειακή
οδυσσειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδυσσειακός
οδυσσειακής	adj	γενική ενικού του οδυσσειακή
οδυσσειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδυσσειακός
οδυσσειακού	adj	γενική ενικού του οδυσσειακός
οδυσσειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδυσσειακός
οδυσσειακό	adj	αιτιατική ενικού του οδυσσειακός
οδυσσειακός	adj	σχετικός με την Οδύσσεια
οδυσσειακών	adj	γενική πληθυντικού του οδυσσειακός
οδυσσειών	=	οδύσσεια
οδωνυμίου	=	οδωνύμιο
οδωνυμίων	=	οδωνύμιο
οδωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδωνυμικό
οδωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του οδωνυμικός
οδωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδωνυμική
οδωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οδωνυμικός
οδωνυμικής	adj	γενική ενικού του οδωνυμική
οδωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδωνυμικός
οδωνυμικού	adj	γενική ενικού του οδωνυμικός
οδωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οδωνυμικός
οδωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οδωνυμικός	noun	η ονομασία μιας οδού
οδωνυμικός	adj	που αναφέρεται στα ονόματα των οδών ή έχει σχέση μ’ αυτά
οδωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του οδωνυμικός
οδωνύμια	=	οδωνύμιο
οδωνύμιο	noun	η ονομασία μιας οδού
οδωνύμιου	=	οδωνύμιο
οδωνύμιων	=	οδωνύμιο
οδό	=	οδός
οδόμετρα	=	οδόμετρο
οδόμετρο	noun	συσκευή με την οποία μετρούσαν το μήκος μιας οδού ή άλλες αποστάσεις στην αρχαία Ελλάδα
οδόμετρου	=	οδόμετρο
οδόμετρων	=	οδόμετρο
οδόντα	noun	αιτιατική ενικού του οδούς
οδόντας	noun	αιτιατική πληθυντικού του οδούς
οδόντες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οδούς
οδόντος	noun	γενική ενικού του οδούς
οδόντωμα	noun	οδοντωτή προεξοχή διαφόρων κατασκευών (μεταλλικών, ξύλινων, μαρμάρινων κ.λπ.) που συμβάλλει στη σύνδεσή της με άλλες παρόμοιες
οδόντων	noun	γενική πληθυντικού του οδούς
οδόντωση	noun	τα δόντια κάποιου ως σύνολο
οδόντωσης	noun	γενική ενικού του οδόντωση
οδός	noun	μέρος εδάφους που έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων
οδόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδόσημο
οδόσημο	noun	πινακίδα ή ανάλογο σήμα-σημάδι σε δρόμους που αναγράφει διάφορες πληροφορίες, όπως ονόματα, χιλιομετρικές αποστάσεις ή κατευθύνσεις
οδόσημου	=	οδόσημο
οδόστρωμα	noun	η επιφάνεια του δρόμου που στρώνεται με άσφαλτο ή τσιμέντο και πάνω της κινούνται τα οχήματα
οδόστρωση	noun	άλλη γραφή του οδοστρωσία
οδόστρωσης	noun	γενική ενικού του οδόστρωση
οδόφραγμα	noun	πρόχειρη κατασκευή από οποιοδήποτε υλικό είναι διαθέσιμο που φράζει ένα δρόμο και χρησιμεύει ως οχύρωμα κατά τη διάρκεια εξεγέρσεων
οδύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οδύνη
οδύνη	noun	ο ψυχικός πόνος μεγάλης έντασης
οδύνης	=	οδύνη
οδύνων	=	οδύνη
οδύρομαι	verb	κλαίω σπαραχτικά, θρηνώ
οδύσσεια	noun	περιπέτειες ή βάσανα που θυμίζουν την Οδύσσεια του Ομήρου (σε λεξικά αναφέρεται με μικρό ο - για να διαφοροποιηθεί από το έπος - , αλλά χρησιμοποιείται συχνά και με κεφαλαίο Ο)
οδύσσειας	=	οδύσσεια
οδύσσειες	=	οδύσσεια
οδών	noun	γενική πληθυντικού του οδός
οε	abbrev	Ομόρρυθμη Εταιρεία
οεδβ	abbrev	κρατικός φορέας που ήταν υπεύθυνος για την έκδοση των σχολικών βιβλίων στην Ελλάδα
οεεκ	abbrev	φορέας υπεύθυνος για την αρχική επαγγελματική κατάρτιση και την πιστοποίηση των αποφοίτων ΙΕΚ στην Ελλάδα
οεσβ	abbrev	αρχική ονομασία του ΟΕΔΒ
οζά	noun	άλλη μορφή του ζα: (ζώα, πληθυντικός αριθμός του ζώο)
οζίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζίδιο
οζίδιο	noun	μικρός ψηλαφητός υποδόριος όγκος (βρίσκεται και σε άλλα μέλη του σώματος)
οζίδιου	=	οζίδιο
οζαινίτες	=	οζαινίτης
οζαινίτη	=	οζαινίτης
οζαινίτης	noun	που αναδίδει οσμή σαν της όζαινας
οζαινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζαινικό
οζαινικέ	adj	κλητική ενικού του οζαινικός
οζαινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζαινική
οζαινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οζαινικός
οζαινικής	adj	γενική ενικού του οζαινική
οζαινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζαινικός
οζαινικού	adj	γενική ενικού του οζαινικός
οζαινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οζαινικός
οζαινικό	adj	αιτιατική ενικού του οζαινικός
οζαινικός	adj	σχετικός με την όζαινα
οζαινικών	adj	γενική πληθυντικού του οζαινικός
οζαινιτών	=	οζαινίτης
οζαινωδών	=	οζαινώδης
οζαινώδεις	=	οζαινώδης
οζαινώδες	=	οζαινώδης
οζαινώδη	=	οζαινώδης
οζαινώδης	adj|formal	που αναδίδει δυσοσμία (σαν να προέρχεται από όζαινα)
οζαινώδους	=	οζαινώδης
οζαινών	noun	γενική πληθυντικού του όζαινα
οζιδίου	noun	γενική ενικού του οζίδιο
οζιδίων	noun	γενική πληθυντικού του οζίδιο
οζονίζαμε	=	οζονίζω
οζονίζαν	=	οζονίζω
οζονίζανε	=	οζονίζω
οζονίζατε	=	οζονίζω
οζονίζει	=	οζονίζω
οζονίζεις	=	οζονίζω
οζονίζετε	=	οζονίζω
οζονίζοντας	=	οζονίζω
οζονίζουμε	=	οζονίζω
οζονίζουν	=	οζονίζω
οζονίζουνε	=	οζονίζω
οζονίζω	verb	εμπλουτίζω με όζον
οζονίσαμε	=	οζονίζω
οζονίσαν	=	οζονίζω
οζονίσανε	=	οζονίζω
οζονίσατε	=	οζονίζω
οζονίσει	=	οζονίζω
οζονίστε	=	οζονίζω
οζονισμέ	noun	κλητική ενικού του οζονισμός
οζονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονισμένο
οζονισμένε	verb	κλητική ενικού του οζονισμένος
οζονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονισμένη
οζονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οζονισμένος
οζονισμένης	verb	γενική ενικού του οζονισμένη
οζονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οζονισμένος
οζονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζονισμένος
οζονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οζονισμένος
οζονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οζονισμένος
οζονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οζονισμένος
οζονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζονισμός
οζονισμού	noun	γενική ενικού του οζονισμός
οζονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οζονισμός
οζονισμό	noun	αιτιατική ενικού του οζονισμός
οζονισμός	noun	χημική διεργασία καθαρισμού (π.χ. του νερού) με τη χρήση όζοντος
οζονισμών	noun	γενική πληθυντικού του οζονισμός
οζονιστήρα	=	οζονιστήρας
οζονιστήρας	noun	μηχάνημα που παράγει όζον
οζονιστήρες	=	οζονιστήρας
οζονιστήρων	=	οζονιστήρας
οζονοθεραπεία	noun	θεραπεία με τη χρήση όζοντος, που αποσκοπεί να αυξήσει την ποσότητα οξυγόνου στο σώμα / αίμα
οζονοθεραπείας	noun	γενική ενικού του οζονοθεραπεία
οζονοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονοθεραπεία
οζονοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του οζονοθεραπεία
οζονομετρία	noun	άλλη μορφή του οζοντομετρία
οζονομετρίας	noun	γενική ενικού του οζονομετρία
οζονομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονομετρία
οζονομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονομετρικό
οζονομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οζονομετρικός
οζονομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονομετρική
οζονομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οζονομετρικός
οζονομετρικής	adj	γενική ενικού του οζονομετρική
οζονομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζονομετρικός
οζονομετρικού	adj	γενική ενικού του οζονομετρικός
οζονομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οζονομετρικός
οζονομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οζονομετρικός
οζονομετρικός	adj	άλλη μορφή του οζοντομετρικός
οζονομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οζονομετρικός
οζονομετριών	noun	γενική πληθυντικού του οζονομετρία
οζονοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του οζονόσφαιρα
οζοντίζαμε	=	οζοντίζω
οζοντίζαν	=	οζοντίζω
οζοντίζανε	=	οζοντίζω
οζοντίζατε	=	οζοντίζω
οζοντίζει	=	οζοντίζω
οζοντίζεις	=	οζοντίζω
οζοντίζετε	=	οζοντίζω
οζοντίζοντας	=	οζοντίζω
οζοντίζουμε	=	οζοντίζω
οζοντίζουν	=	οζοντίζω
οζοντίζουνε	=	οζοντίζω
οζοντίζω	verb	άλλη μορφή του οζονίζω
οζοντίσαμε	=	οζοντίζω
οζοντίσαν	=	οζοντίζω
οζοντίσανε	=	οζοντίζω
οζοντίσατε	=	οζοντίζω
οζοντίσει	=	οζοντίζω
οζοντίστε	=	οζοντίζω
οζοντισμέ	noun	κλητική ενικού του οζοντισμός
οζοντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντισμένο
οζοντισμένε	verb	κλητική ενικού του οζοντισμένος
οζοντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντισμένη
οζοντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οζοντισμένος
οζοντισμένης	verb	γενική ενικού του οζοντισμένη
οζοντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οζοντισμένος
οζοντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζοντισμένος
οζοντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οζοντισμένος
οζοντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οζοντισμένος
οζοντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οζοντισμένος
οζοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζοντισμός
οζοντισμού	noun	γενική ενικού του οζοντισμός
οζοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οζοντισμός
οζοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του οζοντισμός
οζοντισμός	noun	άλλη μορφή του οζονισμός
οζοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του οζοντισμός
οζοντομετρία	noun	η μέτρηση της ποσότητας του όζοντος στην ατμόσφαιρα (ή σε κάποιον χώρο)
οζοντομετρίας	noun	γενική ενικού του οζοντομετρία
οζοντομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντομετρία
οζοντομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντομετρικό
οζοντομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οζοντομετρικός
οζοντομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντομετρική
οζοντομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οζοντομετρικός
οζοντομετρικής	adj	γενική ενικού του οζοντομετρική
οζοντομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οζοντομετρικός
οζοντομετρικού	adj	γενική ενικού του οζοντομετρικός
οζοντομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οζοντομετρικός
οζοντομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οζοντομετρικός
οζοντομετρικός	adj	που έχει σχέση με την οζοντομετρία ή το οζοντόμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτά
οζοντομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οζοντομετρικός
οζοντομετριών	noun	γενική πληθυντικού του οζοντομετρία
οζοντοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του οζοντόσφαιρα
οζοντόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντόμετρο
οζοντόμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση της ποσότητας του όζοντος στην ατμόσφαιρα (ή σε κάποιον χώρο)
οζοντόμετρου	noun	γενική ενικού του οζοντόμετρο
οζοντόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του οζοντόμετρο
οζοντόσφαιρα	noun	άλλη μορφή του οζονόσφαιρα
οζοντόσφαιρας	noun	γενική ενικού του οζοντόσφαιρα
οζοντόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζοντόσφαιρα
οζονόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονόμετρο
οζονόμετρο	noun	άλλη μορφή του οζοντόμετρο
οζονόμετρου	noun	γενική ενικού του οζονόμετρο
οζονόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του οζονόμετρο
οζονόσφαιρα	noun	στρώμα που περιέχει μεγάλες ποσότητες από το αέριο όζον και βρίσκεται στη στρατόσφαιρα
οζονόσφαιρας	noun	γενική ενικού του οζονόσφαιρα
οζονόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οζονόσφαιρα
οζωδών	adj	γενική πληθυντικού του οζώδης
οζόνιζα	=	οζονίζω
οζόνιζαν	=	οζονίζω
οζόνιζε	=	οζονίζω
οζόνιζες	=	οζονίζω
οζόνισα	=	οζονίζω
οζόνισαν	=	οζονίζω
οζόνισε	=	οζονίζω
οζόνισες	=	οζονίζω
οζόντιζα	=	οζοντίζω
οζόντιζαν	=	οζοντίζω
οζόντιζε	=	οζοντίζω
οζόντιζες	=	οζοντίζω
οζόντισα	=	οζοντίζω
οζόντισαν	=	οζοντίζω
οζόντισε	=	οζοντίζω
οζόντισες	=	οζοντίζω
οζώδεις	=	οζώδης
οζώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οζώδης
οζώδη	=	οζώδης
οζώδης	adj	που έχει στην επιφάνειά του όζους
οζώδους	=	οζώδης
οηε	abbrev	είναι ένας διεθνής οργανισμός μεταξύ των κρατών του κόσμου με σκοπό την συνεργασία στο διεθνές δίκαιο, την ασφάλεια, την οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική ισότητα.
οθνείος	adj|archaic	ξένος, αλλοεθνής, ξενόφερτος
οθονικά	=	οθονικός
οθονικέ	=	οθονικός
οθονικές	=	οθονικός
οθονική	=	οθονικός
οθονικής	=	οθονικός
οθονικοί	=	οθονικός
οθονικού	=	οθονικός
οθονικούς	=	οθονικός
οθονικό	=	οθονικός
οθονικός	adj	on-screen: λειτουργία, δραστηριότητα που βασίζεται στην ύπαρξη της οθόνης τηλεόρασης, τηλεφώνου, ηλεκτρονικού υπολογιστή, κλπ.
οθονικών	=	οθονικός
οθονογραφία	noun	ηλεκτρονική αποθήκευση της εικόνας που εμφανίζεται στην οθόνη μιας συσκευής
οθονογραφίας	=	οθονογραφία
οθονογραφίες	=	οθονογραφία
οθονογραφιών	=	οθονογραφία
οθονότυπα	=	οθονότυπο
οθονότυπο	noun	η φόρμα συμπλήρωσης στοιχείων σε οθόνη υπολογιστή
οθονότυπου	=	οθονότυπο
οθονότυπων	=	οθονότυπο
οθονών	=	οθόνη
οθωμανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οθωμανικό
οθωμανικέ	adj	κλητική ενικού του οθωμανικός
οθωμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οθωμανική
οθωμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οθωμανικός
οθωμανικής	adj	γενική ενικού του οθωμανική
οθωμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οθωμανικός
οθωμανικού	adj	γενική ενικού του οθωμανικός
οθωμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οθωμανικός
οθωμανικό	adj	αιτιατική ενικού του οθωμανικός
οθωμανικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους Οθωμανούς
οθωμανικών	adj	γενική πληθυντικού του οθωμανικός
οθωμανισμέ	=	οθωμανισμός
οθωμανισμοί	=	οθωμανισμός
οθωμανισμού	=	οθωμανισμός
οθωμανισμούς	=	οθωμανισμός
οθωμανισμό	=	οθωμανισμός
οθωμανισμός	noun	σύστημα που αποσκοπεί στη δημιουργία οθωμανικής εθνότητας και στην ένταξη σ’ αυτή διαφόρων εθνοτήτων, μουσουλμανικών και μη
οθωμανισμών	=	οθωμανισμός
οθωμανόπαιδα	=	οθωμανόπαιδο
οθωμανόπαιδο	noun	μικρός Οθωμανός σε ηλικία παιδιού
οθωμανόπαιδου	=	οθωμανόπαιδο
οθωμανόπαιδων	=	οθωμανόπαιδο
οθωνίστρια	noun	θηλυκό του οθωνιστής
οθωνίστριας	=	οθωνίστρια
οθωνίστριες	=	οθωνίστρια
οθωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οθωνικό
οθωνικέ	adj	κλητική ενικού του οθωνικός
οθωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οθωνική
οθωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οθωνικός
οθωνικής	adj	γενική ενικού του οθωνική
οθωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οθωνικός
οθωνικού	adj	γενική ενικού του οθωνικός
οθωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οθωνικός
οθωνικό	adj	αιτιατική ενικού του οθωνικός
οθωνικός	adj	που αναφέρεται στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας, τον Όθωνα ή την περίοδο της βασιλείας του
οθωνικών	adj	γενική πληθυντικού του οθωνικός
οθωνιστές	=	οθωνιστής
οθωνιστή	=	οθωνιστής
οθωνιστής	noun	ο υποστηρικτής του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα
οθωνιστριών	=	οθωνίστρια
οθωνιστών	=	οθωνιστής
οθόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οθόνη
οθόνη	noun	λευκή επιφάνεια από πανί, πλαστικό ή άλλο υλικό, κατάλληλη για να προβληθούν πάνω της από ειδική συσκευή εικόνες ή κινηματογραφικές ταινίες
οθόνης	=	οθόνη
οθώνεια	=	οθώνειος
οθώνειας	=	οθώνειος
οθώνειε	=	οθώνειος
οθώνειες	=	οθώνειος
οθώνειο	=	οθώνειος
οθώνειοι	=	οθώνειος
οθώνειος	adj	άλλη μορφή του οθωνικός
οθώνειου	=	οθώνειος
οθώνειους	=	οθώνειος
οθώνειων	=	οθώνειος
οι	article	ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο
οιάκιζα	=	οιακίζω
οιάκιζαν	=	οιακίζω
οιάκιζε	=	οιακίζω
οιάκιζες	=	οιακίζω
οιάκισα	=	οιακίζω
οιάκισαν	=	οιακίζω
οιάκισε	=	οιακίζω
οιάκισες	=	οιακίζω
οιάκιση	noun	άλλη μορφή του οιακισμός
οιάκισης	noun	γενική ενικού του οιάκιση
οιάκισμα	noun	άλλη μορφή του οιακισμός
οιάκων	=	οίακας
οιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οίηση
οιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οίηση
οιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οίηση
οιακίζαμε	=	οιακίζω
οιακίζαν	=	οιακίζω
οιακίζανε	=	οιακίζω
οιακίζατε	=	οιακίζω
οιακίζει	=	οιακίζω
οιακίζεις	=	οιακίζω
οιακίζετε	=	οιακίζω
οιακίζοντας	=	οιακίζω
οιακίζουμε	=	οιακίζω
οιακίζουν	=	οιακίζω
οιακίζουνε	=	οιακίζω
οιακίζω	verb	χειρίζομαι τον οίακα, το τιμόνι
οιακίσαμε	=	οιακίζω
οιακίσαν	=	οιακίζω
οιακίσανε	=	οιακίζω
οιακίσατε	=	οιακίζω
οιακίσει	=	οιακίζω
οιακίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιάκιση
οιακίσεων	noun	γενική πληθυντικού του οιάκιση
οιακίσεως	noun|formal	γενική ενικού του οιάκιση
οιακίσματα	=	οιάκισμα
οιακίσματος	=	οιάκισμα
οιακίστε	=	οιακίζω
οιακισμάτων	=	οιάκισμα
οιακισμέ	noun	κλητική ενικού του οιακισμός
οιακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιακισμένο
οιακισμένε	verb	κλητική ενικού του οιακισμένος
οιακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιακισμένη
οιακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οιακισμένος
οιακισμένης	verb	γενική ενικού του οιακισμένη
οιακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οιακισμένος
οιακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οιακισμένος
οιακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οιακισμένος
οιακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οιακισμένος
οιακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οιακισμένος
οιακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οιακισμός
οιακισμού	noun	γενική ενικού του οιακισμός
οιακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οιακισμός
οιακισμό	noun	αιτιατική ενικού του οιακισμός
οιακισμός	noun|formal	η ρύθμιση της κατεύθυνσης ενός πλεούμενου με τη χρήση του οίακα, του ειδικού τιμονιού του
οιακισμών	noun	γενική πληθυντικού του οιακισμός
οιακιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιακιστής
οιακιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οιακιστής
οιακιστήρια	=	οιακιστήριο
οιακιστήριο	noun	πηδαλιουχείο, τιμονιέρα
οιακιστήριου	=	οιακιστήριο
οιακιστής	noun	που χειρίζεται τον οίακα του πλοίου, ο πηδαλιούχος, ο τιμονιέρης
οιακιστηρίου	=	οιακιστήριο
οιακιστηρίων	=	οιακιστήριο
οιακιστών	noun	γενική πληθυντικού του οιακιστής
οιακοστροφήσαμε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφήσαν	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφήσανε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφήσατε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφήσει	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφήστε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφεί	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφείς	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφείτε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούμε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούν	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούνε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσα	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσαμε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσαν	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσανε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσατε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσε	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφούσες	=	οιακοστροφώ
οιακοστροφώ	verb|formal	οιακίζω, πηδαλιουχώ
οιακοστροφώντας	=	οιακοστροφώ
οιακοστρόφει	=	οιακοστροφώ
οιακοστρόφησα	=	οιακοστροφώ
οιακοστρόφησαν	=	οιακοστροφώ
οιακοστρόφησε	=	οιακοστροφώ
οιακοστρόφησες	=	οιακοστροφώ
οιακοστρόφιο	noun	αυτό που στρέφει τον οίακα του πηδαλίου του πλοίου, το υπό μορφή ρόδακα τιμόνι των πλοίων
οιακοφόρα	=	οιακοφόρος
οιακοφόρας	=	οιακοφόρος
οιακοφόρε	=	οιακοφόρος
οιακοφόρες	=	οιακοφόρος
οιακοφόρο	=	οιακοφόρος
οιακοφόροι	=	οιακοφόρος
οιακοφόρος	adj	αυτός που φέρει πηδάλιο
οιακοφόρου	=	οιακοφόρος
οιακοφόρους	=	οιακοφόρος
οιακοφόρων	=	οιακοφόρος
οιδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οίδημα
οιδήματος	noun	γενική ενικού του οίδημα
οιδαλέος	adj|formal	εξογκωμένος, πρησμένος, φουσκωμένος
οιδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του οίδημα
οιδηματωδών	=	οιδηματώδης
οιδηματώδεις	=	οιδηματώδης
οιδηματώδες	=	οιδηματώδης
οιδηματώδη	=	οιδηματώδης
οιδηματώδης	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του οιδήματος
οιδηματώδους	=	οιδηματώδης
οιδιπόδεια	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειας	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειε	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειες	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειο	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειοι	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειος	adj	ο σχετικός με τον Οιδίποδα
οιδιπόδειου	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειους	=	οιδιπόδειος
οιδιπόδειων	=	οιδιπόδειος
οιηματία	=	οιηματίας
οιηματίας	noun|formal	αλαζόνας, φαντασμένος
οιηματίες	=	οιηματίας
οιηματιών	=	οιηματίας
οικήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οίκημα
οικήματος	noun	γενική ενικού του οίκημα
οικήσεις	=	οίκηση
οικήσεων	=	οίκηση
οικήσιμα	=	οικήσιμος
οικήσιμε	=	οικήσιμος
οικήσιμες	=	οικήσιμος
οικήσιμη	=	οικήσιμος
οικήσιμης	=	οικήσιμος
οικήσιμο	=	οικήσιμος
οικήσιμοι	=	οικήσιμος
οικήσιμος	adj	κατάλληλος για κατοικία, που μπορεί να κατοικηθεί
οικήσιμου	=	οικήσιμος
οικήσιμους	=	οικήσιμος
οικήσιμων	=	οικήσιμος
οικήτορ	=	οικήτωρ
οικήτορα	=	οικήτορας
οικήτορας	noun|formal	που κατοικεί
οικήτορες	=	οικήτορας
οικήτορος	=	οικήτωρ
οικήτωρ	noun|formal	που κατοικεί
οικία	noun|formal	η κατοικία, το κτίριο ή το διαμέρισμα όπου κατοικεί κάποιος, όπου ζει μονίμως
οικίας	noun	γενική ενικού του οικία
οικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικία
οικίζαμε	=	οικίζω
οικίζαν	=	οικίζω
οικίζανε	=	οικίζω
οικίζατε	=	οικίζω
οικίζει	=	οικίζω
οικίζεις	=	οικίζω
οικίζετε	=	οικίζω
οικίζοντας	=	οικίζω
οικίζουμε	=	οικίζω
οικίζουν	=	οικίζω
οικίζουνε	=	οικίζω
οικίζω	verb|formal	αποικίζω
οικίσαμε	=	οικίζω
οικίσαν	=	οικίζω
οικίσανε	=	οικίζω
οικίσατε	=	οικίζω
οικίσει	=	οικίζω
οικίσκε	=	οικίσκος
οικίσκο	=	οικίσκος
οικίσκοι	=	οικίσκος
οικίσκος	noun	μικρός οίκος, μικρό σπίτι
οικίσκου	=	οικίσκος
οικίσκους	=	οικίσκος
οικίσκων	=	οικίσκος
οικίστε	=	οικίζω
οικίστρια	noun	θηλυκό του οικιστής
οικίστριας	noun	γενική ενικού του οικίστρια
οικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικίστρια
οικεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικείος	adv	με οικειότητα
οικείας	=	οικείος
οικείε	=	οικείος
οικείες	=	οικείος
οικείο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οικείος
οικείοι	=	οικείος
οικείος	adj	ο έχων στενή σχέση με κάποιον ή κάτι
οικείου	=	οικείος
οικείους	=	οικείος
οικείων	=	οικείος
οικείωση	noun|formal	συνώνυμο του εξοικείωση
οικείωσης	noun	γενική ενικού του οικείωση
οικειοθελές	=	οικειοθελής
οικειοθελή	=	οικειοθελής
οικειοθελής	adj	που γίνεται με τη θέληση κάποιου, χωρίς να έχει υπάρξει εξαναγκασμός, πίεση ή υποχρέωση
οικειοθελείς	=	οικειοθελής
οικειοθελούς	=	οικειοθελής
οικειοθελών	=	οικειοθελής
οικειοθελώς	adv	με τη θέληση κάποιου, χωρίς να έχει υπάρξει εξαναγκασμός, πίεση ή υποχρέωση
οικειοποίηση	noun	η ενέργεια του οικειοποιούμαι
οικειοποίησης	noun	γενική ενικού του οικειοποίηση
οικειοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικειοποίηση
οικειοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οικειοποίηση
οικειοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οικειοποίηση
οικειοποιήσου	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιείσαι	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιείστε	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιείται	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθήκαν	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιηθήκανε	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικειοποιούμαι
οικειοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικειοποιημένο
οικειοποιημένε	verb	κλητική ενικού του οικειοποιημένος
οικειοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικειοποιημένη
οικειοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικειοποιημένος
οικειοποιημένης	verb	γενική ενικού του οικειοποιημένη
οικειοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του οικειοποιημένος
οικειοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικειοποιημένος
οικειοποιημένος	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικειοποιημένος
οικειοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικειοποιημένος
οικειοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικειοποιημένος
οικειοποιούμαι	verb	κάνω δικό μου κάτι που ανήκει σε άλλον
οικειοποιούμασταν	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούμαστε	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούμην	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούμουν	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούνται	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούνταν	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούσασταν	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούσαστε	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιούσουν	=	οικειοποιούμαι
οικειοποιόμουν	=	οικειοποιούμαι
οικειοτήτων	=	οικειότητα
οικειούμαι	verb|archaic	εξοικειώνομαι
οικειωθήκαμε	=	οικειώνομαι
οικειωθήκαν	=	οικειώνομαι
οικειωθήκανε	=	οικειώνομαι
οικειωθήκατε	=	οικειώνομαι
οικειωθεί	=	οικειώνομαι
οικειωθείτε	=	οικειώνομαι
οικειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικειωμένο
οικειωμένε	verb	κλητική ενικού του οικειωμένος
οικειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικειωμένη
οικειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικειωμένος
οικειωμένης	verb	γενική ενικού του οικειωμένη
οικειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οικειωμένος
οικειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικειωμένος
οικειωμένος	=	οικειώνομαι
οικειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικειωμένος
οικειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικειωμένος
οικειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικειωμένος
οικειωνόμασταν	=	οικειώνομαι
οικειωνόμαστε	=	οικειώνομαι
οικειωνόμουν	=	οικειώνομαι
οικειωνόμουνα	=	οικειώνομαι
οικειωνόντουσαν	=	οικειώνομαι
οικειωνόσασταν	=	οικειώνομαι
οικειωνόσαστε	=	οικειώνομαι
οικειωνόσουν	=	οικειώνομαι
οικειωνόσουνα	=	οικειώνομαι
οικειωνόταν	=	οικειώνομαι
οικειωνότανε	=	οικειώνομαι
οικειότατα	=	οικείος
οικειότατε	=	οικείος
οικειότατες	=	οικείος
οικειότατη	=	οικείος
οικειότατης	=	οικείος
οικειότατο	=	οικείος
οικειότατοι	=	οικείος
οικειότατος	=	οικείος
οικειότατου	=	οικείος
οικειότατους	=	οικείος
οικειότατων	=	οικείος
οικειότερα	=	οικείος
οικειότερε	=	οικείος
οικειότερες	=	οικείος
οικειότερη	=	οικείος
οικειότερης	=	οικείος
οικειότερο	=	οικείος
οικειότεροι	=	οικείος
οικειότερος	=	οικείος
οικειότερου	=	οικείος
οικειότερους	=	οικείος
οικειότερων	=	οικείος
οικειότητα	noun	η ιδιότητα του οικείου, αν και σε ποιο βαθμό ένα πράγμα είναι γνωστό σε κάποιον
οικειότητας	noun	γενική ενικού του οικειότητα
οικειότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικειότητα
οικειώθηκα	=	οικειώνομαι
οικειώθηκαν	=	οικειώνομαι
οικειώθηκε	=	οικειώνομαι
οικειώθηκες	=	οικειώνομαι
οικειώνεσαι	=	οικειώνομαι
οικειώνεστε	=	οικειώνομαι
οικειώνεται	=	οικειώνομαι
οικειώνομαι	verb|formal	άλλη μορφή του εξοικειώνομαι
οικειώνονται	=	οικειώνομαι
οικειώνονταν	=	οικειώνομαι
οικειώνου	=	οικειώνομαι
οικειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικείωση
οικειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οικείωση
οικειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οικείωση
οικειώσου	=	οικειώνομαι
οικημάτων	noun	γενική πληθυντικού του οίκημα
οικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικημένο
οικημένε	verb	κλητική ενικού του οικημένος
οικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικημένη
οικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικημένος
οικημένης	verb	γενική ενικού του οικημένη
οικημένο	verb	αιτιατική ενικού του οικημένος
οικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικημένος
οικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικημένος
οικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικημένος
οικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικημένος
οικητόρων	=	οικήτορας
οικιακά	noun	οι δουλειές του σπιτιού στο σύνολό τους.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οικιακός
οικιακέ	adj	κλητική ενικού του οικιακός
οικιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικιακή
οικιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικιακός
οικιακής	adj	γενική ενικού του οικιακή
οικιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικιακός
οικιακού	adj	γενική ενικού του οικιακός
οικιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικιακός
οικιακό	adj	αιτιατική ενικού του οικιακός
οικιακός	adj	που έχει σχέση με την οικία και την διαμένουσα σ' αυτό οικογένεια, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτά
οικιακών	adj	γενική πληθυντικού του οικιακός
οικισμέ	noun	κλητική ενικού του οικισμός
οικισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικισμένο
οικισμένε	verb	κλητική ενικού του οικισμένος
οικισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικισμένη
οικισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικισμένος
οικισμένης	verb	γενική ενικού του οικισμένη
οικισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οικισμένος
οικισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικισμένος
οικισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικισμένος
οικισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικισμένος
οικισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικισμένος
οικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικισμός
οικισμού	noun	γενική ενικού του οικισμός
οικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικισμός
οικισμό	noun	αιτιατική ενικού του οικισμός
οικισμός	noun	μικρό σύνολο κατοικιών
οικισμών	noun	γενική πληθυντικού του οικισμός
οικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικιστής
οικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οικιστής
οικιστής	noun	ο ιδρυτής μιας αποικίας, ο αρχηγός των αποίκων
οικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικιστικό	adv	από οικιστική άποψη
οικιστικέ	adj	κλητική ενικού του οικιστικός
οικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικιστική
οικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικιστικός
οικιστικής	adj	γενική ενικού του οικιστική
οικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικιστικός
οικιστικού	adj	γενική ενικού του οικιστικός
οικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικιστικός
οικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του οικιστικός
οικιστικός	adj	σχετικός με την κατασκευή οικισμών
οικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του οικιστικός
οικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του οικίστρια
οικιστών	noun	γενική πληθυντικού του οικιστής
οικιών	noun	γενική πληθυντικού του οικία
οικοανάπτυξη	noun	η ανάπτυξη οικολογικών συστημάτων
οικοανάπτυξης	=	οικοανάπτυξη
οικοαναπτύξεις	=	οικοανάπτυξη
οικοαναπτύξεων	=	οικοανάπτυξη
οικοαναρχισμέ	=	οικοαναρχισμός
οικοαναρχισμοί	=	οικοαναρχισμός
οικοαναρχισμού	=	οικοαναρχισμός
οικοαναρχισμούς	=	οικοαναρχισμός
οικοαναρχισμό	=	οικοαναρχισμός
οικοαναρχισμός	noun	θεωρία που υποστηρίζει ότι μικρές οικοκοινότητες (των 50-150 ανθρώπων) είναι η μορφή που πρέπει να έχουν οι ανθρώπινοι οικισμοί ώστε να αναπτυχθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός
οικοαναρχισμών	=	οικοαναρχισμός
οικογένεια	noun	σύνολο προσώπων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολύ στενό συγγενικό δεσμό
οικογένειας	noun	γενική ενικού του οικογένεια
οικογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογένεια
οικογενείας	noun	γενική ενικού του οικογένεια
οικογενειάρχες	=	οικογενειάρχης
οικογενειάρχη	=	οικογενειάρχης
οικογενειάρχης	noun	ο άντρας που επωμίζεται όλες τις ευθύνες που συνεπάγεται η οικογένεια και η ανατροφή των παιδιών
οικογενειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογενειακό	adv	οικογενειακώς
οικογενειακέ	adj	κλητική ενικού του οικογενειακός
οικογενειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογενειακή
οικογενειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικογενειακός
οικογενειακής	adj	γενική ενικού του οικογενειακή
οικογενειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικογενειακός
οικογενειακού	adj	γενική ενικού του οικογενειακός
οικογενειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικογενειακός
οικογενειακό	adj	αιτιατική ενικού του οικογενειακός
οικογενειακός	adj	που αναφέρεται στην οικογένεια ή στους δεσμούς που ενώνουν τα μέλη της ή ανήκει σε αυτήν
οικογενειακών	adj	γενική πληθυντικού του οικογενειακός
οικογενειακώς	adv|formal	ως οικογένεια (για κάτι που αφορά σε όλα τα μέλη μιας οικογένειας)
οικογενειαρχών	=	οικογενειάρχης
οικογενειοκρατία	noun	το φαινόμενο να επιβιώνουν και να κυριαρχούν στην πολιτική, κοινωνική, ακαδημαϊκή ζωή (αλλά και στην οικονομική ζωή ενός τόπου) μέλη της ίδιας οικογενείας συχνά επί σειρά πολλών γενεών, ο νεποτισμός
οικογενειοκρατίας	noun	γενική ενικού του οικογενειοκρατία
οικογενειοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογενειοκρατία
οικογενειοκρατικά	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικέ	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικές	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατική	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικής	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικοί	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικού	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικούς	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικό	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατικός	adj	που αφορά την οικογενειοκρατία
οικογενειοκρατικών	=	οικογενειοκρατικός
οικογενειοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του οικογενειοκρατία
οικογενειοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογενειοκρατούμενο
οικογενειοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικογενειοκρατούμενη
οικογενειοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του οικογενειοκρατούμενη
οικογενειοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειοκρατούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος οικογενειοκρατούμαι
οικογενειοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικογενειοκρατούμενος
οικογενειών	noun	γενική πληθυντικού του οικογένεια
οικοδέσποινα	noun	η γυναίκα που δέχεται στο σπίτι της ή φιλοξενεί καλεσμένους
οικοδέσποινας	noun	γενική ενικού του οικοδέσποινα
οικοδέσποινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδέσποινα
οικοδίαιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδίαιτο
οικοδίαιτε	adj	κλητική ενικού του οικοδίαιτος
οικοδίαιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδίαιτη
οικοδίαιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοδίαιτος
οικοδίαιτης	adj	γενική ενικού του οικοδίαιτη
οικοδίαιτο	adj	αιτιατική ενικού του οικοδίαιτος
οικοδίαιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοδίαιτος
οικοδίαιτος	adj	που κατοικεί και τρέφεται στο σπίτι, ο τρεφόμενος στον οίκο
οικοδίαιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικοδίαιτος
οικοδίαιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικοδίαιτος
οικοδίαιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικοδίαιτος
οικοδεσποινών	=	οικοδέσποινα
οικοδεσποτών	noun	γενική πληθυντικού του οικοδεσπότης
οικοδεσπότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδεσπότης
οικοδεσπότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οικοδεσπότης
οικοδεσπότης	noun	πρόσωπο που δέχεται, υποδέχεται ή φιλοξενεί στο σπίτι του καλεσμένους ή επισκέπτες
οικοδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του οικοδιδάσκαλος
οικοδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του οικοδιδάσκαλος
οικοδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοδιδάσκαλος
οικοδιδάσκαλος	noun|dated	δάσκαλος που διδάσκει κατ' οίκον παιδιά που δεν φοιτούν σε σχολείο
οικοδιδάσκαλου	=	οικοδιδάσκαλος
οικοδιδάσκαλους	=	οικοδιδάσκαλος
οικοδιδασκάλισσα	noun|dated	η δασκάλα που διδάσκει κάποιους μαθητές στο σπίτι τους
οικοδιδασκάλισσας	noun	γενική ενικού του οικοδιδασκάλισσα
οικοδιδασκάλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδιδασκάλισσα
οικοδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του οικοδιδάσκαλος
οικοδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικοδιδάσκαλος
οικοδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του οικοδιδάσκαλος
οικοδιδασκαλία	noun|dated	η διδασκαλία στο σπίτι
οικοδιδασκαλίας	=	οικοδιδασκαλία
οικοδιδασκαλίες	=	οικοδιδασκαλία
οικοδιδασκαλισσών	noun	γενική πληθυντικού του οικοδιδασκάλισσα
οικοδιδασκαλιών	=	οικοδιδασκαλία
οικοδομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομή
οικοδομή	noun	κτήριο υπό κατασκευή
οικοδομήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδόμημα
οικοδομήματος	noun	γενική ενικού του οικοδόμημα
οικοδομής	=	οικοδομή
οικοδομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσαν	=	οικοδομώ
οικοδομήσανε	=	οικοδομώ
οικοδομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδόμηση
οικοδομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσεων	=	οικοδόμηση
οικοδομήσιμα	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμε	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμες	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμη	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμης	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμο	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμοι	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμος	adj	που μπορεί να οικοδομηθεί
οικοδομήσιμου	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμους	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσιμων	=	οικοδομήσιμος
οικοδομήσου	=	οικοδομώ
οικοδομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσουνε	=	οικοδομώ
οικοδομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδομεί	=	οικοδομώ
οικοδομείς	=	οικοδομώ
οικοδομείσαι	=	οικοδομώ
οικοδομείστε	=	οικοδομώ
οικοδομείται	=	οικοδομώ
οικοδομείτε	=	οικοδομώ
οικοδομείτο	=	οικοδομώ
οικοδομηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθήκαν	=	οικοδομώ
οικοδομηθήκανε	=	οικοδομώ
οικοδομηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομηθούνε	=	οικοδομώ
οικοδομηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οικοδομούμαι
οικοδομημάτων	noun	γενική πληθυντικού του οικοδόμημα
οικοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομημένο
οικοδομημένε	verb	κλητική ενικού του οικοδομημένος
οικοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομημένη
οικοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοδομημένος
οικοδομημένης	verb	γενική ενικού του οικοδομημένη
οικοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του οικοδομημένος
οικοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοδομημένος
οικοδομημένος	=	οικοδομώ
οικοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικοδομημένος
οικοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικοδομημένος
οικοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικοδομημένος
οικοδομικά	noun	από οικοδομική άποψη, όσον αφορά στην οικοδόμηση κτηρίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομικό
οικοδομικέ	adj	κλητική ενικού του οικοδομικός
οικοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομική
οικοδομική	noun	η τέχνη της οικοδομής, κλάδος της αρχιτεκτονικής για γη μελέτη της εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοδομικός
οικοδομικής	adj	γενική ενικού του οικοδομική
οικοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοδομικός
οικοδομικού	adj	γενική ενικού του οικοδομικός
οικοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικοδομικός
οικοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του οικοδομικός
οικοδομικός	adj	σχετικός με την οικοδόμηση
οικοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του οικοδομικός
οικοδομοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομοτεχνικό
οικοδομοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του οικοδομοτεχνικός
οικοδομοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοδομοτεχνική
οικοδομοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοδομοτεχνικός
οικοδομοτεχνικής	adj	γενική ενικού του οικοδομοτεχνική
οικοδομοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοδομοτεχνικός
οικοδομοτεχνικού	adj	γενική ενικού του οικοδομοτεχνικός
οικοδομοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικοδομοτεχνικός
οικοδομοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του οικοδομοτεχνικός
οικοδομοτεχνικός	adj|formal	που έχει σχέση με την οικοδομική και την τεχνική ή αναφέρεται σ’ αυτές
οικοδομοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του οικοδομοτεχνικός
οικοδομούμαι	=	οικοδομώ
οικοδομούμασταν	=	οικοδομώ
οικοδομούμαστε	=	οικοδομώ
οικοδομούμε	=	οικοδομώ
οικοδομούμενος	=	οικοδομώ
οικοδομούμουν	=	οικοδομώ
οικοδομούμουνα	=	οικοδομώ
οικοδομούν	=	οικοδομώ
οικοδομούνε	=	οικοδομώ
οικοδομούνται	=	οικοδομώ
οικοδομούνταν	=	οικοδομώ
οικοδομούντο	=	οικοδομώ
οικοδομούσα	=	οικοδομώ
οικοδομούσαμε	=	οικοδομώ
οικοδομούσαν	=	οικοδομώ
οικοδομούσανε	=	οικοδομώ
οικοδομούσατε	=	οικοδομώ
οικοδομούσε	=	οικοδομώ
οικοδομούσες	=	οικοδομώ
οικοδομούσουν	=	οικοδομώ
οικοδομούσουνα	=	οικοδομώ
οικοδομώ	verb	χτίζω ένα οικοδόμημα, ένα κτίσμα
οικοδομών	=	οικοδομή
οικοδομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οικοδομώ
οικοδόμε	noun	κλητική ενικού του οικοδόμος
οικοδόμει	=	οικοδομώ
οικοδόμημα	noun	κτήριο ή άλλο οικοδομικό έργο
οικοδόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οικοδομώ
οικοδόμηση	noun	χτίσιμο
οικοδόμησης	=	οικοδόμηση
οικοδόμο	noun	αιτιατική ενικού του οικοδόμος
οικοδόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοδόμος
οικοδόμος	noun	ο εργάτης που δουλεύει στην οικοδομή, στην κατασκευή ενός κτιρίου, γέφυρας κλπ
οικοδόμου	noun	γενική ενικού του οικοδόμος
οικοδόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικοδόμος
οικοδόμων	noun	γενική πληθυντικού του οικοδόμος
οικοκαινοτομία	noun	καινοτομία που έχει σχέση με / ευνοεί την οικολογία
οικοκαινοτομίας	noun	γενική ενικού του οικοκαινοτομία
οικοκαινοτομίες	=	οικοκαινοτομία
οικοκαινοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του οικοκαινοτομία
οικοκεντρικά	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικέ	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικές	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρική	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικής	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικοί	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικού	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικούς	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικό	=	οικοκεντρικός
οικοκεντρικός	adj	ο βιοκεντρικός
οικοκεντρικών	=	οικοκεντρικός
οικοκοινοτήτων	=	οικοκοινότητα
οικοκοινότητα	noun	κοινότητα με κοινωνική, οικονομική και οικολογική οργάνωση με κατεύθυνση για την βιωσιμότητα
οικοκοινότητας	=	οικοκοινότητα
οικοκοινότητες	=	οικοκοινότητα
οικοκτονία	noun	η εκτεταμένη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος με μακροπρόθεσμες, συχνά μη αναστρέψιμες, συνέπειες για τα οικοσυστήματα και την ανθρωπότητα
οικοκτονίας	=	οικοκτονία
οικοκτονίες	=	οικοκτονία
οικοκτονιών	=	οικοκτονία
οικοκυρά	noun	άλλη μορφή του νοικοκυρά
οικοκυράς	=	οικοκυρά
οικοκυρές	=	οικοκυρά
οικοκυρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοκυρεμένο
οικοκυρεμένε	verb	κλητική ενικού του οικοκυρεμένος
οικοκυρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοκυρεμένη
οικοκυρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοκυρεμένος
οικοκυρεμένης	verb	γενική ενικού του οικοκυρεμένη
οικοκυρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του οικοκυρεμένος
οικοκυρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοκυρεμένος
οικοκυρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικοκυρεμένος
οικοκυρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικοκυρεμένος
οικοκυρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικοκυρεμένος
οικοκυρικά	noun	παλιό μάθημα στα σχολεία θηλέων για τις βασικές γνώσεις γύρω από την καθαριότητα, το μαγείρεμα, τις εργασίες που εξοικονομούσαν χρήματα στην οικογένεια (π.χ. ραπτική) και τη γενική φροντίδα του σπιτιού και των μελών της οικογένειας, όσα έπρεπε να ξέρει μια νοικοκυρά
οικοκυρική	noun	άλλη μορφή του οικοκυρικά
οικοκυρικής	=	οικοκυρική
οικοκυρικών	=	οικοκυρικά
οικοκυροσυνών	=	οικοκυροσύνη
οικοκυροσύνες	=	οικοκυροσύνη
οικοκυροσύνη	noun	νοικοκυροσύνη
οικοκυροσύνης	=	οικοκυροσύνη
οικοκυρών	=	οικοκυρά
οικολογία	noun	η μελέτη του μεγέθους και της διάδοσης των πληθυσμών των ζώντων οργανισμών
οικολογίας	noun	γενική ενικού του οικολογία
οικολογίες	=	οικολογία
οικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικολογικό	adv	με οικολογικό τρόπο, σύμφωνα με τις αρχές της οικολογίας
οικολογικέ	adj	κλητική ενικού του οικολογικός
οικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικολογική
οικολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικολογικός
οικολογικής	adj	γενική ενικού του οικολογική
οικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικολογικός
οικολογικού	adj	γενική ενικού του οικολογικός
οικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικολογικός
οικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οικολογικός
οικολογικός	adj	σχετικός με την οικολογία
οικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οικολογικός
οικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οικολογία
οικολόγε	noun	κλητική ενικού του οικολόγος
οικολόγο	noun	αιτιατική ενικού του οικολόγος
οικολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικολόγος
οικολόγος	noun	ο/η επιστήμονας που ασχολείται με την οικολογία
οικολόγου	noun	γενική ενικού του οικολόγος
οικολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικολόγος
οικολόγων	noun	γενική πληθυντικού του οικολόγος
οικονομάω	=	οικονομώ
οικονομήθηκα	=	οικονομώ
οικονομήθηκαν	=	οικονομώ
οικονομήθηκε	=	οικονομώ
οικονομήθηκες	=	οικονομώ
οικονομήσαμε	=	οικονομώ
οικονομήσαν	=	οικονομώ
οικονομήσανε	=	οικονομώ
οικονομήσατε	=	οικονομώ
οικονομήσει	=	οικονομώ
οικονομήσεις	=	οικονομώ
οικονομήσετε	=	οικονομώ
οικονομήσου	=	οικονομώ
οικονομήσουμε	=	οικονομώ
οικονομήσουν	=	οικονομώ
οικονομήσουνε	=	οικονομώ
οικονομήστε	=	οικονομώ
οικονομήσω	=	οικονομώ
οικονομία	noun	η τέχνη της διαχείρισης των εσόδων και εξόδων ενός σπιτιού, ενός ιδιώτη ή ενός κράτους
οικονομίας	noun	γενική ενικού του οικονομία
οικονομίες	noun	τα χρήματα που μαζεύει κάποιος προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει αργότερα, συνήθως για μια έκτακτη ανάγκη
οικονομεί	=	οικονομώ
οικονομείς	=	οικονομώ
οικονομείσαι	=	οικονομώ
οικονομείστε	=	οικονομώ
οικονομείται	=	οικονομώ
οικονομείτε	=	οικονομώ
οικονομείτο	=	οικονομώ
οικονομετρία	noun	ο κλάδος των οικονομικών επιστημών που αναλύει τα οικονομικά μεγέθη με στατιστικά εργαλεία
οικονομετρίας	noun	γενική ενικού του οικονομετρία
οικονομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομετρία
οικονομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομετρικό
οικονομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οικονομετρικός
οικονομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομετρική
οικονομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομετρικός
οικονομετρικής	adj	γενική ενικού του οικονομετρική
οικονομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικονομετρικός
οικονομετρικού	adj	γενική ενικού του οικονομετρικός
οικονομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικονομετρικός
οικονομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οικονομετρικός
οικονομετρικός	adj	σχετικός με την οικονομετρία
οικονομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οικονομετρικός
οικονομετριών	noun	γενική πληθυντικού του οικονομετρία
οικονομηθήκαμε	=	οικονομώ
οικονομηθήκαν	=	οικονομώ
οικονομηθήκανε	=	οικονομώ
οικονομηθήκατε	=	οικονομώ
οικονομηθεί	=	οικονομώ
οικονομηθείς	=	οικονομώ
οικονομηθείτε	=	οικονομώ
οικονομηθούμε	=	οικονομώ
οικονομηθούν	=	οικονομώ
οικονομηθούνε	=	οικονομώ
οικονομηθώ	=	οικονομώ
οικονομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομημένο
οικονομημένε	verb	κλητική ενικού του οικονομημένος
οικονομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομημένη
οικονομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομημένος
οικονομημένης	verb	γενική ενικού του οικονομημένη
οικονομημένο	verb	αιτιατική ενικού του οικονομημένος
οικονομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικονομημένος
οικονομημένος	=	οικονομώ
οικονομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικονομημένος
οικονομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικονομημένος
οικονομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικονομημένος
οικονομικά	noun	οι οικονομικές επιστήμες, οι επιστήμες που ασχολούνται με την ανάλυση και την ερμηνεία της οικονομίας και των οικονομικών μεγεθών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομικό
οικονομικέ	adj	κλητική ενικού του οικονομικός
οικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομική
οικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομικός
οικονομικής	adj	γενική ενικού του οικονομική
οικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικονομικός
οικονομικοτήτων	=	οικονομικότητα
οικονομικού	adj	γενική ενικού του οικονομικός
οικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικονομικός
οικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του οικονομικός
οικονομικός	adj	σχετικός με την οικονομία και τη διαχείριση των χρημάτων ενός κράτους, επιχείρησης, ιδιώτη κλπ
οικονομικότατα	=	οικονομικός
οικονομικότατε	=	οικονομικός
οικονομικότατες	=	οικονομικός
οικονομικότατη	=	οικονομικός
οικονομικότατης	=	οικονομικός
οικονομικότατο	=	οικονομικός
οικονομικότατοι	=	οικονομικός
οικονομικότατος	=	οικονομικός
οικονομικότατου	=	οικονομικός
οικονομικότατους	=	οικονομικός
οικονομικότατων	=	οικονομικός
οικονομικότερα	=	οικονομικός
οικονομικότερε	=	οικονομικός
οικονομικότερες	=	οικονομικός
οικονομικότερη	=	οικονομικός
οικονομικότερης	=	οικονομικός
οικονομικότερο	=	οικονομικός
οικονομικότεροι	=	οικονομικός
οικονομικότερος	=	οικονομικός
οικονομικότερου	=	οικονομικός
οικονομικότερους	=	οικονομικός
οικονομικότερων	=	οικονομικός
οικονομικότητα	noun|formal	η επίτευξη του καλύτερου οικονομικού αποτελέσματος με ελάχιστα (ή απλώς τα διαθέσιμα) μέσα
οικονομικότητας	=	οικονομικότητα
οικονομικότητες	=	οικονομικότητα
οικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του οικονομικός
οικονομισάριε	=	οικονομισάριος
οικονομισάριο	=	οικονομισάριος
οικονομισάριοι	=	οικονομισάριος
οικονομισάριος	noun	κάποιος που αποκομίζει οικονομικά οφέλη με αθέμιτα μέσα, γνωριμίες, σχέσεις κ.λπ.
οικονομισάριου	=	οικονομισάριος
οικονομισάριους	=	οικονομισάριος
οικονομισάριων	=	οικονομισάριος
οικονομισμέ	noun	κλητική ενικού του οικονομισμός
οικονομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικονομισμός
οικονομισμού	noun	γενική ενικού του οικονομισμός
οικονομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικονομισμός
οικονομισμό	noun	αιτιατική ενικού του οικονομισμός
οικονομισμός	noun	Ιδεολογική και πολιτική κίνηση, που διαμορφώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στους κόλπους του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, σε αντίθεση προς τον επαναστατικό μαρξισμό.
οικονομισμών	noun	γενική πληθυντικού του οικονομισμός
οικονομιστής	noun	υποστηρικτής δόγματος το οποίο στην ερμηνεία των πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων και συμβάντων, και γενικότερα της ιστορικής εξέλιξης, δίνει απόλυτη ή και αποκλειστική προτεραιότητα στα οικονομικά δεδομένα.
οικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του οικονομία
οικονομοκρατία	noun	ο καθορισμός των πολιτικών στόχων και προτεραιοτήτων βάσει της επίδρασής τους στην οικονομία και τους οικονομικούς στόχους
οικονομοκρατίας	=	οικονομοκρατία
οικονομοκρατίες	=	οικονομοκρατία
οικονομοκρατιών	=	οικονομοκρατία
οικονομολογία	noun	μελέτη του τομέα των οικονομικών
οικονομολογίας	noun	γενική ενικού του οικονομολογία
οικονομολογίες	=	οικονομολογία
οικονομολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομολογικό
οικονομολογικέ	adj	κλητική ενικού του οικονομολογικός
οικονομολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομολογική
οικονομολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομολογικός
οικονομολογικής	adj	γενική ενικού του οικονομολογική
οικονομολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικονομολογικός
οικονομολογικού	adj	γενική ενικού του οικονομολογικός
οικονομολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικονομολογικός
οικονομολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οικονομολογικός
οικονομολογικός	adj	σχετικός με την οικονομολογία
οικονομολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οικονομολογικός
οικονομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οικονομολογία
οικονομολόγε	=	οικονομολόγος
οικονομολόγο	=	οικονομολόγος
οικονομολόγοι	=	οικονομολόγος
οικονομολόγος	noun	ο ειδικός στην οικονομική επιστήμη ή στην οικονομολογία, ο πτυχιούχος αντίστοιχων πανεπιστημιακής σχολών
οικονομολόγου	=	οικονομολόγος
οικονομολόγους	=	οικονομολόγος
οικονομολόγων	=	οικονομολόγος
οικονομοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οικονομοτεχνικός	adv	από οικονομοτεχνικής άποψης
οικονομοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του οικονομοτεχνικός
οικονομοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονομοτεχνική
οικονομοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικονομοτεχνικός
οικονομοτεχνικής	adj	γενική ενικού του οικονομοτεχνική
οικονομοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικονομοτεχνικός
οικονομοτεχνικού	adj	γενική ενικού του οικονομοτεχνικός
οικονομοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικονομοτεχνικός
οικονομοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του οικονομοτεχνικός
οικονομοτεχνικός	adj	που έχει σχέση εξίσου / ταυτόχρονα με τον οικονομικό και τεχνικό τομέα ή αναφέρεται σ’ αυτούς
οικονομοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του οικονομοτεχνικός
οικονομούμαι	=	οικονομώ
οικονομούμασταν	=	οικονομώ
οικονομούμαστε	=	οικονομώ
οικονομούμε	=	οικονομώ
οικονομούμενος	=	οικονομώ
οικονομούμουν	=	οικονομώ
οικονομούμουνα	=	οικονομώ
οικονομούν	=	οικονομώ
οικονομούνε	=	οικονομώ
οικονομούνται	=	οικονομώ
οικονομούνταν	=	οικονομώ
οικονομούντο	=	οικονομώ
οικονομούσα	=	οικονομώ
οικονομούσαμε	=	οικονομώ
οικονομούσαν	=	οικονομώ
οικονομούσανε	=	οικονομώ
οικονομούσατε	=	οικονομώ
οικονομούσε	=	οικονομώ
οικονομούσες	=	οικονομώ
οικονομούσουν	=	οικονομώ
οικονομούσουνα	=	οικονομώ
οικονομώ	verb	κερδίζω, αποκτώ ως εισόδημα
οικονομώντας	=	οικονομώ
οικονόμα	noun	αυτή που κάνει οικονομία
οικονόμας	noun	γενική ενικού του οικονόμα
οικονόμε	=	οικονόμος
οικονόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικονόμα
οικονόμησα	=	οικονομώ
οικονόμησαν	=	οικονομώ
οικονόμησε	=	οικονομώ
οικονόμησες	=	οικονομώ
οικονόμο	=	οικονόμος
οικονόμοι	=	οικονόμος
οικονόμος	noun	αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα	adj	που κάνει οικονομία, που είναι συνετός στη διαχείριση των χρημάτων και δεν κάνει σπατάλες
οικονόμου	=	οικονόμος
οικονόμους	=	οικονόμος
οικονόμων	=	οικονόμος
οικοπάρκα	=	οικοπάρκο
οικοπάρκο	noun	πάρκο ή δασική έκταση όπου επιδεικνύεται οικολογική ευαισθησία για τη διατήρηση ή συντήρησή του, περιλαμβάνει πολλά είδη χλωρίδας και πανίδας και συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος
οικοπάρκου	=	οικοπάρκο
οικοπάρκων	=	οικοπάρκο
οικοπέδου	noun	γενική ενικού του οικόπεδο
οικοπέδων	noun	γενική πληθυντικού του οικόπεδο
οικοπεδικά	=	οικοπεδικός
οικοπεδικέ	=	οικοπεδικός
οικοπεδικές	=	οικοπεδικός
οικοπεδική	=	οικοπεδικός
οικοπεδικής	=	οικοπεδικός
οικοπεδικοί	=	οικοπεδικός
οικοπεδικού	=	οικοπεδικός
οικοπεδικούς	=	οικοπεδικός
οικοπεδικό	=	οικοπεδικός
οικοπεδικός	adj	που έχει σχέση με οικόπεδο ή αναφέρεται σʼ αυτά
οικοπεδικών	=	οικοπεδικός
οικοπεδοποίει	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποίησα	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποίησαν	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποίησε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποίησες	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποίηση	noun	η μετατροπή μεγάλων εκτάσεων γης σε οικόπεδα προς πώληση
οικοπεδοποίησης	=	οικοπεδοποίηση
οικοπεδοποιήσαμε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιήσαν	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιήσανε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιήσατε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιήσει	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιήσεις	=	οικοπεδοποίηση
οικοπεδοποιήσεων	=	οικοπεδοποίηση
οικοπεδοποιήστε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιεί	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιείς	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιείτε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοπεδοποιημένο
οικοπεδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοπεδοποιημένη
οικοπεδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιημένης	verb	γενική ενικού του οικοπεδοποιημένη
οικοπεδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικοπεδοποιημένος
οικοπεδοποιούμε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούν	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούνε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσα	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσαμε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσαν	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσανε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσατε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσε	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιούσες	=	οικοπεδοποιώ
οικοπεδοποιώ	verb	μετατρέπω μια έκταση σε οικόπεδο
οικοπεδοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οικοπεδοποιώ
οικοπεδοφάγε	noun	κλητική ενικού του οικοπεδοφάγος
οικοπεδοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του οικοπεδοφάγος
οικοπεδοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοπεδοφάγος
οικοπεδοφάγος	noun	που καταπατά ξένα οικόπεδα ή γενικότερα γη που δεν του ανήκει
οικοπεδοφάγου	noun	γενική ενικού του οικοπεδοφάγος
οικοπεδοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικοπεδοφάγος
οικοπεδοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του οικοπεδοφάγος
οικοπεδούχε	noun	κλητική ενικού του οικοπεδούχος
οικοπεδούχο	noun	αιτιατική ενικού του οικοπεδούχος
οικοπεδούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοπεδούχος
οικοπεδούχος	noun	ο ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου
οικοπεδούχου	noun	γενική ενικού του οικοπεδούχος
οικοπεδούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικοπεδούχος
οικοπεδούχων	noun	γενική πληθυντικού του οικοπεδούχος
οικοπροστασία	noun	η προστασία και η διατήρηση του περιβάλλοντος
οικοπροστασίας	noun	γενική ενικού του οικοπροστασία
οικοπροστασίες	=	οικοπροστασία
οικοπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του οικοπροστασία
οικοσήμου	noun	γενική ενικού του οικόσημο
οικοσήμων	noun	γενική πληθυντικού του οικόσημο
οικοσελίδα	noun	κύρια η πρώτη σελίδα ιστοτόπου
οικοσελίδας	=	οικοσελίδα
οικοσελίδες	=	οικοσελίδα
οικοσελίδων	=	οικοσελίδα
οικοσημολογία	noun	η ενασχόληση που έχει ως αντικείμενο τη συγκέντρωση, μελέτη και ανάλυση των οικόσημων των αριστοκρατικών οικογενειών
οικοσημολογίας	noun	γενική ενικού του οικοσημολογία
οικοσημολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοσημολογία
οικοσημολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οικοσημολογία
οικοσκευές	=	οικοσκευή
οικοσκευή	noun	το σύνολο των επίπλων, συσκευών και σκευών που υπάρχουν σε ένα σπίτι
οικοσκευής	=	οικοσκευή
οικοσκευών	=	οικοσκευή
οικοσοσιαλισμέ	=	οικοσοσιαλισμός
οικοσοσιαλισμοί	=	οικοσοσιαλισμός
οικοσοσιαλισμού	=	οικοσοσιαλισμός
οικοσοσιαλισμούς	=	οικοσοσιαλισμός
οικοσοσιαλισμό	=	οικοσοσιαλισμός
οικοσοσιαλισμός	noun	πολιτική ιδεολογία που συγχωνεύει τις ιδεολογίες του σοσιαλισμού με εκείνες της πράσινης πολιτικής, της οικολογίας και της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης ή αντι-παγκοσμιοποίησης
οικοσοσιαλισμών	=	οικοσοσιαλισμός
οικοστολή	noun|dated	η επίσημη στολή των υπηρετών σε ανάκτορα, πρεσβείες, πολυτελή ξενοδοχεία
οικοσυστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοσύστημα
οικοσυστήματος	noun	γενική ενικού του οικοσύστημα
οικοσυστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του οικοσύστημα
οικοσυστηματικά	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικέ	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικές	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματική	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικής	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικοί	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικού	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικούς	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικό	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστηματικός	adj	που έχει σχέση με το οικοσύστημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
οικοσυστηματικών	=	οικοσυστηματικός
οικοσυστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοσυστημικό
οικοσυστημικέ	adj	κλητική ενικού του οικοσυστημικός
οικοσυστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοσυστημική
οικοσυστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοσυστημικός
οικοσυστημικής	adj	γενική ενικού του οικοσυστημική
οικοσυστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοσυστημικός
οικοσυστημικού	adj	γενική ενικού του οικοσυστημικός
οικοσυστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικοσυστημικός
οικοσυστημικό	adj	αιτιατική ενικού του οικοσυστημικός
οικοσυστημικός	adj	που έχει σχέση με το οικοσύστημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
οικοσυστημικών	adj	γενική πληθυντικού του οικοσυστημικός
οικοσύστημα	noun	βασική οικολογική μονάδα που αποτελείται από τον βιότοπο και τη βιοκοινότητα που ζει σ’ αυτό
οικοτεχνία	noun	το σύνολο εξειδικευμένων και μη εργασιών, που εκτελούνται επαγγελματικά στην κατοικία μιας οικογένειας από τα ίδια τα μέλη της
οικοτεχνίας	noun	γενική ενικού του οικοτεχνία
οικοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοτεχνία
οικοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοτεχνικό
οικοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του οικοτεχνικός
οικοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοτεχνική
οικοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοτεχνικός
οικοτεχνικής	adj	γενική ενικού του οικοτεχνική
οικοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοτεχνικός
οικοτεχνικού	adj	γενική ενικού του οικοτεχνικός
οικοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικοτεχνικός
οικοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του οικοτεχνικός
οικοτεχνικός	adj	σχετικός με την οικοτεχνία
οικοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του οικοτεχνικός
οικοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του οικοτεχνία
οικοτοξικολογία	noun	η μελέτη των επιδράσεων των τοξικών χημικών ουσιών σε οικοσυστήματα με διεπιστημονικό τρόπο (οικολογία, τοξικολογία)
οικοτοξικολογίας	=	οικοτοξικολογία
οικοτοξικολογίες	=	οικοτοξικολογία
οικοτοξικολογικά	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικέ	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικές	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογική	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικής	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικοί	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικού	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικούς	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικό	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογικός	adj	σχετικός με την οικοτοξικολογία
οικοτοξικολογικών	=	οικοτοξικολογικός
οικοτοξικολογιών	=	οικοτοξικολογία
οικοτοξικολόγε	=	οικοτοξικολόγος
οικοτοξικολόγο	=	οικοτοξικολόγος
οικοτοξικολόγοι	=	οικοτοξικολόγος
οικοτοξικολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στην οικοτοξικολογία
οικοτοξικολόγου	=	οικοτοξικολόγος
οικοτοξικολόγους	=	οικοτοξικολόγος
οικοτοξικολόγων	=	οικοτοξικολόγος
οικοτουρίστα	=	οικοτουρίστας
οικοτουρίστας	noun	ο τουρίστας που έχει σχέση με τον οικοτουρισμό
οικοτουρίστες	=	οικοτουρίστας
οικοτουρισμέ	noun	κλητική ενικού του οικοτουρισμός
οικοτουρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοτουρισμός
οικοτουρισμού	noun	γενική ενικού του οικοτουρισμός
οικοτουρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικοτουρισμός
οικοτουρισμό	noun	αιτιατική ενικού του οικοτουρισμός
οικοτουρισμός	noun	μορφή τουρισμού που συνδέεται με ήπιες δραστηριότητες εξερεύνησης και μάθησης της φύσης καθώς και με την προστασία του περιβάλλοντος
οικοτουρισμών	noun	γενική πληθυντικού του οικοτουρισμός
οικοτουριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οικοτουριστικός	adv	με τον τρόπο τού οικοτουρισμού
οικοτουριστικέ	adj	κλητική ενικού του οικοτουριστικός
οικοτουριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοτουριστική
οικοτουριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικοτουριστικός
οικοτουριστικής	adj	γενική ενικού του οικοτουριστική
οικοτουριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικοτουριστικός
οικοτουριστικού	adj	γενική ενικού του οικοτουριστικός
οικοτουριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικοτουριστικός
οικοτουριστικό	adj	αιτιατική ενικού του οικοτουριστικός
οικοτουριστικός	adj	που έχει σχέση με τον οικοτουρισμό ή τον οικοτουρίστα ή αναφέρεται σ’ αυτά
οικοτουριστικών	adj	γενική πληθυντικού του οικοτουριστικός
οικοτουριστών	=	οικοτουρίστας
οικοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικοτροφείο
οικοτροφείο	noun	ίδρυμα ή παράρτημα ενός οργανισμού (κυρίως ιδιωτικού σχολείου) που δέχεται οικότροφους, κυρίως μαθητές
οικοτροφείου	noun	γενική ενικού του οικοτροφείο
οικοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του οικοτροφείο
οικοτρόφου	=	οικότροφος
οικοτρόφους	=	οικότροφος
οικοτρόφων	=	οικότροφος
οικοτόπου	=	οικότοπος
οικοτόπους	=	οικότοπος
οικοτόπων	=	οικότοπος
οικουμένες	=	οικουμένη
οικουμένη	noun	το σύνολο των λαών, των φυλών και των χωρών που κατοικούν τη γη
οικουμένης	=	οικουμένη
οικουμένων	=	οικουμένη
οικουμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικουμενικό	adv	αφορώντας όλη την οικουμένη
οικουμενικέ	adj	κλητική ενικού του οικουμενικός
οικουμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικουμενική
οικουμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικουμενικός
οικουμενικής	adj	γενική ενικού του οικουμενική
οικουμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικουμενικός
οικουμενικοτήτων	=	οικουμενικότητα
οικουμενικού	adj	γενική ενικού του οικουμενικός
οικουμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικουμενικός
οικουμενικό	adj	αιτιατική ενικού του οικουμενικός
οικουμενικός	adj	που σχετίζεται με την οικουμένη κι όχι με μεμονωμένες χώρες ή ομάδες ανθρώπων
οικουμενικότητα	noun	η παγκοσμιοποίηση με την έννοια, του παγκόσμιου χαρακτήρα ενός αγαθού, μιας θεωρίας, ενός φαινομένου, μιας αξίας
οικουμενικότητας	noun	γενική ενικού του οικουμενικότητα
οικουμενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικουμενικότητα
οικουμενικών	adj	γενική πληθυντικού του οικουμενικός
οικουμενισμέ	noun	κλητική ενικού του οικουμενισμός
οικουμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικουμενισμός
οικουμενισμού	noun	γενική ενικού του οικουμενισμός
οικουμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικουμενισμός
οικουμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του οικουμενισμός
οικουμενισμός	noun	το ιδεολογικό ρεύμα που επιθυμεί την επανένωση των χριστιανικών εκκλησιών
οικουμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του οικουμενισμός
οικουρία	noun	η παραμονή στο σπίτι λόγω ασθένειας κυρίως
οικουρίας	noun	γενική ενικού του οικουρία
οικουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικουρία
οικουριών	noun	γενική πληθυντικού του οικουρία
οικουρώ	verb	μένω στο σπίτι, δε βγαίνω από το σπίτι, κυρίως λόγω ασθένειας
οικοφύλαξ	noun|archaic	ο φύλακας του οίκου
οικοχωριά	=	οικοχωριό
οικοχωριού	=	οικοχωριό
οικοχωριό	noun	μία οικοκοινότητα, ένα οικολογικό χωριό
οικοχωριών	=	οικοχωριό
οικοϋδραυλικές	=	οικοϋδραυλική
οικοϋδραυλική	noun	διεπιστημονικός κλάδος μεταξύ οικολογίας και υδραυλικής, που μελετά τις υδραυλικές προϋποθέσεις ή παρεμβάσεις για τη σωστή λειτουργία ενός οικοσυστήματος
οικοϋδραυλικής	=	οικοϋδραυλική
οικοϋδραυλικών	=	οικοϋδραυλική
οικοϋδρολογία	noun	υποκλάδος της υδρολογίας που εξετάζει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ νερού και οικολογικών συστημάτων
οικοϋδρολογίας	=	οικοϋδρολογία
οικοϋδρολογίες	=	οικοϋδρολογία
οικοϋδρολογιών	=	οικοϋδρολογία
οικτίρμον	=	οικτίρμων
οικτίρμονα	=	οικτίρμων
οικτίρμονας	=	οικτίρμων
οικτίρμονες	=	οικτίρμων
οικτίρμονος	=	οικτίρμων
οικτίρμων	adj|formal	φιλεύσπλαχνος, ελεήμων
οικτίρω	verb|formal	λυπάμαι κάποιον, αισθάνομαι οίκτο
οικτιρμέ	noun	κλητική ενικού του οικτιρμός
οικτιρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικτιρμός
οικτιρμού	noun	γενική ενικού του οικτιρμός
οικτιρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οικτιρμός
οικτιρμό	noun	αιτιατική ενικού του οικτιρμός
οικτιρμόνων	=	οικτίρμων
οικτιρμόνως	adv|formal	με οικτίρμονα τρόπο
οικτιρμός	noun|formal	έλεος, λύπηση, συμπάθεια, ευσπλαχνία
οικτιρμών	noun	γενική πληθυντικού του οικτιρμός
οικτρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οικτρός	adv	κατά οικτρό τρόπο, με οικτρότητα
οικτρέ	adj	κλητική ενικού του οικτρός
οικτρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικτρή
οικτρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικτρός
οικτρής	adj	γενική ενικού του οικτρή
οικτροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικτρός
οικτροτήτων	=	οικτρότητα
οικτρού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του οικτρός
οικτρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικτρός
οικτρό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οικτρός
οικτρός	adj	ανεπιτυχής ή απαράδεκτος σε βαθμό που να προκαλεί τον οίκτο
οικτρότητα	noun|formal	η ιδιότητα του οικτρού, η πρόκληση οίκτου λόγω μιας δυσάρεστης κατάστασης
οικτρότητας	=	οικτρότητα
οικτρότητες	=	οικτρότητα
οικτρών	adj	γενική πληθυντικού του οικτρός
οικτρώς	adv|formal	με οικτρό τρόπο
οικωνυμίου	=	οικωνύμιο
οικωνυμίων	=	οικωνύμιο
οικωνύμια	=	οικωνύμιο
οικωνύμιο	noun|formal	ονομασία κατοικημένης περιοχής
οικωνύμιου	=	οικωνύμιο
οικωνύμιων	=	οικωνύμιο
οικόπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικόπεδο
οικόπεδο	noun	τμήμα γης στο οποίο έχει ή προορίζεται να ανεγερθεί ένα κτίριο
οικόπεδου	=	οικόπεδο
οικόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικόσημο
οικόσημο	noun	διακριτικό σήμα μιας αριστοκρατικής οικογένειας ή μιας τοπικής αυτοδιοίκησης
οικόσημου	=	οικόσημο
οικόσημων	=	οικόσημο
οικόσιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικόσιτο
οικόσιτε	adj	κλητική ενικού του οικόσιτος
οικόσιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οικόσιτη
οικόσιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οικόσιτος
οικόσιτης	adj	γενική ενικού του οικόσιτη
οικόσιτο	adj	αιτιατική ενικού του οικόσιτος
οικόσιτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικόσιτος
οικόσιτος	adj	για ζώο ή πουλερικό που τρέφεται από τον άνθρωπο και ζει μαζί του
οικόσιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οικόσιτος
οικόσιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οικόσιτος
οικόσιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οικόσιτος
οικότοπε	=	οικότοπος
οικότοπο	=	οικότοπος
οικότοποι	=	οικότοπος
οικότοπος	noun	το φυσικό περιβάλλον και οι συνθήκες μέσα στα οποία βιώνει και αναπτύσσεται κάποιος οργανισμός (φυτικός ή ζωικός)
οικότοπου	=	οικότοπος
οικότοπους	=	οικότοπος
οικότοπων	=	οικότοπος
οικότροφε	noun	κλητική ενικού του οικότροφος
οικότροφο	noun	αιτιατική ενικού του οικότροφος
οικότροφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οικότροφος
οικότροφος	noun	που ζει και τρέφεται σε ένα ξένο σπίτι επί πληρωμή
οικότροφου	=	οικότροφος
οικότροφους	=	οικότροφος
οικότυπε	=	οικότυπος
οικότυπο	=	οικότυπος
οικότυποι	=	οικότυπος
οικότυπος	noun	όρος της εξελικτικής οικολογίας για τον τύπο ζωντανών οργανισμών που αναπτύσσονται σε ένα δοσμένο περιβάλλον και παρουσιάζουν σε σύγκριση με όμοια είδη που ζουν υπό άλλες συνθήκες μια διαφοροποίηση στο φαινότυπο, καθώς προσαρμόζονται σε συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες
οικότυπου	=	οικότυπος
οικότυπους	=	οικότυπος
οικότυπων	=	οικότυπος
οικώ	verb	κατοικώ
οιμωγές	=	οιμωγή
οιμωγή	noun	σπαραχτική κραυγή
οιμωγής	=	οιμωγή
οιμωγών	=	οιμωγή
οιμώζω	verb|formal	αναφωνώ γοερώς, ωρύομαι, οδύρομαι, θρηνώ
οινέμπορε	=	οινέμπορος
οινέμπορο	=	οινέμπορος
οινέμποροι	=	οινέμπορος
οινέμπορος	noun	ο έμπορος κρασιού
οινέμπορου	=	οινέμπορος
οινέμπορους	=	οινέμπορος
οινέμπορων	=	οινέμπορος
οιναγορά	noun	η αγορά οίνου
οιναγοράς	=	οιναγορά
οιναγορές	=	οιναγορά
οιναγορών	=	οιναγορά
οιναποθήκες	=	οιναποθήκη
οιναποθήκη	noun	η αποθήκη κρασιών
οιναποθήκης	=	οιναποθήκη
οιναποθηκών	=	οιναποθήκη
οινεμπορίου	=	οινεμπόριο
οινεμπορίων	=	οινεμπόριο
οινεμπόρια	=	οινεμπόριο
οινεμπόριο	noun	το εμπόριο κρασιού
οινεμπόριου	=	οινεμπόριο
οινεμπόρου	=	οινέμπορος
οινεμπόρους	=	οινέμπορος
οινεμπόρων	=	οινέμπορος
οινεώνας	noun|rare	άλλη μορφή του οινώνας
οινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινικό
οινικέ	adj	κλητική ενικού του οινικός
οινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινική
οινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οινικός
οινικής	adj	γενική ενικού του οινική
οινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινικός
οινικού	adj	γενική ενικού του οινικός
οινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οινικός
οινικό	adj	αιτιατική ενικού του οινικός
οινικός	adj	σχετικός με το κρασί ή την οινοπαραγωγή
οινικών	adj	γενική πληθυντικού του οινικός
οινοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοβάρελο
οινοβάρελο	noun	βαρέλι στο οποίο αποθηκεύεται οίνος (κρασί)
οινοβάρελου	noun	γενική ενικού του οινοβάρελο
οινοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του οινοβάρελο
οινοβαρές	=	οινοβαρής
οινοβαρή	=	οινοβαρής
οινοβαρής	adj|archaic	μεθυσμένος
οινοβαρείς	=	οινοβαρής
οινοβαρούς	=	οινοβαρής
οινοβαρών	=	οινοβαρής
οινοβαφές	=	οινοβαφής
οινοβαφή	=	οινοβαφής
οινοβαφής	adj	που έχει το χρώμα του οίνου ή έχει ποτιστεί από οίνο
οινοβαφείς	=	οινοβαφής
οινοβαφούς	=	οινοβαφής
οινοβαφών	=	οινοβαφής
οινογάλατα	=	οινόγαλα
οινογάλατος	=	οινόγαλα
οινογαλάτων	=	οινόγαλα
οινογνωσία	noun	η γνώσεις σχετικά με τον οίνου (παραγωγή, διατήρηση - φύλαξη, μέχρι και τη διάθεση και κατανάλωσή του)
οινογνωσίας	noun	γενική ενικού του οινογνωσία
οινογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινογνωσία
οινογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του οινογνωσία
οινογνωστών	=	οινογνώστης
οινογνώστες	=	οινογνώστης
οινογνώστη	=	οινογνώστης
οινογνώστης	noun	αυτός που κατέχει ιδιαίτερες γνώσεις περί του οίνου.
οινογραφία	noun	κλάδος της οινολογίας, που ασχολείται με την ανάλυση των κρασιών που παράγονται κατά την τοποθεσία τους
οινογραφίας	=	οινογραφία
οινογραφίες	=	οινογραφία
οινογραφιών	=	οινογραφία
οινοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοδοχείο
οινοδοχείο	noun|formal	δοχείο για τη φύλαξη ή τη μεταφορά οίνου / κρασιού
οινοδοχείου	noun	γενική ενικού του οινοδοχείο
οινοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του οινοδοχείο
οινοειδές	=	οινοειδής
οινοειδή	=	οινοειδής
οινοειδής	adj|formal	άλλη μορφή του οινώδης
οινοειδείς	=	οινοειδής
οινοειδούς	=	οινοειδής
οινοειδών	=	οινοειδής
οινοζυμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοζύμωση
οινοζυμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οινοζύμωση
οινοζυμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οινοζύμωση
οινοζύμωση	noun	η ζύμωση του μούστου κατά τη μετατροπή του σε οίνο
οινοζύμωσης	noun	γενική ενικού του οινοζύμωση
οινοθήκες	=	οινοθήκη
οινοθήκη	noun	κελλάρι, υπόγειο όπου φυλάσσεται το κρασί, κάβα
οινοθήκης	=	οινοθήκη
οινοθήρα	noun	κοινή ονομασία φυτών του γένους Oenothera, αμερικανικής καταγωγής ποωδών φυτών της οικογένειας Onagraceae, που καλλιεργούνται συχνά ως καλλωπιστικά για τα μεγάλα κίτρινα, ρόδινα ή λευκορόδινα άνθη τους, ενώ ορισμένα είδη έχουν εγκλιματιστεί εκτός της φυσικής τους περιοχής
οινοθήρας	=	οινοθήρα
οινοθήρες	=	οινοθήρα
οινοθηκών	=	οινοθήκη
οινοθηρών	=	οινοθήρα
οινοκαλλιέργεια	noun|formal	η αμπελουργία
οινοκαλλιέργειας	=	οινοκαλλιέργεια
οινοκαλλιέργειες	=	οινοκαλλιέργεια
οινοκαλλιεργειών	=	οινοκαλλιέργεια
οινολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τις μεθόδους επεξεργασίας, διατήρησης και παλαίωσης του κρασιού
οινολογίας	noun	γενική ενικού του οινολογία
οινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινολογία
οινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινολογικό	adv	από την άποψη της οινολογίας
οινολογικέ	adj	κλητική ενικού του οινολογικός
οινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινολογική
οινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οινολογικός
οινολογικής	adj	γενική ενικού του οινολογική
οινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινολογικός
οινολογικού	adj	γενική ενικού του οινολογικός
οινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οινολογικός
οινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οινολογικός
οινολογικός	adj	σχετικός με την οινολογία
οινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οινολογικός
οινολογικώς	adv|formal	από την άποψη της οινολογίας
οινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οινολογία
οινολόγε	noun	κλητική ενικού του οινολόγος
οινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του οινολόγος
οινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινολόγος
οινολόγος	noun	αυτός που ασχολείται με την οινολογία
οινολόγου	noun	γενική ενικού του οινολόγος
οινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οινολόγος
οινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του οινολόγος
οινομάγειρα	=	οινομάγειρας
οινομάγειρας	noun	άλλη μορφή του οινομάγειρος
οινομάγειρε	=	οινομάγειρος
οινομάγειρες	=	οινομάγειρας
οινομάγειρο	=	οινομάγειρος
οινομάγειροι	=	οινομάγειρος
οινομάγειρος	noun	που δουλεύει σε οινομαγειρείο ή είναι ιδιοκτήτης του
οινομάγειρου	=	οινομάγειρος
οινομάγειρους	=	οινομάγειρος
οινομάγειρων	=	οινομάγειρος
οινομαγείρων	=	οινομάγειρας
οινομαγειρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινομαγειρείο
οινομαγειρείο	noun	λαϊκό εστιατόριο όπου σερβίρεται φαγητό και κρασί
οινομαγειρείου	noun	γενική ενικού του οινομαγειρείο
οινομαγειρείων	noun	γενική πληθυντικού του οινομαγειρείο
οινομανές	=	οινομανής
οινομανή	=	οινομανής
οινομανής	adj	που αγαπάει πολύ τον οίνο, που έχει μανία με το κρασί, που έχει οινομανία
οινομανία	noun	η ιδιότητα του οινομανούς, η μανιώδης αγάπη για το κρασί
οινομανίας	=	οινομανία
οινομανίες	=	οινομανία
οινομανείς	=	οινομανής
οινομανιών	=	οινομανία
οινομανούς	=	οινομανής
οινομανών	=	οινομανής
οινομετρία	noun|rare	οινοπνευματομετρία, αλκοολομετρία
οινομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινομετρικό
οινομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οινομετρικός
οινομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινομετρική
οινομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οινομετρικός
οινομετρικής	adj	γενική ενικού του οινομετρική
οινομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινομετρικός
οινομετρικού	adj	γενική ενικού του οινομετρικός
οινομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οινομετρικός
οινομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οινομετρικός
οινομετρικός	adj	σχετικός με την οινομετρία
οινομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οινομετρικός
οινοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οινοπαραγωγός
οινοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του οινοπαραγωγός
οινοπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπαραγωγή
οινοπαραγωγή	noun	η παραγωγή οίνου
οινοπαραγωγής	adj	γενική ενικού του οινοπαραγωγή
οινοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινοπαραγωγός
οινοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του οινοπαραγωγός
οινοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οινοπαραγωγός
οινοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του οινοπαραγωγός
οινοπαραγωγός	noun	ο παραγωγός οίνου	adj	(για περιοχή) που παράγει κρασί σε μεγάλες ποσότητες
οινοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του οινοπαραγωγός
οινοπνευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οινόπνευμα
οινοπνευμάτωση	noun	άλλη μορφή του οινοπνευματίαση
οινοπνευμάτωσης	=	οινοπνευμάτωση
οινοπνευματίαση	noun	η τοξική και μακροχρόνια επίδραση της κατάχρησης αλκοόλ ή οινοπνευματωδών ποτών
οινοπνευματίασης	=	οινοπνευματίαση
οινοπνευματιάσεις	=	οινοπνευματίαση
οινοπνευματιάσεων	=	οινοπνευματίαση
οινοπνευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπνευματικό
οινοπνευματικέ	adj	κλητική ενικού του οινοπνευματικός
οινοπνευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπνευματική
οινοπνευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οινοπνευματικός
οινοπνευματικής	adj	γενική ενικού του οινοπνευματική
οινοπνευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινοπνευματικός
οινοπνευματικού	adj	γενική ενικού του οινοπνευματικός
οινοπνευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οινοπνευματικός
οινοπνευματικό	adj	αιτιατική ενικού του οινοπνευματικός
οινοπνευματικός	adj	σχετικός με το οινόπνευμα
οινοπνευματικών	adj	γενική πληθυντικού του οινοπνευματικός
οινοπνευματομέτρηση	noun	η μέτρηση με οινοπνευματόμετρο της ποσότητας αλκοόλ στο αίμα (για τη διάγνωση της μέθης)
οινοπνευματομέτρησης	=	οινοπνευματομέτρηση
οινοπνευματομέτρου	=	οινοπνευματόμετρο
οινοπνευματομέτρων	=	οινοπνευματόμετρο
οινοπνευματομετρήσεις	=	οινοπνευματομέτρηση
οινοπνευματομετρήσεων	=	οινοπνευματομέτρηση
οινοπνευματομετρία	noun	η μέτρηση, με ειδικό όργανο, του περιεχόμενου οινοπνεύματος σε αλκοολούχα διαλύματα (όπως ποτά)
οινοπνευματομετρίας	=	οινοπνευματομετρία
οινοπνευματομετρίες	=	οινοπνευματομετρία
οινοπνευματομετρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπνευματομετρητής
οινοπνευματομετρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οινοπνευματομετρητής
οινοπνευματομετρητής	noun	όργανο με το οποίο γίνεται οινοπνευματομέτρηση
οινοπνευματομετρητών	noun	γενική πληθυντικού του οινοπνευματομετρητής
οινοπνευματομετριών	=	οινοπνευματομετρία
οινοπνευματοποίηση	noun	η διαδικασία της ζύμωσης που μετατρέπει διάφορες πρώτες ύλες σε οινόπνευμα
οινοπνευματοποίησης	=	οινοπνευματοποίηση
οινοπνευματοποιέ	=	οινοπνευματοποιός
οινοπνευματοποιήσεις	=	οινοπνευματοποίηση
οινοπνευματοποιήσεων	=	οινοπνευματοποίηση
οινοπνευματοποιήσιμα	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμε	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμες	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμη	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμης	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμο	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμοι	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμος	adj	που μπορεί να υποστεί οινοπνευματοποίηση
οινοπνευματοποιήσιμου	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμους	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιήσιμων	=	οινοπνευματοποιήσιμος
οινοπνευματοποιία	noun	η τέχνη της παρασκευής οινοπνευματωδών ποτών, ποτών από οίνο
οινοπνευματοποιίας	=	οινοπνευματοποιία
οινοπνευματοποιίες	=	οινοπνευματοποιία
οινοπνευματοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπνευματοποιείο
οινοπνευματοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο παραγωγής οινοπνευματωδών ποτών
οινοπνευματοποιείου	noun	γενική ενικού του οινοπνευματοποιείο
οινοπνευματοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του οινοπνευματοποιείο
οινοπνευματοποιιών	=	οινοπνευματοποιία
οινοπνευματοποιοί	=	οινοπνευματοποιός
οινοπνευματοποιού	=	οινοπνευματοποιός
οινοπνευματοποιούς	=	οινοπνευματοποιός
οινοπνευματοποιό	=	οινοπνευματοποιός
οινοπνευματοποιός	noun	παραγωγός οινοπνεύματος
οινοπνευματοποιών	=	οινοπνευματοποιός
οινοπνευματοποτεία	=	οινοπνευματοποτείο
οινοπνευματοποτείο	noun|formal	κατάστημα όπου σερβίρεται οινόπνευμα
οινοπνευματοποτείου	=	οινοπνευματοποτείο
οινοπνευματοποτείων	=	οινοπνευματοποτείο
οινοπνευματούχα	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματούχε	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματούχο	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματούχοι	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματούχος	adj	που περιέχει οινόπνευμα, αλκοολούχος
οινοπνευματούχου	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματούχους	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματούχων	=	οινοπνευματούχος
οινοπνευματωδών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του οινοπνευματώδης
οινοπνευματόμετρα	=	οινοπνευματόμετρο
οινοπνευματόμετρο	noun	το αλκοολόμετρο
οινοπνευματόμετρου	=	οινοπνευματόμετρο
οινοπνευματόμετρων	=	οινοπνευματόμετρο
οινοπνευματώδεις	=	οινοπνευματώδης
οινοπνευματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οινοπνευματώδης
οινοπνευματώδη	adj	ποτά που περιέχουν οινόπνευμα
οινοπνευματώδης	adj	που περιέχει οινόπνευμα
οινοπνευματώδους	=	οινοπνευματώδης
οινοπνευματώσεις	=	οινοπνευμάτωση
οινοπνευματώσεων	=	οινοπνευμάτωση
οινοπνεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινόπνευμα
οινοπνεύματος	noun	γενική ενικού του οινόπνευμα
οινοποίηση	noun	η διαδικασία παραγωγής οίνου (κρασιού)
οινοποίησης	=	οινοποίηση
οινοποιέ	noun	κλητική ενικού του οινοποιός
οινοποιήσεις	=	οινοποίηση
οινοποιήσεων	=	οινοποίηση
οινοποιία	noun	η παραγωγή οίνου, κρασιού
οινοποιίας	noun	γενική ενικού του οινοποιία
οινοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοποιία
οινοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοποιείο
οινοποιείο	noun	η βιοτεχνία παραγωγής κρασιού.
οινοποιείου	noun	γενική ενικού του οινοποιείο
οινοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του οινοποιείο
οινοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινοποιός
οινοποιού	noun	γενική ενικού του οινοποιός
οινοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οινοποιός
οινοποιό	noun	αιτιατική ενικού του οινοποιός
οινοποιός	noun	ο οινοπαραγωγός, ο παραγωγός κρασιού
οινοποιών	noun	γενική πληθυντικού του οινοποιός
οινοποσία	noun	η κατανάλωση κρασιού
οινοποσίας	noun	γενική ενικού του οινοποσία
οινοποσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοποσία
οινοποσιών	noun	γενική πληθυντικού του οινοποσία
οινοποτών	=	οινοπότης
οινοπωλίδων	=	οινοπώλης
οινοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπωλείο
οινοπωλείο	noun	κατάστημα όπου πωλείται κρασί
οινοπωλείου	noun	γενική ενικού του οινοπωλείο
οινοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του οινοπωλείο
οινοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του οινοπώλισσα
οινοπωλών	=	οινοπώλης
οινοπότες	=	οινοπότης
οινοπότη	=	οινοπότης
οινοπότης	noun	αυτός που πίνει (επί το πλείστον) κρασί
οινοπώλες	=	οινοπώλης
οινοπώλη	=	οινοπώλης
οινοπώλης	noun	ο πωλητής οίνου / κρασιού
οινοπώλι	=	οινοπώλης
οινοπώλιδα	=	οινοπώλης
οινοπώλιδας	=	οινοπώλης
οινοπώλιδες	=	οινοπώλης
οινοπώλιδος	=	οινοπώλης
οινοπώλιδων	=	οινοπώλης
οινοπώλις	=	οινοπώλης
οινοπώλισσα	noun	θηλυκό του οινοπώλης
οινοπώλισσας	noun	γενική ενικού του οινοπώλισσα
οινοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοπώλισσα
οινοτουρισμέ	=	οινοτουρισμός
οινοτουρισμοί	=	οινοτουρισμός
οινοτουρισμού	=	οινοτουρισμός
οινοτουρισμούς	=	οινοτουρισμός
οινοτουρισμό	=	οινοτουρισμός
οινοτουρισμός	noun	είδος τουρισμού ο οποίος περιλαμβάνει τη δοκιμή, κατανάλωση και αγορά κρασιού από την περιοχή παραγωγής του κρασιού
οινοτουρισμών	=	οινοτουρισμός
οινοφιλία	noun	η αγάπη για το (καλό) κρασί
οινοφιλίας	noun	γενική ενικού του οινοφιλία
οινοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινοφιλία
οινοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του οινοφιλία
οινοφόρα	=	οινοφόρος
οινοφόρας	=	οινοφόρος
οινοφόρε	=	οινοφόρος
οινοφόρες	=	οινοφόρος
οινοφόρο	=	οινοφόρος
οινοφόροι	=	οινοφόρος
οινοφόρος	adj	αυτούς με τον οποίο μεταφέρεται κρασί ή στον οποίο περιέχεται ή διατηρείται
οινοφόρου	=	οινοφόρος
οινοφόρους	=	οινοφόρος
οινοφόρων	=	οινοφόρος
οινοχαρές	=	οινοχαρής
οινοχαρή	=	οινοχαρής
οινοχαρής	noun	που του/της αρέσει το κρασί	adj	που του αρέσει το κρασί
οινοχαρείς	=	οινοχαρής
οινοχαρούς	=	οινοχαρής
οινοχαρών	=	οινοχαρής
οινοχόε	noun	κλητική ενικού του οινοχόος
οινοχόη	noun	είδος αρχαιοελληνικού αγγείου με μια λαβή από το οποίο γεμίζονταν τα κύπελλα των συμποτών
οινοχόο	noun	αιτιατική ενικού του οινοχόος
οινοχόοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινοχόος
οινοχόος	noun	στην αρχαιότητα, υπηρέτης που κερνούσε κρασί τους συμποσιαστές
οινοχόου	noun	γενική ενικού του οινοχόος
οινοχόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οινοχόος
οινοχόων	noun	γενική πληθυντικού του οινοχόος
οινωδών	=	οινώδης
οινόγαλα	noun	ποτό που παρασκευάζεται με την ανάμειξη οίνου / κρασιού και γάλακτος
οινόμελα	=	οινόμελο
οινόμελο	noun	ποτό το οποίο έχει ως βάση του τον οίνο και το μέλι
οινόμελου	=	οινόμελο
οινόμελων	=	οινόμελο
οινόμετρα	=	οινόμετρο
οινόμετρο	noun	όργανο που υπολογίζει την περιεκτικότητα του οινοπνεύματος στο κρασί
οινόμετρου	=	οινόμετρο
οινόμετρων	=	οινόμετρο
οινόπνευμα	noun	πτητικό κι εύφλευκτο υγρό, χωρίς χρώμα και ευδιάλυτο στο νερό, που περιέχεται ως βασικό συστατικό στα αλκοολούχα ποτά και τα διάφορα προϊόντα ζύμωσης· χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό, ως συστατικό φαρμάκων, ως διαλυτικό κ.λπ.
οινόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινόφιλο
οινόφιλε	adj	κλητική ενικού του οινόφιλος
οινόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οινόφιλη
οινόφιλη	noun	θηλυκό του οινόφιλος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οινόφιλος
οινόφιλης	adj	γενική ενικού του οινόφιλη
οινόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του οινόφιλος
οινόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οινόφιλος
οινόφιλος	noun	αυτός που του αρέσει το κρασί	adj	που του αρέσει το κρασί
οινόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οινόφιλος
οινόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οινόφιλος
οινόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οινόφιλος
οινόφλυξ	noun|archaic	ο μεθυσμένος
οινώδεις	=	οινώδης
οινώδες	=	οινώδης
οινώδη	=	οινώδης
οινώδης	adj	που μοιάζει με κρασί σε γεύση και μυρωδιά
οινώδους	=	οινώδης
οινώνα	=	οινώνας
οινώνας	noun|formal	οιναποθήκη, κελάρι
οινώνες	=	οινώνας
οινώνων	=	οινώνας
οιονεί	adv	κάτι σαν, κατά κάποιο τρόπο
οιοσδήποτε	pron|formal	οποιοσδήποτε
οισοφάγε	noun	κλητική ενικού του οισοφάγος
οισοφάγεια	=	οισοφάγειος
οισοφάγειας	=	οισοφάγειος
οισοφάγειε	=	οισοφάγειος
οισοφάγειες	=	οισοφάγειος
οισοφάγειο	=	οισοφάγειος
οισοφάγειοι	=	οισοφάγειος
οισοφάγειος	adj	που έχει σχέση με τον οισοφάγο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
οισοφάγειου	=	οισοφάγειος
οισοφάγειους	=	οισοφάγειος
οισοφάγειων	=	οισοφάγειος
οισοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του οισοφάγος
οισοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οισοφάγος
οισοφάγος	noun	σωλήνας που αποτελεί μέρος του πεπτικού συστήματος και ενώνει τον φάρυγγα με το στομάχι
οισοφάγου	noun	γενική ενικού του οισοφάγος
οισοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οισοφάγος
οισοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του οισοφάγος
οισοφαγίτιδα	noun	η φλεγμονή ή και εξελκώσεις της βλεννογόνου που επικαλύπτει το εσωτερικό μέρος του οισοφάγου
οισοφαγίτιδας	noun	γενική ενικού του οισοφαγίτιδα
οισοφαγίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οισοφαγίτιδα
οισοφαγίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του οισοφαγίτιδα
οισοφαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οισοφαγικό
οισοφαγικέ	adj	κλητική ενικού του οισοφαγικός
οισοφαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οισοφαγική
οισοφαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οισοφαγικός
οισοφαγικής	adj	γενική ενικού του οισοφαγική
οισοφαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οισοφαγικός
οισοφαγικού	adj	γενική ενικού του οισοφαγικός
οισοφαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οισοφαγικός
οισοφαγικό	adj	αιτιατική ενικού του οισοφαγικός
οισοφαγικός	adj	σχετικός με τον οισοφάγο
οισοφαγικών	adj	γενική πληθυντικού του οισοφαγικός
οισοφαγιτίδων	noun	γενική πληθυντικού του οισοφαγίτιδα
οισοφαγοσκοπήσεις	=	οισοφαγοσκόπηση
οισοφαγοσκοπήσεων	=	οισοφαγοσκόπηση
οισοφαγοσκοπίου	=	οισοφαγοσκόπιο
οισοφαγοσκοπίων	=	οισοφαγοσκόπιο
οισοφαγοσκόπηση	noun	εξέταση του οισοφάγου με οισοφαγοσκόπιο
οισοφαγοσκόπησης	=	οισοφαγοσκόπηση
οισοφαγοσκόπια	=	οισοφαγοσκόπιο
οισοφαγοσκόπιο	noun	ενδοσκόπιο με το οποίο γίνεται η οισοφαγοσκόπηση
οισοφαγοσκόπιου	=	οισοφαγοσκόπιο
οισοφαγοσκόπιων	=	οισοφαγοσκόπιο
οιστρήλατα	=	οιστρήλατος
οιστρήλατε	=	οιστρήλατος
οιστρήλατες	=	οιστρήλατος
οιστρήλατη	=	οιστρήλατος
οιστρήλατης	=	οιστρήλατος
οιστρήλατο	=	οιστρήλατος
οιστρήλατοι	=	οιστρήλατος
οιστρήλατος	adj	που έχει καταληφθεί από οίστρο, που βρίσκεται σε συναισθηματική ή δημιουργική έξαψη
οιστρήλατου	=	οιστρήλατος
οιστρήλατους	=	οιστρήλατος
οιστρήλατων	=	οιστρήλατος
οιστραδιολών	=	οιστραδιόλη
οιστραδιόλες	=	οιστραδιόλη
οιστραδιόλη	noun	ένα από τα οιστρογόνα του ανθρώπινου και άλλων οργανισμών
οιστραδιόλης	=	οιστραδιόλη
οιστρηλάτει	=	οιστρηλατώ
οιστρηλάτησα	=	οιστρηλατώ
οιστρηλάτησαν	=	οιστρηλατώ
οιστρηλάτησε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλάτησες	=	οιστρηλατώ
οιστρηλασία	noun	η ενέργεια του οιστρηλατώ
οιστρηλασίας	=	οιστρηλασία
οιστρηλασίες	=	οιστρηλασία
οιστρηλασιών	=	οιστρηλασία
οιστρηλατήσαμε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατήσατε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατήσει	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατήστε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατεί	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατείς	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατείτε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατημένα	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένε	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένες	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένη	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένης	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένο	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένοι	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οιστρηλατώ
οιστρηλατημένου	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένους	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατημένων	=	οιστρηλατημένος
οιστρηλατούμαι	verb	καταλαμβάνομαι από δημιουργικό οίστρο
οιστρηλατούμε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούν	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούσα	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούσαμε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούσαν	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούσατε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούσε	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατούσες	=	οιστρηλατώ
οιστρηλατώ	verb	παρασύρω σε μεγάλο ενθουσιασμό, πάθος, συναισθηματική ή δημιουργική έξαψη
οιστρηλατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οιστρηλατώ
οιστρογονικά	=	οιστρογονικός
οιστρογονικέ	=	οιστρογονικός
οιστρογονικές	=	οιστρογονικός
οιστρογονική	=	οιστρογονικός
οιστρογονικής	=	οιστρογονικός
οιστρογονικοί	=	οιστρογονικός
οιστρογονικού	=	οιστρογονικός
οιστρογονικούς	=	οιστρογονικός
οιστρογονικό	=	οιστρογονικός
οιστρογονικός	adj	που έχει σχέση με οιστρογόνο ή αναφέρεται σʼ αυτό
οιστρογονικών	=	οιστρογονικός
οιστρογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιστρογόνο
οιστρογόνο	noun	στεροειδής ορμόνη που ρυθμίζει τη γυναικεία αναπαραγωγική λειτουργία και συμβάλλει στην ανάπτυξη χαρακτηριστικών του φύλου, ενώ ανάλογης δράσης ουσίες μπορεί να απαντώνται και σε φυτά ή να παρασκευάζονται τεχνητά
οιστρογόνου	noun	γενική ενικού του οιστρογόνο
οιστρογόνων	noun	γενική πληθυντικού του οιστρογόνο
οιωνέ	noun	κλητική ενικού του οιωνός
οιωνίζομαι	verb|formal	άλλη μορφή του προοιωνίζομαι
οιωνισμέ	noun	κλητική ενικού του οιωνισμός
οιωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιωνισμένο
οιωνισμένε	verb	κλητική ενικού του οιωνισμένος
οιωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιωνισμένη
οιωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οιωνισμένος
οιωνισμένης	verb	γενική ενικού του οιωνισμένη
οιωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οιωνισμένος
οιωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οιωνισμένος
οιωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οιωνισμένος
οιωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οιωνισμένος
οιωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οιωνισμένος
οιωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οιωνισμός
οιωνισμού	noun	γενική ενικού του οιωνισμός
οιωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οιωνισμός
οιωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του οιωνισμός
οιωνισμός	noun|dated	η οιωνοσκοπία
οιωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του οιωνισμός
οιωνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οιωνός
οιωνοσκοπία	noun	η παρατήρηση των οιωνών ως μια μορφή μαντείας
οιωνοσκοπίας	noun	γενική ενικού του οιωνοσκοπία
οιωνοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οιωνοσκοπία
οιωνοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του οιωνοσκοπία
οιωνοσκόπε	noun	κλητική ενικού του οιωνοσκόπος
οιωνοσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του οιωνοσκόπος
οιωνοσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οιωνοσκόπος
οιωνοσκόπος	noun	άτομο που του αποδίδεται η ικανότητα να αντιλαμβάνεται και να ερμηνεύει οιωνούς, προβλέποντας το μέλλον
οιωνοσκόπου	noun	γενική ενικού του οιωνοσκόπος
οιωνοσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οιωνοσκόπος
οιωνοσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του οιωνοσκόπος
οιωνού	noun	γενική ενικού του οιωνός
οιωνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οιωνός
οιωνό	noun	αιτιατική ενικού του οιωνός
οιωνός	noun	φαινόμενο, γεγονός ή σημάδι που θεωρείται πως προμηνύει το μέλλον
οιωνών	noun	γενική πληθυντικού του οιωνός
οκά	noun|dated	μονάδα μάζας, η οποία ήταν ίση με 400 δράμια (1282 γραμμάρια)
οκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκά
οκάδων	=	οκά
οκάπι	noun	αρτιοδάκτυλο θηλαστικό, συγγενές με την καμηλοπάρδαλη
οκάπια	=	οκάπι
οκάς	=	οκά
οκέι	noun	έγκριση, συμφωνία	intj	δηλώνει έγκριση, συμφωνία
οκαδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκαδιάρικο
οκαδιάρικε	adj	κλητική ενικού του οκαδιάρικος
οκαδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκαδιάρικη
οκαδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκαδιάρικος
οκαδιάρικης	adj	γενική ενικού του οκαδιάρικη
οκαδιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του οκαδιάρικος
οκαδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκαδιάρικος
οκαδιάρικος	adj	που ζυγίζει μια οκά, που έχει το βάρος μιας οκάς
οκαδιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκαδιάρικος
οκαδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκαδιάρικος
οκαδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκαδιάρικος
οκαζιόν	adv|vulgar	πολύ φτηνά, σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή ("ευκαιρία")
οκανα	abbrev	ελληνικός οργανισμός με στόχο την καταπολέμηση των εξαρτήσεων που προκαλούνται από ναρκωτικές ουσίες
οκαπία	noun	το οκάπι
οκαπίας	=	οκαπία
οκαπίες	=	οκαπία
οκαπίων	=	οκαπία
οκαρίνα	noun	μικρό πνευστό όργανο, συνήθως πήλινο (από τερακότα) ή μεταλλικό, ωοειδούς σχήματος, με τρύπες που ανοιγοκλείνουν με τα δάχτυλα.
οκαρίνας	noun	γενική ενικού του οκαρίνα
οκαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκαρίνα
οκαρινών	noun	γενική πληθυντικού του οκαρίνα
οκδε	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
οκλαδόν	adv	η στάση κάποιου που κάθεται κάτω με τα πόδια λυγισμένα προς τα μέσα, το ένα πάνω στο άλλο	intj	το παράγγελμα για να πάρει κάποιος αυτή τη στάση
οκνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκνό	adv	τεμπέλικα
οκνέ	adj	κλητική ενικού του οκνός
οκνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκνή
οκνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκνός
οκνής	adj	γενική ενικού του οκνή
οκνε	abbrev	η οργάνωση νεολαίας του ΣΕΚΕ / ΚΚΕ (μέχρι το 1943)
οκνεύαμε	=	οκνεύω
οκνεύαν	=	οκνεύω
οκνεύανε	=	οκνεύω
οκνεύατε	=	οκνεύω
οκνεύει	=	οκνεύω
οκνεύεις	=	οκνεύω
οκνεύετε	=	οκνεύω
οκνεύοντας	=	οκνεύω
οκνεύουμε	=	οκνεύω
οκνεύουν	=	οκνεύω
οκνεύουνε	=	οκνεύω
οκνεύσαμε	=	οκνεύω
οκνεύσαν	=	οκνεύω
οκνεύσανε	=	οκνεύω
οκνεύσατε	=	οκνεύω
οκνεύσει	=	οκνεύω
οκνεύστε	=	οκνεύω
οκνεύω	verb	είμαι οκνός, οκνηρός
οκνηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκνηρό	adv	με οκνηρία
οκνηρέ	adj	κλητική ενικού του οκνηρός
οκνηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκνηρή
οκνηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκνηρός
οκνηρής	adj	γενική ενικού του οκνηρή
οκνηρία	noun|formal	η φυγοπονία, η τεμπελιά, η έλλειψη ζωηρότητας και ενεργητικότητας
οκνηρίας	noun	γενική ενικού του οκνηρία
οκνηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκνηρία
οκνηριών	noun	γενική πληθυντικού του οκνηρία
οκνηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκνηρός
οκνηρού	adj	γενική ενικού του οκνηρός
οκνηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκνηρός
οκνηρό	adj	αιτιατική ενικού του οκνηρός
οκνηρός	adj	που αποφεύγει τη δουλειά
οκνηρών	adj	γενική πληθυντικού του οκνηρός
οκνιά	noun|vulgar	οκνηρία, τεμπελιά
οκνιάς	=	οκνιά
οκνιές	=	οκνιά
οκνιών	=	οκνιά
οκνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκνός
οκνού	adj	γενική ενικού του οκνός
οκνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκνός
οκνό	adj	αιτιατική ενικού του οκνός
οκνός	adj	τεμπέλης
οκνώ	verb	τεμπελιάζω
οκνών	adj	γενική πληθυντικού του οκνός
οκρίβαντα	=	οκρίβαντας
οκρίβαντας	noun	το καβαλέτο, το οποίο χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι
οκρίβαντες	=	οκρίβαντας
οκριβάντων	=	οκρίβαντας
οκτάβα	noun	διάστημα οχτώ βαθμίδων της διατονικής κλίμακας
οκτάβας	noun	γενική ενικού του οκτάβα
οκτάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτάβα
οκτάβων	=	οκτάβα
οκτάγωνα	=	οκτάγωνος
οκτάγωνε	=	οκτάγωνος
οκτάγωνες	=	οκτάγωνος
οκτάγωνη	=	οκτάγωνος
οκτάγωνης	=	οκτάγωνος
οκτάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα που έχει οχτώ γωνίες
οκτάγωνοι	=	οκτάγωνος
οκτάγωνος	adj	που έχει οχτώ γωνίες
οκτάγωνου	=	οκτάγωνος
οκτάγωνους	=	οκτάγωνος
οκτάγωνων	=	οκτάγωνος
οκτάδα	noun	σύνολο από οκτώ μονάδες
οκτάδας	=	οκτάδα
οκτάδες	=	οκτάδα
οκτάδων	=	οκτάδα
οκτάεδρα	=	οκτάεδρος
οκτάεδρε	=	οκτάεδρος
οκτάεδρες	=	οκτάεδρος
οκτάεδρη	=	οκτάεδρος
οκτάεδρης	=	οκτάεδρος
οκτάεδρο	noun	γεωμετρικό στερεό που έχει οχτώ έδρες
οκτάεδροι	=	οκτάεδρος
οκτάεδρος	adj	που έχει οκτώ έδρες
οκτάεδρου	=	οκτάεδρος
οκτάεδρους	=	οκτάεδρος
οκτάεδρων	=	οκτάεδρος
οκτάκις	adv	οκτώ φορές
οκτάμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτάμηνο
οκτάμηνε	=	οκτάμηνος
οκτάμηνες	=	οκτάμηνος
οκτάμηνη	=	οκτάμηνος
οκτάμηνης	=	οκτάμηνος
οκτάμηνο	noun	διάρκεια οχτώ μηνών
οκτάμηνοι	=	οκτάμηνος
οκτάμηνος	adj	που διαρκεί οχτώ μήνες
οκτάμηνου	=	οκτάμηνος
οκτάμηνους	=	οκτάμηνος
οκτάμηνων	=	οκτάμηνος
οκτάνια	=	οκτάνιο
οκτάνιο	noun	κάθε οργανική ένωση που αποτελείται από κορεσμένους υδρογονάνθρακες, έχει 8 άτομα άνθρακα στο μόριό τους και υπάρχουν συνήθως στα υγρά καύσιμα
οκτάνιου	=	οκτάνιο
οκτάντα	=	οκτάντας
οκτάντας	noun	όργανο που χρησιμεύει για τη μέτρηση της γωνιακής απόστασης μεταξύ δύο σημείων του χώρου
οκτάντες	=	οκτάντας
οκτάντων	=	οκτάντας
οκτάπλευρα	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρε	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρες	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρη	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρης	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρο	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευροι	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρος	adj	που έχει οχτώ πλευρές
οκτάπλευρου	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρους	=	οκτάπλευρος
οκτάπλευρων	=	οκτάπλευρος
οκτάποδα	=	οκτάπους
οκτάποδες	=	οκτάπους
οκτάποδος	=	οκτάπους
οκτάπους	noun|dated	το χταπόδι, με αναφορά σε ταξινομικά γένη ή είδη που ανήκουν στα Octopoda (Οκτάποδα)
οκτάρι	noun	το ψηφίο οκτώ
οκτάρια	=	οκτάρι
οκτάστηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτάστηλο
οκτάστηλε	adj	κλητική ενικού του οκτάστηλος
οκτάστηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτάστηλη
οκτάστηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτάστηλος
οκτάστηλης	adj	γενική ενικού του οκτάστηλη
οκτάστηλο	adj	αιτιατική ενικού του οκτάστηλος
οκτάστηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτάστηλος
οκτάστηλος	adj	που αποτελείται από οκτώ στήλες
οκτάστηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκτάστηλος
οκτάστηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτάστηλος
οκτάστηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκτάστηλος
οκτάστιχα	=	οκτάστιχος
οκτάστιχε	=	οκτάστιχος
οκτάστιχες	=	οκτάστιχος
οκτάστιχη	=	οκτάστιχος
οκτάστιχης	=	οκτάστιχος
οκτάστιχο	noun	ποίημα που αποτελείται από οχτώ στίχους
οκτάστιχοι	=	οκτάστιχος
οκτάστιχος	adj	που αποτελείται από οκτώ στίχους
οκτάστιχου	=	οκτάστιχος
οκτάστιχους	=	οκτάστιχος
οκτάστιχων	=	οκτάστιχος
οκτάστυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτάστυλο
οκτάστυλε	adj	κλητική ενικού του οκτάστυλος
οκτάστυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτάστυλη
οκτάστυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτάστυλος
οκτάστυλης	adj	γενική ενικού του οκτάστυλη
οκτάστυλο	adj	αιτιατική ενικού του οκτάστυλος
οκτάστυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτάστυλος
οκτάστυλος	adj	που υποστηρίζεται από οκτώ στύλους
οκτάστυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκτάστυλος
οκτάστυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτάστυλος
οκτάστυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκτάστυλος
οκτάτευχε	=	οκτάτευχος
οκτάτευχη	=	οκτάτευχος
οκτάτευχο	=	οκτάτευχος
οκτάτευχοι	=	οκτάτευχος
οκτάτευχος	adj	που έχει δημοσιευτεί σε οχτώ τεύχη
οκτάτευχου	=	οκτάτευχος
οκτάτομα	=	οκτάτομος
οκτάτομε	=	οκτάτομος
οκτάτομες	=	οκτάτομος
οκτάτομη	=	οκτάτομος
οκτάτομης	=	οκτάτομος
οκτάτομο	=	οκτάτομος
οκτάτομοι	=	οκτάτομος
οκτάτομος	adj	που έχει δημοσιευτεί σε οχτώ τόμους
οκτάτομου	=	οκτάτομος
οκτάτομους	=	οκτάτομος
οκτάτομων	=	οκτάτομος
οκτάφωνα	=	οκτάφωνος
οκτάφωνε	=	οκτάφωνος
οκτάφωνες	=	οκτάφωνος
οκτάφωνη	=	οκτάφωνος
οκτάφωνης	=	οκτάφωνος
οκτάφωνο	=	οκτάφωνος
οκτάφωνοι	=	οκτάφωνος
οκτάφωνος	adj	που αποτελείται από οχτώ φωνές
οκτάφωνου	=	οκτάφωνος
οκτάφωνους	=	οκτάφωνος
οκτάφωνων	=	οκτάφωνος
οκτάχορδα	=	οκτάχορδος
οκτάχορδε	=	οκτάχορδος
οκτάχορδες	=	οκτάχορδος
οκτάχορδη	=	οκτάχορδος
οκτάχορδης	=	οκτάχορδος
οκτάχορδο	=	οκτάχορδος
οκτάχορδοι	=	οκτάχορδος
οκτάχορδος	adj	που αποτελείται από οχτώ χορδές
οκτάχορδου	=	οκτάχορδος
οκτάχορδους	=	οκτάχορδος
οκτάχορδων	=	οκτάχορδος
οκτάχρονα	=	οκτάχρονος
οκτάχρονε	=	οκτάχρονος
οκτάχρονες	=	οκτάχρονος
οκτάχρονη	=	οκτάχρονος
οκτάχρονης	=	οκτάχρονος
οκτάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οκτάχρονος
οκτάχρονοι	=	οκτάχρονος
οκτάχρονος	adj	που έχει ηλικία οχτώ χρόνων
οκτάχρονου	=	οκτάχρονος
οκτάχρονους	=	οκτάχρονος
οκτάχρονων	=	οκτάχρονος
οκτάωρα	=	οκτάωρος
οκτάωρε	=	οκτάωρος
οκτάωρες	=	οκτάωρος
οκτάωρη	=	οκτάωρος
οκτάωρης	=	οκτάωρος
οκτάωρο	noun	διάρκεια οχτώ ωρών
οκτάωροι	=	οκτάωρος
οκτάωρος	adj	που διαρκεί οχτώ ώρες
οκτάωρου	=	οκτάωρος
οκτάωρους	=	οκτάωρος
οκτάωρων	=	οκτάωρος
οκτέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτέτο
οκτέτο	noun	η μουσική σύνθεση που αποτελείται από οχτώ φωνές ή οχτώ μουσικά όργανα
οκτέτου	noun	γενική ενικού του οκτέτο
οκτέτων	noun	γενική πληθυντικού του οκτέτο
οκταέδρου	=	οκτάεδρο
οκταέδρων	=	οκτάεδρο
οκταήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταήμερο
οκταήμερε	=	οκταήμερος
οκταήμερες	=	οκταήμερος
οκταήμερη	=	οκταήμερος
οκταήμερης	=	οκταήμερος
οκταήμερο	noun	διάρκεια οχτώ ημερών
οκταήμεροι	=	οκταήμερος
οκταήμερος	adj	που διαρκεί οχτώ μέρες
οκταήμερου	=	οκταήμερος
οκταήμερους	=	οκταήμερος
οκταήμερων	=	οκταήμερος
οκταγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταγωνικό
οκταγωνικέ	adj	κλητική ενικού του οκταγωνικός
οκταγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταγωνική
οκταγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκταγωνικός
οκταγωνικής	adj	γενική ενικού του οκταγωνική
οκταγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκταγωνικός
οκταγωνικού	adj	γενική ενικού του οκταγωνικός
οκταγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκταγωνικός
οκταγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του οκταγωνικός
οκταγωνικός	adj	που έχει σχήμα οκταγώνου, που έχει οχτώ γωνίες
οκταγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του οκταγωνικός
οκταγώνου	=	οκτάγωνο
οκταγώνων	=	οκτάγωνο
οκταδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταδικό
οκταδικέ	adj	κλητική ενικού του οκταδικός
οκταδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταδική
οκταδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκταδικός
οκταδικής	adj	γενική ενικού του οκταδική
οκταδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκταδικός
οκταδικού	adj	γενική ενικού του οκταδικός
οκταδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκταδικός
οκταδικό	adj	αιτιατική ενικού του οκταδικός
οκταδικός	adj	που έχει ως βάση του τον αριθμό οκτώ
οκταδικών	adj	γενική πληθυντικού του οκταδικός
οκταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οκταετής
οκταετή	=	οκταετής
οκταετής	adj	που έχει διάρκεια οκτώ ετών
οκταετία	noun	χρονικό διάστημα οκτώ ετών
οκταετίας	noun	γενική ενικού του οκταετία
οκταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταετία
οκταετείς	=	οκταετής
οκταετηρίδα	noun|formal	χρονικό διάστημα οκτώ ετών
οκταετηρίδας	=	οκταετηρίδα
οκταετηρίδες	=	οκταετηρίδα
οκταετηρίδων	=	οκταετηρίδα
οκταετιών	noun	γενική πληθυντικού του οκταετία
οκταετούς	=	οκταετής
οκταετών	adj	γενική πληθυντικού του οκταετής
οκτακισχίλιοι	num|formal	οκτώ χιλιάδες
οκτακισχιλίους	=	οκτακισχίλιοι
οκτακισχιλίων	=	οκτακισχίλιοι
οκτακισχιλιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτακισχιλιοστό
οκτακισχιλιοστέ	adj	κλητική ενικού του οκτακισχιλιοστός
οκτακισχιλιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτακισχιλιοστή
οκτακισχιλιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτακισχιλιοστός
οκτακισχιλιοστής	adj	γενική ενικού του οκτακισχιλιοστή
οκτακισχιλιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτακισχιλιοστός
οκτακισχιλιοστού	adj	γενική ενικού του οκτακισχιλιοστός
οκτακισχιλιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτακισχιλιοστός
οκτακισχιλιοστό	adj	αιτιατική ενικού του οκτακισχιλιοστός
οκτακισχιλιοστός	num|formal	που βρίσκεται στη σειρά 8.000
οκτακισχιλιοστών	adj	γενική πληθυντικού του οκτακισχιλιοστός
οκτακοσαριά	noun	σύνολο από οκτακόσια περίπου στοιχεία
οκτακοσαριάς	=	οκτακοσαριά
οκτακοσαριές	=	οκτακοσαριά
οκτακοσαριών	=	οκτακοσαριά
οκτακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτακοσιοστό
οκτακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του οκτακοσιοστός
οκτακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτακοσιοστή
οκτακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτακοσιοστός
οκτακοσιοστής	adj	γενική ενικού του οκτακοσιοστή
οκτακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτακοσιοστός
οκτακοσιοστού	adj	γενική ενικού του οκτακοσιοστός
οκτακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτακοσιοστός
οκτακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του οκτακοσιοστός
οκτακοσιοστός	adj	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό οκτακόσια
οκτακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του οκτακοσιοστός
οκτακόσια	num	σύνολο οχτώ εκατοντάδων
οκτακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε οχτώ εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 800
οκταμήνου	=	οκτάμηνο
οκταμήνων	=	οκτάμηνο
οκταμελές	=	οκταμελής
οκταμελή	=	οκταμελής
οκταμελής	adj	που έχει οκτώ μέλη
οκταμελείς	=	οκταμελής
οκταμελούς	=	οκταμελής
οκταμελών	=	οκταμελής
οκταμερές	=	οκταμερής
οκταμερή	=	οκταμερής
οκταμερής	adj	που αποτελείται από οκτώ μέρη
οκταμερείς	=	οκταμερής
οκταμερούς	=	οκταμερής
οκταμερών	=	οκταμερής
οκτανίου	=	οκτάνιο
οκτανίων	=	οκτάνιο
οκτανολών	=	οκτανόλη
οκτανόλες	=	οκτανόλη
οκτανόλη	noun	αλκοόλη με μοριακό τύπο C₈H₁₇OH (ή C₈H₁₈O).
οκτανόλης	=	οκτανόλη
οκταπλάσια	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιας	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιε	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιες	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιο	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιοι	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιος	adj	οχτώ φορές μεγαλύτερος
οκταπλάσιου	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιους	=	οκταπλάσιος
οκταπλάσιων	=	οκταπλάσιος
οκταπλασίαζα	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίαζαν	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίαζε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίαζες	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίασα	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίασαν	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίασε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασίασες	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζαμε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζαν	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζανε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζατε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζει	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζεις	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζετε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζοντας	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζουμε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζουν	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζουνε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάζω	verb	αυξάνω κάτι οχτώ φορές, πολλαπλασιάζω επί 8
οκταπλασιάσαμε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάσαν	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάσανε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάσατε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάσει	=	οκταπλασιάζω
οκταπλασιάστε	=	οκταπλασιάζω
οκταπλούς	adj	ο οκταπλάσιος
οκταπόδι	=	χταπόδι
οκταπόδων	=	οκτάπους
οκταπύρηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταπύρηνο
οκταπύρηνε	adj	κλητική ενικού του οκταπύρηνος
οκταπύρηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκταπύρηνη
οκταπύρηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκταπύρηνος
οκταπύρηνης	adj	γενική ενικού του οκταπύρηνη
οκταπύρηνο	adj	αιτιατική ενικού του οκταπύρηνος
οκταπύρηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκταπύρηνος
οκταπύρηνος	adj	που έχει οκτώ πυρήνες
οκταπύρηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκταπύρηνος
οκταπύρηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκταπύρηνος
οκταπύρηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκταπύρηνος
οκταριού	=	οκτάρι
οκταριών	=	οκτάρι
οκτασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτασέλιδο
οκτασέλιδε	adj	κλητική ενικού του οκτασέλιδος
οκτασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτασέλιδη
οκτασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτασέλιδος
οκτασέλιδης	adj	γενική ενικού του οκτασέλιδη
οκτασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του οκτασέλιδος
οκτασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτασέλιδος
οκτασέλιδος	adj	που αποτελείται ή καταλαμβάνει οχτώ σελίδες
οκτασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκτασέλιδος
οκτασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτασέλιδος
οκτασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκτασέλιδος
οκτασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτασύλλαβο
οκτασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του οκτασύλλαβος
οκτασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτασύλλαβη
οκτασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτασύλλαβος
οκτασύλλαβης	adj	γενική ενικού του οκτασύλλαβη
οκτασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του οκτασύλλαβος
οκτασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτασύλλαβος
οκτασύλλαβος	adj	που αποτελείται από οχτώ συλλαβές
οκτασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκτασύλλαβος
οκτασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτασύλλαβος
οκτασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκτασύλλαβος
οκτατεύχου	=	οκτάτευχος
οκτατεύχους	=	οκτάτευχος
οκτατεύχων	=	οκτάτευχος
οκταφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με οκτώ φωνές
οκταφωνίας	noun	γενική ενικού του οκταφωνία
οκταφωνίες	=	οκταφωνία
οκταφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του οκταφωνία
οκταψήφια	=	οκταψήφιος
οκταψήφιας	=	οκταψήφιος
οκταψήφιε	=	οκταψήφιος
οκταψήφιες	=	οκταψήφιος
οκταψήφιο	=	οκταψήφιος
οκταψήφιοι	=	οκταψήφιος
οκταψήφιος	adj	για αριθμό με οκτώ ψηφία, οχτώ αριθμούς
οκταψήφιου	=	οκταψήφιος
οκταψήφιους	=	οκταψήφιος
οκταψήφιων	=	οκταψήφιος
οκταώρου	=	οκτάωρο
οκταώροφα	=	οκταώροφος
οκταώροφε	=	οκταώροφος
οκταώροφες	=	οκταώροφος
οκταώροφη	=	οκταώροφος
οκταώροφης	=	οκταώροφος
οκταώροφο	=	οκταώροφος
οκταώροφοι	=	οκταώροφος
οκταώροφος	adj	που έχει οχτώ ορόφους
οκταώροφου	=	οκταώροφος
οκταώροφους	=	οκταώροφος
οκταώροφων	=	οκταώροφος
οκταώρων	=	οκτάωρο
οκτωήχου	=	οκτώηχος
οκτωήχους	=	οκτώηχος
οκτωήχων	=	οκτώηχος
οκτωβριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτωβριάτικο
οκτωβριάτικε	adj	κλητική ενικού του οκτωβριάτικος
οκτωβριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτωβριάτικη
οκτωβριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτωβριάτικος
οκτωβριάτικης	adj	γενική ενικού του οκτωβριάτικη
οκτωβριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του οκτωβριάτικος
οκτωβριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτωβριάτικος
οκτωβριάτικος	adj	οκτωβριανός
οκτωβριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οκτωβριάτικος
οκτωβριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτωβριάτικος
οκτωβριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οκτωβριάτικος
οκτωβριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οκτωβριανός	adv	κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου
οκτωβριανέ	adj	κλητική ενικού του οκτωβριανός
οκτωβριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτωβριανή
οκτωβριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οκτωβριανός
οκτωβριανής	adj	γενική ενικού του οκτωβριανή
οκτωβριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οκτωβριανός
οκτωβριανού	adj	γενική ενικού του οκτωβριανός
οκτωβριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οκτωβριανός
οκτωβριανό	adj	αιτιατική ενικού του οκτωβριανός
οκτωβριανός	adj	που συμβαίνει κατά το μήνα Οκτώβριο
οκτωβριανών	adj	γενική πληθυντικού του οκτωβριανός
οκτωηχία	noun	το σύστημα «ὀκτάηχος» των οκτώ ήχων (τρόπων) της βυζαντινής μουσικής
οκτωηχίας	noun	γενική ενικού του οκτωηχία
οκτωηχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οκτωηχία
οκτωηχιών	noun	γενική πληθυντικού του οκτωηχία
οκτώ	noun	το ψηφίο 8	num	το απόλυτο αριθμητικό (8) που ακολουθεί το επτά και προηγείται του εννιά
οκτώηχε	=	οκτώηχος
οκτώηχο	=	οκτώηχος
οκτώηχοι	=	οκτώηχος
οκτώηχον	=	οκτώηχος
οκτώηχος	noun	οκτωηχία	adj	που έχει σχέση με την οκτωηχία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ολάκερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολάκερο
ολάκερε	adj	κλητική ενικού του ολάκερος
ολάκερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολάκερη
ολάκερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολάκερος
ολάκερης	adj	γενική ενικού του ολάκερη
ολάκερο	adj	αιτιατική ενικού του ολάκερος
ολάκεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολάκερος
ολάκερος	adj|vulgar	ολόκληρος
ολάκερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολάκερος
ολάκερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολάκερος
ολάκερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολάκερος
ολάνθιστα	=	ολάνθιστος
ολάνθιστε	=	ολάνθιστος
ολάνθιστες	=	ολάνθιστος
ολάνθιστη	=	ολάνθιστος
ολάνθιστης	=	ολάνθιστος
ολάνθιστο	=	ολάνθιστος
ολάνθιστοι	=	ολάνθιστος
ολάνθιστος	adj	που είναι τελείως ανθισμένος, γεμάτος λουλούδια
ολάνθιστου	=	ολάνθιστος
ολάνθιστους	=	ολάνθιστος
ολάνθιστων	=	ολάνθιστος
ολάνοιχτα	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτε	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτες	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτη	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτης	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτο	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτοι	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτος	adj	τελείως ανοιχτός
ολάνοιχτου	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτους	=	ολάνοιχτος
ολάνοιχτων	=	ολάνοιχτος
ολάρφανα	=	ολάρφανος
ολάρφανε	=	ολάρφανος
ολάρφανες	=	ολάρφανος
ολάρφανη	=	ολάρφανος
ολάρφανης	=	ολάρφανος
ολάρφανο	=	ολάρφανος
ολάρφανοι	=	ολάρφανος
ολάρφανος	adj	ορφανός και τελείως μόνος και απροστάτευτος
ολάρφανου	=	ολάρφανος
ολάρφανους	=	ολάρφανος
ολάρφανων	=	ολάρφανος
ολάσπρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολάσπρο
ολάσπρε	adj	κλητική ενικού του ολάσπρος
ολάσπρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολάσπρη
ολάσπρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολάσπρος
ολάσπρης	adj	γενική ενικού του ολάσπρη
ολάσπρο	adj	αιτιατική ενικού του ολάσπρος
ολάσπροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολάσπρος
ολάσπρος	adj	κάτασπρος, ξέξασπρος, κατάλευκος
ολάσπρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολάσπρος
ολάσπρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολάσπρος
ολάσπρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολάσπρος
ολέ	intj	άλλη μορφή του όλε
ολέθρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολέθριος	adv	που έχει ολέθριες επιπτώσεις
ολέθριας	=	ολέθριος
ολέθριε	=	ολέθριος
ολέθριες	=	ολέθριος
ολέθριο	=	ολέθριος
ολέθριοι	=	ολέθριος
ολέθριος	adj	που φέρνει τον όλεθρο, που προκαλεί τεράστιες απώλειες, που είναι πολύ καταστρεπτικός
ολέθριου	=	ολέθριος
ολέθριους	=	ολέθριος
ολέθριων	=	ολέθριος
ολέθρου	noun	γενική ενικού του όλεθρος
ολέθρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όλεθρος
ολέθρων	noun	γενική πληθυντικού του όλεθρος
ολίβανα	=	ολίβανο
ολίβανο	noun	συνώνυμο του λιβανωτός ή λιβανωτό, λιβάνι
ολίβανων	=	ολίβανο
ολίγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ολίγο) του ολίγος
ολίγε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ολίγος
ολίγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ολίγος
ολίγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολίγος
ολίγης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ολίγος
ολίγιστα	=	ολίγος
ολίγιστε	=	ολίγος
ολίγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολίγιστη
ολίγιστη	=	ολίγος
ολίγιστης	=	ολίγος
ολίγιστο	=	ολίγος
ολίγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολίγιστος
ολίγιστος	=	ολίγος
ολίγιστου	=	ολίγος
ολίγιστους	=	ολίγος
ολίγιστων	=	ολίγος
ολίγο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ολίγος
ολίγοι	noun	στην αρχαία Ελλάδα) οι ολιγαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολίγος
ολίγον	adv|formal	λίγο
ολίγος	adj|formal	λόγια μορφή του λίγος
ολίγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ολίγος
ολίγους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολίγος
ολίγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ολίγος
ολίσβου	=	όλισβος
ολίσβους	=	όλισβος
ολίσβων	=	όλισβος
ολίσθαινα	=	ολισθαίνω
ολίσθαιναν	=	ολισθαίνω
ολίσθαινε	=	ολισθαίνω
ολίσθαινες	=	ολισθαίνω
ολίσθημα	noun	το ανεπίτρεπτο σφάλμα
ολίσθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολίσθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολίσθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολίσθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολίσθηση	noun	κίνηση πάνω σε επιφάνεια χωρίς τριβές
ολίσθησης	=	ολίσθηση
ολανζαπίνες	=	ολανζαπίνη
ολανζαπίνη	noun	ατυπικό αντιψυχωσικό φάρμακο (C₁₇H₂₀H₄S) που χρησιμοποιείται κυρίως για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής
ολανζαπίνης	=	ολανζαπίνη
ολανζαπινών	=	ολανζαπίνη
ολανθισμένα	=	ολανθισμένος
ολανθισμένε	=	ολανθισμένος
ολανθισμένες	=	ολανθισμένος
ολανθισμένη	=	ολανθισμένος
ολανθισμένης	=	ολανθισμένος
ολανθισμένο	=	ολανθισμένος
ολανθισμένοι	=	ολανθισμένος
ολανθισμένος	adj	που είναι τελείως ανθισμένος, γεμάτος λουλούδια
ολανθισμένου	=	ολανθισμένος
ολανθισμένους	=	ολανθισμένος
ολανθισμένων	=	ολανθισμένος
ολεθρίως	adv|dated	ολέθρια
ολετήρα	=	ολετήρας
ολετήρας	noun	ο καταστροφέας
ολετήρες	=	ολετήρας
ολετήρων	=	ολετήρας
ολεφίνες	=	ολεφίνη
ολεφίνη	noun	οργανική ένωση (γενική φόρμουλα: CₙH₂ₙ) που ανήκει στους υδρογονάνθρακες και συγκεκριμένα στα αλκένια, με έναν τουλάχιστον διπλό δεσμό μεταξύ δύο ατόμων άνθρακα, που χρησιμοποιείται ευρέως στη χημική βιομηχανία, κυρίως στην παραγωγή πλαστικών, συνθετικών ινών και άλλων υλικών
ολεφίνης	=	ολεφίνη
ολεφινών	=	ολεφίνη
ολημέρα	adv	κατά τη διάρκεια όλης της μέρας, από το πρωί μέχρι το βράδυ
ολημερίς	adv	καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας
οληνύκτα	adv	άλλη μορφή του οληνύχτα
οληνύχτα	adv	όλη τη νύχτα, κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας
ολιβάνων	=	ολίβανο
ολιβίνες	=	ολιβίνης
ολιβίνη	=	ολιβίνης
ολιβίνης	noun	ορυκτό που αποτελείται από μαγνήσιο και σίδηρο (με τύπο (Mg,Fe)₂SiO₄) με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα
ολιβινών	=	ολιβίνης
ολιγάκις	adv	σπανίως, σπάνια
ολιγάνθρωπε	=	ολιγάνθρωπος
ολιγάνθρωπη	=	ολιγάνθρωπος
ολιγάνθρωπο	=	ολιγάνθρωπος
ολιγάνθρωποι	=	ολιγάνθρωπος
ολιγάνθρωπος	adj	που έχει λίγους ανθρώπους, που έχει μικρό πληθυσμό
ολιγάριθμα	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμε	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμες	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμη	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμης	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμο	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμοι	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμος	adj	μικρός ως προς τον αριθμό, ως προς το πλήθος των στοιχείων
ολιγάριθμου	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμους	=	ολιγάριθμος
ολιγάριθμων	=	ολιγάριθμος
ολιγάρκεια	noun	η ιδιότητα του ολιγαρκούς, το αρκείται κάποιος στα λίγα
ολιγάρκειας	=	ολιγάρκεια
ολιγάρκειες	=	ολιγάρκεια
ολιγάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγάρχης
ολιγάρχη	=	ολιγάρχης
ολιγάρχης	noun	πολύ πλούσιος επιχειρηματίας με ανώτερη κοινωνική θέση και διαπλοκή με την πολιτική εξουσία
ολιγαιμία	noun	κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος ασθενής που έχει λιγότερη απ’ το κανονικό ποσότητα αίματος, έλλειψη αίματος
ολιγαιμίας	noun	γενική ενικού του ολιγαιμία
ολιγαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγαιμία
ολιγαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγαιμία
ολιγανδρία	noun	η έλλειψη ανδρών· (κυριολεκτικά) οι λίγοι άνδρες, ο μικρός αριθμός (πλήθος) ανδρών
ολιγανδρίας	=	ολιγανδρία
ολιγανδρίες	=	ολιγανδρία
ολιγανδριών	=	ολιγανδρία
ολιγανθρωπία	noun	οι λίγοι άνθρωποι, ο μικρός αριθμός (πλήθος) ανθρώπων, ο μικρός πληθυσμός
ολιγανθρωπίας	noun	γενική ενικού του ολιγανθρωπία
ολιγανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγανθρωπία
ολιγανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγανθρωπία
ολιγανθρώπου	=	ολιγάνθρωπος
ολιγανθρώπους	=	ολιγάνθρωπος
ολιγανθρώπων	=	ολιγάνθρωπος
ολιγαρκές	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοα	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοε	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοες	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοη	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοης	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοο	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοοι	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοος	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοου	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοους	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστατοων	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροα	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροε	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροες	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροη	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροης	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροο	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροοι	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροος	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροου	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροους	=	ολιγαρκής
ολιγαρκέστεροων	=	ολιγαρκής
ολιγαρκή	=	ολιγαρκής
ολιγαρκής	adj	που αρκείται σε πολύ λίγα αναγκαία, που δεν έχει ανάγκη από πληθώρα αγαθών ή πολυτέλεια
ολιγαρκείς	=	ολιγαρκής
ολιγαρκειών	=	ολιγάρκεια
ολιγαρκούς	=	ολιγαρκής
ολιγαρκών	=	ολιγαρκής
ολιγαρχία	noun	πολίτευμα στο οποίο την εξουσία έχει και ασκεί μια μικρή ομάδα ατόμων
ολιγαρχίας	noun	γενική ενικού του ολιγαρχία
ολιγαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγαρχία
ολιγαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγαρχικό
ολιγαρχικέ	adj	κλητική ενικού του ολιγαρχικός
ολιγαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγαρχική
ολιγαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγαρχικός
ολιγαρχικής	adj	γενική ενικού του ολιγαρχική
ολιγαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγαρχικός
ολιγαρχικοτήτων	=	ολιγαρχικότητα
ολιγαρχικού	adj	γενική ενικού του ολιγαρχικός
ολιγαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγαρχικός
ολιγαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του ολιγαρχικός
ολιγαρχικός	adj	σχετικός με την ολιγαρχία
ολιγαρχικότητα	noun	λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται και πλάστηκε κατά το αυταρχικότητα, σημαίνοντας αντίστοιχα το χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς ή της διοίκησης που διακρίνεται από έλλειψη δημοκρατικότητας
ολιγαρχικότητας	=	ολιγαρχικότητα
ολιγαρχικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγαρχικότητα
ολιγαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του ολιγαρχικός
ολιγαρχικώς	adv	διοικητική συμπεριφορά που διακρίνεται από αυταρχικό τρόπο και όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από λιγότερους από όσους επιτρέπει η δημοκρατία, λόγιο επίρρημα για το ολιγαρχικά
ολιγαρχιών	=	ολιγαρχία
ολιγαρχών	=	ολιγάρχης
ολιγοέξοδα	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδε	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδες	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδη	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδης	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδο	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδοι	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδος	adj	που απαιτεί λίγα έξοδα / δαπάνες, για να γίνει
ολιγοέξοδου	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδους	=	ολιγοέξοδος
ολιγοέξοδων	=	ολιγοέξοδος
ολιγοήμερα	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερε	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερες	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερη	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερης	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερο	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμεροι	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερος	adj	που διαρκεί λίγες ημέρες
ολιγοήμερου	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερους	=	ολιγοήμερος
ολιγοήμερων	=	ολιγοήμερος
ολιγοβαρές	=	ολιγοβαρής
ολιγοβαρή	=	ολιγοβαρής
ολιγοβαρής	adj	που ζυγίζει λίγο
ολιγοβαρείς	=	ολιγοβαρής
ολιγοβαρούς	=	ολιγοβαρής
ολιγοβαρών	=	ολιγοβαρής
ολιγογράμματα	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματε	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματες	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματη	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματης	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματο	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματοι	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματος	adj	που δεν ξέρει πολλά γράμματα, δεν έχει πολλές γραμματικές γνώσεις
ολιγογράμματου	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματους	=	ολιγογράμματος
ολιγογράμματων	=	ολιγογράμματος
ολιγογράφα	=	ολιγογράφος
ολιγογράφας	=	ολιγογράφος
ολιγογράφε	=	ολιγογράφος
ολιγογράφες	=	ολιγογράφος
ολιγογράφο	=	ολιγογράφος
ολιγογράφοι	=	ολιγογράφος
ολιγογράφος	adj	που έχει γράψει λίγα
ολιγογράφου	=	ολιγογράφος
ολιγογράφους	=	ολιγογράφος
ολιγογράφων	=	ολιγογράφος
ολιγοδάπανος	adj|formal	που δεν δαπανά πολλά ή δεν δαπανούνται πολλά γι’ αυτόν
ολιγοδίαιτα	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτε	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτες	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτη	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτης	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτο	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτοι	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτος	adj	που ζει με λίγα, που αρκείται στα λίγα
ολιγοδίαιτου	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτους	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδίαιτων	=	ολιγοδίαιτος
ολιγοδακτυλία	noun	το να έχει κάποιος λιγότερα δάχτυλα στα χέρια ή τα πόδια (εκ γενετής)
ολιγοδακτυλίας	noun	γενική ενικού του ολιγοδακτυλία
ολιγοδακτυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοδακτυλία
ολιγοδακτυλιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοδακτυλία
ολιγοδενδρίτες	=	ολιγοδενδρίτης
ολιγοδενδρίτη	=	ολιγοδενδρίτης
ολιγοδενδρίτης	noun	μυελινωτής, μυελινογόνο κύτταρο που παρασκευάζει τις μυελινοθήκες στους άξονες των νεύρων-νευρώνων του κεντρικού νευρικού συστήματος
ολιγοδενδριτών	=	ολιγοδενδρίτης
ολιγοδιψία	noun	το να διψάει κάποιος οργανισμός λίγο
ολιγοδιψίας	=	ολιγοδιψία
ολιγοδιψίες	=	ολιγοδιψία
ολιγοδιψιών	=	ολιγοδιψία
ολιγοδοντία	noun	η απουσία έξι ή περισσότερων δοντιών
ολιγοδοντίας	=	ολιγοδοντία
ολιγοδοντίες	=	ολιγοδοντία
ολιγοδοντιών	=	ολιγοδοντία
ολιγοδύναμα	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμε	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμες	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμη	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμης	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμο	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμοι	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμος	adj|formal	που έχει λίγη / μικρή δύναμη
ολιγοδύναμου	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμους	=	ολιγοδύναμος
ολιγοδύναμων	=	ολιγοδύναμος
ολιγοεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοεδρικό
ολιγοεδρικέ	adj	κλητική ενικού του ολιγοεδρικός
ολιγοεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοεδρική
ολιγοεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγοεδρικός
ολιγοεδρικής	adj	γενική ενικού του ολιγοεδρική
ολιγοεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγοεδρικός
ολιγοεδρικού	adj	γενική ενικού του ολιγοεδρικός
ολιγοεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγοεδρικός
ολιγοεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του ολιγοεδρικός
ολιγοεδρικός	adj	που έχει λίγες εκλογικές έδρες, που εκλέγει λίγους βουλευτές
ολιγοεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του ολιγοεδρικός
ολιγοετές	=	ολιγοετής
ολιγοετή	=	ολιγοετής
ολιγοετής	adj	που διαρκεί λίγα χρόνια, ή που αναφέρεται σε χρονικό διάστημα λίγων ετών
ολιγοετείς	=	ολιγοετής
ολιγοετούς	=	ολιγοετής
ολιγοετών	=	ολιγοετής
ολιγοζωία	noun|formal	η σύντομη ζωή, ο βραχύς βίος
ολιγοζωίας	=	ολιγοζωία
ολιγοζωίες	=	ολιγοζωία
ολιγοζωιών	=	ολιγοζωία
ολιγοκαρπία	noun	το φαινόμενο ένα δέντρο να μην παράγει τον φυσιολογικό αριθμό καρπών
ολιγοκαρπίας	=	ολιγοκαρπία
ολιγοκαρπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοκαρπία
ολιγοκαρπιών	=	ολιγοκαρπία
ολιγοκτήμων	adj	που έχει λίγα κτήματα
ολιγολεξία	noun	ήπιας μορφής αλεξία
ολιγολογία	noun	το να λέει κανείς λίγα
ολιγολογίας	noun	γενική ενικού του ολιγολογία
ολιγολογίες	=	ολιγολογία
ολιγολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγολογία
ολιγομάθεια	noun|formal	η ιδιότητα του ολιγομαθούς
ολιγομάθειας	=	ολιγομάθεια
ολιγομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγομάθεια
ολιγομέλεια	noun	η ιδιότητα του ολιγομελούς
ολιγομέλειας	=	ολιγομέλεια
ολιγομέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγομέλεια
ολιγομέρεια	noun	η ιδιότητα του ολιγομερούς
ολιγομέρειας	noun	γενική ενικού του ολιγομέρεια
ολιγομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγομέρεια
ολιγομίλητα	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητε	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητες	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητη	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητης	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητο	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητοι	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητος	adj|formal	άλλη μορφή του λιγομίλητος
ολιγομίλητου	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητους	=	ολιγομίλητος
ολιγομίλητων	=	ολιγομίλητος
ολιγομαθές	=	ολιγομαθής
ολιγομαθή	=	ολιγομαθής
ολιγομαθής	adj	που ξέρει / γνωρίζει / έχει μάθει λίγα
ολιγομαθείς	=	ολιγομαθής
ολιγομαθειών	=	ολιγομάθεια
ολιγομαθούς	=	ολιγομαθής
ολιγομαθών	=	ολιγομαθής
ολιγομελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ολιγομελής
ολιγομελή	=	ολιγομελής
ολιγομελής	adj	που αποτελείται από λίγα μέλη
ολιγομελείς	=	ολιγομελής
ολιγομελειών	=	ολιγομέλεια
ολιγομελούς	adj	γενική ενικού του ολιγομελής
ολιγομελών	adj	γενική πληθυντικού του ολιγομελής
ολιγομερές	=	ολιγομερής
ολιγομερή	=	ολιγομερής
ολιγομερής	adj	που αποτελείται από λίγα μέρη
ολιγομερείς	=	ολιγομερής
ολιγομερειών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγομέρεια
ολιγομερούς	=	ολιγομερής
ολιγομερών	=	ολιγομερής
ολιγομηνορροιών	=	ολιγομηνόρροια
ολιγομηνόρροια	noun	η μειωμένη εμμηνόρροια, κυρίως σε ποσότητα αίματος
ολιγομηνόρροιας	=	ολιγομηνόρροια
ολιγομηνόρροιες	=	ολιγομηνόρροια
ολιγονοιών	=	ολιγόνοια
ολιγονόων	=	ολιγόνους
ολιγοπίστει	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπίστησα	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπίστησαν	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπίστησε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπίστησες	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστήσαμε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστήσαν	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστήσανε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστήσατε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστήσει	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστήστε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστία	noun|formal	η ιδιότητα και η συμπεριφορά του ολιγόπιστου
ολιγοπιστίας	noun	γενική ενικού του ολιγοπιστία
ολιγοπιστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοπιστία
ολιγοπιστεί	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστείς	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστείτε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοπιστία
ολιγοπιστούμε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούν	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούνε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσα	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσαμε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσαν	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσανε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσατε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσε	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστούσες	=	ολιγοπιστώ
ολιγοπιστώ	verb|formal	είμαι ή γίνομαι ολιγόπιστος
ολιγοπιστώντας	=	ολιγοπιστώ
ολιγοποσία	noun|formal	το να πίνει κάποιος λίγο
ολιγοποσίας	noun	γενική ενικού του ολιγοποσία
ολιγοποσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοποσία
ολιγοποσιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοποσία
ολιγοποτών	=	ολιγοπότης
ολιγοπράγμον	=	ολιγοπράγμων
ολιγοπράγμονα	=	ολιγοπράγμων
ολιγοπράγμονας	=	ολιγοπράγμων
ολιγοπράγμονες	=	ολιγοπράγμων
ολιγοπράγμονος	=	ολιγοπράγμων
ολιγοπράγμων	adj|formal	που ασχολείται με λίγα πράγματα ή (γενικότερα) δεν έχει ενδιαφέροντα
ολιγοπραγμοσυνών	=	ολιγοπραγμοσύνη
ολιγοπραγμοσύνες	=	ολιγοπραγμοσύνη
ολιγοπραγμοσύνη	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ολιγοπράγμονος, η ενασχόληση με λίγα πράγματα ή (γενικότερα) η έλλειψη ενδιαφερόντων
ολιγοπραγμοσύνης	=	ολιγοπραγμοσύνη
ολιγοπραγμόνων	=	ολιγοπράγμων
ολιγοπωλίου	noun	γενική ενικού του ολιγοπώλιο
ολιγοπωλίων	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοπώλιο
ολιγοπωλιακά	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακέ	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακές	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακή	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακής	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακοί	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακού	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακούς	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακό	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπωλιακός	adj	που σχετίζεται με ένα ολιγοπώλιο
ολιγοπωλιακών	=	ολιγοπωλιακός
ολιγοπότες	=	ολιγοπότης
ολιγοπότη	=	ολιγοπότης
ολιγοπότης	noun	ο εγκρατής στην κατανάλωση κρασιού
ολιγοπότις	noun	θηλ. του ολιγοπότης
ολιγοπώλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοπώλιο
ολιγοπώλιο	noun	ο έλεγχος της διάθεσης ενός ή περισσοτέρων αγαθών από λίγους, (λ.χ. επιχειρήσεις, κράτη), οι οποίοι συνεργάζονται για την ευνοϊκή για αυτούς ρύθμιση των τιμών, το καρτέλ
ολιγοπώλιου	=	ολιγοπώλιο
ολιγοσέλιδα	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδε	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδες	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδη	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδης	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδο	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδοι	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδος	adj	που περιέχει ή εκτείνεται σε λίγες σελίδες, λιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδου	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδους	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσέλιδων	=	ολιγοσέλιδος
ολιγοσακχαρίτες	=	ολιγοσακχαρίτης
ολιγοσακχαρίτη	=	ολιγοσακχαρίτης
ολιγοσακχαρίτης	noun	Οι ολιγοσακχαρίτες είναι χημικές ενώσεις που προέρχονται από την ένωση δύο, τριών, τεσσάρων κ.ο.κ. μορίων μονοσακχαριτών και χαρακτηρίζονται αντίστοιχα ως δισακχαρίτες, τρισακχαρίτες, τετρασακχαρίτες κ.ο.κ.
ολιγοσακχαριτών	=	ολιγοσακχαρίτης
ολιγοσιτία	noun|formal	το χαρακτηριστικό του ολιγόσιτου, αυτού που τρώει λίγο φαγητό
ολιγοσιτίας	noun	γενική ενικού του ολιγοσιτία
ολιγοσιτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοσιτία
ολιγοσιτιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοσιτία
ολιγοσπερμία	noun	κατάσταση κατά την οποία ο αριθμός σπερματοζωαρίων στο σπέρμα είναι μικρότερος από τον φυσιολογικό
ολιγοσπερμίας	noun	γενική ενικού του ολιγοσπερμία
ολιγοσπερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοσπερμία
ολιγοσπερμιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοσπερμία
ολιγοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολιγοστός
ολιγοστέ	adj	κλητική ενικού του ολιγοστός
ολιγοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοστή
ολιγοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγοστός
ολιγοστής	adj	γενική ενικού του ολιγοστή
ολιγοστεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοστεμένο
ολιγοστεμένε	verb	κλητική ενικού του ολιγοστεμένος
ολιγοστεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοστεμένη
ολιγοστεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγοστεμένος
ολιγοστεμένης	verb	γενική ενικού του ολιγοστεμένη
ολιγοστεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ολιγοστεμένος
ολιγοστεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγοστεμένος
ολιγοστεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγοστεμένος
ολιγοστεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ολιγοστεμένος
ολιγοστεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγοστεμένος
ολιγοστευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ολιγόστευμα
ολιγοστεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόστευμα
ολιγοστεύματος	noun	γενική ενικού του ολιγόστευμα
ολιγοστεύω	verb|formal	άλλη μορφή του λιγοστεύω
ολιγοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγοστός
ολιγοστοιχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοστοιχείο
ολιγοστοιχείο	noun	το κάθε χημικό στοιχείο το οποίο βρίσκεται σε ιδιαίτερα μικρή συγκέντρωση σε ένα σύστημα
ολιγοστοιχείου	=	ολιγοστοιχείο
ολιγοστοιχείων	=	ολιγοστοιχείο
ολιγοστού	adj	γενική ενικού του ολιγοστός
ολιγοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγοστός
ολιγοστό	adj	αιτιατική ενικού του ολιγοστός
ολιγοστών	adj	γενική πληθυντικού του ολιγοστός
ολιγοσύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοσύλλαβο
ολιγοσύλλαβε	adj	κλητική ενικού του ολιγοσύλλαβος
ολιγοσύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοσύλλαβη
ολιγοσύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγοσύλλαβος
ολιγοσύλλαβης	adj	γενική ενικού του ολιγοσύλλαβη
ολιγοσύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγοσύλλαβος
ολιγοσύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγοσύλλαβος
ολιγοσύλλαβος	adj	αυτός που έχει λίγες συλλαβές
ολιγοσύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγοσύλλαβος
ολιγοσύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγοσύλλαβος
ολιγοσύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγοσύλλαβος
ολιγοτεκνία	noun|formal	το να έχει κάποιος λίγα τέκνα, παιδιά
ολιγοτεκνίας	noun	γενική ενικού του ολιγοτεκνία
ολιγοτεκνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοτεκνία
ολιγοτεκνιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοτεκνία
ολιγοτοκία	noun|formal	το να κάνει κάποιος λίγα τέκνα, να γεννά λίγες φορές, να είναι ολιγοτόκος
ολιγοτοκίας	noun	γενική ενικού του ολιγοτοκία
ολιγοτοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοτοκία
ολιγοτοκιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοτοκία
ολιγοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοτροφικό
ολιγοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του ολιγοτροφικός
ολιγοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοτροφική
ολιγοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγοτροφικός
ολιγοτροφικής	adj	γενική ενικού του ολιγοτροφική
ολιγοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγοτροφικός
ολιγοτροφικού	adj	γενική ενικού του ολιγοτροφικός
ολιγοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγοτροφικός
ολιγοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του ολιγοτροφικός
ολιγοτροφικός	adj	που έχει σε ανεπαρκή ποσότητα φυτικά θρεπτικά στοιχεία (για υδάτινο οικοσύστημα)
ολιγοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του ολιγοτροφικός
ολιγοτόκα	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκας	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκε	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκες	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκο	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκοι	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκος	adj|formal	που γεννάει λίγα παιδιά
ολιγοτόκου	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκους	=	ολιγοτόκος
ολιγοτόκων	=	ολιγοτόκος
ολιγοφάγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοφάγο
ολιγοφάγας	=	ολιγοφάγος
ολιγοφάγε	adj	κλητική ενικού του ολιγοφάγος
ολιγοφάγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοφάγη
ολιγοφάγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγοφάγος
ολιγοφάγης	adj	γενική ενικού του ολιγοφάγη
ολιγοφάγο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγοφάγος
ολιγοφάγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγοφάγος
ολιγοφάγος	adj|formal	που τρώει λίγο φαγητό, που δεν έχει ανάγκη από πολύ φαγητό
ολιγοφάγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγοφάγος
ολιγοφάγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγοφάγος
ολιγοφάγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγοφάγος
ολιγοφαγία	noun|formal	η ιδιότητα του ολιγοφάγου· το να μην τρώει κανείς πολύ φαγητό
ολιγοφαγίας	noun	γενική ενικού του ολιγοφαγία
ολιγοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοφαγία
ολιγοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοφαγία
ολιγοφρενές	=	ολιγοφρενής
ολιγοφρενή	=	ολιγοφρενής
ολιγοφρενής	adj	που δεν είναι καλά στα μυαλά του, που πάσχει από ολιγοφρενία
ολιγοφρενία	noun|formal	η ιδιότητα του ολιγοφρενή
ολιγοφρενίας	=	ολιγοφρενία
ολιγοφρενίες	=	ολιγοφρενία
ολιγοφρενείς	=	ολιγοφρενής
ολιγοφρενιών	=	ολιγοφρενία
ολιγοφρενούς	=	ολιγοφρενής
ολιγοφρενών	=	ολιγοφρενής
ολιγοχρήματα	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματε	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματες	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματη	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματης	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματο	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματοι	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματος	adj	που έχει λίγα χρήματα
ολιγοχρήματου	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματους	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρήματων	=	ολιγοχρήματος
ολιγοχρηματία	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του ολιγοχρήματου
ολιγοχρηματίας	=	ολιγοχρηματία
ολιγοχρηματίες	=	ολιγοχρηματία
ολιγοχρηματιών	=	ολιγοχρηματία
ολιγοχρόνια	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιας	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιε	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιες	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιο	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιοι	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιος	adj	λόγια μορφή του ολιγόχρονος
ολιγοχρόνιου	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιους	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοχρόνιων	=	ολιγοχρόνιος
ολιγοψυχία	noun|formal	άλλη μορφή του λιγοψυχία
ολιγοψυχίας	noun	γενική ενικού του ολιγοψυχία
ολιγοψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγοψυχία
ολιγοψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγοψυχία
ολιγοψυχώ	verb|formal	λιγοψυχώ
ολιγοψωνίου	=	ολιγοψώνιο
ολιγοψωνίων	=	ολιγοψώνιο
ολιγοψώνια	=	ολιγοψώνιο
ολιγοψώνιο	noun	μορφή της αγοράς στην οποία μόνο λίγοι αγοραστές ζητούν από πολλούς πωλητές μια υπηρεσία ή ένα προϊόν και επομένως μπορούν να ασκήσουν πίεση στις τιμές ή/και στις συνθήκες προσφοράς εκείνου του αγαθού
ολιγοψώνιου	=	ολιγοψώνιο
ολιγωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσαν	=	ολιγωρώ
ολιγωρήσανε	=	ολιγωρώ
ολιγωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγωρία	noun	η κρίσιμη έλλειψη ενδιαφέροντος και προσοχής από κάποιον κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
ολιγωρίας	noun	γενική ενικού του ολιγωρία
ολιγωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγωρία
ολιγωρεί	=	ολιγωρώ
ολιγωρείς	=	ολιγωρώ
ολιγωρείτε	=	ολιγωρώ
ολιγωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγωρημένο
ολιγωρημένε	verb	κλητική ενικού του ολιγωρημένος
ολιγωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγωρημένη
ολιγωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγωρημένος
ολιγωρημένης	verb	γενική ενικού του ολιγωρημένη
ολιγωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του ολιγωρημένος
ολιγωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγωρημένος
ολιγωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγωρημένος
ολιγωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ολιγωρημένος
ολιγωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγωρημένος
ολιγωριών	noun	γενική πληθυντικού του ολιγωρία
ολιγωρούμε	=	ολιγωρώ
ολιγωρούν	=	ολιγωρώ
ολιγωρούνε	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσα	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσαμε	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσαν	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσανε	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσατε	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσε	=	ολιγωρώ
ολιγωρούσες	=	ολιγωρώ
ολιγωρώ	verb	επιδεικνύω κρίσιμη έλλειψη ενδιαφέροντος και προσοχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μου
ολιγωρώντας	=	ολιγωρώ
ολιγόζωα	=	ολιγόζωος
ολιγόζωε	=	ολιγόζωος
ολιγόζωες	=	ολιγόζωος
ολιγόζωη	=	ολιγόζωος
ολιγόζωης	=	ολιγόζωος
ολιγόζωο	=	ολιγόζωος
ολιγόζωοι	=	ολιγόζωος
ολιγόζωος	adj	που έχει ή αναμένεται να έχει μικρή διάρκεια ζωής
ολιγόζωου	=	ολιγόζωος
ολιγόζωους	=	ολιγόζωος
ολιγόζωων	=	ολιγόζωος
ολιγόθερμα	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμε	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμες	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμη	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμης	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμο	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμοι	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμος	adj	που έχει χαμηλή θερμοκρασία (για ζώα)
ολιγόθερμου	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμους	=	ολιγόθερμος
ολιγόθερμων	=	ολιγόθερμος
ολιγόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόκαρδο
ολιγόκαρδε	adj	κλητική ενικού του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόκαρδη
ολιγόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρδης	adj	γενική ενικού του ολιγόκαρδη
ολιγόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρδος	adj	που του λείπει το σθένος, το θάρρος, ο λιπόψυχος, που "δεν το λέει η καρδιά του", αλλά και ο μικρόψυχος
ολιγόκαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγόκαρδος
ολιγόκαρπα	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπε	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπες	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπη	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπης	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπο	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρποι	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπος	adj|formal	το δέντρο που παράγει λίγους καρπούς είτε επειδή αυτή είναι η ποικιλία του είτε επειδή πάσχει από αρρώστια είτε και για άλλους λόγους
ολιγόκαρπου	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπους	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκαρπων	=	ολιγόκαρπος
ολιγόκοσμα	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμε	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμες	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμη	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμης	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμο	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμοι	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμος	adj	που έχει λίγο κόσμο
ολιγόκοσμου	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμους	=	ολιγόκοσμος
ολιγόκοσμων	=	ολιγόκοσμος
ολιγόλεπτα	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτε	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτες	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτη	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτης	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτο	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτοι	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτος	adj	που διαρκεί λίγα λεπτά της ώρας
ολιγόλεπτου	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτους	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλεπτων	=	ολιγόλεπτος
ολιγόλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόλογο
ολιγόλογε	adj	κλητική ενικού του ολιγόλογος
ολιγόλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόλογη
ολιγόλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγόλογος
ολιγόλογης	adj	γενική ενικού του ολιγόλογη
ολιγόλογο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγόλογος
ολιγόλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγόλογος
ολιγόλογος	adj	που εκφράζεται με λίγα λόγια, λακωνικός
ολιγόλογου	adj	γενική ενικού του ολιγόλογος
ολιγόλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγόλογος
ολιγόλογων	adj	γενική πληθυντικού του ολιγόλογος
ολιγόμηνα	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνε	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνες	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνη	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνης	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνο	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνοι	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνος	adj	που έχει διάρκεια λίγων μηνών
ολιγόμηνου	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνους	=	ολιγόμηνος
ολιγόμηνων	=	ολιγόμηνος
ολιγόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγόμυαλος
ολιγόνοα	=	ολιγόνους
ολιγόνοες	=	ολιγόνους
ολιγόνοια	noun|formal	η ιδιότητα του ολιγόνοος
ολιγόνοιας	=	ολιγόνοια
ολιγόνοιες	=	ολιγόνοια
ολιγόνου	=	ολιγόνους
ολιγόνουν	=	ολιγόνους
ολιγόνους	adj|archaic	που η νοημοσύνη του είναι χαμηλή
ολιγόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόπιστο
ολιγόπιστε	adj	κλητική ενικού του ολιγόπιστος
ολιγόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόπιστη
ολιγόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγόπιστος
ολιγόπιστης	adj	γενική ενικού του ολιγόπιστη
ολιγόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγόπιστος
ολιγόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγόπιστος
ολιγόπιστος	adj|formal	που έχει μικρή (θρησκευτική) πίστη
ολιγόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγόπιστος
ολιγόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγόπιστος
ολιγόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγόπιστος
ολιγόσιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόσιτο
ολιγόσιτε	adj	κλητική ενικού του ολιγόσιτος
ολιγόσιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόσιτη
ολιγόσιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγόσιτος
ολιγόσιτης	adj	γενική ενικού του ολιγόσιτη
ολιγόσιτο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγόσιτος
ολιγόσιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγόσιτος
ολιγόσιτος	adj|formal	που τρώει λίγο φαγητό
ολιγόσιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγόσιτος
ολιγόσιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγόσιτος
ολιγόσιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγόσιτος
ολιγόσπερμα	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμε	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμες	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμη	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμης	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμο	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμοι	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμος	adj	που περιέχει ή παράγει ένα μικρό αριθμό σπόρων
ολιγόσπερμου	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμους	=	ολιγόσπερμος
ολιγόσπερμων	=	ολιγόσπερμος
ολιγόστευμα	noun	λιγόστεμα
ολιγόστιχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόστιχο
ολιγόστιχε	adj	κλητική ενικού του ολιγόστιχος
ολιγόστιχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγόστιχη
ολιγόστιχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγόστιχος
ολιγόστιχης	adj	γενική ενικού του ολιγόστιχη
ολιγόστιχο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγόστιχος
ολιγόστιχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγόστιχος
ολιγόστιχος	adj	αυτός που έχει λίγους στίχους
ολιγόστιχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγόστιχος
ολιγόστιχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγόστιχος
ολιγόστιχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγόστιχος
ολιγότεκνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγότεκνο
ολιγότεκνε	adj	κλητική ενικού του ολιγότεκνος
ολιγότεκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιγότεκνη
ολιγότεκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιγότεκνος
ολιγότεκνης	adj	γενική ενικού του ολιγότεκνη
ολιγότεκνο	adj	αιτιατική ενικού του ολιγότεκνος
ολιγότεκνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιγότεκνος
ολιγότεκνος	adj	αυτός που έχει λίγα τέκνα, παιδιά
ολιγότεκνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολιγότεκνος
ολιγότεκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιγότεκνος
ολιγότεκνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολιγότεκνος
ολιγότερα	=	ολίγος
ολιγότερε	=	ολίγος
ολιγότερες	=	ολίγος
ολιγότερη	=	ολίγος
ολιγότερης	=	ολίγος
ολιγότερο	=	ολίγος
ολιγότεροι	=	ολίγος
ολιγότερος	=	ολίγος
ολιγότερου	=	ολίγος
ολιγότερους	=	ολίγος
ολιγότερων	=	ολίγος
ολιγόχρονα	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονε	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονες	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονη	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονης	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονο	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονοι	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονος	adj	που διαρκεί λίγο
ολιγόχρονου	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονους	=	ολιγόχρονος
ολιγόχρονων	=	ολιγόχρονος
ολιγόψυχα	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχε	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχες	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχη	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχης	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχο	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχοι	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχος	adj	λογιότερη μορφή του λιγόψυχος: λιπόψυχος
ολιγόψυχου	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχους	=	ολιγόψυχος
ολιγόψυχων	=	ολιγόψυχος
ολιγόωρα	=	ολιγόωρος
ολιγόωρε	=	ολιγόωρος
ολιγόωρες	=	ολιγόωρος
ολιγόωρη	=	ολιγόωρος
ολιγόωρης	=	ολιγόωρος
ολιγόωρο	=	ολιγόωρος
ολιγόωροι	=	ολιγόωρος
ολιγόωρος	adj	που διαρκεί λίγες ώρες
ολιγόωρου	=	ολιγόωρος
ολιγόωρους	=	ολιγόωρος
ολιγόωρων	=	ολιγόωρος
ολιγώρει	=	ολιγωρώ
ολιγώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολιγώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολιγωρώ
ολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολικό	adv	κατά τρόπο ολικό
ολικέ	adj	κλητική ενικού του ολικός
ολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολική
ολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολικός
ολικής	adj	γενική ενικού του ολική
ολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολικός
ολικού	adj	γενική ενικού του ολικός
ολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολικός
ολικό	adj	αιτιατική ενικού του ολικός
ολικός	adj	σχετικός με το σύνολο, σε αντίθεση με ένα μέρος του
ολικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ολικού
ολικών	adj	γενική πληθυντικού του ολικός
ολισθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολίσθημα
ολισθήματος	noun	γενική ενικού του ολίσθημα
ολισθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσαν	=	ολισθαίνω
ολισθήσανε	=	ολισθαίνω
ολισθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολίσθηση
ολισθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσεων	=	ολίσθηση
ολισθήσομε	=	ολισθαίνω
ολισθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσουνε	=	ολισθαίνω
ολισθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολισθαίνω
ολισθαίναμε	=	ολισθαίνω
ολισθαίναν	=	ολισθαίνω
ολισθαίνανε	=	ολισθαίνω
ολισθαίνατε	=	ολισθαίνω
ολισθαίνει	=	ολισθαίνω
ολισθαίνεις	=	ολισθαίνω
ολισθαίνετε	=	ολισθαίνω
ολισθαίνομε	=	ολισθαίνω
ολισθαίνον	=	ολισθαίνων
ολισθαίνοντα	=	ολισθαίνων
ολισθαίνοντας	=	ολισθαίνω
ολισθαίνοντες	=	ολισθαίνων
ολισθαίνοντος	=	ολισθαίνων
ολισθαίνουμε	=	ολισθαίνω
ολισθαίνουν	=	ολισθαίνω
ολισθαίνουνε	=	ολισθαίνω
ολισθαίνουσα	=	ολισθαίνων
ολισθαίνουσας	=	ολισθαίνων
ολισθαίνουσες	=	ολισθαίνων
ολισθαίνω	verb	γλιστράω, κινούμαι χωρίς τριβή, σταθερά και βαθμιαία μετακινούμαι προς μια κατεύθυνση
ολισθαίνων	noun	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ολισθαίνω
ολισθαινουσών	=	ολισθαίνων
ολισθαινούσης	=	ολισθαίνων
ολισθαινόντων	=	ολισθαίνων
ολισθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ολίσθημα
ολισθηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολισθηρό
ολισθηρέ	adj	κλητική ενικού του ολισθηρός
ολισθηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολισθηρή
ολισθηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολισθηρός
ολισθηρής	adj	γενική ενικού του ολισθηρή
ολισθηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολισθηρός
ολισθηροτήτων	=	ολισθηρότητα
ολισθηρού	adj	γενική ενικού του ολισθηρός
ολισθηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολισθηρός
ολισθηρό	adj	αιτιατική ενικού του ολισθηρός
ολισθηρός	adj	που γλιστρώ, που μπορεί να προκαλέσει γλίστρημα (ολίσθηση)
ολισθηρότητα	noun	η ιδιότητα του ολισθηρού, η ιδιότητα μιας επιφάνειας να είναι λεία και σαν γυαλί ή επιστρωμένη με λιπαρή ουσία και να κάνει οχήματα ή πεζούς να γλιστρούν, να ολισθαίνουν επάνω της
ολισθηρότητας	noun	γενική ενικού του ολισθηρότητα
ολισθηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολισθηρότητα
ολισθηρών	adj	γενική πληθυντικού του ολισθηρός
ολισθητήρα	=	ολισθητήρας
ολισθητήρας	noun	τμήμα ενός συνόλου, που συμβάλλει στην ολίσθηση
ολισθητήρες	=	ολισθητήρας
ολισθητήρων	=	ολισθητήρας
ολισμέ	noun	κλητική ενικού του ολισμός
ολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολισμός
ολισμού	noun	γενική ενικού του ολισμός
ολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ολισμός
ολισμό	noun	αιτιατική ενικού του ολισμός
ολισμός	noun	θεωρία (και η αντίστοιχη πρακτική) που δίνει προτεραιότητα στο όλον σε σχέση με το μέρος και πιστεύει πως το όλον είναι αξιολογικά ανώτερο σε σχέση με το άθροισμα των επιμέρους.
ολισμών	noun	γενική πληθυντικού του ολισμός
ολιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολιστικός	adv	με ολιστικό τρόπο
ολιστικέ	adj	κλητική ενικού του ολιστικός
ολιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολιστική
ολιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολιστικός
ολιστικής	adj	γενική ενικού του ολιστική
ολιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολιστικός
ολιστικού	adj	γενική ενικού του ολιστικός
ολιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολιστικός
ολιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ολιστικός
ολιστικός	adj	που σχετίζεται με τον ολισμό
ολιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ολιστικός
ολκάδα	noun	είδος ογκώδους (ρυμουλκούμενου) πλοίου
ολκάδας	=	ολκάδα
ολκάδες	=	ολκάδα
ολκάδων	=	ολκάδα
ολκέ	=	ολκός
ολκή	noun	αξία, ικανότητα, σπουδαιότητα, εκτόπισμα, μέγεθος ενός ανθρώπου ή μιας συμπεριφοράς (μόνο στη γενική ενικού χωρίς άρθρο)
ολκής	noun	γενική ενικού του ολκή
ολκιμοτήτων	=	ολκιμότητα
ολκιμότητα	noun	ιδιότητα υλικού: το να είναι κάτι (συνήθως μετάλλο) όλκιμο, να μπορεί να παραμορφωθεί με μηχανική επεξεργασία χωρίς να σπάσει / καταστραφεί (χωρίς να αστοχεί)
ολκιμότητας	=	ολκιμότητα
ολκιμότητες	=	ολκιμότητα
ολκοί	=	ολκός
ολκού	=	ολκός
ολκούς	=	ολκός
ολκό	=	ολκός
ολκός	noun	αυλάκωση αυλάκι (που έχει σχηματιστεί από κάτι που σύρθηκε)
ολκών	=	ολκός
ολλανδέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολλανδέζικο
ολλανδέζικε	adj	κλητική ενικού του ολλανδέζικος
ολλανδέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολλανδέζικη
ολλανδέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολλανδέζικος
ολλανδέζικης	adj	γενική ενικού του ολλανδέζικη
ολλανδέζικο	adj	αιτιατική ενικού του ολλανδέζικος
ολλανδέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολλανδέζικος
ολλανδέζικος	adj	άλλη μορφή του ολλανδικός
ολλανδέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολλανδέζικος
ολλανδέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολλανδέζικος
ολλανδέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολλανδέζικος
ολλανδικά	noun	η ολλανδική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολλανδικό
ολλανδικέ	adj	κλητική ενικού του ολλανδικός
ολλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολλανδική
ολλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολλανδικός
ολλανδικής	adj	γενική ενικού του ολλανδική
ολλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολλανδικός
ολλανδικού	adj	γενική ενικού του ολλανδικός
ολλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολλανδικός
ολλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του ολλανδικός
ολλανδικός	adj	σχετικός με την Ολλανδία ή τους Ολλανδούς
ολλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του ολλανδικός
ολλανδιστί	adv|formal	στα ολλανδικά, στην ολλανδική γλώσσα
ολμίου	=	όλμιο
ολμε	abbrev	συνδικαλιστική οργάνωση σε πανελλαδικό επίπεδο του συνόλου των τοπικών ενώσεων εκπαιδευτικών () της Ελλάδας, που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1987
ολμοβόλα	=	ολμοβόλο
ολμοβόλο	noun	όλμος (πυροβόλο όπλο)
ολμοβόλου	=	ολμοβόλο
ολμοβόλων	=	ολμοβόλο
ολμοστάσια	=	ολμοστάσιο
ολμοστάσιο	noun	στις αρχές του 20 αιώνα σήμαινε το πυροβολείο που είχε όλμους
ολμοστάσιου	=	ολμοστάσιο
ολμοστάσιων	=	ολμοστάσιο
ολμοστασίου	=	ολμοστάσιο
ολμοστασίων	=	ολμοστάσιο
ολμοστοιχία	noun	λέξη που χρησιμοποιούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα για την πυροβολαρχία, τη συστοιχία όλμων
ολμοστοιχίας	noun	γενική ενικού του ολμοστοιχία
ολμοστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολμοστοιχία
ολμοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του ολμοστοιχία
ολοΐσκιωτα	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτε	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτες	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτη	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτης	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτο	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτοι	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτος	adj	ο κατάσκιος
ολοΐσκιωτου	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτους	=	ολοΐσκιωτος
ολοΐσκιωτων	=	ολοΐσκιωτος
ολοένα	adv	αδιάκοπα, συνεχώς, χωρίς σταματημό
ολοένζυμα	=	ολοένζυμο
ολοένζυμο	noun	ένζυμο λειτουργικά ενεργό, το οποίο προκύπτει από την ένωση της πρωτεϊνικής του μορφής (αποένζυμο) με το απαραίτητο μη πρωτεϊνικό συστατικό (συνένζυμο ή συμπαράγοντα)
ολοένζυμου	=	ολοένζυμο
ολοένζυμων	=	ολοένζυμο
ολοήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολοήμερος	adv	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολοήμερος
ολοήμερε	adj	κλητική ενικού του ολοήμερος
ολοήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοήμερη
ολοήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοήμερος
ολοήμερης	adj	γενική ενικού του ολοήμερη
ολοήμερο	adj	αιτιατική ενικού του ολοήμερος
ολοήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοήμερος
ολοήμερος	adj	που διαρκεί όλη τη μέρα
ολοήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοήμερος
ολοήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοήμερος
ολοήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοήμερος
ολοβάπτισμα	noun	το βάπτισμα κατά το οποίο ο βαπτιζόμενος καταδύεται πλήρως στο νερό και δεν δέχεται απλώς ράντισμα
ολοβαπτίσματα	=	ολοβάπτισμα
ολοβαπτίσματος	=	ολοβάπτισμα
ολοβαπτισμάτων	=	ολοβάπτισμα
ολογάλανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολογάλανο
ολογάλανε	adj	κλητική ενικού του ολογάλανος
ολογάλανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολογάλανη
ολογάλανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολογάλανος
ολογάλανης	adj	γενική ενικού του ολογάλανη
ολογάλανο	adj	αιτιατική ενικού του ολογάλανος
ολογάλανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολογάλανος
ολογάλανος	adj	που είναι σε όλη την έκτασή του γαλανός
ολογάλανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολογάλανος
ολογάλανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολογάλανος
ολογάλανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολογάλανος
ολογλήγορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολογλήγορο
ολογλήγορε	adj	κλητική ενικού του ολογλήγορος
ολογλήγορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολογλήγορη
ολογλήγορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολογλήγορος
ολογλήγορης	adj	γενική ενικού του ολογλήγορη
ολογλήγορο	adj	αιτιατική ενικού του ολογλήγορος
ολογλήγοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολογλήγορος
ολογλήγορος	adj|literary	πάρα πολύ γρήγορος
ολογλήγορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολογλήγορος
ολογλήγορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολογλήγορος
ολογλήγορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολογλήγορος
ολογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγραμμα
ολογράμματος	noun	γενική ενικού του ολόγραμμα
ολογράφως	adv	γράφοντας κάτι με όλα του τα γράμματα και όχι με κάποιο άλλο σύμβολο, πχ αριθμητικά ψηφία ή συντομογραφίες
ολογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ολόγραμμα
ολογραφία	noun	τεχνική τρισδιάστατης φωτογράφισης
ολογραφίας	noun	γενική ενικού του ολογραφία
ολογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολογραφία
ολογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολογραφικός	adv	με ολογραφικό τρόπο, με την τεχνική της ολογραφίας
ολογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ολογραφικός
ολογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολογραφική
ολογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολογραφικός
ολογραφικής	adj	γενική ενικού του ολογραφική
ολογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολογραφικός
ολογραφικού	adj	γενική ενικού του ολογραφικός
ολογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολογραφικός
ολογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ολογραφικός
ολογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ολογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ολογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ολογραφικός
ολογραφικώς	adv|formal	άλλη μορφή του ολογραφικά
ολογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ολογραφία
ολοεδρία	noun	η ιδιότητα ενός κρυστάλλου να έχει όλες τις όψεις και τα στοιχεία συμμετρίας που προβλέπονται από το κρυσταλλικό του σύστημα
ολοεδρίας	=	ολοεδρία
ολοεδρίες	=	ολοεδρία
ολοεδρικός	adj	που παρουσιάζει ολοεδρία
ολοεδριών	=	ολοεδρία
ολοενζύμου	=	ολοένζυμο
ολοενζύμων	=	ολοένζυμο
ολοζωής	adv|literary	για όλη τη ζωή κάποιου
ολοζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοζωικό
ολοζωικέ	adj	κλητική ενικού του ολοζωικός
ολοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοζωική
ολοζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοζωικός
ολοζωικής	adj	γενική ενικού του ολοζωική
ολοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοζωικός
ολοζωικού	adj	γενική ενικού του ολοζωικός
ολοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοζωικός
ολοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του ολοζωικός
ολοζωικός	adj	που τρέφεται με άλλα ζώα ή προϊόντα τους ή γενικά με οργανική ύλη
ολοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του ολοζωικός
ολοζώντανα	adj	με ολοζώντανο τρόπο
ολοζώντανε	adj	κλητική ενικού του ολοζώντανος
ολοζώντανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοζώντανη
ολοζώντανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοζώντανος
ολοζώντανης	adj	γενική ενικού του ολοζώντανη
ολοζώντανο	adj	αιτιατική ενικού του ολοζώντανος
ολοζώντανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοζώντανος
ολοζώντανος	adj	που φαίνεται πραγματικός, πολύ ζωντανός
ολοζώντανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοζώντανος
ολοζώντανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοζώντανος
ολοζώντανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοζώντανος
ολοκάθαρα	adv	ξεκάθαρα
ολοκάθαρε	adj	κλητική ενικού του ολοκάθαρος
ολοκάθαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκάθαρη
ολοκάθαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοκάθαρος
ολοκάθαρης	adj	γενική ενικού του ολοκάθαρη
ολοκάθαρο	adj	αιτιατική ενικού του ολοκάθαρος
ολοκάθαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκάθαρος
ολοκάθαρος	adj	συνώνυμο του πεντακάθαρος: που είναι τελείως καθαρός (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
ολοκάθαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοκάθαρος
ολοκάθαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοκάθαρος
ολοκάθαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοκάθαρος
ολοκαίνουργια	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιας	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιε	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιες	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιο	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιοι	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιος	adj	εντελώς καινούργιος
ολοκαίνουργιου	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιους	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργιων	=	ολοκαίνουργιος
ολοκαίνουργος	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουρια	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριας	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριε	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριες	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριο	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριοι	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριος	adj	τελείως καινούριος και αμεταχείριστος
ολοκαίνουριου	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριους	=	ολοκαίνουριος
ολοκαίνουριων	=	ολοκαίνουριος
ολοκαυτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ολοκαύτωμα
ολοκαυτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκαύτωμα
ολοκαυτώματος	noun	γενική ενικού του ολοκαύτωμα
ολοκαύτωμα	noun	κάτι που καίγεται ολοκληρωτικά
ολοκλήρου	=	ολόκληρο
ολοκλήρωμα	noun	ο τύπος μέτρησης χωρίου που ορίζει μια συνάρτηση
ολοκλήρων	=	ολόκληρο
ολοκλήρωνα	=	ολοκληρώνω
ολοκλήρωναν	=	ολοκληρώνω
ολοκλήρωνε	=	ολοκληρώνω
ολοκλήρωνες	=	ολοκληρώνω
ολοκλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκλήρωση	noun	το τελείωμα μιας ενέργειας, το αποτέλεσμα του ολοκληρώνω
ολοκλήρωσης	noun	γενική ενικού του ολοκλήρωση
ολοκληρία	noun|archaic	η ολότητα, το σύνολο, το όλο
ολοκληρίας	noun	γενική ενικού του ολοκληρία
ολοκληρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρία
ολοκληριών	noun	γενική πληθυντικού του ολοκληρία
ολοκληρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθήκαν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωθήκανε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωθούνε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ολοκλήρωμα
ολοκληρωμένα	adv	πλήρως, χωρίς ελλείψεις
ολοκληρωμένε	verb	κλητική ενικού του ολοκληρωμένος
ολοκληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρωμένη
ολοκληρωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοκληρωμένος
ολοκληρωμένης	verb	γενική ενικού του ολοκληρωμένη
ολοκληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ολοκληρωμένος
ολοκληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρωμένος
ολοκληρωμένος	verb	αυτός που έχει ολοκληρωθεί
ολοκληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοκληρωμένος
ολοκληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ολοκληρωμένος
ολοκληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοκληρωμένος
ολοκληρωματικά	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικέ	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικές	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματική	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικής	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικοί	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικού	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικούς	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικό	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωματικός	adj	που σχετίζεται με ολοκληρώματα
ολοκληρωματικών	=	ολοκληρωματικός
ολοκληρωνόμασταν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόμαστε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόμουν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόμουνα	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόντουσαν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόσασταν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόσαστε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόσουν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόσουνα	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνόταν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωνότανε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρωτικό	adv	με ολοκληρωτικό τρόπο, εντελώς
ολοκληρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρωτική
ολοκληρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικής	adj	γενική ενικού του ολοκληρωτική
ολοκληρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικού	adj	γενική ενικού του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικός	adj	που αφορά κάτι στο σύνολό του
ολοκληρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ολοκληρωτικός
ολοκληρωτικώς	adv|formal	ολοκληρωτικά
ολοκληρωτισμέ	noun	κλητική ενικού του ολοκληρωτισμός
ολοκληρωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρωτισμός
ολοκληρωτισμού	noun	γενική ενικού του ολοκληρωτισμός
ολοκληρωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ολοκληρωτισμός
ολοκληρωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ολοκληρωτισμός
ολοκληρωτισμός	noun	πολιτικό καθεστώς με υπερβολικά ενισχυμένη την εκτελεστική εξουσία, που δρα στυγνά, ακυρώνει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, η ατομική βούληση μαζοποιείται και καταργείται η θεμελιώδης ελευθερία.
ολοκληρωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ολοκληρωτισμός
ολοκληρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκλήρωμα
ολοκληρώματος	noun	γενική ενικού του ολοκλήρωμα
ολοκληρώναμε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώναν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνανε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνατε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνει	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνεις	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνεσαι	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνεστε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνεται	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνετε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώνομε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνονται	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνονταν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνοντας	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνουμε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνουν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνουνε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώνω	verb	φέρνω μια εργασία ή πράξη ή διαδικασία στο τέλος της, ενεργώ ώστε να μη λείπει τίποτα από αυτήν, τελειώνω, την συμπληρώνω ώστε να είναι πλήρης και τέλεια, τελειωμένη
ολοκληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσαν	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώσανε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκλήρωση
ολοκληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ολοκλήρωση
ολοκληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ολοκλήρωση
ολοκληρώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρώσιμο
ολοκληρώσιμε	adj	κλητική ενικού του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρώσιμη
ολοκληρώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσιμης	adj	γενική ενικού του ολοκληρώσιμη
ολοκληρώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί
ολοκληρώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοκληρώσιμος
ολοκληρώσομε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνομαι
ολοκληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσουνε	=	ολοκληρώνω
ολοκληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
ολοκλησικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκλησικό
ολοκρατία	noun	σύστημα διοίκησης και οργάνωσης στο οποίο η εξουσία λήψης αποφάσεων κατανέμεται οριζόντια και όχι ιεραρχικά
ολοκρατίας	=	ολοκρατία
ολοκρατίες	=	ολοκρατία
ολοκρατιών	=	ολοκρατία
ολοκυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκυκλικό
ολοκυκλικέ	adj	κλητική ενικού του ολοκυκλικός
ολοκυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκυκλική
ολοκυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοκυκλικός
ολοκυκλικής	adj	γενική ενικού του ολοκυκλική
ολοκυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκυκλικός
ολοκυκλικού	adj	γενική ενικού του ολοκυκλικός
ολοκυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοκυκλικός
ολοκυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του ολοκυκλικός
ολοκυκλικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρο κύκλο
ολοκυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του ολοκυκλικός
ολοκόκκινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκόκκινο
ολοκόκκινε	adj	κλητική ενικού του ολοκόκκινος
ολοκόκκινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοκόκκινη
ολοκόκκινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοκόκκινος
ολοκόκκινης	adj	γενική ενικού του ολοκόκκινη
ολοκόκκινο	adj	αιτιατική ενικού του ολοκόκκινος
ολοκόκκινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοκόκκινος
ολοκόκκινος	adj|rare	κατακόκκινος
ολοκόκκινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοκόκκινος
ολοκόκκινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοκόκκινος
ολοκόκκινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοκόκκινος
ολολυγές	=	ολολυγή
ολολυγή	noun|formal	άλλη μορφή του ολολυγμός
ολολυγής	=	ολολυγή
ολολυγμέ	noun	κλητική ενικού του ολολυγμός
ολολυγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολολυγμός
ολολυγμού	noun	γενική ενικού του ολολυγμός
ολολυγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ολολυγμός
ολολυγμό	noun	αιτιατική ενικού του ολολυγμός
ολολυγμός	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ολολύζω, θρήνος, γοερό κλάμα
ολολυγμών	noun	γενική πληθυντικού του ολολυγμός
ολολυγών	=	ολολυγή
ολολυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολολυσμένο
ολολυσμένε	verb	κλητική ενικού του ολολυσμένος
ολολυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολολυσμένη
ολολυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολολυσμένος
ολολυσμένης	verb	γενική ενικού του ολολυσμένη
ολολυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ολολυσμένος
ολολυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολολυσμένος
ολολυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολολυσμένος
ολολυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ολολυσμένος
ολολυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολολυσμένος
ολολύζω	verb	σκούζω, θρηνώ, οδύρομαι, ολοφύρομαι
ολομέλεια	noun	η συνεδρίαση όλων των μελών ενός σώματος, πολιτικής οργάνωσης, δικαστηρίου κ.λπ.
ολομέλειας	noun	γενική ενικού του ολομέλεια
ολομέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολομέλεια
ολομέρεια	noun|formal	η ιδιότητα του ολομελούς
ολομέρειας	=	ολομέρεια
ολομέρειες	=	ολομέρεια
ολομέταξα	=	ολομέταξος
ολομέταξε	=	ολομέταξος
ολομέταξες	=	ολομέταξος
ολομέταξη	=	ολομέταξος
ολομέταξης	=	ολομέταξος
ολομέταξο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ολομέταξος
ολομέταξοι	=	ολομέταξος
ολομέταξος	adj	φτιαγμένος εξολοκλήρου από μετάξι
ολομέταξου	=	ολομέταξος
ολομέταξους	=	ολομέταξος
ολομέταξων	=	ολομέταξος
ολομέτωπα	=	ολομέτωπος
ολομέτωπε	=	ολομέτωπος
ολομέτωπες	=	ολομέτωπος
ολομέτωπη	=	ολομέτωπος
ολομέτωπης	=	ολομέτωπος
ολομέτωπο	=	ολομέτωπος
ολομέτωποι	=	ολομέτωπος
ολομέτωπος	adj	που διεξάγεται ταυτόχρονα σε όλα τα μέτωπα
ολομέτωπου	=	ολομέτωπος
ολομέτωπους	=	ολομέτωπος
ολομέτωπων	=	ολομέτωπος
ολομελές	=	ολομελής
ολομελή	=	ολομελής
ολομελής	adj|formal	με όλα τα μέλη παρόντα· που συνεδριάζει με πλήρη απαρτία ()
ολομελείς	=	ολομελής
ολομελειών	noun	γενική πληθυντικού του ολομέλεια
ολομελούς	=	ολομελής
ολομελών	=	ολομελής
ολομερές	=	ολομερής
ολομερή	=	ολομερής
ολομερής	adj|formal	που έχει όλα τα μέρη του, πλήρης, ακέραιος
ολομερείς	=	ολομερής
ολομερειών	=	ολομέρεια
ολομερούς	=	ολομερής
ολομερών	=	ολομερής
ολομόναχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολομόναχο
ολομόναχε	adj	κλητική ενικού του ολομόναχος
ολομόναχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολομόναχη
ολομόναχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολομόναχος
ολομόναχης	adj	γενική ενικού του ολομόναχη
ολομόναχο	adj	αιτιατική ενικού του ολομόναχος
ολομόναχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολομόναχος
ολομόναχος	adj	τελείως μόνος
ολομόναχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολομόναχος
ολομόναχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολομόναχος
ολομόναχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολομόναχος
ολονέν	adv	άλλη μορφή του ολοένα
ολονυκτία	noun	λειτουργία που διαρκεί όλη τη νύχτα
ολονυκτίας	noun	γενική ενικού του ολονυκτία
ολονυκτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολονυκτία
ολονυκτιών	noun	γενική πληθυντικού του ολονυκτία
ολονυχτία	noun	λειτουργία που διαρκεί όλη τη νύχτα
ολονυχτίας	=	ολονυχτία
ολονυχτίες	=	ολονυχτία
ολονυχτίς	adv	όλη τη νύχτα
ολονυχτιών	=	ολονυχτία
ολονύκτια	=	ολονύκτιος
ολονύκτιας	=	ολονύκτιος
ολονύκτιε	=	ολονύκτιος
ολονύκτιες	=	ολονύκτιος
ολονύκτιο	=	ολονύκτιος
ολονύκτιοι	=	ολονύκτιος
ολονύκτιος	adj	που κρατάει όλη τη νύκτα
ολονύκτιου	=	ολονύκτιος
ολονύκτιους	=	ολονύκτιος
ολονύκτιων	=	ολονύκτιος
ολονύχτια	=	ολονύχτιος
ολονύχτιας	=	ολονύχτιος
ολονύχτιε	=	ολονύχτιος
ολονύχτιες	=	ολονύχτιος
ολονύχτιο	=	ολονύχτιος
ολονύχτιοι	=	ολονύχτιος
ολονύχτιος	adj	που διαρκεί όλη τη νύχτα
ολονύχτιου	=	ολονύχτιος
ολονύχτιους	=	ολονύχτιος
ολονύχτιων	=	ολονύχτιος
ολοπάθεια	noun|dated	πάθηση που προσβάλει το σύνολο του οργανισμού
ολοπάθειας	=	ολοπάθεια
ολοπάθειες	=	ολοπάθεια
ολοπαγές	=	ολοπαγής
ολοπαγή	=	ολοπαγής
ολοπαγής	adj	που έχει παγώσει τελείως
ολοπαγείς	=	ολοπαγής
ολοπαγούς	=	ολοπαγής
ολοπαγών	=	ολοπαγής
ολοπαθές	=	ολοπαθής
ολοπαθή	=	ολοπαθής
ολοπαθής	adj	που παθαίνει ολικό γραμματικό πάθος, για παράδειγμα οι λέξεις που παθαίνουν δηλαδή συναίρεση σε όλες τις πτώσεις
ολοπαθείς	=	ολοπαθής
ολοπαθειών	=	ολοπάθεια
ολοπαθούς	=	ολοπαθής
ολοπαθών	=	ολοπαθής
ολοπράσινα	=	ολοπράσινος
ολοπράσινε	=	ολοπράσινος
ολοπράσινες	=	ολοπράσινος
ολοπράσινη	=	ολοπράσινος
ολοπράσινης	=	ολοπράσινος
ολοπράσινο	=	ολοπράσινος
ολοπράσινοι	=	ολοπράσινος
ολοπράσινος	adj	συνώνυμο του καταπράσινος
ολοπράσινου	=	ολοπράσινος
ολοπράσινους	=	ολοπράσινος
ολοπράσινων	=	ολοπράσινος
ολοπρόθυμα	adv	με μεγάλη προθυμία
ολοπρόθυμε	adj	κλητική ενικού του ολοπρόθυμος
ολοπρόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοπρόθυμη
ολοπρόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοπρόθυμος
ολοπρόθυμης	adj	γενική ενικού του ολοπρόθυμη
ολοπρόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του ολοπρόθυμος
ολοπρόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοπρόθυμος
ολοπρόθυμος	adj	που είναι γεμάτος προθυμία
ολοπρόθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοπρόθυμος
ολοπρόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοπρόθυμος
ολοπρόθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοπρόθυμος
ολοπόρφυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοπόρφυρο
ολοπόρφυρε	adj	κλητική ενικού του ολοπόρφυρος
ολοπόρφυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοπόρφυρη
ολοπόρφυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοπόρφυρος
ολοπόρφυρης	adj	γενική ενικού του ολοπόρφυρη
ολοπόρφυρο	adj	αιτιατική ενικού του ολοπόρφυρος
ολοπόρφυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοπόρφυρος
ολοπόρφυρος	adj	ο τελείως πορφυρός
ολοπόρφυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοπόρφυρος
ολοπόρφυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοπόρφυρος
ολοπόρφυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοπόρφυρος
ολοσέλιδα	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδε	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδες	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδη	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδης	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδο	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδοι	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδος	adj	που εκτείνεται σε ολόκληρη τη σελίδα
ολοσέλιδου	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδους	=	ολοσέλιδος
ολοσέλιδων	=	ολοσέλιδος
ολοσηρικά	=	ολοσηρικός
ολοσηρικέ	=	ολοσηρικός
ολοσηρικές	=	ολοσηρικός
ολοσηρική	=	ολοσηρικός
ολοσηρικής	=	ολοσηρικός
ολοσηρικοί	=	ολοσηρικός
ολοσηρικού	=	ολοσηρικός
ολοσηρικούς	=	ολοσηρικός
ολοσηρικό	=	ολοσηρικός
ολοσηρικός	adj|formal	ολομέταξος
ολοσηρικών	=	ολοσηρικός
ολοσκέπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοσκέπαστο
ολοσκέπαστε	adj	κλητική ενικού του ολοσκέπαστος
ολοσκέπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοσκέπαστη
ολοσκέπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοσκέπαστος
ολοσκέπαστης	adj	γενική ενικού του ολοσκέπαστη
ολοσκέπαστο	adj	αιτιατική ενικού του ολοσκέπαστος
ολοσκέπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοσκέπαστος
ολοσκέπαστος	adj	σκεπασμένος σε όλη του την έκταση
ολοσκέπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοσκέπαστος
ολοσκέπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοσκέπαστος
ολοσκέπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοσκέπαστος
ολοσκότεινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολοσκότεινος	adv	πάρα πολύ σκοτεινά
ολοσκότεινε	adj	κλητική ενικού του ολοσκότεινος
ολοσκότεινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοσκότεινη
ολοσκότεινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοσκότεινος
ολοσκότεινης	adj	γενική ενικού του ολοσκότεινη
ολοσκότεινο	adj	αιτιατική ενικού του ολοσκότεινος
ολοσκότεινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοσκότεινος
ολοσκότεινος	adj	εντελώς σκοτεινός, χωρίς κανένα φως ή χωρίς καμία πιο ανοιχτή απόχρωση
ολοσκότεινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοσκότεινος
ολοσκότεινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοσκότεινος
ολοσκότεινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοσκότεινος
ολοστρόγγυλα	adv	σε ολόκληρη την στρογγυλή επιφάνεια
ολοστρόγγυλε	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλες	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλη	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλης	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλο	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλοι	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλος	adj	απόλυτα στρογγυλός
ολοστρόγγυλου	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλους	=	ολοστρόγγυλος
ολοστρόγγυλων	=	ολοστρόγγυλος
ολοστόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοστόλιστο
ολοστόλιστε	adj	κλητική ενικού του ολοστόλιστος
ολοστόλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοστόλιστη
ολοστόλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοστόλιστος
ολοστόλιστης	adj	γενική ενικού του ολοστόλιστη
ολοστόλιστο	adj	αιτιατική ενικού του ολοστόλιστος
ολοστόλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοστόλιστος
ολοστόλιστος	adj	που είναι εξολοκλήρου στολισμένος, γεμάτος στολίδια
ολοστόλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοστόλιστος
ολοστόλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοστόλιστος
ολοστόλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοστόλιστος
ολοσυστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοσυστημικό
ολοσυστημικέ	adj	κλητική ενικού του ολοσυστημικός
ολοσυστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοσυστημική
ολοσυστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοσυστημικός
ολοσυστημικής	adj	γενική ενικού του ολοσυστημική
ολοσυστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοσυστημικός
ολοσυστημικού	adj	γενική ενικού του ολοσυστημικός
ολοσυστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολοσυστημικός
ολοσυστημικό	adj	αιτιατική ενικού του ολοσυστημικός
ολοσυστημικός	adj	ο ολοεδρικός
ολοσυστημικών	adj	γενική πληθυντικού του ολοσυστημικός
ολοσχερές	=	ολοσχερής
ολοσχερή	=	ολοσχερής
ολοσχερής	adj	ολοκληρωτικός, σε απόλυτο βαθμό
ολοσχερείς	=	ολοσχερής
ολοσχερούς	=	ολοσχερής
ολοσχερών	=	ολοσχερής
ολοσχερώς	adv	ολοκληρωτικά
ολοσώματα	=	ολοσώματος
ολοσώματε	=	ολοσώματος
ολοσώματες	=	ολοσώματος
ολοσώματη	=	ολοσώματος
ολοσώματης	=	ολοσώματος
ολοσώματο	=	ολοσώματος
ολοσώματοι	=	ολοσώματος
ολοσώματος	adj	άλλη μορφή του ολόσωμος
ολοσώματου	=	ολοσώματος
ολοσώματους	=	ολοσώματος
ολοσώματων	=	ολοσώματος
ολοτήτων	=	ολότητα
ολοταχώς	adv|formal	με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα
ολοτρόγυρα	adv|vulgar	άλλη μορφή του ολόγυρα, τριγύρω
ολοφάνερα	adv	κατά τρόπο ολοφάνερο
ολοφάνερε	=	ολοφάνερος
ολοφάνερες	=	ολοφάνερος
ολοφάνερη	=	ολοφάνερος
ολοφάνερης	=	ολοφάνερος
ολοφάνερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ολοφάνερος
ολοφάνεροι	=	ολοφάνερος
ολοφάνερος	adj	φανερός σε όλους, προφανής
ολοφάνερου	=	ολοφάνερος
ολοφάνερους	=	ολοφάνερος
ολοφάνερων	=	ολοφάνερος
ολοφανές	=	ολοφανής
ολοφανή	=	ολοφανής
ολοφανής	adj|formal	ολοφάνερος, που φαίνεται ολόκληρος
ολοφανείς	=	ολοφανής
ολοφανούς	=	ολοφανής
ολοφανών	=	ολοφανής
ολοφυρμέ	noun	κλητική ενικού του ολοφυρμός
ολοφυρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοφυρμός
ολοφυρμού	noun	γενική ενικού του ολοφυρμός
ολοφυρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ολοφυρμός
ολοφυρμό	noun	αιτιατική ενικού του ολοφυρμός
ολοφυρμός	noun|formal	οδυρμός, θρήνος, σπαραγμός
ολοφυρμών	noun	γενική πληθυντικού του ολοφυρμός
ολοφυρόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοφυρόμενο
ολοφυρόμενε	verb	κλητική ενικού του ολοφυρόμενος
ολοφυρόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολοφυρόμενη
ολοφυρόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολοφυρόμενος
ολοφυρόμενης	verb	γενική ενικού του ολοφυρόμενη
ολοφυρόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ολοφυρόμενος
ολοφυρόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολοφυρόμενος
ολοφυρόμενος	verb|formal	που ολοφύρεται
ολοφυρόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολοφυρόμενος
ολοφυρόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ολοφυρόμενος
ολοφυρόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολοφυρόμενος
ολοφυτικά	=	ολοφυτικός
ολοφυτικέ	=	ολοφυτικός
ολοφυτικές	=	ολοφυτικός
ολοφυτική	=	ολοφυτικός
ολοφυτικής	=	ολοφυτικός
ολοφυτικοί	=	ολοφυτικός
ολοφυτικού	=	ολοφυτικός
ολοφυτικούς	=	ολοφυτικός
ολοφυτικό	=	ολοφυτικός
ολοφυτικός	adj	που παράγει την τροφή του μέσω της φωτοσύνθεσης, που συνθέτει τα οργανικά συστατικά του από ανόργανα
ολοφυτικών	=	ολοφυτικός
ολοφύρομαι	verb|formal	κλαίω θρηνητικά, σπαράζω
ολοχρονίς	adv|literary	καθ' όλη τη διάρκεια της χρονιάς
ολοψύχως	adv|formal	άλλη μορφή του ολόψυχα
ολούθε	adv	παντού
ολυμπία	=	ολύμπιος
ολυμπιάδα	noun	η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων μιας συγκεκριμένης χρονιάς
ολυμπιάδας	=	ολυμπιάδα
ολυμπιάδες	=	ολυμπιάδα
ολυμπιάδων	=	ολυμπιάδα
ολυμπιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολυμπιακό
ολυμπιακάκηδες	=	ολυμπιακάκιας
ολυμπιακάκηδων	=	ολυμπιακάκιας
ολυμπιακάκια	=	ολυμπιακάκιας
ολυμπιακάκιας	noun|slang	οπαδός του ΟΣΦΠ
ολυμπιακέ	adj	κλητική ενικού του ολυμπιακός
ολυμπιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολυμπιακή
ολυμπιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολυμπιακός
ολυμπιακής	adj	γενική ενικού του ολυμπιακή
ολυμπιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολυμπιακός
ολυμπιακού	adj	γενική ενικού του ολυμπιακός
ολυμπιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολυμπιακός
ολυμπιακό	adj	αιτιατική ενικού του ολυμπιακός
ολυμπιακός	adj	που αναφέρεται στην Ολυμπία ή τους Ολυμπιακούς Αγώνες
ολυμπιακών	adj	γενική πληθυντικού του ολυμπιακός
ολυμπιονίκες	=	ολυμπιονίκης
ολυμπιονίκη	=	ολυμπιονίκης
ολυμπιονίκης	noun	ο νικητής στα Ολύμπια
ολυμπιονικών	=	ολυμπιονίκης
ολυμπισμέ	noun	κλητική ενικού του ολυμπισμός
ολυμπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολυμπισμός
ολυμπισμού	noun	γενική ενικού του ολυμπισμός
ολυμπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ολυμπισμός
ολυμπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ολυμπισμός
ολυμπισμός	noun	η αθλητική ιδέα όπως διαμορφώθηκε στην αρχαία Ελλάδα σύμφωνα με το πνεύμα των Ολυμπιακών Αγώνων
ολυμπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ολυμπισμός
ολυνθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολυνθιακό
ολυνθιακέ	adj	κλητική ενικού του ολυνθιακός
ολυνθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολυνθιακή
ολυνθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολυνθιακός
ολυνθιακής	adj	γενική ενικού του ολυνθιακή
ολυνθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολυνθιακός
ολυνθιακού	adj	γενική ενικού του ολυνθιακός
ολυνθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολυνθιακός
ολυνθιακό	adj	αιτιατική ενικού του ολυνθιακός
ολυνθιακός	adj	σχετικός με την Όλυνθο
ολυνθιακών	adj	γενική πληθυντικού του ολυνθιακός
ολυρών	=	όλυρα
ολωνυμία	noun	η σημασιολογική σχέση δύο λεξημάτων που το ένα είναι όλον και το άλλο μέρος (τμήμα) του
ολωνυμίας	noun	γενική ενικού του ολωνυμία
ολωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολωνυμία
ολωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ολωνυμία
ολωσδιόλου	adv	τελείως, ολοκληρωτικά
ολόασπρα	=	ολόασπρος
ολόασπρε	=	ολόασπρος
ολόασπρες	=	ολόασπρος
ολόασπρη	=	ολόασπρος
ολόασπρης	=	ολόασπρος
ολόασπρο	=	ολόασπρος
ολόασπροι	=	ολόασπρος
ολόασπρος	adj	συνώνυμο του ολόλευκος
ολόασπρου	=	ολόασπρος
ολόασπρους	=	ολόασπρος
ολόασπρων	=	ολόασπρος
ολόγεμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγεμο
ολόγεμε	adj	κλητική ενικού του ολόγεμος
ολόγεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγεμη
ολόγεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόγεμος
ολόγεμης	adj	γενική ενικού του ολόγεμη
ολόγεμο	adj	αιτιατική ενικού του ολόγεμος
ολόγεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόγεμος
ολόγεμος	adj|literary	που είναι τελείως γεμάτος
ολόγεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόγεμος
ολόγεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόγεμος
ολόγεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόγεμος
ολόγερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγερο
ολόγερε	adj	κλητική ενικού του ολόγερος
ολόγερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγερη
ολόγερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόγερος
ολόγερης	adj	γενική ενικού του ολόγερη
ολόγερο	adj	αιτιατική ενικού του ολόγερος
ολόγεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόγερος
ολόγερος	adj	πάρα πολύ γερός, που δεν έχει καμία βλάβη
ολόγερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόγερος
ολόγερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόγερος
ολόγερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόγερος
ολόγιομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγιομο
ολόγιομε	adj	κλητική ενικού του ολόγιομος
ολόγιομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγιομη
ολόγιομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόγιομος
ολόγιομης	adj	γενική ενικού του ολόγιομη
ολόγιομο	adj	αιτιατική ενικού του ολόγιομος
ολόγιομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόγιομος
ολόγιομος	adj|literary	που είναι τελείως γεμάτος
ολόγιομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόγιομος
ολόγιομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόγιομος
ολόγιομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόγιομος
ολόγλυκια	=	ολόγλυκος
ολόγλυκο	=	ολόγλυκος
ολόγλυκος	adj	που είναι εξαιρετικά γλυκός, δεν έχει ίχνος πικρίλας ή πικρίας, συνήθως στη μορφή, για παιδιά ή ανθρώπους
ολόγλυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγλυφο
ολόγλυφε	adj	κλητική ενικού του ολόγλυφος
ολόγλυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγλυφη
ολόγλυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόγλυφος
ολόγλυφης	adj	γενική ενικού του ολόγλυφη
ολόγλυφο	adj	αιτιατική ενικού του ολόγλυφος
ολόγλυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόγλυφος
ολόγλυφος	adj	που τον έχουν γλύψει, τον έχουν επεξεργαστεί ή σκαλίσει απ’ όλες τις πλευρές
ολόγλυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόγλυφος
ολόγλυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόγλυφος
ολόγλυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόγλυφος
ολόγραμμα	noun	ολογραφική φωτογραφία, η οποία αποτυπώνει την τρίτη διάσταση
ολόγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγραφο
ολόγραφε	adj	κλητική ενικού του ολόγραφος
ολόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόγραφη
ολόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόγραφος
ολόγραφης	adj	γενική ενικού του ολόγραφη
ολόγραφο	adj	αιτιατική ενικού του ολόγραφος
ολόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόγραφος
ολόγραφος	adj	που όλη η επιφάνειά του είναι γραμμένη
ολόγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόγραφος
ολόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόγραφος
ολόγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόγραφος
ολόγυμνα	=	ολόγυμνος
ολόγυμνε	=	ολόγυμνος
ολόγυμνες	=	ολόγυμνος
ολόγυμνη	=	ολόγυμνος
ολόγυμνης	=	ολόγυμνος
ολόγυμνο	=	ολόγυμνος
ολόγυμνοι	=	ολόγυμνος
ολόγυμνος	adj	αυτός που είναι εντελώς γυμνός, που δε φοράει κανένα απολύτως ρούχο
ολόγυμνου	=	ολόγυμνος
ολόγυμνους	=	ολόγυμνος
ολόγυμνων	=	ολόγυμνος
ολόγυρα	adv	γύρω, τριγύρω, σε μεγάλη έκταση, από όλες τις μεριές, παντού τριγύρω
ολόγυρε	=	ολόγυρος
ολόγυρες	=	ολόγυρος
ολόγυρη	=	ολόγυρος
ολόγυρης	=	ολόγυρος
ολόγυρο	=	ολόγυρος
ολόγυροι	=	ολόγυρος
ολόγυρος	adj	που βρίσκεται γύρω γύρω, απ’ όλες τις πλευρές
ολόγυρου	=	ολόγυρος
ολόγυρους	=	ολόγυρος
ολόγυρων	=	ολόγυρος
ολόδροσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόδροσο
ολόδροσε	adj	κλητική ενικού του ολόδροσος
ολόδροσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόδροση
ολόδροση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόδροσος
ολόδροσης	adj	γενική ενικού του ολόδροση
ολόδροσο	adj	αιτιατική ενικού του ολόδροσος
ολόδροσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόδροσος
ολόδροσος	adj	που είναι πολύ δροσερός
ολόδροσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόδροσος
ολόδροσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόδροσος
ολόδροσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόδροσος
ολόθερμα	adv	ολόψυχα
ολόθερμε	adj	κλητική ενικού του ολόθερμος
ολόθερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόθερμη
ολόθερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόθερμος
ολόθερμης	adj	γενική ενικού του ολόθερμη
ολόθερμο	adj	αιτιατική ενικού του ολόθερμος
ολόθερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόθερμος
ολόθερμος	adj	ολόψυχος
ολόθερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόθερμος
ολόθερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόθερμος
ολόθερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόθερμος
ολόθυμα	=	ολόθυμος
ολόθυμε	adj	κλητική ενικού του ολόθυμος
ολόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόθυμη
ολόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόθυμος
ολόθυμης	adj	γενική ενικού του ολόθυμη
ολόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του ολόθυμος
ολόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόθυμος
ολόθυμος	adj	που πηγάζει από τα βάθη της ψυχής
ολόθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόθυμος
ολόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόθυμος
ολόθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόθυμος
ολόιδια	adv	με ολόιδιο τρόπο, απολύτως όμοια με κάτι άλλο
ολόιδιας	=	ολόιδιος
ολόιδιε	=	ολόιδιος
ολόιδιες	=	ολόιδιος
ολόιδιο	=	ολόιδιος
ολόιδιοι	=	ολόιδιος
ολόιδιος	adj	ο εντελώς όμοιος, που δεν παρουσιάζει διαφορές από κάποιον / κάτι
ολόιδιου	=	ολόιδιος
ολόιδιους	=	ολόιδιος
ολόιδιων	=	ολόιδιος
ολόισα	adv|vulgar	εκφορά του επιρρήματος ολόισια
ολόισια	adv	τελείως ίσια
ολόισιας	=	ολόισιος
ολόισιε	=	ολόισιος
ολόισιες	=	ολόισιος
ολόισιο	=	ολόισιος
ολόισιοι	=	ολόισιος
ολόισιος	adj	εντελώς ίσιος
ολόισιου	=	ολόισιος
ολόισιους	=	ολόισιος
ολόισιων	=	ολόισιος
ολόισος	adj	τελείως ίσιος
ολόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόκαρδο
ολόκαρδε	adj	κλητική ενικού του ολόκαρδος
ολόκαρδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόκαρδη
ολόκαρδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόκαρδος
ολόκαρδης	adj	γενική ενικού του ολόκαρδη
ολόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού του ολόκαρδος
ολόκαρδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόκαρδος
ολόκαρδος	adj|figurative	που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς
ολόκαρδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόκαρδος
ολόκαρδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόκαρδος
ολόκαρδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόκαρδος
ολόκλειστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόκλειστο
ολόκλειστε	adj	κλητική ενικού του ολόκλειστος
ολόκλειστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόκλειστη
ολόκλειστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόκλειστος
ολόκλειστης	adj	γενική ενικού του ολόκλειστη
ολόκλειστο	adj	αιτιατική ενικού του ολόκλειστος
ολόκλειστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόκλειστος
ολόκλειστος	adj	που είναι τελείως κλειστός
ολόκλειστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόκλειστος
ολόκλειστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόκλειστος
ολόκλειστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόκλειστος
ολόκληρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόκληρο
ολόκληρε	=	ολόκληρος
ολόκληρες	=	ολόκληρος
ολόκληρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόκληρος
ολόκληρης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ολόκληρος
ολόκληρο	noun	νότα διάρκειας τεσσάρων χρόνων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ολόκληρος
ολόκληροι	=	ολόκληρος
ολόκληρος	adj	όλος, σε αντιδιαστολή προς εκείνο που ίσως του λείπει ένα κομμάτι ή για έμφαση
ολόκληρου	=	ολόκληρος
ολόκληρους	=	ολόκληρος
ολόκληρων	=	ολόκληρος
ολόκορμα	=	ολόκορμος
ολόκορμε	=	ολόκορμος
ολόκορμες	=	ολόκορμος
ολόκορμη	=	ολόκορμος
ολόκορμης	=	ολόκορμος
ολόκορμο	=	ολόκορμος
ολόκορμοι	=	ολόκορμος
ολόκορμος	adj	ο σύγκορμος, που αφορά όλο το κορμί
ολόκορμου	=	ολόκορμος
ολόκορμους	=	ολόκορμος
ολόκορμων	=	ολόκορμος
ολόκρηρος	=	ολόκληρος
ολόλαμπρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόλαμπρο
ολόλαμπρε	adj	κλητική ενικού του ολόλαμπρος
ολόλαμπρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόλαμπρη
ολόλαμπρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόλαμπρος
ολόλαμπρης	adj	γενική ενικού του ολόλαμπρη
ολόλαμπρο	adj	αιτιατική ενικού του ολόλαμπρος
ολόλαμπροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόλαμπρος
ολόλαμπρος	adj	που είναι πάρα πολύ λαμπρός
ολόλαμπρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόλαμπρος
ολόλαμπρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόλαμπρος
ολόλαμπρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόλαμπρος
ολόλευκα	=	ολόλευκος
ολόλευκε	=	ολόλευκος
ολόλευκες	=	ολόλευκος
ολόλευκη	=	ολόλευκος
ολόλευκης	=	ολόλευκος
ολόλευκο	=	ολόλευκος
ολόλευκοι	=	ολόλευκος
ολόλευκος	adj	συνώνυμο του κατάλευκος
ολόλευκου	=	ολόλευκος
ολόλευκους	=	ολόλευκος
ολόλευκων	=	ολόλευκος
ολόμαλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόμαλλο
ολόμαλλε	adj	κλητική ενικού του ολόμαλλος
ολόμαλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόμαλλη
ολόμαλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόμαλλος
ολόμαλλης	adj	γενική ενικού του ολόμαλλη
ολόμαλλο	adj	αιτιατική ενικού του ολόμαλλος
ολόμαλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόμαλλος
ολόμαλλος	adj	που είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένος από μαλλί
ολόμαλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόμαλλος
ολόμαλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόμαλλος
ολόμαλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόμαλλος
ολόμαυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόμαυρο
ολόμαυρε	adj	κλητική ενικού του ολόμαυρος
ολόμαυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόμαυρη
ολόμαυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόμαυρος
ολόμαυρης	adj	γενική ενικού του ολόμαυρη
ολόμαυρο	adj	αιτιατική ενικού του ολόμαυρος
ολόμαυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόμαυρος
ολόμαυρος	adj	συνώνυμο του κατάμαυρος
ολόμαυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόμαυρος
ολόμαυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόμαυρος
ολόμαυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόμαυρος
ολόμοιος	adj|rare	που είναι τελείως όμοιος
ολόξανθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόξανθο
ολόξανθε	adj	κλητική ενικού του ολόξανθος
ολόξανθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόξανθη
ολόξανθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόξανθος
ολόξανθης	adj	γενική ενικού του ολόξανθη
ολόξανθο	adj	αιτιατική ενικού του ολόξανθος
ολόξανθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόξανθος
ολόξανθος	adj	που είναι τελείως ξανθός
ολόξανθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόξανθος
ολόξανθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόξανθος
ολόξανθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόξανθος
ολόξενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόξενο
ολόξενε	adj	κλητική ενικού του ολόξενος
ολόξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόξενη
ολόξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόξενος
ολόξενης	adj	γενική ενικού του ολόξενη
ολόξενο	adj	αιτιατική ενικού του ολόξενος
ολόξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόξενος
ολόξενος	adj	τελείως ξένος
ολόξενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόξενος
ολόξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόξενος
ολόξενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόξενος
ολόπικρα	=	ολόπικρος
ολόπικρε	=	ολόπικρος
ολόπικρες	=	ολόπικρος
ολόπικρη	=	ολόπικρος
ολόπικρης	=	ολόπικρος
ολόπικρο	=	ολόπικρος
ολόπικροι	=	ολόπικρος
ολόπικρος	adj	πολύ πικρός
ολόπικρου	=	ολόπικρος
ολόπικρους	=	ολόπικρος
ολόπικρων	=	ολόπικρος
ολόπλευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόπλευρο
ολόπλευρε	adj	κλητική ενικού του ολόπλευρος
ολόπλευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόπλευρη
ολόπλευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόπλευρος
ολόπλευρης	adj	γενική ενικού του ολόπλευρη
ολόπλευρο	adj	αιτιατική ενικού του ολόπλευρος
ολόπλευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόπλευρος
ολόπλευρος	adj	που γίνεται απ’ όλες τις πλευρές, που αφορά όλα τα τμήματα
ολόπλευρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόπλευρος
ολόπλευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόπλευρος
ολόπλευρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόπλευρος
ολόπρωτα	=	ολόπρωτος
ολόπρωτε	=	ολόπρωτος
ολόπρωτες	=	ολόπρωτος
ολόπρωτη	=	ολόπρωτος
ολόπρωτης	=	ολόπρωτος
ολόπρωτο	=	ολόπρωτος
ολόπρωτοι	=	ολόπρωτος
ολόπρωτος	adj	ο εντελώς πρώτος
ολόπρωτου	=	ολόπρωτος
ολόπρωτους	=	ολόπρωτος
ολόπρωτων	=	ολόπρωτος
ολόρθα	=	ολόρθος
ολόρθε	=	ολόρθος
ολόρθες	=	ολόρθος
ολόρθη	=	ολόρθος
ολόρθης	=	ολόρθος
ολόρθο	=	ολόρθος
ολόρθοι	=	ολόρθος
ολόρθος	adj	εντελώς όρθιος, ευθυτενής
ολόρθου	=	ολόρθος
ολόρθους	=	ολόρθος
ολόρθων	=	ολόρθος
ολόσκεπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόσκεπο
ολόσκεπε	adj	κλητική ενικού του ολόσκεπος
ολόσκεπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόσκεπη
ολόσκεπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόσκεπος
ολόσκεπης	adj	γενική ενικού του ολόσκεπη
ολόσκεπο	adj	αιτιατική ενικού του ολόσκεπος
ολόσκεποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόσκεπος
ολόσκεπος	adj	τελείως σκεπασμένος
ολόσκεπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόσκεπος
ολόσκεπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόσκεπος
ολόσκεπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόσκεπος
ολόστεγνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόστεγνο
ολόστεγνε	adj	κλητική ενικού του ολόστεγνος
ολόστεγνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόστεγνη
ολόστεγνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόστεγνος
ολόστεγνης	adj	γενική ενικού του ολόστεγνη
ολόστεγνο	adj	αιτιατική ενικού του ολόστεγνος
ολόστεγνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόστεγνος
ολόστεγνος	adj	που είναι τελείως στεγνός
ολόστεγνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόστεγνος
ολόστεγνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόστεγνος
ολόστεγνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόστεγνος
ολόστρωτα	=	ολόστρωτος
ολόστρωτε	=	ολόστρωτος
ολόστρωτες	=	ολόστρωτος
ολόστρωτη	=	ολόστρωτος
ολόστρωτης	=	ολόστρωτος
ολόστρωτο	=	ολόστρωτος
ολόστρωτοι	=	ολόστρωτος
ολόστρωτος	adj|literary	που έχει στρωθεί εντελώς
ολόστρωτου	=	ολόστρωτος
ολόστρωτους	=	ολόστρωτος
ολόστρωτων	=	ολόστρωτος
ολόσωμα	=	ολόσωμος
ολόσωμας	=	ολόσωμος
ολόσωμες	=	ολόσωμος
ολόσωμη	=	ολόσωμος
ολόσωμηδες	=	ολόσωμος
ολόσωμηδων	=	ολόσωμος
ολόσωμης	=	ολόσωμος
ολόσωμικα	=	ολόσωμος
ολόσωμικο	=	ολόσωμος
ολόσωμικου	=	ολόσωμος
ολόσωμικων	=	ολόσωμος
ολόσωμο	=	ολόσωμος
ολόσωμος	adj	που δείχνει ολόκληρο το σώμα και όχι μόνο ένα μέρος του
ολόσωστα	=	ολόσωστος
ολόσωστε	=	ολόσωστος
ολόσωστες	=	ολόσωστος
ολόσωστη	=	ολόσωστος
ολόσωστης	=	ολόσωστος
ολόσωστο	=	ολόσωστος
ολόσωστοι	=	ολόσωστος
ολόσωστος	adj	εντελώς σωστός
ολόσωστου	=	ολόσωστος
ολόσωστους	=	ολόσωστος
ολόσωστων	=	ολόσωστος
ολότελα	adv	εντελώς, τελείως
ολότητα	noun	αδιαίρετη ύπαρξη
ολότητας	noun	γενική ενικού του ολότητα
ολότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολότητα
ολότρελα	=	ολότρελος
ολότρελε	=	ολότρελος
ολότρελες	=	ολότρελος
ολότρελη	=	ολότρελος
ολότρελης	=	ολότρελος
ολότρελο	=	ολότρελος
ολότρελοι	=	ολότρελος
ολότρελος	adj	τελείως τρελός
ολότρελου	=	ολότρελος
ολότρελους	=	ολότρελος
ολότρελων	=	ολότρελος
ολόφρεσκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόφρεσκο
ολόφρεσκε	adj	κλητική ενικού του ολόφρεσκος
ολόφρεσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόφρεσκη
ολόφρεσκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόφρεσκος
ολόφρεσκης	adj	γενική ενικού του ολόφρεσκη
ολόφρεσκο	adj	αιτιατική ενικού του ολόφρεσκος
ολόφρεσκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόφρεσκος
ολόφρεσκος	adj	τελείως φρέσκος
ολόφρεσκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόφρεσκος
ολόφρεσκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόφρεσκος
ολόφρεσκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόφρεσκος
ολόφτυστα	=	ολόφτυστος
ολόφτυστας	=	ολόφτυστος
ολόφτυστε	=	ολόφτυστος
ολόφτυστες	=	ολόφτυστος
ολόφτυστη	=	ολόφτυστος
ολόφτυστο	=	ολόφτυστος
ολόφτυστοι	=	ολόφτυστος
ολόφτυστος	adj	εντελώς, απόλυτα ίδιος στην εμφάνιση, στην όψη
ολόφτυστου	=	ολόφτυστος
ολόφτυστους	=	ολόφτυστος
ολόφτυστων	=	ολόφτυστος
ολόφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόφωτο
ολόφωτε	adj	κλητική ενικού του ολόφωτος
ολόφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόφωτη
ολόφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόφωτος
ολόφωτης	adj	γενική ενικού του ολόφωτη
ολόφωτο	adj	αιτιατική ενικού του ολόφωτος
ολόφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόφωτος
ολόφωτος	adj	κατάφωτος
ολόφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόφωτος
ολόφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόφωτος
ολόφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόφωτος
ολόχαρα	adv	με ολόχαρο τρόπο, με πολλή χαρά
ολόχαρε	adj	κλητική ενικού του ολόχαρος
ολόχαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόχαρη
ολόχαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόχαρος
ολόχαρης	adj	γενική ενικού του ολόχαρη
ολόχαρο	adj	αιτιατική ενικού του ολόχαρος
ολόχαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόχαρος
ολόχαρος	adj	ο πολύ χαρούμενος
ολόχαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόχαρος
ολόχαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόχαρος
ολόχαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόχαρος
ολόχρυσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόχρυσο
ολόχρυσε	adj	κλητική ενικού του ολόχρυσος
ολόχρυσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόχρυση
ολόχρυση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόχρυσος
ολόχρυσης	adj	γενική ενικού του ολόχρυση
ολόχρυσο	adj	αιτιατική ενικού του ολόχρυσος
ολόχρυσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόχρυσος
ολόχρυσος	adj	που είναι φτιαγμένος ολόκληρος από χρυσό
ολόχρυσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόχρυσος
ολόχρυσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόχρυσος
ολόχρυσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόχρυσος
ολόχρωμα	=	ολόχρωμος
ολόχρωμε	=	ολόχρωμος
ολόχρωμες	=	ολόχρωμος
ολόχρωμη	=	ολόχρωμος
ολόχρωμης	=	ολόχρωμος
ολόχρωμο	=	ολόχρωμος
ολόχρωμοι	=	ολόχρωμος
ολόχρωμος	adj	ο μονόχρωμος
ολόχρωμου	=	ολόχρωμος
ολόχρωμους	=	ολόχρωμος
ολόχρωμων	=	ολόχρωμος
ολόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ολόψυχος	adv	με όλη την ψυχή κάποιου
ολόψυχε	adj	κλητική ενικού του ολόψυχος
ολόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολόψυχη
ολόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολόψυχος
ολόψυχης	adj	γενική ενικού του ολόψυχη
ολόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του ολόψυχος
ολόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ολόψυχος
ολόψυχος	adj	που γίνεται με «όλη την ψυχή» κάποιου, με ένταση, με προθυμία
ολόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ολόψυχος
ολόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ολόψυχος
ολόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ολόψυχος
ολύμπια	=	ολύμπιος
ολύμπιας	=	ολύμπιος
ολύμπιε	=	ολύμπιος
ολύμπιες	=	ολύμπιος
ολύμπιο	=	ολύμπιος
ολύμπιοι	=	ολύμπιος
ολύμπιος	adj	που κατοικεί στον Όλυμπο
ολύμπιου	=	ολύμπιος
ολύμπιους	=	ολύμπιος
ολύμπιων	=	ολύμπιος
ομ	=	ωμ
ομάδα	noun	σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι
ομάδας	noun	γενική ενικού του ομάδα
ομάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομάδα
ομάδι	adv|literary	ομαδικά, ως μία ομάδα
ομάδος	=	ομάδα
ομάδων	noun	γενική πληθυντικού του ομάδα
ομάλιζα	=	ομαλίζω
ομάλιζαν	=	ομαλίζω
ομάλιζε	=	ομαλίζω
ομάλιζες	=	ομαλίζω
ομάλισα	=	ομαλίζω
ομάλισαν	=	ομαλίζω
ομάλισε	=	ομαλίζω
ομάλισες	=	ομαλίζω
ομάλυνση	noun|rare	άλλη μορφή του εξομάλυνση
ομάλυνσης	noun	γενική ενικού του ομάλυνση
ομήγυρη	noun	συνάθροιση μικρού αριθμού ανθρώπων
ομήγυρης	=	ομήγυρη
ομήλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομήλικο
ομήλικε	adj	κλητική ενικού του ομήλικος
ομήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομήλικη
ομήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομήλικος
ομήλικης	adj	γενική ενικού του ομήλικη
ομήλικο	adj	αιτιατική ενικού του ομήλικος
ομήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομήλικος
ομήλικος	adj|formal	άλλη μορφή του συνομήλικος
ομήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομήλικος
ομήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομήλικος
ομήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομήλικος
ομήλιξ	adj|archaic	ομήλικος, συνομήλικος
ομήρεια	=	ομήρειος
ομήρειας	=	ομήρειος
ομήρειε	=	ομήρειος
ομήρειες	=	ομήρειος
ομήρειο	=	ομήρειος
ομήρειοι	=	ομήρειος
ομήρειος	adj	ο σχετικός με τον Όμηρο
ομήρειου	=	ομήρειος
ομήρειους	=	ομήρειος
ομήρειων	=	ομήρειος
ομήρου	=	όμηρος
ομήρους	=	όμηρος
ομήρων	=	όμηρος
ομίλημα	noun	Δείτε μίλημα
ομίλησα	=	ομιλώ
ομίλου	noun	γενική ενικού του όμιλος
ομίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όμιλος
ομίλων	noun	γενική πληθυντικού του όμιλος
ομίχλες	=	ομίχλη
ομίχλη	noun	μετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μάζα υδρατμών που έχει κατέβει πολύ κοντά στο έδαφος περιορίζει αισθητά την ορατότητα
ομίχλης	=	ομίχλη
ομαδάρα	noun	πολύ σπουδαία ομάδα (κυρίως για το ποδόσφαιρο)
ομαδάρας	noun	γενική ενικού του ομαδάρα
ομαδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδάρα
ομαδάρχα	=	ομαδάρχης
ομαδάρχες	=	ομαδάρχης
ομαδάρχη	=	ομαδάρχης
ομαδάρχης	noun	ο αρχηγός μιας ομάδας (πχ στρατιωτών, κατασκηνωτών κλπ)
ομαδάρχισσα	noun	η αρχηγός κάποιας ομάδας.
ομαδάρχισσας	noun	γενική ενικού του ομαδάρχισσα
ομαδάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδάρχισσα
ομαδάρχου	=	ομαδάρχης
ομαδαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του ομαδάρχισσα
ομαδαρχών	=	ομαδάρχης
ομαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδικό	adv	με ομαδικό τρόπο
ομαδικέ	adj	κλητική ενικού του ομαδικός
ομαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδική
ομαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαδικός
ομαδικής	adj	γενική ενικού του ομαδική
ομαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομαδικός
ομαδικοτήτων	=	ομαδικότητα
ομαδικού	adj	γενική ενικού του ομαδικός
ομαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομαδικός
ομαδικό	adj	αιτιατική ενικού του ομαδικός
ομαδικός	adj	που αναφέρεται σε μια ομάδα
ομαδικότητα	noun	η ιδιότητα του ομαδικού, να έχει κάποιος ομαδικό πνεύμα και νοοτροπία
ομαδικότητας	=	ομαδικότητα
ομαδικότητες	=	ομαδικότητα
ομαδικών	adj	γενική πληθυντικού του ομαδικός
ομαδικώς	adv|formal	ομαδικά
ομαδοκεντρικά	adv	με επίκεντρο την ομάδα
ομαδοκεντρικέ	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικές	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρική	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικής	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικοί	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικού	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικούς	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικό	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοκεντρικός	adj	που αναφέρεται σε ένα σύστημα, μια μέθοδο ή μια προσέγγιση που θέτει την ομάδα στο επίκεντρο της δραστηριότητας
ομαδοκεντρικών	=	ομαδοκεντρικός
ομαδοποίει	=	ομαδοποιώ
ομαδοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποίηση	noun	η δημιουργία ομάδων από συναφή αντικείμενα
ομαδοποίησης	=	ομαδοποίηση
ομαδοποιήθηκα	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήθηκαν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήθηκε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήθηκες	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσαν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήσανε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδοποίηση
ομαδοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσεων	=	ομαδοποίηση
ομαδοποιήσου	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσουνε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοποιεί	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιείς	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιείσαι	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιείστε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιείται	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιείτε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιείτο	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθήκαμε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθήκαν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθήκανε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθήκατε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθεί	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθείς	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθείτε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθούμε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθούν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθούνε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιηθώ	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδοποιημένο
ομαδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ομαδοποιημένος
ομαδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδοποιημένη
ομαδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαδοποιημένος
ομαδοποιημένης	verb	γενική ενικού του ομαδοποιημένη
ομαδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ομαδοποιημένος
ομαδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομαδοποιημένος
ομαδοποιημένος	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομαδοποιημένος
ομαδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομαδοποιημένος
ομαδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομαδοποιημένος
ομαδοποιούμαι	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούμασταν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούμαστε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούμε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούμενος	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούμουν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούμουνα	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούνε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούνται	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούνταν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούντο	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσα	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσαμε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσαν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσανε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσατε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσες	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσουν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιούσουνα	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόμασταν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόμαστε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόμουν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόμουνα	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόνταν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόντανε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόντουσαν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόσασταν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόσαστε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόσουν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόσουνα	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιόταν	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιότανε	=	ομαδοποιώ
ομαδοποιώ	verb	δημιουργώ ομάδες και εντάσσω μέλη σ’ αυτές
ομαδοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομαδοποιώ
ομαδοσυνεργατικά	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικέ	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικές	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατική	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικής	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικοί	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικού	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικούς	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικό	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδοσυνεργατικός	adj	που επιτυγχάνεται με τη συνεργασία ομάδων
ομαδοσυνεργατικών	=	ομαδοσυνεργατικός
ομαδούλα	noun	μικρή ή μικρής σημασίας ομάδα
ομαδούλας	noun	γενική ενικού του ομαδούλα
ομαδούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαδούλα
ομαδόν	adv	ομαδικά
ομαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλό	adv	με ομαλό τρόπο, σταθερά, ήρεμα
ομαλέ	adj	κλητική ενικού του ομαλός
ομαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλή
ομαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαλός
ομαλής	adj	γενική ενικού του ομαλή
ομαλίζαμε	=	ομαλίζω
ομαλίζαν	=	ομαλίζω
ομαλίζανε	=	ομαλίζω
ομαλίζατε	=	ομαλίζω
ομαλίζει	=	ομαλίζω
ομαλίζεις	=	ομαλίζω
ομαλίζεσαι	=	ομαλίζω
ομαλίζεστε	=	ομαλίζω
ομαλίζεται	=	ομαλίζω
ομαλίζετε	=	ομαλίζω
ομαλίζομαι	=	ομαλίζω
ομαλίζονται	=	ομαλίζω
ομαλίζονταν	=	ομαλίζω
ομαλίζοντας	=	ομαλίζω
ομαλίζουμε	=	ομαλίζω
ομαλίζουν	=	ομαλίζω
ομαλίζουνε	=	ομαλίζω
ομαλίζω	verb	κάνω κάτι σταθερό, ομαλό
ομαλίσαμε	=	ομαλίζω
ομαλίσαν	=	ομαλίζω
ομαλίσανε	=	ομαλίζω
ομαλίσατε	=	ομαλίζω
ομαλίσει	=	ομαλίζω
ομαλίσου	=	ομαλίζω
ομαλίστε	=	ομαλίζω
ομαλίστηκα	=	ομαλίζω
ομαλίστηκαν	=	ομαλίζω
ομαλίστηκε	=	ομαλίζω
ομαλίστηκες	=	ομαλίζω
ομαλιζόμασταν	=	ομαλίζω
ομαλιζόμαστε	=	ομαλίζω
ομαλιζόμουν	=	ομαλίζω
ομαλιζόμουνα	=	ομαλίζω
ομαλιζόντουσαν	=	ομαλίζω
ομαλιζόσασταν	=	ομαλίζω
ομαλιζόσαστε	=	ομαλίζω
ομαλιζόσουν	=	ομαλίζω
ομαλιζόσουνα	=	ομαλίζω
ομαλιζόταν	=	ομαλίζω
ομαλιζότανε	=	ομαλίζω
ομαλισμέ	=	ομαλισμός
ομαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλισμένο
ομαλισμένε	verb	κλητική ενικού του ομαλισμένος
ομαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλισμένη
ομαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαλισμένος
ομαλισμένης	verb	γενική ενικού του ομαλισμένη
ομαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ομαλισμένος
ομαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομαλισμένος
ομαλισμένος	verb	συνώνυμο του εξομαλυσμένος και εξομαλισμένος
ομαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομαλισμένος
ομαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομαλισμένος
ομαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομαλισμένος
ομαλισμοί	=	ομαλισμός
ομαλισμού	=	ομαλισμός
ομαλισμούς	=	ομαλισμός
ομαλισμό	=	ομαλισμός
ομαλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ομαλίζω, η εξομάλιση
ομαλισμών	=	ομαλισμός
ομαλιστήκαμε	=	ομαλίζω
ομαλιστήκαν	=	ομαλίζω
ομαλιστήκανε	=	ομαλίζω
ομαλιστήκατε	=	ομαλίζω
ομαλιστεί	=	ομαλίζω
ομαλιστείτε	=	ομαλίζω
ομαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομαλός
ομαλοποίηση	noun	η ενέργεια του ομαλοποιώ, η επαναφορά σε μια ομαλή κατάσταση
ομαλοποίησης	=	ομαλοποίηση
ομαλοποιήθηκα	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιήθηκαν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιήθηκε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιήθηκες	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιήσεις	=	ομαλοποίηση
ομαλοποιήσεων	=	ομαλοποίηση
ομαλοποιήσου	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιείσαι	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιείστε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιείται	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιηθήκαμε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιηθήκαν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιηθήκανε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιηθήκατε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιηθεί	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιηθείτε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλοποιημένο
ομαλοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ομαλοποιημένος
ομαλοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλοποιημένη
ομαλοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαλοποιημένος
ομαλοποιημένης	verb	γενική ενικού του ομαλοποιημένη
ομαλοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ομαλοποιημένος
ομαλοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομαλοποιημένος
ομαλοποιημένος	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομαλοποιημένος
ομαλοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομαλοποιημένος
ομαλοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομαλοποιημένος
ομαλοποιούμαι	verb	επανέρχομαι σε φυσιολογικούς ρυθμους, εξομαλύνομαι
ομαλοποιούμασταν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούμαστε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούμουν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούνται	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούνταν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούσασταν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούσαστε	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιούσουν	=	ομαλοποιούμαι
ομαλοποιώ	verb	κάνω κάτι περισσότερο ομαλό, εξομαλύνω
ομαλοτήτων	=	ομαλότητα
ομαλού	adj	γενική ενικού του ομαλός
ομαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομαλός
ομαλό	adj	αιτιατική ενικού του ομαλός
ομαλός	adj	που δεν παρουσιάζει απότομες εξάρσεις ή βυθίσεις ή αλλαγές στην κλίση
ομαλότατα	=	ομαλός
ομαλότατε	=	ομαλός
ομαλότατες	=	ομαλός
ομαλότατη	=	ομαλός
ομαλότατης	=	ομαλός
ομαλότατο	=	ομαλός
ομαλότατοι	=	ομαλός
ομαλότατος	=	ομαλός
ομαλότατου	=	ομαλός
ομαλότατους	=	ομαλός
ομαλότατων	=	ομαλός
ομαλότερα	=	ομαλός
ομαλότερε	=	ομαλός
ομαλότερες	=	ομαλός
ομαλότερη	=	ομαλός
ομαλότερης	=	ομαλός
ομαλότερο	=	ομαλός
ομαλότεροι	=	ομαλός
ομαλότερος	=	ομαλός
ομαλότερου	=	ομαλός
ομαλότερους	=	ομαλός
ομαλότερων	=	ομαλός
ομαλότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ομαλό(ς), η ιδιότητα του ομαλού
ομαλότητας	noun	γενική ενικού του ομαλότητα
ομαλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομαλότητα
ομαλύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομάλυνση
ομαλύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ομάλυνση
ομαλύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ομάλυνση
ομαλύνω	verb|rare	άλλη μορφή του εξομαλύνω
ομαλών	adj	γενική πληθυντικού του ομαλός
ομαλώς	adv|formal	ομαλά
ομβρέλα	noun	άλλη μορφή του ομπρέλα
ομβρέλας	noun	γενική ενικού του ομβρέλα
ομβρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομβρέλα
ομβρίου	=	όμβριος
ομβρίους	=	όμβριος
ομβρίων	=	όμβριος
ομβρελών	noun	γενική πληθυντικού του ομβρέλα
ομβριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομβριακό
ομβριακέ	adj	κλητική ενικού του ομβριακός
ομβριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομβριακή
ομβριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομβριακός
ομβριακής	adj	γενική ενικού του ομβριακή
ομβριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομβριακός
ομβριακού	adj	γενική ενικού του ομβριακός
ομβριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομβριακός
ομβριακό	adj	αιτιατική ενικού του ομβριακός
ομβριακός	adj|rare	άλλη μορφή του όμβριος
ομβριακών	adj	γενική πληθυντικού του ομβριακός
ομβροδέκτες	=	ομβροδέκτης
ομβροδέκτη	=	ομβροδέκτης
ομβροδέκτης	noun	δεξαμενή που συλλέγονται τα όμβρια ύδατα
ομβροδεκτών	=	ομβροδέκτης
ομελέτα	noun	φαγητό που παρασκευάζεται από χτυπημένα αβγά, μαγειρεμένα με λάδι στο τηγάνι, στα οποία προστίθενται ενίοτε κι άλλα υλικά, όπως τυρί, αλλαντικά, πατάτες κ.λπ.
ομελέτας	noun	γενική ενικού του ομελέτα
ομελέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομελέτα
ομελετών	=	ομελέτα
ομερτά	noun	ο κώδικας σιωπής που επιβάλλεται στα μέλη μιας εγκληματικής οργάνωσης (π.χ. μαφίας), που απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών μυστικών σε αστυνομικές ή άλλες αρχές
ομηγύρεις	=	ομήγυρη
ομηγύρεων	=	ομήγυρη
ομηρία	noun	η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας όμηρος
ομηρίας	noun	γενική ενικού του ομηρία
ομηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομηρία
ομηρεία	noun	ομηρία
ομηρείας	=	ομηρεία
ομηρείες	=	ομηρεία
ομηρειών	=	ομηρεία
ομηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομηρικό
ομηρικέ	adj	κλητική ενικού του ομηρικός
ομηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομηρική
ομηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομηρικός
ομηρικής	adj	γενική ενικού του ομηρική
ομηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομηρικός
ομηρικού	adj	γενική ενικού του ομηρικός
ομηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομηρικός
ομηρικό	adj	αιτιατική ενικού του ομηρικός
ομηρικός	adj	που αναφέρεται στον Όμηρο και το έργο του
ομηρικών	adj	γενική πληθυντικού του ομηρικός
ομηριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομηριστής
ομηριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ομηριστής
ομηριστής	noun	φιλόλογος που ειδικεύεται στα ομηρικά ποιήματα, στη ζωή του Ομήρου και στο ομηρικό ζήτημα
ομηριστών	noun	γενική πληθυντικού του ομηριστής
ομηριών	noun	γενική πληθυντικού του ομηρία
ομιλήματα	=	ομίλημα
ομιλήματος	=	ομίλημα
ομιλήτρια	noun	θηλυκό του ομιλητής
ομιλήτριας	noun	γενική ενικού του ομιλήτρια
ομιλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλήτρια
ομιλία	noun	ο προφορικός λόγος, η πραγμάτωση της γλωσσικής ικανότητας με την εκφορά των φθόγγων που συγκροτούν λέξεις και προτάσεις, ηχόλογος, λόγος εκφερόμενος προφορικά ως ηχητικό ερέθισμα για τον ακροατή και θεατή
ομιλίας	noun	γενική ενικού του ομιλία
ομιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλία
ομιλημάτων	=	ομίλημα
ομιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλημένο
ομιλημένε	verb	κλητική ενικού του ομιλημένος
ομιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλημένη
ομιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομιλημένος
ομιλημένης	verb	γενική ενικού του ομιλημένη
ομιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του ομιλημένος
ομιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομιλημένος
ομιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομιλημένος
ομιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομιλημένος
ομιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομιλημένος
ομιλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλητής
ομιλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ομιλητής
ομιλητής	noun	αυτός που μιλάει
ομιλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλητικό	adv	με ομιλητικό τρόπο, με ομιλητικότητα
ομιλητικέ	adj	κλητική ενικού του ομιλητικός
ομιλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλητική
ομιλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομιλητικός
ομιλητικής	adj	γενική ενικού του ομιλητική
ομιλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομιλητικός
ομιλητικοτήτων	=	ομιλητικότητα
ομιλητικού	adj	γενική ενικού του ομιλητικός
ομιλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομιλητικός
ομιλητικό	adj	αιτιατική ενικού του ομιλητικός
ομιλητικός	adj	που του αρέσει να μιλάει αρκετά με άλλους ανθρώπους
ομιλητικότητα	noun	το να είναι κάποιος ομιλητικός, η ιδιότητα του ομιλητικού
ομιλητικότητας	noun	γενική ενικού του ομιλητικότητα
ομιλητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλητικότητα
ομιλητικών	adj	γενική πληθυντικού του ομιλητικός
ομιλητριών	noun	γενική πληθυντικού του ομιλήτρια
ομιλητών	noun	γενική πληθυντικού του ομιλητής
ομιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλικό
ομιλικέ	adj	κλητική ενικού του ομιλικός
ομιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομιλική
ομιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομιλικός
ομιλικής	adj	γενική ενικού του ομιλική
ομιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομιλικός
ομιλικού	adj	γενική ενικού του ομιλικός
ομιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομιλικός
ομιλικό	adj	αιτιατική ενικού του ομιλικός
ομιλικός	adj	που έχει σχέση με όμιλο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ομιλικών	adj	γενική πληθυντικού του ομιλικός
ομιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ομιλία
ομιλουμένη	noun|rare	άλλη μορφή του καθομιλουμένη
ομιλούμαι	=	ομιλώ
ομιλώ	verb|formal	άλλη μορφή του μιλώ
ομιλών	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομιλώ
ομιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομιλώ
ομιτζί	intj	επιφώνημα που δηλώνει έκπληξη, αποδοκιμασία, θαυμασμό κ.ά.
ομιχλιασμένα	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένε	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένες	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένη	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένης	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένο	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένοι	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένος	verb|vulgar	που περικλείεται από ομίχλη, σκεπασμένος από καταχνιά, που είναι ομιχλώδης
ομιχλιασμένου	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένους	=	ομιχλιασμένος
ομιχλιασμένων	=	ομιχλιασμένος
ομιχλοβροχές	=	ομιχλοβροχή
ομιχλοβροχή	noun	η υγροποίηση των υδροσταγονιδίων που υπάρχουν στην ομίχλη και η πτώση τους στην επιφάνεια της γης
ομιχλοβροχής	=	ομιχλοβροχή
ομιχλοβροχών	=	ομιχλοβροχή
ομιχλοκρυστάλλου	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρυστάλλους	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρυστάλλων	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρύσταλλε	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρύσταλλο	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρύσταλλοι	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρύσταλλος	noun	απόθεση παγοκρυστάλλου σε φυτά ή οτιδήποτε απέχει από το έδαφος και περιβάλλεται από ομίχλη, όταν η θερμοκρασία είναι κατώτερη τού 0°C
ομιχλοκρύσταλλου	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρύσταλλους	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλοκρύσταλλων	=	ομιχλοκρύσταλλος
ομιχλωδών	=	ομιχλώδης
ομιχλώδεις	=	ομιχλώδης
ομιχλώδες	=	ομιχλώδης
ομιχλώδη	=	ομιχλώδης
ομιχλώδης	adj	που είναι γεμάτος ομίχλη, που έχει ομίχλη
ομιχλώδους	=	ομιχλώδης
ομιχλώδων	=	ομιχλώδης
ομιχλών	=	ομίχλη
ομλε	abbrev	ελληνική μαοϊκή πολιτική οργάνωση (1964-1976)
ομμάτων	noun	γενική πληθυντικού του όμμα
ομματοϋάλια	noun|dated	άλλη μορφή του ματογυάλια
ομματοϋαλίων	=	ομματοϋάλια
ομνύαμε	=	ομνύω
ομνύαν	=	ομνύω
ομνύανε	=	ομνύω
ομνύατε	=	ομνύω
ομνύει	=	ομνύω
ομνύεις	=	ομνύω
ομνύετε	=	ομνύω
ομνύοντας	=	ομνύω
ομνύουμε	=	ομνύω
ομνύουν	=	ομνύω
ομνύουνε	=	ομνύω
ομνύω	verb|formal	ορκίζομαι, παίρνω όρκο, δίνω όρκο, όρκο ιερό
ομοίωμα	noun	αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του
ομοίωνα	=	ομοιώνω
ομοίωναν	=	ομοιώνω
ομοίωνε	=	ομοιώνω
ομοίωνες	=	ομοιώνω
ομοίως	adv|formal	όμοια
ομοίωσα	=	ομοιώνω
ομοίωσαν	=	ομοιώνω
ομοίωσε	=	ομοιώνω
ομοίωσες	=	ομοιώνω
ομοίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ομοιώνω
ομοίωσης	=	ομοίωση
ομοαίματα	=	ομοαίματος
ομοαίματε	=	ομοαίματος
ομοαίματες	=	ομοαίματος
ομοαίματη	=	ομοαίματος
ομοαίματης	=	ομοαίματος
ομοαίματο	=	ομοαίματος
ομοαίματοι	=	ομοαίματος
ομοαίματος	adj	συγγενής εξ αίματος
ομοαίματου	=	ομοαίματος
ομοαίματους	=	ομοαίματος
ομοαίματων	=	ομοαίματος
ομοαξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοαξονικό
ομοαξονικέ	adj	κλητική ενικού του ομοαξονικός
ομοαξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοαξονική
ομοαξονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοαξονικός
ομοαξονικής	adj	γενική ενικού του ομοαξονική
ομοαξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοαξονικός
ομοαξονικού	adj	γενική ενικού του ομοαξονικός
ομοαξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοαξονικός
ομοαξονικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοαξονικός
ομοαξονικός	adj	που έχει τον ίδιο άξονα με κάποιον άλλο
ομοαξονικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοαξονικός
ομοβροντία	noun	η ρίψη βλημάτων από πολλά πυροβόλα ταυτοχρόνως
ομοβροντίας	noun	γενική ενικού του ομοβροντία
ομοβροντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοβροντία
ομοβροντιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοβροντία
ομογάλακτα	=	ομογάλακτος
ομογάλακτε	=	ομογάλακτος
ομογάλακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογάλακτη, θηλυκό του ομογάλακτος
ομογάλακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομογάλακτος
ομογάλακτης	=	ομογάλακτος
ομογάλακτο	=	ομογάλακτος
ομογάλακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομογάλακτος
ομογάλακτος	adj	που θήλασε από την ίδια γυναίκα με κάποιον άλλον, χωρίς αυτή να είναι φυσική μητέρα και των δυο τους· που μεγάλωσε μαζί με κάποιον άλλον
ομογάλακτου	=	ομογάλακτος
ομογάλακτους	=	ομογάλακτος
ομογάλακτων	=	ομογάλακτος
ομογάλαχτα	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτε	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτες	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτη	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτης	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτο	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτοι	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτος	adj	προφορά του ομογάλακτος
ομογάλαχτου	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτους	=	ομογάλαχτος
ομογάλαχτων	=	ομογάλαχτος
ομογάστρια	=	ομογάστριος
ομογάστριας	=	ομογάστριος
ομογάστριε	=	ομογάστριος
ομογάστριες	=	ομογάστριος
ομογάστριο	=	ομογάστριος
ομογάστριοι	=	ομογάστριος
ομογάστριος	adj	που γεννήθηκε από την ίδια μητέρα
ομογάστριου	=	ομογάστριος
ομογάστριους	=	ομογάστριος
ομογάστριων	=	ομογάστριος
ομογένεια	noun	το να είναι κάποιος ομογενής, η ιδιότητα του ομογενούς
ομογένειας	noun	γενική ενικού του ομογένεια
ομογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογένεια
ομογαμία	noun	γονιμοποίηση λουλουδιού με γύρη από το ίδιο το φυτό
ομογαμίας	=	ομογαμία
ομογαμίες	=	ομογαμία
ομογαμιών	=	ομογαμία
ομογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ομογενής
ομογενή	=	ομογενής
ομογενής	adj	που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους	noun	Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό
ομογενείς	=	ομογενής
ομογενειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογενειακό
ομογενειακέ	adj	κλητική ενικού του ομογενειακός
ομογενειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογενειακή
ομογενειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομογενειακός
ομογενειακής	adj	γενική ενικού του ομογενειακή
ομογενειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομογενειακός
ομογενειακού	adj	γενική ενικού του ομογενειακός
ομογενειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομογενειακός
ομογενειακό	adj	αιτιατική ενικού του ομογενειακός
ομογενειακός	adj	που έχει σχέση με την ομογένεια, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
ομογενειακών	adj	γενική πληθυντικού του ομογενειακός
ομογενειών	noun	γενική πληθυντικού του ομογένεια
ομογενοποίει	=	ομογενοποιώ
ομογενοποίησα	=	ομογενοποιώ
ομογενοποίησαν	=	ομογενοποιώ
ομογενοποίησε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποίησες	=	ομογενοποιώ
ομογενοποίηση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ομογενοποιώ
ομογενοποίησης	noun	γενική ενικού του ομογενοποίηση
ομογενοποιήσαμε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιήσαν	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιήσανε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιήσατε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιήσει	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογενοποίηση
ομογενοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ομογενοποίηση
ομογενοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ομογενοποίηση
ομογενοποιήστε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιεί	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιείς	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιείτε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογενοποιημένο
ομογενοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ομογενοποιημένος
ομογενοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογενοποιημένη
ομογενοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομογενοποιημένος
ομογενοποιημένης	verb	γενική ενικού του ομογενοποιημένη
ομογενοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ομογενοποιημένος
ομογενοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομογενοποιημένος
ομογενοποιημένος	verb	που επέχει γίνει ομογενής
ομογενοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομογενοποιημένος
ομογενοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομογενοποιημένος
ομογενοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομογενοποιημένος
ομογενοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ομογενοποιώ
ομογενοποιούμε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούν	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούνε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσα	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσαμε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσαν	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσανε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσατε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσε	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιούσες	=	ομογενοποιώ
ομογενοποιώ	verb	κάνω κάτι ομογενές
ομογενοποιώντας	=	ομογενοποιώ
ομογενούς	=	ομογενής
ομογενών	adj	γενική πληθυντικού του ομογενής, αρσενικό ή θηλυκό	noun	γενική πληθυντικού του ομογενής
ομογλωσσία	noun	το να μιλά κανείς την ίδια γλώσσα με κάποιον άλλον
ομογλωσσίας	noun	γενική ενικού του ομογλωσσία
ομογλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογλωσσία
ομογλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του ομογλωσσία
ομογνωμήσαμε	=	ομογνωμώ
ομογνωμήσαν	=	ομογνωμώ
ομογνωμήσανε	=	ομογνωμώ
ομογνωμήσατε	=	ομογνωμώ
ομογνωμήσει	=	ομογνωμώ
ομογνωμήστε	=	ομογνωμώ
ομογνωμία	noun|formal	η συμφωνία
ομογνωμίας	=	ομογνωμία
ομογνωμίες	=	ομογνωμία
ομογνωμεί	=	ομογνωμώ
ομογνωμείς	=	ομογνωμώ
ομογνωμείτε	=	ομογνωμώ
ομογνωμιών	=	ομογνωμία
ομογνωμονήσαμε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονήσαν	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονήσανε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονήσατε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονήσει	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονήστε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονεί	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονείς	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονείτε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούμε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούν	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούνε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσα	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσαμε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσαν	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσανε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσατε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονούσες	=	ομογνωμονώ
ομογνωμονώ	verb|formal	είμαι σύμφωνος, συμφωνώ, ομοφρονώ
ομογνωμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομογνωμονώ
ομογνωμοσυνών	=	ομογνωμοσύνη
ομογνωμοσύνες	=	ομογνωμοσύνη
ομογνωμοσύνη	noun|formal	η συμφωνία
ομογνωμοσύνης	=	ομογνωμοσύνη
ομογνωμούμε	=	ομογνωμώ
ομογνωμούν	=	ομογνωμώ
ομογνωμούνε	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσα	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσαμε	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσαν	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσανε	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσατε	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσε	=	ομογνωμώ
ομογνωμούσες	=	ομογνωμώ
ομογνωμόνει	=	ομογνωμονώ
ομογνωμόνησα	=	ομογνωμονώ
ομογνωμόνησαν	=	ομογνωμονώ
ομογνωμόνησε	=	ομογνωμονώ
ομογνωμόνησες	=	ομογνωμονώ
ομογνωμώ	verb|formal	είμαι σύμφωνος, συμφωνώ, ομοφρονώ
ομογνωμώντας	=	ομογνωμώ
ομογνώμει	=	ομογνωμώ
ομογνώμησα	=	ομογνωμώ
ομογνώμησαν	=	ομογνωμώ
ομογνώμησε	=	ομογνωμώ
ομογνώμησες	=	ομογνωμώ
ομογονία	noun	η ιδιότητα του ομόγονου
ομογονίας	=	ομογονία
ομογονίες	=	ομογονία
ομογονεϊκά	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκέ	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκές	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκή	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκής	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκοί	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκοτήτων	=	ομογονεϊκότητα
ομογονεϊκού	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκούς	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκό	=	ομογονεϊκός
ομογονεϊκός	adj	που αναφέρεται στην ομογονεϊκότητα, την ιδιότητα του ομοφυλόφιλου γονέα, κυρίως σε περίπτωση υιοθεσίας παιδιού από ομοφυλόφιλο ζευγάρι
ομογονεϊκότητα	noun	η μητρότητα ή η πατρότητα, όταν αναφερόμαστε σε ομοφυλόφιλους γονείς, κυρίως σε περίπτωση υιοθεσίας παιδιού από ομοφυλόφιλο ζευγάρι
ομογονεϊκότητας	=	ομογονεϊκότητα
ομογονεϊκότητες	=	ομογονεϊκότητα
ομογονεϊκών	=	ομογονεϊκός
ομογονιών	=	ομογονία
ομογραφία	noun	η αντιστοίχιση σημείων ενός γεωμετρικού σχήματος ή γραμμής με συγκεκριμένα σημεία άλλου γεωμετρικού σχήματος ή γραμμής
ομογραφίας	=	ομογραφία
ομογραφίες	=	ομογραφία
ομογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογραφικό
ομογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ομογραφικός
ομογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομογραφική
ομογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομογραφικός
ομογραφικής	adj	γενική ενικού του ομογραφική
ομογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομογραφικός
ομογραφικού	adj	γενική ενικού του ομογραφικός
ομογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομογραφικός
ομογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ομογραφικός
ομογραφικός	adj	του οποίου κάθε σημείο έχει ως εικόνα ένα άλλο σημείο
ομογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ομογραφικός
ομογραφιών	=	ομογραφία
ομοδίαιτα	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτε	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτες	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτη	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτης	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτο	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτοι	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτος	adj	που ζει ή τρέφεται μαζί με άλλους
ομοδίαιτου	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτους	=	ομοδίαιτος
ομοδίαιτων	=	ομοδίαιτος
ομοδικία	noun	η άσκηση αγωγής ενός κατηγορουμένου από πολλά άτομα ή η μήνυση πολλαπλών ανθρώπων και εταιρικών σωμάτων από το κοινό
ομοδικίας	=	ομοδικία
ομοδικίες	=	ομοδικία
ομοδικιών	=	ομοδικία
ομοδοξία	noun	η πίστη στο ίδιο θρησκευτικό δόγμα
ομοδοξίας	noun	γενική ενικού του ομοδοξία
ομοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοδοξία
ομοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοδοξία
ομοδοξώ	verb	έχω την ίδια θρησκεία, το ίδιο δόγμα
ομοδοξώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομοδοξώ
ομοείδεια	noun|archaic	η ιδιότητα του ομοειδούς
ομοείδειας	=	ομοείδεια
ομοείδειες	=	ομοείδεια
ομοεθνές	=	ομοεθνής
ομοεθνή	=	ομοεθνής
ομοεθνής	adj	που είναι της ίδιας εθνικότητας με κάποιον ή που κατάγεται από την ίδια χώρα
ομοεθνία	noun	συγγενικά έθνη ως σύνολο
ομοεθνίας	noun	γενική ενικού του ομοεθνία
ομοεθνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοεθνία
ομοεθνείς	=	ομοεθνής
ομοεθνικισμέ	=	ομοεθνικισμός
ομοεθνικισμοί	=	ομοεθνικισμός
ομοεθνικισμού	=	ομοεθνικισμός
ομοεθνικισμούς	=	ομοεθνικισμός
ομοεθνικισμό	=	ομοεθνικισμός
ομοεθνικισμός	noun	η ευνοϊκή συσχέτιση μεταξύ μιας εθνικιστικής ιδεολογίας και των εκπροσώπων του ΛΟΑΤ ή των δικαιωμάτων τους
ομοεθνικισμών	=	ομοεθνικισμός
ομοεθνιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοεθνία
ομοεθνούς	=	ομοεθνής
ομοεθνών	=	ομοεθνής
ομοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ομοειδής
ομοειδή	=	ομοειδής
ομοειδής	adj	που είναι του ίδιου είδους ή της ίδιας μορφής με κάτι άλλο, που ανήκει στην ίδια κατηγορία
ομοειδείς	=	ομοειδής
ομοειδειών	=	ομοείδεια
ομοειδούς	=	ομοειδής
ομοειδών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ομοειδής
ομοειδώς	adv|archaic	με ομοιοειδή τρόπο
ομοεπίπεδος	adj|rare	που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο
ομοερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοερωτικό
ομοερωτικέ	adj	κλητική ενικού του ομοερωτικός
ομοερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοερωτική
ομοερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοερωτικός
ομοερωτικής	adj	γενική ενικού του ομοερωτική
ομοερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοερωτικός
ομοερωτικού	adj	γενική ενικού του ομοερωτικός
ομοερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοερωτικός
ομοερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοερωτικός
ομοερωτικός	noun	ομοφυλόφιλος	adj	ομοφυλοφιλικός
ομοερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοερωτικός
ομοζυγία	noun|archaic	η σύζευξη βοδιών ή άλλων ζώων στον ίδιο ζυγό
ομοζυγίας	=	ομοζυγία
ομοζυγίες	=	ομοζυγία
ομοζυγιών	=	ομοζυγία
ομοζυγωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοζυγωτικό
ομοζυγωτικέ	adj	κλητική ενικού του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοζυγωτική
ομοζυγωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτικής	adj	γενική ενικού του ομοζυγωτική
ομοζυγωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτικού	adj	γενική ενικού του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτικός	adj	ο σχετικός με τους ομοζυγώτες ή μονοζυγώτες διδύμους
ομοζυγωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοζυγωτικός
ομοζυγωτών	=	ομοζυγώτης
ομοζυγώτες	=	ομοζυγώτης
ομοζυγώτη	=	ομοζυγώτης
ομοζυγώτης	adj	ο μονοζυγώτης, ο δίδυμος που προέρχεται από το ίδιο γονιμοποιημένο ωάριο με τον αδελφό του και έχει κοινά όλα τα γονίδια με αυτόν, σε αντιδιαστολή προς τον ετεροζυγώτη ή διζυγώτη δίδυμο
ομοηχία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ομόηχο(ς), η ιδιότητα του ομόηχου
ομοηχίας	=	ομοηχία
ομοηχίες	=	ομοηχία
ομοηχιών	=	ομοηχία
ομοθέσια	=	ομοθέσιο
ομοθέσιο	noun	στοιχεία μητρών με ίδιους δείκτες γραμμής και στήλης
ομοθέσιου	=	ομοθέσιο
ομοθέσιων	=	ομοθέσιο
ομοθυμία	noun	η κατάσταση κατά την οποία όλοι έχουν τις ίδιες επιθυμίες, διαθέσεις
ομοθυμίας	noun	γενική ενικού του ομοθυμία
ομοθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοθυμία
ομοθυμαδόν	adv|formal	με ομοθυμία, ομόθυμα
ομοθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοθυμία
ομοθύμως	adv|formal	ομόθυμα
ομοιάζω	=	μοιάζω
ομοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιασμένο
ομοιασμένε	verb	κλητική ενικού του ομοιασμένος
ομοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιασμένη
ομοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιασμένος
ομοιασμένης	verb	γενική ενικού του ομοιασμένη
ομοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ομοιασμένος
ομοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιασμένος
ομοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιασμένος
ομοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομοιασμένος
ομοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιασμένος
ομοιογένεια	noun	η ιδιότητα ενός συνόλου ή μείγματος να είναι ομοιογενές
ομοιογένειας	noun	γενική ενικού του ομοιογένεια
ομοιογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιογένεια
ομοιογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ομοιογενής
ομοιογενή	=	ομοιογενής
ομοιογενής	adj	που ανήκει στο ίδιο γένος
ομοιογενείς	=	ομοιογενής
ομοιογενειών	noun	γενική πληθυντικού του ομοιογένεια
ομοιογενούς	adj	γενική ενικού του ομοιογενής
ομοιογενών	adj	γενική πληθυντικού του ομοιογενής
ομοιογενώς	adv	κατά τρόπο ομοιογενή
ομοιογράφε	=	ομοιογράφος
ομοιογράφο	=	ομοιογράφος
ομοιογράφοι	=	ομοιογράφος
ομοιογράφος	adj	παντογράφος
ομοιογράφου	=	ομοιογράφος
ομοιογράφους	=	ομοιογράφος
ομοιογράφων	=	ομοιογράφος
ομοιοεπαγγελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοεπαγγελματικό
ομοιοεπαγγελματικέ	adj	κλητική ενικού του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοεπαγγελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοεπαγγελματική
ομοιοεπαγγελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοεπαγγελματικής	adj	γενική ενικού του ομοιοεπαγγελματική
ομοιοεπαγγελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοεπαγγελματικού	adj	γενική ενικού του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοεπαγγελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοεπαγγελματικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοεπαγγελματικός	adj	που αφορά παρόμοιο επάγγελμα
ομοιοεπαγγελματικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοιοεπαγγελματικός
ομοιοθερμία	noun	το φαινόμενο που παρατηρείται στα ομοιόθερμα ζώα, δηλαδή η διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματός τους σε περιορισμένα στενά όρια (π.χ. στους ανθρώπους 35-40 C και φυσιολογικά 36-37 C), παρά τις σημαντικές μεταβολές στη θερμοκρασία του περιβάλλοντός τους
ομοιοθερμίας	=	ομοιοθερμία
ομοιοθερμίες	=	ομοιοθερμία
ομοιοθερμιών	=	ομοιοθερμία
ομοιοκάταρκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκάταρκτο
ομοιοκάταρκτε	adj	κλητική ενικού του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκάταρκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκάταρκτη
ομοιοκάταρκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκάταρκτης	adj	γενική ενικού του ομοιοκάταρκτη
ομοιοκάταρκτο	noun	λογοτεχνικό σχήμα, κατά το οποίο δύο ή περισσότερες φράσεις, στίχοι ή λέξεις αρχίζουν με την ίδια συλλαβή ή τους ίδιους φθόγγους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκάταρκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκάταρκτος	adj	που έχει την ίδια αρχή, που ξεκινάει με τις ίδιες συλλαβές ή λέξεις
ομοιοκάταρκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκάταρκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκάταρκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιοκάταρκτος
ομοιοκατάληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκατάληκτο
ομοιοκατάληκτε	adj	κλητική ενικού του ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκατάληκτη
ομοιοκατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληκτης	adj	γενική ενικού του ομοιοκατάληκτη
ομοιοκατάληκτο	=	ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληκτος	adj	που ομοιοκαταληκτεί, που σχηματίζει ομοιοκαταληξία με κάτι άλλο
ομοιοκατάληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληχτα	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτε	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτες	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτη	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτης	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτο	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτοι	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτος	adj	ομοιοκατάληκτος
ομοιοκατάληχτου	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτους	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκατάληχτων	=	ομοιοκατάληχτος
ομοιοκαταλήκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομοιοκαταληκτώ
ομοιοκαταλήκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομοιοκαταληκτώ
ομοιοκαταληκτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ομοιοκαταληκτώ
ομοιοκαταληκτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομοιοκαταληκτώ
ομοιοκαταληκτώ	verb	έχω την ίδια κατάληξη με κάτι άλλο, σχηματίζω ομοιοκαταληξία
ομοιοκαταληκτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομοιοκαταληκτώ
ομοιοκαταληξία	noun	η επανάληψη των ίδιων καταλήξεων σε στίχους ενός ποιήματος
ομοιοκαταληξίας	noun	γενική ενικού του ομοιοκαταληξία
ομοιοκαταληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοκαταληξία
ομοιοκαταληξιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοιοκαταληξία
ομοιοκαταληχτώ	verb	ομοιοκαταληκτώ
ομοιοκαταληχτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομοιοκαταληχτώ
ομοιομέρεια	noun	το να είναι κάποιος ομοιομερής, η ιδιότητα του ομοιομερούς
ομοιομέρειας	noun	γενική ενικού του ομοιομέρεια
ομοιομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιομέρεια
ομοιομερές	=	ομοιομερής
ομοιομερή	=	ομοιομερής
ομοιομερής	adj	που έχει όμοια μέρη ή αποτελείται από αυτά
ομοιομερείς	=	ομοιομερής
ομοιομερειών	noun	γενική πληθυντικού του ομοιομέρεια
ομοιομερούς	=	ομοιομερής
ομοιομερών	=	ομοιομερής
ομοιομερώς	adv|formal	με ομοιομερή τρόπο, με ομοιομέρεια
ομοιομορφία	noun	η ομοιότητα στην μορφή ή εμφάνιση, το να είναι κάποιος ομοιόμορφος
ομοιομορφίας	noun	γενική ενικού του ομοιομορφία
ομοιομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιομορφία
ομοιομορφισμέ	=	ομοιομορφισμός
ομοιομορφισμοί	=	ομοιομορφισμός
ομοιομορφισμού	=	ομοιομορφισμός
ομοιομορφισμούς	=	ομοιομορφισμός
ομοιομορφισμό	=	ομοιομορφισμός
ομοιομορφισμός	noun	Η ιδιότητα του ομοιόμορφου ή η τάση για ομοιομορφία.
ομοιομορφισμών	=	ομοιομορφισμός
ομοιομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοιομορφία
ομοιομόρφως	adv|dated	ομοιόμορφα
ομοιοπάθεια	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του ομοιοπαθούς, όταν κάποιος βρίσκεται στην ίδια / όμοια (άσχημη) κατάσταση με άλλον
ομοιοπάθειας	=	ομοιοπάθεια
ομοιοπάθειες	=	ομοιοπάθεια
ομοιοπαθές	=	ομοιοπαθής
ομοιοπαθή	=	ομοιοπαθής
ομοιοπαθής	adj	που έχει πάθει τα ίδια (άσχημα πράγματα) με άλλον
ομοιοπαθείς	=	ομοιοπαθής
ομοιοπαθειών	=	ομοιοπάθεια
ομοιοπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοπαθητικό
ομοιοπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοπαθητική
ομοιοπαθητική	noun	θεραπευτική προσέγγιση που χορηγεί στον ασθενή μικρές δόσεις της ουσίας που μπορεί να προκαλέσει τα συμπτώματα αυτής της ασθένειας, όταν χορηγηθούν σε έναν υγιή οργανισμό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθητικής	adj	γενική ενικού του ομοιοπαθητική
ομοιοπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθητικού	adj	γενική ενικού του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθητικός	noun	επαγγελματίας που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την ομοιοπαθητική	adj	που έχει σχέση με την ομοιοπάθεια ή την ομοιοπαθητική ή αναφέρεται σ’ αυτές
ομοιοπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοιοπαθητικός
ομοιοπαθούς	=	ομοιοπαθής
ομοιοπαθών	=	ομοιοπαθής
ομοιοπαθώς	adv|formal	με ομοιοπαθή τρόπο
ομοιοπλαστικές	=	ομοιοπλαστική
ομοιοπλαστική	noun	πλαστική χειρουργική επέμβαση κατά την οποία χρησιμοποιειοται ομοιομόσχευμα
ομοιοπλαστικής	=	ομοιοπλαστική
ομοιοπλαστικών	=	ομοιοπλαστική
ομοιοπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοπολικό
ομοιοπολικέ	adj	κλητική ενικού του ομοιοπολικός
ομοιοπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοπολική
ομοιοπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοπολικός
ομοιοπολικής	adj	γενική ενικού του ομοιοπολική
ομοιοπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιοπολικός
ομοιοπολικοτήτων	=	ομοιοπολικότητα
ομοιοπολικού	adj	γενική ενικού του ομοιοπολικός
ομοιοπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιοπολικός
ομοιοπολικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοιοπολικός
ομοιοπολικός	adj	δεσμός μεταξύ ατόμων με ίσο σθένος που σχηματίζεται με αμοιβαία συνεισφορά ηλεκτρονίων
ομοιοπολικότητα	noun	τον να είναι κάποιος ομοιοπολικός, η ιδιότητα του ομοιοπολικού
ομοιοπολικότητας	=	ομοιοπολικότητα
ομοιοπολικότητες	=	ομοιοπολικότητα
ομοιοπολικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοιοπολικός
ομοιοπτώτως	=	ομοιόπτωτα
ομοιοστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόσταση
ομοιοστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ομοιόσταση
ομοιοστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ομοιόσταση
ομοιοστασία	noun	άλλη μορφή του ομοιόσταση
ομοιοστασίας	noun	γενική ενικού του ομοιοστασία
ομοιοστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοστασία
ομοιοστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοιοστασία
ομοιοτέλευτα	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτε	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτες	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτη	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτης	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτο	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτοι	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτον	noun|literary	σχήμα σύμφωνα με το οποίο εμφανίζεται ομοιοκαταληξία στο τέλος δύο ή περισσότερων διαδοχικών ή κοντινών στίχων, προτάσεων κ.λπ.
ομοιοτέλευτος	adj|formal	ομοιοκατάληκτος
ομοιοτέλευτου	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτους	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτων	=	ομοιοτέλευτος
ομοιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ομοιότητα
ομοιοτροπία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ομοιότροπο(ς), η ιδιότητα του ομοιότροπου
ομοιοτροπίας	=	ομοιοτροπία
ομοιοτροπίες	=	ομοιοτροπία
ομοιοτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοτροπικό
ομοιοτροπικέ	adj	κλητική ενικού του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοτροπική
ομοιοτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπικής	adj	γενική ενικού του ομοιοτροπική
ομοιοτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπικού	adj	γενική ενικού του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπικός	adj	που έχει παντού ίδιες-σταθερές-αμετάβλητες ιδιότητες
ομοιοτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοιοτροπικός
ομοιοτροπιών	=	ομοιοτροπία
ομοιοτρόπου	=	ομοιότροπος
ομοιοτρόπους	=	ομοιότροπος
ομοιοτρόπων	=	ομοιότροπος
ομοιοτρόπως	adv|dated	ομοιότροπα
ομοιοτυπία	noun	που ανήκει στον ίδιο τύπο με κάποιον ή κάτι άλλο, που έχουν εμφανισιακή ομοιότητα
ομοιοτυπίας	=	ομοιοτυπία
ομοιοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοτυπία
ομοιοτυπιών	=	ομοιοτυπία
ομοιοτύπου	=	ομοιότυπο
ομοιοτύπων	=	ομοιότυπο
ομοιοχρωμία	noun	η ιδιότητα του ομοιόχρωμου
ομοιοχρωμίας	noun	γενική ενικού του ομοιοχρωμία
ομοιοχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιοχρωμία
ομοιοχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοιοχρωμία
ομοιούσια	=	ομοιούσιος
ομοιούσιας	=	ομοιούσιος
ομοιούσιε	=	ομοιούσιος
ομοιούσιες	=	ομοιούσιος
ομοιούσιο	=	ομοιούσιος
ομοιούσιοι	=	ομοιούσιος
ομοιούσιος	adj	που έχει όμοια ουσία με κάποιον άλλον αλλά όχι την ίδια
ομοιούσιου	=	ομοιούσιος
ομοιούσιους	=	ομοιούσιος
ομοιούσιων	=	ομοιούσιος
ομοιωθήκαμε	=	ομοιώνομαι
ομοιωθήκαν	=	ομοιώνομαι
ομοιωθήκανε	=	ομοιώνομαι
ομοιωθήκατε	=	ομοιώνομαι
ομοιωθεί	=	ομοιώνομαι
ομοιωθείτε	=	ομοιώνομαι
ομοιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ομοίωμα
ομοιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιωμένο
ομοιωμένε	verb	κλητική ενικού του ομοιωμένος
ομοιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιωμένη
ομοιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιωμένος
ομοιωμένης	verb	γενική ενικού του ομοιωμένη
ομοιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ομοιωμένος
ομοιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιωμένος
ομοιωμένος	=	ομοιώνομαι
ομοιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιωμένος
ομοιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομοιωμένος
ομοιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιωμένος
ομοιωματικά	noun	σημείο στίξης το οποίο δηλώνει πως το κείμενο ή η λέξη είναι ίδια με αυτά που βρίσκονται ακριβώς από πάνω	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιωματικό
ομοιωματικέ	adj	κλητική ενικού του ομοιωματικός
ομοιωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιωματική
ομοιωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιωματικός
ομοιωματικής	adj	γενική ενικού του ομοιωματική
ομοιωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιωματικός
ομοιωματικού	adj	γενική ενικού του ομοιωματικός
ομοιωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιωματικός
ομοιωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοιωματικός
ομοιωματικός	adj	που εκφράζει ομοιότητα
ομοιωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοιωματικός
ομοιωνόμασταν	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόμαστε	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόμουν	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόμουνα	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόντουσαν	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόσασταν	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόσαστε	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόσουν	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόσουνα	=	ομοιώνομαι
ομοιωνόταν	=	ομοιώνομαι
ομοιωνότανε	=	ομοιώνομαι
ομοιόβαθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόβαθμο
ομοιόβαθμε	adj	κλητική ενικού του ομοιόβαθμος
ομοιόβαθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόβαθμη
ομοιόβαθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιόβαθμος
ομοιόβαθμης	adj	γενική ενικού του ομοιόβαθμη
ομοιόβαθμο	adj	αιτιατική ενικού του ομοιόβαθμος
ομοιόβαθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιόβαθμος
ομοιόβαθμος	adj	που έχει όμοιο βαθμό με κάποιον άλλο, τον ίδιο βαθμό
ομοιόβαθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιόβαθμος
ομοιόβαθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιόβαθμος
ομοιόβαθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιόβαθμος
ομοιόγραφα	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφε	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφες	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφη	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφης	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφο	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφοι	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφος	adj	που έχει γραφτεί με τον ίδιο τρόπο
ομοιόγραφου	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφους	=	ομοιόγραφος
ομοιόγραφων	=	ομοιόγραφος
ομοιόθερμα	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμε	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμες	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμη	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμης	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμο	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμοι	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμος	adj	που διατηρεί τη μέση θερμοκρασία του σταθερή ανεξαρτήτως των εξωτερικών θερμοκρασιακών μεταβολών
ομοιόθερμου	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμους	=	ομοιόθερμος
ομοιόθερμων	=	ομοιόθερμος
ομοιόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόμορφο, ουδέτερο του ομοιόμορφος	adv	με ομοιόμορφο τρόπο, με ομοιομορφία
ομοιόμορφε	adj	κλητική ενικού του ομοιόμορφος
ομοιόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόμορφη
ομοιόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιόμορφος
ομοιόμορφης	adj	γενική ενικού του ομοιόμορφη
ομοιόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του ομοιόμορφος
ομοιόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιόμορφος
ομοιόμορφος	adj	που έχει σε όλη του την έκταση την ίδια μορφή ή την ίδια εμφάνιση εξωτερικά
ομοιόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιόμορφος
ομοιόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιόμορφος
ομοιόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιόμορφος
ομοιόπτωτα	adv	στην ίδια γραμματική πτώση
ομοιόπτωτε	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτες	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτη	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτης	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτο	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτοι	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτος	adj	που βρίσκεται στην ίδια γραμματική πτώση με άλλη λέξη
ομοιόπτωτου	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτους	=	ομοιόπτωτος
ομοιόπτωτων	=	ομοιόπτωτος
ομοιόσταση	noun	η ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί σταθερές τις συνθήκες του εσωτερικού του περιβάλλοντος (θερμοκρασία, συγκεντρώσεις διάφορων συστατικών κτλ.), παρά τις εξωτερικές μεταβολές
ομοιόστασης	noun	γενική ενικού του ομοιόσταση
ομοιόσχημα	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημε	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημες	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημη	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημης	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημο	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημοι	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημος	adj	που έχει όμοιο σχήμα με κάποιον άλλον
ομοιόσχημου	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημους	=	ομοιόσχημος
ομοιόσχημων	=	ομοιόσχημος
ομοιότατα	=	όμοιος
ομοιότατε	=	όμοιος
ομοιότατες	=	όμοιος
ομοιότατη	=	όμοιος
ομοιότατης	=	όμοιος
ομοιότατο	=	όμοιος
ομοιότατοι	=	όμοιος
ομοιότατος	=	όμοιος
ομοιότατου	=	όμοιος
ομοιότατους	=	όμοιος
ομοιότατων	=	όμοιος
ομοιότερα	=	όμοιος
ομοιότερε	=	όμοιος
ομοιότερες	=	όμοιος
ομοιότερη	=	όμοιος
ομοιότερης	=	όμοιος
ομοιότερο	=	όμοιος
ομοιότεροι	=	όμοιος
ομοιότερος	=	όμοιος
ομοιότερου	=	όμοιος
ομοιότερους	=	όμοιος
ομοιότερων	=	όμοιος
ομοιότητα	noun	η ιδιότητα αυτού που είναι όμοιος με κάποιον/κάτι άλλο, η ιδιότητα που έχουν δύο άτομα ή αντικείμενα να μοιάζουν μεταξύ τους
ομοιότητας	noun	γενική ενικού του ομοιότητα
ομοιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιότητα
ομοιότροπα	adv	με ομοιότροπο τρόπο
ομοιότροπε	=	ομοιότροπος
ομοιότροπες	=	ομοιότροπος
ομοιότροπη	=	ομοιότροπος
ομοιότροπης	=	ομοιότροπος
ομοιότροπο	=	ομοιότροπος
ομοιότροποι	=	ομοιότροπος
ομοιότροπος	adj|formal	άλλη μορφή του ομότροπος
ομοιότροπου	=	ομοιότροπος
ομοιότροπους	=	ομοιότροπος
ομοιότροπων	=	ομοιότροπος
ομοιότυπή	=	ομοιότυπος
ομοιότυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιότυπο
ομοιότυπε	adj	κλητική ενικού του ομοιότυπος
ομοιότυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιότυπη
ομοιότυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιότυπος
ομοιότυπης	adj	γενική ενικού του ομοιότυπη
ομοιότυπο	noun	η φωτοτυπία
ομοιότυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιότυπος
ομοιότυπος	adj	που είναι όμοιου ή παρόμοιου τύπου με κάποιον άλλο, που έχει παρόμοια κατασκευή ή μορφή
ομοιότυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιότυπος
ομοιότυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιότυπος
ομοιότυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιότυπος
ομοιόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόφωνο
ομοιόφωνε	adj	κλητική ενικού του ομοιόφωνος
ομοιόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοιόφωνη
ομοιόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοιόφωνος
ομοιόφωνης	adj	γενική ενικού του ομοιόφωνη
ομοιόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του ομοιόφωνος
ομοιόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοιόφωνος
ομοιόφωνος	adj	αυτός που μιλάει με όμοια με άλλον
ομοιόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομοιόφωνος
ομοιόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοιόφωνος
ομοιόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομοιόφωνος
ομοιόχρονα	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονε	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονες	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονη	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονης	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονο	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονοι	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονος	adj	ο ισόχρονος
ομοιόχρονου	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονους	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρονων	=	ομοιόχρονος
ομοιόχρωμα	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμε	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμες	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμη	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμης	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμο	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμοι	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμος	adj	που έχει το ίδιο χρώμα με κάποιον/κάτι άλλο
ομοιόχρωμου	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμους	=	ομοιόχρωμος
ομοιόχρωμων	=	ομοιόχρωμος
ομοιώθηκα	=	ομοιώνομαι
ομοιώθηκαν	=	ομοιώνομαι
ομοιώθηκε	=	ομοιώνομαι
ομοιώθηκες	=	ομοιώνομαι
ομοιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοίωμα
ομοιώματος	noun	γενική ενικού του ομοίωμα
ομοιώναμε	=	ομοιώνω
ομοιώναν	=	ομοιώνω
ομοιώνανε	=	ομοιώνω
ομοιώνατε	=	ομοιώνω
ομοιώνει	=	ομοιώνω
ομοιώνεις	=	ομοιώνω
ομοιώνεσαι	=	ομοιώνομαι
ομοιώνεστε	=	ομοιώνομαι
ομοιώνεται	=	ομοιώνομαι
ομοιώνετε	=	ομοιώνω
ομοιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ομοιώνω
ομοιώνονται	=	ομοιώνομαι
ομοιώνονταν	=	ομοιώνομαι
ομοιώνοντας	=	ομοιώνω
ομοιώνου	=	ομοιώνομαι
ομοιώνουμε	=	ομοιώνω
ομοιώνουν	=	ομοιώνω
ομοιώνουνε	=	ομοιώνω
ομοιώνω	verb	κάνω κάτι ή κάποιον όμοιο με άλλο(ν)
ομοιώσαμε	=	ομοιώνω
ομοιώσαν	=	ομοιώνω
ομοιώσανε	=	ομοιώνω
ομοιώσατε	=	ομοιώνω
ομοιώσει	=	ομοιώνω
ομοιώσεις	=	ομοίωση
ομοιώσεων	=	ομοίωση
ομοιώσου	=	ομοιώνομαι
ομοιώστε	=	ομοιώνω
ομοκανονικοτήτων	=	ομοκανονικότητα
ομοκανονικότητα	noun	η ιδιότητα του ομοκανονικού, δηλαδή η αντίληψη ότι η ομοφυλοφιλία είναι ο μοναδικός «φυσιολογικός» σεξουαλικός προσανατολισμός και η υιοθέτηση αντιλήψεων και αξιών ετεροφυλόφιλων ατόμων από ομοφυλόφιλους
ομοκανονικότητας	=	ομοκανονικότητα
ομοκανονικότητες	=	ομοκανονικότητα
ομοκεντρία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ομόκεντρο(ς), η ιδιότητα του ομόκεντρου
ομοκεντρίας	=	ομοκεντρία
ομοκεντρίες	=	ομοκεντρία
ομοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ομοκεντρικός	adv	με ομοκεντρικό τρόπο
ομοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του ομοκεντρικός
ομοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοκεντρική
ομοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοκεντρικός
ομοκεντρικής	adj	γενική ενικού του ομοκεντρική
ομοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοκεντρικός
ομοκεντρικοτήτων	=	ομοκεντρικότητα
ομοκεντρικού	adj	γενική ενικού του ομοκεντρικός
ομοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοκεντρικός
ομοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοκεντρικός
ομοκεντρικός	adj	που έχει το ίδιο κέντρο
ομοκεντρικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ομοκεντρικό(ς), η ιδιότητα του ομοκεντρικού
ομοκεντρικότητας	=	ομοκεντρικότητα
ομοκεντρικότητες	=	ομοκεντρικότητα
ομοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοκεντρικός
ομοκεντρικώς	adv|dated	ομοκεντρικά
ομοκεντριών	=	ομοκεντρία
ομοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοκινητικό
ομοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του ομοκινητικός
ομοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοκινητική
ομοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοκινητικός
ομοκινητικής	adj	γενική ενικού του ομοκινητική
ομοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοκινητικός
ομοκινητικού	adj	γενική ενικού του ομοκινητικός
ομοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοκινητικός
ομοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοκινητικός
ομοκινητικός	adj	που κινείται συσχετισμένα (με κάτι άλλο)
ομοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοκινητικός
ομοκοινωνικοτήτων	=	ομοκοινωνικότητα
ομοκοινωνικότητα	noun	οι γενικότερες σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου (όπως οι κοινωνικές σχέσεις), οργάνωση σχέσεων μεταξύ ομοφύλων
ομοκοινωνικότητας	=	ομοκοινωνικότητα
ομοκοινωνικότητες	=	ομοκοινωνικότητα
ομολογήθηκα	=	ομολογώ
ομολογήθηκαν	=	ομολογώ
ομολογήθηκε	=	ομολογώ
ομολογήθηκες	=	ομολογώ
ομολογήματα	=	ομολόγημα
ομολογήματος	=	ομολόγημα
ομολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσαν	=	ομολογώ
ομολογήσανε	=	ομολογώ
ομολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσου	=	ομολογώ
ομολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσουνε	=	ομολογώ
ομολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολογήτρια	=	ομολογητής
ομολογία	noun	η αναγνώριση της πατρότητας μιας (άδικης) πράξης, η παραδοχή της ενοχής από αυτόν που διέπραξε κάτι το παράνομο ή το ανήθικο
ομολογίας	noun	γενική ενικού του ομολογία
ομολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογία
ομολογεί	=	ομολογώ
ομολογείς	=	ομολογώ
ομολογείσαι	=	ομολογώ
ομολογείστε	=	ομολογώ
ομολογείται	=	ομολογώ
ομολογείτε	=	ομολογώ
ομολογείτο	=	ομολογώ
ομολογηθήκαμε	=	ομολογώ
ομολογηθήκαν	=	ομολογώ
ομολογηθήκανε	=	ομολογώ
ομολογηθήκατε	=	ομολογώ
ομολογηθεί	=	ομολογώ
ομολογηθείς	=	ομολογώ
ομολογηθείτε	=	ομολογώ
ομολογηθούμε	=	ομολογώ
ομολογηθούν	=	ομολογώ
ομολογηθούνε	=	ομολογώ
ομολογηθώ	=	ομολογώ
ομολογημάτων	=	ομολόγημα
ομολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογημένο
ομολογημένε	verb	κλητική ενικού του ομολογημένος
ομολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογημένη
ομολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομολογημένος
ομολογημένης	verb	γενική ενικού του ομολογημένη
ομολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ομολογημένος
ομολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομολογημένος
ομολογημένος	=	ομολογώ
ομολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομολογημένος
ομολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομολογημένος
ομολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομολογημένος
ομολογητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογητής
ομολογητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ομολογητής
ομολογητής	noun	αυτός που παρά τα μαρτύρια στα οποία υποβλήθηκε παρέμεινε σταθερός στην ομολογία της χριστιανικής του πίστης
ομολογητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογητικό
ομολογητικέ	adj	κλητική ενικού του ομολογητικός
ομολογητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογητική
ομολογητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομολογητικός
ομολογητικής	adj	γενική ενικού του ομολογητική
ομολογητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομολογητικός
ομολογητικού	adj	γενική ενικού του ομολογητικός
ομολογητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομολογητικός
ομολογητικό	adj	αιτιατική ενικού του ομολογητικός
ομολογητικός	adj	σχετικός με την ομολογία
ομολογητικών	adj	γενική πληθυντικού του ομολογητικός
ομολογητικώς	adv|archaic	με ομολογητικό τρόπο
ομολογητών	noun	γενική πληθυντικού του ομολογητής
ομολογιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ομολογιακός	adv	με ομολογιακό τρόπο
ομολογιακέ	adj	κλητική ενικού του ομολογιακός
ομολογιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογιακή
ομολογιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομολογιακός
ομολογιακής	adj	γενική ενικού του ομολογιακή
ομολογιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομολογιακός
ομολογιακού	adj	γενική ενικού του ομολογιακός
ομολογιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομολογιακός
ομολογιακό	adj	αιτιατική ενικού του ομολογιακός
ομολογιακός	adj	που έχει σχέση με ομόλογο
ομολογιακών	adj	γενική πληθυντικού του ομολογιακός
ομολογιούχε	=	ομολογιούχος
ομολογιούχο	=	ομολογιούχος
ομολογιούχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομολογιούχος
ομολογιούχος	noun	ο κάτοχος ενός ομολόγου
ομολογιούχου	=	ομολογιούχος
ομολογιούχους	=	ομολογιούχος
ομολογιούχων	=	ομολογιούχος
ομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ομολογία
ομολογουμένως	adv	όπως πρέπει να παραδεχτούμε, να ομολογήσουμε
ομολογούμαι	=	ομολογώ
ομολογούμασταν	=	ομολογώ
ομολογούμαστε	=	ομολογώ
ομολογούμε	=	ομολογώ
ομολογούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογούμενο
ομολογούμενε	verb	κλητική ενικού του ομολογούμενος
ομολογούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομολογούμενη
ομολογούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομολογούμενος
ομολογούμενης	verb	γενική ενικού του ομολογούμενη
ομολογούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ομολογούμενος
ομολογούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομολογούμενος
ομολογούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ομολογώ
ομολογούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομολογούμενος
ομολογούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομολογούμενος
ομολογούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομολογούμενος
ομολογούμουν	=	ομολογώ
ομολογούμουνα	=	ομολογώ
ομολογούν	=	ομολογώ
ομολογούνε	=	ομολογώ
ομολογούνται	=	ομολογώ
ομολογούνταν	=	ομολογώ
ομολογούντο	=	ομολογώ
ομολογούσα	=	ομολογώ
ομολογούσαμε	=	ομολογώ
ομολογούσαν	=	ομολογώ
ομολογούσανε	=	ομολογώ
ομολογούσατε	=	ομολογώ
ομολογούσε	=	ομολογώ
ομολογούσες	=	ομολογώ
ομολογούσουν	=	ομολογώ
ομολογούσουνα	=	ομολογώ
ομολογώ	verb	παραδέχομαι κάτι
ομολογώντας	=	ομολογώ
ομολόγει	=	ομολογώ
ομολόγημα	noun	άλλη μορφή του ομολογία
ομολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομολογώ
ομολόγου	noun	γενική ενικού του ομόλογο
ομολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ομόλογο
ομομήτρια	=	ομομήτριος
ομομήτριας	=	ομομήτριος
ομομήτριε	=	ομομήτριος
ομομήτριες	=	ομομήτριος
ομομήτριο	=	ομομήτριος
ομομήτριοι	=	ομομήτριος
ομομήτριος	adj	που γεννήθηκε από την ίδια μητέρα με κάποιον άλλο αλλά από διαφορετικό πατέρα
ομομήτριου	=	ομομήτριος
ομομήτριους	=	ομομήτριος
ομομήτριων	=	ομομήτριος
ομομιξία	noun	η κατάσταση ενός πληθυσμού, του οποίου οι απόγονοι που προέρχονται από συζεύξεις συγγενών μεταξύ τους είναι περισσότεροι του συνηθισμένου
ομομιξίας	=	ομομιξία
ομομιξίες	=	ομομιξία
ομομιξιών	=	ομομιξία
ομονοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονοίας	=	ομόνοια
ομονοιών	=	ομόνοια
ομονοώ	verb	είμαι σε ομόνοια με κάποιον άλλο
ομονοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομονοώ
ομονόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομονόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομονοώ
ομοουσίως	adv|formal	με ομοούσιο τρόπο
ομοουσιοτήτων	=	ομοουσιότητα
ομοουσιότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ομοούσιου
ομοουσιότητας	=	ομοουσιότητα
ομοουσιότητες	=	ομοουσιότητα
ομοούσια	=	ομοούσιος
ομοούσιας	=	ομοούσιος
ομοούσιε	=	ομοούσιος
ομοούσιες	=	ομοούσιος
ομοούσιο	=	ομοούσιος
ομοούσιοι	=	ομοούσιος
ομοούσιος	adj	που έχει την ίδια ουσία, την ίδια φύση
ομοούσιου	=	ομοούσιος
ομοούσιους	=	ομοούσιος
ομοούσιων	=	ομοούσιος
ομοπάτρια	=	ομοπάτριος
ομοπάτριας	=	ομοπάτριος
ομοπάτριε	=	ομοπάτριος
ομοπάτριες	=	ομοπάτριος
ομοπάτριο	=	ομοπάτριος
ομοπάτριοι	=	ομοπάτριος
ομοπάτριος	adj	που κατάγεται από τον ίδιο πατέρα αλλά όχι απαραίτητα από την ίδια μητέρα
ομοπάτριου	=	ομοπάτριος
ομοπάτριους	=	ομοπάτριος
ομοπάτριων	=	ομοπάτριος
ομοπλαστία	noun	η ομοιότητα ή η αντιστοιχία οργάνων ζώου ή φυτού
ομοπλαστίας	=	ομοπλαστία
ομοπλαστίες	=	ομοπλαστία
ομοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοπλαστικό
ομοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του ομοπλαστικός
ομοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοπλαστική
ομοπλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοπλαστικός
ομοπλαστικής	adj	γενική ενικού του ομοπλαστική
ομοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοπλαστικός
ομοπλαστικού	adj	γενική ενικού του ομοπλαστικός
ομοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοπλαστικός
ομοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοπλαστικός
ομοπλαστικός	adj	σχετικός με την ομοπλαστία
ομοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοπλαστικός
ομοπλαστιών	=	ομοπλαστία
ομορρυθμία	noun|formal	η ιδιότητα του ομόρρυθμου
ομορρυθμίας	noun	γενική ενικού του ομορρυθμία
ομορρυθμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορρυθμία
ομορρυθμιών	noun	γενική πληθυντικού του ομορρυθμία
ομορφάδα	noun	η ομορφιά
ομορφάδας	=	ομορφάδα
ομορφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφάδα
ομορφάδων	=	ομορφάδα
ομορφάνθρωπε	=	ομορφάνθρωπος
ομορφάνθρωπο	=	ομορφάνθρωπος
ομορφάνθρωποι	=	ομορφάνθρωπος
ομορφάνθρωπος	noun	που είναι όμορφος άνθρωπος
ομορφάνθρωπου	=	ομορφάνθρωπος
ομορφάνθρωπους	=	ομορφάνθρωπος
ομορφάντρας	noun	ένας όμορφος άντρας
ομορφαίναμε	=	ομορφαίνω
ομορφαίναν	=	ομορφαίνω
ομορφαίνανε	=	ομορφαίνω
ομορφαίνατε	=	ομορφαίνω
ομορφαίνει	=	ομορφαίνω
ομορφαίνεις	=	ομορφαίνω
ομορφαίνετε	=	ομορφαίνω
ομορφαίνομε	=	ομορφαίνω
ομορφαίνοντας	=	ομορφαίνω
ομορφαίνουμε	=	ομορφαίνω
ομορφαίνουν	=	ομορφαίνω
ομορφαίνουνε	=	ομορφαίνω
ομορφαίνω	verb	κάνω κάτι πιο όμορφο
ομορφιά	noun	η ωραιότητα της μορφής, η ιδιότητα ενός ανθρώπου ή αντικειμένου να θέλγει τις αισθήσεις
ομορφιάς	noun	γενική ενικού του ομορφιά
ομορφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφιά
ομορφιών	=	ομορφιά
ομορφοκόριτσα	=	ομορφοκόριτσο
ομορφοκόριτσο	noun|vulgar	το όμορφο κορίτσι
ομορφοκόριτσου	=	ομορφοκόριτσο
ομορφοκόριτσων	=	ομορφοκόριτσο
ομορφονιά	noun	θηλυκό του ομορφονιός
ομορφονιάς	=	ομορφονιά
ομορφονιέ	noun	κλητική ενικού του ομορφονιός
ομορφονιές	=	ομορφονιά
ομορφονιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομορφονιός
ομορφονιού	noun	γενική ενικού του ομορφονιός
ομορφονιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ομορφονιός
ομορφονιό	noun	αιτιατική ενικού του ομορφονιός
ομορφονιός	noun	όμορφος νέος
ομορφονιών	noun	γενική πληθυντικού του ομορφονιός
ομορφοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφοφτιαγμένο
ομορφοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του ομορφοφτιαγμένος
ομορφοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφοφτιαγμένη
ομορφοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομορφοφτιαγμένος
ομορφοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του ομορφοφτιαγμένη
ομορφοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ομορφοφτιαγμένος
ομορφοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομορφοφτιαγμένος
ομορφοφτιαγμένος	verb	που έχει φτιαχτεί όμορφα
ομορφοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομορφοφτιαγμένος
ομορφοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ομορφοφτιαγμένος
ομορφοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομορφοφτιαγμένος
ομορφούλα	noun	θηλυκό του ομορφούλης
ομορφούλας	noun	γενική ενικού του ομορφούλα
ομορφούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφούλα
ομορφούλη	=	ομορφούλης
ομορφούληδες	=	ομορφούλης
ομορφούληδων	=	ομορφούλης
ομορφούλης	adj	αρκετά όμορφος
ομορφούλικα	=	ομορφούλης
ομορφούλικο	=	ομορφούλης
ομορφούλικου	=	ομορφούλης
ομορφούλικων	=	ομορφούλης
ομορφόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφόπαιδο
ομορφόπαιδο	noun|vulgar	το όμορφο παιδί, ο όμορφος νέος
ομορφόπαιδου	=	ομορφόπαιδο
ομορφόπαιδων	=	ομορφόπαιδο
ομορφόσογα	=	ομορφόσογο
ομορφόσογο	noun	σόι με όμορφους ανθρώπους
ομορφόσογου	=	ομορφόσογο
ομορφόσογων	=	ομορφόσογο
ομορφότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφότατο
ομορφότατε	adj	κλητική ενικού του ομορφότατος
ομορφότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφότατη
ομορφότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομορφότατος
ομορφότατης	adj	γενική ενικού του ομορφότατη
ομορφότατο	adj	αιτιατική ενικού του ομορφότατος
ομορφότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομορφότατος
ομορφότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του όμορφος
ομορφότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομορφότατος
ομορφότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομορφότατος
ομορφότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομορφότατος
ομορφότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφότερο
ομορφότερε	adj	κλητική ενικού του ομορφότερος
ομορφότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομορφότερη
ομορφότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομορφότερος
ομορφότερης	adj	γενική ενικού του ομορφότερη
ομορφότερο	adj	αιτιατική ενικού του ομορφότερος
ομορφότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομορφότερος
ομορφότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του όμορφος
ομορφότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομορφότερος
ομορφότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομορφότερος
ομορφότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομορφότερος
ομορφύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύναν	=	ομορφαίνω
ομορφύνανε	=	ομορφαίνω
ομορφύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνομε	=	ομορφαίνω
ομορφύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνουνε	=	ομορφαίνω
ομορφύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομορφύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομοσεξουαλικοτήτων	=	ομοσεξουαλικότητα
ομοσεξουαλικός	adj|rare	που έλκεται ερωτικά ή σεξουαλικά από άτομα ίδιου φύλου
ομοσεξουαλικότητα	noun	η ομοφυλοφιλία
ομοσεξουαλικότητας	=	ομοσεξουαλικότητα
ομοσεξουαλικότητες	=	ομοσεξουαλικότητα
ομοσιτώ	verb|formal	συντρώγω
ομοσκεδαστικά	adv	με ομοσκεδαστικό τρόπο
ομοσκεδαστικέ	adj	κλητική ενικού του ομοσκεδαστικός
ομοσκεδαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοσκεδαστική
ομοσκεδαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοσκεδαστικός
ομοσκεδαστικής	adj	γενική ενικού του ομοσκεδαστική
ομοσκεδαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοσκεδαστικός
ομοσκεδαστικοτήτων	=	ομοσκεδαστικότητα
ομοσκεδαστικού	adj	γενική ενικού του ομοσκεδαστικός
ομοσκεδαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοσκεδαστικός
ομοσκεδαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοσκεδαστικός
ομοσκεδαστικός	adj	που έχει την ίδια πεπερασμένη διακύμανση για όλα τα στοιχεία
ομοσκεδαστικότητα	noun	η ιδιότητα του ομοσκεδαστικού
ομοσκεδαστικότητας	=	ομοσκεδαστικότητα
ομοσκεδαστικότητες	=	ομοσκεδαστικότητα
ομοσκεδαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοσκεδαστικός
ομοσμένος	adj|rare	που έχει γίνει με όρκο
ομοσπονδία	noun	η ένωση δύο τουλάχιστον ανεξάρτητων κι αυτόνομων κρατών, ώστε να συνιστούν μια ενιαία κρατική υπόσταση με διεθνή προσωπικότητα, κοινό σύνταγμα και εσωτερικό δίκαιο
ομοσπονδίας	noun	γενική ενικού του ομοσπονδία
ομοσπονδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοσπονδία
ομοσπονδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοσπονδιακό	adv	που αφορά ομοσπονδία
ομοσπονδιακέ	adj	κλητική ενικού του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοσπονδιακή
ομοσπονδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακής	adj	γενική ενικού του ομοσπονδιακή
ομοσπονδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακού	adj	γενική ενικού του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακό	adj	αιτιατική ενικού του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακός	adj	που συσχετίζεται με ομοσπονδία
ομοσπονδιακών	adj	γενική πληθυντικού του ομοσπονδιακός
ομοσπονδιακώς	adv|dated	ομοσπονδιακά
ομοσπονδισμέ	=	ομοσπονδισμός
ομοσπονδισμοί	=	ομοσπονδισμός
ομοσπονδισμού	=	ομοσπονδισμός
ομοσπονδισμούς	=	ομοσπονδισμός
ομοσπονδισμό	=	ομοσπονδισμός
ομοσπονδισμός	noun	η τάση για σχηματισμό ομοσπονδίας, συνένωσης κρατιδίων με πολιτειακή μορφή διακυβέρνησης
ομοσπονδισμών	=	ομοσπονδισμός
ομοσπονδιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοσπονδία
ομοτέχνου	noun	γενική ενικού του ομότεχνος
ομοτέχνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ομότεχνος
ομοτέχνων	noun	γενική πληθυντικού του ομότεχνος
ομοταγές	=	ομοταγής
ομοταγή	=	ομοταγής
ομοταγής	adj|formal	που έχει ταχθεί στην ίδια κατηγορία, τάξη, σειρά κ.λπ. με κάποιον άλλο
ομοταγείς	=	ομοταγής
ομοταγούς	=	ομοταγής
ομοταγών	=	ομοταγής
ομοταξία	noun	ταξινομική βαθμίδα που αποτελείται από συγγενείς μεταξύ τους τάξεις
ομοταξίας	noun	γενική ενικού του ομοταξία
ομοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοταξία
ομοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοταξία
ομοτεχνία	noun|formal	η συντεχνία
ομοτικά	=	ομοτικός
ομοτικέ	=	ομοτικός
ομοτικές	=	ομοτικός
ομοτική	=	ομοτικός
ομοτικής	=	ομοτικός
ομοτικοί	=	ομοτικός
ομοτικού	=	ομοτικός
ομοτικούς	=	ομοτικός
ομοτικό	=	ομοτικός
ομοτικός	adj	συνώνυμο του ορκωτικός
ομοτικών	=	ομοτικός
ομοτιμία	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του ομότιμου
ομοτιμίας	=	ομοτιμία
ομοτιμίες	=	ομοτιμία
ομοτιμιών	=	ομοτιμία
ομοτονία	noun|dated	ομόνοια
ομοτονίας	=	ομοτονία
ομοτονίες	=	ομοτονία
ομοτονιών	=	ομοτονία
ομοτράπεζα	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζε	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζες	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζη	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζης	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζο	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζοι	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζος	adj	που τρώει στο ίδιο τραπέζι
ομοτράπεζου	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζους	=	ομοτράπεζος
ομοτράπεζων	=	ομοτράπεζος
ομοτυπία	noun	άλλη μορφή του ομοιοτυπία
ομοτυπίας	=	ομοτυπία
ομοτυπίες	=	ομοτυπία
ομοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοτυπικό
ομοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του ομοτυπικός
ομοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοτυπική
ομοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοτυπικός
ομοτυπικής	adj	γενική ενικού του ομοτυπική
ομοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοτυπικός
ομοτυπικού	adj	γενική ενικού του ομοτυπικός
ομοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοτυπικός
ομοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοτυπικός
ομοτυπικός	adj	σχετικός με την ομοτυπία
ομοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοτυπικός
ομοτυπιών	=	ομοτυπία
ομοτόνως	adv|formal	με ομότονο τρόπο
ομοφοβία	noun	άλλη μορφή του ομοφυλοφοβία
ομοφοβίας	noun	γενική ενικού του ομοφοβία
ομοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφοβία
ομοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ομοφοβικός	adv	με ομοφοβικό τρόπο
ομοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του ομοφοβικός
ομοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφοβική
ομοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοφοβικός
ομοφοβικής	adj	γενική ενικού του ομοφοβική
ομοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοφοβικός
ομοφοβικού	adj	γενική ενικού του ομοφοβικός
ομοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοφοβικός
ομοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοφοβικός
ομοφοβικός	adj	που έχει σχέση με την ομοφοβία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ομοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοφοβικός
ομοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοφοβία
ομοφρονήσαμε	=	ομοφρονώ
ομοφρονήσαν	=	ομοφρονώ
ομοφρονήσανε	=	ομοφρονώ
ομοφρονήσατε	=	ομοφρονώ
ομοφρονήσει	=	ομοφρονώ
ομοφρονήστε	=	ομοφρονώ
ομοφρονεί	=	ομοφρονώ
ομοφρονείς	=	ομοφρονώ
ομοφρονείτε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούμε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούν	=	ομοφρονώ
ομοφρονούνε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσα	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσαμε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσαν	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσανε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσατε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσε	=	ομοφρονώ
ομοφρονούσες	=	ομοφρονώ
ομοφρονώ	verb	έχω την ίδια γνώμη, άποψη κ.λπ. με κάποιον, συμφωνώ μαζί του
ομοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομοφρονώ
ομοφροσυνών	=	ομοφροσύνη
ομοφροσύνες	=	ομοφροσύνη
ομοφροσύνη	noun|formal	το αποτέλεσμα του ομοφρονώ
ομοφροσύνης	=	ομοφροσύνη
ομοφρόνει	=	ομοφρονώ
ομοφρόνησα	=	ομοφρονώ
ομοφρόνησαν	=	ομοφρονώ
ομοφρόνησε	=	ομοφρονώ
ομοφρόνησες	=	ομοφρονώ
ομοφρόνων	=	ομόφρων
ομοφυλία	noun	ομάδα ή σύνολο από συγγενικές φυλές ή φύλα
ομοφυλίας	noun	γενική ενικού του ομοφυλία
ομοφυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλία
ομοφυλιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοφυλία
ομοφυλοφίλου	=	ομοφυλόφιλος
ομοφυλοφίλους	=	ομοφυλόφιλος
ομοφυλοφίλων	=	ομοφυλόφιλος
ομοφυλοφιλία	noun	σεξουαλική ή ερωτική έλξη για άτομα του ίδιου φύλου
ομοφυλοφιλίας	noun	γενική ενικού του ομοφυλοφιλία
ομοφυλοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλοφιλία
ομοφυλοφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλοφιλικό
ομοφυλοφιλικέ	adj	κλητική ενικού του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλοφιλική
ομοφυλοφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλικής	adj	γενική ενικού του ομοφυλοφιλική
ομοφυλοφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλικού	adj	γενική ενικού του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλικός	adj	που έχει σχέση με την ομοφυλοφιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ομοφυλοφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του ομοφυλοφιλικός
ομοφυλοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοφυλοφιλία
ομοφυλοφοβία	noun	η αντιδραστική συμπεριφορά ή και επιθετικότητα κατά των ομοφυλόφιλων
ομοφυλοφοβίας	noun	γενική ενικού του ομοφυλοφοβία
ομοφυλοφοβίες	=	ομοφυλοφοβία
ομοφυλοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοφυλοφοβία
ομοφυλόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλόφιλο
ομοφυλόφιλε	adj	κλητική ενικού του ομοφυλόφιλος
ομοφυλόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλόφιλη
ομοφυλόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομοφυλόφιλος
ομοφυλόφιλης	adj	γενική ενικού του ομοφυλόφιλη
ομοφυλόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ομοφυλόφιλος
ομοφυλόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομοφυλόφιλος
ομοφυλόφιλος	adj	που αισθάνεται ρομαντική ή/και σεξουαλική έλξη προς άτομα του ίδιου φύλου	noun	άτομο που αισθάνεται ρομαντική ή/και σεξουαλική έλξη προς άλλο του ίδιου φύλου
ομοφυλόφιλου	adj	γενική ενικού του ομοφυλόφιλος
ομοφυλόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομοφυλόφιλος
ομοφυλόφιλων	adj	γενική πληθυντικού του ομοφυλόφιλος
ομοφωνία	noun	συμφωνία μεταξύ όλων ανεξαιρέτως (των παρισταμένων, των μελών ενός σώματος κ.λπ)
ομοφωνίας	noun	γενική ενικού του ομοφωνία
ομοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοφωνία
ομοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοφωνία
ομοφωνώ	verb	συμφωνώ
ομοφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομοφωνώ
ομοφύλου	=	ομόφυλος
ομοφύλους	=	ομόφυλος
ομοφύλων	=	ομόφυλος
ομοχειρία	noun	ομάδα εργασίας η οποία χειρίζεται ένα πυροβόλο σε πλοίο
ομοχειρίας	noun	γενική ενικού του ομοχειρία
ομοχειρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοχειρία
ομοχειριών	noun	γενική πληθυντικού του ομοχειρία
ομοχρωμία	noun|formal	η ιδιότητα του ομόχρωμου
ομοχρωμίας	=	ομοχρωμία
ομοχρωμίες	=	ομοχρωμία
ομοχρωμιών	=	ομοχρωμία
ομοχώριος	adj|formal	που κατοικεί στον ίδιο τόπο ή το ίδιο χωριό
ομοψήφει	=	ομοψηφώ
ομοψήφησα	=	ομοψηφώ
ομοψήφησαν	=	ομοψηφώ
ομοψήφησε	=	ομοψηφώ
ομοψήφησες	=	ομοψηφώ
ομοψήφως	adv|formal	με ομοψηφία
ομοψηφήσαμε	=	ομοψηφώ
ομοψηφήσαν	=	ομοψηφώ
ομοψηφήσανε	=	ομοψηφώ
ομοψηφήσατε	=	ομοψηφώ
ομοψηφήσει	=	ομοψηφώ
ομοψηφήστε	=	ομοψηφώ
ομοψηφία	noun|formal	η παμψηφία
ομοψηφίας	=	ομοψηφία
ομοψηφίες	=	ομοψηφία
ομοψηφεί	=	ομοψηφώ
ομοψηφείς	=	ομοψηφώ
ομοψηφείτε	=	ομοψηφώ
ομοψηφιών	=	ομοψηφία
ομοψηφούμε	=	ομοψηφώ
ομοψηφούν	=	ομοψηφώ
ομοψηφούνε	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσα	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσαμε	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσαν	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσανε	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσατε	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσε	=	ομοψηφώ
ομοψηφούσες	=	ομοψηφώ
ομοψηφώ	verb|formal	συμφωνώ με την ψήφο κάποιου άλλου, ψηφίζω τα ίδια
ομοψηφώντας	=	ομοψηφώ
ομοψυχία	noun	η ταύτιση των συναισθημάτων και της βούλησης όλων των μελών μιας ομάδας, ενός συνόλου, ενός έθνους κ.λπ
ομοψυχίας	noun	γενική ενικού του ομοψυχία
ομοψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοψυχία
ομοψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του ομοψυχία
ομοϊδεάτες	=	ομοϊδεάτης
ομοϊδεάτη	=	ομοϊδεάτης
ομοϊδεάτης	noun	αυτός που έχει τις ίδιες ιδέες, κυρίως την ίδια (πολιτική) ιδεολογία με κάποιον άλλον
ομοϊδεάτισσα	noun	θηλυκό του ομοϊδεάτης
ομοϊδεάτισσας	noun	γενική ενικού του ομοϊδεάτισσα
ομοϊδεάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομοϊδεάτισσα
ομοϊδεατισσών	noun	γενική πληθυντικού του ομοϊδεάτισσα
ομοϊδεατών	=	ομοϊδεάτης
ομού	adv|formal	μαζί
ομπρέλα	noun	αντικείμενο που αποτελείται από μεταλλικό ή ξύλινο σκελετό πάνω στον οποίο τεντώνεται ύφασμα σε στρογγυλό σχήμα· ανοίγει ώστε να προστατέψει κάποιον από βροχή, ήλιο κ.λπ.
ομπρέλας	noun	γενική ενικού του ομπρέλα
ομπρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομπρέλα
ομπρελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ομπρελάς
ομπρελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομπρελάς
ομπρελάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομπρελάδικο
ομπρελάδικο	noun	το μαγαζί του ομπρελά
ομπρελάδικου	noun	γενική ενικού του ομπρελάδικο
ομπρελάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ομπρελάδικο
ομπρελάδων	noun	γενική πληθυντικού του ομπρελάς
ομπρελάς	noun	ο κατασκευαστής, επιδιορθωτής ή πωλητής ομπρελών
ομπρελίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομπρελίνο
ομπρελίνο	noun	μικρή γυναικεία ομπρέλα για τον ήλιο
ομπρελίνου	noun	γενική ενικού του ομπρελίνο
ομπρελίνων	noun	γενική πληθυντικού του ομπρελίνο
ομπρελίτσα	noun	υποκοριστικό του ομπρέλα
ομπρελίτσας	noun	γενική ενικού του ομπρελίτσα
ομπρελίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομπρελίτσα
ομπρελοειδές	=	ομπρελοειδής
ομπρελοειδή	=	ομπρελοειδής
ομπρελοειδής	adj	σε σχήμα ομπρέλας
ομπρελοειδείς	=	ομπρελοειδής
ομπρελοειδούς	=	ομπρελοειδής
ομπρελοειδών	=	ομπρελοειδής
ομπρελοθήκες	=	ομπρελοθήκη
ομπρελοθήκη	noun	η θήκη για τις ομπρέλες
ομπρελοθήκης	=	ομπρελοθήκη
ομπρελοθηκών	=	ομπρελοθήκη
ομπρελοποιέ	=	ομπρελοποιός
ομπρελοποιία	noun	η βιομηχανία ομπρελών
ομπρελοποιίας	=	ομπρελοποιία
ομπρελοποιίες	=	ομπρελοποιία
ομπρελοποιιών	=	ομπρελοποιία
ομπρελοποιοί	=	ομπρελοποιός
ομπρελοποιού	=	ομπρελοποιός
ομπρελοποιούς	=	ομπρελοποιός
ομπρελοποιό	=	ομπρελοποιός
ομπρελοποιός	noun	ο κατασκευαστής ομπρελών
ομπρελοποιών	=	ομπρελοποιός
ομπρελωτά	=	ομπρελωτός
ομπρελωτέ	=	ομπρελωτός
ομπρελωτές	=	ομπρελωτός
ομπρελωτή	=	ομπρελωτός
ομπρελωτής	=	ομπρελωτός
ομπρελωτοί	=	ομπρελωτός
ομπρελωτού	=	ομπρελωτός
ομπρελωτούς	=	ομπρελωτός
ομπρελωτό	=	ομπρελωτός
ομπρελωτός	adj	που έχει το σχήμα ομπρέλας
ομπρελωτών	=	ομπρελωτός
ομπρελών	noun	γενική πληθυντικού του ομπρέλα
ομπρός	adv	εμπρός
ομπυάζω	verb	άλλη μορφή του εμπυάζω
ομπυάσματα	=	όμπυασμα
ομπυάσματος	=	όμπυασμα
ομπυασμάτων	=	όμπυασμα
ομπύου	=	όμπυο
ομφάλια	=	ομφάλιος
ομφάλιας	=	ομφάλιος
ομφάλιε	=	ομφάλιος
ομφάλιες	=	ομφάλιος
ομφάλιο	=	ομφάλιος
ομφάλιοι	=	ομφάλιος
ομφάλιος	adj	που αναφέρεται στον ομφαλό (αφαλό)
ομφάλιου	=	ομφάλιος
ομφάλιους	=	ομφάλιος
ομφάλιων	=	ομφάλιος
ομφαλέ	noun	κλητική ενικού του ομφαλός
ομφαλεπίδεσμε	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπίδεσμο	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπίδεσμοι	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπίδεσμος	noun	επίδεσμος που τοποθετείται στην περιοχή του ομφαλού του νεογνού μετά τη γέννησή του
ομφαλεπίδεσμου	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπίδεσμους	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπίδεσμων	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπιδέσμου	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπιδέσμους	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλεπιδέσμων	=	ομφαλεπίδεσμος
ομφαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλικό
ομφαλικέ	adj	κλητική ενικού του ομφαλικός
ομφαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλική
ομφαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομφαλικός
ομφαλικής	adj	γενική ενικού του ομφαλική
ομφαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομφαλικός
ομφαλικού	adj	γενική ενικού του ομφαλικός
ομφαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομφαλικός
ομφαλικό	adj	αιτιατική ενικού του ομφαλικός
ομφαλικός	adj	σχετικός με τον ομφαλό
ομφαλικών	adj	γενική πληθυντικού του ομφαλικός
ομφαλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομφαλός
ομφαλοειδές	=	ομφαλοειδής
ομφαλοειδέως	=	ομφαλοειδής
ομφαλοειδή	=	ομφαλοειδής
ομφαλοειδής	adj	που έχει το σχήμα ομφαλού ή γενικά μοιάζει μ’ αυτόν
ομφαλοειδείς	=	ομφαλοειδής
ομφαλοειδούς	=	ομφαλοειδής
ομφαλοειδών	=	ομφαλοειδής
ομφαλοκήλες	=	ομφαλοκήλη
ομφαλοκήλη	noun	κήλη που εμφανίζεται στην περιοχή του ομφαλού
ομφαλοκήλης	=	ομφαλοκήλη
ομφαλοκυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλοκυστικό
ομφαλοκυστικέ	adj	κλητική ενικού του ομφαλοκυστικός
ομφαλοκυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλοκυστική
ομφαλοκυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομφαλοκυστικός
ομφαλοκυστικής	adj	γενική ενικού του ομφαλοκυστική
ομφαλοκυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομφαλοκυστικός
ομφαλοκυστικού	adj	γενική ενικού του ομφαλοκυστικός
ομφαλοκυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομφαλοκυστικός
ομφαλοκυστικό	adj	αιτιατική ενικού του ομφαλοκυστικός
ομφαλοκυστικός	adj	που έχει σχέση με τον ομφαλό και την ουροδόχο κύστη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
ομφαλοκυστικών	adj	γενική πληθυντικού του ομφαλοκυστικός
ομφαλομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση ενός ομφαλού
ομφαλομαντείας	noun	γενική ενικού του ομφαλομαντεία
ομφαλομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλομαντεία
ομφαλομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του ομφαλομαντεία
ομφαλοπλακουντιακά	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακέ	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακές	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακή	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακής	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακοί	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακού	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακούς	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακό	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλοπλακουντιακός	adj	που έχει σχέση με τον ομφαλό και τον πλακούντα, αναφέρεται σ’ αυτά ή προέρχεται απ’ αυτή την περιοχή
ομφαλοπλακουντιακών	=	ομφαλοπλακουντιακός
ομφαλορραγία	noun	αιμορραγία του ομφαλού
ομφαλορραγίας	noun	γενική ενικού του ομφαλορραγία
ομφαλορραγίες	=	ομφαλορραγία
ομφαλορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του ομφαλορραγία
ομφαλορροιών	=	ομφαλόρροια
ομφαλοσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσαν	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσανε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλοσκόπηση
ομφαλοσκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ομφαλοσκόπηση
ομφαλοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ομφαλοσκόπηση
ομφαλοσκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπία	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπίας	noun	γενική ενικού του ομφαλοσκοπία
ομφαλοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλοσκοπία
ομφαλοσκοπεί	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπείς	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπείτε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπισμέ	=	ομφαλοσκοπισμός
ομφαλοσκοπισμοί	=	ομφαλοσκοπισμός
ομφαλοσκοπισμού	=	ομφαλοσκοπισμός
ομφαλοσκοπισμούς	=	ομφαλοσκοπισμός
ομφαλοσκοπισμό	=	ομφαλοσκοπισμός
ομφαλοσκοπισμός	noun	μέθοδος αυτοσυγκέντρωσης που χρησιμοποιούν οι ησυχαστές, κοιτάζοντας την κοιλιά τους για να μην αποσπάται η προσοχή τους
ομφαλοσκοπισμών	=	ομφαλοσκοπισμός
ομφαλοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ομφαλοσκοπία
ομφαλοσκοπούμε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούν	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούνε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσα	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσαμε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσαν	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσανε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσατε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσε	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπούσες	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκοπώ	verb	παρατηρώ τον ομφαλό μου για ώρα, επιχειρώντας να έρθω σε κατάσταση έκστασης
ομφαλοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ομφαλοσκοπώντας
ομφαλοσκόπε	noun	κλητική ενικού του ομφαλοσκόπος
ομφαλοσκόπει	=	ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομφαλοσκοπώ
ομφαλοσκόπηση	noun	η ομφαλοσκοπία
ομφαλοσκόπησης	noun	γενική ενικού του ομφαλοσκόπηση
ομφαλοσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του ομφαλοσκόπος
ομφαλοσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομφαλοσκόπος
ομφαλοσκόπος	noun	που ομφαλοσκοπεί
ομφαλοσκόπου	noun	γενική ενικού του ομφαλοσκόπος
ομφαλοσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ομφαλοσκόπος
ομφαλοσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του ομφαλοσκόπος
ομφαλοτομία	noun	το κόψιμο του ομφάλιου λώρου κατά την γέννηση ενός θηλαστικού
ομφαλοτομίας	=	ομφαλοτομία
ομφαλοτομίες	=	ομφαλοτομία
ομφαλοτομιών	=	ομφαλοτομία
ομφαλού	noun	γενική ενικού του ομφαλός
ομφαλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ομφαλός
ομφαλωδών	=	ομφαλώδης
ομφαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ομφαλωτός	adv	σε σχήμα ομφαλού
ομφαλωτέ	adj	κλητική ενικού του ομφαλωτός
ομφαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομφαλωτή
ομφαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομφαλωτός
ομφαλωτής	adj	γενική ενικού του ομφαλωτή
ομφαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομφαλωτός
ομφαλωτού	adj	γενική ενικού του ομφαλωτός
ομφαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομφαλωτός
ομφαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του ομφαλωτός
ομφαλωτός	adj|formal	που έχει σχήμα ομφαλού ή έχει κάποιο εξόγκωμα
ομφαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του ομφαλωτός
ομφαλό	noun	αιτιατική ενικού του ομφαλός
ομφαλόρροια	noun	εκροή πύου ή άλλων υγρών από τον αφαλό
ομφαλόρροιας	=	ομφαλόρροια
ομφαλόρροιες	=	ομφαλόρροια
ομφαλός	noun	σημείο που βρίσκεται στο κέντρο περίπου της κοιλιάς του εμβρύου από το οποίο ξεκινάει ο ομφάλιος λώρος
ομφαλώδεις	=	ομφαλώδης
ομφαλώδες	=	ομφαλώδης
ομφαλώδη	=	ομφαλώδης
ομφαλώδης	adj	άλλη μορφή του ομφαλοειδής
ομφαλώδους	=	ομφαλώδης
ομφαλών	noun	γενική πληθυντικού του ομφαλός
ομωνυμία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ομώνυμο(ς), η ιδιότητα του ομώνυμου
ομωνυμίας	noun	γενική ενικού του ομωνυμία
ομωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομωνυμία
ομωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ομωνυμία
ομόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόγλωσσο
ομόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του ομόγλωσσος
ομόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόγλωσση
ομόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόγλωσσος
ομόγλωσσης	adj	γενική ενικού του ομόγλωσση
ομόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του ομόγλωσσος
ομόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόγλωσσος
ομόγλωσσος	adj	που μιλά την ίδια γλώσσα με κάποιον άλλον
ομόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόγλωσσος
ομόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόγλωσσος
ομόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόγλωσσος
ομόγνωμα	=	ομόγνωμος
ομόγνωμε	=	ομόγνωμος
ομόγνωμες	=	ομόγνωμος
ομόγνωμη	=	ομόγνωμος
ομόγνωμης	=	ομόγνωμος
ομόγνωμο	=	ομόγνωμος
ομόγνωμοι	=	ομόγνωμος
ομόγνωμος	adj|formal	που ομογνωμονεί, που ομογνωμεί
ομόγνωμου	=	ομόγνωμος
ομόγνωμους	=	ομόγνωμος
ομόγνωμων	=	ομόγνωμος
ομόγονα	=	ομόγονος
ομόγονε	=	ομόγονος
ομόγονες	=	ομόγονος
ομόγονη	=	ομόγονος
ομόγονης	=	ομόγονος
ομόγονο	=	ομόγονος
ομόγονοι	=	ομόγονος
ομόγονος	adj	συγγενής
ομόγονου	=	ομόγονος
ομόγονους	=	ομόγονος
ομόγονων	=	ομόγονος
ομόγραφα	=	ομόγραφος
ομόγραφε	=	ομόγραφος
ομόγραφες	=	ομόγραφος
ομόγραφη	=	ομόγραφος
ομόγραφης	=	ομόγραφος
ομόγραφο	=	ομόγραφος
ομόγραφοι	=	ομόγραφος
ομόγραφος	adj	που γράφεται με τον ίδιο τρόπο (προς κάποιον άλλον)
ομόγραφου	=	ομόγραφος
ομόγραφους	=	ομόγραφος
ομόγραφων	=	ομόγραφος
ομόδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόδικο
ομόδικε	adj	κλητική ενικού του ομόδικος
ομόδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόδικη
ομόδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόδικος
ομόδικης	adj	γενική ενικού του ομόδικη
ομόδικο	adj	αιτιατική ενικού του ομόδικος
ομόδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόδικος
ομόδικος	adj	αυτός που δικάζεται στην ίδια δίκη με άλλους
ομόδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόδικος
ομόδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόδικος
ομόδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόδικος
ομόδοξα	=	ομόδοξος
ομόδοξε	=	ομόδοξος
ομόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόδοξη
ομόδοξη	=	ομόδοξος
ομόδοξης	=	ομόδοξος
ομόδοξο	=	ομόδοξος
ομόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόδοξος
ομόδοξος	adj	αυτός που ακολουθεί ίδιο δόγμα γενικά, θρησκευτικό, πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό κ.λπ.
ομόδοξου	=	ομόδοξος
ομόδοξους	=	ομόδοξος
ομόδοξων	=	ομόδοξος
ομόζυγα	=	ομόζυγος
ομόζυγε	=	ομόζυγος
ομόζυγες	=	ομόζυγος
ομόζυγη	=	ομόζυγος
ομόζυγης	=	ομόζυγος
ομόζυγο	=	ομόζυγος
ομόζυγοι	=	ομόζυγος
ομόζυγος	adj	μέρη συνόλου, συγγενικές έννοιες ή σχέσεις
ομόζυγου	=	ομόζυγος
ομόζυγους	=	ομόζυγος
ομόζυγων	=	ομόζυγος
ομόηχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόηχο
ομόηχε	adj	κλητική ενικού του ομόηχος
ομόηχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόηχη
ομόηχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόηχος
ομόηχης	adj	γενική ενικού του ομόηχη
ομόηχο	adj	αιτιατική ενικού του ομόηχος
ομόηχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόηχος
ομόηχος	adj	που έχει τον ίδιο ήχο
ομόηχου	adj	γενική ενικού του ομόηχος
ομόηχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόηχος
ομόηχων	adj	γενική πληθυντικού του ομόηχος
ομόθρησκα	=	ομόθρησκος
ομόθρησκε	=	ομόθρησκος
ομόθρησκες	=	ομόθρησκος
ομόθρησκη	=	ομόθρησκος
ομόθρησκης	=	ομόθρησκος
ομόθρησκο	=	ομόθρησκος
ομόθρησκοι	=	ομόθρησκος
ομόθρησκος	adj	που έχει την ίδια θρησκεία με κάποιον άλλο
ομόθρησκου	=	ομόθρησκος
ομόθρησκους	=	ομόθρησκος
ομόθρησκων	=	ομόθρησκος
ομόθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ομόθυμος	adv|formal	με ομοθυμία
ομόθυμε	adj	κλητική ενικού του ομόθυμος
ομόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόθυμη
ομόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόθυμος
ομόθυμης	adj	γενική ενικού του ομόθυμη
ομόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του ομόθυμος
ομόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόθυμος
ομόθυμος	adj|formal	που έχει ομοθυμία σε σχέση με κάποιον ή κάποιους άλλους
ομόθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόθυμος
ομόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόθυμος
ομόθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόθυμος
ομόκεντρα	adv	με ομόκεντρο τρόπο
ομόκεντρε	adj	κλητική ενικού του ομόκεντρος
ομόκεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόκεντρη
ομόκεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόκεντρος
ομόκεντρης	adj	γενική ενικού του ομόκεντρη
ομόκεντρο	adj	αιτιατική ενικού του ομόκεντρος
ομόκεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόκεντρος
ομόκεντρος	adj	που έχει το ίδιο κέντρο
ομόκεντρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόκεντρος
ομόκεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόκεντρος
ομόκεντρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόκεντρος
ομόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόλογο
ομόλογε	adj	κλητική ενικού του ομόλογος
ομόλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόλογη
ομόλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόλογος
ομόλογης	adj	γενική ενικού του ομόλογη
ομόλογο	adj	αιτιατική ενικού του ομόλογος	noun	τίτλος που αντιστοιχεί σε τμήμα ενός δανείου και με τον οποίο ο εκδότης του (ο οφειλέτης) αναγνωρίζει την υποχρέωση να πληρώσει στον κάτοχό του το αναγραφόμενο χρηματικό ποσό στο σύνολό του κατά τη λήξη του
ομόλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόλογος
ομόλογος	noun	αξιωματούχος μιας χώρας με την ίδια ή αντίστοιχη θέση με αξιωματούχο άλλης χώρας	adj	που αντιστοιχεί με κάτι άλλο με το οποίο έχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό
ομόλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόλογος
ομόλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόλογος
ομόλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόλογος
ομόνοια	noun	η ταυτότητα αντιλήψεων και η αίσθηση της ενότητας που προκύπτει από αυτήν
ομόνοιας	=	ομόνοια
ομόνοιες	=	ομόνοια
ομόνω	verb|dated	ορκίζομαι
ομόρριζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόρριζο
ομόρριζε	adj	κλητική ενικού του ομόρριζος
ομόρριζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ομόρριζος
ομόρριζη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόρριζος
ομόρριζης	adj	γενική ενικού του ομόρριζη
ομόρριζο	adj	αιτιατική ενικού του ομόρριζος
ομόρριζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόρριζος
ομόρριζος	adj	το φυτό που βγήκε από τις ίδιες ρίζες με ένα άλλο
ομόρριζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόρριζος
ομόρριζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόρριζος
ομόρριζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόρριζος
ομόρρυθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόρρυθμο
ομόρρυθμε	adj	κλητική ενικού του ομόρρυθμος
ομόρρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόρρυθμη
ομόρρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόρρυθμος
ομόρρυθμης	adj	γενική ενικού του ομόρρυθμη
ομόρρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του ομόρρυθμος
ομόρρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόρρυθμος
ομόρρυθμος	adj	που έχει τον ίδιο ρυθμό
ομόρρυθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόρρυθμος
ομόρρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόρρυθμος
ομόρρυθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόρρυθμος
ομόρφαινα	=	ομορφαίνω
ομόρφαιναν	=	ομορφαίνω
ομόρφαινε	=	ομορφαίνω
ομόρφαινες	=	ομορφαίνω
ομόρφυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομόρφυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομόρφυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομόρφυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ομορφαίνω
ομόσημα	=	ομόσημος
ομόσημε	=	ομόσημος
ομόσημες	=	ομόσημος
ομόσημη	=	ομόσημος
ομόσημης	=	ομόσημος
ομόσημο	=	ομόσημος
ομόσημοι	=	ομόσημος
ομόσημος	adj	που έχει την ίδια σημασία, ταυτόσημος
ομόσημου	=	ομόσημος
ομόσημους	=	ομόσημος
ομόσημων	=	ομόσημος
ομόσιτα	=	ομόσιτος
ομόσιτε	=	ομόσιτος
ομόσιτες	=	ομόσιτος
ομόσιτη	=	ομόσιτος
ομόσιτης	=	ομόσιτος
ομόσιτο	=	ομόσιτος
ομόσιτοι	=	ομόσιτος
ομόσιτος	adj	που συντρώγει μαζί με κάποιον άλλο
ομόσιτου	=	ομόσιτος
ομόσιτους	=	ομόσιτος
ομόσιτων	=	ομόσιτος
ομόσπονδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόσπονδο
ομόσπονδε	adj	κλητική ενικού του ομόσπονδος
ομόσπονδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόσπονδη
ομόσπονδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόσπονδος
ομόσπονδης	adj	γενική ενικού του ομόσπονδη
ομόσπονδο	adj	αιτιατική ενικού του ομόσπονδος
ομόσπονδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόσπονδος
ομόσπονδος	adj	που είναι τμήμα μιας ομοσπονδίας
ομόσπονδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόσπονδος
ομόσπονδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόσπονδος
ομόσπονδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόσπονδος
ομότεχνα	=	ομότεχνος
ομότεχνε	noun	κλητική ενικού του ομότεχνος
ομότεχνες	=	ομότεχνος
ομότεχνη	=	ομότεχνος
ομότεχνης	=	ομότεχνος
ομότεχνο	noun	αιτιατική ενικού του ομότεχνος
ομότεχνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομότεχνος
ομότεχνος	adj	που ασκεί την ίδια τέχνη με κάποιον άλλον
ομότεχνου	=	ομότεχνος
ομότεχνους	=	ομότεχνος
ομότεχνων	=	ομότεχνος
ομότιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομότιμο
ομότιμε	adj	κλητική ενικού του ομότιμος
ομότιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομότιμη
ομότιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομότιμος
ομότιμης	adj	γενική ενικού του ομότιμη
ομότιμο	adj	αιτιατική ενικού του ομότιμος
ομότιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομότιμος
ομότιμος	adj	που έχει συνταξιοδοτηθεί αλλά διατηρεί τιμητικά τον τίτλο που είχε όσο ήταν στην ενεργό υπηρεσία
ομότιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομότιμος
ομότιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομότιμος
ομότιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομότιμος
ομότιτλα	=	ομότιτλος
ομότιτλε	=	ομότιτλος
ομότιτλες	=	ομότιτλος
ομότιτλη	=	ομότιτλος
ομότιτλης	=	ομότιτλος
ομότιτλο	=	ομότιτλος
ομότιτλοι	=	ομότιτλος
ομότιτλος	adj	που έχει τον ίδιο τίτλο με κάτι ή κάποιον άλλο
ομότιτλου	=	ομότιτλος
ομότιτλους	=	ομότιτλος
ομότιτλων	=	ομότιτλος
ομότοιχα	=	ομότοιχος
ομότοιχε	=	ομότοιχος
ομότοιχες	=	ομότοιχος
ομότοιχη	=	ομότοιχος
ομότοιχης	=	ομότοιχος
ομότοιχο	=	ομότοιχος
ομότοιχοι	=	ομότοιχος
ομότοιχος	adj|formal	που χωρίζεται με κοινό τοίχο με κάποιον άλλον, με μεσοτοιχία
ομότοιχου	=	ομότοιχος
ομότοιχους	=	ομότοιχος
ομότοιχων	=	ομότοιχος
ομότονα	=	ομότονος
ομότονε	=	ομότονος
ομότονες	=	ομότονος
ομότονη	=	ομότονος
ομότονης	=	ομότονος
ομότονο	=	ομότονος
ομότονοι	=	ομότονος
ομότονος	adj	που έχει τον ίδιο τόνο, δύναμη ή ένταση με κάτι άλλο
ομότονου	=	ομότονος
ομότονους	=	ομότονος
ομότονων	=	ομότονος
ομότροπα	=	ομότροπος
ομότροπε	=	ομότροπος
ομότροπες	=	ομότροπος
ομότροπη	=	ομότροπος
ομότροπης	=	ομότροπος
ομότροπο	=	ομότροπος
ομότροποι	=	ομότροπος
ομότροπος	adj	που εμφανίζει τον ίδιο τροπισμό με άλλον
ομότροπου	=	ομότροπος
ομότροπους	=	ομότροπος
ομότροπων	=	ομότροπος
ομότροφα	=	ομότροφος
ομότροφε	=	ομότροφος
ομότροφες	=	ομότροφος
ομότροφη	=	ομότροφος
ομότροφης	=	ομότροφος
ομότροφο	=	ομότροφος
ομότροφοι	=	ομότροφος
ομότροφος	adj|archaic	ο συνδαιτυμόνας
ομότροφου	=	ομότροφος
ομότροφους	=	ομότροφος
ομότροφων	=	ομότροφος
ομότυπα	=	ομότυπος
ομότυπε	=	ομότυπος
ομότυπες	=	ομότυπος
ομότυπη	=	ομότυπος
ομότυπης	=	ομότυπος
ομότυπο	=	ομότυπος
ομότυποι	=	ομότυπος
ομότυπος	adj	άλλη μορφή του ομοιότυπος
ομότυπου	=	ομότυπος
ομότυπους	=	ομότυπος
ομότυπων	=	ομότυπος
ομόφοβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόφοβος
ομόφρον	=	ομόφρων
ομόφρονα	=	ομόφρων
ομόφρονας	=	ομόφρων
ομόφρονες	=	ομόφρων
ομόφρονος	=	ομόφρων
ομόφρων	adj	αυτός που έχει ίδια φρόνηση, ομοϊδεάτης.
ομόφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόφυλο
ομόφυλε	adj	κλητική ενικού του ομόφυλος
ομόφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόφυλη
ομόφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόφυλος
ομόφυλης	adj	γενική ενικού του ομόφυλη
ομόφυλο	adj	αιτιατική ενικού του ομόφυλος
ομόφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόφυλος
ομόφυλος	adj	που ανήκει στην ίδια φυλή με κάποιον άλλον
ομόφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόφυλος
ομόφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόφυλος
ομόφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόφυλος
ομόφωνα	adv	κατά τρόπο ομόφωνο
ομόφωνε	adj	κλητική ενικού του ομόφωνος
ομόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόφωνη
ομόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόφωνος
ομόφωνης	adj	γενική ενικού του ομόφωνη
ομόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του ομόφωνος
ομόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόφωνος
ομόφωνος	adj	που έχει την ίδια γνώμη
ομόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόφωνος
ομόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόφωνος
ομόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόφωνος
ομόχρονα	=	ομόχρονος
ομόχρονε	=	ομόχρονος
ομόχρονες	=	ομόχρονος
ομόχρονη	=	ομόχρονος
ομόχρονης	=	ομόχρονος
ομόχρονο	=	ομόχρονος
ομόχρονοι	=	ομόχρονος
ομόχρονος	adj	ο ισόχρονος
ομόχρονου	=	ομόχρονος
ομόχρονους	=	ομόχρονος
ομόχρονων	=	ομόχρονος
ομόχρωμα	=	ομόχρωμος
ομόχρωμε	=	ομόχρωμος
ομόχρωμες	=	ομόχρωμος
ομόχρωμη	=	ομόχρωμος
ομόχρωμης	=	ομόχρωμος
ομόχρωμο	=	ομόχρωμος
ομόχρωμοι	=	ομόχρωμος
ομόχρωμος	adj|formal	που έχει το ίδιο χρώμα με κάποιον ή κάτι άλλο
ομόχρωμου	=	ομόχρωμος
ομόχρωμους	=	ομόχρωμος
ομόχρωμων	=	ομόχρωμος
ομόψηφα	=	ομόψηφος
ομόψηφε	=	ομόψηφος
ομόψηφες	=	ομόψηφος
ομόψηφη	=	ομόψηφος
ομόψηφης	=	ομόψηφος
ομόψηφο	=	ομόψηφος
ομόψηφοι	=	ομόψηφος
ομόψηφος	adj	για τον οποίο λήφθηκε απόφαση με ομοψηφία, ψηφίζοντας όλοι το ίδιο
ομόψηφου	=	ομόψηφος
ομόψηφους	=	ομόψηφος
ομόψηφων	=	ομόψηφος
ομόψυχα	adv	με ομοψυχία
ομόψυχε	adj	κλητική ενικού του ομόψυχος
ομόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομόψυχη
ομόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομόψυχος
ομόψυχης	adj	γενική ενικού του ομόψυχη
ομόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του ομόψυχος
ομόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομόψυχος
ομόψυχος	adj|formal	ο ομόθυμος
ομόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ομόψυχος
ομόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομόψυχος
ομόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ομόψυχος
ομώνυμα	noun	λέξεις που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά έχουν διαφορετική σημασία· οι ομώνυμες ή ομόηχες λέξεις
ομώνυμε	adj	κλητική ενικού του ομώνυμος
ομώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ομώνυμη
ομώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομώνυμος
ομώνυμης	adj	γενική ενικού του ομώνυμη
ομώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του ομώνυμος
ομώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ομώνυμος
ομώνυμος	adj	που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο τίτλο
ομώνυμου	adj	γενική ενικού του ομώνυμος
ομώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ομώνυμος
ομώνυμων	adj	γενική πληθυντικού του ομώνυμος
ον	noun	αυτός ή αυτή ή αυτό που υπάρχει
ονάγρου	noun	γενική ενικού του όναγρος
ονάγρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όναγρος
ονάγρων	noun	γενική πληθυντικού του όναγρος
ονάρια	=	ονάριο
ονάριο	noun|formal	υποκοριστικό του όνος
ονάριου	=	ονάριο
ονάριων	=	ονάριο
ονίσκε	=	ονίσκος
ονίσκο	=	ονίσκος
ονίσκοι	=	ονίσκος
ονίσκος	noun	μπακαλιάρος
ονίσκου	=	ονίσκος
ονίσκους	=	ονίσκος
ονίσκων	=	ονίσκος
οναρίου	=	ονάριο
οναρίων	=	ονάριο
ονδουρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονδουρικό
ονδουρικέ	adj	κλητική ενικού του ονδουρικός
ονδουρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονδουρική
ονδουρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονδουρικός
ονδουρικής	adj	γενική ενικού του ονδουρική
ονδουρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονδουρικός
ονδουρικού	adj	γενική ενικού του ονδουρικός
ονδουρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονδουρικός
ονδουρικό	adj	αιτιατική ενικού του ονδουρικός
ονδουρικός	adj	ο σχετικός με την Ονδούρα
ονδουρικών	adj	γενική πληθυντικού του ονδουρικός
ονείδη	=	όνειδος
ονείδιζα	=	ονειδίζω
ονείδιζαν	=	ονειδίζω
ονείδιζε	=	ονειδίζω
ονείδιζες	=	ονειδίζω
ονείδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονείδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονείδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονείδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονείδους	noun	γενική ενικού του όνειδος
ονείρατα	=	όνειρο
ονείρεμα	noun	το να βλέπει κάποιος όνειρα
ονείριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ονειριάζομαι
ονείρου	noun	γενική ενικού του όνειρο
ονείρων	noun	γενική πληθυντικού του όνειρο
ονείρωξη	noun	η εκσπερμάτιση κατά τον ύπνο (ή η αύξηση των κολπικών εκκρίσεων για τις γυναίκες) που συχνά συνοδεύει ερωτικά όνειρα
ονείρωξης	noun	γενική ενικού του ονείρωξη
ονειδίζαμε	=	ονειδίζω
ονειδίζαν	=	ονειδίζω
ονειδίζανε	=	ονειδίζω
ονειδίζατε	=	ονειδίζω
ονειδίζει	=	ονειδίζω
ονειδίζεις	=	ονειδίζω
ονειδίζετε	=	ονειδίζω
ονειδίζοντας	=	ονειδίζω
ονειδίζουμε	=	ονειδίζω
ονειδίζουν	=	ονειδίζω
ονειδίζουνε	=	ονειδίζω
ονειδίζω	verb	κοροϊδεύω κάποιον γελοιοποιώντας τον και καθιστώντας τον όνειδος
ονειδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσαν	=	ονειδίζω
ονειδίσανε	=	ονειδίζω
ονειδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειδίζω
ονειδισμέ	noun	κλητική ενικού του ονειδισμός
ονειδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειδισμένο
ονειδισμένε	verb	κλητική ενικού του ονειδισμένος
ονειδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειδισμένη
ονειδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειδισμένος
ονειδισμένης	verb	γενική ενικού του ονειδισμένη
ονειδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ονειδισμένος
ονειδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειδισμένος
ονειδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονειδισμένος
ονειδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονειδισμένος
ονειδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονειδισμένος
ονειδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειδισμός
ονειδισμού	noun	γενική ενικού του ονειδισμός
ονειδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ονειδισμός
ονειδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ονειδισμός
ονειδισμός	noun	η ενέργεια τού ονειδίζω
ονειδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ονειδισμός
ονειδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειδιστικό
ονειδιστικέ	adj	κλητική ενικού του ονειδιστικός
ονειδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειδιστική
ονειδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειδιστικός
ονειδιστικής	adj	γενική ενικού του ονειδιστική
ονειδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειδιστικός
ονειδιστικού	adj	γενική ενικού του ονειδιστικός
ονειδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονειδιστικός
ονειδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ονειδιστικός
ονειδιστικός	adj	χλευαστικός
ονειδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ονειδιστικός
ονειδών	=	όνειδος
ονειρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονείρεμα
ονειρέματος	=	ονείρεμα
ονειρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρεμάτων	=	ονείρεμα
ονειρεμένα	adv	κατά τρόπο ονειρεμένο, πολύ όμορφα
ονειρεμένε	verb	κλητική ενικού του ονειρεμένος
ονειρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρεμένη
ονειρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειρεμένος
ονειρεμένης	verb	γενική ενικού του ονειρεμένη
ονειρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ονειρεμένος
ονειρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειρεμένος
ονειρεμένος	verb	πάρα πολύ όμορφος, σαν να προέρχεται από κάποιο όνειρο
ονειρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονειρεμένος
ονειρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονειρεμένος
ονειρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονειρεμένος
ονειρευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ονειρευτός	adv	με ονειρευτό τρόπο
ονειρευτέ	adj	κλητική ενικού του ονειρευτός
ονειρευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρευτή
ονειρευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειρευτός
ονειρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτήκαν	=	ονειρεύομαι
ονειρευτήκανε	=	ονειρεύομαι
ονειρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτής	noun	αυτός που βλέπει όνειρα	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ονειρευτός
ονειρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειρευτός
ονειρευτού	adj	γενική ενικού του ονειρευτός
ονειρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτούνε	=	ονειρεύομαι
ονειρευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονειρευτός
ονειρευτό	adj	αιτιατική ενικού του ονειρευτός
ονειρευτός	adj	που ονειρεύεται κάποιος να τον αποκτήσει, που τον επιθυμεί
ονειρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρευτών	adj	γενική πληθυντικού του ονειρευτός
ονειρευόμασταν	=	ονειρεύομαι
ονειρευόμαστε	=	ονειρεύομαι
ονειρευόμουν	=	ονειρεύομαι
ονειρευόμουνα	=	ονειρεύομαι
ονειρευόντουσαν	=	ονειρεύομαι
ονειρευόσασταν	=	ονειρεύομαι
ονειρευόσαστε	=	ονειρεύομαι
ονειρευόσουν	=	ονειρεύομαι
ονειρευόσουνα	=	ονειρεύομαι
ονειρευόταν	=	ονειρεύομαι
ονειρευότανε	=	ονειρεύομαι
ονειρεύεσαι	=	ονειρεύομαι
ονειρεύεστε	=	ονειρεύομαι
ονειρεύεται	=	ονειρεύομαι
ονειρεύομαι	verb	βλέπω όνειρα ενώ κοιμάμαι
ονειρεύονται	=	ονειρεύομαι
ονειρεύονταν	=	ονειρεύομαι
ονειρεύου	=	ονειρεύομαι
ονειρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονειρεύομαι
ονειριάζομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του ονειρεύομαι
ονειριάσματα	=	ονείριασμα
ονειριάσματος	=	ονείριασμα
ονειριασμάτων	=	ονείριασμα
ονειριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειριασμένο
ονειριασμένε	verb	κλητική ενικού του ονειριασμένος
ονειριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειριασμένη
ονειριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειριασμένος
ονειριασμένης	verb	γενική ενικού του ονειριασμένη
ονειριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ονειριασμένος
ονειριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειριασμένος
ονειριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονειριασμένος
ονειριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονειριασμένος
ονειριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονειριασμένος
ονειρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρικό	adv	σαν σε όνειρο
ονειρικέ	adj	κλητική ενικού του ονειρικός
ονειρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρική
ονειρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειρικός
ονειρικής	adj	γενική ενικού του ονειρική
ονειρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειρικός
ονειρικού	adj	γενική ενικού του ονειρικός
ονειρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονειρικός
ονειρικό	adj	αιτιατική ενικού του ονειρικός
ονειρικός	adj	σχετικός με το όνειρο
ονειρικών	adj	γενική πληθυντικού του ονειρικός
ονειρισμέ	=	ονειρισμός
ονειρισμοί	=	ονειρισμός
ονειρισμού	=	ονειρισμός
ονειρισμούς	=	ονειρισμός
ονειρισμό	=	ονειρισμός
ονειρισμός	noun	παραληρηματική εκδήλωση ονειρώδους σύγχυσης που οφείλεται σε παθολογικούς ή τοξικολογικούς λόγους
ονειρισμών	=	ονειρισμός
ονειροβατώ	verb	ζω σαν σε όνειρο, εκτός της πραγματικότητας
ονειροβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ονειροβατώ
ονειρογέννητα	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητε	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητες	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητη	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητης	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητο	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητοι	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητος	adj|literary	που πλάστηκε σε ένα όνειρο
ονειρογέννητου	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητους	=	ονειρογέννητος
ονειρογέννητων	=	ονειρογέννητος
ονειροδίαιτος	adj|figurative	που τρέφεται με όνειρα, που πιστεύει ή ελπίζει σε φανταστικά πράγματα
ονειροδράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρόδραμα
ονειροδράματος	noun	γενική ενικού του ονειρόδραμα
ονειροδραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ονειρόδραμα
ονειροκρίτες	=	ονειροκρίτης
ονειροκρίτη	=	ονειροκρίτης
ονειροκρίτης	noun	που ερμηνεύει τα όνειρα
ονειροκρισία	noun	η ερμηνεία των ονείρων
ονειροκρισίας	=	ονειροκρισία
ονειροκρισίες	=	ονειροκρισία
ονειροκρισιών	=	ονειροκρισία
ονειροκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροκριτικό
ονειροκριτικέ	adj	κλητική ενικού του ονειροκριτικός
ονειροκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροκριτική
ονειροκριτική	noun	η ερμηνεία των ονείρων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειροκριτικός
ονειροκριτικής	adj	γενική ενικού του ονειροκριτική
ονειροκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειροκριτικός
ονειροκριτικού	adj	γενική ενικού του ονειροκριτικός
ονειροκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονειροκριτικός
ονειροκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του ονειροκριτικός
ονειροκριτικός	adj	σχετικός με την ονειροκρισία
ονειροκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του ονειροκριτικός
ονειροκριτών	=	ονειροκρίτης
ονειρολογία	noun	κλάδος της ψυχολογίας που αφοσιώνεται στην ανάλυση της δομής και της προέλευσης των ονείρων
ονειρολογίας	noun	γενική ενικού του ονειρολογία
ονειρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρολογία
ονειρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ονειρολογία
ονειρολόγε	=	ονειρολόγος
ονειρολόγο	=	ονειρολόγος
ονειρολόγοι	=	ονειρολόγος
ονειρολόγος	noun	αυτός που ερμηνεύει όνειρα, δίνοντας στα γεγονότα και τα αντικείμενα ενός ονείρου ορισμένο νόημα
ονειρολόγου	=	ονειρολόγος
ονειρολόγους	=	ονειρολόγος
ονειρολόγων	=	ονειρολόγος
ονειρομαντεία	noun	η πρόβλεψη του μέλλοντος με βάση τα όνειρα
ονειρομαντείας	noun	γενική ενικού του ονειρομαντεία
ονειρομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρομαντεία
ονειρομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του ονειρομαντεία
ονειρομαντικές	=	ονειρομαντική
ονειρομαντική	noun	άλλη μορφή του ονειρομαντεία
ονειρομαντικής	=	ονειρομαντική
ονειρομαντικών	=	ονειρομαντική
ονειροναυτική	noun	η συνειδητή εμπειρία ονείρων· το συνειδητό ονείρεμα που χαρακτηρίζεται από διαύγεια και έλεγχο των αλληλεπιδράσεων και του περιεχομένου μέσα του
ονειροναυτικής	=	ονειροναυτική
ονειροναυτών	=	ονειροναύτης
ονειροναύτες	=	ονειροναύτης
ονειροναύτη	=	ονειροναύτης
ονειροναύτης	noun	αυτός που βιώνει ή ασχολείται με την ονειροναυτική
ονειροπαγίδα	noun	αντικείμενο που θεωρείται ότι προστατεύει από τα κακά όνειρα
ονειροπαγίδας	=	ονειροπαγίδα
ονειροπαγίδες	=	ονειροπαγίδα
ονειροπαγίδων	=	ονειροπαγίδα
ονειροπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροπαρμένο
ονειροπαρμένε	verb	κλητική ενικού του ονειροπαρμένος
ονειροπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροπαρμένη
ονειροπαρμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειροπαρμένος
ονειροπαρμένης	verb	γενική ενικού του ονειροπαρμένη
ονειροπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του ονειροπαρμένος
ονειροπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειροπαρμένος
ονειροπαρμένος	verb	που συγχέει το ονειρικό με το πραγματικό, που επηρεάζεται από το φανταστικό και χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα
ονειροπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονειροπαρμένος
ονειροπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονειροπαρμένος
ονειροπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονειροπαρμένος
ονειροπλασμένα	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένε	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένες	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένη	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένης	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένο	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένοι	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένος	verb	μη πραγματικός, εξωπραγματικός, φανταστικός
ονειροπλασμένου	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένους	=	ονειροπλασμένος
ονειροπλασμένων	=	ονειροπλασμένος
ονειροπολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροπόλημα
ονειροπολήματος	noun	γενική ενικού του ονειροπόλημα
ονειροπολήσαμε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσαν	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσανε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσατε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσει	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροπόληση
ονειροπολήσετε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ονειροπόληση
ονειροπολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ονειροπόληση
ονειροπολήσουμε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσουν	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσουνε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήστε	=	ονειροπολώ
ονειροπολήσω	=	ονειροπολώ
ονειροπολεί	=	ονειροπολώ
ονειροπολείς	=	ονειροπολώ
ονειροπολείτε	=	ονειροπολώ
ονειροπολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ονειροπόλημα
ονειροπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροπολικό
ονειροπολικέ	adj	κλητική ενικού του ονειροπολικός
ονειροπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροπολική
ονειροπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειροπολικός
ονειροπολικής	adj	γενική ενικού του ονειροπολική
ονειροπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειροπολικός
ονειροπολικού	adj	γενική ενικού του ονειροπολικός
ονειροπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονειροπολικός
ονειροπολικό	adj	αιτιατική ενικού του ονειροπολικός
ονειροπολικός	adj	σχετικός με την ονειροπόληση
ονειροπολικών	adj	γενική πληθυντικού του ονειροπολικός
ονειροπολούμε	=	ονειροπολώ
ονειροπολούν	=	ονειροπολώ
ονειροπολούνε	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσα	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσαμε	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσαν	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσανε	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσατε	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσε	=	ονειροπολώ
ονειροπολούσες	=	ονειροπολώ
ονειροπολώ	verb	περιπλανιέμαι, με τον νου, σα να ονειρεύομαι
ονειροπολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ονειροπολώ
ονειροπόλα	=	ονειροπόλος
ονειροπόλας	=	ονειροπόλος
ονειροπόλε	=	ονειροπόλος
ονειροπόλει	=	ονειροπολώ
ονειροπόλες	=	ονειροπόλος
ονειροπόλημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ονειροπολώ
ονειροπόλησα	=	ονειροπολώ
ονειροπόλησαν	=	ονειροπολώ
ονειροπόλησε	=	ονειροπολώ
ονειροπόλησες	=	ονειροπολώ
ονειροπόληση	noun	άλλη μορφή του ονειροπόλημα
ονειροπόλησης	noun	γενική ενικού του ονειροπόληση
ονειροπόλο	=	ονειροπόλος
ονειροπόλοι	=	ονειροπόλος
ονειροπόλος	adj	που έχει την τάση να ονειρεύεται, να κάνει ωραία σχέδια για το μέλλον που ίσως δεν είναι πολύ ρεαλιστικά ή γενικότερα να μην έχει μεγάλη επαφή με την πραγματικότητα	noun	ονειροπόλος
ονειροπόλου	=	ονειροπόλος
ονειροπόλους	=	ονειροπόλος
ονειροπόλων	=	ονειροπόλος
ονειροτόκε	=	ονειροτόκος
ονειροτόκο	=	ονειροτόκος
ονειροτόκοι	=	ονειροτόκος
ονειροτόκος	adj|literary	που προκαλεί όνειρα, που παράγει όνειρα
ονειροτόκου	=	ονειροτόκος
ονειροτόκους	=	ονειροτόκος
ονειροτόκων	=	ονειροτόκος
ονειροφαντασία	noun	το όνειρο
ονειροφαντασίας	noun	γενική ενικού του ονειροφαντασία
ονειροφαντασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροφαντασία
ονειροφαντασιά	noun	άλλη μορφή του ονειροφαντασία
ονειροφαντασιάς	noun	γενική ενικού του ονειροφαντασιά
ονειροφαντασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροφαντασιά
ονειροφαντασιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειροφαντασιά
ονειροφαντασιών	noun	γενική πληθυντικού του ονειροφαντασία
ονειροχρόνος	noun	μεταφυσικός κόσμος των αβοριγίνων της Αυστραλίας
ονειρωδών	=	ονειρώδης
ονειρωδώς	adv	με ονειρώδη τρόπο
ονειρωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρωκτικό
ονειρωκτικέ	adj	κλητική ενικού του ονειρωκτικός
ονειρωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονειρωκτική
ονειρωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονειρωκτικός
ονειρωκτικής	adj	γενική ενικού του ονειρωκτική
ονειρωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονειρωκτικός
ονειρωκτικού	adj	γενική ενικού του ονειρωκτικός
ονειρωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονειρωκτικός
ονειρωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ονειρωκτικός
ονειρωκτικός	adj	οτιδήποτε σχετίζεται με ονείρωξη
ονειρωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ονειρωκτικός
ονειρόδραμα	noun	είδος θεατρικού έργου που παροστάνει όσα ονειρεύεται κάποιος ή μια ονειρική κατάσταση
ονειρόπλαστα	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστε	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστες	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστη	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστης	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστο	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστοι	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστος	adj	που ανήκει στην φαντασία, φανταστικός
ονειρόπλαστου	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστους	=	ονειρόπλαστος
ονειρόπλαστων	=	ονειρόπλαστος
ονειρόχρονος	noun	άλλη γραφή του ονειροχρόνος
ονειρώδεις	=	ονειρώδης
ονειρώδες	=	ονειρώδης
ονειρώδη	=	ονειρώδης
ονειρώδης	adj	τόσο τέλειος που μοιάζει με όνειρο, ονειρεμένος
ονειρώδους	=	ονειρώδης
ονειρώξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονείρωξη
ονειρώξεων	noun	γενική πληθυντικού του ονείρωξη
ονειρώξεως	noun|formal	γενική ενικού του ονείρωξη
ονειρώττω	verb	εκσπερματώνω ενώ κοιμάμαι, έχω ονείρωξη
ονηγέ	noun	κλητική ενικού του ονηγός
ονηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονηγός
ονηγού	noun	γενική ενικού του ονηγός
ονηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ονηγός
ονηγό	noun	αιτιατική ενικού του ονηγός
ονηγός	noun|formal	ο οδηγός ενός όνου, ενός γαϊδουριού
ονηγών	noun	γενική πληθυντικού του ονηγός
ονηλάτες	=	ονηλάτης
ονηλάτη	=	ονηλάτης
ονηλάτης	noun	ο ονηγός
ονηλασία	noun	το καβαλίκεμα του γαϊδάρου
ονηλασίας	=	ονηλασία
ονηλασίες	=	ονηλασία
ονηλασιών	=	ονηλασία
ονηλατών	=	ονηλάτης
ονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονικό
ονικέ	adj	κλητική ενικού του ονικός
ονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονική
ονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονικός
ονικής	adj	γενική ενικού του ονική
ονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονικός
ονικού	adj	γενική ενικού του ονικός
ονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονικός
ονικό	adj	αιτιατική ενικού του ονικός
ονικός	adj	σχετικός με τον όνο
ονικών	adj	γενική πληθυντικού του ονικός
ονλάιν	adj	που είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο
ονοβρυχίδα	noun	που ανήκει στο γένος Ονοβρυχίς της οικογένειας: Φαβίδες της τάξης: Φαβώδη
ονοβρυχίδας	=	ονοβρυχίδα
ονοβρυχίδες	=	ονοβρυχίδα
ονοβρυχίδων	=	ονοβρυχίδα
ονομάζαμε	=	ονομάζω
ονομάζαν	=	ονομάζω
ονομάζανε	=	ονομάζω
ονομάζατε	=	ονομάζω
ονομάζει	=	ονομάζω
ονομάζεις	=	ονομάζω
ονομάζεσαι	=	ονομάζω
ονομάζεστε	=	ονομάζω
ονομάζεται	=	ονομάζω
ονομάζετε	=	ονομάζω
ονομάζομαι	verb	φέρω τό όνομα (και/ή το επώνυμο)
ονομάζομε	=	ονομάζω
ονομάζονται	=	ονομάζω
ονομάζονταν	=	ονομάζω
ονομάζοντας	=	ονομάζω
ονομάζουμε	=	ονομάζω
ονομάζουν	=	ονομάζω
ονομάζουνε	=	ονομάζω
ονομάζω	verb	δίνω όνομα σε κάποιον ή κάτι
ονομάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσαν	=	ονομάζω
ονομάσανε	=	ονομάζω
ονομάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσομε	=	ονομάζω
ονομάσου	=	ονομάζω
ονομάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάσουνε	=	ονομάζω
ονομάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονομάτιζα	=	ονοματίζω
ονομάτιζαν	=	ονοματίζω
ονομάτιζε	=	ονοματίζω
ονομάτιζες	=	ονοματίζω
ονομάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονομάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονομάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονομάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονομάτων	noun	γενική πληθυντικού του όνομα
ονομαζόμασταν	=	ονομάζω
ονομαζόμαστε	=	ονομάζω
ονομαζόμενα	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενε	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενες	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενη	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενης	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενο	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενοι	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ονομάζομαι
ονομαζόμενου	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενους	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμενων	=	ονομαζόμενος
ονομαζόμουν	=	ονομάζω
ονομαζόμουνα	=	ονομάζω
ονομαζόντουσαν	=	ονομάζω
ονομαζόσασταν	=	ονομάζω
ονομαζόσαστε	=	ονομάζω
ονομαζόσουν	=	ονομάζω
ονομαζόσουνα	=	ονομάζω
ονομαζόταν	=	ονομάζω
ονομαζότανε	=	ονομάζω
ονομασία	noun	η λέξη με την οποία δηλώνεται κάτι
ονομασίας	noun	γενική ενικού του ονομασία
ονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομασία
ονομασιολογία	noun	η μελέτη της απόδοσης μιας ονομασίας σε μια έννοια, της διαδικασίας με την οποία περνάμε από μια έννοια σε μια λέξη
ονομασιολογίας	=	ονομασιολογία
ονομασιολογίες	=	ονομασιολογία
ονομασιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομασιολογικό
ονομασιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ονομασιολογικός
ονομασιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομασιολογική
ονομασιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονομασιολογικός
ονομασιολογικής	adj	γενική ενικού του ονομασιολογική
ονομασιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονομασιολογικός
ονομασιολογικού	adj	γενική ενικού του ονομασιολογικός
ονομασιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονομασιολογικός
ονομασιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ονομασιολογικός
ονομασιολογικός	adj	σχετικός με την ονομασιολογία
ονομασιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ονομασιολογικός
ονομασιολογιών	=	ονομασιολογία
ονομασιών	noun	γενική πληθυντικού του ονομασία
ονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομασμένο
ονομασμένε	verb	κλητική ενικού του ονομασμένος
ονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομασμένη
ονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονομασμένος
ονομασμένης	verb	γενική ενικού του ονομασμένη
ονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ονομασμένος
ονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονομασμένος
ονομασμένος	=	ονομάζω
ονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονομασμένος
ονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονομασμένος
ονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονομασμένος
ονομαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομαστό
ονομαστέ	adj	κλητική ενικού του ονομαστός
ονομαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομαστή
ονομαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονομαστός
ονομαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστήκαν	=	ονομάζω
ονομαστήκανε	=	ονομάζω
ονομαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστήρια	noun|archaic	η ημέρα της ονομαστικής εορτής κάποιου
ονομαστής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ονομαστή) του ονομαστός
ονομαστί	adv|formal	ονομαστικά, ονομαστικώς
ονομαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστηρίων	=	ονομαστήρια
ονομαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ονομαστικός	adv	με χρήση / αναφορά του ονόματος
ονομαστικέ	adj	κλητική ενικού του ονομαστικός
ονομαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονομαστική
ονομαστική	noun	η πτώση με την οποία δηλώνεται το υποκείμενο στα κλιτά μέρη του λόγου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονομαστικός
ονομαστικής	adj	γενική ενικού του ονομαστική
ονομαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονομαστικός
ονομαστικού	adj	γενική ενικού του ονομαστικός
ονομαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονομαστικός
ονομαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ονομαστικός
ονομαστικός	adj	σχετικός με το όνομα
ονομαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ονομαστικός
ονομαστικώς	adv|formal	ονομαστικά, ονομαστί
ονομαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονομαστός
ονομαστού	adj	γενική ενικού του ονομαστός
ονομαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστούνε	=	ονομάζω
ονομαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονομαστός
ονομαστό	adj	αιτιατική ενικού του ονομαστός
ονομαστός	adj	γνωστός, ξακουστός, διάσημος
ονομαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονομάζομαι
ονομαστών	adj	γενική πληθυντικού του ονομαστός
ονοματάκι	noun	το όνομα
ονοματάκια	=	ονοματάκι
ονοματίζαμε	=	ονοματίζω
ονοματίζαν	=	ονοματίζω
ονοματίζανε	=	ονοματίζω
ονοματίζατε	=	ονοματίζω
ονοματίζει	=	ονοματίζω
ονοματίζεις	=	ονοματίζω
ονοματίζεσαι	=	ονοματίζω
ονοματίζεστε	=	ονοματίζω
ονοματίζεται	=	ονοματίζω
ονοματίζετε	=	ονοματίζω
ονοματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ονοματίζω
ονοματίζονται	=	ονοματίζω
ονοματίζονταν	=	ονοματίζω
ονοματίζοντας	=	ονοματίζω
ονοματίζουμε	=	ονοματίζω
ονοματίζουν	=	ονοματίζω
ονοματίζουνε	=	ονοματίζω
ονοματίζω	verb|vulgar	δίνω σε κάποιον ένα όνομα
ονοματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίσαν	=	ονοματίζω
ονοματίσανε	=	ονοματίζω
ονοματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίσου	=	ονοματίζω
ονοματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματίστηκα	=	ονοματίζω
ονοματίστηκαν	=	ονοματίζω
ονοματίστηκε	=	ονοματίζω
ονοματίστηκες	=	ονοματίζω
ονοματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ονοματίζω
ονοματεπωνύμου	=	ονοματεπώνυμο
ονοματεπωνύμων	=	ονοματεπώνυμο
ονοματεπώνυμα	=	ονοματεπώνυμο
ονοματεπώνυμο	noun	το μικρό όνομα και το επώνυμο
ονοματεπώνυμου	=	ονοματεπώνυμο
ονοματιζόμασταν	=	ονοματίζω
ονοματιζόμαστε	=	ονοματίζω
ονοματιζόμουν	=	ονοματίζω
ονοματιζόμουνα	=	ονοματίζω
ονοματιζόντουσαν	=	ονοματίζω
ονοματιζόσασταν	=	ονοματίζω
ονοματιζόσαστε	=	ονοματίζω
ονοματιζόσουν	=	ονοματίζω
ονοματιζόσουνα	=	ονοματίζω
ονοματιζόταν	=	ονοματίζω
ονοματιζότανε	=	ονοματίζω
ονοματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματικό
ονοματικέ	adj	κλητική ενικού του ονοματικός
ονοματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματική
ονοματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονοματικός
ονοματικής	adj	γενική ενικού του ονοματική
ονοματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματικός
ονοματικού	adj	γενική ενικού του ονοματικός
ονοματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονοματικός
ονοματικό	adj	αιτιατική ενικού του ονοματικός
ονοματικός	adj	που ανήκει στο όνομα
ονοματικών	adj	γενική πληθυντικού του ονοματικός
ονοματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματισμένο
ονοματισμένε	verb	κλητική ενικού του ονοματισμένος
ονοματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματισμένη
ονοματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονοματισμένος
ονοματισμένης	verb	γενική ενικού του ονοματισμένη
ονοματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ονοματισμένος
ονοματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματισμένος
ονοματισμένος	=	ονοματίζω
ονοματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονοματισμένος
ονοματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονοματισμένος
ονοματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονοματισμένος
ονοματιστήκαμε	=	ονοματίζω
ονοματιστήκαν	=	ονοματίζω
ονοματιστήκανε	=	ονοματίζω
ονοματιστήκατε	=	ονοματίζω
ονοματιστεί	=	ονοματίζω
ονοματιστείτε	=	ονοματίζω
ονοματοδοσία	noun	το να δίνεις όνομα σε ανθρώπους ή αντικείμενα
ονοματοδοσίας	noun	γενική ενικού του ονοματοδοσία
ονοματοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοδοσία
ονοματοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ονοματοδοσία
ονοματοδοτήσαμε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτήσαν	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτήσανε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτήσατε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτήσει	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτήστε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτεί	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτείς	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτείτε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτικά	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικέ	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικές	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτική	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικής	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικοί	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικού	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικούς	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικό	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτικός	adj	ο σχετικός με την ονοματοδοσία
ονοματοδοτικών	=	ονοματοδοτικός
ονοματοδοτούμε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούν	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούνε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσα	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσαμε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσαν	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσανε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσατε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτούσες	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδοτριών	=	ονοματοδότρια
ονοματοδοτώ	verb	δίνω όνομα σε κάποιον ή κάτι
ονοματοδοτών	=	ονοματοδότης
ονοματοδοτώντας	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδότει	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδότες	=	ονοματοδότης
ονοματοδότη	=	ονοματοδότης
ονοματοδότης	noun	αυτός που ονοματοδοτεί
ονοματοδότησα	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδότησαν	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδότησε	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδότησες	=	ονοματοδοτώ
ονοματοδότρια	noun	θηλυκό του ονοματοδότης
ονοματοδότριας	=	ονοματοδότρια
ονοματοδότριες	=	ονοματοδότρια
ονοματοθέτες	=	ονοματοθέτης
ονοματοθέτη	=	ονοματοθέτης
ονοματοθέτης	noun	αυτός που δίνει όνομα σε κάποιον ή κάτι
ονοματοθέτρια	noun	θηλυκό του ονοματοθέτης
ονοματοθέτριας	=	ονοματοθέτρια
ονοματοθέτριες	=	ονοματοθέτρια
ονοματοθεσία	noun	η απόδοση ονόματος σε κάποιον ή κάτι
ονοματοθεσίας	noun	γενική ενικού του ονοματοθεσία
ονοματοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοθεσία
ονοματοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ονοματοθεσία
ονοματοθετριών	=	ονοματοθέτρια
ονοματοθετώ	verb	γίνομαι ονοματοθέτης
ονοματοθετών	=	ονοματοθέτης
ονοματοθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ονοματοθετώ
ονοματοκρατία	noun	συνώνυμο του νομιναλισμός
ονοματοκρατίας	noun	γενική ενικού του ονοματοκρατία
ονοματοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοκρατία
ονοματοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοκρατικό
ονοματοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοκρατική
ονοματοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατικής	adj	γενική ενικού του ονοματοκρατική
ονοματοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατικού	adj	γενική ενικού του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατικός	adj	σχετικός με την ονοματοκρατία
ονοματοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ονοματοκρατικός
ονοματοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ονοματοκρατία
ονοματολογία	noun	η μελέτη των ονομάτων ανθρώπων (ανθρωπωνυμίων) και τόπων (τοπωνυμίων)
ονοματολογίας	noun	γενική ενικού του ονοματολογία
ονοματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματολογία
ονοματολογίου	=	ονοματολόγιο
ονοματολογίων	=	ονοματολόγιο
ονοματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματολογικό
ονοματολογικέ	adj	κλητική ενικού του ονοματολογικός
ονοματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματολογική
ονοματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονοματολογικός
ονοματολογικής	adj	γενική ενικού του ονοματολογική
ονοματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματολογικός
ονοματολογικού	adj	γενική ενικού του ονοματολογικός
ονοματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονοματολογικός
ονοματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ονοματολογικός	noun	το ζήτημα της ονομασίας κάποιου (ανθρώπου, κράτους κ.λπ.)
ονοματολογικός	adj	σχετικός με την ονοματολογία
ονοματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ονοματολογικός
ονοματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ονοματολογία
ονοματολόγε	noun	κλητική ενικού του ονοματολόγος
ονοματολόγια	=	ονοματολόγιο
ονοματολόγιο	noun	κατάλογος ονομάτων
ονοματολόγιου	=	ονοματολόγιο
ονοματολόγιων	=	ονοματολόγιο
ονοματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ονοματολόγος
ονοματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματολόγος
ονοματολόγος	noun	γλωσσολόγος που ασχολείται με την ονοματολογία
ονοματολόγου	noun	γενική ενικού του ονοματολόγος
ονοματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ονοματολόγος
ονοματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ονοματολόγος
ονοματομανία	noun|dated	μανία συνεχούς αναφοράς ονομάτων ή λέξεων
ονοματομανίας	=	ονοματομανία
ονοματομανίες	=	ονοματομανία
ονοματομανιών	=	ονοματομανία
ονοματοποίει	=	ονοματοποιώ
ονοματοποίησα	=	ονοματοποιώ
ονοματοποίησαν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποίησε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποίησες	=	ονοματοποιώ
ονοματοποίηση	noun	τροπή οποιουδήποτε μέρους του λόγου σε όνομα, δηλαδή σε ουσιαστικό ή επίθετο
ονοματοποίησης	=	ονοματοποίηση
ονοματοποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποίητο
ονοματοποίητε	adj	κλητική ενικού του ονοματοποίητος
ονοματοποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποίητη
ονοματοποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονοματοποίητος
ονοματοποίητης	adj	γενική ενικού του ονοματοποίητη
ονοματοποίητο	adj	αιτιατική ενικού του ονοματοποίητος
ονοματοποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποίητος
ονοματοποίητος	adj	που έχει δημιουργηθεί με ονοματοποιία
ονοματοποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονοματοποίητος
ονοματοποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ονοματοποίητος
ονοματοποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονοματοποίητος
ονοματοποιήθηκα	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήθηκαν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήθηκε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήθηκες	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήσαμε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήσαν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήσανε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήσατε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήσει	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήσεις	=	ονοματοποίηση
ονοματοποιήσεων	=	ονοματοποίηση
ονοματοποιήσου	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιήστε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιία	noun	σχηματισμός μιας λέξης της οποίας ο ήχος μιμείται αυτό που η λέξη σημαίνει
ονοματοποιίας	noun	γενική ενικού του ονοματοποιία
ονοματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποιία
ονοματοποιεί	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιείς	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιείσαι	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιείστε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιείται	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιείτε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιηθήκαμε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιηθήκαν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιηθήκανε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιηθήκατε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιηθεί	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιηθείτε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποιημένο
ονοματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ονοματοποιημένος
ονοματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποιημένη
ονοματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονοματοποιημένος
ονοματοποιημένης	verb	γενική ενικού του ονοματοποιημένη
ονοματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ονοματοποιημένος
ονοματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονοματοποιημένος
ονοματοποιημένος	verb	που έχει μετατραπεί σε ουσιαστικό ή επίθετο
ονοματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ονοματοποιημένος
ονοματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ονοματοποιημένος
ονοματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ονοματοποιημένος
ονοματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του ονοματοποιία
ονοματοποιούμαι	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούμασταν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούμαστε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούμε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούμουν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούνε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούνται	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούνταν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσα	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσαμε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσαν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσανε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσασταν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσαστε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσατε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσε	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσες	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιούσουν	=	ονοματοποιώ
ονοματοποιώ	verb	δημιουργώ λέξεις ή ονόματα με την φαντασία μου
ονοματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ονοματοποιώ
ονοματοχώρε	=	ονοματοχώρος
ονοματοχώρο	=	ονοματοχώρος
ονοματοχώροι	=	ονοματοχώρος
ονοματοχώρος	noun	η «περιοχή» (περιβάλλον) στην οποία το όνομα (αναγνωριστικό/identifier) μίας οντότητας είναι προσβάσιμο· όπως η μεταβλητή (variable) σε ένα υποπρόγραμμα, το όνομα υπολογιστή σε ένα δίκτυο, κλπ.
ονοματοχώρου	=	ονοματοχώρος
ονοματοχώρους	=	ονοματοχώρος
ονοματοχώρων	=	ονοματοχώρος
οντά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οντάς
οντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντάς
οντάδων	noun	γενική πληθυντικού του οντάς
οντάρια	=	οντάριο
οντάριο	noun	άτομο ουδεμίας αξίας, ο τιποτένιος, ο ασήμαντος
οντάριου	=	οντάριο
οντάς	noun|vulgar	δωμάτιο
ονταδάκι	noun	μικρός ή χαμηλοτάβανος οντάς· δωματιάκι
ονταδάκια	=	ονταδάκι
ονταρίου	=	οντάριο
ονταρίων	=	οντάριο
οντισιόν	noun	η ακρόαση δοκιμής ή επιλογής καλλιτέχνη σε τέχνες όπως η μουσική, ο χορός, η υποκριτική
οντογένεσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντογένεση
οντογένεση	noun	η δημιουργία και η ανάπτυξη (σωματική, ψυχολογική κ.λπ.) ενός οργανισμού από τη στιγμή της γονιμοποίησης του ωαρίου μέχρι την ενηλικίωση
οντογένεσης	noun	γενική ενικού του οντογένεση
οντογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντογένεση
οντογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του οντογένεση
οντογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του οντογένεση
οντογονία	noun	η οντογένεση
οντογονίας	=	οντογονία
οντογονίες	=	οντογονία
οντογονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντογονικό
οντογονικέ	adj	κλητική ενικού του οντογονικός
οντογονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντογονική
οντογονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οντογονικός
οντογονικής	adj	γενική ενικού του οντογονική
οντογονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οντογονικός
οντογονικού	adj	γενική ενικού του οντογονικός
οντογονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οντογονικός
οντογονικό	adj	αιτιατική ενικού του οντογονικός
οντογονικός	adj	σχετικός με την οντογονία
οντογονικών	adj	γενική πληθυντικού του οντογονικός
οντογονιών	=	οντογονία
οντολογία	noun	κλάδος της μεταφυσικής που μελετά το ον καθ' εαυτό και τις ιδιότητές του
οντολογίας	noun	γενική ενικού του οντολογία
οντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντολογία
οντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντολογικό	adv	από την άποψη της οντολογίας
οντολογικέ	adj	κλητική ενικού του οντολογικός
οντολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντολογική
οντολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οντολογικός
οντολογικής	adj	γενική ενικού του οντολογική
οντολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οντολογικός
οντολογικού	adj	γενική ενικού του οντολογικός
οντολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οντολογικός
οντολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οντολογικός
οντολογικός	adj	σχετικός με την οντολογία
οντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οντολογικός
οντολογικώς	=	οντολογικά
οντολογισμέ	=	οντολογισμός
οντολογισμοί	=	οντολογισμός
οντολογισμού	=	οντολογισμός
οντολογισμούς	=	οντολογισμός
οντολογισμό	=	οντολογισμός
οντολογισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι ο Θεός και οι απόψεις και γνώσεις μας περί αυτού ενυπάρχει στον άνθρωπο
οντολογισμών	=	οντολογισμός
οντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οντολογία
οντολόγε	=	οντολόγος
οντολόγο	=	οντολόγος
οντολόγοι	=	οντολόγος
οντολόγος	noun	οπαδός, υποστηρικτής ή μελετητής της οντολογίας
οντολόγου	=	οντολόγος
οντολόγους	=	οντολόγος
οντολόγων	=	οντολόγος
οντοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του οντότητα
οντουλάρισα	=	οντουλάρω
οντουλάρομαι	=	οντουλάρω
οντουλάρω	verb|vulgar	δίνω κυματοειδή μορφή στα μαλλιά, κατσαρώνω, σγουρώνω
οντουλέ	adj	κυματιστός	noun	υλικό που είναι οντουλέ, γκοφρέ (όπως χαρτόνι)
οντουλαρίστηκα	=	οντουλάρω
οντουλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντουλαρισμένο
οντουλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του οντουλαρισμένος
οντουλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντουλαρισμένη
οντουλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οντουλαρισμένος
οντουλαρισμένης	verb	γενική ενικού του οντουλαρισμένη
οντουλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οντουλαρισμένος
οντουλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οντουλαρισμένος
οντουλαρισμένος	=	οντουλάρω
οντουλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οντουλαρισμένος
οντουλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οντουλαρισμένος
οντουλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οντουλαρισμένος
οντουλασιόν	noun	κατσάρωμα μαλλιών με μηχανικά μέσα
οντότητα	noun	η ιδιότητα του όντος
οντότητας	noun	γενική ενικού του οντότητα
οντότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οντότητα
ονυχία	noun	είδος φλεγμονής του νυχιού
ονυχίας	=	ονυχία
ονυχίαση	noun	άλλη μορφή του ονυχία
ονυχίασης	=	ονυχίαση
ονυχίες	=	ονυχία
ονυχαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ονυχαίος
ονυχαίας	adj	γενική ενικού του ονυχαία
ονυχαίε	adj	ονυχαίος, στην κλητική του ενικού
ονυχαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονυχαία
ονυχαίο	adj	ονυχαίος, στην αιτιατική του ενικού
ονυχαίοι	adj	ονυχαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ονυχαίος	adj	που έχει σχέση με το νύχι
ονυχαίου	adj	γενική ενικού του ονυχαίος
ονυχαίους	adj	ονυχαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ονυχαίων	=	ονυχαίος
ονυχεκτομές	=	ονυχεκτομή
ονυχεκτομή	noun	μερική ή ολική αφαίρεση της ρίζας του νυχιού
ονυχεκτομής	=	ονυχεκτομή
ονυχεκτομών	=	ονυχεκτομή
ονυχιάσεις	=	ονυχίαση
ονυχιάσεων	=	ονυχίαση
ονυχιών	=	ονυχία
ονυχογρυπώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονυχογρύπωση
ονυχογρυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ονυχογρύπωση
ονυχογρυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ονυχογρύπωση
ονυχογρύπωση	noun	επιμήκυνση ενός νυχιού, με επακόλουθη συστροφή ή παραμόρφωσή του, που οφείλεται σε παθολογικά αίτια
ονυχογρύπωσης	noun	γενική ενικού του ονυχογρύπωση
ονυχοδρομίου	=	ονυχοδρόμιο
ονυχοδρομίων	=	ονυχοδρόμιο
ονυχοδρόμια	=	ονυχοδρόμιο
ονυχοδρόμιο	noun	αντικείμενο για να ξύνουν και να ακονίζουν τα νύχια τους οι γάτες
ονυχοδρόμιου	=	ονυχοδρόμιο
ονυχοειδές	=	ονυχοειδής
ονυχοειδή	=	ονυχοειδής
ονυχοειδής	adj	που μοιάζει νυχιού, που έχει τη μορφή νυχιού
ονυχοειδείς	=	ονυχοειδής
ονυχοειδούς	=	ονυχοειδής
ονυχοειδών	=	ονυχοειδής
ονυχοκομία	noun	το μανικιούρ
ονυχοκομίας	=	ονυχοκομία
ονυχοκομίες	=	ονυχοκομία
ονυχοκομιών	=	ονυχοκομία
ονυχοκοπτών	=	ονυχοκόπτης
ονυχοκόπτες	=	ονυχοκόπτης
ονυχοκόπτη	=	ονυχοκόπτης
ονυχοκόπτης	noun|dated	ο νυχοκόπτης
ονυχολυσία	noun	μαλάκυνση ή απόπτωση ενός νυχιού από το χέρι ή το πόδι κάποιου
ονυχολυσίας	=	ονυχολυσία
ονυχολυσίες	=	ονυχολυσία
ονυχολυσιών	=	ονυχολυσία
ονυχολύσεις	=	ονυχόλυση
ονυχολύσεων	=	ονυχόλυση
ονυχομαντεία	noun	μαντεία με τη παρατήρηση των νυχιών (του σχήματος, των κηλίδων πάνω τους)
ονυχομαντείας	=	ονυχομαντεία
ονυχομαντείες	=	ονυχομαντεία
ονυχομαντειών	=	ονυχομαντεία
ονυχοπλαστικές	=	ονυχοπλαστική
ονυχοπλαστική	noun	τεχνική βελτίωσης της άσχημης εμφάνισης των νυχιών για ιατρικούς ή αισθητικούς λόγους
ονυχοπλαστικής	=	ονυχοπλαστική
ονυχοπλαστικών	=	ονυχοπλαστική
ονυχοπτωσία	noun	η πτώση ενός νυχιού από το χέρι ή το πόδι κάποιου
ονυχοπτωσίας	=	ονυχοπτωσία
ονυχοπτωσίες	=	ονυχοπτωσία
ονυχοπτωσιών	=	ονυχοπτωσία
ονυχοτιλλομανία	noun	ψυχιατρική διαταραχή κατά την οποία εκδηλώνεται καταναγκασμός σχετικός με την απόσπαση των νυχιών ή μέρος τους από την κοίτη τους
ονυχοτιλλομανίας	=	ονυχοτιλλομανία
ονυχοτιλλομανίες	=	ονυχοτιλλομανία
ονυχοτιλλομανιών	=	ονυχοτιλλομανία
ονυχοφάγε	=	ονυχοφάγος
ονυχοφάγο	=	ονυχοφάγος
ονυχοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ονυχοφάγος
ονυχοφάγος	noun	που τρώει τα νύχια του
ονυχοφάγου	=	ονυχοφάγος
ονυχοφάγους	=	ονυχοφάγος
ονυχοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του ονυχοφάγος
ονυχοφαγία	noun	η συνήθεια να δαγκώνει και να τρώει κάποιος τα νύχια του
ονυχοφαγίας	noun	γενική ενικού του ονυχοφαγία
ονυχοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ονυχοφαγία
ονυχοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ονυχοφαγία
ονυχοφυΐα	noun	η διαδικασία της έκφυσης των νυχιών
ονυχοφυΐας	=	ονυχοφυΐα
ονυχοφυΐες	=	ονυχοφυΐα
ονυχοφυϊών	=	ονυχοφυΐα
ονυχοφόρα	=	ονυχοφόρος
ονυχοφόρε	=	ονυχοφόρος
ονυχοφόρο	=	ονυχοφόρος
ονυχοφόροι	=	ονυχοφόρος
ονυχοφόρος	adj	που έχει νύχια
ονυχοφόρου	=	ονυχοφόρος
ονυχοφόρους	=	ονυχοφόρος
ονυχοφόρων	=	ονυχοφόρος
ονυχόλυση	noun	άλλη μορφή του ονυχολυσία
ονυχόλυσης	=	ονυχόλυση
ονυχώσεις	=	ονύχωση
ονυχώσεων	=	ονύχωση
ονόμαζα	=	ονομάζω
ονόμαζαν	=	ονομάζω
ονόμαζε	=	ονομάζω
ονόμαζες	=	ονομάζω
ονόμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονόμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονόμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονόμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ονομάζω
ονόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όνομα
ονόματι	noun	με το όνομα, που ονομάζεται, που έχει το όνομα
ονόματος	noun	γενική ενικού του όνομα
ονόρε	noun	κύρος
ονύχωση	noun	η καθεμία μόλυνση ή λάθος διάπλαση του νυχιού
ονύχωσης	=	ονύχωση
οξάλμες	=	οξάλμη
οξάλμη	noun	μείγμα ξιδιού και άλμης ως συντηρητικό τροφίμων
οξάλμης	=	οξάλμη
οξέα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξύ
οξέινα	=	οξέινος
οξέινε	=	οξέινος
οξέινες	=	οξέινος
οξέινη	=	οξέινος
οξέινης	=	οξέινος
οξέινο	=	οξέινος
οξέινοι	=	οξέινος
οξέινος	adj	που κατασκευάστηκε από ξύλο οξιάς
οξέινου	=	οξέινος
οξέινους	=	οξέινος
οξέινων	=	οξέινος
οξέλαια	=	οξέλαιο
οξέλαιο	noun	λάδι αναμιγμένο με ξύδι, λαδόξιδο
οξέλαιου	=	οξέλαιο
οξέλαιων	=	οξέλαιο
οξένια	=	οξένιος
οξένιας	=	οξένιος
οξένιε	=	οξένιος
οξένιες	=	οξένιος
οξένιο	=	οξένιος
οξένιοι	=	οξένιος
οξένιος	adj	άλλη μορφή του οξέινος
οξένιου	=	οξένιος
οξένιους	=	οξένιος
οξένιων	=	οξένιος
οξέος	noun	γενική ενικού του οξύ
οξέων	noun	γενική πληθυντικού του οξύ
οξέως	noun	γενική ενικού του οξύ
οξέωση	noun	ασυνήθιστα αυξημένη οξύτητα ή χαμηλό επίπεδο αλκαλικότητας του αίματος ή υγρών του οργανισμού, που προκαλεί μειωμένο πεχά
οξέωσης	=	οξέωση
οξαλίδα	noun	καλλωπιστικό ποώδες φυτό
οξαλίδας	=	οξαλίδα
οξαλίδες	=	οξαλίδα
οξαλίδων	=	οξαλίδα
οξαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξαλικό
οξαλικέ	adj	κλητική ενικού του οξαλικός
οξαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξαλική
οξαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξαλικός
οξαλικής	adj	γενική ενικού του οξαλική
οξαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξαλικός
οξαλικού	adj	γενική ενικού του οξαλικός
οξαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξαλικός
οξαλικό	adj	αιτιατική ενικού του οξαλικός
οξαλικός	adj	σχετικός με το οξύ της οξαλίδας
οξαλικών	adj	γενική πληθυντικού του οξαλικός
οξαλμών	=	οξάλμη
οξαποδώ	noun	άλλη μορφή του εξαποδώ: ο διάβολος
οξεάντοχα	=	οξεάντοχος
οξεάντοχε	=	οξεάντοχος
οξεάντοχες	=	οξεάντοχος
οξεάντοχη	=	οξεάντοχος
οξεάντοχης	=	οξεάντοχος
οξεάντοχο	=	οξεάντοχος
οξεάντοχοι	=	οξεάντοχος
οξεάντοχος	adj	αυτός που αντέχει σε δράση οξέος.
οξεάντοχου	=	οξεάντοχος
οξεάντοχους	=	οξεάντοχος
οξεάντοχων	=	οξεάντοχος
οξεία	noun	το τονικό σημάδι που δείχνει την ή τις συλλαβές που τονίζονται	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξύς
οξείας	noun	γενική ενικού του οξεία
οξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξείδιο
οξείδιο	noun	η ένωση ενός χημικού στοιχείου με οξυγόνο, το χημικό στοιχείο που έχει υποστεί οξείδωση
οξείδιου	=	οξείδιο
οξείδιων	=	οξείδιο
οξείδωνα	=	οξειδώνω
οξείδωναν	=	οξειδώνω
οξείδωνε	=	οξειδώνω
οξείδωνες	=	οξειδώνω
οξείδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξείδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξείδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξείδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξείδωση	noun	η χημική διαδικασία με την οποία ένα στοιχείο ή μία χημική ένωση αποβάλει ηλεκτρόνια (στις οργανικές ενώσεις του άνθρακα, όταν αφαιρείται υδρογόνο ή προστίθεται οξυγόνο)
οξείδωσης	noun	γενική ενικού του οξείδωση
οξείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξεία
οξείς	=	οξύς
οξεαντόχου	=	οξεάντοχος
οξεαντόχους	=	οξεάντοχος
οξεαντόχων	=	οξεάντοχος
οξειδάνια	=	οξειδάνιο
οξειδάνιο	noun	το μονοξείδιο του διυδρογόνου, το νερό (h₂O)
οξειδάνιου	=	οξειδάνιο
οξειδάνιων	=	οξειδάνιο
οξειδάσες	=	οξειδάση
οξειδάση	noun	είδος οξειδωτικού ενζύμου
οξειδάσης	=	οξειδάση
οξειδίου	noun	γενική ενικού του οξείδιο
οξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του οξείδιο
οξειδανίου	=	οξειδάνιο
οξειδανίων	=	οξειδάνιο
οξειδαναγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδαναγωγικό
οξειδαναγωγικέ	adj	κλητική ενικού του οξειδαναγωγικός
οξειδαναγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδαναγωγική
οξειδαναγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξειδαναγωγικός
οξειδαναγωγικής	adj	γενική ενικού του οξειδαναγωγική
οξειδαναγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξειδαναγωγικός
οξειδαναγωγικού	adj	γενική ενικού του οξειδαναγωγικός
οξειδαναγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξειδαναγωγικός
οξειδαναγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του οξειδαναγωγικός
οξειδαναγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του οξειδαναγωγικός
οξειδασών	=	οξειδάση
οξειδοαναγωγές	=	οξειδοαναγωγή
οξειδοαναγωγή	noun	χημική αντίδραση κατά την οποία τα άτομα των στοιχείων που συμμετέχουν αλλάζουν αριθμό οξείδωσης
οξειδοαναγωγής	=	οξειδοαναγωγή
οξειδοαναγωγών	=	οξειδοαναγωγή
οξειδοφωσφορυλίωνα	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωναν	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωνε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωνες	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωσα	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωσαν	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωσε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλίωσες	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιωμένος	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώναμε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώναν	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνανε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνατε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνει	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνεις	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνετε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνομαι	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνοντας	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνουμε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνουν	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνουνε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώνω	verb	διενεργώ οξειδωτική φωσφορυλίωση
οξειδοφωσφορυλιώσαμε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώσαν	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώσανε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώσατε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώσει	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώστε	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδοφωσφορυλιώσω	=	οξειδοφωσφορυλιώνω
οξειδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθήκαν	=	οξειδώνω
οξειδωθήκανε	=	οξειδώνω
οξειδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδωμένο
οξειδωμένε	verb	κλητική ενικού του οξειδωμένος
οξειδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδωμένη
οξειδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξειδωμένος
οξειδωμένης	verb	γενική ενικού του οξειδωμένη
οξειδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οξειδωμένος
οξειδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξειδωμένος
οξειδωμένος	=	οξειδώνομαι
οξειδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οξειδωμένος
οξειδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οξειδωμένος
οξειδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οξειδωμένος
οξειδωνόμασταν	=	οξειδώνω
οξειδωνόμαστε	=	οξειδώνω
οξειδωνόμουν	=	οξειδώνω
οξειδωνόμουνα	=	οξειδώνω
οξειδωνόντουσαν	=	οξειδώνω
οξειδωνόσασταν	=	οξειδώνω
οξειδωνόσαστε	=	οξειδώνω
οξειδωνόσουν	=	οξειδώνω
οξειδωνόσουνα	=	οξειδώνω
οξειδωνόταν	=	οξειδώνω
οξειδωνότανε	=	οξειδώνω
οξειδωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδωτής
οξειδωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οξειδωτής
οξειδωτής	noun	αυτός που προκαλεί οξείδωση
οξειδωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδωτικό
οξειδωτικέ	adj	κλητική ενικού του οξειδωτικός
οξειδωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξειδωτική
οξειδωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξειδωτικός
οξειδωτικής	adj	γενική ενικού του οξειδωτική
οξειδωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξειδωτικός
οξειδωτικού	adj	γενική ενικού του οξειδωτικός
οξειδωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξειδωτικός
οξειδωτικό	adj	αιτιατική ενικού του οξειδωτικός
οξειδωτικός	adj	που προκαλεί οξείδωση
οξειδωτικών	adj	γενική πληθυντικού του οξειδωτικός
οξειδωτών	noun	γενική πληθυντικού του οξειδωτής
οξειδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνομαι
οξειδώναμε	=	οξειδώνω
οξειδώναν	=	οξειδώνω
οξειδώνανε	=	οξειδώνω
οξειδώνατε	=	οξειδώνω
οξειδώνει	=	οξειδώνω
οξειδώνεις	=	οξειδώνω
οξειδώνεσαι	=	οξειδώνω
οξειδώνεστε	=	οξειδώνω
οξειδώνεται	=	οξειδώνω
οξειδώνετε	=	οξειδώνω
οξειδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οξειδώνω
οξειδώνονται	=	οξειδώνω
οξειδώνονταν	=	οξειδώνω
οξειδώνοντας	=	οξειδώνω
οξειδώνουμε	=	οξειδώνω
οξειδώνουν	=	οξειδώνω
οξειδώνουνε	=	οξειδώνω
οξειδώνω	verb	προκαλώ οξείδωση
οξειδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώσαν	=	οξειδώνω
οξειδώσανε	=	οξειδώνω
οξειδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξείδωση
οξειδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οξείδωση
οξειδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οξείδωση
οξειδώσιμα	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμε	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμες	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμη	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμης	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμο	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμοι	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμος	adj	που μπορεί να οξειδωθεί
οξειδώσιμου	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμους	=	οξειδώσιμος
οξειδώσιμων	=	οξειδώσιμος
οξειδώσου	=	οξειδώνω
οξειδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οξειδώνω
οξειών	noun	γενική πληθυντικού του οξεία
οξελαίου	=	οξέλαιο
οξελαίων	=	οξέλαιο
οξεοβασικά	=	οξεοβασικός
οξεοβασικέ	=	οξεοβασικός
οξεοβασικές	=	οξεοβασικός
οξεοβασική	=	οξεοβασικός
οξεοβασικής	=	οξεοβασικός
οξεοβασικοί	=	οξεοβασικός
οξεοβασικού	=	οξεοβασικός
οξεοβασικούς	=	οξεοβασικός
οξεοβασικό	=	οξεοβασικός
οξεοβασικός	adj	που έχει σχέση με το οξεοβασική ισορροπία ή αναφέρεται σʼ αυτή
οξεοβασικών	=	οξεοβασικός
οξεοποίηση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του οξεοποιώ
οξεοποίησης	noun	γενική ενικού του οξεοποίηση
οξεοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξεοποίηση
οξεοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οξεοποίηση
οξεοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οξεοποίηση
οξεοποιώ	verb	δημιουργώ οξύ
οξεώσεις	=	οξέωση
οξεώσεων	=	οξέωση
οξιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Fagus που έχει λεπτά πράσινα μυτερά και ωοειδή φύλλα, λείο και γκρίζο κορμό και μικρούς καρπούς, σε τριγωνικό σχήμα με ακανθώδες ξυλώδες κάλυμμα· περιλαμβάνει δέκα είδη που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική
οξιάς	noun	γενική ενικού του οξιά
οξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξιά
οξιδωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξιδωτικό
οξιδωτικέ	adj	κλητική ενικού του οξιδωτικός
οξιδωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξιδωτική
οξιδωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξιδωτικός
οξιδωτικής	adj	γενική ενικού του οξιδωτική
οξιδωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξιδωτικός
οξιδωτικού	adj	γενική ενικού του οξιδωτικός
οξιδωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξιδωτικός
οξιδωτικό	adj	αιτιατική ενικού του οξιδωτικός
οξιδωτικών	adj	γενική πληθυντικού του οξιδωτικός
οξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξικό
οξικέ	adj	κλητική ενικού του οξικός
οξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξική
οξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξικός
οξικής	adj	γενική ενικού του οξική
οξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξικός
οξικού	adj	γενική ενικού του οξικός
οξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξικός
οξικό	adj	αιτιατική ενικού του οξικός
οξικός	adj	σχετικός με το όξος (ξίδι)
οξικών	adj	γενική πληθυντικού του οξικός
οξιτανικά	noun	που μιλιέται στη νότια Γαλλία και ανήκει στην ίδια οικογένεια με τα καταλανικά
οξιτανικέ	adj	κλητική ενικού του οξιτανικός
οξιτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξιτανική
οξιτανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξιτανικός
οξιτανικής	adj	γενική ενικού του οξιτανική
οξιτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξιτανικός
οξιτανικού	adj	γενική ενικού του οξιτανικός
οξιτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξιτανικός
οξιτανικό	adj	αιτιατική ενικού του οξιτανικός
οξιτανικός	adj	σχετικός με την Οξιτανία και τα οξιτανικά
οξιτανικών	adj	γενική πληθυντικού του οξιτανικός
οξιών	=	οξιά
οξοναιμία	noun	παρουσία ακετόνης στο αίμα σε (υπερβολικά) υψηλό επίπεδο
οξοναιμίας	=	οξοναιμία
οξοναιμίες	=	οξοναιμία
οξοναιμικά	=	οξοναιμικός
οξοναιμικέ	=	οξοναιμικός
οξοναιμικές	=	οξοναιμικός
οξοναιμική	=	οξοναιμικός
οξοναιμικής	=	οξοναιμικός
οξοναιμικοί	=	οξοναιμικός
οξοναιμικού	=	οξοναιμικός
οξοναιμικούς	=	οξοναιμικός
οξοναιμικό	=	οξοναιμικός
οξοναιμικός	adj	που έχει σχέση με την οξοναιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οξοναιμικών	=	οξοναιμικός
οξοναιμιών	=	οξοναιμία
οξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξονικό
οξονικέ	adj	κλητική ενικού του οξονικός
οξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξονική
οξονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξονικός
οξονικής	adj	γενική ενικού του οξονική
οξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξονικός
οξονικού	adj	γενική ενικού του οξονικός
οξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξονικός
οξονικό	adj	αιτιατική ενικού του οξονικός
οξονικός	adj	ο ακετονικός
οξονικών	adj	γενική πληθυντικού του οξονικός
οξονουρία	noun	η παρουσία οξόνης στα ούρα
οξονουρίας	=	οξονουρία
οξονουρίες	=	οξονουρία
οξονουριών	=	οξονουρία
οξονών	=	οξόνη
οξοποίει	=	οξοποιώ
οξοποίησα	=	οξοποιώ
οξοποίησαν	=	οξοποιώ
οξοποίησε	=	οξοποιώ
οξοποίησες	=	οξοποιώ
οξοποίηση	noun	η παρασκευή ξιδιού και η σχετική διαδικασία
οξοποίησης	=	οξοποίηση
οξοποιέ	=	οξοποιός
οξοποιήσαμε	=	οξοποιώ
οξοποιήσαν	=	οξοποιώ
οξοποιήσανε	=	οξοποιώ
οξοποιήσατε	=	οξοποιώ
οξοποιήσει	=	οξοποιώ
οξοποιήσεις	=	οξοποίηση
οξοποιήσεων	=	οξοποίηση
οξοποιήστε	=	οξοποιώ
οξοποιία	noun	το εργοστάσιο ή εργαστήριο παρασκευής ξιδιού
οξοποιίας	noun	γενική ενικού του οξοποιία
οξοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξοποιία
οξοποιεί	=	οξοποιώ
οξοποιείς	=	οξοποιώ
οξοποιείτε	=	οξοποιώ
οξοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του οξοποιία
οξοποιοί	=	οξοποιός
οξοποιού	=	οξοποιός
οξοποιούμε	=	οξοποιώ
οξοποιούν	=	οξοποιώ
οξοποιούνε	=	οξοποιώ
οξοποιούς	=	οξοποιός
οξοποιούσα	=	οξοποιώ
οξοποιούσαμε	=	οξοποιώ
οξοποιούσαν	=	οξοποιώ
οξοποιούσανε	=	οξοποιώ
οξοποιούσατε	=	οξοποιώ
οξοποιούσε	=	οξοποιώ
οξοποιούσες	=	οξοποιώ
οξοποιό	=	οξοποιός
οξοποιός	noun	που διενεργεί οξοποίηση
οξοποιώ	verb	διενεργώ οξοποίηση
οξοποιών	=	οξοποιός
οξοποιώντας	=	οξοποιώ
οξυά	noun	άλλη μορφή του οξιά
οξυάς	=	οξυά
οξυές	=	οξυά
οξυήκοα	=	οξυήκοος
οξυήκοε	=	οξυήκοος
οξυήκοες	=	οξυήκοος
οξυήκοη	=	οξυήκοος
οξυήκοης	=	οξυήκοος
οξυήκοο	=	οξυήκοος
οξυήκοοι	=	οξυήκοος
οξυήκοος	adj	που έχει οξεία ακοή
οξυήκοου	=	οξυήκοος
οξυήκοους	=	οξυήκοος
οξυήκοων	=	οξυήκοος
οξυαύλου	=	οξύαυλος
οξυαύλους	=	οξύαυλος
οξυαύλων	=	οξύαυλος
οξυβόας	noun	όμποε, οξύαυλος
οξυγάλατα	=	οξύγαλα
οξυγάλατος	=	οξύγαλα
οξυγαλάτων	=	οξύγαλα
οξυγναθισμέ	=	οξυγναθισμός
οξυγναθισμοί	=	οξυγναθισμός
οξυγναθισμού	=	οξυγναθισμός
οξυγναθισμούς	=	οξυγναθισμός
οξυγναθισμό	=	οξυγναθισμός
οξυγναθισμός	noun	το να είναι κάποιος οξύγναθος
οξυγναθισμών	=	οξυγναθισμός
οξυγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγονικό
οξυγονικέ	adj	κλητική ενικού του οξυγονικός
οξυγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγονική
οξυγονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυγονικός
οξυγονικής	adj	γενική ενικού του οξυγονική
οξυγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυγονικός
οξυγονικού	adj	γενική ενικού του οξυγονικός
οξυγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξυγονικός
οξυγονικό	adj	αιτιατική ενικού του οξυγονικός
οξυγονικός	adj	σχετικός με το οξυγόνο
οξυγονικών	adj	γενική πληθυντικού του οξυγονικός
οξυγονοθεραπεία	noun	η λήψη οξυγόνου από ειδική συσκευή για όσους ασθενείς έχουν αναπνευστική ανεπάρκεια, δηλαδή μείωση της οξυγόνωσης του αίματος
οξυγονοθεραπείας	noun	γενική ενικού του οξυγονοθεραπεία
οξυγονοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγονοθεραπεία
οξυγονοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του οξυγονοθεραπεία
οξυγονοκολλήσεις	=	οξυγονοκόλληση
οξυγονοκολλήσεων	=	οξυγονοκόλληση
οξυγονοκολλήτρια	noun	θηλυκό του οξυγονοκολλητής
οξυγονοκολλήτριας	=	οξυγονοκολλήτρια
οξυγονοκολλήτριες	=	οξυγονοκολλήτρια
οξυγονοκολλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγονοκολλητής
οξυγονοκολλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οξυγονοκολλητής
οξυγονοκολλητής	noun	ο τεχνίτης που συγκολλά μέταλλα χρησιμοποιώντας οξυγονοκόλληση
οξυγονοκολλητριών	=	οξυγονοκολλήτρια
οξυγονοκολλητών	noun	γενική πληθυντικού του οξυγονοκολλητής
οξυγονοκολλώ	verb	συγκολλώ μέταλλα με τη χρήση οξυγονοκόλλησης
οξυγονοκοπές	=	οξυγονοκοπή
οξυγονοκοπή	noun	η κοπή μετάλλου με οξυγονοκόφτη και χρήση φλόγας που συντηρείται με οξυγόνο και ασετυλίνη
οξυγονοκοπής	=	οξυγονοκοπή
οξυγονοκοπών	=	οξυγονοκοπή
οξυγονοκοφτών	=	οξυγονοκόφτης
οξυγονοκόλλησα	=	οξυγονοκολλώ
οξυγονοκόλληση	noun	τεχνική συγκόλλησης ή κοπής μετάλλων με την καύση μίγματος οξυγόνου και ενός άλλου αερίου
οξυγονοκόλλησης	=	οξυγονοκόλληση
οξυγονοκόφτες	=	οξυγονοκόφτης
οξυγονοκόφτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οξυγονοκόφτης
οξυγονοκόφτης	noun	μηχάνημα με το οποίο γίνεται η οξυγονοκοπή
οξυγονούχα	=	οξυγονούχος
οξυγονούχας	=	οξυγονούχος
οξυγονούχε	=	οξυγονούχος
οξυγονούχες	=	οξυγονούχος
οξυγονούχο	=	οξυγονούχος
οξυγονούχοι	=	οξυγονούχος
οξυγονούχος	adj	που περιέχει οξυγόνο
οξυγονούχου	=	οξυγονούχος
οξυγονούχους	=	οξυγονούχος
οξυγονούχων	=	οξυγονούχος
οξυγονωθήκαμε	=	οξυγονώνω
οξυγονωθήκαν	=	οξυγονώνω
οξυγονωθήκανε	=	οξυγονώνω
οξυγονωθήκατε	=	οξυγονώνω
οξυγονωθεί	=	οξυγονώνω
οξυγονωθείτε	=	οξυγονώνω
οξυγονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγονωμένο
οξυγονωμένε	verb	κλητική ενικού του οξυγονωμένος
οξυγονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγονωμένη
οξυγονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυγονωμένος
οξυγονωμένης	verb	γενική ενικού του οξυγονωμένη
οξυγονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οξυγονωμένος
οξυγονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυγονωμένος
οξυγονωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου οξυγονώνω
οξυγονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οξυγονωμένος
οξυγονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οξυγονωμένος
οξυγονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οξυγονωμένος
οξυγονωνόμασταν	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόμαστε	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόμουν	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόμουνα	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόντουσαν	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόσασταν	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόσαστε	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόσουν	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόσουνα	=	οξυγονώνω
οξυγονωνόταν	=	οξυγονώνω
οξυγονωνότανε	=	οξυγονώνω
οξυγονωτές	=	οξυγονωτής
οξυγονωτή	=	οξυγονωτής
οξυγονωτήρα	=	οξυγονωτήρας
οξυγονωτήρας	noun	συσκευή ή μηχανισμός οξυγόνωσης
οξυγονωτήρες	=	οξυγονωτήρας
οξυγονωτήρων	=	οξυγονωτήρας
οξυγονωτής	noun	συσκευή ή μηχανισμός οξυγόνωσης
οξυγονωτών	=	οξυγονωτής
οξυγονώθηκα	=	οξυγονώνω
οξυγονώθηκαν	=	οξυγονώνω
οξυγονώθηκε	=	οξυγονώνω
οξυγονώθηκες	=	οξυγονώνω
οξυγονώναμε	=	οξυγονώνω
οξυγονώναν	=	οξυγονώνω
οξυγονώνανε	=	οξυγονώνω
οξυγονώνατε	=	οξυγονώνω
οξυγονώνει	=	οξυγονώνω
οξυγονώνεις	=	οξυγονώνω
οξυγονώνεσαι	=	οξυγονώνω
οξυγονώνεστε	=	οξυγονώνω
οξυγονώνεται	=	οξυγονώνω
οξυγονώνετε	=	οξυγονώνω
οξυγονώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οξυγονώνω
οξυγονώνονται	=	οξυγονώνω
οξυγονώνονταν	=	οξυγονώνω
οξυγονώνοντας	=	οξυγονώνω
οξυγονώνουμε	=	οξυγονώνω
οξυγονώνουν	=	οξυγονώνω
οξυγονώνουνε	=	οξυγονώνω
οξυγονώνω	verb	παρέχω οξυγόνο (αυξάνοντας την περιεκτικότητα ενός αερίου ή υγρού σε οξυγόνο)
οξυγονώσαμε	=	οξυγονώνω
οξυγονώσαν	=	οξυγονώνω
οξυγονώσανε	=	οξυγονώνω
οξυγονώσατε	=	οξυγονώνω
οξυγονώσει	=	οξυγονώνω
οξυγονώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγόνωση
οξυγονώσεων	=	οξυγόνωση
οξυγονώσου	=	οξυγονώνω
οξυγονώστε	=	οξυγονώνω
οξυγραφία	noun	μέθοδος χαρακτικής, σύμφωνα με την οποία, ένα ισχυρό οξύ κόβει τα μη προστατευμένα μέρη μιας επιφάνειας μετάλλων, για να δημιουργήσει ένα σχέδιο στο μέταλλο
οξυγραφίας	=	οξυγραφία
οξυγραφίες	=	οξυγραφία
οξυγραφιών	=	οξυγραφία
οξυγόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυγόνο
οξυγόνο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 8 και χημικό σύμβολο το O
οξυγόνου	noun	γενική ενικού του οξυγόνο
οξυγόνων	noun	γενική πληθυντικού του οξυγόνο
οξυγόνωνα	=	οξυγονώνω
οξυγόνωναν	=	οξυγονώνω
οξυγόνωνε	=	οξυγονώνω
οξυγόνωνες	=	οξυγονώνω
οξυγόνωσα	=	οξυγονώνω
οξυγόνωσαν	=	οξυγονώνω
οξυγόνωσε	=	οξυγονώνω
οξυγόνωσες	=	οξυγονώνω
οξυγόνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οξυγονώνω
οξυγόνωσης	=	οξυγόνωση
οξυγώνια	=	οξυγώνιος
οξυγώνιας	=	οξυγώνιος
οξυγώνιε	=	οξυγώνιος
οξυγώνιες	=	οξυγώνιος
οξυγώνιο	=	οξυγώνιος
οξυγώνιοι	=	οξυγώνιος
οξυγώνιος	adj	που έχει οξείες γωνίες
οξυγώνιου	=	οξυγώνιος
οξυγώνιους	=	οξυγώνιος
οξυγώνιων	=	οξυγώνιος
οξυδέρκεια	noun	η οξεία αντίληψη, η εξυπνάδα
οξυδέρκειας	noun	γενική ενικού του οξυδέρκεια
οξυδέρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυδέρκεια
οξυδερκές	=	οξυδερκής
οξυδερκή	=	οξυδερκής
οξυδερκής	adj	που έχει ή χαρακτηρίζεται από οξυδέρκεια, οξεία αντίληψη, ευστροφία, έξυπνος
οξυδερκείς	=	οξυδερκής
οξυδερκειών	noun	γενική πληθυντικού του οξυδέρκεια
οξυδερκούς	=	οξυδερκής
οξυδερκών	=	οξυδερκής
οξυζενέ	noun	αραιό υδατικό διάλυμα του υπεροξειδίου του υδρογόνου με αντισηπτικές ιδιότητες· άχρωμο υγρό που χρησιμοποιείται για να καθαρίζουμε πληγές ή για να ξεβάφουμε ρούχα, μαλλιά ή άλλα αντικείμενα
οξυηκοΐα	noun|formal	η ευηκοΐα
οξυηκοΐας	noun	γενική ενικού του οξυηκοΐα
οξυηκοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυηκοΐα
οξυηκοϊών	noun	γενική πληθυντικού του οξυηκοΐα
οξυθυμία	noun|formal	η ιδιότητα του οξύθυμου, το να είναι κάποιος οξύθυμος
οξυθυμίας	noun	γενική ενικού του οξυθυμία
οξυθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυθυμία
οξυθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του οξυθυμία
οξυκέρασε	=	οξυκέρασος
οξυκέρασο	=	οξυκέρασος
οξυκέρασοι	=	οξυκέρασος
οξυκέρασος	noun|formal	η βυσσινιά
οξυκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυκέφαλο
οξυκέφαλε	adj	κλητική ενικού του οξυκέφαλος
οξυκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυκέφαλη
οξυκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυκέφαλος
οξυκέφαλης	adj	γενική ενικού του οξυκέφαλη
οξυκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του οξυκέφαλος
οξυκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυκέφαλος
οξυκέφαλος	adj	μυτερός, σουρλωτός
οξυκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οξυκέφαλος
οξυκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξυκέφαλος
οξυκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οξυκέφαλος
οξυκεράσου	=	οξυκέρασος
οξυκεράσους	=	οξυκέρασος
οξυκεράσων	=	οξυκέρασος
οξυκεφαλία	noun	παραμόρφωση του κρανίου, κατά την οποία έχει μυτερό σχήμα
οξυκεφαλίας	noun	γενική ενικού του οξυκεφαλία
οξυκεφαλίες	=	οξυκεφαλία
οξυκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του οξυκεφαλία
οξυκωδονών	=	οξυκωδόνη
οξυκωδόνες	=	οξυκωδόνη
οξυκωδόνη	noun	οπιοειδές φάρμακο για τη μετρίαση του πόνου αλλά και ως ναρκωτικό
οξυκωδόνης	=	οξυκωδόνη
οξυκόρυφα	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφε	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφες	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφη	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφης	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφο	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφοι	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφος	adj	που η κορυφή που διαθέτει είναι οξεία, αιχμηρή
οξυκόρυφου	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφους	=	οξυκόρυφος
οξυκόρυφων	=	οξυκόρυφος
οξυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυμένο
οξυμένε	verb	κλητική ενικού του οξυμένος
οξυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυμένη
οξυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυμένος
οξυμένης	verb	γενική ενικού του οξυμένη
οξυμένο	verb	αιτιατική ενικού του οξυμένος
οξυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυμένος
οξυμένος	=	οξύνω
οξυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οξυμένος
οξυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οξυμένος
οξυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οξυμένος
οξυμέτρου	noun	γενική ενικού του οξύμετρο
οξυμέτρων	noun	γενική πληθυντικού του οξύμετρο
οξυμετρία	noun	προσδιορισμός του βαθμού ενός διαλύματος οξέος
οξυμετρίας	noun	γενική ενικού του οξυμετρία
οξυμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυμετρία
οξυμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυμετρικό
οξυμετρικέ	adj	κλητική ενικού του οξυμετρικός
οξυμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυμετρική
οξυμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυμετρικός
οξυμετρικής	adj	γενική ενικού του οξυμετρική
οξυμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυμετρικός
οξυμετρικού	adj	γενική ενικού του οξυμετρικός
οξυμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξυμετρικός
οξυμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οξυμετρικός
οξυμετρικός	adj	σχετικός με την οξυμετρία
οξυμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οξυμετρικός
οξυμετριών	noun	γενική πληθυντικού του οξυμετρία
οξυμμένος	=	οξύνω
οξυνθήκαμε	=	οξύνω
οξυνθήκαν	=	οξύνω
οξυνθήκανε	=	οξύνω
οξυνθήκατε	=	οξύνω
οξυνθεί	=	οξύνω
οξυνθείτε	=	οξύνω
οξυνοιών	noun	γενική πληθυντικού του οξύνοια
οξυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυντικό
οξυντικέ	adj	κλητική ενικού του οξυντικός
οξυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυντική
οξυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυντικός
οξυντικής	adj	γενική ενικού του οξυντική
οξυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυντικός
οξυντικού	adj	γενική ενικού του οξυντικός
οξυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξυντικός
οξυντικό	adj	αιτιατική ενικού του οξυντικός
οξυντικός	adj	που οξύνει
οξυντικών	adj	γενική πληθυντικού του οξυντικός
οξυνόμασταν	=	οξύνω
οξυνόμαστε	=	οξύνω
οξυνόμουν	=	οξύνω
οξυνόμουνα	=	οξύνω
οξυνόντουσαν	=	οξύνω
οξυνόσασταν	=	οξύνω
οξυνόσαστε	=	οξύνω
οξυνόσουν	=	οξύνω
οξυνόσουνα	=	οξύνω
οξυνόταν	=	οξύνω
οξυνότανε	=	οξύνω
οξυνόων	=	οξύνους
οξυοξύ	noun	οποιαδήποτε χημική ένωση που φέρει στο μόριό της υδροξύλιο και καρβοξύλιο
οξυπύθμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξυπύθμενο, ουδέτερο του οξυπύθμενος
οξυπύθμενε	adj	κλητική ενικού του οξυπύθμενος
οξυπύθμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του οξυπύθμενος
οξυπύθμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξυπύθμενος
οξυπύθμενης	adj	γενική ενικού του οξυπύθμενη, θηλυκό του οξυπύθμενος
οξυπύθμενο	adj	αιτιατική ενικού του οξυπύθμενος
οξυπύθμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξυπύθμενος
οξυπύθμενος	adj	που έχει στενό, μυτερό ή στρογγυλό πυθμένα
οξυπύθμενου	adj	γενική ενικού του οξυπύθμενος
οξυπύθμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξυπύθμενος
οξυπύθμενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οξυπύθμενος
οξυρυγχιτική	noun	η κοπτική διάλεκτος την οποία μιλούσαν στην Οξύρρυγχο
οξυτήτων	=	οξύτητα
οξυτοκίνες	=	οξυτοκίνη
οξυτοκίνη	noun	ορμόνη που διεγείρει τις συσπάσεις κατά τη διάρκεια του τοκετού και διευκολύνει την παραγωγή γάλακτος για τον θηλασμό
οξυτοκίνης	=	οξυτοκίνη
οξυτοκινών	=	οξυτοκίνη
οξυτονήσαμε	=	οξυτονώ
οξυτονήσαν	=	οξυτονώ
οξυτονήσανε	=	οξυτονώ
οξυτονήσατε	=	οξυτονώ
οξυτονήσει	=	οξυτονώ
οξυτονήστε	=	οξυτονώ
οξυτονεί	=	οξυτονώ
οξυτονείς	=	οξυτονώ
οξυτονείτε	=	οξυτονώ
οξυτονούμε	=	οξυτονώ
οξυτονούν	=	οξυτονώ
οξυτονούνε	=	οξυτονώ
οξυτονούσα	=	οξυτονώ
οξυτονούσαμε	=	οξυτονώ
οξυτονούσαν	=	οξυτονώ
οξυτονούσανε	=	οξυτονώ
οξυτονούσατε	=	οξυτονώ
οξυτονούσε	=	οξυτονώ
οξυτονούσες	=	οξυτονώ
οξυτονώ	verb	τονίζω οξυτόνως (στη λήγουσα μιας λέξης βάζω οξεία)
οξυτονώντας	=	οξυτονώ
οξυτόνει	=	οξυτονώ
οξυτόνησα	=	οξυτονώ
οξυτόνησαν	=	οξυτονώ
οξυτόνησε	=	οξυτονώ
οξυτόνησες	=	οξυτονώ
οξυτόνως	adv|archaic	με οξύτονο τρόπο
οξυφωνία	noun	η ιδιότητα του οξύφωνου
οξυφωνίας	=	οξυφωνία
οξυφωνίες	=	οξυφωνία
οξυφωνιών	=	οξυφωνία
οξυφώνου	=	οξύφωνος
οξυφώνους	=	οξύφωνος
οξυφώνων	=	οξύφωνος
οξυών	=	οξυά
οξφορδιανά	=	οξφορδιανός
οξφορδιανέ	=	οξφορδιανός
οξφορδιανές	=	οξφορδιανός
οξφορδιανή	=	οξφορδιανός
οξφορδιανής	=	οξφορδιανός
οξφορδιανοί	=	οξφορδιανός
οξφορδιανού	=	οξφορδιανός
οξφορδιανούς	=	οξφορδιανός
οξφορδιανό	=	οξφορδιανός
οξφορδιανός	adj	που σχετίζεται με την πόλη της Οξφόρδης ή το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ή αναφέρεται σε αυτά
οξφορδιανών	=	οξφορδιανός
οξόνες	=	οξόνη
οξόνη	noun	η ακετόνη
οξόνης	=	οξόνη
οξύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οξύς	noun	κάθε χημική ένωση που κατά τις αντιδράσεις της παρουσιάζει την τάση να προσλαμβάνει ένα τουλάχιστον ζεύγος ηλεκτρονίων για το σχηματισμό χημικού δεσμού και, συνήθως, περιέχει κατιόντα υδρογόνου
οξύαυλε	noun	κλητική ενικού του οξύαυλος
οξύαυλο	noun	αιτιατική ενικού του οξύαυλος
οξύαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξύαυλος
οξύαυλος	noun|formal	το όμποε
οξύαυλου	=	οξύαυλος
οξύαυλους	=	οξύαυλος
οξύαυλων	=	οξύαυλος
οξύγαλα	noun|formal	συνώνυμο του ξινόγαλα
οξύγναθα	=	οξύγναθος
οξύγναθε	=	οξύγναθος
οξύγναθες	=	οξύγναθος
οξύγναθη	=	οξύγναθος
οξύγναθης	=	οξύγναθος
οξύγναθο	=	οξύγναθος
οξύγναθοι	=	οξύγναθος
οξύγναθος	adj	που έχει οξεία / λεία / αιχμηρή γνάθο
οξύγναθου	=	οξύγναθος
οξύγναθους	=	οξύγναθος
οξύγναθων	=	οξύγναθος
οξύηχα	=	οξύηχος
οξύηχε	=	οξύηχος
οξύηχες	=	οξύηχος
οξύηχη	=	οξύηχος
οξύηχης	=	οξύηχος
οξύηχο	=	οξύηχος
οξύηχοι	=	οξύηχος
οξύηχος	adj	που παράγει οξύ ήχο
οξύηχου	=	οξύηχος
οξύηχους	=	οξύηχος
οξύηχων	=	οξύηχος
οξύθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οξύθυμος	adv	με οξύθυμο τρόπο
οξύθυμε	adj	κλητική ενικού του οξύθυμος
οξύθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξύθυμη
οξύθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξύθυμος
οξύθυμης	adj	γενική ενικού του οξύθυμη
οξύθυμο	adj	αιτιατική ενικού του οξύθυμος
οξύθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξύθυμος
οξύθυμος	adj|formal	που θυμώνει εύκολα κι έντονα
οξύθυμου	adj	γενική ενικού του οξύθυμος
οξύθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξύθυμος
οξύθυμων	adj	γενική πληθυντικού του οξύθυμος
οξύμαχα	=	οξύμαχος
οξύμαχε	=	οξύμαχος
οξύμαχες	=	οξύμαχος
οξύμαχη	=	οξύμαχος
οξύμαχης	=	οξύμαχος
οξύμαχο	=	οξύμαχος
οξύμαχοι	=	οξύμαχος
οξύμαχος	adj	που παρουσιάζει αντίσταση στα οξέα, που τα αντέχει
οξύμαχου	=	οξύμαχος
οξύμαχους	=	οξύμαχος
οξύμαχων	=	οξύμαχος
οξύμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξύμετρο
οξύμετρο	noun	η συσκευή για ανίχνευση του κορεσμού οξυγόνου στο αίμα
οξύμετρου	=	οξύμετρο
οξύμωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξύμωρο
οξύμωρε	adj	κλητική ενικού του οξύμωρος
οξύμωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξύμωρη
οξύμωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οξύμωρος
οξύμωρης	adj	γενική ενικού του οξύμωρη
οξύμωρο	adj	αιτιατική ενικού του οξύμωρος
οξύμωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οξύμωρος
οξύμωρος	adj	αντιφατικός, που οι ενέργειες ή οι ιδιότητές του δεν μπορούν λογικά να συνυπάρχουν, φαινομενικά μωρός πράγματι όμως λίαν ευφυής.
οξύμωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οξύμωρος
οξύμωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οξύμωρος
οξύμωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οξύμωρος
οξύναμε	=	οξύνω
οξύναν	=	οξύνω
οξύνανε	=	οξύνω
οξύνατε	=	οξύνω
οξύνει	=	οξύνω
οξύνεις	=	οξύνω
οξύνεσαι	=	οξύνω
οξύνεστε	=	οξύνω
οξύνεται	=	οξύνω
οξύνετε	=	οξύνω
οξύνθηκα	=	οξύνω
οξύνθηκαν	=	οξύνω
οξύνθηκε	=	οξύνω
οξύνθηκες	=	οξύνω
οξύνοα	=	οξύνους
οξύνοες	=	οξύνους
οξύνοια	noun	εξυπνάδα, οξύτητα πνεύματος
οξύνοιας	noun	γενική ενικού του οξύνοια
οξύνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οξύνοια
οξύνομαι	=	οξύνω
οξύνονται	=	οξύνω
οξύνονταν	=	οξύνω
οξύνοντας	=	οξύνω
οξύνου	=	οξύνω
οξύνουμε	=	οξύνω
οξύνουν	=	οξύνω
οξύνουνε	=	οξύνω
οξύνους	adj|formal	εύστροφος, που έχει οξεία και γρήγορη αντίληψη
οξύνσεις	=	όξυνση
οξύνσεων	=	όξυνση
οξύνσεως	=	όξυνση
οξύνσου	=	οξύνω
οξύντε	=	οξύνω
οξύνω	verb	κάνω κάτι οξύ
οξύρρυγχος	adj	Αυτό που έχει μυτερό ρύγχος: τα ψάρια αυτά είναι οξύρρυγχα, γι' αυτό και το ρύγχος τους είναι σουβλερό.
οξύς	adj	που στην άκρη του είναι μυτερός
οξύτατα	=	οξύς
οξύτατε	=	οξύς
οξύτατες	=	οξύς
οξύτατη	=	οξύς
οξύτατης	=	οξύς
οξύτατο	=	οξύς
οξύτατοι	=	οξύς
οξύτατος	=	οξύς
οξύτατου	=	οξύς
οξύτατους	=	οξύς
οξύτατων	=	οξύς
οξύτερα	=	οξύς
οξύτερε	=	οξύς
οξύτερες	=	οξύς
οξύτερη	=	οξύς
οξύτερης	=	οξύς
οξύτερο	=	οξύς
οξύτεροι	=	οξύς
οξύτερος	=	οξύς
οξύτερου	=	οξύς
οξύτερους	=	οξύς
οξύτερων	=	οξύς
οξύτητα	noun	μετρήσιμη ιδιότητα των διαλυμάτων, η οποία εκφράζει το πόσο όξινο είναι ένα διάλυμα
οξύτητας	=	οξύτητα
οξύτητες	=	οξύτητα
οξύτονα	=	οξύτονος
οξύτονε	=	οξύτονος
οξύτονες	=	οξύτονος
οξύτονη	=	οξύτονος
οξύτονης	=	οξύτονος
οξύτονο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οξύτονος
οξύτονοι	=	οξύτονος
οξύτονος	adj	που τονίζεται στη λήγουσα
οξύτονου	=	οξύτονος
οξύτονους	=	οξύτονος
οξύτονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του οξύτονος
οξύφυλλα	=	οξύφυλλος
οξύφυλλε	=	οξύφυλλος
οξύφυλλες	=	οξύφυλλος
οξύφυλλη	=	οξύφυλλος
οξύφυλλης	=	οξύφυλλος
οξύφυλλο	=	οξύφυλλος
οξύφυλλοι	=	οξύφυλλος
οξύφυλλος	adj	που έχει φύλλα με αιχμηρές άκρες
οξύφυλλου	=	οξύφυλλος
οξύφυλλους	=	οξύφυλλος
οξύφυλλων	=	οξύφυλλος
οξύφωνα	=	οξύφωνος
οξύφωνε	=	οξύφωνος
οξύφωνες	=	οξύφωνος
οξύφωνη	=	οξύφωνος
οξύφωνης	=	οξύφωνος
οξύφωνο	=	οξύφωνος
οξύφωνοι	=	οξύφωνος
οξύφωνος	adj	που έχει οξεία, διαπεραστική φωνή	noun	συνώνυμο του τενόρος
οξύφωνου	=	οξύφωνος
οξύφωνους	=	οξύφωνος
οξύφωνων	=	οξύφωνος
οοσα	abbrev	διακυβερνητικός οργανισμός με 38 χώρες μέλη, που ιδρύθηκε το 1961 για την τόνωση της οικονομικής προόδου και του παγκόσμιου εμπορίου
οπ	intj	χρησιμοποιείται για να δηλωθεί ξάφνιασμα
οπάκ	adj	ο αδιαφανής
οπάλια	=	οπάλιο
οπάλιζα	=	οπαλίζω
οπάλιζαν	=	οπαλίζω
οπάλιζε	=	οπαλίζω
οπάλιζες	=	οπαλίζω
οπάλιο	noun	ποικιλία πολύτιμων λίθων
οπάλιου	noun	γενική ενικού του οπάλιο
οπάλισα	=	οπαλίζω
οπάλισαν	=	οπαλίζω
οπάλισε	=	οπαλίζω
οπάλισες	=	οπαλίζω
οπέ	noun	κλητική ενικού του οπός
οπές	=	οπή
οπή	noun|formal	τρύπα
οπής	=	οπή
οπίου	=	όπιο
οπίσθια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπίσθιος	noun	ο πισινός, τα πισινά
οπίσθιας	=	οπίσθιος
οπίσθιε	=	οπίσθιος
οπίσθιες	=	οπίσθιος
οπίσθιο	=	οπίσθιος
οπίσθιοι	=	οπίσθιος
οπίσθιος	adj	που βρίσκεται στην πίσω πλευρά
οπίσθιου	=	οπίσθιος
οπίσθιους	=	οπίσθιος
οπίσθιων	=	οπίσθιος
οπίσω	adv|formal	πίσω
οπίων	=	όπιο
οπα	abbrev	Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
οπαία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπαίο
οπαίας	adj	γενική ενικού του οπαία
οπαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπαία
οπαίο	noun	οπή στη στέγη των σπιτιών των αρχαίων απ' όπου έβγαινε ο καπνός της εστίας και φωτιζόταν το εσωτερικό
οπαίου	noun	γενική ενικού του οπαίο
οπαίων	noun	γενική πληθυντικού του οπαίο
οπαδ	abbrev	Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου
οπαδέ	noun	κλητική ενικού του οπαδός
οπαδικά	=	οπαδικός
οπαδικέ	=	οπαδικός
οπαδικές	=	οπαδικός
οπαδική	=	οπαδικός
οπαδικής	=	οπαδικός
οπαδικοί	=	οπαδικός
οπαδικού	=	οπαδικός
οπαδικούς	=	οπαδικός
οπαδικό	=	οπαδικός
οπαδικός	adj	που αφορά τους οπαδούς
οπαδικών	=	οπαδικός
οπαδιλίκι	noun	τυφλή αφοσίωση οπαδών σε μια ομάδα
οπαδιλίκια	=	οπαδιλίκι
οπαδιλικιού	=	οπαδιλίκι
οπαδιλικιών	=	οπαδιλίκι
οπαδισμέ	noun	κλητική ενικού του οπαδισμός
οπαδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπαδισμός
οπαδισμού	noun	γενική ενικού του οπαδισμός
οπαδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπαδισμός
οπαδισμό	noun	αιτιατική ενικού του οπαδισμός
οπαδισμός	noun	το να είναι κάποιος (φανατικός) οπαδός
οπαδισμών	noun	γενική πληθυντικού του οπαδισμός
οπαδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπαδός
οπαδού	noun	γενική ενικού του οπαδός
οπαδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπαδός
οπαδό	noun	αιτιατική ενικού του οπαδός
οπαδός	noun	αυτός που ακολουθεί μια κίνηση ή μια ιδεολογία ή μια αθλητική ομάδα
οπαδών	noun	γενική πληθυντικού του οπαδός
οπαλίζαμε	=	οπαλίζω
οπαλίζαν	=	οπαλίζω
οπαλίζανε	=	οπαλίζω
οπαλίζατε	=	οπαλίζω
οπαλίζει	=	οπαλίζω
οπαλίζεις	=	οπαλίζω
οπαλίζετε	=	οπαλίζω
οπαλίζοντας	=	οπαλίζω
οπαλίζουμε	=	οπαλίζω
οπαλίζουν	=	οπαλίζω
οπαλίζουνε	=	οπαλίζω
οπαλίζω	verb	δίνω σε κάτι μια ιριδίζουσα λάμψη σαν του οπαλίου ή ιριδίζω σαν ή ως οπάλιο
οπαλίνα	noun	είδος αδιαφανούς διακοσμητικού γυαλιού που μοιάζει με οπάλιο
οπαλίνας	noun	γενική ενικού του οπαλίνα
οπαλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπαλίνα
οπαλίου	noun	γενική ενικού του οπάλιο
οπαλίσαμε	=	οπαλίζω
οπαλίσαν	=	οπαλίζω
οπαλίσανε	=	οπαλίζω
οπαλίσατε	=	οπαλίζω
οπαλίσει	=	οπαλίζω
οπαλίστε	=	οπαλίζω
οπαλίων	=	οπάλιο
οπαλινών	=	οπαλίνα
οπαλιοειδές	=	οπαλιοειδής
οπαλιοειδή	=	οπαλιοειδής
οπαλιοειδής	adj	που μοιάζει με οπάλιο
οπαλιοειδείς	=	οπαλιοειδής
οπαλιοειδούς	=	οπαλιοειδής
οπαλιοειδών	=	οπαλιοειδής
οπαλιοχρόων	=	οπαλιόχρους
οπαλισμέ	=	οπαλισμός
οπαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπαλισμένο
οπαλισμένε	verb	κλητική ενικού του οπαλισμένος
οπαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπαλισμένη
οπαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπαλισμένος
οπαλισμένης	verb	γενική ενικού του οπαλισμένη
οπαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οπαλισμένος
οπαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπαλισμένος
οπαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οπαλισμένος
οπαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οπαλισμένος
οπαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οπαλισμένος
οπαλισμοί	=	οπαλισμός
οπαλισμού	=	οπαλισμός
οπαλισμούς	=	οπαλισμός
οπαλισμό	=	οπαλισμός
οπαλισμός	noun	διάσπαρτες μικροκοιτίδες πολυχρωμίας σε χρωματικά ουδέτερο φόντο
οπαλισμών	=	οπαλισμός
οπαλιόχροα	=	οπαλιόχρους
οπαλιόχροες	=	οπαλιόχρους
οπαλιόχρου	=	οπαλιόχρους
οπαλιόχρουν	=	οπαλιόχρους
οπαλιόχρους	adj	που έχει το χρώμα του οπαλίου
οπαπ	abbrev	ανώνυμη εταιρία που συστάθηκε το 1958, ως νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με σκοπό της την οργάνωση, τη λειτουργία και τη διεξαγωγή στοιχηματικών τυχερών παιχνιδιών όπως το ΠΡΟΠΟ, το ΛΟΤΤΟ και το ΤΖΟΚΕΡ και στοιχημάτων σε πάσης φύσεως ατοµικά ή οµαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων που προσφέρονται για διεξαγωγή στοιχηµάτων.
οπεκ	abbrev	οργανισμός που προωθεί την καλύτερη προστασία των συμφερόντων των κρατών που παράγουν πετρέλαιο
οπεκα	abbrev	ελληνικός οργανισμός υπεύθυνος για την υλοποίηση της κοινωνικής πολιτικής
οπεκεπε	abbrev	ελληνικός δημόσιος φορέας για τον έλεγχο και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πιστώσεων προς τη γεωργία
οπερέτα	noun	ελαφρό μουσικοθεατρικό είδος με (σατιρικούς) διαλόγους
οπερέτας	noun	γενική ενικού του οπερέτα
οπερέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπερέτα
οπερασιοναλισμέ	=	οπερασιοναλισμός
οπερασιοναλισμοί	=	οπερασιοναλισμός
οπερασιοναλισμού	=	οπερασιοναλισμός
οπερασιοναλισμούς	=	οπερασιοναλισμός
οπερασιοναλισμό	=	οπερασιοναλισμός
οπερασιοναλισμός	noun	θετικιστική φιλοσοφική θεωρία, η οποία δέχεται πως τα φυσικά μεγέθη έχουν πραγματική σημασία μόνο όταν μπορούν να αναχθούν σε κάποιο απόλυτο και μονοσήμαντα καθορισμένο σύστημα μέτρησης
οπερασιοναλισμών	=	οπερασιοναλισμός
οπερατέρ	noun	ο εικονολήπτης, ο χρήστης της κάμερας που κινηματογραφεί ή μαγνητοσκοπεί μια σκηνή
οπερατικά	=	οπερατικός
οπερατικέ	=	οπερατικός
οπερατικές	=	οπερατικός
οπερατική	=	οπερατικός
οπερατικής	=	οπερατικός
οπερατικοί	=	οπερατικός
οπερατικού	=	οπερατικός
οπερατικούς	=	οπερατικός
οπερατικό	=	οπερατικός
οπερατικός	adj	που αναφέρεται στην όπερα ή μοιάζει σαν όπερα
οπερατικών	=	οπερατικός
οπερετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπερετικό
οπερετικέ	adj	κλητική ενικού του οπερετικός
οπερετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπερετική
οπερετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπερετικός
οπερετικής	adj	γενική ενικού του οπερετική
οπερετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπερετικός
οπερετικού	adj	γενική ενικού του οπερετικός
οπερετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπερετικός
οπερετικό	adj	αιτιατική ενικού του οπερετικός
οπερετικός	adj	που αναφέρεται στην οπερέτα ή μοιάζει σαν οπερέτα
οπερετικών	adj	γενική πληθυντικού του οπερετικός
οπερετών	=	οπερέτα
οπερών	=	όπερα
οπιοειδές	noun	ουσία / χημική ένωση με αναλγητικές αλλά και ναρκωτικές ιδιότητες
οπιοειδή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπιοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οπιοειδής
οπιοειδής	adj	που έχει σχέση με οπιοειδές / οπιοειδή ή αναφέρεται σ’ αυτά
οπιοειδείς	=	οπιοειδής
οπιοειδούς	=	οπιοειδής
οπιοειδών	=	οπιοειδής
οπιομανές	=	οπιομανής
οπιομανή	=	οπιομανής
οπιομανής	adj	που έχει εθιστεί στη χρήση του οπίου
οπιομανία	noun	ο χρόνιος εθισμός στη χρήση του οπίου
οπιομανίας	noun	γενική ενικού του οπιομανία
οπιομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπιομανία
οπιομανείς	=	οπιομανής
οπιομανιών	noun	γενική πληθυντικού του οπιομανία
οπιομανούς	=	οπιομανής
οπιομανών	=	οπιομανής
οπιοφάγος	adj|rare	ο οπιομανής
οπιούχα	=	οπιούχος
οπιούχας	=	οπιούχος
οπιούχε	=	οπιούχος
οπιούχες	=	οπιούχος
οπιούχο	noun	σκεύασμα ή φάρμακο που περιέχει όπιο
οπιούχοι	=	οπιούχος
οπιούχος	adj	που είναι παράγωγο του οπίου, που περιέχει όπιο
οπιούχου	=	οπιούχος
οπιούχους	=	οπιούχος
οπιούχων	=	οπιούχος
οπισθάγκωνα	adv|formal	πισθάγκωνα
οπισθέλκουσα	noun	δύναμη αντίρροπη στην κίνηση ενός σώματος
οπισθέλκουσας	noun	γενική ενικού του οπισθέλκουσα
οπισθέλκουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθέλκουσα
οπισθίων	=	οπίσθια
οπισθαρίθμηση	noun|formal	η αντίστροφη μέτρηση από έναν μεγαλύτερο αριθμό προς έναν μικρότερο (πχ από το δέκα μέχρι το μηδέν), ώστε να ξεκινήσει μια σημαντική διεργασία (π.χ. εκτόξευση πυραύλου)
οπισθαρίθμησης	=	οπισθαρίθμηση
οπισθαριθμήσεις	=	οπισθαρίθμηση
οπισθαριθμήσεων	=	οπισθαρίθμηση
οπισθελκουσών	noun	γενική πληθυντικού του οπισθέλκουσα
οπισθοβάτες	=	οπισθοβάτης
οπισθοβάτη	=	οπισθοβάτης
οπισθοβάτης	noun	άτομο που βαδίζει προς τα πίσω
οπισθοβασία	noun	το βάδισμα προς τα πίσω
οπισθοβασίας	=	οπισθοβασία
οπισθοβασίες	=	οπισθοβασία
οπισθοβασιών	=	οπισθοβασία
οπισθοβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοβατικό
οπισθοβατικέ	adj	κλητική ενικού του οπισθοβατικός
οπισθοβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοβατική
οπισθοβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθοβατικός
οπισθοβατικής	adj	γενική ενικού του οπισθοβατική
οπισθοβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθοβατικός
οπισθοβατικού	adj	γενική ενικού του οπισθοβατικός
οπισθοβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπισθοβατικός
οπισθοβατικό	adj	αιτιατική ενικού του οπισθοβατικός
οπισθοβατικός	adj	σχετικός με την οπισθοβασία ή τους οπισθοβάτες
οπισθοβατικών	adj	γενική πληθυντικού του οπισθοβατικός
οπισθοβατώ	verb	βαδίζω προς τα πίσω, κοιτάζοντας μπροστά
οπισθοβατών	=	οπισθοβάτης
οπισθοβουλία	noun	η ιδιότητα ή ή συμπεριφορά του οπισθόβουλου
οπισθοβουλίας	noun	γενική ενικού του οπισθοβουλία
οπισθοβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοβουλία
οπισθοβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του οπισθοβουλία
οπισθογεμές	=	οπισθογεμής
οπισθογεμή	=	οπισθογεμής
οπισθογεμής	adj	για πυροβόλο όπλο που γεμίζει με πυρομαχικά με κάποιο μηχανισμό που βρίσκεται πίσω από την κάννη του
οπισθογεμείς	=	οπισθογεμής
οπισθογεμούς	=	οπισθογεμής
οπισθογεμών	=	οπισθογεμής
οπισθογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογράφηση	noun	δήλωση μεταβίβασης σε κάποιον άλλο του δικαιώματος είσπραξης μιας επιταγής (ή άλλου σχετικού αξιόγραφου), που γράφεται στο πίσω μέρος του σχετικού εγγράφου
οπισθογράφησης	noun	γενική ενικού του οπισθογράφηση
οπισθογραφήθηκα	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήθηκαν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήθηκε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήθηκες	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήσαν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήσανε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθογράφηση
οπισθογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οπισθογράφηση
οπισθογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οπισθογράφηση
οπισθογραφήσου	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφεί	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφείς	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφείσαι	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφείστε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφείται	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφείτε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφηθήκαμε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφηθήκαν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφηθήκανε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφηθήκατε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφηθεί	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφηθείτε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθογραφημένο
οπισθογραφημένε	verb	κλητική ενικού του οπισθογραφημένος
οπισθογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθογραφημένη
οπισθογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθογραφημένος
οπισθογραφημένης	verb	γενική ενικού του οπισθογραφημένη
οπισθογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του οπισθογραφημένος
οπισθογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθογραφημένος
οπισθογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου οπισθογραφώ
οπισθογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οπισθογραφημένος
οπισθογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οπισθογραφημένος
οπισθογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οπισθογραφημένος
οπισθογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οπισθογραφώ
οπισθογραφούμασταν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούμαστε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούμε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούμουν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούνε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούνται	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούνταν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσα	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσαμε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσαν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσανε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσασταν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσαστε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσατε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσε	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσες	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφούσουν	=	οπισθογραφώ
οπισθογραφώ	verb	δηλώνω πως μεταβιβάζω σε κάποιον άλλο το δικαίωμα είσπραξης μιας επιταγής (ή άλλου σχετικού τίτλου), (υπο)γράφοντας στο πίσω μέρος του σχετικού εγγράφου
οπισθογραφώντας	=	οπισθογραφώ
οπισθογωνία	noun	η οδήγηση με την όπισθεν και η πραγματοποίηση στροφής σε γωνία, ως τμήμα της διαδικασίας εξέτασης για την άδεια οδήγησης
οπισθογωνίας	noun	γενική ενικού του οπισθογωνία
οπισθογωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθογωνία
οπισθογωνιών	noun	γενική πληθυντικού του οπισθογωνία
οπισθοδιάδοση	noun	τρόπος σφαλματοδιόρθωσης· τεχνική διόρθωσης σφαλμάτων με ανάστροφη τροφοδότηση πληροφορίας η οποία επιστρατεύεται/χρησιμοποιείται στα τεχνητά νευρικά δίκτυα (πολυεπίπεδη βαθυδιδαχή)
οπισθοδιάδοσης	=	οπισθοδιάδοση
οπισθοδιαδόσεις	=	οπισθοδιάδοση
οπισθοδιαδόσεων	=	οπισθοδιάδοση
οπισθοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσαν	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσανε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοδρόμηση
οπισθοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οπισθοδρόμηση
οπισθοδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οπισθοδρόμηση
οπισθοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρομεί	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομείς	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομείτε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοδρομικό	adv	με οπισθοδρομικό τρόπο
οπισθοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοδρομική
οπισθοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομικής	adj	γενική ενικού του οπισθοδρομική
οπισθοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομικοτήτων	=	οπισθοδρομικότητα
οπισθοδρομικού	adj	γενική ενικού του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομικός	adj	που θα ήθελε να επιστρέψουμε στο παρελθόν, που δεν εγκρίνει τον σύγχρονο τρόπο ζωής και σκέψης
οπισθοδρομικότητα	noun	η ιδιότητα του οπισθοδρομικού
οπισθοδρομικότητας	noun	γενική ενικού του οπισθοδρομικότητα
οπισθοδρομικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοδρομικότητα
οπισθοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του οπισθοδρομικός
οπισθοδρομούμε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούν	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούνε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσα	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσαμε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσαν	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσανε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσατε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσε	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομούσες	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρομώ	verb	προχωρώ προς τα πίσω
οπισθοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμει	=	οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοδρομώ
οπισθοδρόμησης	noun	γενική ενικού του οπισθοδρόμηση
οπισθοδόμου	noun	γενική ενικού του οπισθόδομος
οπισθοδόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπισθόδομος
οπισθοδόμων	noun	γενική πληθυντικού του οπισθόδομος
οπισθομετωπία	noun	η εμφάνιση κλίσης προς τα πίσω στο μετωπικό οστό
οπισθομετωπίας	=	οπισθομετωπία
οπισθομετωπίες	=	οπισθομετωπία
οπισθομετωπιών	=	οπισθομετωπία
οπισθοπεριτοναϊκά	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκέ	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκές	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκή	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκής	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκοί	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκού	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκούς	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκό	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπεριτοναϊκός	adj	που έχει σχέση με το πίσω μέρος του περιτόναιου ή βρίσκεται εκεί
οπισθοπεριτοναϊκών	=	οπισθοπεριτοναϊκός
οπισθοπορία	noun	η κίνηση, η πορεία προς τα πίσω ή με την όπισθεν
οπισθοπορίας	noun	γενική ενικού του οπισθοπορία
οπισθοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοπορία
οπισθοπορεία	noun	άλλη μορφή του οπισθοπορία
οπισθοπορείας	=	οπισθοπορεία
οπισθοπορείες	=	οπισθοπορεία
οπισθοπορειών	=	οπισθοπορεία
οπισθοποριών	noun	γενική πληθυντικού του οπισθοπορία
οπισθοπορώ	verb	κάνω οπισθοπορεία / οπισθοπορία
οπισθοστερνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοστερνικό
οπισθοστερνικέ	adj	κλητική ενικού του οπισθοστερνικός
οπισθοστερνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοστερνική
οπισθοστερνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθοστερνικός
οπισθοστερνικής	adj	γενική ενικού του οπισθοστερνική
οπισθοστερνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθοστερνικός
οπισθοστερνικού	adj	γενική ενικού του οπισθοστερνικός
οπισθοστερνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπισθοστερνικός
οπισθοστερνικό	adj	αιτιατική ενικού του οπισθοστερνικός
οπισθοστερνικός	adj	που βρίσκεται στο πίσω μέρος του στέρνου ή πίσω από το στέρνο
οπισθοστερνικών	adj	γενική πληθυντικού του οπισθοστερνικός
οπισθοτόνου	=	οπισθότονος
οπισθοτόνους	=	οπισθότονος
οπισθοτόνων	=	οπισθότονος
οπισθοφαρυγγικά	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικέ	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικές	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγική	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικής	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικοί	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικού	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικούς	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικό	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφαρυγγικός	adj	σχετικός με το πίσω μέρος του φάρυγγα
οπισθοφαρυγγικών	=	οπισθοφαρυγγικός
οπισθοφυλακές	=	οπισθοφυλακή
οπισθοφυλακή	noun	το στρατιωτικό τμήμα που πορεύεται στο τέλος, φυλάσσοντας τα νώτα του στρατεύματος
οπισθοφυλακής	=	οπισθοφυλακή
οπισθοφυλακών	=	οπισθοφυλακή
οπισθοφύλλου	=	οπισθόφυλλο
οπισθοφύλλων	=	οπισθόφυλλο
οπισθοχωμάτων	=	οπισθόχωμα
οπισθοχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσαν	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσανε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοχώρηση
οπισθοχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οπισθοχώρηση
οπισθοχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οπισθοχώρηση
οπισθοχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχωρεί	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρείς	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρείτε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοχωρητικό	adv	με οπισθοχωρητικό τρόπο
οπισθοχωρητικέ	adj	κλητική ενικού του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθοχωρητική
οπισθοχωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρητικής	adj	γενική ενικού του οπισθοχωρητική
οπισθοχωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρητικού	adj	γενική ενικού του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρητικός	adj	που έχει σχέση με την οπισθοχώρηση ή αναφέρεται σ' αυτή
οπισθοχωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του οπισθοχωρητικός
οπισθοχωρούμε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούν	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούνε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσα	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσαμε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσαν	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσανε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσατε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσε	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρούσες	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχωρώ	verb	κινούμαι προς τα πίσω επειδή δεν μπορώ να αντιμετωπίσω εχθρική επίθεση
οπισθοχωρώντας	=	οπισθοχωρώ
οπισθοχώματα	=	οπισθόχωμα
οπισθοχώματος	=	οπισθόχωμα
οπισθοχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπισθοχωρώ
οπισθοχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπισθοχωρώ
οπισθοχώρησης	noun	γενική ενικού του οπισθοχώρηση
οπισθόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθόβουλο
οπισθόβουλε	adj	κλητική ενικού του οπισθόβουλος
οπισθόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθόβουλη
οπισθόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθόβουλος
οπισθόβουλης	adj	γενική ενικού του οπισθόβουλη
οπισθόβουλο	adj	αιτιατική ενικού του οπισθόβουλος
οπισθόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθόβουλος
οπισθόβουλος	adj|formal	ο υστερόβουλος, ο ιδιοτελής
οπισθόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οπισθόβουλος
οπισθόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπισθόβουλος
οπισθόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οπισθόβουλος
οπισθόγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθόγραφο
οπισθόγραφε	adj	κλητική ενικού του οπισθόγραφος
οπισθόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπισθόγραφη
οπισθόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπισθόγραφος
οπισθόγραφης	adj	γενική ενικού του οπισθόγραφη
οπισθόγραφο	adj	αιτιατική ενικού του οπισθόγραφος
οπισθόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθόγραφος
οπισθόγραφος	adj	που έχει γραφτεί από το πίσω μέρος
οπισθόγραφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οπισθόγραφος
οπισθόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπισθόγραφος
οπισθόγραφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οπισθόγραφος
οπισθόδομε	noun	κλητική ενικού του οπισθόδομος
οπισθόδομο	noun	αιτιατική ενικού του οπισθόδομος
οπισθόδομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπισθόδομος
οπισθόδομος	noun	το πίσω δωμάτιο / χώρος ενός αρχαιοελληνικού ναού (ή κάποιου άλλου κτίσματος)
οπισθόδομου	noun	γενική ενικού του οπισθόδομος
οπισθόδομους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπισθόδομος
οπισθόδομων	noun	γενική πληθυντικού του οπισθόδομος
οπισθόναε	=	οπισθόναος
οπισθόναο	=	οπισθόναος
οπισθόναοι	=	οπισθόναος
οπισθόναος	noun	χώρος / δωμάτιο στο πίσω τμήμα ενός αρχαίου ναού
οπισθόναου	=	οπισθόναος
οπισθόναους	=	οπισθόναος
οπισθόναων	=	οπισθόναος
οπισθότονε	=	οπισθότονος
οπισθότονο	=	οπισθότονος
οπισθότονοι	=	οπισθότονος
οπισθότονος	noun	σύσπαση, σπασμός του αυχένα και της ράχης του ανθρώπου, που έχει ως αποτέλεσμα να κάμπτει την κεφαλή του προς τα πίσω και να δίνει στη σπονδυλική στήλη σχήμα τόξου· παρατηρείται ως σύμπτωμα στον τέτανο και τη μηνιγγίτιδα
οπισθότονου	=	οπισθότονος
οπισθότονους	=	οπισθότονος
οπισθότονων	=	οπισθότονος
οπισθότυπε	=	οπισθότυπος
οπισθότυπο	=	οπισθότυπος
οπισθότυποι	=	οπισθότυπος
οπισθότυπος	noun	η οπίσθια όψη νομίσματος ή μεταλλίου
οπισθότυπου	=	οπισθότυπος
οπισθότυπους	=	οπισθότυπος
οπισθότυπων	=	οπισθότυπος
οπισθόφυλλα	=	οπισθόφυλλο
οπισθόφυλλο	noun	η επιφάνεια που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το εξώφυλλο
οπισθόφυλλου	=	οπισθόφυλλο
οπισθόφυλλων	=	οπισθόφυλλο
οπισθόχωμα	noun	τα χώματα από το σκάψιμο χαρακωμάτων που συλλέγοννται στο πίσω μέρος τους για την προστασία από εχθρικά πυρά από τα νώτα
οπιωδών	=	οπιώδης
οπιώδεις	=	οπιώδης
οπιώδες	=	οπιώδης
οπιώδη	=	οπιώδης
οπιώδης	adj	που έχει όπιο
οπιώδους	=	οπιώδης
οπκε	abbrev	τμήμα της Ελληνικής Αστυνομίας το οποίο έχει ως στόχο την επέμβαση σε δυσμενείς συνθήκες για την καταστολή εγκληματικών ενεργειών
οπλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλή
οπλή	noun	το νύχι μονόχηλων ζώων όπως το άλογο
οπλής	=	οπλή
οπλίζαμε	=	οπλίζω
οπλίζαν	=	οπλίζω
οπλίζανε	=	οπλίζω
οπλίζατε	=	οπλίζω
οπλίζει	=	οπλίζω
οπλίζεις	=	οπλίζω
οπλίζεσαι	=	οπλίζω
οπλίζεστε	=	οπλίζω
οπλίζεται	=	οπλίζω
οπλίζετε	=	οπλίζω
οπλίζομαι	verb	οπλίζω τον εαυτό μου, παίρνω μαζί μου ένα όπλο για να το χρησιμοποιήσω, αν χρειαστεί
οπλίζομε	=	οπλίζω
οπλίζονται	=	οπλίζω
οπλίζονταν	=	οπλίζω
οπλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οπλίζω
οπλίζουμε	=	οπλίζω
οπλίζουν	=	οπλίζω
οπλίζουνε	=	οπλίζω
οπλίζω	verb	δίνω όπλα σε κάποιον
οπλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίσαν	=	οπλίζω
οπλίσανε	=	οπλίζω
οπλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όπλιση
οπλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίσεων	=	όπλιση
οπλίσομε	=	οπλίζω
οπλίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίσουνε	=	οπλίζω
οπλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
οπλίτες	=	οπλίτης
οπλίτη	=	οπλίτης
οπλίτης	noun	μη βαθμοφόρος στρατιώτης στις Ένοπλες Δυνάμεις
οπλαποθήκες	=	οπλαποθήκη
οπλαποθήκη	noun	αποθήκη φύλαξης όπλων
οπλαποθήκης	=	οπλαποθήκη
οπλαποθηκών	=	οπλαποθήκη
οπλαρχηγέ	noun	κλητική ενικού του οπλαρχηγός
οπλαρχηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλαρχηγός
οπλαρχηγού	noun	γενική ενικού του οπλαρχηγός
οπλαρχηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπλαρχηγός
οπλαρχηγό	noun	αιτιατική ενικού του οπλαρχηγός
οπλαρχηγός	noun	αρχηγός ομάδας ενόπλων κατά την ελληνική επανάσταση του 1821
οπλαρχηγών	noun	γενική πληθυντικού του οπλαρχηγός
οπλασκία	noun	ασκήσεις που κάνουν οι στρατιώτες με τα ατομικά τους όπλα, ώστε να εξοικειωθούν καλύτερα μ’ αυτά
οπλασκίας	noun	γενική ενικού του οπλασκία
οπλασκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλασκία
οπλασκιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλασκία
οπληφόρα	noun	θηλαστικά που φέρουν οπλές
οπληφόρας	=	οπληφόρος
οπληφόρε	=	οπληφόρος
οπληφόρες	=	οπληφόρος
οπληφόρο	noun	ζώο με οπλές
οπληφόροι	=	οπληφόρος
οπληφόρος	noun	που φέρουν οπλές
οπληφόρου	=	οπληφόρο
οπληφόρους	=	οπληφόρος
οπληφόρων	=	οπληφόρα
οπλιζόμασταν	=	οπλίζω
οπλιζόμαστε	=	οπλίζω
οπλιζόμουν	=	οπλίζομαι
οπλιζόμουνα	=	οπλίζω
οπλιζόντουσαν	=	οπλίζω
οπλιζόσασταν	=	οπλίζω
οπλιζόσαστε	=	οπλίζω
οπλιζόσουν	=	οπλίζω
οπλιζόσουνα	=	οπλίζω
οπλιζόταν	=	οπλίζω
οπλιζότανε	=	οπλίζω
οπλισμέ	noun	κλητική ενικού του οπλισμός
οπλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλισμένο
οπλισμένε	verb	κλητική ενικού του οπλισμένος
οπλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλισμένη
οπλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπλισμένος
οπλισμένης	verb	γενική ενικού του οπλισμένη
οπλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οπλισμένος
οπλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλισμένος
οπλισμένος	verb	που φέρει οπλισμό
οπλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οπλισμένος
οπλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οπλισμένος
οπλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οπλισμένος
οπλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλισμός
οπλισμού	noun	γενική ενικού του οπλισμός
οπλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπλισμός
οπλισμό	noun	αιτιατική ενικού του οπλισμός
οπλισμός	noun	ένα σύνολο από όπλα (που χρησιμοποιεί ένας ένοπλος ή ένα σύνολο ανθρώπων, π.χ. στρατός)
οπλισμών	noun	γενική πληθυντικού του οπλισμός
οπλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστήκαν	=	οπλίζω
οπλιστήκανε	=	οπλίζω
οπλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιστούνε	=	οπλίζω
οπλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οπλίζομαι
οπλιταγωγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλιταγωγό
οπλιταγωγού	noun	γενική ενικού του οπλιταγωγό
οπλιταγωγό	noun	πολεμικό πλοίο ειδικά διαμορφωμένο για τη μεταφορά στρατευμάτων
οπλιταγωγών	noun	γενική πληθυντικού του οπλιταγωγό
οπλιτοδρομία	noun	αγώνας ταχύτητας των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας, με αθλητές που τρέχαν φορώντας αμυντική πανοπλία
οπλιτοδρομίας	noun	γενική ενικού του οπλιτοδρομία
οπλιτοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλιτοδρομία
οπλιτοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλιτοδρομία
οπλιτοδρόμε	=	οπλιτοδρόμος
οπλιτοδρόμο	=	οπλιτοδρόμος
οπλιτοδρόμοι	=	οπλιτοδρόμος
οπλιτοδρόμος	noun	που τρέχει σε αναπαράσταση αρχαίας οπλιτοδρομίας
οπλιτοδρόμου	=	οπλιτοδρόμος
οπλιτοδρόμους	=	οπλιτοδρόμος
οπλιτοδρόμων	=	οπλιτοδρόμος
οπλιτών	=	οπλίτης
οπλοβαστέ	=	οπλοβαστός
οπλοβαστοί	=	οπλοβαστός
οπλοβαστού	=	οπλοβαστός
οπλοβαστούς	=	οπλοβαστός
οπλοβαστό	=	οπλοβαστός
οπλοβαστός	noun	αντικείμενο με υποδοχές για την τοποθέτηση όπλων
οπλοβαστών	=	οπλοβαστός
οπλοβιομηχανία	noun	βιομηχανία παρασκευής όπλων
οπλοβιομηχανίας	=	οπλοβιομηχανία
οπλοβιομηχανίες	=	οπλοβιομηχανία
οπλοβιομηχανιών	=	οπλοβιομηχανία
οπλοβομβίδα	noun	βομβίδα που εκτοξεύεται από όπλο, είτε ως αντιαρματική, είτε κατά προσωπικού
οπλοβομβίδας	=	οπλοβομβίδα
οπλοβομβίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοβομβίδα
οπλοβομβίδων	=	οπλοβομβίδα
οπλοδοκών	=	οπλοδόκη
οπλοδόκες	=	οπλοδόκη
οπλοδόκη	noun|dated	διαμέρισμα σε ιστιοφόρα πολεμικά πλοία για την όρθια τοποθέτηση όπλων
οπλοδόκης	=	οπλοδόκη
οπλοθήκες	=	οπλοθήκη
οπλοθήκη	noun	θήκη για όπλα
οπλοθήκης	=	οπλοθήκη
οπλοθηκών	=	οπλοθήκη
οπλοκατοχές	=	οπλοκατοχή
οπλοκατοχή	noun	η κατοχή όπλου
οπλοκατοχής	=	οπλοκατοχή
οπλοκατοχών	=	οπλοκατοχή
οπλομάχε	=	οπλομάχος
οπλομάχει	=	οπλομαχώ
οπλομάχο	=	οπλομάχος
οπλομάχοι	=	οπλομάχος
οπλομάχος	noun	αυτός που μάχεται με όπλα σώμα με σώμα
οπλομάχου	=	οπλομάχος
οπλομάχους	=	οπλομάχος
οπλομάχων	=	οπλομάχος
οπλομαχία	noun	η μάχη με τα όπλα, σώμα με σώμα
οπλομαχίας	noun	γενική ενικού του οπλομαχία
οπλομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλομαχία
οπλομαχεί	=	οπλομαχώ
οπλομαχείς	=	οπλομαχώ
οπλομαχείτε	=	οπλομαχώ
οπλομαχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλομαχητικό
οπλομαχητικέ	adj	κλητική ενικού του οπλομαχητικός
οπλομαχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλομαχητική
οπλομαχητική	noun|archaic	η τέχνη της χρήσης όπλων και της μάχης μ’ αυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπλομαχητικός
οπλομαχητικής	adj	γενική ενικού του οπλομαχητική
οπλομαχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλομαχητικός
οπλομαχητικού	adj	γενική ενικού του οπλομαχητικός
οπλομαχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπλομαχητικός
οπλομαχητικό	adj	αιτιατική ενικού του οπλομαχητικός
οπλομαχητικός	adj	σχετικός με την οπλομαχία
οπλομαχητικών	adj	γενική πληθυντικού του οπλομαχητικός
οπλομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλομαχία
οπλομαχούμε	=	οπλομαχώ
οπλομαχούν	=	οπλομαχώ
οπλομαχούνε	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσα	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσαμε	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσαν	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσανε	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσατε	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσε	=	οπλομαχώ
οπλομαχούσες	=	οπλομαχώ
οπλομαχώ	verb	πολεμάω ή εξασκούμαι με όπλα σώμα με σώμα
οπλομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οπλομαχώ
οπλονομεία	=	οπλονομείο
οπλονομείο	noun	το γραφείο ενός οπλονόμου
οπλονομείου	=	οπλονομείο
οπλονομείων	=	οπλονομείο
οπλονόμε	noun	κλητική ενικού του οπλονόμος
οπλονόμο	noun	αιτιατική ενικού του οπλονόμος
οπλονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλονόμος
οπλονόμος	noun	υπαξιωματικός του πολεμικού ναυτικού με αυξημένες δικαιοδοσίες επιτήρησης και αστυνόμευσης των ναυτών, φύλαξης και συντήρησης του οπλισμού κ.λπ.
οπλονόμου	noun	γενική ενικού του οπλονόμος
οπλονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπλονόμος
οπλονόμων	noun	γενική πληθυντικού του οπλονόμος
οπλοποιέ	noun	κλητική ενικού του οπλοποιός
οπλοποιία	noun	η παραγωγή όπλων
οπλοποιίας	noun	γενική ενικού του οπλοποιία
οπλοποιίες	=	οπλοποιία
οπλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοποιείο
οπλοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής όπλων
οπλοποιείου	noun	γενική ενικού του οπλοποιείο
οπλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του οπλοποιείο
οπλοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλοποιία
οπλοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλοποιός
οπλοποιού	noun	γενική ενικού του οπλοποιός
οπλοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπλοποιός
οπλοποιό	noun	αιτιατική ενικού του οπλοποιός
οπλοποιός	noun	τεχνίτης κατασκευής όπλων, και ειδικότερα πυροβόλων και φορητών
οπλοποιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλοποιός
οπλοπολυβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοπολυβόλο
οπλοπολυβόλο	noun	ελαφρό αυτόματο πυροβόλο όπλο του πεζικού
οπλοπολυβόλου	noun	γενική ενικού του οπλοπολυβόλο
οπλοπολυβόλων	noun	γενική πληθυντικού του οπλοπολυβόλο
οπλοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοπωλείο
οπλοπωλείο	noun	μαγαζί που πουλά όπλα
οπλοπωλείου	noun	γενική ενικού του οπλοπωλείο
οπλοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του οπλοπωλείο
οπλοπωλών	=	οπλοπώλης
οπλοπώλες	=	οπλοπώλης
οπλοπώλη	=	οπλοπώλης
οπλοπώλης	noun	αυτός που έχει οπλοπωλείο, που πουλά όπλα
οπλοσκευές	=	οπλοσκευή
οπλοσκευή	noun	το σύνολο του οπλισμού ενός στρατιώτη
οπλοσκευής	=	οπλοσκευή
οπλοσκευών	=	οπλοσκευή
οπλοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοστάσιο
οπλοστάσιο	noun	το εργοστάσιο κατασκευής, επισκευής και συντήρησης όπλων
οπλοστάσιου	=	οπλοστάσιο
οπλοστασίου	noun	γενική ενικού του οπλοστάσιο
οπλοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του οπλοστάσιο
οπλουργέ	noun	κλητική ενικού του οπλουργός
οπλουργία	noun	η τέχνη κατασκευής όπλων
οπλουργίας	noun	γενική ενικού του οπλουργία
οπλουργίες	=	οπλουργία
οπλουργεία	=	οπλουργείο
οπλουργείο	noun	το οπλοποιείο
οπλουργείου	=	οπλουργείο
οπλουργείων	=	οπλουργείο
οπλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλουργία
οπλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπλουργός
οπλουργού	noun	γενική ενικού του οπλουργός
οπλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπλουργός
οπλουργό	noun	αιτιατική ενικού του οπλουργός
οπλουργός	noun	οπλοποιός
οπλουργών	noun	γενική πληθυντικού του οπλουργός
οπλοφορία	noun	η ιδιότητα αυτού που οπλοφορεί, το να φέρει κάποιος όπλο
οπλοφορίας	noun	γενική ενικού του οπλοφορία
οπλοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοφορία
οπλοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του οπλοφορία
οπλοφορώ	verb	είμαι οπλισμένος, έχω/φέρω όπλο
οπλοφόρε	=	οπλοφόρος
οπλοφόρο	=	οπλοφόρος
οπλοφόροι	=	οπλοφόρος
οπλοφόρος	noun	που έχει μαζί του (φέρει) όπλο
οπλοφόρου	=	οπλοφόρος
οπλοφόρους	=	οπλοφόρος
οπλοφόρων	=	οπλοφόρος
οπλοχρησία	noun	η χρήση όπλου
οπλοχρησίας	noun	γενική ενικού του οπλοχρησία
οπλοχρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλοχρησία
οπλοχρησιών	noun	γενική πληθυντικού του οπλοχρησία
οπλών	=	οπλή
οποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπός
οποία	=	οποίος
οποίαν	=	οποίος
οποίας	=	οποίος
οποίε	=	οποίος
οποίες	=	οποίος
οποίο	pron	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οποίος
οποίοι	=	οποίος
οποίον	=	οποίος
οποίος	pron	για δήλωση του όρου, συνήθως πρότασης, στον οποίο αναφέρεται η δευτερεύουσα αναφορική αντωνυμία την οποία εισάγει
οποίου	=	οποίος
οποίους	=	οποίος
οποίων	=	οποίος
οποθενδήποτε	adv|archaic	απ’ όποια πλευρά, από οπουδήποτε
οποθεραπεία	noun|dated	θεραπευτική χρήση στο παρελθόν, κατά την οποία χρησιμοποιούσαν όργανα ή εκχυλίσματα οργάνων ζωντανών οργανισμών με σκοπό την αναπλήρωση ανεπάρκειας αντίστοιχων ανθρωπίνων οργάνων
οποθεραπείας	noun	γενική ενικού του οποθεραπεία
οποθεραπείες	=	οποθεραπεία
οποθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του οποθεραπεία
οποθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οποθεραπευτικό
οποθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του οποθεραπευτικός
οποθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οποθεραπευτική
οποθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οποθεραπευτικός
οποθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του οποθεραπευτική
οποθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οποθεραπευτικός
οποθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του οποθεραπευτικός
οποθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οποθεραπευτικός
οποθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του οποθεραπευτικός
οποθεραπευτικός	adj	σχετικός με την οποθεραπεία
οποθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του οποθεραπευτικός
οποιαδήποτε	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οποιοσδήποτε
οποιανής	=	όποιος
οποιανδήποτε	=	οποιοσδήποτε
οποιανού	=	όποιος
οποιανών	=	όποιος
οποιασδήποτε	pron	γενική ενικού του οποιαδήποτε
οποιεσδήποτε	=	οποιοσδήποτε
οποιοδήποτε	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οποιοσδήποτε
οποιοιδήποτε	=	οποιοσδήποτε
οποιονδήποτε	pron	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οποιοσδήποτε
οποιοσδήποτε	pron	όποιος τυχόν, ο καθένας, όλοι (δηλώνει αοριστία)
οποιουδήποτε	=	οποιοσδήποτε
οποιουσδήποτε	=	οποιοσδήποτε
οποιωνδήποτε	=	οποιοσδήποτε
οπορτουνίστρια	noun	οπορτουνιστής
οπορτουνίστριας	noun	γενική ενικού του οπορτουνίστρια
οπορτουνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπορτουνίστρια
οπορτουνισμέ	noun	κλητική ενικού του οπορτουνισμός
οπορτουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπορτουνισμός
οπορτουνισμού	noun	γενική ενικού του οπορτουνισμός
οπορτουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπορτουνισμός
οπορτουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του οπορτουνισμός
οπορτουνισμός	noun	τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά κίνητρα κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή
οπορτουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του οπορτουνισμός
οπορτουνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπορτουνιστής
οπορτουνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οπορτουνιστής
οπορτουνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπορτουνιστικό
οπορτουνιστικέ	adj	κλητική ενικού του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπορτουνιστική
οπορτουνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστικής	adj	γενική ενικού του οπορτουνιστική
οπορτουνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστικού	adj	γενική ενικού του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστικός	adj	σχετικός με τον οπορτουνισμό ή τον οπορτουνιστή
οπορτουνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του οπορτουνιστικός
οπορτουνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του οπορτουνίστρια
οπορτουνιστών	noun	γενική πληθυντικού του οπορτουνιστής
οποσάκις	adv|archaic	όσες φορές, οσάκις
οποτεδήποτε	adv	σε οποιοδήποτε χρόνο, όποτε
οπουδήποτε	adv	σε οποιοδήποτε σημείο
οπού	adv	άλλη μορφή του όπου	pron	που, ο οποίος
οπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπός
οπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτό
οπτάνθρακα	=	οπτάνθρακας
οπτάνθρακας	noun	συνώνυμο του κοκ
οπτάνθρακες	=	οπτάνθρακας
οπτέ	adj	κλητική ενικού του οπτός
οπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτή
οπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτός
οπτήρα	=	οπτήρας
οπτήρας	noun	ναύτης που εποπτεύει τη θάλασσα για τον έγκαιρο εντοπισμό άλλων πλοίων, διαφόρων κινδύνων κ.λπ., δίνοντας τις κατάλληλες αναφορές στους αξιωματικούς ή στον καπετάνιο του πλοίου
οπτήρες	=	οπτήρας
οπτήρων	=	οπτήρας
οπτής	adj	γενική ενικού του οπτή
οπτήσεις	=	όπτηση
οπτήσεων	=	όπτηση
οπτανθράκων	=	οπτάνθρακας
οπτασία	noun	κάτι που δεν είναι αληθινό, κάτι φανταστικό
οπτασίας	noun	γενική ενικού του οπτασία
οπτασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτασία
οπτασιάζομαι	verb	Φαντάζομαι κάτι
οπτασιασμέ	=	οπτασιασμός
οπτασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτασιασμένο
οπτασιασμένε	verb	κλητική ενικού του οπτασιασμένος
οπτασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτασιασμένη
οπτασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτασιασμένος
οπτασιασμένης	verb	γενική ενικού του οπτασιασμένη
οπτασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του οπτασιασμένος
οπτασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπτασιασμένος
οπτασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οπτασιασμένος
οπτασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οπτασιασμένος
οπτασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οπτασιασμένος
οπτασιασμοί	=	οπτασιασμός
οπτασιασμού	=	οπτασιασμός
οπτασιασμούς	=	οπτασιασμός
οπτασιασμό	=	οπτασιασμός
οπτασιασμός	noun	το να βλέπει κανείς οπτασίες, οραματισμός
οπτασιασμών	=	οπτασιασμός
οπτασιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτασιαστής
οπτασιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οπτασιαστής
οπτασιαστής	noun	αυτός που βλέπει οπτασίες
οπτασιαστών	noun	γενική πληθυντικού του οπτασιαστής
οπτασιών	noun	γενική πληθυντικού του οπτασία
οπτη	=	οπτός
οπτικά	noun|figurative	κατάστημα οπτικών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οπτικός
οπτικέ	adj	κλητική ενικού του οπτικός
οπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτική
οπτική	noun	κλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτικός
οπτικής	adj	γενική ενικού του οπτική
οπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπτικός
οπτικοακουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτικοακουστικό
οπτικοακουστικέ	adj	κλητική ενικού του οπτικοακουστικός
οπτικοακουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτικοακουστική
οπτικοακουστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτικοακουστικός
οπτικοακουστικής	adj	γενική ενικού του οπτικοακουστική
οπτικοακουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπτικοακουστικός
οπτικοακουστικού	adj	γενική ενικού του οπτικοακουστικός
οπτικοακουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπτικοακουστικός
οπτικοακουστικό	adj	αιτιατική ενικού του οπτικοακουστικός
οπτικοακουστικός	adj	σχετικός με την εικόνα και τον ήχο
οπτικοακουστικών	adj	γενική πληθυντικού του οπτικοακουστικός
οπτικοηλεκτρονικά	=	οπτικοηλεκτρονικός
οπτικοηλεκτρονικέ	=	οπτικοηλεκτρονικός
οπτικοηλεκτρονικές	=	οπτικοηλεκτρονική
οπτικοηλεκτρονική	noun	άλλη μορφή του οπτοηλεκτρονική
οπτικοηλεκτρονικής	=	οπτικοηλεκτρονική
οπτικοηλεκτρονικοί	=	οπτικοηλεκτρονικός
οπτικοηλεκτρονικού	=	οπτικοηλεκτρονικός
οπτικοηλεκτρονικούς	=	οπτικοηλεκτρονικός
οπτικοηλεκτρονικό	=	οπτικοηλεκτρονικός
οπτικοηλεκτρονικός	adj	που έχει σχέση με την οπτικοηλεκτρονική ή αναφέρεται σ’ αυτή
οπτικοηλεκτρονικών	=	οπτικοηλεκτρονική
οπτικοκινητικά	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικέ	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικές	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικής	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικοί	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικού	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικούς	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικό	=	οπτικοκινητικός
οπτικοκινητικός	adj	που αφορά τον συντονισμό της όρασης με την κίνηση του σώματος ή των μελών του
οπτικοκινητικών	=	οπτικοκινητικός
οπτικομέτρου	=	οπτικόμετρο
οπτικομέτρων	=	οπτικόμετρο
οπτικομετρία	noun|rare	άλλη μορφή του οπτομετρία
οπτικομετρικά	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικέ	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικές	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρική	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικής	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικοί	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικού	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικούς	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικό	=	οπτικομετρικός
οπτικομετρικός	adj	άλλη μορφή του οπτομετρικός
οπτικομετρικών	=	οπτικομετρικός
οπτικοποίηση	noun	μετατρέπω πληροφορία σε οπτικό ερέθισμα
οπτικοποίησης	noun	γενική ενικού του οπτικοποίηση
οπτικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτικοποίηση
οπτικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οπτικοποίηση
οπτικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οπτικοποίηση
οπτικού	adj	γενική ενικού του οπτικός
οπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπτικός
οπτικό	adj	αιτιατική ενικού του οπτικός
οπτικόμετρα	=	οπτικόμετρο
οπτικόμετρο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η οπτομετρία / οπτικομετρία
οπτικόμετρου	=	οπτικόμετρο
οπτικόμετρων	=	οπτικόμετρο
οπτικός	noun	την εκτέλεση συνταγών που αφορούν γυαλιά οράσεως, φακούς επαφής και άλλα συναφή οπτικά μέσα	adj	σχετικός με την όραση
οπτικών	adj	γενική πληθυντικού του οπτικός
οπτιμίστρια	noun	οπτιμιστής
οπτιμίστριας	noun	γενική ενικού του οπτιμίστρια
οπτιμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτιμίστρια
οπτιμισμέ	noun	κλητική ενικού του οπτιμισμός
οπτιμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπτιμισμός
οπτιμισμού	noun	γενική ενικού του οπτιμισμός
οπτιμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οπτιμισμός
οπτιμισμό	noun	αιτιατική ενικού του οπτιμισμός
οπτιμισμός	noun	η αισιοδοξία
οπτιμισμών	noun	γενική πληθυντικού του οπτιμισμός
οπτιμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτιμιστής
οπτιμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οπτιμιστής
οπτιμιστής	noun	οπαδός του οπτιμισμού
οπτιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτιμιστικό
οπτιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του οπτιμιστικός
οπτιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπτιμιστική
οπτιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οπτιμιστικός
οπτιμιστικής	adj	γενική ενικού του οπτιμιστική
οπτιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπτιμιστικός
οπτιμιστικού	adj	γενική ενικού του οπτιμιστικός
οπτιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπτιμιστικός
οπτιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του οπτιμιστικός
οπτιμιστικός	adj	σχετικός με τον οπτιμιστή
οπτιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του οπτιμιστικός
οπτιμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του οπτιμίστρια
οπτιμιστών	noun	γενική πληθυντικού του οπτιμιστής
οπτο	=	οπτός
οπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οπτός
οπτογενετική	noun	εισαγωγή ιού σε νευρώνες για ενσωμάτωση κώδικα DNA και παραγωγή οπτενεργών πρωτεϊνών για μελλοντική φωτεινή διέγερση
οπτογενετικής	=	οπτογενετική
οπτοηλεκτρονικά	=	οπτοηλεκτρονικός
οπτοηλεκτρονικέ	=	οπτοηλεκτρονικός
οπτοηλεκτρονικές	=	οπτοηλεκτρονική
οπτοηλεκτρονική	noun	κλάδος της φυσικής και της ηλεκτρονικής που ασχολείται με την αλληλεπίδραση του φωτός με ηλεκτρονικές συσκευές ή την παραγωγή φωτός από τέτοιες συσκευές και τη μετατροπή οπτικού σήματος σε ηλεκτρονικό και αντίστροφα
οπτοηλεκτρονικής	=	οπτοηλεκτρονική
οπτοηλεκτρονικοί	=	οπτοηλεκτρονικός
οπτοηλεκτρονικού	=	οπτοηλεκτρονικός
οπτοηλεκτρονικούς	=	οπτοηλεκτρονικός
οπτοηλεκτρονικό	=	οπτοηλεκτρονικός
οπτοηλεκτρονικός	adj	που έχει σχέση με την οπτοηλεκτρονική ή αναφέρεται σ’ αυτή
οπτοηλεκτρονικών	=	οπτοηλεκτρονική
οπτομέτρες	=	οπτομέτρης
οπτομέτρη	=	οπτομέτρης
οπτομέτρης	noun	πρόσωπο εξειδικευμένο στην οπτομετρία
οπτομετρία	noun	κλάδος των επιστημών υγείας που ασχολείται με την έλεγχο των οφθαλμών με κατάλληλα όργανα ή συσκευές, για εντοπισμό ελαττωμάτων στην όραση (όπως μυωπία, υπερμετρωπία, αστιγματισμό), προκειμένου να συνταγογραφηθούν διορθωτικοί φακοί ή άλλη ενδεδειγμένη θεραπεία
οπτομετρίας	=	οπτομετρία
οπτομετρίες	=	οπτομετρία
οπτομετρικά	=	οπτομετρικός
οπτομετρικέ	=	οπτομετρικός
οπτομετρικές	=	οπτομετρικός
οπτομετρική	=	οπτομετρικός
οπτομετρικής	=	οπτομετρικός
οπτομετρικοί	=	οπτομετρικός
οπτομετρικού	=	οπτομετρικός
οπτομετρικούς	=	οπτομετρικός
οπτομετρικό	=	οπτομετρικός
οπτομετρικός	adj	που έχει σχέση με την οπτομετρία ή τον οπτομέτρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
οπτομετρικών	=	οπτομετρικός
οπτομετριών	=	οπτομετρία
οπτομετρών	=	οπτομέτρης
οπτοπλίνθου	=	οπτόπλινθος
οπτοπλίνθους	=	οπτόπλινθος
οπτοπλίνθων	=	οπτόπλινθος
οπτοπλινθοδομές	=	οπτοπλινθοδομή
οπτοπλινθοδομή	noun	η οικοδόμηση με οπτόπλινθους
οπτοπλινθοδομής	=	οπτοπλινθοδομή
οπτοπλινθοδομών	=	οπτοπλινθοδομή
οπτού	adj	γενική ενικού του οπτός
οπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οπτός
οπτό	adj	αιτιατική ενικού του οπτός
οπτόπλινθε	=	οπτόπλινθος
οπτόπλινθο	=	οπτόπλινθος
οπτόπλινθοι	=	οπτόπλινθος
οπτόπλινθος	noun	πλίνθος από πηλό, ψημένη στο καμίνι
οπτός	adj|formal	ψημένος
οπτών	adj	γενική πληθυντικού του οπτός
οπωδών	=	οπώδης
οπωρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπωρικό
οπωρικού	noun	γενική ενικού του οπωρικό
οπωρικό	noun	το φρούτο
οπωρικών	noun	γενική πληθυντικού του οπωρικό
οπωροκηπευτικά	noun	φρούτα και κηπευτικά (λαχανικά)
οπωροκηπευτικέ	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικές	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτική	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικής	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικοί	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικού	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικούς	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικό	=	οπωροκηπευτικός
οπωροκηπευτικός	adj	που έχει σχέση με τα οπωροκηπευτικά ή αναφέρεται σ’ αυτά
οπωροκηπευτικών	=	οπωροκηπευτικά
οπωρολαχανικά	noun	οπώρες και λαχανικά
οπωρολαχανικών	=	οπωρολαχανικά
οπωροπαντοπωλεία	=	οπωροπαντοπωλείο
οπωροπαντοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλά οπωροκηπευτικά/είδη μαναβικής καθώς και είδη καθημερινής ανάγκης
οπωροπαντοπωλείου	=	οπωροπαντοπωλείο
οπωροπαντοπωλείων	=	οπωροπαντοπωλείο
οπωροπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπωροπωλείο
οπωροπωλείο	noun	κατάστημα που που πουλάει οπωροκηπευτικά
οπωροπωλείου	noun	γενική ενικού του οπωροπωλείο
οπωροπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του οπωροπωλείο
οπωροπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του οπωροπώλισσα
οπωροπωλών	=	οπωροπώλης
οπωροπώλες	=	οπωροπώλης
οπωροπώλη	=	οπωροπώλης
οπωροπώλης	noun	ο μανάβης
οπωροπώλισσα	=	οπωροπώλης
οπωροπώλισσας	noun	γενική ενικού του οπωροπώλισσα
οπωροπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπωροπώλισσα
οπωροσάκχαρα	=	οπωροσάκχαρο
οπωροσάκχαρο	noun	η φρουκτόζη
οπωροσάκχαρου	=	οπωροσάκχαρο
οπωροσάκχαρων	=	οπωροσάκχαρο
οπωροσακχάρου	=	οπωροσάκχαρο
οπωροσακχάρων	=	οπωροσάκχαρο
οπωροφάγα	=	οπωροφάγος
οπωροφάγε	=	οπωροφάγος
οπωροφάγο	=	οπωροφάγος
οπωροφάγοι	=	οπωροφάγος
οπωροφάγος	adj	που η διατροφή του καταλαμβάνεται κυρίως από φρούτα
οπωροφάγου	=	οπωροφάγος
οπωροφάγους	=	οπωροφάγος
οπωροφάγων	=	οπωροφάγος
οπωροφαγία	noun	η κατανάλωση φρούτων (οπώρων) σε μεγάλες ποσότητες
οπωροφαγίας	noun	γενική ενικού του οπωροφαγία
οπωροφαγίες	=	οπωροφαγία
οπωροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του οπωροφαγία
οπωροφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπωροφόρο
οπωροφόρας	=	οπωροφόρος
οπωροφόρε	=	οπωροφόρος
οπωροφόρες	=	οπωροφόρος
οπωροφόρο	noun	το δέντρο που παράγει φρούτα
οπωροφόροι	=	οπωροφόρος
οπωροφόρος	adj	που παράγει φρούτα
οπωροφόρου	noun	γενική ενικού του οπωροφόρο
οπωροφόρους	=	οπωροφόρος
οπωροφόρων	noun	γενική πληθυντικού του οπωροφόρο	adj	γενική πληθυντικού του οπωροφόρος
οπωρών	noun	γενική πληθυντικού του οπώρα
οπωρώνα	=	οπωρώνας
οπωρώνας	noun|formal	ο κήπος που έχει μόνο οπωροφόρα δέντρα ή φυτά
οπωρώνες	=	οπωρώνας
οπωρώνων	=	οπωρώνας
οπωσδήποτε	adv	με κάθε τρόπο, σε οποιαδήποτε περίπτωση
οπό	noun	αιτιατική ενικού του οπός
οπόθεν	adv	από που
οπός	noun|formal	χυμός
οπόσος	pron	όσος
οπόταν	conj	άλλη μορφή του οπότε
οπότε	conj	και άρα, και επομένως
οπώδεις	=	οπώδης
οπώδες	=	οπώδης
οπώδη	=	οπώδης
οπώδης	adj|archaic	που είναι γεμάτος χυμούς
οπώδους	=	οπώδης
οπών	noun	γενική πληθυντικού του οπός
οπώρα	noun|formal	το φρούτο
οπώρας	noun	γενική ενικού του οπώρα
οπώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπώρα
ορά	verb	μονοτονική γραφή του ὁρᾷ
οράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όραμα
οράματος	noun	γενική ενικού του όραμα
οράρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οράριο
οράριο	noun	άμφιο του πρώτου βαθμού της ιεροσύνης, του διακόνου, που αποτελείται από μία στενή λωρίδα από ύφασμα, και φοριέται στον αριστερό ώμο του ιερέα
οράριου	=	οράριο
οράς	=	ορώ
οράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όραση
οράσεων	noun	γενική πληθυντικού του όραση
οράσεως	noun|formal	γενική ενικού του όραση
ορέ	noun	κλητική ενικού του ορός
ορέγεσαι	=	ορέγομαι
ορέγεστε	=	ορέγομαι
ορέγεται	=	ορέγομαι
ορέγομαι	verb|formal	λαχταρώ, κατέχομαι από έντονη επιθυμία για κάτι
ορέγονται	=	ορέγομαι
ορέγονταν	=	ορέγομαι
ορέγου	=	ορέγομαι
ορέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρεξη
ορέξεων	noun	γενική πληθυντικού του όρεξη
ορέξεως	noun|formal	γενική ενικού του όρεξη
ορέξου	=	ορέγομαι
ορέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορέων	noun	γενική πληθυντικού του όρος
ορίγια	noun	της Ινδίας
ορίζαμε	=	ορίζω
ορίζαν	=	ορίζω
ορίζανε	=	ορίζω
ορίζατε	=	ορίζω
ορίζει	=	ορίζω
ορίζεις	=	ορίζω
ορίζεσαι	=	ορίζω
ορίζεστε	=	ορίζω
ορίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ορίζομαι
ορίζετε	=	ορίζω
ορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ορίζω
ορίζομε	=	ορίζω
ορίζοντα	=	ορίζοντας
ορίζονται	=	ορίζω
ορίζονταν	=	ορίζω
ορίζοντας	noun	η νοητή γραμμή που χωρίζει τον ουρανό από τη γη στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή	verb	άλλη μορφή του ορίζων με νεότερες καταλήξεις: που ορίζει
ορίζοντες	=	ορίζοντας
ορίζοντον	=	ορίζοντας
ορίζοντουσα	=	ορίζοντας
ορίζουμε	=	ορίζω
ορίζουν	=	ορίζω
ορίζουνε	=	ορίζω
ορίζουσα	noun	συνάρτηση που δίνει το αλγεβρικό άθροισμα τετραγωνικού πίνακα ή μήτρας.
ορίζουσας	=	ορίζουσα
ορίζουσες	=	ορίζουσα
ορίζω	verb	αποφασίζω πού και πότε (συνήθως) θα γίνει κάτι
ορίου	noun	γενική ενικού του όριο
ορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσαν	=	ορίζω
ορίσανε	=	ορίζω
ορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσθηκα	=	ορίστηκα
ορίσματα	=	όρισμα
ορίσματος	=	όρισμα
ορίσομε	=	ορίζω
ορίσου	=	ορίζω
ορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίσουνε	=	ορίζω
ορίστε	intj	όταν απαντάμε σε κάποιον που μας καλεί	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
ορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
ορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
ορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
ορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
ορίων	noun	γενική πληθυντικού του όριο
οραγκουτάγκος	=	ουρακοτάγκος
οραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του όραμα
οραματίζεσαι	=	οραματίζομαι
οραματίζεστε	=	οραματίζομαι
οραματίζεται	=	οραματίζομαι
οραματίζομαι	verb	έχω συγκεκριμένο όραμα, θέτω υψηλούς στόχους για ένα καλύτερο μέλλον
οραματίζονται	=	οραματίζομαι
οραματίζονταν	=	οραματίζομαι
οραματίσου	=	οραματίζομαι
οραματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματίστρια	=	οραματιστής
οραματίστριας	noun	γενική ενικού του οραματίστρια
οραματίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οραματίστρια
οραματιζόμασταν	=	οραματίζομαι
οραματιζόμαστε	=	οραματίζομαι
οραματιζόμουν	=	οραματίζομαι
οραματιζόμουνα	=	οραματίζομαι
οραματιζόντουσαν	=	οραματίζομαι
οραματιζόσασταν	=	οραματίζομαι
οραματιζόσαστε	=	οραματίζομαι
οραματιζόσουν	=	οραματίζομαι
οραματιζόσουνα	=	οραματίζομαι
οραματιζόταν	=	οραματίζομαι
οραματιζότανε	=	οραματίζομαι
οραματισμέ	noun	κλητική ενικού του οραματισμός
οραματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οραματισμένο
οραματισμένε	verb	κλητική ενικού του οραματισμένος
οραματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οραματισμένη
οραματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οραματισμένος
οραματισμένης	verb	γενική ενικού του οραματισμένη
οραματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οραματισμένος
οραματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οραματισμένος
οραματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οραματισμένος
οραματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οραματισμένος
οραματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οραματισμένος
οραματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οραματισμός
οραματισμού	noun	γενική ενικού του οραματισμός
οραματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οραματισμός
οραματισμό	noun	αιτιατική ενικού του οραματισμός
οραματισμός	noun	η έκβαση του οράματος
οραματισμών	noun	γενική πληθυντικού του οραματισμός
οραματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οραματιστής
οραματιστή	noun	οραματιστής, στη γενική του ενικού
οραματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστήκαν	=	οραματίζομαι
οραματιστήκανε	=	οραματίζομαι
οραματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστής	noun	αυτός που οραματίζεται, που πλάθει ευγενή και φιλόδοξα σχέδια για το μέλλον της επιστήμης ή της ανθρωπότητας γενικά
οραματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστούνε	=	οραματίζομαι
οραματιστριών	noun	γενική πληθυντικού του οραματίστρια
οραματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οραματίζομαι
οραματιστών	noun	γενική πληθυντικού του οραματιστής
οραρίου	noun	γενική ενικού του οράριο
οραρίων	noun	γενική πληθυντικού του οράριο
ορατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορατό	adv	με ορατό τρόπο
ορατέ	adj	κλητική ενικού του ορατός
ορατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορατή
ορατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορατός
ορατής	adj	γενική ενικού του ορατή
ορατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορατικό
ορατικέ	adj	κλητική ενικού του ορατικός
ορατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορατική
ορατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορατικός
ορατικής	adj	γενική ενικού του ορατική
ορατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορατικός
ορατικού	adj	γενική ενικού του ορατικός
ορατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορατικός
ορατικό	adj	αιτιατική ενικού του ορατικός
ορατικός	adj	ικανός να βλέπει
ορατικότης	noun	η ικανότητα της όρασης
ορατικών	adj	γενική πληθυντικού του ορατικός
ορατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορατός
ορατορίου	=	ορατόριο
ορατορίων	=	ορατόριο
ορατοτήτων	=	ορατότητα
ορατού	adj	γενική ενικού του ορατός
ορατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορατός
ορατό	adj	αιτιατική ενικού του ορατός
ορατόρια	=	ορατόριο
ορατόριο	noun	μουσική σύνθεση για σύνολο οργάνων, χορωδία και τραγουδιστές, που συχνά έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και προορίζεται να παιχτεί σε ναό, χωρίς όμως άλλα σκηνικά, κοστούμια ή ιδιαίτερη υποκριτική τέχνη
ορατόριου	=	ορατόριο
ορατόριων	=	ορατόριο
ορατός	adj	που γίνεται αντιληπτός με την αίσθηση της όρασης
ορατότης	noun|dated	ορατότητα, στην έκφραση ορατότης μηδέν
ορατότητα	noun	η δυνατότητα να βλέπει κάτι ένας παρατηρητής χωρίς να παρεμποδίζεται από εμπόδια ή μετεωρολογικά φαινόμενα (όπως ομίχλη)
ορατότητας	noun	γενική ενικού του ορατότητα
ορατότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορατότητα
ορατών	adj	γενική πληθυντικού του ορατός
ορβουάρ	intj|dated	άλλη μορφή του ορεβουάρ
οργάνου	noun	γενική ενικού του όργανο
οργάντζα	noun	η οργαντίνα
οργάντζας	noun	γενική ενικού του οργάντζα
οργάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργάντζα
οργάνων	noun	γενική πληθυντικού του όργανο
οργάνωνα	=	οργανώνω
οργάνωναν	=	οργανώνω
οργάνωνε	=	οργανώνω
οργάνωνες	=	οργανώνω
οργάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργάνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οργανώνω
οργάνωσης	noun	γενική ενικού του οργάνωση
οργάω	=	οργώ
οργή	noun	έντονος θυμός που προκαλείται από κάτι δυσάρεστο και εκδηλώνεται με επιθετικότητα και εκδικητική συμπεριφορά
οργής	=	οργή
οργίαζα	=	οργιάζω
οργίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργίζαμε	=	οργίζω
οργίζαν	=	οργίζω
οργίζανε	=	οργίζω
οργίζατε	=	οργίζω
οργίζει	=	οργίζω
οργίζεις	=	οργίζω
οργίζεσαι	=	οργίζομαι
οργίζεστε	=	οργίζομαι
οργίζεται	=	οργίζομαι
οργίζετε	=	οργίζω
οργίζομαι	verb	καταλαμβάνομαι από οργή
οργίζομε	=	οργίζω
οργίζονται	=	οργίζομαι
οργίζονταν	=	οργίζομαι
οργίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οργίζω
οργίζου	=	οργίζομαι
οργίζουμε	=	οργίζω
οργίζουν	=	οργίζω
οργίζουνε	=	οργίζω
οργίζω	verb	προκαλώ έντονο θυμό, οργή
οργίλος	adj	οργισμένος
οργίλως	adv|archaic	οργισμένα, με θυμό
οργίου	noun	γενική ενικού του όργιο
οργίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσαν	=	οργίζω
οργίσανε	=	οργίζω
οργίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσομε	=	οργίζω
οργίσου	=	οργίζομαι
οργίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίσουνε	=	οργίζω
οργίστε	=	οργίζω
οργίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζω
οργίων	noun	γενική πληθυντικού του όργιο
οργανάκι	noun	το μικρό μουσικό όργανο
οργανάκια	=	οργανάκι
οργανέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανέτο
οργανέτο	noun	η λατέρνα ή μικρό φορητό μουσικό όργανο
οργανέτου	noun	γενική ενικού του οργανέτο
οργανέτων	noun	γενική πληθυντικού του οργανέτο
οργανίδια	=	οργανίδιο
οργανίδιο	noun	μικρό όργανο
οργανίδιου	=	οργανίδιο
οργανίδιων	=	οργανίδιο
οργανίστα	=	οργανίστας
οργανίστας	noun	ο μουσικός που ειδικεύεται στην εκτέλεση μουσικών κομματιών στο εκκλησιαστικό όργανο
οργανίστες	=	οργανίστας
οργανιδίου	=	οργανίδιο
οργανιδίων	=	οργανίδιο
οργανικά	adv	κατά τρόπο οργανικό, συνολικό και όχι αποσπασματικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανικό
οργανικέ	adj	κλητική ενικού του οργανικός
οργανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανική
οργανική	noun	η πτώση που χρησιμοποιείται όταν το αντικείμενο της πρότασης αποτελεί μέσο ή όργανο για τη δράση του ρήματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανικός
οργανικής	adj	γενική ενικού του οργανική
οργανικισμέ	=	οργανικισμός
οργανικισμοί	=	οργανικισμός
οργανικισμού	=	οργανικισμός
οργανικισμούς	=	οργανικισμός
οργανικισμό	=	οργανικισμός
οργανικισμός	noun	φιλοσοφική αντίληψη κατά την οποία η ζωή οφείλεται στα όργανα και όχι σε κάποια δύναμη που τα κινεί
οργανικισμών	=	οργανικισμός
οργανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανικός
οργανικοτήτων	=	οργανικότητα
οργανικού	adj	γενική ενικού του οργανικός
οργανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανικός
οργανικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανικός
οργανικός	adj	που αναφέρεται ή έχει σχέση με τα όργανα του σώματος
οργανικότητα	noun	η ιδιότητα του οργανικού
οργανικότητας	=	οργανικότητα
οργανικότητες	=	οργανικότητα
οργανικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανικός
οργανισμέ	noun	κλητική ενικού του οργανισμός
οργανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανισμός
οργανισμού	noun	γενική ενικού του οργανισμός
οργανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οργανισμός
οργανισμό	=	οργανισμός
οργανισμός	noun	κάθε ον που φέρει τις ιδιότητες της ζωής κι αποτελείται από ένα ή περισσότερα στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και λειτουργίες κι αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους
οργανισμών	noun	γενική πληθυντικού του οργανισμός
οργανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανιστής
οργανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οργανιστής
οργανιστής	noun	άλλη μορφή του οργανίστας
οργανιστών	noun	γενική πληθυντικού του οργανιστής
οργανογένεια	noun	άλλη μορφή του οργανογένεση
οργανογένειας	=	οργανογένεια
οργανογένειες	=	οργανογένεια
οργανογένεση	noun	διαδικασία κατά την οποία τα όργανα ενός οργανισμού σχηματίζονται από τα βλαστικά κύτταρα
οργανογένεσης	=	οργανογένεση
οργανογενές	=	οργανογενής
οργανογενέσεις	=	οργανογένεση
οργανογενέσεων	=	οργανογένεση
οργανογενή	=	οργανογενής
οργανογενής	adj	άλλη μορφή του οργανογενετικός
οργανογενείς	=	οργανογενής
οργανογενειών	=	οργανογένεια
οργανογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανογενετικό
οργανογενετικέ	adj	κλητική ενικού του οργανογενετικός
οργανογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανογενετική
οργανογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανογενετικός
οργανογενετικής	adj	γενική ενικού του οργανογενετική
οργανογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανογενετικός
οργανογενετικού	adj	γενική ενικού του οργανογενετικός
οργανογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανογενετικός
οργανογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανογενετικός
οργανογενετικός	adj	που έχει σχέση με την οργανογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
οργανογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανογενετικός
οργανογενούς	=	οργανογενής
οργανογενών	=	οργανογενής
οργανογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανόγραμμα
οργανογράμματος	noun	γενική ενικού του οργανόγραμμα
οργανογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οργανόγραμμα
οργανογραφία	noun	η επιστημονική περιγραφή της δομής και της λειτουργίας των οργάνων των ζώντων οργανισμών
οργανογραφίας	=	οργανογραφία
οργανογραφίες	=	οργανογραφία
οργανογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανογραφικό
οργανογραφικέ	adj	κλητική ενικού του οργανογραφικός
οργανογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανογραφική
οργανογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανογραφικός
οργανογραφικής	adj	γενική ενικού του οργανογραφική
οργανογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανογραφικός
οργανογραφικού	adj	γενική ενικού του οργανογραφικός
οργανογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανογραφικός
οργανογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανογραφικός
οργανογραφικός	adj	που έχει σχέση με την οργανογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οργανογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανογραφικός
οργανογραφιών	=	οργανογραφία
οργανογόνα	=	οργανογόνος
οργανογόνας	=	οργανογόνος
οργανογόνε	=	οργανογόνος
οργανογόνες	=	οργανογόνος
οργανογόνο	=	οργανογόνος
οργανογόνοι	=	οργανογόνος
οργανογόνος	adj|dated	λέξη που αφορούσε το οξυγόνο, το υδρογόνο, το άζωτο και τον άνθρακα που βρίσκονται στις οργανικές ενώσεις
οργανογόνου	=	οργανογόνος
οργανογόνους	=	οργανογόνος
οργανογόνων	=	οργανογόνος
οργανοειδές	=	οργανοειδής
οργανοειδή	=	οργανοειδής
οργανοειδής	adj	που μοιάζει με όργανο
οργανοειδείς	=	οργανοειδής
οργανοειδούς	=	οργανοειδής
οργανοειδών	=	οργανοειδής
οργανοθεραπεία	noun|dated	οποθεραπεία
οργανοθεραπείας	noun	γενική ενικού του οργανοθεραπεία
οργανοθεραπείες	=	οργανοθεραπεία
οργανοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του οργανοθεραπεία
οργανοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανοληπτικό
οργανοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του οργανοληπτικός
οργανοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανοληπτική
οργανοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανοληπτικός
οργανοληπτικής	adj	γενική ενικού του οργανοληπτική
οργανοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανοληπτικός
οργανοληπτικού	adj	γενική ενικού του οργανοληπτικός
οργανοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανοληπτικός
οργανοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανοληπτικός
οργανοληπτικός	adj	που μπορεί να γίνει αντιληπτός από αισθητήρια όργανα
οργανοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανοληπτικός
οργανολογία	noun	η συστηματική μελέτη των μουσικών οργάνων σε σχέση με τις κατασκευαστικές τεχνικές, την ιστορία, την πολιτισμική παρέμβαση κ.λπ.
οργανολογίας	=	οργανολογία
οργανολογίες	=	οργανολογία
οργανολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανολογικό
οργανολογικέ	adj	κλητική ενικού του οργανολογικός
οργανολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανολογική
οργανολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανολογικός
οργανολογικής	adj	γενική ενικού του οργανολογική
οργανολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανολογικός
οργανολογικού	adj	γενική ενικού του οργανολογικός
οργανολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανολογικός
οργανολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανολογικός
οργανολογικός	adj	σχετικός με την οργανολογία
οργανολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανολογικός
οργανολογιών	=	οργανολογία
οργανομεταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανομεταλλικό
οργανομεταλλικέ	adj	κλητική ενικού του οργανομεταλλικός
οργανομεταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανομεταλλική
οργανομεταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανομεταλλικός
οργανομεταλλικής	adj	γενική ενικού του οργανομεταλλική
οργανομεταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανομεταλλικός
οργανομεταλλικού	adj	γενική ενικού του οργανομεταλλικός
οργανομεταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανομεταλλικός
οργανομεταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανομεταλλικός
οργανομεταλλικός	adj	αποτελούμενος από άτομα μετάλλων ενωμένα με άτομα άνθρακα
οργανομεταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανομεταλλικός
οργανοπαίκτες	=	οργανοπαίκτης
οργανοπαίκτη	=	οργανοπαίκτης
οργανοπαίκτης	noun	αυτός που παίζει (επαγγελματικά) κάποιο (λαϊκό) μουσικό όργανο
οργανοπαίκτρια	noun	θηλυκό του οργανοπαίκτης
οργανοπαίκτριας	=	οργανοπαίκτρια
οργανοπαίκτριες	=	οργανοπαίκτρια
οργανοπαίχτες	=	οργανοπαίχτης
οργανοπαίχτη	=	οργανοπαίχτης
οργανοπαίχτης	noun	άλλη μορφή του οργανοπαίκτης
οργανοπαίχτρια	noun	θηλυκό του οργανοπαίχτης
οργανοπαίχτριας	=	οργανοπαίχτρια
οργανοπαίχτριες	=	οργανοπαίχτρια
οργανοπαικτριών	=	οργανοπαίκτρια
οργανοπαικτών	=	οργανοπαίκτης
οργανοπαιχτριών	=	οργανοπαίχτρια
οργανοπαιχτών	=	οργανοπαίχτης
οργανοποιέ	=	οργανοποιός
οργανοποιία	noun	η κατασκευή μουσικών οργάνων
οργανοποιίας	noun	γενική ενικού του οργανοποιία
οργανοποιίες	=	οργανοποιία
οργανοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανοποιείο
οργανοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής μουσικών οργάνων
οργανοποιείου	noun	γενική ενικού του οργανοποιείο
οργανοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του οργανοποιείο
οργανοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του οργανοποιία
οργανοποιοί	=	οργανοποιός
οργανοποιού	=	οργανοποιός
οργανοποιούς	=	οργανοποιός
οργανοποιό	=	οργανοποιός
οργανοποιός	noun	αυτός που κατασκευάζει όργανα, κυρίως μουσικά όργανα
οργανοποιών	=	οργανοποιός
οργανοταξία	noun	η κατάταξη και ταξινόμηση ενόργανων όντων βάσει συγκεκριμένων χαρακτηριστικών
οργανοταξίας	=	οργανοταξία
οργανοταξίες	=	οργανοταξία
οργανοταξιών	=	οργανοταξία
οργανοφωσφορικά	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικέ	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικές	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορική	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικής	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικοί	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικού	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικούς	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικό	=	οργανοφωσφορικός
οργανοφωσφορικός	adj	που αναφέρεται σε μια κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν άτομα φωσφόρου (P) συνδεδεμένα με άνθρακα (C), γνωστές για τη χρήση τους σε παρασιτοκτόνα, νευροτοξικούς παράγοντες και άλλες βιομηχανικές εφαρμογές και που λόγω της χημικής τους δραστηριότητας πολλές απ’ αυτές είναι τοξικές για έντομα, ζώα και ενίοτε τον άνθρωπο
οργανοφωσφορικών	=	οργανοφωσφορικός
οργανοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανοχημικό
οργανοχημικέ	adj	κλητική ενικού του οργανοχημικός
οργανοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανοχημική
οργανοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανοχημικός
οργανοχημικής	adj	γενική ενικού του οργανοχημική
οργανοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανοχημικός
οργανοχημικού	adj	γενική ενικού του οργανοχημικός
οργανοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανοχημικός
οργανοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανοχημικός
οργανοχημικός	adj	που έχει σχέση με την οργανική χημεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οργανοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανοχημικός
οργαντίνα	noun	είδος λεπτού διαφανούς βαμβακερού κολλαρισμένου υφάσματος
οργαντίνας	noun	γενική ενικού του οργαντίνα
οργαντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργαντίνα
οργαντζών	noun	γενική πληθυντικού του οργάντζα
οργανωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθήκαν	=	οργανώνω
οργανωθήκανε	=	οργανώνω
οργανωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωθούνε	=	οργανώνω
οργανωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (οργανωμένο) του οργανωμένος	adv	με οργάνωση, με σύστημα, με μεθοδικότητα
οργανωμένε	verb	κλητική ενικού του οργανωμένος
οργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανωμένη
οργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανωμένος
οργανωμένης	verb	γενική ενικού του οργανωμένη
οργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οργανωμένος
οργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανωμένος
οργανωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οργανώνω
οργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οργανωμένος
οργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οργανωμένος
οργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οργανωμένος
οργανωνόμασταν	=	οργανώνω
οργανωνόμαστε	=	οργανώνω
οργανωνόμουν	=	οργανώνω
οργανωνόμουνα	=	οργανώνω
οργανωνόντουσαν	=	οργανώνω
οργανωνόσασταν	=	οργανώνω
οργανωνόσαστε	=	οργανώνω
οργανωνόσουν	=	οργανώνω
οργανωνόσουνα	=	οργανώνω
οργανωνόταν	=	οργανώνω
οργανωνότανε	=	οργανώνω
οργανωσιακά	=	οργανωσιακός
οργανωσιακέ	=	οργανωσιακός
οργανωσιακές	=	οργανωσιακός
οργανωσιακή	=	οργανωσιακός
οργανωσιακής	=	οργανωσιακός
οργανωσιακοί	=	οργανωσιακός
οργανωσιακού	=	οργανωσιακός
οργανωσιακούς	=	οργανωσιακός
οργανωσιακό	=	οργανωσιακός
οργανωσιακός	adj	ο σχετικός με την οργάνωση κυρίως κάποιου φορέα
οργανωσιακών	=	οργανωσιακός
οργανωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανωτής
οργανωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οργανωτής
οργανωτής	noun	αυτός που οργανώνει
οργανωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οργανωτικός	adv	με οργανωτικό τρόπο, με οργανωτικότητα
οργανωτικέ	adj	κλητική ενικού του οργανωτικός
οργανωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανωτική
οργανωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανωτικός
οργανωτικής	adj	γενική ενικού του οργανωτική
οργανωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανωτικός
οργανωτικοδιοικητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανωτικοδιοικητικό
οργανωτικοδιοικητικέ	adj	κλητική ενικού του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοδιοικητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανωτικοδιοικητική
οργανωτικοδιοικητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοδιοικητικής	adj	γενική ενικού του οργανωτικοδιοικητική
οργανωτικοδιοικητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοδιοικητικού	adj	γενική ενικού του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοδιοικητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοδιοικητικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοδιοικητικός	adj	που αφορά την οργάνωση και τη διοίκηση ή αναφέρεται σ’ αυτές
οργανωτικοδιοικητικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανωτικοδιοικητικός
οργανωτικοποίηση	noun|formal	η πρόκριση και η κυριαρχία των οργανωτικών ανθρώπων, μεθόδων και πρακτικών
οργανωτικού	adj	γενική ενικού του οργανωτικός
οργανωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργανωτικός
οργανωτικό	adj	αιτιατική ενικού του οργανωτικός
οργανωτικός	adj	που έχει ως έργο του να οργανώσει κάτι
οργανωτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του οργανωτικού ή η ικανότητα οργάνωσης
οργανωτικών	adj	γενική πληθυντικού του οργανωτικός
οργανωτριών	noun	γενική πληθυντικού του οργανώτρια
οργανωτών	noun	γενική πληθυντικού του οργανωτής
οργανόγραμμα	noun	το σχέδιο οργάνωσης ενός οργανισμού, εταιρείας, κ.α., ιδίως των διαφόρων ιεραρχικών σχέσεων ή υπηρεσιών του/της
οργανώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνομαι
οργανώναμε	=	οργανώνω
οργανώναν	=	οργανώνω
οργανώνανε	=	οργανώνω
οργανώνατε	=	οργανώνω
οργανώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του οργανώνω
οργανώνεις	=	οργανώνω
οργανώνεσαι	=	οργανώνω
οργανώνεστε	=	οργανώνω
οργανώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του οργανώνομαι
οργανώνετε	=	οργανώνω
οργανώνομαι	verb	με οργανώνουν.
οργανώνομε	=	οργανώνω
οργανώνονται	=	οργανώνω
οργανώνονταν	=	οργανώνω
οργανώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οργανώνω
οργανώνουμε	=	οργανώνω
οργανώνουν	=	οργανώνω
οργανώνουνε	=	οργανώνω
οργανώνω	verb	πραγματοποιώ κάτι έχοντας προηγουμένως σκεφτεί πολύ προσεκτικά κι έχοντας φροντίσει να γίνει σωστά
οργανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσαν	=	οργανώνω
οργανώσανε	=	οργανώνω
οργανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργάνωση
οργανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οργάνωση
οργανώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οργάνωση
οργανώσιμα	=	οργανώσιμος
οργανώσιμε	=	οργανώσιμος
οργανώσιμες	=	οργανώσιμος
οργανώσιμη	=	οργανώσιμος
οργανώσιμης	=	οργανώσιμος
οργανώσιμο	=	οργανώσιμος
οργανώσιμοι	=	οργανώσιμος
οργανώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να οργανωθεί
οργανώσιμου	=	οργανώσιμος
οργανώσιμους	=	οργανώσιμος
οργανώσιμων	=	οργανώσιμος
οργανώσομε	=	οργανώνω
οργανώσου	=	οργανώνω
οργανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσουνε	=	οργανώνω
οργανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργανώνω
οργανώτριας	noun	γενική ενικού του οργανώτρια
οργανώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργανώτρια
οργασμέ	noun	κλητική ενικού του οργασμός
οργασμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργασμικό
οργασμικέ	adj	κλητική ενικού του οργασμικός
οργασμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργασμική
οργασμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργασμικός
οργασμικής	adj	γενική ενικού του οργασμική
οργασμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργασμικός
οργασμικού	adj	γενική ενικού του οργασμικός
οργασμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργασμικός
οργασμικό	adj	αιτιατική ενικού του οργασμικός
οργασμικός	adj	που έχει σχέση με τον οργασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί
οργασμικών	adj	γενική πληθυντικού του οργασμικός
οργασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργασμός
οργασμού	noun	γενική ενικού του οργασμός
οργασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οργασμός
οργασμό	=	οργασμός
οργασμός	noun	το αποκορύφωμα της σεξουαλικής πράξης
οργασμών	noun	γενική πληθυντικού του οργασμός
οργιά	noun|dated	η μονάδα μήκους που ισούται με έξι πόδια, όσο περίπου είναι το άνοιγμα των τεντωμένων χεριών ενός άνδρα
οργιάζω	verb	συμμετέχω σε όργιο, σε ομαδική ακολασία
οργιάς	noun	γενική ενικού του οργιά
οργιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιάστρια	noun	θηλυκό του οργιαστής
οργιάστριας	=	οργιάστρια
οργιάστριες	=	οργιάστρια
οργιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργιάζω
οργιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιά
οργιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιασμένο
οργιασμένε	verb	κλητική ενικού του οργιασμένος
οργιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιασμένη
οργιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργιασμένος
οργιασμένης	verb	γενική ενικού του οργιασμένη
οργιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του οργιασμένος
οργιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργιασμένος
οργιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οργιασμένος
οργιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οργιασμένος
οργιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οργιασμένος
οργιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιαστής
οργιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οργιαστής
οργιαστής	noun	κάποιος που παίρνει μέρος σε όργια
οργιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιαστικό
οργιαστικέ	adj	κλητική ενικού του οργιαστικός
οργιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιαστική
οργιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργιαστικός
οργιαστικής	adj	γενική ενικού του οργιαστική
οργιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργιαστικός
οργιαστικού	adj	γενική ενικού του οργιαστικός
οργιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργιαστικός
οργιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του οργιαστικός
οργιαστικός	adj	σχετικός με όργια
οργιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του οργιαστικός
οργιαστριών	=	οργιάστρια
οργιαστών	noun	γενική πληθυντικού του οργιαστής
οργιζόμασταν	=	οργίζομαι
οργιζόμαστε	=	οργίζομαι
οργιζόμουν	=	οργίζομαι
οργιζόμουνα	=	οργίζομαι
οργιζόντουσαν	=	οργίζομαι
οργιζόσασταν	=	οργίζομαι
οργιζόσαστε	=	οργίζομαι
οργιζόσουν	=	οργίζομαι
οργιζόσουνα	=	οργίζομαι
οργιζόταν	=	οργίζομαι
οργιζότανε	=	οργίζομαι
οργιλοτήτων	=	οργιλότητα
οργιλότητα	noun|formal	η ιδιότητα του οργίλου
οργιλότητας	=	οργιλότητα
οργιλότητες	=	οργιλότητα
οργισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργισμένο	adv	κατά οργισμένο τρόπο, με οργή, με θυμό
οργισμένε	adj	κλητική ενικού του οργισμένος
οργισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργισμένη
οργισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργισμένος
οργισμένης	adj	γενική ενικού του οργισμένη
οργισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οργισμένος
οργισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργισμένος
οργισμένος	verb	που διακατέχεται από οργή, θυμό, που είναι έξαλλος με κάτι
οργισμένου	verb	γενική ενικού του οργισμένος
οργισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οργισμένος
οργισμένων	verb	γενική πληθυντικού του οργισμένος
οργιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστήκαν	=	οργίζομαι
οργιστήκανε	=	οργίζομαι
οργιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιστικό
οργιστικέ	adj	κλητική ενικού του οργιστικός
οργιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργιστική
οργιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργιστικός
οργιστικής	adj	γενική ενικού του οργιστική
οργιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργιστικός
οργιστικού	adj	γενική ενικού του οργιστικός
οργιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργιστικός
οργιστικό	adj	αιτιατική ενικού του οργιστικός
οργιστικός	adj	εξοργιστικός
οργιστικών	adj	γενική πληθυντικού του οργιστικός
οργιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιστούνε	=	οργίζω
οργιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργίζομαι
οργιωδών	=	οργιώδης
οργιώδεις	=	οργιώδης
οργιώδες	=	οργιώδης
οργιώδη	=	οργιώδης
οργιώδης	adj|formal	άλλη μορφή του οργιαστικός
οργιώδους	=	οργιώδης
οργιών	=	οργιά
οργκάντζα	noun	άλλη μορφή του οργάντζα
οργκάντζας	noun	γενική ενικού του οργκάντζα
οργκάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργκάντζα
οργκανάιζερ	noun	σημειωματάριο με δερμάτινο ή πλαστικό εξώφυλλο· περιλαμβάνει ημερολόγιο, για να σημειώνονται οι ημερήσιες υποχρεώσεις, και ευρετήριο, για να καταχωρούνται τηλεφωνικοί αριθμοί και διευθύνσεις
οργκαντίνα	noun	άλλη μορφή του οργαντίνα
οργκαντίνας	noun	γενική ενικού του οργκαντίνα
οργκαντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργκαντίνα
οργκαντζών	noun	γενική πληθυντικού του οργκάντζα
οργουελικά	=	οργουελικός
οργουελικέ	=	οργουελικός
οργουελικές	=	οργουελικός
οργουελική	=	οργουελικός
οργουελικής	=	οργουελικός
οργουελικοί	=	οργουελικός
οργουελικού	=	οργουελικός
οργουελικούς	=	οργουελικός
οργουελικό	=	οργουελικός
οργουελικός	adj	που έχει σχέση με τον Τζωρτζ Όργουελ ή αναφέρεται σ' αυτόν και το έργο του
οργουελικών	=	οργουελικός
οργυιά	noun	ετυμολογική γραφή του οργιά
οργυιάς	=	οργυιά
οργυιές	=	οργυιά
οργυιών	=	οργυιά
οργωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργωθήκαν	=	οργώνω
οργωθήκανε	=	οργώνω
οργωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργωθείτε	=	οργώνω
οργωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του όργωμα
οργωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργωμένο
οργωμένε	verb	κλητική ενικού του οργωμένος
οργωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργωμένη
οργωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργωμένος
οργωμένης	verb	γενική ενικού του οργωμένη
οργωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οργωμένος
οργωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργωμένος
οργωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οργώνω
οργωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οργωμένος
οργωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οργωμένος
οργωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οργωμένος
οργωνόμασταν	=	οργώνω
οργωνόμαστε	=	οργώνω
οργωνόμουν	=	οργώνω
οργωνόμουνα	=	οργώνω
οργωνόντουσαν	=	οργώνω
οργωνόσασταν	=	οργώνω
οργωνόσαστε	=	οργώνω
οργωνόσουν	=	οργώνω
οργωνόσουνα	=	οργώνω
οργωνόταν	=	οργώνω
οργωνότανε	=	οργώνω
οργωσιά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οργώνω ή η κατάσταση του οργωμένου
οργωσιάς	=	οργωσιά
οργωσιές	=	οργωσιά
οργωσιών	=	οργωσιά
οργωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργωτής
οργωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του οργωτής
οργωτής	noun	αυτός που οργώνει
οργωτών	noun	γενική πληθυντικού του οργωτής
οργώ	verb	βρίσκομαι σε οργασμό
οργώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνομαι
οργώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όργωμα
οργώματος	noun	γενική ενικού του όργωμα
οργώναμε	=	οργώνω
οργώναν	=	οργώνω
οργώνανε	=	οργώνω
οργώνατε	=	οργώνω
οργώνει	=	οργώνω
οργώνεις	=	οργώνω
οργώνεσαι	=	οργώνω
οργώνεστε	=	οργώνω
οργώνεται	=	οργώνω
οργώνετε	=	οργώνω
οργώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οργώνω
οργώνονται	=	οργώνω
οργώνονταν	=	οργώνω
οργώνοντας	=	οργώνω
οργώνουμε	=	οργώνω
οργώνουν	=	οργώνω
οργώνουνε	=	οργώνω
οργώνω	verb	δημιουργώ παράλληλα βαθιά αυλάκια σε ένα χωράφι πριν τη σπορά με σκοπό να ανακατέψω και να αερίσω το χώμα
οργώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσαν	=	οργώνω
οργώσανε	=	οργώνω
οργώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργώσιμο
οργώσιμε	adj	κλητική ενικού του οργώσιμος
οργώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οργώσιμη
οργώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οργώσιμος
οργώσιμης	adj	γενική ενικού του οργώσιμη
οργώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του οργώσιμος
οργώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οργώσιμος
οργώσιμος	adj	που οργώνεται εύκολα, που μπορεί να οργωθεί
οργώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οργώσιμος
οργώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οργώσιμος
οργώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οργώσιμος
οργώσου	=	οργώνω
οργώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οργώνω
οργώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οργώνω
ορδές	=	ορδή
ορδή	noun	το άτακτο πλήθος πολεμιστών, που βιαιοπραγεί, λεηλατεί και καταστρέφει τις περιοχές από τις οποίες διέρχεται: πχ. οι ορδές των εχθρών
ορδής	=	ορδή
ορδί	noun|dated	στρατιωτικό σύνολο
ορδαλία	noun	η θεοδικία, δικαστική κρίση μεταξύ δύο υπόπτων που θεωρούνταν ότι έδειχνε τη θέληση του Θεού και γινόταν με τη δοκιμασία τους στη φωτιά ή το νερό
ορδαλίας	=	ορδαλία
ορδαλίες	=	ορδαλία
ορδαλιών	=	ορδαλία
ορδιά	=	ορδί
ορδιού	=	ορδί
ορδιών	=	ορδί
ορδών	=	ορδή
ορείχαλκε	noun	κλητική ενικού του ορείχαλκος
ορείχαλκο	noun	αιτιατική ενικού του ορείχαλκος
ορείχαλκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορείχαλκος
ορείχαλκος	noun	κράμα χαλκού–ψευδαργύρου
ορείχαλκου	noun	γενική ενικού του ορείχαλκος
ορείχαλκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορείχαλκος
ορείχαλκων	noun	γενική πληθυντικού του ορείχαλκος
ορεβουάρ	intj|dated	στο επανιδείν
ορεγόμασταν	=	ορέγομαι
ορεγόμαστε	=	ορέγομαι
ορεγόμουν	=	ορέγομαι
ορεγόμουνα	=	ορέγομαι
ορεγόντουσαν	=	ορέγομαι
ορεγόσασταν	=	ορέγομαι
ορεγόσαστε	=	ορέγομαι
ορεγόσουν	=	ορέγομαι
ορεγόσουνα	=	ορέγομαι
ορεγόταν	=	ορέγομαι
ορεγότανε	=	ορέγομαι
ορειβάτει	=	ορειβατώ
ορειβάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειβάτης
ορειβάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ορειβάτης
ορειβάτης	noun	ο άνδρας που ασχολείται με την ορειβασία
ορειβάτησα	=	ορειβατώ
ορειβάτησαν	=	ορειβατώ
ορειβάτησε	=	ορειβατώ
ορειβάτησες	=	ορειβατώ
ορειβάτι	=	ορειβάτις
ορειβάτιδα	=	ορειβάτις
ορειβάτιδας	=	ορειβάτις
ορειβάτιδες	=	ορειβάτις
ορειβάτιδος	=	ορειβάτις
ορειβάτιδων	=	ορειβάτις
ορειβάτις	noun|formal	άλλη μορφή του ορειβάτισσα
ορειβάτισσα	noun	η γυναίκα που ασχολείται με την ορειβασία
ορειβάτισσας	noun	γενική ενικού του ορειβάτισσα
ορειβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειβάτισσα
ορειβασία	noun	το περπάτημα σε βουνά, το σκαρφάλωμα πάνω σ’ αυτά ή -συνήθως- στις κορυφές τους καθώς και το σχετικό άθλημα
ορειβασίας	noun	γενική ενικού του ορειβασία
ορειβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειβασία
ορειβασιών	noun	γενική πληθυντικού του ορειβασία
ορειβατήσαμε	=	ορειβατώ
ορειβατήσαν	=	ορειβατώ
ορειβατήσανε	=	ορειβατώ
ορειβατήσατε	=	ορειβατώ
ορειβατήσει	=	ορειβατώ
ορειβατήστε	=	ορειβατώ
ορειβατίδων	=	ορειβάτις
ορειβατεί	=	ορειβατώ
ορειβατείς	=	ορειβατώ
ορειβατείτε	=	ορειβατώ
ορειβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειβατικό
ορειβατικέ	adj	κλητική ενικού του ορειβατικός
ορειβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειβατική
ορειβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορειβατικός
ορειβατικής	adj	γενική ενικού του ορειβατική
ορειβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορειβατικός
ορειβατικού	adj	γενική ενικού του ορειβατικός
ορειβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορειβατικός
ορειβατικό	adj	αιτιατική ενικού του ορειβατικός
ορειβατικός	adj	σχετικός με την ορειβασία ή τον ορειβάτη
ορειβατικών	adj	γενική πληθυντικού του ορειβατικός
ορειβατισμέ	noun	κλητική ενικού του ορειβατισμός
ορειβατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορειβατισμός
ορειβατισμού	noun	γενική ενικού του ορειβατισμός
ορειβατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορειβατισμός
ορειβατισμό	noun	αιτιατική ενικού του ορειβατισμός
ορειβατισμός	noun|dated	η ορειβασία
ορειβατισμών	noun	γενική πληθυντικού του ορειβατισμός
ορειβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του ορειβάτισσα
ορειβατούμε	=	ορειβατώ
ορειβατούν	=	ορειβατώ
ορειβατούνε	=	ορειβατώ
ορειβατούσα	=	ορειβατώ
ορειβατούσαμε	=	ορειβατώ
ορειβατούσαν	=	ορειβατώ
ορειβατούσανε	=	ορειβατώ
ορειβατούσατε	=	ορειβατώ
ορειβατούσε	=	ορειβατώ
ορειβατούσες	=	ορειβατώ
ορειβατώ	verb	επιδίδομαι σε ορειβασία
ορειβατών	noun	γενική πληθυντικού του ορειβάτης
ορειβατώντας	=	ορειβατώ
ορεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορεινός	adv|rare	σε ορεινό τόπο
ορεινέ	adj	κλητική ενικού του ορεινός
ορεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεινή
ορεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορεινός
ορεινής	adj	γενική ενικού του ορεινή
ορεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορεινός
ορεινοτήτων	=	ορεινότητα
ορεινού	adj	γενική ενικού του ορεινός
ορεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορεινός
ορεινό	adj	αιτιατική ενικού του ορεινός
ορεινός	adj	που προέρχεται από βουνό
ορεινότητα	noun	η ιδιότητα του ορεινού, το να χαρακτηρίζεται κάποιος τόπος ορεινός
ορεινότητας	=	ορεινότητα
ορεινότητες	=	ορεινότητα
ορεινών	adj	γενική πληθυντικού του ορεινός
ορειχάλκινα	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινε	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινες	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινη	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινης	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινο	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινοι	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινος	adj	που αποτελείται από ορείχαλκο
ορειχάλκινου	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινους	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκινων	=	ορειχάλκινος
ορειχάλκου	noun	γενική ενικού του ορείχαλκος
ορειχάλκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορείχαλκος
ορειχάλκων	noun	γενική πληθυντικού του ορείχαλκος
ορειχάλκωνα	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωναν	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωνε	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωνες	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωσα	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωσαν	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωσε	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωσες	=	ορειχαλκώνω
ορειχάλκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορειχαλκώνω
ορειχάλκωσης	=	ορειχάλκωση
ορειχαλκουργέ	=	ορειχαλκουργός
ορειχαλκουργία	noun	μονάδα παραγωγής αντικειμένων από ορείχαλκο
ορειχαλκουργίας	noun	γενική ενικού του ορειχαλκουργία
ορειχαλκουργίες	=	ορειχαλκουργία
ορειχαλκουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ορειχαλκουργία
ορειχαλκουργοί	=	ορειχαλκουργός
ορειχαλκουργού	=	ορειχαλκουργός
ορειχαλκουργούς	=	ορειχαλκουργός
ορειχαλκουργό	=	ορειχαλκουργός
ορειχαλκουργός	noun	τεχνίτης που επεξεργάζεται τον ορείχαλκο
ορειχαλκουργών	=	ορειχαλκουργός
ορειχαλκοχρόων	=	ορειχαλκόχρους
ορειχαλκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειχαλκωμένο
ορειχαλκωμένε	verb	κλητική ενικού του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορειχαλκωμένη
ορειχαλκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκωμένης	verb	γενική ενικού του ορειχαλκωμένη
ορειχαλκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορειχαλκωμένος
ορειχαλκόχροα	=	ορειχαλκόχρους
ορειχαλκόχροες	=	ορειχαλκόχρους
ορειχαλκόχρου	=	ορειχαλκόχρους
ορειχαλκόχρουν	=	ορειχαλκόχρους
ορειχαλκόχρους	adj	που έχει το χρώμα του ορείχαλκου
ορειχαλκώναμε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώναν	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνανε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνατε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνει	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνεις	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνετε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνοντας	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνουμε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνουν	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνουνε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώνω	verb	καλύπτω / επιστρώνω με ορείχαλκο
ορειχαλκώσαμε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώσαν	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώσανε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώσατε	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώσει	=	ορειχαλκώνω
ορειχαλκώσεις	=	ορειχάλκωση
ορειχαλκώσεων	=	ορειχάλκωση
ορειχαλκώστε	=	ορειχαλκώνω
ορεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεκτικό
ορεκτικέ	adj	κλητική ενικού του ορεκτικός
ορεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεκτική
ορεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορεκτικός
ορεκτικής	adj	γενική ενικού του ορεκτική
ορεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορεκτικός
ορεκτικοτήτων	=	ορεκτικότητα
ορεκτικού	adj	γενική ενικού του ορεκτικός
ορεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορεκτικός
ορεκτικό	noun	οτιδήποτε τρώγεται πριν από το κανονικό φαγητό, προκειμένου ν’ ανοίξει η όρεξη	adj	αιτιατική ενικού του ορεκτικός
ορεκτικός	adj	που προκαλεί την επιθυμία για (το κανονικό) φαγητό (που έπεται), που ανοίγει την όρεξη
ορεκτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ορεκτικού
ορεκτικότητας	=	ορεκτικότητα
ορεκτικότητες	=	ορεκτικότητα
ορεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορεκτικός
ορεξάτα	adv	με ορεξάτο τρόπο, με όρεξη
ορεξάτε	=	ορεξάτος
ορεξάτες	=	ορεξάτος
ορεξάτη	=	ορεξάτος
ορεξάτης	=	ορεξάτος
ορεξάτο	=	ορεξάτος
ορεξάτοι	=	ορεξάτος
ορεξάτος	adj	που έχει όρεξη για κάτι
ορεξάτου	=	ορεξάτος
ορεξάτους	=	ορεξάτος
ορεξάτων	=	ορεξάτος
ορεξινεργικά	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικέ	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικές	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργική	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικής	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικοί	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικού	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικούς	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικό	=	ορεξινεργικός
ορεξινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της ορεξίνης
ορεξινεργικών	=	ορεξινεργικός
ορεογένεση	noun	άλλη μορφή του ορογένεση
ορεογένεσης	=	ορεογένεση
ορεογενέσεις	=	ορεογένεση
ορεογενέσεων	=	ορεογένεση
ορεογονία	noun	ορογένεση
ορεογονίας	=	ορεογονία
ορεογονίες	=	ορεογονία
ορεογονιών	=	ορεογονία
ορεογραφία	noun	κλάδος της φυσικής γεωγραφίας που ασχολείται με τα βουνά
ορεογραφίας	noun	γενική ενικού του ορεογραφία
ορεογραφίες	=	ορεογραφία
ορεογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεογραφικό
ορεογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ορεογραφικός
ορεογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεογραφική
ορεογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορεογραφικός
ορεογραφικής	adj	γενική ενικού του ορεογραφική
ορεογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορεογραφικός
ορεογραφικού	adj	γενική ενικού του ορεογραφικός
ορεογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορεογραφικός
ορεογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ορεογραφικός
ορεογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ορεογραφία
ορεογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ορεογραφικός
ορεογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ορεογραφία
ορεοδομές	=	ορεοδομή
ορεοδομή	noun	η δομή / μορφολογία / διάπλαση των ορέων μιας περιοχής η χώρας
ορεοδομής	=	ορεοδομή
ορεοδομών	=	ορεοδομή
ορεομετρία	noun	μέρος της ορεογραφίας που πραγματεύεται τη χαρτογράφηση του αναγλύφου του εδάφους με απεικόνιση και αναγραφή των υψομετρικών διαφορών
ορεομετρίας	noun	γενική ενικού του ορεομετρία
ορεομετρίες	=	ορεομετρία
ορεομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεομετρικό
ορεομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ορεομετρικός
ορεομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεομετρική
ορεομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορεομετρικός
ορεομετρικής	adj	γενική ενικού του ορεομετρική
ορεομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορεομετρικός
ορεομετρικού	adj	γενική ενικού του ορεομετρικός
ορεομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορεομετρικός
ορεομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ορεομετρικός
ορεομετρικός	adj	που έχει σχέση με την ορεομετρία
ορεομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ορεομετρικός
ορεομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ορεομετρία
ορεσίβια	=	ορεσίβιος
ορεσίβιας	=	ορεσίβιος
ορεσίβιε	=	ορεσίβιος
ορεσίβιες	=	ορεσίβιος
ορεσίβιο	=	ορεσίβιος
ορεσίβιοι	=	ορεσίβιος
ορεσίβιος	adj	κάτοικος των ορεινών περιοχών, ο βουνίσιος
ορεσίβιου	=	ορεσίβιος
ορεσίβιους	=	ορεσίβιος
ορεσίβιων	=	ορεσίβιος
ορεσιπάθεια	noun|dated	τα συμπτώματα αδιαθεσίας που έχει κανείς όταν βρεθεί σε μεγάλο υψόμετρο από έλλειψη οξυγόνου
ορεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτήκαν	=	ορέγομαι
ορεχτήκανε	=	ορέγομαι
ορεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεχτικό
ορεχτικέ	adj	κλητική ενικού του ορεχτικός
ορεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορεχτική
ορεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορεχτικός
ορεχτικής	adj	γενική ενικού του ορεχτική
ορεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορεχτικός
ορεχτικού	adj	γενική ενικού του ορεχτικός
ορεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορεχτικός
ορεχτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ορεχτικός	noun	άλλη μορφή του ορεκτικό
ορεχτικός	adj	άλλη μορφή του ορεκτικός
ορεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορεχτικός
ορεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορέγομαι
ορεωνυμίου	=	ορεωνύμιο
ορεωνυμίων	=	ορεωνύμιο
ορεωνύμια	=	ορεωνύμιο
ορεωνύμιο	noun	όνομα βουνού, ονομασία όρους, υψώματος ή λόφου
ορεωνύμιου	=	ορεωνύμιο
ορεωνύμιων	=	ορεωνύμιο
ορθά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθό	adv	σωστά
ορθάνοιχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθάνοιχτο	adv	τελείως ανοιχτά
ορθάνοιχτε	adj	κλητική ενικού του ορθάνοιχτος
ορθάνοιχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθάνοιχτη
ορθάνοιχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθάνοιχτος
ορθάνοιχτης	adj	γενική ενικού του ορθάνοιχτη
ορθάνοιχτο	adj	αιτιατική ενικού του ορθάνοιχτος
ορθάνοιχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθάνοιχτος
ορθάνοιχτος	adj	τελείως ανοιχτός
ορθάνοιχτου	adj	γενική ενικού του ορθάνοιχτος
ορθάνοιχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθάνοιχτος
ορθάνοιχτων	adj	γενική πληθυντικού του ορθάνοιχτος
ορθέ	adj	κλητική ενικού του ορθός
ορθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθή
ορθή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθός
ορθής	adj	γενική ενικού του ορθή
ορθιάζω	verb|rare	στήνω όρθιο
ορθιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθιασμένο
ορθιασμένε	verb	κλητική ενικού του ορθιασμένος
ορθιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθιασμένη
ορθιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθιασμένος
ορθιασμένης	verb	γενική ενικού του ορθιασμένη
ορθιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορθιασμένος
ορθιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθιασμένος
ορθιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορθιασμένος
ορθιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορθιασμένος
ορθιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορθιασμένος
ορθοέπεια	noun|formal	ορθή έκφραση, σωστή γλωσσική διατύπωση, σύμφωνη με τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού
ορθοέπειας	noun	γενική ενικού του ορθοέπεια
ορθοέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοέπεια
ορθοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθός
ορθοβουλία	noun|archaic	η ιδιότητα του ορθόβουλου, η ορθή βουλή / σκέψη / απόφαση
ορθοβουλίας	=	ορθοβουλία
ορθοβουλίες	=	ορθοβουλία
ορθοβουλιών	=	ορθοβουλία
ορθογένεση	noun	παρωχημένη βιολογική υπόθεση ότι οι οργανισμοί έχουν μια έμφυτη τάση να εξελίσσονται σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, προς κάποιο στόχο ακολουθώντας προκαθορισμένα στάδια
ορθογένεσης	=	ορθογένεση
ορθογενέσεις	=	ορθογένεση
ορθογενέσεων	=	ορθογένεση
ορθογναθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογναθικό
ορθογναθικέ	adj	κλητική ενικού του ορθογναθικός
ορθογναθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογναθική
ορθογναθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθογναθικός
ορθογναθικής	adj	γενική ενικού του ορθογναθική
ορθογναθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθογναθικός
ορθογναθικού	adj	γενική ενικού του ορθογναθικός
ορθογναθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθογναθικός
ορθογναθικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθογναθικός
ορθογναθικός	adj	που έχει σχέση με την ορθή / σωστή θέση της γνάθου ή αναφέρεται στη σχετική χειρουργική προσπάθεια
ορθογναθικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθογναθικός
ορθογράφε	noun	κλητική ενικού του ορθογράφος
ορθογράφει	=	ορθογραφώ
ορθογράφησα	=	ορθογραφώ
ορθογράφησαν	=	ορθογραφώ
ορθογράφησε	=	ορθογραφώ
ορθογράφησες	=	ορθογραφώ
ορθογράφηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ορθογραφώ
ορθογράφησης	noun	γενική ενικού του ορθογράφηση
ορθογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ορθογράφος
ορθογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθογράφος
ορθογράφος	noun	που γράφει χωρίς ορθογραφικά λάθη
ορθογράφου	noun	γενική ενικού του ορθογράφος
ορθογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορθογράφος
ορθογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ορθογράφος
ορθογραφήσαμε	=	ορθογραφώ
ορθογραφήσαν	=	ορθογραφώ
ορθογραφήσανε	=	ορθογραφώ
ορθογραφήσατε	=	ορθογραφώ
ορθογραφήσει	=	ορθογραφώ
ορθογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογράφηση
ορθογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ορθογράφηση
ορθογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ορθογράφηση
ορθογραφήστε	=	ορθογραφώ
ορθογραφία	noun	η σωστή γραφή μιας λέξης, σύμφωνα με την ετυμολογία και τους γραμματικούς κανόνες
ορθογραφίας	noun	γενική ενικού του ορθογραφία
ορθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφία
ορθογραφεί	=	ορθογραφώ
ορθογραφείς	=	ορθογραφώ
ορθογραφείτε	=	ορθογραφώ
ορθογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφημένο
ορθογραφημένε	verb	κλητική ενικού του ορθογραφημένος
ορθογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφημένη
ορθογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθογραφημένος
ορθογραφημένης	verb	γενική ενικού του ορθογραφημένη
ορθογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του ορθογραφημένος
ορθογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφημένος
ορθογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορθογραφημένος
ορθογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορθογραφημένος
ορθογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορθογραφημένος
ορθογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφικό
ορθογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ορθογραφικός
ορθογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφική
ορθογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθογραφικός
ορθογραφικής	adj	γενική ενικού του ορθογραφική
ορθογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθογραφικός
ορθογραφικού	adj	γενική ενικού του ορθογραφικός
ορθογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθογραφικός
ορθογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθογραφικός
ορθογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ορθογραφία ή τον ορθογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ορθογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθογραφικός
ορθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ορθογραφία
ορθογραφούμε	=	ορθογραφώ
ορθογραφούν	=	ορθογραφώ
ορθογραφούνε	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσα	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσαμε	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσαν	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσανε	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσατε	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσε	=	ορθογραφώ
ορθογραφούσες	=	ορθογραφώ
ορθογραφώ	verb	είμαι ορθογράφος, γράφω ορθογραφημένα
ορθογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορθογραφώ
ορθογωνικά	=	ορθογωνικός
ορθογωνικέ	=	ορθογωνικός
ορθογωνικές	=	ορθογωνικός
ορθογωνική	=	ορθογωνικός
ορθογωνικής	=	ορθογωνικός
ορθογωνικη	=	ορθογωνικός
ορθογωνικο	=	ορθογωνικός
ορθογωνικοί	=	ορθογωνικός
ορθογωνικού	=	ορθογωνικός
ορθογωνικούς	=	ορθογωνικός
ορθογωνικό	=	ορθογωνικός
ορθογωνικός	adj	οτιδήποτε έχει σχήμα με όλες του τις γωνίες ορθές και επομένως μοιάζει με ορθογώνιο παραλληλόγραμμο
ορθογωνικών	=	ορθογωνικός
ορθογωνιοτήτων	=	ορθογωνιότητα
ορθογωνιότήτων	=	ορθογωνιότητα
ορθογωνιότητα	noun|formal	το να είναι κάτι ορθογώνιο, να έχει την ιδιότητα του ορθογώνιου, να σχηματίζει ορθή γωνία
ορθογωνιότητας	=	ορθογωνιότητα
ορθογωνιότητες	=	ορθογωνιότητα
ορθογώνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθογώνιος	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογώνιο
ορθογώνιας	adj	γενική ενικού του ορθογώνια
ορθογώνιε	adj	κλητική ενικού του ορθογώνιος
ορθογώνιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθογώνια
ορθογώνιο	adj	αιτιατική ενικού του ορθογώνιος	noun	παραλληλόγραμμο με ορθές γωνίες (βλ. ορθογώνιο παραλληλόγραμμο)
ορθογώνιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθογώνιος
ορθογώνιος	adj	για γεωμετρικό σχήμα ή στερεό που έχει μία ή περισσότερες ορθές γωνίες
ορθογώνιου	adj	γενική ενικού του ορθογώνιος
ορθογώνιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθογώνιος
ορθογώνιων	adj	γενική πληθυντικού του ορθογώνιος
ορθοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοδικία
ορθοδοντία	noun	η ορθή θέση, ανάπτυξη και σύγκλειση των δοντιών
ορθοδοντίας	=	ορθοδοντία
ορθοδοντίες	=	ορθοδοντία
ορθοδοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοδοντικό
ορθοδοντικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοδοντικός
ορθοδοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοδοντική
ορθοδοντική	noun	ειδικότητα της οδοντιατρικής που ασχολείται με την ορθή θέση των δοντιών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοδοντικός
ορθοδοντικής	adj	γενική ενικού του ορθοδοντική
ορθοδοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοδοντικός
ορθοδοντικού	adj	γενική ενικού του ορθοδοντικός
ορθοδοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοδοντικός
ορθοδοντικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοδοντικός
ορθοδοντικός	noun	οδοντίατρος ειδικευμένος στην ορθοδοντική	adj	σχετικός με την ορθοδοντική
ορθοδοντικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοδοντικός
ορθοδοντιών	=	ορθοδοντία
ορθοδοξία	noun	το να ακολουθεί κάποιος την ορθόδοξη άποψη, να μένει πιστός στην αρχική εκδοχή μιας διδασκαλίας
ορθοδοξίας	noun	γενική ενικού του ορθοδοξία
ορθοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοδοξία
ορθοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοδοξία
ορθοδοξοποίηση	noun	η προσπάθεια καθιέρωσης ή επιβολής της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης
ορθοδοξοποίησης	noun	γενική ενικού του ορθοδοξοποίηση
ορθοδοξοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοδοξοποίηση
ορθοδοξοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ορθοδοξοποίηση
ορθοδοξοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ορθοδοξοποίηση
ορθοδρομία	noun	το συντομότερο δρομολόγιο που μπορεί να ακολουθήσει σκάφος (αεροπλάνο ή πλοίο)
ορθοδρομίας	noun	γενική ενικού του ορθοδρομία
ορθοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοδρομία
ορθοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοδρομία
ορθοδόξους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορθόδοξος
ορθοδόξων	=	ορθόδοξη
ορθοεπές	=	ορθοεπής
ορθοεπή	=	ορθοεπής
ορθοεπής	adj|formal	που χαρακτηρίζεται από ορθοέπεια
ορθοεπείς	=	ορθοεπής
ορθοεπειών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοέπεια
ορθοεπούς	=	ορθοεπής
ορθοεπών	=	ορθοεπής
ορθοεπώς	adv	με ορθοέπεια
ορθοκέντρου	noun	γενική ενικού του ορθόκεντρο
ορθοκέντρων	noun	γενική πληθυντικού του ορθόκεντρο
ορθοκανονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοκανονικό
ορθοκανονικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοκανονικός
ορθοκανονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοκανονική
ορθοκανονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοκανονικός
ορθοκανονικής	adj	γενική ενικού του ορθοκανονική
ορθοκανονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοκανονικός
ορθοκανονικού	adj	γενική ενικού του ορθοκανονικός
ορθοκανονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοκανονικός
ορθοκανονικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοκανονικός
ορθοκανονικός	adj	που είναι ταυτόχρονα ορθογώνιος (δηλαδή κάθετος) και κανονικοποιημένος (συνήθως με μοναδιαίο μέτρο).
ορθοκανονικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοκανονικός
ορθολίθι	noun|literary	απότομος βράχος που εκτείνεται σε κάθετη (όρθια) θέση
ορθολίθια	=	ορθολίθι
ορθολίθου	=	ορθόλιθος
ορθολίθους	=	ορθόλιθος
ορθολίθων	=	ορθόλιθος
ορθολιθιού	=	ορθολίθι
ορθολιθιών	=	ορθολίθι
ορθολογίστρια	noun	ορθολογιστής
ορθολογίστριας	noun	γενική ενικού του ορθολογίστρια
ορθολογίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθολογίστρια
ορθολογικά	adv	κατά τρόπο ορθολογικό, σύμφωνα με τον ορθό λόγο, με τη λογική
ορθολογικέ	adj	κλητική ενικού του ορθολογικός
ορθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθολογική
ορθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθολογικός
ορθολογικής	adj	γενική ενικού του ορθολογική
ορθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθολογικός
ορθολογικοποίηση	noun	ο εξορθολογισμός, η εκλογίκευση
ορθολογικοποίησης	=	ορθολογικοποίηση
ορθολογικοποιήσεις	=	ορθολογικοποίηση
ορθολογικοποιήσεων	=	ορθολογικοποίηση
ορθολογικοτήτων	=	ορθολογικότητα
ορθολογικού	adj	γενική ενικού του ορθολογικός
ορθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθολογικός
ορθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθολογικός
ορθολογικός	adj	που είναι σύμφωνος με τον ορθό λόγο, τη λογική
ορθολογικός-ή	=	ορθολογικός
ορθολογικότητα	noun	η ιδιότητα του ορθολογικού
ορθολογικότητας	=	ορθολογικότητα
ορθολογικότητες	=	ορθολογικότητα
ορθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθολογικός
ορθολογισμέ	noun	κλητική ενικού του ορθολογισμός
ορθολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθολογισμός
ορθολογισμού	noun	γενική ενικού του ορθολογισμός
ορθολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορθολογισμός
ορθολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του ορθολογισμός
ορθολογισμός	noun	η θεωρία, κατά την οποία η βάση της γνώσης είναι η λογική, ο ορθός λόγος και όχι ο μυστικισμός, η επιθυμία και το συναίσθημα
ορθολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του ορθολογισμός
ορθολογιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθολογιστής
ορθολογιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ορθολογιστής
ορθολογιστής	noun	αυτός που ακολουθεί το φιλοσοφικό ρεύμα του ορθολογισμού
ορθολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθολογιστικό
ορθολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του ορθολογιστικός
ορθολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθολογιστική
ορθολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθολογιστικός
ορθολογιστικής	adj	γενική ενικού του ορθολογιστική
ορθολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθολογιστικός
ορθολογιστικού	adj	γενική ενικού του ορθολογιστικός
ορθολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθολογιστικός
ορθολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθολογιστικός
ορθολογιστικός	adj	σχετικός με τον ορθολογισμό
ορθολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθολογιστικός
ορθολογιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ορθολογίστρια
ορθολογιστών	noun	γενική πληθυντικού του ορθολογιστής
ορθολόγα	=	ορθολόγος
ορθολόγας	=	ορθολόγος
ορθολόγε	=	ορθολόγος
ορθολόγες	=	ορθολόγος
ορθολόγο	=	ορθολόγος
ορθολόγοι	=	ορθολόγος
ορθολόγος	adj|formal	που βασίζει τη σκέψη και τις επιλογές του στη λογική και την ορθολογική ανάλυση, επιδιώκοντας συνέπεια και τεκμηρίωση στις απόψεις ή τις πράξεις του
ορθολόγου	=	ορθολόγος
ορθολόγους	=	ορθολόγος
ορθολόγων	=	ορθολόγος
ορθομαρμάρωση	noun	η επένδυση των τοίχων ενός οικοδομήματος με πλάκες μαρμάρου
ορθομαρμάρωσης	noun	γενική ενικού του ορθομαρμάρωση
ορθομαρμαρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθομαρμάρωση
ορθομαρμαρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ορθομαρμάρωση
ορθομαρμαρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ορθομαρμάρωση
ορθομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορθομετρικός	adv	με ορθομετρικό τρόπο ή διάταξη
ορθομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ορθομετρικός
ορθομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθομετρική
ορθομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθομετρικός
ορθομετρικής	adj	γενική ενικού του ορθομετρική
ορθομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθομετρικός
ορθομετρικού	adj	γενική ενικού του ορθομετρικός
ορθομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθομετρικός
ορθομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθομετρικός
ορθομετρικός	adj	που έχει άξονες που τέμνονται κάθετα
ορθομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθομετρικός
ορθομετωπία	noun	ο φυσιολογικός / συνηθισμένος / κανονικός σχηματισμός του μετώπου κάποιου
ορθομετωπίας	=	ορθομετωπία
ορθομετωπίες	=	ορθομετωπία
ορθομετωπιών	=	ορθομετωπία
ορθοξυλένια	=	ορθοξυλένιο
ορθοξυλένιο	noun	άλλη μορφή του ορθοξυλόλιο
ορθοξυλένιου	=	ορθοξυλένιο
ορθοξυλενίου	=	ορθοξυλένιο
ορθοξυλενίων	=	ορθοξυλένιο
ορθοξυλολίου	=	ορθοξυλόλιο
ορθοξυλολίων	=	ορθοξυλόλιο
ορθοξυλόλια	=	ορθοξυλόλιο
ορθοξυλόλιο	noun	αρωματικός υδρογονάνθρακας (αρένιο) με χημικό τύπο C₆H₄(CH₃)₂, που το μόριό του περιέχει ένα δακτύλιο βενζολίου και δύο μεθύλια σε δύο διπλανές θέσεις του δακτυλίου
ορθοξυλόλιου	=	ορθοξυλόλιο
ορθοπαιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορθοπαιδικός	adv	με ορθοπαιδικό τρόπο
ορθοπαιδικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπαιδική
ορθοπαιδική	noun	άλλη γραφή του ορθοπεδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικής	adj	γενική ενικού του ορθοπαιδική
ορθοπαιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικού	adj	γενική ενικού του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικός	noun	άλλη γραφή του ορθοπεδικός	adj	άλλη γραφή του ορθοπεδικός
ορθοπαιδικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοπαιδικός
ορθοπαιδικώς	adv	άλλη μορφή του ορθοπαιδικά
ορθοπαντογράφε	=	ορθοπαντογράφος
ορθοπαντογράφημα	noun	ακτινογραφία που βγαίνει από ορθοπαντογράφο
ορθοπαντογράφο	=	ορθοπαντογράφος
ορθοπαντογράφοι	=	ορθοπαντογράφος
ορθοπαντογράφος	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για τη λήψη ακτινογραφιών ολόκληρης της άνω και κάτω γνάθου
ορθοπαντογράφου	=	ορθοπαντογράφος
ορθοπαντογράφους	=	ορθοπαντογράφος
ορθοπαντογράφων	=	ορθοπαντογράφος
ορθοπαντογραφήματα	=	ορθοπαντογράφημα
ορθοπαντογραφήματος	=	ορθοπαντογράφημα
ορθοπαντογραφία	noun	ακτινογραφία που βγαίνει από ορθοπαντογράφο
ορθοπαντογραφίας	=	ορθοπαντογραφία
ορθοπαντογραφίες	=	ορθοπαντογραφία
ορθοπαντογραφημάτων	=	ορθοπαντογράφημα
ορθοπαντογραφιών	=	ορθοπαντογραφία
ορθοπεδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπεδικό
ορθοπεδικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοπεδικός
ορθοπεδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπεδική
ορθοπεδική	noun	ο κλάδος της χειρουργικής που ασχολείται με τις κακώσεις και βλάβες στο μυοσκελετικό σύστημα του ανθρώπινου σώματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοπεδικός
ορθοπεδικής	adj	γενική ενικού του ορθοπεδική
ορθοπεδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοπεδικός
ορθοπεδικού	adj	γενική ενικού του ορθοπεδικός
ορθοπεδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοπεδικός
ορθοπεδικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοπεδικός
ορθοπεδικός	noun	ο γιατρός που έχει ειδικευτεί στην αποκατάσταση κακώσεων του μυοσκελετικού συστήματος	adj	ο σχετικός με την αποκατάσταση κακώσεων στο μυοσκελετικό σύστημα
ορθοπεδικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοπεδικός
ορθοπεταλιά	noun	τεχνική στην ποδηλασία κατά την οποία ο ποδηλάτης είναι όρθιος στο ένα πόδι στο πετάλι που στηρίζεται κάθε φορά ώστε, στη δύναμη που εφαρμόζει σε αυτό ποδηλατώντας, να προσθέτει σχεδόν όλο του το βάρος ούτως ώστε αυτή να μεγιστοποιείται
ορθοπεταλιάς	=	ορθοπεταλιά
ορθοπεταλιές	=	ορθοπεταλιά
ορθοπεταλιών	=	ορθοπεταλιά
ορθοποδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσαν	=	ορθοποδώ
ορθοποδήσανε	=	ορθοποδώ
ορθοποδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοποδίζαμε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζαν	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζανε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζατε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζει	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζεις	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζετε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζοντας	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζουμε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζουν	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζουνε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίζω	verb	άλλη μορφή του ορθοποδώ
ορθοποδίσαμε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίσαν	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίσανε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίσατε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίσει	=	ορθοποδίζω
ορθοποδίστε	=	ορθοποδίζω
ορθοποδεί	=	ορθοποδώ
ορθοποδείς	=	ορθοποδώ
ορθοποδείτε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούμε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούν	=	ορθοποδώ
ορθοποδούνε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσα	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσαμε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσαν	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσανε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσατε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσε	=	ορθοποδώ
ορθοποδούσες	=	ορθοποδώ
ορθοποδώ	verb	βρίσκομαι σε καλή κατάσταση (κυρίως οικονομική), ενώ μέχρι τώρα ήμουν σε χειρότερη
ορθοποδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορθοποδώ
ορθοπροβολές	=	ορθοπροβολή
ορθοπροβολή	noun	μέθοδος προβολής κατά την οποία ένα αντικείμενο απεικονίζεται με τη χρήση παράλληλων γραμμών οι οποίες (προβολές) προβάλλουν το περίγραμμά του σε ένα επίπεδο
ορθοπροβολής	=	ορθοπροβολή
ορθοπροβολών	=	ορθοπροβολή
ορθοπρωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπρωκτικό
ορθοπρωκτικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοπρωκτικός
ορθοπρωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπρωκτική
ορθοπρωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοπρωκτικός
ορθοπρωκτικής	adj	γενική ενικού του ορθοπρωκτική
ορθοπρωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοπρωκτικός
ορθοπρωκτικού	adj	γενική ενικού του ορθοπρωκτικός
ορθοπρωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοπρωκτικός
ορθοπρωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοπρωκτικός
ορθοπρωκτικός	adj	που σχετίζεται με το ορθό και τον πρωκτό
ορθοπρωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοπρωκτικός
ορθοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπτικό
ορθοπτικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοπτικός
ορθοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπτική
ορθοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοπτικός
ορθοπτικής	adj	γενική ενικού του ορθοπτική
ορθοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοπτικός
ορθοπτικού	adj	γενική ενικού του ορθοπτικός
ορθοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοπτικός
ορθοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοπτικός
ορθοπτικός	adj	που συντελεί στη διόρθωση παθήσεων του ματιού
ορθοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοπτικός
ορθοπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπυριτικό
ορθοπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοπυριτικός
ορθοπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοπυριτική
ορθοπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοπυριτικός
ορθοπυριτικής	adj	γενική ενικού του ορθοπυριτική
ορθοπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοπυριτικός
ορθοπυριτικού	adj	γενική ενικού του ορθοπυριτικός
ορθοπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοπυριτικός
ορθοπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοπυριτικός
ορθοπυριτικός	adj	συνώνυμο του νησοπυριτικός: χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 4
ορθοπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοπυριτικός
ορθοπόδει	=	ορθοποδώ
ορθοπόδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοπόδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοπόδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοπόδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθοποδώ
ορθοπόδιζα	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδιζαν	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδιζε	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδιζες	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδισα	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδισαν	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδισε	=	ορθοποδίζω
ορθοπόδισες	=	ορθοποδίζω
ορθορεξία	noun	η νευρωτική εμμονή με την υγιεινή διατροφή
ορθορεξίας	=	ορθορεξία
ορθορεξίες	=	ορθορεξία
ορθορεξιών	=	ορθορεξία
ορθοσιγμοειδοσκοπήσεις	=	ορθοσιγμοειδοσκόπηση
ορθοσιγμοειδοσκοπήσεων	=	ορθοσιγμοειδοσκόπηση
ορθοσιγμοειδοσκόπηση	noun	η εξέταση του ορθού και του σιγμοειδούς με ενδοσκόπιο
ορθοσιγμοειδοσκόπησης	=	ορθοσιγμοειδοσκόπηση
ορθοσκοπήσεις	=	ορθοσκόπηση
ορθοσκοπήσεων	=	ορθοσκόπηση
ορθοσκοπίου	noun	γενική ενικού του ορθοσκόπιο
ορθοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ορθοσκόπιο
ορθοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοσκοπικό
ορθοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοσκοπικός
ορθοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοσκοπική
ορθοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοσκοπικός
ορθοσκοπικής	adj	γενική ενικού του ορθοσκοπική
ορθοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοσκοπικός
ορθοσκοπικού	adj	γενική ενικού του ορθοσκοπικός
ορθοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοσκοπικός
ορθοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοσκοπικός
ορθοσκοπικός	adj	που δεν παραμορφώνει τις αναλογίες του ειδώλου ενός αντικειμένου
ορθοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοσκοπικός
ορθοσκόπηση	noun	ιατρική εξέταση του ορθού με ειδικό ορθοσκόπιο
ορθοσκόπησης	=	ορθοσκόπηση
ορθοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοσκόπιο
ορθοσκόπιο	noun	ενδοσκόπιο με το οποίο διενεργείται ορθοσκόπηση
ορθοσκόπιου	=	ορθοσκόπιο
ορθοστάτες	=	ορθοστάτης
ορθοστάτη	=	ορθοστάτης
ορθοστάτης	noun	στύλος ή άλλο αντικείμενο παρόμοιου σχήματος που τοποθετείται καθέτως και στηρίζει ή στερεώνει κάτι, όπως μια σκηνή για κάμπινγκ ή τα ράφια μιας βιβλιοθήκης
ορθοστασία	noun	το να στέκεται κάποιος όρθιος (για αρκετή ώρα)
ορθοστασίας	noun	γενική ενικού του ορθοστασία
ορθοστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοστασία
ορθοστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοστασία
ορθοστατικά	=	ορθοστατικός
ορθοστατικέ	=	ορθοστατικός
ορθοστατικές	=	ορθοστατικός
ορθοστατική	=	ορθοστατικός
ορθοστατικής	=	ορθοστατικός
ορθοστατικοί	=	ορθοστατικός
ορθοστατικού	=	ορθοστατικός
ορθοστατικούς	=	ορθοστατικός
ορθοστατικό	=	ορθοστατικός
ορθοστατικός	adj	που έχει σχέση με την ορθοστασία, αναφέρεται σ’ αυτή ή προκαλείται απ’ αυτή
ορθοστατικών	=	ορθοστατικός
ορθοστατών	=	ορθοστάτης
ορθοστοίχως	adv|archaic	με ορθόστοιχο τρόπο
ορθοστοιχία	noun	η τοποθέτηση σε ευθεία γραμμή (π.χ. η φύτευση φυτών)
ορθοστοιχίας	=	ορθοστοιχία
ορθοστοιχίες	=	ορθοστοιχία
ορθοστοιχιών	=	ορθοστοιχία
ορθοτήτων	=	ορθότητα
ορθοτομία	noun	ευθεία τομή
ορθοτομίας	noun	γενική ενικού του ορθοτομία
ορθοτομίες	=	ορθοτομία
ορθοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοτομία
ορθοτομώ	verb|formal	ερμηνεύω με σωστό τρόπο
ορθοτομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορθοτομώ
ορθοτονήσεις	=	ορθοτόνηση
ορθοτονήσεων	=	ορθοτόνηση
ορθοτονία	noun	ο σωστός / ορθός τονισμός
ορθοτονίας	=	ορθοτονία
ορθοτονίες	=	ορθοτονία
ορθοτονιών	=	ορθοτονία
ορθοτονώ	verb	τονίζω σωστά
ορθοτονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορθοτονώ
ορθοτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του ορθοτροπισμός
ορθοτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοτροπισμός
ορθοτροπισμού	noun	γενική ενικού του ορθοτροπισμός
ορθοτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορθοτροπισμός
ορθοτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ορθοτροπισμός
ορθοτροπισμός	noun	η ανάπτυξη των φυτών σε κατακόρυφη διάταξη
ορθοτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοτροπισμός
ορθοτόνηση	noun	ο σωστός / ορθός τονισμός
ορθοτόνησης	=	ορθοτόνηση
ορθοφορία	noun	η κατάσταση κατά την οποία οι δύο οφθαλμοί ευθυγραμμίζονται σωστά κι έχουν την ορθή σύγκλιση και απόκλιση
ορθοφορίας	=	ορθοφορία
ορθοφορίες	=	ορθοφορία
ορθοφοριών	=	ορθοφορία
ορθοφρονήσαμε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονήσαν	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονήσανε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονήσατε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονήσει	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονήστε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονεί	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονείς	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονείτε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούμε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούν	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούνε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσα	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσαμε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσαν	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσανε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσατε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονούσες	=	ορθοφρονώ
ορθοφρονώ	verb|formal	σκέφτομαι ορθά, με λογική και σωστό τρόπο
ορθοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορθοφρονώ
ορθοφροσυνών	=	ορθοφροσύνη
ορθοφροσύνες	=	ορθοφροσύνη
ορθοφροσύνη	noun|formal	λογική σκέψη
ορθοφροσύνης	=	ορθοφροσύνη
ορθοφρόνει	=	ορθοφρονώ
ορθοφρόνησα	=	ορθοφρονώ
ορθοφρόνησαν	=	ορθοφρονώ
ορθοφρόνησε	=	ορθοφρονώ
ορθοφρόνησες	=	ορθοφρονώ
ορθοφρόνων	=	ορθόφρων
ορθοφωνία	noun	η ορθή άρθρωση και προφορά
ορθοφωνίας	noun	γενική ενικού του ορθοφωνία
ορθοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοφωνία
ορθοφωνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοφωνητικό
ορθοφωνητικέ	adj	κλητική ενικού του ορθοφωνητικός
ορθοφωνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθοφωνητική
ορθοφωνητική	noun	άλλη μορφή του ορθοφωνία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθοφωνητικός
ορθοφωνητικής	adj	γενική ενικού του ορθοφωνητική
ορθοφωνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθοφωνητικός
ορθοφωνητικού	adj	γενική ενικού του ορθοφωνητικός
ορθοφωνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθοφωνητικός
ορθοφωνητικό	adj	αιτιατική ενικού του ορθοφωνητικός
ορθοφωνητικός	adj	σχετικός με την ορθοφωνία
ορθοφωνητικών	adj	γενική πληθυντικού του ορθοφωνητικός
ορθοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ορθοφωνία
ορθοφωτογραφία	noun	γεωμετρική διόρθωση αεροφωτογραφιών έτσι ώστε οι εμφανιζόμενες αποστάσεις να είναι ομοιόμορφες και να μπορούν να μετρηθούν ως χάρτης
ορθοφωτογραφίας	=	ορθοφωτογραφία
ορθοφωτογραφίες	=	ορθοφωτογραφία
ορθοφωτογραφιών	=	ορθοφωτογραφία
ορθοφωτοχάρτες	=	ορθοφωτοχάρτης
ορθοφωτοχάρτη	=	ορθοφωτοχάρτης
ορθοφωτοχάρτης	noun	χάρτης που έχει δημιουργηθεί μέσω ορθοφωτογραφίας
ορθοφωτοχαρτών	=	ορθοφωτοχάρτης
ορθού	adj	γενική ενικού του ορθός
ορθούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθός
ορθρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορθρινός	adv	κατά τον όρθρο
ορθρινέ	adj	κλητική ενικού του ορθρινός
ορθρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθρινή
ορθρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθρινός
ορθρινής	adj	γενική ενικού του ορθρινή
ορθρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθρινός
ορθρινού	adj	γενική ενικού του ορθρινός
ορθρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθρινός
ορθρινό	adj	αιτιατική ενικού του ορθρινός
ορθρινός	adj|formal	πρωινός
ορθρινών	adj	γενική πληθυντικού του ορθρινός
ορθωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθήκαν	=	ορθώνομαι
ορθωθήκανε	=	ορθώνομαι
ορθωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωθούνε	=	ορθώνω
ορθωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθωμένο
ορθωμένε	verb	κλητική ενικού του ορθωμένος
ορθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθωμένη
ορθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθωμένος
ορθωμένης	verb	γενική ενικού του ορθωμένη
ορθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορθωμένος
ορθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθωμένος
ορθωμένος	=	ορθώνομαι
ορθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορθωμένος
ορθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορθωμένος
ορθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορθωμένος
ορθωνόμασταν	=	ορθώνομαι
ορθωνόμαστε	=	ορθώνομαι
ορθωνόμουν	=	ορθώνομαι
ορθωνόμουνα	=	ορθώνομαι
ορθωνόντουσαν	=	ορθώνομαι
ορθωνόσασταν	=	ορθώνομαι
ορθωνόσαστε	=	ορθώνομαι
ορθωνόσουν	=	ορθώνομαι
ορθωνόσουνα	=	ορθώνομαι
ορθωνόταν	=	ορθώνομαι
ορθωνότανε	=	ορθώνομαι
ορθό	adj	αιτιατική ενικού του ορθός	noun	τμήμα του πεπτικού σωλήνα πριν από τον πρωκτό
ορθόβουλα	=	ορθόβουλος
ορθόβουλε	=	ορθόβουλος
ορθόβουλες	=	ορθόβουλος
ορθόβουλη	=	ορθόβουλος
ορθόβουλης	=	ορθόβουλος
ορθόβουλο	=	ορθόβουλος
ορθόβουλοι	=	ορθόβουλος
ορθόβουλος	adj|archaic	που έχει ορθή βουλή / σκέψη / απόφαση
ορθόβουλου	=	ορθόβουλος
ορθόβουλους	=	ορθόβουλος
ορθόβουλων	=	ορθόβουλος
ορθόδοξα	adv	με ορθόδοξο τρόπο
ορθόδοξε	=	ορθόδοξος
ορθόδοξες	=	ορθόδοξος
ορθόδοξη	noun	θηλυκό του ορθόδοξος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθόδοξος
ορθόδοξης	=	ορθόδοξος
ορθόδοξο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ορθόδοξος
ορθόδοξοι	=	ορθόδοξος
ορθόδοξος	adj	που με επιμονή και προσήλωση δέχεται και ασπάζεται τις σωστές (κατά τη γνώμη του) αντιλήψεις και απόψεις (θρησκευτικές, φιλοσοφικές, πολιτικές κ.λπ.)	noun	χριστιανός που έχει σχέση με την ανατολική χριστιανική Εκκλησία και όσα αυτή πρεσβεύει κι όχι με τη δυτική Καθολική Εκκλησία
ορθόδοξου	=	ορθόδοξος
ορθόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορθόδοξος
ορθόδοξων	=	ορθόδοξος
ορθόδρομα	=	ορθόδρομος
ορθόδρομε	=	ορθόδρομος
ορθόδρομες	=	ορθόδρομος
ορθόδρομη	=	ορθόδρομος
ορθόδρομης	=	ορθόδρομος
ορθόδρομο	=	ορθόδρομος
ορθόδρομοι	=	ορθόδρομος
ορθόδρομος	adj	κινούμενος προς τα εμπρός
ορθόδρομου	=	ορθόδρομος
ορθόδρομους	=	ορθόδρομος
ορθόδρομων	=	ορθόδρομος
ορθόκεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθόκεντρο
ορθόκεντρο	noun	το σημείο στο οποίο τέμνονται τα ύψη του τριγώνου
ορθόκεντρου	noun	γενική ενικού του ορθόκεντρο
ορθόκεντρων	noun	γενική πληθυντικού του ορθόκεντρο
ορθόλιθε	=	ορθόλιθος
ορθόλιθο	=	ορθόλιθος
ορθόλιθοι	=	ορθόλιθος
ορθόλιθος	noun	μακρόστενος ογκόλιθος που τοποθετείται όρθια
ορθόλιθου	=	ορθόλιθος
ορθόλιθους	=	ορθόλιθος
ορθόλιθων	=	ορθόλιθος
ορθόν	noun	άλλη μορφή του ορθό
ορθός	adj	όρθιος
ορθόσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθόσημο
ορθόσημε	adj	κλητική ενικού του ορθόσημος
ορθόσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθόσημη
ορθόσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορθόσημος
ορθόσημης	adj	γενική ενικού του ορθόσημη
ορθόσημο	adj	αιτιατική ενικού του ορθόσημος
ορθόσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορθόσημος
ορθόσημος	adj	που έχει κάθετες ραβδώσεις
ορθόσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορθόσημος
ορθόσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορθόσημος
ορθόσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορθόσημος
ορθόστηθα	=	ορθόστηθος
ορθόστηθε	=	ορθόστηθος
ορθόστηθες	=	ορθόστηθος
ορθόστηθη	=	ορθόστηθος
ορθόστηθης	=	ορθόστηθος
ορθόστηθο	=	ορθόστηθος
ορθόστηθοι	=	ορθόστηθος
ορθόστηθος	adj|formal	αυτός που έχει όρθιο στήθος
ορθόστηθου	=	ορθόστηθος
ορθόστηθους	=	ορθόστηθος
ορθόστηθων	=	ορθόστηθος
ορθόστοιχα	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχε	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχες	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχη	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχης	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ορθόστοιχος
ορθόστοιχοι	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχος	adj	που είναι τοποθετημένος σε ορθοστοιχία, σε ευθεία γραμμή
ορθόστοιχου	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχους	=	ορθόστοιχος
ορθόστοιχων	=	ορθόστοιχος
ορθότατα	=	ορθός
ορθότατε	=	ορθός
ορθότατες	=	ορθός
ορθότατη	=	ορθός
ορθότατης	=	ορθός
ορθότατο	=	ορθός
ορθότατοι	=	ορθός
ορθότατος	=	ορθός
ορθότατου	=	ορθός
ορθότατους	=	ορθός
ορθότατων	=	ορθός
ορθότερα	=	ορθός
ορθότερε	=	ορθός
ορθότερες	=	ορθός
ορθότερη	=	ορθός
ορθότερης	=	ορθός
ορθότερο	=	ορθός
ορθότεροι	=	ορθός
ορθότερος	=	ορθός
ορθότερου	=	ορθός
ορθότερους	=	ορθός
ορθότερων	=	ορθός
ορθότητα	noun	το να είναι κάτι σωστό
ορθότητας	noun	γενική ενικού του ορθότητα
ορθότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορθότητα
ορθότονα	=	ορθότονος
ορθότονε	=	ορθότονος
ορθότονες	=	ορθότονος
ορθότονη	=	ορθότονος
ορθότονης	=	ορθότονος
ορθότονο	=	ορθότονος
ορθότονοι	=	ορθότονος
ορθότονος	adj	που έχει ορθοτονία / ορθοτόνηση, που διατηρεί τον σωστό / ορθό τονισμό
ορθότονου	=	ορθότονος
ορθότονους	=	ορθότονος
ορθότονων	=	ορθότονος
ορθότοπα	=	ορθότοπος
ορθότοπε	=	ορθότοπος
ορθότοπες	=	ορθότοπος
ορθότοπη	=	ορθότοπος
ορθότοπης	=	ορθότοπος
ορθότοπο	=	ορθότοπος
ορθότοποι	=	ορθότοπος
ορθότοπος	adj	που βρίσκεται στην ορθή σωστή θέση
ορθότοπου	=	ορθότοπος
ορθότοπους	=	ορθότοπος
ορθότοπων	=	ορθότοπος
ορθόφρον	=	ορθόφρων
ορθόφρονα	=	ορθόφρων
ορθόφρονας	=	ορθόφρων
ορθόφρονες	=	ορθόφρων
ορθόφρονος	=	ορθόφρων
ορθόφρων	noun|archaic	συνετός, λογικός
ορθόφωνα	=	ορθόφωνος
ορθόφωνε	=	ορθόφωνος
ορθόφωνες	=	ορθόφωνος
ορθόφωνη	=	ορθόφωνος
ορθόφωνης	=	ορθόφωνος
ορθόφωνο	=	ορθόφωνος
ορθόφωνοι	=	ορθόφωνος
ορθόφωνος	adj	άτομο με αρμονική φωνητική χροιά, επίσης σωστή άρθρωση, διαχείριση επιτονισμού (επιτονική ικανότητα), τοποθέτηση αναπνοών, ορθή ανάγνωση στίξης
ορθόφωνου	=	ορθόφωνος
ορθόφωνους	=	ορθόφωνος
ορθόφωνων	=	ορθόφωνος
ορθώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνομαι
ορθών	adj	γενική πληθυντικού του ορθός
ορθώναμε	=	ορθώνω
ορθώναν	=	ορθώνω
ορθώνανε	=	ορθώνω
ορθώνατε	=	ορθώνω
ορθώνει	=	ορθώνω
ορθώνεις	=	ορθώνω
ορθώνεσαι	=	ορθώνομαι
ορθώνεστε	=	ορθώνομαι
ορθώνεται	=	ορθώνομαι
ορθώνετε	=	ορθώνω
ορθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ορθώνω
ορθώνομε	=	ορθώνω
ορθώνονται	=	ορθώνομαι
ορθώνονταν	=	ορθώνομαι
ορθώνοντας	=	ορθώνω
ορθώνου	=	ορθώνομαι
ορθώνουμε	=	ορθώνω
ορθώνουν	=	ορθώνω
ορθώνουνε	=	ορθώνω
ορθώνω	verb	βάζω κάτι να στέκεται όρθιο, το σηκώνω, το υψώνω
ορθώς	adv|formal	ορθά
ορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσαν	=	ορθώνω
ορθώσανε	=	ορθώνω
ορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρθωση
ορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσεων	=	όρθωση
ορθώσομε	=	ορθώνω
ορθώσου	=	ορθώνομαι
ορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσουνε	=	ορθώνω
ορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
ορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
οριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριακό	adv	στα όρια
οριακέ	adj	κλητική ενικού του οριακός
οριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριακή
οριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οριακός
οριακής	adj	γενική ενικού του οριακή
οριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οριακός
οριακού	adj	γενική ενικού του οριακός
οριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οριακός
οριακό	adj	αιτιατική ενικού του οριακός
οριακός	adj	που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
οριακών	adj	γενική πληθυντικού του οριακός
οριγανέλαια	=	οριγανέλαιο
οριγανέλαιο	noun	αιθέριο έλαιο που προέρχεται από ρίγανη
οριγανέλαιου	=	οριγανέλαιο
οριγανέλαιων	=	οριγανέλαιο
οριγανελαίου	=	οριγανέλαιο
οριγανελαίων	=	οριγανέλαιο
οριγκάμι	noun	η ιαπωνικής προέλευσης καλλιτεχνία του διπλώματος χαρτιού
οριενταλισμέ	=	οριενταλισμός
οριενταλισμοί	=	οριενταλισμός
οριενταλισμού	=	οριενταλισμός
οριενταλισμούς	=	οριενταλισμός
οριενταλισμό	=	οριενταλισμός
οριενταλισμός	noun	η απομίμηση ή απεικόνιση πτυχών του ανατολικού κόσμου από δυτικούς λογοτέχνες / καλλιτέχνες / ιστορικούς της τέχνης
οριενταλισμών	=	οριενταλισμός
οριζοντίωνα	=	οριζοντιώνω
οριζοντίωναν	=	οριζοντιώνω
οριζοντίωνε	=	οριζοντιώνω
οριζοντίωνες	=	οριζοντιώνω
οριζοντίως	adv|formal	οριζόντια
οριζοντίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οριζοντιώνω, η τοποθέτηση σε οριζόντια θέση
οριζοντίωσης	noun	γενική ενικού του οριζοντίωση
οριζοντιογραφία	noun	αναπαράσταση σημείων ενός αντικειμένου σε επίπεδο παράλληλο ως προς τον ορίζοντα
οριζοντιογραφίας	=	οριζοντιογραφία
οριζοντιογραφίες	=	οριζοντιογραφία
οριζοντιογραφικά	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικέ	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικές	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφική	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικής	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικοί	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικού	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικούς	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικό	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφικός	adj	ο σχετικός με την οριζοντιογραφία
οριζοντιογραφικών	=	οριζοντιογραφικός
οριζοντιογραφιών	=	οριζοντιογραφία
οριζοντιοτήτων	=	οριζοντιότητα
οριζοντιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθήκαν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθήκανε	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριζοντιωμένο
οριζοντιωμένε	verb	κλητική ενικού του οριζοντιωμένος
οριζοντιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριζοντιωμένη
οριζοντιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οριζοντιωμένος
οριζοντιωμένης	verb	γενική ενικού του οριζοντιωμένη
οριζοντιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οριζοντιωμένος
οριζοντιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οριζοντιωμένος
οριζοντιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου οριζοντιώνω
οριζοντιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οριζοντιωμένος
οριζοντιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οριζοντιωμένος
οριζοντιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οριζοντιωμένος
οριζοντιωνόμασταν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόμαστε	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόμουν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόμουνα	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόντουσαν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόσασταν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόσαστε	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόσουν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόσουνα	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνόταν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιωνότανε	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιότητα	noun	το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε οριζόντια θέση
οριζοντιότητας	=	οριζοντιότητα
οριζοντιότητες	=	οριζοντιότητα
οριζοντιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνομαι
οριζοντιώναμε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώναν	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνανε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνατε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνει	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνεις	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνεσαι	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώνεστε	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώνεται	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώνετε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώνονται	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώνονταν	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώνοντας	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνου	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώνουμε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνουν	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνουνε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώνω	verb	θέτω κάποιον ή κάτι σε θέση οριζόντια
οριζοντιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώσαν	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώσανε	=	οριζοντιώνω
οριζοντιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριζοντίωση
οριζοντιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οριζοντίωση
οριζοντιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οριζοντίωση
οριζοντιώσου	=	οριζοντιώνομαι
οριζοντιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζοντιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριζοντιώνω
οριζουσών	=	ορίζουσα
οριζόμασταν	=	ορίζω
οριζόμαστε	=	ορίζω
οριζόμενος	=	ορίζω
οριζόμουν	=	ορίζω
οριζόμουνα	=	ορίζω
οριζόντια	adv	με οριζόντιο τρόπο, σε οριζόντια διάταξη
οριζόντιας	=	οριζόντιος
οριζόντιε	=	οριζόντιος
οριζόντιες	=	οριζόντιος
οριζόντιο	adj	αιτιατική ενικού του οριζόντιος
οριζόντιοι	=	οριζόντιος
οριζόντιος	adj	που είναι παράλληλος προς τον ορίζοντα, που είναι κάθετος προς ένα κατακόρυφο επίπεδο
οριζόντιου	=	οριζόντιος
οριζόντιους	=	οριζόντιος
οριζόντιων	=	οριζόντιος
οριζόντουσαν	=	ορίζω
οριζόντων	=	ορίζοντας
οριζόσασταν	=	ορίζω
οριζόσαστε	=	ορίζω
οριζόσουν	=	ορίζω
οριζόσουνα	=	ορίζω
οριζόταν	=	ορίζω
οριζότανε	=	ορίζω
οριογραμμές	=	οριογραμμή
οριογραμμή	noun	πραγματική ή νοητή γραμμή που βρίσκεται στα όρια δύο πραγμάτων, που οριοθετεί μια περιοχή
οριογραμμής	=	οριογραμμή
οριογραμμών	=	οριογραμμή
οριοθέτες	=	οριοθέτης
οριοθέτη	=	οριοθέτης
οριοθέτης	noun	νοερό ή φυσικό μαρκάρισμα ορίων ή συνόρων
οριοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθέτηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οριοθετώ
οριοθέτησης	=	οριοθέτηση
οριοθετήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριοθέτηση
οριοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήσεων	=	οριοθέτηση
οριοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετώ
οριοθετείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του οριοθετούμαι
οριοθετηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριοθετούμαι
οριοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριοθετημένο
οριοθετημένε	verb	κλητική ενικού του οριοθετημένος
οριοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριοθετημένη
οριοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οριοθετημένος
οριοθετημένης	verb	γενική ενικού του οριοθετημένη
οριοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του οριοθετημένος
οριοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οριοθετημένος
οριοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οριοθετημένος
οριοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οριοθετημένος
οριοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οριοθετημένος
οριοθετικός	adj|rare	που έχει σχέση με οριοθέτηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
οριοθετούνται	verb	γ' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος οριοθετούμαι, παθητικής φωνής του οριοθετώ
οριοθετώ	verb	προσδιορίζω τα όρια ενός πράγματος
οριοθετών	=	οριοθέτης
ορισμάτων	=	όρισμα
ορισμέ	noun	κλητική ενικού του ορισμός
ορισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισμένο
ορισμένε	adj	κλητική ενικού του ορισμένος
ορισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισμένη
ορισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορισμένος
ορισμένης	adj	γενική ενικού του ορισμένη
ορισμένο	adj	αιτιατική ενικού του ορισμένος
ορισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορισμένος
ορισμένος	verb	που έχει οριστεί
ορισμένου	verb	γενική ενικού του ορισμένος
ορισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορισμένος
ορισμένων	adj	γενική πληθυντικού του ορισμένος
ορισμένως	adv|formal	κατά ορισμένο τρόπο
ορισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισματικό
ορισματικέ	adj	κλητική ενικού του ορισματικός
ορισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορισματική
ορισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορισματικός
ορισματικής	adj	γενική ενικού του ορισματική
ορισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορισματικός
ορισματικού	adj	γενική ενικού του ορισματικός
ορισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορισματικός
ορισματικό	adj	αιτιατική ενικού του ορισματικός
ορισματικός	adj	που βασίζεται στον ορισμό
ορισματικών	adj	γενική πληθυντικού του ορισματικός
ορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορισμός
ορισμού	noun	γενική ενικού του ορισμός
ορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορισμός
ορισμό	noun	αιτιατική ενικού του ορισμός
ορισμός	noun	η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση, αξίωμα ή επάγγελμα.
ορισμών	noun	γενική πληθυντικού του ορισμός
οριστέα	=	οριστέος
οριστέας	=	οριστέος
οριστέε	=	οριστέος
οριστέες	=	οριστέος
οριστέο	=	οριστέος
οριστέοι	=	οριστέος
οριστέος	adj	που πρέπει να οριστεί
οριστέου	=	οριστέος
οριστέους	=	οριστέος
οριστέων	=	οριστέος
οριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστήκαν	=	ορίζω
οριστήκανε	=	ορίζω
οριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οριστικός	adv	για πάντα, μόνιμα
οριστικέ	adj	κλητική ενικού του οριστικός
οριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριστική
οριστική	noun	έγκλιση του ρήματος που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί το πραγματικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οριστικός
οριστικής	adj	γενική ενικού του οριστική
οριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οριστικός
οριστικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποίηση	noun	το να δίνεις σε κάτι την οριστική του μορφή
οριστικοποίησης	noun	γενική ενικού του οριστικοποίηση
οριστικοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριστικοποίηση
οριστικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του οριστικοποίηση
οριστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του οριστικοποίηση
οριστικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οριστικοποιούμαι
οριστικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριστικοποιημένο
οριστικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του οριστικοποιημένος
οριστικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οριστικοποιημένη
οριστικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οριστικοποιημένος
οριστικοποιημένης	verb	γενική ενικού του οριστικοποιημένη
οριστικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του οριστικοποιημένος
οριστικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οριστικοποιημένος
οριστικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οριστικοποιημένος
οριστικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οριστικοποιημένος
οριστικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οριστικοποιημένος
οριστικοποιώ	verb	κάνω κάτι οριστικό
οριστικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οριστικοποιώ
οριστικοτήτων	=	οριστικότητα
οριστικού	adj	γενική ενικού του οριστικός
οριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οριστικός
οριστικό	adj	αιτιατική ενικού του οριστικός
οριστικός	adj	που γίνεται για πάντα, που δεν πρόκειται να αλλάξει
οριστικότητα	noun	η ιδιότητα του οριστικού
οριστικότητας	=	οριστικότητα
οριστικότητες	=	οριστικότητα
οριστικών	adj	γενική πληθυντικού του οριστικός
οριστικώς	adv|formal	οριστικά
οριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
οριστούνε	=	ορίζω
οριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
ορκέλλα	noun	ξύλινη κουβαρίστρα
ορκίζαμε	=	ορκίζω
ορκίζαν	=	ορκίζω
ορκίζανε	=	ορκίζω
ορκίζατε	=	ορκίζω
ορκίζει	=	ορκίζω
ορκίζεις	=	ορκίζω
ορκίζεσαι	=	ορκίζω
ορκίζεστε	=	ορκίζω
ορκίζεται	=	ορκίζω
ορκίζετε	=	ορκίζω
ορκίζομαι	verb	δίνω όρκο για το ότι αυτό που λέω είναι αληθινό ή ότι θα τηρήσω κάτι που υπόσχομαι
ορκίζομε	=	ορκίζω
ορκίζονται	=	ορκίζω
ορκίζονταν	=	ορκίζω
ορκίζοντας	=	ορκίζω
ορκίζουμε	=	ορκίζω
ορκίζουν	=	ορκίζω
ορκίζουνε	=	ορκίζω
ορκίζω	verb	παρευρίσκομαι στη διαδικασία / τελετή ορκωμοσίας κάποιου, εκφωνώ τον όρκο ή επιτηρώ τη διαδικασία
ορκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίσαν	=	ορκίζω
ορκίσανε	=	ορκίζω
ορκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρκιση
ορκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίσεων	=	όρκιση
ορκίσομε	=	ορκίζω
ορκίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίσουνε	=	ορκίζω
ορκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
ορκιζόμασταν	=	ορκίζω
ορκιζόμαστε	=	ορκίζω
ορκιζόμουν	=	ορκίζω
ορκιζόμουνα	=	ορκίζω
ορκιζόντουσαν	=	ορκίζω
ορκιζόσασταν	=	ορκίζω
ορκιζόσαστε	=	ορκίζω
ορκιζόσουν	=	ορκίζω
ορκιζόσουνα	=	ορκίζω
ορκιζόταν	=	ορκίζω
ορκιζότανε	=	ορκίζω
ορκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκισμένο
ορκισμένε	verb	κλητική ενικού του ορκισμένος
ορκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκισμένη
ορκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορκισμένος
ορκισμένης	verb	γενική ενικού του ορκισμένη
ορκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορκισμένος
ορκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορκισμένος
ορκισμένος	=	ορκίζω
ορκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορκισμένος
ορκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορκισμένος
ορκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορκισμένος
ορκιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστήκαν	=	ορκίζω
ορκιστήκανε	=	ορκίζω
ορκιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκιστούνε	=	ορκίζω
ορκιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορκίζομαι
ορκοδοσία	noun|formal	η παροχή όρκου, το δόσιμο όρκου σε δικαστήριο ή άλλη αρχή
ορκοδοσίας	noun	γενική ενικού του ορκοδοσία
ορκοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκοδοσία
ορκοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ορκοδοσία
ορκοδοτήσαμε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτήσαν	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτήσανε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτήσατε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτήσει	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτήστε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτεί	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτείς	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτείτε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκοδοτικό
ορκοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του ορκοδοτικός
ορκοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκοδοτική
ορκοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορκοδοτικός
ορκοδοτικής	adj	γενική ενικού του ορκοδοτική
ορκοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορκοδοτικός
ορκοδοτικού	adj	γενική ενικού του ορκοδοτικός
ορκοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορκοδοτικός
ορκοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ορκοδοτικός
ορκοδοτικός	adj|formal	που έχει σχέση με την ορκοδοσία ή αναφέρεται σ' αυτή
ορκοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορκοδοτικός
ορκοδοτούμε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούν	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούνε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσα	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσαμε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσαν	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσανε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσατε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσε	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτούσες	=	ορκοδοτώ
ορκοδοτώ	verb|formal	ορκίζομαι με επίσημο τρόπο σε δικαστήριο ή άλλη αρχή, διαβεβαιώνω ενόρκως
ορκοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορκοδοτώ
ορκοδότει	=	ορκοδοτώ
ορκοδότησα	=	ορκοδοτώ
ορκοδότησαν	=	ορκοδοτώ
ορκοδότησε	=	ορκοδοτώ
ορκοδότησες	=	ορκοδοτώ
ορκοληψία	noun|rare	η όρκιση, από αρμόδιο πρόσωπο ή αρχή, κρατικού λειτουργού κατά την ανάληψη της υπηρεσίας του
ορκωμοσία	noun	η τελετή κατά την οποία κάποιος ή κάποιοι δίνουν έναν επίσημο όρκο, όπως για παράδειγμα όταν κατατάσσονται στο στρατό, αποφοιτούν από πανεπιστημιακή σχολή, αναλαμβάνουν μια δημόσια θέση, αξίωμα
ορκωμοσίας	noun	γενική ενικού του ορκωμοσία
ορκωμοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκωμοσία
ορκωμοσιών	noun	γενική πληθυντικού του ορκωμοσία
ορκωμοτώ	verb|archaic	ορκίζομαι
ορκωμοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ορκωμοτώ
ορκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορκωτός	adv	με ορκωτό τρόπο
ορκωτέ	adj	κλητική ενικού του ορκωτός
ορκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορκωτή
ορκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορκωτός
ορκωτής	adj	γενική ενικού του ορκωτή
ορκωτικά	=	ορκωτικός
ορκωτικέ	=	ορκωτικός
ορκωτικές	=	ορκωτικός
ορκωτική	=	ορκωτικός
ορκωτικής	=	ορκωτικός
ορκωτικοί	=	ορκωτικός
ορκωτικού	=	ορκωτικός
ορκωτικούς	=	ορκωτικός
ορκωτικό	=	ορκωτικός
ορκωτικός	adj	που χρησιμεύει για τη δήλωση όρκου ή που δηλώνει όρκο
ορκωτικών	=	ορκωτικός
ορκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορκωτός
ορκωτού	adj	γενική ενικού του ορκωτός
ορκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορκωτός
ορκωτό	adj	αιτιατική ενικού του ορκωτός
ορκωτός	adj	αυτός που έχει ορκιστεί
ορκωτών	adj	γενική πληθυντικού του ορκωτός
ορκών	=	όρκα
ορλοφικά	=	ορλωφικά
ορλωφικά	noun	η αποτυχημένη επανάσταση του 1770 στην Ελλάδα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποκινημένη από τους αδελφούς Ορλώφ, που ήταν στην υπηρεσία τής τσαρίνας της Ρωσίας, Αικατερίνης της Μεγάλης
ορλωφικών	=	ορλωφικά
ορλώφεια	=	ορλωφικά
ορμά	=	ορμώ
ορμάει	=	ορμώ
ορμάθιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορμαθίζω
ορμάθισης	=	ορμάθιση
ορμάμε	=	ορμώ
ορμάν	=	ορμώ
ορμάνε	=	ορμώ
ορμάνι	noun	πολύ πυκνό δάσος
ορμάνια	=	ορμάνι
ορμάς	=	ορμώ
ορμάτε	=	ορμώ
ορμάω	verb	ορμώ
ορμέμφυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορμέμφυτος	adv	ενστικτωδώς
ορμέμφυτε	adj	κλητική ενικού του ορμέμφυτος
ορμέμφυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμέμφυτη
ορμέμφυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμέμφυτος
ορμέμφυτης	adj	γενική ενικού του ορμέμφυτη
ορμέμφυτο	noun	το ένστικτο
ορμέμφυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμέμφυτος
ορμέμφυτος	adj	που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς
ορμέμφυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορμέμφυτος
ορμέμφυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορμέμφυτος
ορμέμφυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορμέμφυτος
ορμές	=	ορμή
ορμή	noun	η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
ορμήνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμήνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμήνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμήνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμήνια	noun	γνώμη που δίνεται σε κάποιον για το τι πρέπει να κάνει
ορμήνιας	noun	γενική ενικού του ορμήνια
ορμήνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμήνια
ορμής	=	ορμή
ορμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσαν	=	ορμώ
ορμήσανε	=	ορμώ
ορμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμώ
ορμίδι	noun|vulgar	η ορμιά
ορμίδια	=	ορμίδι
ορμίζω	verb	αγκυροβολώ
ορμίσεις	=	όρμιση
ορμίσεων	=	όρμιση
ορμίσκε	=	ορμίσκος
ορμίσκο	=	ορμίσκος
ορμίσκοι	=	ορμίσκος
ορμίσκος	noun	μικρός όρμος, μικρό φυσικό λιμάνι
ορμίσκου	=	ορμίσκος
ορμίσκους	=	ορμίσκος
ορμίσκων	=	ορμίσκος
ορμαθέ	noun	κλητική ενικού του ορμαθός
ορμαθίζω	verb	άλλη μορφή του αρμαθιάζω
ορμαθίσεις	=	ορμάθιση
ορμαθίσεων	=	ορμάθιση
ορμαθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμαθός
ορμαθού	noun	γενική ενικού του ορμαθός
ορμαθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορμαθός
ορμαθό	noun	αιτιατική ενικού του ορμαθός
ορμαθός	noun	συστοιχία, πλέγμα, αντικείμενα περασμένα σε ένα νήμα
ορμαθών	noun	γενική πληθυντικού του ορμαθός
ορμανιού	=	ορμάνι
ορμανιών	=	ορμάνι
ορμεμφύτως	adv|dated	ορμέμφυτα
ορμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμημένο
ορμημένε	verb	κλητική ενικού του ορμημένος
ορμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμημένη
ορμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμημένος
ορμημένης	verb	γενική ενικού του ορμημένη
ορμημένο	verb	αιτιατική ενικού του ορμημένος
ορμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμημένος
ορμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορμημένος
ορμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορμημένος
ορμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορμημένος
ορμηνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορμηνεύω
ορμηνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμηνεμένο
ορμηνεμένε	verb	κλητική ενικού του ορμηνεμένος
ορμηνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμηνεμένη
ορμηνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμηνεμένος
ορμηνεμένης	verb	γενική ενικού του ορμηνεμένη
ορμηνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορμηνεμένος
ορμηνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμηνεμένος
ορμηνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορμηνεμένος
ορμηνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορμηνεμένος
ορμηνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορμηνεμένος
ορμηνεύω	verb	συμβουλεύω, νουθετώ, παραινώ, προτρέπω
ορμητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμητήριο
ορμητήριο	noun	το μέρος από όπου ξεκινά κάποιος για τις ενέργειές του, παράνομες ή όχι
ορμητήριου	=	ορμητήριο
ορμητηρίου	noun	γενική ενικού του ορμητήριο
ορμητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ορμητήριο
ορμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορμητικός	adv	με ορμητικό τρόπο, με ορμητικότητα
ορμητικέ	adj	κλητική ενικού του ορμητικός
ορμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμητική
ορμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμητικός
ορμητικής	adj	γενική ενικού του ορμητική
ορμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμητικός
ορμητικοτήτων	=	ορμητικότητα
ορμητικού	adj	γενική ενικού του ορμητικός
ορμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορμητικός
ορμητικό	adj	αιτιατική ενικού του ορμητικός
ορμητικός	adj	γεμάτος ορμή
ορμητικότητα	noun	το να είσαι ορμητικός
ορμητικότητας	noun	γενική ενικού του ορμητικότητα
ορμητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμητικότητα
ορμητικών	adj	γενική πληθυντικού του ορμητικός
ορμιά	noun	νήμα ψαρέματος όπου δένεται το αγκίστρι
ορμιάς	=	ορμιά
ορμιές	=	ορμιά
ορμιδιού	=	ορμίδι
ορμιδιών	=	ορμίδι
ορμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμισμένο
ορμισμένε	verb	κλητική ενικού του ορμισμένος
ορμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμισμένη
ορμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμισμένος
ορμισμένης	verb	γενική ενικού του ορμισμένη
ορμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορμισμένος
ορμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμισμένος
ορμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορμισμένος
ορμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορμισμένος
ορμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορμισμένος
ορμιόδεσμος	noun	ο ποδόδεσμος, είδος κόμπου
ορμιών	=	ορμιά
ορμογόνος	adj|rare	που παράγει ορμόνες
ορμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμονικό
ορμονικέ	adj	κλητική ενικού του ορμονικός
ορμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμονική
ορμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμονικός
ορμονικής	adj	γενική ενικού του ορμονική
ορμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμονικός
ορμονικού	adj	γενική ενικού του ορμονικός
ορμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορμονικός
ορμονικό	adj	αιτιατική ενικού του ορμονικός
ορμονικός	adj	σχετικός με τις ορμόνες
ορμονικών	adj	γενική πληθυντικού του ορμονικός
ορμονοθεραπεία	noun	θεραπεία με τη χρήση ορμονών
ορμονοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ορμονοθεραπεία
ορμονοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμονοθεραπεία
ορμονοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ορμονοθεραπεία
ορμονολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμονολογικό
ορμονολογικέ	adj	κλητική ενικού του ορμονολογικός
ορμονολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορμονολογική
ορμονολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμονολογικός
ορμονολογικής	adj	γενική ενικού του ορμονολογική
ορμονολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορμονολογικός
ορμονολογικού	adj	γενική ενικού του ορμονολογικός
ορμονολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορμονολογικός
ορμονολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ορμονολογικός
ορμονολογικός	adj	σχετικός με την ορμονολογία
ορμονολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ορμονολογικός
ορμονών	noun	γενική πληθυντικού του ορμόνη
ορμούμε	=	ορμώ
ορμούν	=	ορμώ
ορμούνε	=	ορμώ
ορμούσα	=	ορμώ
ορμούσαμε	=	ορμώ
ορμούσαν	=	ορμώ
ορμούσανε	=	ορμώ
ορμούσατε	=	ορμώ
ορμούσε	=	ορμώ
ορμούσες	=	ορμώ
ορμωμένη	=	ορμώμαι
ορμωμένης	=	ορμώμαι
ορμωμένου	=	ορμώμαι
ορμωμένους	=	ορμώμαι
ορμωμένων	=	ορμώμαι
ορμόνες	=	ορμόνη
ορμόνη	noun	χημική ουσία που παράγεται από μια ομάδα κυττάρων ή από ένα όργανο του οργανισμού και έχει ιδιαίτερη ρυθμιστική δράση στη δραστηριότητα άλλων κυττάρων ή οργάνων του σώματος
ορμόνης	=	ορμόνη
ορμώ	verb	κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση
ορμώμαι	verb	κατάγομαι, συνήθως λέγεται για πόλη
ορμώμενα	=	ορμώμαι
ορμώμενε	=	ορμώμαι
ορμώμενες	=	ορμώμαι
ορμώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορμώμενος
ορμώμενης	=	ορμώμαι
ορμώμενο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ορμώμενος
ορμώμενοι	=	ορμώμαι
ορμώμενος	=	ορμώμαι
ορμώμενου	=	ορμώμαι
ορμώμενους	=	ορμώμαι
ορμώμενων	=	ορμώμαι
ορμών	=	ορμή
ορμώντας	=	ορμώ
ορνέ	=	ορνιά
ορνέου	=	όρνεο
ορνέων	=	όρνεο
ορνίθι	noun|vulgar	το κοτόπουλο
ορνίθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνίθι
ορνίθων	=	όρνιθα
ορνιά	noun	άλλη μορφή του ορνιός
ορνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρνιασμα
ορνιάσματος	noun	γενική ενικού του όρνιασμα
ορνιέ	noun	κλητική ενικού του ορνιός
ορνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του όρνιασμα
ορνιθίσχιος	noun	μέλος από την ταξινομική τάξη δεινοσαύρων ορνιθίσχια
ορνιθαριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθαριό
ορνιθαριού	noun	γενική ενικού του ορνιθαριό
ορνιθαριό	noun|dated	το κοτέτσι
ορνιθαριών	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθαριό
ορνιθιού	=	ορνίθι
ορνιθιών	=	ορνίθι
ορνιθοειδές	=	ορνιθοειδής
ορνιθοειδή	=	ορνιθοειδής
ορνιθοειδής	adj|archaic	που μοιάζει με πουλί
ορνιθοειδείς	=	ορνιθοειδής
ορνιθοειδούς	=	ορνιθοειδής
ορνιθοειδών	=	ορνιθοειδής
ορνιθοθήρα	=	ορνιθοθήρας
ορνιθοθήρας	noun	κάποιος που κυνηγάει πουλιά
ορνιθοθήρες	=	ορνιθοθήρας
ορνιθοθήρων	=	ορνιθοθήρας
ορνιθοκλόπε	=	ορνιθοκλόπος
ορνιθοκλόπο	=	ορνιθοκλόπος
ορνιθοκλόποι	=	ορνιθοκλόπος
ορνιθοκλόπος	noun	που κλέβει όρνιθες
ορνιθοκλόπου	=	ορνιθοκλόπος
ορνιθοκλόπους	=	ορνιθοκλόπος
ορνιθοκλόπων	=	ορνιθοκλόπος
ορνιθοκομία	noun	η εκτροφή ορνίθων, πουλερικών γενικότερα
ορνιθοκομίας	noun	γενική ενικού του ορνιθοκομία
ορνιθοκομίες	=	ορνιθοκομία
ορνιθοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοκομείο
ορνιθοκομείο	noun	το ορνιθοτροφείο, εκτροφείο πουλερικών
ορνιθοκομείου	noun	γενική ενικού του ορνιθοκομείο
ορνιθοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθοκομείο
ορνιθοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοκομικό
ορνιθοκομικέ	adj	κλητική ενικού του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοκομική
ορνιθοκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομικής	adj	γενική ενικού του ορνιθοκομική
ορνιθοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομικού	adj	γενική ενικού του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομικός	adj	ορνιθοτροφικός
ορνιθοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του ορνιθοκομικός
ορνιθοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθοκομία
ορνιθοκρίτες	=	ορνιθοκρίτης
ορνιθοκρίτη	=	ορνιθοκρίτης
ορνιθοκρίτης	noun	μάντης που εξετάζει εντόσθια πτηνών (πχ. πετεινών)
ορνιθοκριτών	=	ορνιθοκρίτης
ορνιθοκόμε	=	ορνιθοκόμος
ορνιθοκόμο	=	ορνιθοκόμος
ορνιθοκόμοι	=	ορνιθοκόμος
ορνιθοκόμος	noun	ορνιθοτρόφος
ορνιθοκόμου	=	ορνιθοκόμος
ορνιθοκόμους	=	ορνιθοκόμος
ορνιθοκόμων	=	ορνιθοκόμος
ορνιθολογία	noun	κλάδος της ζωολογίας που μελετά τα πτηνά
ορνιθολογίας	noun	γενική ενικού του ορνιθολογία
ορνιθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθολογία
ορνιθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθολογικό
ορνιθολογικέ	adj	κλητική ενικού του ορνιθολογικός
ορνιθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθολογική
ορνιθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορνιθολογικός
ορνιθολογικής	adj	γενική ενικού του ορνιθολογική
ορνιθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορνιθολογικός
ορνιθολογικού	adj	γενική ενικού του ορνιθολογικός
ορνιθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορνιθολογικός
ορνιθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ορνιθολογικός
ορνιθολογικός	adj	σχετικός με την ορνιθολογία
ορνιθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ορνιθολογικός
ορνιθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθολογία
ορνιθολόγε	noun	κλητική ενικού του ορνιθολόγος
ορνιθολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ορνιθολόγος
ορνιθολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορνιθολόγος
ορνιθολόγος	noun	επιστήμονας εξειδικευμένος στην ορνιθολογία
ορνιθολόγου	noun	γενική ενικού του ορνιθολόγος
ορνιθολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορνιθολόγος
ορνιθολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθολόγος
ορνιθοπανίδα	noun	το σύνολο των πτηνών που διαβιούν σε μία περιοχή
ορνιθοπανίδας	=	ορνιθοπανίδα
ορνιθοπανίδες	=	ορνιθοπανίδα
ορνιθοπανίδων	=	ορνιθοπανίδα
ορνιθοπαρατήρηση	noun	η δραστηριότητα παρακολούθησης και αναγνώρισης πουλιών στο φυσικό τους περιβάλλον
ορνιθοπαρατήρησης	=	ορνιθοπαρατήρηση
ορνιθοπαρατηρήσεις	=	ορνιθοπαρατήρηση
ορνιθοπαρατηρήσεων	=	ορνιθοπαρατήρηση
ορνιθοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοπωλείο
ορνιθοπωλείο	noun|formal	κατάστημα που πουλάει όρνιθες
ορνιθοπωλείου	noun	γενική ενικού του ορνιθοπωλείο
ορνιθοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθοπωλείο
ορνιθοπωλών	=	ορνιθοπώλης
ορνιθοπώλες	=	ορνιθοπώλης
ορνιθοπώλη	=	ορνιθοπώλης
ορνιθοπώλης	noun|formal	ιδιοκτήτης ορνιθοπωλείου ή εργαζόμενος σ’ αυτό
ορνιθορύγχου	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθορύγχους	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθορύγχων	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθοσκάλισμα	noun	μουτζούρα, κακογραφία
ορνιθοσκαλίσματα	noun	(οικείο) χειρόγραφα γράμματα που είναι δύσκολο ή αδύνατον να διαβαστούν, συχνά ούτε από αυτόν που τα έγραψε
ορνιθοσκαλίσματος	noun	γενική ενικού του ορνιθοσκάλισμα
ορνιθοσκαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθοσκάλισμα
ορνιθοτροφία	noun	η εκτροφή ορνίθων και άλλων πουλερικών με στόχο την πώληση των πτηνών και των παραπροϊόντων τους (αβγών κ.λπ.)
ορνιθοτροφίας	noun	γενική ενικού του ορνιθοτροφία
ορνιθοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοτροφία
ορνιθοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορνιθοτροφείο
ορνιθοτροφείο	noun	μονάδα εκτροφής ορνίθων (για το κρέας ή τα αβγά τους)
ορνιθοτροφείου	noun	γενική ενικού του ορνιθοτροφείο
ορνιθοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθοτροφείο
ορνιθοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του ορνιθοτροφία
ορνιθοτρόφε	=	ορνιθοτρόφος
ορνιθοτρόφο	=	ορνιθοτρόφος
ορνιθοτρόφοι	=	ορνιθοτρόφος
ορνιθοτρόφος	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με την ορνιθοτροφία
ορνιθοτρόφου	=	ορνιθοτρόφος
ορνιθοτρόφους	=	ορνιθοτρόφος
ορνιθοτρόφων	=	ορνιθοτρόφος
ορνιθόμορφα	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφε	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφες	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφη	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφης	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφο	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφοι	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφος	adj	που έχει τη μορφή πουλιού
ορνιθόμορφου	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφους	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμορφων	=	ορνιθόμορφος
ορνιθόμυαλα	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλε	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλες	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλη	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλης	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλο	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλοι	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλος	adj	που έχει το μυαλό όρνιθας, ανόητος
ορνιθόμυαλου	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλους	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόμυαλων	=	ορνιθόμυαλος
ορνιθόρρυγχε	=	ορνιθόρρυγχος
ορνιθόρρυγχο	=	ορνιθόρρυγχος
ορνιθόρρυγχοι	=	ορνιθόρρυγχος
ορνιθόρρυγχος	noun	πλατύποδας	adj	που έχει ορνιθόμορφο ρύγχος
ορνιθόρρυγχου	=	ορνιθόρρυγχος
ορνιθόρρυγχους	=	ορνιθόρρυγχος
ορνιθόρρυγχων	=	ορνιθόρρυγχος
ορνιθόρυγχε	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθόρυγχο	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθόρυγχοι	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθόρυγχος	noun	αμφίβιο θηλαστικό, ενδημικό στην Αυστραλία και την Τασμανία, της οικογένειας Ornithorhynchidae και του γένους Ornithorhynchus, με ράμφος που μοιάζει με της πάπιας, ουρά σαν του κάστορα και πόδια σαν της βίδρας
ορνιθόρυγχου	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθόρυγχους	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθόρυγχων	=	ορνιθόρυγχος
ορνιθώνα	=	ορνιθώνας
ορνιθώνας	noun|formal	κοτέτσι
ορνιθώνες	=	ορνιθώνας
ορνιθώνων	=	ορνιθώνας
ορνιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορνιός
ορνιού	noun	γενική ενικού του ορνιός
ορνιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορνιός
ορνιό	noun	αιτιατική ενικού του ορνιός
ορνιός	noun	αγριοσυκιά
ορνιών	noun	γενική πληθυντικού του ορνιός
ορνοί	=	ορνιά
ορνού	=	ορνιά
ορνούς	=	ορνιά
ορντέβρ	noun	το ορεκτικό
ορντινάντσα	noun	στρατιώτης που εκτελεί χρέη ακόλουθου αξιωματικού
ορντινάντσας	noun	γενική ενικού του ορντινάντσα
ορντινάντσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορντινάντσα
ορντινάτσα	noun	άλλη μορφή του ορντινάντσα
ορντινάτσας	noun	γενική ενικού του ορντινάτσα
ορντινάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορντινάτσα
ορνό	=	ορνιά
ορνός	=	ορνιά
ορνών	=	ορνιά
οροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορός
οροαιματωδών	=	οροαιματώδης
οροαιματώδεις	=	οροαιματώδης
οροαιματώδες	=	οροαιματώδης
οροαιματώδη	=	οροαιματώδης
οροαιματώδης	adj	που αποτελείται από πλάσμα αίματος και λευκά αιμοσφαίρια
οροαιματώδους	=	οροαιματώδης
οροαντίδραση	noun	βιολογική αντίδραση στον ορό του αίματος για τη διάγνωση παθήσεων ή της ομάδας αίματος
οροαντίδρασης	=	οροαντίδραση
οροαντιδράσεις	=	οροαντίδραση
οροαντιδράσεων	=	οροαντίδραση
ορογάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορόγαλα
ορογάλατος	noun	γενική ενικού του ορόγαλα
ορογένεση	noun	η διεργασία δημιουργίας ενός όρους ή ενός ορεινού όγκου
ορογένεσης	noun	γενική ενικού του ορογένεση
ορογαλάτων	noun	γενική πληθυντικού του ορόγαλα
ορογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορογένεση
ορογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ορογένεση
ορογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ορογένεση
ορογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορογενετικό
ορογενετικέ	adj	κλητική ενικού του ορογενετικός
ορογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορογενετική
ορογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορογενετικός
ορογενετικής	adj	γενική ενικού του ορογενετική
ορογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορογενετικός
ορογενετικού	adj	γενική ενικού του ορογενετικός
ορογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορογενετικός
ορογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του ορογενετικός
ορογενετικός	adj	που έχει σχέση με την ορογένεση ή αναφέρεται σ' αυτή
ορογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του ορογενετικός
ορογραφία	noun	ορεογραφία
ορογραφίας	=	ορογραφία
ορογραφίες	=	ορογραφία
ορογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορογραφικό
ορογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ορογραφικός
ορογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορογραφική
ορογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορογραφικός
ορογραφικής	adj	γενική ενικού του ορογραφική
ορογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορογραφικός
ορογραφικού	adj	γενική ενικού του ορογραφικός
ορογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορογραφικός
ορογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ορογραφικός
ορογραφικός	adj	που έχει σχέση με την ορογραφία
ορογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ορογραφικός
ορογραφιών	=	ορογραφία
οροδιάγνωση	noun	μέθοδος διάγνωσης μιας λοίμωξης ή νόσου με την ανίχνευση αντισωμάτων στο αίμα ασθενούς
οροδιάγνωσης	=	οροδιάγνωση
οροδιαγνωστικά	=	οροδιαγνωστικός
οροδιαγνωστικέ	=	οροδιαγνωστικός
οροδιαγνωστικές	=	οροδιαγνωστική
οροδιαγνωστική	noun	άλλη μορφή του οροδιάγνωση
οροδιαγνωστικής	=	οροδιαγνωστική
οροδιαγνωστικοί	=	οροδιαγνωστικός
οροδιαγνωστικού	=	οροδιαγνωστικός
οροδιαγνωστικούς	=	οροδιαγνωστικός
οροδιαγνωστικό	=	οροδιαγνωστικός
οροδιαγνωστικός	adj	που έχει σχέση με την οροδιάγνωση / οροδιαγνωστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
οροδιαγνωστικών	=	οροδιαγνωστική
οροδιαγνώσεις	=	οροδιάγνωση
οροδιαγνώσεων	=	οροδιάγνωση
οροεπιδημιολογικά	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικέ	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικές	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογική	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικής	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικοί	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικού	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικούς	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικό	=	οροεπιδημιολογικός
οροεπιδημιολογικός	adj	σχετικός με την οροεπιδημιολογία
οροεπιδημιολογικών	=	οροεπιδημιολογικός
οροθέσια	=	οροθέσιο
οροθέσιο	noun|formal	σύνορο, όριο, ορόσημο
οροθέσιου	=	οροθέσιο
οροθέσιων	=	οροθέσιο
οροθέτει	=	οροθετώ
οροθέτησα	=	οροθετώ
οροθέτησαν	=	οροθετώ
οροθέτησε	=	οροθετώ
οροθέτησες	=	οροθετώ
οροθέτηση	noun	η οροσήμανση
οροθέτησης	=	οροθέτηση
οροθεραπεία	noun	χρήση ορού / ορών για προληπτικούς ή θεραπευτικούς λόγους
οροθεραπείας	noun	γενική ενικού του οροθεραπεία
οροθεραπείες	=	οροθεραπεία
οροθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του οροθεραπεία
οροθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθεραπευτικό
οροθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του οροθεραπευτικός
οροθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθεραπευτική
οροθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οροθεραπευτικός
οροθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του οροθεραπευτική
οροθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οροθεραπευτικός
οροθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του οροθεραπευτικός
οροθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οροθεραπευτικός
οροθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του οροθεραπευτικός
οροθεραπευτικός	adj	σχετικός με την οροθεραπεία
οροθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του οροθεραπευτικός
οροθεσία	noun	καθορισμός ορίων, συνόρων.
οροθεσίας	noun	γενική ενικού του οροθεσία
οροθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθεσία
οροθεσίου	=	οροθέσιο
οροθεσίων	=	οροθέσιο
οροθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του οροθεσία
οροθετήσαμε	=	οροθετώ
οροθετήσαν	=	οροθετώ
οροθετήσανε	=	οροθετώ
οροθετήσατε	=	οροθετώ
οροθετήσει	=	οροθετώ
οροθετήσεις	=	οροθέτηση
οροθετήσεων	=	οροθέτηση
οροθετήστε	=	οροθετώ
οροθετεί	=	οροθετώ
οροθετείς	=	οροθετώ
οροθετείτε	=	οροθετώ
οροθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθετημένο
οροθετημένε	verb	κλητική ενικού του οροθετημένος
οροθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθετημένη
οροθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οροθετημένος
οροθετημένης	verb	γενική ενικού του οροθετημένη
οροθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του οροθετημένος
οροθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οροθετημένος
οροθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οροθετημένος
οροθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οροθετημένος
οροθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οροθετημένος
οροθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθετικό
οροθετικέ	adj	κλητική ενικού του οροθετικός
οροθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροθετική
οροθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οροθετικός
οροθετικής	adj	γενική ενικού του οροθετική
οροθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οροθετικός
οροθετικοτήτων	=	οροθετικότητα
οροθετικού	adj	γενική ενικού του οροθετικός
οροθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οροθετικός
οροθετικό	adj	αιτιατική ενικού του οροθετικός
οροθετικός	adj	που έχει σχέση με την οροθεσία, την οροθέτηση, ή αναφέρεται σ’ αυτή
οροθετικότητα	noun	η ιδιότητα του οροθετικού
οροθετικότητας	=	οροθετικότητα
οροθετικότητες	=	οροθετικότητα
οροθετικών	adj	γενική πληθυντικού του οροθετικός
οροθετούμε	=	οροθετώ
οροθετούν	=	οροθετώ
οροθετούνε	=	οροθετώ
οροθετούσα	=	οροθετώ
οροθετούσαμε	=	οροθετώ
οροθετούσαν	=	οροθετώ
οροθετούσανε	=	οροθετώ
οροθετούσατε	=	οροθετώ
οροθετούσε	=	οροθετώ
οροθετούσες	=	οροθετώ
οροθετώ	verb	άλλη μορφή του οριοθετώ
οροθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος οροθετώ
οροθοπεδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορθοπεδικός	adv	άλλη γραφή του ορθοπαιδικά
ορολογία	noun	το σύνολο ειδικών όρων για μια επιστήμη, ή τέχνη, ή γνωστικό πεδίο
ορολογίας	noun	γενική ενικού του ορολογία
ορολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορολογία
ορολογίου	=	ορολόγιο
ορολογίων	=	ορολόγιο
ορολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορολογικό
ορολογικέ	adj	κλητική ενικού του ορολογικός
ορολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορολογική
ορολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορολογικός
ορολογικής	adj	γενική ενικού του ορολογική
ορολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορολογικός
ορολογικού	adj	γενική ενικού του ορολογικός
ορολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορολογικός
ορολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ορολογικός
ορολογικός	adj	που έχει σχέση με την ορολογία (τους όρους) ή αναφέρεται σ’ αυτή
ορολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ορολογικός
ορολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ορολογία
ορολόγε	=	ορολόγος
ορολόγια	=	ορολόγιο
ορολόγιο	noun	συνώνυμο του ορολογία
ορολόγιου	=	ορολόγιο
ορολόγο	=	ορολόγος
ορολόγοι	=	ορολόγος
ορολόγος	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στην ορολογία²
ορολόγου	=	ορολόγος
ορολόγους	=	ορολόγος
ορολόγων	=	ορολόγος
ορομετρία	noun	συνώνυμο του ορεομετρία
ορομετρίας	=	ορομετρία
ορομετρίες	=	ορομετρία
ορομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορομετρικό
ορομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ορομετρικός
ορομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορομετρική
ορομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορομετρικός
ορομετρικής	adj	γενική ενικού του ορομετρική
ορομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορομετρικός
ορομετρικού	adj	γενική ενικού του ορομετρικός
ορομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορομετρικός
ορομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ορομετρικός
ορομετρικός	adj	που έχει σχέση με την ορομετρία
ορομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ορομετρικός
ορομετριών	=	ορομετρία
ορονοσία	noun	οξεία αυτοπεριοριζόμενη νόσος που εμφανίζεται 6 ως 8 μέρες μετά την ένεση μιας άγνωστης για τον οργανισμό πρωτεΐνης (πχ. μετά τη χορήγηση ορού αλόγου) και χαρακτηρίζεται από πυρετό, αρθραλγίες, αγγειΐτιδα και οξεία σπειραματονεφρίτιδα.
ορονοσίας	=	ορονοσία
ορονοσίες	=	ορονοσία
ορονοσιών	=	ορονοσία
οροπέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροπέδιο
οροπέδιο	noun	πεδιάδα σε μεγάλο υψόμετρο
οροπέδιου	=	οροπέδιο
οροπεδίου	noun	γενική ενικού του οροπέδιο
οροπεδίων	noun	γενική πληθυντικού του οροπέδιο
οροσήμανση	noun	η τοποθέτηση οροσήμων σε μια έκταση γης και ο καθορισμός της
οροσήμανσης	=	οροσήμανση
οροσήμου	=	ορόσημο
οροσήμων	=	ορόσημο
οροσειρά	noun	γεωγραφική περιοχή η οποία περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό βουνών τα οποία συνδέονται μεταξύ τους
οροσειράς	noun	γενική ενικού του οροσειρά
οροσειρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροσειρά
οροσειρών	=	οροσειρά
οροσημάνσεις	=	οροσήμανση
οροσημάνσεων	=	οροσήμανση
οροστήλες	=	οροστήλη
οροστήλη	noun	στήλη όπου κρέμονται οι οροί που χορηγούνται ενδοφλέβια στους ασθενείς
οροστήλης	=	οροστήλη
οροστηλών	=	οροστήλη
οροστοιχία	noun	η αλληλουχία βουνών
οροστοιχίας	=	οροστοιχία
οροστοιχίες	=	οροστοιχία
οροστοιχιών	=	οροστοιχία
οροφές	=	οροφή
οροφή	noun	η άνω οριζόντια επιφάνεια που καθορίζει εσωτερικά έναν χώρο
οροφής	=	οροφή
οροφιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οροφιαίος
οροφιαίας	adj	γενική ενικού του οροφιαία
οροφιαίε	adj	οροφιαίος, στην κλητική του ενικού
οροφιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροφιαία
οροφιαίο	adj	οροφιαίος, στην αιτιατική του ενικού
οροφιαίοι	adj	οροφιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
οροφιαίος	adj	αυτός που αφορά την οροφή ενός οικοδομήματος
οροφιαίου	adj	γενική ενικού του οροφιαίος
οροφιαίους	adj	οροφιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
οροφιαίων	=	οροφιαίος
οροφογραφία	noun	ζωγραφική που γίνεται πάνω σε οροφή
οροφογραφίας	=	οροφογραφία
οροφογραφίες	=	οροφογραφία
οροφογραφιών	=	οροφογραφία
οροφοδιαμέρισμα	noun	διαμέρισμα πολυκατοικίας που καταλαμβάνει την έκταση ενός ολόκληρου ορόφου
οροφοδιαμερίσματα	=	οροφοδιαμέρισμα
οροφοδιαμερίσματος	=	οροφοδιαμέρισμα
οροφοδιαμερισμάτων	=	οροφοδιαμέρισμα
οροφοκομία	noun	το ξενοδοχειακό τμήμα που ασχολείται με την εξυπηρέτηση (καθαρισμό και εφοδιασμό) των δωματίων των ορόφων των ξενοδοχείων
οροφοκομίας	noun	γενική ενικού του οροφοκομία
οροφοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οροφοκομία
οροφοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του οροφοκομία
οροφών	=	οροφή
ορού	noun	γενική ενικού του ορός
ορούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορός
ορρωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήσαν	=	ορρωδώ
ορρωδήσανε	=	ορρωδώ
ορρωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδήστε	=	ορρωδώ
ορρωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρωδία	noun	δισταγμός, δειλία, τρόμος
ορρωδίας	=	ορρωδία
ορρωδίες	=	ορρωδία
ορρωδεί	=	ορρωδώ
ορρωδείς	=	ορρωδώ
ορρωδείτε	=	ορρωδώ
ορρωδιών	=	ορρωδία
ορρωδούμε	=	ορρωδώ
ορρωδούν	=	ορρωδώ
ορρωδούνε	=	ορρωδώ
ορρωδούσα	=	ορρωδώ
ορρωδούσαμε	=	ορρωδώ
ορρωδούσαν	=	ορρωδώ
ορρωδούσανε	=	ορρωδώ
ορρωδούσατε	=	ορρωδώ
ορρωδούσε	=	ορρωδώ
ορρωδούσες	=	ορρωδώ
ορρωδώ	verb	χάνω το θάρρος μου, σταματώ, λιποψυχώ ή διστάζω
ορρωδώντας	=	ορρωδώ
ορρός	=	ορός
ορρώδει	=	ορρωδώ
ορρώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορρώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορρωδώ
ορτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορτός	adv|vulgar	με ορτό τρόπο ή στάση
ορτέ	adj	κλητική ενικού του ορτός
ορτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορτή
ορτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορτός
ορτής	adj	γενική ενικού του ορτή
ορτανσία	noun	καλλωπιστικός θάμνος η μικρό δέντρο του γένους Hydrangea, με οωειδή πριονωτά φύλλα, και μικρά άνθη που σχηματίζουν πυκνές συστάδες· τα περισσότερα είδη κατάγονται από την ανατολική Ασία, και τα περισσότερα είδη επίσης έχουν άσπρα άνθη, αλλά υπάρχουν ποικιλίες που βγάζουν κόκκινα, ρος ή μοβ
ορτανσίας	noun	γενική ενικού του ορτανσία
ορτανσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορτανσία
ορτανσιών	noun	γενική πληθυντικού του ορτανσία
ορτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορτός
ορτού	adj	γενική ενικού του ορτός
ορτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορτός
ορτσάρισμα	noun	η ενέργεια και συνέπεια του ορτσάρω
ορτσάρω	verb	ιστιοπλοώ με πλήρη ανάπτυξη πανιών
ορτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορτσάρισμα
ορτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του ορτσάρισμα
ορτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ορτσάρισμα
ορτσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορτσαρισμένο
ορτσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ορτσαρισμένος
ορτσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορτσαρισμένη
ορτσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορτσαρισμένος
ορτσαρισμένης	verb	γενική ενικού του ορτσαρισμένη
ορτσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορτσαρισμένος
ορτσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορτσαρισμένος
ορτσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορτσαρισμένος
ορτσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορτσαρισμένος
ορτσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορτσαρισμένος
ορτυγοθήρα	=	ορτυγοθήρας
ορτυγοθήρας	noun|archaic	που κυνηγάει ορτύκια
ορτυγοθήρες	=	ορτυγοθήρας
ορτυγοθήρων	=	ορτυγοθήρας
ορτυκιού	=	ορτύκι
ορτυκιών	=	ορτύκι
ορτό	adj	αιτιατική ενικού του ορτός
ορτός	adj|vulgar	άλλη μορφή του ορθός
ορτύκι	noun	μικρό πτηνό (Coturnix coturnix) της οικογένειας Phasianidae (Φασιανίδες), αγαπητό θήραμα για τους κυνηγούς
ορτύκια	=	ορτύκι
ορτών	adj	γενική πληθυντικού του ορτός
ορυγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του όρυγμα
ορυγμένος	=	ορύσσω
ορυζάλευρα	=	ορυζάλευρο
ορυζάλευρο	noun	άλλη μορφή του ρυζάλευρο
ορυζάλευρον	noun	άλλη μορφή του ρυζάλευρο
ορυζάλευρου	=	ορυζάλευρο
ορυζάλευρων	=	ορυζάλευρο
ορυζάμυλα	=	ορυζάμυλο
ορυζάμυλο	noun	άμυλο το οποίο λαμβάνουμε από το ρύζι με κατάλληλη κατεργασία
ορυζάμυλου	=	ορυζάμυλο
ορυζάμυλων	=	ορυζάμυλο
ορυζοβιομηχανία	noun	βιομηχανία επεξεργασίας ρυζιού
ορυζοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του ορυζοβιομηχανία
ορυζοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυζοβιομηχανία
ορυζοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του ορυζοβιομηχανία
ορυζοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια του ρυζιού
ορυζοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του ορυζοκαλλιέργεια
ορυζοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυζοκαλλιέργεια
ορυζοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ορυζοκαλλιέργεια
ορυζοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος ρύζι
ορυζοφαγίας	=	ορυζοφαγία
ορυζοφαγίες	=	ορυζοφαγία
ορυζοφαγιών	=	ορυζοφαγία
ορυζόμυλε	=	ορυζόμυλος
ορυζόμυλο	noun	αιτιατική ενικού του ορυζόμυλος
ορυζόμυλοι	=	ορυζόμυλος
ορυζόμυλος	noun	μύλος άλεσης ρυζιού
ορυζόμυλου	=	ορυζόμυλος
ορυζόμυλους	=	ορυζόμυλος
ορυζόμυλων	=	ορυζόμυλος
ορυζών	=	όρυζα
ορυζώνα	=	ορυζώνας
ορυζώνας	noun	αγρός με ρύζι
ορυζώνες	=	ορυζώνας
ορυζώνων	=	ορυζώνας
ορυκτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορυκτός
ορυκτέ	adj	κλητική ενικού του ορυκτός
ορυκτέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτέλαιο
ορυκτέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από διύλιση αργού πετρελαίου και χρησιμοποιείται κυρίως ως λιπαντικό
ορυκτέλαιου	=	ορυκτέλαιο
ορυκτέλαιων	=	ορυκτέλαιο
ορυκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτή
ορυκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορυκτός
ορυκτής	adj	γενική ενικού του ορυκτή
ορυκτελαίου	noun	γενική ενικού του ορυκτέλαιο
ορυκτελαίων	noun	γενική πληθυντικού του ορυκτέλαιο
ορυκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυκτός
ορυκτοβάμβακα	=	ορυκτοβάμβακας
ορυκτοβάμβακας	noun	ινώδες θερμομονωτικό υλικό κατασκευασμένο με ανόργανες πρώτες ύλες (ορυκτά)
ορυκτοβάμβακες	=	ορυκτοβάμβακας
ορυκτοβαμβάκων	=	ορυκτοβάμβακας
ορυκτογεωλογία	noun	κλάδος της γεωλογίας που μελετά τα ορυκτά (δημιουργία, σύσταση κ.λπ.)
ορυκτογεωλογίας	noun	γενική ενικού του ορυκτογεωλογία
ορυκτογεωλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογεωλογία
ορυκτογεωλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογεωλογικό
ορυκτογεωλογικέ	adj	κλητική ενικού του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογεωλογική
ορυκτογεωλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογικής	adj	γενική ενικού του ορυκτογεωλογική
ορυκτογεωλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογικού	adj	γενική ενικού του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογικό	adj	αιτιατική ενικού του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογικός	adj	που έχει σχέση με την ορυκτογεωλογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ορυκτογεωλογικών	adj	γενική πληθυντικού του ορυκτογεωλογικός
ορυκτογεωλογιών	noun	γενική πληθυντικού του ορυκτογεωλογία
ορυκτογραφία	noun	η επιστήμη που αφορά τα ορυκτά και τις ιδιότητές τους
ορυκτογραφίας	=	ορυκτογραφία
ορυκτογραφίες	=	ορυκτογραφία
ορυκτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογραφικό
ορυκτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογραφική
ορυκτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφικής	adj	γενική ενικού του ορυκτογραφική
ορυκτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφικού	adj	γενική ενικού του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφικός	adj	σχετικός με την ορυκτογραφία
ορυκτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ορυκτογραφικός
ορυκτογραφιών	=	ορυκτογραφία
ορυκτοδεψία	noun|rare	διαδικασία επεξεργασίας / κατεργασίας δερμάτων με υλικά που προέρχονται από ορυκτά
ορυκτολογία	noun	η επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της να μελετά τα ορυκτά
ορυκτολογίας	noun	γενική ενικού του ορυκτολογία
ορυκτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτολογία
ορυκτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτολογικό
ορυκτολογικέ	adj	κλητική ενικού του ορυκτολογικός
ορυκτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτολογική
ορυκτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορυκτολογικός
ορυκτολογικής	adj	γενική ενικού του ορυκτολογική
ορυκτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυκτολογικός
ορυκτολογικού	adj	γενική ενικού του ορυκτολογικός
ορυκτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορυκτολογικός
ορυκτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ορυκτολογικός
ορυκτολογικός	adj	που έχει σχέση με την ορυκτολογία ή τον ορυκτολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ορυκτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ορυκτολογικός
ορυκτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ορυκτολογία
ορυκτολόγε	noun	κλητική ενικού του ορυκτολόγος
ορυκτολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ορυκτολόγος
ορυκτολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυκτολόγος
ορυκτολόγος	noun	ο επιστήμονας που μελετά τα ορυκτά
ορυκτολόγου	noun	γενική ενικού του ορυκτολόγος
ορυκτολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορυκτολόγος
ορυκτολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ορυκτολόγος
ορυκτοτεχνία	noun	η κατεργασία ορυκτών και η σχετική τέχνη
ορυκτοτεχνίας	=	ορυκτοτεχνία
ορυκτοτεχνίες	=	ορυκτοτεχνία
ορυκτοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτοτεχνικό
ορυκτοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυκτοτεχνική
ορυκτοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνικής	adj	γενική ενικού του ορυκτοτεχνική
ορυκτοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνικού	adj	γενική ενικού του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνικός	adj	σχετικός με την ορυκτοτεχνία
ορυκτοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ορυκτοτεχνικός
ορυκτοτεχνιών	=	ορυκτοτεχνία
ορυκτού	adj	γενική ενικού του ορυκτός
ορυκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορυκτός
ορυκτωδών	=	ορυκτώδης
ορυκτό	adj	αιτιατική ενικού του ορυκτός	noun	ανόργανο στερεό υλικό κρυσταλλικής δομής που βρίσκεται στο φλοιό της γης (ή άλλων ουρανίων σωμάτων) και συχνά το εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος για ποικίλες χρήσεις
ορυκτός	adj	που ανήκει στα ορυκτά, που είναι ορυκτό κι εξορύσσεται από τη γη
ορυκτώδεις	=	ορυκτώδης
ορυκτώδες	=	ορυκτώδης
ορυκτώδη	=	ορυκτώδης
ορυκτώδης	adj	που χαρακτηρίζει κρασί του οποίου το άρωμα ή η γεύση παραπέμπει σε γη / ορυκτό, πέτρα ή μέταλλο
ορυκτώδους	=	ορυκτώδης
ορυκτών	adj	γενική πληθυντικού του ορυκτός
ορυμαγδέ	noun	κλητική ενικού του ορυμαγδός
ορυμαγδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορυμαγδός
ορυμαγδού	noun	γενική ενικού του ορυμαγδός
ορυμαγδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορυμαγδός
ορυμαγδό	noun	αιτιατική ενικού του ορυμαγδός
ορυμαγδός	noun	οχλαγωγία, θόρυβος, καταιγισμός (συνήθως με όχι καλή έννοια)
ορυμαγδών	noun	γενική πληθυντικού του ορυμαγδός
ορυχές	=	ορυχή
ορυχή	noun|archaic	άλλη μορφή του όρυξη
ορυχής	=	ορυχή
ορυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορυχείο
ορυχείο	noun	τόπος εξαγωγής ορυκτών
ορυχείου	noun	γενική ενικού του ορυχείο
ορυχείων	noun	γενική πληθυντικού του ορυχείο
ορυχών	=	ορυχή
ορφάνεμα	noun	η ορφάνια
ορφάνευα	=	ορφανεύω
ορφάνευαν	=	ορφανεύω
ορφάνευε	=	ορφανεύω
ορφάνευες	=	ορφανεύω
ορφάνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφάνια	noun	το να είναι κάποιος ορφανός
ορφάνιας	noun	γενική ενικού του ορφάνια
ορφάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφάνια
ορφάνιζα	=	ορφανίζω
ορφάνιζαν	=	ορφανίζω
ορφάνιζε	=	ορφανίζω
ορφάνιζες	=	ορφανίζω
ορφάνισα	=	ορφανίζω
ορφάνισαν	=	ορφανίζω
ορφάνισε	=	ορφανίζω
ορφάνισες	=	ορφανίζω
ορφανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορφανός
ορφανέ	adj	κλητική ενικού του ορφανός
ορφανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφάνεμα
ορφανέματος	noun	γενική ενικού του ορφάνεμα
ορφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανή
ορφανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψαν	=	ορφανεύω
ορφανέψανε	=	ορφανεύω
ορφανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανέψτε	=	ορφανεύω
ορφανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορφανεύω
ορφανή	noun	θηλυκό του ορφανός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφανός
ορφανής	adj	γενική ενικού του ορφανή
ορφανίζαμε	=	ορφανίζω
ορφανίζαν	=	ορφανίζω
ορφανίζανε	=	ορφανίζω
ορφανίζατε	=	ορφανίζω
ορφανίζει	=	ορφανίζω
ορφανίζεις	=	ορφανίζω
ορφανίζετε	=	ορφανίζω
ορφανίζοντας	=	ορφανίζω
ορφανίζουμε	=	ορφανίζω
ορφανίζουν	=	ορφανίζω
ορφανίζουνε	=	ορφανίζω
ορφανίζω	verb	κάνω κάποιον ορφανό
ορφανίσαμε	=	ορφανίζω
ορφανίσαν	=	ορφανίζω
ορφανίσανε	=	ορφανίζω
ορφανίσατε	=	ορφανίζω
ορφανίσει	=	ορφανίζω
ορφανίστε	=	ορφανίζω
ορφανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ορφάνεμα
ορφανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανεμένο
ορφανεμένε	verb	κλητική ενικού του ορφανεμένος
ορφανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανεμένη
ορφανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφανεμένος
ορφανεμένης	verb	γενική ενικού του ορφανεμένη
ορφανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορφανεμένος
ορφανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφανεμένος
ορφανεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ορφανεύω
ορφανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορφανεμένος
ορφανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορφανεμένος
ορφανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορφανεμένος
ορφανεύαμε	=	ορφανεύω
ορφανεύαν	=	ορφανεύω
ορφανεύανε	=	ορφανεύω
ορφανεύατε	=	ορφανεύω
ορφανεύει	=	ορφανεύω
ορφανεύεις	=	ορφανεύω
ορφανεύετε	=	ορφανεύω
ορφανεύοντας	=	ορφανεύω
ορφανεύουμε	=	ορφανεύω
ορφανεύουν	=	ορφανεύω
ορφανεύουνε	=	ορφανεύω
ορφανεύω	verb	γίνομαι ορφανός
ορφανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανικό
ορφανικέ	adj	κλητική ενικού του ορφανικός
ορφανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανική
ορφανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφανικός
ορφανικής	adj	γενική ενικού του ορφανική
ορφανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφανικός
ορφανικού	adj	γενική ενικού του ορφανικός
ορφανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορφανικός
ορφανικό	adj	αιτιατική ενικού του ορφανικός
ορφανικός	adj	σχετικός με έναν ορφανό
ορφανικών	adj	γενική πληθυντικού του ορφανικός
ορφανισμέ	=	ορφανισμός
ορφανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανισμένο
ορφανισμένε	verb	κλητική ενικού του ορφανισμένος
ορφανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανισμένη
ορφανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφανισμένος
ορφανισμένης	verb	γενική ενικού του ορφανισμένη
ορφανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ορφανισμένος
ορφανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφανισμένος
ορφανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ορφανισμένος
ορφανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ορφανισμένος
ορφανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ορφανισμένος
ορφανισμοί	=	ορφανισμός
ορφανισμού	=	ορφανισμός
ορφανισμούς	=	ορφανισμός
ορφανισμό	=	ορφανισμός
ορφανισμός	noun	απορφανισμός
ορφανισμών	=	ορφανισμός
ορφανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφανός
ορφανοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφανοτροφείο
ορφανοτροφείο	noun	ίδρυμα (με οικοτροφείο) για την περίθαλψη των ορφανών
ορφανοτροφείου	noun	γενική ενικού του ορφανοτροφείο
ορφανοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του ορφανοτροφείο
ορφανού	adj	γενική ενικού του ορφανός
ορφανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορφανός
ορφανό	adj	αιτιατική ενικού του ορφανός
ορφανός	adj	που έχει χάσει τον πατέρα του και τη μητέρα του, ή έναν από τους δύο
ορφανών	adj	γενική πληθυντικού του ορφανός
ορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφικό
ορφικέ	adj	κλητική ενικού του ορφικός
ορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφική
ορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφικός
ορφικής	adj	γενική ενικού του ορφική
ορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφικός
ορφικού	adj	γενική ενικού του ορφικός
ορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορφικός
ορφικό	adj	αιτιατική ενικού του ορφικός
ορφικός	adj	σχετικός με τον Ορφέα
ορφικών	adj	γενική πληθυντικού του ορφικός
ορφισμέ	noun	κλητική ενικού του ορφισμός
ορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφισμός
ορφισμού	noun	γενική ενικού του ορφισμός
ορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ορφισμός
ορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του ορφισμός
ορφισμός	noun	αρχαία μυστηριακή λατρεία, που οι λάτρεις της πίστευαν ότι τη διαμόρφωσε ο Ορφέας
ορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του ορφισμός
ορφνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ορφνός
ορφνέ	adj	κλητική ενικού του ορφνός
ορφνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορφνή
ορφνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφνός
ορφνής	adj	γενική ενικού του ορφνή
ορφνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορφνός
ορφνού	adj	γενική ενικού του ορφνός
ορφνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορφνός
ορφνό	adj	αιτιατική ενικού του ορφνός
ορφνός	adj	που έχει βαθύ σκοτεινό χρώμα
ορφνών	adj	γενική πληθυντικού του ορφνός
ορχήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρχηση
ορχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του όρχηση
ορχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του όρχηση
ορχήστρα	noun	σύνολο από μουσικούς ή μουσικά όργανα που εκτελούν πολυφωνική μουσικά κομμάτια με συγκεκριμένη δομή ή αυτοσχέδια (ορχηστική μουσική)
ορχήστρας	noun	γενική ενικού του ορχήστρα
ορχήστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχήστρα
ορχίτιδα	noun	φλεγμονή των όρχεων
ορχίτιδας	=	ορχίτιδα
ορχίτιδες	=	ορχίτιδα
ορχίτιδων	=	ορχίτιδα
ορχεκτομές	=	ορχεκτομή
ορχεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση όρχεως (η οποία εφαρμόζεται σε περίπτωση καρκίνου του όρχεος)
ορχεκτομής	=	ορχεκτομή
ορχεκτομία	noun	χειρουργική αφαίρεση όρχεως
ορχεκτομίας	noun	γενική ενικού του ορχεκτομία
ορχεκτομίες	=	ορχεκτομία
ορχεκτομιών	noun	γενική πληθυντικού του ορχεκτομία
ορχεκτομών	=	ορχεκτομή
ορχεοειδή	noun	οικογένεια φυτών που ανήκουν στα αγγειόσπερμα
ορχεοειδών	=	ορχεοειδή
ορχηστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχηστής
ορχηστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ορχηστής
ορχηστής	noun	ο έμπειρος χορευτής επί εποχές αρχαία Ελλάδος και Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
ορχηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχηστικό
ορχηστικέ	adj	κλητική ενικού του ορχηστικός
ορχηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχηστική
ορχηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορχηστικός
ορχηστικής	adj	γενική ενικού του ορχηστική
ορχηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορχηστικός
ορχηστικού	adj	γενική ενικού του ορχηστικός
ορχηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορχηστικός
ορχηστικό	adj	αιτιατική ενικού του ορχηστικός
ορχηστικός	adj	σχετικός με τον χορό
ορχηστικών	adj	γενική πληθυντικού του ορχηστικός
ορχηστρίδα	noun	η έμπειρη χορεύτρια επί εποχές αρχαίας Ελλάδος και Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
ορχηστρίδας	=	ορχηστρίδα
ορχηστρίδες	=	ορχηστρίδα
ορχηστρίδων	=	ορχηστρίδα
ορχηστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχηστρικό
ορχηστρικέ	adj	κλητική ενικού του ορχηστρικός
ορχηστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχηστρική
ορχηστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορχηστρικός
ορχηστρικής	adj	γενική ενικού του ορχηστρική
ορχηστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορχηστρικός
ορχηστρικού	adj	γενική ενικού του ορχηστρικός
ορχηστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορχηστρικός
ορχηστρικό	adj	αιτιατική ενικού του ορχηστρικός
ορχηστρικός	adj	που αναφέρεται σε μια ορχήστρα (σύνολο μουσικών οργάνων που εκτελούν μαζί ένα μουσικό έργο)
ορχηστρικών	adj	γενική πληθυντικού του ορχηστρικός
ορχηστρούλα	noun	μικρή ορχήστρα
ορχηστρούλας	noun	γενική ενικού του ορχηστρούλα
ορχηστρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχηστρούλα
ορχηστρών	noun	γενική πληθυντικού του ορχήστρα
ορχηστών	noun	γενική πληθυντικού του ορχηστής
ορχιαλγία	noun	πόνος στους όρχεις
ορχιαλγίας	noun	γενική ενικού του ορχιαλγία
ορχιαλγίες	=	ορχιαλγία
ορχιαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του ορχιαλγία
ορχιδέα	noun	καλλωπιστικό μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των Orchidaceae· φύεται κυρίως σε θερμό κλίμα και ξεχωρίζει για το πρωτότυπο σχήμα του και την μεγάλη του ποικιλία σε χρώματα και αποχρώσεις
ορχιδέας	=	ορχιδέα
ορχιδέες	=	ορχιδέα
ορχιδέων	=	ορχιδέα
ορχιδεών	=	ορχιδέα
ορχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχικό
ορχικέ	adj	κλητική ενικού του ορχικός
ορχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχική
ορχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορχικός
ορχικής	adj	γενική ενικού του ορχική
ορχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορχικός
ορχικού	adj	γενική ενικού του ορχικός
ορχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορχικός
ορχικό	adj	αιτιατική ενικού του ορχικός
ορχικός	adj	σχετικός με τους όρχεις
ορχικών	adj	γενική πληθυντικού του ορχικός
ορχιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχιτικό
ορχιτικέ	adj	κλητική ενικού του ορχιτικός
ορχιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ορχιτική
ορχιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορχιτικός
ορχιτικής	adj	γενική ενικού του ορχιτική
ορχιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ορχιτικός
ορχιτικού	adj	γενική ενικού του ορχιτικός
ορχιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ορχιτικός
ορχιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ορχιτικός
ορχιτικός	adj	σχετικός με την ορχίτιδα
ορχιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ορχιτικός
ορχούμαι	verb|formal	χορεύω
ορωδών	=	ορώδης
ορωνυμίου	=	ορωνύμιο
ορωνυμίων	=	ορωνύμιο
ορωνύμια	=	ορωνύμιο
ορωνύμιο	noun	άλλη μορφή του ορεωνύμιο
ορωνύμιου	=	ορωνύμιο
ορωνύμιων	=	ορωνύμιο
ορό	noun	αιτιατική ενικού του ορός
ορόβου	=	όροβος
ορόβους	=	όροβος
ορόβων	=	όροβος
ορόγαλα	noun	το τυρόγαλα
ορόμο	noun	η κουσιτική γλώσσα που μιλούν τα μέλη της ομώνυμης φυλής στην Αιθιοπία και τη βόρεια Κένυα
ορός	noun	Κάθε ορώδες υγρό το οποίο ενυδατώνει τις επιφάνειες ορογόνων μεμβρανών
ορόσημα	=	ορόσημο
ορόσημο	noun	σημάδι που τοποθετείται προς κατάδειξη των ορίων μιας έκτασης
ορόσημου	=	ορόσημο
ορόσημων	=	ορόσημο
ορόφου	=	όροφος
ορόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όροφος
ορόφων	=	όροφος
ορύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρυγμα
ορύγματος	noun	γενική ενικού του όρυγμα
ορύξεις	=	όρυξη
ορύξεων	=	όρυξη
ορύσσομαι	=	ορύσσω
ορύσσω	verb|formal	ανασκάπτω, σκάπτω, ανοίγω κοίλωμα στη γη διά εκσκαφής
ορύττω	verb|archaic	άλλη μορφή του ορύσσω, σκάβω, διορύσσω
ορύχθηκα	=	ορύσσω
ορώ	verb|archaic	βλέπω
ορώδεις	=	ορώδης
ορώδες	=	ορώδης
ορώδη	=	ορώδης
ορώδης	adj	που μοιάζει με ορό, τον εκκρίνει ή τον περιέχει ή παράγει υγρό παρόμοιο με τον ορό του αίματος
ορώδους	=	ορώδης
ορών	noun	γενική πληθυντικού του ορός
ος	=	ωκυτόκος
οσάκις	adv	όσο συχνά, όσες φορές
οσία	=	όσιος
οσίας	=	όσιος
οσίου	=	όσιος
οσίους	=	όσιος
οσίων	=	όσιος
οσαδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσδελ	abbrev	ελληνικός οργανισμός ο οποίος διαχειρίζεται και προστατεύει τα πνευματικά δικαιώματα των συγγραφέων, μεταφραστών, δημοσιογράφων και εκδοτών
οσε	abbrev	όμιλος εταιρειών παροχής υπηρεσιών, διαχείρισης και εκμετάλλευσης της ελληνικής σιδηροδρομικής υποδομής
οσεθ	abbrev	Οργανισμός Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης
οσεσδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσηδήποτε	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσοσδήποτε
οσημέραι	adv|obsolete	από μέρα σε μέρα
οσησδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσιομάρτυρα	=	οσιομάρτυρας
οσιομάρτυρας	noun	πρόσωπο που μαρτύρησε για το Χριστιανισμό και ανακηρύχτηκε όσιος από την εκκλησία
οσιομάρτυρες	=	οσιομάρτυρας
οσιομάρτυρος	=	οσιομάρτυρας
οσιομαρτύρων	=	οσιομάρτυρας
οσιοποίηση	noun	η αναγνώριση ενός προσώπου ως οσίου μετά τον θάνατό του και η ικανότητά του να μεσολαβήσει για λογαριασμό των ατόμων που προσεύχονται στο όνομά του
οσιοποίησης	=	οσιοποίηση
οσιοποιήσεις	=	οσιοποίηση
οσιοποιήσεων	=	οσιοποίηση
οσιοτήτων	=	οσιότητα
οσιότητα	noun	το να είναι κάποιος όσιος, η ιδιότητα του όσιου
οσιότητας	=	οσιότητα
οσιότητες	=	οσιότητα
οσκαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσκαρικό
οσκαρικέ	adj	κλητική ενικού του οσκαρικός
οσκαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσκαρική
οσκαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσκαρικός
οσκαρικής	adj	γενική ενικού του οσκαρική
οσκαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσκαρικός
οσκαρικού	adj	γενική ενικού του οσκαρικός
οσκαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσκαρικός
οσκαρικό	adj	αιτιατική ενικού του οσκαρικός
οσκαρικός	adj	σχετικός με το βραβείο Όσκαρ
οσκαρικών	adj	γενική πληθυντικού του οσκαρικός
οσμές	=	οσμή
οσμή	noun	ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεστο
οσμήρης	adj|archaic	που αναδίδει οσμές, δυσώδης
οσμής	=	οσμή
οσμίζεσαι	=	οσμίζομαι
οσμίζεστε	=	οσμίζομαι
οσμίζεται	=	οσμίζομαι
οσμίζομαι	verb|formal	μυρίζω, οσφραίνομαι
οσμίζονται	=	οσμίζομαι
οσμίζονταν	=	οσμίζομαι
οσμίζου	=	οσμίζομαι
οσμίου	=	όσμιο
οσμίσου	=	οσμίζομαι
οσμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμανικό
οσμανικέ	adj	κλητική ενικού του οσμανικός
οσμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμανική
οσμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσμανικός
οσμανικής	adj	γενική ενικού του οσμανική
οσμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσμανικός
οσμανικού	adj	γενική ενικού του οσμανικός
οσμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσμανικός
οσμανικό	adj	αιτιατική ενικού του οσμανικός
οσμανικός	adj	οθωμανικός
οσμανικών	adj	γενική πληθυντικού του οσμανικός
οσμηγόνα	=	οσμηγόνος
οσμηγόνας	=	οσμηγόνος
οσμηγόνε	=	οσμηγόνος
οσμηγόνες	=	οσμηγόνος
οσμηγόνο	=	οσμηγόνος
οσμηγόνοι	=	οσμηγόνος
οσμηγόνος	adj|formal	που αναδίδει οσμές
οσμηγόνου	=	οσμηγόνος
οσμηγόνους	=	οσμηγόνος
οσμηγόνων	=	οσμηγόνος
οσμηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οσμηρός	adv|rare	με οσμηρό τρόπο
οσμηρέ	adj	κλητική ενικού του οσμηρός
οσμηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμηρή
οσμηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσμηρός
οσμηρής	adj	γενική ενικού του οσμηρή
οσμηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσμηρός
οσμηροτήτων	=	οσμηρότητα
οσμηρού	adj	γενική ενικού του οσμηρός
οσμηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσμηρός
οσμηρό	adj	αιτιατική ενικού του οσμηρός
οσμηρός	noun	είδος ψαριού της οικογένειας Οσμηρίδες ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))	adj|formal	που αναδίδει οσμές
οσμηρότητα	noun|formal	ιδιότητα ή η κατάσταση του οσμηρού, αυτού που αναδίδει οσμές
οσμηρότητας	=	οσμηρότητα
οσμηρότητες	=	οσμηρότητα
οσμηρών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του οσμηρός
οσμιζόμασταν	=	οσμίζομαι
οσμιζόμαστε	=	οσμίζομαι
οσμιζόμουν	=	οσμίζομαι
οσμιζόμουνα	=	οσμίζομαι
οσμιζόντουσαν	=	οσμίζομαι
οσμιζόσασταν	=	οσμίζομαι
οσμιζόσαστε	=	οσμίζομαι
οσμιζόσουν	=	οσμίζομαι
οσμιζόσουνα	=	οσμίζομαι
οσμιζόταν	=	οσμίζομαι
οσμιζότανε	=	οσμίζομαι
οσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμικό
οσμικέ	adj	κλητική ενικού του οσμικός
οσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμική
οσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσμικός
οσμικής	adj	γενική ενικού του οσμική
οσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσμικός
οσμικού	adj	γενική ενικού του οσμικός
οσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσμικός
οσμικό	adj	αιτιατική ενικού του οσμικός
οσμικός	adj	σχετικός με το όσμιο
οσμικών	adj	γενική πληθυντικού του οσμικός
οσμιούχα	=	οσμιούχος
οσμιούχας	=	οσμιούχος
οσμιούχε	=	οσμιούχος
οσμιούχες	=	οσμιούχος
οσμιούχο	=	οσμιούχος
οσμιούχοι	=	οσμιούχος
οσμιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο οσμίου
οσμιούχου	=	οσμιούχος
οσμιούχους	=	οσμιούχος
οσμιούχων	=	οσμιούχος
οσμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμισμένο
οσμισμένε	verb	κλητική ενικού του οσμισμένος
οσμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμισμένη
οσμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσμισμένος
οσμισμένης	verb	γενική ενικού του οσμισμένη
οσμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του οσμισμένος
οσμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσμισμένος
οσμισμένος	=	οσμίζομαι
οσμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οσμισμένος
οσμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οσμισμένος
οσμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οσμισμένος
οσμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστήκαν	=	οσμίζομαι
οσμιστήκανε	=	οσμίζομαι
οσμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμιστούνε	=	οσμίζομαι
οσμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσμίζομαι
οσμογόνα	=	οσμογόνος
οσμογόνας	=	οσμογόνος
οσμογόνε	=	οσμογόνος
οσμογόνες	=	οσμογόνος
οσμογόνο	=	οσμογόνος
οσμογόνοι	=	οσμογόνος
οσμογόνος	adj|formal	που αναδίδει οσμές
οσμογόνου	=	οσμογόνος
οσμογόνους	=	οσμογόνος
οσμογόνων	=	οσμογόνος
οσμολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τις οσμές
οσμολογίας	noun	γενική ενικού του οσμολογία
οσμολογίες	=	οσμολογία
οσμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οσμολογία
οσμομέτρηση	noun	η μέτρηση της οσφρητικής οξύτητας
οσμομέτρησης	=	οσμομέτρηση
οσμομέτρου	=	οσμόμετρο
οσμομέτρων	=	οσμόμετρο
οσμομετρήσεις	=	οσμομέτρηση
οσμομετρήσεων	=	οσμομέτρηση
οσμομετρία	noun	άλλη μορφή του οσμομέτρηση
οσμομετρίας	=	οσμομετρία
οσμομετρίες	=	οσμομετρία
οσμομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμομετρικό
οσμομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οσμομετρικός
οσμομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσμομετρική
οσμομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσμομετρικός
οσμομετρικής	adj	γενική ενικού του οσμομετρική
οσμομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσμομετρικός
οσμομετρικού	adj	γενική ενικού του οσμομετρικός
οσμομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσμομετρικός
οσμομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οσμομετρικός
οσμομετρικός	adj	που έχει σχέση με την οσμομέτρηση / οσμομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οσμομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οσμομετρικός
οσμομετριών	=	οσμομετρία
οσμόμετρα	=	οσμόμετρο
οσμόμετρο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η οσμομέτρηση / οσμομετρία
οσμόμετρου	=	οσμόμετρο
οσμόμετρων	=	οσμόμετρο
οσμών	=	οσμή
οσμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του όσμωση
οσοδήποτε	adv	άλλη μορφή του όσο
οσοιδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσονδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσονούπω	adv	όπου να ‘ναι, σύντομα, σε λίγη ώρα, σε λίγο καιρό, σε λίγο, σε λιγάκι
οσοσδήποτε	pron	όσος
οσουδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσουσδήποτε	=	οσοσδήποτε
οσποδάρε	=	οσποδάρος
οσποδάρο	=	οσποδάρος
οσποδάροι	=	οσποδάρος
οσποδάρος	noun	παλαιότερος τίτλος ηγεμόνα της ανατολικής Ευρώπης.
οσποδάρου	=	οσποδάρος
οσποδάρους	=	οσποδάρος
οσποδάρων	=	οσποδάρος
οσπρίου	noun	γενική ενικού του όσπριο
οσπρίων	noun	γενική πληθυντικού του όσπριο
οσπριοειδές	=	οσπριοειδής
οσπριοειδή	=	οσπριοειδής
οσπριοειδής	adj	που μοιάζει με όσπριο
οσπριοειδείς	=	οσπριοειδής
οσπριοειδούς	=	οσπριοειδής
οσπριοειδών	=	οσπριοειδής
οσπριοφάγα	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγας	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγε	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγες	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγο	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγοι	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγος	adj	που τρώει όσπρια
οσπριοφάγου	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγους	=	οσπριοφάγος
οσπριοφάγων	=	οσπριοφάγος
οσπριοφαγία	noun	η κατανάλωση οσπρίων σε μεγάλες ποσότητες
οσπριοφαγίας	noun	γενική ενικού του οσπριοφαγία
οσπριοφαγίες	=	οσπριοφαγία
οσπριοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του οσπριοφαγία
οσπριωδών	=	οσπριώδης
οσπριώδεις	=	οσπριώδης
οσπριώδες	=	οσπριώδης
οσπριώδη	=	οσπριώδης
οσπριώδης	adj	που μοιάζει με όσπριο
οσπριώδους	=	οσπριώδης
οσσετικά	noun	που μιλιέται στον Καύκασο, κυρίως στην Οσσετία και στη Γεωργία
οσσετικών	=	οσσετικά
οστά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστό
οστάρια	=	οστάριο
οστάριο	noun	υποκοριστικό του οστό, το κοκκαλάκι
οστάριου	=	οστάριο
οστέινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστέινο
οστέινε	adj	κλητική ενικού του οστέινος
οστέινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστέινη
οστέινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστέινος
οστέινης	adj	γενική ενικού του οστέινη
οστέινο	adj	αιτιατική ενικού του οστέινος
οστέινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστέινος
οστέινος	adj	που έχει σχέση με τα οστά ή είναι κατασκευασμένος από κόκαλο
οστέινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οστέινος
οστέινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστέινος
οστέινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οστέινος
οστέωμα	noun	καλοήθης όγκος των οστών
οστέωση	noun	οστεογένεση
οστέωσης	=	οστέωση
οστίτες	=	οστίτης
οστίτη	=	οστίτης
οστίτης	noun	που βρίσκεται στα οστά ή αποτελείται από οστέινα κομμάτια
οστίτιδα	noun	φλεγμονή των οστών
οστίτιδας	=	οστίτιδα
οστίτιδες	=	οστίτιδα
οστίτιδων	=	οστίτιδα
οσταρίου	=	οστάριο
οσταρίων	=	οστάριο
οστεΐνες	=	οστεΐνη
οστεΐνη	noun	οργανική ουσία που αποτελεί βασικό συστατικό μέρος των ενόργανων μερών του οστίτη ιστού (δηλ. του ιστού των κοκκάλων)
οστεΐνης	=	οστεΐνη
οστεΐτιδα	noun	φλεγμονή των οστών
οστεΐτιδας	=	οστεΐτιδα
οστεΐτιδες	=	οστεΐτιδα
οστεΐτιδων	=	οστεΐτιδα
οστεάλευρα	=	οστεάλευρο
οστεάλευρο	noun	είδος άλευρου, που παράγεται από την άλεση (και λοιπή επεξεργασία) οστών ζώων και χρησιμοποιείται ως λίπασμα ή σαν ζωοτροφή
οστεάλευρου	=	οστεάλευρο
οστεάλευρων	=	οστεάλευρο
οστεαλγία	noun	βαθύς πόνος των οστών
οστεαλγίας	noun	γενική ενικού του οστεαλγία
οστεαλγίες	=	οστεαλγία
οστεαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του οστεαλγία
οστεοανθρωπολόγε	=	οστεοανθρωπολόγος
οστεοανθρωπολόγο	=	οστεοανθρωπολόγος
οστεοανθρωπολόγοι	=	οστεοανθρωπολόγος
οστεοανθρωπολόγος	noun	ανθρωπολόγος με ειδίκευση στη μελέτη των οστών
οστεοανθρωπολόγου	=	οστεοανθρωπολόγος
οστεοανθρωπολόγους	=	οστεοανθρωπολόγος
οστεοανθρωπολόγων	=	οστεοανθρωπολόγος
οστεοαρθρίτιδα	noun	αρθρίτιδα η οποία προσβάλλει τα οστά
οστεοαρθρίτιδας	=	οστεοαρθρίτιδα
οστεοαρθρίτιδες	=	οστεοαρθρίτιδα
οστεοαρθρίτιδων	=	οστεοαρθρίτιδα
οστεοαρθρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοαρθρικό
οστεοαρθρικέ	adj	κλητική ενικού του οστεοαρθρικός
οστεοαρθρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοαρθρική
οστεοαρθρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεοαρθρικός
οστεοαρθρικής	adj	γενική ενικού του οστεοαρθρική
οστεοαρθρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεοαρθρικός
οστεοαρθρικού	adj	γενική ενικού του οστεοαρθρικός
οστεοαρθρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεοαρθρικός
οστεοαρθρικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεοαρθρικός
οστεοαρθρικός	adj	σχετικός με τις αρθρώσεις των οστών
οστεοαρθρικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεοαρθρικός
οστεοαρχαιολογία	noun	ο κλάδος της επιστημονικής μελέτης των ανθρώπινων οστών σε αρχαιολογικούς χώρους
οστεοαρχαιολογίας	=	οστεοαρχαιολογία
οστεοαρχαιολογίες	=	οστεοαρχαιολογία
οστεοαρχαιολογιών	=	οστεοαρχαιολογία
οστεοβλάστες	=	οστεοβλάστη
οστεοβλάστη	noun	μονοπύρηνο κύτταρο από το οποίο αναπτύσσεται το οστό
οστεοβλάστης	=	οστεοβλάστη
οστεοβλαστών	=	οστεοβλάστη
οστεογένεια	noun	η οστεογένεση
οστεογένειας	=	οστεογένεια
οστεογένειες	=	οστεογένεια
οστεογένεση	noun	η φυσική ή τεχνητή διαδικασία της γένεσης οστών
οστεογένεσης	=	οστεογένεση
οστεογενές	=	οστεογενής
οστεογενέσεις	=	οστεογένεση
οστεογενέσεων	=	οστεογένεση
οστεογενή	=	οστεογενής
οστεογενής	adj	που διαπλάστηκε ή σχηματίστηκε από οστό ή συναποτελείται από οστά
οστεογενείς	=	οστεογενής
οστεογενειών	=	οστεογένεια
οστεογενούς	=	οστεογενής
οστεογενών	=	οστεογενής
οστεογονία	noun	η οστεογένεση
οστεογονίας	=	οστεογονία
οστεογονίες	=	οστεογονία
οστεογονικά	=	οστεογονικός
οστεογονικέ	=	οστεογονικός
οστεογονικές	=	οστεογονικός
οστεογονική	=	οστεογονικός
οστεογονικής	=	οστεογονικός
οστεογονικοί	=	οστεογονικός
οστεογονικού	=	οστεογονικός
οστεογονικούς	=	οστεογονικός
οστεογονικό	=	οστεογονικός
οστεογονικός	adj	άλλη μορφή του οστεογενής
οστεογονικών	=	οστεογονικός
οστεογονιών	=	οστεογονία
οστεογόνα	=	οστεογόνος
οστεογόνας	=	οστεογόνος
οστεογόνε	=	οστεογόνος
οστεογόνες	=	οστεογόνος
οστεογόνο	=	οστεογόνος
οστεογόνοι	=	οστεογόνος
οστεογόνος	adj	αυτός που παράγει οστό
οστεογόνου	=	οστεογόνος
οστεογόνους	=	οστεογόνος
οστεογόνων	=	οστεογόνος
οστεοειδές	=	οστεοειδής
οστεοειδή	=	οστεοειδής
οστεοειδής	adj	που είναι όμοιος με οστό
οστεοειδείς	=	οστεοειδής
οστεοειδούς	=	οστεοειδής
οστεοειδών	=	οστεοειδής
οστεοενσωματούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοενσωματούμενο
οστεοενσωματούμενε	verb	κλητική ενικού του οστεοενσωματούμενος
οστεοενσωματούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοενσωματούμενη
οστεοενσωματούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεοενσωματούμενος
οστεοενσωματούμενης	verb	γενική ενικού του οστεοενσωματούμενη
οστεοενσωματούμενο	verb	αιτιατική ενικού του οστεοενσωματούμενος
οστεοενσωματούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεοενσωματούμενος
οστεοενσωματούμενος	verb	που έχει ενσωματωθεί σε οστό
οστεοενσωματούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οστεοενσωματούμενος
οστεοενσωματούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οστεοενσωματούμενος
οστεοενσωματούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οστεοενσωματούμενος
οστεοθήκες	=	οστεοθήκη
οστεοθήκη	noun	δοχείο στο οποίο τοποθετούνται τα οστά των νεκρών μετά την εκταφή τους
οστεοθήκης	=	οστεοθήκη
οστεοθηκών	=	οστεοθήκη
οστεοκλασία	noun	χειρουργική διαδικασία κατά την οποία ο χειρουργός θραύει οστό για την θεραπευτικούς λόγους (διόρθωση παραμόρφωσης κ.λπ.)
οστεοκλασίας	=	οστεοκλασία
οστεοκλασίες	=	οστεοκλασία
οστεοκλασιών	=	οστεοκλασία
οστεοκόλλος	noun|rare	το φυτό σύμφυτον / σύμφυτο
οστεολίθου	=	οστεόλιθος
οστεολίθους	=	οστεόλιθος
οστεολίθων	=	οστεόλιθος
οστεολογία	noun	τομέας της ιατρικής που ασχολείται με την μελέτη, την θεραπεία και την αποκατάσταση των οστών
οστεολογίας	noun	γενική ενικού του οστεολογία
οστεολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεολογία
οστεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεολογικό
οστεολογικέ	adj	κλητική ενικού του οστεολογικός
οστεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεολογική
οστεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεολογικός
οστεολογικής	adj	γενική ενικού του οστεολογική
οστεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεολογικός
οστεολογικού	adj	γενική ενικού του οστεολογικός
οστεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεολογικός
οστεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεολογικός
οστεολογικός	adj	σχετικός με την οστεολογία
οστεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεολογικός
οστεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οστεολογία
οστεολυσία	noun	άλλη μορφή του οστεόλυση
οστεολυσίας	=	οστεολυσία
οστεολυσίες	=	οστεολυσία
οστεολυσιών	=	οστεολυσία
οστεολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεολυτικό
οστεολυτικέ	adj	κλητική ενικού του οστεολυτικός
οστεολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεολυτική
οστεολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεολυτικός
οστεολυτικής	adj	γενική ενικού του οστεολυτική
οστεολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεολυτικός
οστεολυτικού	adj	γενική ενικού του οστεολυτικός
οστεολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεολυτικός
οστεολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεολυτικός
οστεολυτικός	adj	που έχει σχέση με τη οστεόλυση / οστεολυσία, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
οστεολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεολυτικός
οστεολύσεις	=	οστεόλυση
οστεολύσεων	=	οστεόλυση
οστεομέτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομέτρης
οστεομαλάκυνση	noun	άλλη μορφή του οστεομαλακία
οστεομαλάκυνσης	=	οστεομαλάκυνση
οστεομαλακία	noun	ασθένεια που χαρακτηρίζεται από τη μαλάκυνση των οστών λόγω ανεπαρκών επιπέδων διαθέσιμων φωσφορικών αλάτων, ασβεστίου και βιταμίνης D
οστεομαλακίας	=	οστεομαλακία
οστεομαλακίες	=	οστεομαλακία
οστεομαλακιών	=	οστεομαλακία
οστεομαλακυνσία	noun	άλλη μορφή του οστεομαλακία
οστεομαλακυνσίας	=	οστεομαλακυνσία
οστεομαλακυνσίες	=	οστεομαλακυνσία
οστεομαλακυνσιών	=	οστεομαλακυνσία
οστεομαλακύνσεις	=	οστεομαλάκυνση
οστεομαλακύνσεων	=	οστεομαλάκυνση
οστεομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομέτρηση
οστεομετρία	noun	η μέτρηση των οστών ενός σκελετού (ανθρώπων ή ζώων)
οστεομετρίας	=	οστεομετρία
οστεομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομετρία
οστεομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομετρικό
οστεομετρικέ	adj	κλητική ενικού του οστεομετρικός
οστεομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομετρική
οστεομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεομετρικός
οστεομετρικής	adj	γενική ενικού του οστεομετρική
οστεομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεομετρικός
οστεομετρικού	adj	γενική ενικού του οστεομετρικός
οστεομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεομετρικός
οστεομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεομετρικός
οστεομετρικός	adj	σχετικός με την οστεομετρία
οστεομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεομετρικός
οστεομετριών	=	οστεομετρία
οστεομυελίτιδα	noun	φλεγμονή του μυελού των οστών η (γενικότερα) φλεγμονή των οστών
οστεομυελίτιδας	=	οστεομυελίτιδα
οστεομυελίτιδες	=	οστεομυελίτιδα
οστεομυελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομυελικό
οστεομυελικέ	adj	κλητική ενικού του οστεομυελικός
οστεομυελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεομυελική
οστεομυελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεομυελικός
οστεομυελικής	adj	γενική ενικού του οστεομυελική
οστεομυελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεομυελικός
οστεομυελικού	adj	γενική ενικού του οστεομυελικός
οστεομυελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεομυελικός
οστεομυελικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεομυελικός
οστεομυελικός	adj	που έχει σχέση με τα οστά και τον μυελό ή αναφέρεται σ’ αυτά
οστεομυελικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεομυελικός
οστεομυελιτίδων	=	οστεομυελίτιδα
οστεοπάθεια	noun	πάθηση των οστών
οστεοπάθειας	=	οστεοπάθεια
οστεοπάθειες	=	οστεοπάθεια
οστεοπαθειών	=	οστεοπάθεια
οστεοπλασία	noun	οστέωση, οστεογένεση, οστεοποίηση
οστεοπλασίας	=	οστεοπλασία
οστεοπλασίες	=	οστεοπλασία
οστεοπλασιών	=	οστεοπλασία
οστεοπλαστία	noun	οστεοπλαστική
οστεοπλαστίας	=	οστεοπλαστία
οστεοπλαστίες	=	οστεοπλαστία
οστεοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοπλαστικό
οστεοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοπλαστική
οστεοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση για επιδιόρθωση των οστών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστικής	adj	γενική ενικού του οστεοπλαστική
οστεοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστικού	adj	γενική ενικού του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστικός	adj	σχετικός με την οστεοπλασία
οστεοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεοπλαστικός
οστεοπλαστιών	=	οστεοπλαστία
οστεοποίηση	noun	οστεογένεση, οστέωση
οστεοποίησης	=	οστεοποίηση
οστεοποιήσεις	=	οστεοποίηση
οστεοποιήσεων	=	οστεοποίηση
οστεοποιώ	verb	κοκαλοποιώ, οστεοποιούμαι, μετατρέπω σε οστίτη ιστό
οστεοπορωτικά	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικέ	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικές	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτική	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικής	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικοί	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικού	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικούς	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικό	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορωτικός	adj	που σχετίζεται με την οστεοπόρωση
οστεοπορωτικών	=	οστεοπορωτικός
οστεοπορώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοπόρωση
οστεοπορώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οστεοπόρωση
οστεοπορώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οστεοπόρωση
οστεοπόρωση	noun	χρόνια πάθηση των οστών κατά τη οποία μειώνεται η πυκνότητα, η ελαστικότητα και η ανθεκτικότητά τους, αυξάνεται η εύθραυστότητά τους καθώς και ο κίνδυνος καταγμάτων
οστεοπόρωσης	noun	γενική ενικού του οστεοπόρωση
οστεορραγία	noun	αιμορραγία που είναι αποτέλεσμα ρήξης οστού
οστεορραγίας	noun	γενική ενικού του οστεορραγία
οστεορραγίες	=	οστεορραγία
οστεορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του οστεορραγία
οστεορραφία	noun	χειρουργική επέμβαση κατά την οποία θραύσματα σπασμένου οστού ράβονται μεταξύ τους
οστεορραφίας	=	οστεορραφία
οστεορραφίες	=	οστεορραφία
οστεορραφιών	=	οστεορραφία
οστεοσάρκωμα	noun	τύπος καρκίνου που αναπτύσσεται στα οστά
οστεοσαρκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οστεοσάρκωμα
οστεοσαρκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοσάρκωμα
οστεοσαρκώματος	noun	γενική ενικού του οστεοσάρκωμα
οστεοσκλήρυνση	noun	αύξηση της οστικής πυκνότητας
οστεοσκλήρυνσης	=	οστεοσκλήρυνση
οστεοσκλήρωση	noun	άλλη μορφή του οστεοσκλήρυνση
οστεοσκλήρωσης	=	οστεοσκλήρωση
οστεοσκληρύνσεις	=	οστεοσκλήρυνση
οστεοσκληρύνσεων	=	οστεοσκλήρυνση
οστεοσκληρώσεις	=	οστεοσκλήρωση
οστεοσκληρώσεων	=	οστεοσκλήρωση
οστεοτομία	noun	χειρουργική πρακτική, αρθροπλαστική, η οποία γίνεται με τομή στο οστό της άρθρωσης
οστεοτομίας	noun	γενική ενικού του οστεοτομία
οστεοτομίες	=	οστεοτομία
οστεοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του οστεοτομία
οστεοτρύπανα	=	οστεοτρύπανο
οστεοτρύπανο	noun	ειδικό τρυπάνι για χειρουργικές επεμβάσεις σε οστά
οστεοτρύπανου	=	οστεοτρύπανο
οστεοτρύπανων	=	οστεοτρύπανο
οστεοφυΐα	noun	η οστέωση
οστεοφυΐας	=	οστεοφυΐα
οστεοφυΐες	=	οστεοφυΐα
οστεοφυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεοφυλάκιο
οστεοφυλάκιο	noun	ειδικός χώρος, συνήθως σε νεκροταφείο, που φυλάσσονται τα οστά των νεκρών, μέσα σε ειδικά κουτιά, μετά την εκταφή
οστεοφυλάκιου	=	οστεοφυλάκιο
οστεοφυλακίου	noun	γενική ενικού του οστεοφυλάκιο
οστεοφυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του οστεοφυλάκιο
οστεοφυμάτων	=	οστεόφυμα
οστεοφυϊών	=	οστεοφυΐα
οστεοφόρος	adj|rare	που περιέχει οστά μέσα του (πέτρωμα, έδαφος κ.λπ.)
οστεοφύματα	=	οστεόφυμα
οστεοφύματος	=	οστεόφυμα
οστεοφύτου	=	οστεόφυτο
οστεοφύτων	=	οστεόφυτο
οστεοψαθυρώσεις	=	οστεοψαθύρωση
οστεοψαθυρώσεων	=	οστεοψαθύρωση
οστεοψαθύρωση	noun	γενετική διαταραχή κατά την οποία τα οστά κάποιου είναι πολύ πιο εύθραυστα από το σύνηθες ή το φυσιολογικό
οστεοψαθύρωσης	=	οστεοψαθύρωση
οστεωδυνία	noun	ο πόνος σε ένα ή περισσότερα οστά
οστεωδυνίας	noun	γενική ενικού του οστεωδυνία
οστεωδυνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωδυνία
οστεωδυνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωδυνικό
οστεωδυνικέ	adj	κλητική ενικού του οστεωδυνικός
οστεωδυνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωδυνική
οστεωδυνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεωδυνικός
οστεωδυνικής	adj	γενική ενικού του οστεωδυνική
οστεωδυνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεωδυνικός
οστεωδυνικού	adj	γενική ενικού του οστεωδυνικός
οστεωδυνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεωδυνικός
οστεωδυνικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεωδυνικός
οστεωδυνικός	adj	που έχει σχέση με την οστεωδυνία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οστεωδυνικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεωδυνικός
οστεωδυνιών	noun	γενική πληθυντικού του οστεωδυνία
οστεωδών	=	οστεώδης
οστεωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οστέωμα
οστεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωμένο
οστεωμένε	verb	κλητική ενικού του οστεωμένος
οστεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωμένη
οστεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεωμένος
οστεωμένης	verb	γενική ενικού του οστεωμένη
οστεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οστεωμένος
οστεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεωμένος
οστεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οστεωμένος
οστεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οστεωμένος
οστεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οστεωμένος
οστεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωτικό
οστεωτικέ	adj	κλητική ενικού του οστεωτικός
οστεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεωτική
οστεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστεωτικός
οστεωτικής	adj	γενική ενικού του οστεωτική
οστεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστεωτικός
οστεωτικού	adj	γενική ενικού του οστεωτικός
οστεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστεωτικός
οστεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του οστεωτικός
οστεωτικός	adj	σχετικός με τον σχηματισμό των οστών
οστεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του οστεωτικός
οστεϊνών	=	οστεΐνη
οστεόκολλα	noun|rare	είδος κόλλας που λαμβάνεται από οστά
οστεόλιθε	=	οστεόλιθος
οστεόλιθο	=	οστεόλιθος
οστεόλιθοι	=	οστεόλιθος
οστεόλιθος	noun	περιοχή αυξημένης οστικής μάζας
οστεόλιθου	=	οστεόλιθος
οστεόλιθους	=	οστεόλιθος
οστεόλιθων	=	οστεόλιθος
οστεόλιπε	=	οστεόλιπος
οστεόλιπο	=	οστεόλιπος
οστεόλιποι	=	οστεόλιπος
οστεόλιπος	noun	οστέινη λιπαρή μάζα
οστεόλιπου	=	οστεόλιπος
οστεόλιπους	=	οστεόλιπος
οστεόλιπων	=	οστεόλιπος
οστεόλυση	noun	διάλυση του οστικού ιστού
οστεόλυσης	=	οστεόλυση
οστεόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστεόμετρο
οστεόμορφος	adj|rare	που έχει τη μορφή οστού, που μοιάζει με οστό
οστεόφυμα	noun	οστεόφυτο
οστεόφυτα	=	οστεόφυτο
οστεόφυτο	noun	μικρή ανώμαλη ανάπτυξη οστού (εξόστωση) που σχηματίζεται κατά μήκος των παρυφών της άρθρωσης
οστεόφυτου	=	οστεόφυτο
οστεόφυτων	=	οστεόφυτο
οστεώδεις	=	οστεώδης
οστεώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οστεώδης
οστεώδη	=	οστεώδης
οστεώδης	adj|formal	πολύ αδύνατος, με εμφανή τα οστά του
οστεώδους	=	οστεώδης
οστεώδων	=	οστεώδης
οστεώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστέωμα
οστεώματος	noun	γενική ενικού του οστέωμα
οστεώνομαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος οστεώνω
οστεώνω	verb|rare	μετατρέπω κάτι σε οστό
οστεώσεις	=	οστέωση
οστεώσεων	=	οστέωση
οστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστικό
οστικέ	adj	κλητική ενικού του οστικός
οστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστική
οστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστικός
οστικής	adj	γενική ενικού του οστική
οστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστικός
οστικού	adj	γενική ενικού του οστικός
οστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστικός
οστικό	adj	αιτιατική ενικού του οστικός
οστικός	adj	που έχει σχέση με τα οστά ή αναφέρεται σ’ αυτά
οστικών	adj	γενική πληθυντικού του οστικός
οστιτών	=	οστίτης
οστιών	noun	γενική πληθυντικού του όστια
οστομία	noun	τεχνητή δημιουργία στομίας χειρουργικά, είτε για το έντερο, είτε για τα ούρα, όταν λόγω ασθένειας η φυσιολογική όδευση δεν είναι εφικτή
οστομίας	noun	γενική ενικού του οστομία
οστομίες	=	οστομία
οστομιών	noun	γενική πληθυντικού του οστομία
οστού	noun	γενική ενικού του οστό
οστούν	=	οστό
οστπολιτίκ	noun	) η εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ της Δυτικής Γερμανίας και της Ανατολικής Ευρώπης, και ιδιαίτερα της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ή Ανατολικής Γερμανίας) που ξεκίνησε το 1969
οστράκου	noun	γενική ενικού του όστρακο
οστράκων	noun	γενική πληθυντικού του όστρακο
οστράκωση	noun	μορφή απολίθωσης οργανισμών κατά την οποία ξένες ουσίες καλύπτουν ή γεμίζουν τα κενά με τρόπο ώστε τα σώματα να μοιάζουν με όστρακα
οστράκωσης	=	οστράκωση
οστρακιά	noun	λοιμώδης νόσος με εξάνθημα τη δεύτερη ημέρα
οστρακιάς	noun	γενική ενικού του οστρακιά
οστρακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρακιά
οστρακισμέ	noun	κλητική ενικού του οστρακισμός
οστρακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστρακισμός
οστρακισμού	noun	γενική ενικού του οστρακισμός
οστρακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οστρακισμός
οστρακισμό	noun	αιτιατική ενικού του οστρακισμός
οστρακισμός	noun	θεσμός του αρχαίου αθηναϊκού πολιτεύματος: ψηφοφορία με όστρακα για την απομάκρυνση από την Αθήνα για δέκα χρόνια εκείνου του πολίτη που θεωρούνταν από τους περισσότερους ψηφοφόρους επικίνδυνος για το δημοκρατικό πολίτευμα
οστρακισμών	noun	γενική πληθυντικού του οστρακισμός
οστρακιών	=	οστρακιά
οστρακοειδές	=	οστρακοειδής
οστρακοειδή	noun	θαλάσσια μαλάκια (ή του γλυκού νερού) που περιλαμβάνουν διάφορες κατηγορίες, όπως τα δίθυρα (Bivalvia), τα γαστερόποδα (Gastropoda) και τα κεφαλόποδα (Cephalopoda)
οστρακοειδής	adj	που είναι όμοιος με όστρακο
οστρακοειδείς	=	οστρακοειδής
οστρακοειδούς	=	οστρακοειδής
οστρακοειδών	=	οστρακοειδής
οστρακοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια οστράκων
οστρακοκαλλιέργειας	=	οστρακοκαλλιέργεια
οστρακοκαλλιέργειες	=	οστρακοκαλλιέργεια
οστρακοκαλλιεργειών	=	οστρακοκαλλιέργεια
οστρακολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τα όστρακα
οστρακολογίας	noun	γενική ενικού του οστρακολογία
οστρακολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρακολογία
οστρακολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οστρακολογία
οστρακοφόρα	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρας	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρε	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρες	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρο	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόροι	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρος	adj	που φέρει όστρακο
οστρακοφόρου	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρους	=	οστρακοφόρος
οστρακοφόρων	=	οστρακοφόρος
οστρακωδών	=	οστρακώδης
οστρακόδερμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρακόδερμο
οστρακόδερμε	=	οστρακόδερμος
οστρακόδερμες	=	οστρακόδερμος
οστρακόδερμη	=	οστρακόδερμος
οστρακόδερμης	=	οστρακόδερμος
οστρακόδερμο	noun	υδρόβιο ζώο (μαλάκιο, καρκινοειδές κ.λπ.) που γύρω από το σώμα του έχει όστρακο
οστρακόδερμοι	=	οστρακόδερμος
οστρακόδερμος	adj	που περιβάλλεται από όστρακο
οστρακόδερμου	adj	γενική ενικού του οστρακόδερμος	noun	γενική ενικού του οστρακόδερμο
οστρακόδερμους	=	οστρακόδερμος
οστρακόδερμων	=	οστρακόδερμος
οστρακώδεις	=	οστρακώδης
οστρακώδες	=	οστρακώδης
οστρακώδη	=	οστρακώδης
οστρακώδης	adj	που είναι όμοιος με όστρακο
οστρακώδους	=	οστρακώδης
οστρακώσεις	=	οστράκωση
οστρακώσεων	=	οστράκωση
οστρεοκαλλιέργεια	noun	η εκτροφή / καλλιέργεια όστρεων / στρειδιών για βρώση
οστρεοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του οστρεοκαλλιέργεια
οστρεοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρεοκαλλιέργεια
οστρεοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του οστρεοκαλλιέργεια
οστρεοκομία	noun	η εκτροφή οστρέων, στρειδιών δηλαδή και άλλων οστρακοειδών
οστρεοκομίας	noun	γενική ενικού του οστρεοκομία
οστρεοκομίες	=	οστρεοκομία
οστρεοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του οστρεοκομία
οστρεοτροφία	noun	η οστρεοκαλλιέργεια
οστρεοτροφίας	=	οστρεοτροφία
οστρεοτροφίες	=	οστρεοτροφία
οστρεοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρεοτροφείο
οστρεοτροφείο	noun	μονάδα εκτροφής στρειδιών (οστρέων)
οστρεοτροφείου	noun	γενική ενικού του οστρεοτροφείο
οστρεοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του οστρεοτροφείο
οστρεοτροφιών	=	οστρεοτροφία
οστρεοτρόφε	=	οστρεοτρόφος
οστρεοτρόφο	=	οστρεοτρόφος
οστρεοτρόφοι	=	οστρεοτρόφος
οστρεοτρόφος	noun	που ασχολείται (επαγγελματικά) με την οστρεοτροφία / οστρεοκαλλιέργεια
οστρεοτρόφου	=	οστρεοτρόφος
οστρεοτρόφους	=	οστρεοτρόφος
οστρεοτρόφων	=	οστρεοτρόφος
οστρεοφαγία	noun|rare	η κατανάλωση στρειδιών (ή γενικά οστρακοειδών) σε μεγάλες ποσότητες
οστρεοφαγίας	noun	γενική ενικού του οστρεοφαγία
οστρεοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του οστρεοφαγία
οστρογοτθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρογοτθικό
οστρογοτθικέ	adj	κλητική ενικού του οστρογοτθικός
οστρογοτθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρογοτθική
οστρογοτθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οστρογοτθικός
οστρογοτθικής	adj	γενική ενικού του οστρογοτθική
οστρογοτθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οστρογοτθικός
οστρογοτθικού	adj	γενική ενικού του οστρογοτθικός
οστρογοτθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οστρογοτθικός
οστρογοτθικό	adj	αιτιατική ενικού του οστρογοτθικός
οστρογοτθικός	adj	σχετικός με τους Οστρογότθους
οστρογοτθικών	adj	γενική πληθυντικού του οστρογοτθικός
οστρογότθε	=	οστρογότθος
οστρογότθο	=	οστρογότθος
οστρογότθοι	=	οστρογότθος
οστρογότθος	noun	ο Οστρογότθος
οστρογότθου	=	οστρογότθος
οστρογότθους	=	οστρογότθος
οστρογότθων	=	οστρογότθος
οστρυά	noun	άλλη μορφή του οστρύα
οστρυάς	=	οστρυά
οστρυές	=	οστρυά
οστρυών	noun	γενική πληθυντικού του οστρύα
οστρύα	noun	δέντρο που ανηκει στην οικογένεια Betulaceae (Σημυδοειδή: όπως και η σημύδα, ο γάβρος, η φουντουκιά κ.ά.) και στην τάξη των Φηγωδών (Fagales)
οστρύας	noun	γενική ενικού του οστρύα
οστρύες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οστρύα
οστό	noun	οποιοδήποτε μέρος σκελετού ζώου
οστών	noun	γενική πληθυντικού του οστό
οσυ	abbrev	εταιρεία διαχείρισης και λειτουργίας των οδικών μέσων μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα
οσφράνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφράνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφράνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφράνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όσφρηση
οσφρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του όσφρηση
οσφρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του όσφρηση
οσφραίνομαι	verb	μυρίζω κάτι, το αντιλαμβάνομαι με την όσφρηση
οσφραινόμουν	=	οσφραίνομαι
οσφρανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφρανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οσφραίνομαι
οσφραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφραντικό
οσφραντικέ	adj	κλητική ενικού του οσφραντικός
οσφραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφραντική
οσφραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσφραντικός
οσφραντικής	adj	γενική ενικού του οσφραντική
οσφραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσφραντικός
οσφραντικοτήτων	=	οσφραντικότητα
οσφραντικού	adj	γενική ενικού του οσφραντικός
οσφραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσφραντικός
οσφραντικό	adj	αιτιατική ενικού του οσφραντικός
οσφραντικός	adj	που αναφέρεται στην αίσθηση της όσφρησης
οσφραντικότητα	noun	η οσφρητική / ασφραντική ικανότητα
οσφραντικότητας	=	οσφραντικότητα
οσφραντικότητες	=	οσφραντικότητα
οσφραντικών	adj	γενική πληθυντικού του οσφραντικός
οσφρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφρητικό
οσφρητικέ	adj	κλητική ενικού του οσφρητικός
οσφρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφρητική
οσφρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσφρητικός
οσφρητικής	adj	γενική ενικού του οσφρητική
οσφρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσφρητικός
οσφρητικοτήτων	=	οσφρητικότητα
οσφρητικού	adj	γενική ενικού του οσφρητικός
οσφρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσφρητικός
οσφρητικό	adj	αιτιατική ενικού του οσφρητικός
οσφρητικός	adj	σχετικός με την όσφρηση
οσφρητικότητα	noun	η οσφρητική / ασφραντική ικανότητα
οσφρητικότητας	=	οσφρητικότητα
οσφρητικότητες	=	οσφρητικότητα
οσφρητικών	adj	γενική πληθυντικού του οσφρητικός
οσφυαλγία	noun	πόνος στην οσφυική μοίρα της ράχης, στη μέση
οσφυαλγίας	noun	γενική ενικού του οσφυαλγία
οσφυαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφυαλγία
οσφυαλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφυαλγικό
οσφυαλγικέ	adj	κλητική ενικού του οσφυαλγικός
οσφυαλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφυαλγική
οσφυαλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσφυαλγικός
οσφυαλγικής	adj	γενική ενικού του οσφυαλγική
οσφυαλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσφυαλγικός
οσφυαλγικού	adj	γενική ενικού του οσφυαλγικός
οσφυαλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσφυαλγικός
οσφυαλγικό	adj	αιτιατική ενικού του οσφυαλγικός
οσφυαλγικός	adj	σχετικός με την οσφυαλγία
οσφυαλγικών	adj	γενική πληθυντικού του οσφυαλγικός
οσφυαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του οσφυαλγία
οσφυοκάμπτες	=	οσφυοκάμπτης
οσφυοκάμπτη	=	οσφυοκάμπτης
οσφυοκάμπτης	noun|formal	ο υποτελής, ο δουλοπρεπής
οσφυοκαμπτών	=	οσφυοκάμπτης
οσφυοκαμψία	noun|formal	η δουλοπρέπεια, η υποτέλεια
οσφυοκαμψίας	noun	γενική ενικού του οσφυοκαμψία
οσφυοκαμψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφυοκαμψία
οσφυοκαμψιών	noun	γενική πληθυντικού του οσφυοκαμψία
οσφυολαγόνια	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιας	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιε	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιες	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιη	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιο	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιοι	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιος	adj	που έχει σχέση με την οσφύ και τις λαγόνες ή αναφέρεται σ’ αυτά
οσφυολαγόνιου	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιους	=	οσφυολαγόνιος
οσφυολαγόνιων	=	οσφυολαγόνιος
οσφυοϊσχιαλγία	noun	συνδυασμός οσφυαλγίας και ισχιαλγίας.
οσφυοϊσχιαλγίας	=	οσφυοϊσχιαλγία
οσφυοϊσχιαλγίες	=	οσφυοϊσχιαλγία
οσφυοϊσχιαλγιών	=	οσφυοϊσχιαλγία
οσφυϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οσφυϊκός	adv	στην οσφυϊκή περιοχή
οσφυϊκέ	adj	κλητική ενικού του οσφυϊκός
οσφυϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οσφυϊκή
οσφυϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οσφυϊκός
οσφυϊκής	adj	γενική ενικού του οσφυϊκή
οσφυϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οσφυϊκός
οσφυϊκού	adj	γενική ενικού του οσφυϊκός
οσφυϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οσφυϊκός
οσφυϊκό	adj	αιτιατική ενικού του οσφυϊκός
οσφυϊκός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην οσφύ, στη μέση του ανθρώπου
οσφυϊκών	adj	γενική πληθυντικού του οσφυϊκός
οσφύ	=	οσφύς
οσφύες	=	οσφύς
οσφύος	=	οσφύς
οσφύς	noun|formal	η μέση· η περιοχή της ράχης μεταξύ του θώρακα και των γλουτών· αντιστοιχεί στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης
οσφύων	=	οσφύς
οσχέου	noun	γενική ενικού του όσχεο
οσχέων	noun	γενική πληθυντικού του όσχεο
οσχεοκήλες	=	οσχεοκήλη
οσχεοκήλη	noun	κήλη που εμφανίζεται στην περιοχή του όσχεου
οσχεοκήλης	=	οσχεοκήλη
οσχεοπλασία	noun	η οσχεοπλαστική
οσχεοπλασίας	=	οσχεοπλασία
οσχεοπλασίες	=	οσχεοπλασία
οσχεοπλασιών	=	οσχεοπλασία
οσχεοπλαστία	noun	η οσχεοπλαστική
οσχεοπλαστίας	=	οσχεοπλαστία
οσχεοπλαστίες	=	οσχεοπλαστία
οσχεοπλαστικές	=	οσχεοπλαστική
οσχεοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση στο όσχεο για την αποκατάσταση μιας οσχεοκήλης
οσχεοπλαστικής	=	οσχεοπλαστική
οσχεοπλαστικών	=	οσχεοπλαστική
οσχεοπλαστιών	=	οσχεοπλαστία
οσωνδήποτε	=	οσοσδήποτε
οτα	abbrev	αποτελεί την πρώτη βαθμίδα αιρετής διοίκησης σε τοπικό επίπεδο και ασχολιέται με την άσκηση πολιτικής σε επίπεδο Δήμου
οταβίνο	noun	πίκολο ή πίκολο φλάουτο
οτε	abbrev	εταιρεία για τις τηλεπικοινωνίες στην Ελλάδα (κρατική έως το 1996)
οτζίμπουε	noun	ομάδα γλωσσών της Βόρειας Αμερικής, των πρώτων λαών του σημερινού Καναδά και μέρους των σημερινών Ηνωμένων Πολιτειών
οτιδήποτε	pron	οποιοδήποτε πράγμα, ό,τι
οτκ	abbrev|informal	σύντμηση του ό,τι καλύτερο
οτοστόπ	noun	η προσπάθεια να σταματήσει κάποιος διερχόμενο ιδιωτικό όχημα και να επιβιβαστεί σε αυτό δωρεάν, απλώνοντας το χέρι του και δείχνοντας με τον αντίχειρά του προς την επιθυμητή κατεύθυνση
οτρηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οτρηρός
οτρηρέ	adj	κλητική ενικού του οτρηρός
οτρηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οτρηρή
οτρηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οτρηρός
οτρηρής	adj	γενική ενικού του οτρηρή
οτρηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οτρηρός
οτρηρού	adj	γενική ενικού του οτρηρός
οτρηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οτρηρός
οτρηρό	adj	αιτιατική ενικού του οτρηρός
οτρηρός	adj|archaic	εργατικός, δραστήριος
οτρηρών	adj	γενική πληθυντικού του οτρηρός
ου	particle	όχι (στη φράση ναι ή ου και σε στερεότυπες φράσεις της αρχαίας γλώσσας που επιβιώνουν)	noun	αρκουδοπούρναρο
ουάου	intj	επιφώνημα που δηλώνει έκπληξη, συνηθέστερα για κάτι καλό
ουίσκι	noun	οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται με απόσταξη από καρπούς δημητριακών· έχει καστανό χρώμα και μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ
ουίσκια	=	ουίσκι
ουίστ	noun	παιχνίδι με χαρτιά, παρόμοιο και πρόδρομος του μπριτζ
ουαλδένσιοι	=	βαλδένσιοι
ουαλικά	noun	κελτική γλώσσα που μιλιέται στην Ουαλία
ουαλικέ	adj	κλητική ενικού του ουαλικός
ουαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουαλική
ουαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουαλικός
ουαλικής	adj	γενική ενικού του ουαλική
ουαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουαλικός
ουαλικού	adj	γενική ενικού του ουαλικός
ουαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουαλικός
ουαλικό	adj	αιτιατική ενικού του ουαλικός
ουαλικός	adj	ο σχετικός με την Ουαλία και τους Ουαλούς
ουαλικών	adj	γενική πληθυντικού του ουαλικός
ουαλονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουαλονικό
ουαλονικέ	adj	κλητική ενικού του ουαλονικός
ουαλονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουαλονική
ουαλονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουαλονικός
ουαλονικής	adj	γενική ενικού του ουαλονική
ουαλονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουαλονικός
ουαλονικού	adj	γενική ενικού του ουαλονικός
ουαλονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουαλονικός
ουαλονικό	adj	αιτιατική ενικού του ουαλονικός
ουαλονικός	adj	που αναφέρεται στους Βαλλόνους, τους γαλλόφωνους Βέλγους
ουαλονικών	adj	γενική πληθυντικού του ουαλονικός
ουασάμπι	noun	είδος ιαπωνικού φυτού (Wasabia japonica)
ουαχαμπισμέ	noun	κλητική ενικού του ουαχαμπισμός
ουαχαμπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουαχαμπισμός
ουαχαμπισμού	noun	γενική ενικού του ουαχαμπισμός
ουαχαμπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουαχαμπισμός
ουαχαμπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ουαχαμπισμός
ουαχαμπισμός	noun	σουνιτικό κίνημα ευαγγελιζόμενο την επιστροφή στο αυθεντικό Ισλάμ, θεμελιωμένο στο Κοράνι και στην παράδοση του προφήτη Μωάμεθ
ουαχαμπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ουαχαμπισμός
ουβαολών	=	ουβαόλη
ουβαόλες	=	ουβαόλη
ουβαόλη	noun	τερπενική αλκοόλη (C₃₀H₅₀O₂) που βρίσκεται στο ελαιόλαδο
ουβαόλης	=	ουβαόλη
ουβερτούρα	noun	αυτόνομη μουσική σύνθεση που ακούγεται συνήθως πριν σηκωθεί η αυλαία, σε μία όπερα ή σε ένα ορατόριο
ουβερτούρας	=	ουβερτούρα
ουβερτούρες	=	ουβερτούρα
ουβερτούρων	=	ουβερτούρα
ουγγαρέζα	=	ούγγρος
ουγγαρέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουγγαρέζικο
ουγγαρέζικε	adj	κλητική ενικού του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουγγαρέζικη
ουγγαρέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζικης	adj	γενική ενικού του ουγγαρέζικη
ουγγαρέζικο	adj	αιτιατική ενικού του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζικος	adj	άλλη μορφή του ουγγρικός
ουγγαρέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ουγγαρέζικος
ουγγαρέζος	=	ούγγρος
ουγγιά	noun	μάζας κυρίως για την μέτρηση του χρυσού και αντιστοιχεί σε 1/12 ή 1/16 της ευγενούς ή κοινής λίβρας αντιστοίχως (31,10 ή 28,32 γραμμάρια)
ουγγιάς	=	ουγγιά
ουγγιές	=	ουγγιά
ουγγιών	=	ουγγιά
ουγγρικά	noun	η ουγγρική γλώσσα που ανήκει στις ουραλικές γλώσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουγγρικό
ουγγρικέ	adj	κλητική ενικού του ουγγρικός
ουγγρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουγγρική
ουγγρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουγγρικός
ουγγρικής	adj	γενική ενικού του ουγγρική
ουγγρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουγγρικός
ουγγρικού	adj	γενική ενικού του ουγγρικός
ουγγρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουγγρικός
ουγγρικό	adj	αιτιατική ενικού του ουγγρικός
ουγγρικός	adj	σχετικός με την Ουγγαρία ή τους Ούγγρους
ουγγρικών	adj	γενική πληθυντικού του ουγγρικός
ουγγρόφωνα	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνε	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνες	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνη	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνης	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνο	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνοι	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα ουγγρικά
ουγγρόφωνου	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνους	=	ουγγρόφωνος
ουγγρόφωνων	=	ουγγρόφωνος
ουγκαριτικά	noun	η ουγκαριτική γλώσσα: σημιτική γλώσσα του 14ου έως 12ο αιώνα πΚΕ της πόλης Ουγκαρίτ (στη βόρεια Συρία).	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουγκαριτικό, ουδέτερο του ουγκαριτικός
ουγκαριτικών	=	ουγκαριτικά
ουγκιά	noun	άλλη γραφή του ουγγιά
ουγκιάς	=	ουγκιά
ουγκιές	=	ουγκιά
ουγκιών	=	ουγκιά
ουδέ	conj	ούτε
ουδέν	=	ουδείς
ουδέποτε	adv|formal	ποτέ
ουδέτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ουδέτερος	adv	με ουδέτερο τρόπο, με ουδετερότητα
ουδέτερε	adj	κλητική ενικού του ουδέτερος
ουδέτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουδέτερη
ουδέτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουδέτερος
ουδέτερης	adj	γενική ενικού του ουδέτερη
ουδέτερο	noun	το γένος ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων, μετοχών ή αντωνυμιών που δεν αντιστοιχεί ούτε στο αρσενικό, ούτε στο θηλυκό γένος.	adj	αιτιατική ενικού του ουδέτερος
ουδέτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουδέτερος
ουδέτερος	adj	που δεν παίρνει θέση, που δεν τάσσεται υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης σχετικά με ένα θέμα, ο αμέτοχος, ο αδιάφορος
ουδέτερου	adj	γενική ενικού του ουδέτερος
ουδέτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουδέτερος
ουδέτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ουδέτερος
ουδαμού	adv|formal	πουθενά
ουδαμόθεν	adv|archaic	από κανένα τόπο
ουδαμώς	adv	καθόλου, διόλου
ουδείς	pron|formal	κανείς / κανένας
ουδεμία	=	ουδείς
ουδετέρου	adj	γενική ενικού του ουδέτερος
ουδετέρων	adj	γενική πληθυντικού του ουδέτερος στο αρσενικό και στο ουδέτερο γένος
ουδετερονίου	noun	γενική ενικού του ουδετερόνιο
ουδετερονίων	noun	γενική πληθυντικού του ουδετερόνιο
ουδετεροπενία	noun	η κατάσταση των χαμηλών τιμών ουδετερόφιλων κοκκιοκυττάρων στο αίμα, κάτω των 1500/μl, η οποία καθιστά τον οργανισμό πιο ευάλωτο σε λοιμώξεις.
ουδετεροπενίας	=	ουδετεροπενία
ουδετεροπενίες	=	ουδετεροπενία
ουδετεροπενιών	=	ουδετεροπενία
ουδετεροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ουδετεροποιώ
ουδετεροποίησης	=	ουδετεροποίηση
ουδετεροποιήσεις	=	ουδετεροποίηση
ουδετεροποιήσεων	=	ουδετεροποίηση
ουδετεροποιώ	verb	καθιστώ κάτι ουδέτερο ή αμερόληπτο
ουδετεροτήτων	=	ουδετερότητα
ουδετεροφιλία	noun|formal	η ιδιότητα του ουδετερόφιλου
ουδετεροφιλίας	=	ουδετεροφιλία
ουδετεροφιλίες	=	ουδετεροφιλία
ουδετεροφιλιών	=	ουδετεροφιλία
ουδετερόδυνος	adj|rare	που αφορά ραδιοφωνικό δέκτη στον οποίο η χωρητικότητα μεταξύ ηλεκτροδίων που προκαλεί αστάθεια των τριοδικών λυχνιών ραδιοσυχνοτήτων ακυρώνεται ή «εξουδετερώνεται», για να αποφευχθούν παρασιτικές συχνότητες
ουδετερόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουδετερόνιο
ουδετερόνιο	noun	το νετρόνιο
ουδετερόνιου	=	ουδετερόνιο
ουδετερότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι ουδέτερο(ς), η ιδιότητα του ουδέτερου
ουδετερότητας	noun	γενική ενικού του ουδετερότητα
ουδετερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουδετερότητα
ουδετερόφιλα	noun	Τα ουδετερόφιλα κοκκιοκύτταρα είναι λευκά αιμοσφαίρια και ανήκουν στο ανοσοποιητικό σύστημα σαν τα βασεόφιλα και τα ηωσινόφιλα, αλλά δεν αντιδρούν ούτε στις βάσεις ούτε στα οξέα.
ουδετερόφιλε	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλες	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλη	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλης	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλο	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλοι	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλος	adj	που επιλέγει την ουδετερότητα, το να είναι ουδέτερος, να μην επιλέγει πλευρές σε αντιπαλότητες
ουδετερόφιλου	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλους	=	ουδετερόφιλος
ουδετερόφιλων	=	ουδετερόφιλος
ουδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουδός
ουδού	noun	γενική ενικού του ουδός
ουδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουδός
ουδό	noun	αιτιατική ενικού του ουδός
ουδόλως	adv	καθόλου
ουδός	noun|formal	η ελάχιστη τιμή, ισχύς, ποσότητα (ανάλογα με το πεδίο αναφοράς) ενός ερεθίσματος, μιας μεταβολής, μιας ουσίας, προκειμένου κάτι να γίνει αντιληπτό, ανιχνεύσιμο, να προκαλέσει επίδραση· (κυριολεκτικά) το κατώφλι
ουδών	noun	γενική πληθυντικού του ουδός
ουεφα	abbrev	Ένωση Ευρωπαϊκών Ποδοσφαιρικών Ομοσπονδιών
ουζάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουζάδικο
ουζάδικο	noun	κατάστημα στο οποίο σερβίρεται ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά με μεζέ
ουζάδικου	noun	γενική ενικού του ουζάδικο
ουζάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ουζάδικο
ουζάκι	noun	υποκοριστικό του ούζο
ουζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουζάκι
ουζερί	noun	κατάστημα στο οποίο σερβίρεται ούζο και άλλα οινοπνευματώδη ποτά με μεζέ
ουζμπέκικα	noun	άλλη μορφή του ουζμπεκικά
ουζμπέκικων	=	ουζμπέκικα
ουζμπεκικά	noun	τουρκική γλώσσα που μιλιέται στην κεντρική Ασία από περισσότερους από 19 εκατομμύρια ανθρώπους
ουζμπεκικών	=	ουζμπεκικά
ουζοκατάνυξη	noun	πολύ μεγάλη κατανάλωση ούζου μαζί με παρέα
ουζοκατάνυξης	=	ουζοκατάνυξη
ουζοκατανύξεις	=	ουζοκατάνυξη
ουζοκατανύξεων	=	ουζοκατάνυξη
ουζομεζέ	=	ουζομεζές
ουζομεζέδες	=	ουζομεζές
ουζομεζέδων	=	ουζομεζές
ουζομεζές	noun	μεζές που συνοδεύει το ούζο
ουζομεζεδοπωλεία	=	ουζομεζεδοπωλείο
ουζομεζεδοπωλείο	noun	κατάστημα όπου μπορεί κάποιος να φάει ορεκτικά πίνοντας ούζο
ουζομεζεδοπωλείου	=	ουζομεζεδοπωλείο
ουζομεζεδοπωλείων	=	ουζομεζεδοπωλείο
ουζοποσία	noun	η πόση μεγάλης ποσότητας ούζου
ουζοποσίας	=	ουζοποσία
ουζοποσίες	=	ουζοποσία
ουζοποσιών	=	ουζοποσία
ουζοποτών	=	ουζοπότης
ουζοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουζοπωλείο
ουζοπωλείο	noun	κατάστημα ή χώρος όπου πωλείται ούζο
ουζοπωλείου	noun	γενική ενικού του ουζοπωλείο
ουζοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ουζοπωλείο
ουζοπωλών	=	ουζοπώλης
ουζοπότες	=	ουζοπότης
ουζοπότη	=	ουζοπότης
ουζοπότης	noun	κάποιος που επιδίδεται σε ουζοποσία
ουζοπώλες	=	ουζοπώλης
ουζοπώλη	=	ουζοπώλης
ουζοπώλης	noun	αυτός που σερβίρει κατά κύριο λόγο ούζα στο κατάστημά του, στο ουζοπωλείο
ουζόνι	noun	είναι μία βελόνα η οποία βοηθάει για να γίνει σωστά η συρραφή μαξιλαριών και στρωμάτων.
ουιγουρικά	noun	τουρκική γλώσσα που μιλιέται στην κεντρική Ασία και στο Καζακστάν
ουιγουρικών	=	ουιγουρικά
ουισκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουισκάκι
ουισκιού	=	ουίσκι
ουισκιών	=	ουίσκι
ουκ	particle	άλλη μορφή του ου πριν από φωνήεν
ουκέτι	adv|archaic	όχι πια, όχι στο εξής
ουκρανικά	adv	χρησιμοποιώντας την ουκρανική γλώσσα	noun	η ουκρανική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Ουκρανία
ουκρανικέ	adj	κλητική ενικού του ουκρανικός
ουκρανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουκρανική
ουκρανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουκρανικός
ουκρανικής	adj	γενική ενικού του ουκρανική
ουκρανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουκρανικός
ουκρανικού	adj	γενική ενικού του ουκρανικός
ουκρανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουκρανικός
ουκρανικό	adj	αιτιατική ενικού του ουκρανικός
ουκρανικός	adj	σχετικός με τους Ουκρανούς και την Ουκρανία, τη γλώσσα της και τον πολιτισμό της
ουκρανικών	adj	γενική πληθυντικού του ουκρανικός
ουλάνε	=	ουλάνος
ουλάνο	=	ουλάνος
ουλάνοι	=	ουλάνος
ουλάνος	noun	λογχοφόρος ιππέας του παλιότερου πολωνικού, πρωσικού, αυστριακού και ρωσικού στρατού
ουλάνου	=	ουλάνος
ουλάνους	=	ουλάνος
ουλάνων	=	ουλάνος
ουλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουλή
ουλή	noun	σημάδι πάνω στο δέρμα, από πληγή που έχει κλείσει
ουλής	noun	γενική ενικού του ουλή
ουλίτιδα	noun	φλεγμονή των ούλων
ουλίτιδας	=	ουλίτιδα
ουλίτιδες	=	ουλίτιδα
ουλίτιδων	=	ουλίτιδα
ουλαμέ	noun	κλητική ενικού του ουλαμός
ουλαμαγέ	noun	κλητική ενικού του ουλαμαγός
ουλαμαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουλαμαγός
ουλαμαγού	noun	γενική ενικού του ουλαμαγός
ουλαμαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουλαμαγός
ουλαμαγό	noun	αιτιατική ενικού του ουλαμαγός
ουλαμαγός	noun	διοικητής ουλαμού
ουλαμαγών	noun	γενική πληθυντικού του ουλαμαγός
ουλαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουλαμός
ουλαμού	noun	γενική ενικού του ουλαμός
ουλαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουλαμός
ουλαμό	noun	αιτιατική ενικού του ουλαμός
ουλαμός	noun	υπομονάδα του στρατού ξηράς, μικρότερη της ίλης ή της πυροβολαρχίας, που αριθμεί περίπου 30 άνδρες, ισοδύναμο προς τη διμοιρία πεζικού.
ουλαμών	noun	γενική πληθυντικού του ουλαμός
ουλεμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουλεμάς
ουλεμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουλεμάς
ουλεμάδων	noun	γενική πληθυντικού του ουλεμάς
ουλεμάς	noun	ο γνώστης του ισλαμικού ιερού νόμου
ουλικά	=	ουλικός
ουλικέ	=	ουλικός
ουλικές	=	ουλικός
ουλική	=	ουλικός
ουλικής	=	ουλικός
ουλικοί	=	ουλικός
ουλικού	=	ουλικός
ουλικούς	=	ουλικός
ουλικό	=	ουλικός
ουλικός	adj	αυτός που σχετίζεται με τα ούλα
ουλικών	=	ουλικός
ουλοποίηση	noun	η διαδικασία αποκατάστασης τραυματισμένων ιστών μέσω σχηματισμού ουλής
ουλοποίησης	=	ουλοποίηση
ουλοποιήσεις	=	ουλοποίηση
ουλοποιήσεων	=	ουλοποίηση
ουλορραγία	noun	αιμορραγία των ούλων
ουλορραγίας	noun	γενική ενικού του ουλορραγία
ουλορραγίες	=	ουλορραγία
ουλορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του ουλορραγία
ουλτιμάτο	noun	ελληνοποιημένη μορφή του άκλιτου ουλτιμάτουμ
ουλωδών	=	ουλώδης
ουλώδεις	=	ουλώδης
ουλώδες	=	ουλώδης
ουλώδη	=	ουλώδης
ουλώδης	adj	που είναι γεμάτος ουλές
ουλώδους	=	ουλώδης
ουλών	=	ουλή
ουμάμι	noun	η αλμυρή γεύση τροφίμων όπως τα φύκια, τα αλατισμένα ψάρια, τα παλαιωμένα τυριά και τα κρέατα
ουμανίστρια	noun	ουμανιστής
ουμανίστριας	noun	γενική ενικού του ουμανίστρια
ουμανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουμανίστρια
ουμανισμέ	noun	κλητική ενικού του ουμανισμός
ουμανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουμανισμός
ουμανισμού	noun	γενική ενικού του ουμανισμός
ουμανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουμανισμός
ουμανισμό	noun	αιτιατική ενικού του ουμανισμός
ουμανισμός	noun	φιλοσοφία που θέτει τον άνθρωπο και τις ανάγκες του στο κέντρο κάθε δραστηριότητας και ως κεντρικό άξονα κάθε απόφασης
ουμανισμών	noun	γενική πληθυντικού του ουμανισμός
ουμανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουμανιστής
ουμανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουμανιστής
ουμανιστής	noun	ανθρωπιστής
ουμανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουμανιστικό	adv	κατά τρόπο ουμανιστικό
ουμανιστικέ	adj	κλητική ενικού του ουμανιστικός
ουμανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουμανιστική
ουμανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουμανιστικός
ουμανιστικής	adj	γενική ενικού του ουμανιστική
ουμανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουμανιστικός
ουμανιστικού	adj	γενική ενικού του ουμανιστικός
ουμανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουμανιστικός
ουμανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ουμανιστικός
ουμανιστικός	adj	σχετικός με τον ουμανισμό
ουμανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ουμανιστικός
ουμανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ουμανίστρια
ουμανιστών	noun	γενική πληθυντικού του ουμανιστής
ουμμέτι	noun	κοινότητα των Μουσουλμάνων
ουν	=	κρυψίνους
ουνία	noun	ο χαρακτηρισμός οποιασδήποτε χριστιανικής ορθόδοξης εκκλησίας που αποδέχθηκε το δόγμα του καθολικισμού και αναγνωρίζει την εξουσία και το πρωτείο του πάπα της Ρώμης, διατηρώντας παράλληλα τον τρόπο διοίκησης και άλλους εξωτερικούς τύπους των ορθοδόξων
ουνίας	=	ουνία
ουνίες	=	ουνία
ουνίτες	=	ουνίτης
ουνίτη	=	ουνίτης
ουνίτης	noun	οπαδός της ουνίας
ουνίτισσα	=	ουνίτης
ουνίτισσας	noun	γενική ενικού του ουνίτισσα
ουνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουνίτισσα
ουνιβερσαλισμέ	=	ουνιβερσαλισμός
ουνιβερσαλισμοί	=	ουνιβερσαλισμός
ουνιβερσαλισμού	=	ουνιβερσαλισμός
ουνιβερσαλισμούς	=	ουνιβερσαλισμός
ουνιβερσαλισμό	=	ουνιβερσαλισμός
ουνιβερσαλισμός	noun	η πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι θα σωθούν τελικά, ανεξάρτητα από τις πράξεις τους στη ζωή τους, ύστερα από μία διαδικασία εξαγνισμού κατά τη μεταθανάτια ζωή
ουνιβερσαλισμών	=	ουνιβερσαλισμός
ουνιταριανά	=	ουνιταριανός
ουνιταριανέ	=	ουνιταριανός
ουνιταριανές	=	ουνιταριανός
ουνιταριανή	=	ουνιταριανός
ουνιταριανής	=	ουνιταριανός
ουνιταριανοί	=	ουνιταριανός
ουνιταριανού	=	ουνιταριανός
ουνιταριανούς	=	ουνιταριανός
ουνιταριανό	=	ουνιταριανός
ουνιταριανός	adj	ο πιστός του ουνιταριανισμού
ουνιταριανών	=	ουνιταριανός
ουνιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουνιτικό
ουνιτικέ	adj	κλητική ενικού του ουνιτικός
ουνιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουνιτική
ουνιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουνιτικός
ουνιτικής	adj	γενική ενικού του ουνιτική
ουνιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουνιτικός
ουνιτικού	adj	γενική ενικού του ουνιτικός
ουνιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουνιτικός
ουνιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ουνιτικός
ουνιτικός	adj	σχετικός με τους ουνίτες ή την ουνία
ουνιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ουνιτικός
ουνιτισμέ	=	ουνιτισμός
ουνιτισμοί	=	ουνιτισμός
ουνιτισμού	=	ουνιτισμός
ουνιτισμούς	=	ουνιτισμός
ουνιτισμό	=	ουνιτισμός
ουνιτισμός	noun	το δόγμα, η πρακτική της ουνίας
ουνιτισμών	=	ουνιτισμός
ουνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ουνίτισσα
ουνιτών	=	ουνίτης
ουνιών	=	ουνία
ουπανισάδες	noun	ινδουιστικά ιερά κείμενα, επεξηγηματικά παραρτήματα των βεδών
ουπανισάδων	=	ουπανισάδες
ουπανισάντ	noun	ινδουιστικά ιερά κείμενα, επεξηγηματικά παραρτήματα των βεδών
ουπς	intj	χρησιμοποιείται για να δηλωθεί λάθος ή γκάφα ή μικρό ατύχημα, συνήθως με υπόνοια ντροπής ή/και μετάνοιας
ουρά	noun	προέκταση της σπονδυλικής στήλης αρκετών θηλαστικών, η κέρκος
ουράνια	noun|literary	άλλη μορφή του ουρανοί, πληθυντικός αριθμός του ουρανός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ουράνιος
ουράνιας	adj	γενική ενικού του ουράνια
ουράνιε	adj	κλητική ενικού του ουράνιος
ουράνιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουράνια
ουράνιο	adj	αιτιατική ενικού του ουράνιος	noun	χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 92 και χημικό σύμβολο το U, βαρύ, αργυρόλευκο, με μεταλλική λάμψη, τοξικό και ραδιενεργό που ισότοπά του χρησιμοποιούνται σε πυρηνικούς αντιδραστήρες και σε πυρηνικά όπλα.
ουράνιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουράνιος
ουράνιος	adj	σχετικός με τον ουρανό ή που βρίσκεται στον ουρανό ή προέρχεται από τον ουρανό
ουράνιου	adj	γενική ενικού του ουράνιος
ουράνιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουράνιος
ουράνιων	adj	γενική πληθυντικού του ουράνιος
ουράς	noun	γενική ενικού του ουρά
ουρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρά
ουρήθρα	noun	πόρος που συνδέει την ουροδόχο κύστη προς το εξωτερικό του σώματος
ουρήθρας	noun	γενική ενικού του ουρήθρα
ουρήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρήθρα
ουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσαν	=	ουρώ
ουρήσανε	=	ουρώ
ουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούρηση
ουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ούρηση
ουρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ούρηση
ουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσουνε	=	ουρώ
ουρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ουρί	noun	καθεμιά από τις όμορφες κοπέλες που περιμένουν στον Παράδεισο τους πιστούς μουσουλμάνους σύμφωνα με το Κοράνι
ουρία	noun	αζωτούχος κρυσταλλική ανθρακική ουσία που περιέχεται στα ούρα (και αλλού: αίμα, χολή κ.λπ.), αλλά χρησιμοποιείται και στην παρασκευή λιπασμάτων κ.ά.	adj|formal	θηλυκό του ούριος
ουρίας	noun	γενική ενικού του ουρία
ουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρία
ουρίνωμα	noun	η διαφυγή ούρων από διαταραχή της αποχετευτικής μοίρας του ουροποιητικού συστήματος σε οποιοδήποτε επίπεδο από τους νεφρικούς κάλυκες μέχρι την ουρήθρα
ουρίτσα	noun	μικρή ουρά
ουρίτσας	=	ουρίτσα
ουρίτσες	=	ουρίτσα
ουραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουραίος
ουραίας	adj	γενική ενικού του ουραία
ουραίε	adj	ουραίος, στην κλητική του ενικού
ουραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουραία
ουραίο	noun	τμήμα του κλείστρου τουφεκίου
ουραίοι	adj	ουραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ουραίος	adj	που βρίσκεται ή ανήκει στην ουρά
ουραίου	adj	γενική ενικού του ουραίος
ουραίους	adj	ουραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ουραίων	=	ουραίος
ουραγέ	noun	κλητική ενικού του ουραγός
ουραγία	noun|archaic	η οπισθοφυλακή
ουραγίας	=	ουραγία
ουραγίες	=	ουραγία
ουραγιών	=	ουραγία
ουραγκάν	noun|dated	συνώνυμο του ραγάνι
ουραγκοτάγκος	=	ουρακοτάγκος
ουραγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουραγός
ουραγού	noun	γενική ενικού του ουραγός
ουραγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουραγός
ουραγό	noun	αιτιατική ενικού του ουραγός
ουραγός	noun	αυτός που βρίσκεται στην οπισθοφυλακή
ουραγών	noun	γενική πληθυντικού του ουραγός
ουραιμία	noun	η εμφάνιση υψηλών επιπέδων ουρίας στο αίμα
ουραιμίας	noun	γενική ενικού του ουραιμία
ουραιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουραιμία
ουραιμικά	=	ουραιμικός
ουραιμικέ	=	ουραιμικός
ουραιμικές	=	ουραιμικός
ουραιμική	=	ουραιμικός
ουραιμικής	=	ουραιμικός
ουραιμικοί	=	ουραιμικός
ουραιμικού	=	ουραιμικός
ουραιμικούς	=	ουραιμικός
ουραιμικό	=	ουραιμικός
ουραιμικός	adj	που έχει σχέση με την ουραιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ουραιμικών	=	ουραιμικός
ουραιμιών	noun	γενική πληθυντικού του ουραιμία
ουρακίλες	=	ουρακίλη
ουρακίλη	noun	η απομεθυλιωμένη μορφή της θυμίνης του DNA
ουρακίλης	=	ουρακίλη
ουρακιλών	=	ουρακίλη
ουρακοτάγκε	noun	κλητική ενικού του ουρακοτάγκος
ουρακοτάγκο	noun	αιτιατική ενικού του ουρακοτάγκος
ουρακοτάγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρακοτάγκος
ουρακοτάγκος	noun	ανθρωπόμορφος πίθηκος του γένους Pongo της υποοικογένειας Ponginae
ουρακοτάγκου	noun	γενική ενικού του ουρακοτάγκος
ουρακοτάγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουρακοτάγκος
ουρακοτάγκων	noun	γενική πληθυντικού του ουρακοτάγκος
ουρακοτάνγκος	=	ουρακοτάγκος
ουραλικά	=	ουραλικός
ουραλικέ	=	ουραλικός
ουραλικές	=	ουραλικός
ουραλική	=	ουραλικός
ουραλικής	=	ουραλικός
ουραλικοί	=	ουραλικός
ουραλικού	=	ουραλικός
ουραλικούς	=	ουραλικός
ουραλικό	=	ουραλικός
ουραλικός	adj	που έχει σχέση με τα Ουράλια όρη (ή τον Ουράλη ποταμό) ή αναφέρεται σ’ αυτά
ουραλικών	=	ουραλικός
ουραλοαλταϊκά	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκέ	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκές	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκή	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκής	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκοί	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκού	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκούς	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκό	=	ουραλοαλταϊκός
ουραλοαλταϊκός	adj	που έχει σχέση με τα Ουράλια και τα Αλτάια όρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
ουραλοαλταϊκών	=	ουραλοαλταϊκός
ουρανέ	noun	κλητική ενικού του ουρανός
ουρανή	=	ουρανής
ουρανής	adj	που έχει ανοιχτό γαλάζιο χρώμα, σαν του ουρανού
ουρανί	=	ουρανής
ουρανίου	adj	γενική ενικού του ουράνιος	noun|formal	γενική ενικού του ουράνιο
ουρανίσκε	noun	κλητική ενικού του ουρανίσκος
ουρανίσκο	noun	αιτιατική ενικού του ουρανίσκος
ουρανίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρανίσκος
ουρανίσκος	noun	το επάνω τμήμα στο εσωτερικό της στοματικής κοιλότητας
ουρανίσκου	noun	γενική ενικού του ουρανίσκος
ουρανίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουρανίσκος
ουρανίσκων	noun	γενική πληθυντικού του ουρανίσκος
ουρανίων	=	ουράνιο
ουρανιά	=	ουρανής
ουρανιάς	=	ουρανής
ουρανιές	=	ουρανής
ουρανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανικό
ουρανικέ	adj	κλητική ενικού του ουρανικός
ουρανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανική
ουρανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρανικός
ουρανικής	adj	γενική ενικού του ουρανική
ουρανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρανικός
ουρανικού	adj	γενική ενικού του ουρανικός
ουρανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρανικός
ουρανικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρανικός
ουρανικός	adj	που σχηματίζεται όταν η γλώσσα ακουμπά στο σκληρό ουρανίσκο
ουρανικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρανικός
ουρανιοί	=	ουρανής
ουρανιού	=	ουρανής
ουρανιούς	=	ουρανής
ουρανισκόφωνα	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνε	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνες	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνη	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνης	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνο	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνοι	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνος	adj|dated	άλλη μορφή του ουρανικός
ουρανισκόφωνου	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνους	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισκόφωνων	=	ουρανισκόφωνος
ουρανισμέ	=	ουρανισμός
ουρανισμοί	=	ουρανισμός
ουρανισμού	=	ουρανισμός
ουρανισμούς	=	ουρανισμός
ουρανισμό	=	ουρανισμός
ουρανισμός	noun	η ανδρική παθητική ομοφυλοφιλία
ουρανισμών	=	ουρανισμός
ουρανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανιστής
ουρανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουρανιστής
ουρανιστής	noun|dated	ομοφυλόφιλος (όρος του τέλους του 19ου / αρχών του 20ου αιώνα)
ουρανιστών	noun	γενική πληθυντικού του ουρανιστής
ουρανιών	=	ουρανής
ουρανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρανός
ουρανοβάμον	=	ουρανοβάμων
ουρανοβάμονα	=	ουρανοβάμων
ουρανοβάμονας	=	ουρανοβάμων
ουρανοβάμονες	=	ουρανοβάμων
ουρανοβάμονος	=	ουρανοβάμων
ουρανοβάμων	adj|formal	ο αιθεροβάμων
ουρανοβάτες	=	ουρανοβάτης
ουρανοβάτη	=	ουρανοβάτης
ουρανοβάτης	adj|formal	ο αιθεροβάμων
ουρανοβαμόνων	=	ουρανοβάμων
ουρανοβατώ	verb	αιθεροβατώ, ονειροβατώ
ουρανοβατών	=	ουρανοβάτης
ουρανοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ουρανοβατώ
ουρανογείτον	=	ουρανογείτων
ουρανογείτονα	=	ουρανογείτων
ουρανογείτονας	=	ουρανογείτων
ουρανογείτονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανογείτων
ουρανογείτονος	=	ουρανογείτων
ουρανογείτων	adj|poetic	που «γειτονεύει» με τον ουρανό, υψηλός, απόκρημνος
ουρανογειτόνων	=	ουρανογείτων
ουρανογνωσία	noun|dated	η γνώση των ουράνιων σωμάτων και η σχετική έρευνα
ουρανογνωσίας	=	ουρανογνωσία
ουρανογνωσίες	=	ουρανογνωσία
ουρανογνωσιών	=	ουρανογνωσία
ουρανογραφία	noun	πεδίο της αστρονομίας που συνδυάζεται με τη χαρτογραφία, που ασχολείται με την καταγραφή και αποτύπωση των αστέρων, των αστερισμών, των γαλαξιών και, γενικότερα, όλων των ουράνιων αντικειμένων
ουρανογραφίας	noun	γενική ενικού του ουρανογραφία
ουρανογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανογραφία
ουρανογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανογραφικό
ουρανογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ουρανογραφικός
ουρανογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανογραφική
ουρανογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρανογραφικός
ουρανογραφικής	adj	γενική ενικού του ουρανογραφική
ουρανογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρανογραφικός
ουρανογραφικού	adj	γενική ενικού του ουρανογραφικός
ουρανογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρανογραφικός
ουρανογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρανογραφικός
ουρανογραφικός	adj	σχετικός με την ουρανογραφία
ουρανογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρανογραφικός
ουρανογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ουρανογραφία
ουρανοδόξαρα	=	ουρανοδόξαρο
ουρανοδόξαρο	noun|figurative	το ουράνιο τόξο
ουρανοδόξαρου	=	ουρανοδόξαρο
ουρανοδόξαρων	=	ουρανοδόξαρο
ουρανοθέμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανοθέμελο
ουρανοθέμελο	noun|literary	το θεμέλιο του ουρανού και (κατ’ επέκταση) ο ουρανός, ο ορίζοντας
ουρανοθέμελου	=	ουρανοθέμελο
ουρανοθέμελων	=	ουρανοθέμελο
ουρανοκατέβατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ουρανοκατέβατος	adv|figurative	με ουρανοκατέβατο τρόπο
ουρανοκατέβατε	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατες	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατη	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατης	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατοι	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατος	adj|literary	που κατεβαίνει / έρχεται από τον ουρανό ή από κάπου ψηλά
ουρανοκατέβατου	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατους	=	ουρανοκατέβατος
ουρανοκατέβατων	=	ουρανοκατέβατος
ουρανολίθου	=	ουρανόλιθος
ουρανολίθους	=	ουρανόλιθος
ουρανολίθων	=	ουρανόλιθος
ουρανολογία	noun|dated	η μελέτη του ουρανού και των ουράνιων σωμάτων
ουρανολογίας	=	ουρανολογία
ουρανολογίες	=	ουρανολογία
ουρανολογιών	=	ουρανολογία
ουρανομήκεις	=	ουρανομήκης
ουρανομήκη	=	ουρανομήκης
ουρανομήκης	adj|formal	που φτάνει ως τον ουρανό
ουρανομήκους	=	ουρανομήκης
ουρανομήκων	=	ουρανομήκης
ουρανομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στη μελέτη του ουρανού
ουρανομαντείας	=	ουρανομαντεία
ουρανομαντείες	=	ουρανομαντεία
ουρανομαντειών	=	ουρανομαντεία
ουρανοξυστών	noun	γενική πληθυντικού του ουρανοξύστης
ουρανοξύστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρανοξύστης
ουρανοξύστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουρανοξύστης
ουρανοξύστης	noun	πολύ ψηλό πολυώροφο κτήριο
ουρανού	noun	γενική ενικού του ουρανός
ουρανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουρανός
ουρανό	noun	αιτιατική ενικού του ουρανός
ουρανόθεν	adv	από τον ουρανό
ουρανόλιθε	=	ουρανόλιθος
ουρανόλιθο	=	ουρανόλιθος
ουρανόλιθοι	=	ουρανόλιθος
ουρανόλιθος	noun	λίθος που έχει πέσει απ’ τον ουρανό
ουρανόλιθου	=	ουρανόλιθος
ουρανόλιθους	=	ουρανόλιθος
ουρανόλιθων	=	ουρανόλιθος
ουρανόμηκες	=	ουρανομήκης
ουρανόπεμπτα	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτε	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτες	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτη	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτης	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτο	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτοι	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτος	adj	συνώνυμο του ουρανόσταλτος
ουρανόπεμπτου	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτους	=	ουρανόπεμπτος
ουρανόπεμπτων	=	ουρανόπεμπτος
ουρανός	noun	ο αέρας της ατμόσφαιρας και το διάστημα πέρα από αυτόν, όπως φαίνονται από τη γη, με σχήμα θόλου και βάση τον ορίζοντα
ουρανόσταλτα	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτε	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτες	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτη	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτης	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτο	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτοι	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτος	adj	θεόσταλτος, θεόπεμπτος
ουρανόσταλτου	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτους	=	ουρανόσταλτος
ουρανόσταλτων	=	ουρανόσταλτος
ουρανόχροον	=	ουρανόχρους
ουρανόχρους	adj	που έχει το χρώμα του ουρανού
ουρανών	noun	γενική πληθυντικού του ουρανός
ουρεί	=	ουρώ
ουρείς	=	ουρώ
ουρείτε	=	ουρώ
ουρηθρίτιδα	noun	φλεγμονή του ουρήθρας
ουρηθρίτιδας	=	ουρηθρίτιδα
ουρηθρίτιδες	=	ουρηθρίτιδα
ουρηθρίτιδων	=	ουρηθρίτιδα
ουρηθραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρηθραίος
ουρηθραίας	adj	γενική ενικού του ουρηθραία
ουρηθραίε	adj	ουρηθραίος, στην κλητική του ενικού
ουρηθραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθραία
ουρηθραίο	adj	ουρηθραίος, στην αιτιατική του ενικού
ουρηθραίοι	adj	ουρηθραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ουρηθραίος	adj	που έχει σχέση με την ουρήθρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ουρηθραίου	adj	γενική ενικού του ουρηθραίος
ουρηθραίους	adj	ουρηθραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ουρηθραίων	=	ουρηθραίος
ουρηθραλγία	noun	πόνος στην ουρήθρα
ουρηθραλγίας	noun	γενική ενικού του ουρηθραλγία
ουρηθραλγίες	=	ουρηθραλγία
ουρηθραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του ουρηθραλγία
ουρηθρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθρικό
ουρηθρικέ	adj	κλητική ενικού του ουρηθρικός
ουρηθρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθρική
ουρηθρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρηθρικός
ουρηθρικής	adj	γενική ενικού του ουρηθρική
ουρηθρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρηθρικός
ουρηθρικού	adj	γενική ενικού του ουρηθρικός
ουρηθρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρηθρικός
ουρηθρικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρηθρικός
ουρηθρικός	adj	που έχει σχέση με την ουρήθρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ουρηθρικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρηθρικός
ουρηθροεντερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροεντερικό
ουρηθροεντερικέ	adj	κλητική ενικού του ουρηθροεντερικός
ουρηθροεντερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροεντερική
ουρηθροεντερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρηθροεντερικός
ουρηθροεντερικής	adj	γενική ενικού του ουρηθροεντερική
ουρηθροεντερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροεντερικός
ουρηθροεντερικού	adj	γενική ενικού του ουρηθροεντερικός
ουρηθροεντερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρηθροεντερικός
ουρηθροεντερικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρηθροεντερικός
ουρηθροεντερικός	adj	που έχει σχέση με την ουρήθρα / ουρητήρα και το έντερο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ουρηθροεντερικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρηθροεντερικός
ουρηθροκολπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροκολπικό
ουρηθροκολπικέ	adj	κλητική ενικού του ουρηθροκολπικός
ουρηθροκολπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροκολπική
ουρηθροκολπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρηθροκολπικός
ουρηθροκολπικής	adj	γενική ενικού του ουρηθροκολπική
ουρηθροκολπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροκολπικός
ουρηθροκολπικού	adj	γενική ενικού του ουρηθροκολπικός
ουρηθροκολπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρηθροκολπικός
ουρηθροκολπικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρηθροκολπικός
ουρηθροκολπικός	adj	που έχει σχέση με την ουρήθρα και τον κόλπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ουρηθροκολπικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρηθροκολπικός
ουρηθροπλασία	noun	άλλη μορφή του ουρηθροπλαστική
ουρηθροπλασίας	=	ουρηθροπλασία
ουρηθροπλασίες	=	ουρηθροπλασία
ουρηθροπλασιών	=	ουρηθροπλασία
ουρηθροπλαστικά	=	ουρηθροπλαστικός
ουρηθροπλαστικέ	=	ουρηθροπλαστικός
ουρηθροπλαστικές	=	ουρηθροπλαστική
ουρηθροπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση μιας κατεστραμμένης ή κλειστής ουρήθρας
ουρηθροπλαστικής	=	ουρηθροπλαστική
ουρηθροπλαστικοί	=	ουρηθροπλαστικός
ουρηθροπλαστικού	=	ουρηθροπλαστικός
ουρηθροπλαστικούς	=	ουρηθροπλαστικός
ουρηθροπλαστικό	=	ουρηθροπλαστικός
ουρηθροπλαστικός	adj	που έχει σχέση με την ουρηθροπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ουρηθροπλαστικών	=	ουρηθροπλαστική
ουρηθροσκοπήσεις	=	ουρηθροσκόπηση
ουρηθροσκοπήσεων	=	ουρηθροσκόπηση
ουρηθροσκοπία	noun	άλλη μορφή του ουρηθροσκόπηση
ουρηθροσκοπίας	=	ουρηθροσκοπία
ουρηθροσκοπίες	=	ουρηθροσκοπία
ουρηθροσκοπίου	=	ουρηθροσκόπιο
ουρηθροσκοπίων	=	ουρηθροσκόπιο
ουρηθροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροσκοπικό
ουρηθροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροσκοπική
ουρηθροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπικής	adj	γενική ενικού του ουρηθροσκοπική
ουρηθροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπικού	adj	γενική ενικού του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπικός	adj	σχετικός με την ουρηθροσκοπία
ουρηθροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρηθροσκοπικός
ουρηθροσκοπιών	=	ουρηθροσκοπία
ουρηθροσκόπηση	noun	η εξέταση της ουρήθρας ενδοσκοπικά με ουρηθροσκόπιο
ουρηθροσκόπησης	=	ουρηθροσκόπηση
ουρηθροσκόπια	=	ουρηθροσκόπιο
ουρηθροσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η ουρηθροσκόπηση / ουρηθροσκοπία
ουρηθροσκόπιου	=	ουρηθροσκόπιο
ουρηθροσκόπιων	=	ουρηθροσκόπιο
ουρηθρών	noun	γενική πληθυντικού του ουρήθρα
ουρητήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουρητήρας
ουρητήρας	noun	ένας από τους δύο σωλήνες μαλακών μυϊκών ινών που συνδέουν τον νεφρό με την ουροδόχο κύστη
ουρητήρες	=	ουρητήρας
ουρητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητήριο
ουρητήριο	noun	κτίσμα το οποίο είναι ειδικά διαρρυθμισμένο για ούρηση
ουρητήριου	=	ουρητήριο
ουρητήρων	noun	γενική πληθυντικού του ουρητήρας
ουρητηρίου	noun	γενική ενικού του ουρητήριο
ουρητηρίτιδα	noun	φλεγμονή του ουρητήρα
ουρητηρίτιδας	=	ουρητηρίτιδα
ουρητηρίτιδες	=	ουρητηρίτιδα
ουρητηρίτιδων	=	ουρητηρίτιδα
ουρητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ουρητήριο
ουρητηροδερμοστομία	noun	δημιουργία στομίας στο δέρμα για να εκβάλλουν κατευθείαν οι ουρητήρες, σε περιπτώσεις καρκίνου της ουροδόχου κύστεως
ουρητηροδερμοστομίας	noun	γενική ενικού του ουρητηροδερμοστομία
ουρητηροδερμοστομίες	=	ουρητηροδερμοστομία
ουρητηροδερμοστομιών	noun	γενική πληθυντικού του ουρητηροδερμοστομία
ουρητηροκολπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητηροκολπικό
ουρητηροκολπικέ	adj	κλητική ενικού του ουρητηροκολπικός
ουρητηροκολπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητηροκολπική
ουρητηροκολπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρητηροκολπικός
ουρητηροκολπικής	adj	γενική ενικού του ουρητηροκολπική
ουρητηροκολπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρητηροκολπικός
ουρητηροκολπικού	adj	γενική ενικού του ουρητηροκολπικός
ουρητηροκολπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρητηροκολπικός
ουρητηροκολπικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρητηροκολπικός
ουρητηροκολπικός	adj	που έχει σχέση με τον ουρητήρα και τον κόλπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ουρητηροκολπικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρητηροκολπικός
ουρητηρολιθοτριψία	noun	ιατρική επέμβαση για τη διάσπαση και την επακόλουθη αφαίρεση «λίθων» που υπάρχουν στον ουρητήρα
ουρητηρολιθοτριψίας	=	ουρητηρολιθοτριψία
ουρητηρολιθοτριψίες	=	ουρητηρολιθοτριψία
ουρητηρολιθοτριψιών	=	ουρητηρολιθοτριψία
ουρητηρονεφροσκοπίου	=	ουρητηρονεφροσκόπιο
ουρητηρονεφροσκοπίων	=	ουρητηρονεφροσκόπιο
ουρητηρονεφροσκόπια	=	ουρητηρονεφροσκόπιο
ουρητηρονεφροσκόπιο	noun	ενδοσκοπικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και τη θεραπεία παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος· εισάγεται στην ουροδόχο κύστη μέσω της ουρήθρας και στη συνέχεια στον ουρητήρα και στα νεφρά
ουρητηρονεφροσκόπιου	=	ουρητηρονεφροσκόπιο
ουρητηρονεφροσκόπιων	=	ουρητηρονεφροσκόπιο
ουρητηροπυελοσκοπήσεις	=	ουρητηροπυελοσκόπηση
ουρητηροπυελοσκοπήσεων	=	ουρητηροπυελοσκόπηση
ουρητηροπυελοσκόπηση	noun	μέθοδος αφαίρεσης για πέτρες του νεφρού
ουρητηροπυελοσκόπησης	=	ουρητηροπυελοσκόπηση
ουρητηροσκοπήσεις	=	ουρητηροσκόπηση
ουρητηροσκοπήσεων	=	ουρητηροσκόπηση
ουρητηροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητηροσκοπικό
ουρητηροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητηροσκοπική
ουρητηροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκοπικής	adj	γενική ενικού του ουρητηροσκοπική
ουρητηροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκοπικού	adj	γενική ενικού του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με την ουρητηροσκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ουρητηροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρητηροσκοπικός
ουρητηροσκόπηση	noun	ενδοσκόπηση του ουρητήρα με ουρητηροσκόπιο
ουρητηροσκόπησης	=	ουρητηροσκόπηση
ουρητηροσκόπια	=	ουρητηροσκόπιο
ουρητηροσκόπιο	noun	ενδοσκόπιο για ουρητηροσκόπηση
ουρητηροσκόπιου	=	ουρητηροσκόπιο
ουρητηροσκόπιων	=	ουρητηροσκόπιο
ουρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητικό
ουρητικέ	adj	κλητική ενικού του ουρητικός
ουρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρητική
ουρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρητικός
ουρητικής	adj	γενική ενικού του ουρητική
ουρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρητικός
ουρητικού	adj	γενική ενικού του ουρητικός
ουρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρητικός
ουρητικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρητικός
ουρητικός	adj	σχετικός με τα ούρα, την ούρηση
ουρητικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρητικός
ουριά	=	ουρί
ουρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρικό
ουρικέ	adj	κλητική ενικού του ουρικός
ουρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρική
ουρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρικός
ουρικής	adj	γενική ενικού του ουρική
ουρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρικός
ουρικού	adj	γενική ενικού του ουρικός
ουρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρικός
ουρικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρικός
ουρικός	adj	σχετικός με τα ούρα
ουρικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρικός
ουρινωμάτων	=	ουρίνωμα
ουρινώματα	=	ουρίνωμα
ουρινώματος	=	ουρίνωμα
ουριοδρομία	noun	η πλεύση ιστιοφόρου με ούριο άνεμο
ουριοδρομίας	=	ουριοδρομία
ουριοδρομίες	=	ουριοδρομία
ουριοδρομιών	=	ουριοδρομία
ουριοδρομώ	verb	πλέω έχοντας ευνοϊκό άνεμο
ουριοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ουριοδρομώ
ουριού	=	ουρί
ουριών	noun	γενική πληθυντικού του ουρία
ουρλιάζω	verb	βγάζω μακρόσυρτη, δυνατή κραυγή
ουρλιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ουρλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούρλιασμα
ουρλιάσματος	noun	γενική ενικού του ούρλιασμα
ουρλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ούρλιασμα
ουρλιαχτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρλιαχτό
ουρλιαχτού	=	ουρλιαχτό
ουρλιαχτό	noun	η άγρια και μακρόσυρτη κραυγή από ζώο ή άνθρωπο
ουρλιαχτών	=	ουρλιαχτό
ουρμπανισμέ	=	ουρμπανισμός
ουρμπανισμοί	=	ουρμπανισμός
ουρμπανισμού	=	ουρμπανισμός
ουρμπανισμούς	=	ουρμπανισμός
ουρμπανισμό	=	ουρμπανισμός
ουρμπανισμός	noun	ο σχεδιασμός αναφορικά με την εδαφική επέκταση των πόλεων ή την οικοδομική διευθέτηση νέων περιοχών· η πολεοδομία
ουρμπανισμών	=	ουρμπανισμός
ουρογεννητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρογεννητικό
ουρογεννητικέ	adj	κλητική ενικού του ουρογεννητικός
ουρογεννητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρογεννητική
ουρογεννητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρογεννητικός
ουρογεννητικής	adj	γενική ενικού του ουρογεννητική
ουρογεννητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρογεννητικός
ουρογεννητικού	adj	γενική ενικού του ουρογεννητικός
ουρογεννητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρογεννητικός
ουρογεννητικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρογεννητικός
ουρογεννητικός	adj	σχετικός με τις λειτουργίες ούρησης και αναπαραγωγής
ουρογεννητικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρογεννητικός
ουρογραφία	noun	ιατρική εξέταση που χρησιμοποιείται για να εξετάσει το ουροποιητικό σύστημα ενός ασθενούς
ουρογραφίας	=	ουρογραφία
ουρογραφίες	=	ουρογραφία
ουρογραφιών	=	ουρογραφία
ουρογυναικολογία	noun	εξειδίκευση της γυναικολογίας που αφορά στη διάγνωση και θεραπεία των διαταραχών του ουροποιητικού συστήματος και του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος
ουρογυναικολογίας	=	ουρογυναικολογία
ουρογυναικολογίες	=	ουρογυναικολογία
ουρογυναικολογιών	=	ουρογυναικολογία
ουροδελή	noun	ζώα της τάξης των αμφιβίων που διατηρούν ουρά καθ’ όλη τη ζωή τους, έχουν επίμηκες σώμα, συχνά τέσσερα πόδια, και αναπαράγονται κυρίως σε υδάτινα περιβάλλοντα
ουροδελών	=	ουροδελή
ουροδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροδοχείο
ουροδοχείο	noun	σκεύος που χρησιμεύει στην ούρηση
ουροδοχείου	noun	γενική ενικού του ουροδοχείο
ουροδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του ουροδοχείο
ουροδοχών	=	ουροδόχη
ουροδυναμικά	=	ουροδυναμικός
ουροδυναμικέ	=	ουροδυναμικός
ουροδυναμικές	=	ουροδυναμική
ουροδυναμική	noun	η μελέτη της δυναμικής της ροής των ούρων μέσω του ουροποιητικού συστήματος
ουροδυναμικής	=	ουροδυναμική
ουροδυναμικοί	=	ουροδυναμικός
ουροδυναμικού	=	ουροδυναμικός
ουροδυναμικούς	=	ουροδυναμικός
ουροδυναμικό	=	ουροδυναμικός
ουροδυναμικός	adj	που έχει σχέση με την ουροδυναμική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ουροδυναμικών	=	ουροδυναμική
ουροδόχα	=	ουροδόχος
ουροδόχε	=	ουροδόχος
ουροδόχες	=	ουροδόχη
ουροδόχη	noun|formal	άλλη μορφή του ουροδοχείο
ουροδόχης	=	ουροδόχη
ουροδόχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ουροδόχος
ουροδόχοι	=	ουροδόχος
ουροδόχος	adj	που δέχεται τα ούρα
ουροδόχου	=	ουροδόχος
ουροδόχους	=	ουροδόχος
ουροδόχων	=	ουροδόχος
ουροθήλια	=	ουροθήλιο
ουροθήλιο	noun	βλεννογόνος ιστός που καλύπτει τα εσωτερικά όργανα του ουροποιητικού συστήματος, όπως η ουροδόχος κύστη, η ουρήθρα και οι νεφρικοί κάλυκες
ουροθήλιου	=	ουροθήλιο
ουροθήλιων	=	ουροθήλιο
ουροθηλίου	=	ουροθήλιο
ουροθηλίων	=	ουροθήλιο
ουροθηλιακά	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακέ	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακές	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακή	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακής	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακοί	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακού	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακούς	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακό	=	ουροθηλιακός
ουροθηλιακός	adj	που έχει σχέση με το ουροθήλιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
ουροθηλιακών	=	ουροθηλιακός
ουρολάγνα	=	ουρολάγνος
ουρολάγνας	=	ουρολάγνος
ουρολάγνε	=	ουρολάγνος
ουρολάγνες	=	ουρολάγνος
ουρολάγνο	=	ουρολάγνος
ουρολάγνοι	=	ουρολάγνος
ουρολάγνος	adj	αυτός που διακατέχεται από ουρολαγνεία
ουρολάγνου	=	ουρολάγνος
ουρολάγνους	=	ουρολάγνος
ουρολάγνων	=	ουρολάγνος
ουρολίθου	noun	γενική ενικού του ουρόλιθος
ουρολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουρόλιθος
ουρολίθων	noun	γενική πληθυντικού του ουρόλιθος
ουρολαγνεία	noun	σεξουαλική παρέκκλιση κατά την οποία το άτομο ηδονίζεται από τη θέα, την όσφρηση ή την πόση ούρων, από την επαφή με τα ούρα του ερωτικού συντρόφου ή από τη λειτουργία της ούρησης (τη δικιά του ή άλλου)
ουρολαγνείας	=	ουρολαγνεία
ουρολαγνείες	=	ουρολαγνεία
ουρολαγνειών	=	ουρολαγνεία
ουρολιθίαση	noun	ιατρική κατάσταση κατά την οποία σχηματίζονται πέτρες στα νεφρά, την ουροδόχο κύστη ή τους ουρητήρες
ουρολιθίασης	=	ουρολιθίαση
ουρολιθιάσεις	=	ουρολιθίαση
ουρολιθιάσεων	=	ουρολιθίαση
ουρολοίμωξη	noun	λοίμωξη που πλήττει το ουροποιητικό σύστημα
ουρολοίμωξης	=	ουρολοίμωξη
ουρολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με το ουρολογικό σύστημα
ουρολογίας	noun	γενική ενικού του ουρολογία
ουρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρολογία
ουρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρολογικό
ουρολογικέ	adj	κλητική ενικού του ουρολογικός
ουρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρολογική
ουρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρολογικός
ουρολογικής	adj	γενική ενικού του ουρολογική
ουρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρολογικός
ουρολογικού	adj	γενική ενικού του ουρολογικός
ουρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρολογικός
ουρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρολογικός
ουρολογικός	adj	σχετικός με την ουρολογία
ουρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρολογικός
ουρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ουρολογία
ουρολοιμώξεις	=	ουρολοίμωξη
ουρολοιμώξεων	=	ουρολοίμωξη
ουρολόγε	noun	κλητική ενικού του ουρολόγος
ουρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ουρολόγος
ουρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρολόγος
ουρολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην ουρολογία
ουρολόγου	noun	γενική ενικού του ουρολόγος
ουρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουρολόγος
ουρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ουρολόγος
ουρομαντεία	noun	υποτιθέμενη πρόβλεψη του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση των ούρων ενός αρρώστου
ουρομαντείας	=	ουρομαντεία
ουρομαντείες	=	ουρομαντεία
ουρομαντειών	=	ουρομαντεία
ουροογκολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη διαχείριση των όγκων του ουροποιητικού συστήματος
ουροογκολογίας	=	ουροογκολογία
ουροογκολογίες	=	ουροογκολογία
ουροογκολογιών	=	ουροογκολογία
ουροποίηση	noun	η διαδικασία σχηματισμού ούρων
ουροποίησης	=	ουροποίηση
ουροποιήσεις	=	ουροποίηση
ουροποιήσεων	=	ουροποίηση
ουροποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροποιητικό
ουροποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ουροποιητικός
ουροποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροποιητική
ουροποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουροποιητικός
ουροποιητικής	adj	γενική ενικού του ουροποιητική
ουροποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουροποιητικός
ουροποιητικού	adj	γενική ενικού του ουροποιητικός
ουροποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουροποιητικός
ουροποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ουροποιητικός
ουροποιητικός	adj	που αναφέρεται στην ουροποίηση ή την απέκκριση των ούρων από τον οργανισμό
ουροποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ουροποιητικός
ουροποιογεννητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροποιογεννητικό
ουροποιογεννητικέ	adj	κλητική ενικού του ουροποιογεννητικός
ουροποιογεννητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροποιογεννητική
ουροποιογεννητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουροποιογεννητικός
ουροποιογεννητικής	adj	γενική ενικού του ουροποιογεννητική
ουροποιογεννητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουροποιογεννητικός
ουροποιογεννητικού	adj	γενική ενικού του ουροποιογεννητικός
ουροποιογεννητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουροποιογεννητικός
ουροποιογεννητικό	adj	αιτιατική ενικού του ουροποιογεννητικός
ουροποιογεννητικός	adj	σχετικός με τα ουροποιητικά και τα γεννητικά όργανα
ουροποιογεννητικών	adj	γενική πληθυντικού του ουροποιογεννητικός
ουροσκοπία	noun	η εξέταση ούρων σε μικροβιολογικό εργαστήριο για διαγνωστικούς / ιατρικούς λόγους
ουροσκοπίας	=	ουροσκοπία
ουροσκοπίες	=	ουροσκοπία
ουροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροσκοπικό
ουροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ουροσκοπικός
ουροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουροσκοπική
ουροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουροσκοπικός
ουροσκοπικής	adj	γενική ενικού του ουροσκοπική
ουροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουροσκοπικός
ουροσκοπικού	adj	γενική ενικού του ουροσκοπικός
ουροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουροσκοπικός
ουροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ουροσκοπικός
ουροσκοπικός	adj	σχετικός με την ουροσκοπία
ουροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ουροσκοπικός
ουροσκοπιών	=	ουροσκοπία
ουροστομία	noun	μόνιμη ή προσωρινή στομία για αποβολή των ούρων, όταν λόγω ασθένειας η φυσιολογική όδευση δεν είναι εφικτή
ουροστομίας	noun	γενική ενικού του ουροστομία
ουροστομίες	=	ουροστομία
ουροστομιών	noun	γενική πληθυντικού του ουροστομία
ουροσυλλέκτες	=	ουροσυλλέκτης
ουροσυλλέκτη	=	ουροσυλλέκτης
ουροσυλλέκτης	noun	αποστειρωμένο μικρό δοχείο μιας χρήσης για συλλογή ούρων που προορίζονται για ουρολογική εξέταση
ουροσυλλεκτών	=	ουροσυλλέκτης
ουρουγουανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρουγουανικό
ουρουγουανικέ	adj	κλητική ενικού του ουρουγουανικός
ουρουγουανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουρουγουανική
ουρουγουανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουρουγουανικός
ουρουγουανικής	adj	γενική ενικού του ουρουγουανική
ουρουγουανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρουγουανικός
ουρουγουανικού	adj	γενική ενικού του ουρουγουανικός
ουρουγουανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουρουγουανικός
ουρουγουανικό	adj	αιτιατική ενικού του ουρουγουανικός
ουρουγουανικός	adj	σχετικός ή καταγόμενος από την Ουρουγουάη
ουρουγουανικών	adj	γενική πληθυντικού του ουρουγουανικός
ουροφιλία	noun	σεξουαλική έλξη προς τα ούρα
ουροφιλίας	=	ουροφιλία
ουροφιλίες	=	ουροφιλία
ουροφιλιών	=	ουροφιλία
ουροφόρα	=	ουροφόρος
ουροφόρας	=	ουροφόρος
ουροφόρε	=	ουροφόρος
ουροφόρες	=	ουροφόρος
ουροφόρο	=	ουροφόρος
ουροφόροι	=	ουροφόρος
ουροφόρος	adj	που μεταφέρει, που διοχετεύει τα ούρα
ουροφόρου	=	ουροφόρος
ουροφόρους	=	ουροφόρος
ουροφόρων	=	ουροφόρος
ουροχολίνες	=	ουροχολίνη
ουροχολίνη	noun	ουσία που παράγεται από το ουροχολινογόνο και δίνει στα ούρα το χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα τους
ουροχολίνης	=	ουροχολίνη
ουροχολινογόνο	noun	ουσία που παράγεται στο έντερο από τη βακτηριακή διάσπαση της χολερυθρίνης και κατόπιν απορροφάται από το ήπαρ και ανιχνεύεται στα ούρα
ουροχολινών	=	ουροχολίνη
ουρούμε	=	ουρώ
ουρούν	=	ουρώ
ουρούνε	=	ουρώ
ουρούσα	=	ουρώ
ουρούσαμε	=	ουρώ
ουρούσαν	=	ουρώ
ουρούσανε	=	ουρώ
ουρούσατε	=	ουρώ
ουρούσε	=	ουρώ
ουρούσες	=	ουρώ
ουρτική	noun|rare	τσουκνίδα
ουρόδηλα	noun	άλλη μορφή του ουροδελή
ουρόδηλων	=	ουρόδηλα
ουρόλιθε	noun	κλητική ενικού του ουρόλιθος
ουρόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του ουρόλιθος
ουρόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουρόλιθος
ουρόλιθος	noun	«πέτρα» / μάζα αλάτων στο ουροποιητικό σύστημα (στην ουροδόχο κύστη, στα νεφρά κ.λπ.)
ουρόλιθου	=	ουρόλιθος
ουρόλιθους	=	ουρόλιθος
ουρόλιθων	=	ουρόλιθος
ουρώ	verb|formal	άλλη μορφή του κατουρώ
ουρών	=	ουρά
ουρώντας	=	ουρώ
ους	=	περίνους
ουσάρε	noun	κλητική ενικού του ουσάρος
ουσάρο	noun	αιτιατική ενικού του ουσάρος
ουσάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουσάρος
ουσάρος	noun	ιππέας του ουγγρικού στρατού
ουσάρου	noun	γενική ενικού του ουσάρος
ουσάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ουσάρος
ουσάρων	noun	γενική πληθυντικού του ουσάρος
ουσία	noun	κάθε τι υλικό, συνήθως σε ρευστή μορφή
ουσίας	noun	γενική ενικού του ουσία
ουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσία
ουσα	=	διαμένων
ουσιαστικά	adv	θεμελιωδώς, εγγενώς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικό
ουσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του ουσιαστικός
ουσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστική
ουσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουσιαστικός
ουσιαστικής	adj	γενική ενικού του ουσιαστική
ουσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικός
ουσιαστικοποίησα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποίησαν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποίησε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποίησες	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποίηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία μετατρέπεται σε ουσιαστικό ένα άλλος μέρος του λόγου (όπως επίθετο, μετοχή, απαρέμφατο)
ουσιαστικοποίησης	=	ουσιαστικοποίηση
ουσιαστικοποιήθηκα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήθηκαν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήθηκε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήθηκες	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσαμε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσαν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσανε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσατε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσει	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσεις	=	ουσιαστικοποίηση
ουσιαστικοποιήσετε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσεων	=	ουσιαστικοποίηση
ουσιαστικοποιήσεως	=	ουσιαστικοποίηση
ουσιαστικοποιήσου	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσουμε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσουν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσουνε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήστε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιήσω	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιεί	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιείς	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιείσαι	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιείστε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιείται	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιείτε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιείτο	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθήκαμε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθήκαν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθήκανε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθήκατε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθεί	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθείς	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθείτε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθούμε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθούν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθούνε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιηθώ	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικοποιημένο
ουσιαστικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικοποιημένη
ουσιαστικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιημένης	verb	γενική ενικού του ουσιαστικοποιημένη
ουσιαστικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιημένος	verb	για οποιοδήποτε μέρος του λόγου έχει μετατραπεί σε ουσιαστικό
ουσιαστικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ουσιαστικοποιημένος
ουσιαστικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούμασταν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούμαστε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούμε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούμενος	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούμουν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούμουνα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούνε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούνται	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούνταν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούντο	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσαμε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσαν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσανε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσατε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσες	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσουν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιούσουνα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόμασταν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόμαστε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόμουν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόμουνα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόνταν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόντανε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόντουσαν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόσασταν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόσαστε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόσουν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόσουνα	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιόταν	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιότανε	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικοποιώ	verb	μετατρέπω κάποιο μέρος λόγου σε ουσιαστικό
ουσιαστικοποιώντας	=	ουσιαστικοποιώ
ουσιαστικού	adj	γενική ενικού του ουσιαστικός	noun	γενική ενικού του ουσιαστικό
ουσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουσιαστικός
ουσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ουσιαστικός	noun	κλιτή λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, αφηρημένη έννοια, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα
ουσιαστικός	adj	που αντιστοιχεί στην ουσία των πραγμάτων και όχι απλώς στην εξωτερική όψη τους
ουσιαστικότατα	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατε	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατες	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατη	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατης	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατο	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατοι	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατος	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατου	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατους	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότατων	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερα	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερε	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερες	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερη	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερης	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερο	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότεροι	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερος	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερου	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερους	=	ουσιαστικός
ουσιαστικότερων	=	ουσιαστικός
ουσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ουσιαστικός
ουσιαστικώς	adv|formal	ουσιαστικά
ουσιοεξάρτηση	noun	η εξάρτηση από νόμιμες ή παράνομες ουσίες (συνήθως, από ναρκωτικά)
ουσιοεξάρτησης	=	ουσιοεξάρτηση
ουσιοεξαρτήσεις	=	ουσιοεξάρτηση
ουσιοεξαρτήσεων	=	ουσιοεξάρτηση
ουσιοκράτες	=	ουσιοκράτης
ουσιοκράτη	=	ουσιοκράτης
ουσιοκράτης	noun	o ουσιοκρατικός, που πιστεύει στην ουσιοκρατία, που θεωρεί ότι τα πάντα (άνθρωποι, ζώα και αντικείμενα) έχουν πάγια-αμετάβλητη φύση και χαρακτήρα· που θεωρεί ότι τίποτα (άνθρωπος, ζώο και αντικείμενο) δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνο να αποκαλύψουμε τις ανεξερεύνητες ιδιότητές του ως αιτιολόγηση σε περίπτωση που προκύψει νέο χαρακτηριστικό
ουσιοκρατία	noun	η υπερτόνιση της αξίας της απρόσωπης ουσίας του θεού (θείες ιδιότητες· πχ θεία προΰπαρξη, το άτμητον, το αέναον κα) έναντι του προσώπου του (νόηση, ενσυναίσθηση, ηθολογία κα)
ουσιοκρατίας	noun	γενική ενικού του ουσιοκρατία
ουσιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσιοκρατία
ουσιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ουσιοκρατία
ουσιοκρατών	=	ουσιοκράτης
ουσιωδών	=	ουσιώδης
ουσιωδώς	adv|formal	με ουσιώδη τρόπο
ουσιώδεις	=	ουσιώδης
ουσιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ουσιώδης
ουσιώδη	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ουσιώδης
ουσιώδης	adj	που αναφέρεται στην ουσία ενός θέματος
ουσιώδους	adj	γενική ενικού του ουσιώδης
ουσιών	noun	γενική πληθυντικού του ουσία
ουσνέα	noun	το νεραϊδόχορτο, του γένους Usnea
ουσνέας	noun	γενική ενικού του ουσνέα
ουσνέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουσνέα
ουστ	intj	χρησιμοποιείται για να διώξουμε κάποιον, άνθρωπο ή ζώο
ουσών	=	αρχαΐζων
ουτιδανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ουτιδανός	adv	με ουτιδανό τρόπο
ουτιδανέ	adj	κλητική ενικού του ουτιδανός
ουτιδανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτιδανή
ουτιδανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουτιδανός
ουτιδανής	adj	γενική ενικού του ουτιδανή
ουτιδανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουτιδανός
ουτιδανοτήτων	=	ουτιδανότητα
ουτιδανού	adj	γενική ενικού του ουτιδανός
ουτιδανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουτιδανός
ουτιδανό	adj	αιτιατική ενικού του ουτιδανός
ουτιδανός	adj|formal	τιποτένιος, μηδαμινός
ουτιδανότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ουτιδανού
ουτιδανότητας	=	ουτιδανότητα
ουτιδανότητες	=	ουτιδανότητα
ουτιδανών	adj	γενική πληθυντικού του ουτιδανός
ουτοπία	noun	φανταστικός κόσμος ή κοινωνία, όπου όλα λειτουργούν αρμονικά και τέλεια
ουτοπίας	noun	γενική ενικού του ουτοπία
ουτοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτοπία
ουτοπίστρια	noun	ουτοπιστής
ουτοπίστριας	noun	γενική ενικού του ουτοπίστρια
ουτοπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτοπίστρια
ουτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ουτοπικός	adv	κατά ουτοπικό τρόπο
ουτοπικέ	adj	κλητική ενικού του ουτοπικός
ουτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτοπική
ουτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουτοπικός
ουτοπικής	adj	γενική ενικού του ουτοπική
ουτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουτοπικός
ουτοπικού	adj	γενική ενικού του ουτοπικός
ουτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουτοπικός
ουτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ουτοπικός
ουτοπικός	adj	αυτός που αναφέρεται στην ουτοπία, που είναι ιδανικός αλλά μη πραγματοποιήσιμος.
ουτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ουτοπικός
ουτοπισμέ	=	ουτοπισμός
ουτοπισμοί	=	ουτοπισμός
ουτοπισμού	=	ουτοπισμός
ουτοπισμούς	=	ουτοπισμός
ουτοπισμό	=	ουτοπισμός
ουτοπισμός	noun	κάθε ιδέα ή θεωρία που αποτελεί ουτοπία, που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί
ουτοπισμών	=	ουτοπισμός
ουτοπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτοπιστής
ουτοπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ουτοπιστής
ουτοπιστής	noun	αυτός που επιδιώκει ουτοπίες, μη πραγματοποιήσιμα ιδανικά.
ουτοπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτοπιστικό
ουτοπιστικέ	adj	κλητική ενικού του ουτοπιστικός
ουτοπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουτοπιστική
ουτοπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ουτοπιστικός
ουτοπιστικής	adj	γενική ενικού του ουτοπιστική
ουτοπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ουτοπιστικός
ουτοπιστικού	adj	γενική ενικού του ουτοπιστικός
ουτοπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ουτοπιστικός
ουτοπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ουτοπιστικός
ουτοπιστικός	adj	αυτός που αναφέρεται στην επιδίωξη της ουτοπίας
ουτοπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ουτοπιστικός
ουτοπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ουτοπίστρια
ουτοπιστών	noun	γενική πληθυντικού του ουτοπιστής
ουτοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ουτοπία
ουφ	intj	δυσαρέσκεια, απογοήτευση
ουφάδικα	=	ουφάδικο
ουφάδικο	noun|dated	κατάστημα ψυχαγωγίας, κυρίως της νεολαίας, που διέθετε μεγάλου μεγέθους κονσόλες ηλεκτρονικών παιχνιδιών και βιντεοπαιχνιδιών
ουφάδικου	=	ουφάδικο
ουφάδικων	=	ουφάδικο
ουφολογίας	noun	γενική ενικού του ουφολογία
ουφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουφολογία
ουφολογικά	=	ουφολογικός
ουφολογικέ	=	ουφολογικός
ουφολογικές	=	ουφολογικός
ουφολογική	=	ουφολογικός
ουφολογικής	=	ουφολογικός
ουφολογικοί	=	ουφολογικός
ουφολογικού	=	ουφολογικός
ουφολογικούς	=	ουφολογικός
ουφολογικό	=	ουφολογικός
ουφολογικός	adj	σχετικός με την ουφολογία
ουφολογικών	=	ουφολογικός
ουφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ουφολογία
ουχί	particle	όχι
ουχρονία	noun	κατηγορία έργων που γράφουν διαφορετικά την ιστορία βασιζόμενα στην μετατροπή ενός γεγονότος του παρελθόντος
ουχρονίας	noun	γενική ενικού του ουχρονία
ουχρονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ουχρονία
ουχρονιών	noun	γενική πληθυντικού του ουχρονία
ουψαλίτες	=	ουψαλίτης
ουψαλίτη	=	ουψαλίτης
ουψαλίτης	noun	μορφή ανθρακικού μαγνησίου (MgCO3), εξαιρετικά πορώδης και απορροφητική
ουψαλιτών	=	ουψαλίτης
οφέλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όφελος
οφέλους	=	όφελος
οφέτος	adv	φέτος
οφίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφίκιο
οφίκιο	noun	είδος αξιώματος που απονέμει ο πατριάρχης σε ανθρώπους που έχουν προσφέρει στην εκκλησία
οφίκιου	=	οφίκιο
οφίς	noun|dated	στενός διάδρομος που οδηγεί σε δωμάτια ενός διαμερίσματος
οφίτες	=	οφίτης
οφίτη	=	οφίτης
οφίτης	noun	ο σερπεντίνης λίθος
οφίτικα	noun	γλωσσική ποικιλία της ποντιακής διαλέκτου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οφίτικος
οφίτικων	=	οφίτικα
οφίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφίτσιο
οφίτσιο	noun	άλλη μορφή του οφίκιο
οφίτσιου	noun	γενική ενικού του οφίτσιο
οφίτσιων	noun	γενική πληθυντικού του οφίτσιο
οφείλαμε	=	οφείλω
οφείλαν	=	οφείλω
οφείλανε	=	οφείλω
οφείλατε	=	οφείλω
οφείλει	=	οφείλω
οφείλεις	=	οφείλω
οφείλεσαι	=	οφείλω
οφείλεστε	=	οφείλω
οφείλεται	=	οφείλω
οφείλετε	=	οφείλω
οφείλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος οφείλω
οφείλομε	=	οφείλω
οφείλονται	=	οφείλω
οφείλονταν	=	οφείλω
οφείλοντας	=	οφείλω
οφείλουμε	=	οφείλω
οφείλουν	=	οφείλω
οφείλουνε	=	οφείλω
οφείλω	verb	χρωστώ (χρηματικό ποσό για κάτι που έχω αγοράσει ή ποσό που έχω δανειστεί)
οφειλές	=	οφειλή
οφειλέτες	=	οφειλέτης
οφειλέτη	=	οφειλέτης
οφειλέτης	noun	αυτός που έχει μια υποχρέωση έναντι ενός δανειστή
οφειλέτρια	noun	θηλυκό του οφειλέτης
οφειλέτριας	noun	γενική ενικού του οφειλέτρια
οφειλέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφειλέτρια
οφειλή	noun	οτιδήποτε χρωστά κάποιος
οφειλής	=	οφειλή
οφειλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφειλετικό
οφειλετικέ	adj	κλητική ενικού του οφειλετικός
οφειλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφειλετική
οφειλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφειλετικός
οφειλετικής	adj	γενική ενικού του οφειλετική
οφειλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφειλετικός
οφειλετικού	adj	γενική ενικού του οφειλετικός
οφειλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφειλετικός
οφειλετικό	adj	αιτιατική ενικού του οφειλετικός
οφειλετικός	adj	που έχει σχέση με οφειλέτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
οφειλετικών	adj	γενική πληθυντικού του οφειλετικός
οφειλετριών	noun	γενική πληθυντικού του οφειλέτρια
οφειλετών	=	οφειλέτης
οφειλόμασταν	=	οφείλω
οφειλόμαστε	=	οφείλω
οφειλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφειλόμενο
οφειλόμενε	verb	κλητική ενικού του οφειλόμενος
οφειλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφειλόμενη
οφειλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφειλόμενος
οφειλόμενης	verb	γενική ενικού του οφειλόμενη
οφειλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του οφειλόμενος
οφειλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφειλόμενος
οφειλόμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οφείλω
οφειλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οφειλόμενος
οφειλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οφειλόμενος
οφειλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οφειλόμενος
οφειλόμουν	=	οφείλω
οφειλόμουνα	=	οφείλω
οφειλόντουσαν	=	οφείλω
οφειλόσασταν	=	οφείλω
οφειλόσαστε	=	οφείλω
οφειλόσουν	=	οφείλω
οφειλόσουνα	=	οφείλω
οφειλόταν	=	οφείλω
οφειλότανε	=	οφείλω
οφειλών	=	οφειλή
οφελών	=	όφελος
οφθαλμέ	noun	κλητική ενικού του οφθαλμός
οφθαλμία	noun	ασθένεια των οφθαλμών, φλεγμονή τους
οφθαλμίας	noun	γενική ενικού του οφθαλμία
οφθαλμίατρε	noun	κλητική ενικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμίατρο	noun	αιτιατική ενικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμίατρος	noun	γιατρός ειδικευμένος στις παθήσεις των ματιών και της όρασης
οφθαλμίατρου	noun	γενική ενικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμίατρων	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμία
οφθαλμαλγία	noun	πόνος στα μάτια
οφθαλμαλγίας	noun	γενική ενικού του οφθαλμαλγία
οφθαλμαλγίες	=	οφθαλμαλγία
οφθαλμαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμαλγία
οφθαλμαπάτες	=	οφθαλμαπάτη
οφθαλμαπάτη	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιος νομίζει ότι βλέπει πράγματα ανύπαρκτα ή αντιλαμβάνεται με διαφορετικό ή αλλοιωμένο τρόπο πράγματα υπαρκτά
οφθαλμαπάτης	=	οφθαλμαπάτη
οφθαλμιάτρου	noun	γενική ενικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμίατρος
οφθαλμιατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμιατρείο
οφθαλμιατρείο	noun	ειδικό οφθαλμολογικό νοσοκομείο
οφθαλμιατρείου	noun	γενική ενικού του οφθαλμιατρείο
οφθαλμιατρείων	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμιατρείο
οφθαλμιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμιατρικό
οφθαλμιατρικέ	adj	κλητική ενικού του οφθαλμιατρικός
οφθαλμιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμιατρική
οφθαλμιατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφθαλμιατρικός
οφθαλμιατρικής	adj	γενική ενικού του οφθαλμιατρική
οφθαλμιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμιατρικός
οφθαλμιατρικού	adj	γενική ενικού του οφθαλμιατρικός
οφθαλμιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμιατρικός
οφθαλμιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του οφθαλμιατρικός
οφθαλμιατρικός	adj	οφθαλμολογικός
οφθαλμιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του οφθαλμιατρικός
οφθαλμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμικό
οφθαλμικέ	adj	κλητική ενικού του οφθαλμικός
οφθαλμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμική
οφθαλμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφθαλμικός
οφθαλμικής	adj	γενική ενικού του οφθαλμική
οφθαλμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμικός
οφθαλμικού	adj	γενική ενικού του οφθαλμικός
οφθαλμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμικός
οφθαλμικό	adj	αιτιατική ενικού του οφθαλμικός
οφθαλμικός	adj	που έχει σχέση με τα μάτια, αναφέρται σ’ αυτά ή ανήκει σ’ αυτά
οφθαλμικών	adj	γενική πληθυντικού του οφθαλμικός
οφθαλμιών	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμία
οφθαλμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμός
οφθαλμοκήλες	=	οφθαλμοκήλη
οφθαλμοκήλη	noun	η εξοφθαλμία
οφθαλμοκήλης	=	οφθαλμοκήλη
οφθαλμοκινητικά	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικέ	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικές	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητική	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικής	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικοί	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικοτήτων	=	οφθαλμοκινητικότητα
οφθαλμοκινητικού	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικούς	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικό	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμοκινητικός	adj	που έχει σχέση με την οφθαλμοκινητικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή
οφθαλμοκινητικότητα	noun|rare	η κινητικότητα των οφθαλμικών μυών και η σχετική ικανότητα
οφθαλμοκινητικότητας	=	οφθαλμοκινητικότητα
οφθαλμοκινητικότητες	=	οφθαλμοκινητικότητα
οφθαλμοκινητικών	=	οφθαλμοκινητικός
οφθαλμολάγνε	=	οφθαλμολάγνος
οφθαλμολάγνο	=	οφθαλμολάγνος
οφθαλμολάγνοι	=	οφθαλμολάγνος
οφθαλμολάγνος	noun|formal	που διακατέχεται από οφθαλμολαγνεία
οφθαλμολάγνου	=	οφθαλμολάγνος
οφθαλμολάγνους	=	οφθαλμολάγνος
οφθαλμολάγνων	=	οφθαλμολάγνος
οφθαλμολαγνεία	noun|formal	λαγνεία γίνεται φανερή από τα μάτια και την έκφρασή τους
οφθαλμολαγνείας	=	οφθαλμολαγνεία
οφθαλμολαγνείες	=	οφθαλμολαγνεία
οφθαλμολαγνειών	=	οφθαλμολαγνεία
οφθαλμολογία	noun	επιστημονικό πεδίο με τομέα τον οφθαλμό
οφθαλμολογίας	noun	γενική ενικού του οφθαλμολογία
οφθαλμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμολογία
οφθαλμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμολογικό
οφθαλμολογικέ	adj	κλητική ενικού του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμολογική
οφθαλμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογικής	adj	γενική ενικού του οφθαλμολογική
οφθαλμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογικού	adj	γενική ενικού του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογικός	adj	σχετικός με την οφθαλμολογία
οφθαλμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του οφθαλμολογικός
οφθαλμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμολογία
οφθαλμολόγε	=	οφθαλμολόγος
οφθαλμολόγο	=	οφθαλμολόγος
οφθαλμολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμολόγος
οφθαλμολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στις παθήσεις των οφθαλμών και της όρασης
οφθαλμολόγου	=	οφθαλμολόγος
οφθαλμολόγους	=	οφθαλμολόγος
οφθαλμολόγων	=	οφθαλμολόγος
οφθαλμομέτρης	noun|rare	άλλη μορφή του οπτομέτρης
οφθαλμοπάθεια	noun	πάθηση των οφθαλμών
οφθαλμοπάθειας	=	οφθαλμοπάθεια
οφθαλμοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμοπάθεια
οφθαλμοπαθειών	=	οφθαλμοπάθεια
οφθαλμοπληγία	noun	ιατρική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μερική ή πλήρη παράλυση των μυών που ελέγχουν την κίνηση του οφθαλμού
οφθαλμοπληγίας	=	οφθαλμοπληγία
οφθαλμοπληγίες	=	οφθαλμοπληγία
οφθαλμοπληγιών	=	οφθαλμοπληγία
οφθαλμοπορνεία	noun	η οφθαλμολαγνεία
οφθαλμοπορνείας	noun	γενική ενικού του οφθαλμοπορνεία
οφθαλμοπορνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμοπορνεία
οφθαλμοπορνειών	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμοπορνεία
οφθαλμοπόρνε	=	οφθαλμοπόρνος
οφθαλμοπόρνο	=	οφθαλμοπόρνος
οφθαλμοπόρνοι	=	οφθαλμοπόρνος
οφθαλμοπόρνος	noun	ο οφθαλμολάγνος
οφθαλμοπόρνου	=	οφθαλμοπόρνος
οφθαλμοπόρνους	=	οφθαλμοπόρνος
οφθαλμοπόρνων	=	οφθαλμοπόρνος
οφθαλμοσκοπήσεις	=	οφθαλμοσκόπηση
οφθαλμοσκοπήσεων	=	οφθαλμοσκόπηση
οφθαλμοσκοπία	noun	η εξέταση οφθαλμού με οφθαλμοσκόπιο
οφθαλμοσκοπίας	noun	γενική ενικού του οφθαλμοσκοπία
οφθαλμοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμοσκοπία
οφθαλμοσκοπίου	noun	γενική ενικού του οφθαλμοσκόπιο
οφθαλμοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμοσκόπιο
οφθαλμοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οφθαλμοσκοπικός	adv	από οφθαλμοσκοπικής πλευράς
οφθαλμοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμοσκοπική
οφθαλμοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικής	adj	γενική ενικού του οφθαλμοσκοπική
οφθαλμοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικού	adj	γενική ενικού του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικός	adj	σχετικός με την οφθαλμοσκόπηση
οφθαλμοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του οφθαλμοσκοπικός
οφθαλμοσκοπικώς	adv|dated	οφθαλμοσκοπικά
οφθαλμοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμοσκοπία
οφθαλμοσκόπηση	noun	οφθαλμική εξέταση με οφθαλμοσκόπιο
οφθαλμοσκόπησης	=	οφθαλμοσκόπηση
οφθαλμοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμοσκόπιο
οφθαλμοσκόπιο	noun	όργανο εξέτασης του οφθαλμού
οφθαλμοσκόπιου	=	οφθαλμοσκόπιο
οφθαλμοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οφθαλμοφανής
οφθαλμοφανή	=	οφθαλμοφανής
οφθαλμοφανής	adj	που είναι αντιληπτός με την όραση
οφθαλμοφανείς	=	οφθαλμοφανής
οφθαλμοφανούς	adj	γενική ενικού του οφθαλμοφανής
οφθαλμοφανών	adj	γενική πληθυντικού του οφθαλμοφανής
οφθαλμοφανώς	adv	με οφθαλμοφανή τρόπο
οφθαλμού	noun	γενική ενικού του οφθαλμός
οφθαλμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οφθαλμός
οφθαλμό	noun	αιτιατική ενικού του οφθαλμός
οφθαλμόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφθαλμόλουτρο
οφθαλμόλουτρο	noun	το κοίταγμα ή το χάζεμα ατόμου ή εικόνων τα οποία μας προκαλούν αισθησιασμό, συνήθως όταν δεν πρόκειται για το άτομο με το οποίο έχουμε σχέση
οφθαλμόλουτρου	noun	γενική ενικού του οφθαλμόλουτρο
οφθαλμόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμόλουτρο
οφθαλμός	noun	το μάτι, αισθητήριο όργανο της όρασης
οφθαλμών	noun	γενική πληθυντικού του οφθαλμός
οφικίου	noun	γενική ενικού του οφίκιο
οφικίων	noun	γενική πληθυντικού του οφίκιο
οφικιάλιε	noun	κλητική ενικού του οφικιάλιος
οφικιάλιο	noun	αιτιατική ενικού του οφικιάλιος
οφικιάλιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφικιάλιος
οφικιάλιος	noun	είδος κρατικού ή εκκλησιαστικού αξιωματούχου κατά τη μεσαιωνική περίοδο
οφικιάλιου	noun	γενική ενικού του οφικιάλιος
οφικιάλιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οφικιάλιος
οφικιάλιων	noun	γενική πληθυντικού του οφικιάλιος
οφικιαλίου	noun	γενική ενικού του οφικιάλιος
οφικιαλίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του οφικιάλιος
οφικιαλίων	noun	γενική πληθυντικού του οφικιάλιος
οφιοειδές	=	οφιοειδής
οφιοειδή	=	οφιοειδής
οφιοειδής	adj	που έχει το σχήμα φιδιού, με πολλές στροφές
οφιοειδείς	=	οφιοειδής
οφιοειδούς	=	οφιοειδής
οφιοειδών	=	οφιοειδής
οφιολάτρες	=	οφιολάτρης
οφιολάτρη	=	οφιολάτρης
οφιολάτρης	noun	που ασκεί οφιολατρία
οφιολάτρι	=	οφιολάτρης
οφιολάτριδα	=	οφιολάτρης
οφιολάτριδας	=	οφιολάτρης
οφιολάτριδες	=	οφιολάτρης
οφιολάτριδος	=	οφιολάτρης
οφιολάτριδων	=	οφιολάτρης
οφιολάτρις	=	οφιολάτρης
οφιολίθου	=	οφιόλιθος
οφιολίθους	=	οφιόλιθος
οφιολίθων	=	οφιόλιθος
οφιολατρία	noun	η λατρεία φιδιών
οφιολατρίας	=	οφιολατρία
οφιολατρίδων	=	οφιολάτρης
οφιολατρίες	=	οφιολατρία
οφιολατριών	=	οφιολατρία
οφιολατρών	=	οφιολάτρης
οφιολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφιολιθικό
οφιολιθικέ	adj	κλητική ενικού του οφιολιθικός
οφιολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφιολιθική
οφιολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφιολιθικός
οφιολιθικής	adj	γενική ενικού του οφιολιθική
οφιολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφιολιθικός
οφιολιθικού	adj	γενική ενικού του οφιολιθικός
οφιολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφιολιθικός
οφιολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του οφιολιθικός
οφιολιθικός	adj	που έχει σχέση με τον οφιόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ' αυτόν
οφιολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του οφιολιθικός
οφιοφαγία	noun	το να τρώει κάποιο ζώο φίδια
οφιοφαγίας	=	οφιοφαγία
οφιοφαγίες	=	οφιοφαγία
οφιοφαγιών	=	οφιοφαγία
οφιτών	=	οφίτης
οφιόδηκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφιόδηκτο
οφιόδηκτε	adj	κλητική ενικού του οφιόδηκτος
οφιόδηκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφιόδηκτη
οφιόδηκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφιόδηκτος
οφιόδηκτης	adj	γενική ενικού του οφιόδηκτη
οφιόδηκτο	adj	αιτιατική ενικού του οφιόδηκτος
οφιόδηκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφιόδηκτος
οφιόδηκτος	adj|archaic	που τον έχει τσιμπήσει φίδι, που τον έχει δαγκώσει
οφιόδηκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οφιόδηκτος
οφιόδηκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφιόδηκτος
οφιόδηκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οφιόδηκτος
οφιόλιθε	=	οφιόλιθος
οφιόλιθο	=	οφιόλιθος
οφιόλιθοι	=	οφιόλιθος
οφιόλιθος	noun	πέτρωμα συνήθως πρασινωπού χρώματος που υπήρχε στο βάθος ωκεανών και με τεκτονικές ή εκρηξιγενείς διεργασίες βρέθηκε στην επιφάνεια της γης
οφιόλιθου	=	οφιόλιθος
οφιόλιθους	=	οφιόλιθος
οφιόλιθων	=	οφιόλιθος
οφλάιν	adj	απογραμμικός	adv	απογραμμικά
οφρύ	=	οφρύς
οφρύες	=	οφρύς
οφρύος	=	οφρύς
οφρύς	noun|formal	το φρύδι
οφρύων	=	οφρύς
οφσάιντ	noun	(ποδόσφαιρο) θέση που έχει ένας παίκτης από την οποία απαγορεύεται να γίνει κάτοχος της μπάλας στο αντίπαλο μισό του γηπέδου όταν μεταξύ της αντίπαλης εστίας και του επιτιθέμενου δεν μεσολαβούν δύο παίχτες.
οφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφτό
οφτέ	adj	κλητική ενικού του οφτός
οφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οφτή
οφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οφτός
οφτής	adj	γενική ενικού του οφτή
οφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οφτός
οφτού	adj	γενική ενικού του οφτός
οφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οφτός
οφτό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του οφτός	noun	είδος ψητού
οφτός	adj	ο ψητός, ο ψημένος (κυρίως για ψητά φαγητά)
οφτών	adj	γενική πληθυντικού του οφτός
οχ	prep	άλλη μορφή του εκ.	intj	χρησιμοποιείται, για να δηλωθεί πόνος (σωματικός ή ψυχικός), στενοχώρια, δυσφορία κ.λπ.
οχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όχημα
οχήματος	noun	γενική ενικού του όχημα
οχαδερφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχαδερφικό
οχαδερφικέ	adj	κλητική ενικού του οχαδερφικός
οχαδερφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχαδερφική
οχαδερφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχαδερφικός
οχαδερφικής	adj	γενική ενικού του οχαδερφική
οχαδερφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχαδερφικός
οχαδερφικού	adj	γενική ενικού του οχαδερφικός
οχαδερφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχαδερφικός
οχαδερφικό	adj	αιτιατική ενικού του οχαδερφικός
οχαδερφικός	adj	σχετικός με τον οχαδερφισμό
οχαδερφικών	adj	γενική πληθυντικού του οχαδερφικός
οχαδερφισμέ	adj	οχαδερφισμός, στην κλητική του ενικού
οχαδερφισμοί	=	οχαδερφισμός
οχαδερφισμού	adj	γενική ενικού του οχαδερφισμός
οχαδερφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οχαδερφισμός
οχαδερφισμό	adj	οχαδερφισμός, στην αιτιατική του ενικού
οχαδερφισμός	noun	ο ωχαδερφισμός
οχαδερφισμών	=	οχαδερφισμός
οχεία	noun|formal	σεξουαλική διέγερση, συνουσία, βάτευμα
οχείας	noun	γενική ενικού του οχεία
οχείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχεία
οχειών	noun	γενική πληθυντικού του οχεία
οχετέ	noun	κλητική ενικού του οχετός
οχετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχετός
οχετού	noun	γενική ενικού του οχετός
οχετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οχετός
οχετό	noun	αιτιατική ενικού του οχετός
οχετός	noun	ο αγωγός, κυρίως κάτω από το έδαφος, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά βρόμικου νερού
οχετών	noun	γενική πληθυντικού του οχετός
οχευμένος	=	οχεύω
οχεύθηκα	=	οχεύω
οχεύομαι	=	οχεύω
οχεύω	verb|formal	βατεύω, ζευγαρώνω με το θηλυκό
οχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του όχημα
οχηματαγωγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχηματαγωγό
οχηματαγωγού	=	οχηματαγωγό
οχηματαγωγό	noun	που έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει οχήματα
οχηματαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του οχηματαγωγό
οχηματοχιλιομέτρου	=	οχηματοχιλιόμετρο
οχηματοχιλιομέτρων	=	οχηματοχιλιόμετρο
οχηματοχιλιόμετρα	=	οχηματοχιλιόμετρο
οχηματοχιλιόμετρο	noun	μονάδα μέτρησης της κίνησης ενός οχήματος κατά μήκος ενός χιλιομέτρου
οχηματοχιλιόμετρου	=	οχηματοχιλιόμετρο
οχθών	=	όχθη
οχι	=	όχι
οχιά	noun	(Vipera ammodytes) είδος μεσαίου μεγέθους δηλητηριώδους φιδιού με τριγωνικό κεφάλι και γκρίζο, καφέ ή κοκκινωπό χρώμα και μια σκουρόχρωμη τεθλασμένη γραμμή στη ράχη.
οχιάς	noun	γενική ενικού του οχιά
οχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχιά
οχιών	=	οχιά
οχλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όχληση
οχλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του όχληση
οχλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του όχληση
οχλαγωγία	noun	η θορυβώδης συγκέντρωση κόσμου
οχλαγωγίας	noun	γενική ενικού του οχλαγωγία
οχλαγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλαγωγία
οχλαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλαγωγικό
οχλαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του οχλαγωγικός
οχλαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλαγωγική
οχλαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχλαγωγικός
οχλαγωγικής	adj	γενική ενικού του οχλαγωγική
οχλαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχλαγωγικός
οχλαγωγικού	adj	γενική ενικού του οχλαγωγικός
οχλαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχλαγωγικός
οχλαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του οχλαγωγικός
οχλαγωγικός	adj	θορυβώδης
οχλαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του οχλαγωγικός
οχλαγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του οχλαγωγία
οχληρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οχληρός	adv|formal	με οχληρό τρόπο
οχληρέ	adj	κλητική ενικού του οχληρός
οχληρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχληρή
οχληρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχληρός
οχληρής	adj	γενική ενικού του οχληρή
οχληροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχληρός
οχληροτήτων	=	οχληρότητα
οχληρού	adj	γενική ενικού του οχληρός
οχληρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχληρός
οχληρό	adj	αιτιατική ενικού του οχληρός
οχληρός	adj|formal	που ενοχλεί, συνήθως επειδή κάνει φασαρία
οχληρότητα	noun|formal	η ιδιότητα του οχληρού
οχληρότητας	=	οχληρότητα
οχληρότητες	=	οχληρότητα
οχληρών	adj	γενική πληθυντικού του οχληρός
οχληρώς	adv|formal	με οχληρό τρόπο
οχλοβοές	=	οχλοβοή
οχλοβοή	noun|formal	οχλαγωγία, φασαρία, θόρυβος
οχλοβοής	=	οχλοβοή
οχλοβοών	=	οχλοβοή
οχλοκρατία	noun	η πολιτική κατάσταση κατά την οποία η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του όχλου, των μαζών, διαλύοντας έτσι τη δημοκρατία
οχλοκρατίας	noun	γενική ενικού του οχλοκρατία
οχλοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλοκρατία
οχλοκρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλοκρατημένο
οχλοκρατημένε	verb	κλητική ενικού του οχλοκρατημένος
οχλοκρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλοκρατημένη
οχλοκρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχλοκρατημένος
οχλοκρατημένης	verb	γενική ενικού του οχλοκρατημένη
οχλοκρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του οχλοκρατημένος
οχλοκρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχλοκρατημένος
οχλοκρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οχλοκρατημένος
οχλοκρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οχλοκρατημένος
οχλοκρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οχλοκρατημένος
οχλοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οχλοκρατικά	adv	με οχλοκρατικό τρόπο
οχλοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του οχλοκρατικός
οχλοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχλοκρατική
οχλοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχλοκρατικός
οχλοκρατικής	adj	γενική ενικού του οχλοκρατική
οχλοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχλοκρατικός
οχλοκρατικού	adj	γενική ενικού του οχλοκρατικός
οχλοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχλοκρατικός
οχλοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του οχλοκρατικός
οχλοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την οχλοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτή
οχλοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του οχλοκρατικός
οχλοκρατικώς	adv|archaic	άλλη μορφή του οχλοκρατικά
οχλοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του οχλοκρατία
οχλοκρατούμαι	verb|rare	υφίσταμαι οχλοκρατία, χειραγωγούμαι από όχλο
οχλοκρατούμενα	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενε	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενες	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενη	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενης	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενο	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενοι	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος οχλοκρατούμαι
οχλοκρατούμενου	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενους	=	οχλοκρατούμενος
οχλοκρατούμενων	=	οχλοκρατούμενος
οχτάβα	noun	άλλη γραφή του οκτάβα
οχτάβας	=	οχτάβα
οχτάβες	=	οχτάβα
οχτάβων	=	οχτάβα
οχτάγωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτάγωνο
οχτάγωνε	=	οχτάγωνος
οχτάγωνες	=	οχτάγωνος
οχτάγωνη	=	οχτάγωνος
οχτάγωνης	=	οχτάγωνος
οχτάγωνο	noun	οκτάγωνο
οχτάγωνοι	=	οχτάγωνος
οχτάγωνος	adj	οκτάγωνος
οχτάγωνου	noun	γενική ενικού του οχτάγωνο
οχτάγωνους	=	οχτάγωνος
οχτάγωνων	noun	γενική πληθυντικού του οχτάγωνο
οχτάδα	noun	άλλη γραφή του οκτάδα
οχτάδας	=	οχτάδα
οχτάδες	=	οχτάδα
οχτάδων	=	οχτάδα
οχτάεδρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτάεδρο
οχτάεδρε	=	οχτάεδρος
οχτάεδρες	=	οχτάεδρος
οχτάεδρη	=	οχτάεδρος
οχτάεδρης	=	οχτάεδρος
οχτάεδρο	noun	οκτάεδρο
οχτάεδροι	=	οχτάεδρος
οχτάεδρος	adj	οκτάεδρος
οχτάεδρου	noun	γενική ενικού του οχτάεδρο
οχτάεδρους	=	οχτάεδρος
οχτάεδρων	noun	γενική πληθυντικού του οχτάεδρο
οχτάμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτάμηνο
οχτάμηνε	=	οκτάμηνος
οχτάμηνες	=	οκτάμηνος
οχτάμηνη	=	οκτάμηνος
οχτάμηνης	=	οκτάμηνος
οχτάμηνο	noun	οκτάμηνο
οχτάμηνοι	=	οκτάμηνος
οχτάμηνος	=	οκτάμηνος
οχτάμηνου	noun	γενική ενικού του οχτάμηνο
οχτάμηνους	=	οκτάμηνος
οχτάμηνων	noun	γενική πληθυντικού του οχτάμηνο
οχτάπλευρα	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρε	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρες	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρη	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρης	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρο	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευροι	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρος	adj	οκτάπλευρος
οχτάπλευρου	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρους	=	οχτάπλευρος
οχτάπλευρων	=	οχτάπλευρος
οχτάστηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτάστηλο
οχτάστηλε	adj	κλητική ενικού του οχτάστηλος
οχτάστηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτάστηλη
οχτάστηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχτάστηλος
οχτάστηλης	adj	γενική ενικού του οχτάστηλη
οχτάστηλο	adj	αιτιατική ενικού του οχτάστηλος
οχτάστηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχτάστηλος
οχτάστηλος	adj	άλλη μορφή του οκτάστηλος
οχτάστηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οχτάστηλος
οχτάστηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχτάστηλος
οχτάστηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οχτάστηλος
οχτάστιχα	=	οχτάστιχος
οχτάστιχε	=	οχτάστιχος
οχτάστιχες	=	οχτάστιχος
οχτάστιχη	=	οχτάστιχος
οχτάστιχης	=	οχτάστιχος
οχτάστιχο	noun	οκτάστιχο
οχτάστιχοι	=	οχτάστιχος
οχτάστιχος	adj	οκτάστιχος
οχτάστιχου	=	οχτάστιχος
οχτάστιχους	=	οχτάστιχος
οχτάστιχων	=	οχτάστιχος
οχτάστυλα	=	οχτάστυλος
οχτάστυλε	=	οχτάστυλος
οχτάστυλες	=	οχτάστυλος
οχτάστυλη	=	οχτάστυλος
οχτάστυλης	=	οχτάστυλος
οχτάστυλο	=	οχτάστυλος
οχτάστυλοι	=	οχτάστυλος
οχτάστυλος	adj	οκτάστυλος
οχτάστυλου	=	οχτάστυλος
οχτάστυλους	=	οχτάστυλος
οχτάστυλων	=	οχτάστυλος
οχτάσφαιρο	noun	οχταθάλαμο περίστροφο
οχτάτομα	=	οχτάτομος
οχτάτομε	=	οχτάτομος
οχτάτομες	=	οχτάτομος
οχτάτομη	=	οχτάτομος
οχτάτομης	=	οχτάτομος
οχτάτομο	=	οχτάτομος
οχτάτομοι	=	οχτάτομος
οχτάτομος	adj	οκτάτομος
οχτάτομου	=	οχτάτομος
οχτάτομους	=	οχτάτομος
οχτάτομων	=	οχτάτομος
οχτάχρονα	=	οχτάχρονος
οχτάχρονε	=	οχτάχρονος
οχτάχρονες	=	οχτάχρονος
οχτάχρονη	=	οχτάχρονος
οχτάχρονης	=	οχτάχρονος
οχτάχρονο	=	οχτάχρονος
οχτάχρονοι	=	οχτάχρονος
οχτάχρονος	adj	οκτάχρονος
οχτάχρονου	=	οχτάχρονος
οχτάχρονους	=	οχτάχρονος
οχτάχρονων	=	οχτάχρονος
οχτάωρα	=	οχτάωρος
οχτάωρε	=	οχτάωρος
οχτάωρες	=	οχτάωρος
οχτάωρη	=	οχτάωρος
οχτάωρης	=	οχτάωρος
οχτάωρο	noun	οκτάωρο
οχτάωροι	=	οχτάωρος
οχτάωρος	adj	που διαρκεί οχτώ ώρες
οχτάωρου	=	οχτάωρος
οχτάωρους	=	οχτάωρος
οχτάωρων	=	οχτάωρος
οχταήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχταήμερο
οχταήμερε	=	οχταήμερος
οχταήμερες	=	οχταήμερος
οχταήμερη	=	οχταήμερος
οχταήμερης	=	οχταήμερος
οχταήμερο	noun	οκταήμερο
οχταήμεροι	=	οχταήμερος
οχταήμερος	adj	οκταήμερος
οχταήμερου	noun	γενική ενικού του οχταήμερο
οχταήμερους	=	οχταήμερος
οχταήμερων	noun	γενική πληθυντικού του οχταήμερο
οχταγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχταγωνικό
οχταγωνικέ	adj	κλητική ενικού του οχταγωνικός
οχταγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχταγωνική
οχταγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχταγωνικός
οχταγωνικής	adj	γενική ενικού του οχταγωνική
οχταγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχταγωνικός
οχταγωνικού	adj	γενική ενικού του οχταγωνικός
οχταγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχταγωνικός
οχταγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του οχταγωνικός
οχταγωνικός	adj	οκταγωνικός
οχταγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του οχταγωνικός
οχταετία	noun	οκταετία
οχταετίας	=	οχταετία
οχταετίες	=	οχταετία
οχταετιών	=	οχταετία
οχτακοσαριά	noun	οκτακοσαριά
οχτακοσαριάς	noun	γενική ενικού του οχτακοσαριά
οχτακοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτακοσαριά
οχτακοσαριών	=	οχτακοσαριά
οχτακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτακοσιοστό
οχτακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του οχτακοσιοστός
οχτακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτακοσιοστή
οχτακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχτακοσιοστός
οχτακοσιοστής	adj	γενική ενικού του οχτακοσιοστή
οχτακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχτακοσιοστός
οχτακοσιοστού	adj	γενική ενικού του οχτακοσιοστός
οχτακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχτακοσιοστός
οχτακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του οχτακοσιοστός
οχτακοσιοστός	=	οκτακοσιοστός
οχτακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του οχτακοσιοστός
οχτακόσα	=	οκτακόσια
οχτακόσια	num	οκτακόσια
οχτακόσιοι	adj	οκτακόσιοι
οχτακόσοι	num	οκτακόσιοι
οχταμελές	=	οχταμελής
οχταμελή	=	οχταμελής
οχταμελής	adj	άλλη μορφή του οκταμελής
οχταμελείς	=	οχταμελής
οχταμελούς	=	οχταμελής
οχταμελών	=	οχταμελής
οχταπλά	=	οχταπλός
οχταπλάσια	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιας	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιε	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιες	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιο	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιοι	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιος	adj	οκταπλάσιος
οχταπλάσιου	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιους	=	οχταπλάσιος
οχταπλάσιων	=	οχταπλάσιος
οχταπλέ	=	οχταπλός
οχταπλές	=	οχταπλός
οχταπλή	=	οχταπλός
οχταπλής	=	οχταπλός
οχταπλασιάζω	verb	οκταπλασιάζω
οχταπλοί	=	οχταπλός
οχταπλού	=	οχταπλός
οχταπλούς	=	οχταπλός
οχταπλό	=	οχταπλός
οχταπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
οχταπλών	=	οχταπλός
οχταπόδι	=	χταπόδι
οχτασέλιδα	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδε	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδες	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδη	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδης	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδο	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδοι	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδος	adj	που έχει οκτώ σελίδες
οχτασέλιδου	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδους	=	οχτασέλιδος
οχτασέλιδων	=	οχτασέλιδος
οχτασύλλαβα	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβε	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβες	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβη	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβης	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβο	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβοι	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβος	adj	που αποτελείται από οχτώ συλλαβές
οχτασύλλαβου	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβους	=	οχτασύλλαβος
οχτασύλλαβων	=	οχτασύλλαβος
οχτομηνίτες	=	οχτομηνίτης
οχτομηνίτη	=	οχτομηνίτης
οχτομηνίτης	noun	που γεννήθηκε τον όγδοο μήνα της κύησης
οχτομηνίτισσας	noun	γενική ενικού του οχτομηνίτισσα
οχτομηνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτομηνίτισσα
οχτομηνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του οχτομηνίτισσα
οχτομηνιτών	=	οχτομηνίτης
οχτρέ	noun	κλητική ενικού του οχτρός
οχτροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχτρός
οχτρού	noun	γενική ενικού του οχτρός
οχτρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οχτρός
οχτρό	noun	αιτιατική ενικού του οχτρός
οχτρός	noun	ο εχθρός
οχτρών	noun	γενική πληθυντικού του οχτρός
οχτωήχι	noun	άλλη μορφή του οκτώηχος
οχτωβριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτωβριάτικο
οχτωβριάτικε	adj	κλητική ενικού του οχτωβριάτικος
οχτωβριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτωβριάτικη
οχτωβριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχτωβριάτικος
οχτωβριάτικης	adj	γενική ενικού του οχτωβριάτικη
οχτωβριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του οχτωβριάτικος
οχτωβριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχτωβριάτικος
οχτωβριάτικος	adj	άλλη μορφή του οκτωβριάτικος
οχτωβριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οχτωβριάτικος
οχτωβριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχτωβριάτικος
οχτωβριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οχτωβριάτικος
οχτωβριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οχτωβριανός	adv	άλλη μορφή του οκτωβριανά
οχτωβριανέ	adj	κλητική ενικού του οχτωβριανός
οχτωβριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχτωβριανή
οχτωβριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχτωβριανός
οχτωβριανής	adj	γενική ενικού του οχτωβριανή
οχτωβριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχτωβριανός
οχτωβριανού	adj	γενική ενικού του οχτωβριανός
οχτωβριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχτωβριανός
οχτωβριανό	adj	αιτιατική ενικού του οχτωβριανός
οχτωβριανός	adj	άλλη μορφή του οκτωβριανός
οχτωβριανών	adj	γενική πληθυντικού του οχτωβριανός
οχτωηχιού	=	οχτωήχι
οχτώ	noun	το ψηφίο 8	num	το απόλυτο αριθμητικό (8) που ακολουθεί το επτά και προηγείται του εννιά
οχυρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του οχυρός
οχυρέ	adj	κλητική ενικού του οχυρός
οχυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρή
οχυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχυρός
οχυρής	adj	γενική ενικού του οχυρή
οχυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχυρός
οχυροτήτων	=	οχυρότητα
οχυρού	adj	γενική ενικού του οχυρός
οχυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχυρός
οχυρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του οχύρωμα
οχυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρωμένο
οχυρωμένε	verb	κλητική ενικού του οχυρωμένος
οχυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρωμένη
οχυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχυρωμένος
οχυρωμένης	verb	γενική ενικού του οχυρωμένη
οχυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του οχυρωμένος
οχυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχυρωμένος
οχυρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οχυρώνω
οχυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του οχυρωμένος
οχυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του οχυρωμένος
οχυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του οχυρωμένος
οχυρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρωματικό
οχυρωματικέ	adj	κλητική ενικού του οχυρωματικός
οχυρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρωματική
οχυρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχυρωματικός
οχυρωματικής	adj	γενική ενικού του οχυρωματική
οχυρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχυρωματικός
οχυρωματικού	adj	γενική ενικού του οχυρωματικός
οχυρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχυρωματικός
οχυρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του οχυρωματικός
οχυρωματικός	adj	σχετικός με την οχύρωση
οχυρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του οχυρωματικός
οχυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρωτικό
οχυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του οχυρωτικός
οχυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχυρωτική
οχυρωτική	noun	η τέχνη της οχύρωσης πόλεων ή θέσεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οχυρωτικός
οχυρωτικής	adj	γενική ενικού του οχυρωτική
οχυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οχυρωτικός
οχυρωτικού	adj	γενική ενικού του οχυρωτικός
οχυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οχυρωτικός
οχυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του οχυρωτικός
οχυρωτικός	adj	άλλη γραφή του οχυρωματικός
οχυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του οχυρωτικός
οχυρό	noun	οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι	adj	αιτιατική ενικού του οχυρός
οχυρός	adj	οχυρωμένος, καλά προφυλαγμένος και δύσκολος να κυριευτεί από τον εχθρό
οχυρότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος τόπος οχυρός, η ιδιότητα του οχυρού
οχυρότητας	=	οχυρότητα
οχυρότητες	=	οχυρότητα
οχυρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνομαι
οχυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχύρωμα
οχυρώματος	noun	γενική ενικού του οχύρωμα
οχυρών	adj	γενική πληθυντικού του οχυρός
οχυρώναμε	=	οχυρώνω
οχυρώναν	=	οχυρώνω
οχυρώνανε	=	οχυρώνω
οχυρώνατε	=	οχυρώνω
οχυρώνει	=	οχυρώνω
οχυρώνεις	=	οχυρώνω
οχυρώνετε	=	οχυρώνω
οχυρώνοντας	=	οχυρώνω
οχυρώνουμε	=	οχυρώνω
οχυρώνουν	=	οχυρώνω
οχυρώνουνε	=	οχυρώνω
οχυρώνω	verb	προετοιμάζω μια πόλη ή τοποθεσία απέναντι σε εχθρική επίθεση χτίζοντας ένα τείχος, οχυρό ή παίρνοντας άλλα αμυντικά μέτρα
οχυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώσαν	=	οχυρώνω
οχυρώσανε	=	οχυρώνω
οχυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οχύρωση
οχυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του οχύρωση
οχυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του οχύρωση
οχυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχύρωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του οχυρώνω καθώς και οι σχετικές κατασκευές
οχύρωνα	=	οχυρώνω
οχύρωναν	=	οχυρώνω
οχύρωνε	=	οχυρώνω
οχύρωνες	=	οχυρώνω
οχύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οχυρώνω
οχύρωση	noun	άλλη μορφή του οχύρωμα
οχύρωσης	noun	γενική ενικού του οχύρωση
οψάργας	adv	χθες το βράδυ
οψέποτε	adv	κάποτε στο μέλλον
οψές	adv	χθες
οψίμως	adv|dated	όψιμα
οψίνες	=	οψίνη
οψίνη	noun	φωτοευαίσθητη πρωτεΐνη στον αμφιβληστροειδή
οψίνης	=	οψίνη
οψίπλουτα	=	οψίπλουτος
οψίπλουτε	=	οψίπλουτος
οψίπλουτες	=	οψίπλουτος
οψίπλουτη	=	οψίπλουτος
οψίπλουτης	=	οψίπλουτος
οψίπλουτο	=	οψίπλουτος
οψίπλουτοι	=	οψίπλουτος
οψίπλουτος	adj|archaic	νεόπλουτος
οψίπλουτου	=	οψίπλουτος
οψίπλουτους	=	οψίπλουτος
οψίπλουτων	=	οψίπλουτος
οψαργάς	adv	χθες το βράδυ
οψιανέ	noun	κλητική ενικού του οψιανός
οψιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οψιανός
οψιανού	noun	γενική ενικού του οψιανός
οψιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οψιανός
οψιανό	noun	αιτιατική ενικού του οψιανός
οψιανός	noun	σκληρό, ηφαιστειογενές πέτρωμα που βρίσκεται στην Ελλάδα στη Μήλο και στη Νίσυρο και χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή για κατασκευή λεπίδων και συνεχίστηκε μέχρι και το 19ο αιώνα.
οψιανών	noun	γενική πληθυντικού του οψιανός
οψιγενές	=	οψιγενής
οψιγενή	=	οψιγενής
οψιγενής	adj	γεννημένος μετά τον θάνατο του πατέρα του
οψιγενείς	=	οψιγενής
οψιγενούς	=	οψιγενής
οψιγενών	=	οψιγενής
οψιδιανέ	noun	κλητική ενικού του οψιδιανός
οψιδιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οψιδιανός
οψιδιανού	noun	γενική ενικού του οψιδιανός
οψιδιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του οψιδιανός
οψιδιανό	noun	αιτιατική ενικού του οψιδιανός
οψιδιανός	noun	οψιανός
οψιδιανών	noun	γενική πληθυντικού του οψιδιανός
οψιμάθεια	noun	η μάθηση σε μεγάλη ηλικία
οψιμάθειας	noun	γενική ενικού του οψιμάθεια
οψιμάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οψιμάθεια
οψιμαθές	=	οψιμαθής
οψιμαθή	=	οψιμαθής
οψιμαθής	adj	που μορφώθηκε αργά, σε προχωρημένη ηλικία
οψιμαθείς	=	οψιμαθής
οψιμαθειών	noun	γενική πληθυντικού του οψιμάθεια
οψιμαθούς	=	οψιμαθής
οψιμαθών	=	οψιμαθής
οψιμότερα	=	οψιμότερος
οψιμότερε	=	οψιμότερος
οψιμότερες	=	οψιμότερος
οψιμότερη	=	οψιμότερος
οψιμότερης	=	οψιμότερος
οψιμότερο	=	οψιμότερος
οψιμότεροι	=	οψιμότερος
οψιμότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του όψιμος
οψιμότερου	=	οψιμότερος
οψιμότερους	=	οψιμότερος
οψιμότερων	=	οψιμότερος
οψινών	=	οψίνη
οψιόν	noun	η επιλογή
οψοθήκες	=	οψοθήκη
οψοθήκη	noun	έπιπλο / διάταξη αποθήκευσης τροφίμων
οψοθήκης	=	οψοθήκη
οψοθηκών	=	οψοθήκη
οψυγιάς	noun	το μέρος που ξεραίνουν την σταφίδα.υπαρχουν δυο τυποι ο κλασικος στο εδαφος και ο κρεμαστος.
οϊμέ	intj	κραυγή θρήνου και σπαραγμού, αλίμονό μου
οϊμένα	intj	αλίμονο σε μένα
ού	=	αριός
ούγγρε	=	ούγγρος
ούγγρο	=	ούγγρος
ούγγροι	=	ούγγρος
ούγγρος	noun	ο Ούγγρος
ούγγρου	=	ούγγρος
ούγγρους	=	ούγγρος
ούγγρων	=	ούγγρος
ούγια	noun	παρυφή (άκρη) υφάσματος
ούγιας	noun	γενική ενικού του ούγια
ούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούγια
ούγινα	noun	ύαινα
ούζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούζο
ούζο	noun	είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ
ούζου	noun	γενική ενικού του ούζο
ούζων	noun	γενική πληθυντικού του ούζο
ούθεν	adv	απ’ όπου
ούλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ούλος
ούλε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ούλος
ούλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ούλος
ούλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ούλος
ούλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ούλος
ούλο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ούλος	noun	το τμήμα του στόματος που περιβάλλει το κάτω μέρος των δοντιών και το οστέινο τμήμα της γνάθου
ούλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ούλος
ούλος	adj|vulgar	όλος
ούλου	noun	γενική ενικού του ούλο	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ούλος
ούλους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ούλος
ούλτιμα	=	ούλτιμος
ούλτιμε	=	ούλτιμος
ούλτιμες	=	ούλτιμος
ούλτιμη	=	ούλτιμος
ούλτιμης	=	ούλτιμος
ούλτιμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ούλτιμος
ούλτιμοι	=	ούλτιμος
ούλτιμος	adj	τελευταίος
ούλτιμου	=	ούλτιμος
ούλτιμους	=	ούλτιμος
ούλτιμων	=	ούλτιμος
ούλων	noun	γενική πληθυντικού του ούλο	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ούλος
ούμε	=	σαλπάρω
ούμπαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούμπαλο
ούμπαλο	noun	«τα ούμπαλα» οι όρχεις
ούμπαλου	noun	γενική ενικού του ούμπαλο
ούμπαλων	noun	γενική πληθυντικού του ούμπαλο
ούν	=	οκταπλούς
ούνε	=	σαλπάρω
ούντμουρτ	noun	ουραλική γλώσσα που μιλιέται στην Ουντμουρτία, στη Ρωσία
ούπα	noun	άλλη μορφή του ούπατ
ούπατ	noun	εξάρτημα από πλαστικό ή μέταλλο που τοποθετείται σε μια τρύπα σε τοίχο για να βιδώσουμε στο εσωτερικό του μια βίδα
ούρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ούρο: σωματικό υγρό που εκκρίνεται από τα νεφρά και αποβάλλεται από την ουρήθρα	intj|dated	ζήτω!
ούρδα	noun	είδος μυζήθρας
ούρδας	=	ούρδα
ούρδες	=	ούρδα
ούρημα	noun|rare	ούρο
ούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρώ
ούρηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ουρώ
ούρησης	noun	γενική ενικού του ούρηση
ούριο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ούριος
ούριος	adj	χαρακτηρισμός για άνεμο που πνέει προς την κατεύθυνση της κίνησης ενός πλοίου, ευνοϊκός
ούρλιαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ούρλιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ούρλιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ούρλιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ουρλιάζω
ούρλιασμα	noun	άλλη μορφή του ουρλιαχτό
ούρντου	noun	ινδουστανική γλώσσα, εθνική γλώσσα του Πακιστάν.
ούρο	noun	σωματικό υγρό που εκκρίνεται από τα νεφρά και αποβάλλεται από την ουρήθρα
ούρου	noun	γενική ενικού του ούρο
ούρτικα	noun|rare	τσουκνίδα
ούρτσουλο	noun	κρύο
ούρων	noun	γενική πληθυντικού του ούρο
ούς	=	οκταπλούς
ούσα	=	όντας
ούσης	=	αρχαΐζων
ούτε	conj	συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση
ούτι	noun	ένα έγχορδο παραδοσιακό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό βραχίονα, ένα είδος λαούτου
ούτω	adv|archaic	έτσι
ούτως	adv|archaic	έτσι
ούφο	noun|figurative	ο άσχετος ή ο εκτός τόπου και χρόνου
οἰνοπώλιδα	noun	αιτιατική ενικού του οἰνοπῶλις
οἱ	=	γωνιακός
οἴκων	noun	πολυτονική γραφή του οίκων
οὐρηθρῖτις	noun	ουρηθρίτιδα
οὐρολιθίασις	noun	ουρολιθίαση
οὐρολοίμωξις	noun	ουρολοίμωξη
οὐροποίησις	noun	ουροποίηση
οὐσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οὐσιαστικό
οὐσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του οὐσιαστικός
οὐσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οὐσιαστική
οὐσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του οὐσιαστικός
οὐσιαστικής	adj	γενική ενικού του οὐσιαστική
οὐσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του οὐσιαστικός
οὐσιαστικού	adj	γενική ενικού του οὐσιαστικός
οὐσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του οὐσιαστικός
οὐσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του οὐσιαστικός
οὐσιαστικόν	noun	το ουσιαστικό
οὐσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του οὐσιαστικός
οὖς	=	περίνους
π	=	κακόγνωμος
π-αορ	=	διαγράφομαι
π-αορ-αγκαλιάστηκα	=	αγκαλιάζω
π-ενσημαίνομαι	=	σημαίνω
πά	=	απά
πάαινα	=	πααίνω
πάαιναν	=	πααίνω
πάαινε	=	πααίνω
πάαινες	=	πααίνω
πάγε	noun	κλητική ενικού του πάγος
πάγια	adv	κατά πάγιο τρόπο
πάγιας	=	πάγιος
πάγιε	=	πάγιος
πάγιες	=	πάγιος
πάγιο	noun	ποσό που χρεώνεται σταθερά σε κάθε λογαριασμό που αφορά κατανάλωση ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κατανάλωση και πόση	adj	αιτιατική ενικού του πάγιος
πάγιοι	=	πάγιος
πάγιος	adj	σταθερός, αμετάβλητος
πάγιου	=	πάγιος
πάγιους	=	πάγιος
πάγιων	=	πάγιος
πάγκα	noun	άλλη μορφή του μπάγκα
πάγκαλη	=	πάγκαλος
πάγκαλο	=	πάγκαλος
πάγκαλος	adj	ωραιότατος
πάγκας	=	πάγκα
πάγκε	noun	κλητική ενικού του πάγκος
πάγκες	=	πάγκα
πάγκο	noun	αιτιατική ενικού του πάγκος
πάγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάγκος
πάγκοινη	=	πάγκοινος
πάγκοινο	=	πάγκοινος
πάγκοινος	adj	που ανήκει σε όλους, κοινός σε όλους
πάγκος	noun	μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα χωρίς πλάτη για πολλά άτομα σε δημόσιους χώρους
πάγκου	noun	γενική ενικού του πάγκος
πάγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάγκος
πάγκρεας	noun	αδένας που παράγει ένζυμα που υποβοηθούν τη διαδικασία της πέψης και τις ορμόνες ινσουλίνη και γλυκαγόνη, οι οποίες ρυθμίζουν τα επίπεδα της γλυκόζης
πάγκων	noun	γενική πληθυντικού του πάγκος
πάγο	noun	αιτιατική ενικού του πάγος
πάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάγος
πάγος	noun	η στερεά μορφή που παίρνει το νερό, όταν ψυχθεί σε θερμοκρασία κάτω των 0 βαθμών Κελσίου
πάγου	noun	γενική ενικού του πάγος
πάγουρε	noun	κλητική ενικού του πάγουρος
πάγουρο	noun	αιτιατική ενικού του πάγουρος
πάγουροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάγουρος
πάγουρος	noun|vulgar	ο κάβουρας, το καβούρι
πάγουρου	noun	γενική ενικού του πάγουρος
πάγουρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάγουρος
πάγουρων	noun	γενική πληθυντικού του πάγουρος
πάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάγος
πάγρα	noun	παγωνιά, πάχνη, η υγρασία (δροσιά) του χιονιού
πάγρας	=	πάγρα
πάγρες	=	πάγρα
πάγω	verb	πηγαίνω
πάγωμα	noun	η μετατροπή του νερού (ή άλλου υγρού) σε πάγο
πάγων	noun	γενική πληθυντικού του πάγος
πάγωνα	=	παγώνω
πάγωναν	=	παγώνω
πάγωνε	=	παγώνω
πάγωνες	=	παγώνω
πάγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγώνω
πάγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγώνω
πάγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγώνω
πάγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγώνω
πάει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πάθαινα	=	παθαίνω
πάθαιναν	=	παθαίνω
πάθαινε	=	παθαίνω
πάθαινες	=	παθαίνω
πάθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθαν	=	παθαίνω
πάθανε	=	παθαίνω
πάθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάθος
πάθημα	noun	κάτι που έπαθε κάποιος
πάθηση	noun	η αρρώστια, η ασθένεια
πάθησης	noun	γενική ενικού του πάθηση
πάθιαζα	=	παθιάζω
πάθιαζαν	=	παθιάζω
πάθιαζε	=	παθιάζω
πάθιαζες	=	παθιάζω
πάθιασα	=	παθιάζω
πάθιασαν	=	παθιάζω
πάθιασε	=	παθιάζω
πάθιασες	=	παθιάζω
πάθομε	=	παθαίνω
πάθος	noun	πολύ ισχυρό συναίσθημα που υπερισχύει της λογικής
πάθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάθουνε	=	παθαίνω
πάθους	noun	γενική ενικού του πάθος
πάθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθαίνω
πάιγ	adj	τρόπος κοπής φαγώσιμου σε σχήμα άχυρου, ή εξαιρετικά λεπτού ορθογώνιου σχήματος
πάκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάκο
πάκο	noun	το δέμα
πάκου	noun	γενική ενικού του πάκο
πάκτωμα	noun	άλλη μορφή του πάκτωση
πάκτωνα	=	πάκτωνας
πάκτωναν	=	πακτώνω
πάκτωνας	noun	βάρκα τετράγωνου σχήματος χωρίς τρόπιδα που χρησιμοποιείται στον καθαρισμό και στο βάψιμο ενός μεγαλύτερου πλοίου
πάκτωνε	=	πακτώνω
πάκτωνες	=	πάκτωνας
πάκτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πάκτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πάκτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πάκτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πάκτωση	noun	η εργασία του πακτώνω (στη σημασία: στερεώνω), στερέωση οικοδομικού στοιχείου όπως με εντοιχισμό
πάκτωσης	noun	γενική ενικού του πάκτωση
πάκων	noun	γενική πληθυντικού του πάκο
πάλα	noun	το γιαταγάνι
πάλαι	adv|formal	παλιά
πάλαισμα	noun	πάλεμα, πάλη
πάλας	noun	γενική ενικού του πάλα
πάλε	=	πάλος
πάλεμα	noun	η ενέργεια του παλεύω, η πάλη
πάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάλα
πάλευα	=	παλεύω
πάλευαν	=	παλεύω
πάλευε	=	παλεύω
πάλευες	=	παλεύω
πάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλεύω
πάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλεύω
πάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλεύω
πάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλεύω
πάλη	noun	το αγώνισμα κατά το οποίο δύο αθλούμενοι αγωνίζονται σώμα με σώμα σε μια προσπάθεια να καταβάλει ο ένας τον άλλο
πάλης	=	πάλη
πάλι	adv	για μια φορά ακόμα	noun	της Ινδίας, ιερών σανσκριτικών κειμένων
πάλιουρα	=	πάλιουρας
πάλιουρας	noun|slang	που είναι πολύ καιρό στο στράτευμα και, συνήθως, εμπνέει σεβασμό ή φόβο λόγω «αρχαιότητας»
πάλιουρες	=	πάλιουρας
πάλιουρων	=	πάλιουρας
πάλιωμα	noun	το αποτέλεσμα του παλιώνω
πάλιωνα	=	παλιώνω
πάλιωναν	=	παλιώνω
πάλιωνε	=	παλιώνω
πάλιωνες	=	παλιώνω
πάλιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
πάλιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
πάλιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
πάλιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
πάλκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάλκο
πάλκο	noun	το παλκοσένικο
πάλκου	noun	γενική ενικού του πάλκο
πάλκων	noun	γενική πληθυντικού του πάλκο
πάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πάλλομαι
πάλλευκα	=	πάλλευκος
πάλλευκε	=	πάλλευκος
πάλλευκες	=	πάλλευκος
πάλλευκη	=	πάλλευκος
πάλλευκης	=	πάλλευκος
πάλλευκο	=	πάλλευκος
πάλλευκοι	=	πάλλευκος
πάλλευκος	adj	συνώνυμο του κατάλευκος
πάλλευκου	=	πάλλευκος
πάλλευκους	=	πάλλευκος
πάλλευκων	=	πάλλευκος
πάλλομαι	verb	δονούμαι ρυθμικά, σείομαι, τρέμω, σπαρταρώ, ασθμαίνω
πάλλω	verb	δονώ ένα αντικείμενο ή δονούμαι εγώ, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο
πάλο	=	πάλος
πάλοι	=	πάλος
πάλος	noun|dated	παλούκι, πάσσαλος
πάλου	=	πάλος
πάλους	=	πάλος
πάλσαρ	noun	ουράνιο σώμα που εκπέμπει ταχύτατους παλμούς ραδιοφωνικών κυμάτων
πάλσαρς	=	πάλσαρ
πάλων	=	πάλος
πάμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πάμμαυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πάμμαυρος
πάμμαυρε	adj	κλητική ενικού του πάμμαυρος
πάμμαυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάμμαυρη, θηλυκό του πάμμαυρος
πάμμαυρη	=	πάμμαυρος
πάμμαυρης	adj	γενική ενικού του πάμμαυρη
πάμμαυρο	adj	αιτιατική ενικού του πάμμαυρος
πάμμαυροι	=	πάμμαυρος
πάμμαυρος	adj|dated	συνώνυμο του κατάμαυρος
πάμμαυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πάμμαυρος
πάμμαυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πάμμαυρος
πάμμαυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πάμμαυρος
πάμπλουτα	=	πάμπλουτος
πάμπλουτε	=	πάμπλουτος
πάμπλουτες	=	πάμπλουτος
πάμπλουτη	=	πάμπλουτος
πάμπλουτης	=	πάμπλουτος
πάμπλουτο	=	πάμπλουτος
πάμπλουτοι	=	πάμπλουτος
πάμπλουτος	adj	πάρα πολύ πλούσιος
πάμπλουτου	=	πάμπλουτος
πάμπλουτους	=	πάμπλουτος
πάμπλουτων	=	πάμπλουτος
πάμπολλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πάμπολλοι
πάμπολλες	=	πάμπολλοι
πάμπολλοι	adj	πάρα πολλοί
πάμπτωχα	=	πάμπτωχος
πάμπτωχε	=	πάμπτωχος
πάμπτωχες	=	πάμπτωχος
πάμπτωχη	=	πάμπτωχος
πάμπτωχης	=	πάμπτωχος
πάμπτωχο	=	πάμπτωχος
πάμπτωχοι	=	πάμπτωχος
πάμπτωχος	adj	πάρα πολύ πτωχός
πάμπτωχου	=	πάμπτωχος
πάμπτωχους	=	πάμπτωχος
πάμπτωχων	=	πάμπτωχος
πάμφθηνα	adv	πάρα πολύ φτηνά
πάμφθηνε	=	πάμφθηνος
πάμφθηνες	=	πάμφθηνος
πάμφθηνη	=	πάμφθηνος
πάμφθηνης	=	πάμφθηνος
πάμφθηνο	=	πάμφθηνος
πάμφθηνοι	=	πάμφθηνος
πάμφθηνος	adj	πάρα πολύ φτηνός
πάμφθηνου	=	πάμφθηνος
πάμφθηνους	=	πάμφθηνος
πάμφθηνων	=	πάμφθηνος
πάμφτηνος	=	πάμφθηνος
πάμφτωχα	=	πάμφτωχος
πάμφτωχε	=	πάμφτωχος
πάμφτωχες	=	πάμφτωχος
πάμφτωχη	=	πάμφτωχος
πάμφτωχης	=	πάμφτωχος
πάμφτωχο	=	πάμφτωχος
πάμφτωχοι	=	πάμφτωχος
πάμφτωχος	adj	πάρα πολύ φτωχός
πάμφτωχου	=	πάμφτωχος
πάμφτωχους	=	πάμφτωχος
πάμφτωχων	=	πάμφτωχος
πάμφωτα	=	πάμφωτος
πάμφωτε	=	πάμφωτος
πάμφωτες	=	πάμφωτος
πάμφωτη	=	πάμφωτος
πάμφωτης	=	πάμφωτος
πάμφωτο	=	πάμφωτος
πάμφωτοι	=	πάμφωτος
πάμφωτος	adj	φωτισμένος με πάρα πολλά φώτα
πάμφωτου	=	πάμφωτος
πάμφωτους	=	πάμφωτος
πάμφωτων	=	πάμφωτος
πάν	=	πηγαίνω
πάνα	noun	εσώρουχο από απορροφητικό υλικό για τα βρέφη ή για ενηλίκους που πάσχουν από ακράτεια
πάναγνα	=	πάναγνος
πάναγνε	=	πάναγνος
πάναγνες	=	πάναγνος
πάναγνη	=	πάναγνος
πάναγνης	=	πάναγνος
πάναγνο	=	πάναγνος
πάναγνοι	=	πάναγνος
πάναγνος	adj	υπέρτατα αγνός, που χαρακτηρίζεται από απόλυτη αγνότητα
πάναγνου	=	πάναγνος
πάναγνους	=	πάναγνος
πάναγνων	=	πάναγνος
πάνας	noun	γενική ενικού του πάνα
πάνδεινα	noun	όλων των ειδών τα δεινά, πολύ μεγάλες συμφορές και δοκιμασίες
πάνδημα	=	πάνδημος
πάνδημε	=	πάνδημος
πάνδημες	=	πάνδημος
πάνδημη	=	πάνδημος
πάνδημης	=	πάνδημος
πάνδημο	=	πάνδημος
πάνδημοι	=	πάνδημος
πάνδημος	adj|formal	που γίνεται με την συμμετοχή όλου ή μεγάλου μέρους του λαού
πάνδημου	=	πάνδημος
πάνδημους	=	πάνδημος
πάνδημων	=	πάνδημος
πάνε	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πάνελ	noun	ομάδα ανθρώπων που είναι (ή θεωρούνται) ειδήμονες σε κάποιο θέμα κι έχουν κληθεί για να μιλήσουν σε μια δημόσια συζήτηση (π.χ. τηλεοπτική, συνεδριακή κ.λπ.) για αυτό
πάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάνα
πάνθεα	=	πάνθεο
πάνθεο	noun	το σύνολο των θεών μιας θρησκείας
πάνθεον	noun|formal	άλλη μορφή του πάνθεο
πάνθεου	=	πάνθεο
πάνθεων	=	πάνθεο
πάνθηρα	=	πάνθηρας
πάνθηρας	noun	σαρκοφάγο αιλουροειδές που έχει μαύρο τρίχωμα, συγγενικό με την λεοπάρδαλη
πάνθηρες	=	πάνθηρας
πάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πάνιασμα	noun	το αποτέλεσμα του πανιάζω, το να γίνεται κανείς άσπρος σαν πανί, το χλόμιασμα
πάνινα	=	πάνινος
πάνινε	=	πάνινος
πάνινες	=	πάνινος
πάνινη	=	πάνινος
πάνινης	=	πάνινος
πάνινο	=	πάνινος
πάνινοι	=	πάνινος
πάνινος	adj	που είναι φτιαγμένος από πανί
πάνινου	=	πάνινος
πάνινους	=	πάνινος
πάνινων	=	πάνινος
πάνισμα	noun|dated	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πανίζω
πάνοπλα	=	πάνοπλος
πάνοπλε	=	πάνοπλος
πάνοπλες	=	πάνοπλος
πάνοπλη	=	πάνοπλος
πάνοπλης	=	πάνοπλος
πάνοπλο	=	πάνοπλος
πάνοπλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάνοπλος
πάνοπλος	adj	πολύ καλά οπλισμένος, εφοδιασμένος με όλα τα όπλα που απαιτούνται
πάνοπλου	=	πάνοπλος
πάνοπλους	=	πάνοπλος
πάνοπλων	=	πάνοπλος
πάνορμος	adj	ασφαλής για προσορμισμό
πάνου	adv|vulgar	πάνω, επάνω
πάνσεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάνσεπτο
πάνσεπτε	adj	κλητική ενικού του πάνσεπτος
πάνσεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάνσεπτη
πάνσεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πάνσεπτος
πάνσεπτης	adj	γενική ενικού του πάνσεπτη
πάνσεπτο	adj	αιτιατική ενικού του πάνσεπτος
πάνσεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάνσεπτος
πάνσεπτος	adj	πάρα πολύ σεπτός
πάνσεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πάνσεπτος
πάνσεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πάνσεπτος
πάνσεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πάνσεπτος
πάνσοφα	=	πάνσοφος
πάνσοφε	=	πάνσοφος
πάνσοφες	=	πάνσοφος
πάνσοφη	=	πάνσοφος
πάνσοφης	=	πάνσοφος
πάνσοφο	=	πάνσοφος
πάνσοφοι	=	πάνσοφος
πάνσοφος	adj	που κατέχει τη σοφία στον ύψιστο βαθμό
πάνσοφου	=	πάνσοφος
πάνσοφους	=	πάνσοφος
πάνσοφων	=	πάνσοφος
πάντα	noun	πλευρά, άλλη μορφή του μπάντα	adv	πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
πάντας	=	πάντα
πάντες	=	πάντα
πάντοτε	adv	πάντα
πάντρεμα	noun	η ένωση, ο καλός συνδυασμός, το ταίριασμα διαφορετικών στοιχείων, αλλά και ο γάμος, η παντρειά
πάντρευα	=	παντρεύω
πάντρευαν	=	παντρεύω
πάντρευε	=	παντρεύω
πάντρευες	=	παντρεύω
πάντρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
πάντρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
πάντρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
πάντρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
πάντσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάντσο
πάντσο	noun	το μπάντζο
πάντσου	noun	γενική ενικού του πάντσο
πάντσων	noun	γενική πληθυντικού του πάντσο
πάντων	=	παν
πάντως	adv	ωστόσο, όμως, παρ' όλα αυτά
πάνυ	adv|archaic	πολύ, σε μεγάλο βαθμό, εξαιρετικά
πάνω	adv	στην επιφάνεια ενός πράγματος
πάνωθε	adv|vulgar	άλλη μορφή του επάνω
πάπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πάπας
πάπαλα	intj	τέλος, μας τελείωσε, δεν έχει άλλο
πάπας	noun	τίτλος του επισκόπου Ρώμης και προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας
πάπες	=	πάπας
πάπια	noun	νηκτικό πτηνό που μοιάζει με τη χήνα, αλλά μικρότερο σε μέγεθος
πάπιας	noun	γενική ενικού του πάπια
πάπιε	=	πάπιος
πάπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάπια
πάπιο	=	πάπιος
πάπιοι	=	πάπιος
πάπιος	noun	Είδος υδρόβιου πτηνού το αρσενικό της πάπιας.
πάπιου	=	πάπιος
πάπιους	=	πάπιος
πάπισσα	noun	γυναίκα που αποκρύπτοντας το φύλο της ανέρχεται στο αξίωμα του πάπα
πάπισσας	noun	γενική ενικού του πάπισσα
πάπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάπισσα
πάπιων	=	πάπιος
πάπλωμα	noun	το σκέπασμα για το κρεβάτι που αποτελείται εξωτερικά από ύφασμα διακοσμημένο με διάφορα σχέδια και είναι εσωτερικά γεμισμένο με πούπουλα ή άλλο θερμομονωτικό υλικό
πάππε	noun	κλητική ενικού του πάππος
πάππο	noun	αιτιατική ενικού του πάππος
πάπποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάππος
πάππος	noun	παππούς
πάππου	noun	γενική ενικού του πάππος
πάππους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάππος
πάππων	noun	γενική πληθυντικού του πάππος
πάπρικα	noun	είδος κόκκινης πιπεριάς (Καψικόν το ετήσιον, Capsicum annuum)
πάπρικας	noun	γενική ενικού του πάπρικα
πάπρικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάπρικα
πάπυρε	noun	κλητική ενικού του πάπυρος
πάπυρο	noun	αιτιατική ενικού του πάπυρος
πάπυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάπυρος
πάπυρος	noun	το φυτό Cyperus papyrus, ιθαγενές στην κοιλάδα του ποταμού Νείλου
πάπυρου	noun	γενική ενικού του πάπυρος
πάπυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάπυρος
πάπυρων	noun	γενική πληθυντικού του πάπυρος
πάρα	particle	επιτατικό μόριο, συνοδεύει τη λέξη πολύ
πάραυτα	adv	αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, αυθωρεί, παραχρήμα
πάρδαλις	noun	ο πάνθηρας (βλέπε λέξη)
πάρε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του παίρνω
πάρεδρε	noun	κλητική ενικού του πάρεδρος
πάρεδρο	noun	αιτιατική ενικού του πάρεδρος
πάρεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάρεδρος
πάρεδρος	noun	αυτός που κάθεται δίπλα στη θέση κάποιου άλλου
πάρεδρου	=	πάρεδρος
πάρεδρους	=	πάρεδρος
πάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρελξη	noun	Στην αστρονομία πάρελξη και ειδικότερα πάρελξη των σωμάτων του Ηλιακού μας συστήματος ονομάζεται η μεταβολή της τροχιάς των ουρανίων σωμάτων που οφείλεται στις ελκτικές τους αλληλεπιδράσεις.https://el.wikipedia.org/wiki/Πάρελξη
πάρελξης	noun	γενική ενικού του πάρελξη
πάρεξ	prep|literary	εκτός από
πάρεργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρεργο
πάρεργε	adj	κλητική ενικού του πάρεργος
πάρεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρεργη
πάρεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πάρεργος
πάρεργης	adj	γενική ενικού του πάρεργη
πάρεργο	noun	εργασία ή έργο που γίνεται πέρα από το κύριο έργο
πάρεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάρεργος
πάρεργος	adj|formal	που γίνεται πέρα από το κύριο έργο
πάρεργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πάρεργος
πάρεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πάρεργος
πάρεργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πάρεργος
πάρεση	noun|formal	χαλάρωμα
πάρεσης	noun	γενική ενικού του πάρεση
πάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρηβα	=	πάρηβος
πάρηβε	=	πάρηβος
πάρηβες	=	πάρηβος
πάρηβη	=	πάρηβος
πάρηβης	=	πάρηβος
πάρηβο	=	πάρηβος
πάρηβοι	=	πάρηβος
πάρηβος	adj	που πέρασε την ακμή της νεότητας, αυτός που πέρασε την ήβη
πάρηβου	=	πάρηβος
πάρηβους	=	πάρηβος
πάρηβων	=	πάρηβος
πάρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
πάρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
πάρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
πάρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
πάρθια	=	πάρθιος
πάρθιας	=	πάρθιος
πάρθιε	=	πάρθιος
πάρθιες	=	πάρθιος
πάρθιο	=	πάρθιος
πάρθιοι	=	πάρθιος
πάρθιος	adj	που έχει σχέση με τους Πάρθους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
πάρθιου	=	πάρθιος
πάρθιους	=	πάρθιος
πάρθιων	=	πάρθιος
πάριζα	noun	είδος αλλαντικού το οποίο έχει υποστεί θερμική επεξεργασία και το οποίο συσκευάζεται σε ειδικό περίβλημα
πάριζας	=	πάριζα
πάριζες	=	πάριζα
πάριος	adj	που προέρχεται απ' την Πάρο, παριανός
πάρισα	=	πάρισο
πάρισο	noun	συνώνυμο του ισόκωλο
πάρισου	=	πάρισο
πάρισων	=	πάρισο
πάρκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρκο
πάρκαρα	=	παρκάρω
πάρκαραν	=	παρκάρω
πάρκαρε	=	παρκάρω
πάρκαρες	=	παρκάρω
πάρκινγκ	noun	η στάθμευση
πάρκινσον	noun	νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος που οφείλεται σε εκφυλισμό των νευρώνων του εγκεφάλου που παράγουν το νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη, με συνέπειες το χαρακτηριστικό τρέμουλο των χεριών, ακαμψία, βραδύτητα στην κίνηση και αστάθεια
πάρκο	noun	χώρος που έχει διαμορφωθεί με κήπους και δέντρα και τον επισκέπτονται άνθρωποι για ψυχαγωγικούς ή ερευνητικούς σκοπούς
πάρκου	noun	γενική ενικού του πάρκο
πάρκων	noun	γενική πληθυντικού του πάρκο
πάρλα	noun	η ομιλητικότητα, η φλυαρία, η πολυλογία
πάρλας	noun	γενική ενικού του πάρλα
πάρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρλα
πάροδε	=	πάροδος
πάροδο	=	πάροδος
πάροδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάροδος
πάροδος	noun	ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
πάροικε	noun	κλητική ενικού του πάροικος
πάροικο	noun	αιτιατική ενικού του πάροικος
πάροικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάροικος
πάροικος	noun	που μένει κοντά ή δίπλα σε κάποιον άλλο
πάροικου	=	πάροικος
πάροικους	=	πάροικος
πάρομε	=	παίρνω
πάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρουνε	=	παίρνω
πάροχε	noun	κλητική ενικού του πάροχος
πάροχο	noun	αιτιατική ενικού του πάροχος
πάροχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάροχος
πάροχος	noun	που παρέχει υπηρεσίες, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει προϊόν, υπηρεσία κ.ά.	adj	→ λείπει η κλίση
πάρσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παίρνω
πάρσου	=	παίρνω
πάρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρτη	noun	εαυτός
πάρτι	noun	ομαδική διασκέδαση, με συνοδεία μουσικής και χορού
πάρτυ	noun	άλλη γραφή του πάρτι
πάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πάρων	noun	τύπος ελαφρού πλοίου
πάρωνος	=	πάρων
πάρωρα	=	πάρωρος
πάρωρε	adj	κλητική ενικού του πάρωρος
πάρωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρωρη
πάρωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πάρωρος
πάρωρης	adj	γενική ενικού του πάρωρη
πάρωρο	adj	αιτιατική ενικού του πάρωρος
πάρωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάρωρος
πάρωρος	adj|literary	που δεν είναι ή δεν συμβαίνει στην κανονική του ώρα, ο άκαιρος
πάρωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πάρωρος
πάρωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πάρωρος
πάρωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πάρωρος
πάσα	noun|vulgar	η μεταβίβαση	pron|vulgar	κάθε
πάσαι	=	πας
πάσαις	=	πας
πάσαν	=	πας
πάσαρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασάρω	noun|dated	μικρή, στενή και ελαφριά λέμβος
πάσαρας	=	πάσαρα
πάσαρες	=	πάσαρα
πάσας	noun	γενική ενικού του πάσα
πάσγουορντ	noun	μυστικός συνδυασμός χαρακτήρων που χρησιμοποιείται για την επαλήθευση της πρόσβασης ενός χρήστη σε ψηφιακές υπηρεσίες
πάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάσα
πάση	=	πας
πάσης	=	πας
πάσι	=	πας
πάσκιζα	=	πασκίζω
πάσκιζαν	=	πασκίζω
πάσκιζε	=	πασκίζω
πάσκιζες	=	πασκίζω
πάσκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πάσκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πάσκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πάσκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πάσο	noun	χαμηλό χώρισμα ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς χώρους, που παρέχει τη δυνατότητα να μεταφέρονται αντικείμενα πάνω από αυτό και συνήθως τέτοιας κατασκευής που να μπορούν να τοποθετούνται επάνω του αντικείμενα
πάσου	noun	γενική ενικού του πάσο
πάσπαλη	noun|vulgar	άλλη μορφή του πασπάλη
πάσπαλης	=	πάσπαλη
πάσπαρος	noun	μαλακή ελαφριά πέτρα λευκού ή υπόλευκου χρώματος, η οποία θρυμματίζεται εύκολα
πάσσαλε	noun	κλητική ενικού του πάσσαλος
πάσσαλο	noun	αιτιατική ενικού του πάσσαλος
πάσσαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάσσαλος
πάσσαλος	noun	ξύλινη, μεταλλική (ή κι από άλλα υλικά) μακρόστενη κατασκευή με μυτερή άκρη, που χρησιμοποιείται για να περιφράξουμε κάτι ή γενικά στην οικοδομική
πάσσαλου	=	πάσσαλος
πάσσαλους	=	πάσσαλος
πάστα	noun	είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς
πάστας	noun	γενική ενικού του πάστα
πάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάστα
πάστορα	=	πάστορας
πάστορας	noun	προτεστάντης ιερέας
πάστορες	=	πάστορας
πάστρα	noun	η καθαριότητα
πάστρας	noun	γενική ενικού του πάστρα
πάστρεμα	noun|figurative	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παστρεύω
πάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάστρα
πάστρευα	=	παστρεύω
πάστρευαν	=	παστρεύω
πάστρευε	=	παστρεύω
πάστρευες	=	παστρεύω
πάστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
πάστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
πάστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
πάστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
πάστωμα	noun	συντήρηση τροφίμων μέσα σε ξύδι ή άλμη· συνήθως τα τρόφιμα έμπαιναν σε σειρές εναλλάξ με το αλάτι μέσα σε ξύλινα βαρέλια ή πήλινα πιθάρια
πάστωνα	=	παστώνω
πάστωναν	=	παστώνω
πάστωνε	=	παστώνω
πάστωνες	=	παστώνω
πάστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστώνω
πάστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστώνω
πάστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστώνω
πάστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστώνω
πάσχαμε	=	πάσχω
πάσχαν	=	πάσχω
πάσχανε	=	πάσχω
πάσχατε	=	πάσχω
πάσχε	=	πάσχω
πάσχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πάσχω
πάσχεις	=	πάσχω
πάσχετε	=	πάσχω
πάσχιζα	=	πασχίζω
πάσχιζαν	=	πασχίζω
πάσχιζε	=	πασχίζω
πάσχιζες	=	πασχίζω
πάσχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πάσχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πάσχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πάσχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πάσχον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πάσχων
πάσχοντα	=	πάσχων
πάσχοντας	=	πάσχω
πάσχοντες	=	πάσχων
πάσχοντος	=	πάσχων
πάσχουμε	=	πάσχω
πάσχουν	=	πάσχω
πάσχουνε	=	πάσχω
πάσχουσα	=	πάσχων
πάσχουσας	=	πάσχων
πάσχουσες	=	πάσχων
πάσχω	verb	είμαι άρρωστος, υποφέρω από κάτι, παθαίνω
πάσχων	verb|formal	που πάσχει από κάτι
πάσων	noun	γενική πληθυντικού του πάσο
πάτα	=	πατάω
πάταγα	=	πατάω
πάταγαν	=	πατάω
πάταγε	=	πάταγος
πάταγες	=	πατάω
πάταγο	=	πάταγος
πάταγοι	=	πάταγος
πάταγος	noun	δυνατός κρότος κυρίως από σύγκρουση ή σπάσιμο στερεών σωμάτων
πάταγου	=	πάταγος
πάταγους	=	πάταγος
πάταγων	=	πάταγος
πάταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πάταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πάταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πάταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πάταξη	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πατάσσω
πάταξης	noun	γενική ενικού του πάταξη
πάτασσα	=	πατάσσω
πάτασσαν	=	πατάσσω
πάτασσε	=	πατάσσω
πάτασσες	=	πατάσσω
πάτε	verb	β΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος πάω	noun	κλητική ενικού του πάτος
πάτερ	=	πατέρας
πάτερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάτερο
πάτερο	noun|vulgar	το μεγάλο δοκάρι της στέγης
πάτερου	noun	γενική ενικού του πάτερο
πάτερων	noun	γενική πληθυντικού του πάτερο
πάτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ
πάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω
πάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω
πάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω
πάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω
πάτο	noun	αιτιατική ενικού του πάτος
πάτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πάτος
πάτος	noun	ο πυθμένας, ο βυθός
πάτου	noun	γενική ενικού του πάτος
πάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάτος
πάτρια	noun	θηλυκό του πάτριος
πάτριας	=	πάτρια
πάτριε	=	πάτριος
πάτριες	=	πάτρια
πάτριο	=	πάτριος
πάτριοι	=	πάτριος
πάτριος	adj	που ανήκε ή χαρακτήριζε τους πατέρες μας, τους προγόνους μας
πάτριου	=	πάτριος
πάτριους	=	πάτριος
πάτριων	=	πάτριος
πάτρονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πάτρονας
πάτρονας	noun	πατρίκιος ή άλλο πρόσωπο υψηλού κοινωνικού κύρους που προστάτευε και εκπροσωπούσε απελεύθερο (ή άλλο άτομο κατώτερης κοινωνικής τάξης) στην αρχαία Ρώμη
πάτρονες	=	πάτρονας
πάτρονος	noun	ο νταβατζής
πάτρωνα	=	πάτρωνας
πάτρωνας	noun	ετυμολογική γραφή του πάτρονας
πάτρωνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάτρωνας
πάτσι	adv	ισοπαλία, ίσα	conj	μήπως, μπας και
πάτσιζα	=	πατσίζω
πάτσιζαν	=	πατσίζω
πάτσιζε	=	πατσίζω
πάτσιζες	=	πατσίζω
πάτσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πάτσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πάτσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πάτσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πάτωμα	noun	η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο
πάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάτος
πάτωνα	=	πατώνω
πάτωναν	=	πατώνω
πάτωνε	=	πατώνω
πάτωνες	=	πατώνω
πάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πάφιλα	=	πάφιλας
πάφιλας	noun|dated	ο ορείχαλκος
πάφιλε	=	πάφιλος
πάφιλες	=	πάφιλας
πάφιλο	=	πάφιλος
πάφιλοι	=	πάφιλος
πάφιλος	noun	άλλη μορφή του πάφιλας
πάφιλου	=	πάφιλος
πάφιλους	=	πάφιλος
πάφιλων	=	πάφιλος
πάφλαζα	=	παφλάζω
πάφλαζαν	=	παφλάζω
πάφλαζε	=	παφλάζω
πάφλαζες	=	παφλάζω
πάφλασα	=	παφλάζω
πάφλασαν	=	παφλάζω
πάφλασε	=	παφλάζω
πάφλασες	=	παφλάζω
πάφλασμα	noun	ο παφλασμός
πάφλε	=	πάφλος
πάφλο	=	πάφλος
πάφλοι	=	πάφλος
πάφλος	noun	άλλη μορφή του πάφιλας
πάφλου	=	πάφλος
πάφλους	=	πάφλος
πάφλων	=	πάφλος
πάφτη	noun	πόρπες
πάφυλα	=	πάφυλας
πάφυλας	noun	άλλη γραφή του πάφιλας
πάφυλες	=	πάφυλας
πάφυλλα	=	πάφυλλας
πάφυλλας	noun	άλλη γραφή του πάφιλας
πάφυλλες	=	πάφυλλας
πάχαινα	=	παχαίνω
πάχαιναν	=	παχαίνω
πάχαινε	=	παχαίνω
πάχαινες	=	παχαίνω
πάχη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάχος
πάχητα	noun|vulgar	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάχος
πάχια	noun|vulgar	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάχος
πάχνη	noun	η πρωινή (παγωμένη) δροσιά που σχηματίζεται κυρίως πάνω στα φύλλα των δέντρων και τις πόες, αλλά και σε άλλες επιφάνειες
πάχνης	=	πάχνη
πάχνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παχνιάζω
πάχος	noun	ο περιττός και παραπανίσιος (σε σχέση με τον συνηθισμένο ή φυσιολογικό) όγκος και μάζα ενός ανθρώπινου σώματος, λόγω του συσσωρευμένου λίπους
πάχους	noun	γενική ενικού του πάχος
πάχτωμα	noun	άλλη μορφή του πάκτωση
πάχτωνα	=	παχτώνω
πάχτωναν	=	παχτώνω
πάχτωνε	=	παχτώνω
πάχτωνες	=	παχτώνω
πάχτωσα	=	παχτώνω
πάχτωσαν	=	παχτώνω
πάχτωσε	=	παχτώνω
πάχτωσες	=	παχτώνω
πάχτωση	noun	άλλη μορφή του πάκτωση
πάχτωσης	=	πάχτωση
πάχυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
πάχυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
πάχυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
πάχυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
πάχυνση	noun	η εκούσια ή ακούσια αύξηση του πάχους
πάχυνσης	=	πάχυνση
πάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψαν	=	παύω
πάψανε	=	παύω
πάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παύω
πάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψεων	=	πάψη
πάψη	noun	άλλη μορφή του παύση
πάψης	=	πάψη
πάψομε	=	παύω
πάψου	=	παύω
πάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψουνε	=	παύω
πάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παύω
πάω	verb	άλλη μορφή του πηγαίνω
πέδες	=	πέδη
πέδη	noun|formal	μέσο επιβράδυνσης ή το σταμάτημα κινητού πράγματος (όπως οχήματος)
πέδης	=	πέδη
πέδηση	noun	η μείωση της ταχύτητας ενός οχήματος από τον οδηγό του, το φρενάρισμα
πέδησης	=	πέδηση
πέδικλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέδικλο
πέδικλο	noun	σχοινί ή ξύλο με το οποίο δένονται τα μπροστινά πόδια ενός ζώου, ώστε να δυσκολεύεται στις κινήσεις και να μην μπορεί να απομακρυνθεί
πέδικλου	=	πέδικλο
πέδιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέδιλο
πέδιλο	noun	είδος υποδήματος, ανοιχτού (συνήθως) στο επάνω μέρος
πέδιλου	noun	γενική ενικού του πέδιλο
πέδιλων	noun	γενική πληθυντικού του πέδιλο
πέζεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεζεύω
πέζευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεζεύω
πέζεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πέζεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πέζεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πέζεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πέη	=	πέος
πέθαινα	=	πεθαίνω
πέθαιναν	=	πεθαίνω
πέθαινε	=	πεθαίνω
πέθαινες	=	πεθαίνω
πέθαμα	noun	ο θάνατος
πέθανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πέθαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πέθανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πέθανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πέλαα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέλαο
πέλαγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέλαγο
πέλαγο	noun	το πέλαγος
πέλαγος	noun	η ανοικτή θάλασσα που βρίσκεται μακριά από την ακτή
πέλαγου	=	πέλαγο
πέλαο	noun	το πέλαγος
πέλαου	=	πέλαο
πέλεκα	=	πέλεκας
πέλεκας	noun|vulgar	δρυοκολάπτης
πέλεκες	=	πέλεκας
πέλεκυ	=	πέλεκυς
πέλεκυς	noun|formal	δίκοπο τσεκούρι, προσαρμοσμένο σε ξύλινη λαβή, με διάφορες χρήσεις, σαν όπλο ή εργαλείο
πέλετ	noun	είδος καυσίμου που φτιάχνεται από συσσωματώματα ξύλου (πριονίδι, ξακρίδια κ.ά.) αλλά κι από βιομάζα και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη σε ειδικές σόμπες ή καυστήρες
πέλη	=	πέλος
πέλλετ	noun	άλλη γραφή του πέλετ
πέλμα	noun	το κάτω μέρος του ποδιού, η πατούσα
πέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέλμα
πέλματος	noun	γενική ενικού του πέλμα
πέλος	noun	το χνούδι σ’ ένα ύφασμα
πέλους	=	πέλος
πέλτη	noun	μικρή ασπίδα των αρχαίων
πέμπαμε	=	πέμπω
πέμπαν	=	πέμπω
πέμπανε	=	πέμπω
πέμπατε	=	πέμπω
πέμπε	=	πέμπω
πέμπει	=	πέμπω
πέμπεις	=	πέμπω
πέμπεσαι	=	πέμπω
πέμπεστε	=	πέμπω
πέμπεται	=	πέμπω
πέμπετε	=	πέμπω
πέμπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πέμπω
πέμπομε	=	πέμπω
πέμπονται	=	πέμπω
πέμπονταν	=	πέμπω
πέμποντας	=	πέμπω
πέμπουμε	=	πέμπω
πέμπουν	=	πέμπω
πέμπουνε	=	πέμπω
πέμπτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέμπτο
πέμπτε	adj	κλητική ενικού του πέμπτος
πέμπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέμπτη
πέμπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πέμπτος
πέμπτης	adj	γενική ενικού του πέμπτη
πέμπτο	noun	κάθε ένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου
πέμπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πέμπτος
πέμπτος	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό 5. Μετά από ονόματα βασιλέων, πατριαρχών κλπ γράφεται ως Ε΄
πέμπτου	noun	γενική ενικού του πέμπτο
πέμπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πέμπτος
πέμπτων	noun	γενική πληθυντικού του πέμπτο
πέμπω	verb|archaic	στέλνω κάποιον ή κάτι σε ένα συγκεκριμένο τόπο για ένα συγκεκριμένο σκοπό
πέμφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πέμφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πέμφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πέμφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πέμφιγα	noun	δερματική πάθηση που προκαλεί φουσκάλες
πέμφιγας	=	πέμφιγα
πέμφιγες	=	πέμφιγα
πέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψαν	=	πέμπω
πέμψανε	=	πέμπω
πέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψις	noun	λόγια η πέμψη, η επίσημη αποστολή, η πέμψις διπλωματικού εκπροσώπου
πέμψομε	=	πέμπω
πέμψου	=	πέμπω
πέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψουνε	=	πέμπω
πέμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
πένα	noun	μικρό έλασμα που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στους κονδυλοφόρους
πέναλτι	noun	βαρύ λάθος που γίνεται από έναν ποδοσφαιριστή, ενώ η μπάλα βρίσκεται στη μεγάλη περιοχή της ομάδας του
πέναλτις	=	πέναλτι
πέναλτυ	=	πέναλτι
πένας	noun	γενική ενικού του πένα
πένεες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πένες
πένες	noun	είδος ζυμαρικού
πένης	noun|formal	φτωχός
πένητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πένης
πένητος	noun	γενική ενικού του πένης
πένθει	=	πενθώ
πένθη	=	πένθος
πένθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πένθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πένθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πένθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πένθιμα	adv	με πένθιμο τρόπο, εκφράζοντας πένθος
πένθιμε	adj	κλητική ενικού του πένθιμος
πένθιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πένθιμη
πένθιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πένθιμος
πένθιμης	adj	γενική ενικού του πένθιμη
πένθιμο	adj	αιτιατική ενικού του πένθιμος
πένθιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πένθιμος
πένθιμος	adj	που είναι σχετικός με το πένθος
πένθιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πένθιμος
πένθιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πένθιμος
πένθιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πένθιμος
πένθος	noun	η οδύνη για το θάνατο αγαπημένου προσώπου
πένθους	noun	γενική ενικού του πένθος
πέννα	noun	άλλη γραφή του πένα
πέννας	=	πέννα
πέννες	=	πέννα
πένομαι	verb|formal	είμαι πάρα πολύ φτωχός , είμαι πένης
πένσα	noun	εργαλείο με λαβή σαν του ψαλιδιού και δύο μεταλλικές λαβίδες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από έναν τεχνίτη για να κρατήσει ακίνητο ένα άλλο αντικείμενο.
πένσας	noun	γενική ενικού του πένσα
πένσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πένσα
πένταθλα	=	πένταθλο
πένταθλο	noun	αγώνισμα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων που διαρκούσε μια μέρα και περιλάμβανε τα επιμέρους αγωνίσματα άλμα εις μήκος, ακοντισμό, δισκοβολία, στάδιον (αγώνας ταχύτητας) και πάλη
πένταθλου	=	πένταθλο
πένταθλων	=	πένταθλο
πέντε	num	το απόλυτο αριθμητικό (5) που ακολουθεί το τέσσερα και προηγείται του έξι
πέντολο	noun|literary	εκκρεμές (ρολόι τοίχου, επιτραπέζιο ή επιδαπέδιο)
πέος	noun	το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα
πέους	noun	γενική ενικού του πέος
πέπερι	noun	άλλη μορφή του πιπέρι
πέπλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέπλο
πέπλε	noun	κλητική ενικού του πέπλος
πέπλο	noun	απαλό ύφασμα (από τούλι) το οποίο το φοράει συνήθως σε ένα γάμο η νύφη
πέπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πέπλος
πέπλου	noun	γενική ενικού του πέπλο
πέπλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πέπλος
πέπλων	noun	γενική πληθυντικού του πέπλο
πέπονες	=	πέπων
πέπρωται	verb|formal	είναι γραφτό
πέπρωτο	=	πέπρωται
πέπτω	verb|rare	διενεργώ την πέψη
πέπων	noun	το πεπόνι
πέρα	adv	σε σημείο που βρίσκεται πιο μακριά από αυτόν που μιλάει
πέραμα	noun|dated	είδος βάρκας ή σχεδίας που χρησιμοποιείται ως πορθμείο
πέραν	adv	για να προσθέσουμε κάτι επιπλέον
πέρας	noun	το τέρμα, το τέλος
πέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ
πέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ
πέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ
πέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ
πέραση	noun	το να έχεις επιτυχίες στην γνώμη των άλλων, το να "κερδίζεις" (να σχηματίζουν θετική - καλή γνώμη για σένα) τους άλλους
πέρασης	=	πέραση
πέρασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περνώ ή τού διαπερνώ
πέρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέρας
πέρατος	noun	γενική ενικού του πέρας
πέργκολα	noun	καφασωτή κατασκευή πάνω στην οποία πλέκονται αναρριχώμενα φυτά και χρησιμοποιείται για σκίαση ή για διαχωριστικό
πέργκολας	noun	γενική ενικού του πέργκολα
πέργκολες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέργκολα
πέργολα	noun	άλλη μορφή του πέργκολα
πέργολας	noun	γενική ενικού του πέργολα
πέργολες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέργολα
πέρδεσαι	=	πέρδομαι
πέρδεστε	=	πέρδομαι
πέρδεται	=	πέρδομαι
πέρδικα	noun	πτηνό μετρίου μεγέθους, το οποίο μοιάζει με κότα κι έχει κοντό και στρογγυλό σώμα, κοντή ουρά και δυνατές φτερούγες.
πέρδικας	noun	γενική ενικού του πέρδικα
πέρδικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέρδικα
πέρδομαι	verb|formal	κλάνω
πέρδονται	=	πέρδομαι
πέρδονταν	=	πέρδομαι
πέριξ	noun	ο τόπος γύρω από άλλον	adv|formal	γύρω γύρω, η περιοχή γύρω από κάτι άλλο
πέρκα	noun	ψάρι με πτερύγια σε χρώμα πορτοκαλί ή κόκκινο, σώμα πεπιεσμένο στις πλευρές, οι οποίες είναι πράσινες με σκουρόχρωμες κάθετες ραβδώσεις
πέρκας	noun	γενική ενικού του πέρκα
πέρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέρκα
πέρκνα	noun	συνήθως στον πληθυντικό: πέρκνες
πέρκνας	noun	γενική ενικού του πέρκνα
πέρκνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέρκνα
πέρλα	noun	το μαργαριτάρι (σαν υλικό για κόσμημα)
πέρλας	noun	γενική ενικού του πέρλα
πέρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέρλα
πέρμαφροστ	noun	το έδαφος που παραμένει διαρκώς, ή για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, σε θερμοκρασία κάτω από το μηδέν
πέρνα	=	περνάω
πέρναγα	=	περνάω
πέρναγαν	=	περνάω
πέρναγε	=	περνάω
πέρναγες	=	περνάω
πέρπερα	=	πέρπερο
πέρπερο	noun|vulgar	άλλη μορφή του υπέρπυρο
πέρπερου	=	πέρπερο
πέρπιρας	noun	η πεταλούδα
πέρπυρα	=	πέρπυρο
πέρπυρο	noun|vulgar	άλλη μορφή του υπέρπυρο
πέρπυρου	=	πέρπυρο
πέρσης	=	περσίδα
πέρσι	adv	άλλη μορφή του πέρυσι
πέρσικα	=	πέρσικος
πέρσικε	=	πέρσικος
πέρσικες	=	πέρσικος
πέρσικη	=	πέρσικος
πέρσικης	=	πέρσικος
πέρσικο	=	πέρσικος
πέρσικοι	=	πέρσικος
πέρσικος	adj|vulgar	άλλη γραφή του περσικός
πέρσικου	=	πέρσικος
πέρσικους	=	πέρσικος
πέρσικων	=	πέρσικος
πέρτικος	noun	η πέρδικα, το περδίκι
πέρυσι	adv	το έτος πριν το φετινό
πέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσαν	=	πέφτω
πέσανε	=	πέφτω
πέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου (έπεσα) του πέφτω
πέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσιμο	noun	το να πέφτει κάτι, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πέφτω
πέσο	noun	ονομασία νομίσματος διάφορων χωρών
πέσομε	=	πέφτω
πέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέσουνε	=	πέφτω
πέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέστο	noun	κρύα σάλτσα για μακαρόνια που περιέχει κυρίως βασιλικό, σκόρδο, λάδι και τυρί πεκορίνο
πέστροφα	noun	το ψάρι, που συγγενεύει με τον σολομό, που ζει στα ποτάμια και στις λίμνες (σολομός ο τρώκτης)
πέστροφας	noun	γενική ενικού του πέστροφα
πέστροφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέστροφα
πέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
πέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτο
πέταγα	=	πετάω
πέταγαν	=	πετάω
πέταγε	=	πετάω
πέταγες	=	πετάω
πέταγμα	noun	η πτήση (αεροπλάνων, πουλιών κ.λπ.)
πέταλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέταλο
πέταλο	noun	σιδερένιο έλασμα σε σχήμα U καρφωμένο στις οπλές αλόγων\υποζυγίων για προστασία του πέλματος
πέταλου	=	πέταλο
πέταμα	noun	εκτόξευση, ρίψη
πέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ
πέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ
πέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ
πέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ
πέτασε	noun	κλητική ενικού του πέτασος
πέτασμα	noun	κάθετη διαχωριστική επιφάνεια
πέτασο	noun	αιτιατική ενικού του πέτασος
πέτασοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πέτασος
πέτασος	noun	το καπέλο του περιηγητή - ταξιδιώτη στην αρχαία Ελλάδα
πέτασου	=	πέτασος
πέτασους	=	πέτασος
πέταυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέταυρο
πέταυρο	noun|dated	λεπτή ή ελαστική σανίδα που χρησιμοποιείται σε διάφορες οικοδομικές εργασίες
πέταυρου	noun	γενική ενικού του πέταυρο
πέταυρων	noun	γενική πληθυντικού του πέταυρο
πέτες	=	πέτης
πέτη	=	πέτης
πέτης	noun	στήθος, στέρνο
πέτο	noun	το μέρος του σακακιού που διπλώνει στο στήθος και συνεχίζεται πίσω από το λαιμό για να σχηματίσει το γιακά
πέτομαι	verb	πετάω
πέτου	noun	γενική ενικού του πέτο
πέτρα	noun	σκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή
πέτρας	noun	γενική ενικού του πέτρα
πέτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτρα
πέτρινα	=	πέτρινος
πέτρινε	=	πέτρινος
πέτρινες	=	πέτρινος
πέτρινη	=	πέτρινος
πέτρινης	=	πέτρινος
πέτρινο	=	πέτρινος
πέτρινοι	=	πέτρινος
πέτρινος	adj	που είναι κατασκευασμένος από πέτρα
πέτρινου	=	πέτρινος
πέτρινους	=	πέτρινος
πέτρινων	=	πέτρινος
πέτρωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πετρώνω, μετατροπή σε πέτρα ή σε κάτι πολύ σκληρό σαν πέτρα
πέτρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πέτρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πέτρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πέτρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πέτσα	noun	το δέρμα, η επιδερμίδα
πέτσας	noun	γενική ενικού του πέτσα
πέτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσα
πέτσιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πέτσιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πέτσιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πέτσιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πέτσιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πετσιάζω
πέτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσικο
πέτσικε	adj	κλητική ενικού του πέτσικος
πέτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσικη
πέτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πέτσικος
πέτσικης	adj	γενική ενικού του πέτσικη
πέτσικο	adj	αιτιατική ενικού του πέτσικος
πέτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πέτσικος
πέτσικος	adj	εκείνο το οπόιο είναι πλαστό, κίβδηλο.
πέτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πέτσικος
πέτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πέτσικος
πέτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πέτσικος
πέτσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσινο
πέτσινε	adj	κλητική ενικού του πέτσινος
πέτσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσινη
πέτσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πέτσινος
πέτσινης	adj	γενική ενικού του πέτσινη
πέτσινο	adj	αιτιατική ενικού του πέτσινος
πέτσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πέτσινος
πέτσινος	adj	από πετσί, δερμάτινος
πέτσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πέτσινος
πέτσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πέτσινος
πέτσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πέτσινος
πέτσωμα	noun	επικάλυψη με πετσί, δέρμα
πέτσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πέτσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πέτσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πέτσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πέτυχα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πέτυχαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πέτυχε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πέτυχες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πέτων	noun	γενική πληθυντικού του πέτο
πέφταμε	=	πέφτω
πέφταν	=	πέφτω
πέφτανε	=	πέφτω
πέφτατε	=	πέφτω
πέφτε	=	πέφτω
πέφτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πέφτω
πέφτεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πέφτω
πέφτετε	=	πέφτω
πέφτομε	=	πέφτω
πέφτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πέφτω
πέφτουλα	=	πέφτουλας
πέφτουλας	noun	που συστηματικά την πέφτει σε γυναίκες, που συστηματικά προσπαθεί να συνάψει ερωτικές σχέσεις
πέφτουλες	=	πέφτουλας
πέφτουλων	=	πέφτουλας
πέφτουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του πέφτω
πέφτουν	=	πέφτω
πέφτουνε	=	πέφτω
πέφτω	verb	μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας
πέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέψη
πέψεων	noun	γενική πληθυντικού του πέψη
πέψεως	noun|formal	γενική ενικού του πέψη
πέψη	noun	η διαδικασία με την οποία μετουσιώνονται οι τροφές σε χρήσιμες ουσίες εντός του στομάχου
πέψης	noun	γενική ενικού του πέψη
πήγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πήγαζα	=	πηγάζω
πήγαζαν	=	πηγάζω
πήγαζε	=	πηγάζω
πήγαζες	=	πηγάζω
πήγαινα	=	πηγαίνω
πήγαιναν	=	πηγαίνω
πήγαινε	verb	γ' ενικό παρατατικού του ρήματος πηγαίνω
πήγαινες	=	πηγαίνω
πήγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πήγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πήγανε	=	πηγαίνω
πήγανο	=	απήγανος
πήγανος	=	απήγανος
πήγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πήγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πήγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πήγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πήγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πήγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πήγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
πήγμα	noun	οτιδήποτε έχει συναρμολογηθεί από πολλά τμήματα ή κομμάτια
πήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήγμα
πήγματος	noun	γενική ενικού του πήγμα
πήδα	=	πηδάω
πήδαγα	=	πηδάω
πήδαγαν	=	πηδάω
πήδαγε	=	πηδάω
πήδαγες	=	πηδάω
πήδε	noun	κλητική ενικού του πήδος
πήδημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πηδάω
πήδηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδάω, πηδώ
πήδηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πήδηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πήδηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πήδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδάω, πηδώ
πήδησαν	=	πηδάω
πήδησε	=	πηδάω
πήδησες	=	πηδάω
πήδο	noun	αιτιατική ενικού του πήδος
πήδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πήδος
πήδος	noun|vulgar	πήδημα
πήδου	noun	γενική ενικού του πήδος
πήδουλα	noun	γενική ενικού του πήδουλας
πήδουλας	noun	που έχει την ικανότητα να πηδάει· αυτός που εφορμεί ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
πήδουλες	=	πήδουλας
πήδουλο	=	πήδουλος
πήδουλοι	=	πήδουλος
πήδουλος	noun|slang	το πήδημα, το γαμήσι
πήδουλου	=	πήδουλος
πήδουλους	=	πήδουλος
πήδουλων	noun	γενική πληθυντικού του πήδουλας
πήδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πήδος
πήδων	noun	γενική πληθυντικού του πήδος
πήζω	verb	μετατρέπω από υγρό σε, μαλακό συνήθως, στερεό
πήκτωμα	noun|formal	ζελέ
πήλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πήλινο) του πήλινος
πήλινε	adj	κλητική ενικού του πήλινος
πήλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήλινη
πήλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πήλινος
πήλινης	adj	γενική ενικού του πήλινη
πήλινο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πήλινος
πήλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πήλινος
πήλινος	adj	φτιαγμένος από πηλό
πήλινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πήλινος
πήλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πήλινος
πήλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πήλινος
πήλωξε	adj	σπρώξε
πήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πήζω
πήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πήζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήξη
πήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξεων	noun	γενική πληθυντικού του πήξη
πήξεως	noun|formal	γενική ενικού του πήξη
πήξη	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του πήζω
πήξης	noun	γενική ενικού του πήξη
πήξιμο	noun	η μετατροπή κάποιου υγρού ή ημίρρευστου σε στερεό
πήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πήζω
πήρα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού ενεργητικού αορίστου του παίρνω
πήραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πήρανε	=	παίρνω
πήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
πήχεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήχης
πήχεος	=	πήχης
πήχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήχης
πήχεων	=	πήχης
πήχη	noun	άλλη μορφή του πήχης
πήχης	noun	το μέρος του άνω άκρου από τον αγκώνα έως τον καρπό
πήχτρα	adv	γεμάτο σε ασφυκτικό βαθμό	noun|rare	κάτι που είναι γεμάτο σε ασφυκτικό βαθμό
πήχτρας	noun	γενική ενικού του πήχτρα
πήχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήχτρα
πήχυς	=	πήχης
πίαρ	noun|archaic	λιπαρή κρεμώδης ουσία
πίβουλα	=	πίβουλος
πίβουλε	=	πίβουλος
πίβουλες	=	πίβουλος
πίβουλη	=	πίβουλος
πίβουλης	=	πίβουλος
πίβουλο	=	πίβουλος
πίβουλοι	=	πίβουλος
πίβουλος	adj	επίβουλος : ο δόλιος, ο ύπουλος, ο πανούργος
πίβουλου	=	πίβουλος
πίβουλους	=	πίβουλος
πίβουλων	=	πίβουλος
πίδακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πίδακας
πίδακας	noun	η πηγή νερού στην οποία το νερό αναβλύζει προς τα πάνω
πίδακες	=	πίδακας
πίεζα	=	πιέζω
πίεζαν	=	πιέζω
πίεζε	=	πιέζω
πίεζες	=	πιέζω
πίεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πίεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πίεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πίεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πίεση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιέζω
πίεσης	noun	γενική ενικού του πίεση
πίθε	noun	κλητική ενικού του πίθος
πίθηκας	noun	βλ. πίθηκος
πίθηκε	noun	κλητική ενικού του πίθηκος
πίθηκο	noun	αιτιατική ενικού του πίθηκος
πίθηκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πίθηκος
πίθηκος	noun	πρωτεύων θηλαστικό που ανήκει στην υπεροικογένεια των Aνθρωποειδών (π.χ. γίββωνας, χιμπατζής, ουραγκοτάγκος, άνθρωπος).
πίθηκου	noun	γενική ενικού του πίθηκος
πίθηκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πίθηκος
πίθηκων	noun	γενική πληθυντικού του πίθηκος
πίθο	noun	αιτιατική ενικού του πίθος
πίθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πίθος
πίθον	=	πίθο
πίθος	noun|formal	πιθάρι
πίθου	noun	γενική ενικού του πίθος
πίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πίθος
πίθων	noun	γενική πληθυντικού του πίθος
πίκα	noun	μνησικακία, πείσμα
πίκαρα	=	πικάρω
πίκαραν	=	πικάρω
πίκαρε	=	πικάρω
πίκαρες	=	πικάρω
πίκας	noun	γενική ενικού του πίκα
πίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίκα
πίκλα	noun	το πικαλίλι, τουρσί μουστάρδας
πίκλας	noun	γενική ενικού του πίκλα
πίκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίκλα
πίκολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίκολο
πίκολο	noun	είδος μικρού φλάουτου, που παίζει μια οκτάβα ψηλότερα από το κοινό φλάουτο
πίκολου	noun	γενική ενικού του πίκολο
πίκολων	noun	γενική πληθυντικού του πίκολο
πίκρα	noun	η αίσθηση του πικρού, η πικρή γεύση
πίκραινα	=	πικραίνω
πίκραιναν	=	πικραίνω
πίκραινε	=	πικραίνω
πίκραινες	=	πικραίνω
πίκραμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πικραίνω
πίκρανα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του πικραίνω
πίκραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πίκρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πίκρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πίκρας	noun	γενική ενικού του πίκρα
πίκρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίκρα
πίκρια	noun|literary	η πικρία
πίκριζα	=	πικρίζω
πίκριζαν	=	πικρίζω
πίκριζε	=	πικρίζω
πίκριζες	=	πικρίζω
πίκρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πίκρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πίκρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πίκρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πίκρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πικρίζω
πίλαστρο	noun	τετράγωνη κολώνα στην οποία καταλήγει τοίχος - παραστάδα
πίλε	noun	κλητική ενικού του πίλος
πίλημα	noun	είδος υφάσματος από συμπιεσμένο μαλλί ή τρίχες, κετσές, τσόχα
πίλο	noun	αιτιατική ενικού του πίλος
πίλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πίλος
πίλολα	noun	χάπι, φάρμακο
πίλος	noun|formal	κάλυμμα του κεφαλιού, ιδίως μάλλινο ή από τσόχα (από πίλημα)
πίλου	noun	γενική ενικού του πίλος
πίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πίλος
πίλων	noun	γενική πληθυντικού του πίλος
πίνα	noun	θαλασσινό μαλάκιο με τριγωνικό όστρακο (Pinna nobilis)
πίνακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πίνακας
πίνακας	noun	μεγάλη επίπεδη (συνήθως) ξύλινη επιφάνεια
πίνακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίνακας
πίναμε	=	πίνω
πίναν	=	πίνω
πίνανε	=	πίνω
πίνας	noun	γενική ενικού του πίνα
πίνατε	=	πίνω
πίνε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του πίνω
πίνει	=	πίνω
πίνεις	=	πίνω
πίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίνα
πίνεσαι	=	πίνω
πίνεστε	=	πίνω
πίνεται	=	πίνω
πίνετε	=	πίνω
πίνομαι	=	πίνω
πίνομε	=	πίνω
πίνονται	=	πίνω
πίνονταν	=	πίνω
πίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πίνω
πίνουμε	=	πίνω
πίνουν	=	πίνω
πίνουνε	=	πίνω
πίντα	noun	μονάδα μέτρησης υγρού ή στερεού χωρητικότητας ίσης με το ένα όγδοο του γαλονιού, στη Βρετανία ισοδυναμεί με 0.568 του λίτρου και στις ΗΠΑ ισούται με 0.473 λίτρα (για μέτρηση υγρού) ή 0.551 λίτρα (για μέτρηση στερεού)
πίντας	=	πίντα
πίντες	=	πίντα
πίνω	verb	βάζω υγρό στο στόμα με σκοπό να καταλήξει στο στομάχι
πίξελ	noun	το εικονοστοιχείο
πίπα	noun	σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοιλότητα σκαλισμένη σε ξύλο· ο καπνός περνάει από ένα λεπτό σωλήνα και το επιστόμιο και εισπνέεται από τον καπνιστή
πίπας	=	πίπα
πίπερμαν	noun|dated	ηδύποτο με άρωμα μέντας και πράσινο χρώμα
πίπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίπα
πίπιζα	noun	παραδοσιακό ξύλινο πνευστό όργανο σαν μικρός ζουρνάς ή φλογέρα με οξύ, διαπεραστικό ήχο
πίπιζας	noun	γενική ενικού του πίπιζα
πίπιζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίπιζα
πίπισμα	noun	το να βγάζω φωνή που ακούγεται σαν να επαναλαμβάνω το πι
πίπτω	verb	ως δεύτερο συνθετικό -πίπτω
πίπωνα	=	πιπώνω
πίπωναν	=	πιπώνω
πίπωνε	=	πιπώνω
πίπωνες	=	πιπώνω
πίπωσα	=	πιπώνω
πίπωσαν	=	πιπώνω
πίπωσε	=	πιπώνω
πίπωσες	=	πιπώνω
πίρε	noun	κλητική ενικού του πίρος
πίρο	noun	αιτιατική ενικού του πίρος
πίροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πίρος
πίρος	noun	ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση εξαρτημάτων ενός μηχανισμού ή μιας κατασκευής
πίρου	noun	γενική ενικού του πίρος
πίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πίρος
πίρων	noun	γενική πληθυντικού του πίρος
πίσσα	noun	μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ.
πίσσας	noun	γενική ενικού του πίσσα
πίσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίσσα
πίσσωμα	noun	η επάλειψη με πίσσα, το πισσάρισμα
πίσσωνα	=	πισσώνω
πίσσωναν	=	πισσώνω
πίσσωνε	=	πισσώνω
πίσσωνες	=	πισσώνω
πίσσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πίσσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πίσσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πίσσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πίσσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πισσώνω
πίσσωσης	=	πίσσωση
πίστα	noun	ένα μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού
πίστας	noun	γενική ενικού του πίστα
πίστεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίστη
πίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίστα
πίστευα	=	πιστεύω
πίστευαν	=	πιστεύω
πίστευε	=	πιστεύω
πίστευες	=	πιστεύω
πίστεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πίστεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πίστεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πίστεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πίστεων	noun	γενική πληθυντικού του πίστη
πίστεως	noun|formal	γενική ενικού του πίστη
πίστη	noun	η πεποίθηση, η βεβαιότητα
πίστης	noun	γενική ενικού του πίστη
πίστομα	adv|vulgar	άλλη μορφή του επίστομα: μπρούμυτα
πίστωνα	=	πιστώνω
πίστωναν	=	πιστώνω
πίστωνε	=	πιστώνω
πίστωνες	=	πιστώνω
πίστωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πίστωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πίστωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πίστωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πίστωση	noun	παροχή χρημάτων με τη μορφή δανείου
πίστωσης	noun	γενική ενικού του πίστωση
πίσω	adv	το αντίθετο μέρος από αυτό προς το οποίο κινείται κάποιος ή προς το οποίο κοιτά	adj	πισινός
πίσωθε	adv	από πίσω
πίτα	noun	είδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο
πίτας	noun	γενική ενικού του πίτα
πίτερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτερο
πίτερο	noun	άλλη μορφή του πίτυρο
πίτερου	noun	γενική ενικού του πίτερο
πίτερων	noun	γενική πληθυντικού του πίτερο
πίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτα
πίτουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτουρο
πίτουρο	noun	το περικάρπιο του σιτόκοκκου
πίτουρου	noun	γενική ενικού του πίτουρο
πίτουρων	noun	γενική πληθυντικού του πίτουρο
πίτσα	noun	στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθυμείται, το οποίο ψήνεται στο φούρνο
πίτσας	noun	γενική ενικού του πίτσα
πίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτσα
πίτσικέ	adj	κλητική ενικού του πίτσικός
πίτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτσικο
πίτσικε	adj	κλητική ενικού του πίτσικος
πίτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίτσικη
πίτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πίτσικος
πίτσικης	adj	γενική ενικού του πίτσικη
πίτσικο	adj	αιτιατική ενικού του πίτσικος
πίτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πίτσικος
πίτσικος	adj	συνώνυμο του μικρούτσικος, μικρούλης
πίτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πίτσικος
πίτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πίτσικος
πίτσικού	adj	γενική ενικού του πίτσικός
πίτσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πίτσικός
πίτσικων	adj	γενική πληθυντικού του πίτσικος
πίτσικό	adj	αιτιατική ενικού του πίτσικός
πίττα	noun|dated	άλλη γραφή του πίτα
πίττας	noun	γενική του πίττα· παρωχημένη γραφή της πίτας
πίτυρα	=	πίτυρο
πίτυρο	noun	εξωτερικός φλοιός σπόρων δημητριακών, ο οποίος αποβάλλεται κατά την άλεσή τους
πίτυρου	=	πίτυρο
πίτυρων	=	πίτυρο
πίφερο	noun	είδος μικρού ξύλινου φλάουτου
πα	noun	ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας	intj	άλλη μορφή του μπα
παΐδι	noun	το καθένα από τα οστά των πλευρών του θώρακα ενός θηλαστικού
παΐδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παΐδι
παέγια	noun	παραδοσιακό φαγητό της Ισπανίας από ρύζι, μύδια, κρέας, όστρακα, κ.α.
παέγιας	=	παέγια
παέγιες	=	παέγια
παίγνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίγνιο
παίγνιο	noun|formal	παιχνίδι
παίγνιου	=	παίγνιο
παίδαρε	=	παίδαρος
παίδαρο	=	παίδαρος
παίδαροι	=	παίδαρος
παίδαρος	noun	φιλοφρονητικός χαρακτηρισμός για ένα παιδί που μεγάλωσε εμφανώς ή έχει σωματικά ή πνευματικά χαρίσματα
παίδαρου	=	παίδαρος
παίδαρους	=	παίδαρος
παίδαρων	=	παίδαρος
παίδεμα	noun	το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου
παίδες	noun	παιδιά, πληθυντικός αριθμός του παις (αρχαία ελληνική παῖς)
παίδευα	=	παιδεύω
παίδευαν	=	παιδεύω
παίδευε	=	παιδεύω
παίδευες	=	παιδεύω
παίδευση	noun|formal	η αγωγή, ο τρόπος διαπαιδαγώγησης
παίδευσης	=	παίδευση
παίδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παίδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παίδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παίδεψες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του παιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίδεψη (λαϊκότροπο)
παίδεψη	noun|vulgar	ο παιδεμός, το παίδεμα, η ταλαιπωρία
παίδεψης	=	παίδεψη
παίζαμε	=	παίζω
παίζαν	=	παίζω
παίζανε	=	παίζω
παίζατε	=	παίζω
παίζε	=	παίζω
παίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω
παίζεις	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίζω
παίζεσαι	=	παίζω
παίζεστε	=	παίζω
παίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παίζομαι
παίζετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω
παίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παίζω
παίζομε	=	παίζω
παίζονται	=	παίζω
παίζονταν	=	παίζω
παίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίζω
παίζου	=	παίζω
παίζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω
παίζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω
παίζουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του παίζω
παίζω	verb	ψυχαγωγούμαι, διασκεδάζω με παιχνίδι
παίκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίκτης
παίκτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παίκτης
παίκτης	noun	αυτός που συμμετέχει σε ομαδικό άθλημα
παίκτρια	noun	θηλυκό του παίκτης
παίκτριας	noun	γενική ενικού του παίκτρια
παίκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίκτρια
παίνεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παινεύω (επαινώ)
παίνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παίνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παίνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παίνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξαν	=	παίζω
παίξανε	=	παίζω
παίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παίζω
παίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξιμο	noun	η ενέργεια του παίζω, ο τρόπος που παίζει κανείς, ιδίως έναν ρόλο ή μουσική
παίξομε	=	παίζω
παίξου	=	παίζω
παίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξουνε	=	παίζω
παίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
παίρναμε	=	παίρνω
παίρναν	=	παίρνω
παίρνανε	=	παίρνω
παίρνατε	=	παίρνω
παίρνε	=	παίρνω
παίρνει	=	παίρνω
παίρνεις	=	παίρνω
παίρνεσαι	=	παίρνω
παίρνεστε	=	παίρνω
παίρνεται	=	παίρνω
παίρνετε	=	παίρνω
παίρνομαι	=	παίρνω
παίρνομε	=	παίρνω
παίρνονται	=	παίρνω
παίρνονταν	=	παίρνω
παίρνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παίρνω
παίρνουμε	=	παίρνω
παίρνουν	=	παίρνω
παίρνουνε	=	παίρνω
παίρνω	verb	κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι
παίχθηκα	=	παίζω
παίχτε	=	παίζω
παίχτες	=	παίχτης
παίχτη	=	παίχτης
παίχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παίχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παίχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παίχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παίχτης	noun	άλλη μορφή του παίκτης
παίχτρια	noun	άλλη μορφή του παίκτρια
παίχτριας	=	παίχτρια
παίχτριες	=	παίχτρια
παίω	verb	οὗτος αὐτός ἐστιν, οὗτος. 280
πααίναμε	=	πααίνω
πααίνατε	=	πααίνω
πααίνει	=	πααίνω
πααίνεις	=	πααίνω
πααίνετε	=	πααίνω
πααίνομε	=	πααίνω
πααίνοντας	=	πααίνω
πααίνουμε	=	πααίνω
πααίνουν	=	πααίνω
πααίνουνε	=	πααίνω
πααίνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παγαίνω - πηγαίνω
πααιμέ	noun	κλητική ενικού του πααιμός
πααιμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πααιμός
πααιμού	noun	γενική ενικού του πααιμός
πααιμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πααιμός
πααιμό	noun	αιτιατική ενικού του πααιμός
πααιμός	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) ο πηγεμός
πααιμών	noun	γενική πληθυντικού του πααιμός
παβάνα	noun	χορός του ΙΣΤ΄ αιώνα, που χορευόταν από ζευγάρια σε επίσημες περιστάσεις
παβάνας	=	παβάνα
παβάνες	=	παβάνα
παβέντζο	noun	υπήνεμο μέρος
παγάδα	noun	άπνοια
παγάδας	=	παγάδα
παγάδες	=	παγάδα
παγάδων	=	παγάδα
παγάκι	noun	μικρό κομμάτι πάγου, κατασκευάζεται συνήθως για χρήση σε ποτά και κρύα ροφήματα
παγάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγάκι
παγάνα	noun	κυνήγι, αναζήτηση θηράματος από ομάδα κυνηγών
παγάνας	noun	γενική ενικού του παγάνα
παγάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγάνα
παγάνι	noun|dated	φαράγγι, χαράδρα, στενό πέρασμα ανάμεσα σε βράχια (από το οποίο ρέει νερό)
παγάνια	=	παγάνι
παγάνιζα	=	παγανίζω
παγάνιζαν	=	παγανίζω
παγάνιζε	=	παγανίζω
παγάνιζες	=	παγανίζω
παγάνισα	=	παγανίζω
παγάνισαν	=	παγανίζω
παγάνισε	=	παγανίζω
παγάνισες	=	παγανίζω
παγέτα	noun	λεπτεπίλεπτο μεταλλικό λαμπερό έλασμα, συνήθως στρογγυλό, με μια μικρή τρύπα στο κέντρο του, που χρησιμοποιείται μαζί με άλλα για να στολίσει ένα ύφασμα
παγέτας	=	παγέτα
παγέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγέτα
παγίδα	noun	συσκευή που χρησιμεύει στη σύλληψη (και ενίοτε τη θανάτωση) ζώων, κρατώντας τα σε ένα κελλί ή συγκρατώντας μέρος του σώματός τους
παγίδας	=	παγίδα
παγίδες	=	παγίδα
παγίδευα	=	παγιδεύω
παγίδευαν	=	παγιδεύω
παγίδευε	=	παγιδεύω
παγίδευες	=	παγιδεύω
παγίδευμα	noun	άλλη μορφή του παγίδευση
παγίδευσα	=	παγιδεύω
παγίδευσαν	=	παγιδεύω
παγίδευσε	=	παγιδεύω
παγίδευσες	=	παγιδεύω
παγίδευση	noun	η σύλληψη με τη χρήση παγίδας
παγίδευσης	noun	γενική ενικού του παγίδευση
παγίδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγίδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγίδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγίδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγίδι	noun	παΐδι
παγίδια	=	παγίδι
παγίδων	=	παγίδα
παγίωνα	=	παγιώνω
παγίωναν	=	παγιώνω
παγίωνε	=	παγιώνω
παγίωνες	=	παγιώνω
παγίως	adv	με πάγιο τρόπο
παγίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγίωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παγιώνω
παγίωσης	noun	γενική ενικού του παγίωση
παγαίνω	verb|vulgar	πηγαίνω
παγανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγανό
παγανέ	noun	κλητική ενικού του παγανός
παγανίζαμε	=	παγανίζω
παγανίζαν	=	παγανίζω
παγανίζανε	=	παγανίζω
παγανίζατε	=	παγανίζω
παγανίζει	=	παγανίζω
παγανίζεις	=	παγανίζω
παγανίζετε	=	παγανίζω
παγανίζοντας	=	παγανίζω
παγανίζουμε	=	παγανίζω
παγανίζουν	=	παγανίζω
παγανίζουνε	=	παγανίζω
παγανίζω	verb|vulgar	κυνηγώ με παγάνα / παγανιά
παγανίσαμε	=	παγανίζω
παγανίσαν	=	παγανίζω
παγανίσανε	=	παγανίζω
παγανίσατε	=	παγανίζω
παγανίσει	=	παγανίζω
παγανίστε	=	παγανίζω
παγανίστρια	noun	θηλυκό του παγανιστής
παγανίστριας	noun	γενική ενικού του παγανίστρια
παγανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγανίστρια
παγανιά	noun	το κυνήγι, αναζήτηση θηράματος
παγανιάς	noun	γενική ενικού του παγανιά
παγανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγανιά
παγανιού	=	παγάνι
παγανισμέ	noun	κλητική ενικού του παγανισμός
παγανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγανισμός
παγανισμού	noun	γενική ενικού του παγανισμός
παγανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παγανισμός
παγανισμό	noun	αιτιατική ενικού του παγανισμός
παγανισμός	noun	η ειδωλολατρία, που συνδέεται με τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, όταν η πίστη στις προχριστιανικές θρησκείες είχε περιοριστεί στους αγροτικούς πληθυσμούς.
παγανισμών	noun	γενική πληθυντικού του παγανισμός
παγανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγανιστής
παγανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παγανιστής
παγανιστής	noun	ο πιστός του παγανισμού
παγανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγανιστικό
παγανιστικέ	adj	κλητική ενικού του παγανιστικός
παγανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγανιστική
παγανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγανιστικός
παγανιστικής	adj	γενική ενικού του παγανιστική
παγανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγανιστικός
παγανιστικού	adj	γενική ενικού του παγανιστικός
παγανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγανιστικός
παγανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του παγανιστικός
παγανιστικός	adj	σχετικός με τον παγανισμό και τους παγανιστές
παγανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του παγανιστικός
παγανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του παγανίστρια
παγανιστών	noun	γενική πληθυντικού του παγανιστής
παγανιών	=	παγανιά
παγανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγανός
παγανού	noun	γενική ενικού του παγανό
παγανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παγανός
παγανό	noun	δαιμόνιο, καλικάντζαρος, αερικό
παγανός	noun	ο καλικάντζαρος, το ξωτικό, το παγανό
παγανών	noun	γενική πληθυντικού του παγάνα
παγαποντιά	noun	άλλη μορφή του μπαγαποντιά
παγαποντιάς	=	παγαποντιά
παγαποντιές	=	παγαποντιά
παγαποντισσών	noun	γενική πληθυντικού του παγαπόντισσα
παγαποντιών	=	παγαποντιά
παγαπόντισσας	noun	γενική ενικού του παγαπόντισσα
παγαπόντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγαπόντισσα
παγγένεση	noun	θεωρία που πρότεινε ο Κάρολος Δαρβίνος και υποστήριζε ότι χαρακτηριστικά του απογόνου μεταβιβάστηκαν από τον πρόγονο μέσω των παγγόνων ή γέμμυλων (εκβλάστημα) που εκπροσωπούν τα κύτταρα και συσσωρεύονται στα ωάρια και στα σπερματοζωάρια ώστε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση
παγγένεσης	=	παγγένεση
παγγενέσεις	=	παγγένεση
παγγενέσεων	=	παγγένεση
παγγενεσία	noun	συνώνυμο του παγγένεση
παγγενεσίας	=	παγγενεσία
παγγενεσίες	=	παγγενεσία
παγγενεσιών	=	παγγενεσία
παγγερμανίστρια	=	παγγερμανιστής
παγγερμανισμέ	noun	κλητική ενικού του παγγερμανισμός
παγγερμανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγγερμανισμός
παγγερμανισμού	noun	γενική ενικού του παγγερμανισμός
παγγερμανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παγγερμανισμός
παγγερμανισμό	noun	αιτιατική ενικού του παγγερμανισμός
παγγερμανισμός	noun	ιδεολογική κίνηση του 19ου αιώνα που επεδίωκε τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους το οποίο θα περιλάμβανε όλους τους λαούς γερμανικής καταγωγής
παγγερμανισμών	noun	γενική πληθυντικού του παγγερμανισμός
παγγερμανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγγερμανιστής
παγγερμανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παγγερμανιστής
παγγερμανιστής	noun	αυτός που ασπάζεται την πολιτική ιδεολογία του παγγερμανισμού
παγγερμανιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγγερμανιστικό
παγγερμανιστικέ	adj	κλητική ενικού του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγγερμανιστική
παγγερμανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστικής	adj	γενική ενικού του παγγερμανιστική
παγγερμανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστικού	adj	γενική ενικού του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστικός	adj	σχετικός με τον παγγερμανισμό και τους παγγερμανιστές
παγγερμανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του παγγερμανιστικός
παγγερμανιστών	noun	γενική πληθυντικού του παγγερμανιστής
παγγνωσία	noun	το να γνωρίζει κανείς τα πάντα
παγγνωσίας	=	παγγνωσία
παγγνωσίες	=	παγγνωσία
παγγνωσιών	=	παγγνωσία
παγγνωστών	=	παγγνώστης
παγγνώστες	=	παγγνώστης
παγγνώστη	=	παγγνώστης
παγγνώστης	noun|dated	που γνωρίζει τα πάντα
παγερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγερό	adv	με παγερό τρόπο
παγερέ	adj	κλητική ενικού του παγερός
παγερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγερή
παγερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγερός
παγερής	adj	γενική ενικού του παγερή
παγεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγερός
παγεροτήτων	=	παγερότητα
παγερού	adj	γενική ενικού του παγερός
παγερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγερός
παγερό	adj	αιτιατική ενικού του παγερός
παγερός	adj	που προκαλεί πολύ έντονο αίσθημα ψύχους
παγερότητα	noun	η ιδιότητα του παγερού
παγερότητας	noun	γενική ενικού του παγερότητα
παγερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγερότητα
παγερών	adj	γενική πληθυντικού του παγερός
παγετέ	noun	κλητική ενικού του παγετός
παγετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγετός
παγετού	noun	γενική ενικού του παγετός
παγετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παγετός
παγετωδών	=	παγετώδης
παγετωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγετωνικό
παγετωνικέ	adj	κλητική ενικού του παγετωνικός
παγετωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγετωνική
παγετωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγετωνικός
παγετωνικής	adj	γενική ενικού του παγετωνική
παγετωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγετωνικός
παγετωνικού	adj	γενική ενικού του παγετωνικός
παγετωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγετωνικός
παγετωνικό	adj	αιτιατική ενικού του παγετωνικός
παγετωνικός	adj	που έχει σχέση με παγετώνα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παγετωνικών	adj	γενική πληθυντικού του παγετωνικός
παγετωνολόγε	=	παγετωνολόγος
παγετωνολόγο	=	παγετωνολόγος
παγετωνολόγοι	=	παγετωνολόγος
παγετωνολόγος	noun	γεωλόγος με ειδίκευση στην παγετωνολογία
παγετωνολόγου	=	παγετωνολόγος
παγετωνολόγους	=	παγετωνολόγος
παγετωνολόγων	=	παγετωνολόγος
παγετό	noun	αιτιατική ενικού του παγετός
παγετός	noun	η πτώση της θερμοκρασίας κάτω από το μηδέν στην κλίμακα Κελσίου
παγετώδεις	=	παγετώδης
παγετώδες	=	παγετώδης
παγετώδη	=	παγετώδης
παγετώδης	adj	που χαρακτηρίζεται ή συνοδεύεται από παγετό, από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες
παγετώδους	=	παγετώδης
παγετών	noun	γενική πληθυντικού του παγετός
παγετώνα	=	παγετώνας
παγετώνας	noun	μάζες πάγου που ρέουν μαζί σαν ποτάμι με αργό ρυθμό
παγετώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγετώνας
παγετώνων	noun	γενική πληθυντικού του παγετώνας
παγετῶνα	=	παγετών
παγετῶνας	=	παγετών
παγετῶνες	=	παγετών
παγετῶνι	=	παγετών
παγετῶνος	=	παγετών
παγετῶσι	=	παγετών
παγετῶσιν	=	παγετών
παγιδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψαν	=	παγιδεύω
παγιδέψανε	=	παγιδεύω
παγιδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγίδεψη
παγιδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψομε	=	παγιδεύω
παγιδέψου	=	παγιδεύω
παγιδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψουνε	=	παγιδεύω
παγιδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
παγιδευθήκαμε	=	παγιδεύω
παγιδευθήκαν	=	παγιδεύω
παγιδευθήκανε	=	παγιδεύω
παγιδευθήκατε	=	παγιδεύω
παγιδευθεί	=	παγιδεύω
παγιδευθείς	=	παγιδεύω
παγιδευθείτε	=	παγιδεύω
παγιδευθούμε	=	παγιδεύω
παγιδευθούν	=	παγιδεύω
παγιδευθούνε	=	παγιδεύω
παγιδευθώ	=	παγιδεύω
παγιδευμάτων	=	παγίδευμα
παγιδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγιδευμένο
παγιδευμένε	verb	κλητική ενικού του παγιδευμένος
παγιδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγιδευμένη
παγιδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγιδευμένος
παγιδευμένης	verb	γενική ενικού του παγιδευμένη
παγιδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του παγιδευμένος
παγιδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγιδευμένος
παγιδευμένος	=	παγιδεύω
παγιδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παγιδευμένος
παγιδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παγιδευμένος
παγιδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παγιδευμένος
παγιδευτές	=	παγιδευτής
παγιδευτή	=	παγιδευτής
παγιδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτήκαν	=	παγιδεύω
παγιδευτήκανε	=	παγιδεύω
παγιδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτής	noun	αυτός που παγιδεύει
παγιδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτούνε	=	παγιδεύω
παγιδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδευτών	=	παγιδευτής
παγιδευόμασταν	=	παγιδεύω
παγιδευόμαστε	=	παγιδεύω
παγιδευόμουν	=	παγιδεύω
παγιδευόμουνα	=	παγιδεύω
παγιδευόντουσαν	=	παγιδεύω
παγιδευόσασταν	=	παγιδεύω
παγιδευόσαστε	=	παγιδεύω
παγιδευόσουν	=	παγιδεύω
παγιδευόσουνα	=	παγιδεύω
παγιδευόταν	=	παγιδεύω
παγιδευότανε	=	παγιδεύω
παγιδεύαμε	=	παγιδεύω
παγιδεύαν	=	παγιδεύω
παγιδεύανε	=	παγιδεύω
παγιδεύατε	=	παγιδεύω
παγιδεύει	=	παγιδεύω
παγιδεύεις	=	παγιδεύω
παγιδεύεσαι	=	παγιδεύω
παγιδεύεστε	=	παγιδεύω
παγιδεύεται	=	παγιδεύω
παγιδεύετε	=	παγιδεύω
παγιδεύθηκα	=	παγιδεύω
παγιδεύθηκαν	=	παγιδεύω
παγιδεύθηκε	=	παγιδεύω
παγιδεύθηκες	=	παγιδεύω
παγιδεύματα	=	παγίδευμα
παγιδεύματος	=	παγίδευμα
παγιδεύομαι	=	παγιδεύω
παγιδεύομε	=	παγιδεύω
παγιδεύονται	=	παγιδεύω
παγιδεύονταν	=	παγιδεύω
παγιδεύοντας	=	παγιδεύω
παγιδεύουμε	=	παγιδεύω
παγιδεύουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του παγιδεύω
παγιδεύουνε	=	παγιδεύω
παγιδεύσαμε	=	παγιδεύω
παγιδεύσατε	=	παγιδεύω
παγιδεύσει	=	παγιδεύω
παγιδεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγίδευση
παγιδεύσετε	=	παγιδεύω
παγιδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παγίδευση
παγιδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παγίδευση
παγιδεύσομε	=	παγιδεύω
παγιδεύσου	=	παγιδεύω
παγιδεύσουμε	=	παγιδεύω
παγιδεύσουν	=	παγιδεύω
παγιδεύσουνε	=	παγιδεύω
παγιδεύστε	=	παγιδεύω
παγιδεύσω	=	παγιδεύω
παγιδεύτε	=	παγιδεύω
παγιδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύομαι
παγιδεύω	verb	οδηγώ κάποιον που καταδιώκω σε μια παγίδα και τον συλλαμβάνω
παγιδιού	=	παγίδι
παγιδιών	=	παγίδι
παγιοποίει	=	παγιοποιώ
παγιοποίησα	=	παγιοποιώ
παγιοποίησαν	=	παγιοποιώ
παγιοποίησε	=	παγιοποιώ
παγιοποίησες	=	παγιοποιώ
παγιοποίηση	noun	η απόδοση ενός πάγιου χαρακτήρα σε κάτι
παγιοποίησης	noun	γενική ενικού του παγιοποίηση
παγιοποιήσαμε	=	παγιοποιώ
παγιοποιήσαν	=	παγιοποιώ
παγιοποιήσανε	=	παγιοποιώ
παγιοποιήσατε	=	παγιοποιώ
παγιοποιήσει	=	παγιοποιώ
παγιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγιοποίηση
παγιοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παγιοποίηση
παγιοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παγιοποίηση
παγιοποιήστε	=	παγιοποιώ
παγιοποιεί	=	παγιοποιώ
παγιοποιείς	=	παγιοποιώ
παγιοποιείτε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούμε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούν	=	παγιοποιώ
παγιοποιούνε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσα	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσαμε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσαν	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσανε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσατε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσε	=	παγιοποιώ
παγιοποιούσες	=	παγιοποιώ
παγιοποιώ	verb	δίνω σε κάτι έναν πάγιο χαρακτήρα
παγιοποιώντας	=	παγιοποιώ
παγιοτήτων	=	παγιότητα
παγιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθήκαν	=	παγιώνω
παγιωθήκανε	=	παγιώνω
παγιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωθούνε	=	παγιώνω
παγιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγιωμένο
παγιωμένε	verb	κλητική ενικού του παγιωμένος
παγιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγιωμένη
παγιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγιωμένος
παγιωμένης	verb	γενική ενικού του παγιωμένη
παγιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παγιωμένος
παγιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγιωμένος
παγιωμένος	=	παγιώνω
παγιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παγιωμένος
παγιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παγιωμένος
παγιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παγιωμένος
παγιωνόμασταν	=	παγιώνω
παγιωνόμαστε	=	παγιώνω
παγιωνόμουν	=	παγιώνω
παγιωνόμουνα	=	παγιώνω
παγιωνόντουσαν	=	παγιώνω
παγιωνόσασταν	=	παγιώνω
παγιωνόσαστε	=	παγιώνω
παγιωνόσουν	=	παγιώνω
παγιωνόσουνα	=	παγιώνω
παγιωνόταν	=	παγιώνω
παγιωνότανε	=	παγιώνω
παγιωτές	=	παγιωτής
παγιωτή	=	παγιωτής
παγιωτής	noun	εδραιωτής, στερεωτής
παγιωτριών	noun	γενική πληθυντικού του παγιώτρια
παγιωτών	=	παγιωτής
παγιότητα	noun	η (ΑΜ παγιότης, ητος) [πάγιος] η ιδιότητα τού πάγιου, η στερεότητα, η σταθερότητα, η ευστάθεια, η μονιμότητα.
παγιότητας	=	παγιότητα
παγιότητες	=	παγιότητα
παγιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνομαι
παγιώναμε	=	παγιώνω
παγιώναν	=	παγιώνω
παγιώνανε	=	παγιώνω
παγιώνατε	=	παγιώνω
παγιώνει	=	παγιώνω
παγιώνεις	=	παγιώνω
παγιώνεσαι	=	παγιώνω
παγιώνεστε	=	παγιώνω
παγιώνεται	=	παγιώνω
παγιώνετε	=	παγιώνω
παγιώνομαι	=	παγιώνω
παγιώνομε	=	παγιώνω
παγιώνονται	=	παγιώνω
παγιώνονταν	=	παγιώνω
παγιώνοντας	=	παγιώνω
παγιώνουμε	=	παγιώνω
παγιώνουν	=	παγιώνω
παγιώνουνε	=	παγιώνω
παγιώνω	verb	δίνω σε κάτι τον χαρακτήρα του πάγιου, ενεργώ έτσι ώστε ένα πράγμα ή μια κατάσταση να παραμείνουν αμετάβλητα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα
παγιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσαν	=	παγιώνω
παγιώσανε	=	παγιώνω
παγιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγίωση
παγιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παγίωση
παγιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παγίωση
παγιώσομε	=	παγιώνω
παγιώσου	=	παγιώνω
παγιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσουνε	=	παγιώνω
παγιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγιώνω
παγιώτρια	adj	εδραιώτρια, στερεώτρια
παγιώτριας	noun	γενική ενικού του παγιώτρια
παγιώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγιώτρια
παγκάκι	noun	μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα με πλάτη σε δημόσιους χώρους
παγκάκια	=	παγκάκι
παγκάκιστα	=	παγκάκιστος
παγκάκιστε	=	παγκάκιστος
παγκάκιστες	=	παγκάκιστος
παγκάκιστη	=	παγκάκιστος
παγκάκιστης	=	παγκάκιστος
παγκάκιστο	=	παγκάκιστος
παγκάκιστοι	=	παγκάκιστος
παγκάκιστος	adj	εξαιρετικά κακός, κακός στον ύψιστο βαθμό
παγκάκιστου	=	παγκάκιστος
παγκάκιστους	=	παγκάκιστος
παγκάκιστων	=	παγκάκιστος
παγκάλως	adv	με όμορφο τρόπο, όμορφα
παγκάρι	noun	πάγκος με διαμόρφωση κατάλληλη για την πώληση κεριών στην εκκλησία
παγκάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκάρι
παγκάρπια	=	παγκάρπιο
παγκάρπιο	noun	αρχαιολογικός συμβατικός όρος αρχιτεκτονικού και γλυπτικού κοσμήματος που παριστά στέφανο ή ημιστέφανο από άνθη και καρπούς
παγκάρπιου	=	παγκάρπιο
παγκάρπιων	=	παγκάρπιο
παγκάσιους	noun	ψάρι του γένους Pangasius και της οικογένειας Pangasiidae
παγκαλιάδα	noun	δημώδης - δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός με σκωπτική επική προέκταση (κατά την Αινειάδα, Ιλιάδα κ.λπ) του συνόλου των διαφόρων δημοσίων δηλώσεων του πρώην πολιτικού Θεόδωρου Πάγκαλου που έχει προκαλέσει κατά καιρούς το κοινό αίσθημα.
παγκαλιάδας	=	παγκαλιάδα
παγκαλιάδες	=	παγκαλιάδα
παγκαλιάδων	=	παγκαλιάδα
παγκαλόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκαλόμορφο
παγκαλόμορφε	adj	κλητική ενικού του παγκαλόμορφος
παγκαλόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκαλόμορφη
παγκαλόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγκαλόμορφος
παγκαλόμορφης	adj	γενική ενικού του παγκαλόμορφη
παγκαλόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του παγκαλόμορφος
παγκαλόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκαλόμορφος
παγκαλόμορφος	adj	πανέμορφος
παγκαλόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παγκαλόμορφος
παγκαλόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγκαλόμορφος
παγκαλόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παγκαλόμορφος
παγκαριού	=	παγκάρι
παγκαριών	=	παγκάρι
παγκατευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκατευθυντικό
παγκατευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του παγκατευθυντικός
παγκατευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκατευθυντική
παγκατευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγκατευθυντικός
παγκατευθυντικής	adj	γενική ενικού του παγκατευθυντική
παγκατευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκατευθυντικός
παγκατευθυντικού	adj	γενική ενικού του παγκατευθυντικός
παγκατευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγκατευθυντικός
παγκατευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του παγκατευθυντικός
παγκατευθυντικός	adj	που έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος προς κάθε κατεύθυνση
παγκατευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του παγκατευθυντικός
παγκενιά	noun	άλλη μορφή του παγκοινιά
παγκενιάς	=	παγκενιά
παγκενιές	=	παγκενιά
παγκενιών	=	παγκενιά
παγκοίνως	adv|formal	σε όλους, σε όλον τον κόσμο, κοινά
παγκοινιά	noun	η εθελοντική συνδρομή όλης της κοινότητας στην ολοκλήρωση μιας εργασίας ενός μέλους της κοινότητας ή ενός κοινωφελούς έργου
παγκοινιάς	=	παγκοινιά
παγκοινιές	=	παγκοινιά
παγκοινιών	=	παγκοινιά
παγκολίνε	=	παγκολίνος
παγκολίνο	=	παγκολίνος
παγκολίνοι	=	παγκολίνος
παγκολίνος	noun	θηλαστικό στη τάξη των φολιδωτών που έχει μεγάλες προστατευτικές κεράτινες φολίδες που καλύπτουν το δέρμα του
παγκολίνου	=	παγκολίνος
παγκολίνους	=	παγκολίνος
παγκολίνων	=	παγκολίνος
παγκορασίδες	noun	κατηγορία κοριτσιών που μετέχουν σε κάποιο άθλημα και ηλικιακά τοποθετείται πριν από τις γυναίκες
παγκορασίδων	=	παγκορασίδες
παγκορινθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκορινθιακό
παγκορινθιακέ	adj	κλητική ενικού του παγκορινθιακός
παγκορινθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκορινθιακή
παγκορινθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγκορινθιακός
παγκορινθιακής	adj	γενική ενικού του παγκορινθιακή
παγκορινθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκορινθιακός
παγκορινθιακού	adj	γενική ενικού του παγκορινθιακός
παγκορινθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγκορινθιακός
παγκορινθιακό	adj	αιτιατική ενικού του παγκορινθιακός
παγκορινθιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Κορινθία, ή με όλα τα μέρη της Κορινθίας
παγκορινθιακών	adj	γενική πληθυντικού του παγκορινθιακός
παγκοσμίου	=	παγκόσμιος
παγκοσμίους	=	παγκόσμιος
παγκοσμίων	=	παγκόσμιος
παγκοσμίως	adv|formal	παγκόσμια
παγκοσμίωση	noun	πλανητικός μονοπολιτισμός
παγκοσμίωσης	noun	γενική ενικού του παγκοσμίωση
παγκοσμιοποίηση	noun	η ιστορική εξέλιξη που παρατηρείται κατά τις τελευταίες δεκαετίες (μετά το 1980) και που οδηγεί στην συνεχώς αυξανόμενη, πλην όμως κατευθυνόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ των χωρών της γης, σε επίπεδο αρχικά οικονομικό και στη συνέχεια τεχνολογικό και πολιτισμικό
παγκοσμιοποίησης	=	παγκοσμιοποίηση
παγκοσμιοποιήσεις	=	παγκοσμιοποίηση
παγκοσμιοποιήσεων	=	παγκοσμιοποίηση
παγκοσμιοποιημένα	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένε	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένες	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένη	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένης	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένο	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένοι	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παγκοσμιοποιώ
παγκοσμιοποιημένου	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένους	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοποιημένων	=	παγκοσμιοποιημένος
παγκοσμιοτήτων	=	παγκοσμιότητα
παγκοσμιουπόλεις	=	παγκοσμιούπολη
παγκοσμιουπόλεων	=	παγκοσμιούπολη
παγκοσμιούπολη	noun	πόλη η οποία έχει επίδραση σε παγκόσμια γεγονότα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
παγκοσμιούπολης	=	παγκοσμιούπολη
παγκοσμιότητα	noun	η ιδιότητα του παγκόσμιου
παγκοσμιότητας	noun	γενική ενικού του παγκοσμιότητα
παγκοσμιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκοσμιότητα
παγκοσμιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκοσμίωση
παγκοσμιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παγκοσμίωση
παγκοσμιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παγκοσμίωση
παγκοτέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκότερμα
παγκοτέρματος	noun	γενική ενικού του παγκότερμα
παγκοτερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παγκότερμα
παγκουί	adv|slang	μετρητά
παγκράτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκράτιο
παγκράτιο	noun	αρχαίο ελληνικό άθλημα, συνδυασμός πάλης και πυγμαχίας
παγκράτιου	=	παγκράτιο
παγκρέατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάγκρεας
παγκρέατος	=	πάγκρεας
παγκρατίου	noun	γενική ενικού του παγκράτιο
παγκρατίων	noun	γενική πληθυντικού του παγκράτιο
παγκρατιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκρατιστής
παγκρατιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παγκρατιστής
παγκρατιστής	noun	αθλητής του παγκρατίου
παγκρατιστών	noun	γενική πληθυντικού του παγκρατιστής
παγκρατιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Παγκράτι
παγκρατιώτικα	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικε	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικες	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικη	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικης	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικο	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικοι	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικος	adj	ο σχετικός με το Παγκράτι ή τους κατοίκους του
παγκρατιώτικου	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικους	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτικων	=	παγκρατιώτικος
παγκρατιώτισσα	=	παγκρατιώτης
παγκρεατίνες	=	παγκρεατίνη
παγκρεατίνη	noun	φαρμακευτική ουσία που λαμβάνεται από το πάγκρεας ζώων
παγκρεατίνης	=	παγκρεατίνη
παγκρεατίτιδα	noun	φλεγμονή του παγκρέατος, όργανο το οποίο βρίσκεται στο πάνω μέρος της κοιλιάς πίσω από το στομάχι.
παγκρεατίτιδας	=	παγκρεατίτιδα
παγκρεατίτιδες	=	παγκρεατίτιδα
παγκρεατεκτομές	=	παγκρεατεκτομή
παγκρεατεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση παγκρέατος ή τμήματος αυτού
παγκρεατεκτομής	=	παγκρεατεκτομή
παγκρεατεκτομών	=	παγκρεατεκτομή
παγκρεατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκρεατικό
παγκρεατικέ	adj	κλητική ενικού του παγκρεατικός
παγκρεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκρεατική
παγκρεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγκρεατικός
παγκρεατικής	adj	γενική ενικού του παγκρεατική
παγκρεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκρεατικός
παγκρεατικού	adj	γενική ενικού του παγκρεατικός
παγκρεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγκρεατικός
παγκρεατικό	adj	αιτιατική ενικού του παγκρεατικός
παγκρεατικός	adj	σχετικός με το πάγκρεας
παγκρεατικών	adj	γενική πληθυντικού του παγκρεατικός
παγκρεατινών	=	παγκρεατίνη
παγκρεατιτίδων	=	παγκρεατίτιδα
παγκρεατῖτις	noun	παγκρεατίτιδα
παγκρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκρητικό
παγκρητικέ	adj	κλητική ενικού του παγκρητικός
παγκρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκρητική
παγκρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγκρητικός
παγκρητικής	adj	γενική ενικού του παγκρητική
παγκρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκρητικός
παγκρητικού	adj	γενική ενικού του παγκρητικός
παγκρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγκρητικός
παγκρητικό	adj	αιτιατική ενικού του παγκρητικός
παγκρητικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Κρήτη, ή με όλα τα μέρη της Κρήτης
παγκρητικών	adj	γενική πληθυντικού του παγκρητικός
παγκυπριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκυπριακό
παγκυπριακέ	adj	κλητική ενικού του παγκυπριακός
παγκυπριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκυπριακή
παγκυπριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγκυπριακός
παγκυπριακής	adj	γενική ενικού του παγκυπριακή
παγκυπριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκυπριακός
παγκυπριακού	adj	γενική ενικού του παγκυπριακός
παγκυπριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγκυπριακός
παγκυπριακό	adj	αιτιατική ενικού του παγκυπριακός
παγκυπριακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Κύπρο, ή απ΄ όλα τα μέρη της Κύπρου
παγκυπριακών	adj	γενική πληθυντικού του παγκυπριακός
παγκυτοπενία	noun	η παθολογική μείωση κυττάρων του αίματος (αιμοπετάλια, λευκά και ερυθρά αιμοσφαίρια)
παγκυτοπενίας	=	παγκυτοπενία
παγκυτοπενίες	=	παγκυτοπενία
παγκυτοπενιών	=	παγκυτοπενία
παγκόσμια	adv	σε παγκόσμιο επίπεδο, σε όλον τον κόσμο
παγκόσμιας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του παγκόσμιος
παγκόσμιε	=	παγκόσμιος
παγκόσμιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγκόσμια
παγκόσμιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παγκόσμιος
παγκόσμιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγκόσμιος
παγκόσμιος	noun	ο Παγκόσμιος Πόλεμος	adj	που αναφέρεται, ανήκει ή εμφανίζεται σε ολόκληρη τη γη, σε ολόκληρο τον κόσμο
παγκόσμιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παγκόσμιος
παγκόσμιους	=	παγκόσμιος
παγκόσμιων	=	παγκόσμιος
παγκότερμα	noun	ανεπίσημο είδος ποδοσφαιρικού αγώνα στον οποίο δεν υπάρχει κανονικός τερματοφύλακας αλλά τα καθήκοντά του αναλαμβάνει περιστασιακά ένας προκαθορισμένος παίκτης όποτε βρίσκεται μέσα στη μεγάλη περιοχή
παγοδρομήσαμε	=	παγοδρομώ
παγοδρομήσαν	=	παγοδρομώ
παγοδρομήσανε	=	παγοδρομώ
παγοδρομήσατε	=	παγοδρομώ
παγοδρομήσει	=	παγοδρομώ
παγοδρομήστε	=	παγοδρομώ
παγοδρομία	noun	η κίνηση πάνω στον πάγο με τη χρήση ειδικών πέδιλων (παγοπέδιλο) που έχουν στο πέλμα τους μια κοφτερή ακμή και μπορούν να ολισθαίνουν πάνω σε παγωμένες επιφάνειες
παγοδρομίας	noun	γενική ενικού του παγοδρομία
παγοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοδρομία
παγοδρομίου	noun	γενική ενικού του παγοδρόμιο
παγοδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του παγοδρόμιο
παγοδρομεί	=	παγοδρομώ
παγοδρομείς	=	παγοδρομώ
παγοδρομείτε	=	παγοδρομώ
παγοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοδρομικό
παγοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του παγοδρομικός
παγοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοδρομική
παγοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγοδρομικός
παγοδρομικής	adj	γενική ενικού του παγοδρομική
παγοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγοδρομικός
παγοδρομικού	adj	γενική ενικού του παγοδρομικός
παγοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγοδρομικός
παγοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του παγοδρομικός
παγοδρομικός	adj	σχετικός με την παγοδρομία και τους παγοδρόμους
παγοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του παγοδρομικός
παγοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του παγοδρομία
παγοδρομούμε	=	παγοδρομώ
παγοδρομούν	=	παγοδρομώ
παγοδρομούνε	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσα	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσαμε	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσαν	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσανε	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσατε	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσε	=	παγοδρομώ
παγοδρομούσες	=	παγοδρομώ
παγοδρομώ	verb	είμαι παγοδρόμος, κάνω παγοδρομία
παγοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παγοδρομώ
παγοδρόμε	noun	κλητική ενικού του παγοδρόμος
παγοδρόμει	=	παγοδρομώ
παγοδρόμησα	=	παγοδρομώ
παγοδρόμησαν	=	παγοδρομώ
παγοδρόμησε	=	παγοδρομώ
παγοδρόμησες	=	παγοδρομώ
παγοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοδρόμιο
παγοδρόμιο	noun	η ειδική εγκατάσταση με δάπεδο από πάγο, κατάλληλη για παγοδρομίες
παγοδρόμιου	=	παγοδρόμιο
παγοδρόμο	noun	αιτιατική ενικού του παγοδρόμος
παγοδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγοδρόμος
παγοδρόμος	noun	αυτός που κάνει παγοδρομία
παγοδρόμου	noun	γενική ενικού του παγοδρόμος
παγοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παγοδρόμος
παγοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του παγοδρόμος
παγοθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοθήκη
παγοθήκη	noun	θήκη που βάζουν μέσα κρύο νερό για να γίνει παγάκια
παγοθήκης	=	παγοθήκη
παγοθηκών	=	παγοθήκη
παγοθραυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοθραυστικό
παγοθραυστικέ	adj	κλητική ενικού του παγοθραυστικός
παγοθραυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοθραυστική
παγοθραυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγοθραυστικός
παγοθραυστικής	adj	γενική ενικού του παγοθραυστική
παγοθραυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγοθραυστικός
παγοθραυστικού	adj	γενική ενικού του παγοθραυστικός
παγοθραυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγοθραυστικός
παγοθραυστικό	adj	αιτιατική ενικού του παγοθραυστικός	noun	πλοίο με ενισχυμένη πλώρη, κατάλληλο για να ανοίγει δίαυλο για τα άλλα πλοία στις αρκτικές περιοχές
παγοθραυστικός	adj	που προκαλεί το σπάσιμο των πάγων
παγοθραυστικών	adj	γενική πληθυντικού του παγοθραυστικός
παγοθραυστών	=	παγοθραύστης
παγοθραύστες	=	παγοθραύστης
παγοθραύστη	=	παγοθραύστης
παγοθραύστης	noun	προεξέχον στέλεχος στην πλώρη ενός πλοίου που προκαλεί το σπάσιμο των πάγων που επιπλέουν
παγοθυελλών	noun	γενική πληθυντικού του παγοθύελλα
παγοθύελλα	noun	θύελλα με την δημιουργία υαλόπαγου, λόγω αναστροφής θερμοκρασιών
παγοθύελλας	noun	γενική ενικού του παγοθύελλα
παγοθύελλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοθύελλα
παγοκάλυψη	noun|formal	κάλυψη μιας έκτασης με πάγο
παγοκάλυψης	=	παγοκάλυψη
παγοκαλύψεις	=	παγοκάλυψη
παγοκαλύψεων	=	παγοκάλυψη
παγοκολονών	=	παγοκολόνα
παγοκολόνα	noun	κομμάτι πάγου σε τυποποιημένο σχήμα και μέγεθος
παγοκολόνας	noun	γενική ενικού του παγοκολόνα
παγοκολόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοκολόνα
παγοκοπτών	=	παγοκόπτης
παγοκοφτών	=	παγοκόφτης
παγοκρηπίδα	noun	κρηπίδα πάγου
παγοκρηπίδας	=	παγοκρηπίδα
παγοκρηπίδες	=	παγοκρηπίδα
παγοκρηπίδων	=	παγοκρηπίδα
παγοκρυστάλλου	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρυστάλλους	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρυστάλλων	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρύσταλλε	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρύσταλλο	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρύσταλλοι	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρύσταλλος	noun	στήλη πάγου που σχηματίζεται όταν παγώνει το νερό που πέφτει από κάπου
παγοκρύσταλλου	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρύσταλλους	=	παγοκρύσταλλος
παγοκρύσταλλων	=	παγοκρύσταλλος
παγοκυστών	=	παγοκύστη
παγοκυψέλες	=	παγοκυψέλη
παγοκυψέλη	noun	πλαστική σακούλα ή μηχανισμός που γεμίζει με νερό και παράγει παγάκια με την τοποθέτησή του σε κατάψυξη
παγοκυψέλης	=	παγοκυψέλη
παγοκυψελών	=	παγοκυψέλη
παγοκόπτες	=	παγοκόπτης
παγοκόπτη	=	παγοκόπτης
παγοκόπτης	noun	παγοκόφτης
παγοκόφτες	=	παγοκόφτης
παγοκόφτη	=	παγοκόφτης
παγοκόφτης	noun	εργαλείο ή μηχάνημα για τον τεμαχισμό πάγου
παγοκύστεις	=	παγοκύστη
παγοκύστες	=	παγοκύστη
παγοκύστεων	=	παγοκύστη
παγοκύστη	noun	η ειδική παγοθήκη από ζελατίνα ή πλαστικό, μιας χρήσεως
παγοκύστης	=	παγοκύστη
παγολεκάνες	=	παγολεκάνη
παγολεκάνη	noun	δεξαμενή στην οποία βάζουμε υγρό για να το συντηρήσουμε σε μια ψυχρή θερμοκρασία
παγολεκάνης	=	παγολεκάνη
παγολεκανών	=	παγολεκάνη
παγονιού	=	παγόνι
παγονιών	=	παγόνι
παγοπέδιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοπέδιλο
παγοπέδιλο	noun	πέδιλο που το φοράει κανείς για να κινείται με ευκολία στον πάγο
παγοπέδιλου	noun	γενική ενικού του παγοπέδιλο
παγοπέδιλων	noun	γενική πληθυντικού του παγοπέδιλο
παγοπίστα	noun	πίστα από πάγο
παγοπίστας	noun	γενική ενικού του παγοπίστα
παγοπίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοπίστα
παγοπιστών	noun	γενική πληθυντικού του παγοπίστα
παγοπληξία	noun	η φθορά που παρατηρείται σε υλικά εξαιτίας του πάγου
παγοπληξίας	=	παγοπληξία
παγοπληξίες	=	παγοπληξία
παγοπληξιών	=	παγοπληξία
παγοποίηση	noun	η διαδικασία σχηματισμού πάγου από υγρό
παγοποίησης	=	παγοποίηση
παγοποιέ	noun	κλητική ενικού του παγοποιός
παγοποιήσεις	=	παγοποίηση
παγοποιήσεων	=	παγοποίηση
παγοποιία	noun	η βιομηχανία ή βιοτεχνία παρασκευής πάγου
παγοποιίας	noun	γενική ενικού του παγοποιία
παγοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοποιία
παγοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοποιείο
παγοποιείο	noun	ο χώρος όπου παράγεται με βιομηχανικό τρόπο τεχνητός πάγος
παγοποιείου	noun	γενική ενικού του παγοποιείο
παγοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του παγοποιείο
παγοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοποιητικό
παγοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του παγοποιητικός
παγοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοποιητική
παγοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγοποιητικός
παγοποιητικής	adj	γενική ενικού του παγοποιητική
παγοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγοποιητικός
παγοποιητικού	adj	γενική ενικού του παγοποιητικός
παγοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγοποιητικός
παγοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του παγοποιητικός
παγοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την παγοποιία ή τον παγοποιό ή αναφέρεται σ’ αυτά
παγοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του παγοποιητικός
παγοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του παγοποιία
παγοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγοποιός
παγοποιού	noun	γενική ενικού του παγοποιός
παγοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παγοποιός
παγοποιό	noun	αιτιατική ενικού του παγοποιός
παγοποιός	noun	που φτιάχνει πάγο
παγοποιώ	verb	παράγω πάγο
παγοποιών	noun	γενική πληθυντικού του παγοποιός
παγοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοπωλείο
παγοπωλείο	noun	κατάστημα στο οποίο πωλείται πάγος
παγοπωλείου	noun	γενική ενικού του παγοπωλείο
παγοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του παγοπωλείο
παγοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του παγοπώλισσα
παγοπωλών	=	παγοπώλης
παγοπώλες	=	παγοπώλης
παγοπώλη	=	παγοπώλης
παγοπώληδες	=	παγοπώλης
παγοπώληδων	=	παγοπώλης
παγοπώλης	noun	ο πωλητής πάγου, ένα επάγγελμα που εξαφανίστηκε μετά τη διάδοση των ηλεκτρικών ψυγείων
παγοπώλισσα	noun	αυτή που πουλάει πάγο
παγοπώλισσας	noun	γενική ενικού του παγοπώλισσα
παγοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοπώλισσα
παγουδιάζω	verb	ελαφρώνω (τον πόνο)
παγουδιώ	verb	ελαφρώνω (τον πόνο)
παγουράκι	noun	υποκοριστικό του παγούρι
παγουράκια	=	παγουράκι
παγουριού	=	παγούρι
παγουριών	=	παγούρι
παγούρι	noun	μικρής χωρητικότητας κλειστό δοχείο από σκληρό υλικό που χρησιμοποιείται για να μεταφέρει νερό
παγούρια	=	παγούρι
παγούρου	noun	γενική ενικού του πάγουρος
παγούρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάγουρος
παγούρων	noun	γενική πληθυντικού του πάγουρος
παγρών	=	πάγρα
παγχαλκιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγχαλκιδικό
παγχαλκιδικέ	adj	κλητική ενικού του παγχαλκιδικός
παγχαλκιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγχαλκιδική
παγχαλκιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγχαλκιδικός
παγχαλκιδικής	adj	γενική ενικού του παγχαλκιδική
παγχαλκιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παγχαλκιδικός
παγχαλκιδικού	adj	γενική ενικού του παγχαλκιδικός
παγχαλκιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παγχαλκιδικός
παγχαλκιδικό	adj	αιτιατική ενικού του παγχαλκιδικός
παγχαλκιδικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Χαλκιδική, ή με όλα τα μέρη της Χαλκιδικής
παγχαλκιδικών	adj	γενική πληθυντικού του παγχαλκιδικός
παγωμάρα	noun	η παγωνιά
παγωμάρας	=	παγωμάρα
παγωμάρες	=	παγωμάρα
παγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάγωμα
παγωμένα	=	παγωμένος
παγωμένε	=	παγωμένος
παγωμένες	=	παγωμένος
παγωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παγωμένος
παγωμένης	=	παγωμένος
παγωμένο	=	παγωμένος
παγωμένοι	=	παγωμένος
παγωμένος	verb	που έχει παγώσει
παγωμένου	=	παγωμένος
παγωμένους	=	παγωμένος
παγωμένων	=	παγωμένος
παγωνιά	noun	οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες που δημιουργούν παγετό και γενικότερα το δριμύ ψύχος που μας κάνει να παγώνουμε
παγωνιάς	noun	γενική ενικού του παγωνιά
παγωνιέρα	noun|dated	μικρό ψυγείο με πάγο
παγωνιέρας	noun	γενική ενικού του παγωνιέρα
παγωνιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγωνιέρα
παγωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγωνιά
παγωνιερών	noun	γενική πληθυντικού του παγωνιέρα
παγωνιού	=	παγώνι
παγωνιών	=	παγωνιά
παγωτά	=	παγωτό
παγωτίνι	noun	παγωτό σε τυποποιημένο σχήμα και μικρού μεγέθους
παγωτίνια	=	παγωτίνι
παγωτατζή	=	παγωτατζής
παγωτατζήδες	=	παγωτατζής
παγωτατζήδων	=	παγωτατζής
παγωτατζής	noun	o πλανόδιος πωλητής ατομικών παγωτών, παγωτό χωνάκι, παγωτό ξυλάκι, παγωτό σε κυπελλάκι κ.λ.π.
παγωτατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγωτατζίδικο
παγωτατζίδικο	noun	το κατάστημα του παλιατζή ή το μέρος όπου πουλιούνται παγωτά
παγωτατζίδικου	noun	γενική ενικού του παγωτατζίδικο
παγωτατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του παγωτατζίδικο
παγωτιέρα	noun	σκεύος ή μηχανή παρασκευής παγωτού
παγωτιέρας	=	παγωτιέρα
παγωτιέρες	=	παγωτιέρα
παγωτομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγωτομηχανή
παγωτομηχανή	noun	μηχανή ζαχαροπλαστικής που παρασκευάζει παγωτά
παγωτομηχανής	=	παγωτομηχανή
παγωτομηχανών	=	παγωτομηχανή
παγωτού	noun	γενική (κλίση) || ενικού (αριθμού), του ουσιαστικού: (το) παγωτό ουδέτερο
παγωτό	noun	παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής, που φτιάχνεται με βάση το γάλα και τρώγεται παγωμένο
παγωτών	=	παγωτό
παγόβουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγόβουνο
παγόβουνο	noun	όγκος από πάγο (γλυκού νερού) που επιπλέει στη θάλασσα, κινούμενος από τα θαλάσσια ρεύματα
παγόβουνου	noun	γενική ενικού του παγόβουνο
παγόβουνων	noun	γενική πληθυντικού του παγόβουνο
παγόνι	noun	το παγώνι
παγόνια	=	παγόνι
παγόπληκτα	=	παγόπληκτος
παγόπληκτε	=	παγόπληκτος
παγόπληκτες	=	παγόπληκτος
παγόπληκτη	=	παγόπληκτος
παγόπληκτης	=	παγόπληκτος
παγόπληκτο	=	παγόπληκτος
παγόπληκτοι	=	παγόπληκτος
παγόπληκτος	adj	που πλήγηκε από τη παγωνιά
παγόπληκτου	=	παγόπληκτος
παγόπληκτους	=	παγόπληκτος
παγόπληκτων	=	παγόπληκτος
παγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάγωμα
παγώματος	noun	γενική ενικού του πάγωμα
παγώνα	=	παγώνας
παγώναμε	=	παγώνω
παγώναν	=	παγώνω
παγώνανε	=	παγώνω
παγώνας	noun|dated	συνώνυμο του παγετώνας
παγώνατε	=	παγώνω
παγώνει	=	παγώνω
παγώνεις	=	παγώνω
παγώνες	=	παγώνας
παγώνετε	=	παγώνω
παγώνι	noun	μεγαλόσωμο πτηνό με μακριά ουρά, την οποία μπορεί να ανοιγοκλείνει σαν βεντάλια
παγώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγώνι
παγώνομε	=	παγώνω
παγώνοντας	=	παγώνω
παγώνουμε	=	παγώνω
παγώνουν	=	παγώνω
παγώνουνε	=	παγώνω
παγώνω	verb	μετατρέπομαι σε πάγο
παγώνων	=	παγώνας
παγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσαν	=	παγώνω
παγώσανε	=	παγώνω
παγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσομε	=	παγώνω
παγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσουνε	=	παγώνω
παγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παγώνω
παδέλα	noun	στρογγυλή πήλινη κατσαρόλα
παδέλας	noun	γενική ενικού του παδέλα
παδέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παδέλα
παδα	abbrev	πανεπιστήμιο στην Αθήνα
παδελών	noun	γενική πληθυντικού του παδέλα
παε	abbrev	θηλυκό (αθλητισμός) Ποδοσφαιρική Ανώνυμος Εταιρεία (ακολουθεί το όνομα ομάδας ποδοσφαίρου)
παζάρεμα	noun	η ενέργεια του παζαρεύω, η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός πράγματος
παζάρευα	=	παζαρεύω
παζάρευαν	=	παζαρεύω
παζάρευε	=	παζαρεύω
παζάρευες	=	παζαρεύω
παζάρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζάρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζάρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζάρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζάρι	noun	η υπαίθρια αγορά
παζάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζάρι
παζαρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζάρεμα
παζαρέματος	noun	γενική ενικού του παζάρεμα
παζαρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψαν	=	παζαρεύω
παζαρέψανε	=	παζαρεύω
παζαρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψομε	=	παζαρεύω
παζαρέψου	=	παζαρεύω
παζαρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψουνε	=	παζαρεύω
παζαρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παζαρεύω
παζαρίσια	=	παζαρίσιος
παζαρίσιας	=	παζαρίσιος
παζαρίσιε	=	παζαρίσιος
παζαρίσιες	=	παζαρίσιος
παζαρίσιο	=	παζαρίσιος
παζαρίσιοι	=	παζαρίσιος
παζαρίσιος	adj|vulgar	που έχει σχέση με το παζάρι, αναφέρεται σ’ αυτό, πωλείται σ’ αυτό ή ταιριάζει σ’ αυτό και τη γενικότερη αισθητική του
παζαρίσιου	=	παζαρίσιος
παζαρίσιους	=	παζαρίσιος
παζαρίσιων	=	παζαρίσιος
παζαρίτες	=	παζαρίτης
παζαρίτη	=	παζαρίτης
παζαρίτης	noun	αυτός που συμμετέχει σε παζάρι και πουλά εμπορεύματα, συνώνυμο του έμπορος
παζαρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παζάρεμα
παζαρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζαρεμένο
παζαρεμένε	verb	κλητική ενικού του παζαρεμένος
παζαρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζαρεμένη
παζαρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παζαρεμένος
παζαρεμένης	verb	γενική ενικού του παζαρεμένη
παζαρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παζαρεμένος
παζαρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παζαρεμένος
παζαρεμένος	=	παζαρεύω
παζαρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παζαρεμένος
παζαρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παζαρεμένος
παζαρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παζαρεμένος
παζαρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζαρευτής
παζαρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παζαρευτής
παζαρευτήκαμε	=	παζαρεύω
παζαρευτήκαν	=	παζαρεύω
παζαρευτήκανε	=	παζαρεύω
παζαρευτήκατε	=	παζαρεύω
παζαρευτής	noun	αυτός που παζαρεύει
παζαρευτεί	=	παζαρεύω
παζαρευτείς	=	παζαρεύω
παζαρευτείτε	=	παζαρεύω
παζαρευτούμε	=	παζαρεύω
παζαρευτούν	=	παζαρεύω
παζαρευτούνε	=	παζαρεύω
παζαρευτώ	=	παζαρεύω
παζαρευτών	noun	γενική πληθυντικού του παζαρευτής
παζαρευόμασταν	=	παζαρεύω
παζαρευόμαστε	=	παζαρεύω
παζαρευόμουν	=	παζαρεύω
παζαρευόμουνα	=	παζαρεύω
παζαρευόντουσαν	=	παζαρεύω
παζαρευόσασταν	=	παζαρεύω
παζαρευόσαστε	=	παζαρεύω
παζαρευόσουν	=	παζαρεύω
παζαρευόσουνα	=	παζαρεύω
παζαρευόταν	=	παζαρεύω
παζαρευότανε	=	παζαρεύω
παζαρεύαμε	=	παζαρεύω
παζαρεύαν	=	παζαρεύω
παζαρεύανε	=	παζαρεύω
παζαρεύατε	=	παζαρεύω
παζαρεύει	=	παζαρεύω
παζαρεύεις	=	παζαρεύω
παζαρεύεσαι	=	παζαρεύω
παζαρεύεστε	=	παζαρεύω
παζαρεύεται	=	παζαρεύω
παζαρεύετε	=	παζαρεύω
παζαρεύομαι	=	παζαρεύω
παζαρεύομε	=	παζαρεύω
παζαρεύονται	=	παζαρεύω
παζαρεύονταν	=	παζαρεύω
παζαρεύοντας	=	παζαρεύω
παζαρεύουμε	=	παζαρεύω
παζαρεύουν	=	παζαρεύω
παζαρεύουνε	=	παζαρεύω
παζαρεύτε	=	παζαρεύω
παζαρεύτηκα	=	παζαρεύω
παζαρεύτηκαν	=	παζαρεύω
παζαρεύτηκε	=	παζαρεύω
παζαρεύτηκες	=	παζαρεύω
παζαρεύτρα	noun	το θηλυκό του παζαρευτής
παζαρεύτρας	=	παζαρεύτρα
παζαρεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζαρεύτρα
παζαρεύω	verb	διαπραγματεύομαι την τιμή ενός προϊόντος που πρόκειται ν’ αγοράσω, προσπαθώντας να την ρίξω σε χαμηλότερα επίπεδα
παζαριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζαριάτικο
παζαριάτικε	adj	κλητική ενικού του παζαριάτικος
παζαριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παζαριάτικη
παζαριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παζαριάτικος
παζαριάτικης	adj	γενική ενικού του παζαριάτικη
παζαριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του παζαριάτικος
παζαριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παζαριάτικος
παζαριάτικος	adj	παζαρίσιος
παζαριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παζαριάτικος
παζαριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παζαριάτικος
παζαριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παζαριάτικος
παζαριλίκι	noun|dated	το παζάρεμα
παζαριλίκια	=	παζαριλίκι
παζαριού	noun	γενική ενικού του παζάρι
παζαριτών	=	παζαρίτης
παζαριωτών	=	παζαριώτης
παζαριών	=	παζάρι
παζαριώτες	=	παζαριώτης
παζαριώτη	=	παζαριώτης
παζαριώτης	noun	άλλη μορφή του παζαρίτης
παζαρλίκι	noun|dated	το παζάρεμα
παζαρλίκια	=	παζαρλίκι
παζλ	noun	επιτραπέζιο παιχνίδι στο οποίο ο παίκτης πρέπει να ταιριάζει κομματάκια για να δημιουργήσει μια πλήρη εικόνα
παθέ	noun	κλητική ενικού του παθός
παθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάθημα
παθήματος	noun	γενική ενικού του πάθημα
παθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάθηση
παθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πάθηση
παθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πάθηση
παθαίναμε	=	παθαίνω
παθαίναν	=	παθαίνω
παθαίνανε	=	παθαίνω
παθαίνατε	=	παθαίνω
παθαίνει	=	παθαίνω
παθαίνεις	=	παθαίνω
παθαίνεσαι	=	παθαίνω
παθαίνεστε	=	παθαίνω
παθαίνεται	=	παθαίνω
παθαίνετε	=	παθαίνω
παθαίνομαι	=	παθαίνω
παθαίνομε	=	παθαίνω
παθαίνονται	=	παθαίνω
παθαίνονταν	=	παθαίνω
παθαίνοντας	=	παθαίνω
παθαίνουμε	=	παθαίνω
παθαίνουν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος παθαίνω
παθαίνουνε	=	παθαίνω
παθαίνω	verb	υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο, πάσχω
παθαινόμασταν	=	παθαίνω
παθαινόμαστε	=	παθαίνω
παθαινόμουν	=	παθαίνω
παθαινόμουνα	=	παθαίνω
παθαινόντουσαν	=	παθαίνω
παθαινόσασταν	=	παθαίνω
παθαινόσαστε	=	παθαίνω
παθαινόσουν	=	παθαίνω
παθαινόσουνα	=	παθαίνω
παθαινόταν	=	παθαίνω
παθαινότανε	=	παθαίνω
παθε	abbrev	οδικός άξονας ο οποίος συνδέει την Πάτρα με τους Ευζώνους μέσω Αθήνας και Θεσσαλονίκης
παθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάθημα
παθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθημένο
παθημένε	verb	κλητική ενικού του παθημένος
παθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθημένη
παθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθημένος
παθημένης	verb	γενική ενικού του παθημένη
παθημένο	verb	αιτιατική ενικού του παθημένος
παθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθημένος
παθημένος	=	παθαίνω
παθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παθημένος
παθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παθημένος
παθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παθημένος
παθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθητικό	adv	κατά παθητικό τρόπο
παθητικέ	adj	κλητική ενικού του παθητικός
παθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθητική
παθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθητικός
παθητικής	adj	γενική ενικού του παθητική
παθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθητικός
παθητικοεπιθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθητικοεπιθετικό
παθητικοεπιθετικέ	adj	κλητική ενικού του παθητικοεπιθετικός
παθητικοεπιθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθητικοεπιθετική
παθητικοεπιθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθητικοεπιθετικός
παθητικοεπιθετικής	adj	γενική ενικού του παθητικοεπιθετική
παθητικοεπιθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθητικοεπιθετικός
παθητικοεπιθετικού	adj	γενική ενικού του παθητικοεπιθετικός
παθητικοεπιθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παθητικοεπιθετικός
παθητικοεπιθετικό	adj	αιτιατική ενικού του παθητικοεπιθετικός
παθητικοεπιθετικός	adj	που αφορά συμπεριφορά η οποία χαρακτηρίζεται από την έμμεση έκφραση αρνητικών συναισθημάτων, όπως ο θυμός, η δυσαρέσκεια ή η απογοήτευση
παθητικοεπιθετικών	adj	γενική πληθυντικού του παθητικοεπιθετικός
παθητικοποίηση	noun	η παθητική συμπεριφορά
παθητικοποίησης	=	παθητικοποίηση
παθητικοποιήσεις	=	παθητικοποίηση
παθητικοποιήσεων	=	παθητικοποίηση
παθητικοποιώ	verb	κάνω κάποιον να φέρεται παθητικά
παθητικοτήτων	=	παθητικότητα
παθητικού	adj	γενική ενικού του παθητικός
παθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παθητικός
παθητικό	adj	αιτιατική ενικού του παθητικός	noun	το σύνολο των υποχρεώσεων μιας οικονομικής μονάδας
παθητικός	adj	που είναι γεμάτος πάθος
παθητικότης	noun	παθητικότητα
παθητικότητα	noun	η ιδιότητα του παθητικού, του γεμάτου πάθος
παθητικότητας	noun	γενική ενικού του παθητικότητα
παθητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθητικότητα
παθητικών	adj	γενική πληθυντικού του παθητικός
παθιάζαμε	=	παθιάζω
παθιάζαν	=	παθιάζω
παθιάζανε	=	παθιάζω
παθιάζατε	=	παθιάζω
παθιάζει	=	παθιάζω
παθιάζεις	=	παθιάζω
παθιάζετε	=	παθιάζω
παθιάζομαι	verb	καταλαμβάνομαι από πάθος
παθιάζοντας	=	παθιάζω
παθιάζουμε	=	παθιάζω
παθιάζουν	=	παθιάζω
παθιάζουνε	=	παθιάζω
παθιάζω	verb	προκαλώ ή δημιουργώ πάθος
παθιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθιάρης
παθιάρας	adj	γενική ενικού του παθιάρα
παθιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθιάρα
παθιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παθιάρης
παθιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθιάρης
παθιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του παθιάρης
παθιάρης	adj	που καταλαμβάνεται από πάθος
παθιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθιάρικο
παθιάρικε	adj	κλητική ενικού του παθιάρικος
παθιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθιάρικη
παθιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθιάρικος
παθιάρικης	adj	γενική ενικού του παθιάρικη
παθιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του παθιάρης
παθιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθιάρικος
παθιάρικος	adj	που είναι κατακλυσμένος από πάθος, συνώνυμο του παθιάρης
παθιάρικου	adj	γενική ενικού του παθιάρικο
παθιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παθιάρικος
παθιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του παθιάρικο
παθιάσαμε	=	παθιάζω
παθιάσαν	=	παθιάζω
παθιάσανε	=	παθιάζω
παθιάσατε	=	παθιάζω
παθιάσει	=	παθιάζω
παθιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιάστε	=	παθιάζω
παθιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαζόμουν	=	παθιάζομαι
παθιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθιασμένα	adv	με πάθος, ένταση, λαχτάρα, φανατισμό
παθιασμένε	verb	κλητική ενικού του παθιασμένος
παθιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθιασμένη
παθιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθιασμένος
παθιασμένης	verb	γενική ενικού του παθιασμένη
παθιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παθιασμένος
παθιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθιασμένος
παθιασμένος	verb	που παθιάζεται με κάτι, που κάνει κάτι με πάθος
παθιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παθιασμένος
παθιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παθιασμένος
παθιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παθιασμένος
παθιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παθιάζομαι
παθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθός
παθογένεια	noun	η μελέτη της δημιουργίας (γένεσης) μιας παθολογικής κατάστασης
παθογένειας	noun	γενική ενικού του παθογένεια
παθογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθογένεια
παθογένεση	noun	άλλη μορφή του παθογένεια
παθογένεσης	=	παθογένεση
παθογενές	=	παθογενής
παθογενέσεις	=	παθογένεση
παθογενέσεων	=	παθογένεση
παθογενή	=	παθογενής
παθογενής	adj	άλλη μορφή του παθογόνος
παθογενείς	=	παθογενής
παθογενειών	noun	γενική πληθυντικού του παθογένεια
παθογενετικά	=	παθογενετικός
παθογενετικέ	=	παθογενετικός
παθογενετικές	=	παθογενετικός
παθογενετική	=	παθογενετικός
παθογενετικής	=	παθογενετικός
παθογενετικοί	=	παθογενετικός
παθογενετικού	=	παθογενετικός
παθογενετικούς	=	παθογενετικός
παθογενετικό	=	παθογενετικός
παθογενετικός	adj	που έχει σχέση με το παθογένεση / παθογένεια ή αναφέρεται σʼ αυτή
παθογενετικών	=	παθογενετικός
παθογενούς	=	παθογενής
παθογενών	=	παθογενής
παθογονικοτήτων	=	παθογονικότητα
παθογονικότητα	noun	η ιδιότητα του παθογόνου, της πρόκλησης νόσου στον,ξενιστή
παθογονικότητας	=	παθογονικότητα
παθογονικότητες	=	παθογονικότητα
παθογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθογόνο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παθογόνος
παθογόνας	=	παθογόνος
παθογόνε	=	παθογόνος
παθογόνες	=	παθογόνος
παθογόνο	noun	μικροοργανισμός ή παράγοντας που προκαλεί ασθένεια ή βλάβη στον οργανισμό που προσβάλλει
παθογόνοι	=	παθογόνος
παθογόνος	adj	που είναι αιτία μιας ασθένειας
παθογόνου	=	παθογόνος
παθογόνους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παθογόνος
παθογόνων	=	παθογόνος
παθολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη της φύσης των ασθενειών, καθώς και τις αιτίες, εξέλιξη και επιπτώσεις τους
παθολογίας	noun	γενική ενικού του παθολογία
παθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθολογία
παθολογικά	adv	από παθολογική άποψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθολογικό
παθολογικέ	adj	κλητική ενικού του παθολογικός
παθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθολογική
παθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθολογικός
παθολογικής	adj	γενική ενικού του παθολογική
παθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθολογικός
παθολογικοτήτων	=	παθολογικότητα
παθολογικού	adj	γενική ενικού του παθολογικός
παθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παθολογικός
παθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παθολογικός
παθολογικός	adj	που αναφέρεται στην παθολογία ενός ζωντανού οργανισμού
παθολογικότητα	noun	η ιδιότητα του παθολογικού, που περιέχει ασθένεια
παθολογικότητας	=	παθολογικότητα
παθολογικότητες	=	παθολογικότητα
παθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παθολογικός
παθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παθολογία
παθολογοανατομία	noun	ιατρικός κλάδος που μελετά τις μεταβολές των ιστών όταν ασθενούν
παθολογοανατομίας	=	παθολογοανατομία
παθολογοανατομίες	=	παθολογοανατομία
παθολογοανατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθολογοανατομικό
παθολογοανατομικέ	adj	κλητική ενικού του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθολογοανατομική
παθολογοανατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομικής	adj	γενική ενικού του παθολογοανατομική
παθολογοανατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομικού	adj	γενική ενικού του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομικό	adj	αιτιατική ενικού του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην παθολογοανατομία
παθολογοανατομικών	adj	γενική πληθυντικού του παθολογοανατομικός
παθολογοανατομιών	=	παθολογοανατομία
παθολογοανατόμε	=	παθολογοανατόμος
παθολογοανατόμο	=	παθολογοανατόμος
παθολογοανατόμοι	=	παθολογοανατόμος
παθολογοανατόμος	noun	που ειδικεύεται στην παθολογοανατομία
παθολογοανατόμου	=	παθολογοανατόμος
παθολογοανατόμους	=	παθολογοανατόμος
παθολογοανατόμων	=	παθολογοανατόμος
παθολόγε	noun	κλητική ενικού του παθολόγος
παθολόγο	noun	αιτιατική ενικού του παθολόγος
παθολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παθολόγος
παθολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην παθολογία
παθολόγου	noun	γενική ενικού του παθολόγος
παθολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παθολόγος
παθολόγων	noun	γενική πληθυντικού του παθολόγος
παθοπλάνταχτα	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτε	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτες	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτη	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτης	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτο	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτοι	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτος	adj	που παθοπλαντάζει, που πλαντάζει από το πάθος
παθοπλάνταχτου	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτους	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλάνταχτων	=	παθοπλάνταχτος
παθοπλαντάζω	verb|rare	πλαντάζω από το πάθος
παθουκλιάζω	verb	πάσχω, νοσώ, κατατρύχομαι
παθοφυσιολογία	noun	η φυσιοπαθολογία, η λειτουργία του οργανισμού όταν προσβάλλεται από κάποια νόσο, η παθολογική φυσιολογία
παθοφυσιολογίας	noun	γενική ενικού του παθοφυσιολογία
παθοφυσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παθοφυσιολογία
παθοφυσιολογικά	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικέ	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικές	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογική	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικής	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικοί	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικού	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικούς	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικό	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογικός	adj	σχετικός με την παθοφυσιολογία
παθοφυσιολογικών	=	παθοφυσιολογικός
παθοφυσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παθοφυσιολογία
παθού	noun	γενική ενικού του παθός
παθούκλι	noun	πάθος, αιτία που με κατατρύχει
παθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παθός
παθούσα	=	παθών
παθό	noun	αιτιατική ενικού του παθός
παθόν	=	παθών
παθός	noun	αυτός που έπαθε κάτι και άρα έχει τη συγκεκριμένη εμπειρία
παθών	verb	που έπαθε κάτι	noun	γενική πληθυντικού του πάθος
παιάνα	=	παιάνας
παιάνας	noun	άσμα ή ύμνος προς τιμήν του Απόλλωνα ή την Άρτεμη, μετά τη σωτήρια επέμβασή τους σε κρίσιμες περιστάσεις
παιάνες	=	παιάνας
παιάνιζα	=	παιανίζω
παιάνιζαν	=	παιανίζω
παιάνιζε	=	παιανίζω
παιάνιζες	=	παιανίζω
παιάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιάνων	=	παιάνας
παιανίζαμε	=	παιανίζω
παιανίζαν	=	παιανίζω
παιανίζανε	=	παιανίζω
παιανίζατε	=	παιανίζω
παιανίζει	=	παιανίζω
παιανίζεις	=	παιανίζω
παιανίζετε	=	παιανίζω
παιανίζοντας	=	παιανίζω
παιανίζουμε	=	παιανίζω
παιανίζουν	=	παιανίζω
παιανίζουνε	=	παιανίζω
παιανίζω	verb	παίζω εμβατήριο
παιανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσαν	=	παιανίζω
παιανίσανε	=	παιανίζω
παιανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιανίζω
παιανιώτικα	=	παιανιώτικος
παιανιώτικε	=	παιανιώτικος
παιανιώτικες	=	παιανιώτικος
παιανιώτικη	=	παιανιώτικος
παιανιώτικης	=	παιανιώτικος
παιανιώτικο	=	παιανιώτικος
παιανιώτικοι	=	παιανιώτικος
παιανιώτικος	adj	ο σχετικός με την Παιανία ή τους κατοίκους της
παιανιώτικου	=	παιανιώτικος
παιανιώτικους	=	παιανιώτικος
παιανιώτικων	=	παιανιώτικος
παιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιγμένο
παιγμένε	verb	κλητική ενικού του παιγμένος
παιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιγμένη
παιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιγμένος
παιγμένης	verb	γενική ενικού του παιγμένη
παιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παιγμένος
παιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιγμένος
παιγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παίζω
παιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιγμένος
παιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παιγμένος
παιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιγμένος
παιγνίδι	noun|rare	άλλη μορφή του παιχνίδι
παιγνίδισμα	noun|rare	άλλη μορφή του παιχνίδισμα
παιγνίου	noun	γενική ενικού του παίγνιο
παιγνίων	noun	γενική πληθυντικού του παίγνιο
παιγνιδίζω	verb|rare	άλλη μορφή του παιχνιδίζω
παιγνιδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιγνίδισμα
παιγνιδίσματος	noun	γενική ενικού του παιγνίδισμα
παιγνιδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παιγνίδισμα
παιγνιοθεραπεία	noun	ψυχοθεραπευτική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία διάφορες μορφές παιχνιδιού αποτελούν τη θεραπεία
παιγνιοθεραπείας	=	παιγνιοθεραπεία
παιγνιοθεραπείες	=	παιγνιοθεραπεία
παιγνιοθεραπειών	=	παιγνιοθεραπεία
παιγνιοθεραπευτές	=	παιγνιοθεραπευτής
παιγνιοθεραπευτή	=	παιγνιοθεραπευτής
παιγνιοθεραπευτής	noun	ο ειδικός που ασχολείται με την παιγνιοθεραπεία
παιγνιοθεραπευτριών	=	παιγνιοθεραπεύτρια
παιγνιοθεραπευτών	=	παιγνιοθεραπευτής
παιγνιοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του παιγνιοθεραπευτής
παιγνιοθεραπεύτριας	=	παιγνιοθεραπεύτρια
παιγνιοθεραπεύτριες	=	παιγνιοθεραπεύτρια
παιγνιοθεωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιγνιοθεωρητικό
παιγνιοθεωρητικέ	adj	κλητική ενικού του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιοθεωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιγνιοθεωρητική
παιγνιοθεωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιοθεωρητικής	adj	γενική ενικού του παιγνιοθεωρητική
παιγνιοθεωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιοθεωρητικού	adj	γενική ενικού του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιοθεωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιοθεωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιοθεωρητικός	noun	μαθηματικός με αντικείμενο μελέτης την θεωρία παιγνίων	adj	που σχετίζεται ή/και αφορά την θεωρία παιγνίων
παιγνιοθεωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του παιγνιοθεωρητικός
παιγνιολογία	noun	η μελέτη της θεωρίας των παιγνίων
παιγνιολογίας	noun	γενική ενικού του παιγνιολογία
παιγνιολογίες	=	παιγνιολογία
παιγνιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παιγνιολογία
παιγνιοποίηση	noun	η αξιοποίηση μηχανισμών παιχνιδιού στην εκπαιδευτική διαδικασία, στο μάρκετινγκ, στην ανάπτυξη εφαρμογών και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
παιγνιοποίησης	=	παιγνιοποίηση
παιγνιοποιήσεις	=	παιγνιοποίηση
παιγνιοποιήσεων	=	παιγνιοποίηση
παιγνιοχάρτου	noun	γενική ενικού του παιγνιόχαρτο
παιγνιοχάρτων	noun	γενική πληθυντικού του παιγνιόχαρτο
παιγνιωδών	=	παιγνιώδης
παιγνιωδώς	adv	κατά τρόπο παιγνιώδη
παιγνιόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιγνιόχαρτο
παιγνιόχαρτο	noun|formal	το τραπουλόχαρτο
παιγνιόχαρτον	noun	παιγνιόχαρτο
παιγνιόχαρτου	=	παιγνιόχαρτο
παιγνιώδεις	=	παιγνιώδης
παιγνιώδες	=	παιγνιώδης
παιγνιώδη	=	παιγνιώδης
παιγνιώδης	adj	που έχει το χαρακτήρα του παιχνιδιού, που γίνεται με διάθεση να παίξει κάποιος
παιγνιώδους	=	παιγνιώδης
παιδάκι	noun	πολύ μικρό παιδί
παιδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδάκι
παιδάρια	=	παιδάριο
παιδάριο	noun	μικρό παιδί, παιδάκι
παιδάριου	=	παιδάριο
παιδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίδεμα
παιδέματος	noun	γενική ενικού του παίδεμα
παιδέρα	noun|informal	ο παιδεραστής, ο παιδόφιλος
παιδέρας	=	παιδέρα
παιδέρες	=	παιδέρα
παιδέρων	=	παιδέρα
παιδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψαν	=	παιδεύω
παιδέψανε	=	παιδεύω
παιδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψομε	=	παιδεύω
παιδέψου	=	παιδεύω
παιδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψουνε	=	παιδεύω
παιδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω
παιδί	noun	νεαρό άτομο μικρής ηλικίας, συνήθως ανάμεσα στη βρεφική και την εφηβική ηλικία, που η σωματική και πνευματική του ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί
παιδίατρε	noun	κλητική ενικού του παιδίατρος
παιδίατρο	noun	αιτιατική ενικού του παιδίατρος
παιδίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδίατρος
παιδίατρος	noun	ο / η γιατρός που έχει ειδικευτεί στις παθήσεις των παιδιών
παιδίατρου	=	παιδίατρος
παιδίατρους	=	παιδίατρος
παιδίατρων	=	παιδίατρος
παιδίσκες	=	παιδίσκη
παιδίσκη	noun|dated	κορίτσι, κοριτσάκι, παιδούλα
παιδίσκης	=	παιδίσκη
παιδαγωγέ	noun	κλητική ενικού του παιδαγωγός
παιδαγωγήθηκα	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήθηκαν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήθηκε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήθηκες	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήσαμε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήσαν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήσανε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήσατε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήσει	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαγώγηση
παιδαγωγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παιδαγώγηση
παιδαγωγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παιδαγώγηση
παιδαγωγήσου	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγήστε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγία	noun	άλλη μορφή του παιδαγώγηση: η διαπαιδαγώγηση, η εκπαίδευση
παιδαγωγίας	noun	γενική ενικού του παιδαγωγία
παιδαγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγία
παιδαγωγεί	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγείς	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγείσαι	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγείστε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγείται	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγείτε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγηθήκαμε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγηθήκαν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγηθήκανε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγηθήκατε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγηθεί	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγηθείτε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγημένο
παιδαγωγημένε	verb	κλητική ενικού του παιδαγωγημένος
παιδαγωγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγημένη
παιδαγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδαγωγημένος
παιδαγωγημένης	verb	γενική ενικού του παιδαγωγημένη
παιδαγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του παιδαγωγημένος
παιδαγωγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγημένος
παιδαγωγημένος	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδαγωγημένος
παιδαγωγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παιδαγωγημένος
παιδαγωγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδαγωγημένος
παιδαγωγικά	adv	κατά παιδαγωγικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγικό
παιδαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του παιδαγωγικός
παιδαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγική
παιδαγωγική	noun	η επιστήμη της αγωγής των παιδιών, που ασχολείται με την εκπαίδευση και μελετά τα συστήματα διδασκαλίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδαγωγικός
παιδαγωγικής	adj	γενική ενικού του παιδαγωγική
παιδαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγικός
παιδαγωγικού	adj	γενική ενικού του παιδαγωγικός
παιδαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδαγωγικός
παιδαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδαγωγικός
παιδαγωγικός	adj	που αναφέρεται στην αγωγή των παιδιών (με την ευρύτερη έννοια) και στην εκπαίδευση, τα σχολικά συστήματα και τη διδασκαλία (με τη στενότερη)
παιδαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδαγωγικός
παιδαγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδαγωγία
παιδαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδαγωγός
παιδαγωγού	noun	γενική ενικού του παιδαγωγός
παιδαγωγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παιδαγωγώ
παιδαγωγούμασταν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούμαστε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούμε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούμενος	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούμουν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούνε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούνται	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούνταν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδαγωγός
παιδαγωγούσα	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσαμε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσαν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσανε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσασταν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσαστε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσατε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσε	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσες	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγούσουν	=	παιδαγωγώ
παιδαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του παιδαγωγός
παιδαγωγός	noun	ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
παιδαγωγώ	verb	διαμορφώνω, διαπλάθω το χαρακτήρα και (ή) τη συμπεριφορά κάποιου με παιδευτικές μεθόδους
παιδαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του παιδαγωγός
παιδαγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παιδαγωγώ
παιδαγώγησα	=	παιδαγωγώ
παιδαγώγησαν	=	παιδαγωγώ
παιδαγώγησε	=	παιδαγωγώ
παιδαγώγησες	=	παιδαγωγώ
παιδαγώγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παιδαγωγώ
παιδαγώγησης	noun	γενική ενικού του παιδαγώγηση
παιδαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παιδαράς
παιδαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδαράς
παιδαράδων	noun	γενική πληθυντικού του παιδαράς
παιδαράς	noun	φιλοφρονητικός χαρακτηρισμός για νεαρό άντρα που αναφέρεται κυρίως στην εξωτερική του όψη, το ύψος του και τη σωματική του διάπλαση και δύναμη
παιδαρέλι	noun	το μικρό παιδί
παιδαρέλια	=	παιδαρέλι
παιδαρίου	=	παιδάριο
παιδαρίων	=	παιδάριο
παιδαρελιού	=	παιδαρέλι
παιδαρελιών	=	παιδαρέλι
παιδαριωδών	=	παιδαριώδης
παιδαριωδώς	adv	κατά τρόπο παιδαριώδη
παιδαριώδεις	=	παιδαριώδης
παιδαριώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παιδαριώδης
παιδαριώδη	=	παιδαριώδης
παιδαριώδης	adj	για ενέργεια ή το αποτέλεσμα μιας εργασίας που δεν διαθέτει ωριμότητα ή τεχνική αρτιότητα, σαν να έγινε από κάποιο παιδί
παιδαριώδους	=	παιδαριώδης
παιδεία	noun	καλλιέργεια της προσωπικότητας ενός ανθρώπου σε όλους τους τομείς: πνευματικό, ηθικό, σωματικό κ.λπ.
παιδείας	noun	γενική ενικού του παιδεία
παιδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεία
παιδειών	noun	γενική πληθυντικού του παιδεία
παιδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παίδεμα
παιδεμέ	noun	κλητική ενικού του παιδεμός
παιδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεμένο
παιδεμένε	verb	κλητική ενικού του παιδεμένος
παιδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεμένη
παιδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδεμένος
παιδεμένης	verb	γενική ενικού του παιδεμένη
παιδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παιδεμένος
παιδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδεμένος
παιδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παιδεύω, που έχει παιδευτεί
παιδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδεμένος
παιδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παιδεμένος
παιδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδεμένος
παιδεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδεμός
παιδεμού	noun	γενική ενικού του παιδεμός
παιδεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδεμός
παιδεμό	noun	αιτιατική ενικού του παιδεμός
παιδεμός	noun	το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου
παιδεμών	noun	γενική πληθυντικού του παιδεμός
παιδεράστρια	noun	θηλυκό του παιδεραστής
παιδεράστριας	=	παιδεράστρια
παιδεράστριες	=	παιδεράστρια
παιδεραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεραστής
παιδεραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παιδεραστής
παιδεραστής	noun	αυτός που επιδιώκει ασελγώς και βρίσκεται σε σεξουαλική επαφή με παιδιά
παιδεραστία	noun	η σύναψη σεξουαλικών σχέσεων με ανηλίκους
παιδεραστίας	noun	γενική ενικού του παιδεραστία
παιδεραστίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεραστία
παιδεραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεραστικό
παιδεραστικέ	adj	κλητική ενικού του παιδεραστικός
παιδεραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδεραστική
παιδεραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδεραστικός
παιδεραστικής	adj	γενική ενικού του παιδεραστική
παιδεραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδεραστικός
παιδεραστικού	adj	γενική ενικού του παιδεραστικός
παιδεραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδεραστικός
παιδεραστικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδεραστικός
παιδεραστικός	adj	σχετικός με την παιδεραστία και τους παιδεραστές
παιδεραστικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδεραστικός
παιδεραστιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδεραστία
παιδεραστριών	=	παιδεράστρια
παιδεραστών	noun	γενική πληθυντικού του παιδεραστής
παιδευτήκαμε	=	παιδεύω
παιδευτήκαν	=	παιδεύω
παιδευτήκανε	=	παιδεύω
παιδευτήκατε	=	παιδεύω
παιδευτεί	=	παιδεύω
παιδευτείς	=	παιδεύω
παιδευτείτε	=	παιδεύω
παιδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδευτικό	adv	κατά τρόπο παιδευτικό, σκοπεύοντας ή επιτυγχάνοντας την παίδευση
παιδευτικέ	adj	κλητική ενικού του παιδευτικός
παιδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδευτική
παιδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδευτικός
παιδευτικής	adj	γενική ενικού του παιδευτική
παιδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδευτικός
παιδευτικού	adj	γενική ενικού του παιδευτικός
παιδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδευτικός
παιδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδευτικός
παιδευτικός	adj	σχετικός με την παιδεία και την αγωγή των παιδιών
παιδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδευτικός
παιδευτούμε	=	παιδεύω
παιδευτούν	=	παιδεύω
παιδευτούνε	=	παιδεύω
παιδευτώ	=	παιδεύω
παιδευόμασταν	=	παιδεύω
παιδευόμαστε	=	παιδεύω
παιδευόμουν	=	παιδεύω
παιδευόμουνα	=	παιδεύω
παιδευόντουσαν	=	παιδεύω
παιδευόσασταν	=	παιδεύω
παιδευόσαστε	=	παιδεύω
παιδευόσουν	=	παιδεύω
παιδευόσουνα	=	παιδεύω
παιδευόταν	=	παιδεύω
παιδευότανε	=	παιδεύω
παιδεύαμε	=	παιδεύω
παιδεύαν	=	παιδεύω
παιδεύανε	=	παιδεύω
παιδεύατε	=	παιδεύω
παιδεύει	=	παιδεύω
παιδεύεις	=	παιδεύω
παιδεύεσαι	=	παιδεύω
παιδεύεστε	=	παιδεύω
παιδεύεται	=	παιδεύω
παιδεύετε	=	παιδεύω
παιδεύομαι	=	παιδεύω
παιδεύομε	=	παιδεύω
παιδεύονται	=	παιδεύω
παιδεύονταν	=	παιδεύω
παιδεύοντας	=	παιδεύω
παιδεύουμε	=	παιδεύω
παιδεύουν	=	παιδεύω
παιδεύουνε	=	παιδεύω
παιδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίδευση
παιδεύσεων	=	παίδευση
παιδεύτε	=	παιδεύω
παιδεύτηκα	=	παιδεύω
παιδεύτηκαν	=	παιδεύω
παιδεύτηκε	=	παιδεύω
παιδεύτηκες	=	παιδεύω
παιδεύω	verb	βασανίζω, ταλαιπωρώ
παιδιά	noun	ομαδικό παιχνίδι ή αθλοπαιδιά
παιδιάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιάρισμα	noun	συνήθως στον πληθυντικό παιδιαρίσματα
παιδιάς	noun	γενική ενικού του παιδιά
παιδιάστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιάστικο
παιδιάστικε	adj	κλητική ενικού του παιδιάστικος
παιδιάστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιάστικη
παιδιάστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδιάστικος
παιδιάστικης	adj	γενική ενικού του παιδιάστικη
παιδιάστικο	adj	αιτιατική ενικού του παιδιάστικος
παιδιάστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδιάστικος
παιδιάστικος	adj	που χαρακτηρίζει ένα παιδί, παιδικός
παιδιάστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδιάστικος
παιδιάστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδιάστικος
παιδιάστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδιάστικος
παιδιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιάτικο
παιδιάτικε	adj	κλητική ενικού του παιδιάτικος
παιδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιάτικη
παιδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδιάτικος
παιδιάτικης	adj	γενική ενικού του παιδιάτικη
παιδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του παιδιάτικος
παιδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδιάτικος
παιδιάτικος	adj|dated	άλλη γραφή του παιδιάστικος
παιδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδιάτικος
παιδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδιάτικος
παιδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδιάτικος
παιδιάτρου	=	παιδίατρος
παιδιάτρους	=	παιδίατρος
παιδιάτρων	=	παιδίατρος
παιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιά
παιδιακάτα	noun	άλλη μορφή του παιδικάτα
παιδιακάτων	=	παιδιακάτα
παιδιακίζω	verb	συμπεριφέρομαι σαν παιδί, ενώ δεν το επιτρέπει η ηλικία μου
παιδιακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίσια	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιας	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιε	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιες	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιια	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιιο	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιο	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιοι	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιος	adj	για συμπεριφορά που μοιάζει με μικρού παιδιού, αλλά δεν ταιριάζει στο άτομο που την υιοθετεί
παιδιακίσιου	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιους	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσιων	=	παιδιακίσιος
παιδιακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιακίστικα	adv	όπως κάνουν τα παιδιά, με παιδιάστικο τρόπο
παιδιακίστικε	adj	κλητική ενικού του παιδιακίστικος
παιδιακίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιακίστικη
παιδιακίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδιακίστικος
παιδιακίστικης	adj	γενική ενικού του παιδιακίστικη
παιδιακίστικο	adj	αιτιατική ενικού του παιδιακίστικος
παιδιακίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδιακίστικος
παιδιακίστικος	adj	για συμπεριφορά που μοιάζει με μικρού παιδιού, αλλά δεν ταιριάζει στο άτομο που την υιοθετεί
παιδιακίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδιακίστικος
παιδιακίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδιακίστικος
παιδιακίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδιακίστικος
παιδιακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
παιδιαρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίζω	verb	φέρομαι σαν παιδί, ενώ δεν το επιτρέπει η ηλικία μου
παιδιαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσματα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παιδιαρίζω, το να φέρεται κάποιος ανώριμα, σαν μικρό παιδί
παιδιαρίσματος	noun	γενική ενικού του παιδιάρισμα
παιδιαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιαρίζω
παιδιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παιδιάρισμα
παιδιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιαρισμένο
παιδιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του παιδιαρισμένος
παιδιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιαρισμένη
παιδιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδιαρισμένος
παιδιαρισμένης	verb	γενική ενικού του παιδιαρισμένη
παιδιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παιδιαρισμένος
παιδιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδιαρισμένος
παιδιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδιαρισμένος
παιδιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παιδιαρισμένος
παιδιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδιαρισμένος
παιδιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιατρικό
παιδιατρικέ	adj	κλητική ενικού του παιδιατρικός
παιδιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιατρική
παιδιατρική	noun	κλάδος της ιατρικής, που ασχολείται ειδικά με την υγεία και τις ασθένειες των παιδιών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδιατρικός
παιδιατρικής	adj	γενική ενικού του παιδιατρική
παιδιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδιατρικός
παιδιατρικού	adj	γενική ενικού του παιδιατρικός
παιδιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδιατρικός
παιδιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδιατρικός
παιδιατρικός	adj	σχετικός με, ή αναφερόμενος, στην παιδιατρική
παιδιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδιατρικός
παιδικά	adv	κατά τρόπο παιδικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδικό
παιδικάτα	noun	η παιδική ηλικία κάποιου, η περίοδος που ήταν παιδί
παιδικάτων	=	παιδικάτα
παιδικέ	adj	κλητική ενικού του παιδικός
παιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδική
παιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδικός
παιδικής	adj	γενική ενικού του παιδική
παιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδικός
παιδικοτήτων	=	παιδικότητα
παιδικού	adj	γενική ενικού του παιδικός
παιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδικός
παιδικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδικός
παιδικόν	=	παιδικό
παιδικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο παιδί
παιδικότης	noun	παιδικότητα
παιδικότητα	noun	σύνολο ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν το παιδί, κυρίως η αγνότητα, η αθωότητα, η ειλικρίνεια, ο αυθορμητισμός, η ευπιστία και η ανωριμότητα.
παιδικότητας	noun	γενική ενικού του παιδικότητα
παιδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδικότητα
παιδικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδικός
παιδιού	noun	γενική ενικού του παιδί
παιδισμέ	noun	κλητική ενικού του παιδισμός
παιδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδισμός
παιδισμού	noun	γενική ενικού του παιδισμός
παιδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδισμός
παιδισμό	noun	αιτιατική ενικού του παιδισμός
παιδισμός	noun	η παθολογική διατήρηση σε ενηλίκους ψυχοσωματικών χαρακτηριστικών της παιδικής ηλικίας με απουσία χαρακτηριστικών ενηλίκου
παιδισμών	noun	γενική πληθυντικού του παιδισμός
παιδιόθεν	adv	από την παιδική ηλικία κάποιου, από τότε που ήταν παιδί
παιδιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδί
παιδοβιαστές	=	παιδοβιαστής
παιδοβιαστή	=	παιδοβιαστής
παιδοβιαστής	noun	ο βιαστής παιδιού
παιδοβιαστών	=	παιδοβιαστής
παιδοβούβαλα	=	παιδοβούβαλο
παιδοβούβαλε	=	παιδοβούβαλος
παιδοβούβαλο	noun	πολύ υπέρβαρο και άχαρο παιδί ή έφηβος
παιδοβούβαλοι	=	παιδοβούβαλος
παιδοβούβαλος	noun	άλλη μορφή του παιδοβούβαλο
παιδοβούβαλου	=	παιδοβούβαλο
παιδοβούβαλους	=	παιδοβούβαλος
παιδοβούβαλων	=	παιδοβούβαλο
παιδογένεση	noun	η πραγματοποίηση της αναπαραγωγής από ζώα σε μικρή ηλικία
παιδογένεσης	=	παιδογένεση
παιδογένεσις	noun	παιδογένεση
παιδογενέσεις	=	παιδογένεση
παιδογενέσεων	=	παιδογένεση
παιδογονία	noun	η γέννηση παιδιών
παιδογονίας	=	παιδογονία
παιδογονίες	=	παιδογονία
παιδογονιών	=	παιδογονία
παιδοδοντίατρε	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντίατρο	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντίατροι	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντίατρος	noun	οδοντίατρος που έχει ειδικευτεί στην εξέταση και θεραπεία των δοντιών παιδιών
παιδοδοντίατρου	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντίατρους	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντίατρων	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντιάτρου	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντιάτρους	=	παιδοδοντίατρος
παιδοδοντιάτρων	=	παιδοδοντίατρος
παιδοθεσία	noun	η υιοθεσία
παιδοθεσίας	noun	γενική ενικού του παιδοθεσία
παιδοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοθεσία
παιδοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδοθεσία
παιδοκαρδιολόγε	=	παιδοκαρδιολόγος
παιδοκαρδιολόγο	=	παιδοκαρδιολόγος
παιδοκαρδιολόγοι	=	παιδοκαρδιολόγος
παιδοκαρδιολόγος	noun	καρδιολόγος που ειδικεύεται στις παιδικές ηλικίες
παιδοκαρδιολόγου	=	παιδοκαρδιολόγος
παιδοκαρδιολόγους	=	παιδοκαρδιολόγος
παιδοκαρδιολόγων	=	παιδοκαρδιολόγος
παιδοκαρδιοχειρουργικά	=	παιδοκαρδιοχειρουργικός
παιδοκαρδιοχειρουργικέ	=	παιδοκαρδιοχειρουργικός
παιδοκαρδιοχειρουργικές	=	παιδοκαρδιοχειρουργική
παιδοκαρδιοχειρουργική	noun	η καρδιοχειρουργική επιστήμη εξειδικευμένη σε παιδικές ηλικίες
παιδοκαρδιοχειρουργικής	=	παιδοκαρδιοχειρουργική
παιδοκαρδιοχειρουργικοί	=	παιδοκαρδιοχειρουργικός
παιδοκαρδιοχειρουργικού	=	παιδοκαρδιοχειρουργικός
παιδοκαρδιοχειρουργικούς	=	παιδοκαρδιοχειρουργικός
παιδοκαρδιοχειρουργικό	=	παιδοκαρδιοχειρουργικός
παιδοκαρδιοχειρουργικός	adj	που έχει σχέση με τον παιδοκαρδιοχειρουργό ή αναφέρεται σ’ αυτόν και στις εγχειρήσεις που κάνει
παιδοκαρδιοχειρουργικών	=	παιδοκαρδιοχειρουργική
παιδοκομήσαμε	=	παιδοκομώ
παιδοκομήσαν	=	παιδοκομώ
παιδοκομήσανε	=	παιδοκομώ
παιδοκομήσατε	=	παιδοκομώ
παιδοκομήσει	=	παιδοκομώ
παιδοκομήστε	=	παιδοκομώ
παιδοκομία	noun	η ανατροφή και η περιποίηση παιδιών σε μικρή ηλικία
παιδοκομίας	noun	γενική ενικού του παιδοκομία
παιδοκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοκομία
παιδοκομεί	=	παιδοκομώ
παιδοκομεία	=	παιδοκομείο
παιδοκομείο	noun	ίδρυμα που περιθάλπει και φροντίζει ορφανά ή εγκατελειμμένα παιδιά
παιδοκομείου	=	παιδοκομείο
παιδοκομείς	=	παιδοκομώ
παιδοκομείτε	=	παιδοκομώ
παιδοκομείων	=	παιδοκομείο
παιδοκομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοκομικό	adv	από παιδοκομική άποψη
παιδοκομικέ	adj	κλητική ενικού του παιδοκομικός
παιδοκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοκομική
παιδοκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδοκομικός
παιδοκομικής	adj	γενική ενικού του παιδοκομική
παιδοκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδοκομικός
παιδοκομικού	adj	γενική ενικού του παιδοκομικός
παιδοκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδοκομικός
παιδοκομικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδοκομικός
παιδοκομικός	adj	σχετικός με την παιδοκομία
παιδοκομικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδοκομικός
παιδοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδοκομία
παιδοκομούμε	=	παιδοκομώ
παιδοκομούν	=	παιδοκομώ
παιδοκομούνε	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσα	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσαμε	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσαν	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσανε	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσατε	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσε	=	παιδοκομώ
παιδοκομούσες	=	παιδοκομώ
παιδοκομώ	verb	ανατρέφω και προσέχω παιδιά
παιδοκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παιδοκομώ
παιδοκτονία	noun	ο φόνος ενός παιδιού από τον πατέρα ή τη μητέρα του
παιδοκτονίας	noun	γενική ενικού του παιδοκτονία
παιδοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοκτονία
παιδοκτονικά	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικέ	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικές	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονική	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικής	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικοί	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικού	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικούς	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικό	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονικός	adj	που έχει σχέση με παιδοκτόνο ή παιδοκτονία ή αναφέρεται σ’ αυτά
παιδοκτονικών	=	παιδοκτονικός
παιδοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδοκτονία
παιδοκτόνε	noun	κλητική ενικού του παιδοκτόνος
παιδοκτόνο	noun	αιτιατική ενικού του παιδοκτόνος
παιδοκτόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδοκτόνος
παιδοκτόνος	noun	ο πατέρας ή η μητέρα που σκότωσε το ίδιο το παιδί του/της
παιδοκτόνου	noun	γενική ενικού του παιδοκτόνος
παιδοκτόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδοκτόνος
παιδοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του παιδοκτόνος
παιδοκόμε	noun	κλητική ενικού του παιδοκόμος
παιδοκόμησα	=	παιδοκομώ
παιδοκόμησαν	=	παιδοκομώ
παιδοκόμησε	=	παιδοκομώ
παιδοκόμησες	=	παιδοκομώ
παιδοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του παιδοκόμος
παιδοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδοκόμος
παιδοκόμος	noun	που ασχολείται με την παιδοκομία
παιδοκόμου	noun	γενική ενικού του παιδοκόμος
παιδοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδοκόμος
παιδοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του παιδοκόμος
παιδολογία	noun|dated	παλιός επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τα παιδιά, που συνδύαζε τη σχολική υγιεινή (παιδομετρική και φυσιολογία) με την παιδαγωγική ψυχολογία και την παιδοψυχιατρική
παιδολογίας	=	παιδολογία
παιδολογίες	=	παιδολογία
παιδολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδολογικό
παιδολογικέ	adj	κλητική ενικού του παιδολογικός
παιδολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδολογική
παιδολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδολογικός
παιδολογικής	adj	γενική ενικού του παιδολογική
παιδολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδολογικός
παιδολογικού	adj	γενική ενικού του παιδολογικός
παιδολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδολογικός
παιδολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδολογικός
παιδολογικός	adj	σχετικός με την παιδολογία
παιδολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδολογικός
παιδολογιού	=	παιδολόγι
παιδολογιών	=	παιδολογία
παιδολόγι	noun	παιδολόι
παιδολόγια	=	παιδολόγι
παιδολόι	noun	πολλά παιδιά, παιδομάνι
παιδομάζωμα	noun	η αρπαγή παιδιών χριστιανών με σκοπό τον εξισλαμισμό τους και την κατάταξή τους στα τάγματα των γενιτσάρων
παιδομάνι	noun	ένα μεγάλο σύνολο παιδιών
παιδομάνια	=	παιδομάνι
παιδομαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παιδομάζωμα
παιδομαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδομάζωμα
παιδομαζώματος	noun	γενική ενικού του παιδομάζωμα
παιδομετρία	noun	κλάδος της παιδαγωγικής που ασχολείται με τη μέτρηση των σωματικών, πνευματικών και ψυχικών ικανοτήτων των παιδιών
παιδομετρίας	=	παιδομετρία
παιδομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδομετρία
παιδομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδομετρικό
παιδομετρικέ	adj	κλητική ενικού του παιδομετρικός
παιδομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδομετρική
παιδομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδομετρικός
παιδομετρικής	adj	γενική ενικού του παιδομετρική
παιδομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδομετρικός
παιδομετρικού	adj	γενική ενικού του παιδομετρικός
παιδομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιδομετρικός
παιδομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του παιδομετρικός
παιδομετρικός	adj	σχετικός με την παιδομετρία
παιδομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του παιδομετρικός
παιδομετριών	=	παιδομετρία
παιδομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του παιδομορφισμός
παιδομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδομορφισμός
παιδομορφισμού	noun	γενική ενικού του παιδομορφισμός
παιδομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδομορφισμός
παιδομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του παιδομορφισμός
παιδομορφισμός	noun	παθολογική κατάσταση όπου τα μέρη του σώματος ενός ενήλικα θυμίζουν παιδιού
παιδομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του παιδομορφισμός
παιδονευρολόγε	=	παιδονευρολόγος
παιδονευρολόγο	=	παιδονευρολόγος
παιδονευρολόγοι	=	παιδονευρολόγος
παιδονευρολόγος	noun	νευρολόγος που ειδικεύεται στις παιδικές ηλικίες
παιδονευρολόγου	=	παιδονευρολόγος
παιδονευρολόγους	=	παιδονευρολόγος
παιδονευρολόγων	=	παιδονευρολόγος
παιδονομία	noun	η εποπτεία των παιδιών
παιδονομίας	=	παιδονομία
παιδονομίες	=	παιδονομία
παιδονομιών	=	παιδονομία
παιδονόμε	=	παιδονόμος
παιδονόμο	=	παιδονόμος
παιδονόμοι	=	παιδονόμος
παιδονόμος	noun	ο υπεύθυνος για την επιτήρηση των παιδιών σε ένα ίδρυμα
παιδονόμου	=	παιδονόμος
παιδονόμους	=	παιδονόμος
παιδονόμων	=	παιδονόμος
παιδοποίηση	noun|rare	η τεκνοποίηση
παιδοποιία	noun	η τεκνοποίηση
παιδοποιίας	noun	γενική ενικού του παιδοποιία
παιδοποιίες	=	παιδοποιία
παιδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοποιημένο
παιδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του παιδοποιημένος
παιδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοποιημένη
παιδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδοποιημένος
παιδοποιημένης	verb	γενική ενικού του παιδοποιημένη
παιδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του παιδοποιημένος
παιδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδοποιημένος
παιδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιδοποιημένος
παιδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παιδοποιημένος
παιδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιδοποιημένος
παιδοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδοποιία
παιδοποιώ	verb|rare	τεκνοποιώ
παιδοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παιδοποιώ
παιδοπόλεις	=	παιδόπολη
παιδοπόλεων	=	παιδόπολη
παιδοτρίβες	=	παιδοτρίβης
παιδοτρίβη	=	παιδοτρίβης
παιδοτρίβης	noun	γυμναστής παιδιών και εφήβων στην αρχαία Ελλάδα
παιδοτριβών	=	παιδοτρίβης
παιδοτόπου	=	παιδότοπος
παιδοτόπους	=	παιδότοπος
παιδοτόπων	=	παιδότοπος
παιδουπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδούπολη
παιδουπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του παιδούπολη
παιδουπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του παιδούπολη
παιδοφιλία	noun	η ερωτική έλξη που νιώθουν ενήλικες προς παιδιά προεφηβικής ηλικίας
παιδοφιλίας	noun	γενική ενικού του παιδοφιλία
παιδοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοφιλία
παιδοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδοφιλία
παιδοχειρουργέ	=	παιδοχειρουργός
παιδοχειρουργικά	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικέ	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικές	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργική	noun	ο κλάδος της χειρουργικής που αφορά σε χειρουργικές επεμβάσεις σε παιδιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικής	=	παιδοχειρουργική
παιδοχειρουργικοί	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικού	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικούς	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικό	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργικός	adj	σχετικός με τον παιδοχειρουργό ή αναφέρεται σ’ αυτόν και στις εγχειρήσεις που κάνει
παιδοχειρουργικών	=	παιδοχειρουργικός
παιδοχειρουργοί	=	παιδοχειρουργός
παιδοχειρουργού	=	παιδοχειρουργός
παιδοχειρουργούς	=	παιδοχειρουργός
παιδοχειρουργό	=	παιδοχειρουργός
παιδοχειρουργός	noun	χειρουργός που είναι ειδικευμένος/-η στο να κάνει επεμβάσεις σε παιδιά
παιδοχειρουργών	=	παιδοχειρουργός
παιδοχειρούργε	=	παιδοχειρούργος
παιδοχειρούργο	=	παιδοχειρούργος
παιδοχειρούργοι	=	παιδοχειρούργος
παιδοχειρούργος	noun	άλλη μορφή του παιδοχειρουργός (με μετακίνηση τόνου)
παιδοχειρούργου	=	παιδοχειρούργος
παιδοχειρούργους	=	παιδοχειρούργος
παιδοχειρούργων	=	παιδοχειρούργος
παιδοψυχίατρε	noun	κλητική ενικού του παιδοψυχίατρος
παιδοψυχίατρο	noun	αιτιατική ενικού του παιδοψυχίατρος
παιδοψυχίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδοψυχίατρος
παιδοψυχίατρος	noun	ο ψυχίατρος που έχει ειδικευτεί στην αντιμετώπιση προβλημάτων της παιδικής ηλικίας
παιδοψυχίατρου	=	παιδοψυχίατρος
παιδοψυχίατρους	=	παιδοψυχίατρος
παιδοψυχιάτρου	noun	γενική ενικού του παιδοψυχίατρος
παιδοψυχιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδοψυχίατρος
παιδοψυχιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του παιδοψυχίατρος
παιδοψυχιατρικές	=	παιδοψυχιατρική
παιδοψυχιατρική	noun	ο κλάδος της ψυχιατρικής που ασχολείται με τα ιδιαίτερα προβλήματα της παιδικής ηλικίας
παιδοψυχιατρικής	=	παιδοψυχιατρική
παιδοψυχιατρικών	=	παιδοψυχιατρική
παιδοψυχολογία	noun	ο κλάδος της ψυχολογίας που ασχολείται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και προβλήματα της παιδικής ηλικίας
παιδοψυχολογίας	noun	γενική ενικού του παιδοψυχολογία
παιδοψυχολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδοψυχολογία
παιδοψυχολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παιδοψυχολογία
παιδοψυχολόγε	noun	κλητική ενικού του παιδοψυχολόγος
παιδοψυχολόγο	noun	αιτιατική ενικού του παιδοψυχολόγος
παιδοψυχολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδοψυχολόγος
παιδοψυχολόγος	noun	ο ψυχολόγος που έχει ειδικευτεί στα ιδιαίτερα προβλήματα της παιδικής ηλικίας
παιδοψυχολόγου	noun	γενική ενικού του παιδοψυχολόγος
παιδοψυχολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παιδοψυχολόγος
παιδοψυχολόγων	noun	γενική πληθυντικού του παιδοψυχολόγος
παιδούλα	noun	κορίτσι μικρής ηλικίας
παιδούλας	=	παιδούλα
παιδούλες	=	παιδούλα
παιδούπολη	noun	πόλη (ή κατάλυμα) στην οποία ζουν κυρίως ή αποκλειστικά παιδιά
παιδούπολης	noun	γενική ενικού του παιδούπολη
παιδωμές	=	παιδωμή
παιδωμή	noun	ο παιδεμός, το βάσανο
παιδωμής	=	παιδωμή
παιδωμών	=	παιδωμή
παιδόκοσμε	=	παιδόκοσμος
παιδόκοσμο	=	παιδόκοσμος
παιδόκοσμοι	=	παιδόκοσμος
παιδόκοσμος	noun	σύνολο παιδιών
παιδόκοσμου	=	παιδόκοσμος
παιδόκοσμους	=	παιδόκοσμος
παιδόκοσμων	=	παιδόκοσμος
παιδόπολη	noun	άλλη γραφή του παιδούπολη
παιδόπολης	=	παιδόπολη
παιδόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδόπουλο
παιδόπουλο	noun|vulgar	παιδί, παιδάκι
παιδόπουλου	noun	γενική ενικού του παιδόπουλο
παιδόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του παιδόπουλο
παιδότοπε	=	παιδότοπος
παιδότοπο	=	παιδότοπος
παιδότοποι	=	παιδότοπος
παιδότοπος	noun	τόπος διαμορφωμένος και εφοδιασμένος για να διασκεδάζουν και να παίζουν παιδιά
παιδότοπου	=	παιδότοπος
παιδότοπους	=	παιδότοπος
παιδότοπων	=	παιδότοπος
παιδόφιλα	=	παιδόφιλος
παιδόφιλε	=	παιδόφιλος
παιδόφιλες	=	παιδόφιλος
παιδόφιλη	=	παιδόφιλος
παιδόφιλης	=	παιδόφιλος
παιδόφιλο	=	παιδόφιλος
παιδόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιδόφιλος
παιδόφιλος	adj	που έλκεται σεξουαλικά από άτομα παιδικής ηλικίας
παιδόφιλου	=	παιδόφιλος
παιδόφιλους	=	παιδόφιλος
παιδόφιλων	=	παιδόφιλος
παιζογέλα	=	παιζογελάω
παιζογέλαγε	=	παιζογελάω
παιζογέλασα	=	παιζογελάω
παιζογέλησα	=	παιζογελάω
παιζογέλησαν	=	παιζογελάω
παιζογέλησε	=	παιζογελάω
παιζογέλησες	=	παιζογελάω
παιζογελά	=	παιζογελάω
παιζογελάει	=	παιζογελάω
παιζογελάμε	=	παιζογελάω
παιζογελάν	=	παιζογελάω
παιζογελάνε	=	παιζογελάω
παιζογελάς	=	παιζογελάω
παιζογελάτε	=	παιζογελάω
παιζογελάω	verb|vulgar	παίζω γελώντας
παιζογελήσαμε	=	παιζογελάω
παιζογελήσαν	=	παιζογελάω
παιζογελήσανε	=	παιζογελάω
παιζογελήσατε	=	παιζογελάω
παιζογελήσει	=	παιζογελάω
παιζογελήστε	=	παιζογελάω
παιζογελούμε	=	παιζογελάω
παιζογελούν	=	παιζογελάω
παιζογελούνε	=	παιζογελάω
παιζογελούσα	=	παιζογελάω
παιζογελούσαμε	=	παιζογελάω
παιζογελούσαν	=	παιζογελάω
παιζογελούσανε	=	παιζογελάω
παιζογελούσατε	=	παιζογελάω
παιζογελούσε	=	παιζογελάω
παιζογελούσες	=	παιζογελάω
παιζογελώ	verb	άλλη μορφή του παιζογελάω
παιζογελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παιζογελάω / παιζογελώ
παιζόμασταν	=	παίζω
παιζόμαστε	=	παίζω
παιζόμουν	=	παίζω
παιζόμουνα	=	παίζω
παιζόντουσαν	=	παίζω
παιζόσασταν	=	παίζω
παιζόσαστε	=	παίζω
παιζόσουν	=	παίζω
παιζόσουνα	=	παίζω
παιζόταν	=	παίζω
παιζότανε	=	παίζω
παικταρά	noun	άλλη μορφή του παιχταρά, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παιχταράς
παικταράδες	noun	άλλη μορφή του παιχταράδες, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχταράς
παικταράδων	noun	άλλη μορφή του παιχταράδων: γενική πληθυντικού του παιχταράς
παικταράς	noun	άλλη μορφή του παιχταράς
παικτικά	=	παικτικός
παικτικέ	=	παικτικός
παικτικές	=	παικτικός
παικτική	=	παικτικός
παικτικής	=	παικτικός
παικτικοί	=	παικτικός
παικτικού	=	παικτικός
παικτικούς	=	παικτικός
παικτικό	=	παικτικός
παικτικός	adj	που έχει σχέση με παίκτη ή παίξιμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
παικτικών	=	παικτικός
παικτριών	noun	γενική πληθυντικού του παίκτρια
παικτών	noun	γενική πληθυντικού του παίκτης
παινάδι	noun|vulgar	ό,τι αξίζει να επαινεθεί
παινάδια	=	παινάδι
παινέδι	noun	ο έπαινος
παινέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίνεμα
παινέματος	noun	γενική ενικού του παίνεμα
παινέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παινέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύω
παιναδιού	=	παινάδι
παιναδιών	=	παινάδι
παινεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παίνεμα
παινεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παινεμένο
παινεμένε	verb	κλητική ενικού του παινεμένος
παινεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παινεμένη
παινεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παινεμένος
παινεμένης	verb	γενική ενικού του παινεμένη
παινεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παινεμένος
παινεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παινεμένος
παινεμένος	verb	που τον έχουν επαινέσει
παινεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παινεμένος
παινεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παινεμένος
παινεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παινεμένος
παινεσιά	noun|vulgar	ο έπαινος
παινεσιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παινεσιάρης
παινεσιάρας	adj	γενική ενικού του παινεσιάρα
παινεσιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παινεσιάρα
παινεσιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παινεσιάρης
παινεσιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παινεσιάρης
παινεσιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του παινεσιάρης
παινεσιάρης	adj	που του αρέσει να παινεύεται
παινεσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παινεσιάρικο
παινεσιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του παινεσιάρης
παινεσιάρικου	adj	γενική ενικού του παινεσιάρικο
παινεσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του παινεσιάρικο
παινεσιάς	noun	γενική ενικού του παινεσιά
παινεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παινεσιά
παινεσιών	=	παινεσιά
παινευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινεύομαι	verb	είμαι περήφανος για κάτι
παινεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παινεύομαι
παινεύω	verb	άλλη μορφή του επαινώ
παινώ	verb	άλλη μορφή του επαινώ
παιξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παίξιμο
παιξίματος	noun	γενική ενικού του παίξιμο
παιξιμάτων	=	παίξιμο
παιπάλες	=	παιπάλη
παιπάλη	noun	ψιλό αλεύρι
παιπάλης	=	παιπάλη
παιπαλών	=	παιπάλη
παιρνόμασταν	=	παίρνω
παιρνόμαστε	=	παίρνω
παιρνόμουν	=	παίρνω
παιρνόμουνα	=	παίρνω
παιρνόντουσαν	=	παίρνω
παιρνόσασταν	=	παίρνω
παιρνόσαστε	=	παίρνω
παιρνόσουν	=	παίρνω
παιρνόσουνα	=	παίρνω
παιρνόταν	=	παίρνω
παιρνότανε	=	παίρνω
παις	noun|formal	το παιδί (σε παγιωμένες εκφράσεις)
παιχνίδι	noun	αντικείμενο ή δραστηριότητα ευχαρίστησης, διασκέδασης, ψυχαγωγίας και μερικές φορές, άσκησης και μάθησης
παιχνίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνίδι
παιχνίδιζα	=	παιχνιδίζω
παιχνίδιζαν	=	παιχνιδίζω
παιχνίδιζε	=	παιχνιδίζω
παιχνίδιζες	=	παιχνιδίζω
παιχνίδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνίδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνίδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνίδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνίδισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παιχνιδίζω
παιχνιδάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδάδικο
παιχνιδάδικο	noun	κατάστημα παιχνιδιών
παιχνιδάδικου	=	παιχνιδάδικο
παιχνιδάδικων	=	παιχνιδάδικο
παιχνιδάκι	noun	μικρό παιχνίδι
παιχνιδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδάκι
παιχνιδίζαμε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζαν	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζανε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζατε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζει	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζεις	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζετε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζοντας	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζουμε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζουν	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζουνε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίζω	verb|figurative	παίζω ή φαίνομαι σαν να παίζω και να κινούμαι χαριτωμένα και με ζωηράδα
παιχνιδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσαν	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίσανε	=	παιχνιδίζω
παιχνιδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνίδισμα
παιχνιδίσματος	noun	γενική ενικού του παιχνίδισμα
παιχνιδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιχνιδίζω
παιχνιδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιχνιδιάρης
παιχνιδιάρας	adj	γενική ενικού του παιχνιδιάρα
παιχνιδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδιάρα
παιχνιδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παιχνιδιάρης
παιχνιδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδιάρης
παιχνιδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του παιχνιδιάρης
παιχνιδιάρης	adj	που του αρέσει να παίζει
παιχνιδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδιάρικο
παιχνιδιάρικε	adj	κλητική ενικού του παιχνιδιάρικος
παιχνιδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδιάρικη
παιχνιδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιχνιδιάρικος
παιχνιδιάρικης	adj	γενική ενικού του παιχνιδιάρικη
παιχνιδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του παιχνιδιάρης
παιχνιδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδιάρικος
παιχνιδιάρικος	adj	που γίνεται για παιχνίδι ή χαριεντισμό, με αστεία ή φιλική ή ερωτική διάθεση
παιχνιδιάρικου	adj	γενική ενικού του παιχνιδιάρικο
παιχνιδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παιχνιδιάρικος
παιχνιδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του παιχνιδιάρικο
παιχνιδιάρισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παιχνιδιαρίζω
παιχνιδιαρίζω	verb	γίνομαι παιχνιδιάρης
παιχνιδιού	noun	γενική ενικού του παιχνίδι
παιχνιδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παιχνίδισμα
παιχνιδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδισμένο
παιχνιδισμένε	verb	κλητική ενικού του παιχνιδισμένος
παιχνιδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδισμένη
παιχνιδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παιχνιδισμένος
παιχνιδισμένης	verb	γενική ενικού του παιχνιδισμένη
παιχνιδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παιχνιδισμένος
παιχνιδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδισμένος
παιχνιδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παιχνιδισμένος
παιχνιδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παιχνιδισμένος
παιχνιδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παιχνιδισμένος
παιχνιδιών	=	παιχνίδι
παιχνιδοκονσολών	noun	γενική πληθυντικού του παιχνιδοκονσόλα
παιχνιδοκονσόλα	noun	κονσόλα με την οποία παίζονται ηλεκτρονικά παιχνίδια
παιχνιδοκονσόλας	noun	γενική ενικού του παιχνιδοκονσόλα
παιχνιδοκονσόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδοκονσόλα
παιχνιδολογία	noun	η μελέτη του σχεδιασμού παιχνιδιών
παιχνιδολογίας	noun	γενική ενικού του παιχνιδολογία
παιχνιδολογίες	=	παιχνιδολογία
παιχνιδολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παιχνιδολογία
παιχνιδομάγαζα	=	παιχνιδομάγαζο
παιχνιδομάγαζο	noun	μαγαζί που πουλάει παιχνίδια
παιχνιδομάγαζου	=	παιχνιδομάγαζο
παιχνιδομάγαζων	=	παιχνιδομάγαζο
παιχνιδομηχανές	=	παιχνιδομηχανή
παιχνιδομηχανή	noun	συσκευή η οποία έχει σχεδιαστεί για να παίζει κάποιος βιντεοπαιχνίδια
παιχνιδομηχανής	=	παιχνιδομηχανή
παιχνιδομηχανών	=	παιχνιδομηχανή
παιχνιδοτράγουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχνιδοτράγουδο
παιχνιδοτράγουδο	noun	διασκεδαστικό παιδικό τραγούδι ή ρυθμική απαγγελία που είναι ταυτόχρονα και παιχνίδι λέξεων, ρυθμών ή γενικά έχει παιγνιώδη διάθεση
παιχνιδοτράγουδου	noun	γενική ενικού του παιχνιδοτράγουδο
παιχνιδοτράγουδων	noun	γενική πληθυντικού του παιχνιδοτράγουδο
παιχνιδουπόλεις	=	παιχνιδούπολη
παιχνιδουπόλεων	=	παιχνιδούπολη
παιχνιδούπολη	noun	χώρος, υπαίθριος ή κλειστός, εξοπλισμένος κατάλληλα για να στεγάσει διάφορες δραστηριότητες για παιδιά
παιχνιδούπολης	=	παιχνιδούπολη
παιχτάρα	noun	θηλυκό του παιχταράς
παιχτάρας	=	παιχτάρα
παιχτάρες	=	παιχτάρα
παιχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτήκαν	=	παίζω
παιχτήκανε	=	παίζω
παιχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παιχταράς
παιχταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιχταράς
παιχταράδων	noun	γενική πληθυντικού του παιχταράς
παιχταράς	noun	πολύ ικανός παίκτης, ιδίως σε ομαδικό άθλημα, αλλά και γενικότερα
παιχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτούνε	=	παίζω
παιχτούρα	noun|informal	πολύ ικανός παίκτης, ιδίως σε ομαδικό άθλημα, αλλά και γενικότερα
παιχτούρας	=	παιχτούρα
παιχτούρες	=	παιχτούρα
παιχτριών	=	παίχτρια
παιχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζομαι
παιχτών	=	παίχτης
παιωνιών	noun	γενική πληθυντικού του παιώνια
παιώνια	noun	γένος λουλουδιών
παιώνιας	noun	γενική ενικού του παιώνια
παιώνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιώνια
πακ	abbrev	ελληνική αντιδικτατορική οργάνωση την οποία ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου
πακέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακέτο
πακέταρα	=	πακετάρω
πακέταραν	=	πακετάρω
πακέταρε	=	πακετάρω
πακέταρες	=	πακετάρω
πακέτο	noun	δέμα (π.χ. δώρο) περιτυλιγμένο σε χαρτί
πακέτου	noun	γενική ενικού του πακέτο
πακέτων	noun	γενική πληθυντικού του πακέτο
πακετάραμε	=	πακετάρω
πακετάραν	=	πακετάρω
πακετάρανε	=	πακετάρω
πακετάρατε	=	πακετάρω
πακετάρει	=	πακετάρω
πακετάρεις	=	πακετάρω
πακετάρεσαι	=	πακετάρω
πακετάρεστε	=	πακετάρω
πακετάρεται	=	πακετάρω
πακετάρετε	=	πακετάρω
πακετάριζα	=	πακετάρω
πακετάριζαν	=	πακετάρω
πακετάριζε	=	πακετάρω
πακετάριζες	=	πακετάρω
πακετάρισα	=	πακετάρω
πακετάρισαν	=	πακετάρω
πακετάρισε	=	πακετάρω
πακετάρισες	=	πακετάρω
πακετάρισμα	noun	συσκευασία σε πακέτο ή πακέτα
πακετάρομαι	verb|rare	με κάνουν πακέτο (σε χρήση σε λίγες μορφές, όπως «πακετάρεται»)
πακετάρομε	=	πακετάρω
πακετάρονται	=	πακετάρω
πακετάρονταν	=	πακετάρω
πακετάροντας	=	πακετάρω
πακετάρουμε	=	πακετάρω
πακετάρουν	=	πακετάρω
πακετάρουνε	=	πακετάρω
πακετάρω	verb	τοποθετώ αντικείμενα σε ένα κουτί ή τα τυλίγω με χαρτί, ώστε να πάρουν τη μορφή πακέτου πριν τη μεταφορά τους
πακεταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακετάρισμα
πακεταρίσματος	noun	γενική ενικού του πακετάρισμα
πακεταρίσου	=	πακετάρω
πακεταρίστηκα	=	πακετάρω
πακεταρίστηκαν	=	πακετάρω
πακεταρίστηκε	=	πακετάρω
πακεταρίστηκες	=	πακετάρω
πακεταριζόμασταν	=	πακετάρω
πακεταριζόμαστε	=	πακετάρω
πακεταριζόμουν	=	πακετάρω
πακεταριζόμουνα	=	πακετάρω
πακεταριζόντουσαν	=	πακετάρω
πακεταριζόσασταν	=	πακετάρω
πακεταριζόσαστε	=	πακετάρω
πακεταριζόσουν	=	πακετάρω
πακεταριζόσουνα	=	πακετάρω
πακεταριζόταν	=	πακετάρω
πακεταριζότανε	=	πακετάρω
πακεταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πακετάρισμα
πακεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακεταρισμένο
πακεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του πακεταρισμένος
πακεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακεταρισμένη
πακεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πακεταρισμένος
πακεταρισμένης	verb	γενική ενικού του πακεταρισμένη
πακεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πακεταρισμένος
πακεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πακεταρισμένος
πακεταρισμένος	=	πακετάρω
πακεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πακεταρισμένος
πακεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πακεταρισμένος
πακεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πακεταρισμένος
πακεταριστήκαμε	=	πακετάρω
πακεταριστήκαν	=	πακετάρω
πακεταριστήκανε	=	πακετάρω
πακεταριστήκατε	=	πακετάρω
πακεταριστής	noun	ειδικευμένος στο αμπαλάζ-πακετάρισμα υπάλληλος, εργάτης ή μηχάνημα
πακεταριστεί	=	πακετάρω
πακεταριστείς	=	πακετάρω
πακεταριστείτε	=	πακετάρω
πακεταριστούμε	=	πακετάρω
πακεταριστούν	=	πακετάρω
πακεταριστούνε	=	πακετάρω
πακεταριστώ	=	πακετάρω
πακιστανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακιστανικό
πακιστανικέ	adj	κλητική ενικού του πακιστανικός
πακιστανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακιστανική
πακιστανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πακιστανικός
πακιστανικής	adj	γενική ενικού του πακιστανική
πακιστανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πακιστανικός
πακιστανικού	adj	γενική ενικού του πακιστανικός
πακιστανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πακιστανικός
πακιστανικό	adj	αιτιατική ενικού του πακιστανικός
πακιστανικός	adj	σχετικός με το Πακιστάν και τους Πακιστανούς
πακιστανικών	adj	γενική πληθυντικού του πακιστανικός
πακτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτωλέ	noun	κλητική ενικού του πακτωλός
πακτωλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πακτωλός
πακτωλού	noun	γενική ενικού του πακτωλός
πακτωλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πακτωλός
πακτωλό	noun	αιτιατική ενικού του πακτωλός
πακτωλός	noun	πληθώρα, μεγάλη ποσότητα
πακτωλών	noun	γενική πληθυντικού του πακτωλός
πακτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάκτωμα
πακτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακτωμένο
πακτωμένε	verb	κλητική ενικού του πακτωμένος
πακτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πακτωμένη
πακτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πακτωμένος
πακτωμένης	verb	γενική ενικού του πακτωμένη
πακτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πακτωμένος
πακτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πακτωμένος
πακτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πακτώνω
πακτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πακτωμένος
πακτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πακτωμένος
πακτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πακτωμένος
πακτωτές	=	πακτωτής
πακτωτή	=	πακτωτής
πακτωτήρια	=	πακτωτήριο
πακτωτήριο	noun	ναυπηγείο
πακτωτήριου	=	πακτωτήριο
πακτωτής	noun	άτομο που μισθώνει αγροτική γη ή άλλα επικερδή ακίνητα
πακτωτηρίου	=	πακτωτήριο
πακτωτηρίων	=	πακτωτήριο
πακτωτών	=	πακτωτής
πακτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνομαι
πακτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάκτωμα
πακτώματος	noun	γενική ενικού του πάκτωμα
πακτώναμε	=	πακτώνω
πακτώναν	=	πακτώνω
πακτώνανε	=	πακτώνω
πακτώνατε	=	πακτώνω
πακτώνει	=	πακτώνω
πακτώνεις	=	πακτώνω
πακτώνετε	=	πακτώνω
πακτώνοντας	=	πακτώνω
πακτώνουμε	=	πακτώνω
πακτώνουν	=	πακτώνω
πακτώνουνε	=	πακτώνω
πακτώνω	verb	στερεώνω, ακινητοποιώ κάτι που είναι μπηγμένο στο έδαφος ή στον τοίχο ή σε άλλο αντικείμενο
πακτώνων	=	πάκτωνας
πακτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώσαν	=	πακτώνω
πακτώσανε	=	πακτώνω
πακτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάκτωση
πακτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πάκτωση
πακτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πάκτωση
πακτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
πακτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πακτώνω
παλ	noun	απαλή απόχρωση
παλάβρα	noun	κενολογία, ανοησία (ανόητα λόγια), κουβέντα χωρίς σημασία ή αξία
παλάβρας	noun	που λέει ή κάνει παλάβρες
παλάβρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλάβρα
παλάβωμα	noun	το αποτέλεσμα του παλαβώνω
παλάβωνα	=	παλαβώνω
παλάβωναν	=	παλαβώνω
παλάβωνε	=	παλαβώνω
παλάβωνες	=	παλαβώνω
παλάβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλάβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλάβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλάβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλάγκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλάγκο
παλάγκο	noun	μηχανισμός με τροχαλίες που χρησιμοποιείται στα πλοία για φορτοεκφορτώσεις
παλάγκου	noun	γενική ενικού του παλάγκο
παλάγκων	noun	γενική πληθυντικού του παλάγκο
παλάμες	=	παλάμη
παλάμη	noun	το εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού, από τον καρπό μέχρι την άκρη των δακτύλων
παλάμης	=	παλάμη
παλάμιζα	=	παλαμίζω
παλάμιζαν	=	παλαμίζω
παλάμιζε	=	παλαμίζω
παλάμιζες	=	παλαμίζω
παλάμισα	=	παλαμίζω
παλάμισαν	=	παλαμίζω
παλάμισε	=	παλαμίζω
παλάμισες	=	παλαμίζω
παλάμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παλαμίζω, η επάλειψη των υφάλων βάρκας ή άλλου πλεούμενου με πίσσα ή άλλη αδιάβροχη ουσία για στεγανοποίηση
παλάντζα	noun	είδος ζυγαριάς παλιού τύπου που αποτελείται από έναν κανόνα με κινητό αντίβαρο (βαρίδι) και ένα δίσκο
παλάντζας	noun	γενική ενικού του παλάντζα
παλάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλάντζα
παλάσκα	noun	θήκη φυσιγγίων, φυσιγγιοθήκη
παλάσκας	noun	γενική ενικού του παλάσκα
παλάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλάσκα
παλάτι	noun	το ανάκτορο, το οίκημα όπου διαμένει ένας βασιλιάς, ένας ηγεμόνας
παλάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλάτι
παλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάλεμα
παλέματος	noun	γενική ενικού του πάλεμα
παλέτα	noun	εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
παλέτας	noun	γενική ενικού του παλέτα
παλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλέτα
παλέτσα	noun	το λιόπανο, ύφασμα που στρώνεται κάτω από το δέντρο της ελιάς για το μάζεμα του ελαιοκάρπου
παλέτσας	noun	γενική ενικού του παλέτσα
παλέτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλέτσα
παλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψαν	=	παλεύω
παλέψανε	=	παλεύω
παλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψομε	=	παλεύω
παλέψου	=	παλεύω
παλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψουνε	=	παλεύω
παλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλεύω
παλίλλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίλλογο
παλίλλογε	adj	κλητική ενικού του παλίλλογος
παλίλλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίλλογη
παλίλλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλίλλογος
παλίλλογης	adj	γενική ενικού του παλίλλογη
παλίλλογο	adj	αιτιατική ενικού του παλίλλογος
παλίλλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλίλλογος
παλίλλογος	adj|formal	που επαναλαμβάνεται ή επαναλαμβάνει
παλίλλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλίλλογος
παλίλλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλίλλογος
παλίλλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλίλλογος
παλίμβουλα	=	παλίμβουλος
παλίμβουλε	=	παλίμβουλος
παλίμβουλες	=	παλίμβουλος
παλίμβουλη	=	παλίμβουλος
παλίμβουλης	=	παλίμβουλος
παλίμβουλο	=	παλίμβουλος
παλίμβουλοι	=	παλίμβουλος
παλίμβουλος	adj|formal	που αλλάζει βούληση, θέληση ή γνώμη
παλίμβουλου	=	παλίμβουλος
παλίμβουλους	=	παλίμβουλος
παλίμβουλων	=	παλίμβουλος
παλίμπαις	noun|archaic	ο ενηλικιωμένος που συμπεριφέρεται σαν νέο παιδί
παλίμψηστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίμψηστο
παλίμψηστε	adj	κλητική ενικού του παλίμψηστος
παλίμψηστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίμψηστη
παλίμψηστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλίμψηστος
παλίμψηστης	adj	γενική ενικού του παλίμψηστη
παλίμψηστο	noun	περγαμηνή ή άλλο υλικό, που έχει αποξεστεί και σβηστεί, για να γραφεί κάποιο άλλο
παλίμψηστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλίμψηστος
παλίμψηστος	adj	που έχει αποξεστεί και σβηστεί, για να γραφεί κάποιο άλλο
παλίμψηστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλίμψηστος
παλίμψηστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλίμψηστος
παλίμψηστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλίμψηστος
παλίνδρομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίνδρομο
παλίνδρομε	adj	κλητική ενικού του παλίνδρομος
παλίνδρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίνδρομη
παλίνδρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλίνδρομος
παλίνδρομης	adj	γενική ενικού του παλίνδρομη
παλίνδρομο	adj	αιτιατική ενικού του παλίνδρομος
παλίνδρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλίνδρομος
παλίνδρομος	adj	συνώνυμο του παλινδρομικός: που κινείται και προς τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις
παλίνδρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλίνδρομος
παλίνδρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλίνδρομος
παλίνδρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλίνδρομος
παλίουρε	=	παλίουρος
παλίουρο	=	παλίουρος
παλίουροι	=	παλίουρος
παλίουρος	noun	άλλη μορφή του παλιούρι
παλίουρου	=	παλίουρος
παλίουρους	=	παλίουρος
παλίουρων	=	παλίουρος
παλίρροια	noun	φυσικό περιοδικό φαινόμενο κατά το οποίο ανυψώνεται και υποχωρεί η στάθμη του νερού μίας μεγάλης λίμνης και κυρίως των θαλασσών· οφείλεται στην έλξη που ασκούν η Σελήνη αλλά και ο Ήλιος πάνω στη Γη καθώς και στη περιστροφή αυτών των ουρανίων σωμάτων
παλίρροιας	noun	γενική ενικού του παλίρροια
παλίρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλίρροια
παλαίμαχα	=	παλαίμαχος
παλαίμαχε	=	παλαίμαχος
παλαίμαχες	=	παλαίμαχος
παλαίμαχη	=	παλαίμαχος
παλαίμαχης	=	παλαίμαχος
παλαίμαχο	=	παλαίμαχος
παλαίμαχοι	=	παλαίμαχος
παλαίμαχος	noun	που είχε πολεμήσει στο παρελθόν, που είχε υπηρετήσει στο στρατό σε περίοδο πολέμου και είχε συμμετάσχει σε μάχες
παλαίμαχου	=	παλαίμαχος
παλαίμαχους	=	παλαίμαχος
παλαίμαχων	=	παλαίμαχος
παλαίουρα	=	παλαίουρας
παλαίουρας	noun	ο παλαιότερος, ο πιο έμπειρος, ιδίως στη στρατιωτική αργκό
παλαίουρες	=	παλαίουρας
παλαίουρων	=	παλαίουρας
παλαίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάλαισμα
παλαίσματος	noun	γενική ενικού του πάλαισμα
παλαίστρα	noun	ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος στον οποίο διεξάγεται το αγώνισμα της πάλης
παλαίστρας	=	παλαίστρα
παλαίστρες	=	παλαίστρα
παλαίστρια	noun	θηλυκό του παλαιστής
παλαίστριας	noun	γενική ενικού του παλαίστρια
παλαίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαίστρια
παλαίτυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαίτυπο
παλαίτυπε	adj	κλητική ενικού του παλαίτυπος
παλαίτυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαίτυπη
παλαίτυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαίτυπος
παλαίτυπης	adj	γενική ενικού του παλαίτυπη
παλαίτυπο	noun	βιβλίο που έχει τυπωθεί παλαιά, στα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας
παλαίτυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαίτυπος
παλαίτυπος	adj	που έχει τυπωθεί παλαιά, στα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας
παλαίτυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλαίτυπος
παλαίτυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαίτυπος
παλαίτυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλαίτυπος
παλαίφατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαίφατο
παλαίφατε	adj	κλητική ενικού του παλαίφατος
παλαίφατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαίφατη
παλαίφατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαίφατος
παλαίφατης	adj	γενική ενικού του παλαίφατη
παλαίφατο	adj	αιτιατική ενικού του παλαίφατος
παλαίφατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαίφατος
παλαίφατος	adj|archaic	που αναφέρεται από παλαιά
παλαίφατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλαίφατος
παλαίφατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαίφατος
παλαίφατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλαίφατος
παλαίωνα	=	παλαιώνω
παλαίωναν	=	παλαιώνω
παλαίωνε	=	παλαιώνω
παλαίωνες	=	παλαιώνω
παλαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παλαιώνω
παλαίωσης	noun	γενική ενικού του παλαίωση
παλαβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβό	adv	με παλαβό τρόπο
παλαβάδα	noun	παλαβωμάρα
παλαβάδας	=	παλαβάδα
παλαβάδες	=	παλαβάδα
παλαβάδων	=	παλαβάδα
παλαβέ	adj	κλητική ενικού του παλαβός
παλαβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβή
παλαβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαβός
παλαβής	adj	γενική ενικού του παλαβή
παλαβιά	noun	παλαβομάρα
παλαβιάρα	=	παλαβιάρης
παλαβιάρη	=	παλαβιάρης
παλαβιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβιάρης
παλαβιάρηδων	=	παλαβιάρης
παλαβιάρης	noun	που κάνει παλαβομάρες
παλαβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαβός
παλαβομάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβομάρα
παλαβού	adj	γενική ενικού του παλαβός
παλαβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαβός
παλαβούτσικος	adj	λίγο παλαβός
παλαβωμάρα	noun	η ιδιότητα του παλαβού, η έλλειψη σύνεσης, η τρέλα
παλαβωμάρας	noun	γενική ενικού του παλαβωμάρα
παλαβωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβωμάρα
παλαβωμάτων	=	παλάβωμα
παλαβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβωμένο
παλαβωμένε	verb	κλητική ενικού του παλαβωμένος
παλαβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαβωμένη
παλαβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαβωμένος
παλαβωμένης	verb	γενική ενικού του παλαβωμένη
παλαβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παλαβωμένος
παλαβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαβωμένος
παλαβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλαβωμένος
παλαβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παλαβωμένος
παλαβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλαβωμένος
παλαβό	adj	αιτιατική ενικού του παλαβός
παλαβός	adj	τρελός, ανισόρροπος
παλαβώματα	=	παλάβωμα
παλαβώματος	=	παλάβωμα
παλαβών	adj	γενική πληθυντικού του παλαβός
παλαβώναμε	=	παλαβώνω
παλαβώναν	=	παλαβώνω
παλαβώνανε	=	παλαβώνω
παλαβώνατε	=	παλαβώνω
παλαβώνει	=	παλαβώνω
παλαβώνεις	=	παλαβώνω
παλαβώνετε	=	παλαβώνω
παλαβώνοντας	=	παλαβώνω
παλαβώνουμε	=	παλαβώνω
παλαβώνουν	=	παλαβώνω
παλαβώνουνε	=	παλαβώνω
παλαβώνω	verb	τρελαίνομαι, φέρομαι σαν τρελός
παλαβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσαν	=	παλαβώνω
παλαβώσανε	=	παλαβώνω
παλαβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαβώνω
παλαδίνε	=	παλαδίνος
παλαδίνο	=	παλαδίνος
παλαδίνοι	=	παλαδίνος
παλαδίνος	noun	ο ιππότης
παλαδίνου	=	παλαδίνος
παλαδίνους	=	παλαδίνος
παλαδίνων	=	παλαδίνος
παλαιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιός	adv|dated	παλιά, στο παρελθόν, κατά το παρελθόν.
παλαιάς	adj	γενική ενικού του παλαιά
παλαιέ	adj	κλητική ενικού του παλαιός
παλαιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιά
παλαιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιός
παλαιής	adj	γενική ενικού του παλαιή
παλαιικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιικό
παλαιικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιικός
παλαιικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιική
παλαιική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιικός
παλαιικής	adj	γενική ενικού του παλαιική
παλαιικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιικός
παλαιικού	adj	γενική ενικού του παλαιικός
παλαιικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιικός
παλαιικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιικός
παλαιικός	adj	που αναφέρεται σε κάτι που συνηθιζόταν στο παρελθόν (μπορεί να εκφράζει μια ελαφρά αρνητική έννοια)
παλαιικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιικός
παλαιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιός
παλαιοανθρωπολογία	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που μελετά την εμφάνιση και εξέλιξη του ανθρώπου, κυρίως μέσα από την εξέταση απολιθωμάτων σκελετών και οστών
παλαιοανθρωπολογίας	noun	γενική ενικού του παλαιοανθρωπολογία
παλαιοανθρωπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοανθρωπολογία
παλαιοανθρωπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοανθρωπολογία
παλαιοανθρωπολόγε	=	παλαιοανθρωπολόγος
παλαιοανθρωπολόγο	=	παλαιοανθρωπολόγος
παλαιοανθρωπολόγοι	=	παλαιοανθρωπολόγος
παλαιοανθρωπολόγος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την παλαιοανθρωπολογία
παλαιοανθρωπολόγου	=	παλαιοανθρωπολόγος
παλαιοανθρωπολόγους	=	παλαιοανθρωπολόγος
παλαιοανθρωπολόγων	=	παλαιοανθρωπολόγος
παλαιοαρχαιολογία	noun	κλάδος της αρχαιολογίας ο οποίος μελετά την προϊστορική περίοδο
παλαιοαρχαιολογίας	=	παλαιοαρχαιολογία
παλαιοαρχαιολογίες	=	παλαιοαρχαιολογία
παλαιοαρχαιολογιών	=	παλαιοαρχαιολογία
παλαιοβαλκανικά	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικέ	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικές	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανική	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικής	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικοί	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικού	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικούς	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικό	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβαλκανικός	adj	σχετικός με τα Βαλκάνια σε παλαιότερη εποχή
παλαιοβαλκανικών	=	παλαιοβαλκανικός
παλαιοβιβλιοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοβιβλιοπωλείο
παλαιοβιβλιοπωλείο	noun	βιβλιοπωλείο στο οποίο πωλούνται παλαιά βιβλία, συχνά μεταχειρισμένα, αλλά και σπάνιες και δυσεύρετες εκδόσεις
παλαιοβιβλιοπωλείου	noun	γενική ενικού του παλαιοβιβλιοπωλείο
παλαιοβιβλιοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοβιβλιοπωλείο
παλαιοβιβλιοπωλεῖον	noun	παλαιοβιβλιοπωλείο
παλαιοβιβλιοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοβιβλιοπώλισσα
παλαιοβιβλιοπωλών	=	παλαιοβιβλιοπώλης
παλαιοβιβλιοπώλες	=	παλαιοβιβλιοπώλης
παλαιοβιβλιοπώλη	=	παλαιοβιβλιοπώλης
παλαιοβιβλιοπώλης	noun	ο βιβλιοπώλης που εξειδικεύεται σε παλαιά βιβλία, συχνά μεταχειρισμένα, αλλά και σπάνιες και δυσεύρετες εκδόσεις
παλαιοβιβλιοπώλισσας	noun	γενική ενικού του παλαιοβιβλιοπώλισσα
παλαιοβιβλιοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοβιβλιοπώλισσα
παλαιοβιολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη ζωικών και φυτικών μορφών παλαιότερων γεωλογικών εποχών
παλαιοβιολογίας	=	παλαιοβιολογία
παλαιοβιολογίες	=	παλαιοβιολογία
παλαιοβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοβιολογικό
παλαιοβιολογικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοβιολογική
παλαιοβιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογικής	adj	γενική ενικού του παλαιοβιολογική
παλαιοβιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογικού	adj	γενική ενικού του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογικός	adj	σχετικός με την παλαιοβιολογία
παλαιοβιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοβιολογικός
παλαιοβιολογιών	=	παλαιοβιολογία
παλαιοβιολόγε	=	παλαιοβιολόγος
παλαιοβιολόγο	=	παλαιοβιολόγος
παλαιοβιολόγοι	=	παλαιοβιολόγος
παλαιοβιολόγος	noun	βιολόγος που ειδικεύεται στην παλαιοντολογία
παλαιοβιολόγου	=	παλαιοβιολόγος
παλαιοβιολόγους	=	παλαιοβιολόγος
παλαιοβιολόγων	=	παλαιοβιολόγος
παλαιοβοτανική	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που μελετά τα απολιθώματα των φυτών
παλαιοβοτανικής	=	παλαιοβοτανική
παλαιοβουλγαρικά	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρικέ	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρικές	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρική	noun	η γλώσσα των Βουλγάρων κατά τον μεσαίωνα
παλαιοβουλγαρικής	=	παλαιοβουλγαρική
παλαιοβουλγαρικοί	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρικού	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρικούς	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρικό	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιοβουλγαρικός	adj	σχετικός με τη Βουλγαρία κατά την εποχή του μεσαίωνα
παλαιοβουλγαρικών	=	παλαιοβουλγαρικός
παλαιογαλλικά	noun	άλλη μορφή του παλαιά γαλλικά
παλαιογαλλικών	=	παλαιογαλλικά
παλαιογενετική	noun	(βιολογία, γενετική κλάδος της γενετικής που από ζώντα και νεκρά ζώα (όταν κάποιο ποσοστό DNA έχει διασωθεί) οδηγείται σε (παλαιο)γενετικά συμπεράσματα
παλαιογενετικής	=	παλαιογενετική
παλαιογενετιστές	=	παλαιογενετιστής
παλαιογενετιστή	=	παλαιογενετιστής
παλαιογενετιστής	noun	άνθρωπος που ασχολείται / είναι ειδικός με την παλαιογενετική
παλαιογενετιστών	=	παλαιογενετιστής
παλαιογεωγραφία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τις μακροχρόνιες και μακροσκοπικές αλλαγές της παγκόσμιας γεωγραφίας
παλαιογεωγραφίας	=	παλαιογεωγραφία
παλαιογεωγραφίες	=	παλαιογεωγραφία
παλαιογεωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιογεωγραφικό
παλαιογεωγραφικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιογεωγραφική
παλαιογεωγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφικής	adj	γενική ενικού του παλαιογεωγραφική
παλαιογεωγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφικού	adj	γενική ενικού του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφικός	adj	σχετικός με την παλαιογεωγραφία
παλαιογεωγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιογεωγραφικός
παλαιογεωγραφιών	=	παλαιογεωγραφία
παλαιογεωλογία	noun	η μελέτη της ιστορίας της γης και της εξέλιξης της γεωμορφολογίας της
παλαιογεωλογίας	noun	γενική ενικού του παλαιογεωλογία
παλαιογεωλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιογεωλογία
παλαιογεωλογιών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιογεωλογία
παλαιογράφε	noun	κλητική ενικού του παλαιογράφος
παλαιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του παλαιογράφος
παλαιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιογράφος
παλαιογράφος	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την παλαιογραφία
παλαιογράφου	noun	γενική ενικού του παλαιογράφος
παλαιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλαιογράφος
παλαιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του παλαιογράφος
παλαιογραφία	noun	η επιστήμη της ανάγνωσης παλαιών (κυρίως μεσαιωνικών) χειρογράφων
παλαιογραφίας	noun	γενική ενικού του παλαιογραφία
παλαιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιογραφία
παλαιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιογραφικό	adv|dated	από την άποψη της παλαιογραφίας
παλαιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιογραφικός
παλαιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιογραφική
παλαιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιογραφικός
παλαιογραφικής	adj	γενική ενικού του παλαιογραφική
παλαιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιογραφικός
παλαιογραφικού	adj	γενική ενικού του παλαιογραφικός
παλαιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιογραφικός
παλαιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιογραφικός
παλαιογραφικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην παλαιογραφία
παλαιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιογραφικός
παλαιογραφικώς	adv|dated	από την άποψη της παλαιογραφίας, παλαιογραφικά
παλαιογραφικῶς	adv	παλαιογραφικώς, παλαιογραφικά
παλαιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιογραφία
παλαιοεθνολογία	noun	κλάδος της εθνολογίας που μελετά τα ήθη και έθιμα των προϊστορικών εθνών
παλαιοεθνολογίας	=	παλαιοεθνολογία
παλαιοεθνολογίες	=	παλαιοεθνολογία
παλαιοεθνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοεθνολογικό
παλαιοεθνολογικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοεθνολογική
παλαιοεθνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογικής	adj	γενική ενικού του παλαιοεθνολογική
παλαιοεθνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογικού	adj	γενική ενικού του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογικός	adj	σχετικός με την παλαιοεθνολογία
παλαιοεθνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοεθνολογικός
παλαιοεθνολογιών	=	παλαιοεθνολογία
παλαιοεθνολόγε	=	παλαιοεθνολόγος
παλαιοεθνολόγο	=	παλαιοεθνολόγος
παλαιοεθνολόγοι	=	παλαιοεθνολόγος
παλαιοεθνολόγος	noun	επιστήμονας με ειδίκευση στην παλαιοεθνολογία
παλαιοεθνολόγου	=	παλαιοεθνολόγος
παλαιοεθνολόγους	=	παλαιοεθνολόγος
παλαιοεθνολόγων	=	παλαιοεθνολόγος
παλαιοελλαδίτες	=	παλαιοελλαδίτης
παλαιοελλαδίτη	=	παλαιοελλαδίτης
παλαιοελλαδίτης	noun	ο καταγόμενος από την Παλαιά Ελλάδα
παλαιοελλαδίτισσας	noun	γενική ενικού του παλαιοελλαδίτισσα
παλαιοελλαδίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοελλαδίτισσα
παλαιοελλαδιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοελλαδίτισσα
παλαιοελλαδιτών	=	παλαιοελλαδίτης
παλαιοζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοζωικό
παλαιοζωικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοζωικός
παλαιοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοζωική
παλαιοζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοζωικός
παλαιοζωικής	adj	γενική ενικού του παλαιοζωική
παλαιοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοζωικός
παλαιοζωικού	adj	γενική ενικού του παλαιοζωικός
παλαιοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοζωικός
παλαιοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοζωικός
παλαιοζωικός	adj	σχετικός με τα παλαιότερα απολιθώματα
παλαιοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοζωικός
παλαιοζωολογία	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που μελετά τα απολιθώματα των ζώων
παλαιοζωολογίας	=	παλαιοζωολογία
παλαιοζωολογίες	=	παλαιοζωολογία
παλαιοζωολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοζωολογικό
παλαιοζωολογικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοζωολογική
παλαιοζωολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογικής	adj	γενική ενικού του παλαιοζωολογική
παλαιοζωολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογικού	adj	γενική ενικού του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογικός	adj	σχετικός με την παλαιοζωολογία
παλαιοζωολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοζωολογικός
παλαιοζωολογιών	=	παλαιοζωολογία
παλαιοημερολογίτες	=	παλαιοημερολογίτης
παλαιοημερολογίτη	=	παλαιοημερολογίτης
παλαιοημερολογίτης	noun	αυτός που ακολουθεί το παλαιό (Ιουλιανό ημερολόγιο) όσον αφορά τις θρησκευτικές εορτές
παλαιοημερολογίτισσα	noun	θηλυκό του παλαιοημερολογίτης
παλαιοημερολογίτισσας	noun	γενική ενικού του παλαιοημερολογίτισσα
παλαιοημερολογίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοημερολογίτισσα
παλαιοημερολογιτισμέ	=	παλαιοημερολογιτισμός
παλαιοημερολογιτισμοί	=	παλαιοημερολογιτισμός
παλαιοημερολογιτισμού	=	παλαιοημερολογιτισμός
παλαιοημερολογιτισμούς	=	παλαιοημερολογιτισμός
παλαιοημερολογιτισμό	=	παλαιοημερολογιτισμός
παλαιοημερολογιτισμός	noun	το να είναι κάποιος παλαιοημερολογίτης
παλαιοημερολογιτισμών	=	παλαιοημερολογιτισμός
παλαιοημερολογιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοημερολογίτισσα
παλαιοημερολογιτών	=	παλαιοημερολογίτης
παλαιοκαιρίσω	=	παλιοκαιρίζω
παλαιοκλιματικά	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικέ	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικές	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματική	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικής	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικοί	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικού	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικούς	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικό	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματικός	adj	ο σχετικός με το κλίμα μιας περιοχής στο παρελθόν
παλαιοκλιματικών	=	παλαιοκλιματικός
παλαιοκλιματολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με το κλίμα κατά το παρελθόν
παλαιοκλιματολογίας	noun	γενική ενικού του παλαιοκλιματολογία
παλαιοκλιματολογίες	=	παλαιοκλιματολογία
παλαιοκλιματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοκλιματολογία
παλαιοκλιματολόγε	=	παλαιοκλιματολόγος
παλαιοκλιματολόγο	=	παλαιοκλιματολόγος
παλαιοκλιματολόγοι	=	παλαιοκλιματολόγος
παλαιοκλιματολόγος	noun	επιστήμονας ο οποίος ασχολείται με την παλαιοκλιματολογία
παλαιοκλιματολόγου	=	παλαιοκλιματολόγος
παλαιοκλιματολόγους	=	παλαιοκλιματολόγος
παλαιοκλιματολόγων	=	παλαιοκλιματολόγος
παλαιοκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοκομματικό	adv	κατά τρόπο παλαιοκομματικό, με παλαιοκομματική νοοτροπία
παλαιοκομματικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοκομματική
παλαιοκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματικής	adj	γενική ενικού του παλαιοκομματική
παλαιοκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματικού	adj	γενική ενικού του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματικός	adj	που διέπεται από τη νοοτροπία και την πρακτική του παλαιοκομματισμού
παλαιοκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοκομματικός
παλαιοκομματισμέ	noun	κλητική ενικού του παλαιοκομματισμός
παλαιοκομματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοκομματισμός
παλαιοκομματισμού	noun	γενική ενικού του παλαιοκομματισμός
παλαιοκομματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοκομματισμός
παλαιοκομματισμό	noun	αιτιατική ενικού του παλαιοκομματισμός
παλαιοκομματισμός	noun	μειωτική αναφορά στο παλαιότερο ελληνικό πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα στον προσωποπαγή χαρακτήρα των κομμάτων και τη ρουσφετολογική πρακτική τους
παλαιοκομματισμών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοκομματισμός
παλαιολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιολιθικό
παλαιολιθικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιολιθικός
παλαιολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιολιθική
παλαιολιθική	noun	πρωιμότερο τμήμα της Λίθινης Εποχής ή Εποχής του Λίθου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιολιθικός
παλαιολιθικής	adj	γενική ενικού του παλαιολιθική
παλαιολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιολιθικός
παλαιολιθικού	adj	γενική ενικού του παλαιολιθικός
παλαιολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιολιθικός
παλαιολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιολιθικός
παλαιολιθικός	adj	που έχει σχέση με την παλαιολιθική περίοδο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν
παλαιολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιολιθικός
παλαιονορβηγικά	noun	άλλη μορφή του παλαιά νορβηγικά
παλαιονορβηγικών	=	παλαιονορβηγικά
παλαιοντολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά την ιστορία της εμφάνισης και της ανάπτυξης της ζωής στη Γη, ειδικά μέσω της μελέτης των απολιθωμάτων
παλαιοντολογίας	noun	γενική ενικού του παλαιοντολογία
παλαιοντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοντολογία
παλαιοντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοντολογικό
παλαιοντολογικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοντολογική
παλαιοντολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογικής	adj	γενική ενικού του παλαιοντολογική
παλαιοντολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογικού	adj	γενική ενικού του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογικός	adj	σχετικός με την παλαιοντολογία
παλαιοντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοντολογικός
παλαιοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοντολογία
παλαιοντολόγε	=	παλαιοντολόγος
παλαιοντολόγο	=	παλαιοντολόγος
παλαιοντολόγοι	=	παλαιοντολόγος
παλαιοντολόγος	noun	επιστήμονας ο ειδικευμένος στην παλαιοντολογία
παλαιοντολόγου	=	παλαιοντολόγος
παλαιοντολόγους	=	παλαιοντολόγος
παλαιοντολόγων	=	παλαιοντολόγος
παλαιοπαθολογία	noun	επιστήμη που μελετά αρχαίους σκελετούς, οστά, δόντια, ιστούς και, γενικά, τα διάφορα υπολείμματα οργανισμών, αναφορικά με τον εντοπισμό παθολογικών αλλοιώσεων, τραυμάτων ή ίχνη από ασθένειες, καθώς και τον καθορισμό των διατροφικών συνηθειών και του τρόπου ζωής
παλαιοπαθολογίας	=	παλαιοπαθολογία
παλαιοπαθολογίες	=	παλαιοπαθολογία
παλαιοπαθολογιών	=	παλαιοπαθολογία
παλαιοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοπωλείο
παλαιοπωλείο	noun	το κατάστημα όπου πωλούνται παλιά, μεταχειρισμένα αντικείμενα, αντίκες
παλαιοπωλείου	noun	γενική ενικού του παλαιοπωλείο
παλαιοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοπωλείο
παλαιοπωλεῖον	noun	το παλαιοπωλείο
παλαιοπωλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοπωλικό
παλαιοπωλικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοπωλική
παλαιοπωλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλικής	adj	γενική ενικού του παλαιοπωλική
παλαιοπωλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλικού	adj	γενική ενικού του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλικός	adj	σχετικός με τους παλαιοπώλες και το επάγγελμά τους
παλαιοπωλικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοπωλικός
παλαιοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιοπώλισσα
παλαιοπωλών	=	παλαιοπώλης
παλαιοπώλες	=	παλαιοπώλης
παλαιοπώλη	=	παλαιοπώλης
παλαιοπώλης	noun	ο έμπορος που πουλάει παλιά αντικείμενα, μεταχειρισμένα και αρκετά από αυτά σημαντικής αξίας (αντίκες)
παλαιοπώλισσα	=	παλαιοπώλης
παλαιοπώλισσας	noun	γενική ενικού του παλαιοπώλισσα
παλαιοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοπώλισσα
παλαιοπῶλις	noun	παλαιοπώλισσα
παλαιοσίδηρε	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοσίδηρο	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοσίδηροι	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοσίδηρος	noun	σίδηρος προς ανακύκλωση
παλαιοσίδηρου	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοσιδήρου	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοσιδήρους	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοσιδήρων	=	παλαιοσίδηρος
παλαιοτήτων	=	παλαιότητα
παλαιοτουρκικά	noun	άλλη μορφή του παλαιά τουρκικά
παλαιοτουρκικών	=	παλαιοτουρκικά
παλαιοχριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοχριστιανικό
παλαιοχριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιοχριστιανικός
παλαιοχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιοχριστιανική
παλαιοχριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιοχριστιανικός
παλαιοχριστιανικής	adj	γενική ενικού του παλαιοχριστιανική
παλαιοχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιοχριστιανικός
παλαιοχριστιανικού	adj	γενική ενικού του παλαιοχριστιανικός
παλαιοχριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιοχριστιανικός
παλαιοχριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιοχριστιανικός
παλαιοχριστιανικός	adj	που αφορά τον Χριστιανισμό των πρώτων χρόνων (4ος-7ος αι.), ειδικότερα ο σχετικός με την τέχνη των πρώτων χριστιανικών αιώνων
παλαιοχριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιοχριστιανικός
παλαιοϊστολογία	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των απολιθωμένων ιστών, με την ιστολογική εξέταση των ευρημάτων από προϊστορικούς και αρχαίους σκελετούς
παλαιοϊστολογίας	=	παλαιοϊστολογία
παλαιοϊστολογίες	=	παλαιοϊστολογία
παλαιοϊστολογιών	=	παλαιοϊστολογία
παλαιοϊχνολογία	noun	κλάδος της παλαιοντολογίας που μελετά τα απολιθωμένα ίχνη που άφησαν ζωντανοί οργανισμοί
παλαιοϊχνολογίας	=	παλαιοϊχνολογία
παλαιοϊχνολογίες	=	παλαιοϊχνολογία
παλαιοϊχνολογιών	=	παλαιοϊχνολογία
παλαιού	adj	γενική ενικού του παλαιός
παλαιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιός
παλαισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάλαισμα
παλαιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιστής
παλαιστή	noun	βυζαντινή μονάδα μήκους, υποπολλαπλάσια του πήχη, ίση με το πλάτος παλάμης ενήλικου ατόμου
παλαιστής	noun	ο αθλητής του αγωνίσματος της πάλης
παλαιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιστικό
παλαιστικέ	adj	κλητική ενικού του παλαιστικός
παλαιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιστική
παλαιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιστικός
παλαιστικής	adj	γενική ενικού του παλαιστική
παλαιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιστικός
παλαιστικού	adj	γενική ενικού του παλαιστικός
παλαιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιστικός
παλαιστικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιστικός
παλαιστικός	adj	σχετικός με την πάλη και τους παλαιστές
παλαιστικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιστικός
παλαιστινιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιστινιακό
παλαιστινιακέ	adj	κλητική ενικού του παλαιστινιακός
παλαιστινιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιστινιακή
παλαιστινιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιστινιακός
παλαιστινιακής	adj	γενική ενικού του παλαιστινιακή
παλαιστινιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιστινιακός
παλαιστινιακού	adj	γενική ενικού του παλαιστινιακός
παλαιστινιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιστινιακός
παλαιστινιακό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιστινιακός
παλαιστινιακός	adj	σχετικός με την Παλαιστίνη και τους Παλαιστίνιους
παλαιστινιακών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιστινιακός
παλαιστριών	noun	γενική πληθυντικού του παλαίστρια
παλαιστρών	=	παλαίστρα
παλαιστών	noun	γενική πληθυντικού του παλαιστής
παλαιτύπου	=	παλαίτυπο
παλαιτύπων	=	παλαίτυπο
παλαιωθήκαμε	=	παλαιώνω
παλαιωθήκαν	=	παλαιώνω
παλαιωθήκανε	=	παλαιώνω
παλαιωθήκατε	=	παλαιώνω
παλαιωθεί	=	παλαιώνω
παλαιωθείτε	=	παλαιώνω
παλαιωμένα	=	παλαιωμένος
παλαιωμένε	=	παλαιωμένος
παλαιωμένες	=	παλαιωμένος
παλαιωμένη	=	παλαιωμένος
παλαιωμένης	=	παλαιωμένος
παλαιωμένο	=	παλαιωμένος
παλαιωμένοι	=	παλαιωμένος
παλαιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παλαιώνω· που έχει γίνει παλαιός
παλαιωμένου	=	παλαιωμένος
παλαιωμένους	=	παλαιωμένος
παλαιωμένων	=	παλαιωμένος
παλαιωνόμασταν	=	παλαιώνω
παλαιωνόμαστε	=	παλαιώνω
παλαιωνόμουν	=	παλαιώνω
παλαιωνόμουνα	=	παλαιώνω
παλαιωνόντουσαν	=	παλαιώνω
παλαιωνόσασταν	=	παλαιώνω
παλαιωνόσαστε	=	παλαιώνω
παλαιωνόσουν	=	παλαιώνω
παλαιωνόσουνα	=	παλαιώνω
παλαιωνόταν	=	παλαιώνω
παλαιωνότανε	=	παλαιώνω
παλαιό	adj	αιτιατική ενικού του παλαιός
παλαιόθεν	adv|formal	από παλιά, έκπαλαι
παλαιός	adj	που υπήρχε στο παρελθόν για πολλά χρόνια
παλαιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιότατο
παλαιότατε	adj	κλητική ενικού του παλαιότατος
παλαιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιότατη
παλαιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιότατος
παλαιότατης	adj	γενική ενικού του παλαιότατη
παλαιότατο	adj	αιτιατική ενικού του παλαιότατος
παλαιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιότατος
παλαιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του παλαιός, ο πολύ παλιός
παλαιότατου	adj	γενική ενικού του παλαιότατος
παλαιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιότατος
παλαιότατων	adj	γενική πληθυντικού του παλαιότατος
παλαιότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παλαιότερος	adv	πιο παλιά, παλιότερα
παλαιότερε	adj	κλητική ενικού του παλαιότερος
παλαιότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιότερη
παλαιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαιότερος
παλαιότερης	adj	γενική ενικού του παλαιότερη
παλαιότερο	adj	αιτιατική ενικού του παλαιότερος
παλαιότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαιότερος
παλαιότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του παλαιός
παλαιότερου	adj	γενική ενικού του παλαιότερος
παλαιότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαιότερος
παλαιότερων	adj	γενική πληθυντικού του παλαιότερος
παλαιότητα	noun	η ιδιότητα του παλαιού, του παλιού
παλαιότητας	noun	γενική ενικού του παλαιότητα
παλαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαιότητα
παλαιότυπα	=	παλαιότυπο
παλαιότυπο	noun	άλλη μορφή του παλαίτυπο
παλαιότυπου	=	παλαιότυπο
παλαιότυπων	=	παλαιότυπο
παλαιώθηκα	=	παλαιώνω
παλαιώθηκαν	=	παλαιώνω
παλαιώθηκε	=	παλαιώνω
παλαιώθηκες	=	παλαιώνω
παλαιών	adj	γενική πληθυντικού του παλαιός
παλαιώναμε	=	παλαιώνω
παλαιώναν	=	παλαιώνω
παλαιώνανε	=	παλαιώνω
παλαιώνατε	=	παλαιώνω
παλαιώνει	=	παλαιώνω
παλαιώνεις	=	παλαιώνω
παλαιώνεσαι	=	παλαιώνω
παλαιώνεστε	=	παλαιώνω
παλαιώνεται	=	παλαιώνω
παλαιώνετε	=	παλαιώνω
παλαιώνομαι	verb	αφήνομαι να γίνω παλιός κάπω από ελεγχόμενες συνθήκες ώστε
παλαιώνονται	=	παλαιώνω
παλαιώνονταν	=	παλαιώνω
παλαιώνοντας	=	παλαιώνω
παλαιώνου	=	παλαιώνω
παλαιώνουμε	=	παλαιώνω
παλαιώνουν	=	παλαιώνω
παλαιώνουνε	=	παλαιώνω
παλαιώνω	verb|formal	παλιώνω
παλαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώσαν	=	παλαιώνω
παλαιώσανε	=	παλαιώνω
παλαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαίωση
παλαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παλαίωση
παλαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παλαίωση
παλαιώσου	=	παλαιώνω
παλαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλαιώνω
παλαμάκια	noun	η κίνηση με την οποία χτυπάμε τις δύο παλάμες μας μεταξύ τους, για να προκαλέσουμε την προσοχή κάποιου ή για να εκφράσουμε την επιδοκιμασία μας
παλαμάρι	noun	το χοντρό καραβόσκοινο με το οποίο δένεται το σκάφος στην προκυμαία
παλαμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμάρι
παλαμίδα	noun	είδος πελαγικού ψαριού (επιστημονική ονομασία: Sarda sarda) του γένους Sarda και της οικογένειας των Σκομβρίδων, με υδροδυναμικό και ατρακτοειδές σώμα.
παλαμίδας	=	παλαμίδα
παλαμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμίδα
παλαμίδων	=	παλαμίδα
παλαμίζαμε	=	παλαμίζω
παλαμίζαν	=	παλαμίζω
παλαμίζανε	=	παλαμίζω
παλαμίζατε	=	παλαμίζω
παλαμίζει	=	παλαμίζω
παλαμίζεις	=	παλαμίζω
παλαμίζετε	=	παλαμίζω
παλαμίζοντας	=	παλαμίζω
παλαμίζουμε	=	παλαμίζω
παλαμίζουν	=	παλαμίζω
παλαμίζουνε	=	παλαμίζω
παλαμίζω	verb	επαλείφω τα ύφαλα βάρκας ή άλλου πλεούμενου με πίσσα ή άλλη αδιάβροχη ουσία για στεγανοποίηση
παλαμίσαμε	=	παλαμίζω
παλαμίσαν	=	παλαμίζω
παλαμίσανε	=	παλαμίζω
παλαμίσατε	=	παλαμίζω
παλαμίσει	=	παλαμίζω
παλαμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλάμισμα
παλαμίσματος	noun	γενική ενικού του παλάμισμα
παλαμίστε	=	παλαμίζω
παλαμαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παλαμαράς
παλαμαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμαράς
παλαμαράδων	noun	γενική πληθυντικού του παλαμαράς
παλαμαράς	noun	κατασκευαστής παλαμαριών
παλαμαριού	=	παλαμάρι
παλαμαριών	=	παλαμάρι
παλαμιά	noun	χτύπημα με παλάμη
παλαμιάς	=	παλαμιά
παλαμιές	=	παλαμιά
παλαμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαμιαίος
παλαμιαίας	adj	γενική ενικού του παλαμιαία
παλαμιαίε	adj	παλαμιαίος, στην κλητική του ενικού
παλαμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμιαία
παλαμιαίο	adj	παλαμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
παλαμιαίοι	adj	παλαμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
παλαμιαίος	adj	όσο μια παλάμη
παλαμιαίου	adj	γενική ενικού του παλαμιαίος
παλαμιαίους	adj	παλαμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
παλαμιαίων	=	παλαμιαίος
παλαμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμικό
παλαμικέ	adj	κλητική ενικού του παλαμικός
παλαμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμική
παλαμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαμικός
παλαμικής	adj	γενική ενικού του παλαμική
παλαμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαμικός
παλαμικού	adj	γενική ενικού του παλαμικός
παλαμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλαμικός
παλαμικό	adj	αιτιατική ενικού του παλαμικός
παλαμικός	adj	που σχετίζεται με την παλάμη
παλαμικών	adj	γενική πληθυντικού του παλαμικός
παλαμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παλάμισμα
παλαμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμισμένο
παλαμισμένε	verb	κλητική ενικού του παλαμισμένος
παλαμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαμισμένη
παλαμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαμισμένος
παλαμισμένης	verb	γενική ενικού του παλαμισμένη
παλαμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παλαμισμένος
παλαμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαμισμένος
παλαμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παλαμίζω
παλαμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλαμισμένος
παλαμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παλαμισμένος
παλαμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλαμισμένος
παλαμιστές	=	παλαμιστής
παλαμιστή	=	παλαμιστής
παλαμιστής	noun	ο οπαδός των έργων του Κωστή Παλαμά
παλαμιστών	=	παλαμιστής
παλαμιών	=	παλαμιά
παλαμιώτικα	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικε	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικες	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικη	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικης	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικο	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικοι	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Παλαμάς ή τους κατοίκους του
παλαμιώτικου	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικους	=	παλαμιώτικος
παλαμιώτικων	=	παλαμιώτικος
παλαμοειδές	=	παλαμοειδής
παλαμοειδή	=	παλαμοειδής
παλαμοειδής	adj	που έχει μορφή παλάμης
παλαμοειδείς	=	παλαμοειδής
παλαμοειδούς	=	παλαμοειδής
παλαμοειδών	=	παλαμοειδής
παλαμοκροτώ	verb|vulgar	χειροκροτώ
παλαμοσχιδές	=	παλαμοσχιδής
παλαμοσχιδή	=	παλαμοσχιδής
παλαμοσχιδής	adj	που μοιάζει με ανοιχτή παλάμη και έχει μυτερούς λοβούς
παλαμοσχιδείς	=	παλαμοσχιδής
παλαμοσχιδούς	=	παλαμοσχιδής
παλαμοσχιδών	=	παλαμοσχιδής
παλαμών	=	παλάμη
παλαντζάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παλαντζάρω
παλαντζάρω	verb	δεν έχω ισορροπία και γέρνω πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη πλευρά
παλαντζαρίσματα	=	παλαντζάρισμα
παλαντζαρίσματος	=	παλαντζάρισμα
παλαντζαρισμάτων	=	παλαντζάρισμα
παλαντζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαντζαρισμένο
παλαντζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του παλαντζαρισμένος
παλαντζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλαντζαρισμένη
παλαντζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλαντζαρισμένος
παλαντζαρισμένης	verb	γενική ενικού του παλαντζαρισμένη
παλαντζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παλαντζαρισμένος
παλαντζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλαντζαρισμένος
παλαντζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλαντζαρισμένος
παλαντζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παλαντζαρισμένος
παλαντζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλαντζαρισμένος
παλαντζών	=	παλάντζα
παλασκών	=	παλάσκα
παλατιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλατιανό
παλατιανέ	adj	κλητική ενικού του παλατιανός
παλατιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλατιανή
παλατιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλατιανός
παλατιανής	adj	γενική ενικού του παλατιανή
παλατιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλατιανός
παλατιανού	adj	γενική ενικού του παλατιανός
παλατιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλατιανός
παλατιανό	adj	αιτιατική ενικού του παλατιανός
παλατιανός	adj	σχετικός με το παλάτι, το βασιλιά και τον περίγυρό του
παλατιανών	adj	γενική πληθυντικού του παλατιανός
παλατιού	=	παλάτι
παλατιών	=	παλάτι
παλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάλεμα
παλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλεμένο
παλεμένε	verb	κλητική ενικού του παλεμένος
παλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλεμένη
παλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλεμένος
παλεμένης	verb	γενική ενικού του παλεμένη
παλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παλεμένος
παλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλεμένος
παλεμένος	=	παλεύω
παλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλεμένος
παλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παλεμένος
παλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλεμένος
παλετοθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλετοθέση
παλετοθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του παλετοθέση
παλετοθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του παλετοθέση
παλετοθέση	noun	θέση για παλέτες
παλετοθέσης	noun	γενική ενικού του παλετοθέση
παλετοποίηση	noun	η συσκευασία προϊόντων σε παλέτες
παλετοποίησης	noun	γενική ενικού του παλετοποίηση
παλετοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλετοποίηση
παλετοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παλετοποίηση
παλετοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παλετοποίηση
παλετοποιητές	=	παλετοποιητής
παλετοποιητή	=	παλετοποιητής
παλετοποιητής	noun	μηχάνημα ή συσκευή με την οποία κατασκευάζουμε παλέτες, που συμβάλλει στην παλετοποίηση
παλετοποιητών	=	παλετοποιητής
παλετοφόρο	noun	χειροκίνητο όχημα εξοπλισμένο με ειδική διάταξη για μεταφορά έμφορτων παλετών
παλετσών	noun	γενική πληθυντικού του παλέτσα
παλετών	noun	γενική πληθυντικού του παλέτα
παλευτήκαμε	=	παλεύω
παλευτήκαν	=	παλεύω
παλευτήκανε	=	παλεύω
παλευτήκατε	=	παλεύω
παλευτεί	=	παλεύω
παλευτείς	=	παλεύω
παλευτείτε	=	παλεύω
παλευτούμε	=	παλεύω
παλευτούν	=	παλεύω
παλευτούνε	=	παλεύω
παλευτώ	=	παλεύω
παλευόμασταν	=	παλεύω
παλευόμαστε	=	παλεύω
παλευόμουν	=	παλεύω
παλευόμουνα	=	παλεύω
παλευόντουσαν	=	παλεύω
παλευόσασταν	=	παλεύω
παλευόσαστε	=	παλεύω
παλευόσουν	=	παλεύω
παλευόσουνα	=	παλεύω
παλευόταν	=	παλεύω
παλευότανε	=	παλεύω
παλεύαμε	=	παλεύω
παλεύαν	=	παλεύω
παλεύανε	=	παλεύω
παλεύατε	=	παλεύω
παλεύει	=	παλεύω
παλεύεις	=	παλεύω
παλεύεσαι	=	παλεύω
παλεύεστε	=	παλεύω
παλεύεται	=	παλεύω
παλεύετε	=	παλεύω
παλεύομαι	=	παλεύω
παλεύομε	=	παλεύω
παλεύονται	=	παλεύω
παλεύονταν	=	παλεύω
παλεύοντας	=	παλεύω
παλεύουμε	=	παλεύω
παλεύουν	=	παλεύω
παλεύουνε	=	παλεύω
παλεύτε	=	παλεύω
παλεύτηκα	=	παλεύω
παλεύτηκαν	=	παλεύω
παλεύτηκε	=	παλεύω
παλεύτηκες	=	παλεύω
παλεύω	verb	παίρνω μέρος σε αγώνα πάλης
παληά	=	παληός
παληάς	=	παληός
παληέ	=	παληός
παληές	=	παληός
παληοί	=	παληός
παληού	=	παληός
παληούς	=	παληός
παληό	=	παληός
παληός	adj	παρωχημένη γραφή του παλιός ή παλαιός
παληών	=	παληός
παλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλιός	adv	σε άλλη, περασμένη εποχή
παλιάλογα	=	παλιάλογο
παλιάλογο	noun	υβριστικός / υποτιμητικός χαρακτηρισμός για άλογο
παλιάλογου	=	παλιάλογο
παλιάμπελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιάμπελο
παλιάμπελο	noun	κυρίως στην έκφραση ας πάει και το παλιάμπελο όπου αναφέρεται με μεταφορική σημασία σε περιουσία που αξίζει τον κόπο να ξοδέψουμε
παλιάμπελου	noun	γενική ενικού του παλιάμπελο
παλιάμπελων	noun	γενική πληθυντικού του παλιάμπελο
παλιάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του παλιάνθρωπος
παλιάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του παλιάνθρωπος
παλιάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιάνθρωπος
παλιάνθρωπος	noun	άνθρωπος ανήθικος, ανέντιμος, κακοήθης
παλιάνθρωπου	noun	γενική ενικού του παλιάνθρωπος
παλιάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλιάνθρωπος
παλιάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του παλιάνθρωπος
παλιάς	adj	γενική ενικού του παλιά
παλιάτσε	noun	κλητική ενικού του παλιάτσος
παλιάτσο	noun	αιτιατική ενικού του παλιάτσος
παλιάτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιάτσος
παλιάτσος	noun	κωμική φιγούρα σε παλαιότερα ιταλικά λαϊκά θεατρικά έργα
παλιάτσου	noun	γενική ενικού του παλιάτσος
παλιάτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλιάτσος
παλιάτσων	noun	γενική πληθυντικού του παλιάτσος
παλιέ	adj	κλητική ενικού του παλιός
παλιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιά
παλιής	adj	γενική ενικού του παλιή
παλιακά	=	παλιακός
παλιακέ	=	παλιακός
παλιακές	=	παλιακός
παλιακή	=	παλιακός
παλιακής	=	παλιακός
παλιακιά	=	παλιακός
παλιακιάς	=	παλιακός
παλιακο	=	παλιακός
παλιακοί	=	παλιακός
παλιακού	=	παλιακός
παλιακούς	=	παλιακός
παλιακό	=	παλιακός
παλιακός	adj	που μοιάζει παλιός, απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, πεπαλαιωμένος
παλιακών	=	παλιακός
παλιαλόγου	=	παλιάλογο
παλιαλόγων	=	παλιάλογο
παλιανθρωπάκο	=	παλιανθρωπάκος
παλιανθρωπάκοι	=	παλιανθρωπάκος
παλιανθρωπάκος	noun	ο μικροαπατεώνας
παλιανθρωπάκου	=	παλιανθρωπάκος
παλιανθρωπάκους	=	παλιανθρωπάκος
παλιανθρωπάκων	=	παλιανθρωπάκος
παλιανθρωπιά	noun	η ιδιότητα του παλιάνθρωπου, η έλλειψη εντιμότητας
παλιανθρωπιάς	noun	γενική ενικού του παλιανθρωπιά
παλιανθρωπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιανθρωπιά
παλιανθρωπιών	=	παλιανθρωπιά
παλιανθρώπου	noun	γενική ενικού του παλιάνθρωπος
παλιανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλιάνθρωπος
παλιανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του παλιάνθρωπος
παλιατζή	=	παλιατζής
παλιατζήδες	=	παλιατζής
παλιατζήδων	=	παλιατζής
παλιατζής	noun	έμπορος, πλανόδιος ή με κατάστημα, που αγοράζει και πουλάει μεταχειρισμένα αντικείμενα, συνήθως μικρής αξίας
παλιατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιατζίδικο
παλιατζίδικο	noun	το κατάστημα του παλιατζή
παλιατζίδικου	noun	γενική ενικού του παλιατζίδικο
παλιατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του παλιατζίδικο
παλιατζού	noun|rare	γυναίκα παλιατζής
παλιατζούρα	noun	παλιατσαρία, αντικείμενο παλιό, φθαρμένο και συνήθως άχρηστο
παλιατζούρας	noun	γενική ενικού του παλιατζούρα
παλιατζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιατζούρα
παλιατσαρία	noun	αντικείμενο πολύ παλιό και φθαρμένο
παλιατσαρίας	noun	γενική ενικού του παλιατσαρία
παλιατσαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιατσαρία
παλιγγενεσία	noun	αρχή νέας ζωής, η ανάσταση, η αναγέννηση
παλιγγενεσίας	noun	γενική ενικού του παλιγγενεσία
παλιγγενεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιγγενεσία
παλιγγενεσιών	noun	γενική πληθυντικού του παλιγγενεσία
παλικάρι	noun	ο έφηβος ή ο νεαρός άνδρας
παλικάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλικάρι
παλικαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παλικαράς
παλικαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλικαράς
παλικαράδων	noun	γενική πληθυντικού του παλικαράς
παλικαράκι	noun	αγόρι στην παιδική ή την εφηβική ηλικία
παλικαράκια	=	παλικαράκι
παλικαράς	noun	ο άνδρας που έχει τόλμη και δύναμη, το παλικάρι
παλικαρίσια	adv	με παλικαρίσιο τρόπο, όπως κάνουν τα παλικάρια, με θάρρος
παλικαρίσιας	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιε	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιες	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιο	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιοι	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιος	adj	που αρμόζει ή χαρακτηρίζει ένα παλικάρι· θαρρετός, γενναίος
παλικαρίσιου	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιους	=	παλικαρίσιος
παλικαρίσιων	=	παλικαρίσιος
παλικαρίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλικαρίστικο
παλικαρίστικε	adj	κλητική ενικού του παλικαρίστικος
παλικαρίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλικαρίστικη
παλικαρίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλικαρίστικος
παλικαρίστικης	adj	γενική ενικού του παλικαρίστικη
παλικαρίστικο	adj	αιτιατική ενικού του παλικαρίστικος
παλικαρίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλικαρίστικος
παλικαρίστικος	adj	συνώνυμο του παλικαρίσιος
παλικαρίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλικαρίστικος
παλικαρίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλικαρίστικος
παλικαρίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλικαρίστικος
παλικαριά	noun	η ιδιότητα του παλικαριού, η γενναιότητα, το θάρρος
παλικαριάς	=	παλικαριά
παλικαριές	=	παλικαριά
παλικαριού	=	παλικάρι
παλικαρισμέ	noun	κλητική ενικού του παλικαρισμός
παλικαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλικαρισμός
παλικαρισμού	noun	γενική ενικού του παλικαρισμός
παλικαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλικαρισμός
παλικαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του παλικαρισμός
παλικαρισμός	noun	προσποίηση θάρρους λόγω έπαρσης ή κοινωνικού οφέλους και αποδοχής
παλικαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του παλικαρισμός
παλικαριών	=	παλικαριά
παλικαροσυνών	=	παλικαροσύνη
παλικαροσύνες	=	παλικαροσύνη
παλικαροσύνη	noun	η ιδιότητα του παλικαριού, η γενναιότητα
παλικαροσύνης	=	παλικαροσύνη
παλικινησία	noun	η συνεχόμενη, επαναλαμβανόμενη, συγκεκριμένη μυϊκή κίνηση
παλικινησίας	=	παλικινησία
παλικινησίες	=	παλικινησία
παλικινησιών	=	παλικινησία
παλιλλογά	=	παλιλλογώ
παλιλλογάει	=	παλιλλογώ
παλιλλογάμε	=	παλιλλογώ
παλιλλογάν	=	παλιλλογώ
παλιλλογάνε	=	παλιλλογώ
παλιλλογάς	=	παλιλλογώ
παλιλλογάτε	=	παλιλλογώ
παλιλλογάω	=	παλιλλογώ
παλιλλογήσαμε	=	παλιλλογώ
παλιλλογήσαν	=	παλιλλογώ
παλιλλογήσανε	=	παλιλλογώ
παλιλλογήσατε	=	παλιλλογώ
παλιλλογήσει	=	παλιλλογώ
παλιλλογήστε	=	παλιλλογώ
παλιλλογία	noun	επανάληψη
παλιλλογίας	noun	γενική ενικού του παλιλλογία
παλιλλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιλλογία
παλιλλογιών	noun	γενική πληθυντικού του παλιλλογία
παλιλλογούμε	=	παλιλλογώ
παλιλλογούν	=	παλιλλογώ
παλιλλογούνε	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσα	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσαμε	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσαν	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσανε	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσατε	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσε	=	παλιλλογώ
παλιλλογούσες	=	παλιλλογώ
παλιλλογώ	verb|formal	επαναλαμβάνω
παλιλλογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παλιλλογώ
παλιλλόγα	=	παλιλλογώ
παλιλλόγαγε	=	παλιλλογώ
παλιλλόγησα	=	παλιλλογώ
παλιλλόγησαν	=	παλιλλογώ
παλιλλόγησε	=	παλιλλογώ
παλιλλόγησες	=	παλιλλογώ
παλιμβουλία	noun|archaic	η τάση να λέει κανείς κάτι και να ξελέει, συχνά αλλάζοντας γνώμη
παλιμβουλίας	=	παλιμβουλία
παλιμβουλίες	=	παλιμβουλία
παλιμβουλιών	=	παλιμβουλία
παλιμπαίδιζα	=	παλιμπαιδίζω
παλιμπαιδίζω	verb	φέρομαι σαν παιδί
παλιμπαιδισμέ	noun	κλητική ενικού του παλιμπαιδισμός
παλιμπαιδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιμπαιδισμός
παλιμπαιδισμού	noun	γενική ενικού του παλιμπαιδισμός
παλιμπαιδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλιμπαιδισμός
παλιμπαιδισμό	noun	αιτιατική ενικού του παλιμπαιδισμός
παλιμπαιδισμός	noun	η επιστροφή στην παιδική ηλικία, η παιδιάστικη συμπεριφορά από έναν ενήλικο
παλιμπαιδισμών	noun	γενική πληθυντικού του παλιμπαιδισμός
παλινδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλινδρόμηση
παλινδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παλινδρόμηση
παλινδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρομία	noun	άλλη μορφή του παλινδρόμηση
παλινδρομίας	=	παλινδρομία
παλινδρομίες	=	παλινδρομία
παλινδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλινδρομικό	adv	κατά τρόπο παλινδρομικό
παλινδρομικέ	adj	κλητική ενικού του παλινδρομικός
παλινδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλινδρομική
παλινδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλινδρομικός
παλινδρομικής	adj	γενική ενικού του παλινδρομική
παλινδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλινδρομικός
παλινδρομικού	adj	γενική ενικού του παλινδρομικός
παλινδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλινδρομικός
παλινδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του παλινδρομικός
παλινδρομικός	adj	που αναφέρεται σε κίνηση που εκτελείται στην ίδια διεύθυνση αλλά διαδοχικά σε δύο αντίθετες φορές, μπρος πίσω ή δεξιά αριστερά
παλινδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του παλινδρομικός
παλινδρομικώς	adv	άλλη μορφή του παλινδρομικά
παλινδρομιών	=	παλινδρομία
παλινδρομώ	verb	κινούμαι παλινδρομικά
παλινδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινδρομώ
παλινδρόμηση	noun	η κίνηση που γίνεται εναλλακτικά προς μία κατεύθυνση και προς την αντίθετή της
παλινδρόμησης	=	παλινδρόμηση
παλιννοστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιννόστηση
παλιννοστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήσεων	=	παλιννόστηση
παλιννοστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννοστώ	verb	επιστρέφω στην πατρίδα μου
παλιννοστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παλιννοστώ
παλιννόστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννόστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννόστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννόστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιννοστώ
παλιννόστηση	noun	η επιστροφή στην πατρίδα
παλιννόστησης	=	παλιννόστηση
παλινορθωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνομαι
παλινορθώνω	verb|dated	ξαναστήνω κάτι όρθιο, το ξαναφέρνω στην αρχική θέση του
παλινορθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλινόρθωση
παλινορθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παλινόρθωση
παλινορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παλινόρθωση
παλινορθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινορθῶ	verb	παλινορθώνω
παλινωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλινώδηση
παλινωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινωδία	noun	η για δεύτερη (ή πολλοστή) φορά αλλαγή γνώμης, ιδιαίτερα η υιοθέτηση μιας άποψης που προηγουμένως είχε απορριφθεί
παλινωδίας	noun	γενική ενικού του παλινωδία
παλινωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλινωδία
παλινωδιών	noun	γενική πληθυντικού του παλινωδία
παλινωδώ	verb	αλλάζω συνεχώς άποψη για ένα θέμα και αποδέχομαι ξανά αυτά που πριν είχα απορρίψει για να τα απορρίψω ξανά σε λίγο
παλινωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παλινωδώ
παλινόρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινόρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινόρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινόρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινορθώνω
παλινόρθωση	noun|dated	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παλινορθώνω
παλινόρθωσης	noun	γενική ενικού του παλινόρθωση
παλινόρθωσις	noun	παλινόρθωση
παλινώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλινώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
παλιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιός
παλιοβάπορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοβάπορο
παλιοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοβάρελο
παλιοβάρελο	noun	βαρέλι σε κακή κατάσταση
παλιοβάρελου	noun	γενική ενικού του παλιοβάρελο
παλιοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοβάρελο
παλιοβρομών	noun	γενική πληθυντικού του παλιοβρόμα
παλιοβρόμα	noun	υβριστικός χαρακτηρισμός για μια γυναίκα
παλιοβρόμας	noun	γενική ενικού του παλιοβρόμα
παλιοβρόμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοβρόμα
παλιογριών	=	παλιόγρια
παλιογυναίκα	noun	κακή, κακότροπη, διεφθαρμένη ή ανήθικη γυναίκα
παλιογυναίκας	noun	γενική ενικού του παλιογυναίκα
παλιογυναίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιογυναίκα
παλιογυναικών	noun	γενική πληθυντικού του παλιογυναίκα
παλιογύναικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιογύναικο
παλιογύναικο	noun	άλλη μορφή του παλιογυναίκα
παλιογύναικου	noun	γενική ενικού του παλιογύναικο
παλιογύναικων	noun	γενική πληθυντικού του παλιογύναικο
παλιοδουλειά	noun	υποτιμητική έκφραση για ένα επάγγελμα
παλιοδουλειάς	noun	γενική ενικού του παλιοδουλειά
παλιοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοδουλειά
παλιοδουλειών	=	παλιοδουλειά
παλιοελλαδίτες	=	παλιοελλαδίτης
παλιοελλαδίτη	=	παλιοελλαδίτης
παλιοελλαδίτης	noun	ο καταγόμενος από την Παλαιά Ελλάδα
παλιοελλαδίτισσας	noun	γενική ενικού του παλιοελλαδίτισσα
παλιοελλαδίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοελλαδίτισσα
παλιοελλαδιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλιοελλαδίτισσα
παλιοελλαδιτών	=	παλιοελλαδίτης
παλιοζωές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοζωή
παλιοζωή	noun	η άσχημη ή άχαρη ζωή
παλιοζωής	=	παλιοζωή
παλιοζωών	=	παλιοζωή
παλιοημερολογίτισσας	noun	γενική ενικού του παλιοημερολογίτισσα
παλιοημερολογίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοημερολογίτισσα
παλιοημερολογιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλιοημερολογίτισσα
παλιοθήλυκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοθήλυκο
παλιοθήλυκο	noun	υβριστικός χαρακτηρισμός για γυναίκα ή κορίτσι (συνήθως αναφέρεται στην έλλειψη ηθικής)
παλιοθήλυκου	noun	γενική ενικού του παλιοθήλυκο
παλιοθήλυκων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοθήλυκο
παλιοκάικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοκάικο
παλιοκάραβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοκάραβο
παλιοκάραβο	noun	παλιό σκάφος σε κακή κατάσταση.
παλιοκάραβου	noun	γενική ενικού του παλιοκάραβο
παλιοκάραβων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοκάραβο
παλιοκαίριζα	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίριζαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίριζε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίριζες	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίρισα	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίρισαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίρισε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαίρισες	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζαμε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζανε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζατε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζει	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζεις	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζεσαι	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζεστε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζεται	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζετε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζομαι	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζονται	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζονταν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζοντας	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζουμε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζουν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζουνε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίζω	verb|vulgar	παλιώνω
παλιοκαιρίσαμε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίσαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίσανε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίσατε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίσει	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίσου	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίστε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίστηκα	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίστηκαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίστηκε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρίστηκες	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόμασταν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόμαστε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόμουν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόμουνα	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόντουσαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόσασταν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόσαστε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόσουν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόσουνα	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζόταν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριζότανε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιρισμένος	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριστήκαμε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριστήκαν	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριστήκανε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριστήκατε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριστεί	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκαιριστείτε	=	παλιοκαιρίζω
παλιοκατάσταση	noun	δυσάρεστες συνθήκες ή συμβάν	intj	χάλι, χάλια μαύρα, άσχημη κατάσταση, που δεν εμπνέει αισιοδοξία
παλιοκερατά	=	παλιοκερατάς
παλιοκερατάδες	=	παλιοκερατάς
παλιοκερατάδων	=	παλιοκερατάς
παλιοκερατάς	noun	για άνθρωπο που είναι πολύ κατεργάρης, δόλιος, πονηρός
παλιοκοινωνία	noun	χαρακτηρισμός που δηλώνει το παράπονο ή την αγανάκτηση κάποιου για την κοινωνία και την αδικία που τη χαρακτηρίζει
παλιοκοινωνίας	noun	γενική ενικού του παλιοκοινωνία
παλιοκοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοκοινωνία
παλιοκοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του παλιοκοινωνία
παλιοκουβέντα	noun	λόγος υβριστικός ή απρεπής
παλιοκουβέντας	noun	γενική ενικού του παλιοκουβέντα
παλιοκουβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοκουβέντα
παλιοκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοκόριτσο
παλιοκόριτσο	noun	κορίτσι με κακό χαρακτήρα ή απρεπή συμπεριφορά
παλιοκόριτσου	noun	γενική ενικού του παλιοκόριτσο
παλιοκόριτσων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοκόριτσο
παλιολλαδίτες	=	παλιολλαδίτης
παλιολλαδίτη	=	παλιολλαδίτης
παλιολλαδίτης	noun	ο καταγόμενος από την Παλαιά Ελλάδα
παλιολλαδίτισσας	noun	γενική ενικού του παλιολλαδίτισσα
παλιολλαδίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιολλαδίτισσα
παλιολλαδιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλιολλαδίτισσα
παλιολλαδιτών	=	παλιολλαδίτης
παλιομαλάκα	=	παλιομαλάκας
παλιομαλάκας	noun|vulgar	για μισητό άνθρωπο
παλιομαλάκες	=	παλιομαλάκας
παλιομασκαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παλιομασκαράς
παλιομασκαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιομασκαράς
παλιομασκαράδων	noun	γενική πληθυντικού του παλιομασκαράς
παλιομασκαράς	noun|figurative	ο απατεώνας
παλιομερολογίτισσας	noun	γενική ενικού του παλιομερολογίτισσα
παλιομερολογίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιομερολογίτισσα
παλιομερολογιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του παλιομερολογίτισσα
παλιομισοφοριού	=	παλιομισοφόρι
παλιομισοφοριών	=	παλιομισοφόρι
παλιομισοφόρι	noun	άσχημο ή κακής ποιότητας μισοφόρι
παλιομισοφόρια	=	παλιομισοφόρι
παλιομοδίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιομοδίτικο
παλιομοδίτικε	adj	κλητική ενικού του παλιομοδίτικος
παλιομοδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιομοδίτικη
παλιομοδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλιομοδίτικος
παλιομοδίτικης	adj	γενική ενικού του παλιομοδίτικη
παλιομοδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του παλιομοδίτικος
παλιομοδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιομοδίτικος
παλιομοδίτικος	adj	που ακολουθεί μια μόδα που είναι πια ξεπερασμένη
παλιομοδίτικου	adj	γενική ενικού του παλιομοδίτικος
παλιομοδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλιομοδίτικος
παλιομοδίτικων	adj	γενική πληθυντικού του παλιομοδίτικος
παλιομπεκρή	=	παλιομπεκρής
παλιομπεκρήδες	=	παλιομπεκρής
παλιομπεκρήδων	=	παλιομπεκρής
παλιομπεκρής	noun	χαρακτηρισμός που προσδίδει μεγαλύτερη αρνητική σημασία στην έννοια μπεκρής
παλιομπεκρού	noun	θηλυκό του παλιομπεκρής
παλιομπεκρούδες	=	παλιομπεκρού
παλιομπεκρούδων	=	παλιομπεκρού
παλιομπεκρούς	=	παλιομπεκρού
παλιομυγών	noun	γενική πληθυντικού του παλιόμυγα
παλιοπάπουτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοπάπουτσο
παλιοπάπουτσο	noun	παπούτσι πάρα πολύ φθαρμένο
παλιοπάπουτσου	noun	γενική ενικού του παλιοπάπουτσο
παλιοπάπουτσων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοπάπουτσο
παλιοπήγαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοπήγαδο
παλιοπαρέα	noun	παρέα ανθρώπων που τους συνδέει μακρόχρονη γνωριμία και φιλία
παλιοπαρέας	noun	γενική ενικού του παλιοπαρέα
παλιοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοπαρέα
παλιοπατσαβούρα	noun	χαρακτηρισμός ανήθικης γυναίκας
παλιοπατσαβούρας	=	παλιοπατσαβούρα
παλιοπατσαβούρες	=	παλιοπατσαβούρα
παλιοπατσαβούρων	=	παλιοπατσαβούρα
παλιοπουστάρα	noun	ο μεγάλος παλιόπουστας
παλιοπουστάρας	=	παλιοπουστάρα
παλιοπουστάρες	=	παλιοπουστάρα
παλιοπράγματα	=	παλιόπραγμα
παλιοπράγματος	=	παλιόπραγμα
παλιοπράματα	=	παλιόπραμα
παλιοπράματος	=	παλιόπραμα
παλιοπραγμάτων	=	παλιόπραγμα
παλιοπραμάτων	=	παλιόπραμα
παλιορουφιάνε	=	παλιορουφιάνος
παλιορουφιάνο	=	παλιορουφιάνος
παλιορουφιάνοι	=	παλιορουφιάνος
παλιορουφιάνος	noun	αρνητικός χαρακτηρισμός για ρουφιάνο
παλιορουφιάνου	=	παλιορουφιάνος
παλιορουφιάνους	=	παλιορουφιάνος
παλιορουφιάνων	=	παλιορουφιάνος
παλιοσίδερα	noun	παλιές μεταλλικές κατασκευές, ιδίως σιδερένιες, που προορίζονται κυρίως για ανακύκλωση του μετάλλου
παλιοσίδερου	noun	γενική ενικού του παλιοσίδερο
παλιοσίδερων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοσίδερο
παλιοσκρόφα	noun	παλιογυναίκα, μεγάλη σκρόφα
παλιοσκρόφας	noun	γενική ενικού του παλιοσκρόφα
παλιοσκρόφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοσκρόφα
παλιοσπιούνε	=	παλιοσπιούνος
παλιοσπιούνο	=	παλιοσπιούνος
παλιοσπιούνοι	=	παλιοσπιούνος
παλιοσπιούνος	noun|vulgar	απαξιωτικός χαρακτηρισμός για σπιούνο
παλιοσπιούνου	=	παλιοσπιούνος
παλιοσπιούνους	=	παλιοσπιούνος
παλιοσπιούνων	=	παλιοσπιούνος
παλιοτόμαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοτόμαρο
παλιοτόμαρο	noun	υβριστικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο ασυνείδητο, χωρίς αρχές
παλιοτόμαρου	noun	γενική ενικού του παλιοτόμαρο
παλιοτόμαρων	noun	γενική πληθυντικού του παλιοτόμαρο
παλιουρίου	=	παλιούρι
παλιουριού	=	παλιούρι
παλιουριών	=	παλιούρι
παλιοχαρακτήρα	=	παλιοχαρακτήρας
παλιοχαρακτήρας	noun	κακός χαρακτήρας, άτομο με ιδιαίτερα αρνητική συμπεριφορά προς το περιβάλλον του
παλιοχαρακτήρες	=	παλιοχαρακτήρας
παλιοχαρακτήρων	=	παλιοχαρακτήρας
παλιοχώραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοχώραφο
παλιοϊστορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιοϊστορία
παλιού	adj	γενική ενικού του παλιός
παλιούρι	noun	αγκαθωτός θάμνος, κατάλληλος για περίφραξη
παλιούρια	=	παλιούρι
παλιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλιός
παλιρροιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιρροιακό
παλιρροιακέ	adj	κλητική ενικού του παλιρροιακός
παλιρροιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιρροιακή
παλιρροιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλιρροιακός
παλιρροιακής	adj	γενική ενικού του παλιρροιακή
παλιρροιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιρροιακός
παλιρροιακού	adj	γενική ενικού του παλιρροιακός
παλιρροιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλιρροιακός
παλιρροιακό	adj	αιτιατική ενικού του παλιρροιακός
παλιρροιακός	adj	σχετικός με το φαινόμενο της παλίρροιας
παλιρροιακών	adj	γενική πληθυντικού του παλιρροιακός
παλιρροιογράφε	=	παλιρροιογράφος
παλιρροιογράφο	=	παλιρροιογράφος
παλιρροιογράφοι	=	παλιρροιογράφος
παλιρροιογράφος	noun	συσκευή που καταγράφει τα παλιρροϊκά κύματα
παλιρροιογράφου	=	παλιρροιογράφος
παλιρροιογράφους	=	παλιρροιογράφος
παλιρροιογράφων	=	παλιρροιογράφος
παλιρροιομέτρου	=	παλιρροιόμετρο
παλιρροιομέτρων	=	παλιρροιόμετρο
παλιρροιόμετρα	=	παλιρροιόμετρο
παλιρροιόμετρο	noun	συνώνυμο του παλιρροιογράφος
παλιρροιόμετρου	=	παλιρροιόμετρο
παλιρροιόμετρων	=	παλιρροιόμετρο
παλιρροιών	noun	γενική πληθυντικού του παλίρροια
παλιρροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιρροϊκό
παλιρροϊκέ	adj	κλητική ενικού του παλιρροϊκός
παλιρροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιρροϊκή
παλιρροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλιρροϊκός
παλιρροϊκής	adj	γενική ενικού του παλιρροϊκή
παλιρροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιρροϊκός
παλιρροϊκού	adj	γενική ενικού του παλιρροϊκός
παλιρροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλιρροϊκός
παλιρροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του παλιρροϊκός
παλιρροϊκός	adj	σχετικός με το φαινόμενο της παλίρροιας
παλιρροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του παλιρροϊκός
παλιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάλιωμα
παλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιωμένο
παλιωμένε	verb	κλητική ενικού του παλιωμένος
παλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιωμένη
παλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλιωμένος
παλιωμένης	verb	γενική ενικού του παλιωμένη
παλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παλιωμένος
παλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιωμένος
παλιωμένος	verb	που έχει γίνει παλιός
παλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλιωμένος
παλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παλιωμένος
παλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλιωμένος
παλιό	adj	αιτιατική ενικού του παλιός
παλιόβαρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόβαρκα
παλιόγερε	=	παλιόγερος
παλιόγερο	=	παλιόγερος
παλιόγεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιόγερος
παλιόγερος	noun	υβριστικός/μειωτικός χαρακτηρισμός για κάποιον ηλικιωμένο
παλιόγερου	=	παλιόγερος
παλιόγερους	=	παλιόγερος
παλιόγερων	=	παλιόγερος
παλιόγρια	noun	μειωτικός χαρακτηρισμός για ηλικιωμένη γυναίκα
παλιόγριας	=	παλιόγρια
παλιόγριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόγρια
παλιόδρομε	=	παλιόδρομος
παλιόδρομο	=	παλιόδρομος
παλιόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιόδρομος
παλιόδρομος	noun	δρόμος δύσκολος ή/και σε κακή κατάσταση
παλιόδρομου	=	παλιόδρομος
παλιόδρομους	=	παλιόδρομος
παλιόδρομων	=	παλιόδρομος
παλιόκαιρε	=	παλιόκαιρος
παλιόκαιρο	=	παλιόκαιρος
παλιόκαιροι	=	παλιόκαιρος
παλιόκαιρος	noun	βρομόκαιρος, κακοκαιρία
παλιόκαιρου	=	παλιόκαιρος
παλιόκαιρους	=	παλιόκαιρος
παλιόκαιρων	=	παλιόκαιρος
παλιόκοσμε	=	παλιόκοσμος
παλιόκοσμο	=	παλιόκοσμος
παλιόκοσμοι	=	παλιόκοσμος
παλιόκοσμος	noun	ο κόσμος με τις κακίες, τις αναποδιές και τα στραβά του (λέγεται όταν θέλουμε να τονίσουμε αυτή την πλευρά του συνόλου των ανθρώπων)
παλιόκοσμου	=	παλιόκοσμος
παλιόκοσμους	=	παλιόκοσμος
παλιόκοσμων	=	παλιόκοσμος
παλιόκρασο	noun	κρασί κακής ποιότητας
παλιόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόλογο
παλιόμουτρα	=	παλιόμουτρο
παλιόμουτρο	noun	απατεώνας ή άνθρωπος του υποκόσμου
παλιόμουτρου	=	παλιόμουτρο
παλιόμουτρων	=	παλιόμουτρο
παλιόμυγα	noun	η ενοχλητική μύγα
παλιόμυγας	noun	γενική ενικού του παλιόμυγα
παλιόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόμυγα
παλιόμυγων	=	παλιόμυγα
παλιόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόπαιδο
παλιόπαιδο	noun	παιδί με κακή συμπεριφορά, ανάγωγο ή με κακό χαρακτήρα
παλιόπαιδου	noun	γενική ενικού του παλιόπαιδο
παλιόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του παλιόπαιδο
παλιόπουστα	=	παλιόπουστας
παλιόπουστας	noun	ο ύπουλος και άνανδρος πούστης
παλιόπουστες	=	παλιόπουστας
παλιόπουστων	=	παλιόπουστας
παλιόπραγμα	noun	άλλη μορφή του παλιόπραμα
παλιόπραμα	noun	αντικείμενο πολύ χαμηλής αξίας
παλιόρουχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόρουχο
παλιόρουχο	noun	παλιό και φθαρμένο ρούχο
παλιόρουχου	noun	γενική ενικού του παλιόρουχο
παλιόρουχων	noun	γενική πληθυντικού του παλιόρουχο
παλιός	adj	που ανάγεται στο παρελθόν (αλλά για ιστορικές εποχές, δείτε και παλαιός)
παλιόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόσκυλο
παλιόσκυλο	noun	υβριστικός χαρακτηρισμός
παλιόσκυλου	noun	γενική ενικού του παλιόσκυλο
παλιόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του παλιόσκυλο
παλιόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόσπιτο
παλιόσπιτο	noun	σπίτι (κτίσμα) σε κακή κατάσταση λόγω παλαιότητας ή εγκατάλειψης
παλιόσπιτου	noun	γενική ενικού του παλιόσπιτο
παλιόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του παλιόσπιτο
παλιότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παλιότερος	adv	πιο παλιά
παλιότερε	=	παλιότερος
παλιότερες	=	παλιότερος
παλιότερη	=	παλιότερος
παλιότερης	=	παλιότερος
παλιότερο	=	παλιότερος
παλιότεροι	=	παλιότερος
παλιότερος	adj	πιο παλιός
παλιότερου	=	παλιότερος
παλιότερους	=	παλιότερος
παλιότερων	=	παλιότερος
παλιόφαγα	=	παλιόφαγο
παλιόφαγο	noun	φαγητό χαμηλής ποιότητας
παλιόφαγου	=	παλιόφαγο
παλιόφαγων	=	παλιόφαγο
παλιόφατσα	noun	ρεμάλι
παλιόφατσας	=	παλιόφατσα
παλιόφατσες	=	παλιόφατσα
παλιόφιλε	=	παλιόφιλος
παλιόφιλο	=	παλιόφιλος
παλιόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλιόφιλος
παλιόφιλος	noun	ένας φίλος από τα παλιά, κάποιος που συνδέεται με άλλο άτομο με μακρόχρονη στενή φιλία
παλιόφιλου	=	παλιόφιλος
παλιόφιλους	=	παλιόφιλος
παλιόφιλων	=	παλιόφιλος
παλιόφυτρα	noun	κατηγορία τιποτένιων ή μισητών ανθρώπων
παλιόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλιόχαρτο
παλιόχαρτο	noun	κομμάτι χαρτί που δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί και πρέπει να πεταχτεί
παλιόχαρτου	noun	γενική ενικού του παλιόχαρτο
παλιόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του παλιόχαρτο
παλιόχορτα	=	παλιόχορτο
παλιόχορτο	noun	απαξιωτική ή μειωτική αναφορά σε κάποιο χόρτο
παλιόχορτου	=	παλιόχορτο
παλιόχορτων	=	παλιόχορτο
παλιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάλιωμα
παλιώματος	noun	γενική ενικού του πάλιωμα
παλιών	adj	γενική πληθυντικού του παλιός
παλιώναμε	=	παλιώνω
παλιώναν	=	παλιώνω
παλιώνανε	=	παλιώνω
παλιώνατε	=	παλιώνω
παλιώνει	=	παλιώνω
παλιώνεις	=	παλιώνω
παλιώνετε	=	παλιώνω
παλιώνομαι	verb	γίνομαι παλιός.
παλιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παλιώνω
παλιώνουμε	=	παλιώνω
παλιώνουν	=	παλιώνω
παλιώνουνε	=	παλιώνω
παλιώνω	verb	αλλάζω με την πάροδο του χρόνου
παλιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσαν	=	παλιώνω
παλιώσανε	=	παλιώνω
παλιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλιώνω
παλκοσένικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλκοσένικο
παλκοσένικο	noun	το ξύλινο πάτωμα σκηνής θεάτρου
παλκοσένικου	noun	γενική ενικού του παλκοσένικο
παλκοσένικων	noun	γενική πληθυντικού του παλκοσένικο
παλλάδα	noun	προσωνυμία της θεάς Αθηνάς: παρθένος
παλλάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλάδιο
παλλάδιο	noun	άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς (όπως αυτό που προστάτευε την πόλη της Τροίας)
παλλάδιου	=	παλλάδιο
παλλαδίου	noun	γενική ενικού του παλλάδιο
παλλαδίων	noun	γενική πληθυντικού του παλλάδιο
παλλαισθησία	noun	η αίσθηση δόνησης, η ικανότητα αντίληψης των κραδασμών
παλλαισθησίας	=	παλλαισθησία
παλλαισθησίες	=	παλλαισθησία
παλλαισθησιών	=	παλλαισθησία
παλλακίδα	noun	γυναίκα που ζούσε μόνιμα με άνδρα, συχνά έγγαμο ή πλούσιο, χωρίς να είναι η νόμιμη σύζυγός του, στο πλαίσιο του θεσμού της παλλακείας
παλλακίδας	=	παλλακίδα
παλλακίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλακίδα
παλλακίδων	=	παλλακίδα
παλλακεία	noun	η συμβίωση μιας γυναίκας με ένα άνδρα, χωρίς να έχει προηγηθεί γάμος
παλλακείας	noun	γενική ενικού του παλλακεία
παλλακείες	=	παλλακεία
παλλακειών	noun	γενική πληθυντικού του παλλακεία
παλλακωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλακωνικό
παλλακωνικέ	adj	κλητική ενικού του παλλακωνικός
παλλακωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλακωνική
παλλακωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλλακωνικός
παλλακωνικής	adj	γενική ενικού του παλλακωνική
παλλακωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλλακωνικός
παλλακωνικού	adj	γενική ενικού του παλλακωνικός
παλλακωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλλακωνικός
παλλακωνικό	adj	αιτιατική ενικού του παλλακωνικός
παλλακωνικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη τη Λακωνία, ή με όλα τα μέρη της Λακωνίας
παλλακωνικών	adj	γενική πληθυντικού του παλλακωνικός
παλλαμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλαμιακό
παλλαμιακέ	adj	κλητική ενικού του παλλαμιακός
παλλαμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλαμιακή
παλλαμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλλαμιακός
παλλαμιακής	adj	γενική ενικού του παλλαμιακή
παλλαμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλλαμιακός
παλλαμιακού	adj	γενική ενικού του παλλαμιακός
παλλαμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλλαμιακός
παλλαμιακό	adj	αιτιατική ενικού του παλλαμιακός
παλλαμιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Λαμία
παλλαμιακών	adj	γενική πληθυντικού του παλλαμιακός
παλλαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλαϊκό
παλλαϊκέ	adj	κλητική ενικού του παλλαϊκός
παλλαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλαϊκή
παλλαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλλαϊκός
παλλαϊκής	adj	γενική ενικού του παλλαϊκή
παλλαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλλαϊκός
παλλαϊκού	adj	γενική ενικού του παλλαϊκός
παλλαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλλαϊκός
παλλαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του παλλαϊκός
παλλαϊκός	adj	που περιλαμβάνει το σύνολο του λαού
παλλαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του παλλαϊκός
παλληκάρι	=	παλικάρι
παλληκάρια	=	παλικάρι
παλληκαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλληκαράς
παλληκαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλληκαράκι
παλληκαριά	=	παλικαριά
παλληκαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλληκαριά
παλληκαριού	=	παλικάρι
παλληκαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλληκαρισμός
παλληκαριών	=	παλικάρι
παλληνιώτικα	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικε	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικες	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικη	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικης	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικο	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικοι	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικος	adj	ο σχετικός με την Παλλήνη ή τους κατοίκους της
παλληνιώτικου	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικους	=	παλληνιώτικος
παλληνιώτικων	=	παλληνιώτικος
παλλόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλόμενο
παλλόμενε	adj	κλητική ενικού του παλλόμενος
παλλόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλλόμενη
παλλόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλλόμενος
παλλόμενης	adj	γενική ενικού του παλλόμενη
παλλόμενο	adj	αιτιατική ενικού του παλλόμενος
παλλόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλλόμενος
παλλόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (πάλλομαι) του ρήματος πάλλω: καθώς πάλλομαι, με παλμό
παλλόμενου	verb	γενική ενικού του παλλόμενος
παλλόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλλόμενος
παλλόμενων	adj	γενική πληθυντικού του παλλόμενος
παλμέ	noun	κλητική ενικού του παλμός
παλμέτα	noun	διακοσμητικό σχέδιο που απεικονίζει φύλλο φοινικιάς και αντιστοιχεί προς το ελληνικό ανθέμιο
παλμέτας	=	παλμέτα
παλμέτες	=	παλμέτα
παλμαρέ	noun	το σύνολο των επιτυχιών ή των επιτευγμάτων κάποιου
παλμετών	=	παλμέτα
παλμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλμικό
παλμικέ	adj	κλητική ενικού του παλμικός
παλμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλμική
παλμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλμικός
παλμικής	adj	γενική ενικού του παλμική
παλμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλμικός
παλμικού	adj	γενική ενικού του παλμικός
παλμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παλμικός
παλμικό	adj	αιτιατική ενικού του παλμικός
παλμικός	adj	σχετικός με παλμό
παλμικών	adj	γενική πληθυντικού του παλμικός
παλμικώς	adv	με παλμούς
παλμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλμός
παλμογεννήτρια	noun	συσκευή ή μηχανισμός που δημιουργεί παλμούς
παλμογεννήτριας	=	παλμογεννήτρια
παλμογεννήτριες	=	παλμογεννήτρια
παλμογεννητριών	=	παλμογεννήτρια
παλμογράφε	noun	κλητική ενικού του παλμογράφος
παλμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του παλμογράφος
παλμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλμογράφος
παλμογράφος	noun	επιστημονικό όργανο για τη μελέτη και απεικόνιση σε οθόνη φαινομένων με μορφή κύματος
παλμογράφου	noun	γενική ενικού του παλμογράφος
παλμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλμογράφος
παλμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του παλμογράφος
παλμοκωδικά	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδικέ	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδικές	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλμοκωδικός
παλμοκωδικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του παλμοκωδικός
παλμοκωδικοί	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδικού	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδικούς	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδικό	=	παλμοκωδικός
παλμοκωδικός	adj	που σχετίζεται με την παλμοκωδική διαμόρφωση
παλμοκωδικών	=	παλμοκωδικός
παλμοσκοπίου	=	παλμοσκόπιο
παλμοσκοπίων	=	παλμοσκόπιο
παλμοσκόπια	=	παλμοσκόπιο
παλμοσκόπιο	noun	ιατρικό όργανο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της συχνότητας και του ρυθμού των καρδιακών παλμών
παλμοσκόπιου	=	παλμοσκόπιο
παλμοσκόπιων	=	παλμοσκόπιο
παλμού	noun	γενική ενικού του παλμός
παλμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παλμός
παλμό	noun	αιτιατική ενικού του παλμός
παλμός	noun	η κίνηση που γίνεται εναλλάξ προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις
παλμών	noun	γενική πληθυντικού του παλμός
παλουκιού	=	παλούκι
παλουκιών	=	παλούκι
παλουκοκαυτών	=	παλουκοκαύτης
παλουκοκαύτες	=	παλουκοκαύτης
παλουκοκαύτη	=	παλουκοκαύτης
παλουκοκαύτης	noun	αυτός που μας αναγκάζει να κάψουμε ακόμα και τα παλούκια από τους φράχτες για να ζεσταθούμε
παλουκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παλούκωμα
παλουκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλουκωμένο
παλουκωμένε	verb	κλητική ενικού του παλουκωμένος
παλουκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλουκωμένη
παλουκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παλουκωμένος
παλουκωμένης	verb	γενική ενικού του παλουκωμένη
παλουκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παλουκωμένος
παλουκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παλουκωμένος
παλουκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παλουκωμένος
παλουκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παλουκωμένος
παλουκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παλουκωμένος
παλουκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνομαι
παλουκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλούκωμα
παλουκώματος	noun	γενική ενικού του παλούκωμα
παλουκώναμε	=	παλουκώνω
παλουκώναν	=	παλουκώνω
παλουκώνανε	=	παλουκώνω
παλουκώνατε	=	παλουκώνω
παλουκώνει	=	παλουκώνω
παλουκώνεις	=	παλουκώνω
παλουκώνετε	=	παλουκώνω
παλουκώνοντας	=	παλουκώνω
παλουκώνουμε	=	παλουκώνω
παλουκώνουν	=	παλουκώνω
παλουκώνουνε	=	παλουκώνω
παλουκώνω	verb	ανασκολοπίζω
παλουκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσαν	=	παλουκώνω
παλουκώσανε	=	παλουκώνω
παλουκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλουκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλούκι	noun	o πάσσαλος
παλούκια	=	παλούκι
παλούκωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παλουκώνω
παλούκωνα	=	παλουκώνω
παλούκωναν	=	παλουκώνω
παλούκωνε	=	παλουκώνω
παλούκωνες	=	παλουκώνω
παλούκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλούκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλούκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλούκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παλουκώνω
παλτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλτό
παλτουδάκι	noun	υποκοριστικό του παλτό
παλτουδάκια	=	παλτουδάκι
παλτουδιά	noun	παλτό που θεωρείται πολύ καλό και αξίζει να καμαρώνει κανείς γι' αυτό
παλτουδιάς	noun	γενική ενικού του παλτουδιά
παλτουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλτουδιά
παλτουδιών	=	παλτουδιά
παλτού	noun	γενική ενικού του παλτό
παλτό	noun	βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα
παλτών	noun	γενική πληθυντικού του παλτό
παλυνολογία	noun	η επιστημονική μελέτη των κόκκων γύρης, των σπόρων και άλλων μικροσκοπικών οργανικών υπολειμμάτων, με σκοπό την κατανόηση της φυτολογικής, περιβαλλοντικής και γεωλογικής ιστορίας
παλυνολογίας	=	παλυνολογία
παλυνολογίες	=	παλυνολογία
παλυνολογιών	=	παλυνολογία
παλών	noun	γενική πληθυντικού του πάλα
παμ	abbrev	αντιστασιακή οργάνωση ενάντια στη δικτατορία του 1967 στην Ελλάδα
παμβέβηλα	=	παμβέβηλος
παμβέβηλε	=	παμβέβηλος
παμβέβηλες	=	παμβέβηλος
παμβέβηλη	=	παμβέβηλος
παμβέβηλης	=	παμβέβηλος
παμβέβηλο	=	παμβέβηλος
παμβέβηλοι	=	παμβέβηλος
παμβέβηλος	adj	πλήρως, ο απόλυτα βέβηλος, αμαρτωλός
παμβέβηλου	=	παμβέβηλος
παμβέβηλους	=	παμβέβηλος
παμβέβηλων	=	παμβέβηλος
παμβαλκανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμβαλκανικό	adv	τοπικό επίρρημα του παμβαλκανικός
παμβαλκανικέ	adj	κλητική ενικού του παμβαλκανικός
παμβαλκανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμβαλκανική
παμβαλκανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παμβαλκανικός
παμβαλκανικής	adj	γενική ενικού του παμβαλκανική
παμβαλκανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμβαλκανικός
παμβαλκανικού	adj	γενική ενικού του παμβαλκανικός
παμβαλκανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παμβαλκανικός
παμβαλκανικό	adj	αιτιατική ενικού του παμβαλκανικός
παμβαλκανικός	adj	που αφορά το σύνολο των βαλκανικών χωρών
παμβαλκανικών	adj	γενική πληθυντικού του παμβαλκανικός
παμε	abbrev	συνδικαλιστικό μέτωπο δυνάμεων που πρόσκεινται στο ΚΚΕ
παμεινώνδας	=	επαμεινώνδας
παμμέγιστα	=	παμμέγιστος
παμμέγιστε	=	παμμέγιστος
παμμέγιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμέγιστη
παμμέγιστη	=	παμμέγιστος
παμμέγιστης	=	παμμέγιστος
παμμέγιστο	=	παμμέγιστος
παμμέγιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμμέγιστος
παμμέγιστος	adj	πολύ μεγάλος, τεράστιος
παμμέγιστου	=	παμμέγιστος
παμμέγιστους	=	παμμέγιστος
παμμέγιστων	=	παμμέγιστος
παμμήτωρ	adj|obsolete	αναφορά στον αρχαίο όρο παμμήτωρ
παμμίαρα	=	παμμίαρος
παμμίαρε	=	παμμίαρος
παμμίαρο	=	παμμίαρος
παμμίαροι	=	παμμίαρος
παμμίαρος	adj|archaic	μιαρότατος, ο πιο μιαρός, ασεβέστατος, πολύ ασεβής
παμμίαρου	=	παμμίαρος
παμμίαρους	=	παμμίαρος
παμμίαρων	=	παμμίαρος
παμμαγνησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμαγνησιακό
παμμαγνησιακέ	adj	κλητική ενικού του παμμαγνησιακός
παμμαγνησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμαγνησιακή
παμμαγνησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παμμαγνησιακός
παμμαγνησιακής	adj	γενική ενικού του παμμαγνησιακή
παμμαγνησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμμαγνησιακός
παμμαγνησιακού	adj	γενική ενικού του παμμαγνησιακός
παμμαγνησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παμμαγνησιακός
παμμαγνησιακό	adj	αιτιατική ενικού του παμμαγνησιακός
παμμαγνησιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Μαγνησία, ή με όλα τα μέρη της Μαγνησίας
παμμαγνησιακών	adj	γενική πληθυντικού του παμμαγνησιακός
παμμακάριστος	adj	προσωνυμία και επίκληση της Θεοτόκου
παμμακεδονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμακεδονικό
παμμακεδονικέ	adj	κλητική ενικού του παμμακεδονικός
παμμακεδονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμακεδονική
παμμακεδονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παμμακεδονικός
παμμακεδονικής	adj	γενική ενικού του παμμακεδονική
παμμακεδονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμμακεδονικός
παμμακεδονικού	adj	γενική ενικού του παμμακεδονικός
παμμακεδονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παμμακεδονικός
παμμακεδονικό	adj	αιτιατική ενικού του παμμακεδονικός
παμμακεδονικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Μακεδονία, ή με όλα τα μέρη της Μακεδονίας
παμμακεδονικών	adj	γενική πληθυντικού του παμμακεδονικός
παμμεσηνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμεσηνιακό
παμμεσηνιακέ	adj	κλητική ενικού του παμμεσηνιακός
παμμεσηνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμμεσηνιακή
παμμεσηνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παμμεσηνιακός
παμμεσηνιακής	adj	γενική ενικού του παμμεσηνιακή
παμμεσηνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμμεσηνιακός
παμμεσηνιακού	adj	γενική ενικού του παμμεσηνιακός
παμμεσηνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παμμεσηνιακός
παμμεσηνιακό	adj	αιτιατική ενικού του παμμεσηνιακός
παμμεσηνιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Μεσσηνία, ή με όλα τα μέρη της Μεσσηνίας
παμμεσηνιακών	adj	γενική πληθυντικού του παμμεσηνιακός
παμμιγής	adj|obsolete	πλήρως αναμεμιγμένος, ανακατεμένος με όλα τα είδη
παμπ	noun	κατάστημα όπου μπορεί κάποιος να διασκεδάσει ακούγοντας μουσική και πίνοντας αλκοολούχα ποτά
παμπάλαια	=	παμπάλαιος
παμπάλαιας	=	παμπάλαιος
παμπάλαιε	=	παμπάλαιος
παμπάλαιες	=	παμπάλαιος
παμπάλαιη	=	παμπάλαιος
παμπάλαιης	=	παμπάλαιος
παμπάλαιο	=	παμπάλαιος
παμπάλαιοι	=	παμπάλαιος
παμπάλαιος	adj	πάρα πολύ παλιός
παμπάλαιου	=	παμπάλαιος
παμπάλαιους	=	παμπάλαιος
παμπάλαιων	=	παμπάλαιος
παμπέσα	=	παμπέσης
παμπέση	=	παμπέσης
παμπέσηδες	=	παμπέσης
παμπέσηδων	=	παμπέσης
παμπέσης	noun	άλλη γραφή του μπαμπέσης (παρωχημένο)
παμπαίδες	noun	κατηγορία αγοριών που μετέχουν σε κάποιο άθλημα, και ηλικιακά τοποθετείται πριν από τους άντρες
παμπαίδων	=	παμπαίδες
παμπειραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμπειραϊκό
παμπειραϊκέ	adj	κλητική ενικού του παμπειραϊκός
παμπειραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμπειραϊκή
παμπειραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παμπειραϊκός
παμπειραϊκής	adj	γενική ενικού του παμπειραϊκή
παμπειραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμπειραϊκός
παμπειραϊκού	adj	γενική ενικού του παμπειραϊκός
παμπειραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παμπειραϊκός
παμπειραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του παμπειραϊκός
παμπειραϊκός	adj	ο σχετικός με ολόκληρο τον Πειραιά, ή με όλα τα μέρη της Πειραιά
παμπειραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του παμπειραϊκός
παμπελοποννησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμπελοποννησιακό
παμπελοποννησιακέ	adj	κλητική ενικού του παμπελοποννησιακός
παμπελοποννησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμπελοποννησιακή
παμπελοποννησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παμπελοποννησιακός
παμπελοποννησιακής	adj	γενική ενικού του παμπελοποννησιακή
παμπελοποννησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμπελοποννησιακός
παμπελοποννησιακού	adj	γενική ενικού του παμπελοποννησιακός
παμπελοποννησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παμπελοποννησιακός
παμπελοποννησιακό	adj	αιτιατική ενικού του παμπελοποννησιακός
παμπελοποννησιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Πελοπόννησο, ή με όλα τα μέρη της Πελοποννήσου
παμπελοποννησιακών	adj	γενική πληθυντικού του παμπελοποννησιακός
παμπιλονιού	=	παμπιλόνι
παμπιλονιών	=	παμπιλόνι
παμπιλόνι	noun	ανδριώτικο εσπεριδοειδές με καρπό μεγάλου μεγέθους (παρόμοιο με το κυδώνι) από τα οποία φτιάχνεται το ομώνυμο γλυκό, πιθανώς κιτρίον η πομπελμοσία, φράπα
παμπιλόνια	=	παμπιλόνι
παμπληθές	=	παμπληθής
παμπληθή	=	παμπληθής
παμπληθής	adj|archaic	πολυάριθμος
παμπληθείς	=	παμπληθής
παμπληθούς	=	παμπληθής
παμπληθών	=	παμπληθής
παμπροσφυγικά	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικέ	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικές	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγική	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικής	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικοί	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικού	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικούς	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικό	=	παμπροσφυγικός
παμπροσφυγικός	adj	που αφορά όλους τους πρόσφυγες
παμπροσφυγικών	=	παμπροσφυγικός
παμπόθητα	=	παμπόθητος
παμπόθητε	=	παμπόθητος
παμπόθητες	=	παμπόθητος
παμπόθητη	=	παμπόθητος
παμπόθητης	=	παμπόθητος
παμπόθητο	=	παμπόθητος
παμπόθητοι	=	παμπόθητος
παμπόθητος	adj	που τον ποθούν όλοι, πολύ ποθητός, περιπόθητος
παμπόθητου	=	παμπόθητος
παμπόθητους	=	παμπόθητος
παμπόθητων	=	παμπόθητος
παμπόνηρα	=	παμπόνηρος
παμπόνηρε	=	παμπόνηρος
παμπόνηρες	=	παμπόνηρος
παμπόνηρη	=	παμπόνηρος
παμπόνηρης	=	παμπόνηρος
παμπόνηρο	=	παμπόνηρος
παμπόνηροι	=	παμπόνηρος
παμπόνηρος	adj	πάρα πολύ πονηρός
παμπόνηρου	=	παμπόνηρος
παμπόνηρους	=	παμπόνηρος
παμπόνηρων	=	παμπόνηρος
παμφάγα	=	παμφάγος
παμφάγας	=	παμφάγος
παμφάγε	=	παμφάγος
παμφάγες	=	παμφάγος
παμφάγο	=	παμφάγος
παμφάγοι	=	παμφάγος
παμφάγος	adj	που τρώει και κρέας και φυτικές τροφές, που είναι ταυτοχρόνως και σαρκοφάγος και φυτοφάγος
παμφάγου	=	παμφάγος
παμφάγους	=	παμφάγος
παμφάγων	=	παμφάγος
παμφαγία	noun	το να τρώει κανείς τα πάντα (είτε φυτά / είτε κρέας)
παμφαγίας	noun	γενική ενικού του παμφαγία
παμφαγίες	=	παμφαγία
παμφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του παμφαγία
παμφορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμφορείο
παμφορείο	noun	παλαιότερο (ιπποκίνητο) όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών
παμφορείου	noun	γενική ενικού του παμφορείο
παμφορείων	noun	γενική πληθυντικού του παμφορείο
παμψηφία	noun	το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας κατά την οποία όλες οι ψήφοι δόθηκαν σε έναν υποψήφιο ή σε μία πρόταση
παμψηφίας	noun	γενική ενικού του παμψηφία
παμψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παμψηφία
παμψηφεί	adv	με τις ψήφους όλων, με παμψηφία
παμψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του παμψηφία
παμψυχισμέ	noun	κλητική ενικού του παμψυχισμός
παμψυχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παμψυχισμός
παμψυχισμού	noun	γενική ενικού του παμψυχισμός
παμψυχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παμψυχισμός
παμψυχισμό	noun	αιτιατική ενικού του παμψυχισμός
παμψυχισμός	noun	θεωρία που πιστεύει πως όλες οι ύλες δεν έχουν μόνο σώμα αλλά και ψυχή
παμψυχισμών	noun	γενική πληθυντικού του παμψυχισμός
παν	noun	το σύνολο, το σύμπαν, αλλά και το απόλυτα σημαντικό ή το πιο ουσιαστικό στοιχείο μιας κατάστασης, μιας διαπραγμάτευσης, ενός μηχανισμού.	pron|formal	κάθε
πανάγαθα	=	πανάγαθος
πανάγαθε	=	πανάγαθος
πανάγαθες	=	πανάγαθος
πανάγαθη	=	πανάγαθος
πανάγαθης	=	πανάγαθος
πανάγαθο	=	πανάγαθος
πανάγαθοι	=	πανάγαθος
πανάγαθος	adj	(αναφέρεται στον τριαδικό Θεό των χριστιανών και ειδικότερα στον Πατέρα) που χαρακτηρίζεται από άπειρη αγαθότητα (καλοσύνη)
πανάγαθου	=	πανάγαθος
πανάγαθους	=	πανάγαθος
πανάγαθων	=	πανάγαθος
πανάγια	=	πανάγιος
πανάγιας	=	πανάγιος
πανάγιε	=	πανάγιος
πανάγιες	=	πανάγιος
πανάγιο	=	πανάγιος
πανάγιοι	=	πανάγιος
πανάγιος	adj	που έχει την ιδιότητα του άγιου σε εξαιρετικό βαθμό
πανάγιου	=	πανάγιος
πανάγιους	=	πανάγιος
πανάγιων	=	πανάγιος
πανάδα	noun	μικρή υπόφαιος κηλίδα που υπάρχει στο δέρμα (πρόσωπο ή σώμα)
πανάδας	=	πανάδα
πανάδες	=	πανάδα
πανάδων	=	πανάδα
πανάθεμα	intj	εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια
πανάθλια	=	πανάθλιος
πανάθλιας	=	πανάθλιος
πανάθλιε	=	πανάθλιος
πανάθλιες	=	πανάθλιος
πανάθλιο	=	πανάθλιος
πανάθλιοι	=	πανάθλιος
πανάθλιος	adj	τελείως άθλιος, χαμερπής, τιποτένιος
πανάθλιου	=	πανάθλιος
πανάθλιους	=	πανάθλιος
πανάθλιων	=	πανάθλιος
πανάκεια	noun	το φάρμακο που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες
πανάκειας	=	πανάκεια
πανάκειες	=	πανάκεια
πανάκι	noun	μικρό πανί (κομμάτι ύφασμα ή πανί πλοίου)
πανάκια	=	πανάκι
πανάκριβα	adv	πάρα πολύ ακριβά
πανάκριβε	=	πανάκριβος
πανάκριβες	=	πανάκριβος
πανάκριβη	=	πανάκριβος
πανάκριβης	=	πανάκριβος
πανάκριβο	=	πανάκριβος
πανάκριβοι	=	πανάκριβος
πανάκριβος	adj	πάρα πολύ ακριβός
πανάκριβου	=	πανάκριβος
πανάκριβους	=	πανάκριβος
πανάκριβων	=	πανάκριβος
πανάμωμα	=	πανάμωμος
πανάμωμε	=	πανάμωμος
πανάμωμες	=	πανάμωμος
πανάμωμη	=	πανάμωμος
πανάμωμης	=	πανάμωμος
πανάμωμο	=	πανάμωμος
πανάμωμοι	=	πανάμωμος
πανάμωμος	adj	άσπιλος, αμόλυντος, πάναγνος
πανάμωμου	=	πανάμωμος
πανάμωμους	=	πανάμωμος
πανάμωμων	=	πανάμωμος
πανάξια	=	πανάξιος
πανάξιας	=	πανάξιος
πανάξιε	=	πανάξιος
πανάξιες	=	πανάξιος
πανάξιο	=	πανάξιος
πανάξιοι	=	πανάξιος
πανάξιος	adj	εξαιρετικά άξιος
πανάξιου	=	πανάξιος
πανάξιους	=	πανάξιος
πανάξιων	=	πανάξιος
πανάρισμα	noun	η πράξη και το αποτέλεσμα του πανάρω
πανάρχαια	=	πανάρχαιος
πανάρχαιας	=	πανάρχαιος
πανάρχαιε	=	πανάρχαιος
πανάρχαιες	=	πανάρχαιος
πανάρχαιη	=	πανάρχαιος
πανάρχαιης	=	πανάρχαιος
πανάρχαιο	=	πανάρχαιος
πανάρχαιοι	=	πανάρχαιος
πανάρχαιος	adj	πάρα πολύ αρχαίος, αρχαιότατος
πανάρχαιου	=	πανάρχαιος
πανάρχαιους	=	πανάρχαιος
πανάρχαιων	=	πανάρχαιος
πανάρω	verb	κυλώ ένα έδεσμα σε τριμμένη ψίχα ψωμιού ή σε τριμμένη φρυγανιά, προτού το τηγανίσω
πανάσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανάσχημο
πανάσχημε	adj	κλητική ενικού του πανάσχημος
πανάσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανάσχημη
πανάσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανάσχημος
πανάσχημης	adj	γενική ενικού του πανάσχημη
πανάσχημο	adj	αιτιατική ενικού του πανάσχημος
πανάσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανάσχημος
πανάσχημος	adj	πάρα πολύ άσχημος
πανάσχημου	adj	γενική ενικού του πανάσχημος
πανάσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανάσχημος
πανάσχημων	adj	γενική πληθυντικού του πανάσχημος
πανάχραντα	=	πανάχραντος
πανάχραντε	=	πανάχραντος
πανάχραντες	=	πανάχραντος
πανάχραντη	=	πανάχραντος
πανάχραντης	=	πανάχραντος
πανάχραντο	=	πανάχραντος
πανάχραντοι	=	πανάχραντος
πανάχραντος	adj	πανάγιος, αμόλυντος
πανάχραντου	=	πανάχραντος
πανάχραντους	=	πανάχραντος
πανάχραντων	=	πανάχραντος
πανέ	adj	πασπαλισμένος με τριμμένη φρυγανιά (αφού πρώτα βουτηχτεί σε χτυπημένο αβγό)
πανέλ	=	πάνελ
πανέμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέμορφο
πανέμορφε	adj	κλητική ενικού του πανέμορφος
πανέμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέμορφη
πανέμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανέμορφος
πανέμορφης	adj	γενική ενικού του πανέμορφη
πανέμορφο	adj	αιτιατική ενικού του πανέμορφος
πανέμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανέμορφος
πανέμορφος	adj	που είναι πάρα πολύ όμορφος
πανέμορφου	adj	γενική ενικού του πανέμορφος
πανέμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανέμορφος
πανέμορφων	adj	γενική πληθυντικού του πανέμορφος
πανένδοξα	=	πανένδοξος
πανένδοξε	=	πανένδοξος
πανένδοξες	=	πανένδοξος
πανένδοξη	=	πανένδοξος
πανένδοξης	=	πανένδοξος
πανένδοξο	=	πανένδοξος
πανένδοξοι	=	πανένδοξος
πανένδοξος	adj	που έχει αποκτήσει πολύ μεγάλη δόξα
πανένδοξου	=	πανένδοξος
πανένδοξους	=	πανένδοξος
πανένδοξων	=	πανένδοξος
πανέξυπνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέξυπνο
πανέξυπνε	adj	κλητική ενικού του πανέξυπνος
πανέξυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέξυπνη
πανέξυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανέξυπνος
πανέξυπνης	adj	γενική ενικού του πανέξυπνη
πανέξυπνο	adj	αιτιατική ενικού του πανέξυπνος
πανέξυπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανέξυπνος
πανέξυπνος	adj	εξαιρετικά έξυπνος
πανέξυπνου	adj	γενική ενικού του πανέξυπνος
πανέξυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανέξυπνος
πανέξυπνων	adj	γενική πληθυντικού του πανέξυπνος
πανέρημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέρημο
πανέρημε	adj	κλητική ενικού του πανέρημος
πανέρημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέρημη
πανέρημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανέρημος
πανέρημης	adj	γενική ενικού του πανέρημη
πανέρημο	adj	αιτιατική ενικού του πανέρημος
πανέρημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανέρημος
πανέρημος	adj	τελείως έρημος
πανέρημου	adj	γενική ενικού του πανέρημος
πανέρημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανέρημος
πανέρημων	adj	γενική πληθυντικού του πανέρημος
πανέρι	noun	ρηχό πλεχτό καλάθι με μία ή δύο λαβές
πανέρια	=	πανέρι
πανέρμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέρμο
πανέρμε	adj	κλητική ενικού του πανέρμος
πανέρμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανέρμη
πανέρμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανέρμος
πανέρμης	adj	γενική ενικού του πανέρμη
πανέρμο	adj	αιτιατική ενικού του πανέρμος
πανέρμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανέρμος
πανέρμου	adj	γενική ενικού του πανέρμος
πανέρμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανέρμος
πανέρμων	adj	γενική πληθυντικού του πανέρμος
πανέτοιμα	=	πανέτοιμος
πανέτοιμε	=	πανέτοιμος
πανέτοιμες	=	πανέτοιμος
πανέτοιμη	=	πανέτοιμος
πανέτοιμης	=	πανέτοιμος
πανέτοιμο	=	πανέτοιμος
πανέτοιμοι	=	πανέτοιμος
πανέτοιμος	adj	καθ' όλα έτοιμος, έτοιμος από κάθε άποψη, εντελώς έτοιμος
πανέτοιμου	=	πανέτοιμος
πανέτοιμους	=	πανέτοιμος
πανέτοιμων	=	πανέτοιμος
πανήγυρη	noun	ο λαμπρός εορτασμός ενός αγίου σε ναό αφιερωμένο σε αυτόν
πανήγυρης	=	πανήγυρη
πανήγυρις	noun|dated	η πανήγυρη
πανί	noun	κομμάτι ανθεκτικού υφάσματος, συνήθως βαμβακερού
πανίδα	noun	το σύνολο των ζώων σε μια περιοχή
πανίδας	=	πανίδα
πανίδες	=	πανίδα
πανίδων	=	πανίδα
πανίερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανίερο
πανίερε	adj	κλητική ενικού του πανίερος
πανίερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανίερη
πανίερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανίερος
πανίερης	adj	γενική ενικού του πανίερη
πανίερο	adj	αιτιατική ενικού του πανίερος
πανίεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανίερος
πανίερος	adj	πολύ ιερός
πανίερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανίερος
πανίερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανίερος
πανίερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανίερος
πανίζω	verb|dated	καθαρίζω με κάποιο πανί τον φούρνο, προκειμένου να είναι έτοιος για επόμενο φούρνισμα
πανίς	noun	πανίδα
πανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάνισμα
πανίσματος	noun	γενική ενικού του πάνισμα
πανίσχυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανίσχυρο
πανίσχυρε	adj	κλητική ενικού του πανίσχυρος
πανίσχυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανίσχυρη
πανίσχυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανίσχυρος
πανίσχυρης	adj	γενική ενικού του πανίσχυρη
πανίσχυρο	adj	αιτιατική ενικού του πανίσχυρος
πανίσχυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανίσχυρος
πανίσχυρος	adj	ο εξαιρετικά ισχυρός
πανίσχυρου	adj	γενική ενικού του πανίσχυρος
πανίσχυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανίσχυρος
πανίσχυρων	adj	γενική πληθυντικού του πανίσχυρος
παναγιοτάτου	=	παναγιότατος
παναγιοτάτους	=	παναγιότατος
παναγιοτάτων	=	παναγιότατος
παναγιοτήτων	=	παναγιότητα
παναγιότατε	=	παναγιότατος
παναγιότατο	=	παναγιότατος
παναγιότατοι	=	παναγιότατος
παναγιότατος	noun	προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη και κατ΄ εξαίρεση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης εντός των ορίων της Μητρόπολης
παναγιότατου	=	παναγιότατος
παναγιότατους	=	παναγιότατος
παναγιότατων	=	παναγιότατος
παναγιότητα	noun	τιμητική προσφώνηση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
παναγιότητας	=	παναγιότητα
παναγιότητες	=	παναγιότητα
παναγιώτατοι	=	παναγιώτατος
παναγιώτατος	adj	παλιότερη γραφή του Παναγιότατος
παναγιώτη	=	παναγιώτης
παναγιώτηδες	=	παναγιώτης
παναγιώτηδων	=	παναγιώτης
παναγιώτης	noun	άλλη γραφή του Παναγιότης
παναθηναϊκά	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκάκηδες	=	παναθηναϊκάκιας
παναθηναϊκάκηδων	=	παναθηναϊκάκιας
παναθηναϊκάκια	=	παναθηναϊκάκιας
παναθηναϊκάκιας	noun|slang	οπαδός ή φίλαθλος του Παναθηναϊκού
παναθηναϊκέ	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκές	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκή	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκής	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκοί	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκού	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκούς	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκό	=	παναθηναϊκός
παναθηναϊκός	adj	που περιλαμβάνει ή αφορά όλη την Αθήνα ή όλους τους Αθηναίους
παναθηναϊκών	=	παναθηναϊκός
παναιτωλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναιτωλικό
παναιτωλικέ	adj	κλητική ενικού του παναιτωλικός
παναιτωλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναιτωλική
παναιτωλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναιτωλικός
παναιτωλικής	adj	γενική ενικού του παναιτωλική
παναιτωλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναιτωλικός
παναιτωλικού	adj	γενική ενικού του παναιτωλικός
παναιτωλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναιτωλικός
παναιτωλικό	adj	αιτιατική ενικού του παναιτωλικός
παναιτωλικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Αιτωλία, ή με όλα τα μέρη αυτής
παναιτωλικών	adj	γενική πληθυντικού του παναιτωλικός
πανακαρνανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανακαρνανικό
πανακαρνανικέ	adj	κλητική ενικού του πανακαρνανικός
πανακαρνανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανακαρνανική
πανακαρνανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανακαρνανικός
πανακαρνανικής	adj	γενική ενικού του πανακαρνανική
πανακαρνανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανακαρνανικός
πανακαρνανικού	adj	γενική ενικού του πανακαρνανικός
πανακαρνανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανακαρνανικός
πανακαρνανικό	adj	αιτιατική ενικού του πανακαρνανικός
πανακαρνανικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Ακαρνανία, ή με όλα τα μέρη αυτής
πανακαρνανικών	adj	γενική πληθυντικού του πανακαρνανικός
πανακειών	=	πανάκεια
πανακότα	noun	γλυκό γλυκό από την Ιταλία, βασισμένο σε κρέμα γάλακτος
πανακότας	=	πανακότα
πανακότες	=	πανακότα
παναμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παναμάς
παναμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναμάς
παναμάδων	noun	γενική πληθυντικού του παναμάς
παναμάς	noun	είδος ψάθινου καπέλου για τους άνδρες
παναμέζα	noun	θηλυκό του Παναμέζος
παναμέζας	=	παναμέζα
παναμέζες	=	παναμέζα
παναμέζος	=	παναμέζα
παναμέζων	=	παναμέζα
παναμαία	=	παναμαίος
παναμαίε	=	παναμαίος
παναμαίο	=	παναμαίος
παναμαίοι	=	παναμαίος
παναμαίος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τον Παναμά
παναμαίου	=	παναμαίος
παναμαίους	=	παναμαίος
παναμαίων	=	παναμαίος
παναμερικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναμερικανικό
παναμερικανικέ	adj	κλητική ενικού του παναμερικανικός
παναμερικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναμερικανική
παναμερικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναμερικανικός
παναμερικανικής	adj	γενική ενικού του παναμερικανική
παναμερικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναμερικανικός
παναμερικανικού	adj	γενική ενικού του παναμερικανικός
παναμερικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναμερικανικός
παναμερικανικό	adj	αιτιατική ενικού του παναμερικανικός
παναμερικανικός	adj	που αφορά ολόκληρη την Αμερική
παναμερικανικών	adj	γενική πληθυντικού του παναμερικανικός
παναμερικανισμέ	noun	κλητική ενικού του παναμερικανισμός
παναμερικανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναμερικανισμός
παναμερικανισμού	noun	γενική ενικού του παναμερικανισμός
παναμερικανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παναμερικανισμός
παναμερικανισμό	noun	αιτιατική ενικού του παναμερικανισμός
παναμερικανισμός	noun	κίνημα το οποίο έχει ως στόχο τη δημιουργία φιλικών σχέσεων μεταξύ των χωρών της ηπείρου της Αμερικής
παναμερικανισμών	noun	γενική πληθυντικού του παναμερικανισμός
παναμώμητα	=	παναμώμητος
παναμώμητε	=	παναμώμητος
παναμώμητες	=	παναμώμητος
παναμώμητη	=	παναμώμητος
παναμώμητης	=	παναμώμητος
παναμώμητο	=	παναμώμητος
παναμώμητοι	=	παναμώμητος
παναμώμητος	adj	άλλη μορφή του πανάμωμος
παναμώμητου	=	παναμώμητος
παναμώμητους	=	παναμώμητος
παναμώμητων	=	παναμώμητος
πανανθρώπινα	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινε	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινες	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινη	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινης	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινο	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινοι	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινος	adj	που αφορά στο σύνολο της ανθρωπότητας
πανανθρώπινου	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινους	=	πανανθρώπινος
πανανθρώπινων	=	πανανθρώπινος
παναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανάρισμα
παναρίσματος	noun	γενική ενικού του πανάρισμα
παναραβίστρια	noun	θηλυκό του παναραβιστής
παναραβίστριας	=	παναραβίστρια
παναραβίστριες	=	παναραβίστρια
παναραβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναραβικό
παναραβικέ	adj	κλητική ενικού του παναραβικός
παναραβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναραβική
παναραβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναραβικός
παναραβικής	adj	γενική ενικού του παναραβική
παναραβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναραβικός
παναραβικού	adj	γενική ενικού του παναραβικός
παναραβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναραβικός
παναραβικό	adj	αιτιατική ενικού του παναραβικός
παναραβικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη τον χώρο των Αράβων, ή χωρών που επίσημη γλώσσα είναι η αραβική
παναραβικών	adj	γενική πληθυντικού του παναραβικός
παναραβισμέ	noun	κλητική ενικού του παναραβισμός
παναραβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναραβισμός
παναραβισμού	noun	γενική ενικού του παναραβισμός
παναραβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παναραβισμός
παναραβισμό	noun	αιτιατική ενικού του παναραβισμός
παναραβισμός	noun	η ιδέα της ένωσης όλων των Αράβων σε ένα κράτος
παναραβισμών	noun	γενική πληθυντικού του παναραβισμός
παναραβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναραβιστής
παναραβιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παναραβιστής
παναραβιστής	noun	αυτός που υποστηρίζει την ιδέα του παναραβισμού
παναραβιστριών	=	παναραβίστρια
παναραβιστών	noun	γενική πληθυντικού του παναραβιστής
παναργολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναργολικό
παναργολικέ	adj	κλητική ενικού του παναργολικός
παναργολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναργολική
παναργολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναργολικός
παναργολικής	adj	γενική ενικού του παναργολική
παναργολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναργολικός
παναργολικού	adj	γενική ενικού του παναργολικός
παναργολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναργολικός
παναργολικό	adj	αιτιατική ενικού του παναργολικός
παναργολικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Αργολίδα, ή με όλα τα μέρη της Αργολίδας
παναργολικών	adj	γενική πληθυντικού του παναργολικός
παναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πανάρισμα
παναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναρισμένο
παναρισμένε	verb	κλητική ενικού του παναρισμένος
παναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναρισμένη
παναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναρισμένος
παναρισμένης	verb	γενική ενικού του παναρισμένη
παναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παναρισμένος
παναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναρισμένος
παναρισμένος	verb	που έχει παναριστεί
παναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παναρισμένος
παναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παναρισμένος
παναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παναρισμένος
παναρκαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναρκαδικό
παναρκαδικέ	adj	κλητική ενικού του παναρκαδικός
παναρκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναρκαδική
παναρκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναρκαδικός
παναρκαδικής	adj	γενική ενικού του παναρκαδική
παναρκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναρκαδικός
παναρκαδικού	adj	γενική ενικού του παναρκαδικός
παναρκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναρκαδικός
παναρκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του παναρκαδικός
παναρκαδικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Αρκαδία, ή με όλα τα μέρη της Αρκαδίας
παναρκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του παναρκαδικός
πανασιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανασιατικό
πανασιατικέ	adj	κλητική ενικού του πανασιατικός
πανασιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανασιατική
πανασιατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανασιατικός
πανασιατικής	adj	γενική ενικού του πανασιατική
πανασιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανασιατικός
πανασιατικού	adj	γενική ενικού του πανασιατικός
πανασιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανασιατικός
πανασιατικό	adj	αιτιατική ενικού του πανασιατικός
πανασιατικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Ασία, ή απ΄ όλα τα κράτη, έθνη ή εδάφη και περιοχές της Ασίας
πανασιατικών	adj	γενική πληθυντικού του πανασιατικός
πανασιατισμέ	=	πανασιατισμός
πανασιατισμοί	=	πανασιατισμός
πανασιατισμού	=	πανασιατισμός
πανασιατισμούς	=	πανασιατισμός
πανασιατισμό	=	πανασιατισμός
πανασιατισμός	noun	όρος που αναφέρεται σε ιδεολογικά ρεύματα και κινήματα τα οποία προάγουν την πολιτική και οικονομική ενότητα και συνεργασία των ασιατικών λαών
πανασιατισμών	=	πανασιατισμός
παναττικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναττικό
παναττικέ	adj	κλητική ενικού του παναττικός
παναττικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναττική
παναττική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναττικός
παναττικής	adj	γενική ενικού του παναττική
παναττικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναττικός
παναττικού	adj	γενική ενικού του παναττικός
παναττικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναττικός
παναττικό	adj	αιτιατική ενικού του παναττικός
παναττικός	adj	που γίνεται σε όλη την Αττική, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την αφορά
παναττικών	adj	γενική πληθυντικού του παναττικός
παναφρικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναφρικανικό
παναφρικανικέ	adj	κλητική ενικού του παναφρικανικός
παναφρικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναφρικανική
παναφρικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναφρικανικός
παναφρικανικής	adj	γενική ενικού του παναφρικανική
παναφρικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναφρικανικός
παναφρικανικού	adj	γενική ενικού του παναφρικανικός
παναφρικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναφρικανικός
παναφρικανικό	adj	αιτιατική ενικού του παναφρικανικός
παναφρικανικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Αφρική, ή απ΄ όλα τα μέρη, έθνη, εδάφη και περιοχές της Αφρικής
παναφρικανικών	adj	γενική πληθυντικού του παναφρικανικός
παναφρικανισμέ	=	παναφρικανισμός
παναφρικανισμοί	=	παναφρικανισμός
παναφρικανισμού	=	παναφρικανισμός
παναφρικανισμούς	=	παναφρικανισμός
παναφρικανισμό	=	παναφρικανισμός
παναφρικανισμός	noun	όρος που αναφέρεται σε ιδεολογικά ρεύματα και κινήματα τα οποία προάγουν την πολιτική και οικονομική ενότητα και συνεργασία των αφρικανικών λαών
παναφρικανισμών	=	παναφρικανισμός
παναχαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναχαϊκό
παναχαϊκέ	adj	κλητική ενικού του παναχαϊκός
παναχαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παναχαϊκή
παναχαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παναχαϊκός
παναχαϊκής	adj	γενική ενικού του παναχαϊκή
παναχαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παναχαϊκός
παναχαϊκού	adj	γενική ενικού του παναχαϊκός
παναχαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παναχαϊκός
παναχαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του παναχαϊκός
παναχαϊκός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Αχαΐα, ή με όλα τα μέρη της Αχαΐας
παναχαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του παναχαϊκός
πανδέγμων	adj|formal	που δέχεται τα πάντα
πανδέκτες	=	πανδέκτης
πανδέκτη	=	πανδέκτης
πανδέκτης	noun	αυτός που δέχεται τα πάντα
πανδαιμονίου	=	πανδαιμόνιο
πανδαιμονίων	=	πανδαιμόνιο
πανδαιμόνια	=	πανδαιμόνιο
πανδαιμόνιο	noun	συνθήκες αναστάτωσης, σύγχυσης και αναταραχής
πανδαιμόνιον	noun	πανδαιμόνιο
πανδαιμόνιου	=	πανδαιμόνιο
πανδαιμόνιων	=	πανδαιμόνιο
πανδαισία	noun	πλούσιο γεύμα με μεγάλη ποικιλία φαγητών και γεύσεων
πανδαισίας	noun	γενική ενικού του πανδαισία
πανδαισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδαισία
πανδαισιών	noun	γενική πληθυντικού του πανδαισία
πανδαμάτειρα	=	πανδαμάτωρ
πανδαμάτορ	=	πανδαμάτωρ
πανδαμάτορα	=	πανδαμάτωρ
πανδαμάτορες	=	πανδαμάτωρ
πανδαμάτορος	=	πανδαμάτωρ
πανδαμάτωρ	noun	αυτός που τα δαμάζει όλα, που τα νικάει όλα
πανδαματόρων	=	πανδαμάτωρ
πανδεκτικές	=	πανδεκτική
πανδεκτική	noun	η απανταχούσα
πανδεκτικής	=	πανδεκτική
πανδεκτικών	=	πανδεκτική
πανδεκτών	=	πανδέκτης
πανδημία	noun	επιδημία που έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη χώρα ή ευρύτερα σε χώρες γεωγραφικής περιοχής ακόμα και ηπείρου (π.χ. η γρίπη)
πανδημίας	noun	γενική ενικού του πανδημία
πανδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδημία
πανδημεί	adv|formal	όλος ο δήμος, όλος ο λαός
πανδημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδημικό
πανδημικέ	adj	κλητική ενικού του πανδημικός
πανδημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδημική
πανδημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανδημικός
πανδημικής	adj	γενική ενικού του πανδημική
πανδημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανδημικός
πανδημικού	adj	γενική ενικού του πανδημικός
πανδημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανδημικός
πανδημικό	adj	αιτιατική ενικού του πανδημικός
πανδημικός	adj	που έχει το χαρακτήρα πανδημίας
πανδημικών	adj	γενική πληθυντικού του πανδημικός
πανδημιών	noun	γενική πληθυντικού του πανδημία
πανδιδακτήρια	=	πανδιδακτήριο
πανδιδακτήριο	noun|dated	πανεπιστήμιο
πανδιδακτήριου	=	πανδιδακτήριο
πανδιδακτηρίου	=	πανδιδακτήριο
πανδιδακτηρίων	=	πανδιδακτήριο
πανδοχέα	=	πανδοχέας
πανδοχέας	noun	ο ιδιοκτήτης πανδοχείου
πανδοχέων	=	πανδοχέας
πανδοχέως	=	πανδοχέας
πανδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδοχείο
πανδοχείο	noun	κτήριο κατάλληλο να προσφέρει στέγη και τροφή σε περαστικούς ταξιδιώτες
πανδοχείου	noun	γενική ενικού του πανδοχείο
πανδοχείς	=	πανδοχέας
πανδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του πανδοχείο
πανδούρε	=	πανδούρος
πανδούρο	=	πανδούρος
πανδούροι	=	πανδούρος
πανδούρος	noun	ουγγροκροάτης ή ρουμάνος μισθοφόρος
πανδούρου	=	πανδούρος
πανδούρους	=	πανδούρος
πανδούρων	=	πανδούρος
πανδραμαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδραμαϊκό
πανδραμαϊκέ	adj	κλητική ενικού του πανδραμαϊκός
πανδραμαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανδραμαϊκή
πανδραμαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανδραμαϊκός
πανδραμαϊκής	adj	γενική ενικού του πανδραμαϊκή
πανδραμαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανδραμαϊκός
πανδραμαϊκού	adj	γενική ενικού του πανδραμαϊκός
πανδραμαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανδραμαϊκός
πανδραμαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πανδραμαϊκός
πανδραμαϊκός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την περιοχή της Δράμας
πανδραμαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πανδραμαϊκός
πανεδεσσαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεδεσσαϊκό
πανεδεσσαϊκέ	adj	κλητική ενικού του πανεδεσσαϊκός
πανεδεσσαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεδεσσαϊκή
πανεδεσσαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανεδεσσαϊκός
πανεδεσσαϊκής	adj	γενική ενικού του πανεδεσσαϊκή
πανεδεσσαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανεδεσσαϊκός
πανεδεσσαϊκού	adj	γενική ενικού του πανεδεσσαϊκός
πανεδεσσαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανεδεσσαϊκός
πανεδεσσαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πανεδεσσαϊκός
πανεδεσσαϊκός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Έδεσσα, ή με όλα τα μέρη αυτής
πανεδεσσαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πανεδεσσαϊκός
πανεθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεθνικό
πανεθνικέ	adj	κλητική ενικού του πανεθνικός
πανεθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεθνική
πανεθνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανεθνικός
πανεθνικής	adj	γενική ενικού του πανεθνική
πανεθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανεθνικός
πανεθνικού	adj	γενική ενικού του πανεθνικός
πανεθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανεθνικός
πανεθνικό	adj	αιτιατική ενικού του πανεθνικός
πανεθνικός	adj	που αναφέρεται στο σύνολο ενός έθνους
πανεθνικών	adj	γενική πληθυντικού του πανεθνικός
πανεκφε	abbrev	Πανελλήνια Ένωση ΕΚΦΕ: πανελλήνια ένωση των υπευθύνων των ΕΚΦΕ, που συντονίζει τη συνεργασία τους και προάγει τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών μέσω κοινών δράσεων και επιστημονικής υποστήριξης
πανελλήνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανελλήνιος	adv	με πανελλήνιο τρόπο, με όλους τους Έλληνες
πανελλήνιας	=	πανελλήνιος
πανελλήνιε	=	πανελλήνιος
πανελλήνιες	noun	οι πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του πανελλήνιος
πανελλήνιη	=	πανελλήνιος
πανελλήνιης	=	πανελλήνιος
πανελλήνιια	=	πανελλήνιος
πανελλήνιιο	=	πανελλήνιος
πανελλήνιο	=	πανελλήνιος
πανελλήνιοι	=	πανελλήνιος
πανελλήνιος	adj	που αναφέρεται σε όλους τους Έλληνες και ολόκληρη την Ελλάδα
πανελλήνιου	=	πανελλήνιος
πανελλήνιους	=	πανελλήνιος
πανελλήνιων	=	πανελλήνιος
πανελλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανελλαδικό	adv	σε ολόκληρη την Ελλάδα
πανελλαδικέ	adj	κλητική ενικού του πανελλαδικός
πανελλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανελλαδική
πανελλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανελλαδικός
πανελλαδικής	adj	γενική ενικού του πανελλαδική
πανελλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανελλαδικός
πανελλαδικού	adj	γενική ενικού του πανελλαδικός
πανελλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανελλαδικός
πανελλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του πανελλαδικός
πανελλαδικός	adj	που αναφέρεται σε ολόκληρη την Ελλάδα
πανελλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του πανελλαδικός
πανελλαδικώς	adv|formal	πανελλαδικά
πανελληνίων	=	πανελλήνιες
πανελληνιονίκες	=	πανελληνιονίκης
πανελληνιονίκη	=	πανελληνιονίκης
πανελληνιονίκης	noun	που έχει κερδίσει σε πανελλήνιους αγώνες, ο τίτλος αποδίδεται και στους επόμενους, π.χ. δεύτερος πανελληνιονίκης, τρίτος κτλ.
πανελληνιονικών	=	πανελληνιονίκης
πανενθεϊσμέ	=	πανενθεϊσμός
πανενθεϊσμοί	=	πανενθεϊσμός
πανενθεϊσμού	=	πανενθεϊσμός
πανενθεϊσμούς	=	πανενθεϊσμός
πανενθεϊσμό	=	πανενθεϊσμός
πανενθεϊσμός	noun	άποψη κατά την οποία ο θεός και ο κόσμος δεν ταυτίζονται, αλλά το καθετί περιέχεται στον θεό, χωρίς όμως η θεία ουσία να εξαντλείται μέσα στον κόσμο
πανενθεϊσμών	=	πανενθεϊσμός
πανεπιστήμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεπιστήμιο
πανεπιστήμιο	noun	ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα· υποδιαιρείται σε σχολές όπου διδάσκονται διάφορες επιστήμες.
πανεπιστήμιον	noun	πανεπιστήμιο
πανεπιστήμιου	=	πανεπιστήμιο
πανεπιστήμον	=	πανεπιστήμων
πανεπιστήμων	adj	που έχει επιστημονική γνώση για όλα τα γνωστικά πεδία
πανεπιστημίου	noun	γενική ενικού του πανεπιστήμιο
πανεπιστημίων	noun	γενική πληθυντικού του πανεπιστήμιο
πανεπιστημιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεπιστημιακό
πανεπιστημιακέ	adj	κλητική ενικού του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεπιστημιακή
πανεπιστημιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιακής	adj	γενική ενικού του πανεπιστημιακή
πανεπιστημιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιακού	adj	γενική ενικού του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιακό	adj	αιτιατική ενικού του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιακός	noun	ο εργαζόμενος σε πανεπιστήμιο	adj	που έχει σχέση με ή αναφέρεται στο πανεπιστήμιο
πανεπιστημιακών	adj	γενική πληθυντικού του πανεπιστημιακός
πανεπιστημιοπόλεις	=	πανεπιστημιόπολη
πανεπιστημιοπόλεων	=	πανεπιστημιόπολη
πανεπιστημιουπόλεις	=	πανεπιστημιούπολη
πανεπιστημιουπόλεων	=	πανεπιστημιούπολη
πανεπιστημιούπολη	noun	ενιαίος χώρος μεγάλης έκτασης (σαν μικρή πόλη) με σύνολο εγκαταστάσεων που εξυπηρετούν τη λειτουργία ενός πανεπιστημίου. όπως γραμματειακή υποστήριξη, αίθουσες διδασκαλίας, γραφεία καθηγητών, εργαστήρια, βιβλιοθήκη, φοιτητικές εστίες, χώρους στάθμευσης, φαρμακείο, ιατρείο, ναό προσευχής, καφετέρια, εστιατόριο, μικρή αγορά, ΑΤΜ, βιβλιοπωλείο και χώρους περιπάτου
πανεπιστημιούπολης	=	πανεπιστημιούπολη
πανεπιστημιόπολη	noun	άλλη μορφή του πανεπιστημιούπολη
πανεπιστημιόπολης	=	πανεπιστημιόπολη
πανεπιστημοσυνών	=	πανεπιστημοσύνη
πανεπιστημοσύνες	=	πανεπιστημοσύνη
πανεπιστημοσύνη	noun|archaic	το να είναι κάποιος πανεπιστήμων, η ιδιότητα του πανεπιστήμονα
πανεπιστημοσύνης	=	πανεπιστημοσύνη
πανερά	=	πανεράς
πανεράδες	=	πανεράς
πανεράδων	=	πανεράς
πανεράκι	noun	μικρό πανέρι
πανεράκια	=	πανεράκι
πανεράς	noun	ο κατασκευαστής πανεριών
πανεργατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεργατικό
πανεργατικέ	adj	κλητική ενικού του πανεργατικός
πανεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεργατική
πανεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανεργατικός
πανεργατικής	adj	γενική ενικού του πανεργατική
πανεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανεργατικός
πανεργατικού	adj	γενική ενικού του πανεργατικός
πανεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανεργατικός
πανεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του πανεργατικός
πανεργατικός	adj	που αφορά στο σύνολο της εργατικής τάξης
πανεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του πανεργατικός
πανεριά	noun	η ποσότητα που χωράει ένα πανέρι
πανεριάς	=	πανεριά
πανεριές	=	πανεριά
πανεριού	=	πανέρι
πανεριών	=	πανέρι
πανετόνε	noun	χριστουγεννιάτικο γλυκό ψωμί με καραμελωμένα φρούτα από την Ιταλία
πανευβοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανευβοϊκό
πανευβοϊκέ	adj	κλητική ενικού του πανευβοϊκός
πανευβοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανευβοϊκή
πανευβοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανευβοϊκός
πανευβοϊκής	adj	γενική ενικού του πανευβοϊκή
πανευβοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανευβοϊκός
πανευβοϊκού	adj	γενική ενικού του πανευβοϊκός
πανευβοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανευβοϊκός
πανευβοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πανευβοϊκός
πανευβοϊκός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Εύβοια, ή με όλα τα μέρη της Εύβοιας
πανευβοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πανευβοϊκός
πανευδαίμων	adj|archaic	ο πάρα πολύ ευδαίμων
πανευρωπαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πανευρωπαϊκός	adv	σε όλη την Ευρώπη
πανευρωπαϊκέ	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκές	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκή	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκής	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκοί	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκού	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκούς	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκό	=	πανευρωπαϊκός
πανευρωπαϊκός	adj	που αφορά όλη την Ευρώπη
πανευρωπαϊκών	=	πανευρωπαϊκός
πανευτυχές	=	πανευτυχής
πανευτυχή	=	πανευτυχής
πανευτυχής	adj	πάρα πολύ ευτυχισμένος
πανευτυχείς	=	πανευτυχής
πανευτυχούς	=	πανευτυχής
πανευτυχών	=	πανευτυχής
πανευτυχώς	adv|rare	χρησιμοποιείται σαν υπερθετικός βαθμός του ευτυχώς
πανεύκολα	=	πανεύκολος
πανεύκολε	=	πανεύκολος
πανεύκολες	=	πανεύκολος
πανεύκολη	=	πανεύκολος
πανεύκολης	=	πανεύκολος
πανεύκολο	adj	αιτιατική ενικού του πανεύκολος
πανεύκολοι	=	πανεύκολος
πανεύκολος	adj	πάρα πολύ εύκολος
πανεύκολου	=	πανεύκολος
πανεύκολους	=	πανεύκολος
πανεύκολων	=	πανεύκολος
πανεύφημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεύφημο
πανεύφημε	adj	κλητική ενικού του πανεύφημος
πανεύφημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανεύφημη
πανεύφημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανεύφημος
πανεύφημης	adj	γενική ενικού του πανεύφημη
πανεύφημο	adj	αιτιατική ενικού του πανεύφημος
πανεύφημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανεύφημος
πανεύφημος	adj|formal	που ευφημείται σε μεγάλο βαθμό
πανεύφημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανεύφημος
πανεύφημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανεύφημος
πανεύφημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανεύφημος
πανζουρλισμέ	noun	κλητική ενικού του πανζουρλισμός
πανζουρλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανζουρλισμός
πανζουρλισμού	noun	γενική ενικού του πανζουρλισμός
πανζουρλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανζουρλισμός
πανζουρλισμό	noun	αιτιατική ενικού του πανζουρλισμός
πανζουρλισμός	noun	συνθήκες αναστάτωσης, σύγχυσης και αναταραχής, που προκαλούνται από ενέργειες ή αντιδράσεις πολλών
πανζουρλισμών	noun	γενική πληθυντικού του πανζουρλισμός
πανηγυρίζαμε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζαν	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζανε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζατε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζει	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζεις	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζετε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζομε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζοντας	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζουμε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζουν	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζουνε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίζω	verb	γιορτάζω και διοργανώνω πανηγύρι σε μια θρησκευτική εορτή
πανηγυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσαν	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίσανε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσομε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίσουνε	=	πανηγυρίζω
πανηγυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρίστρια	noun	θηλυκό του πανηγυριστής
πανηγυρίστριας	noun	γενική ενικού του πανηγυρίστρια
πανηγυρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρίστρια
πανηγυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρικό	adv	κατά τρόπο πανηγυρικό
πανηγυρικέ	adj	κλητική ενικού του πανηγυρικός
πανηγυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρική
πανηγυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανηγυρικός
πανηγυρικής	adj	γενική ενικού του πανηγυρική
πανηγυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρικός
πανηγυρικού	adj	γενική ενικού του πανηγυρικός
πανηγυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανηγυρικός
πανηγυρικό	adj	αιτιατική ενικού του πανηγυρικός
πανηγυρικός	adj	που γίνεται για να γιορταστεί κάποιο ευχάριστο, συνήθως επετειακό, γεγονός	noun	ο λόγος που εκφωνείται στα πλαίσια ενός εορτασμού
πανηγυρικών	adj	γενική πληθυντικού του πανηγυρικός
πανηγυρικώς	adv|dated	πανηγυρικά
πανηγυριού	=	πανηγύρι
πανηγυρισμέ	noun	κλητική ενικού του πανηγυρισμός
πανηγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρισμένο
πανηγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρισμένη
πανηγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμένης	verb	γενική ενικού του πανηγυρισμένη
πανηγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανηγυρισμένος
πανηγυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηγυρισμός
πανηγυρισμού	noun	γενική ενικού του πανηγυρισμός
πανηγυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανηγυρισμός
πανηγυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του πανηγυρισμός
πανηγυρισμός	noun	σύνολο εκδηλώσεων που εκφράζουν τη μεγάλη χαρά και τον ενθουσιασμό ενός ατόμου ή ομάδας για ένα πρόσφατο γεγονός
πανηγυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του πανηγυρισμός
πανηγυριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυριστής
πανηγυριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πανηγυριστής
πανηγυριστής	noun	αυτός που πανηγυρίζει
πανηγυριστριών	noun	γενική πληθυντικού του πανηγυρίστρια
πανηγυριστών	noun	γενική πληθυντικού του πανηγυριστής
πανηγυριτζή	=	πανηγυριτζής
πανηγυριτζήδες	=	πανηγυριτζής
πανηγυριτζήδων	=	πανηγυριτζής
πανηγυριτζής	noun	άτομο που εργάζεται σε πανηγύρια (έμπορος, καλλιτέχνης κλπ)
πανηγυριωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πανηγυριώτισσα
πανηγυριωτών	=	πανηγυριώτης
πανηγυριών	=	πανηγύρι
πανηγυριώτες	=	πανηγυριώτης
πανηγυριώτη	=	πανηγυριώτης
πανηγυριώτης	noun	αυτός που προσέρχεται σε μια πανήγυρη
πανηγυριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυριώτικο
πανηγυριώτικε	adj	κλητική ενικού του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυριώτικη
πανηγυριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτικης	adj	γενική ενικού του πανηγυριώτικη
πανηγυριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτικος	adj	σχετικός με ένα πανηγύρι
πανηγυριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανηγυριώτικος
πανηγυριώτισσα	noun	πανηγυριώτης
πανηγυριώτισσας	noun	γενική ενικού του πανηγυριώτισσα
πανηγυριώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγυριώτισσα
πανηγυρτζή	=	πανηγυρτζής
πανηγυρτζήδες	=	πανηγυρτζής
πανηγυρτζήδων	=	πανηγυρτζής
πανηγυρτζής	noun	άλλη μορφή του πανηγυριτζής
πανηγύρεις	=	πανήγυρη
πανηγύρεων	=	πανήγυρη
πανηγύρι	noun	εορτασμός θρησκευτικής γιορτής σε έναν τόπο με φαγητά και χορούς
πανηγύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηγύρι
πανηγύριζα	=	πανηγυρίζω
πανηγύριζαν	=	πανηγυρίζω
πανηγύριζε	=	πανηγυρίζω
πανηγύριζες	=	πανηγυρίζω
πανηγύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηγύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανηγυρίζω
πανηλίθια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηλίθιο
πανηλίθιε	adj	κλητική ενικού του πανηλίθιος
πανηλίθιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηλίθιη
πανηλίθιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανηλίθιος
πανηλίθιης	adj	γενική ενικού του πανηλίθιη
πανηλίθιο	adj	αιτιατική ενικού του πανηλίθιος
πανηλίθιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηλίθιος
πανηλίθιος	adj	ο πολύ ηλίθιος
πανηλίθιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανηλίθιος
πανηλίθιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανηλίθιος
πανηλίθιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανηλίθιος
πανηλειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηλειακό
πανηλειακέ	adj	κλητική ενικού του πανηλειακός
πανηλειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηλειακή
πανηλειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανηλειακός
πανηλειακής	adj	γενική ενικού του πανηλειακή
πανηλειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηλειακός
πανηλειακού	adj	γενική ενικού του πανηλειακός
πανηλειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανηλειακός
πανηλειακό	adj	αιτιατική ενικού του πανηλειακός
πανηλειακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Ηλεία, ή με όλα τα μέρη της Ηλείας
πανηλειακών	adj	γενική πληθυντικού του πανηλειακός
πανηπειρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηπειρωτικό
πανηπειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του πανηπειρωτικός
πανηπειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανηπειρωτική
πανηπειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανηπειρωτικός
πανηπειρωτικής	adj	γενική ενικού του πανηπειρωτική
πανηπειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανηπειρωτικός
πανηπειρωτικού	adj	γενική ενικού του πανηπειρωτικός
πανηπειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανηπειρωτικός
πανηπειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πανηπειρωτικός
πανηπειρωτικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Ήπειρο, ή με όλα τα μέρη της Ηπείρου
πανηπειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πανηπειρωτικός
πανθʹ	verb	μονοτονική γραφή του πάνθʹ
πανθέου	=	πάνθεο
πανθέων	=	πάνθεο
πανθήρων	=	πάνθηρας
πανθεΐστρια	noun	πανθεϊστής
πανθεΐστριας	noun	γενική ενικού του πανθεΐστρια
πανθεΐστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεΐστρια
πανθεσπρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεσπρωτικό
πανθεσπρωτικέ	adj	κλητική ενικού του πανθεσπρωτικός
πανθεσπρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεσπρωτική
πανθεσπρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανθεσπρωτικός
πανθεσπρωτικής	adj	γενική ενικού του πανθεσπρωτική
πανθεσπρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανθεσπρωτικός
πανθεσπρωτικού	adj	γενική ενικού του πανθεσπρωτικός
πανθεσπρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανθεσπρωτικός
πανθεσπρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πανθεσπρωτικός
πανθεσπρωτικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Θεσπρωτία, ή με όλα τα μέρη αυτής
πανθεσπρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πανθεσπρωτικός
πανθεσσαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεσσαλικό
πανθεσσαλικέ	adj	κλητική ενικού του πανθεσσαλικός
πανθεσσαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεσσαλική
πανθεσσαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανθεσσαλικός
πανθεσσαλικής	adj	γενική ενικού του πανθεσσαλική
πανθεσσαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανθεσσαλικός
πανθεσσαλικού	adj	γενική ενικού του πανθεσσαλικός
πανθεσσαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανθεσσαλικός
πανθεσσαλικό	adj	αιτιατική ενικού του πανθεσσαλικός
πανθεσσαλικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Θεσσαλία, ή με όλα τα μέρη της Θεσσαλίας
πανθεσσαλικών	adj	γενική πληθυντικού του πανθεσσαλικός
πανθεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του πανθεϊσμός
πανθεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανθεϊσμός
πανθεϊσμού	noun	γενική ενικού του πανθεϊσμός
πανθεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανθεϊσμός
πανθεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του πανθεϊσμός
πανθεϊσμός	noun	η πεποίθηση ότι η φύση και ο θεός είναι ένα και συμπερασματικά ότι ο κόσμος είναι θείος
πανθεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του πανθεϊσμός
πανθεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεϊστής
πανθεϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πανθεϊστής
πανθεϊστής	noun	αυτός που συμφωνεί με τις ιδέες του πανθεϊσμού
πανθεϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πανθεϊστικός	adv	με πανθεϊστικό τρόπο
πανθεϊστικέ	adj	κλητική ενικού του πανθεϊστικός
πανθεϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθεϊστική
πανθεϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανθεϊστικός
πανθεϊστικής	adj	γενική ενικού του πανθεϊστική
πανθεϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανθεϊστικός
πανθεϊστικού	adj	γενική ενικού του πανθεϊστικός
πανθεϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανθεϊστικός
πανθεϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του πανθεϊστικός
πανθεϊστικός	adj	που σχετίζεται με τον πανθεϊσμό
πανθεϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του πανθεϊστικός
πανθεϊστικώς	adv|dated	πανθεϊστικά
πανθεϊστριών	noun	γενική πληθυντικού του πανθεΐστρια
πανθεϊστών	noun	γενική πληθυντικού του πανθεϊστής
πανθομολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανθομολογούμαι
πανθομολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανθομολογούμαι
πανθομολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πανθομολογούμαι
πανθομολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανθομολογούμαι
πανθομολογουμένως	adv|formal	όπως ομολογείται απ’ όλους, όπως όλοι παραδέχονται
πανθομολογούμαι	verb	ομολογούμαι από όλους
πανθομολογούμενος	=	πανθομολογούμαι
πανθρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθρακικό
πανθρακικέ	adj	κλητική ενικού του πανθρακικός
πανθρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανθρακική
πανθρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανθρακικός
πανθρακικής	adj	γενική ενικού του πανθρακική
πανθρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανθρακικός
πανθρακικού	adj	γενική ενικού του πανθρακικός
πανθρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανθρακικός
πανθρακικό	adj	αιτιατική ενικού του πανθρακικός
πανθρακικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη τη Θράκη, ή με όλα τα μέρη της Θράκης
πανθρακικών	adj	γενική πληθυντικού του πανθρακικός
πανιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανί
πανιάζω	verb	το χρώμα του προσώπου μου γίνεται σαν του πανιού, χλομιάζω
πανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάνιασμα
πανιάσματος	noun	γενική ενικού του πάνιασμα
πανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανιάζω
πανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάνιασμα
πανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανιασμένο
πανιασμένε	verb	κλητική ενικού του πανιασμένος
πανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανιασμένη
πανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανιασμένος
πανιασμένης	verb	γενική ενικού του πανιασμένη
πανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πανιασμένος
πανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανιασμένος
πανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανιασμένος
πανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πανιασμένος
πανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανιασμένος
πανιδικά	=	πανιδικός
πανιδικέ	=	πανιδικός
πανιδικές	=	πανιδικός
πανιδική	=	πανιδικός
πανιδικής	=	πανιδικός
πανιδικοί	=	πανιδικός
πανιδικού	=	πανιδικός
πανιδικούς	=	πανιδικός
πανιδικό	=	πανιδικός
πανιδικός	adj	που έχει σχέση με την πανίδα ή αναφέρεται σʼ αυτή
πανιδικών	=	πανιδικός
πανιδρωσία	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ιδρώνει υπερβολικά σε όλο του το σώμα ακόμη και σε συνθήκες που δεν δικαιολογούν την υπερβολική εφίδρωση
πανιδρωσίας	=	πανιδρωσία
πανιδρωσίες	=	πανιδρωσία
πανιδρωσιών	=	πανιδρωσία
πανιεροτήτων	=	πανιερότητα
πανιερότητα	noun	το να είναι κάποιος πανίερος, η ιδιότητα του πανίερου
πανιερότητας	=	πανιερότητα
πανιερότητες	=	πανιερότητα
πανικά	noun	πανιά, πχ πετσέτες της κουζίνας
πανικέ	noun	κλητική ενικού του πανικός
πανικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανικός
πανικοβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλαν	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλανε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλλαμε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλαν	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλανε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλατε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλει	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλεις	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλεσαι	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλεστε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλεται	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλετε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλομαι	verb	καταλαμβάνομαι από ανεξέλεγκτο φόβο, από πανικό
πανικοβάλλομε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλονται	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλονταν	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλοντας	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλουμε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλουν	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλουνε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλλω	verb	προκαλώ πανικό σε κάποιον
πανικοβάλομε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβάλουνε	=	πανικοβάλλω
πανικοβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικοβαλλόμασταν	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόμαστε	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόμουν	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόμουνα	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόντουσαν	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόσασταν	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόσαστε	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόσουν	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόσουνα	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλόταν	=	πανικοβάλλω
πανικοβαλλότανε	=	πανικοβάλλω
πανικοβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβλήσου	=	πανικοβάλλω
πανικοβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθήκαν	=	πανικοβάλλω
πανικοβληθήκανε	=	πανικοβάλλω
πανικοβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβληθούνε	=	πανικοβάλλω
πανικοβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλομαι
πανικοβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανικοβλημένο
πανικοβλημένε	verb	κλητική ενικού του πανικοβλημένος
πανικοβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανικοβλημένη
πανικοβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανικοβλημένος
πανικοβλημένης	verb	γενική ενικού του πανικοβλημένη
πανικοβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του πανικοβλημένος
πανικοβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανικοβλημένος
πανικοβλημένος	=	πανικοβάλλω
πανικοβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανικοβλημένος
πανικοβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πανικοβλημένος
πανικοβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανικοβλημένος
πανικού	noun	γενική ενικού του πανικός
πανικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανικός
πανικό	noun	αιτιατική ενικού του πανικός
πανικόβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικόβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικόβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικόβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πανικοβάλλω
πανικόβαλλα	=	πανικοβάλλω
πανικόβαλλαν	=	πανικοβάλλω
πανικόβαλλε	=	πανικοβάλλω
πανικόβαλλες	=	πανικοβάλλω
πανικόβλητα	=	πανικόβλητος
πανικόβλητε	=	πανικόβλητος
πανικόβλητες	=	πανικόβλητος
πανικόβλητη	=	πανικόβλητος
πανικόβλητης	=	πανικόβλητος
πανικόβλητο	=	πανικόβλητος
πανικόβλητοι	=	πανικόβλητος
πανικόβλητος	adj	που έχει καταληφθεί από πανικό
πανικόβλητου	=	πανικόβλητος
πανικόβλητους	=	πανικόβλητος
πανικόβλητων	=	πανικόβλητος
πανικός	noun	πολύ μεγάλος φόβος που οδηγεί σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις
πανικών	noun	γενική πληθυντικού του πανικός
πανινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανινό
πανινέ	adj	κλητική ενικού του πανινός
πανινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανινή
πανινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανινός
πανινής	adj	γενική ενικού του πανινή
πανινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανινός
πανινού	adj	γενική ενικού του πανινός
πανινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανινός
πανινό	adj	αιτιατική ενικού του πανινός
πανινός	adj	άλλη μορφή του απανινός
πανινών	adj	γενική πληθυντικού του πανινός
πανιού	noun	γενική ενικού του πανί
πανισλαμίστρια	noun	θηλυκό του πανισλαμιστής
πανισλαμίστριας	noun	γενική ενικού του πανισλαμίστρια
πανισλαμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανισλαμίστρια
πανισλαμισμέ	noun	κλητική ενικού του πανισλαμισμός
πανισλαμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανισλαμισμός
πανισλαμισμού	noun	γενική ενικού του πανισλαμισμός
πανισλαμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανισλαμισμός
πανισλαμισμό	noun	αιτιατική ενικού του πανισλαμισμός
πανισλαμισμός	noun	κίνηση που αποσκοπεί στην ένωση όλων των μουσουλμάνων και στην επιβολή του ισλάμ στον κόσμο
πανισλαμισμών	noun	γενική πληθυντικού του πανισλαμισμός
πανισλαμιστές	=	πανισλαμιστής
πανισλαμιστή	=	πανισλαμιστής
πανισλαμιστής	noun	οπαδός του πανισλαμισμού
πανισλαμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανισλαμιστικό
πανισλαμιστικέ	adj	κλητική ενικού του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανισλαμιστική
πανισλαμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστικής	adj	γενική ενικού του πανισλαμιστική
πανισλαμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστικού	adj	γενική ενικού του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πανισλαμισμό ή τους πανισλαμιστές ή αναφέρεται σ’ αυτά
πανισλαμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πανισλαμιστικός
πανισλαμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πανισλαμίστρια
πανισλαμιστών	=	πανισλαμιστής
πανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάνισμα
πανιών	noun	γενική πληθυντικού του πανί
πανιώνια	=	πανιώνιος
πανιώνιας	=	πανιώνιος
πανιώνιε	=	πανιώνιος
πανιώνιες	=	πανιώνιος
πανιώνιο	=	πανιώνιος
πανιώνιοι	=	πανιώνιος
πανιώνιος	adj	ο σχετικός με όλη την Ιωνία
πανιώνιου	=	πανιώνιος
πανιώνιους	=	πανιώνιος
πανιώνιων	=	πανιώνιος
πανκ	noun	ροκ μουσική με γρήγορο ρυθμό και τέμπο
πανκαλλιτεχνικά	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικέ	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικές	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνική	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικής	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικοί	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικού	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικούς	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικό	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκαλλιτεχνικός	adj	που αφορά όλους τους καλλιτέχνες
πανκαλλιτεχνικών	=	πανκαλλιτεχνικός
πανκινεζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανκινεζικό
πανκινεζικέ	adj	κλητική ενικού του πανκινεζικός
πανκινεζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανκινεζική
πανκινεζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανκινεζικός
πανκινεζικής	adj	γενική ενικού του πανκινεζική
πανκινεζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανκινεζικός
πανκινεζικού	adj	γενική ενικού του πανκινεζικός
πανκινεζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανκινεζικός
πανκινεζικό	adj	αιτιατική ενικού του πανκινεζικός
πανκινεζικός	adj	που περιλαμβάνει τους απανταχού κινέζους
πανκινεζικών	adj	γενική πληθυντικού του πανκινεζικός
πανλειτουργισμέ	=	πανλειτουργισμός
πανλειτουργισμοί	=	πανλειτουργισμός
πανλειτουργισμού	=	πανλειτουργισμός
πανλειτουργισμούς	=	πανλειτουργισμός
πανλειτουργισμό	=	πανλειτουργισμός
πανλειτουργισμός	noun	Θεωρία κατά την οποία, σε διάφορους τομείς, η λειτουργία ενός αντικειμένου (κλπ) πρέπει αντικατοπτρίζεται στην μορφή του, καθώς και στα υλικά που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή του.
πανλειτουργισμών	=	πανλειτουργισμός
πανναξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανναξιακό
πανναξιακέ	adj	κλητική ενικού του πανναξιακός
πανναξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανναξιακή
πανναξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανναξιακός
πανναξιακής	adj	γενική ενικού του πανναξιακή
πανναξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανναξιακός
πανναξιακού	adj	γενική ενικού του πανναξιακός
πανναξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανναξιακός
πανναξιακό	adj	αιτιατική ενικού του πανναξιακός
πανναξιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Νάξο, ή με όλα τα μέρη της Νάξου
πανναξιακών	adj	γενική πληθυντικού του πανναξιακός
παννυχίδα	noun	ολονύκτια εορτή αρχαίων θρησκειών
παννυχίδας	=	παννυχίδα
παννυχίδες	=	παννυχίδα
παννυχίδων	=	παννυχίδα
παννύχια	=	παννύχιος
παννύχιε	=	παννύχιος
παννύχιο	=	παννύχιος
παννύχιοι	=	παννύχιος
παννύχιος	adj|formal	ολονύχτιος
παννύχιου	=	παννύχιος
παννύχιους	=	παννύχιος
παννύχιων	=	παννύχιος
πανομοιοτήτων	=	πανομοιότητα
πανομοιοτυπία	noun	πανομοιότυπο, πιστό αντίγραφο πχ.
πανομοιοτυπίας	=	πανομοιοτυπία
πανομοιοτυπίες	=	πανομοιοτυπία
πανομοιοτυπιών	=	πανομοιοτυπία
πανομοιότης	noun	πανομοιότητα
πανομοιότητα	noun	η υπερβολική ομοιότητα
πανομοιότητας	=	πανομοιότητα
πανομοιότητες	=	πανομοιότητα
πανομοιότυπα	adv	με πανομοιότυπο τρόπο, χωρίς αλλαγές
πανομοιότυπε	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπες	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπη	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπης	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπο	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυποι	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπος	adj	τελείως ίδιος, ολόιδιος - για αντίγραφο
πανομοιότυπου	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπους	=	πανομοιότυπος
πανομοιότυπων	=	πανομοιότυπος
πανοπλία	noun	τα προστατευτικά, συνήθως μεταλλικά, εξαρτήματα οπλισμού των πολεμιστών παλιών εποχών όπως οι κνημίδες, ο θώρακας, το κράνος
πανοπλίας	noun	γενική ενικού του πανοπλία
πανοπλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανοπλία
πανοπλιών	noun	γενική πληθυντικού του πανοπλία
πανοράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανόραμα
πανοράματος	noun	γενική ενικού του πανόραμα
πανοραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πανόραμα
πανοραμίκ	noun	η οριζόντια κίνηση της κάμερας γύρω από τον άξονά της χωρίς αυτή να μετακινηθεί από την θέση της στον κινηματογράφο
πανοραματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πανοραματικός	adv	με πανοραματικό τρόπο, από πανοραματικής άποψης
πανοραματικέ	adj	κλητική ενικού του πανοραματικός
πανοραματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανοραματική
πανοραματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανοραματικός
πανοραματικής	adj	γενική ενικού του πανοραματική
πανοραματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανοραματικός
πανοραματικού	adj	γενική ενικού του πανοραματικός
πανοραματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανοραματικός
πανοραματικό	adj	αιτιατική ενικού του πανοραματικός
πανοραματικός	adj	άλλη μορφή του πανοραμικός
πανοραματικών	adj	γενική πληθυντικού του πανοραματικός
πανοραματικώς	adv|dated	πανοραματικά
πανοραμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανοραμικό	adv	με πανοραμικό τρόπο
πανοραμικέ	adj	κλητική ενικού του πανοραμικός
πανοραμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανοραμική
πανοραμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανοραμικός
πανοραμικής	adj	γενική ενικού του πανοραμική
πανοραμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανοραμικός
πανοραμικού	adj	γενική ενικού του πανοραμικός
πανοραμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανοραμικός
πανοραμικό	adj	αιτιατική ενικού του πανοραμικός
πανοραμικός	adj	που πιάνει όλο το εύρος του ορίζοντα
πανοραμικών	adj	γενική πληθυντικού του πανοραμικός
πανοραμικώς	adv|dated	πανοραμικά, πανοραματικά
πανορθοδοξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανορθοδοξιακό
πανορθοδοξιακέ	adj	κλητική ενικού του πανορθοδοξιακός
πανορθοδοξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανορθοδοξιακή
πανορθοδοξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανορθοδοξιακός
πανορθοδοξιακής	adj	γενική ενικού του πανορθοδοξιακή
πανορθοδοξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανορθοδοξιακός
πανορθοδοξιακού	adj	γενική ενικού του πανορθοδοξιακός
πανορθοδοξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανορθοδοξιακός
πανορθοδοξιακό	adj	αιτιατική ενικού του πανορθοδοξιακός
πανορθοδοξιακός	adj	ο σχετικός με ολόκληρο τον χώρο των ορθοδόξων λαών, κατά το θρήσκευμα.
πανορθοδοξιακών	adj	γενική πληθυντικού του πανορθοδοξιακός
πανορθόδοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανορθόδοξο
πανορθόδοξε	adj	κλητική ενικού του πανορθόδοξος
πανορθόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανορθόδοξη
πανορθόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανορθόδοξος
πανορθόδοξης	adj	γενική ενικού του πανορθόδοξη
πανορθόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του πανορθόδοξος
πανορθόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανορθόδοξος
πανορθόδοξος	adj	που αφορά όλη την ορθοδοξία
πανορθόδοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πανορθόδοξος
πανορθόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανορθόδοξος
πανορθόδοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πανορθόδοξος
πανορμίτικα	=	πανορμίτικος
πανορμίτικε	=	πανορμίτικος
πανορμίτικες	=	πανορμίτικος
πανορμίτικη	=	πανορμίτικος
πανορμίτικης	=	πανορμίτικος
πανορμίτικο	=	πανορμίτικος
πανορμίτικοι	=	πανορμίτικος
πανορμίτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Πάνορμος ή τους κατοίκους του
πανορμίτικου	=	πανορμίτικος
πανορμίτικους	=	πανορμίτικος
πανορμίτικων	=	πανορμίτικος
πανοσιολογιοτάτου	noun	γενική ενικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιοτάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιοτάτων	noun	γενική πληθυντικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιωτάτου	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιωτάτους	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιωτάτων	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιότατε	noun	κλητική ενικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιότατο	noun	αιτιατική ενικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιότατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιότατος	noun	τίτλος για λόγιο άγαμο ιερέα (αρχιμανδρίτη ή ηγούμενο μονής)
πανοσιολογιότατου	noun	γενική ενικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιότατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιότατων	noun	γενική πληθυντικού του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιώτατε	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιώτατο	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιώτατοι	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιώτατος	noun|formal	άλλη μορφή του πανοσιολογιότατος
πανοσιολογιώτατου	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιώτατους	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιολογιώτατων	=	πανοσιολογιώτατος
πανοσιοτήτων	=	πανοσιότητα
πανοσιότης	noun	πανοσιότητα
πανοσιότητα	noun	το να είναι κάποιος πανόσιος, η ιδιότητα του πανόσιου
πανοσιότητας	=	πανοσιότητα
πανοσιότητες	=	πανοσιότητα
πανουκλιάζαμε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζαν	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζανε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζατε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζει	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζεις	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζετε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζοντας	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζουμε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζουν	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζουνε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάζω	verb	Προσβάλλομαι από την πανούκλα.
πανουκλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανουκλιάρης
πανουκλιάρας	adj	γενική ενικού του πανουκλιάρα
πανουκλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανουκλιάρα
πανουκλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πανουκλιάρης
πανουκλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανουκλιάρης
πανουκλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του πανουκλιάρης
πανουκλιάρης	adj	αυτός που νοσεί από πανούκλα
πανουκλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανουκλιάρικο
πανουκλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πανουκλιάρης
πανουκλιάρικου	adj	γενική ενικού του πανουκλιάρικο
πανουκλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του πανουκλιάρικο
πανουκλιάσαμε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάσαν	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάσανε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάσατε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάσει	=	πανουκλιάζω
πανουκλιάστε	=	πανουκλιάζω
πανουκλιασμένα	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένε	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένες	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένη	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένης	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένο	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένοι	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένος	verb	ο προσβεβλημένος από την πανούκλα.
πανουκλιασμένου	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένους	=	πανουκλιασμένος
πανουκλιασμένων	=	πανουκλιασμένος
πανουκλών	noun	γενική πληθυντικού του πανούκλα
πανουργία	noun|formal	το να είναι κάποιος πανούργος, η ιδιότητα του πανούργου
πανουργίας	noun	γενική ενικού του πανουργία
πανουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανουργία
πανουργιών	noun	γενική πληθυντικού του πανουργία
πανούκλα	noun	Η νόσος πανώλης ή πανώλη
πανούκλας	noun	γενική ενικού του πανούκλα
πανούκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανούκλα
πανούκλιαζα	=	πανουκλιάζω
πανούκλιαζαν	=	πανουκλιάζω
πανούκλιαζε	=	πανουκλιάζω
πανούκλιαζες	=	πανουκλιάζω
πανούκλιασα	=	πανουκλιάζω
πανούκλιασαν	=	πανουκλιάζω
πανούκλιασε	=	πανουκλιάζω
πανούκλιασες	=	πανουκλιάζω
πανούργα	=	πανούργος
πανούργας	=	πανούργος
πανούργε	=	πανούργος
πανούργες	=	πανούργος
πανούργο	=	πανούργος
πανούργοι	=	πανούργος
πανούργος	adj	που μηχανεύεται οτιδήποτε προκειμένου να πετύχει το σκοπό του
πανούργου	=	πανούργος
πανούργους	=	πανούργος
πανούργων	=	πανούργος
πανσέ	=	πανσές
πανσέδες	=	πανσές
πανσέδων	=	πανσές
πανσέληνε	noun	κλητική ενικού του πανσέληνος
πανσέληνο	noun	αιτιατική ενικού του πανσέληνος
πανσέληνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσέληνος
πανσέληνος	noun	η φάση της σελήνης κατά την οποία αυτή φαίνεται από τη γη ολόκληρη, ως πλήρης δίσκος
πανσέληνου	noun	γενική ενικού του πανσέληνος
πανσέληνους	=	πανσέληνος
πανσέληνων	=	πανσέληνος
πανσέλινε	=	πανσέληνος
πανσέλινο	=	πανσέληνος
πανσέλινοι	=	πανσέληνος
πανσέλινος	=	πανσέληνος
πανσές	noun	ποώδες ανθοφόρο φυτό του υποείδους Viola tricolor hortensis (ή Viola x wittrockiana) του γένους Βιόλα, υβρίδιο που δημιουργήθηκε από τη διασταύρωση διάφορων ειδών του αναφερόμενου γένους, με κίτρινα, λευκά, μοβ ή πολύχρωμα άνθη
πανσέτα	noun	κομμάτι λεπτού χοιρινού κρέατος από την κοιλιακή χώρα
πανσέτας	noun	γενική ενικού του πανσέτα
πανσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσέτα
πανσεβάσμια	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιας	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιε	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιες	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιο	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιοι	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιος	adj	πολύ σεβάσμιος
πανσεβάσμιου	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιους	=	πανσεβάσμιος
πανσεβάσμιων	=	πανσεβάσμιος
πανσελήνου	=	πανσέληνος
πανσελήνους	=	πανσέληνος
πανσελήνων	=	πανσέληνος
πανσελίνου	=	πανσέληνος
πανσελίνους	=	πανσέληνος
πανσελίνων	=	πανσέληνος
πανσερραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσερραϊκό
πανσερραϊκέ	adj	κλητική ενικού του πανσερραϊκός
πανσερραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσερραϊκή
πανσερραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανσερραϊκός
πανσερραϊκής	adj	γενική ενικού του πανσερραϊκή
πανσερραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσερραϊκός
πανσερραϊκού	adj	γενική ενικού του πανσερραϊκός
πανσερραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανσερραϊκός
πανσερραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πανσερραϊκός
πανσερραϊκός	adj	που αφορά όλη την περιοχή των Σερρών ή τους κατοίκους της
πανσερραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πανσερραϊκός
πανσετών	noun	γενική πληθυντικού του πανσέτα
πανσιόν	noun	μικρό ξενοδοχείο
πανσλαβίστρια	noun	πανσλαβιστής
πανσλαβίστριας	noun	γενική ενικού του πανσλαβίστρια
πανσλαβίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβίστρια
πανσλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβικό
πανσλαβικέ	adj	κλητική ενικού του πανσλαβικός
πανσλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβική
πανσλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανσλαβικός
πανσλαβικής	adj	γενική ενικού του πανσλαβική
πανσλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβικός
πανσλαβικού	adj	γενική ενικού του πανσλαβικός
πανσλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανσλαβικός
πανσλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του πανσλαβικός
πανσλαβικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη τον χώρο των Σλάβων, ή των χωρών τους
πανσλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του πανσλαβικός
πανσλαβισμέ	noun	κλητική ενικού του πανσλαβισμός
πανσλαβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβισμός
πανσλαβισμού	noun	γενική ενικού του πανσλαβισμός
πανσλαβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανσλαβισμός
πανσλαβισμό	noun	αιτιατική ενικού του πανσλαβισμός
πανσλαβισμός	noun	πολιτικό δόγμα που τονίζει τα κοινά στοιχεία των σλαβικών λαών και επιδιώκει την ένωσή τους και επομένως την αύξηση της ισχύος τους
πανσλαβισμών	noun	γενική πληθυντικού του πανσλαβισμός
πανσλαβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβιστής
πανσλαβιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πανσλαβιστής
πανσλαβιστής	noun	ο οπαδός ή ο κήρυκας του πανσλαβισμού
πανσλαβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβιστικό
πανσλαβιστικέ	adj	κλητική ενικού του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβιστική
πανσλαβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστικής	adj	γενική ενικού του πανσλαβιστική
πανσλαβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστικού	adj	γενική ενικού του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστικός	adj	που αφορά όλους τους Σλάβους
πανσλαβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πανσλαβιστικός
πανσλαβιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πανσλαβίστρια
πανσλαβιστών	noun	γενική πληθυντικού του πανσλαβιστής
πανσοφία	noun	η υπερβολική σοφία
πανσοφίας	noun	γενική ενικού του πανσοφία
πανσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσοφία
πανσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του πανσοφία
πανσπερμία	noun|figurative	πλήθος διαφορετικής σύστασης ή προέλευσης
πανσπερμίας	noun	γενική ενικού του πανσπερμία
πανσπερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμία
πανσπερμίστρια	noun	θηλυκό του πανσπερμιστής
πανσπερμίστριας	noun	γενική ενικού του πανσπερμίστρια
πανσπερμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμίστρια
πανσπερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμικό
πανσπερμικέ	adj	κλητική ενικού του πανσπερμικός
πανσπερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμική
πανσπερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανσπερμικός
πανσπερμικής	adj	γενική ενικού του πανσπερμική
πανσπερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμικός
πανσπερμικού	adj	γενική ενικού του πανσπερμικός
πανσπερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πανσπερμικός
πανσπερμικό	adj	αιτιατική ενικού του πανσπερμικός
πανσπερμικός	adj	που έχει σχέση με την πανσπερμία, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν
πανσπερμικών	adj	γενική πληθυντικού του πανσπερμικός
πανσπερμισμέ	noun	κλητική ενικού του πανσπερμισμός
πανσπερμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμισμός
πανσπερμισμού	noun	γενική ενικού του πανσπερμισμός
πανσπερμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πανσπερμισμός
πανσπερμισμό	noun	αιτιατική ενικού του πανσπερμισμός
πανσπερμισμός	noun|dated	παλαιότερη θεωρία που υποστηρίζει ότι η ζωή στη γη προήλθε από σπέρματα που μεταφέρθηκαν από άλλους πλανήτες
πανσπερμισμών	noun	γενική πληθυντικού του πανσπερμισμός
πανσπερμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανσπερμιστής
πανσπερμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πανσπερμιστής
πανσπερμιστής	noun	οπαδός ή υποστηρικτής της βιολογικής θεωρίας της πανσπερμίας (πανσπερμισμού)
πανσπερμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πανσπερμίστρια
πανσπερμιστών	noun	γενική πληθυντικού του πανσπερμιστής
πανσπερμιών	noun	γενική πληθυντικού του πανσπερμία
πανσπουδαστικά	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικέ	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικές	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστική	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικής	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικοί	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικού	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικούς	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικό	=	πανσπουδαστικός
πανσπουδαστικός	adj	που αφορά όλους τους σπουδαστές ή αναφέρεται σ’ αυτούς
πανσπουδαστικών	=	πανσπουδαστικός
πανστρατιά	noun	η στρατιωτική επιχείρηση που γίνεται με όλο τον στρατό	adv	με στρατιωτική επιχείρηση που γίνεται με όλο τον στρατό
πανστρατιάς	noun	γενική ενικού του πανστρατιά
πανστρατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανστρατιά
πανσυμπάντων	=	πανσύμπαν
πανσύμπαν	noun	συνώνυμο του πολυσύμπαν
πανσύμπαντα	=	πανσύμπαν
πανσύμπαντος	=	πανσύμπαν
παντάνακτα	=	παντάναξ
παντάνακτες	=	παντάναξ
παντάνακτος	=	παντάναξ
παντάναξ	noun	ο βασιλιάς των πάντων, ο άρχοντας του σύμπαντος
παντάνασσα	noun	βασίλισσα των πάντων.
παντάνασσας	=	παντάνασσα
παντάνασσες	=	παντάνασσα
παντάπασι	adv|formal	τελείως, παντελώς
παντέρημα	=	παντέρημος
παντέρημε	=	παντέρημος
παντέρημες	=	παντέρημος
παντέρημη	=	παντέρημος
παντέρημης	=	παντέρημος
παντέρημο	=	παντέρημος
παντέρημοι	=	παντέρημος
παντέρημος	adj	ολομόναχος
παντέρημου	=	παντέρημος
παντέρημους	=	παντέρημος
παντέρημων	=	παντέρημος
παντέρμος	adj	παντέρημος, κακόμοιρος, δυστυχισμένος
παντέχω	verb	απαντέχω
παντί	=	πας
πανταλονιού	=	πανταλόνι
πανταλονιών	=	πανταλόνι
πανταλόνι	noun|dated	παρωχημένη μορφή του παντελόνι
πανταλόνια	=	πανταλόνι
παντανάκτων	=	παντάναξ
παντανασσών	=	παντάνασσα
παντατίφ	noun	μενταγιόν
πανταχηκίνητον	noun	πρωτογενές αφηρημένο στοιχείο που εισήγαγε ο Βενιαμίν ο Λέσβιος για την ερμηνεία των επιστημονικών παρατηρήσεων, όπως επίσης των φυσικών και μεταφυσικών φαινομένων. «Είναι ρευστόν, ρέον ακαταπαύστως από σώματος εις σώμα και ότι η εισροή και εκροή αυτού είναι ανάλογος με τον σωρόν του σώματος, και ότι τούτο ρέον συνάγει μέθ' αυτού και τα σώματα και, ως θέλομεν ιδή εχομένως, η ενέργεια αυτού είναι ανάλογος με τη διαφοράν της θέσεως των μορίων του εισρέοντος και εκρέοντος ρευστού.
πανταχουσών	noun	γενική πληθυντικού του πανταχούσα
πανταχού	adv|formal	παντού
πανταχούσα	noun|vulgar	απανταχούσα
πανταχούσας	noun	γενική ενικού του πανταχούσα
πανταχούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανταχούσα
πανταχόθεν	adv|formal	από παντού, από όλες τις μεριές
παντελές	=	παντελής
παντελή	=	παντελής
παντελής	adj	πλήρης, ολοκληρωτικός
παντελεήμον	=	παντελεήμων
παντελεήμονα	=	παντελεήμων
παντελεήμονας	=	παντελεήμων
παντελεήμονες	=	παντελεήμων
παντελεήμονος	=	παντελεήμων
παντελεήμων	adj	αυτός/ή που ελεεί (ελεημονεί) τους πάντες.
παντελείς	=	παντελής
παντελεημόνων	=	παντελεήμων
παντελονάκι	noun	παντελόνι μικρού μεγέθους για παιδί
παντελονάκια	=	παντελονάκι
παντελονάρα	noun	το εντυπωσιακό ή πανάκριβο ή απλώς μεγάλο παντελόνι
παντελονάρας	=	παντελονάρα
παντελονάρες	=	παντελονάρα
παντελονιάζω	verb	εισπράττω χρήματα
παντελονιού	=	παντελόνι
παντελονιών	=	παντελόνι
παντελούς	=	παντελής
παντελόνι	noun	κάθε εξωτερικό ρούχο που καλύπτει χωριστά το κάθε πόδι (περισκελίδα)
παντελόνια	=	παντελόνι
παντελών	=	παντελής
παντελώς	adv	τελείως
παντεποπτών	=	παντεπόπτης
παντεπόπτες	=	παντεπόπτης
παντεπόπτη	=	παντεπόπτης
παντεπόπτης	noun|formal	αυτός που εποπτεύει τα πάντα, που τα επιβλέπει (συνήθως ως προσωνύμιο του θεού)
παντεπόπτρια	=	παντεπόπτης
παντεσπάνι	noun	είδος γλυκίσματος που περιέχει αλεύρι, αβγό και ζάχαρη και αποτελούσε πολυτέλεια
παντεσπάνια	=	παντεσπάνι
παντεσπανιού	=	παντεσπάνι
παντεσπανιών	=	παντεσπάνι
παντεϊσμέ	=	παντεϊσμός
παντεϊσμοί	=	παντεϊσμός
παντεϊσμού	=	παντεϊσμός
παντεϊσμούς	=	παντεϊσμός
παντεϊσμό	=	παντεϊσμός
παντεϊσμός	noun	θεολογικό δόγμα, συνδυασμός πανθεϊσμού και ντεϊσμού
παντεϊσμών	=	παντεϊσμός
παντζάμπι	noun	οι γλώσσες που μιλιούνται στην Ινδία (ινδική παντζάμπι) και στο Πακιστάν (δυτική παντζάμπι ή πακιστανική παντζάμπι)
παντζάρι	noun	(Beta vulgaris) με βαθιά κόκκινη σφαιρική ρίζα που τρώγεται συχνά σε σούπες και σαλάτες, και με μεγάλα πλατιά πράσινα φύλλα που τρώγονται επίσης
παντζάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντζάρι
παντζέχρι	noun|dated	άλλη μορφή του πεντζέχρι
παντζέχρια	=	παντζέχρι
παντζαριού	=	παντζάρι
παντζαριών	=	παντζάρι
παντζαροσαλάτα	noun	σαλάτα με παντζάρια
παντζαροσαλάτας	noun	γενική ενικού του παντζαροσαλάτα
παντζαροσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντζαροσαλάτα
παντζαρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά παντζάρια
παντζαρόσουπας	noun	γενική ενικού του παντζαρόσουπα
παντζαρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντζαρόσουπα
παντζεχριού	=	παντζέχρι
παντζεχριών	=	παντζέχρι
παντζουριού	=	παντζούρι
παντζουριών	=	παντζούρι
παντζοχέρι	noun|dated	άλλη μορφή του πεντζέχρι
παντζοχέρια	=	παντζοχέρι
παντζοχεριού	=	παντζοχέρι
παντζοχεριών	=	παντζοχέρι
παντζούρι	noun	το ξύλινο ή πλαστικό κάλυμμα για παράθυρο, το οποίο συνήθως τοποθετείται εξωτερικά και χρησιμεύει για να εμποδίζει το φως, για την προστασία από αδιάκριτα βλέμματα και για λόγους ασφαλείας
παντζούρια	=	παντζούρι
παντιέρα	noun	σημαία, συνήθως πολεμική ή ναυτική
παντιέρας	noun	γενική ενικού του παντιέρα
παντιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντιέρα
παντοίος	adj	αυτός που είναι οποιουδήποτε είδους, κάθε είδους, κάθε ποιότητας, συχνά μάλιστα με υπονοούμενο για κακή ποιότητα ή ήθος, ο παντοειδής
παντοίως	adv|archaic	με κάθε τρόπο, παντοιοτρόπως
παντογνωσία	noun	η ιδιότητα του παντογνώστη, το να γνωρίζει κανείς τα πάντα
παντογνωσίας	noun	γενική ενικού του παντογνωσία
παντογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντογνωσία
παντογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του παντογνωσία
παντογνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του παντογνώστρια
παντογνωστών	=	παντογνώστης
παντογνώστες	=	παντογνώστης
παντογνώστη	=	παντογνώστης
παντογνώστης	noun	αυτός που γνωρίζει τα πάντα· αναφέρεται ως ιδιότητα του Θεού και, με κάποια σχετικότητα, για ανθρώπους με μεγάλο εύρος γνώσεων
παντογνώστρια	noun	θηλυκό του παντογνώστης
παντογνώστριας	noun	γενική ενικού του παντογνώστρια
παντογνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντογνώστρια
παντογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντόγραμμα
παντογράμματος	noun	γενική ενικού του παντόγραμμα
παντογράφε	=	παντογράφος
παντογράφο	=	παντογράφος
παντογράφοι	=	παντογράφος
παντογράφος	noun	το όργανο γραφικών τεχνών, μέσω του οποίου γίνεται γραφική αναπαραγωγή σχεδίου (επίπεδο), ή αντικειμένου (τρεις διαστάσεις) στην ίδια, ή διαφορετική κλίμακα.
παντογράφου	=	παντογράφος
παντογράφους	=	παντογράφος
παντογράφων	=	παντογράφος
παντογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παντόγραμμα
παντοδαπά	=	παντοδαπός
παντοδαπέ	=	παντοδαπός
παντοδαπές	=	παντοδαπός
παντοδαπή	=	παντοδαπός
παντοδαπής	=	παντοδαπός
παντοδαποί	=	παντοδαπός
παντοδαπού	=	παντοδαπός
παντοδαπούς	=	παντοδαπός
παντοδαπό	=	παντοδαπός
παντοδαπός	adj|archaic	κάθε είδους
παντοδαπών	=	παντοδαπός
παντοδυναμία	noun	η ιδιότητα του παντοδύναμου, ιδιότητα του Θεού
παντοδυναμίας	noun	γενική ενικού του παντοδυναμία
παντοδυναμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοδυναμία
παντοδυναμιών	noun	γενική πληθυντικού του παντοδυναμία
παντοδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοδύναμο
παντοδύναμε	adj	κλητική ενικού του παντοδύναμος
παντοδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοδύναμη
παντοδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντοδύναμος
παντοδύναμης	adj	γενική ενικού του παντοδύναμη
παντοδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του παντοδύναμος
παντοδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντοδύναμος
παντοδύναμος	adj	αυτός που έχει τη δύναμη να κάνει τα πάντα
παντοδύναμου	adj	γενική ενικού του παντοδύναμος
παντοδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντοδύναμος
παντοδύναμων	adj	γενική πληθυντικού του παντοδύναμος
παντοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παντοειδής
παντοειδή	=	παντοειδής
παντοειδής	adj	κάθε είδους ή λογής, με όλα τα μέσα, με οποιοδήποτε τρόπο
παντοειδείς	=	παντοειδής
παντοειδούς	=	παντοειδής
παντοειδών	=	παντοειδής
παντοειδώς	adv	παντοιοτρόπως, με κάθε τρόπο, με οποιοδήποτε τρόπο
παντοθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοθενικό
παντοθενικέ	adj	κλητική ενικού του παντοθενικός
παντοθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοθενική
παντοθενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντοθενικός
παντοθενικής	adj	γενική ενικού του παντοθενική
παντοθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντοθενικός
παντοθενικού	adj	γενική ενικού του παντοθενικός
παντοθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντοθενικός
παντοθενικό	adj	αιτιατική ενικού του παντοθενικός
παντοθενικός	adj	παντοθενικό οξύ: βιταμίνη B5 που παίζει μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη των κυττάρων
παντοθενικών	adj	γενική πληθυντικού του παντοθενικός
παντοιοτρόπως	adv	με όλους τους τρόπους, με κάθε μέσο
παντοκατευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοκατευθυντικό
παντοκατευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του παντοκατευθυντικός
παντοκατευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοκατευθυντική
παντοκατευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντοκατευθυντικός
παντοκατευθυντικής	adj	γενική ενικού του παντοκατευθυντική
παντοκατευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντοκατευθυντικός
παντοκατευθυντικού	adj	γενική ενικού του παντοκατευθυντικός
παντοκατευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντοκατευθυντικός
παντοκατευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του παντοκατευθυντικός
παντοκατευθυντικός	adj	που κατευθύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις
παντοκατευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του παντοκατευθυντικός
παντοκράτορα	=	παντοκράτορας
παντοκράτορας	noun	εκείνος που ελέγχει τα πάντα, ο παντοδύναμος, ο πανίσχυρος
παντοκράτορες	=	παντοκράτορας
παντοκρατορία	noun	παντοδυναμία, απόλυτη εξουσία και κυριαρχία
παντοκρατορίας	noun	γενική ενικού του παντοκρατορία
παντοκρατορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοκρατορία
παντοκρατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοκρατορικό
παντοκρατορικέ	adj	κλητική ενικού του παντοκρατορικός
παντοκρατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοκρατορική
παντοκρατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντοκρατορικός
παντοκρατορικής	adj	γενική ενικού του παντοκρατορική
παντοκρατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντοκρατορικός
παντοκρατορικού	adj	γενική ενικού του παντοκρατορικός
παντοκρατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντοκρατορικός
παντοκρατορικό	adj	αιτιατική ενικού του παντοκρατορικός
παντοκρατορικός	adj	εκείνος που έχει την ιδιότητα του παντοκράτορα ή που συμπεριφέρεται σαν παντοκράτορας χωρίς απαραίτητα να έχει αυτή την ικανότητα
παντοκρατορικών	adj	γενική πληθυντικού του παντοκρατορικός
παντοκρατοριών	noun	γενική πληθυντικού του παντοκρατορία
παντοκρατόρων	=	παντοκράτορας
παντομίμα	noun	θεατρική τέχνη ή τρόπος επικοινωνίας χωρίς τη χρήση προφορικού λόγου, όπου το άτομο με χειρονομίες και γενικά με κινήσεις του σώματος μιμείται κάποια ήδη γνωστά σύμβολα ώστε να μεταδώσει το μήνυμα που επιθυμεί
παντομίμας	noun	γενική ενικού του παντομίμα
παντομίμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντομίμα
παντομιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντομιμικό
παντομιμικέ	adj	κλητική ενικού του παντομιμικός
παντομιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντομιμική
παντομιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντομιμικός
παντομιμικής	adj	γενική ενικού του παντομιμική
παντομιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντομιμικός
παντομιμικού	adj	γενική ενικού του παντομιμικός
παντομιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντομιμικός
παντομιμικό	adj	αιτιατική ενικού του παντομιμικός
παντομιμικός	adj	που έχει σχέση με τον παντόμιμο (ή την παντομίμα) ή αναφέρεται σ’ αυτά
παντομιμικών	adj	γενική πληθυντικού του παντομιμικός
παντομιμών	=	παντομίμα
παντοπωλεία	=	παντοπωλείο
παντοπωλείο	noun	το κατάστημα στο οποίο μπορεί κάποιος να βρει τα βασικά είδη για τις ανάγκες ενός σπιτικού, όπως τρόφιμα, απορρυπαντικά και γενικά είδη οικιακής χρήσης και το οποίο τείνει να αντικατασταθεί παντού από τα σούπερ μάρκετ και τα ψιλικατζίδικα
παντοπωλείου	=	παντοπωλείο
παντοπωλείων	=	παντοπωλείο
παντοπωλισσών	noun	γενική πληθυντικού του παντοπώλισσα
παντοπωλών	=	παντοπώλης
παντοπώλες	=	παντοπώλης
παντοπώλη	=	παντοπώλης
παντοπώλης	noun	ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι
παντοπώλισσα	=	παντοπώλης
παντοπώλισσας	noun	γενική ενικού του παντοπώλισσα
παντοπώλισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοπώλισσα
παντοτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοτινό	adv	για πάντα, ες αεί και εσαεί, αιωνίως και αιώνια
παντοτινέ	adj	κλητική ενικού του παντοτινός
παντοτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοτινή
παντοτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντοτινός
παντοτινής	adj	γενική ενικού του παντοτινή
παντοτινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντοτινός
παντοτινού	adj	γενική ενικού του παντοτινός
παντοτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντοτινός
παντοτινό	adj	αιτιατική ενικού του παντοτινός
παντοτινός	adj	που διαρκεί για πάντα
παντοτινών	adj	γενική πληθυντικού του παντοτινός
παντουρία	noun|dated	η ιδιότητα ή το αξίωμα του παντούρου
παντουρίας	=	παντουρία
παντουρίες	=	παντουρία
παντουριών	=	παντουρία
παντουρκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντουρκικό
παντουρκικέ	adj	κλητική ενικού του παντουρκικός
παντουρκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντουρκική
παντουρκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντουρκικός
παντουρκικής	adj	γενική ενικού του παντουρκική
παντουρκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντουρκικός
παντουρκικού	adj	γενική ενικού του παντουρκικός
παντουρκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντουρκικός
παντουρκικό	adj	αιτιατική ενικού του παντουρκικός
παντουρκικός	adj	ο σχετικός με ολόκληρη την Τουρκία, ή απ΄ όλα τα μέρη της Τουρκίας
παντουρκικών	adj	γενική πληθυντικού του παντουρκικός
παντουρκισμέ	noun	κλητική ενικού του παντουρκισμός
παντουρκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντουρκισμός
παντουρκισμού	noun	γενική ενικού του παντουρκισμός
παντουρκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παντουρκισμός
παντουρκισμό	noun	αιτιατική ενικού του παντουρκισμός
παντουρκισμός	noun	πολιτικό εθνικιστικό δόγμα που τονίζει τα κοινά στοιχεία των τουρκόφωνων λαών και επιδιώκει την ένωσή τους και επομένως την αύξηση της ισχύος τους
παντουρκισμών	noun	γενική πληθυντικού του παντουρκισμός
παντουφλάδικο	=	παντοφλάδικο
παντουφλάζ	noun	γαλλικός όρος για τη μεταπήδηση υψηλόβαθμων υπαλλήλων του δημοσίου τομέα σε ιδιωτικές εταιρείες
παντοφλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοφλάδικο
παντοφλάδικο	noun	εργαστήριο όπου κατασκευάζονται παντόφλες
παντοφλάδικου	noun	γενική ενικού του παντοφλάδικο
παντοφλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του παντοφλάδικο
παντοφλέ	adj	είδος παπουτσιού χωρίς κορδόνια και με χαμηλό τακούνι
παντοφοβία	noun	αόριστη και επίμονη φοβία για κάτι απροσδιόριστο και -ίσως- αβάσιμο
παντοφοβίας	noun	γενική ενικού του παντοφοβία
παντοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοφοβία
παντοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοφοβικό
παντοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του παντοφοβικός
παντοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντοφοβική
παντοφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντοφοβικός
παντοφοβικής	adj	γενική ενικού του παντοφοβική
παντοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντοφοβικός
παντοφοβικού	adj	γενική ενικού του παντοφοβικός
παντοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντοφοβικός
παντοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του παντοφοβικός
παντοφοβικός	adj	αυτός που είναι σχετικός ή αναφέρεται σε υλικό που απωθεί ή δεν απορροφά (σχεδόν) τα πάντα	noun	αυτός που φοβάται (σχεδόν) τα πάντα
παντοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του παντοφοβικός
παντοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του παντοφοβία
παντοχές	=	παντοχή
παντοχή	noun	άλλη μορφή του απαντοχή
παντοχής	=	παντοχή
παντοχών	=	παντοχή
παντού	adv	σε όλα τα σημεία, σε κάθε τόπο, προς κάθε κατεύθυνση
παντούρε	=	παντούρος
παντούρη	=	παντούρης
παντούρηδες	=	παντούρης
παντούρηδων	=	παντούρης
παντούρης	noun	άλλη γραφή του πανδούρος
παντούρο	=	παντούρος
παντούροι	=	παντούρος
παντούρος	noun	άλλη γραφή του πανδούρος
παντούρου	=	παντούρος
παντούρους	=	παντούρος
παντούρων	=	παντούρος
παντούφλα	noun	άλλη μορφή του παντόφλα
παντούφλας	noun	γενική ενικού του παντούφλα
παντούφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντούφλα
παντρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάντρεμα
παντρέματος	noun	γενική ενικού του πάντρεμα
παντρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψαν	=	παντρεύω
παντρέψανε	=	παντρεύω
παντρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψομε	=	παντρεύω
παντρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψουνε	=	παντρεύω
παντρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύω
παντρειά	noun	ο γάμος, το πάντρεμα
παντρειάς	noun	γενική ενικού του παντρειά
παντρειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντρειά
παντρειών	=	παντρειά
παντρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάντρεμα
παντρεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντρεμένο
παντρεμένε	adj	κλητική ενικού του παντρεμένος
παντρεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντρεμένη
παντρεμένη	noun	η σύζυγος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του παντρεμένος
παντρεμένης	adj	γενική ενικού του παντρεμένη
παντρεμένο	=	παντρεμένος
παντρεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντρεμένος
παντρεμένος	verb	που έχει παντρευτεί
παντρεμένου	verb	γενική ενικού του παντρεμένος
παντρεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παντρεμένος
παντρεμένων	adj	γενική πληθυντικού του παντρεμένος
παντρεμμένα	=	παντρεμμένος
παντρεμμένε	=	παντρεμμένος
παντρεμμένες	=	παντρεμμένος
παντρεμμένη	=	παντρεμμένος
παντρεμμένης	=	παντρεμμένος
παντρεμμένο	=	παντρεμμένος
παντρεμμένοι	=	παντρεμμένος
παντρεμμένος	verb|dated	παλαιότερη γραφή του παντρεμένος
παντρεμμένου	=	παντρεμμένος
παντρεμμένους	=	παντρεμμένος
παντρεμμένων	=	παντρεμμένος
παντρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτήκαν	=	παντρεύω
παντρευτήκανε	=	παντρεύω
παντρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτεί	verb	γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευτούνε	=	παντρεύω
παντρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρευόμασταν	=	παντρεύω
παντρευόμαστε	=	παντρεύω
παντρευόμουν	=	παντρεύω
παντρευόμουνα	=	παντρεύω
παντρευόντουσαν	=	παντρεύω
παντρευόσασταν	=	παντρεύω
παντρευόσαστε	=	παντρεύω
παντρευόσουν	=	παντρεύω
παντρευόσουνα	=	παντρεύω
παντρευόταν	=	παντρεύω
παντρευότανε	=	παντρεύω
παντρεύαμε	=	παντρεύω
παντρεύαν	=	παντρεύω
παντρεύανε	=	παντρεύω
παντρεύατε	=	παντρεύω
παντρεύει	=	παντρεύω
παντρεύεις	=	παντρεύω
παντρεύεσαι	=	παντρεύω
παντρεύεστε	=	παντρεύω
παντρεύεται	=	παντρεύω
παντρεύετε	=	παντρεύω
παντρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παντρεύω: συνάπτω γάμο, ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου
παντρεύομε	=	παντρεύω
παντρεύονται	=	παντρεύω
παντρεύονταν	=	παντρεύω
παντρεύοντας	=	παντρεύω
παντρεύουμε	=	παντρεύω
παντρεύουν	=	παντρεύω
παντρεύουνε	=	παντρεύω
παντρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρεύομαι
παντρεύω	verb	ενώνω ένα ζευγάρι με τα δεσμά του γάμου κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής· λέγεται για τον ιερέα ή το δήμαρχο που έχουν τη νόμιμη εξουσία γι' αυτό το σκοπό
παντρολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογήματα	noun	Σήμερα παντρολογήματα λέγονται κυρίως οι χαρές στην διαδικασία της προετοιμασίας του γάμου, αλλά παλιότερα αυτός ο όρος περιελάμβανε και για τις όχι πάντα ευχάριστες διαπραγματεύσεις που προηγούνταν αυτού, όπως τον καθορισμό της προίκας κ.λπ.
παντρολογήματος	=	παντρολόγημα
παντρολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογήστρα	noun	προξενήτρα
παντρολογήστρας	=	παντρολογήστρα
παντρολογήστρες	=	παντρολογήστρα
παντρολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παντρολογιέμαι
παντρολογημάτων	=	παντρολόγημα
παντρολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντρολογημένο
παντρολογημένε	verb	κλητική ενικού του παντρολογημένος
παντρολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντρολογημένη
παντρολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παντρολογημένος
παντρολογημένης	verb	γενική ενικού του παντρολογημένη
παντρολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του παντρολογημένος
παντρολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παντρολογημένος
παντρολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παντρολογημένος
παντρολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παντρολογημένος
παντρολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παντρολογημένος
παντρολογηστρών	=	παντρολογήστρα
παντρολογιέμαι	verb	βρίσκομαι σε μια πορεία που οδηγεί στο γάμο μου
παντρολογούμαι	verb	άλλη μορφή του παντρολογιέμαι
παντρολογώ	verb	Παλιότερα παντρολογώ σήμαινε κάνω συνοικέσιο για να παντρευτούν δύο άτομα ή κανονίζω τα του γάμου τους.
παντρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παντρολογάω / παντρολογώ
παντρολόγημα	noun	οι πράξεις ή διαμεσαλοβήσεις τρίτων ατόμων ώστε να πείσουν κάποιον να παντρευτεί.
παντρολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντρολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παντρολογώ
παντσέτα	noun	άλλη μορφή του πανσέτα
παντσέτας	=	παντσέτα
παντσέτες	=	παντσέτα
παντσετών	=	παντσέτα
παντόγραμμα	noun	σύντομη πρόταση που περιλαμβάνει όλα τα γράμματα του αλφαβήτου μιας γλώσσας, τουλάχιστον από μία φορά το καθένα
παντόμιμε	=	παντόμιμος
παντόμιμο	=	παντόμιμος
παντόμιμοι	=	παντόμιμος
παντόμιμος	noun	ηθοποιός που μιμείται, που παριστάνει ένα θεατρικό έργο χωρίς να μιλάει
παντόμιμου	=	παντόμιμος
παντόμιμους	=	παντόμιμος
παντόμιμων	=	παντόμιμος
παντός	=	παν
παντόφλα	noun	τύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική
παντόφλας	noun	γενική ενικού του παντόφλα
παντόφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παντόφλα
παντών	=	πάντα
πανψυχισμέ	=	πανψυχισμός
πανψυχισμοί	=	πανψυχισμός
πανψυχισμού	=	πανψυχισμός
πανψυχισμούς	=	πανψυχισμός
πανψυχισμό	=	πανψυχισμός
πανψυχισμός	noun	άλλη μορφή του παμψυχισμός
πανψυχισμών	=	πανψυχισμός
πανωβελονιά	noun	είδος ραψίματος και κεντήματος, σε αντιδιαστολή προς την σταυροβελονιά
πανωβελονιάς	noun	γενική ενικού του πανωβελονιά
πανωβελονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανωβελονιά
πανωβελονιών	=	πανωβελονιά
πανωγομιού	=	πανωγόμι
πανωγομιών	=	πανωγόμι
πανωγράμματα	=	πανώγραμμα
πανωγράμματος	=	πανώγραμμα
πανωγραμμάτων	=	πανώγραμμα
πανωγραφές	=	πανωγραφή
πανωγραφή	noun	άλλη μορφή του απανωγραφή
πανωγραφής	=	πανωγραφή
πανωγραφών	=	πανωγραφή
πανωγόμι	noun	πρόσθετο φορτίο στο σαμάρι (στην ράχη) του ζώου που δρα ως ισορροπιστικό βάρος, στερεωτική σφήνα μεταξύ των κρεμάμενων φορτίων στα πλαϊνά.
πανωγόμια	=	πανωγόμι
πανωκάσι	noun|vulgar	το άνω μέρος από το κάσωμα / την κάσα μιας πόρτας, ενός παραθύρου κ.λπ.
πανωκάσια	=	πανωκάσι
πανωλεθρία	noun	η μεγάλη καταστροφή, βαριά και εξευτελιστική ήττα, πολύ κακό αποτέλεσμα ενεργειών
πανωλεθρίας	noun	γενική ενικού του πανωλεθρία
πανωλεθρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανωλεθρία
πανωλεθριών	noun	γενική πληθυντικού του πανωλεθρία
πανωλοβλήτου	=	πανωλόβλητος
πανωλοβλήτους	=	πανωλόβλητος
πανωλοβλήτων	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητα	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητε	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητες	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητη	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητης	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητο	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητοι	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητος	adj	προσβεβλημένος από πανώλη
πανωλόβλητου	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητους	=	πανωλόβλητος
πανωλόβλητων	=	πανωλόβλητος
πανωμυλοπετρών	noun	γενική πληθυντικού του πανωμυλόπετρα
πανωμυλόπετρα	noun	η κινητή μυλόπετρα ενός μύλου, αυτή που περιστρέφεται
πανωμυλόπετρας	noun	γενική ενικού του πανωμυλόπετρα
πανωμυλόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανωμυλόπετρα
πανωπροίκι	noun|dated	περιουσία που δίνονταν στο νέο ζευγάρι ή τον γαμπρό επιπλέον της συμφωνημένης προίκας
πανωπροίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανωπροίκι
πανωπροικιού	=	πανωπροίκι
πανωπροικιών	=	πανωπροίκι
πανωσέντονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανωσέντονο
πανωσέντονο	noun	το σεντόνι που στρώνεται στο κρεβάτι μόνο του ή κάτω από κουβέρτα και με το οποίο σκεπάζεται κάποιος
πανωσέντονου	noun	γενική ενικού του πανωσέντονο
πανωσέντονων	noun	γενική πληθυντικού του πανωσέντονο
πανωτόκι	noun|vulgar	τόκος, που δεν έχει πληρωθεί και κεφαλαιοποιείται, με αποτέλεσμα να ξανατοκίζεται
πανωτόκια	=	πανωτόκι
πανωφοριού	=	πανωφόρι
πανωφοριών	=	πανωφόρι
πανωφόρι	noun	ρούχο που φοριέται πάνω από κάτι άλλο (π.χ. ζακέτα, παλτό κ.λπ.)
πανωφόρια	=	πανωφόρι
πανό	noun	πανί ορθογώνιου σχήματος και αρκετά μεγάλων διαστάσεων, πάνω στο οποίο γράφεται ένα σύνθημα· στις δύο του άκρες στερεώνονται δύο ξύλα ώστε να μεταφέρεται από διαδηλωτές ή να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο
πανόδετα	=	πανόδετος
πανόδετε	=	πανόδετος
πανόδετες	=	πανόδετος
πανόδετη	=	πανόδετος
πανόδετης	=	πανόδετος
πανόδετο	=	πανόδετος
πανόδετοι	=	πανόδετος
πανόδετος	adj	δεμένος με πανί
πανόδετου	=	πανόδετος
πανόδετους	=	πανόδετος
πανόδετων	=	πανόδετος
πανόμοια	=	πανόμοιος
πανόμοιας	=	πανόμοιος
πανόμοιε	=	πανόμοιος
πανόμοιες	=	πανόμοιος
πανόμοιο	=	πανόμοιος
πανόμοιοι	=	πανόμοιος
πανόμοιος	adj	που είναι τελείως όμοιος με κάποιον άλλο
πανόμοιου	=	πανόμοιος
πανόμοιους	=	πανόμοιος
πανόμοιων	=	πανόμοιος
πανόπτης	adj	που βλέπει τα πάντα
πανόραμα	noun	η ευρεία θέα ενός τοπίου η πόλης από κάποιο ψηλό μέρος
πανόσια	=	πανόσιος
πανόσιας	=	πανόσιος
πανόσιε	=	πανόσιος
πανόσιες	=	πανόσιος
πανόσιο	=	πανόσιος
πανόσιοι	=	πανόσιος
πανόσιος	adj	πολύ όσιος
πανόσιου	=	πανόσιος
πανόσιους	=	πανόσιος
πανόσιων	=	πανόσιος
πανύψηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανύψηλο
πανύψηλε	=	πανύψηλος
πανύψηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πανύψηλη
πανύψηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πανύψηλος
πανύψηλης	=	πανύψηλος
πανύψηλο	adj	αιτιατική ενικού του πανύψηλος
πανύψηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πανύψηλος
πανύψηλος	adj	πάρα πολύ ψηλός, υπερθετικός του ψηλός
πανύψηλου	=	πανύψηλος
πανύψηλους	=	πανύψηλος
πανύψηλων	=	πανύψηλος
πανώ	noun|dated	άλλη γραφή του πανό
πανώγραμμα	noun	η διεύθυνση που είναι γραμμένη σ’ ένα γράμμα ή κάποιο δέμα
πανώλες	=	πανώλη
πανώλη	noun	η πανούκλα
πανώλης	noun	μορφή του πανώλη, η πανούκλα
πανώρια	=	πανώριος
πανώριας	=	πανώριος
πανώριε	=	πανώριος
πανώριες	=	πανώριος
πανώριο	=	πανώριος
πανώριοι	=	πανώριος
πανώριος	adj	πάρα πολύ ωραίος, πανέμορφος
πανώριου	=	πανώριος
πανώριους	=	πανώριος
πανώριων	=	πανώριος
παξιμάδα	noun	μεγεθυντικό του παξιμάδι
παξιμάδας	=	παξιμάδα
παξιμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παξιμάδα
παξιμάδι	noun	κομμάτι ψωμιού που έχει ψηθεί δύο φορές, ώστε να αποβάλει όλα τα υγρά του και να γίνει σκληρό, για να διατηρείται περισσότερο χρονικό διάστημα
παξιμάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παξιμάδι
παξιμάδιαζα	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιαζαν	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιαζε	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιαζες	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιασα	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιασαν	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιασε	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιασες	=	παξιμαδιάζω
παξιμάδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παξιμαδιάζω
παξιμάδων	=	παξιμάδα
παξιμαδάκι	noun	μικρό παξιμάδι
παξιμαδάκια	noun	μικρά παξιμάδια
παξιμαδιάζαμε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζαν	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζανε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζατε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζει	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζεις	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζετε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζοντας	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζουμε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζουν	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζουνε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάζω	verb	φρυγανίζω ψωμί, ώστε να το μετατρέψω σε παξιμάδι
παξιμαδιάσαμε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάσαν	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάσανε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάσατε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάσει	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παξιμάδιασμα
παξιμαδιάσματος	noun	γενική ενικού του παξιμάδιασμα
παξιμαδιάστε	=	παξιμαδιάζω
παξιμαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παξιμάδιασμα
παξιμαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παξιμαδιασμένο
παξιμαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παξιμαδιασμένη
παξιμαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιασμένης	verb	γενική ενικού του παξιμαδιασμένη
παξιμαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παξιμαδιασμένος
παξιμαδιού	=	παξιμάδι
παξιμαδιών	noun	γενική πληθυντικού του παξιμάδι
παξιμαδοκλέφτες	=	παξιμαδοκλέφτης
παξιμαδοκλέφτη	=	παξιμαδοκλέφτης
παξιμαδοκλέφτης	noun	που κλέβει ευτελούς αξίας αντικείμενα, συνήθως εξ ανάγκης για ημερήσια επιβίωση.
παξιμαδοκλέφτρα	noun	θηλυκό του παξιμαδοκλέφτης
παξιμαδοκλέφτρας	=	παξιμαδοκλέφτρα
παξιμαδοκλέφτρες	=	παξιμαδοκλέφτρα
παξιμαδοκλεφτών	=	παξιμαδοκλέφτης
παο	abbrev	Παναθηναϊκός Αθλητικός Ομιλος· ο σύλλογος της Αθήνας γνωστός απλά ως Παναθηναϊκός
παοκ	abbrev	αθλητικός σύλλογος με έδρα τη Θεσσαλονίκη
παοκιού	=	παόκι
παοκιών	=	παόκι
παοτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παοτζής
παπά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πάπας
παπάγια	noun	αειθαλές τροπικό φυτό της Κεντρικής Αμερικής, με εδώδιμους καρπούς
παπάγιας	noun	γενική ενικού του παπάγια
παπάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπάγια
παπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπάς
παπάδων	noun	γενική πληθυντικού του παπάς
παπάζι	noun	το κορδόνι που συνδέει τη φούντα με το φέσι
παπάζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπάζι
παπάκη	=	παπάκης
παπάκηδες	=	παπάκης
παπάκηδων	=	παπάκης
παπάκης	noun	ο μπαμπάς
παπάκι	noun	η μικρή πάπια
παπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπάκι
παπάρα	noun	το ψωμί που βουτάμε σε υγρό ώστε να απορροφηθεί μια ποσότητα και κατόπιν να φαγωθεί π.χ. η παπάρα στο λάδι που μένει στη σαλάτα (π.χ. στη χωριάτικη) ή στο γάλα.
παπάρας	noun	άνθρωπος που λέει λόγια κενά περιεχομένου, κενολόγος, ανόητος
παπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπάρα
παπάρι	noun|vulgar	το ανδρικό μόριο
παπάρια	=	παπάρι
παπάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπάριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπάς	noun	ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός
παπάτζα	noun	η προσπάθεια που κάνει κάποιος για να κρύψει την άγνοια ή την ημιμάθειά του γύρω από ένα θέμα
παπάτζας	=	παπάτζα
παπάτζες	=	παπάτζα
παπάτζων	=	παπάτζα
παπάχα	noun	είδος σκούφου φτιαγμένο από προβιά
παπάχας	=	παπάχα
παπάχες	=	παπάχα
παπάχων	=	παπάχα
παπί	noun	η μικρή πάπια
παπίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπίσιο
παπίσιας	=	παπίσιος
παπίσιε	adj	κλητική ενικού του παπίσιος
παπίσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπίσιη
παπίσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπίσιος
παπίσιης	adj	γενική ενικού του παπίσιη
παπίσιο	adj	αιτιατική ενικού του παπίσιος
παπίσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπίσιος
παπίσιος	adj	που σχετίζεαι ή θυμίζει παπί, την πάπια
παπίσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παπίσιος
παπίσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπίσιος
παπίσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παπίσιος
παπαγάλε	noun	κλητική ενικού του παπαγάλος
παπαγάλιζα	=	παπαγαλίζω
παπαγάλιζαν	=	παπαγαλίζω
παπαγάλιζε	=	παπαγαλίζω
παπαγάλιζες	=	παπαγαλίζω
παπαγάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγάλο	noun	αιτιατική ενικού του παπαγάλος
παπαγάλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπαγάλος
παπαγάλος	noun	συνομοταξία πουλιών που ανήκουν στην οικογένεια των Ψιττακιδών
παπαγάλου	noun	γενική ενικού του παπαγάλος
παπαγάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παπαγάλος
παπαγάλων	noun	γενική πληθυντικού του παπαγάλος
παπαγαλάκι	noun	μικρός παπαγάλος
παπαγαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαγαλάκι
παπαγαλία	noun	η απομνημόνευση χωρίς πραγματική κατανόηση, ο παπαγαλισμός
παπαγαλίας	=	παπαγαλία
παπαγαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαγαλία
παπαγαλίζαμε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζαν	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζανε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζατε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζει	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζεις	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζετε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζομε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζοντας	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζουμε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζουν	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζουνε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίζω	verb	μιλάω όπως ο παπαγάλος, επαναλαμβάνω κάτι που έχω αποστηθίσει χωρίς να καταλαβαίνω την ουσία του
παπαγαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσαν	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίσανε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσομε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίσουνε	=	παπαγαλίζω
παπαγαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαγαλίστικο
παπαγαλίστικε	adj	κλητική ενικού του παπαγαλίστικος
παπαγαλίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαγαλίστικη
παπαγαλίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπαγαλίστικος
παπαγαλίστικης	adj	γενική ενικού του παπαγαλίστικη
παπαγαλίστικο	adj	αιτιατική ενικού του παπαγαλίστικος
παπαγαλίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπαγαλίστικος
παπαγαλίστικος	adj	που έχει τον χαρακτήρα της παπαγαλίας
παπαγαλίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παπαγαλίστικος
παπαγαλίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπαγαλίστικος
παπαγαλίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παπαγαλίστικος
παπαγαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαγαλίζω
παπαγαλισμέ	noun	κλητική ενικού του παπαγαλισμός
παπαγαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπαγαλισμός
παπαγαλισμού	noun	γενική ενικού του παπαγαλισμός
παπαγαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παπαγαλισμός
παπαγαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του παπαγαλισμός
παπαγαλισμός	noun	η παπαγαλία, η απομνημόνευση χωρίς πραγματική κατανόηση
παπαγαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του παπαγαλισμός
παπαγαλιστί	adv	παπαγαλίζοντας, κατά λέξη
παπαγαλιών	=	παπαγαλία
παπαδάκι	noun	αγόρι που φοράει άμφια κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και βοηθάει τον ιερέα στο έργο του
παπαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδάκι
παπαδίστικα	noun	έτσι όπως ταιριάζει σε παπάδες
παπαδίστικε	adj	κλητική ενικού του παπαδίστικος
παπαδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδίστικη
παπαδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπαδίστικος
παπαδίστικης	adj	γενική ενικού του παπαδίστικη
παπαδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του παπαδίστικος
παπαδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπαδίστικος
παπαδίστικος	adj	που ανήκει ή ταιριάζει στους παπάδες
παπαδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παπαδίστικος
παπαδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπαδίστικος
παπαδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παπαδίστικος
παπαδίτσα	noun	τρυποφράχτης
παπαδίτσας	noun	γενική ενικού του παπαδίτσα
παπαδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδίτσα
παπαδαριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδαριό
παπαδαριού	noun	γενική ενικού του παπαδαριό
παπαδαριό	noun	οι παπάδες ως σύνολο, ο κλήρος
παπαδαριών	noun	γενική πληθυντικού του παπαδαριό
παπαδιά	noun	η σύζυγος ενός ορθόδοξου ιερέα
παπαδιάς	noun	γενική ενικού του παπαδιά
παπαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδιά
παπαδικά	=	παπαδικός
παπαδικέ	=	παπαδικός
παπαδικές	=	παπαδική
παπαδική	noun	η ιεροσύνη
παπαδικής	=	παπαδική
παπαδικοί	=	παπαδικός
παπαδικού	=	παπαδικός
παπαδικούς	=	παπαδικός
παπαδικό	=	παπαδικός
παπαδικός	adj	που έχει σχέση με τον παπά ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παπαδικών	=	παπαδική
παπαδιών	=	παπαδιά
παπαδοκρατία	noun|informal	η κληρικοκρατία
παπαδοκρατίας	noun	γενική ενικού του παπαδοκρατία
παπαδοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδοκρατία
παπαδοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του παπαδοκρατία
παπαδοκρατούμαι	verb	βρίσκομαι σε καθεστώς παπαδοκρατίας
παπαδοκόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδοκόρη
παπαδοκόρη	noun	η κόρη ενός παπά
παπαδοκόρης	=	παπαδοκόρη
παπαδολογιού	=	παπαδολόι
παπαδολογιών	=	παπαδολόι
παπαδολόγια	=	παπαδολόι
παπαδολόι	noun	το σύνολο των παπάδων
παπαδομάνι	noun	πολλοί παπάδες μαζεμένοι μαζί
παπαδομάνια	=	παπαδομάνι
παπαδοπαίδι	noun	το παιδί ενός παπά
παπαδοπαίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδοπαίδι
παπαδοπουλικέ	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλική	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλικιά	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλικοί	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλικού	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλικούς	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλικό	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπουλικός	noun	υποστηρικτής της δικτατορίας που εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα με το στρατιωτικό Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, που είχε ως πρωτεργάτη και ηγέτη τον συνταγματάρχη του πεζικού Γεώργιο Παπαδόπουλο, καθώς και των πολιτικών επιλογών του αναφορικά με τη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» του χουντικού καθεστώτος
παπαδοπουλικών	=	παπαδοπουλικός
παπαδοπούλα	noun	η κόρη ενός παπά
παπαδοπούλας	=	παπαδοπούλα
παπαδοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδοπούλα
παπαδουριά	noun	άλλη μορφή του παπαδαριό
παπαδουριάς	=	παπαδουριά
παπαδουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδουριά
παπαδουριών	=	παπαδουριά
παπαδόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαδόσπιτο
παπαδόσπιτο	noun	το σπίτι του παπά
παπαδόσπιτου	noun	γενική ενικού του παπαδόσπιτο
παπαδόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του παπαδόσπιτο
παπαζιού	=	παπάζι
παπαζιών	=	παπάζι
παπανδρεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπανδρεϊκό
παπανδρεϊκέ	adj	κλητική ενικού του παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπανδρεϊκή
παπανδρεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκής	adj	γενική ενικού του παπανδρεϊκή
παπανδρεϊκιά	=	παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκιάς	=	παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκού	adj	γενική ενικού του παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του παπανδρεϊκός
παπανδρεϊκός	adj	που σχετίζεται με πολιτικό με το όνομα Παπανδρέου, με την πολιτική του γραμμή, ή το κόμμα του
παπανδρεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του παπανδρεϊκός
παπαράτσι	noun	ο ανεξάρτητος φωτογράφος που πωλεί φωτογραφίες διασημοτήτων στα μίντια
παπαρδέλα	noun	ανοησία, φλυαρία
παπαρδέλας	noun	αυτός που λέει παπαρδέλες (ανοησίες)
παπαρδέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαρδέλα
παπαρδέλων	=	παπαρδέλας
παπαρδελών	=	παπαρδέλα
παπαριά	noun|vulgar	χαζά λόγια, κουτές ιδέες
παπαριάζω	verb	γίνομαι υγρός και μαλακός όπως η παπάρα στη σαλάτα
παπαριάς	=	παπαριά
παπαριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παπαριάζω
παπαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαριά
παπαριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαριασμένο
παπαριασμένε	verb	κλητική ενικού του παπαριασμένος
παπαριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαριασμένη
παπαριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπαριασμένος
παπαριασμένης	verb	γενική ενικού του παπαριασμένη
παπαριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παπαριασμένος
παπαριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπαριασμένος
παπαριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παπαριασμένος
παπαριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παπαριασμένος
παπαριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παπαριασμένος
παπαριού	=	παπάρι
παπαριών	=	παπάρι
παπαροκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαροκάς
παπαρολογία	noun	η αερολογία
παπαρολογίας	noun	γενική ενικού του παπαρολογία
παπαρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαρολογία
παπαρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παπαρολογία
παπαρουνή	=	παπαρουνής
παπαρουνής	adj	που έχει το χρώμα της παπαρούνας
παπαρουνί	noun	το χρώμα της παπαρούνας, έντονο κόκκινο χρώμα ανακατεμένο με πορτοκαλί
παπαρουνίτσα	noun	υποκοριστικό του παπαρούνα
παπαρουνίτσας	=	παπαρουνίτσα
παπαρουνίτσες	=	παπαρουνίτσα
παπαρουνιά	=	παπαρουνής
παπαρουνιάς	=	παπαρουνής
παπαρουνιές	=	παπαρουνής
παπαρουνιοί	=	παπαρουνής
παπαρουνιού	=	παπαρουνής
παπαρουνιούς	=	παπαρουνής
παπαρουνιών	=	παπαρουνής
παπαρουνούλα	noun	υποκοριστικό του παπαρούνα
παπαρουνούλας	=	παπαρουνούλα
παπαρουνούλες	=	παπαρουνούλα
παπαρουνόσπορε	=	παπαρουνόσπορος
παπαρουνόσπορο	=	παπαρουνόσπορος
παπαρουνόσποροι	=	παπαρουνόσπορος
παπαρουνόσπορος	noun	σπόρος παπαρούνας
παπαρουνόσπορου	=	παπαρουνόσπορος
παπαρουνόσπορους	=	παπαρουνόσπορος
παπαρουνόσπορων	=	παπαρουνόσπορος
παπαρουνών	noun	γενική πληθυντικού του παπαρούνα
παπαρούνα	noun	αγριολούλουδο με κόκκινα πέταλα
παπαρούνας	noun	γενική ενικού του παπαρούνα
παπαρούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπαρούνα
παπαρών	=	παπάρα
παπατζή	=	παπατζής
παπατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπατζής
παπατζήδων	=	παπατζής
παπατζής	noun	πλανόδιος που παίζει το απατεωνίστικο παιχνίδι του παπά προκαλώντας τη συμμετοχή των περαστικών
παπατζηλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπατζηλίκι
παπατρέχα	=	παπατρέχας
παπατρέχας	noun	αυτός που διαβάζει κάτι πολύ γρήγορα ή γενικότερα κάνει τα πάντα με μεγάλη βιασύνη
παπαφίγκε	noun	κλητική ενικού του παπαφίγκος
παπαφίγκο	noun	αιτιατική ενικού του παπαφίγκος
παπαφίγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπαφίγκος
παπαφίγκος	noun	μεγάλο τετράγωνο ιστίο ιστιοφόρων πλοίων
παπαφίγκου	noun	γενική ενικού του παπαφίγκος
παπαφίγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παπαφίγκος
παπαφίγκων	noun	γενική πληθυντικού του παπαφίγκος
παπαφιγκιέρε	=	παπαφιγκιέρος
παπαφιγκιέρο	=	παπαφιγκιέρος
παπαφιγκιέροι	=	παπαφιγκιέρος
παπαφιγκιέρος	noun	ο ναύτης ο οποίος χειρίζεται τον παπαφίγκο
παπαφιγκιέρου	=	παπαφιγκιέρος
παπαφιγκιέρους	=	παπαφιγκιέρος
παπαφιγκιέρων	=	παπαφιγκιέρος
παπιά	=	παπί
παπιαμέντο	noun	κρεολική γλώσσα που μιλιέται στις Αντίλλες, επίσημη γλώσσα στην Αρούμπα, αναγνωρισμένη γλώσσα στο Bonaire και στο Curaçao
παπιγιονάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπιγιονάκιας
παπιγιονάκηδων	=	παπιγιονάκιας
παπιγιονάκια	=	παπιγιονάκιας
παπιγιονάκιας	noun	περιφρονητική έκφραση για κάποιον που φοράει παπιγιόν
παπιγιόν	noun	είδος λαιμοδέτη που φοριέται με επίσημο ένδυμα και αποτελείται από μια ταινία ύφασμα που δένεται έτσι, ώστε να σχηματίζονται δυο συμμετρικοί φιόγκοι
παπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπικό
παπικέ	adj	κλητική ενικού του παπικός
παπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπική
παπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπικός
παπικής	adj	γενική ενικού του παπική
παπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπικός
παπικού	adj	γενική ενικού του παπικός
παπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπικός
παπικό	adj	αιτιατική ενικού του παπικός
παπικός	adj	που ανήκει, αναφέρεται σε ή χαρακτηρίζει τον Πάπα της Ρώμης
παπικών	adj	γενική πληθυντικού του παπικός
παπιού	=	παπί
παπισμέ	noun	κλητική ενικού του παπισμός
παπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπισμός
παπισμού	noun	γενική ενικού του παπισμός
παπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παπισμός
παπισμό	noun	αιτιατική ενικού του παπισμός
παπισμός	noun	τα δόγματα και οι αντιλήψεις της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας
παπισμών	noun	γενική πληθυντικού του παπισμός
παπισσών	noun	γενική πληθυντικού του πάπισσα
παπιόν	=	παπιγιόν
παπιών	=	παπί
παπλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάπλωμα
παπλωματά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παπλωματάς
παπλωματάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπλωματάς
παπλωματάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπλωματάδικο
παπλωματάδικο	noun	εργοστάσιο ή βιοτεχνία που κατασκευάζει παπλώματα
παπλωματάδικου	noun	γενική ενικού του παπλωματάδικο
παπλωματάδικων	noun	γενική πληθυντικού του παπλωματάδικο
παπλωματάδων	noun	γενική πληθυντικού του παπλωματάς
παπλωματάκι	noun	μικρό πάπλωμα
παπλωματάκια	=	παπλωματάκι
παπλωματάς	noun	άλλη μορφή του παπλωματοποιός
παπλωματζή	=	παπλωματζής
παπλωματζήδες	=	παπλωματζής
παπλωματζήδων	=	παπλωματζής
παπλωματζής	noun	άλλη μορφή του παπλωματοποιός
παπλωματοθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπλωματοθήκη
παπλωματοθήκη	noun	υφασμάτινη θήκη στην οποία μέσα βάζουν το πάπλωμα
παπλωματοθήκης	=	παπλωματοθήκη
παπλωματοθηκών	=	παπλωματοθήκη
παπλωματοποιέ	noun	κλητική ενικού του παπλωματοποιός
παπλωματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπλωματοποιός
παπλωματοποιού	noun	γενική ενικού του παπλωματοποιός
παπλωματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παπλωματοποιός
παπλωματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του παπλωματοποιός
παπλωματοποιός	noun	κατασκευαστής (ή επιδιορθωτής) παπλωμάτων
παπλωματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του παπλωματοποιός
παπλωματού	noun	θηλυκό του παπλωματάς
παπλωματούδες	=	παπλωματού
παπλωματούδων	=	παπλωματού
παπλωματούς	=	παπλωματού
παπλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάπλωμα
παπλώματος	noun	γενική ενικού του πάπλωμα
παπλώνω	verb	σκεπάζω με πάπλωμα
παποράκι	noun	μικρό παπόρι (βαπόρι)
παποράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παποράκι
παποράρα	noun|vulgar	πολύ μεγάλο παπόρι
παποράρας	noun	γενική ενικού του παποράρα
παποράρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παποράρα
παποριά	noun|vulgar	μέση συμβατική ποσότητα ατόμων η φορτίου μιας μεταφοράς με παπόρι.
παποριάς	=	παποριά
παποριές	=	παποριά
παποριού	=	παπόρι
παποριών	=	παπόρι
παποσυνών	=	παποσύνη
παποσύνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παποσύνη
παποσύνη	noun	το αξίωμα του πάπα της Ρώμης
παποσύνης	=	παποσύνη
παπουράκι	noun	χαμηλό ύψωμα, λοφίσκος
παπουράκια	=	παπουράκι
παπουτσάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπουτσάδικο
παπουτσάδικο	noun|dated	τσαγκάρικο, υποδηματοποιείο
παπουτσάδικου	noun	γενική ενικού του παπουτσάδικο
παπουτσάδικων	noun	γενική πληθυντικού του παπουτσάδικο
παπουτσάκι	noun	υποκοριστικό του παπούτσι
παπουτσάκια	noun	πιάτο της ελληνικής κουζίνας που αποτελείται από μελιτζάνες γεμιστές με κιμά και σκεπασμένες με μπεσαμέλ
παπουτσή	=	παπουτσής
παπουτσήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπουτσής
παπουτσήδων	=	παπουτσής
παπουτσής	noun	ο τεχνίτης που φτιάχνει ή επιδιορθώνει παπούτσια
παπουτσίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπουτσίδικο
παπουτσίδικο	noun|dated	άλλη μορφή του παπουτσάδικο
παπουτσίδικου	noun	γενική ενικού του παπουτσίδικο
παπουτσίδικων	noun	γενική πληθυντικού του παπουτσίδικο
παπουτσιού	noun	γενική ενικού του παπούτσι
παπουτσιών	noun	γενική πληθυντικού του παπούτσι
παπουτσοθήκες	=	παπουτσοθήκη
παπουτσοθήκη	noun	έπιπλο για αποθήκευση παπουτσιών
παπουτσοθήκης	=	παπουτσοθήκη
παπουτσοθηκών	=	παπουτσοθήκη
παπουτσοσυκέα	noun	η φραγκοσυκιά· (κυριολεκτικά) η συκιά που έχει φύλλα σε σχήμα μεγάλου παπουτσιού
παπουτσωθήκαμε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωθήκαν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωθήκανε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωθήκατε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωθεί	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωθείτε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παπούτσωμα
παπουτσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπουτσωμένο
παπουτσωμένε	verb	κλητική ενικού του παπουτσωμένος
παπουτσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπουτσωμένη
παπουτσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπουτσωμένος
παπουτσωμένης	verb	γενική ενικού του παπουτσωμένη
παπουτσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παπουτσωμένος
παπουτσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπουτσωμένος
παπουτσωμένος	verb	που φοράει παπούτσια
παπουτσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παπουτσωμένος
παπουτσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παπουτσωμένος
παπουτσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παπουτσωμένος
παπουτσωνόμασταν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόμαστε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόμουν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόμουνα	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόντουσαν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόσασταν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόσαστε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόσουν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόσουνα	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνόταν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσωνότανε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσόκαρφα	=	παπουτσόκαρφο
παπουτσόκαρφο	noun	καρφί που οι τσαγκάρηδες τοποθετούσαν στα παπούτσια
παπουτσόκαρφου	=	παπουτσόκαρφο
παπουτσόκαρφων	=	παπουτσόκαρφο
παπουτσόσυκο	noun	το φραγκόσυκο
παπουτσώθηκα	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώθηκαν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώθηκε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώθηκες	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπούτσωμα
παπουτσώματος	noun	γενική ενικού του παπούτσωμα
παπουτσώναμε	=	παπουτσώνω
παπουτσώναν	=	παπουτσώνω
παπουτσώνανε	=	παπουτσώνω
παπουτσώνατε	=	παπουτσώνω
παπουτσώνει	=	παπουτσώνω
παπουτσώνεις	=	παπουτσώνω
παπουτσώνεσαι	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώνεστε	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώνεται	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώνετε	=	παπουτσώνω
παπουτσώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παπουτσώνω
παπουτσώνονται	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώνονταν	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώνοντας	=	παπουτσώνω
παπουτσώνου	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώνουμε	=	παπουτσώνω
παπουτσώνουν	=	παπουτσώνω
παπουτσώνουνε	=	παπουτσώνω
παπουτσώνω	verb	φοράω σε κάποιον παπούτσια
παπουτσώσαμε	=	παπουτσώνω
παπουτσώσαν	=	παπουτσώνω
παπουτσώσανε	=	παπουτσώνω
παπουτσώσατε	=	παπουτσώνω
παπουτσώσει	=	παπουτσώνω
παπουτσώσου	=	παπουτσώνομαι
παπουτσώστε	=	παπουτσώνω
παπούλης	=	παππούλης
παπούς	noun	άλλη γραφή του παππούς
παπούτσι	noun	προστατευτικό κάλυμμα για το πόδι· στο έδαφος ακουμπά η σκληρή σόλα και το τακούνι, ενώ το κάτω μέρος του ποδιού ντύνεται συνήθως ολόκληρο και μέχρι τον αστράγαλο με μαλακό δέρμα ή άλλο υλικό
παπούτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπούτσι
παπούτσωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παπουτσώνω
παπούτσωνα	=	παπουτσώνω
παπούτσωναν	=	παπουτσώνω
παπούτσωνε	=	παπουτσώνω
παπούτσωνες	=	παπουτσώνω
παπούτσωσα	=	παπουτσώνω
παπούτσωσαν	=	παπουτσώνω
παπούτσωσε	=	παπουτσώνω
παπούτσωσες	=	παπουτσώνω
παππά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παππάς
παππάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παππάς
παππάδων	noun	γενική πληθυντικού του παππάς
παππάς	noun	άλλη γραφή του παπάς
παππουδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παππουδίστικο
παππουδίστικε	adj	κλητική ενικού του παππουδίστικος
παππουδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παππουδίστικη
παππουδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παππουδίστικος
παππουδίστικης	adj	γενική ενικού του παππουδίστικη
παππουδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του παππουδίστικος
παππουδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παππουδίστικος
παππουδίστικος	adj	που έχει σχέση με το παππού, ανήκει, ταιριάζει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παππουδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παππουδίστικος
παππουδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παππουδίστικος
παππουδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παππουδίστικος
παππουδικά	=	παππουδικός
παππουδικέ	=	παππουδικός
παππουδικές	=	παππουδικός
παππουδική	=	παππουδικός
παππουδικής	=	παππουδικός
παππουδικοί	=	παππουδικός
παππουδικού	=	παππουδικός
παππουδικούς	=	παππουδικός
παππουδικό	=	παππουδικός
παππουδικός	adj	που έχει σχέση με το παππού, ανήκει, ταιριάζει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παππουδικών	=	παππουδικός
παππού	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παππούς
παππούδες	noun	αυτοί (από τον τόπο, το λαό ή την οικογένειά μας) που έζησαν πριν από μας· οι πρόγονοι, οι προπάτορες
παππούδων	noun	γενική πληθυντικού του παππούς
παππούλη	=	παππούλης
παππούληδες	=	παππούλης
παππούληδων	=	παππούλης
παππούλης	noun	ο παππούς
παππούς	noun	ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας μου
παπρδελών	=	παπαρδέλα
παπυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρικό
παπυρικέ	adj	κλητική ενικού του παπυρικός
παπυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρική
παπυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπυρικός
παπυρικής	adj	γενική ενικού του παπυρική
παπυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπυρικός
παπυρικού	adj	γενική ενικού του παπυρικός
παπυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπυρικός
παπυρικό	adj	αιτιατική ενικού του παπυρικός
παπυρικός	adj	σχετικός με τον πάπυρο
παπυρικών	adj	γενική πληθυντικού του παπυρικός
παπυρογράφε	=	παπυρογράφος
παπυρογράφο	=	παπυρογράφος
παπυρογράφοι	=	παπυρογράφος
παπυρογράφος	noun	που ασχολείται με την παπυρογραφία
παπυρογράφου	=	παπυρογράφος
παπυρογράφους	=	παπυρογράφος
παπυρογράφων	=	παπυρογράφος
παπυρογραφία	noun	η τεχνική της γραφής σε πάπυρο
παπυρογραφίας	noun	γενική ενικού του παπυρογραφία
παπυρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρογραφία
παπυρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρογραφικό
παπυρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του παπυρογραφικός
παπυρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρογραφική
παπυρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπυρογραφικός
παπυρογραφικής	adj	γενική ενικού του παπυρογραφική
παπυρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπυρογραφικός
παπυρογραφικού	adj	γενική ενικού του παπυρογραφικός
παπυρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπυρογραφικός
παπυρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του παπυρογραφικός
παπυρογραφικός	adj	που έχει σχέση με την παπυρογραφία ή τον παπυρογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
παπυρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του παπυρογραφικός
παπυρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του παπυρογραφία
παπυρολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τους αρχαίους παπύρους και τα κείμενα που έχουν σωθεί σε αυτούς
παπυρολογίας	noun	γενική ενικού του παπυρολογία
παπυρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρολογία
παπυρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρολογικό
παπυρολογικέ	adj	κλητική ενικού του παπυρολογικός
παπυρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπυρολογική
παπυρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπυρολογικός
παπυρολογικής	adj	γενική ενικού του παπυρολογική
παπυρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπυρολογικός
παπυρολογικού	adj	γενική ενικού του παπυρολογικός
παπυρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπυρολογικός
παπυρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παπυρολογικός
παπυρολογικός	adj	σχετικός με την παπυρολογία και τους παπυρολόγους
παπυρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παπυρολογικός
παπυρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παπυρολογία
παπυρολόγε	noun	κλητική ενικού του παπυρολόγος
παπυρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του παπυρολόγος
παπυρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπυρολόγος
παπυρολόγος	noun	ιστορικός που μελετά αρχαία κείμενα γραμμένα σε παπύρους
παπυρολόγου	noun	γενική ενικού του παπυρολόγος
παπυρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παπυρολόγος
παπυρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του παπυρολόγος
παπόρι	noun	το βαπόρι
παπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπόρι
παπύρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπύρινο
παπύρινε	adj	κλητική ενικού του παπύρινος
παπύρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παπύρινη
παπύρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παπύρινος
παπύρινης	adj	γενική ενικού του παπύρινη
παπύρινο	adj	αιτιατική ενικού του παπύρινος
παπύρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παπύρινος
παπύρινος	adj	αυτός που είναι φτιαγμένος από πάπυρο
παπύρινου	adj	γενική ενικού του παπύρινος
παπύρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παπύρινος
παπύρινων	adj	γενική πληθυντικού του παπύρινος
παπύρου	noun	γενική ενικού του πάπυρος
παπύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάπυρος
παπύρων	noun	γενική πληθυντικού του πάπυρος
παπών	noun	γενική πληθυντικού του πάπας
παρά	prep	υποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παράς
παράβαλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παράβαλλε	=	παραβάλλω
παράβαση	noun	η ενέργεια με την οποία παραβαίνω ένα νόμο ή κανονισμό ή όρο συμφωνίας
παράβασης	noun	γενική ενικού του παράβαση
παράβγαινα	=	παραβγαίνω
παράβγαιναν	=	παραβγαίνω
παράβγαινε	=	παραβγαίνω
παράβγαινες	=	παραβγαίνω
παράβημα	noun	χώρος εκατέρωθεν του Αγίου Βήματος σε (ορθόδοξο) χριστιανικό ναό
παράβλεπα	=	παραβλέπω
παράβλεπαν	=	παραβλέπω
παράβλεπε	=	παραβλέπω
παράβλεπες	=	παραβλέπω
παράβλεψα	=	παρέβλεψα
παράβλεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παράβλεψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραβλέπω, η προσποίηση ότι δεν είδα κάτι και η ως εκ τούτου αδιαφορία και ανοχή που επιδεικνύω
παράβλεψης	noun	γενική ενικού του παράβλεψη
παράβλημα	noun	ειδική (λαστιχένια ή από άλλο υλικό) κατασκευή που προφυλάσσει τα πλοία από την πλευρική σύγκρουση με άλλο πλοίο ή την προβλήτα
παράβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράβολο
παράβολε	=	παράβολος
παράβολο	noun	το χρηματικό ποσό που πληρώνει ένας πολίτης προς το δημόσιο ώστε να μπορεί να ζητήσει από αυτό την έκδοση ενός εγγράφου ή να ασκήσει κάποιο άλλο δικαίωμά του
παράβολοι	=	παράβολος
παράβολος	adj	Βυζαντινός κληρικός αφιερωμένος στην φροντίδα ασθενών με λοιμώδη νοσήματα.
παράβολου	=	παράβολο
παράβολων	=	παράβολο
παράβραζε	=	παραβράζω
παράβρασε	=	παραβράζω
παράβυστον	=	παράβυστος
παράβυστος	adj	μόνο στη φράση εν κρυπτώ και παραβύστω (κρυφά και μυστικά)
παράγαμε	=	παράγω
παράγαν	=	παράγω
παράγανε	=	παράγω
παράγατε	=	παράγω
παράγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλνω
παράγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παράγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παράγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παράγγελλα	=	παραγγέλλω
παράγγελλαν	=	παραγγέλλω
παράγγελλε	=	παραγγέλλω
παράγγελλες	=	παραγγέλλω
παράγγελμα	noun	προσταγή, διαταγή, κυρίως προφορική
παράγγελνα	=	παραγγέλνω
παράγγελναν	=	παραγγέλνω
παράγγελνε	=	παραγγέλνω
παράγγελνες	=	παραγγέλνω
παράγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παράγω
παράγεις	=	παράγω
παράγεσαι	=	παράγω
παράγεστε	=	παράγω
παράγεται	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος παράγω
παράγετε	=	παράγω
παράγινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παράγιναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παράγινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παράγινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παράγκα	noun	μικρή, πρόχειρη κατασκευή, από οτιδήποτε διαθέσιμο υλικό, που χρησιμεύει σαν αποθήκη ή σαν πρόχειρο κατάλυμα
παράγκας	noun	γενική ενικού του παράγκα
παράγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράγκα
παράγομαι	=	παράγω
παράγομε	=	παράγω
παράγον	=	παράγων
παράγοντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παράγοντας
παράγονται	verb	γ' πληθυντικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος παράγω
παράγονταν	=	παράγω
παράγοντας	noun	αυτό που μαζί με άλλα συναποτελεί ή συνδιαμορφώνει μια ευρύτερη έννοια/ενότητα ή οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παράγω
παράγοντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράγοντας
παράγοντον	=	παράγοντας
παράγοντος	=	παράγων
παράγοντουσα	=	παράγοντας
παράγουμε	=	παράγω
παράγουν	=	παράγω
παράγουνε	=	παράγω
παράγουσα	=	παράγων
παράγουσας	=	παράγων
παράγουσες	=	παράγων
παράγραφα	=	παραγράφω
παράγραφαν	=	παραγράφω
παράγραφε	=	παράγραφος
παράγραφες	=	παραγράφω
παράγραφο	=	παράγραφος
παράγραφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράγραφος
παράγραφος	noun	τμήμα κειμένου με αυτοτέλεια και ενότητα, που η πρώτη γραμμή του γράφεται λίγο δεξιότερα από τις υπόλοιπες γραμμές, για να ξεχωρίζει
παράγραψα	=	παραγράφω
παράγραψαν	=	παραγράφω
παράγραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παράγραψες	=	παραγράφω
παράγω	verb	βγάζω, εκκρίνω
παράγωγα	=	παράγωγο
παράγωγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράγωγος
παράγωγο	noun	κάτι που παράγεται από κάτι άλλο, παράγωγο προϊόν
παράγωγος	noun	η συνάρτηση εκείνη που η τιμή της για κάθε τιμή εισόδου αντιστοιχεί στο ρυθμό μεταβολής της τιμής μίας αρχικής συνάρτησης για την ίδια τιμή εισόδου (για τις τιμές εισόδου εκείνες που ο ρυθμός μεταβολής της αρχικής συνάρτησης μπορεί να οριστεί)	adj	αυτός που προέρχεται (παράγεται) από κάτι άλλο
παράγωγου	=	παράγωγο
παράγωγων	=	παράγωγο
παράγων	verb|formal	που παράγει	noun|formal	άλλη μορφή του παράγοντας
παράγωνα	=	παράγωνος
παράγωνε	=	παράγωνος
παράγωνες	=	παράγωνος
παράγωνη	=	παράγωνος
παράγωνης	=	παράγωνος
παράγωνο	=	παράγωνος
παράγωνοι	=	παράγωνος
παράγωνος	adj	που είναι σχεδόν παραλληλόγραμμος, αλλά μία τουλάχιστον γωνία του δεν είναι ακριβώς ενενήντα μοίρες
παράγωνου	=	παράγωνος
παράγωνους	=	παράγωνος
παράγωνων	=	παράγωνος
παράδειγμα	noun	υπόδειγμα, πρότυπο για μίμηση ή αποφυγή
παράδειρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παράδειραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παράδειρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παράδειρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παράδεισε	noun	κλητική ενικού του παράδεισος
παράδεισο	noun	ο παράδεισος
παράδεισοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράδεισος
παράδεισος	noun	σύμφωνα με μερικές θρησκείες, ο αιώνιος τόπος γαλήνης και ευτυχίας, όπου πηγαίνουν οι ψυχές των ανθρώπων, όταν αυτοί πεθάνουν
παράδεισου	noun	γενική ενικού του παράδεισος
παράδεισους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράδεισος
παράδεισων	noun	γενική πληθυντικού του παράδεισος
παράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράς
παράδιδε	=	παραδίδω
παράδινα	=	παραδίνω
παράδιναν	=	παραδίνω
παράδινε	=	παραδίνω
παράδινες	=	παραδίνω
παράδοξα	adv	με παράδοξο τρόπο
παράδοξε	=	παράδοξος
παράδοξες	=	παράδοξος
παράδοξη	=	παράδοξος
παράδοξης	=	παράδοξος
παράδοξο	noun	κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την κοινή λογική, που περιέχει αντίφαση	adj	αιτιατική ενικού του παράδοξος
παράδοξοι	=	παράδοξος
παράδοξος	adj	περίεργος, παράξενος, μη αναμενόμενος
παράδοξου	=	παράδοξος
παράδοξους	=	παράδοξος
παράδοξων	=	παράδοξος
παράδοση	noun	το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο
παράδοσης	noun	γενική ενικού του παράδοση
παράδρομε	=	παράδρομος
παράδρομο	=	παράδρομος
παράδρομοι	=	παράδρομος
παράδρομος	noun	μικρότερος δρόμος, παράλληλος ενός μεγαλύτερου (π.χ. λεωφόρου ή εθνικής οδού)
παράδρομου	=	παράδρομος
παράδρομους	=	παράδρομος
παράδρομων	=	παράδρομος
παράδων	noun	γενική πληθυντικού του παράς
παράδωσα	=	παραδίνω
παράδωσαν	=	παραδίνω
παράδωσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παράδωσες	=	παραδίνω
παράθεμα	noun	αυτούσιο τμήμα κειμένου από βιβλίο ή άρθρο κάποιου συγγραφέα που παρατίθεται σε γραπτό κείμενο, με παραπομπή στην πηγή απ' όπου αντλήθηκε
παράθεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παράθεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραθέτω, η παρουσίαση κάποιων γεγονότων ή στοιχείων με διαδοχική σειρά
παράθεσης	noun	γενική ενικού του παράθεση
παράθημα	noun	πρόσφυμα, γλωσσικό στοιχείο το οποίο προστίθεται στην αρχή (το πρόθημα), στο μέσο (το ένθημα) ή στο τέλος (το επίθημα) της ρίζας μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξης ή την κλίση της
παράθλασις	noun	η παράθλαση
παράθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράθυρο
παράθυρο	noun	άνοιγμα σε τοίχο που εξυπηρετεί τον αερισμό και τον φωτισμό ενός εσωτερικού χώρου κτηρίου
παράθυρου	=	παράθυρο
παράθυρων	=	παράθυρο
παράκαιρα	adv	σε παράκαιρη στιγμή
παράκαιρε	adj	κλητική ενικού του παράκαιρος
παράκαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκαιρη
παράκαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράκαιρος
παράκαιρης	adj	γενική ενικού του παράκαιρη
παράκαιρο	adj	αιτιατική ενικού του παράκαιρος
παράκαιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράκαιρος
παράκαιρος	adj	που δεν γίνεται στον κατάλληλο καιρό / χρόνο αλλά πιο πριν ή πιο μετά
παράκαιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράκαιρος
παράκαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράκαιρος
παράκαιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράκαιρος
παράκαμπτε	=	παρακάμπτω
παράκαμψα	=	παρέκαμψα
παράκαμψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παράκαμψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακάμπτω
παράκαμψης	noun	γενική ενικού του παράκαμψη
παράκαμψις	noun	η παράκαμψη
παράκανα	=	παρακάνω
παράκαναν	=	παρακάνω
παράκανε	=	παρακάνω
παράκανες	=	παρακάνω
παράκειμαι	verb|formal	βρίσκομαι δίπλα ή κοντά σε κάποιον ή κάτι
παράκεντρα	adv	σε παράκεντρο σημείο
παράκεντρε	=	παράκεντρος
παράκεντρες	=	παράκεντρος
παράκεντρη	=	παράκεντρος
παράκεντρης	=	παράκεντρος
παράκεντρο	noun	σημείο που βρίσκεται παράκεντρα
παράκεντροι	=	παράκεντρος
παράκεντρος	adj	που βρίσκεται δίπλα από το κέντρο και κοντά σ’ αυτό
παράκεντρου	=	παράκεντρος
παράκεντρους	=	παράκεντρος
παράκεντρων	=	παράκεντρος
παράκληση	noun	η διαδικασία, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρακαλώ, η ευγενική και ικετευτική κλήση για βοήθεια, εξυπηρέτηση, χάρη, συνδρομή κ.λπ.
παράκλησης	noun	γενική ενικού του παράκληση
παράκλητε	=	παράκλητος
παράκλητο	=	παράκλητος
παράκλητοι	=	παράκλητος
παράκλητος	noun	Παράκλητος: προσωνύμιο του Αγίου Πνεύματος και του Χριστού
παράκλητου	=	παράκλητος
παράκλητους	=	παράκλητος
παράκλητων	=	παράκλητος
παράκμαζα	=	παρακμάζω
παράκμαζαν	=	παρακμάζω
παράκμαζε	=	παρακμάζω
παράκμαζες	=	παρακμάζω
παράκμασα	=	παρακμάζω
παράκμασαν	=	παρακμάζω
παράκμασε	=	παρακμάζω
παράκμασες	=	παρακμάζω
παράκουα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκουο
παράκουγα	=	παρακούω
παράκουγαν	=	παρακούω
παράκουγε	=	παρακούω
παράκουγες	=	παρακούω
παράκουε	adj	κλητική ενικού του παράκουος
παράκουες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκουη
παράκουη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράκουος
παράκουης	adj	γενική ενικού του παράκουη
παράκουο	adj	αιτιατική ενικού του παράκουος
παράκουοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράκουος
παράκουος	adj	που παρακούει
παράκουου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράκουος
παράκουους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράκουος
παράκουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παράκουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παράκουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παράκουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παράκουση	noun	το προβληματικό, ελλειμματικό ή λανθασμένο άκουσμα ήχων
παράκουσης	=	παράκουση
παράκουσμα	noun	το αποτέλεσμα του παρακούω, ατελές άκουσμα
παράκουων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράκουος
παράκρουση	noun	παίζω μουσικό όργανο και βγάζω δυσαρμονικό, παράφωνο ήχο, παραφωνώ
παράκρουσης	noun	γενική ενικού του παράκρουση
παράκτια	=	παράκτιος
παράκτιας	=	παράκτιος
παράκτιε	=	παράκτιος
παράκτιες	=	παράκτιος
παράκτιο	=	παράκτιος
παράκτιοι	=	παράκτιος
παράκτιος	adj	που βρίσκεται στην θάλασσα αλλά κοντά στις ακτές/στην ακτή
παράκτιου	=	παράκτιος
παράκτιους	=	παράκτιος
παράκτιων	=	παράκτιος
παράκυκλε	noun	κλητική ενικού του παράκυκλος
παράκυκλο	noun	αιτιατική ενικού του παράκυκλος
παράκυκλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράκυκλος
παράκυκλος	noun	ροδέλα
παράκυκλου	=	παράκυκλος
παράκυκλους	=	παράκυκλος
παράκυκλων	=	παράκυκλος
παράλαβα	=	παραλαβαίνω
παράλαβαν	=	παραλαβαίνω
παράλαβε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παράλαβες	=	παραλαβαίνω
παράλειπε	=	παραλείπω
παράλειψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παράλειψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραλείπω
παράλειψης	noun	γενική ενικού του παράλειψη
παράληψη	noun|dated	συνώνυμο του παραλαβή
παράληψης	=	παράληψη
παράλια	noun	οι παραλιακές περιοχές, τα παράλια μέρη.
παράλιας	=	παράλιος
παράλιε	=	παράλιος
παράλιες	=	παράλιος
παράλιο	=	παράλιος
παράλιοι	=	παράλιος
παράλιος	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει στο έδαφος κοντά ή πάνω στην ακτή, στην ξηρά δίπλα στη θάλασσα
παράλιου	=	παράλιος
παράλιους	=	παράλιος
παράλιων	=	παράλιος
παράλλα	=	παράλλος
παράλλαγμα	noun|rare	άλλη μορφή του παράλλαξη, παραλλαγή
παράλλαζα	=	παραλλάζω
παράλλαζαν	=	παραλλάζω
παράλλαζε	=	παραλλάζω
παράλλαζες	=	παραλλάζω
παράλλαμα	noun	δύσμορφος άνθρωπος από αρρώστια ή κάκωση, κάτι δύσμορφο
παράλλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παράλλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παράλλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παράλλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παράλλαξη	noun	η αλλαγή της θέσης δύο στατικών σημείων, που οφείλεται στην κίνηση του παρατηρητή ή όταν αυτός έχει στερεοσκοπική όραση και ανοιγοκλείνει τα μάτια του με αντίθετο χρονισμό το καθένα (βοηθά μόνο για σχετικά κοντινές αποστάσεις)
παράλλαξης	noun	γενική ενικού του παράλλαξη
παράλλασσα	=	παραλλάσσω
παράλλασσαν	=	παραλλάσσω
παράλλασσε	=	παραλλάσσω
παράλλασσες	=	παραλλάσσω
παράλλε	=	παράλλος
παράλλες	=	παράλλος
παράλλη	=	παράλλος
παράλληλα	adv	με τρόπο παράλληλο
παράλληλε	noun	κλητική ενικού του παράλληλος
παράλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράλληλη
παράλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράλληλος
παράλληλης	adj	γενική ενικού του παράλληλη
παράλληλο	noun	αιτιατική ενικού του παράλληλος
παράλληλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράλληλος
παράλληλος	adj	για δύο επιφάνειες, ή δύο ευθείες που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, που δεν τέμνονται ποτέ	noun	νοητή ευθεία πάνω στη γη που βρίσκεται σε επίπεδο παράλληλο με το επίπεδο του Ισημερινού
παράλληλου	noun	γενική ενικού του παράλληλος
παράλληλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράλληλος
παράλληλων	adj	γενική πληθυντικού του παράλληλος
παράλλης	=	παράλλος
παράλλο	=	παράλλος
παράλλοι	=	παράλλος
παράλλος	adj	ο διαφορετικός άλλος, ο παραδιπλανός, ο μεθεπόμενος
παράλλου	=	παράλλος
παράλλους	=	παράλλος
παράλλων	=	παράλλος
παράλογα	adv	κατά τρόπο παράλογο, χωρίς λογική ή αντίθετα στη λογική
παράλογε	=	παράλογος
παράλογες	=	παράλογος
παράλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράλογος
παράλογης	=	παράλογος
παράλογο	noun	η κατάσταση στην οποία αίρεται η λογική ή ο σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παράλογος
παράλογοι	=	παράλογος
παράλογος	adj	που δεν σκέφτεται λογικά
παράλογου	=	παράλογος
παράλογους	=	παράλογος
παράλογων	=	παράλογος
παράλυε	=	παραλύω
παράλυσα	=	παραλύω
παράλυσαν	=	παραλύω
παράλυσε	=	παραλύω
παράλυση	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του παραλύω
παράλυσης	noun	γενική ενικού του παράλυση
παράλυτα	=	παράλυτος
παράλυτε	=	παράλυτος
παράλυτες	=	παράλυτος
παράλυτη	noun	θηλυκό του παράλυτος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράλυτος
παράλυτης	=	παράλυτος
παράλυτο	=	παράλυτος
παράλυτοι	=	παράλυτος
παράλυτος	noun	παράλυτος	adj	που έχει παραλύσει
παράλυτου	=	παράλυτος
παράλυτους	=	παράλυτος
παράλυτων	=	παράλυτος
παράμαλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράμαλλο
παράμαλλο	noun	το νήμα του παραγαδιού, που στην άκρη του βρίσκεται το αγκίστρι
παράμαλλου	noun	γενική ενικού του παράμαλλο
παράμαλλων	noun	γενική πληθυντικού του παράμαλλο
παράμεινα	=	παραμένω
παράμεινε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παράμενε	=	παραμένω
παράμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παράμερος	adv	λίγο πιο πέρα από το σημείο που θεωρείται το κέντρο μιας ενέργειας ή δραστηριότητας
παράμερε	adj	κλητική ενικού του παράμερος
παράμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράμερη
παράμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράμερος
παράμερης	adj	γενική ενικού του παράμερη
παράμερο	adj	αιτιατική ενικού του παράμερος
παράμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράμερος
παράμερος	adj	που δεν βρίσκεται ή δεν φαίνεται εύκολα από κάποιο κεντρικό, για την περιοχή, σημείο
παράμερου	adj	γενική ενικού του παράμερος
παράμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράμερος
παράμερων	adj	γενική πληθυντικού του παράμερος
παράμεσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράμεσο
παράμεσε	adj	κλητική ενικού του παράμεσος
παράμεσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράμεση
παράμεση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράμεσος
παράμεσης	adj	γενική ενικού του παράμεση
παράμεσο	adj	αιτιατική ενικού του παράμεσος
παράμεσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράμεσος
παράμεσος	noun	ανθρώπινο δάχτυλο που βρίσκεται ανάμεσα από το μικρό και το μεσαίο	adj	που βρίσκεται όχι ακριβώς στη μέση αλλά δίπλα απ’ αυτή
παράμεσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράμεσος
παράμεσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράμεσος
παράμεσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράμεσος
παράμετρε	=	παράμετρος
παράμετρο	=	παράμετρος
παράμετροι	=	παράμετρος
παράμετρος	noun	καθένα από τα επί μέρους στοιχεία, τους συντελεστές, τους παράγοντες που προσδιορίζουν, επηρεάζουν ή διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά ή τη συμπεριφορά ενός ζητήματος
παράμετρου	=	παράμετρος
παράμετρους	=	παράμετρος
παράμετρων	=	παράμετρος
παράνθια	=	παράνθιος
παράνθιας	=	παράνθιος
παράνθιε	=	παράνθιος
παράνθιες	=	παράνθιος
παράνθιο	=	παράνθιος
παράνθιοι	=	παράνθιος
παράνθιος	adj	που εμφανίζεται δίπλα σε άνθος
παράνθιου	=	παράνθιος
παράνθιους	=	παράνθιος
παράνθιων	=	παράνθιος
παράνοα	=	παράνους
παράνοες	=	παράνους
παράνοια	noun	η παραφροσύνη, ο παραλογισμός
παράνοιας	noun	γενική ενικού του παράνοια
παράνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράνοια
παράνομα	noun|dated	επώνυμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράνομο
παράνομε	adj	κλητική ενικού του παράνομος
παράνομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράνομη
παράνομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράνομος
παράνομης	adj	γενική ενικού του παράνομη
παράνομο	adj	αιτιατική ενικού του παράνομος
παράνομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράνομος
παράνομος	adj	ο εκτός των ορίων του νομίμου, είτε λόγω έλλειψης των απαραίτητων προϋποθέσεων του νομίμου, είτε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων αλλά με παρουσία επιπλέον στοιχείων που καθιστούν ρητά το σύνολο παραβατικό του νόμου
παράνομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράνομος
παράνομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράνομος
παράνομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράνομος
παράνου	=	παράνους
παράνουν	=	παράνους
παράνους	adj|formal	παρανοϊκός, παράφρων
παράνυφε	=	παράνυφος
παράνυφη	=	παράνυφος
παράνυφο	=	παράνυφος
παράνυφοι	=	παράνυφος
παράνυφος	noun	παιδί που συνοδεύει το γαμπρό και τη νύφη κατά το γάμο
παράξενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράξενο, ουδέτερο του παράξενος	adv	με παράξενο, περίεργο τρόπο
παράξενε	adj	κλητική ενικού του παράξενος
παράξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράξενη
παράξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράξενος
παράξενης	adj	γενική ενικού του παράξενη
παράξενο	adj	αιτιατική ενικού του παράξενος
παράξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράξενος
παράξενος	adj	που δεν μοιάζει με ό,τι μας είναι γνωστό και οικείο
παράξενου	adj	γενική ενικού του παράξενος
παράξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράξενος
παράξενων	adj	γενική πληθυντικού του παράξενος
παράξυλα	=	παράξυλο
παράξυλο	noun	μαλακό ξύλο που προσαρμόζεται πάνω σε άλλο ξύλο ή κάποιο αντικείμενο για ν' αποφεύγεται η τριβή
παράξυλον	noun	το παράξυλο
παράξυλου	=	παράξυλο
παράξυλων	=	παράξυλο
παράουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράουρο
παράουρε	adj	κλητική ενικού του παράουρος
παράουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράουρη
παράουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράουρος
παράουρης	adj	γενική ενικού του παράουρη
παράουρο	adj	αιτιατική ενικού του παράουρος
παράουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράουρος
παράουρος	adj	που δεν είναι ή δεν συμβαίνει στην κανονική του ώρα
παράουρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράουρος
παράουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράουρος
παράουρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράουρος
παράπαια	=	παραπαίω
παράπαιαν	=	παραπαίω
παράπαιε	=	παραπαίω
παράπαιες	=	παραπαίω
παράπαν	adv	σε όλα, εντελώς, ολότελα, απόλυτα
παράπεμπε	=	παραπέμπω
παράπεμψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παράπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παράπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παράπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παράπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παράπεφτε	=	παραπέφτω
παράπηγμα	noun	η πρόχειρη, ξύλινη κατασκευή για στέγαση ανθρώπων, η παράγκα
παράπιωμα	noun	υπερκατανάλωση ποτού κυρίως αλκοολούχου
παράπλαγα	=	παράπλαγο
παράπλαγο	noun	η πλαγιά του βουνού, πιθανόν κοντά στους πρόποδες
παράπλαγου	=	παράπλαγο
παράπλαγων	=	παράπλαγο
παράπλεε	=	παραπλέω
παράπλευρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπλευρο
παράπλευρε	adj	κλητική ενικού του παράπλευρος
παράπλευρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπλευρη
παράπλευρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράπλευρος
παράπλευρης	adj	γενική ενικού του παράπλευρη
παράπλευρο	adj	αιτιατική ενικού του παράπλευρος
παράπλευροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράπλευρος
παράπλευρος	adj	που εφάπτεται κατά μήκος της μιας πλευράς του με κάτι άλλο, συνορεύοντας άμεσα μαζί του
παράπλευρου	adj	γενική ενικού του παράπλευρος
παράπλευρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράπλευρος
παράπλευρων	adj	γενική πληθυντικού του παράπλευρος
παράπλευσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παράπλευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπλευστο
παράπλευστε	adj	κλητική ενικού του παράπλευστος
παράπλευστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπλευστη
παράπλευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράπλευστος
παράπλευστης	adj	γενική ενικού του παράπλευστη
παράπλευστο	adj	αιτιατική ενικού του παράπλευστος
παράπλευστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράπλευστος
παράπλευστος	adj	αυτός που παραπλέεται εγγύτατα με ασφάλεια, χωρίς φυσικούς κινδύνους, π.χ. ξέρες, υφάλους, ρεύματα κ.λπ.
παράπλευστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράπλευστος
παράπλευστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράπλευστος
παράπλευστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράπλευστος
παράπληκτα	=	παράπληκτος
παράπληκτε	=	παράπληκτος
παράπληκτες	=	παράπληκτος
παράπληκτη	=	παράπληκτος
παράπληκτης	=	παράπληκτος
παράπληκτο	=	παράπληκτος
παράπληκτοι	=	παράπληκτος
παράπληκτος	adj	άλλη μορφή του παραπληγικός
παράπληκτου	=	παράπληκτος
παράπληκτους	=	παράπληκτος
παράπληκτων	=	παράπληκτος
παράπλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράπλους
παράπλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παράπλους
παράπλουν	=	παράπλους
παράπλους	noun	ο πλους γύρω από κάποια περιοχή, συνηθέστερα ξηράς, π.χ. χερσόνησο, νήσο, αρχιπέλαγο ή ακόμα και ήπειρο
παράπλων	noun	γενική πληθυντικού του παράπλους
παράπονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπονο
παράπονο	noun	η έκφραση δυσαρέσκειας, λύπης, πίκρας
παράπονου	=	παράπονο
παράπονων	=	παράπονο
παράπτωμα	noun	το ασήμαντο λάθος, το σφάλμα
παράριζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράριζο
παράριζο	noun	δευτερεύουσα διακλάδωση της βασικής ρίζας
παράριζου	noun	γενική ενικού του παράριζο
παράριζων	noun	γενική πληθυντικού του παράριζο
παράρτημα	noun	οτιδήποτε συμπληρώνει, επεκτείνει ή προστίθεται σε κάτι που θεωρείται κύριο και βασικό
παράς	noun|vulgar	το χρήμα
παράσειον	noun|archaic	το ιστίο που βρίσκεται στο ανώτερο σημείο
παράσελμα	noun	σανίδα μεταξύ των σελμάτων σε βάρκα
παράσερνα	=	παρασέρνω
παράσημα	=	παράσημο
παράσημο	noun	έμβλημα τιμητικής διάκρισης
παράσημου	=	παράσημο
παράσημων	=	παράσημο
παράσιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράσιτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παράσιτος
παράσιτε	=	παράσιτος
παράσιτες	=	παράσιτος
παράσιτη	=	παράσιτος
παράσιτης	=	παράσιτος
παράσιτο	noun	οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σε βάρος ενός άλλου οργανισμού
παράσιτοι	=	παράσιτος
παράσιτος	adj	που παρασιτεί
παράσιτου	=	παράσιτος
παράσιτους	=	παράσιτος
παράσιτων	=	παράσιτος
παράσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράσπιτο
παράσπιτο	noun	σπιτάκι ή άλλο οίκημα (ως βοηθητικός / αποθηκευτικός χώρος) δίπλα σε κυρίως σπίτι ή οικοδόμημα
παράσπιτου	noun	γενική ενικού του παράσπιτο
παράσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του παράσπιτο
παράσπονδα	=	παράσπονδος
παράσπονδε	=	παράσπονδος
παράσπονδες	=	παράσπονδος
παράσπονδη	=	παράσπονδος
παράσπονδης	=	παράσπονδος
παράσπονδο	=	παράσπονδος
παράσπονδοι	=	παράσπονδος
παράσπονδος	adj	που παραβιάζει τα συμφωνημένα
παράσπονδου	=	παράσπονδος
παράσπονδους	=	παράσπονδος
παράσπονδων	=	παράσπονδος
παράσταινα	=	παρασταίνω
παράσταιναν	=	παρασταίνω
παράσταινε	=	παρασταίνω
παράσταινες	=	παρασταίνω
παράσταση	noun	το να εμφανίζει κάποιος οτιδήποτε μπροστά σε κάποιον
παράστασης	noun	γενική ενικού του παράσταση
παράστημα	noun	η στάση του σώματος και η (ευθυτενής) εξωτερική εμφάνιση κάποιου, η κορμοστασιά, το παρουσιαστικό του
παράστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παριστάνω
παράστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παριστάνω
παράστησε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παράστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παριστάνω
παράσυρα	=	παρασέρνω
παράσυρση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού παρασύρω
παράσυρσης	=	παράσυρση
παράσχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχομε	=	παρέχω
παράσχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράσχουνε	=	παρέχω
παράσχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παράτα	verb	β΄πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του ρήματος παρατάω / παρατώ	noun	υπερβολικά θεαματική εκδήλωση που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό
παράταγε	=	παρατώ
παράταιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράταιρο
παράταιρε	adj	κλητική ενικού του παράταιρος
παράταιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράταιρη
παράταιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράταιρος
παράταιρης	adj	γενική ενικού του παράταιρη
παράταιρο	adj	αιτιατική ενικού του παράταιρος
παράταιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράταιρος
παράταιρος	adj	που δεν ταιριάζει με κάτι άλλο
παράταιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράταιρος
παράταιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράταιρος
παράταιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράταιρος
παράταξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παράταξη	noun	η ένταξη κάποιων πραγμάτων ή προσώπων σε μια σειρά
παράταξης	noun	γενική ενικού του παράταξη
παράτας	noun	γενική ενικού του παράτα
παράταση	noun	η μεταφορά ενός χρονικού ορίου σε μελλοντικό χρόνο
παράτασης	noun	γενική ενικού του παράταση
παράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράτα
παράτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρατώ
παράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παράτιτλε	=	παράτιτλος
παράτιτλο	=	παράτιτλος
παράτιτλοι	=	παράτιτλος
παράτιτλος	noun	τίτλος (σε εφημερίδα, περιοδικό κ.λπ.) που έχει δευτερεύουσα σημασία και τίθεται δίπλα ή κάτω από τον κυρίως τίτλο
παράτιτλου	=	παράτιτλος
παράτιτλους	=	παράτιτλος
παράτιτλων	=	παράτιτλος
παράτολμα	adv	με παράτολμο τρόπο
παράτολμε	=	παράτολμος
παράτολμες	=	παράτολμος
παράτολμη	=	παράτολμος
παράτολμης	=	παράτολμος
παράτολμο	=	παράτολμος
παράτολμοι	=	παράτολμος
παράτολμος	adj	που είναι έτοιμος να διακινδυνεύσει, αυτός που δείχνει υπερβολική τόλμη
παράτολμου	=	παράτολμος
παράτολμους	=	παράτολμος
παράτολμων	=	παράτολμος
παράτονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράτονο, ουδέτερο του παράτονος	adv	με παράτονος τρόπο
παράτονε	=	παράτονος
παράτονες	=	παράτονος
παράτονη	=	παράτονος
παράτονης	=	παράτονος
παράτονο	=	παράτονος
παράτονοι	=	παράτονος
παράτονος	adj	που τονίζεται εσφαλμένα, που ο τόνος του είναι λανθασμένος
παράτονου	adj	γενική ενικού του παράτονος
παράτονους	=	παράτονος
παράτονων	=	παράτονος
παράτριμμα	noun	το σύγκαμα
παράτροπα	=	παράτροπος
παράτροπε	=	παράτροπος
παράτροπες	=	παράτροπος
παράτροπη	=	παράτροπος
παράτροπης	=	παράτροπος
παράτροπο	=	παράτροπος
παράτροποι	=	παράτροπος
παράτροπος	adj|archaic	που έχει τραπεί σε άλλη κατεύθυνση
παράτροπου	=	παράτροπος
παράτροπους	=	παράτροπος
παράτροπων	=	παράτροπος
παράτρωγα	=	παρατρώω
παράτυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παράτυπος	adv	με παράτυπο τρόπο
παράτυπε	adj	κλητική ενικού του παράτυπος
παράτυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράτυπη
παράτυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράτυπος
παράτυπης	adj	γενική ενικού του παράτυπη
παράτυπο	adj	αιτιατική ενικού του παράτυπος
παράτυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράτυπος
παράτυπος	adj	που δεν συμφωνεί με τους κανόνες και γίνεται κατά παράβασή τους.
παράτυπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράτυπος
παράτυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράτυπος
παράτυπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράτυπος
παράτυφε	noun	κλητική ενικού του παράτυφος
παράτυφο	noun	αιτιατική ενικού του παράτυφος
παράτυφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράτυφος
παράτυφος	noun	οξεία μολυσματική εντερική πάθηση που μοιάζει με τυφοειδή πυρετό αλλά είναι λιγότερο σοβαρή και προκαλείται από την κατανάλωση τροφής μολυσμένης με βακτήρια σαλμονέλας
παράτυφου	=	παράτυφος
παράτυφους	=	παράτυφος
παράφαγα	=	παρατρώω
παράφερνα	noun	η πρόσθετη προίκα
παράφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παράφορος	adv	με παράφορο τρόπο
παράφορε	adj	κλητική ενικού του παράφορος
παράφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράφορη
παράφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παράφορος
παράφορης	adj	γενική ενικού του παράφορη
παράφορο	adj	αιτιατική ενικού του παράφορος
παράφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παράφορος
παράφορος	adj|formal	σφοδρός, ασυγκράτητος, ορμητικός
παράφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παράφορος
παράφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παράφορος
παράφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παράφορος
παράφρασε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παράφραση	noun	η διατύπωση με άλλες λέξεις μιας φράσης, έτσι ώστε να εξυπηρετεί δικές μου εκφραστικές ανάγκες
παράφρασης	=	παράφραση
παράφρον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παράφρων
παράφρονα	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του παράφρονας
παράφρονας	noun	άλλη μορφή του παράφρων	adj	άλλη μορφή του παράφρων
παράφρονε	=	παράφρονας
παράφρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του παράφρων
παράφρονη	=	παράφρονας
παράφρονης	=	παράφρονας
παράφρονο	=	παράφρονας
παράφρονοι	=	παράφρονας
παράφρονος	=	παράφρων
παράφρονου	=	παράφρονας
παράφρονους	=	παράφρονας
παράφρονων	=	παράφρονας
παράφρων	adj|formal	που έχει χάσει τα λογικά, τη διανοητική και ψυχική του ισορροπία
παράφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράφυλλο
παράφυλλο	noun	μικρή απόφυση (διαφόρων σχημάτων) στη βάση ενός φύλλου
παράφυλλον	noun	παράφυλλο
παράφυλλου	=	παράφυλλο
παράφυση	noun	προέκταση
παράφυσης	=	παράφυση
παράφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράφωνο, ουδέτερο του παράφωνος	adv	με παράφωνο τρόπο
παράφωνε	=	παράφωνος
παράφωνες	=	παράφωνος
παράφωνη	=	παράφωνος
παράφωνης	=	παράφωνος
παράφωνο	=	παράφωνος
παράφωνοι	=	παράφωνος
παράφωνος	adj	που είναι λανθασμένος, που δεν ταιριάζει στη μουσική αρμονία
παράφωνου	=	παράφωνος
παράφωνους	=	παράφωνος
παράφωνων	=	παράφωνος
παράχερα	=	παράχερο
παράχερο	noun|dated	άλλη μορφή του παραχέρι
παράχερου	=	παράχερο
παράχερων	=	παράχερο
παράχεσα	=	παραχέζω
παράχθηκα	=	παράγω
παράχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγομαι
παράχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγομαι
παράχθηκες	=	παράγω
παράχορδα	=	παράχορδος
παράχορδε	=	παράχορδος
παράχορδες	=	παράχορδος
παράχορδη	=	παράχορδος
παράχορδης	=	παράχορδος
παράχορδο	=	παράχορδος
παράχορδοι	=	παράχορδος
παράχορδος	adj	που έχει παραχθεί από τη λάθος χορδή και, ως εκ τούτου, παράφωνος, παράτονος
παράχορδου	=	παράχορδος
παράχορδους	=	παράχορδος
παράχορδων	=	παράχορδος
παράχρηση	noun|formal	άλλη μορφή του κατάχρηση
παράχρησης	=	παράχρηση
παράχρονου	adv	άλλη μορφή του αντίχρονου
παράχωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραχώνω
παράχωνα	=	παραχώνω
παράχωναν	=	παραχώνω
παράχωνε	=	παραχώνω
παράχωνες	=	παραχώνω
παράχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παράχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παράχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παράχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παράχωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραχώνω
παράχωσης	=	παράχωση
παράχωσις	noun	παράχωση
παράωρα	adv	σε παράωρο χρόνο
παράωρε	=	παράωρος
παράωρες	=	παράωρος
παράωρη	=	παράωρος
παράωρης	=	παράωρος
παράωρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παράωρος
παράωροι	=	παράωρος
παράωρος	adj	χαζός, βλάκας
παράωρου	=	παράωρος
παράωρους	=	παράωρος
παράωρων	=	παράωρος
παρέα	noun	φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων	adv	μαζί
παρέας	noun	γενική ενικού του παρέα
παρέαση	noun|formal	καλουμάρισμα
παρέασης	=	παρέαση
παρέβαινα	=	παραβαίνω
παρέβαιναν	=	παραβαίνω
παρέβαινε	=	παραβαίνω
παρέβαινες	=	παραβαίνω
παρέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παρέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παρέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παρέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παρέβαλλα	=	παραβάλλω
παρέβαλλαν	=	παραβάλλω
παρέβαλλε	=	παραβάλλω
παρέβαλλες	=	παραβάλλω
παρέβη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παρέβην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παρέβης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παρέβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παρέβλεπα	=	παραβλέπω
παρέβλεπαν	=	παραβλέπω
παρέβλεπε	=	παραβλέπω
παρέβλεπες	=	παραβλέπω
παρέβλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παρέβλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παρέβλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παρέβλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παρέβρια	=	παρέβριος
παρέβριας	=	παρέβριος
παρέβριε	=	παρέβριος
παρέβριες	=	παρέβριος
παρέβριο	=	παρέβριος
παρέβριοι	=	παρέβριος
παρέβριος	adj	που βρίσκεται δίπλα ή κοντά στον Έβρο ή εκατέρωθεν αυτού
παρέβριου	=	παρέβριος
παρέβριους	=	παρέβριος
παρέβριων	=	παρέβριος
παρέγραφα	=	παραγράφω
παρέγραφαν	=	παραγράφω
παρέγραφε	=	παραγράφω
παρέγραφες	=	παραγράφω
παρέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παρέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παρέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παρέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παρέγχυμα	noun	ο μαλακός και σπογγώδης ιστός σε φύλλα, καρπούς ή κλαδιά
παρέδιδα	=	παραδίδω
παρέδιδαν	=	παραδίδω
παρέδιδε	=	παραδίδω
παρέδιδες	=	παραδίδω
παρέδινα	=	παραδίνω
παρέδιναν	=	παραδίνω
παρέδινε	=	παραδίνω
παρέδινες	=	παραδίνω
παρέδρευα	=	παρεδρεύω
παρέδρευαν	=	παρεδρεύω
παρέδρευε	=	παρεδρεύω
παρέδρευες	=	παρεδρεύω
παρέδρευσα	=	παρεδρεύω
παρέδρευσαν	=	παρεδρεύω
παρέδρευσε	=	παρεδρεύω
παρέδρευσες	=	παρεδρεύω
παρέδρου	noun	γενική ενικού του πάρεδρος
παρέδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάρεδρος
παρέδρων	noun	γενική πληθυντικού του πάρεδρος
παρέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παρέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παρέδωσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του παραδίδω
παρέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέα
παρέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παρέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παρέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παρέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παρέθετα	=	παραθέτω
παρέθεταν	=	παραθέτω
παρέθετε	=	παραθέτω
παρέθετες	=	παραθέτω
παρέκαμπτα	=	παρακάμπτω
παρέκαμπταν	=	παρακάμπτω
παρέκαμπτε	=	παρακάμπτω
παρέκαμπτες	=	παρακάμπτω
παρέκαμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρέκαμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρέκαμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρέκαμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρέκβαινα	=	παρεκβαίνω
παρέκβαιναν	=	παρεκβαίνω
παρέκβαινε	=	παρεκβαίνω
παρέκβαινες	=	παρεκβαίνω
παρέκβαση	noun	η απομάκρυνση κάποιου ομιλητή ή συγγραφέα από το κυρίως θέμα του
παρέκβασης	=	παρέκβαση
παρέκει	adv	άλλη μορφή του παρακεί
παρέκκλισες	=	παρέκκλιση
παρέκκλιση	noun	το να παρεκκλίνει, λοξοδρομεί κάποιος από την προηγούμενη πορεία του
παρέκκλισης	=	παρέκκλιση
παρέκταση	noun	το αποτέλεσμα του παρεκτείνω, η αύξηση της έκτασης
παρέκτασης	=	παρέκταση
παρέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παρέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παρέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παρέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παρέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρέλαση	noun	η διέλευση στοιχισμένων στρατιωτικών τμημάτων μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να δειχτεί το αξιόμαχο του αγήματος ή για επιθεώρηση από την στρατιωτική ή πολιτική ηγεσία
παρέλασης	noun	γενική ενικού του παρέλαση
παρέλειπα	=	παραλείπω
παρέλειπαν	=	παραλείπω
παρέλειπε	=	παραλείπω
παρέλειπες	=	παραλείπω
παρέλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παρέλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παρέλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παρέλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παρέλευση	noun	η πάροδος, το πέρασμα
παρέλευσης	noun	γενική ενικού του παρέλευση
παρέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρέλκυση	noun|formal	εσκεμμένη χρονοτριβή και καθυστέρηση
παρέλκυσης	noun	γενική ενικού του παρέλκυση
παρέλκω	verb	σύρω κατά μέρος
παρέλξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρελξη
παρέλξεων	noun	γενική πληθυντικού του πάρελξη
παρέλξεως	noun|formal	γενική ενικού του πάρελξη
παρέλυα	=	παραλύω
παρέλυαν	=	παραλύω
παρέλυε	=	παραλύω
παρέλυες	=	παραλύω
παρέλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παρέλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παρέλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παρέλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παρέμβαση	noun	η ανάμειξη κάποιου σε υπόθεση άλλων
παρέμβασης	=	παρέμβαση
παρέμβασις	noun	η παρέμβαση
παρέμβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρέμβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρέμβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρέμβλημα	noun|formal	οτιδήποτε παρεμβάλλεται
παρέμβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρέμβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρέμβυσμα	noun	οτιδήποτε υπάρχει ανάμεσα από δύο πράγματα ή επιφάνειες ή γεμίζει το κενό
παρέμβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρέμεινα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος παραμένω
παρέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παρέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παρέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παρέμενα	=	παραμένω
παρέμεναν	=	παραμένω
παρέμενε	=	παραμένω
παρέμενες	=	παραμένω
παρέμφαση	noun|formal	έμμεση φανέρωση ή δήλωση
παρέμφασης	=	παρέμφαση
παρένθεση	noun	σημείο στίξης με τα σύμβολα ( ) που περικλείουν λέξεις ή φράσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές στον λόγο
παρένθεσης	noun	γενική ενικού του παρένθεση
παρένθετα	=	παρένθετος
παρένθετε	=	παρένθετος
παρένθετες	=	παρένθετος
παρένθετη	=	παρένθετος
παρένθετης	=	παρένθετος
παρένθετο	=	παρένθετος
παρένθετοι	=	παρένθετος
παρένθετος	adj	που παρεμβάλλεται, που μπαίνει κάπου ανάμεσα
παρένθετου	=	παρένθετος
παρένθετους	=	παρένθετος
παρένθετων	=	παρένθετος
παρέπαια	=	παραπαίω
παρέπαιε	=	παραπαίω
παρέπαιες	=	παραπαίω
παρέπαιν	=	παραπαίω
παρέπαιον	=	παραπαίω
παρέπεμπα	=	παραπέμπω
παρέπεμπαν	=	παραπέμπω
παρέπεμπε	=	παραπέμπω
παρέπεμπες	=	παραπέμπω
παρέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παρέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παρέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παρέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παρέπεσα	=	παραπέφτω
παρέπεσαν	=	παραπέφτω
παρέπεσε	=	παραπέφτω
παρέπεσες	=	παραπέφτω
παρέπεφτα	verb	α’ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος παραπέφτω (με τη σημασία: πέφτω κάπου και δεν με βρίσκουν)
παρέπεφταν	=	παραπέφτω
παρέπεφτε	=	παραπέφτω
παρέπεφτες	=	παραπέφτω
παρέπλεα	=	παραπλέω
παρέπλεαν	=	παραπλέω
παρέπλεε	=	παραπλέω
παρέπλεες	=	παραπλέω
παρέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παρέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παρέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παρέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παρέρχεσαι	=	παρέρχομαι
παρέρχεστε	=	παρέρχομαι
παρέρχεται	=	παρέρχομαι
παρέρχομαι	verb|formal	περνώ, φεύγω, ξεπερνιέμαι
παρέρχονται	=	παρέρχομαι
παρέρχονταν	=	παρέρχομαι
παρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρεση
παρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του πάρεση
παρέστη	=	παρίσταμαι
παρέστημεν	=	παρίσταμαι
παρέστην	=	παρίσταμαι
παρέστης	=	παρίσταμαι
παρέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παρέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παρέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παρέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παρέστητε	=	παρίσταμαι
παρέστια	=	παρέστιος
παρέστιο	=	παρέστιος
παρέστιος	adj|formal	που είναι σε κοντινή απόσταση από το τζάκι
παρέσυρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρέσυραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρέσυρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρέσυρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρέσχε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παρέσχες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχω
παρέσχεσαν	=	παρέχω
παρέσχον	=	παρέχω
παρέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρέτασσα	=	παρατάσσω
παρέτεινα	=	παρατείνω
παρέτειναν	=	παρατείνω
παρέτεινε	=	παρατείνω
παρέτεινες	=	παρατείνω
παρέφρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παρέφρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παρέφρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παρέφρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παρέχαμε	=	παρέχω
παρέχαν	=	παρέχω
παρέχανε	=	παρέχω
παρέχατε	=	παρέχω
παρέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρέχω
παρέχεις	=	παρέχω
παρέχεσαι	=	παρέχω
παρέχεσθε	=	παρέχω
παρέχεστε	=	παρέχω
παρέχεται	=	παρέχω
παρέχετε	=	παρέχω
παρέχομαι	=	παρέχω
παρέχομε	=	παρέχω
παρέχονται	=	παρέχω
παρέχονταν	=	παρέχω
παρέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρέχω
παρέχουμε	=	παρέχω
παρέχουν	=	παρέχω
παρέχουνε	=	παρέχω
παρέχω	verb	δίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ
παρήγα	=	παράγω
παρήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγω
παρήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγω
παρήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγω
παρήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγω
παρήγαν	=	παράγω
παρήγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παρήγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παρήγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παρήγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παρήγγελλα	=	παραγγέλλω
παρήγγελλαν	=	παραγγέλλω
παρήγγελλε	=	παραγγέλλω
παρήγγελλες	=	παραγγέλλω
παρήγε	=	παράγω
παρήγες	=	παράγω
παρήγορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρήγορο
παρήγορε	adj	κλητική ενικού του παρήγορος
παρήγορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρήγορη
παρήγορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρήγορος
παρήγορης	adj	γενική ενικού του παρήγορη
παρήγορο	adj	αιτιατική ενικού του παρήγορος
παρήγοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρήγορος
παρήγορος	adj|formal	που δίνει παρηγοριά κι ελπίδα
παρήγορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρήγορος
παρήγορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρήγορος
παρήγορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρήγορος
παρήκμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρήκμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρήκμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρήκμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρήκοα	=	παρήκοος
παρήκοε	=	παρήκοος
παρήκοες	=	παρήκοος
παρήκοη	=	παρήκοος
παρήκοης	=	παρήκοος
παρήκοο	=	παρήκοος
παρήκοοι	=	παρήκοος
παρήκοος	adj	άλλη μορφή του παράκουος
παρήκοου	=	παρήκοος
παρήκοους	=	παρήκοος
παρήκοων	=	παρήκοος
παρήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρήλθανε	=	παρέρχομαι
παρήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέρχομαι
παρήλια	=	παρήλιος
παρήλιας	=	παρήλιος
παρήλιε	=	παρήλιος
παρήλιες	=	παρήλιος
παρήλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρήλικο
παρήλικε	adj	κλητική ενικού του παρήλικος
παρήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρήλικη
παρήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρήλικος
παρήλικης	adj	γενική ενικού του παρήλικη
παρήλικο	adj	αιτιατική ενικού του παρήλικος
παρήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρήλικος
παρήλικος	adj|formal	ο ηλικιωμένος
παρήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρήλικος
παρήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρήλικος
παρήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρήλικος
παρήλιο	=	παρήλιος
παρήλιοι	=	παρήλιος
παρήλιος	adj	που βρίσκεται κοντά στον ήλιο ή συμβαίνει κοντά σ’ αυτόν
παρήλιου	=	παρήλιος
παρήλιους	=	παρήλιος
παρήλιων	=	παρήλιος
παρήμερα	=	παρήμερος
παρήμερε	=	παρήμερος
παρήμερες	=	παρήμερος
παρήμερη	=	παρήμερος
παρήμερης	=	παρήμερος
παρήμερο	=	παρήμερος
παρήμεροι	=	παρήμερος
παρήμερος	adj|archaic	καθημερινός
παρήμερου	=	παρήμερος
παρήμερους	=	παρήμερος
παρήμερων	=	παρήμερος
παρήχηση	noun	η επανάληψη ενός φθόγγου (ή περισσότερων) σε κάποιο στίχο ή κάποια φράση
παρήχησης	noun	γενική ενικού του παρήχηση
παρήχθη	=	παράγω
παρία	=	παρίας
παρίας	noun	άτομο με περιορισμένα δικαιώματα, ο παρακατιανός, ο κοινωνικά εξαθλιωμένος ή υποδεέστερος
παρίες	=	παρίας
παρίσθμια	=	παρίσθμιος
παρίσθμιας	=	παρίσθμιος
παρίσθμιε	=	παρίσθμιος
παρίσθμιες	=	παρίσθμιος
παρίσθμιο	=	παρίσθμιος
παρίσθμιοι	=	παρίσθμιος
παρίσθμιος	adj	που βρίσκεται δίπλα σε ισθμό
παρίσθμιου	=	παρίσθμιος
παρίσθμιους	=	παρίσθμιος
παρίσθμιων	=	παρίσθμιος
παρίσταμαι	verb|formal	είμαι παρών, βρίσκομαι σε κάποιο σημείο μαζί με άλλους
παρίστανα	=	παριστάνω
παρίσταναν	=	παριστάνω
παρίστανε	=	παριστάνω
παρίστανες	=	παριστάνω
παρίστανται	=	παρίσταμαι
παρίσταντο	=	παρίσταμαι
παρίστασαι	=	παρίσταμαι
παρίστασθε	=	παρίσταμαι
παρίστασο	=	παρίσταμαι
παρίσταται	=	παρίσταμαι
παρίστατο	=	παρίσταμαι
παρίστια	noun	συμπληρωματικά ιστία (πανιά) των μεγάλων ιστιοφόρων.
παρίστιο	noun	ιστίο ιστιοφόρου πλοίου, που τοποθετείται πλευρικά σε κεντρικό ιστίο, συνεπώς φέρεται ανά ζεύγος στον πληθυντικό.
παρίστιου	=	παρίστιο
παρίστιων	=	παρίστιο
παρίστρια	=	παρίστριος
παρίστριας	=	παρίστριος
παρίστριε	=	παρίστριος
παρίστριες	=	παρίστριος
παρίστριο	=	παρίστριος
παρίστριοι	=	παρίστριος
παρίστριος	adj	κοντά στον ποταμό Ίστρο (Δούναβη)
παρίστριου	=	παρίστριος
παρίστριους	=	παρίστριος
παρίστριων	=	παρίστριος
παραέβλεπα	=	παραβλέπω
παραέβλεπαν	=	παραβλέπω
παραέβλεπε	=	παραβλέπω
παραέβλεπες	=	παραβλέπω
παραέβραζα	=	παραβράζω
παραέβραζαν	=	παραβράζω
παραέβραζε	=	παραβράζω
παραέβραζες	=	παραβράζω
παραέβρασα	=	παραβράζω
παραέβρασαν	=	παραβράζω
παραέβρασε	=	παραβράζω
παραέβρασες	=	παραβράζω
παραέγινα	=	παραγίνομαι
παραέγιναν	=	παραγίνομαι
παραέγινε	=	παραγίνομαι
παραέγινες	=	παραγίνομαι
παραέγραφα	=	παραγράφω
παραέγραφαν	=	παραγράφω
παραέγραφε	=	παραγράφω
παραέγραφες	=	παραγράφω
παραέγραψα	=	παραγράφω
παραέγραψαν	=	παραγράφω
παραέγραψε	=	παραγράφω
παραέγραψες	=	παραγράφω
παραέδινα	=	παραδίνω
παραέδιναν	=	παραδίνω
παραέδινε	=	παραδίνω
παραέδινες	=	παραδίνω
παραέδωσα	=	παραδίνω
παραέδωσαν	=	παραδίνω
παραέδωσε	=	παραδίνω
παραέδωσες	=	παραδίνω
παραέκατσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παραέκατσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παραέκατσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παραέκατσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παραέμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραέμενα	=	παραμένω
παραέμεναν	=	παραμένω
παραέμενε	=	παραμένω
παραέμενες	=	παραμένω
παραέξω	adv	πιο έξω
παραέπεσα	verb	άλλη μορφή του παράπεσα, μόνο με την έννοια του "πέφτω περισσότερο από το κανονικό"
παραέπεφτα	verb	α’ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος παραπέφτω (με τη σημασία: πέφτω υπερβολικά)
παραέπινα	=	παραπίνω
παραέπιναν	=	παραπίνω
παραέπινε	=	παραπίνω
παραέπινες	=	παραπίνω
παραέτρωγα	=	παρατρώω
παραέφαγα	=	παρατρώω
παραέχω	verb	έχω σε υπερβολικό βαθμό
παραέχωσα	=	παραχώνω
παραήπια	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραήπιαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραήπιαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραήπιανε	=	παραπίνω
παραήπιατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραήπιε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραήπιες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραίνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραίνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραίνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραίνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραίνεση	noun|formal	προτροπή, συμβουλή
παραίνεσης	noun	γενική ενικού του παραίνεση
παραίσθηση	noun	εσφαλμένη αντίληψη υπαρκτού ερεθίσματος
παραίσθησης	noun	γενική ενικού του παραίσθηση
παραίτα	=	παραιτώ
παραίταγε	=	παραιτώ
παραίτησα	=	παραιτώ
παραίτησαν	=	παραιτώ
παραίτησε	=	παραιτώ
παραίτησες	=	παραιτώ
παραίτηση	noun	η οικειοθελής αποχώρηση από μια θέση εργασίας ή ένα αξίωμα
παραίτησης	=	παραίτηση
παραίτια	=	παραίτιος
παραίτιας	=	παραίτιος
παραίτιε	=	παραίτιος
παραίτιες	=	παραίτιος
παραίτιια	=	παραίτιος
παραίτιιο	=	παραίτιος
παραίτιο	=	παραίτιος
παραίτιοι	=	παραίτιος
παραίτιος	adj	που είναι υπαίτιος για κάτι κακό
παραίτιου	=	παραίτιος
παραίτιους	=	παραίτιος
παραίτιων	=	παραίτιος
παραΰστερα	adv|vulgar	υστερότερα, πιο μετά, αργότερα
παραβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλαν	=	παραβάλλω
παραβάλανε	=	παραβάλλω
παραβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλλαμε	=	παραβάλλω
παραβάλλαν	=	παραβάλλω
παραβάλλανε	=	παραβάλλω
παραβάλλατε	=	παραβάλλω
παραβάλλει	=	παραβάλλω
παραβάλλεις	=	παραβάλλω
παραβάλλεσαι	=	παραβάλλω
παραβάλλεστε	=	παραβάλλω
παραβάλλεται	=	παραβάλλω
παραβάλλετε	=	παραβάλλω
παραβάλλομαι	verb	συγκρίνομαι, παραλληλίζομαι
παραβάλλομε	=	παραβάλλω
παραβάλλονται	=	παραβάλλω
παραβάλλονταν	=	παραβάλλω
παραβάλλοντας	=	παραβάλλω
παραβάλλουμε	=	παραβάλλω
παραβάλλουν	=	παραβάλλω
παραβάλλουνε	=	παραβάλλω
παραβάλλω	verb	παραθέτω για να κάνω σύγκριση
παραβάλομε	=	παραβάλλω
παραβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάλουνε	=	παραβάλλω
παραβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλω
παραβάν	noun	συρόμενη ή αναδιπλούμενη κατασκευή ή κουρτίνα, η οποία κλείνοντας απομονώνει έναν χώρο, πχ σε δοκιμαστήρια καταστημάτων ρούχων, εκλογικά τμήματα κλπ
παραβάραινα	=	παραβαραίνω
παραβάραιναν	=	παραβαραίνω
παραβάραινε	=	παραβαραίνω
παραβάραινες	=	παραβαραίνω
παραβάρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβάρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβάρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβάρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράβαση
παραβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράβαση
παραβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράβαση
παραβάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβάτης
παραβάτη	=	παραβάτης
παραβάτης	noun	που παραβαίνει, παραβιάζει ένα νόμο ή κανονισμό
παραβάτιδα	=	παραβάτης
παραβάτις	noun	παραβάτισσα
παραβάτισσας	noun	γενική ενικού του παραβάτισσα
παραβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβάτισσα
παραβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβήματα	=	παράβημα
παραβήματος	=	παράβημα
παραβίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβίαση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραβιάζω
παραβίασης	=	παραβίαση
παραβίωση	noun	η (φυσική ή χειρουργική) ένωση δύο οργανισμών, ώστε να αναπτύξουν ενιαίο κοινό φυσιολογικό σύστημα
παραβίωσης	=	παραβίωση
παραβίωσις	noun	παραβίωση
παραβαίναμε	=	παραβαίνω
παραβαίναν	=	παραβαίνω
παραβαίνανε	=	παραβαίνω
παραβαίνατε	=	παραβαίνω
παραβαίνει	=	παραβαίνω
παραβαίνεις	=	παραβαίνω
παραβαίνετε	=	παραβαίνω
παραβαίνοντας	=	παραβαίνω
παραβαίνουμε	=	παραβαίνω
παραβαίνουν	=	παραβαίνω
παραβαίνουνε	=	παραβαίνω
παραβαίνω	verb	δεν τηρώ ό,τι επιβάλλει ένας νόμος, κανονισμός, όρος συμφωνίας κ.λπ, ενεργώ κατά τρόπο αντίθετο από ό,τι αυτά επιβάλλουν
παραβαλβιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβαλβιδικό
παραβαλβιδικέ	adj	κλητική ενικού του παραβαλβιδικός
παραβαλβιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβαλβιδική
παραβαλβιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβαλβιδικός
παραβαλβιδικής	adj	γενική ενικού του παραβαλβιδική
παραβαλβιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβαλβιδικός
παραβαλβιδικού	adj	γενική ενικού του παραβαλβιδικός
παραβαλβιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραβαλβιδικός
παραβαλβιδικό	adj	αιτιατική ενικού του παραβαλβιδικός
παραβαλβιδικός	adj	που έχει σχέση με (προβλήματα που αφορούν) την περιοχή δίπλα ή γύρω από την βαλβίδα της καρδιάς ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραβαλβιδικών	adj	γενική πληθυντικού του παραβαλβιδικός
παραβαλλόμασταν	=	παραβάλλω
παραβαλλόμαστε	=	παραβάλλω
παραβαλλόμουν	=	παραβάλλω
παραβαλλόμουνα	=	παραβάλλω
παραβαλλόντουσαν	=	παραβάλλω
παραβαλλόσασταν	=	παραβάλλω
παραβαλλόσαστε	=	παραβάλλω
παραβαλλόσουν	=	παραβάλλω
παραβαλλόσουνα	=	παραβάλλω
παραβαλλόταν	=	παραβάλλω
παραβαλλότανε	=	παραβάλλω
παραβαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβαμμένο
παραβαμμένε	verb	κλητική ενικού του παραβαμμένος
παραβαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβαμμένη
παραβαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβαμμένος
παραβαμμένης	verb	γενική ενικού του παραβαμμένη
παραβαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραβαμμένος
παραβαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβαμμένος
παραβαμμένος	verb	για άτομο που έχει βάλει πολύ μακιγιάζ
παραβαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραβαμμένος
παραβαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραβαμμένος
παραβαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραβαμμένος
παραβαραίναμε	=	παραβαραίνω
παραβαραίναν	=	παραβαραίνω
παραβαραίνανε	=	παραβαραίνω
παραβαραίνατε	=	παραβαραίνω
παραβαραίνει	=	παραβαραίνω
παραβαραίνεις	=	παραβαραίνω
παραβαραίνετε	=	παραβαραίνω
παραβαραίνοντας	=	παραβαραίνω
παραβαραίνουμε	=	παραβαραίνω
παραβαραίνουν	=	παραβαραίνω
παραβαραίνουνε	=	παραβαραίνω
παραβαραίνω	verb	προσδίδω σε κάτι υπερβολικό βάρος
παραβαρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύναν	=	παραβαραίνω
παραβαρύνανε	=	παραβαραίνω
παραβαρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύνοντας	=	παραβαρύνω
παραβαρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαραίνω
παραβαρύνουνε	=	παραβαρύνω
παραβαρύντε	=	παραβαρύνω
παραβαρύνω	verb	άλλη μορφή του παραβαραίνω
παραβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβατικό
παραβατικέ	adj	κλητική ενικού του παραβατικός
παραβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβατική
παραβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβατικός
παραβατικής	adj	γενική ενικού του παραβατική
παραβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβατικός
παραβατικοτήτων	=	παραβατικότητα
παραβατικού	adj	γενική ενικού του παραβατικός
παραβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραβατικός
παραβατικό	adj	αιτιατική ενικού του παραβατικός
παραβατικός	adj	που αφορά παράβαση νόμου ή κανονισμού
παραβατικότητα	noun	η τάση για παραβίαση νόμων ή κοινωνικών κανόνων
παραβατικότητας	=	παραβατικότητα
παραβατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβατικότητα
παραβατικών	adj	γενική πληθυντικού του παραβατικός
παραβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του παραβάτισσα
παραβατών	=	παραβάτης
παραβγές	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγήκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγήκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγήκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγήκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγαίναμε	=	παραβγαίνω
παραβγαίνατε	=	παραβγαίνω
παραβγαίνει	=	παραβγαίνω
παραβγαίνεις	=	παραβγαίνω
παραβγαίνετε	=	παραβγαίνω
παραβγαίνομε	=	παραβγαίνω
παραβγαίνοντας	=	παραβγαίνω
παραβγαίνουμε	=	παραβγαίνω
παραβγαίνουν	=	παραβγαίνω
παραβγαίνουνε	=	παραβγαίνω
παραβγαίνω	verb	βγαίνω πολύ, κάνω πολλές εξόδους για διασκέδαση
παραβγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβγαίνω
παραβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβημάτων	=	παράβημα
παραβιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραβιάζω
παραβιάζω	verb	ενεργώ αντίθετα με νόμο, συνθήκη, συμφωνία
παραβιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβίαση
παραβιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάσεων	=	παραβίαση
παραβιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβιάζω
παραβιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβιασμένο
παραβιασμένε	verb	κλητική ενικού του παραβιασμένος
παραβιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβιασμένη
παραβιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβιασμένος
παραβιασμένης	verb	γενική ενικού του παραβιασμένη
παραβιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραβιασμένος
παραβιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβιασμένος
παραβιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραβιασμένος
παραβιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραβιασμένος
παραβιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραβιασμένος
παραβιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβιωτικό
παραβιωτικέ	adj	κλητική ενικού του παραβιωτικός
παραβιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβιωτική
παραβιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβιωτικός
παραβιωτικής	adj	γενική ενικού του παραβιωτική
παραβιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβιωτικός
παραβιωτικού	adj	γενική ενικού του παραβιωτικός
παραβιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραβιωτικός
παραβιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραβιωτικός
παραβιωτικός	adj	που έχει σχέση με την παραβίωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραβιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραβιωτικός
παραβιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβίωση
παραβιώσεων	=	παραβίωση
παραβλάπτω	verb	ζημιώνω, βλάπτω, βλάφτω, επιφέρω, θίγω
παραβλάσταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβλάσταρο
παραβλάσταρο	noun|vulgar	η παραφυάδα
παραβλάσταρου	noun	γενική ενικού του παραβλάσταρο
παραβλάσταρων	noun	γενική πληθυντικού του παραβλάσταρο
παραβλάστες	=	παραβλάστη
παραβλάστη	noun	άλλη μορφή του παραβλάστημα
παραβλάστημα	noun	παραφυάδα
παραβλάστης	=	παραβλάστη
παραβλέπαμε	=	παραβλέπω
παραβλέπαν	=	παραβλέπω
παραβλέπανε	=	παραβλέπω
παραβλέπατε	=	παραβλέπω
παραβλέπει	=	παραβλέπω
παραβλέπεις	=	παραβλέπω
παραβλέπεσαι	=	παραβλέπω
παραβλέπεστε	=	παραβλέπω
παραβλέπεται	=	παραβλέπω
παραβλέπετε	=	παραβλέπω
παραβλέπομαι	=	παραβλέπω
παραβλέπομε	=	παραβλέπω
παραβλέπονται	=	παραβλέπω
παραβλέπονταν	=	παραβλέπω
παραβλέποντας	=	παραβλέπω
παραβλέπουμε	=	παραβλέπω
παραβλέπουν	=	παραβλέπω
παραβλέπουνε	=	παραβλέπω
παραβλέπω	verb	κάνω ότι δεν είδα κάτι λανθασμένο, αγνοώ εκούσια ένα λάθος και δείχνω επιείκεια
παραβλέφθηκα	=	παραβλέπω
παραβλέφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλέφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλέφθηκες	=	παραβλέπω
παραβλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψαν	=	παραβλέπω
παραβλέψανε	=	παραβλέπω
παραβλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράβλεψη
παραβλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψεων	noun	γενική πληθυντικού του παράβλεψη
παραβλέψεως	noun|formal	γενική ενικού του παράβλεψη
παραβλέψομε	=	παραβλέπω
παραβλέψου	=	παραβλέπω
παραβλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψουνε	=	παραβλέπω
παραβλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπω
παραβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβλήματα	=	παράβλημα
παραβλήματος	=	παράβλημα
παραβλαστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβλάστημα
παραβλαστήματος	noun	γενική ενικού του παραβλάστημα
παραβλαστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραβλάστημα
παραβλαστών	=	παραβλάστη
παραβλεπόμασταν	=	παραβλέπω
παραβλεπόμαστε	=	παραβλέπω
παραβλεπόμουν	=	παραβλέπω
παραβλεπόμουνα	=	παραβλέπω
παραβλεπόντουσαν	=	παραβλέπω
παραβλεπόσασταν	=	παραβλέπω
παραβλεπόσαστε	=	παραβλέπω
παραβλεπόσουν	=	παραβλέπω
παραβλεπόσουνα	=	παραβλέπω
παραβλεπόταν	=	παραβλέπω
παραβλεπότανε	=	παραβλέπω
παραβλεφθήκαμε	=	παραβλέπω
παραβλεφθήκαν	=	παραβλέπω
παραβλεφθήκανε	=	παραβλέπω
παραβλεφθήκατε	=	παραβλέπω
παραβλεφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλεφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλεφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλεφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλεφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβλεφθούνε	=	παραβλέπω
παραβλεφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβλέπομαι
παραβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθήκαν	=	παραβάλλω
παραβληθήκανε	=	παραβάλλω
παραβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβληθούνε	=	παραβάλλω
παραβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβάλλομαι
παραβλημάτων	=	παράβλημα
παραβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβολή
παραβολή	noun	η σύγκριση δύο αντικειμένων τοποθετημένων το ένα δίπλα στο άλλο με σκοπό τη διαπίστωση ομοιοτήτων ή διαφορών
παραβολής	=	παραβολή
παραβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβολικό	adv	με παραβολικό τρόπο
παραβολικέ	adj	κλητική ενικού του παραβολικός
παραβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβολική
παραβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβολικός
παραβολικής	adj	γενική ενικού του παραβολική
παραβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβολικός
παραβολικού	adj	γενική ενικού του παραβολικός
παραβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραβολικός
παραβολικό	adj	αιτιατική ενικού του παραβολικός
παραβολικός	adj	που σχετίζεται με την παραβολή
παραβολικών	adj	γενική πληθυντικού του παραβολικός
παραβολικώς	adv|dated	παραβολικά
παραβολών	=	παραβολή
παραβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραβράζαμε	=	παραβράζω
παραβράζαν	=	παραβράζω
παραβράζανε	=	παραβράζω
παραβράζατε	=	παραβράζω
παραβράζει	=	παραβράζω
παραβράζεις	=	παραβράζω
παραβράζετε	=	παραβράζω
παραβράζοντας	=	παραβράζω
παραβράζουμε	=	παραβράζω
παραβράζουν	=	παραβράζω
παραβράζουνε	=	παραβράζω
παραβράζω	verb	βράζω παραπάνω απ’ όσο πρέπει
παραβράσαμε	=	παραβράζω
παραβράσαν	=	παραβράζω
παραβράσανε	=	παραβράζω
παραβράσατε	=	παραβράζω
παραβράσει	=	παραβράζω
παραβράστε	=	παραβράζω
παραβρίσκομαι	=	παρευρίσκομαι
παραβρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβρασμένο
παραβρασμένε	verb	κλητική ενικού του παραβρασμένος
παραβρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβρασμένη
παραβρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραβρασμένος
παραβρασμένης	verb	γενική ενικού του παραβρασμένη
παραβρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραβρασμένος
παραβρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραβρασμένος
παραβρασμένος	verb	που έχει παραβράσει
παραβρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραβρασμένος
παραβρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραβρασμένος
παραβρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραβρασμένος
παραβρισκόμενα	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενε	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενες	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενη	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενης	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενο	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενοι	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενος	verb	ο παρευρισκόμενος
παραβρισκόμενου	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενους	=	παραβρισκόμενος
παραβρισκόμενων	=	παραβρισκόμενος
παραβόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραβόλι
παραβόλου	=	παράβολος
παραβόλους	=	παράβολος
παραβόλων	=	παράβολος
παραβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραβαίνω
παραγάγαμε	=	παράγω
παραγάγαν	=	παράγω
παραγάγανε	=	παράγω
παραγάγατε	=	παράγω
παραγάγγλια	=	παραγάγγλιο
παραγάγγλιο	noun	συστάδα νευροενδοκρινικών κυττάρων που παράγουν ορμόνες οι οποίες ρυθμίζουν διάφορες λειτουργίες του σώματος, όπως τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, την πέψη και την αρτηριακή πίεση
παραγάγγλιου	=	παραγάγγλιο
παραγάγγλιων	=	παραγάγγλιο
παραγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παράγω
παραγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παράγω
παραγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παράγω
παραγάγομε	=	παράγω
παραγάγου	=	παράγω
παραγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παράγω
παραγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παράγω
παραγάγουνε	=	παράγω
παραγάγτε	=	παράγω
παραγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παράγω
παραγάδι	noun	πετονιά με πολλά αγκίστρια η οποία αρχικά είναι μαζεμένη σε ένα στρογγυλό πανέρι και κατόπιν ρίπτεται από σκάφος που κινείται με χαμηλή ταχύτητα ώστε να απλωθεί σε ευθεία γραμμή μέσα στη θάλασσα
παραγάδια	=	παραγάδι
παραγέμιζα	=	παραγεμίζω
παραγέμιζαν	=	παραγεμίζω
παραγέμιζε	=	παραγεμίζω
παραγέμιζες	=	παραγεμίζω
παραγέμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγέμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγέμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγέμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγέμισμα	noun	η ενέργεια του παραγεμίζω
παραγένωμα	noun	άλλη μορφή του παραγίνωμα
παραγίναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίναν	=	παραγίνομαι
παραγίνανε	=	παραγίνομαι
παραγίνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνεσαι	=	παραγίνομαι
παραγίνεστε	=	παραγίνομαι
παραγίνεται	=	παραγίνομαι
παραγίνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνηκα	=	παραγίνομαι
παραγίνηκαν	=	παραγίνομαι
παραγίνηκε	=	παραγίνομαι
παραγίνηκες	=	παραγίνομαι
παραγίνομαι	verb	γίνομαι σε υπερβολικό βαθμό, ξεπερνάω τα όρια
παραγίνονται	=	παραγίνομαι
παραγίνονταν	=	παραγίνομαι
παραγίνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνουνε	=	παραγίνομαι
παραγίνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγίνομαι
παραγίνωμα	noun	η ωρίμαση ενός καρπού σε μεγάλο / υπερβολικό βαθμό
παραγαγγλίου	=	παραγάγγλιο
παραγαγγλίων	=	παραγάγγλιο
παραγαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγαδάκι
παραγαδιάρη	=	παραγαδιάρης
παραγαδιάρηδες	=	παραγαδιάρης
παραγαδιάρηδων	=	παραγαδιάρης
παραγαδιάρης	noun	που αλιεύει με παραγάδι
παραγαδιού	=	παραγάδι
παραγαδιών	=	παραγάδι
παραγγέλθηκα	=	παραγγέλνω
παραγγέλθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλομαι
παραγγέλθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλομαι
παραγγέλθηκες	=	παραγγέλνω
παραγγέλλαμε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλαν	=	παραγγέλλω
παραγγέλλανε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλατε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλει	=	παραγγέλλω
παραγγέλλεις	=	παραγγέλλω
παραγγέλλεσαι	=	παραγγέλλω
παραγγέλλεστε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλεται	=	παραγγέλλω
παραγγέλλετε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλομαι	=	παραγγέλλω
παραγγέλλομε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλονται	=	παραγγέλλω
παραγγέλλονταν	=	παραγγέλλω
παραγγέλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραγγέλλω
παραγγέλλουμε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλουν	=	παραγγέλλω
παραγγέλλουνε	=	παραγγέλλω
παραγγέλλω	verb	δηλώνω τη θέλησή μου ή την επιθυμία μου, προκειμένου να πραγματοποιηθεί
παραγγέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράγγελμα
παραγγέλματος	noun	γενική ενικού του παράγγελμα
παραγγέλναμε	=	παραγγέλνω
παραγγέλναν	=	παραγγέλνω
παραγγέλνανε	=	παραγγέλνω
παραγγέλνατε	=	παραγγέλνω
παραγγέλνει	=	παραγγέλνω
παραγγέλνεις	=	παραγγέλνω
παραγγέλνεσαι	=	παραγγέλνω
παραγγέλνεστε	=	παραγγέλνω
παραγγέλνεται	=	παραγγέλνω
παραγγέλνετε	=	παραγγέλνω
παραγγέλνομαι	=	παραγγέλνω
παραγγέλνονται	=	παραγγέλνω
παραγγέλνονταν	=	παραγγέλνω
παραγγέλνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραγγέλνω
παραγγέλνουμε	=	παραγγέλνω
παραγγέλνουν	=	παραγγέλνω
παραγγέλνουνε	=	παραγγέλνω
παραγγέλνω	verb	άλλη μορφή του παραγγέλλω
παραγγείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλαν	=	παραγγέλνω
παραγγείλανε	=	παραγγέλνω
παραγγείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλομε	=	παραγγέλλω
παραγγείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλουνε	=	παραγγέλνω
παραγγείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλω
παραγγελία	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραγγέλλω
παραγγελίας	noun	γενική ενικού του παραγγελία
παραγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελία
παραγγελθήκαμε	=	παραγγέλνω
παραγγελθήκαν	=	παραγγέλνω
παραγγελθήκανε	=	παραγγέλνω
παραγγελθήκατε	=	παραγγέλνω
παραγγελθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγγέλλομαι
παραγγελθείς	=	παραγγέλνω
παραγγελθείτε	=	παραγγέλνω
παραγγελθούμε	=	παραγγέλνω
παραγγελθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγγέλλομαι
παραγγελθούνε	=	παραγγέλνω
παραγγελθώ	=	παραγγέλνω
παραγγελιά	noun|vulgar	παραγγελία, εντολή
παραγγελιάς	noun	γενική ενικού του παραγγελιά
παραγγελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιά
παραγγελιοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του παραγγελιοδότρια
παραγγελιοδοτών	=	παραγγελιοδότης
παραγγελιοδοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιοδοχικό
παραγγελιοδοχικέ	adj	κλητική ενικού του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιοδοχική
παραγγελιοδοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδοχικής	adj	γενική ενικού του παραγγελιοδοχική
παραγγελιοδοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδοχικού	adj	γενική ενικού του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδοχικό	adj	αιτιατική ενικού του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδοχικός	adj	που έχει σχέση με παραγγελιοδόχο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
παραγγελιοδοχικών	adj	γενική πληθυντικού του παραγγελιοδοχικός
παραγγελιοδότες	=	παραγγελιοδότης
παραγγελιοδότη	=	παραγγελιοδότης
παραγγελιοδότης	noun	αυτός που δίνει μια παραγγελία
παραγγελιοδότρια	noun	θηλυκό του παραγγελιοδότης
παραγγελιοδότριας	noun	γενική ενικού του παραγγελιοδότρια
παραγγελιοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιοδότρια
παραγγελιοδόχε	noun	κλητική ενικού του παραγγελιοδόχος
παραγγελιοδόχο	noun	αιτιατική ενικού του παραγγελιοδόχος
παραγγελιοδόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιοδόχος
παραγγελιοδόχος	noun	άτομο που παίρνει μια παραγγελία και προσπαθεί να την διεκπεραιώσει
παραγγελιοδόχου	noun	γενική ενικού του παραγγελιοδόχος
παραγγελιοδόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραγγελιοδόχος
παραγγελιοδόχων	noun	γενική πληθυντικού του παραγγελιοδόχος
παραγγελιολήπτες	=	παραγγελιολήπτης
παραγγελιολήπτη	=	παραγγελιολήπτης
παραγγελιολήπτης	noun	αυτός που λαμβάνει μια παραγγελία
παραγγελιολήπτρια	noun	θηλυκό του παραγγελιολήπτης
παραγγελιολήπτριας	=	παραγγελιολήπτρια
παραγγελιολήπτριες	=	παραγγελιολήπτρια
παραγγελιοληπτικά	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικέ	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικές	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτική	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικής	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικοί	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικού	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικούς	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικό	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτικός	adj	που έχει σχέση με παραγγελιολήπτη ή παραγγελιοληψία ή αναφέρεται σ’ αυτά
παραγγελιοληπτικών	=	παραγγελιοληπτικός
παραγγελιοληπτριών	=	παραγγελιολήπτρια
παραγγελιοληπτών	=	παραγγελιολήπτης
παραγγελιοληψία	noun	η παραλαβή μιας παραγγελίας προς διεκπεραίωση
παραγγελιοληψίας	noun	γενική ενικού του παραγγελιοληψία
παραγγελιοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελιοληψία
παραγγελιοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του παραγγελιοληψία
παραγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του παραγγελία
παραγγελλόμασταν	=	παραγγέλλω
παραγγελλόμαστε	=	παραγγέλλω
παραγγελλόμενος	=	παραγγέλλω
παραγγελλόμουν	=	παραγγέλλω
παραγγελλόμουνα	=	παραγγέλλω
παραγγελλόντουσαν	=	παραγγέλλω
παραγγελλόσασταν	=	παραγγέλλω
παραγγελλόσαστε	=	παραγγέλλω
παραγγελλόσουν	=	παραγγέλλω
παραγγελλόσουνα	=	παραγγέλλω
παραγγελλόταν	=	παραγγέλλω
παραγγελλότανε	=	παραγγέλλω
παραγγελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράγγελμα
παραγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελμένο
παραγγελμένε	verb	κλητική ενικού του παραγγελμένος
παραγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελμένη
παραγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγγελμένος
παραγγελμένης	verb	γενική ενικού του παραγγελμένη
παραγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγγελμένος
παραγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγγελμένος
παραγγελμένος	verb	που έχει παραγγελθεί
παραγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγγελμένος
παραγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγγελμένος
παραγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγγελμένος
παραγγελνόμασταν	=	παραγγέλνω
παραγγελνόμαστε	=	παραγγέλνω
παραγγελνόμουν	=	παραγγέλνω
παραγγελνόμουνα	=	παραγγέλνω
παραγγελνόντουσαν	=	παραγγέλνω
παραγγελνόσασταν	=	παραγγέλνω
παραγγελνόσαστε	=	παραγγέλνω
παραγγελνόσουν	=	παραγγέλνω
παραγγελνόσουνα	=	παραγγέλνω
παραγγελνόταν	=	παραγγέλνω
παραγγελνότανε	=	παραγγέλνω
παραγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελτικό
παραγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του παραγγελτικός
παραγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγγελτική
παραγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγγελτικός
παραγγελτικής	adj	γενική ενικού του παραγγελτική
παραγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγγελτικός
παραγγελτικού	adj	γενική ενικού του παραγγελτικός
παραγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραγγελτικός
παραγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραγγελτικός
παραγγελτικός	adj	που έχει σχέση με παραγγελία ή παράγγελμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
παραγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραγγελτικός
παραγεμίζαμε	=	παραγεμίζω
παραγεμίζαν	=	παραγεμίζω
παραγεμίζανε	=	παραγεμίζω
παραγεμίζατε	=	παραγεμίζω
παραγεμίζει	=	παραγεμίζω
παραγεμίζεις	=	παραγεμίζω
παραγεμίζετε	=	παραγεμίζω
παραγεμίζοντας	=	παραγεμίζω
παραγεμίζουμε	=	παραγεμίζω
παραγεμίζουν	=	παραγεμίζω
παραγεμίζουνε	=	παραγεμίζω
παραγεμίζω	verb	γεμίζω πάρα πολύ
παραγεμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίσαν	=	παραγεμίζω
παραγεμίσανε	=	παραγεμίζω
παραγεμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγέμισμα
παραγεμίσματος	noun	γενική ενικού του παραγέμισμα
παραγεμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζω
παραγεμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραγέμισμα
παραγεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγεμισμένο
παραγεμισμένε	verb	κλητική ενικού του παραγεμισμένος
παραγεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγεμισμένη
παραγεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγεμισμένος
παραγεμισμένης	verb	γενική ενικού του παραγεμισμένη
παραγεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγεμισμένος
παραγεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγεμισμένος
παραγεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγεμισμένος
παραγεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγεμισμένος
παραγεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγεμισμένος
παραγεμιστά	noun	τα γεμιστά (λαχανικά γεμισμένα)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγεμιστό
παραγεμιστέ	adj	κλητική ενικού του παραγεμιστός
παραγεμιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγεμιστή
παραγεμιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγεμιστός
παραγεμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστής	adj	γενική ενικού του παραγεμιστή
παραγεμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγεμιστός
παραγεμιστού	adj	γενική ενικού του παραγεμιστός
παραγεμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραγεμιστός
παραγεμιστό	adj	αιτιατική ενικού του παραγεμιστός
παραγεμιστός	adj	που τον έχουν παραγεμίσει
παραγεμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγεμίζομαι
παραγεμιστών	adj	γενική πληθυντικού του παραγεμιστός
παραγενεί	=	παραγίνομαι
παραγενείς	=	παραγίνομαι
παραγενείτε	=	παραγίνομαι
παραγενούμε	=	παραγίνομαι
παραγενούν	=	παραγίνομαι
παραγενούνε	=	παραγίνομαι
παραγενωμάτων	=	παραγένωμα
παραγενώ	=	παραγίνομαι
παραγενώματα	=	παραγένωμα
παραγενώματος	=	παραγένωμα
παραγεράζω	verb	άλλη μορφή του παραγερνώ
παραγερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγερασμένο
παραγερασμένε	verb	κλητική ενικού του παραγερασμένος
παραγερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγερασμένη
παραγερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγερασμένος
παραγερασμένης	verb	γενική ενικού του παραγερασμένη
παραγερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγερασμένος
παραγερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγερασμένος
παραγερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγερασμένος
παραγερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγερασμένος
παραγερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγερασμένος
παραγερνώ	verb	γίνομαι πολύ γέρος, με συνέπεια τη μεγάλη σωματική ή και πνευματική φθορά
παραγερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραγερνάω / παραγερνώ
παραγιέ	noun	κλητική ενικού του παραγιός
παραγινήκαμε	=	παραγίνομαι
παραγινήκαν	=	παραγίνομαι
παραγινήκανε	=	παραγίνομαι
παραγινήκατε	=	παραγίνομαι
παραγινωμάτων	=	παραγίνωμα
παραγινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγινωμένο
παραγινωμένε	verb	κλητική ενικού του παραγινωμένος
παραγινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγινωμένη
παραγινωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγινωμένος
παραγινωμένης	verb	γενική ενικού του παραγινωμένη
παραγινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγινωμένος
παραγινωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγινωμένος
παραγινωμένος	verb	που δεν είναι πια ώριμος, αλλά ακόμη βρώσιμος και όχι χαλασμένος
παραγινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγινωμένος
παραγινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγινωμένος
παραγινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγινωμένος
παραγινόμασταν	=	παραγίνομαι
παραγινόμαστε	=	παραγίνομαι
παραγινόμουν	=	παραγίνομαι
παραγινόμουνα	=	παραγίνομαι
παραγινόντουσαν	=	παραγίνομαι
παραγινόσασταν	=	παραγίνομαι
παραγινόσαστε	=	παραγίνομαι
παραγινόσουν	=	παραγίνομαι
παραγινόσουνα	=	παραγίνομαι
παραγινόταν	=	παραγίνομαι
παραγινότανε	=	παραγίνομαι
παραγινώματα	=	παραγίνωμα
παραγινώματος	=	παραγίνωμα
παραγιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγιός
παραγιομίζω	verb	παραγεμίζω
παραγιομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγιομισμένο
παραγιομισμένε	verb	κλητική ενικού του παραγιομισμένος
παραγιομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγιομισμένη
παραγιομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγιομισμένος
παραγιομισμένης	verb	γενική ενικού του παραγιομισμένη
παραγιομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγιομισμένος
παραγιομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγιομισμένος
παραγιομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγιομισμένος
παραγιομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγιομισμένος
παραγιομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγιομισμένος
παραγιού	noun	γενική ενικού του παραγιός
παραγιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραγιός
παραγιό	noun	αιτιατική ενικού του παραγιός
παραγιόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγιομίζω
παραγιός	noun	νεαρό άτομο που μαθαίνει κάποια τέχνη ή επάγγελμα δουλεύοντας σε κάποιον τεχνίτη ή καταστηματάρχη
παραγιών	noun	γενική πληθυντικού του παραγιός
παραγκουπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγκούπολη
παραγκουπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του παραγκούπολη
παραγκουπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του παραγκούπολη
παραγκούλα	noun	μικρή παράγκα
παραγκούλας	noun	γενική ενικού του παραγκούλα
παραγκούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγκούλα
παραγκούπολη	noun	η περιοχή ή ο οικισμός με παράγκες
παραγκούπολης	noun	γενική ενικού του παραγκούπολη
παραγκωμιού	=	παραγκώμι
παραγκωμιών	=	παραγκώμι
παραγκωνίζαμε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζαν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζανε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζατε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζει	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζεις	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζεσαι	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζεστε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζεται	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζετε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίζομε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζονται	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζονταν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζοντας	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζουμε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζουν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζουνε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίζω	verb	υποσκελίζω, παραμερίζω, βάζω στο περιθώριο
παραγκωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίσαν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίσανε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγκώνιση
παραγκωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίσεων	=	παραγκώνιση
παραγκωνίσθηκα	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγκώνισμα
παραγκωνίσομε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίσου	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίσουνε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκωνιζόμασταν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόμαστε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόμενος	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόμουν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόμουνα	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόντουσαν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόσασταν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόσαστε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόσουν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόσουνα	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζόταν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιζότανε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνισμέ	noun	κλητική ενικού του παραγκωνισμός
παραγκωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγκωνισμένο
παραγκωνισμένε	verb	κλητική ενικού του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγκωνισμένη
παραγκωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμένης	verb	γενική ενικού του παραγκωνισμένη
παραγκωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμένος	=	παραγκωνίζω
παραγκωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγκωνισμένος
παραγκωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγκωνισμός
παραγκωνισμού	noun	γενική ενικού του παραγκωνισμός
παραγκωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραγκωνισμός
παραγκωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραγκωνισμός
παραγκωνισμός	noun	η ενέργεια του παραγκωνίζω, το παραμέρισμα κάποιου, ο υποσκελισμός του
παραγκωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραγκωνισμός
παραγκωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστήκαν	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιστήκανε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκωνιστούνε	=	παραγκωνίζω
παραγκωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζομαι
παραγκώμι	noun|dated	παρατσούκλι, παρανόμι
παραγκώμια	=	παραγκώμι
παραγκών	noun	γενική πληθυντικού του παράγκα
παραγκώνιζα	=	παραγκωνίζω
παραγκώνιζαν	=	παραγκωνίζω
παραγκώνιζε	=	παραγκωνίζω
παραγκώνιζες	=	παραγκωνίζω
παραγκώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγκωνίζω
παραγκώνιση	noun	ο παραγκωνισμός
παραγκώνισης	=	παραγκώνιση
παραγμένος	=	παράγω
παραγναθίδα	noun	το τμήμα μιας περικεφαλαίας που προστατεύει τη γνάθο
παραγναθίδας	=	παραγναθίδα
παραγναθίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγναθίδα
παραγναθίδων	=	παραγναθίδα
παραγνκώνισα	=	παραγκωνίζω
παραγνωρίζαμε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζαν	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζανε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζατε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζει	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζεις	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζετε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίζουμε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζουν	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζουνε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίζω	verb	σχηματίζω λανθασμένη αντίληψη για κάτι, δεν αναγνωρίζω την πραγματική του αξία ή σημασία
παραγνωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίσαν	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίσανε	=	παραγνωρίζω
παραγνωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγνώριση
παραγνωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραγνώριση
παραγνωρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραγνώριση
παραγνωρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγνώρισμα
παραγνωρίσματος	noun	γενική ενικού του παραγνώρισμα
παραγνωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνωρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραγνώρισμα
παραγνωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγνωρισμένο
παραγνωρισμένε	verb	κλητική ενικού του παραγνωρισμένος
παραγνωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγνωρισμένη
παραγνωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγνωρισμένος
παραγνωρισμένης	verb	γενική ενικού του παραγνωρισμένη
παραγνωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγνωρισμένος
παραγνωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγνωρισμένος
παραγνωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγνωρισμένος
παραγνωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγνωρισμένος
παραγνωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγνωρισμένος
παραγνωριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνωριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζομαι
παραγνώριζα	=	παραγνωρίζω
παραγνώριζαν	=	παραγνωρίζω
παραγνώριζε	=	παραγνωρίζω
παραγνώριζες	=	παραγνωρίζω
παραγνώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγνωρίζω
παραγνώριση	noun	άλλη μορφή του παραγνώρισμα
παραγνώρισης	noun	γενική ενικού του παραγνώριση
παραγνώρισις	noun	η παραγνώριση
παραγνώρισμα	noun	το αποτέλεσμα του παραγνωρίζω
παραγοντίζω	verb	φέρομαι ως ή σαν παράγοντας, διακατέχομαι από παραγοντισμό
παραγοντίσκε	=	παραγοντίσκος
παραγοντίσκο	=	παραγοντίσκος
παραγοντίσκοι	=	παραγοντίσκος
παραγοντίσκος	noun	υποκοριστικό του παράγοντας· μικρός παράγοντας, πρόσωπο που έχει περιορισμένη σπουδαιότητα ως παράγοντας επιρροής ή διαμόρφωσης σε έναν χώρο
παραγοντίσκου	=	παραγοντίσκος
παραγοντίσκους	=	παραγοντίσκος
παραγοντίσκων	=	παραγοντίσκος
παραγοντίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγοντίστικο
παραγοντίστικε	adj	κλητική ενικού του παραγοντίστικος
παραγοντίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγοντίστικη
παραγοντίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγοντίστικος
παραγοντίστικης	adj	γενική ενικού του παραγοντίστικη
παραγοντίστικο	adj	αιτιατική ενικού του παραγοντίστικος
παραγοντίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγοντίστικος
παραγοντίστικος	adj	που έχει σχέση με παράγοντα ή τον παραγοντισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
παραγοντίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγοντίστικος
παραγοντίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραγοντίστικος
παραγοντίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγοντίστικος
παραγοντικό	noun	Στα μαθηματικά τo παραγοντικό ενός φυσικού αριθμού ν συμβολίζεται με ν!, διαβάζεται νι παραγοντικό, και είναι το γινόμενο όλων των θετικών ακεραίων μικρότερων ή ίσων με ν.
παραγοντισμέ	noun	κλητική ενικού του παραγοντισμός
παραγοντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγοντισμός
παραγοντισμού	noun	γενική ενικού του παραγοντισμός
παραγοντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραγοντισμός
παραγοντισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραγοντισμός
παραγοντισμός	noun	η επικράτηση στην πολιτική ζωή των κομματικών παραγόντων και όχι των ιδεολογικών αρχών
παραγοντισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραγοντισμός
παραγοντοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποίηση	noun	η ανάλυση ενός αριθμού σε γινόμενο πρώτων παραγόντων
παραγοντοποίησης	noun	γενική ενικού του παραγοντοποίηση
παραγοντοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιούμαι
παραγοντοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιούμαι
παραγοντοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγοντοποίηση
παραγοντοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραγοντοποίηση
παραγοντοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραγοντοποίηση
παραγοντοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγοντοποιήσιμο
παραγοντοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγοντοποιήσιμη
παραγοντοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του παραγοντοποιήσιμη
παραγοντοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσιμος	adj	που μπορεί να παραγοντοποιηθεί
παραγοντοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγοντοποιήσιμος
παραγοντοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιώ
παραγοντοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγοντοποιούμαι
παραγοντοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγοντοποιούμαι
παραγοντοποιώ	verb	αναλύω έναν αριθμο σε γινόμενο πρώτων παραγόντων
παραγουσών	=	παράγων
παραγούσης	=	παράγων
παραγράφαμε	=	παραγράφω
παραγράφαν	=	παραγράφω
παραγράφανε	=	παραγράφω
παραγράφατε	=	παραγράφω
παραγράφε	=	παραγράφω
παραγράφει	=	παραγράφω
παραγράφεις	=	παραγράφω
παραγράφεσαι	=	παραγράφω
παραγράφεστε	=	παραγράφω
παραγράφεται	=	παραγράφω
παραγράφετε	=	παραγράφω
παραγράφηκα	=	παραγράφω
παραγράφηκαν	=	παραγράφω
παραγράφηκε	=	παραγράφω
παραγράφηκες	=	παραγράφω
παραγράφομαι	=	παραγράφω
παραγράφομε	=	παραγράφω
παραγράφονται	=	παραγράφω
παραγράφονταν	=	παραγράφω
παραγράφοντας	=	παραγράφω
παραγράφου	noun	γενική ενικού του παράγραφος
παραγράφουμε	=	παραγράφω
παραγράφουν	=	παραγράφω
παραγράφουνε	=	παραγράφω
παραγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράγραφος
παραγράφτε	=	παραγράφω
παραγράφτηκα	=	παραγράφω
παραγράφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφομαι
παραγράφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφομαι
παραγράφτηκες	=	παραγράφω
παραγράφω	verb	αίρω τις συνέπειες για διαπραχθέν αδίκημα, μετά από παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος
παραγράφων	=	παράγραφος
παραγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψαν	=	παραγράφω
παραγράψανε	=	παραγράφω
παραγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψε	=	παραγράφω
παραγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψομε	=	παραγράφω
παραγράψου	=	παραγράφω
παραγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψουνε	=	παραγράφω
παραγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφω
παραγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγραμμένο
παραγραμμένε	verb	κλητική ενικού του παραγραμμένος
παραγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγραμμένη
παραγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγραμμένος
παραγραμμένης	verb	γενική ενικού του παραγραμμένη
παραγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγραμμένος
παραγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγραμμένος
παραγραμμένος	=	παραγράφω
παραγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγραμμένος
παραγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγραμμένος
παραγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγραμμένος
παραγραμματίζω	verb|rare	αντικαθιστώ κάποια γράμματα μιας λέξης με άλλα (προκειμένου να κάνω λογοπαίγνιο ή επειδή δεν γνωρίζω την σωστή ορθογραφία)
παραγραμματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγραμματισμένο
παραγραμματισμένε	verb	κλητική ενικού του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγραμματισμένη
παραγραμματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμένης	verb	γενική ενικού του παραγραμματισμένη
παραγραμματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραγραμματίζω
παραγραμματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραγραμματισμένος
παραγραμματισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραγραμματίζω
παραγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγραφή
παραγραφή	noun	η διαγραφή των συνεπειών ενός διαπραχθέντος αδικήματος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα
παραγραφήκαμε	=	παραγράφω
παραγραφήκαν	=	παραγράφω
παραγραφήκανε	=	παραγράφω
παραγραφήκατε	=	παραγράφω
παραγραφής	=	παραγραφή
παραγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραγράφομαι
παραγραφείς	=	παραγράφω
παραγραφείτε	=	παραγράφω
παραγραφούμε	=	παραγράφω
παραγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραγράφομαι
παραγραφούνε	=	παραγράφω
παραγραφτήκαμε	=	παραγράφω
παραγραφτήκαν	=	παραγράφω
παραγραφτήκανε	=	παραγράφω
παραγραφτήκατε	=	παραγράφω
παραγραφτεί	=	παραγράφω
παραγραφτείς	=	παραγράφω
παραγραφτείτε	=	παραγράφω
παραγραφτούμε	=	παραγράφω
παραγραφτούν	=	παραγράφω
παραγραφτούνε	=	παραγράφω
παραγραφτώ	=	παραγράφω
παραγραφόμασταν	=	παραγράφω
παραγραφόμαστε	=	παραγράφω
παραγραφόμουν	=	παραγράφω
παραγραφόμουνα	=	παραγράφω
παραγραφόντουσαν	=	παραγράφω
παραγραφόσασταν	=	παραγράφω
παραγραφόσαστε	=	παραγράφω
παραγραφόσουν	=	παραγράφω
παραγραφόσουνα	=	παραγράφω
παραγραφόταν	=	παραγράφω
παραγραφότανε	=	παραγράφω
παραγραφώ	=	παραγράφω
παραγραφών	=	παραγραφή
παραγυμνασμένα	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένε	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένες	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένη	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένης	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένο	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένοι	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένος	verb	ιδιαίτερα γυμνασμένος
παραγυμνασμένου	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένους	=	παραγυμνασμένος
παραγυμνασμένων	=	παραγυμνασμένος
παραγωγέ	noun	κλητική ενικού του παραγωγός
παραγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγωγή
παραγωγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω
παραγωγής	noun	γενική ενικού του παραγωγή
παραγωγίζαμε	=	παραγωγίζω
παραγωγίζαν	=	παραγωγίζω
παραγωγίζανε	=	παραγωγίζω
παραγωγίζατε	=	παραγωγίζω
παραγωγίζει	=	παραγωγίζω
παραγωγίζεις	=	παραγωγίζω
παραγωγίζετε	=	παραγωγίζω
παραγωγίζοντας	=	παραγωγίζω
παραγωγίζουμε	=	παραγωγίζω
παραγωγίζουν	=	παραγωγίζω
παραγωγίζουνε	=	παραγωγίζω
παραγωγίζω	verb	με υπολογισμούς βρίσκω την παράγωγο μιας συνάρτησης
παραγωγίσαμε	=	παραγωγίζω
παραγωγίσαν	=	παραγωγίζω
παραγωγίσανε	=	παραγωγίζω
παραγωγίσατε	=	παραγωγίζω
παραγωγίσει	=	παραγωγίζω
παραγωγίσεις	=	παραγώγιση
παραγωγίσεων	=	παραγώγιση
παραγωγίσιμα	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμε	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμες	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμη	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμης	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμο	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμοι	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμος	adj	για συναρτήσεις που έχουν παράγωγο στο πεδίο ορισμού τους
παραγωγίσιμου	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμους	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίσιμων	=	παραγωγίσιμος
παραγωγίστε	=	παραγωγίζω
παραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγωγικό	adv	με παραγωγικό τρόπο
παραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του παραγωγικός
παραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγωγική
παραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγωγικός
παραγωγικής	adj	γενική ενικού του παραγωγική
παραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγωγικός
παραγωγικοτήτων	=	παραγωγικότητα
παραγωγικού	adj	γενική ενικού του παραγωγικός
παραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραγωγικός
παραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του παραγωγικός
παραγωγικός	adj	ο σχετικός με την παραγωγή
παραγωγικότης	noun	παραγωγικότητα
παραγωγικότητα	noun	η ιδιότητα ή η ικανότητα του παραγωγικού
παραγωγικότητας	noun	γενική ενικού του παραγωγικότητα
παραγωγικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγωγικότητα
παραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του παραγωγικός
παραγωγικώς	adv|dated	παραγωγικά
παραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραγωγός
παραγωγού	noun	γενική ενικού του παραγωγός
παραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραγωγός
παραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του παραγωγός
παραγωγός	noun	κάποιος που παράγει αγαθά από υλικά πρωτογενούς ή δευτερογενούς παραγωγής
παραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του παραγωγός
παραγωνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραγώνιασμα
παραγωνιού	=	παραγώνι
παραγωνιών	=	παραγώνι
παραγόμασταν	=	παράγω
παραγόμαστε	=	παράγω
παραγόμενα	=	παραγόμενος
παραγόμενε	=	παραγόμενος
παραγόμενες	=	παραγόμενος
παραγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραγόμενος
παραγόμενης	=	παραγόμενος
παραγόμενο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παραγόμενος
παραγόμενοι	=	παραγόμενος
παραγόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος παράγω
παραγόμενου	=	παραγόμενος
παραγόμενους	=	παραγόμενος
παραγόμενων	=	παραγόμενος
παραγόμουν	=	παράγω
παραγόμουνα	=	παράγω
παραγόντουσαν	=	παράγω
παραγόντων	noun	γενική πληθυντικού του παράγοντας
παραγόσασταν	=	παράγω
παραγόσαστε	=	παράγω
παραγόσουν	=	παράγω
παραγόσουνα	=	παράγω
παραγόταν	=	παράγω
παραγότανε	=	παράγω
παραγώγιζα	=	παραγωγίζω
παραγώγιζαν	=	παραγωγίζω
παραγώγιζε	=	παραγωγίζω
παραγώγιζες	=	παραγωγίζω
παραγώγισα	=	παραγωγίζω
παραγώγισαν	=	παραγωγίζω
παραγώγισε	=	παραγωγίζω
παραγώγισες	=	παραγωγίζω
παραγώγιση	noun	η διαδικασία εύρεσης της παραγώγου μίας συνάρτησης
παραγώγισης	=	παραγώγιση
παραγώγου	=	παράγωγο
παραγώγων	=	παράγωγο
παραγώνι	noun	ο χώρος μπροστά στο τζάκι
παραγώνια	=	παραγώνι
παραδάκι	noun	τα λεφτά
παραδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδάκι
παραδέξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδέρνω	verb	ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, υποφέρω, φθείρομαι αδιάκοπα, δυσκολεύομαι με κάτι, κλυδωνίζομαι
παραδές	=	παραβλέπω
παραδέχεσαι	=	παραδέχομαι
παραδέχεσθε	=	παραδέχομαι
παραδέχεστε	=	παραδέχομαι
παραδέχεται	=	παραδέχομαι
παραδέχθηκα	=	παραδέχομαι
παραδέχθηκαν	=	παραδέχομαι
παραδέχθηκε	=	παραδέχομαι
παραδέχθηκες	=	παραδέχομαι
παραδέχομαι	verb	δέχομαι ως σωστό, συμφωνώ με κάτι
παραδέχονται	=	παραδέχομαι
παραδέχονταν	=	παραδέχομαι
παραδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδίδαμε	=	παραδίδω
παραδίδαν	=	παραδίδω
παραδίδανε	=	παραδίδω
παραδίδατε	=	παραδίδω
παραδίδει	=	παραδίδω
παραδίδεις	=	παραδίδω
παραδίδεσαι	=	παραδίδομαι
παραδίδεστε	=	παραδίδομαι
παραδίδεται	verb	γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος παραδίδομαι
παραδίδετε	=	παραδίδω
παραδίδομαι	verb	τίθεμαι υπό τις διαταγές κάποιου
παραδίδομε	=	παραδίδω
παραδίδονται	=	παραδίδομαι
παραδίδονταν	=	παραδίδομαι
παραδίδοντας	=	παραδίδω
παραδίδου	=	παραδίδομαι
παραδίδουμε	=	παραδίδω
παραδίδουν	=	παραδίδω
παραδίδουνε	=	παραδίδω
παραδίδω	verb	δίνω κάτι που έχω σε άλλον, το παρέχω, το μεταβιβάζω, το εμπιστεύομαι
παραδίναμε	=	παραδίνω
παραδίναν	=	παραδίνω
παραδίνανε	=	παραδίνω
παραδίνατε	=	παραδίνω
παραδίνει	=	παραδίνω
παραδίνεις	=	παραδίνω
παραδίνεσαι	=	παραδίνομαι
παραδίνεστε	=	παραδίνομαι
παραδίνεται	=	παραδίνομαι
παραδίνετε	=	παραδίνω
παραδίνομαι	verb	άλλη μορφή του παραδίδομαι
παραδίνομε	=	παραδίνω
παραδίνονται	=	παραδίνομαι
παραδίνονταν	=	παραδίνομαι
παραδίνοντας	=	παραδίνω
παραδίνου	=	παραδίνομαι
παραδίνουμε	=	παραδίνω
παραδίνουν	=	παραδίνω
παραδίνουνε	=	παραδίνω
παραδίνω	verb	άλλη μορφή του παραδίδω
παραδίπλα	adv	δίπλα
παραδαρμέ	noun	κλητική ενικού του παραδαρμός
παραδαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδαρμένο
παραδαρμένε	verb	κλητική ενικού του παραδαρμένος
παραδαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδαρμένη
παραδαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδαρμένος
παραδαρμένης	verb	γενική ενικού του παραδαρμένη
παραδαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραδαρμένος
παραδαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδαρμένος
παραδαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραδαρμένος
παραδαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραδαρμένος
παραδαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραδαρμένος
παραδαρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδαρμός
παραδαρμού	noun	γενική ενικού του παραδαρμός
παραδαρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραδαρμός
παραδαρμό	noun	αιτιατική ενικού του παραδαρμός
παραδαρμός	noun|literary	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραδέρνω
παραδαρμών	noun	γενική πληθυντικού του παραδαρμός
παραδασόβια	=	παραδασόβιος
παραδασόβιας	=	παραδασόβιος
παραδασόβιε	=	παραδασόβιος
παραδασόβιες	=	παραδασόβιος
παραδασόβιο	=	παραδασόβιος
παραδασόβιοι	=	παραδασόβιος
παραδασόβιος	adj	πληθυσμός που ζει κοντά στα δάση
παραδασόβιου	=	παραδασόβιος
παραδασόβιους	=	παραδασόβιος
παραδασόβιων	=	παραδασόβιος
παραδεί	=	παραβλέπω
παραδείγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράδειγμα
παραδείγματος	noun	γενική ενικού του παράδειγμα
παραδείραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέρνω
παραδείς	=	παραβλέπω
παραδείσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδείσιος
παραδείσιας	=	παραδείσιος
παραδείσιε	=	παραδείσιος
παραδείσιες	=	παραδείσιος
παραδείσιο	=	παραδείσιος
παραδείσιοι	=	παραδείσιος
παραδείσιος	adj|formal	λόγια μορφή του παραδεισένιος
παραδείσιου	=	παραδείσιος
παραδείσιους	=	παραδείσιος
παραδείσιων	=	παραδείσιος
παραδείσου	noun	γενική ενικού του παράδεισος
παραδείσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράδεισος
παραδείσων	noun	γενική πληθυντικού του παράδεισος
παραδείτε	=	παραβλέπω
παραδεδεγμένα	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένε	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένες	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένη	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένης	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένο	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένοι	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένος	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένου	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένους	=	παραδέχομαι
παραδεδεγμένων	=	παραδέχομαι
παραδεδομένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεδομένο
παραδεδομένε	adj	κλητική ενικού του παραδεδομένος
παραδεδομένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεδομένη
παραδεδομένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδεδομένος
παραδεδομένης	adj	γενική ενικού του παραδεδομένη
παραδεδομένο	adj	αιτιατική ενικού του παραδεδομένος
παραδεδομένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδεδομένος
παραδεδομένος	verb|formal	παραδομένος
παραδεδομένου	verb	γενική ενικού του παραδεδομένος
παραδεδομένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδεδομένος
παραδεδομένων	adj	γενική πληθυντικού του παραδεδομένος
παραδειγμάτιζα	=	παραδειγματίζω
παραδειγμάτιζαν	=	παραδειγματίζω
παραδειγμάτιζε	=	παραδειγματίζω
παραδειγμάτιζες	=	παραδειγματίζω
παραδειγμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράδειγμα
παραδειγματάκι	noun	μικρό παράδειγμα
παραδειγματάκια	=	παραδειγματάκι
παραδειγματίζαμε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζαν	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζανε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζατε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζει	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζεις	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζετε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζομαι	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζοντας	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζουμε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζουν	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζουνε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίζω	verb	δίνω το (καλό) παράδειγμα κι ως εκ τούτου σωφρονίζω ή διδάσκω κάποιον
παραδειγματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίσαν	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίσανε	=	παραδειγματίζω
παραδειγματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζω
παραδειγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματικό	adv	με παραδειγματικό τρόπο
παραδειγματικέ	adj	κλητική ενικού του παραδειγματικός
παραδειγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματική
παραδειγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδειγματικός
παραδειγματικής	adj	γενική ενικού του παραδειγματική
παραδειγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματικός
παραδειγματικού	adj	γενική ενικού του παραδειγματικός
παραδειγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδειγματικός
παραδειγματικό	adj	αιτιατική ενικού του παραδειγματικός
παραδειγματικός	adj	που χρησιμεύει ως παράδειγμα, επειδή είναι εξαιρετικός
παραδειγματικών	adj	γενική πληθυντικού του παραδειγματικός
παραδειγματικώς	adv|dated	παραδειγματικά
παραδειγματισμέ	noun	κλητική ενικού του παραδειγματισμός
παραδειγματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματισμένο
παραδειγματισμένε	verb	κλητική ενικού του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματισμένη
παραδειγματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμένης	verb	γενική ενικού του παραδειγματισμένη
παραδειγματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραδειγματισμένος
παραδειγματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδειγματισμός
παραδειγματισμού	noun	γενική ενικού του παραδειγματισμός
παραδειγματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραδειγματισμός
παραδειγματισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραδειγματισμός
παραδειγματισμός	noun	η ενέργεια, το αποτέλεσμα και η πράξη του παραδειγματίζω
παραδειγματισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραδειγματισμός
παραδειγματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδειγματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδειγματίζομαι
παραδεισένια	=	παραδεισένιος
παραδεισένιας	=	παραδεισένιος
παραδεισένιε	=	παραδεισένιος
παραδεισένιες	=	παραδεισένιος
παραδεισένιο	=	παραδεισένιος
παραδεισένιοι	=	παραδεισένιος
παραδεισένιος	adj	σχετικός με τον παράδεισο
παραδεισένιου	=	παραδεισένιος
παραδεισένιους	=	παραδεισένιος
παραδεισένιων	=	παραδεισένιος
παραδεισιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεισιακό	adv	με πολύ καλό τρόπο, ικανοποιητικά
παραδεισιακέ	adj	κλητική ενικού του παραδεισιακός
παραδεισιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεισιακή
παραδεισιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδεισιακός
παραδεισιακής	adj	γενική ενικού του παραδεισιακή
παραδεισιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδεισιακός
παραδεισιακού	adj	γενική ενικού του παραδεισιακός
παραδεισιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδεισιακός
παραδεισιακό	adj	αιτιατική ενικού του παραδεισιακός
παραδεισιακός	adj	παραδεισένιος
παραδεισιακών	adj	γενική πληθυντικού του παραδεισιακός
παραδεισιακῶς	adv	παραδεισιακά
παραδεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεκτό	adv	με παραδεκτό τρόπο
παραδεκτέ	adj	κλητική ενικού του παραδεκτός
παραδεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεκτή
παραδεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδεκτός
παραδεκτής	adj	γενική ενικού του παραδεκτή
παραδεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδεκτός
παραδεκτού	adj	γενική ενικού του παραδεκτός
παραδεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδεκτός
παραδεκτό	adj	αιτιατική ενικού του παραδεκτός
παραδεκτός	adj	που τον παραδέχονται και τον αναγνωρίζουν ως σωστό, ορθό, με κύρος κ.λπ.
παραδεκτών	adj	γενική πληθυντικού του παραδεκτός
παραδεχθήκαμε	=	παραδέχομαι
παραδεχθήκαν	=	παραδέχομαι
παραδεχθήκανε	=	παραδέχομαι
παραδεχθήκατε	=	παραδέχομαι
παραδεχθεί	=	παραδέχομαι
παραδεχθείς	=	παραδέχομαι
παραδεχθείτε	=	παραδέχομαι
παραδεχθούμε	=	παραδέχομαι
παραδεχθούν	=	παραδέχομαι
παραδεχθούνε	=	παραδέχομαι
παραδεχθώ	=	παραδέχομαι
παραδεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεχτό	adv	άλλη μορφή του παραδεκτά
παραδεχτέ	adj	κλητική ενικού του παραδεχτός
παραδεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδεχτή
παραδεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδεχτός
παραδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτήκαν	=	παραδέχομαι
παραδεχτήκανε	=	παραδέχομαι
παραδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτής	adj	γενική ενικού του παραδεχτή
παραδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδεχτός
παραδεχτού	adj	γενική ενικού του παραδεχτός
παραδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτούνε	=	παραδέχομαι
παραδεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδεχτός
παραδεχτό	adj	αιτιατική ενικού του παραδεχτός
παραδεχτός	adj	άλλη μορφή του παραδεκτός
παραδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδέχομαι
παραδεχτών	adj	γενική πληθυντικού του παραδεχτός
παραδεχόμασταν	=	παραδέχομαι
παραδεχόμαστε	=	παραδέχομαι
παραδεχόμενος	=	παραδέχομαι
παραδεχόμουν	=	παραδέχομαι
παραδεχόμουνα	=	παραδέχομαι
παραδεχόντουσαν	=	παραδέχομαι
παραδεχόσασταν	=	παραδέχομαι
παραδεχόσαστε	=	παραδέχομαι
παραδεχόσουν	=	παραδέχομαι
παραδεχόσουνα	=	παραδέχομαι
παραδεχόταν	=	παραδέχομαι
παραδεχότανε	=	παραδέχομαι
παραδημοσιογραφία	noun	η δημοσιογραφία που ασκείται χωρίς αντικειμενικότητα, δεοντολογία και επαγγελματική ευθύνη
παραδημοσιογραφίας	=	παραδημοσιογραφία
παραδημοσιογραφίες	=	παραδημοσιογραφία
παραδημοσιογραφιών	=	παραδημοσιογραφία
παραδιάβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιάβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιάβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιάβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάζω	verb	διαβάζω υπερβολικά, το παρακάνω με το διάβασμα
παραδιαβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδιαβάζω
παραδιαβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδιαβασμένο
παραδιαβασμένε	verb	κλητική ενικού του παραδιαβασμένος
παραδιαβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδιαβασμένη
παραδιαβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδιαβασμένος
παραδιαβασμένης	verb	γενική ενικού του παραδιαβασμένη
παραδιαβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραδιαβασμένος
παραδιαβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδιαβασμένος
παραδιαβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραδιαβασμένος
παραδιαβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραδιαβασμένος
παραδιαβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραδιαβασμένος
παραδιδόμασταν	=	παραδίδομαι
παραδιδόμαστε	=	παραδίδομαι
παραδιδόμουν	=	παραδίδομαι
παραδιδόμουνα	=	παραδίδομαι
παραδιδόντουσαν	=	παραδίδομαι
παραδιδόσασταν	=	παραδίδομαι
παραδιδόσαστε	=	παραδίδομαι
παραδιδόσουν	=	παραδίδομαι
παραδιδόσουνα	=	παραδίδομαι
παραδιδόταν	=	παραδίδομαι
παραδιδότανε	=	παραδίδομαι
παραδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδικαστικό
παραδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδικαστική
παραδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδικαστικός
παραδινόμασταν	=	παραδίνομαι
παραδινόμαστε	=	παραδίνομαι
παραδινόμουν	=	παραδίνομαι
παραδινόμουνα	=	παραδίνομαι
παραδινόντουσαν	=	παραδίνομαι
παραδινόσασταν	=	παραδίνομαι
παραδινόσαστε	=	παραδίνομαι
παραδινόσουν	=	παραδίνομαι
παραδινόσουνα	=	παραδίνομαι
παραδινόταν	=	παραδίνομαι
παραδινότανε	=	παραδίνομαι
παραδιπλανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδιπλανό
παραδιπλανέ	adj	κλητική ενικού του παραδιπλανός
παραδιπλανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδιπλανή
παραδιπλανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδιπλανός
παραδιπλανής	adj	γενική ενικού του παραδιπλανή
παραδιπλανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδιπλανός
παραδιπλανού	adj	γενική ενικού του παραδιπλανός
παραδιπλανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδιπλανός
παραδιπλανό	adj	αιτιατική ενικού του παραδιπλανός
παραδιπλανός	adj	που βρίσκεται παραδίπλα
παραδιπλανών	adj	γενική πληθυντικού του παραδιπλανός
παραδοδουλειά	noun|dated	δουλειά / υπόθεση που αφορά παράδες / χρήματα
παραδοδουλειάς	=	παραδοδουλειά
παραδοδουλειές	=	παραδοδουλειά
παραδοδουλειών	=	παραδοδουλειά
παραδοθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθήκαν	=	παραδίδομαι
παραδοθήκανε	=	παραδίδομαι
παραδοθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδοθούνε	=	παραδίνω
παραδοθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδολωνίου	=	παραδολώνιο
παραδολωνίων	=	παραδολώνιο
παραδολώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδολώνιο
παραδολώνιο	noun	παρίστιο ιστιοφόρου πλοίου, που τοποθετείται πλευρικά στο δολώνιο, συνεπώς φέρεται ανά ζεύγος στον πληθυντικό.
παραδολώνιου	=	παραδολώνιο
παραδολώνιων	=	παραδολώνιο
παραδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδομένο
παραδομένε	verb	κλητική ενικού του παραδομένος
παραδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδομένη
παραδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδομένος
παραδομένης	verb	γενική ενικού του παραδομένη
παραδομένο	verb	αιτιατική ενικού του παραδομένος
παραδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδομένος
παραδομένος	=	παραδίδομαι
παραδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραδομένος
παραδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραδομένος
παραδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραδομένος
παραδοξογράφε	noun	κλητική ενικού του παραδοξογράφος
παραδοξογράφο	noun	αιτιατική ενικού του παραδοξογράφος
παραδοξογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδοξογράφος
παραδοξογράφος	noun	συγγραφέας παράδοξων, απίθανων ιστοριών
παραδοξογράφου	noun	γενική ενικού του παραδοξογράφος
παραδοξογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραδοξογράφος
παραδοξογράφων	noun	γενική πληθυντικού του παραδοξογράφος
παραδοξογραφία	noun	το λογοτεχνικό είδος που ασκούν οι παραξοδογράφοι
παραδοξογραφίας	=	παραδοξογραφία
παραδοξογραφίες	=	παραδοξογραφία
παραδοξογραφικά	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικέ	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικές	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφική	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικής	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικοί	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικού	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικούς	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικό	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφικός	adj	που έχει σχέση με την παραδοξογραφία ή τους παραδοξογράφους αναφέρεται σ’ αυτά
παραδοξογραφικών	=	παραδοξογραφικός
παραδοξογραφιών	=	παραδοξογραφία
παραδοξολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδοξολόγημα
παραδοξολογήματος	noun	γενική ενικού του παραδοξολόγημα
παραδοξολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολογία	noun	παράδοξος λόγος, κάτι που ακούγεται παράξενο ή απίστευτο
παραδοξολογίας	noun	γενική ενικού του παραδοξολογία
παραδοξολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδοξολογία
παραδοξολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραδοξολόγημα
παραδοξολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παραδοξολογία
παραδοξολογώ	verb	λέω παραδοξολογίες
παραδοξολόγα	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγας	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγε	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγες	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγημα	noun	η παραδοξολογία
παραδοξολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδοξολογώ
παραδοξολόγο	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγοι	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγος	adj	που συνηθίζει να λέει παράδοξες, απίστευτες ιστορίες
παραδοξολόγου	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγους	=	παραδοξολόγος
παραδοξολόγων	=	παραδοξολόγος
παραδοξοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του παραδοξότητα
παραδοξότητα	noun	η ιδιότητα του παράδοξου
παραδοξότητας	noun	γενική ενικού του παραδοξότητα
παραδοξότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδοξότητα
παραδοπιστία	noun	η φιλοκέρδεια, η απληστία
παραδοπιστίας	=	παραδοπιστία
παραδοπιστίες	=	παραδοπιστία
παραδοπιστιών	=	παραδοπιστία
παραδοσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδοσιακό	adv	κατά παραδοσιακό τρόπο, ακολουθώντας την παράδοση
παραδοσιακέ	adj	κλητική ενικού του παραδοσιακός
παραδοσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδοσιακή
παραδοσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδοσιακός
παραδοσιακής	adj	γενική ενικού του παραδοσιακή
παραδοσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδοσιακός
παραδοσιακοτήτων	=	παραδοσιακότητα
παραδοσιακού	adj	γενική ενικού του παραδοσιακός
παραδοσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδοσιακός
παραδοσιακό	adj	αιτιατική ενικού του παραδοσιακός
παραδοσιακός	adj	που έχει σχέση με την παράδοση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραδοσιακότητα	noun|formal	η ιδιότητα του παραδοσιακού
παραδοσιακότητας	=	παραδοσιακότητα
παραδοσιακότητες	=	παραδοσιακότητα
παραδοσιακών	adj	γενική πληθυντικού του παραδοσιακός
παραδοσιαρχία	noun	η παραδοσιοκρατία
παραδοσιαρχίας	noun	γενική ενικού του παραδοσιαρχία
παραδοσιαρχίες	=	παραδοσιαρχία
παραδοσιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του παραδοσιαρχία
παραδοσιοκρατία	noun	θεωρία κατά την οποία είναι ανάγκη να διατηρούνται οι θρησκευτικές, πολιτικές και άλλες παραδόσεις, έστω και αν αυτό αντιτίθεται στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας ή την κοινή λογική
παραδοσιοκρατίας	noun	γενική ενικού του παραδοσιοκρατία
παραδοσιοκρατίες	=	παραδοσιοκρατία
παραδοσιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του παραδοσιοκρατία
παραδοσμένος	=	παραδίνω
παραδοτέα	=	παραδοτέος
παραδοτέας	=	παραδοτέος
παραδοτέε	=	παραδοτέος
παραδοτέες	=	παραδοτέος
παραδοτέο	=	παραδοτέος
παραδοτέοι	=	παραδοτέος
παραδοτέος	adj	που πρέπει να παραδοθεί
παραδοτέου	=	παραδοτέος
παραδοτέους	=	παραδοτέος
παραδοτέων	=	παραδοτέος
παραδουλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδούλεμα
παραδουλέματος	noun	γενική ενικού του παραδούλεμα
παραδουλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδουλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραδούλεμα
παραδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδουλεμένο
παραδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του παραδουλεμένος
παραδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδουλεμένη
παραδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδουλεμένος
παραδουλεμένης	verb	γενική ενικού του παραδουλεμένη
παραδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραδουλεμένος
παραδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδουλεμένος
παραδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραδουλεμένος
παραδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραδουλεμένος
παραδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραδουλεμένος
παραδουλεύτρα	noun	μια γυναίκα που συνεισφέρει στις οικιακές εργασίες (σκούπισμα, ξεσκόνισμα, σιδέρωμα, κλπ.)
παραδουλεύτρας	noun	γενική ενικού του παραδουλεύτρα
παραδουλεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδουλεύτρα
παραδουλεύω	verb	δουλεύω υπερβολικά
παραδουνάβια	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιας	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιε	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιες	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιο	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιοι	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιος	adj	που είναι δίπλα στον Δούναβη
παραδουνάβιου	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιους	=	παραδουνάβιος
παραδουνάβιων	=	παραδουνάβιος
παραδοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδοχή
παραδοχή	noun	η αποδοχή, η αναγνώριση
παραδοχής	=	παραδοχή
παραδοχών	=	παραδοχή
παραδούλεμα	noun|rare	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραδουλεύω
παραδούλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδούλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδούλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδούλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδουλεύω
παραδούμε	=	παραβλέπω
παραδούν	=	παραβλέπω
παραδούνε	=	παραβλέπω
παραδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδρομή
παραδρομή	noun	απροσεξία, βιασύνη που δημιουργεί μικρό λάθος, συνήθως γλωσσικό
παραδρομής	=	παραδρομή
παραδρομών	=	παραδρομή
παραδόθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδόθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδόθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδόθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδόξως	adv	κατά παράδοξο τρόπο, για κάτι που φαίνεται παράδοξο
παραδόπιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδόπιστο
παραδόπιστε	adj	κλητική ενικού του παραδόπιστος
παραδόπιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραδόπιστη
παραδόπιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραδόπιστος
παραδόπιστης	adj	γενική ενικού του παραδόπιστη
παραδόπιστο	adj	αιτιατική ενικού του παραδόπιστος
παραδόπιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραδόπιστος
παραδόπιστος	adj	που λατρεύει το χρήμα
παραδόπιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραδόπιστος
παραδόπιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραδόπιστος
παραδόπιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραδόπιστος
παραδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράδοση
παραδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράδοση
παραδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράδοση
παραδόσου	=	παραδίδομαι
παραδότης	noun|rare	κάποιος που παραδίδει κάτι
παραδώ	adv	λίγο πιο δω, εδώ κοντά, εδώ δίπλα
παραδώθε	adv	άλλη μορφή του παραδώ
παραδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσαν	=	παραδίδω
παραδώσανε	=	παραδίδω
παραδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσομε	=	παραδίνω
παραδώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδομαι
παραδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσουνε	=	παραδίνω
παραδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραδίδω
παραείδα	=	παραβλέπω
παραείδαμε	=	παραβλέπω
παραείδαν	=	παραβλέπω
παραείδανε	=	παραβλέπω
παραείδατε	=	παραβλέπω
παραείδε	=	παραβλέπω
παραείδες	=	παραβλέπω
παραείμαι	verb	είμαι σε υπερβολικό βαθμό
παραείπα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραείπαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραείπαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραείπατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραείπε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραείπες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραειδωθήκαμε	=	παραβλέπω
παραειδωθήκαν	=	παραβλέπω
παραειδωθήκανε	=	παραβλέπω
παραειδωθήκατε	=	παραβλέπω
παραειδωθεί	=	παραβλέπω
παραειδωθείς	=	παραβλέπω
παραειδωθείτε	=	παραβλέπω
παραειδωθούμε	=	παραβλέπω
παραειδωθούν	=	παραβλέπω
παραειδωθούνε	=	παραβλέπω
παραειδωθώ	=	παραβλέπω
παραειδώθηκα	=	παραβλέπω
παραειδώθηκαν	=	παραβλέπω
παραειδώθηκε	=	παραβλέπω
παραειδώθηκες	=	παραβλέπω
παραειπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραειπωμένο
παραειπωμένε	verb	κλητική ενικού του παραειπωμένος
παραειπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραειπωμένη
παραειπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραειπωμένος
παραειπωμένης	verb	γενική ενικού του παραειπωμένη
παραειπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραειπωμένος
παραειπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραειπωμένος
παραειπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραειπωμένος
παραειπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραειπωμένος
παραειπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραειπωμένος
παραεισάγομαι	=	παραεισάγω
παραεισάγω	verb	κάνω παραεισαγωγή / παρεισαγωγή
παραεισαγωγές	=	παραεισαγωγή
παραεισαγωγή	noun	η παράλληλη και ενίοτε λαθραία ή παράνομη εισαγωγή προϊόντων και αγαθών
παραεισαγωγής	=	παραεισαγωγή
παραεισαγωγών	=	παραεισαγωγή
παραεκκλησιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραεκκλησιαστικός	adv	με παραεκκλησιαστικό τρόπο, μεθόδους ή πρακτικές
παραεκκλησιαστικέ	adj	κλητική ενικού του παραεκκλησιαστικός
παραεκκλησιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραεκκλησιαστική
παραεκκλησιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραεκκλησιαστικός
παραεκκλησιαστικής	adj	γενική ενικού του παραεκκλησιαστική
παραεκκλησιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραεκκλησιαστικός
παραεκκλησιαστικού	adj	γενική ενικού του παραεκκλησιαστικός
παραεκκλησιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραεκκλησιαστικός
παραεκκλησιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του παραεκκλησιαστικός
παραεκκλησιαστικός	adj	που ασχολείται με εκκλησιαστικά θέματα και δραστηριότητες, εκτός όμως του ελέγχου και της άμεσης επίβλεψης της επίσημης εκκλησίας
παραεκκλησιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του παραεκκλησιαστικός
παραεμπορίου	=	παραεμπόριο
παραεμπορίων	=	παραεμπόριο
παραεμπόρια	=	παραεμπόριο
παραεμπόριο	noun	εμπόριο που διεξάγεται εκτός νομίμων πλαισίων
παραεμπόριου	=	παραεμπόριο
παραεμπόριων	=	παραεμπόριο
παραεξουσία	noun	μη θεσμοθετημένο κέντρο εξουσίας
παραεξουσίας	noun	γενική ενικού του παραεξουσία
παραεξουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραεξουσία
παραεξουσιών	noun	γενική πληθυντικού του παραεξουσία
παραεπιστήμες	=	παραεπιστήμη
παραεπιστήμη	noun	τομέας γνώσεων ο οποίος διαφέρει σημαντικά από την επιστήμη
παραεπιστήμης	=	παραεπιστήμη
παραεπιστημονικά	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικέ	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικές	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονική	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικής	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικοί	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικού	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικούς	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικό	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημονικός	adj	ο σχετικός με την παραεπιστήμη
παραεπιστημονικών	=	παραεπιστημονικός
παραεπιστημών	=	παραεπιστήμη
παραεπόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραεπόμενο
παραεπόμενε	verb	κλητική ενικού του παραεπόμενος
παραεπόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραεπόμενη
παραεπόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραεπόμενος
παραεπόμενης	verb	γενική ενικού του παραεπόμενη
παραεπόμενο	verb	αιτιατική ενικού του παραεπόμενος
παραεπόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραεπόμενος
παραεπόμενος	verb	που έρχεται μετά τον επόμενο, ο δεύτερος σε σειρά μετά από τον τωρινό
παραεπόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραεπόμενος
παραεπόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραεπόμενος
παραεπόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραεπόμενος
παραζάλες	=	παραζάλη
παραζάλη	noun	η ταραχή, η σύγχυση, η απώλεια της αίσθησης της ισορροπίας
παραζάλης	=	παραζάλη
παραζάλιζα	=	παραζαλίζω
παραζάλιζαν	=	παραζαλίζω
παραζάλιζε	=	παραζαλίζω
παραζάλιζες	=	παραζαλίζω
παραζάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζάλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραζαλίζω
παραζέσταινα	=	παραζεσταίνω
παραζέσταιναν	=	παραζεσταίνω
παραζέσταινε	=	παραζεσταίνω
παραζέσταινες	=	παραζεσταίνω
παραζέστανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζέσταναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζέστανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζέστανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζαλίζαμε	=	παραζαλίζω
παραζαλίζαν	=	παραζαλίζω
παραζαλίζανε	=	παραζαλίζω
παραζαλίζατε	=	παραζαλίζω
παραζαλίζει	=	παραζαλίζω
παραζαλίζεις	=	παραζαλίζω
παραζαλίζετε	=	παραζαλίζω
παραζαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίζοντας	=	παραζαλίζω
παραζαλίζουμε	=	παραζαλίζω
παραζαλίζουν	=	παραζαλίζω
παραζαλίζουνε	=	παραζαλίζω
παραζαλίζω	verb	ενοχλώ, ταράζω, αναστατώνω
παραζαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίσαν	=	παραζαλίζω
παραζαλίσανε	=	παραζαλίζω
παραζαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραζάλισμα
παραζαλίσματος	noun	γενική ενικού του παραζάλισμα
παραζαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζω
παραζαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραζάλισμα
παραζαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραζαλισμένο
παραζαλισμένε	verb	κλητική ενικού του παραζαλισμένος
παραζαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραζαλισμένη
παραζαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραζαλισμένος
παραζαλισμένης	verb	γενική ενικού του παραζαλισμένη
παραζαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραζαλισμένος
παραζαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραζαλισμένος
παραζαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραζαλισμένος
παραζαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραζαλισμένος
παραζαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραζαλισμένος
παραζαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζαλίζομαι
παραζεστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεστάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάναν	=	παραζεσταίνω
παραζεστάνανε	=	παραζεσταίνω
παραζεστάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεστάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνω
παραζεσταίναμε	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίναν	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνανε	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνατε	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνει	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνεις	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνετε	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνοντας	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνουμε	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνουν	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνουνε	=	παραζεσταίνω
παραζεσταίνω	verb	ζεσταίνω υπερβολικά
παραζεσταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραζεσταίνομαι
παραζεσταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραζεσταμένο
παραζεσταμένε	verb	κλητική ενικού του παραζεσταμένος
παραζεσταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραζεσταμένη
παραζεσταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραζεσταμένος
παραζεσταμένης	verb	γενική ενικού του παραζεσταμένη
παραζεσταμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραζεσταμένος
παραζεσταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραζεσταμένος
παραζεσταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραζεσταμένος
παραζεσταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραζεσταμένος
παραζεσταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραζεσταμένος
παραθάρρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθάρρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθάρρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθάρρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράθεμα
παραθέματος	noun	γενική ενικού του παράθεμα
παραθέριζα	=	παραθερίζω
παραθέριζαν	=	παραθερίζω
παραθέριζε	=	παραθερίζω
παραθέριζες	=	παραθερίζω
παραθέρισα	=	παραθερίζω
παραθέρισαν	=	παραθερίζω
παραθέρισε	=	παραθερίζω
παραθέρισες	=	παραθερίζω
παραθέριση	noun	άλλη μορφή του παραθερισμός
παραθέρισης	noun	γενική ενικού του παραθέριση
παραθέρισμα	noun	άλλη μορφή του παραθερισμός
παραθέρμαινα	=	παραθερμαίνω
παραθέρμαιναν	=	παραθερμαίνω
παραθέρμαινε	=	παραθερμαίνω
παραθέρμαινες	=	παραθερμαίνω
παραθέρμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθέρμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθέρμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθέρμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέσαν	=	παραθέτω
παραθέσανε	=	παραθέτω
παραθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράθεση
παραθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράθεση
παραθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράθεση
παραθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθέτω
παραθέταμε	=	παραθέτω
παραθέταν	=	παραθέτω
παραθέτανε	=	παραθέτω
παραθέτατε	=	παραθέτω
παραθέτει	=	παραθέτω
παραθέτεις	=	παραθέτω
παραθέτετε	=	παραθέτω
παραθέτοντας	=	παραθέτω
παραθέτουμε	=	παραθέτω
παραθέτουν	=	παραθέτω
παραθέτουνε	=	παραθέτω
παραθέτω	verb	βάζω στη σειρά, μιλώντας ή γράφοντας, το ένα δίπλα στο ένα ομοειδή στοιχεία· εκθέτω
παραθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράθημα
παραθήματος	noun	γενική ενικού του παράθημα
παραθαλάσσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιας	=	παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιε	=	παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιες	=	παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιοι	=	παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιος	adj	που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα
παραθαλάσσιου	=	παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιους	=	παραθαλάσσιος
παραθαλάσσιων	=	παραθαλάσσιος
παραθαρρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθαρρεύω
παραθαρρεύω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παραθαρρύνω
παραθαρρυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθαρρυμένο
παραθαρρυμένε	verb	κλητική ενικού του παραθαρρυμένος
παραθαρρυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθαρρυμένη
παραθαρρυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθαρρυμένος
παραθαρρυμένης	verb	γενική ενικού του παραθαρρυμένη
παραθαρρυμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραθαρρυμένος
παραθαρρυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθαρρυμένος
παραθαρρυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραθαρρυμένος
παραθαρρυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραθαρρυμένος
παραθαρρυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραθαρρυμένος
παραθαρρύνω	verb|vulgar	παίρνω περισσότερο θάρρος απ’ το κανονικό ή αποκτώ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ή πεποίθηση
παραθεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθείο
παραθείο	noun	οργανική ένωση, που χρησιμοποιείται ως δραστικό εντομοκτόνο.
παραθείου	noun	γενική ενικού του παραθείο
παραθείων	noun	γενική πληθυντικού του παραθείο
παραθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράθεμα
παραθεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθεμένο
παραθεμένε	verb	κλητική ενικού του παραθεμένος
παραθεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθεμένη
παραθεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθεμένος
παραθεμένης	verb	γενική ενικού του παραθεμένη
παραθεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραθεμένος
παραθεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθεμένος
παραθεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραθεμένος
παραθεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραθεμένος
παραθεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραθεμένος
παραθερίζαμε	=	παραθερίζω
παραθερίζαν	=	παραθερίζω
παραθερίζανε	=	παραθερίζω
παραθερίζατε	=	παραθερίζω
παραθερίζει	=	παραθερίζω
παραθερίζεις	=	παραθερίζω
παραθερίζετε	=	παραθερίζω
παραθερίζοντας	=	παραθερίζω
παραθερίζουμε	=	παραθερίζω
παραθερίζουν	=	παραθερίζω
παραθερίζουνε	=	παραθερίζω
παραθερίζω	verb	περνάω τις καλοκαιρινές μου διακοπές σε κάποιο μέρος
παραθερίσαμε	=	παραθερίζω
παραθερίσαν	=	παραθερίζω
παραθερίσανε	=	παραθερίζω
παραθερίσατε	=	παραθερίζω
παραθερίσει	=	παραθερίζω
παραθερίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθέριση
παραθερίσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραθέριση
παραθερίσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραθέριση
παραθερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθέρισμα
παραθερίσματος	noun	γενική ενικού του παραθέρισμα
παραθερίστε	=	παραθερίζω
παραθερίστρια	noun	θηλυκό του παραθεριστής
παραθερίστριας	noun	γενική ενικού του παραθερίστρια
παραθερίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθερίστρια
παραθερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραθέρισμα
παραθερισμέ	noun	κλητική ενικού του παραθερισμός
παραθερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθερισμένο
παραθερισμένε	verb	κλητική ενικού του παραθερισμένος
παραθερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθερισμένη
παραθερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθερισμένος
παραθερισμένης	verb	γενική ενικού του παραθερισμένη
παραθερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραθερισμένος
παραθερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθερισμένος
παραθερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραθερισμένος
παραθερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραθερισμένος
παραθερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραθερισμένος
παραθερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθερισμός
παραθερισμού	noun	γενική ενικού του παραθερισμός
παραθερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραθερισμός
παραθερισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραθερισμός
παραθερισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραθερίζω
παραθερισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραθερισμός
παραθεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθεριστής
παραθεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραθεριστής
παραθεριστής	noun	κάποιος που παραθερίζει
παραθεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθεριστικό
παραθεριστικέ	adj	κλητική ενικού του παραθεριστικός
παραθεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθεριστική
παραθεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθεριστικός
παραθεριστικής	adj	γενική ενικού του παραθεριστική
παραθεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθεριστικός
παραθεριστικού	adj	γενική ενικού του παραθεριστικός
παραθεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραθεριστικός
παραθεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του παραθεριστικός
παραθεριστικός	adj	που έχει σχέση με τον παραθερισμό ή τον παραθεριστή ή αναφέρεται σ' αυτά
παραθεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του παραθεριστικός
παραθεριστριών	noun	γενική πληθυντικού του παραθερίστρια
παραθεριστών	noun	γενική πληθυντικού του παραθεριστής
παραθερμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάναν	=	παραθερμαίνω
παραθερμάνανε	=	παραθερμαίνω
παραθερμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνω
παραθερμαίναμε	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίναν	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνανε	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνατε	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνει	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνεις	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνετε	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνοντας	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνουμε	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνουν	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνουνε	=	παραθερμαίνω
παραθερμαίνω	verb	θερμαίνω πάρα πολύ, ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει
παραθερμανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθερμαίνομαι
παραθερμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθερμασμένο
παραθερμασμένε	verb	κλητική ενικού του παραθερμασμένος
παραθερμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθερμασμένη
παραθερμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθερμασμένος
παραθερμασμένης	verb	γενική ενικού του παραθερμασμένη
παραθερμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραθερμασμένος
παραθερμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθερμασμένος
παραθερμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραθερμασμένος
παραθερμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραθερμασμένος
παραθερμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραθερμασμένος
παραθεσμικά	=	παραθεσμικός
παραθεσμικέ	=	παραθεσμικός
παραθεσμικές	=	παραθεσμικός
παραθεσμική	=	παραθεσμικός
παραθεσμικής	=	παραθεσμικός
παραθεσμικοί	=	παραθεσμικός
παραθεσμικού	=	παραθεσμικός
παραθεσμικούς	=	παραθεσμικός
παραθεσμικό	=	παραθεσμικός
παραθεσμικός	adj	που δεν είναι (ακριβώς) θεσμικός, που δεν είναι ενταγμένος σε θεσμικό πλαίσιο
παραθεσμικών	=	παραθεσμικός
παραθετικά	noun	ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός ενός επιθέτου ή επιρρήματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθετικό
παραθετικέ	adj	κλητική ενικού του παραθετικός
παραθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθετική
παραθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθετικός
παραθετικής	adj	γενική ενικού του παραθετική
παραθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθετικός
παραθετικού	adj	γενική ενικού του παραθετικός
παραθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραθετικός
παραθετικό	adj	αιτιατική ενικού του παραθετικός	noun	ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός ενός επιθέτου ή επιρρήματος
παραθετικός	adj	που έχει σχέση με την παράθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραθετικών	adj	γενική πληθυντικού του παραθετικός
παραθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράθημα
παραθορμονών	=	παραθορμόνη
παραθορμόνες	=	παραθορμόνη
παραθορμόνη	noun	πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από τους παραθυρεοειδείς αδένες και συμβάλλει στη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου στο πλάσμα
παραθορμόνης	=	παραθορμόνη
παραθυμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθυμωμένο
παραθυμωμένε	verb	κλητική ενικού του παραθυμωμένος
παραθυμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθυμωμένη
παραθυμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραθυμωμένος
παραθυμωμένης	verb	γενική ενικού του παραθυμωμένη
παραθυμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραθυμωμένος
παραθυμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραθυμωμένος
παραθυμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραθυμωμένος
παραθυμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραθυμωμένος
παραθυμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραθυμωμένος
παραθυμώνω	verb	θυμώνω πολύ
παραθυμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθυράκι	noun	μικρό παράθυρο
παραθυράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθυράκι
παραθυρεοειδές	=	παραθυρεοειδής
παραθυρεοειδή	=	παραθυρεοειδής
παραθυρεοειδής	adj	που έχει σχέση με τον παραθυρεοειδή αδένα ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που βρίσκεται πίσω από τον θυρεοειδή αδένα ή δίπλα απ’ αυτόν
παραθυρεοειδείς	=	παραθυρεοειδής
παραθυρεοειδεκτομές	=	παραθυρεοειδεκτομή
παραθυρεοειδεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση παραθυρεοειδούς αδένα
παραθυρεοειδεκτομής	=	παραθυρεοειδεκτομή
παραθυρεοειδεκτομών	=	παραθυρεοειδεκτομή
παραθυρεοειδούς	=	παραθυρεοειδής
παραθυρεοειδών	=	παραθυρεοειδής
παραθυριού	=	παραθύρι
παραθυριών	=	παραθύρι
παραθυρόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθυρόφυλλο
παραθυρόφυλλο	noun|formal	παντζούρι
παραθυρόφυλλου	noun	γενική ενικού του παραθυρόφυλλο
παραθυρόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του παραθυρόφυλλο
παραθύμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθύμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθύμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθύμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραθυμώνω
παραθύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθύρα
παραθύρι	noun	το παράθυρο σπιτιού
παραθύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραθύρι
παραθύρου	noun	γενική ενικού του παράθυρο
παραθύρων	=	παράθυρο
παραινέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραίνεση
παραινέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραίνεση
παραινέσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραίνεση
παραινέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραινώ
παραινετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραινετικό	adv	με παραινετικό τρόπο
παραινετικέ	adj	κλητική ενικού του παραινετικός
παραινετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραινετική
παραινετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραινετικός
παραινετικής	adj	γενική ενικού του παραινετική
παραινετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραινετικός
παραινετικού	adj	γενική ενικού του παραινετικός
παραινετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραινετικός
παραινετικό	adj	αιτιατική ενικού του παραινετικός
παραινετικός	adj|formal	που παραινεί
παραινετικών	adj	γενική πληθυντικού του παραινετικός
παραινετικώς	adv|dated	παραινετικά
παραινώ	verb	συμβουλεύω, νουθετώ
παραισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραίσθηση
παραισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραίσθηση
παραισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραίσθηση
παραισθησία	noun	η μη φυσιολογική απτική αίσθηση, που προκαλείται από προβλήματα στο νευρικό σύστημα
παραισθησίας	noun	γενική ενικού του παραισθησία
παραισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραισθησία
παραισθησιακά	=	παραισθησιακός
παραισθησιακέ	=	παραισθησιακός
παραισθησιακές	=	παραισθησιακός
παραισθησιακή	=	παραισθησιακός
παραισθησιακής	=	παραισθησιακός
παραισθησιακοί	=	παραισθησιακός
παραισθησιακού	=	παραισθησιακός
παραισθησιακούς	=	παραισθησιακός
παραισθησιακό	=	παραισθησιακός
παραισθησιακός	adj	που έχει σχέση με παραίσθηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραισθησιακών	=	παραισθησιακός
παραισθησιογόνα	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνας	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνε	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνες	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνο	noun	ουσία που προκαλεί παραισθήσεις
παραισθησιογόνοι	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνος	adj	που δημιουργεί παραισθήσεις
παραισθησιογόνου	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνους	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιογόνων	=	παραισθησιογόνος
παραισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του παραισθησία
παραισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραισθητικό
παραισθητικέ	adj	κλητική ενικού του παραισθητικός
παραισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραισθητική
παραισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραισθητικός
παραισθητικής	adj	γενική ενικού του παραισθητική
παραισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραισθητικός
παραισθητικού	adj	γενική ενικού του παραισθητικός
παραισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραισθητικός
παραισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του παραισθητικός
παραισθητικός	adj	που είναι χαρακτηριστικός της παραίσθησης ή χαρακτηρίζεται από παραισθήσεις
παραισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του παραισθητικός
παραιτά	=	παραιτώ
παραιτάς	=	παραιτώ
παραιτάτε	=	παραιτώ
παραιτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτήσαμε	=	παραιτώ
παραιτήσαν	=	παραιτώ
παραιτήσανε	=	παραιτώ
παραιτήσατε	=	παραιτώ
παραιτήσει	=	παραιτώ
παραιτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραίτηση
παραιτήσεων	=	παραίτηση
παραιτήσεως	=	παραίτηση
παραιτήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτήστε	=	παραιτώ
παραιτήσω	=	παραιτώ
παραιτείσαι	=	παραιτούμαι
παραιτείστε	=	παραιτούμαι
παραιτείται	=	παραιτούμαι
παραιτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθήκαν	=	παραιτούμαι
παραιτηθήκανε	=	παραιτούμαι
παραιτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραιτούμαι
παραιτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραιτημένο
παραιτημένε	verb	κλητική ενικού του παραιτημένος
παραιτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραιτημένη
παραιτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραιτημένος
παραιτημένης	verb	γενική ενικού του παραιτημένη
παραιτημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραιτημένος
παραιτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραιτημένος
παραιτημένος	=	παραιτούμαι
παραιτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραιτημένος
παραιτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραιτημένος
παραιτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραιτημένος
παραιτούμαι	verb	εγκαταλείπω εκούσια την δουλειά μου
παραιτούμασταν	=	παραιτούμαι
παραιτούμαστε	=	παραιτούμαι
παραιτούμε	=	παραιτώ
παραιτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραιτούμενο
παραιτούμενε	verb	κλητική ενικού του παραιτούμενος
παραιτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραιτούμενη
παραιτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραιτούμενος
παραιτούμενης	verb	γενική ενικού του παραιτούμενη
παραιτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του παραιτούμενος
παραιτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραιτούμενος
παραιτούμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος παραιτούμαι
παραιτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραιτούμενος
παραιτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραιτούμενος
παραιτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραιτούμενος
παραιτούμουν	=	παραιτούμαι
παραιτούν	=	παραιτώ
παραιτούνται	=	παραιτούμαι
παραιτούνταν	=	παραιτούμαι
παραιτούσα	=	παραιτώ
παραιτούσαμε	=	παραιτώ
παραιτούσαν	=	παραιτώ
παραιτούσασταν	=	παραιτούμαι
παραιτούσαστε	=	παραιτούμαι
παραιτούσατε	=	παραιτώ
παραιτούσε	=	παραιτώ
παραιτούσες	=	παραιτώ
παραιτούσουν	=	παραιτούμαι
παραιτώ	verb|formal	παρατώ
παραιτώντας	=	παραιτώ
παρακάθημαι	verb|formal	συμμετέχω σε επίσημο γεγονός / εκδήλωση (γεύμα, δείπνο, δεξίωση κ.λπ.)
παρακάθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακάθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακάθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακάθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάθομαι	verb|formal	άλλη μορφή του παρακάθημαι
παρακάλα	=	παρακαλώ
παρακάλαγα	=	παρακαλώ
παρακάλαγαν	=	παρακαλώ
παρακάλαγε	=	παρακαλώ
παρακάλαγες	=	παρακαλώ
παρακάλεμα	noun	άλλη μορφή του παρακάλεσμα
παρακάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακάλεση	noun	άλλη μορφή του παράκληση
παρακάλεσμα	noun	άλλη μορφή του παράκληση
παρακάλι	noun	άλλη μορφή του παράκληση
παρακάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακάλι
παρακάλιο	noun	άλλη μορφή του παρακάλι
παρακάλιου	=	παρακάλιο
παρακάλιων	=	παρακάλιο
παρακάμερα	noun	κάμερα που καταγράφει γεγονότα παράλληλα με την κύρια μετάδοση κυρίως σε αθλητικούς αγώνες
παρακάμερας	=	παρακάμερα
παρακάμερες	=	παρακάμερα
παρακάμπταμε	=	παρακάμπτω
παρακάμπταν	=	παρακάμπτω
παρακάμπτανε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτατε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτει	=	παρακάμπτω
παρακάμπτεις	=	παρακάμπτω
παρακάμπτεσαι	=	παρακάμπτομαι
παρακάμπτεσθε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτεστε	=	παρακάμπτομαι
παρακάμπτεται	=	παρακάμπτομαι
παρακάμπτετε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμπτομε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτονται	=	παρακάμπτομαι
παρακάμπτονταν	=	παρακάμπτομαι
παρακάμπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμπτου	=	παρακάμπτομαι
παρακάμπτουμε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτουν	=	παρακάμπτω
παρακάμπτουνε	=	παρακάμπτω
παρακάμπτω	verb	προσπερνώ από το πλάι κάτι, στην προσπάθειά μου να το αποφύγω
παρακάμφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακάμφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακάμφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακάμφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακάμφτηκα	=	παρακάμπτομαι
παρακάμφτηκαν	=	παρακάμπτομαι
παρακάμφτηκε	=	παρακάμπτομαι
παρακάμφτηκες	=	παρακάμπτομαι
παρακάμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψαν	=	παρακάμπτω
παρακάμψανε	=	παρακάμπτω
παρακάμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκαμψη
παρακάμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψεων	noun	γενική πληθυντικού του παράκαμψη
παρακάμψεως	noun|formal	γενική ενικού του παράκαμψη
παρακάμψομε	=	παρακάμπτω
παρακάμψου	=	παρακάμπτομαι
παρακάμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψουνε	=	παρακάμπτω
παρακάμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτω
παρακάναμε	=	παρακάνω
παρακάναν	=	παρακάνω
παρακάνανε	=	παρακάνω
παρακάνατε	=	παρακάνω
παρακάνει	=	παρακάνω
παρακάνεις	=	παρακάνω
παρακάνετε	=	παρακάνω
παρακάνοντας	=	παρακάνω
παρακάνουμε	=	παρακάνω
παρακάνουν	=	παρακάνω
παρακάνουνε	=	παρακάνω
παρακάντε	=	παρακάνω
παρακάνω	verb	υπερβάλλω σε κάτι, επιμένω υπερβολικά σε μία ενέργεια
παρακάρλια	=	παρακάρλιος
παρακάρλιο	=	παρακάρλιος
παρακάρλιος	adj	που βρίσκεται / αναπτύσσεται γύρω από τα όρια της λίμνης Κάρλας
παρακάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακάτιο
παρακάτιο	noun	παρίστιο ιστιοφόρου πλοίου, που τοποθετείται πλευρικά στο ακάτιο, συνεπώς φέρεται ανά ζεύγος, στον πληθυντικό
παρακάτιου	=	παρακάτιο
παρακάτιων	=	παρακάτιο
παρακάτσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακάτω	adv	πιο κάτω	noun	κατώτερος/η/ο σε ιεραρχία
παρακέντα	=	παρακεντώ
παρακένταγε	=	παρακεντώ
παρακέντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακέντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακέντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακέντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακέντηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακεντώ, η λήψη δείγματος (κυττάρων, σωματικού υγρού κ.λπ.) με βελόνα
παρακέντησης	noun	γενική ενικού του παρακέντηση
παρακέντρου	=	παράκεντρο
παρακέντρων	=	παράκεντρο
παρακέντρως	adv|formal	σε παράκεντρο σημείο
παρακίνει	=	παρακινώ
παρακίνημα	noun	άλλη μορφή του παρακίνηση
παρακίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακίνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακινώ
παρακίνησης	noun	γενική ενικού του παρακίνηση
παρακαθήμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαθήμενο
παρακαθήμενε	verb	κλητική ενικού του παρακαθήμενος
παρακαθήμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαθήμενη
παρακαθήμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαθήμενος
παρακαθήμενης	verb	γενική ενικού του παρακαθήμενη
παρακαθήμενο	verb	αιτιατική ενικού του παρακαθήμενος
παρακαθήμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαθήμενος
παρακαθήμενος	verb|formal	που παρακάθηται, κάθεται δίπλα σε κάποιον
παρακαθήμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακαθήμενος
παρακαθήμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακαθήμενος
παρακαθήμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακαθήμενος
παρακαθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθημαι
παρακαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάθομαι
παρακαλά	=	παρακαλώ
παρακαλάγαμε	=	παρακαλώ
παρακαλάγανε	=	παρακαλώ
παρακαλάγατε	=	παρακαλώ
παρακαλάει	=	παρακαλώ
παρακαλάμε	=	παρακαλώ
παρακαλάν	=	παρακαλώ
παρακαλάνε	=	παρακαλώ
παρακαλάς	=	παρακαλώ
παρακαλάτε	=	παρακαλώ
παρακαλάω	=	παρακαλώ
παρακαλέματα	=	παρακάλεμα
παρακαλέματος	=	παρακάλεμα
παρακαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσαν	=	παρακαλώ
παρακαλέσανε	=	παρακαλώ
παρακαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσματα	=	παρακάλεσμα
παρακαλέσματος	=	παρακάλεσμα
παρακαλέσομε	=	παρακαλώ
παρακαλέσου	=	παρακαλώ
παρακαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέσουνε	=	παρακαλώ
παρακαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλέστηκα	=	παρακαλώ
παρακαλέστηκαν	=	παρακαλώ
παρακαλέστηκε	=	παρακαλώ
παρακαλέστηκες	=	παρακαλώ
παρακαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλώ
παρακαλεί	=	παρακαλώ
παρακαλείς	=	παρακαλώ
παρακαλείσαι	=	παρακαλώ
παρακαλείστε	=	παρακαλώ
παρακαλείται	=	παρακαλώ
παρακαλείτε	=	παρακαλώ
παρακαλείτο	=	παρακαλώ
παρακαλεμάτων	=	παρακάλεμα
παρακαλεσμάτων	=	παρακάλεσμα
παρακαλεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεσμένο
παρακαλεσμένε	verb	κλητική ενικού του παρακαλεσμένος
παρακαλεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεσμένη
παρακαλεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαλεσμένος
παρακαλεσμένης	verb	γενική ενικού του παρακαλεσμένη
παρακαλεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακαλεσμένος
παρακαλεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεσμένος
παρακαλεσμένος	=	παρακαλώ
παρακαλεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακαλεσμένος
παρακαλεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακαλεσμένος
παρακαλεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακαλεσμένος
παρακαλεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρακαλεστός	adv	με παρακαλεστό τρόπο
παρακαλεστέ	adj	κλητική ενικού του παρακαλεστός
παρακαλεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεστή
παρακαλεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαλεστός
παρακαλεστήκαμε	=	παρακαλώ
παρακαλεστήκαν	=	παρακαλώ
παρακαλεστήκανε	=	παρακαλώ
παρακαλεστήκατε	=	παρακαλώ
παρακαλεστής	noun	αυτός που παρακαλεί κάποιον για κάτι
παρακαλεστεί	=	παρακαλώ
παρακαλεστείς	=	παρακαλώ
παρακαλεστείτε	=	παρακαλώ
παρακαλεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεστικό	adv	με παρακαλεστικό τρόπο, παρακαλώντας
παρακαλεστικέ	adj	κλητική ενικού του παρακαλεστικός
παρακαλεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεστική
παρακαλεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαλεστικός
παρακαλεστικής	adj	γενική ενικού του παρακαλεστική
παρακαλεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεστικός
παρακαλεστικού	adj	γενική ενικού του παρακαλεστικός
παρακαλεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακαλεστικός
παρακαλεστικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακαλεστικός
παρακαλεστικός	adj	άλλη μορφή του παρακλητικός
παρακαλεστικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακαλεστικός
παρακαλεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαλεστός
παρακαλεστού	adj	γενική ενικού του παρακαλεστός
παρακαλεστούμε	=	παρακαλώ
παρακαλεστούν	=	παρακαλώ
παρακαλεστούνε	=	παρακαλώ
παρακαλεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακαλεστός
παρακαλεστό	adj	αιτιατική ενικού του παρακαλεστός
παρακαλεστός	adj	άλλη μορφή του παρακλητικός
παρακαλεστώ	=	παρακαλώ
παρακαλεστών	adj	γενική πληθυντικού του παρακαλεστός
παρακαλετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλετό	adv	με παρακαλετό τρόπο, παρακαλώντας
παρακαλετέ	adj	κλητική ενικού του παρακαλετός
παρακαλετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαλετή
παρακαλετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαλετός
παρακαλετής	adj	γενική ενικού του παρακαλετή
παρακαλετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαλετός
παρακαλετού	adj	γενική ενικού του παρακαλετός
παρακαλετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακαλετός
παρακαλετό	adj	αιτιατική ενικού του παρακαλετός	noun|vulgar	άλλη μορφή του παράκληση
παρακαλετός	=	παρακαλεστός
παρακαλετών	adj	γενική πληθυντικού του παρακαλετός
παρακαλιέμαι	=	παρακαλώ
παρακαλιέσαι	=	παρακαλώ
παρακαλιέστε	=	παρακαλώ
παρακαλιέται	=	παρακαλώ
παρακαλιούνται	=	παρακαλώ
παρακαλιούνταν	=	παρακαλώ
παρακαλιόμασταν	=	παρακαλώ
παρακαλιόμαστε	=	παρακαλώ
παρακαλιόμουν	=	παρακαλώ
παρακαλιόμουνα	=	παρακαλώ
παρακαλιόνται	=	παρακαλώ
παρακαλιόνταν	=	παρακαλώ
παρακαλιόντανε	=	παρακαλώ
παρακαλιόντουσαν	=	παρακαλώ
παρακαλιόσασταν	=	παρακαλώ
παρακαλιόσαστε	=	παρακαλώ
παρακαλιόσουν	=	παρακαλώ
παρακαλιόσουνα	=	παρακαλώ
παρακαλιόταν	=	παρακαλώ
παρακαλιότανε	=	παρακαλώ
παρακαλούμαι	=	παρακαλώ
παρακαλούμασταν	=	παρακαλώ
παρακαλούμαστε	=	παρακαλώ
παρακαλούμε	=	παρακαλώ
παρακαλούμενος	=	παρακαλώ
παρακαλούμουν	=	παρακαλώ
παρακαλούμουνα	=	παρακαλώ
παρακαλούν	=	παρακαλώ
παρακαλούνε	=	παρακαλώ
παρακαλούνται	=	παρακαλώ
παρακαλούνταν	=	παρακαλώ
παρακαλούντο	=	παρακαλώ
παρακαλούσα	=	παρακαλώ
παρακαλούσαμε	=	παρακαλώ
παρακαλούσαν	=	παρακαλώ
παρακαλούσανε	=	παρακαλώ
παρακαλούσασταν	=	παρακαλώ
παρακαλούσαστε	=	παρακαλώ
παρακαλούσατε	=	παρακαλώ
παρακαλούσε	=	παρακαλώ
παρακαλούσες	=	παρακαλώ
παρακαλούσουν	=	παρακαλώ
παρακαλούσουνα	=	παρακαλώ
παρακαλώ	intj	χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να ρωτήσουμε για κάτι ευγενικά	verb	ζητώ με σεβασμό
παρακαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρακαλάω / παρακαλώ
παρακαμερών	=	παρακάμερα
παρακαμπτήρια	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριας	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριε	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριες	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριο	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριοι	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριος	noun	η βοηθητική οδός (ή τμήμα σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ.) που παρακάμπτει κάποιο διάστημα της κυρίας οδού (ή γραμμής) και χρησιμοποιείται όταν αυτή η τελευταία παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα	adj	που παρακάμπτει
παρακαμπτήριου	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριους	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτήριων	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτηρίου	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτηρίους	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτηρίων	=	παρακαμπτήριος
παρακαμπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαμπτικό
παρακαμπτικέ	adj	κλητική ενικού του παρακαμπτικός
παρακαμπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαμπτική
παρακαμπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαμπτικός
παρακαμπτικής	adj	γενική ενικού του παρακαμπτική
παρακαμπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαμπτικός
παρακαμπτικού	adj	γενική ενικού του παρακαμπτικός
παρακαμπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακαμπτικός
παρακαμπτικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακαμπτικός
παρακαμπτικός	adj	που έχει σχέση με κάποια παράκαμψη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
παρακαμπτικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακαμπτικός
παρακαμπτόμασταν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόμαστε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόμουν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόμουνα	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόντουσαν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόσασταν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόσαστε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόσουν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόσουνα	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτόταν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμπτότανε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθήκαν	=	παρακάμπτω
παρακαμφθήκανε	=	παρακάμπτω
παρακαμφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφθούνε	=	παρακάμπτω
παρακαμφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακάμπτομαι
παρακαμφτήκαμε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμφτήκαν	=	παρακάμπτομαι
παρακαμφτήκανε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμφτήκατε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμφτεί	=	παρακάμπτομαι
παρακαμφτείτε	=	παρακάμπτομαι
παρακαμψούλα	noun	υποκοριστικό του παράκαμψη
παρακαμψούλας	noun	γενική ενικού του παρακαμψούλα
παρακαμψούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαμψούλα
παρακαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαμωμένο
παρακαμωμένε	verb	κλητική ενικού του παρακαμωμένος
παρακαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαμωμένη
παρακαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακαμωμένος
παρακαμωμένης	verb	γενική ενικού του παρακαμωμένη
παρακαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακαμωμένος
παρακαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακαμωμένος
παρακαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακαμωμένος
παρακαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακαμωμένος
παρακαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακαμωμένος
παρακατάθεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακαταθέτω
παρακατάθεσης	=	παρακατάθεση
παρακατάθεσις	noun	η παρακατάθεση
παρακατίου	=	παρακάτιο
παρακατίων	=	παρακάτιο
παρακαταβολές	=	παρακαταβολή
παρακαταβολή	noun	στην αρχαία Ελλάδα, στο αττικό δίκαιο, λεγόταν το χρηματικό ποσό που όφειλε να καταθέσει ο ενάγων σε δίκες κληρονομικών υποθέσεων.
παρακαταβολής	=	παρακαταβολή
παρακαταβολών	=	παρακαταβολή
παρακαταθέσεις	=	παρακατάθεση
παρακαταθέσεων	=	παρακατάθεση
παρακαταθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαταθέτης
παρακαταθέτη	=	παρακαταθέτης
παρακαταθέτης	noun	έχει να κάνει με το άτομο το οποίο αφήνει για θεματοφύλακα κάποιου αντικειμένου έναν δεύτερο συμβαλλόμενο, ο οποίος δεύτερος φέρει και την υποχρέωση να του το επιστρέψει όταν του ζητηθεί
παρακαταθέτω	verb	καταθέτω ή εμπιστεύομαι χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία σε κάποιον (φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο), ώστε να τα φυλάξει ή για αποπληρωμή χρέους
παρακαταθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακαταθήκη
παρακαταθήκη	noun	η κατάθεση για φύλαξη ενός ποσού ή άλλου πράγματος σε υπηρεσία του δημοσίου
παρακαταθήκης	=	παρακαταθήκη
παρακαταθετών	=	παρακαταθέτης
παρακαταθηκών	noun	γενική πληθυντικού του παρακαταθήκη
παρακατατεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακατατεθειμένο
παρακατατεθειμένε	verb	κλητική ενικού του παρακατατεθειμένος
παρακατατεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακατατεθειμένη
παρακατατεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακατατεθειμένος
παρακατατεθειμένης	verb	γενική ενικού του παρακατατεθειμένη
παρακατατεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακατατεθειμένος
παρακατατεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακατατεθειμένος
παρακατατεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακατατεθειμένος
παρακατατεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακατατεθειμένος
παρακατατεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακατατεθειμένος
παρακατιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρακατιανός	adv	με παρακατιανό τρόπο
παρακατιανέ	adj	κλητική ενικού του παρακατιανός
παρακατιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακατιανή
παρακατιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακατιανός
παρακατιανής	adj	γενική ενικού του παρακατιανή
παρακατιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακατιανός
παρακατιανού	adj	γενική ενικού του παρακατιανός
παρακατιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακατιανός
παρακατιανό	adj	αιτιατική ενικού του παρακατιανός
παρακατιανός	noun	κάποιος που ανήκει σε κατώτερη κοινωνική τάξη	adj	που ανήκει σε κατώτερη κοινωνική τάξη
παρακατιανών	adj	γενική πληθυντικού του παρακατιανός
παρακεί	adv	λίγο πιο εκεί, πιο δίπλα, πιο πέρα
παρακείμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακείμενο
παρακείμενε	noun	κλητική ενικού του παρακείμενος
παρακείμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακείμενη
παρακείμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακείμενος
παρακείμενης	verb	γενική ενικού του παρακείμενη
παρακείμενο	noun	αιτιατική ενικού του παρακείμενος
παρακείμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακείμενος
παρακείμενος	noun	χρόνος ρήματος που φανερώνει ότι αυτό που σημαίνει το ρήμα έχει γίνει στο παρελθόν, αλλά το αποτέλεσμα εξακολουθεί να υπάρχει στο παρόν· σχηματίζεται περιφραστικά με το ρήμα έχω.	adj	που βρίσκεται δίπλα σε κάτι άλλο, ο διπλανός
παρακείμενου	noun	γενική ενικού του παρακείμενος
παρακείμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρακείμενος
παρακείμενων	noun	γενική πληθυντικού του παρακείμενος
παρακειμένου	noun	γενική ενικού του παρακείμενος
παρακειμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρακείμενος
παρακειμένων	noun	γενική πληθυντικού του παρακείμενος
παρακελευσματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακελευσματικό
παρακελευσματικέ	adj	κλητική ενικού του παρακελευσματικός
παρακελευσματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακελευσματική
παρακελευσματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακελευσματικός
παρακελευσματικής	adj	γενική ενικού του παρακελευσματική
παρακελευσματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακελευσματικός
παρακελευσματικού	adj	γενική ενικού του παρακελευσματικός
παρακελευσματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακελευσματικός
παρακελευσματικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακελευσματικός
παρακελευσματικός	adj|formal	που προτρέπει, που παροτρύνει, που παρακινεί
παρακελευσματικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακελευσματικός
παρακεντά	=	παρακεντώ
παρακεντάει	=	παρακεντώ
παρακεντάμε	=	παρακεντώ
παρακεντάν	=	παρακεντώ
παρακεντάνε	=	παρακεντώ
παρακεντάς	=	παρακεντώ
παρακεντάτε	=	παρακεντώ
παρακεντάω	=	παρακεντώ
παρακεντέ	=	παρακεντές
παρακεντέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντές
παρακεντέδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντέδικο
παρακεντέδικε	adj	κλητική ενικού του παρακεντέδικος
παρακεντέδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντέδικη
παρακεντέδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακεντέδικος
παρακεντέδικης	adj	γενική ενικού του παρακεντέδικη
παρακεντέδικο	adj	αιτιατική ενικού του παρακεντέδικος
παρακεντέδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακεντέδικος
παρακεντέδικος	adj	που έχει σχέση με τον παρακεντέ, τον χαρακτηρίζει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παρακεντέδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακεντέδικος
παρακεντέδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακεντέδικος
παρακεντέδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακεντέδικος
παρακεντέδων	=	παρακεντές
παρακεντές	noun	κάποιος που δεν ζει με δικά του μέσα, αλλά παρασιτικά, σε βάρος άλλων
παρακεντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήσαν	=	παρακεντώ
παρακεντήσανε	=	παρακεντώ
παρακεντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακέντηση
παρακεντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρακέντηση
παρακεντήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρακέντηση
παρακεντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακεντώ
παρακεντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντημένο
παρακεντημένε	verb	κλητική ενικού του παρακεντημένος
παρακεντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντημένη
παρακεντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακεντημένος
παρακεντημένης	verb	γενική ενικού του παρακεντημένη
παρακεντημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακεντημένος
παρακεντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακεντημένος
παρακεντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακεντημένος
παρακεντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακεντημένος
παρακεντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακεντημένος
παρακεντούμε	=	παρακεντώ
παρακεντούν	=	παρακεντώ
παρακεντούνε	=	παρακεντώ
παρακεντούσα	=	παρακεντώ
παρακεντούσαμε	=	παρακεντώ
παρακεντούσαν	=	παρακεντώ
παρακεντούσανε	=	παρακεντώ
παρακεντούσατε	=	παρακεντώ
παρακεντούσε	=	παρακεντώ
παρακεντούσες	=	παρακεντώ
παρακεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντρικό
παρακεντρικέ	adj	κλητική ενικού του παρακεντρικός
παρακεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακεντρική
παρακεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακεντρικός
παρακεντρικής	adj	γενική ενικού του παρακεντρική
παρακεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακεντρικός
παρακεντρικού	adj	γενική ενικού του παρακεντρικός
παρακεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακεντρικός
παρακεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακεντρικός
παρακεντρικός	adj	που είναι παράκεντρος ή σχετίζεται με το παράκεντρο
παρακεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακεντρικός
παρακεντώ	verb	κάνω παρακέντηση
παρακεντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρακεντώ
παρακεταμολών	=	παρακεταμόλη
παρακεταμόλες	=	παρακεταμόλη
παρακεταμόλη	noun	φαρμακευτικό σκεύασμα με αναλγητική και αντιπυρετική δράση
παρακεταμόλης	=	παρακεταμόλη
παρακινάω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παρακινώ
παρακινήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινήματα	=	παρακίνημα
παρακινήματος	=	παρακίνημα
παρακινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήσαν	=	παρακινώ
παρακινήσανε	=	παρακινώ
παρακινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακίνηση
παρακινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρακίνηση
παρακινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρακίνηση
παρακινήσου	=	παρακινιέμαι
παρακινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινώ
παρακινήτρια	noun	θηλυκό του παρακινητής
παρακινήτριας	=	παρακινήτρια
παρακινήτριες	=	παρακινήτρια
παρακινδυνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινδυνευμένο
παρακινδυνευμένε	verb	κλητική ενικού του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινδυνευμένη
παρακινδυνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευμένης	verb	γενική ενικού του παρακινδυνευμένη
παρακινδυνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακινδυνευμένος
παρακινδυνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινδυνευτικό	adv	με παρακινδυνευτικό τρόπο
παρακινδυνευτικέ	adj	κλητική ενικού του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινδυνευτική
παρακινδυνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικής	adj	γενική ενικού του παρακινδυνευτική
παρακινδυνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικού	adj	γενική ενικού του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικός	adj	που έχει σχέση με την παρακινδύνευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρακινδυνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακινδυνευτικός
παρακινδυνευτικώς	adv|dated	παρακινδυνευτικά
παρακινδυνεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινδύνευση
παρακινδυνεύσεων	=	παρακινδύνευση
παρακινδυνεύω	verb|formal	ριψοκινδυνεύω
παρακινδύνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακινδυνεύω, πολύ επικίνδυνη ενέργεια
παρακινδύνευσης	=	παρακινδύνευση
παρακινεί	=	παρακινώ
παρακινείς	=	παρακινώ
παρακινείτε	=	παρακινώ
παρακινηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθήκαν	=	παρακινιέμαι
παρακινηθήκανε	=	παρακινιέμαι
παρακινηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακινούμαι
παρακινημάτων	=	παρακίνημα
παρακινημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινημένο
παρακινημένε	verb	κλητική ενικού του παρακινημένος
παρακινημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινημένη
παρακινημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακινημένος
παρακινημένης	verb	γενική ενικού του παρακινημένη
παρακινημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακινημένος
παρακινημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακινημένος
παρακινημένος	verb	που έχει παρακινηθεί
παρακινημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακινημένος
παρακινημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακινημένος
παρακινημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακινημένος
παρακινημός	noun|rare	άλλη μορφή του παρακίνηση
παρακινητές	=	παρακινητής
παρακινητή	=	παρακινητής
παρακινητής	noun	αυτός που παρακινεί
παρακινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινητικό	adv	με παρακινητικό τρόπο, παρακινώντας
παρακινητικέ	adj	κλητική ενικού του παρακινητικός
παρακινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακινητική
παρακινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακινητικός
παρακινητικής	adj	γενική ενικού του παρακινητική
παρακινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακινητικός
παρακινητικού	adj	γενική ενικού του παρακινητικός
παρακινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακινητικός
παρακινητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακινητικός
παρακινητικός	adj	που παρακινεί
παρακινητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακινητικός
παρακινητικώς	adv|dated	παρακινητικά
παρακινητριών	=	παρακινήτρια
παρακινητών	=	παρακινητής
παρακινιέμαι	verb|vulgar	παθητική φωνή του ρήματος παρακινώ, άλλη μορφή του παρακινούμαι
παρακινιέσαι	=	παρακινιέμαι
παρακινιέστε	=	παρακινιέμαι
παρακινιέται	=	παρακινιέμαι
παρακινιούνται	=	παρακινιέμαι
παρακινιούνταν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόμασταν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόμαστε	=	παρακινιέμαι
παρακινιόμουν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόμουνα	=	παρακινιέμαι
παρακινιόνταν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόντανε	=	παρακινιέμαι
παρακινιόντουσαν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόσασταν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόσαστε	=	παρακινιέμαι
παρακινιόσουν	=	παρακινιέμαι
παρακινιόσουνα	=	παρακινιέμαι
παρακινιόταν	=	παρακινιέμαι
παρακινιότανε	=	παρακινιέμαι
παρακινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρακινώ
παρακινούμε	=	παρακινώ
παρακινούν	=	παρακινώ
παρακινούνε	=	παρακινώ
παρακινούσα	=	παρακινώ
παρακινούσαμε	=	παρακινώ
παρακινούσαν	=	παρακινώ
παρακινούσανε	=	παρακινώ
παρακινούσατε	=	παρακινώ
παρακινούσε	=	παρακινώ
παρακινούσες	=	παρακινώ
παρακινώ	verb	ενθαρρύνω με λόγια ή πράξεις ή με τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών κάποια ενέργεια
παρακινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρακινώ
παρακλάδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλάδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλάδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλάδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλάδι	noun	ένα μικρότερο κλαδί σε ένα δέντρο, που είναι ενωμένο με ένα μεγαλύτερο
παρακλάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλάδι
παρακλάδος	noun|rare	παρακλάδι
παρακλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκληση
παρακλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράκληση
παρακλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράκληση
παρακλήτου	=	παράκλητος
παρακλήτους	=	παράκλητος
παρακλήτων	=	παράκλητος
παρακλαδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύω
παρακλαδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλαδεμένο
παρακλαδεμένε	verb	κλητική ενικού του παρακλαδεμένος
παρακλαδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλαδεμένη
παρακλαδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακλαδεμένος
παρακλαδεμένης	verb	γενική ενικού του παρακλαδεμένη
παρακλαδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακλαδεμένος
παρακλαδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακλαδεμένος
παρακλαδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακλαδεμένος
παρακλαδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακλαδεμένος
παρακλαδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακλαδεμένος
παρακλαδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακλαδεύομαι
παρακλαδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύομαι
παρακλαδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύομαι
παρακλαδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακλαδεύομαι
παρακλαδεύω	verb	κλαδεύω υπερβολικά ένα φυτό
παρακλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρακλαδικός	adv	με παρακλαδικό τρόπο
παρακλαδικέ	adj	κλητική ενικού του παρακλαδικός
παρακλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλαδική
παρακλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακλαδικός
παρακλαδικής	adj	γενική ενικού του παρακλαδική
παρακλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακλαδικός
παρακλαδικού	adj	γενική ενικού του παρακλαδικός
παρακλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακλαδικός
παρακλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακλαδικός
παρακλαδικός	adj	που έχει σχέση με καταστάσεις και πρόσωπα εκτός κάποιου εργασιακού ή άλλου κλάδου ή αναφέρεται σ’ αυτά
παρακλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακλαδικός
παρακλαδιού	=	παρακλάδι
παρακλαδιών	=	παρακλάδι
παρακληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθήκαν	=	παρακαλώ
παρακληθήκανε	=	παρακαλώ
παρακληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακληθούνε	=	παρακαλώ
παρακληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακαλούμαι
παρακλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλητικό	adv	με παρακλητικό τρόπο, παρακαλώντας
παρακλητικέ	adj	κλητική ενικού του παρακλητικός
παρακλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλητική
παρακλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακλητικός
παρακλητικής	adj	γενική ενικού του παρακλητική
παρακλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακλητικός
παρακλητικού	adj	γενική ενικού του παρακλητικός
παρακλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακλητικός
παρακλητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακλητικός
παρακλητικός	adj	που έχει σχέση με την παράκληση ή αναφέρεται σ’ αυτή, που δηλώνει ή εκφράζει παράκληση ή ικεσία
παρακλητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακλητικός
παρακλινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλινικό
παρακλινικέ	adj	κλητική ενικού του παρακλινικός
παρακλινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακλινική
παρακλινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακλινικός
παρακλινικής	adj	γενική ενικού του παρακλινική
παρακλινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακλινικός
παρακλινικού	adj	γενική ενικού του παρακλινικός
παρακλινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακλινικός
παρακλινικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακλινικός
παρακλινικός	adj	που έχει σχέση με εξετάσεις που γίνεται σε διάφορα εργαστήρια (μικροβιολογικό, ακτινολογικό κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτές
παρακλινικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακλινικός
παρακμάζαμε	=	παρακμάζω
παρακμάζαν	=	παρακμάζω
παρακμάζανε	=	παρακμάζω
παρακμάζατε	=	παρακμάζω
παρακμάζει	=	παρακμάζω
παρακμάζεις	=	παρακμάζω
παρακμάζετε	=	παρακμάζω
παρακμάζον	=	παρακμάζων
παρακμάζοντα	=	παρακμάζων
παρακμάζοντας	=	παρακμάζω
παρακμάζοντες	=	παρακμάζων
παρακμάζοντος	=	παρακμάζων
παρακμάζουμε	=	παρακμάζω
παρακμάζουν	=	παρακμάζω
παρακμάζουνε	=	παρακμάζω
παρακμάζουσα	=	παρακμάζων
παρακμάζουσας	=	παρακμάζων
παρακμάζουσες	=	παρακμάζων
παρακμάζω	verb	βρίσκομαι σε χειρότερη κατάσταση απ’ αυτή που ήμουν το προηγούμενο χρονικό διάστημα, έχει μειωθεί η ισχύς, το κύρος μου κ.λπ.
παρακμάζων	verb	που παρακμάζει
παρακμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσαν	=	παρακμάζω
παρακμάσανε	=	παρακμάζω
παρακμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακμάζω
παρακμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακμή
παρακμή	noun	η βαθμιαία πτώση της πολιτικής, στρατιωτικής, οικονομικής ισχύος ενός κράτους, ενός πολιτισμού, μιας κοινωνίας
παρακμής	noun	γενική ενικού του παρακμή
παρακμία	=	παρακμίας
παρακμίας	adj|formal	που εκπροσωπεί την παρακμή
παρακμίες	=	παρακμίας
παρακμαζουσών	=	παρακμάζων
παρακμαζούσης	=	παρακμάζων
παρακμαζόντων	=	παρακμάζων
παρακμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακμασμένο
παρακμασμένε	verb	κλητική ενικού του παρακμασμένος
παρακμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακμασμένη
παρακμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακμασμένος
παρακμασμένης	verb	γενική ενικού του παρακμασμένη
παρακμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακμασμένος
παρακμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακμασμένος
παρακμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παρακμάζω
παρακμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακμασμένος
παρακμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακμασμένος
παρακμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακμασμένος
παρακμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρακμιακός	adv	με παρακμιακό τρόπο ή σε παρακμιακή κατάσταση
παρακμιακέ	adj	κλητική ενικού του παρακμιακός
παρακμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακμιακή
παρακμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακμιακός
παρακμιακής	adj	γενική ενικού του παρακμιακή
παρακμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακμιακός
παρακμιακού	adj	γενική ενικού του παρακμιακός
παρακμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακμιακός
παρακμιακό	adj	αιτιατική ενικού του παρακμιακός
παρακμιακός	adj	που παρουσιάζει σημεία παρακμής, αποσύνθεσης, που χαρακτηρίζεται από παρηκμασμένο τρόπο ζωής, επιλογές, που είναι σε διαδρομή φθοράς, δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον, ίσως ανήθικος ή άσωτος
παρακμιακών	adj	γενική πληθυντικού του παρακμιακός
παρακμιών	=	παρακμίας
παρακμών	=	παρακμή
παρακοές	=	παρακοή
παρακοή	noun	ανυπακοή
παρακοής	=	παρακοή
παρακοιμάμαι	verb	κοιμάμαι παραπάνω από το κανονικό ή απ’ ό,τι συνήθως και αργώ να ξυπνήσω
παρακοιμάσαι	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμάστε	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμάται	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμήσου	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθήκαν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμηθήκανε	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμηθούνε	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακοιμάμαι
παρακοιμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακοιμισμένο
παρακοιμισμένε	verb	κλητική ενικού του παρακοιμισμένος
παρακοιμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακοιμισμένη
παρακοιμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακοιμισμένος
παρακοιμισμένης	verb	γενική ενικού του παρακοιμισμένη
παρακοιμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακοιμισμένος
παρακοιμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακοιμισμένος
παρακοιμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακοιμισμένος
παρακοιμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακοιμισμένος
παρακοιμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακοιμισμένος
παρακοιμούμαι	verb|rare	άλλη μορφή του παρακοιμώμαι
παρακοιμούνται	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμωμένη	=	παρακοιμώμενος
παρακοιμωμένου	noun	γενική ενικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμωμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμωμένων	noun	γενική πληθυντικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμόμασταν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόμουν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόμουνα	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόνται	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόνταν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόντανε	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόσασταν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόσαστε	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόσουν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόσουνα	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμόταν	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμότανε	=	παρακοιμάμαι
παρακοιμώμαι	verb|dated	κοιμάμαι κοντά σε κάποιον, ώστε να τον προσέχω από κινδύνους
παρακοιμώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακοιμώμενο
παρακοιμώμενε	noun	κλητική ενικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακοιμώμενη
παρακοιμώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακοιμώμενος
παρακοιμώμενης	verb	γενική ενικού του παρακοιμώμενη
παρακοιμώμενο	noun	αιτιατική ενικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμώμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμώμενος	verb|dated	που κοιμάται δίπλα
παρακοιμώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακοιμώμενος
παρακοιμώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακοιμώμενος
παρακοιμώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακοιμώμενος
παρακοινοβουλίου	=	παρακοινοβούλιο
παρακοινοβουλίων	=	παρακοινοβούλιο
παρακοινοβούλια	=	παρακοινοβούλιο
παρακοινοβούλιο	noun	ομάδα ανθρώπων με πολιτική επίδραση που δραστηριοποιείται στο παρασκήνιο με σκοπό να υπονομεύσει ή να επηρεάσει αρνητικά το κοινοβουλευτικό έργο
παρακοινοβούλιου	=	παρακοινοβούλιο
παρακοινωνέ	=	παρακοινωνός
παρακοινωνία	noun	η ιδιότητα του παρακοινωνού
παρακοινωνίας	=	παρακοινωνία
παρακοινωνίες	=	παρακοινωνία
παρακοινωνιών	=	παρακοινωνία
παρακοινωνοί	=	παρακοινωνός
παρακοινωνού	noun	γενική ενικού του παρακοινωνός
παρακοινωνούς	=	παρακοινωνός
παρακοινωνό	=	παρακοινωνός
παρακοινωνός	noun	κάποιος που έχει γίνει συνεταίρος ενός αλλά όχι όλων των συνεταίρων ή που του έχει παραχωρηθεί μέρος ή το σύνολο μετοχικών δικαιωμάτων σε εταιρεία
παρακοινωνών	=	παρακοινωνός
παρακολουθάγανε	=	παρακολουθώ
παρακολουθάν	=	παρακολουθώ
παρακολουθάω	=	παρακολουθώ
παρακολουθήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακολούθημα
παρακολουθήματος	noun	γενική ενικού του παρακολούθημα
παρακολουθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσαν	=	παρακολουθώ
παρακολουθήσανε	=	παρακολουθώ
παρακολουθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακολούθηση
παρακολουθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρακολούθηση
παρακολουθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρακολούθηση
παρακολουθήσιμα	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμε	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμες	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμη	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμης	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμο	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμοι	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να τον παρακολουθήσει κάποιος
παρακολουθήσιμου	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμους	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσιμων	=	παρακολουθήσιμος
παρακολουθήσου	=	παρακολουθώ
παρακολουθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσουνε	=	παρακολουθώ
παρακολουθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρακολουθώ
παρακολουθείς	=	παρακολουθώ
παρακολουθείσαι	=	παρακολουθώ
παρακολουθείστε	=	παρακολουθώ
παρακολουθείται	=	παρακολουθώ
παρακολουθείτε	=	παρακολουθώ
παρακολουθηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθήκαν	=	παρακολουθώ
παρακολουθηθήκανε	=	παρακολουθώ
παρακολουθηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθηθούνε	=	παρακολουθώ
παρακολουθηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακολουθούμαι
παρακολουθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρακολούθημα
παρακολουθημένος	=	παρακολουθώ
παρακολουθιέμαι	verb	άλλη μορφή του παρακολουθούμαι, παθητική φωνή του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθιέσαι	=	παρακολουθώ
παρακολουθιέστε	=	παρακολουθώ
παρακολουθιέται	=	παρακολουθώ
παρακολουθιούνται	=	παρακολουθώ
παρακολουθιούνταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόμασταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόμαστε	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόμουν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόμουνα	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόνταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόντανε	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόντουσαν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόσασταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόσαστε	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόσουν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόσουνα	=	παρακολουθώ
παρακολουθιόταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθιότανε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρακολουθώ
παρακολουθούμασταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθούμαστε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούμε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούμενος	=	παρακολουθώ
παρακολουθούμουν	=	παρακολουθώ
παρακολουθούν	=	παρακολουθώ
παρακολουθούνε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούνται	=	παρακολουθώ
παρακολουθούνταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσα	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσαμε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσαν	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσανε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσασταν	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσαστε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσατε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσε	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσες	=	παρακολουθώ
παρακολουθούσουν	=	παρακολουθώ
παρακολουθώ	verb	ακολουθώ τις κινήσεις κάποιου κινούμενος μαζί με αυτόν ή κινώντας το βλέμμα μου
παρακολουθώντας	=	παρακολουθώ
παρακολούθα	=	παρακολουθώ
παρακολούθαγε	=	παρακολουθώ
παρακολούθημα	noun	είναι ο χώρος εκείνος μιας ιδιοκτησίας (κτιρίου ή οικοπέδου) που έχει βοηθητική χρήση
παρακολούθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολούθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολούθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολούθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακολουθώ
παρακολούθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακολουθώ
παρακολούθησης	noun	γενική ενικού του παρακολούθηση
παρακορών	=	παρακόρη
παρακουσία	noun	άλλη μορφή του παράκουση
παρακουσίας	=	παρακουσία
παρακουσίες	=	παρακουσία
παρακουσιών	=	παρακουσία
παρακουσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράκουσμα
παρακούγαμε	=	παρακούω
παρακούγανε	=	παρακούω
παρακούγατε	=	παρακούω
παρακούγοντας	=	παρακούω
παρακούει	=	παρακούω
παρακούετε	=	παρακούω
παρακούμε	=	παρακούω
παρακούνε	=	παρακούω
παρακούς	=	παρακούω
παρακούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσαν	=	παρακούω
παρακούσανε	=	παρακούω
παρακούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσεων	=	παράκουση
παρακούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκουσμα
παρακούσματος	noun	γενική ενικού του παράκουσμα
παρακούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακούω
παρακούτε	=	παρακούω
παρακούω	verb	ακούω κάτι λανθασμένα, δεν αντιλαμβάνομαι σωστά αυτό που ειπώθηκε
παρακοών	=	παρακοή
παρακράτη	=	παρακράτος
παρακράτημα	noun	το παρακρατούμενο μέρος προϊόντος για επωφελέστερη διάθεση του υπόλοιπου
παρακράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακράτηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παρακρατώ
παρακράτησης	=	παρακράτηση
παρακράτησις	noun	η παρακράτηση
παρακράτος	noun	ομάδες και δραστηριότητες που καθοδηγούνται μυστικά από κρατικούς μηχανισμούς αλλά λειτουργούν εκτός των θεσμών του κράτους και δρουν με κύριο όπλο τη βία και την τρομοκράτηση των πολιτικών - ιδεολογικών αντιπάλων τους
παρακράτους	=	παρακράτος
παρακρατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακράτημα
παρακρατήματος	noun	γενική ενικού του παρακράτημα
παρακρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακράτηση
παρακρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήσεων	=	παρακράτηση
παρακρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατώ
παρακρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακρατούμαι
παρακρατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρακράτημα
παρακρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακρατημένο
παρακρατημένε	verb	κλητική ενικού του παρακρατημένος
παρακρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακρατημένη
παρακρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακρατημένος
παρακρατημένης	verb	γενική ενικού του παρακρατημένη
παρακρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακρατημένος
παρακρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακρατημένος
παρακρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακρατημένος
παρακρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακρατημένος
παρακρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακρατημένος
παρακρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακρατικό
παρακρατικέ	adj	κλητική ενικού του παρακρατικός
παρακρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακρατική
παρακρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακρατικός
παρακρατικής	adj	γενική ενικού του παρακρατική
παρακρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακρατικός
παρακρατικού	adj	γενική ενικού του παρακρατικός
παρακρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρακρατικός
παρακρατικό	adj	αιτιατική ενικού του παρακρατικός
παρακρατικός	adj	που ανήκει ή σχετίζεται με το παρακράτος, με ομάδες και δραστηριότητες που καθοδηγούνται μυστικά από κρατικούς μηχανισμούς αλλά λειτουργούν εκτός των θεσμών του κράτους και δρουν με κύριο όπλο τη βία και την τρομοκρατία
παρακρατικών	adj	γενική πληθυντικού του παρακρατικός
παρακρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακρατούμενο
παρακρατούμενε	verb	κλητική ενικού του παρακρατούμενος
παρακρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακρατούμενη
παρακρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακρατούμενος
παρακρατούμενης	verb	γενική ενικού του παρακρατούμενη
παρακρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του παρακρατούμενος
παρακρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακρατούμενος
παρακρατούμενος	verb	που παρακρατείται
παρακρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακρατούμενος
παρακρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακρατούμενος
παρακρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακρατούμενος
παρακρατώ	verb	κρατώ μέρος από το ποσό που πρόκειται να δώσω
παρακρατών	=	παρακράτος
παρακρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρακρατώ
παρακρούσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράκρουση
παρακρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράκρουση
παρακρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράκρουση
παρακυήσεις	=	παρακύηση
παρακυήσεων	=	παρακύηση
παρακυβέρνηση	noun	ομάδα ανθρώπων που παρεμβαίνει παρασκηνιακά στο κυβερνητικό έργο
παρακυβέρνησης	=	παρακυβέρνηση
παρακυβερνήσεις	=	παρακυβέρνηση
παρακυβερνήσεων	=	παρακυβέρνηση
παρακωλυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθήκαν	=	παρακωλύω
παρακωλυθήκανε	=	παρακωλύω
παρακωλυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυθούνε	=	παρακωλύω
παρακωλυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακωλυμένο
παρακωλυμένε	verb	κλητική ενικού του παρακωλυμένος
παρακωλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακωλυμένη
παρακωλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρακωλυμένος
παρακωλυμένης	verb	γενική ενικού του παρακωλυμένη
παρακωλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρακωλυμένος
παρακωλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρακωλυμένος
παρακωλυμένος	=	παρακωλύω
παρακωλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρακωλυμένος
παρακωλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρακωλυμένος
παρακωλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρακωλυμένος
παρακωλυόμασταν	=	παρακωλύω
παρακωλυόμαστε	=	παρακωλύω
παρακωλυόμενος	=	παρακωλύω
παρακωλυόμουν	=	παρακωλύω
παρακωλυόμουνα	=	παρακωλύω
παρακωλυόντουσαν	=	παρακωλύω
παρακωλυόσασταν	=	παρακωλύω
παρακωλυόσαστε	=	παρακωλύω
παρακωλυόσουν	=	παρακωλύω
παρακωλυόσουνα	=	παρακωλύω
παρακωλυόταν	=	παρακωλύω
παρακωλυότανε	=	παρακωλύω
παρακωλύαμε	=	παρακωλύω
παρακωλύαν	=	παρακωλύω
παρακωλύανε	=	παρακωλύω
παρακωλύατε	=	παρακωλύω
παρακωλύει	=	παρακωλύω
παρακωλύεις	=	παρακωλύω
παρακωλύεσαι	=	παρακωλύω
παρακωλύεστε	=	παρακωλύω
παρακωλύεται	=	παρακωλύω
παρακωλύετε	=	παρακωλύω
παρακωλύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύομαι
παρακωλύομαι	=	παρακωλύω
παρακωλύομε	=	παρακωλύω
παρακωλύονται	=	παρακωλύω
παρακωλύονταν	=	παρακωλύω
παρακωλύοντας	=	παρακωλύω
παρακωλύου	=	παρακωλύω
παρακωλύουμε	=	παρακωλύω
παρακωλύουν	=	παρακωλύω
παρακωλύουνε	=	παρακωλύω
παρακωλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσαν	=	παρακωλύω
παρακωλύσανε	=	παρακωλύω
παρακωλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρακώλυση
παρακωλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρακώλυση
παρακωλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρακώλυση
παρακωλύσομε	=	παρακωλύω
παρακωλύσου	=	παρακωλύω
παρακωλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσουνε	=	παρακωλύω
παρακωλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακωλύω	verb	παρεμποδίζω
παρακόρες	=	παρακόρη
παρακόρη	noun	ψυχοκόρη, κορίτσι που μένει σε μια οικογένεια δουλεύοντας ως υπηρέτρια
παρακόρης	=	παρακόρη
παρακύηση	noun	η εξωμήτριος κύηση
παρακύησης	=	παρακύηση
παρακύκλου	noun	γενική ενικού του παράκυκλος
παρακύκλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράκυκλος
παρακύκλων	noun	γενική πληθυντικού του παράκυκλος
παρακώλυα	=	παρακωλύω
παρακώλυαν	=	παρακωλύω
παρακώλυε	=	παρακωλύω
παρακώλυες	=	παρακωλύω
παρακώλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακώλυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακώλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακώλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρακωλύω
παρακώλυση	noun	η ενέργεια του παρακωλύω, η παρεμπόδιση
παρακώλυσης	noun	γενική ενικού του παρακώλυση
παρακώλυσις	noun	η παρακώλυση
παραλάβαινα	=	παραλαβαίνω
παραλάβαιναν	=	παραλαβαίνω
παραλάβαινε	=	παραλαβαίνω
παραλάβαινες	=	παραλαβαίνω
παραλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβαν	=	παραλαμβάνω
παραλάβανε	=	παραλαμβάνω
παραλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβομε	=	παραλαμβάνω
παραλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβουνε	=	παραλαμβάνω
παραλάβτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνω
παραλάλημα	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του παραλαλώ
παραλάμβανα	=	παραλαμβάνω
παραλάμβαναν	=	παραλαμβάνω
παραλάμβανε	=	παραλαμβάνω
παραλάμβανες	=	παραλαμβάνω
παραλέω	verb	τα παραλέω: υπερβάλλω, λέω υπερβολές
παραλή	=	παραλής
παραλήγουσα	noun	η δεύτερη από το τέλος συλλαβή μιας λέξης
παραλήγουσας	noun	γενική ενικού του παραλήγουσα
παραλήγουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλήγουσα
παραλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλής
παραλήδων	=	παραλής
παραλήπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλήπτης
παραλήπτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραλήπτης
παραλήπτης	noun	αυτός στον οποίο αποστέλλεται κάτι (πχ επιστολή) και πρέπει να το παραλάβει
παραλήπτρια	noun	θηλυκό του παραλήπτης
παραλήπτριας	noun	γενική ενικού του παραλήπτρια
παραλήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλήπτρια
παραλήρημα	noun	ο ασυνάρτητος και χωρίς νόημα λόγος, ο οποίος αποτελεί σύμπτωμα ορισμένων οργανικών ή ψυχικών παθήσεων, παραμιλητό
παραλής	noun	ο πολύ πλούσιος, ο πάμπλουτος, ο ζάπλουτος
παραλήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραλήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραλήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραλήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράληψη
παραλήψεων	=	παράληψη
παραλήψου	=	παραλαμβάνω
παραλία	noun	το μέρος της ξηράς που γειτνιάζει με τη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βατό και αξιοποιείται από τον άνθρωπο
παραλίας	noun	γενική ενικού του παραλία
παραλίγο	adv	σε πολύ μικρή (χρονική) απόσταση από κάτι κακό ή ανεπιθύμητο, το οποίο όμως δεν συνέβη
παραλίδισσας	noun	γενική ενικού του παραλίδισσα
παραλίδισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλίδισσα
παραλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλία
παραλίμνια	=	παραλίμνιος
παραλίμνιας	=	παραλίμνιος
παραλίμνιε	=	παραλίμνιος
παραλίμνιες	=	παραλίμνιος
παραλίμνιο	=	παραλίμνιος
παραλίμνιοι	=	παραλίμνιος
παραλίμνιος	adj	που βρίσκεται δίπλα σε λίμνη
παραλίμνιου	=	παραλίμνιος
παραλίμνιους	=	παραλίμνιος
παραλίμνιων	=	παραλίμνιος
παραλίων	=	παράλια
παραλαβές	=	παραλαβή
παραλαβή	noun	η πράξη του παραλαμβάνω, το να πάρει κάποιος, αντικείμενο που του έδωσε άλλος
παραλαβής	=	παραλαβή
παραλαβαίναμε	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίναν	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνανε	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνατε	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνει	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνεις	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνετε	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνοντας	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνουμε	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνουν	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνουνε	=	παραλαβαίνω
παραλαβαίνω	verb	άλλη μορφή του παραλαμβάνω
παραλαβών	=	παραλαβή
παραλαλά	=	παραλαλώ
παραλαλήματα	=	παραλάλημα
παραλαλήματος	=	παραλάλημα
παραλαλία	noun	η εκφώνηση λανθασμένου φθόγγου αντί του σωστού
παραλαλίας	=	παραλαλία
παραλαλίες	=	παραλαλία
παραλαλημάτων	=	παραλάλημα
παραλαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλαλητό
παραλαλητού	noun	γενική ενικού του παραλαλητό
παραλαλητό	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραλαλώ
παραλαλητών	noun	γενική πληθυντικού του παραλαλητό
παραλαλικά	=	παραλαλικός
παραλαλικέ	=	παραλαλικός
παραλαλικές	=	παραλαλικός
παραλαλική	=	παραλαλικός
παραλαλικής	=	παραλαλικός
παραλαλικοί	=	παραλαλικός
παραλαλικού	=	παραλαλικός
παραλαλικούς	=	παραλαλικός
παραλαλικό	=	παραλαλικός
παραλαλικός	adj	που έχει σχέση με την παραλαλία ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραλαλικών	=	παραλαλικός
παραλαλιών	=	παραλαλία
παραλαλού	=	παραλαλώ
παραλαλό	=	παραλαλώ
παραλαλώ	verb	παραμιλώ, παραληρώ
παραλαλών	=	παραλαλώ
παραλαμβάναμε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάναν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνανε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνατε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνει	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνεις	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνεσαι	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνεσθε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνεστε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνεται	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνετε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραλαμβάνω
παραλαμβάνομε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνονται	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνονταν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνοντας	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνου	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνουμε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνουν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνουνε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβάνω	verb	παίρνω κάτι που μου ανήκει ή με αφορά από κάποιον ο οποίος μου το παραδίδει
παραλαμβανόμασταν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόμαστε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόμενος	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόμουν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόμουνα	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόντουσαν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόσασταν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόσαστε	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόσουν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόσουνα	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανόταν	=	παραλαμβάνω
παραλαμβανότανε	=	παραλαμβάνω
παραλαντίζω	verb	σαστίζω, ζαλίζω
παραλείπαμε	=	παραλείπω
παραλείπαν	=	παραλείπω
παραλείπανε	=	παραλείπω
παραλείπατε	=	παραλείπω
παραλείπει	=	παραλείπω
παραλείπεις	=	παραλείπω
παραλείπεσαι	=	παραλείπω
παραλείπεστε	=	παραλείπω
παραλείπεται	=	παραλείπω
παραλείπετε	=	παραλείπω
παραλείπομαι	=	παραλείπω
παραλείπομε	=	παραλείπω
παραλείπονται	=	παραλείπω
παραλείπονταν	=	παραλείπω
παραλείποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραλείπω
παραλείπουμε	=	παραλείπω
παραλείπουν	=	παραλείπω
παραλείπουνε	=	παραλείπω
παραλείπω	verb	αφήνω, είτε σκόπιμα είτε ακούσια, κάποιον ή κάτι έξω από ένα σύνολο
παραλείφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλείφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλείφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλείφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψαν	=	παραλείπω
παραλείψανε	=	παραλείπω
παραλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράλειψη
παραλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψεων	noun	γενική πληθυντικού του παράλειψη
παραλείψεως	noun|formal	γενική ενικού του παράλειψη
παραλείψομε	=	παραλείπω
παραλείψου	=	παραλείπω
παραλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψουνε	=	παραλείπω
παραλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπω
παραλειπομένων	=	παραλειπόμενα
παραλειπόμασταν	=	παραλείπω
παραλειπόμαστε	=	παραλείπω
παραλειπόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (παραλειπόμενο) του παραλειπόμενος	noun	ό,τι έχει παραλειφθεί να ειπωθει ή να γίνει γνωστό και γνωστοποιείται αργότερα
παραλειπόμενος	=	παραλείπω
παραλειπόμενων	=	παραλειπόμενα
παραλειπόμουν	=	παραλείπω
παραλειπόμουνα	=	παραλείπω
παραλειπόντουσαν	=	παραλείπω
παραλειπόσασταν	=	παραλείπω
παραλειπόσαστε	=	παραλείπω
παραλειπόσουν	=	παραλείπω
παραλειπόσουνα	=	παραλείπω
παραλειπόταν	=	παραλείπω
παραλειπότανε	=	παραλείπω
παραλειφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθήκαν	=	παραλείπω
παραλειφθήκανε	=	παραλείπω
παραλειφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραλειφθούνε	=	παραλείπω
παραλειφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλείπομαι
παραληγουσών	noun	γενική πληθυντικού του παραλήγουσα
παραληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του παραλήπτρια
παραληπτών	=	παραλήπτης
παραληρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλήρημα
παραληρήματος	noun	γενική ενικού του παραλήρημα
παραληρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραλήρημα
παραληρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραληρηματικό	adv	με παραληρηματικό τρόπο
παραληρηματικέ	adj	κλητική ενικού του παραληρηματικός
παραληρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραληρηματική
παραληρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραληρηματικός
παραληρηματικής	adj	γενική ενικού του παραληρηματική
παραληρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραληρηματικός
παραληρηματικού	adj	γενική ενικού του παραληρηματικός
παραληρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραληρηματικός
παραληρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του παραληρηματικός
παραληρηματικός	adj	που έχει σχέση με το παραλήρημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή το προκαλεί
παραληρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του παραληρηματικός
παραληρηματικώς	adv	με παραληρηματικό τρόπο
παραληρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραληρητικό
παραληρητικέ	adj	κλητική ενικού του παραληρητικός
παραληρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραληρητική
παραληρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραληρητικός
παραληρητικής	adj	γενική ενικού του παραληρητική
παραληρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραληρητικός
παραληρητικού	adj	γενική ενικού του παραληρητικός
παραληρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραληρητικός
παραληρητικό	adj	αιτιατική ενικού του παραληρητικός
παραληρητικός	adj	άλλη μορφή του παραληρηματικός
παραληρητικών	adj	γενική πληθυντικού του παραληρητικός
παραληρώ	verb	μιλώ ασυνάρτητα, λέω λόγια χωρίς λογική και ειρμό
παραληφθέν	=	παραληφθείς
παραληφθέντα	=	παραληφθείς
παραληφθέντας	=	παραληφθείς
παραληφθέντες	=	παραληφθείς
παραληφθέντος	=	παραληφθείς
παραληφθέντων	=	παραληφθείς
παραληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθήκαν	=	παραλαμβάνω
παραληφθήκανε	=	παραλαμβάνω
παραληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθείσα	=	παραληφθείς
παραληφθείσας	=	παραληφθείς
παραληφθείσες	=	παραληφθείς
παραληφθείσης	=	παραληφθείς
παραληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθεισών	=	παραληφθείς
παραληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραληφθούνε	=	παραλαμβάνω
παραληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλαμβάνομαι
παραλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλιακό	adv	κοντά στη θάλασσα, παράλληλα προς την ακτή
παραλιακέ	adj	κλητική ενικού του παραλιακός
παραλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλιακή
παραλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλιακός
παραλιακής	adj	γενική ενικού του παραλιακή
παραλιακη	=	παραλιακός
παραλιακμόνια	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιας	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιε	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιες	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιο	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιοι	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιος	adj|formal	που βρίσκεται δίπλα στον Αλιάκμονα ή κοντά σʼ αυτόν
παραλιακμόνιου	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιους	=	παραλιακμόνιος
παραλιακμόνιων	=	παραλιακμόνιος
παραλιακο	=	παραλιακός
παραλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλιακός
παραλιακού	adj	γενική ενικού του παραλιακός
παραλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραλιακός
παραλιακό	adj	αιτιατική ενικού του παραλιακός
παραλιακός	adj	ο παράλιος, ο παραθαλάσσιος
παραλιακών	adj	γενική πληθυντικού του παραλιακός
παραλιδισσών	noun	γενική πληθυντικού του παραλίδισσα
παραλιών	noun	γενική πληθυντικού του παραλία
παραλλάζαμε	=	παραλλάζω
παραλλάζαν	=	παραλλάζω
παραλλάζανε	=	παραλλάζω
παραλλάζατε	=	παραλλάζω
παραλλάζει	=	παραλλάζω
παραλλάζεις	=	παραλλάζω
παραλλάζεσαι	=	παραλλάζομαι
παραλλάζεστε	=	παραλλάζομαι
παραλλάζεται	=	παραλλάζομαι
παραλλάζετε	=	παραλλάζω
παραλλάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραλλάζω
παραλλάζονται	=	παραλλάζομαι
παραλλάζονταν	=	παραλλάζομαι
παραλλάζοντας	=	παραλλάζω
παραλλάζου	=	παραλλάζομαι
παραλλάζουμε	=	παραλλάζω
παραλλάζουν	=	παραλλάζω
παραλλάζουνε	=	παραλλάζω
παραλλάζω	verb	αλλάζω κάτι, το κάνω διαφορετικό σε σχέση με το αρχικό ή κάτι άλλο
παραλλάματα	=	παράλλαμα
παραλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξαν	=	παραλλάζω
παραλλάξανε	=	παραλλάζω
παραλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράλλαξη
παραλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του παράλλαξη
παραλλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του παράλλαξη
παραλλάξου	=	παραλλάζομαι
παραλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσω
παραλλάσσαμε	=	παραλλάσσω
παραλλάσσαν	=	παραλλάσσω
παραλλάσσανε	=	παραλλάσσω
παραλλάσσατε	=	παραλλάσσω
παραλλάσσει	=	παραλλάσσω
παραλλάσσεις	=	παραλλάσσω
παραλλάσσετε	=	παραλλάσσω
παραλλάσσομαι	=	παραλλάσσω
παραλλάσσοντας	=	παραλλάσσω
παραλλάσσουμε	=	παραλλάσσω
παραλλάσσουν	=	παραλλάσσω
παραλλάσσουνε	=	παραλλάσσω
παραλλάσσω	verb	άλλη μορφή του παραλλάζω
παραλλάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλάχτηκα	=	παραλλάζομαι
παραλλάχτηκαν	=	παραλλάζομαι
παραλλάχτηκε	=	παραλλάζομαι
παραλλάχτηκες	=	παραλλάζομαι
παραλλήλιζα	=	παραλληλίζω
παραλλήλιζαν	=	παραλληλίζω
παραλλήλιζε	=	παραλληλίζω
παραλλήλιζες	=	παραλληλίζω
παραλλήλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλλήλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλλήλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλλήλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλλήλου	noun	γενική ενικού του παράλληλος
παραλλήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράλληλος
παραλλήλων	noun	γενική πληθυντικού του παράλληλος
παραλλήλως	adv|dated	παράλληλα
παραλλαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλλαγή
παραλλαγή	noun	μία ελαφρώς διαφορετική εκδοχή ενός πράγματος (πχ εμπορικού προϊόντος, δημοτικού τραγουδιού κλπ)
παραλλαγής	=	παραλλαγή
παραλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλλαγμένο
παραλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του παραλλαγμένος
παραλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλλαγμένη
παραλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλλαγμένος
παραλλαγμένης	verb	γενική ενικού του παραλλαγμένη
παραλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραλλαγμένος
παραλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλλαγμένος
παραλλαγμένος	=	παραλλάζομαι
παραλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραλλαγμένος
παραλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραλλαγμένος
παραλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραλλαγμένος
παραλλαγών	=	παραλλαγή
παραλλαζόμασταν	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόμαστε	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόμουν	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόμουνα	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόντουσαν	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόσασταν	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόσαστε	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόσουν	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόσουνα	=	παραλλάζομαι
παραλλαζόταν	=	παραλλάζομαι
παραλλαζότανε	=	παραλλάζομαι
παραλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλλακτικό
παραλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του παραλλακτικός
παραλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλλακτική
παραλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλλακτικός
παραλλακτικής	adj	γενική ενικού του παραλλακτική
παραλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλλακτικός
παραλλακτικοτήτων	=	παραλλακτικότητα
παραλλακτικού	adj	γενική ενικού του παραλλακτικός
παραλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραλλακτικός
παραλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραλλακτικός
παραλλακτικός	adj	που έχει σχέση με την παράλλαξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραλλακτικότητα	noun	ποικιλία, ποικιλομορφία
παραλλακτικότητας	=	παραλλακτικότητα
παραλλακτικότητες	=	παραλλακτικότητα
παραλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραλλακτικός
παραλλαχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλλάσσομαι
παραλλαχτήκαμε	=	παραλλάζομαι
παραλλαχτήκαν	=	παραλλάζομαι
παραλλαχτήκανε	=	παραλλάζομαι
παραλλαχτήκατε	=	παραλλάζομαι
παραλλαχτεί	=	παραλλάζομαι
παραλλαχτείτε	=	παραλλάζομαι
παραλληλία	noun	άλλη μορφή του παραλληλότητα
παραλληλίας	noun	γενική ενικού του παραλληλία
παραλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλληλία
παραλληλίζαμε	=	παραλληλίζω
παραλληλίζαν	=	παραλληλίζω
παραλληλίζανε	=	παραλληλίζω
παραλληλίζατε	=	παραλληλίζω
παραλληλίζει	=	παραλληλίζω
παραλληλίζεις	=	παραλληλίζω
παραλληλίζετε	=	παραλληλίζω
παραλληλίζομαι	verb	με συγκρίνουν με κάποιους, εξισώνουν, παρομοιάζουν τις ενέργειές μου ή την προσωπικότητά μου με κάποιων άλλων
παραλληλίζοντας	=	παραλληλίζω
παραλληλίζουμε	=	παραλληλίζω
παραλληλίζουν	=	παραλληλίζω
παραλληλίζουνε	=	παραλληλίζω
παραλληλίζω	verb	κάνω κάτι παράλληλο με κάτι άλλο
παραλληλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίσαν	=	παραλληλίζω
παραλληλίσανε	=	παραλληλίζω
παραλληλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζω
παραλληλεπίπεδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλληλεπίπεδο
παραλληλεπίπεδε	adj	κλητική ενικού του παραλληλεπίπεδος
παραλληλεπίπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλληλεπίπεδη
παραλληλεπίπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλληλεπίπεδος
παραλληλεπίπεδης	adj	γενική ενικού του παραλληλεπίπεδη
παραλληλεπίπεδο	noun	πρίσμα με βάση ένα ορθογώνιο
παραλληλεπίπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλληλεπίπεδος
παραλληλεπίπεδος	adj	που έχει παράλληλες και επίπεδες επιφάνειες
παραλληλεπίπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραλληλεπίπεδος
παραλληλεπίπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραλληλεπίπεδος
παραλληλεπίπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραλληλεπίπεδος
παραλληλεπιπέδου	=	παραλληλεπίπεδο
παραλληλεπιπέδων	=	παραλληλεπίπεδο
παραλληλισμέ	noun	κλητική ενικού του παραλληλισμός
παραλληλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλληλισμένο
παραλληλισμένε	verb	κλητική ενικού του παραλληλισμένος
παραλληλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλληλισμένη
παραλληλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλληλισμένος
παραλληλισμένης	verb	γενική ενικού του παραλληλισμένη
παραλληλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραλληλισμένος
παραλληλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλληλισμένος
παραλληλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραλληλισμένος
παραλληλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραλληλισμένος
παραλληλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραλληλισμένος
παραλληλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλληλισμός
παραλληλισμού	noun	γενική ενικού του παραλληλισμός
παραλληλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραλληλισμός
παραλληλισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραλληλισμός
παραλληλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραλληλίζω
παραλληλισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραλληλισμός
παραλληλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλληλίζομαι
παραλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του παραλληλία
παραλληλογράμμου	=	παραλληλόγραμμο
παραλληλογράμμων	=	παραλληλόγραμμο
παραλληλογράφε	=	παραλληλογράφος
παραλληλογράφο	=	παραλληλογράφος
παραλληλογράφοι	=	παραλληλογράφος
παραλληλογράφος	noun	όργανο που χρησιμοποιείται για να γράφουμε παράλληλες γραμμές
παραλληλογράφου	=	παραλληλογράφος
παραλληλογράφους	=	παραλληλογράφος
παραλληλογράφων	=	παραλληλογράφος
παραλληλοτήτων	=	παραλληλότητα
παραλληλόγραμμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλληλόγραμμο
παραλληλόγραμμε	=	παραλληλόγραμμος
παραλληλόγραμμες	=	παραλληλόγραμμος
παραλληλόγραμμη	=	παραλληλόγραμμος
παραλληλόγραμμης	=	παραλληλόγραμμος
παραλληλόγραμμο	noun	επίπεδο τετράπλευρο με παράλληλες τις απέναντι πλευρές
παραλληλόγραμμοι	=	παραλληλόγραμμος
παραλληλόγραμμος	adj	που έχει παράλληλες μεταξύ τους γραμμές
παραλληλόγραμμου	noun	γενική ενικού του παραλληλόγραμμο
παραλληλόγραμμους	=	παραλληλόγραμμος
παραλληλόγραμμων	noun	γενική πληθυντικού του παραλληλόγραμμο
παραλληλότητα	noun	η ιδιότητα του παράλληλου
παραλληλότητας	=	παραλληλότητα
παραλληλότητες	=	παραλληλότητα
παραλογές	=	παραλογή
παραλογή	noun	πολύστιχο αφηγηματικό δημοτικό τραγούδι με «φτιαχτή / πλαστή» υπόθεση
παραλογής	=	παραλογή
παραλογίζεσαι	=	παραλογίζομαι
παραλογίζεστε	=	παραλογίζομαι
παραλογίζεται	=	παραλογίζομαι
παραλογίζομαι	verb	σκέφτομαι, μιλώ ή ενεργώ με παράλογο τρόπο
παραλογίζονται	=	παραλογίζομαι
παραλογίζονταν	=	παραλογίζομαι
παραλογίσου	=	παραλογίζομαι
παραλογίστηκα	=	παραλογίζομαι
παραλογίστηκαν	=	παραλογίζομαι
παραλογίστηκε	=	παραλογίζομαι
παραλογίστηκες	=	παραλογίζομαι
παραλογητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογητό
παραλογητού	noun	γενική ενικού του παραλογητό
παραλογητό	noun|vulgar	άλλη μορφή του παραλογισμός
παραλογητών	noun	γενική πληθυντικού του παραλογητό
παραλογιάζαμε	=	παραλογιάζω
παραλογιάζαν	=	παραλογιάζω
παραλογιάζανε	=	παραλογιάζω
παραλογιάζατε	=	παραλογιάζω
παραλογιάζει	=	παραλογιάζω
παραλογιάζεις	=	παραλογιάζω
παραλογιάζετε	=	παραλογιάζω
παραλογιάζοντας	=	παραλογιάζω
παραλογιάζουμε	=	παραλογιάζω
παραλογιάζουν	=	παραλογιάζω
παραλογιάζουνε	=	παραλογιάζω
παραλογιάζω	verb	τρελαίνω
παραλογιάσαμε	=	παραλογιάζω
παραλογιάσαν	=	παραλογιάζω
παραλογιάσανε	=	παραλογιάζω
παραλογιάσατε	=	παραλογιάζω
παραλογιάσει	=	παραλογιάζω
παραλογιάσματα	=	παραλόγιασμα
παραλογιάσματος	=	παραλόγιασμα
παραλογιάστε	=	παραλογιάζω
παραλογιασμάτων	=	παραλόγιασμα
παραλογιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογιασμένο
παραλογιασμένε	verb	κλητική ενικού του παραλογιασμένος
παραλογιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογιασμένη
παραλογιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλογιασμένος
παραλογιασμένης	verb	γενική ενικού του παραλογιασμένη
παραλογιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραλογιασμένος
παραλογιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλογιασμένος
παραλογιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραλογιασμένος
παραλογιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραλογιασμένος
παραλογιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραλογιασμένος
παραλογιζόμασταν	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόμαστε	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόμουν	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόμουνα	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόντουσαν	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόσασταν	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόσαστε	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόσουν	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόσουνα	=	παραλογίζομαι
παραλογιζόταν	=	παραλογίζομαι
παραλογιζότανε	=	παραλογίζομαι
παραλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογικό
παραλογικέ	adj	κλητική ενικού του παραλογικός
παραλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογική
παραλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλογικός
παραλογικής	adj	γενική ενικού του παραλογική
παραλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλογικός
παραλογικού	adj	γενική ενικού του παραλογικός
παραλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραλογικός
παραλογικό	adj	αιτιατική ενικού του παραλογικός
παραλογικός	adj	άλλη μορφή του παράλογος
παραλογικών	adj	γενική πληθυντικού του παραλογικός
παραλογισμέ	noun	κλητική ενικού του παραλογισμός
παραλογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογισμένο
παραλογισμένε	verb	κλητική ενικού του παραλογισμένος
παραλογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογισμένη
παραλογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλογισμένος
παραλογισμένης	verb	γενική ενικού του παραλογισμένη
παραλογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραλογισμένος
παραλογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλογισμένος
παραλογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραλογισμένος
παραλογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραλογισμένος
παραλογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραλογισμένος
παραλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλογισμός
παραλογισμού	noun	γενική ενικού του παραλογισμός
παραλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραλογισμός
παραλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραλογισμός
παραλογισμός	noun	σκέψη χωρίς λογική
παραλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραλογισμός
παραλογιστήκαμε	=	παραλογίζομαι
παραλογιστήκαν	=	παραλογίζομαι
παραλογιστήκανε	=	παραλογίζομαι
παραλογιστήκατε	=	παραλογίζομαι
παραλογιστεί	=	παραλογίζομαι
παραλογιστείς	=	παραλογίζομαι
παραλογιστείτε	=	παραλογίζομαι
παραλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογιστικό
παραλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του παραλογιστικός
παραλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλογιστική
παραλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλογιστικός
παραλογιστικής	adj	γενική ενικού του παραλογιστική
παραλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλογιστικός
παραλογιστικού	adj	γενική ενικού του παραλογιστικός
παραλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραλογιστικός
παραλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του παραλογιστικός
παραλογιστικός	adj	που έχει σχέση με παραλογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παραλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του παραλογιστικός
παραλογιστούμε	=	παραλογίζομαι
παραλογιστούν	=	παραλογίζομαι
παραλογιστούνε	=	παραλογίζομαι
παραλογιστώ	=	παραλογίζομαι
παραλογών	=	παραλογή
παραλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλυμένο
παραλυμένε	verb	κλητική ενικού του παραλυμένος
παραλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλυμένη
παραλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλυμένος
παραλυμένης	verb	γενική ενικού του παραλυμένη
παραλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραλυμένος
παραλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλυμένος
παραλυμένος	verb	που έχει παραλύσει, πχ. από φόβο
παραλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραλυμένος
παραλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραλυμένος
παραλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραλυμένος
παραλυσία	noun	η παράλυση
παραλυσίας	noun	γενική ενικού του παραλυσία
παραλυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλυσία
παραλυσιών	noun	γενική πληθυντικού του παραλυσία
παραλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραλυτικός	adv	με παραλυτικό τρόπο
παραλυτικέ	adj	κλητική ενικού του παραλυτικός
παραλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραλυτική
παραλυτική	noun	θηλυκό του παραλυτικός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραλυτικός
παραλυτικής	adj	γενική ενικού του παραλυτική
παραλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραλυτικός
παραλυτικού	adj	γενική ενικού του παραλυτικός
παραλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραλυτικός
παραλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραλυτικός
παραλυτικός	adj	που έχει σχέση με παράλυση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί	noun	αυτός που υποφέρει ή πάσχει από παράλυση
παραλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραλυτικός
παραλόγιαζα	=	παραλογιάζω
παραλόγιαζαν	=	παραλογιάζω
παραλόγιαζε	=	παραλογιάζω
παραλόγιαζες	=	παραλογιάζω
παραλόγιασα	=	παραλογιάζω
παραλόγιασαν	=	παραλογιάζω
παραλόγιασε	=	παραλογιάζω
παραλόγιασες	=	παραλογιάζω
παραλόγιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραλογιάζω
παραλόγου	=	παράλογο
παραλόγων	=	παράλογο
παραλόγως	adv|dated	παράλογα
παραλύαμε	=	παραλύω
παραλύαν	=	παραλύω
παραλύανε	=	παραλύω
παραλύατε	=	παραλύω
παραλύει	=	παραλύω
παραλύεις	=	παραλύω
παραλύετε	=	παραλύω
παραλύομε	=	παραλύω
παραλύοντας	=	παραλύω
παραλύουμε	=	παραλύω
παραλύουν	=	παραλύω
παραλύουνε	=	παραλύω
παραλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσαν	=	παραλύω
παραλύσανε	=	παραλύω
παραλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράλυση
παραλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράλυση
παραλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράλυση
παραλύσομε	=	παραλύω
παραλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσουνε	=	παραλύω
παραλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλύω
παραλύω	verb	κάνω κάποιο μέλος του σώματος να μην κινείται ή να κινείται με δυσκολία
παραμάγαζα	=	παραμάγαζο
παραμάγαζο	noun	κύκλωμα που εξυπηρετεί άνομα συμφέροντα (σύγχρονη χρήση)
παραμάγαζου	=	παραμάγαζο
παραμάγαζων	=	παραμάγαζο
παραμάγειρα	=	παραμάγειρας
παραμάγειρας	noun	βοηθητικός μάγειρας, βοηθός του επικεφαλής μάγειρα
παραμάγειρε	=	παραμάγειρος
παραμάγειρες	=	παραμάγειρας
παραμάγειρο	=	παραμάγειρος
παραμάγειροι	=	παραμάγειρος
παραμάγειρος	noun	άλλη μορφή του παραμάγειρας
παραμάγερα	=	παραμάγερας
παραμάγερας	noun	άλλη μορφή του παραμάγειρας
παραμάγερες	=	παραμάγερας
παραμάζωμα	adv|dated	η φόρα
παραμάκραινα	=	παραμακραίνω
παραμάκραιναν	=	παραμακραίνω
παραμάκραινε	=	παραμακραίνω
παραμάκραινες	=	παραμακραίνω
παραμάκρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμάκρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμάκρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμάκρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμάνα	noun|dated	γυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά έναντι αμοιβής
παραμάνας	noun	γενική ενικού του παραμάνα
παραμάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμάνα
παραμάσκαλα	adv	άλλη μορφή του παραμάσχαλα
παραμάσχαλα	adv	στη μασχάλη, στο χώρο που βρίσκεται κάτω από τη μασχάλη
παραμέλει	=	παραμελώ
παραμέλημα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμελώ
παραμέλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμέλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμέλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμέλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμέληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμελώ, η έλλειψη φροντίδας
παραμέλησης	=	παραμέληση
παραμέλησις	noun	η παραμέληση
παραμέναμε	=	παραμένω
παραμέναν	=	παραμένω
παραμένανε	=	παραμένω
παραμένατε	=	παραμένω
παραμένει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παραμένω
παραμένεις	=	παραμένω
παραμένετε	=	παραμένω
παραμένομε	=	παραμένω
παραμένον	=	παραμένων
παραμένοντα	=	παραμένων
παραμένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμένω
παραμένοντες	=	παραμένων
παραμένοντος	=	παραμένων
παραμένουμε	=	παραμένω
παραμένουν	adj	οριστικής ενεστώτα του παραμένω
παραμένουνε	=	παραμένω
παραμένουσα	=	παραμένων
παραμένουσας	=	παραμένων
παραμένουσες	=	παραμένων
παραμένω	verb	εξακολουθώ να βρίσκομαι σε έναν τόπο
παραμένων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμένω
παραμέριζα	=	παραμερίζω
παραμέριζαν	=	παραμερίζω
παραμέριζε	=	παραμερίζω
παραμέριζες	=	παραμερίζω
παραμέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμέρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμερίζω
παραμέσα	adv	πιο μέσα
παραμέτρου	=	παράμετρος
παραμέτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράμετρος
παραμέτρων	noun	γενική πληθυντικού του παράμετρος
παραμήτρια	=	παραμήτριος
παραμήτριας	=	παραμήτριος
παραμήτριε	=	παραμήτριος
παραμήτριες	=	παραμήτριος
παραμήτριο	noun	ιστός που περιβάλλει τμήματα της μήτρας
παραμήτριοι	=	παραμήτριος
παραμήτριος	adj	που βρίσκεται δίπλα ή κοντά στη μήτρα
παραμήτριου	=	παραμήτριος
παραμήτριους	=	παραμήτριος
παραμήτριων	=	παραμήτριος
παραμίλημα	noun	άλλη μορφή του παραμιλητό
παραμίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμαγέρων	=	παραμάγερας
παραμαγείρου	=	παραμάγειρος
παραμαγείρους	=	παραμάγειρος
παραμαγείρων	=	παραμάγειρος
παραμαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμαγνητικό
παραμαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του παραμαγνητικός
παραμαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμαγνητική
παραμαγνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμαγνητικός
παραμαγνητικής	adj	γενική ενικού του παραμαγνητική
παραμαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμαγνητικός
παραμαγνητικού	adj	γενική ενικού του παραμαγνητικός
παραμαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμαγνητικός
παραμαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του παραμαγνητικός
παραμαγνητικός	adj	που έχει σχέση με τον παραμαγνητισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παραμαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του παραμαγνητικός
παραμαγνητισμέ	=	παραμαγνητισμός
παραμαγνητισμοί	=	παραμαγνητισμός
παραμαγνητισμού	=	παραμαγνητισμός
παραμαγνητισμούς	=	παραμαγνητισμός
παραμαγνητισμό	=	παραμαγνητισμός
παραμαγνητισμός	noun	η τάση των μαγνητικών διπόλων να προσανατολίζονται προς εξωτερικό μαγνητικό πεδίο.
παραμαγνητισμών	=	παραμαγνητισμός
παραμαγουλών	noun	γενική πληθυντικού του παραμαγούλα
παραμαγούλα	noun|vulgar	παρωτίτιδα, μαγουλάδες
παραμαγούλας	noun	γενική ενικού του παραμαγούλα
παραμαγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμαγούλα
παραμακιγιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμακιγιαρισμένο
παραμακιγιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του παραμακιγιαρισμένος
παραμακιγιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμακιγιαρισμένη
παραμακιγιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμακιγιαρισμένος
παραμακιγιαρισμένης	verb	γενική ενικού του παραμακιγιαρισμένη
παραμακιγιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμακιγιαρισμένος
παραμακιγιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμακιγιαρισμένος
παραμακιγιαρισμένος	verb	για άτομο που έχει βάλει πολύ μακιγιάζ
παραμακιγιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμακιγιαρισμένος
παραμακιγιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμακιγιαρισμένος
παραμακιγιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμακιγιαρισμένος
παραμακραίναμε	=	παραμακραίνω
παραμακραίναν	=	παραμακραίνω
παραμακραίνανε	=	παραμακραίνω
παραμακραίνατε	=	παραμακραίνω
παραμακραίνει	=	παραμακραίνω
παραμακραίνεις	=	παραμακραίνω
παραμακραίνετε	=	παραμακραίνω
παραμακραίνοντας	=	παραμακραίνω
παραμακραίνουμε	=	παραμακραίνω
παραμακραίνουν	=	παραμακραίνω
παραμακραίνουνε	=	παραμακραίνω
παραμακραίνω	verb	γίνομαι υπερβολικά μακρύς
παραμακρείς	=	παραμακρύς
παραμακρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμακρεμένο
παραμακρεμένε	verb	κλητική ενικού του παραμακρεμένος
παραμακρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμακρεμένη
παραμακρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμακρεμένος
παραμακρεμένης	verb	γενική ενικού του παραμακρεμένη
παραμακρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμακρεμένος
παραμακρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμακρεμένος
παραμακρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμακρεμένος
παραμακρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμακρεμένος
παραμακρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμακρεμένος
παραμακριά	=	παραμακρύς
παραμακριάς	=	παραμακρύς
παραμακριές	=	παραμακρύς
παραμακριοί	=	παραμακρύς
παραμακριού	=	παραμακρύς
παραμακριούς	=	παραμακρύς
παραμακριών	=	παραμακρύς
παραμακρύ	=	παραμακρύς
παραμακρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύναν	=	παραμακραίνω
παραμακρύνανε	=	παραμακραίνω
παραμακρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνοντας	=	παραμακρύνω
παραμακρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνουνε	=	παραμακρύνω
παραμακρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμακραίνω
παραμακρύνω	verb	γίνομαι υπερβολικά μακρύς
παραμακρύς	adj|vulgar	υπερβολικά μακρύς
παραμανών	noun	γενική πληθυντικού του παραμάνα
παραμείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείναν	=	παραμένω
παραμείνανε	=	παραμένω
παραμείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνομε	=	παραμένω
παραμείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνουνε	=	παραμένω
παραμείντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμένω
παραμεγαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμεγαλωμένο
παραμεγαλωμένε	verb	κλητική ενικού του παραμεγαλωμένος
παραμεγαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμεγαλωμένη
παραμεγαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμεγαλωμένος
παραμεγαλωμένης	verb	γενική ενικού του παραμεγαλωμένη
παραμεγαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμεγαλωμένος
παραμεγαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμεγαλωμένος
παραμεγαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμεγαλωμένος
παραμεγαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμεγαλωμένος
παραμεγαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμεγαλωμένος
παραμεθαύριο	adv	η μέρα μετά το μεθαύριο
παραμεθόριος	adj	που είναι κοντά στα σύνορα
παραμελήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήσαν	=	παραμελώ
παραμελήσανε	=	παραμελώ
παραμελήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμελώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμέληση
παραμελήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήσεων	=	παραμέληση
παραμελήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμελώ
παραμελεί	=	παραμελώ
παραμελείς	=	παραμελώ
παραμελείτε	=	παραμελώ
παραμελημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμελημένο
παραμελημένε	verb	κλητική ενικού του παραμελημένος
παραμελημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμελημένη
παραμελημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμελημένος
παραμελημένης	verb	γενική ενικού του παραμελημένη
παραμελημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμελημένος
παραμελημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμελημένος
παραμελημένος	verb	αυτός που έχει παραμεληθεί, που δεν τον φροντίζει κανείς, συχνά που δεν μπορεί να φροντίσει, να περιποιηθεί ούτε ο ίδιος τον εαυτό του
παραμελημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμελημένος
παραμελημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμελημένος
παραμελημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμελημένος
παραμελούμε	=	παραμελώ
παραμελούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμελούμενο
παραμελούμενε	verb	κλητική ενικού του παραμελούμενος
παραμελούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμελούμενη
παραμελούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμελούμενος
παραμελούμενης	verb	γενική ενικού του παραμελούμενη
παραμελούμενο	verb	αιτιατική ενικού του παραμελούμενος
παραμελούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμελούμενος
παραμελούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (παραμελούμαι) του ρήματος παραμελώ: που παραμελείται από κάποιους
παραμελούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμελούμενος
παραμελούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμελούμενος
παραμελούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμελούμενος
παραμελούν	=	παραμελώ
παραμελούνε	=	παραμελώ
παραμελούσα	=	παραμελώ
παραμελούσαμε	=	παραμελώ
παραμελούσαν	=	παραμελώ
παραμελούσανε	=	παραμελώ
παραμελούσατε	=	παραμελώ
παραμελούσε	=	παραμελώ
παραμελούσες	=	παραμελώ
παραμελώ	verb	δεν φροντίζω
παραμελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμελώ
παραμενουσών	=	παραμένων
παραμενούσης	=	παραμένων
παραμενόντων	=	παραμένων
παραμερίζαμε	=	παραμερίζω
παραμερίζαν	=	παραμερίζω
παραμερίζανε	=	παραμερίζω
παραμερίζατε	=	παραμερίζω
παραμερίζει	=	παραμερίζω
παραμερίζεις	=	παραμερίζω
παραμερίζεσαι	=	παραμερίζω
παραμερίζεστε	=	παραμερίζω
παραμερίζεται	=	παραμερίζω
παραμερίζετε	=	παραμερίζω
παραμερίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραμερίζω
παραμερίζομε	=	παραμερίζω
παραμερίζονται	=	παραμερίζω
παραμερίζονταν	=	παραμερίζω
παραμερίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμερίζω
παραμερίζου	=	παραμερίζομαι
παραμερίζουμε	=	παραμερίζω
παραμερίζουν	=	παραμερίζω
παραμερίζουνε	=	παραμερίζω
παραμερίζω	verb	βάζω κάτι στην άκρη, στο πλάι, παράμερα
παραμερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσαν	=	παραμερίζω
παραμερίσανε	=	παραμερίζω
παραμερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσιμα	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμε	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμες	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμη	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμης	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμο	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμοι	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να παραμεριστεί
παραμερίσιμου	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμους	=	παραμερίσιμος
παραμερίσιμων	=	παραμερίσιμος
παραμερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμέρισμα
παραμερίσματος	noun	γενική ενικού του παραμέρισμα
παραμερίσομε	=	παραμερίζω
παραμερίσου	=	παραμερίζω
παραμερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίσουνε	=	παραμερίζω
παραμερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζω
παραμεριζόμασταν	=	παραμερίζω
παραμεριζόμαστε	=	παραμερίζω
παραμεριζόμουν	=	παραμερίζω
παραμεριζόμουνα	=	παραμερίζω
παραμεριζόντουσαν	=	παραμερίζω
παραμεριζόσασταν	=	παραμερίζω
παραμεριζόσαστε	=	παραμερίζω
παραμεριζόσουν	=	παραμερίζω
παραμεριζόσουνα	=	παραμερίζω
παραμεριζόταν	=	παραμερίζω
παραμεριζότανε	=	παραμερίζω
παραμερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραμέρισμα
παραμερισμέ	noun	κλητική ενικού του παραμερισμός
παραμερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμερισμένο
παραμερισμένε	verb	κλητική ενικού του παραμερισμένος
παραμερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμερισμένη
παραμερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμερισμένος
παραμερισμένης	verb	γενική ενικού του παραμερισμένη
παραμερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμερισμένος
παραμερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμερισμένος
παραμερισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραμερίζω
παραμερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμερισμένος
παραμερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμερισμένος
παραμερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμερισμένος
παραμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμερισμός
παραμερισμού	noun	γενική ενικού του παραμερισμός
παραμερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παραμερισμός
παραμερισμό	noun	αιτιατική ενικού του παραμερισμός
παραμερισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτελέσμα του παραμερίζω (κυρίως στη μεταφορική σημασία του)
παραμερισμών	noun	γενική πληθυντικού του παραμερισμός
παραμεριστέα	=	παραμεριστέος
παραμεριστέας	=	παραμεριστέος
παραμεριστέε	=	παραμεριστέος
παραμεριστέες	=	παραμεριστέος
παραμεριστέο	=	παραμεριστέος
παραμεριστέοι	=	παραμεριστέος
παραμεριστέος	adj	που πρέπει να παραμεριστεί
παραμεριστέου	=	παραμεριστέος
παραμεριστέους	=	παραμεριστέος
παραμεριστέων	=	παραμεριστέος
παραμεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστήκαν	=	παραμερίζω
παραμεριστήκανε	=	παραμερίζω
παραμεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστικά	=	παραμεριστικός
παραμεριστικέ	=	παραμεριστικός
παραμεριστικές	=	παραμεριστικός
παραμεριστική	=	παραμεριστικός
παραμεριστικής	=	παραμεριστικός
παραμεριστικοί	=	παραμεριστικός
παραμεριστικού	=	παραμεριστικός
παραμεριστικούς	=	παραμεριστικός
παραμεριστικό	=	παραμεριστικός
παραμεριστικός	adj	που έχει σχέση με παραμερισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παραμεριστικών	=	παραμεριστικός
παραμεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεριστούνε	=	παραμερίζω
παραμεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμερίζομαι
παραμεσημβρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραμεσημβρινός	adv	δίπλα ή κοντά στον μεσημβρινό
παραμεσημβρινέ	adj	κλητική ενικού του παραμεσημβρινός
παραμεσημβρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμεσημβρινή
παραμεσημβρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμεσημβρινός
παραμεσημβρινής	adj	γενική ενικού του παραμεσημβρινή
παραμεσημβρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμεσημβρινός
παραμεσημβρινού	adj	γενική ενικού του παραμεσημβρινός
παραμεσημβρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμεσημβρινός
παραμεσημβρινό	adj	αιτιατική ενικού του παραμεσημβρινός
παραμεσημβρινός	adj	που βρίσκεται κοντά στον μεσημβρινό ή δίπλα σ’ αυτόν
παραμεσημβρινών	adj	γενική πληθυντικού του παραμεσημβρινός
παραμεσογειακά	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακέ	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακές	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακή	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακής	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακοί	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακού	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακούς	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακό	=	παραμεσογειακός
παραμεσογειακός	adj	άλλη μορφή του παραμεσόγειος
παραμεσογειακών	=	παραμεσογειακός
παραμεσόγεια	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειας	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειε	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειες	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειο	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειοι	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειος	adj	που βρίσκεται δίπλα ή κοντά στη Μεσόγειο
παραμεσόγειου	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειους	=	παραμεσόγειος
παραμεσόγειων	=	παραμεσόγειος
παραμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμετρικό
παραμετρικέ	adj	κλητική ενικού του παραμετρικός
παραμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμετρική
παραμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμετρικός
παραμετρικής	adj	γενική ενικού του παραμετρική
παραμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμετρικός
παραμετρικού	adj	γενική ενικού του παραμετρικός
παραμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμετρικός
παραμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του παραμετρικός
παραμετρικός	adj	που έχει σχέση με παραμέτρους ή αναφέρεται σ’ αυτές
παραμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του παραμετρικός
παραμετροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραμετροποιώ
παραμετροποίησης	noun	γενική ενικού του παραμετροποίηση
παραμετροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμετροποίηση
παραμετροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραμετροποίηση
παραμετροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραμετροποίηση
παραμετροποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμετροποιήσιμο
παραμετροποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμετροποιήσιμη
παραμετροποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσιμης	adj	γενική ενικού του παραμετροποιήσιμη
παραμετροποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσιμος	adj	που είναι κατάλληλος, μπορεί ή πρέπει να παραμετροποιηθεί
παραμετροποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμετροποιήσιμος
παραμετροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμετροποιώ
παραμετροποιώ	verb	περιγράφω ή εκφράζω κάτι με τη χρήση παραμέτρων
παραμετροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμετροποιώ
παραμητρίου	=	παραμήτριο
παραμητρίτιδα	noun	η φλεγμονή του παραμητρίου
παραμητρίτιδας	=	παραμητρίτιδα
παραμητρίτιδες	=	παραμητρίτιδα
παραμητρίτιδων	=	παραμητρίτιδα
παραμητρίων	=	παραμήτριο
παραμητρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμητρικό
παραμητρικέ	adj	κλητική ενικού του παραμητρικός
παραμητρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμητρική
παραμητρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμητρικός
παραμητρικής	adj	γενική ενικού του παραμητρική
παραμητρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμητρικός
παραμητρικού	adj	γενική ενικού του παραμητρικός
παραμητρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμητρικός
παραμητρικό	adj	αιτιατική ενικού του παραμητρικός
παραμητρικός	adj	άλλη μορφή του παραμήτριος
παραμητρικών	adj	γενική πληθυντικού του παραμητρικός
παραμικρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραμικρός	adv	ελάχιστα
παραμικρέ	adj	κλητική ενικού του παραμικρός
παραμικρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμικρή
παραμικρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμικρός
παραμικρής	adj	γενική ενικού του παραμικρή
παραμικροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμικρός
παραμικρού	adj	γενική ενικού του παραμικρός
παραμικρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμικρός
παραμικρό	adj	αιτιατική ενικού του παραμικρός
παραμικρός	adj	ελάχιστος
παραμικρότερα	=	παραμικρός
παραμικρότερε	=	παραμικρός
παραμικρότερες	=	παραμικρός
παραμικρότερη	=	παραμικρός
παραμικρότερης	=	παραμικρός
παραμικρότερο	=	παραμικρός
παραμικρότεροι	=	παραμικρός
παραμικρότερος	=	παραμικρός
παραμικρότερου	=	παραμικρός
παραμικρότερους	=	παραμικρός
παραμικρότερων	=	παραμικρός
παραμικρών	adj	γενική πληθυντικού του παραμικρός
παραμιλάω	=	παραμιλώ
παραμιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμίλημα
παραμιλήματος	noun	γενική ενικού του παραμίλημα
παραμιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμιλώ
παραμιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραμίλημα
παραμιλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμιλητό
παραμιλητού	noun	γενική ενικού του παραμιλητό
παραμιλητό	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμιλώ
παραμιλητών	noun	γενική πληθυντικού του παραμιλητό
παραμιλώ	verb	μιλάω στον ύπνο μου
παραμιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμιλάω / παραμιλώ
παραμονέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμόνεμα
παραμονέματος	noun	γενική ενικού του παραμόνεμα
παραμονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμονή
παραμονέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμονή	noun	η διαμονή, η κατοίκηση
παραμονής	=	παραμονή
παραμονεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραμόνεμα
παραμονεύω	verb	παραμένω κρυμμένος σ' ένα σημείο και περιμένω να εμφανιστεί ή να κινηθεί ένας αντίπαλος ώστε να του επιτεθώ
παραμονών	=	παραμονή
παραμορφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθήκαν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωθήκανε	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμορφωμένο
παραμορφωμένε	verb	κλητική ενικού του παραμορφωμένος
παραμορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμορφωμένη
παραμορφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμορφωμένος
παραμορφωμένης	verb	γενική ενικού του παραμορφωμένη
παραμορφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμορφωμένος
παραμορφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμορφωμένος
παραμορφωμένος	verb	που έχει παραμορφωθεί
παραμορφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμορφωμένος
παραμορφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμορφωμένος
παραμορφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμορφωμένος
παραμορφωνόμασταν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόμαστε	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόμουν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόμουνα	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόντουσαν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόσασταν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόσαστε	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόσουν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόσουνα	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνόταν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωνότανε	=	παραμορφώνομαι
παραμορφωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμορφωτικό	adv	με παραμορφωτικό τρόπο, παραμορφώνοντας
παραμορφωτικέ	adj	κλητική ενικού του παραμορφωτικός
παραμορφωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμορφωτική
παραμορφωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμορφωτικός
παραμορφωτικής	adj	γενική ενικού του παραμορφωτική
παραμορφωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμορφωτικός
παραμορφωτικού	adj	γενική ενικού του παραμορφωτικός
παραμορφωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμορφωτικός
παραμορφωτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραμορφωτικός
παραμορφωτικός	adj	που έχει σχέση με την παραμόρφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραμορφωτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραμορφωτικός
παραμορφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνομαι
παραμορφώναμε	=	παραμορφώνω
παραμορφώναν	=	παραμορφώνω
παραμορφώνανε	=	παραμορφώνω
παραμορφώνατε	=	παραμορφώνω
παραμορφώνει	=	παραμορφώνω
παραμορφώνεις	=	παραμορφώνω
παραμορφώνεσαι	=	παραμορφώνομαι
παραμορφώνεστε	=	παραμορφώνομαι
παραμορφώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παραμορφώνομαι
παραμορφώνετε	=	παραμορφώνω
παραμορφώνομαι	verb	αλλάζω τη μορφή μου προς το χειρότερο
παραμορφώνονται	=	παραμορφώνομαι
παραμορφώνονταν	=	παραμορφώνομαι
παραμορφώνοντας	=	παραμορφώνω
παραμορφώνου	=	παραμορφώνομαι
παραμορφώνουμε	=	παραμορφώνω
παραμορφώνουν	=	παραμορφώνω
παραμορφώνουνε	=	παραμορφώνω
παραμορφώνω	verb	αλλάζω τη μορφή ενός έμβιου όντος ή πράγματος (προς το χειρότερο), το διαφοροποιώ από την αρχική του κατάσταση
παραμορφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώσαν	=	παραμορφώνω
παραμορφώσανε	=	παραμορφώνω
παραμορφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμόρφωση
παραμορφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραμόρφωση
παραμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραμόρφωση
παραμορφώσου	=	παραμορφώνομαι
παραμορφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμορφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμπήκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπήκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπήκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπήκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπαίνω	verb	μπαίνω μέσα σε κάτι περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε
παραμπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπουκώναμε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώναν	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνανε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνατε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνει	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνεις	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνετε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνοντας	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνουμε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνουν	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνουνε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώνω	verb	μπουκώνω πολύ και εντόνως
παραμπουκώσαμε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώσαν	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώσανε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώσατε	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώσει	=	παραμπουκώνω
παραμπουκώστε	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωνα	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωναν	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωνε	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωνες	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωσα	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωσαν	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωσε	=	παραμπουκώνω
παραμπούκωσες	=	παραμπουκώνω
παραμπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμπρός	adv	πιο μπροστά
παραμπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμπαίνω
παραμυθά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραμυθάς
παραμυθάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθάς
παραμυθάδων	noun	γενική πληθυντικού του παραμυθάς
παραμυθάκι	noun	υποκοριστικό του παραμύθι
παραμυθάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθάκι
παραμυθάς	noun	αυτός που διηγείται παραμύθια
παραμυθένια	adv	με παραμυθένιο τρόπο
παραμυθένιας	=	παραμυθένιος
παραμυθένιε	=	παραμυθένιος
παραμυθένιες	=	παραμυθένιος
παραμυθένιο	=	παραμυθένιος
παραμυθένιοι	=	παραμυθένιος
παραμυθένιος	adj	που συναντιέται στα παραμύθια
παραμυθένιου	=	παραμυθένιος
παραμυθένιους	=	παραμυθένιος
παραμυθένιων	=	παραμυθένιος
παραμυθία	noun|formal	παρηγοριά
παραμυθίας	noun	γενική ενικού του παραμυθία
παραμυθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθία
παραμυθατζή	=	παραμυθατζής
παραμυθατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθατζής
παραμυθατζήδων	=	παραμυθατζής
παραμυθατζής	noun|figurative	άλλη μορφή του παραμυθάς
παραμυθατζού	=	παραμυθατζής
παραμυθατζούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθατζού
παραμυθατζούδων	=	παραμυθατζής
παραμυθατζούς	=	παραμυθατζής
παραμυθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθητικό
παραμυθητικέ	adj	κλητική ενικού του παραμυθητικός
παραμυθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθητική
παραμυθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμυθητικός
παραμυθητικής	adj	γενική ενικού του παραμυθητική
παραμυθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμυθητικός
παραμυθητικού	adj	γενική ενικού του παραμυθητικός
παραμυθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραμυθητικός
παραμυθητικό	adj	αιτιατική ενικού του παραμυθητικός
παραμυθητικός	adj	παρηγορητικός, συμπονετικός
παραμυθητικών	adj	γενική πληθυντικού του παραμυθητικός
παραμυθιάζαμε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζαν	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζανε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζατε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζει	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζεις	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζεσαι	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιάζεστε	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιάζεται	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιάζετε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζομαι	verb	θεωρώντας πολύ πιθανό να συμβεί (ή να συμβαίνει) κάτι, προετοιμάζομαι ψυχολογικά ή δίνω (ψεύτικες) ελπίδες στον εαυτό μου
παραμυθιάζονται	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιάζονταν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιάζοντας	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζου	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιάζουμε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζουν	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζουνε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάζω	verb	παραπλανώ ή εξαπατώ κάποιον λέγοντάς του ψέματα
παραμυθιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάσαν	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάσανε	=	παραμυθιάζω
παραμυθιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμύθιασμα
παραμυθιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμυθιαζόμασταν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόμαστε	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόμουν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόμουνα	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόντουσαν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόσασταν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόσαστε	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόσουν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόσουνα	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζόταν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαζότανε	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθιασμένο
παραμυθιασμένε	verb	κλητική ενικού του παραμυθιασμένος
παραμυθιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμυθιασμένη
παραμυθιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραμυθιασμένος
παραμυθιασμένης	verb	γενική ενικού του παραμυθιασμένη
παραμυθιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραμυθιασμένος
παραμυθιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραμυθιασμένος
παραμυθιασμένος	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραμυθιασμένος
παραμυθιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραμυθιασμένος
παραμυθιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραμυθιασμένος
παραμυθιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστήκαν	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστήκανε	=	παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζομαι
παραμυθιού	=	παραμύθι
παραμυθιών	noun	γενική πληθυντικού του παραμυθία
παραμυθοδράματα	=	παραμυθόδραμα
παραμυθοδράματος	=	παραμυθόδραμα
παραμυθοδραμάτων	=	παραμυθόδραμα
παραμυθολογά	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογάδες	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογάδων	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογάς	noun	που αφηγείται παραμύθια
παραμυθολογήσαμε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογήσαν	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογήσανε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογήσατε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογήσει	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογήστε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογίου	=	παραμυθολόγιο
παραμυθολογίων	=	παραμυθολόγιο
παραμυθολογεί	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογείς	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογείτε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογού	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογούδες	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογούδων	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογούμε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούν	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούνε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούς	=	παραμυθολογάς
παραμυθολογούσα	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούσαμε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούσαν	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούσανε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούσατε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούσε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογούσες	=	παραμυθολογώ
παραμυθολογώ	verb|figurative	είμαι παραμυθολόγος
παραμυθολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραμυθολογώ
παραμυθολόγε	=	παραμυθολόγος
παραμυθολόγει	=	παραμυθολογώ
παραμυθολόγησα	=	παραμυθολογώ
παραμυθολόγησαν	=	παραμυθολογώ
παραμυθολόγησε	=	παραμυθολογώ
παραμυθολόγησες	=	παραμυθολογώ
παραμυθολόγια	=	παραμυθολόγιο
παραμυθολόγιο	noun	κατάλογος με παραμύθια
παραμυθολόγιον	noun	παραμυθολόγιο
παραμυθολόγιου	=	παραμυθολόγιο
παραμυθολόγιων	=	παραμυθολόγιο
παραμυθολόγο	=	παραμυθολόγος
παραμυθολόγοι	=	παραμυθολόγος
παραμυθολόγος	noun	που αφηγείται παραμύθια
παραμυθολόγου	=	παραμυθολόγος
παραμυθολόγους	=	παραμυθολόγος
παραμυθολόγων	=	παραμυθολόγος
παραμυθοχωρών	=	παραμυθοχώρα
παραμυθοχώρα	noun	χώρα των παραμυθιών
παραμυθοχώρας	=	παραμυθοχώρα
παραμυθοχώρες	=	παραμυθοχώρα
παραμυθού	noun	θηλυκό του παραμυθάς
παραμυθούδες	=	παραμυθού
παραμυθούδων	=	παραμυθού
παραμυθούμαι	verb|formal	βρίσκω παρηγοριά, παρηγοριέμαι
παραμυθούς	=	παραμυθού
παραμυθόδραμα	noun	είδος διηγήματος
παραμυθών	noun	γενική πληθυντικού του παραμύθα
παραμόνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμονεύω
παραμόνευα	=	παραμονεύω
παραμόνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμόνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμόνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμόνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμονεύω
παραμόνιμα	=	παραμόνιμος
παραμόνιμε	=	παραμόνιμος
παραμόνιμες	=	παραμόνιμος
παραμόνιμη	=	παραμόνιμος
παραμόνιμης	=	παραμόνιμος
παραμόνιμο	=	παραμόνιμος
παραμόνιμοι	=	παραμόνιμος
παραμόνιμος	adj	διαρκής, σταθερός, πιστός
παραμόνιμου	=	παραμόνιμος
παραμόνιμους	=	παραμόνιμος
παραμόνιμων	=	παραμόνιμος
παραμόρφωνα	=	παραμορφώνω
παραμόρφωναν	=	παραμορφώνω
παραμόρφωνε	=	παραμορφώνω
παραμόρφωνες	=	παραμορφώνω
παραμόρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμόρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμόρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμόρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμορφώνω
παραμόρφωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραμορφώνω
παραμόρφωσης	noun	γενική ενικού του παραμόρφωση
παραμόρφωσις	noun	παραμόρφωση
παραμύθα	noun	μεγάλο παραμύθι, ψέμα
παραμύθας	noun	γενική ενικού του παραμύθα
παραμύθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμύθα
παραμύθι	noun	σύντομη αλληγορική φανταστική ιστορία, συνήθως για παιδιά
παραμύθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραμύθι
παραμύθιαζα	=	παραμυθιάζω
παραμύθιαζαν	=	παραμυθιάζω
παραμύθιαζε	=	παραμυθιάζω
παραμύθιαζες	=	παραμυθιάζω
παραμύθιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμύθιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμύθιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παραμύθιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραμυθιάζω
παρανάγνωση	noun	εσφαλμένη ανάγνωση (όπως τα σφάλματα κατά την αντιγραφή χειρογράφων επειδή ο αντιγραφέας δε διάβασε σωστά το πρωτότυπο)
παρανάγνωσης	noun	γενική ενικού του παρανάγνωση
παρανάλωμα	noun	αυτό ή αυτός που καταστρέφεται ολοσχερώς, που πέφτει θύμα, που καίγεται ολοκληρωτικά (σύνηθες κυρίως στην έκφραση γίνομαι παρανάλωμα του πυρός)
παραναγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανάγνωση
παραναγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρανάγνωση
παραναγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρανάγνωση
παραναλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρανάλωμα
παραναλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανάλωμα
παραναλώματος	noun	γενική ενικού του παρανάλωμα
παρανείλια	=	παρανείλιος
παρανείλιας	=	παρανείλιος
παρανείλιε	=	παρανείλιος
παρανείλιες	=	παρανείλιος
παρανείλιο	=	παρανείλιος
παρανείλιοι	=	παρανείλιος
παρανείλιος	adj|formal	που βρίσκεται δίπλα στον Νείλο ή υπάρχει εκεί
παρανείλιου	=	παρανείλιος
παρανείλιους	=	παρανείλιος
παρανείλιων	=	παρανείλιος
παρανεφρίτιδα	noun	φλεγμονή στην παρανεφρική περιοχή
παρανεφρίτιδας	=	παρανεφρίτιδα
παρανεφρίτιδες	=	παρανεφρίτιδα
παρανεφρίτιδων	=	παρανεφρίτιδα
παρανεφρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανεφρικό
παρανεφρικέ	adj	κλητική ενικού του παρανεφρικός
παρανεφρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανεφρική
παρανεφρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανεφρικός
παρανεφρικής	adj	γενική ενικού του παρανεφρική
παρανεφρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανεφρικός
παρανεφρικού	adj	γενική ενικού του παρανεφρικός
παρανεφρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρανεφρικός
παρανεφρικό	adj	αιτιατική ενικού του παρανεφρικός
παρανεφρικός	adj	που βρίσκεται δίπλα ή κοντά στους νεφρούς
παρανεφρικών	adj	γενική πληθυντικού του παρανεφρικός
παρανιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανιός	noun|vulgar	θηλυκό του παρανιός
παρανιάς	=	παρανιά
παρανιέ	adj	κλητική ενικού του παρανιός
παρανιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανιή
παρανιής	adj	γενική ενικού του παρανιή
παρανιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανιός
παρανιού	adj	γενική ενικού του παρανιός
παρανιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρανιός
παρανιό	adj	αιτιατική ενικού του παρανιός
παρανιός	adj|rare	πολύ νέος
παρανιών	adj	γενική πληθυντικού του παρανιός
παρανοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσαν	=	παρανοώ
παρανοήσανε	=	παρανοώ
παρανοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανόηση
παρανοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσεων	=	παρανόηση
παρανοήσου	=	παρανοούμαι
παρανοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσουνε	=	παρανοώ
παρανοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανοεί	=	παρανοώ
παρανοείς	=	παρανοώ
παρανοείσαι	=	παρανοούμαι
παρανοείστε	=	παρανοούμαι
παρανοείται	=	παρανοούμαι
παρανοείτε	=	παρανοώ
παρανοείτο	=	παρανοώ
παρανοειδές	=	παρανοειδής
παρανοειδή	=	παρανοειδής
παρανοειδής	adj	άλλη μορφή του παρανοϊκός
παρανοειδείς	=	παρανοειδής
παρανοειδούς	=	παρανοειδής
παρανοειδών	=	παρανοειδής
παρανοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθήκαν	=	παρανοούμαι
παρανοηθήκανε	=	παρανοούμαι
παρανοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοηθούνε	=	παρανοώ
παρανοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανοούμαι
παρανοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανοημένο
παρανοημένε	verb	κλητική ενικού του παρανοημένος
παρανοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανοημένη
παρανοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανοημένος
παρανοημένης	verb	γενική ενικού του παρανοημένη
παρανοημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρανοημένος
παρανοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανοημένος
παρανοημένος	=	παρανοούμαι
παρανοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρανοημένος
παρανοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρανοημένος
παρανοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρανοημένος
παρανοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανοητικό
παρανοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανοητική
παρανοητικής	adj	γενική ενικού του παρανοητική
παρανοιών	noun	γενική πληθυντικού του παράνοια
παρανομάζαμε	=	παρανομάζω
παρανομάζαν	=	παρανομάζω
παρανομάζανε	=	παρανομάζω
παρανομάζατε	=	παρανομάζω
παρανομάζει	=	παρανομάζω
παρανομάζεις	=	παρανομάζω
παρανομάζετε	=	παρανομάζω
παρανομάζοντας	=	παρανομάζω
παρανομάζουμε	=	παρανομάζω
παρανομάζουν	=	παρανομάζω
παρανομάζουνε	=	παρανομάζω
παρανομάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παρονομάζω
παρανομάσαμε	=	παρανομάζω
παρανομάσαν	=	παρανομάζω
παρανομάσανε	=	παρανομάζω
παρανομάσατε	=	παρανομάζω
παρανομάσει	=	παρανομάζω
παρανομάστε	=	παρανομάζω
παρανομάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράνομα
παρανομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσαν	=	παρανομώ
παρανομήσανε	=	παρανομώ
παρανομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανομία	noun	κάθε πράξη που παραβιάζει ή αντιτίθεται στους άγραφους και γραπτούς νόμους
παρανομίαζα	=	παρανομιάζω
παρανομίαζαν	=	παρανομιάζω
παρανομίαζε	=	παρανομιάζω
παρανομίαζες	=	παρανομιάζω
παρανομίας	noun	γενική ενικού του παρανομία
παρανομίασα	=	παρανομιάζω
παρανομίασαν	=	παρανομιάζω
παρανομίασε	=	παρανομιάζω
παρανομίασες	=	παρανομιάζω
παρανομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανομία
παρανομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανομασμένο
παρανομασμένε	verb	κλητική ενικού του παρανομασμένος
παρανομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανομασμένη
παρανομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανομασμένος
παρανομασμένης	verb	γενική ενικού του παρανομασμένη
παρανομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρανομασμένος
παρανομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανομασμένος
παρανομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρανομασμένος
παρανομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρανομασμένος
παρανομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρανομασμένος
παρανομεί	=	παρανομώ
παρανομείς	=	παρανομώ
παρανομείτε	=	παρανομώ
παρανομιάζαμε	=	παρανομιάζω
παρανομιάζαν	=	παρανομιάζω
παρανομιάζανε	=	παρανομιάζω
παρανομιάζατε	=	παρανομιάζω
παρανομιάζει	=	παρανομιάζω
παρανομιάζεις	=	παρανομιάζω
παρανομιάζετε	=	παρανομιάζω
παρανομιάζοντας	=	παρανομιάζω
παρανομιάζουμε	=	παρανομιάζω
παρανομιάζουν	=	παρανομιάζω
παρανομιάζουνε	=	παρανομιάζω
παρανομιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παρονομάζω
παρανομιάσαμε	=	παρανομιάζω
παρανομιάσαν	=	παρανομιάζω
παρανομιάσανε	=	παρανομιάζω
παρανομιάσατε	=	παρανομιάζω
παρανομιάσει	=	παρανομιάζω
παρανομιάστε	=	παρανομιάζω
παρανομιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανομιασμένο
παρανομιασμένε	verb	κλητική ενικού του παρανομιασμένος
παρανομιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανομιασμένη
παρανομιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανομιασμένος
παρανομιασμένης	verb	γενική ενικού του παρανομιασμένη
παρανομιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρανομιασμένος
παρανομιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανομιασμένος
παρανομιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρανομιασμένος
παρανομιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρανομιασμένος
παρανομιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρανομιασμένος
παρανομιού	=	παρανόμι
παρανομιών	noun	γενική πληθυντικού του παρανομία
παρανομούμε	=	παρανομώ
παρανομούν	=	παρανομώ
παρανομούνε	=	παρανομώ
παρανομούσα	=	παρανομώ
παρανομούσαμε	=	παρανομώ
παρανομούσαν	=	παρανομώ
παρανομούσανε	=	παρανομώ
παρανομούσατε	=	παρανομώ
παρανομούσε	=	παρανομώ
παρανομούσες	=	παρανομώ
παρανομώ	verb	κάνω παρανομία, είμαι παράνομος, παραβαίνω κάποιον νόμο
παρανομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρανομώ
παρανοούμαι	verb	ερμηνεύομαι με λάθος σημασία
παρανοούμασταν	=	παρανοούμαι
παρανοούμαστε	=	παρανοούμαι
παρανοούμε	=	παρανοώ
παρανοούμενος	=	παρανοώ
παρανοούμουν	=	παρανοούμαι
παρανοούμουνα	=	παρανοώ
παρανοούν	=	παρανοώ
παρανοούνε	=	παρανοώ
παρανοούνται	=	παρανοούμαι
παρανοούνταν	=	παρανοούμαι
παρανοούντο	=	παρανοώ
παρανοούσα	=	παρανοώ
παρανοούσαμε	=	παρανοώ
παρανοούσαν	=	παρανοώ
παρανοούσανε	=	παρανοώ
παρανοούσασταν	=	παρανοούμαι
παρανοούσαστε	=	παρανοούμαι
παρανοούσατε	=	παρανοώ
παρανοούσε	=	παρανοώ
παρανοούσες	=	παρανοώ
παρανοούσουν	=	παρανοούμαι
παρανοούσουνα	=	παρανοώ
παρανοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρανοϊκός	adv	με παρανοϊκό τρόπο
παρανοϊκέ	adj	κλητική ενικού του παρανοϊκός
παρανοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανοϊκή
παρανοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανοϊκός
παρανοϊκής	adj	γενική ενικού του παρανοϊκή
παρανοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανοϊκός
παρανοϊκού	adj	γενική ενικού του παρανοϊκός
παρανοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρανοϊκός
παρανοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του παρανοϊκός
παρανοϊκός	noun	αυτός που έχει ως πάθηση / νόσο την παράνοια	adj	που έχει σχέση με την παράνοια ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρανοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του παρανοϊκός
παρανοώ	verb	αντιλαμβάνομαι λανθασμένα κάτι
παρανοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρανοώ
παραντάρι	noun	συγγένεια, σχέση, φλυαρία ενοχλητική
παρανυστάζω	verb	νυστάζω πάρα πολύ
παρανυστάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυστάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανυσταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανυσταγμένο
παρανυσταγμένε	verb	κλητική ενικού του παρανυσταγμένος
παρανυσταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρανυσταγμένη
παρανυσταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρανυσταγμένος
παρανυσταγμένης	verb	γενική ενικού του παρανυσταγμένη
παρανυσταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρανυσταγμένος
παρανυσταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρανυσταγμένος
παρανυσταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρανυσταγμένος
παρανυσταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρανυσταγμένος
παρανυσταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρανυσταγμένος
παρανυφάκι	noun	παιδί που κρατάει το νυφικό ή τις λαμπάδες κατά τη διάρκεια του γάμου
παρανυφάκια	=	παρανυφάκι
παρανυχίδα	noun	δερματικό εξόγκωμα που δημιουργείται στο πλάι, και συνήθως κοντά στη βάση, του νυχιού
παρανυχίδας	=	παρανυχίδα
παρανυχίδες	=	παρανυχίδα
παρανυχίδων	=	παρανυχίδα
παρανόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανοώ
παρανόηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρανοώ
παρανόησης	=	παρανόηση
παρανόμαζα	=	παρανομάζω
παρανόμαζαν	=	παρανομάζω
παρανόμαζε	=	παρανομάζω
παρανόμαζες	=	παρανομάζω
παρανόμασα	=	παρανομάζω
παρανόμασαν	=	παρανομάζω
παρανόμασε	=	παρανομάζω
παρανόμασες	=	παρανομάζω
παρανόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράνομα
παρανόματος	noun	γενική ενικού του παράνομα
παρανόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανομώ
παρανόμι	noun|vulgar	άλλη μορφή του παρωνύμιο
παρανόμια	=	παρανόμι
παρανόμου	=	παράνομος
παρανόμους	=	παράνομος
παρανόμων	=	παράνομος
παρανόμως	adv|formal	παράνομα
παρανόων	=	παράνους
παρανύσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανύσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανύσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανύσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρανυστάζω
παρανύφου	=	παράνυφος
παρανύφους	=	παράνυφος
παρανύφων	=	παράνυφος
παραξένευα	=	παραξενεύω
παραξένευαν	=	παραξενεύω
παραξένευε	=	παραξενεύω
παραξένευες	=	παραξενεύω
παραξένεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξένεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξένεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξένεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξένιαζα	=	παραξενιάζω
παραξένιαζαν	=	παραξενιάζω
παραξένιαζε	=	παραξενιάζω
παραξένιαζες	=	παραξενιάζω
παραξένιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξένιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξένιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξένιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξενέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψαν	=	παραξενεύω
παραξενέψανε	=	παραξενεύω
παραξενέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψομε	=	παραξενεύω
παραξενέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψουνε	=	παραξενεύω
παραξενέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύω
παραξενεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξενεμένο
παραξενεμένε	verb	κλητική ενικού του παραξενεμένος
παραξενεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξενεμένη
παραξενεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραξενεμένος
παραξενεμένης	verb	γενική ενικού του παραξενεμένη
παραξενεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραξενεμένος
παραξενεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραξενεμένος
παραξενεμένος	=	παραξενεύω
παραξενεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραξενεμένος
παραξενεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραξενεμένος
παραξενεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραξενεμένος
παραξενευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτήκαν	=	παραξενεύω
παραξενευτήκανε	=	παραξενεύω
παραξενευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευτούνε	=	παραξενεύω
παραξενευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενευόμασταν	=	παραξενεύω
παραξενευόμαστε	=	παραξενεύω
παραξενευόμουν	=	παραξενεύω
παραξενευόμουνα	=	παραξενεύω
παραξενευόντουσαν	=	παραξενεύω
παραξενευόσασταν	=	παραξενεύω
παραξενευόσαστε	=	παραξενεύω
παραξενευόσουν	=	παραξενεύω
παραξενευόσουνα	=	παραξενεύω
παραξενευόταν	=	παραξενεύω
παραξενευότανε	=	παραξενεύω
παραξενεύαμε	=	παραξενεύω
παραξενεύαν	=	παραξενεύω
παραξενεύανε	=	παραξενεύω
παραξενεύατε	=	παραξενεύω
παραξενεύει	=	παραξενεύω
παραξενεύεις	=	παραξενεύω
παραξενεύεσαι	=	παραξενεύω
παραξενεύεστε	=	παραξενεύω
παραξενεύεται	=	παραξενεύω
παραξενεύετε	=	παραξενεύω
παραξενεύομαι	verb	μου προκαλείται έκπληξη, απορώ, εκπλήσσομαι
παραξενεύομε	=	παραξενεύω
παραξενεύονται	=	παραξενεύω
παραξενεύονταν	=	παραξενεύω
παραξενεύοντας	=	παραξενεύω
παραξενεύουμε	=	παραξενεύω
παραξενεύουν	=	παραξενεύω
παραξενεύουνε	=	παραξενεύω
παραξενεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενεύομαι
παραξενεύω	verb	εκπλήσσω κάποιον με μια ασυνήθιστη ενέργεια ή κατάσταση, του προκαλώ απορία
παραξενιά	noun	ιδιοτροπία
παραξενιάζαμε	=	παραξενιάζω
παραξενιάζαν	=	παραξενιάζω
παραξενιάζανε	=	παραξενιάζω
παραξενιάζατε	=	παραξενιάζω
παραξενιάζει	=	παραξενιάζω
παραξενιάζεις	=	παραξενιάζω
παραξενιάζετε	=	παραξενιάζω
παραξενιάζοντας	=	παραξενιάζω
παραξενιάζουμε	=	παραξενιάζω
παραξενιάζουν	=	παραξενιάζω
παραξενιάζουνε	=	παραξενιάζω
παραξενιάζω	verb	γίνομαι παράξενος
παραξενιάρα	=	παραξενιάρης
παραξενιάρας	=	παραξενιάρης
παραξενιάρες	=	παραξενιάρης
παραξενιάρη	=	παραξενιάρης
παραξενιάρηδες	=	παραξενιάρης
παραξενιάρηδων	=	παραξενιάρης
παραξενιάρης	adj	που είναι συνήθως παράξενος
παραξενιάρικα	=	παραξενιάρης
παραξενιάρικο	=	παραξενιάρης
παραξενιάρικου	=	παραξενιάρης
παραξενιάρικων	=	παραξενιάρης
παραξενιάς	noun	γενική ενικού του παραξενιά
παραξενιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσαν	=	παραξενιάζω
παραξενιάσανε	=	παραξενιάζω
παραξενιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξενιάζω
παραξενιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξενιά
παραξενιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξενιασμένο
παραξενιασμένε	verb	κλητική ενικού του παραξενιασμένος
παραξενιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξενιασμένη
παραξενιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραξενιασμένος
παραξενιασμένης	verb	γενική ενικού του παραξενιασμένη
παραξενιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραξενιασμένος
παραξενιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραξενιασμένος
παραξενιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραξενιασμένος
παραξενιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραξενιασμένος
παραξενιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραξενιασμένος
παραξενιών	=	παραξενιά
παραξηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξηλωμένο
παραξηλωμένε	verb	κλητική ενικού του παραξηλωμένος
παραξηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξηλωμένη
παραξηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραξηλωμένος
παραξηλωμένης	verb	γενική ενικού του παραξηλωμένη
παραξηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραξηλωμένος
παραξηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραξηλωμένος
παραξηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραξηλωμένος
παραξηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραξηλωμένος
παραξηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραξηλωμένος
παραξηλώνω	verb	ξηλώνω περισσότερο από όσο πρέπει
παραξηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξηλώνω
παραξοδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξοδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξοδεμένο
παραξοδεμένε	verb	κλητική ενικού του παραξοδεμένος
παραξοδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξοδεμένη
παραξοδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραξοδεμένος
παραξοδεμένης	verb	γενική ενικού του παραξοδεμένη
παραξοδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραξοδεμένος
παραξοδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραξοδεμένος
παραξοδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραξοδεμένος
παραξοδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραξοδεμένος
παραξοδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραξοδεμένος
παραξοδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδεύομαι	verb	παραξοδεύω
παραξοδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύομαι
παραξοδεύω	verb	ξοδεύω υπερβολικά, πάρα πολύ
παραξοδιάζαμε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζαν	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζανε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζατε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζει	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζεις	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζετε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζοντας	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζουμε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζουν	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζουνε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παραξοδεύω
παραξοδιάσαμε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάσαν	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάσανε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάσατε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάσει	=	παραξοδιάζω
παραξοδιάστε	=	παραξοδιάζω
παραξοδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξοδιασμένο
παραξοδιασμένε	verb	κλητική ενικού του παραξοδιασμένος
παραξοδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραξοδιασμένη
παραξοδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραξοδιασμένος
παραξοδιασμένης	verb	γενική ενικού του παραξοδιασμένη
παραξοδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραξοδιασμένος
παραξοδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραξοδιασμένος
παραξοδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραξοδιάζω
παραξοδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραξοδιασμένος
παραξοδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραξοδιασμένος
παραξοδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραξοδιασμένος
παραξυλένια	=	παραξυλένιο
παραξυλένιο	noun	άλλη μορφή του παραξυλόλιο
παραξυλένιου	=	παραξυλένιο
παραξυλενίου	=	παραξυλένιο
παραξυλενίων	=	παραξυλένιο
παραξυλολίου	=	παραξυλόλιο
παραξυλολίων	=	παραξυλόλιο
παραξυλόλια	=	παραξυλόλιο
παραξυλόλιο	noun	αρωματικός υδρογονάνθρακας που αποτελείται από ένα βενζόλιο και δύο μεθύλια σε απέναντι θέσεις του δακτυλίου
παραξυλόλιου	=	παραξυλόλιο
παραξόδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξόδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξόδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξόδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραξοδεύω
παραξόδιαζα	=	παραξοδιάζω
παραξόδιαζαν	=	παραξοδιάζω
παραξόδιαζε	=	παραξοδιάζω
παραξόδιαζες	=	παραξοδιάζω
παραξόδιασα	=	παραξοδιάζω
παραξόδιασαν	=	παραξοδιάζω
παραξόδιασε	=	παραξοδιάζω
παραξόδιασες	=	παραξοδιάζω
παραξόνια	=	παραξόνιος
παραξόνιας	=	παραξόνιος
παραξόνιε	=	παραξόνιος
παραξόνιες	=	παραξόνιος
παραξόνιο	=	παραξόνιος
παραξόνιοι	=	παραξόνιος
παραξόνιος	adj	που βρίσκεται δίπλα στον άξονα
παραξόνιου	=	παραξόνιος
παραξόνιους	=	παραξόνιος
παραξόνιων	=	παραξόνιος
παραοικονομία	noun	η μη επίσημη καταγραφή από το κράτος των οικονομικών δραστηριοτήτων ατόμων κι επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα τη φοροδιαφυγή· η αδήλωτη στις φορολογικές, εργασιακές και λοιπές ελεγκτικές αρχές οικονομική δραστηριότητα
παραοικονομίας	noun	γενική ενικού του παραοικονομία
παραοικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραοικονομία
παραοικονομιών	noun	γενική πληθυντικού του παραοικονομία
παραολυμπιάδα	noun	διεθνής διοργάνωση όπου αθλητές με αναπηρία αγωνίζονται σε πλήθος αγωνισμάτων υψηλού επιπέδου, αποτελώντας το αντίστοιχο των Ολυμπιακών Αγώνων για τον παραολυμπιακό αθλητισμό
παραολυμπιάδας	=	παραολυμπιάδα
παραολυμπιάδες	=	παραολυμπιάδα
παραολυμπιάδων	=	παραολυμπιάδα
παραολυμπιακά	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακέ	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακές	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακή	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακής	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακοί	noun	η παραολυμπιάδα
παραολυμπιακού	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακούς	=	παραολυμπιακός
παραολυμπιακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παραολυμπιακός
παραολυμπιακός	adj	που έχει σχέση με την παραολυμπιάδα ή αναφέρεται σʼ αυτή
παραολυμπιακών	=	παραολυμπιακός
παραπάνω	adv	πιο πάνω
παραπάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπάτημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπατώ
παραπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπάχαινα	=	παραπαχαίνω
παραπάχαιναν	=	παραπαχαίνω
παραπάχαινε	=	παραπαχαίνω
παραπάχαινες	=	παραπαχαίνω
παραπάχυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπάχυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπάχυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπάχυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπέμπαμε	=	παραπέμπω
παραπέμπαν	=	παραπέμπω
παραπέμπανε	=	παραπέμπω
παραπέμπατε	=	παραπέμπω
παραπέμπει	=	παραπέμπω
παραπέμπεις	=	παραπέμπω
παραπέμπεσαι	=	παραπέμπω
παραπέμπεστε	=	παραπέμπω
παραπέμπεται	=	παραπέμπω
παραπέμπετε	=	παραπέμπω
παραπέμπομαι	=	παραπέμπω
παραπέμπομε	=	παραπέμπω
παραπέμπονται	=	παραπέμπω
παραπέμπονταν	=	παραπέμπω
παραπέμποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραπέμπω
παραπέμπουμε	=	παραπέμπω
παραπέμπουν	=	παραπέμπω
παραπέμπουνε	=	παραπέμπω
παραπέμπω	verb	μεταβιβάζω την αρμοδιότητα για κάποια υπόθεση σε άλλον ή σε άλλη υπηρεσία
παραπέμφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπέμφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπέμφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπέμφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψαν	=	παραπέμπω
παραπέμψανε	=	παραπέμπω
παραπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψομε	=	παραπέμπω
παραπέμψου	=	παραπέμπω
παραπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψουνε	=	παραπέμπω
παραπέμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπω
παραπέντε	noun	μεγάλο ορθογώνιο αλεξίπτωτο που επιτρέπει στον χρήστη του να « πετάξει » από την πλευρά ενός βουνού
παραπέρα	adv	λίγο πιο πέρα
παραπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσαν	=	παραπέφτω
παραπέσανε	=	παραπέφτω
παραπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέφτω
παραπέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπέτο
παραπέταμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραπετώ
παραπέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπέτασμα	noun	γενική ονομασία για κάτι που χρησιμοποιούμε σαν κουρτίνα, σαν προκάλυμμα
παραπέτο	noun	στηθαίο
παραπέτου	noun	γενική ενικού του παραπέτο
παραπέτων	noun	γενική πληθυντικού του παραπέτο
παραπέφταμε	=	παραπέφτω
παραπέφταν	=	παραπέφτω
παραπέφτανε	=	παραπέφτω
παραπέφτατε	=	παραπέφτω
παραπέφτει	=	παραπέφτω
παραπέφτεις	=	παραπέφτω
παραπέφτετε	=	παραπέφτω
παραπέφτοντας	=	παραπέφτω
παραπέφτουμε	=	παραπέφτω
παραπέφτουν	=	παραπέφτω
παραπέφτουνε	=	παραπέφτω
παραπέφτω	verb	πέφτω (από αδιαφορία ή απροσεξία) κάπου που είναι δύσκολο να με βρουν
παραπήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπηγμα
παραπήγματος	noun	γενική ενικού του παράπηγμα
παραπήρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπήραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαίρνω
παραπίκραινα	=	παραπικραίνω
παραπίκραιναν	=	παραπικραίνω
παραπίκραινε	=	παραπικραίνω
παραπίκραινες	=	παραπικραίνω
παραπίκρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπίκραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπίκρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπίκρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπίναμε	=	παραπίνω
παραπίναν	=	παραπίνω
παραπίνανε	=	παραπίνω
παραπίνατε	=	παραπίνω
παραπίνε	=	παραπίνω
παραπίνει	=	παραπίνω
παραπίνεις	=	παραπίνω
παραπίνετε	=	παραπίνω
παραπίνοντας	=	παραπίνω
παραπίνουμε	=	παραπίνω
παραπίνουν	=	παραπίνω
παραπίνουνε	=	παραπίνω
παραπίνω	verb	πίνω υπερβολικά
παραπίσω	adv	πιο πίσω
παραπαίαμε	=	παραπαίω
παραπαίατε	=	παραπαίω
παραπαίδι	noun|dated	το παιδί που το έχουν υιοθετήσει
παραπαίδια	=	παραπαίδι
παραπαίει	=	παραπαίω
παραπαίεις	=	παραπαίω
παραπαίετε	=	παραπαίω
παραπαίν	=	παραπαίω
παραπαίνε	=	παραπαίω
παραπαίομε	=	παραπαίω
παραπαίοντας	=	παραπαίω
παραπαίουμε	=	παραπαίω
παραπαίρνω	verb	παίρνω περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε
παραπαίω	verb	πάω πέρα δώθε, κινούμαι με αστάθεια κάνω αδέξιες προσπάθειες να κινηθώ ή να διατηρήσω την ισορροπία μου
παραπαίων	=	παραπαίω
παραπαιδεία	noun	η συμπληρωματική παιδεία που παρέχεται από ιδιώτες φροντιστές
παραπαιδείας	noun	γενική ενικού του παραπαιδεία
παραπαιδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπαιδεία
παραπαιδειών	noun	γενική πληθυντικού του παραπαιδεία
παραπαιδιού	=	παραπαίδι
παραπαιδιών	=	παραπαίδι
παραπανήσια	=	παραπανήσιος
παραπανήσιας	=	παραπανήσιος
παραπανήσιε	=	παραπανήσιος
παραπανήσιες	=	παραπανήσιος
παραπανήσιο	=	παραπανήσιος
παραπανήσιοι	=	παραπανήσιος
παραπανήσιος	adj	άλλη γραφή του παραπανίσιος όπως στον Μπαμπινώτη, στον Δημητράκο
παραπανήσιου	=	παραπανήσιος
παραπανήσιους	=	παραπανήσιος
παραπανήσιων	=	παραπανήσιος
παραπανίσια	=	παραπανίσιος
παραπανίσιας	=	παραπανίσιος
παραπανίσιε	=	παραπανίσιος
παραπανίσιες	=	παραπανίσιος
παραπανίσιο	=	παραπανίσιος
παραπανίσιοι	=	παραπανίσιος
παραπανίσιος	adj	που είναι παραπάνω, περισσότερος απ' ό,τι χρειάζεται
παραπανίσιου	=	παραπανίσιος
παραπανίσιους	=	παραπανίσιος
παραπανίσιων	=	παραπανίσιος
παραπανιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραπανιστός
παραπανιστέ	adj	κλητική ενικού του παραπανιστός
παραπανιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπανιστή
παραπανιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπανιστός
παραπανιστής	adj	γενική ενικού του παραπανιστή
παραπανιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπανιστός
παραπανιστού	adj	γενική ενικού του παραπανιστός
παραπανιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπανιστός
παραπανιστό	adj	αιτιατική ενικού του παραπανιστός
παραπανιστός	adj	συνώνυμο του παραπανίσιος
παραπανιστών	adj	γενική πληθυντικού του παραπανιστός
παραπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπάτημα
παραπατήματος	noun	γενική ενικού του παραπάτημα
παραπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπατώ
παραπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραπάτημα
παραπατώ	verb	πατώ κάπου απρόσεχτα και σκοντάφτω.
παραπαχαίναμε	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίναν	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνανε	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνατε	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνει	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνεις	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνετε	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνοντας	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνουμε	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνουν	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνουνε	=	παραπαχαίνω
παραπαχαίνω	verb	παχαίνω υπερβολικά
παραπαχύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύναν	=	παραπαχαίνω
παραπαχύνανε	=	παραπαχαίνω
παραπαχύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπαχύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπαχαίνω
παραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραλέω
παραπείθω	verb	ξεγελώ, εξαπατώ κάποιον, τον παρασύρω με παραπλανητικά λόγια ή επιχειρήματα
παραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραπεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεισμένο
παραπεισμένε	verb	κλητική ενικού του παραπεισμένος
παραπεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεισμένη
παραπεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπεισμένος
παραπεισμένης	verb	γενική ενικού του παραπεισμένη
παραπεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπεισμένος
παραπεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπεισμένος
παραπεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπεισμένος
παραπεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπεισμένος
παραπεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπεισμένος
παραπειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπειστικό
παραπειστικέ	adj	κλητική ενικού του παραπειστικός
παραπειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπειστική
παραπειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπειστικός
παραπειστικής	adj	γενική ενικού του παραπειστική
παραπειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπειστικός
παραπειστικού	adj	γενική ενικού του παραπειστικός
παραπειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπειστικός
παραπειστικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπειστικός
παραπειστικός	adj	που ξεγελάει, παρασύρει με παραπλανητικά λόγια ή επιχειρήματα (με σοφιστείες, διφορούμενες εκφράσεις)
παραπειστικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπειστικός
παραπειστικώς	adv|dated	παραπειστικά
παραπεμπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεμπτικό
παραπεμπτικέ	adj	κλητική ενικού του παραπεμπτικός
παραπεμπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεμπτική
παραπεμπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπεμπτικός
παραπεμπτικής	adj	γενική ενικού του παραπεμπτική
παραπεμπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπεμπτικός
παραπεμπτικογράφηση	noun	άλλη μορφή του παραπεμπτικογραφία
παραπεμπτικογράφησης	=	παραπεμπτικογράφηση
παραπεμπτικογραφήσεις	=	παραπεμπτικογράφηση
παραπεμπτικογραφήσεων	=	παραπεμπτικογράφηση
παραπεμπτικογραφία	noun	η έκδοση παραπεμπτικών για ιατρικές εξετάσεις
παραπεμπτικογραφίας	=	παραπεμπτικογραφία
παραπεμπτικογραφίες	=	παραπεμπτικογραφία
παραπεμπτικογραφιών	=	παραπεμπτικογραφία
παραπεμπτικού	adj	γενική ενικού του παραπεμπτικός
παραπεμπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπεμπτικός
παραπεμπτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπεμπτικός	noun	ειδικό έγγραφο με το οποίο ο γιατρός παραπέμπει τον ασθενή για εξετάσεις ή σε άλλον γιατρό
παραπεμπτικός	adj	που με βάση αυτό το έγγραφο (ή την ενέργεια, γενικά) γίνεται η παραπομπή σε δίκη
παραπεμπτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπεμπτικός
παραπεμπόμασταν	=	παραπέμπω
παραπεμπόμαστε	=	παραπέμπω
παραπεμπόμουν	=	παραπέμπω
παραπεμπόμουνα	=	παραπέμπω
παραπεμπόντουσαν	=	παραπέμπω
παραπεμπόσασταν	=	παραπέμπω
παραπεμπόσαστε	=	παραπέμπω
παραπεμπόσουν	=	παραπέμπω
παραπεμπόσουνα	=	παραπέμπω
παραπεμπόταν	=	παραπέμπω
παραπεμπότανε	=	παραπέμπω
παραπεμφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθήκαν	=	παραπέμπω
παραπεμφθήκανε	=	παραπέμπω
παραπεμφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεμφθούνε	=	παραπέμπω
παραπεμφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπέμπομαι
παραπεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεσμένο
παραπεσμένε	verb	κλητική ενικού του παραπεσμένος
παραπεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεσμένη
παραπεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπεσμένος
παραπεσμένης	verb	γενική ενικού του παραπεσμένη
παραπεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπεσμένος
παραπεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπεσμένος
παραπεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπεσμένος
παραπεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπεσμένος
παραπεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπεσμένος
παραπετάματα	=	παραπέταμα
παραπετάματος	=	παραπέταμα
παραπετάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπετώ
παραπετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπέτασμα
παραπετάσματος	noun	γενική ενικού του παραπέτασμα
παραπεταμάτων	=	παραπέταμα
παραπεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεταμένο
παραπεταμένε	verb	κλητική ενικού του παραπεταμένος
παραπεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπεταμένη
παραπεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπεταμένος
παραπεταμένης	verb	γενική ενικού του παραπεταμένη
παραπεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπεταμένος
παραπεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπεταμένος
παραπεταμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παραπετώ
παραπεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπεταμένος
παραπεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπεταμένος
παραπεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπεταμένος
παραπετασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραπέτασμα
παραπετώ	verb	αδιαφορώ για κάποια πράγματα και τα εγκαταλείπω αχρησιμοποίητα
παραπετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραπετάω / παραπετώ
παραπηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράπηγμα
παραπηγματούχε	=	παραπηγματούχος
παραπηγματούχο	=	παραπηγματούχος
παραπηγματούχοι	=	παραπηγματούχος
παραπηγματούχος	noun	κάτοχος παραπήγματος
παραπηγματούχου	=	παραπηγματούχος
παραπηγματούχους	=	παραπηγματούχος
παραπηγματούχων	=	παραπηγματούχος
παραπιές	=	παραπίνω
παραπιεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραπιείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραπιείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραπικράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράναν	=	παραπικραίνω
παραπικράνανε	=	παραπικραίνω
παραπικράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπικραίνω
παραπικραίναμε	=	παραπικραίνω
παραπικραίναν	=	παραπικραίνω
παραπικραίνανε	=	παραπικραίνω
παραπικραίνατε	=	παραπικραίνω
παραπικραίνει	=	παραπικραίνω
παραπικραίνεις	=	παραπικραίνω
παραπικραίνετε	=	παραπικραίνω
παραπικραίνοντας	=	παραπικραίνω
παραπικραίνουμε	=	παραπικραίνω
παραπικραίνουν	=	παραπικραίνω
παραπικραίνουνε	=	παραπικραίνω
παραπικραίνω	verb	πικραίνω, στενοχωρώ κάποιον πολύ
παραπικραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπικραμένο
παραπικραμένε	verb	κλητική ενικού του παραπικραμένος
παραπικραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπικραμένη
παραπικραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπικραμένος
παραπικραμένης	verb	γενική ενικού του παραπικραμένη
παραπικραμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπικραμένος
παραπικραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπικραμένος
παραπικραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπικραμένος
παραπικραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπικραμένος
παραπικραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπικραμένος
παραπιούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραπιούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραπιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπιωμένο
παραπιωμένε	verb	κλητική ενικού του παραπιωμένος
παραπιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπιωμένη
παραπιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπιωμένος
παραπιωμένης	verb	γενική ενικού του παραπιωμένη
παραπιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπιωμένος
παραπιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπιωμένος
παραπιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπιωμένος
παραπιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπιωμένος
παραπιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπιωμένος
παραπιώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπίνω
παραπλάνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλάνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλάνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλάνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλάνηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραπλανώ
παραπλάνησης	noun	γενική ενικού του παραπλάνηση
παραπλάνησις	noun	η παραπλάνηση
παραπλέαμε	=	παραπλέω
παραπλέαν	=	παραπλέω
παραπλέανε	=	παραπλέω
παραπλέατε	=	παραπλέω
παραπλέει	=	παραπλέω
παραπλέεις	=	παραπλέω
παραπλέετε	=	παραπλέω
παραπλέομε	=	παραπλέω
παραπλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραπλέω
παραπλέουμε	=	παραπλέω
παραπλέουν	=	παραπλέω
παραπλέουνε	=	παραπλέω
παραπλέουσα	=	παραπλέω
παραπλέω	verb	πλέω παράλληλα
παραπλήρωμα	noun	συμπλήρωμα, αυτό που προστίθεται σε κάτι, που συμπληρώνεται με κάτι
παραπλήσια	=	παραπλήσιος
παραπλήσιας	=	παραπλήσιος
παραπλήσιε	=	παραπλήσιος
παραπλήσιες	=	παραπλήσιος
παραπλήσιο	=	παραπλήσιος
παραπλήσιοι	=	παραπλήσιος
παραπλήσιος	adj	που βρίσκεται αρκετά κοντά σε άλλον, κοντινός
παραπλήσιου	=	παραπλήσιος
παραπλήσιους	=	παραπλήσιος
παραπλήσιων	=	παραπλήσιος
παραπλαγιασμέ	=	παραπλαγιασμός
παραπλαγιασμοί	=	παραπλαγιασμός
παραπλαγιασμού	=	παραπλαγιασμός
παραπλαγιασμούς	=	παραπλαγιασμός
παραπλαγιασμό	=	παραπλαγιασμός
παραπλαγιασμός	noun	τεχνική (σχήμα) όπου ο παλαιστής, πηγαίνοντας πλάγια, συμπαρασύρει τον αντίπαλό του με ειδική λαβή των ποδιών και το βάρος του δικού του σώματος προκειμένου να κυλιστεί μαζί του
παραπλαγιασμών	=	παραπλαγιασμός
παραπλανήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπλάνηση
παραπλανήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραπλάνηση
παραπλανήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραπλάνηση
παραπλανήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώ
παραπλανηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλανώμαι
παραπλανημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραπλανημένος	adv	έχοντας παραπλανηθεί
παραπλανημένε	verb	κλητική ενικού του παραπλανημένος
παραπλανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπλανημένη
παραπλανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπλανημένος
παραπλανημένης	verb	γενική ενικού του παραπλανημένη
παραπλανημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπλανημένος
παραπλανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπλανημένος
παραπλανημένος	=	παραπλανώμαι
παραπλανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπλανημένος
παραπλανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπλανημένος
παραπλανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπλανημένος
παραπλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπλανητικό	adv	κατά παραπλανητικό τρόπο
παραπλανητικέ	adj	κλητική ενικού του παραπλανητικός
παραπλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπλανητική
παραπλανητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπλανητικός
παραπλανητικής	adj	γενική ενικού του παραπλανητική
παραπλανητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπλανητικός
παραπλανητικού	adj	γενική ενικού του παραπλανητικός
παραπλανητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπλανητικός
παραπλανητικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπλανητικός
παραπλανητικός	adj	που σε παραπλανά, που σε κατευθύνει σε λάθος διαπιστώσεις
παραπλανητικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπλανητικός
παραπλανιέμαι	verb	με παραπλανούν
παραπλανιόμουν	=	παραπλανιέμαι
παραπλανώ	verb	ενεργώ έτσι ώστε κάποιος να σχηματίσει λανθασμένο συμπέρασμα
παραπλανώμαι	verb	με παραπλανούν
παραπλανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραπλανώ
παραπλεύρως	adv	δίπλα σε κάτι
παραπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσαν	=	παραπλέω
παραπλεύσανε	=	παραπλέω
παραπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσομε	=	παραπλέω
παραπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσουνε	=	παραπλέω
παραπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπλέω
παραπληγία	noun	παράλυση των κάτω άκρων ενός ασθενούς λόγω βλάβης του κεντρικού νευρικού συστήματος
παραπληγίας	noun	γενική ενικού του παραπληγία
παραπληγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληγία
παραπληγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληγικό
παραπληγικέ	adj	κλητική ενικού του παραπληγικός
παραπληγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληγική
παραπληγική	noun	θηλυκό του παραπληγικός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπληγικός
παραπληγικής	adj	γενική ενικού του παραπληγική
παραπληγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπληγικός
παραπληγικού	adj	γενική ενικού του παραπληγικός
παραπληγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπληγικός
παραπληγικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπληγικός
παραπληγικός	noun	ο παραπληγικός	adj	που έχει παραπληγία, που πάσχει από παραπληγία
παραπληγικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπληγικός
παραπληγιών	noun	γενική πληθυντικού του παραπληγία
παραπληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληκτικό
παραπληκτικέ	adj	κλητική ενικού του παραπληκτικός
παραπληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληκτική
παραπληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπληκτικός
παραπληκτικής	adj	γενική ενικού του παραπληκτική
παραπληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπληκτικός
παραπληκτικού	adj	γενική ενικού του παραπληκτικός
παραπληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπληκτικός
παραπληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπληκτικός
παραπληκτικός	adj	άλλη μορφή του παραπληγικός
παραπληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπληκτικός
παραπληξία	noun	άλλη μορφή του παραπληγία
παραπληξίας	noun	γενική ενικού του παραπληξία
παραπληξίες	=	παραπληξία
παραπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του παραπληξία
παραπληροφορήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήσαν	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορήσανε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληροφόρηση
παραπληροφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραπληροφόρηση
παραπληροφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραπληροφόρηση
παραπληροφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφορεί	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορείς	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορείτε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορούμαι
παραπληροφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληροφορημένο
παραπληροφορημένε	verb	κλητική ενικού του παραπληροφορημένος
παραπληροφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληροφορημένη
παραπληροφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπληροφορημένος
παραπληροφορημένης	verb	γενική ενικού του παραπληροφορημένη
παραπληροφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπληροφορημένος
παραπληροφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπληροφορημένος
παραπληροφορημένος	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπληροφορημένος
παραπληροφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπληροφορημένος
παραπληροφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπληροφορημένος
παραπληροφορικά	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικέ	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικές	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορική	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικής	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικοί	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικού	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικούς	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικό	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορικός	adj	που σχετίζεται με τη διαδικασία ή τα αποτελέσματα της παραπληροφόρησης ή αναφέρεται σε αυτά
παραπληροφορικών	=	παραπληροφορικός
παραπληροφορούμαι	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούμε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούν	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούνε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσα	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσαμε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσαν	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσανε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσατε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσε	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορούσες	=	παραπληροφορώ
παραπληροφορώ	verb	παρέχω εσκεμμένα ψευδή πληροφόρηση για κάποιο ζήτημα
παραπληροφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφόρει	=	παραπληροφορώ
παραπληροφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπληροφορώ
παραπληροφόρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραπληροφορώ
παραπληροφόρησης	noun	γενική ενικού του παραπληροφόρηση
παραπληρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραπλήρωμα
παραπληρωμές	=	παραπληρωμή
παραπληρωμή	noun	η παράνομη ή παράτυπη πληρωμή, χωρίς την έκδοση σχετικών παραστατικών ή αποδείξεων
παραπληρωμής	=	παραπληρωμή
παραπληρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληρωματικό
παραπληρωματικέ	adj	κλητική ενικού του παραπληρωματικός
παραπληρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπληρωματική
παραπληρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπληρωματικός
παραπληρωματικής	adj	γενική ενικού του παραπληρωματική
παραπληρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπληρωματικός
παραπληρωματικού	adj	γενική ενικού του παραπληρωματικός
παραπληρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπληρωματικός
παραπληρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπληρωματικός
παραπληρωματικός	adj	για γωνίες των οποίων το άθροισμα είναι 180 μοίρες (άθροισμα δύο ορθών γωνιών)
παραπληρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπληρωματικός
παραπληρωμών	=	παραπληρωμή
παραπληρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπλήρωμα
παραπληρώματος	noun	γενική ενικού του παραπλήρωμα
παραποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραποιώ
παραποίησης	noun	γενική ενικού του παραποίηση
παραποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιούμαι
παραποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιούμαι
παραποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραποίηση
παραποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παραποίηση
παραποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παραποίηση
παραποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραποιώ
παραποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραποιούμαι
παραποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραποιούμαι
παραποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραποιημένο
παραποιημένε	verb	κλητική ενικού του παραποιημένος
παραποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραποιημένη
παραποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραποιημένος
παραποιημένης	verb	γενική ενικού του παραποιημένη
παραποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραποιημένος
παραποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραποιημένος
παραποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παραποιώ
παραποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραποιημένος
παραποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραποιημένος
παραποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραποιημένος
παραποιητικά	=	παραποιητικός
παραποιητικέ	=	παραποιητικός
παραποιητικές	=	παραποιητικός
παραποιητική	=	παραποιητικός
παραποιητικής	=	παραποιητικός
παραποιητικοί	=	παραποιητικός
παραποιητικού	=	παραποιητικός
παραποιητικούς	=	παραποιητικός
παραποιητικό	=	παραποιητικός
παραποιητικός	adj	που έχει σχέση με την παραποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραποιητικών	=	παραποιητικός
παραποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραποιώ
παραποιώ	verb	αλλοιώνω κάτι με σκοπό να επωφεληθώ
παραπολιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπολιτικό
παραπολιτικέ	adj	κλητική ενικού του παραπολιτικός
παραπολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπολιτική
παραπολιτική	adj	η ενασχόληση με το πολιτικό παρασκήνιο
παραπολιτικής	adj	γενική ενικού του παραπολιτική
παραπολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπολιτικός
παραπολιτικού	adj	γενική ενικού του παραπολιτικός
παραπολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπολιτικός
παραπολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπολιτικός
παραπολιτικός	adj	που ασχολείται με το πολιτικό παρασκήνιο
παραπολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπολιτικός
παραπομπές	=	παραπομπή
παραπομπή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
παραπομπής	=	παραπομπή
παραπομπών	=	παραπομπή
παραπονέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονέματα	=	παραπόνεμα
παραπονέματος	=	παραπόνεμα
παραπονέσου	=	παραπονιέμαι
παραπονείσαι	=	παραπονούμαι
παραπονείστε	=	παραπονούμαι
παραπονείται	=	παραπονούμαι
παραπονεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθήκαν	=	παραπονιέμαι
παραπονεθήκανε	=	παραπονιέμαι
παραπονεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραπονιέμαι
παραπονεμάτων	=	παραπόνεμα
παραπονεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονεμένο
παραπονεμένε	verb	κλητική ενικού του παραπονεμένος
παραπονεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονεμένη
παραπονεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπονεμένος
παραπονεμένης	verb	γενική ενικού του παραπονεμένη
παραπονεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραπονεμένος
παραπονεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπονεμένος
παραπονεμένος	verb	που έμεινε με το παράπονο, δεν ικανοποιήθηκε μια ανάγκη ή επιθυμία του, που όντως δεν δικαιώθηκε ή που πάντως εκείνος αισθάνεται ότι δεν βρήκε το δίκιο του
παραπονεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπονεμένος
παραπονεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπονεμένος
παραπονεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπονεμένος
παραπονετικά	adj	με παραπονετικό τρόπο
παραπονετικέ	adj	κλητική ενικού του παραπονετικός
παραπονετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονετική
παραπονετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπονετικός
παραπονετικής	adj	γενική ενικού του παραπονετική
παραπονετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπονετικός
παραπονετικού	adj	γενική ενικού του παραπονετικός
παραπονετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπονετικός
παραπονετικό	adj	αιτιατική ενικού του παραπονετικός
παραπονετικός	adj	που παραπονιέται
παραπονετικών	adj	γενική πληθυντικού του παραπονετικός
παραπονιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπονιάρης
παραπονιάρας	noun	γενική ενικού του παραπονιάρα
παραπονιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονιάρα
παραπονιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραπονιάρης
παραπονιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονιάρης
παραπονιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του παραπονιάρης
παραπονιάρης	adj	κάποιος που παραπονείται συνέχεια
παραπονιάρικα	adv	λυπημένα, με παράπονο
παραπονιάρικε	adj	κλητική ενικού του παραπονιάρικος
παραπονιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονιάρικη
παραπονιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπονιάρικος
παραπονιάρικης	adj	γενική ενικού του παραπονιάρικη
παραπονιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραπονιάρης
παραπονιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπονιάρικος
παραπονιάρικος	adj	γεμάτος παράπονο, που παραπονιέται ή που εκφράζει παράπονο ή που χαρακτηρίζεται από παράπονο ή που θυμίζει παράπονο
παραπονιάρικου	adj	γενική ενικού του παραπονιάρικο
παραπονιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραπονιάρικος
παραπονιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του παραπονιάρικο
παραπονιέμαι	verb	εκφράζω το παράπονό μου
παραπονιέσαι	=	παραπονιέμαι
παραπονιέστε	=	παραπονιέμαι
παραπονιέται	=	παραπονιέμαι
παραπονιούμαι	verb	άλλη μορφή του παραπονιέμαι
παραπονιούνται	=	παραπονιέμαι
παραπονιούνταν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόμασταν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόμαστε	=	παραπονιέμαι
παραπονιόμουν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόμουνα	=	παραπονιέμαι
παραπονιόνταν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόντανε	=	παραπονιέμαι
παραπονιόντουσαν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόσασταν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόσαστε	=	παραπονιέμαι
παραπονιόσουν	=	παραπονιέμαι
παραπονιόσουνα	=	παραπονιέμαι
παραπονιόταν	=	παραπονιέμαι
παραπονιότανε	=	παραπονιέμαι
παραπονούμαι	verb	άλλη μορφή του παραπονιέμαι
παραπονούμασταν	=	παραπονούμαι
παραπονούμαστε	=	παραπονούμαι
παραπονούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονούμενο
παραπονούμενε	verb	κλητική ενικού του παραπονούμενος
παραπονούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπονούμενη
παραπονούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραπονούμενος
παραπονούμενης	verb	γενική ενικού του παραπονούμενη
παραπονούμενο	verb	αιτιατική ενικού του παραπονούμενος
παραπονούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπονούμενος
παραπονούμενος	verb	που παραπονείται για κάτι, που διατυπώνει ένα παράπονο με ανεπίσημο ή επίσημο τρόπο
παραπονούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραπονούμενος
παραπονούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραπονούμενος
παραπονούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραπονούμενος
παραπονούμουν	=	παραπονούμαι
παραπονούνται	=	παραπονούμαι
παραπονούνταν	=	παραπονούμαι
παραπονούσασταν	=	παραπονούμαι
παραπονούσαστε	=	παραπονούμαι
παραπονούσουν	=	παραπονούμαι
παραπορτιού	=	παραπόρτι
παραπορτιών	=	παραπόρτι
παραποτάμια	=	παραποτάμιος
παραποτάμιας	=	παραποτάμιος
παραποτάμιε	=	παραποτάμιος
παραποτάμιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του παραποτάμιος
παραποτάμιο	=	παραποτάμιος
παραποτάμιοι	=	παραποτάμιος
παραποτάμιος	adj	που βρίσκεται δίπλα σε ποτάμι
παραποτάμιου	=	παραποτάμιος
παραποτάμιους	=	παραποτάμιος
παραποτάμιων	=	παραποτάμιος
παραποτάμου	=	παραπόταμος
παραποτάμους	=	παραπόταμος
παραποτάμων	=	παραπόταμος
παραποταμίως	adv	δίπλα σε ποτάμι
παραπουλιού	=	παραπούλι
παραπουλιών	=	παραπούλι
παραπούλι	noun	το καθένα απ’ τα βλαστάρια που φυτρώνουν, αφού κόψουμε το «κεφάλι» ενός λάχανου
παραπούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραπούλι
παραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραπροίκι	noun|dated	το πανωπροίκι
παραπροίκια	=	παραπροίκι
παραπροικιού	=	παραπροίκι
παραπροικιών	=	παραπροίκι
παραπροϊόν	noun	κακής ποιότητας παράγωγο, κακό υποπροϊόν
παραπροϊόντα	=	παραπροϊόν
παραπροϊόντος	=	παραπροϊόν
παραπροϊόντων	=	παραπροϊόν
παραπρόπερσι	adv	άλλη μορφή του αντιπροπέρυσι
παραπτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράπτωμα
παραπτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράπτωμα
παραπτώματος	noun	γενική ενικού του παράπτωμα
παραπόνεμα	noun|vulgar	το παράπονο
παραπόνεση	noun|vulgar	έκφραση παράπονου
παραπόνου	=	παράπονο
παραπόνων	=	παράπονο
παραπόρτι	noun	μικρή εξώπορτα στο πίσω ή άλλο μέρος ενός σπιτιού, διαφορετική από την κύρια είσοδο
παραπόρτια	=	παραπόρτι
παραπόταμε	noun	κλητική ενικού του παραπόταμος
παραπόταμο	noun	αιτιατική ενικού του παραπόταμος
παραπόταμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραπόταμος
παραπόταμος	noun	ποτάμι ή άλλο υδάτινο ρεύμα που δεν χύνεται σε λίμνη ή θάλασσα, αλλά σε άλλο ποτάμι
παραπόταμου	=	παραπόταμος
παραπόταμους	=	παραπόταμος
παραπόταμων	=	παραπόταμος
παραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραλέω
παραρίνια	=	παραρίνιος
παραρίνιας	=	παραρίνιος
παραρίνιε	=	παραρίνιος
παραρίνιες	=	παραρίνιος
παραρίνιο	=	παραρίνιος
παραρίνιοι	=	παραρίνιος
παραρίνιος	adj	άλλη μορφή του παραρρίνιος
παραρίνιου	=	παραρίνιος
παραρίνιους	=	παραρίνιος
παραρίνιων	=	παραρίνιος
παραρίχνω	verb	ρίχνω περισσότερο (μεγαλύτερη ποσότητα) απ’ ό,τι πρέπει
παραριγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραριγμένο
παραριγμένε	verb	κλητική ενικού του παραριγμένος
παραριγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραριγμένη
παραριγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραριγμένος
παραριγμένης	verb	γενική ενικού του παραριγμένη
παραριγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραριγμένος
παραριγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραριγμένος
παραριγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραριγμένος
παραριγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραριγμένος
παραριγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραριγμένος
παραρρέω	verb	ρέω κοντά σε κάτι
παραρρήνια	=	παραρρήνιος
παραρρήνιας	=	παραρρήνιος
παραρρήνιε	=	παραρρήνιος
παραρρήνιες	=	παραρρήνιος
παραρρήνιο	=	παραρρήνιος
παραρρήνιοι	=	παραρρήνιος
παραρρήνιος	adj	που βρίσκεται κοντά στον ποταμό Ρήνο
παραρρήνιου	=	παραρρήνιος
παραρρήνιους	=	παραρρήνιος
παραρρήνιων	=	παραρρήνιος
παραρρίνια	=	παραρρίνιος
παραρρίνιας	=	παραρρίνιος
παραρρίνιε	=	παραρρίνιος
παραρρίνιες	=	παραρρίνιος
παραρρίνιο	=	παραρρίνιος
παραρρίνιοι	=	παραρρίνιος
παραρρίνιος	adj	που βρίσκεται κοντά, δίπλα στη μύτη
παραρρίνιου	=	παραρρίνιος
παραρρίνιους	=	παραρρίνιος
παραρρίνιων	adj	κοντά στην μύτη και τα συστατικά της μα όχι σε αυτήν ή αυτά, δίπλα από την μύτη
παραρτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράρτημα
παραρτήματος	noun	γενική ενικού του παράρτημα
παραρτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράρτημα
παρασάγγας	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρασάγγης
παρασάγγες	=	παρασάγγης
παρασάγγη	=	παρασάγγης
παρασάγγης	noun	μέτρο απόστασης των αρχαίων Περσών.
παρασάνταλα	=	παρασάνταλος
παρασάνταλε	=	παρασάνταλος
παρασάνταλες	=	παρασάνταλος
παρασάνταλη	=	παρασάνταλος
παρασάνταλης	=	παρασάνταλος
παρασάνταλο	=	παρασάνταλος
παρασάνταλοι	=	παρασάνταλος
παρασάνταλος	adj	άνθρωπος αδέξιος, άγαρμπος ή χωρίς μέτρο στα λόγια ή τις κινήσεις του
παρασάνταλου	=	παρασάνταλος
παρασάνταλους	=	παρασάνταλος
παρασάνταλων	=	παρασάνταλος
παρασέλματα	=	παράσελμα
παρασέλματος	=	παράσελμα
παρασέρνομαι	=	παρασέρνω
παρασέρνω	verb	παρασύρω
παρασήμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρασημαίνω
παρασήμανσης	=	παρασήμανση
παρασήμανσις	noun	παρασήμανση
παρασήμου	=	παράσημο
παρασήμων	=	παράσημο
παρασίτει	=	παρασιτώ
παρασίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασίτου	noun	γενική ενικού του παράσιτο
παρασίτων	noun	γενική πληθυντικού του παράσιτο	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του παράσιτος
παρασίτωση	noun	η μόλυνση ή λοίμωξη από παράσιτα
παρασίτωσης	=	παρασίτωση
παρασίτωσις	noun	παρασίτωση
παρασαγγών	=	παρασάγγης
παρασελήνες	=	παρασελήνη
παρασελήνη	noun	φωτεινό κυκλικό φαινόμενο που παρουσιάζεται στη μία ή και στις δύο πλευρές της σελήνης
παρασελήνης	=	παρασελήνη
παρασελήνια	=	παρασελήνιο
παρασελήνιο	noun	άλλη μορφή του παρασελήνη
παρασελήνιου	=	παρασελήνιο
παρασελήνιων	=	παρασελήνιο
παρασεληνίου	=	παρασελήνιο
παρασεληνίων	=	παρασελήνιο
παρασεληνών	=	παρασελήνη
παρασελμάτων	=	παράσελμα
παρασημάνσεις	=	παρασήμανση
παρασημάνσεων	=	παρασήμανση
παρασημαίνομαι	=	παρασημαίνω
παρασημαίνω	verb	συμβολίζω
παρασημαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημαντικό
παρασημαντικέ	adj	κλητική ενικού του παρασημαντικός
παρασημαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημαντική
παρασημαντική	noun	όρος που χρησιμποιήθηκε για την ονομασία της μουσικής σημειογραφίας της βυζαντινής μουσικής και υμνογραφίας που χρησιμοποιεί νεύματα, ειδικά μουσικά σημάδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασημαντικός
παρασημαντικής	adj	γενική ενικού του παρασημαντική
παρασημαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασημαντικός
παρασημαντικού	adj	γενική ενικού του παρασημαντικός
παρασημαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασημαντικός
παρασημαντικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασημαντικός
παρασημαντικός	noun	που αναφέρεται ή σχετίζεται με την παρασήμανση, την παρασημαντική τέχνη
παρασημαντικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασημαντικός
παρασημείωση	noun	σημείωση στα πλάγια της σελίδας ενός βιβλίου ή στο περιθώριο ενός κειμένου
παρασημείωσης	noun	γενική ενικού του παρασημείωση
παρασημειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημείωση
παρασημειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρασημείωση
παρασημειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρασημείωση
παρασημοφορήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσαν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορήσανε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημοφόρηση
παρασημοφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσεων	=	παρασημοφόρηση
παρασημοφορήσου	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσουνε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφορία	noun	η απονομή παρασήμων
παρασημοφορίας	noun	γενική ενικού του παρασημοφορία
παρασημοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημοφορία
παρασημοφορεί	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορείς	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορείσαι	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορείσθε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορείστε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορείται	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορείτε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθήκαν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορηθήκανε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορηθούνε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορούμαι
παρασημοφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημοφορημένο
παρασημοφορημένε	verb	κλητική ενικού του παρασημοφορημένος
παρασημοφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασημοφορημένη
παρασημοφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασημοφορημένος
παρασημοφορημένης	verb	γενική ενικού του παρασημοφορημένη
παρασημοφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρασημοφορημένος
παρασημοφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασημοφορημένος
παρασημοφορημένος	verb	που έχει παρασημοφορηθεί
παρασημοφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρασημοφορημένος
παρασημοφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρασημοφορημένος
παρασημοφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρασημοφορημένος
παρασημοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του παρασημοφορία
παρασημοφορούμαι	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούμασταν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούμαστε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούμε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούμεθα	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούμενος	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούμουν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούνε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούνται	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούνταν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσα	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσαμε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσαν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσανε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσατε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσε	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσες	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορούσουν	=	παρασημοφορώ
παρασημοφορώ	verb	απονέμω παράσημα
παρασημοφορώντας	=	παρασημοφορώ
παρασημοφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασημοφορώ
παρασημοφόρηση	noun	η απονομή παρασήμων
παρασημοφόρησης	=	παρασημοφόρηση
παρασημοφόρησις	noun	παρασημοφόρηση
παρασιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσαν	=	παρασιτώ
παρασιτήσανε	=	παρασιτώ
παρασιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασιτώ
παρασιτία	noun|figurative	άλλη μορφή του παρασιτισμός
παρασιτίας	=	παρασιτία
παρασιτίες	=	παρασιτία
παρασιτεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρασιτώ
παρασιτείς	=	παρασιτώ
παρασιτείτε	=	παρασιτώ
παρασιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασιτικό	adv|figurative	με παρασιτικό τρόπο
παρασιτικέ	adj	κλητική ενικού του παρασιτικός
παρασιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασιτική
παρασιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασιτικός
παρασιτικής	adj	γενική ενικού του παρασιτική
παρασιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασιτικός
παρασιτικού	adj	γενική ενικού του παρασιτικός
παρασιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασιτικός
παρασιτικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασιτικός
παρασιτικός	adj	που έχει σχέση με παράσιτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
παρασιτικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασιτικός
παρασιτικώς	adv|dated	παρασιτικά
παρασιτισμέ	noun	κλητική ενικού του παρασιτισμός
παρασιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασιτισμός
παρασιτισμού	noun	γενική ενικού του παρασιτισμός
παρασιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρασιτισμός
παρασιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του παρασιτισμός
παρασιτισμός	noun|figurative	τρόπος, σχέση συμβίωσης, κατά την οποία ένας οργανισμός ζει σε βάρος άλλου
παρασιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του παρασιτισμός
παρασιτιών	=	παρασιτία
παρασιτοκτονία	noun	η εξολόθρευση παρασίτων
παρασιτοκτονίας	noun	γενική ενικού του παρασιτοκτονία
παρασιτοκτονίες	=	παρασιτοκτονία
παρασιτοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του παρασιτοκτονία
παρασιτοκτόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασιτοκτόνο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνας	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνε	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνες	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνο	noun	φάρμακο που σκοτώνει τα παράσιτα ή συμβάλλει στην εξολόθρευσή τους
παρασιτοκτόνοι	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνος	adj	που σκοτώνει τα παράσιτα ή συμβάλλει στην εξολόθρευσή του
παρασιτοκτόνου	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνους	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτοκτόνων	=	παρασιτοκτόνος
παρασιτολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τα παράσιτα των ζώων ή των φυτών
παρασιτολογίας	noun	γενική ενικού του παρασιτολογία
παρασιτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασιτολογία
παρασιτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασιτολογικό
παρασιτολογικέ	adj	κλητική ενικού του παρασιτολογικός
παρασιτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασιτολογική
παρασιτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασιτολογικός
παρασιτολογικής	adj	γενική ενικού του παρασιτολογική
παρασιτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασιτολογικός
παρασιτολογικού	adj	γενική ενικού του παρασιτολογικός
παρασιτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασιτολογικός
παρασιτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασιτολογικός
παρασιτολογικός	adj	σχετικός με την παρασιτολογία
παρασιτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασιτολογικός
παρασιτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παρασιτολογία
παρασιτούμε	=	παρασιτώ
παρασιτούν	=	παρασιτώ
παρασιτούνε	=	παρασιτώ
παρασιτούσα	=	παρασιτώ
παρασιτούσαμε	=	παρασιτώ
παρασιτούσαν	=	παρασιτώ
παρασιτούσανε	=	παρασιτώ
παρασιτούσατε	=	παρασιτώ
παρασιτούσε	=	παρασιτώ
παρασιτούσες	=	παρασιτώ
παρασιτώ	verb|figurative	ζω ως παράσιτο
παρασιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρασιτώ
παρασιτώσεις	=	παρασίτωση
παρασιτώσεων	=	παρασίτωση
παρασιωπά	=	παρασιωπώ
παρασιωπάει	=	παρασιωπώ
παρασιωπάμε	=	παρασιωπώ
παρασιωπάν	=	παρασιωπώ
παρασιωπάνε	=	παρασιωπώ
παρασιωπάς	=	παρασιωπώ
παρασιωπάσαι	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπάσθε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπάστε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπάται	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπάτε	=	παρασιωπώ
παρασιωπάω	=	παρασιωπώ
παρασιωπήθηκα	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπήθηκαν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπήθηκε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπήθηκες	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπήσαμε	=	παρασιωπώ
παρασιωπήσαν	=	παρασιωπώ
παρασιωπήσανε	=	παρασιωπώ
παρασιωπήσατε	=	παρασιωπώ
παρασιωπήσει	=	παρασιωπώ
παρασιωπήσεις	=	παρασιώπηση
παρασιωπήσεων	=	παρασιώπηση
παρασιωπήσου	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπήστε	=	παρασιωπώ
παρασιωπηθήκαμε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπηθήκαν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπηθήκανε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπηθήκατε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπηθεί	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπηθείτε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπημένα	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένε	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένες	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένη	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένης	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένο	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένοι	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παρασιωπώ
παρασιωπημένου	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένους	=	παρασιωπημένος
παρασιωπημένων	=	παρασιωπημένος
παρασιωπούμε	=	παρασιωπώ
παρασιωπούν	=	παρασιωπώ
παρασιωπούνε	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσα	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσαμε	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσαν	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσανε	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσατε	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσε	=	παρασιωπώ
παρασιωπούσες	=	παρασιωπώ
παρασιωπόμασταν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόμαστε	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόμουν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόνταν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόντουσαν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόσασταν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόσουν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπόταν	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπώ	verb	άλλη μορφή του αποσιωπώ
παρασιωπώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρασιωπώ
παρασιωπώμεθα	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπώνται	=	παρασιωπώμαι
παρασιωπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρασιωπώ
παρασιώπα	=	παρασιωπώ
παρασιώπαγε	=	παρασιωπώ
παρασιώπησα	=	παρασιωπώ
παρασιώπησαν	=	παρασιωπώ
παρασιώπησε	=	παρασιωπώ
παρασιώπησες	=	παρασιωπώ
παρασιώπηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρασιωπώ
παρασιώπησης	=	παρασιώπηση
παρασκήνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκήνιο
παρασκήνιο	noun	το μέρος του θεάτρου πίσω από και δίπλα στη σκηνή, αθέατο στους θεατές, στο οποίο περιμένουν οι ηθοποιοί μέχρι να εμφανιστούν μπροστά από το κοινό
παρασκήνιου	=	παρασκήνιο
παρασκεuάσματα	=	παρασκεύασμα
παρασκεuάσματος	=	παρασκεύασμα
παρασκεuασμάτων	=	παρασκεύασμα
παρασκευάζαμε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζαν	=	παρασκευάζω
παρασκευάζανε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζατε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρασκευάζω
παρασκευάζεις	=	παρασκευάζω
παρασκευάζεσαι	=	παρασκευάζομαι
παρασκευάζεστε	=	παρασκευάζομαι
παρασκευάζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρασκευάζομαι
παρασκευάζετε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζομαι	verb	γίνομαι, ετοιμάζομαι με ειδικό τρόπο, με την προετοιμασία διαφόρων υλικών
παρασκευάζομε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζονται	=	παρασκευάζομαι
παρασκευάζονταν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευάζοντας	=	παρασκευάζω
παρασκευάζου	=	παρασκευάζομαι
παρασκευάζουμε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζουν	=	παρασκευάζω
παρασκευάζουνε	=	παρασκευάζω
παρασκευάζω	verb	φτιάχνω, ετοιμάζω κάτι (π.χ. φαγητό, φάρμακα) μαζεύοντας πρώτα τα συστατικά του
παρασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσαν	=	παρασκευάζω
παρασκευάσανε	=	παρασκευάζω
παρασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκεύασμα
παρασκευάσματος	noun	γενική ενικού του παρασκεύασμα
παρασκευάσομε	=	παρασκευάζω
παρασκευάσου	=	παρασκευάζομαι
παρασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάσουνε	=	παρασκευάζω
παρασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευάστρια	noun	θηλυκό του παρασκευαστής
παρασκευάστριας	noun	γενική ενικού του παρασκευάστρια
παρασκευάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευάστρια
παρασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευή
παρασκευή	noun	οι ενέργειες που απαιτούνται για να φτιάξει, να παρασκευάσει κάποιος κάτι
παρασκευής	noun	γενική ενικού του παρασκευή
παρασκευαζόμασταν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόμαστε	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόμουν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόμουνα	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόντουσαν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόσασταν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόσαστε	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόσουν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόσουνα	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζόταν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαζότανε	=	παρασκευάζομαι
παρασκευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρασκεύασμα
παρασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευασμένο
παρασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του παρασκευασμένος
παρασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευασμένη
παρασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασκευασμένος
παρασκευασμένης	verb	γενική ενικού του παρασκευασμένη
παρασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρασκευασμένος
παρασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασκευασμένος
παρασκευασμένος	=	παρασκευάζομαι
παρασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρασκευασμένος
παρασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρασκευασμένος
παρασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρασκευασμένος
παρασκευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευαστής
παρασκευαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρασκευαστής
παρασκευαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστήκαν	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαστήκανε	=	παρασκευάζομαι
παρασκευαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστήρια	=	παρασκευαστήριο
παρασκευαστήριο	noun	μέρος ή εργαστήριο όπου παρασκευάζονται διάφορα πράγματα
παρασκευαστήριον	noun	το παρασκευαστήριο
παρασκευαστήριου	=	παρασκευαστήριο
παρασκευαστήριων	=	παρασκευαστήριο
παρασκευαστής	noun	κάποιος που παρασκευάζει κάτι
παρασκευαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστηρίου	=	παρασκευαστήριο
παρασκευαστηρίων	=	παρασκευαστήριο
παρασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευαστικό
παρασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του παρασκευαστικός
παρασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευαστική
παρασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασκευαστικός
παρασκευαστικής	adj	γενική ενικού του παρασκευαστική
παρασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασκευαστικός
παρασκευαστικού	adj	γενική ενικού του παρασκευαστικός
παρασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασκευαστικός
παρασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασκευαστικός
παρασκευαστικός	adj	που έχει σχέση με την παρασκευή ή τον παρασκευαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
παρασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασκευαστικός
παρασκευαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστούνε	=	παρασκευάζω
παρασκευαστριών	noun	γενική πληθυντικού του παρασκευάστρια
παρασκευαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζομαι
παρασκευαστών	noun	γενική πληθυντικού του παρασκευαστής
παρασκευοσαββατοκύριακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκευοσαββατοκύριακο
παρασκευοσαββατοκύριακο	noun	το τριήμερο από την Παρασκευή έως την Κυριακή
παρασκευοσαββατοκύριακου	=	παρασκευοσαββατοκύριακο
παρασκευοσαββατοκύριακων	=	παρασκευοσαββατοκύριακο
παρασκευών	=	παρασκευή
παρασκεύαζα	=	παρασκευάζω
παρασκεύαζαν	=	παρασκευάζω
παρασκεύαζε	=	παρασκευάζω
παρασκεύαζες	=	παρασκευάζω
παρασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασκευάζω
παρασκεύασμα	noun	κάτι που παρασκευάστηκε, που φτιάχτηκε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο από άλλα, συνήθως χημικά ή οργανικά, υλικά
παρασκηνίου	noun	γενική ενικού του παρασκήνιο
παρασκηνίων	noun	γενική πληθυντικού του παρασκήνιο
παρασκηνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκηνιακό	adv|figurative	με παρασκηνιακό τρόπο, στο παρασκήνιο
παρασκηνιακέ	adj	κλητική ενικού του παρασκηνιακός
παρασκηνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκηνιακή
παρασκηνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασκηνιακός
παρασκηνιακής	adj	γενική ενικού του παρασκηνιακή
παρασκηνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασκηνιακός
παρασκηνιακού	adj	γενική ενικού του παρασκηνιακός
παρασκηνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασκηνιακός
παρασκηνιακό	adj	αιτιατική ενικού του παρασκηνιακός
παρασκηνιακός	adj	που βρίσκεται στα (θεατρικά ή άλλα) παρασκήνια, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
παρασκηνιακών	adj	γενική πληθυντικού του παρασκηνιακός
παρασκηνιακώς	adv|dated	παρασκηνιακά
παρασκιά	noun	η μερικώς σκιασμένη περιοχή που περιβάλλει τη σκιά ενός σώματος
παρασκιάς	noun	γενική ενικού του παρασκιά
παρασκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασκιά
παρασκιών	=	παρασκιά
παρασολιού	=	παρασόλι
παρασολιών	=	παρασόλι
παρασούσουμα	=	παρασούσουμος
παρασούσουμε	=	παρασούσουμος
παρασούσουμες	=	παρασούσουμος
παρασούσουμη	=	παρασούσουμος
παρασούσουμης	=	παρασούσουμος
παρασούσουμο	=	παρασούσουμος
παρασούσουμοι	=	παρασούσουμος
παρασούσουμος	adj|vulgar	ο δύσμορφος
παρασούσουμου	=	παρασούσουμος
παρασούσουμους	=	παρασούσουμος
παρασούσουμων	=	παρασούσουμος
παρασπάς	noun	παραφυάδα
παρασπαδία	=	παρασπαδίας
παρασπαδίας	noun	ανώμαλη διαμόρφωση του πέους κατά την οποία το άνοιγμα της ουρήθρας βρίσκεται στα πλάγια του πέους
παρασπαδίες	=	παρασπαδίας
παρασπαδιών	=	παρασπαδίας
παρασπαταλώ	verb|rare	σπαταλώ παραπάνω απ’ όσο πρέπει ή αντέχω
παρασπονδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσαν	=	παρασπονδώ
παρασπονδήσανε	=	παρασπονδώ
παρασπονδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσεων	=	παρασπόνδηση
παρασπονδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπονδία	noun	αθέτηση τμήματος συμφωνίας ή συνθήκης ή δέσμευσης που έχουμε απέναντι σε κάποιον
παρασπονδίας	noun	γενική ενικού του παρασπονδία
παρασπονδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασπονδία
παρασπονδεί	=	παρασπονδώ
παρασπονδείς	=	παρασπονδώ
παρασπονδείτε	=	παρασπονδώ
παρασπονδιών	noun	γενική πληθυντικού του παρασπονδία
παρασπονδούμε	=	παρασπονδώ
παρασπονδούν	=	παρασπονδώ
παρασπονδούνε	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσα	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσαμε	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσαν	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσανε	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσατε	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσε	=	παρασπονδώ
παρασπονδούσες	=	παρασπονδώ
παρασπονδυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασπονδυλικό
παρασπονδυλικέ	adj	κλητική ενικού του παρασπονδυλικός
παρασπονδυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασπονδυλική
παρασπονδυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασπονδυλικός
παρασπονδυλικής	adj	γενική ενικού του παρασπονδυλική
παρασπονδυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασπονδυλικός
παρασπονδυλικού	adj	γενική ενικού του παρασπονδυλικός
παρασπονδυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασπονδυλικός
παρασπονδυλικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασπονδυλικός
παρασπονδυλικός	adj	που βρίσκεται δίπλα από τη σπονδυλική στήλη
παρασπονδυλικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασπονδυλικός
παρασπονδώ	verb|formal	διαπράττω παρασπονδία
παρασπονδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρασπονδώ
παρασπορίου	=	παρασπόρι
παρασπορίων	=	παρασπόρι
παρασπόνδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπόνδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπόνδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπόνδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασπονδώ
παρασπόνδηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρασπονδώ
παρασπόνδησης	=	παρασπόνδηση
παρασπόνδως	adv|archaic	με παράσπονδο τρόπο, με παρασπονδία
παρασπόρι	noun|dated	τμήμα ενός τσιφλικιού που ο καλλιεργητής το καλλιεργούσε για δικό του λογαριασμό κι όχι για τον τσιφλικά
παρασπόρια	=	παρασπόρι
παραστάδα	noun	δοκός στα πλαϊνά της πόρτας
παραστάδας	noun	γενική ενικού του παραστάδα
παραστάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστάδα
παραστάδων	=	παραστάδα
παραστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παραστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παραστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παραστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παραστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράσταση
παραστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράσταση
παραστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράσταση
παραστάσου	=	παρασταίνω
παραστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστάτης
παραστάτη	=	παραστάτης
παραστάτης	noun	που στέκεται δίπλα
παραστάτιδα	noun	θηλυκό του παραστάτης, άλλη μορφή του παραστάτρια
παραστάτιδας	=	παραστάτιδα
παραστάτιδες	=	παραστάτιδα
παραστάτιδων	=	παραστάτιδα
παραστάτρια	noun	θηλυκό του παραστάτης
παραστάτριας	noun	γενική ενικού του παραστάτρια
παραστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστάτρια
παραστέγαζα	=	παραστεγάζω
παραστέγαζαν	=	παραστεγάζω
παραστέγαζε	=	παραστεγάζω
παραστέγαζες	=	παραστεγάζω
παραστέγασα	=	παραστεγάζω
παραστέγασαν	=	παραστεγάζω
παραστέγασε	=	παραστεγάζω
παραστέγασες	=	παραστεγάζω
παραστέγασμα	noun	η μονόριχτη στέγη (ή υπόστεγο), που είναι επικλινής προς την μία πλευρά
παραστέκομαι	verb	βοηθώ, στηρίζω, περιποιούμαι κάποιον, είμαι αρωγός
παραστένω	=	παρασταίνω
παραστήθηκα	=	παρασταίνομαι
παραστήθηκαν	=	παρασταίνομαι
παραστήθηκε	=	παρασταίνομαι
παραστήθηκες	=	παρασταίνομαι
παραστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράστημα
παραστήματος	noun	γενική ενικού του παράστημα
παραστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσαν	=	παρασταίνω
παραστήσανε	=	παρασταίνω
παραστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσομε	=	παρασταίνω
παραστήσου	=	παρίσταμαι
παραστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσουνε	=	παρασταίνω
παραστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παραστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασταίνω
παρασταίναμε	=	παρασταίνω
παρασταίναν	=	παρασταίνω
παρασταίνανε	=	παρασταίνω
παρασταίνατε	=	παρασταίνω
παρασταίνει	=	παρασταίνω
παρασταίνεις	=	παρασταίνω
παρασταίνεσαι	=	παρασταίνομαι
παρασταίνεστε	=	παρασταίνομαι
παρασταίνεται	=	παρασταίνομαι
παρασταίνετε	=	παρασταίνω
παρασταίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρασταίνω
παρασταίνομε	=	παρασταίνω
παρασταίνονται	=	παρασταίνομαι
παρασταίνονταν	=	παρασταίνομαι
παρασταίνοντας	=	παρασταίνω
παρασταίνου	=	παρασταίνομαι
παρασταίνουμε	=	παρασταίνω
παρασταίνουν	=	παρασταίνω
παρασταίνουνε	=	παρασταίνω
παρασταίνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του παριστάνω
παρασταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθήκαν	=	παρασταίνομαι
παρασταθήκανε	=	παρασταίνομαι
παρασταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταθούνε	=	παρασταίνω
παρασταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστέκομαι
παρασταινόμασταν	=	παρασταίνομαι
παρασταινόμαστε	=	παρασταίνομαι
παρασταινόμουν	=	παρασταίνομαι
παρασταινόμουνα	=	παρασταίνομαι
παρασταινόντουσαν	=	παρασταίνομαι
παρασταινόσασταν	=	παρασταίνομαι
παρασταινόσαστε	=	παρασταίνομαι
παρασταινόσουν	=	παρασταίνομαι
παρασταινόσουνα	=	παρασταίνομαι
παρασταινόταν	=	παρασταίνομαι
παρασταινότανε	=	παρασταίνομαι
παραστασιογραφία	noun	νεολ. νέος και ιδιαίτερος κλάδος της ιστορίας του θεάτρου, που ειδικότερα αφορά τις παραστάσεις της αρχαία ελληνικής τραγωδίας, που δόθηκαν διαχρονικά
παραστασιογραφίας	=	παραστασιογραφία
παραστασιογραφίες	=	παραστασιογραφία
παραστασιογραφιών	=	παραστασιογραφία
παραστατικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστατικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραστατικός
παραστατικέ	adj	κλητική ενικού του παραστατικός
παραστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστατική
παραστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραστατικός
παραστατικής	adj	γενική ενικού του παραστατική
παραστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραστατικός
παραστατικοτήτων	=	παραστατικότητα
παραστατικού	adj	γενική ενικού του παραστατικός	noun	γενική ενικού του παραστατικό
παραστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραστατικός
παραστατικό	adj	αιτιατική ενικού του παραστατικός	noun	οποιοδήποτε φορολογικό αποδεικτικό έγγραφο καταγράφει μοναδικά μία δαπάνη, π.χ. απόδειξη, τιμολόγιο, ή μετακίνηση εμπορευμάτων και άλλων αντικειμένων, π.χ. δελτίο αποστολής
παραστατικός	adj	που έχει σχέση με παράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραστατικότητα	noun	η ιδιότητα του παραστατικού, που προσπαθεί να εκφράσει κάποια σκέψη ή συναίσθημα με ζωηρό και γλαφυρό ύφος
παραστατικότητας	noun	γενική ενικού του παραστατικότητα
παραστατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστατικότητα
παραστατικών	adj	γενική πληθυντικού του παραστατικός
παραστατικώς	adv|dated	παραστατικά
παραστατριών	noun	γενική πληθυντικού του παραστάτρια
παραστατών	=	παραστάτης
παραστεί	=	παρίσταμαι
παραστείς	=	παρίσταμαι
παραστείτε	=	παρίσταμαι
παραστεγάζαμε	=	παραστεγάζω
παραστεγάζαν	=	παραστεγάζω
παραστεγάζανε	=	παραστεγάζω
παραστεγάζατε	=	παραστεγάζω
παραστεγάζει	=	παραστεγάζω
παραστεγάζεις	=	παραστεγάζω
παραστεγάζετε	=	παραστεγάζω
παραστεγάζομαι	=	παραστεγάζω
παραστεγάζοντας	=	παραστεγάζω
παραστεγάζουμε	=	παραστεγάζω
παραστεγάζουν	=	παραστεγάζω
παραστεγάζουνε	=	παραστεγάζω
παραστεγάζω	verb	η στεγάζω με επιπρόσθετη στέγη
παραστεγάσαμε	=	παραστεγάζω
παραστεγάσαν	=	παραστεγάζω
παραστεγάσανε	=	παραστεγάζω
παραστεγάσατε	=	παραστεγάζω
παραστεγάσει	=	παραστεγάζω
παραστεγάσματα	=	παραστέγασμα
παραστεγάσματος	=	παραστέγασμα
παραστεγάστε	=	παραστεγάζω
παραστεγασμάτων	=	παραστέγασμα
παραστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράστημα
παραστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστημένο
παραστημένε	verb	κλητική ενικού του παραστημένος
παραστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστημένη
παραστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραστημένος
παραστημένης	verb	γενική ενικού του παραστημένη
παραστημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραστημένος
παραστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραστημένος
παραστημένος	=	παρασταίνω
παραστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραστημένος
παραστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραστημένος
παραστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραστημένος
παραστιά	noun	εστία, τζάκι
παραστιάς	=	παραστιά
παραστιές	=	παραστιά
παραστιών	=	παραστιά
παραστούμε	=	παρίσταμαι
παραστούν	=	παρίσταμαι
παραστούνε	=	παρίσταμαι
παραστράτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραστρατώ / παραστρατίζω
παραστράτιζα	=	παραστρατίζω
παραστράτιζαν	=	παραστρατίζω
παραστράτιζε	=	παραστρατίζω
παραστράτιζες	=	παραστρατίζω
παραστράτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστράτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστράτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστράτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστράτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραστρατίζω
παραστρατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστράτημα
παραστρατήματος	noun	γενική ενικού του παραστράτημα
παραστρατίζαμε	=	παραστρατίζω
παραστρατίζαν	=	παραστρατίζω
παραστρατίζανε	=	παραστρατίζω
παραστρατίζατε	=	παραστρατίζω
παραστρατίζει	=	παραστρατίζω
παραστρατίζεις	=	παραστρατίζω
παραστρατίζετε	=	παραστρατίζω
παραστρατίζοντας	=	παραστρατίζω
παραστρατίζουμε	=	παραστρατίζω
παραστρατίζουν	=	παραστρατίζω
παραστρατίζουνε	=	παραστρατίζω
παραστρατίζω	verb	άλλη μορφή του παραστρατώ
παραστρατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσαν	=	παραστρατίζω
παραστρατίσανε	=	παραστρατίζω
παραστρατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσματα	=	παραστράτισμα
παραστρατίσματος	=	παραστράτισμα
παραστρατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραστρατίζω
παραστρατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραστράτημα
παραστρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστρατημένο
παραστρατημένε	verb	κλητική ενικού του παραστρατημένος
παραστρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστρατημένη
παραστρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραστρατημένος
παραστρατημένης	verb	γενική ενικού του παραστρατημένη
παραστρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραστρατημένος
παραστρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραστρατημένος
παραστρατημένος	verb	που έχει παραστρατήσει
παραστρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραστρατημένος
παραστρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραστρατημένος
παραστρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραστρατημένος
παραστρατηματάκι	noun	υποκοριστικό του παραστράτημα
παραστρατηματάκια	=	παραστρατηματάκι
παραστρατισμάτων	=	παραστράτισμα
παραστρατισμένα	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένε	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένες	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένη	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένης	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένο	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένοι	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένος	verb	που έχει παραστρατήσει
παραστρατισμένου	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένους	=	παραστρατισμένος
παραστρατισμένων	=	παραστρατισμένος
παραστρατιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστρατιωτικό
παραστρατιωτικέ	adj	κλητική ενικού του παραστρατιωτικός
παραστρατιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραστρατιωτική
παραστρατιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραστρατιωτικός
παραστρατιωτικής	adj	γενική ενικού του παραστρατιωτική
παραστρατιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραστρατιωτικός
παραστρατιωτικού	adj	γενική ενικού του παραστρατιωτικός
παραστρατιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραστρατιωτικός
παραστρατιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του παραστρατιωτικός
παραστρατιωτικός	adj	Αυτός που δρα παράλληλα με τις επίσημες στρατιωτικές δυνάμεις και επιδιώκει συνήθως σκοπούς οι οποίοι δεν επιτυγχάνονται με νόμιμα μέσα και με ορθόδοξες στρατιωτικές μεθόδους.
παραστρατιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του παραστρατιωτικός
παραστρατώ	verb	ξεφεύγω, παρεκκλίνω από τους γενικότερους ή τους προσωπικούς ηθικούς κανόνες
παραστρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραστρατώ
παραστώ	=	παρίσταμαι
παρασυγγενής	=	παρασυγγενικός
παρασυγγενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυγγενικό
παρασυγγενικέ	adj	κλητική ενικού του παρασυγγενικός
παρασυγγενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυγγενική
παρασυγγενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασυγγενικός
παρασυγγενικής	adj	γενική ενικού του παρασυγγενική
παρασυγγενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασυγγενικός
παρασυγγενικού	adj	γενική ενικού του παρασυγγενικός
παρασυγγενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασυγγενικός
παρασυγγενικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασυγγενικός
παρασυγγενικός	adj	αυτός που έχει μακρινή συγγένεια (κυρίως όταν συγκρίνουμε συγγενείς-συγγένεια διαφορετικού βαθμού), μακρινός συγγενής
παρασυγγενικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασυγγενικός
παρασυμπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυμπαθητικό
παρασυμπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του παρασυμπαθητικός
παρασυμπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυμπαθητική
παρασυμπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασυμπαθητικός
παρασυμπαθητικής	adj	γενική ενικού του παρασυμπαθητική
παρασυμπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασυμπαθητικός
παρασυμπαθητικού	adj	γενική ενικού του παρασυμπαθητικός
παρασυμπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασυμπαθητικός
παρασυμπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρασυμπαθητικός
παρασυμπαθητικός	adj	σχετικός με το παρασυμπαθητικό σύστημα
παρασυμπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρασυμπαθητικός
παρασυναγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυναγωγή
παρασυναγωγή	noun	μυστική συνάθροιση εκκλησιαστικών και λαϊκών προσώπων, με σκοπό την τέλεση ιεροπραξίας, παρά την αντίθετη γνώμη του οικείου μητροπολίτη και σε αντίθεση με τις εκκλησιαστικές διατάξεις
παρασυναγωγής	=	παρασυναγωγή
παρασυναγωγών	=	παρασυναγωγή
παρασυνδέσεις	=	παρασύνδεση
παρασυνδέσεων	=	παρασύνδεση
παρασυνθέσεις	=	παρασύνθεση
παρασυνθέσεων	=	παρασύνθεση
παρασυνθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασύνθημα
παρασυνθήματος	noun	γενική ενικού του παρασύνθημα
παρασυνθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρασύνθημα
παρασυρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασύρομαι / παρασέρνομαι
παρασυρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασύρομαι / παρασέρνομαι
παρασυρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασύρομαι / παρασέρνομαι
παρασυρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασύρομαι / παρασέρνομαι
παρασυρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασύρομαι / παρασέρνομαι
παρασυρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασύρομαι / παρασέρνομαι
παρασυρμέ	=	παρασυρμός
παρασυρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυρμένο
παρασυρμένε	verb	κλητική ενικού του παρασυρμένος
παρασυρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασυρμένη
παρασυρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασυρμένος
παρασυρμένης	verb	γενική ενικού του παρασυρμένη
παρασυρμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρασυρμένος
παρασυρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασυρμένος
παρασυρμένος	=	παρασέρνω
παρασυρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρασυρμένος
παρασυρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρασυρμένος
παρασυρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρασυρμένος
παρασυρμοί	=	παρασυρμός
παρασυρμού	=	παρασυρμός
παρασυρμούς	=	παρασυρμός
παρασυρμό	=	παρασυρμός
παρασυρμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού παρασύρω
παρασυρμών	=	παρασυρμός
παρασυρτικά	=	παρασυρτικός
παρασυρτικέ	=	παρασυρτικός
παρασυρτικές	=	παρασυρτικός
παρασυρτική	=	παρασυρτικός
παρασυρτικής	=	παρασυρτικός
παρασυρτικοί	=	παρασυρτικός
παρασυρτικού	=	παρασυρτικός
παρασυρτικούς	=	παρασυρτικός
παρασυρτικό	=	παρασυρτικός
παρασυρτικός	adj|formal	που συμβάλλει στην παράσυρση
παρασυρτικών	=	παρασυρτικός
παρασυρόμουν	=	παρασύρομαι
παρασυστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασύστημα
παρασυστολές	=	παρασυστολή
παρασυστολή	noun	είδος αρρυθμίας της καρδιάς
παρασυστολής	=	παρασυστολή
παρασυστολών	=	παρασυστολή
παρασχέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι, παθητική φωνή του ρήματος παρέχω
παρασχέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχίδα	noun	ξύλινο κομματάκι που έχει αποσχιστεί από κάποιο μεγαλύτερο
παρασχίδας	=	παρασχίδα
παρασχίδες	=	παρασχίδα
παρασχίδων	=	παρασχίδα
παρασχεθέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παρασχεθείς
παρασχεθέντα	=	παρασχεθείς
παρασχεθέντας	=	παρασχεθείς
παρασχεθέντες	=	παρασχεθείς
παρασχεθέντος	=	παρασχεθείς
παρασχεθέντων	=	παρασχεθείς
παρασχεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχεθήκαν	=	παρέχω
παρασχεθήκανε	=	παρέχω
παρασχεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχεθείς	verb	που παρασχέθηκε, δόθηκε, χορηγήθηκε στο παρελθόν
παρασχεθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασχεθείς
παρασχεθείσας	=	παρασχεθείς
παρασχεθείσες	=	παρασχεθείς
παρασχεθείσης	=	παρασχεθείς
παρασχεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχεθεισών	=	παρασχεθείς
παρασχεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχεθούνε	=	παρέχω
παρασχεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρέχομαι
παρασχηματίζω	verb|formal	μετασχηματίζω, μεταμορφώνω
παρασχηματισμέ	=	παρασχηματισμός
παρασχηματισμοί	=	παρασχηματισμός
παρασχηματισμού	=	παρασχηματισμός
παρασχηματισμούς	=	παρασχηματισμός
παρασχηματισμό	=	παρασχηματισμός
παρασχηματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρασχηματίζω
παρασχηματισμών	=	παρασχηματισμός
παρασόκακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασόκακο
παρασόκακο	noun	στενή πάροδος, μικρό σοκάκι
παρασόκακου	noun	γενική ενικού του παρασόκακο
παρασόκακων	noun	γενική πληθυντικού του παρασόκακο
παρασόλ	noun	ομπρέλα για τον ήλιο, το αλεξήλιο
παρασόλι	noun	άλλη ονομασία, λιγότερο συνηθισμένη, του « παρασόλ »
παρασόλια	=	παρασόλι
παρασύνδεση	noun	εσφαλμένος συσχετισμός δύο γλωσσικών στοιχείων
παρασύνδεσης	=	παρασύνδεση
παρασύνθεση	noun	ο σχηματισμός παρασύνθετης λέξης
παρασύνθεσης	=	παρασύνθεση
παρασύνθετα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασύνθετο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασύνθετος
παρασύνθετε	adj	κλητική ενικού του παρασύνθετος
παρασύνθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρασύνθετη
παρασύνθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρασύνθετος
παρασύνθετης	adj	γενική ενικού του παρασύνθετη
παρασύνθετο	noun	λέξη παράγωγη από σύνθετη λέξη, όπως συνεργώ > συνεργός > συν και έργο
παρασύνθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρασύνθετος
παρασύνθετος	adj	ο παράγωγος από μια σύνθετη λέξη
παρασύνθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρασύνθετος
παρασύνθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρασύνθετος
παρασύνθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρασύνθετος
παρασύνθημα	noun	η δεύτερη από τις δύο μυστικές λέξεις που χρησιμοποιούνται για αναγνώριση
παρασύρα	noun	σκούπα
παρασύραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρθηκα	=	παρασύρομαι
παρασύρομαι	verb	με παρασέρνει κάποιος ή κάτι
παρασύρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
παρασύρσεις	=	παράσυρση
παρασύρσεων	=	παράσυρση
παρασύρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω και παρασύρω
παρασύρω	verb	με τη δική μου κίνηση αναγκάζω κάτι άλλο να κινηθεί μαζί μου (για ρεύμα νερού, αέρα, κινούμενη μάζα ανθρώπων κλπ)
παρατά	=	παρατώ
παρατάει	=	παρατώ
παρατάθηκα	=	παρατείνω
παρατάθηκαν	=	παρατείνω
παρατάθηκε	=	παρατείνω
παρατάθηκες	=	παρατείνω
παρατάμε	=	παρατώ
παρατάν	=	παρατώ
παρατάνε	=	παρατώ
παρατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράταξη
παρατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του παράταξη
παρατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του παράταξη
παρατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσω
παρατάς	=	παρατώ
παρατάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράταση
παρατάσεων	noun	γενική πληθυντικού του παράταση
παρατάσεως	noun|formal	γενική ενικού του παράταση
παρατάσσομαι	verb	τάσσομαι σε σειρά, σε τάξη, σε στρατιωτική παρέλαση, σε διαδήλωση, στην αυλή του σχολείου, στις επιδείξεις
παρατάσσω	verb	τοποθετώ σε σειρά, σε σχηματισμό
παρατάτε	=	παρατώ
παρατάχθηκα	=	παρατάσσω
παρατάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παρατάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παρατάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παρατάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παρατάω	=	παρατώ
παρατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατέντωνα	=	παρατεντώνω
παρατέντωναν	=	παρατεντώνω
παρατέντωνε	=	παρατεντώνω
παρατέντωνες	=	παρατεντώνω
παρατέντωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατέντωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατέντωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατέντωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατήθηκα	=	παρατώ
παρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατήθηκες	=	παρατώ
παρατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράτημα
παρατήματος	noun	γενική ενικού του παράτημα
παρατήρει	=	παρατηρώ
παρατήρημα	noun	το αποτέλεσμα του παρατηρώ
παρατήρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατήρηση	noun	το να παρατηρείς κάτι, να το κοιτάς προσεκτικά επί αρκετή ώρα για να ανακαλύψεις ή να καταλάβεις κάτι
παρατήρησης	noun	γενική ενικού του παρατήρηση
παρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσαν	=	παρατώ
παρατήσανε	=	παρατώ
παρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσου	=	παρατώ
παρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατώ
παρατίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραθέτω
παραταγμένα	=	παραταγμένος
παραταγμένε	=	παραταγμένος
παραταγμένες	=	παραταγμένος
παραταγμένη	=	παραταγμένος
παραταγμένης	=	παραταγμένος
παραταγμένο	=	παραταγμένος
παραταγμένοι	=	παραταγμένος
παραταγμένος	verb	άλλη μορφή του παρατεταγμένος χωρίς τον αναδιπλασιασμό
παραταγμένου	=	παραταγμένος
παραταγμένους	=	παραταγμένος
παραταγμένων	=	παραταγμένος
παραταθήκαμε	=	παρατείνω
παραταθήκαν	=	παρατείνω
παραταθήκανε	=	παρατείνω
παραταθήκατε	=	παρατείνω
παραταθεί	=	παρατείνω
παραταθείς	=	παρατείνω
παραταθείτε	=	παρατείνω
παραταθούμε	=	παρατείνω
παραταθούν	=	παρατείνω
παραταθούνε	=	παρατείνω
παραταθώ	=	παρατείνω
παραταιριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραταίριασμα
παραταιριάσματος	noun	γενική ενικού του παραταίριασμα
παραταιριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραταίριασμα
παρατακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρατακτικός	adv	με παρατακτικό τρόπο, κατά παράταξη
παρατακτικέ	adj	κλητική ενικού του παρατακτικός
παρατακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατακτική
παρατακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατακτικός
παρατακτικής	adj	γενική ενικού του παρατακτική
παρατακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατακτικός
παρατακτικού	adj	γενική ενικού του παρατακτικός
παρατακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρατακτικός
παρατακτικό	adj	αιτιατική ενικού του παρατακτικός
παρατακτικός	adj	που έχει σχέση με παράταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρατακτικών	adj	γενική πληθυντικού του παρατακτικός
παρατακτικώς	adv|formal	με παρατακτικό τρόπο, κατά παράταξη
παραταξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραταξιακός	adv	σύμφωνα με τις ιδέες ή τους τρόπους μιας παράταξης
παραταξιακέ	adj	κλητική ενικού του παραταξιακός
παραταξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραταξιακή
παραταξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραταξιακός
παραταξιακής	adj	γενική ενικού του παραταξιακή
παραταξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραταξιακός
παραταξιακού	adj	γενική ενικού του παραταξιακός
παραταξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραταξιακός
παραταξιακό	adj	αιτιατική ενικού του παραταξιακός
παραταξιακός	adj	που έχει σχέση με κάποια παράταξη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραταξιακών	adj	γενική πληθυντικού του παραταξιακός
παραταξιακώς	adv	σύμφωνα με τις ιδέες ή τους τρόπους μιας παράταξης
παρατασιούχε	=	παρατασιούχος
παρατασιούχο	=	παρατασιούχος
παρατασιούχοι	=	παρατασιούχος
παρατασιούχος	noun|dated	συμβασιούχος εργαζόμενος που σύμβασή του έχει πάρει παράταση
παρατασιούχου	=	παρατασιούχος
παρατασιούχους	=	παρατασιούχος
παρατασιούχων	=	παρατασιούχος
παρατατικέ	noun	κλητική ενικού του παρατατικός
παρατατικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατατικός
παρατατικού	noun	γενική ενικού του παρατατικός
παρατατικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρατατικός
παρατατικό	noun	αιτιατική ενικού του παρατατικός
παρατατικός	noun	χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει κάτι που γινόταν στο παρελθόν συνέχεια, παρατεταμένα
παρατατικών	noun	γενική πληθυντικού του παρατατικός
παραταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παραταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατάσσομαι
παρατείναμε	=	παρατείνω
παρατείναν	=	παρατείνω
παρατείνανε	=	παρατείνω
παρατείνατε	=	παρατείνω
παρατείνει	=	παρατείνω
παρατείνεις	=	παρατείνω
παρατείνεσαι	=	παρατείνω
παρατείνεστε	=	παρατείνω
παρατείνεται	=	παρατείνω
παρατείνετε	=	παρατείνω
παρατείνομαι	=	παρατείνω
παρατείνομε	=	παρατείνω
παρατείνονται	=	παρατείνω
παρατείνονταν	=	παρατείνω
παρατείνοντας	=	παρατείνω
παρατείνουμε	=	παρατείνω
παρατείνουν	=	παρατείνω
παρατείνουνε	=	παρατείνω
παρατείνω	verb	αυξάνω χρονικά, επεκτείνω την ισχύ ή τη διάρκεια
παρατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατεθειμένος	=	παραθέτω
παρατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατίθεμαι
παρατεινόμασταν	=	παρατείνω
παρατεινόμαστε	=	παρατείνω
παρατεινόμενος	=	παρατείνω
παρατεινόμουν	=	παρατείνω
παρατεινόμουνα	=	παρατείνω
παρατεινόντουσαν	=	παρατείνω
παρατεινόσασταν	=	παρατείνω
παρατεινόσαστε	=	παρατείνω
παρατεινόσουν	=	παρατείνω
παρατεινόσουνα	=	παρατείνω
παρατεινόταν	=	παρατείνω
παρατεινότανε	=	παρατείνω
παρατεντωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατεντωμένο
παρατεντωμένε	verb	κλητική ενικού του παρατεντωμένος
παρατεντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατεντωμένη
παρατεντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατεντωμένος
παρατεντωμένης	verb	γενική ενικού του παρατεντωμένη
παρατεντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατεντωμένος
παρατεντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατεντωμένος
παρατεντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατεντωμένος
παρατεντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατεντωμένος
παρατεντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατεντωμένος
παρατεντώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνομαι
παρατεντώναμε	=	παρατεντώνω
παρατεντώναν	=	παρατεντώνω
παρατεντώνανε	=	παρατεντώνω
παρατεντώνατε	=	παρατεντώνω
παρατεντώνει	=	παρατεντώνω
παρατεντώνεις	=	παρατεντώνω
παρατεντώνετε	=	παρατεντώνω
παρατεντώνοντας	=	παρατεντώνω
παρατεντώνουμε	=	παρατεντώνω
παρατεντώνουν	=	παρατεντώνω
παρατεντώνουνε	=	παρατεντώνω
παρατεντώνω	verb	τεντώνω υπερβολικά
παρατεντώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσαν	=	παρατεντώνω
παρατεντώσανε	=	παρατεντώνω
παρατεντώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεντώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατεντώνω
παρατεταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρατεταγμένος	adv	με σειρά, τάξη, σε παράταξη, στο στρατό, στη γυμναστικη, στο σχολείο, στις επιδείξεις, στις διαδηλώσεις, στις πορείες
παρατεταγμένε	adj	κλητική ενικού του παρατεταγμένος
παρατεταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατεταγμένη
παρατεταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατεταγμένος
παρατεταγμένης	adj	γενική ενικού του παρατεταγμένη
παρατεταγμένο	adj	αιτιατική ενικού του παρατεταγμένος
παρατεταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατεταγμένος
παρατεταγμένος	=	παρατάσσω
παρατεταγμένου	verb	γενική ενικού του παρατεταγμένος
παρατεταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατεταγμένος
παρατεταγμένων	adj	γενική πληθυντικού του παρατεταγμένος
παρατεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρατεταμένος	adv	συνεχώς, αδιακόπως, επίμονα, επιμόνως, διαρκώς αλλά με την πρόσθετη έννοια της σχετικά μεγάλης διάρκειας
παρατεταμένε	verb	κλητική ενικού του παρατεταμένος
παρατεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατεταμένη
παρατεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατεταμένος
παρατεταμένης	verb	γενική ενικού του παρατεταμένη
παρατεταμένο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παρατεταμένος
παρατεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατεταμένος
παρατεταμένος	verb	αυτός που έχει σχετικά μεγάλη διάρκεια, παρατείνεται περισσότερο από μία λογική μέση διάρκεια
παρατεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατεταμένος
παρατεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατεταμένος
παρατεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατεταμένος
παρατετραμμένα	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένε	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένες	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένη	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένης	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένο	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένοι	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένος	verb|archaic	που παρεκκλίνει, που εκτρέπεται
παρατετραμμένου	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένους	=	παρατετραμμένος
παρατετραμμένων	=	παρατετραμμένος
παρατηθήκαμε	=	παρατώ
παρατηθήκαν	=	παρατώ
παρατηθήκανε	=	παρατώ
παρατηθήκατε	=	παρατώ
παρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατιέμαι
παρατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράτημα
παρατημέ	=	παρατημός
παρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατημένο
παρατημένε	verb	κλητική ενικού του παρατημένος
παρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατημένη
παρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατημένος
παρατημένης	verb	γενική ενικού του παρατημένη
παρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατημένος
παρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατημένος
παρατημένος	=	παρατώ
παρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατημένος
παρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατημένος
παρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατημένος
παρατημοί	=	παρατημός
παρατημού	=	παρατημός
παρατημούς	=	παρατημός
παρατημό	=	παρατημός
παρατημός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρατώ
παρατημών	=	παρατημός
παρατηρήθηκα	=	παρατηρώ
παρατηρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρήθηκες	=	παρατηρώ
παρατηρήματα	=	παρατήρημα
παρατηρήματος	=	παρατήρημα
παρατηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσαν	=	παρατηρώ
παρατηρήσανε	=	παρατηρώ
παρατηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατήρηση
παρατηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρατήρηση
παρατηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρατήρηση
παρατηρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρήσιμο
παρατηρήσιμε	adj	κλητική ενικού του παρατηρήσιμος
παρατηρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρήσιμη
παρατηρήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατηρήσιμος
παρατηρήσιμης	adj	γενική ενικού του παρατηρήσιμη
παρατηρήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του παρατηρήσιμος
παρατηρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατηρήσιμος
παρατηρήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να παρατηρηθεί
παρατηρήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατηρήσιμος
παρατηρήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρατηρήσιμος
παρατηρήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατηρήσιμος
παρατηρήσου	=	παρατηρώ
παρατηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσουνε	=	παρατηρώ
παρατηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρώ
παρατηρήτρια	noun	θηλυκό του παρατηρητής
παρατηρήτριας	noun	γενική ενικού του παρατηρήτρια
παρατηρήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρήτρια
παρατηρεί	=	παρατηρώ
παρατηρείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρατηρώ
παρατηρείσαι	=	παρατηρώ
παρατηρείσθε	=	παρατηρώ
παρατηρείστε	=	παρατηρώ
παρατηρείται	=	παρατηρώ
παρατηρείτε	=	παρατηρώ
παρατηρηθήκαμε	=	παρατηρώ
παρατηρηθήκαν	=	παρατηρώ
παρατηρηθήκανε	=	παρατηρώ
παρατηρηθήκατε	=	παρατηρώ
παρατηρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρηθείς	verb|formal	που παρατηρήθηκε, που τον παρατήρησε κάποιος στο παρελθόν
παρατηρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρηθούνε	=	παρατηρώ
παρατηρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατηρούμαι
παρατηρημάτων	=	παρατήρημα
παρατηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρημένο
παρατηρημένε	verb	κλητική ενικού του παρατηρημένος
παρατηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρημένη
παρατηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατηρημένος
παρατηρημένης	verb	γενική ενικού του παρατηρημένη
παρατηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατηρημένος
παρατηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατηρημένος
παρατηρημένος	=	παρατηρώ
παρατηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατηρημένος
παρατηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατηρημένος
παρατηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατηρημένος
παρατηρησιακά	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακέ	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακές	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακή	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακής	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακοί	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακού	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακούς	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακό	=	παρατηρησιακός
παρατηρησιακός	adj	που έχει σχέση με την παρατήρηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρατηρησιακών	=	παρατηρησιακός
παρατηρησούλα	noun	υποκοριστικό του παρατήρηση
παρατηρησούλας	=	παρατηρησούλα
παρατηρησούλες	=	παρατηρησούλα
παρατηρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρητής
παρατηρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρατηρητής
παρατηρητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρητήριο
παρατηρητήριο	noun	ειδικός (διαμορφωμένος) τόπος ή θέση κατάλληλα για παρατήρηση / παρακολούθηση
παρατηρητήριον	noun	παρατηρητήριο
παρατηρητήριου	=	παρατηρητήριο
παρατηρητήριων	=	παρατηρητήριο
παρατηρητής	noun	το άτομο που παρατηρεί
παρατηρητηρίου	noun	γενική ενικού του παρατηρητήριο
παρατηρητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του παρατηρητήριο
παρατηρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρατηρητικός	adv	με παρατηρητικότητα
παρατηρητικέ	adj	κλητική ενικού του παρατηρητικός
παρατηρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρητική
παρατηρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατηρητικός
παρατηρητικής	adj	γενική ενικού του παρατηρητική
παρατηρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατηρητικός
παρατηρητικοτήτων	=	παρατηρητικότητα
παρατηρητικού	adj	γενική ενικού του παρατηρητικός
παρατηρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρατηρητικός
παρατηρητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρατηρητικός
παρατηρητικός	adj	που χαρακτηρίζεται από παρατηρητικότητα, που προσέχει τις λεπτομέρειες
παρατηρητικότης	noun	η παρατηρητικότητα
παρατηρητικότητα	noun	η ικανότητα του να παρατηρείς με προσοχή ένα αντικείμενο, να προσέχεις τις λεπτομέρειες
παρατηρητικότητας	noun	γενική ενικού του παρατηρητικότητα
παρατηρητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατηρητικότητα
παρατηρητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρατηρητικός
παρατηρητικώς	adv|dated	παρατηρητικά
παρατηρητριών	noun	γενική πληθυντικού του παρατηρήτρια
παρατηρητός	adj|formal	που είναι δυνατόν να παρατηρηθεί
παρατηρητών	noun	γενική πληθυντικού του παρατηρητής
παρατηρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρατηρώ
παρατηρούμασταν	=	παρατηρώ
παρατηρούμαστε	=	παρατηρώ
παρατηρούμε	=	παρατηρώ
παρατηρούμεθα	=	παρατηρώ
παρατηρούμενος	=	παρατηρώ
παρατηρούμουν	=	παρατηρώ
παρατηρούν	=	παρατηρώ
παρατηρούνε	=	παρατηρώ
παρατηρούνται	=	παρατηρώ
παρατηρούνταν	=	παρατηρώ
παρατηρούσα	=	παρατηρώ
παρατηρούσαμε	=	παρατηρώ
παρατηρούσαν	=	παρατηρώ
παρατηρούσανε	=	παρατηρώ
παρατηρούσασταν	=	παρατηρώ
παρατηρούσαστε	=	παρατηρώ
παρατηρούσατε	=	παρατηρώ
παρατηρούσε	=	παρατηρώ
παρατηρούσες	=	παρατηρώ
παρατηρούσουν	=	παρατηρώ
παρατηρώ	verb	κοιτάζω με προσοχή και για αρκετή ώρα κάτι με σκοπό να καταλάβω ή να μάθω κάτι
παρατηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρατηρώ
παρατηρῶ	verb	πολυτονική γραφή του παρατηρώ
παρατιέμαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του παρατώ
παρατιέσαι	=	παρατώ
παρατιέστε	=	παρατώ
παρατιέται	=	παρατώ
παρατιθέμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατιθέμενο
παρατιθέμενε	verb	κλητική ενικού του παρατιθέμενος
παρατιθέμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατιθέμενη
παρατιθέμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατιθέμενος
παρατιθέμενης	verb	γενική ενικού του παρατιθέμενη
παρατιθέμενο	verb	αιτιατική ενικού του παρατιθέμενος
παρατιθέμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατιθέμενος
παρατιθέμενος	verb|formal	που παρατίθεται
παρατιθέμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατιθέμενος
παρατιθέμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατιθέμενος
παρατιθέμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατιθέμενος
παρατιμονιά	noun	η στραβοτιμονιά
παρατιμονιάζαμε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζαν	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζανε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζατε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζει	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζεις	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζετε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζοντας	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζουμε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζουν	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζουνε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάζω	verb|figurative	κάνω παρατιμονιές
παρατιμονιάς	noun	γενική ενικού του παρατιμονιά
παρατιμονιάσαμε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάσαν	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάσανε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάσατε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάσει	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιάστε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατιμονιά
παρατιμονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατιμονιασμένο
παρατιμονιασμένε	verb	κλητική ενικού του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατιμονιασμένη
παρατιμονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιασμένης	verb	γενική ενικού του παρατιμονιασμένη
παρατιμονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατιμονιασμένος
παρατιμονιών	=	παρατιμονιά
παρατιμόνιαζα	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιαζαν	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιαζε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιαζες	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιασα	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιασαν	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιασε	=	παρατιμονιάζω
παρατιμόνιασες	=	παρατιμονιάζω
παρατιούνται	=	παρατώ
παρατιούνταν	=	παρατώ
παρατιόμασταν	=	παρατώ
παρατιόμαστε	=	παρατώ
παρατιόμουν	=	παρατώ
παρατιόμουνα	=	παρατώ
παρατιόνταν	=	παρατώ
παρατιόντανε	=	παρατώ
παρατιόντουσαν	=	παρατώ
παρατιόσασταν	=	παρατώ
παρατιόσαστε	=	παρατώ
παρατιόσουν	=	παρατώ
παρατιόσουνα	=	παρατώ
παρατιόταν	=	παρατώ
παρατιότανε	=	παρατώ
παρατονία	noun	σφάλμα στο τονικό ύψος, η παραβίαση της μουσικής αρμονίας
παρατονίας	noun	γενική ενικού του παρατονία
παρατονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατονία
παρατονίζαμε	=	παρατονίζω
παρατονίζαν	=	παρατονίζω
παρατονίζανε	=	παρατονίζω
παρατονίζατε	=	παρατονίζω
παρατονίζει	=	παρατονίζω
παρατονίζεις	=	παρατονίζω
παρατονίζεσαι	=	παρατονίζομαι
παρατονίζεστε	=	παρατονίζομαι
παρατονίζεται	=	παρατονίζομαι
παρατονίζετε	=	παρατονίζω
παρατονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρατονίζω
παρατονίζονται	=	παρατονίζομαι
παρατονίζονταν	=	παρατονίζομαι
παρατονίζοντας	=	παρατονίζω
παρατονίζου	=	παρατονίζομαι
παρατονίζουμε	=	παρατονίζω
παρατονίζουν	=	παρατονίζω
παρατονίζουνε	=	παρατονίζω
παρατονίζω	verb	τονίζω λανθασμένα μια λέξη κατά την προφορά ή τη γραφή της
παρατονίσαμε	=	παρατονίζω
παρατονίσαν	=	παρατονίζω
παρατονίσανε	=	παρατονίζω
παρατονίσατε	=	παρατονίζω
παρατονίσει	=	παρατονίζω
παρατονίσου	=	παρατονίζομαι
παρατονίστε	=	παρατονίζω
παρατονίστηκα	=	παρατονίζομαι
παρατονίστηκαν	=	παρατονίζομαι
παρατονίστηκε	=	παρατονίζομαι
παρατονίστηκες	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόμασταν	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόμαστε	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόμουν	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόμουνα	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόντουσαν	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόσασταν	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόσαστε	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόσουν	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόσουνα	=	παρατονίζομαι
παρατονιζόταν	=	παρατονίζομαι
παρατονιζότανε	=	παρατονίζομαι
παρατονισμέ	noun	κλητική ενικού του παρατονισμός
παρατονισμένος	=	παρατονίζομαι
παρατονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατονισμός
παρατονισμού	noun	γενική ενικού του παρατονισμός
παρατονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρατονισμός
παρατονισμό	noun	αιτιατική ενικού του παρατονισμός
παρατονισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρατονίζω, ο λανθασμένος τονισμός
παρατονισμών	noun	γενική πληθυντικού του παρατονισμός
παρατονιστήκαμε	=	παρατονίζομαι
παρατονιστήκαν	=	παρατονίζομαι
παρατονιστήκανε	=	παρατονίζομαι
παρατονιστήκατε	=	παρατονίζομαι
παρατονιστεί	=	παρατονίζομαι
παρατονιστείτε	=	παρατονίζομαι
παρατονιών	noun	γενική πληθυντικού του παρατονία
παρατοποθέτηση	noun	η παρακείμενη τοποθέτηση ενός αντικειμένου
παρατοποθέτησης	=	παρατοποθέτηση
παρατοποθετήσεις	=	παρατοποθέτηση
παρατοποθετήσεων	=	παρατοποθέτηση
παρατούμε	=	παρατώ
παρατούν	=	παρατώ
παρατούνε	=	παρατώ
παρατούσα	=	παρατώ
παρατούσαμε	=	παρατώ
παρατούσαν	=	παρατώ
παρατούσανε	=	παρατώ
παρατούσατε	=	παρατώ
παρατούσε	=	παρατώ
παρατούσες	=	παρατώ
παρατράβηγμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παρατραβώ
παρατράβηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατράβηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατράβηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατράβηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατράγουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατράγουδο
παρατράγουδο	noun	επεισοδιακή, άτοπη ή απρεπής εξέλιξη
παρατράγουδου	noun	γενική ενικού του παρατράγουδο
παρατράγουδων	noun	γενική πληθυντικού του παρατράγουδο
παρατράγωδο	noun|archaic	άλλη μορφή του παρατράγουδο
παρατράπεζα	noun	η ανάπτυξη τραπεζικών ή γενικότερα οικονομικών δραστηριοτήτων (που φτάνουν ως την τοκογλυφία, την εκμετάλλευση κ.λπ.) έξω από το επίσημο τραπεζικό σύστημα
παρατράπεζας	=	παρατράπεζα
παρατράπεζες	=	παρατράπεζα
παρατρέπω	verb|archaic	τρέπω σε άλλη κατεύθυνση
παρατρέχω	verb	τρέχω σε υπερβολικό βαθμό ή για υπερβολικό χρόνο
παρατρίβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρατρίβω
παρατρίβω	verb|vulgar	τρίβω, φθείρω υπερβολικά
παρατρίμματα	=	παράτριμμα
παρατρίμματος	=	παράτριμμα
παρατραβάω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού του ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήγματα	=	παρατράβηγμα
παρατραβήγματος	=	παρατράβηγμα
παρατραβήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρατραβώ
παρατραβηγμάτων	=	παρατράβηγμα
παρατραβηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατραβηγμένο
παρατραβηγμένε	verb	κλητική ενικού του παρατραβηγμένος
παρατραβηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατραβηγμένη
παρατραβηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατραβηγμένος
παρατραβηγμένης	verb	γενική ενικού του παρατραβηγμένη
παρατραβηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατραβηγμένος
παρατραβηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατραβηγμένος
παρατραβηγμένος	verb	που τον έχουν παρατραβήξει
παρατραβηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατραβηγμένος
παρατραβηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατραβηγμένος
παρατραβηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατραβηγμένος
παρατραβώ	verb	τραβώ περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε
παρατραπεζικά	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικέ	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικές	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζική	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικής	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικοί	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικού	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικούς	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικό	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζικός	noun	που έχει σχέση με παρατράπεζα ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρατραπεζικών	=	παρατραπεζικός
παρατραπεζών	=	παρατράπεζα
παρατρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατρεγμένο
παρατρεγμένε	verb	κλητική ενικού του παρατρεγμένος
παρατρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατρεγμένη
παρατρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατρεγμένος
παρατρεγμένης	verb	γενική ενικού του παρατρεγμένη
παρατρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατρεγμένος
παρατρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατρεγμένος
παρατρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατρεγμένος
παρατρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατρεγμένος
παρατρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατρεγμένος
παρατρεχάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατρεχάμενο
παρατρεχάμενε	verb	κλητική ενικού του παρατρεχάμενος
παρατρεχάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατρεχάμενη
παρατρεχάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατρεχάμενος	noun	θηλυκό του παρατρεχάμενος
παρατρεχάμενης	verb	γενική ενικού του παρατρεχάμενη
παρατρεχάμενο	verb	αιτιατική ενικού του παρατρεχάμενος
παρατρεχάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατρεχάμενος
παρατρεχάμενος	noun	αυτός που προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ισχυρά πρόσωπα, για να κερδίσει την εύνοιά τους
παρατρεχάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατρεχάμενος
παρατρεχάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατρεχάμενος
παρατρεχάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατρεχάμενος
παρατριβές	=	παρατριβή
παρατριβή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρατρίβω
παρατριβής	=	παρατριβή
παρατριβών	=	παρατριβή
παρατριμμάτων	=	παράτριμμα
παρατριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατριμμένο
παρατριμμένε	verb	κλητική ενικού του παρατριμμένος
παρατριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατριμμένη
παρατριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατριμμένος
παρατριμμένης	verb	γενική ενικού του παρατριμμένη
παρατριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατριμμένος
παρατριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατριμμένος
παρατριμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παρατρίβω
παρατριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατριμμένος
παρατριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατριμμένος
παρατριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατριμμένος
παρατροπές	=	παρατροπή
παρατροπή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρατρέπω
παρατροπής	=	παρατροπή
παρατροπίδια	=	παρατροπίδιο
παρατροπίδιο	noun	μόνιμη δοκός (ξύλινη ή μεταλλική) που φέρεται εξωτερικά και κάθετα, ανά πλευρά, στο κυρτό τμήμα της γάστρας πλοίου, ή σκάφους, για μείωση του διατοιχισμού, ιδιαίτερα σε ταχύπλοα
παρατροπίδιου	=	παρατροπίδιο
παρατροπιδίου	=	παρατροπίδιο
παρατροπιδίων	=	παρατροπίδιο
παρατροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατροπικό
παρατροπικέ	adj	κλητική ενικού του παρατροπικός
παρατροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατροπική
παρατροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατροπικός
παρατροπικής	adj	γενική ενικού του παρατροπική
παρατροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατροπικός
παρατροπικού	adj	γενική ενικού του παρατροπικός
παρατροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρατροπικός
παρατροπικό	adj	αιτιατική ενικού του παρατροπικός
παρατροπικός	adj	που βρίσκεται μέσα στην τροπική ζώνη ή κοντά σ’ αυτή
παρατροπικών	adj	γενική πληθυντικού του παρατροπικός
παρατροπών	=	παρατροπή
παρατρώγω	verb	σπανιότερη μορφή του παρατρώω
παρατρώω	verb	τρώω παραπάνω από το κανονικό, υπερβολικά
παρατσουκλιάζαμε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζαν	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζανε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζατε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζει	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζεις	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζετε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζοντας	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζουμε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζουν	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζουνε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάζω	verb	δίνω / δημιουργώ παρατσούκλι
παρατσουκλιάσαμε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάσαν	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάσανε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάσατε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάσει	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιάστε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσουκλιού	=	παρατσούκλι
παρατσουκλιών	=	παρατσούκλι
παρατσούκλι	noun	ένα μοναδικό και συνήθως περίεργο όνομα, δημιουργημένο από μία παρέα ή ομάδα, που πολλές φορές βασίζεται σε κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα κάποιου ή ιδιαίτερο σημείο αναφοράς στη ζωή του με το οποίο τον αποκαλούν κοροϊδευτικά, φιλικά ή χαϊδευτικά είτε χάριν συντομίας είτε και ως κώδικοποιημένο τρόπο αναφοράς σε αυτόν
παρατσούκλια	=	παρατσούκλι
παρατσούκλιαζα	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιαζαν	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιαζε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιαζες	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιασα	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιασαν	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιασε	=	παρατσουκλιάζω
παρατσούκλιασες	=	παρατσουκλιάζω
παρατυγχάνω	verb	τυχαία παρευρίσκομαι κάπου
παρατυπήσαμε	=	παρατυπώ
παρατυπήσαν	=	παρατυπώ
παρατυπήσανε	=	παρατυπώ
παρατυπήσατε	=	παρατυπώ
παρατυπήσει	=	παρατυπώ
παρατυπήστε	=	παρατυπώ
παρατυπία	noun	το να είναι κάποιος παράτυπος ή κάτι να είναι παράτυπο, η παραβίαση κάποιων τύπων, διαδικασιών ή κανόνων
παρατυπίας	noun	γενική ενικού του παρατυπία
παρατυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατυπία
παρατυπεί	=	παρατυπώ
παρατυπείς	=	παρατυπώ
παρατυπείτε	=	παρατυπώ
παρατυπιών	noun	γενική πληθυντικού του παρατυπία
παρατυπούμε	=	παρατυπώ
παρατυπούν	=	παρατυπώ
παρατυπούνε	=	παρατυπώ
παρατυπούσα	=	παρατυπώ
παρατυπούσαμε	=	παρατυπώ
παρατυπούσαν	=	παρατυπώ
παρατυπούσανε	=	παρατυπώ
παρατυπούσατε	=	παρατυπώ
παρατυπούσε	=	παρατυπώ
παρατυπούσες	=	παρατυπώ
παρατυπωμάτων	=	παρατύπωμα
παρατυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατυπωμένο
παρατυπωμένε	verb	κλητική ενικού του παρατυπωμένος
παρατυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατυπωμένη
παρατυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατυπωμένος
παρατυπωμένης	verb	γενική ενικού του παρατυπωμένη
παρατυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρατυπωμένος
παρατυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατυπωμένος
παρατυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρατυπωμένος
παρατυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρατυπωμένος
παρατυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρατυπωμένος
παρατυπώ	verb	κάνω παρατυπίες
παρατυπώματα	=	παρατύπωμα
παρατυπώματος	=	παρατύπωμα
παρατυπώναμε	=	παρατυπώνω
παρατυπώναν	=	παρατυπώνω
παρατυπώνανε	=	παρατυπώνω
παρατυπώνατε	=	παρατυπώνω
παρατυπώνει	=	παρατυπώνω
παρατυπώνεις	=	παρατυπώνω
παρατυπώνετε	=	παρατυπώνω
παρατυπώνοντας	=	παρατυπώνω
παρατυπώνουμε	=	παρατυπώνω
παρατυπώνουν	=	παρατυπώνω
παρατυπώνουνε	=	παρατυπώνω
παρατυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρατυπώ
παρατυπώνω	verb	τυπώνω λανθασμένα
παρατυπώσαμε	=	παρατυπώνω
παρατυπώσαν	=	παρατυπώνω
παρατυπώσανε	=	παρατυπώνω
παρατυπώσατε	=	παρατυπώνω
παρατυπώσει	=	παρατυπώνω
παρατυπώστε	=	παρατυπώνω
παρατυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατυφικό
παρατυφικέ	adj	κλητική ενικού του παρατυφικός
παρατυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρατυφική
παρατυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρατυφικός
παρατυφικής	adj	γενική ενικού του παρατυφική
παρατυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρατυφικός
παρατυφικού	adj	γενική ενικού του παρατυφικός
παρατυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρατυφικός
παρατυφικό	adj	αιτιατική ενικού του παρατυφικός
παρατυφικός	adj	που έχει σχέση με τον παράτυφο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παρατυφικών	adj	γενική πληθυντικού του παρατυφικός
παρατυφοειδές	=	παρατυφοειδής
παρατυφοειδή	=	παρατυφοειδής
παρατυφοειδής	adj	που έχει σχέση με τον παράτυφο, οφείλεται ή αναφέρεται σʼ αυτόν
παρατυφοειδείς	=	παρατυφοειδής
παρατυφοειδούς	=	παρατυφοειδής
παρατυφοειδών	=	παρατυφοειδής
παρατόλμως	adv|dated	παράτολμα
παρατόνιζα	=	παρατονίζω
παρατόνιζαν	=	παρατονίζω
παρατόνιζε	=	παρατονίζω
παρατόνιζες	=	παρατονίζω
παρατόνισα	=	παρατονίζω
παρατόνισαν	=	παρατονίζω
παρατόνισε	=	παρατονίζω
παρατόνισες	=	παρατονίζω
παρατύπει	=	παρατυπώ
παρατύπησα	=	παρατυπώ
παρατύπησαν	=	παρατυπώ
παρατύπησε	=	παρατυπώ
παρατύπησες	=	παρατυπώ
παρατύπωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρατυπώνω
παρατύπωνα	=	παρατυπώνω
παρατύπωναν	=	παρατυπώνω
παρατύπωνε	=	παρατυπώνω
παρατύπωνες	=	παρατυπώνω
παρατύπωσα	=	παρατυπώνω
παρατύπωσαν	=	παρατυπώνω
παρατύπωσε	=	παρατυπώνω
παρατύπωσες	=	παρατυπώνω
παρατύφου	noun	γενική ενικού του παράτυφος
παρατύφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παράτυφος
παρατύφων	noun	γενική πληθυντικού του παράτυφος
παρατώ	verb	εγκαταλείπω (όλες οι σημασίες)
παρατών	=	παράτα
παρατώντας	=	παρατώ
παραφάγωμα	noun	υπερκατανάλωση τροφής
παραφάει	=	παρατρώω
παραφάρμακα	=	παραφάρμακο
παραφάρμακο	noun	νόμιμη ουσία που πωλείται στα φαρμακεία, αλλά δεν θεωρείται επισήμως φάρμακο
παραφάρμακου	=	παραφάρμακο
παραφάρμακων	=	παραφάρμακο
παραφέντες	=	παραφέντης
παραφέντη	=	παραφέντης
παραφέντηδες	=	παραφέντης
παραφέντηδων	=	παραφέντης
παραφέντης	noun	ο δεύτερος ιεραρχικά μετά τον αφέντη
παραφέντρα	noun	θηλυκό του παραφέντης
παραφέντρας	=	παραφέντρα
παραφέντρες	=	παραφέντρα
παραφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφέρνομαι	=	παραφέρνω
παραφέρνω	verb	φέρνω κάτι μαζί μου εξακολουθητικά ή υπερβολικά
παραφέρνων	=	παράφερνα
παραφέρομαι	verb	συμπεριφέρομαι άσχημα, βίαια ή ανεξέλεγκτα, λόγω της οργής ή του θυμού μου
παραφέρσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφίνες	=	παραφίνη
παραφίνη	noun	ουσία που αποτελείται από στερεούς υδρογονάνθρακες και χρησιμοποιείται στην παραγωγή κεριών, ως μονωτικό κ.λπ.
παραφίνης	=	παραφίνη
παραφίνωση	noun	η επίχριση κάποιων πραγμάτων με παραφίνη
παραφίνωσης	=	παραφίνωση
παραφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφαγωμένο
παραφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του παραφαγωμένος
παραφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφαγωμένη
παραφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφαγωμένος
παραφαγωμένης	verb	γενική ενικού του παραφαγωμένη
παραφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφαγωμένος
παραφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφαγωμένος
παραφαγωμένος	verb	που έχει παραφάει
παραφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφαγωμένος
παραφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφαγωμένος
παραφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφαγωμένος
παραφαρμάκου	=	παραφάρμακο
παραφαρμάκων	=	παραφάρμακο
παραφαρμακευτικά	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικέ	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικές	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτική	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικής	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικοί	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικού	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικούς	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικό	=	παραφαρμακευτικός
παραφαρμακευτικός	adj	ο σχετικός με το παραφάρμακο
παραφαρμακευτικών	=	παραφαρμακευτικός
παραφασάδα	noun	ελαττωματική ύφανση
παραφασάδας	=	παραφασάδα
παραφασάδες	=	παραφασάδα
παραφασάδων	=	παραφασάδα
παραφασία	noun	εκφραστική διαταραχή που εκδηλώνεται με την εκφώνηση διαφορετικών λέξεων ή φωνημάτω απ’ αυτά που έχει στο μυαλό του ο ομιλών / πάσχων
παραφασίας	=	παραφασία
παραφασίες	=	παραφασία
παραφασιών	=	παραφασία
παραφεντάδες	=	παραφέντης
παραφεντάδων	=	παραφέντης
παραφεντρών	=	παραφέντρα
παραφεντών	=	παραφέντης
παραφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφέρομαι
παραφερνάλια	noun	συνέπειες
παραφερναλίων	=	παραφερνάλια
παραφθαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφθαρμένο
παραφθαρμένε	verb	κλητική ενικού του παραφθαρμένος
παραφθαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφθαρμένη
παραφθαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφθαρμένος
παραφθαρμένης	verb	γενική ενικού του παραφθαρμένη
παραφθαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφθαρμένος
παραφθαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφθαρμένος
παραφθαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφθαρμένος
παραφθαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφθαρμένος
παραφθαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφθαρμένος
παραφθείρω	verb	φθείρω σε κάποιον μεγαλύτερο βαθμό, αλλοιώνω
παραφθορά	noun	η μικρή αλλοίωση, η νόθευση του πραγματικού
παραφθοράς	noun	γενική ενικού του παραφθορά
παραφθορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφθορά
παραφθορών	=	παραφθορά
παραφιλία	noun	τρόπος σεξουαλικής διέγερσης που παρεκκλίνει από τους συνηθισμένους
παραφιλίας	noun	γενική ενικού του παραφιλία
παραφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφιλία
παραφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραφιλικός	adv	με παραφιλικό τρόπο
παραφιλικέ	adj	κλητική ενικού του παραφιλικός
παραφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφιλική
παραφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφιλικός
παραφιλικής	adj	γενική ενικού του παραφιλική
παραφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφιλικός
παραφιλικού	adj	γενική ενικού του παραφιλικός
παραφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραφιλικός
παραφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του παραφιλικός
παραφιλικός	adj	που έχει σχέση με την παραφιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του παραφιλικός
παραφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του παραφιλία
παραφιλολογία	noun	η κυκλοφορία ανυπόστατων φημών ή σχολίων μικρής αξίας γύρω από ένα θέμα
παραφιλολογίας	noun	γενική ενικού του παραφιλολογία
παραφιλολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφιλολογία
παραφιλολογικά	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικέ	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικές	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογική	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικής	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικοί	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικού	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικούς	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικό	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογικός	adj	σχετικός με την παραφιλολογία
παραφιλολογικών	=	παραφιλολογικός
παραφιλολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παραφιλολογία
παραφινέλαια	=	παραφινέλαιο
παραφινέλαιο	noun	διαυγές και ελαιώδες υγρό, που παράγεται από την παραφίνη και είναι σύμπλοκο μίγμα κεκορεσμένων υδρογονανθράκων, πετρελαϊκής προέλευσης
παραφινέλαιου	=	παραφινέλαιο
παραφινέλαιων	=	παραφινέλαιο
παραφινελαίου	=	παραφινέλαιο
παραφινελαίων	=	παραφινέλαιο
παραφινόλαδα	=	παραφινόλαδο
παραφινόλαδο	noun	το παραφινέλαιο
παραφινόλαδου	=	παραφινόλαδο
παραφινόλαδων	=	παραφινόλαδο
παραφινόλουτρα	=	παραφινόλουτρο
παραφινόλουτρο	noun|dated	επάλειψη με παραφίνη για θεραπευτικούς ή άλλους λόγους
παραφινόλουτρου	=	παραφινόλουτρο
παραφινόλουτρων	=	παραφινόλουτρο
παραφινών	=	παραφίνη
παραφινώσεις	=	παραφίνωση
παραφινώσεων	=	παραφίνωση
παραφορά	noun|formal	η κατάσταση ή η συμπεριφορά του παράφορου
παραφοράς	=	παραφορά
παραφορές	=	παραφορά
παραφορτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραφόρτωμα
παραφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφορτωμένο
παραφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του παραφορτωμένος
παραφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφορτωμένη
παραφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφορτωμένος
παραφορτωμένης	verb	γενική ενικού του παραφορτωμένη
παραφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφορτωμένος
παραφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφορτωμένος
παραφορτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παραφορτώνω
παραφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφορτωμένος
παραφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφορτωμένος
παραφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφορτωμένος
παραφορτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφόρτωμα
παραφορτώματος	noun	γενική ενικού του παραφόρτωμα
παραφορτώναμε	=	παραφορτώνω
παραφορτώναν	=	παραφορτώνω
παραφορτώνανε	=	παραφορτώνω
παραφορτώνατε	=	παραφορτώνω
παραφορτώνει	=	παραφορτώνω
παραφορτώνεις	=	παραφορτώνω
παραφορτώνετε	=	παραφορτώνω
παραφορτώνομαι	verb	φορτώνομαι υπερβολικά
παραφορτώνοντας	=	παραφορτώνω
παραφορτώνουμε	=	παραφορτώνω
παραφορτώνουν	=	παραφορτώνω
παραφορτώνουνε	=	παραφορτώνω
παραφορτώνω	verb	φορτώνω υπερβολικά
παραφορτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσαν	=	παραφορτώνω
παραφορτώσανε	=	παραφορτώνω
παραφορτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφορών	=	παραφορά
παραφουντώνω	verb	φουντώνω υπερβολικά.
παραφουσκωθήκαμε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωθήκαν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωθήκανε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωθήκατε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωθεί	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωθείτε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφουσκωμένο
παραφουσκωμένε	verb	κλητική ενικού του παραφουσκωμένος
παραφουσκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφουσκωμένη
παραφουσκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφουσκωμένος
παραφουσκωμένης	verb	γενική ενικού του παραφουσκωμένη
παραφουσκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφουσκωμένος
παραφουσκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφουσκωμένος
παραφουσκωμένος	=	παραφουσκώνω
παραφουσκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφουσκωμένος
παραφουσκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφουσκωμένος
παραφουσκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφουσκωμένος
παραφουσκωνόμασταν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόμαστε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόμουν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόμουνα	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόντουσαν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόσασταν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόσαστε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόσουν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόσουνα	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνόταν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκωνότανε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώθηκα	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώθηκαν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώθηκε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώθηκες	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνεσαι	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνεστε	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνεται	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνομαι	verb	φουσκώνομαι υπερβολικά
παραφουσκώνονται	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνονταν	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνου	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώνω	verb	φουσκώνω υπεβολικά
παραφουσκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσου	=	παραφουσκώνομαι
παραφουσκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφουσκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφούσκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφούσκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφούσκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφούσκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφουσκώνω
παραφράζω	verb	λέω κάτι με διαφορετικά λόγια, αλλάζω εκφράσεις για ποικιλία ή από σκοπιμότητα (για να κάνω κάτι πιο αμβλύ ή πιο οξύ κ.λπ.)
παραφράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράφραση
παραφράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράσεων	=	παράφραση
παραφράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφράστρια	noun	θηλυκό του παραφραστής
παραφράστριας	noun	γενική ενικού του παραφράστρια
παραφράστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφράστρια
παραφράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφράζω
παραφρένεια	noun	άλλη μορφή του παραφρενία
παραφρένειας	=	παραφρένεια
παραφρένειες	=	παραφρένεια
παραφρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφρασμένο
παραφρασμένε	verb	κλητική ενικού του παραφρασμένος
παραφρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφρασμένη
παραφρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφρασμένος
παραφρασμένης	verb	γενική ενικού του παραφρασμένη
παραφρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφρασμένος
παραφρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφρασμένος
παραφρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφρασμένος
παραφρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφρασμένος
παραφρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφρασμένος
παραφραστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφραστής
παραφραστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραφραστής
παραφραστής	noun	αυτός που παραφράζει
παραφραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παραφραστικός	adv	με παραφραστικό τρόπο
παραφραστικέ	adj	κλητική ενικού του παραφραστικός
παραφραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφραστική
παραφραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφραστικός
παραφραστικής	adj	γενική ενικού του παραφραστική
παραφραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφραστικός
παραφραστικού	adj	γενική ενικού του παραφραστικός
παραφραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραφραστικός
παραφραστικό	adj	αιτιατική ενικού του παραφραστικός
παραφραστικός	adj|formal	που έχει σχέση με παράφραση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραφραστικών	adj	γενική πληθυντικού του παραφραστικός
παραφραστικώς	adv|formal	με παραφραστικό τρόπο
παραφραστριών	noun	γενική πληθυντικού του παραφράστρια
παραφραστών	noun	γενική πληθυντικού του παραφραστής
παραφρενία	noun	ψυχιατρική διάγνωση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν τύπο ψυχωτικής διαταραχής, με εμφάνιση παράξενων πεποιθήσεων, παραληρήματος και απώλειας επαφής με την πραγματικότητα
παραφρενίας	=	παραφρενία
παραφρενίες	=	παραφρενία
παραφρενειών	=	παραφρένεια
παραφρενιών	=	παραφρενία
παραφρονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφρονημένο
παραφρονημένε	verb	κλητική ενικού του παραφρονημένος
παραφρονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφρονημένη
παραφρονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφρονημένος
παραφρονημένης	verb	γενική ενικού του παραφρονημένη
παραφρονημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφρονημένος
παραφρονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφρονημένος
παραφρονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφρονημένος
παραφρονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφρονημένος
παραφρονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφρονημένος
παραφρονώ	verb	χάνω τα λογικά μου, τρελαίνομαι
παραφροσυνών	=	παραφροσύνη
παραφροσύνες	=	παραφροσύνη
παραφροσύνη	noun	η ιδιότητα του παράφρονος, η ψυχασθένεια, η τρέλα
παραφροσύνης	=	παραφροσύνη
παραφρόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφρονώ
παραφρόνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του παράφρων
παραφυάδα	noun	ο νεαρός βλαστός που βγαίνει δίπλα στον κύριο βλαστό του φυτού
παραφυάδας	=	παραφυάδα
παραφυάδες	=	παραφυάδα
παραφυάδων	=	παραφυάδα
παραφυλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφύλαγμα
παραφυλάγματος	noun	γενική ενικού του παραφύλαγμα
παραφυλάγω	verb	παραμονεύω
παραφυλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξεων	=	παραφύλαξη
παραφυλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφυλάω	verb	παραμονεύω
παραφυλία	noun	η απόκλιση απ' την πρέπουσα συμπεριφορά του εκάστοτε φύλου
παραφυλίας	noun	γενική ενικού του παραφυλία
παραφυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυλία
παραφυλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραφύλαγμα
παραφυλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυλαγμένο
παραφυλαγμένε	verb	κλητική ενικού του παραφυλαγμένος
παραφυλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυλαγμένη
παραφυλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφυλαγμένος
παραφυλαγμένης	verb	γενική ενικού του παραφυλαγμένη
παραφυλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραφυλαγμένος
παραφυλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφυλαγμένος
παραφυλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραφυλαγμένος
παραφυλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραφυλαγμένος
παραφυλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραφυλαγμένος
παραφυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυλικό
παραφυλικέ	adj	κλητική ενικού του παραφυλικός
παραφυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυλική
παραφυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφυλικός
παραφυλικής	adj	γενική ενικού του παραφυλική
παραφυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφυλικός
παραφυλικού	adj	γενική ενικού του παραφυλικός
παραφυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραφυλικός
παραφυλικό	adj	αιτιατική ενικού του παραφυλικός
παραφυλικός	adj	που η σεξουαλικότητά του αποκλίνει από την ανάλογη του φύλου του
παραφυλικών	adj	γενική πληθυντικού του παραφυλικός
παραφυλιών	noun	γενική πληθυντικού του παραφυλία
παραφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυσικό
παραφυσικέ	adj	κλητική ενικού του παραφυσικός
παραφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφυσική
παραφυσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραφυσικός
παραφυσικής	adj	γενική ενικού του παραφυσική
παραφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραφυσικός
παραφυσικού	adj	γενική ενικού του παραφυσικός
παραφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραφυσικός
παραφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του παραφυσικός
παραφυσικός	adj	που δε μπορεί να εξηγηθεί με την επιστημονική μέθοδο, υπερφυσικός
παραφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του παραφυσικός
παραφωνάζαμε	=	παραφωνάζω
παραφωνάζαν	=	παραφωνάζω
παραφωνάζανε	=	παραφωνάζω
παραφωνάζατε	=	παραφωνάζω
παραφωνάζει	=	παραφωνάζω
παραφωνάζεις	=	παραφωνάζω
παραφωνάζετε	=	παραφωνάζω
παραφωνάζοντας	=	παραφωνάζω
παραφωνάζουμε	=	παραφωνάζω
παραφωνάζουν	=	παραφωνάζω
παραφωνάζουνε	=	παραφωνάζω
παραφωνάζω	verb	φωνάζω πάρα πολύ
παραφωνάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξαν	=	παραφωνάζω
παραφωνάξανε	=	παραφωνάζω
παραφωνάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφωνήσαμε	=	παραφωνώ
παραφωνήσαν	=	παραφωνώ
παραφωνήσανε	=	παραφωνώ
παραφωνήσατε	=	παραφωνώ
παραφωνήσει	=	παραφωνώ
παραφωνήστε	=	παραφωνώ
παραφωνία	noun	το φάλτσο
παραφωνίας	noun	γενική ενικού του παραφωνία
παραφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφωνία
παραφωνεί	=	παραφωνώ
παραφωνείς	=	παραφωνώ
παραφωνείτε	=	παραφωνώ
παραφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του παραφωνία
παραφωνούμε	=	παραφωνώ
παραφωνούν	=	παραφωνώ
παραφωνούνε	=	παραφωνώ
παραφωνούσα	=	παραφωνώ
παραφωνούσαμε	=	παραφωνώ
παραφωνούσαν	=	παραφωνώ
παραφωνούσανε	=	παραφωνώ
παραφωνούσατε	=	παραφωνώ
παραφωνούσε	=	παραφωνώ
παραφωνούσες	=	παραφωνώ
παραφωνώ	verb	είμαι παράφωνος
παραφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραφωνώ
παραφωσωνίου	=	παραφωσώνιο
παραφωσωνίων	=	παραφωσώνιο
παραφωσώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραφωσώνιο
παραφωσώνιο	noun	παρίστιο ιστιοφόρου πλοίου, που τοποθετείται πλευρικά στο φωσώνιο, συνεπώς φέρεται ανά ζεύγος στον πληθυντικό
παραφωσώνιου	=	παραφωσώνιο
παραφωσώνιων	=	παραφωσώνιο
παραφωτίδα	noun	το φινιστρίνι
παραφωτίδας	=	παραφωτίδα
παραφωτίδες	=	παραφωτίδα
παραφωτίδων	=	παραφωτίδα
παραφωτίς	noun|archaic	το φινιστρίνι
παραφωτισμέ	=	παραφωτισμός
παραφωτισμοί	=	παραφωτισμός
παραφωτισμού	=	παραφωτισμός
παραφωτισμούς	=	παραφωτισμός
παραφωτισμό	=	παραφωτισμός
παραφωτισμός	noun|archaic	το ημίφως
παραφωτισμών	=	παραφωτισμός
παραφόρτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραφορτώνω
παραφόρτωνα	=	παραφορτώνω
παραφόρτωναν	=	παραφορτώνω
παραφόρτωνε	=	παραφορτώνω
παραφόρτωνες	=	παραφορτώνω
παραφόρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφόρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφόρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφόρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφορτώνω
παραφύλαγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραφυλάω
παραφύλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφύλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφύλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφύλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφυλάω
παραφύλαξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραφυλάω / παραφυλάγω
παραφύλαξης	=	παραφύλαξη
παραφύλλου	noun	γενική ενικού του παράφυλλο
παραφύλλων	noun	γενική πληθυντικού του παράφυλλο
παραφύσεις	=	παράφυση
παραφύσεων	=	παράφυση
παραφώναζα	=	παραφωνάζω
παραφώναζαν	=	παραφωνάζω
παραφώναζε	=	παραφωνάζω
παραφώναζες	=	παραφωνάζω
παραφώναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφώναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφώναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφώναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραφωνάζω
παραφώνει	=	παραφωνώ
παραφώνησα	=	παραφωνώ
παραφώνησαν	=	παραφωνώ
παραφώνησε	=	παραφωνώ
παραφώνησες	=	παραφωνώ
παραφώνως	adv	παράφωνα
παραχάιδεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παραχαϊδεύω
παραχάιδευα	=	παραχαϊδεύω
παραχάιδευαν	=	παραχαϊδεύω
παραχάιδευε	=	παραχαϊδεύω
παραχάιδευες	=	παραχαϊδεύω
παραχάιδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχάιδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχάιδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχάιδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχάραγμα	noun	το αποτέλεσμα του παραχαράσσω
παραχάραζα	=	παραχαράζω
παραχάραζαν	=	παραχαράζω
παραχάραζε	=	παραχαράζω
παραχάραζες	=	παραχαράζω
παραχάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχάραξη	noun	η παραγωγή πλαστού εγγράφου, τίτλου, ιδίως πλαστού χαρτονομίσματος ή κίβδηλου κέρματος
παραχάραξης	noun	γενική ενικού του παραχάραξη
παραχάρασσα	=	παραχαράσσω
παραχάρασσαν	=	παραχαράσσω
παραχάρασσε	=	παραχαράσσω
παραχάρασσες	=	παραχαράσσω
παραχέζω	verb|vulgar	το παρακάνω
παραχέρι	noun|dated	η χειρωνακτική βοήθεια που παρέχεται σε κάποιον
παραχέρια	=	παραχέρι
παραχαράγματα	=	παραχάραγμα
παραχαράγματος	=	παραχάραγμα
παραχαράζαμε	=	παραχαράζω
παραχαράζαν	=	παραχαράζω
παραχαράζανε	=	παραχαράζω
παραχαράζατε	=	παραχαράζω
παραχαράζει	=	παραχαράζω
παραχαράζεις	=	παραχαράζω
παραχαράζεσαι	=	παραχαράζομαι
παραχαράζεστε	=	παραχαράζομαι
παραχαράζεται	=	παραχαράζομαι
παραχαράζετε	=	παραχαράζω
παραχαράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραχαράζω
παραχαράζονται	=	παραχαράζομαι
παραχαράζονταν	=	παραχαράζομαι
παραχαράζοντας	=	παραχαράζω
παραχαράζου	=	παραχαράζομαι
παραχαράζουμε	=	παραχαράζω
παραχαράζουν	=	παραχαράζω
παραχαράζουνε	=	παραχαράζω
παραχαράζω	verb	είμαι παραχαράκτης, φτιάχνω πλαστά νομίσματα ή χαρτονομίσματα
παραχαράκτες	=	παραχαράκτης
παραχαράκτη	=	παραχαράκτης
παραχαράκτης	noun	αυτός που προσπαθεί να παραγάγει πλαστά χαρτονομίσματα ή κίβδηλα νομίσματα
παραχαράκτρια	noun	θηλυκό του παραχαράκτης
παραχαράκτριας	noun	γενική ενικού του παραχαράκτρια
παραχαράκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχαράκτρια
παραχαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξαν	=	παραχαράζω
παραχαράξανε	=	παραχαράζω
παραχαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχάραξη
παραχαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξεων	noun	γενική πληθυντικού του παραχάραξη
παραχαράξεως	noun|formal	γενική ενικού του παραχάραξη
παραχαράξου	=	παραχαράσσω
παραχαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσω
παραχαράσσαμε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσαν	=	παραχαράσσω
παραχαράσσανε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσατε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσει	=	παραχαράσσω
παραχαράσσεις	=	παραχαράσσω
παραχαράσσεσαι	=	παραχαράσσω
παραχαράσσεστε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσεται	=	παραχαράσσω
παραχαράσσετε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσομαι	=	παραχαράσσω
παραχαράσσονται	=	παραχαράσσω
παραχαράσσονταν	=	παραχαράσσω
παραχαράσσοντας	=	παραχαράσσω
παραχαράσσουμε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσουν	=	παραχαράσσω
παραχαράσσουνε	=	παραχαράσσω
παραχαράσσω	verb	άλλη μορφή του παραχαράζω
παραχαράχθηκα	=	παραχαράσσω
παραχαράχτες	=	παραχαράχτης
παραχαράχτη	=	παραχαράχτης
παραχαράχτηκα	=	παραχαράσσω
παραχαράχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαράχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαράχτηκες	=	παραχαράσσω
παραχαράχτης	noun|vulgar	άλλη μορφή του παραχαράκτης
παραχαράχτρια	noun	θηλυκό του παραχαράχτης
παραχαράχτριας	=	παραχαράχτρια
παραχαράχτριες	=	παραχαράχτρια
παραχαραγμάτων	=	παραχάραγμα
παραχαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχαραγμένο
παραχαραγμένε	verb	κλητική ενικού του παραχαραγμένος
παραχαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχαραγμένη
παραχαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχαραγμένος
παραχαραγμένης	verb	γενική ενικού του παραχαραγμένη
παραχαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραχαραγμένος
παραχαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχαραγμένος
παραχαραγμένος	verb	που έχει παραχαραχθεί
παραχαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραχαραγμένος
παραχαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραχαραγμένος
παραχαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραχαραγμένος
παραχαραζόμασταν	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόμαστε	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόμουν	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόμουνα	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόντουσαν	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόσασταν	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόσαστε	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόσουν	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόσουνα	=	παραχαράζομαι
παραχαραζόταν	=	παραχαράζομαι
παραχαραζότανε	=	παραχαράζομαι
παραχαρακτριών	noun	γενική πληθυντικού του παραχαράκτρια
παραχαρακτών	=	παραχαράκτης
παραχαρασσόμασταν	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόμαστε	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόμουν	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόμουνα	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόντουσαν	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόσασταν	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόσαστε	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόσουν	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόσουνα	=	παραχαράσσω
παραχαρασσόταν	=	παραχαράσσω
παραχαρασσότανε	=	παραχαράσσω
παραχαραχτήκαμε	=	παραχαράσσω
παραχαραχτήκαν	=	παραχαράσσω
παραχαραχτήκανε	=	παραχαράσσω
παραχαραχτήκατε	=	παραχαράσσω
παραχαραχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαραχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαραχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαραχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαραχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαραχτριών	=	παραχαράχτρια
παραχαραχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαράσσομαι
παραχαραχτών	=	παραχαράχτης
παραχαϊδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχάιδεμα
παραχαϊδέματος	noun	γενική ενικού του παραχάιδεμα
παραχαϊδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψαν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψανε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψομε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψου	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψουνε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παραχάιδεμα
παραχαϊδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχαϊδεμένο
παραχαϊδεμένε	verb	κλητική ενικού του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχαϊδεμένη
παραχαϊδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδεμένης	verb	γενική ενικού του παραχαϊδεμένη
παραχαϊδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδεμένος	verb	υπερβολικά χαϊδεμένος, που έχει μάθει να του κάνουν όλα τα χατίρια
παραχαϊδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραχαϊδεμένος
παραχαϊδευτήκαμε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτήκαν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτήκανε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτήκατε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτεί	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτείς	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτείτε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτούμε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτούν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτούνε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευτώ	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόμασταν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόμαστε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόμουν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόμουνα	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόντουσαν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόσασταν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόσαστε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόσουν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόσουνα	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευόταν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδευότανε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύαμε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύαν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύανε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύατε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύει	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύεις	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύεσαι	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύεστε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύεται	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύετε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύομαι	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύομε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύονται	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύονταν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύου	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύουμε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύουν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύουνε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύτε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύτηκα	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύτηκαν	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύτηκε	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύτηκες	=	παραχαϊδεύω
παραχαϊδεύω	verb	χαϊδεύω κάποιον υπερβολικά, του κάνω όλα τα χατίρια, τον καλομαθαίνω
παραχείμαζα	=	παραχειμάζω
παραχείμαζαν	=	παραχειμάζω
παραχείμαζε	=	παραχειμάζω
παραχείμαζες	=	παραχειμάζω
παραχείμασα	=	παραχειμάζω
παραχείμασαν	=	παραχειμάζω
παραχείμασε	=	παραχειμάζω
παραχείμασες	=	παραχειμάζω
παραχείμαση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραχειμάζω
παραχείμασης	=	παραχείμαση
παραχείμασις	noun	παραχείμαση
παραχειμάζαμε	=	παραχειμάζω
παραχειμάζαν	=	παραχειμάζω
παραχειμάζανε	=	παραχειμάζω
παραχειμάζατε	=	παραχειμάζω
παραχειμάζει	=	παραχειμάζω
παραχειμάζεις	=	παραχειμάζω
παραχειμάζετε	=	παραχειμάζω
παραχειμάζοντας	=	παραχειμάζω
παραχειμάζουμε	=	παραχειμάζω
παραχειμάζουν	=	παραχειμάζω
παραχειμάζουνε	=	παραχειμάζω
παραχειμάζω	verb|formal	περνώ κάπου τη χειμερινή περίοδο
παραχειμάσαμε	=	παραχειμάζω
παραχειμάσαν	=	παραχειμάζω
παραχειμάσανε	=	παραχειμάζω
παραχειμάσατε	=	παραχειμάζω
παραχειμάσει	=	παραχειμάζω
παραχειμάσεις	=	παραχείμαση
παραχειμάσεων	=	παραχείμαση
παραχειμάστε	=	παραχειμάζω
παραχειμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχειμασμένο
παραχειμασμένε	verb	κλητική ενικού του παραχειμασμένος
παραχειμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχειμασμένη
παραχειμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχειμασμένος
παραχειμασμένης	verb	γενική ενικού του παραχειμασμένη
παραχειμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραχειμασμένος
παραχειμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχειμασμένος
παραχειμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραχειμασμένος
παραχειμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραχειμασμένος
παραχειμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραχειμασμένος
παραχειμαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχειμαστικό
παραχειμαστικέ	adj	κλητική ενικού του παραχειμαστικός
παραχειμαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχειμαστική
παραχειμαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχειμαστικός
παραχειμαστικής	adj	γενική ενικού του παραχειμαστική
παραχειμαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχειμαστικός
παραχειμαστικού	adj	γενική ενικού του παραχειμαστικός
παραχειμαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραχειμαστικός
παραχειμαστικό	adj	αιτιατική ενικού του παραχειμαστικός
παραχειμαστικός	adj	που έχει σχέση με παραχείμαση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραχειμαστικών	adj	γενική πληθυντικού του παραχειμαστικός
παραχεριού	=	παραχέρι
παραχεριών	=	παραχέρι
παραχθέν	=	παραχθείς
παραχθήκαμε	=	παράγω
παραχθήκαν	=	παράγω
παραχθήκανε	=	παράγω
παραχθήκατε	=	παράγω
παραχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παράγομαι
παραχθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου (παράχθηκα) του ρήματος παράγω που έχει παραχθεί
παραχθείσα	=	παραχθείς
παραχθείτε	=	παράγω
παραχθούμε	=	παράγω
παραχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παράγομαι
παραχθούνε	=	παράγω
παραχθώ	=	παράγω
παραχοντραίναμε	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίναν	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνανε	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνατε	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνει	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνεις	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνετε	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνοντας	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνουμε	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνουν	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνουνε	=	παραχοντραίνω
παραχοντραίνω	verb	κάνω κάποιον (ή κάτι) πολύ χοντρό ή συμβάλλω σε κάτι τέτοιο
παραχοντρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύναν	=	παραχοντραίνω
παραχοντρύνανε	=	παραχοντραίνω
παραχοντρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχοντρύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχορτασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχορτασμένο
παραχορτασμένε	verb	κλητική ενικού του παραχορτασμένος
παραχορτασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχορτασμένη
παραχορτασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχορτασμένος
παραχορτασμένης	verb	γενική ενικού του παραχορτασμένη
παραχορτασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραχορτασμένος
παραχορτασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχορτασμένος
παραχορτασμένος	verb	παραφαγωμένος, τουμπανιασμένος, υπερκορεσμένος
παραχορτασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραχορτασμένος
παραχορτασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραχορτασμένος
παραχορτασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραχορτασμένος
παραχρήμα	adv	αμέσως, επιτόπου, την ίδια στιγμή
παραχρήσεις	=	παράχρηση
παραχρήσεων	=	παράχρηση
παραχριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχριστιανικό
παραχριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του παραχριστιανικός
παραχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχριστιανική
παραχριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχριστιανικός
παραχριστιανικής	adj	γενική ενικού του παραχριστιανική
παραχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχριστιανικός
παραχριστιανικού	adj	γενική ενικού του παραχριστιανικός
παραχριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραχριστιανικός
παραχριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού του παραχριστιανικός
παραχριστιανικός	adj	σχετικός με οργανώσεις που δρουν παράλληλα με την επίσημη χριστιανική εκκλησία
παραχριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του παραχριστιανικός
παραχρόνου	adv	άλλη μορφή του αντίχρονου
παραχωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθήκαν	=	παραχώνω
παραχωθήκανε	=	παραχώνω
παραχωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παράχωμα
παραχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωμένο
παραχωμένε	verb	κλητική ενικού του παραχωμένος
παραχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωμένη
παραχωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχωμένος
παραχωμένης	verb	γενική ενικού του παραχωμένη
παραχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραχωμένος
παραχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχωμένος
παραχωμένος	=	παραχώνω
παραχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραχωμένος
παραχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραχωμένος
παραχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραχωμένος
παραχωνόμασταν	=	παραχώνω
παραχωνόμαστε	=	παραχώνω
παραχωνόμουν	=	παραχώνω
παραχωνόμουνα	=	παραχώνω
παραχωνόντουσαν	=	παραχώνω
παραχωνόσασταν	=	παραχώνω
παραχωνόσαστε	=	παραχώνω
παραχωνόσουν	=	παραχώνω
παραχωνόσουνα	=	παραχώνω
παραχωνόταν	=	παραχώνω
παραχωνότανε	=	παραχώνω
παραχωρήθηκα	=	παραχωρώ
παραχωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρήθηκες	=	παραχωρώ
παραχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσαν	=	παραχωρώ
παραχωρήσανε	=	παραχωρώ
παραχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχώρηση
παραχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσεων	=	παραχώρηση
παραχωρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρήσιμο
παραχωρήσιμε	adj	κλητική ενικού του παραχωρήσιμος
παραχωρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρήσιμη
παραχωρήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχωρήσιμος
παραχωρήσιμης	adj	γενική ενικού του παραχωρήσιμη
παραχωρήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του παραχωρήσιμος
παραχωρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχωρήσιμος
παραχωρήσιμος	adj	που μπορεί να παραχωρηθεί
παραχωρήσιμου	adj	γενική ενικού του παραχωρήσιμος
παραχωρήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραχωρήσιμος
παραχωρήσιμων	adj	γενική πληθυντικού του παραχωρήσιμος
παραχωρήσου	=	παραχωρώ
παραχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσουνε	=	παραχωρώ
παραχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχωρήτρια	noun	θηλυκό του παραχωρητής
παραχωρήτριας	=	παραχωρήτρια
παραχωρήτριες	=	παραχωρήτρια
παραχωρεί	=	παραχωρώ
παραχωρείς	=	παραχωρώ
παραχωρείσαι	=	παραχωρώ
παραχωρείστε	=	παραχωρώ
παραχωρείται	=	παραχωρώ
παραχωρείτε	=	παραχωρώ
παραχωρείτο	=	παραχωρώ
παραχωρηθήκαμε	=	παραχωρώ
παραχωρηθήκαν	=	παραχωρώ
παραχωρηθήκανε	=	παραχωρώ
παραχωρηθήκατε	=	παραχωρώ
παραχωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρηθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχωρηθείς
παραχωρηθείσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρηθείσα
παραχωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρηθούνε	=	παραχωρώ
παραχωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχωρούμαι
παραχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρημένο
παραχωρημένε	verb	κλητική ενικού του παραχωρημένος
παραχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρημένη
παραχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχωρημένος
παραχωρημένης	verb	γενική ενικού του παραχωρημένη
παραχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραχωρημένος
παραχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχωρημένος
παραχωρημένος	=	παραχωρώ
παραχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραχωρημένος
παραχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραχωρημένος
παραχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραχωρημένος
παραχωρησιούχα	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχας	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχε	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχες	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχο	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχοι	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχος	adj	που αφορά εταιρεία που είναι ανάδοχος ενός έργου ή δημοσίου χώρου και είναι υπεύθυνη για τη διαμόρφωση και λειτουργία του
παραχωρησιούχου	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχους	=	παραχωρησιούχος
παραχωρησιούχων	=	παραχωρησιούχος
παραχωρητά	=	παραχωρητός
παραχωρητέ	=	παραχωρητός
παραχωρητέα	=	παραχωρητέος
παραχωρητέας	=	παραχωρητέος
παραχωρητέε	=	παραχωρητέος
παραχωρητέες	=	παραχωρητέος
παραχωρητέο	=	παραχωρητέος
παραχωρητέοι	=	παραχωρητέος
παραχωρητέος	adj	που πρέπει να παραχωρηθεί
παραχωρητέου	=	παραχωρητέος
παραχωρητέους	=	παραχωρητέος
παραχωρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρητής
παραχωρητέων	=	παραχωρητέος
παραχωρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παραχωρητής
παραχωρητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρητήριο
παραχωρητήριας	=	παραχωρητήριος
παραχωρητήριε	=	παραχωρητήριος
παραχωρητήριες	=	παραχωρητήριος
παραχωρητήριο	noun	δημόσιο έγγραφο που δηλώνει την παραχώρηση δικαιώματος (π.χ. ανέγερση) ή πράγματος (π.χ. έκταση)
παραχωρητήριοι	=	παραχωρητήριος
παραχωρητήριον	noun	παραχωρητήριο
παραχωρητήριος	adj	που έχει σχέση με παραχώρηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
παραχωρητήριου	=	παραχωρητήριο
παραχωρητήριους	=	παραχωρητήριος
παραχωρητήριων	=	παραχωρητήριος
παραχωρητής	noun	αυτός που παραχωρεί κάτι
παραχωρητηρίου	noun	γενική ενικού του παραχωρητήριο
παραχωρητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του παραχωρητήριο
παραχωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρητικό	adv	με παραχωρητικό τρόπο
παραχωρητικέ	adj	κλητική ενικού του παραχωρητικός
παραχωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραχωρητική
παραχωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραχωρητικός
παραχωρητικής	adj	γενική ενικού του παραχωρητική
παραχωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραχωρητικός
παραχωρητικοτήτων	=	παραχωρητικότητα
παραχωρητικού	adj	γενική ενικού του παραχωρητικός
παραχωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραχωρητικός
παραχωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του παραχωρητικός
παραχωρητικός	adj	που έχει σχέση με παραχώρηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραχωρητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του παραχωρητικού
παραχωρητικότητας	=	παραχωρητικότητα
παραχωρητικότητες	=	παραχωρητικότητα
παραχωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του παραχωρητικός
παραχωρητοί	=	παραχωρητός
παραχωρητού	=	παραχωρητός
παραχωρητούς	=	παραχωρητός
παραχωρητριών	=	παραχωρήτρια
παραχωρητό	=	παραχωρητός
παραχωρητός	adj|formal	που είναι δυνατόν να παραχωρηθεί
παραχωρητών	noun	γενική πληθυντικού του παραχωρητής
παραχωρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραχωρώ
παραχωρούμασταν	=	παραχωρώ
παραχωρούμαστε	=	παραχωρώ
παραχωρούμε	=	παραχωρώ
παραχωρούμενος	=	παραχωρώ
παραχωρούμουν	=	παραχωρώ
παραχωρούμουνα	=	παραχωρώ
παραχωρούν	=	παραχωρώ
παραχωρούνε	=	παραχωρώ
παραχωρούνται	=	παραχωρώ
παραχωρούνταν	=	παραχωρώ
παραχωρούντο	=	παραχωρώ
παραχωρούσα	=	παραχωρώ
παραχωρούσαμε	=	παραχωρώ
παραχωρούσαν	=	παραχωρώ
παραχωρούσανε	=	παραχωρώ
παραχωρούσατε	=	παραχωρώ
παραχωρούσε	=	παραχωρώ
παραχωρούσες	=	παραχωρώ
παραχωρούσουν	=	παραχωρώ
παραχωρούσουνα	=	παραχωρώ
παραχωρώ	verb	δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον
παραχωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παραχωρώ
παραχωσίματα	=	παραχώσιμο
παραχωσίματος	=	παραχώσιμο
παραχωσιμάτων	=	παραχώσιμο
παραχόντραινα	=	παραχοντραίνω
παραχόντραιναν	=	παραχοντραίνω
παραχόντραινε	=	παραχοντραίνω
παραχόντραινες	=	παραχοντραίνω
παραχόντρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχόντρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχόντρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχόντρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχοντραίνω
παραχώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνομαι
παραχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράχωμα
παραχώματος	noun	γενική ενικού του παράχωμα
παραχώναμε	=	παραχώνω
παραχώναν	=	παραχώνω
παραχώνανε	=	παραχώνω
παραχώνατε	=	παραχώνω
παραχώνει	=	παραχώνω
παραχώνεις	=	παραχώνω
παραχώνεσαι	=	παραχώνω
παραχώνεστε	=	παραχώνω
παραχώνεται	=	παραχώνω
παραχώνετε	=	παραχώνω
παραχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παραχώνω
παραχώνονται	=	παραχώνω
παραχώνονταν	=	παραχώνω
παραχώνοντας	=	παραχώνω
παραχώνουμε	=	παραχώνω
παραχώνουν	=	παραχώνω
παραχώνουνε	=	παραχώνω
παραχώνω	verb	χώνω κάτι πολύ βαθιά στο έδαφος
παραχώρει	=	παραχωρώ
παραχώρημα	noun|dated	το αποτέλεσμα του παραχωρώ
παραχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχωρώ
παραχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παραχωρώ
παραχώρησης	=	παραχώρηση
παραχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώσαν	=	παραχώνω
παραχώσανε	=	παραχώνω
παραχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παράχωση
παραχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώσεων	=	παράχωση
παραχώσιμο	noun	η ενέργεια του παραχώνω
παραχώσου	=	παραχώνω
παραχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραχώνω
παραψένω	verb	παραψήνω
παραψήνω	verb	ψήνω περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε
παραψημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραψημένο
παραψημένε	verb	κλητική ενικού του παραψημένος
παραψημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραψημένη
παραψημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραψημένος
παραψημένης	verb	γενική ενικού του παραψημένη
παραψημένο	verb	αιτιατική ενικού του παραψημένος
παραψημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραψημένος
παραψημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραψημένος
παραψημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραψημένος
παραψημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραψημένος
παραψυχολογία	noun	προσέγγιση των ψυχικών φαινομένων με μεθόδους ξένες προς την κλασική ψυχολογία (τηλεπάθεια, υπνωτισμός κ.λπ.)
παραψυχολογίας	noun	γενική ενικού του παραψυχολογία
παραψυχολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραψυχολογία
παραψυχολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραψυχολογικό
παραψυχολογικέ	adj	κλητική ενικού του παραψυχολογικός
παραψυχολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραψυχολογική
παραψυχολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραψυχολογικός
παραψυχολογικής	adj	γενική ενικού του παραψυχολογική
παραψυχολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραψυχολογικός
παραψυχολογικού	adj	γενική ενικού του παραψυχολογικός
παραψυχολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραψυχολογικός
παραψυχολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παραψυχολογικός
παραψυχολογικός	adj	που έχει σχέση με την παραψυχολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
παραψυχολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παραψυχολογικός
παραψυχολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παραψυχολογία
παραωρίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωρίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωρίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωρίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάζω	verb|figurative	ωριμάζω πάρα πολύ, υπερβολικά
παραωριμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παραωριμάζω
παραωριμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραωριμασμένο
παραωριμασμένε	verb	κλητική ενικού του παραωριμασμένος
παραωριμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραωριμασμένη
παραωριμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραωριμασμένος
παραωριμασμένης	verb	γενική ενικού του παραωριμασμένη
παραωριμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παραωριμασμένος
παραωριμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραωριμασμένος
παραωριμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παραωριμάζω
παραωριμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παραωριμασμένος
παραωριμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παραωριμασμένος
παραωριμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παραωριμασμένος
παραϊατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραϊατρικό
παραϊατρικέ	adj	κλητική ενικού του παραϊατρικός
παραϊατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παραϊατρική
παραϊατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παραϊατρικός
παραϊατρικής	adj	γενική ενικού του παραϊατρική
παραϊατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παραϊατρικός
παραϊατρικού	adj	γενική ενικού του παραϊατρικός
παραϊατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παραϊατρικός
παραϊατρικό	adj	αιτιατική ενικού του παραϊατρικός
παραϊατρικός	adj	που σχετίζεται με ενέργειες ή δραστηριότητες επικουρικές και υποστηρικτικές της ιατρικής και των υπηρεσιών υγείας
παραϊατρικών	adj	γενική πληθυντικού του παραϊατρικός
παραϊδές	=	παραβλέπω
παραϊδεί	=	παραβλέπω
παραϊδείς	=	παραβλέπω
παραϊδείτε	=	παραβλέπω
παραϊδούμε	=	παραβλέπω
παραϊδούν	=	παραβλέπω
παραϊδούνε	=	παραβλέπω
παραϊδωθήκαμε	=	παραβλέπω
παραϊδωθήκαν	=	παραβλέπω
παραϊδωθήκανε	=	παραβλέπω
παραϊδωθήκατε	=	παραβλέπω
παραϊδωθεί	=	παραβλέπω
παραϊδωθείτε	=	παραβλέπω
παραϊδωμένος	=	παραβλέπω
παραϊδώ	=	παραβλέπω
παραϋπνία	noun	εμφάνιση ανεπιθύμητων διαταραχών κατά τη διάρκεια του ύπνου (υπνοβασία, εφιάλτες κ.λπ.)
παραϋπνίας	=	παραϋπνία
παραϋπνίες	=	παραϋπνία
παραϋπνιών	=	παραϋπνία
παρβοϊέ	=	παρβοϊός
παρβοϊοί	=	παρβοϊός
παρβοϊού	=	παρβοϊός
παρβοϊούς	=	παρβοϊός
παρβοϊό	=	παρβοϊός
παρβοϊός	noun	μονόκλωνος DNA ιός που προσβάλλει κυρίως ζώα (ο parvovirus B19 προσβάλλει και ανθρώπους)
παρβοϊών	=	παρβοϊός
παργινά	=	παργινός
παργινέ	=	παργινός
παργινές	=	παργινός
παργινή	=	παργινός
παργινής	=	παργινός
παργινοί	=	παργινός
παργινού	=	παργινός
παργινούς	=	παργινός
παργινό	=	παργινός
παργινός	adj	που έχει σχέση με την Πάργα ή αναφέρεται σʼ αυτή
παργινών	=	παργινός
παρδαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρδαλός	adv	με παρδαλό τρόπο
παρδαλέ	adj	κλητική ενικού του παρδαλός
παρδαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρδαλή
παρδαλή	noun	γυναίκα ανήθικη ή επιλήψιμης ηθικής, ντυσίματος κ.λπ.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρδαλός
παρδαλής	adj	γενική ενικού του παρδαλή
παρδαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρδαλός
παρδαλοσυνών	=	παρδαλοσύνη
παρδαλοσύνες	=	παρδαλοσύνη
παρδαλοσύνη	noun|figurative	το να είναι κάποιος ή κάτι παρδαλό(ς), η ιδιότητα του παρδαλού
παρδαλοσύνης	=	παρδαλοσύνη
παρδαλού	adj	γενική ενικού του παρδαλός
παρδαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρδαλός
παρδαλό	adj	αιτιατική ενικού του παρδαλός
παρδαλός	adj	πολύχρωμος
παρδαλών	adj	γενική πληθυντικού του παρδαλός
παρδόν	=	μπαρδόν
παρεΐστικα	adv	με παρεΐστικο τρόπο, σε παρεΐστικο κλίμα
παρεΐστικε	adj	κλητική ενικού του παρεΐστικος
παρεΐστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεΐστικη
παρεΐστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεΐστικος
παρεΐστικης	adj	γενική ενικού του παρεΐστικη
παρεΐστικο	adj	αιτιατική ενικού του παρεΐστικος
παρεΐστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεΐστικος
παρεΐστικος	adj	που έχει σχέση με παρέα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρεΐστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεΐστικος
παρεΐστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεΐστικος
παρεΐστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεΐστικος
παρεΐτσα	noun	υποκοριστικό του παρέα
παρεΐτσας	noun	γενική ενικού του παρεΐτσα
παρεΐτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεΐτσα
παρεάκι	noun	υποκοριστικό του παρέα
παρεάκια	=	παρεάκι
παρεάσεις	=	παρέαση
παρεάσεων	=	παρέαση
παρείσακτα	=	παρείσακτος
παρείσακτε	=	παρείσακτος
παρείσακτες	=	παρείσακτος
παρείσακτη	=	παρείσακτος
παρείσακτης	=	παρείσακτος
παρείσακτο	=	παρείσακτος
παρείσακτοι	=	παρείσακτος
παρείσακτος	adj	που βρίσκεται κάπου που δε δικαιούται ή δεν ταιριάζει με τους υπόλοιπους, έχοντας μπει απρόσκλητος, κρυφά ή επίτηδες
παρείσακτου	=	παρείσακτος
παρείσακτους	=	παρείσακτος
παρείσακτων	=	παρείσακτος
παρείσδυση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρεισδύω
παρείσδυσης	=	παρείσδυση
παρείσφρεε	=	παρεισφρέω
παρείσφρησε	=	παρεισφρέω
παρείσφρηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεισφρέω
παρείσφρησης	noun	γενική ενικού του παρείσφρηση
παρείχα	=	παρέχω
παρείχαμε	=	παρέχω
παρείχαν	=	παρέχω
παρείχανε	=	παρέχω
παρείχατε	=	παρέχω
παρείχε	=	παρέχω
παρείχες	=	παρέχω
παρεγγεγραμμένα	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένε	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένες	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένη	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένης	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένο	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένοι	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του αρχαίου ρήματος παρεγγράφω
παρεγγεγραμμένου	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένους	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγεγραμμένων	=	παρεγγεγραμμένος
παρεγγράφω	verb	το αρχαίο ρήμα παρεγγράφω απαντά στη μετοχή παρεγγεγραμμένος (για κύκλο, στη γεωμετρία)
παρεγγραφές	=	παρεγγραφή
παρεγγραφή	noun	η αντικανονική αναγραφή λέξης σε νομικό έγγραφο όπως ανάμεσα στα κενά των γραμμών ενός κειμένου ή ... ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
παρεγγραφής	=	παρεγγραφή
παρεγγραφών	=	παρεγγραφή
παρεγκεφαλίδα	noun	τμήμα του εγκεφάλου που βρίσκεται στη βάση και στο πίσω μέρος του κρανίου.
παρεγκεφαλίδας	=	παρεγκεφαλίδα
παρεγκεφαλίδες	=	παρεγκεφαλίδα
παρεγκεφαλίδων	=	παρεγκεφαλίδα
παρεγκεφαλίτιδα	noun	φλεγμονή της παρεγκεφαλίδας
παρεγκεφαλίτιδας	=	παρεγκεφαλίτιδα
παρεγκεφαλίτιδες	=	παρεγκεφαλίτιδα
παρεγκεφαλίτιδων	=	παρεγκεφαλίτιδα
παρεγκεφαλιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεγκεφαλιδικό
παρεγκεφαλιδικέ	adj	κλητική ενικού του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεγκεφαλιδική
παρεγκεφαλιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλιδικής	adj	γενική ενικού του παρεγκεφαλιδική
παρεγκεφαλιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλιδικού	adj	γενική ενικού του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλιδικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλιδικός	adj	που έχει σχέση με την παρεγκεφαλίδα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
παρεγκεφαλιδικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεγκεφαλιδικός
παρεγκεφαλῖτις	noun	παρεγκεφαλίτιδα
παρεγράφη	=	παραγράφω
παρεγράφησαν	=	παραγράφω
παρεγχυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρέγχυμα
παρεγχυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεγχυματικό
παρεγχυματικέ	adj	κλητική ενικού του παρεγχυματικός
παρεγχυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεγχυματική
παρεγχυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεγχυματικός
παρεγχυματικής	adj	γενική ενικού του παρεγχυματική
παρεγχυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεγχυματικός
παρεγχυματικού	adj	γενική ενικού του παρεγχυματικός
παρεγχυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεγχυματικός
παρεγχυματικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεγχυματικός
παρεγχυματικός	adj	που έχει σχέση με παρέγχυμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
παρεγχυματικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεγχυματικός
παρεγχυματωδών	=	παρεγχυματώδης
παρεγχυματώδεις	=	παρεγχυματώδης
παρεγχυματώδες	=	παρεγχυματώδης
παρεγχυματώδη	=	παρεγχυματώδης
παρεγχυματώδης	adj	που περιέχει μεγάλη ποσότητα παρεγχύματος
παρεγχυματώδους	=	παρεγχυματώδης
παρεγχύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέγχυμα
παρεγχύματος	noun	γενική ενικού του παρέγχυμα
παρεδρεύαμε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύαν	=	παρεδρεύω
παρεδρεύανε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύατε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύει	=	παρεδρεύω
παρεδρεύεις	=	παρεδρεύω
παρεδρεύετε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύοντας	=	παρεδρεύω
παρεδρεύουμε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύουν	=	παρεδρεύω
παρεδρεύουνε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύσαμε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύσαν	=	παρεδρεύω
παρεδρεύσανε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύσατε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύσει	=	παρεδρεύω
παρεδρεύστε	=	παρεδρεύω
παρεδρεύω	verb	είμαι πάρεδρος ή ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
παρειά	noun	το μάγουλο
παρειάς	noun	γενική ενικού του παρειά
παρειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρειά
παρειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρειακός	adv	στην παρειακή περιοχή
παρειακέ	adj	κλητική ενικού του παρειακός
παρειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρειακή
παρειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρειακός
παρειακής	adj	γενική ενικού του παρειακή
παρειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρειακός
παρειακού	adj	γενική ενικού του παρειακός
παρειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρειακός
παρειακό	adj	αιτιατική ενικού του παρειακός
παρειακός	adj	που έχει σχέση με τις παρειές, αναφέρεται ή βρίσκεται σ’ αυτές
παρειακών	adj	γενική πληθυντικού του παρειακός
παρειδωλία	noun	το ψυχολογικό φαινόμενο κατά το οποίο ένα δυσδιάκριτο ή ασαφές εξωτερικό ερέθισμα εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως ευκρινές και πλήρως αναγνωρίσιμο
παρειδωλίας	=	παρειδωλία
παρειδωλίες	=	παρειδωλία
παρειδωλιών	=	παρειδωλία
παρειλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρειλημμένο
παρειλημμένε	verb	κλητική ενικού του παρειλημμένος
παρειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρειλημμένη
παρειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρειλημμένος
παρειλημμένης	verb	γενική ενικού του παρειλημμένη
παρειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρειλημμένος
παρειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρειλημμένος
παρειλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρειλημμένος
παρειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρειλημμένος
παρειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρειλημμένος
παρεισάγω	verb|formal	εισάγω κρυφά ή έμμεσα
παρεισέδυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισέδυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισέδυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισέδυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισέφρεα	=	παρεισφρέω
παρεισέφρεαν	=	παρεισφρέω
παρεισέφρεε	=	παρεισφρέω
παρεισέφρεες	=	παρεισφρέω
παρεισέφρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισέφρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισέφρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισέφρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεισαγμένο
παρεισαγμένε	verb	κλητική ενικού του παρεισαγμένος
παρεισαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεισαγμένη
παρεισαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεισαγμένος
παρεισαγμένης	verb	γενική ενικού του παρεισαγμένη
παρεισαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρεισαγμένος
παρεισαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεισαγμένος
παρεισαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεισαγμένος
παρεισαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρεισαγμένος
παρεισαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεισαγμένος
παρεισαγωγές	=	παρεισαγωγή
παρεισαγωγή	noun	η παράλληλη και ενίοτε λαθραία ή παράνομη εισαγωγή προϊόντων και αγαθών
παρεισαγωγής	=	παρεισαγωγή
παρεισαγωγών	=	παρεισαγωγή
παρεισδύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρείσδυση
παρεισδύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύσεων	=	παρείσδυση
παρεισδύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισδύω
παρεισδύω	verb|archaic	παρεισφρέω, εισχωρώ χωρίς να με αντιληφθούν
παρεισφρέαμε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέαν	=	παρεισφρέω
παρεισφρέανε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέατε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέει	=	παρεισφρέω
παρεισφρέεις	=	παρεισφρέω
παρεισφρέετε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέομε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέον	=	παρεισφρέων
παρεισφρέοντα	=	παρεισφρέων
παρεισφρέοντας	=	παρεισφρέω
παρεισφρέοντες	=	παρεισφρέων
παρεισφρέοντος	=	παρεισφρέων
παρεισφρέουμε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέουν	=	παρεισφρέω
παρεισφρέουνε	=	παρεισφρέω
παρεισφρέουσα	=	παρεισφρέων
παρεισφρέουσας	=	παρεισφρέων
παρεισφρέουσες	=	παρεισφρέων
παρεισφρέω	verb|formal	εισέρχομαι με δόλο
παρεισφρέων	verb|formal	που παρεισφρέει
παρεισφρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσαν	=	παρεισφρέω
παρεισφρήσανε	=	παρεισφρέω
παρεισφρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρείσφρηση
παρεισφρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρείσφρηση
παρεισφρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρείσφρηση
παρεισφρήσομε	=	παρεισφρέω
παρεισφρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσουνε	=	παρεισφρέω
παρεισφρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεισφρέω
παρεισφρεουσών	=	παρεισφρέων
παρεισφρεούσης	=	παρεισφρέων
παρεισφρεόντων	=	παρεισφρέων
παρεισφρητικά	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικέ	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικές	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητική	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικής	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικη	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικο	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικοί	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικού	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικούς	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικό	=	παρεισφρητικός
παρεισφρητικός	adj	που έχει σχέση με παρείσφρηση ή αναφέρεται σ' αυτή
παρεισφρητικών	=	παρεισφρητικός
παρειών	=	παρειά
παρεκβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέκβαση
παρεκβάσεων	=	παρέκβαση
παρεκβαίναμε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίναν	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνανε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνατε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνει	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνεις	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνετε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνοντας	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνουμε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνουν	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνουνε	=	παρεκβαίνω
παρεκβαίνω	verb	ξεφεύγω από το θέμα
παρεκβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεκβατικό
παρεκβατικέ	adj	κλητική ενικού του παρεκβατικός
παρεκβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεκβατική
παρεκβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεκβατικός
παρεκβατικής	adj	γενική ενικού του παρεκβατική
παρεκβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεκβατικός
παρεκβατικού	adj	γενική ενικού του παρεκβατικός
παρεκβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεκβατικός
παρεκβατικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεκβατικός
παρεκβατικός	adj	ο παρενθετικός, που ξεφεύγει από τη γενικότερη θεματολογία της συζήτησης
παρεκβατικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεκβατικός
παρεκβολές	=	παρεκβολή
παρεκβολή	noun	παρέκβαση, παρέκκλιση
παρεκβολής	=	παρεκβολή
παρεκβολών	=	παρεκβολή
παρεκκλήσι	noun	μικρή εκκλησία που βρίσκεται συνήθως έξω από τον αστικό ιστό ή εντός αυτού, εξαρτώμενο από μεγαλύτερη εκκλησία ή ανήκει σε ιδιώτη ή κάποιο ίδρυμα
παρεκκλήσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεκκλήσιο
παρεκκλήσιο	noun	άλλη μορφή του παρεκκλήσι
παρεκκλήσιου	=	παρεκκλήσιο
παρεκκλίνον	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνοντα	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνοντας	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνοντες	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνοντος	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνουσα	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνουσας	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνουσες	=	παρεκκλίνων
παρεκκλίνω	verb	απομακρύνομαι από τη προδιαγεγραμμένη μου πορεία
παρεκκλίνων	adj	που ξεφεύγει από κανονικότητα
παρεκκλίσεις	=	παρέκκλιση
παρεκκλίσεων	=	παρέκκλιση
παρεκκλησίου	noun	γενική ενικού του παρεκκλήσιο
παρεκκλησίων	noun	γενική πληθυντικού του παρεκκλήσιο
παρεκκλησιού	=	παρεκκλήσι
παρεκκλησιών	=	παρεκκλήσι
παρεκκλινουσών	=	παρεκκλίνων
παρεκκλινούσης	=	παρεκκλίνων
παρεκκλινόντων	=	παρεκκλίνων
παρεκλήθη	=	παρακαλώ
παρεκλήθησαν	=	παρακαλώ
παρεκτάθηκα	=	παρεκτείνω
παρεκτάσεις	=	παρέκταση
παρεκτάσεων	=	παρέκταση
παρεκτείνομαι	=	παρεκτείνω
παρεκτείνω	verb	αυξάνω την έκταση, το μήκος, εξαπλώνω, παρατείνω
παρεκτεταμένος	=	παρεκτείνω
παρεκτοπίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεκτόπιση
παρεκτοπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρεκτόπιση
παρεκτοπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρεκτόπιση
παρεκτράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπήκαν	=	παρεκτράπηκαν
παρεκτραπήκανε	=	παρεκτράπηκαν
παρεκτραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεκτρέπομαι
παρεκτροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεκτροπή
παρεκτροπή	noun	Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεκτρέπομαι.
παρεκτροπής	=	παρεκτροπή
παρεκτροπών	=	παρεκτροπή
παρεκτόπιση	noun	μετατόπιση
παρεκτόπισης	noun	γενική ενικού του παρεκτόπιση
παρελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέλαση
παρελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρέλαση
παρελάσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρέλαση
παρελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρελαύνω
παρελήφθη	=	παραλαμβάνω
παρελήφθησαν	=	παραλαμβάνω
παρελαύνω	verb	κάνω παρέλαση
παρελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέλευση
παρελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρέλευση
παρελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρέλευση
παρελθοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντικό
παρελθοντικέ	adj	κλητική ενικού του παρελθοντικός
παρελθοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντική
παρελθοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρελθοντικός
παρελθοντικής	adj	γενική ενικού του παρελθοντική
παρελθοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντικός
παρελθοντικού	adj	γενική ενικού του παρελθοντικός
παρελθοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρελθοντικός
παρελθοντικό	adj	αιτιατική ενικού του παρελθοντικός
παρελθοντικός	adj	που αφορά παρελθοντικό χρόνο
παρελθοντικών	adj	γενική πληθυντικού του παρελθοντικός
παρελθοντολογία	noun	ομιλία σχετικά με το παρελθόν
παρελθοντολογίας	noun	γενική ενικού του παρελθοντολογία
παρελθοντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντολογία
παρελθοντολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντολογημένο
παρελθοντολογημένε	verb	κλητική ενικού του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντολογημένη
παρελθοντολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογημένης	verb	γενική ενικού του παρελθοντολογημένη
παρελθοντολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρελθοντολογημένος
παρελθοντολογικά	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικέ	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικές	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογική	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικής	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικοί	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικού	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικούς	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικό	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογικός	adj	σχετικός με την παρελθοντολογία
παρελθοντολογικών	=	παρελθοντολογικός
παρελθοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παρελθοντολογία
παρελθοντολογώ	verb	μιλώ σχετικά με το παρελθόν
παρελθοντολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρελθοντολογώ
παρελθόν	noun	το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους της μετοχής παρελθών
παρελθόντα	=	παρελθόν
παρελθόντος	noun	γενική ενικού του παρελθόν
παρελθόντων	=	παρελθόν
παρελκομένου	=	παρελκόμενο
παρελκομένων	=	παρελκόμενο
παρελκυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελκυμένο
παρελκυμένε	verb	κλητική ενικού του παρελκυμένος
παρελκυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελκυμένη
παρελκυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρελκυμένος
παρελκυμένης	verb	γενική ενικού του παρελκυμένη
παρελκυμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρελκυμένος
παρελκυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρελκυμένος
παρελκυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρελκυμένος
παρελκυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρελκυμένος
παρελκυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρελκυμένος
παρελκυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελκυστικό	adv|formal	με παρελκυστικό τρόπο
παρελκυστικέ	adj	κλητική ενικού του παρελκυστικός
παρελκυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελκυστική
παρελκυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρελκυστικός
παρελκυστικής	adj	γενική ενικού του παρελκυστική
παρελκυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρελκυστικός
παρελκυστικοτήτων	=	παρελκυστικότητα
παρελκυστικού	adj	γενική ενικού του παρελκυστικός
παρελκυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρελκυστικός
παρελκυστικό	adj	αιτιατική ενικού του παρελκυστικός
παρελκυστικός	adj|formal	που συνεχώς αναβάλλει κάτι
παρελκυστικότητα	noun	το να είναι κάποιος παρελκυστικός
παρελκυστικότητας	=	παρελκυστικότητα
παρελκυστικότητες	=	παρελκυστικότητα
παρελκυστικών	adj	γενική πληθυντικού του παρελκυστικός
παρελκόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρελκόμενος	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρελκόμενο
παρελκόμενε	=	παρελκόμενος
παρελκόμενες	=	παρελκόμενος
παρελκόμενη	=	παρελκόμενος
παρελκόμενης	=	παρελκόμενος
παρελκόμενο	noun	συμπλήρωμα ενός αντικειμένου (προϊόντος, συσκευής κ.λπ.), που συμβάλλει στην ολοκληρωμένη λειτουργία τους
παρελκόμενοι	=	παρελκόμενος
παρελκόμενος	adj	συνοδευτικός, συμπληρωματικός	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος παρέλκω
παρελκόμενου	=	παρελκόμενος
παρελκόμενους	=	παρελκόμενος
παρελκόμενων	=	παρελκόμενος
παρελκύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέλκυση
παρελκύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρέλκυση
παρελκύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρέλκυση
παρελκύω	verb|formal	άλλη μορφή του παρέλκω
παρεμβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρεμβάλλομαι
παρεμβάλλομαι	verb	αναμιγνύομαι σε μια διαδικασία, τη διακόπτω για να λάβω μέρος χωρίς να είναι η σειρά μου
παρεμβάλλω	verb	προσθέτω κάτι ανάμεσα (π.χ. όταν μιλάμε για ένα κείμενο, μπορεί να διακριθεί η παρεμβολή σε κάποιο υπερβατό)
παρεμβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρεμβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέμβαση
παρεμβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρέμβαση
παρεμβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρεμβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρεμβαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρεμβαίνω
παρεμβαίνω	verb	εμπλέκομαι ενεργά σε μια κατάσταση
παρεμβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμβατικό
παρεμβατικέ	adj	κλητική ενικού του παρεμβατικός
παρεμβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμβατική
παρεμβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεμβατικός
παρεμβατικής	adj	γενική ενικού του παρεμβατική
παρεμβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεμβατικός
παρεμβατικού	adj	γενική ενικού του παρεμβατικός
παρεμβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεμβατικός
παρεμβατικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεμβατικός
παρεμβατικός	adj	που (έχει την τάση να) παρεμβαίνει
παρεμβατικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεμβατικός
παρεμβατισμέ	noun	κλητική ενικού του παρεμβατισμός
παρεμβατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεμβατισμός
παρεμβατισμού	noun	γενική ενικού του παρεμβατισμός
παρεμβατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρεμβατισμός
παρεμβατισμό	noun	αιτιατική ενικού του παρεμβατισμός
παρεμβατισμός	noun	η κρατική παρέμβαση στις οικονομικές διαδικασίες των ιδιωτών, στην αγορά, στην ιδιωτική οικονομία, με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συμφέροντος
παρεμβατισμών	noun	γενική πληθυντικού του παρεμβατισμός
παρεμβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέμβλημα
παρεμβλήματος	=	παρέμβλημα
παρεμβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλομαι
παρεμβλημάτων	=	παρέμβλημα
παρεμβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμβολή
παρεμβολή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρεμβάλλω
παρεμβολής	=	παρεμβολή
παρεμβολών	=	παρεμβολή
παρεμβυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρέμβυσμα
παρεμβύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρέμβυσμα
παρεμβύσματος	noun	γενική ενικού του παρέμβυσμα
παρεμπίπτω	verb	παρεμβάλλομαι ανάμεσα σε
παρεμπιπτόντως	adv	κατά παρέμβαση στο κυρίως θέμα, σαν σε παρένθεση, εκτός θέματος, συμπτωματικά, παρενθετικά, όχι προγραμματισμένα, τυχαία
παρεμποδίζαμε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζαν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζανε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζατε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζει	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζεις	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζεσαι	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζεστε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζεται	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζετε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζομαι	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζομε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζονται	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζονταν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίζουμε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζουν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζουνε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίζω	verb	δημιουργώ ή παρεμβάλλω εμπόδιο σε κάτι (δι' έργου, ή λόγου, ή αξίωσης)
παρεμποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίσαν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίσανε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμπόδιση
παρεμποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρεμπόδιση
παρεμποδίσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρεμπόδιση
παρεμποδίσομε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίσου	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίσουνε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμποδιζόμασταν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόμαστε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόμουν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόμουνα	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόντουσαν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόσασταν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόσαστε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόσουν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόσουνα	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζόταν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιζότανε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμποδισμένο
παρεμποδισμένε	verb	κλητική ενικού του παρεμποδισμένος
παρεμποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμποδισμένη
παρεμποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεμποδισμένος
παρεμποδισμένης	verb	γενική ενικού του παρεμποδισμένη
παρεμποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρεμποδισμένος
παρεμποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεμποδισμένος
παρεμποδισμένος	=	παρεμποδίζω
παρεμποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεμποδισμένος
παρεμποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρεμποδισμένος
παρεμποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεμποδισμένος
παρεμποδιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστήκαν	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιστήκανε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστικά	adv	με παρεμποδιστικό τρόπο, παρεμποδίζοντας
παρεμποδιστικέ	adj	κλητική ενικού του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμποδιστική
παρεμποδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστικής	adj	γενική ενικού του παρεμποδιστική
παρεμποδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστικού	adj	γενική ενικού του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστικός	adj	που παρεμποδίζει
παρεμποδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεμποδιστικός
παρεμποδιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμποδιστούνε	=	παρεμποδίζω
παρεμποδιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζομαι
παρεμπορίου	=	παρεμπόριο
παρεμπορίων	=	παρεμπόριο
παρεμπρός	adv	πιο μπροστά
παρεμπόδιζα	=	παρεμποδίζω
παρεμπόδιζαν	=	παρεμποδίζω
παρεμπόδιζε	=	παρεμποδίζω
παρεμπόδιζες	=	παρεμποδίζω
παρεμπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμποδίζω
παρεμπόδιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμποδίζω
παρεμπόδισης	noun	γενική ενικού του παρεμπόδιση
παρεμπόδισις	noun	παρεμπόδιση
παρεμπόρια	=	παρεμπόριο
παρεμπόριο	noun	άλλη μορφή του παραεμπόριο
παρεμπόριου	=	παρεμπόριο
παρεμπόριων	=	παρεμπόριο
παρεμφάσεις	=	παρέμφαση
παρεμφάσεων	=	παρέμφαση
παρεμφαίνω	verb|archaic	υποδηλώνω, φανερώνω
παρεμφατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμφατικό
παρεμφατικέ	adj	κλητική ενικού του παρεμφατικός
παρεμφατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεμφατική
παρεμφατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεμφατικός
παρεμφατικής	adj	γενική ενικού του παρεμφατική
παρεμφατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεμφατικός
παρεμφατικού	adj	γενική ενικού του παρεμφατικός
παρεμφατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεμφατικός
παρεμφατικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεμφατικός
παρεμφατικός	adj	που παρεμφαίνει
παρεμφατικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεμφατικός
παρεμφερές	=	παρεμφερής
παρεμφερή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του παρεμφερής
παρεμφερής	adj	σχεδόν όμοιος, που μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με κάποιον άλλον
παρεμφερείς	=	παρεμφερής
παρεμφερούς	=	παρεμφερής
παρεμφερών	=	παρεμφερής
παρεμφερώς	adv|archaic	με παρεμφερή τρόπο
παρενέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρενέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρενέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρενέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβάλλω
παρενέβη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρενέβην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρενέβης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρενέβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεμβαίνω
παρενέργεια	noun	πρόσθετη ανεπιθύμητη επίδραση φαρμακευτικής ουσίας ή σκευάσματος στον οργανισμό ατόμων όταν το χρησιμοποιούν
παρενέργειας	=	παρενέργεια
παρενέργειες	=	παρενέργεια
παρενδυσία	noun	η προτίμηση (ανδρών) στην ένδυση με ρούχα του άλλου φύλου, ως σεξουαλική απόκλιση
παρενδυσίας	noun	άνδρας που ντύνεται γυναικεία, κατά σεξουαλική απόκλιση
παρενδυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενδυσία
παρενδυσιών	noun	γενική πληθυντικού του παρενδυσία
παρενδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενδυτικό
παρενδυτικέ	adj	κλητική ενικού του παρενδυτικός
παρενδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενδυτική
παρενδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρενδυτικός
παρενδυτικής	adj	γενική ενικού του παρενδυτική
παρενδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρενδυτικός
παρενδυτικού	adj	γενική ενικού του παρενδυτικός
παρενδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρενδυτικός
παρενδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του παρενδυτικός
παρενδυτικός	adj	που αναφέρεται στην παρενδυσία
παρενδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του παρενδυτικός
παρενείρω	verb	παρενθέτω, παρεμβάλλω
παρενεργειών	=	παρενέργεια
παρενθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρένθεση
παρενθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρένθεση
παρενθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρένθεση
παρενθέτω	verb	παρεμβάλλω
παρενθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενθετικό	adv	εντός παρενθέσεων, σε παρενθετικό σημείο, με παρενθετικό τρόπο
παρενθετικέ	adj	κλητική ενικού του παρενθετικός
παρενθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενθετική
παρενθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρενθετικός
παρενθετικής	adj	γενική ενικού του παρενθετική
παρενθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρενθετικός
παρενθετικού	adj	γενική ενικού του παρενθετικός
παρενθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρενθετικός
παρενθετικό	adj	αιτιατική ενικού του παρενθετικός
παρενθετικός	adj	που έχει σχέση με παρένθεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή βρίσκεται εντός παρενθέσεων
παρενθετικών	adj	γενική πληθυντικού του παρενθετικός
παρενθετικώς	adv|dated	παρενθετικά
παρενιαυτοφορία	noun	το φαινόμενο όπου ενώ το δέντρο βρίσκεται σε πλήρη καρποφορία (βεντέμα) και παράγει ικανοποιητικά, την επόμενη χρονιά παρατηρείται απότομα πτώση της παραγωγής που δεν οφείλεται σε παθολογικά ή σε κλιματολογικά αίτια, λόγω κατανάλωσης σε μεγάλο ποσοστό των θρεπτικών αποθεμάτων
παρενιαυτοφορίας	=	παρενιαυτοφορία
παρενιαυτοφορίες	=	παρενιαυτοφορία
παρενιαυτοφοριών	=	παρενιαυτοφορία
παρεννοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεννοημένο
παρεννοημένε	verb	κλητική ενικού του παρεννοημένος
παρεννοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεννοημένη
παρεννοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεννοημένος
παρεννοημένης	verb	γενική ενικού του παρεννοημένη
παρεννοημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρεννοημένος
παρεννοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεννοημένος
παρεννοημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παρεννοώ / παρανοώ
παρεννοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεννοημένος
παρεννοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρεννοημένος
παρεννοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεννοημένος
παρεννοώ	verb|formal	άλλη μορφή του παρανοώ
παρεννοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρεννοώ
παρενοχλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήσαν	=	παρενοχλώ
παρενοχλήσανε	=	παρενοχλώ
παρενοχλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενόχληση
παρενοχλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρενόχληση
παρενοχλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρενόχληση
παρενοχλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενοχλεί	=	παρενοχλώ
παρενοχλείς	=	παρενοχλώ
παρενοχλείτε	=	παρενοχλώ
παρενοχληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρενοχλούμαι
παρενοχλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενοχλημένο
παρενοχλημένε	verb	κλητική ενικού του παρενοχλημένος
παρενοχλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενοχλημένη
παρενοχλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρενοχλημένος
παρενοχλημένης	verb	γενική ενικού του παρενοχλημένη
παρενοχλημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρενοχλημένος
παρενοχλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρενοχλημένος
παρενοχλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρενοχλημένος
παρενοχλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρενοχλημένος
παρενοχλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρενοχλημένος
παρενοχλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενοχλητικό
παρενοχλητικέ	adj	κλητική ενικού του παρενοχλητικός
παρενοχλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρενοχλητική
παρενοχλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρενοχλητικός
παρενοχλητικής	adj	γενική ενικού του παρενοχλητική
παρενοχλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρενοχλητικός
παρενοχλητικού	adj	γενική ενικού του παρενοχλητικός
παρενοχλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρενοχλητικός
παρενοχλητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρενοχλητικός
παρενοχλητικός	adj	που κάνει ή δημιουργεί παρενοχλήσεις
παρενοχλητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρενοχλητικός
παρενοχλούμε	=	παρενοχλώ
παρενοχλούν	=	παρενοχλώ
παρενοχλούνε	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσα	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσαμε	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσαν	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσανε	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσατε	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσε	=	παρενοχλώ
παρενοχλούσες	=	παρενοχλώ
παρενοχλώ	verb	υποβάλλω κάποιον σε μικρές, αλλά επαναλαμβανόμενες, επιθέσεις
παρενοχλώντας	=	παρενοχλώ
παρεντίθεμαι	verb|formal	παρεμβάλλομαι
παρεντερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεντερικό
παρεντερικέ	adj	κλητική ενικού του παρεντερικός
παρεντερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεντερική
παρεντερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεντερικός
παρεντερικής	adj	γενική ενικού του παρεντερική
παρεντερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεντερικός
παρεντερικού	adj	γενική ενικού του παρεντερικός
παρεντερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεντερικός
παρεντερικό	adj	αιτιατική ενικού του παρεντερικός
παρεντερικός	adj	που δεν λαμβάνεται μέσω της πεπτικής διαδικασίας των εντέρων αλλά δίνεται ενέσιμα
παρεντερικών	adj	γενική πληθυντικού του παρεντερικός
παρενόχλει	=	παρενοχλώ
παρενόχλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενόχλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενόχλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενόχλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρενοχλώ
παρενόχληση	noun	η υποβολή κάποιου σε μικρές, αλλά επαναλαμβανόμενες, επιθέσεις
παρενόχλησης	noun	γενική ενικού του παρενόχληση
παρεξέκλινα	=	παρεκκλίνω
παρεξέτεινα	=	παρεκτείνω
παρεξήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξήγηση	noun	η λανθασμένη ερμηνεία των λόγων και των πράξεων ενός ανθρώπου και η απόδοση σε αυτόν κακών προθέσεων
παρεξήγησης	noun	γενική ενικού του παρεξήγηση
παρεξετράπην	=	παρεκτράπηκα
παρεξετράπησαν	=	παρεκτράπηκαν
παρεξηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσαν	=	παρεξηγώ
παρεξηγήσανε	=	παρεξηγώ
παρεξηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξήγηση
παρεξηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρεξήγηση
παρεξηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρεξήγηση
παρεξηγήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρεξηγήσιμος	adv	έχοντας παρεξηγήσει
παρεξηγήσιμε	adj	κλητική ενικού του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγήσιμη
παρεξηγήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσιμης	adj	γενική ενικού του παρεξηγήσιμη
παρεξηγήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσιμος	adj	που μπορεί να παρεξηγηθεί
παρεξηγήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεξηγήσιμος
παρεξηγήσου	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσουνε	=	παρεξηγώ
παρεξηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγώ
παρεξηγεί	=	παρεξηγώ
παρεξηγείς	=	παρεξηγώ
παρεξηγείτε	=	παρεξηγώ
παρεξηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθήκαν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγηθήκανε	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγηθούνε	=	παρεξηγώ
παρεξηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρεξηγούμαι
παρεξηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγημένο
παρεξηγημένε	verb	κλητική ενικού του παρεξηγημένος
παρεξηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγημένη
παρεξηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεξηγημένος
παρεξηγημένης	verb	γενική ενικού του παρεξηγημένη
παρεξηγημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παρεξηγημένος
παρεξηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγημένος
παρεξηγημένος	verb	που έχει παρερμηνευθεί, εκληφθεί ως κάτι διαφορετικό, συνήθως χειρότερο
παρεξηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεξηγημένος
παρεξηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρεξηγημένος
παρεξηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεξηγημένος
παρεξηγησιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεξηγησιάρης
παρεξηγησιάρας	adj	γενική ενικού του παρεξηγησιάρα
παρεξηγησιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγησιάρα
παρεξηγησιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρεξηγησιάρης
παρεξηγησιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγησιάρης
παρεξηγησιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του παρεξηγησιάρης
παρεξηγησιάρης	adj	που έχει την τάση να παρεξηγείται εύκολα
παρεξηγησιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγησιάρικο
παρεξηγησιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρεξηγησιάρης
παρεξηγησιάρικου	adj	γενική ενικού του παρεξηγησιάρικο
παρεξηγησιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του παρεξηγησιάρικο
παρεξηγιάρα	noun	θηλυκό του παρεξηγιάρης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεξηγιάρης
παρεξηγιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεξηγιάρης
παρεξηγιάρης	noun	αυτός που (εύκολα) παρεξηγιέται	adj	που παρεξηγείται με το παραμικρό
παρεξηγιάρικο	=	παρεξηγιάρης
παρεξηγιέμαι	verb	αισθάνομαι προσβεβλημένος, δυσαρεστημένος και (ίσως) θυμωμένος
παρεξηγιέσαι	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιέστε	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιέται	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιούνται	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιούνταν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόμασταν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόμαστε	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόμουν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόμουνα	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόνται	=	παρεξηγώ
παρεξηγιόνταν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόντανε	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόντουσαν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόσασταν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόσαστε	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόσουν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόσουνα	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιόταν	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγιότανε	=	παρεξηγιέμαι
παρεξηγούμαι	verb	θίγομαι, ενοχλούμαι από τα σχόλια κάποιου
παρεξηγούμασταν	=	παρεξηγώ
παρεξηγούμε	=	παρεξηγώ
παρεξηγούμενος	=	παρεξηγώ
παρεξηγούν	=	παρεξηγώ
παρεξηγούνε	=	παρεξηγώ
παρεξηγούνταν	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσα	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσαμε	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσαν	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσανε	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσατε	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσε	=	παρεξηγώ
παρεξηγούσες	=	παρεξηγώ
παρεξηγώ	verb	ερμηνεύω λανθασμένα
παρεξηγώντας	=	παρεξηγώ
παρεοκρατία	noun	ανεπίσημο σύστημα διοίκησης στο οποίο επικρατούν μέλη μιας παρέας
παρεοκρατίας	noun	γενική ενικού του παρεοκρατία
παρεοκρατίες	=	παρεοκρατία
παρεοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του παρεοκρατία
παρεούλα	noun	υποκοριστικό του παρέα
παρεούλας	=	παρεούλα
παρεούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεούλα
παρεπίδημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεπίδημο
παρεπίδημε	adj	κλητική ενικού του παρεπίδημος
παρεπίδημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεπίδημη
παρεπίδημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεπίδημος
παρεπίδημης	adj	γενική ενικού του παρεπίδημη
παρεπίδημο	adj	αιτιατική ενικού του παρεπίδημος
παρεπίδημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεπίδημος
παρεπίδημος	adj	ξένος
παρεπίδημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεπίδημος
παρεπίδημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεπίδημος
παρεπίδημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεπίδημος
παρεπίτροπε	=	παρεπίτροπος
παρεπίτροπο	=	παρεπίτροπος
παρεπίτροποι	=	παρεπίτροπος
παρεπίτροπος	noun|dated	αναπληρωτής ή δευτερεύων επίτροπος ανηλίκου
παρεπιδήμει	=	παρεπιδημώ
παρεπιδήμησα	=	παρεπιδημώ
παρεπιδήμησαν	=	παρεπιδημώ
παρεπιδήμησε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδήμησες	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημήσαμε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημήσαν	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημήσανε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημήσατε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημήσει	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημήστε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημία	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παρεπιδημώ
παρεπιδημίας	noun	γενική ενικού του παρεπιδημία
παρεπιδημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεπιδημία
παρεπιδημεί	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημείς	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημείτε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημιών	noun	γενική πληθυντικού του παρεπιδημία
παρεπιδημούμε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούν	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούνε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεπιδημών
παρεπιδημούσα	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούσαμε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούσαν	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούσανε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούσατε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούσε	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημούσες	=	παρεπιδημώ
παρεπιδημώ	verb|formal	μένω προσωρινά σε κάποιο τόπο, άλλον απ’ αυτόν της μόνιμης κατοικίας μου, είμαι περαστικός από κάποιο μέρος
παρεπιδημών	adj	που παρεπιδημεί
παρεπιδημώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρεπιδημώ
παρεπιτρόπου	=	παρεπίτροπος
παρεπιτρόπους	=	παρεπίτροπος
παρεπιτρόπων	=	παρεπίτροπος
παρεπομένου	noun	γενική ενικού του παρεπόμενο
παρεπομένων	noun	γενική πληθυντικού του παρεπόμενο
παρεπόμενα	noun	τα γνωρίσματα ενός ρηματικού ή ονοματικού τύπου όπως έγκλιση, πτώση κ.λπ.
παρεπόμενε	=	παρεπόμενος
παρεπόμενες	=	παρεπόμενος
παρεπόμενη	=	παρεπόμενος
παρεπόμενης	=	παρεπόμενος
παρεπόμενο	noun|formal	η συνέπεια, το αποτέλεσμα (συνήθως στον πληθυντικό)	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρεπόμενος
παρεπόμενοι	=	παρεπόμενος
παρεπόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος παρέπομαι: επακόλουθος
παρεπόμενου	noun	γενική ενικού του παρεπόμενο
παρεπόμενους	=	παρεπόμενος
παρεπόμενων	noun	γενική πληθυντικού του παρεπόμενο
παρερμήνευα	=	παρερμηνεύω
παρερμήνευαν	=	παρερμηνεύω
παρερμήνευε	=	παρερμηνεύω
παρερμήνευες	=	παρερμηνεύω
παρερμήνευμα	noun	το αποτέλεσμα του παρερμηνεύω
παρερμήνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμήνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμήνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμήνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμήνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρερμηνεύω
παρερμήνευσης	=	παρερμήνευση
παρερμήνευσις	noun	παρερμήνευση
παρερμηνεία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρερμηνεύω
παρερμηνείας	noun	γενική ενικού του παρερμηνεία
παρερμηνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρερμηνεία
παρερμηνειών	noun	γενική πληθυντικού του παρερμηνεία
παρερμηνευθήκαμε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθήκαν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθήκανε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθήκατε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθεί	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθείς	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθείτε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθούμε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθούν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθούνε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευθώ	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευμάτων	=	παρερμήνευμα
παρερμηνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρερμηνευμένο
παρερμηνευμένε	verb	κλητική ενικού του παρερμηνευμένος
παρερμηνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρερμηνευμένη
παρερμηνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρερμηνευμένος
παρερμηνευμένης	verb	γενική ενικού του παρερμηνευμένη
παρερμηνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρερμηνευμένος
παρερμηνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρερμηνευμένος
παρερμηνευμένος	verb	που έχει παρερμηνεητεί
παρερμηνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρερμηνευμένος
παρερμηνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρερμηνευμένος
παρερμηνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρερμηνευμένος
παρερμηνευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρερμηνευτής
παρερμηνευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρερμηνευτής
παρερμηνευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτήκαν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευτήκανε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτής	noun	αυτός που παρερμηνεύει
παρερμηνευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτικά	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικέ	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικές	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτική	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικής	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικοί	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικοτήτων	=	παρερμηνευτικότητα
παρερμηνευτικού	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικούς	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικό	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικός	adj|formal	που συμβάλλει στην παρερμήνευση / παρερμηνεία
παρερμηνευτικότητα	noun	η ιδιότητα του παρερμηνευτικού, που οδηγεί σε παρερμηνεία
παρερμηνευτικότητας	=	παρερμηνευτικότητα
παρερμηνευτικότητες	=	παρερμηνευτικότητα
παρερμηνευτικών	=	παρερμηνευτικός
παρερμηνευτικώς	adv|formal	με παρερμηνευτικό τρόπο, παρεμηνεύοντας
παρερμηνευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτούνε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευτριών	=	παρερμηνεύτρια
παρερμηνευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνευτών	noun	γενική πληθυντικού του παρερμηνευτής
παρερμηνευόμασταν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόμαστε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόμενος	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόμουν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόμουνα	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόντουσαν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόσασταν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόσαστε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόσουν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόσουνα	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευόταν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνευότανε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύαμε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύαν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύανε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύατε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύει	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύεις	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύεσαι	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύεστε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύεται	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύετε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύθηκα	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύθηκαν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύθηκε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύθηκες	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύματα	=	παρερμήνευμα
παρερμηνεύματος	=	παρερμήνευμα
παρερμηνεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύομε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύονται	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύονταν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύοντας	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύουμε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύουν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύουνε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσαν	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύσανε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρερμήνευση
παρερμηνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσεων	=	παρερμήνευση
παρερμηνεύσιμα	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμε	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμες	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμη	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμης	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμο	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμοι	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να παρερμηνευθεί
παρερμηνεύσιμου	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμους	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσιμων	=	παρερμηνεύσιμος
παρερμηνεύσομε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύσου	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσουνε	=	παρερμηνεύω
παρερμηνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύω
παρερμηνεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρερμηνεύομαι
παρερμηνεύτρια	noun	θηλυκό του παρερμηνευτής
παρερμηνεύτριας	=	παρερμηνεύτρια
παρερμηνεύτριες	=	παρερμηνεύτρια
παρερμηνεύω	verb	ερμηνεύω κάτι με λανθασμένο τρόπο, καταλήγοντας έτσι σε λανθασμένα συμπεράσματα
παρερχόμασταν	=	παρέρχομαι
παρερχόμαστε	=	παρέρχομαι
παρερχόμουν	=	παρέρχομαι
παρερχόσασταν	=	παρέρχομαι
παρερχόσουν	=	παρέρχομαι
παρερχόταν	=	παρέρχομαι
παρεστιγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεστιγμένο
παρεστιγμένε	adj	κλητική ενικού του παρεστιγμένος
παρεστιγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεστιγμένη
παρεστιγμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεστιγμένος
παρεστιγμένης	adj	γενική ενικού του παρεστιγμένη
παρεστιγμένο	adj	αιτιατική ενικού του παρεστιγμένος
παρεστιγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεστιγμένος
παρεστιγμένος	verb	αυξημένος κατά το μισό της αξίας του
παρεστιγμένου	verb	γενική ενικού του παρεστιγμένος
παρεστιγμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρεστιγμένος
παρεστιγμένων	adj	γενική πληθυντικού του παρεστιγμένος
παρετυμολογήθηκα	=	παρετυμολογούμαι
παρετυμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσαν	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογήσανε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρετυμολόγηση
παρετυμολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρετυμολόγηση
παρετυμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογία	noun	η λανθασμένη ετυμολογία μιας λέξης που βασίζεται σε συμπτωματικές ομοιότητες και όχι σε επιστημονική ανάλυση
παρετυμολογίας	noun	γενική ενικού του παρετυμολογία
παρετυμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρετυμολογία
παρετυμολογεί	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογείς	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογείτε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρετυμολογημένο
παρετυμολογημένε	verb	κλητική ενικού του παρετυμολογημένος
παρετυμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρετυμολογημένη
παρετυμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρετυμολογημένος
παρετυμολογημένης	verb	γενική ενικού του παρετυμολογημένη
παρετυμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρετυμολογημένος
παρετυμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρετυμολογημένος
παρετυμολογημένος	=	παρετυμολογούμαι
παρετυμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρετυμολογημένος
παρετυμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρετυμολογημένος
παρετυμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρετυμολογημένος
παρετυμολογικά	adv	με τρόπο που εκφράζει λανθασμένη ετυμολογία μιας λέξης
παρετυμολογικέ	adj	κλητική ενικού του παρετυμολογικός
παρετυμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρετυμολογική
παρετυμολογική	=	παρετυμολογικός
παρετυμολογικής	adj	γενική ενικού του παρετυμολογική
παρετυμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρετυμολογικός
παρετυμολογικού	adj	γενική ενικού του παρετυμολογικός
παρετυμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρετυμολογικός
παρετυμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του παρετυμολογικός
παρετυμολογικός	adj	που εκφράζει λανθασμένη ετυμολογία μιας λέξης
παρετυμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του παρετυμολογικός
παρετυμολογικώς	adv	άλλη μορφή του παρετυμολογικά
παρετυμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του παρετυμολογία
παρετυμολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολογούμε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούν	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούνε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσα	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσαμε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσαν	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσανε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσατε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσε	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογούσες	=	παρετυμολογώ
παρετυμολογώ	verb	προτείνω κάποια λανθασμένη ετυμολογία για μια λέξη
παρετυμολογώντας	=	παρετυμολογώ
παρετυμολόγει	=	παρετυμολογώ
παρετυμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρετυμολογώ
παρετυμολόγηση	noun	η λανθασμένη ετυμολόγηση
παρετυμολόγησης	noun	γενική ενικού του παρετυμολόγηση
παρευθύς	adv|archaic	πάραυτα, κατ' ευθείαν, αμέσως
παρευξείνια	=	παρευξείνιος
παρευξείνιας	=	παρευξείνιος
παρευξείνιε	=	παρευξείνιος
παρευξείνιες	=	παρευξείνιος
παρευξείνιο	=	παρευξείνιος
παρευξείνιοι	=	παρευξείνιος
παρευξείνιος	adj	που βρίσκεται γύρω από τον Εύξεινο Πόντο ή κοντά σ’ αυτόν
παρευξείνιου	=	παρευξείνιος
παρευξείνιους	=	παρευξείνιος
παρευξείνιων	=	παρευξείνιος
παρευρέθη	=	παρευρίσκομαι
παρευρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεύρεση
παρευρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρεύρεση
παρευρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρεύρεση
παρευρέσου	=	παρευρίσκομαι
παρευρίσκεσαι	=	παρευρίσκομαι
παρευρίσκεστε	=	παρευρίσκομαι
παρευρίσκεται	=	παρευρίσκομαι
παρευρίσκομαι	verb	βρίσκομαι κάπου μαζί με άλλους, συνήθως σε εκδήλωση όπου όλοι έχουν κοινό στόχο ή ενδιαφέρον (όχι σε απλή τυχαία συγκέντρωση ατόμων π.χ. σε πλατεία).
παρευρίσκονται	=	παρευρίσκομαι
παρευρίσκονταν	=	παρευρίσκομαι
παρευρεθέν	=	παρευρεθείς
παρευρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρεθήκαν	=	παρευρίσκομαι
παρευρεθήκανε	=	παρευρίσκομαι
παρευρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρεθείς	verb|formal	μετοχή αορίστου του μεσοπαθητικού ρήματος παρευρίσκομαι: που παραβρέθηκε
παρευρεθείσα	=	παρευρεθείς
παρευρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρευρίσκομαι
παρευρισκομένη	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκομένου	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκομένους	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκομένων	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμασταν	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμαστε	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενα	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενε	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενες	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενη	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενης	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενο	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενοι	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενος	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενου	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενους	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμενων	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμουν	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόμουνα	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόντουσαν	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόσασταν	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόσαστε	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόσουν	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόσουνα	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκόταν	=	παρευρίσκομαι
παρευρισκότανε	=	παρευρίσκομαι
παρεχόμασταν	=	παρέχω
παρεχόμαστε	=	παρέχω
παρεχόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεχόμενο
παρεχόμενε	verb	κλητική ενικού του παρεχόμενος
παρεχόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρεχόμενη
παρεχόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρεχόμενος
παρεχόμενης	verb	γενική ενικού του παρεχόμενη
παρεχόμενο	verb	αιτιατική ενικού του παρεχόμενος
παρεχόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρεχόμενος
παρεχόμενος	verb	που παρέχεται, που δίνεται, χορηγείται
παρεχόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρεχόμενος
παρεχόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρεχόμενος
παρεχόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρεχόμενος
παρεχόμουν	=	παρέχω
παρεχόμουνα	=	παρέχω
παρεχόντουσαν	=	παρέχω
παρεχόσασταν	=	παρέχω
παρεχόσαστε	=	παρέχω
παρεχόσουν	=	παρέχω
παρεχόσουνα	=	παρέχω
παρεχόταν	=	παρέχω
παρεχότανε	=	παρέχω
παρεό	noun	είδος γυναικείου, κυρίως, ενδύματος που αποτελείται από ένα κομμάτι ύφασμα και τυλίγεται γύρω από το σώμα
παρεύρεση	noun	το να παρευρίσκεσαι
παρεύρεσης	noun	γενική ενικού του παρεύρεση
παρεών	=	παρέα
παρηγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγω
παρηγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παράγω
παρηγοράγανε	=	παρηγορώ
παρηγοράν	=	παρηγορώ
παρηγοράω	=	παρηγορώ
παρηγορήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσαν	=	παρηγορώ
παρηγορήσανε	=	παρηγορώ
παρηγορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγόρηση
παρηγορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσεων	=	παρηγόρηση
παρηγορήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσουνε	=	παρηγορώ
παρηγορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγορήτρα	=	παρηγορητής
παρηγορήτρια	noun	θηλυκό του παρηγορητής
παρηγορήτριας	noun	γενική ενικού του παρηγορήτρια
παρηγορήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγορήτρια
παρηγορία	noun|formal	άλλη μορφή του παρηγοριά
παρηγορίαι	=	παρηγοριές
παρηγορίας	noun	γενική ενικού του παρηγορία
παρηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγορία
παρηγορείσαι	=	παρηγορούμαι
παρηγορείστε	=	παρηγορούμαι
παρηγορείται	=	παρηγορούμαι
παρηγορηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθήκαν	=	παρηγοριέμαι
παρηγορηθήκανε	=	παρηγοριέμαι
παρηγορηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορηθούνε	=	παρηγορώ
παρηγορηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρηγοριέμαι
παρηγορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγορημένο
παρηγορημένε	verb	κλητική ενικού του παρηγορημένος
παρηγορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγορημένη
παρηγορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρηγορημένος
παρηγορημένης	verb	γενική ενικού του παρηγορημένη
παρηγορημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρηγορημένος
παρηγορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρηγορημένος
παρηγορημένος	=	παρηγοριέμαι
παρηγορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρηγορημένος
παρηγορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρηγορημένος
παρηγορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρηγορημένος
παρηγορητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγορητής
παρηγορητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρηγορητής
παρηγορητής	noun	αυτός που παρηγορεί
παρηγορητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρηγορητικός	adv	με παρηγορητικό τρόπο
παρηγορητικέ	adj	κλητική ενικού του παρηγορητικός
παρηγορητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγορητική
παρηγορητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρηγορητικός
παρηγορητικής	adj	γενική ενικού του παρηγορητική
παρηγορητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρηγορητικός
παρηγορητικού	adj	γενική ενικού του παρηγορητικός
παρηγορητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρηγορητικός
παρηγορητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρηγορητικός
παρηγορητικός	adj	που έχει σχέση με παρηγόρηση ή παρηγοριά, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρηγορητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρηγορητικός
παρηγορητριών	noun	γενική πληθυντικού του παρηγορήτρια
παρηγορητών	noun	γενική πληθυντικού του παρηγορητής
παρηγοριά	noun	η απαλλαγή, η ανακούφιση από μια θλίψη, πόνο, κλπ.
παρηγοριάς	noun	γενική ενικού του παρηγοριά
παρηγοριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρηγορώ
παρηγοριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγοριά
παρηγοριέσαι	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριέστε	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριέται	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριούνται	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριούνταν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόμασταν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόμαστε	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόμουν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόμουνα	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόνταν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόντανε	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόντουσαν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόσασταν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόσαστε	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόσουν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόσουνα	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριόταν	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριότανε	=	παρηγοριέμαι
παρηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του παρηγορία
παρηγορούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρηγορώ
παρηγορούμασταν	=	παρηγορούμαι
παρηγορούμαστε	=	παρηγορούμαι
παρηγορούμε	=	παρηγορώ
παρηγορούμενος	=	παρηγορώ
παρηγορούμουν	=	παρηγορούμαι
παρηγορούνται	=	παρηγορούμαι
παρηγορούνταν	=	παρηγορούμαι
παρηγορούσασταν	=	παρηγορούμαι
παρηγορούσαστε	=	παρηγορούμαι
παρηγορούσουν	=	παρηγορούμαι
παρηγορώ	verb	μειώνω τη θλίψη ή τον ψυχικό πόνο κάποιου προσώπου, κάνοντας ή λέγοντας ό,τι θα μπορούσε να του δώσει κουράγιο, θάρρος ή κάποια αίσθηση ασφάλειας
παρηγορώντας	=	παρηγορώ
παρηγόρα	=	παρηγορώ
παρηγόραγε	=	παρηγορώ
παρηγόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρηγορώ
παρηγόρηση	noun|formal	άλλη μορφή του παρηγοριά, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρηγορώ
παρηγόρησης	=	παρηγόρηση
παρηγόρια	noun|vulgar	η παρηγοριά
παρηγόριας	noun	γενική ενικού του παρηγόρια
παρηγόριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηγόρια
παρηκμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηκμασμένο
παρηκμασμένε	verb	κλητική ενικού του παρηκμασμένος
παρηκμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηκμασμένη
παρηκμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρηκμασμένος
παρηκμασμένης	verb	γενική ενικού του παρηκμασμένη
παρηκμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρηκμασμένος
παρηκμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρηκμασμένος
παρηκμασμένος	verb	που έχει παρακμάσει, έχει αρχίσει με τη μεταφορική έννοια να αποσυντίθεται, που παρουσιάζει σημεία παρακμής
παρηκμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρηκμασμένος
παρηκμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρηκμασμένος
παρηκμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρηκμασμένος
παρηκοΐα	noun|archaic	το να είναι κάποιος παρήκοος, η ιδιότητα του παρήκοου
παρηκοΐας	=	παρηκοΐα
παρηκοΐες	=	παρηκοΐα
παρηκοϊών	=	παρηκοΐα
παρηχήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρήχηση
παρηχήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρήχηση
παρηχήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρήχηση
παρηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηχητικό
παρηχητικέ	adj	κλητική ενικού του παρηχητικός
παρηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρηχητική
παρηχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρηχητικός
παρηχητικής	adj	γενική ενικού του παρηχητική
παρηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρηχητικός
παρηχητικού	adj	γενική ενικού του παρηχητικός
παρηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρηχητικός
παρηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρηχητικός
παρηχητικός	adj	που έχει σχέση με την παρήχηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρηχητικός
παρθένα	noun	γυναίκα με ακέραιο τον παρθενικό υμένα
παρθένας	noun	γενική ενικού του παρθένα
παρθένε	=	παρθένος
παρθένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθένα
παρθένια	=	παρθένιο
παρθένιο	noun	συνώνυμο του βίρτζιναλ: αγγλικό αναγεννησιακό πληκτροφόρο μουσικό όργανο, παρόμοιο με το τσέμπαλο
παρθένιου	=	παρθένιο
παρθένιων	=	παρθένιο
παρθένο	=	παρθένος
παρθένοι	=	παρθένος
παρθένος	noun	άτομο που δεν έχει έλθει σε συνουσία	adj	που βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, ανέγγιχτος από τον άνθρωπο
παρθένου	=	παρθένος
παρθένους	=	παρθένος
παρθένων	noun	γενική πληθυντικού του παρθένα	adj	γενική πληθυντικού του παρθένος
παρθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθήκαν	=	παίρνω
παρθήκανε	=	παίρνω
παρθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθενία	noun	το να είναι κανείς παρθένος, να μην έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή, η παρθενιά
παρθενίας	=	παρθενία
παρθενίες	=	παρθενία
παρθενίου	=	παρθένιο
παρθενίων	=	παρθένιο
παρθεναγωγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθεναγωγείο
παρθεναγωγείο	noun|dated	σχολείο στο οποίο φοιτούν μαθήτριες
παρθεναγωγείου	noun	γενική ενικού του παρθεναγωγείο
παρθεναγωγείων	noun	γενική πληθυντικού του παρθεναγωγείο
παρθεναγωγεῖον	noun	παρθεναγωγείο
παρθενιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του παρθενία
παρθενιάς	noun	γενική ενικού του παρθενιά
παρθενιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενιά
παρθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενικό
παρθενικέ	adj	κλητική ενικού του παρθενικός
παρθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενική
παρθενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρθενικός
παρθενικής	adj	γενική ενικού του παρθενική
παρθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρθενικός
παρθενικοτήτων	=	παρθενικότητα
παρθενικού	adj	γενική ενικού του παρθενικός
παρθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρθενικός
παρθενικό	adj	αιτιατική ενικού του παρθενικός
παρθενικός	adj	που έχει σχέση με παρθένο / παρθένα, ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτή
παρθενικότης	noun	η παρθενικότητα
παρθενικότητα	noun	το να είναι κανείς παρθενικός, η ιδιότητα του παρθενικού, του παρθένου
παρθενικότητας	noun	γενική ενικού του παρθενικότητα
παρθενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενικότητα
παρθενικών	adj	γενική πληθυντικού του παρθενικός
παρθενιών	=	παρθενιά
παρθενογένεια	noun|figurative	άλλη μορφή του παρθενογένεση
παρθενογένειας	=	παρθενογένεια
παρθενογένειες	=	παρθενογένεια
παρθενογένεση	noun	η γέννηση ή η δημιουργία κάποιου οργανισμού χωρίς τη συμμετοχή του αρσενικού στην αναπαραγωγική διαδικασία
παρθενογένεσης	noun	γενική ενικού του παρθενογένεση
παρθενογένεσις	noun	παρθενογένεση
παρθενογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενογένεση
παρθενογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρθενογένεση
παρθενογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρθενογένεση
παρθενογενειών	=	παρθενογένεια
παρθενογενεσία	noun|figurative	άλλη μορφή του παρθενογένεση
παρθενογενεσίας	=	παρθενογενεσία
παρθενογενεσίες	=	παρθενογενεσία
παρθενογενεσιών	=	παρθενογενεσία
παρθενογονία	noun|figurative	άλλη μορφή του παρθενογένεση
παρθενογονίας	noun	γενική ενικού του παρθενογονία
παρθενογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενογονία
παρθενογονιών	noun	γενική πληθυντικού του παρθενογονία
παρθενοκαρπία	noun	ανάπτυξη καρπού χωρίς γονιμοποίηση
παρθενοκαρπίας	=	παρθενοκαρπία
παρθενοκαρπίες	=	παρθενοκαρπία
παρθενοκαρπιών	=	παρθενοκαρπία
παρθενοπιπίτσα	noun	που επιδεικνύει υπερβολική, υποκριτική σεμνότητα
παρθενοπιπίτσας	=	παρθενοπιπίτσα
παρθενοπιπίτσες	=	παρθενοπιπίτσα
παρθενοραφές	=	παρθενοραφή
παρθενοραφή	noun	η υμενοπλαστική
παρθενοραφής	=	παρθενοραφή
παρθενοραφών	=	παρθενοραφή
παρθενορραφές	=	παρθενορραφή
παρθενορραφή	noun	η υμενοπλαστική
παρθενορραφής	=	παρθενορραφή
παρθενορραφών	=	παρθενορραφή
παρθενοφθορία	noun	στα μεσαιωνικά χρόνια
παρθενοφθορίας	=	παρθενοφθορία
παρθενοφθορίες	=	παρθενοφθορία
παρθενοφθοριών	=	παρθενοφθορία
παρθενοφοβία	noun	ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από παράλογο φόβο για τις παρθένες και, γενικότερα, τις κοπέλες και τις νεαρές γυναίκες
παρθενοφοβίας	=	παρθενοφοβία
παρθενοφοβίες	=	παρθενοφοβία
παρθενοφοβιών	=	παρθενοφοβία
παρθενωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενωπό	adv	με παρθενωπό τρόπο
παρθενωπέ	adj	κλητική ενικού του παρθενωπός
παρθενωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθενωπή
παρθενωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρθενωπός
παρθενωπής	adj	γενική ενικού του παρθενωπή
παρθενωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρθενωπός
παρθενωπού	adj	γενική ενικού του παρθενωπός
παρθενωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρθενωπός
παρθενωπό	adj	αιτιατική ενικού του παρθενωπός
παρθενωπός	adj|archaic	που μοιάζει (στην όψη) με παρθένο
παρθενωπών	adj	γενική πληθυντικού του παρθενωπός
παρθενών	=	παρθένα
παρθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθικό
παρθικέ	adj	κλητική ενικού του παρθικός
παρθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρθική
παρθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρθικός
παρθικής	adj	γενική ενικού του παρθική
παρθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρθικός
παρθικού	adj	γενική ενικού του παρθικός
παρθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρθικός
παρθικό	adj	αιτιατική ενικού του παρθικός
παρθικός	adj	από τους Πάρθους
παρθικών	adj	γενική πληθυντικού του παρθικός
παρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παρθούνε	=	παίρνω
παρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίρνομαι
παριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παριανός	adv	με παριανό τρόπο
παριανέ	adj	κλητική ενικού του παριανός
παριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παριανή
παριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παριανός
παριανής	adj	γενική ενικού του παριανή
παριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παριανός
παριανού	adj	γενική ενικού του παριανός
παριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παριανός
παριανό	adj	αιτιατική ενικού του παριανός
παριανός	adj	που σχετίζεται, ανήκει, κατοικεί, προέρχεται από την Πάρο
παριανών	adj	γενική πληθυντικού του παριανός
παριζάκι	noun	πάριζα σε μικρό μέγεθος
παριζάκια	=	παριζάκι
παριζιάνα	=	παριζιάνος
παριζιάνε	=	παριζιάνος
παριζιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παριζιάνικο
παριζιάνικε	adj	κλητική ενικού του παριζιάνικος
παριζιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παριζιάνικη
παριζιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παριζιάνικος
παριζιάνικης	adj	γενική ενικού του παριζιάνικη
παριζιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του παριζιάνικος
παριζιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παριζιάνικος
παριζιάνικος	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στο Παρίσι
παριζιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παριζιάνικος
παριζιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παριζιάνικος
παριζιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παριζιάνικος
παριζιάνο	=	παριζιάνος
παριζιάνοι	=	παριζιάνος
παριζιάνος	noun	ο Παριζιάνος
παριζιάνου	=	παριζιάνος
παριζιάνους	=	παριζιάνος
παριζιάνων	=	παριζιάνος
παριζών	=	πάριζα
παριλίσσια	=	παριλίσσιος
παριλίσσιας	=	παριλίσσιος
παριλίσσιε	=	παριλίσσιος
παριλίσσιες	=	παριλίσσιος
παριλίσσιο	=	παριλίσσιος
παριλίσσιοι	=	παριλίσσιος
παριλίσσιος	adj	που βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Ιλισσό
παριλίσσιου	=	παριλίσσιος
παριλίσσιους	=	παριλίσσιος
παριλίσσιων	=	παριλίσσιος
παρισινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρισινός	adv	με παρισινό τρόπο
παρισινέ	adj	κλητική ενικού του παρισινός
παρισινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρισινή
παρισινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρισινός
παρισινής	adj	γενική ενικού του παρισινή
παρισινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρισινός
παρισινού	adj	γενική ενικού του παρισινός
παρισινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρισινός
παρισινό	adj	αιτιατική ενικού του παρισινός
παρισινός	adj	που αφορά το Παρίσι
παρισινών	adj	γενική πληθυντικού του παρισινός
παριστάμεθα	=	παρίσταμαι
παριστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παριστάμενο
παριστάμενε	verb	κλητική ενικού του παριστάμενος
παριστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παριστάμενη
παριστάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παριστάμενος
παριστάμενης	verb	γενική ενικού του παριστάμενη
παριστάμενο	verb	αιτιατική ενικού του παριστάμενος
παριστάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παριστάμενος
παριστάμενος	verb	αυτός που παρίσταται κάπου, που είναι παρών σε ένα μέρος (πχ. σε μια συζήτηση)
παριστάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παριστάμενος
παριστάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παριστάμενος
παριστάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παριστάμενος
παριστάμην	=	παρίσταμαι
παριστάναμε	=	παριστάνω
παριστάναν	=	παριστάνω
παριστάνανε	=	παριστάνω
παριστάνατε	=	παριστάνω
παριστάνει	=	παριστάνω
παριστάνεις	=	παριστάνω
παριστάνεσαι	=	παριστάνω
παριστάνεστε	=	παριστάνω
παριστάνεται	=	παριστάνω
παριστάνετε	=	παριστάνω
παριστάνομαι	=	παριστάνω
παριστάνομε	=	παριστάνω
παριστάνονται	=	παριστάνω
παριστάνονταν	=	παριστάνω
παριστάνοντας	=	παριστάνω
παριστάνουμε	=	παριστάνω
παριστάνουν	=	παριστάνω
παριστάνουνε	=	παριστάνω
παριστάνω	verb	αποδίδω μία έννοια ή ένα αντικείμενο με ένα σχέδιο ή ένα γλυπτό
παριστίου	=	παρίστιο
παριστίων	=	παρίστιο
παριστανόμασταν	=	παριστάνω
παριστανόμαστε	=	παριστάνω
παριστανόμενος	=	παριστάνω
παριστανόμουν	=	παριστάνω
παριστανόμουνα	=	παριστάνω
παριστανόντουσαν	=	παριστάνω
παριστανόσασταν	=	παριστάνω
παριστανόσαστε	=	παριστάνω
παριστανόσουν	=	παριστάνω
παριστανόσουνα	=	παριστάνω
παριστανόταν	=	παριστάνω
παριστανότανε	=	παριστάνω
παριστώ	verb|formal	άλλη μορφή του παριστάνω
παριστώμαι	=	παριστώ
παριών	=	παρίας
παρκάκι	noun	υποκοριστικό του πάρκο
παρκάκια	=	παρκάκι
παρκάραμε	=	παρκάρω
παρκάραν	=	παρκάρω
παρκάρανε	=	παρκάρω
παρκάρατε	=	παρκάρω
παρκάρει	=	παρκάρω
παρκάρεις	=	παρκάρω
παρκάρεσαι	=	παρκάρω
παρκάρεστε	=	παρκάρω
παρκάρεται	=	παρκάρω
παρκάρετε	=	παρκάρω
παρκάριζα	=	παρκάρω
παρκάριζαν	=	παρκάρω
παρκάριζε	=	παρκάρω
παρκάριζες	=	παρκάρω
παρκάρισα	=	παρκάρω
παρκάρισαν	=	παρκάρω
παρκάρισε	=	παρκάρω
παρκάρισες	=	παρκάρω
παρκάρισμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του παρκάρω
παρκάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρκάρω
παρκάρομε	=	παρκάρω
παρκάρονται	=	παρκάρω
παρκάρονταν	=	παρκάρω
παρκάροντας	=	παρκάρω
παρκάρου	=	παρκάρω
παρκάρουμε	=	παρκάρω
παρκάρουν	=	παρκάρω
παρκάρουνε	=	παρκάρω
παρκάρω	verb	σταθμεύω όχημα
παρκέ	noun	πάτωμα από λειασμένες σανίδες τυποποιημένων διαστάσεων
παρκέρνω	=	παρκάρω
παρκέτα	=	παρκέτο
παρκέτο	noun	άλλη μορφή του παρκέ
παρκέτου	=	παρκέτο
παρκέτων	=	παρκέτο
παρκαδόρε	=	παρκαδόρος
παρκαδόρο	=	παρκαδόρος
παρκαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρκαδόρος
παρκαδόρος	noun	ο οδηγός που γνωρίζει να παρκάρει οχήματα σε χώρους προσωρινής στάθμευσης
παρκαδόρου	=	παρκαδόρος
παρκαδόρους	=	παρκαδόρος
παρκαδόρων	=	παρκαδόρος
παρκαρίσαμε	=	παρκάρω
παρκαρίσαν	=	παρκάρω
παρκαρίσανε	=	παρκάρω
παρκαρίσατε	=	παρκάρω
παρκαρίσει	=	παρκάρω
παρκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκάρισμα
παρκαρίσματος	noun	γενική ενικού του παρκάρισμα
παρκαρίσου	=	παρκάρω
παρκαρίστε	=	παρκάρω
παρκαρίστηκα	=	παρκάρω
παρκαρίστηκαν	=	παρκάρω
παρκαρίστηκε	=	παρκάρω
παρκαρίστηκες	=	παρκάρω
παρκαριζόμασταν	=	παρκάρω
παρκαριζόμαστε	=	παρκάρω
παρκαριζόμουν	=	παρκάρω
παρκαριζόμουνα	=	παρκάρω
παρκαριζόντουσαν	=	παρκάρω
παρκαριζόσασταν	=	παρκάρω
παρκαριζόσαστε	=	παρκάρω
παρκαριζόσουν	=	παρκάρω
παρκαριζόσουνα	=	παρκάρω
παρκαριζόταν	=	παρκάρω
παρκαριζότανε	=	παρκάρω
παρκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρκάρισμα
παρκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκαρισμένο
παρκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του παρκαρισμένος
παρκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκαρισμένη
παρκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρκαρισμένος
παρκαρισμένης	verb	γενική ενικού του παρκαρισμένη
παρκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρκαρισμένος
παρκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρκαρισμένος
παρκαρισμένος	=	παρκάρω
παρκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρκαρισμένος
παρκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρκαρισμένος
παρκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρκαρισμένος
παρκαριστήκαμε	=	παρκάρω
παρκαριστήκαν	=	παρκάρω
παρκαριστήκανε	=	παρκάρω
παρκαριστήκατε	=	παρκάρω
παρκαριστεί	=	παρκάρω
παρκαριστείς	=	παρκάρω
παρκαριστείτε	=	παρκάρω
παρκαριστούμε	=	παρκάρω
παρκαριστούν	=	παρκάρω
παρκαριστούνε	=	παρκάρω
παρκαριστώ	=	παρκάρω
παρκαρόμασταν	=	παρκάρω
παρκαρόμαστε	=	παρκάρω
παρκαρόμουν	=	παρκάρω
παρκαρόμουνα	=	παρκάρω
παρκαρόντουσαν	=	παρκάρω
παρκαρόσασταν	=	παρκάρω
παρκαρόσαστε	=	παρκάρω
παρκαρόσουν	=	παρκάρω
παρκαρόσουνα	=	παρκάρω
παρκαρόταν	=	παρκάρω
παρκαρότανε	=	παρκάρω
παρκετάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρκετάρω
παρκετάρω	verb	αλείφω το παρκέ με παρκετίνη
παρκετέζα	noun	είδος σκούπας, κυρίως ηλεκτρικής, που είναι κατάλληλη για να γυαλίζει ξύλινα πατώματα
παρκετέζας	noun	γενική ενικού του παρκετέζα
παρκετέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκετέζα
παρκετίνες	=	παρκετίνη
παρκετίνη	noun	κρεμώδης ουσία που τη χρησιμοποιούν στο γυάλισμα παρκέ
παρκετίνης	=	παρκετίνη
παρκεταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκετάρισμα
παρκεταρίσματος	noun	γενική ενικού του παρκετάρισμα
παρκεταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρκετάρισμα
παρκεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκεταρισμένο
παρκεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του παρκεταρισμένος
παρκεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρκεταρισμένη
παρκεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρκεταρισμένος
παρκεταρισμένης	verb	γενική ενικού του παρκεταρισμένη
παρκεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρκεταρισμένος
παρκεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρκεταρισμένος
παρκεταρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παρκετάρω
παρκεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρκεταρισμένος
παρκεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρκεταρισμένος
παρκεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρκεταρισμένος
παρκετινών	=	παρκετίνη
παρκομέτρων	noun|formal	γενική πληθυντικού του παρκόμετρο
παρκούρ	noun	είδος εξτρέμ αθλήματος κατά το οποίο οι ασχολούμενοι διανύουν μια διαδρομή ξεπερνώντας οποιαδήποτε εμπόδια με φυσικό τρόπο, με τις σωματικές ικανότητες, χωρίς τη χρήση εργαλείων
παρκόμετρα	=	παρκόμετρο
παρκόμετρο	noun	συσκευή που τοποθετείται σε δημόσιες θέσεις στάθμευσης και περιέχει έναν κερματοδέκτη, για να πληρώσει ο οδηγός για τη θέση, καθώς και ένδειξη της ώρας
παρκόμετρον	noun	παρκόμετρο
παρκόμετρου	=	παρκόμετρο
παρκόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του παρκόμετρο
παρλάρω	verb	μιλώ, συνήθως γρήγορα ή ασταμάτητα, φλυαρώ
παρλάτα	noun	μονόλογος ενός ηθοποιού
παρλάτας	noun	γενική ενικού του παρλάτα
παρλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρλάτα
παρλαμά	=	παρλαμάς
παρλαμάδες	=	παρλαμάς
παρλαμάδων	=	παρλαμάς
παρλαμάς	noun	κοινοβούλιο
παρλαμέντα	=	παρλαμέντο
παρλαμέντο	noun|dated	ανώτατο γαλλικό δικαστήριο (13ος—18ος αιώνας)
παρλαμέντου	=	παρλαμέντο
παρλαμέντων	=	παρλαμέντο
παρλαπίπα	noun	η ανοητολογία και η κομπαστική φλυαρία
παρλαπίπας	noun	αυτός που μιλάει πολύ και κουράζει τους άλλους με τα λεγόμενά του και πετάγεται χωρίς να του απευθύνουν το λόγο (συνήθως σαχλαμάρες)
παρλαπίπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρλαπίπα
παρλαπιπών	=	παρλαπίπας
παρλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (παρλιακό) του παρλιακός
παρλιακέ	adj	κλητική ενικού του παρλιακός
παρλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρλιακή
παρλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρλιακός
παρλιακής	adj	γενική ενικού του παρλιακή
παρλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρλιακός
παρλιακού	adj	γενική ενικού του παρλιακός
παρλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρλιακός
παρλιακό	adj	αιτιατική ενικού του παρλιακός
παρλιακός	adj|dated	που λέει ανοησίες, που μιλάει πολύ χωρίς ουσιαστικά λόγια
παρλιακών	adj	γενική πληθυντικού του παρλιακός
παρμάρα	noun	ασθένεια των αιγοπροβάτων που προκαλεί παράλυση στα κάτω άκρα και σταμάτημα παραγωγής του γάλακτος
παρμάρας	=	παρμάρα
παρμάρες	=	παρμάρα
παρμέ	=	παρμός
παρμένα	=	παρμένος
παρμένε	=	παρμένος
παρμένες	=	παρμένος
παρμένη	=	παρμένος
παρμένης	=	παρμένος
παρμένο	=	παρμένος
παρμένοι	=	παρμένος
παρμένος	verb	που τον έχουν πάρει
παρμένου	=	παρμένος
παρμένους	=	παρμένος
παρμένων	=	παρμένος
παρμεζάνα	noun	σκληρό ιταλικό τυρί
παρμεζάνας	noun	γενική ενικού του παρμεζάνα
παρμεζάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρμεζάνα
παρμοί	=	παρμός
παρμού	=	παρμός
παρμούς	=	παρμός
παρμπρίζ	noun	το προστατευτικό τζάμι στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ή άλλου οχήματος
παρμό	=	παρμός
παρμός	noun	άλλη μορφή του πάρσιμο
παρμών	=	παρμός
παρνασσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρνασσιακός	adv	με τον τρόπο του παρνασσισμού
παρνασσιακέ	adj	κλητική ενικού του παρνασσιακός
παρνασσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρνασσιακή
παρνασσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρνασσιακός
παρνασσιακής	adj	γενική ενικού του παρνασσιακή
παρνασσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρνασσιακός
παρνασσιακού	adj	γενική ενικού του παρνασσιακός
παρνασσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρνασσιακός
παρνασσιακό	adj	αιτιατική ενικού του παρνασσιακός
παρνασσιακός	adj	που σχετίζεται ή ανήκει στον παρνασσισμό
παρνασσιακών	adj	γενική πληθυντικού του παρνασσιακός
παρνασσισμέ	=	παρνασσισμός
παρνασσισμού	noun	γενική ενικού του παρνασσισμός
παρνασσισμό	=	παρνασσισμός
παρνασσισμός	noun	λογοτεχνικό ρεύμα του 19ου αιώνα και εστίαζε στην τελειομανία και στην αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων για την δημιουργία του άψογου ποιήματος
παρντεσού	noun|dated	το πανωφόρι
παρντόν	intj	συγγνώμη, με συγχωρείς / με συγχωρείτε
παροίκει	=	παροικώ
παροίκησα	=	παροικώ
παροίκησαν	=	παροικώ
παροίκησε	=	παροικώ
παροίκησες	=	παροικώ
παροίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παροικώ
παροίκησης	=	παροίκηση
παροίκου	=	πάροικος
παροίκους	=	πάροικος
παροίκων	=	πάροικος
παροδίτες	=	παροδίτης
παροδίτη	=	παροδίτης
παροδίτης	noun	αυτός που περνά (από δρόμο), ο περαστικός, ο διαβάτης, ο οδοιπόρος
παροδίτις	noun	βλέπε παροδίτης
παροδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροδικό, ουδέτερο του παροδικός	adv	με μικρή διάρκεια, που περνάει γρήγορα
παροδικέ	adj	κλητική ενικού του παροδικός
παροδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροδική
παροδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροδικός
παροδικής	adj	γενική ενικού του παροδική
παροδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροδικός
παροδικοτήτων	=	παροδικότητα
παροδικού	adj	γενική ενικού του παροδικός
παροδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροδικός
παροδικό	adj	αιτιατική ενικού του παροδικός
παροδικός	adj	που εμφανίζεται για λίγο και μετά χάνεται, που διαρκεί λίγο
παροδικότης	noun	παροδικότητα
παροδικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι παροδικό(ς), η ιδιότητα του παροδικού
παροδικότητας	noun	γενική ενικού του παροδικότητα
παροδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροδικότητα
παροδικών	adj	γενική πληθυντικού του παροδικός
παροδικώς	=	παροδικά
παροδιτών	=	παροδίτης
παροδοντίτιδα	noun	οξεία φλεγμονή του παροδοντίου, των ιστών που στηρίζουν τα δόντια με τη γνάθο
παροδοντίτιδας	=	παροδοντίτιδα
παροδοντίτιδες	=	παροδοντίτιδα
παροδοντίτιδων	=	παροδοντίτιδα
παροικήσαμε	=	παροικώ
παροικήσαν	=	παροικώ
παροικήσανε	=	παροικώ
παροικήσατε	=	παροικώ
παροικήσει	=	παροικώ
παροικήσεις	=	παροίκηση
παροικήσεων	=	παροίκηση
παροικήστε	=	παροικώ
παροικία	noun	οι ομοεθνείς αλλοδαποί κάτοικοι μιας πόλης σε ξένη χώρα ως σύνολο
παροικίας	noun	γενική ενικού του παροικία
παροικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροικία
παροικεί	=	παροικώ
παροικείς	=	παροικώ
παροικείτε	=	παροικώ
παροικημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροικημένο
παροικημένε	verb	κλητική ενικού του παροικημένος
παροικημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροικημένη
παροικημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροικημένος
παροικημένης	verb	γενική ενικού του παροικημένη
παροικημένο	verb	αιτιατική ενικού του παροικημένος
παροικημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροικημένος
παροικημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παροικημένος
παροικημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παροικημένος
παροικημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παροικημένος
παροικιακά	=	παροικιακός
παροικιακέ	=	παροικιακός
παροικιακές	=	παροικιακός
παροικιακή	=	παροικιακός
παροικιακής	=	παροικιακός
παροικιακοί	=	παροικιακός
παροικιακού	=	παροικιακός
παροικιακούς	=	παροικιακός
παροικιακό	=	παροικιακός
παροικιακός	adj	που έχει σχέση με παροικία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
παροικιακών	=	παροικιακός
παροικικός	adj|rare	που έχει σχέση με πάροικο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
παροικιών	noun	γενική πληθυντικού του παροικία
παροικούμε	=	παροικώ
παροικούν	=	παροικώ
παροικούνε	=	παροικώ
παροικούντες	noun	όσοι παροικούν
παροικούντων	=	παροικούντες
παροικούσα	=	παροικώ
παροικούσαμε	=	παροικώ
παροικούσαν	=	παροικώ
παροικούσανε	=	παροικώ
παροικούσατε	=	παροικώ
παροικούσε	=	παροικώ
παροικούσες	=	παροικώ
παροικώ	verb	διαμένω στην αλλοδαπή ως πάροικος
παροικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παροικώ
παροιμία	noun	λαϊκό απόφθεγμα που εκφράζει μια εμπειρικά βεβαιωμένη αλήθεια
παροιμίας	noun	γενική ενικού του παροιμία
παροιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροιμία
παροιμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροιμιακό
παροιμιακέ	adj	κλητική ενικού του παροιμιακός
παροιμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροιμιακή
παροιμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροιμιακός
παροιμιακής	adj	γενική ενικού του παροιμιακή
παροιμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροιμιακός
παροιμιακού	adj	γενική ενικού του παροιμιακός
παροιμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροιμιακός
παροιμιακό	adj	αιτιατική ενικού του παροιμιακός
παροιμιακός	adj	που έχει σχέση με παροιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
παροιμιακών	adj	γενική πληθυντικού του παροιμιακός
παροιμιακώς	adv|dated	παροιμιακά
παροιμιογράφε	noun	κλητική ενικού του παροιμιογράφος
παροιμιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του παροιμιογράφος
παροιμιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροιμιογράφος
παροιμιογράφος	noun	συγγραφέας ή σχολιαστής παροιμιών κατά την ελληνιστική ή μεσαιωνική περίοδο
παροιμιογράφου	noun	γενική ενικού του παροιμιογράφος
παροιμιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παροιμιογράφος
παροιμιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του παροιμιογράφος
παροιμιωδών	=	παροιμιώδης
παροιμιωδώς	adv|formal	με παροιμιώδη τρόπο
παροιμιόμυθε	=	παροιμιόμυθος
παροιμιόμυθο	=	παροιμιόμυθος
παροιμιόμυθοι	=	παροιμιόμυθος
παροιμιόμυθος	noun	παροιμιακές φράσεις, διάλογοι, ή αλληγορικές διηγήσεις που έχουν ως αντικείμενο ένα περιστατικό ή μύθο
παροιμιόμυθου	=	παροιμιόμυθος
παροιμιόμυθους	=	παροιμιόμυθος
παροιμιόμυθων	=	παροιμιόμυθος
παροιμιώδεις	=	παροιμιώδης
παροιμιώδες	=	παροιμιώδης
παροιμιώδη	=	παροιμιώδης
παροιμιώδης	adj	που είναι γνωστός και ξακουστός σε όλους, ο περιώνυμος
παροιμιώδους	=	παροιμιώδης
παροιμιών	noun	γενική πληθυντικού του παροιμία
παρολί	noun	στοίχημα που μεταφέρεται από την πρώτη ιπποδρομία στην δεύτερη και πολλαπλασιάζεται από τη μία στην άλλη (ιπποδρομία)
παρομοίαζα	=	παρομοιάζω
παρομοίαζαν	=	παρομοιάζω
παρομοίαζε	=	παρομοιάζω
παρομοίαζες	=	παρομοιάζω
παρομοίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοίωνα	=	παρομοιώνω
παρομοίωναν	=	παρομοιώνω
παρομοίωνε	=	παρομοιώνω
παρομοίωνες	=	παρομοιώνω
παρομοίως	adv|formal	άλλη μορφή του παρόμοια
παρομοίωσα	=	παρομοιώνω
παρομοίωσαν	=	παρομοιώνω
παρομοίωσε	=	παρομοιώνω
παρομοίωσες	=	παρομοιώνω
παρομοίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρομοιάζω
παρομοίωσης	=	παρομοίωση
παρομοιάζαμε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζαν	=	παρομοιάζω
παρομοιάζανε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζατε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζει	=	παρομοιάζω
παρομοιάζεις	=	παρομοιάζω
παρομοιάζεσαι	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάζεστε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάζεται	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάζετε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάζομε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζονται	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάζονταν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάζοντας	=	παρομοιάζω
παρομοιάζου	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάζουμε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζουν	=	παρομοιάζω
παρομοιάζουνε	=	παρομοιάζω
παρομοιάζω	verb	συγκρίνω κάτι με κάτι άλλο δείχνοντας ότι υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ τους
παρομοιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσαν	=	παρομοιάζω
παρομοιάσανε	=	παρομοιάζω
παρομοιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσομε	=	παρομοιάζω
παρομοιάσου	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάσουνε	=	παρομοιάζω
παρομοιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιάστηκα	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάστηκαν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάστηκε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάστηκες	=	παρομοιάζομαι
παρομοιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρομοιάζω
παρομοιαζόμασταν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόμαστε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόμουν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόμουνα	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόντουσαν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόσασταν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόσαστε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόσουν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόσουνα	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζόταν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαζότανε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρομοιασμένο
παρομοιασμένε	verb	κλητική ενικού του παρομοιασμένος
παρομοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρομοιασμένη
παρομοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρομοιασμένος
παρομοιασμένης	verb	γενική ενικού του παρομοιασμένη
παρομοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρομοιασμένος
παρομοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρομοιασμένος
παρομοιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παρομοιάζω
παρομοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρομοιασμένος
παρομοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρομοιασμένος
παρομοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρομοιασμένος
παρομοιαστήκαμε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαστήκαν	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαστήκανε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαστήκατε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαστεί	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαστείς	=	παρομοιάζω
παρομοιαστείτε	=	παρομοιάζομαι
παρομοιαστικά	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικέ	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικές	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστική	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικής	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικοί	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικού	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικούς	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικό	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστικός	adj	που παρομοιάζει
παρομοιαστικών	=	παρομοιαστικός
παρομοιαστούμε	=	παρομοιάζω
παρομοιαστούν	=	παρομοιάζω
παρομοιαστούνε	=	παρομοιάζω
παρομοιαστώ	=	παρομοιάζω
παρομοιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρομοιωμένο
παρομοιωμένε	verb	κλητική ενικού του παρομοιωμένος
παρομοιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρομοιωμένη
παρομοιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρομοιωμένος
παρομοιωμένης	verb	γενική ενικού του παρομοιωμένη
παρομοιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρομοιωμένος
παρομοιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρομοιωμένος
παρομοιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρομοιωμένος
παρομοιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρομοιωμένος
παρομοιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρομοιωμένος
παρομοιωτικά	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικέ	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικές	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτική	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικής	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικοί	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικού	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικούς	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικό	=	παρομοιωτικός
παρομοιωτικός	adj	που έχει σχέση με παρομοίωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
παρομοιωτικών	=	παρομοιωτικός
παρομοιώναμε	=	παρομοιώνω
παρομοιώναν	=	παρομοιώνω
παρομοιώνανε	=	παρομοιώνω
παρομοιώνατε	=	παρομοιώνω
παρομοιώνει	=	παρομοιώνω
παρομοιώνεις	=	παρομοιώνω
παρομοιώνετε	=	παρομοιώνω
παρομοιώνοντας	=	παρομοιώνω
παρομοιώνουμε	=	παρομοιώνω
παρομοιώνουν	=	παρομοιώνω
παρομοιώνουνε	=	παρομοιώνω
παρομοιώνω	verb	άλλη μορφή του παρομοιάζω
παρομοιώσαμε	=	παρομοιώνω
παρομοιώσαν	=	παρομοιώνω
παρομοιώσανε	=	παρομοιώνω
παρομοιώσατε	=	παρομοιώνω
παρομοιώσει	=	παρομοιώνω
παρομοιώσεις	=	παρομοίωση
παρομοιώσεων	=	παρομοίωση
παρομοιώστε	=	παρομοιώνω
παρομφαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρομφαλικό
παρομφαλικέ	adj	κλητική ενικού του παρομφαλικός
παρομφαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρομφαλική
παρομφαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρομφαλικός
παρομφαλικής	adj	γενική ενικού του παρομφαλική
παρομφαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρομφαλικός
παρομφαλικού	adj	γενική ενικού του παρομφαλικός
παρομφαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρομφαλικός
παρομφαλικό	adj	αιτιατική ενικού του παρομφαλικός
παρομφαλικός	adj	που βρίσκεται δίπλα στον ομφαλό
παρομφαλικών	adj	γενική πληθυντικού του παρομφαλικός
παρονομάζαμε	=	παρονομάζω
παρονομάζαν	=	παρονομάζω
παρονομάζανε	=	παρονομάζω
παρονομάζατε	=	παρονομάζω
παρονομάζει	=	παρονομάζω
παρονομάζεις	=	παρονομάζω
παρονομάζεσαι	=	παρονομάζω
παρονομάζεστε	=	παρονομάζω
παρονομάζεται	=	παρονομάζω
παρονομάζετε	=	παρονομάζω
παρονομάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρονομάζω
παρονομάζονται	=	παρονομάζω
παρονομάζονταν	=	παρονομάζω
παρονομάζοντας	=	παρονομάζω
παρονομάζου	=	παρονομάζομαι
παρονομάζουμε	=	παρονομάζω
παρονομάζουν	=	παρονομάζω
παρονομάζουνε	=	παρονομάζω
παρονομάζω	verb	παραλλάζω το όνομα, ονομάζω κάποιον ή κάτι με παρωνύμιο, με παρατσούκλι
παρονομάσαμε	=	παρονομάζω
παρονομάσαν	=	παρονομάζω
παρονομάσανε	=	παρονομάζω
παρονομάσατε	=	παρονομάζω
παρονομάσει	=	παρονομάζω
παρονομάσου	=	παρονομάζω
παρονομάστε	=	παρονομάζω
παρονομάστηκα	=	παρονομάζω
παρονομάστηκαν	=	παρονομάζω
παρονομάστηκε	=	παρονομάζω
παρονομάστηκες	=	παρονομάζω
παρονομάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρόνομα
παρονομαζόμασταν	=	παρονομάζω
παρονομαζόμαστε	=	παρονομάζω
παρονομαζόμενος	=	παρονομάζω
παρονομαζόμουν	=	παρονομάζω
παρονομαζόμουνα	=	παρονομάζω
παρονομαζόντουσαν	=	παρονομάζω
παρονομαζόσασταν	=	παρονομάζω
παρονομαζόσαστε	=	παρονομάζω
παρονομαζόσουν	=	παρονομάζω
παρονομαζόσουνα	=	παρονομάζω
παρονομαζόταν	=	παρονομάζω
παρονομαζότανε	=	παρονομάζω
παρονομασία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρονομάζω
παρονομασίας	noun	γενική ενικού του παρονομασία
παρονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρονομασία
παρονομασιών	noun	γενική πληθυντικού του παρονομασία
παρονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρονομασμένο
παρονομασμένε	verb	κλητική ενικού του παρονομασμένος
παρονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρονομασμένη
παρονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρονομασμένος
παρονομασμένης	verb	γενική ενικού του παρονομασμένη
παρονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρονομασμένος
παρονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρονομασμένος
παρονομασμένος	=	παρονομάζω
παρονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρονομασμένος
παρονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρονομασμένος
παρονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρονομασμένος
παρονομαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρονομαστής
παρονομαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρονομαστής
παρονομαστήκαμε	=	παρονομάζω
παρονομαστήκαν	=	παρονομάζω
παρονομαστήκανε	=	παρονομάζω
παρονομαστήκατε	=	παρονομάζω
παρονομαστής	noun	το ένα από τα δύο μέρη του κλάσματος (το κάτω από τη γραμμή του απλού κλάσματος), ο αριθμός που εκφράζει σε πόσα μέρη διαιρείται κάτι.
παρονομαστεί	=	παρονομάζω
παρονομαστείτε	=	παρονομάζω
παρονομαστών	noun	γενική πληθυντικού του παρονομαστής
παροντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροντικό
παροντικέ	adj	κλητική ενικού του παροντικός
παροντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροντική
παροντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροντικός
παροντικής	adj	γενική ενικού του παροντική
παροντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροντικός
παροντικού	adj	γενική ενικού του παροντικός
παροντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροντικός
παροντικό	adj	αιτιατική ενικού του παροντικός
παροντικός	adj	που σχετίζεται με το παρόν, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
παροντικών	adj	γενική πληθυντικού του παροντικός
παροντισμός	noun|rare	η ανιστορική ερμηνεία (≈παρερμηνεία, στρεβλωτική προσέγγιση) φαινομένων ή καταστάσεων του παρελθόντος με όρους σημερινών πεποιθήσεων και γνώσεων
παροντιστής	noun|rare	οπαδός του παροντισμού
παροντιστικά	=	παροντιστικός
παροντιστικέ	=	παροντιστικός
παροντιστικές	=	παροντιστικός
παροντιστική	=	παροντιστικός
παροντιστικής	=	παροντιστικός
παροντιστικοί	=	παροντιστικός
παροντιστικού	=	παροντιστικός
παροντιστικούς	=	παροντιστικός
παροντιστικό	=	παροντιστικός
παροντιστικός	adj	που έχει σχέση με τον παροντισμό ή τον παροντιστή ή αναφέρεται σ' αυτά
παροντιστικών	=	παροντιστικός
παρονόμαζα	=	παρονομάζω
παρονόμαζαν	=	παρονομάζω
παρονόμαζε	=	παρονομάζω
παρονόμαζες	=	παρονομάζω
παρονόμασα	=	παρονομάζω
παρονόμασαν	=	παρονομάζω
παρονόμασε	=	παρονομάζω
παρονόμασες	=	παρονομάζω
παρονόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρόνομα
παρονόματος	noun	γενική ενικού του παρόνομα
παροξυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξυμμένο
παροξυμμένε	verb	κλητική ενικού του παροξυμμένος
παροξυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξυμμένη
παροξυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροξυμμένος
παροξυμμένης	verb	γενική ενικού του παροξυμμένη
παροξυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του παροξυμμένος
παροξυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροξυμμένος
παροξυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παροξύνω
παροξυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παροξυμμένος
παροξυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παροξυμμένος
παροξυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παροξυμμένος
παροξυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξυντικό
παροξυντικέ	adj	κλητική ενικού του παροξυντικός
παροξυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξυντική
παροξυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροξυντικός
παροξυντικής	adj	γενική ενικού του παροξυντική
παροξυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροξυντικός
παροξυντικού	adj	γενική ενικού του παροξυντικός
παροξυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροξυντικός
παροξυντικό	adj	αιτιατική ενικού του παροξυντικός
παροξυντικός	adj|formal	που έχει σχέση με παρόξυνση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
παροξυντικών	adj	γενική πληθυντικού του παροξυντικός
παροξυσμέ	noun	κλητική ενικού του παροξυσμός
παροξυσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξυσμικό
παροξυσμικέ	adj	κλητική ενικού του παροξυσμικός
παροξυσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξυσμική
παροξυσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροξυσμικός
παροξυσμικής	adj	γενική ενικού του παροξυσμική
παροξυσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροξυσμικός
παροξυσμικού	adj	γενική ενικού του παροξυσμικός
παροξυσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροξυσμικός
παροξυσμικό	adj	αιτιατική ενικού του παροξυσμικός
παροξυσμικός	adj	που έχει σχέση με τον παροξυσμό ή οδηγεί σ’ αυτόν
παροξυσμικών	adj	γενική πληθυντικού του παροξυσμικός
παροξυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροξυσμός
παροξυσμού	noun	γενική ενικού του παροξυσμός
παροξυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παροξυσμός
παροξυσμό	noun	αιτιατική ενικού του παροξυσμός
παροξυσμός	noun	κάθε αιφνίδιο, βίαιο ξέσπασμα
παροξυσμών	noun	γενική πληθυντικού του παροξυσμός
παροξύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παροξύνω
παροξύνσεις	=	παρόξυνση
παροξύνσεων	=	παρόξυνση
παροξύνω	verb	οξύνω σε μεγαλύτερο βαθμό
παροξύτονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξύτονο
παροξύτονε	adj	κλητική ενικού του παροξύτονος
παροξύτονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροξύτονη
παροξύτονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροξύτονος
παροξύτονης	adj	γενική ενικού του παροξύτονη
παροξύτονο	adj	αιτιατική ενικού του παροξύτονος
παροξύτονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροξύτονος
παροξύτονος	adj	που τονίζεται στην παραλήγουσα
παροξύτονου	adj	γενική ενικού του παροξύτονος
παροξύτονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροξύτονος
παροξύτονων	adj	γενική πληθυντικού του παροξύτονος
παροπλίζαμε	=	παροπλίζω
παροπλίζαν	=	παροπλίζω
παροπλίζανε	=	παροπλίζω
παροπλίζατε	=	παροπλίζω
παροπλίζει	=	παροπλίζω
παροπλίζεις	=	παροπλίζω
παροπλίζεσαι	=	παροπλίζω
παροπλίζεστε	=	παροπλίζω
παροπλίζεται	=	παροπλίζω
παροπλίζετε	=	παροπλίζω
παροπλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παροπλίζω
παροπλίζονται	=	παροπλίζω
παροπλίζονταν	=	παροπλίζω
παροπλίζοντας	=	παροπλίζω
παροπλίζουμε	=	παροπλίζω
παροπλίζουν	=	παροπλίζω
παροπλίζουνε	=	παροπλίζω
παροπλίζω	verb	αφαιρώ τον εξοπλισμό ενός πλοίου και το αποσύρω από την ενεργό δράση
παροπλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίσαν	=	παροπλίζω
παροπλίσανε	=	παροπλίζω
παροπλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρόπλιση
παροπλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίσεων	=	παρόπλιση
παροπλίσου	=	παροπλίζω
παροπλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλίστηκα	=	παροπλίζω
παροπλίστηκαν	=	παροπλίζω
παροπλίστηκε	=	παροπλίζω
παροπλίστηκες	=	παροπλίζω
παροπλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παροπλιζόμασταν	=	παροπλίζω
παροπλιζόμαστε	=	παροπλίζω
παροπλιζόμουν	=	παροπλίζω
παροπλιζόμουνα	=	παροπλίζω
παροπλιζόντουσαν	=	παροπλίζω
παροπλιζόσασταν	=	παροπλίζω
παροπλιζόσαστε	=	παροπλίζω
παροπλιζόσουν	=	παροπλίζω
παροπλιζόσουνα	=	παροπλίζω
παροπλιζόταν	=	παροπλίζω
παροπλιζότανε	=	παροπλίζω
παροπλισμέ	noun	κλητική ενικού του παροπλισμός
παροπλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροπλισμένο
παροπλισμένε	verb	κλητική ενικού του παροπλισμένος
παροπλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροπλισμένη
παροπλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροπλισμένος
παροπλισμένης	verb	γενική ενικού του παροπλισμένη
παροπλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παροπλισμένος
παροπλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροπλισμένος
παροπλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παροπλίζω
παροπλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παροπλισμένος
παροπλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παροπλισμένος
παροπλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παροπλισμένος
παροπλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροπλισμός
παροπλισμού	noun	γενική ενικού του παροπλισμός
παροπλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παροπλισμός
παροπλισμό	noun	αιτιατική ενικού του παροπλισμός
παροπλισμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παροπλίζω
παροπλισμών	noun	γενική πληθυντικού του παροπλισμός
παροπλιστήκαμε	=	παροπλίζω
παροπλιστήκαν	=	παροπλίζω
παροπλιστήκανε	=	παροπλίζω
παροπλιστήκατε	=	παροπλίζω
παροπλιστεί	=	παροπλίζω
παροπλιστείτε	=	παροπλίζω
παροπλιστικά	=	παροπλιστικός
παροπλιστικέ	=	παροπλιστικός
παροπλιστικές	=	παροπλιστικός
παροπλιστική	=	παροπλιστικός
παροπλιστικής	=	παροπλιστικός
παροπλιστικοί	=	παροπλιστικός
παροπλιστικού	=	παροπλιστικός
παροπλιστικούς	=	παροπλιστικός
παροπλιστικό	=	παροπλιστικός
παροπλιστικός	adj	που έχει σχέση με παροπλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
παροπλιστικών	=	παροπλιστικός
παροράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρόραμα
παροράματος	noun	γενική ενικού του παρόραμα
παροραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του παρόραμα
παροργίζαμε	=	παροργίζω
παροργίζαν	=	παροργίζω
παροργίζανε	=	παροργίζω
παροργίζατε	=	παροργίζω
παροργίζει	=	παροργίζω
παροργίζεις	=	παροργίζω
παροργίζετε	=	παροργίζω
παροργίζομαι	=	παροργίζω
παροργίζοντας	=	παροργίζω
παροργίζουμε	=	παροργίζω
παροργίζουν	=	παροργίζω
παροργίζουνε	=	παροργίζω
παροργίζω	verb	οργίζω, εξοργίζω
παροργίσαμε	=	παροργίζω
παροργίσαν	=	παροργίζω
παροργίσανε	=	παροργίζω
παροργίσατε	=	παροργίζω
παροργίσει	=	παροργίζω
παροργίσεις	=	παρόργιση
παροργίσεων	=	παρόργιση
παροργίστε	=	παροργίζω
παροργισμέ	=	παροργισμός
παροργισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροργισμένο
παροργισμένε	verb	κλητική ενικού του παροργισμένος
παροργισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροργισμένη
παροργισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροργισμένος
παροργισμένης	verb	γενική ενικού του παροργισμένη
παροργισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παροργισμένος
παροργισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροργισμένος
παροργισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παροργισμένος
παροργισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παροργισμένος
παροργισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παροργισμένος
παροργισμοί	=	παροργισμός
παροργισμού	=	παροργισμός
παροργισμούς	=	παροργισμός
παροργισμό	=	παροργισμός
παροργισμός	noun	άλλη μορφή του παρόργιση
παροργισμών	=	παροργισμός
παρορμάσαι	=	παρορμώμαι
παρορμάσθε	=	παρορμώμαι
παρορμάστε	=	παρορμώμαι
παρορμάται	=	παρορμώμαι
παρορμήθηκα	=	παρορμώμαι
παρορμήθηκαν	=	παρορμώμαι
παρορμήθηκε	=	παρορμώμαι
παρορμήθηκες	=	παρορμώμαι
παρορμήσαμε	=	παρορμώ
παρορμήσαν	=	παρορμώ
παρορμήσανε	=	παρορμώ
παρορμήσατε	=	παρορμώ
παρορμήσει	=	παρορμώ
παρορμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρόρμηση
παρορμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρόρμηση
παρορμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρόρμηση
παρορμήσου	=	παρορμώμαι
παρορμήστε	=	παρορμώ
παρορμεί	=	παρορμώ
παρορμείς	=	παρορμώ
παρορμείτε	=	παρορμώ
παρορμηθήκαμε	=	παρορμώμαι
παρορμηθήκαν	=	παρορμώμαι
παρορμηθήκανε	=	παρορμώμαι
παρορμηθήκατε	=	παρορμώμαι
παρορμηθεί	=	παρορμώμαι
παρορμηθείτε	=	παρορμώμαι
παρορμημένος	=	παρορμώμαι
παρορμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρορμητικό
παρορμητικέ	adj	κλητική ενικού του παρορμητικός
παρορμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρορμητική
παρορμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρορμητικός
παρορμητικής	adj	γενική ενικού του παρορμητική
παρορμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρορμητικός
παρορμητικού	adj	γενική ενικού του παρορμητικός
παρορμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρορμητικός
παρορμητικό	adj	αιτιατική ενικού του παρορμητικός
παρορμητικός	adj	που έχει σχέση με την παρόρμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται από παρόρμηση
παρορμητικών	adj	γενική πληθυντικού του παρορμητικός
παρορμούμε	=	παρορμώ
παρορμούν	=	παρορμώ
παρορμούνε	=	παρορμώ
παρορμούσα	=	παρορμώ
παρορμούσαμε	=	παρορμώ
παρορμούσαν	=	παρορμώ
παρορμούσανε	=	παρορμώ
παρορμούσατε	=	παρορμώ
παρορμούσε	=	παρορμώ
παρορμούσες	=	παρορμώ
παρορμόμασταν	=	παρορμώμαι
παρορμόμαστε	=	παρορμώμαι
παρορμόμουν	=	παρορμώμαι
παρορμόνταν	=	παρορμώμαι
παρορμόντουσαν	=	παρορμώμαι
παρορμόσασταν	=	παρορμώμαι
παρορμόσουν	=	παρορμώμαι
παρορμόταν	=	παρορμώμαι
παρορμώ	verb|formal	παρακινώ, προτρέπω
παρορμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρορμώ
παρορμώμεθα	=	παρορμώμαι
παρορμώνται	=	παρορμώμαι
παρορμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρορμώ
παρορώ	verb	παραβλέπω, αδιαφορώ, περιφρονώ
παρορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρορώ
παροτρυνθήκαμε	=	παροτρύνω
παροτρυνθήκαν	=	παροτρύνω
παροτρυνθήκανε	=	παροτρύνω
παροτρυνθήκατε	=	παροτρύνω
παροτρυνθεί	=	παροτρύνω
παροτρυνθείς	=	παροτρύνω
παροτρυνθείτε	=	παροτρύνω
παροτρυνθούμε	=	παροτρύνω
παροτρυνθούν	=	παροτρύνω
παροτρυνθούνε	=	παροτρύνω
παροτρυνθώ	=	παροτρύνω
παροτρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παροτρυντικός	adv	με παροτρυντικό τρόπο
παροτρυντικέ	adj	κλητική ενικού του παροτρυντικός
παροτρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροτρυντική
παροτρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροτρυντικός
παροτρυντικής	adj	γενική ενικού του παροτρυντική
παροτρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροτρυντικός
παροτρυντικού	adj	γενική ενικού του παροτρυντικός
παροτρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροτρυντικός
παροτρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του παροτρυντικός
παροτρυντικός	adj|formal	που συμβάλλει στην παρότρυνση
παροτρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του παροτρυντικός
παροτρυντικώς	adv|formal	άλλη μορφή του παροτρυντικά
παροτρυνόμασταν	=	παροτρύνω
παροτρυνόμαστε	=	παροτρύνω
παροτρυνόμουν	=	παροτρύνω
παροτρυνόμουνα	=	παροτρύνω
παροτρυνόντουσαν	=	παροτρύνω
παροτρυνόσασταν	=	παροτρύνω
παροτρυνόσαστε	=	παροτρύνω
παροτρυνόσουν	=	παροτρύνω
παροτρυνόσουνα	=	παροτρύνω
παροτρυνόταν	=	παροτρύνω
παροτρυνότανε	=	παροτρύνω
παροτρύναμε	=	παροτρύνω
παροτρύναν	=	παροτρύνω
παροτρύνανε	=	παροτρύνω
παροτρύνατε	=	παροτρύνω
παροτρύνει	=	παροτρύνω
παροτρύνεις	=	παροτρύνω
παροτρύνεσαι	=	παροτρύνω
παροτρύνεστε	=	παροτρύνω
παροτρύνεται	=	παροτρύνω
παροτρύνετε	=	παροτρύνω
παροτρύνθηκα	=	παροτρύνω
παροτρύνθηκαν	=	παροτρύνω
παροτρύνθηκε	=	παροτρύνω
παροτρύνθηκες	=	παροτρύνω
παροτρύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παροτρύνω
παροτρύνομε	=	παροτρύνω
παροτρύνονται	=	παροτρύνω
παροτρύνονταν	=	παροτρύνω
παροτρύνοντας	=	παροτρύνω
παροτρύνουμε	=	παροτρύνω
παροτρύνουν	=	παροτρύνω
παροτρύνουνε	=	παροτρύνω
παροτρύνσεις	=	παρότρυνση
παροτρύνσεων	=	παρότρυνση
παροτρύνσου	=	παροτρύνω
παροτρύνω	verb	παρακινώ, προτρέπω, παρορμώ
παρουσία	noun	το να βρίσκεται κάποιος κάπου, να είναι παρών
παρουσίαζα	=	παρουσιάζω
παρουσίαζαν	=	παρουσιάζω
παρουσίαζε	=	παρουσιάζω
παρουσίαζες	=	παρουσιάζω
παρουσίας	noun	γενική ενικού του παρουσία
παρουσίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρουσιάζω
παρουσίασης	noun	γενική ενικού του παρουσίαση
παρουσίασις	noun	παρουσίαση
παρουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσία
παρουσιάζαμε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζαν	=	παρουσιάζω
παρουσιάζανε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζατε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του παρουσιάζω
παρουσιάζεις	=	παρουσιάζω
παρουσιάζεσαι	=	παρουσιάζω
παρουσιάζεστε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζεται	=	παρουσιάζω
παρουσιάζετε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάζομε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζονται	=	παρουσιάζω
παρουσιάζονταν	=	παρουσιάζω
παρουσιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάζουμε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζουν	=	παρουσιάζω
παρουσιάζουνε	=	παρουσιάζω
παρουσιάζω	verb	δείχνω, φανερώνω κάτι
παρουσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάσαν	=	παρουσιάζω
παρουσιάσανε	=	παρουσιάζω
παρουσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσίαση
παρουσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του παρουσίαση
παρουσιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του παρουσίαση
παρουσιάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσιάσιμο
παρουσιάσιμε	adj	κλητική ενικού του παρουσιάσιμος
παρουσιάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσιάσιμη
παρουσιάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρουσιάσιμος
παρουσιάσιμης	adj	γενική ενικού του παρουσιάσιμη
παρουσιάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του παρουσιάσιμος
παρουσιάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρουσιάσιμος
παρουσιάσιμος	adj	ευπαρουσίαστος, εμφανίσιμος
παρουσιάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρουσιάσιμος
παρουσιάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρουσιάσιμος
παρουσιάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρουσιάσιμος
παρουσιάσομε	=	παρουσιάζω
παρουσιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάσουνε	=	παρουσιάζω
παρουσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιάστρια	noun	θηλυκό του παρουσιαστής
παρουσιάστριας	noun	γενική ενικού του παρουσιάστρια
παρουσιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσιάστρια
παρουσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζω
παρουσιαζόμασταν	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόμαστε	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόμουν	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόμουνα	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόντουσαν	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόσασταν	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόσαστε	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόσουν	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόσουνα	=	παρουσιάζω
παρουσιαζόταν	=	παρουσιάζω
παρουσιαζότανε	=	παρουσιάζω
παρουσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσιασμένο
παρουσιασμένε	verb	κλητική ενικού του παρουσιασμένος
παρουσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσιασμένη
παρουσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρουσιασμένος
παρουσιασμένης	verb	γενική ενικού του παρουσιασμένη
παρουσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρουσιασμένος
παρουσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρουσιασμένος
παρουσιασμένος	=	παρουσιάζομαι
παρουσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρουσιασμένος
παρουσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρουσιασμένος
παρουσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρουσιασμένος
παρουσιαστές	=	παρουσιαστής
παρουσιαστή	=	παρουσιαστής
παρουσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστήκαν	=	παρουσιάζω
παρουσιαστήκανε	=	παρουσιάζω
παρουσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστής	noun	αυτός που παρουσιάζει κάτι (π.χ. μια εκπομπή στην τηλεόραση)
παρουσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρουσιαστικό
παρουσιαστικού	noun	γενική ενικού του παρουσιαστικό
παρουσιαστικό	noun	η εξωτερική εμφάνιση ενός ατόμου σαν σύνολο και ειδικότερα του προσώπου του
παρουσιαστικόν	noun	το παρουσιαστικό
παρουσιαστικών	noun	γενική πληθυντικού του παρουσιαστικό
παρουσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστούνε	=	παρουσιάζω
παρουσιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του παρουσιάστρια
παρουσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρουσιάζομαι
παρουσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του παρουσιαστής
παρουσιολογίου	=	παρουσιολόγιο
παρουσιολογίων	=	παρουσιολόγιο
παρουσιολόγια	=	παρουσιολόγιο
παρουσιολόγιο	noun	έντυπο ή πίνακας με τα ονόματα όσων θα έπρεπε να παρευρίσκονται, στο οποίο υπογράφουν όσοι έρχονται ή σημειώνεται με άλλο τρόπο η παρουσία τους
παρουσιολόγιου	=	παρουσιολόγιο
παρουσιολόγιων	=	παρουσιολόγιο
παρουσιών	noun	γενική πληθυντικού του παρουσία
παρουσών	=	παρών
παροχέα	=	παροχέας
παροχέας	noun	άλλη μορφή του πάροχος, μορφή με κατάληξη δημοτικής του παροχεύς.
παροχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροχή
παροχέτευα	=	παροχετεύω
παροχέτευαν	=	παροχετεύω
παροχέτευε	=	παροχετεύω
παροχέτευες	=	παροχετεύω
παροχέτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχέτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχέτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχέτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχέτευση	noun	η διοχέτευση μιας ροής σε άλλη κατεύθυνση
παροχέτευσης	noun	γενική ενικού του παροχέτευση
παροχέων	=	παροχέας
παροχή	noun	όγκος του ρευστού, υγρού ή αέριου ο οποίος διέρχεται από έναν αγωγό στη μονάδα του χρόνου
παροχής	=	παροχή
παροχείς	=	παροχέας
παροχετευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροχετευμένο
παροχετευμένε	verb	κλητική ενικού του παροχετευμένος
παροχετευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροχετευμένη
παροχετευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροχετευμένος
παροχετευμένης	verb	γενική ενικού του παροχετευμένη
παροχετευμένο	verb	αιτιατική ενικού του παροχετευμένος
παροχετευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροχετευμένος
παροχετευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παροχετευμένος
παροχετευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παροχετευμένος
παροχετευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παροχετευμένος
παροχετευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παροχετεύομαι
παροχετευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροχετευτικό
παροχετευτικέ	adj	κλητική ενικού του παροχετευτικός
παροχετευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροχετευτική
παροχετευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παροχετευτικός
παροχετευτικής	adj	γενική ενικού του παροχετευτική
παροχετευτικο	=	παροχετευτικός
παροχετευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παροχετευτικός
παροχετευτικοτήτων	=	παροχετευτικότητα
παροχετευτικού	adj	γενική ενικού του παροχετευτικός
παροχετευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παροχετευτικός
παροχετευτικό	adj	αιτιατική ενικού του παροχετευτικός
παροχετευτικός	adj	που έχει σχέση με την παροχέτευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
παροχετευτικότητα	noun	η δυνατότητα ή η ικανότητα για παροχέτευση
παροχετευτικότητας	=	παροχετευτικότητα
παροχετευτικότητες	=	παροχετευτικότητα
παροχετευτικών	adj	γενική πληθυντικού του παροχετευτικός
παροχετευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύομαι
παροχετεύαμε	=	παροχετεύω
παροχετεύαν	=	παροχετεύω
παροχετεύανε	=	παροχετεύω
παροχετεύατε	=	παροχετεύω
παροχετεύει	=	παροχετεύω
παροχετεύεις	=	παροχετεύω
παροχετεύετε	=	παροχετεύω
παροχετεύοντας	=	παροχετεύω
παροχετεύουμε	=	παροχετεύω
παροχετεύουν	=	παροχετεύω
παροχετεύουνε	=	παροχετεύω
παροχετεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύσαν	=	παροχετεύω
παροχετεύσανε	=	παροχετεύω
παροχετεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παροχέτευση
παροχετεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παροχέτευση
παροχετεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παροχέτευση
παροχετεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παροχετεύω
παροχετεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύομαι
παροχετεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροχετεύομαι
παροχετεύω	verb	αλλάζω σκόπιμα την πορεία ενός υγρού που ρέει, δινοντάς της την επιθυμητή κατεύθυνση
παροχολογία	noun	το τάξιμο παροχών
παροχολογίας	=	παροχολογία
παροχολογίες	=	παροχολογία
παροχολογιών	=	παροχολογία
παροχών	=	παροχή
παρούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρών
παρούσας	=	παρών
παρούσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρούσα
παρούσης	=	παρών
παρρησία	noun	η έκφραση της προσωπικής γνώμης με θάρρος και ειλικρίνεια
παρρησίας	noun	γενική ενικού του παρρησία
παρρησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρρησία
παρρησιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρρησιαστικό
παρρησιαστικέ	adj	κλητική ενικού του παρρησιαστικός
παρρησιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρρησιαστική
παρρησιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρρησιαστικός
παρρησιαστικής	adj	γενική ενικού του παρρησιαστική
παρρησιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρρησιαστικός
παρρησιαστικού	adj	γενική ενικού του παρρησιαστικός
παρρησιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρρησιαστικός
παρρησιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του παρρησιαστικός
παρρησιαστικός	adj	που λέγεται με παρρησία ή που εκφράζεται με παρρησία
παρρησιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του παρρησιαστικός
παρρησιών	noun	γενική πληθυντικού του παρρησία
παρσέκ	noun	μονάδα μέτρησης των αποστάσεων που ισούται με 3,26 έτη φωτός
παρσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάρσιμο
παρσίματος	noun	γενική ενικού του πάρσιμο
παρσιμάτων	=	πάρσιμο
παρσισμέ	noun	κλητική ενικού του παρσισμός
παρσισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρσισμός
παρσισμού	noun	γενική ενικού του παρσισμός
παρσισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρσισμός
παρσισμό	noun	αιτιατική ενικού του παρσισμός
παρσισμός	noun	παρακλάδι του ζωροαστρισμού
παρσισμών	noun	γενική πληθυντικού του παρσισμός
παρσιστές	=	παρσιστής
παρσιστή	=	παρσιστής
παρσιστής	noun	οπαδός του παρσισμού
παρσιστών	=	παρσιστής
παρτάκηδες	=	παρτάκιας
παρτάκηδων	=	παρτάκιας
παρτάκια	=	παρτάκιας
παρτάκιας	noun	άτομο που ενεργεί εγωκεντρικά, προτάσσοντας πάντοτε το προσωπικό του συμφέρον εις βάρος της συνεργασίας ή της κοινής ωφέλειας
παρτάλι	noun	το κουρέλι
παρτάλια	=	παρτάλι
παρτάρω	verb	συμμετέχω σε πάρτι ή το διοργανώνω
παρτέντζα	noun|dated	ο απόπλους
παρτέντζας	=	παρτέντζα
παρτέντζες	=	παρτέντζα
παρτέρι	noun	ξεχωριστό μέρος ενός κήπου στο οποίο καλλιεργούνται συνήθως λουλούδια ή άλλα καλλωπιστικά φυτά
παρτέρια	=	παρτέρι
παρτίδα	noun	μέρος ενός όλου, κομμάτι ενός συνόλου, που αποτελείται από αντικείμενα με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό
παρτίδας	=	παρτίδα
παρτίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτίδα
παρτίδων	=	παρτίδα
παρταλιού	=	παρτάλι
παρταλιών	=	παρτάλι
παρτενέρ	noun	ένας άντρας ή μια γυναίκα που συμμετέχει μαζί με άλλο άτομο σε έναν χορό
παρτεναίρ	noun	μη απλοποιημένη γραφή του παρτενέρ
παρτεντζών	=	παρτέντζα
παρτεριού	=	παρτέρι
παρτεριών	=	παρτέρι
παρτιζάνε	noun	κλητική ενικού του παρτιζάνος
παρτιζάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτιζάνικο
παρτιζάνικε	adj	κλητική ενικού του παρτιζάνικος
παρτιζάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτιζάνικη
παρτιζάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρτιζάνικος
παρτιζάνικης	adj	γενική ενικού του παρτιζάνικη
παρτιζάνικο	adj	αιτιατική ενικού του παρτιζάνικος
παρτιζάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρτιζάνικος
παρτιζάνικος	adj	που έχει σχέση με παρτιζάνους ή αναφέρεται σ’ αυτούς
παρτιζάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρτιζάνικος
παρτιζάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρτιζάνικος
παρτιζάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρτιζάνικος
παρτιζάνο	noun	αιτιατική ενικού του παρτιζάνος
παρτιζάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρτιζάνος
παρτιζάνος	noun	εθελοντής μαχητής, που δεν ανήκει σε τακτικό στρατό, και αγωνίζεται για εθνικό, κοινωνικό, πολιτικό ή θρησκευτικό ιδεώδες
παρτιζάνου	noun	γενική ενικού του παρτιζάνος
παρτιζάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του παρτιζάνος
παρτιζάνων	noun	γενική πληθυντικού του παρτιζάνος
παρτιτούρα	noun	μία ή περισσότερες σελίδες που έχουν καταγραμμένες, σε μουσική γραφή, τις νότες και τον τρόπο παιξίματος ενός μουσικού κομματιού
παρτιτούρας	noun	γενική ενικού του παρτιτούρα
παρτιτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτιτούρα
παρτουζιάρα	=	παρτουζιάρης
παρτουζιάρη	=	παρτουζιάρης
παρτουζιάρηδες	=	παρτουζιάρης
παρτουζιάρηδων	=	παρτουζιάρης
παρτουζιάρης	noun	αυτός που συμμετέχει σε παρτούζα
παρτούζα	noun	σεξουαλική πράξη με τη συμμετοχή περισσότερων από δύο άτομα
παρτούζας	=	παρτούζα
παρτούζες	=	παρτούζα
παρτούζων	=	παρτούζα
παρτσά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παρτσάς
παρτσάβλα	noun	η κουτσή
παρτσάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτσάς
παρτσάδων	noun	γενική πληθυντικού του παρτσάς
παρτσάς	noun|vulgar	μέρος, κομμάτι
παρτσαβλός	=	παρτσάβλα
παρτσακλά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτσακλό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρτσακλός
παρτσακλέ	adj	κλητική ενικού του παρτσακλός
παρτσακλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρτσακλή
παρτσακλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρτσακλός
παρτσακλής	adj	γενική ενικού του παρτσακλή
παρτσακλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρτσακλός
παρτσακλού	noun	γενική ενικού του παρτσακλό
παρτσακλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρτσακλός
παρτσακλό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παρτσακλός	noun	παρτσακλό άτομο
παρτσακλός	adj	που είναι άτομο (ιδίως νεαρό: παρτσακλό) με αλλοπρόσαλλο ντύσιμο και συμπεριφορά
παρτσακλών	noun	γενική πληθυντικού του παρτσακλό
παρτσινέβελε	=	παρτσινέβελος
παρτσινέβελο	=	παρτσινέβελος
παρτσινέβελοι	=	παρτσινέβελος
παρτσινέβελος	noun	συμπλοιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μεριδιούχος
παρτσινέβελου	=	παρτσινέβελος
παρτσινέβελους	=	παρτσινέβελος
παρτσινέβελων	=	παρτσινέβελος
παρυδάτια	=	παρυδάτιος
παρυδάτιο	=	παρυδάτιος
παρυδάτιος	adj	που βρίσκεται ή ζει κοντά σε νερό
παρυφές	=	παρυφή
παρυφή	noun	μια μικρή λωρίδα στην άκρη ενός υφάσματος
παρυφής	=	παρυφή
παρυφών	=	παρυφή
παρφέ	noun	είδος παγωτού με πολύ πλούσια υφή κρέμας, διαφορετική από τα συνηθισμένα παγωτά· συνήθως με κομμάτια φρούτων ή ξηρών καρπών
παρφουμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρφουμαρισμένο
παρφουμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του παρφουμαρισμένος
παρφουμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρφουμαρισμένη
παρφουμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρφουμαρισμένος
παρφουμαρισμένης	verb	γενική ενικού του παρφουμαρισμένη
παρφουμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του παρφουμαρισμένος
παρφουμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρφουμαρισμένος
παρφουμαρισμένος	verb	αρωματισμένος
παρφουμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρφουμαρισμένος
παρφουμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρφουμαρισμένος
παρφουμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρφουμαρισμένος
παρωδήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσεων	=	παρώδηση
παρωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρωδία	noun	σκωπτική παραποίηση σοβαρού λογοτεχνικού έργου
παρωδίας	noun	γενική ενικού του παρωδία
παρωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωδία
παρωδηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωδούμαι
παρωδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωδημένο
παρωδημένε	verb	κλητική ενικού του παρωδημένος
παρωδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωδημένη
παρωδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρωδημένος
παρωδημένης	verb	γενική ενικού του παρωδημένη
παρωδημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρωδημένος
παρωδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρωδημένος
παρωδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρωδημένος
παρωδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρωδημένος
παρωδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρωδημένος
παρωδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωδιακό
παρωδιακέ	adj	κλητική ενικού του παρωδιακός
παρωδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωδιακή
παρωδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρωδιακός
παρωδιακής	adj	γενική ενικού του παρωδιακή
παρωδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρωδιακός
παρωδιακού	adj	γενική ενικού του παρωδιακός
παρωδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρωδιακός
παρωδιακό	adj	αιτιατική ενικού του παρωδιακός
παρωδιακός	adj	σχετικός με παρωδία
παρωδιακών	adj	γενική πληθυντικού του παρωδιακός
παρωδιών	noun	γενική πληθυντικού του παρωδία
παρωδούμαι	verb	γίνομαι θέμα μιας παρωδίας
παρωδώ	verb	με σκωπτικό ή κωμικό τρόπο παραποιώ ή απομιμούμαι κάποιο (λογοτεχνικό, πεζό ή ποιητικό) έργο
παρωθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήσαν	=	παρωθώ
παρωθήσανε	=	παρωθώ
παρωθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρώθηση
παρωθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήσεων	=	παρώθηση
παρωθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρωθεί	=	παρωθώ
παρωθείς	=	παρωθώ
παρωθείτε	=	παρωθώ
παρωθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωθημένο
παρωθημένε	verb	κλητική ενικού του παρωθημένος
παρωθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωθημένη
παρωθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρωθημένος
παρωθημένης	verb	γενική ενικού του παρωθημένη
παρωθημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρωθημένος
παρωθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρωθημένος
παρωθημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου παρωθώ
παρωθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρωθημένος
παρωθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρωθημένος
παρωθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρωθημένος
παρωθητικά	=	παρωθητικός
παρωθητικέ	=	παρωθητικός
παρωθητικές	=	παρωθητικός
παρωθητική	=	παρωθητικός
παρωθητικής	=	παρωθητικός
παρωθητικοί	=	παρωθητικός
παρωθητικού	=	παρωθητικός
παρωθητικούς	=	παρωθητικός
παρωθητικό	=	παρωθητικός
παρωθητικός	adj	που παρωθεί
παρωθητικών	=	παρωθητικός
παρωθούμε	=	παρωθώ
παρωθούμενα	=	παρωθούμενος
παρωθούμενε	=	παρωθούμενος
παρωθούμενες	=	παρωθούμενος
παρωθούμενη	=	παρωθούμενος
παρωθούμενης	=	παρωθούμενος
παρωθούμενο	=	παρωθούμενος
παρωθούμενοι	=	παρωθούμενος
παρωθούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος παρωθώ
παρωθούμενου	=	παρωθούμενος
παρωθούμενους	=	παρωθούμενος
παρωθούμενων	=	παρωθούμενος
παρωθούν	=	παρωθώ
παρωθούνε	=	παρωθώ
παρωθούσα	=	παρωθώ
παρωθούσαμε	=	παρωθώ
παρωθούσαν	=	παρωθώ
παρωθούσανε	=	παρωθώ
παρωθούσατε	=	παρωθώ
παρωθούσε	=	παρωθώ
παρωθούσες	=	παρωθώ
παρωθώ	verb|formal	παρακινώ, παροτρύνω, προτρέπω
παρωθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παρωθώ
παρωνυμία	noun	η ιδιότητα του παρωνύμου, το φαινόμενο της ύπαρξης των παρωνύμων
παρωνυμίας	noun	γενική ενικού του παρωνυμία
παρωνυμίες	=	παρωνυμία
παρωνυμίου	noun	γενική ενικού του παρωνύμιο
παρωνυμίων	noun	γενική πληθυντικού του παρωνύμιο
παρωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του παρωνυμία
παρωνυχία	noun	φλεγμονή του δέρματος κοντά στην περιοχή του νυχιού
παρωνυχίας	noun	γενική ενικού του παρωνυχία
παρωνυχίδα	noun	δερματικό εξόγκωμα που δημιουργείται στο πλάι, και συνήθως κοντά στη βάση, του νυχιού
παρωνυχίδας	=	παρωνυχίδα
παρωνυχίδες	=	παρωνυχίδα
παρωνυχίδων	=	παρωνυχίδα
παρωνυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωνυχία
παρωνυχιών	noun	γενική πληθυντικού του παρωνυχία
παρωνύμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωνύμιο
παρωνύμιο	noun	δεύτερο όνομα ενός προσώπου (συνήθως ειρωνικό ή κοροϊδευτικό)
παρωνύμιου	=	παρωνύμιο
παρωπίδα	noun	η δερμάτινη καλύπτρα που τίθεται ανά ζεύγος πλευρικά των ματιών των ζεμένων ζώων, αναφέρεται κυρίως στον πληθυντικό παρωπίδες.
παρωπίδας	=	παρωπίδα
παρωπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωπίδα
παρωπίδων	=	παρωπίδα
παρωρίτες	=	παρωρίτης
παρωρίτη	=	παρωρίτης
παρωρίτης	noun	που επιστρέφει στο σπίτι του αργά, αφού έχει περάσει η ώρα
παρωρειών	=	παρώρεια
παρωριτών	=	παρωρίτης
παρωτίδα	noun	μεγάλος σιελογόνος αδένας
παρωτίδας	=	παρωτίδα
παρωτίδες	=	παρωτίδα
παρωτίδων	=	παρωτίδα
παρωτίτιδα	noun	είδος αρρώστιας όπου εμφανίζεται φλεγμονή της παρωτίδας
παρωτίτιδας	=	παρωτίτιδα
παρωτίτιδες	=	παρωτίτιδα
παρωτίτιδων	=	παρωτίτιδα
παρωτῖτις	noun	παρωτίτιδα
παρωχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωχημένο
παρωχημένε	verb	κλητική ενικού του παρωχημένος
παρωχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρωχημένη
παρωχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρωχημένος
παρωχημένης	verb	γενική ενικού του παρωχημένη
παρωχημένο	verb	αιτιατική ενικού του παρωχημένος
παρωχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρωχημένος
παρωχημένος	verb	ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα
παρωχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρωχημένος
παρωχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παρωχημένος
παρωχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρωχημένος
παρόδια	=	παρόδιος
παρόδιας	=	παρόδιος
παρόδιε	=	παρόδιος
παρόδιες	=	παρόδιος
παρόδιο	=	παρόδιος
παρόδιοι	=	παρόδιος
παρόδιος	adj	που είναι ή βρίσκεται δίπλα σε κάποιο δρόμο
παρόδιου	=	παρόδιος
παρόδιους	=	παρόδιος
παρόδιων	=	παρόδιος
παρόδου	=	πάροδος
παρόδους	=	πάροδος
παρόδων	=	πάροδος
παρόλα	noun|vulgar	παχειά λόγια (συνήθως στον πληθυντικό)
παρόλας	=	παρόλα
παρόλες	=	παρόλα
παρόλο	conj	εναντιωματικός σύνδεσμος, που εισάγει εναντιωματικές προτάσεις
παρόμοια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παρόμοιος	adv	με παρόμοιο τρόπο
παρόμοιας	=	παρόμοιος
παρόμοιε	=	παρόμοιος
παρόμοιες	=	παρόμοιος
παρόμοιο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παρόμοιος
παρόμοιοι	=	παρόμοιος
παρόμοιος	adj	που μοιάζει αρκετά, αρκετά όμοιος
παρόμοιου	=	παρόμοιος
παρόμοιους	=	παρόμοιος
παρόμοιων	=	παρόμοιος
παρόν	noun	το διάστημα του χρόνου στο οποίο υπάρχουμε κι ενεργούμε, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν και το μέλλον
παρόνομα	noun|dated	επώνυμο
παρόντα	=	παρόν
παρόντας	verb	μορφή του παρών με νεότερες καταλήξεις
παρόντες	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρών
παρόντος	noun	γενική ενικού του παρόν
παρόντούσα	=	παρόντας
παρόντων	=	παρόν
παρόντόν	=	παρόντας
παρόξυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παροξύνω
παρόξυνσης	=	παρόξυνση
παρόξυνσις	noun	παρόξυνση
παρόπλιζα	=	παροπλίζω
παρόπλιζαν	=	παροπλίζω
παρόπλιζε	=	παροπλίζω
παρόπλιζες	=	παροπλίζω
παρόπλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παρόπλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παρόπλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παρόπλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροπλίζω
παρόπλιση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παροπλίζω
παρόπλισης	noun	γενική ενικού του παρόπλιση
παρόπλισις	noun	παρόπλιση
παρόραμα	noun	λάθος σε τυπωμένο κείμενο που προέρχεται από απροσεξία ή από αβλεψία
παρόργιζα	=	παροργίζω
παρόργιζαν	=	παροργίζω
παρόργιζε	=	παροργίζω
παρόργιζες	=	παροργίζω
παρόργισα	=	παροργίζω
παρόργισαν	=	παροργίζω
παρόργισε	=	παροργίζω
παρόργισες	=	παροργίζω
παρόργιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παροργίζω
παρόργισης	=	παρόργιση
παρόργισις	noun	παρόργιση
παρόρμει	=	παρορμώ
παρόρμησα	=	παρορμώ
παρόρμησαν	=	παρορμώ
παρόρμησε	=	παρορμώ
παρόρμησες	=	παρορμώ
παρόρμηση	noun	η έντονη, ακατανίκητη τάση για εκτέλεση διαφόρων πράξεων
παρόρμησης	noun	γενική ενικού του παρόρμηση
παρότι	conj	εναντιωματικός σύνδεσμος, που εισάγει εναντιωματικές προτάσεις
παρότρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παροτρύνω
παρότρυναν	=	παροτρύνω
παρότρυνε	=	παροτρύνω
παρότρυνες	=	παροτρύνω
παρότρυνση	noun	η ενέργεια του παροτρύνω
παρότρυνσης	=	παρότρυνση
παρόχθια	=	παρόχθιος
παρόχθιας	=	παρόχθιος
παρόχθιε	=	παρόχθιος
παρόχθιες	=	παρόχθιος
παρόχθιο	=	παρόχθιος
παρόχθιοι	=	παρόχθιος
παρόχθιος	adj	που βρίσκεται στην όχθη ενός ποταμού ή μιας λίμνης ή κοντά στην όχθη
παρόχθιου	=	παρόχθιος
παρόχθιους	=	παρόχθιος
παρόχθιων	=	παρόχθιος
παρόχου	=	πάροχος
παρόχους	=	πάροχος
παρόχων	=	πάροχος
παρώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωδώ
παρώδηση	noun|formal	η παρωδία
παρώδησης	=	παρώδηση
παρώθει	=	παρωθώ
παρώθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρώθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρώθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρώθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρωθώ
παρώθηση	noun	παρακίνηση, παρότρυνση, ενθάρρυνση
παρώθησης	=	παρώθηση
παρών	verb	που παρευρίσκεται σε κάποιο σημείο ή σε κάποια συνάθροιση	noun	που είναι παρών
παρώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρώνυμο
παρώνυμε	adj	κλητική ενικού του παρώνυμος
παρώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παρώνυμη
παρώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παρώνυμος
παρώνυμης	adj	γενική ενικού του παρώνυμη
παρώνυμο	noun	λέξη που μοιάζει στην προφορά με μία άλλη, χωρίς να έχουν την ίδια σημασία
παρώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παρώνυμος
παρώνυμος	adj	που έχει παρόμοια προφορά αλλά διαφορετική σημασία
παρώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παρώνυμος
παρώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παρώνυμος
παρώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παρώνυμος
παρώρεια	noun|formal	μέρος στην πλαγιά ενός όρους
παρώρειας	=	παρώρεια
παρώρειες	=	παρώρεια
πας	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πηγαίνω / πάω	pron|obsolete	κάθε, όλος (κυρίως σε παλιότερες παγιωμένες εκφράσεις)
πασά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πασάς
πασάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασάς
πασάδων	noun	γενική πληθυντικού του πασάς
πασάκα	=	πασάκας
πασάκας	noun	χαϊδευτικό, υποκοριστικό του πασάς, προσφώνηση σε αγόρια
πασάκες	=	πασάκας
πασάλειβα	=	πασαλείβω
πασάλειβαν	=	πασαλείβω
πασάλειβε	=	πασαλείβω
πασάλειβες	=	πασαλείβω
πασάλειμμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασαλείβω
πασάλειφα	=	πασαλείφω
πασάλειφαν	=	πασαλείφω
πασάλειφε	=	πασαλείφω
πασάλειφες	=	πασαλείφω
πασάλειψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασάλειψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασάλειψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασάλειψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πασάρω
πασάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πασάρω
πασάρω	verb	κάνω πάσα, ρίχνω την μπάλα σε συμπαίκτη
πασάς	noun	οθωμανικός τίτλος αξιωματούχου
πασέ	noun	ξεπερασμένος
πασέρ	noun	πασαδόρος
πασέρνω	verb|rare	άλλη μορφή του πασάρω
πασέτα	noun|dated	τυχερό παιχνίδι που παίζεται με 52 τραπουλόχαρτα
πασέτας	noun	γενική ενικού του πασέτα
πασέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασέτα
πασέτο	noun|vulgar	ξύλινο, πτυσσόμενο / αναδιπλούμενο μέτρο
πασίγνωστα	=	πασίγνωστος
πασίγνωστε	=	πασίγνωστος
πασίγνωστες	=	πασίγνωστος
πασίγνωστη	=	πασίγνωστος
πασίγνωστης	=	πασίγνωστος
πασίγνωστο	=	πασίγνωστος
πασίγνωστοι	=	πασίγνωστος
πασίγνωστος	adj	γνωστός από πάρα πολλούς ανθρώπους, από πάρα πολύ κόσμο
πασίγνωστου	=	πασίγνωστος
πασίγνωστους	=	πασίγνωστος
πασίγνωστων	=	πασίγνωστος
πασίδηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πασίδηλος	adv|formal	με πασίδηλο τρόπο
πασίδηλε	=	πασίδηλος
πασίδηλες	=	πασίδηλος
πασίδηλη	=	πασίδηλος
πασίδηλης	=	πασίδηλος
πασίδηλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πασίδηλος
πασίδηλοι	=	πασίδηλος
πασίδηλος	adj|formal	φανερός σε όλους
πασίδηλου	=	πασίδηλος
πασίδηλους	=	πασίδηλος
πασίδηλων	=	πασίδηλος
πασίχαρα	=	πασίχαρος
πασίχαρε	=	πασίχαρος
πασίχαρες	=	πασίχαρος
πασίχαρη	=	πασίχαρος
πασίχαρης	=	πασίχαρος
πασίχαρο	=	πασίχαρος
πασίχαροι	=	πασίχαρος
πασίχαρος	adj	πάρα πολύ χαρούμενος, καταχαρούμενος
πασίχαρου	=	πασίχαρος
πασίχαρους	=	πασίχαρος
πασίχαρων	=	πασίχαρος
πασαένας	pron|vulgar	καθένας
πασαβιόλα	noun	άλλη μορφή του μπασαβιόλα
πασαβιόλας	noun	γενική ενικού του πασαβιόλα
πασαβιόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαβιόλα
πασαδόρε	=	πασαδόρος
πασαδόρο	=	πασαδόρος
πασαδόροι	=	πασαδόρος
πασαδόρος	noun	που κάνει πάσα, που πασάρει
πασαδόρου	=	πασαδόρος
πασαδόρους	=	πασαδόρος
πασαδόρων	=	πασαδόρος
πασαείς	pron|vulgar	καθένας
πασαλίδικα	adv	με πασαλίδικο τρόπο
πασαλίδικε	adj	κλητική ενικού του πασαλίδικος
πασαλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαλίδικη
πασαλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασαλίδικος
πασαλίδικης	adj	γενική ενικού του πασαλίδικη
πασαλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του πασαλίδικος
πασαλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασαλίδικος
πασαλίδικος	adj	που έχει σχέση με πασά ή πασαλίκι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
πασαλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασαλίδικος
πασαλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πασαλίδικος
πασαλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασαλίδικος
πασαλίκι	noun	το αξίωμα ενός πασά
πασαλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαλίκι
πασαλείβαμε	=	πασαλείβω
πασαλείβαν	=	πασαλείβω
πασαλείβανε	=	πασαλείβω
πασαλείβατε	=	πασαλείβω
πασαλείβει	=	πασαλείβω
πασαλείβεις	=	πασαλείβω
πασαλείβεσαι	=	πασαλείβομαι
πασαλείβεστε	=	πασαλείβομαι
πασαλείβεται	=	πασαλείβομαι
πασαλείβετε	=	πασαλείβω
πασαλείβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πασαλείβω
πασαλείβομε	=	πασαλείβω
πασαλείβονται	=	πασαλείβομαι
πασαλείβονταν	=	πασαλείβομαι
πασαλείβοντας	=	πασαλείβω
πασαλείβου	=	πασαλείβομαι
πασαλείβουμε	=	πασαλείβω
πασαλείβουν	=	πασαλείβω
πασαλείβουνε	=	πασαλείβω
πασαλείβω	verb	αλείφω με τρόπο πρόχειρο και κάπως άτεχνο κάτι
πασαλείμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασάλειμμα
πασαλείμματος	noun	γενική ενικού του πασάλειμμα
πασαλείφαμε	=	πασαλείφω
πασαλείφαν	=	πασαλείφω
πασαλείφανε	=	πασαλείφω
πασαλείφατε	=	πασαλείφω
πασαλείφει	=	πασαλείφω
πασαλείφεις	=	πασαλείφω
πασαλείφεσαι	=	πασαλείφομαι
πασαλείφεστε	=	πασαλείφομαι
πασαλείφεται	=	πασαλείφομαι
πασαλείφετε	=	πασαλείφω
πασαλείφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πασαλείφω
πασαλείφομε	=	πασαλείφω
πασαλείφονται	=	πασαλείφομαι
πασαλείφονταν	=	πασαλείφομαι
πασαλείφοντας	=	πασαλείφω
πασαλείφου	=	πασαλείφομαι
πασαλείφουμε	=	πασαλείφω
πασαλείφουν	=	πασαλείφω
πασαλείφουνε	=	πασαλείφω
πασαλείφτε	=	πασαλείφω
πασαλείφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλείφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλείφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλείφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλείφω	verb	άλλη μορφή του πασαλείβω
πασαλείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψαν	=	πασαλείφω
πασαλείψανε	=	πασαλείφω
πασαλείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψομε	=	πασαλείφω
πασαλείψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψουνε	=	πασαλείφω
πασαλείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβω
πασαλειβόμασταν	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόμαστε	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόμουν	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόμουνα	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόντουσαν	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόσασταν	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόσαστε	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόσουν	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόσουνα	=	πασαλείβομαι
πασαλειβόταν	=	πασαλείβομαι
πασαλειβότανε	=	πασαλείβομαι
πασαλειμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πασάλειμμα
πασαλειμμέ	noun	κλητική ενικού του πασαλειμμός
πασαλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαλειμμένο
πασαλειμμένε	verb	κλητική ενικού του πασαλειμμένος
πασαλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαλειμμένη
πασαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασαλειμμένος
πασαλειμμένης	verb	γενική ενικού του πασαλειμμένη
πασαλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του πασαλειμμένος
πασαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασαλειμμένος
πασαλειμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πασαλείβω / πασαλείφω
πασαλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασαλειμμένος
πασαλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πασαλειμμένος
πασαλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασαλειμμένος
πασαλειμματάκι	noun	υποκοριστικό του πασάλειμμα
πασαλειμματάκια	=	πασαλειμματάκι
πασαλειμμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασαλειμμός
πασαλειμμού	noun	γενική ενικού του πασαλειμμός
πασαλειμμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πασαλειμμός
πασαλειμμό	noun	αιτιατική ενικού του πασαλειμμός
πασαλειμμός	noun|dated	άλλη μορφή του πασάλειμμα
πασαλειμμών	noun	γενική πληθυντικού του πασαλειμμός
πασαλειφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτήκαν	=	πασαλείβομαι
πασαλειφτήκανε	=	πασαλείβομαι
πασαλειφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφτούνε	=	πασαλείφω
πασαλειφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασαλείβομαι
πασαλειφόμασταν	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόμαστε	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόμουν	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόμουνα	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόντουσαν	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόσασταν	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόσαστε	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόσουν	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόσουνα	=	πασαλείφομαι
πασαλειφόταν	=	πασαλείφομαι
πασαλειφότανε	=	πασαλείφομαι
πασαλικιού	=	πασαλίκι
πασαλικιών	=	πασαλίκι
πασαλιμανιώτικα	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικε	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικες	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικη	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικης	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικο	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικοι	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικος	adj	ο σχετικός με το Πασαλιμάνι ή τους κατοίκους του
πασαλιμανιώτικου	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικους	=	πασαλιμανιώτικος
πασαλιμανιώτικων	=	πασαλιμανιώτικος
πασαμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαμέντο
πασαμέντο	noun	ξύλινη, μαρμάρινη (ή και από άλλα υλικά) διακοσμητική λωρίδα ή πλαίσιο
πασαμέντου	noun	γενική ενικού του πασαμέντο
πασαμέντων	noun	γενική πληθυντικού του πασαμέντο
πασαπάγκε	=	πασαπάγκος
πασαπάγκο	=	πασαπάγκος
πασαπάγκοι	=	πασαπάγκος
πασαπάγκος	noun	το παράσελμα
πασαπάγκου	=	πασαπάγκος
πασαπάγκους	=	πασαπάγκος
πασαπάγκων	=	πασαπάγκος
πασαπορτιού	=	πασαπόρτι
πασαπορτιών	=	πασαπόρτι
πασαπόρτι	noun	το διαβατήριο
πασαπόρτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαπόρτι
πασαρέλα	noun	η υψωμένη επιφάνεια πάνω στην οποία τα μοντέλα περπατούν μπροστά από το κοινό σε επίδειξη μόδας
πασαρέλας	=	πασαρέλα
πασαρέλες	=	πασαρέλα
πασαρέλων	=	πασαρέλα
πασαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασάρισμα
πασαρίσματος	noun	γενική ενικού του πασάρισμα
πασαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πασάρισμα
πασαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαρισμένο
πασαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πασαρισμένος
πασαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασαρισμένη
πασαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασαρισμένος
πασαρισμένης	verb	γενική ενικού του πασαρισμένη
πασαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πασαρισμένος
πασαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασαρισμένος
πασαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασαρισμένος
πασαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πασαρισμένος
πασαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασαρισμένος
πασατέμπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασατέμπο
πασατέμπε	noun	κλητική ενικού του πασατέμπος
πασατέμπο	noun	άλλη μορφή του πασατέμπος
πασατέμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασατέμπος
πασατέμπος	noun	κολοκυθόσπορος που έχει ψηθεί και τρώγεται, αφού αφαιρεθεί το εξωτερικό κέλυφος (για να περνάει η ώρα)
πασατέμπου	noun	γενική ενικού του πασατέμπος
πασατέμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πασατέμπος
πασατέμπων	noun	γενική πληθυντικού του πασατέμπος
πασατεμπά	=	πασατεμπάς
πασατεμπάδες	=	πασατεμπάς
πασατεμπάδων	=	πασατεμπάς
πασατεμπάς	noun	αυτός που παρασκευάζει και πουλάει πασατέμπο
πασετών	noun	γενική πληθυντικού του πασέτα
πασιέντζα	noun	άλλη μορφή του πασιέντσα
πασιέντζας	noun	γενική ενικού του πασιέντζα
πασιέντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασιέντζα
πασιέντσα	noun	που παίζεται με τράπουλα από ένα άτομο
πασιέντσας	noun	γενική ενικού του πασιέντσα
πασιέντσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασιέντσα
πασιδήλως	adv|archaic	με πασίδηλο τρόπο
πασιφίστρια	=	πασιφιστής
πασιφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πασιφανής
πασιφανή	adj	αιτιατική ενικού του πασιφανής
πασιφανής	adj|formal	ολοφάνερος, φανερός σε όλους
πασιφανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασιφανής
πασιφανούς	adj	γενική ενικού του πασιφανής
πασιφανών	adj	γενική πληθυντικού του πασιφανής
πασιφανώς	adv|formal	με πασιφανή τρόπο, ολοφάνερα
πασιφισμέ	noun	κλητική ενικού του πασιφισμός
πασιφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασιφισμός
πασιφισμού	noun	γενική ενικού του πασιφισμός
πασιφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πασιφισμός
πασιφισμό	noun	αιτιατική ενικού του πασιφισμός
πασιφισμός	noun	η θεωρία που πρεσβεύει ότι η ανθρώπινη επικοινωνία πρέπει να καθορίζεται από ειρηνικές παρά από βίαιες ή εμπόλεμες σχέσεις και οι διαφορές πρέπει να διευθετούνται με ειρηνικά μέσα
πασιφισμών	noun	γενική πληθυντικού του πασιφισμός
πασιφιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασιφιστής
πασιφιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πασιφιστής
πασιφιστής	noun	συνώνυμο του ειρηνιστής
πασιφιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πασιφιστικός	adv|rare	με πασιφιστικό τρόπο
πασιφιστικέ	adj	κλητική ενικού του πασιφιστικός
πασιφιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασιφιστική
πασιφιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασιφιστικός
πασιφιστικής	adj	γενική ενικού του πασιφιστική
πασιφιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασιφιστικός
πασιφιστικού	adj	γενική ενικού του πασιφιστικός
πασιφιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πασιφιστικός
πασιφιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πασιφιστικός
πασιφιστικός	adj|rare	που έχει σχέση με τον πασιφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πασιφιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πασιφιστικός
πασιφιστών	noun	γενική πληθυντικού του πασιφιστής
πασκάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του πασχάζω
πασκίζαμε	=	πασκίζω
πασκίζαν	=	πασκίζω
πασκίζανε	=	πασκίζω
πασκίζατε	=	πασκίζω
πασκίζει	=	πασκίζω
πασκίζεις	=	πασκίζω
πασκίζετε	=	πασκίζω
πασκίζοντας	=	πασκίζω
πασκίζουμε	=	πασκίζω
πασκίζουν	=	πασκίζω
πασκίζουνε	=	πασκίζω
πασκίζω	verb	άλλη μορφή του πασχίζω
πασκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσαν	=	πασκίζω
πασκίσανε	=	πασκίζω
πασκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασκίζω
πασκαλιά	noun|rare	άλλη μορφή του πασχαλιά
πασκε	abbrev	εργατική συνδικαλιστική οργάνωση, προσκείμενη κυρίως προς το κόμμα του ΠΑΣΟΚ
πασμίνα	noun	ορθογώνιο κομμάτι υφάσματος που μπορεί να φορεθεί ως σάλι ή κασκόλ, είναι σχετικά φαρδύ και έχει συνήθως μεταξωτή υφή
πασμίνας	=	πασμίνα
πασμίνες	=	πασμίνα
πασμίνων	=	πασμίνα
πασμαντερί	noun	διακοσμητική ταινία (π.χ. πλεκτή) που στολίζει το περιθώριο υφάσματος, ενδύματος, κουρτίνας
πασοκ	abbrev	ελληνικό κεντροαριστερό πολιτικό κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου
πασοκοποίηση	noun	η μείωση της εκλογικής επιρροής των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Δυτική Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 2010 και η ταυτόχρονη ανάδυση εθνικιστικών, αριστερών ή δεξιών λαϊκιστικών εναλλακτικών (όπως συνέβη στο ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα στις εκλογές του 2009)
πασοκοποίησης	=	πασοκοποίηση
πασοκοποιήσεις	=	πασοκοποίηση
πασοκοποιήσεων	=	πασοκοποίηση
πασοκτζή	=	πασοκτζής
πασοκτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασοκτζής
πασοκτζήδων	=	πασοκτζής
πασοκτζής	noun	οπαδός του ΠΑΣΟΚ
πασοκών	=	πασόκα
πασουμάκι	noun	είδος γυναικείας παντόφλας ή παπουτσιού (ενίοτε με μικρό τακούνι)
πασουμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασουμάκι
πασουμιού	=	πασούμι
πασουμιών	=	πασούμι
πασούμι	noun	παντόφλα με τακούνι (συνήθως γυναικεία)
πασούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασούμι
πασπ	abbrev	Η φοιτητική κομματική οργάνωση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (Π. Α. Σ. Ο. Κ).
πασπάλη	noun|vulgar	το ψιλοαλεσμένο αλεύρι
πασπάλης	=	πασπάλη
πασπάλι	noun|vulgar	άλλη μορφή του πασπάλη
πασπάλια	=	πασπάλι
πασπάλιζα	=	πασπαλίζω
πασπάλιζαν	=	πασπαλίζω
πασπάλιζε	=	πασπαλίζω
πασπάλιζες	=	πασπαλίζω
πασπάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπάλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πασπαλίζω
πασπάτα	=	πασπάτης
πασπάτας	=	πασπάτης
πασπάτεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πασπατεύω
πασπάτες	=	πασπάτης
πασπάτευα	=	πασπατεύω
πασπάτευαν	=	πασπατεύω
πασπάτευε	=	πασπατεύω
πασπάτευες	=	πασπατεύω
πασπάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπάτη	=	πασπάτης
πασπάτηδες	=	πασπάτης
πασπάτηδων	=	πασπάτης
πασπάτης	adj	χασομέρης
πασπάτικα	=	πασπάτης
πασπάτικο	=	πασπάτης
πασπάτικου	=	πασπάτης
πασπάτικων	=	πασπάτης
πασπαλίζαμε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζαν	=	πασπαλίζω
πασπαλίζανε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζατε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζει	=	πασπαλίζω
πασπαλίζεις	=	πασπαλίζω
πασπαλίζεσαι	=	πασπαλίζω
πασπαλίζεστε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζεται	=	πασπαλίζω
πασπαλίζετε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζομαι	=	πασπαλίζω
πασπαλίζομε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζονται	=	πασπαλίζω
πασπαλίζονταν	=	πασπαλίζω
πασπαλίζοντας	=	πασπαλίζω
πασπαλίζουμε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζουν	=	πασπαλίζω
πασπαλίζουνε	=	πασπαλίζω
πασπαλίζω	verb	ρίχνω με το χέρι μου πάνω σε κάτι μια στερεά ουσία σε μορφή σκόνης
πασπαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσαν	=	πασπαλίζω
πασπαλίσανε	=	πασπαλίζω
πασπαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπάλισμα
πασπαλίσματος	noun	γενική ενικού του πασπάλισμα
πασπαλίσομε	=	πασπαλίζω
πασπαλίσου	=	πασπαλίζω
πασπαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίσουνε	=	πασπαλίζω
πασπαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζω
πασπαλιζόμασταν	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόμαστε	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόμουν	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόμουνα	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόντουσαν	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόσασταν	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόσαστε	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόσουν	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόσουνα	=	πασπαλίζω
πασπαλιζόταν	=	πασπαλίζω
πασπαλιζότανε	=	πασπαλίζω
πασπαλιού	=	πασπάλι
πασπαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πασπάλισμα
πασπαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπαλισμένο
πασπαλισμένε	verb	κλητική ενικού του πασπαλισμένος
πασπαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπαλισμένη
πασπαλισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασπαλισμένος
πασπαλισμένης	verb	γενική ενικού του πασπαλισμένη
πασπαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πασπαλισμένος
πασπαλισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασπαλισμένος
πασπαλισμένος	verb	που έχει πασπαλιστεί
πασπαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασπαλισμένος
πασπαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πασπαλισμένος
πασπαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασπαλισμένος
πασπαλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπαλιστό
πασπαλιστέ	adj	κλητική ενικού του πασπαλιστός
πασπαλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπαλιστή
πασπαλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασπαλιστός
πασπαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστήκαν	=	πασπαλίζω
πασπαλιστήκανε	=	πασπαλίζω
πασπαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστήρι	noun	εργαλείο με το οποίο πασπαλίζουν
πασπαλιστήρια	=	πασπαλιστήρι
πασπαλιστής	noun	πασπαλιστήρι, δοχείο πασπαλίζματος, δοχείο πασπαλίσματος, δοχείο πασπαλίσματος με διάτρητο καπάκι, δοχείο πασπαλίσματος με διάτρητο καπάκι
πασπαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστηριού	=	πασπαλιστήρι
πασπαλιστηριών	=	πασπαλιστήρι
πασπαλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασπαλιστός
πασπαλιστού	adj	γενική ενικού του πασπαλιστός
πασπαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστούνε	=	πασπαλίζω
πασπαλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πασπαλιστός
πασπαλιστό	adj	αιτιατική ενικού του πασπαλιστός
πασπαλιστός	adj	που έχει πασπαλιστεί
πασπαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπαλίζομαι
πασπαλιστών	adj	γενική πληθυντικού του πασπαλιστός
πασπαλιών	=	πασπάλι
πασπαρτού	noun	γενικό αντικλείδι που ανοίγει όλες τις κλειδαριές
πασπατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπάτεμα
πασπατέματος	noun	γενική ενικού του πασπάτεμα
πασπατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψαν	=	πασπατεύω
πασπατέψανε	=	πασπατεύω
πασπατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψομε	=	πασπατεύω
πασπατέψου	=	πασπατεύω
πασπατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψουνε	=	πασπατεύω
πασπατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασπατεύω
πασπατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πασπάτεμα
πασπατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπατεμένο
πασπατεμένε	verb	κλητική ενικού του πασπατεμένος
πασπατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπατεμένη
πασπατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασπατεμένος
πασπατεμένης	verb	γενική ενικού του πασπατεμένη
πασπατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πασπατεμένος
πασπατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασπατεμένος
πασπατεμένος	=	πασπατεύω
πασπατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασπατεμένος
πασπατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πασπατεμένος
πασπατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασπατεμένος
πασπατευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπατευτό	adv	πασπατεύοντας
πασπατευτέ	adj	κλητική ενικού του πασπατευτός
πασπατευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασπατευτή
πασπατευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασπατευτός
πασπατευτήκαμε	=	πασπατεύω
πασπατευτήκαν	=	πασπατεύω
πασπατευτήκανε	=	πασπατεύω
πασπατευτήκατε	=	πασπατεύω
πασπατευτής	adj	γενική ενικού του πασπατευτή
πασπατευτεί	=	πασπατεύω
πασπατευτείς	=	πασπατεύω
πασπατευτείτε	=	πασπατεύω
πασπατευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασπατευτός
πασπατευτού	adj	γενική ενικού του πασπατευτός
πασπατευτούμε	=	πασπατεύω
πασπατευτούν	=	πασπατεύω
πασπατευτούνε	=	πασπατεύω
πασπατευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πασπατευτός
πασπατευτό	adj	αιτιατική ενικού του πασπατευτός
πασπατευτός	adj|vulgar	που μπορεί ή αξίζει να πασπατευτεί
πασπατευτώ	=	πασπατεύω
πασπατευτών	adj	γενική πληθυντικού του πασπατευτός
πασπατευόμασταν	=	πασπατεύω
πασπατευόμαστε	=	πασπατεύω
πασπατευόμουν	=	πασπατεύω
πασπατευόμουνα	=	πασπατεύω
πασπατευόντουσαν	=	πασπατεύω
πασπατευόσασταν	=	πασπατεύω
πασπατευόσαστε	=	πασπατεύω
πασπατευόσουν	=	πασπατεύω
πασπατευόσουνα	=	πασπατεύω
πασπατευόταν	=	πασπατεύω
πασπατευότανε	=	πασπατεύω
πασπατεύαμε	=	πασπατεύω
πασπατεύαν	=	πασπατεύω
πασπατεύανε	=	πασπατεύω
πασπατεύατε	=	πασπατεύω
πασπατεύγω	verb	ψάχνω να βρω κάτι
πασπατεύει	=	πασπατεύω
πασπατεύεις	=	πασπατεύω
πασπατεύεσαι	=	πασπατεύω
πασπατεύεστε	=	πασπατεύω
πασπατεύεται	=	πασπατεύω
πασπατεύετε	=	πασπατεύω
πασπατεύομαι	=	πασπατεύω
πασπατεύομε	=	πασπατεύω
πασπατεύονται	=	πασπατεύω
πασπατεύονταν	=	πασπατεύω
πασπατεύοντας	=	πασπατεύω
πασπατεύουμε	=	πασπατεύω
πασπατεύουν	=	πασπατεύω
πασπατεύουνε	=	πασπατεύω
πασπατεύτε	=	πασπατεύω
πασπατεύτηκα	=	πασπατεύω
πασπατεύτηκαν	=	πασπατεύω
πασπατεύτηκε	=	πασπατεύω
πασπατεύτηκες	=	πασπατεύω
πασπατεύω	verb|vulgar	αγγίζω με τα ακροδάχτυλα προσπαθώντας να το(ν) ανιχνεύσω, να το(ν) διερευνήσω
πασπε	abbrev|dated	πανεπιστημιακή σχολή στην Αθήνα
πασσάλειφα	=	πασσαλείφω
πασσάλειφαν	=	πασσαλείφω
πασσάλειφε	=	πασσαλείφω
πασσάλειφες	=	πασσαλείφω
πασσάλειψα	=	πασσαλείφω
πασσάλειψαν	=	πασσαλείφω
πασσάλειψε	=	πασσαλείφω
πασσάλειψες	=	πασσαλείφω
πασσάλου	noun	γενική ενικού του πάσσαλος
πασσάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πάσσαλος
πασσάλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασσαλώνω
πασσάλων	noun	γενική πληθυντικού του πάσσαλος
πασσάλωνα	=	πασσαλώνω
πασσάλωναν	=	πασσαλώνω
πασσάλωνε	=	πασσαλώνω
πασσάλωνες	=	πασσαλώνω
πασσάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσάλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πασσαλώνω
πασσάλωσης	=	πασσάλωση
πασσάλωσις	noun	πασσάλωση
πασσακάλια	noun	μουσική φόρμα της εποχής του μπαρόκ, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι το επαναλαμβανόμενο βάσιμο σε τρίσημο ρυθμό
πασσαλάκι	noun	μεταλλικό ή πλαστικό μακρόστενο αντικείμενο με αιχμηρή τη μία άκρη ώστε να μπαίνει εύκολα μέσα στο χώμα, και που χρησιμοποιείται για τη στερέωση σκηνής για κάμπινγκ
πασσαλάκια	=	πασσαλάκι
πασσαλίσκε	=	πασσαλίσκος
πασσαλίσκο	=	πασσαλίσκος
πασσαλίσκοι	=	πασσαλίσκος
πασσαλίσκος	noun	υποκοριστικό του πάσσαλος
πασσαλίσκου	=	πασσαλίσκος
πασσαλίσκους	=	πασσαλίσκος
πασσαλίσκων	=	πασσαλίσκος
πασσαλείφαμε	=	πασσαλείφω
πασσαλείφαν	=	πασσαλείφω
πασσαλείφανε	=	πασσαλείφω
πασσαλείφατε	=	πασσαλείφω
πασσαλείφει	=	πασσαλείφω
πασσαλείφεις	=	πασσαλείφω
πασσαλείφετε	=	πασσαλείφω
πασσαλείφοντας	=	πασσαλείφω
πασσαλείφουμε	=	πασσαλείφω
πασσαλείφουν	=	πασσαλείφω
πασσαλείφουνε	=	πασσαλείφω
πασσαλείφω	verb	άλλη μορφή του πασαλείβω
πασσαλείψαμε	=	πασσαλείφω
πασσαλείψαν	=	πασσαλείφω
πασσαλείψανε	=	πασσαλείφω
πασσαλείψατε	=	πασσαλείφω
πασσαλείψει	=	πασσαλείφω
πασσαλείψτε	=	πασσαλείφω
πασσαλοδιάτρηση	noun	διαδικασία διάνοιξης οπών στο έδαφος με τη χρήση γεωτρυπάνων, με σκοπό την τοποθέτηση ή τη χύτευση πασσάλων για τη θεμελίωση τεχνικών έργων ή την αντιστήριξη πρανών
πασσαλοδιάτρησης	=	πασσαλοδιάτρηση
πασσαλοδιατρήσεις	=	πασσαλοδιάτρηση
πασσαλοδιατρήσεων	=	πασσαλοδιάτρηση
πασσαλοκαλυβών	=	πασσαλοκαλύβα
πασσαλοκαλύβα	noun	καλύβα φτιαγμένη πάνω σε πασσάλους
πασσαλοκαλύβας	=	πασσαλοκαλύβα
πασσαλοκαλύβες	=	πασσαλοκαλύβα
πασσαλομπήχτες	=	πασσαλομπήχτης
πασσαλομπήχτη	=	πασσαλομπήχτης
πασσαλομπήχτης	noun	μηχάνημα εμβολισμού πασσάλων
πασσαλομπηχτών	=	πασσαλομπήχτης
πασσαλοπήγματα	=	πασσαλόπηγμα
πασσαλοπήγματος	=	πασσαλόπηγμα
πασσαλοπήκτης	noun|rare	μηχάνημα που χρησιμοποιείται για να μπήξουν πασσάλους στο έδαφος
πασσαλοπηγμάτων	=	πασσαλόπηγμα
πασσαλοσανίδα	noun	δομικό υλικό από συναρμοσμένους (χαλύβδινους ή από άλλο υλικό) πασσάλους, μπηγμένους στο έδαφος, που σχηματίζουν μια αδιαπέραστη επιφάνεια, σαν σανίδα, και χρησιμοποιείται για τη στήριξη και τη συγκράτηση του εδάφους, καθώς και για τη δημιουργία αναχωμάτων, αναλημμάτων κ.λπ.
πασσαλοσανίδας	=	πασσαλοσανίδα
πασσαλοσανίδες	=	πασσαλοσανίδα
πασσαλοσανίδων	=	πασσαλοσανίδα
πασσαλοσανίς	noun	η πασσαλοσανίδα
πασσαλοστοιχία	noun	ο ξύλινος φράχτης· συνήθως σε αρχαίο ιερό ή ως τείχος πόλης
πασσαλοστοιχίας	noun	γενική ενικού του πασσαλοστοιχία
πασσαλοστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασσαλοστοιχία
πασσαλοστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του πασσαλοστοιχία
πασσαλοφράκτες	=	πασσαλοφράκτης
πασσαλοφράκτη	=	πασσαλοφράκτης
πασσαλοφράκτης	noun	το υλότειχος, το ξύλινο τείχος
πασσαλοφρακτών	=	πασσαλοφράκτης
πασσαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πασσάλωμα
πασσαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασσαλωμένο
πασσαλωμένε	verb	κλητική ενικού του πασσαλωμένος
πασσαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασσαλωμένη
πασσαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασσαλωμένος
πασσαλωμένης	verb	γενική ενικού του πασσαλωμένη
πασσαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πασσαλωμένος
πασσαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασσαλωμένος
πασσαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασσαλωμένος
πασσαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πασσαλωμένος
πασσαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασσαλωμένος
πασσαλόκτιστα	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστε	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστες	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστη	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστης	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστο	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστοι	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστος	adj	κτισμένος με / σε πασσάλους
πασσαλόκτιστου	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστους	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόκτιστων	=	πασσαλόκτιστος
πασσαλόπηγμα	noun	κατασκευή από πασσάλους που έχουν μπηχθεί στο έδαφος για προστασία, θεμελίωση, συγκράτηση κ.λπ.
πασσαλόπηκτα	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτε	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτες	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτη	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτης	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτο	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτοι	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτος	adj	που στηρίζεται σε πασσάλους, σε πασσαλόπηγμα
πασσαλόπηκτου	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτους	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλόπηκτων	=	πασσαλόπηκτος
πασσαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασσάλωμα
πασσαλώματος	noun	γενική ενικού του πασσάλωμα
πασσαλώναμε	=	πασσαλώνω
πασσαλώναν	=	πασσαλώνω
πασσαλώνανε	=	πασσαλώνω
πασσαλώνατε	=	πασσαλώνω
πασσαλώνει	=	πασσαλώνω
πασσαλώνεις	=	πασσαλώνω
πασσαλώνετε	=	πασσαλώνω
πασσαλώνοντας	=	πασσαλώνω
πασσαλώνουμε	=	πασσαλώνω
πασσαλώνουν	=	πασσαλώνω
πασσαλώνουνε	=	πασσαλώνω
πασσαλώνω	verb	βάζω πασσάλους
πασσαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσαν	=	πασσαλώνω
πασσαλώσανε	=	πασσαλώνω
πασσαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσεων	=	πασσάλωση
πασσαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
πασσαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασσαλώνω
παστά	noun	τρόφιμα που τα έχουν παστώσει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παστός
παστάδα	noun|literary	το νυφικό υπνοδωμάτιο
παστάδας	=	παστάδα
παστάδες	=	παστάδα
παστάδων	=	παστάδα
παστάκι	noun	μικρή πάστα
παστάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστάκι
παστέ	adj	κλητική ενικού του παστός
παστέλ	noun	μαλακό κραγιόν από κιμωλία, χρώμα και νερό που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική και παράγει απαλά χρώματα
παστέλι	noun	γλύκισμα με σουσάμι, ζάχαρη και πολλές φορές μέλι.
παστέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστέλι
παστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστή
παστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παστός
παστής	adj	γενική ενικού του παστή
παστίλια	noun	φαρμακευτικό χάπι που λιώνει στο στόμα
παστίλιας	noun	γενική ενικού του παστίλια
παστίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστίλια
παστίς	noun	όπερα (ή άλλο μουσικό είδος) που γράφεται από δύο ή περισσότερους συνθέτες (ή με συρραφή παλαιότερων έργων του ίδιου συνθέτη), συνήθως με χιουμοριστικό ή ειρωνικό τρόπο
παστίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστίτσιο
παστίτσιο	noun	είδος φαγητού με μακαρόνια, κιμά και κάλυψη από μια στρώση μπεσαμέλ
παστίτσιου	noun	γενική ενικού του παστίτσιο
παστίτσιων	noun	γενική πληθυντικού του παστίτσιο
παστελιού	=	παστέλι
παστελιών	=	παστέλι
παστερίωνα	=	παστεριώνω
παστερίωναν	=	παστεριώνω
παστερίωνε	=	παστεριώνω
παστερίωνες	=	παστεριώνω
παστερίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστερίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστερίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστερίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστερίωση	noun	διαδικασία ήπιας θέρμανσης ενός υγρού τροφίμου (γάλα, φρουτοχυμοί) σε θερμοκρασία μικρότερη των 100°Κελσίου, και εν συνεχεία ψύξης και αεροστεγούς συσκευασίας, προκειμένου να μειωθούν ή να εξαφανιστούν βλαβεροί μικροοργανισμοί
παστερίωσης	noun	γενική ενικού του παστερίωση
παστερίωσις	noun	παστερίωση
παστεριωθήκαμε	=	παστεριώνω
παστεριωθήκαν	=	παστεριώνω
παστεριωθήκανε	=	παστεριώνω
παστεριωθήκατε	=	παστεριώνω
παστεριωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παστεριώνομαι
παστεριωθείτε	=	παστεριώνω
παστεριωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνομαι
παστεριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστεριωμένο
παστεριωμένε	verb	κλητική ενικού του παστεριωμένος
παστεριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστεριωμένη
παστεριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παστεριωμένος
παστεριωμένης	verb	γενική ενικού του παστεριωμένη
παστεριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παστεριωμένος
παστεριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παστεριωμένος
παστεριωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παστεριώνω
παστεριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παστεριωμένος
παστεριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παστεριωμένος
παστεριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παστεριωμένος
παστεριωνόμασταν	=	παστεριώνω
παστεριωνόμαστε	=	παστεριώνω
παστεριωνόμουν	=	παστεριώνω
παστεριωνόμουνα	=	παστεριώνω
παστεριωνόντουσαν	=	παστεριώνω
παστεριωνόσασταν	=	παστεριώνω
παστεριωνόσαστε	=	παστεριώνω
παστεριωνόσουν	=	παστεριώνω
παστεριωνόσουνα	=	παστεριώνω
παστεριωνόταν	=	παστεριώνω
παστεριωνότανε	=	παστεριώνω
παστεριώθηκα	=	παστεριώνω
παστεριώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνομαι
παστεριώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνομαι
παστεριώθηκες	=	παστεριώνω
παστεριώναμε	=	παστεριώνω
παστεριώναν	=	παστεριώνω
παστεριώνανε	=	παστεριώνω
παστεριώνατε	=	παστεριώνω
παστεριώνει	=	παστεριώνω
παστεριώνεις	=	παστεριώνω
παστεριώνεσαι	=	παστεριώνω
παστεριώνεστε	=	παστεριώνω
παστεριώνεται	=	παστεριώνω
παστεριώνετε	=	παστεριώνω
παστεριώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παστεριώνω
παστεριώνονται	=	παστεριώνω
παστεριώνονταν	=	παστεριώνω
παστεριώνοντας	=	παστεριώνω
παστεριώνουμε	=	παστεριώνω
παστεριώνουν	=	παστεριώνω
παστεριώνουνε	=	παστεριώνω
παστεριώνω	verb	κάνω παστερίωση για να μειωθούν ή να εξαφανιστούν βλαβεροί μικροοργανισμοί
παστεριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσαν	=	παστεριώνω
παστεριώσανε	=	παστεριώνω
παστεριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του παστερίωση
παστεριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του παστερίωση
παστεριώσου	=	παστεριώνω
παστεριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστεριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστεριώνω
παστιτσάδα	noun	πιάτο της Κέρκυρας με κοκκινιστό κρέας ή κοτόπουλο το οποίο συνοδεύεται από χοντρά μακαρόνια
παστιτσάδας	=	παστιτσάδα
παστιτσάδες	=	παστιτσάδα
παστιτσάδων	=	παστιτσάδα
παστιτσάκι	noun	Ανδριώτικο γλυκό, παρόμοιο σε εξωτερική μορφή με τους εργολάβοι
παστιτσάκια	=	παστιτσάκι
παστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παστός
παστοκύδωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστοκύδωνο
παστοκύδωνο	noun	γλύκισμα που φτιάχνεται με πολτοποιημένο κυδώνι και ζάχαρη
παστοκύδωνου	noun	γενική ενικού του παστοκύδωνο
παστοκύδωνων	noun	γενική πληθυντικού του παστοκύδωνο
παστοκών	=	παστόκα
παστορέλα	noun	ποιμενικό
παστορέλας	=	παστορέλα
παστορέλες	=	παστορέλα
παστορίνα	noun|rare	γυναίκα πάστορας
παστουρμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παστουρμάς
παστουρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστουρμάς
παστουρμάδων	noun	γενική πληθυντικού του παστουρμάς
παστουρμάς	noun	είδος αλλαντικού που αποτελείται από πιεσμένο, παστωμένο και ψημένο κρέας το οποίο περιβάλλεται από στρώμα μπαχαρικών με έντονη και χαρακτηριστική μυρουδιά
παστουρωμάτων	=	παστούρωμα
παστουρώματα	=	παστούρωμα
παστουρώματος	=	παστούρωμα
παστοφορίου	=	παστοφόριο
παστοφορίων	=	παστοφόριο
παστοφόρια	=	παστοφόριο
παστοφόριο	noun	το παράβημα
παστοφόριου	=	παστοφόριο
παστοφόριων	=	παστοφόριο
παστού	adj	γενική ενικού του παστός
παστούλα	noun	μικρή πάστα
παστούλας	noun	γενική ενικού του παστούλα
παστούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστούλα
παστούρωμα	noun	δέσιμο δυο ποδιών (ένα μπροστινό και ένα πίσω) ή ενός ποδιού και του κεφαλιού ενός ζώου με σκοινί ή αλυσίδα, ώστε να μην μπορεί να απομακρυνθεί παρά μόνο με πολύ μικρό ρυθμό, πρακτική βασανιστική για τα ζώα
παστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παστός
παστρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάστρεμα
παστρέματος	noun	γενική ενικού του πάστρεμα
παστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψαν	=	παστρεύω
παστρέψανε	=	παστρεύω
παστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψου	=	παστρεύω
παστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστρεύω
παστρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάστρεμα
παστρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστρεμένο
παστρεμένε	verb	κλητική ενικού του παστρεμένος
παστρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστρεμένη
παστρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παστρεμένος
παστρεμένης	verb	γενική ενικού του παστρεμένη
παστρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του παστρεμένος
παστρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παστρεμένος
παστρεμένος	=	παστρεύω
παστρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παστρεμένος
παστρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παστρεμένος
παστρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παστρεμένος
παστρευτήκαμε	=	παστρεύω
παστρευτήκαν	=	παστρεύω
παστρευτήκανε	=	παστρεύω
παστρευτήκατε	=	παστρεύω
παστρευτεί	=	παστρεύω
παστρευτείτε	=	παστρεύω
παστρευόμασταν	=	παστρεύω
παστρευόμαστε	=	παστρεύω
παστρευόμουν	=	παστρεύω
παστρευόμουνα	=	παστρεύω
παστρευόντουσαν	=	παστρεύω
παστρευόσασταν	=	παστρεύω
παστρευόσαστε	=	παστρεύω
παστρευόσουν	=	παστρεύω
παστρευόσουνα	=	παστρεύω
παστρευόταν	=	παστρεύω
παστρευότανε	=	παστρεύω
παστρεύαμε	=	παστρεύω
παστρεύαν	=	παστρεύω
παστρεύανε	=	παστρεύω
παστρεύατε	=	παστρεύω
παστρεύγω	verb	καθαρίζω
παστρεύει	=	παστρεύω
παστρεύεις	=	παστρεύω
παστρεύεσαι	=	παστρεύω
παστρεύεστε	=	παστρεύω
παστρεύεται	=	παστρεύω
παστρεύετε	=	παστρεύω
παστρεύομαι	=	παστρεύω
παστρεύονται	=	παστρεύω
παστρεύονταν	=	παστρεύω
παστρεύοντας	=	παστρεύω
παστρεύου	=	παστρεύω
παστρεύουμε	=	παστρεύω
παστρεύουν	=	παστρεύω
παστρεύουνε	=	παστρεύω
παστρεύτηκα	=	παστρεύω
παστρεύτηκαν	=	παστρεύω
παστρεύτηκε	=	παστρεύω
παστρεύτηκες	=	παστρεύω
παστρεύω	verb|figurative	καθαρίζω
παστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστρικό, ουδέτερο του παστρικός	adv	με παστρικό τρόπο
παστρικάδα	noun|rare	η ιδιότητα του παστρικού
παστρικέ	adj	κλητική ενικού του παστρικός
παστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστρική
παστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παστρικός
παστρικής	adj	γενική ενικού του παστρική
παστρικιά	noun|dated	γυναίκα που έχει μανία με την καθαριότητα, συγυρίστρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παστρικός
παστρικιάς	=	παστρικός
παστρικιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστρικιά
παστρικιών	=	παστρικιά
παστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παστρικός
παστρικού	adj	γενική ενικού του παστρικός
παστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παστρικός
παστρικό	adj	αιτιατική ενικού του παστρικός
παστρικός	adj	καθαρός
παστρικών	adj	γενική πληθυντικού του παστρικός
παστρουμά	=	παστρουμάς
παστρουμάδες	=	παστρουμάς
παστρουμάδων	=	παστρουμάς
παστρουμάς	noun	άλλη μορφή του παστουρμάς
παστωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάστωμα
παστωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστωμένο
παστωμένε	verb	κλητική ενικού του παστωμένος
παστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παστωμένη
παστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παστωμένος
παστωμένης	verb	γενική ενικού του παστωμένη
παστωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παστωμένος
παστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παστωμένος
παστωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παστωμένος
παστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παστωμένος
παστωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παστωμένος
παστό	adj	αιτιατική ενικού του παστός	noun	ιρανική γλώσσα που μιλιέται στο Πακιστάν και στο Αφγανιστάν
παστόκα	noun	ψευτιά
παστόκας	=	παστόκα
παστόκες	=	παστόκα
παστόρων	=	πάστορας
παστός	adj	που τον έχουν παστώσει, το τρόφιμο που συντηρείται με αλάτι
παστώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάστωμα
παστώματος	noun	γενική ενικού του πάστωμα
παστών	adj	γενική πληθυντικού του παστός
παστώναμε	=	παστώνω
παστώναν	=	παστώνω
παστώνανε	=	παστώνω
παστώνατε	=	παστώνω
παστώνει	=	παστώνω
παστώνεις	=	παστώνω
παστώνετε	=	παστώνω
παστώνοντας	=	παστώνω
παστώνουμε	=	παστώνω
παστώνουν	=	παστώνω
παστώνουνε	=	παστώνω
παστώνω	verb	συντηρώ τρόφιμα με πολύ αλάτι ή άρμη
παστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσαν	=	παστώνω
παστώσανε	=	παστώνω
παστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παστώνω
παστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παστώνω
πασχάζω	verb|dated	εορτάζω το Πάσχα
πασχάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχάλιο
πασχάλιας	=	πασχάλιος
πασχάλιε	=	πασχάλιος
πασχάλιες	=	πασχάλιος
πασχάλιο	noun	ετήσιος ημερολογιακός πίνακας με τις ημερομηνίες της εορτής του χριστιανικού Πάσχα και των κινητών εορτών που εξαρτώνται απ’ αυτή
πασχάλιοι	=	πασχάλιος
πασχάλιος	adj	πασχάλιο
πασχάλιου	=	πασχάλιο
πασχάλιους	=	πασχάλιος
πασχάλιων	=	πασχάλιο
πασχίζαμε	=	πασχίζω
πασχίζαν	=	πασχίζω
πασχίζανε	=	πασχίζω
πασχίζατε	=	πασχίζω
πασχίζει	=	πασχίζω
πασχίζεις	=	πασχίζω
πασχίζετε	=	πασχίζω
πασχίζοντας	=	πασχίζω
πασχίζουμε	=	πασχίζω
πασχίζουν	=	πασχίζω
πασχίζουνε	=	πασχίζω
πασχίζω	verb	προσπαθώ με πολύ κόπο, μοχθώ
πασχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσαν	=	πασχίζω
πασχίσανε	=	πασχίζω
πασχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πασχίζω
πασχαλίου	=	πασχάλιο
πασχαλίτσα	noun	είδος εντόμου που ανήκει στην οικογένεια Coccinellidae των σκαθαριών, τάξη κολεόπτερα· έχει κόκκινο χρώμα με μαύρα στίγματα
πασχαλίτσας	noun	γενική ενικού του πασχαλίτσα
πασχαλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχαλίτσα
πασχαλίων	=	πασχάλιο
πασχαλιά	noun	καλλωπιστικό και φαρμακευτικό φυτό (Syringa vulgaris) του οποίου τα άνθη σχηματίζουν ταξιανθίες και ανθίζει την άνοιξη
πασχαλιάς	=	πασχαλιά
πασχαλιάτικα	adv	την περίοδο του εβραϊκού Πάσχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικε	adj	κλητική ενικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχαλιάτικη
πασχαλιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικης	adj	γενική ενικού του πασχαλιάτικη
πασχαλιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικος	adj	άλλη μορφή του πασχαλινός
πασχαλιάτικου	adj	γενική ενικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιάτικων	adj	γενική πληθυντικού του πασχαλιάτικος
πασχαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχαλιά
πασχαλινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχαλινό	adv	άλλη γραφή του πασχαλιάτικα
πασχαλινέ	adj	κλητική ενικού του πασχαλινός
πασχαλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχαλινή
πασχαλινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασχαλινός
πασχαλινής	adj	γενική ενικού του πασχαλινή
πασχαλινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασχαλινός
πασχαλινού	adj	γενική ενικού του πασχαλινός
πασχαλινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πασχαλινός
πασχαλινό	adj	αιτιατική ενικού του πασχαλινός
πασχαλινός	adj	που έχει σχέση με το Πάσχα ή συμβαίνει κατά την περίοδο αυτή
πασχαλινών	adj	γενική πληθυντικού του πασχαλινός
πασχαλιόγιορτα	noun	οι (λαϊκές) γιορτές που γιορτάζονται ανήμερα του Πάσχα και μέσα στη Διακαινήσιμο Εβδομάδα καθώς και τα σχετικά τραγούδια που τότε τραγουδιούνται και οι κύκλιοι χοροί που τότε χορεύονται
πασχαλιόγιορτου	noun	γενική ενικού του πασχαλιόγιορτο
πασχαλιόγιορτων	noun	γενική πληθυντικού του πασχαλιόγιορτο
πασχαλιών	=	πασχαλιά
πασχαλοκουλούρα	noun	ψωμί σε σχήμα κουλούρας, με κόκκινο αυγό, που παρασκευάζεται / διατίθεται το Πάσχα
πασχαλόγιορτα	noun	άλλη μορφή του πασχαλιόγιορτα
πασχαλόγιορτων	=	πασχαλόγιορτα
πασχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχισμένο
πασχισμένε	verb	κλητική ενικού του πασχισμένος
πασχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασχισμένη
πασχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πασχισμένος
πασχισμένης	verb	γενική ενικού του πασχισμένη
πασχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πασχισμένος
πασχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασχισμένος
πασχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πασχισμένος
πασχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πασχισμένος
πασχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πασχισμένος
πασχουσών	=	πάσχων
πασχούσης	=	πάσχων
πασχόντων	=	πάσχων
πασόκα	noun	θηλυκό του πασόκος
πασόκας	=	πασόκα
πασόκες	=	πασόκα
πασόκι	noun	πολιτικός οπαδός, υποστηρικτής, του ΠΑΣΟΚ
πασόκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πασόκι
πασόκο	=	πασόκος
πασόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πασόκος
πασόκος	noun	πολιτικός οπαδός, υποστηρικτής, του ΠΑΣΟΚ
πασόκου	=	πασόκος
πασόκους	=	πασόκος
πασόκων	=	πασόκος
πασών	=	πας
πατ	noun	η περίπτωση που ένας παίκτης δεν διαθέτει καμία νόμιμη κίνηση αλλά ο βασιλιάς του δεν απειλείται (σαχ).
πατά	=	πατάω
πατάγαμε	=	πατάω
πατάγανε	=	πατάω
πατάγατε	=	πατάω
πατάει	=	πατάω
πατάκι	noun	το χαλάκι
πατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατάκι
πατάμε	=	πατάω
πατάν	=	πατάω
πατάνε	=	πατάω
πατάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξαν	=	πατάσσω
πατάξανε	=	πατάσσω
πατάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξεων	noun	γενική πληθυντικού του πάταξη
πατάξεως	noun|formal	γενική ενικού του πάταξη
πατάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσω
πατάρι	noun	ο χώρος κάτω από το ταβάνι, που χρησιμεύει ως αποθηκευτικός ή βοηθητικός
πατάρια	=	πατάρι
πατάς	=	πατάω
πατάσσαμε	=	πατάσσω
πατάσσαν	=	πατάσσω
πατάσσανε	=	πατάσσω
πατάσσατε	=	πατάσσω
πατάσσει	=	πατάσσω
πατάσσεις	=	πατάσσω
πατάσσετε	=	πατάσσω
πατάσσοντας	=	πατάσσω
πατάσσουμε	=	πατάσσω
πατάσσουν	=	πατάσσω
πατάσσουνε	=	πατάσσω
πατάσσω	verb|formal	παίρνω δραστικά μέτρα για να εξαλείψω κάτι οριστικά
πατάτα	noun	συνώνυμο του πατατιά
πατάτας	noun	γενική ενικού του πατάτα
πατάτε	=	πατάω
πατάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατάτα
πατάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
πατάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
πατάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
πατάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
πατάω	verb	ακουμπώ το πέλμα του ποδιού μου πάνω σε κάτι όντας ακίνητος ή περπατώντας
πατέ	noun	μείγμα πολτοποιημένου καρκευμένου κρέατος, άλειμμα σε ορντέβρ (ορεκτικά)
πατέντα	noun	η επίσημη αναγνώριση από την αρμόδια (κρατική) υπηρεσία ότι μια συγκεκριμένη εφεύρεση είναι έργο ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει και τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης της εφεύρεσης αυτής
πατέντας	noun	γενική ενικού του πατέντα
πατέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατέντα
πατέρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πατέρας
πατέρας	noun	άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
πατέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατέρας
πατέρων	=	πατέρας
πατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατήθρα	noun	όργανο του αργαλειού που πατά η υφάντρα
πατήθρας	=	πατήθρα
πατήθρες	=	πατήθρα
πατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάτημα
πατήματος	noun	γενική ενικού του πάτημα
πατήρ	noun|formal	τίτλος για ιερείς
πατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσαν	=	πατάω
πατήσανε	=	πατάω
πατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσομε	=	πατάω
πατήσου	=	πατάω
πατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσουνε	=	πατάω
πατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάω
πατήτρια	=	πατητής
πατίκι	noun|dated	είδος παντόφλας ή πατούμενου
πατίκια	=	πατίκι
πατίκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατικώνω
πατίκωνα	=	πατικώνω
πατίκωναν	=	πατικώνω
πατίκωνε	=	πατικώνω
πατίκωνες	=	πατικώνω
πατίκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατίκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατίκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατίκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατίνα	noun	η επικάλυψη μιας χάλκινης ή ορειχάλκινης επιφάνειας με μια πρασινωπή ουσία που είναι αποτέλεσμα φυσικής οξείδωσης ή που δημιουργείται με την κατάλληλη κατεργασία για λόγους προστασίας ή αισθητικής
πατίνας	=	πατίνα
πατίνες	=	πατίνα
πατίνι	noun	παπούτσι με ρόδες (συνήθως στον πληθυντικό πατίνια)
πατίνια	=	πατίνι
πατίνων	=	πατίνα
παταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παταγμένο
παταγμένε	verb	κλητική ενικού του παταγμένος
παταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παταγμένη
παταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παταγμένος
παταγμένης	verb	γενική ενικού του παταγμένη
παταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του παταγμένος
παταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παταγμένος
παταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παταγμένος
παταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παταγμένος
παταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παταγμένος
παταγωδών	=	παταγώδης
παταγωδώς	adv|formal	με παταγώδη τρόπο
παταγώδεις	=	παταγώδης
παταγώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παταγώδης
παταγώδη	=	παταγώδης
παταγώδης	adj	που προκαλεί πάταγο, μεγάλη αίσθηση
παταγώδους	=	παταγώδης
πατανία	noun	άλλη γραφή του μπατανία
πατανίας	noun	γενική ενικού του πατανία
πατανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατανία
πατανιών	noun	γενική πληθυντικού του πατανία
παταράτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παταράτσο
παταράτσο	noun	σκοινί που στηρίζει το κατάρτι
παταράτσου	noun	γενική ενικού του παταράτσο
παταράτσων	noun	γενική πληθυντικού του παταράτσο
παταριού	=	πατάρι
παταριών	=	πατάρι
πατασμέ	=	πατασμός
πατασμοί	=	πατασμός
πατασμού	=	πατασμός
πατασμούς	=	πατασμός
πατασμό	=	πατασμός
πατασμός	noun	πειρασμός
πατασμών	=	πατασμός
πατατάκι	noun	κομμάτι πατάτας τεμαχισμένης (συνήθως σε ροδέλες ή paille) και τηγανισμένης
πατατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατάκι
πατατάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατάλευρο
πατατάλευρο	noun	αλεύρι παρασκευασμένο από πατάτες για διάφορες χρήσεις στη ζαχαροπλαστική ή τη μαγειρική
πατατάλευρου	noun	γενική ενικού του πατατάλευρο
πατατάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του πατατάλευρο
πατατάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατάρα
πατατιά	noun	το ποώδες φυτό με την επιστημονική ονομασία Solanum tuberosum (Στρύχνον το κονδυλόρριζον) του οποίου οι κόνδυλοι (υπόγειοι βλαστοί) είναι εδώδιμοι και ονομάζονται πατάτες
πατατιάς	noun	γενική ενικού του πατατιά
πατατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατιά
πατατιών	=	πατατιά
πατατοκεφτέ	=	πατατοκεφτές
πατατοκεφτέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατοκεφτές
πατατοκεφτέδων	=	πατατοκεφτές
πατατοκεφτές	noun	κεφτές που έχει φτιαχτεί από πατάτα
πατατοκροκέτα	noun	βρασμένη λιωμένη πατάτα σε σχήμα και μέγεθος καρυδιού, ή κεφτέ, που σερβίρεται ψημένη
πατατοκροκέτας	noun	γενική ενικού του πατατοκροκέτα
πατατοκροκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατοκροκέτα
πατατοκροκετών	noun	γενική πληθυντικού του πατατοκροκέτα
πατατοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του πατατόπιτα
πατατοπουρέ	=	πατατοπουρές
πατατοπουρέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατοπουρές
πατατοπουρέδων	=	πατατοπουρές
πατατοπουρές	noun	πουρές που γίνεται από πατάτες.
πατατοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστές πατάτες
πατατοσαλάτας	noun	γενική ενικού του πατατοσαλάτα
πατατοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατοσαλάτα
πατατοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του πατατοσαλάτα
πατατοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πολύ συχνά ή μόνο πατάτα
πατατοφαγίας	=	πατατοφαγία
πατατοφαγίες	=	πατατοφαγία
πατατοφαγιών	=	πατατοφαγία
πατατούκα	noun	μάλλινο ρούχο που είναι χοντρό όπως το παλτό και κοντό όπως το σακάκι
πατατούκας	noun	γενική ενικού του πατατούκα
πατατούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατούκα
πατατούλα	noun	υποκοριστικό του πατάτα
πατατούλας	noun	γενική ενικού του πατατούλα
πατατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατούλα
πατατράκ	noun	αποτυχία που προκαλεί αίσθηση, σοκ
πατατόπιτα	noun	σφολιάτα με γέμιση πατάτας
πατατόπιτας	noun	γενική ενικού του πατατόπιτα
πατατόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατόπιτα
πατατόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τις βραστές πατάτες
πατατόσουπας	noun	γενική ενικού του πατατόσουπα
πατατόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατατόσουπα
πατατόφλουδα	noun	το εξωτερικό περίβλημα της πατάτας
πατατόφλουδας	=	πατατόφλουδα
πατατόφλουδες	=	πατατόφλουδα
πατατόφλουδων	=	πατατόφλουδα
πατατών	noun	γενική πληθυντικού του πατάτα
παταχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
παταχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατάσσομαι
πατεί	=	πατάω
πατείς	=	πατάω
πατείτε	=	πατάω
πατελίδα	=	πεταλίδα
πατεντάρισμα	noun	η διαδικασία έκδοσης πατέντας
πατεντάρω	verb	αποκτώ το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορικής υλοποίησης και χρήσης μιας εφεύρεσης
πατεντάτα	=	πατεντάτος
πατεντάτε	=	πατεντάτος
πατεντάτες	=	πατεντάτος
πατεντάτη	=	πατεντάτος
πατεντάτης	=	πατεντάτος
πατεντάτο	=	πατεντάτος
πατεντάτοι	=	πατεντάτος
πατεντάτος	adj	αυθεντικός, γνήσιος (κατά τη γνώμη των περισσότερων)
πατεντάτου	=	πατεντάτος
πατεντάτους	=	πατεντάτος
πατεντάτων	=	πατεντάτος
πατενταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατεντάρισμα
πατενταρίσματος	noun	γενική ενικού του πατεντάρισμα
πατενταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πατεντάρισμα
πατενταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατενταρισμένο
πατενταρισμένε	verb	κλητική ενικού του πατενταρισμένος
πατενταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατενταρισμένη
πατενταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατενταρισμένος
πατενταρισμένης	verb	γενική ενικού του πατενταρισμένη
πατενταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πατενταρισμένος
πατενταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατενταρισμένος
πατενταρισμένος	verb	κατοχυρωμένος νομικά
πατενταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πατενταρισμένος
πατενταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πατενταρισμένος
πατενταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πατενταρισμένος
πατεντών	noun	γενική πληθυντικού του πατέντα
πατερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερό
πατεράγιε	=	πατεράγιος
πατεράγιο	=	πατεράγιος
πατεράγιοι	=	πατεράγιος
πατεράγιος	noun|literary	ο παπάς
πατεράγιου	=	πατεράγιος
πατεράγιους	=	πατεράγιος
πατεράγιων	=	πατεράγιος
πατεράδες	noun	εναλλακτική μορφή της ονομαστικής του πληθυντικού της λέξης πατέρας
πατεράδων	noun	εναλλακτική μορφή της γενικής του πληθυντικού της λέξης πατέρας
πατερίτσα	noun	η ποιμαντορική ράβδος, διακριτικό του αξιώματος του επισκόπου
πατερίτσας	noun	γενική ενικού του πατερίτσα
πατερίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερίτσα
πατερημά	noun	πολλές προσευχές
πατεριτσών	noun	γενική πληθυντικού του πατερίτσα
πατερμά	noun|vulgar	προσευχή
πατερμών	=	πατερμά
πατερναλίστρια	noun	θηλυκό του πατερναλιστής
πατερναλίστριας	=	πατερναλίστρια
πατερναλίστριες	=	πατερναλίστρια
πατερναλισμέ	noun	κλητική ενικού του πατερναλισμός
πατερναλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατερναλισμός
πατερναλισμού	noun	γενική ενικού του πατερναλισμός
πατερναλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατερναλισμός
πατερναλισμό	noun	αιτιατική ενικού του πατερναλισμός
πατερναλισμός	noun	η υπό το πρόσχημα της προστασίας άσκηση πολιτικής που στοχεύει στον έλεγχο και την κυριαρχία επί των πολιτών
πατερναλισμών	noun	γενική πληθυντικού του πατερναλισμός
πατερναλιστές	=	πατερναλιστής
πατερναλιστή	=	πατερναλιστής
πατερναλιστής	noun	κάποιος που συμπεριφέρεται πατερναλιστικά, οπαδός του πατερναλισμού
πατερναλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερναλιστικό
πατερναλιστικέ	adj	κλητική ενικού του πατερναλιστικός
πατερναλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερναλιστική
πατερναλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατερναλιστικός
πατερναλιστικής	adj	γενική ενικού του πατερναλιστική
πατερναλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατερναλιστικός
πατερναλιστικού	adj	γενική ενικού του πατερναλιστικός
πατερναλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατερναλιστικός
πατερναλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πατερναλιστικός
πατερναλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πατερναλισμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πατερναλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πατερναλιστικός
πατερναλιστριών	=	πατερναλίστρια
πατερναλιστών	=	πατερναλιστής
πατερού	noun	γενική ενικού του πατερό
πατερούλη	=	πατερούλης
πατερούληδες	=	πατερούλης
πατερούληδων	=	πατερούλης
πατερούλης	noun	υποκοριστικό του: πατέρας
πατερό	noun|vulgar	άλλη μορφή του πάτερο
πατερών	noun	γενική πληθυντικού του πατερό
πατες	abbrev	ονομασία πρώην σχολής υπαγόμενης στη ΣΕΛΕΤΕ στην οποία παρεχόταν παιδαγωγική εκπαίδευση
πατζάρι	=	παντζάρι
πατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθήκαν	=	πατάω
πατηθήκανε	=	πατάω
πατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατηθούνε	=	πατάω
πατηθρών	=	πατήθρα
πατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατιέμαι
πατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάτημα
πατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατημένο
πατημένε	verb	κλητική ενικού του πατημένος
πατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατημένη
πατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατημένος
πατημένης	verb	γενική ενικού του πατημένη
πατημένο	verb	αιτιατική ενικού του πατημένος
πατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατημένος
πατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πατάω και πατώ, πατιέμαι
πατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πατημένος
πατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πατημένος
πατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πατημένος
πατημασιά	noun	ίχνος πέλματος ανθρώπου ή ζώου
πατημασιάς	noun	γενική ενικού του πατημασιά
πατημασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατημασιά
πατημασιών	=	πατημασιά
πατηματάκι	noun	υποκοριστικό του πάτημα
πατηματάκια	=	πατηματάκι
πατησιά	noun|rare	άλλη μορφή του πατημασιά
πατησιάς	noun	γενική ενικού του πατησιά
πατησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατησιά
πατησιώτικα	=	πατησιώτικος
πατησιώτικε	=	πατησιώτικος
πατησιώτικες	=	πατησιώτικος
πατησιώτικη	=	πατησιώτικος
πατησιώτικης	=	πατησιώτικος
πατησιώτικο	=	πατησιώτικος
πατησιώτικοι	=	πατησιώτικος
πατησιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Πατήσια ή τους κατοίκους τους
πατησιώτικου	=	πατησιώτικος
πατησιώτικους	=	πατησιώτικος
πατησιώτικων	=	πατησιώτικος
πατητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πατητός	adv	με πατητό τρόπο
πατητέ	adj	κλητική ενικού του πατητός
πατητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατητή
πατητή	noun	τρόπος ραψίματος, είδος ραφής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατητός
πατητήρι	noun	η κατασκευή μέσα στην οποία αδειάζουν τα σταφύλια μετά τον τρύγο και τα πατάνε με τα πόδια, για να λιώσουν και να βγει ο μούστος
πατητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατητήρι
πατητής	noun	αυτός που πατάει τα σταφύλια στο πατητήρι	adj	γενική ενικού του πατητή, θηλυκό του πατητός
πατητηριού	=	πατητήρι
πατητηριών	=	πατητήρι
πατητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατητός
πατητού	adj	γενική ενικού του πατητός
πατητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατητός
πατητό	adj	αιτιατική ενικού του πατητός
πατητός	adj	που γίνεται μετά από πίεση
πατητών	adj	γενική πληθυντικού του πατητός
πατιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πατάω / πατώ
πατιέσαι	=	πατάω
πατιέστε	=	πατάω
πατιέται	=	πατάω
πατικιού	=	πατίκι
πατικιών	=	πατίκι
πατικωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πατίκωμα
πατικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατικωμένο
πατικωμένε	verb	κλητική ενικού του πατικωμένος
πατικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατικωμένη
πατικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατικωμένος
πατικωμένης	verb	γενική ενικού του πατικωμένη
πατικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πατικωμένος
πατικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατικωμένος
πατικωμένος	verb	που έχει πατικωθεί
πατικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πατικωμένος
πατικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πατικωμένος
πατικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πατικωμένος
πατικωτά	=	πατικωτός
πατικωτέ	=	πατικωτός
πατικωτές	=	πατικωτός
πατικωτή	=	πατικωτός
πατικωτής	=	πατικωτός
πατικωτοί	=	πατικωτός
πατικωτού	=	πατικωτός
πατικωτούς	=	πατικωτός
πατικωτό	=	πατικωτός
πατικωτός	adj	που τον έχουν πατικώσει, πατημένος, πλακουτσωτός
πατικωτών	=	πατικωτός
πατικώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνομαι
πατικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατίκωμα
πατικώματος	noun	γενική ενικού του πατίκωμα
πατικώναμε	=	πατικώνω
πατικώναν	=	πατικώνω
πατικώνανε	=	πατικώνω
πατικώνατε	=	πατικώνω
πατικώνει	=	πατικώνω
πατικώνεις	=	πατικώνω
πατικώνετε	=	πατικώνω
πατικώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πατικώνω
πατικώνοντας	=	πατικώνω
πατικώνουμε	=	πατικώνω
πατικώνουν	=	πατικώνω
πατικώνουνε	=	πατικώνω
πατικώνω	verb	πιέζω / συμπιέζω κάτι, ώστε να έχει λιγότερο όγκο και να χωράει σε μικρότερο χώρο
πατικώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσαν	=	πατικώνω
πατικώσανε	=	πατικώνω
πατικώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατικώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατικώνω
πατινάδα	noun	άλλη μορφή του μαντινάδα
πατινάδας	=	πατινάδα
πατινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατινάδα
πατινάδων	=	πατινάδα
πατινάζ	noun	άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής γλιστράει πάνω στον πάγο φορώντας παγοπέδιλα
πατινάραμε	=	πατινάρω
πατινάραν	=	πατινάρω
πατινάρανε	=	πατινάρω
πατινάρατε	=	πατινάρω
πατινάρει	=	πατινάρω
πατινάρεις	=	πατινάρω
πατινάρεσαι	=	πατινάρω
πατινάρεστε	=	πατινάρω
πατινάρεται	=	πατινάρω
πατινάρετε	=	πατινάρω
πατινάριζα	=	πατινάρω
πατινάριζαν	=	πατινάρω
πατινάριζε	=	πατινάρω
πατινάριζες	=	πατινάρω
πατινάρισα	=	πατινάρω
πατινάρισαν	=	πατινάρω
πατινάρισε	=	πατινάρω
πατινάρισες	=	πατινάρω
πατινάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατινάρω…
πατινάρομαι	=	πατινάρω
πατινάρομε	=	πατινάρω
πατινάρονται	=	πατινάρω
πατινάρονταν	=	πατινάρω
πατινάροντας	=	πατινάρω
πατινάρουμε	=	πατινάρω
πατινάρουν	=	πατινάρω
πατινάρουνε	=	πατινάρω
πατινάρω	verb	κάνω πατινάζ
πατιναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατινάρισμα
πατιναρίσματος	=	πατινάρισμα
πατιναρίσου	=	πατινάρω
πατιναρίστηκα	=	πατινάρω
πατιναρίστηκαν	=	πατινάρω
πατιναρίστηκε	=	πατινάρω
πατιναρίστηκες	=	πατινάρω
πατιναριζόμασταν	=	πατινάρω
πατιναριζόμαστε	=	πατινάρω
πατιναριζόμουν	=	πατινάρω
πατιναριζόμουνα	=	πατινάρω
πατιναριζόντουσαν	=	πατινάρω
πατιναριζόσασταν	=	πατινάρω
πατιναριζόσαστε	=	πατινάρω
πατιναριζόσουν	=	πατινάρω
πατιναριζόσουνα	=	πατινάρω
πατιναριζόταν	=	πατινάρω
πατιναριζότανε	=	πατινάρω
πατιναρισμάτων	=	πατινάρισμα
πατιναρισμένα	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένε	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένες	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένη	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένης	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένο	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένοι	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πατινάρω (στη σημασία: «συντελώ στον σχηματισμό πατίνας σε επιφάνεια»)
πατιναρισμένου	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένους	=	πατιναρισμένος
πατιναρισμένων	=	πατιναρισμένος
πατιναριστήκαμε	=	πατινάρω
πατιναριστήκαν	=	πατινάρω
πατιναριστήκανε	=	πατινάρω
πατιναριστήκατε	=	πατινάρω
πατιναριστεί	=	πατινάρω
πατιναριστείς	=	πατινάρω
πατιναριστείτε	=	πατινάρω
πατιναριστούμε	=	πατινάρω
πατιναριστούν	=	πατινάρω
πατιναριστούνε	=	πατινάρω
πατιναριστώ	=	πατινάρω
πατινιού	=	πατίνι
πατινιών	=	πατίνι
πατιούνται	=	πατάω
πατιούνταν	=	πατάω
πατιρντί	noun	φασαρία, τσακωμός
πατισάχ	noun	κυβερνήτης μουσουλμανικής χώρας ή κράτους
πατιόμασταν	=	πατάω
πατιόμαστε	=	πατάω
πατιόμουν	=	πατάω
πατιόμουνα	=	πατάω
πατιόνται	=	πατάω
πατιόνταν	=	πατάω
πατιόντανε	=	πατάω
πατιόντουσαν	=	πατάω
πατιόσασταν	=	πατάω
πατιόσαστε	=	πατάω
πατιόσουν	=	πατάω
πατιόσουνα	=	πατάω
πατιόταν	=	πατάω
πατιότανε	=	πατάω
πατμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατμιακό
πατμιακέ	adj	κλητική ενικού του πατμιακός
πατμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατμιακή
πατμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατμιακός
πατμιακής	adj	γενική ενικού του πατμιακή
πατμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατμιακός
πατμιακού	adj	γενική ενικού του πατμιακός
πατμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατμιακός
πατμιακό	adj	αιτιατική ενικού του πατμιακός
πατμιακός	adj	ο σχετικός με την Πάτμο
πατμιακών	adj	γενική πληθυντικού του πατμιακός
πατομπούκαλα	noun	γυαλιά οράσεως ή ηλίου που είναι τόσο χοντρά σαν να ήταν γυαλιά από τον πάτου του μπουκαλιού
πατομπούκαλου	noun	γενική ενικού του πατομπούκαλο
πατομπούκαλων	noun	γενική πληθυντικού του πατομπούκαλο
πατουά	noun	συνώνυμο του τζαμαϊκανά κρεολικά
πατουλίνες	=	πατουλίνη
πατουλίνη	noun	μυκοτοξίνη παραγόμενη από μύκητες που σχετίζονται με τη σήψη φρούτων (μήλα, αχλάδια, ροδάκινα κ.λπ.)
πατουλίνης	=	πατουλίνη
πατουλιά	noun	άλλη μορφή του βατουλιά, φράχτης από βάτα
πατουλιάς	=	πατουλιά
πατουλιές	=	πατουλιά
πατουλινών	=	πατουλίνη
πατουλιών	=	πατουλιά
πατουσών	noun	γενική πληθυντικού του πατούσα
πατούμε	=	πατάω
πατούμενα	=	πατούμενο
πατούμενε	=	πατούμενος
πατούμενες	=	πατούμενος
πατούμενη	=	πατούμενος
πατούμενης	=	πατούμενος
πατούμενο	noun	το παπούτσι
πατούμενοι	=	πατούμενος
πατούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πατώ
πατούμενου	=	πατούμενο
πατούμενους	=	πατούμενος
πατούμενων	=	πατούμενο
πατούν	=	πατάω
πατούνα	noun	άλλη μορφή του πατούσα
πατούνας	=	πατούνα
πατούνε	=	πατάω
πατούνες	=	πατούνα
πατούρα	noun	το τμήμα ενός αντικειμένου το οποίο προεξέχει ή δημιουργεί εσοχή και χρησιμοποιείται για πιο ισχυρή σύνδεση με διπλανά αντικείμενα
πατούρας	noun	γενική ενικού του πατούρα
πατούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατούρα
πατούσα	noun	το πέλμα, η επιφάνεια του κατώτερου μέρους του ποδιού	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του πατάω / πατώ
πατούσαμε	=	πατάω
πατούσαν	=	πατάω
πατούσανε	=	πατάω
πατούσας	noun	γενική ενικού του πατούσα
πατούσατε	=	πατάω
πατούσε	=	πατάω
πατούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατούσα
πατούχα	noun	άλλη μορφή του πατούσα
πατούχας	noun	εκείνος που έχει μεγάλο πέλμα
πατούχες	=	πατούχα
πατρίδα	noun	η χώρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος ή από την οποία κατάγεται ο ίδιος και η οικογένειά του
πατρίδας	noun	γενική ενικού του πατρίδα
πατρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρίδα
πατρίδων	noun	γενική πληθυντικού του πατρίδα
πατρίκια	noun	θηλυκό του πατρίκιος
πατρίκιας	=	πατρίκια
πατρίκιε	noun	κλητική ενικού του πατρίκιος
πατρίκιες	=	πατρίκια
πατρίκιο	noun	αιτιατική ενικού του πατρίκιος
πατρίκιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατρίκιος
πατρίκιος	noun	Ρωμαίος της ανώτερης κοινωνικής τάξης
πατρίκιου	=	πατρίκιος
πατρίκιους	=	πατρίκιος
πατρίς	noun|archaic	η πατρίδα, μόνο σε εκφράσεις όπως
πατραγαθία	noun|formal	οι εξαιρετικές πράξεις και αρετές του πατέρα ή των προγόνων
πατραγαθίας	=	πατραγαθία
πατραγαθίες	=	πατραγαθία
πατραγαθιών	=	πατραγαθία
πατραλοίας	noun	ο πατροκτόνος
πατραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατραϊκό
πατραϊκέ	adj	κλητική ενικού του πατραϊκός
πατραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατραϊκή
πατραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατραϊκός
πατραϊκής	adj	γενική ενικού του πατραϊκή
πατραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατραϊκός
πατραϊκού	adj	γενική ενικού του πατραϊκός
πατραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατραϊκός
πατραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πατραϊκός
πατραϊκός	adj	ο σχετικός με την Πάτρα
πατραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πατραϊκός
πατριά	noun	οικογενειακή γενεαλογική γραμμή ή μια σειρά γενεών που προέρχονται από έναν κοινό πρόγονο
πατριάρχες	=	πατριάρχης
πατριάρχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριάρχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριάρχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριάρχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριάρχη	=	πατριάρχης
πατριάρχης	noun	εκκλησιαστικό αξίωμα που αποδίδεται σε κάποιους ορθόδοξους αρχιεπισκόπους επικεφαλής πατριαρχείων ή σε αρχηγούς αυτοκέφαλων εκκλησιών
πατριάς	noun	γενική ενικού του πατριά
πατριέ	noun	κλητική ενικού του πατριός
πατριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριά
πατριαρχία	noun	το κοινωνικό σύστημα στο οποίο ο πατέρας ή γενικότερα ο άντρας κυριαρχούν στην οικογένεια και την κοινωνία
πατριαρχίας	noun	γενική ενικού του πατριαρχία
πατριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριαρχία
πατριαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριαρχείο
πατριαρχείο	noun	χριστιανική αρχιεπισκοπή η οποία για ιστορικούς λόγους έχει υψωθεί σε υψηλότερο θεσμικό επίπεδο από τις υπόλοιπες μητροπόλεις μιας ευρείας περιοχής και ασκεί πάνω σε αυτές πνευματική εποπτεία
πατριαρχείου	noun	γενική ενικού του πατριαρχείο
πατριαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του πατριαρχείο
πατριαρχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατριαρχεύω
πατριαρχεύω	verb	είμαι πατριάρχης ή εκτελώ αντ’ αυτού τα σχετικά καθήκοντα
πατριαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριαρχικό
πατριαρχικέ	adj	κλητική ενικού του πατριαρχικός
πατριαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριαρχική
πατριαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατριαρχικός
πατριαρχικής	adj	γενική ενικού του πατριαρχική
πατριαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατριαρχικός
πατριαρχικού	adj	γενική ενικού του πατριαρχικός
πατριαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατριαρχικός
πατριαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του πατριαρχικός
πατριαρχικός	adj	που αφορά τον πατριάρχη
πατριαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του πατριαρχικός
πατριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του πατριαρχία
πατριαρχώ	verb	είμαι πατριάρχης ή εκτελώ αντ’ αυτού τα σχετικά καθήκοντα
πατριαρχών	noun	γενική πληθυντικού του πατριάρχης
πατριαρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πατριαρχώ
πατριδογνωσία	noun	η γνώση της πατρίδας καθενός
πατριδογνωσίας	noun	γενική ενικού του πατριδογνωσία
πατριδογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριδογνωσία
πατριδογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του πατριδογνωσία
πατριδογραφία	noun	μάθημα βασικών γνώσεων γεωγραφίας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, προπομπός της πατριδογνωσίας
πατριδογραφίας	=	πατριδογραφία
πατριδογραφίες	=	πατριδογραφία
πατριδογραφιών	=	πατριδογραφία
πατριδοκάπηλα	=	πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλε	noun	κλητική ενικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλες	=	πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλη	=	πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλης	=	πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλο	noun	αιτιατική ενικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλος	noun	ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου πατριδοκάπηλος	adj	που εκμεταλλεύεται τις αξίες και τα ιδανικά της πατρίδας για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων
πατριδοκάπηλου	noun	γενική ενικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκάπηλων	noun	γενική πληθυντικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκαπήλου	noun	γενική ενικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκαπήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκαπήλων	noun	γενική πληθυντικού του πατριδοκάπηλος
πατριδοκαπηλία	noun	η εκμετάλλευση (η καπηλεία) της ιδέας της πατρίδας για ιδιοτελείς σκοπούς
πατριδοκαπηλίας	noun	γενική ενικού του πατριδοκαπηλία
πατριδοκαπηλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριδοκαπηλία
πατριδοκαπηλιών	noun	γενική πληθυντικού του πατριδοκαπηλία
πατριδολάτρες	=	πατριδολάτρης
πατριδολάτρη	=	πατριδολάτρης
πατριδολάτρης	noun	κάποιος που λατρεύει / υπεραγαπά την πατρίδα του
πατριδολάτρις	noun|dated	πατριδολάτρισσα
πατριδολάτρισσα	noun	θηλυκό του πατριδολάτρης
πατριδολάτρισσας	noun	γενική ενικού του πατριδολάτρισσα
πατριδολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριδολάτρισσα
πατριδολατρία	noun	η μεγάλη αγάπη, η λατρεία για την πατρίδα
πατριδολατρίας	noun	γενική ενικού του πατριδολατρία
πατριδολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριδολατρία
πατριδολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του πατριδολάτρισσα
πατριδολατριών	noun	γενική πληθυντικού του πατριδολατρία
πατριδολατρών	=	πατριδολάτρης
πατριδωνυμίου	=	πατριδωνύμιο
πατριδωνυμίων	=	πατριδωνύμιο
πατριδωνυμικά	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικέ	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικές	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικής	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικοί	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικού	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικούς	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνυμικό	adj	αρσενικό αιτιατική ενικού του πατριδωνυμικός	noun	όνομα που δηλώνει τον τόπο καταγωγής ή κατοικίας
πατριδωνυμικός	noun	που έχει σχέση με το πατριδωνυμικό όνομα
πατριδωνυμικών	=	πατριδωνυμικός
πατριδωνύμια	=	πατριδωνύμιο
πατριδωνύμιο	noun	επώνυμο το οποίο παράγεται / σχηματίζεται από το όνομα χώρας, πόλης ή γενικότερα κάποιου τόπου
πατριδωνύμιου	=	πατριδωνύμιο
πατριδωνύμιων	=	πατριδωνύμιο
πατρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πατρικός
πατρικέ	adj	κλητική ενικού του πατρικός
πατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρική
πατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατρικός
πατρικής	adj	γενική ενικού του πατρική
πατρικία	noun|formal	θηλυκό του πατρίκιος
πατρικίας	noun	γενική ενικού του πατρικία
πατρικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρικία
πατρικίου	noun	γενική ενικού του πατρίκιος
πατρικίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατρίκιος
πατρικίων	noun	γενική πληθυντικού του πατρίκιος
πατρικιών	noun	γενική πληθυντικού του πατρικία
πατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατρικός
πατρικού	adj	γενική ενικού του πατρικός
πατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατρικός
πατρικό	noun	το επώνυμο της οικογένειας του πατέρα μιας γυναίκας, σε αντιδιαστολή με το επώνυμο του συζύγου	adj	αιτιατική ενικού του πατρικός
πατρικός	adj	που έχει σχέση με τον πατέρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
πατρικότητα	noun|rare	άλλη μορφή του πατρότητα
πατρικών	adj	γενική πληθυντικού του πατρικός
πατρικώς	adv|dated	πατρικά
πατριμόνια	=	πατριμόνιο
πατριμόνιο	noun|dated	περιουσία της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας
πατριμόνιου	=	πατριμόνιο
πατριμόνιων	=	πατριμόνιο
πατρινά	adv	με τον τρόπο των Πατρινών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πατρινός
πατρινέ	adj	κλητική ενικού του πατρινός
πατρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρινή
πατρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατρινός
πατρινής	adj	γενική ενικού του πατρινή
πατρινη	=	πατρινός
πατρινο	=	πατρινός
πατρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατρινός
πατρινού	adj	γενική ενικού του πατρινός
πατρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατρινός
πατρινό	adj	αιτιατική ενικού του πατρινός
πατρινός	adj	αυτός -η, -ο που έχει συνάφεια με την Πάτρα
πατρινών	adj	γενική πληθυντικού του πατρινός
πατριοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατριός
πατριού	noun	γενική ενικού του πατριός
πατριούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατριός
πατριωτάκι	noun	υποκοριστικό του πατριώτης
πατριωτάκια	=	πατριωτάκι
πατριωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πατριωτικός	adv	από πατριωτικής απόψεως, με πατριωτικό τρόπο
πατριωτικέ	adj	κλητική ενικού του πατριωτικός
πατριωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριωτική
πατριωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατριωτικός
πατριωτικής	adj	γενική ενικού του πατριωτική
πατριωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατριωτικός
πατριωτικού	adj	γενική ενικού του πατριωτικός
πατριωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατριωτικός
πατριωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πατριωτικός
πατριωτικός	adj	που αναφέρεται στον πατριωτισμό ή χαρακτηρίζεται από πατριωτισμό, από αγάπη για την πατρίδα
πατριωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πατριωτικός
πατριωτικώς	adv|dated	πατριωτικά
πατριωτισμέ	noun	κλητική ενικού του πατριωτισμός
πατριωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατριωτισμός
πατριωτισμού	noun	γενική ενικού του πατριωτισμός
πατριωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατριωτισμός
πατριωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του πατριωτισμός
πατριωτισμός	noun	η φιλοπατρία
πατριωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του πατριωτισμός
πατριωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πατριώτισσα
πατριωτών	=	πατριώτης
πατριό	noun	αιτιατική ενικού του πατριός
πατριός	noun	ο δεύτερος σύζυγος της μητέρας (όπως τον βλέπουν τα παιδιά από τον πρώτο γάμο)
πατριών	noun	γενική πληθυντικού του πατριός
πατριώτες	=	πατριώτης
πατριώτη	=	πατριώτης
πατριώτης	noun	αυτός που κατάγεται από την ίδια πατρίδα
πατριώτισσα	noun	πατριώτης
πατριώτισσας	noun	γενική ενικού του πατριώτισσα
πατριώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατριώτισσα
πατρογονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρογονικό
πατρογονικέ	adj	κλητική ενικού του πατρογονικός
πατρογονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρογονική
πατρογονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατρογονικός
πατρογονικής	adj	γενική ενικού του πατρογονική
πατρογονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατρογονικός
πατρογονικού	adj	γενική ενικού του πατρογονικός
πατρογονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατρογονικός
πατρογονικό	adj	αιτιατική ενικού του πατρογονικός
πατρογονικός	adj	που έχει σχέση με τους προγόνους, προέρχεται απ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς
πατρογονικών	adj	γενική πληθυντικού του πατρογονικός
πατρογραμμικά	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικέ	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικές	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμική	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικής	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικοί	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικού	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικούς	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικό	=	πατρογραμμικός
πατρογραμμικός	adj	που αφορά τη γενεαλογική γραμμή από τη μεριά του πατέρα
πατρογραμμικών	=	πατρογραμμικός
πατροκτονία	noun	ο φόνος του πατέρα από το παιδί του
πατροκτονίας	noun	γενική ενικού του πατροκτονία
πατροκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροκτονία
πατροκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του πατροκτονία
πατροκτόνα	=	πατροκτόνος
πατροκτόνε	noun	κλητική ενικού του πατροκτόνος
πατροκτόνες	=	πατροκτόνος
πατροκτόνη	=	πατροκτόνος
πατροκτόνης	=	πατροκτόνος
πατροκτόνο	noun	αιτιατική ενικού του πατροκτόνος
πατροκτόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατροκτόνος
πατροκτόνος	noun	που είναι πατροκτόνος	adj	που έχει σκοτώσει τον πατέρα του
πατροκτόνου	noun	γενική ενικού του πατροκτόνος
πατροκτόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πατροκτόνος
πατροκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του πατροκτόνος
πατρολογία	noun	θεολογικός κλάδος που μελετά τα συγγράμματα και τη διδασκαλία των εκκλησιαστικών πατέρων ή συγγραφέων
πατρολογίας	noun	γενική ενικού του πατρολογία
πατρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρολογία
πατρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρολογικό
πατρολογικέ	adj	κλητική ενικού του πατρολογικός
πατρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρολογική
πατρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατρολογικός
πατρολογικής	adj	γενική ενικού του πατρολογική
πατρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατρολογικός
πατρολογικού	adj	γενική ενικού του πατρολογικός
πατρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατρολογικός
πατρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πατρολογικός
πατρολογικός	adj	σχετικός με την πατρολογία
πατρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πατρολογικός
πατρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πατρολογία
πατρονάρισα	=	πατρονάρω
πατρονάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πατρονάρω
πατρονάρομαι	=	πατρονάρω
πατρονάρω	verb	προστατεύω κάποιον (νομικά, οικονομικά κ.λπ.) ή τον κατευθύνω και τον ελέγχω (μερικές φορές παρασκηνιακά και ιδιοτελώς)
πατρονία	noun	το έργο ή οι ενέργειες του πάτρονα
πατρονίας	noun	γενική ενικού του πατρονία
πατρονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρονία
πατρονίστ	noun	που σχεδιάζει πατρόν
πατροναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρονάρισμα
πατροναρίσματος	noun	γενική ενικού του πατρονάρισμα
πατροναρίστηκα	=	πατρονάρω
πατροναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πατρονάρισμα
πατροναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροναρισμένο
πατροναρισμένε	verb	κλητική ενικού του πατροναρισμένος
πατροναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροναρισμένη
πατροναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατροναρισμένος
πατροναρισμένης	verb	γενική ενικού του πατροναρισμένη
πατροναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πατροναρισμένος
πατροναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατροναρισμένος
πατροναρισμένος	=	πατρονάρω
πατροναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πατροναρισμένος
πατροναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πατροναρισμένος
πατροναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πατροναρισμένος
πατρονιών	noun	γενική πληθυντικού του πατρονία
πατρονών	=	πατρόνα
πατροπαράδοτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροπαράδοτο	adv	με πατροπαράδοτο τρόπο
πατροπαράδοτε	adj	κλητική ενικού του πατροπαράδοτος
πατροπαράδοτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροπαράδοτη
πατροπαράδοτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατροπαράδοτος
πατροπαράδοτης	adj	γενική ενικού του πατροπαράδοτη
πατροπαράδοτο	adj	αιτιατική ενικού του πατροπαράδοτος
πατροπαράδοτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατροπαράδοτος
πατροπαράδοτος	adj	που μας έχει παραδοθεί, κληροδοτηθεί από τους προγόνους μας, που αποτελεί παραδοσιακό γνώρισμα ενός λαού
πατροπαράδοτου	adj	γενική ενικού του πατροπαράδοτος
πατροπαράδοτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατροπαράδοτος
πατροπαράδοτων	adj	γενική πληθυντικού του πατροπαράδοτος
πατροπαραδότως	adv	πατροπαράδοτα
πατροπασχίτες	noun	ονομασία Χριστιανικής αίρεσης (και των μελών της) που εμφανίστηκε τον 3ο αιώνα (μ.Χ.), οι οποίοι αδυνατώντας να κατανοήσουν το τρισυπόστατο και αδιαίρετο της Αγίας Τριάδος, και ειδικότερα τον Πατέρα από το Υιόν, υποστήριζαν ότι κατά την ενανθρώπιση και στα Άγια Πάθη του Ιησού Χριστού έπαθε ο ίδιος ο Πατήρ.
πατροτήτων	=	πατρότητα
πατροτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροτοπικό
πατροτοπικέ	adj	κλητική ενικού του πατροτοπικός
πατροτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατροτοπική
πατροτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατροτοπικός
πατροτοπικής	adj	γενική ενικού του πατροτοπική
πατροτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατροτοπικός
πατροτοπικού	adj	γενική ενικού του πατροτοπικός
πατροτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατροτοπικός
πατροτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του πατροτοπικός
πατροτοπικός	adj	που αφορά σχέση στην οποία μεγάλη σημασία έχει ο τόπος καταγωγής ή διαμονής του άντρα (ή του πατέρα)
πατροτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του πατροτοπικός
πατρυιέ	=	πατρυιός
πατρυιοί	=	πατρυιός
πατρυιού	=	πατρυιός
πατρυιούς	=	πατρυιός
πατρυιό	=	πατρυιός
πατρυιός	noun	ετυμολογική γραφή του πατριός
πατρυιών	=	πατρυιός
πατρωνία	noun	άλλη γραφή του πατρονία
πατρωνίας	noun	γενική ενικού του πατρωνία
πατρωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρωνία
πατρωνεία	noun	άλλη γραφή του πατρονία
πατρωνείας	noun	γενική ενικού του πατρωνεία
πατρωνείες	=	πατρωνεία
πατρωνειών	noun	γενική πληθυντικού του πατρωνεία
πατρωνιών	noun	γενική πληθυντικού του πατρωνία
πατρωνυμία	noun	όταν το επώνυμο κάποιου έχει προκύψει από το βαφτιστικό όνομα του πατέρα του
πατρωνυμίας	noun	γενική ενικού του πατρωνυμία
πατρωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρωνυμία
πατρωνυμίου	=	πατρωνύμιο
πατρωνυμίων	=	πατρωνύμιο
πατρωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρωνυμικό
πατρωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του πατρωνυμικός
πατρωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρωνυμική
πατρωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατρωνυμικός
πατρωνυμικής	adj	γενική ενικού του πατρωνυμική
πατρωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατρωνυμικός
πατρωνυμικού	adj	γενική ενικού του πατρωνυμικός
πατρωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πατρωνυμικός
πατρωνυμικό	noun	επώνυμο ή όνομα που σχηματίστηκε από το όνομα του πατέρα (το πατρώνυμο)	adj	αιτιατική ενικού του πατρωνυμικός
πατρωνυμικός	adj	που έχει σχέση με το πατρώνυμο ή σχηματίστηκε απ’ αυτό
πατρωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του πατρωνυμικός
πατρωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του πατρωνυμία
πατρωνύμια	=	πατρωνύμιο
πατρωνύμιο	noun	επώνυμο που σχηματίζεται από το όνομα του πατέρα
πατρωνύμιου	=	πατρωνύμιο
πατρωνύμιων	=	πατρωνύμιο
πατρωνύμου	noun	γενική ενικού του πατρώνυμο
πατρωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του πατρώνυμο
πατρόγκα	noun	πλακέ φαρδύ πινέλο, μέσης διάστασης 10Χ3 εκατ., με ξύλινη ή πλαστική λαβή, ιδανικό για βαφή μεγάλων επιφανειών
πατρόγκας	=	πατρόγκα
πατρόγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρόγκα
πατρόγκων	=	πατρόγκα
πατρόθεν	adv	από πατέρα
πατρόν	noun	σχεδίασμα σε χαρτί ή άλλο υλικό που το χρησιμοποιούν ως υπόδειγμα για την κατασκευή ενδυμάτων ή για να κόψουν κάτι στο σχήμα του σχεδιάσματος
πατρόνα	noun|dated	η διευθύντρια ή ιδιοκτήτρια μιας επιχείρησης
πατρόνας	noun	γενική ενικού του πατρόνα
πατρόνε	=	πατρόνος
πατρόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρόνα
πατρόνο	=	πατρόνος
πατρόνοι	=	πατρόνος
πατρόνος	noun|dated	αρσενικό του πατρόνα
πατρόνου	=	πατρόνος
πατρόνους	=	πατρόνος
πατρόνων	=	πάτρονας
πατρός	=	πατέρας
πατρότητα	noun	η ιδιότητα του πατέρα ως φυσικού γονέα
πατρότητας	noun	γενική ενικού του πατρότητα
πατρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρότητα
πατρώα	=	πατρώος
πατρώας	=	πατρώος
πατρώε	=	πατρώος
πατρώες	=	πατρώος
πατρώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατρώνυμο
πατρώνυμο	noun	το μικρό όνομα του πατέρα κάποιου ανθρώπου, το βαφτιστικό του
πατρώνυμου	=	πατρώνυμο
πατρώνυμων	=	πατρώνυμο
πατρώνων	=	πάτρωνας
πατρώο	=	πατρώος
πατρώοι	=	πατρώος
πατρώος	adj|formal	που έχει σχέση με τους πατέρες ή γενικότερα τους προγόνους, αναφέρεται σ’ αυτούς ή προέρχεται απ’ αυτούς
πατρώου	=	πατρώος
πατρώους	=	πατρώος
πατρώων	=	πατρώος
πατσά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πατσάς
πατσάβρα	noun	πατσαβούρα
πατσάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατσάς
πατσάδων	noun	γενική πληθυντικού του πατσάς
πατσάς	noun	το στομάχι και τα πόδια
πατσίζαμε	=	πατσίζω
πατσίζαν	=	πατσίζω
πατσίζανε	=	πατσίζω
πατσίζατε	=	πατσίζω
πατσίζει	=	πατσίζω
πατσίζεις	=	πατσίζω
πατσίζετε	=	πατσίζω
πατσίζοντας	=	πατσίζω
πατσίζουμε	=	πατσίζω
πατσίζουν	=	πατσίζω
πατσίζουνε	=	πατσίζω
πατσίζω	verb	κάνω σε κάποιον ότι μου έκανε ή κάτι παρόμοιο ώστε να είμαστε στα ίσα, πάτσι
πατσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσαν	=	πατσίζω
πατσίσανε	=	πατσίζω
πατσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατσίζω
πατσίτσες	noun	φαγητό που παρασκευάζεται από το στομάχι κατσικιού ή προβάτου κομμένο σε μικρά κομμάτια
πατσαβουριάζαμε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζαν	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζανε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζατε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζει	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζεις	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζεσαι	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάζεστε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάζεται	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάζετε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζονται	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάζονταν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάζοντας	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζου	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάζουμε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζουν	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζουνε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάζω	verb	κάνω κάτι να φαίνεται σαν τσαλακωμένο και παλιό, σαν πατσαβούρα
πατσαβουριάσαμε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάσαν	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάσανε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάσατε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάσει	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάσου	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάστε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβουριάστηκα	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάστηκαν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάστηκε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριάστηκες	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόμασταν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόμαστε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόμουν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόμουνα	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόντουσαν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόσασταν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόσαστε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόσουν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόσουνα	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζόταν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαζότανε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριασμένος	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαστήκαμε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαστήκαν	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαστήκανε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαστήκατε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαστεί	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριαστείτε	=	πατσαβουριάζομαι
πατσαβουριού	=	πατσαβούρι
πατσαβουριών	=	πατσαβούρι
πατσαβουρόπιτα	noun	πίτα στην οποία δεν απλώνουμε το φύλλο ίσια και ομοιόμορφα στο ταψί αλλά το ζαρώνουμε σαν να' ναι πατσαβούρι,ρίχνουμε από πάνω τη γέμιση και δεν την καλύπτουμε με άλλο φύλλο.
πατσαβουρόπιτας	=	πατσαβουρόπιτα
πατσαβουρόπιτες	=	πατσαβουρόπιτα
πατσαβούρα	noun	τεμάχιο υφάσματος για καθαρισμό σκευών ή επίπλων
πατσαβούρας	noun	γενική ενικού του πατσαβούρα
πατσαβούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατσαβούρα
πατσαβούρι	noun	άλλη μορφή του πατσαβούρα
πατσαβούρια	=	πατσαβούρι
πατσαβούριαζα	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριαζαν	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριαζε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριαζες	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριασα	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριασαν	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριασε	=	πατσαβουριάζω
πατσαβούριασες	=	πατσαβουριάζω
πατσατζή	=	πατσατζής
πατσατζήδες	=	πατσατζής
πατσατζήδων	=	πατσατζής
πατσατζής	noun	αυτός που παρασκευάζει και πουλάει τον πατσά
πατσατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατσατζίδικο
πατσατζίδικο	noun	εστιατόριο όπου παρασκευάζεται και σερβίρεται ο πατσάς
πατσατζίδικου	noun	γενική ενικού του πατσατζίδικο
πατσατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του πατσατζίδικο
πατσισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατσισμένο
πατσισμένε	verb	κλητική ενικού του πατσισμένος
πατσισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατσισμένη
πατσισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πατσισμένος
πατσισμένης	verb	γενική ενικού του πατσισμένη
πατσισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πατσισμένος
πατσισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πατσισμένος
πατσισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πατσισμένος
πατσισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πατσισμένος
πατσισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πατσισμένος
πατσουλί	noun	είδος φυτού της Ινδίας
πατσουλιά	=	πατσουλί
πατσουλιού	=	πατσουλί
πατσουλιών	=	πατσουλί
πατσούρα	adv	μουσκεμένη	noun	άσχημη, ζαρωμένη γυναίκα από την ηλικία ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
πατσούρας	=	πατσούρα
πατσούρες	=	πατσούρα
πατσούρων	=	πατσούρα
πατσόκοιλα	noun	για πλαδαρή κοιλιά με ζάρες
πατσόκοιλος	adj	παχύς σε βαθμό που η σάρκα του κρεμάει-κρέμεται
πατσόλα	noun|vulgar	άσχημη γυναίκα
πατσόλας	=	πατσόλα
πατσόλες	=	πατσόλα
παττίζω	verb	χρεοκοπώ
παττίχας	noun	γενική ενικού του παττίχα
παττίχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παττίχα
παττιχών	noun	γενική πληθυντικού του παττίχα
πατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάτωμα
πατωματζή	=	πατωματζής
πατωματζήδες	=	πατωματζής
πατωματζήδων	=	πατωματζής
πατωματζής	noun	ο κατασκευαστής, συντηρητής πατωμάτων
πατωσιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του πάτωμα, δάπεδο
πατωσιάς	=	πατωσιά
πατωσιές	=	πατωσιά
πατωσιών	=	πατωσιά
πατόζα	noun|rare	αλωνιστική μηχανή
πατόκορφα	adv	από πάνω μέχρι κάτω
πατόκωλα	adv|slang	από πίσω με πρωκτικό ή άγριο σεξ
πατόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατόξυλο
πατόξυλο	noun|vulgar	το πάτερο, το μεγάλο δοκάρι της στέγης
πατόξυλου	noun	γενική ενικού του πατόξυλο
πατόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του πατόξυλο
πατώ	verb	παλιότερος τύπος του πατάω
πατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάτωμα
πατώματος	noun	γενική ενικού του πάτωμα
πατώναμε	=	πατώνω
πατώναν	=	πατώνω
πατώνανε	=	πατώνω
πατώνατε	=	πατώνω
πατώνει	=	πατώνω
πατώνεις	=	πατώνω
πατώνετε	=	πατώνω
πατώνομε	=	πατώνω
πατώνοντας	=	πατώνω
πατώνουμε	=	πατώνω
πατώνουν	=	πατώνω
πατώνουνε	=	πατώνω
πατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πατώ
πατώνω	verb	τα πόδια μου φτάνουν στον πάτο, στο βυθό της θάλασσας, είναι αρκετά ρηχά ώστε να πατάω
πατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσαν	=	πατώνω
πατώσανε	=	πατώνω
πατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσομε	=	πατώνω
πατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσουνε	=	πατώνω
πατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πατώνω
πατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πατώνω
παυθέντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παυθείς
παυθήκαμε	=	παύω
παυθήκαν	=	παύω
παυθήκανε	=	παύω
παυθήκατε	=	παύω
παυθεί	=	παύω
παυθείς	=	παύω
παυθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παυθείς
παυθείσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παυθείσα
παυθείτε	=	παύω
παυθούμε	=	παύω
παυθούν	=	παύω
παυθούνε	=	παύω
παυθώ	=	παύω
παυλών	=	παύλα
παυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παυμένο
παυμένε	verb	κλητική ενικού του παυμένος
παυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παυμένη
παυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παυμένος
παυμένης	verb	γενική ενικού του παυμένη
παυμένο	verb	αιτιατική ενικού του παυμένος
παυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παυμένος
παυμένος	=	παύω
παυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παυμένος
παυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παυμένος
παυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παυμένος
παυσίλυπα	=	παυσίλυπος
παυσίλυπε	=	παυσίλυπος
παυσίλυπες	=	παυσίλυπος
παυσίλυπη	=	παυσίλυπος
παυσίλυπης	=	παυσίλυπος
παυσίλυπο	=	παυσίλυπος
παυσίλυποι	=	παυσίλυπος
παυσίλυπος	adj	που παύει τη λύπη
παυσίλυπου	=	παυσίλυπος
παυσίλυπους	=	παυσίλυπος
παυσίλυπων	=	παυσίλυπος
παυσίπονα	=	παυσίπονος
παυσίπονε	=	παυσίπονος
παυσίπονες	=	παυσίπονος
παυσίπονη	=	παυσίπονος
παυσίπονης	=	παυσίπονος
παυσίπονο	noun	φάρμακο που σταματάει ή μειώνει τον πόνο
παυσίπονοι	=	παυσίπονος
παυσίπονος	adj	που σταματά ή μειώνει τον πόνο
παυσίπονου	=	παυσίπονος
παυσίπονους	=	παυσίπονος
παυσίπονων	=	παυσίπονος
παυσιλύπου	=	παυσίλυπος
παυσιλύπους	=	παυσίλυπος
παυσιλύπων	=	παυσίλυπος
παυτήκαμε	=	παύω
παυτήκαν	=	παύω
παυτήκανε	=	παύω
παυτήκατε	=	παύω
παυτεί	=	παύω
παυτείς	=	παύω
παυτείτε	=	παύω
παυτούμε	=	παύω
παυτούν	=	παύω
παυτούνε	=	παύω
παυτώ	=	παύω
παυόμασταν	=	παύω
παυόμαστε	=	παύω
παυόμουν	=	παύω
παυόμουνα	=	παύω
παυόντουσαν	=	παύω
παυόσασταν	=	παύω
παυόσαστε	=	παύω
παυόσουν	=	παύω
παυόσουνα	=	παύω
παυόταν	=	παύω
παυότανε	=	παύω
παφίλι	noun	μικρό κομμάτι από ορείχαλκο
παφίλια	=	παφίλι
παφίλων	=	πάφιλας
παφιλένια	=	παφιλένιος
παφιλένιας	=	παφιλένιος
παφιλένιε	=	παφιλένιος
παφιλένιες	=	παφιλένιος
παφιλένιο	=	παφιλένιος
παφιλένιοι	=	παφιλένιος
παφιλένιος	adj	ορειχάλκινος
παφιλένιου	=	παφιλένιος
παφιλένιους	=	παφιλένιος
παφιλένιων	=	παφιλένιος
παφιλιού	=	παφίλι
παφιλιών	=	παφίλι
παφιοπέδιλα	=	παφιοπέδιλο
παφιοπέδιλο	noun	γένος φυτού (είδος ορχιδέας) με την επιστημονική ονομασία Paphiopedilum, που ανήκει στη υποοικογένεια Κυπριπεδιοειδή, στην οικογένεια Ορχιδοειδή και στην τάξη Ασπαραγώδη
παφιοπέδιλου	=	παφιοπέδιλο
παφιοπέδιλων	=	παφιοπέδιλο
παφλάζαμε	=	παφλάζω
παφλάζαν	=	παφλάζω
παφλάζανε	=	παφλάζω
παφλάζατε	=	παφλάζω
παφλάζει	=	παφλάζω
παφλάζεις	=	παφλάζω
παφλάζετε	=	παφλάζω
παφλάζοντας	=	παφλάζω
παφλάζουμε	=	παφλάζω
παφλάζουν	=	παφλάζω
παφλάζουνε	=	παφλάζω
παφλάζω	verb	παράγω παφλασμό (ο ήχος που παράγεται από τα κύματα της θάλασσας, όταν σκάνε στο ακρογιάλι, ή τα ορμητικά νερά που κινούνται με δύναμη)
παφλάσαμε	=	παφλάζω
παφλάσαν	=	παφλάζω
παφλάσανε	=	παφλάζω
παφλάσατε	=	παφλάζω
παφλάσει	=	παφλάζω
παφλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάφλασμα
παφλάσματος	noun	γενική ενικού του πάφλασμα
παφλάστε	=	παφλάζω
παφλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάφλασμα
παφλασμέ	noun	κλητική ενικού του παφλασμός
παφλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παφλασμένο
παφλασμένε	verb	κλητική ενικού του παφλασμένος
παφλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παφλασμένη
παφλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παφλασμένος
παφλασμένης	verb	γενική ενικού του παφλασμένη
παφλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παφλασμένος
παφλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παφλασμένος
παφλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παφλασμένος
παφλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παφλασμένος
παφλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παφλασμένος
παφλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παφλασμός
παφλασμού	noun	γενική ενικού του παφλασμός
παφλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παφλασμός
παφλασμό	noun	αιτιατική ενικού του παφλασμός
παφλασμός	noun	ο ήχος που παράγεται από τα κύματα της θάλασσας, όταν σκάνε στο ακρογιάλι, ή τα ορμητικά νερά που κινούνται με δύναμη
παφλασμών	noun	γενική πληθυντικού του παφλασμός
παφύλλων	=	πάφυλλας
παφύλων	=	πάφυλας
παχάκι	noun	υποκοριστικό του πάχος
παχάκια	=	παχάκι
παχάρνικος	noun	γραμματέας των Ελλήνων ηγεμόνων της Μολδαβίας
παχέα	=	παχύς
παχέος	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του παχύς
παχέων	=	παχύς
παχαίναμε	=	παχαίνω
παχαίναν	=	παχαίνω
παχαίνανε	=	παχαίνω
παχαίνατε	=	παχαίνω
παχαίνει	=	παχαίνω
παχαίνεις	=	παχαίνω
παχαίνετε	=	παχαίνω
παχαίνομαι	=	παχαίνω
παχαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παχαίνω
παχαίνουμε	=	παχαίνω
παχαίνουν	=	παχαίνω
παχαίνουνε	=	παχαίνω
παχαίνω	verb	γίνομαι πιο παχύς, κερδίζω βάρος
παχεία	=	παχύς
παχείας	=	παχύς
παχείες	=	παχύς
παχείς	=	παχύς
παχειών	=	παχύς
παχιά	=	παχύς
παχιάς	=	παχύς
παχιές	=	παχύς
παχιοί	=	παχύς
παχιού	=	παχύς
παχιούς	=	παχύς
παχιών	=	παχύς
παχνί	noun	η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων
παχνιά	=	παχνί
παχνιάζω	verb	τοποθετώ τροφή στο παχνί για τα ζώα
παχνιάσματα	=	πάχνιασμα
παχνιάσματος	=	πάχνιασμα
παχνιασμάτων	=	πάχνιασμα
παχνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχνιασμένο
παχνιασμένε	verb	κλητική ενικού του παχνιασμένος
παχνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχνιασμένη
παχνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχνιασμένος
παχνιασμένης	verb	γενική ενικού του παχνιασμένη
παχνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του παχνιασμένος
παχνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχνιασμένος
παχνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παχνιασμένος
παχνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παχνιασμένος
παχνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παχνιασμένος
παχνιού	=	παχνί
παχνιών	=	παχνί
παχουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (παχουλό) του παχουλός
παχουλέ	adj	κλητική ενικού του παχουλός
παχουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχουλή
παχουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχουλός
παχουλής	adj	γενική ενικού του παχουλή
παχουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχουλός
παχουλού	adj	γενική ενικού του παχουλός
παχουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παχουλός
παχουλούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχουλούτσικο
παχουλούτσικε	adj	κλητική ενικού του παχουλούτσικος
παχουλούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχουλούτσικη
παχουλούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχουλούτσικος
παχουλούτσικης	adj	γενική ενικού του παχουλούτσικη
παχουλούτσικια	=	παχουλούτσικος
παχουλούτσικιας	=	παχουλούτσικος
παχουλούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του παχουλούτσικος
παχουλούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχουλούτσικος
παχουλούτσικος	adj	κάπως παχουλός
παχουλούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παχουλούτσικος
παχουλούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παχουλούτσικος
παχουλούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παχουλούτσικος
παχουλό	adj	αιτιατική ενικού του παχουλός
παχουλός	adj	κάπως παχύς, ελαφρώς ευτραφής
παχουλών	adj	γενική πληθυντικού του παχουλός
παχτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πάχτωμα
παχτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχτωμένο
παχτωμένε	verb	κλητική ενικού του παχτωμένος
παχτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχτωμένη
παχτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχτωμένος
παχτωμένης	verb	γενική ενικού του παχτωμένη
παχτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του παχτωμένος
παχτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχτωμένος
παχτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παχτώνω
παχτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παχτωμένος
παχτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του παχτωμένος
παχτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παχτωμένος
παχτωτές	=	παχτωτής
παχτωτή	=	παχτωτής
παχτωτής	noun	άλλη μορφή του πακτωτής
παχτωτών	=	παχτωτής
παχτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πάχτωμα
παχτώματος	noun	γενική ενικού του πάχτωμα
παχτώναμε	=	παχτώνω
παχτώναν	=	παχτώνω
παχτώνανε	=	παχτώνω
παχτώνατε	=	παχτώνω
παχτώνει	=	παχτώνω
παχτώνεις	=	παχτώνω
παχτώνετε	=	παχτώνω
παχτώνοντας	=	παχτώνω
παχτώνουμε	=	παχτώνω
παχτώνουν	=	παχτώνω
παχτώνουνε	=	παχτώνω
παχτώνω	verb	άλλη μορφή του πακτώνω
παχτώσαμε	=	παχτώνω
παχτώσαν	=	παχτώνω
παχτώσανε	=	παχτώνω
παχτώσατε	=	παχτώνω
παχτώσει	=	παχτώνω
παχτώσεις	=	πάχτωση
παχτώσεων	=	πάχτωση
παχτώστε	=	παχτώνω
παχυδερμία	noun	πάχυνση του δέρματος λόγω υπερπλασίας
παχυδερμίας	noun	γενική ενικού του παχυδερμία
παχυδερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχυδερμία
παχυδερμισμέ	noun	κλητική ενικού του παχυδερμισμός
παχυδερμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχυδερμισμός
παχυδερμισμού	noun	γενική ενικού του παχυδερμισμός
παχυδερμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του παχυδερμισμός
παχυδερμισμό	noun	αιτιατική ενικού του παχυδερμισμός
παχυδερμισμός	noun|figurative	αναισθησία, αναλγησία, απάθεια
παχυδερμισμών	noun	γενική πληθυντικού του παχυδερμισμός
παχυδερμιών	noun	γενική πληθυντικού του παχυδερμία
παχυκεφαλία	noun	παραμόρφωση του κρανίου λόγω αύξησης του πάχους των οστών του
παχυκεφαλίας	noun	γενική ενικού του παχυκεφαλία
παχυκεφαλίες	=	παχυκεφαλία
παχυκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του παχυκεφαλία
παχυλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (παχυλό) του παχυλός	adv	σε παχυλό βαθμό
παχυλέ	adj	κλητική ενικού του παχυλός
παχυλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχυλή
παχυλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχυλός
παχυλής	adj	γενική ενικού του παχυλή
παχυλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παχυλός
παχυλοτήτων	=	παχυλότητα
παχυλού	adj	γενική ενικού του παχυλός
παχυλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παχυλός
παχυλό	adj	αιτιατική ενικού του παχυλός
παχυλός	adj	πλουσιοπάροχος, άφθονος, πολύ μεγάλος
παχυλότης	noun	παχυλότητα
παχυλότητα	noun	η ιδιότητα του παχυλού
παχυλότητας	=	παχυλότητα
παχυλότητες	=	παχυλότητα
παχυλών	adj	γενική πληθυντικού του παχυλός
παχυλώς	adv|dated	παχυλά
παχυμένα	=	παχυμένος
παχυμένε	=	παχυμένος
παχυμένες	=	παχυμένος
παχυμένη	=	παχυμένος
παχυμένης	=	παχυμένος
παχυμένο	=	παχυμένος
παχυμένοι	=	παχυμένος
παχυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παχύνω
παχυμένου	=	παχυμένος
παχυμένους	=	παχυμένος
παχυμένων	=	παχυμένος
παχυμέτρηση	noun	η μέτρηση του πάχους ενός αντικειμένου
παχυμέτρησης	=	παχυμέτρηση
παχυμέτρου	=	παχύμετρο
παχυμέτρων	=	παχύμετρο
παχυμετρήσεις	=	παχυμέτρηση
παχυμετρήσεων	=	παχυμέτρηση
παχυμετρία	noun	η μέτρηση του πάχους ενός ανθρώπινου οργάνου, π.χ. κερατοειδούς
παχυμετρίας	=	παχυμετρία
παχυμετρίες	=	παχυμετρία
παχυμετριών	=	παχυμετρία
παχυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχυντικό
παχυντικέ	adj	κλητική ενικού του παχυντικός
παχυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχυντική
παχυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχυντικός
παχυντικής	adj	γενική ενικού του παχυντική
παχυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχυντικός
παχυντικού	adj	γενική ενικού του παχυντικός
παχυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του παχυντικός
παχυντικό	adj	αιτιατική ενικού του παχυντικός
παχυντικός	adj	που έχει σχέση με την πάχυνση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
παχυντικών	adj	γενική πληθυντικού του παχυντικός
παχυσαρκία	noun	η νόσος κατά την οποία υπάρχει υπερβολική εναπόθεση λίπους στο σώμα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζεται αρνητικά η υγεία
παχυσαρκίας	noun	γενική ενικού του παχυσαρκία
παχυσαρκίες	=	παχυσαρκία
παχυσαρκίων	=	παχυσαρκία
παχυσαρκιών	noun	γενική πληθυντικού του παχυσαρκία
παχυτήτων	=	παχύτητα
παχυταινία	noun	το τρίτο στάδιο της μειωτικής προφάσης (που έπεται της ζυγοταινίας) κατά το οποίο τα συζευγμένα χρωμοσώματα κονταίνουν και παχαίνουν, οι δύο χρωματίδες των οποίων διαχωρίζονται, και μπορεί να προκύψει ανταλλαγή τμημάτων (μεταξύ των δύο χρωματίδων)
παχυταινίας	noun	γενική ενικού του παχυταινία
παχυταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχυταινία
παχυταινιών	noun	γενική πληθυντικού του παχυταινία
παχύ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παχύς	noun	το λίπος του κρέατος, όχι το ψαχνό
παχύδερμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχύδερμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παχύδερμο
παχύδερμε	=	παχύδερμος
παχύδερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχύδερμη
παχύδερμη	=	παχύδερμος
παχύδερμης	=	παχύδερμος
παχύδερμο	noun	μεγαλόσωμο θηλαστικό με παχύ (και άτριχο) δέρμα
παχύδερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχύδερμος
παχύδερμος	adj	με χοντρό δέρμα
παχύδερμου	=	παχύδερμος
παχύδερμους	=	παχύδερμος
παχύδερμων	=	παχύδερμος
παχύμετρα	=	παχύμετρο
παχύμετρο	noun	κάθε εργαλείο έτσι κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνεται η μέτρηση του πάχους ενός αντικειμένου
παχύμετρου	=	παχύμετρο
παχύμετρων	=	παχύμετρο
παχύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύναν	=	παχαίνω
παχύνανε	=	παχαίνω
παχύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνσεις	=	πάχυνση
παχύνσεων	=	πάχυνση
παχύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παχαίνω
παχύρρευστα	=	παχύρρευστος
παχύρρευστε	=	παχύρρευστος
παχύρρευστες	=	παχύρρευστος
παχύρρευστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχύρρευστος
παχύρρευστης	=	παχύρρευστος
παχύρρευστο	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του παχύρρευστος
παχύρρευστοι	=	παχύρρευστος
παχύρρευστος	adj	που είναι πηχτός, που ρέει δύσκολα, αργά
παχύρρευστου	=	παχύρρευστος
παχύρρευστους	=	παχύρρευστος
παχύρρευστων	=	παχύρρευστος
παχύς	adj	που έχει μεγάλο πάχος ή όγκο
παχύσαρκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχύσαρκο
παχύσαρκε	adj	κλητική ενικού του παχύσαρκος
παχύσαρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχύσαρκη
παχύσαρκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχύσαρκος
παχύσαρκης	adj	γενική ενικού του παχύσαρκη
παχύσαρκο	adj	αιτιατική ενικού του παχύσαρκος
παχύσαρκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχύσαρκος
παχύσαρκος	adj	που έχει υπερβολικό σωματικό βάρος
παχύσαρκου	adj	γενική ενικού του παχύσαρκος
παχύσαρκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παχύσαρκος
παχύσαρκων	adj	γενική πληθυντικού του παχύσαρκος
παχύσκια	=	παχύσκιος
παχύσκιας	=	παχύσκιος
παχύσκιε	=	παχύσκιος
παχύσκιες	=	παχύσκιος
παχύσκιο	=	παχύσκιος
παχύσκιοι	=	παχύσκιος
παχύσκιος	adj	που έχει παχιά / πυκνή σκιά
παχύσκιου	=	παχύσκιος
παχύσκιους	=	παχύσκιος
παχύσκιων	=	παχύσκιος
παχύσωμα	=	παχύσωμος
παχύσωμε	=	παχύσωμος
παχύσωμες	=	παχύσωμος
παχύσωμη	=	παχύσωμος
παχύσωμης	=	παχύσωμος
παχύσωμο	=	παχύσωμος
παχύσωμοι	=	παχύσωμος
παχύσωμος	adj	που έχει παχύ σώμα
παχύσωμου	=	παχύσωμος
παχύσωμους	=	παχύσωμος
παχύσωμων	=	παχύσωμος
παχύτατα	=	παχύς
παχύτατε	=	παχύς
παχύτατες	=	παχύς
παχύτατη	=	παχύς
παχύτατης	=	παχύς
παχύτατο	=	παχύς
παχύτατοι	=	παχύς
παχύτατος	=	παχύς
παχύτατου	=	παχύς
παχύτατους	=	παχύς
παχύτατων	=	παχύς
παχύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχύτερο
παχύτερε	adj	κλητική ενικού του παχύτερος
παχύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παχύτερη
παχύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του παχύτερος
παχύτερης	adj	γενική ενικού του παχύτερη
παχύτερο	adj	αιτιατική ενικού του παχύτερος
παχύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του παχύτερος
παχύτερος	adj	που είναι πιο παχύς από κάποιον ή κάτι άλλο
παχύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του παχύτερος
παχύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του παχύτερος
παχύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του παχύτερος
παχύτητα	noun	η ιδιότητα του παχέος
παχύτητας	=	παχύτητα
παχύτητες	=	παχύτητα
παχύφυλλα	=	παχύφυλλος
παχύφυλλε	=	παχύφυλλος
παχύφυλλες	=	παχύφυλλος
παχύφυλλη	=	παχύφυλλος
παχύφυλλης	=	παχύφυλλος
παχύφυλλο	=	παχύφυλλος
παχύφυλλοι	=	παχύφυλλος
παχύφυλλος	adj	που έχει παχιά φύλλα
παχύφυλλου	=	παχύφυλλος
παχύφυλλους	=	παχύφυλλος
παχύφυλλων	=	παχύφυλλος
παχών	=	πάχος
παϊδάκι	noun	έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου μεταξύ των οστών, ώστε στο κάθε οστό να αντιστοιχεί κι από ένα καμμάτι (παϊδάκι)
παϊδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παϊδάκι
παϊδιού	=	παΐδι
παϊδιών	=	παΐδι
παϊράκιν	noun	η σημαία, το μπαϊράκι
παϊσιακά	=	παϊσιακός
παϊσιακέ	=	παϊσιακός
παϊσιακές	=	παϊσιακός
παϊσιακή	=	παϊσιακός
παϊσιακής	=	παϊσιακός
παϊσιακοί	=	παϊσιακός
παϊσιακού	=	παϊσιακός
παϊσιακούς	=	παϊσιακός
παϊσιακό	=	παϊσιακός
παϊσιακός	adj	που έχει σχέση με τον Παΐσιο, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν
παϊσιακών	=	παϊσιακός
παϊτόνι	noun	είδος άμαξας
παόκι	noun	οπαδός του αθλητικού συλλόγου ΠΑΟΚ της Θεσσαλονίκης
παόκια	=	παόκι
παύαμε	=	παύω
παύαν	=	παύω
παύανε	=	παύω
παύατε	=	παύω
παύε	=	παύω
παύει	=	παύω
παύεις	=	παύω
παύεσαι	=	παύω
παύεστε	=	παύω
παύεται	=	παύω
παύετε	=	παύω
παύθηκα	=	παύω
παύθηκαν	=	παύω
παύθηκε	=	παύω
παύθηκες	=	παύω
παύλα	noun	μικρή οριζόντια γραμμούλα στο ύψος της μέσης κεφαλαίου γράμματος.
παύλας	=	παύλα
παύλες	=	παύλα
παύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος παύω στη σημασία απολύω
παύομε	=	παύω
παύονται	=	παύω
παύονταν	=	παύω
παύοντας	=	παύω
παύου	=	παύω
παύουμε	=	παύω
παύουν	=	παύω
παύουνε	=	παύω
παύσαμε	=	παύω
παύσατε	=	παύω
παύσε	=	παύω
παύσει	=	παύω
παύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παύση
παύσετε	=	παύω
παύσεων	noun	γενική πληθυντικού του παύση
παύσεως	noun|formal	γενική ενικού του παύση
παύση	noun	η διακοπή, το σταμάτημα μιας ενέργειας
παύσης	noun	γενική ενικού του παύση
παύσομε	=	παύω
παύσου	=	παύω
παύσουμε	=	παύω
παύσουν	=	παύω
παύσουνε	=	παύω
παύστε	=	παύω
παύσω	=	παύω
παύτε	=	παύω
παύτηκα	=	παύω
παύτηκαν	=	παύω
παύτηκε	=	παύω
παύτηκες	=	παύω
παύω	verb	σταματάω, διακόπτω
παῖς	noun	παις, το παιδί
πβ	=	παράβαλε
πγε	abbrev	Π.Γ.Ε. ουδέτερο άκλιτο αρκτικόλεξο
πγσς	abbrev	αθλητικό σωματείο το οποίο ιδρύθηκε το 1890 στη Σμύρνη
πε	abbrev	συντομογραφία του Πειθαρχική Επιτροπή: επιτροπή που επιλαμβάνεται πειθαρχικών ζητημάτων σε οργανισμό ή υπηρεσία
πείθαμε	=	πείθω
πείθαν	=	πείθω
πείθανε	=	πείθω
πείθατε	=	πείθω
πείθε	=	πείθω
πείθει	=	πείθω
πείθεις	=	πείθω
πείθεσαι	=	πείθω
πείθεστε	=	πείθω
πείθεται	=	πείθω
πείθετε	=	πείθω
πείθομαι	verb	υπακούω σε κανόνες κατόπιν σύστασης ευγενικής ή πιεστικής, αλλάζω γνώμη ύστερα από εισήγηση άλλων
πείθομε	=	πείθω
πείθονται	=	πείθω
πείθονταν	=	πείθω
πείθοντας	=	πείθω
πείθουμε	=	πείθω
πείθουν	=	πείθω
πείθουνε	=	πείθω
πείθω	verb	κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσματικά να προβεί σε μια ενέργεια που αρχικά τον έβρισκε αντίθετο ή αδιάφορο, του αλλάζω γνώμη με επιχειρήματα ή με την άσκηση εντονότερης πίεσης, αλλά όχι με τη χρήση ωμής βίας
πείνα	noun	η ανάγκη ή επιθυμία για φαγητό
πείναγα	=	πεινώ
πείναγαν	=	πεινώ
πείναγε	=	πεινώ
πείναγες	=	πεινώ
πείνας	noun	γενική ενικού του πείνα
πείνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πείνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πείνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πείνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πείνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείνα
πείρα	noun	η γνώση που προσφέρει η πρακτική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο·
πείραγμα	noun	αστείο, χωρατό, καλοπροαίρετη κοροϊδία, δούλεμα
πείραζα	=	πειράζω
πείραζαν	=	πειράζω
πείραζε	=	πειράζω
πείραζες	=	πειράζω
πείραμα	noun	η παρατήρηση ενός φαινομένου κατά τις κατάλληλες συνθήκες οι οποίες μπορούν να ξαναδημιουργηθούν, με σκοπό τον έλεγχο μιας επιστημονικής θεωρίας
πείραξα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος πειράζω
πείραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πείραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πείραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πείρας	noun	γενική ενικού του πείρα
πείρασα	=	πειράζω
πείρε	=	πείρος
πείρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείρα
πείρο	=	πείρος
πείροι	=	πείρος
πείρος	noun	άλλη γραφή του πίρος
πείρου	=	πείρος
πείρους	=	πείρος
πείρων	=	πείρος
πείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσαν	=	πείθω
πείσανε	=	πείθω
πείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πείθω
πείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσθηκα	=	πείθω
πείσθηκαν	=	πείθω
πείσθηκε	=	πείθω
πείσθηκες	=	πείθω
πείσμα	noun	η επιμονή, η ανυποχώρητη στάση
πείσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείσμα
πείσματος	noun	γενική ενικού του πείσμα
πείσμωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεισμώνω
πείσμων	adj	ο πεισματάρης, αυτός που δύσκολα αλλάζει γνώμη παρά τα λογικά επιχειρήματα που επικαλούνται όσοι θέλουν να τον μεταπείσουν
πείσμωνα	=	πεισμώνω
πείσμωναν	=	πεισμώνω
πείσμωνε	=	πεισμώνω
πείσμωνες	=	πεισμώνω
πείσμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πείσμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πείσμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πείσμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πείσομε	=	πείθω
πείσου	=	πείθω
πείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείσουνε	=	πείθω
πείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πείστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πείστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πείστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
πείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του λέω
πεαν	abbrev	αντιστασιακή οργάνωση η οποία έδρασε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα
πεγάνι	=	απήγανος
πεγαδίστρα	noun	στη λαϊκή παράδοση ήταν νεράιδα που στοίχειωνε τα πηγάδιια
πεγαδίστρας	=	πεγαδίστρα
πεγαδίστρες	=	πεγαδίστρα
πεδήσεις	=	πέδηση
πεδήσεων	=	πέδηση
πεδία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδίο
πεδίκλου	noun	γενική ενικού του πέδικλο
πεδίκλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πεδικλώνω
πεδίκλων	noun	γενική πληθυντικού του πέδικλο
πεδίκλωνα	=	πεδικλώνω
πεδίκλωναν	=	πεδικλώνω
πεδίκλωνε	=	πεδικλώνω
πεδίκλωνες	=	πεδικλώνω
πεδίκλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδίκλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδίκλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδίκλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδίλου	=	πέδιλο
πεδίλων	=	πέδιλο
πεδίλωνα	=	πεδιλώνω
πεδίλωναν	=	πεδιλώνω
πεδίλωνε	=	πεδιλώνω
πεδίλωνες	=	πεδιλώνω
πεδίλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδίλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδίλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδίλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδίλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεδιλώνω
πεδίλωσης	noun	γενική ενικού του πεδίλωση
πεδίλωσις	noun	πεδίλωση
πεδίο	noun	η επίπεδη έκταση, πεδιάδα
πεδίου	noun	γενική ενικού του πεδίο
πεδίων	noun	γενική πληθυντικού του πεδίο
πεδιάδα	noun	επίπεδη επιφάνεια γης με ικανή έκταση, κατάλληλη συνήθως για καλλιέργεια
πεδιάδας	=	πεδιάδα
πεδιάδες	=	πεδιάδα
πεδιάδων	=	πεδιάδα
πεδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιακό
πεδιακέ	adj	κλητική ενικού του πεδιακός
πεδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιακή
πεδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεδιακός
πεδιακής	adj	γενική ενικού του πεδιακή
πεδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδιακός
πεδιακού	adj	γενική ενικού του πεδιακός
πεδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεδιακός
πεδιακό	adj	αιτιατική ενικού του πεδιακός
πεδιακός	adj	που έχει σχέση με πεδίο ή αναφέρεται σ’ αυτό
πεδιακών	adj	γενική πληθυντικού του πεδιακός
πεδικλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθήκαν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωθήκανε	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πεδίκλωμα
πεδικλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδικλωμένο
πεδικλωμένε	verb	κλητική ενικού του πεδικλωμένος
πεδικλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδικλωμένη
πεδικλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεδικλωμένος
πεδικλωμένης	verb	γενική ενικού του πεδικλωμένη
πεδικλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεδικλωμένος
πεδικλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδικλωμένος
πεδικλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πεδικλώνω
πεδικλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεδικλωμένος
πεδικλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεδικλωμένος
πεδικλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεδικλωμένος
πεδικλωνόμασταν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόμαστε	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόμουν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόμουνα	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόντουσαν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόσασταν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόσαστε	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόσουν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόσουνα	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνόταν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλωνότανε	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδίκλωμα
πεδικλώματος	noun	γενική ενικού του πεδίκλωμα
πεδικλώναμε	=	πεδικλώνω
πεδικλώναν	=	πεδικλώνω
πεδικλώνανε	=	πεδικλώνω
πεδικλώνατε	=	πεδικλώνω
πεδικλώνει	=	πεδικλώνω
πεδικλώνεις	=	πεδικλώνω
πεδικλώνεσαι	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώνεστε	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώνεται	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώνετε	=	πεδικλώνω
πεδικλώνομαι	verb	χάνω τον βηματισμό μου και σκοντάφτω
πεδικλώνονται	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώνονταν	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώνοντας	=	πεδικλώνω
πεδικλώνου	=	πεδικλώνομαι
πεδικλώνουμε	=	πεδικλώνω
πεδικλώνουν	=	πεδικλώνω
πεδικλώνουνε	=	πεδικλώνω
πεδικλώνω	verb	δένω τα πόδια ζώου με πέδικλο
πεδικλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσαν	=	πεδικλώνω
πεδικλώσανε	=	πεδικλώνω
πεδικλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνομαι
πεδικλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδικλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδικλώνω
πεδιλάκι	noun	υποκοριστικό του πέδιλο
πεδιλάκια	=	πεδιλάκι
πεδιλοδοκέ	noun	κλητική ενικού του πεδιλοδοκός
πεδιλοδοκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοδοκός
πεδιλοδοκού	noun	γενική ενικού του πεδιλοδοκός
πεδιλοδοκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεδιλοδοκός
πεδιλοδοκό	noun	αιτιατική ενικού του πεδιλοδοκός
πεδιλοδοκός	noun	οριζόντια δοκός στη θεμελίωση ενός κτηρίου, η οποία ενώνει δύο διαδοχικά πέδιλα
πεδιλοδοκών	noun	γενική πληθυντικού του πεδιλοδοκός
πεδιλοδρομήσαμε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομήσαν	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομήσανε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομήσατε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομήσει	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομήστε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομία	noun	είδος παιχνιδιού (ή αθλήματος) στο οποίο κάποιος πεδιλοδρόμος με τροχοπέδιλα ή παγοπέδιλα πεδιλοδρομεί πάνω σε μια λεία (παγωμένη) επιφάνεια
πεδιλοδρομίας	noun	γενική ενικού του πεδιλοδρομία
πεδιλοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοδρομία
πεδιλοδρομεί	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομείς	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομείτε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοδρομικό
πεδιλοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοδρομική
πεδιλοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομικής	adj	γενική ενικού του πεδιλοδρομική
πεδιλοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομικού	adj	γενική ενικού του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομικός	adj	που έχει σχέση με πεδιλοδρόμο ή πεδιλοδρομία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πεδιλοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του πεδιλοδρομικός
πεδιλοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του πεδιλοδρομία
πεδιλοδρομούμε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούν	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούνε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσα	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσαμε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσαν	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσανε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσατε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομούσες	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρομώ	verb	κινούμαι πάνω σε μια λεία (παγωμένη) επιφάνεια φορώντας τροχοπέδιλα ή παγοπέδιλα
πεδιλοδρομώντας	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρόμε	=	πεδιλοδρόμος
πεδιλοδρόμει	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρόμησα	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρόμησαν	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρόμησε	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρόμησες	=	πεδιλοδρομώ
πεδιλοδρόμο	=	πεδιλοδρόμος
πεδιλοδρόμοι	=	πεδιλοδρόμος
πεδιλοδρόμος	noun	κάποιος ή κάποια που πεδιλοδρομεί
πεδιλοδρόμου	=	πεδιλοδρόμος
πεδιλοδρόμους	=	πεδιλοδρόμος
πεδιλοδρόμων	=	πεδιλοδρόμος
πεδιλοποιέ	noun	κλητική ενικού του πεδιλοποιός
πεδιλοποιία	noun|rare	βιοτεχνία που κατασκευάζει πέδιλα
πεδιλοποιίας	noun	γενική ενικού του πεδιλοποιία
πεδιλοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοποιία
πεδιλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοποιείο
πεδιλοποιείο	noun	η βιοτεχνία που κατασκευάζει πέδιλα (σανδάλια)
πεδιλοποιείου	noun	γενική ενικού του πεδιλοποιείο
πεδιλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του πεδιλοποιείο
πεδιλοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του πεδιλοποιία
πεδιλοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδιλοποιός
πεδιλοποιού	noun	γενική ενικού του πεδιλοποιός
πεδιλοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεδιλοποιός
πεδιλοποιό	noun	αιτιατική ενικού του πεδιλοποιός
πεδιλοποιός	noun	που κατασκευάζει πέδιλα (σανδάλια)
πεδιλοποιών	noun	γενική πληθυντικού του πεδιλοποιός
πεδιλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλωτό
πεδιλωτέ	adj	κλητική ενικού του πεδιλωτός
πεδιλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδιλωτή
πεδιλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεδιλωτός
πεδιλωτής	adj	γενική ενικού του πεδιλωτή
πεδιλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδιλωτός
πεδιλωτού	adj	γενική ενικού του πεδιλωτός
πεδιλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεδιλωτός
πεδιλωτό	adj	αιτιατική ενικού του πεδιλωτός
πεδιλωτός	adj	που έχει υποστεί πεδίλωση
πεδιλωτών	adj	γενική πληθυντικού του πεδιλωτός
πεδιλώναμε	=	πεδιλώνω
πεδιλώναν	=	πεδιλώνω
πεδιλώνανε	=	πεδιλώνω
πεδιλώνατε	=	πεδιλώνω
πεδιλώνει	=	πεδιλώνω
πεδιλώνεις	=	πεδιλώνω
πεδιλώνετε	=	πεδιλώνω
πεδιλώνομαι	=	πεδιλώνω
πεδιλώνοντας	=	πεδιλώνω
πεδιλώνουμε	=	πεδιλώνω
πεδιλώνουν	=	πεδιλώνω
πεδιλώνουνε	=	πεδιλώνω
πεδιλώνω	verb	κατασκευάζω πέδιλα οικοδομής ή (γενικότερα) πέδιλα στήριξης ή τα προσαρμόζω σε αντικείμενο
πεδιλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσαν	=	πεδιλώνω
πεδιλώσανε	=	πεδιλώνω
πεδιλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πεδίλωση
πεδιλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πεδίλωση
πεδιλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδιλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεδιλώνω
πεδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδινό
πεδινέ	adj	κλητική ενικού του πεδινός
πεδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδινή
πεδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεδινός
πεδινής	adj	γενική ενικού του πεδινή
πεδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεδινός
πεδινού	adj	γενική ενικού του πεδινός
πεδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεδινός
πεδινό	adj	αιτιατική ενικού του πεδινός
πεδινός	adj	που αφορά ή υπάγεται σε πεδίο ή πεδιάδα
πεδινών	adj	γενική πληθυντικού του πεδινός
πεδουκλιού	=	πεδούκλι
πεδουκλιών	=	πεδούκλι
πεδουκλωμάτων	=	πεδούκλωμα
πεδουκλώματα	=	πεδούκλωμα
πεδουκλώματος	=	πεδούκλωμα
πεδουκλών	=	πεδούκλα
πεδουκλώναμε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώναν	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνανε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνατε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνει	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνεις	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνετε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνοντας	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνουμε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνουν	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνουνε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώνω	verb	άλλη μορφή του πεδικλώνω
πεδουκλώσαμε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώσαν	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώσανε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώσατε	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώσει	=	πεδουκλώνω
πεδουκλώστε	=	πεδουκλώνω
πεδούκλα	noun	το πέδικλο
πεδούκλας	noun	γενική ενικού του πεδούκλα
πεδούκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεδούκλα
πεδούκλι	noun	άλλη μορφή του πέδικλο
πεδούκλια	=	πεδούκλι
πεδούκλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεδουκλώνω
πεδούκλωνα	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωναν	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωνε	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωνες	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωσα	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωσαν	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωσε	=	πεδουκλώνω
πεδούκλωσες	=	πεδουκλώνω
πεδυ	abbrev	το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας της Ελλάδας
πεδών	=	πέδη
πεεα	abbrev	η κυβέρνηση που σχημάτισε το ΕΑΜ μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου στην ελεύθερη Ελλάδα
πεεκτομές	=	πεεκτομή
πεεκτομή	noun	η χειρουργική αφαίρεση πέους
πεεκτομής	=	πεεκτομή
πεεκτομών	=	πεεκτομή
πεζά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζό	adv	με πεζό τρόπο, άχρωμα, χωρίς πρωτοτυπία ή ποιητικότητα
πεζέ	adj	κλητική ενικού του πεζός
πεζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέζεμα
πεζέματος	noun	γενική ενικού του πέζεμα
πεζές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζή
πεζέταιροι	noun	πεζοί σωματοφύλακες του Μακεδόνα βασιλιά
πεζέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζεύω
πεζή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζός	adv	με τα πόδια
πεζής	adj	γενική ενικού του πεζή
πεζεβέγγη	=	πεζεβέγγης
πεζεβέγγηδες	=	πεζεβέγγης
πεζεβέγγηδων	=	πεζεβέγγης
πεζεβέγγης	noun	άλλη μορφή του πεζεβέγκης
πεζεβέγκη	=	πεζεβέγκης
πεζεβέγκηδες	=	πεζεβέγκης
πεζεβέγκηδων	=	πεζεβέγκης
πεζεβέγκης	noun	ο προαγωγός, ο μαστροπός
πεζεβέγκισσα	noun	θηλυκό του πεζεβέγκης
πεζεβέγκισσας	noun	γενική ενικού του πεζεβέγκισσα
πεζεβέγκισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζεβέγκισσα
πεζεβεγκισσών	noun	γενική πληθυντικού του πεζεβέγκισσα
πεζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέζεμα
πεζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζεμένο
πεζεμένε	verb	κλητική ενικού του πεζεμένος
πεζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζεμένη
πεζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζεμένος
πεζεμένης	verb	γενική ενικού του πεζεμένη
πεζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεζεμένος
πεζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζεμένος
πεζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεζεμένος
πεζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεζεμένος
πεζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεζεμένος
πεζεταίρους	=	πεζέταιροι
πεζεταίρων	=	πεζέταιροι
πεζευμάτων	=	πέζευμα
πεζεύματα	=	πέζευμα
πεζεύματος	=	πέζευμα
πεζεύω	verb	ξεπεζεύω, αφιππεύω
πεζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζικό
πεζικάριε	=	πεζικάριος
πεζικάριο	=	πεζικάριος
πεζικάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζικάριος
πεζικάριος	noun|informal	ο στρατιώτης (ή και ο στρατιωτικός) του πεζικού
πεζικάριου	=	πεζικάριος
πεζικάριους	=	πεζικάριος
πεζικάριων	=	πεζικάριος
πεζικέ	adj	κλητική ενικού του πεζικός
πεζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζική
πεζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζικός
πεζικής	adj	γενική ενικού του πεζική
πεζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζικός
πεζικού	adj	γενική ενικού του πεζικός
πεζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζικός
πεζικό	adj	αιτιατική ενικού του πεζικός	noun	το τμήμα του στρατού που αποτελείται από στρατιώτες που μάχονται πεζοί
πεζικός	adj	που αποτελείται από πεζικάριους, από στρατιώτες που πολεμούν πεζοί
πεζικών	adj	γενική πληθυντικού του πεζικός
πεζοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζός
πεζογέφυρα	noun	η γέφυρα για τους πεζούς
πεζογέφυρας	=	πεζογέφυρα
πεζογέφυρες	=	πεζογέφυρα
πεζογεφυρών	=	πεζογέφυρα
πεζογράφε	noun	κλητική ενικού του πεζογράφος
πεζογράφημα	noun	λογοτεχνικό έργο σε πεζό λόγο
πεζογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογράφο	noun	αιτιατική ενικού του πεζογράφος
πεζογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζογράφος
πεζογράφος	noun	συγγραφέας λογοτεχνικών (ή άλλων) κειμένων σε πεζό λόγο
πεζογράφου	noun	γενική ενικού του πεζογράφος
πεζογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεζογράφος
πεζογράφων	noun	γενική πληθυντικού του πεζογράφος
πεζογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζογράφημα
πεζογραφήματος	noun	γενική ενικού του πεζογράφημα
πεζογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζογραφώ
πεζογραφία	noun	η τέχνη του πεζού λόγου
πεζογραφίας	noun	γενική ενικού του πεζογραφία
πεζογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζογραφία
πεζογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πεζογράφημα
πεζογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζογραφικό
πεζογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πεζογραφικός
πεζογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζογραφική
πεζογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζογραφικός
πεζογραφικής	adj	γενική ενικού του πεζογραφική
πεζογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζογραφικός
πεζογραφικού	adj	γενική ενικού του πεζογραφικός
πεζογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζογραφικός
πεζογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πεζογραφικός
πεζογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον πεζογράφο ή την πεζογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πεζογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πεζογραφικός
πεζογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πεζογραφία
πεζογραφώ	verb|rare	γράφω πεζογραφία, είμαι πεζογράφος
πεζογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεζογραφώ
πεζοδιάβαση	noun	η διάβαση πεζών
πεζοδιάβασης	=	πεζοδιάβαση
πεζοδιάδρομε	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιάδρομο	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιάδρομοι	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιάδρομος	noun	διάδρομος για τους πεζούς
πεζοδιάδρομου	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιάδρομους	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιάδρομων	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιαβάσεις	=	πεζοδιάβαση
πεζοδιαβάσεων	=	πεζοδιάβαση
πεζοδιαδρόμου	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιαδρόμους	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδιαδρόμων	=	πεζοδιάδρομος
πεζοδρομήσαμε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομήσαν	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομήσανε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομήσατε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομήσει	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρόμηση
πεζοδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πεζοδρόμηση
πεζοδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πεζοδρόμηση
πεζοδρομήστε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομία	noun	η κατασκευή πεζοδρομίων
πεζοδρομίας	=	πεζοδρομία
πεζοδρομίες	=	πεζοδρομία
πεζοδρομίου	noun	γενική ενικού του πεζοδρόμιο
πεζοδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του πεζοδρόμιο
πεζοδρομεί	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομείς	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομείτε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρομημένο
πεζοδρομημένε	verb	κλητική ενικού του πεζοδρομημένος
πεζοδρομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρομημένη
πεζοδρομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζοδρομημένος
πεζοδρομημένης	verb	γενική ενικού του πεζοδρομημένη
πεζοδρομημένο	verb	αιτιατική ενικού του πεζοδρομημένος
πεζοδρομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρομημένος
πεζοδρομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πεζοδρομώ
πεζοδρομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεζοδρομημένος
πεζοδρομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεζοδρομημένος
πεζοδρομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεζοδρομημένος
πεζοδρομιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεζοδρομιακός	adv	με πεζοδρομιακό τρόπο
πεζοδρομιακέ	adj	κλητική ενικού του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρομιακή
πεζοδρομιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιακής	adj	γενική ενικού του πεζοδρομιακή
πεζοδρομιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιακού	adj	γενική ενικού του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιακό	adj	αιτιατική ενικού του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιακός	adj	που έχει σχέση με το πεζοδρόμιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
πεζοδρομιακών	adj	γενική πληθυντικού του πεζοδρομιακός
πεζοδρομιών	=	πεζοδρομία
πεζοδρομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πεζοδρομώ
πεζοδρομούμε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούν	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούνε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσα	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσαμε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσαν	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσανε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσατε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομούσες	=	πεζοδρομώ
πεζοδρομώ	verb	μετατρέπω αυτοκινητόδρομο σε πεζόδρομο
πεζοδρομώντας	=	πεζοδρομώ
πεζοδρόμε	noun	κλητική ενικού του πεζοδρόμος
πεζοδρόμει	=	πεζοδρομώ
πεζοδρόμησα	=	πεζοδρομώ
πεζοδρόμησαν	=	πεζοδρομώ
πεζοδρόμησε	=	πεζοδρομώ
πεζοδρόμησες	=	πεζοδρομώ
πεζοδρόμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πεζοδρομώ (η μετατροπή αυτοκινητόδρομου σε πεζόδρομο)
πεζοδρόμησης	noun	γενική ενικού του πεζοδρόμηση
πεζοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρόμιο
πεζοδρόμιο	noun	η υπερυψωμένη και στρωμένη (με πλακάκια ή τσιμέντο ή άλλο υλικό) επιφάνεια στο πλάι ενός δρόμου που προορίζεται για τους πεζούς
πεζοδρόμιον	noun	πεζοδρόμιο
πεζοδρόμιου	=	πεζοδρόμιο
πεζοδρόμο	noun	αιτιατική ενικού του πεζοδρόμος
πεζοδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζοδρόμος
πεζοδρόμος	noun|formal	οδοιπόρος, πεζοπόρος
πεζοδρόμου	noun	γενική ενικού του πεζοδρόμος
πεζοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεζοδρόμος
πεζοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του πεζοδρόμος
πεζοκεφαλαία	noun	η χρησιμοποίηση πεζών και κεφαλαίων γραμμάτων στη γραφή, όπως προβλέπεται από τη γραμματική και το συντακτικό της κάθε γλώσσας, σε αντίθεση με τη γραφή μόνο με κεφαλαία ή μόνο με πεζά
πεζολάτες	=	πεζολάτης
πεζολάτη	=	πεζολάτης
πεζολάτης	noun|literary	πεζοπόρος, οδοιπόρος
πεζολατών	=	πεζολάτης
πεζολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσαν	=	πεζολογώ
πεζολογήσανε	=	πεζολογώ
πεζολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολογία	noun	με αναφορά σε ποιητικό λόγο που μοιάζει με πεζό, χωρίς τα στοιχεία λυρικότητας ή καλαισθησίας που συνηθίζεται στα ποιήματα
πεζολογίας	noun	γενική ενικού του πεζολογία
πεζολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζολογία
πεζολογεί	=	πεζολογώ
πεζολογείς	=	πεζολογώ
πεζολογείτε	=	πεζολογώ
πεζολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζολογικό
πεζολογικέ	adj	κλητική ενικού του πεζολογικός
πεζολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζολογική
πεζολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζολογικός
πεζολογικής	adj	γενική ενικού του πεζολογική
πεζολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζολογικός
πεζολογικού	adj	γενική ενικού του πεζολογικός
πεζολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζολογικός
πεζολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πεζολογικός
πεζολογικός	adj	σχετικός με την πεζολογία
πεζολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πεζολογικός
πεζολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πεζολογία
πεζολογούμε	=	πεζολογώ
πεζολογούν	=	πεζολογώ
πεζολογούνε	=	πεζολογώ
πεζολογούσα	=	πεζολογώ
πεζολογούσαμε	=	πεζολογώ
πεζολογούσαν	=	πεζολογώ
πεζολογούσανε	=	πεζολογώ
πεζολογούσατε	=	πεζολογώ
πεζολογούσε	=	πεζολογώ
πεζολογούσες	=	πεζολογώ
πεζολογώ	verb	γράφω ή μιλάω χωρίς παραστατικότητα και γλαφυρότητα
πεζολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεζολογώ
πεζολόγε	=	πεζολόγος
πεζολόγει	=	πεζολογώ
πεζολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζολογώ
πεζολόγο	=	πεζολόγος
πεζολόγοι	=	πεζολόγος
πεζολόγος	noun	που γράφει πεζογραφίες, που είναι πεζογράφος
πεζολόγου	=	πεζολόγος
πεζολόγους	=	πεζολόγος
πεζολόγων	=	πεζολόγος
πεζομάχε	=	πεζομάχος
πεζομάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομάχο	=	πεζομάχος
πεζομάχοι	=	πεζομάχος
πεζομάχος	noun	στρατιώτης που μάχεται πεζή
πεζομάχου	=	πεζομάχος
πεζομάχους	=	πεζομάχος
πεζομάχων	=	πεζομάχος
πεζομαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζομαχώ
πεζομαχία	noun	μάχη στρατιωτών που μετακινούνται πεζή
πεζομαχίας	noun	γενική ενικού του πεζομαχία
πεζομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζομαχία
πεζομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του πεζομαχία
πεζομαχώ	verb	μάχομαι πεζή
πεζομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεζομαχώ
πεζοναυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοναυτικό
πεζοναυτικέ	adj	κλητική ενικού του πεζοναυτικός
πεζοναυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοναυτική
πεζοναυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζοναυτικός
πεζοναυτικής	adj	γενική ενικού του πεζοναυτική
πεζοναυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζοναυτικός
πεζοναυτικού	adj	γενική ενικού του πεζοναυτικός
πεζοναυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζοναυτικός
πεζοναυτικό	adj	αιτιατική ενικού του πεζοναυτικός
πεζοναυτικός	adj	που έχει σχέση με πεζοναύτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πεζοναυτικών	adj	γενική πληθυντικού του πεζοναυτικός
πεζοναυτών	=	πεζοναύτης
πεζοναύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοναύτης
πεζοναύτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πεζοναύτης
πεζοναύτης	noun	στρατιώτης ειδικευμένος σε αποβάσεις
πεζοπορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσαν	=	πεζοπορώ
πεζοπορήσανε	=	πεζοπορώ
πεζοπορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπορία	noun	πορεία που γίνεται με τα πόδια, περπατώντας
πεζοπορίας	noun	γενική ενικού του πεζοπορία
πεζοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοπορία
πεζοπορεί	=	πεζοπορώ
πεζοπορείς	=	πεζοπορώ
πεζοπορείτε	=	πεζοπορώ
πεζοπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεζοπορικός	adv	με τον τρόπο του πεζοπόρου
πεζοπορικέ	adj	κλητική ενικού του πεζοπορικός
πεζοπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοπορική
πεζοπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεζοπορικός
πεζοπορικής	adj	γενική ενικού του πεζοπορική
πεζοπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεζοπορικός
πεζοπορικού	adj	γενική ενικού του πεζοπορικός
πεζοπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζοπορικός
πεζοπορικό	adj	αιτιατική ενικού του πεζοπορικός
πεζοπορικός	adj	που έχει σχέση με τον πεζοπόρο ή την πεζοπορία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πεζοπορικών	adj	γενική πληθυντικού του πεζοπορικός
πεζοπορικώς	adv|formal	με τον τρόπο του πεζοπόρου
πεζοποριών	noun	γενική πληθυντικού του πεζοπορία
πεζοπορούμε	=	πεζοπορώ
πεζοπορούν	=	πεζοπορώ
πεζοπορούνε	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσα	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσαμε	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσαν	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσανε	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσατε	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσε	=	πεζοπορώ
πεζοπορούσες	=	πεζοπορώ
πεζοπορώ	verb	είμαι πεζοπόρος, μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλον πεζός, με τα πόδια
πεζοπορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπόρα	=	πεζοπόρος
πεζοπόρας	=	πεζοπόρος
πεζοπόρε	=	πεζοπόρος
πεζοπόρει	=	πεζοπορώ
πεζοπόρες	=	πεζοπόρος
πεζοπόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεζοπορώ
πεζοπόρο	=	πεζοπόρος
πεζοπόροι	=	πεζοπόρος
πεζοπόρος	noun	που πηγαίνει από έναν τόπο σε άλλο πεζός, με τα πόδια, που πεζοπορεί	adj	που πηγαίνει από έναν τόπο σε άλλο πεζός, με τα πόδια
πεζοπόρου	=	πεζοπόρος
πεζοπόρους	=	πεζοπόρος
πεζοπόρων	=	πεζοπόρος
πεζοτήτων	=	πεζότητα
πεζοτράγουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζοτράγουδο
πεζοτράγουδο	noun|literary	λογοτεχνικό είδος που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του πεζού κειμένου με αυτά του τραγουδιού
πεζοτράγουδου	noun	γενική ενικού του πεζοτράγουδο
πεζοτράγουδων	noun	γενική πληθυντικού του πεζοτράγουδο
πεζουλάκι	noun	μικρό πεζούλι
πεζουλάκια	=	πεζουλάκι
πεζουλακιού	=	πεζουλάκι
πεζουλακιών	=	πεζουλάκι
πεζουλιού	=	πεζούλι
πεζουλιών	=	πεζούλι
πεζοφάναρα	=	πεζοφάναρο
πεζοφάναρο	noun	φανάρι που εξυπηρετεί αποκλειστικά την κίνηση πεζών σε σημείο εκτός διασταύρωσης
πεζοφάναρου	=	πεζοφάναρο
πεζοφάναρων	=	πεζοφάναρο
πεζού	adj	γενική ενικού του πεζός
πεζούλα	noun	η αναβαθμίδα, κατασκευή τοίχου από ξερολιθιά που συγκρατεί το χώμα σε πλαγιές που καλλιεργούνται, καθώς και η όλη οριζόντια διαμόρφωση
πεζούλας	noun	γενική ενικού του πεζούλα
πεζούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζούλα
πεζούλι	noun	χαμηλό πέτρινο (ή από άλλα υλικά) τοιχίο, το οποίο στηρίζει κάτι ή πάνω στο οποίο κάθεται κάποιος
πεζούλια	=	πεζούλι
πεζούρα	noun	το πεζικό
πεζούρας	noun	γενική ενικού του πεζούρα
πεζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζούρα
πεζούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεζός
πεζό	noun	λογοτεχνικό έργο σε πεζό λόγο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πεζός
πεζόβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζόβολο
πεζόβολο	noun	αλιευτικό δίχτυ σε σχήμα κώνου με βαρίδια για ψάρεμα από τη στεριά και σε ρηχά νερά
πεζόβολος	noun	άλλη μορφή του πεζόβολο
πεζόβολου	noun	γενική ενικού του πεζόβολο
πεζόβολων	noun	γενική πληθυντικού του πεζόβολο
πεζόδρομε	=	πεζόδρομος
πεζόδρομο	=	πεζόδρομος
πεζόδρομοι	=	πεζόδρομος
πεζόδρομος	noun	δρόμος που προορίζεται για την κυκλοφορία πεζών και απαγορεύει την κυκλοφορία οχημάτων
πεζόδρομου	=	πεζόδρομος
πεζόδρομους	=	πεζόδρομος
πεζόδρομων	=	πεζόδρομος
πεζόμορφα	=	πεζόμορφος
πεζόμορφε	=	πεζόμορφος
πεζόμορφες	=	πεζόμορφος
πεζόμορφη	=	πεζόμορφος
πεζόμορφης	=	πεζόμορφος
πεζόμορφο	=	πεζόμορφος
πεζόμορφοι	=	πεζόμορφος
πεζόμορφος	adj	που είναι πεζό, που δεν είναι έμμετρο
πεζόμορφου	=	πεζόμορφος
πεζόμορφους	=	πεζόμορφος
πεζόμορφων	=	πεζόμορφος
πεζός	adj	που δεν είναι ποιητικός	noun	που κινείται με τα πόδια, σε αντίθεση με τους εποχούμενους
πεζότητα	noun	η ιδιότητα του πεζού, η μη ύπαρξη πρωτότυπων ιδεών
πεζότητας	noun	γενική ενικού του πεζότητα
πεζότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεζότητα
πεζών	adj	γενική πληθυντικού του πεζός
πεθάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάναν	=	πεθαίνω
πεθάνανε	=	πεθαίνω
πεθάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάνομε	=	πεθαίνω
πεθάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθάνουνε	=	πεθαίνω
πεθάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθαίνω
πεθαίναμε	=	πεθαίνω
πεθαίναν	=	πεθαίνω
πεθαίνανε	=	πεθαίνω
πεθαίνατε	=	πεθαίνω
πεθαίνει	=	πεθαίνω
πεθαίνεις	=	πεθαίνω
πεθαίνετε	=	πεθαίνω
πεθαίνομε	=	πεθαίνω
πεθαίνοντας	=	πεθαίνω
πεθαίνουμε	=	πεθαίνω
πεθαίνουν	=	πεθαίνω
πεθαίνουνε	=	πεθαίνω
πεθαίνω	verb	φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής
πεθαμέ	noun	κλητική ενικού του πεθαμός
πεθαμένα	=	πεθαμένος
πεθαμένε	=	πεθαμένος
πεθαμένες	=	πεθαμένος
πεθαμένη	=	πεθαμένος
πεθαμένης	=	πεθαμένος
πεθαμένο	=	πεθαμένος
πεθαμένοι	=	πεθαμένος
πεθαμένος	verb	που έχει πεθάνει
πεθαμένου	=	πεθαμένος
πεθαμένους	=	πεθαμένος
πεθαμένων	=	πεθαμένος
πεθαμενατζή	=	πεθαμενατζής
πεθαμενατζήδες	=	πεθαμενατζής
πεθαμενατζήδων	=	πεθαμενατζής
πεθαμενατζής	noun	ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών
πεθαμενατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεθαμενατζίδικο
πεθαμενατζίδικο	noun	γραφείο κηδειών	adj	αιτιατική ενικού του πεθαμενατζίδικος
πεθαμενατζίδικου	noun	γενική ενικού του πεθαμενατζίδικο
πεθαμενατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του πεθαμενατζίδικο
πεθαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεθαμός
πεθαμού	noun	γενική ενικού του πεθαμός
πεθαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεθαμός
πεθαμό	noun	αιτιατική ενικού του πεθαμός
πεθαμός	noun	θάνατος
πεθαμών	noun	γενική πληθυντικού του πεθαμός
πεθερά	noun	η μητέρα του/της συζύγου
πεθεράς	noun	γενική ενικού του πεθερά
πεθερέ	noun	κλητική ενικού του πεθερός
πεθερές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεθερά
πεθερικά	noun	ο πεθερός και η πεθερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεθερικός
πεθερικέ	adj	κλητική ενικού του πεθερικός
πεθερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεθερική
πεθερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεθερικός
πεθερικής	adj	γενική ενικού του πεθερική
πεθερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεθερικός
πεθερικού	adj	γενική ενικού του πεθερικός
πεθερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεθερικός
πεθερικό	adj	αιτιατική ενικού του πεθερικός
πεθερικός	adj	που έχει σχέση με τον πεθερό ή την πεθερά ή αναφέρεται σ’ αυτούς
πεθερικών	adj	γενική πληθυντικού του πεθερικός
πεθεροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεθερός
πεθερού	noun	γενική ενικού του πεθερός
πεθερούλα	=	πεθερούλης
πεθερούλη	=	πεθερούλης
πεθερούληδες	=	πεθερούλης
πεθερούληδων	=	πεθερούλης
πεθερούλης	noun	χαϊδευτικό του πεθερός
πεθερούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεθερός
πεθερό	noun	αιτιατική ενικού του πεθερός
πεθερός	noun	ο πατέρας του ατόμου με το οποίο κάποιος (ή κάποια) είναι παντρεμένος
πεθερών	noun	γενική πληθυντικού του πεθερός
πεθυμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθυμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεθυμημένο
πεθυμημένε	verb	κλητική ενικού του πεθυμημένος
πεθυμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεθυμημένη
πεθυμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεθυμημένος
πεθυμημένης	verb	γενική ενικού του πεθυμημένη
πεθυμημένο	verb	αιτιατική ενικού του πεθυμημένος
πεθυμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεθυμημένος
πεθυμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεθυμημένος
πεθυμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεθυμημένος
πεθυμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεθυμημένος
πεθυμιά	noun	άλλη μορφή του επιθυμία
πεθυμιάς	noun	γενική ενικού του πεθυμιά
πεθυμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεθυμιά
πεθυμιών	=	πεθυμιά
πεθυμώ	verb	άλλη μορφή του επιθυμώ
πεθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεθυμάω / (πεθυμώ)
πεθύμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθύμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθύμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πεθύμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεθυμώ
πει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λέω
πειά	adv|dated	άλλη γραφή του πια
πειθάρχει	=	πειθαρχώ
πειθάρχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθάρχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθάρχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθάρχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθάρχηση	noun	η πράξη ή το αποτέλεσμα του πειθαρχώ
πειθάρχησης	=	πειθάρχηση
πειθήνια	adv	με πειθήνιο τρόπο
πειθήνιας	=	πειθήνιος
πειθήνιε	=	πειθήνιος
πειθήνιες	=	πειθήνιος
πειθήνιο	=	πειθήνιος
πειθήνιοι	=	πειθήνιος
πειθήνιος	adj	που υπακούει τυφλά, που εκτελεί μια εντολή πειθαρχώντας απόλυτα και χωρίς αντιρρήσεις
πειθήνιου	=	πειθήνιος
πειθήνιους	=	πειθήνιος
πειθήνιων	=	πειθήνιος
πειθανάγκαζα	=	πειθαναγκάζω
πειθανάγκαζαν	=	πειθαναγκάζω
πειθανάγκαζε	=	πειθαναγκάζω
πειθανάγκαζες	=	πειθαναγκάζω
πειθανάγκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθανάγκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθανάγκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθανάγκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθανάγκη	noun	ο πειθαναγκασμός
πειθαναγκάζαμε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζαν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζανε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζατε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζει	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζεις	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζεσαι	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζεστε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζεται	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζετε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζομε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζονται	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζονταν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζοντας	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζουμε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζουν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζουνε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάζω	verb	πείθω κάποιον χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία ή και απειλές
πειθαναγκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσαν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσανε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσθηκα	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσθηκαν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσθηκε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσθηκες	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσομε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσου	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάσουνε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόμασταν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόμαστε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόμουν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόμουνα	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόντουσαν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόσασταν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόσαστε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόσουν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόσουνα	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζόταν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαζότανε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθήκαμε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθήκαν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθήκανε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθήκατε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθεί	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθείς	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθείτε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθούμε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθούν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθούνε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασθώ	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασμέ	noun	κλητική ενικού του πειθαναγκασμός
πειθαναγκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαναγκασμένο
πειθαναγκασμένε	verb	κλητική ενικού του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαναγκασμένη
πειθαναγκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμένης	verb	γενική ενικού του πειθαναγκασμένη
πειθαναγκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμένος	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πειθαναγκασμένος
πειθαναγκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειθαναγκασμός
πειθαναγκασμού	noun	γενική ενικού του πειθαναγκασμός
πειθαναγκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πειθαναγκασμός
πειθαναγκασμό	noun	αιτιατική ενικού του πειθαναγκασμός
πειθαναγκασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαναγκάζω, ο εξαναγκασμός κάποιου να υπακούσει
πειθαναγκασμών	noun	γενική πληθυντικού του πειθαναγκασμός
πειθαναγκαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστήκαν	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαστήκανε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαναγκαστούνε	=	πειθαναγκάζω
πειθαναγκαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαναγκάζομαι
πειθαρχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήσαν	=	πειθαρχώ
πειθαρχήσανε	=	πειθαρχώ
πειθαρχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθάρχηση
πειθαρχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήσεων	=	πειθάρχηση
πειθαρχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειθαρχώ
πειθαρχία	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πειθαρχώ, η υπακοή σε κάποιες αρχές, κανόνες, νόμους ή στις διαταγές κάποιου ιεραρχικά ανώτερου
πειθαρχίας	noun	γενική ενικού του πειθαρχία
πειθαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχία
πειθαρχεί	=	πειθαρχώ
πειθαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχείο
πειθαρχείο	noun	το κρατητήριο στο στρατό
πειθαρχείου	noun	γενική ενικού του πειθαρχείο
πειθαρχείς	=	πειθαρχώ
πειθαρχείτε	=	πειθαρχώ
πειθαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του πειθαρχείο
πειθαρχημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχημένο
πειθαρχημένε	adj	κλητική ενικού του πειθαρχημένος
πειθαρχημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχημένη
πειθαρχημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειθαρχημένος
πειθαρχημένης	adj	γενική ενικού του πειθαρχημένη
πειθαρχημένο	adj	αιτιατική ενικού του πειθαρχημένος
πειθαρχημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχημένος
πειθαρχημένος	verb	αυτός που δείχνει αυτοπειθαρχία, που λειτουργεί με σύστημα, πρόγραμμα, οργανωμένα, με αυτοσυγκράτηση, κανόνες και όρια όχι αυθόρμητα και παρορμητικά
πειθαρχημένου	verb	γενική ενικού του πειθαρχημένος
πειθαρχημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειθαρχημένος
πειθαρχημένων	adj	γενική πληθυντικού του πειθαρχημένος
πειθαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχικό	adv	με πειθαρχικό τρόπο
πειθαρχικέ	adj	κλητική ενικού του πειθαρχικός
πειθαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχική
πειθαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειθαρχικός
πειθαρχικής	adj	γενική ενικού του πειθαρχική
πειθαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειθαρχικός
πειθαρχικού	adj	γενική ενικού του πειθαρχικός
πειθαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειθαρχικός
πειθαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του πειθαρχικός	noun	συμβούλιο, όργανο ή σώμα, που τα μέλη του επιβάλλουν ποινές
πειθαρχικός	adj	που έχει σχέση με την πειθαρχία ή αναφέρεται σ' αυτή	noun	πειθαρχημένος, υπάκουος
πειθαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του πειθαρχικός
πειθαρχικώς	adv|formal	άλλη μορφή του πειθαρχικά
πειθαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του πειθαρχία
πειθαρχούμε	=	πειθαρχώ
πειθαρχούν	=	πειθαρχώ
πειθαρχούνε	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσα	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσαμε	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσαν	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσανε	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσατε	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσε	=	πειθαρχώ
πειθαρχούσες	=	πειθαρχώ
πειθαρχώ	verb	υπακούω σε εντολές που δέχομαι από κάποιον ανώτερο
πειθαρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πειθαρχώ
πειθούς	=	πειθώ
πειθόμασταν	=	πείθω
πειθόμαστε	=	πείθω
πειθόμενος	=	πείθω
πειθόμουν	=	πείθομαι
πειθόμουνα	=	πείθω
πειθόντουσαν	=	πείθω
πειθόσασταν	=	πείθω
πειθόσαστε	=	πείθω
πειθόσουν	=	πείθω
πειθόσουνα	=	πείθω
πειθόταν	=	πείθω
πειθότανε	=	πείθω
πειθώ	noun	η ικανότητα κάποιου να πείθει
πειθώς	=	πειθώ
πεινά	=	πεινώ
πεινάγαμε	=	πεινώ
πεινάγανε	=	πεινώ
πεινάγατε	=	πεινώ
πεινάει	=	πεινώ
πεινάλα	noun	θηλυκό του πεινάλας
πεινάλας	noun	αυτός που πεινάει πολύ και διαρκώς
πεινάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεινάλα
πεινάμε	=	πεινώ
πεινάν	=	πεινώ
πεινάνε	=	πεινώ
πεινάς	=	πεινώ
πεινάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσαν	=	πεινώ
πεινάσανε	=	πεινώ
πεινάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσουνε	=	πεινάω
πεινάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεινώ
πεινάτε	=	πεινώ
πεινάω	verb	→ βλέπε πεινώ
πειναλέα	=	πειναλέος
πειναλέας	=	πειναλέος
πειναλέε	=	πειναλέος
πειναλέες	=	πειναλέος
πειναλέο	=	πειναλέος
πειναλέοι	=	πειναλέος
πειναλέος	adj	που πεινάει πολύ και διαρκώς
πειναλέου	=	πειναλέος
πειναλέους	=	πειναλέος
πειναλέων	=	πειναλέος
πεινασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεινασμένος	adv	με πεινασμένος τρόπο, πεινώντας
πεινασμένε	verb	κλητική ενικού του πεινασμένος
πεινασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεινασμένη
πεινασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεινασμένος
πεινασμένης	verb	γενική ενικού του πεινασμένη
πεινασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεινασμένος
πεινασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεινασμένος
πεινασμένος	=	πεινάω
πεινασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεινασμένος
πεινασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεινασμένος
πεινασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεινασμένος
πεινούμε	=	πεινώ
πεινούν	=	πεινώ
πεινούνε	=	πεινώ
πεινούσα	=	πεινώ
πεινούσαμε	=	πεινώ
πεινούσαν	=	πεινώ
πεινούσανε	=	πεινώ
πεινούσατε	=	πεινώ
πεινούσε	=	πεινώ
πεινούσες	=	πεινώ
πεινώ	verb	νιώθω ως σωματική αίσθηση την ανάγκη να φάω
πεινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεινάω / πεινώ
πειράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείραγμα
πειράγματος	noun	γενική ενικού του πείραγμα
πειράζαμε	=	πειράζω
πειράζαν	=	πειράζω
πειράζανε	=	πειράζω
πειράζατε	=	πειράζω
πειράζει	verb	ευγενικός τρόπος να ρωτήσει κανείς αν κάτι ενοχλεί, αν επιτρέπεται ή αν υπάρχει αντίρρηση
πειράζεις	=	πειράζω
πειράζεσαι	=	πειράζω
πειράζεστε	=	πειράζω
πειράζεται	=	πειράζω
πειράζετε	=	πειράζω
πειράζομαι	=	πειράζω
πειράζομε	=	πειράζω
πειράζονται	=	πειράζω
πειράζονταν	=	πειράζω
πειράζοντας	=	πειράζω
πειράζουμε	=	πειράζω
πειράζουν	=	πειράζω
πειράζουνε	=	πειράζω
πειράζω	verb	ενοχλώ
πειράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείραμα
πειράματος	noun	γενική ενικού του πείραμα
πειράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξαν	=	πειράζω
πειράξανε	=	πειράζω
πειράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξομε	=	πειράζω
πειράξου	=	πειράζω
πειράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξουνε	=	πειράζω
πειράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζω
πειράχτε	=	πειράζω
πειράχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειράχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειράχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειράχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πείραγμα
πειραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραγμένο
πειραγμένε	verb	κλητική ενικού του πειραγμένος
πειραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραγμένη
πειραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειραγμένος
πειραγμένης	verb	γενική ενικού του πειραγμένη
πειραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πειραγμένος
πειραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραγμένος
πειραγμένος	=	πειράζω
πειραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πειραγμένος
πειραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πειραγμένος
πειραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πειραγμένος
πειραζόμασταν	=	πειράζω
πειραζόμαστε	=	πειράζω
πειραζόμουν	=	πειράζω
πειραζόμουνα	=	πειράζω
πειραζόντουσαν	=	πειράζω
πειραζόσασταν	=	πειράζω
πειραζόσαστε	=	πειράζω
πειραζόσουν	=	πειράζω
πειραζόσουνα	=	πειράζω
πειραζόταν	=	πειράζω
πειραζότανε	=	πειράζω
πειραιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραιώτικο
πειραιώτικε	adj	κλητική ενικού του πειραιώτικος
πειραιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραιώτικη
πειραιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειραιώτικος
πειραιώτικης	adj	γενική ενικού του πειραιώτικη
πειραιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του πειραιώτικος
πειραιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραιώτικος
πειραιώτικος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον ή προέρχεται από τον Πειραιά
πειραιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πειραιώτικος
πειραιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειραιώτικος
πειραιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πειραιώτικος
πειρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πειρακτικός	adv	με πειρακτικό τρόπο
πειρακτικέ	adj	κλητική ενικού του πειρακτικός
πειρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρακτική
πειρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειρακτικός
πειρακτικής	adj	γενική ενικού του πειρακτική
πειρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειρακτικός
πειρακτικού	adj	γενική ενικού του πειρακτικός
πειρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειρακτικός
πειρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του πειρακτικός
πειρακτικός	adj	που πειράζει, που αποσκοπεί στο πείραγμα
πειρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του πειρακτικός
πειραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πείραμα
πειραματίζεσαι	=	πειραματίζομαι
πειραματίζεστε	=	πειραματίζομαι
πειραματίζεται	=	πειραματίζομαι
πειραματίζομαι	verb	κάνω ένα πείραμα, δοκιμάζω να αντιμετωπίσω μια κατάσταση κατά ένα ορισμένο τρόπο χωρίς να ξέρω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα
πειραματίζονται	=	πειραματίζομαι
πειραματίζονταν	=	πειραματίζομαι
πειραματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματίστρια	noun	θηλυκό του πειραματιστής
πειραματίστριας	noun	γενική ενικού του πειραματίστρια
πειραματίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραματίστρια
πειραματιζόμασταν	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόμαστε	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόμουν	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόμουνα	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόντουσαν	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόσασταν	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόσαστε	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόσουν	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόσουνα	=	πειραματίζομαι
πειραματιζόταν	=	πειραματίζομαι
πειραματιζότανε	=	πειραματίζομαι
πειραματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πειραματικός	adv	με πειραματικό τρόπο
πειραματικέ	adj	κλητική ενικού του πειραματικός
πειραματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραματική
πειραματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειραματικός
πειραματικής	adj	γενική ενικού του πειραματική
πειραματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραματικός
πειραματικού	adj	γενική ενικού του πειραματικός
πειραματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειραματικός
πειραματικό	adj	αιτιατική ενικού του πειραματικός
πειραματικός	adj	που έχει σχέση με το πείραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
πειραματικών	adj	γενική πληθυντικού του πειραματικός
πειραματικώς	adv	με πειραματικό τρόπο
πειραματισμέ	noun	κλητική ενικού του πειραματισμός
πειραματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραματισμένο
πειραματισμένε	verb	κλητική ενικού του πειραματισμένος
πειραματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραματισμένη
πειραματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειραματισμένος
πειραματισμένης	verb	γενική ενικού του πειραματισμένη
πειραματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πειραματισμένος
πειραματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραματισμένος
πειραματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πειραματισμένος
πειραματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πειραματισμένος
πειραματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πειραματισμένος
πειραματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραματισμός
πειραματισμού	noun	γενική ενικού του πειραματισμός
πειραματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πειραματισμός
πειραματισμό	noun	αιτιατική ενικού του πειραματισμός
πειραματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πειραματίζομαι
πειραματισμών	noun	γενική πληθυντικού του πειραματισμός
πειραματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραματιστής
πειραματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πειραματιστής
πειραματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστήκαν	=	πειραματίζομαι
πειραματιστήκανε	=	πειραματίζομαι
πειραματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστής	noun	κάποιος που πειραματίζεται
πειραματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστούνε	=	πειραματίζομαι
πειραματιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πειραματίστρια
πειραματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειραματίζομαι
πειραματιστών	noun	γενική πληθυντικού του πειραματιστής
πειραματόζωα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραματόζωο
πειραματόζωο	noun	ζώο που το χρησιμοποιούν επιστήμονες ως αντικείμενο μελέτης στην εκτέλεση διαφόρων πειραμάτων
πειραματόζωου	noun	γενική ενικού του πειραματόζωο
πειραματόζωων	noun	γενική πληθυντικού του πειραματόζωο
πειρασμέ	noun	κλητική ενικού του πειρασμός
πειρασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειρασμός
πειρασμού	noun	γενική ενικού του πειρασμός
πειρασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πειρασμός
πειρασμό	noun	αιτιατική ενικού του πειρασμός
πειρασμός	noun	η πρόκληση να κάνεις κάτι, ιδιαίτερα κάτι που συνεπάγεται ηδονή και είναι απαγορευμένο
πειρασμών	noun	γενική πληθυντικού του πειρασμός
πειραστές	=	πειραστής
πειραστή	=	πειραστής
πειραστής	noun|dated	αυτός που πειράζει, που βάζει κάποιον σε πειρασμό
πειραστών	=	πειραστής
πειρατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατής
πειρατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πειρατής
πειρατής	noun	αυτός που συμμετέχει στο πλήρωμα πλοίου το οποίο επιτίθεται σε άλλα, για να αρπάξει το φορτίο τους
πειρατίνα	=	πειρατής
πειρατίνας	=	πειρατής
πειρατίνες	=	πειρατής
πειρατίνων	=	πειρατής
πειρατεία	noun	η πράξη της κλοπής όταν συμβαίνει στη θάλασσα
πειρατείας	noun	γενική ενικού του πειρατεία
πειρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατεία
πειρατειών	noun	γενική πληθυντικού του πειρατεία
πειρατευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατευμένο
πειρατευμένε	verb	κλητική ενικού του πειρατευμένος
πειρατευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατευμένη
πειρατευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειρατευμένος
πειρατευμένης	verb	γενική ενικού του πειρατευμένη
πειρατευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πειρατευμένος
πειρατευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειρατευμένος
πειρατευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πειρατευμένος
πειρατευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πειρατευμένος
πειρατευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πειρατευμένος
πειρατεύω	verb	είμαι πειρατής, ασκώ την πειρατεία (στη θάλασσα)
πειρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πειρατικός	adv|figurative	με πειρατικό τρόπο, με τον τρόπο των πειρατών
πειρατικέ	adj	κλητική ενικού του πειρατικός
πειρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειρατική
πειρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειρατικός
πειρατικής	adj	γενική ενικού του πειρατική
πειρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειρατικός
πειρατικού	adj	γενική ενικού του πειρατικός
πειρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειρατικός
πειρατικό	noun	πλοίο ή άλλο πλωτό μέσο που χρησιμοποιείται σε πειρατεία	adj	αιτιατική ενικού του πειρατικός
πειρατικός	adj	που έχει σχέση με τους πειρατές ή την πειρατεία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πειρατικών	adj	γενική πληθυντικού του πειρατικός
πειρατών	noun	γενική πληθυντικού του πειρατής
πειραχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτήκαν	=	πειράζω
πειραχτήκανε	=	πειράζω
πειραχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτήρι	noun	το παιδί ή άλλο πρόσωπο που αρέσκεται να πειράζει τους άλλους, να αστεΐζεται μαζί τους
πειραχτήρια	=	πειραχτήρι
πειραχτήριο	noun|rare	λόγια μορφή του πειραχτήρι
πειραχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτηριού	=	πειραχτήρι
πειραχτηριών	=	πειραχτήρι
πειραχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πειραχτικός	adv	με πειραχτικό τρόπο
πειραχτικέ	adj	κλητική ενικού του πειραχτικός
πειραχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραχτική
πειραχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειραχτικός
πειραχτικής	adj	γενική ενικού του πειραχτική
πειραχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραχτικός
πειραχτικού	adj	γενική ενικού του πειραχτικός
πειραχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειραχτικός
πειραχτικό	adj	αιτιατική ενικού του πειραχτικός
πειραχτικός	adj	άλλη μορφή του πειρακτικός
πειραχτικών	adj	γενική πληθυντικού του πειραχτικός
πειραχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραχτούνε	=	πειράζω
πειραχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πειράζομαι
πειραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραϊκό
πειραϊκέ	adj	κλητική ενικού του πειραϊκός
πειραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειραϊκή
πειραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειραϊκός
πειραϊκής	adj	γενική ενικού του πειραϊκή
πειραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειραϊκός
πειραϊκού	adj	γενική ενικού του πειραϊκός
πειραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειραϊκός
πειραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πειραϊκός
πειραϊκός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον ή προέρχεται από τον Πειραιά
πειραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πειραϊκός
πειρώμαι	verb|archaic	άλλη μορφή του αποπειρώμαι
πεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λέω
πεισθήκαμε	=	πείθω
πεισθήκαν	=	πείθω
πεισθήκανε	=	πείθω
πεισθήκατε	=	πείθω
πεισθεί	=	πείθω
πεισθείς	=	πείθω
πεισθείτε	=	πείθω
πεισθούμε	=	πείθω
πεισθούν	=	πείθω
πεισθούνε	=	πείθω
πεισθώ	=	πείθω
πεισιθάνατα	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατε	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατες	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατη	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατης	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατο	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατοι	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατος	adj	αυτός που ωθεί προς τον θάνατο ή που θέλει να δώσει ένα τέλος που να ταυτίζεται με τον θάνατο: π.χ. πεισιθάνατη φιλοσοφία | έργο | ποίηση, μτφ. ο απαισιόδοξος
πεισιθάνατου	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατους	=	πεισιθάνατος
πεισιθάνατων	=	πεισιθάνατος
πεισμάτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεισματώνω
πεισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πείσμα
πεισμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισμένο
πεισμένε	verb	κλητική ενικού του πεισμένος
πεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισμένη
πεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεισμένος
πεισμένης	verb	γενική ενικού του πεισμένη
πεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεισμένος
πεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεισμένος
πεισμένος	verb	που έχει πειστεί για κάτι
πεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεισμένος
πεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεισμένος
πεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεισμένος
πεισματάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεισματάρης
πεισματάρας	adj	γενική ενικού του πεισματάρα
πεισματάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματάρα
πεισματάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πεισματάρης
πεισματάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματάρης
πεισματάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του πεισματάρης
πεισματάρης	adj	που δεν αλλάζει γνώμη εύκολα και εμμένει στις αποφάσεις του παρά τα λογικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι άλλοι, ο πείσμων, ο ξεροκέφαλος
πεισματάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματάρικο
πεισματάρικε	adj	κλητική ενικού του πεισματάρικος
πεισματάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματάρικη
πεισματάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεισματάρικος
πεισματάρικης	adj	γενική ενικού του πεισματάρικη
πεισματάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πεισματάρης
πεισματάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεισματάρικος
πεισματάρικος	adj	που γίνεται με πείσμα, που ταιριάζει σε κάποιον πεισματάρη
πεισματάρικου	adj	γενική ενικού του πεισματάρικο
πεισματάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεισματάρικος
πεισματάρικων	adj	γενική πληθυντικού του πεισματάρικο
πεισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματικό	adv	όταν κάτι γίνεται από πείσμα, από γινάτι
πεισματικέ	adj	κλητική ενικού του πεισματικός
πεισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματική
πεισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεισματικός
πεισματικής	adj	γενική ενικού του πεισματική
πεισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεισματικός
πεισματικού	adj	γενική ενικού του πεισματικός
πεισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεισματικός
πεισματικό	adj	αιτιατική ενικού του πεισματικός
πεισματικός	adj	που γίνεται με πείσμα
πεισματικών	adj	γενική πληθυντικού του πεισματικός
πεισματικώς	adv|dated	πεισματικά
πεισματοσυνών	=	πεισματοσύνη
πεισματοσύνες	=	πεισματοσύνη
πεισματοσύνη	noun|formal	έντονη επιμονή, που γίνεται με πείσμα
πεισματοσύνης	=	πεισματοσύνη
πεισματωδών	=	πεισματώδης
πεισματωδώς	adv	με πείσμα
πεισματωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πεισμάτωμα
πεισματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματωμένο
πεισματωμένε	verb	κλητική ενικού του πεισματωμένος
πεισματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισματωμένη
πεισματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεισματωμένος
πεισματωμένης	verb	γενική ενικού του πεισματωμένη
πεισματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεισματωμένος
πεισματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεισματωμένος
πεισματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεισματωμένος
πεισματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεισματωμένος
πεισματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεισματωμένος
πεισματώδεις	=	πεισματώδης
πεισματώδες	=	πεισματώδης
πεισματώδη	=	πεισματώδης
πεισματώδης	adj	που γίνεται με πείσμα
πεισματώδους	=	πεισματώδης
πεισματώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισμάτωμα
πεισματώματος	noun	γενική ενικού του πεισμάτωμα
πεισματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισματώνω
πεισμονή	noun|formal	η επιμονή, το πείσμα
πεισμονής	=	πεισμονή
πεισμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πείσμωμα
πεισμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισμωμένο
πεισμωμένε	verb	κλητική ενικού του πεισμωμένος
πεισμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεισμωμένη
πεισμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεισμωμένος
πεισμωμένης	verb	γενική ενικού του πεισμωμένη
πεισμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεισμωμένος
πεισμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεισμωμένος
πεισμωμένος	=	πεισμώνω
πεισμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεισμωμένος
πεισμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεισμωμένος
πεισμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεισμωμένος
πεισμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πείσμωμα
πεισμώματος	noun	γενική ενικού του πείσμωμα
πεισμώναμε	=	πεισμώνω
πεισμώναν	=	πεισμώνω
πεισμώνανε	=	πεισμώνω
πεισμώνατε	=	πεισμώνω
πεισμώνει	=	πεισμώνω
πεισμώνεις	=	πεισμώνω
πεισμώνετε	=	πεισμώνω
πεισμώνομε	=	πεισμώνω
πεισμώνοντας	=	πεισμώνω
πεισμώνουμε	=	πεισμώνω
πεισμώνουν	=	πεισμώνω
πεισμώνουνε	=	πεισμώνω
πεισμώνω	verb	επιμένω παράλογα, μουλαρώνω
πεισμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσαν	=	πεισμώνω
πεισμώσανε	=	πεισμώνω
πεισμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσομε	=	πεισμώνω
πεισμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσουνε	=	πεισμώνω
πεισμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πεισμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεισμώνω
πειστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστήκαν	=	πείθω
πειστήκανε	=	πείθω
πειστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειστήριο
πειστήριο	noun	οτιδήποτε πείθει για κάτι, ή πιστοποιεί κάτι
πειστήριου	=	πειστήριο
πειστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστηρίου	noun	γενική ενικού του πειστήριο
πειστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του πειστήριο
πειστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πειστικός	adv	με πειστικό τρόπο
πειστικέ	adj	κλητική ενικού του πειστικός
πειστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειστική
πειστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειστικός
πειστικής	adj	γενική ενικού του πειστική
πειστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειστικός
πειστικοτήτων	=	πειστικότητα
πειστικού	adj	γενική ενικού του πειστικός
πειστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειστικός
πειστικό	adj	αιτιατική ενικού του πειστικός
πειστικός	adj	που πείθει τους άλλους, που γίνεται πιστευτός από τους άλλους
πειστικότατα	=	πειστικός
πειστικότατε	=	πειστικός
πειστικότατες	=	πειστικός
πειστικότατη	=	πειστικός
πειστικότατης	=	πειστικός
πειστικότατο	=	πειστικός
πειστικότατοι	=	πειστικός
πειστικότατος	=	πειστικός
πειστικότατου	=	πειστικός
πειστικότατους	=	πειστικός
πειστικότατων	=	πειστικός
πειστικότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειστικότερο
πειστικότερε	adj	κλητική ενικού του πειστικότερος
πειστικότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειστικότερη
πειστικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πειστικότερος
πειστικότερης	adj	γενική ενικού του πειστικότερη
πειστικότερο	adj	αιτιατική ενικού του πειστικότερος
πειστικότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πειστικότερος
πειστικότερος	adj	που είναι πιο πειστικός, που φαίνεται περισσότερο σαν αληθινός π.χ. για ένα ψέμα, που σε πείθει ευκολότερα
πειστικότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πειστικότερος
πειστικότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πειστικότερος
πειστικότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πειστικότερος
πειστικότης	noun	η πειστικότητα
πειστικότητα	noun	η ιδιότητα ή η ικανότητα του πειστικού, το να είναι κάποιος πειστικός
πειστικότητας	noun	γενική ενικού του πειστικότητα
πειστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πειστικότητα
πειστικών	adj	γενική πληθυντικού του πειστικός
πειστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειστούνε	=	πείθω
πειστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθομαι
πειόσχημα	=	πειόσχημος
πειόσχημε	=	πειόσχημος
πειόσχημες	=	πειόσχημος
πειόσχημη	=	πειόσχημος
πειόσχημης	=	πειόσχημος
πειόσχημο	=	πειόσχημος
πειόσχημοι	=	πειόσχημος
πειόσχημος	adj	που έχει σχήμα πι
πειόσχημου	=	πειόσχημος
πειόσχημους	=	πειόσχημος
πειόσχημων	=	πειόσχημος
πεκάν	noun	είδος αμερικάνικης καρυδιάς (Carya illinoinensis)
πεκινουά	noun	είδος μικρόσωμης ράτσας σκύλου
πεκουνιού	=	πεκούνι
πεκουνιών	=	πεκούνι
πεκούνι	noun	είδος σφυριού ή σκεπαρνιού
πεκούνια	=	πεκούνι
πελά	=	πελός
πελάγη	=	πέλαγος
πελάγια	=	πελάγιος
πελάγιας	=	πελάγιος
πελάγιε	=	πελάγιος
πελάγιες	=	πελάγιος
πελάγιο	=	πελάγιος
πελάγιοι	=	πελάγιος
πελάγιος	adj	ο σχετιζόμενος με πέλαγος
πελάγιου	=	πελάγιος
πελάγιους	=	πελάγιος
πελάγιων	=	πελάγιος
πελάγου	=	πέλαγο
πελάγους	noun	γενική ενικού του πέλαγος
πελάγρα	noun	ασθένεια που οφείλεται σε αβιταμίνωση (κυρίως, έλλειψη νιασίνης) και εκδηλώνεται με φωτοευαισθησία, ερύθημα στα ακάλυπτα μέρη του σώματος, στοματίτιδα και γαστρικές ή νευρικές διαταραχές (αϋπνία, κατάθλιψη κ.λπ.)
πελάγρας	noun	γενική ενικού του πελάγρα
πελάγρες	=	πελάγρα
πελάγωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πελαγώνω
πελάγων	noun	γενική πληθυντικού του πέλαγο
πελάγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελάγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελάγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελάγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελάου	noun	γενική ενικού του πέλαο
πελάτες	noun	οι απαιτήσεις από τις λειτουργικές πωλήσεις επί πιστώσει
πελάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πελάτης
πελάτης	noun	απόγονος απελευθέντων δούλων ή ξένοι που κατοικούσαν μόνιμα στην αρχαία Ρώμη
πελάτης-εξυπηρετητής	adj	client-server: η αρχιτεκτονική (η σχέση, η επικοινωνία, το μοντέλο, το σύστημα) όπου ένας οι περισσότεροι ξένιοι (hosts) υπολογιστές που φέρουν πρόγραμμα πελάτη (client) υποβάλουν αιτήματα (requests) και λαμβάνουν υπηρεσίες (services) από έναν κεντρικό ξένιο υπολογιστή που φέρει πρόγραμμα εξυπηρετητή (server)
πελάτισσα	noun	θηλυκό του πελάτης
πελάτισσας	noun	γενική ενικού του πελάτισσα
πελάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελάτισσα
πελάων	noun	γενική πληθυντικού του πέλαο
πελέ	=	πελός
πελέκα	=	πελεκάω
πελέκαγα	=	πελεκάω
πελέκαγαν	=	πελεκάω
πελέκαγε	=	πελεκάω
πελέκαγες	=	πελεκάω
πελέκεις	=	πέλεκυς
πελέκεων	=	πέλεκυς
πελέκημα	noun	το αποτέλεσμα του πελεκώ
πελέκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελέκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελέκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελέκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελέκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πελεκώ
πελέκησης	=	πελέκηση
πελέκι	noun	εργαλείο ή και όπλο από πλατιά, κοφτερή, μεταλλική ή πέτρινη λεπίδα, προσαρμοσμένη σε ξύλινη ράβδο (λαβή)
πελέκια	=	πελέκι
πελέκιζα	=	πελεκίζω
πελέκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελέκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελέκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελέκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελέκων	=	πέλεκας
πελές	=	πελός
πελή	=	πελός
πελής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πελή) του πελός
πελίδνωμα	noun|formal	άλλη μορφή του πελιδνότητα
πελίδνωση	noun|formal	άλλη μορφή του πελιδνότητα
πελίδνωσης	=	πελίδνωση
πελίδνωσις	noun|archaic	άλλη μορφή του πελίδνωση / πελιδνότητα
πελίνε	=	πελίνος
πελίνο	=	πελίνος
πελίνοι	=	πελίνος
πελίνος	noun	η αψιθιά
πελίνου	=	πελίνος
πελίνους	=	πελίνος
πελίνων	=	πελίνος
πελαγίζω	verb|figurative	πελαγοδρομώ
πελαγίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελαγίσιος
πελαγίσιας	=	πελαγίσιος
πελαγίσιε	=	πελαγίσιος
πελαγίσιες	=	πελαγίσιος
πελαγίσιο	=	πελαγίσιος
πελαγίσιοι	=	πελαγίσιος
πελαγίσιος	adj	του πελάγους, που έχει σχέση ή αναφέρεται στο πέλαγος
πελαγίσιου	=	πελαγίσιος
πελαγίσιους	=	πελαγίσιος
πελαγίσιων	=	πελαγίσιος
πελαγιαῖος	adj|literary	ο πελαγίσιος
πελαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγικό
πελαγικέ	adj	κλητική ενικού του πελαγικός
πελαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγική
πελαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελαγικός
πελαγικής	adj	γενική ενικού του πελαγική
πελαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελαγικός
πελαγικού	adj	γενική ενικού του πελαγικός
πελαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελαγικός
πελαγικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πελαγικός
πελαγικός	adj	του πελάγους, που έχει σχέση ή αναφέρεται στο πέλαγος
πελαγικών	adj	γενική πληθυντικού του πελαγικός
πελαγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγισμένο
πελαγισμένε	verb	κλητική ενικού του πελαγισμένος
πελαγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγισμένη
πελαγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελαγισμένος
πελαγισμένης	verb	γενική ενικού του πελαγισμένη
πελαγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πελαγισμένος
πελαγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελαγισμένος
πελαγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πελαγισμένος
πελαγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πελαγισμένος
πελαγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πελαγισμένος
πελαγοδρομήματα	=	πελαγοδρόμημα
πελαγοδρομήματος	=	πελαγοδρόμημα
πελαγοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσαν	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσανε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγοδρόμηση
πελαγοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσεων	=	πελαγοδρόμηση
πελαγοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήστε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρομία	noun|figurative	άλλη μορφή του πελαγοδρόμηση
πελαγοδρομίας	=	πελαγοδρομία
πελαγοδρομίες	=	πελαγοδρομία
πελαγοδρομεί	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομείς	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομείτε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομημάτων	=	πελαγοδρόμημα
πελαγοδρομιών	=	πελαγοδρομία
πελαγοδρομούμε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούν	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούνε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσα	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσαμε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσαν	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσανε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσατε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσε	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομούσες	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρομώ	verb|figurative	ενεργώ άσκοπα και αμήχανα, σαν να έχω χάσει το δρόμο μου ή τον στόχο μου, χωρίς πρόγραμμα ή σειρά
πελαγοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμα	=	πελαγοδρόμος
πελαγοδρόμε	=	πελαγοδρόμος
πελαγοδρόμει	=	πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμημα	noun|figurative	το αποτέλεσμα του πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πελαγοδρομώ
πελαγοδρόμησης	=	πελαγοδρόμηση
πελαγοδρόμο	=	πελαγοδρόμος
πελαγοδρόμοι	=	πελαγοδρόμος
πελαγοδρόμος	noun	που είναι πελαγοδρόμος	adj|figurative	που πελαγοδρομεί
πελαγοδρόμου	=	πελαγοδρόμος
πελαγοδρόμους	=	πελαγοδρόμος
πελαγοδρόμων	=	πελαγοδρόμος
πελαγρών	noun	γενική πληθυντικού του πελάγρα
πελαγωμάτων	=	πελάγωμα
πελαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγωμένο
πελαγωμένε	verb	κλητική ενικού του πελαγωμένος
πελαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαγωμένη
πελαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελαγωμένος
πελαγωμένης	verb	γενική ενικού του πελαγωμένη
πελαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πελαγωμένος
πελαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελαγωμένος
πελαγωμένος	verb	αμήχανος, που δεν ξέρει πώς να φερθεί, τι να κάνει
πελαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πελαγωμένος
πελαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πελαγωμένος
πελαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πελαγωμένος
πελαγώματα	=	πελάγωμα
πελαγώματος	=	πελάγωμα
πελαγών	=	πέλαγος
πελαγώνω	verb|vulgar	πλέω στο πέλαγος
πελαγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελαγώνω
πελαργέ	noun	κλητική ενικού του πελαργός
πελαργίνα	noun	θηλυκός πελαργός
πελαργίνας	=	πελαργίνα
πελαργίνες	=	πελαργίνα
πελαργίνων	=	πελαργίνα
πελαργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελαργός
πελαργονιού	=	πελαργόνι
πελαργονιών	=	πελαργόνι
πελαργοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαργοφωλιά
πελαργού	noun	γενική ενικού του πελαργός
πελαργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πελαργός
πελαργό	noun	αιτιατική ενικού του πελαργός
πελαργόνι	noun	φυτό με δίχρωμα λουλούδια
πελαργόνια	=	πελαργόνι
πελαργόνιον	noun	το πελαργόνι
πελαργόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελαργόπουλο
πελαργός	noun	μεγάλο πουλί (είδος, Ciconia ciconia ή Ciconia alba) με μακριά πόδια και μεγάλο ράμφος
πελαργών	noun	γενική πληθυντικού του πελαργός
πελασγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελασγικό
πελασγικέ	adj	κλητική ενικού του πελασγικός
πελασγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελασγική
πελασγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελασγικός
πελασγικής	adj	γενική ενικού του πελασγική
πελασγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελασγικός
πελασγικού	adj	γενική ενικού του πελασγικός
πελασγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελασγικός
πελασγικό	adj	αιτιατική ενικού του πελασγικός
πελασγικός	adj	ο σχετικός με τον πρωτοελληνικό ή κατ' άλλους προελληνικό πολιτισμό στην περιοχή της Ελλάδας
πελασγικών	adj	γενική πληθυντικού του πελασγικός
πελατεία	noun	οι καταναλωτές ή οι αγοραστές των προϊόντων ενός καταστήματος, μιας επιχείρησης κ.λπ. ή οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ελεύθερου επαγγελματία
πελατείας	noun	γενική ενικού του πελατεία
πελατείες	=	πελατεία
πελατειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελατειακό
πελατειακέ	adj	κλητική ενικού του πελατειακός
πελατειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελατειακή
πελατειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελατειακός
πελατειακής	adj	γενική ενικού του πελατειακή
πελατειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελατειακός
πελατειακού	adj	γενική ενικού του πελατειακός
πελατειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελατειακός
πελατειακό	adj	αιτιατική ενικού του πελατειακός
πελατειακός	adj	σχετικός με την πελατεία ή με τον πελάτη
πελατειακών	adj	γενική πληθυντικού του πελατειακός
πελατειών	noun	γενική πληθυντικού του πελατεία
πελατισσών	noun	γενική πληθυντικού του πελάτισσα
πελατοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελατοκεντρικό
πελατοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του πελατοκεντρικός
πελατοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελατοκεντρική
πελατοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελατοκεντρικός
πελατοκεντρικής	adj	γενική ενικού του πελατοκεντρική
πελατοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελατοκεντρικός
πελατοκεντρικού	adj	γενική ενικού του πελατοκεντρικός
πελατοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελατοκεντρικός
πελατοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του πελατοκεντρικός
πελατοκεντρικός	adj	σύστημα διαχείρισης οργανισμών, καταστημάτων
πελατοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του πελατοκεντρικός
πελατολογίου	=	πελατολόγιο
πελατολογίων	=	πελατολόγιο
πελατολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελατολόγιο
πελατολόγιο	noun	κατάλογος που περιλαμβάνει όλους τους πελάτες ενός καταστήματος, μιας επιχείρησης κ.λπ.
πελατολόγιου	=	πελατολόγιο
πελατολόγιων	=	πελατολόγιο
πελατών	noun	γενική πληθυντικού του πελάτης
πελεκά	=	πελεκάω
πελεκάγαμε	=	πελεκάω
πελεκάγανε	=	πελεκάω
πελεκάγατε	=	πελεκάω
πελεκάει	=	πελεκάω
πελεκάμε	=	πελεκάω
πελεκάν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος πελεκάω / πελεκώ
πελεκάνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος πελεκάω / πελεκώ	noun	κλητική ενικού του πελεκάνος
πελεκάνο	noun	αιτιατική ενικού του πελεκάνος
πελεκάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελεκάνος
πελεκάνος	noun	μεγαλόσωμο πτηνό με λευκό ή ρόδινο φτέρωμα κι ένα χαρακτηριστικά μεγάλο και διασταλτό σάκο κάτω από το ράμφος του όπου αποθηκεύει τη λεία του.
πελεκάνου	noun	γενική ενικού του πελεκάνος
πελεκάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πελεκάνος
πελεκάνων	noun	γενική πληθυντικού του πελεκάνος
πελεκάς	=	πελεκάω
πελεκάτε	=	πελεκάω
πελεκάω	verb	αποκόπτω κομμάτια από υλικό (συνήθως ξύλο, ή λίθο) αλλάζοντας το σχήμα του
πελεκήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελέκημα
πελεκήματος	noun	γενική ενικού του πελέκημα
πελεκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσαν	=	πελεκάω
πελεκήσανε	=	πελεκάω
πελεκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσεων	=	πελέκηση
πελεκήσομε	=	πελεκάω
πελεκήσου	=	πελεκάω
πελεκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσουνε	=	πελεκάω
πελεκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκάω
πελεκίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πελεκίζω
πελεκίζω	verb	άλλη μορφή του πελεκάω
πελεκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκίστηκα	=	πελεκίζω
πελεκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκίζω
πελεκηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθήκαν	=	πελεκάω
πελεκηθήκανε	=	πελεκάω
πελεκηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκηθούνε	=	πελεκάω
πελεκηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πελεκιέμαι
πελεκημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πελέκημα
πελεκημένος	=	πελεκάω
πελεκητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πελεκητός	adv	με πελεκητό τρόπο
πελεκητέ	adj	κλητική ενικού του πελεκητός
πελεκητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελεκητή
πελεκητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελεκητός
πελεκητής	noun	αυτός που πελεκά ξύλα	adj	γενική ενικού του πελεκητή
πελεκητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελεκητός
πελεκητού	adj	γενική ενικού του πελεκητός
πελεκητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελεκητός
πελεκητό	adj	αιτιατική ενικού του πελεκητός
πελεκητός	adj	πελεκημένος, που τον έχουν πελεκήσει με πελέκι ή άλλο εργαλείο
πελεκητών	adj	γενική πληθυντικού του πελεκητός
πελεκιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πελεκάω
πελεκιέσαι	=	πελεκάω
πελεκιέστε	=	πελεκάω
πελεκιέται	=	πελεκάω
πελεκιού	=	πελέκι
πελεκιούνται	=	πελεκάω
πελεκιούνταν	=	πελεκάω
πελεκισμέ	=	πελεκισμός
πελεκισμένος	=	πελεκίζω
πελεκισμοί	=	πελεκισμός
πελεκισμού	=	πελεκισμός
πελεκισμούς	=	πελεκισμός
πελεκισμό	=	πελεκισμός
πελεκισμός	noun	αποκεφαλισμός με πέλεκυ
πελεκισμών	=	πελεκισμός
πελεκιόμασταν	=	πελεκάω
πελεκιόμαστε	=	πελεκάω
πελεκιόμουν	=	πελεκάω
πελεκιόμουνα	=	πελεκάω
πελεκιόνται	=	πελεκάω
πελεκιόνταν	=	πελεκάω
πελεκιόντανε	=	πελεκάω
πελεκιόντουσαν	=	πελεκάω
πελεκιόσασταν	=	πελεκάω
πελεκιόσαστε	=	πελεκάω
πελεκιόσουν	=	πελεκάω
πελεκιόσουνα	=	πελεκάω
πελεκιόταν	=	πελεκάω
πελεκιότανε	=	πελεκάω
πελεκιών	=	πελέκι
πελεκουδιού	=	πελεκούδι
πελεκουδιών	=	πελεκούδι
πελεκούδι	noun|vulgar	το μικρό ξυλαράκι που περισσεύει από το πελέκημα του ξύλου, η σχίζα
πελεκούδια	=	πελεκούδι
πελεκούμε	=	πελεκάω
πελεκούν	=	πελεκάω
πελεκούνε	=	πελεκάω
πελεκούσα	=	πελεκάω
πελεκούσαμε	=	πελεκάω
πελεκούσαν	=	πελεκάω
πελεκούσανε	=	πελεκάω
πελεκούσατε	=	πελεκάω
πελεκούσε	=	πελεκάω
πελεκούσες	=	πελεκάω
πελεκώ	=	πελεκάω
πελεκώντας	=	πελεκάω
πελελά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πελελός	adv	με πελελό τρόπο
πελελάδα	noun|vulgar	παλαβωμάρα, τρέλα, βλακεία
πελελάδας	noun	γενική ενικού του πελελάδα
πελελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελελάδα
πελελέ	adj	κλητική ενικού του πελελός
πελελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελελή
πελελή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελελός
πελελής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πελελή) του πελελός
πελελοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελελός
πελελού	adj	γενική ενικού του πελελός
πελελούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελελός
πελελό	adj	αιτιατική ενικού του πελελός
πελελός	adj|vulgar	τρελός, παλαβός
πελελών	adj	γενική πληθυντικού του πελελός
πελερίνα	noun	κοντό, ριχτό πανωφόρι με κουκούλα και χωρίς μανίκια, που φοριέται πάνω από άλλα ρούχα, για να καλύπτει κυρίως τους ώμους και το στήθος, συχνά με διακοσμητικό χαρακτήρα
πελερίνας	noun	γενική ενικού του πελερίνα
πελερίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελερίνα
πελερινών	=	πελερίνα
πελιδνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πελιδνός	adv	με πελιδνό τρόπο
πελιδνέ	adj	κλητική ενικού του πελιδνός
πελιδνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελιδνή, θηλυκό του πελιδνός
πελιδνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελιδνός
πελιδνής	adj	γενική ενικού του πελιδνή
πελιδνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελιδνός
πελιδνοτήτων	=	πελιδνότητα
πελιδνού	adj	γενική ενικού του πελιδνός
πελιδνούμαι	verb|archaic	γίνομαι πελιδνός
πελιδνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελιδνός
πελιδνωμάτων	=	πελίδνωμα
πελιδνό	adj	αιτιατική ενικού του πελιδνός
πελιδνός	adj|archaic	κάτωχρος, κατάχλομος και μελανός
πελιδνότητα	noun|formal	ωχρότητα, χλόμιασμα, χλομάδα
πελιδνότητας	=	πελιδνότητα
πελιδνότητες	=	πελιδνότητα
πελιδνώματα	=	πελίδνωμα
πελιδνώματος	=	πελίδνωμα
πελιδνών	adj	γενική πληθυντικού του πελιδνός
πελιδνώσεις	=	πελίδνωση
πελιδνώσεων	=	πελίδνωση
πελλά	=	πελλός
πελλάγρα	noun	πελάγρα
πελλέ	=	πελλός
πελλές	=	πελλός
πελλή	=	πελλός
πελλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πελλή) του πελλός
πελλοί	=	πελλός
πελλού	=	πελλός
πελλούς	=	πελλός
πελλό	=	πελλός
πελλός	adj	άλλη γραφή του πελός
πελλών	=	πελλός
πελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέλμα
πελματιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελματιαίος
πελματιαίας	adj	γενική ενικού του πελματιαία
πελματιαίε	adj	πελματιαίος, στην κλητική του ενικού
πελματιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελματιαία
πελματιαίο	adj	πελματιαίος, στην αιτιατική του ενικού
πελματιαίοι	adj	πελματιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πελματιαίος	adj	που έχει σχέση με το πέλμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
πελματιαίου	adj	γενική ενικού του πελματιαίος
πελματιαίους	adj	πελματιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πελματιαίων	=	πελματιαίος
πελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελματικό
πελματικέ	adj	κλητική ενικού του πελματικός
πελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελματική
πελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελματικός
πελματικής	adj	γενική ενικού του πελματική
πελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελματικός
πελματικού	adj	γενική ενικού του πελματικός
πελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελματικός
πελματικό	adj	αιτιατική ενικού του πελματικός
πελματικός	adj	που έχει σχέση με το πέλμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
πελματικών	adj	γενική πληθυντικού του πελματικός
πελματοβάμον	=	πελματοβάμονα
πελματοβάμονα	noun	ζώα που βαδίζουν με όλο τους το πέλμα να εφάπτεται στο έδαφος
πελματοβάμονες	=	πελματοβάμων
πελματοβάμονος	=	πελματοβάμων
πελματοβάμονων	=	πελματοβάμονα
πελματοβάμων	adj|formal	που βαδίζει με τα πέλματα των ποδιών (ιδίως ουδέτερο, για ζώα)
πελματοβαμόνων	=	πελματοβάμονα
πελματογράφε	=	πελματογράφος
πελματογράφημα	noun	διαγνωστική ιατρική εξέταση που αναλύει την κατανομή των πιέσεων στα πόδια κατά τη στάση και τη βάδιση
πελματογράφο	=	πελματογράφος
πελματογράφοι	=	πελματογράφος
πελματογράφος	noun	διαγνωστική ιατρική συσκευή με την οποία γίνεται το πελματογράφημα
πελματογράφου	=	πελματογράφος
πελματογράφους	=	πελματογράφος
πελματογράφων	=	πελματογράφος
πελματογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελματογράφημα
πελματογραφήματος	=	πελματογράφημα
πελματογραφημάτων	=	πελματογράφημα
πελματοδέρματα	=	πελματόδερμα
πελματοδέρματος	=	πελματόδερμα
πελματοδερμάτων	=	πελματόδερμα
πελματόδερμα	noun	χοντρό δέρμα ειδικά επεξεργασμένο για σόλες
πελοί	=	πελός
πελοποννησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελοποννησιακό
πελοποννησιακέ	adj	κλητική ενικού του πελοποννησιακός
πελοποννησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελοποννησιακή
πελοποννησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πελοποννησιακός
πελοποννησιακής	adj	γενική ενικού του πελοποννησιακή
πελοποννησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πελοποννησιακός
πελοποννησιακού	adj	γενική ενικού του πελοποννησιακός
πελοποννησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πελοποννησιακός
πελοποννησιακό	adj	αιτιατική ενικού του πελοποννησιακός
πελοποννησιακός	adj	ο σχετικός με την Πελοπόννησο ή τους Πελοποννησίους
πελοποννησιακών	adj	γενική πληθυντικού του πελοποννησιακός
πελοτών	=	πελότα
πελουζών	=	πελούζα
πελού	=	πελός
πελούζα	noun	κομμάτι εδάφους που καλύπτεται από πυκνή χαμηλή χλόη
πελούζας	=	πελούζα
πελούζες	=	πελούζα
πελούς	=	πελός
πελτέ	=	πελτές
πελτέδες	=	πελτές
πελτέδων	=	πελτές
πελτές	noun	συμπυκνωμένος πολτός ντομάτας, ελαφρά αλατισμένος για να συντηρείται
πελταστές	=	πελταστής
πελταστή	=	πελταστής
πελταστής	noun	είδος αρχαίου πολεμιστή, ελαφρά οπλισμένου
πελταστών	=	πελταστής
πελό	=	πελός
πελός	adj	τρελός
πελότα	noun	μικρό στρογγυλό ή τετράγωνο μαξιλαράκι, συνήθως με βάση, που χρησιμοποιείται για να καρφιτσώνουμε τις βελόνες και τις καρφίτσες, ώστε να τις έχουμε πρόχειρες
πελότας	noun	γενική ενικού του πελότα
πελότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πελότα
πελών	=	πελός
πελώρια	=	πελώριος
πελώριας	=	πελώριος
πελώριε	=	πελώριος
πελώριες	=	πελώριος
πελώριο	=	πελώριος
πελώριοι	=	πελώριος
πελώριος	adj	του οποίου οι διαστάσεις είναι εξαιρετικά μεγάλες
πελώριου	=	πελώριος
πελώριους	=	πελώριος
πελώριων	=	πελώριος
πεμεν	abbrev	είναι ο συνδικαλιστικός φορέας Ελλήνων μηχανικών ΕΝ, ανεξάρτητα τάξης.
πεμπταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεμπταίος
πεμπταίας	adj	γενική ενικού του πεμπταία
πεμπταίε	adj	πεμπταίος, στην κλητική του ενικού
πεμπταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεμπταία
πεμπταίο	adj	πεμπταίος, στην αιτιατική του ενικού
πεμπταίοι	adj	πεμπταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πεμπταίος	adj	Αγόρι που πάει πέμπτη τάξη.
πεμπταίου	adj	γενική ενικού του πεμπταίος
πεμπταίους	adj	πεμπταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πεμπταίων	=	πεμπταίος
πεμπτημορίου	noun	γενική ενικού του πεμπτημόριο
πεμπτημορίων	noun	γενική πληθυντικού του πεμπτημόριο
πεμπτημόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεμπτημόριο
πεμπτημόριο	noun	το ένα από πέντε μέρη
πεμπτημόριου	=	πεμπτημόριο
πεμπτιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεμπτιάτικο
πεμπτιάτικε	adj	κλητική ενικού του πεμπτιάτικος
πεμπτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεμπτιάτικη
πεμπτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεμπτιάτικος
πεμπτιάτικης	adj	γενική ενικού του πεμπτιάτικη
πεμπτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του πεμπτιάτικος
πεμπτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεμπτιάτικος
πεμπτιάτικος	adj	που συμβαίνει Πέμπτη/Πέμπτες
πεμπτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεμπτιάτικος
πεμπτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεμπτιάτικος
πεμπτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεμπτιάτικος
πεμπτουσία	noun	το αόρατο πέμπτο στοιχείο του σύμπαντος σύμφωνα με την κοσμολογία των αρχαίων Ελλήνων (ο αιθέρας)
πεμπτουσίας	noun	γενική ενικού του πεμπτουσία
πεμπτουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεμπτουσία
πεμπτουσιωδών	=	πεμπτουσιώδης
πεμπτουσιώδεις	=	πεμπτουσιώδης
πεμπτουσιώδες	=	πεμπτουσιώδης
πεμπτουσιώδη	=	πεμπτουσιώδης
πεμπτουσιώδης	adj	που έχει σχέση με την πεμπτουσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πεμπτουσιώδους	=	πεμπτουσιώδης
πεμπτουσιών	noun	γενική πληθυντικού του πεμπτουσία
πεμπτοφαλαγγίτες	=	πεμπτοφαλαγγίτης
πεμπτοφαλαγγίτη	=	πεμπτοφαλαγγίτης
πεμπτοφαλαγγίτης	noun	μέλος ομάδας που ενεργεί υπέρ του επιτιθέμενου μέρους, εντός του στρατοπέδου του αμυνόμενου.
πεμπτοφαλαγγίτισσα	noun	πεμπτοφαλαγγίτης
πεμπτοφαλαγγίτισσας	noun	γενική ενικού του πεμπτοφαλαγγίτισσα
πεμπτοφαλαγγίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεμπτοφαλαγγίτισσα
πεμπτοφαλαγγιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πεμπτοφαλαγγίτισσα
πεμπτοφαλαγγιτών	=	πεμπτοφαλαγγίτης
πεμπόμασταν	=	πέμπω
πεμπόμαστε	=	πέμπω
πεμπόμουν	=	πέμπω
πεμπόμουνα	=	πέμπω
πεμπόντουσαν	=	πέμπω
πεμπόσασταν	=	πέμπω
πεμπόσαστε	=	πέμπω
πεμπόσουν	=	πέμπω
πεμπόσουνα	=	πέμπω
πεμπόταν	=	πέμπω
πεμπότανε	=	πέμπω
πεμφίγων	=	πέμφιγα
πεμφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθήκαν	=	πέμπω
πεμφθήκανε	=	πέμπω
πεμφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πεμφθούνε	=	πέμπω
πεμφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπομαι
πενήντα	num	αριθμός (ψηφίο 50) που δηλώνει πέντε δεκάδες.
πενήτων	noun	γενική πληθυντικού του πένης
πενία	noun|formal	η φτώχεια, η στέρηση ή έλλειψη των αναγκαίων αγαθών
πενίας	noun	γενική ενικού του πενία
πενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενία
πεναλτάκηδες	=	πεναλτάκιας
πεναλτάκηδων	=	πεναλτάκιας
πεναλτάκια	=	πεναλτάκιας
πεναλτάκιας	noun|slang	τερματοφύλακας που αποκρούει συχνά πέναλτι
πενεν	abbrev	ο συνδικαλιστικός φορέας Ελλήνων ναυτεργατών με ειδικότητες που υπάγονται στα κατωτέρα πληρώματα καταστρώματος (ναύτες, ναύκληροι, ναυτόπαιδες, ξυλουργοί, αντλιωροί προερχόμενοι από το κατάστρωμα).
πενεών	noun	γενική πληθυντικού του πένες
πενηντάδα	noun	σύνολο πενήντα στοιχείων
πενηντάδας	=	πενηντάδα
πενηντάδες	=	πενηντάδα
πενηντάδραχμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάδραχμο
πενηντάδραχμο	noun	κέρμα ή χαρτονόμισμα αξίας πενήντα ελληνικών δραχμών.
πενηντάδραχμου	noun	γενική ενικού του πενηντάδραχμο
πενηντάδραχμων	noun	γενική πληθυντικού του πενηντάδραχμο
πενηντάδων	=	πενηντάδα
πενηντάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάευρο
πενηντάευρο	noun	πενήντα ευρώ
πενηντάευρου	noun	γενική ενικού του πενηντάευρο
πενηντάευρων	noun	γενική πληθυντικού του πενηντάευρο
πενηντάλεπτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάλεπτο
πενηντάλεπτε	=	πενηντάλεπτος
πενηντάλεπτες	=	πενηντάλεπτος
πενηντάλεπτη	=	πενηντάλεπτος
πενηντάλεπτης	=	πενηντάλεπτος
πενηντάλεπτο	noun	χρονική διάρκεια πενήντα λεπτών
πενηντάλεπτοι	=	πενηντάλεπτος
πενηντάλεπτος	adj	που έχει χρονική διάρκεια πενήντα λεπτών
πενηντάλεπτου	noun	γενική ενικού του πενηντάλεπτο
πενηντάλεπτους	=	πενηντάλεπτος
πενηντάλεπτων	noun	γενική πληθυντικού του πενηντάλεπτο
πενηντάλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάλιτρο
πενηντάρα	noun	αυτή που έχει ηλικία 50 ετών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενηντάρης
πενηντάρας	adj	γενική ενικού του πενηντάρα
πενηντάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάρα
πενηντάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πενηντάρης
πενηντάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάρης
πενηντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του πενηντάρης
πενηντάρης	noun	που έχει περίπου πενήντα χρόνια
πενηντάρι	noun	πενήντα όμοια πράγματα
πενηντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάρι
πενηντάριζα	=	πενηνταρίζω
πενηντάριζαν	=	πενηνταρίζω
πενηντάριζε	=	πενηνταρίζω
πενηντάριζες	=	πενηνταρίζω
πενηντάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάρικο
πενηντάρικε	adj	κλητική ενικού του πενηντάρικος
πενηντάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάρικη
πενηντάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενηντάρικος
πενηντάρικης	adj	γενική ενικού του πενηντάρικη
πενηντάρικο	noun	νόμισμα πενήντα μονάδων
πενηντάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενηντάρικος
πενηντάρικος	adj	που έχει αξία πενήντα νομισμάτων
πενηντάρικου	adj	γενική ενικού του πενηντάρικο
πενηντάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενηντάρικος
πενηντάρικων	adj	γενική πληθυντικού του πενηντάρικο
πενηντάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηντάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηντάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηντάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηντάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάχρονο
πενηντάχρονε	adj	κλητική ενικού του πενηντάχρονος
πενηντάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηντάχρονη
πενηντάχρονη	noun	θηλυκό του πενηντάχρονος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενηντάχρονος
πενηντάχρονης	adj	γενική ενικού του πενηντάχρονη
πενηντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πενηντάχρονος
πενηντάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενηντάχρονος
πενηντάχρονος	adj	με διάρκεια 50 χρόνων
πενηντάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πενηντάχρονος
πενηντάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενηντάχρονος
πενηντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πενηντάχρονος
πενηνταλέπτου	=	πενηντάλεπτο
πενηνταλέπτων	=	πενηντάλεπτο
πενηνταπεντάχρονα	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονε	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονες	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονη	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονης	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονο	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονοι	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονος	adj	που έχει ηλικία πενήντα πέντε ετών	noun	άντρας ηλικίας πενήντα πέντε ετών
πενηνταπεντάχρονου	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονους	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταπεντάχρονων	=	πενηνταπεντάχρονος
πενηνταράκι	noun	υποκοριστικό του πενηντάρι
πενηνταράκια	=	πενηνταράκι
πενηνταρίζαμε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζαν	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζανε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζατε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζει	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζεις	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζετε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζοντας	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζουμε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζουν	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζουνε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίζω	verb	γίνομαι πενήντα χρονών
πενηνταρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσαν	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίσανε	=	πενηνταρίζω
πενηνταρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενηνταρίζω
πενηνταριά	noun	περίπου πενήντα
πενηνταριάς	noun	γενική ενικού του πενηνταριά
πενηνταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηνταριά
πενηνταριού	=	πενηντάρι
πενηνταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηνταρισμένο
πενηνταρισμένε	verb	κλητική ενικού του πενηνταρισμένος
πενηνταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενηνταρισμένη
πενηνταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενηνταρισμένος
πενηνταρισμένης	verb	γενική ενικού του πενηνταρισμένη
πενηνταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πενηνταρισμένος
πενηνταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενηνταρισμένος
πενηνταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πενηνταρισμένος
πενηνταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πενηνταρισμένος
πενηνταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πενηνταρισμένος
πενηνταριών	=	πενηντάρι
πενθήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθήμερο
πενθήμερε	adj	κλητική ενικού του πενθήμερος
πενθήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθήμερη
πενθήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενθήμερος
πενθήμερης	adj	γενική ενικού του πενθήμερη
πενθήμερο	noun	διάρκεια πέντε ημερών, όπως στην εβδομάδα εργάσιμων ημερών
πενθήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενθήμερος
πενθήμερος	adj	διάρκειας πέντε ημερών
πενθήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πενθήμερος
πενθήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενθήμερος
πενθήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πενθήμερος
πενθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσαν	=	πενθώ
πενθήσανε	=	πενθώ
πενθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πενθώ
πενθίμως	adv	άλλη μορφή του πένθιμα
πενθεί	=	πενθώ
πενθείς	=	πενθώ
πενθείτε	=	πενθώ
πενθερά	=	πεθερά
πενθερικά	noun	πεθερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθερικό
πενθερικέ	adj	κλητική ενικού του πενθερικός
πενθερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθερική
πενθερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενθερικός
πενθερικής	adj	γενική ενικού του πενθερική
πενθερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενθερικός
πενθερικού	adj	γενική ενικού του πενθερικός
πενθερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενθερικός
πενθερικό	adj	αιτιατική ενικού του πενθερικός
πενθερικών	adj	γενική πληθυντικού του πενθερικός
πενθερός	=	πεθερός
πενθημέρου	=	πενθήμερο
πενθημέρων	=	πενθήμερο
πενθημερία	noun	εργασία πέντε ημερών ή αμοιβή για τέτοια εργασία
πενθημερίας	noun	γενική ενικού του πενθημερία
πενθημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθημερία
πενθημεριών	noun	γενική πληθυντικού του πενθημερία
πενθημιμερές	=	πενθημιμερής
πενθημιμερή	=	πενθημιμερής
πενθημιμερής	adj	που αποτελείται από πέντε ημίσεα μέρη (ή από δυόμισι ολόκληρα)
πενθημιμερείς	=	πενθημιμερής
πενθημιμερούς	=	πενθημιμερής
πενθημιμερών	=	πενθημιμερής
πενθηφορήσαμε	=	πενθηφορώ
πενθηφορήσαν	=	πενθηφορώ
πενθηφορήσανε	=	πενθηφορώ
πενθηφορήσατε	=	πενθηφορώ
πενθηφορήσει	=	πενθηφορώ
πενθηφορήστε	=	πενθηφορώ
πενθηφορεί	=	πενθηφορώ
πενθηφορείς	=	πενθηφορώ
πενθηφορείτε	=	πενθηφορώ
πενθηφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθηφορεμένο
πενθηφορεμένε	verb	κλητική ενικού του πενθηφορεμένος
πενθηφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενθηφορεμένη
πενθηφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενθηφορεμένος
πενθηφορεμένης	verb	γενική ενικού του πενθηφορεμένη
πενθηφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πενθηφορεμένος
πενθηφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενθηφορεμένος
πενθηφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πενθηφορεμένος
πενθηφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πενθηφορεμένος
πενθηφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πενθηφορεμένος
πενθηφορούμε	=	πενθηφορώ
πενθηφορούν	=	πενθηφορώ
πενθηφορούνε	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσα	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσαμε	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσαν	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσανε	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσατε	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσε	=	πενθηφορώ
πενθηφορούσες	=	πενθηφορώ
πενθηφορώ	verb|formal	άλλη μορφή του πενθοφορώ
πενθηφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πενθηφορώ
πενθηφορῶ	verb	πενθηφορώ, πενθοφορώ
πενθηφόρει	=	πενθηφορώ
πενθηφόρησα	=	πενθηφορώ
πενθηφόρησαν	=	πενθηφορώ
πενθηφόρησε	=	πενθηφορώ
πενθηφόρησες	=	πενθηφορώ
πενθοφορήσαμε	=	πενθοφορώ
πενθοφορήσαν	=	πενθοφορώ
πενθοφορήσανε	=	πενθοφορώ
πενθοφορήσατε	=	πενθοφορώ
πενθοφορήσει	=	πενθοφορώ
πενθοφορήστε	=	πενθοφορώ
πενθοφορεί	=	πενθοφορώ
πενθοφορείς	=	πενθοφορώ
πενθοφορείτε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούμε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούν	=	πενθοφορώ
πενθοφορούνε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσα	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσαμε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσαν	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσανε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσατε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσε	=	πενθοφορώ
πενθοφορούσες	=	πενθοφορώ
πενθοφορώ	verb	φορώ πένθιμα ρούχα ή άλλες ενδείξεις δηλωτικές πένθους (π.χ. μαύρο περιβραχιόνιο)
πενθοφορώντας	=	πενθοφορώ
πενθοφόρει	=	πενθοφορώ
πενθοφόρησα	=	πενθοφορώ
πενθοφόρησαν	=	πενθοφορώ
πενθοφόρησε	=	πενθοφορώ
πενθοφόρησες	=	πενθοφορώ
πενθούμε	=	πενθώ
πενθούν	=	πενθώ
πενθούνε	=	πενθώ
πενθούσα	=	πενθώ
πενθούσαμε	=	πενθώ
πενθούσαν	=	πενθώ
πενθούσανε	=	πενθώ
πενθούσατε	=	πενθώ
πενθούσε	=	πενθώ
πενθούσες	=	πενθώ
πενθώ	verb	διάγω περίοδο πένθους, μεγάλης οδύνης για τον θάνατο αγαπημένου
πενθών	=	πένθος
πενθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πενθώ
πενιά	noun	μια σειρά από χτυπήματα των χορδών του μπουζουκιού με την πένα που παράγει μια μουσική φράση
πενιάς	noun	γενική ενικού του πενιά
πενιέ	adj	νήμα υψηλής ποιότητας, που έχει υποστεί κατεργασία «χτενίσματος» σε ειδική μηχανή (peigné, στα γαλλικά)
πενιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενιά
πενικίλια	=	πενικίλιο
πενικίλιο	noun	γένος μύκητα με πάνω από 700 είδη.
πενικίλιου	=	πενικίλιο
πενικίλιων	=	πενικίλιο
πενικίλλια	=	πενικίλλιο
πενικίλλιο	noun	άλλη γραφή του πενικίλιο
πενικίλλιου	=	πενικίλλιο
πενικίλλιων	=	πενικίλλιο
πενικιλίνες	=	πενικιλίνη
πενικιλίνη	noun	είδος αντιμικροβιακού φαρμάκου, υπαγόμενο στις β-λακτάμες, αποτελώντας ιδιαίτερη ομάδα, αυτή των πενικιλλινών.
πενικιλίνης	=	πενικιλίνη
πενικιλίου	=	πενικίλιο
πενικιλίων	=	πενικίλιο
πενικιλινών	=	πενικιλίνη
πενικιλλίου	=	πενικίλλιο
πενικιλλίων	=	πενικίλλιο
πενιουάρ	noun	ύφασμα που τοποθετούν οι γυναίκες στους ώμους κατά το χτένισμα
πενιχρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πενιχρό) του πενιχρός	adv	με πενιχρό τρόπο
πενιχρέ	adj	κλητική ενικού του πενιχρός
πενιχρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενιχρή
πενιχρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενιχρός
πενιχρής	adj	γενική ενικού του πενιχρή
πενιχροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενιχρός
πενιχροτήτων	=	πενιχρότητα
πενιχρού	adj	γενική ενικού του πενιχρός
πενιχρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενιχρός
πενιχρό	adj	αιτιατική ενικού του πενιχρός
πενιχρός	adj	που δεν επαρκεί, δεν ικανοποιεί
πενιχρότατος	=	πενιχρός
πενιχρότερος	=	πενιχρός
πενιχρότητα	noun|archaic	η ιδιότητα του πενιχρού
πενιχρότητας	noun	γενική ενικού του πενιχρότητα
πενιχρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενιχρότητα
πενιχρών	adj	γενική πληθυντικού του πενιχρός
πενιχρώς	adv|dated	πενιχρά
πενιών	noun	γενική πληθυντικού του πενία
πεννών	=	πέννα
πενουάρ	noun	άλλη μορφή του πενιουάρ
πενσών	noun	γενική πληθυντικού του πένσα
πεντάγλωσσα	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσε	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσες	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσση	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσης	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσο	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσοι	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσος	adj	που έχει γραφτεί σε πέντε γλώσσες
πεντάγλωσσου	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσους	=	πεντάγλωσσος
πεντάγλωσσων	=	πεντάγλωσσος
πεντάγραμμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάγραμμο
πεντάγραμμο	noun	σύνολο πέντε παραλλήλων γραμμών (και πέντε ίσων κενών ανάμεσά τους) που χρησιμοποιείται στη γραφή της μουσικής
πεντάγραμμου	noun	γενική ενικού του πεντάγραμμο
πεντάγραμμων	noun	γενική πληθυντικού του πεντάγραμμο
πεντάγωνα	=	πεντάγωνο
πεντάγωνε	=	πεντάγωνος
πεντάγωνες	=	πεντάγωνος
πεντάγωνη	=	πεντάγωνος
πεντάγωνης	=	πεντάγωνος
πεντάγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα που έχει πέντε πλευρές και πέντε γωνίες
πεντάγωνοι	=	πεντάγωνος
πεντάγωνος	adj	που έχει πέντε γωνίες
πεντάγωνου	=	πεντάγωνο
πεντάγωνους	=	πεντάγωνος
πεντάγωνων	=	πεντάγωνος
πεντάδα	noun	ένα σύνολο από πέντε στοιχεία (αντικείμενα, άτομα, κ.λπ.)
πεντάδας	=	πεντάδα
πεντάδες	=	πεντάδα
πεντάδιπλα	adv	με πέντε διπλώματα, διπλώνοντας κάτι πέντε φορές
πεντάδιπλε	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλες	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλη	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλης	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλο	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλοι	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλος	adj	που έχει διπλωθεί πέντε φορές
πεντάδιπλου	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλους	=	πεντάδιπλος
πεντάδιπλων	=	πεντάδιπλος
πεντάδραχμα	=	πεντάδραχμο
πεντάδραχμε	=	πεντάδραχμος
πεντάδραχμες	=	πεντάδραχμος
πεντάδραχμη	=	πεντάδραχμος
πεντάδραχμης	=	πεντάδραχμος
πεντάδραχμο	noun	νόμισμα πέντε δραχμών
πεντάδραχμοι	=	πεντάδραχμος
πεντάδραχμος	adj	που έχει αξία πέντε δραχμών
πεντάδραχμου	=	πεντάδραχμο
πεντάδραχμους	=	πεντάδραχμος
πεντάδραχμων	=	πεντάδραχμο
πεντάδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεντάδυμος
πεντάδυμε	=	πεντάδυμος
πεντάδυμες	=	πεντάδυμος
πεντάδυμη	=	πεντάδυμος
πεντάδυμης	=	πεντάδυμος
πεντάδυμο	=	πεντάδυμος
πεντάδυμοι	=	πεντάδυμος
πεντάδυμος	noun	ένα από τα πεντάδυμα αδέλφια	adj	που έχει γεννηθεί με άλλα πέντε αδέλφια από την ίδια εγκυμοσύνη
πεντάδυμου	=	πεντάδυμος
πεντάδυμους	=	πεντάδυμος
πεντάδυμων	=	πεντάδυμος
πεντάδων	=	πεντάδα
πεντάεδρα	=	πεντάεδρος
πεντάεδρε	=	πεντάεδρος
πεντάεδρες	=	πεντάεδρος
πεντάεδρη	=	πεντάεδρος
πεντάεδρης	=	πεντάεδρος
πεντάεδρο	noun	στερεό που έχει πέντε έδρες
πεντάεδροι	=	πεντάεδρος
πεντάεδρος	adj	που έχει πέντε έδρες
πεντάεδρου	=	πεντάεδρος
πεντάεδρους	=	πεντάεδρος
πεντάεδρων	=	πεντάεδρος
πεντάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάευρο
πεντάευρο	noun	πέντε ευρώ
πεντάευρου	noun	γενική ενικού του πεντάευρο
πεντάευρων	noun	γενική πληθυντικού του πεντάευρο
πεντάθλου	=	πένταθλο
πεντάθλων	=	πένταθλο
πεντάκιλα	=	πεντάκιλος
πεντάκιλε	=	πεντάκιλος
πεντάκιλες	=	πεντάκιλος
πεντάκιλη	=	πεντάκιλος
πεντάκιλης	=	πεντάκιλος
πεντάκιλο	=	πεντάκιλος
πεντάκιλοι	=	πεντάκιλος
πεντάκιλος	adj	που ζυγίζει πέντε κιλά
πεντάκιλου	=	πεντάκιλος
πεντάκιλους	=	πεντάκιλος
πεντάκιλων	=	πεντάκιλος
πεντάκις	adv	πέντε φορές
πεντάκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάκλιτο
πεντάκλιτε	adj	κλητική ενικού του πεντάκλιτος
πεντάκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάκλιτη
πεντάκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντάκλιτος
πεντάκλιτης	adj	γενική ενικού του πεντάκλιτη
πεντάκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του πεντάκλιτος
πεντάκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντάκλιτος
πεντάκλιτος	adj	που έχει πέντε κλίτη
πεντάκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεντάκλιτος
πεντάκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντάκλιτος
πεντάκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεντάκλιτος
πεντάκλωνος	adj|rare	που έχει πέντε κλώνους (για φυτό)
πεντάκλωστος	adj|rare	που αποτελείται από πέντε κλωστές
πεντάκριβα	=	πεντάκριβος
πεντάκριβε	=	πεντάκριβος
πεντάκριβες	=	πεντάκριβος
πεντάκριβη	=	πεντάκριβος
πεντάκριβης	=	πεντάκριβος
πεντάκριβο	=	πεντάκριβος
πεντάκριβοι	=	πεντάκριβος
πεντάκριβος	adj	πάρα πολύ ακριβός
πεντάκριβου	=	πεντάκριβος
πεντάκριβους	=	πεντάκριβος
πεντάκριβων	=	πεντάκριβος
πεντάλ	noun	ποδοκίνητος μοχλός που προκαλεί κίνηση
πεντάλεπτα	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτε	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτες	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτη	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτης	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτο	noun	διάρκεια πέντε λεπτών της ώρας
πεντάλεπτοι	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτος	adj	που διαρκεί πέντε λεπτά της ώρας
πεντάλεπτου	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτους	=	πεντάλεπτος
πεντάλεπτων	=	πεντάλεπτος
πεντάλι	noun	άλλη μορφή του πετάλι
πεντάλια	=	πεντάλι
πεντάλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάλιτρο
πεντάμετρα	=	πεντάμετρος
πεντάμετρε	=	πεντάμετρος
πεντάμετρες	=	πεντάμετρος
πεντάμετρη	=	πεντάμετρος
πεντάμετρης	=	πεντάμετρος
πεντάμετρο	=	πεντάμετρος
πεντάμετροι	=	πεντάμετρος
πεντάμετρος	adj	που έχει μήκος πέντε μέτρα
πεντάμετρου	=	πεντάμετρος
πεντάμετρους	=	πεντάμετρος
πεντάμετρων	=	πεντάμετρος
πεντάμηνα	=	πεντάμηνος
πεντάμηνε	=	πεντάμηνος
πεντάμηνες	=	πεντάμηνος
πεντάμηνη	=	πεντάμηνος
πεντάμηνης	=	πεντάμηνος
πεντάμηνο	noun	διάρκεια πέντε μηνών
πεντάμηνοι	=	πεντάμηνος
πεντάμηνος	adj	που διαρκεί πέντε μήνες
πεντάμηνου	=	πεντάμηνος
πεντάμηνους	=	πεντάμηνος
πεντάμηνων	=	πεντάμηνος
πεντάμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάμορφο
πεντάμορφε	adj	κλητική ενικού του πεντάμορφος
πεντάμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάμορφη
πεντάμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντάμορφος
πεντάμορφης	adj	γενική ενικού του πεντάμορφη
πεντάμορφο	adj	αιτιατική ενικού του πεντάμορφος
πεντάμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντάμορφος
πεντάμορφος	adj	πολύ όμορφος
πεντάμορφου	adj	γενική ενικού του πεντάμορφος
πεντάμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντάμορφος
πεντάμορφων	adj	γενική πληθυντικού του πεντάμορφος
πεντάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάνιο
πεντάνιο	noun	οργανική χημική ένωση (μοριακός τύπος C₅H₁₂), άκυκλος κορεσμένος υδρογονάνθρακας (αλκάνιο), που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό, σε λιπαντικά κ.λπ., ενώ αποτελεί και ένα από τα συστατικά της βενζίνης
πεντάνιον	noun	πεντάνιο
πεντάνιου	=	πεντάνιο
πεντάξενα	=	πεντάξενος
πεντάξενε	=	πεντάξενος
πεντάξενες	=	πεντάξενος
πεντάξενη	=	πεντάξενος
πεντάξενης	=	πεντάξενος
πεντάξενο	=	πεντάξενος
πεντάξενοι	=	πεντάξενος
πεντάξενος	adj|literary	που είναι εντελώς ξένος ή άγνωστος
πεντάξενου	=	πεντάξενος
πεντάξενους	=	πεντάξενος
πεντάξενων	=	πεντάξενος
πεντάπλευρα	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρε	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρες	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρη	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρης	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρο	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευροι	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρος	adj	που έχει πέντε πλευρές
πεντάπλευρου	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρους	=	πεντάπλευρος
πεντάπλευρων	=	πεντάπλευρος
πεντάπορα	=	πεντάπορος
πεντάπορε	=	πεντάπορος
πεντάπορες	=	πεντάπορος
πεντάπορη	=	πεντάπορος
πεντάπορης	=	πεντάπορος
πεντάπορο	=	πεντάπορος
πεντάποροι	=	πεντάπορος
πεντάπορος	adj|formal	που έχει πέντε περάσματα / διόδους
πεντάπορου	=	πεντάπορος
πεντάπορους	=	πεντάπορος
πεντάπορων	=	πεντάπορος
πεντάπρακτα	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτε	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτες	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτη	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτης	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτο	noun	θεατρικό έργο που αναπτύσσεται σε πέντε πράξεις
πεντάπρακτοι	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτος	adj	που αναπτύσσεται σε πέντε πράξεις
πεντάπρακτου	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτους	=	πεντάπρακτος
πεντάπρακτων	=	πεντάπρακτος
πεντάπυλα	=	πεντάπυλος
πεντάπυλε	=	πεντάπυλος
πεντάπυλες	=	πεντάπυλος
πεντάπυλη	=	πεντάπυλος
πεντάπυλης	=	πεντάπυλος
πεντάπυλο	=	πεντάπυλος
πεντάπυλοι	=	πεντάπυλος
πεντάπυλος	adj	που έχει πέντε πύλες
πεντάπυλου	=	πεντάπυλος
πεντάπυλους	=	πεντάπυλος
πεντάπυλων	=	πεντάπυλος
πεντάρα	noun	παλαιότερο νόμισμα πέντε λεπτών
πεντάρας	noun	γενική ενικού του πεντάρα
πεντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάρα
πεντάρι	noun	το ψηφίο πέντε
πεντάρια	=	πεντάρι
πεντάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάρικο
πεντάρικε	adj	κλητική ενικού του πεντάρικος
πεντάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάρικη
πεντάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντάρικος
πεντάρικης	adj	γενική ενικού του πεντάρικη
πεντάρικο	adj	αιτιατική ενικού του πεντάρικος
πεντάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντάρικος
πεντάρικος	adj	που έχει σχέση με πεντάρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
πεντάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεντάρικος
πεντάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντάρικος
πεντάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεντάρικος
πεντάρφανα	=	πεντάρφανος
πεντάρφανε	=	πεντάρφανος
πεντάρφανες	=	πεντάρφανος
πεντάρφανη	=	πεντάρφανος
πεντάρφανης	=	πεντάρφανος
πεντάρφανο	=	πεντάρφανος
πεντάρφανοι	=	πεντάρφανος
πεντάρφανος	adj	που είναι ορφανός και από πατέρα και από μητέρα
πεντάρφανου	=	πεντάρφανος
πεντάρφανους	=	πεντάρφανος
πεντάρφανων	=	πεντάρφανος
πεντάς	noun|formal	άλλη μορφή του πεντάδα
πεντάσημα	=	πεντάσημος
πεντάσημε	=	πεντάσημος
πεντάσημες	=	πεντάσημος
πεντάσημη	=	πεντάσημος
πεντάσημης	=	πεντάσημος
πεντάσημο	=	πεντάσημος
πεντάσημοι	=	πεντάσημος
πεντάσημος	adj	που αναπτύσσεται σε πέντε χρόνους
πεντάσημου	=	πεντάσημος
πεντάσημους	=	πεντάσημος
πεντάσημων	=	πεντάσημος
πεντάσταυρο	noun	κόσμημα με πέντε σταυρούς
πεντάστιχα	=	πεντάστιχος
πεντάστιχε	=	πεντάστιχος
πεντάστιχες	=	πεντάστιχος
πεντάστιχη	=	πεντάστιχος
πεντάστιχης	=	πεντάστιχος
πεντάστιχο	=	πεντάστιχος
πεντάστιχοι	=	πεντάστιχος
πεντάστιχος	adj	που αποτελείται από πέντε στίχους
πεντάστιχου	=	πεντάστιχος
πεντάστιχους	=	πεντάστιχος
πεντάστιχων	=	πεντάστιχος
πεντάτευχε	=	πεντάτευχος
πεντάτευχο	=	πεντάτευχος
πεντάτευχοι	=	πεντάτευχος
πεντάτευχος	adj	Που αποτελείται από πέντε τεύχη, τόμους.
πεντάτευχου	=	πεντάτευχος
πεντάτομα	=	πεντάτομος
πεντάτομε	=	πεντάτομος
πεντάτομες	=	πεντάτομος
πεντάτομη	=	πεντάτομος
πεντάτομης	=	πεντάτομος
πεντάτομο	=	πεντάτομος
πεντάτομοι	=	πεντάτομος
πεντάτομος	adj	που αποτελείται από πέντε τόμους
πεντάτομου	=	πεντάτομος
πεντάτομους	=	πεντάτομος
πεντάτομων	=	πεντάτομος
πεντάτρουλα	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλε	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλες	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλη	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλης	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλο	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλοι	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλος	adj	που έχει πέντε τρούλους
πεντάτρουλου	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλους	=	πεντάτρουλος
πεντάτρουλων	=	πεντάτρουλος
πεντάφυλλα	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλε	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλες	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλη	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλης	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλο	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλοι	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλος	adj	που αποτελείται ή καταλαμβάνει πέντε φύλλα
πεντάφυλλου	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλους	=	πεντάφυλλος
πεντάφυλλων	=	πεντάφυλλος
πεντάφωνα	=	πεντάφωνος
πεντάφωνε	=	πεντάφωνος
πεντάφωνες	=	πεντάφωνος
πεντάφωνη	=	πεντάφωνος
πεντάφωνης	=	πεντάφωνος
πεντάφωνο	=	πεντάφωνος
πεντάφωνοι	=	πεντάφωνος
πεντάφωνος	adj	που αποτελείται από πέντε φωνές
πεντάφωνου	=	πεντάφωνος
πεντάφωνους	=	πεντάφωνος
πεντάφωνων	=	πεντάφωνος
πεντάφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάφωτο
πεντάφωτε	adj	κλητική ενικού του πεντάφωτος
πεντάφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάφωτη
πεντάφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντάφωτος
πεντάφωτης	adj	γενική ενικού του πεντάφωτη
πεντάφωτο	adj	αιτιατική ενικού του πεντάφωτος
πεντάφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντάφωτος
πεντάφωτος	adj	που έχει πέντε φώτα, λάμπες ή κεριά
πεντάφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεντάφωτος
πεντάφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντάφωτος
πεντάφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεντάφωτος
πεντάχορδα	=	πεντάχορδος
πεντάχορδε	=	πεντάχορδος
πεντάχορδες	=	πεντάχορδος
πεντάχορδη	=	πεντάχορδος
πεντάχορδης	=	πεντάχορδος
πεντάχορδο	=	πεντάχορδος
πεντάχορδοι	=	πεντάχορδος
πεντάχορδος	adj	που έχει πέντε χορδές
πεντάχορδου	=	πεντάχορδος
πεντάχορδους	=	πεντάχορδος
πεντάχορδων	=	πεντάχορδος
πεντάχρονα	=	πεντάχρονος
πεντάχρονε	=	πεντάχρονος
πεντάχρονες	=	πεντάχρονος
πεντάχρονη	=	πεντάχρονος
πεντάχρονης	=	πεντάχρονος
πεντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πεντάχρονος
πεντάχρονοι	=	πεντάχρονος
πεντάχρονος	adj	που διαρκεί πέντε χρόνια
πεντάχρονου	adj	γενική ενικού του πεντάχρονος
πεντάχρονους	=	πεντάχρονος
πεντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού του πεντάχρονος
πεντάχρωμα	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμε	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμες	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμη	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμης	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμο	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμοι	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμος	adj	που αποτελείται από πέντε χρώματα
πεντάχρωμου	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμους	=	πεντάχρωμος
πεντάχρωμων	=	πεντάχρωμος
πεντάωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντάωρο
πεντάωρε	=	πεντάωρος
πεντάωρες	=	πεντάωρος
πεντάωρη	=	πεντάωρος
πεντάωρης	=	πεντάωρος
πεντάωρο	noun	διάρκεια πέντε ωρών	adj	αιτιατική ενικού του πεντάωρος
πεντάωροι	=	πεντάωρος
πεντάωρος	adj	που διαρκεί πέντε ώρες
πεντάωρου	noun	γενική ενικού του πεντάωρο
πεντάωρους	=	πεντάωρος
πεντάωρων	noun	γενική πληθυντικού του πεντάωρο
πεντέμισι	num	πέντε και μισό
πεντένια	=	πεντένιο
πεντένιο	noun	όνομα όλων των αλκενίων με γενικό χημικό τύπο C₅H₁₀
πεντένιου	=	πεντένιο
πεντήκοντα	=	πενήντα
πενταέδρου	=	πεντάεδρο
πενταέδρων	=	πεντάεδρο
πενταήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταήμερο
πενταήμερε	adj	κλητική ενικού του πενταήμερος
πενταήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταήμερη
πενταήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενταήμερος
πενταήμερης	adj	γενική ενικού του πενταήμερη
πενταήμερο	adj	αιτιατική ενικού του πενταήμερος
πενταήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενταήμερος
πενταήμερος	adj	άλλη μορφή του πενθήμερος
πενταήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πενταήμερος
πενταήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενταήμερος
πενταήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πενταήμερος
πενταβρομιούχα	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχας	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχε	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχες	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχο	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχοι	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχος	adj	που περιλαμβάνει στο μόριό της πέντε άτομα βρομίου
πενταβρομιούχου	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχους	=	πενταβρομιούχος
πενταβρομιούχων	=	πενταβρομιούχος
πενταβρωμιούχα	=	πενταβρωμιούχος
πενταβρωμιούχε	=	πενταβρωμιούχος
πενταβρωμιούχο	=	πενταβρωμιούχος
πενταβρωμιούχοι	=	πενταβρωμιούχος
πενταβρωμιούχος	adj	άλλη γραφή του πενταβρομιούχος
πενταβρωμιούχου	=	πενταβρωμιούχος
πενταβρωμιούχους	=	πενταβρωμιούχος
πενταβρωμιούχων	=	πενταβρωμιούχος
πενταγράμμου	=	πεντάγραμμο
πενταγράμμων	noun	γενική πληθυντικού του πεντάγραμμο
πενταγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταγωνικό
πενταγωνικέ	adj	κλητική ενικού του πενταγωνικός
πενταγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταγωνική
πενταγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενταγωνικός
πενταγωνικής	adj	γενική ενικού του πενταγωνική
πενταγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενταγωνικός
πενταγωνικού	adj	γενική ενικού του πενταγωνικός
πενταγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενταγωνικός
πενταγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του πενταγωνικός
πενταγωνικός	adj	που έχει σχέση με πεντάγωνο, αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει τέτοιο σχήμα
πενταγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του πενταγωνικός
πενταγώνια	=	πενταγώνιος
πενταγώνιας	=	πενταγώνιος
πενταγώνιε	=	πενταγώνιος
πενταγώνιες	=	πενταγώνιος
πενταγώνιο	=	πενταγώνιος
πενταγώνιοι	=	πενταγώνιος
πενταγώνιος	adj	συνώνυμο του πενταγωνικός
πενταγώνιου	=	πενταγώνιος
πενταγώνιους	=	πενταγώνιος
πενταγώνιων	=	πενταγώνιος
πενταγώνου	=	πεντάγωνο
πενταγώνων	=	πεντάγωνο
πενταδάκτυλα	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλε	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλες	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλη	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλης	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλο	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλοι	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλος	adj	που έχει πέντε δάχτυλα
πενταδάκτυλου	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλους	=	πενταδάκτυλος
πενταδάκτυλων	=	πενταδάκτυλος
πενταδάχτυλα	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλε	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλες	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλη	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλης	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλο	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλοι	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλος	adj	που έχει πέντε δάχτυλα
πενταδάχτυλου	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλους	=	πενταδάχτυλος
πενταδάχτυλων	=	πενταδάχτυλος
πενταδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταδικό
πενταδικέ	adj	κλητική ενικού του πενταδικός
πενταδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταδική
πενταδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενταδικός
πενταδικής	adj	γενική ενικού του πενταδική
πενταδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενταδικός
πενταδικού	adj	γενική ενικού του πενταδικός
πενταδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πενταδικός
πενταδικό	adj	αιτιατική ενικού του πενταδικός
πενταδικός	adj	που βασίζεται στον αριθμό πέντε
πενταδικών	adj	γενική πληθυντικού του πενταδικός
πενταερυθρίτες	=	πενταερυθρίτης
πενταερυθρίτη	=	πενταερυθρίτης
πενταερυθρίτης	noun	άλλη μορφή του πενταρυθριτόλη
πενταερυθριτών	=	πενταερυθρίτης
πενταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πενταετής
πενταετή	=	πενταετής
πενταετής	adj	που διαρκεί πέντε χρόνια
πενταετία	noun	διάρκεια πέντε ετών
πενταετίας	noun	γενική ενικού του πενταετία
πενταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταετία
πενταετείς	=	πενταετής
πενταετηρίδα	noun	χρονικό διάστημα πέντε ετών
πενταετηρίδας	=	πενταετηρίδα
πενταετηρίδες	=	πενταετηρίδα
πενταετηρίδων	=	πενταετηρίδα
πενταετιών	noun	γενική πληθυντικού του πενταετία
πενταετούς	=	πενταετής
πενταετών	=	πενταετής
πενταετώς	adv	για πέντε έτη/χρόνια
πενταθλήτρια	noun	θηλυκό του πενταθλητής
πενταθλήτριας	=	πενταθλήτρια
πενταθλήτριες	=	πενταθλήτρια
πενταθλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταθλητής
πενταθλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πενταθλητής
πενταθλητής	noun	αθλητής του πεντάθλου
πενταθλητικά	=	πενταθλητικός
πενταθλητικέ	=	πενταθλητικός
πενταθλητικές	=	πενταθλητικός
πενταθλητική	=	πενταθλητικός
πενταθλητικής	=	πενταθλητικός
πενταθλητικοί	=	πενταθλητικός
πενταθλητικού	=	πενταθλητικός
πενταθλητικούς	=	πενταθλητικός
πενταθλητικό	=	πενταθλητικός
πενταθλητικός	adj	που έχει σχέση με τον πενταθλητή ή το πένταθλο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πενταθλητικών	=	πενταθλητικός
πενταθλητριών	=	πενταθλήτρια
πενταθλητών	noun	γενική πληθυντικού του πενταθλητής
πεντακάθαρα	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρε	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρες	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρη	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρης	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρο	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαροι	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρος	adj	πάρα πολύ καθαρός (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
πεντακάθαρου	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρους	=	πεντακάθαρος
πεντακάθαρων	=	πεντακάθαρος
πεντακάλια	=	πεντακάλιο
πεντακάλιο	noun	ομάδα πέντε ατόμων καλίου από την οποία και λαμβάνεται ως πρώτο ή δεύτερο προσδιοριστικό όνομα μια χημική ένωση
πεντακάλιου	=	πεντακάλιο
πεντακαλίου	=	πεντακάλιο
πεντακαλίων	=	πεντακάλιο
πεντακοσάευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσάευρο
πεντακοσάευρο	noun	πεντακόσια ευρώ
πεντακοσάευρου	noun	γενική ενικού του πεντακοσάευρο
πεντακοσάευρων	noun	γενική πληθυντικού του πεντακοσάευρο
πεντακοσάρα	noun	που αποτελείται από πεντακόσια ίδια στοιχεία
πεντακοσάρας	noun	γενική ενικού του πεντακοσάρα
πεντακοσάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσάρα
πεντακοσάρι	noun	χαρτονόμισμα πεντακοσίων μονάδων
πεντακοσάρια	=	πεντακοσάρι
πεντακοσάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσάρικο
πεντακοσάρικο	noun	νόμισμα (ή χαρτονόμισμα) πεντακοσίων μονάδων
πεντακοσάρικου	noun	γενική ενικού του πεντακοσάρικο
πεντακοσάρικων	noun	γενική πληθυντικού του πεντακοσάρικο
πεντακοσίαρχε	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσίαρχο	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσίαρχοι	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσίαρχος	noun	στρατιωτικός βαθμός κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821 για διοικητή πεντακοσίων ανδρών
πεντακοσίαρχου	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσίαρχους	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσίαρχων	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσαριά	noun	ποσότητα πεντακοσίων (περίπου ή ακριβώς) μονάδων
πεντακοσαριάς	noun	γενική ενικού του πεντακοσαριά
πεντακοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσαριά
πεντακοσαριού	=	πεντακοσάρι
πεντακοσαριών	=	πεντακοσάρι
πεντακοσιάρχου	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσιάρχους	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσιάρχων	=	πεντακοσίαρχος
πεντακοσιομέδιμνε	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομέδιμνο	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομέδιμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομέδιμνος	noun	Αθηναίος πολίτης ιδιοκτήτης γης που αποφέρει τουλάχιστον πεντακόσιους μεδίμνους ετησίως, μέλος της ανώτερης τάξης (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι / ιππείς, διακοσιομέδιμνοι / ζευγίτες, θήτες), όπως ορίστηκε με την σολώνια μεταρρύθμιση τον 6ο αιώνα π.Χ.
πεντακοσιομέδιμνου	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομέδιμνους	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομέδιμνων	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομεδίμνου	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομεδίμνους	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιομεδίμνων	=	πεντακοσιομέδιμνος
πεντακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσιοστή
πεντακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστής	adj	γενική ενικού του πεντακοσιοστή
πεντακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστού	adj	γενική ενικού του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του πεντακοσιοστός
πεντακοσιοστός	adj	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό πεντακόσια
πεντακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του πεντακοσιοστός
πεντακόσα	=	πεντακόσια
πεντακόσια	num	ο ακέραιος αριθμός (500) που έπεται του τετρακόσια ενενήντα εννιά (499) και προηγείται του πεντακόσια ένα (501)
πεντακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε πέντε εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 500
πεντακόσοι	adj	πεντακόσιοι
πενταλέπτου	=	πεντάλεπτο
πενταλέπτων	=	πεντάλεπτο
πενταλιού	=	πεντάλι
πενταλιών	=	πεντάλι
πενταλό	noun|rare	το θαλάσσιο ποδήλατο
πενταμήνου	=	πεντάμηνο
πενταμήνων	=	πεντάμηνο
πενταμελές	=	πενταμελής
πενταμελή	=	πενταμελής
πενταμελής	adj	που αποτελείται από πέντε μέλη
πενταμελείς	=	πενταμελής
πενταμελούς	=	πενταμελής
πενταμελών	=	πενταμελής
πενταμερές	=	πενταμερής
πενταμερή	=	πενταμερής
πενταμερής	adj	που αποτελείται από πέντε μέρη
πενταμερία	noun	άλλη μορφή του πενθημερία
πενταμερίας	=	πενταμερία
πενταμερίες	=	πενταμερία
πενταμερείς	=	πενταμερής
πενταμεριών	=	πενταμερία
πενταμερούς	=	πενταμερής
πενταμερών	=	πενταμερής
πενταμερώς	adv|formal	σε πέντε μέρη
πενταμηνία	noun	διάρκεια πέντε μηνών
πενταμηνίας	=	πενταμηνία
πενταμηνίες	=	πενταμηνία
πενταμηνιών	=	πενταμηνία
πεντανάτρια	=	πεντανάτριο
πεντανάτριο	noun	ομάδα πέντε ατόμων νατρίου από την οποία και λαμβάνεται ως πρώτο ή δεύτερο προσδιοριστικό όνομα μια χημική ένωση
πεντανάτριου	=	πεντανάτριο
πεντανίου	noun	γενική ενικού του πεντάνιο
πεντανίων	noun	γενική πληθυντικού του πεντάνιο
πεντανατρίου	=	πεντανάτριο
πεντανατρίων	=	πεντανάτριο
πεντανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντανικό
πεντανικέ	adj	κλητική ενικού του πεντανικός
πεντανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντανική
πεντανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντανικός
πεντανικής	adj	γενική ενικού του πεντανική
πεντανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντανικός
πεντανικού	adj	γενική ενικού του πεντανικός
πεντανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντανικός
πεντανικό	adj	αιτιατική ενικού του πεντανικός
πεντανικός	adj	που έχει σχέση με το πεντάνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
πεντανικών	adj	γενική πληθυντικού του πεντανικός
πεντανόστιμα	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμε	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμες	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμη	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμης	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμο	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμοι	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμος	adj	αυτός που είναι πολύ νόστιμος
πεντανόστιμου	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμους	=	πεντανόστιμος
πεντανόστιμων	=	πεντανόστιμος
πενταπέταλα	=	πενταπέταλος
πενταπέταλε	=	πενταπέταλος
πενταπέταλες	=	πενταπέταλος
πενταπέταλη	=	πενταπέταλος
πενταπέταλης	=	πενταπέταλος
πενταπέταλο	=	πενταπέταλος
πενταπέταλοι	=	πενταπέταλος
πενταπέταλος	adj	που έχει πέντε πέταλα, που αποτελείται από πέντε πέταλα
πενταπέταλου	=	πενταπέταλος
πενταπέταλους	=	πενταπέταλος
πενταπέταλων	=	πενταπέταλος
πενταπλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταπλό	adv	πέντε φορές ή με πέντε διαφορετικούς τρόπους ή για πέντε διαφορετικούς λόγους
πενταπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενταπλάσιος	adv	πέντε φορές περισσότερο
πενταπλάσιας	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιε	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιες	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιο	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιοι	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιος	adj	που είναι πέντε φορές μεγαλύτερος
πενταπλάσιου	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιους	=	πενταπλάσιος
πενταπλάσιων	=	πενταπλάσιος
πενταπλέ	adj	κλητική ενικού του πενταπλός
πενταπλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταπλή
πενταπλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενταπλός
πενταπλής	adj	γενική ενικού του πενταπλή
πενταπλασίαζα	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίαζαν	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίαζε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίαζες	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίασα	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίασαν	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίασε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασίασες	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζαμε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζαν	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζανε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζατε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζει	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζεις	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζετε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζοντας	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζουμε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζουν	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζουνε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάζω	verb	πολλαπλασιάζω επί πέντε
πενταπλασιάσαμε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάσαν	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάσανε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάσατε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάσει	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιάστε	=	πενταπλασιάζω
πενταπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του πενταπλασιασμός
πενταπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταπλασιασμένο
πενταπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταπλασιασμένη
πενταπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του πενταπλασιασμένη
πενταπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πενταπλασιασμένος
πενταπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενταπλασιασμός
πενταπλασιασμού	noun	γενική ενικού του πενταπλασιασμός
πενταπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πενταπλασιασμός
πενταπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του πενταπλασιασμός
πενταπλασιασμός	noun	πολλαπλασιασμός μιας ποσότητας επί πέντε
πενταπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του πενταπλασιασμός
πενταπλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πενταπλός
πενταπλού	adj	γενική ενικού του πενταπλός
πενταπλούν	=	πενταπλός
πενταπλούς	=	πενταπλός
πενταπλοῦς	=	πενταπλός
πενταπλό	adj	αιτιατική ενικού του πενταπλός
πενταπλός	adj	που αποτελείται από πέντε όμοια τμήματα ή φάσεις
πενταπλών	adj	γενική πληθυντικού του πενταπλός
πενταποστάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πενταπόσταγμα
πενταποστάγματος	noun	γενική ενικού του πενταπόσταγμα
πενταποσταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πενταπόσταγμα
πενταπόσταγμα	noun	η απόσταξη που γίνεται πέντε φορές
πενταράκι	noun	υποκοριστικό του πεντάρι
πενταράκια	=	πενταράκι
πενταριού	=	πεντάρι
πενταριών	=	πεντάρι
πενταροδεκάρες	noun	ελάχιστο χρηματικό ποσό
πενταροδεκάρων	=	πενταροδεκάρες
πενταρυθριτολών	=	πενταρυθριτόλη
πενταρυθριτόλες	=	πενταρυθριτόλη
πενταρυθριτόλη	noun	τετρασθενής αλκοόλη με κρυσταλλική μορφή, που χρησιμοποιείται κυρίως ως πρόδρομη χημική ένωση για ρητίνες, πλαστικοποιητές και εκρηκτικά, χάρη στην υψηλή του σταθερότητα και δυνατότητα πολυλειτουργικών χημικών δεσμών
πενταρυθριτόλης	=	πενταρυθριτόλη
πενταρχία	noun|dated	η εξουσία (αρχή) πέντε αρχόντων μαζί
πενταρχίας	=	πενταρχία
πενταρχίες	=	πενταρχία
πενταρχιών	=	πενταρχία
πεντασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντασέλιδο
πεντασέλιδε	adj	κλητική ενικού του πεντασέλιδος
πεντασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντασέλιδη
πεντασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντασέλιδος
πεντασέλιδης	adj	γενική ενικού του πεντασέλιδη
πεντασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του πεντασέλιδος
πεντασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντασέλιδος
πεντασέλιδος	adj	που έχει πέντε σελίδες
πεντασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεντασέλιδος
πεντασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντασέλιδος
πεντασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεντασέλιδος
πεντασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντασύλλαβο
πεντασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του πεντασύλλαβος
πεντασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντασύλλαβη
πεντασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντασύλλαβος
πεντασύλλαβης	adj	γενική ενικού του πεντασύλλαβη
πεντασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του πεντασύλλαβος
πεντασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντασύλλαβος
πεντασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεντασύλλαβος
πεντασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντασύλλαβος
πεντασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεντασύλλαβος
πεντατεύχου	=	πεντάτευχος
πεντατεύχους	=	πεντάτευχος
πεντατεύχων	=	πεντάτευχος
πενταφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με πέντε φωνές
πενταφωνίας	noun	γενική ενικού του πενταφωνία
πενταφωνίες	=	πενταφωνία
πενταφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του πενταφωνία
πενταχρωμία	noun	η ιδιότητα του να αποτελείται κάτι από πέντε χρώματα
πενταχρωμίας	=	πενταχρωμία
πενταχρωμίες	=	πενταχρωμία
πενταχρωμιών	=	πενταχρωμία
πενταψήφια	=	πενταψήφιος
πενταψήφιας	=	πενταψήφιος
πενταψήφιε	=	πενταψήφιος
πενταψήφιες	=	πενταψήφιος
πενταψήφιο	=	πενταψήφιος
πενταψήφιοι	=	πενταψήφιος
πενταψήφιος	adj	που αποτελείται από πέντε ψηφία, πέντε αριθμούς
πενταψήφιου	=	πενταψήφιος
πενταψήφιους	=	πενταψήφιος
πενταψήφιων	=	πενταψήφιος
πεντελίσια	=	πεντελίσιος
πεντελίσιας	=	πεντελίσιος
πεντελίσιε	=	πεντελίσιος
πεντελίσιες	=	πεντελίσιος
πεντελίσιο	=	πεντελίσιος
πεντελίσιοι	=	πεντελίσιος
πεντελίσιος	adj	που έχει σχέση με την Πεντέλη ή αναφέρεται σ’ αυτή
πεντελίσιου	=	πεντελίσιος
πεντελίσιους	=	πεντελίσιος
πεντελίσιων	=	πεντελίσιος
πεντελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντελικό
πεντελικέ	adj	κλητική ενικού του πεντελικός
πεντελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντελική
πεντελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντελικός
πεντελικής	adj	γενική ενικού του πεντελική
πεντελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντελικός
πεντελικού	adj	γενική ενικού του πεντελικός
πεντελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντελικός
πεντελικό	adj	αιτιατική ενικού του πεντελικός
πεντελικός	adj	που έχει σχέση με την Πεντέλη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πεντελικών	adj	γενική πληθυντικού του πεντελικός
πεντελιωτών	=	πεντελιώτης
πεντελιώτες	=	πεντελιώτης
πεντελιώτη	=	πεντελιώτης
πεντελιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από την Πεντέλη
πεντελιώτικα	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικε	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικες	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικη	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικης	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικο	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικοι	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικος	adj	ο σχετικός με την Πεντέλη ή τους κατοίκους της
πεντελιώτικου	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικους	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτικων	=	πεντελιώτικος
πεντελιώτισσα	=	πεντελιώτης
πεντενίου	=	πεντένιο
πεντενίων	=	πεντένιο
πεντζέχρι	noun|dated	σβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά
πεντζέχρια	=	πεντζέχρι
πεντζεχριού	=	πεντζέχρι
πεντζεχριών	=	πεντζέχρι
πεντηκονθήμερα	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερε	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερες	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερη	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερης	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερο	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμεροι	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερος	adj	που διαρκεί πενήντα μέρες
πεντηκονθήμερου	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερους	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκονθήμερων	=	πεντηκονθήμερος
πεντηκοντάδα	noun	η πενηντάδα
πεντηκοντάδας	=	πεντηκοντάδα
πεντηκοντάδες	=	πεντηκοντάδα
πεντηκοντάδραχμα	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμε	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμες	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμη	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμης	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμο	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμοι	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμος	adj|dated	που έχει αξία ίση με πενήντα δραχμές
πεντηκοντάδραχμου	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμους	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδραχμων	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκοντάδων	=	πεντηκοντάδα
πεντηκοντάλεπτα	=	πεντηκοντάλεπτο
πεντηκοντάλεπτο	noun|dated	κέρμα αξίας πενήντα λεπτών
πεντηκοντάλεπτου	=	πεντηκοντάλεπτο
πεντηκονταδράχμου	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκονταδράχμων	=	πεντηκοντάδραχμος
πεντηκονταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πεντηκονταετής
πεντηκονταετή	=	πεντηκονταετής
πεντηκονταετής	adj	που διαρκεί πενήντα χρόνια	noun	που έχει ηλικία πενήντα ετών
πεντηκονταετία	noun	διάρκεια πενήντα ετών
πεντηκονταετίας	noun	γενική ενικού του πεντηκονταετία
πεντηκονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντηκονταετία
πεντηκονταετείς	=	πεντηκονταετής
πεντηκονταετηρίδα	noun	διάρκεια πενήντα ετών
πεντηκονταετηρίδας	=	πεντηκονταετηρίδα
πεντηκονταετηρίδες	=	πεντηκονταετηρίδα
πεντηκονταετηρίδων	=	πεντηκονταετηρίδα
πεντηκονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του πεντηκονταετία
πεντηκονταετούς	=	πεντηκονταετής
πεντηκονταετών	=	πεντηκονταετής
πεντηκονταλέπτου	=	πεντηκοντάλεπτο
πεντηκονταλέπτων	=	πεντηκοντάλεπτο
πεντηκοντούτη	=	πεντηκοντούτης
πεντηκοντούτηδες	=	πεντηκοντούτης
πεντηκοντούτηδων	=	πεντηκοντούτης
πεντηκοντούτης	noun|formal	αυτός που έχει ηλικία πενήντα ετών
πεντηκοντούτις	noun|archaic	αυτή που έχει ηλικία πενήντα ετών
πεντηκοντόρου	=	πεντηκόντορος
πεντηκοντόρους	=	πεντηκόντορος
πεντηκοντόρων	=	πεντηκόντορος
πεντηκοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντηκοστό
πεντηκοστέ	adj	κλητική ενικού του πεντηκοστός
πεντηκοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντηκοστή
πεντηκοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεντηκοστός
πεντηκοστής	adj	γενική ενικού του πεντηκοστή
πεντηκοστημορίου	=	πεντηκοστημόριο
πεντηκοστημορίων	=	πεντηκοστημόριο
πεντηκοστημόρια	=	πεντηκοστημόριο
πεντηκοστημόριο	noun	το ένα πεντηκοστό ενός συνόλου
πεντηκοστημόριου	=	πεντηκοστημόριο
πεντηκοστιανισμέ	=	πεντηκοστιανισμός
πεντηκοστιανισμοί	=	πεντηκοστιανισμός
πεντηκοστιανισμού	=	πεντηκοστιανισμός
πεντηκοστιανισμούς	=	πεντηκοστιανισμός
πεντηκοστιανισμό	=	πεντηκοστιανισμός
πεντηκοστιανισμός	noun	Χριστιανικό κίνημα που περιλαμβάνει πολλές εκκλησίες και υπογραμμίζει το έργο του Αγίου Πνεύματος με την άμεση εμπειρία της παρουσίας Θεού στον πιστό.
πεντηκοστιανισμών	=	πεντηκοστιανισμός
πεντηκοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεντηκοστός
πεντηκοστού	adj	γενική ενικού του πεντηκοστός
πεντηκοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεντηκοστός
πεντηκοστό	adj	αιτιατική ενικού του πεντηκοστός
πεντηκοστός	num	που κατέχει τη θέση με τον αριθμό πενήντα σε μια σειρά
πεντηκοστών	adj	γενική πληθυντικού του πεντηκοστός
πεντηκόντορε	=	πεντηκόντορος
πεντηκόντορο	=	πεντηκόντορος
πεντηκόντοροι	=	πεντηκόντορος
πεντηκόντορος	noun	είδος ξύλινου φορτηγού πλοίου της αρχαιότητας με πενήντα κουπιά
πεντικιούρ	noun	η φροντίδα των νυχιών και των δαχτύλων των ποδιών
πεντικουρίστα	noun	επαγγελματίας που περιποιείται τα νύχια
πεντικουρίστας	=	πεντικουρίστα
πεντικουρίστες	=	πεντικουρίστα
πεντικουριστών	=	πεντικουρίστα
πεντοβολά	=	πεντοβολώ
πεντοβολάει	=	πεντοβολώ
πεντοβολάμε	=	πεντοβολώ
πεντοβολάν	=	πεντοβολώ
πεντοβολάνε	=	πεντοβολώ
πεντοβολάς	=	πεντοβολώ
πεντοβολάτε	=	πεντοβολώ
πεντοβολάω	verb|literary	μοσχοβολώ
πεντοβολήσαμε	=	πεντοβολώ
πεντοβολήσαν	=	πεντοβολώ
πεντοβολήσανε	=	πεντοβολώ
πεντοβολήσατε	=	πεντοβολώ
πεντοβολήσει	=	πεντοβολώ
πεντοβολήστε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούμε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούν	=	πεντοβολώ
πεντοβολούνε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσα	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσαμε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσαν	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσανε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσατε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσε	=	πεντοβολώ
πεντοβολούσες	=	πεντοβολώ
πεντοβολώ	verb|literary	μοσχοβολώ
πεντοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πεντοβολώ
πεντοβόλα	=	πεντοβολώ
πεντοβόλαγε	=	πεντοβολώ
πεντοβόλησα	=	πεντοβολώ
πεντοβόλησαν	=	πεντοβολώ
πεντοβόλησε	=	πεντοβολώ
πεντοβόλησες	=	πεντοβολώ
πεντοζάλη	=	πεντοζάλης
πεντοζάληδες	=	πεντοζάλης
πεντοζάληδων	=	πεντοζάλης
πεντοζάλης	adj	κυκλικός, ζωηρός κρητικός χορός
πεντοζάλι	noun	άλλη μορφή του πεντοζάλης
πεντοζάλια	=	πεντοζάλι
πεντοζάνες	=	πεντοζάνη
πεντοζάνη	noun	πολυμερής χημική ένωση που αποτελείται από σάκχαρα πεντόζης
πεντοζάνης	=	πεντοζάνη
πεντοζανών	=	πεντοζάνη
πεντοζών	=	πεντόζη
πεντοξείδια	=	πεντοξείδιο
πεντοξείδιο	noun	οξείδιο στο μόριο του οποίου περιέχονται πέντε άτομα οξυγόνου
πεντοξείδιου	=	πεντοξείδιο
πεντοξειδίου	noun	γενική ενικού του πεντοξείδιο
πεντοξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του πεντοξείδιο
πεντοσέλινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντοσέλινο
πεντοσέλινο	noun	παλιό κυπριακό χαρτονόμισμα που ισοδυναμούσε με πέντε σελίνια, η 250 μιλς.
πεντοσέλινου	noun	γενική ενικού του πεντοσέλινο
πεντοσέλινων	noun	γενική πληθυντικού του πεντοσέλινο
πεντουίλ	noun|dated	ονομασία γλυκίσματος από μπομποτάλευρο και σταφίδα, που φαίνεται πως διατέθηκε από κάποιον παρασκευαστή για τα κούλουμα του 1942 στην Πάτρα
πεντοχίλιαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντοχίλιαρο
πεντοχίλιαρο	noun	χαρτονόμισμα πέντε χιλιάδων μονάδων (συνήθως δραχμών, κλπ.)
πεντοχίλιαρου	noun	γενική ενικού του πεντοχίλιαρο
πεντοχίλιαρων	noun	γενική πληθυντικού του πεντοχίλιαρο
πεντυλένιο	=	πεντένιο
πεντόβολα	noun	παιδικό παιχνίδι που παίζεται με πέντε βόλους ή πετρούλες
πεντόβολων	=	πεντόβολα
πεντόδραχμα	=	πεντόδραχμο
πεντόδραχμο	noun	άλλη μορφή του πεντάδραχμο
πεντόδραχμον	noun	άλλη μορφή του πεντάδραχμον: το πεντόδραχμο
πεντόδραχμου	=	πεντόδραχμο
πεντόδραχμων	=	πεντόδραχμο
πεντόζες	=	πεντόζη
πεντόζη	noun	μονοσακχαρίτης με πέντε άτομα άνθρακα (πχ δεοξυριβόζη), που απαντάται είτε ως ελεύθερο σάκχαρο είτε ως δομικό στοιχείο σημαντικότερων βιομορίων όπως τα νουκλεϊκά οξέα
πεντόζης	=	πεντόζη
πεντόκλιτα	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτε	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτες	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτη	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτης	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτο	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτοι	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτος	adj	άλλη μορφή του πεντάκλιτος
πεντόκλιτου	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτους	=	πεντόκλιτος
πεντόκλιτων	=	πεντόκλιτος
πεντόλιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντόλιρο
πεντόλιρο	noun	κέρμα πέντε λιρών
πεντόλιρου	noun	γενική ενικού του πεντόλιρο
πεντόλιρων	noun	γενική πληθυντικού του πεντόλιρο
πεντόφραγκα	=	πεντόφραγκο
πεντόφραγκο	noun	νόμισμα πέντε φράγκων
πεντόφραγκου	=	πεντόφραγκο
πεντόφραγκων	=	πεντόφραγκο
πενών	=	πένα
πεοθηλασμέ	=	πεοθηλασμός
πεοθηλασμοί	=	πεοθηλασμός
πεοθηλασμού	=	πεοθηλασμός
πεοθηλασμούς	=	πεοθηλασμός
πεοθηλασμό	=	πεοθηλασμός
πεοθηλασμός	noun	η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του πέους με το στόμα, ο στοματικός έρωτας
πεοθηλασμών	=	πεοθηλασμός
πεολειξία	=	πεολειχία
πεολειξίας	noun	γενική ενικού του πεολειξία
πεολειξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεολειξία
πεολειξιών	noun	γενική πληθυντικού του πεολειξία
πεολειχία	noun	η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του πέους με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή του άνδρα
πεολειχίας	noun	γενική ενικού του πεολειχία
πεολειχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεολειχία
πεολειχιών	noun	γενική πληθυντικού του πεολειχία
πεπαιδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπαιδευμένο
πεπαιδευμένε	verb	κλητική ενικού του πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπαιδευμένη
πεπαιδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένης	verb	γενική ενικού του πεπαιδευμένη
πεπαιδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένος	verb|formal	που έχει λάβει παιδεία, μορφωμένος
πεπαιδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπαιδευμένος
πεπατημένη	noun	γνωστός, συνηθισμένος τρόπος ενέργειας
πεπειραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπειραμένο
πεπειραμένε	verb	κλητική ενικού του πεπειραμένος
πεπειραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπειραμένη
πεπειραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπειραμένος
πεπειραμένης	verb	γενική ενικού του πεπειραμένη
πεπειραμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπειραμένος
πεπειραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπειραμένος
πεπειραμένος	verb	έμπειρος σε κάτι
πεπειραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπειραμένος
πεπειραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπειραμένος
πεπειραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπειραμένος
πεπεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπεισμένο
πεπεισμένε	verb	κλητική ενικού του πεπεισμένος
πεπεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπεισμένη
πεπεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπεισμένος
πεπεισμένης	verb	γενική ενικού του πεπεισμένη
πεπεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπεισμένος
πεπεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπεισμένος
πεπεισμένος	verb	που έχει πειστεί για κάτι
πεπεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπεισμένος
πεπεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπεισμένος
πεπεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπεισμένος
πεπεν	abbrev	είναι ο συνδικαλιστικός φορέας Ελλήνων πλοιάρχων ΕΝ ανεξάρτητα τάξης.
πεπερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπερασμένο
πεπερασμένε	verb	κλητική ενικού του πεπερασμένος
πεπερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπερασμένη
πεπερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπερασμένος
πεπερασμένης	verb	γενική ενικού του πεπερασμένη
πεπερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπερασμένος
πεπερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπερασμένος
πεπερασμένος	verb	που κάπου τελειώνει, που δεν είναι άπειρος, που έχει αρχή και πέρας
πεπερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπερασμένος
πεπερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπερασμένος
πεπερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπερασμένος
πεπερόνε	adj	που περιέχει (καυτερή) πιπεριά ή πιπέρι
πεπερόνι	noun	ποικιλία πικάντικου σαλαμιού
πεπιεσμένα	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένε	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένες	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένη	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένης	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πεπιεσμένος
πεπιεσμένοι	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένος	verb	που βρίσκεται σε κατάσταση υψηλής πίεσης
πεπιεσμένου	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένους	=	πεπιεσμένος
πεπιεσμένων	=	πεπιεσμένος
πεπλανημένα	=	πεπλανημένος
πεπλανημένε	=	πεπλανημένος
πεπλανημένες	=	πεπλανημένος
πεπλανημένη	=	πεπλανημένος
πεπλανημένης	=	πεπλανημένος
πεπλανημένο	=	πεπλανημένος
πεπλανημένοι	=	πεπλανημένος
πεπλανημένος	verb	που έχει πλανηθεί, που βρίσκεται σε πλάνη
πεπλανημένου	=	πεπλανημένος
πεπλανημένους	=	πεπλανημένος
πεπλανημένων	=	πεπλανημένος
πεπλατυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπλατυσμένο
πεπλατυσμένε	verb	κλητική ενικού του πεπλατυσμένος
πεπλατυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπλατυσμένη
πεπλατυσμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπλατυσμένος
πεπλατυσμένης	verb	γενική ενικού του πεπλατυσμένη
πεπλατυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπλατυσμένος
πεπλατυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπλατυσμένος
πεπλατυσμένος	=	πλατύνω
πεπλατυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπλατυσμένος
πεπλατυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπλατυσμένος
πεπλατυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπλατυσμένος
πεπλοφόρα	=	πεπλοφόρος
πεπλοφόρε	=	πεπλοφόρος
πεπλοφόρο	=	πεπλοφόρος
πεπλοφόροι	=	πεπλοφόρος
πεπλοφόρος	noun	γυναίκα που φοράει πέπλο	adj	που φοράει πέπλο
πεπλοφόρου	=	πεπλοφόρος
πεπλοφόρους	=	πεπλοφόρος
πεπλοφόρων	=	πεπλοφόρος
πεπλόγλαυκα	noun	γενική ονομασία για γλαυκόμορφα πουλιά που ανήκουν στους Τυτονίδες (Tytonidae), όπως οι κουκουβάγιες
πεπλόγλαυκας	noun	γενική ενικού του πεπλόγλαυκα
πεπλόγλαυκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπλόγλαυκα
πεποίθηση	noun	βεβαιότητα
πεποίθησης	noun	γενική ενικού του πεποίθηση
πεποιθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεποίθηση
πεποιθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πεποίθηση
πεποιθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πεποίθηση
πεπολιτισμένα	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένε	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένες	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένη	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένης	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένο	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένοι	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένος	verb	πολιτισμένος (μετά από αναδιπλασιασμό)
πεπολιτισμένου	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένους	=	πεπολιτισμένος
πεπολιτισμένων	=	πεπολιτισμένος
πεπονάκι	noun	υποκοριστικό του πεπόνι
πεπονάκια	=	πεπονάκι
πεπονιά	noun	είναι ετήσιο ποώδες αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό (Cucumis melo, Σικυός ο πέπων ή Πέπων ο κοινός), από το οποίο βγαίνει το πεπόνι.
πεπονιάς	noun	γενική ενικού του πεπονιά
πεπονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπονιά
πεπονιού	noun	γενική ενικού του πεπόνι
πεπονιών	noun	γενική πληθυντικού του πεπόνι
πεπονοειδές	=	πεπονοειδής
πεπονοειδή	noun	φρούτα που μοιάζουν με πεπόνι
πεπονοειδής	adj|formal	που μοιάζει με πεπόνι
πεπονοειδείς	=	πεπονοειδής
πεπονοειδούς	=	πεπονοειδής
πεπονοειδών	=	πεπονοειδής
πεπονοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπονοκέφαλο
πεπονοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του πεπονοκέφαλος
πεπονοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπονοκέφαλη
πεπονοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπονοκέφαλος
πεπονοκέφαλης	adj	γενική ενικού του πεπονοκέφαλη
πεπονοκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του πεπονοκέφαλος
πεπονοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπονοκέφαλος
πεπονοκέφαλος	adj	που το σχήμα του κεφαλιού του μοιάζει με πεπόνι
πεπονοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπονοκέφαλος
πεπονοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεπονοκέφαλος
πεπονοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπονοκέφαλος
πεπονόσπορε	=	πεπονόσπορος
πεπονόσπορο	=	πεπονόσπορος
πεπονόσποροι	=	πεπονόσπορος
πεπονόσπορος	noun	ο σπόρος του πεπονιού
πεπονόσπορου	=	πεπονόσπορος
πεπονόσπορους	=	πεπονόσπορος
πεπονόσπορων	=	πεπονόσπορος
πεπονόφλουδα	noun	ολόκληρη η φλούδα ή ένα τμήμα από τη φλούδα του πεπονιού
πεπονόφλουδας	noun	γενική ενικού του πεπονόφλουδα
πεπονόφλουδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπονόφλουδα
πεπονόφλουδων	=	πεπονόφλουδα
πεπραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπραγμένο
πεπραγμένε	verb	κλητική ενικού του πεπραγμένος
πεπραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπραγμένη
πεπραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπραγμένος
πεπραγμένης	verb	γενική ενικού του πεπραγμένη
πεπραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπραγμένος
πεπραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπραγμένος
πεπραγμένος	verb	αυτός που έχει ολοκληρωθεί, κάτι που αποτελεί τελειωμένη πράξη, το σύνολο πράξεων που ολοκληρώθηκαν από ένα επίσημο όργανο μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα
πεπραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπραγμένος
πεπραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπραγμένος
πεπραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπραγμένος
πεπρωμένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπρωμένο
πεπρωμένε	=	πεπρωμένος
πεπρωμένες	=	πεπρωμένος
πεπρωμένη	=	πεπρωμένος
πεπρωμένης	=	πεπρωμένος
πεπρωμένο	noun	ό,τι θεωρείται πως έχει ήδη προδιαγραφεί, από τη μοίρα, να συμβεί
πεπρωμένοι	=	πεπρωμένος
πεπρωμένος	verb	πεπρωμένο
πεπρωμένου	noun	γενική ενικού του πεπρωμένο
πεπρωμένους	=	πεπρωμένος
πεπρωμένων	noun	γενική πληθυντικού του πεπρωμένο
πεπτίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπτίδιο
πεπτίδιο	noun	οποιαδήποτε ομάδα οργανικών ενώσεων που αποτελείται από δύο ή περισσότερα αμινοξέα που συνδέονται με χημικό δεσμό
πεπτίδιου	=	πεπτίδιο
πεπτίδιων	=	πεπτίδιο
πεπτίνες	=	πεπτίνη
πεπτίνη	noun	άλλη μορφή του πεψίνη
πεπτίνης	=	πεπτίνη
πεπτιδάσες	=	πεπτιδάση
πεπτιδάση	noun	είδος ενζύμου που βρίσκεται στα πεπτίδια και τα πολυπεπτίδια
πεπτιδάσης	=	πεπτιδάση
πεπτιδίου	=	πεπτίδιο
πεπτιδίωμα	noun	το σύνολο όλων των πεπτιδίων που ανιχνεύονται σε έναν οργανισμό, ιστό ή βιολογικό δείγμα, σε δεδομένη χρονική στιγμή ή κατάσταση
πεπτιδίων	=	πεπτίδιο
πεπτιδασών	=	πεπτιδάση
πεπτιδικά	=	πεπτιδικός
πεπτιδικέ	=	πεπτιδικός
πεπτιδικές	=	πεπτιδικός
πεπτιδική	=	πεπτιδικός
πεπτιδικής	=	πεπτιδικός
πεπτιδικοί	=	πεπτιδικός
πεπτιδικού	=	πεπτιδικός
πεπτιδικούς	=	πεπτιδικός
πεπτιδικό	=	πεπτιδικός
πεπτιδικός	adj	που έχει σχέση με πεπτίδιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
πεπτιδικών	=	πεπτιδικός
πεπτιδιωμάτων	=	πεπτιδίωμα
πεπτιδιώματα	=	πεπτιδίωμα
πεπτιδιώματος	=	πεπτιδίωμα
πεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπτικό
πεπτικέ	adj	κλητική ενικού του πεπτικός
πεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπτική
πεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπτικός
πεπτικής	adj	γενική ενικού του πεπτική
πεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπτικός
πεπτικού	adj	γενική ενικού του πεπτικός
πεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεπτικός
πεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του πεπτικός
πεπτικός	adj	που έχει σχέση με την πέψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
πεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του πεπτικός
πεπτινών	=	πεπτίνη
πεπτονών	=	πεπτόνη
πεπτόνες	=	πεπτόνη
πεπτόνη	noun	οποιοδήποτε υδατοδιαλυτό μείγμα πολυπεπτιδίων και αμινοξέων που σχηματίζεται από τη μερική υδρόλυση πρωτεΐνης
πεπτόνης	=	πεπτόνη
πεπυκνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπυκνωμένο
πεπυκνωμένε	verb	κλητική ενικού του πεπυκνωμένος
πεπυκνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπυκνωμένη
πεπυκνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεπυκνωμένος
πεπυκνωμένης	verb	γενική ενικού του πεπυκνωμένη
πεπυκνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεπυκνωμένος
πεπυκνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεπυκνωμένος
πεπυκνωμένος	verb|archaic	άλλη μορφή του πυκνωμένος
πεπυκνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεπυκνωμένος
πεπυκνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεπυκνωμένος
πεπυκνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεπυκνωμένος
πεπόνι	noun	ο καρπός της πεπονιάς, με σχήμα ωοειδές ή σφαιρικό, χρώμα κιτρινωπό ή πρασινωπό και γλυκιά γεύση
πεπόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεπόνι
περάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέραμα
περάματος	noun	γενική ενικού του πέραμα
περάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάσαν	=	περνάω
περάσανε	=	περνάω
περάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περνώ
περάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέρασμα
περάσματος	noun	γενική ενικού του πέρασμα
περάσομε	=	περνάω
περάσου	=	περνάω
περάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάσουνε	=	περνάω
περάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περνώ
περάστηκα	=	περνάω
περάστηκαν	=	περνάω
περάστηκε	=	περνάω
περάστηκες	=	περνάω
περάσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του περνάω / περνώ
περάτες	=	περάτης
περάτη	=	περάτης
περάτης	noun	ο διαβάτης, αυτός που περνάει στο δρόμο
περάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέρας
περάτωση	noun	η ολοκλήρωση, το να περατώνεις ένα έργο
περάτωσης	noun	γενική ενικού του περάτωση
περέχυμα	noun	άλλη μορφή του περίχυμα
περήφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περήφανος	adv	με περήφανο τρόπο, με περηφάνια
περήφανε	adj	κλητική ενικού του περήφανος
περήφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περήφανη
περήφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περήφανος
περήφανης	adj	γενική ενικού του περήφανη
περήφανο	adj	αιτιατική ενικού του περήφανος
περήφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περήφανος
περήφανος	adj	που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν
περήφανου	adj	γενική ενικού του περήφανος
περήφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περήφανος
περήφανων	adj	γενική πληθυντικού του περήφανος
περί	prep	κοντά σε, περίπου
περίαπτα	=	περίαπτο
περίαπτο	noun	αντικείμενο που θεωρείται πως έχει μαγικές και αποτροπαϊκές ικανότητες
περίαπτου	=	περίαπτο
περίαπτων	=	περίαπτο
περίαυλα	=	περίαυλος
περίαυλε	=	περίαυλος
περίαυλο	=	περίαυλος
περίαυλοι	=	περίαυλος
περίαυλος	noun|formal	άλλη μορφή του περιαύλιο
περίαυλου	=	περίαυλος
περίαυλους	=	περίαυλος
περίαυλων	=	περίαυλος
περίαψα	=	περιάπτω
περίαψη	noun	το σημείο της τροχιάς ενός σώματος που περιστρέφεται ελλειπτικά γύρω από ένα άλλο, όταν βρίσκεται στη μικρότερη απόσταση από το άλλο
περίαψης	noun	γενική ενικού του περίαψη
περίβαλε	=	περιβάλλω
περίβαλλε	=	περιβάλλω
περίβλεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίβλεπτο
περίβλεπτε	adj	κλητική ενικού του περίβλεπτος
περίβλεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίβλεπτη
περίβλεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίβλεπτος
περίβλεπτης	adj	γενική ενικού του περίβλεπτη
περίβλεπτο	adj	αιτιατική ενικού του περίβλεπτος
περίβλεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίβλεπτος
περίβλεπτος	adj	ο ορατός σε όλο τον ορίζοντα ή σε 360 μοίρες
περίβλεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίβλεπτος
περίβλεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίβλεπτος
περίβλεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίβλεπτος
περίβλεφτα	=	περίβλεφτος
περίβλεφτε	=	περίβλεφτος
περίβλεφτες	=	περίβλεφτος
περίβλεφτη	=	περίβλεφτος
περίβλεφτης	=	περίβλεφτος
περίβλεφτο	=	περίβλεφτος
περίβλεφτοι	=	περίβλεφτος
περίβλεφτος	adj	άλλη μορφή του περίβλεπτος
περίβλεφτου	=	περίβλεφτος
περίβλεφτους	=	περίβλεφτος
περίβλεφτων	=	περίβλεφτος
περίβλημα	noun	οτιδήποτε περιβάλλει κάτι
περίβολε	noun	κλητική ενικού του περίβολος
περίβολο	noun	αιτιατική ενικού του περίβολος
περίβολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίβολος
περίβολος	noun	ο τοίχος που περιβάλλει έναν υπαίθριο χώρο γύρω από ένα κτήριο
περίβολου	noun	γενική ενικού του περίβολος
περίβολους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περίβολος
περίβολων	noun	γενική πληθυντικού του περίβολος
περίβρεκτα	=	περίβρεκτος
περίβρεκτε	=	περίβρεκτος
περίβρεκτες	=	περίβρεκτος
περίβρεκτη	=	περίβρεκτος
περίβρεκτης	=	περίβρεκτος
περίβρεκτο	=	περίβρεκτος
περίβρεκτοι	=	περίβρεκτος
περίβρεκτος	adj	άλλη μορφή του περιβρεγμένος
περίβρεκτου	=	περίβρεκτος
περίβρεκτους	=	περίβρεκτος
περίβρεκτων	=	περίβρεκτος
περίγεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίγειο
περίγειο	noun	το σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός φυσικού (της Σελήνης) ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η ελάχιστη
περίγειου	=	περίγειο
περίγελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίγελο
περίγελε	=	περίγελος
περίγελο	=	περίγελος
περίγελοι	=	περίγελος
περίγελος	noun	αυτός που γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας από μια ομάδα ανθρώπων
περίγελου	noun	γενική ενικού του περίγελο
περίγελους	=	περίγελος
περίγελων	noun	γενική πληθυντικού του περίγελο
περίγελως	noun|archaic	άλλη μορφή του περίγελος
περίγλυφα	=	περίγλυφος
περίγλυφε	=	περίγλυφος
περίγλυφες	=	περίγλυφος
περίγλυφη	=	περίγλυφος
περίγλυφης	=	περίγλυφος
περίγλυφο	=	περίγλυφος
περίγλυφοι	=	περίγλυφος
περίγλυφος	adj|archaic	διακοσμημένος περιμετρικά μιας επιφάνειας με ανάγλυφα
περίγλυφου	=	περίγλυφος
περίγλυφους	=	περίγλυφος
περίγλυφων	=	περίγλυφος
περίγραμμα	noun	η γραμμή που βρίσκεται στην εξωτερική περίμετρο ενός σχήματος ή πράγματος, που το περιβάλλει
περίγραπτα	=	περίγραπτος
περίγραπτε	=	περίγραπτος
περίγραπτες	=	περίγραπτος
περίγραπτη	=	περίγραπτος
περίγραπτης	=	περίγραπτος
περίγραπτο	=	περίγραπτος
περίγραπτοι	=	περίγραπτος
περίγραπτος	adj	που έχει σαφές περίγραμμα
περίγραπτου	=	περίγραπτος
περίγραπτους	=	περίγραπτος
περίγραπτων	=	περίγραπτος
περίγραφε	=	περιγράφω
περίγραψε	=	περιγράφω
περίγυρα	=	περίγυρο
περίγυρε	=	περίγυρος
περίγυρο	noun	άλλη μορφή του περίγυρος
περίγυροι	=	περίγυρος
περίγυρος	noun	φράχτης ή άλλη κατασκευή που βρίσκεται τριγύρω
περίγυρου	noun	γενική ενικού του περίγυρο
περίγυρους	=	περίγυρος
περίγυρων	noun	γενική πληθυντικού του περίγυρο
περίδακρυς	adj|archaic	που είναι γεμάτος δάκρυα
περίδεμα	noun	οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να περιδέσουμε
περίδεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιδένω
περίδεσης	noun	γενική ενικού του περίδεση
περίδεσμε	=	περίδεσμος
περίδεσμο	=	περίδεσμος
περίδεσμοι	=	περίδεσμος
περίδεσμος	noun	άλλη μορφή του περίδεμα
περίδεσμου	=	περίδεσμος
περίδεσμους	=	περίδεσμος
περίδεσμων	=	περίδεσμος
περίδετα	=	περίδετος
περίδετε	=	περίδετος
περίδετες	=	περίδετος
περίδετη	=	περίδετος
περίδετης	=	περίδετος
περίδετο	=	περίδετος
περίδετοι	=	περίδετος
περίδετος	adj|formal	που τον έχουν δέσει γύρω γύρω
περίδετου	=	περίδετος
περίδετους	=	περίδετος
περίδετων	=	περίδετος
περίδοξα	=	περίδοξος
περίδοξε	=	περίδοξος
περίδοξες	=	περίδοξος
περίδοξη	=	περίδοξος
περίδοξης	=	περίδοξος
περίδοξο	=	περίδοξος
περίδοξοι	=	περίδοξος
περίδοξος	adj	άλλη μορφή του ένδοξος
περίδοξου	=	περίδοξος
περίδοξους	=	περίδοξος
περίδοξων	=	περίδοξος
περίδοτα	=	περίδοτο
περίδοτε	=	περίδοτος
περίδοτο	noun	πολύτιμος λίθος που ανήκει στην ομάδα των ορυκτών του ολιβίνη, με χημική σύνθεση που περιλαμβάνει σίδηρο και μαγνήσιο με χρώμα που κυμαίνεται από ανοιχτό κιτρινοπράσινο έως βαθύ πράσινο, ανάλογα με την περιεκτικότητα σε σίδηρο
περίδοτοι	=	περίδοτος
περίδοτος	noun	άλλη μορφή του περίδοτο
περίδοτου	=	περίδοτο
περίδοτους	=	περίδοτος
περίδοτων	=	περίδοτο
περίδρομε	=	περίδρομος
περίδρομο	=	περίδρομος
περίδρομοι	=	περίδρομος
περίδρομος	noun	πόνος στην κοιλιά
περίδρομου	=	περίδρομος
περίδρομους	=	περίδρομος
περίδρομων	=	περίδρομος
περίεργα	adv	με περίεργο τρόπο
περίεργε	adj	κλητική ενικού του περίεργος
περίεργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίεργη
περίεργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίεργος
περίεργης	adj	γενική ενικού του περίεργη
περίεργο	adj	αιτιατική ενικού του περίεργος
περίεργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίεργος
περίεργος	adj	που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν
περίεργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίεργος
περίεργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίεργος
περίεργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίεργος
περίζωμα	noun|formal	οτιδήποτε περιβάλλει σαν ζώνη κάτι
περίζωνα	=	περιζώνω
περίζωναν	=	περιζώνω
περίζωνε	=	περιζώνω
περίζωνες	=	περιζώνω
περίζωσα	=	περιζώνω
περίζωσαν	=	περιζώνω
περίζωσε	=	περιζώνω
περίζωσες	=	περιζώνω
περίζωση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιζώνω
περίζωσης	noun	γενική ενικού του περίζωση
περίζωσμα	noun	άλλη μορφή του περίζωμα
περίζωστος	adj|figurative	που τον έχουν περιζώσει
περίθαλπε	=	περιθάλπω
περίθαλψε	=	περιθάλπω
περίθαλψη	noun	η παροχή βοήθειας και φροντίδας, η περιποίηση κάποιου
περίθαλψης	noun	γενική ενικού του περίθαλψη
περίθλαση	noun	φαινόμενο της διάχυσης των κυμάτων προς όλες τις κατευθύνσεις, όταν αυτά συναντάνε ένα εμπόδιο, το οποίο γίνεται ιδιαίτερα αισθητό όταν αυτά περάσουν από μία σχισμή με διαστάσεις παραπλήσιες ή ίσες με το μήκος του αντίστοιχου κύματος
περίθλασης	=	περίθλαση
περίκαλα	adv|vulgar	πάρα πολύ καλά
περίκειμαι	verb|archaic	βρίσκομαι τριγύρω από κάτι, περιβάλλω
περίκεντρα	=	περίκεντρο
περίκεντρο	noun	το σημείο τομής των μεσοκαθέτων ενός τριγώνου	adj	αιτιατική ενικού του περίκεντρος
περίκεντρον	noun	το περίκεντρο
περίκεντρου	=	περίκεντρο
περίκεντρων	=	περίκεντρο
περίκλειε	=	περικλείω
περίκλεισε	=	περικλείω
περίκλειση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικλείω
περίκλεισης	=	περίκλειση
περίκλειστα	=	περίκλειστος
περίκλειστε	=	περίκλειστος
περίκλειστες	=	περίκλειστος
περίκλειστη	=	περίκλειστος
περίκλειστης	=	περίκλειστος
περίκλειστο	=	περίκλειστος
περίκλειστοι	=	περίκλειστος
περίκλειστος	adj	κλειστός από όλες τις πλευρές, από κάθε κατεύθυνση
περίκλειστου	=	περίκλειστος
περίκλειστους	=	περίκλειστος
περίκλειστων	=	περίκλειστος
περίκοβε	=	περικόβω
περίκομψα	=	περίκομψος
περίκομψε	=	περίκομψος
περίκομψες	=	περίκομψος
περίκομψη	=	περίκομψος
περίκομψης	=	περίκομψος
περίκομψο	=	περίκομψος
περίκομψοι	=	περίκομψος
περίκομψος	adj|formal	ο πολύ κομψός
περίκομψου	=	περίκομψος
περίκομψους	=	περίκομψος
περίκομψων	=	περίκομψος
περίκοπτε	=	περικόπτω
περίκοψε	=	περικόβω
περίλαβε	=	περιλαμβάνω
περίλαμπρα	adv	πολύ λαμπρά, υπέρλαμπρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (περίλαμπρο) του περίλαμπρος
περίλαμπρε	=	περίλαμπρος
περίλαμπρες	=	περίλαμπρος
περίλαμπρη	=	περίλαμπρος
περίλαμπρης	=	περίλαμπρος
περίλαμπρο	=	περίλαμπρος
περίλαμπροι	=	περίλαμπρος
περίλαμπρος	adj	ιδιαίτερα λαμπρός
περίλαμπρου	=	περίλαμπρος
περίλαμπρους	=	περίλαμπρος
περίλαμπρων	=	περίλαμπρος
περίληψη	noun	μικρή, σε έκταση, περιγραφή του περιεχόμενου μιας ομιλίας ή ενός κειμένου, στην οποία αναφέρονται τα κυριότερα σημεία
περίληψης	=	περίληψη
περίλυπα	=	περίλυπος
περίλυπε	=	περίλυπος
περίλυπες	=	περίλυπος
περίλυπη	=	περίλυπος
περίλυπης	=	περίλυπος
περίλυπο	=	περίλυπος
περίλυποι	=	περίλυπος
περίλυπος	adj	ο υπερβολικά λυπημένος
περίλυπου	=	περίλυπος
περίλυπους	=	περίλυπος
περίλυπων	=	περίλυπος
περίμεινα	=	περιμένω
περίμενα	=	περιμένω
περίμεναν	=	περιμένω
περίμενε	=	περιμένω
περίμενες	=	περιμένω
περίμετρα	=	περίμετρο
περίμετρε	noun	κλητική ενικού του περίμετρος
περίμετρο	noun	όργανο με το οποίο εκτελείται η περιμετρία
περίμετροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίμετρος
περίμετρος	noun	η γραμμή που περικλείει ένα σχήμα
περίμετρου	=	περίμετρο
περίμετρων	=	περίμετρο
περίνεα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίνεο
περίνεο	noun	η επιφάνεια ανάμεσα στην ηβική σύμφυση και στον κόκκυγα (αναφέρεται και στα δύο φύλα)
περίνεον	noun	περίνεο
περίνεου	=	περίνεο
περίνεων	=	περίνεο
περίνοα	=	περίνους
περίνοες	=	περίνους
περίνοια	noun|archaic	ευφυΐα, σύνεση, οξυδέρκεια
περίνοιας	noun	γενική ενικού του περίνοια
περίνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίνοια
περίνου	=	περίνους
περίνουν	=	περίνους
περίνους	adj|archaic	συνετός, σώφρων, μυαλωμένος, προβλεπτικός
περίοδε	noun	κλητική ενικού του περίοδος
περίοδο	noun	αιτιατική ενικού του περίοδος
περίοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίοδος
περίοδος	noun	διάστημα χρόνου με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό
περίοδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περίοδος
περίοικε	noun	κλητική ενικού του περίοικος
περίοικο	noun	αιτιατική ενικού του περίοικος
περίοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίοικος
περίοικος	noun	γείτονας
περίοικου	=	περίοικος
περίοικους	=	περίοικος
περίοπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίοπτο
περίοπτε	adj	κλητική ενικού του περίοπτος
περίοπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίοπτη
περίοπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίοπτος
περίοπτης	adj	γενική ενικού του περίοπτη
περίοπτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του περίοπτος
περίοπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίοπτος
περίοπτος	adj	που είναι ορατός από παντού
περίοπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίοπτος
περίοπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίοπτος
περίοπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίοπτος
περίπαθα	=	περίπαθος
περίπαθε	=	περίπαθος
περίπαθες	=	περίπαθος
περίπαθη	=	περίπαθος
περίπαθης	=	περίπαθος
περίπαθο	=	περίπαθος
περίπαθοι	=	περίπαθος
περίπαθος	adj	ο παθιασμένος, που διακατέχεται από πάθη
περίπαθου	=	περίπαθος
περίπαθους	=	περίπαθος
περίπαθων	=	περίπαθος
περίπαιγμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιπαίζω
περίπαρση	noun	μορφή απολίνωσης που εφαρμόζεται σε αιμορραγούντα αγγεία και κατά την οποία το ράμμα περνάει με βελόνα γύρω από το αγγείο διά μέσου των ιστών που το περιβάλλουν και στη συνέχεια σφίγγεταιhttps://web.archive.org/web/20160309193744/http://www.greekbooks.gr/ekdosis-papiros.person, δέσιμο αγγείου
περίπαρσης	=	περίπαρση
περίπατε	noun	κλητική ενικού του περίπατος
περίπατο	noun	αιτιατική ενικού του περίπατος
περίπατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίπατος
περίπατος	noun	το περπάτημα για ευχαρίστηση, διασκέδαση, αναψυχή
περίπατου	=	περίπατος
περίπατους	=	περίπατος
περίπεσε	=	περιπίπτω
περίπιπτε	=	περιπίπτω
περίπλεε	=	περιπλέω
περίπλεξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιπλέκω
περίπλεξης	noun	γενική ενικού του περίπλεξη
περίπλευσε	=	περιπλέω
περίπλοι	=	περίπλους
περίπλοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπλοκο
περίπλοκε	adj	κλητική ενικού του περίπλοκος
περίπλοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπλοκη
περίπλοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίπλοκος
περίπλοκης	adj	γενική ενικού του περίπλοκη
περίπλοκο	adj	αιτιατική ενικού του περίπλοκος
περίπλοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίπλοκος
περίπλοκος	adj	που είναι σύνθετος κι όχι απλός
περίπλοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίπλοκος
περίπλοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίπλοκος
περίπλοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίπλοκος
περίπλου	=	περίπλους
περίπλους	noun	θαλάσσιο ταξίδι γύρω από νησί, χερσόνησο ή ήπειρο, ναυτική περιήγηση κυρίως κοντά στις ακτές
περίπλων	=	περίπλους
περίπολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπολο
περίπολε	=	περίπολος
περίπολο	noun	η περίπολος
περίπολοι	=	περίπολος
περίπολος	noun	ομάδα στρατιωτικών, λιμενικών ή αστυνομικών που περιπολούν
περίπολου	noun	γενική ενικού του περίπολο
περίπολων	noun	γενική πληθυντικού του περίπολο
περίπου	adv	κατά προσέγγιση· συνοδεύει συνήθως αριθμητικές εκφράσεις που αποδίδουν την εκτίμηση μιας ποσότητας ή τον προσδιορισμό χρόνου
περίπτερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπτερο
περίπτερε	adj	κλητική ενικού του περίπτερος
περίπτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπτερη
περίπτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίπτερος
περίπτερης	adj	γενική ενικού του περίπτερη
περίπτερο	noun	μικρό στεγασμένο κατάστημα σε πεζοδρόμιο που πουλάει διάφορα αντικείμενα καθημερινής χρήσης
περίπτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίπτερος
περίπτερος	adj	που τριγύρω του έχει κίονες
περίπτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίπτερος
περίπτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίπτερος
περίπτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίπτερος
περίπτυξη	noun|formal	το αγκάλιασμα
περίπτυξης	noun	γενική ενικού του περίπτυξη
περίπτυστα	=	περίπτυστος
περίπτυστε	=	περίπτυστος
περίπτυστες	=	περίπτυστος
περίπτυστη	=	περίπτυστος
περίπτυστης	=	περίπτυστος
περίπτυστο	=	περίπτυστος
περίπτυστοι	=	περίπτυστος
περίπτυστος	adj	άξιος περιφρόνησης, κυριολεκτικά: για φτύσιμο
περίπτυστου	=	περίπτυστος
περίπτυστους	=	περίπτυστος
περίπτυστων	=	περίπτυστος
περίπτωση	noun	το σύνολο συνθηκών και γεγονότων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση κάποιου ή κάτι
περίπτωσης	noun	γενική ενικού του περίπτωση
περίπτωσις	noun	συμπτωματική θεραπεία, εμπειρία
περίπυστα	=	περίπυστος
περίπυστε	=	περίπυστος
περίπυστες	=	περίπυστος
περίπυστη	=	περίπυστος
περίπυστης	=	περίπυστος
περίπυστο	=	περίπυστος
περίπυστοι	=	περίπυστος
περίπυστος	adj|archaic	που είναι πολύ γνωστός σε όλους
περίπυστου	=	περίπυστος
περίπυστους	=	περίπυστος
περίπυστων	=	περίπυστος
περίρρυτα	=	περίρρυτος
περίρρυτε	=	περίρρυτος
περίρρυτες	=	περίρρυτος
περίρρυτη	=	περίρρυτος
περίρρυτης	=	περίρρυτος
περίρρυτο	=	περίρρυτος
περίρρυτοι	=	περίρρυτος
περίρρυτος	adj	αυτός που τριγυρίζεται από νερό
περίρρυτου	=	περίρρυτος
περίρρυτους	=	περίρρυτος
περίρρυτων	=	περίρρυτος
περίσκεπτα	=	περίσκεπτος
περίσκεπτε	=	περίσκεπτος
περίσκεπτες	=	περίσκεπτος
περίσκεπτη	=	περίσκεπτος
περίσκεπτης	=	περίσκεπτος
περίσκεπτο	=	περίσκεπτος
περίσκεπτοι	=	περίσκεπτος
περίσκεπτος	adj|archaic	ο πολύ σκεπτικός, που έχει βυθιστεί σε σκέψεις
περίσκεπτου	=	περίσκεπτος
περίσκεπτους	=	περίσκεπτος
περίσκεπτων	=	περίσκεπτος
περίσκεψη	noun	σύνεση, σοβαρότητα
περίσκεψης	=	περίσκεψη
περίσκια	=	περίσκιος
περίσκιας	=	περίσκιος
περίσκιε	=	περίσκιος
περίσκιες	=	περίσκιος
περίσκιο	=	περίσκιος
περίσκιοι	=	περίσκιος
περίσκιος	adj|archaic	που ρίχνει τριγύρω του σκιά
περίσκιου	=	περίσκιος
περίσκιους	=	περίσκιος
περίσκιων	=	περίσκιος
περίσπαση	noun|formal	η διάσπαση της προσοχής από αλλότρια πράγματα
περίσπασης	=	περίσπαση
περίσσα	=	περίσσος
περίσσας	=	περίσσος
περίσσε	=	περίσσος
περίσσεια	noun	αχρείαστη αφθονία, πλεονασμός
περίσσειας	noun	γενική ενικού του περίσσεια
περίσσειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίσσεια
περίσσεμα	noun	άλλη μορφή του περίσσευμα
περίσσες	=	περίσσος
περίσσευα	=	περισσεύω
περίσσευαν	=	περισσεύω
περίσσευε	=	περισσεύω
περίσσευες	=	περισσεύω
περίσσευμα	noun	αυτό που περισσεύει
περίσσεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περίσσεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περίσσεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περίσσεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περίσσια	=	περίσσιος
περίσσιας	=	περίσσιος
περίσσιε	=	περίσσιος
περίσσιες	=	περίσσιος
περίσσιο	=	περίσσιος
περίσσιοι	=	περίσσιος
περίσσιος	adj	που βρίσκεται σε αφθονία
περίσσιου	=	περίσσιος
περίσσιους	=	περίσσιος
περίσσιων	=	περίσσιος
περίσσο	=	περίσσος
περίσσοι	=	περίσσος
περίσσος	adj	άλλη μορφή του περίσσιος
περίσσου	=	περίσσος
περίσσους	=	περίσσος
περίσσων	=	περίσσος
περίσταλση	noun	άλλη μορφή του περισταλτισμός
περίσταλσης	=	περίσταλση
περίσταση	noun	μια χρονική στιγμή που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο ιδιαίτερων συνθηκών, η κατάσταση που επικρατεί σε μια χρονική στιγμή
περίστασης	noun	γενική ενικού του περίσταση
περίστερε	=	περίστερος
περίστερο	=	περίστερος
περίστεροι	=	περίστερος
περίστερος	noun	αρσενικό περιστέρι
περίστερου	=	περίστερος
περίστερους	=	περίστερος
περίστερων	=	περίστερος
περίστρεπτα	=	περίστρεπτος
περίστρεπτε	=	περίστρεπτος
περίστρεπτες	=	περίστρεπτος
περίστρεπτη	=	περίστρεπτος
περίστρεπτης	=	περίστρεπτος
περίστρεπτο	=	περίστρεπτος
περίστρεπτοι	=	περίστρεπτος
περίστρεπτος	adj	που μπορεί να περιστραφεί
περίστρεπτου	=	περίστρεπτος
περίστρεπτους	=	περίστρεπτος
περίστρεπτων	=	περίστρεπτος
περίστρεφε	=	περιστρέφω
περίστρεψε	=	περιστρέφω
περίστροφα	=	περίστροφο
περίστροφο	noun	πιστόλι στο οποίο η τροφοδότηση με σφαίρες γίνεται με περιστρεφόμενο μύλο
περίστροφου	=	περίστροφο
περίστροφων	=	περίστροφο
περίστυλα	=	περίστυλος
περίστυλε	=	περίστυλος
περίστυλες	=	περίστυλος
περίστυλη	=	περίστυλος
περίστυλης	=	περίστυλος
περίστυλο	noun	άλλη μορφή του περιστύλιο
περίστυλοι	=	περίστυλος
περίστυλος	adj	που έχει τριγύρω σειρά από κίονες ή από περιστύλιο
περίστυλου	=	περίστυλος
περίστυλους	=	περίστυλος
περίστυλων	=	περίστυλος
περίστωα	=	περίστωο
περίστωο	noun	ο χώρος με στοές ή άλλες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις που περιμετρικά περιβάλλει κάποιον ναό
περίστωου	=	περίστωο
περίστωων	=	περίστωο
περίσφιγξη	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περισφίγγω
περίσφιξη	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περισφίγγω
περίσωζε	=	περισώζω
περίσωσε	=	περισώζω
περίσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περισώζω
περίσωσης	=	περίσωση
περίσωσις	noun	περίσωση
περίτεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίτεχνο
περίτεχνε	adj	κλητική ενικού του περίτεχνος
περίτεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίτεχνη
περίτεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίτεχνος
περίτεχνης	adj	γενική ενικού του περίτεχνη
περίτεχνο	adj	αιτιατική ενικού του περίτεχνος
περίτεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίτεχνος
περίτεχνος	adj	που είναι πολύ ωραίος, που έχει γίνει με πολλή τέχνη και μεράκι
περίτεχνου	adj	γενική ενικού του περίτεχνος
περίτεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίτεχνος
περίτεχνων	adj	γενική πληθυντικού του περίτεχνος
περίτμητα	=	περίτμητος
περίτμητε	=	περίτμητος
περίτμητες	=	περίτμητος
περίτμητη	=	περίτμητος
περίτμητης	=	περίτμητος
περίτμητο	=	περίτμητος
περίτμητοι	=	περίτμητος
περίτμητος	adj	που του έχουν κάνει περιτομή
περίτμητου	=	περίτμητος
περίτμητους	=	περίτμητος
περίτμητων	=	περίτμητος
περίτονα	=	περίτονος
περίτονε	=	περίτονος
περίτονες	=	περίτονος
περίτονη	=	περίτονος
περίτονης	=	περίτονος
περίτονο	=	περίτονος
περίτονοι	=	περίτονος
περίτονος	adj|archaic	τεντωμένος, εκτεταμένος
περίτονου	=	περίτονος
περίτονους	=	περίτονος
περίτονων	=	περίτονος
περίτρανα	=	περίτρανος
περίτρανε	=	περίτρανος
περίτρανες	=	περίτρανος
περίτρανη	=	περίτρανος
περίτρανης	=	περίτρανος
περίτρανο	=	περίτρανος
περίτρανοι	=	περίτρανος
περίτρανος	adj	που είναι πάρα πολύ φανερός ώστε να μην αμφισβητείται
περίτρανου	=	περίτρανος
περίτρανους	=	περίτρανος
περίτρανων	=	περίτρανος
περίτριμμα	noun	αυτό που αποβάλλεται με τριβή από κάτι, απότριμμα, θρύμμα, απόρριμα
περίτρομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίτρομο
περίτρομε	adj	κλητική ενικού του περίτρομος
περίτρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίτρομη
περίτρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίτρομος
περίτρομης	adj	γενική ενικού του περίτρομη
περίτρομο	adj	αιτιατική ενικού του περίτρομος
περίτρομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίτρομος
περίτρομος	adj	που τρέμει ολόκληρος από φόβο
περίτρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίτρομος
περίτρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίτρομος
περίτρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίτρομος
περίττωμα	noun	το στερεό υλικό που αποβάλλεται από άνθρωπο ή ζώο και προέρχεται από το πεπτικό του σύστημα, τα κόπρανα ή οι κουτσουλιές
περίφημα	adv	με περίφημο τρόπο
περίφημε	adj	κλητική ενικού του περίφημος
περίφημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφημη
περίφημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίφημος
περίφημης	adj	γενική ενικού του περίφημη
περίφημο	adj	αιτιατική ενικού του περίφημος
περίφημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίφημος
περίφημος	adj	φημισμένος, θαυμάσιος, εξαιρετικός
περίφημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίφημος
περίφημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίφημος
περίφημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίφημος
περίφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφοβο
περίφοβε	adj	κλητική ενικού του περίφοβος
περίφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφοβη
περίφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίφοβος
περίφοβης	adj	γενική ενικού του περίφοβη
περίφοβο	adj	αιτιατική ενικού του περίφοβος
περίφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίφοβος
περίφοβος	adj	που διακατέχεται από πολύ φόβο
περίφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίφοβος
περίφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίφοβος
περίφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίφοβος
περίφραγμα	noun	οτιδήποτε με το οποίο περιφράσσεται κάποιος χώρος
περίφρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφρακτο
περίφρακτε	adj	κλητική ενικού του περίφρακτος
περίφρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφρακτη
περίφρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περίφρακτος
περίφρακτης	adj	γενική ενικού του περίφρακτη
περίφρακτο	adj	αιτιατική ενικού του περίφρακτος
περίφρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περίφρακτος
περίφρακτος	adj|formal	φραγμένος γύρω γύρω, απ’ όλες τις πλευρές
περίφρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περίφρακτος
περίφρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περίφρακτος
περίφρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περίφρακτος
περίφραξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περίφραξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιφράσσω
περίφραξης	noun	γενική ενικού του περίφραξη
περίφραση	noun	η έκφραση μιας έννοιας με δυο ή περισσότερες λέξεις
περίφρασης	noun	γενική ενικού του περίφραση
περίφραχτα	=	περίφραχτος
περίφραχτε	=	περίφραχτος
περίφραχτες	=	περίφραχτος
περίφραχτη	=	περίφραχτος
περίφραχτης	=	περίφραχτος
περίφραχτο	=	περίφραχτος
περίφραχτοι	=	περίφραχτος
περίφραχτος	adj	άλλη μορφή του περίφρακτος
περίφραχτου	=	περίφραχτος
περίφραχτους	=	περίφραχτος
περίφραχτων	=	περίφραχτος
περίφροντις	adj|formal	που έχει πολλά να φροντίσει, που έχει πολλές φροντίδες, έγνοιες ή σκοτούρες
περίχαρος	adj|rare	άλλη μορφή του περιχαρής
περίχρυσα	=	περίχρυσος
περίχρυσε	=	περίχρυσος
περίχρυσες	=	περίχρυσος
περίχρυση	=	περίχρυσος
περίχρυσης	=	περίχρυσος
περίχρυσο	=	περίχρυσος
περίχρυσοι	=	περίχρυσος
περίχρυσος	adj|formal	επιχρυσωμένος
περίχρυσου	=	περίχρυσος
περίχρυσους	=	περίχρυσος
περίχρυσων	=	περίχρυσος
περίχυμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιχύνω
περίχυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιχύνω
περίχυσης	=	περίχυση
περίχυτή	=	περίχυτος
περίχυτα	=	περίχυτος
περίχυτε	=	περίχυτος
περίχυτες	=	περίχυτος
περίχυτη	=	περίχυτος
περίχυτης	=	περίχυτος
περίχυτο	=	περίχυτος
περίχυτοι	=	περίχυτος
περίχυτος	adj	που έχει περιχυθεί
περίχυτου	=	περίχυτος
περίχυτους	=	περίχυτος
περίχυτων	=	περίχυτος
περίχυτό	=	περίχυτος
περίχωρα	noun	οι περιοχές που περιβάλλουν ένα οικιστικό σύνολο
περαίνω	verb	φέρω εις πέρας
περαίωνα	=	περαιώνω
περαίωναν	=	περαιώνω
περαίωνε	=	περαιώνω
περαίωνες	=	περαιώνω
περαίωσα	=	περαιώνω
περαίωσαν	=	περαιώνω
περαίωσε	=	περαιώνω
περαίωσες	=	περαιώνω
περαίωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περαιώνω
περαίωσης	noun	γενική ενικού του περαίωση
περαιτέρω	adv	από ένα σημείο και μετά	noun	τα όσα θα ακολουθήσουν
περαιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περαιωμένο
περαιωμένε	verb	κλητική ενικού του περαιωμένος
περαιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περαιωμένη
περαιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περαιωμένος
περαιωμένης	verb	γενική ενικού του περαιωμένη
περαιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περαιωμένος
περαιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περαιωμένος
περαιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περαιωμένος
περαιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περαιωμένος
περαιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περαιωμένος
περαιώναμε	=	περαιώνω
περαιώναν	=	περαιώνω
περαιώνανε	=	περαιώνω
περαιώνατε	=	περαιώνω
περαιώνει	=	περαιώνω
περαιώνεις	=	περαιώνω
περαιώνετε	=	περαιώνω
περαιώνοντας	=	περαιώνω
περαιώνουμε	=	περαιώνω
περαιώνουν	=	περαιώνω
περαιώνουνε	=	περαιώνω
περαιώνω	verb|formal	τελειώνω
περαιώσαμε	=	περαιώνω
περαιώσαν	=	περαιώνω
περαιώσανε	=	περαιώνω
περαιώσατε	=	περαιώνω
περαιώσει	=	περαιώνω
περαιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περαίωση
περαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περαίωση
περαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του περαίωση
περαιώστε	=	περαιώνω
περαιώτικα	=	περαιώτικος
περαιώτικε	=	περαιώτικος
περαιώτικες	=	περαιώτικος
περαιώτικη	=	περαιώτικος
περαιώτικης	=	περαιώτικος
περαιώτικο	=	περαιώτικος
περαιώτικοι	=	περαιώτικος
περαιώτικος	adj	ο σχετικός με την Περαία ή τους κατοίκους της
περαιώτικου	=	περαιώτικος
περαιώτικους	=	περαιώτικος
περαιώτικων	=	περαιώτικος
περαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέραμα
περαματάρη	noun	περαματάρης, στη γενική του ενικού
περαματάρηδες	noun	περαματάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
περαματάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του περαματάρης
περαματάρης	noun|dated	ο οδηγός ενός περάματος, μιας βάρκας που λειτουργεί ως πορθμείο
περαματιωτών	=	περαματιώτης
περαματιώτες	=	περαματιώτης
περαματιώτη	=	περαματιώτης
περαματιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Πέραμα
περαματιώτισσα	=	περαματιώτης
περαμιώτικα	=	περαμιώτικος
περαμιώτικε	=	περαμιώτικος
περαμιώτικες	=	περαμιώτικος
περαμιώτικη	=	περαμιώτικος
περαμιώτικης	=	περαμιώτικος
περαμιώτικο	=	περαμιώτικος
περαμιώτικοι	=	περαμιώτικος
περαμιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Πέραμα ή Πέραμος ή τους κατοίκους του
περαμιώτικου	=	περαμιώτικος
περαμιώτικους	=	περαμιώτικος
περαμιώτικων	=	περαμιώτικος
περαντζάδα	noun	άλλη μορφή του περατζάδα
περαντζάδας	=	περαντζάδα
περαντζάδες	=	περαντζάδα
περαντζάδων	=	περαντζάδα
περασιά	noun	μέρος από όπου μπορεί κάποιος να περάσει
περασιάς	noun	γενική ενικού του περασιά
περασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περασιά
περασιών	=	περασιά
περασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέρασμα
περασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περασμένος
περασμένε	=	περασμένος
περασμένες	=	περασμένος
περασμένη	=	περασμένος
περασμένης	=	περασμένος
περασμένο	=	περασμένος
περασμένοι	=	περασμένος
περασμένος	verb	που έχει περάσει, που έχει παρέλθει	noun	ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό: τα παρελθόντα
περασμένου	=	περασμένος
περασμένους	=	περασμένος
περασμένων	=	περασμένος
περαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περαστός	adv	με περαστό τρόπο
περαστέ	adj	κλητική ενικού του περαστός
περαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περαστή
περαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περαστός
περαστήκαμε	=	περνάω
περαστήκαν	=	περνάω
περαστήκανε	=	περνάω
περαστήκατε	=	περνάω
περαστής	adj	γενική ενικού του περαστή
περαστεί	=	περνάω
περαστείς	=	περνάω
περαστείτε	=	περνάω
περαστικά	noun	η ευχή περαστικά	intj	να γίνεις καλά, να αναρρώσεις
περαστικέ	adj	κλητική ενικού του περαστικός
περαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περαστική
περαστική	noun	θηλυκό του περαστικός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περαστικός
περαστικής	adj	γενική ενικού του περαστική
περαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περαστικός
περαστικού	adj	γενική ενικού του περαστικός
περαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περαστικός
περαστικό	adj	αιτιατική ενικού του περαστικός
περαστικός	adj	που διέρχεται από κάποιο σημείο, που περνάει δίπλα από κάποιο σημείο	noun	άτομο που είναι περαστικό
περαστικών	adj	γενική πληθυντικού του περαστικός
περαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περαστός
περαστού	adj	γενική ενικού του περαστός
περαστούμε	=	περνάω
περαστούν	=	περνάω
περαστούνε	=	περνάω
περαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περαστός
περαστό	adj	αιτιατική ενικού του περαστός
περαστός	adj	αυτός που φοριέται περασμένος από κάποιο σημείο
περαστώ	=	περνάω
περαστών	adj	γενική πληθυντικού του περαστός
περατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περατό
περατάρη	noun	περατάρης, στη γενική του ενικού
περατάρηδες	noun	περατάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
περατάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του περατάρης
περατάρης	noun|dated	άλλη μορφή του περαματάρης
περατέ	adj	κλητική ενικού του περατός
περατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περατή
περατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περατός
περατής	adj	γενική ενικού του περατή
περαταριά	noun	αυτοσχέδια σχεδία για τη διάβαση ενός ποταμού, μιας λίμνης κ.λπ.
περαταριάς	=	περαταριά
περαταριές	=	περαταριά
περαταριών	=	περαταριά
περατζάδα	noun	το πέρασμα από κάποιο σημείο ή σημεία
περατζάδας	=	περατζάδα
περατζάδες	=	περατζάδα
περατζάδων	=	περατζάδα
περατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περατός
περατοτήτων	=	περατότητα
περατού	adj	γενική ενικού του περατός
περατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περατός
περατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περατωμένο
περατωμένε	verb	κλητική ενικού του περατωμένος
περατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περατωμένη
περατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περατωμένος
περατωμένης	verb	γενική ενικού του περατωμένη
περατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περατωμένος
περατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περατωμένος
περατωμένος	verb	που έχει περατωθεί
περατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περατωμένος
περατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περατωμένος
περατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περατωμένος
περατό	adj	αιτιατική ενικού του περατός
περατός	adj|formal	που είναι δυνατόν να περαστεί (συνήθως σε σύνθετες λέξεις)
περατότητα	noun	το να έχει κάτι τέλος-όρια-λήξη, το να είναι πεπερασμένο, το να μην είναι άπειρο
περατότητας	=	περατότητα
περατότητες	=	περατότητα
περατών	adj	γενική πληθυντικού του περατός
περατώνω	verb	εκτελώ μια πράξη ως το τέλος της
περατώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περάτωση
περατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περάτωση
περατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του περάτωση
περβάζι	noun	το κάτω μέρος της πόρτας ή παραθύρου
περβάζια	=	περβάζι
περβαζιού	=	περβάζι
περβαζιών	=	περβάζι
περβολάρη	noun	περβολάρης, στη γενική του ενικού
περβολάρηδες	noun	περβολάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
περβολάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του περβολάρης
περβολάρης	noun|vulgar	άλλη μορφή του περιβολάρης
περβολάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περβολάρικο
περβολάρικε	adj	κλητική ενικού του περβολάρικος
περβολάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περβολάρικη
περβολάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περβολάρικος
περβολάρικης	adj	γενική ενικού του περβολάρικη
περβολάρικο	adj	αιτιατική ενικού του περβολάρικος
περβολάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περβολάρικος
περβολάρικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του περιβολάρικος
περβολάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περβολάρικος
περβολάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περβολάρικος
περβολάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περβολάρικος
περβολάρισσα	noun|vulgar	άλλη μορφή του περιβολάρισσα
περβολάρισσας	noun	γενική ενικού του περβολάρισσα
περβολάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περβολάρισσα
περβολαρίσια	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιας	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιε	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιες	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιο	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιοι	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιος	adj|vulgar	άλλη μορφή του περιβολαρίσιος
περβολαρίσιου	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιους	=	περβολαρίσιος
περβολαρίσιων	=	περβολαρίσιος
περβολαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του περβολάρισσα
περβολιού	=	περβόλι
περβολιών	=	περβόλι
περβόλι	noun|vulgar	άλλη μορφή του περιβόλι
περβόλια	=	περβόλι
περγέλι	noun|dated	διαβήτης (όργανο)
περγέλια	=	περγέλιο
περγέλιο	noun	άλλη μορφή του περίγελος / περίγελως
περγέλιου	=	περγέλιο
περγέλιων	=	περγέλιο
περγαμηνά	=	περγαμηνός
περγαμηνέ	=	περγαμηνός
περγαμηνές	=	περγαμηνή
περγαμηνή	noun	δέρμα κατεργασμένο έτσι, ώστε να μπορεί κανείς να γράψει πάνω σε αυτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περγαμηνός
περγαμηνής	=	περγαμηνή
περγαμηνοί	=	περγαμηνός
περγαμηνοειδές	=	περγαμηνοειδής
περγαμηνοειδή	=	περγαμηνοειδής
περγαμηνοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με περγαμηνή, που μοιάζει μ’ αυτή
περγαμηνοειδείς	=	περγαμηνοειδής
περγαμηνοειδούς	=	περγαμηνοειδής
περγαμηνοειδών	=	περγαμηνοειδής
περγαμηνοποιία	noun|dated	η κατασκευή περγαμηνών
περγαμηνοποιίας	noun	γενική ενικού του περγαμηνοποιία
περγαμηνοποιίες	=	περγαμηνοποιία
περγαμηνοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του περγαμηνοποιία
περγαμηνού	=	περγαμηνός
περγαμηνούς	=	περγαμηνός
περγαμηνό	=	περγαμηνός
περγαμηνός	adj	που είναι φτιαγμένος από περγαμηνή
περγαμηνών	=	περγαμηνή
περγαμόντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περγαμόντο
περγαμόντο	noun	μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Citrus aurantium) από τα εσπεριδοειδή· παράγει κίτρινους καρπούς που στο σχήμα και το μέγεθος μοιάζουν με πορτοκάλια
περγαμόντου	noun	γενική ενικού του περγαμόντο
περγαμόντων	noun	γενική πληθυντικού του περγαμόντο
περγαμότα	=	περγαμόντο
περγαμότο	=	περγαμόντο
περγαμότου	=	περγαμόντο
περγαμότων	=	περγαμόντο
περγαντί	noun	Δείτε μπεργαντί.
περγαντίνο	noun	Δείτε μπεργαντί
περγκολών	noun	γενική πληθυντικού του πέργκολα
περγολιά	noun	κληματαριά
περγολιάς	=	περγολιά
περγολιές	=	περγολιά
περγολιών	=	περγολιά
περγουλιά	noun	κληματαριά
περγουλιάς	=	περγουλιά
περγουλιές	=	περγουλιά
περγουλιών	=	περγουλιά
περδίκι	noun	η πέρδικα (το πουλί)
περδίκια	=	περδίκι
περδίκλωμα	noun	άλλη γραφή του πεδίκλωμα
περδίκλωνα	=	περδικλώνω
περδίκλωναν	=	περδικλώνω
περδίκλωνε	=	περδικλώνω
περδίκλωνες	=	περδικλώνω
περδίκλωσα	=	περδικλώνω
περδίκλωσαν	=	περδικλώνω
περδίκλωσε	=	περδικλώνω
περδίκλωσες	=	περδικλώνω
περδίκων	noun	γενική πληθυντικού του πέρδικα
περδικάκι	noun	παρασιτικό φυτό του γένους Parietaria
περδικάκια	=	περδικάκι
περδικίσια	=	περδικίσιος
περδικίσιας	=	περδικίσιος
περδικίσιε	=	περδικίσιος
περδικίσιες	=	περδικίσιος
περδικίσιο	=	περδικίσιος
περδικίσιοι	=	περδικίσιος
περδικίσιος	adj	που έχει σχέση με πέρδικα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
περδικίσιου	=	περδικίσιος
περδικίσιους	=	περδικίσιος
περδικίσιων	=	περδικίσιος
περδικιού	=	περδίκι
περδικιών	=	περδίκι
περδικιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Πέρδικα
περδικιώτικα	=	περδικιώτικος
περδικιώτικε	=	περδικιώτικος
περδικιώτικες	=	περδικιώτικος
περδικιώτικη	=	περδικιώτικος
περδικιώτικης	=	περδικιώτικος
περδικιώτικο	=	περδικιώτικος
περδικιώτικοι	=	περδικιώτικος
περδικιώτικος	adj	ο σχετικός με την Πέρδικα ή τους κατοίκους της
περδικιώτικου	=	περδικιώτικος
περδικιώτικους	=	περδικιώτικος
περδικιώτικων	=	περδικιώτικος
περδικιώτισσα	=	περδικιώτης
περδικλωθήκαμε	=	περδικλώνομαι
περδικλωθήκαν	=	περδικλώνομαι
περδικλωθήκανε	=	περδικλώνομαι
περδικλωθήκατε	=	περδικλώνομαι
περδικλωθεί	=	περδικλώνομαι
περδικλωθείτε	=	περδικλώνομαι
περδικλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περδίκλωμα
περδικλωμένα	=	περδικλωμένος
περδικλωμένε	=	περδικλωμένος
περδικλωμένες	=	περδικλωμένος
περδικλωμένη	=	περδικλωμένος
περδικλωμένης	=	περδικλωμένος
περδικλωμένο	=	περδικλωμένος
περδικλωμένοι	=	περδικλωμένος
περδικλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου περδικλώνω
περδικλωμένου	=	περδικλωμένος
περδικλωμένους	=	περδικλωμένος
περδικλωμένων	=	περδικλωμένος
περδικλωνόμασταν	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόμαστε	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόμουν	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόμουνα	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόντουσαν	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόσασταν	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόσαστε	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόσουν	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόσουνα	=	περδικλώνομαι
περδικλωνόταν	=	περδικλώνομαι
περδικλωνότανε	=	περδικλώνομαι
περδικλώθηκα	=	περδικλώνομαι
περδικλώθηκαν	=	περδικλώνομαι
περδικλώθηκε	=	περδικλώνομαι
περδικλώθηκες	=	περδικλώνομαι
περδικλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περδίκλωμα
περδικλώματος	noun	γενική ενικού του περδίκλωμα
περδικλώναμε	=	περδικλώνω
περδικλώναν	=	περδικλώνω
περδικλώνανε	=	περδικλώνω
περδικλώνατε	=	περδικλώνω
περδικλώνει	=	περδικλώνω
περδικλώνεις	=	περδικλώνω
περδικλώνεσαι	=	περδικλώνομαι
περδικλώνεστε	=	περδικλώνομαι
περδικλώνεται	=	περδικλώνομαι
περδικλώνετε	=	περδικλώνω
περδικλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περδικλώνω, άλλη γραφή του πεδικλώνομαι
περδικλώνονται	=	περδικλώνομαι
περδικλώνονταν	=	περδικλώνομαι
περδικλώνοντας	=	περδικλώνω
περδικλώνου	=	περδικλώνομαι
περδικλώνουμε	=	περδικλώνω
περδικλώνουν	=	περδικλώνω
περδικλώνουνε	=	περδικλώνω
περδικλώνω	verb	άλλη γραφή του πεδικλώνω
περδικλώσαμε	=	περδικλώνω
περδικλώσαν	=	περδικλώνω
περδικλώσανε	=	περδικλώνω
περδικλώσατε	=	περδικλώνω
περδικλώσει	=	περδικλώνω
περδικλώσου	=	περδικλώνομαι
περδικλώστε	=	περδικλώνω
περδικοθήρα	=	περδικοθήρας
περδικοθήρας	noun|archaic	αυτός που κυνηγάει πέρδικες
περδικοθήρες	=	περδικοθήρας
περδικοθήρων	=	περδικοθήρας
περδικοπάνι	noun	πανί που χρησιμοποιεί ο κυνηγός περδίκων, προκειμένου να μην φαίνεται από τα πουλιά που κυνηγάει
περδικοπάνια	=	περδικοπάνι
περδικοπάτημα	noun|rare	το πάτημα μιας πέρδικας, το χνάρι του ποδιού της
περδικοπαγίδα	noun	παγίδα για πέρδικες
περδικοπαγίδας	=	περδικοπαγίδα
περδικοπαγίδες	=	περδικοπαγίδα
περδικοπαγίδων	=	περδικοπαγίδα
περδικοπαγίς	noun	περδικοπαγίδα
περδικοπανιού	=	περδικοπάνι
περδικοπανιών	=	περδικοπάνι
περδικοπουλιού	=	περδικοπούλι
περδικοπουλιών	=	περδικοπούλι
περδικοπούλι	noun	άλλη μορφή του περδικόπουλο
περδικοπούλια	=	περδικοπούλι
περδικοστήθες	=	περδικοστήθω
περδικοστήθω	noun|dated	άλλη μορφή του περδικόστηθη
περδικοστήθων	=	περδικοστήθω
περδικοστήθως	=	περδικοστήθω
περδικουλιού	=	περδικούλι
περδικουλιών	=	περδικούλι
περδικοφωλιά	noun	φωλιά πέρδικας
περδικοφωλιάς	=	περδικοφωλιά
περδικοφωλιές	=	περδικοφωλιά
περδικοφωλιών	=	περδικοφωλιά
περδικούλα	noun	υποκοριστικό του πέρδικα
περδικούλας	noun	γενική ενικού του περδικούλα
περδικούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περδικούλα
περδικούλι	noun	υποκοριστικό του πέρδικα
περδικούλια	=	περδικούλι
περδικόπουλα	=	περδικόπουλο
περδικόπουλο	noun	το μικρό / ο νεοσσός μιας πέρδικας
περδικόπουλου	=	περδικόπουλο
περδικόπουλων	=	περδικόπουλο
περδικόστηθα	=	περδικόστηθος
περδικόστηθε	=	περδικόστηθος
περδικόστηθες	=	περδικόστηθος
περδικόστηθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περδικόστηθος
περδικόστηθης	=	περδικόστηθος
περδικόστηθο	=	περδικόστηθος
περδικόστηθοι	=	περδικόστηθος
περδικόστηθος	adj|dated	που το στήθος του είναι στητό όπως της πέρδικας
περδικόστηθου	=	περδικόστηθος
περδικόστηθους	=	περδικόστηθος
περδικόστηθων	=	περδικόστηθος
περδουκλιού	=	περδούκλι
περδουκλιών	=	περδούκλι
περδουκλωμάτων	=	περδούκλωμα
περδουκλώματα	=	περδούκλωμα
περδουκλώματος	=	περδούκλωμα
περδουκλών	=	περδούκλα
περδουκλώναμε	=	περδουκλώνω
περδουκλώναν	=	περδουκλώνω
περδουκλώνανε	=	περδουκλώνω
περδουκλώνατε	=	περδουκλώνω
περδουκλώνει	=	περδουκλώνω
περδουκλώνεις	=	περδουκλώνω
περδουκλώνετε	=	περδουκλώνω
περδουκλώνοντας	=	περδουκλώνω
περδουκλώνουμε	=	περδουκλώνω
περδουκλώνουν	=	περδουκλώνω
περδουκλώνουνε	=	περδουκλώνω
περδουκλώνω	verb	άλλη μορφή του πεδικλώνω
περδουκλώσαμε	=	περδουκλώνω
περδουκλώσαν	=	περδουκλώνω
περδουκλώσανε	=	περδουκλώνω
περδουκλώσατε	=	περδουκλώνω
περδουκλώσει	=	περδουκλώνω
περδουκλώστε	=	περδουκλώνω
περδούκλα	noun	άλλη μορφή του πεδούκλα
περδούκλας	=	περδούκλα
περδούκλες	=	περδούκλα
περδούκλι	noun	άλλη μορφή του πεδούκλι
περδούκλια	=	περδούκλι
περδούκλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περδουκλώνω
περδούκλωνα	=	περδουκλώνω
περδούκλωναν	=	περδουκλώνω
περδούκλωνε	=	περδουκλώνω
περδούκλωνες	=	περδουκλώνω
περδούκλωσα	=	περδουκλώνω
περδούκλωσαν	=	περδουκλώνω
περδούκλωσε	=	περδουκλώνω
περδούκλωσες	=	περδουκλώνω
περδόμασταν	=	πέρδομαι
περδόμαστε	=	πέρδομαι
περδόμουν	=	πέρδομαι
περδόμουνα	=	πέρδομαι
περδόντουσαν	=	πέρδομαι
περδόσασταν	=	πέρδομαι
περδόσαστε	=	πέρδομαι
περδόσουν	=	πέρδομαι
περδόσουνα	=	πέρδομαι
περδόταν	=	πέρδομαι
περδότανε	=	πέρδομαι
περεστρόικα	noun	η πολιτική μεταρρυθμίσεων του σοβιετικού καθεστώτος που εφάρμοσε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ κατά τη δεκαετία του 1980
περεστρόικας	=	περεστρόικα
περεστρόικες	=	περεστρόικα
περεχάω	verb	άλλη μορφή του περιχέω / περιχύνω
περεχυμάτων	=	περέχυμα
περεχύματα	=	περέχυμα
περεχύματος	=	περέχυμα
περεχύνω	verb	άλλη μορφή του περιχύνω
περεχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περεχάω / (περεχώ)
περηφάνια	noun	λιγότερο επίσημη μορφή του υπερηφάνεια
περηφάνιας	noun	γενική ενικού του περηφάνια
περηφάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περηφάνια
περηφανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περηφανεμένο
περηφανεμένε	verb	κλητική ενικού του περηφανεμένος
περηφανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περηφανεμένη
περηφανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περηφανεμένος
περηφανεμένης	verb	γενική ενικού του περηφανεμένη
περηφανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του περηφανεμένος
περηφανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περηφανεμένος
περηφανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περηφανεμένος
περηφανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περηφανεμένος
περηφανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περηφανεμένος
περηφανεύομαι	verb	υπερηφανεύομαι
περηφανιών	noun	γενική πληθυντικού του περηφάνια
περιάλειψη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιαλείφω
περιάνθια	=	περιάνθιο
περιάνθιο	noun	το εξωτερικό περίβλημα ενός άνθους, τα σέπαλα (κάλυκας) και τα πέταλα (στεφάνη) που το περιβάλλουν
περιάνθιον	noun	περιάνθιο
περιάνθιου	=	περιάνθιο
περιάνθιων	=	περιάνθιο
περιάπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιάπτω
περιάπτου	=	περίαπτο
περιάπτω	verb|formal	προσαρτώ, ειδικότερα: επισυνάπτω
περιάπτων	=	περίαπτο
περιάροση	noun|dated	το όργωμα ή το άνοιγμα αυλακιού γύρω από έναν χώρο, κυρίως ως αποτρεπτική ή προστατευτική πράξη για την απομόνωση ασθενειών, κακοτυχίας ή «μιασμάτων» από ανθρώπους, ζώα ή καλλιέργειες
περιάροσης	=	περιάροση
περιάψει	=	περιάπτω
περιάψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίαψη
περιάψεων	noun	γενική πληθυντικού του περίαψη
περιάψεως	noun|formal	γενική ενικού του περίαψη
περιέβαλα	=	περιβάλλω
περιέβαλαν	=	περιβάλλω
περιέβαλε	=	περιβάλλω
περιέβαλες	=	περιβάλλω
περιέβαλλα	=	περιβάλλω
περιέβαλλαν	=	περιβάλλω
περιέβαλλε	=	περιβάλλω
περιέβαλλες	=	περιβάλλω
περιέγραφα	=	περιγράφω
περιέγραφαν	=	περιγράφω
περιέγραφε	=	περιγράφω
περιέγραφες	=	περιγράφω
περιέγραψα	=	περιγράφω
περιέγραψαν	=	περιγράφω
περιέγραψε	=	περιγράφω
περιέγραψες	=	περιγράφω
περιέδενα	=	περιδένω
περιέδεναν	=	περιδένω
περιέδενε	=	περιδένω
περιέδενες	=	περιδένω
περιέδεσα	=	περιδένω
περιέδεσαν	=	περιδένω
περιέδεσε	=	περιδένω
περιέδεσες	=	περιδένω
περιέθαλπα	=	περιθάλπω
περιέθαλπαν	=	περιθάλπω
περιέθαλπε	=	περιθάλπω
περιέθαλπες	=	περιθάλπω
περιέθαλψα	=	περιθάλπω
περιέθαλψαν	=	περιθάλπω
περιέθαλψε	=	περιθάλπω
περιέθαλψες	=	περιθάλπω
περιέκλεια	=	περικλείω
περιέκλειαν	=	περικλείω
περιέκλειε	=	περικλείω
περιέκλειες	=	περικλείω
περιέκλεισα	=	περικλείω
περιέκλεισαν	=	περικλείω
περιέκλεισε	=	περικλείω
περιέκλεισες	=	περικλείω
περιέκοβα	=	περικόβω
περιέκοβαν	=	περικόβω
περιέκοβε	=	περικόβω
περιέκοβες	=	περικόβω
περιέκοπτα	=	περικόπτω
περιέκοπταν	=	περικόπτω
περιέκοπτε	=	περικόπτω
περιέκοπτες	=	περικόπτω
περιέκοψα	=	περικόβω
περιέκοψαν	=	περικόβω
περιέκοψε	=	περικόβω
περιέκοψες	=	περικόβω
περιέλαβα	=	περιλαμβάνω
περιέλαβαν	=	περιλαμβάνω
περιέλαβε	=	περιλαμβάνω
περιέλαβες	=	περιλαμβάνω
περιέλευση	noun	το πέρασμα της εξουσίας ή της κατοχής από ένα πρόσωπο σε άλλο
περιέλευσης	=	περιέλευση
περιέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιέρχομαι
περιέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιέρχομαι
περιέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιέρχομαι
περιέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιέρχομαι
περιέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιέρχομαι
περιέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιέρχομαι
περιέλιγμα	noun	το αποτέλεσμα του περιελίσσω
περιέλιξα	=	περιελίσσω
περιέλιξαν	=	περιελίσσω
περιέλιξε	=	περιελίσσω
περιέλιξες	=	περιελίσσω
περιέλιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιελίσσω
περιέλιξης	noun	περιέλιξη, στη γενική του ενικού
περιέλισσα	=	περιελίσσω
περιέλισσαν	=	περιελίσσω
περιέλισσε	=	περιελίσσω
περιέλισσες	=	περιελίσσω
περιέλουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιέλουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιέλουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιέλουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιέπεσα	=	περιπίπτω
περιέπεσαν	=	περιπίπτω
περιέπεσε	=	περιπίπτω
περιέπεσες	=	περιπίπτω
περιέπιπτα	=	περιπίπτω
περιέπιπταν	=	περιπίπτω
περιέπιπτε	=	περιπίπτω
περιέπιπτες	=	περιπίπτω
περιέπλεα	=	περιπλέω
περιέπλεαν	=	περιπλέω
περιέπλεε	=	περιπλέω
περιέπλεες	=	περιπλέω
περιέπλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιέπλευσα	=	περιπλέω
περιέπλευσαν	=	περιπλέω
περιέπλευσε	=	περιπλέω
περιέπλευσες	=	περιπλέω
περιέργεια	noun	η ιδιότητα του περίεργου
περιέργειας	noun	γενική ενικού του περιέργεια
περιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιέργεια
περιέργως	adv	σχολιαστικό επίρρημα που δείχνει απρόσμενο ή ανεξήγητο τρόπο
περιέρρεα	=	περιρρέω
περιέρρευσα	=	περιρρέω
περιέρχομαι	verb	τριγυρίζω από τόπο σε τόπο
περιέσπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περιέσπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περιέσπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περιέσπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περιέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιέστελλα	=	περιστέλλω
περιέστρεφα	=	περιστρέφω
περιέστρεφαν	=	περιστρέφω
περιέστρεφε	=	περιστρέφω
περιέστρεφες	=	περιστρέφω
περιέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιέσωζα	=	περισώζω
περιέσωζαν	=	περισώζω
περιέσωζε	=	περισώζω
περιέσωζες	=	περισώζω
περιέσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περιέσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περιέσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περιέσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περιέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιέφερα	=	περιφέρω
περιέφραζα	=	περιφράζω
περιέφραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιέφραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιέφραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιέφραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιέχω
περιέχομαι	=	περιέχω
περιέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιέχω
περιέχω	verb	έχω κάτι μέσα μου
περιήγηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του περιηγούμαι
περιήγησης	noun	γενική ενικού του περιήγηση
περιήλθα	=	περιέρχομαι
περιήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιήλιο
περιήλιο	noun	το σημείο της τροχιάς ενός σώματος γύρω από τον ήλιο, που βρίσκεται κοντύτερα σε αυτόν
περιήλιον	noun	περιήλιο
περιήλιονμ	=	περιήλιον
περιήλιου	noun	γενική ενικού του περιήλιο
περιήλιων	noun	γενική πληθυντικού του περιήλιο
περιίπταμαι	verb	πετάω γύρω και πάνω από κάτι
περιαγωγές	=	περιαγωγή
περιαγωγή	noun	η δυνατότητα ενός συστήματος ασύρματης σύνδεσης σε ένα δίκτυο (π.χ. τηλεπικοινωνιών) να λειτουργήσει, ακόμα κι όταν βγούμε έξω από την εμβέλειά του, συνδεόμενοι σ' ένα διαφορετικό σύστημα (π.χ. στο εξωτερικό)
περιαγωγής	=	περιαγωγή
περιαγωγών	=	περιαγωγή
περιαδενίτιδα	noun	παρωχημένο, ιατρική) φλεγμονή ιστών που περιβάλλουν αδένα
περιαδενίτιδας	=	περιαδενίτιδα
περιαδενίτιδες	=	περιαδενίτιδα
περιαδενίτιδων	=	περιαδενίτιδα
περιαδενῖτις	noun	περιαδενίτιδα
περιαδράχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιαδράχνω
περιαδράχνω	verb|rare	αδράχνω κάποιον δυνατά και βίαια
περιαιρετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιαιρετός
περιαιρετέ	adj	κλητική ενικού του περιαιρετός
περιαιρετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαιρετή
περιαιρετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιαιρετός
περιαιρετής	adj	γενική ενικού του περιαιρετή
περιαιρετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιαιρετός
περιαιρετού	adj	γενική ενικού του περιαιρετός
περιαιρετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιαιρετός
περιαιρετό	adj	αιτιατική ενικού του περιαιρετός
περιαιρετός	adj|archaic	που είναι δυνατόν να αποσπαστεί, να αφαιρεθεί από κει που βρίσκεται
περιαιρετών	adj	γενική πληθυντικού του περιαιρετός
περιαλγές	=	περιαλγής
περιαλγή	=	περιαλγής
περιαλγής	adj	που πονάει, που δημιουργεί πόνο
περιαλγείς	=	περιαλγής
περιαλγούς	=	περιαλγής
περιαλγών	=	περιαλγής
περιαλείφω	verb|formal	αλείφω γύρω γύρω
περιαλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαλειμμένο
περιαλειμμένε	verb	κλητική ενικού του περιαλειμμένος
περιαλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαλειμμένη
περιαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιαλειμμένος
περιαλειμμένης	verb	γενική ενικού του περιαλειμμένη
περιαλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιαλειμμένος
περιαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιαλειμμένος
περιαλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιαλειμμένος
περιαλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιαλειμμένος
περιαλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιαλειμμένος
περιανθίου	=	περιάνθιο
περιανθίων	=	περιάνθιο
περιαρθρίτιδα	noun	γενικός όρος για τις φλεγμονές της άρθρωσης του ώμου
περιαρθρίτιδας	=	περιαρθρίτιδα
περιαρθρίτιδες	=	περιαρθρίτιδα
περιαρθρίτιδων	=	περιαρθρίτιδα
περιαρθρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαρθρικό
περιαρθρικέ	adj	κλητική ενικού του περιαρθρικός
περιαρθρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαρθρική
περιαρθρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιαρθρικός
περιαρθρικής	adj	γενική ενικού του περιαρθρική
περιαρθρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιαρθρικός
περιαρθρικού	adj	γενική ενικού του περιαρθρικός
περιαρθρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιαρθρικός
περιαρθρικό	adj	αιτιατική ενικού του περιαρθρικός
περιαρθρικός	adj	που βρίσκεται γύρω από μία άρθρωση
περιαρθρικών	adj	γενική πληθυντικού του περιαρθρικός
περιαρπάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιαρπάζω
περιαρπάζω	verb|figurative	περιαδράχνω
περιαρπαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαρπαγμένο
περιαρπαγμένε	verb	κλητική ενικού του περιαρπαγμένος
περιαρπαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαρπαγμένη
περιαρπαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιαρπαγμένος
περιαρπαγμένης	verb	γενική ενικού του περιαρπαγμένη
περιαρπαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιαρπαγμένος
περιαρπαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιαρπαγμένος
περιαρπαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιαρπαγμένος
περιαρπαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιαρπαγμένος
περιαρπαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιαρπαγμένος
περιαρτηρίτιδα	noun	συστατική λέξη από την φλεγμονώδη νόσο των αρτηριών που αποκαλείται οζώδης περιαρτηρίτιδα
περιαρτηρίτιδας	=	περιαρτηρίτιδα
περιαρτηρίτιδες	=	περιαρτηρίτιδα
περιαρτηρίτιδων	=	περιαρτηρίτιδα
περιαρόσεις	=	περιάροση
περιαρόσεων	=	περιάροση
περιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαστικό
περιαστικέ	adj	κλητική ενικού του περιαστικός
περιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαστική
περιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιαστικός
περιαστικής	adj	γενική ενικού του περιαστική
περιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιαστικός
περιαστικού	adj	γενική ενικού του περιαστικός
περιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιαστικός
περιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του περιαστικός
περιαστικός	adj|formal	που βρίσκεται γύρω από το άστυ
περιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του περιαστικός
περιαυγάζαμε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζαν	=	περιαυγάζω
περιαυγάζανε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζατε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζει	=	περιαυγάζω
περιαυγάζεις	=	περιαυγάζω
περιαυγάζεσαι	=	περιαυγάζω
περιαυγάζεστε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζεται	=	περιαυγάζω
περιαυγάζετε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζομαι	=	περιαυγάζω
περιαυγάζονται	=	περιαυγάζω
περιαυγάζονταν	=	περιαυγάζω
περιαυγάζοντας	=	περιαυγάζω
περιαυγάζουμε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζουν	=	περιαυγάζω
περιαυγάζουνε	=	περιαυγάζω
περιαυγάζω	verb|formal	φωτίζω με έντονο φωτός μετάλη έκταση
περιαυγάσαμε	=	περιαυγάζω
περιαυγάσαν	=	περιαυγάζω
περιαυγάσανε	=	περιαυγάζω
περιαυγάσατε	=	περιαυγάζω
περιαυγάσει	=	περιαυγάζω
περιαυγάστε	=	περιαυγάζω
περιαυγές	=	περιαυγής
περιαυγή	=	περιαυγής
περιαυγής	adj|formal	που εκπέμπει παντού φως
περιαυγαζόμασταν	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόμαστε	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόμουν	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόμουνα	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόντουσαν	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόσασταν	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόσαστε	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόσουν	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόσουνα	=	περιαυγάζω
περιαυγαζόταν	=	περιαυγάζω
περιαυγαζότανε	=	περιαυγάζω
περιαυγείς	=	περιαυγής
περιαυγούς	=	περιαυγής
περιαυγών	=	περιαυγής
περιαυλίου	noun	γενική ενικού του περιαύλιο
περιαυλίων	noun	γενική πληθυντικού του περιαύλιο
περιαυτολογήσαμε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσαν	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσανε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσατε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσει	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσεις	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσετε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσουμε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσουν	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσουνε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήστε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογήσω	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογία	noun	το να περιαυτολογεί κάποιος
περιαυτολογίας	noun	γενική ενικού του περιαυτολογία
περιαυτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαυτολογία
περιαυτολογεί	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογείς	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογείτε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του περιαυτολογία
περιαυτολογούμε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούν	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούνε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσα	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσαμε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσαν	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσανε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσατε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογούσες	=	περιαυτολογώ
περιαυτολογώ	verb	μιλώ επαινετικά για τον εαυτό μου
περιαυτολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιαυτολογώ
περιαυτολόγα	=	περιαυτολόγος
περιαυτολόγε	=	περιαυτολόγος
περιαυτολόγησα	=	περιαυτολογώ
περιαυτολόγησαν	=	περιαυτολογώ
περιαυτολόγησε	=	περιαυτολογώ
περιαυτολόγησες	=	περιαυτολογώ
περιαυτολόγο	=	περιαυτολόγος
περιαυτολόγοι	=	περιαυτολόγος
περιαυτολόγος	adj|formal	που περιαυτολογεί
περιαυτολόγου	=	περιαυτολόγος
περιαυτολόγους	=	περιαυτολόγος
περιαυτολόγων	=	περιαυτολόγος
περιαυχένια	=	περιαυχένιος
περιαυχένιας	=	περιαυχένιος
περιαυχένιε	=	περιαυχένιος
περιαυχένιες	=	περιαυχένιος
περιαυχένιο	noun	το περιλαίμιο
περιαυχένιοι	=	περιαυχένιος
περιαυχένιος	adj|formal	που βρίσκεται ή τοποθετείται γύρω από τον λαιμό
περιαυχένιου	=	περιαυχένιος
περιαυχένιους	=	περιαυχένιος
περιαυχένιων	=	περιαυχένιος
περιαύγαζα	=	περιαυγάζω
περιαύγαζαν	=	περιαυγάζω
περιαύγαζε	=	περιαυγάζω
περιαύγαζες	=	περιαυγάζω
περιαύγασα	=	περιαυγάζω
περιαύγασαν	=	περιαυγάζω
περιαύγασε	=	περιαυγάζω
περιαύγασες	=	περιαυγάζω
περιαύγασις	noun	η περιαύγαση
περιαύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιαύλιο
περιαύλιο	noun|formal	περίφρακτη αυλή γύρω από κάποιο κτήριο (συνήθως μοναστήρι ή εκκλησία)
περιαύλιου	=	περιαύλιο
περιαύλου	=	περίαυλος
περιαύλων	=	περίαυλος
περιβάλαμε	=	περιβάλλω
περιβάλαν	=	περιβάλλω
περιβάλανε	=	περιβάλλω
περιβάλατε	=	περιβάλλω
περιβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιβάλλω
περιβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλω
περιβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλω
περιβάλλαμε	=	περιβάλλω
περιβάλλαν	=	περιβάλλω
περιβάλλανε	=	περιβάλλω
περιβάλλατε	=	περιβάλλω
περιβάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιβάλλω
περιβάλλεις	=	περιβάλλω
περιβάλλεσαι	=	περιβάλλω
περιβάλλεστε	=	περιβάλλω
περιβάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιβάλλομαι
περιβάλλετε	=	περιβάλλω
περιβάλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιβάλλω
περιβάλλον	noun	το σύνολο των φυσικών και πολιτιστικών συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν και αναπτύσσονται οι ζώντες οργανισμοί	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιβάλλων
περιβάλλοντα	=	περιβάλλον
περιβάλλονται	=	περιβάλλω
περιβάλλονταν	=	περιβάλλω
περιβάλλοντας	=	περιβάλλω
περιβάλλοντες	=	περιβάλλων
περιβάλλοντος	=	περιβάλλον
περιβάλλουμε	=	περιβάλλω
περιβάλλουν	=	περιβάλλω
περιβάλλουνε	=	περιβάλλω
περιβάλλουσα	=	περιβάλλων
περιβάλλουσας	=	περιβάλλων
περιβάλλουσες	=	περιβάλλων
περιβάλλω	verb	βρίσκομαι ή είμαι τοποθετημένος γύρω από κάτι, το περικλείω
περιβάλλων	verb|formal	που περιβάλλει, που βρίσκεται ολόγυρα
περιβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλω
περιβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλω
περιβάλτε	=	περιβάλλω
περιβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλω
περιβαλλοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντικό
περιβαλλοντικέ	adj	κλητική ενικού του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντική
περιβαλλοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντικής	adj	γενική ενικού του περιβαλλοντική
περιβαλλοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντικού	adj	γενική ενικού του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντικό	adj	αιτιατική ενικού του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο φυσικό περιβάλλον
περιβαλλοντικών	adj	γενική πληθυντικού του περιβαλλοντικός
περιβαλλοντολογία	noun	επιστήμη η οποία μελετάει το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει ο άνθρωπος
περιβαλλοντολογίας	noun	γενική ενικού του περιβαλλοντολογία
περιβαλλοντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντολογία
περιβαλλοντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντολογικό
περιβαλλοντολογικέ	adj	κλητική ενικού του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντολογική
περιβαλλοντολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογικής	adj	γενική ενικού του περιβαλλοντολογική
περιβαλλοντολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογικού	adj	γενική ενικού του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογικό	adj	αιτιατική ενικού του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογικός	adj	που έχει σχέση, που αναφέρεται ή που ανήκει στην περιβαλλοντολογία
περιβαλλοντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του περιβαλλοντολογικός
περιβαλλοντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του περιβαλλοντολογία
περιβαλλοντολόγε	=	περιβαλλοντολόγος
περιβαλλοντολόγο	=	περιβαλλοντολόγος
περιβαλλοντολόγοι	=	περιβαλλοντολόγος
περιβαλλοντολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος σε θέματα περιβάλλοντος
περιβαλλοντολόγου	=	περιβαλλοντολόγος
περιβαλλοντολόγους	=	περιβαλλοντολόγος
περιβαλλοντολόγων	=	περιβαλλοντολόγος
περιβαλλουσών	=	περιβάλλων
περιβαλλούσης	=	περιβάλλων
περιβαλλόμασταν	=	περιβάλλω
περιβαλλόμαστε	=	περιβάλλω
περιβαλλόμουν	=	περιβάλλω
περιβαλλόμουνα	=	περιβάλλω
περιβαλλόντουσαν	=	περιβάλλω
περιβαλλόντων	=	περιβάλλον
περιβαλλόσασταν	=	περιβάλλω
περιβαλλόσαστε	=	περιβάλλω
περιβαλλόσουν	=	περιβάλλω
περιβαλλόσουνα	=	περιβάλλω
περιβαλλόταν	=	περιβάλλω
περιβαλλότανε	=	περιβάλλω
περιβεβλημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβεβλημένο
περιβεβλημένε	adj	κλητική ενικού του περιβεβλημένος
περιβεβλημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβεβλημένη
περιβεβλημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιβεβλημένος
περιβεβλημένης	adj	γενική ενικού του περιβεβλημένη
περιβεβλημένο	adj	αιτιατική ενικού του περιβεβλημένος
περιβεβλημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιβεβλημένος
περιβεβλημένος	verb	που περιβάλλεται από κάτι, το φοράει, συνήθως επίσημο ένδυμα ή σχετικό με την άσκηση εξουσίας
περιβεβλημένου	verb	γενική ενικού του περιβεβλημένος
περιβεβλημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιβεβλημένος
περιβεβλημένων	adj	γενική πληθυντικού του περιβεβλημένος
περιβλέπτως	adv|formal	με εμφανή τρόπο, σε περίβλεπτη θέση
περιβλέπω	verb|archaic	κοιτάζω απ’ όλες τις πλευρές, τριγύρω, ενίοτε με θαυμασμό ή σεβασμό
περιβλήθηκα	=	περιβάλλω
περιβλήθηκαν	=	περιβάλλω
περιβλήθηκε	=	περιβάλλω
περιβλήθηκες	=	περιβάλλω
περιβλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίβλημα
περιβλήματος	noun	γενική ενικού του περίβλημα
περιβλεφτικά	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικέ	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικές	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτική	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικής	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικοί	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικού	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικούς	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικό	=	περιβλεφτικός
περιβλεφτικός	adj	που έχει σχέση με περίβλεπτο / περίβλεφτο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
περιβλεφτικών	=	περιβλεφτικός
περιβληθήκαμε	=	περιβάλλω
περιβληθήκαν	=	περιβάλλω
περιβληθήκανε	=	περιβάλλω
περιβληθήκατε	=	περιβάλλω
περιβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιβάλλομαι
περιβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλομαι
περιβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλομαι
περιβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλομαι
περιβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλομαι
περιβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιβάλλομαι
περιβλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίβλημα
περιβλημένος	=	περιβάλλω
περιβολάκι	noun	υποκοριστικό του περιβόλι
περιβολάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβολάκι
περιβολάρη	noun	περιβολάρης, στη γενική του ενικού
περιβολάρηδες	noun	περιβολάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
περιβολάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του περιβολάρης
περιβολάρης	noun	κάποιος που επαγγελματικά ασχολείται με καλλιέργεια σε περιβόλι
περιβολάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβολάρικο
περιβολάρικε	adj	κλητική ενικού του περιβολάρικος
περιβολάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβολάρικη
περιβολάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιβολάρικος
περιβολάρικης	adj	γενική ενικού του περιβολάρικη
περιβολάρικο	adj	αιτιατική ενικού του περιβολάρικος
περιβολάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιβολάρικος
περιβολάρικος	adj	που έχει σχέση με περιβολάρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
περιβολάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιβολάρικος
περιβολάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιβολάρικος
περιβολάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιβολάρικος
περιβολάρισσα	noun	θηλυκό του περιβολάρης
περιβολάρισσας	noun	γενική ενικού του περιβολάρισσα
περιβολάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβολάρισσα
περιβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβολή
περιβολή	noun	η φορεσιά, η ενδυμασία, η στολή
περιβολής	=	περιβολή
περιβολίσια	=	περιβολίσιος
περιβολίσιας	=	περιβολίσιος
περιβολίσιε	=	περιβολίσιος
περιβολίσιες	=	περιβολίσιος
περιβολίσιο	=	περιβολίσιος
περιβολίσιοι	=	περιβολίσιος
περιβολίσιος	adj	που έχει σχέση με περιβόλι ή αναφέρεται σ’ αυτό
περιβολίσιου	=	περιβολίσιος
περιβολίσιους	=	περιβολίσιος
περιβολίσιων	=	περιβολίσιος
περιβολαρίσια	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιας	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιε	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιες	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιο	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιοι	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιος	adj	που έχει σχέση με περιβόλι ή περιβολάρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
περιβολαρίσιου	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιους	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρίσιων	=	περιβολαρίσιος
περιβολαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του περιβολάρισσα
περιβολιού	noun	γενική ενικού του περιβόλι
περιβολιών	=	περιβόλι
περιβολιώτικα	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικε	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικες	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικη	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικης	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικο	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικοι	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Περιβόλι ή Περιβόλια ή τους κατοίκους του
περιβολιώτικου	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικους	=	περιβολιώτικος
περιβολιώτικων	=	περιβολιώτικος
περιβολότοιχος	noun|rare	τοίχος περιβόλου
περιβολών	=	περιβολή
περιβρέχομαι	verb	περιβάλλομαι από θάλασσα
περιβρέχω	verb	βρέχω γύρω γύρω, από παντού
περιβραχιόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβραχιόνιο
περιβραχιόνιο	noun	η λωρίδα ύφασμα που φοριέται γύρω από το μπράτσο
περιβραχιόνιου	noun	γενική ενικού του περιβραχιόνιο
περιβραχιόνιων	noun	γενική πληθυντικού του περιβραχιόνιο
περιβρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβρεγμένο
περιβρεγμένε	verb	κλητική ενικού του περιβρεγμένος
περιβρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβρεγμένη
περιβρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιβρεγμένος
περιβρεγμένης	verb	γενική ενικού του περιβρεγμένη
περιβρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιβρεγμένος
περιβρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιβρεγμένος
περιβρεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιβρέχω
περιβρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιβρεγμένος
περιβρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιβρεγμένος
περιβρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιβρεγμένος
περιβόητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβόητο
περιβόητε	adj	κλητική ενικού του περιβόητος
περιβόητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβόητη
περιβόητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιβόητος
περιβόητης	adj	γενική ενικού του περιβόητη
περιβόητο	adj	αιτιατική ενικού του περιβόητος
περιβόητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιβόητος
περιβόητος	adj	διαβόητος
περιβόητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιβόητος
περιβόητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιβόητος
περιβόητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιβόητος
περιβόλι	noun	ο κήπος με λαχανικά και καρποφόρα δέντρα
περιβόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιβόλι
περιβόλου	noun	γενική ενικού του περίβολος
περιβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περίβολος
περιβόλων	noun	γενική πληθυντικού του περίβολος
περιγέλασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιγελώ
περιγέλαστα	=	περιγέλαστος
περιγέλαστε	=	περιγέλαστος
περιγέλαστες	=	περιγέλαστος
περιγέλαστη	=	περιγέλαστος
περιγέλαστης	=	περιγέλαστος
περιγέλαστο	=	περιγέλαστος
περιγέλαστοι	=	περιγέλαστος
περιγέλαστος	adj	που τον περιγελούν
περιγέλαστου	=	περιγέλαστος
περιγέλαστους	=	περιγέλαστος
περιγέλαστων	=	περιγέλαστος
περιγέλι	noun	άλλη μορφή του περγέλι
περιγέλια	=	περιγέλιο
περιγέλιο	noun	εμπαιγμός, χλευασμός
περιγέλιου	=	περιγέλιο
περιγέλιων	=	περιγέλιο
περιγέλου	=	περίγελος
περιγέλους	=	περίγελος
περιγέλων	=	περίγελος
περιγείου	noun	γενική ενικού του περίγειο
περιγείων	noun	γενική πληθυντικού του περίγειο
περιγεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγεγραμμένο
περιγεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του περιγεγραμμένος
περιγεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγεγραμμένη
περιγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιγεγραμμένος
περιγεγραμμένης	verb	γενική ενικού του περιγεγραμμένη
περιγεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιγεγραμμένος
περιγεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιγεγραμμένος
περιγεγραμμένος	verb	που τον έχουμε περιγράψει
περιγεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιγεγραμμένος
περιγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιγεγραμμένος
περιγεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιγεγραμμένος
περιγελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελάσματα	=	περιγέλασμα
περιγελάσματος	=	περιγέλασμα
περιγελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελάστρα	noun	θηλυκό του περιγελαστής
περιγελάστρας	=	περιγελάστρα
περιγελάστρες	=	περιγελάστρα
περιγελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγελώ
περιγελίου	=	περιγέλιο
περιγελίων	=	περιγέλιο
περιγελασμάτων	=	περιγέλασμα
περιγελαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγελαστής
περιγελαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περιγελαστής
περιγελαστής	noun	κάποιος που περιγελά
περιγελαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγελαστικό
περιγελαστικέ	adj	κλητική ενικού του περιγελαστικός
περιγελαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγελαστική
περιγελαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιγελαστικός
περιγελαστικής	adj	γενική ενικού του περιγελαστική
περιγελαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιγελαστικός
περιγελαστικού	adj	γενική ενικού του περιγελαστικός
περιγελαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιγελαστικός
περιγελαστικό	adj	αιτιατική ενικού του περιγελαστικός
περιγελαστικός	adj	που έχει σχέση με τον περιγελαστή ή το περιγέλασμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
περιγελαστικών	adj	γενική πληθυντικού του περιγελαστικός
περιγελαστρών	=	περιγελάστρα
περιγελαστών	noun	γενική πληθυντικού του περιγελαστής
περιγελώ	verb	γελώ εναντίον κάποιου, χλευάζω
περιγελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιγελάω / περιγελώ
περιγεννητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγεννητικό
περιγεννητικέ	adj	κλητική ενικού του περιγεννητικός
περιγεννητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγεννητική
περιγεννητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιγεννητικός
περιγεννητικής	adj	γενική ενικού του περιγεννητική
περιγεννητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιγεννητικός
περιγεννητικού	adj	γενική ενικού του περιγεννητικός
περιγεννητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιγεννητικός
περιγεννητικό	adj	αιτιατική ενικού του περιγεννητικός
περιγεννητικός	adj	που προηγείται και έπεται της γέννησης
περιγεννητικών	adj	γενική πληθυντικού του περιγεννητικός
περιγιάλι	noun|poetic	η ακρογιαλιά, ο γιαλός
περιγιάλια	=	περιγιάλι
περιγιαλιού	=	περιγιάλι
περιγιαλιών	=	περιγιάλι
περιγλύφω	verb|archaic	διακοσμώ περιμετρικά μιας επιφάνειας με ανάγλυφα
περιγονίου	=	περιγόνιο
περιγονίων	=	περιγόνιο
περιγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίγραμμα
περιγράμματος	noun	γενική ενικού του περίγραμμα
περιγράμμιση	noun	σχεδιασμός περιγράμματος
περιγράμμισης	noun	γενική ενικού του περιγράμμιση
περιγράφαμε	=	περιγράφω
περιγράφαν	=	περιγράφω
περιγράφανε	=	περιγράφω
περιγράφατε	=	περιγράφω
περιγράφει	=	περιγράφω
περιγράφεις	=	περιγράφω
περιγράφεσαι	=	περιγράφω
περιγράφεστε	=	περιγράφω
περιγράφεται	=	περιγράφω
περιγράφετε	=	περιγράφω
περιγράφηκα	=	περιγράφω
περιγράφηκαν	=	περιγράφω
περιγράφηκε	=	περιγράφω
περιγράφηκες	=	περιγράφω
περιγράφομαι	=	περιγράφω
περιγράφομε	=	περιγράφω
περιγράφονται	=	περιγράφω
περιγράφονταν	=	περιγράφω
περιγράφοντας	=	περιγράφω
περιγράφουμε	=	περιγράφω
περιγράφουν	=	περιγράφω
περιγράφουνε	=	περιγράφω
περιγράφτε	=	περιγράφω
περιγράφτηκα	=	περιγράφω
περιγράφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγράφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγράφτηκες	=	περιγράφω
περιγράφω	verb	διηγούμαι με λόγια ή γραπτώς μια κατάσταση, ένα γεγονός ή ένα πράγμα
περιγράψαμε	=	περιγράφω
περιγράψαν	=	περιγράφω
περιγράψανε	=	περιγράφω
περιγράψατε	=	περιγράφω
περιγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγράψιμα	=	περιγράψιμος
περιγράψιμε	=	περιγράψιμος
περιγράψιμες	=	περιγράψιμος
περιγράψιμη	=	περιγράψιμος
περιγράψιμης	=	περιγράψιμος
περιγράψιμο	=	περιγράψιμος
περιγράψιμοι	=	περιγράψιμος
περιγράψιμος	adj	που είναι δυνατόν να περιγραφεί
περιγράψιμου	=	περιγράψιμος
περιγράψιμους	=	περιγράψιμος
περιγράψιμων	=	περιγράψιμος
περιγράψομε	=	περιγράφω
περιγράψου	=	περιγράφω
περιγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγράψουνε	=	περιγράφω
περιγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφω
περιγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίγραμμα
περιγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγραμμένο
περιγραμμένε	verb	κλητική ενικού του περιγραμμένος
περιγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγραμμένη
περιγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιγραμμένος
περιγραμμένης	verb	γενική ενικού του περιγραμμένη
περιγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιγραμμένος
περιγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιγραμμένος
περιγραμμένος	=	περιγράφω
περιγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιγραμμένος
περιγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιγραμμένος
περιγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιγραμμένος
περιγραμμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγράμμιση
περιγραμμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιγράμμιση
περιγραμμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιγράμμιση
περιγραπτά	=	περιγραπτός
περιγραπτέ	=	περιγραπτός
περιγραπτές	=	περιγραπτός
περιγραπτή	=	περιγραπτός
περιγραπτής	=	περιγραπτός
περιγραπτοί	=	περιγραπτός
περιγραπτού	=	περιγραπτός
περιγραπτούς	=	περιγραπτός
περιγραπτό	=	περιγραπτός
περιγραπτός	adj	που μπορεί κάποιος να τον περιγράψει
περιγραπτών	=	περιγραπτός
περιγραφέα	=	περιγραφέας
περιγραφέας	noun	πρόγραμμα/αλγόριθμος περιγραφής
περιγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγραφή
περιγραφέων	=	περιγραφέας
περιγραφή	noun	η λεπτομερειακή απόδοση με προφορικό ή γραπτό λόγο μιας εικόνας, μορφής ή ενός γεγονότος
περιγραφήκαμε	=	περιγράφω
περιγραφήκατε	=	περιγράφω
περιγραφής	=	περιγραφή
περιγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιγραφικός	adv	με περιγραφικό τρόπο, με περιγραφικότητα
περιγραφικέ	adj	κλητική ενικού του περιγραφικός
περιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγραφική
περιγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιγραφικός
περιγραφικής	adj	γενική ενικού του περιγραφική
περιγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιγραφικός
περιγραφικοτήτων	=	περιγραφικότητα
περιγραφικού	adj	γενική ενικού του περιγραφικός
περιγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιγραφικός
περιγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του περιγραφικός
περιγραφικός	adj	που περιγράφει
περιγραφικότης	noun	περιγραφικότητα
περιγραφικότητα	noun|formal	η ικανότητα περιγραφής ή η ιδιότητα του περιγραφικού
περιγραφικότητας	noun	γενική ενικού του περιγραφικότητα
περιγραφικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιγραφικότητα
περιγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του περιγραφικός
περιγραφικώς	adv|dated	περιγραφικά
περιγραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγραφούνε	=	περιγράφω
περιγραφτήκαμε	=	περιγράφω
περιγραφτήκαν	=	περιγράφω
περιγραφτήκανε	=	περιγράφω
περιγραφτήκατε	=	περιγράφω
περιγραφτεί	=	περιγράφω
περιγραφτείς	=	περιγράφω
περιγραφτείτε	=	περιγράφω
περιγραφτούμε	=	περιγράφω
περιγραφτούν	=	περιγράφω
περιγραφτούνε	=	περιγράφω
περιγραφτώ	=	περιγράφω
περιγραφόμασταν	=	περιγράφω
περιγραφόμαστε	=	περιγράφω
περιγραφόμουν	=	περιγράφω
περιγραφόμουνα	=	περιγράφω
περιγραφόντουσαν	=	περιγράφω
περιγραφόσασταν	=	περιγράφω
περιγραφόσαστε	=	περιγράφω
περιγραφόσουν	=	περιγράφω
περιγραφόσουνα	=	περιγράφω
περιγραφόταν	=	περιγράφω
περιγραφότανε	=	περιγράφω
περιγραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιγράφομαι
περιγραφών	=	περιγραφή
περιγυριά	noun|vulgar	η έκταση τριγύρω από κάτι
περιγυριάς	=	περιγυριά
περιγυριές	=	περιγυριά
περιγυριών	=	περιγυριά
περιγόνια	=	περιγόνιο
περιγόνιο	noun	το περιάνθιο
περιγόνιον	noun	περιγόνιο
περιγόνιου	=	περιγόνιο
περιγύρου	=	περίγυρος
περιγύρους	=	περίγυρος
περιγύρων	=	περίγυρος
περιδέθηκα	=	περιδένομαι
περιδέθηκαν	=	περιδένομαι
περιδέθηκε	=	περιδένομαι
περιδέθηκες	=	περιδένομαι
περιδέματα	=	περίδεμα
περιδέματος	=	περίδεμα
περιδέναμε	=	περιδένω
περιδέναν	=	περιδένω
περιδένανε	=	περιδένω
περιδένατε	=	περιδένω
περιδένει	=	περιδένω
περιδένεις	=	περιδένω
περιδένεσαι	=	περιδένομαι
περιδένεστε	=	περιδένομαι
περιδένεται	=	περιδένομαι
περιδένετε	=	περιδένω
περιδένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιδένω
περιδένονται	=	περιδένομαι
περιδένονταν	=	περιδένομαι
περιδένοντας	=	περιδένω
περιδένου	=	περιδένομαι
περιδένουμε	=	περιδένω
περιδένουν	=	περιδένω
περιδένουνε	=	περιδένω
περιδένω	verb	δένω γύρω γύρω, εφαρμόζω περίδεση
περιδέραια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδέραιο
περιδέραιο	noun	κόσμημα που φοριέται στο λαιμό με νήμα ή αλυσίδα απ' όπου εξαρτώνται κοσμήματα ή πολύτιμοι λίθοι (συνήθως, πιο βαρύτιμο από ένα απλό κολιέ)
περιδέραιου	noun	γενική ενικού του περιδέραιο
περιδέραιων	noun	γενική πληθυντικού του περιδέραιο
περιδέσαμε	=	περιδένω
περιδέσαν	=	περιδένω
περιδέσανε	=	περιδένω
περιδέσατε	=	περιδένω
περιδέσει	=	περιδένω
περιδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίδεση
περιδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του περίδεση
περιδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του περίδεση
περιδέσμου	=	περίδεσμος
περιδέσμους	=	περίδεσμος
περιδέσμων	=	περίδεσμος
περιδέσου	=	περιδένομαι
περιδέστε	=	περιδένω
περιδίνει	=	περιδινώ
περιδίνησα	=	περιδινώ
περιδίνησαν	=	περιδινώ
περιδίνησε	=	περιδινώ
περιδίνησες	=	περιδινώ
περιδίνηση	noun	η περιστροφή σε κύκλο, στροβιλισμός
περιδίνησης	noun	γενική ενικού του περιδίνηση
περιδίνητα	=	περιδίνητος
περιδίνητε	=	περιδίνητος
περιδίνητες	=	περιδίνητος
περιδίνητη	=	περιδίνητος
περιδίνητης	=	περιδίνητος
περιδίνητο	=	περιδίνητος
περιδίνητοι	=	περιδίνητος
περιδίνητος	adj	που υφίσταται περιδίνηση
περιδίνητου	=	περιδίνητος
περιδίνητους	=	περιδίνητος
περιδίνητων	=	περιδίνητος
περιδεές	=	περιδεής
περιδεή	=	περιδεής
περιδεής	adj|formal	που φοβάται πολύ
περιδεδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδεδεμένο
περιδεδεμένε	verb	κλητική ενικού του περιδεδεμένος
περιδεδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδεδεμένη
περιδεδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιδεδεμένος
περιδεδεμένης	verb	γενική ενικού του περιδεδεμένη
περιδεδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιδεδεμένος
περιδεδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιδεδεμένος
περιδεδεμένος	=	περιδένομαι
περιδεδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιδεδεμένος
περιδεδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιδεδεμένος
περιδεδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιδεδεμένος
περιδεείς	=	περιδεής
περιδεθήκαμε	=	περιδένομαι
περιδεθήκαν	=	περιδένομαι
περιδεθήκανε	=	περιδένομαι
περιδεθήκατε	=	περιδένομαι
περιδεθεί	=	περιδένομαι
περιδεθείτε	=	περιδένομαι
περιδεμάτων	=	περίδεμα
περιδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδεμένο
περιδεμένε	verb	κλητική ενικού του περιδεμένος
περιδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδεμένη
περιδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιδεμένος
περιδεμένης	verb	γενική ενικού του περιδεμένη
περιδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιδεμένος
περιδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιδεμένος
περιδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου περιδένω
περιδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιδεμένος
περιδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιδεμένος
περιδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιδεμένος
περιδενε	=	περιδένω
περιδενόμασταν	=	περιδένομαι
περιδενόμαστε	=	περιδένομαι
περιδενόμουν	=	περιδένομαι
περιδενόμουνα	=	περιδένομαι
περιδενόντουσαν	=	περιδένομαι
περιδενόσασταν	=	περιδένομαι
περιδενόσαστε	=	περιδένομαι
περιδενόσουν	=	περιδένομαι
περιδενόσουνα	=	περιδένομαι
περιδενόταν	=	περιδένομαι
περιδενότανε	=	περιδένομαι
περιδεούς	=	περιδεής
περιδεραίου	=	περιδέραιο
περιδεραίων	=	περιδέραιο
περιδεσε	=	περιδένω
περιδεών	=	περιδεής
περιδεώς	adv	με περιδεή τρόπο, με πολύ τρόμο
περιδιάβα	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβαζα	=	περιδιαβάζω
περιδιάβαζαν	=	περιδιαβάζω
περιδιάβαζε	=	περιδιαβάζω
περιδιάβαζες	=	περιδιαβάζω
περιδιάβαινα	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβαιναν	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβαινε	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβαινες	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβασα	=	περιδιαβάζω
περιδιάβασαν	=	περιδιαβάζω
περιδιάβασε	=	περιδιαβάζω
περιδιάβασες	=	περιδιαβάζω
περιδιάβαση	noun	η χαλαρή περιήγηση σε έναν τόπο
περιδιάβασης	noun	γενική ενικού του περιδιάβαση
περιδιάβασμα	noun|rare	άλλη μορφή του περιδιάβαση
περιδιάβηκα	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβηκαν	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβηκε	=	περιδιαβαίνω
περιδιάβηκες	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβάζαμε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζαν	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζανε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζατε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζει	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζεις	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζετε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζοντας	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζουμε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζουν	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζουνε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάζω	verb	περπατώ τριγύρω άσκοπα
περιδιαβάσαμε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάσαν	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάσανε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάσατε	=	περιδιαβάζω
περιδιαβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω
περιδιαβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδιάβαση
περιδιαβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω
περιδιαβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιδιάβαση
περιδιαβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιδιάβαση
περιδιαβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδιάβασμα
περιδιαβάσματος	noun	γενική ενικού του περιδιάβασμα
περιδιαβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω
περιδιαβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω
περιδιαβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω
περιδιαβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβάζω
περιδιαβήκαμε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβήκαν	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβήκανε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβήκατε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίναμε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίναν	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνανε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνατε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνει	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνεις	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνετε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνοντας	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνουμε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνουν	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνουνε	=	περιδιαβαίνω
περιδιαβαίνω	verb	περπατώ και τριγυρνώ χωρίς σκοπό ή συγκεκριμένη κατεύθυνση
περιδιαβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιδιάβασμα
περιδιαβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιδιαβαίνω
περιδιαβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβαίνω
περιδιαβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβαίνω
περιδιαβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβαίνω
περιδιαβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβαίνω
περιδιαβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδιαβαίνω
περιδινήσαμε	=	περιδινώ
περιδινήσατε	=	περιδινώ
περιδινήσει	=	περιδινώ
περιδινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδίνηση
περιδινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιδίνηση
περιδινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιδίνηση
περιδινήστε	=	περιδινώ
περιδινεί	=	περιδινώ
περιδινείς	=	περιδινώ
περιδινείτε	=	περιδινώ
περιδινούμαι	verb	κινούμαι σε σπειροειδή ή σε κυκλική τροχιά (συνήθως) μετακινούμενου νοητού δίσκου ή κυλίνδρου
περιδινούμε	=	περιδινώ
περιδινούν	=	περιδινώ
περιδινούσα	=	περιδινώ
περιδινούσαμε	=	περιδινώ
περιδινούσαν	=	περιδινώ
περιδινούσατε	=	περιδινώ
περιδινούσε	=	περιδινώ
περιδινούσες	=	περιδινώ
περιδινώ	verb	γυρίζω κάτι γύρω με μεγάλη ταχύτητα
περιδινώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιδινώ
περιδοτίτες	=	περιδοτίτης
περιδοτίτη	=	περιδοτίτης
περιδοτίτης	noun	πέτρωμα που αποτελείται κυρίως από τα ορυκτά ολιβίνη, φονατίτης και πυρόξενος, το πιο κοινό είδος πετρώματος του μανδύα της γης
περιδοτιτών	=	περιδοτίτης
περιδουνάβια	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιας	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιε	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιες	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιο	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιοι	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιος	adj	που είναι εκατέρωθεν του Δούναβη
περιδουνάβιου	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιους	=	περιδουνάβιος
περιδουνάβιων	=	περιδουνάβιος
περιδρομιάζαμε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζαν	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζανε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζατε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζει	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζεις	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζετε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάζουμε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζουν	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζουνε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάζω	verb|vulgar	τρώω πάρα πολύ, τρώω τον περίδρομο
περιδρομιάσαμε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάσαν	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάσανε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάσατε	=	περιδρομιάζω
περιδρομιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιδρόμιασμα
περιδρομιάσματος	noun	γενική ενικού του περιδρόμιασμα
περιδρομιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιδρομιάζω
περιδρομιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιδρόμιασμα
περιδρομόχορτα	=	περιδρομόχορτο
περιδρομόχορτο	noun	το φυτό ασφόδελος
περιδρομόχορτου	=	περιδρομόχορτο
περιδρομόχορτων	=	περιδρομόχορτο
περιδρόμιαζα	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιαζαν	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιαζε	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιαζες	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιασα	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιασαν	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιασε	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιασες	=	περιδρομιάζω
περιδρόμιασμα	noun|vulgar	η ενέργεια και συνέπεια του περιδρομιάζω, η κατανάλωση υπέρμετρης ποσότητας φαγητού
περιείχα	=	περιέχω
περιεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεδρικό
περιεδρικέ	adj	κλητική ενικού του περιεδρικός
περιεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεδρική
περιεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιεδρικός
περιεδρικής	adj	γενική ενικού του περιεδρική
περιεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιεδρικός
περιεδρικού	adj	γενική ενικού του περιεδρικός
περιεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιεδρικός
περιεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του περιεδρικός
περιεδρικός	adj	που σχετίζεται με την περιοχή γύρω από τον πρωκτό
περιεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του περιεδρικός
περιεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεκτικό	adv	με περιεκτικό τρόπο
περιεκτικέ	adj	κλητική ενικού του περιεκτικός
περιεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεκτική
περιεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιεκτικός
περιεκτικής	adj	γενική ενικού του περιεκτική
περιεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιεκτικός
περιεκτικοτήτων	=	περιεκτικότητα
περιεκτικού	adj	γενική ενικού του περιεκτικός
περιεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιεκτικός
περιεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του περιεκτικός
περιεκτικός	adj	που περιέχει, περιλαμβάνει πολλά
περιεκτικότης	noun	περιεκτικότητα
περιεκτικότητα	noun	η ποσότητα κάποιου πράγματος ή υλικού που περιέχεται σε κάποιο άλλο πράγμα ή υλικό
περιεκτικότητας	noun	γενική ενικού του περιεκτικότητα
περιεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεκτικότητα
περιεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του περιεκτικός
περιεκτικώς	adv|dated	περιεκτικά
περιελήφθη	=	περιλαμβάνω
περιελήφθησαν	=	περιλαμβάνω
περιελίγματα	=	περιέλιγμα
περιελίγματος	=	περιέλιγμα
περιελίξαμε	=	περιελίσσω
περιελίξαν	=	περιελίσσω
περιελίξανε	=	περιελίσσω
περιελίξατε	=	περιελίσσω
περιελίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιελίσσω
περιελίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιέλιξη
περιελίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσω
περιελίξεων	=	περιέλιξη
περιελίξομε	=	περιελίσσω
περιελίξου	=	περιελίσσω
περιελίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσω
περιελίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσω
περιελίξουνε	=	περιελίσσω
περιελίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσω
περιελίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσω
περιελίσσαμε	=	περιελίσσω
περιελίσσαν	=	περιελίσσω
περιελίσσανε	=	περιελίσσω
περιελίσσατε	=	περιελίσσω
περιελίσσει	=	περιελίσσω
περιελίσσεις	=	περιελίσσω
περιελίσσεσαι	=	περιελίσσω
περιελίσσεστε	=	περιελίσσω
περιελίσσεται	=	περιελίσσω
περιελίσσετε	=	περιελίσσω
περιελίσσομαι	verb	βρίσκομαι γύρω από κάποιον ή κάτι
περιελίσσομε	=	περιελίσσω
περιελίσσονται	=	περιελίσσω
περιελίσσονταν	=	περιελίσσω
περιελίσσοντας	=	περιελίσσω
περιελίσσουμε	=	περιελίσσω
περιελίσσουν	=	περιελίσσω
περιελίσσουνε	=	περιελίσσω
περιελίσσω	verb|formal	ελίσσω κάτι γύρω από κάτι άλλο, το τυλίγω με ελικοειδή τρόπο / ελικοειδώς
περιελίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελεύσεις	=	περιέλευση
περιελεύσεων	=	περιέλευση
περιελιγμάτων	=	περιέλιγμα
περιελιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιελιγμένο
περιελιγμένε	verb	κλητική ενικού του περιελιγμένος
περιελιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιελιγμένη
περιελιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιελιγμένος
περιελιγμένης	verb	γενική ενικού του περιελιγμένη
περιελιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιελιγμένος
περιελιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιελιγμένος
περιελιγμένος	=	περιελίσσω
περιελιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιελιγμένος
περιελιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιελιγμένος
περιελιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιελιγμένος
περιελισσόμασταν	=	περιελίσσω
περιελισσόμαστε	=	περιελίσσω
περιελισσόμενος	=	περιελίσσω
περιελισσόμουν	=	περιελίσσω
περιελισσόμουνα	=	περιελίσσω
περιελισσόντουσαν	=	περιελίσσω
περιελισσόσασταν	=	περιελίσσω
περιελισσόσαστε	=	περιελίσσω
περιελισσόσουν	=	περιελίσσω
περιελισσόσουνα	=	περιελίσσω
περιελισσόταν	=	περιελίσσω
περιελισσότανε	=	περιελίσσω
περιελιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθήκαν	=	περιελίσσω
περιελιχθήκανε	=	περιελίσσω
περιελιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιελιχθούνε	=	περιελίσσω
περιελιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιελίσσομαι
περιεμμηνοπαύσεις	=	περιεμμηνόπαυση
περιεμμηνοπαύσεων	=	περιεμμηνόπαυση
περιεμμηνόπαυση	noun|formal	μεταβατική φάση πριν την εμμηνόπαυση κατά την οποία οι ορμονικές διακυμάνσεις —κυρίως η μείωση των οιστρογόνων— προκαλούν ακανόνιστη έμμηνο ρύση και συμπτώματα όπως εξάψεις, διαταραχές ύπνου και αλλαγές στη διάθεση
περιεμμηνόπαυσης	=	περιεμμηνόπαυση
περιεμφραγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεμφραγματικό
περιεμφραγματικέ	adj	κλητική ενικού του περιεμφραγματικός
περιεμφραγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεμφραγματική
περιεμφραγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιεμφραγματικός
περιεμφραγματικής	adj	γενική ενικού του περιεμφραγματική
περιεμφραγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιεμφραγματικός
περιεμφραγματικού	adj	γενική ενικού του περιεμφραγματικός
περιεμφραγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιεμφραγματικός
περιεμφραγματικό	adj	αιτιατική ενικού του περιεμφραγματικός
περιεμφραγματικός	adj	που έχει σχέση με την περιοχή γύρω από το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αναφέρεται σ’ αυτό
περιεμφραγματικών	adj	γενική πληθυντικού του περιεμφραγματικός
περιεπλάκη	=	περιπλέχτηκε
περιεργάζομαι	verb	κοιτάζω με προσοχή και περιέργεια
περιεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεργασμένο
περιεργασμένε	verb	κλητική ενικού του περιεργασμένος
περιεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεργασμένη
περιεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιεργασμένος
περιεργασμένης	verb	γενική ενικού του περιεργασμένη
περιεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιεργασμένος
περιεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιεργασμένος
περιεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιεργασμένος
περιεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιεργασμένος
περιεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιεργασμένος
περιεργαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιεργάζομαι
περιεργαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιεργάζομαι
περιεργαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιεργάζομαι
περιεργαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιεργάζομαι
περιεργαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιεργάζομαι
περιεργαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιεργάζομαι
περιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του περιέργεια
περιερχόμουν	=	περιέρχομαι
περιεστράφη	=	περιστρέφω
περιεστράφησαν	=	περιστρέφω
περιεστραμμένος	=	περιστρέφω
περιεχομένου	noun	γενική ενικού του περιεχόμενο
περιεχομένων	noun	γενική πληθυντικού του περιεχόμενο
περιεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεχτικό
περιεχτικέ	adj	κλητική ενικού του περιεχτικός
περιεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιεχτική
περιεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιεχτικός
περιεχτικής	adj	γενική ενικού του περιεχτική
περιεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιεχτικός
περιεχτικού	adj	γενική ενικού του περιεχτικός
περιεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιεχτικός
περιεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του περιεχτικός
περιεχτικός	adj	άλλη μορφή του περιεκτικός
περιεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του περιεχτικός
περιεχόμενα	noun	ο κατάλογος των κεφαλαίων και των ενοτήτων ενός εντύπου
περιεχόμενο	noun	αυτό που βρίσκεται εντός ενός δοχείου, ενός κουτιού, μία συσκευασίας κ.λπ.
περιεχόμενου	=	περιεχόμενο
περιεχόμουν	=	περιέχω
περιζήτητα	=	περιζήτητος
περιζήτητε	=	περιζήτητος
περιζήτητες	=	περιζήτητος
περιζήτητη	=	περιζήτητος
περιζήτητης	=	περιζήτητος
περιζήτητο	=	περιζήτητος
περιζήτητοι	=	περιζήτητος
περιζήτητος	adj	που τον αναζητούν, τον αποζητούν πολύ, επιθυμούν να τον αποκτήσουν ή να τον πλησιάσουν
περιζήτητου	=	περιζήτητος
περιζήτητους	=	περιζήτητος
περιζήτητων	=	περιζήτητος
περιζωθήκαμε	=	περιζώνομαι
περιζωθήκαν	=	περιζώνομαι
περιζωθήκανε	=	περιζώνομαι
περιζωθήκατε	=	περιζώνομαι
περιζωθεί	=	περιζώνομαι
περιζωθείτε	=	περιζώνομαι
περιζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίζωμα
περιζωμένα	=	περιζωμένος
περιζωμένε	=	περιζωμένος
περιζωμένες	=	περιζωμένος
περιζωμένη	=	περιζωμένος
περιζωμένης	=	περιζωμένος
περιζωμένο	=	περιζωμένος
περιζωμένοι	=	περιζωμένος
περιζωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιζώνω
περιζωμένου	=	περιζωμένος
περιζωμένους	=	περιζωμένος
περιζωμένων	=	περιζωμένος
περιζωνίου	=	περιζώνιο
περιζωνίων	=	περιζώνιο
περιζωνόμασταν	=	περιζώνομαι
περιζωνόμαστε	=	περιζώνομαι
περιζωνόμουν	=	περιζώνομαι
περιζωνόμουνα	=	περιζώνομαι
περιζωνόντουσαν	=	περιζώνομαι
περιζωνόσασταν	=	περιζώνομαι
περιζωνόσαστε	=	περιζώνομαι
περιζωνόσουν	=	περιζώνομαι
περιζωνόσουνα	=	περιζώνομαι
περιζωνόταν	=	περιζώνομαι
περιζωνότανε	=	περιζώνομαι
περιζωσμάτων	=	περίζωσμα
περιζωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιζωσμένο
περιζωσμένε	verb	κλητική ενικού του περιζωσμένος
περιζωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιζωσμένη
περιζωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιζωσμένος
περιζωσμένης	verb	γενική ενικού του περιζωσμένη
περιζωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιζωσμένος
περιζωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιζωσμένος
περιζωσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιζώνω
περιζωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιζωσμένος
περιζωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιζωσμένος
περιζωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιζωσμένος
περιζωστός	adj|figurative	που τον έχουν περιζώσει
περιζώθηκα	=	περιζώνομαι
περιζώθηκαν	=	περιζώνομαι
περιζώθηκε	=	περιζώνομαι
περιζώθηκες	=	περιζώνομαι
περιζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίζωμα
περιζώματος	noun	γενική ενικού του περίζωμα
περιζώναμε	=	περιζώνω
περιζώναν	=	περιζώνω
περιζώνανε	=	περιζώνω
περιζώνατε	=	περιζώνω
περιζώνει	=	περιζώνω
περιζώνεις	=	περιζώνω
περιζώνεσαι	=	περιζώνομαι
περιζώνεστε	=	περιζώνομαι
περιζώνεται	=	περιζώνομαι
περιζώνετε	=	περιζώνω
περιζώνια	=	περιζώνιο
περιζώνιο	noun|formal	ειδική ιερατική ή άλλη ζώνη
περιζώνιου	=	περιζώνιο
περιζώνιων	=	περιζώνιο
περιζώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιζώνω
περιζώνονται	=	περιζώνομαι
περιζώνονταν	=	περιζώνομαι
περιζώνοντας	=	περιζώνω
περιζώνου	=	περιζώνομαι
περιζώνουμε	=	περιζώνω
περιζώνουν	=	περιζώνω
περιζώνουνε	=	περιζώνω
περιζώνω	verb	περιβάλλω ολόγυρα
περιζώσαμε	=	περιζώνω
περιζώσαν	=	περιζώνω
περιζώσανε	=	περιζώνω
περιζώσατε	=	περιζώνω
περιζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιζώνω
περιζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιζώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίζωση
περιζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιζώνω
περιζώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περίζωση
περιζώσεως	noun|formal	γενική ενικού του περίζωση
περιζώσματα	=	περίζωσμα
περιζώσματος	=	περίζωσμα
περιζώσου	=	περιζώνομαι
περιζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιζώνω
περιζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιζώνω
περιζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιζώνω
περιζώστρα	noun	ζώνη
περιζώστρας	=	περιζώστρα
περιζώστρες	=	περιζώστρα
περιζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιζώνω
περιηγήθηκα	=	περιηγούμαι
περιηγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιήγηση
περιηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιήγηση
περιηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιήγηση
περιηγήτρια	noun	θηλυκό του περιηγητής
περιηγήτριας	noun	γενική ενικού του περιηγήτρια
περιηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιηγήτρια
περιηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιηγούμαι
περιηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιηγούμαι
περιηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιηγούμαι
περιηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιηγούμαι
περιηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιηγούμαι
περιηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιηγούμαι
περιηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιηγητής
περιηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περιηγητής
περιηγητής	noun	αυτός που περιηγείται
περιηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιηγητικό
περιηγητικέ	adj	κλητική ενικού του περιηγητικός
περιηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιηγητική
περιηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιηγητικός
περιηγητικής	adj	γενική ενικού του περιηγητική
περιηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιηγητικός
περιηγητικού	adj	γενική ενικού του περιηγητικός
περιηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιηγητικός
περιηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του περιηγητικός
περιηγητικός	adj	που έχει σχέση με τον περιηγητή ή την περιήγηση ή αναφέρεται σ' αυτά
περιηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του περιηγητικός
περιηγητισμέ	noun	κλητική ενικού του περιηγητισμός
περιηγητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιηγητισμός
περιηγητισμού	noun	γενική ενικού του περιηγητισμός
περιηγητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του περιηγητισμός
περιηγητισμό	noun	αιτιατική ενικού του περιηγητισμός
περιηγητισμός	noun	η περιήγηση κάποιου σε έναν ξένο τόπο είτε για αναψυχή είτε για μελέτη τους τρόπου ζωής των κατοίκων, των μνημείων κ.λπ.
περιηγητισμών	noun	γενική πληθυντικού του περιηγητισμός
περιηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του περιηγήτρια
περιηγητών	noun	γενική πληθυντικού του περιηγητής
περιηγούμαι	verb	ταξιδεύω σε έναν ξένο τόπο και τριγυρίζω είτε για αναψυχή είτε για μελέτη των μνημείων, του τρόπου ζωής των κατοίκων κ.λπ.
περιηλίου	noun	γενική ενικού του περιήλιο
περιηλίων	noun	γενική πληθυντικού του περιήλιο
περιθάλπαμε	=	περιθάλπω
περιθάλπαν	=	περιθάλπω
περιθάλπανε	=	περιθάλπω
περιθάλπατε	=	περιθάλπω
περιθάλπει	=	περιθάλπω
περιθάλπεις	=	περιθάλπω
περιθάλπεσαι	=	περιθάλπω
περιθάλπεσθε	=	περιθάλπω
περιθάλπεστε	=	περιθάλπω
περιθάλπεται	=	περιθάλπω
περιθάλπετε	=	περιθάλπω
περιθάλπηκα	=	περιθάλπω
περιθάλπομαι	=	περιθάλπω
περιθάλπομε	=	περιθάλπω
περιθάλπονται	=	περιθάλπω
περιθάλπονταν	=	περιθάλπω
περιθάλποντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιθάλπω
περιθάλπουμε	=	περιθάλπω
περιθάλπω	verb	περιποιούμαι, συχνότερα προσφέροντας ιατρική βοήθεια σε ασθενή
περιθάλψαμε	=	περιθάλπω
περιθάλψαν	=	περιθάλπω
περιθάλψανε	=	περιθάλπω
περιθάλψατε	=	περιθάλπω
περιθάλψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιθάλπω
περιθάλψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθάλπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίθαλψη
περιθάλψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθάλπω
περιθάλψεων	noun	γενική πληθυντικού του περίθαλψη
περιθάλψεως	noun|formal	γενική ενικού του περίθαλψη
περιθάλψομε	=	περιθάλπω
περιθάλψου	=	περιθάλπω
περιθάλψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθάλπω
περιθάλψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθάλπω
περιθάλψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιθάλπω
περιθάλψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθάλπω
περιθαλπόμασταν	=	περιθάλπω
περιθαλπόμαστε	=	περιθάλπω
περιθαλπόμουν	=	περιθάλπω
περιθαλπόσασταν	=	περιθάλπω
περιθαλπόσουν	=	περιθάλπω
περιθαλπόταν	=	περιθάλπω
περιθηλαία	=	περιθηλαίος
περιθηλαίας	=	περιθηλαίος
περιθηλαίε	=	περιθηλαίος
περιθηλαίες	=	περιθηλαίος
περιθηλαίο	=	περιθηλαίος
περιθηλαίοι	=	περιθηλαίος
περιθηλαίος	adj	που βρίσκεται γύρω από την θηλή (οφθαλμού, στήθους κ.λπ.)
περιθηλαίου	=	περιθηλαίος
περιθηλαίους	=	περιθηλαίος
περιθηλαίων	=	περιθηλαίος
περιθλάσεις	=	περίθλαση
περιθλάσεων	=	περίθλαση
περιθλασιμετρία	noun	μέθοδος μέτρησης των ιδιοτήτων υλικών μέσω της περίθλασης ακτινοβολίας, όπως του φωτός ή των ακτίνων Χ
περιθλασιμετρίας	=	περιθλασιμετρία
περιθλασιμετρίες	=	περιθλασιμετρία
περιθλασιμετριών	=	περιθλασιμετρία
περιθυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιθύρωμα
περιθυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθύρωμα
περιθυρώματος	noun	γενική ενικού του περιθύρωμα
περιθωρίου	noun	γενική ενικού του περιθώριο
περιθωρίων	noun	γενική πληθυντικού του περιθώριο
περιθωριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθωριακό	adv	στο (κοινωνικό ή άλλο) περιθώριο
περιθωριακέ	adj	κλητική ενικού του περιθωριακός
περιθωριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθωριακή
περιθωριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιθωριακός
περιθωριακής	adj	γενική ενικού του περιθωριακή
περιθωριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιθωριακός
περιθωριακού	adj	γενική ενικού του περιθωριακός
περιθωριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιθωριακός
περιθωριακό	adj	αιτιατική ενικού του περιθωριακός
περιθωριακός	adj	που βρίσκεται στο (κοινωνικό) περιθώριο, γίνεται σ’ αυτό ή ανήκει σ’ αυτό
περιθωριακών	adj	γενική πληθυντικού του περιθωριακός
περιθωριοποίει	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποίησα	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποίησαν	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποίησε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποίησες	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιθωριοποιώ
περιθωριοποίησης	noun	γενική ενικού του περιθωριοποίηση
περιθωριοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιήσαμε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσαν	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσανε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσατε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθωριοποίηση
περιθωριοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιθωριοποίηση
περιθωριοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιθωριοποίηση
περιθωριοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ
περιθωριοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιώ
περιθωριοποιεί	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιείς	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιείτε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιθωριοποιούμαι
περιθωριοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθωριοποιημένο
περιθωριοποιημένε	verb	κλητική ενικού του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθωριοποιημένη
περιθωριοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιημένης	verb	γενική ενικού του περιθωριοποιημένη
περιθωριοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιημένος	verb	που ζει στο περιθώριο, συνήθως επειδή εκεί έχει εξωθηθεί από ισχυρότερες δυνάμεις (κοινωνικές, εργασιακές κ.λπ.), απομονωμένος, μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων
περιθωριοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιθωριοποιημένος
περιθωριοποιούμαι	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούμε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούν	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούνε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσα	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσαμε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσαν	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσανε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσατε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσε	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιούσες	=	περιθωριοποιώ
περιθωριοποιώ	verb	απομακρύνω κάποιον από την κοινωνική ζωή ή κάποια κοινωνική ομάδα, τον βάζω στο περιθώριο
περιθωριοποιώντας	=	περιθωριοποιώ
περιθύρωμα	noun|formal	άλλη μορφή του θύρωμα
περιθώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιθώριο
περιθώριο	noun	άγραφο τμήμα γύρω-γύρω σε σελίδα τυπωμένου βιβλίου ή αντίστοιχο τμήμα σελίδας τετραδίου
περιθώριον	noun	περιθώριο
περιθώριου	=	περιθώριο
περικάλυμμα	noun|formal	ό,τι περικαλύπτει
περικάλυψη	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικαλύπτω
περικάλυψης	=	περικάλυψη
περικάμπτω	verb	λυγίζω γύρω γύρω, κάνω κάτι κυρτό γύρω γύρω
περικάρδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικάρδιο
περικάρδιο	noun	θύλακας που περιβάλλει την καρδιά
περικάρδιου	=	περικάρδιο
περικάρπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικάρπιο
περικάρπιο	noun	το περίβλημα του καρπού των φυτών, μέσα στο οποίο βρίσκεται το σπέρμα.
περικάρπιου	=	περικάρπιο
περικαλλές	=	περικαλλής
περικαλλή	=	περικαλλής
περικαλλής	adj	που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικό κάλλος
περικαλλείς	=	περικαλλής
περικαλλούς	=	περικαλλής
περικαλλών	=	περικαλλής
περικαλυμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περικάλυμμα
περικαλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαλυμμένο
περικαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του περικαλυμμένος
περικαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαλυμμένη
περικαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικαλυμμένος
περικαλυμμένης	verb	γενική ενικού του περικαλυμμένη
περικαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του περικαλυμμένος
περικαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικαλυμμένος
περικαλυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου περικαλύπτω
περικαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικαλυμμένος
περικαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικαλυμμένος
περικαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικαλυμμένος
περικαλύμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικάλυμμα
περικαλύμματος	noun	γενική ενικού του περικάλυμμα
περικαλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περικαλύπτω
περικαλύπτω	verb|formal	καλύπτω γύρω γύρω, απ’ όλες τις πλευρές
περικαλύψεις	=	περικάλυψη
περικαλύψεων	=	περικάλυψη
περικαλώ	verb|vulgar	παρακαλώ
περικαρδίου	noun	γενική ενικού του περικάρδιο
περικαρδίτιδα	noun	φλεγμονή του περικαρδίου
περικαρδίτιδας	=	περικαρδίτιδα
περικαρδίτιδες	=	περικαρδίτιδα
περικαρδίτιδων	=	περικαρδίτιδα
περικαρδίων	noun	γενική πληθυντικού του περικάρδιο
περικαρδιακά	=	περικαρδιακός
περικαρδιακέ	=	περικαρδιακός
περικαρδιακές	=	περικαρδιακός
περικαρδιακή	=	περικαρδιακός
περικαρδιακής	=	περικαρδιακός
περικαρδιακοί	=	περικαρδιακός
περικαρδιακού	=	περικαρδιακός
περικαρδιακούς	=	περικαρδιακός
περικαρδιακό	=	περικαρδιακός
περικαρδιακός	adj	που έχει σχέση με το περικάρδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
περικαρδιακών	=	περικαρδιακός
περικαρδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαρδικό
περικαρδικέ	adj	κλητική ενικού του περικαρδικός
περικαρδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαρδική
περικαρδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικαρδικός
περικαρδικής	adj	γενική ενικού του περικαρδική
περικαρδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικαρδικός
περικαρδικού	adj	γενική ενικού του περικαρδικός
περικαρδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περικαρδικός
περικαρδικό	adj	αιτιατική ενικού του περικαρδικός
περικαρδικός	adj	που έχει σχέση με το περικάρδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
περικαρδικών	adj	γενική πληθυντικού του περικαρδικός
περικαρδιοπάθεια	noun	φλεγμονή του περικαρδίου, δηλαδή του υμένα που περιβάλλει την καρδιά
περικαρδιοπάθειας	=	περικαρδιοπάθεια
περικαρδιοπάθειες	=	περικαρδιοπάθεια
περικαρδιοπαθειών	=	περικαρδιοπάθεια
περικαρδῖτις	noun	περικαρδίτιδα
περικαρπίου	noun	γενική ενικού του περικάρπιο
περικαρπίων	noun	γενική πληθυντικού του περικάρπιο
περικαρπιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περικαρπιακός	adv	στην περιοχή του περικαρπίου
περικαρπιακέ	adj	κλητική ενικού του περικαρπιακός
περικαρπιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαρπιακή
περικαρπιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικαρπιακός
περικαρπιακής	adj	γενική ενικού του περικαρπιακή
περικαρπιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικαρπιακός
περικαρπιακού	adj	γενική ενικού του περικαρπιακός
περικαρπιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περικαρπιακός
περικαρπιακό	adj	αιτιατική ενικού του περικαρπιακός
περικαρπιακός	adj	που έχει σχέση με το περικάρπιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
περικαρπιακών	adj	γενική πληθυντικού του περικαρπιακός
περικαρπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαρπικό
περικαρπικέ	adj	κλητική ενικού του περικαρπικός
περικαρπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικαρπική
περικαρπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικαρπικός
περικαρπικής	adj	γενική ενικού του περικαρπική
περικαρπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικαρπικός
περικαρπικού	adj	γενική ενικού του περικαρπικός
περικαρπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περικαρπικός
περικαρπικό	adj	αιτιατική ενικού του περικαρπικός
περικαρπικός	adj	που έχει σχέση με το περικάρπιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
περικαρπικών	adj	γενική πληθυντικού του περικαρπικός
περικαψύλιο	noun|formal	η άκρη στο κορδόνι του παπουτσιού
περικείμενα	=	περικείμενο
περικείμενο	noun	τα γλωσσικά συμφραζόμενα, δηλαδή το γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο τίθεται ένας λόγος ή ένα κείμενο.
περικείμενου	=	περικείμενο
περικείρω	verb	κουρεύω / κόβω τριγύρω
περικειμένου	=	περικείμενο
περικειμένων	=	περικείμενο
περικεκομμένος	=	περικόπτω
περικεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικεντρικό
περικεντρικέ	adj	κλητική ενικού του περικεντρικός
περικεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικεντρική
περικεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικεντρικός
περικεντρικής	adj	γενική ενικού του περικεντρική
περικεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικεντρικός
περικεντρικού	adj	γενική ενικού του περικεντρικός
περικεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περικεντρικός
περικεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του περικεντρικός
περικεντρικός	adj	που βρίσκεται κοντά στο κέντρο
περικεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του περικεντρικός
περικεφαλαία	noun	ο στρατιωτικός εξοπλισμός για προστασία του κεφαλιού, παλαιότερων εποχών
περικεφαλαίας	noun	γενική ενικού του περικεφαλαία
περικεφαλαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικεφαλαία
περικεφαλαιών	noun	γενική πληθυντικού του περικεφαλαία
περικλάδευα	=	περικλαδεύω
περικλάδευαν	=	περικλαδεύω
περικλάδευε	=	περικλαδεύω
περικλάδευες	=	περικλαδεύω
περικλάδεψα	=	περικλαδεύω
περικλάδεψαν	=	περικλαδεύω
περικλάδεψε	=	περικλαδεύω
περικλάδεψες	=	περικλαδεύω
περικλάδι	noun	το φυτό κύναγχο (Κύναγχον το οξύφυλλο / Cynanchum acutum)
περικλάδια	=	περικλάδι
περικλαδέψαμε	=	περικλαδεύω
περικλαδέψαν	=	περικλαδεύω
περικλαδέψανε	=	περικλαδεύω
περικλαδέψατε	=	περικλαδεύω
περικλαδέψει	=	περικλαδεύω
περικλαδέψτε	=	περικλαδεύω
περικλαδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικλαδεμένο
περικλαδεμένε	verb	κλητική ενικού του περικλαδεμένος
περικλαδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικλαδεμένη
περικλαδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικλαδεμένος
περικλαδεμένης	verb	γενική ενικού του περικλαδεμένη
περικλαδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του περικλαδεμένος
περικλαδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικλαδεμένος
περικλαδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περικλαδεύω
περικλαδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικλαδεμένος
περικλαδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικλαδεμένος
περικλαδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικλαδεμένος
περικλαδεύαμε	=	περικλαδεύω
περικλαδεύαν	=	περικλαδεύω
περικλαδεύανε	=	περικλαδεύω
περικλαδεύατε	=	περικλαδεύω
περικλαδεύει	=	περικλαδεύω
περικλαδεύεις	=	περικλαδεύω
περικλαδεύετε	=	περικλαδεύω
περικλαδεύοντας	=	περικλαδεύω
περικλαδεύουμε	=	περικλαδεύω
περικλαδεύουν	=	περικλαδεύω
περικλαδεύουνε	=	περικλαδεύω
περικλαδεύω	verb|formal	κλαδεύω γύρω
περικλαδιού	=	περικλάδι
περικλαδιών	=	περικλάδι
περικλεής	adj|archaic	ο ένδοξος
περικλείαμε	=	περικλείω
περικλείαν	=	περικλείω
περικλείανε	=	περικλείω
περικλείατε	=	περικλείω
περικλείει	=	περικλείω
περικλείεις	=	περικλείω
περικλείεσαι	=	περικλείω
περικλείεστε	=	περικλείω
περικλείεται	=	περικλείω
περικλείετε	=	περικλείω
περικλείνω	=	περικλείω
περικλείομαι	=	περικλείω
περικλείομε	=	περικλείω
περικλείονται	=	περικλείω
περικλείονταν	=	περικλείω
περικλείοντας	=	περικλείω
περικλείουμε	=	περικλείω
περικλείουν	=	περικλείω
περικλείουνε	=	περικλείω
περικλείσαμε	=	περικλείω
περικλείσαν	=	περικλείω
περικλείσανε	=	περικλείω
περικλείσατε	=	περικλείω
περικλείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείσεων	=	περίκλειση
περικλείσθηκα	=	περικλείω
περικλείσθηκαν	=	περικλείω
περικλείσθηκε	=	περικλείω
περικλείσθηκες	=	περικλείω
περικλείσομε	=	περικλείω
περικλείσου	=	περικλείω
περικλείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείσουνε	=	περικλείω
περικλείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείστηκα	=	περικλείω
περικλείστηκαν	=	περικλείω
περικλείστηκε	=	περικλείω
περικλείστηκες	=	περικλείω
περικλείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικλείω
περικλείω	verb	κλείνω γύρω γύρω
περικλεισθήκαμε	=	περικλείω
περικλεισθήκαν	=	περικλείω
περικλεισθήκανε	=	περικλείω
περικλεισθήκατε	=	περικλείω
περικλεισθεί	=	περικλείω
περικλεισθείς	=	περικλείω
περικλεισθείτε	=	περικλείω
περικλεισθούμε	=	περικλείω
περικλεισθούν	=	περικλείω
περικλεισθούνε	=	περικλείω
περικλεισθώ	=	περικλείω
περικλεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικλεισμένο
περικλεισμένε	verb	κλητική ενικού του περικλεισμένος
περικλεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικλεισμένη
περικλεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικλεισμένος
περικλεισμένης	verb	γενική ενικού του περικλεισμένη
περικλεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περικλεισμένος
περικλεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικλεισμένος
περικλεισμένος	=	περικλείω
περικλεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικλεισμένος
περικλεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικλεισμένος
περικλεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικλεισμένος
περικλειστήκαμε	=	περικλείω
περικλειστήκαν	=	περικλείω
περικλειστήκανε	=	περικλείω
περικλειστήκατε	=	περικλείω
περικλειστεί	=	περικλείω
περικλειστείς	=	περικλείω
περικλειστείτε	=	περικλείω
περικλειστούμε	=	περικλείω
περικλειστούν	=	περικλείω
περικλειστούνε	=	περικλείω
περικλειστώ	=	περικλείω
περικλειόμασταν	=	περικλείω
περικλειόμαστε	=	περικλείω
περικλειόμουν	=	περικλείω
περικλειόμουνα	=	περικλείω
περικλειόντουσαν	=	περικλείω
περικλειόσασταν	=	περικλείω
περικλειόσαστε	=	περικλείω
περικλειόσουν	=	περικλείω
περικλειόσουνα	=	περικλείω
περικλειόταν	=	περικλείω
περικλειότανε	=	περικλείω
περικλεώς	adv|archaic	ένδοξα
περικλυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικλυσμένο
περικλυσμένε	verb	κλητική ενικού του περικλυσμένος
περικλυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικλυσμένη
περικλυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικλυσμένος
περικλυσμένης	verb	γενική ενικού του περικλυσμένη
περικλυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του περικλυσμένος
περικλυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικλυσμένος
περικλυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικλυσμένος
περικλυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικλυσμένος
περικλυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικλυσμένος
περικλύζομαι	=	περικλύζω
περικλύζω	verb|formal	άλλη μορφή του κατακλύζω
περικνήμια	=	περικνήμιο
περικνήμιο	noun	ό,τι περιβάλλει την κνήμη και φοριέται γύρω απ’ αυτήν
περικνήμιου	=	περικνήμιο
περικνημίδα	noun	σκληρό προστατευτικό κνήμης στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα
περικνημίδας	=	περικνημίδα
περικνημίδες	=	περικνημίδα
περικνημίδων	=	περικνημίδα
περικνημίου	=	περικνήμιο
περικνημίων	=	περικνήμιο
περικοβόμασταν	=	περικόβω
περικοβόμαστε	=	περικόβω
περικοβόμουν	=	περικόβω
περικοβόμουνα	=	περικόβω
περικοβόντουσαν	=	περικόβω
περικοβόσασταν	=	περικόβω
περικοβόσαστε	=	περικόβω
περικοβόσουν	=	περικόβω
περικοβόσουνα	=	περικόβω
περικοβόταν	=	περικόβω
περικοβότανε	=	περικόβω
περικοκλάδα	noun	πολυετές φυτό, ανήκει στην οικογένεια Convolvulaceae, με αναρριχώμενους βλαστούς μήκους έως 2 μ.
περικοκλάδας	=	περικοκλάδα
περικοκλάδες	=	περικοκλάδα
περικοκλάδων	=	περικοκλάδα
περικομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικομμένο
περικομμένε	verb	κλητική ενικού του περικομμένος
περικομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικομμένη
περικομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικομμένος
περικομμένης	verb	γενική ενικού του περικομμένη
περικομμένο	verb	αιτιατική ενικού του περικομμένος
περικομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικομμένος
περικομμένος	verb	που έχει περικοπεί
περικομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικομμένος
περικομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικομμένος
περικομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικομμένος
περικοπές	=	περικοπή
περικοπή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικόπτω
περικοπήκαμε	=	περικόπτω
περικοπήκαν	=	περικόπτω
περικοπήκανε	=	περικόπτω
περικοπήκατε	=	περικόπτω
περικοπής	=	περικοπή
περικοπεί	=	περικόπτω
περικοπείς	=	περικόπτω
περικοπείτε	=	περικόπτω
περικοπούμε	=	περικόπτω
περικοπούν	=	περικόπτω
περικοπούνε	=	περικόπτω
περικοπτήρα	=	περικοπτήρας
περικοπτήρας	noun	εργαλείο ή αντικείμενο που συμβάλλει στην περικοπή
περικοπτήρες	=	περικοπτήρας
περικοπτήρων	=	περικοπτήρας
περικοπτόμασταν	=	περικόπτω
περικοπτόμαστε	=	περικόπτω
περικοπτόμουν	=	περικόπτω
περικοπτόμουνα	=	περικόπτω
περικοπτόσασταν	=	περικόπτω
περικοπτόσαστε	=	περικόπτω
περικοπτόσουν	=	περικόπτω
περικοπτόσουνα	=	περικόπτω
περικοπτόταν	=	περικόπτω
περικοπτότανε	=	περικόπτω
περικοπώ	=	περικόπτω
περικοπών	=	περικοπή
περικοσμήσαμε	=	περικοσμώ
περικοσμήσαν	=	περικοσμώ
περικοσμήσανε	=	περικοσμώ
περικοσμήσατε	=	περικοσμώ
περικοσμήσει	=	περικοσμώ
περικοσμήστε	=	περικοσμώ
περικοσμεί	=	περικοσμώ
περικοσμείς	=	περικοσμώ
περικοσμείτε	=	περικοσμώ
περικοσμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικοσμημένο
περικοσμημένε	verb	κλητική ενικού του περικοσμημένος
περικοσμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικοσμημένη
περικοσμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικοσμημένος
περικοσμημένης	verb	γενική ενικού του περικοσμημένη
περικοσμημένο	verb	αιτιατική ενικού του περικοσμημένος
περικοσμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικοσμημένος
περικοσμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περικοσμώ
περικοσμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικοσμημένος
περικοσμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικοσμημένος
περικοσμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικοσμημένος
περικοσμούμε	=	περικοσμώ
περικοσμούν	=	περικοσμώ
περικοσμούνε	=	περικοσμώ
περικοσμούσα	=	περικοσμώ
περικοσμούσαμε	=	περικοσμώ
περικοσμούσαν	=	περικοσμώ
περικοσμούσανε	=	περικοσμώ
περικοσμούσατε	=	περικοσμώ
περικοσμούσε	=	περικοσμώ
περικοσμούσες	=	περικοσμώ
περικοσμώ	verb|archaic	διακοσμώ γύρω γύρω
περικοσμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περικοσμώ
περικοχλίου	noun	γενική ενικού του περικόχλιο
περικοχλίων	noun	γενική πληθυντικού του περικόχλιο
περικυκλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθήκαν	=	περικυκλώνω
περικυκλωθήκανε	=	περικυκλώνω
περικυκλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωθούνε	=	περικυκλώνω
περικυκλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περικύκλωμα
περικυκλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικυκλωμένο
περικυκλωμένε	verb	κλητική ενικού του περικυκλωμένος
περικυκλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικυκλωμένη
περικυκλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περικυκλωμένος
περικυκλωμένης	verb	γενική ενικού του περικυκλωμένη
περικυκλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περικυκλωμένος
περικυκλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περικυκλωμένος
περικυκλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περικυκλώνω
περικυκλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περικυκλωμένος
περικυκλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περικυκλωμένος
περικυκλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περικυκλωμένος
περικυκλωνόμασταν	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόμαστε	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόμουν	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόμουνα	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόντουσαν	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόσασταν	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόσαστε	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόσουν	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόσουνα	=	περικυκλώνω
περικυκλωνόταν	=	περικυκλώνω
περικυκλωνότανε	=	περικυκλώνω
περικυκλωσιά	noun	άλλη μορφή του περικύκλωση
περικυκλωσιάς	=	περικυκλωσιά
περικυκλωσιές	=	περικυκλωσιά
περικυκλωσιών	=	περικυκλωσιά
περικυκλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνομαι
περικυκλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικύκλωμα
περικυκλώματος	noun	γενική ενικού του περικύκλωμα
περικυκλώναμε	=	περικυκλώνω
περικυκλώναν	=	περικυκλώνω
περικυκλώνανε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνατε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνει	=	περικυκλώνω
περικυκλώνεις	=	περικυκλώνω
περικυκλώνεσαι	=	περικυκλώνω
περικυκλώνεστε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνεται	=	περικυκλώνω
περικυκλώνετε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνομαι	=	περικυκλώνω
περικυκλώνομε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνονται	=	περικυκλώνω
περικυκλώνονταν	=	περικυκλώνω
περικυκλώνοντας	=	περικυκλώνω
περικυκλώνουμε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνουν	=	περικυκλώνω
περικυκλώνουνε	=	περικυκλώνω
περικυκλώνω	verb	κυκλώνω από τριγύρω, από παντού
περικυκλώσαμε	=	περικυκλώνω
περικυκλώσαν	=	περικυκλώνω
περικυκλώσανε	=	περικυκλώνω
περικυκλώσατε	=	περικυκλώνω
περικυκλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περικυκλώνω
περικυκλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικύκλωση
περικυκλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνω
περικυκλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περικύκλωση
περικυκλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του περικύκλωση
περικυκλώσιμα	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμε	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμες	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμη	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμης	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμο	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμοι	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμος	adj	που είναι δυνατόν να περικυκλωθεί
περικυκλώσιμου	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμους	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσιμων	=	περικυκλώσιμος
περικυκλώσομε	=	περικυκλώνω
περικυκλώσου	=	περικυκλώνω
περικυκλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνω
περικυκλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνω
περικυκλώσουνε	=	περικυκλώνω
περικυκλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνω
περικυκλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περικυκλώνω
περικόβαμε	=	περικόβω
περικόβαν	=	περικόβω
περικόβανε	=	περικόβω
περικόβατε	=	περικόβω
περικόβει	=	περικόβω
περικόβεις	=	περικόβω
περικόβεσαι	=	περικόβω
περικόβεστε	=	περικόβω
περικόβεται	=	περικόβω
περικόβετε	=	περικόβω
περικόβομαι	=	περικόβω
περικόβομε	=	περικόβω
περικόβονται	=	περικόβω
περικόβονταν	=	περικόβω
περικόβοντας	=	περικόβω
περικόβουμε	=	περικόβω
περικόβουν	=	περικόβω
περικόβουνε	=	περικόβω
περικόβω	verb	άλλη μορφή του περικόπτω
περικόπηκα	=	περικόπτω
περικόπηκαν	=	περικόπτω
περικόπηκε	=	περικόπτω
περικόπηκες	=	περικόπτω
περικόπταμε	=	περικόπτω
περικόπταν	=	περικόπτω
περικόπτανε	=	περικόπτω
περικόπτατε	=	περικόπτω
περικόπτει	=	περικόπτω
περικόπτεις	=	περικόπτω
περικόπτεσαι	=	περικόπτω
περικόπτεστε	=	περικόπτω
περικόπτεται	=	περικόπτω
περικόπτετε	=	περικόπτω
περικόπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περικόπτω
περικόπτομε	=	περικόπτω
περικόπτονται	=	περικόπτω
περικόπτονταν	=	περικόπτω
περικόπτοντας	=	περικόπτω
περικόπτουμε	=	περικόπτω
περικόπτουν	=	περικόπτω
περικόπτουνε	=	περικόπτω
περικόπτω	verb	αφαιρώ, περιορίζω
περικόσμει	=	περικοσμώ
περικόσμησα	=	περικοσμώ
περικόσμησαν	=	περικοσμώ
περικόσμησε	=	περικοσμώ
περικόσμησες	=	περικοσμώ
περικόχλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περικόχλιο
περικόχλιο	noun	πρισματικό ή κυλινδρικό αντικείμενο, από μέταλλο ή άλλο υλικό, με κεντρική τρύπα, στο εσωτερικό της οποίας έχει χαραχτεί σπείρωμα, για να περιστρέφεται και να προχωρεί μια βίδα
περικόχλιου	=	περικόχλιο
περικόψαμε	=	περικόβω
περικόψαν	=	περικόβω
περικόψανε	=	περικόβω
περικόψατε	=	περικόβω
περικόψει	=	περικόβω
περικόψεις	=	περικόπτω
περικόψετε	=	περικόπτω
περικόψομε	=	περικόπτω
περικόψου	=	περικόπτω
περικόψουμε	=	περικόπτω
περικόψουν	=	περικόπτω
περικόψουνε	=	περικόπτω
περικόψτε	=	περικόβω
περικόψω	=	περικόπτω
περικύκλωμα	noun	το αποτέλεσμα του περικυκλώνω
περικύκλωνα	=	περικυκλώνω
περικύκλωναν	=	περικυκλώνω
περικύκλωνε	=	περικυκλώνω
περικύκλωνες	=	περικυκλώνω
περικύκλωσα	=	περικυκλώνω
περικύκλωσαν	=	περικυκλώνω
περικύκλωσε	=	περικυκλώνω
περικύκλωσες	=	περικυκλώνω
περικύκλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικυκλώνω
περικύκλωσης	noun	γενική ενικού του περικύκλωση
περιλάβαμε	=	περιλαμβάνω
περιλάβαν	=	περιλαμβάνω
περιλάβανε	=	περιλαμβάνω
περιλάβατε	=	περιλαμβάνω
περιλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιλαμβάνω
περιλάβεια	=	περιλάβειο
περιλάβειο	noun	το σαμπάνι
περιλάβειου	=	περιλάβειο
περιλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνω
περιλάβειων	=	περιλάβειο
περιλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνω
περιλάβομε	=	περιλαμβάνω
περιλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνω
περιλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνω
περιλάβουνε	=	περιλαμβάνω
περιλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνω
περιλάλητα	=	περιλάλητος
περιλάλητε	=	περιλάλητος
περιλάλητες	=	περιλάλητος
περιλάλητη	=	περιλάλητος
περιλάλητης	=	περιλάλητος
περιλάλητο	=	περιλάλητος
περιλάλητοι	=	περιλάλητος
περιλάλητος	adj|archaic	περίφημος
περιλάλητου	=	περιλάλητος
περιλάλητους	=	περιλάλητος
περιλάλητων	=	περιλάλητος
περιλάμβανα	=	περιλαμβάνω
περιλάμβαναν	=	περιλαμβάνω
περιλάμβανε	=	περιλαμβάνω
περιλάμβανες	=	περιλαμβάνω
περιλάμπω	verb|rare	δίνω λάμψη σε κάτι απ’ όλες του τις πλευρές
περιλήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιλήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιλήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιλήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίληψη
περιλήψεων	=	περίληψη
περιλήψεως	=	περίληψη
περιλαίμια	=	περιλαίμιο
περιλαίμιο	noun	δερμάτινη ή μεταλλική λωρίδα που την τοποθετούν γύρω από το λαιμό ενός ζώου
περιλαίμιον	noun	περιλαίμιο
περιλαίμιου	=	περιλαίμιο
περιλαίμιων	=	περιλαίμιο
περιλαβαίνω	verb	αναλαμβάνω να ασχοληθώ με κάτι/κάποιον
περιλαιμίδα	noun	περιλαίμιο μηχανής (οδηγού μοτοσικλέτας), fleece υφάσματος σκέτης λαιμόκοψης για το ψύχος, fleece λαιμού, γκέτα λαιμού, λαιμουδιέρα, λαιμουδιά, κολάρο, κασκόλ-μανίκι, μανίκι-κασκόλ, γιακάς ψύχους, λαιμόκοψη ψύχους
περιλαιμίδας	=	περιλαιμίδα
περιλαιμίδες	=	περιλαιμίδα
περιλαιμίδων	=	περιλαιμίδα
περιλαμβάναμε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάναν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνανε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνατε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνει	adj	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιλαμβάνω
περιλαμβάνεις	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνεσαι	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνεσθε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνεστε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνεται	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνετε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνομαι	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνομε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνονται	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνονταν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιλαμβάνω
περιλαμβάνουμε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνουν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνουνε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβάνω	verb	περικλείω, περιέχω κάτι
περιλαμβανομένη	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανομένης	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανομένου	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανομένους	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανομένων	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμασταν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόμαστε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόμενα	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενε	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενες	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενη	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενης	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενο	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενοι	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενος	verb|formal	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος περιλαμβάνω
περιλαμβανόμενου	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενους	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμενων	=	περιλαμβανόμενος
περιλαμβανόμουν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόμουνα	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόντουσαν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόσασταν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόσαστε	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόσουν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόσουνα	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανόταν	=	περιλαμβάνω
περιλαμβανότανε	=	περιλαμβάνω
περιλαμπής	adj|rare	άλλη μορφή του περίλαμπρος
περιληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιληπτικό	adv	με περιληπτικό τρόπο
περιληπτικέ	adj	κλητική ενικού του περιληπτικός
περιληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιληπτική
περιληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιληπτικός
περιληπτικής	adj	γενική ενικού του περιληπτική
περιληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιληπτικός
περιληπτικού	adj	γενική ενικού του περιληπτικός
περιληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιληπτικός
περιληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του περιληπτικός
περιληπτικός	adj	που έχει τον χαρακτήρα της περίληψης, που περιγράφει με συντομία, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, συνοπτικός
περιληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του περιληπτικός
περιληπτικώς	adv|dated	περιληπτικά
περιληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθήκανε	=	περιλαμβάνω
περιληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληφθούνε	=	περιλαμβάνω
περιληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλαμβάνομαι
περιληψούλα	noun	μικρή περίληψη
περιληψούλας	noun	γενική ενικού του περιληψούλα
περιληψούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιληψούλα
περιλιμπανομένου	adj	γενική ενικού του περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενα	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενε	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενες	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενη	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενης	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενο	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενοι	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενος	verb|archaic	που απομένει
περιλιμπανόμενου	adj	γενική ενικού του περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενους	=	περιλιμπανόμενος
περιλιμπανόμενων	=	περιλιμπανόμενος
περιλουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιλουσμένο
περιλουσμένε	verb	κλητική ενικού του περιλουσμένος
περιλουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιλουσμένη
περιλουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιλουσμένος
περιλουσμένης	verb	γενική ενικού του περιλουσμένη
περιλουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιλουσμένος
περιλουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιλουσμένος
περιλουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιλουσμένος
περιλουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιλουσμένος
περιλουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιλουσμένος
περιλούζω	verb	βρέχω από κάθε κατεύθυνση, από όλες τις πλευρές
περιλούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιλούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιλούζω
περιμάζεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιμαζεύω
περιμάζωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιμαζώνω
περιμάντρωμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιμαντρώνω
περιμάντρωνα	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωναν	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωνε	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωνες	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωσα	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωσαν	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωσε	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωσες	=	περιμαντρώνω
περιμάντρωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιμαντρώνω
περιμάντρωσης	noun	γενική ενικού του περιμάντρωση
περιμάχητα	=	περιμάχητος
περιμάχητε	=	περιμάχητος
περιμάχητες	=	περιμάχητος
περιμάχητη	=	περιμάχητος
περιμάχητης	=	περιμάχητος
περιμάχητο	=	περιμάχητος
περιμάχητοι	=	περιμάχητος
περιμάχητος	adj|archaic	περιζήτητος
περιμάχητου	=	περιμάχητος
περιμάχητους	=	περιμάχητος
περιμάχητων	=	περιμάχητος
περιμέναμε	=	περιμένω
περιμέναν	=	περιμένω
περιμένανε	=	περιμένω
περιμένατε	=	περιμένω
περιμένε	=	περιμένω
περιμένει	=	περιμένω
περιμένεις	=	περιμένω
περιμένετε	=	περιμένω
περιμένομε	=	περιμένω
περιμένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιμένω
περιμένουμε	=	περιμένω
περιμένουν	=	περιμένω
περιμένουνε	=	περιμένω
περιμέντε	=	περιμένω
περιμένω	verb	μένω στο ίδιο σημείο μέχρι να έρθει κάποιος ή κάτι
περιμέτρου	=	περίμετρος
περιμέτρους	=	περίμετρος
περιμέτρων	=	περίμετρος
περιμήτρια	=	περιμήτριο
περιμήτριας	=	περιμήτριος
περιμήτριε	=	περιμήτριος
περιμήτριες	=	περιμήτριος
περιμήτριο	noun	το σπλαγχνικό περιτόναιο το οποίο περιβάλλει τη μήτρα
περιμήτριοι	=	περιμήτριος
περιμήτριον	noun	περιμήτριο
περιμήτριος	adj	που έχει σχέση με την περιοχή γύρω από τη μήτρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
περιμήτριου	=	περιμήτριο
περιμήτριους	=	περιμήτριος
περιμήτριων	=	περιμήτριος
περιμαζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμάζεμα
περιμαζέματος	=	περιμάζεμα
περιμαζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζεύω
περιμαζεμάτων	=	περιμάζεμα
περιμαζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμαζεμένο
περιμαζεμένε	verb	κλητική ενικού του περιμαζεμένος
περιμαζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμαζεμένη
περιμαζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιμαζεμένος
περιμαζεμένης	verb	γενική ενικού του περιμαζεμένη
περιμαζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιμαζεμένος
περιμαζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιμαζεμένος
περιμαζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιμαζεμένος
περιμαζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιμαζεμένος
περιμαζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιμαζεμένος
περιμαζεύομαι	=	περιμαζεύω
περιμαζεύω	verb	συγκεντρώνω μαζί σ’ ένα μέρος πράγματα που έχουν διασκορπιστεί
περιμαζωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμαζωγμένο
περιμαζωγμένε	verb	κλητική ενικού του περιμαζωγμένος
περιμαζωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμαζωγμένη
περιμαζωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιμαζωγμένος
περιμαζωγμένης	verb	γενική ενικού του περιμαζωγμένη
περιμαζωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιμαζωγμένος
περιμαζωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιμαζωγμένος
περιμαζωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιμαζωγμένος
περιμαζωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιμαζωγμένος
περιμαζωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιμαζωγμένος
περιμαζωμάτων	=	περιμάζωμα
περιμαζώματα	=	περιμάζωμα
περιμαζώματος	=	περιμάζωμα
περιμαζώνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του περιμαζεύω
περιμαζώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαζώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαζώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαζώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαζώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαζώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαζώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιμαζώνω
περιμαντρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμαντρωμένο
περιμαντρωμένε	verb	κλητική ενικού του περιμαντρωμένος
περιμαντρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμαντρωμένη
περιμαντρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιμαντρωμένος
περιμαντρωμένης	verb	γενική ενικού του περιμαντρωμένη
περιμαντρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιμαντρωμένος
περιμαντρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιμαντρωμένος
περιμαντρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου περιμαντρώνω
περιμαντρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιμαντρωμένος
περιμαντρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιμαντρωμένος
περιμαντρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιμαντρωμένος
περιμαντρώναμε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώναν	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνανε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνατε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνει	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνεις	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνετε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνομαι	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνοντας	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνουμε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνουν	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνουνε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώνω	verb	μαντρώνω τριγύρω, κλείνω κάποιον χώρο φτιάχνοντας μάντρα
περιμαντρώσαμε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώσαν	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώσανε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώσατε	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώσει	=	περιμαντρώνω
περιμαντρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμάντρωση
περιμαντρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιμάντρωση
περιμαντρώστε	=	περιμαντρώνω
περιμενάκηδες	=	περιμενάκιας
περιμενάκηδων	=	περιμενάκιας
περιμενάκια	=	περιμενάκιας
περιμενάκιας	noun	ο άνθρωπος που -συνήθως έναντι κάποιου μικρού τιμήματος- περιμένει αντί για σένα σε μια ουρά
περιμετρία	noun	διαδικασία μέτρησης του οπτικού πεδίου με τη χρήση ειδικού οργάνου, του περιμέτρου
περιμετρίας	=	περιμετρία
περιμετρίες	=	περιμετρία
περιμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιμετρικός	adv	με περιμετρικό τρόπο ή διάταξη
περιμετρικέ	adj	κλητική ενικού του περιμετρικός
περιμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμετρική
περιμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιμετρικός
περιμετρικής	adj	γενική ενικού του περιμετρική
περιμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιμετρικός
περιμετρικού	adj	γενική ενικού του περιμετρικός
περιμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιμετρικός
περιμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του περιμετρικός
περιμετρικός	adj	που έχει σχέση με την περίμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτή
περιμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του περιμετρικός
περιμετρικώς	adv|dated	περιμετρικά
περιμετριών	=	περιμετρία
περιμετωπίδα	noun	το περιμετώπιο, κορδέλα κεφαλής που καλύπτει τμήμα του μετώπου (αρχικά για να απομακρύνει τον ιδρώτα αθλητή, μετά και συμβολικά ή αισθητικά)
περιμετωπίδας	=	περιμετωπίδα
περιμετωπίδες	=	περιμετωπίδα
περιμετωπίδων	=	περιμετωπίδα
περιμετωπίου	=	περιμετώπιο
περιμετωπίων	=	περιμετώπιο
περιμετώπια	=	περιμετώπιο
περιμετώπιο	noun	η περιμετωπίδα, κορδέλα κεφαλής που καλύπτει τμήμα του μετώπου (αρχικά για να απομακρύνει τον ιδρώτα αθλητή, μετά και συμβολικά ή αισθητικά)
περιμετώπιου	=	περιμετώπιο
περιμετώπιων	=	περιμετώπιο
περιμητρίου	=	περιμήτριο
περιμητρίτιδα	noun	φλεγμονή του περιμητρίου, του σπλαγχνικού περιτοναίου το οποίο περιβάλλει τη μήτρα
περιμητρίτιδας	=	περιμητρίτιδα
περιμητρίτιδες	=	περιμητρίτιδα
περιμητρίτιδων	=	περιμητρίτιδα
περιμητρίων	=	περιμήτριο
περιμητρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμητρικό
περιμητρικέ	adj	κλητική ενικού του περιμητρικός
περιμητρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιμητρική
περιμητρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιμητρικός
περιμητρικής	adj	γενική ενικού του περιμητρική
περιμητρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιμητρικός
περιμητρικού	adj	γενική ενικού του περιμητρικός
περιμητρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιμητρικός
περιμητρικό	adj	αιτιατική ενικού του περιμητρικός
περιμητρικός	adj	που έχει σχέση με την περιοχή γύρω από τη μήτρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
περιμητρικών	adj	γενική πληθυντικού του περιμητρικός
περινέου	noun	γενική ενικού του περίνεο
περινέων	noun	γενική πληθυντικού του περίνεο
περινεοπλαστικές	=	περινεοπλαστική
περινεοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση ή ανάπλαση του περινέου
περινεοπλαστικής	=	περινεοπλαστική
περινεοπλαστικών	=	περινεοπλαστική
περινευρίου	=	περινεύριο
περινευρίτιδα	noun	φλεγμονή του περινεύριου
περινευρίτιδας	=	περινευρίτιδα
περινευρίτιδες	=	περινευρίτιδα
περινευρίτιδων	=	περινευρίτιδα
περινευρίων	=	περινεύριο
περινεύρια	=	περινεύριο
περινεύριας	=	περινεύριος
περινεύριε	=	περινεύριος
περινεύριες	=	περινεύριος
περινεύριο	noun	προστατευτικό περίβλημα που περιβάλλει μια δέσμη νευρικών ινών
περινεύριοι	=	περινεύριος
περινεύριον	noun	περινεύριο
περινεύριος	adj	που έχει σχέση με το περινεύριο ή αναφέρεται σ' αυτό
περινεύριου	=	περινεύριο
περινεύριους	=	περινεύριος
περινεύριων	=	περινεύριος
περινοιών	noun	γενική πληθυντικού του περίνοια
περινόων	=	περίνους
περιοίκου	noun	γενική ενικού του περίοικος
περιοίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περίοικος
περιοίκων	noun	γενική πληθυντικού του περίοικος
περιοδεία	noun	προγραμματισμένο ταξίδι με διαδοχικές στάσεις σε συγκεκριμένες πόλεις ή χωριά για ορισμένο σκοπό
περιοδείας	noun	γενική ενικού του περιοδεία
περιοδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδεία
περιοδειών	noun	γενική πληθυντικού του περιοδεία
περιοδευουσών	=	περιοδεύων
περιοδευούσης	=	περιοδεύων
περιοδευόντων	=	περιοδεύων
περιοδεύαμε	=	περιοδεύω
περιοδεύαν	=	περιοδεύω
περιοδεύανε	=	περιοδεύω
περιοδεύατε	=	περιοδεύω
περιοδεύει	=	περιοδεύω
περιοδεύεις	=	περιοδεύω
περιοδεύετε	=	περιοδεύω
περιοδεύον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιοδεύων	noun	συμβούλιο επιλογής οπλιτών
περιοδεύοντα	=	περιοδεύων
περιοδεύοντας	=	περιοδεύω
περιοδεύοντες	=	περιοδεύων
περιοδεύοντος	=	περιοδεύων
περιοδεύουμε	=	περιοδεύω
περιοδεύουν	=	περιοδεύω
περιοδεύουνε	=	περιοδεύω
περιοδεύουσα	=	περιοδεύων
περιοδεύουσας	=	περιοδεύων
περιοδεύουσες	=	περιοδεύων
περιοδεύσαμε	=	περιοδεύω
περιοδεύσαν	=	περιοδεύω
περιοδεύσανε	=	περιοδεύω
περιοδεύσατε	=	περιοδεύω
περιοδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιοδεύω
περιοδεύω	verb	κάνω διαδοχικές επισκέψεις σε διάφορες περιοχές για συγκεκριμένο σκοπό
περιοδεύων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιοδεύω: που περιοδεύει
περιοδικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδικό
περιοδικέ	adj	κλητική ενικού του περιοδικός
περιοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδική
περιοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιοδικός
περιοδικής	adj	γενική ενικού του περιοδική
περιοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιοδικός
περιοδικοτήτων	=	περιοδικότητα
περιοδικού	adj	γενική ενικού του περιοδικός
περιοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιοδικός
περιοδικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του περιοδικός	noun	το έντυπο που κυκλοφορεί με προκαθορισμένη συχνότητα, συνήθως μεγαλύτερη της ημέρας (εβδομαδιαία, κάθε δύο εβδομάδες, μηνιαία, ετήσια κλπ)
περιοδικός	adj	που επαναλαμβάνεται περιοδικά, κατά τακτά χρονικά διαστήματα
περιοδικότητα	noun	η ιδιότητα του περιοδικού, η επανάληψη ενός φαινομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα
περιοδικότητας	noun	γενική ενικού του περιοδικότητα
περιοδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδικότητα
περιοδικών	adj	γενική πληθυντικού του περιοδικός
περιοδολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδολόγηση
περιοδολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιοδολόγηση
περιοδολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιοδολόγηση
περιοδολόγηση	noun	η υποδιαίρεση σε χρονικές περιόδους κάποιου γνωστικού αντικειμένου με ιστορική διαδρομή
περιοδολόγησης	noun	γενική ενικού του περιοδολόγηση
περιοδοντίου	noun	γενική ενικού του περιοδόντιο
περιοδοντίτιδα	noun	φλεγμονή του περιόστεου των δοντιών
περιοδοντίτιδας	=	περιοδοντίτιδα
περιοδοντίτιδες	=	περιοδοντίτιδα
περιοδοντίτιδων	=	περιοδοντίτιδα
περιοδοντίων	noun	γενική πληθυντικού του περιοδόντιο
περιοδοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδοντικό
περιοδοντικέ	adj	κλητική ενικού του περιοδοντικός
περιοδοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδοντική
περιοδοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιοδοντικός
περιοδοντικής	adj	γενική ενικού του περιοδοντική
περιοδοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιοδοντικός
περιοδοντικού	adj	γενική ενικού του περιοδοντικός
περιοδοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιοδοντικός
περιοδοντικό	adj	αιτιατική ενικού του περιοδοντικός
περιοδοντικός	adj	που σχετίζεται με το περιοδόντιο
περιοδοντικών	adj	γενική πληθυντικού του περιοδοντικός
περιοδοντολογικά	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικέ	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικές	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογική	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικής	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικοί	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικού	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικούς	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικό	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολογικός	adj	σχετικός με την περιοδοντολογία
περιοδοντολογικών	=	περιοδοντολογικός
περιοδοντολόγε	=	περιοδοντολόγος
περιοδοντολόγο	=	περιοδοντολόγος
περιοδοντολόγοι	=	περιοδοντολόγος
περιοδοντολόγος	noun	οδοντίατρος με ειδίκευση στην περιοδοντολογία
περιοδοντολόγου	=	περιοδοντολόγος
περιοδοντολόγους	=	περιοδοντολόγος
περιοδοντολόγων	=	περιοδοντολόγος
περιοδόντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοδόντιο
περιοδόντιο	noun	το περιόστεο των δοντιών, το σύστημα ιστών και οστών που στηρίζουν τα δόντια στις γνάθους
περιοδόντιον	noun	περιοδόντιο
περιοδόντιου	=	περιοδόντιο
περιορίζαμε	=	περιορίζω
περιορίζαν	=	περιορίζω
περιορίζανε	=	περιορίζω
περιορίζατε	=	περιορίζω
περιορίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιορίζω
περιορίζεις	=	περιορίζω
περιορίζεσαι	=	περιορίζομαι
περιορίζεστε	=	περιορίζομαι
περιορίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του περιορίζομαι
περιορίζετε	=	περιορίζω
περιορίζομαι	verb	υπόκειμαι σε περιορισμούς, είμαι ή νιώθω περιορισμένος
περιορίζομε	=	περιορίζω
περιορίζονται	=	περιορίζομαι
περιορίζονταν	=	περιορίζομαι
περιορίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιορίζω
περιορίζου	=	περιορίζομαι
περιορίζουμε	=	περιορίζω
περιορίζουν	=	περιορίζω
περιορίζουνε	=	περιορίζω
περιορίζω	verb	μειώνω, ελαττώνω
περιορίσαμε	=	περιορίζω
περιορίσαν	=	περιορίζω
περιορίσανε	=	περιορίζω
περιορίσατε	=	περιορίζω
περιορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιορίσιμα	=	περιορίσιμος
περιορίσιμε	=	περιορίσιμος
περιορίσιμες	=	περιορίσιμος
περιορίσιμη	=	περιορίσιμος
περιορίσιμης	=	περιορίσιμος
περιορίσιμο	=	περιορίσιμος
περιορίσιμοι	=	περιορίσιμος
περιορίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να περιοριστεί
περιορίσιμου	=	περιορίσιμος
περιορίσιμους	=	περιορίσιμος
περιορίσιμων	=	περιορίσιμος
περιορίσομε	=	περιορίζω
περιορίσου	=	περιορίζομαι
περιορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιορίσουνε	=	περιορίζω
περιορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιορίστηκα	=	περιορίζομαι
περιορίστηκαν	=	περιορίζομαι
περιορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιορίζομαι, παθητικής φωνής του περιορίζω
περιορίστηκες	=	περιορίζομαι
περιορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
περιοριζόμασταν	=	περιορίζομαι
περιοριζόμαστε	=	περιορίζομαι
περιοριζόμουν	=	περιορίζομαι
περιοριζόμουνα	=	περιορίζομαι
περιοριζόντουσαν	=	περιορίζομαι
περιοριζόσασταν	=	περιορίζομαι
περιοριζόσαστε	=	περιορίζομαι
περιοριζόσουν	=	περιορίζομαι
περιοριζόσουνα	=	περιορίζομαι
περιοριζόταν	=	περιορίζομαι
περιοριζότανε	=	περιορίζομαι
περιορισμέ	noun	κλητική ενικού του περιορισμός
περιορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιορισμένος	adv	με περιορισμούς
περιορισμένε	verb	κλητική ενικού του περιορισμένος
περιορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιορισμένη
περιορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιορισμένος
περιορισμένης	verb	γενική ενικού του περιορισμένη
περιορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιορισμένος
περιορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιορισμένος
περιορισμένος	verb	που έχει περιοριστεί
περιορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιορισμένος
περιορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιορισμένος
περιορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιορισμένος
περιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιορισμός
περιορισμού	noun	γενική ενικού του περιορισμός
περιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του περιορισμός
περιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του περιορισμός
περιορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιορίζω
περιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του περιορισμός
περιοριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοριστής
περιοριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περιοριστής
περιοριστήκαμε	=	περιορίζομαι
περιοριστήκαν	=	περιορίζομαι
περιοριστήκανε	=	περιορίζομαι
περιοριστήκατε	=	περιορίζομαι
περιοριστής	noun|rare	κάποιος που περιορίζει κάποιον ή κάτι
περιοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιορίζομαι
περιοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζομαι
περιοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζομαι
περιοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοριστικό	adv	κατά τρόπο περιοριστικό, περιορίζοντας
περιοριστικέ	adj	κλητική ενικού του περιοριστικός
περιοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοριστική
περιοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιοριστικός
περιοριστικής	adj	γενική ενικού του περιοριστική
περιοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιοριστικός
περιοριστικού	adj	γενική ενικού του περιοριστικός
περιοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιοριστικός
περιοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του περιοριστικός
περιοριστικός	adj	που συμβάλλει στον περιορισμό, που περιορίζει
περιοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του περιοριστικός
περιοριστικώς	adv|formal	άλλη μορφή του περιοριστικά
περιοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζομαι
περιοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζομαι
περιοριστούνε	=	περιορίζω
περιοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζομαι
περιοριστών	noun	γενική πληθυντικού του περιοριστής
περιοστέου	noun	γενική ενικού του περιόστεο
περιοστέων	noun	γενική πληθυντικού του περιόστεο
περιοστίτιδα	noun	φλεγμονή της επιφάνειας του οστού της κνήμης
περιοστίτιδας	=	περιοστίτιδα
περιοστίτιδες	=	περιοστίτιδα
περιοστίτιδων	=	περιοστίτιδα
περιοστεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιοστεϊκός	adv	στην περιοστεϊκή περιοχή
περιοστεϊκέ	adj	κλητική ενικού του περιοστεϊκός
περιοστεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοστεϊκή
περιοστεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιοστεϊκός
περιοστεϊκής	adj	γενική ενικού του περιοστεϊκή
περιοστεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιοστεϊκός
περιοστεϊκού	adj	γενική ενικού του περιοστεϊκός
περιοστεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιοστεϊκός
περιοστεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του περιοστεϊκός
περιοστεϊκός	adj	που σχετίζεται με το περιόστεο
περιοστεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του περιοστεϊκός
περιοστῖτις	noun	περιοστίτιδα
περιουσία	noun	ο πλούτος σε κινητά και ακίνητα αγαθά που κατέχει κάποιος
περιουσίας	noun	γενική ενικού του περιουσία
περιουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιουσία
περιουσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιουσιακός	adv	από περιουσιακής απόψεως ή πλευράς
περιουσιακέ	adj	κλητική ενικού του περιουσιακός
περιουσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιουσιακή
περιουσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιουσιακός
περιουσιακής	adj	γενική ενικού του περιουσιακή
περιουσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιουσιακός
περιουσιακού	adj	γενική ενικού του περιουσιακός
περιουσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιουσιακός
περιουσιακό	adj	αιτιατική ενικού του περιουσιακός
περιουσιακός	adj	σχετικός με μια περιουσία
περιουσιακών	adj	γενική πληθυντικού του περιουσιακός
περιουσιολογίου	=	περιουσιολόγιο
περιουσιολογίων	=	περιουσιολόγιο
περιουσιολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιουσιολόγιο
περιουσιολόγιο	noun	κατάλογος που περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του κάθε πολίτη
περιουσιολόγιου	=	περιουσιολόγιο
περιουσιολόγιων	=	περιουσιολόγιο
περιουσιών	noun	γενική πληθυντικού του περιουσία
περιοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοχή
περιοχή	noun	ένα μέρος του χώρου, κυρίως σε έκταση, που ορίζεται από συγκεκριμένα προσδιοριστικά στοιχεία.
περιοχής	=	περιοχή
περιοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοχικό
περιοχικέ	adj	κλητική ενικού του περιοχικός
περιοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιοχική
περιοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιοχικός
περιοχικής	adj	γενική ενικού του περιοχική
περιοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιοχικός
περιοχικού	adj	γενική ενικού του περιοχικός
περιοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιοχικός
περιοχικό	adj	αιτιατική ενικού του περιοχικός
περιοχικός	adj	που αφορά μια περιοχή ή αναφέρεται σ’ αυτή
περιοχικών	adj	γενική πληθυντικού του περιοχικός
περιοχών	noun	γενική πληθυντικού του περιοχή
περιούσια	=	περιούσιος
περιούσιας	=	περιούσιος
περιούσιε	=	περιούσιος
περιούσιες	=	περιούσιος
περιούσιο	=	περιούσιος
περιούσιοι	=	περιούσιος
περιούσιος	adj|formal	εκλεκτός, ξεχωριστός
περιούσιου	=	περιούσιος
περιούσιους	=	περιούσιος
περιούσιων	=	περιούσιος
περιπάθεια	noun	το να είναι κάποιος περιπαθής, να αποζητά κάτι με πάθος, η σφοδρή ψυχική ταραχή
περιπάθειας	noun	γενική ενικού του περιπάθεια
περιπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπάθεια
περιπάρσεις	=	περίπαρση
περιπάρσεων	=	περίπαρση
περιπάτησα	=	περιπατώ
περιπάτου	noun	γενική ενικού του περίπατος
περιπάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περίπατος
περιπάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίπατος
περιπέσαμε	=	περιπίπτω
περιπέσαν	=	περιπίπτω
περιπέσανε	=	περιπίπτω
περιπέσατε	=	περιπίπτω
περιπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπίπτω
περιπέτεια	noun	η τροπή των καταστάσεων που δεν αναμένεται και προκαλεί έντονα συναισθήματα
περιπέτειας	noun	γενική ενικού του περιπέτεια
περιπέτειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπέτεια
περιπίπταμε	=	περιπίπτω
περιπίπταν	=	περιπίπτω
περιπίπτανε	=	περιπίπτω
περιπίπτατε	=	περιπίπτω
περιπίπτει	=	περιπίπτω
περιπίπτεις	=	περιπίπτω
περιπίπτετε	=	περιπίπτω
περιπίπτοντας	=	περιπίπτω
περιπίπτουμε	=	περιπίπτω
περιπίπτουν	=	περιπίπτω
περιπίπτουνε	=	περιπίπτω
περιπίπτω	verb|formal	περιέρχομαι σε πιο άσχημη κατάσταση
περιπαίζω	verb	λέω σε κάποιον πράγματα αστεία, τα οποία όμως τον ενοχλούν, με ευχάριστη συνήθως διάθεση και με σκοπό να διασκεδάσω με τις αντιδράσεις του
περιπαίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπαίζω
περιπαθές	=	περιπαθής
περιπαθή	=	περιπαθής
περιπαθής	adj|formal	που διακατέχεται από έντονο πάθος, παθιασμένος
περιπαθείς	=	περιπαθής
περιπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του περιπάθεια
περιπαθούς	=	περιπαθής
περιπαθών	=	περιπαθής
περιπαθώς	adv|archaic	με περιπάθεια
περιπαιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπαιγμένο
περιπαιγμένε	verb	κλητική ενικού του περιπαιγμένος
περιπαιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπαιγμένη
περιπαιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπαιγμένος
περιπαιγμένης	verb	γενική ενικού του περιπαιγμένη
περιπαιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιπαιγμένος
περιπαιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπαιγμένος
περιπαιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιπαιγμένος
περιπαιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιπαιγμένος
περιπαιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιπαιγμένος
περιπαικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (περιπαικτικό) του περιπαικτικός	adv	κοροϊδευτικά, συνήθως όχι με χυδαίο τρόπο, με τάση αστεϊσμού
περιπαικτικέ	adj	κλητική ενικού του περιπαικτικός
περιπαικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπαικτική
περιπαικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπαικτικός
περιπαικτικής	adj	γενική ενικού του περιπαικτική
περιπαικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπαικτικός
περιπαικτικού	adj	γενική ενικού του περιπαικτικός
περιπαικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπαικτικός
περιπαικτικό	adj	αιτιατική ενικού του περιπαικτικός
περιπαικτικός	adj	που περιπαίζει
περιπαικτικών	adj	γενική πληθυντικού του περιπαικτικός
περιπαικτικώς	adv|archaic	άλλη μορφή του περιπαικτικά
περιπαιχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (περιπαικτικό) του περιπαιχτικός	adv	άλλη μορφή του περιπαικτικά
περιπαιχτικέ	adj	κλητική ενικού του περιπαιχτικός
περιπαιχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπαιχτική
περιπαιχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπαιχτικός
περιπαιχτικής	adj	γενική ενικού του περιπαιχτική
περιπαιχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπαιχτικός
περιπαιχτικού	adj	γενική ενικού του περιπαιχτικός
περιπαιχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπαιχτικός
περιπαιχτικό	adj	αιτιατική ενικού του περιπαιχτικός
περιπαιχτικός	adj	άλλη μορφή του περιπαικτικός
περιπαιχτικών	adj	γενική πληθυντικού του περιπαιχτικός
περιπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπατώ
περιπατήτρια	noun	θηλυκό του περιπατητής
περιπατήτριας	noun	γενική ενικού του περιπατήτρια
περιπατήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπατήτρια
περιπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπατημένο
περιπατημένε	verb	κλητική ενικού του περιπατημένος
περιπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπατημένη
περιπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπατημένος
περιπατημένης	verb	γενική ενικού του περιπατημένη
περιπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιπατημένος
περιπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπατημένος
περιπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιπατημένος
περιπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιπατημένος
περιπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιπατημένος
περιπατητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπατητής
περιπατητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περιπατητής
περιπατητής	noun	το άτομο που πραγματοποιεί περιπάτους για αναψυχή
περιπατητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιπατητικός	adv	με περιπατητικό τρόπο
περιπατητικέ	adj	κλητική ενικού του περιπατητικός
περιπατητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπατητική
περιπατητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπατητικός
περιπατητικής	adj	γενική ενικού του περιπατητική
περιπατητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπατητικός
περιπατητικού	adj	γενική ενικού του περιπατητικός
περιπατητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπατητικός
περιπατητικό	adj	αιτιατική ενικού του περιπατητικός
περιπατητικός	adj	που έχει σχέση με περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
περιπατητικών	adj	γενική πληθυντικού του περιπατητικός
περιπατητριών	noun	γενική πληθυντικού του περιπατήτρια
περιπατητών	noun	γενική πληθυντικού του περιπατητής
περιπατούσα	=	περιπατώ
περιπατώ	verb|dated	άλλη μορφή του περπατάω
περιπεπλεγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπεπλεγμένο
περιπεπλεγμένε	adj	κλητική ενικού του περιπεπλεγμένος
περιπεπλεγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπεπλεγμένη
περιπεπλεγμένη	verb	που έχει περιπλακεί, που είναι ίσως διαπλεκόμενη, αρκετά περίπλοκη και μπλεγμένη
περιπεπλεγμένης	adj	γενική ενικού του περιπεπλεγμένη
περιπεπλεγμένο	verb	που έχει περιπλακεί, που είναι ίσως διαπλεκόμενο, αρκετά περίπλοκο και μπλεγμένο
περιπεπλεγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπεπλεγμένος
περιπεπλεγμένος	verb	που έχει περιπλακεί, που είναι ίσως διαπλεκόμενος, αρκετά περίπλοκος και μπλεγμένος
περιπεπλεγμένου	verb	γενική ενικού του περιπεπλεγμένος
περιπεπλεγμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπεπλεγμένος
περιπεπλεγμένων	adj	γενική πληθυντικού του περιπεπλεγμένος
περιπετειωδών	=	περιπετειώδης
περιπετειώδεις	=	περιπετειώδης
περιπετειώδες	=	περιπετειώδης
περιπετειώδη	=	περιπετειώδης
περιπετειώδης	adj	που έχει διάθεση για περιπέτειες, τολμηρός
περιπετειώδους	=	περιπετειώδης
περιπετειών	noun	γενική πληθυντικού του περιπέτεια
περιπλάκηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλάκηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλάνηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιπλανιέμαι
περιπλάνησης	noun	γενική ενικού του περιπλάνηση
περιπλέαμε	=	περιπλέω
περιπλέαν	=	περιπλέω
περιπλέανε	=	περιπλέω
περιπλέατε	=	περιπλέω
περιπλέει	=	περιπλέω
περιπλέεις	=	περιπλέω
περιπλέετε	=	περιπλέω
περιπλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέξεων	noun	γενική πληθυντικού του περίπλεξη
περιπλέξεως	noun|formal	γενική ενικού του περίπλεξη
περιπλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκω
περιπλέομε	=	περιπλέω
περιπλέον	adv|formal	άλλη μορφή του επιπλέον
περιπλέοντας	=	περιπλέω
περιπλέουμε	=	περιπλέω
περιπλέουν	=	περιπλέω
περιπλέουνε	=	περιπλέω
περιπλέχθηκαν	=	περιπλέχτηκαν
περιπλέχθηκε	=	περιπλέχτηκε
περιπλέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλέω	verb	πλέω γύρω από ξηρά
περιπλακεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλακούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλανήθηκα	=	περιπλανιέμαι
περιπλανήθηκαν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανήθηκε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανήθηκες	=	περιπλανιέμαι
περιπλανήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλάνηση
περιπλανήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιπλάνηση
περιπλανήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιπλάνηση
περιπλανήσου	=	περιπλανιέμαι
περιπλανηθήκαμε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανηθήκαν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανηθήκανε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανηθήκατε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπλανιέμαι
περιπλανηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλανιέμαι
περιπλανηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλανιέμαι
περιπλανηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλανιέμαι
περιπλανηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλανιέμαι
περιπλανηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλανιέμαι
περιπλανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλανημένο
περιπλανημένε	verb	κλητική ενικού του περιπλανημένος
περιπλανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλανημένη
περιπλανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπλανημένος
περιπλανημένης	verb	γενική ενικού του περιπλανημένη
περιπλανημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιπλανημένος
περιπλανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπλανημένος
περιπλανημένος	=	περιπλανιέμαι
περιπλανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιπλανημένος
περιπλανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιπλανημένος
περιπλανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιπλανημένος
περιπλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλανητικό
περιπλανητικέ	adj	κλητική ενικού του περιπλανητικός
περιπλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλανητική
περιπλανητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπλανητικός
περιπλανητικής	adj	γενική ενικού του περιπλανητική
περιπλανητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπλανητικός
περιπλανητικού	adj	γενική ενικού του περιπλανητικός
περιπλανητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπλανητικός
περιπλανητικό	adj	αιτιατική ενικού του περιπλανητικός
περιπλανητικός	adj	που έχει σχέση με περιπλάνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
περιπλανητικών	adj	γενική πληθυντικού του περιπλανητικός
περιπλανιέμαι	verb|figurative	περιφέρομαι άσκοπα
περιπλανιέσαι	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιέστε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιέται	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιούνται	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιούνταν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόμασταν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόμαστε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόμουν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόμουνα	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόνταν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόντανε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόντουσαν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόσασταν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόσαστε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόσουν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόσουνα	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιόταν	=	περιπλανιέμαι
περιπλανιότανε	=	περιπλανιέμαι
περιπλανώμαι	verb	άλλη μορφή του περιπλανιέμαι
περιπλανώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλανώμενο
περιπλανώμενε	verb	κλητική ενικού του περιπλανώμενος
περιπλανώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλανώμενη
περιπλανώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπλανώμενος
περιπλανώμενης	verb	γενική ενικού του περιπλανώμενη
περιπλανώμενο	verb	αιτιατική ενικού του περιπλανώμενος
περιπλανώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπλανώμενος
περιπλανώμενος	verb	αυτός που δεν έχει μόνιμη κατοικία, ο νομάδας
περιπλανώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιπλανώμενος
περιπλανώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιπλανώμενος
περιπλανώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιπλανώμενος
περιπλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλεγμένο
περιπλεγμένε	verb	κλητική ενικού του περιπλεγμένος
περιπλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπλεγμένη
περιπλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπλεγμένος
περιπλεγμένης	verb	γενική ενικού του περιπλεγμένη
περιπλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιπλεγμένος
περιπλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπλεγμένος
περιπλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιπλεγμένος
περιπλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιπλεγμένος
περιπλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιπλεγμένος
περιπλεχθήκαν	=	περιπλέχτηκαν
περιπλεχτήκαν	=	περιπλέχτηκαν
περιπλεχτήκανε	=	περιπλέχτηκαν
περιπλεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέκομαι
περιπλεύσαμε	=	περιπλέω
περιπλεύσαν	=	περιπλέω
περιπλεύσανε	=	περιπλέω
περιπλεύσατε	=	περιπλέω
περιπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλεύσομε	=	περιπλέω
περιπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλεύσουνε	=	περιπλέω
περιπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
περιπλοκάδα	noun	είδος αναρριχητικού φυτού
περιπλοκάδας	=	περιπλοκάδα
περιπλοκάδες	=	περιπλοκάδα
περιπλοκάδι	noun	άλλη μορφή του περιπλοκάδα
περιπλοκάδια	=	περιπλοκάδι
περιπλοκάδων	=	περιπλοκάδα
περιπλοκές	=	περιπλοκή
περιπλοκή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του περιπλέκω
περιπλοκής	=	περιπλοκή
περιπλοκαδιού	=	περιπλοκάδι
περιπλοκαδιών	=	περιπλοκάδι
περιπλοκοτήτων	=	περιπλοκότητα
περιπλοκότατα	=	περίπλοκος
περιπλοκότατε	=	περίπλοκος
περιπλοκότατες	=	περίπλοκος
περιπλοκότατη	=	περίπλοκος
περιπλοκότατης	=	περίπλοκος
περιπλοκότατο	=	περίπλοκος
περιπλοκότατοι	=	περίπλοκος
περιπλοκότατος	=	περίπλοκος
περιπλοκότατου	=	περίπλοκος
περιπλοκότατους	=	περίπλοκος
περιπλοκότατων	=	περίπλοκος
περιπλοκότερα	=	περίπλοκος
περιπλοκότερε	=	περίπλοκος
περιπλοκότερες	=	περίπλοκος
περιπλοκότερη	=	περίπλοκος
περιπλοκότερης	=	περίπλοκος
περιπλοκότερο	=	περίπλοκος
περιπλοκότεροι	=	περίπλοκος
περιπλοκότερος	=	περίπλοκος
περιπλοκότερου	=	περίπλοκος
περιπλοκότερους	=	περίπλοκος
περιπλοκότερων	=	περίπλοκος
περιπλοκότητα	noun	η ιδιότητα για κάτι που είναι περίπλοκο, που δεν είναι απλό
περιπλοκότητας	=	περιπλοκότητα
περιπλοκότητες	=	περιπλοκότητα
περιπλοκών	=	περιπλοκή
περιπνευμονία	noun|dated	η πνευμονία
περιπνευμονίας	=	περιπνευμονία
περιπνευμονίες	=	περιπνευμονία
περιπνευμονιών	=	περιπνευμονία
περιποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιποιούμαι
περιποίησης	=	περιποίηση
περιποιέμαι	=	περιποιούμαι
περιποιήθηκα	=	περιποιούμαι
περιποιήθηκαν	=	περιποιούμαι
περιποιήθηκε	=	περιποιούμαι
περιποιήθηκες	=	περιποιούμαι
περιποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιποίηση
περιποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήσεων	=	περιποίηση
περιποιήσεως	=	περιποίηση
περιποιήσου	=	περιποιούμαι
περιποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιώ
περιποιείσαι	=	περιποιούμαι
περιποιείστε	=	περιποιούμαι
περιποιείται	=	περιποιούμαι
περιποιείτο	=	περιποιούμαι
περιποιηθήκαμε	=	περιποιούμαι
περιποιηθήκαν	=	περιποιούμαι
περιποιηθήκανε	=	περιποιούμαι
περιποιηθήκατε	=	περιποιούμαι
περιποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιποιούμαι
περιποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιούμαι
περιποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιούμαι
περιποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιούμαι
περιποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιούμαι
περιποιηθούνε	=	περιποιούμαι
περιποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιποιούμαι
περιποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιποιημένο
περιποιημένε	verb	κλητική ενικού του περιποιημένος
περιποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιποιημένη
περιποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιποιημένος
περιποιημένης	verb	γενική ενικού του περιποιημένη
περιποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιποιημένος
περιποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιποιημένος
περιποιημένος	=	περιποιούμαι
περιποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιποιημένος
περιποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιποιημένος
περιποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιποιημένος
περιποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιποιητικό
περιποιητικέ	adj	κλητική ενικού του περιποιητικός
περιποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιποιητική
περιποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιποιητικός
περιποιητικής	adj	γενική ενικού του περιποιητική
περιποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιποιητικός
περιποιητικού	adj	γενική ενικού του περιποιητικός
περιποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιποιητικός
περιποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του περιποιητικός
περιποιητικός	adj|formal	που περιποιείται (κάποιον ή κάτι)
περιποιητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του περιποιητικού
περιποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του περιποιητικός
περιποιούμαι	verb	φροντίζω κάποιον ή κάτι με ιδιαίτερη προσοχή
περιποιούμασταν	=	περιποιούμαι
περιποιούμαστε	=	περιποιούμαι
περιποιούμενος	=	περιποιούμαι
περιποιούμουν	=	περιποιούμαι
περιποιούμουνα	=	περιποιούμαι
περιποιούνται	=	περιποιούμαι
περιποιούνταν	=	περιποιούμαι
περιποιούντο	=	περιποιούμαι
περιποιούσασταν	=	περιποιούμαι
περιποιούσαστε	=	περιποιούμαι
περιποιούσουν	=	περιποιούμαι
περιποιούσουνα	=	περιποιούμαι
περιποιόμασταν	=	περιποιούμαι
περιποιόμαστε	=	περιποιούμαι
περιποιόμουν	=	περιποιούμαι
περιποιόμουνα	=	περιποιούμαι
περιποιόνταν	=	περιποιούμαι
περιποιόντανε	=	περιποιούμαι
περιποιόντουσαν	=	περιποιούμαι
περιποιόσασταν	=	περιποιούμαι
περιποιόσαστε	=	περιποιούμαι
περιποιόσουν	=	περιποιούμαι
περιποιόσουνα	=	περιποιούμαι
περιποιόταν	=	περιποιούμαι
περιποιότανε	=	περιποιούμαι
περιποιώ	verb	μόνο στην έκφραση «περιποιώ τιμή»: (λόγιο) τιμώ
περιποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιποιώ
περιπολάρχες	=	περιπολάρχης
περιπολάρχη	=	περιπολάρχης
περιπολάρχης	noun	ο αρχηγός ή επικεφαλής μιας περιπόλου
περιπολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπολία	noun	η τακτική μετακίνηση μιας ένοπλης ομάδας με σκοπό τον έλεγχο της ασφάλειας ενός στρατοπέδου ή για τη φύλαξη μιας περιοχής
περιπολίας	noun	γενική ενικού του περιπολία
περιπολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπολία
περιπολίου	=	περιπόλιο
περιπολίων	=	περιπόλιο
περιπολαρχών	=	περιπολάρχης
περιπολεί	=	περιπολώ
περιπολείς	=	περιπολώ
περιπολείτε	=	περιπολώ
περιπολικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπολικό
περιπολικέ	adj	κλητική ενικού του περιπολικός
περιπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπολική
περιπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπολικός
περιπολικής	adj	γενική ενικού του περιπολική
περιπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπολικός
περιπολικού	noun	γενική ενικού του περιπολικό
περιπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπολικός
περιπολικό	noun	το σκάφος ή το όχημα που περιπολεί
περιπολικός	adj	που έχει σχέση με την περίπολο ή την περιπολία, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
περιπολικών	noun	γενική πληθυντικού του περιπολικό
περιπολιών	noun	γενική πληθυντικού του περιπολία
περιπολούμε	=	περιπολώ
περιπολούν	=	περιπολώ
περιπολούνε	=	περιπολώ
περιπολούσα	=	περιπολώ
περιπολούσαμε	=	περιπολώ
περιπολούσαν	=	περιπολώ
περιπολούσανε	=	περιπολώ
περιπολούσατε	=	περιπολώ
περιπολούσε	=	περιπολώ
περιπολούσες	=	περιπολώ
περιπολώ	verb	τριγυρίζω σε μια περιοχή προς επιτήρηση και φρούρησή της
περιπολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιπολώ
περιπρωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπρωκτικό
περιπρωκτικέ	adj	κλητική ενικού του περιπρωκτικός
περιπρωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπρωκτική
περιπρωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπρωκτικός
περιπρωκτικής	adj	γενική ενικού του περιπρωκτική
περιπρωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπρωκτικός
περιπρωκτικού	adj	γενική ενικού του περιπρωκτικός
περιπρωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιπρωκτικός
περιπρωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του περιπρωκτικός
περιπρωκτικός	adj	που σχετίζεται με την περιοχή γύρω από τον πρωκτό
περιπρωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του περιπρωκτικός
περιπτέρου	noun	γενική ενικού του περίπτερο
περιπτέρων	noun	γενική πληθυντικού του περίπτερο
περιπτερά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περιπτεράς
περιπτεράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπτεράς
περιπτεράδων	noun	γενική πληθυντικού του περιπτεράς
περιπτεράκι	noun	υποκοριστικό του περίπτερο
περιπτεράκια	=	περιπτεράκι
περιπτεράς	noun	αυτός που είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου ή δουλεύει σ’ αυτό
περιπτερού	noun	θηλυκό του περιπτεράς
περιπτερούδες	=	περιπτερού
περιπτερούδων	=	περιπτερού
περιπτερούς	=	περιπτερού
περιπτερούχε	noun	κλητική ενικού του περιπτερούχος
περιπτερούχο	noun	αιτιατική ενικού του περιπτερούχος
περιπτερούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπτερούχος
περιπτερούχος	noun	ιδιοκτήτης ενός περίπτερου
περιπτερούχου	noun	γενική ενικού του περιπτερούχος
περιπτερούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περιπτερούχος
περιπτερούχων	noun	γενική πληθυντικού του περιπτερούχος
περιπτυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπτυγμένο
περιπτυγμένε	verb	κλητική ενικού του περιπτυγμένος
περιπτυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπτυγμένη
περιπτυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιπτυγμένος
περιπτυγμένης	verb	γενική ενικού του περιπτυγμένη
περιπτυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιπτυγμένος
περιπτυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιπτυγμένος
περιπτυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιπτυγμένος
περιπτυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιπτυγμένος
περιπτυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιπτυγμένος
περιπτωσιολογία	noun	που περιορίζεται στο ειδικότερο, σε περιπτώσεις, αντί να αναφέρεται στο γενικότερο
περιπτωσιολογίας	noun	γενική ενικού του περιπτωσιολογία
περιπτωσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιπτωσιολογία
περιπτωσιολογικά	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικέ	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικές	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογική	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικής	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικοί	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικού	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικούς	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικό	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογικός	adj	σχετικός με την περιπτωσιολογία
περιπτωσιολογικών	=	περιπτωσιολογικός
περιπτωσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του περιπτωσιολογία
περιπτύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπτυξη
περιπτύξεων	noun	γενική πληθυντικού του περίπτυξη
περιπτύξεως	noun|formal	γενική ενικού του περίπτυξη
περιπτύσσομαι	verb|archaic	δέχομαι περιπτύξεις
περιπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίπτωση
περιπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περίπτωση
περιπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του περίπτωση
περιπόδιο	noun|archaic	η κάλτσα
περιπόθητα	=	περιπόθητος
περιπόθητε	=	περιπόθητος
περιπόθητες	=	περιπόθητος
περιπόθητη	=	περιπόθητος
περιπόθητης	=	περιπόθητος
περιπόθητο	=	περιπόθητος
περιπόθητοι	=	περιπόθητος
περιπόθητος	adj	ιδιαίτερα ποθητός
περιπόθητου	=	περιπόθητος
περιπόθητους	=	περιπόθητος
περιπόθητων	=	περιπόθητος
περιπόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιπολώ
περιπόλια	=	περιπόλιο
περιπόλιο	noun|archaic	περιπολικός σταθμός ή (γενικότερα) αμυντικό κτήριο
περιπόλιου	=	περιπόλιο
περιπόλου	noun	γενική ενικού του περίπολος
περιπόλους	=	περίπολος
περιπόλων	=	περίπολος
περιπύστως	adv|archaic	όπως είναι ευρέως γνωστό, όπως είναι γνωστό σε όλους
περιρράπτω	verb	ράβω κάτι ολόγυρα
περιρρέομαι	=	περιρρέω
περιρρέον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιρρέων
περιρρέοντα	=	περιρρέων
περιρρέοντες	=	περιρρέων
περιρρέοντος	=	περιρρέων
περιρρέουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιρρέων
περιρρέουσας	=	περιρρέων
περιρρέουσες	=	περιρρέων
περιρρέρρέον	=	περιρρέων
περιρρέρρέουσα	=	περιρρέων
περιρρέω	verb	ρέω, κυλώ γύρω γύρω
περιρρέων	verb	διάχυτος, που υπάρχει τριγύρω (ιδίως στο θηλυκό )
περιρραίνω	verb|archaic	ραίνω σε όλη την επιφάνεια, γύρω γύρω
περιρραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιρραμμένο
περιρραμμένε	verb	κλητική ενικού του περιρραμμένος
περιρραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιρραμμένη
περιρραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιρραμμένος
περιρραμμένης	verb	γενική ενικού του περιρραμμένη
περιρραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιρραμμένος
περιρραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιρραμμένος
περιρραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιρραμμένος
περιρραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιρραμμένος
περιρραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιρραμμένος
περιρραντήρια	=	περιρραντήριο
περιρραντήριο	noun	αγγείο κατασκευασμένο από λαξευτή πέτρα, μάρμαρο και σπανιότερα από ψημένο πηλό, που χρησίμευε στις λατρευτικές εκδηλώσεις ως δεξαμενή αγιασμένου νερού.
περιρραντήριου	=	περιρραντήριο
περιρραντήριων	=	περιρραντήριο
περιρραντηρίου	=	περιρραντήριο
περιρραντηρίων	=	περιρραντήριο
περιρραφές	=	περιρραφή
περιρραφή	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιρράπτω
περιρραφής	=	περιρραφή
περιρραφών	=	περιρραφή
περιρρεουσών	=	περιρρέων
περιρρεούσης	=	περιρρέων
περιρρεόντων	=	περιρρέων
περισκέψεις	=	περίσκεψη
περισκέψεων	=	περίσκεψη
περισκελίδα	noun|formal	ένα είδος παντελονιού, ένα ένδυμα που καλύπτει την οσφύ και μέρος από τα σκέλη μέχρι το γόνατο
περισκελίδας	=	περισκελίδα
περισκελίδες	=	περισκελίδα
περισκελίδων	=	περισκελίδα
περισκοπήσαμε	=	περισκοπώ
περισκοπήσαν	=	περισκοπώ
περισκοπήσανε	=	περισκοπώ
περισκοπήσατε	=	περισκοπώ
περισκοπήσει	=	περισκοπώ
περισκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκόπηση
περισκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περισκόπηση
περισκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περισκόπηση
περισκοπήστε	=	περισκοπώ
περισκοπίου	noun	γενική ενικού του περισκόπιο
περισκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του περισκόπιο
περισκοπεί	=	περισκοπώ
περισκοπείς	=	περισκοπώ
περισκοπείτε	=	περισκοπώ
περισκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκοπημένο
περισκοπημένε	verb	κλητική ενικού του περισκοπημένος
περισκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκοπημένη
περισκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισκοπημένος
περισκοπημένης	verb	γενική ενικού του περισκοπημένη
περισκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του περισκοπημένος
περισκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισκοπημένος
περισκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περισκοπημένος
περισκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περισκοπημένος
περισκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισκοπημένος
περισκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκοπικό	adv	με περισκοπικό τρόπο
περισκοπικέ	adj	κλητική ενικού του περισκοπικός
περισκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκοπική
περισκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισκοπικός
περισκοπικής	adj	γενική ενικού του περισκοπική
περισκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισκοπικός
περισκοπικού	adj	γενική ενικού του περισκοπικός
περισκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περισκοπικός
περισκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του περισκοπικός
περισκοπικός	adj	που έχει σχέση με το περισκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
περισκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του περισκοπικός
περισκοπούμε	=	περισκοπώ
περισκοπούν	=	περισκοπώ
περισκοπούνε	=	περισκοπώ
περισκοπούσα	=	περισκοπώ
περισκοπούσαμε	=	περισκοπώ
περισκοπούσαν	=	περισκοπώ
περισκοπούσανε	=	περισκοπώ
περισκοπούσατε	=	περισκοπώ
περισκοπούσε	=	περισκοπώ
περισκοπούσες	=	περισκοπώ
περισκοπώ	verb|formal	κοιτάζω τριγύρω, παρατηρώ και εξετάζω τι υπάρχει
περισκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περισκοπώ
περισκωληκοειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκωληκοειδικό
περισκωληκοειδικέ	adj	κλητική ενικού του περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκωληκοειδική
περισκωληκοειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικής	adj	γενική ενικού του περισκωληκοειδική
περισκωληκοειδικική	=	περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικικό	=	περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικού	adj	γενική ενικού του περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικό	adj	αιτιατική ενικού του περισκωληκοειδικός
περισκωληκοειδικός	adj	που εντοπίζεται στα πέριξ της σκωληκοειδούς απόφυσης
περισκωληκοειδικών	adj	γενική πληθυντικού του περισκωληκοειδικός
περισκόπει	=	περισκοπώ
περισκόπησα	=	περισκοπώ
περισκόπησαν	=	περισκοπώ
περισκόπησε	=	περισκοπώ
περισκόπησες	=	περισκοπώ
περισκόπηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περισκοπώ
περισκόπησης	noun	γενική ενικού του περισκόπηση
περισκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισκόπιο
περισκόπιο	noun	όργανο με το οποίο μπορεί κάποιος να παρατηρεί τριγύρω, τη στιγμή που βρίσκεται σε πιο χαμηλό σημείο ή μέσα σε κλειστό χώρο
περισκόπιον	noun	περισκόπιο
περισκόπιου	=	περισκόπιο
περισπάσαι	=	περισπώ
περισπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίσπαση
περισπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάσεων	=	περίσπαση
περισπάσθε	=	περισπώ
περισπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάστηκα	=	περισπώ
περισπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισπώ
περισπάται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του περισπώ
περισπέρμια	=	περισπέρμιο
περισπέρμιο	noun	θρεπτικός ιστός γύρω από τον εμβρυϊκό σάκο ενός σπόρου
περισπέρμιον	noun	περισπέρμιο
περισπέρμιου	=	περισπέρμιο
περισπήθηκα	=	περισπώ
περισπήθηκαν	=	περισπώ
περισπήθηκε	=	περισπώ
περισπήθηκες	=	περισπώ
περισπήσου	=	περισπώ
περισπασμέ	noun	κλητική ενικού του περισπασμός
περισπασμένος	=	περισπώ
περισπασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισπασμός
περισπασμού	noun	γενική ενικού του περισπασμός
περισπασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του περισπασμός
περισπασμό	noun	αιτιατική ενικού του περισπασμός
περισπασμός	noun	κάτι που αποσπά την προσοχή, δε μας αφήνει να συγκεντρωθούμε
περισπασμών	noun	γενική πληθυντικού του περισπασμός
περισπερμίου	=	περισπέρμιο
περισπερμίων	=	περισπέρμιο
περισπηθήκαμε	=	περισπώ
περισπηθήκαν	=	περισπώ
περισπηθήκανε	=	περισπώ
περισπηθήκατε	=	περισπώ
περισπηθεί	=	περισπώ
περισπηθείτε	=	περισπώ
περισπημένος	=	περισπώ
περισπουδάστως	adv	άλλη μορφή του περισπούδαστα
περισπούδαστα	adv	με περισπούδαστο τρόπο
περισπούδαστε	=	περισπούδαστος
περισπούδαστες	=	περισπούδαστος
περισπούδαστη	=	περισπούδαστος
περισπούδαστης	=	περισπούδαστος
περισπούδαστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του περισπούδαστος
περισπούδαστοι	=	περισπούδαστος
περισπούδαστος	adj|formal	που έχει γίνει κατόπιν μελέτης ενός θέματος κι εμβάθυνσης σ’ αυτό
περισπούδαστου	=	περισπούδαστος
περισπούδαστους	=	περισπούδαστος
περισπούδαστων	=	περισπούδαστος
περισπούσα	=	περισπώ
περισπωμένες	=	περισπωμένη
περισπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισπώμενος	noun	ειδικό τονικό σημάδι (◌͂) που τίθεται πάνω από μακρά συλλαβή των αρχαίων ελληνικών ή των νέων ελληνικών με το πολυτονικό σύστημα, όταν ισχύουν ορισμένοι κανόνες και προϋποθέσεις
περισπωμένης	=	περισπωμένη
περισπωμένων	=	περισπωμένη
περισπόμασταν	=	περισπώ
περισπόμαστε	=	περισπώ
περισπόμουν	=	περισπώ
περισπόνταν	=	περισπώ
περισπόντουσαν	=	περισπώ
περισπόσασταν	=	περισπώ
περισπόσουν	=	περισπώ
περισπόταν	=	περισπώ
περισπώ	verb	αποσπώ την προσοχή κάποιου από το κύριο έργο του και τη στρέφω αλλού
περισπώμαι	=	περισπώ
περισπώμεθα	=	περισπώ
περισπώμενες	=	περισπωμένη
περισπώνται	=	περισπώ
περισπᾶται	verb	πολυτονική γραφή του περισπάται· γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του περισπώ
περισσά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περισσός	adv	με περισσό τρόπο
περισσέ	adj	κλητική ενικού του περισσός
περισσέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίσσεμα
περισσέματος	noun	γενική ενικού του περίσσεμα
περισσές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισσή
περισσέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψαν	=	περισσεύω
περισσέψανε	=	περισσεύω
περισσέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψομε	=	περισσεύω
περισσέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψουνε	=	περισσεύω
περισσέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισσεύω
περισσή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισσός
περισσής	adj	γενική ενικού του περισσή
περισσειών	noun	γενική πληθυντικού του περίσσεια
περισσεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίσσεμα
περισσευάμενος	verb	άλλη μορφή του περισσευούμενος
περισσευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίσσευμα
περισσευούμενα	=	περισσευούμενος
περισσευούμενε	=	περισσευούμενος
περισσευούμενες	=	περισσευούμενος
περισσευούμενη	=	περισσευούμενος
περισσευούμενης	=	περισσευούμενος
περισσευούμενο	=	περισσευούμενος
περισσευούμενοι	=	περισσευούμενος
περισσευούμενος	verb	που περισσεύει
περισσευούμενου	=	περισσευούμενος
περισσευούμενους	=	περισσευούμενος
περισσευούμενων	=	περισσευούμενος
περισσεύαμε	=	περισσεύω
περισσεύαν	=	περισσεύω
περισσεύανε	=	περισσεύω
περισσεύατε	=	περισσεύω
περισσεύει	=	περισσεύω
περισσεύεις	=	περισσεύω
περισσεύετε	=	περισσεύω
περισσεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίσσευμα
περισσεύματος	noun	γενική ενικού του περίσσευμα
περισσεύομε	=	περισσεύω
περισσεύοντας	=	περισσεύω
περισσεύουμε	=	περισσεύω
περισσεύουν	=	περισσεύω
περισσεύουνε	=	περισσεύω
περισσεύτε	=	περισσεύω
περισσεύω	verb	απομένω ως υπόλοιπο
περισσιώτικα	=	περισσιώτικος
περισσιώτικε	=	περισσιώτικος
περισσιώτικες	=	περισσιώτικος
περισσιώτικη	=	περισσιώτικος
περισσιώτικης	=	περισσιώτικος
περισσιώτικο	=	περισσιώτικος
περισσιώτικοι	=	περισσιώτικος
περισσιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Περισσό ή τους κατοίκους του
περισσιώτικου	=	περισσιώτικος
περισσιώτικους	=	περισσιώτικος
περισσιώτικων	=	περισσιώτικος
περισσοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισσός
περισσοτέρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του περισσότερος
περισσού	adj	γενική ενικού του περισσός
περισσούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περισσός
περισσό	adj	αιτιατική ενικού του περισσός
περισσός	adj	συνώνυμο του περίσσιος, σε αφθονία
περισσότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περισσότερος
περισσότερε	=	περισσότερος
περισσότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του περισσότερος
περισσότερη	=	περισσότερος
περισσότερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του περισσότερος
περισσότερο	adj	αιτιατική ενικού του περισσότερος	adv	συγκριτικός βαθμός του πολύ
περισσότεροι	=	περισσότερος
περισσότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του πολύς, πιο πολύς
περισσότερου	=	περισσότερος
περισσότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισσότερος
περισσότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του περισσότερος
περισσών	adj	γενική πληθυντικού του περισσός
περιστάλσεις	=	περίσταλση
περιστάλσεων	=	περίσταλση
περιστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίσταση
περιστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του περίσταση
περιστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του περίσταση
περιστάχυα	=	περιστάχυο
περιστάχυο	noun	το περίβλημα του σταχυού ή άλλων δημητριακών
περιστάχυου	=	περιστάχυο
περιστάχυων	=	περιστάχυο
περιστέλλομαι	=	περιστέλλω
περιστέλλω	verb	περιορίζω την έκταση, την ποσότητα ή την ένταση
περιστέρα	noun	θηλυκό περιστέρι
περιστέρας	noun	γενική ενικού του περιστέρα
περιστέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστέρα
περιστέρι	noun	πτηνό με μικρό και παχουλό σώμα και χαρακτηριστική (γουργουριστή) φωνή, το οποίο εξημερώνεται εύκολα και εντοπίζεται, συχνά, στις πλατείες των πόλεων
περιστέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστέρι
περιστήθια	=	περιστήθιο
περιστήθιο	noun|formal	στηθόδεσμος, σουτιέν
περιστήθιου	=	περιστήθιο
περιστήθιων	=	περιστήθιο
περισταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περισταλτικός	adv|formal	με περισταλτικό τρόπο
περισταλτικέ	adj	κλητική ενικού του περισταλτικός
περισταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισταλτική
περισταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισταλτικός
περισταλτικής	adj	γενική ενικού του περισταλτική
περισταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισταλτικός
περισταλτικοτήτων	=	περισταλτικότητα
περισταλτικού	adj	γενική ενικού του περισταλτικός
περισταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περισταλτικός
περισταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του περισταλτικός
περισταλτικός	adj|formal	που περιστέλλει, που περιορίζει
περισταλτικότητα	noun	άλλη μορφή του περισταλτισμός
περισταλτικότητας	=	περισταλτικότητα
περισταλτικότητες	=	περισταλτικότητα
περισταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του περισταλτικός
περισταλτικώς	adv|dated	περισταλτικά
περισταλτισμέ	=	περισταλτισμός
περισταλτισμοί	=	περισταλτισμός
περισταλτισμού	=	περισταλτισμός
περισταλτισμούς	=	περισταλτισμός
περισταλτισμό	=	περισταλτισμός
περισταλτισμός	noun	συνεχής κυματοειδής κίνηση στον πεπτικό σωλήνα (παχύ και λεπτό έντερο) που συμβάλλει στην προώθηση της τροφής και στην απορρόφηση θρεπτικών ουσιών από το πεπτικό σύστημα
περισταλτισμών	=	περισταλτισμός
περιστασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστασιακό	adv	σε ορισμένες περιστάσεις
περιστασιακέ	adj	κλητική ενικού του περιστασιακός
περιστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστασιακή
περιστασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιστασιακός
περιστασιακής	adj	γενική ενικού του περιστασιακή
περιστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιστασιακός
περιστασιακού	adj	γενική ενικού του περιστασιακός
περιστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιστασιακός
περιστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του περιστασιακός
περιστασιακός	adj	που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση
περιστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του περιστασιακός
περιστασιακώς	adv|dated	περιστασιακά
περιστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστατικό
περιστατικέ	adj	κλητική ενικού του περιστατικός
περιστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστατική
περιστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιστατικός
περιστατικής	adj	γενική ενικού του περιστατική
περιστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιστατικός
περιστατικού	adj	γενική ενικού του περιστατικός
περιστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιστατικός
περιστατικό	adj	αιτιατική ενικού του περιστατικός	noun	το γεγονός, το συμβάν, το επεισόδιο
περιστατικός	adj	περιστατικό
περιστατικών	adj	γενική πληθυντικού του περιστατικός
περιστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστέλλω
περιστερά	noun|formal	το περιστέρι
περιστεράκι	noun	υποκοριστικό του περιστέρι
περιστεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστεράκι
περιστεράς	noun	γενική ενικού του περιστερά
περιστερές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστερά
περιστερίου	=	περιστέρι
περιστερίσια	=	περιστερίσιος
περιστερίσιας	=	περιστερίσιος
περιστερίσιε	=	περιστερίσιος
περιστερίσιες	=	περιστερίσιος
περιστερίσιο	=	περιστερίσιος
περιστερίσιοι	=	περιστερίσιος
περιστερίσιος	adj	που έχει σχέση με τα περιστέρια ή αναφέρεται σ’ αυτά
περιστερίσιου	=	περιστερίσιος
περιστερίσιους	=	περιστερίσιος
περιστερίσιων	=	περιστερίσιος
περιστερεώνα	=	περιστερεώνας
περιστερεώνας	noun|formal	άλλη μορφή του περιστερώνας
περιστερεώνες	=	περιστερεώνας
περιστερεώνων	=	περιστερεώνας
περιστεριού	=	περιστέρι
περιστεριών	=	περιστέρι
περιστεριώνα	=	περιστεριώνας
περιστεριώνας	noun	άλλη μορφή του περιστερώνας
περιστεριώνες	=	περιστεριώνας
περιστεριώνων	=	περιστεριώνας
περιστεριώτικα	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικε	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικες	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικη	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικης	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικο	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικοι	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Περιστέρι ή Περιστέρια ή τους κατοίκους του
περιστεριώτικου	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικους	=	περιστεριώτικος
περιστεριώτικων	=	περιστεριώτικος
περιστεροτροφία	noun	η (επαγγελματική) ενασχόληση του περιστεροτρόφου
περιστεροτροφίας	=	περιστεροτροφία
περιστεροτροφίες	=	περιστεροτροφία
περιστεροτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστεροτροφείο
περιστεροτροφείο	noun	μέρος όπου (συστηματικά) εκτρέφονται περιστέρια
περιστεροτροφείου	noun	γενική ενικού του περιστεροτροφείο
περιστεροτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του περιστεροτροφείο
περιστεροτροφικά	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικέ	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικές	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφική	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικής	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικοί	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικού	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικούς	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικό	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφικός	adj	που έχει σχέση με την περιστεροτροφία ή τον περιστεροτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
περιστεροτροφικών	=	περιστεροτροφικός
περιστεροτροφιών	=	περιστεροτροφία
περιστεροτρόφε	=	περιστεροτρόφος
περιστεροτρόφο	noun	αιτιατική ενικού του περιστεροτρόφος
περιστεροτρόφοι	=	περιστεροτρόφος
περιστεροτρόφος	noun	που (συστηματικά) εκτρέφει περιστέρια
περιστεροτρόφου	=	περιστεροτρόφος
περιστεροτρόφους	=	περιστεροτρόφος
περιστεροτρόφων	=	περιστεροτρόφος
περιστερών	=	περιστερά
περιστερώνα	noun	άλλη μορφή του περιστερώνας
περιστερώνας	noun	κατασκευασμένος (ή φυσικός) χώρος όπου μένουν περιστέρια
περιστερώνες	=	περιστερώνας
περιστερώνων	=	περιστερώνας
περιστεφάνωμα	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιστεφανώνω
περιστεφάνωνα	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωναν	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωνε	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωνες	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωσα	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωσαν	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωσε	=	περιστεφανώνω
περιστεφάνωσες	=	περιστεφανώνω
περιστεφανωμάτων	=	περιστεφάνωμα
περιστεφανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστεφανωμένο
περιστεφανωμένε	verb	κλητική ενικού του περιστεφανωμένος
περιστεφανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστεφανωμένη
περιστεφανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιστεφανωμένος
περιστεφανωμένης	verb	γενική ενικού του περιστεφανωμένη
περιστεφανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιστεφανωμένος
περιστεφανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιστεφανωμένος
περιστεφανωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιστεφανώνω
περιστεφανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιστεφανωμένος
περιστεφανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιστεφανωμένος
περιστεφανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιστεφανωμένος
περιστεφανώματα	=	περιστεφάνωμα
περιστεφανώματος	=	περιστεφάνωμα
περιστεφανώναμε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώναν	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνανε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνατε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνει	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνεις	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνετε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνομαι	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνοντας	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνουμε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνουν	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνουνε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώνω	verb|archaic	τοποθετώ τριγύρω από κάτι στεφάνι
περιστεφανώσαμε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώσαν	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώσανε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώσατε	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώσει	=	περιστεφανώνω
περιστεφανώστε	=	περιστεφανώνω
περιστοίχιζα	=	περιστοιχίζω
περιστοίχιζαν	=	περιστοιχίζω
περιστοίχιζε	=	περιστοιχίζω
περιστοίχιζες	=	περιστοιχίζω
περιστοίχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοίχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοίχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοίχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίζαμε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζαν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζανε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζατε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζει	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζεις	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζεσαι	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζεστε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζεται	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζετε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίζονται	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζονταν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζοντας	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζουμε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζουν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζουνε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίζω	verb	βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο ή κάποιον άλλο
περιστοιχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίσαν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίσανε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστοίχιση
περιστοιχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίσου	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχίστηκα	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίστηκαν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίστηκε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίστηκες	=	περιστοιχίζω
περιστοιχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστοιχίζω
περιστοιχιζόμασταν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόμαστε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόμουν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόμουνα	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόντουσαν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόσασταν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόσαστε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόσουν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόσουνα	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζόταν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιζότανε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστοιχισμένο
περιστοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του περιστοιχισμένος
περιστοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστοιχισμένη
περιστοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιστοιχισμένος
περιστοιχισμένης	verb	γενική ενικού του περιστοιχισμένη
περιστοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιστοιχισμένος
περιστοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιστοιχισμένος
περιστοιχισμένος	verb	που έχει περιστοιχιστεί
περιστοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιστοιχισμένος
περιστοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιστοιχισμένος
περιστοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιστοιχισμένος
περιστοιχιστήκαμε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιστήκαν	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιστήκανε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιστήκατε	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιστεί	=	περιστοιχίζω
περιστοιχιστείτε	=	περιστοιχίζω
περιστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστολή
περιστολή	noun	ο περιορισμός του μεγέθους ή της έντασης ενός πράγματος
περιστολής	=	περιστολή
περιστολών	=	περιστολή
περιστομίου	noun	γενική ενικού του περιστόμιο
περιστομίων	noun	γενική πληθυντικού του περιστόμιο
περιστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστρέφαμε	=	περιστρέφω
περιστρέφαν	=	περιστρέφω
περιστρέφανε	=	περιστρέφω
περιστρέφατε	=	περιστρέφω
περιστρέφει	=	περιστρέφω
περιστρέφεις	=	περιστρέφω
περιστρέφεσαι	=	περιστρέφω
περιστρέφεστε	=	περιστρέφω
περιστρέφεται	=	περιστρέφω
περιστρέφετε	=	περιστρέφω
περιστρέφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιστρέφω
περιστρέφομε	=	περιστρέφω
περιστρέφονται	=	περιστρέφω
περιστρέφονταν	=	περιστρέφω
περιστρέφοντας	=	περιστρέφω
περιστρέφουμε	=	περιστρέφω
περιστρέφουν	=	περιστρέφω
περιστρέφουνε	=	περιστρέφω
περιστρέφω	verb	γυρίζω κάτι γύρω από έναν άξονα
περιστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψαν	=	περιστρέφω
περιστρέψανε	=	περιστρέφω
περιστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψομε	=	περιστρέφω
περιστρέψου	=	περιστρέφω
περιστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψουνε	=	περιστρέφω
περιστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφω
περιστραμμένα	=	περιστραμμένος
περιστραμμένε	=	περιστραμμένος
περιστραμμένες	=	περιστραμμένος
περιστραμμένη	=	περιστραμμένος
περιστραμμένης	=	περιστραμμένος
περιστραμμένο	=	περιστραμμένος
περιστραμμένοι	=	περιστραμμένος
περιστραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιστρέφω
περιστραμμένου	=	περιστραμμένος
περιστραμμένους	=	περιστραμμένος
περιστραμμένων	=	περιστραμμένος
περιστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφήκαν	=	περιστρέφω
περιστραφήκανε	=	περιστρέφω
περιστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστραφούνε	=	περιστρέφω
περιστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιστρέφομαι
περιστρεφόμασταν	=	περιστρέφω
περιστρεφόμαστε	=	περιστρέφω
περιστρεφόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστρεφόμενο
περιστρεφόμενε	adj	κλητική ενικού του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστρεφόμενη
περιστρεφόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμενης	adj	γενική ενικού του περιστρεφόμενη
περιστρεφόμενο	adj	αιτιατική ενικού του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμενος	verb	που περιστρέφεται
περιστρεφόμενου	verb	γενική ενικού του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμενων	adj	γενική πληθυντικού του περιστρεφόμενος
περιστρεφόμουν	=	περιστρέφω
περιστρεφόμουνα	=	περιστρέφω
περιστρεφόντουσαν	=	περιστρέφω
περιστρεφόσασταν	=	περιστρέφω
περιστρεφόσαστε	=	περιστρέφω
περιστρεφόσουν	=	περιστρέφω
περιστρεφόσουνα	=	περιστρέφω
περιστρεφόταν	=	περιστρέφω
περιστρεφότανε	=	περιστρέφω
περιστροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστροφή
περιστροφή	noun	η στροφή ενός σώματος γύρω από τον εαυτό του
περιστροφής	=	περιστροφή
περιστροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστροφικό	adv	με περιστροφικό τρόπο
περιστροφικέ	adj	κλητική ενικού του περιστροφικός
περιστροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστροφική
περιστροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιστροφικός
περιστροφικής	adj	γενική ενικού του περιστροφική
περιστροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιστροφικός
περιστροφικού	adj	γενική ενικού του περιστροφικός
περιστροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιστροφικός
περιστροφικό	adj	αιτιατική ενικού του περιστροφικός
περιστροφικός	adj	που γίνεται ή λειτουργεί με περιστροφή
περιστροφικών	adj	γενική πληθυντικού του περιστροφικός
περιστροφικώς	adv|dated	περιστροφικά
περιστροφών	=	περιστροφή
περιστρόφου	=	περίστροφο
περιστρόφων	=	περίστροφο
περιστυλίου	noun	γενική ενικού του περιστύλιο
περιστυλίων	noun	γενική πληθυντικού του περιστύλιο
περιστόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστόμιο
περιστόμιο	noun	ό,τι βρίσκεται γύρω από κάποιο στόμιο
περιστόμιου	=	περιστόμιο
περιστόμιων	=	περιστόμιο
περιστύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιστύλιο
περιστύλιο	noun	κιονοστοιχία και στοά γύρω από οικοδόμημα
περιστύλιου	=	περιστύλιο
περιστύλου	=	περίστυλο
περιστύλων	=	περίστυλο
περιστώου	=	περίστωο
περιστώων	=	περίστωο
περισυλλέγομαι	=	περισυλλέγω
περισυλλέγω	verb	μαζεύω κάτι διασκορπισμένο
περισυλλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυλλεγμένος	=	περισυλλέγω
περισυλλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισυλλογή
περισυλλογή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περισυλλέγω
περισυλλογής	=	περισυλλογή
περισυλλογών	=	περισυλλογή
περισυμμάζεψε	verb	προστακτική, εμφατικά το συμμάζεψε όταν υπάρχει μεγάλη αταξία ή μη εμφατικά απλώς εναλλακτική λέξη
περισυνάγω	verb|formal	περισυλλέγω, συγκεντρώνω, συναθροίζω, συμμαζεύω
περισυνέλεγα	=	περισυλλέγω
περισυνέλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυνέλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυνέλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυνέλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισυλλέγω
περισυναγωγές	=	περισυναγωγή
περισυναγωγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περισυνάγω
περισυναγωγής	=	περισυναγωγή
περισυναγωγών	=	περισυναγωγή
περισφίγγω	verb|rare	σφίγγω γύρω γύρω
περισφιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισφιγμένο
περισφιγμένε	verb	κλητική ενικού του περισφιγμένος
περισφιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισφιγμένη
περισφιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισφιγμένος
περισφιγμένης	verb	γενική ενικού του περισφιγμένη
περισφιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περισφιγμένος
περισφιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισφιγμένος
περισφιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περισφιγμένος
περισφιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περισφιγμένος
περισφιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισφιγμένος
περισφυρίου	=	περισφύριο
περισφυρίων	=	περισφύριο
περισφύρια	=	περισφύριο
περισφύριο	noun|archaic	περικνήμιο, γκέτα
περισφύριου	=	περισφύριο
περισχοίνισμα	noun|rare	η περίφραξη με σχοινί ενός χώρου
περισχοινίζω	verb	περιδένω με σκοινί
περισχοινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισχοινισμένο
περισχοινισμένε	verb	κλητική ενικού του περισχοινισμένος
περισχοινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισχοινισμένη
περισχοινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισχοινισμένος
περισχοινισμένης	verb	γενική ενικού του περισχοινισμένη
περισχοινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περισχοινισμένος
περισχοινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισχοινισμένος
περισχοινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περισχοινισμένος
περισχοινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περισχοινισμένος
περισχοινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισχοινισμένος
περισωζόμασταν	=	περισώζω
περισωζόμαστε	=	περισώζω
περισωζόμουν	=	περισώζω
περισωζόμουνα	=	περισώζω
περισωζόντουσαν	=	περισώζω
περισωζόσασταν	=	περισώζω
περισωζόσαστε	=	περισώζω
περισωζόσουν	=	περισώζω
περισωζόσουνα	=	περισώζω
περισωζόταν	=	περισώζω
περισωζότανε	=	περισώζω
περισωθήκαμε	=	περισώζω
περισωθήκαν	=	περισώζω
περισωθήκανε	=	περισώζω
περισωθήκατε	=	περισώζω
περισωθεί	=	περισώζω
περισωθείτε	=	περισώζω
περισωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισωσμένο
περισωσμένε	verb	κλητική ενικού του περισωσμένος
περισωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περισωσμένη
περισωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περισωσμένος
περισωσμένης	verb	γενική ενικού του περισωσμένη
περισωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του περισωσμένος
περισωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περισωσμένος
περισωσμένος	=	περισώζω
περισωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περισωσμένος
περισωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περισωσμένος
περισωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περισωσμένος
περισώζαμε	=	περισώζω
περισώζαν	=	περισώζω
περισώζανε	=	περισώζω
περισώζατε	=	περισώζω
περισώζει	=	περισώζω
περισώζεις	=	περισώζω
περισώζεσαι	=	περισώζω
περισώζεστε	=	περισώζω
περισώζεται	=	περισώζω
περισώζετε	=	περισώζω
περισώζομαι	=	περισώζω
περισώζονται	=	περισώζω
περισώζονταν	=	περισώζω
περισώζοντας	=	περισώζω
περισώζουμε	=	περισώζω
περισώζουν	=	περισώζω
περισώζουνε	=	περισώζω
περισώζω	verb	διασώζω κάποιον ή κάτι ανάμεσα σε πολλά άλλα, από ένα σύνολο που καταστράφηκε ή που κινδυνεύει
περισώθηκα	=	περισώζω
περισώθηκαν	=	περισώζω
περισώθηκε	=	περισώζω
περισώθηκες	=	περισώζω
περισώνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του περισώζω
περισώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσαν	=	περισώζω
περισώσανε	=	περισώζω
περισώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσεων	=	περίσωση
περισώσου	=	περισώζω
περισώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περισώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περισώζω
περιτέγγω	verb	περιβρέχω, νοτίζω, υγραίνω κάτι κυκλικά ή πάρα πολύ
περιτέμνω	verb	κόβω περιφερειακά, κόβω γύρω-γύρω
περιτείχιζα	=	περιτειχίζω
περιτείχιζαν	=	περιτειχίζω
περιτείχιζε	=	περιτειχίζω
περιτείχιζες	=	περιτειχίζω
περιτείχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτείχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτείχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτείχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτείχιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιτειχίζω
περιτείχισης	=	περιτείχιση
περιτείχισμα	noun	το περιμετρικό τείχος
περιτειχίζαμε	=	περιτειχίζω
περιτειχίζαν	=	περιτειχίζω
περιτειχίζανε	=	περιτειχίζω
περιτειχίζατε	=	περιτειχίζω
περιτειχίζει	=	περιτειχίζω
περιτειχίζεις	=	περιτειχίζω
περιτειχίζετε	=	περιτειχίζω
περιτειχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίζοντας	=	περιτειχίζω
περιτειχίζουμε	=	περιτειχίζω
περιτειχίζουν	=	περιτειχίζω
περιτειχίζουνε	=	περιτειχίζω
περιτειχίζω	verb	περιβάλλω με τείχος
περιτειχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίσαν	=	περιτειχίζω
περιτειχίσανε	=	περιτειχίζω
περιτειχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτείχιση
περιτειχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίσεων	=	περιτείχιση
περιτειχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτείχισμα
περιτειχίσματος	noun	γενική ενικού του περιτείχισμα
περιτειχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτειχίζω
περιτειχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιτείχισμα
περιτειχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτειχισμένο
περιτειχισμένε	verb	κλητική ενικού του περιτειχισμένος
περιτειχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτειχισμένη
περιτειχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτειχισμένος
περιτειχισμένης	verb	γενική ενικού του περιτειχισμένη
περιτειχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιτειχισμένος
περιτειχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτειχισμένος
περιτειχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιτειχισμένος
περιτειχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιτειχισμένος
περιτειχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιτειχισμένος
περιτετμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτετμημένο
περιτετμημένε	verb	κλητική ενικού του περιτετμημένος
περιτετμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτετμημένη
περιτετμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτετμημένος
περιτετμημένης	verb	γενική ενικού του περιτετμημένη
περιτετμημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιτετμημένος
περιτετμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτετμημένος
περιτετμημένος	verb|formal	που έχει υποστεί περιτομή
περιτετμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιτετμημένος
περιτετμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιτετμημένος
περιτετμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιτετμημένος
περιτοίχιζα	=	περιτοιχίζω
περιτοίχιζαν	=	περιτοιχίζω
περιτοίχιζε	=	περιτοιχίζω
περιτοίχιζες	=	περιτοιχίζω
περιτοίχισα	=	περιτοιχίζω
περιτοίχισαν	=	περιτοιχίζω
περιτοίχισε	=	περιτοιχίζω
περιτοίχισες	=	περιτοιχίζω
περιτοίχιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιτοιχίζω
περιτοίχισης	noun	γενική ενικού του περιτοίχιση
περιτοίχισις	noun	περιτοίχιση
περιτοίχισμα	noun	οριοθετικός τοίχος που περικλείει ένα κομμάτι γης, όπως π.χ. ένα κάστρο
περιτοιχίζαμε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζαν	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζανε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζατε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζει	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζεις	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζετε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιτοιχίζω
περιτοιχίζοντας	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζουμε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζουν	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζουνε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίζω	verb	περιβάλλω με τοίχο
περιτοιχίσαμε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίσαν	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίσανε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίσατε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίσει	=	περιτοιχίζω
περιτοιχίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτοίχιση
περιτοιχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιτοίχιση
περιτοιχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιτοίχιση
περιτοιχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτοίχισμα
περιτοιχίσματος	noun	γενική ενικού του περιτοίχισμα
περιτοιχίστε	=	περιτοιχίζω
περιτοιχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιτοίχισμα
περιτοιχισμέ	=	περιτοιχισμός
περιτοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτοιχισμένο
περιτοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτοιχισμένη
περιτοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμένης	verb	γενική ενικού του περιτοιχισμένη
περιτοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιτοιχισμένος
περιτοιχισμοί	=	περιτοιχισμός
περιτοιχισμού	=	περιτοιχισμός
περιτοιχισμούς	=	περιτοιχισμός
περιτοιχισμό	=	περιτοιχισμός
περιτοιχισμός	noun	άλλη μορφή του περιτοίχιση
περιτοιχισμών	=	περιτοιχισμός
περιτομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτομή
περιτομή	noun	η αφαίρεση της ακροβυστίας
περιτομής	=	περιτομή
περιτομών	=	περιτομή
περιτονία	noun	μεμβράνη συνδετικού ινώδους ιστού
περιτονίας	noun	γενική ενικού του περιτονία
περιτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτονία
περιτονίτιδα	noun	επικίνδυνη φλεγμονή του περιτοναίου
περιτονίτιδας	noun	γενική ενικού του περιτονίτιδα
περιτονίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτονίτιδα
περιτονίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του περιτονίτιδα
περιτοναίου	noun	γενική ενικού του περιτόναιο
περιτοναίων	noun	γενική πληθυντικού του περιτόναιο
περιτοναϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτοναϊκό
περιτοναϊκέ	adj	κλητική ενικού του περιτοναϊκός
περιτοναϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτοναϊκή
περιτοναϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτοναϊκός
περιτοναϊκής	adj	γενική ενικού του περιτοναϊκή
περιτοναϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτοναϊκός
περιτοναϊκού	adj	γενική ενικού του περιτοναϊκός
περιτοναϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιτοναϊκός
περιτοναϊκό	adj	αιτιατική ενικού του περιτοναϊκός
περιτοναϊκός	adj	που έχει σχέση με το περιτόναιο ή αναφέρεται σ' αυτό
περιτοναϊκών	adj	γενική πληθυντικού του περιτοναϊκός
περιτονιτίδων	noun	γενική πληθυντικού του περιτονίτιδα
περιτονιών	noun	γενική πληθυντικού του περιτονία
περιτρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτρέχω
περιτρέχω	verb|archaic	τρέχω γύρω από κάτι
περιτρίγυρα	adv|vulgar	τριγύρω, ολόγυρα
περιτρίμματα	=	περίτριμμα
περιτρίμματος	=	περίτριμμα
περιτραχήλια	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιας	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιε	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιες	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιο	noun	το περιλαίμιο
περιτραχήλιοι	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιος	adj	που βρίσκεται γύρω από τον τράχηλο
περιτραχήλιου	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιους	=	περιτραχήλιος
περιτραχήλιων	=	περιτραχήλιος
περιτρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτρεγμένο
περιτρεγμένε	verb	κλητική ενικού του περιτρεγμένος
περιτρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτρεγμένη
περιτρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτρεγμένος
περιτρεγμένης	verb	γενική ενικού του περιτρεγμένη
περιτρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιτρεγμένος
περιτρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτρεγμένος
περιτρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιτρεγμένος
περιτρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιτρεγμένος
περιτρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιτρεγμένος
περιτριγυρίζαμε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζαν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζανε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζατε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζει	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζεις	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζεσαι	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζεστε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζεται	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζετε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζομε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζονται	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζονταν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζοντας	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζουμε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζουν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζουνε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίζω	verb	τριγυρίζω γύρω από κάποιον ή κάτι
περιτριγυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσαν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσανε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτριγύρισμα
περιτριγυρίσματος	noun	γενική ενικού του περιτριγύρισμα
περιτριγυρίσομε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσου	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσουνε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρίστηκα	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίστηκαν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίστηκε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίστηκες	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόμασταν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόμαστε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόμενος	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόμουν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόμουνα	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόντουσαν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόσασταν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόσαστε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόσουν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόσουνα	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζόταν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριζότανε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιτριγύρισμα
περιτριγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτριγυρισμένο
περιτριγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του περιτριγυρισμένος
περιτριγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτριγυρισμένη
περιτριγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτριγυρισμένος
περιτριγυρισμένης	verb	γενική ενικού του περιτριγυρισμένη
περιτριγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιτριγυρισμένος
περιτριγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτριγυρισμένος
περιτριγυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιτριγυρισμένος
περιτριγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιτριγυρισμένος
περιτριγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιτριγυρισμένος
περιτριγυριστήκαμε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστήκαν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστήκανε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστήκατε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστεί	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστείς	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστείτε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστούμε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστούν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστούνε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγυριστώ	=	περιτριγυρίζω
περιτριγύριζα	=	περιτριγυρίζω
περιτριγύριζαν	=	περιτριγυρίζω
περιτριγύριζε	=	περιτριγυρίζω
περιτριγύριζες	=	περιτριγυρίζω
περιτριγύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτριγυρίζω
περιτριγύρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιτριγυρίζω
περιτριμμάτων	=	περίτριμμα
περιτροπές	=	περιτροπή
περιτροπή	noun	διαδοχή, εναλλαγή
περιτροπής	=	περιτροπή
περιτροπών	=	περιτροπή
περιττά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττό	adv	μη αναγκαία
περιττέ	adj	κλητική ενικού του περιττός
περιττές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττή
περιττή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιττός
περιττής	adj	γενική ενικού του περιττή
περιττεύω	verb	είμαι περιττός, δεν με χρειάζεται κανείς
περιττοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιττός
περιττοδάκτυλα	noun	τάξη οπληφόρων θηλαστικών με περιττό αριθμό δακτύλων στις οπλές τους
περιττοδάκτυλων	=	περιττοδάκτυλα
περιττολογήματα	=	περιττολόγημα
περιττολογήματος	=	περιττολόγημα
περιττολογία	noun	το να λέει κάποιος λόγια χωρίς να χρειάζονται, λόγια που δεν προσφέρουν κάτι στο νόημα, να περιττολογεί
περιττολογίας	noun	γενική ενικού του περιττολογία
περιττολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττολογία
περιττολογημάτων	=	περιττολόγημα
περιττολογιών	noun	γενική πληθυντικού του περιττολογία
περιττολογώ	verb	λέω περιττά λόγια
περιττολόγε	=	περιττολόγος
περιττολόγημα	noun|formal	άλλη μορφή του περιττολογία
περιττολόγο	=	περιττολόγος
περιττολόγοι	=	περιττολόγος
περιττολόγος	noun|formal	που λέει περιττολογίες
περιττολόγου	=	περιττολόγος
περιττολόγους	=	περιττολόγος
περιττολόγων	=	περιττολόγος
περιττοσύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττοσύλλαβο
περιττοσύλλαβε	adj	κλητική ενικού του περιττοσύλλαβος
περιττοσύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττοσύλλαβη
περιττοσύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιττοσύλλαβος
περιττοσύλλαβης	adj	γενική ενικού του περιττοσύλλαβη
περιττοσύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του περιττοσύλλαβος
περιττοσύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιττοσύλλαβος
περιττοσύλλαβος	adj	που αποτελείται από περιττό αριθμό συλλαβών
περιττοσύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιττοσύλλαβος
περιττοσύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιττοσύλλαβος
περιττοσύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιττοσύλλαβος
περιττού	adj	γενική ενικού του περιττός
περιττούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιττός
περιττωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίττωμα
περιττωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττωματικό
περιττωματικέ	adj	κλητική ενικού του περιττωματικός
περιττωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιττωματική
περιττωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιττωματικός
περιττωματικής	adj	γενική ενικού του περιττωματική
περιττωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιττωματικός
περιττωματικού	adj	γενική ενικού του περιττωματικός
περιττωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιττωματικός
περιττωματικό	adj	αιτιατική ενικού του περιττωματικός
περιττωματικός	adj	που έχει σχέση με περιττώματα ή αναφέρεται σ’ αυτά
περιττωματικών	adj	γενική πληθυντικού του περιττωματικός
περιττό	adj	αιτιατική ενικού του περιττός
περιττός	adj	που είναι άχρηστος ή μη αναγκαίος, γιατί είναι περισσότερος από το κανονικό ή το αναγκαίο
περιττώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίττωμα
περιττώματος	noun	γενική ενικού του περίττωμα
περιττών	adj	γενική πληθυντικού του περιττός
περιττώς	adv|formal	περιττά
περιτυλίγαμε	=	περιτυλίγω
περιτυλίγαν	=	περιτυλίγω
περιτυλίγανε	=	περιτυλίγω
περιτυλίγατε	=	περιτυλίγω
περιτυλίγει	=	περιτυλίγω
περιτυλίγεις	=	περιτυλίγω
περιτυλίγετε	=	περιτυλίγω
περιτυλίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτύλιγμα
περιτυλίγματος	noun	γενική ενικού του περιτύλιγμα
περιτυλίγομαι	=	περιτυλίγω
περιτυλίγοντας	=	περιτυλίγω
περιτυλίγουμε	=	περιτυλίγω
περιτυλίγουν	=	περιτυλίγω
περιτυλίγουνε	=	περιτυλίγω
περιτυλίγω	verb	τυλίγω γύρω από κάτι ή απ’ όλες τις πλευρές
περιτυλίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξαν	=	περιτυλίγω
περιτυλίξανε	=	περιτυλίγω
περιτυλίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξεων	=	περιτύλιξη
περιτυλίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτυλιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περιτύλιγμα
περιτυλιγμέ	=	περιτυλιγμός
περιτυλιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτυλιγμένο
περιτυλιγμένε	verb	κλητική ενικού του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτυλιγμένη
περιτυλιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμένης	verb	γενική ενικού του περιτυλιγμένη
περιτυλιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιτυλιγμένος
περιτυλιγμοί	=	περιτυλιγμός
περιτυλιγμού	=	περιτυλιγμός
περιτυλιγμούς	=	περιτυλιγμός
περιτυλιγμό	=	περιτυλιγμός
περιτυλιγμός	noun	άλλη μορφή του περιτύλιξη
περιτυλιγμών	=	περιτυλιγμός
περιτυπωμάτων	=	περιτύπωμα
περιτυπώματα	=	περιτύπωμα
περιτυπώματος	=	περιτύπωμα
περιτόναια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιτόναιο
περιτόναιο	noun	λεπτή και διάφανης μεμβράνη που εκτείνεται στην εσωτερική επιφάνεια της κοιλιακής κοιλότητας και περιβάλλει τα σπλάχνα
περιτόναιου	=	περιτόναιο
περιτύλιγα	=	περιτυλίγω
περιτύλιγαν	=	περιτυλίγω
περιτύλιγε	=	περιτυλίγω
περιτύλιγες	=	περιτυλίγω
περιτύλιγμα	noun	η ενέργεια του περιτυλίγω ή το μέσο που χρησιμοποιούμε για να τυλίξουμε (συνήθως χαρτί)
περιτύλιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτύλιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτύλιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτύλιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιτυλίγω
περιτύλιξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιτυλίγω
περιτύλιξης	=	περιτύλιξη
περιτύλιχτα	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτε	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτες	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτη	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτης	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτο	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτοι	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτος	adj	άλλη μορφή του περιτυλιγμένος
περιτύλιχτου	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτους	=	περιτύλιχτος
περιτύλιχτων	=	περιτύλιχτος
περιτύπωμα	noun	το ίχνος της προβολής του περιγράμματος
περιυβρίζαμε	=	περιυβρίζω
περιυβρίζαν	=	περιυβρίζω
περιυβρίζανε	=	περιυβρίζω
περιυβρίζατε	=	περιυβρίζω
περιυβρίζει	=	περιυβρίζω
περιυβρίζεις	=	περιυβρίζω
περιυβρίζετε	=	περιυβρίζω
περιυβρίζοντας	=	περιυβρίζω
περιυβρίζουμε	=	περιυβρίζω
περιυβρίζουν	=	περιυβρίζω
περιυβρίζουνε	=	περιυβρίζω
περιυβρίζω	verb|formal	καθυβρίζω ή φέρομαι προσβλητικά ή περιφρονητικά
περιυβρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίσαν	=	περιυβρίζω
περιυβρίσανε	=	περιυβρίζω
περιυβρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιύβριση
περιυβρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίσεων	=	περιύβριση
περιυβρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιυβρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιυβρισμένο
περιυβρισμένε	verb	κλητική ενικού του περιυβρισμένος
περιυβρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιυβρισμένη
περιυβρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιυβρισμένος
περιυβρισμένης	verb	γενική ενικού του περιυβρισμένη
περιυβρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιυβρισμένος
περιυβρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιυβρισμένος
περιυβρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιυβρισμένος
περιυβρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιυβρισμένος
περιυβρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιυβρισμένος
περιφάνεια	=	περηφάνια
περιφέρεια	noun	το περίγραμμα ενός κύκλου ή μιας έλλειψης
περιφέρειας	noun	γενική ενικού του περιφέρεια
περιφέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφέρεια
περιφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιφέρω
περιφέρονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του περιφέρομαι
περιφέρω	verb	μεταφέρω κάτι, ακολουθώντας κυρίως μια κυκλική πορεία
περιφανές	=	περιφανής
περιφανή	=	περιφανής
περιφανής	adj	ξακουστός, ένδοξος
περιφανείς	=	περιφανής
περιφανούς	=	περιφανής
περιφανών	=	περιφανής
περιφερές	=	περιφερής
περιφερή	=	περιφερής
περιφερής	adj	αυτός που φέρει κύκλο, που έχει σχήμα κύκλου
περιφερείς	=	περιφερής
περιφερειάρχα	=	περιφερειάρχης
περιφερειάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερειάρχης
περιφερειάρχη	=	περιφερειάρχης
περιφερειάρχης	noun	διοικητής μιας περιφέρειας
περιφερειάρχισσα	noun	θηλυκό του περιφερειάρχης
περιφερειάρχισσας	noun	γενική ενικού του περιφερειάρχισσα
περιφερειάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερειάρχισσα
περιφερειάρχου	=	περιφερειάρχης
περιφερειακά	noun	περιφεριακή μονάδα ή ψηφιακό μηχάνημα συνδεδεμένο με υπολογιστή, παρελκόμενα του υπολογιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερειακό
περιφερειακέ	adj	κλητική ενικού του περιφερειακός
περιφερειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερειακή
περιφερειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφερειακός
περιφερειακής	adj	γενική ενικού του περιφερειακή
περιφερειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφερειακός
περιφερειακού	adj	γενική ενικού του περιφερειακός
περιφερειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιφερειακός
περιφερειακό	adj	αιτιατική ενικού του περιφερειακός
περιφερειακός	adj	που έχει σχέση με την περιφέρεια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
περιφερειακών	adj	γενική πληθυντικού του περιφερειακός
περιφερειαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του περιφερειάρχισσα
περιφερειαρχών	=	περιφερειάρχης
περιφερειών	noun	γενική πληθυντικού του περιφέρεια
περιφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφέρομαι
περιφερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερικό	adv	σε μια περιφέρεια, κυκλικά γύρω από ένα σημείο
περιφερικέ	adj	κλητική ενικού του περιφερικός
περιφερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερική
περιφερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφερικός
περιφερικής	adj	γενική ενικού του περιφερική
περιφερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφερικός
περιφερικού	adj	γενική ενικού του περιφερικός
περιφερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιφερικός
περιφερικό	adj	αιτιατική ενικού του περιφερικός
περιφερικός	adj	που βρίσκεται ή κινείται στην περιφέρεια
περιφερικών	adj	γενική πληθυντικού του περιφερικός
περιφερούς	=	περιφερής
περιφερόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερόμενο
περιφερόμενε	adj	κλητική ενικού του περιφερόμενος
περιφερόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφερόμενη
περιφερόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφερόμενος
περιφερόμενης	adj	γενική ενικού του περιφερόμενη
περιφερόμενο	adj	αιτιατική ενικού του περιφερόμενος
περιφερόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφερόμενος
περιφερόμενος	verb	που περιφέρεται
περιφερόμενου	verb	γενική ενικού του περιφερόμενος
περιφερόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιφερόμενος
περιφερόμενων	adj	γενική πληθυντικού του περιφερόμενος
περιφερών	=	περιφερής
περιφλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιφλέγω
περιφλέγω	verb|archaic	κατακαίω τριγύρω, ολόγυρα
περιφλεγές	=	περιφλεγής
περιφλεγή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του περιφλεγής
περιφλεγής	adj|archaic	που περιφλέγεται
περιφλεγείς	=	περιφλεγής
περιφλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφλεγμένο
περιφλεγμένε	verb	κλητική ενικού του περιφλεγμένος
περιφλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφλεγμένη
περιφλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφλεγμένος
περιφλεγμένης	verb	γενική ενικού του περιφλεγμένη
περιφλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιφλεγμένος
περιφλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφλεγμένος
περιφλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιφλεγμένος
περιφλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιφλεγμένος
περιφλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιφλεγμένος
περιφλεγούς	=	περιφλεγής
περιφλεγών	=	περιφλεγής
περιφλεγώς	adv|archaic	με περιφλεγή τρόπο
περιφορά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιφέρω
περιφοράς	noun	γενική ενικού του περιφορά
περιφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφορά
περιφορών	=	περιφορά
περιφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφραγμα
περιφράγματος	noun	γενική ενικού του περίφραγμα
περιφράζομαι	=	περιφράζω
περιφράζω	verb	συνηθισμένη εναλλακτική μορφή του: περιφράσσω
περιφράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφραξη
περιφράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξεων	noun	γενική πληθυντικού του περίφραξη
περιφράξεως	noun|formal	γενική ενικού του περίφραξη
περιφράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφράσσω
περιφράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περίφραση
περιφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του περίφραση
περιφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του περίφραση
περιφράσσομαι	=	περιφράσσω
περιφράσσω	verb	περιβάλλω κάτι με φράκτη, το φράσσω γύρω-γύρω
περιφραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του περίφραγμα
περιφραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφραγμένο
περιφραγμένε	verb	κλητική ενικού του περιφραγμένος
περιφραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφραγμένη
περιφραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφραγμένος
περιφραγμένης	verb	γενική ενικού του περιφραγμένη
περιφραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιφραγμένος
περιφραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφραγμένος
περιφραγμένος	verb	που έχει περιφραχτεί, οριοθετηθεί, περιχαρακωθεί, αποκλειστεί από εξωτερική πρόσβαση
περιφραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιφραγμένος
περιφραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιφραγμένος
περιφραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιφραγμένος
περιφραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφραστικό	adv	κατά τρόπο περιφραστικό, χρησιμοποιώντας περιφράσεις
περιφραστικέ	adj	κλητική ενικού του περιφραστικός
περιφραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφραστική
περιφραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφραστικός
περιφραστικής	adj	γενική ενικού του περιφραστική
περιφραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφραστικός
περιφραστικού	adj	γενική ενικού του περιφραστικός
περιφραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιφραστικός
περιφραστικό	adj	αιτιατική ενικού του περιφραστικός
περιφραστικός	adj	που αποτελείται από περισσότερες της μιας λέξεις
περιφραστικών	adj	γενική πληθυντικού του περιφραστικός
περιφρονήθηκα	=	περιφρονώ
περιφρονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήσαν	=	περιφρονώ
περιφρονήσανε	=	περιφρονώ
περιφρονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρόνηση
περιφρονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήσεων	=	περιφρόνηση
περιφρονήσεως	=	περιφρόνηση
περιφρονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρονεί	=	περιφρονώ
περιφρονείς	=	περιφρονώ
περιφρονείτε	=	περιφρονώ
περιφρονεμένος	=	περιφρονώ
περιφρονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρονημένο
περιφρονημένε	verb	κλητική ενικού του περιφρονημένος
περιφρονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρονημένη
περιφρονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφρονημένος
περιφρονημένης	verb	γενική ενικού του περιφρονημένη
περιφρονημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιφρονημένος
περιφρονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφρονημένος
περιφρονημένος	=	περιφρονώ
περιφρονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιφρονημένος
περιφρονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιφρονημένος
περιφρονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιφρονημένος
περιφρονητέα	=	περιφρονητέος
περιφρονητέας	=	περιφρονητέος
περιφρονητέε	=	περιφρονητέος
περιφρονητέες	=	περιφρονητέος
περιφρονητέο	=	περιφρονητέος
περιφρονητέοι	=	περιφρονητέος
περιφρονητέος	adj	άξιος περιφρόνησης
περιφρονητέου	=	περιφρονητέος
περιφρονητέους	=	περιφρονητέος
περιφρονητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρονητής
περιφρονητέων	=	περιφρονητέος
περιφρονητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περιφρονητής
περιφρονητής	noun	αυτός που περιφρονεί κάτι
περιφρονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρονητικό	adv	δείχνοντας περιφρόνηση
περιφρονητικέ	adj	κλητική ενικού του περιφρονητικός
περιφρονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρονητική
περιφρονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφρονητικός
περιφρονητικής	adj	γενική ενικού του περιφρονητική
περιφρονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφρονητικός
περιφρονητικού	adj	γενική ενικού του περιφρονητικός
περιφρονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιφρονητικός
περιφρονητικό	adj	αιτιατική ενικού του περιφρονητικός
περιφρονητικός	adj	που δείχνει ή εκφράζεται με περιφρόνηση για κάποιον ή κάτι
περιφρονητικών	adj	γενική πληθυντικού του περιφρονητικός
περιφρονητών	noun	γενική πληθυντικού του περιφρονητής
περιφρονιέμαι	=	περιφρονώ
περιφρονούμαι	=	περιφρονώ
περιφρονούμε	=	περιφρονώ
περιφρονούν	=	περιφρονώ
περιφρονούνε	=	περιφρονώ
περιφρονούσα	=	περιφρονώ
περιφρονούσαμε	=	περιφρονώ
περιφρονούσαν	=	περιφρονώ
περιφρονούσανε	=	περιφρονώ
περιφρονούσατε	=	περιφρονώ
περιφρονούσε	=	περιφρονώ
περιφρονούσες	=	περιφρονώ
περιφρονώ	verb	αισθάνομαι ή/και δείχνω περιφρόνηση για κάτι ή κάποιον που αποδοκιμάζω ηθικά
περιφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιφρονώ
περιφρουρήθηκα	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρήθηκαν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρήθηκε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρήθηκες	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήσαν	=	περιφρουρώ
περιφρουρήσανε	=	περιφρουρώ
περιφρουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρούρηση
περιφρουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιφρούρηση
περιφρουρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιφρούρηση
περιφρουρήσιμα	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμε	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμες	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμη	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμης	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμο	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμοι	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να περιφρουρηθεί
περιφρουρήσιμου	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμους	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσιμων	=	περιφρουρήσιμος
περιφρουρήσου	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρεί	=	περιφρουρώ
περιφρουρείς	=	περιφρουρώ
περιφρουρείσαι	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρείστε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρείται	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρείτε	=	περιφρουρώ
περιφρουρηθήκαμε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρηθήκαν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρηθήκανε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρηθήκατε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρηθεί	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρηθείτε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρουρημένο
περιφρουρημένε	verb	κλητική ενικού του περιφρουρημένος
περιφρουρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρουρημένη
περιφρουρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιφρουρημένος
περιφρουρημένης	verb	γενική ενικού του περιφρουρημένη
περιφρουρημένο	verb	αιτιατική ενικού του περιφρουρημένος
περιφρουρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιφρουρημένος
περιφρουρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιφρουρημένος
περιφρουρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιφρουρημένος
περιφρουρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιφρουρημένος
περιφρουρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιφρουρώ
περιφρουρούμασταν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούμαστε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούμε	=	περιφρουρώ
περιφρουρούμουν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούν	=	περιφρουρώ
περιφρουρούνε	=	περιφρουρώ
περιφρουρούνται	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούνταν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούσα	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσαμε	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσαν	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσανε	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσασταν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούσαστε	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρούσατε	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσε	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσες	=	περιφρουρώ
περιφρουρούσουν	=	περιφρουρούμαι
περιφρουρώ	verb	φρουρώ ένα κτήριο, μέρος κ.λπ. προφυλάσσοντάς το
περιφρουρώντας	=	περιφρουρώ
περιφρούρει	=	περιφρουρώ
περιφρούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρουρώ
περιφρούρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιφρουρώ, η προστασία ιδεών, αξιών, εκδηλώσεων, η προφύλαξή τους από υφιστάμενες ή πιθανές απειλές
περιφρούρησης	noun	γενική ενικού του περιφρούρηση
περιφρούρησις	noun	λέξη της καθαρεύουσας, η περιφρούρηση της νεοελληνικής
περιφρόνα	verb|vulgar	άλλη μορφή του περιφρόνησε (β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος περιφρονώ)
περιφρόνει	=	περιφρονώ
περιφρόνεσα	=	περιφρονώ
περιφρόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιφρονώ
περιφρόνηση	noun	η αδιαφορία και η απαξιωτική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι δεν αξίζει το ενδιαφέρον μας ή το σεβασμό μας
περιφρόνησης	=	περιφρόνηση
περιφρόνια	noun|vulgar	άλλη μορφή του περιφρόνηση
περιφρόνιας	noun	γενική ενικού του περιφρόνια
περιφρόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιφρόνια
περιχάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχάραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιχαράσσω
περιχάραξης	noun	γενική ενικού του περιχάραξη
περιχάρασσα	=	περιχαράσσω
περιχάρασσαν	=	περιχαράσσω
περιχάρασσε	=	περιχαράσσω
περιχάρασσες	=	περιχαράσσω
περιχάω	verb|vulgar	άλλη μορφή του περιχύνω
περιχέω	verb	άλλη μορφή του περιχύνω
περιχαράζεσαι	=	περιχαράζομαι
περιχαράζεστε	=	περιχαράζομαι
περιχαράζεται	=	περιχαράζομαι
περιχαράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιχαράζω
περιχαράζονται	=	περιχαράζομαι
περιχαράζονταν	=	περιχαράζομαι
περιχαράζου	=	περιχαράζομαι
περιχαράζω	verb|rare	άλλη μορφή του περιχαράσσω
περιχαράκωμα	noun	το αποτέλεσμα του περιχαρακώνω
περιχαράκωνα	=	περιχαρακώνω
περιχαράκωναν	=	περιχαρακώνω
περιχαράκωνε	=	περιχαρακώνω
περιχαράκωνες	=	περιχαρακώνω
περιχαράκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαράκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαράκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαράκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαράκωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιχαρακώνω
περιχαράκωσης	noun	γενική ενικού του περιχαράκωση
περιχαράκωσις	noun	περιχαράκωση
περιχαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξαν	=	περιχαράσσω
περιχαράξανε	=	περιχαράσσω
περιχαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχάραξη
περιχαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξεων	noun	γενική πληθυντικού του περιχάραξη
περιχαράξεως	noun|formal	γενική ενικού του περιχάραξη
περιχαράξου	=	περιχαράσσω
περιχαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαράζω
περιχαράσσαμε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσαν	=	περιχαράσσω
περιχαράσσανε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσατε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσει	=	περιχαράσσω
περιχαράσσεις	=	περιχαράσσω
περιχαράσσεσαι	=	περιχαράσσω
περιχαράσσεστε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσεται	=	περιχαράσσω
περιχαράσσετε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιχαράσσω
περιχαράσσονται	=	περιχαράσσω
περιχαράσσονταν	=	περιχαράσσω
περιχαράσσοντας	=	περιχαράσσω
περιχαράσσουμε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσουν	=	περιχαράσσω
περιχαράσσουνε	=	περιχαράσσω
περιχαράσσω	verb|formal	λογιότερη μορφή του περιχαράζω
περιχαράχθηκα	=	περιχαράσσω
περιχαράχτηκα	=	περιχαράσσω
περιχαράχτηκαν	=	περιχαράσσω
περιχαράχτηκε	=	περιχαράσσω
περιχαράχτηκες	=	περιχαράσσω
περιχαρές	=	περιχαρής
περιχαρή	=	περιχαρής
περιχαρής	adj	που είναι γεμάτος χαρά
περιχαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχαραγμένο
περιχαραγμένε	verb	κλητική ενικού του περιχαραγμένος
περιχαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχαραγμένη
περιχαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιχαραγμένος
περιχαραγμένης	verb	γενική ενικού του περιχαραγμένη
περιχαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιχαραγμένος
περιχαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιχαραγμένος
περιχαραγμένος	=	περιχαράσσω
περιχαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιχαραγμένος
περιχαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιχαραγμένος
περιχαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιχαραγμένος
περιχαραζόμασταν	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόμαστε	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόμουν	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόμουνα	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόντουσαν	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόσασταν	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόσαστε	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόσουν	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόσουνα	=	περιχαράζομαι
περιχαραζόταν	=	περιχαράζομαι
περιχαραζότανε	=	περιχαράζομαι
περιχαρακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακωμάτων	=	περιχαράκωμα
περιχαρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχαρακωμένο
περιχαρακωμένε	verb	κλητική ενικού του περιχαρακωμένος
περιχαρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχαρακωμένη
περιχαρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιχαρακωμένος
περιχαρακωμένης	verb	γενική ενικού του περιχαρακωμένη
περιχαρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιχαρακωμένος
περιχαρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιχαρακωμένος
περιχαρακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου περιχαρακώνω
περιχαρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιχαρακωμένος
περιχαρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιχαρακωμένος
περιχαρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιχαρακωμένος
περιχαρακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακώματα	=	περιχαράκωμα
περιχαρακώματος	=	περιχαράκωμα
περιχαρακώναμε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώναν	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνανε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνατε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνει	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνεις	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνετε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνομαι	verb	απομονώνομαι
περιχαρακώνοντας	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνουμε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνουν	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνουνε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώνω	verb	προστατεύω ή οχυρώνω περιμετρικά με χαράκωμα
περιχαρακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώσαν	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώσανε	=	περιχαρακώνω
περιχαρακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχαράκωση
περιχαρακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιχαράκωση
περιχαρακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιχαράκωση
περιχαρακώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνομαι
περιχαρακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιχαρακώνω
περιχαρασσόμασταν	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόμαστε	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόμουν	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόμουνα	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόντουσαν	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόσασταν	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόσαστε	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόσουν	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόσουνα	=	περιχαράσσω
περιχαρασσόταν	=	περιχαράσσω
περιχαρασσότανε	=	περιχαράσσω
περιχαραχτήκαμε	=	περιχαράσσω
περιχαραχτήκαν	=	περιχαράσσω
περιχαραχτήκανε	=	περιχαράσσω
περιχαραχτήκατε	=	περιχαράσσω
περιχαραχτεί	=	περιχαράσσω
περιχαραχτείτε	=	περιχαράσσω
περιχαρείς	=	περιχαρής
περιχαρούς	=	περιχαρής
περιχαρών	=	περιχαρής
περιχειρίδα	noun|dated	ό,τι μπορεί να φορεθεί γύρω από το χέρι
περιχειρίδας	=	περιχειρίδα
περιχειρίδες	=	περιχειρίδα
περιχειρίδων	=	περιχειρίδα
περιχρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχρισμένο
περιχρισμένε	verb	κλητική ενικού του περιχρισμένος
περιχρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχρισμένη
περιχρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιχρισμένος
περιχρισμένης	verb	γενική ενικού του περιχρισμένη
περιχρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιχρισμένος
περιχρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιχρισμένος
περιχρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιχρισμένος
περιχρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιχρισμένος
περιχρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιχρισμένος
περιχρυσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχρυσωμένο
περιχρυσωμένε	verb	κλητική ενικού του περιχρυσωμένος
περιχρυσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχρυσωμένη
περιχρυσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιχρυσωμένος
περιχρυσωμένης	verb	γενική ενικού του περιχρυσωμένη
περιχρυσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιχρυσωμένος
περιχρυσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιχρυσωμένος
περιχρυσωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιχρυσώνω
περιχρυσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιχρυσωμένος
περιχρυσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιχρυσωμένος
περιχρυσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιχρυσωμένος
περιχρυσώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιχρυσώνω
περιχρυσώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιχρυσώνω
περιχρυσώνω	verb|rare	χρυσώνω όλη την επιφάνεια, επιχρυσώνω ολόγυρα
περιχρυσώσεις	=	περιχρύσωση
περιχρυσώσεων	=	περιχρύσωση
περιχρύσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιχρυσώνω
περιχρύσωσης	=	περιχρύσωση
περιχρύσωσις	noun	περιχρύσωση
περιχυμάτων	=	περίχυμα
περιχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχυμένο
περιχυμένε	verb	κλητική ενικού του περιχυμένος
περιχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχυμένη
περιχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιχυμένος
περιχυμένης	verb	γενική ενικού του περιχυμένη
περιχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του περιχυμένος
περιχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιχυμένος
περιχυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιχύνω
περιχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιχυμένος
περιχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περιχυμένος
περιχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιχυμένος
περιχυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περιχυτός	adv	με περιχυτό τρόπο
περιχυτέ	adj	κλητική ενικού του περιχυτός
περιχυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχυτή
περιχυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιχυτός
περιχυτής	adj	γενική ενικού του περιχυτή
περιχυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιχυτός
περιχυτού	adj	γενική ενικού του περιχυτός
περιχυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιχυτός
περιχυτό	adj	αιτιατική ενικού του περιχυτός
περιχυτός	adj	που έχει περιχυθεί
περιχυτών	adj	γενική πληθυντικού του περιχυτός
περιχωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιχώρηση
περιχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του περιχώρηση
περιχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του περιχώρηση
περιχόνδρια	=	περιχόνδριο
περιχόνδριο	noun	πυκνός συνδετικός ιστός (με μορφή κάψας) που περιβάλλει το χόνδρο και σχηματίζει ένα στρώμα μεταξύ του χόνδρου και του ιστού που υποστηρίζει αυτός
περιχόνδριον	noun	περιχόνδριο
περιχόνδριου	=	περιχόνδριο
περιχόνδριων	=	περιχόνδριο
περιχύματα	=	περίχυμα
περιχύματος	=	περίχυμα
περιχύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περιχύνω
περιχύνω	verb	χύνω κάτι σε εκτεταμένη επιφάνεια
περιχύσεις	=	περίχυση
περιχύσεων	=	περίχυση
περιχώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του περιχύνω
περιχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περιχώ
περιχώρηση	noun	δείτε το ελληνιστικό περιχώρησις
περιχώρησης	noun	γενική ενικού του περιχώρηση
περιχώρων	noun	γενική πληθυντικού του περίχωρα
περιωμίου	=	περιώμιο
περιωμίων	=	περιώμιο
περιωπές	=	περιωπή
περιωπή	noun	μέρος ψηλό από όπου κανείς βλέπει μακράν και ολόγυρα, τόπος περίοπτος
περιωπής	=	περιωπή
περιωπών	=	περιωπή
περιόδευα	=	περιοδεύω
περιόδευαν	=	περιοδεύω
περιόδευε	=	περιοδεύω
περιόδευες	=	περιοδεύω
περιόδευσα	=	περιοδεύω
περιόδευσαν	=	περιοδεύω
περιόδευσε	=	περιοδεύω
περιόδευσες	=	περιοδεύω
περιόδευση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιοδεύω
περιόδου	noun	γενική ενικού του περίοδος
περιόδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του περίοδος
περιόδων	noun	γενική πληθυντικού του περίοδος
περιόριζα	=	περιορίζω
περιόριζαν	=	περιορίζω
περιόριζε	=	περιορίζω
περιόριζες	=	περιορίζω
περιόρισα	=	περιορίζω
περιόρισαν	=	περιορίζω
περιόρισε	=	περιορίζω
περιόρισες	=	περιορίζω
περιόστεα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιόστεο
περιόστεο	noun	περίβλημα των οστών που συμβάλλει στη θρέψη τους καθώς και στην οστεοποίηση
περιόστεον	noun	το περιόστεο
περιόστεου	=	περιόστεο
περιύβριζα	=	περιυβρίζω
περιύβριζαν	=	περιυβρίζω
περιύβριζε	=	περιυβρίζω
περιύβριζες	=	περιυβρίζω
περιύβρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιύβρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιύβρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιύβρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περιυβρίζω
περιύβριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιυβρίζω
περιύβρισης	=	περιύβριση
περιώμια	=	περιώμιο
περιώμιο	noun|formal	ένδυμα που περιβάλλει τους ώμους
περιώμιον	noun|archaic	άλλη μορφή του περιώμιο
περιώμιου	=	περιώμιο
περιώμιων	=	περιώμιο
περιώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιώνυμο
περιώνυμε	adj	κλητική ενικού του περιώνυμος
περιώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περιώνυμη
περιώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περιώνυμος
περιώνυμης	adj	γενική ενικού του περιώνυμη
περιώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του περιώνυμος
περιώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περιώνυμος
περιώνυμος	adj	γνωστός σε όλους, που όλοι ξέρουν το όνομά του
περιώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περιώνυμος
περιώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του περιώνυμος
περιώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περιώνυμος
περκάλ	noun	άλλη γραφή του περκάλι
περκάλη	noun	άλλη γραφή του περκάλι
περκάλι	noun	λεπτό ύφασμα, συνήθως για σεντόνια ή πουκάμισα, είτε από βαμβάκι, είτε από μίγμα βαμβακιού - πολυεστέρα
περκνάδα	noun	συνήθως στον πληθυντικό: περκνάδες
περκνάδας	noun	γενική ενικού του περκνάδα
περκνάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περκνάδα
περκναδών	noun	γενική πληθυντικού του περκνάδα
περκνών	noun	γενική πληθυντικού του πέρκνα
περκών	noun	γενική πληθυντικού του πέρκα
περλάντι	noun|rare	άλλη γραφή του μπριλάντι
περλέ	adj	για υλικό με φωτεινότητα και χρώμα που έχει το μαργαριτάρι
περλίτες	=	περλίτης
περλίτη	=	περλίτης
περλίτης	noun	ηφαιστειακό γυαλί με μεγάλη περιεκτικότητα σε νερό
περλιτών	=	περλίτης
περλών	noun	γενική πληθυντικού του πέρλα
περμανάντ	noun	είδος χτενίσματος κατά το οποίο κατσαρώνουμε τα μαλλιά με προσθήκη χημικών ουσιών και ειδική θερμική κατεργασία, ώστε το κατσάρωμα να διατηρηθεί για καιρό
περμαφρόστ	noun	άλλη προφορά του πέρμαφροστ
περνά	=	περνάω
περνάγαμε	=	περνάω
περνάγανε	=	περνάω
περνάγατε	=	περνάω
περνάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του περνάω
περνάμε	=	περνάω
περνάν	=	περνάω
περνάνε	=	περνάω
περνάς	=	περνάω
περνάτε	=	περνάω
περνάω	verb	καθώς κινούμαι, διασχίζω έναν τόπο ή βρίσκομαι σε αυτόν ή κοντά σε αυτόν
περνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος περνάω, περνώ
περνιέσαι	=	περνάω
περνιέστε	=	περνάω
περνιέται	=	περνάω
περνιούνται	=	περνάω
περνιούνταν	=	περνάω
περνιόμασταν	=	περνάω
περνιόμαστε	=	περνάω
περνιόμουν	=	περνάω
περνιόμουνα	=	περνάω
περνιόνται	=	περνάω
περνιόνταν	=	περνάω
περνιόντανε	=	περνάω
περνιόντουσαν	=	περνάω
περνιόσασταν	=	περνάω
περνιόσαστε	=	περνάω
περνιόσουν	=	περνάω
περνιόσουνα	=	περνάω
περνιόταν	=	περνάω
περνιότανε	=	περνάω
περνοδιαβαίνω	verb|literary	περνώ επανειλημμένως από κάπου
περνούμε	=	περνάω
περνούν	=	περνάω
περνούνε	=	περνάω
περνούσα	=	περνάω
περνούσαμε	=	περνάω
περνούσαν	=	περνάω
περνούσανε	=	περνάω
περνούσατε	=	περνάω
περνούσε	=	περνάω
περνούσες	=	περνάω
περντάχι	noun	άλλη μορφή του μπερντάχι: δαρμός, ξυλοδαρμός, ξύλο
περντάχια	=	περντάχι
περνώ	verb	πιο επίσημη μορφή του περνάω
περνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περνάω / περνώ
περοβσκίτες	=	περοβσκίτης
περοβσκίτη	=	περοβσκίτης
περοβσκίτης	noun	ορυκτό οξείδιο του ασβεστίου και του τιτανίου, που περιέχει την ένωση τιτανικό ασβέστιο (CaTiO₃)
περοβσκιτών	=	περοβσκίτης
περονιάζομαι	=	περονιάζω
περονιάζω	verb	τρυπώ με το πηρούνι
περονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάσματα	=	περόνιασμα
περονιάσματος	=	περόνιασμα
περονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιάστηκα	=	περονιάζω
περονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περονιαία	=	περονιαίος
περονιαίας	=	περονιαίος
περονιαίε	=	περονιαίος
περονιαίες	=	περονιαίος
περονιαίο	=	περονιαίος
περονιαίοι	=	περονιαίος
περονιαίος	adj	που έχει σχέση με την περόνη ή αναφέρεται σ’ αυτή
περονιαίου	=	περονιαίος
περονιαίους	=	περονιαίος
περονιαίων	=	περονιαίος
περονιασμάτων	=	περόνιασμα
περονιασμένος	=	περονιάζω
περονοφόρα	=	περονοφόρος
περονοφόρας	=	περονοφόρος
περονοφόρε	=	περονοφόρος
περονοφόρες	=	περονοφόρος
περονοφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του περονοφόρος	noun	μικρό βιομηχανικό όχημα με μηχανοκίνητη διχαλωτή διάταξη (δυο περόνες) που μπορεί να ανυψωθεί και να κατέβει για τοποθέτηση κάτω από ένα φορτίο, συχνά σε παλέτες, για ανύψωση και μετακίνηση
περονοφόροι	=	περονοφόρος
περονοφόρος	adj	που φέρει περόνες
περονοφόρου	=	περονοφόρος
περονοφόρους	=	περονοφόρος
περονοφόρων	=	περονοφόρος
περονόσπορε	=	περονόσπορος
περονόσπορο	=	περονόσπορος
περονόσποροι	=	περονόσπορος
περονόσπορος	noun	συχνή ασθένεια φυτών που οφείλεται σε ομώνυμο μύκητα και που προκαλεί στα φύλλα ακανόνιστες καφεκόκκινες κηλίδες.
περονόσπορου	=	περονόσπορος
περονόσπορους	=	περονόσπορος
περονόσπορων	=	περονόσπορος
περονών	=	περόνη
περουβιανά	noun	η γλώσσα των Περουβιανών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περουβιανός
περουβιανέ	adj	κλητική ενικού του περουβιανός
περουβιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του περουβιανός
περουβιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περουβιανός
περουβιανής	adj	γενική ενικού του περουβιανή
περουβιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περουβιανός
περουβιανού	adj	γενική ενικού του περουβιανός
περουβιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περουβιανός
περουβιανό	adj	αιτιατική ενικού του περουβιανός
περουβιανός	adj	που σχετίζεαι ή αναφέρεται σε Περουβιανό
περουβιανών	adj	γενική πληθυντικού του περουβιανός
περουζέ	=	περουζές
περουζέδες	=	περουζές
περουζέδων	=	περουζές
περουζένια	=	περουζένιος
περουζένιας	=	περουζένιος
περουζένιε	=	περουζένιος
περουζένιες	=	περουζένιος
περουζένιο	=	περουζένιος
περουζένιοι	=	περουζένιος
περουζένιος	adj	αυτός που είναι φτιαγμένος από περουζέ, τον πολύτιμο λίθο κάλλαϊ
περουζένιου	=	περουζένιος
περουζένιους	=	περουζένιος
περουζένιων	=	περουζένιος
περουζές	noun	ο πολύτιμος λίθος κάλαϊς
περουκίνι	noun	υποκοριστικό του περούκα
περουκίνια	=	περουκίνι
περουκιέρη	=	περουκιέρης
περουκιέρηδες	=	περουκιέρης
περουκιέρηδων	=	περουκιέρης
περουκιέρης	noun	ο κατασκευαστής περουκών
περουκών	noun	γενική πληθυντικού του περούκα
περούκα	noun	τεχνητή κόμη που φοριέται για λόγους αισθητικούς αλλά και πρακτικούς
περούκας	noun	γενική ενικού του περούκα
περούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περούκα
περούνιασα	=	περονιάζω
περπάτα	=	περπατάω
περπάταγα	=	περπατάω
περπάταγαν	=	περπατάω
περπάταγε	=	περπατάω
περπάταγες	=	περπατάω
περπάτημα	noun	η ενέργεια του περπατάω
περπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπέρου	=	πέρπερο
περπέρων	=	πέρπερο
περπατά	=	περπατάω
περπατάγαμε	=	περπατάω
περπατάγανε	=	περπατάω
περπατάγατε	=	περπατάω
περπατάει	=	περπατάω
περπατάμε	=	περπατάω
περπατάν	=	περπατάω
περπατάνε	=	περπατάω
περπατάρα	=	περπατάρης
περπατάρας	=	περπατάρης
περπατάρες	=	περπατάρης
περπατάρη	=	περπατάρης
περπατάρηδες	=	περπατάρης
περπατάρηδων	=	περπατάρης
περπατάρης	adj	που περπατάει πολύ
περπατάρικα	=	περπατάρης
περπατάρικο	=	περπατάρης
περπατάρικου	=	περπατάρης
περπατάρικων	=	περπατάρης
περπατάς	=	περπατάω
περπατάτε	=	περπατάω
περπατάω	verb	χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά
περπατήθηκα	=	περπατάω
περπατήθηκαν	=	περπατάω
περπατήθηκε	=	περπατάω
περπατήθηκες	=	περπατάω
περπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περπάτημα
περπατήματος	noun	γενική ενικού του περπάτημα
περπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσαν	=	περπατάω
περπατήσανε	=	περπατάω
περπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσομε	=	περπατάω
περπατήσου	=	περπατάω
περπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσουνε	=	περπατάω
περπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περπατώ
περπατεί	=	περπατάω
περπατείς	=	περπατάω
περπατείτε	=	περπατάω
περπατηθήκαμε	=	περπατάω
περπατηθήκαν	=	περπατάω
περπατηθήκανε	=	περπατάω
περπατηθήκατε	=	περπατάω
περπατηθεί	=	περπατάω
περπατηθείς	=	περπατάω
περπατηθείτε	=	περπατάω
περπατηθούμε	=	περπατάω
περπατηθούν	=	περπατάω
περπατηθούνε	=	περπατάω
περπατηθώ	=	περπατάω
περπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του περπάτημα
περπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περπατημένο
περπατημένε	verb	κλητική ενικού του περπατημένος
περπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περπατημένη
περπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περπατημένος
περπατημένης	verb	γενική ενικού του περπατημένη
περπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του περπατημένος
περπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περπατημένος
περπατημένος	verb	που έχει εμπειρία από τη ζωή
περπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του περπατημένος
περπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του περπατημένος
περπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του περπατημένος
περπατηξιά	noun|rare	άλλη μορφή του περπατησιά
περπατησιά	noun|vulgar	ο ιδιαίτερος τρόπος περπατήματος κάποιου
περπατησιάς	noun	γενική ενικού του περπατησιά
περπατησιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περπατησιά
περπατησιών	=	περπατησιά
περπατητά	adv	περπατώντας
περπατητής	noun|rare	άλλη μορφή του περιπατητής
περπατιέμαι	=	περπατάω
περπατιέσαι	=	περπατάω
περπατιέστε	=	περπατάω
περπατιέται	=	περπατάω
περπατιούνται	=	περπατάω
περπατιούνταν	=	περπατάω
περπατιόμασταν	=	περπατάω
περπατιόμαστε	=	περπατάω
περπατιόμουν	=	περπατάω
περπατιόμουνα	=	περπατάω
περπατιόνται	=	περπατάω
περπατιόνταν	=	περπατάω
περπατιόντανε	=	περπατάω
περπατιόντουσαν	=	περπατάω
περπατιόσασταν	=	περπατάω
περπατιόσαστε	=	περπατάω
περπατιόσουν	=	περπατάω
περπατιόσουνα	=	περπατάω
περπατιόταν	=	περπατάω
περπατιότανε	=	περπατάω
περπατούμε	=	περπατάω
περπατούν	=	περπατάω
περπατούνε	=	περπατάω
περπατούρα	noun	είδος οχήματος για μωρό που δεν ξέρει ακόμα να περπατά, στράτα
περπατούρας	=	περπατούρα
περπατούρες	=	περπατούρα
περπατούρων	=	περπατούρα
περπατούσα	=	περπατάω
περπατούσαμε	=	περπατάω
περπατούσαν	=	περπατάω
περπατούσανε	=	περπατάω
περπατούσατε	=	περπατάω
περπατούσε	=	περπατάω
περπατούσες	=	περπατάω
περπατώ	verb	άλλη μορφή του περπατάω
περπατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος περπατάω / περπατώ
περπύρου	=	πέρπυρο
περπύρων	=	πέρπυρο
περσέμολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσέμολο
περσέμολο	noun	ο μαϊντανός
περσέμολου	noun	γενική ενικού του περσέμολο
περσέμολων	noun	γενική πληθυντικού του περσέμολο
περσίδα	noun	κινητή γρίλια
περσίδας	=	περσίδα
περσίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσίδα
περσίδων	=	περσίδα
περσικά	noun	η περσική γλώσσα, η γλώσσα που ομιλείται στο Ιράν, στο Αφγανιστάν, στο Τατζικιστάν (και σε πολλές ακόμη χώρες της Ασίας)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσικό
περσικέ	adj	κλητική ενικού του περσικός
περσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσική
περσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περσικός
περσικής	adj	γενική ενικού του περσική
περσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περσικός
περσικού	adj	γενική ενικού του περσικός
περσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περσικός
περσικό	adj	αιτιατική ενικού του περσικός
περσικός	adj	ο σχετικός με την Περσία
περσικών	adj	γενική πληθυντικού του περσικός
περσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσινό	adv	την προηγούμενη χρονιά
περσινέ	adj	κλητική ενικού του περσινός
περσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσινή
περσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περσινός
περσινής	adj	γενική ενικού του περσινή
περσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περσινός
περσινού	adj	γενική ενικού του περσινός
περσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περσινός
περσινό	adj	αιτιατική ενικού του περσινός
περσινός	adj	που έγινε τη χρονιά που μόλις πέρασε ή που αναφέρεται σε αυτήν
περσινών	adj	γενική πληθυντικού του περσινός
περσιστί	adv	στη γλώσσα των Περσών, στα περσικά.
περσοναλίστρια	noun	θηλυκό του περσοναλιστής
περσοναλίστριας	=	περσοναλίστρια
περσοναλίστριες	=	περσοναλίστρια
περσοναλισμέ	noun	κλητική ενικού του περσοναλισμός
περσοναλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περσοναλισμός
περσοναλισμού	noun	γενική ενικού του περσοναλισμός
περσοναλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του περσοναλισμός
περσοναλισμό	noun	αιτιατική ενικού του περσοναλισμός
περσοναλισμός	noun	ανθρωποκρατικό κίνημα το οποίο εστιάζει στην αξία του ανθρώπινου προσώπου, της ανθρώπινης οντότητας
περσοναλισμών	noun	γενική πληθυντικού του περσοναλισμός
περσοναλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περσοναλιστής
περσοναλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του περσοναλιστής
περσοναλιστής	noun	υποστηρικτής του περσοναλισμού
περσοναλιστριών	=	περσοναλίστρια
περσοναλιστών	noun	γενική πληθυντικού του περσοναλιστής
περσόνα	noun	το προσωπείο, η μάσκα ενός ηθοποιού
περσόνας	=	περσόνα
περσόνες	=	περσόνα
περσότερα	=	περσότερος
περσότερε	=	περσότερος
περσότερες	=	περσότερος
περσότερη	=	περσότερος
περσότερης	=	περσότερος
περσότερο	=	περσότερος
περσότεροι	=	περσότερος
περσότερος	adj|literary	άλλη μορφή του περισσότερος
περσότερου	=	περσότερος
περσότερους	=	περσότερος
περσότερων	=	περσότερος
περτσές	noun	χαίτη του αλόγου
περτσιά	noun	χαίτη αλόγου
περυσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του περυσινός
περυσινέ	adj	κλητική ενικού του περυσινός
περυσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του περυσινή
περυσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περυσινός
περυσινής	adj	γενική ενικού του περυσινή
περυσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περυσινός
περυσινού	adj	γενική ενικού του περυσινός
περυσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του περυσινός
περυσινό	adj	αιτιατική ενικού του περυσινός
περυσινός	adj	άλλη μορφή του περσινός
περυσινών	adj	γενική πληθυντικού του περυσινός
περφεξιονισμέ	noun	κλητική ενικού του περφεξιονισμός
περφεξιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του περφεξιονισμός
περφεξιονισμού	noun	γενική ενικού του περφεξιονισμός
περφεξιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του περφεξιονισμός
περφεξιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του περφεξιονισμός
περφεξιονισμός	noun	επιμονή στο να είναι κάτι τέλειο, τελειομανία
περφεξιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του περφεξιονισμός
περφορατέρ	noun	εργαλείο γραφείου που χρησιμοποιείται για την δημιουργία τρυπών σε φύλλο χαρτί, ώστε να μπει σε κλασέρ
περφόρμερ	noun	εκτελεστής προγράμματος και διασκεδαστής ακροατηρίου
περόνες	=	περόνη
περόνη	noun	μακρύ οστό της κνήμης, προς την έξω πλευρά
περόνης	=	περόνη
περόνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περόνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περόνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περόνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος περονιάζω
περόνιασμα	noun	το τρύπημα με το πιρούνι
πες	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του λέω
πεσέτα	noun	νόμισμα της Ισπανίας από το 1869 ως το 2002, οπότε αντικαταστάθηκε από το ευρώ
πεσέτας	noun	γενική ενικού του πεσέτα
πεσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσέτα
πεσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέσιμο
πεσίματος	noun	γενική ενικού του πέσιμο
πεσελί	noun	το κεντητό γιλέκο της παραδοσιακής γυναικείας κερκυραϊκής ενδυμασίας (κυρίως ως νυφικό ένδυμα)
πεσετών	noun	γενική πληθυντικού του πεσέτα
πεσιμάτων	=	πέσιμο
πεσιμίστρια	noun	θηλυκό του πεσιμιστής
πεσιμίστριας	noun	γενική ενικού του πεσιμίστρια
πεσιμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσιμίστρια
πεσιμισμέ	noun	κλητική ενικού του πεσιμισμός
πεσιμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεσιμισμός
πεσιμισμού	noun	γενική ενικού του πεσιμισμός
πεσιμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεσιμισμός
πεσιμισμό	noun	αιτιατική ενικού του πεσιμισμός
πεσιμισμός	noun	η απαισιόδοξη αντίληψη ότι στον κόσμο επικρατεί (ή θα επικρατήσει) το κακό αντί του καλού
πεσιμισμών	noun	γενική πληθυντικού του πεσιμισμός
πεσιμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσιμιστής
πεσιμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πεσιμιστής
πεσιμιστής	noun	οπαδός του πεσιμισμού
πεσιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσιμιστικό	adv	κατά τρόπο πεσιμιστικό, απαισιόδοξα
πεσιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του πεσιμιστικός
πεσιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσιμιστική
πεσιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεσιμιστικός
πεσιμιστικής	adj	γενική ενικού του πεσιμιστική
πεσιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεσιμιστικός
πεσιμιστικού	adj	γενική ενικού του πεσιμιστικός
πεσιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεσιμιστικός
πεσιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πεσιμιστικός
πεσιμιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πεσιμιστή ή τον πεσιμισμό ή αναφέρεται σ' αυτούς
πεσιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πεσιμιστικός
πεσιμιστικώς	adv|formal	πεσιμιστικά
πεσιμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πεσιμίστρια
πεσιμιστών	noun	γενική πληθυντικού του πεσιμιστής
πεσκάδα	noun	η καλή ψαριά
πεσκέσι	noun|vulgar	κάτι που προσφέρεται, που δωρίζεται
πεσκέσια	=	πεσκέσι
πεσκίρι	noun	το προσόψι, πετσέτα προσώπου
πεσκίρια	=	πεσκίρι
πεσκαδούρε	=	πεσκαδούρος
πεσκαδούρο	=	πεσκαδούρος
πεσκαδούροι	=	πεσκαδούρος
πεσκαδούρος	noun	είδος γάντζου για την αγκίστρωση της άγκυρας και τη στερέωσή της στη θέση της όταν το πλοίο αναχωρεί από λιμάνι
πεσκαδούρου	=	πεσκαδούρος
πεσκαδούρους	=	πεσκαδούρος
πεσκαδούρων	=	πεσκαδούρος
πεσκανδρίτσα	noun	άλλη γραφή του πεσκαντρίτσα
πεσκανδρίτσας	noun	γενική ενικού του πεσκανδρίτσα
πεσκανδρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσκανδρίτσα
πεσκαντρίτσα	noun	ονομασία διαφόρων ειδών ψαριών, με τερατόμορφο κεφάλι, του γένους Lophius, και συνηθέστερα το Lophius Piscatorius
πεσκαντρίτσας	noun	γενική ενικού του πεσκαντρίτσα
πεσκαντρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσκαντρίτσα
πεσκαρία	noun|dated	ψαράδικο
πεσκεσιού	=	πεσκέσι
πεσκεσιών	=	πεσκέσι
πεσκιριού	=	πεσκίρι
πεσκιριών	=	πεσκίρι
πεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσμένο
πεσμένε	verb	κλητική ενικού του πεσμένος
πεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσμένη
πεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεσμένος
πεσμένης	verb	γενική ενικού του πεσμένη
πεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεσμένος
πεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεσμένος
πεσμένος	verb	που έχει πέσει
πεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεσμένος
πεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεσμένος
πεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεσμένος
πεσσέ	noun	κλητική ενικού του πεσσός
πεσσίσκο	=	πεσσίσκος
πεσσίσκοι	=	πεσσίσκος
πεσσίσκος	noun	τετράγωνος ή ορθογώνιος στύλος μικρού μεγέθους, μικρός πεσσός
πεσσίσκου	=	πεσσίσκος
πεσσίσκους	=	πεσσίσκος
πεσσίσκων	=	πεσσίσκος
πεσσιμίστρια	noun	παρωχημένη γραφή του πεσιμίστρια
πεσσιμίστριας	=	πεσσιμίστρια
πεσσιμίστριες	=	πεσσιμίστρια
πεσσιμιστής	noun	παρωχημένη γραφή του πεσιμιστής
πεσσιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσσιμιστικό
πεσσιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεσσιμιστική
πεσσιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικής	adj	γενική ενικού του πεσσιμιστική
πεσσιμιστικη	=	πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικο	=	πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικού	adj	γενική ενικού του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστικός	adj	πεσιμιστικός
πεσσιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πεσσιμιστικός
πεσσιμιστριών	=	πεσσιμίστρια
πεσσοί	noun	επιτραπέζιο παιχνίδι της αρχαιότητας
πεσσού	noun	γενική ενικού του πεσσός
πεσσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεσσός
πεσσό	noun	αιτιατική ενικού του πεσσός
πεσσός	noun	μια από τις τετράγωνες κολόνες που στηρίζουν έναν θόλο
πεσσών	noun	γενική πληθυντικού του πεσσός
πεστεμάλι	noun|dated	πετσέτα σε τουρκικά χαμάμ
πεσόντες	noun	εκείνοι που σκοτώθηκαν στη μάχη
πετά	=	πετάω
πετάγαμε	=	πετάω
πετάγανε	=	πετάω
πετάγατε	=	πετάω
πετάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέταγμα
πετάγματος	noun	γενική ενικού του πέταγμα
πετάγομαι	=	πετιέμαι
πετάει	=	πετάω
πετάλι	noun	πεντάλ, ποδοκίνητος μοχλός που προκαλεί κίνηση
πετάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάλι
πετάλιο	noun	καθετί που έχει σχήμα μικρού πετάλου
πετάλιου	=	πετάλιο
πετάλου	noun	γενική ενικού του πέταλο
πετάλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεταλώνω
πετάλων	noun	γενική πληθυντικού του πέταλο
πετάλωνα	=	πεταλώνω
πετάλωναν	=	πεταλώνω
πετάλωνε	=	πεταλώνω
πετάλωνες	=	πεταλώνω
πετάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πετάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πετάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πετάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πετάλωση	noun|rare	άλλη μορφή του πετάλωμα
πετάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέταμα
πετάματος	noun	γενική ενικού του πέταμα
πετάμε	=	πετάω
πετάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάμενο
πετάμενε	verb	κλητική ενικού του πετάμενος
πετάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάμενη
πετάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετάμενος
πετάμενης	verb	γενική ενικού του πετάμενη
πετάμενο	verb	αιτιατική ενικού του πετάμενος
πετάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετάμενος
πετάμενος	verb	που πετάει (που ίπταται)
πετάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετάμενος
πετάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετάμενος
πετάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετάμενος
πετάν	=	πετάω
πετάνε	=	πετάω
πετάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξαν	=	πετάω
πετάξανε	=	πετάω
πετάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξομε	=	πετάω
πετάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πετάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξουνε	=	πετάω
πετάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετώ
πετάριζα	=	πεταρίζω
πετάριζαν	=	πεταρίζω
πετάριζε	=	πεταρίζω
πετάριζες	=	πεταρίζω
πετάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πετάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πετάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πετάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πετάρισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεταρίζω
πετάς	=	πετάω
πετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτασμα
πετάσματος	=	πέτασμα
πετάσου	noun	γενική ενικού του πέτασος
πετάσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πέτασος
πετάσων	noun	γενική πληθυντικού του πέτασος
πετάτε	=	πετάω
πετάχτε	=	πετάω
πετάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πετάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πετάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πετάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πετάω	verb	μετακινούμαι στον αέρα
πετέχια	noun	δερματική κηλίδα που κάνει την εμφάνισή της χωρίς ύπαρξη τραύματος και αποτελεί σύμπτωμα εμφάνισης κάποιων ασθενειών
πετέχιας	=	πετέχια
πετέχιες	=	πετέχια
πεταβατωρών	=	πεταβατώρα
πεταβατώρα	noun	μονάδα μέτρησης της ενέργειας· εκφράζει την ενέργεια που παράγεται ή καταναλώνεται σε μία ώρα από μηχανή ισχύος ενός πεταβάτ
πεταβατώρας	=	πεταβατώρα
πεταβατώρες	=	πεταβατώρα
πεταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέταγμα
πεταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταγμένο
πεταγμένε	verb	κλητική ενικού του πεταγμένος
πεταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταγμένη
πεταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταγμένος
πεταγμένης	verb	γενική ενικού του πεταγμένη
πεταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεταγμένος
πεταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταγμένος
πεταγμένος	=	πετιέμαι
πεταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεταγμένος
πεταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεταγμένος
πεταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεταγμένος
πεταγόμουν	=	πετιέμαι
πεταγόντουσαν	=	πετάω
πεταγόσαστε	=	πετάω
πεταλάκι	=	πέταλο
πεταλίδα	noun	θαλασσινό ζώο με όστρακο που βρίσκεται συνήθως κολλημένο στα βράχια
πεταλίδας	=	πεταλίδα
πεταλίδες	noun	ονομασία του παιχνιδιού ψωμάκια ή κουταλήθρες ή αναπεταρούδια ή παξιμαδάκια ή πίτες το οποίο στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν εποστρακισμός -πετάμε κομμάτι κεραμιδιού ή λεπτό και επίπεδο βότσαλο στην ήρεμη θάλασσα και αυτό αναπηδά στην επιφάνεια πολλές φορές.
πεταλίδων	=	πεταλίδα
πεταλίου	=	πετάλιο
πεταλίων	=	πετάλιο
πεταλιά	noun	η κυκλική κίνηση του ποδιού πάνω σε πετάλι ποδηλάτου, μοτοποδηλάτου, ή θαλάσσιου ποδηλάτου
πεταλιάς	=	πεταλιά
πεταλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλιά
πεταλιού	=	πετάλι
πεταλισμέ	=	πεταλισμός
πεταλισμοί	=	πεταλισμός
πεταλισμού	=	πεταλισμός
πεταλισμούς	=	πεταλισμός
πεταλισμό	=	πεταλισμός
πεταλισμός	noun	έτσι ονομαζόταν στις Συρακούσες ο οστρακισμός, επειδή κατά τη διαδικασίας της ψηφοφορίας χρησιμοποιούσαν φύλλα ελιάς αντί για όστρακα
πεταλισμών	=	πεταλισμός
πεταλιών	=	πετάλι
πεταλοειδές	=	πεταλοειδής
πεταλοειδή	=	πεταλοειδής
πεταλοειδής	adj	που είναι όμοιος (στο σχήμα) με πέταλο
πεταλοειδείς	=	πεταλοειδής
πεταλοειδούς	=	πεταλοειδής
πεταλοειδών	=	πεταλοειδής
πεταλοποιέ	=	πεταλοποιός
πεταλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλοποιείο
πεταλοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής σελών
πεταλοποιείου	noun	γενική ενικού του πεταλοποιείο
πεταλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του πεταλοποιείο
πεταλοποιεῖον	noun	πεταλοποιείο
πεταλοποιοί	=	πεταλοποιός
πεταλοποιού	=	πεταλοποιός
πεταλοποιούς	=	πεταλοποιός
πεταλοποιό	=	πεταλοποιός
πεταλοποιός	noun	επαγγελματίας που παράγει πέταλα
πεταλοποιών	=	πεταλοποιός
πεταλουδίζαμε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζαν	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζανε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζατε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζει	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζεις	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζετε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζοντας	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζουμε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζουν	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζουνε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίζω	verb|figurative	έχω επιπόλαιες ερωτικές σχέσεις
πεταλουδίσαμε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίσαν	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίσανε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίσατε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίσει	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλούδισμα
πεταλουδίσματος	noun	γενική ενικού του πεταλούδισμα
πεταλουδίστε	=	πεταλουδίζω
πεταλουδίτσα	noun	υποκοριστικό του πεταλούδα
πεταλουδίτσας	noun	γενική ενικού του πεταλουδίτσα
πεταλουδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλουδίτσα
πεταλουδιού	=	πεταλούδι
πεταλουδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πεταλούδισμα
πεταλουδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλουδισμένο
πεταλουδισμένε	verb	κλητική ενικού του πεταλουδισμένος
πεταλουδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλουδισμένη
πεταλουδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταλουδισμένος
πεταλουδισμένης	verb	γενική ενικού του πεταλουδισμένη
πεταλουδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεταλουδισμένος
πεταλουδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταλουδισμένος
πεταλουδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεταλουδισμένος
πεταλουδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεταλουδισμένος
πεταλουδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεταλουδισμένος
πεταλουδιών	=	πεταλούδι
πεταλουργέ	noun	κλητική ενικού του πεταλουργός
πεταλουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλουργείο
πεταλουργείο	noun	εργαστήριο όπου κατασκευάζονται πέταλα
πεταλουργείου	noun	γενική ενικού του πεταλουργείο
πεταλουργείων	noun	γενική πληθυντικού του πεταλουργείο
πεταλουργεῖον	noun	πεταλουργείο
πεταλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταλουργός
πεταλουργού	noun	γενική ενικού του πεταλουργός
πεταλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεταλουργός
πεταλουργό	noun	αιτιατική ενικού του πεταλουργός
πεταλουργός	noun	που δουλεύει σε πεταλουργείο, που κατασκευάζει πέταλα
πεταλουργών	noun	γενική πληθυντικού του πεταλουργός
πεταλούδα	noun	είδος εντόμου, με τέσσερα μεγάλα πολύχρωμα φτερά
πεταλούδας	=	πεταλούδα
πεταλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλούδα
πεταλούδι	noun	πεταλούδα (το έντομο)
πεταλούδια	=	πεταλούδι
πεταλούδιζα	=	πεταλουδίζω
πεταλούδιζαν	=	πεταλουδίζω
πεταλούδιζε	=	πεταλουδίζω
πεταλούδιζες	=	πεταλουδίζω
πεταλούδισα	=	πεταλουδίζω
πεταλούδισαν	=	πεταλουδίζω
πεταλούδισε	=	πεταλουδίζω
πεταλούδισες	=	πεταλουδίζω
πεταλούδισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πεταλουδίζω
πεταλούδων	=	πεταλούδα
πεταλωθήκαμε	=	πεταλώνομαι
πεταλωθήκαν	=	πεταλώνομαι
πεταλωθήκανε	=	πεταλώνομαι
πεταλωθήκατε	=	πεταλώνομαι
πεταλωθεί	=	πεταλώνομαι
πεταλωθείτε	=	πεταλώνομαι
πεταλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πετάλωμα
πεταλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωμένο
πεταλωμένε	verb	κλητική ενικού του πεταλωμένος
πεταλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωμένη
πεταλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταλωμένος
πεταλωμένης	verb	γενική ενικού του πεταλωμένη
πεταλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεταλωμένος
πεταλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταλωμένος
πεταλωμένος	=	πεταλώνομαι
πεταλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεταλωμένος
πεταλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεταλωμένος
πεταλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεταλωμένος
πεταλωνόμασταν	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόμαστε	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόμουν	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόμουνα	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόντουσαν	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόσασταν	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόσαστε	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόσουν	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόσουνα	=	πεταλώνομαι
πεταλωνόταν	=	πεταλώνομαι
πεταλωνότανε	=	πεταλώνομαι
πεταλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτό
πεταλωτέ	adj	κλητική ενικού του πεταλωτός
πεταλωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτής
πεταλωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πεταλωτής
πεταλωτήδες	=	πεταλωτής
πεταλωτήδων	=	πεταλωτής
πεταλωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτήριο
πεταλωτήριο	noun|dated	χώρος όπου πεταλώνται οπληφόρα ζώα (άλογα κ.λπ.) ή το σχετικό εργαστήριο
πεταλωτήριον	noun	πεταλωτήριο
πεταλωτήριου	noun	γενική ενικού του πεταλωτήριο
πεταλωτήριων	noun	γενική πληθυντικού του πεταλωτήριο
πεταλωτής	noun	ο σιδεράς που πεταλώνει άλογα
πεταλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτικό
πεταλωτικέ	adj	κλητική ενικού του πεταλωτικός
πεταλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτική
πεταλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταλωτικός
πεταλωτικής	adj	γενική ενικού του πεταλωτική
πεταλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτικός
πεταλωτικού	adj	γενική ενικού του πεταλωτικός
πεταλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεταλωτικός
πεταλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πεταλωτικός
πεταλωτικός	adj	που έχει σχέση με πεταλωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πεταλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πεταλωτικός
πεταλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταλωτός
πεταλωτού	adj	γενική ενικού του πεταλωτός
πεταλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεταλωτός
πεταλωτό	adj	αιτιατική ενικού του πεταλωτός
πεταλωτός	adj	που μοιάζει με πέταλο, που έχει το σχήμα πετάλου
πεταλωτών	noun	γενική πληθυντικού του πεταλωτής
πεταλόσχημα	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημε	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημες	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημη	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημης	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημο	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημοι	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημος	adj	που έχει σχήμα πετάλου
πεταλόσχημου	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημους	=	πεταλόσχημος
πεταλόσχημων	=	πεταλόσχημος
πεταλώθηκα	=	πεταλώνομαι
πεταλώθηκαν	=	πεταλώνομαι
πεταλώθηκε	=	πεταλώνομαι
πεταλώθηκες	=	πεταλώνομαι
πεταλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάλωμα
πεταλώματος	noun	γενική ενικού του πετάλωμα
πεταλώναμε	=	πεταλώνω
πεταλώναν	=	πεταλώνω
πεταλώνανε	=	πεταλώνω
πεταλώνατε	=	πεταλώνω
πεταλώνει	=	πεταλώνω
πεταλώνεις	=	πεταλώνω
πεταλώνεσαι	=	πεταλώνομαι
πεταλώνεστε	=	πεταλώνομαι
πεταλώνεται	=	πεταλώνομαι
πεταλώνετε	=	πεταλώνω
πεταλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πεταλώνω
πεταλώνονται	=	πεταλώνομαι
πεταλώνονταν	=	πεταλώνομαι
πεταλώνοντας	=	πεταλώνω
πεταλώνου	=	πεταλώνομαι
πεταλώνουμε	=	πεταλώνω
πεταλώνουν	=	πεταλώνω
πεταλώνουνε	=	πεταλώνω
πεταλώνω	verb	τοποθετώ πέταλα στις οπλές ενός αλόγου
πεταλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσαν	=	πεταλώνω
πεταλώσανε	=	πεταλώνω
πεταλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσου	=	πεταλώνομαι
πεταλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταλώνω
πεταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέταμα
πεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταμένο
πεταμένε	verb	κλητική ενικού του πεταμένος
πεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταμένη
πεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταμένος
πεταμένης	verb	γενική ενικού του πεταμένη
πεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεταμένος
πεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταμένος
πεταμένος	verb	που τον έχουν πετάξει (σαν κάτι άχρηστο)
πεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεταμένος
πεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεταμένος
πεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεταμένος
πεταμπάιτ	noun	συνήθως μετρά μέσο αποθήκευσης (μνήμη) και είναι ίσο με 2⁵⁰ = 1.125.899.906.842.624 bytes
πεταξιά	noun	η ρίψη
πεταξιάς	=	πεταξιά
πεταξιές	=	πεταξιά
πεταξιών	=	πεταξιά
πεταρίζαμε	=	πεταρίζω
πεταρίζαν	=	πεταρίζω
πεταρίζανε	=	πεταρίζω
πεταρίζατε	=	πεταρίζω
πεταρίζει	=	πεταρίζω
πεταρίζεις	=	πεταρίζω
πεταρίζετε	=	πεταρίζω
πεταρίζοντας	=	πεταρίζω
πεταρίζουμε	=	πεταρίζω
πεταρίζουν	=	πεταρίζω
πεταρίζουνε	=	πεταρίζω
πεταρίζω	verb	κουνάω τα φτερά μου ελαφρά
πεταρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσαν	=	πεταρίζω
πεταρίσανε	=	πεταρίζω
πεταρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετάρισμα
πεταρίσματος	noun	γενική ενικού του πετάρισμα
πεταρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πεταρίζω
πεταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πετάρισμα
πεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταρισμένο
πεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του πεταρισμένος
πεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταρισμένη
πεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταρισμένος
πεταρισμένης	verb	γενική ενικού του πεταρισμένη
πεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεταρισμένος
πεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταρισμένος
πεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεταρισμένος
πεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεταρισμένος
πεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεταρισμένος
πεταρουδιού	=	πεταρούδι
πεταρουδιών	=	πεταρούδι
πεταρούδι	noun	άλλη μορφή του ξεπεταρούδι
πεταρούδια	=	πεταρούδι
πετασμάτων	=	πέτασμα
πεταυρώνω	verb|dated	επενδύω, καλύπτω κάτι με λεπτές σανίδες
πεταχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πεταχτός	adv	με πεταχτό τρόπο
πεταχτάρι	noun	αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από πετονιά, δύο αγκίστρια και ένα ή δύο βαρίδια
πεταχτάρια	=	πεταχτάρι
πεταχτέ	adj	κλητική ενικού του πεταχτός
πεταχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεταχτή
πεταχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεταχτός
πεταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτήκαν	=	πετάω
πεταχτήκανε	=	πετάω
πεταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτής	adj	γενική ενικού του πεταχτή
πεταχταριού	=	πεταχτάρι
πεταχταριών	=	πεταχτάρι
πεταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεταχτός
πεταχτού	adj	γενική ενικού του πεταχτός
πεταχτούλα	noun	θηλυκό του πεταχτούλης
πεταχτούλας	=	πεταχτούλης
πεταχτούλες	=	πεταχτούλης
πεταχτούλη	=	πεταχτούλης
πεταχτούληδες	=	πεταχτούλης
πεταχτούληδων	=	πεταχτούλης
πεταχτούλης	adj	ο χαριτωμένος και ζωηρούλης
πεταχτούλικα	=	πεταχτούλης
πεταχτούλικο	=	πεταχτούλης
πεταχτούλικου	=	πεταχτούλης
πεταχτούλικων	=	πεταχτούλης
πεταχτούλούλα	=	πεταχτούλης
πεταχτούλούλικο	=	πεταχτούλης
πεταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτούνε	=	πετάω
πεταχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεταχτός
πεταχτό	adj	αιτιατική ενικού του πεταχτός	noun	τρόπος σοβατίσματος με τον οποίο γίνεται άγριος ο τοίχος
πεταχτός	adj	που «πετά», που προεξέχει
πεταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετιέμαι
πεταχτών	adj	γενική πληθυντικού του πεταχτός
πεταύρου	noun	γενική ενικού του πέταυρο
πεταύρων	noun	γενική πληθυντικού του πέταυρο
πετεγολέτσα	noun	έθιμο που πραγματοποιείται την Τσικνοπέμπτη στην Κέρκυρα, το οποίο έχει μορφή θεατρικής παράστασης
πετεγολέτσων	=	πετεγολέτσα
πετεινά	noun	τα πτηνά, τα πουλιά (συναντάται μόνο στη φράση τα πετεινά του ουρανού)
πετεινάρι	noun	υποκοριστικό του πετεινός
πετεινάρια	=	πετεινάρι
πετεινέ	noun	κλητική ενικού του πετεινός
πετειναράκι	noun	υποκοριστικό του πετεινάρι
πετειναράκια	=	πετειναράκι
πετειναριού	=	πετεινάρι
πετειναριών	=	πετεινάρι
πετεινοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετεινός
πετεινού	noun	γενική ενικού του πετεινός
πετεινούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πετεινός
πετεινό	noun	αιτιατική ενικού του πετεινός
πετεινόμυαλα	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλε	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλες	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλη	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλης	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλο	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλοι	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλος	adj|formal	που έχει το μυαλό πετεινού
πετεινόμυαλου	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλους	=	πετεινόμυαλος
πετεινόμυαλων	=	πετεινόμυαλος
πετεινός	noun	το αρσενικό της κότας
πετεινών	noun	γενική πληθυντικού του πετεινός
πετεχιών	=	πετέχια
πετιέμαι	verb	στις σημασίες: με πετάνε
πετιέστε	=	πετάω
πετιμέζι	noun	ο συμπυκνωμένος χυμός που παίρνουμε μετά από το βράσιμο του μούστου
πετιμέζια	=	πετιμέζι
πετιμεζιού	=	πετιμέζι
πετιμεζιών	=	πετιμέζι
πετιμεζοχωμάτων	=	πετιμεζόχωμα
πετιμεζοχώματα	=	πετιμεζόχωμα
πετιμεζοχώματος	=	πετιμεζόχωμα
πετιμεζόχωμα	noun	λευκό χώμα που περιέχει ανθρακικό νάτριο
πετιούνται	=	πετάω
πετιφούρ	noun	άλλη μορφή του πτιφούρ κατά τη γαλλική προφορά
πετιόμουν	=	πετιέμαι
πετιόμουναν	=	πετάω
πετιόμουνανα	=	πετάω
πετιόνταν	=	πετάω
πετιόντανε	=	πετάω
πετιόντουσαν	=	πετάω
πετιόσουναν	=	πετάω
πετιόσουνανα	=	πετάω
πετιότανεν	=	πετάω
πετιότανενε	=	πετάω
πετμέζι	noun	πετιμέζι
πετμέζια	=	πετμέζι
πετμεζιού	=	πετμέζι
πετμεζιών	=	πετμέζι
πετνές	noun	ο πετεινός, ο κόκορας
πετονιά	noun	το νήμα για ψάρεμα από στέρεο υλικό όπου στερεώνεται το αγκίστρι
πετονιάς	noun	γενική ενικού του πετονιά
πετονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετονιά
πετονιών	=	πετονιά
πετοσφαίρισης	noun	γενική ενικού του πετοσφαίριση
πετοσφαιρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετοσφαίριση
πετοσφαιρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του πετοσφαίριση
πετοσφαιρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του πετοσφαίριση
πετοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του πετόσφαιρα
πετουνιών	noun	γενική πληθυντικού του πετούνια
πετοφοβία	noun	αεροφοβία
πετοφοβίας	=	πετοφοβία
πετοφοβίες	=	πετοφοβία
πετοφοβιών	=	πετοφοβία
πετούγια	noun	άλλη μορφή του μπετούγια
πετούγιας	noun	γενική ενικού του πετούγια
πετούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετούγια
πετούμε	=	πετάω
πετούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετούμενο
πετούμενε	verb	κλητική ενικού του πετούμενος
πετούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετούμενη
πετούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετούμενος
πετούμενης	verb	γενική ενικού του πετούμενη
πετούμενο	verb	αιτιατική ενικού του πετούμενος
πετούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετούμενος
πετούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πετώ
πετούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετούμενος
πετούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετούμενος
πετούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετούμενος
πετούν	=	πετάω
πετούνε	=	πετάω
πετούνια	noun	καλλωπιστικό φυτό καθώς και το άνθος του
πετούνιας	noun	γενική ενικού του πετούνια
πετούνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετούνια
πετούσα	=	πετάω
πετούσαμε	=	πετάω
πετούσαν	=	πετάω
πετούσανε	=	πετάω
πετούσατε	=	πετάω
πετούσε	=	πετάω
πετούσες	=	πετάω
πετρά	=	πετράς
πετράδες	=	πετράς
πετράδι	noun	πολύτιμος λίθος ή ημιπολύτιμος λίθος
πετράδια	=	πετράδι
πετράδων	=	πετράς
πετράς	noun|vulgar	ο λατόμος
πετρέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρέλαιο
πετρέλαιο	noun	παχύρρευστο, μαύρο, βαθύ καφετί ή πρασινωπό υγρό ορυκτό καύσιμο που αποτελείται κυρίως από υδρογονάνθρακες
πετρέλαιον	noun	πετρέλαιο
πετρέλαιου	=	πετρέλαιο
πετρέλαιων	=	πετρέλαιο
πετρέλευση	noun	ανεφοδιασμός πλοίου με πετρέλαιο
πετρέλευσης	=	πετρέλευση
πετρένιος	adj|rare	συνώνυμο του πέτρινος
πετρίτες	=	πετρίτης
πετρίτη	=	πετρίτης
πετρίτης	noun	είδος γνήσιου γερακιού (γένος Falco) που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο
πετραγγουριά	noun	η αγριαγγουριά, η πικραγγουριά
πετραγγουριάς	=	πετραγγουριά
πετραγγουριές	=	πετραγγουριά
πετραγγουριών	=	πετραγγουριά
πετραδάκι	noun	μικρή πέτρα
πετραδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετραδάκι
πετραδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πετραδερός
πετραδερέ	adj	κλητική ενικού του πετραδερός
πετραδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετραδερή
πετραδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετραδερός
πετραδερής	adj	γενική ενικού του πετραδερή
πετραδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετραδερός
πετραδερού	adj	γενική ενικού του πετραδερός
πετραδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετραδερός
πετραδερό	adj	αιτιατική ενικού του πετραδερός
πετραδερός	adj|rare	άλλη μορφή του πετρώδης
πετραδερών	adj	γενική πληθυντικού του πετραδερός
πετραδιού	=	πετράδι
πετραδιών	=	πετράδι
πετραλωνίτικα	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικε	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικες	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικη	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικης	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικο	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικοι	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικος	adj	ο σχετικός με τα Πετράλωνα ή τους κατοίκους τους
πετραλωνίτικου	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικους	=	πετραλωνίτικος
πετραλωνίτικων	=	πετραλωνίτικος
πετραρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετραρχικό
πετραρχικέ	adj	κλητική ενικού του πετραρχικός
πετραρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετραρχική
πετραρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετραρχικός
πετραρχικής	adj	γενική ενικού του πετραρχική
πετραρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετραρχικός
πετραρχικού	adj	γενική ενικού του πετραρχικός
πετραρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετραρχικός
πετραρχικό	adj	αιτιατική ενικού του πετραρχικός
πετραρχικός	adj	που έχει σχέση με τον Πετράρχη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πετραρχικών	adj	γενική πληθυντικού του πετραρχικός
πετραρχισμέ	=	πετραρχισμός
πετραρχισμοί	=	πετραρχισμός
πετραρχισμού	=	πετραρχισμός
πετραρχισμούς	=	πετραρχισμός
πετραρχισμό	=	πετραρχισμός
πετραρχισμός	noun|literary	ποίηση γραμμένη κατά το πρότυπο της ποίησης του Πετράρχη, καθώς και το σχετικό ποιητικό ρεύμα
πετραρχισμών	=	πετραρχισμός
πετραχήλι	noun	άμφιο από στενόμακρο ύφασμα που στηρίζεται στον τράχηλο και το φορούν οι ιερείς, όταν τελούν ένα μυστήριο
πετραχήλια	=	πετραχήλι
πετραχηλιού	=	πετραχήλι
πετραχηλιών	=	πετραχήλι
πετρελένια	=	πετρελένιος
πετρελένιας	=	πετρελένιος
πετρελένιε	=	πετρελένιος
πετρελένιες	=	πετρελένιος
πετρελένιια	=	πετρελένιος
πετρελένιιο	=	πετρελένιος
πετρελένιο	=	πετρελένιος
πετρελένιοι	=	πετρελένιος
πετρελένιος	adj	που χρησιμοποιεί πετρέλαιο
πετρελένιου	=	πετρελένιος
πετρελένιους	=	πετρελένιος
πετρελένιων	=	πετρελένιος
πετρελαίου	noun	γενική ενικού του πετρέλαιο
πετρελαίων	noun	γενική πληθυντικού του πετρέλαιο
πετρελαιάκατε	=	πετρελαιάκατος
πετρελαιάκατο	=	πετρελαιάκατος
πετρελαιάκατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιάκατος
πετρελαιάκατος	noun	μικρό σκάφος, (άκατος), που φέρει πετρελαιοκινητήρα
πετρελαιαγωγέ	noun	κλητική ενικού του πετρελαιαγωγός
πετρελαιαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιαγωγός
πετρελαιαγωγού	noun	γενική ενικού του πετρελαιαγωγός
πετρελαιαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πετρελαιαγωγός
πετρελαιαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του πετρελαιαγωγός
πετρελαιαγωγός	noun	ο μεγάλου μήκους αγωγός πετρελαίου (αργού πετρελαίου) ή πετρελαιοειδών
πετρελαιαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του πετρελαιαγωγός
πετρελαιακάτου	=	πετρελαιάκατος
πετρελαιακάτους	=	πετρελαιάκατος
πετρελαιακάτων	=	πετρελαιάκατος
πετρελαιοβιομηχανία	noun	βιομηχανία επεξεργασίας πετρελαίου
πετρελαιοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του πετρελαιοβιομηχανία
πετρελαιοβιομηχανίες	=	πετρελαιοβιομηχανία
πετρελαιοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του πετρελαιοβιομηχανία
πετρελαιοειδές	noun	προϊόν που παράγεται από πετρέλαιο
πετρελαιοειδή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πετρελαιοειδής	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιοειδές
πετρελαιοειδής	adj	που μοιάζει σαν πετρέλαιο
πετρελαιοειδείς	=	πετρελαιοειδής
πετρελαιοειδούς	=	πετρελαιοειδής
πετρελαιοειδών	=	πετρελαιοειδής
πετρελαιοκίνηση	noun	κίνηση οχήματος με πετρέλαιο
πετρελαιοκίνησης	=	πετρελαιοκίνηση
πετρελαιοκίνησις	noun	πετρελαιοκίνηση
πετρελαιοκίνητα	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητε	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητες	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητη	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητης	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητο	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητοι	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητος	adj	που κινείται με τη χρήση πετρελαίου ως καυσίμου
πετρελαιοκίνητου	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητους	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκίνητων	=	πετρελαιοκίνητος
πετρελαιοκηλίδα	noun	το πετρέλαιο που διέρρευσε σε υδάτινη μάζα (θάλασσα, λίμνη κ.λπ.) και σχημάτισε κηλίδα
πετρελαιοκηλίδας	=	πετρελαιοκηλίδα
πετρελαιοκηλίδες	=	πετρελαιοκηλίδα
πετρελαιοκηλίδων	=	πετρελαιοκηλίδα
πετρελαιοκινήσεις	=	πετρελαιοκίνηση
πετρελαιοκινήσεων	=	πετρελαιοκίνηση
πετρελαιοκινητήρ	noun	πετρελαιοκινητήρας
πετρελαιοκινητήρα	=	πετρελαιοκινητήρας
πετρελαιοκινητήρας	noun	κινητήρας που χρησιμοποιεί ως καύσιμο πετρέλαιο
πετρελαιοκινητήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιοκινητήρας
πετρελαιοκινητήρων	=	πετρελαιοκινητήρας
πετρελαιομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιομηχανή
πετρελαιομηχανή	noun	μηχανή (κινητήρας) που χρησιμοποιεί ως καύσιμο το πετρέλαιο
πετρελαιομηχανής	=	πετρελαιομηχανή
πετρελαιομηχανών	=	πετρελαιομηχανή
πετρελαιοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιοπαραγωγό
πετρελαιοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του πετρελαιοπαραγωγός
πετρελαιοπαραγωγές	=	πετρελαιοπαραγωγή
πετρελαιοπαραγωγή	noun	η παραγωγή του πετρελαίου
πετρελαιοπαραγωγής	=	πετρελαιοπαραγωγή
πετρελαιοπαραγωγικά	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικέ	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικές	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγική	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικής	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικοί	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικού	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικούς	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικό	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγικός	adj	σχετικός με την πετρελαιοπαραγωγή
πετρελαιοπαραγωγικών	=	πετρελαιοπαραγωγικός
πετρελαιοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιοπαραγωγός
πετρελαιοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του πετρελαιοπαραγωγός
πετρελαιοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετρελαιοπαραγωγός
πετρελαιοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του πετρελαιοπαραγωγός
πετρελαιοπαραγωγός	noun	ο άνθρωπος που είναι παραγωγός πετρελαίου	adj	ο παραγωγός πετρελαίου
πετρελαιοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του πετρελαιοπαραγωγός
πετρελαιοπηγές	=	πετρελαιοπηγή
πετρελαιοπηγή	noun	ο χώρος στον οποίο εξορύσσεται πετρέλαιο
πετρελαιοπηγής	=	πετρελαιοπηγή
πετρελαιοπηγών	=	πετρελαιοπηγή
πετρελαιοπιθανά	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανέ	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανές	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανή	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανής	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανοί	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανού	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανούς	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανό	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοπιθανός	adj	που αναφέρεται στην πιθανότητα ύπαρξης πετρελαίου σε κάποιο σημείο του υπεδάφους ή αλλού
πετρελαιοπιθανών	=	πετρελαιοπιθανός
πετρελαιοσάπωνου	noun	γενική ενικού του πετρελαιοσάπωνο
πετρελαιουπόλεις	=	πετρελαιούπολη
πετρελαιουπόλεων	=	πετρελαιούπολη
πετρελαιοφόρα	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρας	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρε	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρες	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρο	noun	το δεξαμενόπλοιο που μεταφέρει πετρέλαιο
πετρελαιοφόροι	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρος	adj	που μεταφέρει πετρέλαιο
πετρελαιοφόρου	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρους	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιοφόρων	=	πετρελαιοφόρος
πετρελαιούπολη	noun	πόλη σε περιοχή που παράγει πετρέλαιο
πετρελαιούπολης	=	πετρελαιούπολη
πετρελαιόπισσα	noun	η πίσσα που απομένει σε λέβητα πετρελαίου ως παραπροϊόν της καύσης
πετρελαιόπισσας	noun	γενική ενικού του πετρελαιόπισσα
πετρελαιόπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρελαιόπισσα
πετρελαϊκά	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκέ	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκές	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκή	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκής	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκοί	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκού	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκούς	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκό	=	πετρελαϊκός
πετρελαϊκός	adj	σχετικός με το πετρέλαιο
πετρελαϊκών	=	πετρελαϊκός
πετρελεύσεις	=	πετρέλευση
πετρελεύσεων	=	πετρέλευση
πετριά	noun	η ρίψη μιας πέτρας ή χτύπημα από τέτοια ρίψη
πετριάς	noun	γενική ενικού του πετριά
πετριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πετριά
πετριτών	=	πετρίτης
πετριχώρ	noun|formal	η χαρακτηριστική γήινη μυρωδιά που αναδύεται, όταν οι πρώτες σταγόνες βροχής πέσουν πάνω σε ξηρό έδαφος, η οποία προκύπτει από την αποδέσμευση πτητικών ελαίων και οργανικών ουσιών (π.χ. γεωσμίνη) που είχε συγκρατήσει το έδαφος
πετριχώρος	noun|formal	άλλη μορφή του πετριχώρ
πετριών	=	πετριά
πετριώτικα	=	πετριώτικος
πετριώτικε	=	πετριώτικος
πετριώτικες	=	πετριώτικος
πετριώτικη	=	πετριώτικος
πετριώτικης	=	πετριώτικος
πετριώτικο	=	πετριώτικος
πετριώτικοι	=	πετριώτικος
πετριώτικος	adj	ο σχετικός με την Πέτρα ή τις Πετριές ή τους κατοίκους τους
πετριώτικου	=	πετριώτικος
πετριώτικους	=	πετριώτικος
πετριώτικων	=	πετριώτικος
πετροβάμβακα	=	πετροβάμβακας
πετροβάμβακας	noun	μονωτικό υλικό από εξαιρετικά λεπτές ίνες οι οποίες προέρχονται από μείγμα πετρωμάτων
πετροβάμβακες	=	πετροβάμβακας
πετροβαμβάκων	=	πετροβάμβακας
πετροβολά	=	πετροβολώ
πετροβολάει	=	πετροβολώ
πετροβολάμε	=	πετροβολώ
πετροβολάν	=	πετροβολώ
πετροβολάνε	=	πετροβολώ
πετροβολάς	=	πετροβολώ
πετροβολάτε	=	πετροβολώ
πετροβολάω	verb	άλλη μορφή του πετροβολώ
πετροβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροβόλημα
πετροβολήματος	noun	γενική ενικού του πετροβόλημα
πετροβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσαν	=	πετροβολώ
πετροβολήσανε	=	πετροβολώ
πετροβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πετροβόλημα
πετροβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροβολημένο
πετροβολημένε	verb	κλητική ενικού του πετροβολημένος
πετροβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροβολημένη
πετροβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετροβολημένος
πετροβολημένης	verb	γενική ενικού του πετροβολημένη
πετροβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του πετροβολημένος
πετροβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετροβολημένος
πετροβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετροβολημένος
πετροβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετροβολημένος
πετροβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετροβολημένος
πετροβολιέμαι	=	πετροβολώ
πετροβολισμέ	noun	κλητική ενικού του πετροβολισμός
πετροβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετροβολισμός
πετροβολισμού	noun	γενική ενικού του πετροβολισμός
πετροβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πετροβολισμός
πετροβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του πετροβολισμός
πετροβολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πετροβολώ
πετροβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του πετροβολισμός
πετροβολούμε	=	πετροβολώ
πετροβολούν	=	πετροβολώ
πετροβολούνε	=	πετροβολώ
πετροβολούσα	=	πετροβολώ
πετροβολούσαμε	=	πετροβολώ
πετροβολούσαν	=	πετροβολώ
πετροβολούσανε	=	πετροβολώ
πετροβολούσατε	=	πετροβολώ
πετροβολούσε	=	πετροβολώ
πετροβολούσες	=	πετροβολώ
πετροβολώ	verb	ρίχνω πέτρες σε κάποιον ή κάτι
πετροβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πετροβολάω / πετροβολώ
πετροβόλα	=	πετροβολώ
πετροβόλαγε	=	πετροβολώ
πετροβόλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πετροβολώ
πετροβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετροβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετροβολώ
πετρογένεση	noun	ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος της πετρολογίας και έχει ως αντικείμενο έρευνας την προέλευση, δομή και εξέλιξη των διαφόρων πετρωμάτων
πετρογένεσης	=	πετρογένεση
πετρογέφυρα	=	πετρογέφυρο
πετρογέφυρο	noun	γέφυρα κατασκευασμένο από πέτρα
πετρογέφυρου	=	πετρογέφυρο
πετρογέφυρων	=	πετρογέφυρο
πετρογενέσεις	=	πετρογένεση
πετρογενέσεων	=	πετρογένεση
πετρογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρογενετικό
πετρογενετικέ	adj	κλητική ενικού του πετρογενετικός
πετρογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρογενετική
πετρογενετική	noun	άλλη μορφή του πετρογένεση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετρογενετικός
πετρογενετικής	adj	γενική ενικού του πετρογενετική
πετρογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρογενετικός
πετρογενετικού	adj	γενική ενικού του πετρογενετικός
πετρογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετρογενετικός
πετρογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του πετρογενετικός
πετρογενετικός	adj	που έχει σχέση με την πετρογένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πετρογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του πετρογενετικός
πετρογλυφικά	=	πετρογλυφικό
πετρογλυφικού	=	πετρογλυφικό
πετρογλυφικό	noun	προϊστορική εγχάραξη βράχου (συνήθως συμβολίζει σκηνές όμοιες με την προϊστορική τοιχογραφία)
πετρογλυφικών	=	πετρογλυφικό
πετρογονία	noun	ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος της πετρολογίας και έχει ως αντικείμενο έρευνας την προέλευση, δομή και εξέλιξη των διαφόρων πετρωμάτων
πετρογονίας	noun	γενική ενικού του πετρογονία
πετρογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρογονία
πετρογονιών	noun	γενική πληθυντικού του πετρογονία
πετρογραφία	noun	η μελέτη της σύστασης των πετρωμάτων
πετρογραφίας	noun	γενική ενικού του πετρογραφία
πετρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρογραφία
πετρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρογραφικό
πετρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πετρογραφικός
πετρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρογραφική
πετρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετρογραφικός
πετρογραφικής	adj	γενική ενικού του πετρογραφική
πετρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρογραφικός
πετρογραφικού	adj	γενική ενικού του πετρογραφικός
πετρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετρογραφικός
πετρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πετρογραφικός
πετρογραφικός	adj	που έχει σχέση με την πετρογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πετρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πετρογραφικός
πετρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πετρογραφία
πετροδολάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροδολάριο
πετροδολάριο	noun	δολάριο που προέρχεται από την πώληση πετρελαίου κάποια πετρελαιοπαραγωγού χώρας
πετροδολάριου	=	πετροδολάριο
πετροδολαρίου	noun	γενική ενικού του πετροδολάριο
πετροδολαρίων	noun	γενική πληθυντικού του πετροδολάριο
πετροδολλάρια	=	πετροδολλάριο
πετροδολλάριο	noun	άλλη μορφή του πετροδολάριο
πετροδολλάριου	=	πετροδολλάριο
πετροδολλαρίου	=	πετροδολλάριο
πετροδολλαρίων	=	πετροδολλάριο
πετροδόλαρα	=	πετροδόλαρο
πετροδόλαρο	noun	άλλη μορφή του πετροδολάριο
πετροδόλαρου	=	πετροδόλαρο
πετροδόλαρων	=	πετροδόλαρο
πετροδόλλαρα	=	πετροδόλλαρο
πετροδόλλαρο	noun	άλλη μορφή του πετροδολάριο
πετροδόλλαρου	=	πετροδόλλαρο
πετροδόλλαρων	=	πετροδόλλαρο
πετροκάραβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκάραβο
πετροκάραβο	noun	νησίδα ή βραχονησίδα που από μακριά μοιάζει με μικρό ιστιοφόρο πλοίο
πετροκάραβου	noun	γενική ενικού του πετροκάραβο
πετροκάραβων	noun	γενική πληθυντικού του πετροκάραβο
πετροκάρβουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκάρβουνο
πετροκάρβουνο	noun	γαιάνθρακας, λιθάνθρακας
πετροκάρβουνου	noun	γενική ενικού του πετροκάρβουνο
πετροκάρβουνων	noun	γενική πληθυντικού του πετροκάρβουνο
πετροκέρασα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκέρασο
πετροκέρασο	noun	ποικιλία κερασιού
πετροκέρασου	noun	γενική ενικού του πετροκέρασο
πετροκέρασων	noun	γενική πληθυντικού του πετροκέρασο
πετροκαλαμήθρα	noun|dated	άλλη γραφή του πετροκαλαμίθρα: η πυξίδα
πετροκαλαμήθρας	noun	γενική ενικού του πετροκαλαμήθρα
πετροκαλαμήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκαλαμήθρα
πετροκαλαμίθρα	noun|dated	η πυξίδα
πετροκαλαμίθρας	noun	γενική ενικού του πετροκαλαμίθρα
πετροκαλαμίθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκαλαμίθρα
πετροκερασιά	noun	είδος κερασιάς, η κερασιά η γλυκόπικρη (Prunus avium juliana), (Prunus avium duracina)
πετροκερασιάς	noun	γενική ενικού του πετροκερασιά
πετροκερασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκερασιά
πετροκερασιών	=	πετροκερασιά
πετροκοπιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροκοπιό
πετροκοπιού	noun	γενική ενικού του πετροκοπιό
πετροκοπιό	noun	λατομείο, νταμάρι
πετροκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του πετροκοπιό
πετροκοτσύφων	=	πετροκότσυφας
πετροκόπος	noun|rare	ο λιθοξόος
πετροκότσυφα	=	πετροκότσυφας
πετροκότσυφας	noun	στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Μυιοθηριδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο
πετροκότσυφες	=	πετροκότσυφας
πετρολογία	noun	κλάδος της γεωλογίας, ο οποίος επικεντρώνεται στην μελέτη των πετρωμάτων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες διαμορφώνονται
πετρολογίας	noun	γενική ενικού του πετρολογία
πετρολογίες	=	πετρολογία
πετρολογικά	=	πετρολογικός
πετρολογικέ	=	πετρολογικός
πετρολογικές	=	πετρολογικός
πετρολογική	=	πετρολογικός
πετρολογικής	=	πετρολογικός
πετρολογικοί	=	πετρολογικός
πετρολογικού	=	πετρολογικός
πετρολογικούς	=	πετρολογικός
πετρολογικό	=	πετρολογικός
πετρολογικός	adj	σχετικός με την πετρολογία
πετρολογικών	=	πετρολογικός
πετρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πετρολογία
πετροπέρδικα	noun	Αλεκτορίς η ελληνική (Alectoris graeca).
πετροπέρδικας	noun	γενική ενικού του πετροπέρδικα
πετροπέρδικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροπέρδικα
πετροπαγίδα	noun|dated	παγίδα για πουλιά που αποτελείται από πέτρα με ασταθή στήριξη, απώλεια της οποίας έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της πέτρας πάνω στο πουλί
πετροπαγίδας	=	πετροπαγίδα
πετροπαγίδες	=	πετροπαγίδα
πετροπαγίδων	=	πετροπαγίδα
πετροπερδίκων	=	πετροπέρδικα
πετροπολέμου	=	πετροπόλεμος
πετροπολέμους	=	πετροπόλεμος
πετροπολέμων	=	πετροπόλεμος
πετροπόλεμε	=	πετροπόλεμος
πετροπόλεμο	=	πετροπόλεμος
πετροπόλεμοι	=	πετροπόλεμος
πετροπόλεμος	noun	«πόλεμος» / συμπλοκή μεταξύ δύο ομάδων (παιδιών) που ρίχνουν πέτρες η μία στην άλλη (ενίοτε ως παιχνίδι)
πετροπόλεμου	=	πετροπόλεμος
πετροπόλεμους	=	πετροπόλεμος
πετροσέλινα	=	πετροσέλινο
πετροσέλινο	noun	ο μαϊντανός
πετροσέλινου	=	πετροσέλινο
πετροσέλινων	=	πετροσέλινο
πετροσελίνου	=	πετροσέλινο
πετροσελίνων	=	πετροσέλινο
πετροτουρλίδα	noun	είδος πουλιού
πετροτουρλίδας	=	πετροτουρλίδα
πετροτουρλίδες	=	πετροτουρλίδα
πετροτουρλίδων	=	πετροτουρλίδα
πετροτόπι	noun	άλλη μορφή του πετρότοπος
πετροτόπια	=	πετροτόπι
πετρουπολίτικα	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικε	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικες	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικη	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικης	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικο	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικοι	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικος	adj	ο σχετικός με την Πετρούπολη ή τους κατοίκους της
πετρουπολίτικου	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικους	=	πετρουπολίτικος
πετρουπολίτικων	=	πετρουπολίτικος
πετροφυές	=	πετροφυής
πετροφυή	=	πετροφυής
πετροφυής	adj	που φυτρώνει σε πέτρα ή πετρώδες έδαφος
πετροφυείς	=	πετροφυής
πετροφυούς	=	πετροφυής
πετροφυών	=	πετροφυής
πετροχελίδονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροχελίδονο
πετροχελίδονο	noun	το πουλί κύψελος
πετροχελίδονου	noun	γενική ενικού του πετροχελίδονο
πετροχελίδονων	noun	γενική πληθυντικού του πετροχελίδονο
πετροχελιδόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροχελιδόνι
πετροχημεία	noun	ο κλάδος της χημείας που ασχολείται με την σύνθεση οργανικών ενώσεων, με πρώτη ύλη το πετρέλαιο
πετροχημείας	noun	γενική ενικού του πετροχημεία
πετροχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροχημεία
πετροχημειών	noun	γενική πληθυντικού του πετροχημεία
πετροχημικά	noun	τα χημικά παράγωγα του πετρελαίου (πλαστικά, συνθετικό καουτσούκ κ.α.)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροχημικό
πετροχημικέ	adj	κλητική ενικού του πετροχημικός
πετροχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετροχημική
πετροχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετροχημικός
πετροχημικής	adj	γενική ενικού του πετροχημική
πετροχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετροχημικός
πετροχημικού	adj	γενική ενικού του πετροχημικός
πετροχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετροχημικός
πετροχημικό	adj	αιτιατική ενικού του πετροχημικός
πετροχημικός	noun	επιστήμονας στον τομέα των πετροχημικών	adj	σχετικός με τα πετροχημικά
πετροχημικών	adj	γενική πληθυντικού του πετροχημικός
πετροψυχιά	noun|rare	η ιδιότητα του πετρόψυχου
πετρούλα	noun	μικρή πέτρα
πετρούλας	=	πετρούλα
πετρούλες	=	πετρούλα
πετρωδών	=	πετρώδης
πετρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέτρωμα
πετρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρωμένο
πετρωμένε	verb	κλητική ενικού του πετρωμένος
πετρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρωμένη
πετρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετρωμένος
πετρωμένης	verb	γενική ενικού του πετρωμένη
πετρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πετρωμένος
πετρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρωμένος
πετρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετρωμένος
πετρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετρωμένος
πετρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετρωμένος
πετρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πετρωτός
πετρωτέ	adj	κλητική ενικού του πετρωτός
πετρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρωτή
πετρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετρωτός
πετρωτής	adj	γενική ενικού του πετρωτή
πετρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετρωτός
πετρωτού	adj	γενική ενικού του πετρωτός
πετρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πετρωτός
πετρωτό	adj	αιτιατική ενικού του πετρωτός
πετρωτός	adj	κατασκευασμένος από πέτρα, πέτρινος
πετρωτών	adj	γενική πληθυντικού του πετρωτός
πετρόβουνα	=	πετρόβουνο
πετρόβουνο	noun	πετρώδες βουνό, χωρίς σχεδόν καθόλου βλάστηση.
πετρόβουνου	=	πετρόβουνο
πετρόβουνων	=	πετρόβουνο
πετρόγλυφα	=	πετρόγλυφο
πετρόγλυφο	noun	προϊστορική εγχάραξη βράχου (συνήθως συμβολίζει σκηνές όμοιες με την προϊστορική τοιχογραφία)
πετρόγλυφου	=	πετρόγλυφο
πετρόγλυφων	=	πετρόγλυφο
πετρόκτιστα	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστε	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστες	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστη	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστης	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστο	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστοι	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστος	adj|formal	που έχει κτιστεί με πέτρες, με λίθους
πετρόκτιστου	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστους	=	πετρόκτιστος
πετρόκτιστων	=	πετρόκτιστος
πετρόλ	adj	ένα μπλε χρώμα με πράσινες ή γκρι αποχρώσεις
πετρότοπε	=	πετρότοπος
πετρότοπο	=	πετρότοπος
πετρότοποι	=	πετρότοπος
πετρότοπος	noun	ο άγονος και βραχώδης τόπος
πετρότοπου	=	πετρότοπος
πετρότοπους	=	πετρότοπος
πετρότοπων	=	πετρότοπος
πετρόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρόχορτο
πετρόχορτο	noun	αλλιώς το φυτό αμάραντο.
πετρόχορτου	noun	γενική ενικού του πετρόχορτο
πετρόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του πετρόχορτο
πετρόχτιστα	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστε	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστες	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστη	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστης	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστο	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστοι	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστος	adj|formal	που έχει κτιστεί με πέτρες, με λίθους
πετρόχτιστου	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστους	=	πετρόχτιστος
πετρόχτιστων	=	πετρόχτιστος
πετρόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετρόψαρο
πετρόψαρο	noun	ψάρι που ζει σε πετρώδες θαλάσσιο περιβάλλον
πετρόψαρου	noun	γενική ενικού του πετρόψαρο
πετρόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του πετρόψαρο
πετρόψυχος	adj|rare	ο σκληρόκαρδος
πετρώδεις	=	πετρώδης
πετρώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πετρώδης
πετρώδη	=	πετρώδης
πετρώδης	adj	που είναι γεμάτος πέτρες, που περιέχει πολλές πέτρες
πετρώδους	=	πετρώδης
πετρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτρωμα
πετρώματος	noun	γενική ενικού του πέτρωμα
πετρών	noun	γενική πληθυντικού του πέτρα
πετρώνω	verb	μετατρέπω κάτι ή κάποιον σε πέτρα, μαρμαρώνω
πετρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετρώνω
πετσένια	=	πετσένιος
πετσένιας	=	πετσένιος
πετσένιε	=	πετσένιος
πετσένιες	=	πετσένιος
πετσένιο	=	πετσένιος
πετσένιοι	=	πετσένιος
πετσένιος	adj	άλλη μορφή του πέτσινος
πετσένιου	=	πετσένιος
πετσένιους	=	πετσένιος
πετσένιων	=	πετσένιος
πετσέτα	noun	κομματάκι υφάσματος, για προστασία από λέρωμα, σε γεύμα
πετσέτας	noun	γενική ενικού του πετσέτα
πετσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσέτα
πετσί	noun	το δέρμα
πετσετάκι	noun	υποκοριστικό του πετσέτα
πετσετάκια	=	πετσετάκι
πετσετέ	adj	που έχει την υφή πετσέτας
πετσετένια	=	πετσετένιος
πετσετένιας	=	πετσετένιος
πετσετένιε	=	πετσετένιος
πετσετένιες	=	πετσετένιος
πετσετένιο	=	πετσετένιος
πετσετένιοι	=	πετσετένιος
πετσετένιος	adj	άλλη μορφή του πετσετέ
πετσετένιου	=	πετσετένιος
πετσετένιους	=	πετσετένιος
πετσετένιων	=	πετσετένιος
πετσετοθήκες	=	πετσετοθήκη
πετσετοθήκη	noun	θήκη στην οποία τοποθετούνται πετσέτες
πετσετοθήκης	=	πετσετοθήκη
πετσετοθηκών	=	πετσετοθήκη
πετσετούλα	noun	υποκοριστικό του πετσέτα
πετσετούλας	noun	γενική ενικού του πετσετούλα
πετσετούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσετούλα
πετσετών	noun	γενική πληθυντικού του πετσέτα
πετσιά	=	πετσί
πετσιάζω	verb	σχηματίζω κρούστα / πέτσα σε επιφάνεια
πετσιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσιασμα
πετσιάσματος	noun	γενική ενικού του πέτσιασμα
πετσιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσιάζω
πετσιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέτσιασμα
πετσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσιασμένο
πετσιασμένε	verb	κλητική ενικού του πετσιασμένος
πετσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσιασμένη
πετσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετσιασμένος
πετσιασμένης	verb	γενική ενικού του πετσιασμένη
πετσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πετσιασμένος
πετσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετσιασμένος
πετσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετσιασμένος
πετσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετσιασμένος
πετσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετσιασμένος
πετσικάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πετσικάρω
πετσικάρω	verb	άλλη μορφή του πιτσικάρω
πετσικαρίσματα	=	πετσικάρισμα
πετσικαρίσματος	=	πετσικάρισμα
πετσικαρισμάτων	=	πετσικάρισμα
πετσικαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσικαρισμένο
πετσικαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πετσικαρισμένος
πετσικαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσικαρισμένη
πετσικαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετσικαρισμένος
πετσικαρισμένης	verb	γενική ενικού του πετσικαρισμένη
πετσικαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πετσικαρισμένος
πετσικαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετσικαρισμένος
πετσικαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πετσικάρω
πετσικαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετσικαρισμένος
πετσικαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετσικαρισμένος
πετσικαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετσικαρισμένος
πετσιού	=	πετσί
πετσιών	=	πετσί
πετσοκομμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πετσόκομμα
πετσοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσοκομμένο
πετσοκομμένε	verb	κλητική ενικού του πετσοκομμένος
πετσοκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσοκομμένη
πετσοκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετσοκομμένος
πετσοκομμένης	verb	γενική ενικού του πετσοκομμένη
πετσοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του πετσοκομμένος
πετσοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετσοκομμένος
πετσοκομμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πετσοκόβω
πετσοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετσοκομμένος
πετσοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετσοκομμένος
πετσοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετσοκομμένος
πετσοκόβομαι	=	πετσοκόβω
πετσοκόβω	verb	κόβω κάτι κάνοντάς το κομμάτια
πετσοκόμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσόκομμα
πετσοκόμματος	noun	γενική ενικού του πετσόκομμα
πετσοκόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσοκόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πέτσωμα
πετσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσωμένο
πετσωμένε	verb	κλητική ενικού του πετσωμένος
πετσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετσωμένη
πετσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πετσωμένος
πετσωμένης	verb	γενική ενικού του πετσωμένη
πετσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πετσωμένος
πετσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πετσωμένος
πετσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πετσωμένος
πετσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πετσωμένος
πετσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πετσωμένος
πετσόκομμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πετσοκόβω
πετσόκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσόκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσόκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσόκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσοκόβω
πετσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πέτσωμα
πετσώματος	noun	γενική ενικού του πέτσωμα
πετσών	noun	γενική πληθυντικού του πέτσα
πετσώνω	verb	γίνομαι σκληρός σαν πετσί
πετσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετσώνω
πετυχαίναμε	=	πετυχαίνω
πετυχαίναν	=	πετυχαίνω
πετυχαίνανε	=	πετυχαίνω
πετυχαίνατε	=	πετυχαίνω
πετυχαίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πετυχαίνω
πετυχαίνεις	=	πετυχαίνω
πετυχαίνετε	=	πετυχαίνω
πετυχαίνομε	=	πετυχαίνω
πετυχαίνοντας	=	πετυχαίνω
πετυχαίνουμε	=	πετυχαίνω
πετυχαίνουν	=	πετυχαίνω
πετυχαίνουνε	=	πετυχαίνω
πετυχαίνω	verb	φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
πετυχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πετυχημένος	adv	με πετυχημένο τρόπο
πετυχημένε	=	πετυχημένος
πετυχημένες	=	πετυχημένος
πετυχημένη	=	πετυχημένος
πετυχημένης	=	πετυχημένος
πετυχημένο	=	πετυχημένος
πετυχημένοι	=	πετυχημένος
πετυχημένος	verb	που πέτυχε στο στόχο του, στο σκοπό του, που απέφερε τα θεμιτά αποτελέσματα
πετυχημένου	=	πετυχημένος
πετυχημένους	=	πετυχημένος
πετυχημένων	=	πετυχημένος
πετόσφαιρα	noun|dated	άλλη μορφή του πετοσφαίριση, το βόλεϊ
πετόσφαιρας	noun	γενική ενικού του πετόσφαιρα
πετόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πετόσφαιρα
πετύχαινα	=	πετυχαίνω
πετύχαιναν	=	πετυχαίνω
πετύχαινε	=	πετυχαίνω
πετύχαινες	=	πετυχαίνω
πετύχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχαν	=	πετυχαίνω
πετύχανε	=	πετυχαίνω
πετύχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχομε	=	πετυχαίνω
πετύχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετύχουνε	=	πετυχαίνω
πετύχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πετυχαίνω
πετώ	verb	παράλληλος τύπος του πετάω
πετών	=	πέτης
πετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πετάω / πετώ
πευκάκι	noun	υποκοριστικό του πεύκο, μικρό πεύκο
πευκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πευκάκι
πευκί	noun	πευκάκι, πεύκο
πευκιά	=	πευκιάς
πευκιάδες	=	πευκιάς
πευκιάδων	=	πευκιάς
πευκιάς	noun	το δάσος πεύκων
πευκιού	=	πεύκι
πευκιών	=	πεύκι
πευκιώτικα	=	πευκιώτικος
πευκιώτικε	=	πευκιώτικος
πευκιώτικες	=	πευκιώτικος
πευκιώτικη	=	πευκιώτικος
πευκιώτικης	=	πευκιώτικος
πευκιώτικο	=	πευκιώτικος
πευκιώτικοι	=	πευκιώτικος
πευκιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Πεύκα ή Πεύκη ή Πευκιάς ή Πεύκος ή τους κατοίκους του
πευκιώτικου	=	πευκιώτικος
πευκιώτικους	=	πευκιώτικος
πευκιώτικων	=	πευκιώτικος
πευκοβελονών	noun	γενική πληθυντικού του πευκοβελόνα
πευκοβελόνα	noun	το φύλλο του πεύκου, αφού μοιάζει με βελόνα
πευκοβελόνας	noun	γενική ενικού του πευκοβελόνα
πευκοβελόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πευκοβελόνα
πευκοβελόνων	=	πευκοβελόνα
πευκοβουνιού	=	πευκοβούνι
πευκοβουνιών	=	πευκοβούνι
πευκοβούνι	noun	βουνό καλυμμένο από πεύκα
πευκοβούνια	=	πευκοβούνι
πευκοδάση	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πευκόδασος
πευκοδάσους	=	πευκόδασος
πευκοδασών	=	πευκόδασος
πευκοσκεπές	=	πευκοσκεπής
πευκοσκεπή	=	πευκοσκεπής
πευκοσκεπής	adj	που σκεπάζεται (καλύπτεται) από πεύκα
πευκοσκεπείς	=	πευκοσκεπής
πευκοσκεπούς	=	πευκοσκεπής
πευκοσκεπών	=	πευκοσκεπής
πευκόδασος	noun	δάσος από πεύκα
πευκόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πευκόδεντρο
πευκόδεντρο	noun	το πεύκο
πευκόδεντρου	noun	γενική ενικού του πευκόδεντρο
πευκόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του πευκόδεντρο
πευκόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πευκόμελο
πευκόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από πεύκα
πευκόμελου	noun	γενική ενικού του πευκόμελο
πευκόμελων	noun	γενική πληθυντικού του πευκόμελο
πευκόφυτα	=	πευκόφυτος
πευκόφυτε	=	πευκόφυτος
πευκόφυτες	=	πευκόφυτος
πευκόφυτη	=	πευκόφυτος
πευκόφυτης	=	πευκόφυτος
πευκόφυτο	=	πευκόφυτος
πευκόφυτοι	=	πευκόφυτος
πευκόφυτος	adj	καλυμμένος με πεύκα
πευκόφυτου	=	πευκόφυτος
πευκόφυτους	=	πευκόφυτος
πευκόφυτων	=	πευκόφυτος
πευκώνα	=	πευκώνας
πευκώνας	noun	το δάσος με πεύκα
πευκώνες	=	πευκώνας
πευκώνων	=	πευκώνας
πεφορτισμένος	=	φορτίζω
πεφτάστρι	=	πεφταστέρι
πεφταργά	noun	στοιχειό της λαϊκής παράδοσης με μορφή γριάς ερχόταν τις Πέμπτες και τιμωρούσε τις γυναίκες που έκλωθαν.
πεφταστέρι	noun|vulgar	κοινή ονομασία για τον διάττοντα αστέρα: ο μικρός μετεωροειδής που λάμπει καθώς έρχεται με ταχύτητα σε επαφή με την ατμόσφαιρα της γης και αναφλέγεται
πεφταστέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεφταστέρι
πεφταστεριού	=	πεφταστέρι
πεφταστεριών	=	πεφταστέρι
πεφυσιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεφυσιωμένο
πεφυσιωμένε	verb	κλητική ενικού του πεφυσιωμένος
πεφυσιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεφυσιωμένη
πεφυσιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεφυσιωμένος
πεφυσιωμένης	verb	γενική ενικού του πεφυσιωμένη
πεφυσιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεφυσιωμένος
πεφυσιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεφυσιωμένος
πεφυσιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεφυσιωμένος
πεφυσιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεφυσιωμένος
πεφυσιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεφυσιωμένος
πεφωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεφωτισμένο
πεφωτισμένε	verb	κλητική ενικού του πεφωτισμένος
πεφωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεφωτισμένη
πεφωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεφωτισμένος
πεφωτισμένης	verb	γενική ενικού του πεφωτισμένη
πεφωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πεφωτισμένος
πεφωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεφωτισμένος
πεφωτισμένος	verb	αυτός που έχει φωτιστεί, που λάμπει
πεφωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πεφωτισμένος
πεφωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πεφωτισμένος
πεφωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πεφωτισμένος
πεχά	noun	μέτρηση της οξύτητας ή της αλκαλικότητας ενός διαλύματος σε κλίμακα που κυμαίνεται από 0 έως 14, με 0 ως το πιο όξινο και 14 ως το πιο βασικό, ενώ ένα διάλυμα με pH 7 θεωρείται ουδέτερο
πεχάμετρα	=	πεχάμετρο
πεχάμετρο	noun	όργανο μέτρησης του πεχά
πεχάμετρου	=	πεχάμετρο
πεχάμετρων	=	πεχάμετρο
πεχαμέτρου	=	πεχάμετρο
πεχαμέτρων	=	πεχάμετρο
πεχαμετρικά	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικέ	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικές	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρική	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικής	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικοί	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικού	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικούς	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικό	=	πεχαμετρικός
πεχαμετρικός	adj	που έχει σχέση με το πεχάμετρο ή το πεχά ή αναφέρεται σ’ αυτά
πεχαμετρικών	=	πεχαμετρικός
πεχλιβάνη	=	πεχλιβάνης
πεχλιβάνηδες	=	πεχλιβάνης
πεχλιβάνηδων	=	πεχλιβάνης
πεχλιβάνης	noun|dated	άλλη μορφή του μπεχλιβάνης
πεψίνες	=	πεψίνη
πεψίνη	noun	ένζυμο στο γαστρικό υγρό που διασπά και μετατρέπει τις πρωτεΐνες σε αμινοξέα
πεψίνης	=	πεψίνη
πεψινών	=	πεψίνη
πεϊζαδέ	=	πεϊζαδές
πεϊζαδέδες	=	πεϊζαδές
πεϊζαδέδων	=	πεϊζαδές
πεϊζαδές	noun|dated	τίτλος πολιτικού ή στρατιωτικού αρχηγού ή προσφώνηση ευγενείας του ίδιου ή απογόνου του
πεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεϊκό
πεϊκέ	adj	κλητική ενικού του πεϊκός
πεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεϊκή
πεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πεϊκός
πεϊκής	adj	γενική ενικού του πεϊκή
πεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεϊκός
πεϊκού	adj	γενική ενικού του πεϊκός
πεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πεϊκός
πεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πεϊκός
πεϊκός	adj	που έχει σχέση με το πέος ή αναφέρεται σ’ αυτό
πεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πεϊκός
πεϊνιρλί	noun	είδος μακρόστενης πίτας από ζύμη ανοικτής στο κέντρο, πλασμένης με τέτοιον τρόπο ώστε να μην πέφτουν τα διάφορα φαγώσιμα υλικά που περιέχει στο άνοιγμα, στο κέντρο, και σερβίρεται μόλις ψηθεί
πεϊνιρλιά	=	πεϊνιρλί
πεϊνιρλιού	=	πεϊνιρλί
πεϊνιρλιών	=	πεϊνιρλί
πεϊχαμπέρη	=	πεϊχαμπέρης
πεϊχαμπέρηδες	=	πεϊχαμπέρης
πεϊχαμπέρηδων	=	πεϊχαμπέρης
πεϊχαμπέρης	noun	προφήτης
πεύκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεύκο
πεύκε	noun	κλητική ενικού του πεύκος
πεύκες	=	πεύκη
πεύκη	noun|formal	πεύκο
πεύκης	=	πεύκη
πεύκι	noun	χαλάκι προσευχής
πεύκια	=	πεύκι
πεύκινα	=	πεύκινος
πεύκινε	=	πεύκινος
πεύκινες	=	πεύκινος
πεύκινη	=	πεύκινος
πεύκινης	=	πεύκινος
πεύκινο	=	πεύκινος
πεύκινοι	=	πεύκινος
πεύκινος	adj	που έχει σχέση με το πεύκο, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό
πεύκινου	=	πεύκινος
πεύκινους	=	πεύκινος
πεύκινων	=	πεύκινος
πεύκο	noun	ρητινοφόρο αειθαλές δέντρο του γένους Pinus, με παχύ, τραχύ κι αυλακωμένο κορμό που αναπτύσσει μεγάλο ύψος, φύλλα σε μορφή βελόνων (πευκοβελόνες) και επιμήκεις ή κυλινδρικούς κώνους (κουκουνάρια)
πεύκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πεύκος
πεύκος	noun|literary	το πεύκο
πεύκου	noun	γενική ενικού του πεύκος
πεύκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πεύκος
πεύκων	noun	γενική πληθυντικού του πεύκος
πεών	=	πέος
πηαίνω	=	πηγαίνω
πηγάδα	noun	φαρδύ ή πολύ βαθύ πηγάδι
πηγάδας	=	πηγάδα
πηγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγάδα
πηγάδι	noun	βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδευση κτλ.
πηγάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγάδι
πηγάδων	=	πηγάδα
πηγάζαμε	=	πηγάζω
πηγάζαν	=	πηγάζω
πηγάζανε	=	πηγάζω
πηγάζατε	=	πηγάζω
πηγάζει	=	πηγάζω
πηγάζεις	=	πηγάζω
πηγάζετε	=	πηγάζω
πηγάζοντας	=	πηγάζω
πηγάζουμε	=	πηγάζω
πηγάζουν	=	πηγάζω
πηγάζουνε	=	πηγάζω
πηγάζω	verb	ξεπηδώ από πηγή, αναβλύζω
πηγάνι	=	απήγανος
πηγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσαν	=	πηγάζω
πηγάσανε	=	πηγάζω
πηγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγάζω
πηγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγή
πηγή	noun	φυσικό άνοιγμα στη γη από το οποίο αναβλύζει νερό
πηγής	=	πηγή
πηγαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηγαίος	adv	με αυθόρμητο, πηγαίο τρόπο, χωρίς υποκρισία, μέσα από την καρδιά
πηγαίας	adj	γενική ενικού του πηγαία
πηγαίε	adj	πηγαίος, στην κλητική του ενικού
πηγαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγαία
πηγαίναμε	=	πηγαίνω
πηγαίναν	=	πηγαίνω
πηγαίνανε	=	πηγαίνω
πηγαίνατε	=	πηγαίνω
πηγαίνει	=	πηγαίνω
πηγαίνεις	=	πηγαίνω
πηγαίνετε	=	πηγαίνω
πηγαίνομε	=	πηγαίνω
πηγαίνοντας	=	πηγαίνω
πηγαίνουμε	=	πηγαίνω
πηγαίνουν	=	πηγαίνω
πηγαίνουνε	=	πηγαίνω
πηγαίντε	=	πηγαίνω
πηγαίνω	verb	κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω
πηγαίο	adj	πηγαίος, στην αιτιατική του ενικού
πηγαίοι	adj	πηγαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πηγαίος	adj	που πηγάζει ή προέρχεται από πηγή
πηγαίου	adj	γενική ενικού του πηγαίος
πηγαίους	adj	πηγαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πηγαίων	=	πηγαίος
πηγαδά	=	πηγαδάς
πηγαδάδες	=	πηγαδάς
πηγαδάδων	=	πηγαδάς
πηγαδάκι	noun	μικρό πηγάδι
πηγαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγαδάκι
πηγαδάρα	noun	φαρδύ και βαθύ πηγάδι
πηγαδάρας	noun	γενική ενικού του πηγαδάρα
πηγαδάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγαδάρα
πηγαδάς	noun	εργάτης που ανοίγει πηγάδια
πηγαδίσια	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιας	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιε	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιες	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιο	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιοι	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιος	adj	που προέρχεται από πηγάδι
πηγαδίσιου	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιους	=	πηγαδίσιος
πηγαδίσιων	=	πηγαδίσιος
πηγαδιού	noun	γενική ενικού του πηγάδι
πηγαδιών	=	πηγάδι
πηγαδομούνα	noun	η γυναίκα που λόγω των συχνών σεξουαλικών της επαφών, το αιδοίο της έχει αποκτήσει μέγεθος
πηγαδομούνας	noun	γενική ενικού του πηγαδομούνα
πηγαδομούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγαδομούνα
πηγαδόνερα	=	πηγαδόνερο
πηγαδόνερο	noun	νερό από πηγάδι
πηγαδόνερου	=	πηγαδόνερο
πηγαδόνερων	=	πηγαδόνερο
πηγαδόπετρα	noun	πέτρα η οποία έχει χρησιμοποιηθεί σε χτίσιμο πηγαδιού (ιδίως στο περιστόμιο)
πηγαδόπετρας	=	πηγαδόπετρα
πηγαδόπετρες	=	πηγαδόπετρα
πηγαδόπετρων	=	πηγαδόπετρα
πηγαιμέ	noun	κλητική ενικού του πηγαιμός
πηγαιμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηγαιμός
πηγαιμού	noun	γενική ενικού του πηγαιμός
πηγαιμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πηγαιμός
πηγαιμό	noun	αιτιατική ενικού του πηγαιμός
πηγαιμός	noun|dated	το να πάει κάποιος κάπου
πηγαιμών	noun	γενική πληθυντικού του πηγαιμός
πηγαινέλα	noun	η συχνή, επαναλαμβανόμενη επανειλημμένη μετάβαση και επιστροφή σε κάποιο σημείο
πηγαινοέρχομαι	verb	πηγαίνω και έρχομαι διαρκώς
πηγαινοερχόμουν	=	πηγαινοέρχομαι
πηγαινοφέρνω	verb	πηγαίνω και φέρνω κάτι ή κάποιον εξακολουθητικώς
πηγαινόρχομαι	verb	άλλη μορφή του πηγαινοέρχομαι
πηγαιότητα	noun|formal	ο αυθορμητισμός
πηγασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγασμένο
πηγασμένε	verb	κλητική ενικού του πηγασμένος
πηγασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγασμένη
πηγασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηγασμένος
πηγασμένης	verb	γενική ενικού του πηγασμένη
πηγασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πηγασμένος
πηγασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηγασμένος
πηγασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πηγασμένος
πηγασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πηγασμένος
πηγασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πηγασμένος
πηγεμέ	noun	κλητική ενικού του πηγεμός
πηγεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηγεμός
πηγεμού	noun	γενική ενικού του πηγεμός
πηγεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πηγεμός
πηγεμό	noun	αιτιατική ενικού του πηγεμός
πηγεμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πηγαίνω
πηγεμών	noun	γενική πληθυντικού του πηγεμός
πηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πήγμα
πηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγμένο
πηγμένε	verb	κλητική ενικού του πηγμένος
πηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγμένη
πηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηγμένος
πηγμένης	verb	γενική ενικού του πηγμένη
πηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πηγμένος
πηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηγμένος
πηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πηγμένος
πηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πηγμένος
πηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πηγμένος
πηγματίτες	=	πηγματίτης
πηγματίτη	=	πηγματίτης
πηγματίτης	noun	μαγμαγματογενές χονδρόκοκκο πέτρωμα που περιέχει βόριο, λίθιο, ουράνιο και σπάνιες γαίες κ.λπ.
πηγματιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγματιτικό
πηγματιτικέ	adj	κλητική ενικού του πηγματιτικός
πηγματιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγματιτική
πηγματιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηγματιτικός
πηγματιτικής	adj	γενική ενικού του πηγματιτική
πηγματιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηγματιτικός
πηγματιτικού	adj	γενική ενικού του πηγματιτικός
πηγματιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηγματιτικός
πηγματιτικό	adj	αιτιατική ενικού του πηγματιτικός
πηγματιτικός	adj	που έχει σχέση με πηγματίτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πηγματιτικών	adj	γενική πληθυντικού του πηγματιτικός
πηγματιτών	=	πηγματίτης
πηγουνιού	=	πηγούνι
πηγουνιών	=	πηγούνι
πηγούλα	noun	υποκοριστικό του: πηγή
πηγούλας	noun	γενική ενικού του πηγούλα
πηγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηγούλα
πηγούνι	noun|dated	άλλη γραφή του πιγούνι
πηγούνια	=	πηγούνι
πηγών	noun	γενική πληθυντικού του πηγή
πηδά	=	πηδάω
πηδάγαμε	=	πηδάω
πηδάγανε	=	πηδάω
πηδάγατε	=	πηδάω
πηδάει	=	πηδάω
πηδάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδάλιο
πηδάλιο	noun	το τιμόνι πλοίου
πηδάλιου	=	πηδάλιο
πηδάμε	=	πηδάω
πηδάν	=	πηδάω
πηδάνε	=	πηδάω
πηδάς	=	πηδάω
πηδάτε	=	πηδάω
πηδάω	verb	κάνω άλμα συνήθως παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο
πηδήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι, παθητικού του πηδάω, πηδώ
πηδήθηκαν	=	πηδάω
πηδήθηκε	=	πηδάω
πηδήθηκες	=	πηδάω
πηδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήδημα
πηδήματος	noun	γενική ενικού του πήδημα
πηδήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξαν	=	πηδάω
πηδήξανε	=	πηδάω
πηδήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξουνε	=	πηδάω
πηδήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδώ
πηδήσαμε	=	πηδάω
πηδήσαν	=	πηδάω
πηδήσανε	=	πηδάω
πηδήσατε	=	πηδάω
πηδήσει	=	πηδάω
πηδήσεις	=	πηδάω
πηδήσετε	=	πηδάω
πηδήσου	=	πηδάω
πηδήσουμε	=	πηδάω
πηδήσουν	=	πηδάω
πηδήσουνε	=	πηδάω
πηδήστε	=	πηδάω
πηδήσω	=	πηδάω
πηδήχτε	=	πηδάω
πηδήχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι, παθητικού του πηδάω, πηδώ
πηδήχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδήχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδήχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδαλίου	noun	γενική ενικού του πηδάλιο
πηδαλίων	noun	γενική πληθυντικού του πηδάλιο
πηδαλιοέλικα	noun	συνδυασμός πηδαλίου και έλικας (προπέλας) σε ένα σώμα παρέχοντας ταυτόχρονα κίνηση και κατεύθυνση
πηδαλιοέλικας	=	πηδαλιοέλικα
πηδαλιοέλικες	=	πηδαλιοέλικα
πηδαλιοελίκων	=	πηδαλιοέλικα
πηδαλιουχήθηκα	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχήθηκαν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχήθηκε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχήθηκες	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχήσαμε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχήσαν	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχήσανε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχήσατε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχήσει	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχήσεις	=	πηδαλιούχηση
πηδαλιουχήσεων	=	πηδαλιούχηση
πηδαλιουχήσου	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχήστε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχία	noun|formal	το να είναι κάποιος πηδαλιούχος, να ασκεί την σχετική τέχνη
πηδαλιουχίας	=	πηδαλιουχία
πηδαλιουχίες	=	πηδαλιουχία
πηδαλιουχεί	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχεία	=	πηδαλιουχείο
πηδαλιουχείο	noun	οιακιστήριο, τιμονιέρα
πηδαλιουχείου	=	πηδαλιουχείο
πηδαλιουχείς	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχείσαι	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχείστε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχείται	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχείτε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχείων	=	πηδαλιουχείο
πηδαλιουχηθήκαμε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχηθήκαν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχηθήκανε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχηθήκατε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχηθεί	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχηθείτε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχημένος	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχιών	=	πηδαλιουχία
πηδαλιουχούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούμασταν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούμαστε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούμε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδαλιουχούμενο
πηδαλιουχούμενε	adj	κλητική ενικού του πηδαλιουχούμενος
πηδαλιουχούμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδαλιουχούμενη
πηδαλιουχούμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηδαλιουχούμενος
πηδαλιουχούμενης	adj	γενική ενικού του πηδαλιουχούμενη
πηδαλιουχούμενο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πηδαλιουχούμενος	noun	σκάφος που πηδαλιουχείται
πηδαλιουχούμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηδαλιουχούμενος
πηδαλιουχούμενος	verb	που μπορεί να κατευθυνθεί με πηδάλιο
πηδαλιουχούμενου	verb	γενική ενικού του πηδαλιουχούμενος
πηδαλιουχούμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηδαλιουχούμενος
πηδαλιουχούμενων	adj	γενική πληθυντικού του πηδαλιουχούμενος
πηδαλιουχούμουν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούν	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούνε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούνται	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούνταν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούσα	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσαμε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσαν	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσανε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσασταν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούσαστε	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχούσατε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσες	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιουχούσουν	=	πηδαλιουχούμαι
πηδαλιουχώ	verb|formal	είμαι πηδαλιούχος
πηδαλιουχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πηδαλιουχώ
πηδαλιούχε	noun	κλητική ενικού του πηδαλιούχος
πηδαλιούχει	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιούχησα	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιούχησαν	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιούχησε	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιούχησες	=	πηδαλιουχώ
πηδαλιούχηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πηδαλιουχώ
πηδαλιούχησης	=	πηδαλιούχηση
πηδαλιούχο	noun	αιτιατική ενικού του πηδαλιούχος
πηδαλιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηδαλιούχος
πηδαλιούχος	noun|formal	ναυτικός υπεύθυνος για το κράτημα και χειρισμό του πηδαλίου ενός σκάφους
πηδαλιούχου	noun	γενική ενικού του πηδαλιούχος
πηδαλιούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πηδαλιούχος
πηδαλιούχων	noun	γενική πληθυντικού του πηδαλιούχος
πηδηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδηγμένο
πηδηγμένε	verb	κλητική ενικού του πηδηγμένος
πηδηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδηγμένη
πηδηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηδηγμένος
πηδηγμένης	verb	γενική ενικού του πηδηγμένη
πηδηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πηδηγμένος
πηδηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηδηγμένος
πηδηγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πηδάω, πηδώ
πηδηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πηδηγμένος
πηδηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πηδηγμένος
πηδηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πηδηγμένος
πηδηθήκαμε	=	πηδάω
πηδηθήκαν	=	πηδάω
πηδηθήκανε	=	πηδάω
πηδηθήκατε	=	πηδάω
πηδηθεί	=	πηδάω
πηδηθείς	=	πηδάω
πηδηθείτε	=	πηδάω
πηδηθούμε	=	πηδάω
πηδηθούν	=	πηδάω
πηδηθούνε	=	πηδάω
πηδηθώ	=	πηδάω
πηδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πήδημα
πηδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδημένο
πηδημένε	verb	κλητική ενικού του πηδημένος
πηδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδημένη
πηδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηδημένος
πηδημένης	verb	γενική ενικού του πηδημένη
πηδημένο	verb	αιτιατική ενικού του πηδημένος
πηδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηδημένος
πηδημένος	=	πηδάω
πηδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πηδημένος
πηδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πηδημένος
πηδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πηδημένος
πηδηματάκι	noun	υποκοριστικό του: πήδημα
πηδηματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδηματάκι
πηδηματιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του πήδημα
πηδηματιάς	=	πηδηματιά
πηδηματιές	=	πηδηματιά
πηδηματιών	=	πηδηματιά
πηδηξιά	noun|figurative	το πήδημα
πηδηξιάς	=	πηδηξιά
πηδηξιές	=	πηδηξιά
πηδηξιών	=	πηδηξιά
πηδητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδητικό
πηδητικέ	adj	κλητική ενικού του πηδητικός
πηδητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδητική
πηδητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηδητικός
πηδητικής	adj	γενική ενικού του πηδητική
πηδητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηδητικός
πηδητικού	adj	γενική ενικού του πηδητικός
πηδητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηδητικός
πηδητικό	adj	αιτιατική ενικού του πηδητικός
πηδητικός	adj	που έχει σχέση με πήδημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει την ικανότητα να πηδά
πηδητικών	adj	γενική πληθυντικού του πηδητικός
πηδηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδηχτό	adv	πηδώντας
πηδηχτέ	adj	κλητική ενικού του πηδηχτός
πηδηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηδηχτή
πηδηχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηδηχτός
πηδηχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτήκαν	=	πηδάω
πηδηχτήκανε	=	πηδάω
πηδηχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτής	adj	γενική ενικού του πηδηχτή
πηδηχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηδηχτός
πηδηχτού	adj	γενική ενικού του πηδηχτός
πηδηχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτούνε	=	πηδάω
πηδηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηδηχτός
πηδηχτό	adj	αιτιατική ενικού του πηδηχτός
πηδηχτός	adj	που εκτελείται ή πραγματοποιείται με πηδήματα	noun	χορός που εκτελείται ή πραγματοποιείται με πηδήματα
πηδηχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηδιέμαι
πηδηχτών	adj	γενική πληθυντικού του πηδηχτός
πηδιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πηδάω/πηδώ
πηδιέσαι	=	πηδάω
πηδιέστε	=	πηδάω
πηδιέται	=	πηδάω
πηδιούνται	=	πηδάω
πηδιούνταν	=	πηδάω
πηδιόλα	noun|vulgar	αυτή που πηδιέται- υβριστικός χαρακτηρισμός
πηδιόλας	=	πηδιόλα
πηδιόλες	=	πηδιόλα
πηδιόμασταν	=	πηδάω
πηδιόμαστε	=	πηδάω
πηδιόμουν	=	πηδάω
πηδιόμουνα	=	πηδάω
πηδιόνταν	=	πηδάω
πηδιόντανε	=	πηδάω
πηδιόντουσαν	=	πηδάω
πηδιόσασταν	=	πηδάω
πηδιόσαστε	=	πηδάω
πηδιόσουν	=	πηδάω
πηδιόσουνα	=	πηδάω
πηδιόταν	=	πηδάω
πηδιότανε	=	πηδάω
πηδούμε	=	πηδάω
πηδούν	=	πηδάω
πηδούνε	=	πηδάω
πηδούσα	=	πηδάω
πηδούσαμε	=	πηδάω
πηδούσαν	=	πηδάω
πηδούσανε	=	πηδάω
πηδούσατε	=	πηδάω
πηδούσε	=	πηδάω
πηδούσες	=	πηδάω
πηδώ	verb	άλλη μορφή του πηδάω
πηδώντας	=	πηδάω
πηδῶ	verb	πολυτονική γραφή του πηδώ, συνηρημένη μορφή του πηδάω
πηκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πηκτός	adv	με πηκτό τρόπο
πηκτέ	adj	κλητική ενικού του πηκτός
πηκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηκτή
πηκτή	=	πηκτός
πηκτής	adj	γενική ενικού του πηκτή
πηκτίνες	=	πηκτίνη
πηκτίνη	noun	φυσικός πολυσακχαρίτης που απαντά στα κυτταρικά τοιχώματα των φυτών και λειτουργεί ως πηκτικό μέσο, συμβάλλοντας στην πύκνωση υγρών μειγμάτων, ιδίως σε μαρμελάδες και ζελέ
πηκτίνης	noun	γενική ενικού του πηκτίνη
πηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηκτικό
πηκτικέ	adj	κλητική ενικού του πηκτικός
πηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηκτική
πηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηκτικός
πηκτικής	adj	γενική ενικού του πηκτική
πηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηκτικός
πηκτικολογικά	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικέ	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικές	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογική	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικής	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικοί	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικού	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικούς	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικό	=	πηκτικολογικός
πηκτικολογικός	adj	σχετικός με την πηκτικότητα
πηκτικολογικών	=	πηκτικολογικός
πηκτικοτήτων	=	πηκτικότητα
πηκτικού	adj	γενική ενικού του πηκτικός
πηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηκτικός
πηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πηκτικός
πηκτικός	adj	που έχει σχέση με την πήξη ή το πήξιμο, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί
πηκτικότης	noun	πηκτικότητα
πηκτικότητα	noun	η δυνατότητα ενός υγρού να πήζει
πηκτικότητας	noun	γενική ενικού του πηκτικότητα
πηκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηκτικότητα
πηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πηκτικός
πηκτινών	=	πηκτίνη
πηκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηκτός
πηκτού	adj	γενική ενικού του πηκτός
πηκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηκτός
πηκτωμάτων	=	πήκτωμα
πηκτωματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πηκτωματοποιώ
πηκτωματοποίησης	=	πηκτωματοποίηση
πηκτωματοποιήσεις	=	πηκτωματοποίηση
πηκτωματοποιήσεων	=	πηκτωματοποίηση
πηκτωματοποιώ	verb	μετατρέπω κάποιο υγρό σε στερεό ή ημιστερεό
πηκτωματωδών	=	πηκτωματώδης
πηκτωματώδεις	=	πηκτωματώδης
πηκτωματώδες	=	πηκτωματώδης
πηκτωματώδη	=	πηκτωματώδης
πηκτωματώδης	adj	που μοιάζει με πήκτωμα
πηκτωματώδους	=	πηκτωματώδης
πηκτό	adj	αιτιατική ενικού του πηκτός
πηκτός	adj	άλλη μορφή του πηχτός
πηκτώματα	=	πήκτωμα
πηκτώματος	=	πήκτωμα
πηκτών	adj	γενική πληθυντικού του πηκτός
πηλά	=	πηλός
πηλάλα	noun	άλλη γραφή του πιλάλα	adv	άλλη γραφή του πιλάλα
πηλάλαγα	=	πηλαλάω
πηλάλαγαν	=	πηλαλάω
πηλάλαγε	=	πηλαλάω
πηλάλαγες	=	πηλαλάω
πηλάλας	noun	γενική ενικού του πηλάλα
πηλάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλάλα
πηλάλημα	noun	άλλη γραφή του πιλάλημα
πηλάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλάσβεστο	noun	σοβάς
πηλέ	noun	κλητική ενικού του πηλός
πηλένιος	adj|dated	πήλινος
πηλήκια	=	πηλήκιο
πηλήκιο	noun	καπέλο με γείσο, που φοριέται από στρατιωτικούς ή αστυνομικούς και παλιότερα από μαθητές
πηλήκιον	noun	πηλήκιο
πηλήκιου	=	πηλήκιο
πηλήκιων	=	πηλήκιο
πηλίκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλίκο
πηλίκια	=	πηλίκιο
πηλίκιο	noun	άλλη γραφή του πηλήκιο
πηλίκιου	=	πηλίκιο
πηλίκο	noun	το αποτέλεσμα της διαίρεσης
πηλίκου	noun	γενική ενικού του πηλίκο
πηλίκων	noun	γενική πληθυντικού του πηλίκο
πηλίσκε	=	πηλίσκος
πηλίσκο	=	πηλίσκος
πηλίσκοι	=	πηλίσκος
πηλίσκος	noun	είδος σκληρού καπέλου των ναυτών του πολεμικού ναυτικού
πηλίσκου	=	πηλίσκος
πηλίσκους	=	πηλίσκος
πηλίσκων	=	πηλίσκος
πηλίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλίτης
πηλαλά	=	πηλαλάω
πηλαλάγαμε	=	πηλαλάω
πηλαλάγανε	=	πηλαλάω
πηλαλάγατε	=	πηλαλάω
πηλαλάει	=	πηλαλάω
πηλαλάμε	=	πηλαλάω
πηλαλάν	=	πηλαλάω
πηλαλάνε	=	πηλαλάω
πηλαλάς	=	πηλαλάω
πηλαλάτε	=	πηλαλάω
πηλαλάω	verb|vulgar	τρέχω γρήγορα, με ορμή, ορμάω
πηλαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλάλημα
πηλαλήματος	noun	γενική ενικού του πηλάλημα
πηλαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσαν	=	πηλαλάω
πηλαλήσανε	=	πηλαλάω
πηλαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηλαλώ
πηλαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πηλάλημα
πηλαλητά	=	πηλαλητό
πηλαλητού	=	πηλαλητό
πηλαλητό	noun|vulgar	άλλη γραφή του πιλαλητό
πηλαλητών	=	πηλαλητό
πηλαλούμε	=	πηλαλάω
πηλαλούν	=	πηλαλάω
πηλαλούνε	=	πηλαλάω
πηλαλούσα	=	πηλαλάω
πηλαλούσαμε	=	πηλαλάω
πηλαλούσαν	=	πηλαλάω
πηλαλούσανε	=	πηλαλάω
πηλαλούσατε	=	πηλαλάω
πηλαλούσε	=	πηλαλάω
πηλαλούσες	=	πηλαλάω
πηλαλώ	verb	σπανιότερη μορφή του πηλαλάω
πηλαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πηλαλάω / πηλαλώ
πηληκίου	=	πηλήκιο
πηληκίων	=	πηλήκιο
πηλικίου	=	πηλίκιο
πηλικίων	=	πηλίκιο
πηλιορείτικα	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικε	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικες	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικη	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικης	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικο	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικοι	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικος	adj	που έχει σχέση με το Πήλιο ή τον Πηλιορείτη ή αναφέρεται σ' αυτά
πηλιορείτικου	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικους	=	πηλιορείτικος
πηλιορείτικων	=	πηλιορείτικος
πηλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηλός
πηλοβάτες	=	πηλοβάτης
πηλοβάτη	=	πηλοβάτης
πηλοβάτης	noun	είδος φρύνου, άνουρου αμφιβίου της οικογένειας Pelobatidae
πηλοβατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλοβατημένο
πηλοβατημένε	verb	κλητική ενικού του πηλοβατημένος
πηλοβατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλοβατημένη
πηλοβατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηλοβατημένος
πηλοβατημένης	verb	γενική ενικού του πηλοβατημένη
πηλοβατημένο	verb	αιτιατική ενικού του πηλοβατημένος
πηλοβατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηλοβατημένος
πηλοβατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πηλοβατημένος
πηλοβατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πηλοβατημένος
πηλοβατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πηλοβατημένος
πηλοβατώ	verb|dated	περπατάω μέσα σε λάσπες, τσαλαβουτάω σε λάσπες
πηλοβατών	=	πηλοβάτης
πηλοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πηλοβατώ
πηλοθεραπευτήρια	=	πηλοθεραπευτήριο
πηλοθεραπευτήριο	noun	θεραπευτήριο όπου γίνεται χρήση θεραπευτικού πηλού
πηλοθεραπευτήριου	=	πηλοθεραπευτήριο
πηλοθεραπευτήριων	=	πηλοθεραπευτήριο
πηλοθεραπευτηρίου	=	πηλοθεραπευτήριο
πηλοθεραπευτηρίων	=	πηλοθεραπευτήριο
πηλοληψία	noun|formal	η λήψη πηλού για διάφορες χρήσεις (π.χ. σ' ένα κεραμαριό / πλινθοκεραμοποιείο)
πηλοληψίας	=	πηλοληψία
πηλοληψίες	=	πηλοληψία
πηλοληψιών	=	πηλοληψία
πηλοπλάστες	=	πηλοπλάστης
πηλοπλάστη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πηλοπλάστης
πηλοπλάστης	noun	κάποιος που με το πλάσιμο του πηλού κατασκευάζει πήλινα αντικείμενα
πηλοπλάστρια	noun	θηλυκό του πηλοπλάστης
πηλοπλάστριας	=	πηλοπλάστρια
πηλοπλάστριες	=	πηλοπλάστρια
πηλοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλοπλαστικό
πηλοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηλοπλαστική
πηλοπλαστική	noun	η ασχολία ή η τέχνη του πηλοπλάστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστικής	adj	γενική ενικού του πηλοπλαστική
πηλοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστικού	adj	γενική ενικού του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με τον πηλοπλάστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πηλοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του πηλοπλαστικός
πηλοπλαστριών	=	πηλοπλάστρια
πηλοπλαστώ	verb|rare	είμαι πηλοπλάστης
πηλοπλαστών	=	πηλοπλάστης
πηλουργέ	=	πηλουργός
πηλουργοί	=	πηλουργός
πηλουργού	=	πηλουργός
πηλουργούς	=	πηλουργός
πηλουργό	=	πηλουργός
πηλουργός	noun|formal	ο πηλοπλάστης
πηλουργών	=	πηλουργός
πηλοφοριού	=	πηλοφόρι
πηλοφοριών	=	πηλοφόρι
πηλοφόρε	=	πηλοφόρος
πηλοφόρι	noun	βοηθητικό οικοδομικό εργαλείο που αποτελείται από ένα επίπεδο τμήμα και ένα χερούλι στο κάτω μέρος που χρησιμοποιείται για να έχει, ο εργάτης, εύκολη πρόσβαση σε μικρή ποσότητα λάσπης
πηλοφόρια	=	πηλοφόρι
πηλοφόρο	=	πηλοφόρος
πηλοφόροι	=	πηλοφόρος
πηλοφόρος	noun	που μεταφέρει πηλό
πηλοφόρου	=	πηλοφόρος
πηλοφόρους	=	πηλοφόρος
πηλοφόρων	=	πηλοφόρος
πηλού	noun	γενική ενικού του πηλός
πηλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πηλός
πηλωδών	=	πηλώδης
πηλό	noun	αιτιατική ενικού του πηλός
πηλός	noun	αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών
πηλώδεις	=	πηλώδης
πηλώδες	=	πηλώδης
πηλώδη	=	πηλώδης
πηλώδης	adj	που είναι όμοιος με πηλό
πηλώδους	=	πηλώδης
πηλών	noun	γενική πληθυντικού του πηλός
πηνία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηνίο
πηνίο	noun	ηλεκτρικός αγωγός (συνήθως χάλκινο σύρμα) που έχει τυλιχτεί γύρω από έναν πυρήνα ή σε σχήμα κυλινδρικής σπείρας και όταν διαρρέεται από ρεύμα δημιουργεί μαγνητικό πεδίο
πηνίου	noun	γενική ενικού του πηνίο
πηνίων	noun	γενική πληθυντικού του πηνίο
πηνεκτομές	=	πηνεκτομή
πηνεκτομή	noun	η χειρουργική αφαίρεση μέρους ή όλου του πέους
πηνεκτομής	=	πηνεκτομή
πηνεκτομών	=	πηνεκτομή
πηξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πήξιμο
πηξίματος	noun	γενική ενικού του πήξιμο
πηξιμάτων	=	πήξιμο
πηξιοσκοπία	noun|dated	μέθοδος για τον καθορισμό τού σημείου πήξεως των διαλυμάτων
πηξιοσκοπίας	=	πηξιοσκοπία
πηξιοσκοπίες	=	πηξιοσκοπία
πηξιοσκοπιών	=	πηξιοσκοπία
πηρέ	adj	κλητική ενικού του πηρός
πηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηρή
πηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηρός
πηρής	adj	γενική ενικού του πηρή
πηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηρός
πηροδάκτυλα	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλε	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλες	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλη	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλης	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλο	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλοι	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλος	adj	που πάσχει από πηροδακτυλία
πηροδάκτυλου	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλους	=	πηροδάκτυλος
πηροδάκτυλων	=	πηροδάκτυλος
πηροδακτυλία	noun	δυσμορφία / στρέβλωση δακτύλων
πηροδακτυλίας	=	πηροδακτυλία
πηροδακτυλίες	=	πηροδακτυλία
πηροδακτυλιών	=	πηροδακτυλία
πηρομέλεια	noun|archaic	η ιδιότητα του πηρομελούς
πηρομέλειας	=	πηρομέλεια
πηρομέλειες	=	πηρομέλεια
πηρομελειών	=	πηρομέλεια
πηροποδία	noun|formal	δυσμορφία (συνήθως πολύ κοντά πόδια) των κάτω άκρων
πηροποδίας	=	πηροποδία
πηροποδίες	=	πηροποδία
πηροποδιών	=	πηροποδία
πηρουνάκι	noun	μικρό πηρούνι
πηρουνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηρουνάκι
πηρουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηρουνιά
πηρουνιού	=	πηρούνι
πηρουνιών	=	πηρούνι
πηροχειρία	noun|dated	αναπηρία / δυσμορφία των χεριών
πηρού	adj	γενική ενικού του πηρός
πηρούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηρούνα
πηρούνι	noun|dated	άλλη μορφή του πιρούνι
πηρούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηρούνι
πηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηρός
πηρό	adj	αιτιατική ενικού του πηρός
πηρών	adj	γενική πληθυντικού του πηρός
πησσί	noun	ο πλευρονήκτης
πηχάκι	noun	μικρό μακρόστενο κομμάτι ξύλου ή σκληρού πλαστικού
πηχάκια	=	πηχάκι
πηχεοκαρπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηχεοκαρπικό
πηχεοκαρπικέ	adj	κλητική ενικού του πηχεοκαρπικός
πηχεοκαρπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηχεοκαρπική
πηχεοκαρπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηχεοκαρπικός
πηχεοκαρπικής	adj	γενική ενικού του πηχεοκαρπική
πηχεοκαρπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηχεοκαρπικός
πηχεοκαρπικού	adj	γενική ενικού του πηχεοκαρπικός
πηχεοκαρπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηχεοκαρπικός
πηχεοκαρπικό	adj	αιτιατική ενικού του πηχεοκαρπικός
πηχεοκαρπικός	adj	που έχει σχέση με την πήχη και τον καρπό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
πηχεοκαρπικών	adj	γενική πληθυντικού του πηχεοκαρπικός
πηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πηχτός	adv	με πηχτό τρόπο
πηχτέ	adj	κλητική ενικού του πηχτός
πηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηχτή
πηχτή	noun	πηγμένο ζουμί από σούπα, κυρίως από χοιρινή κρεατόσουπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηχτός
πηχτής	adj	γενική ενικού του πηχτή
πηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πηχτός
πηχτού	adj	γενική ενικού του πηχτός
πηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πηχτός
πηχτό	adj	αιτιατική ενικού του πηχτός
πηχτόγαλα	=	πηχτόγαλο
πηχτόγαλο	noun	ένα είδος ξινομυζήθρας, φρέσκο μαλακό τυρί που έχει απαλή κρεμώδη υφή και ελαφρά ξινή γεύση και παρασκευάζεται στην Κρήτη και ειδικότερα στον νομό Χανίων
πηχτόγαλου	=	πηχτόγαλο
πηχτόγαλων	=	πηχτόγαλο
πηχτός	adj	που τα επιμέρους στοιχεία του είναι πυκνά τοποθετημένα
πηχτών	adj	γενική πληθυντικού του πηχτός
πηχυαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηχυαίος
πηχυαίας	adj	γενική ενικού του πηχυαία
πηχυαίε	adj	πηχυαίος, στην κλητική του ενικού
πηχυαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πηχυαία
πηχυαίο	adj	πηχυαίος, στην αιτιατική του ενικού
πηχυαίοι	adj	πηχυαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πηχυαίος	adj|formal	που έχει το μέγεθος, σε ύψος ή μήκος, ενός πήχυ
πηχυαίου	adj	γενική ενικού του πηχυαίος
πηχυαίους	adj	πηχυαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πηχυαίων	=	πηχυαίος
πηχών	=	πήχη
πθ	abbrev	το σύνολο των πανεπιστημιακών σχολών στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Θεσσαλίας
πι	noun	το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (π, κεφαλαίο: Π) (Ν. Ελληνικής)
πιάν	noun	δερματική νόσος που μοιάζει με τη σύφιλη
πιάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάνο
πιάναμε	=	πιάνω
πιάναν	=	πιάνω
πιάνανε	=	πιάνω
πιάνατε	=	πιάνω
πιάνε	=	πιάνω
πιάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πιάνω
πιάνεις	=	πιάνω
πιάνεσαι	=	πιάνω
πιάνεστε	=	πιάνω
πιάνεται	=	πιάνω
πιάνετε	=	πιάνω
πιάνο	noun	όργανο με πλήκτρα και χορδές· κάθε πλήκτρο χτυπάει με τη βοήθεια μηχανισμού μια χορδή που παράγει ένα συγκεκριμένο φθόγγο (που γράφεται με μια νότα)	adv	σιγανά (ως οδηγία σε παρτιτούρα για τρόπο εκτέλεσης της μουσικής με χαμηλή ένταση ήχου)
πιάνολα	noun	άλλη μορφή του πιανόλα
πιάνολας	=	πιάνολα
πιάνολες	=	πιάνολα
πιάνομαι	verb	για ένα κινούμενο αντικείμενο που ακινητοποιείται με τα χέρια
πιάνομε	=	πιάνω
πιάνονται	=	πιάνω
πιάνονταν	=	πιάνω
πιάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιάνω
πιάνου	noun	γενική ενικού του πιάνο
πιάνουμε	=	πιάνω
πιάνουν	=	πιάνω
πιάνουνε	=	πιάνω
πιάνω	verb	ακουμπώ κάτι γερά
πιάνων	noun	γενική πληθυντικού του πιάνο
πιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσαν	=	πιάνω
πιάσανε	=	πιάνω
πιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πιάνω
πιάσμα	noun	πιάσιμο http://books.google.gr/books?id=6BEAAAAAYAAJ&dq=%22%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%22&pg=PA493#v=onepage&q=%22%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%22&f=false
πιάσματα	=	πιάσμα
πιάσματος	=	πιάσμα
πιάσομε	=	πιάνω
πιάσου	=	πιάνω
πιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάσουνε	=	πιάνω
πιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιάστης	noun|rare	αυτός που κάτι πιάνει
πιάστρα	noun	οτιδήποτε χρησιμοποιούμε για να πιάσουμε κάτι, να το συγκρατήσουμε ή να το κρατήσουμε
πιάστρας	noun	γενική ενικού του πιάστρα
πιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάστρα
πιάστρο	noun|dated	νομισματική μονάδα με διαφορετικές αξίες, συνήθως ισοδύναμη με τον ένα εκατοστό της αιγυπτιακής λίρας
πιάστρου	=	πιάστρο
πιάστρων	=	πιάστρο
πιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνω
πιάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάτο
πιάτο	noun	σκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα
πιάτου	noun	γενική ενικού του πιάτο
πιάτσα	noun	η αγορά
πιάτσας	noun	γενική ενικού του πιάτσα
πιάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάτσα
πιάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιάτο
πιέζαμε	=	πιέζω
πιέζαν	=	πιέζω
πιέζανε	=	πιέζω
πιέζατε	=	πιέζω
πιέζει	=	πιέζω
πιέζεις	=	πιέζω
πιέζεσαι	=	πιέζω
πιέζεστε	=	πιέζω
πιέζεται	=	πιέζω
πιέζετε	=	πιέζω
πιέζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πιέζω
πιέζομε	=	πιέζω
πιέζονται	=	πιέζω
πιέζονταν	=	πιέζω
πιέζοντας	=	πιέζω
πιέζουμε	=	πιέζω
πιέζουν	=	πιέζω
πιέζουνε	=	πιέζω
πιέζω	verb	ασκώ δύναμη πάνω στην επιφάνεια ενός αντικειμένου
πιένα	noun	η μαζική προσέλευση θεατών και κοινού σε θεατρική παράσταση, μουσική συναυλία κ.λπ.
πιένας	noun	γενική ενικού του πιένα
πιένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιένα
πιέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέσαν	=	πιέζω
πιέσανε	=	πιέζω
πιέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέσεις	verb	θα πιέσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πιέζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίεση
πιέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του πίεση
πιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του πίεση
πιέσομε	=	πιέζω
πιέσου	=	πιέζω
πιέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέσουνε	=	πιέζω
πιέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω
πιέτα	noun	τσάκιση των ρούχων που δημιουργείται με δίπλωμα του υφάσματος
πιέτας	noun	γενική ενικού του πιέτα
πιέτε	=	πίνω
πιέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιέτα
πια	adv	ήδη
πιανίσιμο	adv	πολύ σιγανά
πιανίστα	noun	θηλυκό του πιανίστας
πιανίστας	noun	αυτός που παίζει πιάνο
πιανίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιανίστα
πιανίστρια	noun	αντί του πιανίστα
πιανίστριας	noun	γενική ενικού του πιανίστρια
πιανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιανίστρια
πιανιστικά	adv	σχετικά με το πιάνο
πιανιστικέ	adj	κλητική ενικού του πιανιστικός
πιανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιανιστική
πιανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιανιστικός
πιανιστικής	adj	γενική ενικού του πιανιστική
πιανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιανιστικός
πιανιστικού	adj	γενική ενικού του πιανιστικός
πιανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιανιστικός
πιανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πιανιστικός
πιανιστικός	adj	σχετικός με το πιάνο
πιανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πιανιστικός
πιανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πιανίστρια
πιανιστών	noun	γενική πληθυντικού του πιανίστα
πιανολών	=	πιανόλα
πιανοφόρτε	noun	άλλη μορφή του φορτεπιάνο
πιανούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιανούμενο
πιανούμενε	verb	κλητική ενικού του πιανούμενος
πιανούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιανούμενη
πιανούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιανούμενος
πιανούμενης	verb	γενική ενικού του πιανούμενη
πιανούμενο	verb	αιτιατική ενικού του πιανούμενος
πιανούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιανούμενος
πιανούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιανούμενος
πιανούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιανούμενος
πιανούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιανούμενος
πιανόλα	noun	μηχανικό πιάνο που χρησιμοποιεί ένα διάτρητο ρολό για το αυτόματο παίξιμο
πιανόλας	noun	γενική ενικού του πιανόλα
πιανόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιανόλα
πιανόμασταν	=	πιάνω
πιανόμαστε	=	πιάνω
πιανόμουν	=	πιάνω
πιανόμουνα	=	πιάνω
πιανόντουσαν	=	πιάνω
πιανόσασταν	=	πιάνω
πιανόσαστε	=	πιάνω
πιανόσουν	=	πιάνω
πιανόσουνα	=	πιάνω
πιανόταν	=	πιάνω
πιανότανε	=	πιάνω
πιασάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιασάρικο
πιασάρικε	adj	κλητική ενικού του πιασάρικος
πιασάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιασάρικη
πιασάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιασάρικος
πιασάρικης	adj	γενική ενικού του πιασάρικη
πιασάρικο	adj	αιτιατική ενικού του πιασάρικος
πιασάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιασάρικος
πιασάρικος	adj	που δημιουργεί αποδοχή, που δείχνει να δημιουργεί εμπορική επιτυχία ανεξάρτητα αν είναι καλός ή όχι
πιασάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιασάρικος
πιασάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιασάρικος
πιασάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιασάρικος
πιασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιάσιμο
πιασίματος	noun	γενική ενικού του πιάσιμο
πιασιμάτων	=	πιάσιμο
πιασμάτων	=	πιάσμα
πιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιασμένο
πιασμένε	verb	κλητική ενικού του πιασμένος
πιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιασμένη
πιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιασμένος
πιασμένης	verb	γενική ενικού του πιασμένη
πιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιασμένος
πιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιασμένος
πιασμένος	=	πιάνω
πιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιασμένος
πιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιασμένος
πιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιασμένος
πιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστήκαν	=	πιάνω
πιαστήκανε	=	πιάνω
πιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιαστούνε	=	πιάνω
πιαστράκι	noun	υποκοριστικό του πιάστρα, γενική ονομασία για οποιοδήποτε μικρό αντικείμενο που χρησιμεύει στο πιάσιμο άλλων πραγμάτων
πιαστράκια	=	πιαστράκι
πιαστρών	=	πιάστρα
πιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιάνομαι
πιατάκι	noun	ένα μικρό πιάτο
πιατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιατάκι
πιατέλα	noun	το μεγάλο και ρηχό πιάτο, σε σχήμα κύκλου ή έλλειψης
πιατέλας	noun	γενική ενικού του πιατέλα
πιατέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιατέλα
πιατέλο	noun	μικρό πιάτο
πιατέλου	noun	γενική ενικού του πιατέλο
πιατέλων	noun	γενική πληθυντικού του πιατέλο
πιατίνι	noun	κρουστό μεταλλικό όργανο σε σχήμα πιάτου που αποτελεί και στοιχείο των ντραμς
πιατίνια	=	πιατίνι
πιατελών	=	πιατέλα
πιατικά	noun	το σύνολο των πιάτων και (γενικότερα) των σκευών που χρησιμοποιούνται για να σερβιριστεί το φαγητό
πιατικού	noun	γενική ενικού του πιατικό
πιατικό	noun	το σύνολο των πιάτων και (γενικότερα) των σκευών που χρησιμοποιούνται για να σερβιριστεί το φαγητό
πιατικών	noun	γενική πληθυντικού του πιατικό
πιατινιού	=	πιατίνι
πιατινιών	=	πιατίνι
πιατοθήκες	=	πιατοθήκη
πιατοθήκη	noun	η θήκη για τα πιάτα
πιατοθήκης	=	πιατοθήκη
πιατοθηκών	=	πιατοθήκη
πιβουλιά	noun	η επιβουλή, ο δόλος
πιβουλιάς	=	πιβουλιά
πιβουλιές	=	πιβουλιά
πιβουλιών	=	πιβουλιά
πιγκάλ	noun	το βουρτσάκι της τουαλέτας (μαζί με την ειδική βάση και άλλα αξεσουάρ)
πιγκουίνε	noun	κλητική ενικού του πιγκουίνος
πιγκουίνο	noun	αιτιατική ενικού του πιγκουίνος
πιγκουίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιγκουίνος
πιγκουίνος	noun	πουλί του νοτίου ημισφαιρίου που δεν πετά
πιγκουίνου	noun	γενική ενικού του πιγκουίνος
πιγκουίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιγκουίνος
πιγκουίνων	noun	γενική πληθυντικού του πιγκουίνος
πιγμέντα	=	πιγμέντο
πιγμέντο	noun	η χρωστική
πιγμέντου	=	πιγμέντο
πιγμέντων	=	πιγμέντο
πιγουνιού	=	πιγούνι
πιγουνιών	=	πιγούνι
πιγούνι	noun	το κάτω μέρος του σαγονιού
πιγούνια	=	πιγούνι
πιδάκιζα	=	πιδακίζω
πιδάκιζαν	=	πιδακίζω
πιδάκιζε	=	πιδακίζω
πιδάκιζες	=	πιδακίζω
πιδάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδάκισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιδακίζω
πιδάκων	=	πίδακας
πιδέξια	=	πιδέξιος
πιδέξιας	=	πιδέξιος
πιδέξιε	=	πιδέξιος
πιδέξιες	=	πιδέξιος
πιδέξιο	=	πιδέξιος
πιδέξιοι	=	πιδέξιος
πιδέξιος	adj|vulgar	άλλη μορφή του επιδέξιος
πιδέξιου	=	πιδέξιος
πιδέξιους	=	πιδέξιος
πιδέξιων	=	πιδέξιος
πιδακίζαμε	=	πιδακίζω
πιδακίζαν	=	πιδακίζω
πιδακίζανε	=	πιδακίζω
πιδακίζατε	=	πιδακίζω
πιδακίζει	=	πιδακίζω
πιδακίζεις	=	πιδακίζω
πιδακίζετε	=	πιδακίζω
πιδακίζοντας	=	πιδακίζω
πιδακίζουμε	=	πιδακίζω
πιδακίζουν	=	πιδακίζω
πιδακίζουνε	=	πιδακίζω
πιδακίζω	verb	για το νερό που αναβλύζει σχηματίζοντας πίδακα
πιδακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσαν	=	πιδακίζω
πιδακίσανε	=	πιδακίζω
πιδακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσματα	=	πιδάκισμα
πιδακίσματος	=	πιδάκισμα
πιδακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιδακίζω
πιδακισμάτων	=	πιδάκισμα
πιδακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιδακισμένο
πιδακισμένε	verb	κλητική ενικού του πιδακισμένος
πιδακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιδακισμένη
πιδακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιδακισμένος
πιδακισμένης	verb	γενική ενικού του πιδακισμένη
πιδακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιδακισμένος
πιδακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιδακισμένος
πιδακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιδακισμένος
πιδακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιδακισμένος
πιδακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιδακισμένος
πιδεξιοσυνών	=	πιδεξιοσύνη
πιδεξιοσύνες	=	πιδεξιοσύνη
πιδεξιοσύνη	noun|vulgar	άλλη μορφή του επιδεξιοσύνη
πιδεξιοσύνης	=	πιδεξιοσύνη
πιε	abbrev	η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα
πιείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
πιεζοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρικό
πιεζοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρική
πιεζοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του πιεζοηλεκτρική
πιεζοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρικός	adj	που αναφέρεται στον πιεζοηλεκτρισμό, στην δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση
πιεζοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρικός
πιεζοηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του πιεζοηλεκτρισμός
πιεζοηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρισμός
πιεζοηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του πιεζοηλεκτρισμός
πιεζοηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρισμός
πιεζοηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του πιεζοηλεκτρισμός
πιεζοηλεκτρισμός	noun	η δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση
πιεζοηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του πιεζοηλεκτρισμός
πιεζομέτρου	=	πιεζόμετρο
πιεζομέτρων	=	πιεζόμετρο
πιεζομετρία	noun	η μέτρηση της συμπιεστότητας ή της πίεσης ενός υγρού (ή άλλου υλικού)
πιεζομετρίας	=	πιεζομετρία
πιεζομετρίες	=	πιεζομετρία
πιεζομετρικά	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικέ	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικές	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρική	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικής	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικοί	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικού	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικούς	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικό	=	πιεζομετρικός
πιεζομετρικός	adj	που έχει σχέση με την πιεζομετρία ή το πιεζόμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πιεζομετρικών	=	πιεζομετρικός
πιεζομετριών	=	πιεζομετρία
πιεζόμασταν	=	πιέζω
πιεζόμαστε	=	πιέζω
πιεζόμενος	=	πιέζω
πιεζόμετρα	=	πιεζόμετρο
πιεζόμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση της δυνατότητας συμπίεσης υγρών ή αερίων
πιεζόμετρον	noun	πιεζόμετρο
πιεζόμετρου	=	πιεζόμετρο
πιεζόμετρων	=	πιεζόμετρο
πιεζόμουν	=	πιέζω
πιεζόμουνα	=	πιέζω
πιεζόντουσαν	=	πιέζω
πιεζόσασταν	=	πιέζω
πιεζόσαστε	=	πιέζω
πιεζόσουν	=	πιέζω
πιεζόσουνα	=	πιέζω
πιεζόταν	=	πιέζω
πιεζότανε	=	πιέζω
πιει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πίνω
πιεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
πιεμοντέζικα	noun	λατινογενές ιδίωμα που το μιλούν στην περιοχή του Πεδεμοντίου (ΒΔ Ιταλία).
πιεμοντέζικων	=	πιεμοντέζικα
πιενών	=	πιένα
πιερότε	noun	κλητική ενικού του πιερότος
πιερότο	noun	αιτιατική ενικού του πιερότος
πιερότοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιερότος
πιερότος	noun	κλασική φιγούρα υπηρέτη στην παλιά ιταλική κωμωδία
πιερότου	noun	γενική ενικού του πιερότος
πιερότους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιερότος
πιερότων	noun	γενική πληθυντικού του πιερότος
πιες	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
πιεσμένα	=	πιεσμένος
πιεσμένε	=	πιεσμένος
πιεσμένες	=	πιεσμένος
πιεσμένη	=	πιεσμένος
πιεσμένης	=	πιεσμένος
πιεσμένο	=	πιεσμένος
πιεσμένοι	=	πιεσμένος
πιεσμένος	verb	που βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης
πιεσμένου	=	πιεσμένος
πιεσμένους	=	πιεσμένος
πιεσμένων	=	πιεσμένος
πιεσομέτρου	=	πιεσόμετρο
πιεσομέτρων	=	πιεσόμετρο
πιεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιεστός	adv	με πιεστό τρόπο
πιεστέ	adj	κλητική ενικού του πιεστός
πιεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιεστή
πιεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιεστός
πιεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστήκαν	=	πιέζω
πιεστήκανε	=	πιέζω
πιεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστήρα	=	πιεστήρας
πιεστήρας	noun	μηχάνημα που ασκεί πίεση
πιεστήρες	=	πιεστήρας
πιεστήρια	=	πιεστήριο
πιεστήριο	noun	το μηχάνημα με το οποίο συμπιέζουμε ένα σώμα
πιεστήριου	=	πιεστήριο
πιεστήρων	=	πιεστήρας
πιεστής	noun	εργάτης ή τεχνίτης που χειρίζεται το πιεστήριο σε τυπογραφείο	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του πιεστός
πιεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστηρίου	=	πιεστήριο
πιεστηρίων	=	πιεστήριο
πιεστικά	adv	εξασκώντας ψυχολογική πίεση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιεστικό, ουδέτερο του πιεστικός
πιεστικέ	adj	κλητική ενικού του πιεστικός
πιεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιεστική
πιεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιεστικός
πιεστικής	adj	γενική ενικού του πιεστική
πιεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιεστικός
πιεστικοτήτων	=	πιεστικότητα
πιεστικού	adj	γενική ενικού του πιεστικός
πιεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιεστικός
πιεστικό	noun	αντλία που συμβάλλει στην αύξηση της πίεσης του νερού σε υδρευτικό δίκτυο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πιεστικός
πιεστικός	adj	που έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πιεστικότης	noun	η πιεστικότητα
πιεστικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι πιεστικό(ς), η ιδιότητα του πιεστικού
πιεστικότητας	=	πιεστικότητα
πιεστικότητες	=	πιεστικότητα
πιεστικών	adj	γενική πληθυντικού του πιεστικός
πιεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιεστός
πιεστού	adj	γενική ενικού του πιεστός
πιεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστούνε	=	πιέζω
πιεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιεστός
πιεστό	adj	αιτιατική ενικού του πιεστός
πιεστός	adj	που επιδέχεται πίεση, που είναι δυνατόν να πιεστεί
πιεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιέζομαι
πιεστών	adj	γενική πληθυντικού του πιεστός
πιεσόμετρα	=	πιεσόμετρο
πιεσόμετρο	noun	το όργανο με το οποίο κάποιος μετρά την αρτηριακή πίεση
πιεσόμετρον	noun	πιεσόμετρο
πιεσόμετρου	=	πιεσόμετρο
πιεσόμετρων	=	πιεσόμετρο
πιετά	noun	Λατινική ονομασία πολλών αναπαραστάσεων που έχουν ως συγκεκριμένο θέμα την Παναγία με το νεκρό Ιησού Χριστό, μετά τη Σταύρωση
πιετισμέ	=	πιετισμός
πιετισμοί	=	πιετισμός
πιετισμού	=	πιετισμός
πιετισμούς	=	πιετισμός
πιετισμό	=	πιετισμός
πιετισμός	noun	ευσεβισμός
πιετισμών	=	πιετισμός
πιετιστικά	=	πιετιστικός
πιετιστικέ	=	πιετιστικός
πιετιστικές	=	πιετιστικός
πιετιστική	=	πιετιστικός
πιετιστικής	=	πιετιστικός
πιετιστικοί	=	πιετιστικός
πιετιστικού	=	πιετιστικός
πιετιστικούς	=	πιετιστικός
πιετιστικό	=	πιετιστικός
πιετιστικός	adj	ευσεβιστικός
πιετιστικών	=	πιετιστικός
πιετών	noun	γενική πληθυντικού του πιέτα
πιζάμα	noun	άλλη μορφή του πιτζάμα
πιζάμας	=	πιζάμα
πιζάμες	=	πιζάμα
πιζαμών	=	πιζάμα
πιθάρι	noun	το πήλινο σκεύος στο οποίο τοποθετούμε λάδι κλπ.
πιθάρια	=	πιθάρι
πιθήκιζα	=	πιθηκίζω
πιθήκιζαν	=	πιθηκίζω
πιθήκιζε	=	πιθηκίζω
πιθήκιζες	=	πιθηκίζω
πιθήκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθήκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθήκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθήκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθήκου	noun	γενική ενικού του πίθηκος
πιθήκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πίθηκος
πιθήκων	noun	γενική πληθυντικού του πίθηκος
πιθαμές	=	πιθαμή
πιθαμή	noun	ανθρωπομετρική μονάδα μήκους, η απόσταση ανάμεσα στα άκρα των τεντωμένων δακτύλων αντίχειρα και μικρού (ίση με 18 εκατοστά περίπου).
πιθαμής	=	πιθαμή
πιθαμφορέα	=	πιθαμφορέας
πιθαμφορέας	noun	αποθηκευτικό αγγείο από την Κρήτη της μινωικής περιόδου το οποίο συνδύαζε τα χαρακτηριστικά του αμφορέα (λαβές, λαιμό) και το μέγεθος του πίθου
πιθαμφορέων	=	πιθαμφορέας
πιθαμφορείς	=	πιθαμφορέας
πιθαμών	=	πιθαμή
πιθανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιθανός	adv	με πιθανό τρόπο
πιθανέ	adj	κλητική ενικού του πιθανός
πιθανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανή
πιθανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανός
πιθανής	adj	γενική ενικού του πιθανή
πιθανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανικό
πιθανικέ	adj	κλητική ενικού του πιθανικός
πιθανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανική
πιθανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανικός
πιθανικής	adj	γενική ενικού του πιθανική
πιθανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανικός
πιθανικού	adj	γενική ενικού του πιθανικός
πιθανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθανικός
πιθανικό	adj	αιτιατική ενικού του πιθανικός
πιθανικός	adj|rare	πιθανοφανής, ευλογοφανής
πιθανικών	adj	γενική πληθυντικού του πιθανικός
πιθανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανός
πιθανοθεωρία	noun	η θεωρία πιθανοτήτων
πιθανοθεωρίας	=	πιθανοθεωρία
πιθανοθεωρίες	=	πιθανοθεωρία
πιθανοθεωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανοθεωρητικό
πιθανοθεωρητικέ	adj	κλητική ενικού του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανοθεωρητική
πιθανοθεωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωρητικής	adj	γενική ενικού του πιθανοθεωρητική
πιθανοθεωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωρητικού	adj	γενική ενικού του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωρητικός	adj	πιθανοτικός
πιθανοθεωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του πιθανοθεωρητικός
πιθανοθεωριών	=	πιθανοθεωρία
πιθανοκρατία	noun	πιθανισμός ερμηνευμένος μέσω παλαιότερων φιλοσοφικών και θρησκευτικών ρευμάτων (όταν δεν είχε ολοκληρωθεί το φάσμα πιθανοθεωριών [συχνοτισμός, μπεϋζιανισμός κτλ.])
πιθανοκρατίας	noun	γενική ενικού του πιθανοκρατία
πιθανοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανοκρατία
πιθανοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του πιθανοκρατία
πιθανολογήθηκα	=	πιθανολογώ
πιθανολογήθηκαν	=	πιθανολογώ
πιθανολογήθηκε	=	πιθανολογώ
πιθανολογήθηκες	=	πιθανολογώ
πιθανολογήματα	=	πιθανολόγημα
πιθανολογήματος	=	πιθανολόγημα
πιθανολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσαν	=	πιθανολογώ
πιθανολογήσανε	=	πιθανολογώ
πιθανολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσου	=	πιθανολογώ
πιθανολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσουνε	=	πιθανολογώ
πιθανολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολογία	noun	σπέκουλα
πιθανολογίας	noun	γενική ενικού του πιθανολογία
πιθανολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανολογία
πιθανολογεί	=	πιθανολογώ
πιθανολογείς	=	πιθανολογώ
πιθανολογείσαι	=	πιθανολογώ
πιθανολογείστε	=	πιθανολογώ
πιθανολογείται	=	πιθανολογώ
πιθανολογείτε	=	πιθανολογώ
πιθανολογείτο	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθήκαμε	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθήκαν	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθήκανε	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθήκατε	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθεί	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθείς	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθείτε	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθούμε	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθούν	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθούνε	=	πιθανολογώ
πιθανολογηθώ	=	πιθανολογώ
πιθανολογημάτων	=	πιθανολόγημα
πιθανολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανολογημένο
πιθανολογημένε	verb	κλητική ενικού του πιθανολογημένος
πιθανολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανολογημένη
πιθανολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανολογημένος
πιθανολογημένης	verb	γενική ενικού του πιθανολογημένη
πιθανολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιθανολογημένος
πιθανολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανολογημένος
πιθανολογημένος	=	πιθανολογώ
πιθανολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιθανολογημένος
πιθανολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιθανολογημένος
πιθανολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιθανολογημένος
πιθανολογικά	=	πιθανολογικός
πιθανολογικέ	=	πιθανολογικός
πιθανολογικές	=	πιθανολογικός
πιθανολογική	=	πιθανολογικός
πιθανολογικής	=	πιθανολογικός
πιθανολογικοί	=	πιθανολογικός
πιθανολογικού	=	πιθανολογικός
πιθανολογικούς	=	πιθανολογικός
πιθανολογικό	=	πιθανολογικός
πιθανολογικός	adj	ο σχετικός με αβάσιμες υποθέσεις
πιθανολογικών	=	πιθανολογικός
πιθανολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πιθανολογία
πιθανολογούμαι	=	πιθανολογώ
πιθανολογούμασταν	=	πιθανολογώ
πιθανολογούμαστε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούμε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούμενος	=	πιθανολογώ
πιθανολογούμουν	=	πιθανολογώ
πιθανολογούμουνα	=	πιθανολογώ
πιθανολογούν	=	πιθανολογώ
πιθανολογούνε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούνται	=	πιθανολογώ
πιθανολογούνταν	=	πιθανολογώ
πιθανολογούντο	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσα	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσαμε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσαν	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσανε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσατε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσε	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσες	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσουν	=	πιθανολογώ
πιθανολογούσουνα	=	πιθανολογώ
πιθανολογώ	verb	κάνω πιθανές υποθέσεις για ένα θέμα, εικάζω
πιθανολογώντας	=	πιθανολογώ
πιθανολόγημα	noun	άποψη βασισμένη σε ανεπαρκή δεδομένα, χωρίς βεβαιότητα
πιθανολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθανολογώ
πιθανοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του πιθανότητα
πιθανοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανοτικό
πιθανοτικέ	adj	κλητική ενικού του πιθανοτικός
πιθανοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανοτική
πιθανοτική	noun	η θεωρία πιθανοτήτωνhttp://el.science.wikia.com/wiki/%CE%A0%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE, η πιθανοτική θεωρία, η πιθανοθεωρίαhttp://el.science.wikia.com/wiki/%CE%A0%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανοτικός
πιθανοτικής	adj	γενική ενικού του πιθανοτική
πιθανοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανοτικός
πιθανοτικού	adj	γενική ενικού του πιθανοτικός
πιθανοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθανοτικός
πιθανοτικό	adj	αιτιατική ενικού του πιθανοτικός
πιθανοτικός	adj	σχετικός με τις πιθανότητες, που αφορά δυνητικά εφικτό εύρος μελλοντικών εκδοχών γεγονότος, αφορά εύρος πιθανών εκβάσεων βάσει αλγορίθμου ή βάσει συμπεράσματος από προηγούμενα αντίστοιχα γεγονότα, ο βασισμένος στη θεωρία πιθανοτήτων
πιθανοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πιθανοτικός
πιθανοφάνεια	noun	πιθανότητα εμφάνισης
πιθανοφάνειας	=	πιθανοφάνεια
πιθανοφάνειες	=	πιθανοφάνεια
πιθανοφανές	=	πιθανοφανής
πιθανοφανή	=	πιθανοφανής
πιθανοφανής	adj|formal	ευλογοφανής, πιθανικός
πιθανοφανείς	=	πιθανοφανής
πιθανοφανειών	=	πιθανοφάνεια
πιθανοφανούς	=	πιθανοφανής
πιθανοφανών	=	πιθανοφανής
πιθανού	adj	γενική ενικού του πιθανός
πιθανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθανός
πιθανό	adj	αιτιατική ενικού του πιθανός
πιθανόν	adv	ενδεχομένως, ίσως
πιθανός	adj	ενδεχόμενος, που έχει πιθανότητες να συμβεί
πιθανότατα	adv	κατά πάσα πιθανότητα, το πιθανότερο από όλα είναι να... ή ότι θα...
πιθανότατε	adj	κλητική ενικού του πιθανότατος
πιθανότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανότατη
πιθανότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανότατος
πιθανότατης	adj	γενική ενικού του πιθανότατη
πιθανότατο	adj	αιτιατική ενικού του πιθανότατος
πιθανότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανότατος
πιθανότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του πιθανός
πιθανότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιθανότατος
πιθανότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθανότατος
πιθανότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιθανότατος
πιθανότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανότερο
πιθανότερε	adj	κλητική ενικού του πιθανότερος
πιθανότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανότερη
πιθανότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθανότερος
πιθανότερης	adj	γενική ενικού του πιθανότερη
πιθανότερο	adj	αιτιατική ενικού του πιθανότερος
πιθανότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθανότερος
πιθανότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του πιθανός
πιθανότερου	adj	γενική ενικού του πιθανότερος
πιθανότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθανότερος
πιθανότερων	adj	γενική πληθυντικού του πιθανότερος
πιθανότητα	noun	μέτρο πραγματοποίησης ενός ενδεχομένου• ποσοστό ισχύος της δυνητικότητας πραγμάτωσης.
πιθανότητας	noun	γενική ενικού του πιθανότητα
πιθανότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθανότητα
πιθανών	adj	γενική πληθυντικού του πιθανός
πιθανώς	adv|formal	ενδεχομένως, ίσως
πιθαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πιθαράς
πιθαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθαράς
πιθαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθαράδικο
πιθαράδικο	noun	εργαστήριο στο οποίο κατασκευάζονται ή πωλούνται πιθάρια
πιθαράδικου	noun	γενική ενικού του πιθαράδικο
πιθαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του πιθαράδικο
πιθαράδων	noun	γενική πληθυντικού του πιθαράς
πιθαράκι	noun	υποκοριστικό του πιθάρι
πιθαράκια	=	πιθαράκι
πιθαράς	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει πιθάρια
πιθαριού	=	πιθάρι
πιθαριών	=	πιθάρι
πιθηκάκι	noun	μικρός πίθηκος
πιθηκάκια	=	πιθηκάκι
πιθηκάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκάνθρωπος	noun|dated	που ανήκει στο γένος Πιθηκάνθρωπος (Pithecanthropus) της οικογένειας Hominidae (Ανθρωπίδες)
πιθηκάνθρωπου	noun	γενική ενικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκάνθρωπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκάνθρωπων	noun	γενική πληθυντικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκίζαμε	=	πιθηκίζω
πιθηκίζαν	=	πιθηκίζω
πιθηκίζανε	=	πιθηκίζω
πιθηκίζατε	=	πιθηκίζω
πιθηκίζει	=	πιθηκίζω
πιθηκίζεις	=	πιθηκίζω
πιθηκίζετε	=	πιθηκίζω
πιθηκίζοντας	=	πιθηκίζω
πιθηκίζουμε	=	πιθηκίζω
πιθηκίζουν	=	πιθηκίζω
πιθηκίζουνε	=	πιθηκίζω
πιθηκίζω	verb	μιμούμαι κάποιον ή κάτι κατά τρόπο άκριτο και αδέξιο
πιθηκίνα	noun	θηλυκός πίθηκος
πιθηκίνας	=	πιθηκίνα
πιθηκίνες	=	πιθηκίνα
πιθηκίνων	=	πιθηκίνα
πιθηκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσαν	=	πιθηκίζω
πιθηκίσανε	=	πιθηκίζω
πιθηκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσια	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιας	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιε	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιες	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιο	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιοι	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιος	adj	που έχει σχέση με πίθηκο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή μοιάζει μ’ αυτόν
πιθηκίσιου	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιους	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσιων	=	πιθηκίσιος
πιθηκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιθηκίζω
πιθηκανθρώπου	noun	γενική ενικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του πιθηκάνθρωπος
πιθηκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθηκικό
πιθηκικέ	adj	κλητική ενικού του πιθηκικός
πιθηκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθηκική
πιθηκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθηκικός
πιθηκικής	adj	γενική ενικού του πιθηκική
πιθηκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθηκικός
πιθηκικού	adj	γενική ενικού του πιθηκικός
πιθηκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιθηκικός
πιθηκικό	adj	αιτιατική ενικού του πιθηκικός
πιθηκικός	adj	που έχει σχέση με πίθηκο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή μοιάζει μ’ αυτόν
πιθηκικών	adj	γενική πληθυντικού του πιθηκικός
πιθηκισμέ	noun	κλητική ενικού του πιθηκισμός
πιθηκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθηκισμένο
πιθηκισμένε	verb	κλητική ενικού του πιθηκισμένος
πιθηκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθηκισμένη
πιθηκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθηκισμένος
πιθηκισμένης	verb	γενική ενικού του πιθηκισμένη
πιθηκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιθηκισμένος
πιθηκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθηκισμένος
πιθηκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιθηκισμένος
πιθηκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιθηκισμένος
πιθηκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιθηκισμένος
πιθηκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθηκισμός
πιθηκισμού	noun	γενική ενικού του πιθηκισμός
πιθηκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιθηκισμός
πιθηκισμό	noun	αιτιατική ενικού του πιθηκισμός
πιθηκισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιθηκίζω
πιθηκισμών	noun	γενική πληθυντικού του πιθηκισμός
πιθηκοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πιθηκοειδής
πιθηκοειδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιθηκοειδής
πιθηκοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με πίθηκο, που του μοιάζει, που έχει παρόμοια χαρακτηριστικά
πιθηκοειδείς	=	πιθηκοειδής
πιθηκοειδούς	=	πιθηκοειδής
πιθηκοειδών	=	πιθηκοειδής
πιθηκομούρα	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρας	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρες	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρη	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρηδες	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρηδων	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρης	adj|figurative	ο ασχημομούρης, ο δύσμορφος
πιθηκομούρικα	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρικο	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρικου	=	πιθηκομούρης
πιθηκομούρικων	=	πιθηκομούρης
πιθηκόμορφα	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφε	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφες	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφη	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφης	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφο	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφοι	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφος	adj|formal	άλλη μορφή του πιθηκοειδής
πιθηκόμορφου	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφους	=	πιθηκόμορφος
πιθηκόμορφων	=	πιθηκόμορφος
πιθυμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθυμημένο
πιθυμημένε	verb	κλητική ενικού του πιθυμημένος
πιθυμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθυμημένη
πιθυμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθυμημένος
πιθυμημένης	verb	γενική ενικού του πιθυμημένη
πιθυμημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιθυμημένος
πιθυμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθυμημένος
πιθυμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιθυμημένος
πιθυμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιθυμημένος
πιθυμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιθυμημένος
πιθυμιά	noun	άλλη μορφή του επιθυμία
πιθυμιάς	=	πιθυμιά
πιθυμιές	=	πιθυμιά
πιθυμιών	=	πιθυμιά
πιθυμώ	verb	επιθυμώ
πιθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιθυμάω / (πιθυμώ)
πιθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθωμένο
πιθωμένε	verb	κλητική ενικού του πιθωμένος
πιθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιθωμένη
πιθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιθωμένος
πιθωμένης	verb	γενική ενικού του πιθωμένη
πιθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιθωμένος
πιθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιθωμένος
πιθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιθωμένος
πιθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιθωμένος
πιθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιθωμένος
πιθώνω	verb	άλλη μορφή του απιθώνω
πικάντικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικάντικο
πικάντικε	adj	κλητική ενικού του πικάντικος
πικάντικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικάντικη
πικάντικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικάντικος
πικάντικης	adj	γενική ενικού του πικάντικη
πικάντικο	adj	αιτιατική ενικού του πικάντικος
πικάντικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικάντικος
πικάντικος	adj	που έχει έντονη γεύση, αλλά όχι πολύ καυτερή
πικάντικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικάντικος
πικάντικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικάντικος
πικάντικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικάντικος
πικάπ	noun	ηλεκτρικό γραμμόφωνο
πικάραμε	=	πικάρω
πικάραν	=	πικάρω
πικάρανε	=	πικάρω
πικάρατε	=	πικάρω
πικάρει	=	πικάρω
πικάρεις	=	πικάρω
πικάρεσαι	=	πικάρω
πικάρεστε	=	πικάρω
πικάρεται	=	πικάρω
πικάρετε	=	πικάρω
πικάρισα	=	πικάρω
πικάρισαν	=	πικάρω
πικάρισε	=	πικάρω
πικάρισες	=	πικάρω
πικάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού πικάρω
πικάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πικάρω
πικάρονται	=	πικάρω
πικάρονταν	=	πικάρω
πικάροντας	=	πικάρω
πικάρου	=	πικάρω
πικάρουμε	=	πικάρω
πικάρουν	=	πικάρω
πικάρουνε	=	πικάρω
πικάρω	verb	κάνω κάποιον να ενοχληθεί ή να οργιστεί με τα λόγια ή τις πράξεις μου
πικέ	adj	ύφασμα με βαθουλώματα και εξογκώματα σε μοτίβο
πικέδες	=	πικές
πικέδων	=	πικές
πικές	noun	μορφή του άκλιτου πικέ
πικέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικέτο
πικέτο	noun	είδος χαρτοπαίγνιου με μπάζες
πικέτου	noun	γενική ενικού του πικέτο
πικέτων	noun	γενική πληθυντικού του πικέτο
πικαρίζω	verb|rare	άλλη μορφή του πικάρω
πικαρίσαμε	=	πικάρω
πικαρίσαν	=	πικάρω
πικαρίσανε	=	πικάρω
πικαρίσατε	=	πικάρω
πικαρίσει	=	πικάρω
πικαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικάρισμα
πικαρίσματος	noun	γενική ενικού του πικάρισμα
πικαρίσου	=	πικάρω
πικαρίστε	=	πικάρω
πικαρίστηκα	=	πικάρω
πικαρίστηκαν	=	πικάρω
πικαρίστηκε	=	πικάρω
πικαρίστηκες	=	πικάρω
πικαριζόμασταν	=	πικάρω
πικαριζόμαστε	=	πικάρω
πικαριζόμουν	=	πικάρω
πικαριζόμουνα	=	πικάρω
πικαριζόντουσαν	=	πικάρω
πικαριζόσασταν	=	πικάρω
πικαριζόσαστε	=	πικάρω
πικαριζόσουν	=	πικάρω
πικαριζόσουνα	=	πικάρω
πικαριζόταν	=	πικάρω
πικαριζότανε	=	πικάρω
πικαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πικάρισμα
πικαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικαρισμένο
πικαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πικαρισμένος
πικαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικαρισμένη
πικαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικαρισμένος
πικαρισμένης	verb	γενική ενικού του πικαρισμένη
πικαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πικαρισμένος
πικαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικαρισμένος
πικαρισμένος	=	πικάρω
πικαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικαρισμένος
πικαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πικαρισμένος
πικαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικαρισμένος
πικαριστήκαμε	=	πικάρω
πικαριστήκαν	=	πικάρω
πικαριστήκανε	=	πικάρω
πικαριστήκατε	=	πικάρω
πικαριστεί	=	πικάρω
πικαριστείτε	=	πικάρω
πικετοφορία	noun	πολιτική ή άλλου είδους διαμαρτυρία ή πορεία στην οποία οι συμμετέχοντες κρατούν πλακάτ
πικετοφορίας	noun	γενική ενικού του πικετοφορία
πικετοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικετοφορία
πικετοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του πικετοφορία
πικνίκ	noun	άλλη γραφή του πικ νικ
πικομέτρου	=	πικόμετρο
πικομέτρων	=	πικόμετρο
πικουνιού	=	πικούνι
πικουνιών	=	πικούνι
πικούνι	noun	άλλη μορφή του πεκούνι
πικούνια	=	πικούνι
πικπα	abbrev	προνοιακός φορέας περίθαλψης θυμάτων πολέμου (αρχικά) και παιδιών (μετέπειτα)
πικρά	adv	με πίκρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρό
πικράγγουρα	=	πικράγγουρο
πικράγγουρο	noun	ο καρπός της πικραγγουριάς (με καθαρτικές ιδιότητες)
πικράγγουρου	=	πικράγγουρο
πικράγγουρων	=	πικράγγουρο
πικράδα	noun	το να είναι κάποιος πικρός, η ιδιότητα του πικρού
πικράδας	noun	γενική ενικού του πικράδα
πικράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικράδα
πικράθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικράθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικράθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικράθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικράματα	=	πίκραμα
πικράματος	=	πίκραμα
πικράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράναν	=	πικραίνω
πικράνανε	=	πικραίνω
πικράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνομε	=	πικραίνω
πικράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνουνε	=	πικραίνω
πικράντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνω
πικρέ	adj	κλητική ενικού του πικρός
πικρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρή
πικρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικρός
πικρής	adj	γενική ενικού του πικρή
πικρία	noun	συναίσθημα θλίψης, λύπη, δυσαρέσκειας κ.λπ.
πικρίας	noun	γενική ενικού του πικρία
πικρίδα	noun	άλλη μορφή του πικραλίδα
πικρίδας	=	πικρίδα
πικρίδες	=	πικρίδα
πικρίδων	=	πικρίδα
πικρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρία
πικρίζαμε	=	πικρίζω
πικρίζαν	=	πικρίζω
πικρίζανε	=	πικρίζω
πικρίζατε	=	πικρίζω
πικρίζει	=	πικρίζω
πικρίζεις	=	πικρίζω
πικρίζετε	=	πικρίζω
πικρίζοντας	=	πικρίζω
πικρίζουμε	=	πικρίζω
πικρίζουν	=	πικρίζω
πικρίζουνε	=	πικρίζω
πικρίζω	verb	έχω μια ελαφρώς πικρή γεύση
πικρίλα	noun	το να είναι κάτι πικρό και να αφήνει πικρή γεύση
πικρίλας	noun	γενική ενικού του πικρίλα
πικρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρίλα
πικρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσαν	=	πικρίζω
πικρίσανε	=	πικρίζω
πικρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίκρισμα
πικρίσματος	noun	γενική ενικού του πίκρισμα
πικρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικρίζω
πικραίναμε	=	πικραίνω
πικραίναν	=	πικραίνω
πικραίνανε	=	πικραίνω
πικραίνατε	=	πικραίνω
πικραίνει	=	πικραίνω
πικραίνεις	=	πικραίνω
πικραίνεσαι	=	πικραίνομαι
πικραίνεστε	=	πικραίνομαι
πικραίνεται	=	πικραίνομαι
πικραίνετε	=	πικραίνω
πικραίνομαι	verb	νιώθω μια μεγάλη πίκρα
πικραίνομε	=	πικραίνω
πικραίνονται	=	πικραίνομαι
πικραίνονταν	=	πικραίνομαι
πικραίνοντας	=	πικραίνω
πικραίνου	=	πικραίνομαι
πικραίνουμε	=	πικραίνω
πικραίνουν	=	πικραίνω
πικραίνουνε	=	πικραίνω
πικραίνω	verb|figurative	κάνω κάποιον να λυπάται ή να στενοχωριέται
πικραγγουριά	noun	το φυτό με την επιστημονική ονομασία Ecballium elaterium, μέλος της οικογένειας των αγγουριών
πικραγγουριάς	noun	γενική ενικού του πικραγγουριά
πικραγγουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικραγγουριά
πικραγγουριών	=	πικραγγουριά
πικραθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθήκαν	=	πικραίνομαι
πικραθήκανε	=	πικραίνομαι
πικραθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραθούνε	=	πικραίνω
πικραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πικραίνομαι
πικραινόμασταν	=	πικραίνομαι
πικραινόμαστε	=	πικραίνομαι
πικραινόμουν	=	πικραίνομαι
πικραινόμουνα	=	πικραίνομαι
πικραινόντουσαν	=	πικραίνομαι
πικραινόσασταν	=	πικραίνομαι
πικραινόσαστε	=	πικραίνομαι
πικραινόσουν	=	πικραίνομαι
πικραινόσουνα	=	πικραίνομαι
πικραινόταν	=	πικραίνομαι
πικραινότανε	=	πικραίνομαι
πικραλίδα	noun	ποώδες άγριο φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες (το Taraxacum officinale ή το Cichorium intybus)
πικραλίδας	=	πικραλίδα
πικραλίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικραλίδα
πικραλίδων	=	πικραλίδα
πικραμάτων	=	πίκραμα
πικραμένα	=	πικραμένος
πικραμένε	=	πικραμένος
πικραμένες	=	πικραμένος
πικραμένη	=	πικραμένος
πικραμένης	=	πικραμένος
πικραμένο	=	πικραμένος
πικραμένοι	=	πικραμένος
πικραμένος	verb	που έχει πικραθεί
πικραμένου	=	πικραμένος
πικραμένους	=	πικραμένος
πικραμένων	=	πικραμένος
πικραμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικραμός
πικραμού	noun	γενική ενικού του πικραμός
πικραμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πικραμός
πικραμυγδαλέλαιον	noun	πικραμυγδαλόλαδο
πικραμυγδαλιά	noun	αμυγδαλιά που βγάζει πικραμύγδαλα
πικραμυγδαλιάς	noun	γενική ενικού του πικραμυγδαλιά
πικραμυγδαλιές	=	πικραμυγδαλιά
πικραμυγδαλιών	=	πικραμυγδαλιά
πικραμυγδαλόλαδα	=	πικραμυγδαλόλαδο
πικραμυγδαλόλαδο	noun	λάδι από πικραμύγδαλα
πικραμυγδαλόλαδου	=	πικραμυγδαλόλαδο
πικραμυγδαλόλαδων	=	πικραμυγδαλόλαδο
πικραμό	noun	αιτιατική ενικού του πικραμός
πικραμός	noun|figurative	η πίκρα
πικραμύγδαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικραμύγδαλο
πικραμύγδαλο	noun	είδος πικρού αμύγδαλου, καρπός της πικραμυγδαλιάς
πικραμύγδαλου	noun	γενική ενικού του πικραμύγδαλο
πικραμύγδαλων	noun	γενική πληθυντικού του πικραμύγδαλο
πικραμών	noun	γενική πληθυντικού του πικραμός
πικραναστέναζα	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναζαν	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναζε	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναζες	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναξα	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναξαν	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναξε	=	πικραναστενάζω
πικραναστέναξες	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζαμε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζαν	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζανε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζατε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζει	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζεις	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζετε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζοντας	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζουμε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζουν	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζουνε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάζω	verb	αναστενάζω γεμάτος πίκρα
πικραναστενάξαμε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάξαν	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάξανε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάξατε	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάξει	=	πικραναστενάζω
πικραναστενάξτε	=	πικραναστενάζω
πικραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικραντικό
πικραντικέ	adj	κλητική ενικού του πικραντικός
πικραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικραντική
πικραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικραντικός
πικραντικής	adj	γενική ενικού του πικραντική
πικραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικραντικός
πικραντικού	adj	γενική ενικού του πικραντικός
πικραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικραντικός
πικραντικό	adj	αιτιατική ενικού του πικραντικός
πικραντικός	adj	που δίνει πικρή γεύση σε κάτι, πικραίνει κάτι
πικραντικών	adj	γενική πληθυντικού του πικραντικός
πικρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρικό
πικρικέ	adj	κλητική ενικού του πικρικός
πικρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρική
πικρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικρικός
πικρικής	adj	γενική ενικού του πικρική
πικρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικρικός
πικρικού	adj	γενική ενικού του πικρικός
πικρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικρικός
πικρικό	adj	αιτιατική ενικού του πικρικός
πικρικός	adj	που έχει σχέση με το πικρικό οξύ ή αναφέρεται σ’ αυτό
πικρικών	adj	γενική πληθυντικού του πικρικός
πικρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πίκρισμα
πικρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρισμένο
πικρισμένε	verb	κλητική ενικού του πικρισμένος
πικρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρισμένη
πικρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικρισμένος
πικρισμένης	verb	γενική ενικού του πικρισμένη
πικρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πικρισμένος
πικρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικρισμένος
πικρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικρισμένος
πικρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πικρισμένος
πικρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικρισμένος
πικριών	noun	γενική πληθυντικού του πικρία
πικροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικρός
πικροαίματα	=	πικροαίματος
πικροαίματε	=	πικροαίματος
πικροαίματες	=	πικροαίματος
πικροαίματη	=	πικροαίματος
πικροαίματης	=	πικροαίματος
πικροαίματο	=	πικροαίματος
πικροαίματοι	=	πικροαίματος
πικροαίματος	adj	που έχει δύστροπο χαρακτήρα, στριμμένος, στρυφνός, αντιπαθητικός
πικροαίματου	=	πικροαίματος
πικροαίματους	=	πικροαίματος
πικροαίματων	=	πικροαίματος
πικροβάσανα	noun|literary	τα βάσανα που προκαλούν πίκρες
πικροβάσανων	=	πικροβάσανα
πικροβασάνων	=	πικροβάσανα
πικροδάφνες	=	πικροδάφνη
πικροδάφνη	noun	αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Nerium oleander) με λογχοειδή σκουροπράσινα φύλλα και ροδαλά άνθη· όλα τα μέρη της είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη
πικροδάφνης	=	πικροδάφνη
πικροδαφνών	=	πικροδάφνη
πικροθάλασσα	noun	η θάλασσα για τους καημούς που δίνει στις οικογένειες των ναυτικών ή των ψαράδων, όταν αυτοί ξανοίγονται μα εξαιτίας τρικυμίας δεν γυρίζουν ποτέ πια πίσω
πικροθάλασσας	=	πικροθάλασσα
πικροθάλασσες	=	πικροθάλασσα
πικροθαλασσών	=	πικροθάλασσα
πικροθρήνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικροθρήνητο
πικροθρήνητε	adj	κλητική ενικού του πικροθρήνητος
πικροθρήνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικροθρήνητη
πικροθρήνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικροθρήνητος
πικροθρήνητης	adj	γενική ενικού του πικροθρήνητη
πικροθρήνητο	adj	αιτιατική ενικού του πικροθρήνητος
πικροθρήνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικροθρήνητος
πικροθρήνητος	adj	που τον έχουν θρηνήσει πικρά, πολύ έντονα, που τον έκλαψαν γοερά και από βάθος καρδιάς
πικροθρήνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικροθρήνητος
πικροθρήνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικροθρήνητος
πικροθρήνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικροθρήνητος
πικροκάρδιζα	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδιζαν	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδιζε	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδιζες	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδισα	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδισαν	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδισε	=	πικροκαρδίζω
πικροκάρδισες	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζαμε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζαν	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζανε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζατε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζει	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζεις	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζετε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζοντας	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζουμε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζουν	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζουνε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίζω	verb	πικραίνω κάποιον, τον θλίβω, τον στενοχωρώ
πικροκαρδίσαμε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίσαν	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίσανε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίσατε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίσει	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδίστε	=	πικροκαρδίζω
πικροκαρδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικροκαρδισμένο
πικροκαρδισμένε	verb	κλητική ενικού του πικροκαρδισμένος
πικροκαρδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικροκαρδισμένη
πικροκαρδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικροκαρδισμένος
πικροκαρδισμένης	verb	γενική ενικού του πικροκαρδισμένη
πικροκαρδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πικροκαρδισμένος
πικροκαρδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικροκαρδισμένος
πικροκαρδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικροκαρδισμένος
πικροκαρδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πικροκαρδισμένος
πικροκαρδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικροκαρδισμένος
πικροκυματούσα	noun|literary	που με τα κύματα και τις τρικυμίες προξενεί πίκρες και βάσανα
πικροκυματούσας	=	πικροκυματούσα
πικροκυματούσες	=	πικροκυματούσα
πικροκυματούσων	=	πικροκυματούσα
πικρομάρουλα	=	πικρομάρουλο
πικρομάρουλο	noun	η πικραλίδα
πικρομάρουλου	=	πικρομάρουλο
πικρομάρουλων	=	πικρομάρουλο
πικροπηγές	=	πικροπηγή
πικροπηγή	noun	πηγή με πικρό νερό
πικροπηγής	=	πικροπηγή
πικροπηγών	=	πικροπηγή
πικροράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικροράδικο
πικροράδικο	noun	η πικραλίδα
πικροράδικου	noun	γενική ενικού του πικροράδικο
πικροράδικων	noun	γενική πληθυντικού του πικροράδικο
πικροτήτων	=	πικρότητα
πικρού	adj	γενική ενικού του πικρός
πικρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικρός
πικρούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρούτσικο
πικρούτσικε	adj	κλητική ενικού του πικρούτσικος
πικρούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρούτσικη
πικρούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικρούτσικος
πικρούτσικης	adj	γενική ενικού του πικρούτσικη
πικρούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του πικρούτσικος
πικρούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικρούτσικος
πικρούτσικος	adj	κάπως πικρός
πικρούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικρούτσικος
πικρούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικρούτσικος
πικρούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικρούτσικος
πικρό	adj	αιτιατική ενικού του πικρός	noun	μια από τις πέντε βασικές γεύσεις
πικρόγελα	=	πικρόγελο
πικρόγελο	noun|literary	το γέλιο που φανερώνει (ή υποκρύπτει) πίκρα
πικρόγελου	=	πικρόγελο
πικρόγελων	=	πικρόγελο
πικρόγλυκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρόγλυκο
πικρόγλυκε	adj	κλητική ενικού του πικρόγλυκος
πικρόγλυκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρόγλυκη
πικρόγλυκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικρόγλυκος
πικρόγλυκης	adj	γενική ενικού του πικρόγλυκη
πικρόγλυκο	adj	αιτιατική ενικού του πικρόγλυκος
πικρόγλυκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικρόγλυκος
πικρόγλυκος	adj|figurative	συνώνυμο του γλυκόπικρος
πικρόγλυκου	adj	γενική ενικού του πικρόγλυκος
πικρόγλυκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικρόγλυκος
πικρόγλυκων	adj	γενική πληθυντικού του πικρόγλυκος
πικρόγλωσσα	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσε	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσες	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσση	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσης	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσο	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσοι	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσος	adj|figurative	που με τα λόγια του πικραίνει, θλίβει ή θίγει κάποιον
πικρόγλωσσου	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσους	=	πικρόγλωσσος
πικρόγλωσσων	=	πικρόγλωσσος
πικρόκαρδος	adj|literary	που έχει κακή, πικρή διάθεση, που η καρδιά του είναι γεμάτη πικρία, που τον έχουν πικροδαρδίσει
πικρόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρόλογο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πικρόλογος
πικρόλογε	=	πικρόλογος
πικρόλογες	=	πικρόλογος
πικρόλογη	=	πικρόλογος
πικρόλογης	=	πικρόλογος
πικρόλογο	noun	κουβέντα που πικραίνει
πικρόλογοι	=	πικρόλογος
πικρόλογος	adj	για λόγια που πικραίνουν, όταν λέγονται
πικρόλογου	=	πικρόλογος
πικρόλογους	=	πικρόλογος
πικρόλογων	=	πικρόλογος
πικρός	adj	που η γεύση του είναι δριμεία και (συχνά) δυσάρεστη
πικρότατα	=	πικρός
πικρότατε	=	πικρός
πικρότατες	=	πικρός
πικρότατη	=	πικρός
πικρότατης	=	πικρός
πικρότατο	=	πικρός
πικρότατοι	=	πικρός
πικρότατος	=	πικρός
πικρότατου	=	πικρός
πικρότατους	=	πικρός
πικρότατων	=	πικρός
πικρότερα	=	πικρός
πικρότερε	=	πικρός
πικρότερες	=	πικρός
πικρότερη	=	πικρός
πικρότερης	=	πικρός
πικρότερο	=	πικρός
πικρότεροι	=	πικρός
πικρότερος	=	πικρός
πικρότερου	=	πικρός
πικρότερους	=	πικρός
πικρότερων	=	πικρός
πικρότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι πικρό(ς), η ιδιότητα του πικρού
πικρότητας	=	πικρότητα
πικρότητες	=	πικρότητα
πικρόχολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πικρόχολος	adv	με πικρόχολο τρόπο
πικρόχολε	adj	κλητική ενικού του πικρόχολος
πικρόχολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικρόχολη
πικρόχολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πικρόχολος
πικρόχολης	adj	γενική ενικού του πικρόχολη
πικρόχολο	adj	αιτιατική ενικού του πικρόχολος
πικρόχολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πικρόχολος
πικρόχολος	adj|figurative	που βγάζει χολή, που στάζει φαρμάκι, που πάντα λέει αρνητικά σχόλια σε κάποιον με σκοπό να πικράνει, να πληγώσει
πικρόχολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πικρόχολος
πικρόχολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πικρόχολος
πικρόχολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πικρόχολος
πικρών	adj	γενική πληθυντικού του πικρός
πικτογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικτόγραμμα
πικτογράμματος	noun	γενική ενικού του πικτόγραμμα
πικτογράφημα	noun	συνώνυμο του πικτόγραμμα & εικονόγραμμα
πικτογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πικτόγραμμα
πικτογραφές	=	πικτογραφή
πικτογραφή	noun	εικονόγραμμα
πικτογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικτογράφημα
πικτογραφήματος	noun	γενική ενικού του πικτογράφημα
πικτογραφής	=	πικτογραφή
πικτογραφία	noun	συνώνυμο του πικτόγραμμα, πικτογράφημα & εικονόγραμμα
πικτογραφίας	noun	γενική ενικού του πικτογραφία
πικτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πικτογραφία
πικτογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πικτογράφημα
πικτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πικτογραφία
πικτογραφών	=	πικτογραφή
πικτόγραμμα	noun	συνώνυμο του εικονόγραμμα
πικόμετρα	=	πικόμετρο
πικόμετρο	noun	υποδιαίρεση του μέτρου, ίσο με 10⁻¹² μέτρα (ένα τρισεκατομμυριοστό του μέτρου)· σύμβολο: pm
πικόμετρου	=	πικόμετρο
πικόμετρων	=	πικόμετρο
πιλάλα	noun	γρήγορο τρέξιμο	adv	τροχάδην
πιλάλαγα	=	πιλαλάω
πιλάλαγαν	=	πιλαλάω
πιλάλαγε	=	πιλαλάω
πιλάλαγες	=	πιλαλάω
πιλάλας	noun	γενική ενικού του πιλάλα
πιλάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλάλα
πιλάλημα	noun|vulgar	γρήγορο και ορμητικό τρέξιμο
πιλάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλάτεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πιλατεύω
πιλάτες	noun	φυσικό σύστημα γυμναστικής αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Ιωσήφ Πιλάτες (Joseph Pilates).
πιλάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλάφι	noun	μαγειρεμένο ρύζι
πιλάφια	=	πιλάφι
πιλάφιζα	=	πιλαφίζω
πιλάφιζαν	=	πιλαφίζω
πιλάφιζε	=	πιλαφίζω
πιλάφιζες	=	πιλαφίζω
πιλάφισα	=	πιλαφίζω
πιλάφισαν	=	πιλαφίζω
πιλάφισε	=	πιλαφίζω
πιλάφισες	=	πιλαφίζω
πιλάφισμα	noun|dated	ωφέλεια, ξεκοκάλισμα (μεταφορικά)
πιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίλημα
πιλήματος	noun	γενική ενικού του πίλημα
πιλίδια	=	πιλίδιο
πιλίδιο	noun|archaic	υποκοριστικό του πίλος
πιλίδιον	=	πιλίδιο
πιλίδιου	=	πιλίδιο
πιλαλά	=	πιλαλάω
πιλαλάγαμε	=	πιλαλάω
πιλαλάγανε	=	πιλαλάω
πιλαλάγατε	=	πιλαλάω
πιλαλάει	=	πιλαλάω
πιλαλάμε	=	πιλαλάω
πιλαλάν	=	πιλαλάω
πιλαλάνε	=	πιλαλάω
πιλαλάς	=	πιλαλάω
πιλαλάτε	=	πιλαλάω
πιλαλάω	verb	άλλη γραφή του πηλαλάω
πιλαλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλάλημα
πιλαλήματος	noun	γενική ενικού του πιλάλημα
πιλαλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσαν	=	πιλαλάω
πιλαλήσανε	=	πιλαλάω
πιλαλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλαλώ
πιλαλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιλάλημα
πιλαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλαλητό
πιλαλητού	noun	γενική ενικού του πιλαλητό
πιλαλητό	noun|vulgar	γρήγορο τρέξιμο, με ορμή
πιλαλητών	noun	γενική πληθυντικού του πιλαλητό
πιλαλούμε	=	πιλαλάω
πιλαλούν	=	πιλαλάω
πιλαλούνε	=	πιλαλάω
πιλαλούσα	=	πιλαλάω
πιλαλούσαμε	=	πιλαλάω
πιλαλούσαν	=	πιλαλάω
πιλαλούσανε	=	πιλαλάω
πιλαλούσατε	=	πιλαλάω
πιλαλούσε	=	πιλαλάω
πιλαλούσες	=	πιλαλάω
πιλαλώ	verb	σπανιότερη μορφή του πιλαλάω
πιλαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιλαλάω / πιλαλώ
πιλατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλάτεμα
πιλατέματος	noun	γενική ενικού του πιλάτεμα
πιλατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιλατεύω
πιλατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιλάτεμα
πιλατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλατεμένο
πιλατεμένε	verb	κλητική ενικού του πιλατεμένος
πιλατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλατεμένη
πιλατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιλατεμένος
πιλατεμένης	verb	γενική ενικού του πιλατεμένη
πιλατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιλατεμένος
πιλατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιλατεμένος
πιλατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιλατεμένος
πιλατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιλατεμένος
πιλατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιλατεμένος
πιλατεύω	verb	έχω στα χέρια μου κάτι και ασχολούμαι για πολλή ώρα μ' αυτό χωρίς συγκεκριμένο σκοπό ή χωρίς αποτέλεσμα
πιλαφά	=	πιλαφάς
πιλαφάδες	=	πιλαφάς
πιλαφάδων	=	πιλαφάς
πιλαφάς	noun|slang	ναύτης που υπηρετεί τη θητεία του
πιλαφίζαμε	=	πιλαφίζω
πιλαφίζαν	=	πιλαφίζω
πιλαφίζανε	=	πιλαφίζω
πιλαφίζατε	=	πιλαφίζω
πιλαφίζει	=	πιλαφίζω
πιλαφίζεις	=	πιλαφίζω
πιλαφίζετε	=	πιλαφίζω
πιλαφίζοντας	=	πιλαφίζω
πιλαφίζουμε	=	πιλαφίζω
πιλαφίζουν	=	πιλαφίζω
πιλαφίζουνε	=	πιλαφίζω
πιλαφίζω	verb	με τις μεταφορικές σημασίες: απομυζώ, ξεζουμίζω, ξεκοκαλίζω, αρμέγω
πιλαφίσαμε	=	πιλαφίζω
πιλαφίσαν	=	πιλαφίζω
πιλαφίσανε	=	πιλαφίζω
πιλαφίσατε	=	πιλαφίζω
πιλαφίσει	=	πιλαφίζω
πιλαφίσματα	=	πιλάφισμα
πιλαφίσματος	=	πιλάφισμα
πιλαφίστε	=	πιλαφίζω
πιλαφιού	=	πιλάφι
πιλαφισμάτων	=	πιλάφισμα
πιλαφιών	=	πιλάφι
πιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πίλημα
πιλιδίου	=	πιλίδιο
πιλιδίων	=	πιλίδιο
πιλοθήκες	=	πιλοθήκη
πιλοθήκη	noun|dated	δοχείο για καπέλα, ώστε να μην λερώνονται ή χαλάνε κατά τη αποθήκευση και μεταφορά τους
πιλοθήκης	=	πιλοθήκη
πιλοθηκών	=	πιλοθήκη
πιλοποιέ	noun	κλητική ενικού του πιλοποιός
πιλοποιία	noun	η κατασκευή καπέλων
πιλοποιίας	noun	γενική ενικού του πιλοποιία
πιλοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοποιία
πιλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοποιείο
πιλοποιείο	noun	εργαστήριο / εργοστάσιο παραγωγής καπέλων
πιλοποιείου	noun	γενική ενικού του πιλοποιείο
πιλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του πιλοποιείο
πιλοποιεῖον	noun	πιλοποιείο
πιλοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του πιλοποιία
πιλοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιλοποιός
πιλοποιού	noun	γενική ενικού του πιλοποιός
πιλοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιλοποιός
πιλοποιό	noun	αιτιατική ενικού του πιλοποιός
πιλοποιός	noun|formal	ο κατασκευαστής καπέλων
πιλοποιών	noun	γενική πληθυντικού του πιλοποιός
πιλοπωλεῖον	noun	κατάστημα που πουλάει καπέλα, καπελάδικο
πιλοπωλών	=	πιλοπώλης
πιλοπώλες	=	πιλοπώλης
πιλοπώλη	=	πιλοπώλης
πιλοπώλης	noun	αυτός που πουλά καπέλα (πίλους)
πιλοτάραμε	=	πιλοτάρω
πιλοτάραν	=	πιλοτάρω
πιλοτάρανε	=	πιλοτάρω
πιλοτάρατε	=	πιλοτάρω
πιλοτάρει	=	πιλοτάρω
πιλοτάρεις	=	πιλοτάρω
πιλοτάρεσαι	=	πιλοτάρω
πιλοτάρεστε	=	πιλοτάρω
πιλοτάρεται	=	πιλοτάρω
πιλοτάρετε	=	πιλοτάρω
πιλοτάριζα	=	πιλοτάρω
πιλοτάριζαν	=	πιλοτάρω
πιλοτάριζε	=	πιλοτάρω
πιλοτάριζες	=	πιλοτάρω
πιλοτάρισα	=	πιλοτάρω
πιλοτάρισαν	=	πιλοτάρω
πιλοτάρισε	=	πιλοτάρω
πιλοτάρισες	=	πιλοτάρω
πιλοτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιλοτάρω
πιλοτάρομαι	=	πιλοτάρω
πιλοτάρονται	=	πιλοτάρω
πιλοτάρονταν	=	πιλοτάρω
πιλοτάροντας	=	πιλοτάρω
πιλοτάρουμε	=	πιλοτάρω
πιλοτάρουν	=	πιλοτάρω
πιλοτάρουνε	=	πιλοτάρω
πιλοτάρω	verb	οδηγώ, κυβερνώ
πιλοτές	=	πιλοτή
πιλοτή	noun	στο ισόγειο ενός κτηρίου ή μιας πολυκατοικίας, ο χώρος αυτός που δεν περιβάλλεται από τοίχους και υπάρχουν μόνο οι κολόνες της οικοδομής
πιλοτήρια	=	πιλοτήριο
πιλοτήριο	noun	ο χώρος που βρίσκονται τα χειριστήρια πλοήγησης, ο πιλότος και ενδεχομένως μέλη του πληρώματος ενός σκάφους: αεροσκάφους, πλοίου κ.λπ.
πιλοτήριου	=	πιλοτήριο
πιλοτής	=	πιλοτή
πιλοτίνα	noun	η πλοηγίδα, το πλοιάριο που μεταφέρει πλοηγό, ή καθοδηγεί πλοία σε όρμους και λιμενικές εγκαταστάσεις
πιλοτίνας	noun	γενική ενικού του πιλοτίνα
πιλοτίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοτίνα
πιλοταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοτάρισμα
πιλοταρίσματος	noun	γενική ενικού του πιλοτάρισμα
πιλοταρίσου	=	πιλοτάρω
πιλοταρίστηκα	=	πιλοτάρω
πιλοταρίστηκαν	=	πιλοτάρω
πιλοταρίστηκε	=	πιλοτάρω
πιλοταρίστηκες	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόμασταν	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόμαστε	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόμουν	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόμουνα	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόντουσαν	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόσασταν	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόσαστε	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόσουν	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόσουνα	=	πιλοτάρω
πιλοταριζόταν	=	πιλοτάρω
πιλοταριζότανε	=	πιλοτάρω
πιλοταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιλοτάρισμα
πιλοταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοταρισμένο
πιλοταρισμένε	verb	κλητική ενικού του πιλοταρισμένος
πιλοταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοταρισμένη
πιλοταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιλοταρισμένος
πιλοταρισμένης	verb	γενική ενικού του πιλοταρισμένη
πιλοταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιλοταρισμένος
πιλοταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιλοταρισμένος
πιλοταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιλοταρισμένος
πιλοταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιλοταρισμένος
πιλοταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιλοταρισμένος
πιλοταριστήκαμε	=	πιλοτάρω
πιλοταριστήκαν	=	πιλοτάρω
πιλοταριστήκανε	=	πιλοτάρω
πιλοταριστήκατε	=	πιλοτάρω
πιλοταριστεί	=	πιλοτάρω
πιλοταριστείς	=	πιλοτάρω
πιλοταριστείτε	=	πιλοτάρω
πιλοταριστούμε	=	πιλοτάρω
πιλοταριστούν	=	πιλοτάρω
πιλοταριστούνε	=	πιλοτάρω
πιλοταριστώ	=	πιλοτάρω
πιλοτηρίου	=	πιλοτήριο
πιλοτηρίων	=	πιλοτήριο
πιλοτιέρα	noun	το διεθνές σημείο (S) του ναυτικού κώδικα που σημαίνει «ζητώ πλοηγό»
πιλοτιέρας	noun	γενική ενικού του πιλοτιέρα
πιλοτιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοτιέρα
πιλοτιερών	noun	γενική πληθυντικού του πιλοτιέρα
πιλοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοτικό
πιλοτικέ	adj	κλητική ενικού του πιλοτικός
πιλοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοτική
πιλοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιλοτικός
πιλοτικής	adj	γενική ενικού του πιλοτική
πιλοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιλοτικός
πιλοτικού	adj	γενική ενικού του πιλοτικός
πιλοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιλοτικός
πιλοτικό	adj	αιτιατική ενικού του πιλοτικός
πιλοτικός	adj	που λειτουργεί ως πιλότος (οδηγός, πρότυπο) για την ευρύτερη εφαρμογή ενός προγράμματος, συστήματος, διαδικασίας
πιλοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πιλοτικός
πιλοτινών	noun	γενική πληθυντικού του πιλοτίνα
πιλοτών	=	πιλοτή
πιλοφορήσαμε	=	πιλοφορώ
πιλοφορήσαν	=	πιλοφορώ
πιλοφορήσανε	=	πιλοφορώ
πιλοφορήσατε	=	πιλοφορώ
πιλοφορήσει	=	πιλοφορώ
πιλοφορήστε	=	πιλοφορώ
πιλοφορεί	=	πιλοφορώ
πιλοφορείς	=	πιλοφορώ
πιλοφορείτε	=	πιλοφορώ
πιλοφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοφορημένο
πιλοφορημένε	verb	κλητική ενικού του πιλοφορημένος
πιλοφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιλοφορημένη
πιλοφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιλοφορημένος
πιλοφορημένης	verb	γενική ενικού του πιλοφορημένη
πιλοφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιλοφορημένος
πιλοφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιλοφορημένος
πιλοφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιλοφορημένος
πιλοφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιλοφορημένος
πιλοφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιλοφορημένος
πιλοφορούμε	=	πιλοφορώ
πιλοφορούν	=	πιλοφορώ
πιλοφορούνε	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσα	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσαμε	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσαν	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσανε	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσατε	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσε	=	πιλοφορώ
πιλοφορούσες	=	πιλοφορώ
πιλοφορώ	verb|archaic	φορώ πίλο (καπέλο, πηλίκο κ.λπ.)
πιλοφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιλοφορώ
πιλοφόρε	=	πιλοφόρος
πιλοφόρει	=	πιλοφορώ
πιλοφόρησα	=	πιλοφορώ
πιλοφόρησαν	=	πιλοφορώ
πιλοφόρησε	=	πιλοφορώ
πιλοφόρησες	=	πιλοφορώ
πιλοφόρο	=	πιλοφόρος
πιλοφόροι	=	πιλοφόρος
πιλοφόρος	noun|archaic	που φέρει / φορά πίλο (καπέλο, πηλίκο κ.λπ.)
πιλοφόρου	=	πιλοφόρος
πιλοφόρους	=	πιλοφόρος
πιλοφόρων	=	πιλοφόρος
πιλόταρα	=	πιλοτάρω
πιλόταραν	=	πιλοτάρω
πιλόταρε	=	πιλοτάρω
πιλόταρες	=	πιλοτάρω
πιλότε	noun	κλητική ενικού του πιλότος
πιλότο	noun	αιτιατική ενικού του πιλότος
πιλότοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιλότος
πιλότος	noun	ο κυβερνήτης μικρών ή μεγάλων αεροσκαφών και ελικοπτέρων της πολεμικής ή πολιτικής αεροπορίας
πιλότου	noun	γενική ενικού του πιλότος
πιλότους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιλότος
πιλότων	noun	γενική πληθυντικού του πιλότος
πινάκα	noun|vulgar	η γαβάθα
πινάκας	noun	γενική ενικού του πινάκα
πινάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινάκα
πινάκι	noun	πιάτο
πινάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινάκιο
πινάκιο	noun	μικρός πίνακας
πινάκιον	noun	επίπεδο αντικείμενο που μοιάζει με μικρό πίνακα
πινάκιου	=	πινάκιο
πινάκλ	noun	είδος χαρτοπαιχτικού παιχνιδιού, στο οποίο χρησιμοποιούνται 48 τραπουλόχαρτα και το οποίο παίζεται από 2-4 άτομα
πινάκων	noun	γενική πληθυντικού του πίνακας
πινέζα	noun	μικρό μεταλλικό καρφί, με πλατύ επίπεδο, κυλινδρικό ή σφαιρικό κεφάλι, που χρησιμοποιείται για να καρφιτσωθούν ανακοινώσεις, σημειώσεις, φωτογραφίες κλπ. σε πίνακα (συνήθως από φελλό)
πινέζας	noun	γενική ενικού του πινέζα
πινέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινέζα
πινέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινέλο
πινέλι	noun	η ισχάδα
πινέλια	=	πινέλι
πινέλλο	=	πινέλο
πινέλο	noun	εργαλείο με σκληρές ή μαλακότερες τρίχες στο ένα άκρο του, με το οποίο βάφουμε ή απλώνουμε κάτι σε μια επιφάνεια
πινέλου	noun	γενική ενικού του πινέλο
πινέλων	noun	γενική πληθυντικού του πινέλο
πινακάκι	noun	υποκοριστικό του πίνακας
πινακάκια	=	πινακάκι
πινακίδα	noun	επίπεδη, συχνά ορθογώνια ή τετράγωνη, επιφάνεια από σκληρό υλικό, όπου αναγράφεται ή παρουσιάζεται πληροφορία
πινακίδας	=	πινακίδα
πινακίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινακίδα
πινακίδια	=	πινακίδιο
πινακίδιο	noun|formal	υποκοριστικό του πινακίδα
πινακίδιου	=	πινακίδιο
πινακίδιων	=	πινακίδιο
πινακίδων	=	πινακίδα
πινακίου	noun	γενική ενικού του πινάκιο
πινακίων	noun	γενική πληθυντικού του πινάκιο
πινακιδίου	=	πινακίδιο
πινακιδίων	=	πινακίδιο
πινακιού	=	πινάκι
πινακιών	=	πινάκι
πινακλάκι	noun	υποκοριστικό του πινάκλ
πινακλάκια	=	πινακλάκι
πινακογλείφτες	=	πινακογλείφτης
πινακογλείφτη	=	πινακογλείφτης
πινακογλείφτης	noun|figurative	τσανακογλείφτης
πινακογλείφτισσας	noun	γενική ενικού του πινακογλείφτισσα
πινακογλείφτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινακογλείφτισσα
πινακογλειφτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πινακογλείφτισσα
πινακογλειφτών	=	πινακογλείφτης
πινακογράφηση	noun|formal	άλλη μορφή του πινακογραφία
πινακογράφησης	=	πινακογράφηση
πινακογραφήσεις	=	πινακογράφηση
πινακογραφήσεων	=	πινακογράφηση
πινακογραφία	noun|formal	η εικονογράφηση / ζωγραφική σε ξύλινο πίνακα
πινακογραφίας	=	πινακογραφία
πινακογραφίες	=	πινακογραφία
πινακογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινακογραφικό
πινακογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πινακογραφικός
πινακογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινακογραφική
πινακογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πινακογραφικός
πινακογραφικής	adj	γενική ενικού του πινακογραφική
πινακογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πινακογραφικός
πινακογραφικού	adj	γενική ενικού του πινακογραφικός
πινακογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πινακογραφικός
πινακογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πινακογραφικός
πινακογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πινακογραφικός
πινακογραφιών	=	πινακογραφία
πινακοθήκες	=	πινακοθήκη
πινακοθήκη	noun	χώρος (μόνιμης) έκθεσης πινάκων ζωγραφικής
πινακοθήκης	=	πινακοθήκη
πινακοθηκών	=	πινακοθήκη
πινακωτές	=	πινακωτή
πινακωτή	noun	εξάρτημα (συνήθως ξύλινο, στενό και επίμηκες) όπου τοποθετούσαν το ζυμάρι για να φουσκώσει κατά την παραδοσιακή μέθοδο παρασκευής ψωμιού.
πινακωτής	=	πινακωτή
πινακωτών	=	πινακωτή
πινακών	noun	γενική πληθυντικού του πινάκα
πινγίν	noun	το πιο διαδεδομένο, σήμερα, σύστημα μεταγραφής της κινεζικής σε λατινικούς χαρακτήρες
πινδάρεια	=	πινδάρειος
πινδάρειας	=	πινδάρειος
πινδάρειε	=	πινδάρειος
πινδάρειες	=	πινδάρειος
πινδάρειο	=	πινδάρειος
πινδάρειοι	=	πινδάρειος
πινδάρειος	adj	αυτός που σχετίζεται ή μοιάζει με τον ποιητή Πίνδαρο
πινδάρειου	=	πινδάρειος
πινδάρειους	=	πινδάρειος
πινδάρειων	=	πινδάρειος
πινδαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινδαρικό
πινδαρικέ	adj	κλητική ενικού του πινδαρικός
πινδαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινδαρική
πινδαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πινδαρικός
πινδαρικής	adj	γενική ενικού του πινδαρική
πινδαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πινδαρικός
πινδαρικού	adj	γενική ενικού του πινδαρικός
πινδαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πινδαρικός
πινδαρικό	adj	αιτιατική ενικού του πινδαρικός
πινδαρικός	adj	αυτός που σχετίζεται ή μοιάζει με τον ποιητή Πίνδαρο
πινδαρικών	adj	γενική πληθυντικού του πινδαρικός
πινδικός	adj|formal	που έχει σχέση με την Πίνδο ή αναφέρεται σʼ αυτή
πινεζούλα	noun	υποκοριστικό του πινέζα
πινεζούλας	=	πινεζούλα
πινεζούλες	=	πινεζούλα
πινεζών	noun	γενική πληθυντικού του πινέζα
πινελάκι	noun	υποκοριστικό του: πινέλο
πινελάκια	=	πινελάκι
πινελάρω	verb	βάφω ή απλώνω μια ουσία σε μια επιφάνεια χρησιμοποιώντας πινέλο
πινελιά	noun	η ενέργεια με την οποία ακουμπάμε ή σύρουμε ένα πινέλο πάνω σε μια επιφάνεια αφήνοντας ένα ίχνος χρώματος
πινελιάς	noun	γενική ενικού του πινελιά
πινελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινελιά
πινελιού	=	πινέλι
πινελιών	=	πινελιά
πινιάτα	noun	χάλκινη χύτρα
πινιάτας	=	πινιάτα
πινιάτες	=	πινιάτα
πινιατών	=	πινιάτα
πιντών	=	πίντα
πινόμασταν	=	πίνω
πινόμαστε	=	πίνω
πινόμουν	=	πίνω
πινόμουνα	=	πίνω
πινόντουσαν	=	πίνω
πινόσασταν	=	πίνω
πινόσαστε	=	πίνω
πινόσουν	=	πίνω
πινόσουνα	=	πίνω
πινόταν	=	πίνω
πινότανε	=	πίνω
πινών	noun	γενική πληθυντικού του πίνα
πιξελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιξελιασμένο
πιξελιασμένε	verb	κλητική ενικού του πιξελιασμένος
πιξελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιξελιασμένη
πιξελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιξελιασμένος
πιξελιασμένης	verb	γενική ενικού του πιξελιασμένη
πιξελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιξελιασμένος
πιξελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιξελιασμένος
πιξελιασμένος	verb	που έχει εμφανή pixel (εικονοστοιχεία)
πιξελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιξελιασμένος
πιξελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιξελιασμένος
πιξελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιξελιασμένος
πιξελοποίηση	noun	τεχνική μείωσης της ανάλυσης (resolution) σε ψηφιακή εικόνα ή βίντεο με την ομαδοποίηση των εικονοστοιχείων (pixels) σε τμήμα ή στο σύνολο της εικόνας ώστε να μην φαίνονται λεπτομέρειες
πιξελοποίησης	=	πιξελοποίηση
πιξελοποιήσεις	=	πιξελοποίηση
πιξελοποιήσεων	=	πιξελοποίηση
πιο	adv	περισσότερο
πιομάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιόμα
πιονέρε	=	πιονέρος
πιονέρισσας	noun	γενική ενικού του πιονέρισσα
πιονέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιονέρισσα
πιονέρο	=	πιονέρος
πιονέροι	=	πιονέρος
πιονέρος	noun	άλλη μορφή του πιονιέρος
πιονέρου	=	πιονέρος
πιονέρους	=	πιονέρος
πιονέρων	=	πιονέρος
πιονίου	=	πιόνιο
πιονίων	=	πιόνιο
πιονερισσών	noun	γενική πληθυντικού του πιονέρισσα
πιονιέρε	=	πιονιέρος
πιονιέρη	=	πιονιέρης
πιονιέρηδες	=	πιονιέρης
πιονιέρηδων	=	πιονιέρης
πιονιέρης	noun	άλλη μορφή του πιονιέρος
πιονιέρισσα	noun	θηλυκό του πιονιέρος
πιονιέρισσας	noun	γενική ενικού του πιονιέρισσα
πιονιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιονιέρισσα
πιονιέρο	=	πιονιέρος
πιονιέροι	=	πιονιέρος
πιονιέρος	noun	αυτός που πρωτοπορεί
πιονιέρου	=	πιονιέρος
πιονιέρους	=	πιονιέρος
πιονιέρων	=	πιονιέρος
πιονιερισσών	noun	γενική πληθυντικού του πιονιέρισσα
πιονιού	=	πιόνι
πιονιών	=	πιόνι
πιοσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιόσιμο
πιοσίματος	noun	γενική ενικού του πιόσιμο
πιοσιμάτων	=	πιόσιμο
πιοτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιοτό
πιοτής	noun|rare	πότης
πιοτί	noun|vulgar	άλλη μορφή του πιοτό
πιοτού	noun	γενική ενικού του πιοτό
πιοτό	noun	άλλη μορφή του ποτό
πιοτών	noun	γενική πληθυντικού του πιοτό
πιουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
πιουνε	=	πίνω
πιούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
πιούνε	=	πίνω
πιπέρι	noun	καρπός φυτού της οικογένειας Piperaceae
πιπέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπέρι
πιπέριζα	=	πιπερίζω
πιπέριζαν	=	πιπερίζω
πιπέριζε	=	πιπερίζω
πιπέριζες	=	πιπερίζω
πιπέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπέρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιπερώνω
πιπέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπέτα	noun	εργαστηριακό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ακριβή μέτρηση και μεταφορά όγκου υγρού
πιπέτας	=	πιπέτα
πιπέτες	=	πιπέτα
πιπέτο	noun	πίπα με λεπτό σωληνάριο
πιπί	noun	κατούρημα
πιπίζω	verb	βγάζω φωνή που ακούγεται σαν να επαναλαμβάνω το πι
πιπίλα	noun	το πλαστικό ομοίωμα θηλής που λειτουργεί ως υποκατάστατο της μητρικής θηλής για τα μωρά
πιπίλας	=	πιπίλα
πιπίλες	=	πιπίλα
πιπίλιζα	=	πιπιλίζω
πιπίλιζαν	=	πιπιλίζω
πιπίλιζε	=	πιπιλίζω
πιπίλιζες	=	πιπιλίζω
πιπίλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπίλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπίλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπίλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπίλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιπιλίζω
πιπίλων	=	πιπίλα
πιπίνι	noun	περιστεράκι
πιπίνια	=	πιπίνι
πιπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίπισμα
πιπίσματος	noun	γενική ενικού του πίπισμα
πιπατζού	noun|vulgar	πρόσωπο (συνήθως γυναίκα ή ομοφυλόφιλος άντρας) που αρέσκεται στο να παίρνει πίπες
πιπατζούδες	=	πιπατζού
πιπατζούδων	=	πιπατζού
πιπατζούς	=	πιπατζού
πιπεράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπεράτο
πιπεράτε	adj	κλητική ενικού του πιπεράτος
πιπεράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπεράτη
πιπεράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπεράτος
πιπεράτης	adj	γενική ενικού του πιπεράτη
πιπεράτο	adj	αιτιατική ενικού του πιπεράτος
πιπεράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπεράτος
πιπεράτος	adj	που έχει τη γεύση του πιπεριού
πιπεράτου	adj	γενική ενικού του πιπεράτος
πιπεράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιπεράτος
πιπεράτων	adj	γενική πληθυντικού του πιπεράτος
πιπερίζαμε	=	πιπερίζω
πιπερίζαν	=	πιπερίζω
πιπερίζανε	=	πιπερίζω
πιπερίζατε	=	πιπερίζω
πιπερίζει	=	πιπερίζω
πιπερίζεις	=	πιπερίζω
πιπερίζετε	=	πιπερίζω
πιπερίζοντας	=	πιπερίζω
πιπερίζουμε	=	πιπερίζω
πιπερίζουν	=	πιπερίζω
πιπερίζουνε	=	πιπερίζω
πιπερίζω	verb	βάζω πιπέρι (σε φαγητό κ.λπ.)
πιπερίνες	=	πιπερίνη
πιπερίνη	noun	αζωτούχος οργανική ένωση που ανήκει είτε στα λιπίδια είτε στα αλκαλοειδή και η οποία αποτελεί ένα από τα καυστικά συστατικά του μαύρου ή του λευκού πιπεριού
πιπερίνης	=	πιπερίνη
πιπερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσαν	=	πιπερίζω
πιπερίσανε	=	πιπερίζω
πιπερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερίζω
πιπεραζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπεραζίνη
πιπεριά	noun	οποιοδήποτε από τα καρποφόρα φυτά του γένους Capsicum
πιπεριάς	noun	γενική ενικού του πιπεριά
πιπεριέρα	noun	μικρό δοχείο που περιέχει πιπέρι
πιπεριέρας	=	πιπεριέρα
πιπεριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπεριέρα
πιπεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπεριά
πιπεριδίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπεριδίνη
πιπερινών	=	πιπερίνη
πιπεριού	=	πιπέρι
πιπερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπερισμένο
πιπερισμένε	verb	κλητική ενικού του πιπερισμένος
πιπερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπερισμένη
πιπερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπερισμένος
πιπερισμένης	verb	γενική ενικού του πιπερισμένη
πιπερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιπερισμένος
πιπερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπερισμένος
πιπερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιπερισμένος
πιπερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιπερισμένος
πιπερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιπερισμένος
πιπεριών	=	πιπέρι
πιπεροδοχεία	=	πιπεροδοχείο
πιπεροδοχείο	noun	πιπεριέρα
πιπεροδοχείον	noun	άλλη μορφή του πιπεροδοχείο
πιπεροδοχείου	=	πιπεροδοχείο
πιπεροδοχείων	=	πιπεροδοχείο
πιπεροριζών	noun	γενική πληθυντικού του πιπερόριζα
πιπερωμάτων	=	πιπέρωμα
πιπερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπερωμένο
πιπερωμένε	verb	κλητική ενικού του πιπερωμένος
πιπερωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπερωμένη
πιπερωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπερωμένος
πιπερωμένης	verb	γενική ενικού του πιπερωμένη
πιπερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιπερωμένος
πιπερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπερωμένος
πιπερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιπερωμένος
πιπερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιπερωμένος
πιπερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιπερωμένος
πιπερόριζα	noun	πολυετές φυτό με κονδυλώδες ρίζωμα (Zingiber officinale)
πιπερόριζας	noun	γενική ενικού του πιπερόριζα
πιπερόριζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπερόριζα
πιπερόρριζα	=	πιπερόριζα
πιπερώματα	=	πιπέρωμα
πιπερώματος	=	πιπέρωμα
πιπερώνω	verb	προσθέτω πιπέρι σε φαγητό
πιπερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπερώνω
πιπετών	=	πιπέτα
πιπιά	=	πιπί
πιπιλάω	verb	μορφη πιπιλίζω
πιπιλίζαμε	=	πιπιλίζω
πιπιλίζαν	=	πιπιλίζω
πιπιλίζανε	=	πιπιλίζω
πιπιλίζατε	=	πιπιλίζω
πιπιλίζει	=	πιπιλίζω
πιπιλίζεις	=	πιπιλίζω
πιπιλίζετε	=	πιπιλίζω
πιπιλίζοντας	=	πιπιλίζω
πιπιλίζουμε	=	πιπιλίζω
πιπιλίζουν	=	πιπιλίζω
πιπιλίζουνε	=	πιπιλίζω
πιπιλίζω	verb	βυζαίνω
πιπιλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσαν	=	πιπιλίζω
πιπιλίσανε	=	πιπιλίζω
πιπιλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπίλισμα
πιπιλίσματος	noun	γενική ενικού του πιπίλισμα
πιπιλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιπιλίζω
πιπιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπιλημένο
πιπιλημένε	verb	κλητική ενικού του πιπιλημένος
πιπιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπιλημένη
πιπιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπιλημένος
πιπιλημένης	verb	γενική ενικού του πιπιλημένη
πιπιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιπιλημένος
πιπιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπιλημένος
πιπιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιπιλημένος
πιπιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιπιλημένος
πιπιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιπιλημένος
πιπιλιά	noun	σημάδι από πιπίλισμα, συνήθως στο λαιμό, μελανιά που προκύπτει από πιπίλισμα ή ελαφρύ δάγκωμα, μετά από ερωτική πράξη
πιπιλιάς	=	πιπιλιά
πιπιλιές	=	πιπιλιά
πιπιλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιπίλισμα
πιπιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπιλισμένο
πιπιλισμένε	verb	κλητική ενικού του πιπιλισμένος
πιπιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπιλισμένη
πιπιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπιλισμένος
πιπιλισμένης	verb	γενική ενικού του πιπιλισμένη
πιπιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιπιλισμένος
πιπιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπιλισμένος
πιπιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιπιλισμένος
πιπιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιπιλισμένος
πιπιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιπιλισμένος
πιπιλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιπιλιστός	adv	με πιπιλιστό τρόπο
πιπιλιστέ	adj	κλητική ενικού του πιπιλιστός
πιπιλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπιλιστή
πιπιλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπιλιστός
πιπιλιστής	adj	γενική ενικού του πιπιλιστή
πιπιλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπιλιστός
πιπιλιστού	adj	γενική ενικού του πιπιλιστός
πιπιλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιπιλιστός
πιπιλιστό	adj	αιτιατική ενικού του πιπιλιστός
πιπιλιστός	adj	που έχει γίνει με πιπίλισμα
πιπιλιστών	adj	γενική πληθυντικού του πιπιλιστός
πιπιλιών	=	πιπιλιά
πιπιλώ	verb	άλλη μορφή του πιπιλίζω
πιπιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιπιλάω / πιπιλώ
πιπινιού	=	πιπίνι
πιπινιών	=	πιπίνι
πιπιού	=	πιπί
πιπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πίπισμα
πιπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπισμένο
πιπισμένε	verb	κλητική ενικού του πιπισμένος
πιπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιπισμένη
πιπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιπισμένος
πιπισμένης	verb	γενική ενικού του πιπισμένη
πιπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιπισμένος
πιπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιπισμένος
πιπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιπισμένος
πιπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιπισμένος
πιπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιπισμένος
πιπιών	=	πιπί
πιπωθήκαμε	=	πιπώνω
πιπωθήκαν	=	πιπώνω
πιπωθήκανε	=	πιπώνω
πιπωθήκατε	=	πιπώνω
πιπωθεί	=	πιπώνω
πιπωθείς	=	πιπώνω
πιπωθείτε	=	πιπώνω
πιπωθούμε	=	πιπώνω
πιπωθούν	=	πιπώνω
πιπωθούνε	=	πιπώνω
πιπωθώ	=	πιπώνω
πιπωμένος	=	πιπώνω
πιπωνόμασταν	=	πιπώνω
πιπωνόμαστε	=	πιπώνω
πιπωνόμουν	=	πιπώνω
πιπωνόμουνα	=	πιπώνω
πιπωνόντουσαν	=	πιπώνω
πιπωνόσασταν	=	πιπώνω
πιπωνόσαστε	=	πιπώνω
πιπωνόσουν	=	πιπώνω
πιπωνόσουνα	=	πιπώνω
πιπωνόταν	=	πιπώνω
πιπωνότανε	=	πιπώνω
πιπώθηκα	=	πιπώνω
πιπώθηκαν	=	πιπώνω
πιπώθηκε	=	πιπώνω
πιπώθηκες	=	πιπώνω
πιπών	=	πίπα
πιπώναμε	=	πιπώνω
πιπώναν	=	πιπώνω
πιπώνανε	=	πιπώνω
πιπώνατε	=	πιπώνω
πιπώνει	=	πιπώνω
πιπώνεις	=	πιπώνω
πιπώνεσαι	=	πιπώνω
πιπώνεστε	=	πιπώνω
πιπώνεται	=	πιπώνω
πιπώνετε	=	πιπώνω
πιπώνομαι	=	πιπώνω
πιπώνομε	=	πιπώνω
πιπώνονται	=	πιπώνω
πιπώνονταν	=	πιπώνω
πιπώνοντας	=	πιπώνω
πιπώνουμε	=	πιπώνω
πιπώνουν	=	πιπώνω
πιπώνουνε	=	πιπώνω
πιπώνω	verb|slang	επιδίδομαι σε πεολειχία
πιπώσαμε	=	πιπώνω
πιπώσαν	=	πιπώνω
πιπώσανε	=	πιπώνω
πιπώσατε	=	πιπώνω
πιπώσει	=	πιπώνω
πιπώσεις	=	πιπώνω
πιπώσετε	=	πιπώνω
πιπώσομε	=	πιπώνω
πιπώσου	=	πιπώνω
πιπώσουμε	=	πιπώνω
πιπώσουν	=	πιπώνω
πιπώσουνε	=	πιπώνω
πιπώστε	=	πιπώνω
πιπώσω	=	πιπώνω
πιράνχα	noun	άλλη μορφή του πιράνχας
πιράνχας	noun	διάφορα γένη παμφάγων ψαριών που ζουν στα γλυκά νερά της Νότιας Αμερικής και κυρίως του Αμαζονίου.
πιρογών	noun	γενική πληθυντικού του πιρόγα
πιροπλάσμωση	noun	νόσος που προκαλείται από νυγμό ακάρεων
πιροπλάσμωσης	noun	γενική ενικού του πιροπλάσμωση
πιροπλασμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιροπλάσμωση
πιροπλασμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πιροπλάσμωση
πιροπλασμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πιροπλάσμωση
πιροσκί	noun	είδος μικρής γεμιστής πίτας
πιρουέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρουέτα
πιρουνάκι	noun	υποκοριστικό του πιρούνι
πιρουνάκια	=	πιρουνάκι
πιρουνάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρουνάτο
πιρουνάτε	adj	κλητική ενικού του πιρουνάτος
πιρουνάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρουνάτη
πιρουνάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιρουνάτος
πιρουνάτης	adj	γενική ενικού του πιρουνάτη
πιρουνάτο	adj	αιτιατική ενικού του πιρουνάτος
πιρουνάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιρουνάτος
πιρουνάτος	adj	που τρώγεται με πιρούνι
πιρουνάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιρουνάτος
πιρουνάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιρουνάτος
πιρουνάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιρουνάτος
πιρουνιά	noun	όση τροφή πιάνεται και μεταφέρεται μ’ ένα πιρούνι
πιρουνιάζαμε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζαν	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζανε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζατε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζει	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζεις	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζετε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζοντας	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζουμε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζουν	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζουνε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάζω	verb	πιάνω κάτι με πιρούνι, το τσιμπώ, το καρφώνω
πιρουνιάς	noun	γενική ενικού του πιρουνιά
πιρουνιάσαμε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάσαν	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάσανε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάσατε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάσει	=	πιρουνιάζω
πιρουνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρούνιασμα
πιρουνιάσματος	noun	γενική ενικού του πιρούνιασμα
πιρουνιάστε	=	πιρουνιάζω
πιρουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρουνιά
πιρουνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιρούνιασμα
πιρουνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρουνιασμένο
πιρουνιασμένε	verb	κλητική ενικού του πιρουνιασμένος
πιρουνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρουνιασμένη
πιρουνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιρουνιασμένος
πιρουνιασμένης	verb	γενική ενικού του πιρουνιασμένη
πιρουνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιρουνιασμένος
πιρουνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιρουνιασμένος
πιρουνιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πιρουνιάζω
πιρουνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιρουνιασμένος
πιρουνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιρουνιασμένος
πιρουνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιρουνιασμένος
πιρουνιού	noun	γενική ενικού του ουδετέρου ουσιαστικού (το) πιρούνι
πιρουνιών	=	πιρούνι
πιρουνών	=	πιρούνα
πιρούνα	noun	γεωργικό εργαλείο με περισσότερες από δύο αιχμές, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών, για την φόρτωση κοπριάς, κ.λπ.
πιρούνας	=	πιρούνα
πιρούνες	=	πιρούνα
πιρούνι	noun	σκεύος σερβιρίσματος για λήψη στερεού φαγητού, με λαβή και αιχμές
πιρούνια	=	πιρούνι
πιρούνιαζα	=	πιρουνιάζω
πιρούνιαζαν	=	πιρουνιάζω
πιρούνιαζε	=	πιρουνιάζω
πιρούνιαζες	=	πιρουνιάζω
πιρούνιασα	=	πιρουνιάζω
πιρούνιασαν	=	πιρουνιάζω
πιρούνιασε	=	πιρουνιάζω
πιρούνιασες	=	πιρουνιάζω
πιρούνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιρουνιάζω
πιρπιρί	noun	μακρύ αμάνικο επανωφόρι με πλούσιο κέντημα
πιρτέλο	noun	τρύπα στον πάτο της στέρνας
πιρόγα	noun	μονόξυλο σκάφος που κινείται με κουπιά
πιρόγας	noun	γενική ενικού του πιρόγα
πιρόγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιρόγα
πις	abbrev	κεντρικό συντονιστικό όργανο των ιατρικών συλλόγων της Ελλάδας
πισάντι	noun	το πίσω αντί του αργαλειού
πισάντια	=	πισάντι
πισί	noun	ο προσωπικός υπολογιστής, λάπτοπ ή ντέσκτοπ προσωπικής χρήσης
πισίνα	noun	δεξαμενή με νερό, κατάλληλη για κολύμβηση
πισίνας	noun	γενική ενικού του πισίνα
πισίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισίνα
πισίνων	=	πισίνα
πισθάγκωνα	adv	με τα χέρια πίσω και με τρόπο που να ενώνονται οι αγκώνες
πισινά	noun	άλλη μορφή του πισινός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πισινό) του πισινός
πισινέ	adj	κλητική ενικού του πισινός
πισινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισινή
πισινή	noun	κυριολεκτικά: η πίσω μεριά, τα νώτα στη φράση κρατάω πισινή (φυλάω τα νώτα μου)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πισινός
πισινής	adj	γενική ενικού του πισινή
πισινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πισινός
πισινού	adj	γενική ενικού του πισινός
πισινούλη	=	πισινούλης
πισινούληδες	=	πισινούλης
πισινούληδων	=	πισινούλης
πισινούλης	noun	υποκοριστικό του πισινός
πισινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πισινός
πισινό	adj	αιτιατική ενικού του πισινός
πισινός	noun	τα οπίσθια, το τμήμα του σώματος ανθρώπων και ζώων που βρίσκεται στο πίσω μέρος της λεκάνης	adj	που βρίσκεται ακριβώς από πίσω, ο από πίσω
πισινών	adj	γενική πληθυντικού του πισινός	noun	γενική πληθυντικού του πισίνα
πισσάνθρακα	=	πισσάνθρακας
πισσάνθρακας	noun	είδος λιγνίτη
πισσάνθρακες	=	πισσάνθρακας
πισσάνθραξ	noun	πισσάνθρακας
πισσάσφαλτε	=	πισσάσφαλτος
πισσάσφαλτο	=	πισσάσφαλτος
πισσάσφαλτοι	=	πισσάσφαλτος
πισσάσφαλτος	noun	άσφαλτος ορυκτής προέλευσης η οποία προέρχεται από φυσική πηγή ή κατεργασία και η οποία χρησιμοποιείται στην οδοποιία
πισσανθράκων	=	πισσάνθρακας
πισσασφάλτου	=	πισσάσφαλτος
πισσασφάλτους	=	πισσάσφαλτος
πισσασφάλτων	=	πισσάσφαλτος
πισσοκονίαση	noun|rare	η πισσόστρωση, ασφαλτόστρωση
πισσοστρώσεις	=	πισσόστρωση
πισσοστρώσεων	=	πισσόστρωση
πισσουρανίτες	=	πισσουρανίτης
πισσουρανίτη	=	πισσουρανίτης
πισσουρανίτης	noun	παραλλαγή του ουρανινίτη, χαμηλότερης πυκνότητας, που συχνά συγχέεται με αυτόν
πισσουρανιτών	=	πισσουρανίτης
πισσωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πίσσωμα
πισσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισσωμένο
πισσωμένε	verb	κλητική ενικού του πισσωμένος
πισσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισσωμένη
πισσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πισσωμένος
πισσωμένης	verb	γενική ενικού του πισσωμένη
πισσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πισσωμένος
πισσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πισσωμένος
πισσωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πισσώνω
πισσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πισσωμένος
πισσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πισσωμένος
πισσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πισσωμένος
πισσωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισσωτό
πισσωτέ	adj	κλητική ενικού του πισσωτός
πισσωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισσωτή
πισσωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πισσωτός
πισσωτής	noun	κάποιος που πισσώνει	adj	γενική ενικού του πισσωτή
πισσωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πισσωτός
πισσωτού	adj	γενική ενικού του πισσωτός
πισσωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πισσωτός
πισσωτό	adj	αιτιατική ενικού του πισσωτός
πισσωτός	adj	άλλη μορφή του πισσωμένος
πισσωτών	adj	γενική πληθυντικού του πισσωτός
πισσόπανα	=	πισσόπανο
πισσόπανο	noun	το κατραμόπανο
πισσόπανου	=	πισσόπανο
πισσόπανων	=	πισσόπανο
πισσόστρωση	noun	η ασφαλτόστρωση
πισσόστρωσης	=	πισσόστρωση
πισσόστρωσις	noun	πισσόστρωση
πισσόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισσόχαρτο
πισσόχαρτο	noun	υλικό από χαρτόνι που έχει αλειφτεί με πίσσα, που χρησιμεύει στη μόνωση και την αδιαβροχοποίηση
πισσόχαρτον	noun	πισσόχαρτο
πισσόχαρτου	noun	γενική ενικού του πισσόχαρτο
πισσόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του πισσόχαρτο
πισσώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνομαι
πισσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίσσωμα
πισσώματος	noun	γενική ενικού του πίσσωμα
πισσών	noun	γενική πληθυντικού του πίσσα
πισσώναμε	=	πισσώνω
πισσώναν	=	πισσώνω
πισσώνανε	=	πισσώνω
πισσώνατε	=	πισσώνω
πισσώνει	=	πισσώνω
πισσώνεις	=	πισσώνω
πισσώνετε	=	πισσώνω
πισσώνοντας	=	πισσώνω
πισσώνουμε	=	πισσώνω
πισσώνουν	=	πισσώνω
πισσώνουνε	=	πισσώνω
πισσώνω	verb	ρίχνω πίσσα ή αλείφω κάτι μ’ αυτή
πισσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσαν	=	πισσώνω
πισσώσανε	=	πισσώνω
πισσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσεων	=	πίσσωση
πισσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πισσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισσώνω
πιστά	adv	με πιστό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πιστό) του πιστός
πιστάγκωνα	adv|vulgar	άλλη μορφή του πισθάγκωνα
πιστάκη	noun|archaic	όρος για το δέντρο πιστακία που παράγει: μαστίχα, ο σκίνος (Pistacia lentiscus) και ειδικότερα το μαστιχόδενδρο (Pistacia lentiscus, var. chia) φιστίκι, η φιστικιά (Pistacia vera) και πολλά άλλα
πιστέ	adj	κλητική ενικού του πιστός
πιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (πιστή) του πιστός
πιστέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψαν	=	πιστεύω
πιστέψανε	=	πιστεύω
πιστέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψομε	=	πιστεύω
πιστέψου	=	πιστεύω
πιστέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψουνε	=	πιστεύω
πιστέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστεύω
πιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστός
πιστής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πιστή) του πιστός
πιστακιά	noun	η φιστικιά
πιστακιάς	=	πιστακιά
πιστακιές	=	πιστακιά
πιστακιών	=	πιστακιά
πιστευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πιστευτός	adv	με πιστευτό τρόπο
πιστευτέ	adj	κλητική ενικού του πιστευτός
πιστευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστευτή
πιστευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστευτός
πιστευτήκαμε	=	πιστεύω
πιστευτήκαν	=	πιστεύω
πιστευτήκανε	=	πιστεύω
πιστευτήκατε	=	πιστεύω
πιστευτής	adj	γενική ενικού του πιστευτή
πιστευτεί	=	πιστεύω
πιστευτείς	=	πιστεύω
πιστευτείτε	=	πιστεύω
πιστευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστευτός
πιστευτοτήτων	=	πιστευτότητα
πιστευτού	adj	γενική ενικού του πιστευτός
πιστευτούμε	=	πιστεύω
πιστευτούν	=	πιστεύω
πιστευτούνε	=	πιστεύω
πιστευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστευτός
πιστευτό	adj	αιτιατική ενικού του πιστευτός
πιστευτός	adj	που τον πιστεύουν οι άλλοι
πιστευτότητα	noun|vulgar	αληθοφάνεια, πίστη, το αν κάτι που διατυπώθηκε ή φαινομενικά συνέβη περνάει ή όχι ως αλήθεια, ικανότητα ιδέας να γίνει αποδεκτή
πιστευτότητας	=	πιστευτότητα
πιστευτότητες	=	πιστευτότητα
πιστευτώ	=	πιστεύω
πιστευτών	adj	γενική πληθυντικού του πιστευτός
πιστευόμασταν	=	πιστεύω
πιστευόμαστε	=	πιστεύω
πιστευόμουν	=	πιστεύω
πιστευόμουνα	=	πιστεύω
πιστευόντουσαν	=	πιστεύω
πιστευόσασταν	=	πιστεύω
πιστευόσαστε	=	πιστεύω
πιστευόσουν	=	πιστεύω
πιστευόσουνα	=	πιστεύω
πιστευόταν	=	πιστεύω
πιστεύαμε	=	πιστεύω
πιστεύαν	=	πιστεύω
πιστεύανε	=	πιστεύω
πιστεύατε	=	πιστεύω
πιστεύει	=	πιστεύω
πιστεύεις	verb	β΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος πιστεύω
πιστεύεσαι	=	πιστεύω
πιστεύεστε	=	πιστεύω
πιστεύεται	=	πιστεύω
πιστεύετε	=	πιστεύω
πιστεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίστευμα
πιστεύομαι	=	πιστεύω
πιστεύομε	=	πιστεύω
πιστεύονται	=	πιστεύω
πιστεύονταν	=	πιστεύω
πιστεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιστεύω
πιστεύουμε	=	πιστεύω
πιστεύουν	=	πιστεύω
πιστεύουνε	=	πιστεύω
πιστεύτε	=	πιστεύω
πιστεύτηκα	=	πιστεύω
πιστεύτηκαν	=	πιστεύω
πιστεύτηκε	=	πιστεύω
πιστεύτηκες	=	πιστεύω
πιστεύω	verb	έχω πίστη	noun	το σύμβολο της Πίστεως
πιστιά	noun|dated	λουρί του σαμαριού
πιστιάς	=	πιστιά
πιστιές	=	πιστιά
πιστικέ	=	πιστικός
πιστικιά	noun	θηλυκό του πιστικός
πιστικιάς	=	πιστικιά
πιστικιές	=	πιστικιά
πιστικιών	=	πιστικιά
πιστικοί	=	πιστικός
πιστικού	=	πιστικός
πιστικούς	=	πιστικός
πιστικό	=	πιστικός
πιστικός	noun	άλλη μορφή του μπιστικός
πιστικών	=	πιστικός
πιστιών	=	πιστιά
πιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστός
πιστοδοτήσαμε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτήσαν	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτήσανε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτήσατε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτήσει	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτήσεις	=	πιστοδότηση
πιστοδοτήσεων	=	πιστοδότηση
πιστοδοτήστε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτεί	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτείς	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτείτε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοδοτημένο
πιστοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του πιστοδοτημένος
πιστοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοδοτημένη
πιστοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστοδοτημένος
πιστοδοτημένης	verb	γενική ενικού του πιστοδοτημένη
πιστοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιστοδοτημένος
πιστοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστοδοτημένος
πιστοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστοδοτημένος
πιστοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιστοδοτημένος
πιστοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστοδοτημένος
πιστοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοδοτικό
πιστοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του πιστοδοτικός
πιστοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοδοτική
πιστοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστοδοτικός
πιστοδοτικής	adj	γενική ενικού του πιστοδοτική
πιστοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστοδοτικός
πιστοδοτικού	adj	γενική ενικού του πιστοδοτικός
πιστοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστοδοτικός
πιστοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του πιστοδοτικός
πιστοδοτικός	adj	που έχει σχέση με πιστοδότη ή πιστοδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
πιστοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πιστοδοτικός
πιστοδοτούμαι	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούμε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούν	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούνε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσα	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσαμε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσαν	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσανε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσατε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσε	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτούσες	=	πιστοδοτώ
πιστοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του πιστοδότρια
πιστοδοτώ	verb	δίνω πίστωση
πιστοδοτών	=	πιστοδότης
πιστοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιστοδοτώ
πιστοδότει	=	πιστοδοτώ
πιστοδότες	=	πιστοδότης
πιστοδότη	=	πιστοδότης
πιστοδότης	noun	κάποιος που δίνει πίστωση
πιστοδότησα	=	πιστοδοτώ
πιστοδότησαν	=	πιστοδοτώ
πιστοδότησε	=	πιστοδοτώ
πιστοδότησες	=	πιστοδοτώ
πιστοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιστοδοτώ
πιστοδότησης	=	πιστοδότηση
πιστοδότησις	noun	πιστοδότηση
πιστοδότρια	noun	θηλυκό του πιστοδότης
πιστοδότριας	noun	γενική ενικού του πιστοδότρια
πιστοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοδότρια
πιστοκρατία	noun	φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι η πίστη είναι η κύρια πηγή γνώσης ή αλήθειας, ιδίως σε θρησκευτικές πεποιθήσεις, αντί για λογική ή εμπειρική ανάλυση
πιστοκρατίας	=	πιστοκρατία
πιστοκρατίες	=	πιστοκρατία
πιστοκρατιών	=	πιστοκρατία
πιστολάκι	noun	πιστόλι μικρού μεγέθους
πιστολάκια	=	πιστολάκι
πιστολήπτες	=	πιστολήπτης
πιστολήπτη	=	πιστολήπτης
πιστολήπτης	noun	κάποιος που λαμβάνει πίστωση
πιστολήπτρια	noun	θηλυκό του πιστολήπτης
πιστολήπτριας	noun	γενική ενικού του πιστολήπτρια
πιστολήπτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστολήπτρια
πιστολίδι	noun|vulgar	απανωτοί πυκνοί πυροβολισμοί στη σειρά
πιστολίδια	=	πιστολίδι
πιστολίζαμε	=	πιστολίζω
πιστολίζαν	=	πιστολίζω
πιστολίζανε	=	πιστολίζω
πιστολίζατε	=	πιστολίζω
πιστολίζει	=	πιστολίζω
πιστολίζεις	=	πιστολίζω
πιστολίζεσαι	=	πιστολίζω
πιστολίζεστε	=	πιστολίζω
πιστολίζεται	=	πιστολίζω
πιστολίζετε	=	πιστολίζω
πιστολίζομαι	=	πιστολίζω
πιστολίζονται	=	πιστολίζω
πιστολίζονταν	=	πιστολίζω
πιστολίζοντας	=	πιστολίζω
πιστολίζουμε	=	πιστολίζω
πιστολίζουν	=	πιστολίζω
πιστολίζουνε	=	πιστολίζω
πιστολίζω	verb|vulgar	πυροβολώ με πιστόλι
πιστολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίσαν	=	πιστολίζω
πιστολίσανε	=	πιστολίζω
πιστολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίσου	=	πιστολίζω
πιστολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστολίστηκα	=	πιστολίζω
πιστολίστηκαν	=	πιστολίζω
πιστολίστηκε	=	πιστολίζω
πιστολίστηκες	=	πιστολίζω
πιστολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοληπτικό
πιστοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του πιστοληπτικός
πιστοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοληπτική
πιστοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστοληπτικός
πιστοληπτικής	adj	γενική ενικού του πιστοληπτική
πιστοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστοληπτικός
πιστοληπτικού	adj	γενική ενικού του πιστοληπτικός
πιστοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστοληπτικός
πιστοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του πιστοληπτικός
πιστοληπτικός	adj	που έχει σχέση με τον πιστολήπτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πιστοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του πιστοληπτικός
πιστοληπτριών	noun	γενική πληθυντικού του πιστολήπτρια
πιστοληπτών	=	πιστολήπτης
πιστολιά	noun	πυροβολισμός που ρίχνει κάποιος με πιστόλι
πιστολιάς	noun	γενική ενικού του πιστολιά
πιστολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστολιά
πιστολιδιού	=	πιστολίδι
πιστολιδιών	=	πιστολίδι
πιστολιζόμασταν	=	πιστολίζω
πιστολιζόμαστε	=	πιστολίζω
πιστολιζόμουν	=	πιστολίζω
πιστολιζόμουνα	=	πιστολίζω
πιστολιζόντουσαν	=	πιστολίζω
πιστολιζόσασταν	=	πιστολίζω
πιστολιζόσαστε	=	πιστολίζω
πιστολιζόσουν	=	πιστολίζω
πιστολιζόσουνα	=	πιστολίζω
πιστολιζόταν	=	πιστολίζω
πιστολιζότανε	=	πιστολίζω
πιστολιού	=	πιστόλι
πιστολισμέ	=	πιστολισμός
πιστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστολισμένο
πιστολισμένε	verb	κλητική ενικού του πιστολισμένος
πιστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστολισμένη
πιστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστολισμένος
πιστολισμένης	verb	γενική ενικού του πιστολισμένη
πιστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιστολισμένος
πιστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστολισμένος
πιστολισμένος	=	πιστολίζω
πιστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστολισμένος
πιστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιστολισμένος
πιστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστολισμένος
πιστολισμοί	=	πιστολισμός
πιστολισμού	=	πιστολισμός
πιστολισμούς	=	πιστολισμός
πιστολισμό	=	πιστολισμός
πιστολισμός	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιστολίζω, άλλη μορφή του πιστολιά
πιστολισμών	=	πιστολισμός
πιστολιστήκαμε	=	πιστολίζω
πιστολιστήκαν	=	πιστολίζω
πιστολιστήκανε	=	πιστολίζω
πιστολιστήκατε	=	πιστολίζω
πιστολιστεί	=	πιστολίζω
πιστολιστείτε	=	πιστολίζω
πιστολιών	=	πιστόλι
πιστολοθήκες	=	πιστολοθήκη
πιστολοθήκη	noun	θήκη για να φέρει κανείς πιστόλι, η οποία δίνει εύκολη πρόσβαση στον χρήστη του όπλου
πιστολοθήκης	=	πιστολοθήκη
πιστολοθηκών	=	πιστολοθήκη
πιστολών	=	πιστόλα
πιστονιού	=	πιστόνι
πιστονιών	=	πιστόνι
πιστοποίει	=	πιστοποιώ
πιστοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιστοποιώ, η επαλήθευση και γραπτή επικύρωση από έναν ανεξάρτητο φορέα με αναγνωρισμένη ικανότητα, σχετικά με το αν τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου ή οργανισμού ή προϊόντος, βρίσκονται σε συμφωνία με τις σχετικές απαιτήσεις.
πιστοποίησηη	=	πιστοποίηση
πιστοποίησηης	=	πιστοποίηση
πιστοποίησης	=	πιστοποίηση
πιστοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήσαν	=	πιστοποιώ
πιστοποιήσανε	=	πιστοποιώ
πιστοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοποίηση
πιστοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήσεων	=	πιστοποίηση
πιστοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πιστοποιώ
πιστοποιείς	=	πιστοποιώ
πιστοποιείσαι	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιείστε	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιείται	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιείτε	=	πιστοποιώ
πιστοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθήκαν	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιηθήκανε	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστοποιούμαι
πιστοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοποιημένο
πιστοποιημένε	verb	κλητική ενικού του πιστοποιημένος
πιστοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοποιημένη
πιστοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστοποιημένος
πιστοποιημένης	verb	γενική ενικού του πιστοποιημένη
πιστοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιστοποιημένος
πιστοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστοποιημένος
πιστοποιημένος	verb	που έχει πιστοποιηθεί
πιστοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστοποιημένος
πιστοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιστοποιημένος
πιστοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστοποιημένος
πιστοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοποιητικό
πιστοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του πιστοποιητικός
πιστοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοποιητική
πιστοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστοποιητικός
πιστοποιητικής	adj	γενική ενικού του πιστοποιητική
πιστοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστοποιητικός
πιστοποιητικού	adj	γενική ενικού του πιστοποιητικός
πιστοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστοποιητικός
πιστοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του πιστοποιητικός	noun|formal	έγγραφο που πιστοποιεί κάτι
πιστοποιητικόν	noun	το πιστοποιητικό
πιστοποιητικός	adj	που πιστοποιεί
πιστοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του πιστοποιητικός
πιστοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πιστοποιώ
πιστοποιούμασταν	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούμαστε	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούμε	=	πιστοποιώ
πιστοποιούμουν	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούν	=	πιστοποιώ
πιστοποιούνε	=	πιστοποιώ
πιστοποιούνται	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούνταν	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούσα	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσαμε	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσαν	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσανε	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσασταν	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούσαστε	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιούσατε	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσε	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσες	=	πιστοποιώ
πιστοποιούσουν	=	πιστοποιούμαι
πιστοποιώ	verb	βεβαιώνω (ενδεχομένως και με την έκδοση ειδικού εγγράφου) για την αλήθεια ή την πιστότητα κάποιου πράγματος
πιστοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιστοποιώ
πιστοτήτων	=	πιστότητα
πιστοχρέωνα	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωναν	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωνε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωνες	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωσα	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωσαν	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωσε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωσες	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρέωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πιστοχρεώνω
πιστοχρέωσης	noun	γενική ενικού του πιστοχρέωση
πιστοχρέωσις	noun	πιστοχρέωση
πιστοχρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοχρεωμένο
πιστοχρεωμένε	verb	κλητική ενικού του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοχρεωμένη
πιστοχρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεωμένης	verb	γενική ενικού του πιστοχρεωμένη
πιστοχρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστοχρεωμένος
πιστοχρεώναμε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώναν	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνανε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνατε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνει	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνεις	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνετε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνοντας	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνουμε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνουν	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνουνε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώνω	verb	καταχωρώ σε λογιστικά βιβλία πιστώσεις και χρεώσεις
πιστοχρεώσαμε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώσαν	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώσανε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώσατε	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώσει	=	πιστοχρεώνω
πιστοχρεώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστοχρέωση
πιστοχρεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πιστοχρέωση
πιστοχρεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πιστοχρέωση
πιστοχρεώστε	=	πιστοχρεώνω
πιστού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστός	noun	σάλτσα με βασιλικό, σκόρδο και λάδι (σπεσιαλιτέ της Προβηγκίας), αντίστοιχη της ιταλικής πέστο
πιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστός
πιστούχα	=	πιστούχος
πιστούχας	=	πιστούχος
πιστούχε	=	πιστούχος
πιστούχες	=	πιστούχος
πιστούχο	=	πιστούχος
πιστούχοι	=	πιστούχος
πιστούχος	adj	που έχει λάβει ή λαμβάνει πίστωση
πιστούχου	=	πιστούχος
πιστούχους	=	πιστούχος
πιστούχων	=	πιστούχος
πιστροφιού	=	πιστρόφι
πιστροφιών	=	πιστρόφι
πιστρόφι	noun|dated	η επίσημη συνεστίαση καλεσμένων σε γάμο την επόμενη Κυριακή από την τέλεση του μυστηρίου
πιστρόφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστρόφι
πιστωθήκαμε	=	πιστώνω
πιστωθήκαν	=	πιστώνω
πιστωθήκανε	=	πιστώνω
πιστωθήκατε	=	πιστώνω
πιστωθεί	=	πιστώνω
πιστωθείτε	=	πιστώνω
πιστωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωμένο
πιστωμένε	verb	κλητική ενικού του πιστωμένος
πιστωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωμένη
πιστωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστωμένος
πιστωμένης	verb	γενική ενικού του πιστωμένη
πιστωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιστωμένος
πιστωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστωμένος
πιστωμένος	=	πιστώνω
πιστωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστωμένος
πιστωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιστωμένος
πιστωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστωμένος
πιστωνόμασταν	=	πιστώνω
πιστωνόμαστε	=	πιστώνω
πιστωνόμουν	=	πιστώνω
πιστωνόμουνα	=	πιστώνω
πιστωνόντουσαν	=	πιστώνω
πιστωνόσασταν	=	πιστώνω
πιστωνόσαστε	=	πιστώνω
πιστωνόσουν	=	πιστώνω
πιστωνόσουνα	=	πιστώνω
πιστωνόταν	=	πιστώνω
πιστωνότανε	=	πιστώνω
πιστωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωτής
πιστωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πιστωτής
πιστωτής	noun	πρόσωπο ή εταιρία στην οποία χρωστά κάποιος, μετά από την παροχή υπηρεσιών, αγαθών, ή χρημάτων χωρίς άμεση ανταμοιβή
πιστωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωτικό
πιστωτικέ	adj	κλητική ενικού του πιστωτικός
πιστωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστωτική
πιστωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστωτικός
πιστωτικής	adj	γενική ενικού του πιστωτική
πιστωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστωτικός
πιστωτικού	adj	γενική ενικού του πιστωτικός
πιστωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστωτικός
πιστωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πιστωτικός
πιστωτικός	adj	που αναφέρεται στην παροχή πίστωσης
πιστωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πιστωτικός
πιστωτριών	noun	γενική πληθυντικού του πιστώτρια
πιστωτών	noun	γενική πληθυντικού του πιστωτής
πιστό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πιστός
πιστόλα	noun	κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που συνήθως διαθέτει μόνο μία κάννη και κρατιέται με το ένα χέρι, πρόγονος του μικρότερου και πιο εξελιγμένου πιστολιού
πιστόλας	noun	γενική ενικού του πιστόλα
πιστόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστόλα
πιστόλι	noun	κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι
πιστόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστόλι
πιστόλιζα	=	πιστολίζω
πιστόλιζαν	=	πιστολίζω
πιστόλιζε	=	πιστολίζω
πιστόλιζες	=	πιστολίζω
πιστόλιον	noun	πιστόλι
πιστόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστολίζω
πιστόμετρα	=	πιστόμετρο
πιστόμετρο	noun	υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά την ένταση της πίστης (αναφερόμενο στη χριστιανική πίστη)
πιστόμετρου	=	πιστόμετρο
πιστόμετρων	=	πιστόμετρο
πιστόνι	noun	το έμβολο που κινείται μέσα στον κύλινδρο μηχανών εσωτερικής καύσης
πιστόνια	=	πιστόνι
πιστός	adj	που παραμένει σταθερός, αφοσιωμένος σε κάτι ή κάποιον	noun	που πιστεύει, που ακολουθεί μια θρησκεία
πιστότατα	=	πιστός
πιστότατε	=	πιστός
πιστότατες	=	πιστός
πιστότατη	=	πιστός
πιστότατης	=	πιστός
πιστότατο	=	πιστός
πιστότατοι	=	πιστός
πιστότατος	=	πιστός
πιστότατου	=	πιστός
πιστότατους	=	πιστός
πιστότατων	=	πιστός
πιστότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστότερο	adv	με πιο πιστό τρόπο (σπάνια για έμψυχα)
πιστότερε	adj	κλητική ενικού του πιστότερος
πιστότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστότερη
πιστότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιστότερος
πιστότερης	adj	γενική ενικού του πιστότερη
πιστότερο	adj	αιτιατική ενικού του πιστότερος
πιστότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιστότερος
πιστότερος	adj	που είναι πιο πιστός, πιο ακριβής με την έννοια ότι δεν προδίδει κάτι (π.χ. το αρχικό κείμενο, το πρωτότυπο ενός έργου)
πιστότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιστότερος
πιστότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιστότερος
πιστότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιστότερος
πιστότητα	noun	η ιδιότητα του πιστού, αυτού που αναπαράγει νοήματα, μέσα, αγαθά ή λόγο με μεγάλη ακρίβεια
πιστότητας	noun	γενική ενικού του πιστότητα
πιστότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστότητα
πιστώθηκα	=	πιστώνω
πιστώθηκαν	=	πιστώνω
πιστώθηκε	=	πιστώνω
πιστώθηκες	=	πιστώνω
πιστών	noun	γενική πληθυντικού του πιστός (ουσιαστικοποιημένο)	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πιστός
πιστώναμε	=	πιστώνω
πιστώναν	=	πιστώνω
πιστώνανε	=	πιστώνω
πιστώνατε	=	πιστώνω
πιστώνει	=	πιστώνω
πιστώνεις	=	πιστώνω
πιστώνεσαι	=	πιστώνω
πιστώνεστε	=	πιστώνω
πιστώνεται	=	πιστώνω
πιστώνετε	=	πιστώνω
πιστώνομαι	=	πιστώνω
πιστώνονται	=	πιστώνω
πιστώνονταν	=	πιστώνω
πιστώνοντας	=	πιστώνω
πιστώνου	=	πιστώνω
πιστώνουμε	=	πιστώνω
πιστώνουν	=	πιστώνω
πιστώνουνε	=	πιστώνω
πιστώνω	verb	παρέχω πίστωση
πιστώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώσαν	=	πιστώνω
πιστώσανε	=	πιστώνω
πιστώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πίστωση
πιστώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πίστωση
πιστώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πίστωση
πιστώσου	=	πιστώνω
πιστώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιστώνω
πιστώτρια	noun	θηλυκό του πιστωτής
πιστώτριας	noun	γενική ενικού του πιστώτρια
πιστώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιστώτρια
πισωβελονιά	noun	είδος (αποτελεσματικότερης) βελονιάς, κατά το οποίο η βελόνα επιστρέφει πίσω, ώστε η κλωστή να περνάει και από επάνω και από κάτω στο ύφασμα
πισωβελονιάς	noun	γενική ενικού του πισωβελονιά
πισωβελονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισωβελονιά
πισωβελονιών	=	πισωβελονιά
πισωγάζι	noun	πισωβελονιά
πισωγάζια	=	πισωγάζι
πισωγαζιού	=	πισωγάζι
πισωγαζιών	=	πισωγάζι
πισωγλέντη	=	πισωγλέντης
πισωγλέντηδες	=	πισωγλέντης
πισωγλέντηδων	=	πισωγλέντης
πισωγλέντης	noun|vulgar	ομοφυλόφιλος, κίναιδος
πισωγυρίζαμε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζαν	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζανε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζατε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζει	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζεις	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζετε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζοντας	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζουμε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζουν	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζουνε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίζω	verb	γυρίζω προς τα πίσω
πισωγυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσαν	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίσανε	=	πισωγυρίζω
πισωγυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισωγύρισμα
πισωγυρίσματος	noun	γενική ενικού του πισωγύρισμα
πισωγυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πισωγύρισμα
πισωγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισωγυρισμένο
πισωγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του πισωγυρισμένος
πισωγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισωγυρισμένη
πισωγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πισωγυρισμένος
πισωγυρισμένης	verb	γενική ενικού του πισωγυρισμένη
πισωγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πισωγυρισμένος
πισωγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πισωγυρισμένος
πισωγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πισωγυρισμένος
πισωγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πισωγυρισμένος
πισωγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πισωγυρισμένος
πισωγύριζα	=	πισωγυρίζω
πισωγύριζαν	=	πισωγυρίζω
πισωγύριζε	=	πισωγυρίζω
πισωγύριζες	=	πισωγυρίζω
πισωγύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωγυρίζω
πισωγύρισμα	noun	η επιστροφή σε προηγούμενο, κατώτερο επίπεδο, στα παλιά και τα ξεπερασμένα
πισωδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρομίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισωδρόμισμα
πισωδρομίσματος	noun	γενική ενικού του πισωδρόμισμα
πισωδρομισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πισωδρόμισμα
πισωδρομώ	verb	άλλη μορφή του οπισθοδρομώ
πισωδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πισωδρομώ
πισωδρόμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πισωδρομώ
πισωκάπουλα	adv	το να κάθεται κάποιος στο υποζύγιο, όχι στο σαμάρι, αλλά πίσω απ’ αυτό, πάνω στα καπούλια / στους γοφούς του ζώου
πισωκίνητα	=	πισωκίνητος
πισωκίνητε	=	πισωκίνητος
πισωκίνητες	=	πισωκίνητος
πισωκίνητη	=	πισωκίνητος
πισωκίνητης	=	πισωκίνητος
πισωκίνητο	=	πισωκίνητος
πισωκίνητοι	=	πισωκίνητος
πισωκίνητος	adj|formal	που κινείται με μετάδοση της ισχύος του κινητήρα στους πίσω τροχούς
πισωκίνητου	=	πισωκίνητος
πισωκίνητους	=	πισωκίνητος
πισωκίνητων	=	πισωκίνητος
πισωκολλητά	=	πισωκολλητό
πισωκολλητού	=	πισωκολλητό
πισωκολλητό	noun|vulgar	η στάση στο σεξ κατά την οποία το ένα άτομο βρίσκεται πίσω από το άλλο και διεισδύει σ' αυτό ενώ το άλλο άτομο δέχεται τη διείσδυση
πισωκολλητών	=	πισωκολλητό
πισωπεταλιά	noun	το να κάνει κάποιος πεταλιά προς τα πίσω
πισωπεταλιάς	=	πισωπεταλιά
πισωπεταλιές	=	πισωπεταλιά
πισωπεταλιών	=	πισωπεταλιά
πισωπλατίζω	verb|literary	κάνω βήμα(τα) προς τα πίσω, οπισθοχωρώ
πισώκωλα	adv	από πίσω
πισώπλατα	adv	πίσω από την (ή στην) πλάτη
πισώπλατε	adj	κλητική ενικού του πισώπλατος
πισώπλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πισώπλατη
πισώπλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πισώπλατος
πισώπλατης	adj	γενική ενικού του πισώπλατη
πισώπλατο	adj	αιτιατική ενικού του πισώπλατος
πισώπλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πισώπλατος
πισώπλατος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει πισώπλατα
πισώπλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πισώπλατος
πισώπλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πισώπλατος
πισώπλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πισώπλατος
πιτάκι	noun	μικρή πίτα
πιτάκια	=	πιτάκι
πιτήδεια	=	πιτήδειος
πιτήδειας	=	πιτήδειος
πιτήδειε	=	πιτήδειος
πιτήδειες	=	πιτήδειος
πιτήδειο	=	πιτήδειος
πιτήδειοι	=	πιτήδειος
πιτήδειος	adj|vulgar	άλλη μορφή του επιτήδειος
πιτήδειου	=	πιτήδειος
πιτήδειους	=	πιτήδειος
πιτήδειων	=	πιτήδειος
πιτζάμα	noun	το ένδυμα, συνήθως βαμβακερό, που φοριέται για τον ύπνο ή πρόχειρα μέσα στο σπίτι
πιτζάμας	noun	γενική ενικού του πιτζάμα
πιτζάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτζάμα
πιτζαμάκι	noun	υποκοριστικό του πιτζάμα
πιτζαμάκια	=	πιτζαμάκι
πιτζαμούλα	noun	υποκοριστικό του πιτζάμα
πιτζαμούλας	noun	γενική ενικού του πιτζαμούλα
πιτζαμούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτζαμούλα
πιτζαμών	noun	γενική πληθυντικού του πιτζάμα
πιτηδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτηδευμένο
πιτηδευμένε	verb	κλητική ενικού του πιτηδευμένος
πιτηδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτηδευμένη
πιτηδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιτηδευμένος
πιτηδευμένης	verb	γενική ενικού του πιτηδευμένη
πιτηδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιτηδευμένος
πιτηδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτηδευμένος
πιτηδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιτηδευμένος
πιτηδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιτηδευμένος
πιτηδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιτηδευμένος
πιτηδεύομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του επιτηδεύομαι
πιτσάκι	noun	υποκοριστικό του πίτσα
πιτσάκια	=	πιτσάκι
πιτσίλα	=	πιτσιλώ
πιτσίλαγε	=	πιτσιλώ
πιτσίλησα	=	πιτσιλώ
πιτσίλησαν	=	πιτσιλώ
πιτσίλησε	=	πιτσιλώ
πιτσίλησες	=	πιτσιλώ
πιτσίλιζα	=	πιτσιλίζω
πιτσίλιζαν	=	πιτσιλίζω
πιτσίλιζε	=	πιτσιλίζω
πιτσίλιζες	=	πιτσιλίζω
πιτσίλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσίλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσίλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσίλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσίλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πιτσιλίζω
πιτσαδόρε	=	πιτσαδόρος
πιτσαδόρο	=	πιτσαδόρος
πιτσαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτσαδόρος
πιτσαδόρος	noun	ο παρασκευαστής πίτσας
πιτσαδόρου	=	πιτσαδόρος
πιτσαδόρους	=	πιτσαδόρος
πιτσαδόρων	=	πιτσαδόρος
πιτσαρία	noun	το μαγαζί που παρασκευάζει και εμπορεύεται κατεξοχήν πίτσα
πιτσαρίας	noun	γενική ενικού του πιτσαρία
πιτσαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσαρία
πιτσαριών	noun	γενική πληθυντικού του πιτσαρία
πιτσικάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πιτσικάρω
πιτσικάρω	verb	για κάτι που έχει παραμορφωθεί, κυρτώσει ή στρεβλωθεί ή δεν στέκεται στερεό στη θέση του
πιτσικάτα	=	πιτσικάτο
πιτσικάτο	noun	τεχνική παιξίματος έγχορδων μουσικών οργάνων τσιμπώντας τις χορδές τους με τα δάχτυλα, ενώ συνήθως παίζονται με το δοξάρι
πιτσικάτου	=	πιτσικάτο
πιτσικάτων	=	πιτσικάτο
πιτσικαρίσματα	=	πιτσικάρισμα
πιτσικαρίσματος	=	πιτσικάρισμα
πιτσικαρισμάτων	=	πιτσικάρισμα
πιτσικαρισμένα	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένε	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένες	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένη	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένης	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένο	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένοι	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πιτσικάρω
πιτσικαρισμένου	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένους	=	πιτσικαρισμένος
πιτσικαρισμένων	=	πιτσικαρισμένος
πιτσιλά	=	πιτσιλώ
πιτσιλάδα	noun	φακίδα, στίγμα ή πανάδα σε δέρμα ανθρώπου
πιτσιλάδας	noun	γενική ενικού του πιτσιλάδα
πιτσιλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλάδα
πιτσιλάει	=	πιτσιλώ
πιτσιλάμε	=	πιτσιλώ
πιτσιλάν	=	πιτσιλώ
πιτσιλάνε	=	πιτσιλώ
πιτσιλάς	=	πιτσιλώ
πιτσιλάτε	=	πιτσιλώ
πιτσιλάω	verb	άλλη μορφή του πιτσιλίζω
πιτσιλήθηκα	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλήθηκαν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλήθηκε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλήθηκες	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλήσαμε	=	πιτσιλώ
πιτσιλήσαν	=	πιτσιλώ
πιτσιλήσανε	=	πιτσιλώ
πιτσιλήσατε	=	πιτσιλώ
πιτσιλήσει	=	πιτσιλώ
πιτσιλήσου	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλήστε	=	πιτσιλώ
πιτσιλίζαμε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζαν	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζανε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζατε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζει	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζεις	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζεσαι	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίζεστε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίζεται	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίζετε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίζονται	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίζονταν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίζοντας	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζου	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίζουμε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζουν	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζουνε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίζω	verb	πετάω σταγόνες νερού ή άλλου υγρού και βρέχω ή λερώνω κάποιον ή κάτι
πιτσιλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίσαν	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίσανε	=	πιτσιλίζω
πιτσιλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσίλισμα
πιτσιλίσματος	noun	γενική ενικού του πιτσίλισμα
πιτσιλίσου	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιλίστηκα	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίστηκαν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίστηκε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίστηκες	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πιτσιλίζω
πιτσιληθήκαμε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιληθήκαν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιληθήκανε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιληθήκατε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιληθεί	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιληθείτε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλημένο
πιτσιλημένε	verb	κλητική ενικού του πιτσιλημένος
πιτσιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλημένη
πιτσιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιτσιλημένος
πιτσιλημένης	verb	γενική ενικού του πιτσιλημένη
πιτσιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του πιτσιλημένος
πιτσιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλημένος
πιτσιλημένος	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιτσιλημένος
πιτσιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιτσιλημένος
πιτσιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιτσιλημένος
πιτσιλιά	noun	η κηλίδα που σχηματίζεται από υγρό που έχει πιτσιλιστεί
πιτσιλιάς	noun	γενική ενικού του πιτσιλιά
πιτσιλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πιτσιλώ
πιτσιλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλιά
πιτσιλιέσαι	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιέστε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιέται	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιζόμασταν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόμαστε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόμουν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόμουνα	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόντουσαν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόσασταν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόσαστε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόσουν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόσουνα	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζόταν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιζότανε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιούνται	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιούνταν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πιτσίλισμα
πιτσιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλισμένο
πιτσιλισμένε	verb	κλητική ενικού του πιτσιλισμένος
πιτσιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλισμένη
πιτσιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιτσιλισμένος
πιτσιλισμένης	verb	γενική ενικού του πιτσιλισμένη
πιτσιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιτσιλισμένος
πιτσιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλισμένος
πιτσιλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πιτσιλίζω
πιτσιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιτσιλισμένος
πιτσιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιτσιλισμένος
πιτσιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιτσιλισμένος
πιτσιλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλιστό	adv	με πιτσιλιστό τρόπο, πιτσιλώντας
πιτσιλιστέ	adj	κλητική ενικού του πιτσιλιστός
πιτσιλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλιστή
πιτσιλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιτσιλιστός
πιτσιλιστήκαμε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιστήκαν	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιστήκανε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιστήκατε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιστής	adj	γενική ενικού του πιτσιλιστή
πιτσιλιστεί	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιστείτε	=	πιτσιλίζομαι
πιτσιλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλιστός
πιτσιλιστού	adj	γενική ενικού του πιτσιλιστός
πιτσιλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιτσιλιστός
πιτσιλιστό	adj	αιτιατική ενικού του πιτσιλιστός
πιτσιλιστός	adj	που γίνεται με πιτσίλισμα
πιτσιλιστών	adj	γενική πληθυντικού του πιτσιλιστός
πιτσιλιόμασταν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόμαστε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόμουν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόμουνα	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόνταν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόντανε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόντουσαν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόσασταν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόσαστε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόσουν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόσουνα	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιόταν	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιότανε	=	πιτσιλιέμαι
πιτσιλιών	=	πιτσιλιά
πιτσιλούμε	=	πιτσιλώ
πιτσιλούν	=	πιτσιλώ
πιτσιλούνε	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσα	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσαμε	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσαν	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσανε	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσατε	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσε	=	πιτσιλώ
πιτσιλούσες	=	πιτσιλώ
πιτσιλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλωτό
πιτσιλωτέ	adj	κλητική ενικού του πιτσιλωτός
πιτσιλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλωτή
πιτσιλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιτσιλωτός
πιτσιλωτής	adj	γενική ενικού του πιτσιλωτή
πιτσιλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτσιλωτός
πιτσιλωτού	adj	γενική ενικού του πιτσιλωτός
πιτσιλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιτσιλωτός
πιτσιλωτό	adj	αιτιατική ενικού του πιτσιλωτός
πιτσιλωτός	adj	που έχει πιτσιλιές, κηλίδες
πιτσιλωτών	adj	γενική πληθυντικού του πιτσιλωτός
πιτσιλώ	verb	άλλη μορφή του πιτσιλίζω
πιτσιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πιτσιλάω / πιτσιλώ
πιτσιρίκα	noun	μικρό κορίτσι, θηλυκό του πιτσιρίκος
πιτσιρίκας	=	πιτσιρίκα
πιτσιρίκε	noun	κλητική ενικού του πιτσιρίκος
πιτσιρίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιρίκα
πιτσιρίκι	noun	ο πιτσιρίκος, μικρό παιδί
πιτσιρίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιρίκι
πιτσιρίκο	noun	αιτιατική ενικού του πιτσιρίκος
πιτσιρίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτσιρίκος
πιτσιρίκος	noun	μικρό αγόρι
πιτσιρίκου	noun	γενική ενικού του πιτσιρίκος
πιτσιρίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πιτσιρίκος
πιτσιρίκων	noun	γενική πληθυντικού του πιτσιρίκος
πιτσιρικά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πιτσιρικάς
πιτσιρικάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιρικάς
πιτσιρικάδων	noun	γενική πληθυντικού του πιτσιρικάς
πιτσιρικάκι	noun	υποκοριστικό του πιτσιρίκι
πιτσιρικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσιρικάκι
πιτσιρικάς	noun	άλλη μορφή του πιτσιρίκος
πιτσιρικαρία	noun	παρέα από πιτσιρίκια, από μικρά παιδάκια
πιτσιρικαρίας	=	πιτσιρικαρία
πιτσιρικαρίες	=	πιτσιρικαρία
πιτσιρικαριών	=	πιτσιρικαρία
πιτσιρικιού	=	πιτσιρίκι
πιτσιρικιών	=	πιτσιρίκι
πιτσουνάκι	noun	το μικρό, νεαρό περιστεράκι
πιτσουνάκια	noun	αγαπημένο ζευγάρι
πιτσουνιού	=	πιτσούνι
πιτσουνιών	=	πιτσούνι
πιτσούλα	noun	υποκοριστικό του πίτσα
πιτσούλας	noun	γενική ενικού του πιτσούλα
πιτσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσούλα
πιτσούνα	noun|figurative	μεγεθυντικό του πιτσούνι
πιτσούνας	=	πιτσούνα
πιτσούνες	=	πιτσούνα
πιτσούνι	noun	το νεογέννητo περιστέρι
πιτσούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτσούνι
πιτσούνων	=	πιτσούνα
πιτσών	=	πίτσα
πιττάκιι	=	πιττάκιο
πιττάκιια	=	πιττάκιο
πιττάκιο	noun	αρχιερατική ή πατριαρχική επιστολή σχετική με την μεταβολή της διοικητικής κατάστασης προσώπου του κλήρου (την προαγωγή, τη διάκριση ή την τιμωρία του)
πιττάκιον	noun	πιττάκιο
πιττακιίου	=	πιττάκιο
πιττακιίων	=	πιττάκιο
πιτυρίαση	noun	είδος δερματοπάθειας, επιφανειακή μυκητίαση που προσβάλλει το τριχωτό της κεφαλής ή άλλα σημεία του σώματος
πιτυρίασης	noun	γενική ενικού του πιτυρίαση
πιτυρίδα	noun	το αποτέλεσμα της απολέπισης του τριχωτού της κεφαλής με τη μορφή λευκών κομματιών που μοιάζουν με νιφάδες
πιτυρίδας	=	πιτυρίδα
πιτυρίδες	=	πιτυρίδα
πιτυρίδων	=	πιτυρίδα
πιτυριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτυρίαση
πιτυριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του πιτυρίαση
πιτυριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του πιτυρίαση
πιτυριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτυριδικό
πιτυριδικέ	adj	κλητική ενικού του πιτυριδικός
πιτυριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιτυριδική
πιτυριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιτυριδικός
πιτυριδικής	adj	γενική ενικού του πιτυριδική
πιτυριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιτυριδικός
πιτυριδικού	adj	γενική ενικού του πιτυριδικός
πιτυριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πιτυριδικός
πιτυριδικό	adj	αιτιατική ενικού του πιτυριδικός
πιτυριδικός	adj	που έχει σχέση με πιτυρίδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
πιτυριδικών	adj	γενική πληθυντικού του πιτυριδικός
πιτυρούχα	=	πιτυρούχος
πιτυρούχας	=	πιτυρούχος
πιτυρούχε	=	πιτυρούχος
πιτυρούχες	=	πιτυρούχος
πιτυρούχο	=	πιτυρούχος
πιτυρούχοι	=	πιτυρούχος
πιτυρούχος	adj	που περιέχει πίτουρο, που είναι ολικής αλέσεως
πιτυρούχου	=	πιτυρούχος
πιτυρούχους	=	πιτυρούχος
πιτυρούχων	=	πιτυρούχος
πιτόγυρα	=	πιτόγυρο
πιτόγυρο	noun	πίτα με γύρο
πιτόγυρου	=	πιτόγυρο
πιτόγυρων	=	πιτόγυρο
πιτών	noun	γενική πληθυντικού του πίτα
πιφ	intj	έκφραση αηδίας, ενόχλησης για κάτι που μυρίζει δυσάρεστα
πιω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
πιωθήκαμε	=	πίνω
πιωθήκαν	=	πίνω
πιωθήκανε	=	πίνω
πιωθήκατε	=	πίνω
πιωθεί	=	πίνω
πιωθείς	=	πίνω
πιωθείτε	=	πίνω
πιωθούμε	=	πίνω
πιωθούν	=	πίνω
πιωθούνε	=	πίνω
πιωθώ	=	πίνω
πιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιωμένο
πιωμένε	verb	κλητική ενικού του πιωμένος
πιωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιωμένη
πιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πιωμένος
πιωμένης	verb	γενική ενικού του πιωμένη
πιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πιωμένος
πιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πιωμένος
πιωμένος	verb	που έχει ληφθεί ή καταναλωθεί με πόση
πιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πιωμένος
πιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πιωμένος
πιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πιωμένος
πιόμα	noun	το (αλκοολούχο) ποτό
πιόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πιόμα
πιόματος	noun	γενική ενικού του πιόμα
πιόνι	noun	ο στρατιώτης στο σκάκι
πιόνια	=	πιόνι
πιόνιο	noun	συντομογραφία του πι-μεσόνιο, υποατομικό σωματίδιο, το ελαφρύτερο από τα μεσόνια
πιόνιου	=	πιόνιο
πιόσιμο	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πίνω
πιόσχημα	=	πιόσχημος
πιόσχημε	=	πιόσχημος
πιόσχημες	=	πιόσχημος
πιόσχημη	=	πιόσχημος
πιόσχημης	=	πιόσχημος
πιόσχημο	=	πιόσχημος
πιόσχημοι	=	πιόσχημος
πιόσχημος	adj	που έχει το σχήμα του γράμματος πι
πιόσχημου	=	πιόσχημος
πιόσχημους	=	πιόσχημος
πιόσχημων	=	πιόσχημος
πιότερα	=	πιότερος
πιότερε	=	πιότερος
πιότερες	=	πιότερος
πιότερη	=	πιότερος
πιότερης	=	πιότερος
πιότερο	=	πιότερος
πιότεροι	=	πιότερος
πιότερος	adj|literary	άλλη μορφή του περισσότερος
πιότερου	=	πιότερος
πιότερους	=	πιότερος
πιότερων	=	πιότερος
πιώθηκα	=	πίνω
πιώθηκαν	=	πίνω
πιώθηκε	=	πίνω
πιώθηκες	=	πίνω
πκ	abbrev	το σύνολο των πανεπιστημιακών σχολών στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Κρήτης
πκε	abbrev	ΠροΚαταρκτικές Εξετάσεις
πκκ	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
πλάβα	noun	πλατυπύθμενη βάρκα κατάλληλη για λίμνες / ποτάμια με ρηχά νερά (ονομασία σε χρήση στη Μακεδονία)
πλάβας	noun	γενική ενικού του πλάβα
πλάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάβα
πλάγι	noun	άλλη μορφή του πλάι
πλάγια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλάγιος	noun	το πλαϊνό μέρος, το πλάι
πλάγιαζα	=	πλαγιάζω
πλάγιαζαν	=	πλαγιάζω
πλάγιαζε	=	πλαγιάζω
πλάγιαζες	=	πλαγιάζω
πλάγιας	=	πλάγιος
πλάγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλάγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλάγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλάγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλάγιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαγιάζω
πλάγιε	=	πλάγιος
πλάγιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του πλάγιος
πλάγιο	adj	ουδέτερο του πλάγιος
πλάγιοι	=	πλάγιος
πλάγιος	adj	ο μη ευθύς, αυτός που έχει κλίση προς έναν νοητό ή πραγματικό κάθετο άξονα ή πάντως σε σύγκριση με ένα άλλο επίπεδο ή ευθεία αναφοράς, ο κεκλιμένος, ο στραβός, ο λοξός
πλάγιου	=	πλάγιος
πλάγιους	=	πλάγιος
πλάγιων	=	πλάγιος
πλάθαμε	=	πλάθω
πλάθαν	=	πλάθω
πλάθανε	=	πλάθω
πλάθατε	=	πλάθω
πλάθε	=	πλάθω
πλάθει	=	πλάθω
πλάθεις	=	πλάθω
πλάθεσαι	=	πλάθω
πλάθεστε	=	πλάθω
πλάθεται	=	πλάθω
πλάθετε	=	πλάθω
πλάθομαι	verb	με πλάθουν.
πλάθομε	=	πλάθω
πλάθονται	=	πλάθω
πλάθονταν	=	πλάθω
πλάθοντας	=	πλάθω
πλάθουμε	=	πλάθω
πλάθουν	=	πλάθω
πλάθουνε	=	πλάθω
πλάθω	verb	δίνω ορισμένη μορφή με τα χέρια μου σε ένα σχετικά μαλακό υλικό
πλάι	adv	παραπλεύρως, δίπλα, κολλητά	noun	η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια
πλάκα	noun	μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
πλάκας	noun	γενική ενικού του πλάκα
πλάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάκα
πλάκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακώνω
πλάκωνα	=	πλακώνω
πλάκωναν	=	πλακώνω
πλάκωνε	=	πλακώνω
πλάκωνες	=	πλακώνω
πλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλάκωση	noun	άλλη μορφή του πλακόστρωση
πλάκωσης	=	πλάκωση
πλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάνο
πλάνας	=	πλάνος
πλάνατοι	=	πλάτανος
πλάνε	=	πλάνος
πλάνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλανεύω
πλάνες	=	πλάνη
πλάνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλάνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλάνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλάνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλάνευα	=	πλανεύω
πλάνευαν	=	πλανεύω
πλάνευε	=	πλανεύω
πλάνευες	=	πλανεύω
πλάνεψα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πλανεύω
πλάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλάνη	noun	η λανθασμένη γνώμη, η πίστη σε κάτι ψευδές
πλάνης	=	πλάνη
πλάνητα	=	πλάνη
πλάνητες	=	πλάνη
πλάνητος	=	πλάνη
πλάνια	=	πλάνη
πλάνιζα	=	πλανίζω
πλάνιζαν	=	πλανίζω
πλάνιζε	=	πλανίζω
πλάνιζες	=	πλανίζω
πλάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλανίζω
πλάνο	noun	γενικό σχέδιο
πλάνοι	=	πλάνος
πλάνος	adj	που ξεγελάει και εξαπατάει με ψεύτικα λόγια και υποσχέσεις
πλάνου	noun	γενική ενικού του πλάνο
πλάνους	=	πλάνος
πλάνταγμα	noun	αβάσταχτη στεναχώρια
πλάνταζα	=	πλαντάζω
πλάνταζαν	=	πλαντάζω
πλάνταζε	=	πλαντάζω
πλάνταζες	=	πλαντάζω
πλάνταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλάνταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλάνταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλάνταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλάνων	noun	γενική πληθυντικού του πλάνο
πλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσαν	=	πλάθω
πλάσανε	=	πλάθω
πλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάση
πλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσεων	=	πλάση
πλάση	noun	όλα όσα πλάστηκαν, όλα τα έμβια και άβια που δημιουργήθηκαν από το Θεό
πλάσης	=	πλάση
πλάσιμο	noun	η ενέργεια του πλάθω
πλάσμα	noun	ον, ζωντανός οργανισμός
πλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάσμα
πλάσματος	noun	γενική ενικού του πλάσμα
πλάσομε	=	πλάθω
πλάσου	=	πλάθω
πλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάσουνε	=	πλάθω
πλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλάσσω
πλάσσω	verb|formal	άλλη μορφή του πλάθω
πλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάστες	=	πλάστης
πλάστη	=	πλάστης
πλάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλάστης	noun	αυτός που δημιουργεί
πλάστιγγα	noun	το πιάτο (ή ο δίσκος) της ζυγαριάς
πλάστιγγας	noun	γενική ενικού του πλάστιγγα
πλάστιγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάστιγγα
πλάστρα	=	πλάστρο
πλάστρες	noun	αυτή που πλάθει, που δημιουργεί
πλάστρια	noun	θηλυκό του πλάστης
πλάστριας	=	πλάστρια
πλάστριες	=	πλάστρια
πλάστρο	noun	λεπτό στρώμα αέρος που καλύπτει μέρη του σώματος υδροβίων, κυρίως εντόμων, που τους επιτρέπει να παραμένουν μέσα στο νερό
πλάστρου	noun	γενική ενικού του πλάστρο
πλάστρων	noun	γενική πληθυντικού του πλάστρο
πλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλάθω
πλάταινα	=	πλαταίνω
πλάταιναν	=	πλαταίνω
πλάταινε	=	πλαταίνω
πλάταινες	=	πλαταίνω
πλάτανε	noun	κλητική ενικού του πλάτανος
πλάτανο	noun	αιτιατική ενικού του πλάτανος
πλάτανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλάτανος
πλάτανος	noun	αιωνόβιο, φυλλοβόλο δέντρο (γένος Platanus), που απαντάται κυρίως σε τοποθεσίες με πολύ νερό.
πλάτανου	=	πλάτανος
πλάτανους	=	πλάτανος
πλάτανων	=	πλάτανος
πλάτεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλατύνω / πλαταίνω
πλάτες	=	πλάτη
πλάτη	noun	το πίσω μέρος του σώματος, από τον λαιμό μέχρι το τέλος της σπονδυλικής στήλης
πλάτης	=	πλάτη
πλάτος	noun	το φάρδος στερεού σώματος
πλάτους	noun	γενική ενικού του πλάτος
πλάτρα	noun|dated	/ πράτρια
πλάττω	verb	άλλη μορφή του πλάθω
πλάτυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλάτυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλάτυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλάτυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλάτυνση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλατύνω / πλαταίνω
πλάτυνσης	=	πλάτυνση
πλάτυνσις	noun	πλάτυνση
πλάτυσμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλατύνω
πλάτωμα	noun	η πλατιά επίπεδη έκταση
πλέαμε	=	πλέω
πλέαν	=	πλέω
πλέανε	=	πλέω
πλέατε	=	πλέω
πλέγμα	noun	οποιοδήποτε δίκτυο (πάσης φύσης) οποιουδήποτε αριθμού διαστάσεων (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
πλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλέγμα
πλέγματος	noun	γενική ενικού του πλέγμα
πλέε	=	πλέω
πλέει	=	πλέω
πλέεις	=	πλέω
πλέετε	=	πλέω
πλέθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλέθρο
πλέθρο	noun	αρχαιοελληνική μονάδα μέτρησης του μήκους (29,57 μ, ίση με τον 1/6 του σταδίου ή με 100 πόδες)
πλέθρου	noun	γενική ενικού του πλέθρο
πλέθρων	noun	γενική πληθυντικού του πλέθρο
πλέκαμε	=	πλέκω
πλέκαν	=	πλέκω
πλέκανε	=	πλέκω
πλέκατε	=	πλέκω
πλέκε	=	πλέκω
πλέκει	=	πλέκω
πλέκεις	=	πλέκω
πλέκεσαι	=	πλέκω
πλέκεστε	=	πλέκω
πλέκεται	=	πλέκω
πλέκετε	=	πλέκω
πλέκομαι	=	πλέκω
πλέκομε	=	πλέκω
πλέκονται	=	πλέκω
πλέκονταν	=	πλέκω
πλέκοντας	=	πλέκω
πλέκου	=	πλέκω
πλέκουμε	=	πλέκω
πλέκουν	=	πλέκω
πλέκουνε	=	πλέκω
πλέκτες	=	πλέκτης
πλέκτη	=	πλέκτης
πλέκτης	noun	κάποιος που (επαγγελματικά) πλέκει
πλέκτρα	=	πλέκτης
πλέκτρια	noun	θηλυκό του πλέκτης
πλέκτριας	noun	γενική ενικού του πλέκτρια
πλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλέκτρια
πλέκω	verb	φτιάχνω ένα αντικείμενο δημιουργώντας ένα πλέγμα ινών ή άλλου υλικού
πλέμπα	noun	τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ο λαός
πλέμπας	noun	γενική ενικού του πλέμπα
πλέμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλέμπα
πλέναμε	=	πλένω
πλέναν	=	πλένω
πλένανε	=	πλένω
πλένατε	=	πλένω
πλένε	=	πλένω
πλένει	=	πλένω
πλένεις	=	πλένω
πλένεσαι	=	πλένω
πλένεστε	=	πλένω
πλένεται	=	πλένω
πλένετε	=	πλένω
πλένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλένω
πλένομε	=	πλένω
πλένονται	=	πλένω
πλένονταν	=	πλένω
πλένοντας	=	πλένω
πλένου	=	πλένω
πλένουμε	=	πλένω
πλένουν	=	πλένω
πλένουνε	=	πλένω
πλένω	verb	με νερό και σαπούνι ή απορρυπαντικό καθαρίζω τα ρούχα, τα πιάτα (ή κάτι άλλο) από τις βρομιές
πλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξαν	=	πλέκω
πλέξανε	=	πλέκω
πλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξεων	=	πλέξη
πλέξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλέκω
πλέξης	=	πλέξη
πλέξιμο	noun	η ενέργεια του πλέκω
πλέξομε	=	πλέκω
πλέξου	=	πλέκω
πλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξουνε	=	πλέκω
πλέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέκω
πλέομε	=	πλέω
πλέον	adv	πια
πλέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλέω
πλέουμε	=	πλέω
πλέουν	=	πλέω
πλέουνε	=	πλέω
πλέουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλέων
πλέρια	adv	πλήρη, ολοκληρωμένα, τέλεια
πλέριας	=	πλέριος
πλέριε	=	πλέριος
πλέριες	=	πλέριος
πλέριο	=	πλέριος
πλέριοι	=	πλέριος
πλέριος	adj|literary	ολοκληρωμένος, που δεν έχει ψεγάδι ή έλλειψη
πλέριου	=	πλέριος
πλέριους	=	πλέριος
πλέριων	=	πλέριος
πλέρωνα	=	πλερώνω
πλέρωναν	=	πλερώνω
πλέρωνε	=	πλερώνω
πλέρωνες	=	πλερώνω
πλέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλέχτε	=	πλέκω
πλέχτες	=	πλέχτης
πλέχτη	=	πλέχτης
πλέχτηκα	=	πλέκω
πλέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκομαι
πλέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέκομαι
πλέχτηκες	=	πλέκω
πλέχτης	noun	άλλη μορφή του πλέκτης
πλέχτουρο	noun	Ορθογώνιος μακρόστενος ογκόλιθος.
πλέχτρα	noun	θηλυκό του πλέχτης
πλέχτρας	=	πλέχτρα
πλέχτρες	=	πλέχτρα
πλέχτρια	noun	θηλυκό του πλέχτης
πλέχτριας	=	πλέχτρια
πλέχτριες	=	πλέχτρια
πλέχω	verb	άλλη μορφή του πλέκω
πλέω	verb	ταξιδεύω σε λίμνη, ποταμό ή θάλασσα
πλήγηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πλήγηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πλήγηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πλήγηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πλήγιαζα	=	πληγιάζω
πλήγιαζαν	=	πληγιάζω
πλήγιαζε	=	πληγιάζω
πλήγιαζες	=	πληγιάζω
πλήγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πλήγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πλήγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πλήγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πλήγιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πληγιάζω
πλήγμα	noun	ένα δυνατό και βίαιο χτύπημα
πλήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήγμα
πλήγματος	noun	γενική ενικού του πλήγμα
πλήγωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πληγώνω
πλήγωνα	=	πληγώνω
πλήγωναν	=	πληγώνω
πλήγωνε	=	πληγώνω
πλήγωνες	=	πληγώνω
πλήγωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πλήγωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πλήγωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πλήγωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πλήθαινα	=	πληθαίνω
πλήθαιναν	=	πληθαίνω
πλήθαινε	=	πληθαίνω
πλήθαινες	=	πληθαίνω
πλήθεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πληθαίνω
πλήθη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήθος
πλήθια	=	πλήθιος
πλήθιας	=	πλήθιος
πλήθιε	=	πλήθιος
πλήθιες	=	πλήθιος
πλήθιο	=	πλήθιος
πλήθιοι	=	πλήθιος
πλήθιος	adj	πλήθια: τα πλήθη
πλήθιου	=	πλήθιος
πλήθιους	=	πλήθιος
πλήθιων	=	πλήθιος
πλήθος	noun	αριθμητική ποσότητα, αριθμός
πλήθους	noun	γενική ενικού του πλήθος
πλήθυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πλήθυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πλήθυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πλήθυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πλήθυνση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πληθύνω
πλήθυνσης	=	πλήθυνση
πλήθυνσις	noun	η πλήθυνση
πλήκτρα	noun	πληκτρολόγιο
πλήκτρο	noun	οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να χτυπήσουμε κάτι
πλήκτρου	noun	γενική ενικού του πλήκτρο
πλήκτρων	noun	γενική πληθυντικού του πλήκτρο
πλήμμη	noun	εκεί που φτάνει το χειμερινό κύμα
πλήμνες	=	πλήμνη
πλήμνη	noun	ο ομφαλός, το κέντρο
πλήμνης	=	πλήμνη
πλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξαν	=	πλήττω
πλήξανε	=	πλήττω
πλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήξη
πλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξεων	noun	γενική πληθυντικού του πλήξη
πλήξεως	noun|formal	γενική ενικού του πλήξη
πλήξη	noun	το να πλήττει κάποιος, να βαριέται
πλήξης	noun	γενική ενικού του πλήξη
πλήξομε	=	πλήττω
πλήξου	=	πληγώνω
πλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξουνε	=	πλήττω
πλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττω
πλήρεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του πλήρης
πλήρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλήρης
πλήρη	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του πλήρης
πλήρης	adj	που έχει γεμίσει και δε χωράει άλλο
πλήρους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πλήρης
πλήρωμα	noun	το προσωπικό, το σύνολο των ατόμων που χρησιμοποιείται σε ένα μεταφορικό μέσο εάν κατά τη μετακίνησή του χρειάζεται τουλάχιστον πάνω από ένα άτομο
πλήρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πλήρης
πλήρωνα	=	πληρώνω
πλήρωναν	=	πληρώνω
πλήρωνε	=	πληρώνω
πλήρωνες	=	πληρώνω
πλήρως	adv	καθολικά, ολοκληρωτικά, χωρίς ελλείψεις, χωρίς κενά
πλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πλήρωση	noun|formal	η τοποθέτηση ποσότητας μέσα σε κάτι για να γεμίσει
πλήρωσης	noun	γενική ενικού του πλήρωση
πλήτταμε	=	πλήττω
πλήτταν	=	πλήττω
πλήττανε	=	πλήττω
πλήττατε	=	πλήττω
πλήττε	=	πλήττω
πλήττει	=	πλήττω
πλήττεις	=	πλήττω
πλήττεσαι	=	πλήττω
πλήττεστε	=	πλήττω
πλήττεται	=	πλήττω
πλήττετε	=	πλήττω
πλήττομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλήττω
πλήττομε	=	πλήττω
πλήττονται	=	πλήττω
πλήττονταν	=	πλήττω
πλήττοντας	=	πλήττω
πλήττου	=	πλήττω
πλήττουμε	=	πλήττω
πλήττουν	=	πλήττω
πλήττουνε	=	πλήττω
πλήττω	verb	χτυπώ, καταφέρω πλήγμα
πλίθα	noun|vulgar	άλλη μορφή του πλίθρα
πλίθας	noun	γενική ενικού του πλίθα
πλίθε	=	πλίθος
πλίθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλίθα
πλίθινα	=	πλίθινος
πλίθινε	=	πλίθινος
πλίθινες	=	πλίθινος
πλίθινη	=	πλίθινος
πλίθινης	=	πλίθινος
πλίθινο	=	πλίθινος
πλίθινοι	=	πλίθινος
πλίθινος	adj|vulgar	άλλη μορφή του πλίνθινος
πλίθινου	=	πλίθινος
πλίθινους	=	πλίθινος
πλίθινων	=	πλίθινος
πλίθο	=	πλίθος
πλίθοι	=	πλίθος
πλίθος	noun|vulgar	άλλη μορφή του πλίνθος
πλίθου	=	πλίθος
πλίθους	=	πλίθος
πλίθρα	noun|vulgar	πλίνθος
πλίθρας	=	πλίθρα
πλίθρες	=	πλίθρα
πλίθων	=	πλίθος
πλίνθε	=	πλίνθος
πλίνθινα	=	πλίνθινος
πλίνθινε	=	πλίνθινος
πλίνθινες	=	πλίνθινος
πλίνθινη	=	πλίνθινος
πλίνθινης	=	πλίνθινος
πλίνθινο	=	πλίνθινος
πλίνθινοι	=	πλίνθινος
πλίνθινος	adj	που έχει σχέση με πλίνθους, αναφέρεται σ’ αυτούς ή έχει κατασκευαστεί μ’ αυτές
πλίνθινου	=	πλίνθινος
πλίνθινους	=	πλίνθινος
πλίνθινων	=	πλίνθινος
πλίνθο	=	πλίνθος
πλίνθοι	=	πλίνθος
πλίνθος	noun|formal	δομικό υλικό που κατασκευάζευαι από πηλό (παλαιότερα και άχυρο) σε κυβικά καλούπια, ψήνεται ή στεγνώνει στον ήλιο
πλίνθου	=	πλίνθος
πλίνθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλίνθος
πλίνθων	=	πλίνθος
πλαίσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαίσιο
πλαίσιο	noun	αυτό που βρίσκεται γύρω γύρω από κάτι, περιθώριο
πλαίσιου	=	πλαίσιο
πλαβών	noun	γενική πληθυντικού του πλάβα
πλαγία	adj	λόγια εκφορά του θηλυκού του επιθέτου πλάγιος
πλαγίαζα	=	πλαγιάζω
πλαγίαζαν	=	πλαγιάζω
πλαγίαζε	=	πλαγιάζω
πλαγίαζες	=	πλαγιάζω
πλαγίας	=	πλάγιος
πλαγίασα	=	πλαγιάζω
πλαγίασαν	=	πλαγιάζω
πλαγίασε	=	πλαγιάζω
πλαγίασες	=	πλαγιάζω
πλαγίαυλε	noun	κλητική ενικού του πλαγίαυλος
πλαγίαυλο	noun	αιτιατική ενικού του πλαγίαυλος
πλαγίαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγίαυλος
πλαγίαυλος	noun	κάθε είδος φλάουτου που παίζεται πλάγια
πλαγίαυλου	noun	γενική ενικού του πλαγίαυλος
πλαγίαυλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαγίαυλος
πλαγίαυλων	noun	γενική πληθυντικού του πλαγίαυλος
πλαγίου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πλάγιος
πλαγίους	=	πλάγιος
πλαγίων	=	πλάγιος
πλαγίως	adv	όχι ευθέως, με πλάγιο τρόπο, έμμεσο, ενδεχομένως και ύπουλο
πλαγγόνα	noun	η (κέρινη) κούκλα
πλαγγόνας	=	πλαγγόνα
πλαγγόνες	=	πλαγγόνα
πλαγγόνων	=	πλαγγόνα
πλαγιά	noun	οποιαδήποτε πλευρά φυσικού υψώματος (λόφου, βουνού κλπ)
πλαγιάζαμε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζαν	=	πλαγιάζω
πλαγιάζανε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζατε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζει	=	πλαγιάζω
πλαγιάζεις	=	πλαγιάζω
πλαγιάζετε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζομε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζοντας	=	πλαγιάζω
πλαγιάζουμε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζουν	=	πλαγιάζω
πλαγιάζουνε	=	πλαγιάζω
πλαγιάζω	verb	γέρνω κάτι στο πλάι, το κάνω να πλαγιάζει, να γύρει, να πέσει με το πλευρό
πλαγιάς	noun	γενική ενικού του πλαγιά
πλαγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσαν	=	πλαγιάζω
πλαγιάσανε	=	πλαγιάζω
πλαγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάγιασμα
πλαγιάσματος	noun	γενική ενικού του πλάγιασμα
πλαγιάσομε	=	πλαγιάζω
πλαγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσουνε	=	πλαγιάζω
πλαγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιάζω
πλαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιά
πλαγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάγιασμα
πλαγιασμέ	=	πλαγιασμός
πλαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιασμένο
πλαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του πλαγιασμένος
πλαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιασμένη
πλαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγιασμένος
πλαγιασμένης	verb	γενική ενικού του πλαγιασμένη
πλαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαγιασμένος
πλαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιασμένος
πλαγιασμένος	=	πλαγιάζω
πλαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαγιασμένος
πλαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιασμένος
πλαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαγιασμένος
πλαγιασμοί	=	πλαγιασμός
πλαγιασμού	=	πλαγιασμός
πλαγιασμούς	=	πλαγιασμός
πλαγιασμό	=	πλαγιασμός
πλαγιασμός	noun	το ξάπλωμα
πλαγιασμών	=	πλαγιασμός
πλαγιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαγιαστός	adv	με πλαγιαστό τρόπο ή σε πλαγιαστή θέση
πλαγιαστέ	adj	κλητική ενικού του πλαγιαστός
πλαγιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιαστή
πλαγιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγιαστός
πλαγιαστής	adj	γενική ενικού του πλαγιαστή
πλαγιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιαστός
πλαγιαστού	adj	γενική ενικού του πλαγιαστός
πλαγιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιαστός
πλαγιαστό	adj	αιτιατική ενικού του πλαγιαστός
πλαγιαστός	adj	ο ξαπλωτός.
πλαγιαστών	adj	γενική πληθυντικού του πλαγιαστός
πλαγιαύλου	noun	γενική ενικού του πλαγίαυλος
πλαγιαύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαγίαυλος
πλαγιαύλων	noun	γενική πληθυντικού του πλαγίαυλος
πλαγινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγινό
πλαγινέ	adj	κλητική ενικού του πλαγινός
πλαγινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγινή
πλαγινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγινός
πλαγινής	adj	γενική ενικού του πλαγινή
πλαγινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγινός
πλαγινού	adj	γενική ενικού του πλαγινός
πλαγινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαγινός
πλαγινό	adj	αιτιατική ενικού του πλαγινός
πλαγινός	adj	άλλη μορφή του πλαϊνός
πλαγινών	adj	γενική πληθυντικού του πλαγινός
πλαγιοβάδιση	noun	αργός τετράχρονος βηματισμός αλόγου
πλαγιοβάδισης	=	πλαγιοβάδιση
πλαγιοβάδισμα	noun	άλλη μορφή του πλαγιοβάδιση
πλαγιοβαδίσεις	=	πλαγιοβάδιση
πλαγιοβαδίσεων	=	πλαγιοβάδιση
πλαγιοβαδίσματα	=	πλαγιοβάδισμα
πλαγιοβαδίσματος	=	πλαγιοβάδισμα
πλαγιοβαδισμάτων	=	πλαγιοβάδισμα
πλαγιογραφή	noun	γραφή με πλάγια γράμματα
πλαγιογραφής	=	πλαγιογραφή
πλαγιοδέτει	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδέτες	=	πλαγιοδέτης
πλαγιοδέτη	=	πλαγιοδέτης
πλαγιοδέτης	noun	χοντρό σχοινί για την πλαγιοδέτηση
πλαγιοδέτησα	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδέτησαν	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδέτησε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδέτησες	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδέτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαγιοδετώ, η κατά πλευρά πρόσδεση πλοίου σε προβλήτα ή σε άλλο σκάφος
πλαγιοδέτησης	=	πλαγιοδέτηση
πλαγιοδετήθηκα	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετήθηκαν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετήθηκε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετήθηκες	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετήσαμε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετήσαν	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετήσανε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετήσατε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετήσει	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοδέτηση
πλαγιοδετήσεων	=	πλαγιοδέτηση
πλαγιοδετήσου	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετήστε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετεί	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετείς	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετείσαι	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετείστε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετείται	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετείτε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετηθήκαμε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετηθήκαν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετηθήκανε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετηθήκατε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετηθεί	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετηθείτε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετημένα	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένε	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένες	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένη	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένης	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένο	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένοι	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλαγιοδετώ
πλαγιοδετημένου	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένους	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετημένων	=	πλαγιοδετημένος
πλαγιοδετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούμασταν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούμαστε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούμε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούμουν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούν	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούνε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούνται	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούνταν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούσα	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσαμε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσαν	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσανε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσασταν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούσαστε	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετούσατε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσε	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσες	=	πλαγιοδετώ
πλαγιοδετούσουν	=	πλαγιοδετούμαι
πλαγιοδετώ	verb	αγκυροβολώ πλεούμενο και το δένω στα πλάγια με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραμένει ασφαλές, παρά τους ανέμους και τα κύματα
πλαγιοδετών	=	πλαγιοδέτης
πλαγιοδετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαγιοδετώ
πλαγιοδιποδίζαμε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζαν	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζανε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζατε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζει	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζεις	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζετε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζοντας	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζουμε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζουν	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζουνε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίζω	verb	βηματίζω κινώντας το μπροστά αριστερό πόδι και το πίσω δεξί, στηρίζοντας τα άλλα δύο στη γη, και στον επόμενο χρόνο το αντίθετο
πλαγιοδιποδίσαμε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίσαν	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίσανε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίσατε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίσει	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδίστε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδισμέ	noun	κλητική ενικού του πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοδιποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμένο
πλαγιοδιποδισμένε	verb	κλητική ενικού του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμένη
πλαγιοδιποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμένης	verb	γενική ενικού του πλαγιοδιποδισμένη
πλαγιοδιποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαγιοδιποδισμένος
πλαγιοδιποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοδιποδισμού	noun	γενική ενικού του πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοδιποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοδιποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοδιποδισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοδιπόδιζα	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδιζαν	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδιζε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδιζες	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδισα	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδισαν	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδισε	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδιπόδισες	=	πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρομία	noun	η κατεύθυνση κίνησης ενός ιστιοπλοϊκού σκάφους όταν έχει τον άνεμο κάθετο στην κατεύθυνση προς την οποία κινείται
πλαγιοδρομίας	noun	γενική ενικού του πλαγιοδρομία
πλαγιοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοδρομία
πλαγιοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του πλαγιοδρομία
πλαγιοδρομώ	verb|formal	πλέω με τον άνεμο στα πλάγια του σκάφους
πλαγιοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοδρομώ
πλαγιοκοπήθηκα	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπήθηκαν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπήθηκε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπήθηκες	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπήματα	=	πλαγιοκόπημα
πλαγιοκοπήματος	=	πλαγιοκόπημα
πλαγιοκοπήσαμε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπήσαν	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπήσανε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπήσατε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπήσει	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπήσεις	=	πλαγιοκόπηση
πλαγιοκοπήσεων	=	πλαγιοκόπηση
πλαγιοκοπήσου	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπήστε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπεί	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπείς	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπείσαι	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπείστε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπείται	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπείτε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπηθήκαμε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπηθήκαν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπηθήκανε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπηθήκατε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπηθεί	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπηθείτε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπημάτων	=	πλαγιοκόπημα
πλαγιοκοπημένα	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένε	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένες	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένη	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένης	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένο	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένοι	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένος	noun	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπημένου	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένους	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπημένων	=	πλαγιοκοπημένος
πλαγιοκοπικά	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικέ	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικές	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπική	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικής	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικοί	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικού	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικούς	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικό	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπικός	adj	πλευροκοπικός
πλαγιοκοπικών	=	πλαγιοκοπικός
πλαγιοκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούμασταν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούμαστε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούμε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούμουν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούν	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούνε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούνται	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούνταν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούσα	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσαμε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσαν	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσανε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσασταν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούσαστε	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπούσατε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσες	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοπούσουν	=	πλαγιοκοπούμαι
πλαγιοκοπώ	verb	πλευροκοπώ
πλαγιοκοπώντας	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκοφτών	=	πλαγιοκόφτης
πλαγιοκόπει	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκόπημα	noun	το πλευροκόπημα
πλαγιοκόπησα	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκόπησαν	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκόπησε	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκόπησες	=	πλαγιοκοπώ
πλαγιοκόπηση	noun	η πλευροκόπηση, η επίθεση, η προσβολή και το χτύπημα στα πλάγια της παράταξης του στρατού
πλαγιοκόπησης	=	πλαγιοκόπηση
πλαγιοκόφτες	=	πλαγιοκόφτης
πλαγιοκόφτη	=	πλαγιοκόφτης
πλαγιοκόφτης	noun	η φαλτσέτα
πλαγιολίσθηση	noun	η ολίσθηση με το πλευρικό τμήμα ενός ή περισσότερων οχημάτων, που συνήθως οδηγεί σε ζημιά, ατύχημα ή και δυστύχημα.
πλαγιολίσθησης	=	πλαγιολίσθηση
πλαγιολισθήσεις	=	πλαγιολίσθηση
πλαγιολισθήσεων	=	πλαγιολίσθηση
πλαγιομετωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιομετωπικό
πλαγιομετωπικέ	adj	κλητική ενικού του πλαγιομετωπικός
πλαγιομετωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιομετωπική
πλαγιομετωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγιομετωπικός
πλαγιομετωπικής	adj	γενική ενικού του πλαγιομετωπική
πλαγιομετωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιομετωπικός
πλαγιομετωπικού	adj	γενική ενικού του πλαγιομετωπικός
πλαγιομετωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιομετωπικός
πλαγιομετωπικό	adj	αιτιατική ενικού του πλαγιομετωπικός
πλαγιομετωπικός	adj	συνήθως για σύγκρουση οχημάτων, αλλά και για φορά ανέμων
πλαγιομετωπικών	adj	γενική πληθυντικού του πλαγιομετωπικός
πλαγιοποδίζαμε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζαν	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζανε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζατε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζει	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζεις	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζετε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζοντας	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζουμε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζουν	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζουνε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίζω	verb	άλλη μορφή του πλαγιοδιποδίζω
πλαγιοποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσαν	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσανε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδισμέ	=	πλαγιοποδισμός
πλαγιοποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοποδισμένο
πλαγιοποδισμένε	verb	κλητική ενικού του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοποδισμένη
πλαγιοποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμένης	verb	γενική ενικού του πλαγιοποδισμένη
πλαγιοποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαγιοποδισμένος
πλαγιοποδισμοί	=	πλαγιοποδισμός
πλαγιοποδισμού	=	πλαγιοποδισμός
πλαγιοποδισμούς	=	πλαγιοποδισμός
πλαγιοποδισμό	=	πλαγιοποδισμός
πλαγιοποδισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαγιοποδίζω
πλαγιοποδισμών	=	πλαγιοποδισμός
πλαγιοπρυμνοδέτηση	noun	πρυμνοδέτηση πλοίου σε πλάγια θέση
πλαγιοπρυμνοδέτησης	=	πλαγιοπρυμνοδέτηση
πλαγιοπρυμνοδετήσεις	=	πλαγιοπρυμνοδέτηση
πλαγιοπρυμνοδετήσεων	=	πλαγιοπρυμνοδέτηση
πλαγιοπόδιζα	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδιζαν	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδιζε	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδιζες	=	πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαγιοποδίζω
πλαγιοτήτων	=	πλαγιότητα
πλαγιοτίτλου	noun	γενική ενικού του πλαγιότιτλος
πλαγιοτίτλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιότιτλος
πλαγιοτίτλων	noun	γενική πληθυντικού του πλαγιότιτλος
πλαγιοτομία	noun	γεωδαισία ειδική περίπτωση εμπροσθοτομίας, όταν το ένα από τα δυο γνωστά σημεία είναι απρόσιτο
πλαγιοτομίας	noun	γενική ενικού του πλαγιοτομία
πλαγιοτομίες	=	πλαγιοτομία
πλαγιοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του πλαγιοτομία
πλαγιοτροπία	noun	άλλη μορφή του πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπίας	=	πλαγιοτροπία
πλαγιοτροπίες	=	πλαγιοτροπία
πλαγιοτροπισμέ	=	πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπισμοί	=	πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπισμού	=	πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπισμούς	=	πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπισμό	=	πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπισμός	noun	η οριζόντια κατεύθυνση ή καμπυλωτή ανάπτυξη που έχουν μερικά όργανα ή τμήματα των φυτών (πχ φύλλα, μίσχος) υπό την επίδραση της βαρύτητας ή ενός ερεθίσματος
πλαγιοτροπισμών	=	πλαγιοτροπισμός
πλαγιοτροπιών	=	πλαγιοτροπία
πλαγιοτροχασμέ	noun	κλητική ενικού του πλαγιοτροχασμός
πλαγιοτροχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοτροχασμός
πλαγιοτροχασμού	noun	γενική ενικού του πλαγιοτροχασμός
πλαγιοτροχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιοτροχασμός
πλαγιοτροχασμό	noun	αιτιατική ενικού του πλαγιοτροχασμός
πλαγιοτροχασμός	noun	ο πλαγιοδιποδισμός
πλαγιοτροχασμών	noun	γενική πληθυντικού του πλαγιοτροχασμός
πλαγιοφυλάκων	=	πλαγιοφύλακας
πλαγιοφυλάξεις	=	πλαγιοφύλαξη
πλαγιοφυλάξεων	=	πλαγιοφύλαξη
πλαγιοφυλάσσω	verb	είμαι πλαγιοφύλακας
πλαγιοφυλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοφυλαγμένο
πλαγιοφυλαγμένε	verb	κλητική ενικού του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοφυλαγμένη
πλαγιοφυλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλαγμένης	verb	γενική ενικού του πλαγιοφυλαγμένη
πλαγιοφυλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαγιοφυλαγμένος
πλαγιοφυλακές	=	πλαγιοφυλακή
πλαγιοφυλακή	noun	το τμήμα ενός στρατιωτικού σχηματισμού που είναι επιφορτισμένο με την προστασία των πλευρών του
πλαγιοφυλακής	=	πλαγιοφυλακή
πλαγιοφυλακώ	verb|rare	άλλη μορφή του πλαγιοφυλάσσω
πλαγιοφυλακών	=	πλαγιοφυλακή
πλαγιοφυλακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαγιοφυλακώ
πλαγιοφύλακα	=	πλαγιοφύλακας
πλαγιοφύλακας	noun	στρατιώτης που φυλάει τα πλάγια του στρατιωτικού τμήματος κατά τη διάρκεια μιας μάχης
πλαγιοφύλακες	=	πλαγιοφύλακας
πλαγιοφύλαξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαγιοφυλάσσω
πλαγιοφύλαξης	=	πλαγιοφύλαξη
πλαγιόδετα	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετε	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετες	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετη	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετης	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετο	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετοι	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετος	adj	που τον έχουν πλαγιοδετήσει
πλαγιόδετου	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετους	=	πλαγιόδετος
πλαγιόδετων	=	πλαγιόδετος
πλαγιόκαννα	=	πλαγιόκαννο
πλαγιόκαννο	noun	δίκαννο κυνηγετικό ή αθλητικό όπλο με δύο κάννες τοποθετημένες οριζόντια, πλάι–πλάι, σχεδιασμένο για ταχύτερη δεύτερη βολή και ευρύτερο πεδίο κάλυψης στόχου, ιδιαίτερα χρήσιμο στο κυνήγι κινούμενων θηραμάτων
πλαγιόκαννου	=	πλαγιόκαννο
πλαγιόκαννων	=	πλαγιόκαννο
πλαγιότητα	noun|formal	το να είναι κάτι σε πλάγια θέση
πλαγιότητας	=	πλαγιότητα
πλαγιότητες	=	πλαγιότητα
πλαγιότιτλα	=	πλαγιότιτλο
πλαγιότιτλε	noun	κλητική ενικού του πλαγιότιτλος
πλαγιότιτλο	noun	κείμενο μικρής έκτασης σε εφημερίδα που ο τίτλος του βρίσκεται δίπλα κι όχι πάνω από το κείμενο
πλαγιότιτλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγιότιτλος
πλαγιότιτλος	noun	ο τίτλος που υπάρχει (ή θα μπορούσε να τεθεί) στο πλάι, στο περιθώριο που βρίσκεται δίπλα από μια παράγραφο ή κάποιο κείμενο
πλαγιότιτλου	noun	γενική ενικού του πλαγιότιτλος
πλαγιότιτλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαγιότιτλος
πλαγιότιτλων	noun	γενική πληθυντικού του πλαγιότιτλος
πλαγιών	=	πλαγιά
πλαγκτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγκτονικό
πλαγκτονικέ	adj	κλητική ενικού του πλαγκτονικός
πλαγκτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαγκτονική
πλαγκτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαγκτονικός
πλαγκτονικής	adj	γενική ενικού του πλαγκτονική
πλαγκτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαγκτονικός
πλαγκτονικού	adj	γενική ενικού του πλαγκτονικός
πλαγκτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαγκτονικός
πλαγκτονικό	adj	αιτιατική ενικού του πλαγκτονικός
πλαγκτονικός	adj	που έχει σχέση με το πλαγκτόν ή αναφέρεται σ’ αυτό
πλαγκτονικών	adj	γενική πληθυντικού του πλαγκτονικός
πλαγκτού	noun	γενική ενικού του πλαγκτόν
πλαγκτόν	noun	μικροσκοπικοί φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί διαφόρων μεγεθών που ζουν στην στην επιφάνεια θαλάσσιων οικοσυστημάτατων, όπου αποτελούν την βάση της τροφικής αλυσίδας
πλαδάρευα	=	πλαδαρεύω
πλαδάρευαν	=	πλαδαρεύω
πλαδάρευε	=	πλαδαρεύω
πλαδάρευες	=	πλαδαρεύω
πλαδάρεψα	=	πλαδαρεύω
πλαδάρεψαν	=	πλαδαρεύω
πλαδάρεψε	=	πλαδαρεύω
πλαδάρεψες	=	πλαδαρεύω
πλαδαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαδαρός	adv	με πλαδαρότητα
πλαδαρέ	adj	κλητική ενικού του πλαδαρός
πλαδαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαδαρή
πλαδαρέψαμε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρέψαν	=	πλαδαρεύω
πλαδαρέψανε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρέψατε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρέψει	=	πλαδαρεύω
πλαδαρέψτε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαδαρός
πλαδαρής	adj	γενική ενικού του πλαδαρή
πλαδαρεύαμε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύαν	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύανε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύατε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύει	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύεις	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύετε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύοντας	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύουμε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύουν	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύουνε	=	πλαδαρεύω
πλαδαρεύω	verb	γίνομαι πλαδαρός
πλαδαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαδαρός
πλαδαροτήτων	=	πλαδαρότητα
πλαδαρού	adj	γενική ενικού του πλαδαρός
πλαδαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαδαρός
πλαδαρό	adj	αιτιατική ενικού του πλαδαρός
πλαδαρός	adj	ο χαλαρός, ο αγύμναστος
πλαδαρότατα	=	πλαδαρός
πλαδαρότατε	=	πλαδαρός
πλαδαρότατες	=	πλαδαρός
πλαδαρότατη	=	πλαδαρός
πλαδαρότατης	=	πλαδαρός
πλαδαρότατο	=	πλαδαρός
πλαδαρότατοι	=	πλαδαρός
πλαδαρότατος	=	πλαδαρός
πλαδαρότατου	=	πλαδαρός
πλαδαρότατους	=	πλαδαρός
πλαδαρότατων	=	πλαδαρός
πλαδαρότερα	=	πλαδαρός
πλαδαρότερε	=	πλαδαρός
πλαδαρότερες	=	πλαδαρός
πλαδαρότερη	=	πλαδαρός
πλαδαρότερης	=	πλαδαρός
πλαδαρότερο	=	πλαδαρός
πλαδαρότεροι	=	πλαδαρός
πλαδαρότερος	=	πλαδαρός
πλαδαρότερου	=	πλαδαρός
πλαδαρότερους	=	πλαδαρός
πλαδαρότερων	=	πλαδαρός
πλαδαρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι πλαδαρό(ς)
πλαδαρότητας	noun	γενική ενικού του πλαδαρότητα
πλαδαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαδαρότητα
πλαδαρών	adj	γενική πληθυντικού του πλαδαρός
πλαζ	noun	μεγάλη παραλία (συνήθως με άμμο και διάφορες εγκαταστάσεις για εξυπηρέτηση των λουομένων), που την επισκέπτονται άνθρωποι για κολύμβηση
πλαθόμασταν	=	πλάθω
πλαθόμαστε	=	πλάθω
πλαθόμουν	=	πλάθω
πλαθόμουνα	=	πλάθω
πλαθόντουσαν	=	πλάθω
πλαθόσασταν	=	πλάθω
πλαθόσαστε	=	πλάθω
πλαθόσουν	=	πλάθω
πλαθόσουνα	=	πλάθω
πλαθόταν	=	πλάθω
πλαθότανε	=	πλάθω
πλαισίου	noun	γενική ενικού του πλαίσιο
πλαισίωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαισιώνω
πλαισίων	noun	γενική πληθυντικού του πλαίσιο
πλαισίωνα	=	πλαισιώνω
πλαισίωναν	=	πλαισιώνω
πλαισίωνε	=	πλαισιώνω
πλαισίωνες	=	πλαισιώνω
πλαισίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαισιώνω
πλαισίωσης	noun	γενική ενικού του πλαισίωση
πλαισίωσις	noun	η πλαισίωση
πλαισιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλαισίωμα
πλαισιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαισιωμένο
πλαισιωμένε	verb	κλητική ενικού του πλαισιωμένος
πλαισιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαισιωμένη
πλαισιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαισιωμένος
πλαισιωμένης	verb	γενική ενικού του πλαισιωμένη
πλαισιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαισιωμένος
πλαισιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαισιωμένος
πλαισιωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πλαισιώνω
πλαισιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαισιωμένος
πλαισιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαισιωμένος
πλαισιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαισιωμένος
πλαισιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαισίωμα
πλαισιώματος	noun	γενική ενικού του πλαισίωμα
πλαισιώναμε	=	πλαισιώνω
πλαισιώναν	=	πλαισιώνω
πλαισιώνανε	=	πλαισιώνω
πλαισιώνατε	=	πλαισιώνω
πλαισιώνει	=	πλαισιώνω
πλαισιώνεις	=	πλαισιώνω
πλαισιώνετε	=	πλαισιώνω
πλαισιώνοντας	=	πλαισιώνω
πλαισιώνουμε	=	πλαισιώνω
πλαισιώνουν	=	πλαισιώνω
πλαισιώνουνε	=	πλαισιώνω
πλαισιώνω	verb	τοποθετώ κάτι γύρω από κάτι άλλο
πλαισιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώσαν	=	πλαισιώνω
πλαισιώσανε	=	πλαισιώνω
πλαισιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαισίωση
πλαισιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλαισίωση
πλαισιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλαισίωση
πλαισιώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνομαι
πλαισιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλαισιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαισιώνω
πλακά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλακάς
πλακάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακάς
πλακάδων	noun	γενική πληθυντικού του πλακάς
πλακάκι	noun	μικρή σκληρή πλάκα που χρησιμοποιείται για την επίστρωση τοίχων, δαπέδων, επιφανειών
πλακάκια	=	πλακάκι
πλακάς	noun	ο τεχνίτης που στρώνει ή επικολλά πλάκες και πλακίδια (πλακάκια) σε δάπεδα ή τοίχους
πλακάτ	noun	πινακίδα που φέρει πολιτικό ή άλλου είδους σύνθημα και την κρατούν συμμετέχοντες σε διαδηλώσεις ή εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, συνήθως κατασκευασμένη από χαρτόνι και με ένα ξύλινο πηχάκι για λαβή
πλακάτα	=	πλακάτο
πλακάτε	=	πλακάτος
πλακάτες	=	πλακάτος
πλακάτη	=	πλακάτος
πλακάτης	=	πλακάτος
πλακάτο	noun	χρώμα ή απόχρωση που είναι ενιαία σε όλη την επιφάνεια αναφοράς, χωρίς διαβαθμίσεις
πλακάτοι	=	πλακάτος
πλακάτος	adj	για χρώμα ή απόχρωση που είναι ενιαία σε όλη την επιφάνεια αναφοράς, χωρίς διαβαθμίσεις
πλακάτου	=	πλακάτο
πλακάτους	=	πλακάτος
πλακάτων	=	πλακάτο
πλακέ	noun	μέταλλο επιστρωμένο με χρυσό ή ασήμι	adj	επίπεδος σαν πλάκα, που έχει σχήμα λεπτό και πλατύ
πλακέμπο	noun	άλλη μορφή του πλασέμπο
πλακέτα	noun	μικρό ορθογώνιο, επίπεδο αντικείμενο συνήθως από σκληρό υλικό, στο οποίο συνηθίζεται να υπάρχει κάποια επιγραφή
πλακέτας	noun	γενική ενικού του πλακέτα
πλακέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακέτα
πλακί	noun	συνταγή μαγειρέματος στο φούρνο ή σε ρηχή κατσαρόλα, με μυρωδικά και υλικά όπως κρεμμύδι, σκόρδο, καρότο, πατάτα, τομάτα, χαρακτηριστική για ψάρια (ελληνική κουζίνα) / φασόλια (τουρκική κουζίνα)
πλακίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακίδιο
πλακίδιο	noun|formal	άλλη μορφή του πλακάκι
πλακίδιον	noun	το πλακίδιο
πλακίδιου	=	πλακίδιο
πλακίτσα	noun	υποκοριστικό του πλάκα
πλακίτσας	=	πλακίτσα
πλακίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακίτσα
πλακακιού	=	πλακάκι
πλακακιών	=	πλακάκι
πλακατζή	=	πλακατζής
πλακατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακατζής
πλακατζήδικα	=	πλακατζής
πλακατζήδικο	=	πλακατζής
πλακατζήδικου	=	πλακατζής
πλακατζήδικων	=	πλακατζής
πλακατζήδων	=	πλακατζής
πλακατζής	noun	άτομο που κάνει πλάκες	adj	που κάνει πλάκες και αστεία
πλακατζίδικα	=	πλακατζής
πλακατζίδικε	=	πλακατζίδικος
πλακατζίδικες	=	πλακατζίδικος
πλακατζίδικη	=	πλακατζίδικος
πλακατζίδικης	=	πλακατζίδικος
πλακατζίδικο	=	πλακατζής
πλακατζίδικοι	=	πλακατζίδικος
πλακατζίδικος	adj	που προκαλεί γέλιο, που διασκεδάζει
πλακατζίδικου	=	πλακατζής
πλακατζίδικους	=	πλακατζίδικος
πλακατζίδικων	=	πλακατζής
πλακατζού	noun	θηλυκό του πλακατζής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλακατζής
πλακατζούδες	=	πλακατζής
πλακατζούδων	=	πλακατζής
πλακατζούς	=	πλακατζής
πλακετών	noun	γενική πληθυντικού του πλακέτα
πλακιδίου	noun	γενική ενικού του πλακίδιο
πλακιδίων	noun	γενική πληθυντικού του πλακίδιο
πλακιώτικα	=	πλακιώτικος
πλακιώτικε	=	πλακιώτικος
πλακιώτικες	=	πλακιώτικος
πλακιώτικη	=	πλακιώτικος
πλακιώτικης	=	πλακιώτικος
πλακιώτικο	=	πλακιώτικος
πλακιώτικοι	=	πλακιώτικος
πλακιώτικος	adj	ο σχετικός με την Πλάκα ή τις Πλάκες ή τους κατοίκους τους
πλακιώτικου	=	πλακιώτικος
πλακιώτικους	=	πλακιώτικος
πλακιώτικων	=	πλακιώτικος
πλακοειδές	=	πλακοειδής
πλακοειδή	=	πλακοειδής
πλακοειδής	adj	που είναι πλατύς, έχοντας το σχήμα πλάκας
πλακοειδείς	=	πλακοειδής
πλακοειδούς	=	πλακοειδής
πλακοειδών	=	πλακοειδής
πλακομουνιού	=	πλακομούνι
πλακομουνιών	=	πλακομούνι
πλακομούνι	noun|vulgar	λεσβιακό σεξ χωρίς συμμετοχή άνδρα, όπου οι γυναίκες εφάπτουν τα κορμιά μεταξύ τους και κατ’ αυτό τον τρόπο φτάνουν σε ηδονή με την τριβή των αιδοίων τους
πλακομούνια	=	πλακομούνι
πλακομύτα	=	πλακομύτης
πλακομύτας	=	πλακομύτης
πλακομύτες	=	πλακομύτης
πλακομύτη	=	πλακομύτης
πλακομύτηδες	=	πλακομύτης
πλακομύτηδων	=	πλακομύτης
πλακομύτης	adj|vulgar	άλλη μορφή του πλακουτσομύτης
πλακομύτικα	=	πλακομύτης
πλακομύτικο	=	πλακομύτης
πλακομύτικου	=	πλακομύτης
πλακομύτικων	=	πλακομύτης
πλακοπαγίδα	noun	παγίδα για το πιάσιμο μικρών πουλιών, η οποία έχει φτιαχτεί από μια μεγάλη πλάκα
πλακοπαγίδας	=	πλακοπαγίδα
πλακοπαγίδες	=	πλακοπαγίδα
πλακοπαγίδων	=	πλακοπαγίδα
πλακοπιτών	=	πλακόπιτα
πλακοσκεπές	=	πλακοσκεπής
πλακοσκεπή	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του πλακοσκεπής	noun	σκεπή η οποία έχει κατασκευαστεί από πλάκες
πλακοσκεπής	noun	γενική ενικού του πλακοσκεπή	adj	που είναι σκεπασμένος με πλάκες
πλακοσκεπείς	=	πλακοσκεπής
πλακοσκεπούς	=	πλακοσκεπής
πλακοσκεπών	=	πλακοσκεπής
πλακοστρωθήκαμε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωθήκαν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωθήκανε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωθήκατε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλακοστρώνομαι
πλακοστρωθείτε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνομαι
πλακοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακοστρωμένο
πλακοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του πλακοστρωμένος
πλακοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακοστρωμένη
πλακοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλακοστρωμένος
πλακοστρωμένης	verb	γενική ενικού του πλακοστρωμένη
πλακοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλακοστρωμένος
πλακοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλακοστρωμένος
πλακοστρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πλακοστρώνω
πλακοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλακοστρωμένος
πλακοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλακοστρωμένος
πλακοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλακοστρωμένος
πλακοστρωνόμασταν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόμαστε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόμουν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόμουνα	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόντουσαν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόσασταν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόσαστε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόσουν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόσουνα	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνόταν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωνότανε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρωτής	noun|rare	οικοδομικό επάγγελμα, αυτός που στρώνει πλάκες
πλακοστρώθηκα	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνομαι
πλακοστρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνομαι
πλακοστρώθηκες	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώναμε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώναν	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνανε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνατε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνει	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνεις	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνεσαι	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώνεστε	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώνεται	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώνετε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώνονται	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώνονταν	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώνοντας	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνου	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώνουμε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνουν	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνουνε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώνω	verb	στρώνω / τοποθετώ πλάκες σε μια επιφάνεια
πλακοστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώσαν	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώσανε	=	πλακοστρώνω
πλακοστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακόστρωση
πλακοστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώσεων	=	πλακόστρωση
πλακοστρώσου	=	πλακοστρώνομαι
πλακοστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακοσφαιρίνες	=	πλακοσφαιρίνη
πλακοσφαιρίνη	noun	πρωτεΐνη που συμμετέχει στη διατήρηση της συνοχής μεταξύ των κυττάρων και παίζει ρόλο στην επικοινωνία τους, κυρίως σε ιστούς όπως η καρδιά και το δέρμα
πλακοσφαιρίνης	=	πλακοσφαιρίνη
πλακοσφαιρινών	=	πλακοσφαιρίνη
πλακουντίου	=	πλακούντιο
πλακουντίων	=	πλακούντιο
πλακουντιακά	=	πλακουντιακός
πλακουντιακέ	=	πλακουντιακός
πλακουντιακές	=	πλακουντιακός
πλακουντιακή	=	πλακουντιακός
πλακουντιακής	=	πλακουντιακός
πλακουντιακοί	=	πλακουντιακός
πλακουντιακού	=	πλακουντιακός
πλακουντιακούς	=	πλακουντιακός
πλακουντιακό	=	πλακουντιακός
πλακουντιακός	adj	που έχει σχέση με τον πλακούντα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
πλακουντιακών	=	πλακουντιακός
πλακουτσά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακουτσό
πλακουτσέ	adj	κλητική ενικού του πλακουτσός
πλακουτσές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακουτσή
πλακουτσή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλακουτσός
πλακουτσής	adj	γενική ενικού του πλακουτσή
πλακουτσοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλακουτσός
πλακουτσομυτών	noun	γενική πληθυντικού του πλακουτσομύτα
πλακουτσομύτα	noun	θηλυκό του πλακουτσομύτης, που έχει πλακουτσωτή μύτη
πλακουτσομύτας	noun	γενική ενικού του πλακουτσομύτα
πλακουτσομύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακουτσομύτα
πλακουτσομύτη	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσομύτηδες	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσομύτηδων	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσομύτης	adj	που έχει πλακουτσωτή μύτη
πλακουτσομύτικα	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσομύτικο	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσομύτικου	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσομύτικων	=	πλακουτσομύτης
πλακουτσού	adj	γενική ενικού του πλακουτσός
πλακουτσούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλακουτσός
πλακουτσωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλακουτσωτός	adv	με πλακουτσωτή εμφάνιση
πλακουτσωτέ	adj	κλητική ενικού του πλακουτσωτός
πλακουτσωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακουτσωτή
πλακουτσωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλακουτσωτός
πλακουτσωτής	adj	γενική ενικού του πλακουτσωτή
πλακουτσωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλακουτσωτός
πλακουτσωτού	adj	γενική ενικού του πλακουτσωτός
πλακουτσωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλακουτσωτός
πλακουτσωτό	adj	αιτιατική ενικού του πλακουτσωτός
πλακουτσωτός	adj	πεπλατυσμένος, σχετικά πλατύς
πλακουτσωτών	adj	γενική πληθυντικού του πλακουτσωτός
πλακουτσό	adj	αιτιατική ενικού του πλακουτσός
πλακουτσός	adj	άλλη μορφή του πλακουτσωτός
πλακουτσών	adj	γενική πληθυντικού του πλακουτσός
πλακουτσώναμε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώναν	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνανε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνατε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνει	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνεις	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνετε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνοντας	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνουμε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνουν	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνουνε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώνω	verb	διαπλατύνω, πλατύνω
πλακουτσώσαμε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώσαν	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώσανε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώσατε	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώσει	=	πλακουτσώνω
πλακουτσώστε	=	πλακουτσώνω
πλακούντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλακούντας
πλακούντας	noun	όργανο θηλυκών ανωτέρων θηλαστικών που περιβάλλει το έμβρυο και το συνδέει με την μήτρα κατά την εγκυμοσύνη
πλακούντες	=	πλακούντας
πλακούντια	=	πλακούντιο
πλακούντιο	noun	είδος μικρής πίτας ή γλυκίσματος
πλακούντιου	=	πλακούντιο
πλακούντιων	=	πλακούντιο
πλακούντος	=	πλακούντας
πλακούντων	=	πλακούντας
πλακούτσωνα	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωναν	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωνε	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωνες	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωσα	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωσαν	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωσε	=	πλακουτσώνω
πλακούτσωσες	=	πλακουτσώνω
πλακωδών	=	πλακώδης
πλακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθήκαν	=	πλακώνω
πλακωθήκανε	=	πλακώνω
πλακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωθούνε	=	πλακώνω
πλακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάκωμα
πλακωμέ	=	πλακωμός
πλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακωμένο
πλακωμένε	verb	κλητική ενικού του πλακωμένος
πλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακωμένη
πλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλακωμένος
πλακωμένης	verb	γενική ενικού του πλακωμένη
πλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλακωμένος
πλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλακωμένος
πλακωμένος	=	πλακώνω
πλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλακωμένος
πλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλακωμένος
πλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλακωμένος
πλακωμοί	=	πλακωμός
πλακωμού	=	πλακωμός
πλακωμούς	=	πλακωμός
πλακωμό	=	πλακωμός
πλακωμός	noun	το πλάκωμα (καταπλάκωση)
πλακωμών	=	πλακωμός
πλακωνόμασταν	=	πλακώνω
πλακωνόμαστε	=	πλακώνω
πλακωνόμουν	=	πλακώνω
πλακωνόμουνα	=	πλακώνω
πλακωνόντουσαν	=	πλακώνω
πλακωνόσασταν	=	πλακώνω
πλακωνόσαστε	=	πλακώνω
πλακωνόσουν	=	πλακώνω
πλακωνόσουνα	=	πλακώνω
πλακωνόταν	=	πλακώνω
πλακωνότανε	=	πλακώνω
πλακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλακωτός	adv	με πλακωτό τρόπο
πλακωτέ	adj	κλητική ενικού του πλακωτός
πλακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλακωτή
πλακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλακωτός
πλακωτής	adj	γενική ενικού του πλακωτή
πλακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλακωτός
πλακωτού	adj	γενική ενικού του πλακωτός
πλακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλακωτός
πλακωτό	adj	αιτιατική ενικού του πλακωτός
πλακωτός	adj	άλλη μορφή του πλακουτσωτός
πλακωτών	adj	γενική πληθυντικού του πλακωτός
πλακόπιτα	noun	είδος πίτας ψημένης σε καυτή πλάκα
πλακόπιτας	=	πλακόπιτα
πλακόπιτες	=	πλακόπιτα
πλακόστρωμα	noun|rare	άλλη μορφή του πλακόστρωση
πλακόστρωνα	=	πλακοστρώνω
πλακόστρωναν	=	πλακοστρώνω
πλακόστρωνε	=	πλακοστρώνω
πλακόστρωνες	=	πλακοστρώνω
πλακόστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακόστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακόστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακόστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακοστρώνω
πλακόστρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακοστρώνω
πλακόστρωσης	noun	γενική ενικού του πλακόστρωση
πλακόστρωσις	noun	η πλακόστρωση
πλακόστρωτα	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτε	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτες	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτη	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτης	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτο	noun	δρομάκι (ή άλλη επιφάνεια) που έχει πλακοστρωθεί
πλακόστρωτοι	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτος	adj	στρωμένος, καλυμμένος με πλάκες
πλακόστρωτου	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτους	=	πλακόστρωτος
πλακόστρωτων	=	πλακόστρωτος
πλακώδεις	=	πλακώδης
πλακώδες	=	πλακώδης
πλακώδη	=	πλακώδης
πλακώδης	adj	που είναι πλατύς, έχοντας το σχήμα πλάκας
πλακώδους	=	πλακώδης
πλακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάκωμα
πλακώματος	noun	γενική ενικού του πλάκωμα
πλακών	noun	γενική πληθυντικού του πλάκα
πλακώναμε	=	πλακώνω
πλακώναν	=	πλακώνω
πλακώνανε	=	πλακώνω
πλακώνατε	=	πλακώνω
πλακώνει	=	πλακώνω
πλακώνεις	=	πλακώνω
πλακώνεσαι	=	πλακώνω
πλακώνεστε	=	πλακώνω
πλακώνεται	=	πλακώνω
πλακώνετε	=	πλακώνω
πλακώνομαι	verb	σκεπάζομαι, καλύπτομαι ή συνθλίβομαι από κάτι
πλακώνομε	=	πλακώνω
πλακώνονται	=	πλακώνω
πλακώνονταν	=	πλακώνω
πλακώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλακώνω
πλακώνουμε	=	πλακώνω
πλακώνουν	=	πλακώνω
πλακώνουνε	=	πλακώνω
πλακώνω	verb	τελείως, από όλες τις μεριές
πλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσαν	=	πλακώνω
πλακώσανε	=	πλακώνω
πλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσεων	=	πλάκωση
πλακώσομε	=	πλακώνω
πλακώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνομαι
πλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσουνε	=	πλακώνω
πλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλακώνω
πλαλώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του πιλαλώ
πλαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαλώ, άλλη μορφή του πηλαλώντας
πλανάρω	verb	για σκάφος που ταξιδεύει με μεγάλη ταχύτητα του οποίου η γάστρα αγγίζει οριακά την επιφάνεια του νερού.
πλανάσαι	=	πλανιέμαι
πλανάσθε	=	πλανιέμαι
πλανάστε	=	πλανιέμαι
πλανάται	=	πλανιέμαι
πλανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάνεμα
πλανέματος	noun	γενική ενικού του πλάνεμα
πλανέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώ
πλανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψαν	=	πλανεύω
πλανέψανε	=	πλανεύω
πλανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψου	=	πλανεύω
πλανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύω
πλανήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανήσου	=	πλανιέμαι
πλανήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανήτης
πλανήτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλανήτης
πλανήτης	noun	ουράνιο σώμα που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, με αρκετή μάζα και βαρύτητα ώστε να έχει αποκτήσει σφαιρικό σχήμα, που κυριαρχεί στην τροχιακή ζώνη στην οποία κινείται
πλανήτων	=	πλάνη
πλανίδι	noun	το ροκανίδι
πλανίδια	=	πλανίδι
πλανίζαμε	=	πλανίζω
πλανίζαν	=	πλανίζω
πλανίζανε	=	πλανίζω
πλανίζατε	=	πλανίζω
πλανίζει	=	πλανίζω
πλανίζεις	=	πλανίζω
πλανίζεσαι	=	πλανίζομαι
πλανίζεστε	=	πλανίζομαι
πλανίζεται	=	πλανίζομαι
πλανίζετε	=	πλανίζω
πλανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλανίζω
πλανίζονται	=	πλανίζομαι
πλανίζονταν	=	πλανίζομαι
πλανίζοντας	=	πλανίζω
πλανίζου	=	πλανίζομαι
πλανίζουμε	=	πλανίζω
πλανίζουν	=	πλανίζω
πλανίζουνε	=	πλανίζω
πλανίζω	verb	χρησιμοποιώντας πλάνη κάνω λεία μια επιφάνεια
πλανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίσαν	=	πλανίζω
πλανίσανε	=	πλανίζω
πλανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάνισμα
πλανίσματος	noun	γενική ενικού του πλάνισμα
πλανίσου	=	πλανίζομαι
πλανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλανίστηκα	=	πλανίζομαι
πλανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζομαι
πλανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανίζομαι
πλανίστηκες	=	πλανίζομαι
πλανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζω
πλαναισθησία	noun|formal	η ψευδαίσθηση, η ψευδαισθησία
πλανεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάνεμα
πλανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανεμένο
πλανεμένε	verb	κλητική ενικού του πλανεμένος
πλανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανεμένη
πλανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλανεμένος
πλανεμένης	verb	γενική ενικού του πλανεμένη
πλανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλανεμένος
πλανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλανεμένος
πλανεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλανεύω
πλανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλανεμένος
πλανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλανεμένος
πλανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλανεμένος
πλανεμπορία	noun	το πλανόδιο εμπόριο, η εμπορική ενασχόληση πλανόδιων εμπόρων
πλανεμπορίας	=	πλανεμπορία
πλανεμπορίες	=	πλανεμπορία
πλανεμποριών	=	πλανεμπορία
πλανερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλανερός	adv	με πλανερό τρόπο
πλανερέ	adj	κλητική ενικού του πλανερός
πλανερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανερή
πλανερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλανερός
πλανερής	adj	γενική ενικού του πλανερή
πλανεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλανερός
πλανερού	adj	γενική ενικού του πλανερός
πλανερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλανερός
πλανερό	adj	αιτιατική ενικού του πλανερός
πλανερός	adj|formal	που εξαπατά, που πλανεύει
πλανερών	adj	γενική πληθυντικού του πλανερός
πλανευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανευτής
πλανευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλανευτής
πλανευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτήκαν	=	πλανεύω
πλανευτήκανε	=	πλανεύω
πλανευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτής	noun	αυτός που πλανεύει
πλανευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτρών	noun	γενική πληθυντικού του πλανεύτρα
πλανευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανευτών	noun	γενική πληθυντικού του πλανευτής
πλανευόμασταν	=	πλανεύω
πλανευόμαστε	=	πλανεύω
πλανευόμουν	=	πλανεύω
πλανευόμουνα	=	πλανεύω
πλανευόντουσαν	=	πλανεύω
πλανευόσασταν	=	πλανεύω
πλανευόσαστε	=	πλανεύω
πλανευόσουν	=	πλανεύω
πλανευόσουνα	=	πλανεύω
πλανευόταν	=	πλανεύω
πλανευότανε	=	πλανεύω
πλανεύαμε	=	πλανεύω
πλανεύαν	=	πλανεύω
πλανεύανε	=	πλανεύω
πλανεύατε	=	πλανεύω
πλανεύει	=	πλανεύω
πλανεύεις	=	πλανεύω
πλανεύεσαι	=	πλανεύω
πλανεύεστε	=	πλανεύω
πλανεύεται	=	πλανεύω
πλανεύετε	=	πλανεύω
πλανεύομαι	=	πλανεύω
πλανεύονται	=	πλανεύω
πλανεύονταν	=	πλανεύω
πλανεύοντας	=	πλανεύω
πλανεύουμε	=	πλανεύω
πλανεύουν	=	πλανεύω
πλανεύουνε	=	πλανεύω
πλανεύτηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής (πλανεύομαι) του πλανεύω
πλανεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανεύομαι
πλανεύτρα	noun	θηλυκό του πλανευτής
πλανεύτρας	noun	γενική ενικού του πλανεύτρα
πλανεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανεύτρα
πλανεύω	verb	παραπλανώ κάποιον και τον παρασύρω να κάνει κάτι
πλανηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθήκαν	=	πλανιέμαι
πλανηθήκανε	=	πλανιέμαι
πλανηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανώμαι
πλανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανημένο
πλανημένε	verb	κλητική ενικού του πλανημένος
πλανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανημένη
πλανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλανημένος
πλανημένης	verb	γενική ενικού του πλανημένη
πλανημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλανημένος
πλανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλανημένος
πλανημένος	verb	μετοχή παρακειμένου του ρήματος πλανιέμαι & πλανώμαι
πλανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλανημένος
πλανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλανημένος
πλανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλανημένος
πλανητάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανητάριο
πλανητάριο	noun	κέντρο προώθησης της επιστήμης στο ευρύ κοινό με προβολές, βιβλιοθήκες και πειράματα
πλανητάριον	noun	πλανητάριο
πλανητάριου	noun	γενική ενικού του πλανητάριο
πλανητάριων	noun	γενική πληθυντικού του πλανητάριο
πλανητάρχες	=	πλανητάρχης
πλανητάρχη	=	πλανητάρχης
πλανητάρχης	noun|figurative	ο εκάστοτε πρόεδρος των ΗΠΑ, μετά τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ.
πλανητίσκε	=	πλανητίσκος
πλανητίσκο	=	πλανητίσκος
πλανητίσκοι	=	πλανητίσκος
πλανητίσκος	noun|dated	κάθε πλανητικό ουράνιο σώμα με μικρή μάζα
πλανητίσκου	=	πλανητίσκος
πλανητίσκους	=	πλανητίσκος
πλανητίσκων	=	πλανητίσκος
πλανηταρχών	=	πλανητάρχης
πλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανητικό
πλανητικέ	adj	κλητική ενικού του πλανητικός
πλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανητική
πλανητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλανητικός
πλανητικής	adj	γενική ενικού του πλανητική
πλανητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλανητικός
πλανητικού	adj	γενική ενικού του πλανητικός
πλανητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλανητικός
πλανητικό	adj	αιτιατική ενικού του πλανητικός
πλανητικός	adj	που έχει σχέση με τους πλανήτες, αναφέρεται σ’ αυτούς ή ανήκει σ’ αυτούς
πλανητικών	adj	γενική πληθυντικού του πλανητικός
πλανητοειδές	=	πλανητοειδής
πλανητοειδή	=	πλανητοειδής
πλανητοειδής	adj	που μοιάζει με πλανήτη
πλανητοειδείς	=	πλανητοειδής
πλανητοειδούς	=	πλανητοειδής
πλανητοειδών	=	πλανητοειδής
πλανητοσκοπίου	=	πλανητοσκόπιο
πλανητοσκοπίων	=	πλανητοσκόπιο
πλανητοσκόπια	=	πλανητοσκόπιο
πλανητοσκόπιο	noun	μηχανική κατασκευή που αναπαριστά την κίνηση των πλανητών
πλανητοσκόπιου	=	πλανητοσκόπιο
πλανητών	=	πλανήτης
πλανιέμαι	verb	περιφέρομαι από τόπο σε τόπο
πλανιέσαι	=	πλανιέμαι
πλανιέστε	=	πλανιέμαι
πλανιέται	=	πλανιέμαι
πλανιδιού	=	πλανίδι
πλανιδιών	=	πλανίδι
πλανιζόμασταν	=	πλανίζομαι
πλανιζόμαστε	=	πλανίζομαι
πλανιζόμουν	=	πλανίζομαι
πλανιζόμουνα	=	πλανίζομαι
πλανιζόντουσαν	=	πλανίζομαι
πλανιζόσασταν	=	πλανίζομαι
πλανιζόσαστε	=	πλανίζομαι
πλανιζόσουν	=	πλανίζομαι
πλανιζόσουνα	=	πλανίζομαι
πλανιζόταν	=	πλανίζομαι
πλανιζότανε	=	πλανίζομαι
πλανιούνται	=	πλανιέμαι
πλανιούνταν	=	πλανιέμαι
πλανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάνισμα
πλανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανισμένο
πλανισμένε	verb	κλητική ενικού του πλανισμένος
πλανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανισμένη
πλανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλανισμένος
πλανισμένης	verb	γενική ενικού του πλανισμένη
πλανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλανισμένος
πλανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλανισμένος
πλανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλανίζω
πλανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλανισμένος
πλανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλανισμένος
πλανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλανισμένος
πλανιστήκαμε	=	πλανίζομαι
πλανιστήκαν	=	πλανίζομαι
πλανιστήκανε	=	πλανίζομαι
πλανιστήκατε	=	πλανίζομαι
πλανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλανίζομαι
πλανιστείτε	=	πλανίζομαι
πλανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλανίζομαι
πλανιόμασταν	=	πλανιέμαι
πλανιόμαστε	=	πλανιέμαι
πλανιόμουν	=	πλανιέμαι
πλανιόμουνα	=	πλανιέμαι
πλανιόνταν	=	πλανιέμαι
πλανιόντανε	=	πλανιέμαι
πλανιόντουσαν	=	πλανιέμαι
πλανιόσασταν	=	πλανιέμαι
πλανιόσαστε	=	πλανιέμαι
πλανιόσουν	=	πλανιέμαι
πλανιόσουνα	=	πλανιέμαι
πλανιόταν	=	πλανιέμαι
πλανιότανε	=	πλανιέμαι
πλανοδιοπωλήσαμε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλήσαν	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλήσανε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλήσατε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλήσει	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλήσεις	=	πλανοδιοπώληση
πλανοδιοπωλήσεων	=	πλανοδιοπώληση
πλανοδιοπωλήστε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλεί	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλείς	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλείτε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούμε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούν	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούνε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσα	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσαμε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσαν	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσανε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσατε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλούσες	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπωλώ	verb	είμαι πλανοδιοπώλης
πλανοδιοπωλών	=	πλανοδιοπώλης
πλανοδιοπωλώντας	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπώλει	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπώλες	=	πλανοδιοπώλης
πλανοδιοπώλη	=	πλανοδιοπώλης
πλανοδιοπώλης	noun	κάποιος που πλανοδιοπωλεί
πλανοδιοπώλησα	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπώλησαν	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπώλησε	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπώλησες	=	πλανοδιοπωλώ
πλανοδιοπώληση	noun	η πώληση εμπορευμάτων από πλανόδιους
πλανοδιοπώλησης	=	πλανοδιοπώληση
πλαντάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάνταγμα
πλαντάγματος	noun	γενική ενικού του πλάνταγμα
πλαντάζαμε	=	πλαντάζω
πλαντάζαν	=	πλαντάζω
πλαντάζανε	=	πλαντάζω
πλαντάζατε	=	πλαντάζω
πλαντάζει	=	πλαντάζω
πλαντάζεις	=	πλαντάζω
πλαντάζετε	=	πλαντάζω
πλαντάζοντας	=	πλαντάζω
πλαντάζουμε	=	πλαντάζω
πλαντάζουν	=	πλαντάζω
πλαντάζουνε	=	πλαντάζω
πλαντάζω	verb	συγχύζομαι, δυσφορώ, αγανακτώ, θλίβομαι ή νιώθω άλλο αρνητικό συναίσθημα σε πολύ μεγάλο βαθμό
πλαντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξαν	=	πλαντάζω
πλαντάξανε	=	πλαντάζω
πλαντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλαντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαντάζω
πλανταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάνταγμα
πλανταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανταγμένο
πλανταγμένε	verb	κλητική ενικού του πλανταγμένος
πλανταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλανταγμένη
πλανταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλανταγμένος
πλανταγμένης	verb	γενική ενικού του πλανταγμένη
πλανταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλανταγμένος
πλανταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλανταγμένος
πλανταγμένος	verb	αυτός που έχει πλαντάξει, που υποφέρει
πλανταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλανταγμένος
πλανταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλανταγμένος
πλανταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλανταγμένος
πλαντώ	verb	πνίγομαι, ασφυκτιώ
πλαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαντώ
πλανόβια	=	πλανόβιος
πλανόβιας	=	πλανόβιος
πλανόβιε	=	πλανόβιος
πλανόβιες	=	πλανόβιος
πλανόβιο	=	πλανόβιος
πλανόβιοι	=	πλανόβιος
πλανόβιος	adj|archaic	που τριγυρνά στους δρόμους
πλανόβιου	=	πλανόβιος
πλανόβιους	=	πλανόβιος
πλανόβιων	=	πλανόβιος
πλανόδια	=	πλανόδιος
πλανόδιας	=	πλανόδιος
πλανόδιε	=	πλανόδιος
πλανόδιες	=	πλανόδιος
πλανόδιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πλανόδιος
πλανόδιοι	=	πλανόδιος
πλανόδιος	adj	που περιφέρεται στους δρόμους, χωρίς σταθερή εγκατάσταση
πλανόδιου	=	πλανόδιος
πλανόδιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλανόδιος
πλανόδιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πλανόδιος
πλανόμασταν	=	πλανιέμαι
πλανόμαστε	=	πλανιέμαι
πλανόμουν	=	πλανιέμαι
πλανόνταν	=	πλανιέμαι
πλανόντουσαν	=	πλανιέμαι
πλανόσασταν	=	πλανιέμαι
πλανόσουν	=	πλανιέμαι
πλανόταν	=	πλανιέμαι
πλανώ	verb	ρίχνω κάποιον με τις ενέργειές μου σε πλάνη, τον αναγκάζω να συμπεράνει και να εκτιμήσει λανθασμένα κάποια πράγματα
πλανώμαι	=	πλανιέμαι
πλανώμεθα	=	πλανιέμαι
πλανώμενος	=	πλανιέμαι
πλανών	=	πλάνη
πλανώνται	=	πλανιέμαι
πλανώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλανάω / πλανώ
πλασάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλασάρω
πλασάρομαι	verb	παρουσιάζω τον εαυτό μου θετικά, συνήθως με ανακρίβειες, αυτοπαρουσιάζομαι αλλά δίνω πλασματική εικόνα για να πετύχω κάτι
πλασάρω	verb	πουλάω ή διαθέτω και προσπαθώ να προωθήσω κάποιο προϊόν (κάποιες φορές σαν πλασιέ)
πλασέ	noun	τεχνικό χτύπημα της μπάλας με το εσωτερικό του ποδιού ή των χεριών, προκειμένου να μεταβιβαστεί σε άλλο παίκτη με μικρή ταχύτητα
πλασέμπο	noun	εικονικό φάρμακο (μίμηση φαρμάκου χωρίς ενεργή ουσία) που χορηγείται σε ασθενή με την επισήμανση ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες με αποτέλεσμα να αισθάνεται ανακούφιση ή ευεργετικά αποτελέσματα διά της αυθυποβολής
πλασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάσιμο
πλασίματος	noun	γενική ενικού του πλάσιμο
πλασίμπο	noun	άλλη μορφή του πλασέμπο
πλασαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασάρισμα
πλασαρίσματος	noun	γενική ενικού του πλασάρισμα
πλασαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλασάρισμα
πλασαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασαρισμένο
πλασαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πλασαρισμένος
πλασαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασαρισμένη
πλασαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλασαρισμένος
πλασαρισμένης	verb	γενική ενικού του πλασαρισμένη
πλασαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλασαρισμένος
πλασαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλασαρισμένος
πλασαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλασαρισμένος
πλασαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλασαρισμένος
πλασαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλασαρισμένος
πλασαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλασαριστός	adv	με πλασαριστό τρόπο
πλασαριστέ	adj	κλητική ενικού του πλασαριστός
πλασαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασαριστή
πλασαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλασαριστός
πλασαριστής	adj	γενική ενικού του πλασαριστή
πλασαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλασαριστός
πλασαριστού	adj	γενική ενικού του πλασαριστός
πλασαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλασαριστός
πλασαριστό	adj	αιτιατική ενικού του πλασαριστός
πλασαριστός	adj	που πραγματοποιείται με πλασάρισμα
πλασαριστών	adj	γενική πληθυντικού του πλασαριστός
πλασιέ	noun	ο εμπορικός αντιπρόσωπος που επιδεικνύει και πουλάει διάφορα προϊόντα
πλασιμάτων	=	πλάσιμο
πλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάσμα
πλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασμένο
πλασμένε	verb	κλητική ενικού του πλασμένος
πλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασμένη
πλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλασμένος
πλασμένης	verb	γενική ενικού του πλασμένη
πλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλασμένος
πλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλασμένος
πλασμένος	verb	που έχει πλαστεί
πλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλασμένος
πλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλασμένος
πλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλασμένος
πλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασματικό	adv	φαινομενικά, εικονικά
πλασματικέ	adj	κλητική ενικού του πλασματικός
πλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασματική
πλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλασματικός
πλασματικής	adj	γενική ενικού του πλασματική
πλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλασματικός
πλασματικού	adj	γενική ενικού του πλασματικός
πλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλασματικός
πλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του πλασματικός
πλασματικός	adj	που είναι είτε αντικείμενο της φαντασίας είτε φτιαχτός
πλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του πλασματικός
πλασματοκυττάρου	=	πλασματοκύτταρο
πλασματοκυττάρων	=	πλασματοκύτταρο
πλασματοκύτταρα	=	πλασματοκύτταρο
πλασματοκύτταρο	noun	B-λεμφοκύτταρο, ωοειδές,χαρακτηρίζεται από στρογγυλό έκκεντρο πυρήνα με τροχοειδή διάταξη χρωματίνης και άφθονο έντονα βασεόφιλο πρωτόπλασμα με χαρακτηριστική παραπυρηνική άλω (συσκευή Golgi)
πλασματοκύτταρου	=	πλασματοκύτταρο
πλασμαφαίρεση	noun	διαδικασία κάθαρσης του αίματος για την απομάκρυνση βλαβερών ουσιών (ενδοτοξινών, παθογόνων αντισωμάτων κ.ά.), που διενεργείται με την αφαίρεση πλάσματος από το αίμα με ειδική συσκευή, διαχωρισμό μέσω μεμβράνης φίλτρου και διήθησή του, και την επιστροφή του καθαρμένου πλάσματος στον ασθενή
πλασμαφαίρεσης	=	πλασμαφαίρεση
πλασμαφαιρέσεις	=	πλασμαφαίρεση
πλασμαφαιρέσεων	=	πλασμαφαίρεση
πλασμολυσία	noun	άλλη μορφή του πλασμόλυση
πλασμολυσίας	=	πλασμολυσία
πλασμολυσίες	=	πλασμολυσία
πλασμολυσιών	=	πλασμολυσία
πλασμολύσεις	=	πλασμόλυση
πλασμολύσεων	=	πλασμόλυση
πλασμονίου	=	πλασμόνιο
πλασμονίων	=	πλασμόνιο
πλασμωδίου	noun	γενική ενικού του πλασμώδιο
πλασμωδίων	noun	γενική πληθυντικού του πλασμώδιο
πλασμωδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλασμωδιακός
πλασμωδιακέ	adj	κλητική ενικού του πλασμωδιακός
πλασμωδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασμωδιακή
πλασμωδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλασμωδιακός
πλασμωδιακής	adj	γενική ενικού του πλασμωδιακή
πλασμωδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλασμωδιακός
πλασμωδιακού	adj	γενική ενικού του πλασμωδιακός
πλασμωδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλασμωδιακός
πλασμωδιακό	adj	αιτιατική ενικού του πλασμωδιακός
πλασμωδιακός	adj	που έχει σχέση με το πλασμώδιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
πλασμωδιακών	adj	γενική πληθυντικού του πλασμωδιακός
πλασμόλυση	noun	διαδικασία κατά την οποία το κυτταρικό υγρό εξέρχεται από το κύτταρο λόγω της απώλειας νερού, κάτι που οδηγεί στη συστολή ή και τον θάνατο του κυττάρου
πλασμόλυσης	=	πλασμόλυση
πλασμόνια	=	πλασμόνιο
πλασμόνιο	noun	κβαντισμένες ταλαντώσεις ηλεκτρονίων που δε βρίσκονται σε ισορροπία και έχουν διεγερθεί από την κατάσταση ισορροπίας τους σε επιφάνεια μετάλλου, όταν βρίσκονται σε κατάσταση πλάσματος
πλασμόνιου	=	πλασμόνιο
πλασμόνιων	=	πλασμόνιο
πλασμώδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλασμώδιο
πλασμώδιο	noun	είδος πολυπύρηνου κυττάρου
πλασμώδιου	=	πλασμώδιο
πλαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαστός	adv	με πλαστό τρόπο
πλαστάρι	noun	η γαλέτα
πλαστάρια	=	πλαστάρι
πλαστέ	adj	κλητική ενικού του πλαστός
πλαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστή
πλαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστός
πλαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλαστήκαν	=	πλάθω
πλαστήκανε	=	πλάθω
πλαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλαστήρι	noun	άλλη μορφή του πλάστης (εργαλείο για πλάσιμο)
πλαστήρια	=	πλαστήρι
πλαστής	adj	γενική ενικού του πλαστή
πλαστίδια	=	πλαστίδιο
πλαστίδιο	noun	οργανίδιο με διάμετρο 3-6 μm, που βρίσκεται στα φυτά και τα φύκη, φέρει διπλή μεμβράνη και είναι υπεύθυνο για τη φωτοσύνθεση, την αποθήκευση του αμύλου και τη σύνθεση διαφόρων ουσιών
πλαστίδιου	=	πλαστίδιο
πλαστίνες	=	πλαστίνη
πλαστίνη	noun	η κυριότερη λευκωματώδης ουσία του πρωτοπλάσματος των κυττάρων
πλαστίνης	=	πλαστίνη
πλασταριά	noun	πεπλατυσμένη σανίδα επί της οποίας πλάθουν τη ζύμη
πλασταριάς	=	πλασταριά
πλασταριές	=	πλασταριά
πλασταριού	=	πλαστάρι
πλασταριών	=	πλασταριά
πλαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλαστείς	=	πλάθω
πλαστείτε	=	πλάθω
πλαστελίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστελίνη
πλαστελίνη	noun	ευμάλακτη ύλη που χρησιμοποιείται για πλάσιμο
πλαστελίνης	=	πλαστελίνη
πλαστελινών	=	πλαστελίνη
πλαστερά	=	πλαστερό
πλαστερού	=	πλαστερό
πλαστερό	noun	η πλασταριά
πλαστερών	=	πλαστερό
πλαστηριού	=	πλαστήρι
πλαστηριών	=	πλαστήρι
πλαστιγγών	noun	γενική πληθυντικού του πλάστιγγα
πλαστιδίου	=	πλαστίδιο
πλαστιδίων	=	πλαστίδιο
πλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαστικός	adv	με πλαστικό τρόπο, με πλαστικότητα
πλαστικέ	adj	κλητική ενικού του πλαστικός
πλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστική
πλαστική	noun	οι πλαστικές τέχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστικός
πλαστικής	adj	γενική ενικού του πλαστική
πλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστικός
πλαστικοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής αντικειμένων από πλαστικό
πλαστικοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του πλαστικοβιομηχανία
πλαστικοβιομηχανίες	=	πλαστικοβιομηχανία
πλαστικοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του πλαστικοβιομηχανία
πλαστικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποίηση	noun	η μόνιμη επικάλυψη ή επίστρωση της μίας ή και των δύο όψεων φύλλου χαρτιού με φύλλο διαφανούς υλικού
πλαστικοποίησης	=	πλαστικοποίηση
πλαστικοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιούμαι
πλαστικοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιούμαι
πλαστικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποίηση
πλαστικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήσεων	=	πλαστικοποίηση
πλαστικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιώ
πλαστικοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαστικοποιούμαι
πλαστικοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστικοποιούμαι
πλαστικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιημένο
πλαστικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιημένη
πλαστικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιημένης	verb	γενική ενικού του πλαστικοποιημένη
πλαστικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαστικοποιημένος
πλαστικοποιητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιητής
πλαστικοποιητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλαστικοποιητής
πλαστικοποιητής	noun	πρόσθετο που αυξάνει την πλαστικότητα ή ρευστότητα ενός υλικού
πλαστικοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιητικό
πλαστικοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιητική
πλαστικοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητικής	adj	γενική ενικού του πλαστικοποιητική
πλαστικοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητικού	adj	γενική ενικού του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητικός	adj	που έχει σχέση με πλαστικοποίηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
πλαστικοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του πλαστικοποιητικός
πλαστικοποιητών	noun	γενική πληθυντικού του πλαστικοποιητής
πλαστικοποιώ	verb	προσδίδω πλαστικότητα σε ένα άκαμπτο υλικό (όπως το τσιμέντο)
πλαστικοτήτων	=	πλαστικότητα
πλαστικοταινία	noun	οποιαδήποτε πλαστική ταινία, σε διαστολή με τη χαρτοταινία
πλαστικοταινίας	noun	γενική ενικού του πλαστικοταινία
πλαστικοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικοταινία
πλαστικοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του πλαστικοταινία
πλαστικού	adj	γενική ενικού του πλαστικός
πλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαστικός
πλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του πλαστικός	noun	οργανικό προϊόν, συνθετικό, ημισυνθετικό ή φυσικό εύπλαστο πολυμερές
πλαστικός	adj	που αποτελείται από πλαστικό (υλικό)
πλαστικότητα	noun	εύκολη μορφοποίηση και πλάση λόγω ευκαμψίας
πλαστικότητας	noun	γενική ενικού του πλαστικότητα
πλαστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστικότητα
πλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του πλαστικός
πλαστινών	=	πλαστίνη
πλαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστός
πλαστογράφε	noun	κλητική ενικού του πλαστογράφος
πλαστογράφει	=	πλαστογραφώ
πλαστογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του πλαστογραφώ
πλαστογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογράφηση	noun	η ενέργεια του πλαστογραφώ, του να υπογράψω κάτι αναπαράγοντας το όνομα και γραφικό χαρακτήρα άλλου ανθρώπου, ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται για τη δική του υπογραφή, χωρίς αυτός να συμφωνήσει σε αυτό
πλαστογράφησης	=	πλαστογράφηση
πλαστογράφο	noun	αιτιατική ενικού του πλαστογράφος
πλαστογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστογράφος
πλαστογράφος	noun	που πλαστογραφεί, που κάνει πλαστογραφίες
πλαστογράφου	noun	γενική ενικού του πλαστογράφος
πλαστογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαστογράφος
πλαστογράφω	verb|rare	άλλη μορφή του πλαστογραφώ
πλαστογράφων	noun	γενική πληθυντικού του πλαστογράφος
πλαστογραφήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφούμαι
πλαστογραφήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφούμαι
πλαστογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστογράφημα
πλαστογραφήματος	noun	γενική ενικού του πλαστογράφημα
πλαστογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήσαν	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφήσανε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστογράφηση
πλαστογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήσεων	=	πλαστογράφηση
πλαστογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφία	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος βάζει πλαστή υπογραφή σε έγγραφο
πλαστογραφίας	noun	γενική ενικού του πλαστογραφία
πλαστογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστογραφία
πλαστογραφεί	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφείς	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφείτε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαστογραφούμαι
πλαστογραφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστογραφούμαι
πλαστογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλαστογράφημα
πλαστογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστογραφημένο
πλαστογραφημένε	verb	κλητική ενικού του πλαστογραφημένος
πλαστογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστογραφημένη
πλαστογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστογραφημένος
πλαστογραφημένης	verb	γενική ενικού του πλαστογραφημένη
πλαστογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαστογραφημένος
πλαστογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστογραφημένος
πλαστογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαστογραφημένος
πλαστογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαστογραφημένος
πλαστογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαστογραφημένος
πλαστογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαστογραφικός	adv|rare	με πλαστογραφικό τρόπο, πλαστογραφώντας
πλαστογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πλαστογραφικός
πλαστογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστογραφική
πλαστογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστογραφικός
πλαστογραφικής	adj	γενική ενικού του πλαστογραφική
πλαστογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστογραφικός
πλαστογραφικού	adj	γενική ενικού του πλαστογραφικός
πλαστογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαστογραφικός
πλαστογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πλαστογραφικός
πλαστογραφικός	adj	που έχει σχέση με πλαστογραφία ή πλαστογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλαστογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πλαστογραφικός
πλαστογραφικώς	adv|formal	άλλη μορφή του πλαστογραφικά
πλαστογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πλαστογραφία
πλαστογραφούμε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούν	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούνε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσα	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσαμε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσαν	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσανε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσατε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσε	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφούσες	=	πλαστογραφώ
πλαστογραφώ	verb	είμαι ή γίνομαι πλαστογράφος
πλαστογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαστογραφώ
πλαστοπροσωπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσωπία	noun	το να παρουσιάζεται κάποιος σαν άλλο άτομο με σκοπό την εξαπάτηση
πλαστοπροσωπίας	noun	γενική ενικού του πλαστοπροσωπία
πλαστοπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστοπροσωπία
πλαστοπροσωπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστοπροσωπημένο
πλαστοπροσωπημένε	verb	κλητική ενικού του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστοπροσωπημένη
πλαστοπροσωπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπημένης	verb	γενική ενικού του πλαστοπροσωπημένη
πλαστοπροσωπημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαστοπροσωπημένος
πλαστοπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του πλαστοπροσωπία
πλαστοπροσωπώ	verb|rare	εφαρμόζω πλαστοπροσωπία
πλαστοπροσωπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσώπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσώπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσώπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοπροσώπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστοπροσωπώ
πλαστοτήτων	=	πλαστότητα
πλαστουργέ	noun	κλητική ενικού του πλαστουργός
πλαστουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσαν	=	πλαστουργώ
πλαστουργήσανε	=	πλαστουργώ
πλαστουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστουργεί	=	πλαστουργώ
πλαστουργείς	=	πλαστουργώ
πλαστουργείτε	=	πλαστουργώ
πλαστουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαστουργός
πλαστουργού	noun	γενική ενικού του πλαστουργός
πλαστουργούμε	=	πλαστουργώ
πλαστουργούν	=	πλαστουργώ
πλαστουργούνε	=	πλαστουργώ
πλαστουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλαστουργός
πλαστουργούσα	=	πλαστουργώ
πλαστουργούσαμε	=	πλαστουργώ
πλαστουργούσαν	=	πλαστουργώ
πλαστουργούσανε	=	πλαστουργώ
πλαστουργούσατε	=	πλαστουργώ
πλαστουργούσε	=	πλαστουργώ
πλαστουργούσες	=	πλαστουργώ
πλαστουργό	noun	αιτιατική ενικού του πλαστουργός
πλαστουργός	noun	αυτός που πλάθει, που δημιουργεί κάτι καινούριο
πλαστουργώ	verb	δίνω σχήμα σε κάτι
πλαστουργών	noun	γενική πληθυντικού του πλαστουργός
πλαστουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλαστουργώ
πλαστού	adj	γενική ενικού του πλαστός
πλαστούμε	=	πλάθω
πλαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλάθομαι
πλαστούνε	=	πλάθω
πλαστούργημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του πλαστουργώ
πλαστούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαστουργώ
πλαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαστός
πλαστριών	=	πλάστρια
πλαστό	adj	αιτιατική ενικού του πλαστός
πλαστός	adj	ο επινοημένος, που είναι προϊόν της φαντασίας
πλαστότητα	noun	το να είναι κάτι πλαστό, η ιδιότητα του πλαστού
πλαστότητας	noun	γενική ενικού του πλαστότητα
πλαστότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαστότητα
πλαστώ	=	πλάθω
πλαστών	adj	γενική πληθυντικού του πλαστός
πλατά	=	πλατό
πλατάγιζα	=	πλαταγίζω
πλατάγιζαν	=	πλαταγίζω
πλατάγιζε	=	πλαταγίζω
πλατάγιζες	=	πλαταγίζω
πλατάγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλατάγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλατάγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλατάγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλατάγισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαταγίζω, ο αμβλύς ήχος που παράγεται κυρίως από πλατιές επιφάνειες που συγκρούονται μεταξύ τους (σημαίες, πανιά, γλώσσα, χείλη κ.λπ.)
πλατάνα	noun	μεγάλο πλατάνι
πλατάνας	=	πλατάνα
πλατάνες	=	πλατάνα
πλατάνι	noun	άλλη μορφή του πλάτανος
πλατάνια	=	πλατάνι
πλατάνου	noun	γενική ενικού του πλάτανος
πλατάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλάτανος
πλατάνων	=	πλάτανος
πλατάρα	noun	μεγεθυντικό του πλάτη
πλατάρας	=	πλατάρα
πλατάρες	=	πλατάρα
πλατάρια	noun|vulgar	η πλάτη, οι φτερούγες και άλλα τμήματα πουλερικών όπως σερβίρονται μαγειρεμένα
πλατάρων	=	πλατάρα
πλατέα	noun	άλλη μορφή του πλατεία
πλατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάτεμα
πλατέματος	noun	γενική ενικού του πλάτεμα
πλατέος	adj|formal	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πλατύς
πλατίνα	noun	κοινή ονομασία για τον λευκόχρυσο (χημικό στοιχείο)
πλατίνας	noun	γενική ενικού του πλατίνα
πλατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατίνα
πλαταίναμε	=	πλαταίνω
πλαταίναν	=	πλαταίνω
πλαταίνανε	=	πλαταίνω
πλαταίνατε	=	πλαταίνω
πλαταίνει	=	πλαταίνω
πλαταίνεις	=	πλαταίνω
πλαταίνετε	=	πλαταίνω
πλαταίνοντας	=	πλαταίνω
πλαταίνουμε	=	πλαταίνω
πλαταίνουν	=	πλαταίνω
πλαταίνουνε	=	πλαταίνω
πλαταίνω	verb	κάνω κάτι πιο πλατύ
πλαταγές	=	πλαταγή
πλαταγή	noun|archaic	άλλη μορφή του πλατάγισμα
πλαταγής	=	πλαταγή
πλαταγίζαμε	=	πλαταγίζω
πλαταγίζαν	=	πλαταγίζω
πλαταγίζανε	=	πλαταγίζω
πλαταγίζατε	=	πλαταγίζω
πλαταγίζει	=	πλαταγίζω
πλαταγίζεις	=	πλαταγίζω
πλαταγίζετε	=	πλαταγίζω
πλαταγίζοντας	=	πλαταγίζω
πλαταγίζουμε	=	πλαταγίζω
πλαταγίζουν	=	πλαταγίζω
πλαταγίζουνε	=	πλαταγίζω
πλαταγίζω	verb	παράγω αμβλύ κρότο ή ήχο με τη σύγκρουση (πλατιών) αντικειμένων
πλαταγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσαν	=	πλαταγίζω
πλαταγίσανε	=	πλαταγίζω
πλαταγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατάγισμα
πλαταγίσματος	noun	γενική ενικού του πλατάγισμα
πλαταγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταγίζω
πλαταγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλατάγισμα
πλαταγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαταγισμένο
πλαταγισμένε	verb	κλητική ενικού του πλαταγισμένος
πλαταγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαταγισμένη
πλαταγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαταγισμένος
πλαταγισμένης	verb	γενική ενικού του πλαταγισμένη
πλαταγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλαταγισμένος
πλαταγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαταγισμένος
πλαταγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλαταγισμένος
πλαταγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλαταγισμένος
πλαταγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλαταγισμένος
πλαταγισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαταγίζω
πλαταγών	=	πλαταγή
πλαταμώνα	=	πλαταμώνας
πλαταμώνας	noun|dated	βραχώδης ή λεία ακτή ή έξαρμα (μεγάλης έκτασης)
πλαταμώνες	=	πλαταμώνας
πλαταμώνων	=	πλαταμώνας
πλατανάκι	noun	μικρός πλάτανος
πλατανάκια	=	πλατανάκι
πλατανεώνα	=	πλατανεώνας
πλατανεώνας	noun|formal	τόπος με πολλούς πλατάνους
πλατανεώνες	=	πλατανεώνας
πλατανεώνων	=	πλατανεώνας
πλατανιά	=	πλατανιάς
πλατανιάδες	=	πλατανιάς
πλατανιάδων	=	πλατανιάς
πλατανιάς	noun	τόπος με πλατάνια
πλατανιού	=	πλατάνι
πλατανιών	=	πλατάνι
πλατανιώτικα	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικε	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικες	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικη	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικης	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικο	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικοι	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Πλάτανος ή Πλατάνια ή τους κατοίκους του
πλατανιώτικου	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικους	=	πλατανιώτικος
πλατανιώτικων	=	πλατανιώτικος
πλατανοδάση	=	πλατανόδασος
πλατανοδάσος	noun	δάσος που αποτελείται κυρίως από πλατάνια
πλατανοδάσους	=	πλατανόδασος
πλατανοδασών	=	πλατανόδασος
πλατανοτόπου	=	πλατανότοπος
πλατανοτόπους	=	πλατανότοπος
πλατανοτόπων	=	πλατανότοπος
πλατανόδασος	noun	δάσος που αποτελείται κυρίως από πλατάνια
πλατανότοπε	=	πλατανότοπος
πλατανότοπο	=	πλατανότοπος
πλατανότοποι	=	πλατανότοπος
πλατανότοπος	noun	περιοχή που έχει πολλά πλατάνια
πλατανότοπου	=	πλατανότοπος
πλατανότοπους	=	πλατανότοπος
πλατανότοπων	=	πλατανότοπος
πλατανόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατανόφυλλο
πλατανόφυλλο	noun	το φύλλο του πλατάνου
πλατανόφυλλου	noun	γενική ενικού του πλατανόφυλλο
πλατανόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του πλατανόφυλλο
πλατανώνα	=	πλατανώνας
πλατανώνας	noun|formal	τόπος με πολλούς πλατάνους
πλατανώνες	=	πλατανώνας
πλατανώνων	=	πλατανώνας
πλαταρά	=	πλαταράς
πλαταράδες	=	πλαταράς
πλαταράδων	=	πλαταράς
πλαταράς	noun	κάποιος που έχει μεγάλη και γερή πλάτη
πλαταριών	=	πλατάρια
πλατεΐτσα	noun	υποκοριστικό του πλατεία
πλατεΐτσας	=	πλατεΐτσα
πλατεΐτσες	=	πλατεΐτσα
πλατεία	noun	επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους
πλατείαζα	=	πλατειάζω
πλατείαζαν	=	πλατειάζω
πλατείαζε	=	πλατειάζω
πλατείαζες	=	πλατειάζω
πλατείας	noun	γενική ενικού του πλατεία
πλατείασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατείασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατείασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατείασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατεία
πλατείς	=	πλατύς
πλατειάζαμε	=	πλατειάζω
πλατειάζαν	=	πλατειάζω
πλατειάζανε	=	πλατειάζω
πλατειάζατε	=	πλατειάζω
πλατειάζει	=	πλατειάζω
πλατειάζεις	=	πλατειάζω
πλατειάζετε	=	πλατειάζω
πλατειάζοντας	=	πλατειάζω
πλατειάζουμε	=	πλατειάζω
πλατειάζουν	=	πλατειάζω
πλατειάζουνε	=	πλατειάζω
πλατειάζω	verb	μιλάω πολύ για κάποιο θέμα (στον προφορικό ή γραπτό λόγο)
πλατειάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσαν	=	πλατειάζω
πλατειάσανε	=	πλατειάζω
πλατειάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατειάζω
πλατειασμέ	noun	κλητική ενικού του πλατειασμός
πλατειασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατειασμένο
πλατειασμένε	verb	κλητική ενικού του πλατειασμένος
πλατειασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατειασμένη
πλατειασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατειασμένος
πλατειασμένης	verb	γενική ενικού του πλατειασμένη
πλατειασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλατειασμένος
πλατειασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατειασμένος
πλατειασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλατειασμένος
πλατειασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλατειασμένος
πλατειασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλατειασμένος
πλατειασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατειασμός
πλατειασμού	noun	γενική ενικού του πλατειασμός
πλατειασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλατειασμός
πλατειασμό	noun	αιτιατική ενικού του πλατειασμός
πλατειασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλατειάζω
πλατειασμών	noun	γενική πληθυντικού του πλατειασμός
πλατειαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατειαστικό
πλατειαστικέ	adj	κλητική ενικού του πλατειαστικός
πλατειαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατειαστική
πλατειαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατειαστικός
πλατειαστικής	adj	γενική ενικού του πλατειαστική
πλατειαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατειαστικός
πλατειαστικού	adj	γενική ενικού του πλατειαστικός
πλατειαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλατειαστικός
πλατειαστικό	adj	αιτιατική ενικού του πλατειαστικός
πλατειαστικός	adj	που πλατειάζει ή περιέχει πλατειασμούς
πλατειαστικών	adj	γενική πληθυντικού του πλατειαστικός
πλατειούλα	noun	υποκοριστικό του πλατεία, μικρή πλατεία
πλατειούλας	=	πλατειούλα
πλατειούλες	=	πλατειούλα
πλατειών	noun	γενική πληθυντικού του πλατεία
πλατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάτεμα
πλατεῖα	=	πλατεία
πλατιά	adv	σε μεγάλη έκταση, ευρέως
πλατιάς	=	πλατύς
πλατιές	=	πλατύς
πλατινέ	adj	που έχει το χρώμα του λευκόχρυσου, της πλατίνας (λαμπρό ξανθό προς ασημί)
πλατινένια	=	πλατινένιος
πλατινένιας	=	πλατινένιος
πλατινένιε	=	πλατινένιος
πλατινένιες	=	πλατινένιος
πλατινένιο	=	πλατινένιος
πλατινένιοι	=	πλατινένιος
πλατινένιος	adj	φτιαγμένος από πλατίνα
πλατινένιου	=	πλατινένιος
πλατινένιους	=	πλατινένιος
πλατινένιων	=	πλατινένιος
πλατινίου	noun	γενική ενικού του πλατίνιο
πλατινοειδές	=	πλατινοειδής
πλατινοειδή	=	πλατινοειδής
πλατινοειδής	adj	που σχετίζεται με κάποιο από τα πολλά μέταλλα που μοιάζουν με την πλατίνα στη χημική τους σύσταση, ιδιαίτερα το όσμιο, το ιρίδιο και το παλλάδιο
πλατινοειδείς	=	πλατινοειδής
πλατινοειδούς	=	πλατινοειδής
πλατινοειδών	=	πλατινοειδής
πλατινών	noun	γενική πληθυντικού του πλατίνα
πλατιοί	=	πλατύς
πλατιού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πλατύς
πλατιούς	=	πλατύς
πλατιών	=	πλατύς
πλατονιού	=	πλατόνι
πλατονιών	=	πλατόνι
πλατού	=	πλατό
πλατσομυτών	noun	γενική πληθυντικού του πλατσομύτα
πλατσομύτα	noun	θηλυκό του πλατσομύτης
πλατσομύτας	noun	γενική ενικού του πλατσομύτα
πλατσομύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατσομύτα
πλατσομύτη	=	πλατσομύτης
πλατσομύτηδες	=	πλατσομύτης
πλατσομύτηδων	=	πλατσομύτης
πλατσομύτης	noun	άλλη μορφή του πλακουτσομύτης
πλατσουκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατσουκωτό
πλατσουκωτέ	adj	κλητική ενικού του πλατσουκωτός
πλατσουκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατσουκωτή
πλατσουκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατσουκωτός
πλατσουκωτής	adj	γενική ενικού του πλατσουκωτή
πλατσουκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατσουκωτός
πλατσουκωτού	adj	γενική ενικού του πλατσουκωτός
πλατσουκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλατσουκωτός
πλατσουκωτό	adj	αιτιατική ενικού του πλατσουκωτός
πλατσουκωτός	adj	πεπλατυσμένος, σχετικά πλατύς
πλατσουκωτών	adj	γενική πληθυντικού του πλατσουκωτός
πλατσουκώναμε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώναν	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνανε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνατε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνει	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνεις	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνετε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνοντας	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνουμε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνουν	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνουνε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώνω	verb	διαπλατύνω, πλατύνω
πλατσουκώσαμε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώσαν	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώσανε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώσατε	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώσει	=	πλατσουκώνω
πλατσουκώστε	=	πλατσουκώνω
πλατσουρίζαμε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζαν	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζανε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζατε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζει	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζεις	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζετε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζοντας	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζουμε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζουν	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζουνε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίζω	verb	κινούμαι αδέξια, παίζω μέσα σε ρηχά νερά
πλατσουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσαν	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίσανε	=	πλατσουρίζω
πλατσουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσουρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατσουρισμένο
πλατσουρισμένε	verb	κλητική ενικού του πλατσουρισμένος
πλατσουρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατσουρισμένη
πλατσουρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατσουρισμένος
πλατσουρισμένης	verb	γενική ενικού του πλατσουρισμένη
πλατσουρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλατσουρισμένος
πλατσουρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατσουρισμένος
πλατσουρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλατσουρισμένος
πλατσουρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλατσουρισμένος
πλατσουρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλατσουρισμένος
πλατσούκωνα	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωναν	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωνε	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωνες	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωσα	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωσαν	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωσε	=	πλατσουκώνω
πλατσούκωσες	=	πλατσουκώνω
πλατσούριζα	=	πλατσουρίζω
πλατσούριζαν	=	πλατσουρίζω
πλατσούριζε	=	πλατσουρίζω
πλατσούριζες	=	πλατσουρίζω
πλατσούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατσούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλατσουρίζω
πλατυέλμινθα	=	πλατυέλμινθας
πλατυέλμινθας	noun	είδος σκουληκιού
πλατυέλμινθες	=	πλατυέλμινθας
πλατυελμίνθων	=	πλατυέλμινθας
πλατυκέρατα	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατε	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατες	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατη	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατης	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατο	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατοι	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατος	adj	που έχει πλατύ ή πλατιά κέρατα
πλατυκέρατου	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατους	=	πλατυκέρατος
πλατυκέρατων	=	πλατυκέρατος
πλατυκέφαλα	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλε	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλες	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλη	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλης	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλο	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλοι	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλος	adj	που έχει πλατύ κεφάλι
πλατυκέφαλου	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλους	=	πλατυκέφαλος
πλατυκέφαλων	=	πλατυκέφαλος
πλατυκεφαλία	noun	ανώμαλη κατάσταση κρανίου, στην οποία το κεφάλι είναι πεπλατυσμένο (δυσπλασία του μετωπιαίου οστού)
πλατυκεφαλίας	noun	γενική ενικού του πλατυκεφαλία
πλατυκεφαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατυκεφαλία
πλατυκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του πλατυκεφαλία
πλατυμέτωπα	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπε	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπες	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπη	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπης	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπο	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωποι	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπος	adj	που έχει πλατύ μέτωπο
πλατυμέτωπου	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπους	=	πλατυμέτωπος
πλατυμέτωπων	=	πλατυμέτωπος
πλατυνθήκαμε	=	πλατύνω
πλατυνθήκαν	=	πλατύνω
πλατυνθήκανε	=	πλατύνω
πλατυνθήκατε	=	πλατύνω
πλατυνθεί	=	πλατύνω
πλατυνθείτε	=	πλατύνω
πλατυνόμασταν	=	πλατύνω
πλατυνόμαστε	=	πλατύνω
πλατυνόμουν	=	πλατύνω
πλατυνόμουνα	=	πλατύνω
πλατυνόντουσαν	=	πλατύνω
πλατυνόσασταν	=	πλατύνω
πλατυνόσαστε	=	πλατύνω
πλατυνόσουν	=	πλατύνω
πλατυνόσουνα	=	πλατύνω
πλατυνόταν	=	πλατύνω
πλατυνότανε	=	πλατύνω
πλατυποδία	noun	η αποπλάτυνση της πατούσας του ποδιού λόγω απουσίας της καμάρας του πέλματος
πλατυποδίας	noun	γενική ενικού του πλατυποδία
πλατυποδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατυποδία
πλατυποδιών	noun	γενική πληθυντικού του πλατυποδία
πλατυπόδαρα	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρε	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρες	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρη	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρης	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρο	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαροι	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρος	adj	που έχει πλατιά / μεγάλα πόδια
πλατυπόδαρου	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρους	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδαρων	=	πλατυπόδαρος
πλατυπόδων	=	πλατύπους
πλατυπύθμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατυπύθμενο, ουδέτερο του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενε	adj	κλητική ενικού του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατυπύθμενη, θηλυκό του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενης	adj	γενική ενικού του πλατυπύθμενη, θηλυκό του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενο	adj	αιτιατική ενικού του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενος	adj	που έχει επίπεδο ή φαρδύ πυθμένα
πλατυπύθμενου	adj	γενική ενικού του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλατυπύθμενος
πλατυπύθμενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλατυπύθμενος
πλατυρρίνου	=	πλατύρρινος
πλατυρρίνους	=	πλατύρρινος
πλατυρρίνων	=	πλατύρρινος
πλατυσμάτων	=	πλάτυσμα
πλατυσμέ	=	πλατυσμός
πλατυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατυσμένο
πλατυσμένε	verb	κλητική ενικού του πλατυσμένος
πλατυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατυσμένη
πλατυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατυσμένος
πλατυσμένης	verb	γενική ενικού του πλατυσμένη
πλατυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλατυσμένος
πλατυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατυσμένος
πλατυσμένος	=	πλατύνω
πλατυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλατυσμένος
πλατυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλατυσμένος
πλατυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλατυσμένος
πλατυσμοί	=	πλατυσμός
πλατυσμού	=	πλατυσμός
πλατυσμούς	=	πλατυσμός
πλατυσμό	=	πλατυσμός
πλατυσμός	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλατύνω / πλαταίνω
πλατυσμών	=	πλατυσμός
πλατυτήτων	=	πλατύτητα
πλατφορμοκεντρικά	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικέ	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικές	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρική	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικής	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικοί	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικού	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικούς	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικό	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκεντρικός	adj	που έχει στο επίκεντρό του μια πλατφόρμα μάχης (μαχητικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, άρματα μάχης κ.λπ.)
πλατφορμοκεντρικών	=	πλατφορμοκεντρικός
πλατφορμοκετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατφορμοκετρικό
πλατφορμοκετρικέ	adj	κλητική ενικού του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμοκετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατφορμοκετρική
πλατφορμοκετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμοκετρικής	adj	γενική ενικού του πλατφορμοκετρική
πλατφορμοκετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμοκετρικού	adj	γενική ενικού του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμοκετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμοκετρικό	adj	αιτιατική ενικού του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμοκετρικών	adj	γενική πληθυντικού του πλατφορμοκετρικός
πλατφορμών	noun	γενική πληθυντικού του πλατφόρμα
πλατφόρμα	noun	η αποβάθρα
πλατφόρμας	noun	γενική ενικού του πλατφόρμα
πλατφόρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατφόρμα
πλατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλάτωμα
πλατωνικά	adv	με τον τρόπο ή υπό την επίδραση του Πλάτωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατωνικό
πλατωνικέ	adj	κλητική ενικού του πλατωνικός
πλατωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατωνική
πλατωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατωνικός
πλατωνικής	adj	γενική ενικού του πλατωνική
πλατωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατωνικός
πλατωνικού	adj	γενική ενικού του πλατωνικός
πλατωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλατωνικός
πλατωνικό	adj	αιτιατική ενικού του πλατωνικός
πλατωνικός	adj	που έχει σχέση με τον Πλάτωνα ή τις φιλοσοφικές του ιδέες ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλατωνικών	adj	γενική πληθυντικού του πλατωνικός
πλατωνιού	=	πλατώνι
πλατωνισμέ	noun	κλητική ενικού του πλατωνισμός
πλατωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατωνισμός
πλατωνισμού	noun	γενική ενικού του πλατωνισμός
πλατωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλατωνισμός
πλατωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του πλατωνισμός
πλατωνισμός	noun	το φιλοσοφικό σύστημα του Πλάτωνα και η συνολική θεωρία του
πλατωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του πλατωνισμός
πλατωνιών	=	πλατώνι
πλατωσιά	noun|vulgar	πλατιά και ανοικτή έκταση ή χώρος
πλατωσιάς	=	πλατωσιά
πλατωσιές	=	πλατωσιά
πλατωσιών	=	πλατωσιά
πλατό	noun	ο χώρος που διεξάγεται το γύρισμα, το στούντιο κινηματογράφησης
πλατόνι	noun	είδος ελαφιού (επιστημονική ονομασία dama dama) με πλατιά κέρατα
πλατόνια	=	πλατόνι
πλατύ	=	πλατύς
πλατύβαθρο	noun	πλατύ βάθρο, πλατφόρμα
πλατύβαθρον	noun	πλατύβαθρο
πλατύγυρα	=	πλατύγυρος
πλατύγυρε	=	πλατύγυρος
πλατύγυρες	=	πλατύγυρος
πλατύγυρη	=	πλατύγυρος
πλατύγυρης	=	πλατύγυρος
πλατύγυρο	=	πλατύγυρος
πλατύγυροι	=	πλατύγυρος
πλατύγυρος	adj	που έχει πλατύ γύρο (περιφέρεια, μπορ)
πλατύγυρου	=	πλατύγυρος
πλατύγυρους	=	πλατύγυρος
πλατύγυρων	=	πλατύγυρος
πλατύκυρτα	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτε	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτες	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτη	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτης	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτο	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτοι	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτος	adj	πλατύς και κυρτός ταυτόχρονα, αναφέρεται στη μορφή κανονικής κατανομής
πλατύκυρτου	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτους	=	πλατύκυρτος
πλατύκυρτων	=	πλατύκυρτος
πλατύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύναν	=	πλαταίνω
πλατύνανε	=	πλαταίνω
πλατύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνεσαι	=	πλατύνω
πλατύνεστε	=	πλατύνω
πλατύνεται	=	πλατύνω
πλατύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνθηκα	=	πλατύνω
πλατύνθηκαν	=	πλατύνω
πλατύνθηκε	=	πλατύνω
πλατύνθηκες	=	πλατύνω
πλατύνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλατύνω
πλατύνονται	=	πλατύνω
πλατύνονταν	=	πλατύνω
πλατύνοντας	=	πλατύνω
πλατύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνουνε	=	πλατύνω
πλατύνσεις	=	πλάτυνση
πλατύνσεων	=	πλάτυνση
πλατύνσου	=	πλατύνω
πλατύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλαταίνω
πλατύνω	verb|formal	συνώνυμο του πλαταίνω
πλατύποδα	=	πλατύπους
πλατύποδας	noun	ο ορνιθόρυγχος
πλατύποδες	=	πλατύπους
πλατύποδος	=	πλατύπους
πλατύπους	noun	άλλη μορφή του πλατύποδας
πλατύρρινα	=	πλατύρρινος
πλατύρρινε	=	πλατύρρινος
πλατύρρινες	=	πλατύρρινος
πλατύρρινη	=	πλατύρρινος
πλατύρρινης	=	πλατύρρινος
πλατύρρινο	=	πλατύρρινος
πλατύρρινοι	=	πλατύρρινος
πλατύρρινος	adj	που έχει πλατιά μύτη
πλατύρρινου	=	πλατύρρινος
πλατύρρινους	=	πλατύρρινος
πλατύρρινων	=	πλατύρρινος
πλατύς	adj	που έχει μεγάλο πλάτος
πλατύσκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατύσκαλο
πλατύσκαλο	noun	πλατύ σκαλί μπροστά από είσοδο
πλατύσκαλου	noun	γενική ενικού του πλατύσκαλο
πλατύσκαλων	noun	γενική πληθυντικού του πλατύσκαλο
πλατύσματα	=	πλάτυσμα
πλατύσματος	=	πλάτυσμα
πλατύστερνα	=	πλατύστερνος
πλατύστερνε	=	πλατύστερνος
πλατύστερνες	=	πλατύστερνος
πλατύστερνη	=	πλατύστερνος
πλατύστερνης	=	πλατύστερνος
πλατύστερνο	=	πλατύστερνος
πλατύστερνοι	=	πλατύστερνος
πλατύστερνος	adj	που έχει πλατύ στέρνο
πλατύστερνου	=	πλατύστερνος
πλατύστερνους	=	πλατύστερνος
πλατύστερνων	=	πλατύστερνος
πλατύστομα	=	πλατύστομος
πλατύστομε	=	πλατύστομος
πλατύστομες	=	πλατύστομος
πλατύστομη	=	πλατύστομος
πλατύστομης	=	πλατύστομος
πλατύστομο	=	πλατύστομος
πλατύστομοι	=	πλατύστομος
πλατύστομος	adj	που έχει πλατύ στόμιο / στόμα
πλατύστομου	=	πλατύστομος
πλατύστομους	=	πλατύστομος
πλατύστομων	=	πλατύστομος
πλατύσωμα	=	πλατύσωμος
πλατύσωμε	=	πλατύσωμος
πλατύσωμες	=	πλατύσωμος
πλατύσωμη	=	πλατύσωμος
πλατύσωμης	=	πλατύσωμος
πλατύσωμο	=	πλατύσωμος
πλατύσωμοι	=	πλατύσωμος
πλατύσωμος	adj	που έχει πλατύ σώμα
πλατύσωμου	=	πλατύσωμος
πλατύσωμους	=	πλατύσωμος
πλατύσωμων	=	πλατύσωμος
πλατύτατα	=	πλατύς
πλατύτατε	=	πλατύς
πλατύτατες	=	πλατύς
πλατύτατη	=	πλατύς
πλατύτατης	=	πλατύς
πλατύτατο	=	πλατύς
πλατύτατοι	=	πλατύς
πλατύτατος	=	πλατύς
πλατύτατου	=	πλατύς
πλατύτατους	=	πλατύς
πλατύτατων	=	πλατύς
πλατύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατύτερο
πλατύτερε	adj	κλητική ενικού του πλατύτερος
πλατύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλατύτερη
πλατύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλατύτερος
πλατύτερης	adj	γενική ενικού του πλατύτερη
πλατύτερο	adj	αιτιατική ενικού του πλατύτερος
πλατύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλατύτερος
πλατύτερος	adj	συγκριτικός βαθμός του πλατύς
πλατύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλατύτερος
πλατύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλατύτερος
πλατύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλατύτερος
πλατύτητα	noun	η ιδιότητα του πλατέος / πλατιού
πλατύτητας	=	πλατύτητα
πλατύτητες	=	πλατύτητα
πλατύφυλλα	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλας	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλε	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλες	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλη	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλης	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλο	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλοι	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλος	adj	που έχει πλατιά φύλλα
πλατύφυλλου	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλους	=	πλατύφυλλος
πλατύφυλλων	=	πλατύφυλλος
πλατύχωρα	=	πλατύχωρος
πλατύχωρε	=	πλατύχωρος
πλατύχωρες	=	πλατύχωρος
πλατύχωρη	=	πλατύχωρος
πλατύχωρης	=	πλατύχωρος
πλατύχωρο	=	πλατύχωρος
πλατύχωροι	=	πλατύχωρος
πλατύχωρος	adj	του οποίου ο χώρος είναι πλατύς
πλατύχωρου	=	πλατύχωρος
πλατύχωρους	=	πλατύχωρος
πλατύχωρων	=	πλατύχωρος
πλατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλάτωμα
πλατώματος	noun	γενική ενικού του πλάτωμα
πλατών	=	πλάτη
πλατώνι	noun	άλλη γραφή του πλατόνι
πλατώνια	=	πλατώνι
πλαφονιέρα	noun	φωτιστικό οροφής (σε κτήριο, όχημα κ.λπ.)
πλαφονιέρας	noun	γενική ενικού του πλαφονιέρα
πλαφονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαφονιέρα
πλαφόν	noun	το ανώτατο όριο (παραγωγής, προγραμματισμού)
πλαϊνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλαϊνός	adv	στο πλάι
πλαϊνέ	adj	κλητική ενικού του πλαϊνός
πλαϊνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλαϊνή
πλαϊνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλαϊνός
πλαϊνής	adj	γενική ενικού του πλαϊνή
πλαϊνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλαϊνός
πλαϊνού	adj	γενική ενικού του πλαϊνός
πλαϊνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλαϊνός
πλαϊνό	adj	αιτιατική ενικού του πλαϊνός
πλαϊνός	adj	που βρίσκεται στο πλάι από κάποιον ή κάτι
πλαϊνών	adj	γενική πληθυντικού του πλαϊνός
πλείστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλείστο
πλείστε	adj	κλητική ενικού του πλείστος
πλείστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλείστη
πλείστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλείστος
πλείστης	adj	γενική ενικού του πλείστη
πλείστο	adj	αιτιατική ενικού του πλείστος
πλείστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλείστος
πλείστον	adj|formal	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλείστος
πλείστος	adj	περισσότερος
πλείστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλείστος
πλείστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλείστος
πλείστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλείστος
πλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλέγμα
πλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεγμένο
πλεγμένε	verb	κλητική ενικού του πλεγμένος
πλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεγμένη
πλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεγμένος
πλεγμένης	verb	γενική ενικού του πλεγμένη
πλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλεγμένος
πλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεγμένος
πλεγμένος	verb	που έχει πλεχτεί
πλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλεγμένος
πλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλεγμένος
πλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλεγμένος
πλειάδα	noun	σύνολο ανθρώπων με συγκεκριμένη ιδιότητα, θετικού χαρακτήρα συνήθως
πλειάδας	=	πλειάδα
πλειάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειάδα
πλειάδων	=	πλειάδα
πλειάς	noun	πλειάδα
πλειοδοσία	noun	η υψηλότερη προσφερόμενη τιμή για την απόκτηση ενός αγαθού ή υπηρεσίας σε δημοπρασία, πλειοδοτικό διαγωνισμό κ.λπ. καθώς και η διαδικασία προσφοράς της
πλειοδοσίας	noun	γενική ενικού του πλειοδοσία
πλειοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοσία
πλειοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του πλειοδοσία
πλειοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοτημένο
πλειοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του πλειοδοτημένος
πλειοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοτημένη
πλειοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλειοδοτημένος
πλειοδοτημένης	verb	γενική ενικού του πλειοδοτημένη
πλειοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλειοδοτημένος
πλειοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοτημένος
πλειοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλειοδοτημένος
πλειοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλειοδοτημένος
πλειοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλειοδοτημένος
πλειοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοτικό
πλειοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του πλειοδοτικός
πλειοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοτική
πλειοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλειοδοτικός
πλειοδοτικής	adj	γενική ενικού του πλειοδοτική
πλειοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλειοδοτικός
πλειοδοτικού	adj	γενική ενικού του πλειοδοτικός
πλειοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλειοδοτικός
πλειοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του πλειοδοτικός
πλειοδοτικός	adj	που έχει σχέση με πλειοδότη ή πλειοδοσία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλειοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πλειοδοτικός
πλειοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του πλειοδότρια
πλειοδοτώ	verb	κάνω μεγαλύτερη προσφορά σε δημοπρασία ή πλειστηριασμό, για να αποκτήσω κάτι
πλειοδοτών	=	πλειοδότης
πλειοδότες	=	πλειοδότης
πλειοδότη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλειοδότης
πλειοδότης	noun	αυτός που πλειοδοτεί σε διαγωνισμό ή πλειστηριασμό
πλειοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοδοτώ
πλειοδότις	noun	θηλυκό του πλειοδότης
πλειοδότρια	noun	θηλυκό του πλειοδότης
πλειοδότριας	noun	γενική ενικού του πλειοδότρια
πλειοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοδότρια
πλειομορφία	noun	άλλη μορφή του πλειομορφισμός
πλειομορφίας	=	πλειομορφία
πλειομορφίες	=	πλειομορφία
πλειομορφικα	=	πλειομορφικός
πλειομορφικε	=	πλειομορφικός
πλειομορφικες	=	πλειομορφικός
πλειομορφικη	=	πλειομορφικός
πλειομορφικης	=	πλειομορφικός
πλειομορφικο	=	πλειομορφικός
πλειομορφικοι	=	πλειομορφικός
πλειομορφικος	=	πλειομορφικός
πλειομορφικου	=	πλειομορφικός
πλειομορφικους	=	πλειομορφικός
πλειομορφικων	=	πλειομορφικός
πλειομορφικός	adj	άλλη μορφή του πλειόμορφος
πλειομορφισμέ	=	πλειομορφισμός
πλειομορφισμοί	=	πλειομορφισμός
πλειομορφισμού	=	πλειομορφισμός
πλειομορφισμούς	=	πλειομορφισμός
πλειομορφισμό	=	πλειομορφισμός
πλειομορφισμός	noun	η ιδιότητα του πλειόμορφου, η αλλαγή μορφών κατά τη διάρκεια του βιολογικού κύκλου ενός οργανισμού
πλειομορφισμών	=	πλειομορφισμός
πλειομορφιών	=	πλειομορφία
πλειονοτήτων	=	πλειονότητα
πλειονοψήφει	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψήφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψήφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψήφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψήφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσαν	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσανε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονοψηφία	noun	άλλη μορφή του πλειοψηφία
πλειονοψηφίας	noun	γενική ενικού του πλειονοψηφία
πλειονοψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειονοψηφία
πλειονοψηφεί	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφείς	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφείτε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του πλειονοψηφία
πλειονοψηφούμε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούν	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούνε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσα	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσαμε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσαν	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσανε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσατε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσε	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφούσες	=	πλειονοψηφώ
πλειονοψηφώ	verb|formal	έχω την πλειονοψηφία
πλειονοψηφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλειονοψηφώ
πλειονότητα	noun	το μεγαλύτερο μέρος ή τμήμα ενός πλήθους
πλειονότητας	noun	γενική ενικού του πλειονότητα
πλειονότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειονότητα
πλειοψήφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψήφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψήφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψήφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσαν	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφήσανε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειοψηφώ
πλειοψηφία	noun	οι ψήφοι που υπερτερούν αριθμητικά σε μια εκλογική διαδικασία
πλειοψηφίας	noun	γενική ενικού του πλειοψηφία
πλειοψηφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοψηφία
πλειοψηφεί	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφείς	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφείτε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοψηφικό	adv	με πλειοψηφικό τρόπο
πλειοψηφικέ	adj	κλητική ενικού του πλειοψηφικός
πλειοψηφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειοψηφική
πλειοψηφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλειοψηφικός
πλειοψηφικής	adj	γενική ενικού του πλειοψηφική
πλειοψηφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλειοψηφικός
πλειοψηφικού	adj	γενική ενικού του πλειοψηφικός
πλειοψηφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλειοψηφικός
πλειοψηφικό	adj	αιτιατική ενικού του πλειοψηφικός
πλειοψηφικός	adj	που έχει σχέση με την πλειοψηφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πλειοψηφικών	adj	γενική πληθυντικού του πλειοψηφικός
πλειοψηφισμέ	=	πλειοψηφισμός
πλειοψηφισμοί	=	πλειοψηφισμός
πλειοψηφισμού	=	πλειοψηφισμός
πλειοψηφισμούς	=	πλειοψηφισμός
πλειοψηφισμό	=	πλειοψηφισμός
πλειοψηφισμός	noun	παραδοσιακή πολιτική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία η πλειοψηφία ενός πληθυσμού μπορεί να κυριαρχεί στην κοινωνία και έχει το δικαίωμα να λαμβάνει αποφάσεις που την επηρεάζουν
πλειοψηφισμών	=	πλειοψηφισμός
πλειοψηφιών	noun	γενική πληθυντικού του πλειοψηφία
πλειοψηφουσών	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούμε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούν	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούνε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούντα	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούντας	verb	μορφή του πλειοψηφών με νεότερες καταλήξεις
πλειοψηφούντες	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούντος	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούντούν	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούντούσα	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούντων	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούσα	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσαμε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσαν	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσανε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσας	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφούσατε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσε	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσες	=	πλειοψηφώ
πλειοψηφούσης	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφώ	verb	έχω την πλειοψηφία
πλειοψηφών	=	πλειοψηφούντας
πλειοψηφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλειοψηφώ
πλειστάκις	adv|archaic	πάρα πολλές φορές, πολλάκις
πλειστηρίαζα	=	πλειστηριάζω
πλειστηρίαζαν	=	πλειστηριάζω
πλειστηρίαζε	=	πλειστηριάζω
πλειστηρίαζες	=	πλειστηριάζω
πλειστηρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηρίαση	noun	άλλη μορφή του πλειστηριασμός
πλειστηρίασης	=	πλειστηρίαση
πλειστηρίασις	noun	πλειστηρίαση
πλειστηρίασμα	noun	το ποσό με το οποίο εκποιήθηκε κάτι σε κάποιον πλειστηριασμό
πλειστηριάζαμε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζαν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζανε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζατε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζει	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζεις	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζεσαι	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζεστε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζεται	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζετε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζομαι	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζομε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζονται	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζονταν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζοντας	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζουμε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζουν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζουνε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάζω	verb	πουλώ σε διαδικασία πλειστηριασμού
πλειστηριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσαν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάσανε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσεων	=	πλειστηρίαση
πλειστηριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειστηρίασμα
πλειστηριάσματος	noun	γενική ενικού του πλειστηρίασμα
πλειστηριάσομε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάσου	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάσουνε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριάστηκα	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάστηκαν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάστηκε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάστηκες	=	πλειστηριάζω
πλειστηριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλειστηριάζω
πλειστηριαζόμασταν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόμαστε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόμουν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόμουνα	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόντουσαν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόσασταν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόσαστε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόσουν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόσουνα	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζόταν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαζότανε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλειστηρίασμα
πλειστηριασμέ	noun	κλητική ενικού του πλειστηριασμός
πλειστηριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειστηριασμένο
πλειστηριασμένε	verb	κλητική ενικού του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειστηριασμένη
πλειστηριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμένης	verb	γενική ενικού του πλειστηριασμένη
πλειστηριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμένος	=	πλειστηριάζω
πλειστηριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλειστηριασμένος
πλειστηριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλειστηριασμός
πλειστηριασμού	noun	γενική ενικού του πλειστηριασμός
πλειστηριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλειστηριασμός
πλειστηριασμό	noun	αιτιατική ενικού του πλειστηριασμός
πλειστηριασμός	noun	διαδικασία εκποίησης κινητής ή ακίνητης περιουσίας σε όποιον προσφέρει την υψηλότερη τιμή
πλειστηριασμών	noun	γενική πληθυντικού του πλειστηριασμός
πλειστηριαστές	=	πλειστηριαστής
πλειστηριαστή	=	πλειστηριαστής
πλειστηριαστήκαμε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστήκαν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστήκανε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστήκατε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστής	noun	κάποιος που πλειστηριάζει
πλειστηριαστεί	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστείς	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστείτε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστούμε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστούν	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστούνε	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστώ	=	πλειστηριάζω
πλειστηριαστών	=	πλειστηριαστής
πλειστοκαίνου	=	πλειστόκαινο
πλειστοκαινικά	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικέ	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικές	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινική	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικής	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικοί	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικού	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικούς	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικό	=	πλειστοκαινικός
πλειστοκαινικός	adj	που έχει σχέση με το πλειστόκαινο ή αναφέρτεται σ' αυτό
πλειστοκαινικών	=	πλειστοκαινικός
πλειστόκαινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειστόκαινο
πλειστόκαινε	adj	κλητική ενικού του πλειστόκαινος
πλειστόκαινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλειστόκαινη
πλειστόκαινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλειστόκαινος
πλειστόκαινης	adj	γενική ενικού του πλειστόκαινη
πλειστόκαινο	noun	η γεωλογική περίοδος από το 2.588.000 π.Χ. ως το 11.700 π.Χ. (πριν από το ολόκαινο και μετά από το πλειόκαινο)
πλειστόκαινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλειστόκαινος
πλειστόκαινος	adj	που έχει σχέση με το πλειστόκαινο ή αναφέρεται σ' αυτό
πλειστόκαινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλειστόκαινος
πλειστόκαινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλειστόκαινος
πλειστόκαινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλειστόκαινος
πλειόμορφα	=	πλειόμορφος
πλειόμορφε	=	πλειόμορφος
πλειόμορφες	=	πλειόμορφος
πλειόμορφη	=	πλειόμορφος
πλειόμορφης	=	πλειόμορφος
πλειόμορφο	=	πλειόμορφος
πλειόμορφοι	=	πλειόμορφος
πλειόμορφος	adj	που αλλάζει μορφές κατά τη διάρκεια του βιολογικού του κύκλου
πλειόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πλειόμορφος
πλειόμορφους	=	πλειόμορφος
πλειόμορφων	=	πλειόμορφος
πλειότιμα	=	πλειότιμος
πλειότιμε	=	πλειότιμος
πλειότιμες	=	πλειότιμος
πλειότιμη	=	πλειότιμος
πλειότιμης	=	πλειότιμος
πλειότιμο	=	πλειότιμος
πλειότιμοι	=	πλειότιμος
πλειότιμος	adj	τιμή που μπορεί να υποδιαιρεθεί σε περισσότερες τιμές, όπως μία συμβολοσειρά (string), ένα κλάσμα στον αριθμητή και παρονομαστή, κλπ
πλειότιμου	=	πλειότιμος
πλειότιμους	=	πλειότιμος
πλειότιμων	=	πλειότιμος
πλεκτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεκτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πλεκτό) του πλεκτός
πλεκτάνες	=	πλεκτάνη
πλεκτάνη	noun	κάτι που είναι σχεδιασμένο για να μας εξαπατήσει και να μας παγιδεύσει
πλεκτάνης	=	πλεκτάνη
πλεκτέ	adj	κλητική ενικού του πλεκτός
πλεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεκτή
πλεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεκτός
πλεκτήρια	=	πλεκτήριο
πλεκτήριο	noun	χώρος (εργαστήριο ή εργοστάσιο) με μηχανές που πλέκουν, όπου κατασκευάζονται πλεκτά
πλεκτήριον	noun	πλεκτήριο
πλεκτήριου	=	πλεκτήριο
πλεκτήριων	=	πλεκτήριο
πλεκτής	adj	γενική ενικού του πλεκτή
πλεκτανών	=	πλεκτάνη
πλεκτηρίου	=	πλεκτήριο
πλεκτηρίων	=	πλεκτήριο
πλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεκτικό
πλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του πλεκτικός
πλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεκτική
πλεκτική	noun	άλλη μορφή του πλεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεκτικός
πλεκτικής	adj	γενική ενικού του πλεκτική
πλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεκτικός
πλεκτικού	adj	γενική ενικού του πλεκτικός
πλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεκτικός
πλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πλεκτικός
πλεκτικός	adj	που έχει σχέση με το πλέξιμο ή αναφέρεται σ’ αυτό
πλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πλεκτικός
πλεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεκτός
πλεκτοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής πλεκτών υφασμάτων / ενδυμάτων
πλεκτοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του πλεκτοβιομηχανία
πλεκτοβιομηχανίες	=	πλεκτοβιομηχανία
πλεκτοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του πλεκτοβιομηχανία
πλεκτού	adj	γενική ενικού του πλεκτός
πλεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεκτός
πλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του πλέκτρια
πλεκτό	noun	ένδυμα ή εργόχειρο που το έχουν πλέξει	adj	αιτιατική ενικού του πλεκτός
πλεκτός	adj	που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο
πλεκτών	adj	γενική πληθυντικού του πλεκτός
πλεκόμασταν	=	πλέκω
πλεκόμαστε	=	πλέκω
πλεκόμουν	=	πλέκω
πλεκόμουνα	=	πλέκω
πλεκόντουσαν	=	πλέκω
πλεκόσασταν	=	πλέκω
πλεκόσαστε	=	πλέκω
πλεκόσουν	=	πλέκω
πλεκόσουνα	=	πλέκω
πλεκόταν	=	πλέκω
πλεκότανε	=	πλέκω
πλεμάτι	noun|vulgar	δίχτυ
πλεμάτια	=	πλεμάτι
πλεματιού	=	πλεμάτι
πλεματιών	=	πλεμάτι
πλεμονιού	=	πλεμόνι
πλεμονιών	=	πλεμόνι
πλεμπάγια	noun	συνώνυμο του πλέμπα
πλεμπάγιας	noun	γενική ενικού του πλεμπάγια
πλεμπάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεμπάγια
πλεμόνι	noun	άλλη μορφή του: πνεύμονας
πλεμόνια	=	πλεμόνι
πλενόμασταν	=	πλένω
πλενόμαστε	=	πλένω
πλενόμουν	=	πλένω
πλενόμουνα	=	πλένω
πλενόντουσαν	=	πλένω
πλενόσασταν	=	πλένω
πλενόσαστε	=	πλένω
πλενόσουν	=	πλένω
πλενόσουνα	=	πλένω
πλενόταν	=	πλένω
πλενότανε	=	πλένω
πλεξάνα	noun|rare	μια πλεξίδα από σκόρδα ή κρεμμύδια
πλεξίδα	noun	άλλη μορφή του πλεξούδα
πλεξίδας	=	πλεξίδα
πλεξίδες	=	πλεξίδα
πλεξίδων	=	πλεξίδα
πλεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλέξιμο
πλεξίματος	noun	γενική ενικού του πλέξιμο
πλεξίς	noun	πλεξίδα, πλεξούδα
πλεξιγκλάς	noun	ελαφρύ και διάφανο πλαστικό υλικό που μοιάζει με γυαλί που έχει μεγάλη αντοχή στις καιρικές μεταβολές και τις πιέσεις.
πλεξιμάτων	=	πλέξιμο
πλεξούδα	noun	νήματα, συνήθως τρία, που έχουν πλεχτεί μεταξύ τους
πλεξούδας	=	πλεξούδα
πλεξούδες	=	πλεξούδα
πλεξούδων	=	πλεξούδα
πλεονάζον	=	πλεονάζων
πλεονάζοντα	=	πλεονάζων
πλεονάζοντας	=	πλεονάζων
πλεονάζοντες	=	πλεονάζων
πλεονάζοντος	=	πλεονάζων
πλεονάζουσα	=	πλεονάζων
πλεονάζουσας	=	πλεονάζων
πλεονάζουσες	=	πλεονάζων
πλεονάζω	verb	είμαι σε μεγαλύτερη ποσότητα από αυτήν που χρειάζεται
πλεονάζων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλεονάζω που δεν είναι πια απαραίτητος, που περισσεύει
πλεονάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεόνασμα
πλεονάσματος	noun	γενική ενικού του πλεόνασμα
πλεονάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεονέκτες	=	πλεονέκτης
πλεονέκτη	=	πλεονέκτης
πλεονέκτημα	noun	το να βρίσκεται κάποιος σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με άλλους για την επίτευξη ενός στόχου
πλεονέκτης	noun	που δεν είναι ικανοποιημένος με αυτά που έχει και επιθυμεί συνεχώς και περισσότερα, άπληστος, αχόρταγος
πλεονέκτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονέκτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονέκτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονέκτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονέκτις	noun	θηλυκό του πλεονέκτης, πλεονέκτρια
πλεονέκτρα	=	πλεονέκτης
πλεονέκτρια	noun	πλεονέκτης
πλεονέκτριας	=	πλεονέκτρια
πλεονέκτριες	=	πλεονέκτρια
πλεονέχτες	=	πλεονέχτης
πλεονέχτη	=	πλεονέχτης
πλεονέχτης	noun	πλεονέκτης
πλεοναζουσών	=	πλεονάζων
πλεοναζούσης	=	πλεονάζων
πλεοναζόντων	=	πλεονάζων
πλεονασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλεόνασμα
πλεονασμέ	noun	κλητική ενικού του πλεονασμός
πλεονασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεονασματικό
πλεονασματικέ	adj	κλητική ενικού του πλεονασματικός
πλεονασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεονασματική
πλεονασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεονασματικός
πλεονασματικής	adj	γενική ενικού του πλεονασματική
πλεονασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεονασματικός
πλεονασματικού	adj	γενική ενικού του πλεονασματικός
πλεονασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεονασματικός
πλεονασματικό	adj	αιτιατική ενικού του πλεονασματικός
πλεονασματικός	adj	σχετικός με ένα πλεόνασμα
πλεονασματικών	adj	γενική πληθυντικού του πλεονασματικός
πλεονασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεονασμός
πλεονασμού	noun	γενική ενικού του πλεονασμός
πλεονασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλεονασμός
πλεονασμό	noun	αιτιατική ενικού του πλεονασμός
πλεονασμός	noun	το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία
πλεονασμών	noun	γενική πληθυντικού του πλεονασμός
πλεοναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεοναστικό
πλεοναστικέ	adj	κλητική ενικού του πλεοναστικός
πλεοναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεοναστική
πλεοναστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεοναστικός
πλεοναστικής	adj	γενική ενικού του πλεοναστική
πλεοναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεοναστικός
πλεοναστικού	adj	γενική ενικού του πλεοναστικός
πλεοναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεοναστικός
πλεοναστικό	adj	αιτιατική ενικού του πλεοναστικός
πλεοναστικός	adj	που πλεονάζει, που περισσεύει
πλεοναστικών	adj	γενική πληθυντικού του πλεοναστικός
πλεονεκτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεονέκτημα
πλεονεκτήματος	noun	γενική ενικού του πλεονέκτημα
πλεονεκτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεκτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλεονέκτημα
πλεονεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλεονεκτικός	adv	σε πλεονεκτική θέση
πλεονεκτικέ	adj	κλητική ενικού του πλεονεκτικός
πλεονεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεονεκτική
πλεονεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεονεκτικός
πλεονεκτικής	adj	γενική ενικού του πλεονεκτική
πλεονεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεονεκτικός
πλεονεκτικοτήτων	=	πλεονεκτικότητα
πλεονεκτικού	adj	γενική ενικού του πλεονεκτικός
πλεονεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεονεκτικός
πλεονεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πλεονεκτικός
πλεονεκτικός	adj	που πλεονεκτεί σε σχέση με κάποιον άλλο, που υπερτερεί
πλεονεκτικότατα	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατε	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατες	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατη	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατης	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατο	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατοι	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατος	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατου	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατους	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότατων	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερα	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερε	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερες	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερη	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερης	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερο	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότεροι	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερος	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερου	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερους	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότερων	=	πλεονεκτικός
πλεονεκτικότης	noun	η πλεονεκτικότητα
πλεονεκτικότητα	noun	το να είναι κάποιος σε πλεονεκτική θέση, η ιδιότητα του πλεονεκτικού
πλεονεκτικότητας	noun	γενική ενικού του πλεονεκτικότητα
πλεονεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεονεκτικότητα
πλεονεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πλεονεκτικός
πλεονεκτικώς	adv|dated	πλεονεκτικά
πλεονεκτριών	=	πλεονέκτρια
πλεονεκτών	=	πλεονέκτης
πλεονεκτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλεονεκτώ
πλεονεξία	noun	η ιδιότητα του πλεονέκτη, το να επιθυμεί κανείς περισσότερα από όσα χρειάζεται ή από όσα έχει
πλεονεξίας	noun	γενική ενικού του πλεονεξία
πλεονεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεονεξία
πλεονεξιών	noun	γενική πληθυντικού του πλεονεξία
πλεονεχτών	=	πλεονέχτης
πλεουσών	=	πλεούσα
πλεούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεούμενο
πλεούμενο	noun	μέσο μεταφοράς που επιπλέει
πλεούμενου	noun	γενική ενικού του πλεούμενο
πλεούμενων	noun	γενική πληθυντικού του πλεούμενο
πλεούσα	noun	τα ύφαλα ενός πλοίου
πλεούσας	=	πλεούσα
πλεούσες	=	πλεούσα
πλερέζα	noun	τούλι μαύρου χρώματος που φοριέται στο κεφάλι από γυναίκες που πενθούν και καλύπτει το πρόσωπο
πλερέζας	noun	γενική ενικού του πλερέζα
πλερέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλερέζα
πλερεζών	noun	γενική πληθυντικού του πλερέζα
πλερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλερωμένο
πλερωμένε	verb	κλητική ενικού του πλερωμένος
πλερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλερωμένη
πλερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλερωμένος
πλερωμένης	verb	γενική ενικού του πλερωμένη
πλερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλερωμένος
πλερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλερωμένος
πλερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλερωμένος
πλερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλερωμένος
πλερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλερωμένος
πλερωμές	=	πλερωμή
πλερωμή	noun|vulgar	άλλη μορφή του πληρωμή
πλερωμής	=	πλερωμή
πλερωμών	=	πλερωμή
πλερωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλερωτής
πλερωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλερωτής
πλερωτής	noun|vulgar	άλλη μορφή του πληρωτής
πλερωτικά	noun	που αγοράζονται με πληρωμή
πλερωτικών	=	πλερωτικά
πλερωτών	noun	γενική πληθυντικού του πλερωτής
πλερώναμε	=	πλερώνω
πλερώναν	=	πλερώνω
πλερώνανε	=	πλερώνω
πλερώνατε	=	πλερώνω
πλερώνει	=	πλερώνω
πλερώνεις	=	πλερώνω
πλερώνετε	=	πλερώνω
πλερώνοντας	=	πλερώνω
πλερώνουμε	=	πλερώνω
πλερώνουν	=	πλερώνω
πλερώνουνε	=	πλερώνω
πλερώνω	verb|vulgar	καταβάλλω χρήματα, πληρώνω
πλερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσαν	=	πλερώνω
πλερώσανε	=	πλερώνω
πλερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλερώνω
πλευρά	noun	ένα ευθύγραμμο τμήμα ενός επίπεδου γεωμετρικού σχήματος
πλευρά-εξυπηρετητή	adj	server-side: οι λειτουργίες, οι εργασίες από το μέρος του προγράμματος-εξυπηρετητή (server) στην αρχιτεκτονική πελάτης-εξυπηρετητής (client-server)
πλευρά-πελάτη	adj	client-side: οι λειτουργίες, οι εργασίες από το μέρος του προγράμματος-πελάτης (client) στην αρχιτεκτονική πελάτης-εξυπηρετητής (client-server)
πλευράς	noun	γενική ενικού του πλευρά
πλευρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρά
πλευρίζαμε	=	πλευρίζω
πλευρίζαν	=	πλευρίζω
πλευρίζανε	=	πλευρίζω
πλευρίζατε	=	πλευρίζω
πλευρίζει	=	πλευρίζω
πλευρίζεις	=	πλευρίζω
πλευρίζετε	=	πλευρίζω
πλευρίζοντας	=	πλευρίζω
πλευρίζουμε	=	πλευρίζω
πλευρίζουν	=	πλευρίζω
πλευρίζουνε	=	πλευρίζω
πλευρίζω	verb	πλησιάζω και ακουμπάω στην προκυμαία ή σε άλλο πλοίο με τη μία πλευρά
πλευρίς	noun|dated	μερίδα κρέατος από τα πλευρά, παϊδάκι, μπριζόλα
πλευρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίσαν	=	πλευρίζω
πλευρίσανε	=	πλευρίζω
πλευρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεύριση
πλευρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλεύριση
πλευρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλεύριση
πλευρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεύρισμα
πλευρίσματος	noun	γενική ενικού του πλεύρισμα
πλευρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλευρίτες	=	πλευρίτης
πλευρίτη	=	πλευρίτης
πλευρίτης	noun|vulgar	άλλη μορφή του πλευρίτιδα
πλευρίτιδα	noun	φλεγμονή του υπεζωκότα, της μεμβράνης που περιβάλλει τους πνεύμονες
πλευρίτιδας	=	πλευρίτιδα
πλευρίτιδες	=	πλευρίτιδα
πλευρίτιδων	=	πλευρίτιδα
πλευρίτωνα	=	πλευριτώνω
πλευρίτωναν	=	πλευριτώνω
πλευρίτωνε	=	πλευριτώνω
πλευρίτωνες	=	πλευριτώνω
πλευρίτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευρίτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευρίτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευρίτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευρεκτομία	noun	χειρουργική αφαίρεση πλευράς ή πλευρών από το θώρακα
πλευρεκτομίας	noun	γενική ενικού του πλευρεκτομία
πλευρεκτομίες	=	πλευρεκτομία
πλευρεκτομιών	noun	γενική πληθυντικού του πλευρεκτομία
πλευρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρικό
πλευρικέ	adj	κλητική ενικού του πλευρικός
πλευρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρική
πλευρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευρικός
πλευρικής	adj	γενική ενικού του πλευρική
πλευρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευρικός
πλευρικού	adj	γενική ενικού του πλευρικός
πλευρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλευρικός
πλευρικό	adj	αιτιατική ενικού του πλευρικός
πλευρικός	adj	σχετικός με την πλευρά ή με τα πλευρά
πλευρικών	adj	γενική πληθυντικού του πλευρικός
πλευρικώς	adv|dated	πλευρικά
πλευρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλεύρισμα
πλευρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρισμένο
πλευρισμένε	verb	κλητική ενικού του πλευρισμένος
πλευρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρισμένη
πλευρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευρισμένος
πλευρισμένης	verb	γενική ενικού του πλευρισμένη
πλευρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλευρισμένος
πλευρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευρισμένος
πλευρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλευρισμένος
πλευρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλευρισμένος
πλευρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλευρισμένος
πλευριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευριτικό
πλευριτικέ	adj	κλητική ενικού του πλευριτικός
πλευριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευριτική
πλευριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευριτικός
πλευριτικής	adj	γενική ενικού του πλευριτική
πλευριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευριτικός
πλευριτικού	adj	γενική ενικού του πλευριτικός
πλευριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλευριτικός
πλευριτικό	adj	αιτιατική ενικού του πλευριτικός
πλευριτικός	noun	που υποφέρει από πλευρίτιδα	adj	που σχετίζεται με την πλευρίτιδα
πλευριτικών	adj	γενική πληθυντικού του πλευριτικός
πλευριτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευριτωμένο
πλευριτωμένε	verb	κλητική ενικού του πλευριτωμένος
πλευριτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευριτωμένη
πλευριτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευριτωμένος
πλευριτωμένης	verb	γενική ενικού του πλευριτωμένη
πλευριτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλευριτωμένος
πλευριτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευριτωμένος
πλευριτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλευριτωμένος
πλευριτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλευριτωμένος
πλευριτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλευριτωμένος
πλευριτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνομαι
πλευριτών	=	πλευρίτης
πλευριτώναμε	=	πλευριτώνω
πλευριτώναν	=	πλευριτώνω
πλευριτώνανε	=	πλευριτώνω
πλευριτώνατε	=	πλευριτώνω
πλευριτώνει	=	πλευριτώνω
πλευριτώνεις	=	πλευριτώνω
πλευριτώνετε	=	πλευριτώνω
πλευριτώνομαι	verb	κρυολογώ
πλευριτώνοντας	=	πλευριτώνω
πλευριτώνουμε	=	πλευριτώνω
πλευριτώνουν	=	πλευριτώνω
πλευριτώνουνε	=	πλευριτώνω
πλευριτώνω	verb	προκαλώ το κρυολόγημα κάποιου
πλευριτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσαν	=	πλευριτώνω
πλευριτώσανε	=	πλευριτώνω
πλευριτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευριτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
πλευροδεσία	noun	ιατρική διαδικασία συγκόλλησης των δύο πετάλων του υπεζωκότα
πλευροδεσίας	=	πλευροδεσία
πλευροδεσίες	=	πλευροδεσία
πλευροδεσιών	=	πλευροδεσία
πλευροδυνία	noun	άλλη μορφή του πλευρωδυνία
πλευροδυνίας	=	πλευροδυνία
πλευροδυνίες	=	πλευροδυνία
πλευροδυνιών	=	πλευροδυνία
πλευροκοπήθηκα	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπήθηκαν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπήθηκε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπήθηκες	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευροκόπημα
πλευροκοπήματος	noun	γενική ενικού του πλευροκόπημα
πλευροκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήσαν	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπήσανε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευροκόπηση
πλευροκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήσεων	=	πλευροκόπηση
πλευροκοπήσου	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπεί	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπείς	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπείσαι	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπείστε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπείται	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπείτε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπηθήκαμε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπηθήκαν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπηθήκανε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπηθήκατε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπηθεί	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπηθείτε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλευροκόπημα
πλευροκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευροκοπημένο
πλευροκοπημένε	verb	κλητική ενικού του πλευροκοπημένος
πλευροκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευροκοπημένη
πλευροκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευροκοπημένος
πλευροκοπημένης	verb	γενική ενικού του πλευροκοπημένη
πλευροκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλευροκοπημένος
πλευροκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευροκοπημένος
πλευροκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλευροκοπημένος
πλευροκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλευροκοπημένος
πλευροκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλευροκοπημένος
πλευροκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευροκοπικό
πλευροκοπικέ	adj	κλητική ενικού του πλευροκοπικός
πλευροκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευροκοπική
πλευροκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευροκοπικός
πλευροκοπικής	adj	γενική ενικού του πλευροκοπική
πλευροκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευροκοπικός
πλευροκοπικού	adj	γενική ενικού του πλευροκοπικός
πλευροκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλευροκοπικός
πλευροκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του πλευροκοπικός
πλευροκοπικός	adj	που έχει σχέση με πλευροκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πλευροκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του πλευροκοπικός
πλευροκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκοπούμασταν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούμαστε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούμε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούμουν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούν	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούνε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούνται	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούνταν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούσα	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσαμε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσαν	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσανε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσασταν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούσαστε	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπούσατε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσε	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσες	=	πλευροκοπώ
πλευροκοπούσουν	=	πλευροκοπούμαι
πλευροκοπώ	verb	κάνω επίθεση από τα πλευρά ενός στρατεύματος ή στρατιωτικού τμήματος, από τα πλάγια
πλευροκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκόπει	=	πλευροκοπώ
πλευροκόπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλευροκοπώ
πλευροκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευροκοπώ
πλευροκόπηση	noun	επίθεση στα πλάγια της εχθρικής παράταξης ή του οχυρού της
πλευροκόπησης	=	πλευροκόπηση
πλευροκόπησις	noun	πλευροκόπηση
πλευρονήκτες	=	πλευρονήκτης
πλευρονήκτη	=	πλευρονήκτης
πλευρονήκτης	noun	είδος εδώδιμου ψαριού με πεπλατυσμένο σώμα και τα μάτια στο πλάι, που ζει σε βαθιά νερά
πλευρονηκτών	=	πλευρονήκτης
πλευροπνευμονία	noun	πλευρίτιδα που εμφανίζει και επιπλοκές πνευμονίας
πλευροπνευμονίας	noun	γενική ενικού του πλευροπνευμονία
πλευροπνευμονίες	=	πλευροπνευμονία
πλευροπνευμονιών	noun	γενική πληθυντικού του πλευροπνευμονία
πλευροτομές	=	πλευροτομή
πλευροτομή	noun|dated	τομή στα μαλακά μόρια ανάμεσα στα πλευρά (σε μεσοπλεύριο διάστημα)
πλευροτομής	=	πλευροτομή
πλευροτομία	noun|dated	τομή του μεσοπλεύριου διαστήματος και διάνοιξη του υπεζωκότα για αφαίρεση υγρού
πλευροτομίας	noun	γενική ενικού του πλευροτομία
πλευροτομίες	=	πλευροτομία
πλευροτομιών	noun	γενική πληθυντικού του πλευροτομία
πλευροτομών	=	πλευροτομή
πλευροχονδρίτιδα	noun	φλεγμονή στον χόνδρο που συνδέει μία ή περισσότερες πλευρές με το στέρνο
πλευροχονδρίτιδας	=	πλευροχονδρίτιδα
πλευροχονδρίτιδες	=	πλευροχονδρίτιδα
πλευροχονδρίτιδων	=	πλευροχονδρίτιδα
πλευρού	noun	γενική ενικού του πλευρό
πλευρωδυνία	noun	ξαφνική και επώδυνη φλεγμονώδης κατάσταση των μυών του θώρακα, συνήθως προκαλούμενη από ιούς
πλευρωδυνίας	=	πλευρωδυνία
πλευρωδυνίες	=	πλευρωδυνία
πλευρωδυνιών	=	πλευρωδυνία
πλευρό	noun	το μέρος του κορμού του σώματος μεταξύ της πλάτης και του στήθους/κοιλιακής χώρας
πλευρόθεν	adv	από τα πλάγια, από την πλευρά
πλευρόπονε	=	πλευρόπονος
πλευρόπονο	=	πλευρόπονος
πλευρόπονοι	=	πλευρόπονος
πλευρόπονος	noun	πόνος στα πλευρά
πλευρόπονου	=	πλευρόπονος
πλευρόπονους	=	πλευρόπονος
πλευρόπονων	=	πλευρόπονος
πλευρών	noun	γενική πληθυντικού του πλευρό
πλευρώτους	noun	είδος μανιταριού με πεπλατυσμένο σχήμα (Pleurotus ostreatus)
πλευστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλευστός	adv|rare	με πλευστό τρόπο
πλευστέ	adj	κλητική ενικού του πλευστός
πλευστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευστή
πλευστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλευστός
πλευστής	adj	γενική ενικού του πλευστή
πλευστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλευστός
πλευστοτήτων	=	πλευστότητα
πλευστού	adj	γενική ενικού του πλευστός
πλευστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλευστός
πλευστό	adj	αιτιατική ενικού του πλευστός
πλευστός	adj	πλωτός, πλεύσιμος
πλευστότης	noun	η πλευστότητα
πλευστότητα	noun	η ικανότητα κάποιου να μπορεί να (επι)πλέει
πλευστότητας	noun	γενική ενικού του πλευστότητα
πλευστότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευστότητα
πλευστών	adj	γενική πληθυντικού του πλευστός
πλεχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεχτό	adv	άλλη μορφή του πλεκτά
πλεχτέ	adj	κλητική ενικού του πλεχτός
πλεχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεχτή
πλεχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεχτός
πλεχτήκαμε	=	πλέκω
πλεχτήκαν	=	πλέκω
πλεχτήκανε	=	πλέκω
πλεχτήκατε	=	πλέκω
πλεχτήρια	=	πλεχτήριο
πλεχτήριο	noun	άλλη μορφή του πλεκτήριο
πλεχτήριου	=	πλεχτήριο
πλεχτήριων	=	πλεχτήριο
πλεχτής	adj	γενική ενικού του πλεχτή
πλεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλέκομαι
πλεχτείς	=	πλέκω
πλεχτείτε	=	πλέκω
πλεχτηρίου	=	πλεχτήριο
πλεχτηρίων	=	πλεχτήριο
πλεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεχτικό
πλεχτικέ	adj	κλητική ενικού του πλεχτικός
πλεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεχτική
πλεχτική	noun	άλλη μορφή του πλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεχτικός
πλεχτικής	adj	γενική ενικού του πλεχτική
πλεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεχτικός
πλεχτικού	adj	γενική ενικού του πλεχτικός
πλεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεχτικός
πλεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του πλεχτικός
πλεχτικός	adj	άλλη μορφή του πλεκτικός
πλεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του πλεχτικός
πλεχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεχτός
πλεχτού	adj	γενική ενικού του πλεχτός
πλεχτούμε	=	πλέκω
πλεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέκομαι
πλεχτούνε	=	πλέκω
πλεχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεχτός
πλεχτριών	=	πλέχτρια
πλεχτό	adj	αιτιατική ενικού του πλεχτός	noun	άλλη μορφή του πλεκτό
πλεχτός	adj	άλλη μορφή του πλεκτός
πλεχτώ	=	πλέκω
πλεχτών	adj	γενική πληθυντικού του πλεχτός
πλεόνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεόνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεόνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεόνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλεονάζω
πλεόνασμα	noun	αυτό (η ποσότητα, το ποσό) που περισσεύει, που είναι περισσότερο από το κανονικό, το απαραίτητο
πλεύριζα	=	πλευρίζω
πλεύριζαν	=	πλευρίζω
πλεύριζε	=	πλευρίζω
πλεύριζες	=	πλευρίζω
πλεύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλεύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλεύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλεύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλευρίζω
πλεύριση	noun	η προσέγγιση στο πλευρό κάποιου πλοίου
πλεύρισης	noun	γενική ενικού του πλεύριση
πλεύρισις	noun	πλεύριση
πλεύρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλευρίζω
πλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσαν	=	πλέω
πλεύσανε	=	πλέω
πλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεύση
πλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλεύση
πλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλεύση
πλεύση	noun	η πορεία πλοίου στη θάλασσα
πλεύσης	noun	γενική ενικού του πλεύση
πλεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεύσιμο
πλεύσιμε	adj	κλητική ενικού του πλεύσιμος
πλεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλεύσιμη
πλεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλεύσιμος
πλεύσιμης	adj	γενική ενικού του πλεύσιμη
πλεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του πλεύσιμος
πλεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλεύσιμος
πλεύσιμος	adj	που μπορεί να τον διαπλεύσει κανείς
πλεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλεύσιμος
πλεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλεύσιμος
πλεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλεύσιμος
πλεύσομε	=	πλέω
πλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέω
πλεύσουνε	=	πλέω
πλεύστε	=	πλέω
πλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλέω
πληβεία	noun	γυναίκα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων
πληβείας	=	πληβεία
πληβείε	noun	κλητική ενικού του πληβείος
πληβείες	=	πληβεία
πληβείο	noun	αιτιατική ενικού του πληβείος
πληβείοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληβείος
πληβείος	noun	πολίτης της κατώτερης κοινωνικής τάξης
πληβείου	noun	γενική ενικού του πληβείος
πληβείους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πληβείος
πληβείων	noun	γενική πληθυντικού του πληβείος
πληγέν	=	πληγέντας
πληγέντέν	=	πληγέντας
πληγέντα	=	πληγέντας
πληγέντας	verb	μορφή του πληγείς με νεότερες καταλήξεις
πληγέντείσα	=	πληγέντας
πληγέντες	=	πληγέντας
πληγέντος	=	πληγέντας
πληγέντων	=	πληγέντας
πληγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγή
πληγή	noun	μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστούς του σώματος, που έχει προκληθεί από τραυματισμό, αρρώστια κ.λπ.
πληγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγήκαν	=	πλήττω
πληγήκανε	=	πλήττω
πληγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγής	=	πληγή
πληγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγείς	=	πληγέντας
πληγείσα	=	πληγέντας
πληγείσας	=	πληγέντας
πληγείσες	=	πληγέντας
πληγείσης	=	πληγέντας
πληγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγεισών	=	πληγέντας
πληγιάζαμε	=	πληγιάζω
πληγιάζαν	=	πληγιάζω
πληγιάζανε	=	πληγιάζω
πληγιάζατε	=	πληγιάζω
πληγιάζει	=	πληγιάζω
πληγιάζεις	=	πληγιάζω
πληγιάζεσαι	=	πληγιάζομαι
πληγιάζεστε	=	πληγιάζομαι
πληγιάζεται	=	πληγιάζομαι
πληγιάζετε	=	πληγιάζω
πληγιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πληγιάζω
πληγιάζονται	=	πληγιάζομαι
πληγιάζονταν	=	πληγιάζομαι
πληγιάζοντας	=	πληγιάζω
πληγιάζου	=	πληγιάζομαι
πληγιάζουμε	=	πληγιάζω
πληγιάζουν	=	πληγιάζω
πληγιάζουνε	=	πληγιάζω
πληγιάζω	verb	γεμίζω πληγές
πληγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάσαν	=	πληγιάζω
πληγιάσανε	=	πληγιάζω
πληγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήγιασμα
πληγιάσματος	noun	γενική ενικού του πλήγιασμα
πληγιάσου	=	πληγιάζομαι
πληγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιάστηκα	=	πληγιάζομαι
πληγιάστηκαν	=	πληγιάζομαι
πληγιάστηκε	=	πληγιάζομαι
πληγιάστηκες	=	πληγιάζομαι
πληγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγιάζω
πληγιαζόμασταν	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόμαστε	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόμουν	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόμουνα	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόντουσαν	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόσασταν	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόσαστε	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόσουν	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόσουνα	=	πληγιάζομαι
πληγιαζόταν	=	πληγιάζομαι
πληγιαζότανε	=	πληγιάζομαι
πληγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλήγιασμα
πληγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγιασμένο
πληγιασμένε	verb	κλητική ενικού του πληγιασμένος
πληγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγιασμένη
πληγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληγιασμένος
πληγιασμένης	verb	γενική ενικού του πληγιασμένη
πληγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πληγιασμένος
πληγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληγιασμένος
πληγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πληγιάζω
πληγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληγιασμένος
πληγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληγιασμένος
πληγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληγιασμένος
πληγιαστήκαμε	=	πληγιάζομαι
πληγιαστήκαν	=	πληγιάζομαι
πληγιαστήκανε	=	πληγιάζομαι
πληγιαστήκατε	=	πληγιάζομαι
πληγιαστεί	=	πληγιάζομαι
πληγιαστείτε	=	πληγιάζομαι
πληγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλήγμα
πληγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγμένο
πληγμένε	verb	κλητική ενικού του πληγμένος
πληγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγμένη
πληγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληγμένος
πληγμένης	verb	γενική ενικού του πληγμένη
πληγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πληγμένος
πληγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληγμένος
πληγμένος	=	πλήττω
πληγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληγμένος
πληγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληγμένος
πληγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληγμένος
πληγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγούνε	=	πλήττω
πληγωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθήκαν	=	πληγώνω
πληγωθήκανε	=	πληγώνω
πληγωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωθούνε	=	πληγώνω
πληγωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλήγωμα
πληγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγωμένο
πληγωμένε	verb	κλητική ενικού του πληγωμένος
πληγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγωμένη
πληγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληγωμένος
πληγωμένης	verb	γενική ενικού του πληγωμένη
πληγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πληγωμένος
πληγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληγωμένος
πληγωμένος	verb	τραυματισμένος σωματικά ή ψυχικά (έμψυχο)
πληγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληγωμένος
πληγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληγωμένος
πληγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληγωμένος
πληγωνόμασταν	=	πληγώνω
πληγωνόμαστε	=	πληγώνω
πληγωνόμουν	=	πληγώνω
πληγωνόμουνα	=	πληγώνω
πληγωνόντουσαν	=	πληγώνω
πληγωνόσασταν	=	πληγώνω
πληγωνόσαστε	=	πληγώνω
πληγωνόσουν	=	πληγώνω
πληγωνόσουνα	=	πληγώνω
πληγωνόταν	=	πληγώνω
πληγωνότανε	=	πληγώνω
πληγωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγωτικό
πληγωτικέ	adj	κλητική ενικού του πληγωτικός
πληγωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληγωτική
πληγωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληγωτικός
πληγωτικής	adj	γενική ενικού του πληγωτική
πληγωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληγωτικός
πληγωτικού	adj	γενική ενικού του πληγωτικός
πληγωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληγωτικός
πληγωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πληγωτικός
πληγωτικός	adj	οδυνηρός, σπαραχτικός
πληγωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πληγωτικός
πληγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλήττομαι
πληγώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνομαι
πληγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήγωμα
πληγώματος	noun	γενική ενικού του πλήγωμα
πληγών	=	πληγή
πληγώναμε	=	πληγώνω
πληγώναν	=	πληγώνω
πληγώνανε	=	πληγώνω
πληγώνατε	=	πληγώνω
πληγώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πληγώνω
πληγώνεις	=	πληγώνω
πληγώνεσαι	=	πληγώνω
πληγώνεστε	=	πληγώνω
πληγώνεται	=	πληγώνω
πληγώνετε	=	πληγώνω
πληγώνομαι	=	πληγώνω
πληγώνομε	=	πληγώνω
πληγώνονται	=	πληγώνω
πληγώνονταν	=	πληγώνω
πληγώνοντας	=	πληγώνω
πληγώνου	=	πληγώνω
πληγώνουμε	=	πληγώνω
πληγώνουν	=	πληγώνω
πληγώνουνε	=	πληγώνω
πληγώνω	verb	τραυματίζω, πλήττω, λαβώνω, πληγιάζω, χτυπάω τόσο ώστε να τρέξει αίμα κυριολεκτικά ή μεταφορικά, προκαλώ τραύμα, πληγή, πλήγμα στο σώμα ή στην ψυχή ανθρώπου ή ζώου
πληγώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσαν	=	πληγώνω
πληγώσανε	=	πληγώνω
πληγώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσομε	=	πληγώνω
πληγώσου	=	πληγώνω
πληγώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσουνε	=	πληγώνω
πληγώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληγώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληγώνω
πληθάριθμε	=	πληθάριθμος
πληθάριθμο	=	πληθάριθμος
πληθάριθμοι	=	πληθάριθμος
πληθάριθμος	noun	συνώνυμο του πληθικός αριθμός
πληθάριθμου	=	πληθάριθμος
πληθάριθμους	=	πληθάριθμος
πληθάριθμων	=	πληθάριθμος
πληθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήθεμα
πληθέματος	noun	γενική ενικού του πλήθεμα
πληθαίναμε	=	πληθαίνω
πληθαίναν	=	πληθαίνω
πληθαίνανε	=	πληθαίνω
πληθαίνατε	=	πληθαίνω
πληθαίνει	=	πληθαίνω
πληθαίνεις	=	πληθαίνω
πληθαίνετε	=	πληθαίνω
πληθαίνοντας	=	πληθαίνω
πληθαίνουμε	=	πληθαίνω
πληθαίνουν	=	πληθαίνω
πληθαίνουνε	=	πληθαίνω
πληθαίνω	verb	αυξάνομαι σε πλήθος, σε αριθμό, σε ποσότητα
πληθαρίθμου	=	πληθάριθμος
πληθαρίθμους	=	πληθάριθμος
πληθαρίθμων	=	πληθάριθμος
πληθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλήθεμα
πληθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθικό
πληθικέ	adj	κλητική ενικού του πληθικός
πληθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθική
πληθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληθικός
πληθικής	adj	γενική ενικού του πληθική
πληθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθικός
πληθικοτήτων	=	πληθικότητα
πληθικού	adj	γενική ενικού του πληθικός
πληθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληθικός
πληθικό	adj	αιτιατική ενικού του πληθικός
πληθικός	adj	που αφορά-σχετίζεται με-περιγράφει-χαρακτηρίζει το-ένα-κάποιο πλήθος
πληθικότητα	noun	το πλήθος των πλειάδων (tuples) μιάς σχέσης στο σχεσιακό μοντέλο ή το πλήθος των γραμμών (rows) ενός πίνακα (table) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων
πληθικότητας	=	πληθικότητα
πληθικότητες	=	πληθικότητα
πληθικών	adj	γενική πληθυντικού του πληθικός
πληθικώς	adv	ευρέως, μαζικά
πληθοπαραγωγή	noun|rare	η παραγωγή μεγάλης ποσότητας ενός προϊόντος
πληθοπορισμέ	=	πληθοπορισμός
πληθοπορισμοί	=	πληθοπορισμός
πληθοπορισμού	=	πληθοπορισμός
πληθοπορισμούς	=	πληθοπορισμός
πληθοπορισμό	=	πληθοπορισμός
πληθοπορισμός	noun	η πράξη της ανάθεσης καθηκόντων που παραδοσιακά εκτελούνταν από υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη, σε μια μεγάλη ομάδα εθελοντών ή μία κοινότητα, μέσω ανοικτής πρόσκλησης
πληθοπορισμών	=	πληθοπορισμός
πληθοποριστικά	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικέ	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικές	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστική	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικής	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικοί	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικού	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικούς	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικό	=	πληθοποριστικός
πληθοποριστικός	adj	ο σχετικός με τον πληθοπορισμό
πληθοποριστικών	=	πληθοποριστικός
πληθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθυντικό
πληθυντικέ	adj	κλητική ενικού του πληθυντικός
πληθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθυντική
πληθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληθυντικός
πληθυντικής	adj	γενική ενικού του πληθυντική
πληθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθυντικός
πληθυντικού	adj	γενική ενικού του πληθυντικός
πληθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληθυντικός
πληθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του πληθυντικός
πληθυντικός	noun	πληθυντικός αριθμός: οι μορφές ενός κλιτού μέρους του λόγου που αναφέρονται σε περισσότερα από ένα	adj	επίθετο για τον χαρακτηρισμό των κλιτικών πτώσεων ή των προσώπων του ρήματος κατά την κλίση
πληθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του πληθυντικός
πληθυσμέ	noun	κλητική ενικού του πληθυσμός
πληθυσμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πληθυσμιακός	adv	από πληθυσμιακής πλευράς ή απόψεως
πληθυσμιακέ	adj	κλητική ενικού του πληθυσμιακός
πληθυσμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθυσμιακή
πληθυσμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληθυσμιακός
πληθυσμιακής	adj	γενική ενικού του πληθυσμιακή
πληθυσμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθυσμιακός
πληθυσμιακού	adj	γενική ενικού του πληθυσμιακός
πληθυσμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληθυσμιακός
πληθυσμιακό	adj	αιτιατική ενικού του πληθυσμιακός
πληθυσμιακός	adj	που σχετίζεται με τον πληθυσμό
πληθυσμιακών	adj	γενική πληθυντικού του πληθυσμιακός
πληθυσμικά	adv	άλλη μορφή του πληθυσμιακά
πληθυσμικέ	=	πληθυσμικός
πληθυσμικές	=	πληθυσμικός
πληθυσμική	=	πληθυσμικός
πληθυσμικής	=	πληθυσμικός
πληθυσμικοί	=	πληθυσμικός
πληθυσμικού	=	πληθυσμικός
πληθυσμικούς	=	πληθυσμικός
πληθυσμικό	=	πληθυσμικός
πληθυσμικός	adj	άλλη μορφή του πληθυσμιακός
πληθυσμικών	=	πληθυσμικός
πληθυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθυσμός
πληθυσμογράφε	=	πληθυσμογράφος
πληθυσμογράφημα	noun	καταγραφή που γίνεται με πληθυσμογράφο
πληθυσμογράφο	=	πληθυσμογράφος
πληθυσμογράφοι	=	πληθυσμογράφος
πληθυσμογράφος	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η πληθυσμογραφία
πληθυσμογράφου	=	πληθυσμογράφος
πληθυσμογράφους	=	πληθυσμογράφος
πληθυσμογράφων	=	πληθυσμογράφος
πληθυσμογραφήματα	=	πληθυσμογράφημα
πληθυσμογραφήματος	=	πληθυσμογράφημα
πληθυσμογραφία	noun	τεχνική μέτρησης που χρησιμοποιείται για την καταγραφή των αλλαγών στον όγκο ενός οργάνου ή ενός συστήματος, με τη χρήση πληθυσμογράφου
πληθυσμογραφίας	=	πληθυσμογραφία
πληθυσμογραφίες	=	πληθυσμογραφία
πληθυσμογραφημάτων	=	πληθυσμογράφημα
πληθυσμογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθυσμογραφικό
πληθυσμογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθυσμογραφική
πληθυσμογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφικής	adj	γενική ενικού του πληθυσμογραφική
πληθυσμογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφικού	adj	γενική ενικού του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφικός	adj	που έχει σχέση με την πληθυσμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πληθυσμογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πληθυσμογραφικός
πληθυσμογραφιών	=	πληθυσμογραφία
πληθυσμού	noun	γενική ενικού του πληθυσμός
πληθυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πληθυσμός
πληθυσμό	noun	αιτιατική ενικού του πληθυσμός
πληθυσμός	noun	το σύνολο των κατοίκων κάποιου τόπου
πληθυσμών	noun	γενική πληθυντικού του πληθυσμός
πληθωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθωρικό
πληθωρικέ	adj	κλητική ενικού του πληθωρικός
πληθωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθωρική
πληθωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληθωρικός
πληθωρικής	adj	γενική ενικού του πληθωρική
πληθωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθωρικός
πληθωρικοτήτων	=	πληθωρικότητα
πληθωρικού	adj	γενική ενικού του πληθωρικός
πληθωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληθωρικός
πληθωρικό	adj	αιτιατική ενικού του πληθωρικός
πληθωρικός	adj	που έχει σχέση με την πληθώρα, που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ή ποσότητα, ο άφθονος
πληθωρικότης	noun	η πληθωρικότητα
πληθωρικότητα	noun	η ιδιότητα του πληθωρικού
πληθωρικότητας	=	πληθωρικότητα
πληθωρικότητες	=	πληθωρικότητα
πληθωρικών	adj	γενική πληθυντικού του πληθωρικός
πληθωρισμέ	noun	κλητική ενικού του πληθωρισμός
πληθωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθωρισμός
πληθωρισμού	noun	γενική ενικού του πληθωρισμός
πληθωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πληθωρισμός
πληθωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του πληθωρισμός
πληθωρισμός	noun	η εμφάνιση ενός ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού κάποιων πραγμάτων, πέρα απ’ αυτό που θεωρείται «κανονικό»
πληθωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του πληθωρισμός
πληθωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθωριστικό
πληθωριστικέ	adj	κλητική ενικού του πληθωριστικός
πληθωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληθωριστική
πληθωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληθωριστικός
πληθωριστικής	adj	γενική ενικού του πληθωριστική
πληθωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληθωριστικός
πληθωριστικού	adj	γενική ενικού του πληθωριστικός
πληθωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληθωριστικός
πληθωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του πληθωριστικός
πληθωριστικός	adj	που αναφέρεται στον πληθωρισμό· που προκαλεί πληθωρισμό
πληθωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του πληθωριστικός
πληθύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύναν	=	πληθαίνω
πληθύνανε	=	πληθαίνω
πληθύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνσεις	=	πλήθυνση
πληθύνσεων	=	πλήθυνση
πληθύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληθαίνω
πληθύνω	verb|formal	άλλη μορφή του πληθαίνω
πληθύς	noun|archaic	πλήθος, πληθώρα
πληθών	=	πλήθος
πληθώρα	noun	πλήθος, μεγάλη ποσότητα από κάτι
πληθώρας	noun	γενική ενικού του πληθώρα
πληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτικό	adv	ανιαρά, βαρετά
πληκτικέ	adj	κλητική ενικού του πληκτικός
πληκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτική
πληκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληκτικός
πληκτικής	adj	γενική ενικού του πληκτική
πληκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληκτικός
πληκτικού	adj	γενική ενικού του πληκτικός
πληκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληκτικός
πληκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πληκτικός
πληκτικός	adj	που προκαλεί πλήξη, βαρετός
πληκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πληκτικός
πληκτρολογήθηκα	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογούμαι
πληκτρολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογούμαι
πληκτρολογήθηκες	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσαν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογήσανε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτρολόγηση
πληκτρολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πληκτρολόγηση
πληκτρολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πληκτρολόγηση
πληκτρολογήσου	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσουνε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογίδιο	noun|rare	ομάδα πλήκτρων σε κανονικό πληκτρολόγιο (το αριθμητικό πληκτρολόγιο, numpad) ή μικρό πληκτρολόγιο για ειδική χρήση σε συσκευή, με κανονικά πλήκτρα ή πλήκτρα αφής, όπως σε τηλέφωνα, πληκτρολόγια σε συστήματα ασφαλείας, πληκτρολόγια ρυθμίσεων σε ηλεκτρομηχανικές συσκευές, κλπ
πληκτρολογίου	noun	γενική ενικού του πληκτρολόγιο
πληκτρολογίων	noun	γενική πληθυντικού του πληκτρολόγιο
πληκτρολογεί	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογείς	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογείσαι	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογείστε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογείται	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογείτε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογείτο	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθήκαμε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθήκαν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθήκανε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθήκατε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληκτρολογούμαι
πληκτρολογηθείς	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθείτε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθούμε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογούμαι
πληκτρολογηθούνε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογηθώ	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτρολογημένο
πληκτρολογημένε	verb	κλητική ενικού του πληκτρολογημένος
πληκτρολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτρολογημένη
πληκτρολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληκτρολογημένος
πληκτρολογημένης	verb	γενική ενικού του πληκτρολογημένη
πληκτρολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του πληκτρολογημένος
πληκτρολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληκτρολογημένος
πληκτρολογημένος	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληκτρολογημένος
πληκτρολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληκτρολογημένος
πληκτρολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληκτρολογημένος
πληκτρολογητής	noun|rare	κάποιος που (επαγγελματικά) πληκτρολογεί κείμενα σε υπολογιστή, γραφομηχανή κ.λπ.
πληκτρολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολογούμασταν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούμαστε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούμε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούμενος	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούμουν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούμουνα	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούνε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούνται	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούνταν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούντο	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσα	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσαμε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσαν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσανε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσασταν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσαστε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσατε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσε	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσες	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσουν	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογούσουνα	=	πληκτρολογώ
πληκτρολογώ	verb	χρησιμοποιώ το πληκτρολόγιο (ηλεκτρονικής) συσκευής, για να γράψω, να εισάγω, να αναπαράγω κείμενο ή άλλα στοιχεία, πατώντας τα πλήκτρα
πληκτρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληκτρολογώ
πληκτρολόγηση	noun	η χρήση του πληκτρολογίου για την εισαγωγή στοιχείων (κυρίως κειμένου) σε υπολογιστικό σύστημα
πληκτρολόγησης	noun	γενική ενικού του πληκτρολόγηση
πληκτρολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτρολόγιο
πληκτρολόγιο	noun	ο αριθμός πλήκτρων, με γράμματα, αριθμούς ή άλλα σύμβολα πάνω τους, που είναι τοποθετημένα κατά έναν ορισμένο τρόπο, ώστε να είναι κατάλληλο για το χειρισμό των ανάλογων μηχανισμών και συσκευών κ.λπ.
πληκτρολόγιον	noun	πληκτρολόγιο
πληκτρολόγιου	=	πληκτρολόγιο
πληκτρολόγιων	=	πληκτρολόγιο
πληκτροφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληκτροφόρο
πληκτροφόρας	=	πληκτροφόρος
πληκτροφόρε	=	πληκτροφόρος
πληκτροφόρες	=	πληκτροφόρος
πληκτροφόρο	noun	μουσικό όργανο που έχει πλήκτρα
πληκτροφόροι	=	πληκτροφόρος
πληκτροφόρος	adj	που έχει πλήκτρα
πληκτροφόρου	noun	γενική ενικού του πληκτροφόρο
πληκτροφόρους	=	πληκτροφόρος
πληκτροφόρων	noun	γενική πληθυντικού του πληκτροφόρο
πλημμέλεια	noun	το να είναι κάποιος πλημμελής
πλημμέλειας	noun	γενική ενικού του πλημμέλεια
πλημμέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμέλεια
πλημμέλημα	noun	αδίκημα βαρύτερο από το πταίσμα και ελαφρύτερο από το κακούργημα· τιμωρείται με φυλάκιση έως πέντε ετών
πλημμελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλημμελής
πλημμελή	=	πλημμελής
πλημμελήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμέλημα
πλημμελήματος	noun	γενική ενικού του πλημμέλημα
πλημμελής	adj	που κάτι του λείπει, που έχει παραλείψεις ή ελαττώματα
πλημμελείς	=	πλημμελής
πλημμελειοδίκες	=	πλημμελειοδίκης
πλημμελειοδίκη	=	πλημμελειοδίκης
πλημμελειοδίκης	noun	δικαστής που δικάζει σε πλημμελειοδικείο
πλημμελειοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμελειοδικείο
πλημμελειοδικείο	noun	δικαστήριο όπου εκδικάζονται πλημμελήματα, αδικήματα πλημμεληματικού χαρακτήρα
πλημμελειοδικείου	noun	γενική ενικού του πλημμελειοδικείο
πλημμελειοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του πλημμελειοδικείο
πλημμελειοδικεῖον	noun	το πλημμελειοδικείο
πλημμελειοδικών	=	πλημμελειοδίκης
πλημμελειών	noun	γενική πληθυντικού του πλημμέλεια
πλημμελημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλημμέλημα
πλημμεληματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμεληματικό
πλημμεληματικέ	adj	κλητική ενικού του πλημμεληματικός
πλημμεληματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμεληματική
πλημμεληματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλημμεληματικός
πλημμεληματικής	adj	γενική ενικού του πλημμεληματική
πλημμεληματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλημμεληματικός
πλημμεληματικού	adj	γενική ενικού του πλημμεληματικός
πλημμεληματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλημμεληματικός
πλημμεληματικό	adj	αιτιατική ενικού του πλημμεληματικός
πλημμεληματικός	adj	που έχει σχέση με πλημμέλημα ή πλημμέλεια ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλημμεληματικών	adj	γενική πληθυντικού του πλημμεληματικός
πλημμελούς	adj	γενική ενικού του πλημμελής
πλημμελών	adj	γενική πληθυντικού του πλημμελής
πλημμελώς	adv	με πλημμελή τρόπο
πλημμυρίδα	noun	η μία από τις δύο φάσεις της παλίρροιας, αυτή κατά την οποία η στάθμη των νερών της θάλασσας ανεβαίνει
πλημμυρίδας	=	πλημμυρίδα
πλημμυρίδες	=	πλημμυρίδα
πλημμυρίδων	=	πλημμυρίδα
πλημμυρίζαμε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζαν	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζανε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζατε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζει	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζεις	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζετε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζομε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζοντας	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζουμε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζουν	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζουνε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίζω	verb	γεμίζω με κάποιο υγρό που έχει ξεφύγει από τον φυσικό του χώρο
πλημμυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσαν	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίσανε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμύρισμα
πλημμυρίσματος	noun	γενική ενικού του πλημμύρισμα
πλημμυρίσομε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσουνε	=	πλημμυρίζω
πλημμυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρικά	=	πλημμυρικός
πλημμυρικέ	=	πλημμυρικός
πλημμυρικές	=	πλημμυρικός
πλημμυρική	=	πλημμυρικός
πλημμυρικής	=	πλημμυρικός
πλημμυρικοί	=	πλημμυρικός
πλημμυρικού	=	πλημμυρικός
πλημμυρικούς	=	πλημμυρικός
πλημμυρικό	=	πλημμυρικός
πλημμυρικός	adj	που σχετίζεται με την πλημμύρα
πλημμυρικών	=	πλημμυρικός
πλημμυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλημμύρισμα
πλημμυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμυρισμένο
πλημμυρισμένε	verb	κλητική ενικού του πλημμυρισμένος
πλημμυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμυρισμένη
πλημμυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλημμυρισμένος
πλημμυρισμένης	verb	γενική ενικού του πλημμυρισμένη
πλημμυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλημμυρισμένος
πλημμυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλημμυρισμένος
πλημμυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλημμυρισμένος
πλημμυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλημμυρισμένος
πλημμυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλημμυρισμένος
πλημμυροπαθές	=	πλημμυροπαθής
πλημμυροπαθή	=	πλημμυροπαθής
πλημμυροπαθής	noun|formal	που τον / την έχει πλήξει πλημμύρα, του / της έχει προξενήσει ζημιές ή καταστροφές	adj|formal	που τον έχει πλήξει πλημμύρα, του έχει προξενήσει ζημιές ή καταστροφές
πλημμυροπαθείς	=	πλημμυροπαθής
πλημμυροπαθούς	=	πλημμυροπαθής
πλημμυροπαθών	=	πλημμυροπαθής
πλημμυρόπληκτές	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτής	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτα	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτε	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτες	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτη	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτης	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτο	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτοι	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτος	noun|formal	ο πλημμυροπαθής	adj|formal	ο πλημμυροπαθής
πλημμυρόπληκτου	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτους	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρόπληκτων	=	πλημμυρόπληκτος
πλημμυρών	noun	γενική πληθυντικού του πλημμύρα
πλημμύρα	noun	η υπερχείλιση ποταμού ή λίμνης με αποτέλεσμα το νερό να καλύπτει χερσαίες περιοχές
πλημμύρας	noun	γενική ενικού του πλημμύρα
πλημμύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλημμύρα
πλημμύριζα	=	πλημμυρίζω
πλημμύριζαν	=	πλημμυρίζω
πλημμύριζε	=	πλημμυρίζω
πλημμύριζες	=	πλημμυρίζω
πλημμύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλημμυρίζω
πλημμύρισμα	noun|figurative	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πλημμυρίζω
πλημνών	=	πλήμνη
πλημυρίδα	=	πλημμυρίδα
πλημυρών	=	πλημύρα
πλημύρα	noun	ετυμολογική γραφή του πλημμύρα
πλημύρας	=	πλημύρα
πλημύρες	=	πλημύρα
πλην	prep	μείον
πληρέστατα	=	πλήρης
πληρέστατε	=	πλήρης
πληρέστατες	=	πλήρης
πληρέστατη	=	πλήρης
πληρέστατης	=	πλήρης
πληρέστατο	=	πλήρης
πληρέστατοι	=	πλήρης
πληρέστατος	=	πλήρης
πληρέστατου	=	πλήρης
πληρέστατους	=	πλήρης
πληρέστατων	=	πλήρης
πληρέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρέστερο	adv	καλύτερα, πιο ολοκληρωμένα, με ακόμα πιο λίγα κενά
πληρέστερε	=	πλήρης
πληρέστερες	=	πλήρης
πληρέστερη	=	πλήρης
πληρέστερης	=	πλήρης
πληρέστερο	=	πλήρης
πληρέστεροι	=	πλήρης
πληρέστερος	=	πλήρης
πληρέστερου	=	πλήρης
πληρέστερους	=	πλήρης
πληρέστερων	=	πλήρης
πληρεξουσιοτήτων	=	πληρεξουσιότητα
πληρεξουσιότης	noun	η πληρεξουσιότητα
πληρεξουσιότητα	noun	το δικαίωμα που έχει κάποιος πληρεξούσιος
πληρεξουσιότητας	noun	γενική ενικού του πληρεξουσιότητα
πληρεξουσιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρεξουσιότητα
πληρεξούσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρεξούσιο
πληρεξούσιας	=	πληρεξούσιος
πληρεξούσιε	adj	κλητική ενικού του πληρεξούσιος
πληρεξούσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρεξούσιη
πληρεξούσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληρεξούσιος
πληρεξούσιης	adj	γενική ενικού του πληρεξούσιη
πληρεξούσιο	noun	έγγραφο το οποίο νομιμοποιεί κάποιον να ενεργεί ως πληρεξούσιος κάποιου άλλου
πληρεξούσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληρεξούσιος
πληρεξούσιος	adj	που του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό κάποιου άλλου (π.χ. σε δικαιοπραξία)
πληρεξούσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληρεξούσιος
πληρεξούσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληρεξούσιος
πληρεξούσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληρεξούσιος
πληροί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πληρώ
πληροίς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής & υποτακτικής ενεστώτα του πληρώ
πληροτήτων	=	πληρότητα
πληροφορήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσαν	=	πληροφορώ
πληροφορήσανε	=	πληροφορώ
πληροφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πληροφόρηση
πληροφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πληροφόρηση
πληροφορήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσουνε	=	πληροφορώ
πληροφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφορήτρια	noun	θηλυκό του πληροφορητής
πληροφορήτριας	noun	γενική ενικού του πληροφορήτρια
πληροφορήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορήτρια
πληροφορία	noun|informal	στοιχείο που ενημερώνει, που βοηθά κάποιον να γνωρίσει κάτι
πληροφορίας	noun	γενική ενικού του πληροφορία
πληροφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορία
πληροφορεί	=	πληροφορώ
πληροφορείς	=	πληροφορώ
πληροφορείσαι	=	πληροφορούμαι
πληροφορείστε	=	πληροφορούμαι
πληροφορείται	=	πληροφορούμαι
πληροφορείτε	=	πληροφορώ
πληροφορείτο	=	πληροφορώ
πληροφορηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθήκαν	=	πληροφορούμαι
πληροφορηθήκανε	=	πληροφορούμαι
πληροφορηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορηθούνε	=	πληροφορώ
πληροφορηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληροφορούμαι
πληροφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορημένο
πληροφορημένε	verb	κλητική ενικού του πληροφορημένος
πληροφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορημένη
πληροφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληροφορημένος
πληροφορημένης	verb	γενική ενικού του πληροφορημένη
πληροφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του πληροφορημένος
πληροφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληροφορημένος
πληροφορημένος	verb	ενημερωμένος για κάτι συγκεκριμένο, όταν κάποιος έχει πληροφορηθεί κάτι
πληροφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληροφορημένος
πληροφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληροφορημένος
πληροφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληροφορημένος
πληροφορητές	=	πληροφορητής
πληροφορητή	=	πληροφορητής
πληροφορητής	noun	αυτός που πληροφορεί, που δίνει πληροφορίες
πληροφορητριών	noun	γενική πληθυντικού του πληροφορήτρια
πληροφορητών	=	πληροφορητής
πληροφοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφοριακό	adv	για πληροφόρηση, για ενημέρωση
πληροφοριακέ	adj	κλητική ενικού του πληροφοριακός
πληροφοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφοριακή
πληροφοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληροφοριακός
πληροφοριακής	adj	γενική ενικού του πληροφοριακή
πληροφοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληροφοριακός
πληροφοριακού	adj	γενική ενικού του πληροφοριακός
πληροφοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληροφοριακός
πληροφοριακό	adj	αιτιατική ενικού του πληροφοριακός
πληροφοριακός	noun	μαθηματικός με κέντρο μελέτης και έρευνας την θεωρία της πληροφορίας	adj	που έχει σχέση με πληροφορία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πληροφοριακών	adj	γενική πληθυντικού του πληροφοριακός
πληροφοριακώς	adv|dated	πληροφοριακά
πληροφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορικό
πληροφορικάριε	=	πληροφορικάριος
πληροφορικάριο	=	πληροφορικάριος
πληροφορικάριοι	=	πληροφορικάριος
πληροφορικάριος	noun	όρος που περιγράφει και χαρακτηρίζει τους επιστήμονες ή ειδικούς της πληροφορικής
πληροφορικάριου	=	πληροφορικάριος
πληροφορικάριους	=	πληροφορικάριος
πληροφορικάριων	=	πληροφορικάριος
πληροφορικέ	adj	κλητική ενικού του πληροφορικός
πληροφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορική
πληροφορική	noun	επιστήμη που ερευνά την κωδικοποίηση, διαχείριση και μετάδοση συμβολικών αναπαραστάσεων πληροφοριών
πληροφορικής	adj	γενική ενικού του πληροφορική
πληροφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληροφορικός
πληροφορικοπαγές	=	πληροφορικοπαγής
πληροφορικοπαγή	=	πληροφορικοπαγής
πληροφορικοπαγής	noun	που βασίζεται σε υπολογιστή ή πληροφορικά συστήματα
πληροφορικοπαγείς	=	πληροφορικοπαγής
πληροφορικοπαγούς	=	πληροφορικοπαγής
πληροφορικοπαγών	=	πληροφορικοπαγής
πληροφορικού	adj	γενική ενικού του πληροφορικός
πληροφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληροφορικός
πληροφορικό	adj	αιτιατική ενικού του πληροφορικός
πληροφορικός	noun	ο επιστήμονας Πληροφορικής και εν γένει ειδικός στους τομείς της πληροφορικής	adj	που έχει σχέση με την πληροφορική ή αναφέρεται σ' αυτήν
πληροφορικών	adj	γενική πληθυντικού του πληροφορικός
πληροφοριοδημία	noun	διάδοση, ιδίως στα κοινωνικά δίκτυα, συχνά παραπλανητικών πληροφοριών σχετικά με το ίδιο θέμα.
πληροφοριοδημίας	=	πληροφοριοδημία
πληροφοριοδημίες	=	πληροφοριοδημία
πληροφοριοδημιών	=	πληροφοριοδημία
πληροφοριοδοτήσεις	=	πληροφοριοδότηση
πληροφοριοδοτήσεων	=	πληροφοριοδότηση
πληροφοριοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του πληροφοριοδότρια
πληροφοριοδοτών	=	πληροφοριοδότης
πληροφοριοδότες	=	πληροφοριοδότης
πληροφοριοδότη	=	πληροφοριοδότης
πληροφοριοδότης	noun	κάποιος που δίνει πληροφορίες
πληροφοριοδότηση	noun	η παροχή πληροφοριών
πληροφοριοδότησης	=	πληροφοριοδότηση
πληροφοριοδότις	noun	θηλυκό του πληροφοριοδότης: η πληροφοριοδότρια
πληροφοριοδότρια	noun	θηλυκό του πληροφοριοδότης
πληροφοριοδότριας	noun	γενική ενικού του πληροφοριοδότρια
πληροφοριοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφοριοδότρια
πληροφοριών	noun	γενική πληθυντικού του πληροφορία
πληροφορούμαι	verb	με πληροφορούν, μαθαίνω κάτι από πληροφορίες
πληροφορούμασταν	=	πληροφορούμαι
πληροφορούμαστε	=	πληροφορούμαι
πληροφορούμε	=	πληροφορώ
πληροφορούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορούμενο
πληροφορούμενε	verb	κλητική ενικού του πληροφορούμενος
πληροφορούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληροφορούμενη
πληροφορούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληροφορούμενος
πληροφορούμενης	verb	γενική ενικού του πληροφορούμενη
πληροφορούμενο	verb	αιτιατική ενικού του πληροφορούμενος
πληροφορούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληροφορούμενος
πληροφορούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (πληροφορούμαι) του ρήματος πληροφορώ
πληροφορούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληροφορούμενος
πληροφορούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληροφορούμενος
πληροφορούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληροφορούμενος
πληροφορούμουν	=	πληροφορούμαι
πληροφορούμουνα	=	πληροφορώ
πληροφορούν	=	πληροφορώ
πληροφορούνε	=	πληροφορώ
πληροφορούνται	=	πληροφορούμαι
πληροφορούνταν	=	πληροφορούμαι
πληροφορούντο	=	πληροφορώ
πληροφορούσα	=	πληροφορώ
πληροφορούσαμε	=	πληροφορώ
πληροφορούσαν	=	πληροφορώ
πληροφορούσανε	=	πληροφορώ
πληροφορούσασταν	=	πληροφορούμαι
πληροφορούσαστε	=	πληροφορούμαι
πληροφορούσατε	=	πληροφορώ
πληροφορούσε	=	πληροφορώ
πληροφορούσες	=	πληροφορώ
πληροφορούσουν	=	πληροφορούμαι
πληροφορούσουνα	=	πληροφορώ
πληροφορώ	verb	δίνω σε κάποιον στοιχεία ή γνώσεις για κάποιο θέμα
πληροφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πληροφορώ
πληροφόρει	=	πληροφορώ
πληροφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληροφορώ
πληροφόρηση	noun	η απόκτηση πληροφοριών σχετικά με ένα θέμα, η κατοχή στοιχείων ενδιαφέροντος, η μετάδοσή τους από μια πηγή
πληροφόρησης	noun	γενική ενικού του πληροφόρηση
πληρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πληρώ
πληρούν	=	πληρώ
πληρούσα	=	πληρώ
πληρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθήκαν	=	πληρώνω
πληρωθήκανε	=	πληρώνω
πληρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωθούνε	=	πληρώνω
πληρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρωμάτων	=	πλήρωμα
πληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρωμένο
πληρωμένε	verb	κλητική ενικού του πληρωμένος
πληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρωμένη
πληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληρωμένος
πληρωμένης	verb	γενική ενικού του πληρωμένη
πληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πληρωμένος
πληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληρωμένος
πληρωμένος	=	πληρώνω
πληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληρωμένος
πληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληρωμένος
πληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληρωμένος
πληρωμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρωμή
πληρωμή	noun	η καταβολή χρημάτων σε εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
πληρωμής	=	πληρωμή
πληρωμών	noun	γενική πληθυντικού του πληρωμή
πληρωνόμασταν	=	πληρώνω
πληρωνόμαστε	=	πληρώνω
πληρωνόμουν	=	πληρώνω
πληρωνόμουνα	=	πληρώνω
πληρωνόντουσαν	=	πληρώνω
πληρωνόσασταν	=	πληρώνω
πληρωνόσαστε	=	πληρώνω
πληρωνόσουν	=	πληρώνω
πληρωνόσουνα	=	πληρώνω
πληρωνόταν	=	πληρώνω
πληρωνότανε	=	πληρώνω
πληρωτέα	=	πληρωτέος
πληρωτέας	=	πληρωτέος
πληρωτέε	=	πληρωτέος
πληρωτέες	=	πληρωτέος
πληρωτέο	=	πληρωτέος
πληρωτέοι	=	πληρωτέος
πληρωτέος	adj	που πρέπει να πληρωθεί
πληρωτέου	=	πληρωτέος
πληρωτέους	=	πληρωτέος
πληρωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρωτής
πληρωτέων	=	πληρωτέος
πληρωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πληρωτής
πληρωτής	noun	κάποιος που πληρώνει
πληρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρωτικό
πληρωτικέ	adj	κλητική ενικού του πληρωτικός
πληρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρωτική
πληρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληρωτικός
πληρωτικής	adj	γενική ενικού του πληρωτική
πληρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληρωτικός
πληρωτικού	adj	γενική ενικού του πληρωτικός
πληρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληρωτικός
πληρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πληρωτικός
πληρωτικός	adj|formal	που έχει σχέση με πλήρωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
πληρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πληρωτικός
πληρωτών	noun	γενική πληθυντικού του πληρωτής
πληρότητα	noun	το να είναι κάποιος πλήρης / κάτι πλήρες, η ιδιότητα ή η κατάσταση του πλήρους
πληρότητας	noun	γενική ενικού του πληρότητα
πληρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληρότητα
πληρώ	verb|formal	εκπληρώνω, ανταποκρίνομαι
πληρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήρωμα
πληρώματος	noun	γενική ενικού του πλήρωμα
πληρώναμε	=	πληρώνω
πληρώναν	=	πληρώνω
πληρώνανε	=	πληρώνω
πληρώνατε	=	πληρώνω
πληρώνει	=	πληρώνω
πληρώνεις	=	πληρώνω
πληρώνεσαι	=	πληρώνω
πληρώνεστε	=	πληρώνω
πληρώνεται	=	πληρώνω
πληρώνετε	=	πληρώνω
πληρώνομαι	verb	παίρνω χρήματα για κάποια εργασία
πληρώνομε	=	πληρώνω
πληρώνονται	=	πληρώνω
πληρώνονταν	=	πληρώνω
πληρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πληρώνω
πληρώνουμε	=	πληρώνω
πληρώνουν	=	πληρώνω
πληρώνουνε	=	πληρώνω
πληρώνω	verb	καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
πληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσαν	=	πληρώνω
πληρώσανε	=	πληρώνω
πληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλήρωση
πληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλήρωση
πληρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλήρωση
πληρώσομε	=	πληρώνω
πληρώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνομαι
πληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσουνε	=	πληρώνω
πληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πληρώνω
πληρώτρια	=	πληρωτής
πλησίαζα	=	πλησιάζω
πλησίαζαν	=	πλησιάζω
πλησίαζε	=	πλησιάζω
πλησίαζες	=	πλησιάζω
πλησίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησίαση	noun	το πλησίασμα
πλησίασης	=	πλησίαση
πλησίασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλησιάζω
πλησίον	noun	ο συνάνθρωπος	adv|formal	κοντά
πλησίστια	=	πλησίστιος
πλησίστιας	=	πλησίστιος
πλησίστιε	=	πλησίστιος
πλησίστιες	=	πλησίστιος
πλησίστιο	=	πλησίστιος
πλησίστιοι	=	πλησίστιος
πλησίστιος	adj	που έχει φουσκωμένα τα πανιά
πλησίστιου	=	πλησίστιος
πλησίστιους	=	πλησίστιος
πλησίστιων	=	πλησίστιος
πλησιάζαμε	=	πλησιάζω
πλησιάζαν	=	πλησιάζω
πλησιάζανε	=	πλησιάζω
πλησιάζατε	=	πλησιάζω
πλησιάζει	=	πλησιάζω
πλησιάζεις	=	πλησιάζω
πλησιάζεσαι	=	πλησιάζω
πλησιάζεστε	=	πλησιάζω
πλησιάζεται	=	πλησιάζω
πλησιάζετε	=	πλησιάζω
πλησιάζομαι	=	πλησιάζω
πλησιάζομε	=	πλησιάζω
πλησιάζονται	=	πλησιάζω
πλησιάζονταν	=	πλησιάζω
πλησιάζοντας	=	πλησιάζω
πλησιάζουμε	=	πλησιάζω
πλησιάζουν	=	πλησιάζω
πλησιάζουνε	=	πλησιάζω
πλησιάζω	verb	φέρνω κάτι κοντά σε κάτι άλλο
πλησιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσαν	=	πλησιάζω
πλησιάσανε	=	πλησιάζω
πλησιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσεων	=	πλησίαση
πλησιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλησίασμα
πλησιάσματος	noun	γενική ενικού του πλησίασμα
πλησιάσομε	=	πλησιάζω
πλησιάσου	=	πλησιάζω
πλησιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάσουνε	=	πλησιάζω
πλησιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιάστηκα	=	πλησιάζω
πλησιάστηκαν	=	πλησιάζω
πλησιάστηκε	=	πλησιάζω
πλησιάστηκες	=	πλησιάζω
πλησιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλησιάζω
πλησιέστερα	adv	συγκριτικός βαθμός του πλησίον
πλησιέστερε	=	πλησιέστερος
πλησιέστερες	=	πλησιέστερος
πλησιέστερη	=	πλησιέστερος
πλησιέστερης	=	πλησιέστερος
πλησιέστερο	=	πλησιέστερος
πλησιέστεροι	=	πλησιέστερος
πλησιέστερος	adj|formal	κοντινότερος
πλησιέστερου	=	πλησιέστερος
πλησιέστερους	=	πλησιέστερος
πλησιέστερων	=	πλησιέστερος
πλησιαζόμασταν	=	πλησιάζω
πλησιαζόμαστε	=	πλησιάζω
πλησιαζόμουν	=	πλησιάζω
πλησιαζόμουνα	=	πλησιάζω
πλησιαζόντουσαν	=	πλησιάζω
πλησιαζόσασταν	=	πλησιάζω
πλησιαζόσαστε	=	πλησιάζω
πλησιαζόσουν	=	πλησιάζω
πλησιαζόσουνα	=	πλησιάζω
πλησιαζόταν	=	πλησιάζω
πλησιαζότανε	=	πλησιάζω
πλησιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλησίασμα
πλησιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλησιασμένο
πλησιασμένε	verb	κλητική ενικού του πλησιασμένος
πλησιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλησιασμένη
πλησιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλησιασμένος
πλησιασμένης	verb	γενική ενικού του πλησιασμένη
πλησιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλησιασμένος
πλησιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλησιασμένος
πλησιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλησιασμένος
πλησιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλησιασμένος
πλησιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλησιασμένος
πλησιαστήκαμε	=	πλησιάζω
πλησιαστήκαν	=	πλησιάζω
πλησιαστήκανε	=	πλησιάζω
πλησιαστήκατε	=	πλησιάζω
πλησιαστεί	=	πλησιάζω
πλησιαστείς	=	πλησιάζω
πλησιαστείτε	=	πλησιάζω
πλησιαστούμε	=	πλησιάζω
πλησιαστούν	=	πλησιάζω
πλησιαστούνε	=	πλησιάζω
πλησιαστώ	=	πλησιάζω
πλησιοσαύρου	=	πλησιόσαυρος
πλησιοσαύρους	=	πλησιόσαυρος
πλησιοσαύρων	=	πλησιόσαυρος
πλησιφαές	=	πλησιφαής
πλησιφαή	=	πλησιφαής
πλησιφαής	adj	ολοφώτεινος, γεμάτος φως (για τη σελήνη)
πλησιφαείς	=	πλησιφαής
πλησιφαες	=	πλησιφαής
πλησιφαης	=	πλησιφαής
πλησιφαούς	=	πλησιφαής
πλησιφαών	=	πλησιφαής
πλησιόσαυρε	=	πλησιόσαυρος
πλησιόσαυρο	=	πλησιόσαυρος
πλησιόσαυροι	=	πλησιόσαυρος
πλησιόσαυρος	noun	που ανήκει στο εξαφανισμένο γένος Πλησιόσαυρος, μεγάλο θαλάσσιο ερπετό με μακρύ λαιμό που έζησε κατά την Ιουρασική περίοδο
πλησιόσαυρου	=	πλησιόσαυρος
πλησιόσαυρους	=	πλησιόσαυρος
πλησιόσαυρων	=	πλησιόσαυρος
πλησιόχωρα	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρε	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρες	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρη	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρης	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρο	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλησιόχωρος
πλησιόχωρος	adj|archaic	ο κοντινός, ο όμορος
πλησιόχωρου	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρους	=	πλησιόχωρος
πλησιόχωρων	=	πλησιόχωρος
πλησμονές	=	πλησμονή
πλησμονή	noun	αφθονία, πλήθος
πλησμονής	=	πλησμονή
πλησμονών	=	πλησμονή
πληττόμασταν	=	πλήττω
πληττόμαστε	=	πλήττω
πληττόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληττόμενο
πληττόμενε	verb	κλητική ενικού του πληττόμενος
πληττόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληττόμενη
πληττόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληττόμενος
πληττόμενης	verb	γενική ενικού του πληττόμενη
πληττόμενο	verb	αιτιατική ενικού του πληττόμενος
πληττόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληττόμενος
πληττόμενος	verb	αυτός που πλήττεται
πληττόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πληττόμενος
πληττόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πληττόμενος
πληττόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πληττόμενος
πληττόμουν	=	πλήττω
πληττόμουνα	=	πλήττω
πληττόντουσαν	=	πλήττω
πληττόσασταν	=	πλήττω
πληττόσαστε	=	πλήττω
πληττόσουν	=	πλήττω
πληττόσουνα	=	πλήττω
πληττόταν	=	πλήττω
πληττότανε	=	πλήττω
πληχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληχτικό	adv	πληκτικά
πληχτικέ	adj	κλητική ενικού του πληχτικός
πληχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πληχτική
πληχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πληχτικός
πληχτικής	adj	γενική ενικού του πληχτική
πληχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πληχτικός
πληχτικού	adj	γενική ενικού του πληχτικός
πληχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πληχτικός
πληχτικό	adj	αιτιατική ενικού του πληχτικός
πληχτικός	adj	πληκτικός
πληχτικών	adj	γενική πληθυντικού του πληχτικός
πλιάτσικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλιάτσικο
πλιάτσικο	noun	η λεηλασία, η αρπαγή πλούτου και αντικειμένων αξίας σε καιρό πολέμου ή σε άλλες έκρυθμες καταστάσεις
πλιάτσικου	noun	γενική ενικού του πλιάτσικο
πλιάτσικων	noun	γενική πληθυντικού του πλιάτσικο
πλια	adv|literary	άλλη μορφή του πια
πλιατσικολογήθηκα	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήθηκαν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήθηκε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήθηκες	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλιατσικολόγημα
πλιατσικολογήματος	noun	γενική ενικού του πλιατσικολόγημα
πλιατσικολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσαν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσανε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσου	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσουνε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολογεί	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογείς	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογείσαι	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογείστε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογείται	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογείτε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογείτο	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθήκαμε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθήκαν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθήκανε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθήκατε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθεί	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθείς	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθείτε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθούμε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθούν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθούνε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογηθώ	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλιατσικολόγημα
πλιατσικολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλιατσικολογημένο
πλιατσικολογημένε	verb	κλητική ενικού του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλιατσικολογημένη
πλιατσικολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογημένης	verb	γενική ενικού του πλιατσικολογημένη
πλιατσικολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογημένος	verb	που έχει πλιατσικολογηθεί
πλιατσικολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλιατσικολογημένος
πλιατσικολογούμαι	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούμασταν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούμαστε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούμε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούμενος	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούμουν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούμουνα	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούνε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούνται	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούνταν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούντο	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσα	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσαμε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσαν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσανε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσατε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσε	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσες	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσουν	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογούσουνα	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολογώ	verb	αρπάζω ό,τι βρίσκω, κάνω πλιάτσικο
πλιατσικολογώντας	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολόγε	noun	κλητική ενικού του πλιατσικολόγος
πλιατσικολόγει	=	πλιατσικολογώ
πλιατσικολόγημα	noun	το πλιάτσικο
πλιατσικολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
πλιατσικολόγο	noun	αιτιατική ενικού του πλιατσικολόγος
πλιατσικολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλιατσικολόγος
πλιατσικολόγος	noun	αυτός που κάνει πλιάτσικο, που εκμεταλλεύεται έκρυθμες καταστάσεις για να λεηλατήσει ξένες περιουσίες
πλιατσικολόγου	noun	γενική ενικού του πλιατσικολόγος
πλιατσικολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλιατσικολόγος
πλιατσικολόγων	noun	γενική πληθυντικού του πλιατσικολόγος
πλιγουριού	=	πλιγούρι
πλιγουριών	=	πλιγούρι
πλιγούρι	noun	σιτάρι χοντροαλεσμένο
πλιγούρια	=	πλιγούρι
πλιθάρι	=	πλίνθος
πλιθί	noun	πλίνθος, δομικό υλικό με σχήμα όπως το γνωστό κεραμικό τούβλο από άψητο πηλό· φτιάχνεται από 1 μέρος χώμα (που να περιέχει τουλάχιστο 20-30%άργιλο), 3-4 μέρη άμμου, άχυρα και διάφορες προσμίξεις φυσικών υλικών όπως τρίχες από ζώα και σκληρές ίνες από φυτά
πλιθιά	noun	τοιχοποιία από πλιθιά
πλιθιού	=	πλιθί
πλιθιών	=	πλιθί
πλιθρών	=	πλίθρα
πλιθών	noun	γενική πληθυντικού του πλίθα
πλινθηδόν	adv	διατεταγμένα σε μορφή πλίνθου, όπως διατάσσονται τα τούβλα, σειρές αλλεπάλληλες με αρμογές εναλλασσουσες
πλινθοδομές	=	πλινθοδομή
πλινθοδομή	noun|formal	το κτίσμα με πλίνθους ή τούβλα
πλινθοδομής	=	πλινθοδομή
πλινθοδομήσαμε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομήσαν	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομήσανε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομήσατε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομήσει	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδόμηση
πλινθοδομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλινθοδόμηση
πλινθοδομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλινθοδόμηση
πλινθοδομήστε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομία	noun	άλλη μορφή του πλινθοδομή
πλινθοδομίας	noun	γενική ενικού του πλινθοδομία
πλινθοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομία
πλινθοδομεί	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομείς	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομείτε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομημένο
πλινθοδομημένε	verb	κλητική ενικού του πλινθοδομημένος
πλινθοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομημένη
πλινθοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλινθοδομημένος
πλινθοδομημένης	verb	γενική ενικού του πλινθοδομημένη
πλινθοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλινθοδομημένος
πλινθοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομημένος
πλινθοδομημένος	verb	δομημένος με πλίνθους
πλινθοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλινθοδομημένος
πλινθοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλινθοδομημένος
πλινθοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλινθοδομημένος
πλινθοδομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομικό
πλινθοδομικέ	adj	κλητική ενικού του πλινθοδομικός
πλινθοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομική
πλινθοδομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλινθοδομικός
πλινθοδομικής	adj	γενική ενικού του πλινθοδομική
πλινθοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλινθοδομικός
πλινθοδομικού	adj	γενική ενικού του πλινθοδομικός
πλινθοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλινθοδομικός
πλινθοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του πλινθοδομικός
πλινθοδομικός	adj	που έχει σχέση με την πλινθοδομή ή τον πλινθοδόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλινθοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του πλινθοδομικός
πλινθοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του πλινθοδομία
πλινθοδομούμε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούν	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούνε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσα	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσαμε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσαν	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσανε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσατε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομούσες	=	πλινθοδομώ
πλινθοδομώ	verb|formal	οικοδομώ με πλίνθους
πλινθοδομών	=	πλινθοδομή
πλινθοδομώντας	=	πλινθοδομώ
πλινθοδόμε	=	πλινθοδόμος
πλινθοδόμει	=	πλινθοδομώ
πλινθοδόμησα	=	πλινθοδομώ
πλινθοδόμησαν	=	πλινθοδομώ
πλινθοδόμησε	=	πλινθοδομώ
πλινθοδόμησες	=	πλινθοδομώ
πλινθοδόμηση	noun|formal	το κτίσιμο με πλίνθους ή τούβλα
πλινθοδόμησης	noun	γενική ενικού του πλινθοδόμηση
πλινθοδόμο	=	πλινθοδόμος
πλινθοδόμοι	=	πλινθοδόμος
πλινθοδόμος	noun|formal	που κτίζει με πλίνθους
πλινθοδόμου	=	πλινθοδόμος
πλινθοδόμους	=	πλινθοδόμος
πλινθοδόμων	=	πλινθοδόμος
πλινθοκεραμοποιέ	=	πλινθοκεραμοποιός
πλινθοκεραμοποιία	noun	η κατασκευή πλίνθων και κεράμων (τούβλων και κεραμιδιών)
πλινθοκεραμοποιίας	noun	γενική ενικού του πλινθοκεραμοποιία
πλινθοκεραμοποιίες	=	πλινθοκεραμοποιία
πλινθοκεραμοποιεία	=	πλινθοκεραμοποιείο
πλινθοκεραμοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο, όπου κατασκευάζονται πλίνθοι, κεραμίδια, τούβλα κ.ά.
πλινθοκεραμοποιείου	=	πλινθοκεραμοποιείο
πλινθοκεραμοποιείων	=	πλινθοκεραμοποιείο
πλινθοκεραμοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του πλινθοκεραμοποιία
πλινθοκεραμοποιοί	=	πλινθοκεραμοποιός
πλινθοκεραμοποιού	=	πλινθοκεραμοποιός
πλινθοκεραμοποιούς	=	πλινθοκεραμοποιός
πλινθοκεραμοποιό	=	πλινθοκεραμοποιός
πλινθοκεραμοποιός	noun	που εργάζεται σε πλινθοκεραμοποιείο, που ασχολείται με την πλινθοκεραμοποιία
πλινθοκεραμοποιών	=	πλινθοκεραμοποιός
πλινθοπερίκλειστα	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστε	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστες	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστη	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστης	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστο	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστοι	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστος	adj	που έχει δομηθεί με το (βυζαντινό ή μεταβυζαντινό) πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης
πλινθοπερίκλειστου	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστους	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοπερίκλειστων	=	πλινθοπερίκλειστος
πλινθοποίηση	noun	η διαδικασία κατασκευής πλίνθων
πλινθοποίησης	=	πλινθοποίηση
πλινθοποίησις	noun	η πλινθοποίηση
πλινθοποιέ	=	πλινθοποιός
πλινθοποιήσεις	=	πλινθοποίηση
πλινθοποιήσεων	=	πλινθοποίηση
πλινθοποιία	noun	η κατασκευή πλίνθων
πλινθοποιίας	noun	γενική ενικού του πλινθοποιία
πλινθοποιίες	=	πλινθοποιία
πλινθοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθοποιείο
πλινθοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής πλίνθων
πλινθοποιείου	noun	γενική ενικού του πλινθοποιείο
πλινθοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του πλινθοποιείο
πλινθοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του πλινθοποιία
πλινθοποιοί	=	πλινθοποιός
πλινθοποιού	=	πλινθοποιός
πλινθοποιούς	=	πλινθοποιός
πλινθοποιό	=	πλινθοποιός
πλινθοποιός	noun	τεχνίτης / παραγωγός τούβλων (πλίνθων)
πλινθοποιών	=	πλινθοποιός
πλινθόδμητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθόδμητο
πλινθόδμητε	adj	κλητική ενικού του πλινθόδμητος
πλινθόδμητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλινθόδμητη
πλινθόδμητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλινθόδμητος
πλινθόδμητης	adj	γενική ενικού του πλινθόδμητη
πλινθόδμητο	adj	αιτιατική ενικού του πλινθόδμητος
πλινθόδμητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλινθόδμητος
πλινθόδμητος	adj	δομημένος με πλίνθους
πλινθόδμητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλινθόδμητος
πλινθόδμητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλινθόδμητος
πλινθόδμητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλινθόδμητος
πλινθόκτιστα	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστε	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστες	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστη	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστης	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστο	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστοι	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστος	adj	ο χτισμένος με πλιθιά / πλίνθους
πλινθόκτιστου	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστους	=	πλινθόκτιστος
πλινθόκτιστων	=	πλινθόκτιστος
πλιο	adv	άλλη μορφή του πιο
πλισάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλισάρω
πλισάρω	verb	δημιουργώ πλισέ / πτυχές
πλισέ	noun	πτυχή	adj	που έχει πτυχές, που έχει πλισέ
πλισέδες	=	πλισές
πλισέδων	=	πλισές
πλισές	noun|vulgar	συνώνυμο του πλισέ
πλισαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλισάρισμα
πλισαρίσματος	noun	γενική ενικού του πλισάρισμα
πλισαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλισάρισμα
πλισαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλισαρισμένο
πλισαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πλισαρισμένος
πλισαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλισαρισμένη
πλισαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλισαρισμένος
πλισαρισμένης	verb	γενική ενικού του πλισαρισμένη
πλισαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλισαρισμένος
πλισαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλισαρισμένος
πλισαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλισάρω
πλισαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλισαρισμένος
πλισαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλισαρισμένος
πλισαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλισαρισμένος
πλιότερα	=	πλιότερος
πλιότερε	=	πλιότερος
πλιότερες	=	πλιότερος
πλιότερη	=	πλιότερος
πλιότερης	=	πλιότερος
πλιότερο	=	πλιότερος
πλιότεροι	=	πλιότερος
πλιότερος	adj	άλλη μορφή του πιότερος
πλιότερου	=	πλιότερος
πλιότερους	=	πλιότερος
πλιότερων	=	πλιότερος
πλοήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοήγηση	noun	η οδήγηση ενός πλοίου από έμπειρο πλοηγό, προκειμένου να εισέλθει σ’ ένα επικίνδυνο για την ασφάλεια του πλοίου λιμάνι ή να εξέλθει απ’ αυτό
πλοήγησης	noun	γενική ενικού του πλοήγηση
πλοήγησις	noun	πλοήγηση
πλοία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοίο
πλοίαρχε	noun	κλητική ενικού του πλοίαρχος
πλοίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του πλοίαρχος
πλοίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοίαρχος
πλοίαρχος	noun	ο κυβερνήτης ενός πλοίου, ο καπετάνιος
πλοίαρχου	=	πλοίαρχος
πλοίο	noun	μεγάλο σκάφος με δυνατότητα επιβίωσης των επιβατών για κάποιο χρονικό διάστημα
πλοίον	=	πλοίο
πλοίου	noun	πλοίο, στη γενική του ενικού
πλοίων	noun	γενική πληθυντικού του πλοίο
πλοηγέ	noun	κλητική ενικού του πλοηγός
πλοηγήθηκα	=	πλοηγώ
πλοηγήθηκαν	=	πλοηγώ
πλοηγήθηκε	=	πλοηγώ
πλοηγήθηκες	=	πλοηγώ
πλοηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήσαν	=	πλοηγώ
πλοηγήσανε	=	πλοηγώ
πλοηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοήγηση
πλοηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλοήγηση
πλοηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλοήγηση
πλοηγήσου	=	πλοηγώ
πλοηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλοηγώ
πλοηγία	noun	η πλοήγηση σε δύσκολα ναυτικά περάσματα, διώρυγες κ.λπ.
πλοηγίας	=	πλοηγία
πλοηγίδα	noun|formal	ταχύπλοο πλοιάριο που μεταφέρει τον πλοηγό (ή «πιλότο») προς (και από) τα πλοία, ώστε να τα καθοδηγήσει στην είσοδο ή έξοδο λιμανιών, σε διέλευση ποταμών, διωρύγων κ.λπ.
πλοηγίδας	noun	γενική ενικού του πλοηγίδα
πλοηγίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοηγίδα
πλοηγίδων	noun	γενική πληθυντικού του πλοηγίδα
πλοηγίες	=	πλοηγία
πλοηγίς	noun	η πλοηγίδα, η πιλοτιέρα
πλοηγεί	=	πλοηγώ
πλοηγείς	=	πλοηγώ
πλοηγείσαι	=	πλοηγώ
πλοηγείστε	=	πλοηγώ
πλοηγείται	=	πλοηγώ
πλοηγείτε	=	πλοηγώ
πλοηγεσία	noun|figurative	άλλη μορφή του πλοήγηση
πλοηγεσίας	=	πλοηγεσία
πλοηγεσίες	=	πλοηγεσία
πλοηγεσιών	=	πλοηγεσία
πλοηγηθήκαμε	=	πλοηγώ
πλοηγηθήκαν	=	πλοηγώ
πλοηγηθήκανε	=	πλοηγώ
πλοηγηθήκατε	=	πλοηγώ
πλοηγηθεί	=	πλοηγώ
πλοηγηθείτε	=	πλοηγώ
πλοηγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοηγημένο
πλοηγημένε	verb	κλητική ενικού του πλοηγημένος
πλοηγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοηγημένη
πλοηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλοηγημένος
πλοηγημένης	verb	γενική ενικού του πλοηγημένη
πλοηγημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλοηγημένος
πλοηγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοηγημένος
πλοηγημένος	=	πλοηγώ
πλοηγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλοηγημένος
πλοηγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλοηγημένος
πλοηγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλοηγημένος
πλοηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοηγικό
πλοηγικέ	adj	κλητική ενικού του πλοηγικός
πλοηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοηγική
πλοηγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλοηγικός
πλοηγικής	adj	γενική ενικού του πλοηγική
πλοηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοηγικός
πλοηγικού	adj	γενική ενικού του πλοηγικός
πλοηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλοηγικός
πλοηγικό	adj	αιτιατική ενικού του πλοηγικός
πλοηγικός	adj	ο σχετικός με την πλοηγία, ή με πλοηγό
πλοηγικών	adj	γενική πληθυντικού του πλοηγικός
πλοηγιών	=	πλοηγία
πλοηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοηγός
πλοηγού	noun	γενική ενικού του πλοηγός
πλοηγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πλοηγώ
πλοηγούμασταν	=	πλοηγώ
πλοηγούμαστε	=	πλοηγώ
πλοηγούμε	=	πλοηγώ
πλοηγούμενος	=	πλοηγώ
πλοηγούμουν	=	πλοηγώ
πλοηγούν	=	πλοηγώ
πλοηγούνε	=	πλοηγώ
πλοηγούνται	=	πλοηγώ
πλοηγούνταν	=	πλοηγώ
πλοηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλοηγός
πλοηγούσα	=	πλοηγώ
πλοηγούσαμε	=	πλοηγώ
πλοηγούσαν	=	πλοηγώ
πλοηγούσανε	=	πλοηγώ
πλοηγούσασταν	=	πλοηγώ
πλοηγούσαστε	=	πλοηγώ
πλοηγούσατε	=	πλοηγώ
πλοηγούσε	=	πλοηγώ
πλοηγούσες	=	πλοηγώ
πλοηγούσουν	=	πλοηγώ
πλοηγό	noun	αιτιατική ενικού του πλοηγός
πλοηγός	noun	ο γνώστης μιας επικίνδυνης θαλάσσιας περιοχής που οδηγεί ένα πλοίο με ασφάλεια σ’ αυτήν την περιοχή, αντικαθιστώντας για λίγο τον καπετάνιο του πλοίου
πλοηγώ	verb	είμαι πλοηγός και οδηγώ με γνώση και επιδέξιους χειρισμούς κάποιο πλοίο σε άγνωστα (για τον καπετάνιο του) και επικίνδυνα νερά
πλοηγών	noun	γενική πληθυντικού του πλοηγός
πλοηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλοηγώ
πλοιάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιάριο
πλοιάριο	noun	υποκοριστικό του πλοίο, μικρό πλοίο
πλοιάριου	noun	γενική ενικού του πλοιάριο
πλοιάριων	noun	γενική πληθυντικού του πλοιάριο
πλοιάρχει	=	πλοιαρχώ
πλοιάρχησα	=	πλοιαρχώ
πλοιάρχησαν	=	πλοιαρχώ
πλοιάρχησε	=	πλοιαρχώ
πλοιάρχησες	=	πλοιαρχώ
πλοιάρχου	noun	γενική ενικού του πλοίαρχος
πλοιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλοίαρχος
πλοιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του πλοίαρχος
πλοιαρίου	noun	γενική ενικού του πλοιάριο
πλοιαρίων	noun	γενική πληθυντικού του πλοιάριο
πλοιαρχήσαμε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχήσαν	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχήσανε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχήσατε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχήσει	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχήστε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχία	noun	το να είναι κάποιος πλοίαρχος, να έχει το σχετικό αξίωμα, να πλοιαρχεί
πλοιαρχίας	=	πλοιαρχία
πλοιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιαρχία
πλοιαρχεί	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχείς	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχείτε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιαρχημένο
πλοιαρχημένε	verb	κλητική ενικού του πλοιαρχημένος
πλοιαρχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιαρχημένη
πλοιαρχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλοιαρχημένος
πλοιαρχημένης	verb	γενική ενικού του πλοιαρχημένη
πλοιαρχημένο	verb	αιτιατική ενικού του πλοιαρχημένος
πλοιαρχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοιαρχημένος
πλοιαρχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλοιαρχημένος
πλοιαρχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλοιαρχημένος
πλοιαρχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλοιαρχημένος
πλοιαρχιών	=	πλοιαρχία
πλοιαρχούμε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούν	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούνε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσα	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσαμε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσαν	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσανε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσατε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσε	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχούσες	=	πλοιαρχώ
πλοιαρχώ	verb	είμαι πλοίαρχος
πλοιαρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλοιαρχώ
πλοιοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιοκεντρικό
πλοιοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του πλοιοκεντρικός
πλοιοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιοκεντρική
πλοιοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλοιοκεντρικός
πλοιοκεντρικής	adj	γενική ενικού του πλοιοκεντρική
πλοιοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοιοκεντρικός
πλοιοκεντρικού	adj	γενική ενικού του πλοιοκεντρικός
πλοιοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλοιοκεντρικός
πλοιοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του πλοιοκεντρικός
πλοιοκεντρικός	adj	διαχείριση με βάση το πλοίο
πλοιοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του πλοιοκεντρικός
πλοιοκτήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιοκτήτης
πλοιοκτήτη	=	πλοιοκτήτης
πλοιοκτήτης	noun	ο ιδιοκτήτης και συγχρόνως εκμεταλλευτής πλοίου ή πλοίων
πλοιοκτήτρια	noun	θηλυκό του πλοιοκτήτης
πλοιοκτήτριας	noun	γενική ενικού του πλοιοκτήτρια
πλοιοκτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιοκτήτρια
πλοιοκτησία	noun	η ιδιοκτησία ενός πλοίου
πλοιοκτησίας	noun	γενική ενικού του πλοιοκτησία
πλοιοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοιοκτησία
πλοιοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του πλοιοκτησία
πλοιοκτητριών	noun	γενική πληθυντικού του πλοιοκτήτρια
πλοιοκτητών	=	πλοιοκτήτης
πλοκάμι	noun	το ευέλικτο, κινητό, επίμηκες όργανο που διαθέτουν ορισμένα είδη ζώων, συνήθως τα ασπόνδυλα για αφή και βρώση
πλοκάμια	=	πλοκάμι
πλοκάμου	noun	γενική ενικού του πλόκαμος
πλοκάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλόκαμος
πλοκάμων	noun	γενική πληθυντικού του πλόκαμος
πλοκέ	noun	κλητική ενικού του πλοκός
πλοκές	=	πλοκή
πλοκή	noun	η εξέλιξη του μύθου σε ένα αφηγηματικό ή δραματικό έργο
πλοκής	=	πλοκή
πλοκαμέ	=	πλοκαμός
πλοκαμίδα	noun|formal	πλεξίδα μαλλιών
πλοκαμίδας	=	πλοκαμίδα
πλοκαμίδες	=	πλοκαμίδα
πλοκαμίδων	=	πλοκαμίδα
πλοκαμιού	=	πλοκάμι
πλοκαμιών	=	πλοκάμι
πλοκαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοκαμός
πλοκαμού	=	πλοκαμός
πλοκαμούς	=	πλοκαμός
πλοκαμό	noun	αιτιατική ενικού του πλοκαμός
πλοκαμός	noun	άλλη μορφή του πλόκαμος, ο βραχίονας του χταποδιού
πλοκαμών	noun	γενική πληθυντικού του πλοκαμός
πλοκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοκός
πλοκού	noun	γενική ενικού του πλοκός
πλοκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλοκός
πλοκό	noun	αιτιατική ενικού του πλοκός
πλοκός	noun	φυσικός ή τεχνητός φράχτης μεταξύ χωραφιών, κήπων κ.λπ., που αποτελείται από αυτοφυή ή φυτεμένα φυτά, κατά προτίμηση βάτους, που λόγω των αγκαθιών τους είναι αδιαπέραστοι από ανθρώπους και ζώα
πλοκών	noun	γενική πληθυντικού του πλοκός
πλονζόν	noun	η βουτιά που κάνει ο τερματοφύλακας για να αποκρούσει την μπάλα
πλου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλους
πλουμί	noun|vulgar	κεντητό ή ζωγραφιστό διακοσμητικό σχέδιο
πλουμίδι	noun	άλλη μορφή του πλουμί
πλουμίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουμίδι
πλουμίζαμε	=	πλουμίζω
πλουμίζαν	=	πλουμίζω
πλουμίζανε	=	πλουμίζω
πλουμίζατε	=	πλουμίζω
πλουμίζει	=	πλουμίζω
πλουμίζεις	=	πλουμίζω
πλουμίζετε	=	πλουμίζω
πλουμίζοντας	=	πλουμίζω
πλουμίζουμε	=	πλουμίζω
πλουμίζουν	=	πλουμίζω
πλουμίζουνε	=	πλουμίζω
πλουμίζω	verb	στολίζω με πλουμίδια, κοσμώ, ποικίλλω, διανθίζω, ομορφαίνω, εξωραϊζω, ωραιοποιώ, καλλωπίζω
πλουμίου	=	πλούμιο
πλουμίσαμε	=	πλουμίζω
πλουμίσαν	=	πλουμίζω
πλουμίσανε	=	πλουμίζω
πλουμίσατε	=	πλουμίζω
πλουμίσει	=	πλουμίζω
πλουμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλούμισμα
πλουμίσματος	noun	γενική ενικού του πλούμισμα
πλουμίστε	=	πλουμίζω
πλουμίων	=	πλούμιο
πλουμιά	=	πλουμί
πλουμιδιού	=	πλουμίδι
πλουμιδιών	=	πλουμίδι
πλουμιού	=	πλουμί
πλουμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλούμισμα
πλουμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουμισμένο
πλουμισμένε	verb	κλητική ενικού του πλουμισμένος
πλουμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουμισμένη
πλουμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουμισμένος
πλουμισμένης	verb	γενική ενικού του πλουμισμένη
πλουμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλουμισμένος
πλουμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουμισμένος
πλουμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλουμίζω
πλουμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλουμισμένος
πλουμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλουμισμένος
πλουμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλουμισμένος
πλουμιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πλουμιστό) του πλουμιστός
πλουμιστέ	adj	κλητική ενικού του πλουμιστός
πλουμιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουμιστή
πλουμιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουμιστός
πλουμιστής	adj	γενική ενικού του πλουμιστή
πλουμιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουμιστός
πλουμιστού	adj	γενική ενικού του πλουμιστός
πλουμιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλουμιστός
πλουμιστό	adj	αιτιατική ενικού του πλουμιστός
πλουμιστός	adj|vulgar	στολισμένος, διακοσμημένος με ζωγραφιές ή κεντήματα
πλουμιστών	adj	γενική πληθυντικού του πλουμιστός
πλουμιών	=	πλουμί
πλουν	noun|formal	αιτιατική ενικού του πλους
πλουραλίστρια	noun	θηλυκό του πλουραλιστής
πλουραλίστριας	noun	γενική ενικού του πλουραλίστρια
πλουραλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουραλίστρια
πλουραλισμέ	noun	κλητική ενικού του πλουραλισμός
πλουραλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουραλισμός
πλουραλισμού	noun	γενική ενικού του πλουραλισμός
πλουραλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλουραλισμός
πλουραλισμό	noun	αιτιατική ενικού του πλουραλισμός
πλουραλισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που αντιτίθεται στο μονισμό και το δυϊσμό και δέχεται ότι ο κόσμος αποτελείται από πολλαπλά κι αυτοτελή στοιχεία και αρχές
πλουραλισμών	noun	γενική πληθυντικού του πλουραλισμός
πλουραλιστές	=	πλουραλιστής
πλουραλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλουραλιστής
πλουραλιστής	noun	οπαδός του πλουραλισμού
πλουραλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλουραλιστικός	adv	με πλουραλιστικό τρόπο
πλουραλιστικέ	adj	κλητική ενικού του πλουραλιστικός
πλουραλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουραλιστική
πλουραλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουραλιστικός
πλουραλιστικής	adj	γενική ενικού του πλουραλιστική
πλουραλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουραλιστικός
πλουραλιστικού	adj	γενική ενικού του πλουραλιστικός
πλουραλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλουραλιστικός
πλουραλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πλουραλιστικός
πλουραλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πλουραλισμό ή τον πλουραλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
πλουραλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πλουραλιστικός
πλουραλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πλουραλίστρια
πλουραλιστών	=	πλουραλιστής
πλους	noun	η ενέργεια του πλέω, το ταξίδι ενός σκάφους, όπως πλοίου στη θάλασσα ή σπανιότερα ενός αερόστατου
πλουσίων	adj	γενική πληθυντικού του πλούσιος
πλουσιοκόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιοκόρη
πλουσιοκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιοκόριτσο
πλουσιοπάροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πλουσιοπάροχο) του πλουσιοπάροχος	adv	με πλουσιοπάροχο τρόπο
πλουσιοπάροχε	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχες	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχη	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχης	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχοι	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχος	adj	που παρέχεται πλούσια, σε αφθονία, με γενναιοδωρία
πλουσιοπάροχου	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχους	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοπάροχων	=	πλουσιοπάροχος
πλουσιοχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιοχώρι
πλουσιόδωρα	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρε	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρες	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρη	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρης	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρο	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωροι	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρος	noun	που παρέχει άφθονα αγαθά
πλουσιόδωρου	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρους	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόδωρων	=	πλουσιόδωρος
πλουσιόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιόπαιδο
πλουσιόπαιδο	noun	το παιδί από πλούσια οικογένεια
πλουσιόπαιδου	noun	γενική ενικού του πλουσιόπαιδο
πλουσιόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του πλουσιόπαιδο
πλουσιόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιόσπιτο
πλουσιόσπιτο	noun	σπίτι πλουσίων ή (γενικότερα) πολυτελές
πλουσιόσπιτου	=	πλουσιόσπιτο
πλουσιόσπιτων	=	πλουσιόσπιτο
πλουσιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιότατο
πλουσιότατε	adj	κλητική ενικού του πλουσιότατος
πλουσιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουσιότατη
πλουσιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουσιότατος
πλουσιότατης	adj	γενική ενικού του πλουσιότατη
πλουσιότατο	adj	αιτιατική ενικού του πλουσιότατος
πλουσιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουσιότατος
πλουσιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του πλούσιος
πλουσιότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλουσιότατος
πλουσιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλουσιότατος
πλουσιότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλουσιότατος
πλουσιότερα	=	πλούσιος
πλουσιότερε	=	πλούσιος
πλουσιότερες	=	πλούσιος
πλουσιότερη	=	πλούσιος
πλουσιότερης	=	πλούσιος
πλουσιότερο	=	πλούσιος
πλουσιότεροι	=	πλούσιος
πλουσιότερος	=	πλούσιος
πλουσιότερου	=	πλούσιος
πλουσιότερους	=	πλούσιος
πλουσιότερων	=	πλούσιος
πλουτίζαμε	=	πλουτίζω
πλουτίζαν	=	πλουτίζω
πλουτίζανε	=	πλουτίζω
πλουτίζατε	=	πλουτίζω
πλουτίζει	=	πλουτίζω
πλουτίζεις	=	πλουτίζω
πλουτίζεσαι	=	πλουτίζω
πλουτίζεστε	=	πλουτίζω
πλουτίζεται	=	πλουτίζω
πλουτίζετε	=	πλουτίζω
πλουτίζομαι	=	πλουτίζω
πλουτίζονται	=	πλουτίζω
πλουτίζονταν	=	πλουτίζω
πλουτίζοντας	=	πλουτίζω
πλουτίζου	=	πλουτίζω
πλουτίζουμε	=	πλουτίζω
πλουτίζουν	=	πλουτίζω
πλουτίζουνε	=	πλουτίζω
πλουτίζω	verb	γίνομαι πλούσιος
πλουτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίσαν	=	πλουτίζω
πλουτίσανε	=	πλουτίζω
πλουτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλούτισμα
πλουτίσματος	noun	γενική ενικού του πλούτισμα
πλουτίσου	=	πλουτίζω
πλουτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουτίστηκα	=	πλουτίζω
πλουτίστηκαν	=	πλουτίζω
πλουτίστηκε	=	πλουτίζω
πλουτίστηκες	=	πλουτίζω
πλουτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλουταίναμε	=	πλουταίνω
πλουταίναν	=	πλουταίνω
πλουταίνανε	=	πλουταίνω
πλουταίνατε	=	πλουταίνω
πλουταίνει	=	πλουταίνω
πλουταίνεις	=	πλουταίνω
πλουταίνετε	=	πλουταίνω
πλουταίνοντας	=	πλουταίνω
πλουταίνουμε	=	πλουταίνω
πλουταίνουν	=	πλουταίνω
πλουταίνουνε	=	πλουταίνω
πλουταίνω	verb	γίνομαι πλούσιος
πλουτιζόμασταν	=	πλουτίζω
πλουτιζόμαστε	=	πλουτίζω
πλουτιζόμουν	=	πλουτίζω
πλουτιζόμουνα	=	πλουτίζω
πλουτιζόντουσαν	=	πλουτίζω
πλουτιζόσασταν	=	πλουτίζω
πλουτιζόσαστε	=	πλουτίζω
πλουτιζόσουν	=	πλουτίζω
πλουτιζόσουνα	=	πλουτίζω
πλουτιζόταν	=	πλουτίζω
πλουτιζότανε	=	πλουτίζω
πλουτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλούτισμα
πλουτισμέ	noun	κλητική ενικού του πλουτισμός
πλουτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτισμένο
πλουτισμένε	verb	κλητική ενικού του πλουτισμένος
πλουτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτισμένη
πλουτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουτισμένος
πλουτισμένης	verb	γενική ενικού του πλουτισμένη
πλουτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλουτισμένος
πλουτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουτισμένος
πλουτισμένος	=	πλουτίζω
πλουτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλουτισμένος
πλουτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλουτισμένος
πλουτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλουτισμένος
πλουτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουτισμός
πλουτισμού	noun	γενική ενικού του πλουτισμός
πλουτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλουτισμός
πλουτισμό	noun	αιτιατική ενικού του πλουτισμός
πλουτισμός	noun	η απόκτηση πλούτου
πλουτισμών	noun	γενική πληθυντικού του πλουτισμός
πλουτιστήκαμε	=	πλουτίζω
πλουτιστήκαν	=	πλουτίζω
πλουτιστήκανε	=	πλουτίζω
πλουτιστήκατε	=	πλουτίζω
πλουτιστεί	=	πλουτίζω
πλουτιστείτε	=	πλουτίζω
πλουτοκράτες	=	πλουτοκράτης
πλουτοκράτη	=	πλουτοκράτης
πλουτοκράτης	noun	το άτομο που κατέχει μεγάλη περιουσία και μέρος των μέσων παραγωγής, που “ζει στην χλιδή”, ο πλούσιος.
πλουτοκράτις	noun	θηλυκό του πλουτοκράτης: η πλουτοκράτισσα
πλουτοκράτισσας	noun	γενική ενικού του πλουτοκράτισσα
πλουτοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτοκράτισσα
πλουτοκρατία	noun	η κυριαρχία του πλούτου, των πλουσίων στην κοινωνία
πλουτοκρατίας	noun	γενική ενικού του πλουτοκρατία
πλουτοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτοκρατία
πλουτοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτοκρατικό
πλουτοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτοκρατική
πλουτοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικής	adj	γενική ενικού του πλουτοκρατική
πλουτοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικού	adj	γενική ενικού του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την πλουτοκρατία ή τον πλουτοκράτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλουτοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του πλουτοκρατικός
πλουτοκρατικώς	adv	πλουτοκρατικά
πλουτοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του πλουτοκράτισσα
πλουτοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του πλουτοκρατία
πλουτοκρατών	=	πλουτοκράτης
πλουτολογία	noun|dated	επιστήμη που μελετούσε την απόκτηση πλούτου και τη διαλθεσή του για την ικανοποίηση ποικίλων αναγκών
πλουτολογίας	=	πλουτολογία
πλουτολογίες	=	πλουτολογία
πλουτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτολογικό
πλουτολογικέ	adj	κλητική ενικού του πλουτολογικός
πλουτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτολογική
πλουτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουτολογικός
πλουτολογικής	adj	γενική ενικού του πλουτολογική
πλουτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουτολογικός
πλουτολογικού	adj	γενική ενικού του πλουτολογικός
πλουτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλουτολογικός
πλουτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πλουτολογικός
πλουτολογικός	adj	σχετικός με την πλουτολογία, με τον πλούτο
πλουτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πλουτολογικός
πλουτολογιών	=	πλουτολογία
πλουτοπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτοπαραγωγικό
πλουτοπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλουτοπαραγωγική
πλουτοπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του πλουτοπαραγωγική
πλουτοπαραγωγικη	=	πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικο	=	πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοπαραγωγικός	adj	που παράγει, που δημιουργεί, που αποφέρει πλούτο, πλουτοφόρος.
πλουτοπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του πλουτοπαραγωγικός
πλουτοφόρα	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρας	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρε	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρες	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρο	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόροι	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρος	adj	που φέρει πλούτο
πλουτοφόρου	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρους	=	πλουτοφόρος
πλουτοφόρων	=	πλουτοφόρος
πλουτωνίου	noun	γενική ενικού του πλουτώνιο
πλουτωνίστρια	=	πλουτωνιστής
πλουτωνισμέ	noun	κλητική ενικού του πλουτωνισμός
πλουτωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλουτωνισμός
πλουτωνισμού	noun	γενική ενικού του πλουτωνισμός
πλουτωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλουτωνισμός
πλουτωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του πλουτωνισμός
πλουτωνισμός	noun|dated	γεωλογική θεωρία σχηματισμού των πετρωμάτων ως αποτέλεσμα ηφαιστειακών διεργασιών, διάβρωσης και τήξης
πλουτωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του πλουτωνισμός
πλουτωνιστές	=	πλουτωνιστής
πλουτωνιστή	=	πλουτωνιστής
πλουτωνιστής	noun	ο οπαδός του πλουτωνισμού
πλουτωνιστών	=	πλουτωνιστής
πλουτύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύναν	=	πλουταίνω
πλουτύνανε	=	πλουταίνω
πλουτύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλουτώ	verb	συνώνυμο του πλουτίζω
πλουτώνια	=	πλουτώνιος
πλουτώνιας	=	πλουτώνιος
πλουτώνιε	=	πλουτώνιος
πλουτώνιες	=	πλουτώνιος
πλουτώνιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 94 και χημικό σύμβολο το Pu
πλουτώνιοι	=	πλουτώνιος
πλουτώνιον	noun	πλουτώνιο το αρχαίο Πλουτώνιον / Πλουτώνειον
πλουτώνιος	adj	που έχει σχέση με τον Πλούτωνα
πλουτώνιου	=	πλουτώνιος
πλουτώνιους	=	πλουτώνιος
πλουτώνιων	=	πλουτώνιος
πλουτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πλουτώ
πλοχμέ	noun	κλητική ενικού του πλοχμός
πλοχμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοχμός
πλοχμού	noun	γενική ενικού του πλοχμός
πλοχμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλοχμός
πλοχμό	noun	αιτιατική ενικού του πλοχμός
πλοχμός	noun|formal	διακοσμητικό σχήμα που μοιάζει με πλεξούδα (όπως στην αρχαία λέξη πλοχμός)
πλοχμών	noun	γενική πληθυντικού του πλοχμός
πλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλοϊκός
πλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του πλοϊκός
πλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοϊκή
πλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλοϊκός
πλοϊκής	adj	γενική ενικού του πλοϊκή
πλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλοϊκός
πλοϊκού	adj	γενική ενικού του πλοϊκός
πλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλοϊκός
πλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πλοϊκός
πλοϊκός	adj|formal	που έχει σχέση με τον πλου ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πλοϊκός
πλοϊμοτήτων	=	πλοϊμότητα
πλοϊμότης	noun	η πλοϊμότητα
πλοϊμότητα	noun	η ικανότητα προς πλεύση, η ιδιότητα του πλόιμου
πλοϊμότητας	noun	γενική ενικού του πλοϊμότητα
πλοϊμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλοϊμότητα
πλούμια	=	πλούμιο
πλούμιζα	=	πλουμίζω
πλούμιζαν	=	πλουμίζω
πλούμιζε	=	πλουμίζω
πλούμιζες	=	πλουμίζω
πλούμιο	noun	σχηματισμός καπνού, ομίχλης, νέφους μικροσωματιδίων κ.λπ.
πλούμιου	=	πλούμιο
πλούμισα	=	πλουμίζω
πλούμισαν	=	πλουμίζω
πλούμισε	=	πλουμίζω
πλούμισες	=	πλουμίζω
πλούμισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πλουμίζω
πλούμιων	=	πλούμιο
πλούσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλούσιος	adv	με πλούτο, με πληθώρα αγαθών
πλούσιας	adj	γενική ενικού του πλούσια
πλούσιε	adj	κλητική ενικού του πλούσιος
πλούσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλούσια
πλούσιο	adj	αιτιατική ενικού του πλούσιος
πλούσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλούσιος
πλούσιος	adj	που έχει μεγάλη κινητή ή ακίνητη περιουσία
πλούσιου	adj	γενική ενικού του πλούσιος
πλούσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλούσιος
πλούσιων	adj	γενική πληθυντικού του πλούσιος
πλούταινα	=	πλουταίνω
πλούταιναν	=	πλουταίνω
πλούταινε	=	πλουταίνω
πλούταινες	=	πλουταίνω
πλούτε	noun	κλητική ενικού του πλούτος
πλούτη	noun	πληθυντικός αριθμός του πλούτος
πλούτια	noun	άλλη μορφή του πλούτη, πληθυντικός αριθμός του πλούτος (αρσενικού)
πλούτιζα	=	πλουτίζω
πλούτιζαν	=	πλουτίζω
πλούτιζε	=	πλουτίζω
πλούτιζες	=	πλουτίζω
πλούτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλούτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλούτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλούτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουτίζω
πλούτισμα	noun	ο πλουτισμός
πλούτο	noun	αιτιατική ενικού του πλούτος
πλούτος	noun	η μεγάλη συγκέντρωση υλικών αγαθών, περιουσία
πλούτου	noun	γενική ενικού του πλούτος
πλούτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλούτος
πλούτυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλούτυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλούτυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλούτυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλουταίνω
πλούτων	noun	γενική πληθυντικού του πλούτος
πλοῖον	=	πλοίο
πλυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθήκαν	=	πλένω
πλυθήκανε	=	πλένω
πλυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυθούνε	=	πλένω
πλυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πλύμα
πλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυμένο
πλυμένε	verb	κλητική ενικού του πλυμένος
πλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυμένη
πλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλυμένος
πλυμένης	verb	γενική ενικού του πλυμένη
πλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του πλυμένος
πλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλυμένος
πλυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλένω
πλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλυμένος
πλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πλυμένος
πλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλυμένος
πλυνέ	noun	κλητική ενικού του πλυνός
πλυνοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλυνός
πλυνού	noun	γενική ενικού του πλυνός
πλυνούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλυνός
πλυντήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυντήριο
πλυντήριο	noun	ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το πλύσιμο των ρούχων
πλυντήριου	=	πλυντήριο
πλυντηρίου	noun	γενική ενικού του πλυντήριο
πλυντηρίων	noun	γενική πληθυντικού του πλυντήριο
πλυντικά	adj	τα έξοδα που κάνει κάποιος, για να του πλύνουν κάτι
πλυντικέ	adj	κλητική ενικού του πλυντικός
πλυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυντική
πλυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλυντικός
πλυντικής	adj	γενική ενικού του πλυντική
πλυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλυντικός
πλυντικού	adj	γενική ενικού του πλυντικός
πλυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλυντικός
πλυντικό	adj	αιτιατική ενικού του πλυντικός
πλυντικός	adj	που έχει σχέση με το πλύσιμο ή αναφέρεται σ’ αυτό
πλυντικών	adj	γενική πληθυντικού του πλυντικός
πλυντρίδα	noun	συσκευή που ευθύνεται για τον καθαρισμό ενός αερίου από αέρια λύματα ή άλλες επιβλαβές ουσίες
πλυντρίδας	=	πλυντρίδα
πλυντρίδες	=	πλυντρίδα
πλυντρίδων	=	πλυντρίδα
πλυντριών	noun	γενική πληθυντικού του πλύντρια
πλυντών	=	πλύντης
πλυνό	noun	αιτιατική ενικού του πλυνός
πλυνός	noun|formal	ειδικός κοίλος χώρος επί του καταστρώματος της πλώρης των παλαιών πολεμικών ιστιοφόρων επενδυμένος από φύλλα μολύβδου μέσα στο οποίο οι ναύτες έπλεναν τα ρούχα τους
πλυνών	noun	γενική πληθυντικού του πλυνός
πλυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλύσιμο
πλυσίματος	noun	γενική ενικού του πλύσιμο
πλυσιμάτων	=	πλύσιμο
πλυσταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλυσταριό
πλυσταριού	noun	γενική ενικού του πλυσταριό
πλυσταριό	noun	ο χώρος κατάλληλος και ειδικά διαμορφωμένος για το πλύσιμο ρούχων
πλυσταριών	noun	γενική πληθυντικού του πλυσταριό
πλυστικά	noun	η αμοιβή για το πλύσιμο - καθαρισμό ρούχων, λευκών ειδών, κουρτινών κ.λπ., τα χρήματα που καταβάλλονται στο καθαριστήριο (ή, συνήθως παλαιότερα, στην πλύστρα)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πλυστικό) του πλυστικός
πλυστικέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του πλυστικός
πλυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (πλυστική) του πλυστικός
πλυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλυστικός
πλυστικής	adj	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους (πλυστική) του πλυστικός
πλυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλυστικός
πλυστικού	noun	γενική ενικού του πλυστικό (ουσιαστικοποιημένο)	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πλυστικός
πλυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλυστικός
πλυστικό	noun	μηχανή καθαρισμού
πλυστικός	adj	που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο, που πλένει
πλυστικών	noun	γενική πληθυντικού του πλυστικά	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πλυστικός
πλυστρών	noun	γενική πληθυντικού του πλύστρα
πλω	noun|formal	δοτική ενικού του πλους
πλωρίζαμε	=	πλωρίζω
πλωρίζαν	=	πλωρίζω
πλωρίζανε	=	πλωρίζω
πλωρίζατε	=	πλωρίζω
πλωρίζει	=	πλωρίζω
πλωρίζεις	=	πλωρίζω
πλωρίζετε	=	πλωρίζω
πλωρίζοντας	=	πλωρίζω
πλωρίζουμε	=	πλωρίζω
πλωρίζουν	=	πλωρίζω
πλωρίζουνε	=	πλωρίζω
πλωρίζω	verb	βάζω πλώρη για, αποπλέω, ακολουθώ πορεία, κατεύθυνση για, ή αλλάζω κατεύθυνση για
πλωρίσαμε	=	πλωρίζω
πλωρίσαν	=	πλωρίζω
πλωρίσανε	=	πλωρίζω
πλωρίσατε	=	πλωρίζω
πλωρίσει	=	πλωρίζω
πλωρίστε	=	πλωρίζω
πλωριά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωριό
πλωριάς	=	πλωριός
πλωριέ	adj	κλητική ενικού του πλωριός
πλωριές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωριή
πλωριής	adj	γενική ενικού του πλωριή
πλωριιά	=	πλωριός
πλωριιό	=	πλωριός
πλωριοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλωριός
πλωριού	adj	γενική ενικού του πλωριός
πλωριούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλωριός
πλωριό	adj	αιτιατική ενικού του πλωριός
πλωριός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με πλώρη πλοίου
πλωριών	adj	γενική πληθυντικού του πλωριός
πλωροδέτηση	noun	η πρόσδεση πλοίου ή σκάφους σε προβλήτα μόνο από την πλώρη
πλωροδέτησης	noun	γενική ενικού του πλωροδέτηση
πλωροδετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωροδέτηση
πλωροδετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλωροδέτηση
πλωροδετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλωροδέτηση
πλωρών	=	πλώρη
πλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πλωτός	adv	με πλωτό τρόπο
πλωτάρχα	=	πλωτάρχης
πλωτάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωτάρχης
πλωτάρχη	=	πλωτάρχης
πλωτάρχης	noun	βαθμός ανώτερου αξιωματικού στο πολεμικό ναυτικό / λιμενικό σώμα, αντίστοιχος του ταγματάρχη στο στρατό ξηράς
πλωτάρχου	=	πλωτάρχης
πλωτέ	adj	κλητική ενικού του πλωτός
πλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωτή
πλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλωτός
πλωτήρα	=	πλωτήρας
πλωτήρας	noun	κάθε ελαφρό σώμα που επιπλέει ή βοηθά άλλο να επιπλέει
πλωτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωτήρας
πλωτήρων	=	πλωτήρας
πλωτής	adj	γενική ενικού του πλωτή
πλωταρχών	=	πλωτάρχης
πλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωτικό
πλωτικέ	adj	κλητική ενικού του πλωτικός
πλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλωτική
πλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλωτικός
πλωτικής	adj	γενική ενικού του πλωτική
πλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλωτικός
πλωτικού	adj	γενική ενικού του πλωτικός
πλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλωτικός
πλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πλωτικός
πλωτικός	adj|archaic	που έχει σχέση με πλεύση / πλου ή αναφέρεται σ’ αυτά
πλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πλωτικός
πλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλωτός
πλωτού	adj	γενική ενικού του πλωτός
πλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλωτός
πλωτό	adj	αιτιατική ενικού του πλωτός
πλωτός	adj	αυτός πάνω στον οποίο μπορεί ένα πλοίο να πλεύσει
πλωτών	adj	γενική πληθυντικού του πλωτός
πλόε	=	πλόος
πλόες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλους
πλόιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλόιμο
πλόιμε	adj	κλητική ενικού του πλόιμος
πλόιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλόιμη
πλόιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλόιμος
πλόιμης	adj	γενική ενικού του πλόιμη
πλόιμο	adj	αιτιατική ενικού του πλόιμος
πλόιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλόιμος
πλόιμος	adj	που είναι δυνατόν να πλεύσουμε πάνω του
πλόιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πλόιμος
πλόιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πλόιμος
πλόιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πλόιμος
πλόκαμε	noun	κλητική ενικού του πλόκαμος
πλόκαμο	noun	αιτιατική ενικού του πλόκαμος
πλόκαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πλόκαμος
πλόκαμος	noun	το πλοκάμι
πλόκαμου	noun	γενική ενικού του πλόκαμος
πλόκαμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πλόκαμος
πλόκαμων	noun	γενική πληθυντικού του πλόκαμος
πλόο	=	πλόος
πλόοι	=	πλόος
πλόος	noun|dated	όπως στα αρχαία ελληνικά, ασυναίρετος, ο πλους
πλόου	=	πλόος
πλόους	=	πλόος
πλόσκα	noun	ξύλινο δοχείο για υγρά, φλασκί
πλόσκας	=	πλόσκα
πλόσκες	=	πλόσκα
πλότερ	noun	συσκευή εκτύπωσης που εκτυπώνει σε πληθώρα υλικών και μέσων (χαρτί, μουσαμά, καμβά κ.λπ.) σχέδια ή γραφικά μεγάλου μεγέθους
πλόων	noun	γενική πληθυντικού του πλους
πλύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλύμα	noun|vulgar	βρομόνερο μετά από πλύσιμο
πλύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλύμα
πλύματος	noun	γενική ενικού του πλύμα
πλύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύναν	=	πλένω
πλύνανε	=	πλένω
πλύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνομε	=	πλένω
πλύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύνουνε	=	πλένω
πλύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλένω
πλύντες	=	πλύντης
πλύντη	=	πλύντης
πλύντης	noun	εργάτης που ασχολείται με το πλύσιμο (ρούχων, αυτοκινήτων κλπ)
πλύντρια	noun	θηλυκό του πλύντης
πλύντριας	noun	γενική ενικού του πλύντρια
πλύντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλύντρια
πλύνω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου του πλένω
πλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλύση
πλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πλύση
πλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πλύση
πλύση	noun	το πλύσιμο των ρούχων κ.λπ.
πλύσης	noun	γενική ενικού του πλύση
πλύσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλένω
πλύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πλένομαι
πλύστρα	noun|dated	γυναίκα που πλένει ρούχα στο χέρι έναντι αμοιβής
πλύστρας	noun	γενική ενικού του πλύστρα
πλύστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλύστρα
πλώρα	adv	από ή προς την πλώρη
πλώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλώρη
πλώρη	noun	το μπροστινό μέρος του πλοίου
πλώρης	noun	γενική ενικού του πλώρη
πλώριζα	=	πλωρίζω
πλώριζαν	=	πλωρίζω
πλώριζε	=	πλωρίζω
πλώριζες	=	πλωρίζω
πλώρισα	=	πλωρίζω
πλώρισαν	=	πλωρίζω
πλώρισε	=	πλωρίζω
πλώρισες	=	πλωρίζω
πμς	abbrev	πρόγραμμα σπουδών β΄ κύκλου το οποίο προσφέρει ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα
πνέαμε	=	πνέω
πνέαν	=	πνέω
πνέανε	=	πνέω
πνέατε	=	πνέω
πνέε	=	πνέω
πνέει	=	πνέω
πνέεις	=	πνέω
πνέετε	=	πνέω
πνέμα	noun|literary	η ψυχή, το πνεύμα
πνέματα	=	πνέμα
πνέματος	=	πνέμα
πνέομε	=	πνέω
πνέοντας	=	πνέω
πνέουμε	=	πνέω
πνέουν	=	πνέω
πνέουνε	=	πνέω
πνέω	verb	(για άνεμο) για την κίνηση ενός ρεύματος ατμοσφαιρικού αέρα που γίνεται αισθητή από τον άνθρωπο
πνίγαμε	=	πνίγω
πνίγαν	=	πνίγω
πνίγανε	=	πνίγω
πνίγατε	=	πνίγω
πνίγε	=	πνίγω
πνίγει	=	πνίγω
πνίγεις	=	πνίγω
πνίγεσαι	=	πνίγω
πνίγεστε	=	πνίγω
πνίγεται	=	πνίγω
πνίγετε	=	πνίγω
πνίγη	=	πνίγος
πνίγηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνίγηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνίγηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνίγηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πνίγω
πνίγομε	=	πνίγω
πνίγονται	=	πνίγω
πνίγονταν	=	πνίγω
πνίγοντας	=	πνίγω
πνίγος	noun	τμήμα της παράβασης στην αρχαία κωμωδία, το οποίο εκφέρεται απνευστί, χωρίς σταμάτημα, με γρήγορη εκφορά (που σε πνίγει γιατί δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα)
πνίγουμε	=	πνίγω
πνίγουν	=	πνίγω
πνίγουνε	=	πνίγω
πνίγους	=	πνίγος
πνίγω	verb	προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
πνίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξαν	=	πνίγω
πνίξανε	=	πνίγω
πνίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξιμο	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πνίγω
πνίξομε	=	πνίγω
πνίξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξουνε	=	πνίγω
πνίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγω
πνίχτες	=	πνίχτης
πνίχτη	=	πνίχτης
πνίχτηκα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι, παθητική φωνή του ρήματος πνίγω
πνίχτηκαν	=	πνίγω
πνίχτηκε	=	πνίγω
πνίχτηκες	=	πνίγω
πνίχτης	noun	αυτός που προκαλεί πνιγμό, θάνατο από πνιγμό
πνίχτρα	=	πνίχτης
πνεμάτων	=	πνέμα
πνεμόνι	=	πνεύμονας
πνευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πνεύμα
πνευμάτωση	noun	η παθολογική κατάσταση κατά την οποία εισέρχεται αέρας στον πεπτικό σωλήνα, άλλες σωματικές κοιλότητες ή ιστούς, προκαλώντας σοβαρά ή λιγότερο σοβαρά συμπτώματα
πνευμάτωσης	=	πνευμάτωση
πνευματίστρια	noun	θηλυκό του πνευματιστής
πνευματίστριας	noun	γενική ενικού του πνευματίστρια
πνευματίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματίστρια
πνευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματικό
πνευματικέ	adj	κλητική ενικού του πνευματικός
πνευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματική
πνευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευματικός
πνευματικής	adj	γενική ενικού του πνευματική
πνευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευματικός
πνευματικοπαίδι	noun	που έχει ως εξομολόγο του κάποιον ιερέα ή ιερομόναχο πνευματικό, που είναι «πνευματικό» του παιδί
πνευματικοπαίδια	=	πνευματικοπαίδι
πνευματικοτήτων	=	πνευματικότητα
πνευματικού	adj	γενική ενικού του πνευματικός
πνευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευματικός
πνευματικό	adj	αιτιατική ενικού του πνευματικός
πνευματικός	adj	που έχει σχέση με το πνεύμα και (κυρίως ως διανοητική εργασία ή ικανότητα), διανοητικός	noun	ο εξομολόγος
πνευματικότητα	noun	η πίστη στον μεταφυσικό υπερβατισμό
πνευματικότητας	noun	γενική ενικού του πνευματικότητα
πνευματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματικότητα
πνευματικών	adj	γενική πληθυντικού του πνευματικός
πνευματικώς	adv|dated	πνευματικά
πνευματισμέ	noun	κλητική ενικού του πνευματισμός
πνευματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευματισμός
πνευματισμού	noun	γενική ενικού του πνευματισμός
πνευματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πνευματισμός
πνευματισμό	noun	αιτιατική ενικού του πνευματισμός
πνευματισμός	noun	θεωρία σύμφωνα με την οποία, κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να επιτευχθεί επικοινωνία μεταξύ ζωντανών και πνευμάτων (ή ψυχών) νεκρών προσώπων
πνευματισμών	noun	γενική πληθυντικού του πνευματισμός
πνευματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματιστής
πνευματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πνευματιστής
πνευματιστής	noun	κάποιος που δέχεται τον πνευματισμό και ασχολείται μ’ αυτόν
πνευματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πνευματιστικός	adv	με πνευματιστικό τρόπο
πνευματιστικέ	adj	κλητική ενικού του πνευματιστικός
πνευματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματιστική
πνευματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευματιστικός
πνευματιστικής	adj	γενική ενικού του πνευματιστική
πνευματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευματιστικός
πνευματιστικού	adj	γενική ενικού του πνευματιστικός
πνευματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευματιστικός
πνευματιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πνευματιστικός
πνευματιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πνευματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πνευματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πνευματιστικός
πνευματιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πνευματίστρια
πνευματιστών	noun	γενική πληθυντικού του πνευματιστής
πνευματοθεραπεία	noun|dated	θεραπεία με εισπνοές αέρα
πνευματοθεραπείας	noun	γενική ενικού του πνευματοθεραπεία
πνευματοθεραπείες	=	πνευματοθεραπεία
πνευματοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του πνευματοθεραπεία
πνευματοκρατία	noun	φιλοσοφικό δόγμα που υποστηρίζει πως μοναδική ουσία των όντων είναι το πνεύμα
πνευματοκρατίας	noun	γενική ενικού του πνευματοκρατία
πνευματοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευματοκρατία
πνευματοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του πνευματοκρατία
πνευματοκτόνα	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνας	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνε	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνες	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνο	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνοι	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνος	adj	που καταστρέφει την πνευματική ζωή
πνευματοκτόνου	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνους	=	πνευματοκτόνος
πνευματοκτόνων	=	πνευματοκτόνος
πνευματολατρεία	noun	λατρεία των πνευμάτων
πνευματολατρείας	=	πνευματολατρεία
πνευματολατρείες	=	πνευματολατρεία
πνευματολατρειών	=	πνευματολατρεία
πνευματολογία	noun	κλάδος της χριστιανικής θεολογίας που ασχολείται με το Άγιο Πνεύμα
πνευματολογίας	=	πνευματολογία
πνευματολογίες	=	πνευματολογία
πνευματολογιών	=	πνευματολογία
πνευματοποιείο	noun|rare	εργαστήριο παρασκευής οινοπνευματωδών ποτών
πνευματοποιεῖον	noun	το πνευματοποιείο, το οινοπνευματοποιείο
πνευματωδών	=	πνευματώδης
πνευματωδώς	adv|dated	ευφυώς, με πνεύμα
πνευματώδεις	=	πνευματώδης
πνευματώδες	=	πνευματώδης
πνευματώδη	=	πνευματώδης
πνευματώδης	adj	άνθρωπος με έξυπνο χιούμορ, ευφυής
πνευματώδους	=	πνευματώδης
πνευματώσεις	=	πνευμάτωση
πνευματώσεων	=	πνευμάτωση
πνευμοθωράκων	=	πνευμοθώρακας
πνευμοθώρακα	=	πνευμοθώρακας
πνευμοθώρακας	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία εισάγεται αέρας στην υπεζωκοτική κοιλότητα, προκαλώντας αιφνίδιο πόνο και οξεία δύσπνοια
πνευμοθώρακες	=	πνευμοθώρακας
πνευμοκονίαση	noun	άλλη μορφή του πνευμονοκονίωση
πνευμοκονίασης	=	πνευμοκονίαση
πνευμοκονιάσεις	=	πνευμοκονίαση
πνευμοκονιάσεων	=	πνευμοκονίαση
πνευμονία	noun	η φλεγμονώδης λοιμώδης νόσος που επηρεάζει τις πνευμονικές κυψελίδες
πνευμονίας	noun	γενική ενικού του πνευμονία
πνευμονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονία
πνευμονεκτομές	=	πνευμονεκτομή
πνευμονεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση πνεύμονα
πνευμονεκτομής	=	πνευμονεκτομή
πνευμονεκτομών	=	πνευμονεκτομή
πνευμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονικό
πνευμονικέ	adj	κλητική ενικού του πνευμονικός
πνευμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονική
πνευμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευμονικός
πνευμονικής	adj	γενική ενικού του πνευμονική
πνευμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονικός
πνευμονικού	adj	γενική ενικού του πνευμονικός
πνευμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονικός
πνευμονικό	adj	αιτιατική ενικού του πνευμονικός
πνευμονικός	adj	που σχετίζεται με τους πνεύμονες ή αναφέρεται σε αυτούς
πνευμονικών	adj	γενική πληθυντικού του πνευμονικός
πνευμονιού	=	πνευμόνι
πνευμονιών	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονία
πνευμονογαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογαστρικό
πνευμονογαστρικέ	adj	κλητική ενικού του πνευμονογαστρικός
πνευμονογαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογαστρική
πνευμονογαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευμονογαστρικός
πνευμονογαστρικής	adj	γενική ενικού του πνευμονογαστρική
πνευμονογαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογαστρικός
πνευμονογαστρικού	adj	γενική ενικού του πνευμονογαστρικός
πνευμονογαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονογαστρικός
πνευμονογαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του πνευμονογαστρικός
πνευμονογαστρικός	adj	κοινός στους πνεύμονες και το στομάχι
πνευμονογαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του πνευμονογαστρικός
πνευμονογράφε	noun	κλητική ενικού του πνευμονογράφος
πνευμονογράφημα	noun	γράφημα που απεικονίζει τη διακύμανση της αναπνοής
πνευμονογράφηση	noun	η διαδικασία λήψης πνευμονογραφήματος
πνευμονογράφησης	=	πνευμονογράφηση
πνευμονογράφο	noun	αιτιατική ενικού του πνευμονογράφος
πνευμονογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογράφος
πνευμονογράφος	noun	ιατρική συσκευή καταγραφής των αναπνευστικών κινήσεων
πνευμονογράφου	noun	γενική ενικού του πνευμονογράφος
πνευμονογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονογράφος
πνευμονογράφων	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονογράφος
πνευμονογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογράφημα
πνευμονογραφήματος	noun	γενική ενικού του πνευμονογράφημα
πνευμονογραφήσεις	=	πνευμονογράφηση
πνευμονογραφήσεων	=	πνευμονογράφηση
πνευμονογραφία	noun	άλλη μορφή του πνευμονογράφηση
πνευμονογραφίας	=	πνευμονογραφία
πνευμονογραφίες	=	πνευμονογραφία
πνευμονογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονογράφημα
πνευμονογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογραφικό
πνευμονογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογραφική
πνευμονογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικής	adj	γενική ενικού του πνευμονογραφική
πνευμονογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικού	adj	γενική ενικού του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικός	adj	που έχει σχέση με πνευμονογράφηση ή πνευμονογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πνευμονογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πνευμονογραφικός
πνευμονογραφιών	=	πνευμονογραφία
πνευμονοθωράκων	=	πνευμονοθώρακας
πνευμονοθώρακα	=	πνευμονοθώρακας
πνευμονοθώρακας	noun	άλλη μορφή του πνευμοθώρακας
πνευμονοθώρακες	=	πνευμονοθώρακας
πνευμονοκονίωση	noun	εκφυλιστική νόσος των πνευμόνων που οφείλεται στις κακές συνθήκες εργασίας σε κάποιους επαγγελματικούς χώρους λόγω εισπνοής μεταλλικών ή ορυκτών σωματιδίων
πνευμονοκονίωσης	=	πνευμονοκονίωση
πνευμονοκονιώσεις	=	πνευμονοκονίωση
πνευμονοκονιώσεων	=	πνευμονοκονίωση
πνευμονοκόκκου	noun	γενική ενικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονοκόκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονοκόκκων	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονολογία	noun	μελέτη των πνευμόνων και των υποστηρικτικών τους οργάνων
πνευμονολογίας	noun	γενική ενικού του πνευμονολογία
πνευμονολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονολογία
πνευμονολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονολογικό
πνευμονολογικέ	adj	κλητική ενικού του πνευμονολογικός
πνευμονολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονολογική
πνευμονολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευμονολογικός
πνευμονολογικής	adj	γενική ενικού του πνευμονολογική
πνευμονολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονολογικός
πνευμονολογικού	adj	γενική ενικού του πνευμονολογικός
πνευμονολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονολογικός
πνευμονολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πνευμονολογικός
πνευμονολογικός	adj	σχετικός με την πνευμονολογία
πνευμονολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πνευμονολογικός
πνευμονολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονολογία
πνευμονολόγε	noun	κλητική ενικού του πνευμονολόγος
πνευμονολόγο	noun	αιτιατική ενικού του πνευμονολόγος
πνευμονολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονολόγος
πνευμονολόγος	noun	ο γιατρός που ασχολείται με τις παθήσεις των πνευμόνων
πνευμονολόγου	noun	γενική ενικού του πνευμονολόγος
πνευμονολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονολόγος
πνευμονολόγων	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονολόγος
πνευμονοπάθεια	noun	πάθηση των πνευμόνων
πνευμονοπάθειας	noun	γενική ενικού του πνευμονοπάθεια
πνευμονοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονοπάθεια
πνευμονοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονοπάθεια
πνευμονοπλευρίτιδα	noun	πνευμονία που συνυπάρχει με πλευρίτιδα
πνευμονοπλευρίτιδας	=	πνευμονοπλευρίτιδα
πνευμονοπλευρίτιδες	=	πνευμονοπλευρίτιδα
πνευμονοπλευρίτιδων	=	πνευμονοπλευρίτιδα
πνευμονορραγία	noun	απώλεια αίματος (αιμορραγία) από τους πνεύμονες
πνευμονορραγίας	noun	γενική ενικού του πνευμονορραγία
πνευμονορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευμονορραγία
πνευμονορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονορραγία
πνευμονοϊέ	=	πνευμονοϊός
πνευμονοϊοί	=	πνευμονοϊός
πνευμονοϊού	=	πνευμονοϊός
πνευμονοϊούς	=	πνευμονοϊός
πνευμονοϊό	=	πνευμονοϊός
πνευμονοϊός	noun	γένος RNA ιών της οικογένειας Pneumoviridae, που προκαλεί αναπνευστικές λοιμώξεις, ιδιαίτερα σε ανθρώπους και ζώα
πνευμονοϊών	=	πνευμονοϊός
πνευμονόκοκκε	noun	κλητική ενικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονόκοκκο	noun	αιτιατική ενικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονόκοκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονόκοκκος	noun	μικρόβιο των οργάνων του αναπνευστικού συστήματος, το βακτήριο Streptococcus pneumoniae που προκαλεί πνευμονία
πνευμονόκοκκου	noun	γενική ενικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονόκοκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πνευμονόκοκκος
πνευμονόκοκκων	noun	γενική πληθυντικού του πνευμονόκοκκος
πνευμόνι	noun	πνεύμονας
πνευμόνια	=	πνευμόνι
πνευμόνων	noun	γενική πληθυντικού του πνεύμονας
πνευστά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευστό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πνευστός
πνευστέ	adj	κλητική ενικού του πνευστός
πνευστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνευστή
πνευστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνευστός
πνευστής	adj	γενική ενικού του πνευστή
πνευστίασις	noun	δυσκολία στην αναπνοή, η πνευστίαση
πνευστιώ	verb|formal	ασθμαίνω, λαχανιάζω
πνευστιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πνευστιώ
πνευστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνευστός
πνευστού	adj	γενική ενικού του πνευστός
πνευστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνευστός
πνευστό	adj	αιτιατική ενικού του πνευστός	noun	μουσικό όργανο στο οποίο φυσάμε μέσα του αέρα
πνευστός	adj	που παράγεται με φύσημα ή λειτουργεί μ’ αυτό
πνευστών	adj	γενική πληθυντικού του πνευστός
πνεύμα	noun	ο νους του ανθρώπου, ατομικά ή συλλογικά
πνεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνεύμα
πνεύματος	noun	γενική ενικού του πνεύμα
πνεύμονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πνεύμονας
πνεύμονας	noun	το καθένα από τα δύο εσωτερικά όργανα της αναπνοής που βρίσκονται στο στήθος των σπονδυλόζωων
πνεύμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνεύμονας
πνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσαν	=	πνέω
πνεύσανε	=	πνέω
πνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσομε	=	πνέω
πνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσουνε	=	πνέω
πνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνέω
πνιγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγήκαν	=	πνίγω
πνιγήκανε	=	πνίγω
πνιγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιγερό	adv	αποπνικτικά
πνιγερέ	adj	κλητική ενικού του πνιγερός
πνιγερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιγερή
πνιγερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνιγερός
πνιγερής	adj	γενική ενικού του πνιγερή
πνιγεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνιγερός
πνιγερού	adj	γενική ενικού του πνιγερός
πνιγερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνιγερός
πνιγερό	adj	αιτιατική ενικού του πνιγερός
πνιγερών	adj	γενική πληθυντικού του πνιγερός
πνιγηρά	=	πνιγηρός
πνιγηρέ	=	πνιγηρός
πνιγηρές	=	πνιγηρός
πνιγηρή	=	πνιγηρός
πνιγηρής	=	πνιγηρός
πνιγηροί	=	πνιγηρός
πνιγηροτήτων	=	πνιγηρότητα
πνιγηρού	=	πνιγηρός
πνιγηρούς	=	πνιγηρός
πνιγηρό	=	πνιγηρός
πνιγηρός	adj	που σε δυσκολεύει να αναπνεύσεις, που σε πνίγει
πνιγηρότητα	noun	η κατάσταση ή ιδιότητα του πνιγηρού ή αποπνικτικού
πνιγηρότητας	noun	γενική ενικού του πνιγηρότητα
πνιγηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιγηρότητα
πνιγηρών	=	πνιγηρός
πνιγμέ	noun	κλητική ενικού του πνιγμός
πνιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιγμένο
πνιγμένε	verb	κλητική ενικού του πνιγμένος
πνιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιγμένη
πνιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνιγμένος
πνιγμένης	verb	γενική ενικού του πνιγμένη
πνιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πνιγμένος
πνιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνιγμένος
πνιγμένος	=	πνίγω
πνιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πνιγμένος
πνιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πνιγμένος
πνιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πνιγμένος
πνιγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνιγμός
πνιγμονές	=	πνιγμονή
πνιγμονή	noun	η ασφυξία που προκαλείται από απόφραξη των αναπνευστικών οδών λόγω στραγγαλισμού ή άλλης αιτίας
πνιγμονής	=	πνιγμονή
πνιγμονών	=	πνιγμονή
πνιγμοσυνών	=	πνιγμοσύνη
πνιγμοσύνες	=	πνιγμοσύνη
πνιγμοσύνη	noun|dated	το πνιγηρό αίσθημα και η αναπνευστική δυσκολία που αισθάνεται κάποιος, εξαιτίας ζέστης ή άλλων παραγόντων
πνιγμοσύνης	=	πνιγμοσύνη
πνιγμού	noun	γενική ενικού του πνιγμός
πνιγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πνιγμός
πνιγμό	noun	αιτιατική ενικού του πνιγμός
πνιγμός	noun	ο θάνατος από ασφυξία, συνήθως μετά από γέμισμα των πνευμόνων με νερό, είτε με στραγγαλισμό
πνιγμών	noun	γενική πληθυντικού του πνιγμός
πνιγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγούνε	=	πνίγω
πνιγούρα	noun|dated	η πνιγηρότητα που αισθάνεται κάποιος, εξαιτίας ζέστης ή άλλων παραγόντων
πνιγούρας	=	πνιγούρα
πνιγούρες	=	πνιγούρα
πνιγούρων	=	πνιγούρα
πνιγόμασταν	=	πνίγω
πνιγόμαστε	=	πνίγω
πνιγόμουν	=	πνίγω
πνιγόμουνα	=	πνίγω
πνιγόντουσαν	=	πνίγω
πνιγόσασταν	=	πνίγω
πνιγόσαστε	=	πνίγω
πνιγόσουν	=	πνίγω
πνιγόσουνα	=	πνίγω
πνιγόταν	=	πνίγω
πνιγότανε	=	πνίγω
πνιγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πνίγομαι
πνιγών	=	πνίγος
πνικτικά	=	πνικτικός
πνικτικέ	=	πνικτικός
πνικτικές	=	πνικτικός
πνικτική	=	πνικτικός
πνικτικής	=	πνικτικός
πνικτικοί	=	πνικτικός
πνικτικού	=	πνικτικός
πνικτικούς	=	πνικτικός
πνικτικό	=	πνικτικός
πνικτικός	adj|formal	άλλη μορφή του πνιγηρός, αποπνικτικός
πνικτικών	=	πνικτικός
πνιξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνίξιμο
πνιξίματος	noun	γενική ενικού του πνίξιμο
πνιξιμάτων	=	πνίξιμο
πνιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιχτό, ουδέτερο του πνιχτός	adv	με τρόπο ώστε να μην ακούγεται
πνιχτέ	adj	κλητική ενικού του πνιχτός
πνιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιχτή
πνιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνιχτός
πνιχτήκαμε	=	πνίγω
πνιχτήκαν	=	πνίγω
πνιχτήκανε	=	πνίγω
πνιχτήκατε	=	πνίγω
πνιχτής	adj	γενική ενικού του πνιχτή
πνιχτεί	=	πνίγω
πνιχτείς	=	πνίγω
πνιχτείτε	=	πνίγω
πνιχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιχτικό
πνιχτικέ	adj	κλητική ενικού του πνιχτικός
πνιχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πνιχτική
πνιχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πνιχτικός
πνιχτικής	adj	γενική ενικού του πνιχτική
πνιχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνιχτικός
πνιχτικού	adj	γενική ενικού του πνιχτικός
πνιχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνιχτικός
πνιχτικό	adj	αιτιατική ενικού του πνιχτικός
πνιχτικός	adj	άλλη μορφή του πνικτικός
πνιχτικών	adj	γενική πληθυντικού του πνιχτικός
πνιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πνιχτός
πνιχτού	adj	γενική ενικού του πνιχτός
πνιχτούμε	=	πνίγω
πνιχτούν	=	πνίγω
πνιχτούνε	=	πνίγω
πνιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πνιχτός
πνιχτό	adj	αιτιατική ενικού του πνιχτός
πνιχτός	adj	που τον «πνίγουμε», τον εμποδίζουμε να βγει ή ακουστεί
πνιχτώ	=	πνίγω
πνιχτών	adj	γενική πληθυντικού του πνιχτός
πνο	abbrev	ο ανώτερος συνδικαλιστικός φορέας Ελλήνων ναυτικών
πνοές	=	πνοή
πνοή	noun	η ανάσα, αναπνοή
πνοής	=	πνοή
πνοών	=	πνοή
πνπ	abbrev	νομοθέτημα το οποίο θεσπίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, για τη διευθέτηση έκτακτης περίπτωσης επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης.
πο-πό	=	ποπό
ποάνθρακα	=	ποάνθρακας
ποάνθρακας	noun	η τύρφη
ποάνθρακες	=	ποάνθρακας
ποίημα	noun	είδος λογοτεχνικού έργου που αποτελείται από στίχους και συνήθως έχει ρυθμό
ποίησα	=	ποιώ
ποίησαν	=	ποιώ
ποίησε	=	ποιώ
ποίησες	=	ποιώ
ποίηση	noun	μορφή τέχνης γραπτού λόγου με στίχους και όχι πεζό λόγο
ποίησης	noun	γενική ενικού του ποίηση
ποίησις	=	ποίηση
ποίκιλα	=	ποικίλλω
ποίκιλλα	=	ποικίλλω
ποίκιλμα	noun	στόλισμα
ποίκιλση	noun|formal	η κεντητική ή υφαντική διακόσμηση
ποίκιλσης	=	ποίκιλση
ποίμαινα	=	ποιμαίνω
ποίμαιναν	=	ποιμαίνω
ποίμαινε	=	ποιμαίνω
ποίμαινες	=	ποιμαίνω
ποίμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποίμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποίμανδρε	=	ποίμανδρος
ποίμανδρο	=	ποίμανδρος
ποίμανδροι	=	ποίμανδρος
ποίμανδρος	noun	ο βοσκός, ο ποιμένας που οδηγεί τους ανθρώπους κατά αγέλες
ποίμανδρου	=	ποίμανδρος
ποίμανδρους	=	ποίμανδρος
ποίμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποίμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποίμνες	=	ποίμνη
ποίμνη	noun|formal	κοπάδι προβάτων ή άλλων ζώων
ποίμνης	=	ποίμνη
ποίμνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποίμνιο
ποίμνιο	noun|formal	το κοπάδι, το σύνολο των προβάτων ή άλλων ζώων ενός βοσκού
ποίμνιου	=	ποίμνιο
ποανθράκων	=	ποάνθρακας
ποαυς	abbrev	συνδικαλιστικό σωματείο των οδηγών λεωφορείων υπεραστικών συγκοινωνιών της Ελλάδας
πογκρόμ	noun	αντισημιτικές διώξεις στην τσαρική Ρωσία κατά τον 19ο και 20ό αιώνα
ποδάγρα	noun	είδος αρθρίτιδας που εντοπίζεται στις αρθρώσεις των ποδιών
ποδάγρας	noun	γενική ενικού του ποδάγρα
ποδάγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδάγρα
ποδάρας	noun	που έχει μεγάλα πόδια
ποδάρι	noun	το πόδι
ποδάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδάρι
ποδέα	noun	κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα (ποδιά) στα προσκυνητάρια ή στους τοίχους εκκλησίας, συνήθως με περίτεχνη διακόσμηση
ποδέας	=	ποδέα
ποδέες	=	ποδέα
ποδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόδεμα
ποδέματος	noun	γενική ενικού του πόδεμα
ποδένω	verb	φορώ σε κάποιον παπούτσια
ποδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδένω
ποδήλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδήλατο
ποδήλατο	noun	όχημα, κυρίως δίτροχο, που κινεί ο αναβάτης με τα πόδια του, δίνοντας ώθηση στα πετάλια
ποδήλατου	=	ποδήλατο
ποδήλατων	=	ποδήλατο
ποδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόδημα
ποδήματος	noun	γενική ενικού του πόδημα
ποδήρεις	=	ποδήρης
ποδήρες	=	ποδήρης
ποδήρη	=	ποδήρης
ποδήρης	adj|archaic	μακρύς μέχρι τον αστράγαλο (χιτώνας, ασπίδα)
ποδήρους	=	ποδήρης
ποδήρων	=	ποδήρης
ποδίατρε	=	ποδίατρος
ποδίατρο	=	ποδίατρος
ποδίατροι	=	ποδίατρος
ποδίατρος	noun	γιατρός εξειδικευμένος στη ποδιατρική
ποδίατρου	=	ποδίατρος
ποδίατρους	=	ποδίατρος
ποδίατρων	=	ποδίατρος
ποδίζαμε	=	ποδίζω
ποδίζαν	=	ποδίζω
ποδίζανε	=	ποδίζω
ποδίζατε	=	ποδίζω
ποδίζει	=	ποδίζω
ποδίζεις	=	ποδίζω
ποδίζετε	=	ποδίζω
ποδίζοντας	=	ποδίζω
ποδίζουμε	=	ποδίζω
ποδίζουν	=	ποδίζω
ποδίζουνε	=	ποδίζω
ποδίζω	verb	βρίσκω προσωρινό καταφύγιο από την κακοκαιρία
ποδίσαμε	=	ποδίζω
ποδίσαν	=	ποδίζω
ποδίσανε	=	ποδίζω
ποδίσατε	=	ποδίζω
ποδίσει	=	ποδίζω
ποδίσκε	noun	κλητική ενικού του ποδίσκος
ποδίσκο	noun	αιτιατική ενικού του ποδίσκος
ποδίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδίσκος
ποδίσκος	noun	ο μίσχος, ο βλαστός, το κοτσάνι ενός φυτού
ποδίσκου	noun	γενική ενικού του ποδίσκος
ποδίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποδίσκος
ποδίσκων	noun	γενική πληθυντικού του ποδίσκος
ποδίσματα	=	πόδισμα
ποδίσματος	=	πόδισμα
ποδίστε	=	ποδίζω
ποδανά	noun	η ιδιωματική συνθηματική διάλεκτος γενικά με χρήση αναγραμματισμών κυρίως, όμως, με τη μεταφορά της πρώτης συλλαβής στο τέλος
ποδαντλία	noun	ποδοκίνητη πιεστική αντλία, μονής ή διπλής ενέργειας, που λειτουργεί με πετάλι
ποδαντλίας	=	ποδαντλία
ποδαντλίες	=	ποδαντλία
ποδαντλιών	=	ποδαντλία
ποδανών	=	ποδανά
ποδαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποδαράς
ποδαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδαράς
ποδαράδων	noun	γενική πληθυντικού του ποδαράς
ποδαράκι	noun	μικρό πόδι
ποδαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδαράκι
ποδαράς	noun	που έχει μεγάλα πόδια
ποδαράτα	adv	με τα πόδια
ποδαράτε	=	ποδαράτος
ποδαράτες	=	ποδαράτος
ποδαράτη	=	ποδαράτος
ποδαράτης	=	ποδαράτος
ποδαράτο	=	ποδαράτος
ποδαράτοι	=	ποδαράτος
ποδαράτος	adj	που έχει πόδι
ποδαράτου	=	ποδαράτος
ποδαράτους	=	ποδαράτος
ποδαράτων	=	ποδαράτος
ποδαρίλα	noun	η δυσάρεστη μυρωδιά που βγαίνει από τα πόδια και συγκεκριμένα όταν ιδρώνουν οι πατούσες
ποδαρίλας	noun	γενική ενικού του ποδαρίλα
ποδαρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδαρίλα
ποδαρικά	noun	τα μέρη του αργαλειού που βρίσκονται στο κάτω μέρος και που πατιούνται με τα πόδια
ποδαρικού	noun	γενική ενικού του ποδαρικό
ποδαρικό	noun	το πρώτο ανθρώπινο πάτημα σε σπίτι ή το μαγαζί, σε καινούρια μέρα, βδομάδα, έτος κ.λπ.
ποδαρικών	noun	γενική πληθυντικού του ποδαρικό
ποδαριού	noun	γενική ενικού του ποδάρι
ποδαριών	=	ποδάρι
ποδαρού	noun	αυτή που έχει πολύ μεγάλα πόδια
ποδαρούδες	=	ποδαρού
ποδαρούδων	=	ποδαρού
ποδαρούς	=	ποδαρού
ποδαρόδρομε	=	ποδαρόδρομος
ποδαρόδρομο	=	ποδαρόδρομος
ποδαρόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδαρόδρομος
ποδαρόδρομος	noun	η διάσχιση μιας απόστασης με τα πόδια
ποδαρόδρομου	=	ποδαρόδρομος
ποδαρόδρομους	=	ποδαρόδρομος
ποδαρόδρομων	=	ποδαρόδρομος
ποδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόδεμα
ποδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδεμένο
ποδεμένε	verb	κλητική ενικού του ποδεμένος
ποδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδεμένη
ποδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδεμένος
ποδεμένης	verb	γενική ενικού του ποδεμένη
ποδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ποδεμένος
ποδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδεμένος
ποδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποδεμένος
ποδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποδεμένος
ποδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποδεμένος
ποδεσιά	noun	τα παπούτσια
ποδεσιάς	noun	γενική ενικού του ποδεσιά
ποδεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδεσιά
ποδεσιών	=	ποδεσιά
ποδηγέτες	=	ποδηγέτης
ποδηγέτη	=	ποδηγέτης
ποδηγέτης	noun|formal	κάποιος που ποδηγετεί
ποδηγέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγέτηση	noun	η διαπαιδαγώγηση, η καθοδήγηση
ποδηγέτησης	=	ποδηγέτηση
ποδηγέτησις	noun	ποδηγέτηση
ποδηγεσία	noun	ποδηγέτηση
ποδηγεσίας	noun	γενική ενικού του ποδηγεσία
ποδηγεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηγεσία
ποδηγεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηγεσία
ποδηγετήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηγέτηση
ποδηγετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήσεων	=	ποδηγέτηση
ποδηγετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετώ
ποδηγετηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηγετούμαι
ποδηγετώ	verb	καθοδηγώ πνευματικά, διαπαιδαγωγώ
ποδηγετών	=	ποδηγέτης
ποδηλatών	=	ποδηλάτης
ποδηλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλάτης
ποδηλάτη	=	ποδηλάτης
ποδηλάτης	noun	ο αναβάτης, οδηγός ενός ποδηλάτου
ποδηλάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλάτις	noun	η ποδηλάτισσα
ποδηλάτισσα	noun	η αναβάτρια, η οδηγός ποδηλάτου
ποδηλάτισσας	noun	γενική ενικού του ποδηλάτισσα
ποδηλάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλάτισσα
ποδηλάτου	=	ποδήλατο
ποδηλάτων	=	ποδήλατο
ποδηλασία	noun	η μετακίνηση με ποδήλατο
ποδηλασίας	noun	γενική ενικού του ποδηλασία
ποδηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλασία
ποδηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλασία
ποδηλατά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποδηλατάς
ποδηλατάδα	noun|vulgar	βόλτα με ποδήλατο
ποδηλατάδας	=	ποδηλατάδα
ποδηλατάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατάς
ποδηλατάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατάδικο
ποδηλατάδικο	noun	κατάστημα επισκευής, ενοικίασης ή πώλησης ποδηλάτων
ποδηλατάδικου	noun	γενική ενικού του ποδηλατάδικο
ποδηλατάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατάδικο
ποδηλατάδων	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατάς
ποδηλατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατάκι
ποδηλατάς	noun	επισκευαστής, ενοικιαστής ή πωλητής ποδηλάτων
ποδηλατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
ποδηλατίστρια	noun	αθλήτρια που ασχολείται με την ποδηλασία
ποδηλατίστριας	=	ποδηλατίστρια
ποδηλατίστριες	=	ποδηλατίστρια
ποδηλατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατικό
ποδηλατικέ	adj	κλητική ενικού του ποδηλατικός
ποδηλατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατική
ποδηλατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδηλατικός
ποδηλατικής	adj	γενική ενικού του ποδηλατική
ποδηλατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατικός
ποδηλατικού	adj	γενική ενικού του ποδηλατικός
ποδηλατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποδηλατικός
ποδηλατικό	adj	αιτιατική ενικού του ποδηλατικός
ποδηλατικός	adj	σχετικός με το ποδήλατο
ποδηλατικών	adj	γενική πληθυντικού του ποδηλατικός
ποδηλατισσών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλάτισσα
ποδηλατιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατιστής
ποδηλατιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποδηλατιστής
ποδηλατιστής	noun	αθλητής που ασχολείται με την ποδηλασία
ποδηλατιστριών	=	ποδηλατίστρια
ποδηλατιστών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατιστής
ποδηλατογέφυρα	noun	γέφυρα από την οποία διέρχονται κυρίως ή μόνο ποδήλατα
ποδηλατογέφυρας	=	ποδηλατογέφυρα
ποδηλατογέφυρες	=	ποδηλατογέφυρα
ποδηλατογεφυρών	=	ποδηλατογέφυρα
ποδηλατοδρεζίνα	noun	το τρενοποδήλατο
ποδηλατοδρεζίνας	=	ποδηλατοδρεζίνα
ποδηλατοδρεζίνες	=	ποδηλατοδρεζίνα
ποδηλατοδρεζίνων	=	ποδηλατοδρεζίνα
ποδηλατοδρομία	noun	αγώνας ταχύτητας με ποδήλατα
ποδηλατοδρομίας	noun	γενική ενικού του ποδηλατοδρομία
ποδηλατοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατοδρομία
ποδηλατοδρομίου	noun	γενική ενικού του ποδηλατοδρόμιο
ποδηλατοδρομίων	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατοδρόμιο
ποδηλατοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατοδρομία
ποδηλατοδρόμε	noun	κλητική ενικού του ποδηλατοδρόμος
ποδηλατοδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατοδρόμιο
ποδηλατοδρόμιο	noun	στάδιο για ποδηλατοδρομίες
ποδηλατοδρόμιον	noun	ποδηλατοδρόμιο
ποδηλατοδρόμιου	=	ποδηλατοδρόμιο
ποδηλατοδρόμο	noun	αιτιατική ενικού του ποδηλατοδρόμος
ποδηλατοδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατοδρόμος
ποδηλατοδρόμος	noun	αθλητής ή αθλήτρια ποδηλατοδρομιών
ποδηλατοδρόμου	noun	γενική ενικού του ποδηλατοδρόμος
ποδηλατοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποδηλατοδρόμος
ποδηλατοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατοδρόμος
ποδηλατοκίνηση	noun	η χρήση του ποδηλάτου ως μέσου μετακίνησης
ποδηλατοκίνησης	=	ποδηλατοκίνηση
ποδηλατοκινήσεις	=	ποδηλατοκίνηση
ποδηλατοκινήσεων	=	ποδηλατοκίνηση
ποδηλατολωρίδα	noun	στενή λωρίδα δρόμου ειδικά διαμορφωμένη για κυκλοφορία ποδηλάτων
ποδηλατολωρίδας	=	ποδηλατολωρίδα
ποδηλατολωρίδες	=	ποδηλατολωρίδα
ποδηλατολωρίδων	=	ποδηλατολωρίδα
ποδηλατοπορία	noun	πορεία της οποίας ο κύριος όγκος αποτελείται από ποδηλάτες με τα ποδήλατά τους (είτε πεζούς είτε εποχούμενους)
ποδηλατοπορίας	noun	γενική ενικού του ποδηλατοπορία
ποδηλατοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατοπορία
ποδηλατοπορεία	noun	πορεία της οποίας ο κύριος όγκος αποτελείται από ποδηλάτες με τα ποδήλατά τους (είτε πεζούς είτε εποχούμενους)
ποδηλατοπορείας	noun	γενική ενικού του ποδηλατοπορεία
ποδηλατοπορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατοπορεία
ποδηλατοπορειών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατοπορεία
ποδηλατοποριών	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατοπορία
ποδηλατοτουρισμός	noun|rare	τουρισμός με κυρίαρχο μεταφορικό μέσο το ποδήλατο
ποδηλατουπόλεις	=	ποδηλατούπολη
ποδηλατουπόλεων	=	ποδηλατούπολη
ποδηλατούπολη	noun	πόλη στην οποία γίνεται εκτεταμένη χρήση ποδηλάτων
ποδηλατούπολης	=	ποδηλατούπολη
ποδηλατόδρομε	=	ποδηλατόδρομος
ποδηλατόδρομο	noun	αιτιατική ενικού του ποδηλατόδρομος
ποδηλατόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδηλατόδρομος
ποδηλατόδρομος	noun	δρόμος που προορίζεται ειδικά για την κυκλοφορία ποδηλάτων
ποδηλατόδρομου	noun	γενική ενικού του ποδηλατόδρομος
ποδηλατόδρομους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποδηλατόδρομος
ποδηλατόδρομων	noun	γενική πληθυντικού του ποδηλατόδρομος
ποδηλατώ	verb	οδηγώ ποδήλατο
ποδηλατών	=	ποδηλάτης
ποδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόδημα
ποδιά	noun	ρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται κατά τη διάρκεια εργασιών, για να μη λερωθούν τα υπόλοιπα ρούχα
ποδιάς	noun	γενική ενικού του ποδιά
ποδιάτρου	=	ποδίατρος
ποδιάτρους	=	ποδίατρος
ποδιάτρων	=	ποδίατρος
ποδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδιά
ποδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδικό
ποδικέ	adj	κλητική ενικού του ποδικός
ποδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδική
ποδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδικός
ποδικής	adj	γενική ενικού του ποδική
ποδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδικός
ποδικού	adj	γενική ενικού του ποδικός
ποδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποδικός
ποδικό	adj	αιτιατική ενικού του ποδικός
ποδικός	adj	που έχει σχέση με το πόδι ή αναφέρεται σ’ αυτό
ποδικών	adj	γενική πληθυντικού του ποδικός
ποδιού	noun	γενική ενικού του πόδι
ποδισμάτων	=	πόδισμα
ποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδισμένο
ποδισμένε	verb	κλητική ενικού του ποδισμένος
ποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδισμένη
ποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδισμένος
ποδισμένης	verb	γενική ενικού του ποδισμένη
ποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ποδισμένος
ποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδισμένος
ποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποδισμένος
ποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποδισμένος
ποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποδισμένος
ποδιών	noun	γενική πληθυντικού του πόδι
ποδοβολές	=	ποδοβολή
ποδοβολή	noun|vulgar	το ποδοβολητό
ποδοβολήματα	=	ποδοβόλημα
ποδοβολήματος	=	ποδοβόλημα
ποδοβολής	=	ποδοβολή
ποδοβολημάτων	=	ποδοβόλημα
ποδοβολητά	=	ποδοβολητό
ποδοβολητού	=	ποδοβολητό
ποδοβολητό	noun	μεγάλος θόρυβος που προκαλείται από το περπάτημα ή το τρέξιμο πλήθους ανθρώπων ή ζώων
ποδοβολητών	=	ποδοβολητό
ποδοβολώ	verb	προκαλώ μεγάλο θόρυβο με το περπάτημα ή το τρέξιμο
ποδοβολών	=	ποδοβολή
ποδοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ποδοβολώ
ποδοβόλημα	noun	ποδοβολητό
ποδοδάχτυλο	noun	δάχτυλο του ποδιού
ποδοδέτες	=	ποδοδέτης
ποδοδέτη	=	ποδοδέτης
ποδοδέτης	noun	κολονάκι σε κατάστρωμα ιστιοφόρου, απ’ όπου δένεται τα πανιά
ποδοδετών	=	ποδοδέτης
ποδοθεραπευτές	=	ποδοθεραπευτής
ποδοθεραπευτή	=	ποδοθεραπευτής
ποδοθεραπευτής	noun	ιατρός που ειδικεύεται σε θεραπείες των ποδιών
ποδοθεραπευτών	=	ποδοθεραπευτής
ποδοκίνητα	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητε	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητες	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητη	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητης	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητο	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητοι	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητος	adj	που λειτουργεί με την κίνηση των ποδιών
ποδοκίνητου	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητους	=	ποδοκίνητος
ποδοκίνητων	=	ποδοκίνητος
ποδοκνημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοκνημικό
ποδοκνημικέ	adj	κλητική ενικού του ποδοκνημικός
ποδοκνημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοκνημική
ποδοκνημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδοκνημικός
ποδοκνημικής	adj	γενική ενικού του ποδοκνημική
ποδοκνημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδοκνημικός
ποδοκνημικού	adj	γενική ενικού του ποδοκνημικός
ποδοκνημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποδοκνημικός
ποδοκνημικό	adj	αιτιατική ενικού του ποδοκνημικός
ποδοκνημικός	adj	που αναφέρεται σε όργανο που σχετίζεται με το πόδι και την κνήμη
ποδοκνημικών	adj	γενική πληθυντικού του ποδοκνημικός
ποδοκομία	noun	η περιποίηση των ποδιών
ποδοκομίας	noun	γενική ενικού του ποδοκομία
ποδοκομίες	=	ποδοκομία
ποδοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του ποδοκομία
ποδοκροτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοκρότημα
ποδοκροτήματος	noun	γενική ενικού του ποδοκρότημα
ποδοκροτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποδοκρότημα
ποδοκροτώ	verb	χτυπώ τα πόδια μου στο έδαφος
ποδοκρουσία	noun	το ποδοκρότημα
ποδοκρουσίας	=	ποδοκρουσία
ποδοκρουσίες	=	ποδοκρουσία
ποδοκρουσιών	=	ποδοκρουσία
ποδοκρότημα	noun	κρότος που γίνεται με τα πόδια όταν χτυπούν το έδαφος
ποδοκυλήματα	=	ποδοκύλημα
ποδοκυλήματος	=	ποδοκύλημα
ποδοκυλίσματα	=	ποδοκύλισμα
ποδοκυλίσματος	=	ποδοκύλισμα
ποδοκυλημάτων	=	ποδοκύλημα
ποδοκυλισμάτων	=	ποδοκύλισμα
ποδοκυλώ	verb	κάνω κάτι να κυλήσει με τα πόδια μου
ποδοκόπι	noun|vulgar	ποδοβολητό
ποδοκόπια	=	ποδοκόπι
ποδοκύλημα	noun	ποδοκύλισμα
ποδοκύλισμα	noun	το κύλισμα με το πόδι
ποδολογία	noun	ο κλάδος της παραϊατρικής που ασχολείται με την υγεία των κάτω άκρων
ποδολογίας	=	ποδολογία
ποδολογίες	=	ποδολογία
ποδολογιών	=	ποδολογία
ποδομοχλέ	=	ποδομοχλός
ποδομοχλοί	=	ποδομοχλός
ποδομοχλού	=	ποδομοχλός
ποδομοχλούς	=	ποδομοχλός
ποδομοχλό	=	ποδομοχλός
ποδομοχλός	noun	το πέδιλο του ποδηλάτου
ποδομοχλών	=	ποδομοχλός
ποδονάρι	noun	πλαστικά καλύμματα παπουτσιών για προστασία από τη βροχή ή τις μολύνσεις σε νοσοκομεία και χειρουργεία
ποδονάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδονάρι
ποδοναριού	=	ποδονάρι
ποδοναριών	=	ποδονάρι
ποδοπάτημα	noun	το πάτημα με τα πόδια
ποδοπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπάτηση	noun	το ποδοπάτημα
ποδοπάτησης	=	ποδοπάτηση
ποδοπάτησις	noun	η ποδοπάτηση
ποδοπέδες	=	ποδοπέδη
ποδοπέδη	noun	φρένο που λειτουργεί με το πόδι
ποδοπέδης	=	ποδοπέδη
ποδοπατάω	=	ποδοπατώ
ποδοπατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοπάτημα
ποδοπατήματος	noun	γενική ενικού του ποδοπάτημα
ποδοπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοπάτηση
ποδοπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήσεων	=	ποδοπάτηση
ποδοπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδοπατούμαι
ποδοπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποδοπάτημα
ποδοπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοπατημένο
ποδοπατημένε	verb	κλητική ενικού του ποδοπατημένος
ποδοπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοπατημένη
ποδοπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδοπατημένος
ποδοπατημένης	verb	γενική ενικού του ποδοπατημένη
ποδοπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του ποδοπατημένος
ποδοπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδοπατημένος
ποδοπατημένος	=	ποδοπατώ
ποδοπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποδοπατημένος
ποδοπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποδοπατημένος
ποδοπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποδοπατημένος
ποδοπατιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ποδοπατάω / ποδοπατώ
ποδοπατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ποδοπατώ
ποδοπατώ	verb	πατώ κάτι με τα πόδια
ποδοπεδών	=	ποδοπέδη
ποδοστάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδόσταμα
ποδοστάματος	noun	γενική ενικού του ποδόσταμα
ποδοστάτες	=	ποδοστάτης
ποδοστάτη	=	ποδοστάτης
ποδοστάτης	noun	μηχανισμός για να ακουμπάει κανείς το πόδι του (για μπαρ, για πεντικιούρ)
ποδοστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδόστημα
ποδοστήματος	noun	γενική ενικού του ποδόστημα
ποδοσταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποδόσταμα
ποδοστατών	=	ποδοστάτης
ποδοστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποδόστημα
ποδοστρόφαλος	noun	το πέδιλο του ποδηλάτου
ποδοσφαίριση	noun|dated	το ποδόσφαιρο
ποδοσφαίρισης	=	ποδοσφαίριση
ποδοσφαίρισις	noun	η ποδοσφαίριση
ποδοσφαίρου	noun	γενική ενικού του ποδόσφαιρο
ποδοσφαίρων	=	ποδόσφαιρο
ποδοσφαιρίσεις	=	ποδοσφαίριση
ποδοσφαιρίσεων	=	ποδοσφαίριση
ποδοσφαιρίστρια	noun	θηλυκό του ποδοσφαιριστής
ποδοσφαιρίστριας	noun	γενική ενικού του ποδοσφαιρίστρια
ποδοσφαιρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοσφαιρίστρια
ποδοσφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοσφαιρικό
ποδοσφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοσφαιρική
ποδοσφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιρικής	adj	γενική ενικού του ποδοσφαιρική
ποδοσφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιρικού	adj	γενική ενικού του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιρικός	adj	που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο
ποδοσφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του ποδοσφαιρικός
ποδοσφαιριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδοσφαιριστής
ποδοσφαιριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποδοσφαιριστής
ποδοσφαιριστής	noun	αθλητής του ποδοσφαίρου
ποδοσφαιριστριών	noun	γενική πληθυντικού του ποδοσφαιρίστρια
ποδοσφαιριστών	noun	γενική πληθυντικού του ποδοσφαιριστής
ποδοσφαιροποίηση	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποδοσφαιροποιώ
ποδοσφαιροποίησης	=	ποδοσφαιροποίηση
ποδοσφαιροποιήσεις	=	ποδοσφαιροποίηση
ποδοσφαιροποιήσεων	=	ποδοσφαιροποίηση
ποδοσφαιροποιώ	verb|figurative	υιοθετώ μεθόδους, τακτικές και συμπεριφορές που συνάδουν με ποδοσφαιρικό αγώνα
ποδοσφαιρόφιλα	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλε	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλες	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλη	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλης	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλο	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλοι	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλος	adj	που του αρέσει το ποδόσφαιρο, ο φίλαθλος του ποδοσφαίρου
ποδοσφαιρόφιλου	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλους	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρόφιλων	=	ποδοσφαιρόφιλος
ποδοσφαιρών	=	ποδόσφαιρα
ποδόγυρε	=	ποδόγυρος
ποδόγυρο	noun	αιτιατική ενικού του ποδόγυρος
ποδόγυροι	=	ποδόγυρος
ποδόγυρος	noun	το κάτω μέρος των γυναικείων φουστανιών
ποδόγυρου	=	ποδόγυρος
ποδόγυρους	=	ποδόγυρος
ποδόγυρων	=	ποδόγυρος
ποδόδεσμε	=	ποδόδεσμος
ποδόδεσμο	=	ποδόδεσμος
ποδόδεσμοι	=	ποδόδεσμος
ποδόδεσμος	noun	είδος κόμπου για σκοινιά διαφορετικής διαμέτρου για το δέσιμο της σκότας στις γωνίες του ιστίου
ποδόδεσμου	=	ποδόδεσμος
ποδόδεσμους	=	ποδόδεσμος
ποδόδεσμων	=	ποδόδεσμος
ποδόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδόλουτρο
ποδόλουτρο	noun	πλύσιμο των ποδιών
ποδόλουτρου	noun	γενική ενικού του ποδόλουτρο
ποδόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του ποδόλουτρο
ποδόμακτρα	=	ποδόμακτρο
ποδόμακτρο	noun|formal	πετσέτα για σκούπισμα των ποδιών
ποδόμακτρου	=	ποδόμακτρο
ποδόμακτρων	=	ποδόμακτρο
ποδόμυλε	=	ποδόμυλος
ποδόμυλο	=	ποδόμυλος
ποδόμυλοι	=	ποδόμυλος
ποδόμυλος	noun	«διάδρομος» που γυρίζει / μετακινείται με την κίνηση των ποδιών (περπάτημα) πάνω του
ποδόμυλου	=	ποδόμυλος
ποδόμυλους	=	ποδόμυλος
ποδόμυλων	=	ποδόμυλος
ποδόπληκτρα	=	ποδόπληκτρο
ποδόπληκτρο	noun	εξάρτημα μουσικού οργάνου (εκκλησιαστικού αρμόνιου, πιάνου, κ.α.) που χρησιμοποιείται με το πόδι
ποδόπληκτρον	noun	ποδόπληκτρο
ποδόπληκτρου	=	ποδόπληκτρο
ποδόπληκτρων	=	ποδόπληκτρο
ποδόσταμα	noun	το ποδόστημα, η πρυμναία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πρύμνης πλοίου, σκάφους ή λέμβου.
ποδόσταμο	noun	άλλη μορφή του ποδόστημα
ποδόσταμου	=	ποδόσταμο
ποδόσταμων	=	ποδόσταμο
ποδόστημα	noun	η πρυμναία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πρύμνης πλοίου, σκάφους ή λέμβου.
ποδόσφαιρα	noun	η μπάλα που χρησιμεύει στο ποδόσφαιρο
ποδόσφαιρας	=	ποδόσφαιρα
ποδόσφαιρες	=	ποδόσφαιρα
ποδόσφαιρο	noun	ομαδικό άθλημα στο οποίο οι παίκτες της μιας ομάδας προσπαθούν να οδηγήσουν την μπάλα στο τέρμα του αντιπάλου χρησιμοποιώντας μόνο τα πόδια ή το κεφάλι
ποδόσφαιρον	noun	το ποδόσφαιρο
ποδόσφαιρου	noun	γενική ενικού του ποδόσφαιρο
ποδόσφαιρων	noun	γενική πληθυντικού του ποδόσφαιρο
ποδότης	noun|vulgar	λοστρόμος, ναύκληρος
ποδόφρενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποδόφρενο
ποδόφρενο	noun	φρένο που λειτουργεί με το πόδι
ποδόφρενου	noun	γενική ενικού του ποδόφρενο
ποδόφρενων	noun	γενική πληθυντικού του ποδόφρενο
ποδών	noun	γενική πληθυντικού του πόδας
ποε-οτα	abbrev	αρκτικόλεξο: Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζόμενων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης
ποεδην	abbrev	δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο των εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία της Ελλάδας
ποεσυ	abbrev	συνδικαλιστική οργάνωση δευτεροβάθμιου επιπέδου που εκπροσωπεί τους δημοσιογράφους στην Ελλάδα
ποετάστρε	noun	κλητική ενικού του ποετάστρος
ποετάστρο	noun	αιτιατική ενικού του ποετάστρος
ποετάστροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποετάστρος
ποετάστρος	noun	αδέξιος, ατάλαντος ποιητής
ποετάστρου	noun	γενική ενικού του ποετάστρος
ποετάστρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποετάστρος
ποετάστρων	noun	γενική πληθυντικού του ποετάστρος
ποζάραμε	=	ποζάρω
ποζάραν	=	ποζάρω
ποζάρανε	=	ποζάρω
ποζάρατε	=	ποζάρω
ποζάρει	=	ποζάρω
ποζάρεις	=	ποζάρω
ποζάρετε	=	ποζάρω
ποζάρισμα	noun	η ακίνητη στάση που παίρνει κάποιος σύμφωνα με τις οδηγίες ενός φωτογράφου ή ζωγράφου
ποζάροντας	=	ποζάρω
ποζάρουμε	=	ποζάρω
ποζάρουν	=	ποζάρω
ποζάρουνε	=	ποζάρω
ποζάρω	verb	παραμένω ακίνητος σύμφωνα με τις οδηγίες ενός φωτογράφου ή ενός ζωγράφου
ποζάτα	=	ποζάτος
ποζάτε	=	ποζάτος
ποζάτες	=	ποζάτος
ποζάτη	=	ποζάτος
ποζάτης	=	ποζάτος
ποζάτο	=	ποζάτος
ποζάτοι	=	ποζάτος
ποζάτος	adj	που παίρνει μια προσποιητή στάση ώστε να εντυπωσιάσει
ποζάτου	=	ποζάτος
ποζάτους	=	ποζάτος
ποζάτων	=	ποζάτος
ποζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζάρισμα
ποζαρίσματος	noun	γενική ενικού του ποζάρισμα
ποζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποζάρισμα
ποζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζαρισμένο
ποζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ποζαρισμένος
ποζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζαρισμένη
ποζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποζαρισμένος
ποζαρισμένης	verb	γενική ενικού του ποζαρισμένη
ποζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ποζαρισμένος
ποζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποζαρισμένος
ποζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποζαρισμένος
ποζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποζαρισμένος
ποζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποζαρισμένος
ποζιτιβισμέ	noun	κλητική ενικού του ποζιτιβισμός
ποζιτιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποζιτιβισμός
ποζιτιβισμού	noun	γενική ενικού του ποζιτιβισμός
ποζιτιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποζιτιβισμός
ποζιτιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του ποζιτιβισμός
ποζιτιβισμός	noun	ο θετικισμός
ποζιτιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του ποζιτιβισμός
ποζιτιβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζιτιβιστής
ποζιτιβιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποζιτιβιστής
ποζιτιβιστής	noun	θετικιστής
ποζιτιβιστών	noun	γενική πληθυντικού του ποζιτιβιστής
ποζιτρονίου	noun	γενική ενικού του ποζιτρόνιο
ποζιτρονίων	noun	γενική πληθυντικού του ποζιτρόνιο
ποζιτρόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζιτρόνιο
ποζιτρόνιο	noun	αντισωματίδιο, το αντισωμάτιο του ηλεκτρονίου
ποζιτρόνιου	=	ποζιτρόνιο
ποζολάνη	noun	ανόργανο υλικό από στάχτες ηφαιστείων, με ιδιότητες παραπλήσιες με αυτές του τσιμέντου
ποζολανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζολανικό
ποζολανικέ	adj	κλητική ενικού του ποζολανικός
ποζολανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποζολανική
ποζολανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποζολανικός
ποζολανικής	adj	γενική ενικού του ποζολανική
ποζολανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποζολανικός
ποζολανικού	adj	γενική ενικού του ποζολανικός
ποζολανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποζολανικός
ποζολανικό	adj	αιτιατική ενικού του ποζολανικός
ποζολανικός	adj	που σχετίζεται με ποζολάνες και έχει τις ιδιότητές τους, που είναι παραπλήσιες με αυτές του τσιμέντου
ποζολανικών	adj	γενική πληθυντικού του ποζολανικός
ποθές	adv	πουθενά
ποθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσαν	=	ποθώ
ποθήσανε	=	ποθώ
ποθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσουνε	=	ποθώ
ποθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποθώ
ποθαμένα	=	ποθαμένος
ποθαμένε	=	ποθαμένος
ποθαμένες	=	ποθαμένος
ποθαμένη	=	ποθαμένος
ποθαμένης	=	ποθαμένος
ποθαμένο	=	ποθαμένος
ποθαμένοι	=	ποθαμένος
ποθαμένος	verb|literary	άλλη μορφή του πεθαμένος
ποθαμένου	=	ποθαμένος
ποθαμένους	=	ποθαμένος
ποθαμένων	=	ποθαμένος
ποθεί	=	ποθώ
ποθείς	=	ποθώ
ποθείτε	=	ποθώ
ποθεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθεινό
ποθεινέ	adj	κλητική ενικού του ποθεινός
ποθεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθεινή
ποθεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποθεινός
ποθεινής	adj	γενική ενικού του ποθεινή
ποθεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποθεινός
ποθεινού	adj	γενική ενικού του ποθεινός
ποθεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποθεινός
ποθεινό	adj	αιτιατική ενικού του ποθεινός
ποθεινός	adj|literary	συνώνυμο του ποθητός
ποθεινότατα	=	ποθεινός
ποθεινότατε	=	ποθεινός
ποθεινότατες	=	ποθεινός
ποθεινότατη	=	ποθεινός
ποθεινότατης	=	ποθεινός
ποθεινότατο	=	ποθεινός
ποθεινότατοι	=	ποθεινός
ποθεινότατος	=	ποθεινός
ποθεινότατου	=	ποθεινός
ποθεινότατους	=	ποθεινός
ποθεινότατων	=	ποθεινός
ποθεινών	adj	γενική πληθυντικού του ποθεινός
ποθερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθερό
ποθερέ	adj	κλητική ενικού του ποθερός
ποθερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθερή
ποθερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποθερός
ποθερής	adj	γενική ενικού του ποθερή
ποθεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποθερός
ποθερού	adj	γενική ενικού του ποθερός
ποθερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποθερός
ποθερό	adj	αιτιατική ενικού του ποθερός
ποθερός	adj|literary	ποθητός
ποθερών	adj	γενική πληθυντικού του ποθερός
ποθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθημένο
ποθημένε	verb	κλητική ενικού του ποθημένος
ποθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθημένη
ποθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποθημένος
ποθημένης	verb	γενική ενικού του ποθημένη
ποθημένο	verb	αιτιατική ενικού του ποθημένος
ποθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποθημένος
ποθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποθημένος
ποθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποθημένος
ποθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποθημένος
ποθητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθητό
ποθητέ	adj	κλητική ενικού του ποθητός
ποθητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθητή
ποθητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποθητός
ποθητής	adj	γενική ενικού του ποθητή
ποθητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποθητός
ποθητού	adj	γενική ενικού του ποθητός
ποθητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποθητός
ποθητό	adj	αιτιατική ενικού του ποθητός
ποθητός	adj	που τον ποθεί κάποιος
ποθητών	adj	γενική πληθυντικού του ποθητός
ποθοπλάνταγμα	noun	ο έντονος ερωτικός πόθος
ποθοπλάνταχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθοπλάνταχτο
ποθοπλάνταχτε	adj	κλητική ενικού του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλάνταχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποθοπλάνταχτη
ποθοπλάνταχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλάνταχτης	adj	γενική ενικού του ποθοπλάνταχτη
ποθοπλάνταχτο	adj	αιτιατική ενικού του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλάνταχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλάνταχτος	adj	αυτός που πλαντάζει από τον πόθο
ποθοπλάνταχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλάνταχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλάνταχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποθοπλάνταχτος
ποθοπλαντάγματα	=	ποθοπλάνταγμα
ποθοπλαντάγματος	=	ποθοπλάνταγμα
ποθοπλανταγμάτων	=	ποθοπλάνταγμα
ποθουμένου	=	ποθούμενο
ποθουμένων	=	ποθούμενο
ποθούμε	=	ποθώ
ποθούμενα	=	ποθούμενο
ποθούμενε	=	ποθούμενος
ποθούμενες	=	ποθούμενος
ποθούμενη	=	ποθούμενος
ποθούμενης	=	ποθούμενος
ποθούμενο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ποθούμενος	noun	το επιθυμητό
ποθούμενοι	=	ποθούμενος
ποθούμενος	verb	επιθυμητός, επιδιωκόμενος, προσδοκώμενος
ποθούμενου	=	ποθούμενο
ποθούμενους	=	ποθούμενος
ποθούμενων	=	ποθούμενος
ποθούν	=	ποθώ
ποθούνε	=	ποθώ
ποθούσα	=	ποθώ
ποθούσαμε	=	ποθώ
ποθούσαν	=	ποθώ
ποθούσανε	=	ποθώ
ποθούσατε	=	ποθώ
ποθούσε	=	ποθώ
ποθούσες	=	ποθώ
ποθώ	verb	επιθυμώ κάτι έντονα
ποθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ποθώ
ποιήθηκα	=	ποιώ
ποιήθηκαν	=	ποιούμαι
ποιήθηκε	=	ποιούμαι
ποιήθηκες	=	ποιούμαι
ποιήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποίημα
ποιήματος	noun	γενική ενικού του ποίημα
ποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσαν	=	ποιώ
ποιήσανε	=	ποιώ
ποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποίηση
ποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ποίηση
ποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ποίηση
ποιήσου	=	ποιούμαι
ποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσουνε	=	ποιώ
ποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιώ
ποιήτρια	noun	αυτή που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα
ποιήτριας	noun	γενική ενικού του ποιήτρια
ποιήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιήτρια
ποια	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιος
ποιαν	=	ποια
ποιεί	=	ποιώ
ποιείς	=	ποιώ
ποιείσαι	=	ποιούμαι
ποιείστε	=	ποιούμαι
ποιείται	=	ποιούμαι
ποιείτε	=	ποιώ
ποιείτο	=	ποιώ
ποιες	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ποιος
ποιηθέν	=	ποιηθείς
ποιηθήκαμε	=	ποιούμαι
ποιηθήκαν	=	ποιούμαι
ποιηθήκανε	=	ποιούμαι
ποιηθήκατε	=	ποιούμαι
ποιηθεί	=	ποιούμαι
ποιηθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου (ποιήθηκα) του ρήματος ποιώ: που δημιουργήθηκε, φτιάχτηκε στο παρελθόν
ποιηθείσα	=	ποιηθείς
ποιηθείτε	=	ποιούμαι
ποιηθούμε	=	ποιώ
ποιηθούν	=	ποιώ
ποιηθούνε	=	ποιώ
ποιηθώ	=	ποιώ
ποιημάτιον	noun|formal	μικρό ποίημα
ποιημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποίημα
ποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιημένο
ποιημένε	verb	κλητική ενικού του ποιημένος
ποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιημένη
ποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιημένος
ποιημένης	verb	γενική ενικού του ποιημένη
ποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ποιημένος
ποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιημένος
ποιημένος	=	ποιώ
ποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποιημένος
ποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποιημένος
ποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποιημένος
ποιηματάκι	noun	μικρό ποίημα
ποιηματάκια	=	ποιηματάκι
ποιητάδες	=	ποιητές
ποιητάδων	=	ποιητών
ποιητάκο	noun	αιτιατική ενικού του ποιητάκος
ποιητάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιητάκος
ποιητάκος	noun	κακός ή άσημος ποιητής
ποιητάκου	noun	γενική ενικού του ποιητάκος
ποιητάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποιητάκος
ποιητάκων	noun	γενική πληθυντικού του ποιητάκος
ποιητάρη	noun	ποιητάρης, στη γενική του ενικού
ποιητάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιητάρης
ποιητάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ποιητάρης
ποιητάρης	noun|dated	λαϊκός στιχουργός επίκαιρων θεμάτων
ποιητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιητής
ποιητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποιητής
ποιητής	noun	αυτός που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα
ποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιητικό	adv	με ποιητικό τρόπο
ποιητικέ	adj	κλητική ενικού του ποιητικός
ποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιητική
ποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιητικός
ποιητικής	adj	γενική ενικού του ποιητική
ποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιητικός
ποιητικοτήτων	=	ποιητικότητα
ποιητικού	adj	γενική ενικού του ποιητικός
ποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποιητικός
ποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του ποιητικός
ποιητικός	adj	που αναφέρεται στους ποιητές και την ποίηση
ποιητικότατα	=	ποιητικός
ποιητικότατε	=	ποιητικός
ποιητικότατες	=	ποιητικός
ποιητικότατη	=	ποιητικός
ποιητικότατης	=	ποιητικός
ποιητικότατο	=	ποιητικός
ποιητικότατοι	=	ποιητικός
ποιητικότατος	=	ποιητικός
ποιητικότατου	=	ποιητικός
ποιητικότατους	=	ποιητικός
ποιητικότατων	=	ποιητικός
ποιητικότερα	=	ποιητικός
ποιητικότερε	=	ποιητικός
ποιητικότερες	=	ποιητικός
ποιητικότερη	=	ποιητικός
ποιητικότερης	=	ποιητικός
ποιητικότερο	=	ποιητικός
ποιητικότεροι	=	ποιητικός
ποιητικότερος	=	ποιητικός
ποιητικότερου	=	ποιητικός
ποιητικότερους	=	ποιητικός
ποιητικότερων	=	ποιητικός
ποιητικότης	noun	η ποιητικότητα
ποιητικότητα	noun	η ιδιότητα του ποιητικού
ποιητικότητας	noun	γενική ενικού του ποιητικότητα
ποιητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιητικότητα
ποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του ποιητικός
ποιητολογικά	=	ποιητολογικός
ποιητολογικέ	=	ποιητολογικός
ποιητολογικές	=	ποιητολογικός
ποιητολογική	=	ποιητολογικός
ποιητολογικής	=	ποιητολογικός
ποιητολογικοί	=	ποιητολογικός
ποιητολογικού	=	ποιητολογικός
ποιητολογικούς	=	ποιητολογικός
ποιητολογικό	=	ποιητολογικός
ποιητολογικός	adj	σχετικός με την ποιητολογία
ποιητολογικών	=	ποιητολογικός
ποιητριών	noun	γενική πληθυντικού του ποιήτρια
ποιητών	noun	γενική πληθυντικού του ποιητής
ποικίλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικίλο
ποικίλε	adj	κλητική ενικού του ποικίλος
ποικίλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικίλη
ποικίλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποικίλος
ποικίλης	adj	γενική ενικού του ποικίλη
ποικίλθηκα	=	ποικίλλω
ποικίλλει	=	ποικίλλω
ποικίλλω	verb	διαφοροποιούμαι, διαφέρω
ποικίλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποίκιλμα
ποικίλματος	noun	γενική ενικού του ποίκιλμα
ποικίλο	adj	αιτιατική ενικού του ποικίλος
ποικίλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποικίλος
ποικίλος	adj	που παρουσιάζει ή εμφανίζει ποικιλία, έχει πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά
ποικίλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποικίλος
ποικίλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποικίλος
ποικίλσεις	=	ποίκιλση
ποικίλσεων	=	ποίκιλση
ποικίλτρια	noun	θηλυκό του ποικιλτής, η κεντήτρα, κεντίστρα
ποικίλτριας	=	ποικίλτρια
ποικίλτριες	=	ποικίλτρια
ποικίλων	adj	γενική πληθυντικού του ποικίλος
ποικίλως	adv	με ποικίλους τρόπους
ποικιλία	noun	πολλά και, κυρίως, διαφορετικά πράγματα ή είδη ή μορφές
ποικιλίας	noun	γενική ενικού του ποικιλία
ποικιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλία
ποικιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ποικιλία
ποικιλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ποίκιλμα
ποικιλμένα	=	ποικιλμένος
ποικιλμένε	=	ποικιλμένος
ποικιλμένες	=	ποικιλμένος
ποικιλμένη	=	ποικιλμένος
ποικιλμένης	=	ποικιλμένος
ποικιλμένο	=	ποικιλμένος
ποικιλμένοι	=	ποικιλμένος
ποικιλμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ποικίλλω
ποικιλμένου	=	ποικιλμένος
ποικιλμένους	=	ποικιλμένος
ποικιλμένων	=	ποικιλμένος
ποικιλομορφία	noun|formal	το να είναι κάτι ποικιλόμορφο, η ιδιότητα του ποικιλόμορφου
ποικιλομορφίας	noun	γενική ενικού του ποικιλομορφία
ποικιλομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλομορφία
ποικιλομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του ποικιλομορφία
ποικιλομόρφως	adv	ποικιλόμορφα
ποικιλοσχήμως	adv	με πολλές μορφές
ποικιλοτήτων	=	ποικιλότητα
ποικιλοτρόπου	=	ποικιλότροπος
ποικιλοτρόπους	=	ποικιλότροπος
ποικιλοτρόπων	=	ποικιλότροπος
ποικιλοτρόπως	adv|formal	με πολλούς τρόπους
ποικιλοχρωμία	noun	η ιδιότητα του ποικιλόχρωμου
ποικιλοχρωμίας	=	ποικιλοχρωμία
ποικιλοχρωμίες	=	ποικιλοχρωμία
ποικιλοχρωμιών	=	ποικιλοχρωμία
ποικιλτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλτής
ποικιλτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποικιλτής
ποικιλτής	noun	διακοσμητής υφασμάτων, κεντητής
ποικιλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλτικό
ποικιλτικέ	adj	κλητική ενικού του ποικιλτικός
ποικιλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλτική
ποικιλτική	noun|formal	η διακοσμητική τέχνη, η τέχνη της διακόσμησης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποικιλτικός
ποικιλτικής	adj	γενική ενικού του ποικιλτική
ποικιλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποικιλτικός
ποικιλτικού	adj	γενική ενικού του ποικιλτικός
ποικιλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποικιλτικός
ποικιλτικό	adj	αιτιατική ενικού του ποικιλτικός
ποικιλτικός	adj|formal	που έχει σχέση με την ποίκιλση ή την ποικιλτική, τη διακοσμητική τέχνη, ή αναφέρεται σ’ αυτές
ποικιλτικών	adj	γενική πληθυντικού του ποικιλτικός
ποικιλτριών	=	ποικίλτρια
ποικιλτών	noun	γενική πληθυντικού του ποικιλτής
ποικιλόγραμμα	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμε	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμες	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμη	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμης	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμο	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμοι	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμος	adj	που έχει σχεδιαστεί με ποικίλες γραμμές, διαφόρων ειδών
ποικιλόγραμμου	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμους	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμων	=	ποικιλόγραμμος
ποικιλόδερμα	noun	χρόνια καλοήθης πάθηση κατά την οποία υπάρχουν περιοχές υπερχρωματισμού και υποχρωματισμού του δέρματος
ποικιλόθερμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλόθερμο
ποικιλόθερμε	adj	κλητική ενικού του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλόθερμη
ποικιλόθερμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμης	adj	γενική ενικού του ποικιλόθερμη
ποικιλόθερμο	adj	αιτιατική ενικού του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμος	adj	ο ψυχρόαιμος
ποικιλόθερμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποικιλόθερμος
ποικιλόθερμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποικιλόθερμος
ποικιλόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποικιλόμορφος	adv	με ποικιλόμορφο τρόπο, με ποικιλομορφία
ποικιλόμορφε	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφες	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφη	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφης	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφο	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφοι	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφος	adj	που εκφράζεται/εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους/μορφές
ποικιλόμορφου	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφους	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόμορφων	=	ποικιλόμορφος
ποικιλόσχημα	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημε	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημες	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημη	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημης	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημο	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημοι	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημος	adj	που εμφανίζεται με πολλές μορφές
ποικιλόσχημου	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημους	=	ποικιλόσχημος
ποικιλόσχημων	=	ποικιλόσχημος
ποικιλότατα	=	ποικίλος
ποικιλότατε	=	ποικίλος
ποικιλότατες	=	ποικίλος
ποικιλότατη	=	ποικίλος
ποικιλότατης	=	ποικίλος
ποικιλότατο	=	ποικίλος
ποικιλότατοι	=	ποικίλος
ποικιλότατος	=	ποικίλος
ποικιλότατου	=	ποικίλος
ποικιλότατους	=	ποικίλος
ποικιλότατων	=	ποικίλος
ποικιλότερα	=	ποικίλος
ποικιλότερε	=	ποικίλος
ποικιλότερες	=	ποικίλος
ποικιλότερη	=	ποικίλος
ποικιλότερης	=	ποικίλος
ποικιλότερο	=	ποικίλος
ποικιλότεροι	=	ποικίλος
ποικιλότερος	=	ποικίλος
ποικιλότερου	=	ποικίλος
ποικιλότερους	=	ποικίλος
ποικιλότερων	=	ποικίλος
ποικιλότης	noun	η ποικιλότητα
ποικιλότητα	noun	κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ή συνύπαρξη διαφορετικών στοιχείων ή χαρακτηριστικών δίχως όμως να φτάνει στο σημείο της δυσαρμονίας (όπως στην περίπτωση της ανομοιομορφίας)
ποικιλότητας	=	ποικιλότητα
ποικιλότητες	=	ποικιλότητα
ποικιλότροπα	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπε	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπες	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπη	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπης	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπο	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροποι	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπος	adj	που γίνεται με διάφορους τρόπους
ποικιλότροπου	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπους	=	ποικιλότροπος
ποικιλότροπων	=	ποικιλότροπος
ποικιλόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλόφωνο
ποικιλόφωνε	adj	κλητική ενικού του ποικιλόφωνος
ποικιλόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποικιλόφωνη
ποικιλόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποικιλόφωνος
ποικιλόφωνης	adj	γενική ενικού του ποικιλόφωνη
ποικιλόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του ποικιλόφωνος
ποικιλόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποικιλόφωνος
ποικιλόφωνος	adj	αυτός που μιλάει ή τραγουδάει με ποικίλους τρόπους
ποικιλόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποικιλόφωνος
ποικιλόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποικιλόφωνος
ποικιλόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποικιλόφωνος
ποικιλόχρωμα	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμε	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμες	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμη	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμης	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμο	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμοι	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμος	adj	που χαρακτηρίζεται από ποικιλία χρωμάτων
ποικιλόχρωμου	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμους	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλόχρωμων	=	ποικιλόχρωμος
ποικιλώνυμα	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμε	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμες	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμη	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμης	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμο	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμοι	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμος	adj	πολύμορφος, ποικιλόμορφος
ποικιλώνυμου	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμους	=	ποικιλώνυμος
ποικιλώνυμων	=	ποικιλώνυμος
ποιμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάναν	=	ποιμαίνω
ποιμάνανε	=	ποιμαίνω
ποιμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάνδρου	=	ποίμανδρος
ποιμάνδρους	=	ποίμανδρος
ποιμάνδρων	=	ποίμανδρος
ποιμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνω
ποιμένα	=	ποιμένας
ποιμένας	noun|formal	ο βοσκός
ποιμένες	=	ποιμένας
ποιμένος	=	ποιμένας
ποιμένων	=	ποιμένας
ποιμαίναμε	=	ποιμαίνω
ποιμαίναν	=	ποιμαίνω
ποιμαίνανε	=	ποιμαίνω
ποιμαίνατε	=	ποιμαίνω
ποιμαίνει	=	ποιμαίνω
ποιμαίνεις	=	ποιμαίνω
ποιμαίνετε	=	ποιμαίνω
ποιμαίνοντας	=	ποιμαίνω
ποιμαίνουμε	=	ποιμαίνω
ποιμαίνουν	=	ποιμαίνω
ποιμαίνουνε	=	ποιμαίνω
ποιμαίνω	verb	καθοδηγώ τους πιστούς
ποιμανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμαίνομαι
ποιμαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντικό
ποιμαντικέ	adj	κλητική ενικού του ποιμαντικός
ποιμαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντική
ποιμαντική	noun	κλάδος της θεολογίας που ασχολείται με τη διδασκαλία των μεθόδων πνευματικής καθοδήγησης των πιστών από τον θρησκευτικό τους ηγέτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιμαντικός
ποιμαντικής	adj	γενική ενικού του ποιμαντική
ποιμαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντικός
ποιμαντικού	adj	γενική ενικού του ποιμαντικός
ποιμαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποιμαντικός
ποιμαντικό	adj	αιτιατική ενικού του ποιμαντικός
ποιμαντικός	adj	συνώνυμο του ποιμαντορικός
ποιμαντικών	adj	γενική πληθυντικού του ποιμαντικός
ποιμαντορία	noun	το αξίωμα του εκκλησιαστικού ποιμένα καθώς και η πνευματική και ηθική καθοδήγηση που παρέχει στους πιστούς
ποιμαντορίας	noun	γενική ενικού του ποιμαντορία
ποιμαντορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντορία
ποιμαντορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντορικό
ποιμαντορικέ	adj	κλητική ενικού του ποιμαντορικός
ποιμαντορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντορική
ποιμαντορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιμαντορικός
ποιμαντορικής	adj	γενική ενικού του ποιμαντορική
ποιμαντορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιμαντορικός
ποιμαντορικού	adj	γενική ενικού του ποιμαντορικός
ποιμαντορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποιμαντορικός
ποιμαντορικό	adj	αιτιατική ενικού του ποιμαντορικός
ποιμαντορικός	adj	που έχει σχέση με την ποιμαντορία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ποιμαντορικών	adj	γενική πληθυντικού του ποιμαντορικός
ποιμαντορικώς	adv|archaic	με ποιμαντορικό τρόπο
ποιμαντοριών	noun	γενική πληθυντικού του ποιμαντορία
ποιμενάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμενάρχης
ποιμενάρχη	=	ποιμενάρχης
ποιμενάρχης	noun	θρησκευτικός και πνευματικός ηγέτης των πιστών
ποιμενάρχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμενάρχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμενάρχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμενάρχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμενίδα	noun	θηλυκό του ποιμένας
ποιμενίδας	=	ποιμενίδα
ποιμενίδες	=	ποιμενίδα
ποιμενίδων	=	ποιμενίδα
ποιμενίς	noun	θηλυκό του ποιμήν
ποιμεναρχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμεναρχία	noun	το αξίωμα του ποιμενάρχη ή η χρονική περίοδος ασκήσεώς του
ποιμεναρχίας	noun	γενική ενικού του ποιμεναρχία
ποιμεναρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμεναρχία
ποιμεναρχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμεναρχημένο
ποιμεναρχημένε	verb	κλητική ενικού του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμεναρχημένη
ποιμεναρχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχημένης	verb	γενική ενικού του ποιμεναρχημένη
ποιμεναρχημένο	verb	αιτιατική ενικού του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποιμεναρχημένος
ποιμεναρχιών	noun	γενική πληθυντικού του ποιμεναρχία
ποιμεναρχώ	verb	έχω το αξίωμα του ποιμενάρχη και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
ποιμεναρχών	=	ποιμενάρχης
ποιμεναρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ποιμεναρχώ
ποιμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμενικό
ποιμενικέ	adj	κλητική ενικού του ποιμενικός
ποιμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμενική
ποιμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιμενικός
ποιμενικής	adj	γενική ενικού του ποιμενική
ποιμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιμενικός
ποιμενικού	adj	γενική ενικού του ποιμενικός
ποιμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποιμενικός
ποιμενικό	adj	αιτιατική ενικού του ποιμενικός	noun	ποίηση ή μουσική σύνθεση με θέματα από την ποιμενική ή βουκολική ζωή
ποιμενικός	adj	που έχει σχέση με βοσκούς, με ποιμένες
ποιμενικών	adj	γενική πληθυντικού του ποιμενικός
ποιμενισμέ	noun	κλητική ενικού του ποιμενισμός
ποιμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιμενισμός
ποιμενισμού	noun	γενική ενικού του ποιμενισμός
ποιμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποιμενισμός
ποιμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του ποιμενισμός
ποιμενισμός	noun	τρόπος ζωής που χαρακτηρίζεται από τη μετακίνηση, όπως στην εποχιακή μετακίνση των κοπαδιών, στην ποιμενική ζωή
ποιμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του ποιμενισμός
ποιμνίου	noun	γενική ενικού του ποίμνιο
ποιμνίων	noun	γενική πληθυντικού του ποίμνιο
ποιμνιοβοσκές	=	ποιμνιοβοσκή
ποιμνιοβοσκή	noun|dated	τόπος που ενδείκνυται για βοσκή ποιμνίων
ποιμνιοβοσκής	=	ποιμνιοβοσκή
ποιμνιοβοσκών	=	ποιμνιοβοσκή
ποιμνιοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιμνιοστάσιο
ποιμνιοστάσιο	noun|formal	εγκατάσταση για την εκτροφή του ποίμνιου
ποιμνιοστάσιον	noun	ποιμνιοστάσιο
ποιμνιοστάσιου	=	ποιμνιοστάσιο
ποιμνιοστασίου	noun	γενική ενικού του ποιμνιοστάσιο
ποιμνιοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του ποιμνιοστάσιο
ποιμνιοτρόφε	=	ποιμνιοτρόφος
ποιμνιοτρόφο	=	ποιμνιοτρόφος
ποιμνιοτρόφοι	=	ποιμνιοτρόφος
ποιμνιοτρόφος	noun	που εκτρέφει, που διατηρεί ποίμνια, κτηνοτρόφος
ποιμνιοτρόφου	=	ποιμνιοτρόφος
ποιμνιοτρόφους	=	ποιμνιοτρόφος
ποιμνιοτρόφων	=	ποιμνιοτρόφος
ποιμνών	=	ποίμνη
ποινές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποινή
ποινή	noun	τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία
ποινής	=	ποινή
ποινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποινικό
ποινικέ	adj	κλητική ενικού του ποινικός
ποινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποινική
ποινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποινικός
ποινικής	adj	γενική ενικού του ποινική
ποινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποινικός
ποινικολογία	noun	κλάδος της νομικής επιστήμης που ασχολείται με το ποινικό δίκαιο
ποινικολογίας	noun	γενική ενικού του ποινικολογία
ποινικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποινικολογία
ποινικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ποινικολογία
ποινικολόγε	noun	κλητική ενικού του ποινικολόγος
ποινικολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ποινικολόγος
ποινικολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποινικολόγος
ποινικολόγος	noun	νομικός που έχει ειδικευτεί στο Ποινικό Δίκαιο και την εγκληματολογία
ποινικολόγου	noun	γενική ενικού του ποινικολόγος
ποινικολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποινικολόγος
ποινικολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ποινικολόγος
ποινικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποίηση	noun	η ενέργεια του ποινικοποιώ
ποινικοποίησης	noun	γενική ενικού του ποινικοποίηση
ποινικοποιήθηκα	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιήθηκαν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιήθηκε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιήθηκες	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποινικοποίηση
ποινικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ποινικοποίηση
ποινικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ποινικοποίηση
ποινικοποιήσου	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποινικοποιώ
ποινικοποιείσαι	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιείστε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιείται	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιηθήκαμε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιηθήκαν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιηθήκανε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιηθήκατε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιηθεί	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιηθείτε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποινικοποιημένος
ποινικοποιημένος	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούμαι	verb	για ενέργειες που δεν ενέπιπταν στο κοινό ποινικό δίκαιο, αλλά περιλήφθηκαν σε αυτό και θεωρούνται στο εξής ποινικά κολάσιμες
ποινικοποιούμασταν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούμαστε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούμουν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούνται	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούνταν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούσασταν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούσαστε	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιούσουν	=	ποινικοποιούμαι
ποινικοποιώ	verb	θεσπίζω με νόμο ότι μια πράξη αποτελεί ποινικό αδίκημα
ποινικού	adj	γενική ενικού του ποινικός
ποινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποινικός
ποινικό	adj	αιτιατική ενικού του ποινικός
ποινικός	adj	σχετικός με ποινή
ποινικότης	noun	η ποινικότητα
ποινικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ποινικού
ποινικών	adj	γενική πληθυντικού του ποινικός
ποινικώς	adv|formal	άλλη μορφή του ποινικά
ποινολογίου	noun	γενική ενικού του ποινολόγιο
ποινολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ποινολόγιο
ποινολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποινολόγιο
ποινολόγιο	noun	βιβλίο που τηρείται από ορισμένους οργανισμούς, όπως σχολεία, πλοία κ.α. όπου και καταγράφονται οι επιβαλλόμενες ποινές στους μαθητές, ναύτες κ.ο.κ.
ποινολόγιον	noun	ποινολόγιο
ποινολόγιου	=	ποινολόγιο
ποινολόγιων	=	ποινολόγιο
ποινών	=	ποινή
ποιο	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποιος
ποιον	pron	αιτιατική ενικού του ποιος
ποιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ποιότητα
ποιοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιοτικό	adv	από ποιοτικής άποψης
ποιοτικέ	adj	κλητική ενικού του ποιοτικός
ποιοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιοτική
ποιοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποιοτικός
ποιοτικής	adj	γενική ενικού του ποιοτική
ποιοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποιοτικός
ποιοτικού	adj	γενική ενικού του ποιοτικός
ποιοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποιοτικός
ποιοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ποιοτικός
ποιοτικός	adj	που αναφέρεται στην ποιότητα
ποιοτικότατα	=	ποιοτικός
ποιοτικότατε	=	ποιοτικός
ποιοτικότατες	=	ποιοτικός
ποιοτικότατη	=	ποιοτικός
ποιοτικότατης	=	ποιοτικός
ποιοτικότατο	=	ποιοτικός
ποιοτικότατοι	=	ποιοτικός
ποιοτικότατος	=	ποιοτικός
ποιοτικότατου	=	ποιοτικός
ποιοτικότατους	=	ποιοτικός
ποιοτικότατων	=	ποιοτικός
ποιοτικότερα	=	ποιοτικός
ποιοτικότερε	=	ποιοτικός
ποιοτικότερες	=	ποιοτικός
ποιοτικότερη	=	ποιοτικός
ποιοτικότερης	=	ποιοτικός
ποιοτικότερο	=	ποιοτικός
ποιοτικότεροι	=	ποιοτικός
ποιοτικότερος	=	ποιοτικός
ποιοτικότερου	=	ποιοτικός
ποιοτικότερους	=	ποιοτικός
ποιοτικότερων	=	ποιοτικός
ποιοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ποιοτικός
ποιούμαι	verb	κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ
ποιούμασταν	=	ποιούμαι
ποιούμαστε	=	ποιούμαι
ποιούμε	=	ποιώ
ποιούμενος	=	ποιώ
ποιούμουν	=	ποιούμαι
ποιούμουνα	=	ποιώ
ποιούν	=	ποιώ
ποιούνε	=	ποιώ
ποιούνται	=	ποιούμαι
ποιούνταν	=	ποιούμαι
ποιούντο	=	ποιώ
ποιούσα	=	ποιώ
ποιούσαμε	=	ποιώ
ποιούσαν	=	ποιώ
ποιούσανε	=	ποιώ
ποιούσασταν	=	ποιούμαι
ποιούσαστε	=	ποιούμαι
ποιούσατε	=	ποιώ
ποιούσε	=	ποιώ
ποιούσες	=	ποιώ
ποιούσουν	=	ποιούμαι
ποιούσουνα	=	ποιώ
ποιόμασταν	=	ποιώ
ποιόμαστε	=	ποιώ
ποιόμουν	=	ποιώ
ποιόμουνα	=	ποιώ
ποιόν	noun	οι ιδιότητες και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πράγματος, η ποιότητα ενός πράγματος
ποιόνταν	=	ποιώ
ποιόντανε	=	ποιώ
ποιόντουσαν	=	ποιώ
ποιόσασταν	=	ποιώ
ποιόσαστε	=	ποιώ
ποιόσουν	=	ποιώ
ποιόσουνα	=	ποιώ
ποιόταν	=	ποιώ
ποιότανε	=	ποιώ
ποιότητα	noun	το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος, η φύση, το ποιόν
ποιότητας	noun	γενική ενικού του ποιότητα
ποιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποιότητα
ποιότητος	=	ποιότητα
ποιώ	verb|dated	κατασκευάζω, δημιουργώ, κάνω κάτι, εκτελώ
ποιώντας	=	ποιώ
ποκ	abbrev	εμπορικό και θεσμικό σύμφωνο το οποίο υπέγραψαν οι μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες της Αθήνας, ΑΕΚ, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός
ποκάρι	noun	όγκος μαλλιού από την κουρά των προβάτων
ποκάρια	=	ποκάρι
ποκαριού	=	ποκάρι
ποκαριών	=	ποκάρι
ποκών	=	πόκα
πολάκα	noun	τρικάταρτο φορτηγό ιστιοφόρο του 19ου αιώνα
πολάκας	noun	πολάκα, στη γενική του ενικού
πολάκκα	noun	τρικάταρτο ιστιοφόρο (βλέπε πολάκα)
πολάκρα	noun	τρικάταρτο φορτηγό ιστιοφόρο του 19ου αιώνα, τύπου γαβάρας με αβακωτή πρύμνη, σχεδόν όμοιο με το πολάκα
πολάκρας	noun	πολάκρα, στη γενική του ενικού
πολέμα	=	πολεμάω
πολέμαγα	=	πολεμάω
πολέμαγαν	=	πολεμάω
πολέμαγε	=	πολεμάω
πολέμαγες	=	πολεμάω
πολέμαρχε	noun	κλητική ενικού του πολέμαρχος
πολέμαρχο	noun	αιτιατική ενικού του πολέμαρχος
πολέμαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολέμαρχος
πολέμαρχος	noun	αρχηγός στρατιωτικού ή αντάρτικου σώματος
πολέμαρχου	noun	γενική ενικού του πολέμαρχος
πολέμαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολέμαρχος
πολέμαρχων	noun	γενική πληθυντικού του πολέμαρχος
πολέμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολέμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολέμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολέμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολέμιε	noun	κλητική ενικού του πολέμιος
πολέμιο	noun	αιτιατική ενικού του πολέμιος
πολέμιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολέμιος
πολέμιος	noun	που αντιτίθεται σε κάτι
πολέμιου	noun	γενική ενικού του πολέμιος
πολέμιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολέμιος
πολέμιων	noun	γενική πληθυντικού του πολέμιος
πολέμου	noun	γενική ενικού του πόλεμος
πολέμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόλεμος
πολέμων	noun	γενική πληθυντικού του πόλεμος
πολέντα	noun	είδος γλυκού που παρασκευάζεται με καλαμποκάλευρο
πολέντας	=	πολέντα
πολέντες	=	πολέντα
πολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόλισμα
πολίσματος	noun	γενική ενικού του πόλισμα
πολίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτης
πολίτευμα	noun	πολιτειακό καθεστώς μιας χώρας με βάση το σύνταγμα
πολίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολίτης
πολίτης	noun	που έχει την ιθαγένεια μιας χώρας και έχει πολιτικά δικαιώματα
πολίτιδα	=	πολίτης
πολίτιδες	=	πολίτης
πολίτιδος	=	πολίτης
πολίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτικο
πολίτικε	adj	κλητική ενικού του πολίτικος
πολίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτικη
πολίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολίτικος
πολίτικης	adj	γενική ενικού του πολίτικη
πολίτικο	adj	αιτιατική ενικού του πολίτικος
πολίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολίτικος
πολίτικος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην Κωνσταντινούπολη
πολίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολίτικος
πολίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολίτικος
πολίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολίτικος
πολίτις	=	πολίτης
πολίτισσα	noun	θηλυκό του πολίτης
πολίτισσας	noun	γενική ενικού του πολίτισσα
πολίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτισσα
πολίτσια	noun|informal	άλλη μορφή του πολιτσία: η αστυνομία
πολίτσιας	=	πολίτσια
πολίτσιες	=	πολίτσια
πολίχνες	=	πολίχνη
πολίχνη	noun	η μικρή πόλη
πολίχνης	noun	γενική ενικού του πολίχνη
πολειφάδι	noun	άλλη μορφή του απολειφάδι
πολειφάδια	=	πολειφάδι
πολειφαδιού	=	πολειφάδι
πολειφαδιών	=	πολειφάδι
πολεμάγαμε	=	πολεμάω
πολεμάγανε	=	πολεμάω
πολεμάγατε	=	πολεμάω
πολεμάει	=	πολεμάω
πολεμάμε	=	πολεμάω
πολεμάν	=	πολεμάω
πολεμάνε	=	πολεμάω
πολεμάρχος	noun	άλλη μορφή του πολέμαρχος
πολεμάρχου	noun	γενική ενικού του πολέμαρχος
πολεμάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολέμαρχος
πολεμάρχων	noun	γενική πληθυντικού του πολέμαρχος
πολεμάω	verb	κάνω πόλεμο εναντίον κάποιου, αντιπαρατίθεμαι με τα όπλα
πολεμήθηκα	=	πολεμάω
πολεμήθηκαν	=	πολεμάω
πολεμήθηκε	=	πολεμάω
πολεμήθηκες	=	πολεμάω
πολεμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσαν	=	πολεμάω
πολεμήσανε	=	πολεμάω
πολεμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσου	=	πολεμάω
πολεμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσουνε	=	πολεμάω
πολεμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολεμώ
πολεμίου	noun	γενική ενικού του πολέμιος
πολεμίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολέμιος
πολεμίστρα	noun	άνοιγμα σε οχύρωμα ή τείχος, απ’ όπου πολεμά ο αμυνόμενος
πολεμίστρας	noun	γενική ενικού του πολεμίστρα
πολεμίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμίστρα
πολεμίστρια	noun	θηλυκό του πολεμιστής
πολεμίστριας	noun	γενική ενικού του πολεμίστρια
πολεμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμίστρια
πολεμίων	noun	γενική πληθυντικού του πολέμιος
πολεμαρχία	noun	το αξίωμα ενός πολέμαρχου
πολεμαρχίας	=	πολεμαρχία
πολεμαρχίες	=	πολεμαρχία
πολεμαρχιών	=	πολεμαρχία
πολεμείσθε	=	πολεμάω
πολεμείτο	=	πολεμάω
πολεμηθήκαμε	=	πολεμάω
πολεμηθήκαν	=	πολεμάω
πολεμηθήκανε	=	πολεμάω
πολεμηθήκατε	=	πολεμάω
πολεμηθεί	=	πολεμάω
πολεμηθείς	=	πολεμάω
πολεμηθείτε	=	πολεμάω
πολεμηθούμε	=	πολεμάω
πολεμηθούν	=	πολεμάω
πολεμηθούνε	=	πολεμάω
πολεμηθώ	=	πολεμάω
πολεμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμημένο
πολεμημένε	verb	κλητική ενικού του πολεμημένος
πολεμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμημένη
πολεμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεμημένος
πολεμημένης	verb	γενική ενικού του πολεμημένη
πολεμημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολεμημένος
πολεμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεμημένος
πολεμημένος	=	πολεμάω
πολεμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολεμημένος
πολεμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολεμημένος
πολεμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολεμημένος
πολεμιέμαι	=	πολεμάω
πολεμιέστε	=	πολεμάω
πολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμικό
πολεμικέ	adj	κλητική ενικού του πολεμικός
πολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμική
πολεμική	noun	εχθρική στάση και έντονη κριτική προς κάποιον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεμικός
πολεμικής	adj	γενική ενικού του πολεμική
πολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεμικός
πολεμικού	adj	γενική ενικού του πολεμικός
πολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολεμικός
πολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του πολεμικός	noun	πολεμικό πλοίο
πολεμικός	adj	που έχει σχέση με τον πόλεμο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πολεμικότης	noun	η πολεμικότητα
πολεμικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πολεμικού, η επιθετικότητα
πολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του πολεμικός
πολεμικώς	adv|dated	πολεμικά
πολεμιούνται	=	πολεμάω
πολεμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεμιστής
πολεμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολεμιστής
πολεμιστήρια	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριας	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριε	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριες	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριο	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριοι	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριος	adj	που έχει σχέση με πολεμιστή ή πόλεμο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πολεμιστήριου	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριους	=	πολεμιστήριος
πολεμιστήριων	=	πολεμιστήριος
πολεμιστής	noun	ο στρατιώτης, ο μαχητής
πολεμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πολεμίστρια
πολεμιστρών	noun	γενική πληθυντικού του πολεμίστρα
πολεμιστών	noun	γενική πληθυντικού του πολεμιστής
πολεμιόμασταν	=	πολεμάω
πολεμιόνταν	=	πολεμάω
πολεμιόντανε	=	πολεμάω
πολεμιόντουσαν	=	πολεμάω
πολεμιόσασταν	=	πολεμάω
πολεμοκάπηλα	=	πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλε	noun	κλητική ενικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλες	=	πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλη	=	πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλης	=	πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλο	noun	αιτιατική ενικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλος	adj	που υποκινεί ή εκμεταλλεύεται κατάσταση πολέμου για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών
πολεμοκάπηλου	noun	γενική ενικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκάπηλων	noun	γενική πληθυντικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκαπήλου	noun	γενική ενικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκαπήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοκαπήλων	noun	γενική πληθυντικού του πολεμοκάπηλος
πολεμοπαθές	=	πολεμοπαθής
πολεμοπαθή	=	πολεμοπαθής
πολεμοπαθής	adj	που έχει υποφέρει από τον πόλεμο, χωρίς να έχει λάβει ενεργά μέρος σε αυτόν
πολεμοπαθείς	=	πολεμοπαθής
πολεμοπαθούς	=	πολεμοπαθής
πολεμοπαθών	=	πολεμοπαθής
πολεμοσήμου	=	πολεμόσημο
πολεμοσήμων	=	πολεμόσημο
πολεμοφοδίων	=	πολεμοφόδια
πολεμοφόδια	noun	τα εφόδια, ο εξοπλισμός, κυρίως σε πυρομαχικά, που χρειάζονται για τον πόλεμο
πολεμοφόδιων	=	πολεμοφόδια
πολεμοχαρές	=	πολεμοχαρής
πολεμοχαρή	=	πολεμοχαρής
πολεμοχαρής	adj	που αγαπά τον πόλεμο
πολεμοχαρείς	=	πολεμοχαρής
πολεμοχαρούς	=	πολεμοχαρής
πολεμοχαρών	=	πολεμοχαρής
πολεμούμαι	=	πολεμάω
πολεμούμενος	=	πολεμάω
πολεμούνεν	=	πολεμάω
πολεμούνενε	=	πολεμάω
πολεμούντο	=	πολεμάω
πολεμούσα	=	πολεμάω
πολεμούσαμε	=	πολεμάω
πολεμούσαν	=	πολεμάω
πολεμούσανε	=	πολεμάω
πολεμούσατε	=	πολεμάω
πολεμούσε	=	πολεμάω
πολεμούσες	=	πολεμάω
πολεμόσημα	=	πολεμόσημο
πολεμόσημο	noun|dated	ειδικό ένσημο για την ενίσχυση της ελληνικής εθνικής προσπάθειας κατά τη διάρκεια του βʹ παγκοσμίου πολέμου
πολεμόσημου	=	πολεμόσημο
πολεμόσημων	=	πολεμόσημο
πολεμόχαρα	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρε	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρες	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρη	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρης	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρο	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαροι	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρος	adj|literary	πολεμοχαρής
πολεμόχαρου	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρους	=	πολεμόχαρος
πολεμόχαρων	=	πολεμόχαρος
πολεμώ	verb	άλλη μορφή του πολεμάω
πολεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πολεμώ
πολεντών	=	πολέντα
πολεοδομήσεις	=	πολεοδόμηση
πολεοδομήσεων	=	πολεοδόμηση
πολεοδομία	noun	η μελέτη της δόμησης των πόλεων ώστε να ταιριάζουν στις ανάγκες διαβίωσης του ανθρώπου
πολεοδομίας	noun	γενική ενικού του πολεοδομία
πολεοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομία
πολεοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομημένο
πολεοδομημένε	verb	κλητική ενικού του πολεοδομημένος
πολεοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομημένη
πολεοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεοδομημένος
πολεοδομημένης	verb	γενική ενικού του πολεοδομημένη
πολεοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολεοδομημένος
πολεοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομημένος
πολεοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολεοδομημένος
πολεοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολεοδομημένος
πολεοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολεοδομημένος
πολεοδομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομικό
πολεοδομικέ	adj	κλητική ενικού του πολεοδομικός
πολεοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομική
πολεοδομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεοδομικός
πολεοδομικής	adj	γενική ενικού του πολεοδομική
πολεοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεοδομικός
πολεοδομικού	adj	γενική ενικού του πολεοδομικός
πολεοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολεοδομικός
πολεοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του πολεοδομικός
πολεοδομικός	adj	σχετικός με την πολεοδομία
πολεοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του πολεοδομικός
πολεοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του πολεοδομία
πολεοδομούμαι	verb	γίνομαι αντικείμενο πολεοδόμησης
πολεοδομώ	verb	οργανώνω συστηματικά τον ιστό και τις υποδομές μίας πόλης ή ενός οικισμού
πολεοδόμε	noun	κλητική ενικού του πολεοδόμος
πολεοδόμηση	noun	η συστηματική οργάνωση του ιστού και των υποδομών μια πόλης, ενός οικισμού ή τμήματος αυτών
πολεοδόμησης	=	πολεοδόμηση
πολεοδόμο	noun	αιτιατική ενικού του πολεοδόμος
πολεοδόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεοδόμος
πολεοδόμος	noun	ο επιστήμονας ειδικευμένος στην πολεοδομία
πολεοδόμου	noun	γενική ενικού του πολεοδόμος
πολεοδόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολεοδόμος
πολεοδόμων	noun	γενική πληθυντικού του πολεοδόμος
πολεολογία	noun	αρχιτεκτονική, πολεοδομία) κλάδος της αρχιτεκτονικής / πολεοδομίας που ασχολείται με την μελέτη και ανέγερση πόλεων
πολεολογίας	=	πολεολογία
πολεολογίες	=	πολεολογία
πολεολογιών	=	πολεολογία
πολεομορφία	noun|dated	η διαβίωση σε πόλη
πολεομορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεομορφικό
πολεομορφικέ	adj	κλητική ενικού του πολεομορφικός
πολεομορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεομορφική
πολεομορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεομορφικός
πολεομορφικής	adj	γενική ενικού του πολεομορφική
πολεομορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεομορφικός
πολεομορφικού	adj	γενική ενικού του πολεομορφικός
πολεομορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολεομορφικός
πολεομορφικό	adj	αιτιατική ενικού του πολεομορφικός
πολεομορφικός	adj	που έχει σχέση με την πολεομορφία ή τον πολεομορφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
πολεομορφικών	adj	γενική πληθυντικού του πολεομορφικός
πολεομορφισμέ	=	πολεομορφισμός
πολεομορφισμοί	=	πολεομορφισμός
πολεομορφισμού	=	πολεομορφισμός
πολεομορφισμούς	=	πολεομορφισμός
πολεομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολεομορφισμός
πολεομορφισμός	noun	η εξέλιξη μιας περιοχής από αγροτική ή ημιαστική σε αστική
πολεομορφισμών	=	πολεομορφισμός
πολεοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοτικό
πολεοτικέ	adj	κλητική ενικού του πολεοτικός
πολεοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολεοτική
πολεοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολεοτικός
πολεοτικής	adj	γενική ενικού του πολεοτική
πολεοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολεοτικός
πολεοτικού	adj	γενική ενικού του πολεοτικός
πολεοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολεοτικός
πολεοτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολεοτικός
πολεοτικός	adj|rare	που έχει σχέση με την πόλη ή την αρχαία πόλη κράτος ή αναφέρεται σ’ αυτά
πολεοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολεοτικός
πολιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιό
πολιάς	=	πολιός
πολιέ	adj	κλητική ενικού του πολιός
πολιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιή
πολιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιός
πολιής	adj	γενική ενικού του πολιή
πολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολικό
πολικέ	adj	κλητική ενικού του πολικός
πολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολική
πολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολικός
πολικής	adj	γενική ενικού του πολική
πολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολικός
πολικοτήτων	=	πολικότητα
πολικού	adj	γενική ενικού του πολικός
πολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολικός
πολικό	adj	αιτιατική ενικού του πολικός
πολικός	adj	που αναφέρεται στους πόλους της γης ή στο κλίμα που επικρατεί εκεί
πολικότητα	noun	η ύπαρξη δύο συμμετρικά αντίθετα στοιχείων με διαφορετικές ιδιότητες σε ένα σώμα
πολικότητας	noun	γενική ενικού του πολικότητα
πολικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολικότητα
πολικών	adj	γενική πληθυντικού του πολικός
πολιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιός
πολιοεγκεφαλίτιδα	noun	φλεγμονή της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου
πολιοεγκεφαλίτιδας	=	πολιοεγκεφαλίτιδα
πολιοεγκεφαλίτιδες	=	πολιοεγκεφαλίτιδα
πολιοεγκεφαλίτιδων	=	πολιοεγκεφαλίτιδα
πολιομυελίτιδα	noun	οξεία ιογενής λοιμώδης ασθένεια, που μολύνει και καταστρέφει τους κινητικούς νευρώνες και επιφέρει μέχρι και παράλυση, εάν ο ιός εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος
πολιομυελίτιδας	=	πολιομυελίτιδα
πολιομυελίτιδες	=	πολιομυελίτιδα
πολιομυελιτίδων	=	πολιομυελίτιδα
πολιομυελιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιομυελιτικό
πολιομυελιτικέ	adj	κλητική ενικού του πολιομυελιτικός
πολιομυελιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιομυελιτική
πολιομυελιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιομυελιτικός
πολιομυελιτικής	adj	γενική ενικού του πολιομυελιτική
πολιομυελιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιομυελιτικός
πολιομυελιτικού	adj	γενική ενικού του πολιομυελιτικός
πολιομυελιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιομυελιτικός
πολιομυελιτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιομυελιτικός
πολιομυελιτικός	noun	αυτός που πάσχει από την ασθένεια της πολιομυελίτιδας	adj	που έχει σχέση με την πολιομυελίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
πολιομυελιτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιομυελιτικός
πολιομυελῖτις	noun	πολιομυελίτιδα
πολιορκήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσεων	=	πολιόρκηση
πολιορκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιορκία	noun	ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές
πολιορκίας	noun	γενική ενικού του πολιορκία
πολιορκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιορκία
πολιορκηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιορκούμαι
πολιορκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιορκημένο
πολιορκημένε	verb	κλητική ενικού του πολιορκημένος
πολιορκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιορκημένη
πολιορκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιορκημένος
πολιορκημένης	verb	γενική ενικού του πολιορκημένη
πολιορκημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολιορκημένος
πολιορκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιορκημένος
πολιορκημένος	verb	που έχει πολιορκηθεί
πολιορκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολιορκημένος
πολιορκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολιορκημένος
πολιορκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολιορκημένος
πολιορκητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιορκητής
πολιορκητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολιορκητής
πολιορκητής	noun	που πραγματοποιεί πολιορκία
πολιορκητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιορκητικό
πολιορκητικέ	adj	κλητική ενικού του πολιορκητικός
πολιορκητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιορκητική
πολιορκητική	noun	η τέχνη της πολιόρκησης πόλεων ή θέσεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιορκητικός
πολιορκητικής	adj	γενική ενικού του πολιορκητική
πολιορκητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιορκητικός
πολιορκητικού	adj	γενική ενικού του πολιορκητικός
πολιορκητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιορκητικός
πολιορκητικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιορκητικός
πολιορκητικός	adj	που χρησιμεύει σε πολιορκία
πολιορκητικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιορκητικός
πολιορκητών	noun	γενική πληθυντικού του πολιορκητής
πολιορκιών	noun	γενική πληθυντικού του πολιορκία
πολιορκούμαι	=	πολιορκώ
πολιορκώ	verb	πραγματοποιώ πολιορκία
πολιού	adj	γενική ενικού του πολιός
πολιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιός
πολιούχε	noun	κλητική ενικού του πολιούχος
πολιούχο	noun	αιτιατική ενικού του πολιούχος
πολιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιούχος
πολιούχος	noun	ο προστάτης μιας πόλης
πολιούχου	noun	γενική ενικού του πολιούχος
πολιούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολιούχος
πολιούχων	noun	γενική πληθυντικού του πολιούχος
πολισμάνα	=	πολισμάνος
πολισμάνας	=	πολισμάνος
πολισμάνε	=	πολισμάνος
πολισμάνες	=	πολισμάνος
πολισμάνο	=	πολισμάνος
πολισμάνοι	=	πολισμάνος
πολισμάνος	noun|vulgar	αστυνομικός
πολισμάνου	=	πολισμάνος
πολισμάνους	=	πολισμάνος
πολισμάνων	=	πολισμάνος
πολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόλισμα
πολισμέ	=	πολισμός
πολισμοί	=	πολισμός
πολισμού	=	πολισμός
πολισμούς	=	πολισμός
πολισμό	=	πολισμός
πολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πολίζω, η ίδρυση μιας πόλης
πολισμών	=	πολισμός
πολιτάκι	noun	τρυφερός χαρακτηρισμός των παιδιών των Ελλήνων της Πόλης, όταν οι τελευταίοι βρέθηκαν στην Ελλάδα (κατά το Ελληνάκι, Γαλλάκι κ.α.)
πολιτάκια	=	πολιτάκι
πολιτάρχες	=	πολιτάρχης
πολιτάρχη	=	πολιτάρχης
πολιτάρχης	noun	αρχηγικό αξίωμα του παρελθόντος
πολιτίδων	=	πολίτης
πολιταρχών	=	πολιτάρχης
πολιτεία	noun	οι θεσμοί μιας χώρας που αυτή εποπτεύει ως η ενιαία έκφραση μιας οργανωμένης κοινότητας ανθρώπων
πολιτείας	noun	γενική ενικού του πολιτεία
πολιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτεία
πολιτειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολιτειακός	adv	σχετικά με το πολίτευμα ή την πολιτεία
πολιτειακέ	adj	κλητική ενικού του πολιτειακός
πολιτειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτειακή
πολιτειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτειακός
πολιτειακής	adj	γενική ενικού του πολιτειακή
πολιτειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτειακός
πολιτειακού	adj	γενική ενικού του πολιτειακός
πολιτειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτειακός
πολιτειακό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτειακός
πολιτειακός	adj	ο σχετικός με το πολίτευμα και τη συγκρότηση ενός κράτους (πολιτείας)
πολιτειακών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτειακός
πολιτειοκρατία	noun	διοικητικό σύστημα στο οποίο η πολιτεία ασκεί τη διοίκηση και το έλεγχο εκκλησιαστικών θεμάτων και όχι η εκκλησία
πολιτειοκρατίας	noun	γενική ενικού του πολιτειοκρατία
πολιτειοκρατίες	=	πολιτειοκρατία
πολιτειοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτειοκρατικό
πολιτειοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτειοκρατική
πολιτειοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατικής	adj	γενική ενικού του πολιτειοκρατική
πολιτειοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατικού	adj	γενική ενικού του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στην πολιτειοκρατία
πολιτειοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτειοκρατικός
πολιτειοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτειοκρατία
πολιτειολογία	noun	επιστήμη που μελετά τα πολιτεύματα
πολιτειολογίας	noun	γενική ενικού του πολιτειολογία
πολιτειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτειολογία
πολιτειολογικά	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικέ	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικές	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογική	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικής	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικοί	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικού	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικούς	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικό	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογικός	adj	σχετικός με την πολιτειολογία
πολιτειολογικών	=	πολιτειολογικός
πολιτειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτειολογία
πολιτειολόγε	=	πολιτειολόγος
πολιτειολόγο	=	πολιτειολόγος
πολιτειολόγοι	=	πολιτειολόγος
πολιτειολόγος	noun|formal	επιστήμονας που ειδικεύεται στην πολιτειολογία
πολιτειολόγου	=	πολιτειολόγος
πολιτειολόγους	=	πολιτειολόγος
πολιτειολόγων	=	πολιτειολόγος
πολιτειοτήτων	=	πολιτειότητα
πολιτειότητα	noun|formal	άλλη μορφή του πολιτότητα
πολιτειότητας	=	πολιτειότητα
πολιτειότητες	=	πολιτειότητα
πολιτειών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτεία
πολιτευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πολίτευμα
πολιτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτευμένο
πολιτευμένε	verb	κλητική ενικού του πολιτευμένος
πολιτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτευμένη
πολιτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτευμένος
πολιτευμένης	verb	γενική ενικού του πολιτευμένη
πολιτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολιτευμένος
πολιτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτευμένος
πολιτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολιτευμένος
πολιτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολιτευμένος
πολιτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολιτευμένος
πολιτευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτευτής
πολιτευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολιτευτής
πολιτευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτής	noun	αυτός που πολιτεύεται, που κατεβαίνει υποψήφιος, κυρίως για βουλευτής
πολιτευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτριών	=	πολιτεύτρια
πολιτευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευτών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτευτής
πολιτευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτευόμενο
πολιτευόμενε	verb	κλητική ενικού του πολιτευόμενος
πολιτευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτευόμενη
πολιτευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτευόμενος
πολιτευόμενης	verb	γενική ενικού του πολιτευόμενη
πολιτευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του πολιτευόμενος
πολιτευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτευόμενος
πολιτευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολιτευόμενος
πολιτευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολιτευόμενος
πολιτευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολιτευόμενος
πολιτεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολίτευμα
πολιτεύματος	noun	γενική ενικού του πολίτευμα
πολιτεύομαι	verb	συμμετέχω, παίρνω ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή ενός τόπου
πολιτεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτεύομαι
πολιτεύτρια	noun	θηλυκό του πολιτευτής
πολιτεύτριας	=	πολιτεύτρια
πολιτεύτριες	=	πολιτεύτρια
πολιτικά	adv	όσον αφορά την πολιτική εξουσία	noun	η πολιτική, η διαχείριση θεμάτων που αφορούν όλο τον πληθυσμό ενός κράτους ή μεγάλο μέρος του
πολιτικάντη	=	πολιτικάντης
πολιτικάντηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικάντης
πολιτικάντηδων	=	πολιτικάντης
πολιτικάντης	noun	ο πολιτικός που μεταχειρίζεται ευτελή μέσα προκειμένου να εκλεγεί ή να ανέλθει σε αξίωμα
πολιτικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτικός
πολιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτική
πολιτική	noun	η τέχνη διακυβέρνησης μιας κοινωνίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικός
πολιτικής	adj	γενική ενικού του πολιτική
πολιτικαντισμέ	=	πολιτικαντισμός
πολιτικαντισμοί	=	πολιτικαντισμός
πολιτικαντισμού	=	πολιτικαντισμός
πολιτικαντισμούς	=	πολιτικαντισμός
πολιτικαντισμό	=	πολιτικαντισμός
πολιτικαντισμός	noun	άσκηση πολιτικής δραστηριότητας χωρίς ευρύτερο όραμα, με στενόμυαλη ιδιοτέλεια, για την εξυπηρέτηση μικροσυμφερόντων
πολιτικαντισμών	=	πολιτικαντισμός
πολιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικός
πολιτικοδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοδικαστικό
πολιτικοδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοδικαστική
πολιτικοδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδικαστικής	adj	γενική ενικού του πολιτικοδικαστική
πολιτικοδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδικαστικού	adj	γενική ενικού του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδικαστικός	adj	που σχετίζεται με την πολιτική και την δικαιοσύνη
πολιτικοδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτικοδικαστικός
πολιτικοδιοικητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοδιοικητικό
πολιτικοδιοικητικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοδιοικητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοδιοικητική
πολιτικοδιοικητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοδιοικητικής	adj	γενική ενικού του πολιτικοδιοικητική
πολιτικοδιοικητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοδιοικητικού	adj	γενική ενικού του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοδιοικητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοδιοικητικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοδιοικητικός	adj	που έχει ταυτόχρονα και διοικητικό ρόλο (δηλαδή ρόλο διαχειριστού των υποθέσεων ευθύνης) και πολιτικό ρόλο (δηλαδή πολιτική ευθύνη η οποία θεσμοθετείται με την αιρεσιμότητα στο αξίωμα με διενέργεια εκλογών)
πολιτικοδιοικητικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτικοδιοικητικός
πολιτικοκοινωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοκοινωνικό
πολιτικοκοινωνικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικοκοινωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοκοινωνική
πολιτικοκοινωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικοκοινωνικής	adj	γενική ενικού του πολιτικοκοινωνική
πολιτικοκοινωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικοκοινωνικού	adj	γενική ενικού του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικοκοινωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικοκοινωνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικοκοινωνικός	adj	σχετικός με την πολιτική ή/και την κοινωνία
πολιτικοκοινωνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτικοκοινωνικός
πολιτικολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολογία	noun	κουβέντα σχετικά με τα πολιτικά πράγματα, όχι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου
πολιτικολογίας	noun	γενική ενικού του πολιτικολογία
πολιτικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικολογία
πολιτικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτικολογία
πολιτικολογώ	verb	κουβεντιάζω (σε όχι πολύ υψηλό επίπεδο) για τα πολιτικά πράγματα
πολιτικολόγε	=	πολιτικολόγος
πολιτικολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικολογώ
πολιτικολόγο	=	πολιτικολόγος
πολιτικολόγοι	=	πολιτικολόγος
πολιτικολόγος	noun	που πολιτικολογεί, που συζητά διαρκώς για πολιτικά θέματα
πολιτικολόγου	=	πολιτικολόγος
πολιτικολόγους	=	πολιτικολόγος
πολιτικολόγων	=	πολιτικολόγος
πολιτικομανές	=	πολιτικομανής
πολιτικομανή	=	πολιτικομανής
πολιτικομανής	adj	που έχει εμμονή με την πολιτική, που ασχολείται σε παθολογικό βαθμό με την πολιτική
πολιτικομανία	noun	η μανιώδης ενασχόληση με την πολιτική
πολιτικομανίας	=	πολιτικομανία
πολιτικομανίες	=	πολιτικομανία
πολιτικομανείς	=	πολιτικομανής
πολιτικομανιών	=	πολιτικομανία
πολιτικομανούς	=	πολιτικομανής
πολιτικομανών	=	πολιτικομανής
πολιτικοοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοοικονομικό
πολιτικοοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοοικονομική
πολιτικοοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοοικονομικής	adj	γενική ενικού του πολιτικοοικονομική
πολιτικοοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοοικονομικού	adj	γενική ενικού του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοοικονομικός	adj	που σχετίζεται με την πολιτική και την οικονομία
πολιτικοοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτικοοικονομικός
πολιτικοποίει	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποίησα	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποίησαν	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποίησε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποίησες	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποίηση	noun	το ενδιαφέρον και η ενασχόληση με τα πολιτικά δρώμενα, την πολιτική ζωή γενικότερα (όχι όμως κομματικοποίηση)
πολιτικοποίησης	noun	γενική ενικού του πολιτικοποίηση
πολιτικοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιήσαμε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιήσαν	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιήσανε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιήσατε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιήσει	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοποίηση
πολιτικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πολιτικοποίηση
πολιτικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πολιτικοποίηση
πολιτικοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιήστε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιεί	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιείς	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιείσαι	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιείστε	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιείται	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιείτε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθήκαν	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθήκανε	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοποιημένο
πολιτικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοποιημένη
πολιτικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιημένης	verb	γενική ενικού του πολιτικοποιημένη
πολιτικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιημένος	verb	που έχει πολιτικοποιηθεί, που ασχολείται με την πολιτική, που έχει αποκτήσει πολιτική συνείδηση
πολιτικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολιτικοποιημένος
πολιτικοποιούμαι	verb	αρχίζω να σχολούμαι με την πολιτική, αποκτώ πολιτική συνείδηση
πολιτικοποιούμασταν	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούμαστε	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούμε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούμουν	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούν	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούνε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούνται	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούνταν	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούσα	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσαμε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσαν	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσανε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσασταν	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούσαστε	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιούσατε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσε	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσες	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοποιούσουν	=	πολιτικοποιούμαι
πολιτικοποιώ	verb	ωθώ κάποιον να ασχοληθεί με την πολιτική ή να αποκτήσει πολιτική συνείδηση
πολιτικοποιώντας	=	πολιτικοποιώ
πολιτικοστοχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολιτικοστοχαστικός	adv|rare	με πολιτικοστοχαστικό τρόπο
πολιτικοστοχαστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολιτικοστοχαστικός
πολιτικοστοχαστικός	adv|rare	που στοχάζεται όσον αφορά στην πολιτική ή την πολιτική θεωρία
πολιτικοστρατηγικά	adv	με συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική
πολιτικοστρατιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοστρατιωτικό
πολιτικοστρατιωτικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοστρατιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοστρατιωτική
πολιτικοστρατιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοστρατιωτικής	adj	γενική ενικού του πολιτικοστρατιωτική
πολιτικοστρατιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοστρατιωτικού	adj	γενική ενικού του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοστρατιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοστρατιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοστρατιωτικός	adj	που σχετίζεται με την πολιτική και την εθνική άμυνα μιας χώρας
πολιτικοστρατιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτικοστρατιωτικός
πολιτικοτήτων	=	πολιτικότητα
πολιτικοϊδεολογικά	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικέ	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικές	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογική	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πολιτικοϊδεολογική) του πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικοί	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικού	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικούς	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικό	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικοϊδεολογικός	adj	που αφορά πολιτική και ιδεολογία
πολιτικοϊδεολογικών	=	πολιτικοϊδεολογικός
πολιτικού	adj	γενική ενικού του πολιτικός
πολιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτικός
πολιτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτικός
πολιτικός	adj	που αφορά στην πολιτική	noun	που ασχολείται επαγγελματικά με την πολιτική
πολιτικότατα	=	πολιτικός
πολιτικότατε	=	πολιτικός
πολιτικότατες	=	πολιτικός
πολιτικότατη	=	πολιτικός
πολιτικότατης	=	πολιτικός
πολιτικότατο	=	πολιτικός
πολιτικότατοι	=	πολιτικός
πολιτικότατος	=	πολιτικός
πολιτικότατου	=	πολιτικός
πολιτικότατους	=	πολιτικός
πολιτικότατων	=	πολιτικός
πολιτικότερα	=	πολιτικός
πολιτικότερε	=	πολιτικός
πολιτικότερες	=	πολιτικός
πολιτικότερη	=	πολιτικός
πολιτικότερης	=	πολιτικός
πολιτικότερο	=	πολιτικός
πολιτικότεροι	=	πολιτικός
πολιτικότερος	=	πολιτικός
πολιτικότερου	=	πολιτικός
πολιτικότερους	=	πολιτικός
πολιτικότερων	=	πολιτικός
πολιτικότης	noun	η πολιτικότητα
πολιτικότητα	noun	διπλωματικότητα, λεπτός χειρισμός δύσκολων καταστάσεων
πολιτικότητας	=	πολιτικότητα
πολιτικότητες	=	πολιτικότητα
πολιτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτικός
πολιτικώς	adv|formal	πολιτικά
πολιτισμέ	noun	κλητική ενικού του πολιτισμός
πολιτισμένα	=	πολιτισμένος
πολιτισμένε	=	πολιτισμένος
πολιτισμένες	=	πολιτισμένος
πολιτισμένη	=	πολιτισμένος
πολιτισμένης	=	πολιτισμένος
πολιτισμένο	=	πολιτισμένος
πολιτισμένοι	=	πολιτισμένος
πολιτισμένος	verb	που έχει ήδη από το παρελθόν ανεπτυγμένο πολιτισμό
πολιτισμένου	=	πολιτισμένος
πολιτισμένους	=	πολιτισμένος
πολιτισμένων	=	πολιτισμένος
πολιτισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολιτισμικός	adv	από πολιτισμικής απόψεως
πολιτισμικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτισμικός
πολιτισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμική
πολιτισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτισμικός
πολιτισμικής	adj	γενική ενικού του πολιτισμική
πολιτισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμικός
πολιτισμικού	adj	γενική ενικού του πολιτισμικός
πολιτισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτισμικός
πολιτισμικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτισμικός
πολιτισμικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται σε όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνει ένας πολιτισμός (γλώσσα, τέχνες, παιδεία, επιστήμη, θεσμοί, τεχνολογία κ.ά.)
πολιτισμικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτισμικός
πολιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμός
πολιτισμολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των πολιτισμών
πολιτισμολογίας	noun	γενική ενικού του πολιτισμολογία
πολιτισμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμολογία
πολιτισμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμολογικό
πολιτισμολογικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμολογική
πολιτισμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογικής	adj	γενική ενικού του πολιτισμολογική
πολιτισμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογικού	adj	γενική ενικού του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογικός	adj	που έχει σχέση με το πολιτισμολογία ή τον πολιτισμολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πολιτισμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτισμολογικός
πολιτισμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτισμολογία
πολιτισμολόγε	=	πολιτισμολόγος
πολιτισμολόγο	=	πολιτισμολόγος
πολιτισμολόγοι	=	πολιτισμολόγος
πολιτισμολόγος	noun	που ασχολείται με την πολιτισμολογία
πολιτισμολόγου	=	πολιτισμολόγος
πολιτισμολόγους	=	πολιτισμολόγος
πολιτισμολόγων	=	πολιτισμολόγος
πολιτισμού	noun	γενική ενικού του πολιτισμός
πολιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολιτισμός
πολιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολιτισμός
πολιτισμός	noun	το σύνολο των ανθρώπινων επιτευγμάτων στον τεχνικό και πνευματικό τομέα
πολιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του πολιτισμός
πολιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πολίτισσα
πολιτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτιστικό	adv	σχετικά με τον πολιτισμό
πολιτιστικέ	adj	κλητική ενικού του πολιτιστικός
πολιτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτιστική
πολιτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτιστικός
πολιτιστικής	adj	γενική ενικού του πολιτιστική
πολιτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτιστικός
πολιτιστικού	adj	γενική ενικού του πολιτιστικός
πολιτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολιτιστικός
πολιτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πολιτιστικός
πολιτιστικός	adj	που σχετίζεται με τον πολιτισμό
πολιτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πολιτιστικός
πολιτιστικώς	adv|formal	πολιτιστικά
πολιτογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογράφηση	noun	το να αποκτά κάποιος την ιθαγένεια μιας χώρας
πολιτογράφησης	=	πολιτογράφηση
πολιτογράφησις	noun	πολιτογράφηση
πολιτογραφήθηκα	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήθηκαν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήθηκε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήθηκες	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσαν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήσανε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτογράφηση
πολιτογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσεων	=	πολιτογράφηση
πολιτογραφήσου	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσουνε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτογραφεί	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφείς	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφείσαι	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφείστε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφείται	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφείτε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφείτο	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθήκαμε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθήκαν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθήκανε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθήκατε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθεί	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθείς	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθείτε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθούμε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθούν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθούνε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφηθώ	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτογραφημένο
πολιτογραφημένε	verb	κλητική ενικού του πολιτογραφημένος
πολιτογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολιτογραφημένη
πολιτογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτογραφημένος
πολιτογραφημένης	verb	γενική ενικού του πολιτογραφημένη
πολιτογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολιτογραφημένος
πολιτογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτογραφημένος
πολιτογραφημένος	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολιτογραφημένος
πολιτογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολιτογραφημένος
πολιτογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολιτογραφημένος
πολιτογραφούμαι	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούμασταν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούμαστε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούμε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούμενος	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούμουν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούμουνα	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούνε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούνται	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούνταν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούντο	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσα	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσαμε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσαν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσανε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσατε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσε	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσες	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσουν	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφούσουνα	=	πολιτογραφώ
πολιτογραφώ	verb	εγγράφω κάποιον (ξένο) στον κατάλογο των πολιτών, δίνω σε κάποιον τα δικαιώματα του πολίτη
πολιτογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πολιτογραφώ
πολιτοτήτων	=	πολιτότητα
πολιτοφυλάκων	=	πολιτοφύλακας
πολιτοφυλακές	=	πολιτοφυλακή
πολιτοφυλακή	noun	ένοπλο σώμα πολιτών που φροντίζουν για τη διατήρηση της τάξης (συνήθως σε έκτακτες συνθήκες)
πολιτοφυλακής	=	πολιτοφυλακή
πολιτοφυλακών	=	πολιτοφυλακή
πολιτοφύλακα	=	πολιτοφύλακας
πολιτοφύλακας	noun	το μέλος της πολιτοφυλακής
πολιτοφύλακες	=	πολιτοφύλακας
πολιτοφύλακος	=	πολιτοφύλακας
πολιτσία	noun|informal	η αστυνομία
πολιτσίας	=	πολιτσία
πολιτσίες	=	πολιτσία
πολιτσμάνα	=	πολισμάνος
πολιτσμάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολιτσμάνος
πολιτσμάνος	=	πολισμάνος
πολιτότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος πολίτης οργανωμένης κοινωνίας, με δικαιώματα και υποχρεώσεις, η ιδιότητα του πολίτη
πολιτότητας	=	πολιτότητα
πολιτότητες	=	πολιτότητα
πολιτών	noun	γενική πληθυντικού του πολίτης
πολιχνών	=	πολίχνη
πολιό	adj	αιτιατική ενικού του πολιός
πολιόρκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιόρκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιόρκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιόρκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολιορκώ
πολιόρκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πολιορκώ
πολιόρκησης	=	πολιόρκηση
πολιός	adj|archaic	ασπρομάλλης, λευκός ή ψαρός
πολιών	adj	γενική πληθυντικού του πολιός
πολκάκι	noun|dated	γυναικείο ζακετάκι - σακάκι
πολκάκια	=	πολκάκι
πολκών	=	πόλκα
πολλά	adv	πολύ, συνήθως στην έκφραση πολλά βαρύς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύ (εννοείται πράγματα)
πολλά-προς-ένα	noun	η τυπική σχέση όπου πολλές γραμμές ενός θυγατρικού πίνακα με τη χρήση του εξωτερικού κλειδιού αντιστοιχούν σε μία γραμμή (λόγω της μοναδικότητας του πρωτεύοντος κλειδιού) ενός γονικού πίνακα
πολλά-προς-πολλά	noun	η σχέση όπου πολλές γραμμές μίας οντότητας (πίνακας) συσχετίζονται με πολλές γραμμές άλλης οντότητας.
πολλάκις	adv	πολλές φορές
πολλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του πολύς
πολλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύς
πολλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του πολύς
πολλαίνω	verb|rare	πληθύνω, αυξάνω
πολλαπλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλό
πολλαπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολλαπλάσιος	adv	πολλές φορές περισσότερο
πολλαπλάσιας	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλάσιε	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλάσιες	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλάσιο	noun	το γινόμενο οποιασδήποτε ποσότητας και ενός ακέραιου αριθμού
πολλαπλάσιοι	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλάσιος	adj	που είναι πολλές φορές μεγαλύτερος από άλλους
πολλαπλάσιου	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλάσιους	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλάσιων	=	πολλαπλάσιος
πολλαπλέ	adj	κλητική ενικού του πολλαπλός
πολλαπλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλή
πολλαπλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολλαπλός
πολλαπλής	adj	γενική ενικού του πολλαπλή
πολλαπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασίου	=	πολλαπλάσιο
πολλαπλασίων	=	πολλαπλάσιο
πολλαπλασιάζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιάζομαι	verb	μεγαλώνω επί έναν παράγοντα
πολλαπλασιάζω	verb	μεγαλώνω κάτι πολλές φορές αυξάνοντας το μέγεθος, τον αριθμό ή και την ποσότητά του
πολλαπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζω
πολλαπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιασμένο
πολλαπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιασμένη
πολλαπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του πολλαπλασιασμένη
πολλαπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολλαπλασιασμένος
πολλαπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιασμού	noun	γενική ενικού του πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιασμός	noun	σημαντική αύξηση μιας ποσότητας
πολλαπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του πολλαπλασιασμός
πολλαπλασιαστέέα	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέέο	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέα	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέας	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέε	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέες	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέο	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέοι	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέος	noun	ο αριθμός που πολλαπλασιάζεται· σε έναν πολλαπλασιασμό, ο πρώτος αριθμός που ονομάζουμε	adj	που πρέπει να πολλαπλασιαστεί
πολλαπλασιαστέου	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστέους	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιαστής
πολλαπλασιαστέων	=	πολλαπλασιαστέος
πολλαπλασιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολλαπλασιαστής
πολλαπλασιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστής	noun	ο αριθμός που πολλαπλασιάζει κάποιον άλλον· σε έναν πολλαπλασιασμό, ο πρώτος αριθμός που ονομάζουμε
πολλαπλασιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιαστικό
πολλαπλασιαστικέ	adj	κλητική ενικού του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιαστική
πολλαπλασιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστικής	adj	γενική ενικού του πολλαπλασιαστική
πολλαπλασιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστικού	adj	γενική ενικού του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστικός	adj	που μπορεί να πολλαπλασιάζει κάτι
πολλαπλασιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του πολλαπλασιαστικός
πολλαπλασιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολλαπλασιάζομαι
πολλαπλασιαστών	noun	γενική πληθυντικού του πολλαπλασιαστής
πολλαπλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλός
πολλαπλοτήτων	=	πολλαπλότητα
πολλαπλού	adj	γενική ενικού του πολλαπλός
πολλαπλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολλαπλός
πολλαπλό	adj	αιτιατική ενικού του πολλαπλός
πολλαπλός	adj	κάποιος ή κάτι που έχει πολλές χρήσεις
πολλαπλότης	noun	η πολλαπλότητα
πολλαπλότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πολλαπλού, το να υπάρχει μεγάλος αριθμός από ένα πράγμα
πολλαπλότητας	noun	γενική ενικού του πολλαπλότητα
πολλαπλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλαπλότητα
πολλαπλών	adj	γενική πληθυντικού του πολλαπλός
πολλαπλώς	adv	με πολλούς διαφορετικούς τρόπους ή για πολλούς διαφορετικούς λόγους
πολλαχού	adv|archaic	σε πολλά σημεία, μέρη ή τόπους
πολλαχόθεν	adv|archaic	από πολλά μέρη ή τόπους
πολλαχώς	adv	με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους
πολληώρα	adv	πριν λίγο
πολλοί	adj	πληθυντικός αριθμός του πολύς
πολλοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολλοστός
πολλοστέ	adj	κλητική ενικού του πολλοστός
πολλοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολλοστή
πολλοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολλοστός
πολλοστής	adj	γενική ενικού του πολλοστή
πολλοστημορίου	=	πολλοστημόριο
πολλοστημορίων	=	πολλοστημόριο
πολλοστημόρια	=	πολλοστημόριο
πολλοστημόριο	noun	το ελάχιστο μέρος ενός συνόλου
πολλοστημόριου	=	πολλοστημόριο
πολλοστημόριων	=	πολλοστημόριο
πολλοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολλοστός
πολλοστού	adj	γενική ενικού του πολλοστός
πολλοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολλοστός
πολλοστό	adj	αιτιατική ενικού του πολλοστός
πολλοστός	adj	ο τελευταίος από μια σειρά όμοιων πραγμάτων, ενεργειών κ.λπ., που έχει επαναληφθεί πολλές φορές μέχρι τώρα
πολλοστών	adj	γενική πληθυντικού του πολλοστός
πολλού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πολύς
πολλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύς
πολλύν	=	πολύς
πολλών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πολύς
πολτέ	noun	κλητική ενικού του πολτός
πολτικά	=	πολτικός
πολτικέ	=	πολτικός
πολτικές	=	πολτικός
πολτική	=	πολτικός
πολτικής	=	πολτικός
πολτικοί	=	πολτικός
πολτικού	=	πολτικός
πολτικούς	=	πολτικός
πολτικό	=	πολτικός
πολτικός	adj	που έχει σχέση με πολτό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πολτικών	=	πολτικός
πολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολτός
πολτοειδές	=	πολτοειδής
πολτοειδή	=	πολτοειδής
πολτοειδής	adj	άλλη μορφή του πολτώδης
πολτοειδείς	=	πολτοειδής
πολτοειδούς	=	πολτοειδής
πολτοειδών	=	πολτοειδής
πολτοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πολτοποιώ, η μετατροπή σε πολτό
πολτοποίησης	=	πολτοποίηση
πολτοποίησις	noun	η πολτοποίηση
πολτοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολτοποίηση
πολτοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήσεων	=	πολτοποίηση
πολτοποιήσιμα	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμε	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμες	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμη	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμης	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμο	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμοι	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να πολτοποιηθεί
πολτοποιήσιμου	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμους	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσιμων	=	πολτοποιήσιμος
πολτοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιώ
πολτοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολτοποιούμαι
πολτοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολτοποιημένο
πολτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του πολτοποιημένος
πολτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολτοποιημένη
πολτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολτοποιημένος
πολτοποιημένης	verb	γενική ενικού του πολτοποιημένη
πολτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολτοποιημένος
πολτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολτοποιημένος
πολτοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πολτοποιώ
πολτοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολτοποιημένος
πολτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολτοποιημένος
πολτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολτοποιημένος
πολτοποιητές	=	πολτοποιητής
πολτοποιητή	=	πολτοποιητής
πολτοποιητής	noun	μηχάνημα που πολτοποιεί, μπλέντερ
πολτοποιητών	=	πολτοποιητής
πολτοποιώ	verb|figurative	μετατρέπω σε πολτό
πολτού	noun	γενική ενικού του πολτός
πολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολτός
πολτωδών	=	πολτώδης
πολτό	noun	αιτιατική ενικού του πολτός
πολτός	noun	μάζα ή ουσία παχύρρευστη και μαλακή που παράγεται με διάφορους τρόπους από ποικίλες ουσίες και υλικά
πολτώδεις	=	πολτώδης
πολτώδες	=	πολτώδης
πολτώδη	=	πολτώδης
πολτώδης	adj	που είναι όμοιος με πολτό, που μοιάζει με πολτό
πολτώδους	=	πολτώδης
πολτών	noun	γενική πληθυντικού του πολτός
πολυΐστορ	=	πολυΐστωρ
πολυΐστορα	=	πολυΐστωρ
πολυΐστορες	=	πολυΐστωρ
πολυΐστορος	=	πολυΐστωρ
πολυΐστωρ	noun	πολυμαθής
πολυάγκιστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυάγκιστρο
πολυάγκιστρο	noun	πετονιά ψαρέματος με πολλά αγκίστρια
πολυάγκιστρου	noun	γενική ενικού του πολυάγκιστρο
πολυάγκιστρων	noun	γενική πληθυντικού του πολυάγκιστρο
πολυάνδρια	=	πολυάνδριο
πολυάνδριο	noun	ομαδική ταφή πολλών ανδρών
πολυάνδριου	=	πολυάνδριο
πολυάνδριων	=	πολυάνδριο
πολυάνθρωπα	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπε	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπες	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπη	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπης	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπο	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωποι	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπος	adj	που είναι γεμάτος κόσμο, που έχει πλήθος ανθρώπων
πολυάνθρωπου	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπους	=	πολυάνθρωπος
πολυάνθρωπων	=	πολυάνθρωπος
πολυάριθμα	=	πολυάριθμος
πολυάριθμε	=	πολυάριθμος
πολυάριθμες	=	πολυάριθμος
πολυάριθμη	=	πολυάριθμος
πολυάριθμης	=	πολυάριθμος
πολυάριθμο	=	πολυάριθμος
πολυάριθμοι	=	πολυάριθμος
πολυάριθμος	adj	που αποτελείται από μεγάλο πλήθος
πολυάριθμου	=	πολυάριθμος
πολυάριθμους	=	πολυάριθμος
πολυάριθμων	=	πολυάριθμος
πολυάστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυάστερο
πολυάστερε	adj	κλητική ενικού του πολυάστερος
πολυάστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυάστερη
πολυάστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυάστερος
πολυάστερης	adj	γενική ενικού του πολυάστερη
πολυάστερο	adj	αιτιατική ενικού του πολυάστερος
πολυάστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυάστερος
πολυάστερος	adj	που έχει πολλά αστέρια
πολυάστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυάστερος
πολυάστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυάστερος
πολυάστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυάστερος
πολυάσχολα	=	πολυάσχολος
πολυάσχολε	=	πολυάσχολος
πολυάσχολες	=	πολυάσχολος
πολυάσχολη	=	πολυάσχολος
πολυάσχολης	=	πολυάσχολος
πολυάσχολο	=	πολυάσχολος
πολυάσχολοι	=	πολυάσχολος
πολυάσχολος	adj	που ασχολείται με πολλά πράγματα
πολυάσχολου	=	πολυάσχολος
πολυάσχολους	=	πολυάσχολος
πολυάσχολων	=	πολυάσχολος
πολυέλαιε	noun	κλητική ενικού του πολυέλαιος
πολυέλαιο	noun	αιτιατική ενικού του πολυέλαιος
πολυέλαιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυέλαιος
πολυέλαιος	noun	πολυτελές φωτιστικό με πολλά κεριά ή ηλεκτρικές λάμπες που κρέμεται από το ταβάνι μεγάλης αίθουσας δημόσιου κτηρίου ή σαλονιού
πολυέλαιου	noun	γενική ενικού του πολυέλαιος
πολυέλαιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυέλαιος
πολυέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του πολυέλαιος
πολυέλεα	=	πολυέλεος
πολυέλεε	=	πολυέλεος
πολυέλεες	=	πολυέλεος
πολυέλεη	=	πολυέλεος
πολυέλεης	=	πολυέλεος
πολυέλεο	=	πολυέλεος
πολυέλεοι	=	πολυέλεος
πολυέλεος	adj	που δείχνει πολύ έλεος, μεγάλη ευσπλαχνία
πολυέλεου	=	πολυέλεος
πολυέλεους	=	πολυέλεος
πολυέλεων	=	πολυέλεος
πολυέξοδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολυέξοδος	adv	που απαιτεί ή κάνει πολλά έξοδα, με πολυέξοδο τρόπο
πολυέξοδε	adj	κλητική ενικού του πολυέξοδος
πολυέξοδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυέξοδη
πολυέξοδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυέξοδος
πολυέξοδης	adj	γενική ενικού του πολυέξοδη
πολυέξοδο	adj	αιτιατική ενικού του πολυέξοδος
πολυέξοδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυέξοδος
πολυέξοδος	adj	που κάνει πολλά έξοδα
πολυέξοδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυέξοδος
πολυέξοδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυέξοδος
πολυέξοδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυέξοδος
πολυήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυήμερο
πολυήμερε	adj	κλητική ενικού του πολυήμερος
πολυήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυήμερη
πολυήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυήμερος
πολυήμερης	adj	πολυήμερη, στη γενική του ενικού
πολυήμερο	adj	αιτιατική ενικού του πολυήμερος
πολυήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυήμερος
πολυήμερος	adj	που έχει διάρκεια πολλών ημερών
πολυήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυήμερος
πολυήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυήμερος
πολυήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυήμερος
πολυαίματα	=	πολυαίματος
πολυαίματε	=	πολυαίματος
πολυαίματες	=	πολυαίματος
πολυαίματη	=	πολυαίματος
πολυαίματης	=	πολυαίματος
πολυαίματο	=	πολυαίματος
πολυαίματοι	=	πολυαίματος
πολυαίματος	adj	που έχει πολύ αίμα
πολυαίματου	=	πολυαίματος
πολυαίματους	=	πολυαίματος
πολυαίματων	=	πολυαίματος
πολυαίωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαίωνο
πολυαίωνε	adj	κλητική ενικού του πολυαίωνος
πολυαίωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαίωνη
πολυαίωνη	=	πολυαίωνος
πολυαίωνης	adj	γενική ενικού του πολυαίωνη
πολυαίωνο	adj	αιτιατική ενικού του πολυαίωνος
πολυαίωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυαίωνος
πολυαίωνος	adj	πολλών εκατονταετηρίδων, απίστευτα διαρκέστερος απ'τον πολύχρονο
πολυαίωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυαίωνος
πολυαίωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυαίωνος
πολυαίωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυαίωνος
πολυαγάπητα	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητε	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητες	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητη	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητης	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητο	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητοι	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητος	adj	που τον αγαπούν πολλοί, που είναι πολύ αγαπητός
πολυαγάπητου	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητους	=	πολυαγάπητος
πολυαγάπητων	=	πολυαγάπητος
πολυαγαπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαγαπημένο
πολυαγαπημένε	verb	κλητική ενικού του πολυαγαπημένος
πολυαγαπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαγαπημένη
πολυαγαπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυαγαπημένος
πολυαγαπημένης	verb	γενική ενικού του πολυαγαπημένη
πολυαγαπημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυαγαπημένος
πολυαγαπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυαγαπημένος
πολυαγαπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυαγαπημένος
πολυαγαπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυαγαπημένος
πολυαγαπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυαγαπημένος
πολυαγαπώ	verb	αγαπώ πολύ
πολυαγγειακά	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακέ	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακές	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακή	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακής	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακοί	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακού	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακούς	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακό	=	πολυαγγειακός
πολυαγγειακός	adj	ορισμός
πολυαγγειακών	=	πολυαγγειακός
πολυαδενία	noun	φλεγμονή πολλών λεμφαδένων του ανθρωπίνου σώματος
πολυαδενίας	=	πολυαδενία
πολυαδενίες	=	πολυαδενία
πολυαδενίτιδα	noun	φλεγμονή πολλών λεμφαδένων του ανθρωπίνου σώματος
πολυαδενίτιδας	=	πολυαδενίτιδα
πολυαδενίτιδες	=	πολυαδενίτιδα
πολυαδενίτιδων	=	πολυαδενίτιδα
πολυαδενιών	=	πολυαδενία
πολυαιθέρα	=	πολυαιθέρας
πολυαιθέρας	noun	κατηγορία χημικών ενώσεων που αποτελούνται από πολλαπλούς μονομερείς αιθερικούς δεσμούς και χρησιμοποιούνται συχνά ως υλικά για την παραγωγή πλαστικών, καθώς και για άλλες βιομηχανικές εφαρμογές
πολυαιθέρες	=	πολυαιθέρας
πολυαιθέρων	=	πολυαιθέρας
πολυαιθυλένια	=	πολυαιθυλένιο
πολυαιθυλένιο	noun	το νάιλον
πολυαιθυλένιου	=	πολυαιθυλένιο
πολυαιθυλενίου	=	πολυαιθυλένιο
πολυαιθυλενίων	=	πολυαιθυλένιο
πολυαιμία	noun	ύπαρξη μεγάλης ποσότητας αίματος σε έναν οργανισμό
πολυαιμίας	=	πολυαιμία
πολυαιμίες	=	πολυαιμία
πολυαιμιών	=	πολυαιμία
πολυαισθησία	noun	διαταραχή της αισθητηριακής ικανότητας κατά την οποία ένα μόνο ερέθισμα προκαλεί πολλαπλά αισθήματα
πολυαισθησίας	=	πολυαισθησία
πολυαισθησίες	=	πολυαισθησία
πολυαισθησιών	=	πολυαισθησία
πολυαισθητηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαισθητηριακό
πολυαισθητηριακέ	adj	κλητική ενικού του πολυαισθητηριακός
πολυαισθητηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαισθητηριακή
πολυαισθητηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυαισθητηριακός
πολυαισθητηριακής	adj	γενική ενικού του πολυαισθητηριακή
πολυαισθητηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυαισθητηριακός
πολυαισθητηριακού	adj	γενική ενικού του πολυαισθητηριακός
πολυαισθητηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυαισθητηριακός
πολυαισθητηριακό	adj	αιτιατική ενικού του πολυαισθητηριακός
πολυαισθητηριακός	adj	που χρησιμοποιεί πολλές αισθήσεις για να πετύχει το σκοπό του
πολυαισθητηριακών	adj	γενική πληθυντικού του πολυαισθητηριακός
πολυακετάλες	=	πολυακετάλη
πολυακετάλη	noun	το πολυοξυμεθυλένιο
πολυακετάλης	=	πολυακετάλη
πολυακεταλών	=	πολυακετάλη
πολυακόρεστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυακόρεστο
πολυακόρεστε	adj	κλητική ενικού του πολυακόρεστος
πολυακόρεστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυακόρεστη
πολυακόρεστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυακόρεστος
πολυακόρεστης	adj	γενική ενικού του πολυακόρεστη
πολυακόρεστο	adj	αιτιατική ενικού του πολυακόρεστος
πολυακόρεστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυακόρεστος
πολυακόρεστος	adj	που έχει περισσότερους από έναν διπλό ή τριπλό δεσμό άνθρακα στο μόριό της (για χημική ένωση) [lexigram.gr]
πολυακόρεστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυακόρεστος
πολυακόρεστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυακόρεστος
πολυακόρεστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυακόρεστος
πολυαλκοολών	=	πολυαλκοόλη
πολυαλκοόλες	=	πολυαλκοόλη
πολυαλκοόλη	noun	η πολυόλη
πολυαλκοόλης	=	πολυαλκοόλη
πολυαμίδια	=	πολυαμίδιο
πολυαμίδιο	noun	συνθετικό υλικό που αποτελείται από αμίδια, είναι εξαιρετικά ανθεκτικό και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία
πολυαμίδιου	=	πολυαμίδιο
πολυαμίδιων	=	πολυαμίδιο
πολυαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαμίνη
πολυαμίνη	noun	τύπος οργανικής ένωσης, που περιέχει δύο ή περισσότερες αμινομάδες (-NH₂), σημαντική για πολλούς βιολογικούς και κυτταρικούς μηχανισμούς, καθώς συμμετέχει σε διάφορες κυτταρικές λειτουργίες, όπως η ρύθμιση της κυτταρικής ανάπτυξης, η σταθεροποίηση τού DNA, και η υποστήριξη της πρωτεϊνικής σύνθεσης
πολυαμίνης	noun	γενική ενικού του πολυαμίνη
πολυαμιδίου	=	πολυαμίδιο
πολυαμιδίων	=	πολυαμίδιο
πολυαμινών	=	πολυαμίνη
πολυαναμενόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαναμενόμενο
πολυαναμενόμενε	verb	κλητική ενικού του πολυαναμενόμενος
πολυαναμενόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαναμενόμενη
πολυαναμενόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυαναμενόμενος
πολυαναμενόμενης	verb	γενική ενικού του πολυαναμενόμενη
πολυαναμενόμενο	verb	αιτιατική ενικού του πολυαναμενόμενος
πολυαναμενόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυαναμενόμενος
πολυαναμενόμενος	verb	που αναμένεται να γίνει ή να πραγματοποιηθεί με μεγάλη αγωνία
πολυαναμενόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυαναμενόμενος
πολυαναμενόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυαναμενόμενος
πολυαναμενόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυαναμενόμενος
πολυαναπηρία	noun	η ύπαρξη πολλαπλών αναπηριών
πολυαναπηρίας	=	πολυαναπηρία
πολυαναπηρίες	=	πολυαναπηρία
πολυαναπηριών	=	πολυαναπηρία
πολυανδρία	noun	η ύπαρξη πολλών ανδρών σε σχέση με τον αριθμό των γυναικών
πολυανδρίας	noun	γενική ενικού του πολυανδρία
πολυανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυανδρία
πολυανδρίου	=	πολυάνδριο
πολυανδρίων	=	πολυάνδριο
πολυανδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυανδρικό
πολυανδρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυανδρικός
πολυανδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυανδρική
πολυανδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυανδρικός
πολυανδρικής	adj	γενική ενικού του πολυανδρική
πολυανδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυανδρικός
πολυανδρικού	adj	γενική ενικού του πολυανδρικός
πολυανδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυανδρικός
πολυανδρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυανδρικός
πολυανδρικός	adj	ο σχετικός με πολυανδρία
πολυανδρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυανδρικός
πολυανδριών	noun	γενική πληθυντικού του πολυανδρία
πολυανθρακικά	=	πολυανθρακικό
πολυανθρακικέ	=	πολυανθρακικός
πολυανθρακικές	=	πολυανθρακικός
πολυανθρακική	=	πολυανθρακικός
πολυανθρακικής	=	πολυανθρακικός
πολυανθρακικοί	=	πολυανθρακικός
πολυανθρακικού	=	πολυανθρακικό
πολυανθρακικούς	=	πολυανθρακικός
πολυανθρακικό	noun	είδος πλαστικού που χαρακτηρίζεται από υψηλή αντοχή στην κρούση και τη θερμότητα, ενώ είναι επίσης διαφανές και ελαφρύ.
πολυανθρακικός	adj	που έχει σχέση με το πολυανθρακικό ή αναφέρεται σ’ αυτό
πολυανθρακικών	=	πολυανθρακικό
πολυανθρωπία	noun|formal	η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σ’ ένα μέρος
πολυανθρωπίας	noun	γενική ενικού του πολυανθρωπία
πολυανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυανθρωπία
πολυανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυανθρωπία
πολυαπασχολήσεις	=	πολυαπασχόληση
πολυαπασχολήσεων	=	πολυαπασχόληση
πολυαπασχόληση	noun	παράλληλη ενασχόληση σε διαφορετικές θέσεις εργασίας με σκοπό την ενίσχυση του εισοδήματος, της παραγωγικότητας και την αποφυγή του να μείνει κάποιος άνεργος
πολυαπασχόλησης	=	πολυαπασχόληση
πολυαρθρίτιδα	noun	αρθρίτιδα η οποία προσβάλλει πολλές αρθρώσεις
πολυαρθρίτιδας	=	πολυαρθρίτιδα
πολυαρθρίτιδες	=	πολυαρθρίτιδα
πολυαρθρίτιδων	=	πολυαρθρίτιδα
πολυαρθρῖτις	noun	πολυαρθρίτιδα
πολυαρχία	noun	η άσκηση αρχής (εξουσίας) από πολλούς συγχρόνως
πολυαρχίας	noun	γενική ενικού του πολυαρχία
πολυαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχία
πολυαρχιερατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχιερατικό
πολυαρχιερατικέ	adj	κλητική ενικού του πολυαρχιερατικός
πολυαρχιερατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχιερατική
πολυαρχιερατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυαρχιερατικός
πολυαρχιερατικής	adj	γενική ενικού του πολυαρχιερατική
πολυαρχιερατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχιερατικός
πολυαρχιερατικού	adj	γενική ενικού του πολυαρχιερατικός
πολυαρχιερατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυαρχιερατικός
πολυαρχιερατικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυαρχιερατικός
πολυαρχιερατικός	adj	που γίνεται με τη συμμετοχή πολλών αρχιερέων
πολυαρχιερατικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυαρχιερατικός
πολυαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχικό
πολυαρχικέ	adj	κλητική ενικού του πολυαρχικός
πολυαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχική
πολυαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυαρχικός
πολυαρχικής	adj	γενική ενικού του πολυαρχική
πολυαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυαρχικός
πολυαρχικού	adj	γενική ενικού του πολυαρχικός
πολυαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυαρχικός
πολυαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυαρχικός
πολυαρχικός	adj	σχετικός με την πολυαρχία
πολυαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυαρχικός
πολυαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυαρχία
πολυβάλβιδα	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδε	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδες	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδη	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδης	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδο	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδοι	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδος	adj	που έχει πολλαπλές βαλβίδες
πολυβάλβιδου	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδους	=	πολυβάλβιδος
πολυβάλβιδων	=	πολυβάλβιδος
πολυβασανισμένα	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένε	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένες	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένη	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένης	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένο	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένοι	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένος	verb	που έχει βασανιστεί πολύ, που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ
πολυβασανισμένου	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένους	=	πολυβασανισμένος
πολυβασανισμένων	=	πολυβασανισμένος
πολυβινυλοπυρρολιδονών	=	πολυβινυλοπυρρολιδόνη
πολυβινυλοπυρρολιδόνες	=	πολυβινυλοπυρρολιδόνη
πολυβινυλοπυρρολιδόνη	noun	πολυμερής ένωση, γνωστή ως PVP, που χρησιμοποιείται σε πολλές εφαρμογές, κυρίως ως υλικό που διατηρεί την υγρασία και στερεοποιεί τα προϊόντα, στη βιοτεχνολογία, ως διαλύτης κ.λπ.
πολυβινυλοπυρρολιδόνης	=	πολυβινυλοπυρρολιδόνη
πολυβινυλοχλωρίδια	=	πολυβινυλοχλωρίδιο
πολυβινυλοχλωρίδιο	noun	θερμοπλαστικό πολυμερές που ανήκει στις πολυμερείς ενώσεις του βινυλίου
πολυβινυλοχλωρίδιου	=	πολυβινυλοχλωρίδιο
πολυβινυλοχλωρίδιων	=	πολυβινυλοχλωρίδιο
πολυβινυλοχλωριδίου	=	πολυβινυλοχλωρίδιο
πολυβινυλοχλωριδίων	=	πολυβινυλοχλωρίδιο
πολυβιταμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυβιταμίνη
πολυβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβολαρχία	noun	μονάδα πυροβολικού που αποτελείται συνήθως από τέσσερεις διμοιρίες πολυβόλων
πολυβολαρχίας	noun	γενική ενικού του πολυβολαρχία
πολυβολαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυβολαρχία
πολυβολαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυβολαρχία
πολυβολητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυβολητής
πολυβολητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολυβολητής
πολυβολητής	noun	χειριστής πολυβόλου
πολυβολητών	noun	γενική πληθυντικού του πολυβολητής
πολυβολισμέ	noun	κλητική ενικού του πολυβολισμός
πολυβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυβολισμός
πολυβολισμού	noun	γενική ενικού του πολυβολισμός
πολυβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυβολισμός
πολυβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολυβολισμός
πολυβολισμός	noun	πυροβολισμός με πολυβόλο
πολυβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του πολυβολισμός
πολυβολώ	verb	πυροβολώ με πολυβόλο
πολυβουία	noun	πολύς θόρυβος
πολυβουταδιένια	=	πολυβουταδιένιο
πολυβουταδιένιο	noun	μια μορφή υγρού καουτσούκ με διαφορετικό μοριακό βάρος (περίπου 1500–10.000 g/mol) και υψηλό επίπεδο αντιδραστικής λειτουργίας το οποίο κατασκευάζεται συνθετικά
πολυβουταδιένιου	=	πολυβουταδιένιο
πολυβουταδιενίου	=	πολυβουταδιένιο
πολυβουταδιενίων	=	πολυβουταδιένιο
πολυβουτυλένια	=	πολυβουτυλένιο
πολυβουτυλένιο	noun	μακρομοριακή ένωση που ανήκει στην οικογένεια τών πολυολεφινών
πολυβουτυλένιου	=	πολυβουτυλένιο
πολυβουτυλενίου	=	πολυβουτυλένιο
πολυβουτυλενίων	=	πολυβουτυλένιο
πολυβραβευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυβραβευμένο
πολυβραβευμένε	verb	κλητική ενικού του πολυβραβευμένος
πολυβραβευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυβραβευμένη
πολυβραβευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυβραβευμένος
πολυβραβευμένης	verb	γενική ενικού του πολυβραβευμένη
πολυβραβευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυβραβευμένος
πολυβραβευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυβραβευμένος
πολυβραβευμένος	verb	που έχει βραβευτεί πολλές φορές
πολυβραβευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυβραβευμένος
πολυβραβευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυβραβευμένος
πολυβραβευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυβραβευμένος
πολυβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυβόλο
πολυβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυβολώ
πολυβόλο	noun	αυτόματο όπλο του πεζικού που έχει τη δυνατότητα να βάλλει κατά ριπάς, εκτοξεύοντας μεγάλο αριθμό βλημάτων σε λίγο χρόνο
πολυβόλου	noun	γενική ενικού του πολυβόλο
πολυβόλων	noun	γενική πληθυντικού του πολυβόλο
πολυγένεση	noun	θεωρία που υποστηρίζει ότι οι διαφορετικές φυλές ή φυλογενετικές ομάδες των ανθρώπων προέρχονται από κύτταρα ή έμβρυα διαφορετικών ειδών
πολυγένεσης	=	πολυγένεση
πολυγένεσις	noun	πολυγένεση
πολυγαμία	noun	η δυνατότητα για ένα άτομο να βρίσκεται σε κοινωνία γάμου με περισσότερα του ενός πρόσωπα, ταυτόχρονα.
πολυγαμίας	noun	γενική ενικού του πολυγαμία
πολυγαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγαμία
πολυγαμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγαμικό
πολυγαμικέ	adj	κλητική ενικού του πολυγαμικός
πολυγαμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγαμική
πολυγαμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυγαμικός
πολυγαμικής	adj	γενική ενικού του πολυγαμική
πολυγαμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυγαμικός
πολυγαμικού	adj	γενική ενικού του πολυγαμικός
πολυγαμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυγαμικός
πολυγαμικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυγαμικός
πολυγαμικός	adj	που επιτρέπει το γάμο με πολλές συζύγους
πολυγαμικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυγαμικός
πολυγαμιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυγαμία
πολυγαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγαστρικό
πολυγαστρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυγαστρικός
πολυγαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγαστρική
πολυγαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυγαστρικός
πολυγαστρικής	adj	γενική ενικού του πολυγαστρική
πολυγαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυγαστρικός
πολυγαστρικού	adj	γενική ενικού του πολυγαστρικός
πολυγαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυγαστρικός
πολυγαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυγαστρικός
πολυγαστρικός	adj	που έχει πολλά στομάχια
πολυγαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυγαστρικός
πολυγενέσεις	=	πολυγένεση
πολυγενέσεων	=	πολυγένεση
πολυγλωσσία	noun	γνώση και χρήση πολλών γλωσσών
πολυγλωσσίας	noun	γενική ενικού του πολυγλωσσία
πολυγλωσσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγλωσσία
πολυγλωσσικά	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικέ	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικές	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσική	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικής	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικοί	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικού	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικούς	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικό	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσικός	adj	ο σχετικός με την πολυγλωσσία
πολυγλωσσικών	=	πολυγλωσσικός
πολυγλωσσιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυγλωσσία
πολυγνωσία	noun	η κατοχή πληθώρας γνώσεων σε ένα ή πολλά πεδία
πολυγνωσίας	=	πολυγνωσία
πολυγνωσίες	=	πολυγνωσία
πολυγνωσιών	=	πολυγνωσία
πολυγονία	noun	το να έχει κανείς πολλούς απογόνους
πολυγονίας	=	πολυγονία
πολυγονίες	=	πολυγονία
πολυγονιών	=	πολυγονία
πολυγράμματα	=	πολυγράμματος
πολυγράμματε	=	πολυγράμματος
πολυγράμματες	=	πολυγράμματος
πολυγράμματη	=	πολυγράμματος
πολυγράμματης	=	πολυγράμματος
πολυγράμματο	=	πολυγράμματος
πολυγράμματοι	=	πολυγράμματος
πολυγράμματος	adj	που αποτελείται από πολλά γράμματα
πολυγράμματου	=	πολυγράμματος
πολυγράμματους	=	πολυγράμματος
πολυγράμματων	=	πολυγράμματος
πολυγράφε	=	πολυγράφος
πολυγράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγράφηση	noun	η αναπαραγωγή ενός κειμένου χάρη στον πολύγραφο
πολυγράφησης	=	πολυγράφηση
πολυγράφο	=	πολυγράφος
πολυγράφοι	=	πολυγράφος
πολυγράφος	adj	που γράφει πολλά κείμενα, βιβλία
πολυγράφου	noun	γενική ενικού του πολύγραφος
πολυγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολύγραφος
πολυγράφων	noun	γενική πληθυντικού του πολύγραφος
πολυγραφήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφούμαι
πολυγραφήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφούμαι
πολυγραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγράφηση
πολυγραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήσεων	=	πολυγράφηση
πολυγραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφώ
πολυγραφία	noun	η δυνατότητα ενός συγγραφέα να γράφει πολλά κείμενα
πολυγραφίας	=	πολυγραφία
πολυγραφίες	=	πολυγραφία
πολυγραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυγραφούμαι
πολυγραφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυγραφούμαι
πολυγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγραφικό
πολυγραφικέ	adj	κλητική ενικού του πολυγραφικός
πολυγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγραφική
πολυγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυγραφικός
πολυγραφικής	adj	γενική ενικού του πολυγραφική
πολυγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυγραφικός
πολυγραφικού	adj	γενική ενικού του πολυγραφικός
πολυγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυγραφικός
πολυγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυγραφικός
πολυγραφικός	adj	σχετικός με τον πολύγραφο
πολυγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυγραφικός
πολυγραφικώς	adv|dated	πολυγραφικά
πολυγραφιών	=	πολυγραφία
πολυγραφότατα	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατε	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατες	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατη	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατης	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατο	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατοι	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του πολυγράφος: ικανός να συγγράφει πολλά κείμενα
πολυγραφότατου	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατους	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότατων	=	πολυγραφότατος
πολυγραφότερος	=	πολυγράφος
πολυγραφώ	verb	αναπαράγω ένα κείμενο μέσω ενός πολυγράφου
πολυγυνία	noun	ερωτική σχέση άνδρα και ειδικότερα σε ταυτόχρονη κοινωνία γάμου, με περισσότερες από μία γυναίκες
πολυγυνίας	=	πολυγυνία
πολυγυνίες	=	πολυγυνία
πολυγυνιών	=	πολυγυνία
πολυγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγωνικό
πολυγωνικέ	adj	κλητική ενικού του πολυγωνικός
πολυγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυγωνική
πολυγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυγωνικός
πολυγωνικής	adj	γενική ενικού του πολυγωνική
πολυγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυγωνικός
πολυγωνικού	adj	γενική ενικού του πολυγωνικός
πολυγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυγωνικός
πολυγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυγωνικός
πολυγωνικός	adj	που έχει μορφή πολυγώνου
πολυγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυγωνικός
πολυγώνου	noun	γενική ενικού του πολύγωνο
πολυγώνων	noun	γενική πληθυντικού του πολύγωνο
πολυδάκρυτα	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτε	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτες	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτη	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτης	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτο	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτοι	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτος	adj	που κάνει πολύ κόσμο να κλαίει
πολυδάκρυτου	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτους	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκρυτων	=	πολυδάκρυτος
πολυδάκτυλα	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλε	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλες	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλη	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλης	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλο	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλοι	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλος	adj	που χαρακτηρίζεται από πολυδακτυλία
πολυδάκτυλου	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλους	=	πολυδάκτυλος
πολυδάκτυλων	=	πολυδάκτυλος
πολυδάπανα	=	πολυδάπανος
πολυδάπανε	=	πολυδάπανος
πολυδάπανες	=	πολυδάπανος
πολυδάπανη	=	πολυδάπανος
πολυδάπανης	=	πολυδάπανος
πολυδάπανο	=	πολυδάπανος
πολυδάπανοι	=	πολυδάπανος
πολυδάπανος	adj	που απαιτεί ή προκαλεί πολλές δαπάνες
πολυδάπανου	=	πολυδάπανος
πολυδάπανους	=	πολυδάπανος
πολυδάπανων	=	πολυδάπανος
πολυδάχτυλος	=	πολυδάκτυλος
πολυδαίδαλα	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλε	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλες	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλη	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλης	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλο	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλοι	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλος	adj	λαβυρινθώδης
πολυδαίδαλου	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλους	=	πολυδαίδαλος
πολυδαίδαλων	=	πολυδαίδαλος
πολυδακτυλία	noun	παθολογική ανωμαλία κατά την οποία κάποιος έχει περισσότερα από πέντε δάκτυλα στα χέρια ή στα πόδια του
πολυδακτυλίας	noun	γενική ενικού του πολυδακτυλία
πολυδακτυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδακτυλία
πολυδακτυλιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυδακτυλία
πολυδιάβαστο	adj	το λέμε σε συγγραφέα για νέο του βιβλίο (μεταφορικά λέμε καλοτάξιδο)
πολυδιάσπαση	noun	ο χωρισμός ή η διάσπαση ενός συνόλου σε πολλά μέρη ή κομμάτια
πολυδιάσπασης	=	πολυδιάσπαση
πολυδιάστατα	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατε	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατες	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυδιάστατος
πολυδιάστατης	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατο	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατοι	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατος	adj|figurative	που έχει πολλές διαστάσεις
πολυδιάστατου	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατους	=	πολυδιάστατος
πολυδιάστατων	=	πολυδιάστατος
πολυδιαβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδιαβασμένο
πολυδιαβασμένε	verb	κλητική ενικού του πολυδιαβασμένος
πολυδιαβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδιαβασμένη
πολυδιαβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυδιαβασμένος
πολυδιαβασμένης	verb	γενική ενικού του πολυδιαβασμένη
πολυδιαβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυδιαβασμένος
πολυδιαβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυδιαβασμένος
πολυδιαβασμένος	verb	που έχει διαβαστεί πολλές φορές, που έχει πολυδιαβαστεί
πολυδιαβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυδιαβασμένος
πολυδιαβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυδιαβασμένος
πολυδιαβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυδιαβασμένος
πολυδιασπάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδιάσπαση
πολυδιασπάσεων	=	πολυδιάσπαση
πολυδιαστρωματωμένο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολυδιαστρωματωμένος
πολυδιαστρωματωμένος	verb|rare	που είναι οργανωμένος ή δομημένος σε πολλαπλά στρώματα, με πολλές διαστρωματώσεις
πολυδιαφημισμένα	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένε	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένες	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένη	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένης	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένο	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένοι	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένος	adj	που έχει διαφημιστεί σε μεγάλο βαθμό
πολυδιαφημισμένου	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένους	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιαφημισμένων	=	πολυδιαφημισμένος
πολυδιεργασία	noun	multitasking: η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών προγραμμάτων (διεργασιών) από ένα λειτουργικό σύστημα (operating system), χρησιμοποιώντας την τεχνική του χρονομερισμού (time-sharing)
πολυδιεργασίας	noun	γενική ενικού του πολυδιεργασία
πολυδιεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδιεργασία
πολυδιεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυδιεργασία
πολυδιψία	noun	παθολογικά μεγάλη δίψα
πολυδιψίας	noun	γενική ενικού του πολυδιψία
πολυδιψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδιψία
πολυδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδουλεμένο
πολυδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του πολυδουλεμένος
πολυδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδουλεμένη
πολυδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυδουλεμένος
πολυδουλεμένης	verb	γενική ενικού του πολυδουλεμένη
πολυδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυδουλεμένος
πολυδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυδουλεμένος
πολυδουλεμένος	verb	→ λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
πολυδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυδουλεμένος
πολυδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυδουλεμένος
πολυδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυδουλεμένος
πολυδωρία	noun	η γενναιοδωρία
πολυδωρίας	=	πολυδωρία
πολυδωρίες	=	πολυδωρία
πολυδωριών	=	πολυδωρία
πολυδόξαστα	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστε	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστες	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστη	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστης	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστο	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστοι	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστος	adj	που δοξάζεται πολύ
πολυδόξαστου	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστους	=	πολυδόξαστος
πολυδόξαστων	=	πολυδόξαστος
πολυδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδύναμο
πολυδύναμε	adj	κλητική ενικού του πολυδύναμος
πολυδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυδύναμη
πολυδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυδύναμος
πολυδύναμης	adj	γενική ενικού του πολυδύναμη
πολυδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του πολυδύναμος
πολυδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυδύναμος
πολυδύναμος	adj	που έχει μεγάλη δύναμη
πολυδύναμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυδύναμος
πολυδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυδύναμος
πολυδύναμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυδύναμος
πολυεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολυεδρικός	adv	με πολυεδρικό τρόπο
πολυεδρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυεδρικός
πολυεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεδρική
πολυεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυεδρικός
πολυεδρικής	adj	γενική ενικού του πολυεδρική
πολυεδρικο	=	πολυεδρικός
πολυεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεδρικός
πολυεδρικοτήτων	=	πολυεδρικότητα
πολυεδρικού	adj	γενική ενικού του πολυεδρικός
πολυεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυεδρικός
πολυεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυεδρικός
πολυεδρικός	adj	που έχει σχέση με πολύεδρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει τη μορφή του
πολυεδρικότητα	noun	η ιδιότητα του πολυεδρικού, του πολύπλευρου
πολυεδρικότητας	=	πολυεδρικότητα
πολυεδρικότητες	=	πολυεδρικότητα
πολυεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυεδρικός
πολυεθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεθνικό
πολυεθνικέ	adj	κλητική ενικού του πολυεθνικός
πολυεθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεθνική
πολυεθνική	noun	η πολυεθνική εταιρεία, η εταιρεία που έχει παραρτήματα σε πολλές χώρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυεθνικός
πολυεθνικής	adj	γενική ενικού του πολυεθνική
πολυεθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεθνικός
πολυεθνικού	adj	γενική ενικού του πολυεθνικός
πολυεθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυεθνικός
πολυεθνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυεθνικός
πολυεθνικός	adj	που περιλαμβάνει πολλά έθνη
πολυεθνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυεθνικός
πολυειδές	=	πολυειδής
πολυειδή	=	πολυειδής
πολυειδής	adj|archaic	που εμφανίζεται με διάφορες μορφές
πολυειδία	noun|archaic	ποικιλομορφία, πολυμορφία, ποικιλία
πολυειδίας	noun	γενική ενικού του πολυειδία
πολυειδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυειδία
πολυειδείς	=	πολυειδής
πολυειδιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυειδία
πολυειδούς	=	πολυειδής
πολυειδών	=	πολυειδής
πολυειδώς	adv	με πολλές μορφές, με πολλούς τρόπους
πολυεκατομμυριούχε	=	πολυεκατομμυριούχος
πολυεκατομμυριούχο	=	πολυεκατομμυριούχος
πολυεκατομμυριούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεκατομμυριούχος
πολυεκατομμυριούχος	noun	ο/η κάτοχος περιουσίας πολλών εκατομμυριών
πολυεκατομμυριούχου	noun	γενική ενικού του πολυεκατομμυριούχος
πολυεκατομμυριούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυεκατομμυριούχος
πολυεκατομμυριούχων	noun	γενική πληθυντικού του πολυεκατομμυριούχος
πολυεκτοξευτήρα	=	πολυεκτοξευτήρας
πολυεκτοξευτήρας	noun	συσκευή που εκτοξεύει κάτι από πολλαπλές πηγές
πολυεκτοξευτήρες	=	πολυεκτοξευτήρας
πολυεκτοξευτήρων	=	πολυεκτοξευτήρας
πολυελαίου	noun	γενική ενικού του πολυέλαιος
πολυελαίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυέλαιος
πολυελαίων	noun	γενική πληθυντικού του πολυέλαιος
πολυεπίπεδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεπίπεδο
πολυεπίπεδε	adj	κλητική ενικού του πολυεπίπεδος
πολυεπίπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεπίπεδη
πολυεπίπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυεπίπεδος
πολυεπίπεδης	adj	γενική ενικού του πολυεπίπεδη
πολυεπίπεδο	adj	αιτιατική ενικού του πολυεπίπεδος
πολυεπίπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεπίπεδος
πολυεπίπεδος	adj|figurative	που έχει πολλά επίπεδα
πολυεπίπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυεπίπεδος
πολυεπίπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυεπίπεδος
πολυεπίπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυεπίπεδος
πολυεπισκέπτομαι	verb|rare	επισκέπτομαι συχνά
πολυεπιστήμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεπιστήμονας
πολυεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεπιστημονικό
πολυεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του πολυεπιστημονικός
πολυεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεπιστημονική
πολυεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυεπιστημονικός
πολυεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του πολυεπιστημονική
πολυεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεπιστημονικός
πολυεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του πολυεπιστημονικός
πολυεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυεπιστημονικός
πολυεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυεπιστημονικός
πολυεπιστημονικός	adj|formal	που έχει σχέση με περισσότερους του ενός επιστημονικούς κλάδους
πολυεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυεπιστημονικός
πολυεργαλεία	=	πολυεργαλείο
πολυεργαλείο	noun	εργαλείο με πολλά εξαρτήματα ώστε να γίνονται διαφορετικές εργασίες
πολυεργαλείου	=	πολυεργαλείο
πολυεργαλείων	=	πολυεργαλείο
πολυεστέρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολυεστέρας
πολυεστέρας	noun	πλαστικό υλικό για την κατασκευή συνθετικών υφασμάτων ή χυτών αντικειμένων
πολυεστέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεστέρας
πολυεστέρων	=	πολυεστέρας
πολυεστερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεστερικό
πολυεστερικέ	adj	κλητική ενικού του πολυεστερικός
πολυεστερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεστερική
πολυεστερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυεστερικός
πολυεστερικής	adj	γενική ενικού του πολυεστερική
πολυεστερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεστερικός
πολυεστερικού	adj	γενική ενικού του πολυεστερικός
πολυεστερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυεστερικός
πολυεστερικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυεστερικός
πολυεστερικός	adj	που έχει σχέση με πολυεστέρα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή αποτελείται από πολυεστέρες
πολυεστερικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυεστερικός
πολυεστιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεστιακό
πολυεστιακέ	adj	κλητική ενικού του πολυεστιακός
πολυεστιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυεστιακή
πολυεστιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυεστιακός
πολυεστιακής	adj	γενική ενικού του πολυεστιακή
πολυεστιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυεστιακός
πολυεστιακού	adj	γενική ενικού του πολυεστιακός
πολυεστιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυεστιακός
πολυεστιακό	adj	αιτιατική ενικού του πολυεστιακός
πολυεστιακός	adj	που εστιάζει σε πολλά σημεία
πολυεστιακών	adj	γενική πληθυντικού του πολυεστιακός
πολυετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολυετής
πολυετή	=	πολυετής
πολυετής	adj	που έχει διάρκεια πολλών ετών
πολυετία	noun	χρονικό διάστημα πολλών ετών
πολυετίας	noun	γενική ενικού του πολυετία
πολυετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυετία
πολυετείς	=	πολυετής
πολυετιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυετία
πολυετούς	=	πολυετής
πολυετών	adj	γενική πληθυντικού του πολυετής
πολυετώς	adv|formal	για διάστημα πολλών ετών
πολυευθύνου	=	πολυεύθυνος
πολυευθύνους	=	πολυεύθυνος
πολυευθύνων	=	πολυεύθυνος
πολυευσπλαγχνία	noun|formal	αρχαία μορφή του πολυευσπλαχνία
πολυευσπλαγχνίας	=	πολυευσπλαγχνία
πολυευσπλαγχνίες	=	πολυευσπλαγχνία
πολυευσπλαγχνιών	=	πολυευσπλαγχνία
πολυευσπλαχνία	noun	μεγάλη ευσπλαχνία
πολυευσπλαχνίας	=	πολυευσπλαχνία
πολυευσπλαχνίες	=	πολυευσπλαχνία
πολυευσπλαχνιών	=	πολυευσπλαχνία
πολυεύθυνα	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνε	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνες	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνη	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνης	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνο	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνοι	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνος	adj	που έχει πολλές ευθύνες
πολυεύθυνου	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνους	=	πολυεύθυνος
πολυεύθυνων	=	πολυεύθυνος
πολυεύσπλαχνα	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνε	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνες	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνη	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνης	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνο	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνοι	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνος	adj	που έχει μεγάλη ευσπλαχνία
πολυεύσπλαχνου	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνους	=	πολυεύσπλαχνος
πολυεύσπλαχνων	=	πολυεύσπλαχνος
πολυζήλευτα	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτε	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτες	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτη	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτης	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτο	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτοι	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτος	adj	που τον ζηλεύει πολύς κόσμος
πολυζήλευτου	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτους	=	πολυζήλευτος
πολυζήλευτων	=	πολυζήλευτος
πολυζήτητα	=	πολυζήτητος
πολυζήτητε	=	πολυζήτητος
πολυζήτητες	=	πολυζήτητος
πολυζήτητη	=	πολυζήτητος
πολυζήτητης	=	πολυζήτητος
πολυζήτητο	=	πολυζήτητος
πολυζήτητοι	=	πολυζήτητος
πολυζήτητος	adj	που τον αναζητούν πολλοί
πολυζήτητου	=	πολυζήτητος
πολυζήτητους	=	πολυζήτητος
πολυζήτητων	=	πολυζήτητος
πολυζηλεμένα	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένε	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένες	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένη	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένης	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένο	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένοι	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένος	verb	που τον ζηλεύει πολύς κόσμος
πολυζηλεμένου	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένους	=	πολυζηλεμένος
πολυζηλεμένων	=	πολυζηλεμένος
πολυζωία	noun	η ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα
πολυζωίας	=	πολυζωία
πολυζωίες	=	πολυζωία
πολυζωιών	=	πολυζωία
πολυζωνικά	=	πολυζωνικός
πολυζωνικέ	=	πολυζωνικός
πολυζωνικές	=	πολυζωνικός
πολυζωνική	=	πολυζωνικός
πολυζωνικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πολυζωνική) του πολυζωνικός
πολυζωνικοί	=	πολυζωνικός
πολυζωνικού	=	πολυζωνικός
πολυζωνικούς	=	πολυζωνικός
πολυζωνικό	=	πολυζωνικός
πολυζωνικός	adj	που αφορά πολλές ζώνες
πολυζωνικών	=	πολυζωνικός
πολυζύγου	=	πολύζυγο
πολυζύγων	=	πολύζυγο
πολυζώητα	=	πολυζώητος
πολυζώητε	=	πολυζώητος
πολυζώητες	=	πολυζώητος
πολυζώητη	=	πολυζώητος
πολυζώητης	=	πολυζώητος
πολυζώητο	=	πολυζώητος
πολυζώητοι	=	πολυζώητος
πολυζώητος	adj	που έχει ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα
πολυζώητου	=	πολυζώητος
πολυζώητους	=	πολυζώητος
πολυζώητων	=	πολυζώητος
πολυηλεκτρολυτών	=	πολυηλεκτρολύτης
πολυηλεκτρολύτες	=	πολυηλεκτρολύτης
πολυηλεκτρολύτη	=	πολυηλεκτρολύτης
πολυηλεκτρολύτης	noun	χημική ένωση (πολυμερές), η οποία αποτελείται από μακρομοριακές αλυσίδες και η οποία μπορεί να είναι υδατοδιαλυτή, κάτι που την καθιστά χρήσιμη στη βιολογία και στη βιοχημεία
πολυθέλγητρα	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρε	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρες	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρη	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρης	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρο	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητροι	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρος	adj	που έχει πολλά θέλγητρα, του οποίου η παρουσία ασκεί μεγάλη έλξη στους άλλους
πολυθέλγητρου	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρους	=	πολυθέλγητρος
πολυθέλγητρων	=	πολυθέλγητρος
πολυθεΐα	noun	η λατρεία πολλών θεών
πολυθεΐας	noun	γενική ενικού του πολυθεΐα
πολυθεΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεΐα
πολυθεΐστρια	=	πολυθεϊστής
πολυθεσία	noun	η κατοχή πάνω από μιας θέσης εργασίας και η απόλαυση των αντίστοιχων προνομίων τους
πολυθεσίας	noun	γενική ενικού του πολυθεσία
πολυθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεσία
πολυθεσίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεσίτης
πολυθεσίτη	=	πολυθεσίτης
πολυθεσίτης	noun	αυτός που κατέχει πάνω από μια θέση εργασίας και απολαμβάνει τα αντίστοιχα προνόμιά τους
πολυθεσίτισσα	noun	θηλυκό του πολυθεσίτης
πολυθεσίτισσας	noun	γενική ενικού του πολυθεσίτισσα
πολυθεσίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεσίτισσα
πολυθεσιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πολυθεσίτισσα
πολυθεσιτών	=	πολυθεσίτης
πολυθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυθεσία
πολυθεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊκό
πολυθεϊκέ	adj	κλητική ενικού του πολυθεϊκός
πολυθεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊκή
πολυθεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυθεϊκός
πολυθεϊκής	adj	γενική ενικού του πολυθεϊκή
πολυθεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊκός
πολυθεϊκού	adj	γενική ενικού του πολυθεϊκός
πολυθεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυθεϊκός
πολυθεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πολυθεϊκός
πολυθεϊκός	adj	σχετικός με την πολυθεΐα
πολυθεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πολυθεϊκός
πολυθεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του πολυθεϊσμός
πολυθεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊσμός
πολυθεϊσμού	noun	γενική ενικού του πολυθεϊσμός
πολυθεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυθεϊσμός
πολυθεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του πολυθεϊσμός
πολυθεϊσμός	noun	η πίστη σε πολλούς θεούς
πολυθεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του πολυθεϊσμός
πολυθεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊστής
πολυθεϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολυθεϊστής
πολυθεϊστής	noun	που πιστεύει σε πολλούς θεούς
πολυθεϊστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊστικό
πολυθεϊστικέ	adj	κλητική ενικού του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊστική
πολυθεϊστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστικής	adj	γενική ενικού του πολυθεϊστική
πολυθεϊστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστικού	adj	γενική ενικού του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστικός	adj	σχετικός με τον πολυθεϊσμό
πολυθεϊστικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυθεϊστικός
πολυθεϊστών	noun	γενική πληθυντικού του πολυθεϊστής
πολυθεϊών	noun	γενική πληθυντικού του πολυθεΐα
πολυθρήνητα	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητε	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητες	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητη	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητης	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητο	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητοι	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητος	adj	που θρηνείται από πολλούς, του οποίου ο χαμός προκαλεί μεγάλη λύπη
πολυθρήνητου	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητους	=	πολυθρήνητος
πολυθρήνητων	=	πολυθρήνητος
πολυθρονών	noun	γενική πληθυντικού του πολυθρόνα
πολυθρόνα	noun	αναπαυτικό κάθισμα για ένα άτομο με στηρίγματα για την πλάτη και, συνήθως, για τα χέρια
πολυθρόνας	noun	γενική ενικού του πολυθρόνα
πολυθρόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυθρόνα
πολυθρύλητα	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητε	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητες	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητη	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητης	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητο	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητοι	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητος	adj	που εγκωμιάζεται από πολλούς, του οποίου η ανάμνηση παραμένει ζωντανή και παρουσιάζεται σαν παράδειγμα για τους άλλους
πολυθρύλητου	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητους	=	πολυθρύλητος
πολυθρύλητων	=	πολυθρύλητος
πολυθόρυβα	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβε	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβες	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβη	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβης	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβο	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβοι	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβος	adj	που έχει πολύ θόρυβο
πολυθόρυβου	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβους	=	πολυθόρυβος
πολυθόρυβων	=	πολυθόρυβος
πολυκάντηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκάντηλο
πολυκάντηλο	noun	πολύφωτη λυχνία με πολλά καντήλια
πολυκάντηλου	noun	γενική ενικού του πολυκάντηλο
πολυκάντηλων	noun	γενική πληθυντικού του πολυκάντηλο
πολυκάτεχα	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχε	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχες	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχη	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχης	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχο	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχοι	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχος	adj	που κατέχει πολλές γνώσεις
πολυκάτεχου	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχους	=	πολυκάτεχος
πολυκάτεχων	=	πολυκάτεχος
πολυκέλαδα	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδε	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδες	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδη	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδης	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδο	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδοι	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδος	adj	που κελαηδά πολύ
πολυκέλαδου	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδους	=	πολυκέλαδος
πολυκέλαδων	=	πολυκέλαδος
πολυκέφαλα	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλε	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλες	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλη	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλης	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλο	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλοι	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλος	adj	που έχει πολλά κεφάλια
πολυκέφαλου	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλους	=	πολυκέφαλος
πολυκέφαλων	=	πολυκέφαλος
πολυκαίριζα	=	πολυκαιρίζω
πολυκαίριζαν	=	πολυκαιρίζω
πολυκαίριζε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαίριζες	=	πολυκαιρίζω
πολυκαίρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαίρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαίρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαίρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρία	noun	η μεγάλη διάρκεια
πολυκαιρίας	noun	γενική ενικού του πολυκαιρία
πολυκαιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρία
πολυκαιρίζαμε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζαν	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζανε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζατε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζει	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζεις	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζετε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζοντας	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζουμε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζουν	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζουνε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίζω	verb	διαρκώ πολύ
πολυκαιρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσαν	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσανε	=	πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυκαιρίζω
πολυκαιρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρίτικο
πολυκαιρίτικε	adj	κλητική ενικού του πολυκαιρίτικος
πολυκαιρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρίτικη
πολυκαιρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκαιρίτικος
πολυκαιρίτικης	adj	γενική ενικού του πολυκαιρίτικη
πολυκαιρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του πολυκαιρίτικος
πολυκαιρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρίτικος
πολυκαιρίτικος	adj	που έχει διαρκέσει πολύ
πολυκαιρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυκαιρίτικος
πολυκαιρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκαιρίτικος
πολυκαιρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυκαιρίτικος
πολυκαιριά	noun	η πολυκαιρία
πολυκαιριάς	=	πολυκαιριά
πολυκαιριές	=	πολυκαιριά
πολυκαιρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρινό
πολυκαιρινέ	adj	κλητική ενικού του πολυκαιρινός
πολυκαιρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρινή
πολυκαιρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκαιρινός
πολυκαιρινής	adj	γενική ενικού του πολυκαιρινή
πολυκαιρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρινός
πολυκαιρινού	adj	γενική ενικού του πολυκαιρινός
πολυκαιρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκαιρινός
πολυκαιρινό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκαιρινός
πολυκαιρινός	adj	που έχει μεγάλη διάρκεια
πολυκαιρινών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκαιρινός
πολυκαιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρισμένο
πολυκαιρισμένε	verb	κλητική ενικού του πολυκαιρισμένος
πολυκαιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρισμένη
πολυκαιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκαιρισμένος
πολυκαιρισμένης	verb	γενική ενικού του πολυκαιρισμένη
πολυκαιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυκαιρισμένος
πολυκαιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκαιρισμένος
πολυκαιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυκαιρισμένος
πολυκαιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυκαιρισμένος
πολυκαιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυκαιρισμένος
πολυκαιριών	=	πολυκαιριά
πολυκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια πολλών διαφορετικών ειδών, κυρίως λαχανικών, σε τοπικό επίπεδο, σε μικρές ποσότητες ανά είδος, σε αντίθεση προς την μονοκαλλιέργεια που αναφέρεται στην καλλιέργεια ενός είδους σε μεγάλες ποσότητες.
πολυκαλλιέργειας	=	πολυκαλλιέργεια
πολυκαλλιέργειες	=	πολυκαλλιέργεια
πολυκαλλιεργειών	=	πολυκαλλιέργεια
πολυκαρβονικά	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικέ	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικές	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονική	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικής	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικοί	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικού	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικούς	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικό	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρβονικός	adj	που έχει σχέση με το πολυανθρακικό ή αναφέρεται σ’ αυτό
πολυκαρβονικών	=	πολυκαρβονικός
πολυκαρμπονάτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολυκαρμπονάτος
πολυκαρμπονάτος	adj|rare	άλλη μορφή του πολυκαρβονικός
πολυκαρπία	noun	η παραγωγή πολλών καρπών
πολυκαρπίας	noun	γενική ενικού του πολυκαρπία
πολυκαρπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαρπία
πολυκατάστημα	noun	το συγκρότημα πολλών καταστημάτων ή μεγάλο κατάστημα που διαθέτει τρόφιμα και είδη καθημερινής ανάγκης
πολυκαταγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαταγραφικό
πολυκαταγραφικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκαταγραφικός
πολυκαταγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκαταγραφική
πολυκαταγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκαταγραφικός
πολυκαταγραφικής	adj	γενική ενικού του πολυκαταγραφική
πολυκαταγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκαταγραφικός
πολυκαταγραφικού	adj	γενική ενικού του πολυκαταγραφικός
πολυκαταγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκαταγραφικός
πολυκαταγραφικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολυκαταγραφικός	noun	συσκευή που καταγράφει πολλές παραμέτρους
πολυκαταγραφικός	adj	που έχει σχέση με συσκευή που καταγράφει πολλές παραμέτρους ή αναφέρεται σ’ αυτή
πολυκαταγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκαταγραφικός
πολυκαταστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκατάστημα
πολυκαταστήματος	noun	γενική ενικού του πολυκατάστημα
πολυκαταστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πολυκατάστημα
πολυκατευθυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκατευθυντικό
πολυκατευθυντικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκατευθυντικός
πολυκατευθυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκατευθυντική
πολυκατευθυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκατευθυντικός
πολυκατευθυντικής	adj	γενική ενικού του πολυκατευθυντική
πολυκατευθυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκατευθυντικός
πολυκατευθυντικού	adj	γενική ενικού του πολυκατευθυντικός
πολυκατευθυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκατευθυντικός
πολυκατευθυντικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκατευθυντικός
πολυκατευθυντικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκατευθυντικός
πολυκατοικία	noun	πολυώροφο κτίριο όπου κατοικούν πολλές οικογένειες σε χωριστά διαμερίσματα
πολυκατοικίας	noun	γενική ενικού του πολυκατοικία
πολυκατοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκατοικία
πολυκατοικιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυκατοικία
πολυκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκεντρικό
πολυκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκεντρικός
πολυκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκεντρική
πολυκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκεντρικός
πολυκεντρικής	adj	γενική ενικού του πολυκεντρική
πολυκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκεντρικός
πολυκεντρικού	adj	γενική ενικού του πολυκεντρικός
πολυκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκεντρικός
πολυκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκεντρικός
πολυκεντρικός	adj	που έχει πολλαπλά κέντρα
πολυκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκεντρικός
πολυκερδές	=	πολυκερδής
πολυκερδή	=	πολυκερδής
πολυκερδής	adj	που αποφέρει μεγάλα κέρδη
πολυκερδείς	=	πολυκερδής
πολυκερδούς	=	πολυκερδής
πολυκερδών	=	πολυκερδής
πολυκερδώς	adv	αποφέροντας μεγάλα κέρδη
πολυκερματισμέ	=	πολυκερματισμός
πολυκερματισμοί	=	πολυκερματισμός
πολυκερματισμού	=	πολυκερματισμός
πολυκερματισμούς	=	πολυκερματισμός
πολυκερματισμό	=	πολυκερματισμός
πολυκερματισμός	noun|formal	η κατάτμηση ή ο διαχωρισμός ενός συνόλου σε πολλά μικρά, συχνά ασύνδετα μεταξύ τους κομμάτια
πολυκερματισμών	=	πολυκερματισμός
πολυκινηματογράφε	=	πολυκινηματογράφος
πολυκινηματογράφο	=	πολυκινηματογράφος
πολυκινηματογράφοι	=	πολυκινηματογράφος
πολυκινηματογράφος	noun	συγκρότημα πολλαπλών κινηματογραφικών αιθουσών
πολυκινηματογράφου	=	πολυκινηματογράφος
πολυκινηματογράφους	=	πολυκινηματογράφος
πολυκινηματογράφων	=	πολυκινηματογράφος
πολυκλαδία	noun	η υπέρμετρη ανάπτυξη βλαστών ή πολλών κλαδιών
πολυκλαδίας	=	πολυκλαδία
πολυκλαδίες	=	πολυκλαδία
πολυκλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκλαδικό
πολυκλαδικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκλαδικός
πολυκλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκλαδική
πολυκλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκλαδικός
πολυκλαδικής	adj	γενική ενικού του πολυκλαδική
πολυκλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκλαδικός
πολυκλαδικού	adj	γενική ενικού του πολυκλαδικός
πολυκλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκλαδικός
πολυκλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκλαδικός
πολυκλαδικός	adj	πολυσκελής
πολυκλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκλαδικός
πολυκλαδιών	=	πολυκλαδία
πολυκλινικές	=	πολυκλινική
πολυκλινική	noun	κλινική με πολλές υπηρεσίες εξειδικευμένες στη θεραπεία πολλών νόσων
πολυκλινικής	=	πολυκλινική
πολυκλινικών	=	πολυκλινική
πολυκλωνικά	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικέ	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικές	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνική	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικής	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικοί	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικού	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικούς	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικό	=	πολυκλωνικός
πολυκλωνικός	adj	που προέρχεται από περισσότερες από μία μικρές ομάδες κυττάρων, τους κλώνους, ιδίως διαφορετικής γενετικής προέλευσης
πολυκλωνικών	=	πολυκλωνικός
πολυκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκομματικό
πολυκομματικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκομματικός
πολυκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκομματική
πολυκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκομματικός
πολυκομματικής	adj	γενική ενικού του πολυκομματική
πολυκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκομματικός
πολυκομματικού	adj	γενική ενικού του πολυκομματικός
πολυκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκομματικός
πολυκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκομματικός
πολυκομματικός	adj	σχετικός με πολλά πολιτικά κόμματα
πολυκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκομματικός
πολυκομματισμέ	noun	κλητική ενικού του πολυκομματισμός
πολυκομματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκομματισμός
πολυκομματισμού	noun	γενική ενικού του πολυκομματισμός
πολυκομματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυκομματισμός
πολυκομματισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολυκομματισμός
πολυκομματισμός	noun	πολιτικό σύστημα στο οποίο υπάρχουν πολλά κόμματα
πολυκομματισμών	noun	γενική πληθυντικού του πολυκομματισμός
πολυκομπιού	=	πολυκόμπι
πολυκομπιών	=	πολυκόμπι
πολυκοσμία	noun	η ύπαρξη στο ίδιο μέρος μεγάλου πλήθους ανθρώπων
πολυκοσμίας	noun	γενική ενικού του πολυκοσμία
πολυκοσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκοσμία
πολυκοσμιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυκοσμία
πολυκουάρκ	noun	αδρόνιο αποτελούμενο από περισσότερα από τρία quarks (περισσότερα απ' όσα συναποτελούν ένα βαρυόνιο)
πολυκουρσεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκουρσεμένο
πολυκουρσεμένε	verb	κλητική ενικού του πολυκουρσεμένος
πολυκουρσεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκουρσεμένη
πολυκουρσεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκουρσεμένος
πολυκουρσεμένης	verb	γενική ενικού του πολυκουρσεμένη
πολυκουρσεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυκουρσεμένος
πολυκουρσεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκουρσεμένος
πολυκουρσεμένος	verb	που τον έχουν κουρσέψει πολλές φορές
πολυκουρσεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυκουρσεμένος
πολυκουρσεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυκουρσεμένος
πολυκουρσεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυκουρσεμένος
πολυκρίσεις	=	πολυκρίση
πολυκρίσεων	=	πολυκρίση
πολυκρίση	noun	η κατάσταση συνύπαρξης πολλών διαφορετικών κρίσεων
πολυκρίσης	=	πολυκρίση
πολυκριτηριακά	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακέ	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακές	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακή	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακής	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακοί	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακού	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακούς	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακό	=	πολυκριτηριακός
πολυκριτηριακός	adj	που αποτελείται από πολλά κριτήρια ή προκύπτει αφού ληφθούν υπόψη ή εξεταστούν πολλά κριτήρια
πολυκριτηριακών	=	πολυκριτηριακός
πολυκρυσταλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκρυσταλλικό
πολυκρυσταλλικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκρυσταλλικός
πολυκρυσταλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκρυσταλλική
πολυκρυσταλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκρυσταλλικός
πολυκρυσταλλικής	adj	γενική ενικού του πολυκρυσταλλική
πολυκρυσταλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκρυσταλλικός
πολυκρυσταλλικού	adj	γενική ενικού του πολυκρυσταλλικός
πολυκρυσταλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκρυσταλλικός
πολυκρυσταλλικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκρυσταλλικός
πολυκρυσταλλικός	adj	αυτός του οποίου τα δομικά στοιχεία δεν έχουν θέσεις ενός συγκεκριμένου κρυσταλλικού πλέγματος
πολυκρυσταλλικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκρυσταλλικός
πολυκυστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκυστικό
πολυκυστικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκυστικός
πολυκυστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκυστική
πολυκυστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκυστικός
πολυκυστικής	adj	γενική ενικού του πολυκυστική
πολυκυστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκυστικός
πολυκυστικού	adj	γενική ενικού του πολυκυστικός
πολυκυστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκυστικός
πολυκυστικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκυστικός
πολυκυστικός	adj	που περιέχει πολλές κύστεις
πολυκυστικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκυστικός
πολυκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκυτταρικό
πολυκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυκυτταρικός
πολυκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκυτταρική
πολυκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκυτταρικός
πολυκυτταρικής	adj	γενική ενικού του πολυκυτταρική
πολυκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκυτταρικός
πολυκυτταρικοτήτων	=	πολυκυτταρικότητα
πολυκυτταρικού	adj	γενική ενικού του πολυκυτταρικός
πολυκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκυτταρικός
πολυκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυκυτταρικός
πολυκυτταρικός	adj	που έχει τα στοιχεία αυτού που αποτελείται από πολλά κύτταρα
πολυκυτταρικότητα	noun	η ιδιότητα του πολυκυτταρικού, για οργανισμό που αποτελείται από πολλά κύτταρα
πολυκυτταρικότητας	=	πολυκυτταρικότητα
πολυκυτταρικότητες	=	πολυκυτταρικότητα
πολυκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυκυτταρικός
πολυκόμβε	=	πολυκόμβος
πολυκόμβο	=	πολυκόμβος
πολυκόμβοι	=	πολυκόμβος
πολυκόμβος	noun	ένας μεγάλος και πολύπλοκος κυκλοφοριακός κόμβος
πολυκόμβου	=	πολυκόμβος
πολυκόμβους	=	πολυκόμβος
πολυκόμβων	=	πολυκόμβος
πολυκόμπι	noun	άλλη μορφή του πολύκομπος
πολυκόμπια	=	πολυκόμπι
πολυκόμπου	=	πολύκομπος
πολυκόμπους	=	πολύκομπος
πολυκόμπων	=	πολύκομπος
πολυκύλινδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκύλινδρο
πολυκύλινδρε	adj	κλητική ενικού του πολυκύλινδρος
πολυκύλινδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυκύλινδρη
πολυκύλινδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυκύλινδρος
πολυκύλινδρης	adj	γενική ενικού του πολυκύλινδρη
πολυκύλινδρο	adj	αιτιατική ενικού του πολυκύλινδρος
πολυκύλινδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυκύλινδρος
πολυκύλινδρος	adj	που φέρει πολλούς κυλίνδρους
πολυκύλινδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυκύλινδρος
πολυκύλινδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυκύλινδρος
πολυκύλινδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυκύλινδρος
πολυκύμαντα	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντε	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντες	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντη	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντης	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντο	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντοι	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντος	adj	που έχει πολλά κύματα
πολυκύμαντου	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντους	=	πολυκύμαντος
πολυκύμαντων	=	πολυκύμαντος
πολυκύτταρα	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρε	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρες	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρη	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρης	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρο	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταροι	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρος	adj	που αποτελείται από πολλά κύτταρα
πολυκύτταρου	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρους	=	πολυκύτταρος
πολυκύτταρων	=	πολυκύτταρος
πολυλαλιά	noun	η άσκοπη ομιλία πάνω σε πολλά και διάφορα θέματα
πολυλαλιάς	=	πολυλαλιά
πολυλαλιές	=	πολυλαλιά
πολυλαλιών	=	πολυλαλιά
πολυλειτουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλειτουργικό
πολυλειτουργικέ	adj	κλητική ενικού του πολυλειτουργικός
πολυλειτουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλειτουργική
πολυλειτουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυλειτουργικός
πολυλειτουργικής	adj	γενική ενικού του πολυλειτουργική
πολυλειτουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυλειτουργικός
πολυλειτουργικοτήτων	=	πολυλειτουργικότητα
πολυλειτουργικού	adj	γενική ενικού του πολυλειτουργικός
πολυλειτουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυλειτουργικός
πολυλειτουργικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυλειτουργικός
πολυλειτουργικός	adj|formal	που φέρει σε πέρας / επιτελεί πολλές λειτουργίες
πολυλειτουργικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πολυλειτουργικού
πολυλειτουργικότητας	=	πολυλειτουργικότητα
πολυλειτουργικότητες	=	πολυλειτουργικότητα
πολυλειτουργικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυλειτουργικός
πολυλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλεκτικό
πολυλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του πολυλεκτικός
πολυλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλεκτική
πολυλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυλεκτικός
πολυλεκτικής	adj	γενική ενικού του πολυλεκτική
πολυλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυλεκτικός
πολυλεκτικού	adj	γενική ενικού του πολυλεκτικός
πολυλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυλεκτικός
πολυλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυλεκτικός
πολυλεκτικός	adj	που αποτελείται από πολλές λέξεις	noun	αυτός που πάσχει από πολυλεξία, λεξιλογικά ακρατής
πολυλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυλεκτικός
πολυλεξία	noun	χρήση πολλών λέξεων, συνωνυμία, πολυτυπία
πολυλεξίας	noun	γενική ενικού του πολυλεξία
πολυλεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλεξία
πολυλεξιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυλεξία
πολυλογά	=	πολυλογάς
πολυλογάδες	=	πολυλογάς
πολυλογάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλογάδικο
πολυλογάδικε	adj	κλητική ενικού του πολυλογάδικος
πολυλογάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλογάδικη
πολυλογάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυλογάδικος
πολυλογάδικης	adj	γενική ενικού του πολυλογάδικη
πολυλογάδικο	adj	αιτιατική ενικού του πολυλογάδικος
πολυλογάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυλογάδικος
πολυλογάδικος	adj	που έχει σχέση με πολυλογά ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πολυλογάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυλογάδικος
πολυλογάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυλογάδικος
πολυλογάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυλογάδικος
πολυλογάδων	=	πολυλογάς
πολυλογάς	adj	που λέει πολλά λόγια
πολυλογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλογία	noun	η άσκοπη ομιλία πάνω σε πολλά και διάφορα θέματα
πολυλογίας	noun	γενική ενικού του πολυλογία
πολυλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυλογία
πολυλογιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυλογία
πολυλογού	noun	θηλυκό του πολυλογάς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυλογάς
πολυλογούδες	=	πολυλογάς
πολυλογούδικα	=	πολυλογάς
πολυλογούδικο	=	πολυλογάς
πολυλογούδικου	=	πολυλογάς
πολυλογούδικων	=	πολυλογάς
πολυλογούδων	=	πολυλογάς
πολυλογούς	=	πολυλογάς
πολυλογώ	verb	μιλώ άσκοπα για πολλά και διάφορα θέματα
πολυλόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυλόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυλογώ
πολυμάθεια	noun	το να έχει κανείς πολλές γνώσεις σε διάφορα θέματα
πολυμάθειας	noun	γενική ενικού του πολυμάθεια
πολυμάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμάθεια
πολυμέλεια	noun	η ύπαρξη πολλών μελών
πολυμέλειας	=	πολυμέλεια
πολυμέλειες	=	πολυμέλεια
πολυμέρεια	noun	η ύπαρξη πολλών μερών
πολυμέρειας	noun	γενική ενικού του πολυμέρεια
πολυμέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμέρεια
πολυμέριμνα	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνε	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνες	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνη	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνης	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνο	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνοι	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνος	adj	που μεριμνά πολύ για κάτι, που το φροντίζει πολύ
πολυμέριμνου	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνους	=	πολυμέριμνος
πολυμέριμνων	=	πολυμέριμνος
πολυμέσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμέσο
πολυμέσο	noun	multimedia: η συνδυασμένη χρήση σε ψηφιακή μορφή ήχου (sound), βίντεο (video, animation) και κειμένου (text) για την παρουσίαση πληροφοριών.
πολυμέσου	=	πολυμέσο
πολυμέσων	=	πολυμέσο
πολυμέτωπα	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπε	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπες	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπη	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπης	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπο	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωποι	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπος	adj	που εμφανίζεται σε πολλά μέτωπα
πολυμέτωπου	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπους	=	πολυμέτωπος
πολυμέτωπων	=	πολυμέτωπος
πολυμήχανα	=	πολυμήχανος
πολυμήχανε	=	πολυμήχανος
πολυμήχανες	=	πολυμήχανος
πολυμήχανη	=	πολυμήχανος
πολυμήχανης	=	πολυμήχανος
πολυμήχανο	=	πολυμήχανος
πολυμήχανοι	=	πολυμήχανος
πολυμήχανος	adj	αυτός που επινοεί, μηχανεύεται πολλά τεχνάσματα
πολυμήχανου	=	πολυμήχανος
πολυμήχανους	=	πολυμήχανος
πολυμήχανων	=	πολυμήχανος
πολυμίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολυμαθής
πολυμαθή	=	πολυμαθής
πολυμαθής	adj	που έχει μάθει πολλά πράγματα, που έχει συγκεντρώσει πολλές γνώσεις
πολυμαθείς	=	πολυμαθής
πολυμαθειών	noun	γενική πληθυντικού του πολυμάθεια
πολυμαθούς	=	πολυμαθής
πολυμαθών	=	πολυμαθής
πολυμεθοδολογικά	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικέ	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικές	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογική	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικής	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικοί	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικού	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικούς	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικό	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμεθοδολογικός	adj	σχετικός με την πολυμεθοδολογία
πολυμεθοδολογικών	=	πολυμεθοδολογικός
πολυμελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολυμελής
πολυμελή	=	πολυμελής
πολυμελής	adj	που αποτελείται από πολλά μέλη
πολυμελείς	=	πολυμελής
πολυμελειών	=	πολυμέλεια
πολυμελούς	adj	γενική ενικού του πολυμελής
πολυμελών	adj	γενική πληθυντικού του πολυμελής
πολυμεράσες	=	πολυμεράση
πολυμεράση	noun	ένζυμο που λειτουργεί ως καταλύτης στον σχηματισμό πολυμερών DNA ή RNA χρησιμοποιώντας έναν υπάρχοντα κλώνο RNA ή DNA αντίστοιχα ως πρότυπο
πολυμεράσης	=	πολυμεράση
πολυμερές	noun	χημική ένωση με μεγάλα μόρια (μακρομόρια), τα οποία σχηματίζονται από σύνδεση πολλών όμοιων μικρών μορίων (μονομερή)
πολυμερή	=	πολυμερής
πολυμερής	adj	που αποτελείται από πολλά μέρη
πολυμερασών	=	πολυμεράση
πολυμερείς	=	πολυμερής
πολυμερειών	noun	γενική πληθυντικού του πολυμέρεια
πολυμερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμερικό
πολυμερικέ	adj	κλητική ενικού του πολυμερικός
πολυμερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμερική
πολυμερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυμερικός
πολυμερικής	adj	γενική ενικού του πολυμερική
πολυμερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμερικός
πολυμερικού	adj	γενική ενικού του πολυμερικός
πολυμερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυμερικός
πολυμερικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυμερικός
πολυμερικός	adj	που σχετίζεται ή αποτελείται από πολυμερή
πολυμερικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυμερικός
πολυμερισμέ	noun	κλητική ενικού του πολυμερισμός
πολυμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμερισμός
πολυμερισμού	noun	γενική ενικού του πολυμερισμός
πολυμερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυμερισμός
πολυμερισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολυμερισμός
πολυμερισμός	noun	η χημική διαδικασία δημιουργίας μεγάλων μορίων που αποτελούνται από μία επαναλαμβανόμενη δομική μορφή, τμήμα του μονομερούς από το οποίο προέρχονται
πολυμερισμών	noun	γενική πληθυντικού του πολυμερισμός
πολυμερούς	=	πολυμερής
πολυμερών	=	πολυμερής
πολυμεσικά	=	πολυμεσικός
πολυμεσικέ	=	πολυμεσικός
πολυμεσικές	=	πολυμεσικός
πολυμεσική	=	πολυμεσικός
πολυμεσικής	=	πολυμεσικός
πολυμεσικοί	=	πολυμεσικός
πολυμεσικού	=	πολυμεσικός
πολυμεσικούς	=	πολυμεσικός
πολυμεσικό	=	πολυμεσικός
πολυμεσικός	adj	που έχει σχέση με πολυμέσα ή αναφέρεται σʼ αυτά
πολυμεσικών	=	πολυμεσικός
πολυμεταβλητά	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητέ	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητές	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητή	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητής	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητοί	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητού	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητούς	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητό	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταβλητός	adj	που τον επηρεάζουν πολλές μεταβλητές
πολυμεταβλητών	=	πολυμεταβλητός
πολυμεταγγιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμεταγγιζόμενο
πολυμεταγγιζόμενε	verb	κλητική ενικού του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταγγιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμεταγγιζόμενη
πολυμεταγγιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταγγιζόμενης	verb	γενική ενικού του πολυμεταγγιζόμενη
πολυμεταγγιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταγγιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταγγιζόμενος	verb	που υφίσταται πολλές μεταγγίσεις
πολυμεταγγιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταγγιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταγγιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυμεταγγιζόμενος
πολυμεταλλισμέ	=	πολυμεταλλισμός
πολυμεταλλισμοί	=	πολυμεταλλισμός
πολυμεταλλισμού	=	πολυμεταλλισμός
πολυμεταλλισμούς	=	πολυμεταλλισμός
πολυμεταλλισμό	=	πολυμεταλλισμός
πολυμεταλλισμός	noun	νομισματικό σύστημα στο οποίο γίνεται χρήση περισσότερων του ενός μετάλλων
πολυμεταλλισμών	=	πολυμεταλλισμός
πολυμετοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμετοχικό
πολυμετοχικέ	adj	κλητική ενικού του πολυμετοχικός
πολυμετοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμετοχική
πολυμετοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυμετοχικός
πολυμετοχικής	adj	γενική ενικού του πολυμετοχική
πολυμετοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμετοχικός
πολυμετοχικοτήτων	=	πολυμετοχικότητα
πολυμετοχικού	adj	γενική ενικού του πολυμετοχικός
πολυμετοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυμετοχικός
πολυμετοχικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυμετοχικός
πολυμετοχικός	adj	που η μετοχική του σύνθεση περιλαμβάνει πολλούς μετόχους
πολυμετοχικότητα	noun	κατάσταση κατά την οποία μια εταιρεία έχει πολλούς μετόχους
πολυμετοχικότητας	=	πολυμετοχικότητα
πολυμετοχικότητες	=	πολυμετοχικότητα
πολυμετοχικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυμετοχικός
πολυμηνορροιών	=	πολυμηνόρροια
πολυμηνόρροια	noun	μεγάλη εκροή αίματος κατά την έμμηνο ρύση ή ασυνήθιστα συχνή έμμηνος ρύση
πολυμηνόρροιας	=	πολυμηνόρροια
πολυμηνόρροιες	=	πολυμηνόρροια
πολυμηχάνημα	noun	μηχάνημα που είναι κατάλληλο για διάφορες εργασίες
πολυμηχανές	=	πολυμηχανή
πολυμηχανή	noun	συσκευή με πολλαπλές λειτουργίες και χαρακτηριστικά
πολυμηχανήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμηχάνημα
πολυμηχανήματος	noun	γενική ενικού του πολυμηχάνημα
πολυμηχανής	=	πολυμηχανή
πολυμηχανία	noun	η επινοητικότητα
πολυμηχανίας	noun	γενική ενικού του πολυμηχανία
πολυμηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμηχανία
πολυμηχανημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πολυμηχάνημα
πολυμηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυμηχανία
πολυμηχανών	=	πολυμηχανή
πολυμιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυμιλώ
πολυμιλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμιλημένο
πολυμιλημένε	verb	κλητική ενικού του πολυμιλημένος
πολυμιλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμιλημένη
πολυμιλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυμιλημένος
πολυμιλημένης	verb	γενική ενικού του πολυμιλημένη
πολυμιλημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυμιλημένος
πολυμιλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμιλημένος
πολυμιλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυμιλημένος
πολυμιλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυμιλημένος
πολυμιλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυμιλημένος
πολυμιλώ	verb	μιλώ πολύ, φλυαρώ για πράγματα που θεωρείται ότι θα έπρεπε να παραμείνουν μυστικά
πολυμορφία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι πολύμορφο(ς), η ιδιότητα του πολύμορφου
πολυμορφίας	noun	γενική ενικού του πολυμορφία
πολυμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμορφία
πολυμορφηματικά	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικέ	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικές	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματική	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικής	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικοί	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικού	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικούς	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικό	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφηματικός	adj	που αποτελείται από περισσότερα συστατικά μορφήματα που φέρουν είτε σημασία, είτε γραμματική πληροφορία
πολυμορφηματικών	=	πολυμορφηματικός
πολυμορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολυμορφικός	adv	με πολυμορφικό τρόπο
πολυμορφικέ	adj	κλητική ενικού του πολυμορφικός
πολυμορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμορφική
πολυμορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυμορφικός
πολυμορφικής	adj	γενική ενικού του πολυμορφική
πολυμορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμορφικός
πολυμορφικού	adj	γενική ενικού του πολυμορφικός
πολυμορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυμορφικός
πολυμορφικό	noun	όχημα που μπορεί να διαμορφωθεί (εσωτερικά ή εξωτερικά) με πολλούς τρόπους και να ικανοποιήσει έτσι ποικίλες ανάγκες
πολυμορφικός	adj	που έχει ή μπορεί να πάρει πολλές μορφές ή μπορεί να εξυπηρετήσει πολλαπλές ανάγκες
πολυμορφικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυμορφικός
πολυμορφισμέ	noun	κλητική ενικού του πολυμορφισμός
πολυμορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυμορφισμός
πολυμορφισμού	noun	γενική ενικού του πολυμορφισμός
πολυμορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυμορφισμός
πολυμορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολυμορφισμός
πολυμορφισμός	noun	άλλη μορφή του πολυμορφία
πολυμορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του πολυμορφισμός
πολυμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυμορφία
πολυμορφοπύρηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυμορφοπύρηνο
πολυμορφοπύρηνε	=	πολυμορφοπύρηνος
πολυμορφοπύρηνες	=	πολυμορφοπύρηνος
πολυμορφοπύρηνη	=	πολυμορφοπύρηνος
πολυμορφοπύρηνης	=	πολυμορφοπύρηνος
πολυμορφοπύρηνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολυμορφοπύρηνος	noun	λευκό αιμοσφαίριο με πολλούς πυρήνες, που είναι σημαντικό για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων και την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος
πολυμορφοπύρηνοι	=	πολυμορφοπύρηνος
πολυμορφοπύρηνος	adj	που αφορά λευκό αιμοσφαίριο με πολλούς πυρήνες, που είναι σημαντικό για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων και την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος
πολυμορφοπύρηνου	noun	γενική ενικού του πολυμορφοπύρηνο
πολυμορφοπύρηνους	=	πολυμορφοπύρηνος
πολυμορφοπύρηνων	noun	γενική πληθυντικού του πολυμορφοπύρηνο
πολυμουσικός	noun	μουσικός που παίζει πολλά μουσικά όργανα
πολυνίκες	=	πολυνίκης
πολυνίκη	=	πολυνίκης
πολυνίκης	noun	που έχει πετύχει πολλές νίκες
πολυνευρίτιδα	noun	πάθηση του νευρικού συστήματος η οποία προσβάλλει πολλά νεύρα ταυτόχρονα
πολυνευρίτιδας	=	πολυνευρίτιδα
πολυνευρίτιδες	=	πολυνευρίτιδα
πολυνευρίτιδων	=	πολυνευρίτιδα
πολυνευροπάθεια	noun	διαταραχή στη λειτουργία πολλών περιφερικών νεύρων, που επηρεάζουν την κινητικότητα, τις αισθήσεις ή αυτόνομα περιφερικά νεύρα
πολυνευροπάθειας	=	πολυνευροπάθεια
πολυνευροπάθειες	=	πολυνευροπάθεια
πολυνευροπαθειών	=	πολυνευροπάθεια
πολυνευρῖτις	noun	πολυνευρίτιδα
πολυνημάτωση	noun	τεχνική στην οποία ένας υπολογιστής ή υπολογιστικό σύστημα μπορεί να εκτελεί πολλαπλές διεργασίες ή νήματα (threads) ταυτόχρονα, επιτρέποντας την αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων πόρων του συστήματος, την αύξηση της απόδοσης του προγράμματος και την παράλληλη εκτέλεση των διαδικασιών
πολυνημάτωσης	=	πολυνημάτωση
πολυνηματώσεις	=	πολυνημάτωση
πολυνηματώσεων	=	πολυνημάτωση
πολυνησιακά	=	πολυνησιακός
πολυνησιακέ	=	πολυνησιακός
πολυνησιακές	=	πολυνησιακός
πολυνησιακή	=	πολυνησιακός
πολυνησιακής	=	πολυνησιακός
πολυνησιακοί	=	πολυνησιακός
πολυνησιακού	=	πολυνησιακός
πολυνησιακούς	=	πολυνησιακός
πολυνησιακό	=	πολυνησιακός
πολυνησιακός	adj	σχετικός με την Πολυνησία
πολυνησιακών	=	πολυνησιακός
πολυνικών	=	πολυνίκης
πολυνομία	noun	η ύπαρξη πολλών διαφορετικών νόμων για το ίδιο θέμα
πολυνομίας	noun	γενική ενικού του πολυνομία
πολυνομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυνομία
πολυνομίζαμε	=	πολυνομίζω
πολυνομίζαν	=	πολυνομίζω
πολυνομίζανε	=	πολυνομίζω
πολυνομίζατε	=	πολυνομίζω
πολυνομίζει	=	πολυνομίζω
πολυνομίζεις	=	πολυνομίζω
πολυνομίζετε	=	πολυνομίζω
πολυνομίζοντας	=	πολυνομίζω
πολυνομίζουμε	=	πολυνομίζω
πολυνομίζουν	=	πολυνομίζω
πολυνομίζουνε	=	πολυνομίζω
πολυνομίζω	verb	νομίζω / πιστεύω κάτι σε μεγάλο βαθμό
πολυνομίσαμε	=	πολυνομίζω
πολυνομίσαν	=	πολυνομίζω
πολυνομίσανε	=	πολυνομίζω
πολυνομίσατε	=	πολυνομίζω
πολυνομίσει	=	πολυνομίζω
πολυνομίστε	=	πολυνομίζω
πολυνομιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυνομία
πολυνομοσχέδια	=	πολυνομοσχέδιο
πολυνομοσχέδιο	noun	νομοσχέδιο που περιλαμβάνει θέματα αρμοδιότητας περισσότερων του ενός υπουργείων
πολυνομοσχέδιου	=	πολυνομοσχέδιο
πολυνομοσχεδίου	=	πολυνομοσχέδιο
πολυνομοσχεδίων	=	πολυνομοσχέδιο
πολυνοσηρά	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρέ	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρές	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρή	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρής	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηροί	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηροτήτων	=	πολυνοσηρότητα
πολυνοσηρού	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρούς	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρό	=	πολυνοσηρός
πολυνοσηρός	adj	που πάσχει από πολλές συγχρόνως ασθένειες
πολυνοσηρότητα	noun	η ιδιότητα του πολυνοσηρού
πολυνοσηρότητας	=	πολυνοσηρότητα
πολυνοσηρότητες	=	πολυνοσηρότητα
πολυνοσηρών	=	πολυνοσηρός
πολυνούσης	adj|literary	ο συνετός, ο εχέφρων, που έχει πολύ μυαλό
πολυνόμιζα	=	πολυνομίζω
πολυνόμιζαν	=	πολυνομίζω
πολυνόμιζε	=	πολυνομίζω
πολυνόμιζες	=	πολυνομίζω
πολυνόμισα	=	πολυνομίζω
πολυνόμισαν	=	πολυνομίζω
πολυνόμισε	=	πολυνομίζω
πολυνόμισες	=	πολυνομίζω
πολυξάκουστα	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστε	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστες	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστη	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστης	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστο	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστοι	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστος	adj	που έχει πολύ μεγάλη φήμη, που είναι πολύ γνωστός
πολυξάκουστου	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστους	=	πολυξάκουστος
πολυξάκουστων	=	πολυξάκουστος
πολυξακουσμένα	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένε	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένες	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένη	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένης	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένο	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένοι	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένος	verb	που έχει πολύ μεγάλη φήμη, που είναι πολύ γνωστός
πολυξακουσμένου	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένους	=	πολυξακουσμένος
πολυξακουσμένων	=	πολυξακουσμένος
πολυξοδιάζαμε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζαν	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζανε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζατε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζει	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζεις	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζετε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζοντας	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζουμε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζουν	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζουνε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάζω	verb	κάνω πολλά έξοδα
πολυξοδιάσαμε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάσαν	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάσανε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάσατε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάσει	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιάστε	=	πολυξοδιάζω
πολυξοδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυξοδιασμένο
πολυξοδιασμένε	verb	κλητική ενικού του πολυξοδιασμένος
πολυξοδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυξοδιασμένη
πολυξοδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυξοδιασμένος
πολυξοδιασμένης	verb	γενική ενικού του πολυξοδιασμένη
πολυξοδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυξοδιασμένος
πολυξοδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυξοδιασμένος
πολυξοδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυξοδιασμένος
πολυξοδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυξοδιασμένος
πολυξοδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυξοδιασμένος
πολυξόδιαζα	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιαζαν	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιαζε	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιαζες	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιασα	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιασαν	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιασε	=	πολυξοδιάζω
πολυξόδιασες	=	πολυξοδιάζω
πολυοζωδών	=	πολυοζώδης
πολυοζώδεις	=	πολυοζώδης
πολυοζώδες	=	πολυοζώδης
πολυοζώδη	=	πολυοζώδης
πολυοζώδης	adj	που έχει πολλούς όζους
πολυοζώδους	=	πολυοζώδης
πολυολεφίνες	=	πολυολεφίνη
πολυολεφίνη	noun	κατηγορία πολυμερών που έχουν παραχθεί από ολεφίνες, όπως το πολυαιθυλένιο (παραγόμενο από την ολεφίνη αιθυλένιο) και το πολυπροπυλένιο (παραγόμενο από την ολεφίνη προπυλένιο)
πολυολεφίνης	=	πολυολεφίνη
πολυολεφινών	=	πολυολεφίνη
πολυολών	=	πολυόλη
πολυομβρία	noun|formal	πολλές βροχοπτώσεις και με μεγάλη διάρκεια
πολυομβρίας	=	πολυομβρία
πολυομβρίες	=	πολυομβρία
πολυομβριών	=	πολυομβρία
πολυομμάτου	=	πολυόμματος
πολυομμάτους	=	πολυόμματος
πολυομμάτων	=	πολυόμματος
πολυοξυμεθυλένια	=	πολυοξυμεθυλένιο
πολυοξυμεθυλένιο	noun	πολυμερές πλαστικό υλικό, ικανό να διατηρεί τις ιδιότητές του σε ευρύ φάσμα θερμοκρασιών, που χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία για την κατασκευή αντικειμένων που απαιτούν υψηλή αντοχή, σκληρότητα και αντίσταση στη διάβρωση
πολυοξυμεθυλένιου	=	πολυοξυμεθυλένιο
πολυοξυμεθυλενίου	=	πολυοξυμεθυλένιο
πολυοξυμεθυλενίων	=	πολυοξυμεθυλένιο
πολυορχικός	noun	ο πολύορχις, αυτός που έχει περισσότερους από δυο όρχεις
πολυοσμία	noun|formal	η ιδιότητα του πολύοσμου
πολυοσμίας	=	πολυοσμία
πολυοσμίες	=	πολυοσμία
πολυοσμιών	=	πολυοσμία
πολυουρία	noun	αυξημένη ποσότητα ούρων κάθε εικοσιτετράωρο
πολυουρίας	noun	γενική ενικού του πολυουρία
πολυουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυουρία
πολυουρεθάνη	noun	χημική ένωση, πολυμερές, από το οποίο δημιουργούνται αφρώδη μαξιλάρια και μονωτικό
πολυουρεθανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυουρεθανικό
πολυουρεθανικέ	adj	κλητική ενικού του πολυουρεθανικός
πολυουρεθανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυουρεθανική
πολυουρεθανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυουρεθανικός
πολυουρεθανικής	adj	γενική ενικού του πολυουρεθανική
πολυουρεθανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυουρεθανικός
πολυουρεθανικού	adj	γενική ενικού του πολυουρεθανικός
πολυουρεθανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυουρεθανικός
πολυουρεθανικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυουρεθανικός
πολυουρεθανικός	adj	που έχει σχέση με την πολυουρεθάνη ή αναφέρεται σ’ αυτή
πολυουρεθανικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυουρεθανικός
πολυουρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυουρικό
πολυουρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυουρικός
πολυουρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυουρική
πολυουρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυουρικός
πολυουρικής	adj	γενική ενικού του πολυουρική
πολυουρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυουρικός
πολυουρικού	adj	γενική ενικού του πολυουρικός
πολυουρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυουρικός
πολυουρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυουρικός
πολυουρικός	adj	σχετικός με την πολυουρία
πολυουρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυουρικός
πολυουριών	noun	γενική πληθυντικού του πολυουρία
πολυοψία	noun	η αφθονία σε ψάρι ή κρέας
πολυοψίας	=	πολυοψία
πολυοψίες	=	πολυοψία
πολυοψιών	=	πολυοψία
πολυπάθεια	noun|dated	γενική πάθηση, πολλά ψυχικά ή σωματικά πάθη που έχει κάποιος
πολυπάθειας	=	πολυπάθεια
πολυπάθειες	=	πολυπάθεια
πολυπέταλα	=	πολυπέταλος
πολυπέταλε	=	πολυπέταλος
πολυπέταλες	=	πολυπέταλος
πολυπέταλη	=	πολυπέταλος
πολυπέταλης	=	πολυπέταλος
πολυπέταλο	=	πολυπέταλος
πολυπέταλοι	=	πολυπέταλος
πολυπέταλος	adj	που έχει πολλά πέταλα
πολυπέταλου	=	πολυπέταλος
πολυπέταλους	=	πολυπέταλος
πολυπέταλων	=	πολυπέταλος
πολυπίκραινα	=	πολυπικραίνω
πολυπίκραιναν	=	πολυπικραίνω
πολυπίκραινε	=	πολυπικραίνω
πολυπίκραινες	=	πολυπικραίνω
πολυπίκρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπίκραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπίκρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπίκρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπίστευα	=	πολυπιστεύω
πολυπίστευαν	=	πολυπιστεύω
πολυπίστευε	=	πολυπιστεύω
πολυπίστευες	=	πολυπιστεύω
πολυπίστεψα	=	πολυπιστεύω
πολυπίστεψαν	=	πολυπιστεύω
πολυπίστεψε	=	πολυπιστεύω
πολυπίστεψες	=	πολυπιστεύω
πολυπαθαίνω	verb	παθαίνω πολλές φορές, κατ’ επανάληψη
πολυπαθειών	=	πολυπάθεια
πολυπαθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπαθημένο
πολυπαθημένε	verb	κλητική ενικού του πολυπαθημένος
πολυπαθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπαθημένη
πολυπαθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπαθημένος
πολυπαθημένης	verb	γενική ενικού του πολυπαθημένη
πολυπαθημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυπαθημένος
πολυπαθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπαθημένος
πολυπαθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυπαθημένος
πολυπαθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυπαθημένος
πολυπαθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυπαθημένος
πολυπαλλομένου	=	πολυπαλλόμενο
πολυπαλλομένων	=	πολυπαλλόμενο
πολυπαλλόμενα	=	πολυπαλλόμενο
πολυπαλλόμενε	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαλλόμενες	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαλλόμενη	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαλλόμενης	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαλλόμενο	noun	συνώνυμο του πολυπαλλόμενο σύμφωνο
πολυπαλλόμενοι	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαλλόμενος	adj	που χαρακτηρίζεται από πολλές παλμικές κινήσεις, συνήθως τρεις ή τέσσερεις
πολυπαλλόμενου	=	πολυπαλλόμενο
πολυπαλλόμενους	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαλλόμενων	=	πολυπαλλόμενος
πολυπαραγοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπαραγοντικό
πολυπαραγοντικέ	adj	κλητική ενικού του πολυπαραγοντικός
πολυπαραγοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπαραγοντική
πολυπαραγοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπαραγοντικός
πολυπαραγοντικής	adj	γενική ενικού του πολυπαραγοντική
πολυπαραγοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπαραγοντικός
πολυπαραγοντικού	adj	γενική ενικού του πολυπαραγοντικός
πολυπαραγοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυπαραγοντικός
πολυπαραγοντικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυπαραγοντικός
πολυπαραγοντικός	adj	που σχετίζεται με πολλούς παράγοντες
πολυπαραγοντικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυπαραγοντικός
πολυπαραμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπαραμετρικό
πολυπαραμετρικέ	adj	κλητική ενικού του πολυπαραμετρικός
πολυπαραμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπαραμετρική
πολυπαραμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπαραμετρικός
πολυπαραμετρικής	adj	γενική ενικού του πολυπαραμετρική
πολυπαραμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπαραμετρικός
πολυπαραμετρικού	adj	γενική ενικού του πολυπαραμετρικός
πολυπαραμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυπαραμετρικός
πολυπαραμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυπαραμετρικός
πολυπαραμετρικός	adj	που πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλές παράμετροι για την επίτευξη ή πραγματοποίησή του
πολυπαραμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυπαραμετρικός
πολυπαραταξιακά	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακέ	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακές	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακή	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακής	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακοί	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακού	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακούς	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακό	=	πολυπαραταξιακός
πολυπαραταξιακός	adj	που αποτελείται από πολλές παρατάξεις
πολυπαραταξιακών	=	πολυπαραταξιακός
πολυπειρία	noun|formal	η ιδιότητα του πολύπειρου
πολυπειρίας	=	πολυπειρία
πολυπειρίες	=	πολυπειρία
πολυπειριών	=	πολυπειρία
πολυπεκτομές	=	πολυπεκτομή
πολυπεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση πολύποδα
πολυπεκτομής	=	πολυπεκτομή
πολυπεκτομών	=	πολυπεκτομή
πολυπεπτίδια	=	πολυπεπτίδιο
πολυπεπτίδιο	noun	αλυσίδες αμινοξέων που σχηματίζουν τα βασικά δομικά στοιχεία των πρωτεϊνών
πολυπεπτίδιου	=	πολυπεπτίδιο
πολυπεπτίδιων	=	πολυπεπτίδιο
πολυπεπτιδίου	=	πολυπεπτίδιο
πολυπεπτιδίων	=	πολυπεπτίδιο
πολυπικράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράναν	=	πολυπικραίνω
πολυπικράνανε	=	πολυπικραίνω
πολυπικράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυπικραίνω
πολυπικραίναμε	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίναν	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνανε	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνατε	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνει	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνεις	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνετε	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνοντας	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνουμε	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνουν	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνουνε	=	πολυπικραίνω
πολυπικραίνω	verb	θλίβω, πικραίνω πολύ
πολυπικραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπικραμένο
πολυπικραμένε	verb	κλητική ενικού του πολυπικραμένος
πολυπικραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπικραμένη
πολυπικραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπικραμένος
πολυπικραμένης	verb	γενική ενικού του πολυπικραμένη
πολυπικραμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυπικραμένος
πολυπικραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπικραμένος
πολυπικραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυπικραμένος
πολυπικραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυπικραμένος
πολυπικραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυπικραμένος
πολυπιστέψαμε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστέψαν	=	πολυπιστεύω
πολυπιστέψανε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστέψατε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστέψει	=	πολυπιστεύω
πολυπιστέψτε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύαμε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύαν	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύανε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύατε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύει	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύεις	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύετε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύοντας	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύουμε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύουν	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύουνε	=	πολυπιστεύω
πολυπιστεύω	verb	πιστεύω / νομίζω κάτι σε μεγάλο βαθμό
πολυπλάνητα	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητε	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητες	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητη	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητης	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητο	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητοι	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητος	adj	που έχει περιπλανηθεί πολύ, που έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη
πολυπλάνητου	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητους	=	πολυπλάνητος
πολυπλάνητων	=	πολυπλάνητος
πολυπλέκτες	=	πολυπλέκτης
πολυπλέκτη	=	πολυπλέκτης
πολυπλέκτης	noun	κύκλωμα που επιλέγει ανάμεσα από πολλές ψηφιακές ή αναλογικές εισόδους, και τις προωθεί σε μία έξοδο.
πολυπλανητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπλανητικό
πολυπλανητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπλανητική
πολυπλανητικής	adj	γενική ενικού του πολυπλανητική
πολυπλεκτών	=	πολυπλέκτης
πολυπλεξία	noun	η μέθοδος, η οποία επιτρέπει σε ψηφιακά δεδομένα ή αναλογικά σήματα από διαφορετικές πηγές, να διέλθουν μέσα από το ίδιο φυσικό μέσο (ένα καλώδιο, στην ενσύρματη επικοινωνία, ή ο ελεύθερος χώρος, στην ασύρματη επικοινωνία).
πολυπλεξίας	noun	γενική ενικού του πολυπλεξία
πολυπλεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπλεξία
πολυπλεξιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυπλεξία
πολυπληθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολυπληθής
πολυπληθέστατα	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατε	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατες	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατη	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατης	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατο	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατοι	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του πολυπληθής
πολυπληθέστατου	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατους	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστατων	=	πολυπληθέστατος
πολυπληθέστερα	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερε	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερες	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερη	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερης	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερο	=	πολυπληθής
πολυπληθέστεροι	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερος	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερου	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερους	=	πολυπληθής
πολυπληθέστερων	=	πολυπληθής
πολυπληθή	=	πολυπληθής
πολυπληθής	adj	που απαντάται σε μεγάλο πλήθος
πολυπληθείς	=	πολυπληθής
πολυπληθούς	=	πολυπληθής
πολυπληθών	=	πολυπληθής
πολυπλοκοτήτων	=	πολυπλοκότητα
πολυπλοκότατα	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατε	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατες	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατη	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατης	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατο	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατοι	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατος	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατου	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατους	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότατων	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερα	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερε	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερες	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερη	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερης	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερο	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότεροι	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερος	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερου	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερους	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότερων	=	πολύπλοκος
πολυπλοκότης	noun	η πολυπλοκότητα
πολυπλοκότητα	noun	η ιδιότητα του πολύπλοκου
πολυπλοκότητας	noun	γενική ενικού του πολυπλοκότητα
πολυπλοκότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπλοκότητα
πολυπλόκαμα	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμε	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμες	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμη	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμης	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμο	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμοι	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμος	adj	που έχει πολλά πλοκάμια
πολυπλόκαμου	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμους	=	πολυπλόκαμος
πολυπλόκαμων	=	πολυπλόκαμος
πολυποίκιλα	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλε	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλες	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλη	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλης	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλο	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλοι	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλος	adj	που παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία επιλογών
πολυποίκιλου	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλους	=	πολυποίκιλος
πολυποίκιλων	=	πολυποίκιλος
πολυποδία	noun	το να έχει κάποιος πολλά πόδια
πολυποδίας	=	πολυποδία
πολυποδίες	=	πολυποδία
πολυποδεκτομές	=	πολυποδεκτομή
πολυποδεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση πολύποδα
πολυποδεκτομής	=	πολυποδεκτομή
πολυποδεκτομών	=	πολυποδεκτομή
πολυποδιών	=	πολυποδία
πολυποικίλου	=	πολυποίκιλος
πολυποικίλους	=	πολυποίκιλος
πολυποικίλων	=	πολυποίκιλος
πολυπολιτισμέ	=	πολυπολιτισμός
πολυπολιτισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπολιτισμικό
πολυπολιτισμικέ	adj	κλητική ενικού του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπολιτισμική
πολυπολιτισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμικής	adj	γενική ενικού του πολυπολιτισμική
πολυπολιτισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμικοτήτων	=	πολυπολιτισμικότητα
πολυπολιτισμικού	adj	γενική ενικού του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμικός	adj	που έχει σχέση με την πολυπολιτισμικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή, που τον χαρακτηρίζει η συνύπαρξη πολλών πολιτισμικών στοιχείων
πολυπολιτισμικότητα	noun	η συνύπαρξη ή ανάμειξη ανθρώπων με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές σε μια περιοχή ή χώρα
πολυπολιτισμικότητας	=	πολυπολιτισμικότητα
πολυπολιτισμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπολιτισμικότητα
πολυπολιτισμικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυπολιτισμικός
πολυπολιτισμοί	=	πολυπολιτισμός
πολυπολιτισμού	=	πολυπολιτισμός
πολυπολιτισμούς	=	πολυπολιτισμός
πολυπολιτισμό	=	πολυπολιτισμός
πολυπολιτισμός	noun	άλλη μορφή του πολυπολιτισμικότητα
πολυπολιτισμών	=	πολυπολιτισμός
πολυπονεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπονεμένο
πολυπονεμένε	verb	κλητική ενικού του πολυπονεμένος
πολυπονεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπονεμένη
πολυπονεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπονεμένος
πολυπονεμένης	verb	γενική ενικού του πολυπονεμένη
πολυπονεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυπονεμένος
πολυπονεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπονεμένος
πολυπονεμένος	verb	που έχει υποφέρει πολλά
πολυπονεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυπονεμένος
πολυπονεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυπονεμένος
πολυπονεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυπονεμένος
πολυποσία	noun	η υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών
πολυποσίας	=	πολυποσία
πολυποσίες	=	πολυποσία
πολυποσιών	=	πολυποσία
πολυπράγμον	=	πολυπράγμων
πολυπράγμονα	=	πολυπράγμων
πολυπράγμονας	noun	άλλη μορφή του πολυπράγμων
πολυπράγμονες	=	πολυπράγμων
πολυπράγμονος	=	πολυπράγμων
πολυπράγμων	adj|formal	που εμπλέκεται με διάφορες ασχολίες
πολυπραγμονούσα	=	πολυπραγμονώ
πολυπραγμονώ	verb	ασχολούμαι με περισσότερα πράγματα ή υποθέσεις απ' ότι θα έπρεπε
πολυπραγμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πολυπραγμονώ
πολυπραγμοσυνών	=	πολυπραγμοσύνη
πολυπραγμοσύνες	=	πολυπραγμοσύνη
πολυπραγμοσύνη	noun|formal	η απασχόληση ή η ενασχόληση με πολλά πράγματα συγχρόνως
πολυπραγμοσύνης	=	πολυπραγμοσύνη
πολυπραγμόνων	=	πολυπράγμων
πολυπρισματικά	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικέ	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικές	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματική	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πολυπρισματική) του πολυπρισματικός
πολυπρισματικοί	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικοτήτων	=	πολυπρισματικότητα
πολυπρισματικού	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικούς	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικό	=	πολυπρισματικός
πολυπρισματικός	adj	που έχει πολλαπλές οπτικές
πολυπρισματικότητα	noun	η ιδιότητα του πολυπρισματικού
πολυπρισματικότητας	=	πολυπρισματικότητα
πολυπρισματικότητες	=	πολυπρισματικότητα
πολυπρισματικών	=	πολυπρισματικός
πολυπροέδρου	=	πολυπρόεδρος
πολυπροέδρους	=	πολυπρόεδρος
πολυπροέδρων	=	πολυπρόεδρος
πολυπρογραμματισμέ	=	πολυπρογραμματισμός
πολυπρογραμματισμοί	=	πολυπρογραμματισμός
πολυπρογραμματισμού	=	πολυπρογραμματισμός
πολυπρογραμματισμούς	=	πολυπρογραμματισμός
πολυπρογραμματισμό	=	πολυπρογραμματισμός
πολυπρογραμματισμός	noun	η κατανομή υπολογιστικών πόρων ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία εφαρμογές, εργασίες ή χρήστες
πολυπρογραμματισμών	=	πολυπρογραμματισμός
πολυπροπυλένια	=	πολυπροπυλένιο
πολυπροπυλένιο	noun	Θερμοπλαστική ρητίνη που κατασκευάζεται με πολυμερισμό προπυλενίου και χρησιμοποιείται για μεμβράνες, ίνες ή υλικά χύτευσης
πολυπροπυλένιου	=	πολυπροπυλένιο
πολυπροπυλενίου	=	πολυπροπυλένιο
πολυπροπυλενίων	=	πολυπροπυλένιο
πολυπροσωπία	noun	η ιδιότητα του πολυπρόσωπου
πολυπροσωπίας	noun	γενική ενικού του πολυπροσωπία
πολυπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπροσωπία
πολυπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυπροσωπία
πολυπροσώπως	adv	υπό διάφορες όψεις
πολυπρόεδρε	=	πολυπρόεδρος
πολυπρόεδρο	=	πολυπρόεδρος
πολυπρόεδροι	=	πολυπρόεδρος
πολυπρόεδρος	noun|informal	άτομο το οποίο προεδρεύει σε πολλούς φορείς ή οργανισμούς
πολυπρόεδρου	=	πολυπρόεδρος
πολυπρόεδρους	=	πολυπρόεδρος
πολυπρόσωπα	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπε	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπες	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπη	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπης	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπο	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωποι	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπος	adj	που αποτελείται από πολλά πρόσωπα
πολυπρόσωπου	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπους	=	πολυπρόσωπος
πολυπρόσωπων	=	πολυπρόσωπος
πολυπτύχου	=	πολύπτυχο
πολυπτύχων	=	πολύπτυχο
πολυπυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπυρηνικό
πολυπυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του πολυπυρηνικός
πολυπυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυπυρηνική
πολυπυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυπυρηνικός
πολυπυρηνικής	adj	γενική ενικού του πολυπυρηνική
πολυπυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυπυρηνικός
πολυπυρηνικού	adj	γενική ενικού του πολυπυρηνικός
πολυπυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυπυρηνικός
πολυπυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυπυρηνικός
πολυπυρηνικός	adj	αυτός που φέρει περισσότερους από ένα πυρήνες
πολυπυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυπυρηνικός
πολυπωλίου	=	πολυπώλιο
πολυπωλίων	=	πολυπώλιο
πολυπόδων	=	πολύποδας
πολυπόθητα	=	πολυπόθητος
πολυπόθητε	=	πολυπόθητος
πολυπόθητες	=	πολυπόθητος
πολυπόθητη	=	πολυπόθητος
πολυπόθητης	=	πολυπόθητος
πολυπόθητο	=	πολυπόθητος
πολυπόθητοι	=	πολυπόθητος
πολυπόθητος	adj	που είναι ιδιαίτερα ποθητός, επιθυμητός
πολυπόθητου	=	πολυπόθητος
πολυπόθητους	=	πολυπόθητος
πολυπόθητων	=	πολυπόθητος
πολυπόστατα	=	πολυπόστατος
πολυπόστατε	=	πολυπόστατος
πολυπόστατες	=	πολυπόστατος
πολυπόστατη	=	πολυπόστατος
πολυπόστατης	=	πολυπόστατος
πολυπόστατο	=	πολυπόστατος
πολυπόστατοι	=	πολυπόστατος
πολυπόστατος	adj	που έχει πολλαπλές υποστάσεις
πολυπόστατου	=	πολυπόστατος
πολυπόστατους	=	πολυπόστατος
πολυπόστατων	=	πολυπόστατος
πολυπύρηνα	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνε	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνες	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνη	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνης	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνο	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνοι	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνος	adj	επεξεργαστής (ΚΜΕ) με πολλούς πυρήνες, που ενσωματώνει πολλούς επεξεργαστές σε έναν
πολυπύρηνου	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνους	=	πολυπύρηνος
πολυπύρηνων	=	πολυπύρηνος
πολυπώλια	=	πολυπώλιο
πολυπώλιο	noun	η ύπαρξη πολλών πωλητών ή παραγωγών για ένα αγαθό
πολυπώλιον	noun	πολυπώλιο
πολυπώλιου	=	πολυπώλιο
πολυσέλιδα	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδε	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδες	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδη	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδης	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδο	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδοι	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδος	adj	που αποτελείται ή καταλαμβάνει πολλές σελίδες
πολυσέλιδου	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδους	=	πολυσέλιδος
πολυσέλιδων	=	πολυσέλιδος
πολυσέπαλος	adj	που έχει πολλά σέπαλα
πολυσήμαντα	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντε	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντες	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντη	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντης	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντο	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντοι	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντος	adj	άλλη μορφή του πολύσημος
πολυσήμαντου	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντους	=	πολυσήμαντος
πολυσήμαντων	=	πολυσήμαντος
πολυσακχαρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσακχαρίτης
πολυσακχαρίτη	=	πολυσακχαρίτης
πολυσακχαρίτης	noun	Οι πολυσακχαρίτες είναι χημικές ενώσεις που μπορούν να διασπαστούν σε πιο απλά σάκχαρα με τη χρήση οξέων ή ενζύμων.
πολυσακχαριτών	noun	γενική πληθυντικού του πολυσακχαρίτης
πολυσαρκία	noun|formal	παχυσαρκία
πολυσαρκίας	=	πολυσαρκία
πολυσαρκίες	=	πολυσαρκία
πολυσαρκιών	=	πολυσαρκία
πολυσεξουαλικοτήτων	=	πολυσεξουαλικότητα
πολυσεξουαλικότητα	noun	μορφή σεξουαλικότητας που σχετίζεται με τη συνύπαρξη διαφορετικών τύπων σεξουαλικών σχέσεων· η πολύπλευρη σεξουαλική έλξη, που χαρακτηρίζεται από ερωτικό ενδιαφέρον για πρόσωπα ανεξάρτητα από το βιολογικό φύλο τους και για άτομα με διάφορες έμφυλες ταυτότητες (όχι όμως όλες)
πολυσεξουαλικότητας	=	πολυσεξουαλικότητα
πολυσεξουαλικότητες	=	πολυσεξουαλικότητα
πολυσημία	noun	η ύπαρξη πολλών σημασιών
πολυσημίας	noun	γενική ενικού του πολυσημία
πολυσημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσημία
πολυσημιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυσημία
πολυσκελές	=	πολυσκελής
πολυσκελή	=	πολυσκελής
πολυσκελής	adj	που υποδιαιρείται σε ή συναποτελείται από πολλά υπομέλη
πολυσκελείς	=	πολυσκελής
πολυσκελούς	=	πολυσκελής
πολυσκελών	=	πολυσκελής
πολυσπερμία	noun	η κατάσταση ή η ιδιότητα του πολύσπερμου
πολυσπερμίας	=	πολυσπερμία
πολυσπερμίες	=	πολυσπερμία
πολυσπερμιών	=	πολυσπερμία
πολυστένακτα	=	πολυστένακτος
πολυστένακτε	=	πολυστένακτος
πολυστένακτες	=	πολυστένακτος
πολυστένακτη	=	πολυστένακτος
πολυστένακτης	=	πολυστένακτος
πολυστένακτο	=	πολυστένακτος
πολυστένακτοι	=	πολυστένακτος
πολυστένακτος	adj	που στενάζει πολύ
πολυστένακτου	=	πολυστένακτος
πολυστένακτους	=	πολυστένακτος
πολυστένακτων	=	πολυστένακτος
πολυσταυρία	noun	σύστημα ψηφοφορίας κατά το οποίο μπορούν να τεθούν σε ψηφοδέλτιο σταυροί προτίμησης σε περισσότερους του ενός υποψηφίους
πολυσταυρίας	noun	γενική ενικού του πολυσταυρία
πολυσταυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσταυρία
πολυσταυριών	noun	γενική πληθυντικού του πολυσταυρία
πολυσταύριο	noun	ύφασμα ή αντικείμενο πάνω στο οποίο απεικονίζονται ή βρίσκονται ανάγλυφοι πολλοί σταυροί
πολυστερίνες	=	πολυστερίνη
πολυστερίνη	noun	βινυλικό πολυμερές του στυρενίου / στυρολίου (CH₂CHphenyl) που χρησιμοποιείται ευρέως σε πολλές εφαρμογές (συσκευασίες τροφίμων, θερμομονωτικών προϊόντων) λόγω της ελαφρότητάς του, της αντοχής του στην υγρασία και της θερμικής μόνωσής του
πολυστερίνης	=	πολυστερίνη
πολυστερινών	=	πολυστερίνη
πολυστρωματική	adj	θηλυκό του πολυστρωματικός
πολυστυρένια	=	πολυστυρένιο
πολυστυρένιο	noun	η γραφή της λέξης «πολυστερίνη» σύμφωνα με την ονοματολογία χημικών ενώσεων
πολυστυρένιου	=	πολυστυρένιο
πολυστυρενίου	=	πολυστυρένιο
πολυστυρενίων	=	πολυστυρένιο
πολυστυρολίου	=	πολυστυρόλιο
πολυστυρολίων	=	πολυστυρόλιο
πολυστυρόλια	=	πολυστυρόλιο
πολυστυρόλιο	noun	ονομασία των προϊόντων πολυμερισμού του στυρολίου
πολυστυρόλιου	=	πολυστυρόλιο
πολυσυγγραμμικοτήτων	=	πολυσυγγραμμικότητα
πολυσυγγραμμικότητα	noun	φαινόμενο στο οποίο δύο ή περισσότερες προγνωστικές μεταβλητές σε ένα πολλαπλό γραμμικό υπόδειγμα της παλινδρόμησης συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε οι εκτιμήσεις των συντελεστών να μπορούν να αλλάξουν ακανόνιστα ως απόκριση σε μικρές αλλαγές στο μοντέλο ή τα δεδομένα (εξαρτώνται γραμμικά)
πολυσυγγραμμικότητας	=	πολυσυγγραμμικότητα
πολυσυγγραμμικότητες	=	πολυσυγγραμμικότητα
πολυσυζητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσυζητημένο
πολυσυζητημένε	verb	κλητική ενικού του πολυσυζητημένος
πολυσυζητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσυζητημένη
πολυσυζητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυσυζητημένος
πολυσυζητημένης	verb	γενική ενικού του πολυσυζητημένη
πολυσυζητημένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυσυζητημένος
πολυσυζητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυσυζητημένος
πολυσυζητημένος	verb	μετοχή του πολυσυζητώ, που έχει συζητηθεί πολύ
πολυσυζητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυσυζητημένος
πολυσυζητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυσυζητημένος
πολυσυζητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυσυζητημένος
πολυσυλλάβως	adv	χρησιμοποιώντας πολλές συλλαβές
πολυσυλλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσυλλεκτικό
πολυσυλλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του πολυσυλλεκτικός
πολυσυλλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσυλλεκτική
πολυσυλλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυσυλλεκτικός
πολυσυλλεκτικής	adj	γενική ενικού του πολυσυλλεκτική
πολυσυλλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυσυλλεκτικός
πολυσυλλεκτικοτήτων	=	πολυσυλλεκτικότητα
πολυσυλλεκτικού	adj	γενική ενικού του πολυσυλλεκτικός
πολυσυλλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυσυλλεκτικός
πολυσυλλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυσυλλεκτικός
πολυσυλλεκτικός	adj	κάποιος ο οποίος συλλέγει από πολλές πλευρές / από πολλά μέρη
πολυσυλλεκτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πολυσυλλεκτικού
πολυσυλλεκτικότητας	=	πολυσυλλεκτικότητα
πολυσυλλεκτικότητες	=	πολυσυλλεκτικότητα
πολυσυλλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυσυλλεκτικός
πολυσυμπάντων	=	πολυσύμπαν
πολυσυμπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσυμπαντικό
πολυσυμπαντικέ	adj	κλητική ενικού του πολυσυμπαντικός
πολυσυμπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσυμπαντική
πολυσυμπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυσυμπαντικός
πολυσυμπαντικής	adj	γενική ενικού του πολυσυμπαντική
πολυσυμπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυσυμπαντικός
πολυσυμπαντικού	adj	γενική ενικού του πολυσυμπαντικός
πολυσυμπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυσυμπαντικός
πολυσυμπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυσυμπαντικός
πολυσυμπαντικός	adj	που αναφέρεται στην πολυσυμπαντική θεωρία
πολυσυμπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυσυμπαντικός
πολυσυνθετικά	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικέ	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικές	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετική	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικής	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικοί	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικού	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικούς	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικό	=	πολυσυνθετικός
πολυσυνθετικός	adj	όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν τύπο γλώσσας όπου οι λέξεις σχηματίζονται με τη σύνθεση πολλών μικρότερων μορφημάτων ή λέξεων
πολυσυνθετικών	=	πολυσυνθετικός
πολυσυντροφικοτήτων	=	πολυσυντροφικότητα
πολυσυντροφικότητα	noun	η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τριών ή περισσοτέρων συντρόφων
πολυσυντροφικότητας	=	πολυσυντροφικότητα
πολυσυντροφικότητες	=	πολυσυντροφικότητα
πολυσυσκευασία	noun	πολλαπλή συσκευασία, συσκευασία που αποτελείται από πολλά μέρη
πολυσυσκευασίας	=	πολυσυσκευασία
πολυσυσκευασίες	=	πολυσυσκευασία
πολυσυσκευασιών	=	πολυσυσκευασία
πολυσυστηματικά	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικέ	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικές	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματική	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικής	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικοί	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικού	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικούς	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικό	=	πολυσυστηματικός
πολυσυστηματικός	adj	χαρακτηρισμός νόσου η οποία προσβάλλει πολλά όργανα του ανθρώπινου σώματος
πολυσυστηματικών	=	πολυσυστηματικός
πολυσχιδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολυσχιδής
πολυσχιδή	=	πολυσχιδής
πολυσχιδής	adj	αυτός που έχει διαιρεθεί σε πολλά μέρη, που έχει πολλές διακλαδώσεις
πολυσχιδείς	=	πολυσχιδής
πολυσχιδούς	adj	γενική ενικού του πολυσχιδής
πολυσχιδών	=	πολυσχιδής
πολυσχιδώς	adv	καλύπτοντας πολλά πεδία
πολυσύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσύλλαβο
πολυσύλλαβε	adj	κλητική ενικού του πολυσύλλαβος
πολυσύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσύλλαβη
πολυσύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυσύλλαβος
πολυσύλλαβης	adj	γενική ενικού του πολυσύλλαβη
πολυσύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του πολυσύλλαβος
πολυσύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυσύλλαβος
πολυσύλλαβος	adj	που αποτελείται από πολλές συλλαβές
πολυσύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυσύλλαβος
πολυσύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυσύλλαβος
πολυσύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυσύλλαβος
πολυσύμπαν	noun	όρος της σύγχρονης κοσμολογίας, σύμπαν που περικλείει άλλα σύμπαντα
πολυσύμπαντα	=	πολυσύμπαν
πολυσύμπαντος	=	πολυσύμπαν
πολυσύνδεσμέ	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδεσμοί	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδεσμος	noun	συσκευή ή κατασκευή με πολλές συνδέσεις (για ρεύμα, παροχέτευση νερού κ.λπ.)
πολυσύνδεσμού	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδεσμούς	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδεσμό	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδεσμός	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδεσμών	=	πολυσύνδεσμος
πολυσύνδετα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσύνδετο
πολυσύνδετε	=	πολυσύνδετος
πολυσύνδετες	=	πολυσύνδετος
πολυσύνδετη	=	πολυσύνδετος
πολυσύνδετης	=	πολυσύνδετος
πολυσύνδετο	noun	σχήμα λόγου κατά το οποίο περισσότεροι από δύο όροι πρότασης ή όμοιες προτάσεις συνδέονται με συμπλεκτικούς ή διαχωριστικούς συνδέσμους
πολυσύνδετοι	=	πολυσύνδετος
πολυσύνδετος	adj	που έχει συνδεθεί με πολλούς τρόπους ή με πολλά στοιχεία
πολυσύνδετου	noun	γενική ενικού του πολυσύνδετο
πολυσύνδετους	=	πολυσύνδετος
πολυσύνδετων	noun	γενική πληθυντικού του πολυσύνδετο
πολυσύνθετα	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετε	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετες	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετη	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετης	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετο	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετοι	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετος	adj	που συντίθεται από πολλά στοιχεία ή μέρη
πολυσύνθετου	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετους	=	πολυσύνθετος
πολυσύνθετων	=	πολυσύνθετος
πολυσύχναστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσύχναστο
πολυσύχναστε	adj	κλητική ενικού του πολυσύχναστος
πολυσύχναστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυσύχναστη
πολυσύχναστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυσύχναστος
πολυσύχναστης	adj	γενική ενικού του πολυσύχναστη
πολυσύχναστο	adj	αιτιατική ενικού του πολυσύχναστος
πολυσύχναστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυσύχναστος
πολυσύχναστος	adj	που τον συχνάζει πολύς κόσμος
πολυσύχναστου	adj	γενική ενικού του πολυσύχναστος
πολυσύχναστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυσύχναστος
πολυσύχναστων	adj	γενική πληθυντικού του πολυσύχναστος
πολυτάλαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτάλαντο
πολυτάλαντε	adj	κλητική ενικού του πολυτάλαντος
πολυτάλαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτάλαντη
πολυτάλαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτάλαντος
πολυτάλαντης	adj	γενική ενικού του πολυτάλαντη
πολυτάλαντο	adj	αιτιατική ενικού του πολυτάλαντος
πολυτάλαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτάλαντος
πολυτάλαντος	adj	που έχει πολλά ταλέντα, δεξιότητες, ικανότητες ή χαρίσματα
πολυτάλαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυτάλαντος
πολυτάλαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτάλαντος
πολυτάλαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυτάλαντος
πολυτάραχα	=	πολυτάραχος
πολυτάραχε	=	πολυτάραχος
πολυτάραχες	=	πολυτάραχος
πολυτάραχη	=	πολυτάραχος
πολυτάραχης	=	πολυτάραχος
πολυτάραχο	=	πολυτάραχος
πολυτάραχοι	=	πολυτάραχος
πολυτάραχος	adj	που χαρακτηρίζεται από αναστάτωση και ταραχή, από μεγάλες διακυμάνσεις, εντάσεις (και μεταφορικά)
πολυτάραχου	=	πολυτάραχος
πολυτάραχους	=	πολυτάραχος
πολυτάραχων	=	πολυτάραχος
πολυτέλεια	noun	η δαπάνη χρηματικών ποσών και η χρήση αντικειμένων και υπηρεσιών πέρα από την κάλυψη των βασικών αναγκών και πάνω από το μέσο βιοτικό επίπεδο
πολυτέλειας	noun	γενική ενικού του πολυτέλεια
πολυτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτέλεια
πολυτέντωνα	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωναν	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωνε	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωνες	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωσα	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωσαν	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωσε	=	πολυτεντώνω
πολυτέντωσες	=	πολυτεντώνω
πολυτίμητα	=	πολυτίμητος
πολυτίμητε	=	πολυτίμητος
πολυτίμητες	=	πολυτίμητος
πολυτίμητη	=	πολυτίμητος
πολυτίμητης	=	πολυτίμητος
πολυτίμητο	=	πολυτίμητος
πολυτίμητοι	=	πολυτίμητος
πολυτίμητος	adj	που του έχουν αποδοθεί μεγάλες τιμές
πολυτίμητου	=	πολυτίμητος
πολυτίμητους	=	πολυτίμητος
πολυτίμητων	=	πολυτίμητος
πολυταξίδευα	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδευαν	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδευε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδευες	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδεψα	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδεψαν	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδεψε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξίδεψες	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδέψαμε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδέψαν	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδέψανε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδέψατε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδέψει	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδέψτε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυταξιδεμένο
πολυταξιδεμένε	verb	κλητική ενικού του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυταξιδεμένη
πολυταξιδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεμένης	verb	γενική ενικού του πολυταξιδεμένη
πολυταξιδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεμένος	verb	που ταξιδεύει σε πολλά μέρη
πολυταξιδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυταξιδεμένος
πολυταξιδεύαμε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύαν	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύανε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύατε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύει	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύεις	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύετε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύοντας	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύουμε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύουν	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύουνε	=	πολυταξιδεύω
πολυταξιδεύω	verb	ταξιδεύω πολύ, συχνά
πολυτασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτασικό
πολυτασικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτασικός
πολυτασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτασική
πολυτασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτασικός
πολυτασικής	adj	γενική ενικού του πολυτασική
πολυτασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτασικός
πολυτασικού	adj	γενική ενικού του πολυτασικός
πολυτασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτασικός
πολυτασικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυτασικός
πολυτασικός	adj	που μπορεί να λειτουργεί ή να συνδέεται σε πολλές τάσεις
πολυτασικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτασικός
πολυτεκνία	noun	το να έχει κανείς πολλά παιδιά
πολυτεκνίας	noun	γενική ενικού του πολυτεκνία
πολυτεκνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεκνία
πολυτεκνικά	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικέ	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικές	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνική	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικής	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικοί	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικού	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικούς	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικό	=	πολυτεκνικός
πολυτεκνικός	adj|formal	που σχετίζεται με τον πολύτεκνο
πολυτεκνικών	=	πολυτεκνικός
πολυτελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολυτελής
πολυτελέστατα	=	πολυτελής
πολυτελέστατε	=	πολυτελής
πολυτελέστατες	=	πολυτελής
πολυτελέστατη	=	πολυτελής
πολυτελέστατης	=	πολυτελής
πολυτελέστατο	=	πολυτελής
πολυτελέστατοι	=	πολυτελής
πολυτελέστατος	=	πολυτελής
πολυτελέστατου	=	πολυτελής
πολυτελέστατους	=	πολυτελής
πολυτελέστατων	=	πολυτελής
πολυτελέστερα	=	πολυτελής
πολυτελέστερε	=	πολυτελής
πολυτελέστερες	=	πολυτελής
πολυτελέστερη	=	πολυτελής
πολυτελέστερης	=	πολυτελής
πολυτελέστερο	=	πολυτελής
πολυτελέστεροι	=	πολυτελής
πολυτελέστερος	=	πολυτελής
πολυτελέστερου	=	πολυτελής
πολυτελέστερους	=	πολυτελής
πολυτελέστερων	=	πολυτελής
πολυτελή	adj	αιτιατική ενικού του πολυτελής
πολυτελής	adj	που χαρακτηρίζεται από πολυτέλεια
πολυτελείας	=	πολυτέλεια
πολυτελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτελής
πολυτελειών	noun	γενική πληθυντικού του πολυτέλεια
πολυτελούς	adj	γενική ενικού του πολυτελής
πολυτελών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτελής
πολυτελώς	adv	με πολυτέλεια
πολυτεντωθήκαμε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωθήκαν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωθήκανε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωθήκατε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωθεί	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωθείτε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεντωμένο
πολυτεντωμένε	verb	κλητική ενικού του πολυτεντωμένος
πολυτεντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεντωμένη
πολυτεντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτεντωμένος
πολυτεντωμένης	verb	γενική ενικού του πολυτεντωμένη
πολυτεντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυτεντωμένος
πολυτεντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτεντωμένος
πολυτεντωμένος	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυτεντωμένος
πολυτεντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυτεντωμένος
πολυτεντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυτεντωμένος
πολυτεντωνόμασταν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόμαστε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόμουν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόμουνα	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόντουσαν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόσασταν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόσαστε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόσουν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόσουνα	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνόταν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντωνότανε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώθηκα	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώθηκαν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώθηκε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώθηκες	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώναμε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώναν	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνανε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνατε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνει	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνεις	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνεσαι	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώνεστε	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώνεται	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώνετε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πολυτεντώνω
πολυτεντώνονται	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώνονταν	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώνοντας	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνου	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώνουμε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνουν	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνουνε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώνω	verb	τεντώνω πολύ
πολυτεντώσαμε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώσαν	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώσανε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώσατε	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώσει	=	πολυτεντώνω
πολυτεντώσου	=	πολυτεντώνομαι
πολυτεντώστε	=	πολυτεντώνω
πολυτεχνίτες	=	πολυτεχνίτης
πολυτεχνίτη	=	πολυτεχνίτης
πολυτεχνίτης	noun	που γνωρίζει πολλές τέχνες και επαγγέλματα
πολυτεχνίτισσα	noun	πολυτεχνίτης
πολυτεχνίτισσας	noun	γενική ενικού του πολυτεχνίτισσα
πολυτεχνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεχνίτισσα
πολυτεχνεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεχνείο
πολυτεχνείο	noun	εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτατης βαθμίδας, όπου διδάσκονται θετικές εφαρμοσμένες επιστήμες (πληροφορική, μηχανολογία, αρχιτεκτονική, ηλεκτρολογία κ.λπ.) και καλές τέχνες
πολυτεχνείου	noun	γενική ενικού του πολυτεχνείο
πολυτεχνείων	noun	γενική πληθυντικού του πολυτεχνείο
πολυτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεχνικό
πολυτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτεχνικός
πολυτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτεχνική
πολυτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτεχνικός
πολυτεχνικής	adj	γενική ενικού του πολυτεχνική
πολυτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτεχνικός
πολυτεχνικού	adj	γενική ενικού του πολυτεχνικός
πολυτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτεχνικός
πολυτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυτεχνικός
πολυτεχνικός	adj	που έχει σχέση με το πολυτεχνείο ή αναφέρεται σ’ αυτό
πολυτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτεχνικός
πολυτεχνισμέ	=	πολυτεχνισμός
πολυτεχνισμοί	=	πολυτεχνισμός
πολυτεχνισμού	=	πολυτεχνισμός
πολυτεχνισμούς	=	πολυτεχνισμός
πολυτεχνισμό	=	πολυτεχνισμός
πολυτεχνισμός	noun	η γνώση (θεωρητική και πρακτική) πολλών τεχνών και η ικανότητα ασκήσεώς τους
πολυτεχνισμών	=	πολυτεχνισμός
πολυτεχνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του πολυτεχνίτισσα
πολυτεχνιτών	=	πολυτεχνίτης
πολυτιμοτήτων	=	πολυτιμότητα
πολυτιμότατα	=	πολύτιμος
πολυτιμότατε	=	πολύτιμος
πολυτιμότατες	=	πολύτιμος
πολυτιμότατη	=	πολύτιμος
πολυτιμότατης	=	πολύτιμος
πολυτιμότατο	=	πολύτιμος
πολυτιμότατοι	=	πολύτιμος
πολυτιμότατος	=	πολύτιμος
πολυτιμότατου	=	πολύτιμος
πολυτιμότατους	=	πολύτιμος
πολυτιμότατων	=	πολύτιμος
πολυτιμότερα	=	πολύτιμος
πολυτιμότερε	=	πολύτιμος
πολυτιμότερες	=	πολύτιμος
πολυτιμότερη	=	πολύτιμος
πολυτιμότερης	=	πολύτιμος
πολυτιμότερο	=	πολύτιμος
πολυτιμότεροι	=	πολύτιμος
πολυτιμότερος	=	πολύτιμος
πολυτιμότερου	=	πολύτιμος
πολυτιμότερους	=	πολύτιμος
πολυτιμότερων	=	πολύτιμος
πολυτιμότητα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του πολύτιμου
πολυτιμότητας	=	πολυτιμότητα
πολυτιμότητες	=	πολυτιμότητα
πολυτμηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτμηματικό
πολυτμηματικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτμηματικός
πολυτμηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτμηματική
πολυτμηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτμηματικός
πολυτμηματικής	adj	γενική ενικού του πολυτμηματική
πολυτμηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτμηματικός
πολυτμηματικού	adj	γενική ενικού του πολυτμηματικός
πολυτμηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτμηματικός
πολυτμηματικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυτμηματικός
πολυτμηματικός	adj	πολυσκελής
πολυτμηματικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτμηματικός
πολυτοκία	noun|formal	κύηση πολλών εμβρύων
πολυτοκίας	noun	γενική ενικού του πολυτοκία
πολυτοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτοκία
πολυτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτομικό
πολυτομικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτομικός
πολυτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτομική
πολυτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτομικός
πολυτομικής	adj	γενική ενικού του πολυτομική
πολυτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτομικός
πολυτομικού	adj	γενική ενικού του πολυτομικός
πολυτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτομικός
πολυτομικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυτομικός
πολυτομικός	adj|rare	που έχει τη δυνατότητα πραγματοποίησης πολλών τομών ή λεπτομερών απεικονίσεων
πολυτομικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτομικός
πολυτονίζαμε	=	πολυτονίζω
πολυτονίζαν	=	πολυτονίζω
πολυτονίζανε	=	πολυτονίζω
πολυτονίζατε	=	πολυτονίζω
πολυτονίζει	=	πολυτονίζω
πολυτονίζεις	=	πολυτονίζω
πολυτονίζετε	=	πολυτονίζω
πολυτονίζοντας	=	πολυτονίζω
πολυτονίζουμε	=	πολυτονίζω
πολυτονίζουν	=	πολυτονίζω
πολυτονίζουνε	=	πολυτονίζω
πολυτονίζω	verb	τονίζω χρησιμοποιώντας το πολυτονικό σύστημα
πολυτονίσαμε	=	πολυτονίζω
πολυτονίσαν	=	πολυτονίζω
πολυτονίσανε	=	πολυτονίζω
πολυτονίσατε	=	πολυτονίζω
πολυτονίσει	=	πολυτονίζω
πολυτονίστε	=	πολυτονίζω
πολυτονίστρια	noun	θηλυκό του πολυτονιστής
πολυτονίστριας	noun	γενική ενικού του πολυτονίστρια
πολυτονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτονίστρια
πολυτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτονικό
πολυτονικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτονικός
πολυτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτονική
πολυτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτονικός
πολυτονικής	adj	γενική ενικού του πολυτονική
πολυτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτονικός
πολυτονικού	adj	γενική ενικού του πολυτονικός
πολυτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτονικός
πολυτονικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολυτονικός	noun	το πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας στο οποίο χρησιμοποιούνται πολλά (τονικά σημεία (τόνοι) (οξεία, περισπωμένη, βαρεία) καθώς και πνεύματα (ψιλή, δασεία)· χρησιμοποιήθηκε από την ελληνιστική περίοδο για την απόδοση της αρχαίας προφοράς ως την αντικατάστασή του από το μονοτονικό σύστημα το 1982 ( μονοτονικό#Σημειώσεις, νόμος 1982)
πολυτονικός	adj	που προβλέπει τη χρήση πολλών τονικών σημείων (τόνων) (ψιλή, περισπωμένη, βαρεία) καθώς και πνευμάτων (ψιλή, δασεία)
πολυτονικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτονικός
πολυτονισμέ	noun	κλητική ενικού του πολυτονισμός
πολυτονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτονισμός
πολυτονισμού	noun	γενική ενικού του πολυτονισμός
πολυτονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολυτονισμός
πολυτονισμό	noun	αιτιατική ενικού του πολυτονισμός
πολυτονισμός	noun	η διαδικασία του τονισμού σύμφωνα με το πολυτονικό σύστημα
πολυτονισμών	noun	γενική πληθυντικού του πολυτονισμός
πολυτονιστές	=	πολυτονιστής
πολυτονιστή	=	πολυτονιστής
πολυτονιστής	noun	ο άνθρωπος ή το λογισμικό που πολυτονίζει
πολυτονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πολυτονίστρια
πολυτονιστών	=	πολυτονιστής
πολυτοξικομανία	noun	μανία χρήσης πολλών διαφορετικών ναρκωτικών ουσιών (συνήθως όταν δεν είναι διαθέσιμη μια από αυτές)
πολυτοξικομανίας	=	πολυτοξικομανία
πολυτοξικομανίες	=	πολυτοξικομανία
πολυτοξικομανιών	=	πολυτοξικομανία
πολυτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτοπικό
πολυτοπικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτοπικός
πολυτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτοπική
πολυτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτοπικός
πολυτοπικής	adj	γενική ενικού του πολυτοπική
πολυτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτοπικός
πολυτοπικοτήτων	=	πολυτοπικότητα
πολυτοπικού	adj	γενική ενικού του πολυτοπικός
πολυτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτοπικός
πολυτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυτοπικός
πολυτοπικός	adj|formal	που έχει σχέση με πολλούς τόπους, που εξαπλώνεται σ’ αυτούς
πολυτοπικότητα	noun	η ιδιότητα του πολυτοπικού
πολυτοπικότητας	=	πολυτοπικότητα
πολυτοπικότητες	=	πολυτοπικότητα
πολυτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτοπικός
πολυτρίχι	noun|vulgar	το φυτό αδίαντο
πολυτρίχια	=	πολυτρίχι
πολυτραυματία	=	πολυτραυματίας
πολυτραυματίας	noun	τραυματίας που έχει τραύματα τα οποία απαιτούν επέμβαση από γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων
πολυτραυματίες	=	πολυτραυματίας
πολυτραυματιών	=	πολυτραυματίας
πολυτριχία	noun	η ύπαρξη πολλών τριχών σε μέρη του σώματος
πολυτριχίας	noun	γενική ενικού του πολυτριχία
πολυτριχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτριχία
πολυτριχιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυτριχία
πολυτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτροπικό
πολυτροπικέ	adj	κλητική ενικού του πολυτροπικός
πολυτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτροπική
πολυτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυτροπικός
πολυτροπικής	adj	γενική ενικού του πολυτροπική
πολυτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυτροπικός
πολυτροπικοτήτων	=	πολυτροπικότητα
πολυτροπικού	adj	γενική ενικού του πολυτροπικός
πολυτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυτροπικός
πολυτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυτροπικός
πολυτροπικός	adj	που έχει σχέση με την πολυτροπικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή
πολυτροπικότητα	noun	η χρήση πολλών τρόπων και μέσων (κείμενο, εικόνα, ήχος, βίντεο κ.λπ.) στη μετάδοση ενός μηνύματος, την παρουσίαση μιας ιδέας κ.ά.
πολυτροπικότητας	=	πολυτροπικότητα
πολυτροπικότητες	=	πολυτροπικότητα
πολυτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυτροπικός
πολυτροφία	noun|rare	η λήψη περισσότερης τροφής απ' ό,τι συνήθως ή απ' ό,τι θεωρείται κανονικό
πολυτρόπως	adv	με πολλούς τρόπους
πολυτυπία	noun	πολυμορφία, ποικιλία
πολυτυπίας	noun	γενική ενικού του πολυτυπία
πολυτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυτυπία
πολυτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυτυπία
πολυτόκα	=	πολυτόκος
πολυτόκε	=	πολυτόκος
πολυτόκο	=	πολυτόκος
πολυτόκοι	=	πολυτόκος
πολυτόκος	adj	άλλη μορφή του πολύτοκος
πολυτόκου	=	πολύτοκος
πολυτόκους	=	πολύτοκος
πολυτόκων	=	πολύτοκος
πολυτόνιζα	=	πολυτονίζω
πολυτόνιζαν	=	πολυτονίζω
πολυτόνιζε	=	πολυτονίζω
πολυτόνιζες	=	πολυτονίζω
πολυτόνισα	=	πολυτονίζω
πολυτόνισαν	=	πολυτονίζω
πολυτόνισε	=	πολυτονίζω
πολυτόνισες	=	πολυτονίζω
πολυυπνογραφία	noun	μέθοδος καταγραφής και μελέτης του ύπνου για διαπίστωση διαταραχών (αναπνοή, ροχαλητό κ.λπ.)
πολυυπνογραφίας	noun	γενική ενικού του πολυυπνογραφία
πολυυπνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυυπνογραφία
πολυυπνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυυπνογραφία
πολυφάγα	=	πολυφάγος
πολυφάγε	=	πολυφάγος
πολυφάγο	=	πολυφάγος
πολυφάγοι	=	πολυφάγος
πολυφάγος	adj	που τρώει πολύ
πολυφάγου	=	πολυφάγος
πολυφάγους	=	πολυφάγος
πολυφάγων	=	πολυφάγος
πολυφίλητα	=	πολυφίλητος
πολυφίλητε	=	πολυφίλητος
πολυφίλητες	=	πολυφίλητος
πολυφίλητη	=	πολυφίλητος
πολυφίλητης	=	πολυφίλητος
πολυφίλητο	=	πολυφίλητος
πολυφίλητοι	=	πολυφίλητος
πολυφίλητος	adj|formal	ο πολύ αγαπητός
πολυφίλητου	=	πολυφίλητος
πολυφίλητους	=	πολυφίλητος
πολυφίλητων	=	πολυφίλητος
πολυφαγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολυφαγάς
πολυφαγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφαγάς
πολυφαγάδων	noun	γενική πληθυντικού του πολυφαγάς
πολυφαγάς	noun	φιλήδονος, που του αρέσουν πολύ τα φαγητά
πολυφαγία	noun	η υπερβολική κατανάλωση φαγητού
πολυφαγίας	noun	γενική ενικού του πολυφαγία
πολυφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφαγία
πολυφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυφαγία
πολυφαγού	=	πολυφαγάς
πολυφαινολικά	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικέ	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικές	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολική	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικής	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικοί	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικού	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικούς	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικό	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολικός	adj	που έχει σχέση με την πολυφαινόλη ή αναφέρεται σ’ αυτή
πολυφαινολικών	=	πολυφαινολικός
πολυφαινολών	=	πολυφαινόλη
πολυφαινόλες	=	πολυφαινόλη
πολυφαινόλη	noun	φυσική χημική ένωση που βρίσκεται κυρίως σε φυτά (αλλά και σε τρόφιμα: φρούτα, λαχανικά, τσάι, κρασί, σοκολάτα) και με τις αντιοξειδωτικές ουσίες τους συμβάλλουν στην προστασία των κυττάρων από βλάβες που προκαλούν οι ελεύθερες ρίζες
πολυφαινόλης	=	πολυφαινόλη
πολυφαρμακία	noun	η ύπαρξη πολλών φαρμάκων που συμβάλλουν στην ίδια θεραπεία
πολυφαρμακίας	noun	γενική ενικού του πολυφαρμακία
πολυφαρμακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφαρμακία
πολυφαρμακιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυφαρμακία
πολυφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφασικό
πολυφασικέ	adj	κλητική ενικού του πολυφασικός
πολυφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφασική
πολυφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυφασικός
πολυφασικής	adj	γενική ενικού του πολυφασική
πολυφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυφασικός
πολυφασικού	adj	γενική ενικού του πολυφασικός
πολυφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυφασικός
πολυφασικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυφασικός
πολυφασικός	adj	που έχει πολλές φάσεις
πολυφασικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυφασικός
πολυφασματικά	=	πολυφασματικός
πολυφασματικέ	=	πολυφασματικός
πολυφασματικές	=	πολυφασματικός
πολυφασματική	=	πολυφασματικός
πολυφασματικής	=	πολυφασματικός
πολυφασματικοί	=	πολυφασματικός
πολυφασματικού	=	πολυφασματικός
πολυφασματικούς	=	πολυφασματικός
πολυφασματικό	=	πολυφασματικός
πολυφασματικός	adj	που συνδέεται με πολλά τμήματα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος
πολυφασματικών	=	πολυφασματικός
πολυφημία	noun	μεγάλη φήμη (καλή ή κακή)
πολυφημίας	=	πολυφημία
πολυφημίες	=	πολυφημία
πολυφημιών	=	πολυφημία
πολυφυές	=	πολυφυής
πολυφυή	=	πολυφυής
πολυφυής	adj|archaic	κάποιος με πολλαπλή φύση
πολυφυείς	=	πολυφυής
πολυφυλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφυλετικό
πολυφυλετικέ	adj	κλητική ενικού του πολυφυλετικός
πολυφυλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφυλετική
πολυφυλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυφυλετικός
πολυφυλετικής	adj	γενική ενικού του πολυφυλετική
πολυφυλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυφυλετικός
πολυφυλετικοτήτων	=	πολυφυλετικότητα
πολυφυλετικού	adj	γενική ενικού του πολυφυλετικός
πολυφυλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυφυλετικός
πολυφυλετικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυφυλετικός
πολυφυλετικός	noun	μιγάς, άτομο με σύνθετη καταγωγή	adj	που έχει καταγωγή από πολλές φυλές
πολυφυλετικότητα	noun	η παρουσία πολλών φυλών σε μια κοινωνία
πολυφυλετικότητας	=	πολυφυλετικότητα
πολυφυλετικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφυλετικότητα
πολυφυλετικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυφυλετικός
πολυφυλετισμέ	=	πολυφυλετισμός
πολυφυλετισμοί	=	πολυφυλετισμός
πολυφυλετισμού	=	πολυφυλετισμός
πολυφυλετισμούς	=	πολυφυλετισμός
πολυφυλετισμό	=	πολυφυλετισμός
πολυφυλετισμός	noun	η παρουσία πολλών φυλών σε μια κοινωνία
πολυφυλετισμών	=	πολυφυλετισμός
πολυφυούς	=	πολυφυής
πολυφυών	=	πολυφυής
πολυφωνία	noun	πολλές ανεξάρτητες φωνές (μελωδίες) συνδυασμένες αρμονικά
πολυφωνίας	noun	γενική ενικού του πολυφωνία
πολυφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφωνία
πολυφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολυφωνικός	adv	με πολυφωνικό τρόπο, με πολυφωνικότητα ή πολυφωνία
πολυφωνικέ	adj	κλητική ενικού του πολυφωνικός
πολυφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυφωνική
πολυφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυφωνικός
πολυφωνικής	adj	γενική ενικού του πολυφωνική
πολυφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυφωνικός
πολυφωνικοτήτων	=	πολυφωνικότητα
πολυφωνικού	adj	γενική ενικού του πολυφωνικός
πολυφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυφωνικός
πολυφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυφωνικός
πολυφωνικός	adj	σχετικός με την πολυφωνία
πολυφωνικότητα	noun	η ιδιότητα του πολυφωνικού
πολυφωνικότητας	=	πολυφωνικότητα
πολυφωνικότητες	=	πολυφωνικότητα
πολυφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυφωνικός
πολυφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυφωνία
πολυχάπι	noun	χάπι με δυνατότητα ίασης πολλαπλών νοσημάτων
πολυχάπια	=	πολυχάπι
πολυχαπιού	=	πολυχάπι
πολυχαπιών	=	πολυχάπι
πολυχρήματα	=	πολυχρήματος
πολυχρήματε	=	πολυχρήματος
πολυχρήματες	=	πολυχρήματος
πολυχρήματη	=	πολυχρήματος
πολυχρήματης	=	πολυχρήματος
πολυχρήματο	=	πολυχρήματος
πολυχρήματοι	=	πολυχρήματος
πολυχρήματος	adj	που έχει πολλά χρήματα
πολυχρήματου	=	πολυχρήματος
πολυχρήματους	=	πολυχρήματος
πολυχρήματων	=	πολυχρήματος
πολυχρηματία	noun|archaic	τα πολλά χρήματα
πολυχρηματίας	noun|archaic	που έχει πολλά χρήματα
πολυχρηματίες	=	πολυχρηματία
πολυχρηματιών	=	πολυχρηματία
πολυχρονίζαμε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζαν	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζανε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζατε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζει	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζεις	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζετε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζοντας	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζουμε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζουν	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζουνε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίζω	verb	εύχομαι σε κάποιον να ζήσει πολλά χρόνια, να είναι πολυχρονεμένος
πολυχρονίου	=	πολυχρόνιο
πολυχρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσαν	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίσανε	=	πολυχρονίζω
πολυχρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσεων	=	πολυχρόνιση
πολυχρονίσματα	=	πολυχρόνισμα
πολυχρονίσματος	=	πολυχρόνισμα
πολυχρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρονίων	=	πολυχρόνιο
πολυχρονεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυχρονεμένο
πολυχρονεμένε	verb	κλητική ενικού του πολυχρονεμένος
πολυχρονεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυχρονεμένη
πολυχρονεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυχρονεμένος
πολυχρονεμένης	verb	γενική ενικού του πολυχρονεμένη
πολυχρονεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυχρονεμένος
πολυχρονεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυχρονεμένος
πολυχρονεμένος	verb	που έχει ζήσει πολλά χρόνια
πολυχρονεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυχρονεμένος
πολυχρονεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυχρονεμένος
πολυχρονεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυχρονεμένος
πολυχρονικά	=	πολυχρονικός
πολυχρονικέ	=	πολυχρονικός
πολυχρονικές	=	πολυχρονικός
πολυχρονική	=	πολυχρονικός
πολυχρονικής	=	πολυχρονικός
πολυχρονικοί	=	πολυχρονικός
πολυχρονικοτήτων	=	πολυχρονικότητα
πολυχρονικού	=	πολυχρονικός
πολυχρονικούς	=	πολυχρονικός
πολυχρονικό	=	πολυχρονικός
πολυχρονικός	adj|formal	που συμβαίνει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές
πολυχρονικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πολυχρονικού
πολυχρονικότητας	=	πολυχρονικότητα
πολυχρονικότητες	=	πολυχρονικότητα
πολυχρονικών	=	πολυχρονικός
πολυχρονιοτήτων	=	πολυχρονιότητα
πολυχρονισμάτων	=	πολυχρόνισμα
πολυχρονισμέ	=	πολυχρονισμός
πολυχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυχρονισμένο
πολυχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυχρονισμένη
πολυχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμένης	verb	γενική ενικού του πολυχρονισμένη
πολυχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυχρονισμένος
πολυχρονισμοί	=	πολυχρονισμός
πολυχρονισμού	=	πολυχρονισμός
πολυχρονισμούς	=	πολυχρονισμός
πολυχρονισμό	=	πολυχρονισμός
πολυχρονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πολυχρονίζω
πολυχρονισμών	=	πολυχρονισμός
πολυχρονιότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος πολυχρόνιος, η ιδιότητα του πολυχρόνιου
πολυχρονιότητας	=	πολυχρονιότητα
πολυχρονιότητες	=	πολυχρονιότητα
πολυχρωμία	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι πολύχρωμο(ς), η ιδιότητα του πολύχρωμου
πολυχρωμίας	noun	γενική ενικού του πολυχρωμία
πολυχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυχρωμία
πολυχρωμισμέ	=	πολυχρωμισμός
πολυχρωμισμοί	=	πολυχρωμισμός
πολυχρωμισμού	=	πολυχρωμισμός
πολυχρωμισμούς	=	πολυχρωμισμός
πολυχρωμισμό	=	πολυχρωμισμός
πολυχρωμισμός	noun	άλλη μορφή του πολυχρωμία
πολυχρωμισμών	=	πολυχρωμισμός
πολυχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυχρωμία
πολυχρόνια	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνιας	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνιε	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνιες	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνιζα	=	πολυχρονίζω
πολυχρόνιζαν	=	πολυχρονίζω
πολυχρόνιζε	=	πολυχρονίζω
πολυχρόνιζες	=	πολυχρονίζω
πολυχρόνιο	noun	ευχή που ψάλλεται σε εκκλησιαστικούς (ή παλαιότερα πολιτικούς) άρχοντες για μακροημέρευση
πολυχρόνιοι	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνιος	adj	άλλη μορφή του πολύχρονος
πολυχρόνιου	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνιους	=	πολυχρόνιος
πολυχρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολυχρονίζω
πολυχρόνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πολυχρονίζω
πολυχρόνισης	=	πολυχρόνιση
πολυχρόνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πολυχρονίζω
πολυχρόνιων	=	πολυχρόνιος
πολυχώρε	=	πολυχώρος
πολυχώρο	=	πολυχώρος
πολυχώροι	=	πολυχώρος
πολυχώρος	noun	ένα ακίνητο ή κτιριακό συγκρότημα το οποίο στεγάζει πολλαπλές δραστηριότητες ή διαθέτει αίθουσες που μπορούν να διαμορφωθούν για διαφορετικές χρήσεις (πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, αθλητικές εγκαταστάσεις, χώροι εστίασης και ψυχαγωγίας)
πολυχώρου	=	πολυχώρος
πολυχώρους	=	πολυχώρος
πολυχώρων	=	πολυχώρος
πολυψήφια	=	πολυψήφιος
πολυψήφιας	=	πολυψήφιος
πολυψήφιε	=	πολυψήφιος
πολυψήφιες	=	πολυψήφιος
πολυψήφιο	=	πολυψήφιος
πολυψήφιοι	=	πολυψήφιος
πολυψήφιος	adj	για αριθμό με πολλά ψηφία
πολυψήφιου	=	πολυψήφιος
πολυψήφιους	=	πολυψήφιος
πολυψήφιων	=	πολυψήφιος
πολυψωνίου	=	πολυψώνιο
πολυψωνίων	=	πολυψώνιο
πολυψώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυψώνιο
πολυψώνιο	noun	ο επηρεασμός των τιμών της αγοράς εξαιτίας των συναλλαγών πολλών αγοραστών
πολυψώνιον	noun	πολυψώνιο
πολυψώνιου	noun	γενική ενικού του πολυψώνιο
πολυψώνιων	noun	γενική πληθυντικού του πολυψώνιο
πολυωνυμία	noun|formal	η ύπαρξη ή εμφάνιση πολλών ονομάτων
πολυωνυμίας	noun	γενική ενικού του πολυωνυμία
πολυωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυωνυμία
πολυωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυωνυμικό
πολυωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του πολυωνυμικός
πολυωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυωνυμική
πολυωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυωνυμικός
πολυωνυμικής	adj	γενική ενικού του πολυωνυμική
πολυωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυωνυμικός
πολυωνυμικού	adj	γενική ενικού του πολυωνυμικός
πολυωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυωνυμικός
πολυωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του πολυωνυμικός
πολυωνυμικός	adj	που αναφέρεται στα πολυώνυμα
πολυωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του πολυωνυμικός
πολυωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του πολυωνυμία
πολυωνύμου	=	πολυώνυμο
πολυωνύμων	=	πολυώνυμο
πολυωπία	noun	διαταραχή της όρασης (προσωρινή ή διαρκέστερη), κατά την οποία ο ασθενής βλέπει πολλαπλά είδωλα ενός αντικειμένου λόγω διάφορων παραγόντων (αστιγματισμός, βλάβες του κερατοειδούς κ.λπ.)
πολυωπίας	=	πολυωπία
πολυωπίες	=	πολυωπία
πολυωπιών	=	πολυωπία
πολυϊατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυϊατρείο
πολυϊατρείο	noun	χώρος όπου στεγάζονται πολλά ιατρεία ή πολλές ειδικότητες ιατρών και εξετάζουν ασθενείς που υπάγονται σε ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό ταμείο μόνο
πολυϊατρείου	noun	γενική ενικού του πολυϊατρείο
πολυϊατρείων	noun	γενική πληθυντικού του πολυϊατρείο
πολυϊδιοκτησία	noun	η κατάσταση κατά την οποία ένα περιουσιακό στοιχείο, συνήθως ακίνητο, ανήκει σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, η συνιδιοκτησία
πολυϊδιοκτησίας	=	πολυϊδιοκτησία
πολυϊδιοκτησίες	=	πολυϊδιοκτησία
πολυϊδιοκτησιών	=	πολυϊδιοκτησία
πολυϊστόρων	=	πολυΐστωρ
πολυόλες	=	πολυόλη
πολυόλη	noun	οργανική ένωση που περιέχει πολλαπλές ομάδες υδροξυλίου (−OH)
πολυόλης	=	πολυόλη
πολυόμματα	=	πολυόμματος
πολυόμματας	=	πολυόμματος
πολυόμματε	=	πολυόμματος
πολυόμματες	=	πολυόμματος
πολυόμματη	=	πολυόμματος
πολυόμματης	=	πολυόμματος
πολυόμματο	=	πολυόμματος
πολυόμματοι	=	πολυόμματος
πολυόμματος	noun	γένος λεπιδόπτερων	adj	που έχει πολλά μάτια, ο πολυόφθαλμος
πολυόμματου	=	πολυόμματος
πολυόμματους	=	πολυόμματος
πολυόμματων	=	πολυόμματος
πολυόφθαλμα	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμε	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμες	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμη	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμης	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμο	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμοι	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμος	adj	που έχει πολλά μάτια
πολυόφθαλμου	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμους	=	πολυόφθαλμος
πολυόφθαλμων	=	πολυόφθαλμος
πολυύμνητα	=	πολυύμνητος
πολυύμνητε	=	πολυύμνητος
πολυύμνητες	=	πολυύμνητος
πολυύμνητη	=	πολυύμνητος
πολυύμνητης	=	πολυύμνητος
πολυύμνητο	=	πολυύμνητος
πολυύμνητοι	=	πολυύμνητος
πολυύμνητος	adj	που υμνείται πολύ
πολυύμνητου	=	πολυύμνητος
πολυύμνητους	=	πολυύμνητος
πολυύμνητων	=	πολυύμνητος
πολυώδυνα	=	πολυώδυνος
πολυώδυνε	=	πολυώδυνος
πολυώδυνες	=	πολυώδυνος
πολυώδυνη	=	πολυώδυνος
πολυώδυνης	=	πολυώδυνος
πολυώδυνο	=	πολυώδυνος
πολυώδυνοι	=	πολυώδυνος
πολυώδυνος	adj	που προκαλεί ή που γίνεται με πολλές ωδίνες, πολλούς πόνους
πολυώδυνου	=	πολυώδυνος
πολυώδυνους	=	πολυώδυνος
πολυώδυνων	=	πολυώδυνος
πολυώνυμα	=	πολυώνυμο
πολυώνυμε	=	πολυώνυμος
πολυώνυμες	=	πολυώνυμος
πολυώνυμη	=	πολυώνυμος
πολυώνυμης	=	πολυώνυμος
πολυώνυμο	noun	αλγεβρική παράσταση που περιέχει σταθερές και μία τουλάχιστον μεταβλητή με μη αρνητικούς ακέραιους εκθέτες, συνδεόμενες μεταξύ τους μόνο με τις πράξεις της πρόσθεσης, της αφαίρεσης και του πολλαπλασιασμού
πολυώνυμοι	=	πολυώνυμος
πολυώνυμος	adj	που έχει πολλά ονόματα
πολυώνυμου	=	πολυώνυμο
πολυώνυμους	=	πολυώνυμος
πολυώνυμων	=	πολυώνυμος
πολυώροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυώροφο
πολυώροφε	adj	κλητική ενικού του πολυώροφος
πολυώροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολυώροφη
πολυώροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολυώροφος
πολυώροφης	adj	γενική ενικού του πολυώροφη
πολυώροφο	adj	αιτιατική ενικού του πολυώροφος
πολυώροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολυώροφος
πολυώροφος	adj	που αποτελείται από πολλούς ορόφους, με πολλά πατώματα
πολυώροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολυώροφος
πολυώροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολυώροφος
πολυώροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολυώροφος
πολφέ	noun	κλητική ενικού του πολφός
πολφίτιδα	noun	φλεγμονή του οδοντικού πολφού
πολφίτιδας	=	πολφίτιδα
πολφίτιδες	=	πολφίτιδα
πολφίτιδων	=	πολφίτιδα
πολφεκτομές	=	πολφεκτομή
πολφεκτομή	noun	η αφαίρεση του πολφού
πολφεκτομής	=	πολφεκτομή
πολφεκτομών	=	πολφεκτομή
πολφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολφικό
πολφικέ	adj	κλητική ενικού του πολφικός
πολφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολφική
πολφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολφικός
πολφικής	adj	γενική ενικού του πολφική
πολφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολφικός
πολφικού	adj	γενική ενικού του πολφικός
πολφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολφικός
πολφικό	adj	αιτιατική ενικού του πολφικός
πολφικός	adj	που έχει σχέση με τον πολφό, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πολφικών	adj	γενική πληθυντικού του πολφικός
πολφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολφός
πολφού	noun	γενική ενικού του πολφός
πολφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολφός
πολφό	noun	αιτιατική ενικού του πολφός
πολφός	noun	πολτώδης μαλακή ουσία στην κεντρική κοιλότητα του δοντιού, που περιέχει συνδετικούς ιστούς, αιμοφόρα αγγεία, νεύρα και μια μικρή δεξαμενή βλαστικών κυττάρων
πολφών	noun	γενική πληθυντικού του πολφός
πολφῖτις	noun	η πολφίτιδα
πολωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθήκαν	=	πολώνω
πολωθήκανε	=	πολώνω
πολωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωμένο
πολωμένε	verb	κλητική ενικού του πολωμένος
πολωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωμένη
πολωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολωμένος
πολωμένης	verb	γενική ενικού του πολωμένη
πολωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πολωμένος
πολωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολωμένος
πολωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πολώνω
πολωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολωμένος
πολωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πολωμένος
πολωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολωμένος
πολωνέζα	noun	πολωνικός χορός σε τριμερή ρυθμό
πολωνέζας	noun	γενική ενικού του πολωνέζα
πολωνέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωνέζα
πολωνέζικα	noun	τα πολωνικά
πολωνέζικε	adj	κλητική ενικού του πολωνέζικος
πολωνέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωνέζικη
πολωνέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολωνέζικος
πολωνέζικης	adj	γενική ενικού του πολωνέζικη
πολωνέζικο	adj	αιτιατική ενικού του πολωνέζικος
πολωνέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολωνέζικος
πολωνέζικος	=	πολωνικός
πολωνέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολωνέζικος
πολωνέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολωνέζικος
πολωνέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολωνέζικος
πολωνέζος	=	πολωνέζα
πολωνέζων	=	πολωνέζα
πολωνίου	=	πολώνιο
πολωνικά	noun	η πολωνική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολωνικός
πολωνικέ	adj	κλητική ενικού του πολωνικός
πολωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωνική
πολωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολωνικός
πολωνικής	adj	γενική ενικού του πολωνική
πολωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολωνικός
πολωνικού	adj	γενική ενικού του πολωνικός
πολωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολωνικός
πολωνικό	adj	αιτιατική ενικού του πολωνικός
πολωνικός	adj	που προέρχεται από την Πολωνία, ανήκει ή αναφέρεται σε αυτήν, το λαό της και το έθνος της
πολωνικών	adj	γενική πληθυντικού του πολωνικός
πολωνιστί	adv|formal	στα πολωνικά, στην πολωνική γλώσσα
πολωνόμασταν	=	πολώνω
πολωνόμαστε	=	πολώνω
πολωνόμουν	=	πολώνω
πολωνόμουνα	=	πολώνω
πολωνόντουσαν	=	πολώνω
πολωνόσασταν	=	πολώνω
πολωνόσαστε	=	πολώνω
πολωνόσουν	=	πολώνω
πολωνόσουνα	=	πολώνω
πολωνόταν	=	πολώνω
πολωνότανε	=	πολώνω
πολωσίμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωσίμετρο
πολωσίμετρο	noun	συσκευή η οποία μετράει τη στροφική πόλωση, τη γωνία διάθλασης πολωμένου φωτός, όταν διέρχεται μέσα από σακχαρούχα (αφορά τους βιομηχανικούς ζαχαροπλάστες) ή άλλα διαλύματα
πολωσίμετρον	noun	πολωσίμετρο
πολωσίμετρου	noun	γενική ενικού του πολωσίμετρο
πολωσίμετρων	noun	γενική πληθυντικού του πολωσίμετρο
πολωσιοσκοπίου	=	πολωσιοσκόπιο
πολωσιοσκοπίων	=	πολωσιοσκόπιο
πολωσιοσκόπια	=	πολωσιοσκόπιο
πολωσιοσκόπιο	noun	συσκευή για μετρήσεις για το φαινόμενο της πόλωσης
πολωσιοσκόπιον	noun	πολωσιοσκόπιο
πολωσιοσκόπιου	=	πολωσιοσκόπιο
πολωσιοσκόπιων	=	πολωσιοσκόπιο
πολωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωτής
πολωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πολωτής
πολωτής	noun	κατασκευή ή διάταξη που συμβάλλει στην πόλωση ή τη λήψη πολωμένου φωτός
πολωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωτικό
πολωτικέ	adj	κλητική ενικού του πολωτικός
πολωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολωτική
πολωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολωτικός
πολωτικής	adj	γενική ενικού του πολωτική
πολωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολωτικός
πολωτικού	adj	γενική ενικού του πολωτικός
πολωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολωτικός
πολωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πολωτικός
πολωτικός	adj	που έχει σχέση με την πόλωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
πολωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πολωτικός
πολωτών	noun	γενική πληθυντικού του πολωτής
πολύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του πολύς	adv	σε μεγάλο βαθμό, όχι λίγο
πολύαιμα	=	πολύαιμος
πολύαιμε	=	πολύαιμος
πολύαιμες	=	πολύαιμος
πολύαιμη	=	πολύαιμος
πολύαιμης	=	πολύαιμος
πολύαιμο	=	πολύαιμος
πολύαιμοι	=	πολύαιμος
πολύαιμος	adj	που έχει πολύ αίμα
πολύαιμου	=	πολύαιμος
πολύαιμους	=	πολύαιμος
πολύαιμων	=	πολύαιμος
πολύανδρα	=	πολύανδρος
πολύανδρε	=	πολύανδρος
πολύανδρες	=	πολύανδρος
πολύανδρη	=	πολύανδρος
πολύανδρης	=	πολύανδρος
πολύανδρο	=	πολύανδρος
πολύανδροι	=	πολύανδρος
πολύανδρος	adj|archaic	πολυάνθρωπος, πολυάριθμος
πολύανδρου	=	πολύανδρος
πολύανδρους	=	πολύανδρος
πολύανδρων	=	πολύανδρος
πολύανθα	=	πολύανθος
πολύανθε	=	πολύανθος
πολύανθες	=	πολύανθος
πολύανθη	=	πολύανθος
πολύανθης	=	πολύανθος
πολύανθο	=	πολύανθος
πολύανθοι	=	πολύανθος
πολύανθος	adj	άλλη μορφή του πολυανθής
πολύανθου	=	πολύανθος
πολύανθους	=	πολύανθος
πολύανθων	=	πολύανθος
πολύαστρα	=	πολύαστρος
πολύαστρε	=	πολύαστρος
πολύαστρες	=	πολύαστρος
πολύαστρη	=	πολύαστρος
πολύαστρης	=	πολύαστρος
πολύαστρο	=	πολύαστρος
πολύαστροι	=	πολύαστρος
πολύαστρος	adj	που έχει πολλά αστέρια
πολύαστρου	=	πολύαστρος
πολύαστρους	=	πολύαστρος
πολύαστρων	=	πολύαστρος
πολύβλαστα	=	πολύβλαστος
πολύβλαστε	=	πολύβλαστος
πολύβλαστες	=	πολύβλαστος
πολύβλαστη	=	πολύβλαστος
πολύβλαστης	=	πολύβλαστος
πολύβλαστο	=	πολύβλαστος
πολύβλαστοι	=	πολύβλαστος
πολύβλαστος	adj	που έχει πολλούς βλαστούς
πολύβλαστου	=	πολύβλαστος
πολύβλαστους	=	πολύβλαστος
πολύβλαστων	=	πολύβλαστος
πολύβοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύβοο
πολύβοε	adj	κλητική ενικού του πολύβοος
πολύβοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύβοη
πολύβοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύβοος
πολύβοης	adj	γενική ενικού του πολύβοη
πολύβοο	adj	αιτιατική ενικού του πολύβοος
πολύβοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύβοος
πολύβοος	adj	άλλη μορφή του πολύβουος
πολύβοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύβοος
πολύβοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύβοος
πολύβουα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύβουο
πολύβουε	adj	κλητική ενικού του πολύβουος
πολύβουες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύβουη
πολύβουη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύβουος
πολύβουης	adj	γενική ενικού του πολύβουη
πολύβουλα	=	πολύβουλος
πολύβουλε	=	πολύβουλος
πολύβουλες	=	πολύβουλος
πολύβουλη	=	πολύβουλος
πολύβουλης	=	πολύβουλος
πολύβουλο	=	πολύβουλος
πολύβουλοι	=	πολύβουλος
πολύβουλος	adj	που έχει πολλές βουλές, γνώμες
πολύβουλου	=	πολύβουλος
πολύβουλους	=	πολύβουλος
πολύβουλων	=	πολύβουλος
πολύβουο	adj	αιτιατική ενικού του πολύβουος
πολύβουοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύβουος
πολύβουος	adj	που χαρακτηρίζεται από πολλή βοή, από πολύ θόρυβο
πολύβουου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύβουος
πολύβουους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύβουος
πολύβουων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύβουος
πολύβοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύβοος
πολύγαμα	=	πολύγαμος
πολύγαμε	=	πολύγαμος
πολύγαμες	=	πολύγαμος
πολύγαμη	=	πολύγαμος
πολύγαμης	=	πολύγαμος
πολύγαμο	=	πολύγαμος
πολύγαμοι	=	πολύγαμος
πολύγαμος	adj	που έχει παντρευτεί με πολλές γυναίκες
πολύγαμου	=	πολύγαμος
πολύγαμους	=	πολύγαμος
πολύγαμων	=	πολύγαμος
πολύγλωσσα	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσε	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσες	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσση	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσης	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσο	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσοι	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσος	adj	που μιλάει πολλές ξένες γλώσσες
πολύγλωσσου	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσους	=	πολύγλωσσος
πολύγλωσσων	=	πολύγλωσσος
πολύγνωμα	=	πολύγνωμος
πολύγνωμε	=	πολύγνωμος
πολύγνωμες	=	πολύγνωμος
πολύγνωμη	=	πολύγνωμος
πολύγνωμης	=	πολύγνωμος
πολύγνωμο	=	πολύγνωμος
πολύγνωμοι	=	πολύγνωμος
πολύγνωμος	adj	που έχει πολλές γνώμες πάνω στο ίδιο θέμα
πολύγνωμου	=	πολύγνωμος
πολύγνωμους	=	πολύγνωμος
πολύγνωμων	=	πολύγνωμος
πολύγνωρα	=	πολύγνωρος
πολύγνωρε	=	πολύγνωρος
πολύγνωρες	=	πολύγνωρος
πολύγνωρη	=	πολύγνωρος
πολύγνωρης	=	πολύγνωρος
πολύγνωρο	=	πολύγνωρος
πολύγνωροι	=	πολύγνωρος
πολύγνωρος	adj	που γνωρίζει πολλά πράγματα
πολύγνωρου	=	πολύγνωρος
πολύγνωρους	=	πολύγνωρος
πολύγνωρων	=	πολύγνωρος
πολύγονα	=	πολύγονος
πολύγονε	=	πολύγονος
πολύγονες	=	πολύγονος
πολύγονη	=	πολύγονος
πολύγονης	=	πολύγονος
πολύγονο	=	πολύγονος
πολύγονοι	=	πολύγονος
πολύγονος	adj	που έχει πολλά παιδιά, πολλούς απογόνους
πολύγονου	=	πολύγονος
πολύγονους	=	πολύγονος
πολύγονων	=	πολύγονος
πολύγραμμα	=	πολύγραμμος
πολύγραμμε	=	πολύγραμμος
πολύγραμμες	=	πολύγραμμος
πολύγραμμη	=	πολύγραμμος
πολύγραμμης	=	πολύγραμμος
πολύγραμμο	=	πολύγραμμος
πολύγραμμοι	=	πολύγραμμος
πολύγραμμος	adj	που αποτελείται από πολλές γραμμές
πολύγραμμου	=	πολύγραμμος
πολύγραμμους	=	πολύγραμμος
πολύγραμμων	=	πολύγραμμος
πολύγραφε	noun	κλητική ενικού του πολύγραφος
πολύγραφο	noun	αιτιατική ενικού του πολύγραφος
πολύγραφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύγραφος
πολύγραφος	noun	ειδική συσκευή που χρησιμοποιεί χαραγμένη με γραφομηχανή (ή με το χέρι) ελαστική μεμβράνη για την αναπαραγωγή αντιγράφων
πολύγραφου	noun	γενική ενικού του πολύγραφος
πολύγραφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πολύγραφος
πολύγραφων	noun	γενική πληθυντικού του πολύγραφος
πολύγωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύγωνο
πολύγωνε	adj	κλητική ενικού του πολύγωνος
πολύγωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύγωνη
πολύγωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύγωνος
πολύγωνης	adj	γενική ενικού του πολύγωνη
πολύγωνο	noun	γεωμετρικό σχήμα που αποτελείται από μια κλειστή τεθλασμένη γραμμή
πολύγωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύγωνος
πολύγωνος	adj	που αποτελείται από πολλές γωνίες
πολύγωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύγωνος
πολύγωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύγωνος
πολύγωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύγωνος
πολύδακρυς	adj|formal	πολυδάκρυτος
πολύδεντρα	=	πολύδεντρος
πολύδεντρε	=	πολύδεντρος
πολύδεντρες	=	πολύδεντρος
πολύδεντρη	=	πολύδεντρος
πολύδεντρης	=	πολύδεντρος
πολύδεντρο	=	πολύδεντρος
πολύδεντροι	=	πολύδεντρος
πολύδεντρος	adj	που έχει πολλά δέντρα
πολύδεντρου	=	πολύδεντρος
πολύδεντρους	=	πολύδεντρος
πολύδεντρων	=	πολύδεντρος
πολύδροσα	=	πολύδροσος
πολύδροσε	=	πολύδροσος
πολύδροσες	=	πολύδροσος
πολύδροση	=	πολύδροσος
πολύδροσης	=	πολύδροσος
πολύδροσο	=	πολύδροσος
πολύδροσοι	=	πολύδροσος
πολύδροσος	adj	που είναι γεμάτος δροσιά
πολύδροσου	=	πολύδροσος
πολύδροσους	=	πολύδροσος
πολύδροσων	=	πολύδροσος
πολύδυμα	=	πολύδυμος
πολύδυμε	=	πολύδυμος
πολύδυμες	=	πολύδυμος
πολύδυμη	=	πολύδυμος
πολύδυμης	=	πολύδυμος
πολύδυμο	=	πολύδυμος
πολύδυμοι	=	πολύδυμος
πολύδυμος	adj	που αφορά κύηση με περισσότερα από ένα έμβρυα
πολύδυμου	=	πολύδυμος
πολύδυμους	=	πολύδυμος
πολύδυμων	=	πολύδυμος
πολύδωρα	=	πολύδωρος
πολύδωρε	=	πολύδωρος
πολύδωρες	=	πολύδωρος
πολύδωρη	=	πολύδωρος
πολύδωρης	=	πολύδωρος
πολύδωρο	=	πολύδωρος
πολύδωροι	=	πολύδωρος
πολύδωρος	adj	γενναιόδωρος
πολύδωρου	=	πολύδωρος
πολύδωρους	=	πολύδωρος
πολύδωρων	=	πολύδωρος
πολύεδρα	=	πολύεδρος
πολύεδρε	=	πολύεδρος
πολύεδρες	=	πολύεδρος
πολύεδρη	=	πολύεδρος
πολύεδρης	=	πολύεδρος
πολύεδρο	noun	στερεό που αποτελείται από πολλές έδρες
πολύεδροι	=	πολύεδρος
πολύεδρος	adj	που έχει πολλές έδρες (για στερεό σώμα)
πολύεδρου	=	πολύεδρος
πολύεδρους	=	πολύεδρος
πολύεδρων	=	πολύεδρος
πολύζυγα	=	πολύζυγο
πολύζυγο	noun	όργανο γυμναστικής με δύο μεγάλες δοκούς (τοποθετημένες κάθετα ή -συνηθέστερα- οριζόντια ως προς το έδαφος) με πολλές μπάρες (ζυγούς) κάθετα τοποθετημένες σε τακτά διαστήματα ανάμεσα στις δύο μακριές δοκούς
πολύζυγου	=	πολύζυγο
πολύζυγων	=	πολύζυγο
πολύηχα	=	πολύηχος
πολύηχε	=	πολύηχος
πολύηχες	=	πολύηχος
πολύηχη	=	πολύηχος
πολύηχης	=	πολύηχος
πολύηχο	=	πολύηχος
πολύηχοι	=	πολύηχος
πολύηχος	adj	που παράγει πολλούς ήχους
πολύηχου	=	πολύηχος
πολύηχους	=	πολύηχος
πολύηχων	=	πολύηχος
πολύθρησκα	=	πολύθρησκος
πολύθρησκε	=	πολύθρησκος
πολύθρησκες	=	πολύθρησκος
πολύθρησκη	=	πολύθρησκος
πολύθρησκης	=	πολύθρησκος
πολύθρησκο	=	πολύθρησκος
πολύθρησκοι	=	πολύθρησκος
πολύθρησκος	adj	που πιστεύει ή ανήκει σε διαφορετικές θρησκείες
πολύθρησκου	=	πολύθρησκος
πολύθρησκους	=	πολύθρησκος
πολύθρησκων	=	πολύθρησκος
πολύκαρπα	=	πολύκαρπος
πολύκαρπε	=	πολύκαρπος
πολύκαρπες	=	πολύκαρπος
πολύκαρπη	=	πολύκαρπος
πολύκαρπης	=	πολύκαρπος
πολύκαρπο	=	πολύκαρπος
πολύκαρποι	=	πολύκαρπος
πολύκαρπος	adj	που αποφέρει πολλούς καρπούς
πολύκαρπου	=	πολύκαρπος
πολύκαρπους	=	πολύκαρπος
πολύκαρπων	=	πολύκαρπος
πολύκλαδα	=	πολύκλαδος
πολύκλαδε	=	πολύκλαδος
πολύκλαδες	=	πολύκλαδος
πολύκλαδη	=	πολύκλαδος
πολύκλαδης	=	πολύκλαδος
πολύκλαδο	=	πολύκλαδος
πολύκλαδοι	=	πολύκλαδος
πολύκλαδος	adj	που έχει πολλά κλαδιά, πολλούς κλάδους
πολύκλαδου	=	πολύκλαδος
πολύκλαδους	=	πολύκλαδος
πολύκλαδων	=	πολύκλαδος
πολύκλαυστα	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστε	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστες	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστη	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστης	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστο	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστοι	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστος	adj|formal	πολύκλαυτος, που αξίζει να τον θρηνούν, ή που τον κλαίνε πολλοί
πολύκλαυστου	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστους	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυστων	=	πολύκλαυστος
πολύκλαυτα	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτε	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτες	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτη	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτης	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτο	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτοι	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτος	adj	άλλη μορφή του πολύκλαυστος
πολύκλαυτου	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτους	=	πολύκλαυτος
πολύκλαυτων	=	πολύκλαυτος
πολύκλωνα	=	πολύκλωνος
πολύκλωνε	=	πολύκλωνος
πολύκλωνες	=	πολύκλωνος
πολύκλωνη	=	πολύκλωνος
πολύκλωνης	=	πολύκλωνος
πολύκλωνο	=	πολύκλωνος
πολύκλωνοι	=	πολύκλωνος
πολύκλωνος	adj	που έχει πολλά κλαδιά, πολλούς κλάδους
πολύκλωνου	=	πολύκλωνος
πολύκλωνους	=	πολύκλωνος
πολύκλωνων	=	πολύκλωνος
πολύκομβε	=	πολύκομβος
πολύκομβο	=	πολύκομβος
πολύκομβοι	=	πολύκομβος
πολύκομβος	noun	άλλη μορφή του πολύκομπος
πολύκομβου	=	πολύκομβος
πολύκομβους	=	πολύκομβος
πολύκομβων	=	πολύκομβος
πολύκομπε	=	πολύκομπος
πολύκομπο	=	πολύκομπος
πολύκομποι	=	πολύκομπος
πολύκομπος	noun	φυτό με την επιστημονική ονομασία Polygonum aviculare, της οικογένειας των πολυγονατοειδών (Polygonaceae) ή των ιππουροειδών (Equisetaceae)
πολύκομπου	=	πολύκομπος
πολύκομπους	=	πολύκομπος
πολύκομπων	=	πολύκομπος
πολύκροτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύκροτο
πολύκροτε	adj	κλητική ενικού του πολύκροτος
πολύκροτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύκροτη
πολύκροτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύκροτος
πολύκροτης	adj	γενική ενικού του πολύκροτη
πολύκροτο	adj	αιτιατική ενικού του πολύκροτος
πολύκροτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύκροτος
πολύκροτος	adj	που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και συζητήθηκε πολύ
πολύκροτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύκροτος
πολύκροτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύκροτος
πολύκροτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύκροτος
πολύλαλα	=	πολύλαλος
πολύλαλε	=	πολύλαλος
πολύλαλες	=	πολύλαλος
πολύλαλη	=	πολύλαλος
πολύλαλης	=	πολύλαλος
πολύλαλο	=	πολύλαλος
πολύλαλοι	=	πολύλαλος
πολύλαλος	adj	που μιλά πολύ
πολύλαλου	=	πολύλαλος
πολύλαλους	=	πολύλαλος
πολύλαλων	=	πολύλαλος
πολύλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύλογο
πολύλογε	adj	κλητική ενικού του πολύλογος
πολύλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύλογη
πολύλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύλογος
πολύλογης	adj	γενική ενικού του πολύλογη
πολύλογο	adj	αιτιατική ενικού του πολύλογος
πολύλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύλογος
πολύλογος	adj	που λέει πολλά (κι ενδεχομένως περιττά) λόγια
πολύλογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύλογος
πολύλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύλογος
πολύλογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύλογος
πολύμηνα	=	πολύμηνος
πολύμηνε	=	πολύμηνος
πολύμηνες	=	πολύμηνος
πολύμηνη	=	πολύμηνος
πολύμηνης	=	πολύμηνος
πολύμηνο	=	πολύμηνος
πολύμηνοι	=	πολύμηνος
πολύμηνος	adj	που έχει διάρκεια πολλών μηνών
πολύμηνου	=	πολύμηνος
πολύμηνους	=	πολύμηνος
πολύμηνων	=	πολύμηνος
πολύμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολύμορφος	adv	με πολλές μορφές, με πολυμορφία
πολύμορφε	adj	κλητική ενικού του πολύμορφος
πολύμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύμορφη
πολύμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύμορφος
πολύμορφης	adj	γενική ενικού του πολύμορφη
πολύμορφο	adj	αιτιατική ενικού του πολύμορφος
πολύμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύμορφος
πολύμορφος	adj	που παρουσιάζεται υπό πολλές μορφές
πολύμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύμορφος
πολύμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύμορφος
πολύμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύμορφος
πολύμοχθα	=	πολύμοχθος
πολύμοχθε	=	πολύμοχθος
πολύμοχθες	=	πολύμοχθος
πολύμοχθη	=	πολύμοχθος
πολύμοχθης	=	πολύμοχθος
πολύμοχθο	=	πολύμοχθος
πολύμοχθοι	=	πολύμοχθος
πολύμοχθος	adj	που πετυχαίνεται με πολύ μόχθο, που απαιτεί έντονη και μακρόχρονη προσπάθεια
πολύμοχθου	=	πολύμοχθος
πολύμοχθους	=	πολύμοχθος
πολύμοχθων	=	πολύμοχθος
πολύμπριζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύμπριζο
πολύμπριζο	noun	άλλη μορφή του πολύπριζο
πολύμπριζου	noun	γενική ενικού του πολύμπριζο
πολύμπριζων	noun	γενική πληθυντικού του πολύμπριζο
πολύνεκρα	=	πολύνεκρος
πολύνεκρε	=	πολύνεκρος
πολύνεκρες	=	πολύνεκρος
πολύνεκρη	=	πολύνεκρος
πολύνεκρης	=	πολύνεκρος
πολύνεκρο	=	πολύνεκρος
πολύνεκροι	=	πολύνεκρος
πολύνεκρος	adj	που έχει ως αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς
πολύνεκρου	=	πολύνεκρος
πολύνεκρους	=	πολύνεκρος
πολύνεκρων	=	πολύνεκρος
πολύνευρα	=	πολύνευρος
πολύνευρε	=	πολύνευρος
πολύνευρες	=	πολύνευρος
πολύνευρη	=	πολύνευρος
πολύνευρης	=	πολύνευρος
πολύνευρο	=	πολύνευρος
πολύνευροι	=	πολύνευρος
πολύνευρος	adj	που έχει πολλές νευρώσεις
πολύνευρου	=	πολύνευρος
πολύνευρους	=	πολύνευρος
πολύνευρων	=	πολύνευρος
πολύνησο	noun	ομάδα νησιών
πολύνησον	noun	πολύνησο
πολύξερα	=	πολύξερος
πολύξερε	=	πολύξερος
πολύξερες	=	πολύξερος
πολύξερη	=	πολύξερος
πολύξερης	=	πολύξερος
πολύξερο	=	πολύξερος
πολύξεροι	=	πολύξερος
πολύξερος	adj	που ξέρει πολλά πράγματα, που έχει πολλές γνώσεις πάνω σε διάφορα θέματα
πολύξερου	=	πολύξερος
πολύξερους	=	πολύξερος
πολύξερων	=	πολύξερος
πολύορχις	noun	γένος φυτών
πολύοσμα	=	πολύοσμος
πολύοσμε	=	πολύοσμος
πολύοσμες	=	πολύοσμος
πολύοσμη	=	πολύοσμος
πολύοσμης	=	πολύοσμος
πολύοσμο	=	πολύοσμος
πολύοσμοι	=	πολύοσμος
πολύοσμος	adj	που αναδίδει διάφορες οσμές
πολύοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πολύοσμος
πολύοσμους	=	πολύοσμος
πολύοσμων	=	πολύοσμος
πολύπαθα	=	πολύπαθος
πολύπαθε	=	πολύπαθος
πολύπαθες	=	πολύπαθος
πολύπαθη	=	πολύπαθος
πολύπαθης	=	πολύπαθος
πολύπαθο	=	πολύπαθος
πολύπαθοι	=	πολύπαθος
πολύπαθος	adj	που έχει πάθει πολλά, που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ
πολύπαθου	=	πολύπαθος
πολύπαθους	=	πολύπαθος
πολύπαθων	=	πολύπαθος
πολύπειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύπειρο
πολύπειρε	adj	κλητική ενικού του πολύπειρος
πολύπειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύπειρη
πολύπειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύπειρος
πολύπειρης	adj	γενική ενικού του πολύπειρη
πολύπειρο	adj	αιτιατική ενικού του πολύπειρος
πολύπειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύπειρος
πολύπειρος	adj|formal	που έχει μεγάλη πείρα
πολύπειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύπειρος
πολύπειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύπειρος
πολύπειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύπειρος
πολύπλευρα	adv	από πολλές απόψεις, σε πολλούς τομείς
πολύπλευρε	=	πολύπλευρος
πολύπλευρες	=	πολύπλευρος
πολύπλευρη	=	πολύπλευρος
πολύπλευρης	=	πολύπλευρος
πολύπλευρο	=	πολύπλευρος
πολύπλευροι	=	πολύπλευρος
πολύπλευρος	adj	που έχει πολλές πλευρές
πολύπλευρου	=	πολύπλευρος
πολύπλευρους	=	πολύπλευρος
πολύπλευρων	=	πολύπλευρος
πολύπλοκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολύπλοκος	adv	με πολύπλοκο τρόπο, με πολυπλοκότητα
πολύπλοκε	=	πολύπλοκος
πολύπλοκες	=	πολύπλοκος
πολύπλοκη	=	πολύπλοκος
πολύπλοκης	=	πολύπλοκος
πολύπλοκο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολύπλοκος
πολύπλοκοι	=	πολύπλοκος
πολύπλοκος	adj	που παρουσιάζει μεγάλη πλοκή, ο σύνθετος
πολύπλοκου	=	πολύπλοκος
πολύπλοκους	=	πολύπλοκος
πολύπλοκων	=	πολύπλοκος
πολύποδα	=	πολύποδας
πολύποδας	noun	υδρόβιο κοιλεντερωτό ζώο, που ανήκει στα ζωόφυτα, με σώμα που έχει πολλά πόδια που ξεκινούν γύρω από το στόμα.
πολύποδε	=	πολύποδος
πολύποδες	=	πολύποδας
πολύποδη	=	πολύποδος
πολύποδης	=	πολύποδος
πολύποδο	=	πολύποδος
πολύποδοι	=	πολύποδος
πολύποδος	adj	που έχει πολλά πόδια
πολύποδου	=	πολύποδος
πολύποδους	=	πολύποδος
πολύποδων	=	πολύποδος
πολύπονα	=	πολύπονος
πολύπονε	=	πολύπονος
πολύπονες	=	πολύπονος
πολύπονη	=	πολύπονος
πολύπονης	=	πολύπονος
πολύπονο	=	πολύπονος
πολύπονοι	=	πολύπονος
πολύπονος	adj|archaic	πολύμοχθος
πολύπονου	=	πολύπονος
πολύπονους	=	πολύπονος
πολύπονων	=	πολύπονος
πολύπορα	=	πολύπορος
πολύπορε	=	πολύπορος
πολύπορες	=	πολύπορος
πολύπορη	=	πολύπορος
πολύπορης	=	πολύπορος
πολύπορο	=	πολύπορος
πολύποροι	=	πολύπορος
πολύπορος	adj|archaic	που έχει πολλούς πόρους, πολλά περάσματα
πολύπορου	=	πολύπορος
πολύπορους	=	πολύπορος
πολύπορων	=	πολύπορος
πολύπραγα	=	πολύπραγος
πολύπραγε	=	πολύπραγος
πολύπραγες	=	πολύπραγος
πολύπραγη	=	πολύπραγος
πολύπραγης	=	πολύπραγος
πολύπραγο	=	πολύπραγος
πολύπραγοι	=	πολύπραγος
πολύπραγος	adj	που ασχολείται με πολλά πράγματα / θέματα, ο πολυπράγμονας
πολύπραγου	=	πολύπραγος
πολύπραγους	=	πολύπραγος
πολύπραγων	=	πολύπραγος
πολύπριζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύπριζο
πολύπριζο	noun	εξάρτημα διακλάδωσης που συνδέεται με μια πρίζα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο φέρει πολλές ξεχωριστές πρίζες («θέσεις») προκειμένου να δύνεται η δυνατότητα σύνδεσης πολλών ηλεκτρικών συσκευών ταυτόχρονα
πολύπριζου	noun	γενική ενικού του πολύπριζο
πολύπριζων	noun	γενική πληθυντικού του πολύπριζο
πολύπτυχα	=	πολύπτυχος
πολύπτυχε	=	πολύπτυχος
πολύπτυχες	=	πολύπτυχος
πολύπτυχη	=	πολύπτυχος
πολύπτυχης	=	πολύπτυχος
πολύπτυχο	noun	έντυπο που είναι διπλωμένο και κάθε πτυχή είναι ξεχωριστή σελίδα του εντύπου
πολύπτυχοι	=	πολύπτυχος
πολύπτυχος	adj	που χαρακτηρίζεται από τις πολλές πτυχές (αναδιπλώσεις, πτυχώσεις, μέρη)
πολύπτυχου	=	πολύπτυχος
πολύπτυχους	=	πολύπτυχος
πολύπτυχων	=	πολύπτυχος
πολύπτωτα	=	πολύπτωτος
πολύπτωτε	=	πολύπτωτος
πολύπτωτες	=	πολύπτωτος
πολύπτωτη	=	πολύπτωτος
πολύπτωτης	=	πολύπτωτος
πολύπτωτο	=	πολύπτωτος
πολύπτωτοι	=	πολύπτωτος
πολύπτωτος	adj	που έχει (ή αποτελείται από) πολλές πτώσεις
πολύπτωτου	=	πολύπτωτος
πολύπτωτους	=	πολύπτωτος
πολύπτωτων	=	πολύπτωτος
πολύριζα	=	πολύριζος
πολύριζε	=	πολύριζος
πολύριζες	=	πολύριζος
πολύριζη	=	πολύριζος
πολύριζης	=	πολύριζος
πολύριζο	=	πολύριζος
πολύριζοι	=	πολύριζος
πολύριζος	adj	απλοποιημένη γραφή του πολύρριζος
πολύριζου	=	πολύριζος
πολύριζους	=	πολύριζος
πολύριζων	=	πολύριζος
πολύρριζη	=	πολύρριζος
πολύρριζο	=	πολύρριζος
πολύρριζος	adj	φυτό με πολλές ρίζες
πολύς	adj	που είναι σε μεγάλη ποσότητα
πολύσαρκος	adj|formal	παχύσαρκος
πολύσημα	=	πολύσημος
πολύσημε	=	πολύσημος
πολύσημες	=	πολύσημος
πολύσημη	=	πολύσημος
πολύσημης	=	πολύσημος
πολύσημο	=	πολύσημος
πολύσημοι	=	πολύσημος
πολύσημος	adj	που έχει πολλές σημασίες, που σημαίνει πολλά πράγματα
πολύσημου	=	πολύσημος
πολύσημους	=	πολύσημος
πολύσημων	=	πολύσημος
πολύσπαστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύσπαστο
πολύσπαστε	=	πολύσπαστος
πολύσπαστες	=	πολύσπαστος
πολύσπαστη	=	πολύσπαστος
πολύσπαστης	=	πολύσπαστος
πολύσπαστο	noun	συνδυασμός από πολλές πάγιες και ελεύθερες τροχαλίες
πολύσπαστοι	=	πολύσπαστος
πολύσπαστος	adj	που σύρεται ή έλκεται από σκοινιά ή μηχανισμούς όπως οι τροχαλίες
πολύσπαστου	noun	γενική ενικού του πολύσπαστο
πολύσπαστους	=	πολύσπαστος
πολύσπαστων	noun	γενική πληθυντικού του πολύσπαστο
πολύσπερμα	=	πολύσπερμος
πολύσπερμε	=	πολύσπερμος
πολύσπερμες	=	πολύσπερμος
πολύσπερμη	=	πολύσπερμος
πολύσπερμης	=	πολύσπερμος
πολύσπερμο	=	πολύσπερμος
πολύσπερμοι	=	πολύσπερμος
πολύσπερμος	adj	που έχει ή περιέχει πολλά σπέρματα ή σπόρους
πολύσπερμου	=	πολύσπερμος
πολύσπερμους	=	πολύσπερμος
πολύσπερμων	=	πολύσπερμος
πολύσπορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύσπορο
πολύσπορε	adj	κλητική ενικού του πολύσπορος
πολύσπορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύσπορη
πολύσπορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύσπορος
πολύσπορης	adj	γενική ενικού του πολύσπορη
πολύσπορο	adj	αιτιατική ενικού του πολύσπορος
πολύσποροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύσπορος
πολύσπορος	adj	λέγεται συνήθως για ψωμί που γίνεται από σπόρους διαφόρων δημητριακών
πολύσπορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύσπορος
πολύσπορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύσπορος
πολύσπορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύσπορος
πολύστηλα	=	πολύστηλος
πολύστηλε	=	πολύστηλος
πολύστηλες	=	πολύστηλος
πολύστηλη	=	πολύστηλος
πολύστηλης	=	πολύστηλος
πολύστηλο	=	πολύστηλος
πολύστηλοι	=	πολύστηλος
πολύστηλος	adj	που εκτείνεται σε πολλές στήλες
πολύστηλου	=	πολύστηλος
πολύστηλους	=	πολύστηλος
πολύστηλων	=	πολύστηλος
πολύστικτα	=	πολύστικτος
πολύστικτε	=	πολύστικτος
πολύστικτες	=	πολύστικτος
πολύστικτη	=	πολύστικτος
πολύστικτης	=	πολύστικτος
πολύστικτο	=	πολύστικτος
πολύστικτοι	=	πολύστικτος
πολύστικτος	adj	που έχει πολλά στίγματα
πολύστικτου	=	πολύστικτος
πολύστικτους	=	πολύστικτος
πολύστικτων	=	πολύστικτος
πολύστιχα	=	πολύστιχος
πολύστιχε	=	πολύστιχος
πολύστιχες	=	πολύστιχος
πολύστιχη	=	πολύστιχος
πολύστιχης	=	πολύστιχος
πολύστιχο	=	πολύστιχος
πολύστιχοι	=	πολύστιχος
πολύστιχος	adj	που αποτελείται από πολλούς στίχους
πολύστιχου	=	πολύστιχος
πολύστιχους	=	πολύστιχος
πολύστιχων	=	πολύστιχος
πολύστροφα	=	πολύστροφος
πολύστροφε	=	πολύστροφος
πολύστροφες	=	πολύστροφος
πολύστροφη	=	πολύστροφος
πολύστροφης	=	πολύστροφος
πολύστροφο	=	πολύστροφος
πολύστροφοι	=	πολύστροφος
πολύστροφος	adj	που στρέφεται πολύ γρήγορα
πολύστροφου	=	πολύστροφος
πολύστροφους	=	πολύστροφος
πολύστροφων	=	πολύστροφος
πολύστυλα	=	πολύστυλος
πολύστυλε	=	πολύστυλος
πολύστυλες	=	πολύστυλος
πολύστυλη	=	πολύστυλος
πολύστυλης	=	πολύστυλος
πολύστυλο	=	πολύστυλος
πολύστυλοι	=	πολύστυλος
πολύστυλος	adj	που έχει πολλούς στύλους, πολλές κολόνες
πολύστυλου	=	πολύστυλος
πολύστυλους	=	πολύστυλος
πολύστυλων	=	πολύστυλος
πολύσχιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύσχιστο
πολύσχιστε	adj	κλητική ενικού του πολύσχιστος
πολύσχιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύσχιστη
πολύσχιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύσχιστος
πολύσχιστης	adj	γενική ενικού του πολύσχιστη
πολύσχιστο	adj	αιτιατική ενικού του πολύσχιστος
πολύσχιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύσχιστος
πολύσχιστος	adj	αυτός που έχει σχιστεί, ή διαιρεθεί σε πολλά μέρη
πολύσχιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύσχιστος
πολύσχιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύσχιστος
πολύσχιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύσχιστος
πολύτεκνα	=	πολύτεκνος
πολύτεκνε	=	πολύτεκνος
πολύτεκνες	=	πολύτεκνος
πολύτεκνη	=	πολύτεκνος
πολύτεκνης	=	πολύτεκνος
πολύτεκνο	=	πολύτεκνος
πολύτεκνοι	=	πολύτεκνος
πολύτεκνος	noun	γονιός τριών ή περισσότερων παιδιών	adj	που έχει πολλά παιδιά
πολύτεκνου	=	πολύτεκνος
πολύτεκνους	=	πολύτεκνος
πολύτεκνων	=	πολύτεκνος
πολύτεχνα	=	πολύτεχνος
πολύτεχνε	=	πολύτεχνος
πολύτεχνες	=	πολύτεχνος
πολύτεχνη	=	πολύτεχνος
πολύτεχνης	=	πολύτεχνος
πολύτεχνο	=	πολύτεχνος
πολύτεχνοι	=	πολύτεχνος
πολύτεχνος	noun	πολυτεχνίτης	adj	που συνδυάζει πολλά είδη τέχνης
πολύτεχνου	=	πολύτεχνος
πολύτεχνους	=	πολύτεχνος
πολύτεχνων	=	πολύτεχνος
πολύτιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πολύτιμος	adv	με πολύτιμο τρόπο, με πολυτιμότητα
πολύτιμε	adj	κλητική ενικού του πολύτιμος
πολύτιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύτιμη
πολύτιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύτιμος
πολύτιμης	adj	γενική ενικού του πολύτιμη
πολύτιμο	=	πολύτιμος
πολύτιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύτιμος
πολύτιμος	adj	που έχει μεγάλη αξία
πολύτιμου	adj	γενική ενικού του πολύτιμος
πολύτιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύτιμος
πολύτιμων	adj	γενική πληθυντικού του πολύτιμος
πολύτμητα	=	πολύτμητος
πολύτμητε	=	πολύτμητος
πολύτμητες	=	πολύτμητος
πολύτμητη	=	πολύτμητος
πολύτμητης	=	πολύτμητος
πολύτμητο	=	πολύτμητος
πολύτμητοι	=	πολύτμητος
πολύτμητος	adj	πάρα πολύ τεμαχισμένος, κομματιασμένος
πολύτμητου	=	πολύτμητος
πολύτμητους	=	πολύτμητος
πολύτμητων	=	πολύτμητος
πολύτοκα	=	πολύτοκος
πολύτοκε	=	πολύτοκος
πολύτοκες	=	πολύτοκος
πολύτοκη	=	πολύτοκος
πολύτοκης	=	πολύτοκος
πολύτοκο	=	πολύτοκος
πολύτοκοι	=	πολύτοκος
πολύτοκος	adj	που έχει γεννήσει πολλές φορές
πολύτοκου	=	πολύτοκος
πολύτοκους	=	πολύτοκος
πολύτοκων	=	πολύτοκος
πολύτομα	=	πολύτομος
πολύτομε	=	πολύτομος
πολύτομες	=	πολύτομος
πολύτομη	=	πολύτομος
πολύτομης	=	πολύτομος
πολύτομο	=	πολύτομος
πολύτομοι	=	πολύτομος
πολύτομος	adj	που έχει πολλούς τόμους
πολύτομου	=	πολύτομος
πολύτομους	=	πολύτομος
πολύτομων	=	πολύτομος
πολύτοξα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύτοξο
πολύτοξε	adj	κλητική ενικού του πολύτοξος
πολύτοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύτοξη
πολύτοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύτοξος
πολύτοξης	adj	γενική ενικού του πολύτοξη
πολύτοξο	adj	αιτιατική ενικού του πολύτοξος
πολύτοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύτοξος
πολύτοξος	adj	που έχει πολλά τόξα, πολλές καμάρες, δηλαδή κατασκευές με σχήμα καμπύλο, που μοιάζουν με του τόξου
πολύτοξου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύτοξος
πολύτοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύτοξος
πολύτοξων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύτοξος
πολύτριχα	=	πολύτριχος
πολύτριχε	=	πολύτριχος
πολύτριχες	=	πολύτριχος
πολύτριχη	=	πολύτριχος
πολύτριχης	=	πολύτριχος
πολύτριχο	=	πολύτριχος
πολύτριχοι	=	πολύτριχος
πολύτριχος	adj	που έχει πολλές τρίχες
πολύτριχου	=	πολύτριχος
πολύτριχους	=	πολύτριχος
πολύτριχων	=	πολύτριχος
πολύτροπα	=	πολύτροπος
πολύτροπε	=	πολύτροπος
πολύτροπες	=	πολύτροπος
πολύτροπη	=	πολύτροπος
πολύτροπης	=	πολύτροπος
πολύτροπο	=	πολύτροπος
πολύτροποι	=	πολύτροπος
πολύτροπος	adj	που δημιουργεί πολλά τεχνάσματα, εύστροφος, προσωνυμία του Οδυσσέα
πολύτροπου	=	πολύτροπος
πολύτροπους	=	πολύτροπος
πολύτροπων	=	πολύτροπος
πολύτυπα	=	πολύτυπος
πολύτυπε	=	πολύτυπος
πολύτυπες	=	πολύτυπος
πολύτυπη	=	πολύτυπος
πολύτυπης	=	πολύτυπος
πολύτυπο	=	πολύτυπος
πολύτυποι	=	πολύτυπος
πολύτυπος	adj	που (αναφέρεται σε λιπαντικά τα οποία) έχουν σχεδιαστεί να λειτουργούν αποτελεσματικά σε διάφορες θερμοκρασίες
πολύτυπου	=	πολύτυπος
πολύτυπους	=	πολύτυπος
πολύτυπων	=	πολύτυπος
πολύυδρα	=	πολύυδρος
πολύυδρε	=	πολύυδρος
πολύυδρες	=	πολύυδρος
πολύυδρη	=	πολύυδρος
πολύυδρης	=	πολύυδρος
πολύυδρο	=	πολύυδρος
πολύυδροι	=	πολύυδρος
πολύυδρος	adj	που έχει πολύ γλυκό νερό
πολύυδρου	=	πολύυδρος
πολύυδρους	=	πολύυδρος
πολύυδρων	=	πολύυδρος
πολύφερνα	=	πολύφερνος
πολύφερνε	=	πολύφερνος
πολύφερνες	=	πολύφερνος
πολύφερνη	=	πολύφερνος
πολύφερνης	=	πολύφερνος
πολύφερνο	=	πολύφερνος
πολύφερνοι	=	πολύφερνος
πολύφερνος	adj	που έχει μεγάλη προίκα ή άλλα προσόντα (πχ θέση, αξίωμα, επάγγελμα, καταγωγή κλπ) που εκτιμώνται για να προτιμηθεί ως μέλλων σύζυγος
πολύφερνου	=	πολύφερνος
πολύφερνους	=	πολύφερνος
πολύφερνων	=	πολύφερνος
πολύφημα	=	πολύφημος
πολύφημε	=	πολύφημος
πολύφημες	=	πολύφημος
πολύφημη	=	πολύφημος
πολύφημης	=	πολύφημος
πολύφημο	=	πολύφημος
πολύφημοι	=	πολύφημος
πολύφημος	adj	που έχει μεγάλη φήμη
πολύφημου	=	πολύφημος
πολύφημους	=	πολύφημος
πολύφημων	=	πολύφημος
πολύφθογγα	=	πολύφθογγος
πολύφθογγε	=	πολύφθογγος
πολύφθογγες	=	πολύφθογγος
πολύφθογγη	=	πολύφθογγος
πολύφθογγης	=	πολύφθογγος
πολύφθογγο	=	πολύφθογγος
πολύφθογγοι	=	πολύφθογγος
πολύφθογγος	adj|archaic	που εκπέμπει πολλούς φθόγγους ή ήχους
πολύφθογγου	=	πολύφθογγος
πολύφθογγους	=	πολύφθογγος
πολύφθογγων	=	πολύφθογγος
πολύφυλλα	=	πολύφυλλος
πολύφυλλε	=	πολύφυλλος
πολύφυλλες	=	πολύφυλλος
πολύφυλλη	=	πολύφυλλος
πολύφυλλης	=	πολύφυλλος
πολύφυλλο	=	πολύφυλλος
πολύφυλλοι	=	πολύφυλλος
πολύφυλλος	adj	που έχει πολλά φύλλα
πολύφυλλου	=	πολύφυλλος
πολύφυλλους	=	πολύφυλλος
πολύφυλλων	=	πολύφυλλος
πολύφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύφωνο
πολύφωνε	adj	κλητική ενικού του πολύφωνος
πολύφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύφωνη
πολύφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύφωνος
πολύφωνης	adj	γενική ενικού του πολύφωνη
πολύφωνο	adj	αιτιατική ενικού του πολύφωνος
πολύφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύφωνος
πολύφωνος	adj	που έχει πολλές φωνές
πολύφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύφωνος
πολύφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύφωνος
πολύφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύφωνος
πολύφωτα	=	πολύφωτος
πολύφωτε	=	πολύφωτος
πολύφωτες	=	πολύφωτος
πολύφωτη	=	πολύφωτος
πολύφωτης	=	πολύφωτος
πολύφωτο	adj	αιτιατική ενικού του πολύφωτος	noun	είδος φωτιστικού με πολλούς λαμπτήρες
πολύφωτοι	=	πολύφωτος
πολύφωτος	adj	που έχει πολλά φώτα
πολύφωτου	=	πολύφωτος
πολύφωτους	=	πολύφωτος
πολύφωτων	=	πολύφωτος
πολύχορδα	=	πολύχορδος
πολύχορδε	=	πολύχορδος
πολύχορδες	=	πολύχορδος
πολύχορδη	=	πολύχορδος
πολύχορδης	=	πολύχορδος
πολύχορδο	=	πολύχορδος
πολύχορδοι	=	πολύχορδος
πολύχορδος	adj	που έχει πολλές χορδές
πολύχορδου	=	πολύχορδος
πολύχορδους	=	πολύχορδος
πολύχορδων	=	πολύχορδος
πολύχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύχρονο
πολύχρονε	adj	κλητική ενικού του πολύχρονος
πολύχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πολύχρονη
πολύχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύχρονος
πολύχρονης	adj	γενική ενικού του πολύχρονη
πολύχρονο	adj	αιτιατική ενικού του πολύχρονος
πολύχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πολύχρονος
πολύχρονος	adj	που διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα ή που έχει ζήσει πολλά χρόνια
πολύχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πολύχρονος
πολύχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πολύχρονος
πολύχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύχρονος
πολύχρυσα	=	πολύχρυσος
πολύχρυσε	=	πολύχρυσος
πολύχρυσες	=	πολύχρυσος
πολύχρυση	=	πολύχρυσος
πολύχρυσης	=	πολύχρυσος
πολύχρυσο	=	πολύχρυσος
πολύχρυσοι	=	πολύχρυσος
πολύχρυσος	adj	που έχει ή περιέχει πολύ χρυσό
πολύχρυσου	=	πολύχρυσος
πολύχρυσους	=	πολύχρυσος
πολύχρυσων	=	πολύχρυσος
πολύχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πολύχρωμο) του πολύχρωμος
πολύχρωμε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του πολύχρωμος
πολύχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (πολύχρωμη) του πολύχρωμος
πολύχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύχρωμος
πολύχρωμης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πολύχρωμη) του πολύχρωμος
πολύχρωμο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πολύχρωμος
πολύχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πολύχρωμος
πολύχρωμος	adj	που έχει πολλά και ποικίλα χρώματα
πολύχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πολύχρωμος
πολύχρωμους	=	πολύχρωμος
πολύχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πολύχρωμος
πολύχυμα	=	πολύχυμος
πολύχυμε	=	πολύχυμος
πολύχυμες	=	πολύχυμος
πολύχυμη	=	πολύχυμος
πολύχυμης	=	πολύχυμος
πολύχυμο	=	πολύχυμος
πολύχυμοι	=	πολύχυμος
πολύχυμος	adj	που έχει πολύ χυμό
πολύχυμου	=	πολύχυμος
πολύχυμους	=	πολύχυμος
πολύχυμων	=	πολύχυμος
πολύψηφα	=	πολύψηφος
πολύψηφε	=	πολύψηφος
πολύψηφες	=	πολύψηφος
πολύψηφη	=	πολύψηφος
πολύψηφης	=	πολύψηφος
πολύψηφο	=	πολύψηφος
πολύψηφοι	=	πολύψηφος
πολύψηφος	adj	που αποτελείται από πολλές ψηφίδες
πολύψηφου	=	πολύψηφος
πολύψηφους	=	πολύψηφος
πολύψηφων	=	πολύψηφος
πολύωρα	=	πολύωρος
πολύωρε	=	πολύωρος
πολύωρες	=	πολύωρος
πολύωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολύωρος
πολύωρης	=	πολύωρος
πολύωρο	=	πολύωρος
πολύωροι	=	πολύωρος
πολύωρος	adj	που διαρκεί πολλές ώρες
πολύωρου	=	πολύωρος
πολύωρους	=	πολύωρος
πολύωρων	=	πολύωρος
πολώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνομαι
πολώναμε	=	πολώνω
πολώναν	=	πολώνω
πολώνανε	=	πολώνω
πολώνατε	=	πολώνω
πολώνει	=	πολώνω
πολώνεις	=	πολώνω
πολώνεσαι	=	πολώνω
πολώνεστε	=	πολώνω
πολώνεται	=	πολώνω
πολώνετε	=	πολώνω
πολώνιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 84 και χημικό σύμβολο το Po
πολώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πολώνω
πολώνονται	=	πολώνω
πολώνονταν	=	πολώνω
πολώνοντας	=	πολώνω
πολώνουμε	=	πολώνω
πολώνουν	=	πολώνω
πολώνουνε	=	πολώνω
πολώνω	verb	προκαλώ πόλωση
πολώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώσαν	=	πολώνω
πολώσανε	=	πολώνω
πολώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόλωση
πολώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πόλωση
πολώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πόλωση
πολώσου	=	πολώνω
πολώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πολώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πομάδα	noun|dated	η αλοιφή, η κρέμα
πομάδας	=	πομάδα
πομάδες	=	πομάδα
πομάδων	=	πομάδα
πομεράνιαν	noun	ράτσα μικρόσωμων χνουδωτών σκύλων
πομερανικά	=	πομερανικός
πομερανικέ	=	πομερανικός
πομερανικές	=	πομερανικός
πομερανική	=	πομερανικός
πομερανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πομερανική) του πομερανικός
πομερανικοί	=	πομερανικός
πομερανικού	=	πομερανικός
πομερανικούς	=	πομερανικός
πομερανικό	=	πομερανικός
πομερανικός	adj	ο σχετικός με την Πομερανία
πομερανικών	=	πομερανικός
πομιδα	abbrev	δευτεροβάθμια οργάνωση εκπροσώπησης της μικρομεσαίας ακίνητης ιδιοκτησίας στην Ελλάδα
πομπάρισμα	noun	η διεργασία και το αποτέλεσμα του πομπάρω
πομπάρω	verb	αντλώ
πομπέ	noun	κλητική ενικού του πομπός
πομπέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόμπεμα
πομπέματος	noun	γενική ενικού του πόμπεμα
πομπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπή
πομπέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψου	=	πομπεύω
πομπέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πομπή	noun	πολλά άτομα ή οχήματα που κινούνται αργά, σε σειρά, κυρίως σε τελετή ή άλλη εκδήλωση
πομπής	=	πομπή
πομπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπάρισμα
πομπαρίσματος	noun	γενική ενικού του πομπάρισμα
πομπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πομπάρισμα
πομπεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόμπεμα
πομπεμένος	=	πομπεύω
πομπευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόμπευμα
πομπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπευμένο
πομπευμένε	verb	κλητική ενικού του πομπευμένος
πομπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπευμένη
πομπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πομπευμένος
πομπευμένης	verb	γενική ενικού του πομπευμένη
πομπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πομπευμένος
πομπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πομπευμένος
πομπευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου πομπεύω
πομπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πομπευμένος
πομπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πομπευμένος
πομπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πομπευμένος
πομπευτήκαμε	=	πομπεύω
πομπευτήκαν	=	πομπεύω
πομπευτήκανε	=	πομπεύω
πομπευτήκατε	=	πομπεύω
πομπευτεί	=	πομπεύω
πομπευτείτε	=	πομπεύω
πομπευόμασταν	=	πομπεύω
πομπευόμαστε	=	πομπεύω
πομπευόμουν	=	πομπεύω
πομπευόμουνα	=	πομπεύω
πομπευόντουσαν	=	πομπεύω
πομπευόσασταν	=	πομπεύω
πομπευόσαστε	=	πομπεύω
πομπευόσουν	=	πομπεύω
πομπευόσουνα	=	πομπεύω
πομπευόταν	=	πομπεύω
πομπευότανε	=	πομπεύω
πομπεύαμε	=	πομπεύω
πομπεύαν	=	πομπεύω
πομπεύανε	=	πομπεύω
πομπεύατε	=	πομπεύω
πομπεύει	=	πομπεύω
πομπεύεις	=	πομπεύω
πομπεύεσαι	=	πομπεύω
πομπεύεστε	=	πομπεύω
πομπεύεται	=	πομπεύω
πομπεύετε	=	πομπεύω
πομπεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόμπευμα
πομπεύματος	noun	γενική ενικού του πόμπευμα
πομπεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πομπεύω
πομπεύονται	=	πομπεύω
πομπεύονταν	=	πομπεύω
πομπεύοντας	=	πομπεύω
πομπεύου	=	πομπεύομαι
πομπεύουμε	=	πομπεύω
πομπεύουν	=	πομπεύω
πομπεύουνε	=	πομπεύω
πομπεύσαμε	=	πομπεύω
πομπεύσαν	=	πομπεύω
πομπεύσανε	=	πομπεύω
πομπεύσατε	=	πομπεύω
πομπεύσει	=	πομπεύω
πομπεύσεις	=	πόμπευση
πομπεύσεων	=	πόμπευση
πομπεύστε	=	πομπεύω
πομπεύτηκα	=	πομπεύω
πομπεύτηκαν	=	πομπεύω
πομπεύτηκε	=	πομπεύω
πομπεύτηκες	=	πομπεύω
πομπεύω	verb|vulgar	διαπομπεύω και εκθέτω κάποιον ή τα μυστικά του
πομπιάζαμε	=	πομπιάζω
πομπιάζαν	=	πομπιάζω
πομπιάζανε	=	πομπιάζω
πομπιάζατε	=	πομπιάζω
πομπιάζει	=	πομπιάζω
πομπιάζεις	=	πομπιάζω
πομπιάζεσαι	=	πομπιάζω
πομπιάζεστε	=	πομπιάζω
πομπιάζεται	=	πομπιάζω
πομπιάζετε	=	πομπιάζω
πομπιάζομαι	=	πομπιάζω
πομπιάζονται	=	πομπιάζω
πομπιάζονταν	=	πομπιάζω
πομπιάζοντας	=	πομπιάζω
πομπιάζου	=	πομπιάζω
πομπιάζουμε	=	πομπιάζω
πομπιάζουν	=	πομπιάζω
πομπιάζουνε	=	πομπιάζω
πομπιάζω	verb|vulgar	διαπομπεύω
πομπιάσαμε	=	πομπιάζω
πομπιάσαν	=	πομπιάζω
πομπιάσανε	=	πομπιάζω
πομπιάσατε	=	πομπιάζω
πομπιάσει	=	πομπιάζω
πομπιάσματα	=	πόμπιασμα
πομπιάσματος	=	πόμπιασμα
πομπιάσου	=	πομπιάζω
πομπιάστε	=	πομπιάζω
πομπιάστηκα	=	πομπιάζω
πομπιάστηκαν	=	πομπιάζω
πομπιάστηκε	=	πομπιάζω
πομπιάστηκες	=	πομπιάζω
πομπιαζόμασταν	=	πομπιάζω
πομπιαζόμαστε	=	πομπιάζω
πομπιαζόμουν	=	πομπιάζω
πομπιαζόμουνα	=	πομπιάζω
πομπιαζόντουσαν	=	πομπιάζω
πομπιαζόσασταν	=	πομπιάζω
πομπιαζόσαστε	=	πομπιάζω
πομπιαζόσουν	=	πομπιάζω
πομπιαζόσουνα	=	πομπιάζω
πομπιαζόταν	=	πομπιάζω
πομπιαζότανε	=	πομπιάζω
πομπιασμάτων	=	πόμπιασμα
πομπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπιασμένο
πομπιασμένε	verb	κλητική ενικού του πομπιασμένος
πομπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπιασμένη
πομπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πομπιασμένος
πομπιασμένης	verb	γενική ενικού του πομπιασμένη
πομπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πομπιασμένος
πομπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πομπιασμένος
πομπιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πομπιάζω
πομπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πομπιασμένος
πομπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πομπιασμένος
πομπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πομπιασμένος
πομπιαστήκαμε	=	πομπιάζω
πομπιαστήκαν	=	πομπιάζω
πομπιαστήκανε	=	πομπιάζω
πομπιαστήκατε	=	πομπιάζω
πομπιαστεί	=	πομπιάζω
πομπιαστείτε	=	πομπιάζω
πομπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπικό
πομπικέ	adj	κλητική ενικού του πομπικός
πομπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομπική
πομπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πομπικός
πομπικής	adj	γενική ενικού του πομπική
πομπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πομπικός
πομπικού	adj	γενική ενικού του πομπικός
πομπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πομπικός
πομπικό	adj	αιτιατική ενικού του πομπικός
πομπικός	adj	κατάλληλος για πομπή, ίσως ο πομπώδης αλλά πάντως ο εντυπωσιακός
πομπικών	adj	γενική πληθυντικού του πομπικός
πομποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πομπός
πομποδέκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πομποδέκτης
πομποδέκτη	=	πομποδέκτης
πομποδέκτης	noun	ηλεκτρονική συσκευή που λειτουργεί αμφίδρομα ως πομπός και δέκτης ηλεκτρομαγνητικών ή άλλων κυμάτων
πομποδεκτών	=	πομποδέκτης
πομπού	noun	γενική ενικού του πομπός
πομπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πομπός
πομπωδών	=	πομπώδης
πομπωδώς	adv	με πομπώδη τρόπο
πομπό	noun	αιτιατική ενικού του πομπός
πομπός	noun	πηγή που εκπέμπει σε οποιαδήποτε μορφή ένα μήνυμα με προορισμό έναν δέκτη
πομπώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του πομπώδης
πομπώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πομπώδης
πομπώδη	=	πομπώδης
πομπώδης	adj	με στόμφο, μεγαλοστομία, τάση επίδειξης
πομπώδους	adj	γενική ενικού του πομπώδης
πομπών	noun	γενική πληθυντικού του πομπός
πομφέ	noun	κλητική ενικού του πομφός
πομφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πομφός
πομφολύγων	=	πομφόλυγα
πομφού	noun	γενική ενικού του πομφός
πομφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πομφός
πομφό	noun	αιτιατική ενικού του πομφός
πομφόλυγα	noun	φουσκάλα στο δέρμα γεμάτη υγρό, φλύκταινα, πομφός
πομφόλυγας	noun	γενική ενικού του πομφόλυγα
πομφόλυγες	=	πομφόλυγα
πομφόλυξ	=	πομφόλυγα
πομφός	noun	φουσκάλα, φλύκταινα, πομφόλυγα
πομφών	noun	γενική πληθυντικού του πομφός
πομόνα	noun	ονομασία κάθε στροβιλαντλίας νερού που είναι ικανή να παρέχει μεγάλες ποσότητες και από αρκετό βάθος
πομόνας	=	πομόνα
πομόνες	=	πομόνα
πομώνα	noun	άλλη γραφή του πομόνα
πομώνας	=	πομώνα
πομώνες	=	πομώνα
πονά	=	πονάω
πονάγαμε	=	πονάω
πονάγανε	=	πονάω
πονάγατε	=	πονάω
πονάει	=	πονάω
πονάκι	noun	μικρός πόνος
πονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονάκι (συνήθως στον πληθυντικό)
πονάμε	=	πονάω
πονάν	=	πονάω
πονάνε	=	πονάω
πονάς	=	πονάω
πονάτε	=	πονάω
πονάω	verb	νιώθω πόνο, σωματικό ή ψυχικό
πονέματα	=	πόνεμα
πονέματος	=	πόνεμα
πονέντε	=	πονέντες
πονέντες	noun	βλέπε πουνέντες
πονέντηδες	=	πονέντες
πονέντηδων	=	πονέντες
πονέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσαν	=	πονάω
πονέσανε	=	πονάω
πονέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσουνε	=	πονάω
πονέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονώ
πονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόνημα
πονήματος	noun	γενική ενικού του πόνημα
πονήρεμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πονηρεύω
πονήρευα	=	πονηρεύω
πονήρευαν	=	πονηρεύω
πονήρευε	=	πονηρεύω
πονήρευες	=	πονηρεύω
πονήρευμα	noun|formal	άλλη μορφή του πονήρεμα
πονήρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονήρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονήρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονήρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονήρω	noun	η πονηρή γυναίκα, πονηρό θηλυκό
πονήρως	=	πονήρω
πονεί	=	πονάω
πονεμάτων	=	πόνεμα
πονεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονεμένο
πονεμένε	verb	κλητική ενικού του πονεμένος
πονεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονεμένη
πονεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονεμένος
πονεμένης	verb	γενική ενικού του πονεμένη
πονεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πονεμένος
πονεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονεμένος
πονεμένος	verb	για κάτι που πονάει
πονεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πονεμένος
πονεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πονεμένος
πονεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πονεμένος
πονεντογάρμπη	=	πονεντογάρμπης
πονεντογάρμπηδες	=	πονεντογάρμπης
πονεντογάρμπηδων	=	πονεντογάρμπης
πονεντογάρμπης	noun	άλλη μορφή του πουνεντογάρμπης
πονεντομαΐστρε	=	πονεντομαΐστρος
πονεντομαΐστρο	=	πονεντομαΐστρος
πονεντομαΐστροι	=	πονεντομαΐστρος
πονεντομαΐστρος	noun	δυτικός, βορειοδυτικός άνεμος
πονεντομαΐστρου	=	πονεντομαΐστρος
πονεντομαΐστρους	=	πονεντομαΐστρος
πονεντομαΐστρων	=	πονεντομαΐστρος
πονεσιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονεσιάρης
πονεσιάρας	adj	γενική ενικού του πονεσιάρα
πονεσιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονεσιάρα
πονεσιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πονεσιάρης
πονεσιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονεσιάρης
πονεσιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του πονεσιάρης
πονεσιάρης	adj|vulgar	πονόψυχος, συμπονετικός, πονετικός
πονεσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονεσιάρικο
πονεσιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πονεσιάρης
πονεσιάρικου	adj	γενική ενικού του πονεσιάρικο
πονεσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του πονεσιάρικο
πονετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πονετικός	adv	με πονετικό τρόπο
πονετικέ	adj	κλητική ενικού του πονετικός
πονετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονετική
πονετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονετικός
πονετικής	adj	γενική ενικού του πονετική
πονετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονετικός
πονετικού	adj	γενική ενικού του πονετικός
πονετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πονετικός
πονετικό	adj	αιτιατική ενικού του πονετικός
πονετικός	adj	που πονεί / συμπονεί κάποιον
πονετικών	adj	γενική πληθυντικού του πονετικός
πονζέ	noun	μεταξένιο ύφασμα για την κατασκευή γυναικείων ενδυμάτων
πονημάτιον	noun	υποκοριστικό του πόνημα: το πονημάτιο
πονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόνημα
πονηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πονηρό) του πονηρός	adv	με τρόπο πονηρό
πονηράδα	noun|vulgar	η πονηριά
πονηράδας	=	πονηράδα
πονηράδες	=	πονηράδα
πονηράδων	=	πονηράδα
πονηρέ	adj	κλητική ενικού του πονηρός
πονηρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονήρεμα
πονηρέματος	noun	γενική ενικού του πονήρεμα
πονηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονηρή
πονηρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψαν	=	πονηρεύω
πονηρέψανε	=	πονηρεύω
πονηρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύω
πονηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονηρός
πονηρής	adj	γενική ενικού του πονηρή
πονηρία	noun	λόγια η πονηριά
πονηρίας	=	πονηρία
πονηρίες	=	πονηρία
πονηρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πονήρεμα
πονηρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονηρεμένο
πονηρεμένε	verb	κλητική ενικού του πονηρεμένος
πονηρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονηρεμένη
πονηρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονηρεμένος
πονηρεμένης	verb	γενική ενικού του πονηρεμένη
πονηρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πονηρεμένος
πονηρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονηρεμένος
πονηρεμένος	=	πονηρεύομαι
πονηρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πονηρεμένος
πονηρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πονηρεμένος
πονηρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πονηρεμένος
πονηρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτήκαν	=	πονηρεύω
πονηρευτήκανε	=	πονηρεύω
πονηρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρευόμασταν	=	πονηρεύω
πονηρευόμαστε	=	πονηρεύω
πονηρευόμουν	=	πονηρεύω
πονηρευόμουνα	=	πονηρεύω
πονηρευόντουσαν	=	πονηρεύω
πονηρευόσασταν	=	πονηρεύω
πονηρευόσαστε	=	πονηρεύω
πονηρευόσουν	=	πονηρεύω
πονηρευόσουνα	=	πονηρεύω
πονηρευόταν	=	πονηρεύω
πονηρευότανε	=	πονηρεύω
πονηρεύαμε	=	πονηρεύω
πονηρεύαν	=	πονηρεύω
πονηρεύανε	=	πονηρεύω
πονηρεύατε	=	πονηρεύω
πονηρεύει	=	πονηρεύω
πονηρεύεις	=	πονηρεύω
πονηρεύεσαι	=	πονηρεύω
πονηρεύεστε	=	πονηρεύω
πονηρεύεται	=	πονηρεύω
πονηρεύετε	=	πονηρεύω
πονηρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πονηρεύω
πονηρεύονται	=	πονηρεύω
πονηρεύονταν	=	πονηρεύω
πονηρεύοντας	=	πονηρεύω
πονηρεύουμε	=	πονηρεύω
πονηρεύουν	=	πονηρεύω
πονηρεύουνε	=	πονηρεύω
πονηρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονηρεύομαι
πονηρεύω	verb	δημιουργώ υποψίες σε κάποιον, τον κάνω να σκέφτεται πονηρά
πονηριά	noun	η ιδιότητα του πονηρού
πονηριάς	noun	γενική ενικού του πονηριά
πονηριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονηριά
πονηριών	=	πονηριά
πονηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονηρός
πονηρού	adj	γενική ενικού του πονηρός
πονηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πονηρός
πονηρό	adj	αιτιατική ενικού του πονηρός	noun	κάτι πονηρό, ανήθικο ή κάτι σχετικό με σεξουαλική δραστηριότητα
πονηρός	adj	που φέρεται πονηρά, εκείνος που χρησιμοποιεί το μυαλό του (πολύ ή λίγο) για να βρει τρόπο να καταφέρει κάτι ανορθόδοξα, συχνά σε βάρος κάποιου άλλου, επίθετο συχνά σε χρήση σε αντιδιαστολή προς τον πραγματικά έξυπνο
πονηρότατα	=	πονηρός
πονηρότατε	=	πονηρός
πονηρότατες	=	πονηρός
πονηρότατη	=	πονηρός
πονηρότατης	=	πονηρός
πονηρότατο	=	πονηρός
πονηρότατοι	=	πονηρός
πονηρότατος	=	πονηρός
πονηρότατου	=	πονηρός
πονηρότατους	=	πονηρός
πονηρότατων	=	πονηρός
πονηρότερα	=	πονηρός
πονηρότερε	=	πονηρός
πονηρότερες	=	πονηρός
πονηρότερη	=	πονηρός
πονηρότερης	=	πονηρός
πονηρότερο	=	πονηρός
πονηρότεροι	=	πονηρός
πονηρότερος	=	πονηρός
πονηρότερου	=	πονηρός
πονηρότερους	=	πονηρός
πονηρότερων	=	πονηρός
πονηρών	adj	γενική πληθυντικού του πονηρός
πονθιάζω	verb	κρυολογώ
πονοκέφαλε	noun	κλητική ενικού του πονοκέφαλος
πονοκέφαλο	noun	αιτιατική ενικού του πονοκέφαλος
πονοκέφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονοκέφαλος
πονοκέφαλος	noun	ο πόνος που εντοπίζεται γενικά στο κεφάλι
πονοκέφαλου	noun	γενική ενικού του πονοκέφαλος
πονοκέφαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πονοκέφαλος
πονοκέφαλων	noun	γενική πληθυντικού του πονοκέφαλος
πονοκεφάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφάλιασμα	noun|figurative	άλλη μορφή του πονοκέφαλος
πονοκεφάλου	noun	γενική ενικού του πονοκέφαλος
πονοκεφάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πονοκέφαλος
πονοκεφάλων	noun	γενική πληθυντικού του πονοκέφαλος
πονοκεφαλάω	=	πονοκεφαλώ
πονοκεφαλίαζα	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίαζαν	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίαζε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίαζες	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίασα	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίασαν	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίασε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλίασες	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζαμε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζαν	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζανε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζατε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζει	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζεις	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζετε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζουμε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζουν	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζουνε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάζω	verb	νιώθω πονοκέφαλο, ζάλη και σύγχυση από κάτι
πονοκεφαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσαν	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσανε	=	πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονοκεφάλιασμα
πονοκεφαλιάσματος	noun	γενική ενικού του πονοκεφάλιασμα
πονοκεφαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πονοκεφάλιασμα
πονοκεφαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονοκεφαλιασμένο
πονοκεφαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονοκεφαλιασμένη
πονοκεφαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλιασμένης	verb	γενική ενικού του πονοκεφαλιασμένη
πονοκεφαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πονοκεφαλιασμένος
πονοκεφαλώ	verb	άλλη μορφή του πονοκεφαλιάζω
πονοκεφαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πονοκεφαλάω / πονοκεφαλώ
πονοψυχία	noun|rare	η ιδιότητα του πονόψυχου
πονοψυχιά	noun|vulgar	η ιδιότητα του πονόψυχου
πονοψυχιάς	noun	γενική ενικού του πονοψυχιά
πονοψυχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονοψυχιά
πονοψυχιών	=	πονοψυχιά
πονούμε	=	πονάω
πονούν	=	πονάω
πονούνε	=	πονάω
πονούσα	=	πονάω
πονούσαμε	=	πονάω
πονούσαν	=	πονάω
πονούσανε	=	πονάω
πονούσατε	=	πονάω
πονούσε	=	πονάω
πονούσες	=	πονάω
ποντάραμε	=	ποντάρω
ποντάραν	=	ποντάρω
ποντάρανε	=	ποντάρω
ποντάρατε	=	ποντάρω
ποντάρει	=	ποντάρω
ποντάρεις	=	ποντάρω
ποντάρεσαι	=	ποντάρω
ποντάρεστε	=	ποντάρω
ποντάρεται	=	ποντάρω
ποντάρετε	=	ποντάρω
ποντάριζα	=	ποντάρω
ποντάριζαν	=	ποντάρω
ποντάριζε	=	ποντάρω
ποντάριζες	=	ποντάρω
ποντάρισα	=	ποντάρω
ποντάρισαν	=	ποντάρω
ποντάρισε	=	ποντάρω
ποντάρισες	=	ποντάρω
ποντάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ποντάρω
ποντάρομαι	=	ποντάρω
ποντάρονται	=	ποντάρω
ποντάρονταν	=	ποντάρω
ποντάροντας	=	ποντάρω
ποντάρουμε	=	ποντάρω
ποντάρουν	=	ποντάρω
ποντάρουνε	=	ποντάρω
ποντάρω	verb	στοιχηματίζω
ποντίζαμε	=	ποντίζω
ποντίζαν	=	ποντίζω
ποντίζανε	=	ποντίζω
ποντίζατε	=	ποντίζω
ποντίζει	=	ποντίζω
ποντίζεις	=	ποντίζω
ποντίζεσαι	=	ποντίζομαι
ποντίζεστε	=	ποντίζομαι
ποντίζεται	=	ποντίζομαι
ποντίζετε	=	ποντίζω
ποντίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ποντίζω
ποντίζονται	=	ποντίζομαι
ποντίζονταν	=	ποντίζομαι
ποντίζοντας	=	ποντίζω
ποντίζου	=	ποντίζομαι
ποντίζουμε	=	ποντίζω
ποντίζουν	=	ποντίζω
ποντίζουνε	=	ποντίζω
ποντίζω	verb|formal	βυθίζω κάτι σε νερό (θάλασσα κ.λπ.)
ποντίκι	noun	μικρό τρωκτικό ζώο που ζει στις πόλεις, στους αγρούς και στα σπίτια
ποντίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντίκι
ποντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίσαν	=	ποντίζω
ποντίσανε	=	ποντίζω
ποντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόντιση
ποντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίσεων	noun	γενική πληθυντικού του πόντιση
ποντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόντισμα
ποντίσματος	noun	γενική ενικού του πόντισμα
ποντίσου	=	ποντίζομαι
ποντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
ποντίφικα	=	ποντίφικας
ποντίφικας	noun	o αρχιερέας των καθολικών, ο Πάπας
ποντίφικες	=	ποντίφικας
πονταδόρε	noun	κλητική ενικού του πονταδόρος
πονταδόρο	noun	αιτιατική ενικού του πονταδόρος
πονταδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονταδόρος
πονταδόρος	noun	κάποιος που ποντάρει σε τυχερά παιχνίδια
πονταδόρου	noun	γενική ενικού του πονταδόρος
πονταδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πονταδόρος
πονταδόρων	noun	γενική πληθυντικού του πονταδόρος
πονταρίσματα	=	ποντάρισμα
πονταρίσματος	=	ποντάρισμα
πονταρίσου	=	ποντάρω
πονταρίστηκα	=	ποντάρω
πονταρίστηκαν	=	ποντάρω
πονταρίστηκε	=	ποντάρω
πονταρίστηκες	=	ποντάρω
πονταριζόμασταν	=	ποντάρω
πονταριζόμαστε	=	ποντάρω
πονταριζόμουν	=	ποντάρω
πονταριζόμουνα	=	ποντάρω
πονταριζόντουσαν	=	ποντάρω
πονταριζόσασταν	=	ποντάρω
πονταριζόσαστε	=	ποντάρω
πονταριζόσουν	=	ποντάρω
πονταριζόσουνα	=	ποντάρω
πονταριζόταν	=	ποντάρω
πονταριζότανε	=	ποντάρω
πονταρισιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ποντάρισμα
πονταρισιάς	=	πονταρισιά
πονταρισιές	=	πονταρισιά
πονταρισιών	=	πονταρισιά
πονταρισμάτων	=	ποντάρισμα
πονταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονταρισμένο
πονταρισμένε	verb	κλητική ενικού του πονταρισμένος
πονταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονταρισμένη
πονταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονταρισμένος
πονταρισμένης	verb	γενική ενικού του πονταρισμένη
πονταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πονταρισμένος
πονταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονταρισμένος
πονταρισμένος	=	ποντάρω
πονταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πονταρισμένος
πονταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πονταρισμένος
πονταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πονταρισμένος
πονταριστήκαμε	=	ποντάρω
πονταριστήκαν	=	ποντάρω
πονταριστήκανε	=	ποντάρω
πονταριστήκατε	=	ποντάρω
πονταριστεί	=	ποντάρω
πονταριστείς	=	ποντάρω
πονταριστείτε	=	ποντάρω
πονταριστούμε	=	ποντάρω
πονταριστούν	=	ποντάρω
πονταριστούνε	=	ποντάρω
πονταριστώ	=	ποντάρω
ποντεστά	noun	το ανώτερο πολιτικό αξίωμα πόλεων της κεντρικής και βόρειας Ιταλίας κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα, με κοντινότερο σημερινό ισοδύναμο αυτό του δημάρχου
ποντιακά	noun	διάλεκτος της νέας ελληνικής γλώσσας από τα μεσαιωνικά ελληνικά από τον Πόντο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντιακό
ποντιακέ	adj	κλητική ενικού του ποντιακός
ποντιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντιακή
ποντιακή	noun	τα ποντιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποντιακός
ποντιακής	adj	γενική ενικού του ποντιακή
ποντιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποντιακός
ποντιακού	adj	γενική ενικού του ποντιακός
ποντιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποντιακός
ποντιακό	adj	αιτιατική ενικού του ποντιακός
ποντιακός	adj	που έχει σχέση με τον Πόντο ή τους Ποντίους ή αναφέρεται σ’ αυτά
ποντιακών	adj	γενική πληθυντικού του ποντιακός
ποντιζόμασταν	=	ποντίζομαι
ποντιζόμαστε	=	ποντίζομαι
ποντιζόμουν	=	ποντίζομαι
ποντιζόμουνα	=	ποντίζομαι
ποντιζόντουσαν	=	ποντίζομαι
ποντιζόσασταν	=	ποντίζομαι
ποντιζόσαστε	=	ποντίζομαι
ποντιζόσουν	=	ποντίζομαι
ποντιζόσουνα	=	ποντίζομαι
ποντιζόταν	=	ποντίζομαι
ποντιζότανε	=	ποντίζομαι
ποντικάκι	noun	υποκοριστικό του ποντίκι ή του ποντικός
ποντικάκια	=	ποντικάκι
ποντικέ	noun	κλητική ενικού του ποντικός
ποντικί	noun	το γκρί χρώμα του ποντικού, το γκρι σουρί
ποντικίνα	noun	το θηλυκό ποντίκι
ποντικίνας	=	ποντικίνα
ποντικίνες	=	ποντικίνα
ποντικίνων	=	ποντικίνα
ποντικιού	=	ποντίκι
ποντικιών	=	ποντίκι
ποντικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποντικός
ποντικοκούραδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντικοκούραδο
ποντικοκούραδο	noun	κόπρανο, αποπάτημα, κουράδι ποντικού
ποντικοκούραδου	noun	γενική ενικού του ποντικοκούραδο
ποντικοκούραδων	noun	γενική πληθυντικού του ποντικοκούραδο
ποντικοκτόνα	=	ποντικοκτόνος
ποντικοκτόνε	=	ποντικοκτόνος
ποντικοκτόνο	noun	το ποντικοφάρμακο
ποντικοκτόνοι	=	ποντικοκτόνος
ποντικοκτόνος	adj	προϊόν που σκοτώνει τα ποντίκια
ποντικοκτόνου	=	ποντικοκτόνος
ποντικοκτόνους	=	ποντικοκτόνος
ποντικοκτόνων	=	ποντικοκτόνος
ποντικομαμές	=	ποντικομαμή
ποντικομαμή	noun	χαρακτηρισμός πονηρού και δόλιου ανθρώπου, που δημιουργεί σκάνδαλα και προκαλεί επεισόδια.
ποντικομαμής	=	ποντικομαμή
ποντικομαμών	=	ποντικομαμή
ποντικοουρά	noun	η ουρά του ποντικού
ποντικοουράς	=	ποντικοουρά
ποντικοουρές	=	ποντικοουρά
ποντικοουρών	=	ποντικοουρά
ποντικοπαγίδα	noun	η φάκα, η παγίδα για ποντίκια, με ειδικό μηχανισμό για την παγίδευση των ποντικών
ποντικοπαγίδας	=	ποντικοπαγίδα
ποντικοπαγίδες	=	ποντικοπαγίδα
ποντικοπαγίδων	=	ποντικοπαγίδα
ποντικοφάγωμα	noun	κάτι που έχει δαγκωθεί ή εν μέρει φαγωθεί από ποντικό
ποντικοφάρμακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντικοφάρμακο
ποντικοφάρμακο	noun	δηλητηριώδης ουσία που συμβάλλει στην εξολόθρευση ποντικιών
ποντικοφάρμακου	noun	γενική ενικού του ποντικοφάρμακο
ποντικοφάρμακων	noun	γενική πληθυντικού του ποντικοφάρμακο
ποντικοφαγωμάτων	=	ποντικοφάγωμα
ποντικοφαγωμένα	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένε	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένες	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένη	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένης	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένο	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένοι	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένος	verb	που έχει φαγωθεί από ποντικό ή που είναι φθαρμένος σαν να έχει φαγωθεί από ποντικό
ποντικοφαγωμένου	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένους	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγωμένων	=	ποντικοφαγωμένος
ποντικοφαγώματα	=	ποντικοφάγωμα
ποντικοφαγώματος	=	ποντικοφάγωμα
ποντικοφωλιά	noun	η φωλιά ποντικού
ποντικοφωλιάς	noun	γενική ενικού του ποντικοφωλιά
ποντικοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντικοφωλιά
ποντικοφωλιών	=	ποντικοφωλιά
ποντικού	noun	γενική ενικού του ποντικός
ποντικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποντικός
ποντικό	noun	αιτιατική ενικού του ποντικός
ποντικός	noun	μικρό τρωκτικό ζώο, το ποντίκι
ποντικότρυπα	noun	τρύπα που αποτελεί την είσοδο ποντικοφωλιάς
ποντικότρυπας	noun	γενική ενικού του ποντικότρυπα
ποντικότρυπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντικότρυπα
ποντικότρυπων	=	ποντικότρυπα
ποντικών	noun	γενική πληθυντικού του ποντικός
ποντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόντισμα
ποντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντισμένο
ποντισμένε	verb	κλητική ενικού του ποντισμένος
ποντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντισμένη
ποντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποντισμένος
ποντισμένης	verb	γενική ενικού του ποντισμένη
ποντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ποντισμένος
ποντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποντισμένος
ποντισμένος	=	ποντίζομαι
ποντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποντισμένος
ποντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποντισμένος
ποντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποντισμένος
ποντιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστήκαν	=	ποντίζομαι
ποντιστήκανε	=	ποντίζομαι
ποντιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποντίζομαι
ποντιφίκων	=	ποντίφικας
ποντιφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντιφικό
ποντιφικέ	adj	κλητική ενικού του ποντιφικός
ποντιφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντιφική
ποντιφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποντιφικός
ποντιφικής	adj	γενική ενικού του ποντιφική
ποντιφικη	=	ποντιφικός
ποντιφικο	=	ποντιφικός
ποντιφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποντιφικός
ποντιφικού	adj	γενική ενικού του ποντιφικός
ποντιφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποντιφικός
ποντιφικό	adj	αιτιατική ενικού του ποντιφικός
ποντιφικός	adj	που έχει σχέση με τον ποντίφικα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ποντιφικών	adj	γενική πληθυντικού του ποντιφικός
ποντοπλοΐα	noun|formal	η πλεύση στην ανοικτή θάλασσα
ποντοπλοΐας	=	ποντοπλοΐα
ποντοπλοΐες	=	ποντοπλοΐα
ποντοπλοϊών	=	ποντοπλοΐα
ποντοπορήσαμε	=	ποντοπορώ
ποντοπορήσαν	=	ποντοπορώ
ποντοπορήσανε	=	ποντοπορώ
ποντοπορήσατε	=	ποντοπορώ
ποντοπορήσει	=	ποντοπορώ
ποντοπορήστε	=	ποντοπορώ
ποντοπορίας	noun	γενική ενικού του ποντοπορία
ποντοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποντοπορία
ποντοπορεί	=	ποντοπορώ
ποντοπορείς	=	ποντοπορώ
ποντοπορείτε	=	ποντοπορώ
ποντοποριών	noun	γενική πληθυντικού του ποντοπορία
ποντοπορούμε	=	ποντοπορώ
ποντοπορούν	=	ποντοπορώ
ποντοπορούνε	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσα	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσαμε	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσαν	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσανε	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσατε	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσε	=	ποντοπορώ
ποντοπορούσες	=	ποντοπορώ
ποντοπορώ	verb|formal	είμαι ποντοπόρος
ποντοπορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ποντοπορώ
ποντοπόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποντοπόρος
ποντοπόρας	=	ποντοπόρος
ποντοπόρε	=	ποντοπόρος
ποντοπόρει	=	ποντοπορώ
ποντοπόρες	=	ποντοπόρος
ποντοπόρησα	=	ποντοπορώ
ποντοπόρησαν	=	ποντοπορώ
ποντοπόρησε	=	ποντοπορώ
ποντοπόρησες	=	ποντοπορώ
ποντοπόρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ποντοπόρος
ποντοπόροι	=	ποντοπόρος
ποντοπόρος	adj	που διασχίζει τις θάλασσες και κάνει μακρινά ταξίδια σε όλον τον κόσμο
ποντοπόρου	=	ποντοπόρος
ποντοπόρους	=	ποντοπόρος
ποντοπόρων	=	ποντοπόρος
ποντών	=	πόντα
πονόδοντε	=	πονόδοντος
πονόδοντο	=	πονόδοντος
πονόδοντοι	=	πονόδοντος
πονόδοντος	noun	πόνος σε ένα δόντι
πονόδοντου	=	πονόδοντος
πονόδοντους	=	πονόδοντος
πονόδοντων	=	πονόδοντος
πονόκαρδος	adj|rare	ο πονόψυχος
πονόκοιλε	=	πονόκοιλος
πονόκοιλο	=	πονόκοιλος
πονόκοιλοι	=	πονόκοιλος
πονόκοιλος	noun	πόνος που εντοπίζεται στην περιοχή της κοιλιάς
πονόκοιλου	=	πονόκοιλος
πονόκοιλους	=	πονόκοιλος
πονόκοιλων	=	πονόκοιλος
πονόλαιμε	=	πονόλαιμος
πονόλαιμο	=	πονόλαιμος
πονόλαιμοι	=	πονόλαιμος
πονόλαιμος	noun	ο πόνος στον λαιμό
πονόλαιμου	=	πονόλαιμος
πονόλαιμους	=	πονόλαιμος
πονόλαιμων	=	πονόλαιμος
πονόματε	=	πονόματος
πονόματο	=	πονόματος
πονόματοι	=	πονόματος
πονόματος	noun	πόνος στο μάτι
πονόματου	=	πονόματος
πονόματους	=	πονόματος
πονόματων	=	πονόματος
πονόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πονόψυχος	adv	με πονόψυχο τρόπο
πονόψυχε	adj	κλητική ενικού του πονόψυχος
πονόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πονόψυχη
πονόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πονόψυχος
πονόψυχης	adj	γενική ενικού του πονόψυχη
πονόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του πονόψυχος
πονόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πονόψυχος
πονόψυχος	adj	που συμπονεί τους άλλους, που τους ευσπλαχνίζεται
πονόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πονόψυχος
πονόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πονόψυχος
πονόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πονόψυχος
πονώ	=	πονάω
πονώντας	=	πονάω
ποοφάγα	=	ποοφάγος
ποοφάγε	=	ποοφάγος
ποοφάγο	=	ποοφάγος
ποοφάγοι	=	ποοφάγος
ποοφάγος	adj	που τρέφεται με πόες
ποοφάγου	=	ποοφάγος
ποοφάγους	=	ποοφάγος
ποοφάγων	=	ποοφάγος
ποπ	noun	είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964	adj	που είναι ποπ
ποπέ	=	ποπός
ποπκόρν	noun	σνακ από σπόρους καλαμποκιού που φουσκώνουν μετά από ψήσιμο
ποπλίνα	noun	είδος βαμβακερού υφάσματος, πάρα πολύ στιλπνού, που μοιάζει στην υφή με μετάξι
ποπλίνας	noun	γενική ενικού του ποπλίνα
ποπλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποπλίνα
ποπλινών	noun	γενική πληθυντικού του ποπλίνα
ποποί	=	ποπός
ποπολάρε	noun	κλητική ενικού του ποπολάρος
ποπολάρο	noun	αιτιατική ενικού του ποπολάρος
ποπολάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποπολάρος
ποπολάρος	noun|dated	άτομο που δεν είναι αριστοκράτης, ευγενικής καταγωγής· που ανήκει στις λαϊκές τάξεις
ποπολάρου	noun	γενική ενικού του ποπολάρος
ποπολάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποπολάρος
ποπολάρων	noun	γενική πληθυντικού του ποπολάρος
ποποπό	=	ποπό
ποπού	=	ποπός
ποπούς	=	ποπός
ποπό	intj	έκφραση έκπληξης, πόνου ή χαράς
ποπός	noun	ο πισινός, τα οπίσθια
ποπών	=	ποπός
πορέψεις	=	πόρεψη
πορέψεων	=	πόρεψη
πορίζαμε	=	πορίζω
πορίζαν	=	πορίζω
πορίζανε	=	πορίζω
πορίζατε	=	πορίζω
πορίζει	=	πορίζω
πορίζεις	=	πορίζω
πορίζεσαι	=	πορίζομαι
πορίζεστε	=	πορίζομαι
πορίζεται	=	πορίζομαι
πορίζετε	=	πορίζω
πορίζομαι	verb	αποκομίζω, αποκτώ
πορίζονται	=	πορίζομαι
πορίζονταν	=	πορίζομαι
πορίζοντας	=	πορίζω
πορίζου	=	πορίζομαι
πορίζουμε	=	πορίζω
πορίζουν	=	πορίζω
πορίζουνε	=	πορίζω
πορίζω	verb	παρέχω, προμηθεύω
πορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίσαν	=	πορίζω
πορίσανε	=	πορίζω
πορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρισμα
πορίσματος	noun	γενική ενικού του πόρισμα
πορίσου	=	πορίζομαι
πορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορίστηκα	=	πορίζομαι
πορίστηκαν	=	πορίζομαι
πορίστηκε	=	πορίζομαι
πορίστηκες	=	πορίζομαι
πορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πορδές	=	πορδή
πορδή	noun	η εκούσια ή ακούσια αποβολή αερίων του εντέρου από τον πισινό, που μπορεί και να δημιουργεί ήχο (ενίοτε δύσοσμη)
πορδής	=	πορδή
πορδίζαμε	=	πορδίζω
πορδίζαν	=	πορδίζω
πορδίζανε	=	πορδίζω
πορδίζατε	=	πορδίζω
πορδίζει	=	πορδίζω
πορδίζεις	=	πορδίζω
πορδίζετε	=	πορδίζω
πορδίζομε	=	πορδίζω
πορδίζοντας	=	πορδίζω
πορδίζουμε	=	πορδίζω
πορδίζουν	=	πορδίζω
πορδίζουνε	=	πορδίζω
πορδίζω	verb|formal	κλάνω, αερίζομαι
πορδίσαμε	=	πορδίζω
πορδίσαν	=	πορδίζω
πορδίσανε	=	πορδίζω
πορδίσατε	=	πορδίζω
πορδίσει	=	πορδίζω
πορδίσεις	=	πορδίζω
πορδίσετε	=	πορδίζω
πορδίσομε	=	πορδίζω
πορδίσουμε	=	πορδίζω
πορδίσουν	=	πορδίζω
πορδίσουνε	=	πορδίζω
πορδίστε	=	πορδίζω
πορδίσω	=	πορδίζω
πορδίτσα	=	πορδή
πορδαλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πορδαλάς
πορδαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορδαλάς
πορδαλάδων	noun	γενική πληθυντικού του πορδαλάς
πορδαλάς	noun|vulgar	ο κλανιάρης
πορδαλού	noun|vulgar	η κλανιάρα
πορδαλούδες	=	πορδαλού
πορδαλούδων	=	πορδαλού
πορδαλούς	=	πορδαλού
πορδιάρα	=	πορδιάρης
πορδιάρας	=	πορδιάρης
πορδιάρες	=	πορδιάρης
πορδιάρη	=	πορδιάρης
πορδιάρηδες	=	πορδιάρης
πορδιάρηδων	=	πορδιάρης
πορδιάρης	adj	αυτός που κλάνει συχνά / που κάνει πολλές πορδές, ο κλανιάρης
πορδιάρικα	=	πορδιάρης
πορδιάρικο	=	πορδιάρης
πορδιάρικου	=	πορδιάρης
πορδιάρικων	=	πορδιάρης
πορδιστές	=	πορδιστής
πορδιστή	=	πορδιστής
πορδιστής	noun|dated	κωμικός ο οποίος διασκέδαζε το κοινό του αποκλειστικά ή κυρίως από την απελευθέρωση εντερικών αερίων με δημιουργικό, μουσικό, ή διασκεδαστικό τρόπο
πορδιστών	=	πορδιστής
πορδοβουλωμάτων	=	πορδοβούλωμα
πορδοβουλώματα	=	πορδοβούλωμα
πορδοβουλώματος	=	πορδοβούλωμα
πορδοβούλωμα	noun|vulgar	μειωτικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο
πορδού	noun|vulgar	η κλανιάρα
πορδούδες	=	πορδού
πορδούδων	=	πορδού
πορδούλα	=	πορδή
πορδούς	=	πορδού
πορδόχορτα	=	πορδόχορτο
πορδόχορτο	noun	η ντατούρα
πορδόχορτου	=	πορδόχορτο
πορδόχορτων	=	πορδόχορτο
πορδών	=	πορδή
πορεία	noun	η ενέργεια του ρήματος πορεύομαι
πορείας	noun	γενική ενικού του πορεία
πορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορεία
πορειών	noun	γενική πληθυντικού του πορεία
πορευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορευτικό
πορευτικέ	adj	κλητική ενικού του πορευτικός
πορευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορευτική
πορευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορευτικός
πορευτικής	adj	γενική ενικού του πορευτική
πορευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορευτικός
πορευτικού	adj	γενική ενικού του πορευτικός
πορευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορευτικός
πορευτικό	adj	αιτιατική ενικού του πορευτικός
πορευτικός	adj	που έχει σχέση με πόρευση / πορεία ή αναφέρεται σ’ αυτές
πορευτικών	adj	γενική πληθυντικού του πορευτικός
πορευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορευόμενα	=	πορευόμενος
πορευόμενε	=	πορευόμενος
πορευόμενες	=	πορευόμενος
πορευόμενη	=	πορευόμενος
πορευόμενης	=	πορευόμενος
πορευόμενο	=	πορευόμενος
πορευόμενοι	=	πορευόμενος
πορευόμενος	verb|dated	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος πορεύομαι στη σημασία: διαβαίνω
πορευόμενου	=	πορευόμενος
πορευόμενους	=	πορευόμενος
πορευόμενων	=	πορευόμενος
πορεύομαι	verb	βαδίζω, μετακινούμαι, οδεύω
πορεύσεις	=	πόρευση
πορεύσεων	=	πόρευση
πορεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορεύομαι
πορεύω	verb|vulgar	σπάνιος τύπος του πορεύομαι βγάζω τα απαραίτητα για να ζήσω, ζω, συντηρούμαι
πορθήσεις	=	πόρθηση
πορθήσεων	=	πόρθηση
πορθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορθημένο
πορθημένε	verb	κλητική ενικού του πορθημένος
πορθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορθημένη
πορθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορθημένος
πορθημένης	verb	γενική ενικού του πορθημένη
πορθημένο	verb	αιτιατική ενικού του πορθημένος
πορθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορθημένος
πορθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορθημένος
πορθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πορθημένος
πορθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορθημένος
πορθητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορθητής
πορθητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πορθητής
πορθητής	noun	αυτός που πορθεί μια πόλη, ένα κάστρο κ.λπ.
πορθητών	noun	γενική πληθυντικού του πορθητής
πορθμέ	noun	κλητική ενικού του πορθμός
πορθμέα	=	πορθμέας
πορθμέας	noun	που μεταφέρει με πορθμείο ή βάρκα στην απέναντι όχθη, ακτή ή πλεούμενο, που διαπορθμεύει
πορθμέων	=	πορθμέας
πορθμέως	=	πορθμέας
πορθμίδα	noun	μικρό σκάφος, άκατος, διαπόρθμευσης, μικρό πορθμείο.
πορθμίδας	=	πορθμίδα
πορθμίδες	=	πορθμίδα
πορθμίδων	=	πορθμίδα
πορθμεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορθμείο
πορθμείο	noun	πλεούμενο που μεταφέρει ανθρώπους, εμπορεύματα και οχήματα στην απέναντι όχθη ή ακτή
πορθμείου	noun	γενική ενικού του πορθμείο
πορθμείς	=	πορθμέας
πορθμείων	noun	γενική πληθυντικού του πορθμείο
πορθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορθμός
πορθμού	noun	γενική ενικού του πορθμός
πορθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πορθμός
πορθμό	noun	αιτιατική ενικού του πορθμός
πορθμός	noun	στενό μέρος θάλασσας ανάμεσα σε δύο στεριές που ενώνει δύο θάλασσες
πορθμών	noun	γενική πληθυντικού του πορθμός
πορθώ	verb	κατακτώ, λεηλατώ, αφανίζω
πορθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πορθώ
ποριά	noun	το μέρος από το οποίο μπορεί να περάσει κάποιος
ποριάς	=	ποριά
ποριές	=	ποριά
ποριζόμασταν	=	πορίζομαι
ποριζόμαστε	=	πορίζομαι
ποριζόμουν	=	πορίζομαι
ποριζόμουνα	=	πορίζομαι
ποριζόντουσαν	=	πορίζομαι
ποριζόσασταν	=	πορίζομαι
ποριζόσαστε	=	πορίζομαι
ποριζόσουν	=	πορίζομαι
ποριζόσουνα	=	πορίζομαι
ποριζόταν	=	πορίζομαι
ποριζότανε	=	πορίζομαι
πορισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πόρισμα
πορισμέ	noun	κλητική ενικού του πορισμός
πορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορισμένο
πορισμένε	verb	κλητική ενικού του πορισμένος
πορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορισμένη
πορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορισμένος
πορισμένης	verb	γενική ενικού του πορισμένη
πορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πορισμένος
πορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορισμένος
πορισμένος	=	πορίζομαι
πορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορισμένος
πορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πορισμένος
πορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορισμένος
πορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορισμός
πορισμού	noun	γενική ενικού του πορισμός
πορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πορισμός
πορισμό	noun	αιτιατική ενικού του πορισμός
πορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πορίζομαι
πορισμών	noun	γενική πληθυντικού του πορισμός
ποριστήκαμε	=	πορίζομαι
ποριστήκαν	=	πορίζομαι
ποριστήκανε	=	πορίζομαι
ποριστήκατε	=	πορίζομαι
ποριστεί	=	πορίζομαι
ποριστείτε	=	πορίζομαι
ποριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποριστικό
ποριστικέ	adj	κλητική ενικού του ποριστικός
ποριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποριστική
ποριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποριστικός
ποριστικής	adj	γενική ενικού του ποριστική
ποριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποριστικός
ποριστικού	adj	γενική ενικού του ποριστικός
ποριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποριστικός
ποριστικό	adj	αιτιατική ενικού του ποριστικός
ποριστικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον πορισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ποριστικών	adj	γενική πληθυντικού του ποριστικός
ποριωτισσών	=	ποριώτισσα
ποριών	=	ποριά
ποριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποριώτικο
ποριώτικε	adj	κλητική ενικού του ποριώτικος
ποριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποριώτικη
ποριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποριώτικος
ποριώτικης	adj	γενική ενικού του ποριώτικη
ποριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ποριώτικος
ποριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποριώτικος
ποριώτικος	adj	που έχει σχέση με τους Ποριώτες ή οικισμό με το όνομα Πόρος ή Πόροι ή αναφέρεται σ’ αυτά
ποριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποριώτικος
ποριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποριώτικος
ποριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποριώτικος
ποριώτισσα	noun	αυτή που κατοικεί σε οικισμό με το όνομα Πόρος ή Πόροι ή κατάγεται από εκεί
ποριώτισσας	=	ποριώτισσα
ποριώτισσες	=	ποριώτισσα
πορνίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνίδιο
πορνίδιο	noun	πόρνη
πορνίδιου	=	πορνίδιο
πορνίδιων	=	πορνίδιο
πορνεία	noun	η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών
πορνείας	noun	γενική ενικού του πορνεία
πορνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνεία
πορνείο	noun	το οίκημα όπου εκπορνεύονται οι πόρνες
πορνείου	noun	γενική ενικού του πορνείο
πορνείων	noun	γενική πληθυντικού του πορνείο
πορνειών	noun	γενική πληθυντικού του πορνεία
πορνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνεμένο
πορνεμένε	verb	κλητική ενικού του πορνεμένος
πορνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνεμένη
πορνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορνεμένος
πορνεμένης	verb	γενική ενικού του πορνεμένη
πορνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πορνεμένος
πορνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορνεμένος
πορνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορνεμένος
πορνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πορνεμένος
πορνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορνεμένος
πορνευμένος	=	πορνεύομαι
πορνευτήκαμε	=	πορνεύομαι
πορνευτήκαν	=	πορνεύομαι
πορνευτήκανε	=	πορνεύομαι
πορνευτήκατε	=	πορνεύομαι
πορνευτεί	=	πορνεύομαι
πορνευτείτε	=	πορνεύομαι
πορνευόμασταν	=	πορνεύομαι
πορνευόμαστε	=	πορνεύομαι
πορνευόμουν	=	πορνεύομαι
πορνευόμουνα	=	πορνεύομαι
πορνευόντουσαν	=	πορνεύομαι
πορνευόσασταν	=	πορνεύομαι
πορνευόσαστε	=	πορνεύομαι
πορνευόσουν	=	πορνεύομαι
πορνευόσουνα	=	πορνεύομαι
πορνευόταν	=	πορνεύομαι
πορνευότανε	=	πορνεύομαι
πορνεύαμε	=	πορνεύω
πορνεύαν	=	πορνεύω
πορνεύανε	=	πορνεύω
πορνεύατε	=	πορνεύω
πορνεύει	=	πορνεύω
πορνεύεις	=	πορνεύω
πορνεύεσαι	=	πορνεύομαι
πορνεύεστε	=	πορνεύομαι
πορνεύεται	=	πορνεύομαι
πορνεύετε	=	πορνεύω
πορνεύομαι	verb	είμαι πόρνη / πόρνος, ασκώ το σχετικό επάγγελμα
πορνεύονται	=	πορνεύομαι
πορνεύονταν	=	πορνεύομαι
πορνεύοντας	=	πορνεύω
πορνεύου	=	πορνεύομαι
πορνεύουμε	=	πορνεύω
πορνεύουν	=	πορνεύω
πορνεύουνε	=	πορνεύω
πορνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύσαν	=	πορνεύω
πορνεύσανε	=	πορνεύω
πορνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύσου	=	πορνεύομαι
πορνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύστε	=	πορνεύω
πορνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πορνεύτηκα	=	πορνεύομαι
πορνεύτηκαν	=	πορνεύομαι
πορνεύτηκε	=	πορνεύομαι
πορνεύτηκες	=	πορνεύομαι
πορνεύω	verb	είμαι πόρνη / πόρνος, ασκώ το σχετικό επάγγελμα
πορνιδίου	noun	γενική ενικού του πορνίδιο
πορνιδίων	noun	γενική πληθυντικού του πορνίδιο
πορνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνικό
πορνικέ	adj	κλητική ενικού του πορνικός
πορνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνική
πορνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορνικός
πορνικής	adj	γενική ενικού του πορνική
πορνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορνικός
πορνικού	adj	γενική ενικού του πορνικός
πορνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορνικός
πορνικό	adj	αιτιατική ενικού του πορνικός
πορνικός	adj|formal	που έχει σχέση με πόρνη ή αναφέρεται σ’ αυτή
πορνικών	adj	γενική πληθυντικού του πορνικός
πορνικώς	adv|archaic	με πορνικό τρόπο
πορνοβοσκέ	noun	κλητική ενικού του πορνοβοσκός
πορνοβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορνοβοσκός
πορνοβοσκού	noun	γενική ενικού του πορνοβοσκός
πορνοβοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πορνοβοσκός
πορνοβοσκό	noun	αιτιατική ενικού του πορνοβοσκός
πορνοβοσκός	noun|dated	μαστροπός, προαγωγός (στην πορνεία), νταβατζής
πορνοβοσκών	noun	γενική πληθυντικού του πορνοβοσκός
πορνογράφε	noun	κλητική ενικού του πορνογράφος
πορνογράφει	=	πορνογραφώ
πορνογράφημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πορνογραφώ, πορνογραφικό δημιούργημα
πορνογράφησα	=	πορνογραφώ
πορνογράφησαν	=	πορνογραφώ
πορνογράφησε	=	πορνογραφώ
πορνογράφησες	=	πορνογραφώ
πορνογράφο	noun	αιτιατική ενικού του πορνογράφος
πορνογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορνογράφος
πορνογράφος	noun	που πορνογραφεί, που δημιουργεί πορνογραφίες / πορνογραφήματα
πορνογράφου	noun	γενική ενικού του πορνογράφος
πορνογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πορνογράφος
πορνογράφων	noun	γενική πληθυντικού του πορνογράφος
πορνογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνογράφημα
πορνογραφήματος	noun	γενική ενικού του πορνογράφημα
πορνογραφήσαμε	=	πορνογραφώ
πορνογραφήσαν	=	πορνογραφώ
πορνογραφήσανε	=	πορνογραφώ
πορνογραφήσατε	=	πορνογραφώ
πορνογραφήσει	=	πορνογραφώ
πορνογραφήστε	=	πορνογραφώ
πορνογραφία	noun	η απεικόνιση σεξουαλικών πράξεων (σε μορφή εικόνων, βίντεο, γραπτού λόγου ή άλλων μέσων) με σκοπό τη σεξουαλική διέγερση
πορνογραφίας	noun	γενική ενικού του πορνογραφία
πορνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνογραφία
πορνογραφεί	=	πορνογραφώ
πορνογραφείς	=	πορνογραφώ
πορνογραφείτε	=	πορνογραφώ
πορνογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πορνογράφημα
πορνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πορνογραφικός	adv	με πορνογραφικό τρόπο
πορνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πορνογραφικός
πορνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνογραφική
πορνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορνογραφικός
πορνογραφικής	adj	γενική ενικού του πορνογραφική
πορνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορνογραφικός
πορνογραφικού	adj	γενική ενικού του πορνογραφικός
πορνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορνογραφικός
πορνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πορνογραφικός
πορνογραφικός	adj	που έχει σχέση με την πορνογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πορνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πορνογραφικός
πορνογραφικώς	adv	άλλη μορφή του πορνογραφικά
πορνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πορνογραφία
πορνογραφούμε	=	πορνογραφώ
πορνογραφούν	=	πορνογραφώ
πορνογραφούνε	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσα	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσαμε	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσαν	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσανε	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσατε	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσε	=	πορνογραφώ
πορνογραφούσες	=	πορνογραφώ
πορνογραφώ	verb	είμαι πορνογράφος, δημιουργώ πορνογραφήματα / πορνογραφίες
πορνογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πορνογραφώ
πορνοκρατία	noun	μια περίοδος της παπικής διακυβέρνησης, στον 10ο αιώνα, όπου ο πάπας φέρεται να είχε υποστεί την επιρροή γυναικών μεγάλων ρωμαϊκών οικογενειών που οι αντίπαλοί του χαρακτήριζαν ως ακόλαστες
πορνοκρατίας	=	πορνοκρατία
πορνοκρατίες	=	πορνοκρατία
πορνοκρατιών	=	πορνοκρατία
πορνοπεριοδικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνοπεριοδικό
πορνοπεριοδικού	=	πορνοπεριοδικό
πορνοπεριοδικό	noun	περιοδικό με πορνό περιεχόμενο
πορνοπεριοδικών	=	πορνοπεριοδικό
πορνοστάρ	noun	πρωταγωνιστής (ή πρωταγωνίστρια) σε ταινία πορνό
πορνοστάσια	=	πορνοστάσιο
πορνοστάσιο	noun	χώρος όπου συγκεντρώνονται οι πόρνες, το πορνείο
πορνοστάσιου	=	πορνοστάσιο
πορνοστασίου	=	πορνοστάσιο
πορνοστασίων	=	πορνοστάσιο
πορνοταινία	noun	κινηματογραφική ταινία ή βιντεοταινία με πορνογραφικό περιεχόμενο
πορνοταινίας	noun	γενική ενικού του πορνοταινία
πορνοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορνοταινία
πορνοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του πορνοταινία
πορνοφίλμ	noun	άλλη μορφή του πορνοταινία· ταινία με πορνογραφικό περιεχόμενο
πορνό	noun	η πορνογραφία	adj	πορνογραφικός
πορνόγερε	=	πορνόγερος
πορνόγερο	=	πορνόγερος
πορνόγεροι	=	πορνόγερος
πορνόγερος	noun	άντρας μεγάλης ηλικίας που εκφράζει τις σεξουαλικές του επιθυμίες με ανάρμοστο τρόπο
πορνόγερου	=	πορνόγερος
πορνόγερους	=	πορνόγερος
πορνόγερων	=	πορνόγερος
πορνόσπιτο	noun|rare	το πορνείο
πορνών	noun	γενική πληθυντικού του πόρνη
πορολίθου	=	πορόλιθος
πορολίθους	=	πορόλιθος
πορολίθων	=	πορόλιθος
πορολιθικά	=	πορολιθικός
πορολιθικέ	=	πορολιθικός
πορολιθικές	=	πορολιθικός
πορολιθική	=	πορολιθικός
πορολιθικής	=	πορολιθικός
πορολιθικη	=	πορολιθικός
πορολιθικο	=	πορολιθικός
πορολιθικοί	=	πορολιθικός
πορολιθικού	=	πορολιθικός
πορολιθικούς	=	πορολιθικός
πορολιθικό	=	πορολιθικός
πορολιθικός	adj	που αποτελείται, που είναι σχετικός με πορόλιθο
πορολιθικών	=	πορολιθικός
ποροσκοπία	noun	η μελέτη των μικροσκοπικών πόρων του δέρματος στην εγκληματολογία (όταν ο προσδιορισμός των δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι δυσχερής)
ποροσκοπίας	=	ποροσκοπία
ποροσκοπίες	=	ποροσκοπία
ποροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποροσκοπικό
ποροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ποροσκοπικός
ποροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποροσκοπική
ποροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποροσκοπικός
ποροσκοπικής	adj	γενική ενικού του ποροσκοπική
ποροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποροσκοπικός
ποροσκοπικού	adj	γενική ενικού του ποροσκοπικός
ποροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποροσκοπικός
ποροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ποροσκοπικός
ποροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με ποροσκοπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ποροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ποροσκοπικός
ποροσκοπιών	=	ποροσκοπία
πορπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορπατημένο
πορπατημένε	verb	κλητική ενικού του πορπατημένος
πορπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορπατημένη
πορπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορπατημένος
πορπατημένης	verb	γενική ενικού του πορπατημένη
πορπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του πορπατημένος
πορπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορπατημένος
πορπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορπατημένος
πορπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πορπατημένος
πορπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορπατημένος
πορπατώ	verb|vulgar	περπατώ, σουλατσάρω
πορπών	=	πόρπη
πορσελάνα	noun	άλλη μορφή του πορσελάνη
πορσελάνας	=	πορσελάνα
πορσελάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορσελάνη
πορσελάνη	noun	γενική ονομασία του αδιαφανούς σκληρού υλικού που προέρχεται από την υαλοποίηση του καολίνη (επίσης και η καολίνη) ή άλλων πρώτων υλών
πορσελάνης	=	πορσελάνη
πορσελάνινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πορσελάνινο) του πορσελάνινος
πορσελάνινε	=	πορσελάνινος
πορσελάνινες	=	πορσελάνινος
πορσελάνινη	=	πορσελάνινος
πορσελάνινης	=	πορσελάνινος
πορσελάνινο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πορσελάνινος
πορσελάνινοι	=	πορσελάνινος
πορσελάνινος	adj	που έχει σχέση με πορσελάνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πορσελάνινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του πορσελάνινος
πορσελάνινους	=	πορσελάνινος
πορσελάνινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πορσελάνινος
πορσελανών	=	πορσελάνη
πορτ-μπαγκάζ	noun	άλλη μορφή του πορτμπαγκάζ
πορτάκι	noun	υποκοριστικό του πόρτα
πορτάκια	=	πορτάκι
πορτάρη	noun	πορτάρης, στη γενική του ενικού
πορτάρηδες	noun	πορτάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
πορτάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του πορτάρης
πορτάρης	noun	ο τερματοφύλακας στην κυπριακή διάλεκτο
πορτέλα	=	πορτέλο
πορτέλο	noun|dated	άλλη μορφή του πορτούλα
πορτέλου	=	πορτέλο
πορτέλων	=	πορτέλο
πορτίτσα	noun	υποκοριστικό του πόρτα
πορτίτσας	noun	γενική ενικού του πορτίτσα
πορτίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτίτσα
πορταμέντα	=	πορταμέντο
πορταμέντο	noun	η ομαλή, ολισθαίνουσα μετάβαση από τη μια νότα στην άλλη, ιδίως στα έγχορδα όργανα
πορταμέντου	=	πορταμέντο
πορταμέντων	=	πορταμέντο
πορτατίφ	noun	φωτιστικό που τοποθετείται συνήθως πάνω σε έπιπλο
πορτιέρη	=	πορτιέρης
πορτιέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτιέρης
πορτιέρηδων	=	πορτιέρης
πορτιέρης	noun	αυτός που επιβλέπει την είσοδο και έξοδο ανθρώπων από κάποια πόρτα, ελέγχει και φυλάει το γύρω χώρο
πορτιέρισσα	noun	θηλυκό του πορτιέρης
πορτιέρισσας	noun	γενική ενικού του πορτιέρισσα
πορτιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτιέρισσα
πορτιερισσών	noun	γενική πληθυντικού του πορτιέρισσα
πορτλαντίτες	=	πορτλαντίτης
πορτλαντίτη	=	πορτλαντίτης
πορτλαντίτης	noun	η φυσική μορφή του υδροξειδίου του ασβεστίου
πορτλαντιτών	=	πορτλαντίτης
πορτμαντό	noun	έπιπλο για την τοποθέτηση παλτών ή άλλων ενδυμάτων (προσωρινά), που συνήθως βρίσκεται στο χολ ενός χώρου
πορτμονέ	noun|dated	πορτοφόλι, ιδίως για ψιλά (για κέρματα)
πορτμπαγκάζ	noun	ο χώρος του αυτοκινήτου στον οποίο αποθηκεύουμε οτιδήποτε θέλουμε να μεταφέρουμε
πορτμπεμπέ	noun	παιδικό καθισματάκι ή κρεβατάκι με ειδικές λαβές, στο οποίο κάθεται ή με το οποίο μεταφέρεται ένα μωρό
πορτμπονέρ	noun	το γούρι, το φυλαχτό
πορτογαλέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτογαλέζικο
πορτογαλέζικε	adj	κλητική ενικού του πορτογαλέζικος
πορτογαλέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτογαλέζικη
πορτογαλέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορτογαλέζικος
πορτογαλέζικης	adj	γενική ενικού του πορτογαλέζικη
πορτογαλέζικο	adj	αιτιατική ενικού του πορτογαλέζικος
πορτογαλέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορτογαλέζικος
πορτογαλέζικος	adj	άλλη μορφή του επιθέτου πορτογαλικός.
πορτογαλέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορτογαλέζικος
πορτογαλέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορτογαλέζικος
πορτογαλέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορτογαλέζικος
πορτογαλικά	noun	η γλώσσας της Πορτογαλίας που μιλιέται και σε παλιές αποικίες της	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτογαλικό
πορτογαλικέ	adj	κλητική ενικού του πορτογαλικός
πορτογαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτογαλική
πορτογαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορτογαλικός
πορτογαλικής	adj	γενική ενικού του πορτογαλική
πορτογαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορτογαλικός
πορτογαλικού	adj	γενική ενικού του πορτογαλικός
πορτογαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορτογαλικός
πορτογαλικό	adj	αιτιατική ενικού του πορτογαλικός
πορτογαλικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην ή κατάγεται από την Πορτογαλία
πορτογαλικών	adj	γενική πληθυντικού του πορτογαλικός
πορτογαλιστί	adv|formal	στα πορτογαλικά, στην πορτογαλική γλώσσα
πορτογαλόφωνα	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνε	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνες	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνη	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνης	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνο	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνοι	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα πορτογαλικά
πορτογαλόφωνου	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνους	=	πορτογαλόφωνος
πορτογαλόφωνων	=	πορτογαλόφωνος
πορτοκάλι	noun	ο καρπός της πορτοκαλιάς
πορτοκάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοκάλι
πορτοκάλιον	noun	πορτοκάλι
πορτοκάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορτοκαλίζω
πορτοκάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορτοκαλίζω
πορτοκαλάδα	noun	αναψυκτικό το οποίο παρασκευάζεται από χυμό πορτοκαλιών.
πορτοκαλάδας	=	πορτοκαλάδα
πορτοκαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοκαλάδα
πορτοκαλάδων	=	πορτοκαλάδα
πορτοκαλέα	noun	η πορτοκαλιά
πορτοκαλή	=	πορτοκαλής
πορτοκαλής	adj	που έχει πορτοκαλί χρώμα
πορτοκαλί	noun	το χρώμα του πορτοκαλιού	adj	άκλιτος τύπος του πορτοκαλής για όλα τα γένη
πορτοκαλίζω	verb	αποκτώ μια πορτοκαλί απόχρωση
πορτοκαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πορτοκαλίζω
πορτοκαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορτοκαλίζω
πορτοκαλαδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοκαλαδίτσα
πορτοκαλεών	noun	ο πορτοκαλεώνας
πορτοκαλεώνα	=	πορτοκαλεώνας
πορτοκαλεώνας	noun	o τόπος καλλιέργειας με προτοκαλιές
πορτοκαλεώνες	=	πορτοκαλεώνας
πορτοκαλεώνων	=	πορτοκαλεώνας
πορτοκαλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορτοκαλής	noun	(είδος Citrus sinensis) δέντρο εσπεριδοειδές αειθαλές του γένους που παράγει πορτοκάλια
πορτοκαλιάς	noun	γενική ενικού του πορτοκαλιά
πορτοκαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοκαλιά
πορτοκαλιοί	=	πορτοκαλής
πορτοκαλιού	=	πορτοκαλής
πορτοκαλιούς	=	πορτοκαλής
πορτοκαλιών	=	πορτοκαλής
πορτοκαλοκόκκινα	=	πορτοκαλοκόκκινο
πορτοκαλοκόκκινο	noun	ένα χρώμα, ανάμεσα στο πορτοκαλί και το κόκκινο
πορτοκαλοκόκκινου	=	πορτοκαλοκόκκινο
πορτοκαλοκόκκινων	=	πορτοκαλοκόκκινο
πορτοκαλοπιτών	=	πορτοκαλόπιτα
πορτοκαλοχρόων	=	πορτοκαλόχρους
πορτοκαλόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοκαλόμελο
πορτοκαλόμελο	noun	το μέλι που παράγεται (συλλέγουν οι μέλισσες) από άνθη πορτοκαλιάς
πορτοκαλόμελου	noun	γενική ενικού του πορτοκαλόμελο
πορτοκαλόμελων	noun	γενική πληθυντικού του πορτοκαλόμελο
πορτοκαλόπιτα	noun	γλύκισμα, πίτα, που περιέχει ξύσμα πορτοκαλιού
πορτοκαλόπιτας	=	πορτοκαλόπιτα
πορτοκαλόπιτες	=	πορτοκαλόπιτα
πορτοκαλόφλουδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοκαλόφλουδα
πορτοκαλόχροα	=	πορτοκαλόχρους
πορτοκαλόχροες	=	πορτοκαλόχρους
πορτοκαλόχρου	=	πορτοκαλόχρους
πορτοκαλόχρουν	=	πορτοκαλόχρους
πορτοκαλόχρους	adj	που έχει χρώμα παρόμοιο με αυτό του πορτοκαλιού
πορτολάνα	noun	λιμενοδείκτης
πορτολάνας	=	πορτολάνα
πορτολάνε	noun	κλητική ενικού του πορτολάνος
πορτολάνες	=	πορτολάνα
πορτολάνο	noun	αιτιατική ενικού του πορτολάνος
πορτολάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορτολάνος
πορτολάνος	noun	λιμενοδείκτης
πορτολάνου	noun	γενική ενικού του πορτολάνος
πορτολάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πορτολάνος
πορτολάνων	noun	γενική πληθυντικού του πορτολάνος
πορτονιού	=	πορτόνι
πορτονιών	=	πορτόνι
πορτοπαράθυρα	=	πορτοπαράθυρο
πορτοπαράθυρο	noun	οι πόρτες και τα παράθυρα μαζί
πορτοπαράθυρου	=	πορτοπαράθυρο
πορτοπαραθύρου	=	πορτοπαράθυρο
πορτοπαραθύρων	=	πορτοπαράθυρο
πορτουλάκα	noun	το φυτό (και το άνθος του) του είδους Portulaca grandiflora, του γένους Portulaca (Πορτουλάκη)
πορτουλάκας	=	πορτουλάκα
πορτουλάκες	=	πορτουλάκα
πορτουλάνε	=	πορτουλάνος
πορτουλάνο	=	πορτουλάνος
πορτουλάνοι	=	πορτουλάνος
πορτουλάνος	noun	λιμενοδείκτης
πορτουλάνου	=	πορτουλάνος
πορτουλάνους	=	πορτουλάνος
πορτουλάνων	=	πορτουλάνος
πορτοφολά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πορτοφολάς
πορτοφολάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοφολάς
πορτοφολάδων	noun	γενική πληθυντικού του πορτοφολάς
πορτοφολάς	noun	αυτός που κατασκευάζει ή/και πουλάει πορτοφόλια
πορτοφολιού	noun	γενική ενικού του πορτοφόλι
πορτοφολιών	noun	γενική πληθυντικού του πορτοφόλι
πορτοφολού	=	πορτοφολάς
πορτοφόλι	noun	μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων
πορτοφόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτοφόλι
πορτούλα	noun	υποκοριστικό του πόρτα
πορτούλας	noun	γενική ενικού του πορτούλα
πορτούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτούλα
πορτρέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτρέτο
πορτρέτο	noun	η προσωπογραφία, ζωγραφική ή φωτογραφική απεικόνιση ενός ανθρώπου, ιδιαίτερα του προσώπου
πορτρέτου	noun	γενική ενικού του πορτρέτο
πορτρέτων	noun	γενική πληθυντικού του πορτρέτο
πορτραίτα	=	πορτραίτο
πορτραίτο	noun	άλλη γραφή του πορτρέτο
πορτραίτου	=	πορτραίτο
πορτραίτων	=	πορτραίτο
πορτρετίστα	=	πορτρετίστας
πορτρετίστας	noun	κάποιος που ζωγραφίζει ή φωτογραφίζει (κυρίως) πορτρέτα
πορτρετίστες	=	πορτρετίστας
πορτρετίστρια	noun	θηλυκό του πορτρετίστας
πορτρετίστριας	=	πορτρετίστρια
πορτρετίστριες	=	πορτρετίστρια
πορτρετιστριών	=	πορτρετίστρια
πορτρετιστών	=	πορτρετίστας
πορτόνι	noun	αυλόπορτα, καγκελόπορτα
πορτόνια	=	πορτόνι
πορτόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορτόφυλλο
πορτόφυλλο	noun	το θυρόφυλλο
πορτόφυλλου	noun	γενική ενικού του πορτόφυλλο
πορτόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του πορτόφυλλο
πορτών	noun	γενική πληθυντικού του πόρτα
πορφυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πορφυρός
πορφυρέ	adj	κλητική ενικού του πορφυρός
πορφυρένια	=	πορφυρένιος
πορφυρένιας	=	πορφυρένιος
πορφυρένιε	=	πορφυρένιος
πορφυρένιες	=	πορφυρένιος
πορφυρένιο	=	πορφυρένιος
πορφυρένιοι	=	πορφυρένιος
πορφυρένιος	adj	ο πορφυρός
πορφυρένιου	=	πορφυρένιος
πορφυρένιους	=	πορφυρένιος
πορφυρένιων	=	πορφυρένιος
πορφυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρή
πορφυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορφυρός
πορφυρής	adj	γενική ενικού του πορφυρή
πορφυρίζαμε	=	πορφυρίζω
πορφυρίζαν	=	πορφυρίζω
πορφυρίζανε	=	πορφυρίζω
πορφυρίζατε	=	πορφυρίζω
πορφυρίζει	=	πορφυρίζω
πορφυρίζεις	=	πορφυρίζω
πορφυρίζετε	=	πορφυρίζω
πορφυρίζοντας	=	πορφυρίζω
πορφυρίζουμε	=	πορφυρίζω
πορφυρίζουν	=	πορφυρίζω
πορφυρίζουνε	=	πορφυρίζω
πορφυρίζω	verb	είμαι ή γίνομαι πορφυρός
πορφυρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρίνη
πορφυρίσαμε	=	πορφυρίζω
πορφυρίσαν	=	πορφυρίζω
πορφυρίσανε	=	πορφυρίζω
πορφυρίσατε	=	πορφυρίζω
πορφυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πορφυρίζω
πορφυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πορφυρίζω
πορφυρίστε	=	πορφυρίζω
πορφυρίτες	=	πορφυρίτης
πορφυρίτη	=	πορφυρίτης
πορφυρίτης	noun	σκληρό πέτρωμα που χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό, π.χ. στην κατασκευή και επένδυση κλιμάκων
πορφυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρισμένο
πορφυρισμένε	verb	κλητική ενικού του πορφυρισμένος
πορφυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρισμένη
πορφυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορφυρισμένος
πορφυρισμένης	verb	γενική ενικού του πορφυρισμένη
πορφυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πορφυρισμένος
πορφυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορφυρισμένος
πορφυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορφυρισμένος
πορφυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πορφυρισμένος
πορφυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορφυρισμένος
πορφυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυριτικό
πορφυριτικέ	adj	κλητική ενικού του πορφυριτικός
πορφυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυριτική
πορφυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορφυριτικός
πορφυριτικής	adj	γενική ενικού του πορφυριτική
πορφυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορφυριτικός
πορφυριτικού	adj	γενική ενικού του πορφυριτικός
πορφυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορφυριτικός
πορφυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του πορφυριτικός
πορφυριτικός	adj	που έχει σχέση με πορφυρίτη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή αποτελείται απ’ αυτόν
πορφυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του πορφυριτικός
πορφυριτών	=	πορφυρίτης
πορφυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορφυρός
πορφυρογέννητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρογέννητο
πορφυρογέννητε	adj	κλητική ενικού του πορφυρογέννητος
πορφυρογέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρογέννητη
πορφυρογέννητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορφυρογέννητος
πορφυρογέννητης	adj	γενική ενικού του πορφυρογέννητη
πορφυρογέννητο	adj	αιτιατική ενικού του πορφυρογέννητος
πορφυρογέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορφυρογέννητος
πορφυρογέννητος	adj	τίτλος βασιλόπαιδος που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του γονιού του
πορφυρογέννητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορφυρογέννητος
πορφυρογέννητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορφυρογέννητος
πορφυρογέννητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορφυρογέννητος
πορφυροχρόων	=	πορφυρόχρους
πορφυρού	adj	γενική ενικού του πορφυρός
πορφυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορφυρός
πορφυρό	adj	αιτιατική ενικού του πορφυρός	noun	το χρώμα της πορφύρας
πορφυρός	adj	που έχει το χρώμα της πορφύρας
πορφυρόχροα	=	πορφυρόχρους
πορφυρόχροες	=	πορφυρόχρους
πορφυρόχρου	=	πορφυρόχρους
πορφυρόχρουν	=	πορφυρόχρους
πορφυρόχρους	adj	που έχει πορφυρό χρώμα
πορφυρόχρωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρόχρωμο
πορφυρόχρωμε	adj	κλητική ενικού του πορφυρόχρωμος
πορφυρόχρωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφυρόχρωμη
πορφυρόχρωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πορφυρόχρωμος
πορφυρόχρωμης	adj	γενική ενικού του πορφυρόχρωμη
πορφυρόχρωμο	adj	αιτιατική ενικού του πορφυρόχρωμος
πορφυρόχρωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πορφυρόχρωμος
πορφυρόχρωμος	adj	ο πορφυρός
πορφυρόχρωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πορφυρόχρωμος
πορφυρόχρωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πορφυρόχρωμος
πορφυρόχρωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πορφυρόχρωμος
πορφυρών	adj	γενική πληθυντικού του πορφυρός	noun	γενική πληθυντικού του πορφύρα
πορφυρώνω	verb|literary	βάφω με πορφυρό χρώμα, κοκκινίζω κάτι
πορφύρα	noun	όστρακο που ανήκει στο γένος Murex της οικογένειας Muricidae
πορφύρας	noun	γενική ενικού του πορφύρα
πορφύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πορφύρα
πορφύριζα	=	πορφυρίζω
πορφύριζαν	=	πορφυρίζω
πορφύριζε	=	πορφυρίζω
πορφύριζες	=	πορφυρίζω
πορφύρισα	=	πορφυρίζω
πορφύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορφυρίζω
πορφύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορφυρίζω
πορφύρισες	=	πορφυρίζω
πορφύρωσα	=	πορφυρώνω
πορωδών	=	πορώδης
πορόλιθε	=	πορόλιθος
πορόλιθο	=	πορόλιθος
πορόλιθοι	=	πορόλιθος
πορόλιθος	noun	πέτρωμα με πολλούς πόρους
πορόλιθου	=	πορόλιθος
πορόλιθους	=	πορόλιθος
πορόλιθων	=	πορόλιθος
πορώδεις	=	πορώδης
πορώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πορώδης
πορώδη	=	πορώδης
πορώδης	adj	που είναι γεμάτος πόρους
πορώδους	=	πορώδης
πορώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρωση
πος	abbrev	ονομασία συνδικαλιστικών οργανώσεων
ποσά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσό
ποσάκις	adv|formal	πόσες φορές
ποσάρω	verb	μαγειρεύω μέσα σε υγρό (άλλο από λάδι) σε χαμηλή φωτιά ώστε να σιγοβράζει
ποσέ	adj	που μαγειρεύονται σε βραστό νερό
ποσέτ	noun	μαντηλάκι για την τσέπη του σακακιού
ποσειδωνία	noun	γένος θαλάσσιων φυτών (φανερόγαμο) ενδημικό στη Μεσόγειο Θάλασσα, που περιλαμβάνει διάφορα είδη, με πιο γνωστό την Posidonia oceanica, σχηματίζουν υποθαλάσσια λιβάδια και παίζουν σημαντικό ρόλο στο θαλάσσιο οικοσύστημα, προσφέροντας καταφύγιο και τροφή σε πολλά θαλάσσια είδη
ποσειδωνίας	=	ποσειδωνία
ποσειδωνίες	=	ποσειδωνία
ποσειδωνίου	=	ποσειδώνιο
ποσειδωνίστρια	=	ποσειδωνιστής
ποσειδωνισμέ	noun	κλητική ενικού του ποσειδωνισμός
ποσειδωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποσειδωνισμός
ποσειδωνισμού	noun	γενική ενικού του ποσειδωνισμός
ποσειδωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποσειδωνισμός
ποσειδωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του ποσειδωνισμός
ποσειδωνισμός	noun	γεωλογική θεωρία αντίθετη του πλουτωνισμού
ποσειδωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του ποσειδωνισμός
ποσειδωνιστές	=	ποσειδωνιστής
ποσειδωνιστή	=	ποσειδωνιστής
ποσειδωνιστής	noun	ο οπαδός του ποσειδωνισμού
ποσειδωνιστών	=	ποσειδωνιστής
ποσειδωνιών	=	ποσειδωνία
ποσειδώνιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 93 και χημικό σύμβολο το Np
ποσθίτιδα	noun	η φλεγμονή της πόσθης
ποσθίτιδας	=	ποσθίτιδα
ποσθίτιδες	=	ποσθίτιδα
ποσθίτιδων	=	ποσθίτιδα
ποσθών	=	πόσθη
ποσοδείκτες	=	ποσοδείκτης
ποσοδείκτη	=	ποσοδείκτης
ποσοδείκτης	noun	λέξη που εκφράζει ποσότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ποσοτικός προσδιορισμός, όπως οι λέξεις: πολλά, λίγα, δέκα
ποσοδεικτών	=	ποσοδείκτης
ποσολογία	noun	η ακριβής ποσότητα φαρμάκων που συνιστάται να χορηγηθεί σε ασθενείς και ο προσδιορισμός της
ποσολογίας	noun	γενική ενικού του ποσολογία
ποσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσολογία
ποσολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσολογικό
ποσολογικέ	adj	κλητική ενικού του ποσολογικός
ποσολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσολογική
ποσολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποσολογικός
ποσολογικής	adj	γενική ενικού του ποσολογική
ποσολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποσολογικός
ποσολογικού	adj	γενική ενικού του ποσολογικός
ποσολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποσολογικός
ποσολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ποσολογικός
ποσολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ποσολογικός
ποσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ποσολογία
ποσοστά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοστό
ποσοστημορίου	=	ποσοστημόριο
ποσοστημορίων	=	ποσοστημόριο
ποσοστημόρια	=	ποσοστημόριο
ποσοστημόριο	noun	άλλη μορφή του ποσοστό
ποσοστημόριου	=	ποσοστημόριο
ποσοστιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποσοστιαίος	adv	με ποσοστιαίο τρόπο
ποσοστιαίας	adj	γενική ενικού του ποσοστιαία
ποσοστιαίε	adj	ποσοστιαίος, στην κλητική του ενικού
ποσοστιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοστιαία
ποσοστιαίο	adj	ποσοστιαίος, στην αιτιατική του ενικού
ποσοστιαίοι	adj	ποσοστιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ποσοστιαίος	adj	που δηλώνεται με ποσοστά
ποσοστιαίου	adj	γενική ενικού του ποσοστιαίος
ποσοστιαίους	adj	ποσοστιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ποσοστιαίων	=	ποσοστιαίος
ποσοστιαίως	adv|formal	που δηλώνεται με ποσοστά
ποσοστικά	adv	σε σχέση με ποσοστό ή ποσόστωση
ποσοστικέ	adj	κλητική ενικού του ποσοστικός
ποσοστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοστική
ποσοστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποσοστικός
ποσοστικής	adj	γενική ενικού του ποσοστική
ποσοστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποσοστικός
ποσοστικοποίηση	noun	η μετατροπή και ο υπολογισμός κάποιων ποσών σε ποσοστά
ποσοστικοποίησης	noun	γενική ενικού του ποσοστικοποίηση
ποσοστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοστικοποίηση
ποσοστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ποσοστικοποίηση
ποσοστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ποσοστικοποίηση
ποσοστικού	adj	γενική ενικού του ποσοστικός
ποσοστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποσοστικός
ποσοστικό	adj	αιτιατική ενικού του ποσοστικός
ποσοστικός	adj	που έχει σχέση με ποσοστό ή ποσόστωση ή αναφέρεται σ’ αυτά
ποσοστικών	adj	γενική πληθυντικού του ποσοστικός
ποσοστού	noun	γενική ενικού του ποσοστό
ποσοστό	noun	τμήμα ενός συνολικού ποσού (Χ τοις εκατό - % ή τοις χιλίοις - ‰)
ποσοστόν	noun	ποσοστό
ποσοστών	noun	γενική πληθυντικού του ποσοστό
ποσοστώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσόστωση
ποσοστώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ποσόστωση
ποσοστώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ποσόστωση
ποσοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ποσότητα
ποσοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ποσοτικός	adv	από ποσοτικής απόψεως
ποσοτικέ	adj	κλητική ενικού του ποσοτικός
ποσοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοτική
ποσοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποσοτικός
ποσοτικής	adj	γενική ενικού του ποσοτική
ποσοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποσοτικός
ποσοτικοποιήσιμα	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμε	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμες	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμη	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμης	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμο	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμοι	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμος	adj	που δύναται να περιγραφεί ποσοτικά
ποσοτικοποιήσιμου	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμους	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιήσιμων	=	ποσοτικοποιήσιμος
ποσοτικοποιώ	verb	περιγράφω, αναλύω, καταμετρώ ποσοτικά, στατιστικά
ποσοτικού	adj	γενική ενικού του ποσοτικός
ποσοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποσοτικός
ποσοτικό	adj	αιτιατική ενικού του ποσοτικός
ποσοτικός	adj	που αφορά ή παραπέμπει σε ποσότητες ή ποσά
ποσοτικότατα	=	ποσοτικός
ποσοτικότατε	=	ποσοτικός
ποσοτικότατες	=	ποσοτικός
ποσοτικότατη	=	ποσοτικός
ποσοτικότατης	=	ποσοτικός
ποσοτικότατο	=	ποσοτικός
ποσοτικότατοι	=	ποσοτικός
ποσοτικότατος	=	ποσοτικός
ποσοτικότατου	=	ποσοτικός
ποσοτικότατους	=	ποσοτικός
ποσοτικότατων	=	ποσοτικός
ποσοτικότερα	=	ποσοτικός
ποσοτικότερε	=	ποσοτικός
ποσοτικότερες	=	ποσοτικός
ποσοτικότερη	=	ποσοτικός
ποσοτικότερης	=	ποσοτικός
ποσοτικότερο	=	ποσοτικός
ποσοτικότεροι	=	ποσοτικός
ποσοτικότερος	=	ποσοτικός
ποσοτικότερου	=	ποσοτικός
ποσοτικότερους	=	ποσοτικός
ποσοτικότερων	=	ποσοτικός
ποσοτικών	adj	γενική πληθυντικού του ποσοτικός
ποσοτικώς	adv|dated	ποσοτικά
ποσού	=	ποσό
ποσπερτ	abbrev	ο ανώτερος συνδικαλιστικός φορέας Ελλήνων εργαζομένων στις διάφορες επιχειρήσεις της ΕΡΤ και ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης, εκτός από δημοσιογράφους.
ποστάλ	noun	άλλη μορφή του ποστάλι
ποστάλι	noun|dated	πλοίο που κάνει σταθερό δρομολόγιο
ποστάλια	=	ποστάλι
ποστάρω	verb|informal	στη γλώσσα της πληροφορικής και του ίντερνετ: στέλνω ένα αρχείο σε κάποιον ή σε έναν ιστοχώρο
ποστέλνικε	=	ποστέλνικος
ποστέλνικο	=	ποστέλνικος
ποστέλνικοι	=	ποστέλνικος
ποστέλνικος	noun	αξίωμα αντίστοιχο με τον υπουργό εξωτερικών στις παραδουνάβιες ηγεμονίες
ποστέλνικου	=	ποστέλνικος
ποστέλνικους	=	ποστέλνικος
ποστέλνικων	=	ποστέλνικος
ποστίς	noun	θύσανος φτιαγμένος από τρίχες (τεχνητές ή φυσικές) που φοριέται πρόσθετα στην (γυναικεία) κόμη
ποσταίρνω	verb|literary	στέλνω με το ταχυδρομείο, ταχυδρομώ
ποσταλιού	=	ποστάλι
ποσταλιών	=	ποστάλι
ποσταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσταρισμένο
ποσταρισμένε	verb	κλητική ενικού του ποσταρισμένος
ποσταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσταρισμένη
ποσταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποσταρισμένος
ποσταρισμένης	verb	γενική ενικού του ποσταρισμένη
ποσταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ποσταρισμένος
ποσταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποσταρισμένος
ποσταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποσταρισμένος
ποσταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποσταρισμένος
ποσταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποσταρισμένος
ποστουρογραφία	noun|rare	μέθοδος αξιολόγησης της ικανότητας ενός ατόμου να διατηρεί την ισορροπία του σώματός του
ποστρεστάντ	noun	ο ειδικός χώρος στο ταχυδρομείο στον οποίο φυλάσσονται οι επιστολές ή τα δέματα, προκειμένου να παραληφθούν από τον παραλήπτη	adv	ταχυδρομική υπηρεσία στην οποία οι επιστολές ή τα δέματα φυλάσσονται στο ταχυδρομείο, για να παραληφθούν από τον παραλήπτη, και δεν διανέμονται
ποστών	=	πόστα
ποσό	noun	ο αριθμός που δηλώνει ποσότητα
ποσόστωση	noun	η κατανομή/ο επιμερισμός ενός συνόλου σε ποσοστά
ποσόστωσης	noun	γενική ενικού του ποσόστωση
ποσόστωσις	noun	η ποσόστωση
ποσότητα	noun	αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;)
ποσότητας	noun	γενική ενικού του ποσότητα
ποσότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσότητα
ποσών	=	ποσό
ποσώς	adv	καθόλου
ποτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτό
ποτάζω	verb	αποκτώ
ποτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτάκι
ποτάμι	noun	ο ποταμός	adv|figurative	υποδηλώνει ότι ρέει μεγάλη ποσότητα από κάποιο υγρό
ποτάμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτάμι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποτάμιος
ποτάμιας	=	ποτάμιος
ποτάμιε	=	ποτάμιος
ποτάμιες	=	ποτάμιος
ποτάμιο	=	ποτάμιος
ποτάμιοι	=	ποτάμιος
ποτάμιος	adj	που έχει σχέση με ποταμό, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν
ποτάμιου	=	ποτάμιος
ποτάμιους	=	ποτάμιος
ποτάμιων	=	ποτάμιος
ποτάξω	=	ποτάζω
ποτάσα	noun	εμπειρική ονομασία του ανθρακικού καλίου (K₂CO₃)
ποτάσας	noun	γενική ενικού του ποτάσα
ποτάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτάσα
ποτάσια	=	ποτάσιο
ποτάσιο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 19, το κάλιο, από μεταγραφή της λέξης potassium
ποτάσιου	=	ποτάσιο
ποτέ	adv	κάποια φορά, σε κάποιο χρονικό διάστημα
ποτές	adv|vulgar	άλλη μορφή του ποτέ
ποτήρι	noun	δοχείο, συχνά γυάλινο, που χωράει στο χέρι και από το οποίο πίνει κανείς χυμό, κρασί ή άλλα υγρά
ποτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτήρι
ποτήριον	noun|archaic	ποτήρι στον όρο Άγιον Ποτήριον
ποτίζαμε	=	ποτίζω
ποτίζαν	=	ποτίζω
ποτίζανε	=	ποτίζω
ποτίζατε	=	ποτίζω
ποτίζει	=	ποτίζω
ποτίζεις	=	ποτίζω
ποτίζεσαι	=	ποτίζω
ποτίζεστε	=	ποτίζω
ποτίζεται	=	ποτίζω
ποτίζετε	=	ποτίζω
ποτίζομαι	=	ποτίζω
ποτίζομε	=	ποτίζω
ποτίζονται	=	ποτίζω
ποτίζονταν	=	ποτίζω
ποτίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ποτίζω
ποτίζουμε	=	ποτίζω
ποτίζουν	=	ποτίζω
ποτίζουνε	=	ποτίζω
ποτίζω	verb	ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά
ποτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσαν	=	ποτίζω
ποτίσανε	=	ποτίζω
ποτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πότισμα
ποτίσματος	noun	γενική ενικού του πότισμα
ποτίσομε	=	ποτίζω
ποτίσου	=	ποτίζω
ποτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίσουνε	=	ποτίζω
ποτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτίστρα	noun	ειδική κατασκευή, εγκατάσταση ή μέρος όπου ποτίζονται (πίνουν νερό) τα ζώα
ποτίστρας	noun	γενική ενικού του ποτίστρα
ποτίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτίστρα
ποτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
ποταμάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταμάκιας
ποταμάκι	noun	μικρό ποτάμι
ποταμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταμάκι
ποταμέ	noun	κλητική ενικού του ποταμός
ποταμίδα	noun	είδος πουλιού
ποταμίδας	=	ποταμίδα
ποταμίδες	=	ποταμίδα
ποταμίδων	=	ποταμίδα
ποταμίσια	=	ποταμίσιος
ποταμίσιας	=	ποταμίσιος
ποταμίσιε	=	ποταμίσιος
ποταμίσιες	=	ποταμίσιος
ποταμίσιο	=	ποταμίσιος
ποταμίσιοι	=	ποταμίσιος
ποταμίσιος	adj	από ποτάμι
ποταμίσιου	=	ποταμίσιος
ποταμίσιους	=	ποταμίσιος
ποταμίσιων	=	ποταμίσιος
ποταμίσκε	=	ποταμίσκος
ποταμίσκο	=	ποταμίσκος
ποταμίσκοι	=	ποταμίσκος
ποταμίσκος	noun	ο μικρός ποταμός, υποκοριστικό του ποταμός
ποταμίσκου	=	ποταμίσκος
ποταμίσκους	=	ποταμίσκος
ποταμίσκων	=	ποταμίσκος
ποταμακιού	=	ποταμάκι
ποταμηδόν	adv	σαν ποτάμι
ποταμιά	noun	το ποτάμι μαζί με τη γύρω από αυτό κοντινή περιοχή
ποταμιάς	noun	γενική ενικού του ποταμιά
ποταμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταμιά
ποταμιού	noun	γενική ενικού του ποτάμι
ποταμιών	=	ποτάμι
ποταμιώτικα	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικε	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικες	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικη	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικης	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικο	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικοι	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με την ονομασία Ποτάμι ή Ποταμιά ή Ποταμοί ή Ποταμός ή τους κατοίκους του
ποταμιώτικου	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικους	=	ποταμιώτικος
ποταμιώτικων	=	ποταμιώτικος
ποταμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποταμός
ποταμογενές	=	ποταμογενής
ποταμογενή	=	ποταμογενής
ποταμογενής	adj	που σχηματίζεται από την επίδραση της αέναης ροής ποταμού
ποταμογενείς	=	ποταμογενής
ποταμογενούς	=	ποταμογενής
ποταμογενών	=	ποταμογενής
ποταμογραφία	noun	η μελέτη και περιγραφή των ποταμών και των λεκανοπεδίων
ποταμογραφίας	=	ποταμογραφία
ποταμογραφίες	=	ποταμογραφία
ποταμογραφιών	=	ποταμογραφία
ποταμολάβρακα	=	ποταμολάβρακο
ποταμολάβρακο	noun	η μπριάνα
ποταμολάβρακου	=	ποταμολάβρακο
ποταμολάβρακων	=	ποταμολάβρακο
ποταμολίμνες	=	ποταμολίμνη
ποταμολίμνη	noun	λίμνη (φυσική ή τεχνητή) που σχηματίζεται από τη διεύρυνση της κοίτης ενός ποταμού
ποταμολίμνης	=	ποταμολίμνη
ποταμολιμναία	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίας	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίε	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίες	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίο	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίοι	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίος	adj	που συναντάται σε ποταμούς και λίμνες
ποταμολιμναίου	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίους	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμναίων	=	ποταμολιμναίος
ποταμολιμνών	=	ποταμολίμνη
ποταμοπλοΐα	noun	η πλεύση / ναυσιπλοΐα σε ποτάμι
ποταμοπλοΐαα	=	ποταμοπλοΐα
ποταμοπλοΐαας	=	ποταμοπλοΐα
ποταμοπλοΐαες	=	ποταμοπλοΐα
ποταμοπλοΐας	noun	γενική ενικού του ποταμοπλοΐα
ποταμοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταμοπλοΐα
ποταμοπλοίου	=	ποταμόπλοιο
ποταμοπλοίων	=	ποταμόπλοιο
ποταμοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ποταμοπλοΐα
ποταμοτρύγγων	=	ποταμότρυγγας
ποταμοχειμάρρεια	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειας	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειε	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειες	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειο	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειοι	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειος	adj	που έχει σχέση με ποταμό που ενίοτε γίνεται χείμαρρος ή αναφέρεται σ' αυτόν
ποταμοχειμάρρειου	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειους	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμοχειμάρρειων	=	ποταμοχειμάρρειος
ποταμού	noun	γενική ενικού του ποταμός
ποταμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποταμός
ποταμωνυμίου	=	ποταμωνύμιο
ποταμωνυμίων	=	ποταμωνύμιο
ποταμωνύμια	=	ποταμωνύμιο
ποταμωνύμιο	noun|formal	η ονομασία ενός ποταμού
ποταμωνύμιου	=	ποταμωνύμιο
ποταμωνύμιων	=	ποταμωνύμιο
ποταμό	noun	αιτιατική ενικού του ποταμός
ποταμόκολπε	=	ποταμόκολπος
ποταμόκολπο	=	ποταμόκολπος
ποταμόκολποι	=	ποταμόκολπος
ποταμόκολπος	noun	κόλπος σε ποτάμι (συνήθως στις εκβολές του και με υφάλμυρα νερά)
ποταμόκολπου	=	ποταμόκολπος
ποταμόκολπους	=	ποταμόκολπος
ποταμόκολπων	=	ποταμόκολπος
ποταμόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταμόπλοιο
ποταμόπλοιο	noun	μορφή πλοίου που μπορεί να πλέει σε ποτάμι
ποταμόπλοιον	noun	ποταμόπλοιο
ποταμόπλοιου	noun	γενική ενικού του ποταμόπλοιο
ποταμόπλοιων	noun	γενική πληθυντικού του ποταμόπλοιο
ποταμός	noun	μεγάλη υδάτινη μάζα που ρέει σε μεγάλη απόσταση με φυσική ροή εντός μίας καθορισμένης κοίτης, ξεκινώντας από μία ή περισσότερες φυσικές πηγές ή λίμνες και καταλήγοντας στη θάλασσα ή σε λίμνη
ποταμότρυγγα	=	ποταμότρυγγας
ποταμότρυγγας	noun	το πουλί Actitis Hypoleucos
ποταμότρυγγες	=	ποταμότρυγγας
ποταμόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταμόψαρο
ποταμόψαρο	noun	ψάρι που ζει σε ποτάμι, σε γλυκό νερό
ποταμόψαρου	noun	γενική ενικού του ποταμόψαρο
ποταμόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του ποταμόψαρο
ποταμών	noun	γενική πληθυντικού του ποταμός
ποταπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταπό	adv	τιποτένια, πρόστυχα
ποταπέ	adj	κλητική ενικού του ποταπός
ποταπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταπή
ποταπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποταπός
ποταπής	adj	γενική ενικού του ποταπή
ποταποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποταπός
ποταποτήτων	=	ποταπότητα
ποταπού	adj	γενική ενικού του ποταπός
ποταπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποταπός
ποταπό	adj	αιτιατική ενικού του ποταπός
ποταπός	adj	ηθικά ευτελής, τιποτένιος, μικρός
ποταπότης	noun	ποταπότητα
ποταπότητα	noun	η ευτέλεια, η κατάσταση που δηλώνει εξευτελισμό, η προστυχιά, η χυδαιότητα, η ελεεινότητα, η κατάσταση που δηλώνει ξεπεσμό, ταπεινά κίνητρα, εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο
ποταπότητας	noun	γενική ενικού του ποταπότητα
ποταπότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποταπότητα
ποταπών	adj	γενική πληθυντικού του ποταπός
ποταπώς	adv	τιποτένια, πρόστυχα
ποτασίου	=	ποτάσιο
ποτασίων	=	ποτάσιο
ποτασών	noun	γενική πληθυντικού του ποτάσα
ποτενσιομέτρου	=	ποτενσιόμετρο
ποτενσιομέτρων	=	ποτενσιόμετρο
ποτενσιόμετρα	=	ποτενσιόμετρο
ποτενσιόμετρο	noun	αναλογικό ή ηλεκτρονικό εξάρτημα, που χρησιμοποιείται κυρίως για τον έλεγχο της έντασης του ήχου, του τόνου κ.λπ. ενός ηχητικού σήματος
ποτενσιόμετρου	=	ποτενσιόμετρο
ποτενσιόμετρων	=	ποτενσιόμετρο
ποτζάρω	verb	άλλη μορφή του μποτζάρω
ποτηράκι	noun	υποκοριστικό του ποτήρι
ποτηράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτηράκι
ποτηρέλι	noun	(υποκοριστικό) το ποτηράκι
ποτηρέλια	=	ποτηρέλι
ποτηρελιού	=	ποτηρέλι
ποτηρελιών	=	ποτηρέλι
ποτηριά	noun	ποσότητα από υγρό που μπορεί να χωρέσει σε ένα ποτήρι
ποτηριάς	=	ποτηριά
ποτηριές	=	ποτηριά
ποτηριού	noun	γενική ενικού του ποτήρι
ποτηριών	noun	γενική πληθυντικού του ποτήρι
ποτηροθήκες	=	ποτηροθήκη
ποτηροθήκη	noun	θήκη για ποτήρια
ποτηροθήκης	=	ποτηροθήκη
ποτηροθηκών	=	ποτηροθήκη
ποτηροτρύπανα	=	ποτηροτρύπανο
ποτηροτρύπανο	noun	εξάρτημα για δράπανο που χρησιμεύει στο άνοιγμα κυλινδρικών οπών
ποτηροτρύπανου	=	ποτηροτρύπανο
ποτηροτρύπανων	=	ποτηροτρύπανο
ποτιζόμασταν	=	ποτίζω
ποτιζόμαστε	=	ποτίζω
ποτιζόμουν	=	ποτίζω
ποτιζόμουνα	=	ποτίζω
ποτιζόντουσαν	=	ποτίζω
ποτιζόσασταν	=	ποτίζω
ποτιζόσαστε	=	ποτίζω
ποτιζόσουν	=	ποτίζω
ποτιζόσουνα	=	ποτίζω
ποτιζόταν	=	ποτίζω
ποτιζότανε	=	ποτίζω
ποτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πότισμα
ποτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτισμένο
ποτισμένε	verb	κλητική ενικού του ποτισμένος
ποτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτισμένη
ποτισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποτισμένος
ποτισμένης	verb	γενική ενικού του ποτισμένη
ποτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ποτισμένος
ποτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποτισμένος
ποτισμένος	=	ποτίζω
ποτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ποτισμένος
ποτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ποτισμένος
ποτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ποτισμένος
ποτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτιστής
ποτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ποτιστής
ποτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστήκαν	=	ποτίζω
ποτιστήκανε	=	ποτίζω
ποτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστήρι	noun	σκεύος που χρησιμοποιείται στην κηπουρική για το πότισμα των φυτών, δοχείο που καταλήγει σε στενό λαιμό συχνά με μικρές τρύπες στην άκρη για καλύτερη διασπορά του νερού
ποτιστήρια	=	ποτιστήρι
ποτιστής	noun	κάποιος που ποτίζει
ποτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστηριού	=	ποτιστήρι
ποτιστηριών	=	ποτιστήρι
ποτιστικά	noun	που χρειάζονται πότισμα (για φυτό που είναι ποτιστικό)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτιστικό, ουδέτερο του ποτιστικός
ποτιστικέ	adj	κλητική ενικού του ποτιστικός
ποτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτιστική
ποτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ποτιστικός
ποτιστικής	adj	γενική ενικού του ποτιστική
ποτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποτιστικός
ποτιστικού	adj	γενική ενικού του ποτιστικός
ποτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ποτιστικός
ποτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ποτιστικός
ποτιστικός	adj	που αναφέρεται στο πότισμα
ποτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ποτιστικός
ποτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστούνε	=	ποτίζω
ποτιστρών	noun	γενική πληθυντικού του ποτίστρα
ποτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποτίζομαι
ποτιστών	noun	γενική πληθυντικού του ποτιστής
ποτνιών	=	πότνια
ποτοαπαγορεύσεις	=	ποτοαπαγόρευση
ποτοαπαγορεύσεων	=	ποτοαπαγόρευση
ποτοαπαγόρευση	noun	η απαγόρευση της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών
ποτοαπαγόρευσης	=	ποτοαπαγόρευση
ποτοποιέ	noun	κλητική ενικού του ποτοποιός
ποτοποιία	noun	το ποτοποιείο (ως εταιρεία)
ποτοποιίας	noun	γενική ενικού του ποτοποιία
ποτοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτοποιία
ποτοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτοποιείο
ποτοποιείο	noun	βιοτεχνικό ή βιομηχανικό κατάστημα όπου παρασκευάζονται οινοπνευματώδη ποτά
ποτοποιείου	noun	γενική ενικού του ποτοποιείο
ποτοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του ποτοποιείο
ποτοποιεῖον	noun	ποτοποιείο
ποτοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του ποτοποιία
ποτοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ποτοποιός
ποτοποιού	noun	γενική ενικού του ποτοποιός
ποτοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ποτοποιός
ποτοποιό	noun	αιτιατική ενικού του ποτοποιός
ποτοποιός	noun	βιομήχανος ή ειδικός τεχνίτης παρασκευής οινοπνευματωδών ποτών, κρασιού, μπύρας
ποτοποιών	noun	γενική πληθυντικού του ποτοποιός
ποτοπωλεία	=	ποτοπωλείο
ποτοπωλείο	noun	μαγαζί στο οποίο προσφέρονται αλκοολούχα ποτά
ποτοπωλείου	=	ποτοπωλείο
ποτοπωλείων	=	ποτοπωλείο
ποτού	noun	γενική ενικού του ποτό
ποτούμπα	noun|slang	το πιόμα, το ποτό ως απόλαυση
ποτούμπας	=	ποτούμπα
ποτούμπες	=	ποτούμπα
ποτριών	noun	γενική πληθυντικού του πότρια
ποτό	noun	κάθε τι που πίνεται (εκτός ίσως από το νερό και το γάλα)· λέγεται κυρίως για τα αναψυκτικά και τα οινοπνευματώδη
ποτόκι	noun|dated	ρέμα, ρυάκι
ποτόκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποτόκι
ποτών	noun	γενική πληθυντικού του ποτό
που	particle	αναφορικό· αντικαθιστά στο λόγο όλους τους κλιτικούς τύπους αντωνυμίας ο οποίος
πουά	noun	βούλα	adj	που αφορά ρούχο ή ύφασμα με βούλες
πουάν	noun	βούλα	adj	που αφορά ρούχο ή ύφασμα με βούλες
πουαντιγισμέ	=	πουαντιγισμός
πουαντιγισμοί	=	πουαντιγισμός
πουαντιγισμού	=	πουαντιγισμός
πουαντιγισμούς	=	πουαντιγισμός
πουαντιγισμό	=	πουαντιγισμός
πουαντιγισμός	noun	άλλη μορφή του πουαντιλισμός
πουαντιγισμών	=	πουαντιγισμός
πουαντιγιστής	=	πουαντιλιστής
πουαντιλισμέ	noun	κλητική ενικού του πουαντιλισμός
πουαντιλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουαντιλισμός
πουαντιλισμού	noun	γενική ενικού του πουαντιλισμός
πουαντιλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πουαντιλισμός
πουαντιλισμό	noun	αιτιατική ενικού του πουαντιλισμός
πουαντιλισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα και ζωγραφική τεχνική του ιμπρεσιονισμού που χρησιμοποιεί μικρές διακριτές χρωματιστές κουκκίδες ή στίγματα, προκειμένου να δημιουργηθούν εικόνες
πουαντιλισμών	noun	γενική πληθυντικού του πουαντιλισμός
πουαντιλιστές	=	πουαντιλιστής
πουαντιλιστή	=	πουαντιλιστής
πουαντιλιστής	noun	ζωγράφος που χρησιμοποιεί την τεχνική του πουαντιλισμού
πουαντιλιστικά	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικέ	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικές	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστική	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικής	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικοί	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικού	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικούς	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικό	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πουαντιλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πουαντιλιστικών	=	πουαντιλιστικός
πουαντιλιστών	=	πουαντιλιστής
πουγκί	noun	μικρό σακούλι που κλείνει με κορδόνι και χρησίμευε παλαιότερα για τη φύλαξη και μεταφορά χρημάτων
πουγκιά	=	πουγκί
πουγκιού	=	πουγκί
πουγκιών	=	πουγκί
πουδράραμε	=	πουδράρω
πουδράραν	=	πουδράρω
πουδράρανε	=	πουδράρω
πουδράρατε	=	πουδράρω
πουδράρει	=	πουδράρω
πουδράρεις	=	πουδράρω
πουδράρεσαι	=	πουδράρω
πουδράρεστε	=	πουδράρω
πουδράρεται	=	πουδράρω
πουδράρετε	=	πουδράρω
πουδράριζα	=	πουδράρω
πουδράριζαν	=	πουδράρω
πουδράριζε	=	πουδράρω
πουδράριζες	=	πουδράρω
πουδράρισα	=	πουδράρω
πουδράρισαν	=	πουδράρω
πουδράρισε	=	πουδράρω
πουδράρισες	=	πουδράρω
πουδράρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πουδράρω
πουδράρομαι	=	πουδράρω
πουδράρομε	=	πουδράρω
πουδράρονται	=	πουδράρω
πουδράρονταν	=	πουδράρω
πουδράροντας	=	πουδράρω
πουδράρουμε	=	πουδράρω
πουδράρουν	=	πουδράρω
πουδράρουνε	=	πουδράρω
πουδράρω	verb	ρίχνω πούδρα
πουδρίτσα	noun	υποκοριστικό του πούδρα
πουδρίτσας	noun	γενική ενικού του πουδρίτσα
πουδρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουδρίτσα
πουδραρίζεσαι	=	πουδράρω
πουδραρίζεστε	=	πουδράρω
πουδραρίζεται	=	πουδράρω
πουδραρίζομαι	=	πουδράρω
πουδραρίζονται	=	πουδράρω
πουδραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουδράρισμα
πουδραρίσματος	noun	γενική ενικού του πουδράρισμα
πουδραρίσου	=	πουδράρω
πουδραρίστηκα	=	πουδράρω
πουδραρίστηκαν	=	πουδράρω
πουδραρίστηκε	=	πουδράρω
πουδραρίστηκες	=	πουδράρω
πουδραριζόμασταν	=	πουδράρω
πουδραριζόμαστε	=	πουδράρω
πουδραριζόμουν	=	πουδράρω
πουδραριζόμουνα	=	πουδράρω
πουδραριζόντουσαν	=	πουδράρω
πουδραριζόσασταν	=	πουδράρω
πουδραριζόσαστε	=	πουδράρω
πουδραριζόσουν	=	πουδράρω
πουδραριζόσουνα	=	πουδράρω
πουδραριζόταν	=	πουδράρω
πουδραριζότανε	=	πουδράρω
πουδραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πουδράρισμα
πουδραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουδραρισμένο
πουδραρισμένε	verb	κλητική ενικού του πουδραρισμένος
πουδραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουδραρισμένη
πουδραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουδραρισμένος
πουδραρισμένης	verb	γενική ενικού του πουδραρισμένη
πουδραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πουδραρισμένος
πουδραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουδραρισμένος
πουδραρισμένος	=	πουδράρω
πουδραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πουδραρισμένος
πουδραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πουδραρισμένος
πουδραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πουδραρισμένος
πουδραριστήκαμε	=	πουδράρω
πουδραριστήκαν	=	πουδράρω
πουδραριστήκανε	=	πουδράρω
πουδραριστήκατε	=	πουδράρω
πουδραριστεί	=	πουδράρω
πουδραριστείς	=	πουδράρω
πουδραριστείτε	=	πουδράρω
πουδραριστούμε	=	πουδράρω
πουδραριστούν	=	πουδράρω
πουδραριστούνε	=	πουδράρω
πουδραριστώ	=	πουδράρω
πουδριέρα	noun	κουτί που περιέχει πούδρα (και άλλα σύνεργα για μακιγιάρισμα)
πουδριέρας	noun	γενική ενικού του πουδριέρα
πουδριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουδριέρα
πουδρών	=	πούδρα
πουζιάζω	verb	πρήζω
πουητές	=	πουλητής
πουθενά	noun	ήρθε από το πουθενά: εμφανίστηκε ξαφνικά, ως διά μαγείας	adv	σε κανέναν τόπο (στάση)
πουκάμισα	=	πουκάμισο
πουκάμισο	noun	ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος
πουκάμισου	=	πουκάμισο
πουκάμισων	=	πουκάμισο
πουκαμίσα	noun	το είδος πουκάμισου το οποίο είναι μακρύ και φαρδύ και κουμπώνει στο πάνω μέρος καθώς φοριέται εξωτερικά
πουκαμίσας	noun	γενική ενικού του πουκαμίσα
πουκαμίσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουκαμίσα
πουκαμίσου	=	πουκάμισο
πουκαμίσων	=	πουκάμισο
πουκαμισά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πουκαμισάς
πουκαμισάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουκαμισάς
πουκαμισάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουκαμισάδικο
πουκαμισάδικο	noun	το μαγαζί του πουκαμισά
πουκαμισάδικου	noun	γενική ενικού του πουκαμισάδικο
πουκαμισάδικων	noun	γενική πληθυντικού του πουκαμισάδικο
πουκαμισάδων	noun	γενική πληθυντικού του πουκαμισάς
πουκαμισάκι	noun	υποκοριστικό του πουκάμισο
πουκαμισάκια	=	πουκαμισάκι
πουκαμισάρα	noun	μεγεθυντικό του πουκάμισο
πουκαμισάρας	=	πουκαμισάρα
πουκαμισάρες	=	πουκαμισάρα
πουκαμισάς	noun	αυτός που ειδικεύεται στην δημιουργία πουκάμισων
πουκαμισιά	noun|vulgar	όμορφο / φίνο πουκάμισο
πουκαμισιάς	=	πουκαμισιά
πουκαμισιές	=	πουκαμισιά
πουκαμισιών	=	πουκαμισιά
πουκαμισού	noun	θηλυκό του πουκαμισάς: ράφτρα ή πωλήτρια πουκαμίσων
πουκαμισούδες	=	πουκαμισού
πουκαμισούδων	=	πουκαμισού
πουκαμισούς	=	πουκαμισού
πουκαμισών	=	πουκαμίσα
πουλά	=	πουλάω
πουλάγαμε	=	πουλάω
πουλάγανε	=	πουλάω
πουλάγατε	=	πουλάω
πουλάδα	noun|vulgar	κότα νεαρής ηλικίας, θηλυκό κοτόπουλο
πουλάδας	=	πουλάδα
πουλάδες	=	πουλάδα
πουλάδων	=	πουλάδα
πουλάει	=	πουλάω
πουλάκηδες	=	πουλάκιας
πουλάκηδων	=	πουλάκιας
πουλάκι	noun	μικρό σε μέγεθος ή σε ηλικία πουλί.
πουλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλάκι
πουλάκιας	noun	αυτός που ασχολείται συστηματικά με την παρατήρηση των πουλιών
πουλάμε	=	πουλάω
πουλάν	=	πουλάω
πουλάνε	=	πουλάω
πουλάνι	noun	μικρή χτιστή δεξαμενή η οποία τοποθετείται μπροστά από το πατητήρι ή σε ελαιοτριβείο ώστε να ρέει ο μούστος ή το λάδι εντός αυτής, υπολήνιο
πουλάνια	=	πουλάνι
πουλάρα	noun	το θηλυκό του πουλαριού
πουλάρι	noun	το μικρό του αλόγου, του γαϊδουριού ή του μουλαριού
πουλάρια	=	πουλάρι
πουλάς	=	πουλάω
πουλάτε	=	πουλάω
πουλάω	verb	μεταφέρω ορισμένο αγαθό ή δικαίωμα ενάντι χρηματικής αποζημίωσης
πουλέν	noun	άλογο που θεωρείται φαβορί στο οποίο ποντάρει κάποιος
πουλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούλημα
πουλήματος	noun	γενική ενικού του πούλημα
πουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσαν	=	πουλάω
πουλήσανε	=	πουλάω
πουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσεων	=	πούληση
πουλήσομε	=	πουλάω
πουλήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσουνε	=	πουλάω
πουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πουλί	noun	μικρό ζώο που πετά, πτηνό
πουλακίδα	noun	η νεαρή κότα
πουλακίδας	=	πουλακίδα
πουλακίδες	=	πουλακίδα
πουλακίδων	=	πουλακίδα
πουλανιού	=	πουλάνι
πουλανιών	=	πουλάνι
πουλαράκι	=	πουλάρι
πουλαριού	=	πουλάρι
πουλαριών	=	πουλάρι
πουλερικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλερικό
πουλερικού	noun	γενική ενικού του πουλερικό
πουλερικό	noun	οικόσιτο εκτρεφόμενο πτηνό (κότα, γαλοπούλα, πάπια, χήνα κ.λπ.)
πουλερικών	noun	γενική πληθυντικού του πουλερικό
πουλεύω	verb|vulgar	παίρνω τον πούλο
πουληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθήκαν	=	πουλάω
πουληθήκανε	=	πουλάω
πουληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουληθούνε	=	πουλάω
πουληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουλιέμαι
πουλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πούλημα
πουλημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλημένο
πουλημένε	adj	κλητική ενικού του πουλημένος
πουλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλημένη
πουλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουλημένος
πουλημένης	adj	γενική ενικού του πουλημένη
πουλημένο	adj	αιτιατική ενικού του πουλημένος
πουλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουλημένος
πουλημένος	verb	που έχει πωληθεί
πουλημένου	verb	γενική ενικού του πουλημένος
πουλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πουλημένος
πουλημένων	adj	γενική πληθυντικού του πουλημένος
πουλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλητής
πουλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πουλητής
πουλητής	noun	άλλη μορφή του πωλητής
πουλητών	noun	γενική πληθυντικού του πουλητής
πουλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλί
πουλιάνα	noun|dated	πεδινή (ακαλλιέργητη) έκταση, αλάνα
πουλιάνας	=	πουλιάνα
πουλιάνες	=	πουλιάνα
πουλιάνων	=	πουλιάνα
πουλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πουλάω
πουλιέσαι	=	πουλάω
πουλιέστε	=	πουλάω
πουλιέται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του πουλάω
πουλιού	noun	γενική ενικού του πουλί
πουλιούνται	=	πουλάω
πουλιούνταν	=	πουλάω
πουλιόμασταν	=	πουλάω
πουλιόμαστε	=	πουλάω
πουλιόμουν	=	πουλάω
πουλιόμουνα	=	πουλάω
πουλιόνται	=	πουλάω
πουλιόνταν	=	πουλάω
πουλιόντανε	=	πουλάω
πουλιόντουσαν	=	πουλάω
πουλιόσασταν	=	πουλάω
πουλιόσαστε	=	πουλάω
πουλιόσουν	=	πουλάω
πουλιόσουνα	=	πουλάω
πουλιόταν	=	πουλάω
πουλιότανε	=	πουλάω
πουλιών	noun	γενική πληθυντικού του πουλί
πουλμανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλμανάκι
πουλοβεράκι	noun	μικρό ή ελαφρύ ή ψιλό πουλόβερ
πουλοβεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουλοβεράκι
πουλολόγε	=	πουλολόγος
πουλολόγο	=	πουλολόγος
πουλολόγοι	=	πουλολόγος
πουλολόγος	noun	κυνηγός πτηνών, που κυνηγάει πουλιά
πουλολόγου	=	πουλολόγος
πουλολόγους	=	πουλολόγος
πουλολόγων	=	πουλολόγος
πουλούμε	=	πουλάω
πουλούν	=	πουλάω
πουλούνε	=	πουλάω
πουλούσα	=	πουλάω
πουλούσαμε	=	πουλάω
πουλούσαν	=	πουλάω
πουλούσανε	=	πουλάω
πουλούσατε	=	πουλάω
πουλούσε	=	πουλάω
πουλούσες	=	πουλάω
πουλσατίλα	noun	ανθός με μωβ πέταλα, που έχει φαρμακευτικές ιδιότητες
πουλσατίλας	=	πουλσατίλα
πουλσατίλες	=	πουλσατίλα
πουλσατιλών	=	πουλσατίλα
πουλχερίτσας	noun	γενική ενικού του Πουλχερίτσα
πουλόβερ	noun	πλεκτό ρούχο, για το πάνω μέρος του σώματος, από τη μέση μέχρι το λαιμό, συνήθως μάλλινο
πουλώ	verb	λιγότερο συνηθισμένη μορφή του πουλάω
πουλώντας	=	πουλάω
πουμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουμωμένο
πουμωμένε	verb	κλητική ενικού του πουμωμένος
πουμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουμωμένη
πουμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουμωμένος
πουμωμένης	verb	γενική ενικού του πουμωμένη
πουμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πουμωμένος
πουμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουμωμένος
πουμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πουμωμένος
πουμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πουμωμένος
πουμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πουμωμένος
πουμώνω	verb	φλομώνω
πουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λέω
πουνέντε	=	πουνέντες
πουνέντες	noun	ο δυτικός άνεμος, ο ζέφυρος
πουνέντηδες	=	πουνέντες
πουνέντηδων	=	πουνέντες
πουνέντης	noun	βλέπε πουνέντες
πουνεντογάρμπη	=	πουνεντογάρμπης
πουνεντογάρμπηδες	=	πουνεντογάρμπης
πουνεντογάρμπηδων	=	πουνεντογάρμπης
πουνεντογάρμπης	noun	νοτιοδυτικός άνεμος
πουντιάζαμε	=	πουντιάζω
πουντιάζαν	=	πουντιάζω
πουντιάζανε	=	πουντιάζω
πουντιάζατε	=	πουντιάζω
πουντιάζει	=	πουντιάζω
πουντιάζεις	=	πουντιάζω
πουντιάζετε	=	πουντιάζω
πουντιάζοντας	=	πουντιάζω
πουντιάζουμε	=	πουντιάζω
πουντιάζουν	=	πουντιάζω
πουντιάζουνε	=	πουντιάζω
πουντιάζω	verb	παθαίνω πνευμονικό κρυολόγημα
πουντιάσαμε	=	πουντιάζω
πουντιάσαν	=	πουντιάζω
πουντιάσανε	=	πουντιάζω
πουντιάσατε	=	πουντιάζω
πουντιάσει	=	πουντιάζω
πουντιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούντιασμα
πουντιάσματος	noun	γενική ενικού του πούντιασμα
πουντιάστε	=	πουντιάζω
πουντιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πούντιασμα
πουντιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουντιασμένο
πουντιασμένε	verb	κλητική ενικού του πουντιασμένος
πουντιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουντιασμένη
πουντιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουντιασμένος
πουντιασμένης	verb	γενική ενικού του πουντιασμένη
πουντιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πουντιασμένος
πουντιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουντιασμένος
πουντιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πουντιασμένος
πουντιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πουντιασμένος
πουντιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πουντιασμένος
πουντριέρα	noun	άλλη μορφή του πουδριέρα
πουντριέρας	=	πουντριέρα
πουντριέρες	=	πουντριέρα
πουπέκι	noun	είδος γαλατόπιτας
πουπέκια	=	πουπέκι
πουπουλένια	=	πουπουλένιος
πουπουλένιας	=	πουπουλένιος
πουπουλένιε	=	πουπουλένιος
πουπουλένιες	=	πουπουλένιος
πουπουλένιο	=	πουπουλένιος
πουπουλένιοι	=	πουπουλένιος
πουπουλένιος	adj	φτιαγμένος από πούπουλα
πουπουλένιου	=	πουπουλένιος
πουπουλένιους	=	πουπουλένιος
πουπουλένιων	=	πουπουλένιος
πουρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πουρός
πουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουράκι
πουράκλα	noun	μεγάλο πούρο (κυριολεκτικά ή ειρωνικά)
πουράκλας	=	πουράκλα
πουράκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουράκλα
πουρέ	noun	άκλιτη μορφή του πουρές	adj	κλητική ενικού του πουρός
πουρέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουρές
πουρέδων	=	πουρές
πουρέκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουρέκλα
πουρές	noun	πολτός που παρασκευάζεται από λιωμένες βραστές πατάτες, βούτυρο και γάλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουρή
πουρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουρός
πουρής	adj	γενική ενικού του πουρή
πουρί	noun|dated	πωρόλιθος
πουργέ	=	πουργός
πουργατόρια	=	πουργατόριο
πουργατόριο	noun	καθαρτήριο
πουργατόριον	noun	άλλη μορφή του πουργκατόριον: το πουργατόριο, το καθαρτήριο
πουργατόριου	=	πουργατόριο
πουργατόριων	=	πουργατόριο
πουργκατόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουργκατόριο
πουργκατόριο	noun	καθαρτήριο
πουργκατόριον	noun	πουργκατόριο, το καθαρτήριο
πουργκατόριου	noun	γενική ενικού του πουργκατόριο
πουργκατόριων	noun	γενική πληθυντικού του πουργκατόριο
πουργοί	=	πουργός
πουργού	=	πουργός
πουργούς	=	πουργός
πουργό	=	πουργός
πουργός	noun|dated	βοηθός του χτίστη, πηλοφόρος που κουβαλάει τη λάσπη ή πέτρες
πουργών	=	πουργός
πουριά	=	πουρί
πουριάζω	verb	εμφανίζω πουρί
πουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουριασμένο
πουριασμένε	verb	κλητική ενικού του πουριασμένος
πουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουριασμένη
πουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουριασμένος
πουριασμένης	verb	γενική ενικού του πουριασμένη
πουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πουριασμένος
πουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουριασμένος
πουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πουριασμένος
πουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πουριασμένος
πουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πουριασμένος
πουρινεργικά	=	πουρινεργικός
πουρινεργικέ	=	πουρινεργικός
πουρινεργικές	=	πουρινεργικός
πουρινεργική	=	πουρινεργικός
πουρινεργικής	=	πουρινεργικός
πουρινεργικοί	=	πουρινεργικός
πουρινεργικού	=	πουρινεργικός
πουρινεργικούς	=	πουρινεργικός
πουρινεργικό	=	πουρινεργικός
πουρινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της πουρίνης
πουρινεργικών	=	πουρινεργικός
πουριού	=	πουρί
πουριτανέ	noun	κλητική ενικού του πουριτανός
πουριτανές	=	πουριτανή
πουριτανή	noun	θηλυκό του πουριτανός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουριτανός
πουριτανής	=	πουριτανή
πουριτανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πουριτανικός	adv	με πουριτανικό τρόπο
πουριτανικέ	adj	κλητική ενικού του πουριτανικός
πουριτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουριτανική
πουριτανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουριτανικός
πουριτανικής	adj	γενική ενικού του πουριτανική
πουριτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουριτανικός
πουριτανικού	adj	γενική ενικού του πουριτανικός
πουριτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πουριτανικός
πουριτανικό	adj	αιτιατική ενικού του πουριτανικός
πουριτανικός	adj	που έχει σχέση με πουριτανισμό ή πουριτανό ή αναφέρεται σ’ αυτά
πουριτανικών	adj	γενική πληθυντικού του πουριτανικός
πουριτανισμέ	noun	κλητική ενικού του πουριτανισμός
πουριτανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουριτανισμός
πουριτανισμού	noun	γενική ενικού του πουριτανισμός
πουριτανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πουριτανισμός
πουριτανισμό	noun	αιτιατική ενικού του πουριτανισμός
πουριτανισμός	noun	η θρησκευτική κίνηση των πουριτανών
πουριτανισμών	noun	γενική πληθυντικού του πουριτανισμός
πουριτανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουριτανός
πουριτανού	noun	γενική ενικού του πουριτανός
πουριτανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πουριτανός
πουριτανό	noun	αιτιατική ενικού του πουριτανός
πουριτανός	noun	το μέλος της θρησκευτικής κίνησης που εκδηλώθηκε από την Προτεσταντική Εκκλησία κατά το 16ο και 17ο αιώνα, η οποία έθετε το αίτημα της εκκαθάρισης της Αγγλικανικής Εκκλησίας από ρωμαιοκαθολικά στοιχεία (π.χ. το θεσμό των επισκόπων) και προωθούσε μεγάλη αυστηρότητα στα ήθη
πουριτανών	noun	γενική πληθυντικού του πουριτανός
πουριών	=	πουρί
πουρμπουάρ	noun	το φιλοδώρημα
πουρνάρι	noun	αειθαλής θάμνος (είδος Quercus coccifera, γνωστός επίσης ως Δρυς η κοκκοφόρος και Δρυς η πρίνος) με ξυλώδη βλαστό, με αγκαθωτά φύλλα και με καρπό όμοιο με της βαλανιδιάς, που σχηματίζει εκτεταμένα δάση, είτε μόνο από πουρνάρι, είτε με άλλα δένδρα και θάμνους
πουρνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουρνάρι
πουρναριού	noun	γενική ενικού του πουρνάρι
πουρναριών	noun	γενική πληθυντικού του πουρνάρι
πουρναρόψαρα	=	πουρναρόψαρο
πουρναρόψαρο	noun	ευφημισμός για το αγριογούρουνο (που ζει ανάμεσα στα πουρνάρια), όταν γίνεται αναφορά σε κατανάλωσή του σε καιρό νηστείας
πουρναρόψαρου	=	πουρναρόψαρο
πουρναρόψαρων	=	πουρναρόψαρο
πουρνό	noun	το πρωί, το πρωινό
πουροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουρός
πουρού	adj	γενική ενικού του πουρός	noun	η κόρνα
πουρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πουρός
πουρπουρίζω	verb	συνώνυμο του γουργουρίζω
πουρσουίτ	noun	ποδηλατικός αγώνας πίστας, κατά τον οποίο δύο αντίπαλοι ξεκινούν από αντίθετες πλευρές της πίστας και προσπαθούν να προλάβουν ο ένας τον άλλον
πουρό	adj	αιτιατική ενικού του πουρός	noun	άτομο μεγάλης ηλικίας
πουρός	adj	ο γέρος, ο ηλικιωμένος
πουρών	adj	γενική πληθυντικού του πουρός
πους	noun|archaic	το πόδι
πουσιού	=	πούσι
πουσιών	=	πούσι
πουσουκού	abbrev|slang	άλλη μορφή του πσκ
πουσουνίζω	verb	αγοράζω
πουστάκι	=	πούστης
πουστάκος	=	πούστης
πουστάρα	noun	μεγεθυντικό του πούστης
πουστάρας	noun	γενική ενικού του πουστάρα
πουστάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουστάρα
πουστάρων	=	πουστάρα
πουστίζω	verb	μοιάζω με ομοφυλόφιλο ή υιοθετώ ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές
πουστίτσα	noun	υποκοριστικό του πουστιά
πουστίτσας	noun	γενική ενικού του πουστίτσα
πουστίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουστίτσα
πουσταρά	=	πουσταράς
πουσταράδες	=	πουσταράς
πουσταράδων	=	πουσταράς
πουσταράς	noun|vulgar	μεγεθυντικό του πούστης
πουσταρέλι	noun|slang	υποκοριστικό του πούστης
πουσταρέλια	=	πουσταρέλι
πουσταρδέλι	noun|vulgar	νεαρός πούστης
πουσταρδέλια	=	πουσταρδέλι
πουσταρδελιού	=	πουσταρδέλι
πουσταρδελιών	=	πουσταρδέλι
πουσταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουσταριό
πουσταριού	noun	γενική ενικού του πουσταριό
πουσταριό	noun	ο πούστης
πουσταριών	noun	γενική πληθυντικού του πουσταριό
πουστιά	noun|vulgar	ατιμία, εξαπάτηση, δόλια ενέργεια, αθέτηση μια υπόσχεσης ή συμφωνίας
πουστιάς	noun	γενική ενικού του πουστιά
πουστιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουστιά
πουστιών	=	πουστιά
πουστοκαλαμαρά	=	πουστοκαλαμαράς
πουστοκαλαμαράδες	=	πουστοκαλαμαράς
πουστοκαλαμαράδων	=	πουστοκαλαμαράς
πουστοκαλαμαράς	noun|vulgar	ο Ελλαδίτης, υποτιμητικά από τους Ελληνοκύπριους
πουστριλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουστριλίκι
πουστρονιού	=	πουστρόνι
πουστρονιών	=	πουστρόνι
πουστρόνι	noun	πούστης (ομοφυλόφιλος)
πουστρόνια	=	πουστρόνι
πουστόγερε	=	πουστόγερος
πουστόγερο	=	πουστόγερος
πουστόγεροι	=	πουστόγερος
πουστόγερος	noun|vulgar	πούστης και ανήθικος γέρος
πουστόγερου	=	πουστόγερος
πουστόγερους	=	πουστόγερος
πουστόγερων	=	πουστόγερος
πουτάνα	noun|vulgar	η πόρνη
πουτάνας	noun	γενική ενικού του πουτάνα
πουτάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτάνα
πουτάνιζα	=	πουτανίζω
πουτάνιζαν	=	πουτανίζω
πουτάνιζε	=	πουτανίζω
πουτάνιζες	=	πουτανίζω
πουτάνισα	=	πουτανίζω
πουτάνισαν	=	πουτανίζω
πουτάνισε	=	πουτανίζω
πουτάνισες	=	πουτανίζω
πουτί	noun	το αιδοίο
πουτίγγα	noun	άλλη γραφή του πουτίγκα
πουτίγγας	=	πουτίγγα
πουτίγγες	=	πουτίγγα
πουτίγκα	noun	ψημένο επιδόρπιο με κρούστα και γέμιση κρέμας
πουτίγκας	noun	γενική ενικού του πουτίγκα
πουτίγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτίγκα
πουτίνγκα	noun	άλλη γραφή του πουτίγκα
πουτίνγκας	=	πουτίνγκα
πουτίνγκες	=	πουτίνγκα
πουτανάκι	noun	υποκοριστικό του πουτάνα
πουτανάκια	=	πουτανάκι
πουτανάρα	noun	μεγεθυντικό του πουτάνα
πουτανάρας	=	πουτανάρα
πουτανάρες	=	πουτανάρα
πουτανίζαμε	=	πουτανίζω
πουτανίζαν	=	πουτανίζω
πουτανίζανε	=	πουτανίζω
πουτανίζατε	=	πουτανίζω
πουτανίζει	=	πουτανίζω
πουτανίζεις	=	πουτανίζω
πουτανίζετε	=	πουτανίζω
πουτανίζοντας	=	πουτανίζω
πουτανίζουμε	=	πουτανίζω
πουτανίζουν	=	πουτανίζω
πουτανίζουνε	=	πουτανίζω
πουτανίζω	verb|vulgar	συμπεριφέρομαι σαν πουτάνα
πουτανίσαμε	=	πουτανίζω
πουτανίσαν	=	πουτανίζω
πουτανίσανε	=	πουτανίζω
πουτανίσατε	=	πουτανίζω
πουτανίσει	=	πουτανίζω
πουτανίστε	=	πουτανίζω
πουτανίστικα	adv	με πουτανίστικο ή ανήθικο τρόπο, ύπουλα
πουτανίστικε	adj	κλητική ενικού του πουτανίστικος
πουτανίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτανίστικη
πουτανίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουτανίστικος
πουτανίστικης	adj	γενική ενικού του πουτανίστικη
πουτανίστικο	adj	αιτιατική ενικού του πουτανίστικος
πουτανίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πουτανίστικος
πουτανίστικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με πουτάνα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ταιριάζει σ’ αυτή
πουτανίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πουτανίστικος
πουτανίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πουτανίστικος
πουτανίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πουτανίστικος
πουτανίτσα	noun	υποκοριστικό του πουτάνα
πουτανίτσας	=	πουτανίτσα
πουτανίτσες	=	πουτανίτσα
πουταναριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουταναριό
πουταναριού	noun	γενική ενικού του πουταναριό
πουταναριό	noun|vulgar	η πόρνη
πουταναριών	noun	γενική πληθυντικού του πουταναριό
πουτανιά	noun	η συμπεριφορά της πουτάνας
πουτανιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πουτανιάρης
πουτανιάρας	adj	γενική ενικού του πουτανιάρα
πουτανιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτανιάρα
πουτανιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πουτανιάρης
πουτανιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτανιάρης
πουτανιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του πουτανιάρης
πουτανιάρης	adj	αυτός που χαίρεται επί το πλείστον να συναναστρέφεται ή να συνευρίσκεται με πουτάνες
πουτανιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτανιάρικο
πουτανιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πουτανιάρης
πουτανιάρικου	adj	γενική ενικού του πουτανιάρικο
πουτανιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του πουτανιάρικο
πουτανιάς	noun	γενική ενικού του πουτανιά
πουτανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτανιά
πουτανιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτανιλίκι
πουτανιών	=	πουτανιά
πουτιά	=	πουτί
πουτιγγών	=	πουτίγγα
πουτιγκών	noun	γενική πληθυντικού του πουτίγκα
πουτινγκών	=	πουτίνγκα
πουτιού	=	πουτί
πουτιών	=	πουτί
πουτσάρα	noun|vulgar	μεγάλη πούτσα
πουτσάρας	=	πουτσάρα
πουτσάρες	=	πουτσάρα
πουτσίζω	verb|slang	την πούτσισα: την πάτησα, έπαθα μεγάλη ζημιά
πουτσίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πουτσαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πουτσαράς
πουτσαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πουτσαράς
πουτσαράδων	noun	γενική πληθυντικού του πουτσαράς
πουτσαράς	noun|vulgar	αυτός που έχει μεγάλη πούτσα
πουτσογλείφτες	=	πουτσογλείφτης
πουτσογλείφτη	=	πουτσογλείφτης
πουτσογλείφτης	noun	υποτιμητική αναφορά σε ομοφυλόφιλο
πουτσογλειφτών	=	πουτσογλείφτης
πουτσοκέφαλα	=	πουτσοκέφαλο
πουτσοκέφαλο	noun	ασεμνής χαρακτηρισμός της κορυφής του πέους (βάλανος).
πουτσοκέφαλου	=	πουτσοκέφαλο
πουτσοκέφαλων	=	πουτσοκέφαλο
πουτσοσκάμπιλα	=	πουτσοσκάμπιλο
πουτσοσκάμπιλο	noun	χτύπημα στο μάγουλο με το πέος
πουτσοσκάμπιλου	=	πουτσοσκάμπιλο
πουτσοσκάμπιλων	=	πουτσοσκάμπιλο
πουτσοτριχών	=	πουτσότριχα
πουτσότριχα	noun|vulgar	η τρίχα του εφηβαίου του άντρα
πουτσότριχας	=	πουτσότριχα
πουτσότριχες	=	πουτσότριχα
πουτσών	=	πούτσος
πουφ	intj	χαμηλό κάθισμα που μοιάζει με κυλινδρικό μαξιλάρι και τοποθετείται πάνω στο πάτωμα
ποωδών	=	ποώδης
ποϊντιλισμέ	=	ποϊντιλισμός
ποϊντιλισμοί	=	ποϊντιλισμός
ποϊντιλισμού	=	ποϊντιλισμός
ποϊντιλισμούς	=	ποϊντιλισμός
ποϊντιλισμό	=	ποϊντιλισμός
ποϊντιλισμός	noun	άλλη μορφή του πουαντιλισμός
ποϊντιλισμών	=	ποϊντιλισμός
πού	adv	σε ποιο μέρος; σε ποιον τόπο
πούβετα	adv	πουθενά
πούδρα	noun	σκόνη που την απλώνουμε ως καλλυντικό στο πρόσωπο ή στο σώμα
πούδραρα	=	πουδράρω
πούδραραν	=	πουδράρω
πούδραρε	=	πουδράρω
πούδραρες	=	πουδράρω
πούδρας	noun	γενική ενικού του πούδρα
πούδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούδρα
πούζα	noun	η κήλη
πούζης	noun	αυτός που έχει κήλη^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
πούθε	adv|vulgar	από πού
πούθεν	adv	άλλη μορφή του πούθε
πούκλα	noun	η αγκράφα
πούλα	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πουλάω	noun	το νόμισμα της Μποτσουάνας
πούλαγα	=	πουλάω
πούλαγαν	=	πουλάω
πούλαγε	=	πουλάω
πούλαγες	=	πουλάω
πούλβερη	noun	άλλη μορφή του μπούρμπερη
πούλβερης	=	πούλβερη
πούλε	=	πούλος
πούλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πουλώ
πούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουλάω
πούληση	noun	άλλη μορφή του πώληση
πούλησης	=	πούληση
πούλι	noun	μικρό αντικείμενο σε σχήμα δίσκου, εξάρτημα παιχνιδιών, που χρησιμοποιείται από τους παίκτες του παιχνιδιού, μετακινώντας το συνήθως σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού
πούλια	noun	μεταλλικός δίσκος, μικρού μεγέθους, που συνήθως ράβεται σε γυναικεία φορέματα ή κεντήματα σαν στολίδι
πούλιας	noun	γενική ενικού του πούλια
πούλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούλια
πούλλα	noun	η πούλλα είναι μικρός κόνδυλος από εδώδιμο φυτό, το μικρό κολοκάσι
πούλμαν	noun	είδος οχήματος με πολλές θέσεις για επιβάτες και σχεδόν ελάχιστο χώρο για όρθιους
πούλο	=	πούλος
πούλοι	=	πούλος
πούλος	noun|vulgar	το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο
πούλου	=	πούλος
πούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούλουδο
πούλουδο	noun	λουλούδι, άνθος
πούλουδου	noun	γενική ενικού του πούλουδο
πούλουδων	noun	γενική πληθυντικού του πούλουδο
πούλους	=	πούλος
πούλπα	noun	πολτώδης μάζα φρούτων που χρησιμοποιείται για την παρασκευή φρουτοχυμών και μαρμελάδας
πούλπας	=	πούλπα
πούλπες	=	πούλπα
πούλων	=	πούλος
πούμα	noun	αιλουροειδές θηλαστικό της Αμερικής
πούμε	verb	1ο πρόσωπο πληθυντικού του εξαρτημένου τύπου πω του ρήματος λέω
πούνε	=	λέω
πούντα	noun	πνευμονικό κρυολόγημα
πούντας	noun	γενική ενικού του πούντα
πούντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούντα
πούντιαζα	=	πουντιάζω
πούντιαζαν	=	πουντιάζω
πούντιαζε	=	πουντιάζω
πούντιαζες	=	πουντιάζω
πούντιασα	=	πουντιάζω
πούντιασαν	=	πουντιάζω
πούντιασε	=	πουντιάζω
πούντιασες	=	πουντιάζω
πούντιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πουντιάζω
πούντρα	noun	H χλίδα.
πούντρας	=	πούντρα
πούντρες	=	πούντρα
πούπετα	adv	πουθενά
πούπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούπουλο
πούπουλο	noun	μαλακό χνουδωτό φτερό· καθένα από τα μικρά χνουδωτά φτερά ενός πουλιού
πούπουλου	noun	γενική ενικού του πούπουλο
πούπουλων	noun	γενική πληθυντικού του πούπουλο
πούππα	noun	η κούκλα
πούρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούρο
πούρας	=	πούρος
πούρε	=	πούρος
πούρες	=	πούρος
πούρι	particle|dated	όθεν, λοιπόν
πούρμπερη	noun	άλλη μορφή του μπούρμπερη
πούρμπερης	=	πούρμπερη
πούρο	noun	φύλλα καπνού, κομμένα και κυλινδρικά τυλιγμένα μέσα σε άλλα φύλλα καπνού, για κάπνισμα
πούροι	=	πούρος
πούρος	adj|vulgar	καθαρός, γνήσιος
πούρου	noun	γενική ενικού του πούρο
πούρους	=	πούρος
πούρων	noun	γενική πληθυντικού του πούρο
πούς	=	πόδι
πούσι	noun|dated	πηγάδι
πούσια	=	πούσι
πούσταρε	=	πούσταρος
πούσταρο	=	πούσταρος
πούσταροι	=	πούσταρος
πούσταρος	noun|vulgar	μεγάλος πούστης
πούσταρου	=	πούσταρος
πούσταρους	=	πούσταρος
πούσταρων	=	πούσταρος
πούστη	=	πούστης
πούστηδες	=	πούστης
πούστηδων	=	πούστης
πούστης	noun	ο ομοφυλόφιλος
πούστικα	adv	με ανήθικο τρόπο, ύπουλα
πούστικε	adj	κλητική ενικού του πούστικος
πούστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούστικη
πούστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πούστικος
πούστικης	adj	γενική ενικού του πούστικη
πούστικια	=	πούστικος
πούστικιας	=	πούστικος
πούστικο	adj	αιτιατική ενικού του πούστικος
πούστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πούστικος
πούστικος	adj	που έχει σχέση με πούστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πούστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πούστικος
πούστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πούστικος
πούστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πούστικος
πούστρα	noun|vulgar	μεγεθυντικό του πούστης
πούστρας	noun	γενική ενικού του πούστρα
πούστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούστρα
πούτσα	=	πούτσος
πούτσας	=	πούτσος
πούτσε	noun	κλητική ενικού του πούτσος
πούτσες	=	πούτσος
πούτσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πούτσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πούτσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πούτσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πουτσίζω
πούτσο	noun	αιτιατική ενικού του πούτσος
πούτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πούτσος
πούτσος	noun|vulgar	το πέος, το αντρικό γεννητικό όργανο
πούτσου	noun	γενική ενικού του πούτσος
πούτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πούτσος
πούτσων	noun	γενική πληθυντικού του πούτσος
πούττος	noun	άλλη μορφή του πουττί / πουτί
ποώδεις	=	ποώδης
ποώδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ποώδης
ποώδη	=	ποώδης
ποώδης	adj	που μοιάζει με πόα ή ανήκει σε αυτό το είδος
ποώδους	=	ποώδης
ποών	noun	γενική πληθυντικού του πόα
ππαράς	noun	παράς, χρήμα
ππαραλλής	noun	ο πλούσιος, αυτός που έχει πολλούς ππαράδες
ππούλιν	noun	το γραμματόσημο
πράα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πράος
πράας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πράα) του πράος
πράγμα	noun	κάθε αντικείμενο, κάθε τι που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας
πράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράγμα
πράγματι	adv	η επιβεβαίωση, πως κάτι ισχύει
πράγματος	noun	γενική ενικού του πράγμα
πράε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του πράος
πράες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (πράα) του πράος
πράκτορα	=	πράκτορας
πράκτορας	noun	αυτός που επ' αμοιβή διεκπεραιώνει υποθέσεις άλλων
πράκτορες	=	πράκτορας
πράκτορος	=	πράκτορας
πράμα	noun	άλλη προφορά του πράγμα
πράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράμα
πράματος	noun	γενική ενικού του πράμα
πράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξαν	=	πράττω
πράξανε	=	πράττω
πράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πράττω
πράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράξη
πράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξεων	noun	γενική πληθυντικού του πράξη
πράξεως	noun|formal	γενική ενικού του πράξη
πράξη	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω
πράξης	noun	γενική ενικού του πράξη
πράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πράττω
πράο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πράος
πράοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πράος
πράος	adj	ευγενικός, χωρίς εκρήξεις θυμού, μειλίχιος
πράου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πράος
πράους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πράος
πράσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράσο
πράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράσινο
πράσινε	adj	κλητική ενικού του πράσινος
πράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πράσινη
πράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πράσινος
πράσινης	adj	γενική ενικού του πράσινη
πράσινο	noun	το πράσινο χρώμα, το χρώμα της χλωροφύλλης	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πράσινος
πράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πράσινος
πράσινος	adj	που έχει το χρώμα των φύλλων των χλωροφυλλικών φυτών
πράσινου	adj	γενική ενικού του πράσινος
πράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πράσινος
πράσινων	adj	γενική πληθυντικού του πράσινος
πράσο	noun	ποώδες, διετές, ιθαγενές φυτό που ανήκει στο γένος Άλλιο της οικογένειας των Λειριοειδών, χρησιμοποιείται στην μαγειρική και συγγενεύει με το κρεμμύδι
πράσου	noun	γενική ενικού του πράσο
πράσσο	=	πράσο
πράσων	noun	γενική πληθυντικού του πράσο
πράτα	noun	τα πρόβατα, το κοπάδι με πρόβατα
πράτιγα	=	πράτιγο
πράτιγο	noun|dated	ελευθεροκοινωνία ύστερα από επιβεβλημένη καραντίνα
πράτιγου	=	πράτιγο
πράτιγων	=	πράτιγο
πράτρα	noun|dated	μεσίτρια, πωλήτρια
πράτρια	noun|dated	πωλήτρια
πράτταμε	=	πράττω
πράτταν	=	πράττω
πράττανε	=	πράττω
πράττατε	=	πράττω
πράττε	=	πράττω
πράττει	=	πράττω
πράττεις	=	πράττω
πράττετε	=	πράττω
πράττομαι	=	πράττω
πράττον	=	πράττων
πράττοντα	=	πράττων
πράττοντας	=	πράττω
πράττοντες	=	πράττων
πράττοντος	=	πράττων
πράττουμε	=	πράττω
πράττουν	=	πράττω
πράττουνε	=	πράττω
πράττουσα	=	πράττων
πράττουσας	=	πράττων
πράττουσες	=	πράττων
πράττω	verb	κάνω, εκτελώ, ενεργώ
πράττων	verb	που πράττει κάτι, που κάνει κάτι
πράυνση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πραΰνω
πράυνσης	=	πράυνση
πράχθηκα	=	πράττω
πράων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πράος
πράως	adv|archaic	με πράο τρόπο
πρέβαλα	=	προβάλλω
πρέβαλαν	=	προβάλλω
πρέβαλε	=	προβάλλω
πρέβαλες	=	προβάλλω
πρέβαλλα	=	προβάλλω
πρέβαλλαν	=	προβάλλω
πρέβαλλε	=	προβάλλω
πρέβαλλες	=	προβάλλω
πρέζα	noun	μικρή ποσότητα από ένα υλικό σε σκόνη ή σε κόκκους που μπορεί να πιάσει κανείς με τα δάχτυλα
πρέζαρα	=	πρεζάρω
πρέζαραν	=	πρεζάρω
πρέζαρε	=	πρεζάρω
πρέζαρες	=	πρεζάρω
πρέζας	noun	γενική ενικού του πρέζα
πρέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέζα
πρέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέκι
πρέκνα	noun	συνήθως στον πληθυντικό: πρέκνες
πρέκνας	noun	γενική ενικού του πρέκνα
πρέκνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέκνα
πρέμνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέμνο
πρέμνο	noun	αυτό που απομένει στη γη μετά το κόψιμο ενός δέντρου, είτε το τμήμα του κορμού που μένει στο έδαφος είτε, συνήθως, ολόκληρο το υπόλοιπο (μαζί με τις ρίζες)
πρέμνου	noun	γενική ενικού του πρέμνο
πρέμνων	noun	γενική πληθυντικού του πρέμνο
πρέπει	verb	υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι
πρέπον	=	πρέπων
πρέποντα	=	πρέπων
πρέποντας	=	πρέπων
πρέποντες	=	πρέπων
πρέποντος	=	πρέπων
πρέπουν	=	πρέπει
πρέπουσα	=	πρέπων
πρέπουσας	=	πρέπων
πρέπουσες	=	πρέπων
πρέπων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρέπει
πρέσα	noun	ειδικό μηχάνημα που ασκεί πίεση
πρέσας	noun	γενική ενικού του πρέσα
πρέσβειρα	noun	γυναίκα πρέσβης (πρεσβευτής)
πρέσβειρας	=	πρέσβειρα
πρέσβειρες	=	πρέσβειρα
πρέσβεις	=	πρέσβης
πρέσβευα	=	πρεσβεύω
πρέσβευαν	=	πρεσβεύω
πρέσβευε	=	πρεσβεύω
πρέσβευες	=	πρεσβεύω
πρέσβευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρέσβευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρέσβευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρέσβευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρέσβευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρεσβεύω
πρέσβευσης	=	πρέσβευση
πρέσβεων	=	πρέσβης
πρέσβεως	=	πρέσβης
πρέσβη	=	πρέσβης
πρέσβης	noun	ανώτερος διπλωματικός αντιπρόσωπος μιας χώρας σε άλλη χώρα ή διεθνή οργανισμό
πρέσβυς	=	πρέσβης
πρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέσα
πρέσιγκ	noun	άλλη μορφή του πρέσινγκ
πρέσινγκ	noun	άμυνα με πίεση στον αντίπαλο
πρέστο	noun	γρήγορα, με γρήγορο ρυθμό
πρέφα	noun	χαρτοπαίγνιο
πρέφας	noun	γενική ενικού του πρέφα
πρέφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέφα
πρήζαμε	=	πρήζω
πρήζαν	=	πρήζω
πρήζανε	=	πρήζω
πρήζατε	=	πρήζω
πρήζε	=	πρήζω
πρήζει	=	πρήζω
πρήζεις	=	πρήζω
πρήζεσαι	=	πρήζω
πρήζεστε	=	πρήζω
πρήζεται	=	πρήζω
πρήζετε	=	πρήζω
πρήζομαι	verb	αυξάνω τον όγκο μου.
πρήζομε	=	πρήζω
πρήζονται	=	πρήζω
πρήζονταν	=	πρήζω
πρήζοντας	=	πρήζω
πρήζουμε	=	πρήζω
πρήζουν	=	πρήζω
πρήζουνε	=	πρήζω
πρήζω	verb	προκαλώ αύξηση του όγκου σε τμήμα ή μέλος σώματος ανθρώπινου ή άλλου ζωικού οργανισμού
πρήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξαν	=	πρήζω
πρήξανε	=	πρήζω
πρήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξιμο	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρήζω
πρήξομε	=	πρήζω
πρήξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξουνε	=	πρήζω
πρήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζω
πρήσκω	verb|dated	πρήζω, διογκώνω
πρήστηκα	=	πρήζω
πρήστηκαν	=	πρήζω
πρήστηκε	=	πρήζω
πρήστηκες	=	πρήζω
πρήχτε	=	πρήζω
πρήχτες	=	πρήχτης
πρήχτη	=	πρήχτης
πρήχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρήχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρήχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρήχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρήχτης	noun	δυσάρεστος άνθρωπος που όλο μιλά, γκρινιάζει, παραπονιέται ή ζητάει, που μας πρήζει
πρίγκηπα	noun	αιτιατική ενικού του πρίγκηπας
πρίγκηπας	noun	ετυμολογική γραφή του πρίγκιπας
πρίγκηπες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρίγκηψ
πρίγκηπος	noun	γενική ενικού του πρίγκηψ
πρίγκηψ	noun	πρίγκιπας
πρίγκιπα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρίγκιπας
πρίγκιπας	noun	ο γιος ενός βασιλιά
πρίγκιπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρίγκιπας
πρίγκιπος	=	πρίγκιπας
πρίζα	noun	τερματικό ηλεκτρικό εξάρτημα σε σύστημα καλωδιώσεως
πρίζας	noun	γενική ενικού του πρίζα
πρίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρίζα
πρίκουελ	noun	κινηματογραφικό, θεατρικό, λογοτεχνικό, τηλεοπτικό, μουσικό ή άλλο έργο του οποίου η ιστορία προηγείται αυτής ενός προηγούμενου έργου, εστιάζοντας σε γεγονότα που συμβαίνουν πριν από την αρχική αφήγηση
πρίμα	noun	υψηλές συχνότητες	adv	λανθασμένη γραφή του πρύμα
πρίμας	=	πρίμος
πρίμε	=	πρίμος
πρίμες	=	πρίμος
πρίμο	noun	η φωνή μιας μελωδίας που κινείται σε υψηλότερες νότες
πρίμοι	=	πρίμος
πρίμος	adj	πρώτος, σημαντικότερος, σπουδαιότερος
πρίμου	=	πρίμος
πρίμουλα	noun	ονομασία πολλών ανθοκομικών φυτών του γένους Primula τα οποία ανθίζουν κοντά στο τέλος του χειμώνα και αντέχουν σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες
πρίμουλας	=	πρίμουλα
πρίμουλες	=	πρίμουλα
πρίμους	=	πρίμος
πρίμων	=	πρίμος
πρίνε	noun	κλητική ενικού του πρίνος
πρίνο	noun	αιτιατική ενικού του πρίνος
πρίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρίνος
πρίνος	noun|formal	το πουρνάρι
πρίνου	noun	γενική ενικού του πρίνος
πρίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρίνος
πρίνων	noun	γενική πληθυντικού του πρίνος
πρίσμα	noun	πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο
πρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρίσμα
πρίσματος	noun	γενική ενικού του πρίσμα
πρίφτης	noun|dated	ιερέας, πρεσβύτερος
πραίτορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πραίτορας
πραίτορας	noun	ύπαρχος
πραίτορες	=	πραίτορας
πραΰνσεις	=	πράυνση
πραΰνσεων	=	πράυνση
πραΰνω	verb	συνώνυμο του καταπραΰνω
πραγμάτευση	noun|formal	η ενδελεχής και σε βάθος εξέταση ενός θέματος
πραγμάτευσης	noun	γενική ενικού του πραγμάτευση
πραγμάτευσις	noun	η πραγμάτευση
πραγμάτων	noun	γενική ενικού του πράγμα
πραγμάτωνα	=	πραγματώνω
πραγμάτωναν	=	πραγματώνω
πραγμάτωνε	=	πραγματώνω
πραγμάτωνες	=	πραγματώνω
πραγμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγμάτωση	noun	η υλοποίηση, η πραγματοποίηση
πραγμάτωσης	noun	γενική ενικού του πραγμάτωση
πραγμάτωσις	noun	η πραγμάτωση
πραγματάκι	noun	μικρό πράγμα
πραγματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματάκι
πραγματίστρια	noun	θηλυκό του πραγματιστής
πραγματίστριας	noun	γενική ενικού του πραγματίστρια
πραγματίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματίστρια
πραγματεία	noun	σύγγραμμα το οποίο περιέχει διεξοδική μελέτη και έκθεση συλλογισμών, ιδεών, συμπερασμάτων κλπ πάνω σε κάποιο αντικείμενο
πραγματείας	noun	γενική ενικού του πραγματεία
πραγματείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματεία
πραγματειών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματεία
πραγματευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματευμένο
πραγματευμένε	verb	κλητική ενικού του πραγματευμένος
πραγματευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματευμένη
πραγματευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματευμένος
πραγματευμένης	verb	γενική ενικού του πραγματευμένη
πραγματευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πραγματευμένος
πραγματευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματευμένος
πραγματευμένος	=	πραγματεύομαι
πραγματευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πραγματευμένος
πραγματευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πραγματευμένος
πραγματευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πραγματευμένος
πραγματευτάδες	=	πραγματευτής
πραγματευτάδων	=	πραγματευτής
πραγματευτές	=	πραγματευτής
πραγματευτή	=	πραγματευτής
πραγματευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτήκαν	=	πραγματεύομαι
πραγματευτήκανε	=	πραγματεύομαι
πραγματευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτής	noun|dated	παλιότερη μορφή του πραματευτής με διατήρηση του γάμα
πραγματευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματευτών	=	πραγματευτής
πραγματευόμασταν	=	πραγματεύομαι
πραγματευόμαστε	=	πραγματεύομαι
πραγματευόμουν	=	πραγματεύομαι
πραγματευόμουνα	=	πραγματεύομαι
πραγματευόντουσαν	=	πραγματεύομαι
πραγματευόσασταν	=	πραγματεύομαι
πραγματευόσαστε	=	πραγματεύομαι
πραγματευόσουν	=	πραγματεύομαι
πραγματευόσουνα	=	πραγματεύομαι
πραγματευόταν	=	πραγματεύομαι
πραγματευότανε	=	πραγματεύομαι
πραγματεύεσαι	=	πραγματεύομαι
πραγματεύεστε	=	πραγματεύομαι
πραγματεύεται	=	πραγματεύομαι
πραγματεύθηκα	=	πραγματεύομαι
πραγματεύομαι	verb|formal	εξετάζω κάτι σε βάθος, αναλύω ένα θέμα
πραγματεύονται	=	πραγματεύομαι
πραγματεύονταν	=	πραγματεύομαι
πραγματεύου	=	πραγματεύομαι
πραγματεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγμάτευση
πραγματεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πραγμάτευση
πραγματεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πραγμάτευση
πραγματεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματεύομαι
πραγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πραγματικός	adv	που συμβαίνει στην πραγματικότητα, που αληθεύει
πραγματικέ	adj	κλητική ενικού του πραγματικός
πραγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματική
πραγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματικός
πραγματικής	adj	γενική ενικού του πραγματική
πραγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματικός
πραγματικοτήτων	=	πραγματικότητα
πραγματικού	adj	γενική ενικού του πραγματικός
πραγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραγματικός
πραγματικό	adj	αιτιατική ενικού του πραγματικός
πραγματικός	adj	Αυτός που υπάρχει ή αληθεύει
πραγματικότης	noun	η πραγματικότητα
πραγματικότητα	noun	η κατάσταση των πραγμάτων όπως αυτά υπάρχουν και όχι όπως τα φανταζόμαστε ή θα μπορούσαν να είναι
πραγματικότητας	noun	γενική ενικού του πραγματικότητα
πραγματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματικότητα
πραγματικών	adj	γενική πληθυντικού του πραγματικός
πραγματικώς	adv|dated	πραγματικά
πραγματισμέ	noun	κλητική ενικού του πραγματισμός
πραγματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματισμός
πραγματισμού	noun	γενική ενικού του πραγματισμός
πραγματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πραγματισμός
πραγματισμό	noun	αιτιατική ενικού του πραγματισμός
πραγματισμός	noun	η φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία αληθές είναι μόνο ό,τι πρακτικά ωφελεί στη ζωή.
πραγματισμών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματισμός
πραγματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματιστής
πραγματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πραγματιστής
πραγματιστής	noun	που σκέφτεται και ενεργεί βάσει της πραγματικότητας κι όχι του συναισθήματος ή της θεωρίας
πραγματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματιστικό	adv	λογικά, πρακτικά και ψύχραιμα
πραγματιστικέ	adj	κλητική ενικού του πραγματιστικός
πραγματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματιστική
πραγματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματιστικός
πραγματιστικής	adj	γενική ενικού του πραγματιστική
πραγματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματιστικός
πραγματιστικού	adj	γενική ενικού του πραγματιστικός
πραγματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραγματιστικός
πραγματιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πραγματιστικός
πραγματιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πραγματισμό ή τον πραγματιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
πραγματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πραγματιστικός
πραγματιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματίστρια
πραγματιστών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματιστής
πραγματογνωμοσυνών	=	πραγματογνωμοσύνη
πραγματογνωμοσύνες	=	πραγματογνωμοσύνη
πραγματογνωμοσύνη	noun	η ιδιότητα ή η γνωμάτευση ενός πραγματογνώμονα
πραγματογνωμοσύνης	=	πραγματογνωμοσύνη
πραγματογνωμόνων	=	πραγματογνώμονας
πραγματογνωσία	noun	η γνώση των πραγμάτων (που μας περιβάλλουν)
πραγματογνωσίας	noun	γενική ενικού του πραγματογνωσία
πραγματογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματογνωσία
πραγματογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματογνωσία
πραγματογνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματογνωστικό
πραγματογνωστικέ	adj	κλητική ενικού του πραγματογνωστικός
πραγματογνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματογνωστική
πραγματογνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματογνωστικός
πραγματογνωστικής	adj	γενική ενικού του πραγματογνωστική
πραγματογνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματογνωστικός
πραγματογνωστικού	adj	γενική ενικού του πραγματογνωστικός
πραγματογνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραγματογνωστικός
πραγματογνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του πραγματογνωστικός
πραγματογνωστικός	adj	που έχει σχέση με την πραγματογνωσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πραγματογνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του πραγματογνωστικός
πραγματογνώμον	=	πραγματογνώμων
πραγματογνώμονα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πραγματογνώμονας
πραγματογνώμονας	noun	που έχει ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις και καλείται να εξετάσει μια κατάσταση, να δώσει τη γνώμη του καθώς και να εκτιμήσει την έκταση μιας ζημιάς και το κόστος της αποκατάστασής της
πραγματογνώμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματογνώμονας
πραγματογνώμονος	=	πραγματογνώμονας
πραγματογνώμων	noun|formal	πραγματογνώμονας
πραγματοκρατία	noun|dated	ο ρεαλισμός
πραγματοκρατίας	noun	γενική ενικού του πραγματοκρατία
πραγματοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματοκρατία
πραγματοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματοκρατικό
πραγματοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματοκρατική
πραγματοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατικής	adj	γενική ενικού του πραγματοκρατική
πραγματοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατικού	adj	γενική ενικού του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατικός	adj|dated	ρεαλιστικός
πραγματοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του πραγματοκρατικός
πραγματοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματοκρατία
πραγματολογία	noun	γλωσσολογικός κλάδος που ασχολείται με τους τρόπους με τους οποίους εξωγλωσσικοί ή περιβαλλοντικοί παράγοντες επιδρούν στην ερμηνεία των λόγων
πραγματολογίας	noun	γενική ενικού του πραγματολογία
πραγματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματολογία
πραγματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματολογικό
πραγματολογικέ	adj	κλητική ενικού του πραγματολογικός
πραγματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματολογική
πραγματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματολογικός
πραγματολογικής	adj	γενική ενικού του πραγματολογική
πραγματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματολογικός
πραγματολογικού	adj	γενική ενικού του πραγματολογικός
πραγματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραγματολογικός
πραγματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πραγματολογικός
πραγματολογικός	adj	που μελετά πραγματικά δεδομένα και φαινόμενα
πραγματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πραγματολογικός
πραγματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πραγματολογία
πραγματοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποίηση	noun	το να κάνω κάτι πραγματικότητα, να το εφαρμόσω στην πράξη
πραγματοποίησης	noun	γενική ενικού του πραγματοποίηση
πραγματοποίησις	noun	η πραγματοποίηση
πραγματοποιήθηκα	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιούμαι
πραγματοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιούμαι
πραγματοποιήθηκες	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσαν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιήσανε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματοποίηση
πραγματοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πραγματοποίηση
πραγματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πραγματοποίηση
πραγματοποιήσιμα	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμε	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμες	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμη	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμης	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμο	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμοι	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμος	adj	που μπορεί να πραγματοποιηθεί
πραγματοποιήσιμου	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμους	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσιμων	=	πραγματοποιήσιμος
πραγματοποιήσου	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσουνε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματοποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πραγματοποιώ
πραγματοποιείς	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιείσαι	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιείστε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πραγματοποιούμαι
πραγματοποιείτε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιείτο	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθήκαμε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθήκαν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθήκανε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθήκατε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πραγματοποιούμαι
πραγματοποιηθείς	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθείτε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθούμε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματοποιούμαι
πραγματοποιηθούνε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιηθώ	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματοποιημένο
πραγματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του πραγματοποιημένος
πραγματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματοποιημένη
πραγματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματοποιημένος
πραγματοποιημένης	verb	γενική ενικού του πραγματοποιημένη
πραγματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του πραγματοποιημένος
πραγματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματοποιημένος
πραγματοποιημένος	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πραγματοποιημένος
πραγματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πραγματοποιημένος
πραγματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πραγματοποιημένος
πραγματοποιούμαι	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούμασταν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούμαστε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούμε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούμενος	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούμουν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούμουνα	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούνε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του πραγματοποιούμαι
πραγματοποιούνταν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούντο	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσα	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσαμε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσαν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσανε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσατε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσες	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσουν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιούσουνα	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόμασταν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόμαστε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόμουν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόμουνα	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόνταν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόντανε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόντουσαν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόσασταν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόσαστε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόσουν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόσουνα	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιόταν	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιότανε	=	πραγματοποιώ
πραγματοποιώ	verb	κάνω κάτι πραγματικό, το υλοποιώ, μεταβάλλω τα λόγια σε πράξεις
πραγματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πραγματοποιώ
πραγματωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματωμένο
πραγματωμένε	verb	κλητική ενικού του πραγματωμένος
πραγματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγματωμένη
πραγματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραγματωμένος
πραγματωμένης	verb	γενική ενικού του πραγματωμένη
πραγματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πραγματωμένος
πραγματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραγματωμένος
πραγματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πραγματωμένος
πραγματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πραγματωμένος
πραγματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πραγματωμένος
πραγματώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματώναμε	=	πραγματώνω
πραγματώναν	=	πραγματώνω
πραγματώνανε	=	πραγματώνω
πραγματώνατε	=	πραγματώνω
πραγματώνει	=	πραγματώνω
πραγματώνεις	=	πραγματώνω
πραγματώνετε	=	πραγματώνω
πραγματώνομαι	=	πραγματώνω
πραγματώνοντας	=	πραγματώνω
πραγματώνουμε	=	πραγματώνω
πραγματώνουν	=	πραγματώνω
πραγματώνουνε	=	πραγματώνω
πραγματώνω	verb|formal	εκπληρώνω, πραγματοποιώ
πραγματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώσαν	=	πραγματώνω
πραγματώσανε	=	πραγματώνω
πραγματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραγμάτωση
πραγματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πραγμάτωση
πραγματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πραγμάτωση
πραγματώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνομαι
πραγματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραγματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πραγματώνω
πραιτορίου	=	πραιτόριο
πραιτορίων	=	πραιτόριο
πραιτοριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πραιτοριανός
πραιτοριανέ	adj	κλητική ενικού του πραιτοριανός
πραιτοριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραιτοριανή
πραιτοριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραιτοριανός
πραιτοριανής	adj	γενική ενικού του πραιτοριανή
πραιτοριανοί	noun	ομάδα ανθρώπων γύρω από κάποιον, τον οποίο στηρίζουν με δυναμικές ή βίαιες μεθόδους	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραιτοριανός
πραιτοριανού	adj	γενική ενικού του πραιτοριανός
πραιτοριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραιτοριανός
πραιτοριανό	adj	αιτιατική ενικού του πραιτοριανός
πραιτοριανός	noun	στρατιώτης που αναφέρεται στον πραίτορα
πραιτοριανών	adj	γενική πληθυντικού του πραιτοριανός
πραιτορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραιτορικό
πραιτορικέ	adj	κλητική ενικού του πραιτορικός
πραιτορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραιτορική
πραιτορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραιτορικός
πραιτορικής	adj	γενική ενικού του πραιτορική
πραιτορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραιτορικός
πραιτορικού	adj	γενική ενικού του πραιτορικός
πραιτορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραιτορικός
πραιτορικό	adj	αιτιατική ενικού του πραιτορικός
πραιτορικός	adj	που έχει σχέση με τον πραίτορα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πραιτορικών	adj	γενική πληθυντικού του πραιτορικός
πραιτωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραιτωρικό
πραιτωρικέ	adj	κλητική ενικού του πραιτωρικός
πραιτωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραιτωρική
πραιτωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραιτωρικός
πραιτωρικής	adj	γενική ενικού του πραιτωρική
πραιτωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραιτωρικός
πραιτωρικού	adj	γενική ενικού του πραιτωρικός
πραιτωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραιτωρικός
πραιτωρικό	adj	αιτιατική ενικού του πραιτωρικός
πραιτωρικός	adj	παρωχημένη γραφή του πραιτορικός
πραιτωρικών	adj	γενική πληθυντικού του πραιτωρικός
πραιτόρια	=	πραιτόριο
πραιτόριο	noun	η επίσημη κατοικία του κυβερνήτη ή διοικητή, παλάτι
πραιτόριου	=	πραιτόριο
πραιτόριων	=	πραιτόριο
πραιτόρων	=	πραίτορας
πρακτέον	noun|formal	που πρέπει να γίνει
πρακτικά	adv	δίνοντας προτεραιότητα στην πρακτικότητα	noun	η επίσημη καταγραφή όσων ειπώθηκαν σε μια συνεδρίαση
πρακτικέ	adj	κλητική ενικού του πρακτικός
πρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτική
πρακτική	noun	η εφαρμογή στην πράξη, ο τρόπος δράσης και ενέργειας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρακτικός
πρακτικής	adj	γενική ενικού του πρακτική
πρακτικισμέ	noun	κλητική ενικού του πρακτικισμός
πρακτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρακτικισμός
πρακτικισμού	noun	γενική ενικού του πρακτικισμός
πρακτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρακτικισμός
πρακτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του πρακτικισμός
πρακτικισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία που θεωρεί σημαντικότερη την πρακτική προσέγγιση ενός ζητήματος κι αφήνει κατά μέρος τη θεωρητική
πρακτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του πρακτικισμός
πρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρακτικός
πρακτικογράφε	noun	κλητική ενικού του πρακτικογράφος
πρακτικογράφει	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογράφησα	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογράφησαν	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογράφησε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογράφησες	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογράφο	noun	αιτιατική ενικού του πρακτικογράφος
πρακτικογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρακτικογράφος
πρακτικογράφος	noun	που καταγράφει τα πρακτικά
πρακτικογράφου	noun	γενική ενικού του πρακτικογράφος
πρακτικογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρακτικογράφος
πρακτικογράφων	noun	γενική πληθυντικού του πρακτικογράφος
πρακτικογραφήσαμε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφήσαν	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφήσανε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφήσατε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφήσει	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφήστε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφεί	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφείς	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφείτε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούμε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούν	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούνε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσα	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσαμε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσαν	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσανε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσατε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσε	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφούσες	=	πρακτικογραφώ
πρακτικογραφώ	verb	καταγράφω τα πρακτικά
πρακτικογραφώντας	=	πρακτικογραφώ
πρακτικοτήτων	=	πρακτικότητα
πρακτικού	adj	γενική ενικού του πρακτικός
πρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρακτικός
πρακτικό	noun	επίσημη καταγραφή όσων λέγονται (ή γίνονται) σε συσκέψεις, συνεδριάσεις κ.λπ.	adj	αιτιατική ενικού του πρακτικός
πρακτικός	adj	που έχει σχέση με το πράξη, την εφαρμογή, αναφέρεται, είναι κατάλληλος ή αποσκοπεί σ’ αυτή
πρακτικότατα	=	πρακτικός
πρακτικότατε	=	πρακτικός
πρακτικότατες	=	πρακτικός
πρακτικότατη	=	πρακτικός
πρακτικότατης	=	πρακτικός
πρακτικότατο	=	πρακτικός
πρακτικότατοι	=	πρακτικός
πρακτικότατος	=	πρακτικός
πρακτικότατου	=	πρακτικός
πρακτικότατους	=	πρακτικός
πρακτικότατων	=	πρακτικός
πρακτικότερα	=	πρακτικός
πρακτικότερε	=	πρακτικός
πρακτικότερες	=	πρακτικός
πρακτικότερη	=	πρακτικός
πρακτικότερης	=	πρακτικός
πρακτικότερο	=	πρακτικός
πρακτικότεροι	=	πρακτικός
πρακτικότερος	=	πρακτικός
πρακτικότερου	=	πρακτικός
πρακτικότερους	=	πρακτικός
πρακτικότερων	=	πρακτικός
πρακτικότης	noun	η πρακτικότητα
πρακτικότητα	noun	η ιδιότητα του πρακτικού, η επίδειξη πρακτικού πνεύματος
πρακτικότητας	noun	γενική ενικού του πρακτικότητα
πρακτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτικότητα
πρακτικών	noun	γενική πληθυντικού του πρακτική	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πρακτικός
πρακτικώς	adv|formal	πρακτικά
πρακτορεία	=	πρακτορείο
πρακτορείας	noun	γενική ενικού του πρακτορεία
πρακτορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτορεία
πρακτορείο	noun	γραφείο ή εταιρεία που έχει ως αντικείμενο εργασίας την παροχή πληροφοριών ή διάφορων υπηρεσιών ή εκδουλεύσεων για ποικίλες υποθέσεις, όπως και την αντιπροσώπευση τρίτων
πρακτορείου	noun	γενική ενικού του πρακτορείο
πρακτορείων	noun	γενική πληθυντικού του πρακτορείο
πρακτορειακά	=	πρακτορειακός
πρακτορειακέ	=	πρακτορειακός
πρακτορειακές	=	πρακτορειακός
πρακτορειακή	=	πρακτορειακός
πρακτορειακής	=	πρακτορειακός
πρακτορειακοί	=	πρακτορειακός
πρακτορειακού	=	πρακτορειακός
πρακτορειακούς	=	πρακτορειακός
πρακτορειακό	=	πρακτορειακός
πρακτορειακός	adj	ο σχετικός με πρακτορεία ή πράκτορες
πρακτορειακών	=	πρακτορειακός
πρακτορειών	noun	γενική πληθυντικού του πρακτορεία
πρακτορεύομαι	=	πρακτορεύω
πρακτορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρακτορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτόρευση
πρακτορεύσεων	=	πρακτόρευση
πρακτορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρακτόρευση
πρακτορεύω	verb	εξυπηρετώ και διεκπεραιώνω με αμοιβή τα συμφέροντα κάποιων (εμπορικών οίκων, επιχειρήσεων κ.λπ.)
πρακτορεῖον	noun	πρακτορείο
πρακτόρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρακτορεύω
πρακτόρευσης	noun	γενική ενικού του πρακτόρευση
πρακτόρευσις	noun	η πρακτόρευση
πρακτόρισσα	noun	η πράκτορας, θηλυκό του πράκτορας
πρακτόρισσας	noun	γενική ενικού του πρακτόρισσα
πρακτόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρακτόρισσα
πρακτόρων	=	πράκτορας
πραλίνα	noun	κρέμα σοκολάτας με ξηρούς καρπούς, συνηθέστερα αμύγδαλα ή φουντούκια
πραλίνας	noun	γενική ενικού του πραλίνα
πραλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραλίνα
πραλινών	=	πραλίνα
πραμάτεια	noun	το εμπόρευμα, τα αγαθά που πουλούσε ένας πραματευτής
πραμάτειας	noun	γενική ενικού του πραμάτεια
πραμάτειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραμάτεια
πραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πράμα
πραματάκι	noun	μικρό πράμα
πραματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραματάκι
πραματευτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραματευτής
πραματευτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραματευτάδικο
πραματευτάδικο	noun	το μαγαζί του πραματευτή
πραματευτάδικου	noun	γενική ενικού του πραματευτάδικο
πραματευτάδικων	noun	γενική πληθυντικού του πραματευτάδικο
πραματευτάδων	noun	γενική πληθυντικού του πραματευτής
πραματευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραματευτής
πραματευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πραματευτής
πραματευτής	noun	o πλανόδιος έμπορος, o γυρολόγος
πραματευτών	noun	γενική πληθυντικού του πραματευτής
πρανές	noun	πλαγιά
πρανή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρανής
πρανής	adj|formal	κατηφορικός
πρανείς	=	πρανής
πρανούς	=	πρανής
πρανών	noun	γενική πληθυντικού του πρανές	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρανής
πραξεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραξεολογικό
πραξεολογικέ	adj	κλητική ενικού του πραξεολογικός
πραξεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραξεολογική
πραξεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραξεολογικός
πραξεολογικής	adj	γενική ενικού του πραξεολογική
πραξεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραξεολογικός
πραξεολογικού	adj	γενική ενικού του πραξεολογικός
πραξεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραξεολογικός
πραξεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πραξεολογικός
πραξεολογικός	adj	μελετάμε για το πώς λειτουργεί ένα φαινόμενο, γιατί λειτουργεί τοιουτοτρόπως και αν υπάρχει άλλος τρόπος λειτουργίας ποιος είναι αυτός
πραξεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πραξεολογικός
πραξικοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραξικόπημα
πραξικοπήματος	noun	γενική ενικού του πραξικόπημα
πραξικοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πραξικόπημα
πραξικοπηματία	=	πραξικοπηματίας
πραξικοπηματίας	noun	αυτός που συμμετέχει σε πραξικόπημα και έχει κύριο ρόλο σε αυτό
πραξικοπηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραξικοπηματίας
πραξικοπηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πραξικοπηματικός	adv	με πραξικοπηματικό τρόπο
πραξικοπηματικέ	adj	κλητική ενικού του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραξικοπηματική
πραξικοπηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικής	adj	γενική ενικού του πραξικοπηματική
πραξικοπηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικού	adj	γενική ενικού του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικό	adj	αιτιατική ενικού του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικός	adj	που έχει σχέση με πραξικόπημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
πραξικοπηματικών	adj	γενική πληθυντικού του πραξικοπηματικός
πραξικοπηματικώς	adv|dated	πραξικοπηματικά
πραξικοπηματιών	=	πραξικοπηματίας
πραξικόπημα	noun	οργανωμένη και χωρίς νομιμοποίηση απόπειρα κατάληψης της εξουσίας από πολιτικούς ή στρατιωτικούς
πραξιολογικά	=	πραξιολογικός
πραξιολογικέ	=	πραξιολογικός
πραξιολογικές	=	πραξιολογικός
πραξιολογική	=	πραξιολογικός
πραξιολογικής	=	πραξιολογικός
πραξιολογικοί	=	πραξιολογικός
πραξιολογικού	=	πραξιολογικός
πραξιολογικούς	=	πραξιολογικός
πραξιολογικό	=	πραξιολογικός
πραξιολογικός	adj	σχετικός με την πραξιολογία
πραξιολογικών	=	πραξιολογικός
πραοτήτων	=	πραότητα
πρασάγγουρα	=	πρασάγγουρας
πρασάγγουρας	noun	γεοσκώληκας που δημιουργεί μεγάλες καταστροφές στις ρίζες των κηπευτικών
πρασάγγουρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασάγγουρας
πρασίνιζα	=	πρασινίζω
πρασίνιζαν	=	πρασινίζω
πρασίνιζε	=	πρασινίζω
πρασίνιζες	=	πρασινίζω
πρασίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασίνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρασινίζω
πρασίνου	=	πράσινο
πρασίνους	=	πράσινοι
πρασίνων	=	πράσινο
πρασαγγούρων	=	πρασάγγουρας
πρασεοδυμίου	=	πρασεοδύμιο
πρασεοδύμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 59 και χημικό σύμβολο το Pr
πρασιά	noun	ακάλυπτος χώρος σε οικόπεδο σε θέση γύρω από το κτίριο
πρασιάς	noun	γενική ενικού του πρασιά
πρασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασιά
πρασινάδα	noun	η χλόη, τα χαμηλά χόρτα
πρασινάδας	=	πρασινάδα
πρασινάδες	=	πρασινάδα
πρασινάδων	=	πρασινάδα
πρασινίζαμε	=	πρασινίζω
πρασινίζαν	=	πρασινίζω
πρασινίζανε	=	πρασινίζω
πρασινίζατε	=	πρασινίζω
πρασινίζει	=	πρασινίζω
πρασινίζεις	=	πρασινίζω
πρασινίζεσαι	=	πρασινίζω
πρασινίζεστε	=	πρασινίζω
πρασινίζεται	=	πρασινίζω
πρασινίζετε	=	πρασινίζω
πρασινίζομαι	=	πρασινίζω
πρασινίζομε	=	πρασινίζω
πρασινίζονται	=	πρασινίζω
πρασινίζονταν	=	πρασινίζω
πρασινίζοντας	=	πρασινίζω
πρασινίζουμε	=	πρασινίζω
πρασινίζουν	=	πρασινίζω
πρασινίζουνε	=	πρασινίζω
πρασινίζω	verb	βάφω κάτι πράσινο
πρασινίλα	noun	μη επιθυμητή πράσινη απόχρωση ή λεκές
πρασινίλας	noun	γενική ενικού του πρασινίλα
πρασινίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασινίλα
πρασινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσαν	=	πρασινίζω
πρασινίσανε	=	πρασινίζω
πρασινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασίνισμα
πρασινίσματος	noun	γενική ενικού του πρασίνισμα
πρασινίσομε	=	πρασινίζω
πρασινίσου	=	πρασινίζω
πρασινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίσουνε	=	πρασινίζω
πρασινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινίστηκα	=	πρασινίζω
πρασινίστηκαν	=	πρασινίζω
πρασινίστηκε	=	πρασινίζω
πρασινίστηκες	=	πρασινίζω
πρασινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρασινίζω
πρασινιζόμασταν	=	πρασινίζω
πρασινιζόμαστε	=	πρασινίζω
πρασινιζόμουν	=	πρασινίζω
πρασινιζόμουνα	=	πρασινίζω
πρασινιζόντουσαν	=	πρασινίζω
πρασινιζόσασταν	=	πρασινίζω
πρασινιζόσαστε	=	πρασινίζω
πρασινιζόσουν	=	πρασινίζω
πρασινιζόσουνα	=	πρασινίζω
πρασινιζόταν	=	πρασινίζω
πρασινιζότανε	=	πρασινίζω
πρασινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρασίνισμα
πρασινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασινισμένο
πρασινισμένε	verb	κλητική ενικού του πρασινισμένος
πρασινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασινισμένη
πρασινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρασινισμένος
πρασινισμένης	verb	γενική ενικού του πρασινισμένη
πρασινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρασινισμένος
πρασινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρασινισμένος
πρασινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρασινίζω
πρασινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρασινισμένος
πρασινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρασινισμένος
πρασινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρασινισμένος
πρασινιστήκαμε	=	πρασινίζω
πρασινιστήκαν	=	πρασινίζω
πρασινιστήκανε	=	πρασινίζω
πρασινιστήκατε	=	πρασινίζω
πρασινιστεί	=	πρασινίζω
πρασινιστείς	=	πρασινίζω
πρασινιστείτε	=	πρασινίζω
πρασινιστούμε	=	πρασινίζω
πρασινιστούν	=	πρασινίζω
πρασινιστούνε	=	πρασινίζω
πρασινιστώ	=	πρασινίζω
πρασινογάλαζα	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζε	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζες	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζη	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζης	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζο	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζοι	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζος	adj	άλλη μορφή του γαλαζοπράσινος
πρασινογάλαζου	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζους	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλαζων	=	πρασινογάλαζος
πρασινογάλανα	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανε	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανες	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανη	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανης	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανο	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανοι	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανος	adj	άλλη μορφή του γαλαζοπράσινος
πρασινογάλανου	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανους	=	πρασινογάλανος
πρασινογάλανων	=	πρασινογάλανος
πρασινογουστέρα	noun	μεγάλη πράσινη σαύρα που ζει σε ηλιόλουστους, ξηρούς βιότοπους και κινείται ταχύτατα ανάμεσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση
πρασινογουστέρας	=	πρασινογουστέρα
πρασινογουστέρες	=	πρασινογουστέρα
πρασινογουστερών	=	πρασινογουστέρα
πρασινοδυμίου	=	πρασινοδύμιο
πρασινοδυμίων	=	πρασινοδύμιο
πρασινοδύμια	=	πρασινοδύμιο
πρασινοδύμιο	noun	άλλη μορφή του πρασεοδύμιο
πρασινοδύμιου	=	πρασινοδύμιο
πρασινοκέφαλη	noun	είδος αγριόπαπιας με πράσινο κεφάλι
πρασινοκίτρινα	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινε	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινες	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινη	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινης	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πρασινοκίτρινος	noun	το χρώμα που είναι ανάμεσα στο κίτρινο και στο πράσινο, ή μια ανάμειξη των δυο
πρασινοκίτρινοι	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινος	adj	που είναι ανάμεσα στο πράσινο και στο κίτρινο, ή μια ανάμειξη των δυο
πρασινοκίτρινου	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινους	=	πρασινοκίτρινος
πρασινοκίτρινων	=	πρασινοκίτρινος
πρασινομάλλα	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλας	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλες	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλη	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλληδες	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλληδων	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλης	adj	που έχει πράσινα μαλλιά
πρασινομάλλικα	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλικο	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλικου	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλικων	=	πρασινομάλλης
πρασινομάλλού	=	πρασινομάλλης
πρασινομάτα	=	πρασινομάτης
πρασινομάτας	=	πρασινομάτης
πρασινομάτες	=	πρασινομάτης
πρασινομάτη	=	πρασινομάτης
πρασινομάτηδες	=	πρασινομάτης
πρασινομάτηδων	=	πρασινομάτης
πρασινομάτης	adj	αυτός που έχει πράσινα μάτια
πρασινομάτικα	=	πρασινομάτης
πρασινομάτικο	=	πρασινομάτης
πρασινομάτικου	=	πρασινομάτης
πρασινομάτικων	=	πρασινομάτης
πρασινομαλλού	=	πρασινομάλλης
πρασινομαλλούδες	=	πρασινομάλλης
πρασινομαλλούδων	=	πρασινομάλλης
πρασινομαλλούς	=	πρασινομάλλης
πρασινομούχλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασινομούχλα
πρασινοσκέλη	=	πρασινοσκέλης
πρασινοσκέληδες	=	πρασινοσκέλης
πρασινοσκέληδων	=	πρασινοσκέλης
πρασινοσκέλης	noun	είδος πουλιού
πρασινοσκούφη	=	πρασινοσκούφης
πρασινοσκούφηδες	=	πρασινοσκούφης
πρασινοσκούφηδων	=	πρασινοσκούφης
πρασινοσκούφης	noun|slang	καταδρομέας
πρασινοφρουρέ	noun	κλητική ενικού του πρασινοφρουρός
πρασινοφρουροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρασινοφρουρός
πρασινοφρουρού	noun	γενική ενικού του πρασινοφρουρός
πρασινοφρουρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρασινοφρουρός
πρασινοφρουρό	noun	αιτιατική ενικού του πρασινοφρουρός
πρασινοφρουρός	noun	στέλεχος του κόμματος ΠΑΣΟΚ εντεταλμένο στον εργασιακό ή σπουδαστικό του χώρο να προωθεί και να διαφυλάττει τη γραμμή του κόμματος
πρασινοφρουρών	noun	γενική πληθυντικού του πρασινοφρουρός
πρασινωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρασινωπός	adv	σε πρασινωπή απόχρωση
πρασινωπέ	adj	κλητική ενικού του πρασινωπός
πρασινωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασινωπή
πρασινωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρασινωπός
πρασινωπής	adj	γενική ενικού του πρασινωπή
πρασινωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρασινωπός
πρασινωπού	adj	γενική ενικού του πρασινωπός
πρασινωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρασινωπός
πρασινωπό	adj	αιτιατική ενικού του πρασινωπός
πρασινωπός	adj	που το χρώμα του είναι κάπως πράσινο
πρασινωπών	adj	γενική πληθυντικού του πρασινωπός
πρασιών	=	πρασιά
πρασοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του πρασόπιτα
πρασουλίδα	noun	είδος άγριου πράσου
πρασουλίδας	=	πρασουλίδα
πρασουλίδες	=	πρασουλίδα
πρασουλίδων	=	πρασουλίδα
πρασοφύλλου	=	πρασόφυλλο
πρασοφύλλων	=	πρασόφυλλο
πρασόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό το πράσο
πρασόπιτας	noun	γενική ενικού του πρασόπιτα
πρασόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασόπιτα
πρασόρυζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασόρυζο
πρασόρυζο	noun	είδος φαγητού με πράσα, ρύζι και μυρωδικά
πρασόρυζου	noun	γενική ενικού του πρασόρυζο
πρασόρυζων	noun	γενική πληθυντικού του πρασόρυζο
πρασόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά πράσα
πρασόσουπας	noun	γενική ενικού του πρασόσουπα
πρασόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρασόσουπα
πρασόφυλλα	=	πρασόφυλλο
πρασόφυλλο	noun	το φύλλο ενός πράσου
πρασόφυλλου	=	πρασόφυλλο
πρασόφυλλων	=	πρασόφυλλο
πρατήρια	=	πρατήριο
πρατήριο	noun	κατάστημα πώλησης ορισμένου είδους εμπορεύματος
πρατήριου	=	πρατήριο
πρατήριων	=	πρατήριο
πρατηρίου	=	πρατήριο
πρατηρίων	=	πρατήριο
πρατηριούχε	noun	κλητική ενικού του πρατηριούχος
πρατηριούχο	noun	αιτιατική ενικού του πρατηριούχος
πρατηριούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρατηριούχος
πρατηριούχος	noun	ιδιοκτήτης ενός πρατηρίου
πρατηριούχου	noun	γενική ενικού του πρατηριούχος
πρατηριούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρατηριούχος
πρατηριούχων	noun	γενική πληθυντικού του πρατηριούχος
πρατιγάρω	verb|dated	προβαίνω σε πράτιγο ύστερα από επιβεβλημένη καραντίνα
πραττουσών	=	πράττων
πραττούσης	=	πράττων
πραττόντων	=	πράττων
πραχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραχτικό	adv	πρακτικά
πραχτικέ	adj	κλητική ενικού του πραχτικός
πραχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραχτική
πραχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραχτικός
πραχτικής	adj	γενική ενικού του πραχτική
πραχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραχτικός
πραχτικοτήτων	=	πραχτικότητα
πραχτικού	adj	γενική ενικού του πραχτικός
πραχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραχτικός
πραχτικό	adj	αιτιατική ενικού του πραχτικός
πραχτικός	adj|vulgar	άλλη μορφή του πρακτικός
πραχτικότητα	noun|vulgar	άλλη μορφή του πρακτικότητα
πραχτικότητας	=	πραχτικότητα
πραχτικότητες	=	πραχτικότητα
πραχτικών	adj	γενική πληθυντικού του πραχτικός
πραϋμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραϋμένο
πραϋμένε	verb	κλητική ενικού του πραϋμένος
πραϋμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραϋμένη
πραϋμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραϋμένος
πραϋμένης	verb	γενική ενικού του πραϋμένη
πραϋμένο	verb	αιτιατική ενικού του πραϋμένος
πραϋμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραϋμένος
πραϋμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πραΰνω
πραϋμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πραϋμένος
πραϋμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πραϋμένος
πραϋμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πραϋμένος
πραϋντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πραϋντικός	adv	με πραϋντικό τρόπο
πραϋντικέ	adj	κλητική ενικού του πραϋντικός
πραϋντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραϋντική
πραϋντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πραϋντικός
πραϋντικής	adj	γενική ενικού του πραϋντική
πραϋντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πραϋντικός
πραϋντικού	adj	γενική ενικού του πραϋντικός
πραϋντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πραϋντικός
πραϋντικό	adj	αιτιατική ενικού του πραϋντικός
πραϋντικός	adj	καταπραϋντικός
πραϋντικών	adj	γενική πληθυντικού του πραϋντικός
πραϋντικώς	adv|dated	πραϋντικά
πραότητα	noun	το να είναι κάποιος πράος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του πράου
πραότητας	noun	γενική ενικού του πραότητα
πραότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πραότητα
πρβ	=	παράβαλε
πρβλ	=	παράβαλε
πρεβάζι	noun	άλλη μορφή του περβάζι
πρεβάζια	=	πρεβάζι
πρεβαζιού	=	πρεβάζι
πρεβαζιών	=	πρεβάζι
πρεβαντορίου	=	πρεβαντόριο
πρεβαντορίων	=	πρεβαντόριο
πρεβαντόρια	=	πρεβαντόριο
πρεβαντόριο	noun|dated	αναρρωτήριο για προληπτική θεραπεία ασθενών (συνήθως παιδιών και εφήβων) με προδιάθεση για φυματίωση, που δεν έχουν ακόμη την ενεργό μορφή της νόσου
πρεβαντόριου	=	πρεβαντόριο
πρεβαντόριων	=	πρεβαντόριο
πρεβεζάνα	=	πρεβεζάνος
πρεβεζάνε	=	πρεβεζάνος
πρεβεζάνικα	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικε	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικες	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικη	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικης	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικο	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικοι	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικος	adj	που έχει σχέση με την Πρέβεζα, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή
πρεβεζάνικου	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικους	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνικων	=	πρεβεζάνικος
πρεβεζάνο	=	πρεβεζάνος
πρεβεζάνοι	=	πρεβεζάνος
πρεβεζάνος	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Πρέβεζα
πρεβεζάνου	=	πρεβεζάνος
πρεβεζάνους	=	πρεβεζάνος
πρεβεζάνων	=	πρεβεζάνος
πρεβεζιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεβεζιάνικο
πρεβεζιάνικε	adj	κλητική ενικού του πρεβεζιάνικος
πρεβεζιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεβεζιάνικη
πρεβεζιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεβεζιάνικος
πρεβεζιάνικης	adj	γενική ενικού του πρεβεζιάνικη
πρεβεζιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του πρεβεζιάνικος
πρεβεζιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεβεζιάνικος
πρεβεζιάνικος	adj	που έχει σχέση με την Πρέβεζα, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή
πρεβεζιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρεβεζιάνικος
πρεβεζιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρεβεζιάνικος
πρεβεζιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρεβεζιάνικος
πρεβεντορίου	=	πρεβεντόριο
πρεβεντορίων	=	πρεβεντόριο
πρεβεντόρια	=	πρεβεντόριο
πρεβεντόριο	noun|dated	άλλη μορφή του πρεβαντόριο
πρεβεντόριου	=	πρεβεντόριο
πρεβεντόριων	=	πρεβεντόριο
πρεβιοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεβιοτικό
πρεβιοτικέ	adj	κλητική ενικού του πρεβιοτικός
πρεβιοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεβιοτική
πρεβιοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεβιοτικός
πρεβιοτικής	adj	γενική ενικού του πρεβιοτική
πρεβιοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεβιοτικός
πρεβιοτικού	adj	γενική ενικού του πρεβιοτικός
πρεβιοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρεβιοτικός
πρεβιοτικό	noun	συστατικά που περιέχονται σε τρόφιμα και συντελούν στην ανάπτυξη των προβιοτικών
πρεβιοτικός	adj	που έχει σχέση με τα πρεβιοτικά, τα περιέχει ή αναφέρεται σ' αυτά
πρεβιοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πρεβιοτικός
πρεδάρη	=	πρεδάρης
πρεδάρηδες	=	πρεδάρης
πρεδάρηδων	=	πρεδάρης
πρεδάρης	noun|dated	ο αγροφύλακας
πρεδαραίοι	=	πρεδάρης
πρεδαραίους	=	πρεδάρης
πρεδαραίων	=	πρεδάρης
πρεζάκηδες	=	πρεζάκιας
πρεζάκηδων	=	πρεζάκιας
πρεζάκι	noun	αυτός που έχει εθιστεί στην πρέζα
πρεζάκια	=	πρεζάκιας
πρεζάκιας	noun	ναρκομανής που παίρνει δόση κυρίως ηρωίνης με βελόνα
πρεζάραμε	=	πρεζάρω
πρεζάραν	=	πρεζάρω
πρεζάρανε	=	πρεζάρω
πρεζάρατε	=	πρεζάρω
πρεζάρει	=	πρεζάρω
πρεζάρεις	=	πρεζάρω
πρεζάρετε	=	πρεζάρω
πρεζάριζα	=	πρεζάρω
πρεζάριζαν	=	πρεζάρω
πρεζάριζε	=	πρεζάρω
πρεζάριζες	=	πρεζάρω
πρεζάρισα	=	πρεζάρω
πρεζάρισαν	=	πρεζάρω
πρεζάρισε	=	πρεζάρω
πρεζάρισες	=	πρεζάρω
πρεζάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρεζάρω
πρεζάροντας	=	πρεζάρω
πρεζάρουμε	=	πρεζάρω
πρεζάρουν	=	πρεζάρω
πρεζάρουνε	=	πρεζάρω
πρεζάρτε	=	πρεζάρω
πρεζάρω	verb	παίρνω πρέζα (ναρκωτικά)
πρεζαρίσματα	=	πρεζάρισμα
πρεζαρίσματος	=	πρεζάρισμα
πρεζαρισμάτων	=	πρεζάρισμα
πρεζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεζαρισμένο
πρεζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πρεζαρισμένος
πρεζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεζαρισμένη
πρεζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεζαρισμένος
πρεζαρισμένης	verb	γενική ενικού του πρεζαρισμένη
πρεζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρεζαρισμένος
πρεζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεζαρισμένος
πρεζαρισμένος	=	πρεζάρω
πρεζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρεζαρισμένος
πρεζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρεζαρισμένος
πρεζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρεζαρισμένος
πρεζονιού	=	πρεζόνι
πρεζονιών	=	πρεζόνι
πρεζόνι	noun	ναρκομανής, χρήστης ηρωίνης
πρεζόνια	=	πρεζόνι
πρεζών	=	πρέζα
πρεκνών	noun	γενική πληθυντικού του πρέκνα
πρελάτε	=	πρελάτος
πρελάτο	=	πρελάτος
πρελάτοι	=	πρελάτος
πρελάτος	noun	ανώτερος κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας, με εκκλησιαστική εξουσία ή δικαιοδοσία επί μιας επισκοπής, μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας ή ομάδας πιστών, συνήθως επίσκοπος, αλλά και άλλος υψηλόβαθμος εκκλησιαστικός αξιωματούχος.
πρελάτου	=	πρελάτος
πρελάτους	=	πρελάτος
πρελάτων	=	πρελάτος
πρελούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρελούδιο
πρελούδιο	noun	μουσικό κομμάτι που λειτουργεί ως προοίμιο (εισαγωγή), σε μουσικό έργο
πρελούδιου	noun	γενική ενικού του πρελούδιο
πρελούδιων	noun	γενική πληθυντικού του πρελούδιο
πρελούντια	=	πρελούντιο
πρελούντιο	noun	άλλη μορφή του πρελούδιο
πρελούντιου	=	πρελούντιο
πρελούντιων	=	πρελούντιο
πρεμιέρα	noun	Κάθε πρώτη δημόσια παράσταση ενός θεάματος
πρεμιέρας	noun	γενική ενικού του πρεμιέρα
πρεμιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεμιέρα
πρεμνοβλάστημα	noun	βλάστημα από πρέμνο
πρεμνοβλαστήματα	=	πρεμνοβλάστημα
πρεμνοβλαστήματος	=	πρεμνοβλάστημα
πρεμνοβλαστημάτων	=	πρεμνοβλάστημα
πρεμνοφυές	=	πρεμνοφυής
πρεμνοφυή	=	πρεμνοφυής
πρεμνοφυής	adj	που φύεται από το πρέμνο
πρεμνοφυείς	=	πρεμνοφυής
πρεμνοφυούς	=	πρεμνοφυής
πρεμνοφυών	=	πρεμνοφυής
πρεμνώδες	=	πρεμνώδης
πρεμνώδης	adj|formal	που μοιάζει με πρέμνο
πρεμούρα	noun|vulgar	μεγάλη βιασύνη που συνοδεύεται από ενδείξεις έντονης πίεσης
πρεμούρας	noun	γενική ενικού του πρεμούρα
πρεμούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεμούρα
πρεπουσών	=	πρέπων
πρεπούμενα	=	πρεπούμενος
πρεπούμενε	=	πρεπούμενος
πρεπούμενες	=	πρεπούμενος
πρεπούμενη	=	πρεπούμενος
πρεπούμενης	=	πρεπούμενος
πρεπούμενο	=	πρεπούμενος
πρεπούμενοι	=	πρεπούμενος
πρεπούμενος	verb|vulgar	ο πρέπων, ο κατάλληλος
πρεπούμενου	=	πρεπούμενος
πρεπούμενους	=	πρεπούμενος
πρεπούμενων	=	πρεπούμενος
πρεπούσης	=	πρέπων
πρεπόντων	=	πρέπων
πρεπόντως	adv|formal	όπως πρέπει, με τρόπο δίκαιο, ηθικό, όπως αρμόζει
πρεσάραμε	=	πρεσάρω
πρεσάραν	=	πρεσάρω
πρεσάρανε	=	πρεσάρω
πρεσάρατε	=	πρεσάρω
πρεσάρει	=	πρεσάρω
πρεσάρεις	=	πρεσάρω
πρεσάρεσαι	=	πρεσάρω
πρεσάρεστε	=	πρεσάρω
πρεσάρεται	=	πρεσάρω
πρεσάρετε	=	πρεσάρω
πρεσάριζα	=	πρεσάρω
πρεσάριζαν	=	πρεσάρω
πρεσάριζε	=	πρεσάρω
πρεσάριζες	=	πρεσάρω
πρεσάρισα	=	πρεσάρω
πρεσάρισαν	=	πρεσάρω
πρεσάρισε	=	πρεσάρω
πρεσάρισες	=	πρεσάρω
πρεσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρεσάρω
πρεσάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πρεσάρω
πρεσάρομε	=	πρεσάρω
πρεσάρονται	=	πρεσάρω
πρεσάρονταν	=	πρεσάρω
πρεσάροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρεσάρω
πρεσάρουμε	=	πρεσάρω
πρεσάρουν	=	πρεσάρω
πρεσάρουνε	=	πρεσάρω
πρεσάρω	verb	ασκώ πίεση με πρέσα
πρεσαδόρα	noun	θηλυκό του πρεσαδόρος
πρεσαδόρας	=	πρεσαδόρα
πρεσαδόρε	=	πρεσαδόρος
πρεσαδόρες	=	πρεσαδόρα
πρεσαδόρο	=	πρεσαδόρος
πρεσαδόροι	=	πρεσαδόρος
πρεσαδόρος	noun	κάποιος που εργάζεται χειριζόμενος πρέσα
πρεσαδόρου	=	πρεσαδόρος
πρεσαδόρους	=	πρεσαδόρος
πρεσαδόρων	=	πρεσαδόρος
πρεσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσάρισμα
πρεσαρίσματος	noun	γενική ενικού του πρεσάρισμα
πρεσαρίσου	=	πρεσάρω
πρεσαρίστηκα	=	πρεσάρω
πρεσαρίστηκαν	=	πρεσάρω
πρεσαρίστηκε	=	πρεσάρω
πρεσαρίστηκες	=	πρεσάρω
πρεσαριζόμασταν	=	πρεσάρω
πρεσαριζόμαστε	=	πρεσάρω
πρεσαριζόμουν	=	πρεσάρω
πρεσαριζόμουνα	=	πρεσάρω
πρεσαριζόντουσαν	=	πρεσάρω
πρεσαριζόσασταν	=	πρεσάρω
πρεσαριζόσαστε	=	πρεσάρω
πρεσαριζόσουν	=	πρεσάρω
πρεσαριζόσουνα	=	πρεσάρω
πρεσαριζόταν	=	πρεσάρω
πρεσαριζότανε	=	πρεσάρω
πρεσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρεσάρισμα
πρεσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσαρισμένο
πρεσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πρεσαρισμένος
πρεσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσαρισμένη
πρεσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεσαρισμένος
πρεσαρισμένης	verb	γενική ενικού του πρεσαρισμένη
πρεσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρεσαρισμένος
πρεσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεσαρισμένος
πρεσαρισμένος	=	πρεσάρω
πρεσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρεσαρισμένος
πρεσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρεσαρισμένος
πρεσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρεσαρισμένος
πρεσαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρεσαριστός	adv	με πρεσαριστό τρόπο, πρεσάροντας
πρεσαριστέ	=	πρεσαριστός
πρεσαριστές	=	πρεσαριστός
πρεσαριστή	=	πρεσαριστός
πρεσαριστήκαμε	=	πρεσάρω
πρεσαριστήκαν	=	πρεσάρω
πρεσαριστήκανε	=	πρεσάρω
πρεσαριστήκατε	=	πρεσάρω
πρεσαριστής	=	πρεσαριστός
πρεσαριστεί	=	πρεσάρω
πρεσαριστείς	=	πρεσάρω
πρεσαριστείτε	=	πρεσάρω
πρεσαριστοί	=	πρεσαριστός
πρεσαριστού	=	πρεσαριστός
πρεσαριστούμε	=	πρεσάρω
πρεσαριστούν	=	πρεσάρω
πρεσαριστούνε	=	πρεσάρω
πρεσαριστούς	=	πρεσαριστός
πρεσαριστό	=	πρεσαριστός
πρεσαριστός	adj|figurative	που τον έχουν πρεσάρει
πρεσαριστώ	=	πρεσάρω
πρεσαριστών	=	πρεσαριστός
πρεσβεία	noun	η διπλωματική αντιπροσωπεία μιας χώρας σε μια άλλη χώρα
πρεσβείας	noun	γενική ενικού του πρεσβεία
πρεσβείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβεία
πρεσβειρών	=	πρέσβειρα
πρεσβειών	noun	γενική πληθυντικού του πρεσβεία
πρεσβευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβευτής
πρεσβευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρεσβευτής
πρεσβευτής	noun	συνώνυμο του πρέσβης (αρσενικό), πρέσβειρα (θηλυκό)
πρεσβευτίνα	=	πρεσβευτής
πρεσβευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρεσβευτικός	adv	με πρεσβευτικό τρόπο
πρεσβευτικέ	adj	κλητική ενικού του πρεσβευτικός
πρεσβευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβευτική
πρεσβευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεσβευτικός
πρεσβευτικής	adj	γενική ενικού του πρεσβευτική
πρεσβευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεσβευτικός
πρεσβευτικού	adj	γενική ενικού του πρεσβευτικός
πρεσβευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρεσβευτικός
πρεσβευτικό	adj	αιτιατική ενικού του πρεσβευτικός
πρεσβευτικός	adj	που έχει σχέση με πρεσβευτή ή πρεσβεία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πρεσβευτικών	adj	γενική πληθυντικού του πρεσβευτικός
πρεσβευτικώς	adv|archaic	άλλη μορφή του πρεσβευτικά
πρεσβευτού	=	πρεσβευτής
πρεσβευτών	noun	γενική πληθυντικού του πρεσβευτής
πρεσβεύαμε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύαν	=	πρεσβεύω
πρεσβεύανε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύατε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύει	=	πρεσβεύω
πρεσβεύεις	=	πρεσβεύω
πρεσβεύετε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύομαι	=	πρεσβεύω
πρεσβεύοντας	=	πρεσβεύω
πρεσβεύουμε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύουν	=	πρεσβεύω
πρεσβεύουνε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύσαν	=	πρεσβεύω
πρεσβεύσανε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρέσβευση
πρεσβεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύσεων	=	πρέσβευση
πρεσβεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύστε	=	πρεσβεύω
πρεσβεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρεσβεύω
πρεσβεύω	verb	πιστεύω, έχω την άποψη ότι
πρεσβυγενές	=	πρεσβυγενής
πρεσβυγενή	=	πρεσβυγενής
πρεσβυγενής	adj	ο πρωτότοκος υιός μιας οικογένειας, που βγήκε από τα σπλάχνα της μάνας πρώτος
πρεσβυγενείς	=	πρεσβυγενής
πρεσβυγενούς	=	πρεσβυγενής
πρεσβυγενών	=	πρεσβυγενής
πρεσβυτέρα	noun	η σύζυγος ενός ιερέα, η παπαδιά
πρεσβυτέρας	=	πρεσβυτέρα
πρεσβυτέρες	=	πρεσβυτέρα
πρεσβυτέρια	=	πρεσβυτέριο
πρεσβυτέριο	noun	χριστιανικό ή ιουδαϊκό ιερατείο
πρεσβυτέριου	=	πρεσβυτέριο
πρεσβυτέριων	=	πρεσβυτέριο
πρεσβυτέρου	noun	γενική ενικού του πρεσβύτερος
πρεσβυτέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρεσβύτερος
πρεσβυτέρων	noun	γενική πληθυντικού του πρεσβύτερος
πρεσβυτερίου	=	πρεσβυτέριο
πρεσβυτερίων	=	πρεσβυτέριο
πρεσβυτεριανέ	noun	κλητική ενικού του πρεσβυτεριανοί
πρεσβυτεριανισμέ	=	πρεσβυτεριανισμός
πρεσβυτεριανισμοί	=	πρεσβυτεριανισμός
πρεσβυτεριανισμού	=	πρεσβυτεριανισμός
πρεσβυτεριανισμούς	=	πρεσβυτεριανισμός
πρεσβυτεριανισμό	=	πρεσβυτεριανισμός
πρεσβυτεριανισμός	noun	κλάδος του χριστιανισμού με βάση την καλβινιστική θεολογία και χαρακτηριστικά τη διοίκηση της εκκλησίας από πρεσβύτερους
πρεσβυτεριανισμών	=	πρεσβυτεριανισμός
πρεσβυτεριανο	noun	αιτιατική ενικού του πρεσβυτεριανοί
πρεσβυτεριανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυτεριανός
πρεσβυτεριανού	noun	γενική ενικού του πρεσβυτεριανοί
πρεσβυτεριανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρεσβυτεριανοί
πρεσβυτεριανό	=	πρεσβυτεριανός
πρεσβυτεριανός	noun	οπαδός του πρεσβυτεριανισμού	adj	που έχει σχέση με τον πρεσβυτεριανισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πρεσβυτεριανών	noun	γενική πληθυντικού του πρεσβυτεριανοί
πρεσβυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυτικό
πρεσβυτικέ	adj	κλητική ενικού του πρεσβυτικός
πρεσβυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυτική
πρεσβυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεσβυτικός
πρεσβυτικής	adj	γενική ενικού του πρεσβυτική
πρεσβυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυτικός
πρεσβυτικού	adj	γενική ενικού του πρεσβυτικός
πρεσβυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρεσβυτικός
πρεσβυτικό	adj	αιτιατική ενικού του πρεσβυτικός
πρεσβυτικός	adj	που έχει σχέση με πρεσβύτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πρεσβυτικών	adj	γενική πληθυντικού του πρεσβυτικός
πρεσβυτών	=	πρεσβύτης
πρεσβυωπία	noun	αδυναμία των ματιών να εστιάσουν σε κοντινά αντικείμενα που εμφανίζεται κυρίως σε ηλικιωμένους (κωδικός ICD-10 "H52.4")
πρεσβυωπίας	noun	γενική ενικού του πρεσβυωπία
πρεσβυωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυωπία
πρεσβυωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυωπικό
πρεσβυωπικέ	adj	κλητική ενικού του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυωπική
πρεσβυωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπικής	adj	γενική ενικού του πρεσβυωπική
πρεσβυωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπικού	adj	γενική ενικού του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπικό	adj	αιτιατική ενικού του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπικός	adj	που έχει σχέση με πρεσβυωπία ή πρεσβύωπα ή αναφέρεται σ’ αυτά
πρεσβυωπικών	adj	γενική πληθυντικού του πρεσβυωπικός
πρεσβυωπιών	=	πρεσβυωπία
πρεσβυώπων	=	πρεσβύωπας
πρεσβύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πρεσβύτερο) του πρεσβύτερος
πρεσβύτερε	noun	κλητική ενικού του πρεσβύτερος
πρεσβύτερες	=	πρεσβύτερος
πρεσβύτερη	=	πρεσβύτερος
πρεσβύτερης	=	πρεσβύτερος
πρεσβύτερο	noun	αιτιατική ενικού του πρεσβύτερος
πρεσβύτεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρεσβύτερος
πρεσβύτερος	noun	ηλικιωμένος άντρας	adj	ο μεγαλύτερος σε ηλικία από κάποιον άλλον, ο γεροντότερος
πρεσβύτερου	noun	γενική ενικού του πρεσβύτερος
πρεσβύτερους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρεσβύτερος
πρεσβύτερων	noun	γενική πληθυντικού του πρεσβύτερος
πρεσβύτες	=	πρεσβύτης
πρεσβύτη	=	πρεσβύτης
πρεσβύτης	noun|formal	ο μεγάλος σε ηλικία, ο γέρος
πρεσβύωπα	=	πρεσβύωπας
πρεσβύωπας	noun	που πάσχει από πρεσβυωπία
πρεσβύωπες	=	πρεσβύωπας
πρεσβύωπος	=	πρεσβύωπας
πρεστίζ	noun	γόητρο, κύρος, διάκριση
πρεσών	=	πρέσα
πρεφών	=	πρέφα
πρηζόμασταν	=	πρήζω
πρηζόμαστε	=	πρήζω
πρηζόμουν	=	πρήζω
πρηζόμουνα	=	πρήζω
πρηζόντουσαν	=	πρήζω
πρηζόσασταν	=	πρήζω
πρηζόσαστε	=	πρήζω
πρηζόσουν	=	πρήζω
πρηζόσουνα	=	πρήζω
πρηζόταν	=	πρήζω
πρηζότανε	=	πρήζω
πρηνές	=	πρηνής
πρηνή	=	πρηνής
πρηνής	adj|formal	με το μπροστινό μέρος του σώματός του προς το έδαφος, προς τα κάτω
πρηνείς	=	πρηνής
πρηνηδόν	adv	με το μπροστινό μέρος του σώματος προς το έδαφος, προς τα κάτω
πρηνισμέ	=	πρηνισμός
πρηνισμοί	=	πρηνισμός
πρηνισμού	=	πρηνισμός
πρηνισμούς	=	πρηνισμός
πρηνισμό	=	πρηνισμός
πρηνισμός	noun	η κίνηση κατά την οποία το πάτημα του ποδιού γίνεται με την εσωτερική πλευρά του πέλματος προς τα κάτω και προς τα μέσα
πρηνισμών	=	πρηνισμός
πρηνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρηνιστής
πρηνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρηνιστής
πρηνιστής	noun	μυς του χεριού που συμβάλλει στον πρηνισμό ή τον επιτρέπει (περιστροφή του αντίχειρα και του καρπού προς το εσωτερικό του χεριού)
πρηνιστών	noun	γενική πληθυντικού του πρηνιστής
πρηνούς	=	πρηνής
πρηνών	=	πρηνής
πρηξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρήξιμο
πρηξίματος	noun	γενική ενικού του πρήξιμο
πρηξαρχίδη	=	πρηξαρχίδης
πρηξαρχίδηδες	=	πρηξαρχίδης
πρηξαρχίδηδων	=	πρηξαρχίδης
πρηξαρχίδης	noun	άνθρωπος ενοχλητικά επίμονος
πρηξιμάτων	=	πρήξιμο
πρηξιματάκι	noun	υποκοριστικό του πρήξιμο
πρηξιματάκια	=	πρηξιματάκι
πρησμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρησμένο
πρησμένε	verb	κλητική ενικού του πρησμένος
πρησμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρησμένη
πρησμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρησμένος
πρησμένης	verb	γενική ενικού του πρησμένη
πρησμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρησμένος
πρησμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρησμένος
πρησμένος	verb	που έχει φουσκώσει, που ο όγκος του έχει μεγαλώσει αφύσικα, συνήθως από την συγκέντρωση υγρού
πρησμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρησμένος
πρησμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρησμένος
πρησμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρησμένος
πρηστήκαμε	=	πρήζω
πρηστήκαν	=	πρήζω
πρηστήκανε	=	πρήζω
πρηστήκατε	=	πρήζω
πρηστεί	=	πρήζω
πρηστείς	=	πρήζω
πρηστείτε	=	πρήζω
πρηστούμε	=	πρήζω
πρηστούν	=	πρήζω
πρηστούνε	=	πρήζω
πρηστώ	=	πρήζω
πρηχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρήζομαι
πρηχτών	=	πρήχτης
πριάπεια	=	πριάπειος
πριάπειας	=	πριάπειος
πριάπειε	=	πριάπειος
πριάπειες	=	πριάπειος
πριάπειο	=	πριάπειος
πριάπειοι	=	πριάπειος
πριάπειος	adj	που έχει σχέση με τον Πρίαπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πριάπειου	=	πριάπειος
πριάπειους	=	πριάπειος
πριάπειων	=	πριάπειος
πριαπικά	=	πριαπικός
πριαπικέ	=	πριαπικός
πριαπικές	=	πριαπικός
πριαπική	=	πριαπικός
πριαπικής	=	πριαπικός
πριαπικοί	=	πριαπικός
πριαπικού	=	πριαπικός
πριαπικούς	=	πριαπικός
πριαπικό	=	πριαπικός
πριαπικός	adj	άλλη μορφή του πριάπειος
πριαπικών	=	πριαπικός
πριαπισμέ	noun	κλητική ενικού του πριαπισμός
πριαπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριαπισμός
πριαπισμού	noun	γενική ενικού του πριαπισμός
πριαπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πριαπισμός
πριαπισμό	noun	αιτιατική ενικού του πριαπισμός
πριαπισμός	noun	παθολογική κατάσταση συνεχούς στύσης χωρίς γενετήσια επιθυμία
πριαπισμών	noun	γενική πληθυντικού του πριαπισμός
πριβέ	adj	ιδιωτικό, μόνο για λίγους
πριγκήπισσα	noun	ετυμολογική γραφή του πριγκίπισσα
πριγκήπισσαν	noun	αιτιατική ενικού του πριγκήπισσα
πριγκήπων	noun	γενική πληθυντικού του πρίγκηψ
πριγκίπισσα	noun	η κόρη ενός βασιλιά
πριγκίπισσαι	=	πριγκίπισσα
πριγκίπισσαν	noun	αιτιατική ενικού του πριγκίπισσα
πριγκίπισσας	noun	γενική ενικού του πριγκίπισσα
πριγκίπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριγκίπισσα
πριγκίπων	=	πρίγκιπας
πριγκηπέσα	noun|dated	απλοποιημένη γραφή του πριγκηπέσσα
πριγκηπέσσα	=	πρίγκηπας
πριγκηπίσσης	noun	γενική ενικού του πριγκήπισσα
πριγκιπάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριγκιπάτο
πριγκιπάτο	noun	μοναρχικό κράτος, που κυβερνάται από μονάρχη με τον τίτλο του πρίγκιπα ή της πριγκίπισσας
πριγκιπάτου	noun	γενική ενικού του πριγκιπάτο
πριγκιπάτων	noun	γενική πληθυντικού του πριγκιπάτο
πριγκιπέσα	noun|literary	άλλη μορφή του πριγκίπισσα
πριγκιπέσας	noun	γενική ενικού του πριγκιπέσα
πριγκιπέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριγκιπέσα
πριγκιπέσσα	=	πρίγκιπας
πριγκιπέσσας	=	πρίγκιπας
πριγκιπέσσες	=	πρίγκιπας
πριγκιπίσσαις	=	πριγκίπισσα
πριγκιπίσσας	=	πριγκίπισσα
πριγκιπίσσης	=	πριγκίπισσα
πριγκιπίσσῃ	=	πριγκίπισσα
πριγκιπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πριγκιπικός	adv	με πριγκιπικό τρόπο
πριγκιπικέ	adj	κλητική ενικού του πριγκιπικός
πριγκιπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριγκιπική
πριγκιπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριγκιπικός
πριγκιπικής	adj	γενική ενικού του πριγκιπική
πριγκιπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριγκιπικός
πριγκιπικού	adj	γενική ενικού του πριγκιπικός
πριγκιπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πριγκιπικός
πριγκιπικό	adj	αιτιατική ενικού του πριγκιπικός
πριγκιπικός	adj	που ταιριάζει ή αναφέρεται σε πρίγκιπα
πριγκιπικών	adj	γενική πληθυντικού του πριγκιπικός
πριγκιπισσών	noun	γενική πληθυντικού του πριγκίπισσα
πριγκιπισσῶν	=	πριγκίπισσα
πριγκιποπούλα	noun	νεαρή πριγκίπισσα
πριγκιποπούλας	noun	γενική ενικού του πριγκιποπούλα
πριγκιποπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριγκιποπούλα
πριγκιπόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριγκιπόπουλο
πριγκιπόπουλο	noun	νεαρός πρίγκιπας
πριγκιπόπουλου	noun	γενική ενικού του πριγκιπόπουλο
πριγκιπόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του πριγκιπόπουλο
πριζών	=	πρίζα
πριμ	noun	πρόσθετα χρήματα που δίνονται σε εργαζόμενο ως κίνητρο για την επίτευξη στόχου, αυξημένη παραγωγικότητα κ.λπ.
πριμάρω	verb	παράγω πρίμα (υψηλής συχνότητας ήχο)
πριμάτε	noun	κλητική ενικού του πριμάτος
πριμάτο	noun	αιτιατική ενικού του πριμάτος
πριμάτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριμάτος
πριμάτος	noun	εκκλησιαστικός τίτλος που αποδίδεται σε επίσκοπο ως διοικητικώς επικεφαλής συγκεκριμένης ευρύτερης περιφέρειας
πριμάτου	noun	γενική ενικού του πριμάτος
πριμάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πριμάτος
πριμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πριμάτος
πριμαντόνα	noun	σπουδαία τραγουδίστρια στην όπερα, συνήθως η υψίφωνος στον πρωταγωνιστικό ρόλο
πριμαντόνας	noun	γενική ενικού του πριμαντόνα
πριμαντόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμαντόνα
πριμαρολίου	=	πριμαρόλι
πριμαρολίων	=	πριμαρόλι
πριμαρόλι	noun|dated	το πρώτο πλοίο κάθε περιόδου που μετέφερε σταφίδες από τις ακτές της Πελοποννήσου σε χώρες του εξωτερικού
πριμαρόλια	=	πριμαρόλι
πριμικίριε	=	πριμικίριος
πριμικίριο	=	πριμικίριος
πριμικίριοι	=	πριμικίριος
πριμικίριος	noun	τίτλος κληρικών της ορθόδοξης αλλά και καθολικής εκκλησίας
πριμικίριου	=	πριμικίριος
πριμικίριους	=	πριμικίριος
πριμικίριων	=	πριμικίριος
πριμιτίφ	adj	που αφορά πριμιτιβιστή καλλιτέχνη, που με την απλοϊκή του και αδέξια τεχνική θυμίζει πρωτόγονο καλλιτέχνη
πριμιτιβίστρια	noun	θηλυκό του πριμιτιβιστής
πριμιτιβίστριας	=	πριμιτιβίστρια
πριμιτιβίστριες	=	πριμιτιβίστρια
πριμιτιβισμέ	noun	κλητική ενικού του πριμιτιβισμός
πριμιτιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριμιτιβισμός
πριμιτιβισμού	noun	γενική ενικού του πριμιτιβισμός
πριμιτιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πριμιτιβισμός
πριμιτιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του πριμιτιβισμός
πριμιτιβισμός	noun	ρεύμα στις εικαστικές τέχνες του εικοστού αιώνα που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση καλλιτεχνικών μοτίβων που απαντούν στην τέχνη των «πρωτόγονων»
πριμιτιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του πριμιτιβισμός
πριμιτιβιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμιτιβιστής
πριμιτιβιστή	=	πριμιτιβιστής
πριμιτιβιστής	noun	αυτός που ακολουθεί την καλλιτεχνική τάση του πριμιτιβισμού και χρησιμοποιεί στοιχεία από την καλλιτεχνική έκφραση των «πρωτόγονων»
πριμιτιβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμιτιβιστικό
πριμιτιβιστικέ	adj	κλητική ενικού του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμιτιβιστική
πριμιτιβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστικής	adj	γενική ενικού του πριμιτιβιστική
πριμιτιβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστικού	adj	γενική ενικού του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστικός	adj	που έχει σχέση με τον πριμιτιβισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πριμιτιβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πριμιτιβιστικός
πριμιτιβιστριών	=	πριμιτιβίστρια
πριμιτιβιστών	noun	γενική πληθυντικού του πριμιτιβιστής
πριμοδοτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμοδότηση
πριμοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήσεων	=	πριμοδότηση
πριμοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πριμοδότηση
πριμοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτούμαι
πριμοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμοδοτημένο
πριμοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του πριμοδοτημένος
πριμοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριμοδοτημένη
πριμοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριμοδοτημένος
πριμοδοτημένης	verb	γενική ενικού του πριμοδοτημένη
πριμοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του πριμοδοτημένος
πριμοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριμοδοτημένος
πριμοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πριμοδοτημένος
πριμοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πριμοδοτημένος
πριμοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πριμοδοτημένος
πριμοδοτώ	verb	ανταμοίβω την παροχή επαρκούς παραγωγικής εργασίας
πριμοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριμοδοτώ
πριμοδότηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πριμοδοτώ
πριμοδότησης	noun	γενική ενικού του πριμοδότηση
πριμοδότησις	noun	η πριμοδότηση
πριμούλα	noun	άλλη μορφή του πρίμουλα
πριμούλας	=	πριμούλα
πριμούλες	=	πριμούλα
πριν	adv	προηγούμενα, νωρίτερα	prep	νωρίτερα από κάτι ή κάποιον
πρινάρι	noun|vulgar	το πουρνάρι
πρινάρια	=	πρινάρι
πρινένιος	adj|rare	που είναι από πουρνάρι
πριναριού	=	πρινάρι
πριναριών	=	πρινάρι
πριναρόδεντρα	=	πριναρόδεντρο
πριναρόδεντρο	noun|formal	το πουρνάρι
πριναρόδεντρου	=	πριναρόδεντρο
πριναρόδεντρων	=	πριναρόδεντρο
πρινιωτών	=	πρινιώτης
πρινιώτες	=	πρινιώτης
πρινιώτη	=	πρινιώτης
πρινιώτης	noun	παραδοσιακός κρητικός χορός
πρινοκοκκίου	=	πρινοκόκκι
πρινοκοκκίων	=	πρινοκόκκι
πρινοκόκκι	noun	η κηκίδα που δημιουργείται στο πουρνάρι, το κρεμέζι
πρινοκόκκια	=	πρινοκόκκι
πριονάκι	noun	υποκοριστικό του πριόνι
πριονάκια	=	πριονάκι
πριονίδι	noun	πολύ μικρά ξέσματα ξύλου, σχεδόν σε μορφή σκόνης, που συνήθως προέρχονται από το πριόνισμα ξύλου
πριονίδια	=	πριονίδι
πριονίζαμε	=	πριονίζω
πριονίζαν	=	πριονίζω
πριονίζανε	=	πριονίζω
πριονίζατε	=	πριονίζω
πριονίζει	=	πριονίζω
πριονίζεις	=	πριονίζω
πριονίζεσαι	=	πριονίζω
πριονίζεστε	=	πριονίζω
πριονίζεται	=	πριονίζω
πριονίζετε	=	πριονίζω
πριονίζομαι	=	πριονίζω
πριονίζομε	=	πριονίζω
πριονίζονται	=	πριονίζω
πριονίζονταν	=	πριονίζω
πριονίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πριονίζω
πριονίζουμε	=	πριονίζω
πριονίζουν	=	πριονίζω
πριονίζουνε	=	πριονίζω
πριονίζω	verb	κόβω κάτι με πριόνι
πριονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσαν	=	πριονίζω
πριονίσανε	=	πριονίζω
πριονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσεων	=	πριόνιση
πριονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριόνισμα
πριονίσματος	noun	γενική ενικού του πριόνισμα
πριονίσομε	=	πριονίζω
πριονίσου	=	πριονίζω
πριονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίσουνε	=	πριονίζω
πριονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριονιδιού	=	πριονίδι
πριονιδιών	=	πριονίδι
πριονιζόμασταν	=	πριονίζω
πριονιζόμαστε	=	πριονίζω
πριονιζόμενος	=	πριονίζω
πριονιζόμουν	=	πριονίζω
πριονιζόμουνα	=	πριονίζω
πριονιζόντουσαν	=	πριονίζω
πριονιζόσασταν	=	πριονίζω
πριονιζόσαστε	=	πριονίζω
πριονιζόσουν	=	πριονίζω
πριονιζόσουνα	=	πριονίζω
πριονιζόταν	=	πριονίζω
πριονιζότανε	=	πριονίζω
πριονιού	noun	γενική ενικού του πριόνι
πριονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πριόνισμα
πριονισμέ	=	πριονισμός
πριονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριονισμένο
πριονισμένε	verb	κλητική ενικού του πριονισμένος
πριονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριονισμένη
πριονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριονισμένος
πριονισμένης	verb	γενική ενικού του πριονισμένη
πριονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πριονισμένος
πριονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριονισμένος
πριονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πριονίζω
πριονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πριονισμένος
πριονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πριονισμένος
πριονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πριονισμένος
πριονισμοί	=	πριονισμός
πριονισμού	=	πριονισμός
πριονισμούς	=	πριονισμός
πριονισμό	=	πριονισμός
πριονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πριονίζω
πριονισμών	=	πριονισμός
πριονιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πριονιστός	adv|rare	με πριονιστό τρόπο, πριονίζοντας
πριονιστέ	adj	κλητική ενικού του πριονιστός
πριονιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριονιστή
πριονιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριονιστός
πριονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονιστήκαν	=	πριονίζω
πριονιστήκανε	=	πριονίζω
πριονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονιστήρια	=	πριονιστήριο
πριονιστήριο	noun	μηχάνημα, κτήριο, εργαστήριο ή επιχείρηση που κόβει κορμούς δέντρων για κατασκευή ξυλείας σε εμπορεύσιμη μορφή (σανίδες, καδρόνια, τάβλες ή ακόμα και κομμάτια κατάλληλα για τζάκι, σόμπες κλπ)
πριονιστήριον	noun	πριονιστήριο
πριονιστήριου	=	πριονιστήριο
πριονιστήριων	=	πριονιστήριο
πριονιστής	noun	κάποιος που ασχολείται (επαγγελματικά) με το πριόνισμα	adj	γενική ενικού του πριονιστή
πριονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονιστείς	=	πριονίζω
πριονιστείτε	=	πριονίζω
πριονιστηρίου	=	πριονιστήριο
πριονιστηρίων	=	πριονιστήριο
πριονιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριονιστός
πριονιστού	adj	γενική ενικού του πριονιστός
πριονιστούμε	=	πριονίζω
πριονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πριονίζομαι
πριονιστούνε	=	πριονίζω
πριονιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πριονιστός
πριονιστό	adj	αιτιατική ενικού του πριονιστός
πριονιστός	adj	που έχει κοπεί με πριόνι
πριονιστώ	=	πριονίζω
πριονιστών	adj	γενική πληθυντικού του πριονιστός
πριονιών	noun	γενική πληθυντικού του πριόνι
πριονοειδές	=	πριονοειδής
πριονοειδή	=	πριονοειδής
πριονοειδής	adj	άλλη μορφή του πριονωτός
πριονοειδείς	=	πριονοειδής
πριονοειδούς	=	πριονοειδής
πριονοειδών	=	πριονοειδής
πριονοκορδέλα	noun	ξυλουργικό μηχάνημα, συνήθως ηλεκτρικό, που περιλαμβάνει μία συνεχόμενη πριονωτή κορδέλα, με την οποία κόβονται ξύλα
πριονοκορδέλας	noun	γενική ενικού του πριονοκορδέλα
πριονοκορδέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριονοκορδέλα
πριονοκορδελών	noun	γενική πληθυντικού του πριονοκορδέλα
πριονοταινία	noun	μεταλλική πριονωτή ταινία κοπής ξύλων
πριονοταινίας	noun	γενική ενικού του πριονοταινία
πριονοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριονοταινία
πριονοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του πριονοταινία
πριονωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πριονωτός	adv	με πριονωτό τρόπο
πριονωτέ	adj	κλητική ενικού του πριονωτός
πριονωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριονωτή
πριονωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριονωτός
πριονωτής	adj	γενική ενικού του πριονωτή
πριονωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριονωτός
πριονωτού	adj	γενική ενικού του πριονωτός
πριονωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πριονωτός
πριονωτό	adj	αιτιατική ενικού του πριονωτός
πριονωτός	adj	που η άκρη του μοιάζει με του πριονιού, δηλαδή έχει μικρές μυτερές προεξοχές («δόντια»)
πριονωτών	adj	γενική πληθυντικού του πριονωτός
πριονόμυλε	=	πριονόμυλος
πριονόμυλο	=	πριονόμυλος
πριονόμυλοι	=	πριονόμυλος
πριονόμυλος	noun	πριονιστήριο που κινείται με τη δύναμη του νερού, με υδραυλική ενέργεια
πριονόμυλου	=	πριονόμυλος
πριονόμυλους	=	πριονόμυλος
πριονόμυλων	=	πριονόμυλος
πρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρίσμα
πρισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρισματικός	adv	με πρισματικό τρόπο
πρισματικέ	adj	κλητική ενικού του πρισματικός
πρισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρισματική
πρισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρισματικός
πρισματικής	adj	γενική ενικού του πρισματική
πρισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρισματικός
πρισματικού	adj	γενική ενικού του πρισματικός
πρισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρισματικός
πρισματικό	adj	αιτιατική ενικού του πρισματικός
πρισματικός	adj	ο σχετικός με πρίσμα
πρισματικών	adj	γενική πληθυντικού του πρισματικός
πρισματοειδής	adj|formal	που μοιάζει με πρίσμα, που έχει τέτοιο σχήμα
πριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριστό
πριστέ	adj	κλητική ενικού του πριστός
πριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριστή
πριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πριστός πριονισμένη, επίθετο που αναφέρεται στην ξυλεία
πριστήρια	=	πριστήριο
πριστήριο	noun	εργοστάσιο κοπής (πριονιστήριο) μασίφ ξυλείας, για την παραγωγή πριστής ξυλείας
πριστήριον	noun	άλλη μορφή του πριονιστήριον: το πριονιστήριο
πριστήριου	=	πριστήριο
πριστής	adj	γενική ενικού του πριστή
πριστηρίου	=	πριστήριο
πριστηρίων	=	πριστήριο
πριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πριστός
πριστού	adj	γενική ενικού του πριστός
πριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πριστός
πριστό	adj	αιτιατική ενικού του πριστός
πριστός	adj	που έχει κοπεί με πριόνι
πριστών	adj	γενική πληθυντικού του πριστός
πριτς	noun	η πορδή	intj	όχι, σιγά, τι λες! μωρ' τι μας λες!
πριτσίνι	noun	μεταλλικός σύνδεσμος που χρησιμοποιείται για τη μόνιμη συναρμογή μεταλλικών μερών σε κατασκευές
πριτσίνια	=	πριτσίνι
πριτσιναδόρε	=	πριτσιναδόρος
πριτσιναδόρο	=	πριτσιναδόρος
πριτσιναδόροι	=	πριτσιναδόρος
πριτσιναδόρος	noun	τεχνίτης που καρφώνει περτσίνια / πριτσίνια
πριτσιναδόρου	=	πριτσιναδόρος
πριτσιναδόρους	=	πριτσιναδόρος
πριτσιναδόρων	=	πριτσιναδόρος
πριτσινιού	=	πριτσίνι
πριτσινιών	=	πριτσίνι
πριχού	adv|vulgar	πριν
πριόβολα	=	πριόβολος
πριόβολε	=	πριόβολος
πριόβολο	=	πριόβολος
πριόβολοι	=	πριόβολος
πριόβολος	noun|dated	εξάρτημα τσακμακιού το οποίο συμβάλλει στη δημιουργία σπίθας για το άναμμα φωτιάς
πριόβολου	=	πριόβολος
πριόβολους	=	πριόβολος
πριόβολων	=	πριόβολος
πριόνι	noun	εργαλείο με οδοντωτή λάμα που χρησιμοποιείται για κόψιμο
πριόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πριόνι
πριόνιζα	=	πριονίζω
πριόνιζαν	=	πριονίζω
πριόνιζε	=	πριονίζω
πριόνιζες	=	πριονίζω
πριόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πριονίζω
πριόνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πριονίζω
πριόνισης	=	πριόνιση
πριόνισις	noun	πριόνιση
πριόνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πριονίζω
προ	prep	μπροστά από
προΐσταμαι	verb	είμαι ο επικεφαλής, ο προϊστάμενος (μιας υπηρεσίας, κλάδου, επιχείρησης, έργου κλπ)
προΐστια	=	προΐστιο
προΐστιο	noun	αναδρομικό ιστίο που σηκώνεται μπροστά από κύριο ιστίο και ανάμεσα σε δύο κατάρτια ιστιοφόρου πλοίου
προΐστιον	noun	προΐστιο
προΐστιου	=	προΐστιο
προάγγελε	noun	κλητική ενικού του προάγγελος
προάγγελμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαγγέλλω
προάγγελο	noun	αιτιατική ενικού του προάγγελος
προάγγελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προάγγελος
προάγγελος	noun	που αναγγέλλει κάτι από πριν, που το γνωστοποιεί εκ των προτέρων
προάγγελου	noun	γενική ενικού του προάγγελος
προάγγελους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προάγγελος
προάγγελων	noun	γενική πληθυντικού του προάγγελος
προάγει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προάγω
προάγομαι	verb	τοποθετούμαι σε ανώτερη επαγγελματική θέση με υψηλότερες αποδοχές· παίρνω προαγωγή
προάγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προάγω
προάγω	verb	φροντίζω για την ανάπτυξη μιας σχέσης, συνήθως εμπορικής, πολιτιστικής, διμερούς κ.λπ.
προάλειφα	=	προαλείφω
προάλειφαν	=	προαλείφω
προάλειφε	=	προαλείφω
προάλειφες	=	προαλείφω
προάλειψα	=	προαλείφω
προάλειψαν	=	προαλείφω
προάλειψε	=	προαλείφω
προάλειψες	=	προαλείφω
προάλλες	noun	στην έκφραση: τις προάλλες, τις προηγούμενες ημέρες
προάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του προάνθρωπος
προάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του προάνθρωπος
προάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προάνθρωπος
προάνθρωπος	noun	είδος πρόδρομο του ανθρώπου, ως ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ ανθρώπου και ανθρωποειδών
προάσκει	=	προασκώ
προάσκησα	=	προασκώ
προάσκησαν	=	προασκώ
προάσκησε	=	προασκώ
προάσκησες	=	προασκώ
προάσκηση	noun	άσκηση πριν από την έναρξη μιας εργασίας για εξάσκηση
προάσκησης	=	προάσκηση
προάσπιζα	=	προασπίζω
προάσπιζαν	=	προασπίζω
προάσπιζε	=	προασπίζω
προάσπιζες	=	προασπίζω
προάσπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προάσπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προάσπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προάσπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προάσπιση	noun|formal	υπεράσπιση, προστασία, υποστήριξη
προάσπισης	noun	γενική ενικού του προάσπιση
προάσπισις	noun	προάσπιση
προάστια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προάστιο
προάστιο	noun	τα περίχωρα μιας πόλης: τοποθεσία ή οικισμός δίπλα σε μεγάλη πόλη ή μεγαλούπολη
προάστιου	=	προάστιο
προάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προέβαινα	=	προβαίνω
προέβαιναν	=	προβαίνω
προέβαινε	=	προβαίνω
προέβαινες	=	προβαίνω
προέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προέβαλλα	=	προβάλλω
προέβη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προέβηκα	=	προβαίνω
προέβην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προέβης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προέβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προέβλεπα	=	προβλέπω
προέβλεπαν	=	προβλέπω
προέβλεπε	=	προβλέπω
προέβλεπες	=	προβλέπω
προέβλεψα	=	προβλέπω
προέβλεψαν	=	προβλέπω
προέβλεψε	=	προβλέπω
προέβλεψες	=	προβλέπω
προέγραφα	=	προγράφω
προέγραφαν	=	προγράφω
προέγραφε	=	προγράφω
προέγραφες	=	προγράφω
προέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προέδρευα	=	προεδρεύω
προέδρευαν	=	προεδρεύω
προέδρευε	=	προεδρεύω
προέδρευες	=	προεδρεύω
προέδρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προέδρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προέδρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προέδρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προέδρου	noun	γενική ενικού του πρόεδρος
προέδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόεδρος
προέδρων	noun	γενική πληθυντικού του πρόεδρος
προέκταμα	noun	το αποτέλεσμα του προεκτείνω
προέκταση	noun	η επέκταση
προέκτασης	noun	γενική ενικού του προέκταση
προέκτασις	noun	η προέκταση
προέκτεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεκτείνω
προέκτειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεκτείνω
προέκτεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεκτείνω
προέκτεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεκτείνω
προέκυπταν	=	προκύπτει
προέκυπτε	=	προκύπτει
προέκυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προέκυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προέκυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προέκυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προέλαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προελαύνω
προέλασης	noun	γενική ενικού του προέλαση
προέλεγχε	noun	κλητική ενικού του προέλεγχος
προέλεγχο	noun	αιτιατική ενικού του προέλεγχος
προέλεγχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προέλεγχος
προέλεγχος	noun	προκαταρκτικός έλεγχος
προέλεγχου	=	προέλεγχος
προέλευση	noun	η αρχή, η πηγή ή η καταγωγή κάποιου πράγματος, ο τόπος από τον οποίο προέρχεται
προέλευσης	noun	γενική ενικού του προέλευση
προέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προέλθουνε	=	προέρχομαι
προέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προέλκω	verb|dated	έλκω προς τα μπρος ή έξω
προέμβαζα	=	προεμβάζω
προέμβαζαν	=	προεμβάζω
προέμβαζε	=	προεμβάζω
προέμβαζες	=	προεμβάζω
προέμβασα	=	προεμβάζω
προέμβασαν	=	προεμβάζω
προέμβασε	=	προεμβάζω
προέμβασες	=	προεμβάζω
προέμβασμα	noun	το αποτέλεσμα του προεμβάζω
προένζυμα	=	προένζυμο
προένζυμο	noun	βιοχημική πρόδρομη μορφή ενζύμου, η οποία είναι αδρανής έως ότου ενεργοποιηθεί μέσω τροποποίησης (συνήθως αποκοπής τμήματος της δομής της), ώστε να αποκτήσει καταλυτική λειτουργία
προένζυμου	=	προένζυμο
προένζυμων	=	προένζυμο
προένταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεντείνω
προέντασης	noun	γενική ενικού του προένταση
προέπεμπα	=	προπέμπω
προέπεμπαν	=	προπέμπω
προέπεμπε	=	προπέμπω
προέπεμπες	=	προπέμπω
προέπεμψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προέπεμψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προέπεμψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προέπεμψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προέρθει	=	προέρχομαι
προέρθεις	=	προέρχομαι
προέρθετε	=	προέρχομαι
προέρθουμε	=	προέρχομαι
προέρθουν	=	προέρχομαι
προέρθουνε	=	προέρχομαι
προέρθω	=	προέρχομαι
προέρχεσαι	=	προέρχομαι
προέρχεσθε	=	προέρχομαι
προέρχεστε	=	προέρχομαι
προέρχεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προέρχομαι
προέρχομαι	verb	έρχομαι από κάποιο μέρος ή τόπο
προέρχονται	=	προέρχομαι
προέρχονταν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του προέρχομαι
προέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προέτασσα	=	προτάσσω
προέτασσαν	=	προτάσσω
προέτασσε	=	προτάσσω
προέτασσες	=	προτάσσω
προέτεινα	=	προτείνω
προέτειναν	=	προτείνω
προέτεινε	=	προτείνω
προέτεινες	=	προτείνω
προέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προέτρεπα	=	προτρέπω
προέτρεπαν	=	προτρέπω
προέτρεπε	=	προτρέπω
προέτρεπες	=	προτρέπω
προέτρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προέτρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προέτρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προέτρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προέφηβε	=	προέφηβος
προέφηβη	=	προέφηβος
προέφηβο	=	προέφηβος
προέφηβοι	=	προέφηβος
προέφηβος	noun	που έχει ηλικία αμέσως πριν την εφηβεία
προέφηβου	=	προέφηβος
προέφηβους	=	προέφηβος
προέφηβων	=	προέφηβος
προέχει	verb	έχει μεγαλύτερη σημασία, έχει προτεραιότητα, είναι το πιο σημαντικό
προήγα	=	προάγω
προήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγω
προήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγω
προήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγω
προήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγω
προήλασα	=	προελαύνω
προήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προήλθανε	=	προέρχομαι
προήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προέρχομαι
προήρθα	=	προέρχομαι
προήρθαμε	=	προέρχομαι
προήρθαν	=	προέρχομαι
προήρθανε	=	προέρχομαι
προήρθατε	=	προέρχομαι
προήρθε	=	προέρχομαι
προήρθες	=	προέρχομαι
προήχθη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προήχθην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προήχθης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προήχθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προίκα	noun	τα περιουσιακά στοιχεία (κυρίως ακίνητα και χρήματα) που στις παραδοσιακές κοινωνίες έδινε η οικογένεια της νύφης στο γαμπρό για την οικονομική εξασφάλιση της νέας οικογένειας
προίκας	noun	γενική ενικού του προίκα
προίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προίκα
προίκιζα	=	προικίζω
προίκιζαν	=	προικίζω
προίκιζε	=	προικίζω
προίκιζες	=	προικίζω
προίκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προίκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προίκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προίκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προίκιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προικίζω
προίκισης	=	προίκιση
προίκισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προικίζω
προίξ	=	προίκα
προΰπαρξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϋπάρχω
προΰπαρξης	=	προΰπαρξη
προαίρεση	noun	ψυχική τάση, προδιάθεση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή
προαίρεσης	=	προαίρεση
προαίσθημα	noun	το αίσθημα που έχεις εκ των προτέρων και επιβεβαιώνεται στην πορεία
προαίσθηση	noun	άλλη μορφή του προαίσθημα
προαίσθησης	noun	γενική ενικού του προαίσθηση
προαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγω
προαγγέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προαγγέλλω
προαγγέλλω	verb	γίνομαι προάγγελος, αναγγέλλω κάτι από πριν, το γνωστοποιώ εκ των προτέρων
προαγγέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προάγγελμα
προαγγέλματος	noun	γενική ενικού του προάγγελμα
προαγγέλου	noun	γενική ενικού του προάγγελος
προαγγέλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προάγγελος
προαγγέλων	noun	γενική πληθυντικού του προάγγελος
προαγγελία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαγγέλλω
προαγγελίας	noun	γενική ενικού του προαγγελία
προαγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγγελία
προαγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του προαγγελία
προαγγελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προάγγελμα
προαγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγγελμένο
προαγγελμένε	verb	κλητική ενικού του προαγγελμένος
προαγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγγελμένη
προαγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαγγελμένος
προαγγελμένης	verb	γενική ενικού του προαγγελμένη
προαγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαγγελμένος
προαγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαγγελμένος
προαγγελμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προαγγέλλω
προαγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαγγελμένος
προαγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαγγελμένος
προαγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαγγελμένος
προαγορά	noun	αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας που θα χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή σε μεταγενέστερο χρόνο
προαγοράζω	verb	αγοράζω ένα προϊόν ή μία υπηρεσία εκ των προτέρων, με τη συμφωνία ότι αυτό θα μου παραδοθεί ή θα χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο
προαγοράς	noun	γενική ενικού του προαγορά
προαγοράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγοράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγορά
προαγορασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγορασμένο
προαγορασμένε	verb	κλητική ενικού του προαγορασμένος
προαγορασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγορασμένη
προαγορασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαγορασμένος
προαγορασμένης	verb	γενική ενικού του προαγορασμένη
προαγορασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαγορασμένος
προαγορασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαγορασμένος
προαγορασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαγορασμένος
προαγορασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαγορασμένος
προαγορασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαγορασμένος
προαγοραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγοραστικό
προαγοραστικέ	adj	κλητική ενικού του προαγοραστικός
προαγοραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγοραστική
προαγοραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαγοραστικός
προαγοραστικής	adj	γενική ενικού του προαγοραστική
προαγοραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαγοραστικός
προαγοραστικού	adj	γενική ενικού του προαγοραστικός
προαγοραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προαγοραστικός
προαγοραστικό	adj	αιτιατική ενικού του προαγοραστικός
προαγοραστικός	adj	που έχει σχέση με την προαγορά ή αναφέρεται σ’ αυτή
προαγοραστικών	adj	γενική πληθυντικού του προαγοραστικός
προαγορών	=	προαγορά
προαγωγέ	noun	κλητική ενικού του προαγωγός
προαγωγές	=	προαγωγή
προαγωγή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προάγω
προαγωγής	=	προαγωγή
προαγωγεία	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαγωγεύω
προαγωγείας	=	προαγωγεία
προαγωγείες	=	προαγωγεία
προαγωγειών	=	προαγωγεία
προαγωγεύω	verb|formal	είμαι προαγωγός
προαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγωγικό	adv	με προαγωγικό τρόπο
προαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του προαγωγικός
προαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαγωγική
προαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαγωγικός
προαγωγικής	adj	γενική ενικού του προαγωγική
προαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαγωγικός
προαγωγικού	adj	γενική ενικού του προαγωγικός
προαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προαγωγικός
προαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του προαγωγικός
προαγωγικός	adj	σχετικός με προαγωγή
προαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του προαγωγικός
προαγωγικώς	adv|dated	προαγωγικά, με προαγωγική διαδικασία]]
προαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαγωγός
προαγωγού	noun	γενική ενικού του προαγωγός
προαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προαγωγός
προαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του προαγωγός
προαγωγός	noun	που προάγει κάτι, συμβάλλει στην ανάπτυξή του, το οδηγεί σε ένα ανώτερο στάδιο
προαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του προαγωγός
προαγόμουν	=	προάγομαι
προαγόρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγόρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγόρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαγόρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαγοράζω
προαδαμιαία	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίας	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίε	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίες	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίο	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίοι	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίος	adj	τόσο παλιός που υπήρχε ακόμη και πριν τον Αδάμ (τον πρώτο άνθρωπο κατά την Αγία Γραφή)
προαδαμιαίου	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίους	=	προαδαμιαίος
προαδαμιαίων	=	προαδαμιαίος
προαθλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαθλητικό
προαθλητικέ	adj	κλητική ενικού του προαθλητικός
προαθλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαθλητική
προαθλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαθλητικός
προαθλητικής	adj	γενική ενικού του προαθλητική
προαθλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαθλητικός
προαθλητικού	adj	γενική ενικού του προαθλητικός
προαθλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προαθλητικός
προαθλητικό	adj	αιτιατική ενικού του προαθλητικός
προαθλητικός	adj	που γίνεται πριν από την έναρξη της άθλησης
προαθλητικών	adj	γενική πληθυντικού του προαθλητικός
προαιρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαίρεση
προαιρέσεων	=	προαίρεση
προαιρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προαιρετικός	adv	με προαιρετικό τρόπο
προαιρετικέ	adj	κλητική ενικού του προαιρετικός
προαιρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαιρετική
προαιρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαιρετικός
προαιρετικής	adj	γενική ενικού του προαιρετική
προαιρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαιρετικός
προαιρετικοτήτων	=	προαιρετικότητα
προαιρετικού	adj	γενική ενικού του προαιρετικός
προαιρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προαιρετικός
προαιρετικό	adj	αιτιατική ενικού του προαιρετικός
προαιρετικός	adj	αυτός που γίνεται με ελεύθερη βούληση και επιλογή κι όχι από υποχρέωση ή εξαναγκασμό
προαιρετικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι προαιρετικό(ς), η ιδιότητα του προαιρετικού
προαιρετικότητας	=	προαιρετικότητα
προαιρετικότητες	=	προαιρετικότητα
προαιρετικών	adj	γενική πληθυντικού του προαιρετικός
προαιρετικώς	adv|dated	προαιρετικά
προαιρούμαι	verb|formal	αποφασίζω, επιλέγω ελεύθερα και αυτοβούλως, προτιμώ
προαισθάνεσαι	=	προαισθάνομαι
προαισθάνεστε	=	προαισθάνομαι
προαισθάνεται	=	προαισθάνομαι
προαισθάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθάνομαι	verb	αισθάνομαι εκ των προτέρων κάτι που πρόκειται να συμβεί, προβλέπω, διαισθάνομαι
προαισθάνονται	=	προαισθάνομαι
προαισθάνονταν	=	προαισθάνομαι
προαισθάνου	=	προαισθάνομαι
προαισθάνσου	=	προαισθάνομαι
προαισθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαίσθημα
προαισθήματος	noun	γενική ενικού του προαίσθημα
προαισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαίσθηση
προαισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προαίσθηση
προαισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προαίσθηση
προαισθανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθήκαν	=	προαισθάνομαι
προαισθανθήκανε	=	προαισθάνομαι
προαισθανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανθούνε	=	προαισθάνομαι
προαισθανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαισθάνομαι
προαισθανόμασταν	=	προαισθάνομαι
προαισθανόμαστε	=	προαισθάνομαι
προαισθανόμενος	=	προαισθάνομαι
προαισθανόμουν	=	προαισθάνομαι
προαισθανόμουνα	=	προαισθάνομαι
προαισθανόντουσαν	=	προαισθάνομαι
προαισθανόσασταν	=	προαισθάνομαι
προαισθανόσαστε	=	προαισθάνομαι
προαισθανόσουν	=	προαισθάνομαι
προαισθανόσουνα	=	προαισθάνομαι
προαισθανόταν	=	προαισθάνομαι
προαισθανότανε	=	προαισθάνομαι
προαισθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του προαίσθημα
προαιώνια	=	προαιώνιος
προαιώνιας	=	προαιώνιος
προαιώνιε	=	προαιώνιος
προαιώνιες	=	προαιώνιος
προαιώνιο	=	προαιώνιος
προαιώνιοι	=	προαιώνιος
προαιώνιος	adj	που υπάρχει εδώ και πολλούς αιώνες, από πολύ καιρό πριν
προαιώνιου	=	προαιώνιος
προαιώνιους	=	προαιώνιος
προαιώνιων	=	προαιώνιος
προακτέα	=	προακτέος
προακτέας	=	προακτέος
προακτέε	=	προακτέος
προακτέες	=	προακτέος
προακτέο	=	προακτέος
προακτέοι	=	προακτέος
προακτέος	adj	αυτός που αξίζει να ανέλθει στην κλίμακα ιεραρχίας και προβιβάζεται
προακτέου	=	προακτέος
προακτέους	=	προακτέος
προακτέων	=	προακτέος
προαλείφαμε	=	προαλείφω
προαλείφαν	=	προαλείφω
προαλείφανε	=	προαλείφω
προαλείφατε	=	προαλείφω
προαλείφει	=	προαλείφω
προαλείφεις	=	προαλείφω
προαλείφεσαι	=	προαλείφω
προαλείφεσθε	=	προαλείφω
προαλείφεστε	=	προαλείφω
προαλείφεται	=	προαλείφω
προαλείφετε	=	προαλείφω
προαλείφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλείφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλείφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλείφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλείφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προαλείφω· προδιαγράφομαι για κάτι (όπως ανάληψη θέσης ή αξιώματος) στο πλαίσιο μιας εξελικτικής διαδικασίας
προαλείφομε	=	προαλείφω
προαλείφονται	=	προαλείφω
προαλείφονταν	=	προαλείφω
προαλείφοντας	=	προαλείφω
προαλείφουμε	=	προαλείφω
προαλείφω	verb|formal	προορίζω, προετοιμάζω για κάτι (αναφέρεται κυρίως σε αξιώματα)
προαλείψαμε	=	προαλείφω
προαλείψαν	=	προαλείφω
προαλείψανε	=	προαλείφω
προαλείψατε	=	προαλείφω
προαλείψει	=	προαλείφω
προαλείψεις	=	προαλείφω
προαλείψετε	=	προαλείφω
προαλείψομε	=	προαλείφω
προαλείψου	=	προαλείφω
προαλείψουμε	=	προαλείφω
προαλείψτε	=	προαλείφω
προαλείψω	=	προαλείφω
προαλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαλειμμένο
προαλειμμένε	verb	κλητική ενικού του προαλειμμένος
προαλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαλειμμένη
προαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαλειμμένος
προαλειμμένης	verb	γενική ενικού του προαλειμμένη
προαλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαλειμμένος
προαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαλειμμένος
προαλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαλειμμένος
προαλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαλειμμένος
προαλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαλειμμένος
προαλειφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθήκαν	=	προαλείφω
προαλειφθήκανε	=	προαλείφω
προαλειφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαλείφομαι
προαλειφόμασταν	=	προαλείφω
προαλειφόμαστε	=	προαλείφω
προαλειφόμενος	=	προαλείφω
προαλειφόσασταν	=	προαλείφω
προαλειφόσαστε	=	προαλείφω
προανάκριση	noun	προκαταρκτική ανάκριση για να διαπιστωθεί αν μια πράξη είναι αξιόποινη
προανάκρισης	=	προανάκριση
προανάκρισις	noun	η προανάκριση
προανάκρουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανάκρουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανάκρουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανάκρουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανάκρουση	noun|formal	άλλη μορφή του προανάκρουσμα
προανάκρουσης	=	προανάκρουση
προανάκρουσμα	noun|figurative	ενέργεια ή γεγονός που αποτελεί προάγγελο ενός επερχόμενου πιο σημαντικού ή πιο σοβαρού γεγονότος
προανάφερα	=	προαναφέρω
προανάφεραν	=	προαναφέρω
προανάφερε	=	προαναφέρω
προανάφερες	=	προαναφέρω
προανάφλεξη	noun	η ανάφλεξη που γίνεται πριν από την κυρίως ανάφλεξη ή γίνεται πρόωρα
προανάφλεξης	noun	γενική ενικού του προανάφλεξη
προανάφλεξις	noun	προανάφλεξη
προανέφερα	=	προαναφέρω
προανέφεραν	=	προαναφέρω
προανέφερε	=	προαναφέρω
προανέφερες	=	προαναφέρω
προανήγγειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προανήγγειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προανήγγειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προανήγγειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγέλλομαι	=	προαναγγέλλω
προαναγγέλλω	verb	αναγγέλλω / ανακοινώνω από πρίν, εκ των προτέρων
προαναγγείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγελία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαναγγέλλω
προαναγγελίας	noun	γενική ενικού του προαναγγελία
προαναγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναγγελία
προαναγγελιών	noun	γενική πληθυντικού του προαναγγελία
προαναγγελμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναγγελμένο
προαναγγελμένε	verb	κλητική ενικού του προαναγγελμένος
προαναγγελμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναγγελμένη
προαναγγελμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαναγγελμένος
προαναγγελμένης	verb	γενική ενικού του προαναγγελμένη
προαναγγελμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαναγγελμένος
προαναγγελμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαναγγελμένος
προαναγγελμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προαναγγέλλω
προαναγγελμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαναγγελμένος
προαναγγελμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαναγγελμένος
προαναγγελμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαναγγελμένος
προανακρίνω	verb	υποβάλλω κάποιον σε προανάκριση
προανακρίσεις	=	προανάκριση
προανακρίσεων	=	προανάκριση
προανακριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανακριτικό
προανακριτικέ	adj	κλητική ενικού του προανακριτικός
προανακριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανακριτική
προανακριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προανακριτικός
προανακριτικής	adj	γενική ενικού του προανακριτική
προανακριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προανακριτικός
προανακριτικού	adj	γενική ενικού του προανακριτικός
προανακριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προανακριτικός
προανακριτικό	adj	αιτιατική ενικού του προανακριτικός
προανακριτικός	adj	που αναφέρεται στην προανάκριση
προανακριτικών	adj	γενική πληθυντικού του προανακριτικός
προανακρουσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προανάκρουσμα
προανακρουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανακρουσμένο
προανακρουσμένε	verb	κλητική ενικού του προανακρουσμένος
προανακρουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανακρουσμένη
προανακρουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προανακρουσμένος
προανακρουσμένης	verb	γενική ενικού του προανακρουσμένη
προανακρουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του προανακρουσμένος
προανακρουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προανακρουσμένος
προανακρουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προανακρουσμένος
προανακρουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προανακρουσμένος
προανακρουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προανακρουσμένος
προανακρούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προανακρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανάκρουση
προανακρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούσεων	=	προανάκρουση
προανακρούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανάκρουσμα
προανακρούσματος	noun	γενική ενικού του προανάκρουσμα
προανακρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προανακρούω
προανακρούω	verb	προϊδεάζω ή προειδοποιώ με τις ενέργειές μου για κάτι σημαντικό που θα ακολουθήσει
προαναστάσιμα	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμε	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμες	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμη	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμης	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμο	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμοι	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμος	adj	που γίνεται ή συμβαίνει πριν από την ανάσταση (του Χριστού)
προαναστάσιμου	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμους	=	προαναστάσιμος
προαναστάσιμων	=	προαναστάσιμος
προαναφέραμε	=	προαναφέρω
προαναφέραν	=	προαναφέρω
προαναφέρανε	=	προαναφέρω
προαναφέρατε	=	προαναφέρω
προαναφέρει	=	προαναφέρω
προαναφέρεις	=	προαναφέρω
προαναφέρεσαι	=	προαναφέρω
προαναφέρεστε	=	προαναφέρω
προαναφέρεται	=	προαναφέρω
προαναφέρετε	=	προαναφέρω
προαναφέρθηκα	=	προαναφέρω
προαναφέρθηκαν	=	προαναφέρω
προαναφέρθηκε	=	προαναφέρω
προαναφέρθηκες	=	προαναφέρω
προαναφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προαναφέρω
προαναφέρομε	=	προαναφέρω
προαναφέρονται	=	προαναφέρω
προαναφέρονταν	=	προαναφέρω
προαναφέροντας	=	προαναφέρω
προαναφέρουμε	=	προαναφέρω
προαναφέρουν	=	προαναφέρω
προαναφέρουνε	=	προαναφέρω
προαναφέρσου	=	προαναφέρω
προαναφέρω	verb	αναφέρω κάτι για το οποίο μνεία έχω κάνει ήδη από πριν
προαναφερθήκαμε	=	προαναφέρω
προαναφερθήκαν	=	προαναφέρω
προαναφερθήκανε	=	προαναφέρω
προαναφερθήκατε	=	προαναφέρω
προαναφερθεί	=	προαναφέρω
προαναφερθείς	=	προαναφέρω
προαναφερθείτε	=	προαναφέρω
προαναφερθούμε	=	προαναφέρω
προαναφερθούν	=	προαναφέρω
προαναφερθούνε	=	προαναφέρω
προαναφερθώ	=	προαναφέρω
προαναφερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναφερμένο
προαναφερμένε	verb	κλητική ενικού του προαναφερμένος
προαναφερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναφερμένη
προαναφερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαναφερμένος
προαναφερμένης	verb	γενική ενικού του προαναφερμένη
προαναφερμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαναφερμένος
προαναφερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαναφερμένος
προαναφερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαναφερμένος
προαναφερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαναφερμένος
προαναφερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαναφερμένος
προαναφερόμασταν	=	προαναφέρω
προαναφερόμαστε	=	προαναφέρω
προαναφερόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναφερόμενο
προαναφερόμενε	verb	κλητική ενικού του προαναφερόμενος
προαναφερόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναφερόμενη
προαναφερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαναφερόμενος
προαναφερόμενης	verb	γενική ενικού του προαναφερόμενη
προαναφερόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προαναφερόμενος
προαναφερόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαναφερόμενος
προαναφερόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προαναφέρω
προαναφερόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαναφερόμενος
προαναφερόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαναφερόμενος
προαναφερόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαναφερόμενος
προαναφερόμουν	=	προαναφέρω
προαναφερόμουνα	=	προαναφέρω
προαναφερόντουσαν	=	προαναφέρω
προαναφερόσασταν	=	προαναφέρω
προαναφερόσαστε	=	προαναφέρω
προαναφερόσουν	=	προαναφέρω
προαναφερόσουνα	=	προαναφέρω
προαναφερόταν	=	προαναφέρω
προαναφερότανε	=	προαναφέρω
προαναφλέγω	verb	προκαλώ προανάφλεξη
προαναφλέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προανάφλεξη
προαναφλέξεων	noun	γενική πληθυντικού του προανάφλεξη
προαναφλέξεως	noun|formal	γενική ενικού του προανάφλεξη
προαναφλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναφλεγμένο
προαναφλεγμένε	verb	κλητική ενικού του προαναφλεγμένος
προαναφλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαναφλεγμένη
προαναφλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαναφλεγμένος
προαναφλεγμένης	verb	γενική ενικού του προαναφλεγμένη
προαναφλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαναφλεγμένος
προαναφλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαναφλεγμένος
προαναφλεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προαναφλέγω
προαναφλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαναφλεγμένος
προαναφλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαναφλεγμένος
προαναφλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαναφλεγμένος
προανθικά	=	προανθικός
προανθικέ	=	προανθικός
προανθικές	=	προανθικός
προανθική	=	προανθικός
προανθικής	=	προανθικός
προανθικοί	=	προανθικός
προανθικού	=	προανθικός
προανθικούς	=	προανθικός
προανθικό	=	προανθικός
προανθικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει κατά το βλαστικό στάδιο που προηγείται της ανθοφορίας
προανθικών	=	προανθικός
προανθρώπου	noun	γενική ενικού του προάνθρωπος
προανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προάνθρωπος
προανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του προάνθρωπος
προαντιπροσωπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαντιπροσωπευτικό
προαντιπροσωπευτικέ	adj	κλητική ενικού του προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαντιπροσωπευτική
προαντιπροσωπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικής	adj	γενική ενικού του προαντιπροσωπευτική
προαντιπροσωπευτικη	=	προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικο	=	προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικού	adj	γενική ενικού του προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του προαντιπροσωπευτικός
προαντιπροσωπευτικός	adj	που προηγείται από το(ν) αντιπροσωπευτικό
προαντιπροσωπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του προαντιπροσωπευτικός
προαπάντημα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαπαντώ
προαπάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαίτησα	=	προαπαιτώ
προαπαίτησαν	=	προαπαιτώ
προαπαίτησε	=	προαπαιτώ
προαπαίτησες	=	προαπαιτώ
προαπαγορέψαμε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορέψαν	=	προαπαγορεύω
προαπαγορέψανε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορέψατε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορέψει	=	προαπαγορεύω
προαπαγορέψτε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαπαγορευμένο
προαπαγορευμένε	verb	κλητική ενικού του προαπαγορευμένος
προαπαγορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαπαγορευμένη
προαπαγορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαπαγορευμένος
προαπαγορευμένης	verb	γενική ενικού του προαπαγορευμένη
προαπαγορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαπαγορευμένος
προαπαγορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαπαγορευμένος
προαπαγορευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προαπαγορεύω
προαπαγορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαπαγορευμένος
προαπαγορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαπαγορευμένος
προαπαγορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαπαγορευμένος
προαπαγορεύαμε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύαν	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύανε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύατε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύει	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύεις	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύετε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύοντας	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύουμε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύουν	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύουνε	=	προαπαγορεύω
προαπαγορεύσεις	=	προαπαγόρευση
προαπαγορεύσεων	=	προαπαγόρευση
προαπαγορεύω	verb|formal	απαγορεύω από πριν, εκ των προτέρων
προαπαγόρευα	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρευαν	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρευε	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρευες	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαπαγορεύω
προαπαγόρευσης	=	προαπαγόρευση
προαπαγόρεψα	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρεψαν	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρεψε	=	προαπαγορεύω
προαπαγόρεψες	=	προαπαγορεύω
προαπαιτήθηκα	=	προαπαιτώ
προαπαιτήθηκαν	=	προαπαιτώ
προαπαιτήθηκε	=	προαπαιτώ
προαπαιτήθηκες	=	προαπαιτώ
προαπαιτήσαμε	=	προαπαιτώ
προαπαιτήσαν	=	προαπαιτώ
προαπαιτήσανε	=	προαπαιτώ
προαπαιτήσατε	=	προαπαιτώ
προαπαιτήσει	=	προαπαιτώ
προαπαιτήσου	=	προαπαιτώ
προαπαιτήστε	=	προαπαιτώ
προαπαιτεί	=	προαπαιτώ
προαπαιτείς	=	προαπαιτώ
προαπαιτείσαι	=	προαπαιτώ
προαπαιτείστε	=	προαπαιτώ
προαπαιτείται	=	προαπαιτώ
προαπαιτείτε	=	προαπαιτώ
προαπαιτηθήκαμε	=	προαπαιτώ
προαπαιτηθήκαν	=	προαπαιτώ
προαπαιτηθήκανε	=	προαπαιτώ
προαπαιτηθήκατε	=	προαπαιτώ
προαπαιτηθεί	=	προαπαιτώ
προαπαιτηθείτε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προαπαιτώ
προαπαιτούμασταν	=	προαπαιτώ
προαπαιτούμαστε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του προαπαιτώ
προαπαιτούμενα	=	προαπαιτούμενο
προαπαιτούμενε	=	προαπαιτούμενος
προαπαιτούμενες	=	προαπαιτούμενος
προαπαιτούμενη	=	προαπαιτούμενος
προαπαιτούμενης	=	προαπαιτούμενος
προαπαιτούμενο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προαπαιτούμενος	noun	προϋπόθεση που πρέπει να εκπληρωθεί ώστε να καταστεί κάτι δυνατό
προαπαιτούμενοι	=	προαπαιτούμενος
προαπαιτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα (προαπαιτούμαι) του ρήματος προαπαιτώ: που είναι προϋπόθεση
προαπαιτούμενου	=	προαπαιτούμενο
προαπαιτούμενους	=	προαπαιτούμενος
προαπαιτούμενων	=	προαπαιτούμενο
προαπαιτούμουν	=	προαπαιτώ
προαπαιτούν	=	προαπαιτώ
προαπαιτούνε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούνται	=	προαπαιτώ
προαπαιτούνταν	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσα	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσαμε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσαν	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσανε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσασταν	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσαστε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσατε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσε	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσες	=	προαπαιτώ
προαπαιτούσουν	=	προαπαιτώ
προαπαιτώ	verb|formal	θέτω ως όρο εκ των προτέρων, θέτω προϋπόθεση
προαπαιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προαπαιτώ
προαπαντήματα	=	προαπάντημα
προαπαντήματος	=	προαπάντημα
προαπαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαπαντώ
προαπαντημάτων	=	προαπάντημα
προαπαντώ	verb|formal	απαντώ πριν με ρωτήσουν
προαπαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προαπαντώ
προαπελευθερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαπελευθερωτικός	adv	σε προαπελευθερωτική περίοδο, πριν την απελευθέρωση
προαπελευθερωτικέ	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικές	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτική	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικής	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικοί	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικού	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικούς	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικό	=	προαπελευθερωτικός
προαπελευθερωτικός	adj	που συμβαίνει ή γίνεται πριν από την απελευθέρωση κάποιας χώρας (π.χ. για την Ελλάδα πριν από το 1944)
προαπελευθερωτικών	=	προαπελευθερωτικός
προαποβίωση	noun	η αποβίωση, ο θάνατος προσώπου πριν από ένα άλλο πρόσωπο
προαποβίωσης	=	προαποβίωση
προαποβίωσις	noun	η προαποβίωση
προαποβιώνω	verb	πεθαίνω πριν από κάποιον άλλον
προαποβιώσεις	=	προαποβίωση
προαποβιώσεων	=	προαποβίωση
προαποδείξεις	=	προαπόδειξη
προαποδείξεων	=	προαπόδειξη
προαποστέλλω	verb|formal	αποστέλλω από πριν, εκ των προτέρων
προαποστολές	=	προαποστολή
προαποστολή	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαποστέλλω
προαποστολής	=	προαποστολή
προαποστολών	=	προαποστολή
προαποφάσιζα	=	προαποφασίζω
προαποφάσιζαν	=	προαποφασίζω
προαποφάσιζε	=	προαποφασίζω
προαποφάσιζες	=	προαποφασίζω
προαποφάσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφάσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφάσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφάσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφαίνομαι	verb|archaic	αποφαίνομαι από πριν, εκ των προτέρων
προαποφασίζαμε	=	προαποφασίζω
προαποφασίζαν	=	προαποφασίζω
προαποφασίζανε	=	προαποφασίζω
προαποφασίζατε	=	προαποφασίζω
προαποφασίζει	=	προαποφασίζω
προαποφασίζεις	=	προαποφασίζω
προαποφασίζετε	=	προαποφασίζω
προαποφασίζοντας	=	προαποφασίζω
προαποφασίζουμε	=	προαποφασίζω
προαποφασίζουν	=	προαποφασίζω
προαποφασίζουνε	=	προαποφασίζω
προαποφασίζω	verb|formal	αποφασίζω εκ των προτέρων
προαποφασίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσαν	=	προαποφασίζω
προαποφασίσανε	=	προαποφασίζω
προαποφασίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προαποφασίζω
προαποφασισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαποφασισμένο
προαποφασισμένε	verb	κλητική ενικού του προαποφασισμένος
προαποφασισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαποφασισμένη
προαποφασισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαποφασισμένος
προαποφασισμένης	verb	γενική ενικού του προαποφασισμένη
προαποφασισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προαποφασισμένος
προαποφασισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαποφασισμένος
προαποφασισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαποφασισμένος
προαποφασισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαποφασισμένος
προαποφασισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαποφασισμένος
προαπόδειξη	noun	έγγραφο που έχει κατατεθεί σε δικαστήριο ως απόδειξη για την αλήθεια ισχυρισμού ή επιχειρήματος
προαπόδειξης	=	προαπόδειξη
προαριθμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαριθμημένο
προαριθμημένε	verb	κλητική ενικού του προαριθμημένος
προαριθμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαριθμημένη
προαριθμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαριθμημένος
προαριθμημένης	verb	γενική ενικού του προαριθμημένη
προαριθμημένο	verb	αιτιατική ενικού του προαριθμημένος
προαριθμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαριθμημένος
προαριθμημένος	verb	αριθμημένος από πριν
προαριθμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προαριθμημένος
προαριθμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προαριθμημένος
προαριθμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προαριθμημένος
προασβέστωση	noun	προκαταρκτική διαδικασία ασβέστωσης
προασβέστωσης	=	προασβέστωση
προασβεστώσεις	=	προασβέστωση
προασβεστώσεων	=	προασβέστωση
προασκήθηκα	=	προασκούμαι
προασκήθηκαν	=	προασκούμαι
προασκήθηκε	=	προασκούμαι
προασκήθηκες	=	προασκούμαι
προασκήσαμε	=	προασκώ
προασκήσαν	=	προασκώ
προασκήσανε	=	προασκώ
προασκήσατε	=	προασκώ
προασκήσει	=	προασκώ
προασκήσεις	=	προάσκηση
προασκήσεων	=	προάσκηση
προασκήσου	=	προασκούμαι
προασκήστε	=	προασκώ
προασκεί	=	προασκώ
προασκείς	=	προασκώ
προασκείσαι	=	προασκούμαι
προασκείστε	=	προασκούμαι
προασκείται	=	προασκούμαι
προασκείτε	=	προασκώ
προασκηθήκαμε	=	προασκούμαι
προασκηθήκαν	=	προασκούμαι
προασκηθήκανε	=	προασκούμαι
προασκηθήκατε	=	προασκούμαι
προασκηθεί	=	προασκούμαι
προασκηθείτε	=	προασκούμαι
προασκημένα	=	προασκούμαι
προασκημένε	=	προασκούμαι
προασκημένες	=	προασκούμαι
προασκημένη	=	προασκούμαι
προασκημένης	=	προασκούμαι
προασκημένο	=	προασκούμαι
προασκημένοι	=	προασκούμαι
προασκημένος	=	προασκούμαι
προασκημένου	=	προασκούμαι
προασκημένους	=	προασκούμαι
προασκημένων	=	προασκούμαι
προασκούμαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος προασκώ
προασκούμασταν	=	προασκούμαι
προασκούμαστε	=	προασκούμαι
προασκούμε	=	προασκώ
προασκούμουν	=	προασκούμαι
προασκούν	=	προασκώ
προασκούνε	=	προασκώ
προασκούνται	=	προασκούμαι
προασκούνταν	=	προασκούμαι
προασκούσα	=	προασκώ
προασκούσαμε	=	προασκώ
προασκούσαν	=	προασκώ
προασκούσανε	=	προασκώ
προασκούσασταν	=	προασκούμαι
προασκούσαστε	=	προασκούμαι
προασκούσατε	=	προασκώ
προασκούσε	=	προασκώ
προασκούσες	=	προασκώ
προασκούσουν	=	προασκούμαι
προασκώ	verb|formal	κάνω προάσκηση
προασκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προασκώ
προασπίζαμε	=	προασπίζω
προασπίζαν	=	προασπίζω
προασπίζανε	=	προασπίζω
προασπίζατε	=	προασπίζω
προασπίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προασπίζω
προασπίζεις	=	προασπίζω
προασπίζετε	=	προασπίζω
προασπίζομαι	verb	προασπίζω, υπερασπίζομαι
προασπίζοντας	=	προασπίζω
προασπίζουμε	=	προασπίζω
προασπίζουν	=	προασπίζω
προασπίζουνε	=	προασπίζω
προασπίζω	verb	υπερασπίζομαι, αγωνίζομαι για να προστατεύσω κάτι (υλικό ή πνευματικό)
προασπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίσαν	=	προασπίζω
προασπίσανε	=	προασπίζω
προασπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του προάσπιση
προασπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του προάσπιση
προασπίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπίστρια	=	προασπιστής
προασπίστριας	noun	γενική ενικού του προασπίστρια
προασπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προασπίστρια
προασπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζω
προασπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προασπισμένο
προασπισμένε	verb	κλητική ενικού του προασπισμένος
προασπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προασπισμένη
προασπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προασπισμένος
προασπισμένης	verb	γενική ενικού του προασπισμένη
προασπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προασπισμένος
προασπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προασπισμένος
προασπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προασπίζω
προασπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προασπισμένος
προασπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προασπισμένος
προασπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προασπισμένος
προασπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προασπιστής
προασπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προασπιστής
προασπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστής	noun|formal	υπέρμαχος, υπερασπιστής, μαχητικός
προασπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του προασπίστρια
προασπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασπίζομαι
προασπιστών	noun	γενική πληθυντικού του προασπιστής
προαστίου	noun	γενική ενικού του προάστιο
προαστίων	noun	γενική πληθυντικού του προάστιο
προαστιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προαστιακός
προαστιακέ	adj	κλητική ενικού του προαστιακός
προαστιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προαστιακή
προαστιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαστιακός
προαστιακής	adj	γενική ενικού του προαστιακή
προαστιακη	=	προαστιακός
προαστιακο	=	προαστιακός
προαστιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προαστιακός
προαστιακού	adj	γενική ενικού του προαστιακός
προαστιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προαστιακός
προαστιακό	adj	αιτιατική ενικού του προαστιακός
προαστιακός	adj	σχετικός με προάστιο
προαστιακών	adj	γενική πληθυντικού του προαστιακός
προαστιοποίηση	noun	η διαδικασία μετακίνησης πληθυσμών από πόλεις σε προάστια
προαστιοποίησης	=	προαστιοποίηση
προαστιοποιήσεις	=	προαστιοποίηση
προαστιοποιήσεων	=	προαστιοποίηση
προασφάλιζα	=	προασφαλίζω
προασφάλιζαν	=	προασφαλίζω
προασφάλιζε	=	προασφαλίζω
προασφάλιζες	=	προασφαλίζω
προασφάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφάλιση	noun	ασφάλιση εκ των προτέρων (όπως για εμπόρευμα)
προασφάλισης	=	προασφάλιση
προασφάλισις	noun	η προασφάλιση
προασφαλίζαμε	=	προασφαλίζω
προασφαλίζαν	=	προασφαλίζω
προασφαλίζανε	=	προασφαλίζω
προασφαλίζατε	=	προασφαλίζω
προασφαλίζει	=	προασφαλίζω
προασφαλίζεις	=	προασφαλίζω
προασφαλίζεσαι	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίζεστε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίζεται	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίζετε	=	προασφαλίζω
προασφαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίζονται	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίζονταν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίζοντας	=	προασφαλίζω
προασφαλίζου	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίζουμε	=	προασφαλίζω
προασφαλίζουν	=	προασφαλίζω
προασφαλίζουνε	=	προασφαλίζω
προασφαλίζω	verb	προβαίνω σε προασφάλιση, ασφαλίζω εκ των προτέρων
προασφαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίσαν	=	προασφαλίζω
προασφαλίσανε	=	προασφαλίζω
προασφαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίσεων	=	προασφάλιση
προασφαλίσου	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλίστηκα	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίστηκαν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίστηκε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίστηκες	=	προασφαλίζομαι
προασφαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλιζόμασταν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόμαστε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόμουν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόμουνα	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόντουσαν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόσασταν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόσαστε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόσουν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόσουνα	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζόταν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιζότανε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προασφαλισμένο
προασφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του προασφαλισμένος
προασφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προασφαλισμένη
προασφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προασφαλισμένος
προασφαλισμένης	verb	γενική ενικού του προασφαλισμένη
προασφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προασφαλισμένος
προασφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προασφαλισμένος
προασφαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προασφαλίζω
προασφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προασφαλισμένος
προασφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προασφαλισμένος
προασφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προασφαλισμένος
προασφαλιστήκαμε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιστήκαν	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιστήκανε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιστήκατε	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιστεί	=	προασφαλίζομαι
προασφαλιστείτε	=	προασφαλίζομαι
προαυλίζεσαι	=	προαυλίζομαι
προαυλίζεστε	=	προαυλίζομαι
προαυλίζεται	=	προαυλίζομαι
προαυλίζομαι	verb|formal	βγαίνω από κάποιον κλειστό χώρο στην αυλή ενός κτηρίου, στο προαύλιο
προαυλίζονται	=	προαυλίζομαι
προαυλίζονταν	=	προαυλίζομαι
προαυλίζου	=	προαυλίζομαι
προαυλίου	=	προαύλιο
προαυλίσου	=	προαυλίζομαι
προαυλίστηκα	=	προαυλίζομαι
προαυλίστηκαν	=	προαυλίζομαι
προαυλίστηκε	=	προαυλίζομαι
προαυλίστηκες	=	προαυλίζομαι
προαυλίων	=	προαύλιο
προαυλιζόμασταν	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόμαστε	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόμουν	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόμουνα	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόντουσαν	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόσασταν	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόσαστε	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόσουν	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόσουνα	=	προαυλίζομαι
προαυλιζόταν	=	προαυλίζομαι
προαυλιζότανε	=	προαυλίζομαι
προαυλισμέ	=	προαυλισμός
προαυλισμένος	=	προαυλίζομαι
προαυλισμοί	=	προαυλισμός
προαυλισμού	=	προαυλισμός
προαυλισμούς	=	προαυλισμός
προαυλισμό	=	προαυλισμός
προαυλισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαυλίζομαι
προαυλισμών	=	προαυλισμός
προαυλιστήκαμε	=	προαυλίζομαι
προαυλιστήκαν	=	προαυλίζομαι
προαυλιστήκανε	=	προαυλίζομαι
προαυλιστήκατε	=	προαυλίζομαι
προαυλιστεί	=	προαυλίζομαι
προαυλιστείτε	=	προαυλίζομαι
προαφαίρει	=	προαφαιρώ
προαφαίρεσα	=	προαφαιρώ
προαφαίρεσαν	=	προαφαιρώ
προαφαίρεσε	=	προαφαιρώ
προαφαίρεσες	=	προαφαιρώ
προαφαίρεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προαφαιρώ
προαφαίρεσης	=	προαφαίρεση
προαφαίρεσις	noun	η προαφαίρεση
προαφαιρέθηκα	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρέθηκαν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρέθηκε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρέθηκες	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρέσαμε	=	προαφαιρώ
προαφαιρέσαν	=	προαφαιρώ
προαφαιρέσανε	=	προαφαιρώ
προαφαιρέσατε	=	προαφαιρώ
προαφαιρέσει	=	προαφαιρώ
προαφαιρέσεις	=	προαφαίρεση
προαφαιρέσεων	=	προαφαίρεση
προαφαιρέσου	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρέστε	=	προαφαιρώ
προαφαιρεί	=	προαφαιρώ
προαφαιρείς	=	προαφαιρώ
προαφαιρείσαι	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρείστε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρείται	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρείτε	=	προαφαιρώ
προαφαιρεθήκαμε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρεθήκαν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρεθήκανε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρεθήκατε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρεθεί	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρεθείτε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προαφαιρώ
προαφαιρούμασταν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούμαστε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούμε	=	προαφαιρώ
προαφαιρούμενος	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούμουν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούν	=	προαφαιρώ
προαφαιρούνε	=	προαφαιρώ
προαφαιρούνται	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούνταν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούσα	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσαμε	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσαν	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσανε	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσασταν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούσαστε	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρούσατε	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσε	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσες	=	προαφαιρώ
προαφαιρούσουν	=	προαφαιρούμαι
προαφαιρώ	verb	αφαιρώ από πριν, εκ των προτέρων
προαφαιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προαφαιρώ
προαχθέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προαχθείς
προαχθέντα	=	προαχθείς
προαχθέντας	=	προαχθείς
προαχθέντες	=	προαχθείς
προαχθέντος	=	προαχθείς
προαχθέντων	=	προαχθείς
προαχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προαχθείς
προαχθείσας	=	προαχθείς
προαχθείσες	=	προαχθείς
προαχθείσης	=	προαχθείς
προαχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθεισών	=	προαχθείς
προαχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προάγομαι
προαύλι	noun|slang	άλλη μορφή του προαύλιο
προαύλια	=	προαύλιο
προαύλιας	=	προαύλιος
προαύλιε	=	προαύλιος
προαύλιες	=	προαύλιος
προαύλιο	noun	ο υπαίθριος, ακάλυπτος και συνήθως περιφραγμένος χώρος ενός (δημοσίου ή ιδιωτικού) οικοδομήματος
προαύλιοι	=	προαύλιος
προαύλιος	adj	που έχει σχέση με το προαύλιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
προαύλιου	=	προαύλιο
προαύλιους	=	προαύλιος
προαύλιων	=	προαύλιο
προβάδιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβαδίζω
προβάδισης	=	προβάδιση
προβάδισις	noun	η προβάδιση
προβάδισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβαδίζω, το να βρίσκεται κανείς μπροστά από τους υπόλοιπους σε περπάτημα, πορεία κ.λπ. ή να έχει καλύτερη βαθμολογία από τους υπόλοιπους
προβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλαν	=	προβάλλω
προβάλανε	=	προβάλλω
προβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλλαμε	=	προβάλλω
προβάλλαν	=	προβάλλω
προβάλλανε	=	προβάλλω
προβάλλατε	=	προβάλλω
προβάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προβάλλω
προβάλλεις	=	προβάλλω
προβάλλεσαι	=	προβάλλω
προβάλλεστε	=	προβάλλω
προβάλλεται	=	προβάλλω
προβάλλετε	=	προβάλλω
προβάλλομαι	verb	προωθώ κοινωνικά το άτομό μου ή το προωθούν κάποιοι άλλοι.
προβάλλομε	=	προβάλλω
προβάλλονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του προβάλλομαι
προβάλλονταν	=	προβάλλω
προβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προβάλλω
προβάλλουμε	=	προβάλλω
προβάλλουν	=	προβάλλω
προβάλλουνε	=	προβάλλω
προβάλλω	verb	μετακινώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω
προβάλομε	=	προβάλλω
προβάλου	=	προβάλλω
προβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάλουνε	=	προβάλλω
προβάλτε	=	προβάλλω
προβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
προβάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβάρω, η πρόβα / δοκιμή (ρούχων κ.λπ.)
προβάρω	verb	κάνω πρόβα, δοκιμάζω (ρούχο)
προβάτου	noun	γενική ενικού του πρόβατο
προβάτων	=	πρόβατο
προβέντζα	noun|dated	η μεταβολή του ανέμου από νότιο σε βόρειο με τρόπο αιφνίδιο, με ενίσχυσή του και συνοδεία αστραπών και βροντών
προβέντζας	=	προβέντζα
προβέντζες	=	προβέντζα
προβέντζων	=	προβέντζα
προβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβίβαζα	=	προβιβάζω
προβίβαζαν	=	προβιβάζω
προβίβαζε	=	προβιβάζω
προβίβαζες	=	προβιβάζω
προβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβίβαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβιβάζω
προβίβασης	noun	γενική ενικού του προβίβαση
προβαίναμε	=	προβαίνω
προβαίναν	=	προβαίνω
προβαίνανε	=	προβαίνω
προβαίνατε	=	προβαίνω
προβαίνει	=	προβαίνω
προβαίνεις	=	προβαίνω
προβαίνετε	=	προβαίνω
προβαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προβαίνω
προβαίνουμε	=	προβαίνω
προβαίνουν	=	προβαίνω
προβαίνουνε	=	προβαίνω
προβαίνω	verb	προχωρώ (σε μια ενέργεια)
προβαδίζω	verb|formal	έχω το προβάδισμα
προβαδίσεις	=	προβάδιση
προβαδίσεων	=	προβάδιση
προβαδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβάδισμα
προβαδίσματος	noun	γενική ενικού του προβάδισμα
προβαδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προβάδισμα
προβαλλόμασταν	=	προβάλλω
προβαλλόμαστε	=	προβάλλω
προβαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβαλλόμενο
προβαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του προβαλλόμενος
προβαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβαλλόμενη
προβαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβαλλόμενος
προβαλλόμενης	verb	γενική ενικού του προβαλλόμενη
προβαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προβαλλόμενος
προβαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβαλλόμενος
προβαλλόμενος	verb	αυτός που προβάλλεται τώρα, που προτάσσεται
προβαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβαλλόμενος
προβαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβαλλόμενος
προβαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβαλλόμενος
προβαλλόμουν	=	προβάλλομαι
προβαλλόμουνα	=	προβάλλω
προβαλλόντουσαν	=	προβάλλω
προβαλλόσασταν	=	προβάλλω
προβαλλόσαστε	=	προβάλλω
προβαλλόσουν	=	προβάλλω
προβαλλόσουνα	=	προβάλλω
προβαλλόταν	=	προβάλλω
προβαλλότανε	=	προβάλλω
προβαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβάρισμα
προβαρίσματος	noun	γενική ενικού του προβάρισμα
προβαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προβάρισμα
προβαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβαρισμένο
προβαρισμένε	verb	κλητική ενικού του προβαρισμένος
προβαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβαρισμένη
προβαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβαρισμένος
προβαρισμένης	verb	γενική ενικού του προβαρισμένη
προβαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προβαρισμένος
προβαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβαρισμένος
προβαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβαρισμένος
προβαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβαρισμένος
προβαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβαρισμένος
προβασκάνι	noun	φυλαχτό κατά της βασκανίας
προβατάκι	noun	μικρό πρόβατο
προβατάκια	=	προβατάκι
προβατάρη	noun	προβατάρης, στη γενική του ενικού
προβατάρηδες	noun	προβατάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
προβατάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του προβατάρης
προβατάρης	noun	βοσκός προβάτων
προβατάρισσας	noun	γενική ενικού του προβατάρισσα
προβατάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβατάρισσα
προβατέμπορε	=	προβατέμπορος
προβατέμπορο	=	προβατέμπορος
προβατέμποροι	=	προβατέμπορος
προβατέμπορος	noun	ο έμπορος προβάτων
προβατέμπορου	=	προβατέμπορος
προβατέμπορους	=	προβατέμπορος
προβατέμπορων	=	προβατέμπορος
προβατένια	=	προβατένιος
προβατένιας	=	προβατένιος
προβατένιε	=	προβατένιος
προβατένιες	=	προβατένιος
προβατένιο	=	προβατένιος
προβατένιοι	=	προβατένιος
προβατένιος	adj	συνώνυμο του προβατίσιος & πρόβειος
προβατένιου	=	προβατένιος
προβατένιους	=	προβατένιος
προβατένιων	=	προβατένιος
προβατίλα	noun	η (δυσάρεστη) μυρωδιά του προβάτου
προβατίλας	noun	γενική ενικού του προβατίλα
προβατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβατίλα
προβατίνα	noun	το θηλυκό πρόβατο
προβατίνας	=	προβατίνα
προβατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβατίνα
προβατίνων	=	προβατίνα
προβατίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβατίσιος
προβατίσιας	=	προβατίσιος
προβατίσιε	=	προβατίσιος
προβατίσιες	=	προβατίσιος
προβατίσιο	=	προβατίσιος
προβατίσιοι	=	προβατίσιος
προβατίσιος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του πρόβατου
προβατίσιου	=	προβατίσιος
προβατίσιους	=	προβατίσιος
προβατίσιων	=	προβατίσιος
προβαταρισσών	noun	γενική πληθυντικού του προβατάρισσα
προβατεμπόρου	=	προβατέμπορος
προβατεμπόρους	=	προβατέμπορος
προβατεμπόρων	=	προβατέμπορος
προβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβατικό
προβατικέ	adj	κλητική ενικού του προβατικός
προβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβατική
προβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβατικός
προβατικής	adj	γενική ενικού του προβατική
προβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβατικός
προβατικού	adj	γενική ενικού του προβατικός
προβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβατικός
προβατικό	adj	αιτιατική ενικού του προβατικός
προβατικός	adj	που έχει σχέση με τα πρόβατα ή αναφέρεται σ’ αυτά
προβατικών	adj	γενική πληθυντικού του προβατικός
προβατοειδή	noun	ομάδα μηρυκαστικών θηλαστικών με χαρακτηριστικά παρόμοια με του πρόβατου
προβατοειδών	=	προβατοειδή
προβατοκάμηλε	=	προβατοκάμηλος
προβατοκάμηλο	=	προβατοκάμηλος
προβατοκάμηλοι	=	προβατοκάμηλος
προβατοκάμηλος	noun	το λάμα
προβατοκαμήλου	=	προβατοκάμηλος
προβατοκαμήλους	=	προβατοκάμηλος
προβατοκαμήλων	=	προβατοκάμηλος
προβατοκομία	noun	η εκτροφή προβάτων
προβατοκομίας	noun	γενική ενικού του προβατοκομία
προβατοκομίες	=	προβατοκομία
προβατοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του προβατοκομία
προβατοτροφία	noun|formal	εκτροφή προβάτων
προβατοτροφίας	=	προβατοτροφία
προβατοτροφίες	=	προβατοτροφία
προβατοτροφιών	=	προβατοτροφία
προβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβεβλημένο
προβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του προβεβλημένος
προβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβεβλημένη
προβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβεβλημένος
προβεβλημένης	verb	γενική ενικού του προβεβλημένη
προβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του προβεβλημένος
προβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβεβλημένος
προβεβλημένος	=	προβάλλω
προβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβεβλημένος
προβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβεβλημένος
προβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβεβλημένος
προβηγκιανά	noun	η μεσαιωνική νεολατινική γλώσσα του oc που μιλιέται μέχρι και σήμερα στη νότια Γαλλία, αλλά βρίσκεται σε πλήρη εξασθένηση παρά τις προσπάθειες που γίνονται για αναβίωσή της	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προβηγκιανός
προβηγκιανέ	adj	κλητική ενικού του προβηγκιανός
προβηγκιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβηγκιανή
προβηγκιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβηγκιανός
προβηγκιανής	adj	γενική ενικού του προβηγκιανή
προβηγκιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβηγκιανός
προβηγκιανού	adj	γενική ενικού του προβηγκιανός
προβηγκιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβηγκιανός
προβηγκιανό	adj	αιτιατική ενικού του προβηγκιανός
προβηγκιανός	adj	σχετικός με την Προβηγκία
προβηγκιανών	adj	γενική πληθυντικού του προβηγκιανός
προβιά	noun	ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα προβάτου
προβιάς	noun	γενική ενικού του προβιά
προβιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβιά
προβιβάζαμε	=	προβιβάζω
προβιβάζαν	=	προβιβάζω
προβιβάζανε	=	προβιβάζω
προβιβάζατε	=	προβιβάζω
προβιβάζει	=	προβιβάζω
προβιβάζεις	=	προβιβάζω
προβιβάζεσαι	=	προβιβάζομαι
προβιβάζεστε	=	προβιβάζομαι
προβιβάζεται	=	προβιβάζομαι
προβιβάζετε	=	προβιβάζω
προβιβάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προβιβάζω
προβιβάζονται	=	προβιβάζομαι
προβιβάζονταν	=	προβιβάζομαι
προβιβάζοντας	=	προβιβάζω
προβιβάζου	=	προβιβάζομαι
προβιβάζουμε	=	προβιβάζω
προβιβάζουν	=	προβιβάζω
προβιβάζουνε	=	προβιβάζω
προβιβάζω	verb	τοποθετώ στην επόμενη ανώτερη (ιεραρχικά) θέση ή βαθμίδα
προβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάσαν	=	προβιβάζω
προβιβάσανε	=	προβιβάζω
προβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβίβαση
προβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του προβίβαση
προβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του προβίβαση
προβιβάσιμα	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμε	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμες	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμη	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμης	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμο	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμοι	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμος	adj	που είναι δυνατόν ή μπορεί να προβιβαστεί
προβιβάσιμου	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμους	=	προβιβάσιμος
προβιβάσιμων	=	προβιβάσιμος
προβιβάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζω
προβιβαζόμασταν	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόμαστε	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόμουν	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόμουνα	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόντουσαν	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόσασταν	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόσαστε	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόσουν	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόσουνα	=	προβιβάζομαι
προβιβαζόταν	=	προβιβάζομαι
προβιβαζότανε	=	προβιβάζομαι
προβιβασμέ	noun	κλητική ενικού του προβιβασμός
προβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβιβασμένο
προβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του προβιβασμένος
προβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβιβασμένη
προβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβιβασμένος
προβιβασμένης	verb	γενική ενικού του προβιβασμένη
προβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προβιβασμένος
προβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβιβασμένος
προβιβασμένος	verb	που έχει προβιβαστεί
προβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβιβασμένος
προβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβιβασμένος
προβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβιβασμένος
προβιβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβιβασμός
προβιβασμού	noun	γενική ενικού του προβιβασμός
προβιβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προβιβασμός
προβιβασμό	noun	αιτιατική ενικού του προβιβασμός
προβιβασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβιβάζω
προβιβασμών	noun	γενική πληθυντικού του προβιβασμός
προβιβαστέα	=	προβιβαστέος
προβιβαστέας	=	προβιβαστέος
προβιβαστέε	=	προβιβαστέος
προβιβαστέες	=	προβιβαστέος
προβιβαστέο	=	προβιβαστέος
προβιβαστέοι	=	προβιβαστέος
προβιβαστέος	adj	που πρέπει να προβιβαστεί
προβιβαστέου	=	προβιβαστέος
προβιβαστέους	=	προβιβαστέος
προβιβαστέων	=	προβιβαστέος
προβιβαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστήκαν	=	προβιβάζομαι
προβιβαστήκανε	=	προβιβάζομαι
προβιβαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστικά	=	προβιβαστικός
προβιβαστικέ	=	προβιβαστικός
προβιβαστικές	=	προβιβαστικός
προβιβαστική	=	προβιβαστικός
προβιβαστικής	=	προβιβαστικός
προβιβαστικοί	=	προβιβαστικός
προβιβαστικού	=	προβιβαστικός
προβιβαστικούς	=	προβιβαστικός
προβιβαστικό	=	προβιβαστικός
προβιβαστικός	adj	που έχει σχέση με προβιβασμό, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προβιβαστικών	=	προβιβαστικός
προβιβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιβαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβιβάζομαι
προβιομηχανικά	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικέ	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικές	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανική	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικής	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικοί	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικού	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικούς	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικό	=	προβιομηχανικός
προβιομηχανικός	adj	που έχει σχέση με την χρονική περίοδο πριν από την εκβιομηχάνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προβιομηχανικών	=	προβιομηχανικός
προβιοτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβιοτικό
προβιοτικέ	adj	κλητική ενικού του προβιοτικός
προβιοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβιοτική
προβιοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβιοτικός
προβιοτικής	adj	γενική ενικού του προβιοτική
προβιοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβιοτικός
προβιοτικού	adj	γενική ενικού του προβιοτικός
προβιοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβιοτικός
προβιοτικό	noun	ζωντανοί μικροοργανισμοί (βακτήρια, μικρόβια κ.ά., π.χ. lactobacillus), που ενσωματώνονται σε τρόφιμα (π.χ. γιαούρτι), γιατί σε κάποιες περιπτώσεις ωφελούν την υγεία του λήπτη
προβιοτικός	adj	που έχει σχέση με τα προβιοτικά, τα περιέχει ή αναφέρεται σ' αυτά
προβιοτικών	adj	γενική πληθυντικού του προβιοτικός
προβιταμίνες	=	προβιταμίνη
προβιταμίνη	noun	ουσία που βρίσκεται σε τρόφιμα και μετατρέπεται σε βιταμίνη όταν αυτά καταναλωθούν από τους ανθρώπους
προβιταμίνης	=	προβιταμίνη
προβιταμινών	=	προβιταμίνη
προβιών	=	προβιά
προβλάστηση	noun|rare	η προκαταρκτική βλάστηση πριν από το φύτεμα σε προβλαστήριο
προβλέπαμε	=	προβλέπω
προβλέπαν	=	προβλέπω
προβλέπανε	=	προβλέπω
προβλέπατε	=	προβλέπω
προβλέπει	=	προβλέπω
προβλέπεις	=	προβλέπω
προβλέπεσαι	=	προβλέπω
προβλέπεστε	=	προβλέπω
προβλέπεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του προβλέπω
προβλέπετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του προβλέπω
προβλέπομαι	=	προβλέπω
προβλέπομε	=	προβλέπω
προβλέπονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του προβλέπομαι
προβλέπονταν	=	προβλέπω
προβλέποντας	=	προβλέπω
προβλέπουμε	=	προβλέπω
προβλέπουν	=	προβλέπω
προβλέπουνε	=	προβλέπω
προβλέπω	verb	εκτιμώ ότι κάτι έχει ισχυρή πιθανότητα να συμβεί στο μέλλον
προβλέφθηκα	=	προβλέπω
προβλέφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπομαι
προβλέφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπομαι
προβλέφθηκες	=	προβλέπω
προβλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψαν	=	προβλέπω
προβλέψανε	=	προβλέπω
προβλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβλεψη
προβλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψεων	=	πρόβλεψη
προβλέψιμα	=	προβλέψιμος
προβλέψιμε	=	προβλέψιμος
προβλέψιμες	=	προβλέψιμος
προβλέψιμη	=	προβλέψιμος
προβλέψιμης	=	προβλέψιμος
προβλέψιμο	=	προβλέψιμος
προβλέψιμοι	=	προβλέψιμος
προβλέψιμος	adj	που μπορεί κάποιος να προβλέψει, να μαντέψει ότι θα γίνει
προβλέψιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του προβλέψιμος
προβλέψιμους	=	προβλέψιμος
προβλέψιμων	=	προβλέψιμος
προβλέψομε	=	προβλέπω
προβλέψου	=	προβλέπω
προβλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψουνε	=	προβλέπω
προβλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
προβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβλημα
προβλήματος	noun	γενική ενικού του πρόβλημα
προβλήτα	noun	προεξοχή ενός λιμανιού, εκεί που δένουν τα καράβια
προβλήτας	noun	άλλη μορφή του προβλήτα (θηλυκό)
προβλήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβλήτα
προβλαστήριο	noun|rare	χώρος όπου γίνεται η προβλάστηση
προβλεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προβλεπτικός	adv	με προβλεπτικό τρόπο
προβλεπτικέ	adj	κλητική ενικού του προβλεπτικός
προβλεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβλεπτική
προβλεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβλεπτικός
προβλεπτικής	adj	γενική ενικού του προβλεπτική
προβλεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβλεπτικός
προβλεπτικοτήτων	=	προβλεπτικότητα
προβλεπτικού	adj	γενική ενικού του προβλεπτικός
προβλεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβλεπτικός
προβλεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προβλεπτικός
προβλεπτικός	adj	που μπορεί και προβλέπει
προβλεπτικότης	noun	η προβλεπτικότητα, προνοητικότητα
προβλεπτικότητα	noun	το να είναι κάποιος προβλεπτικός, η ικανότητα ή η ιδιότητα του προβλεπτικού
προβλεπτικότητας	noun	γενική ενικού του προβλεπτικότητα
προβλεπτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβλεπτικότητα
προβλεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προβλεπτικός
προβλεπόμασταν	=	προβλέπω
προβλεπόμαστε	=	προβλέπω
προβλεπόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβλεπόμενο
προβλεπόμενε	verb	κλητική ενικού του προβλεπόμενος
προβλεπόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβλεπόμενη
προβλεπόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβλεπόμενος
προβλεπόμενης	verb	γενική ενικού του προβλεπόμενη
προβλεπόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προβλεπόμενος
προβλεπόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβλεπόμενος
προβλεπόμενος	verb	που προβλέπεται από κάποιο οργανόγραμμα, κανονισμό, συνήθεια κλπ
προβλεπόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβλεπόμενος
προβλεπόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβλεπόμενος
προβλεπόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβλεπόμενος
προβλεπόμουν	=	προβλέπω
προβλεπόμουνα	=	προβλέπω
προβλεπόντουσαν	=	προβλέπω
προβλεπόσασταν	=	προβλέπω
προβλεπόσαστε	=	προβλέπω
προβλεπόσουν	=	προβλέπω
προβλεπόσουνα	=	προβλέπω
προβλεπόταν	=	προβλέπω
προβλεπότανε	=	προβλέπω
προβλεφθήκαμε	=	προβλέπω
προβλεφθήκαν	=	προβλέπω
προβλεφθήκανε	=	προβλέπω
προβλεφθήκατε	=	προβλέπω
προβλεφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβλέπομαι
προβλεφθείς	=	προβλέπω
προβλεφθείτε	=	προβλέπω
προβλεφθούμε	=	προβλέπω
προβλεφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβλέπομαι
προβλεφθούνε	=	προβλέπω
προβλεφθώ	=	προβλέπω
προβλεψιμοτήτων	=	προβλεψιμότητα
προβλεψιμότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι προβλέψιμο(ς), η ιδιότητα του προβλέψιμου ή η ικανότητα για πρόβλεψη
προβλεψιμότητας	=	προβλεψιμότητα
προβλεψιμότητες	=	προβλεψιμότητα
προβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθήκαν	=	προβάλλω
προβληθήκανε	=	προβάλλω
προβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβληθούνε	=	προβάλλω
προβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβάλλομαι
προβλημάτιζα	=	προβληματίζω
προβλημάτιζαν	=	προβληματίζω
προβλημάτιζε	=	προβληματίζω
προβλημάτιζες	=	προβληματίζω
προβλημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβλημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβλημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβλημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόβλημα
προβληματάκι	noun	υποκοριστικό του πρόβλημα
προβληματάκια	=	προβληματάκι
προβληματίζαμε	=	προβληματίζω
προβληματίζαν	=	προβληματίζω
προβληματίζανε	=	προβληματίζω
προβληματίζατε	=	προβληματίζω
προβληματίζει	=	προβληματίζω
προβληματίζεις	=	προβληματίζω
προβληματίζεσαι	=	προβληματίζομαι
προβληματίζεστε	=	προβληματίζομαι
προβληματίζεται	=	προβληματίζομαι
προβληματίζετε	=	προβληματίζω
προβληματίζομαι	verb	σκέφτομαι και εξετάζω ενδελεχώς ένα θέμα, με απασχολεί και προσπαθώ να βρω λύσεις ή να βγάλω κάποια συμπεράσματα
προβληματίζομε	=	προβληματίζω
προβληματίζον	=	προβληματίζων
προβληματίζοντα	=	προβληματίζων
προβληματίζονται	=	προβληματίζομαι
προβληματίζονταν	=	προβληματίζομαι
προβληματίζοντας	=	προβληματίζω
προβληματίζοντες	=	προβληματίζων
προβληματίζοντος	=	προβληματίζων
προβληματίζου	=	προβληματίζομαι
προβληματίζουμε	=	προβληματίζω
προβληματίζουν	=	προβληματίζω
προβληματίζουνε	=	προβληματίζω
προβληματίζουσα	=	προβληματίζων
προβληματίζουσας	=	προβληματίζων
προβληματίζουσες	=	προβληματίζων
προβληματίζω	verb	προκαλώ προβληματισμούς
προβληματίζων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσαν	=	προβληματίζω
προβληματίσανε	=	προβληματίζω
προβληματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσομε	=	προβληματίζω
προβληματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίσουνε	=	προβληματίζω
προβληματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζω
προβληματιζουσών	=	προβληματίζων
προβληματιζούσης	=	προβληματίζων
προβληματιζόμασταν	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόμαστε	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόμενα	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενε	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενες	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενη	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενης	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενο	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενοι	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προβληματίζω
προβληματιζόμενου	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενους	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμενων	=	προβληματιζόμενος
προβληματιζόμουν	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόμουνα	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόντουσαν	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόντων	=	προβληματίζων
προβληματιζόσασταν	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόσαστε	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόσουν	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόσουνα	=	προβληματίζομαι
προβληματιζόταν	=	προβληματίζομαι
προβληματιζότανε	=	προβληματίζομαι
προβληματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προβληματικός	adv	με προβληματικό τρόπο
προβληματικέ	adj	κλητική ενικού του προβληματικός
προβληματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβληματική
προβληματική	noun	μέθοδος ή θεωρίες προβληματισμού, ο στοχασμός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβληματικός
προβληματικής	adj	γενική ενικού του προβληματική
προβληματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβληματικός
προβληματικοτήτων	=	προβληματικότητα
προβληματικού	adj	γενική ενικού του προβληματικός
προβληματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβληματικός
προβληματικό	adj	αιτιατική ενικού του προβληματικός
προβληματικός	adj	που έχει, που παρουσιάζει πολλά προβλήματα, πολλές δυσκολίες
προβληματικότατα	=	προβληματικός
προβληματικότατε	=	προβληματικός
προβληματικότατες	=	προβληματικός
προβληματικότατη	=	προβληματικός
προβληματικότατης	=	προβληματικός
προβληματικότατο	=	προβληματικός
προβληματικότατοι	=	προβληματικός
προβληματικότατος	=	προβληματικός
προβληματικότατου	=	προβληματικός
προβληματικότατους	=	προβληματικός
προβληματικότατων	=	προβληματικός
προβληματικότερα	=	προβληματικός
προβληματικότερε	=	προβληματικός
προβληματικότερες	=	προβληματικός
προβληματικότερη	=	προβληματικός
προβληματικότερης	=	προβληματικός
προβληματικότερο	=	προβληματικός
προβληματικότεροι	=	προβληματικός
προβληματικότερος	=	προβληματικός
προβληματικότερου	=	προβληματικός
προβληματικότερους	=	προβληματικός
προβληματικότερων	=	προβληματικός
προβληματικότητα	noun|formal	η ύπαρξη προβληματικής συμπεριφοράς ή κατάστασης
προβληματικότητας	noun	γενική ενικού του προβληματικότητα
προβληματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβληματικότητα
προβληματικών	adj	γενική πληθυντικού του προβληματικός
προβληματισμέ	noun	κλητική ενικού του προβληματισμός
προβληματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβληματισμένο
προβληματισμένε	verb	κλητική ενικού του προβληματισμένος
προβληματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβληματισμένη
προβληματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβληματισμένος
προβληματισμένης	verb	γενική ενικού του προβληματισμένη
προβληματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προβληματισμένος
προβληματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβληματισμένος
προβληματισμένος	verb	που προβληματίζεται
προβληματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβληματισμένος
προβληματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβληματισμένος
προβληματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβληματισμένος
προβληματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβληματισμός
προβληματισμού	noun	γενική ενικού του προβληματισμός
προβληματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προβληματισμός
προβληματισμό	=	προβληματισμός
προβληματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβληματίζομαι
προβληματισμών	noun	γενική πληθυντικού του προβληματισμός
προβληματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστήκαν	=	προβληματίζομαι
προβληματιστήκανε	=	προβληματίζομαι
προβληματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματιστούνε	=	προβληματίζω
προβληματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβληματίζομαι
προβληματοθεσία	noun	η συστηματική διαδικασία εντοπισμού, διατύπωσης και ορισμού ενός ζητήματος ως προβλήματος προς διερεύνηση
προβληματοθεσίας	=	προβληματοθεσία
προβληματοθεσίες	=	προβληματοθεσία
προβληματοθεσιών	=	προβληματοθεσία
προβλητέα	=	προβλητέος
προβλητέας	=	προβλητέος
προβλητέε	=	προβλητέος
προβλητέες	=	προβλητέος
προβλητέο	=	προβλητέος
προβλητέοι	=	προβλητέος
προβλητέος	adj	που μπορεί ή αξίζει να προβληθεί
προβλητέου	=	προβλητέος
προβλητέους	=	προβλητέος
προβλητέων	=	προβλητέος
προβλητικά	=	προβλητικός
προβλητικέ	=	προβλητικός
προβλητικές	=	προβλητικός
προβλητική	=	προβλητικός
προβλητικής	=	προβλητικός
προβλητικοί	=	προβλητικός
προβλητικού	=	προβλητικός
προβλητικούς	=	προβλητικός
προβλητικό	=	προβλητικός
προβλητικός	adj	συνώνυμο του προβολικός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
προβλητικών	=	προβλητικός
προβλητών	noun	γενική πληθυντικού του προβλήτα
προβοδίζαμε	=	προβοδίζω
προβοδίζαν	=	προβοδίζω
προβοδίζανε	=	προβοδίζω
προβοδίζατε	=	προβοδίζω
προβοδίζει	=	προβοδίζω
προβοδίζεις	=	προβοδίζω
προβοδίζετε	=	προβοδίζω
προβοδίζοντας	=	προβοδίζω
προβοδίζουμε	=	προβοδίζω
προβοδίζουν	=	προβοδίζω
προβοδίζουνε	=	προβοδίζω
προβοδίζω	verb	άλλη μορφή του ξεπροβοδίζω
προβοδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσαν	=	προβοδίζω
προβοδίσανε	=	προβοδίζω
προβοδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσματα	=	προβόδισμα
προβοδίσματος	=	προβόδισμα
προβοδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβοδισμάτων	=	προβόδισμα
προβοδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοδισμένο
προβοδισμένε	verb	κλητική ενικού του προβοδισμένος
προβοδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοδισμένη
προβοδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβοδισμένος
προβοδισμένης	verb	γενική ενικού του προβοδισμένη
προβοδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προβοδισμένος
προβοδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβοδισμένος
προβοδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβοδισμένος
προβοδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβοδισμένος
προβοδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβοδισμένος
προβοδωμάτων	=	προβόδωμα
προβοδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοδωμένο
προβοδωμένε	verb	κλητική ενικού του προβοδωμένος
προβοδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοδωμένη
προβοδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβοδωμένος
προβοδωμένης	verb	γενική ενικού του προβοδωμένη
προβοδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προβοδωμένος
προβοδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβοδωμένος
προβοδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβοδωμένος
προβοδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβοδωμένος
προβοδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβοδωμένος
προβοδώματα	=	προβόδωμα
προβοδώματος	=	προβόδωμα
προβοδώνω	verb	άλλη μορφή του προβοδίζω
προβοκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβοκάρω
προβοκάρομαι	=	προβοκάρω
προβοκάρω	verb	προκαλώ
προβοκάτορα	=	προβοκάτορας
προβοκάτορας	noun	το άτομο που κάνει προβοκάτσια, που προκαλεί ή υποκινεί επικίνδυνες ή επιθετικές αντιδράσεις από άλλους, συχνά με σκοπό την προώθηση της αντιπαλότητας ή τη δημιουργία εντάσεων, διεισδύοντας με λαθραίο τρόπο σε πολιτική ή άλλη ομάδα
προβοκάτορες	=	προβοκάτορας
προβοκάτσια	noun	σκόπιμη προκλητική ή / και παράνομη ενέργεια, που αποσκοπεί στο να παρασύρει τα μέλη μιας ομάδας σε υπερβολικές ή παράνομες αντιδράσεις ή να τα εκθέσει
προβοκάτσιας	noun	γενική ενικού του προβοκάτσια
προβοκάτσιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοκάτσια
προβοκαρίσματα	=	προβοκάρισμα
προβοκαρίσματος	=	προβοκάρισμα
προβοκαρισμάτων	=	προβοκάρισμα
προβοκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοκαρισμένο
προβοκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του προβοκαρισμένος
προβοκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοκαρισμένη
προβοκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβοκαρισμένος
προβοκαρισμένης	verb	γενική ενικού του προβοκαρισμένη
προβοκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προβοκαρισμένος
προβοκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβοκαρισμένος
προβοκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβοκαρισμένος
προβοκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προβοκαρισμένος
προβοκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβοκαρισμένος
προβοκατορικά	=	προβοκατορικός
προβοκατορικέ	=	προβοκατορικός
προβοκατορικές	=	προβοκατορικός
προβοκατορική	=	προβοκατορικός
προβοκατορικής	=	προβοκατορικός
προβοκατορικοί	=	προβοκατορικός
προβοκατορικού	=	προβοκατορικός
προβοκατορικούς	=	προβοκατορικός
προβοκατορικό	=	προβοκατορικός
προβοκατορικός	adj	άλλη μορφή του προβοκατόρικος
προβοκατορικών	=	προβοκατορικός
προβοκατορισσών	noun	γενική πληθυντικού του προβοκατόρισσα
προβοκατόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προβοκατόρικος	adv	με προβοκατόρικο τρόπο
προβοκατόρικε	adj	κλητική ενικού του προβοκατόρικος
προβοκατόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοκατόρικη
προβοκατόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβοκατόρικος
προβοκατόρικης	adj	γενική ενικού του προβοκατόρικη
προβοκατόρικο	adj	αιτιατική ενικού του προβοκατόρικος
προβοκατόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβοκατόρικος
προβοκατόρικος	adj	που έχει σχέση με προβοκάτορα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προβοκατόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προβοκατόρικος
προβοκατόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβοκατόρικος
προβοκατόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προβοκατόρικος
προβοκατόρισσα	noun	θηλυκό του προβοκάτορας
προβοκατόρισσας	noun	γενική ενικού του προβοκατόρισσα
προβοκατόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβοκατόρισσα
προβοκατόρων	=	προβοκάτορας
προβολέα	=	προβολέας
προβολέας	noun	εξάρτημα ή συσκευή που παράγει έντονο φωτισμό σχετικά συγκεντρωμένο σε μία κατεύθυνση
προβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβολή
προβολέων	=	προβολέας
προβολέως	=	προβολέας
προβολή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προβάλλω
προβολής	noun	γενική ενικού του προβολή
προβολείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβολέας
προβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβολικό
προβολικέ	adj	κλητική ενικού του προβολικός
προβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβολική
προβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προβολικός
προβολικής	adj	γενική ενικού του προβολική
προβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προβολικός
προβολικού	adj	γενική ενικού του προβολικός
προβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προβολικός
προβολικό	adj	αιτιατική ενικού του προβολικός	noun	συσκευή προβολής εικόνων πάνω σε έναν πίνακα
προβολικός	adj	που έχει σχέση με την προβολή ή τον προβολέα, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
προβολικών	adj	γενική πληθυντικού του προβολικός
προβολόνε	noun	ημίσκληρο τυρί από πλήρες γάλα αγελάδας (παλαιότερα βουβαλίσιο), συνήθως νοτιοϊταλικής προέλευσης
προβολών	noun	γενική πληθυντικού του προβολή
προβοσκίδα	noun	σαρκώδης επιμήκυνση της μύτης ή και του επάνω χείλους μερικών ζώων π.χ. ελέφαντα
προβοσκίδας	=	προβοσκίδα
προβοσκίδες	=	προβοσκίδα
προβοσκίδων	=	προβοσκίδα
προβοσκιδοειδές	noun|rare	σπάνιος ενικός τού προβοσκιδοειδή
προβοσκιδοειδή	noun	τάξη μεγάλων θηλαστικών που φέρουν προβοσκίδα (επιστημονική ονομασία Proboscidea)
προβοσκιδοειδών	=	προβοσκιδοειδή
προβοσκιδοφόρα	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρας	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρε	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρες	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρο	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόροι	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρος	adj	που φέρει προβοσκίδα
προβοσκιδοφόρου	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρους	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδοφόρων	=	προβοσκιδοφόρος
προβοσκιδωτά	noun	τάξη μεγάλων θηλαστικών που φέρουν προβοσκίδα (επιστημονική ονομασία Proboscidea)
προβοσκιδωτό	noun|rare	σπάνιος ενικός τού προβοσκιδωτά
προβοσκιδωτών	=	προβοσκιδωτά
προβουλές	=	προβουλή
προβουλή	noun|formal	η προκαταρκτική βουλή / απόφαση / σκέψη
προβουλής	=	προβουλή
προβουλευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προβούλευμα
προβουλεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προβούλευμα
προβουλεύματος	noun	γενική ενικού του προβούλευμα
προβουλκανισμένα	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένε	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένες	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένη	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένης	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένο	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένοι	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένος	verb	που έχει υποστεί βουλκανισμό εκ των προτέρων, από πριν
προβουλκανισμένου	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένους	=	προβουλκανισμένος
προβουλκανισμένων	=	προβουλκανισμένος
προβουλών	=	προβουλή
προβούλευμα	noun	πράξη του εισαγγελέα πρωτοδικών με την οποία απορρίπτει τη μήνυση όταν τη θεωρεί αβάσιμη
προβούλομαι	verb|archaic	βούλομαι εκ των προτέρων, εξ αρχής
προβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προβούνου	=	πρόβουνο
προβούνων	=	πρόβουνο
προβόδιζα	=	προβοδίζω
προβόδιζαν	=	προβοδίζω
προβόδιζε	=	προβοδίζω
προβόδιζες	=	προβοδίζω
προβόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβοδίζω
προβόδισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβοδίζω
προβόδωμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προβοδώνω
προβόλου	noun	γενική ενικού του πρόβολος
προβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόβολος
προβόλων	noun	γενική πληθυντικού του πρόβολος
προβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προβαίνω
προγάστορα	=	προγάστορας
προγάστορας	noun	άλλη μορφή του προγάστωρ
προγάστορες	=	προγάστορας
προγάστωρ	noun|obsolete	αρχαιοπρεπής μορφή του προγάστορας
προγαμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγαμιαίος
προγαμιαίας	adj	γενική ενικού του προγαμιαία
προγαμιαίε	adj	προγαμιαίος, στην κλητική του ενικού
προγαμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγαμιαία
προγαμιαίο	adj	προγαμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
προγαμιαίοι	adj	προγαμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
προγαμιαίος	adj	που γίνεται πριν από τον γάμο
προγαμιαίου	adj	γενική ενικού του προγαμιαίος
προγαμιαίους	adj	προγαμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
προγαμιαίων	=	προγαμιαίος
προγαστόρων	=	προγάστορας
προγενέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προγενέστερος	adv	σε προγενέστερο χρόνο
προγενέστερε	adj	κλητική ενικού του προγενέστερος
προγενέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγενέστερη
προγενέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγενέστερος
προγενέστερης	adj	γενική ενικού του προγενέστερη
προγενέστερο	adj	αιτιατική ενικού του προγενέστερος
προγενέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγενέστερος
προγενέστερος	adj	που συνέβη ή υπήρξε πριν από κάτι άλλο, προηγουμένως
προγενέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προγενέστερος
προγενέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγενέστερος
προγενέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγενέστερος
προγενεστέρως	adv	προγενέστερα
προγεννητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (προγεννητικό) του προγεννητικός	adv	πριν από τη γέννα
προγεννητικέ	adj	κλητική ενικού του προγεννητικός
προγεννητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (προγεννητική) του προγεννητικός
προγεννητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του προγεννητικός
προγεννητικής	adj	γενική ενικού του προγεννητική
προγεννητικοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγεννητικός
προγεννητικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του προγεννητικός
προγεννητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγεννητικός
προγεννητικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προγεννητικός
προγεννητικός	adj	σχετικός με οτιδήποτε αφορά την περίοδο πριν τη γέννα
προγεννητικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του προγεννητικός
προγεστερονών	=	προγεστερόνη
προγεστερόνες	=	προγεστερόνη
προγεστερόνη	noun	ορμόνη του γυναικείου γεννητικού συστήματος που παίζει σημαντικό ρόλο στην ωορρηξία, στη γονιμότητα, στην εμμηνόπαυση και την εγκυμοσύνη
προγεστερόνης	=	προγεστερόνη
προγευμάτιζα	=	προγευματίζω
προγευμάτιζαν	=	προγευματίζω
προγευμάτιζε	=	προγευματίζω
προγευμάτιζες	=	προγευματίζω
προγευμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγευμα
προγευματίζαμε	=	προγευματίζω
προγευματίζαν	=	προγευματίζω
προγευματίζανε	=	προγευματίζω
προγευματίζατε	=	προγευματίζω
προγευματίζει	=	προγευματίζω
προγευματίζεις	=	προγευματίζω
προγευματίζετε	=	προγευματίζω
προγευματίζομε	=	προγευματίζω
προγευματίζοντας	=	προγευματίζω
προγευματίζουμε	=	προγευματίζω
προγευματίζουν	=	προγευματίζω
προγευματίζουνε	=	προγευματίζω
προγευματίζω	verb	τρώω πρωινό
προγευματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσαν	=	προγευματίζω
προγευματίσανε	=	προγευματίζω
προγευματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσομε	=	προγευματίζω
προγευματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσουνε	=	προγευματίζω
προγευματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγευματίζω
προγευματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγευματισμένο
προγευματισμένε	verb	κλητική ενικού του προγευματισμένος
προγευματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγευματισμένη
προγευματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγευματισμένος
προγευματισμένης	verb	γενική ενικού του προγευματισμένη
προγευματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προγευματισμένος
προγευματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγευματισμένος
προγευματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προγευματισμένος
προγευματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προγευματισμένος
προγευματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγευματισμένος
προγευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγεφυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προγεφύρωμα
προγεφυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγεφύρωμα
προγεφυρώματος	noun	γενική ενικού του προγεφύρωμα
προγεφύρωμα	noun	οχυρωμένη θέση που χρησιμοποιείται ως ορμητήριο κατά εχθρικών στρατευμάτων
προγεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγευμα
προγεύματος	noun	γενική ενικού του πρόγευμα
προγεύομαι	verb|formal	παίρνω μια πρώτη γεύση, αποκτώ μια πρώτη εμπειρία
προγεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγευση
προγεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγευση
προγεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόγευση
προγεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγεύομαι
προγηρία	noun	σπάνια ασθένεια (επιστημονικό όνομα: σύνδρομο Hutchinson-Gilford), κατά την οποία παρουσιάζονται σε πολύ μικρή ηλικία συμπτώματα πρόωρης γήρανσης
προγηρίας	noun	γενική ενικού του προγηρία
προγηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγηρία
προγηριών	noun	γενική πληθυντικού του προγηρία
προγιαγιά	noun	η μητέρα του παππού ή της γιαγιάς μου
προγιαγιάδες	=	προγιαγιά
προγιαγιάδων	=	προγιαγιά
προγιαγιάς	=	προγιαγιά
προγιαγιές	=	προγιαγιά
προγκάρισμα	noun	άλλη μορφή του πρόγκημα
προγκάρω	verb	άλλη μορφή του προγκάω
προγκάω	verb	αποδοκιμάζω
προγκήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγκηγμα
προγκήγματος	noun	γενική ενικού του πρόγκηγμα
προγκήματα	=	πρόγκημα
προγκήματος	=	πρόγκημα
προγκίζω	verb	άλλη μορφή του προγκάω
προγκίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
προγκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγκισμα
προγκίσματος	noun	γενική ενικού του πρόγκισμα
προγκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγκάρισμα
προγκαρίσματος	noun	γενική ενικού του προγκάρισμα
προγκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προγκάρισμα
προγκηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγκηγμα
προγκημάτων	=	πρόγκημα
προγκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγκισμα
προγκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγκισμένο
προγκισμένε	verb	κλητική ενικού του προγκισμένος
προγκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγκισμένη
προγκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγκισμένος
προγκισμένης	verb	γενική ενικού του προγκισμένη
προγκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προγκισμένος
προγκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγκισμένος
προγκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προγκισμένος
προγκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προγκισμένος
προγκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγκισμένος
προγκρέσιβ	adj	υποείδη, υποκατηγορίες μουσικών ειδών, που αποκλίνουν από τις καθιερωμένες ή παραδοσιακές μορφές, που χαρακτηρίζονται συνήθως ως πιο τεχνικά ή πιο πειραματικά
προγκών	=	πρόγκα
προγναθία	noun	άλλη γραφή του προγναθισμός
προγναθίας	noun	γενική ενικού του προγναθία
προγναθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγναθία
προγναθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγναθικό
προγναθικέ	adj	κλητική ενικού του προγναθικός
προγναθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγναθική
προγναθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγναθικός
προγναθικής	adj	γενική ενικού του προγναθική
προγναθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγναθικός
προγναθικού	adj	γενική ενικού του προγναθικός
προγναθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγναθικός
προγναθικό	adj	αιτιατική ενικού του προγναθικός
προγναθικός	adj	που πάσχει από προγναθισμό
προγναθικών	adj	γενική πληθυντικού του προγναθικός
προγναθισμέ	noun	κλητική ενικού του προγναθισμός
προγναθισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγναθισμός
προγναθισμού	noun	γενική ενικού του προγναθισμός
προγναθισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προγναθισμός
προγναθισμό	noun	αιτιατική ενικού του προγναθισμός
προγναθισμός	noun	παθολογική κατάσταση, κατά την οποία προεξέχουν (περισσότερο απ’ το κανονικό) τα οστά των γνάθων
προγναθισμών	noun	γενική πληθυντικού του προγναθισμός
προγναθιών	noun	γενική πληθυντικού του προγναθία
προγνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγνωστικό
προγνωστικέ	adj	κλητική ενικού του προγνωστικός
προγνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγνωστική
προγνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγνωστικός
προγνωστικής	adj	γενική ενικού του προγνωστική
προγνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγνωστικός
προγνωστικού	adj	γενική ενικού του προγνωστικός
προγνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγνωστικός
προγνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του προγνωστικός	noun	η πρόβλεψη, η πρόγνωση
προγνωστικός	adj	που έχει σχέση με την πρόγνωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προγνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του προγνωστικός
προγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγνωση
προγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγνωση
προγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόγνωση
προγομφίου	=	προγόμφιος
προγομφίους	=	προγόμφιος
προγομφίων	=	προγόμφιος
προγονέ	noun	κλητική ενικού του προγονός
προγονές	=	προγονή
προγονή	noun	η κόρη τού / τής συζύγου κάποιας / κάποιου από προηγούμενο γάμο ή σχέση
προγονής	=	προγονή
προγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγονικό
προγονικέ	adj	κλητική ενικού του προγονικός
προγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγονική
προγονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγονικός
προγονικής	adj	γενική ενικού του προγονική
προγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγονικός
προγονικού	adj	γενική ενικού του προγονικός
προγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγονικός
προγονικό	adj	αιτιατική ενικού του προγονικός
προγονικός	adj	σχετικός με τους προγόνους
προγονικών	adj	γενική πληθυντικού του προγονικός
προγονισμέ	=	προγονισμός
προγονισμοί	=	προγονισμός
προγονισμού	=	προγονισμός
προγονισμούς	=	προγονισμός
προγονισμό	=	προγονισμός
προγονισμός	noun	το να κληρονομεί κάποιος χαρακτηριστικά των προγόνων και όχι των άμεσων γονιών του
προγονισμών	=	προγονισμός
προγονοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγονός
προγονολάτρες	=	προγονολάτρης
προγονολάτρη	=	προγονολάτρης
προγονολάτρης	noun	ο προγονόπληκτος
προγονολατρία	noun	η προγονοπληξία
προγονολατρίας	noun	γενική ενικού του προγονολατρία
προγονολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγονολατρία
προγονολατρεία	noun	λατρεία των προγόνων
προγονολατρείας	=	προγονολατρεία
προγονολατρείες	=	προγονολατρεία
προγονολατρειών	=	προγονολατρεία
προγονολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγονολατρικό
προγονολατρικέ	adj	κλητική ενικού του προγονολατρικός
προγονολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγονολατρική
προγονολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγονολατρικός
προγονολατρικής	adj	γενική ενικού του προγονολατρική
προγονολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγονολατρικός
προγονολατρικού	adj	γενική ενικού του προγονολατρικός
προγονολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγονολατρικός
προγονολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του προγονολατρικός
προγονολατρικός	adj	που έχει σχέση με τον προγονολάτρη ή την προγονολατρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
προγονολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του προγονολατρικός
προγονολατριών	noun	γενική πληθυντικού του προγονολατρία
προγονολατρών	=	προγονολάτρης
προγονοπληξία	noun	η έπαρση για τους προγόνους, η καυχησιά για τη δόξα των προγόνων
προγονοπληξίας	noun	γενική ενικού του προγονοπληξία
προγονοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγονοπληξία
προγονοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του προγονοπληξία
προγονού	noun	γενική ενικού του προγονός
προγονούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προγονός
προγονό	noun	αιτιατική ενικού του προγονός
προγονόπληκτα	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτε	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτες	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτη	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτης	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτο	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτοι	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτος	adj	που καυχιέται σε βαθό υπερβολής για τους προγόνους του
προγονόπληκτου	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτους	=	προγονόπληκτος
προγονόπληκτων	=	προγονόπληκτος
προγονός	noun	ο γιος τού / τής συζύγου κάποιας / κάποιου από προηγούμενο γάμο ή σχέση
προγονών	noun	γενική πληθυντικού του προγονός
προγουλιού	=	προγούλι
προγουλιών	=	προγούλι
προγούλι	noun	το διπλοσάγονο
προγούλια	=	προγούλι
προγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγραμμα
προγράμματος	noun	γενική ενικού του πρόγραμμα
προγράφαμε	=	προγράφω
προγράφαν	=	προγράφω
προγράφανε	=	προγράφω
προγράφατε	=	προγράφω
προγράφει	=	προγράφω
προγράφεις	=	προγράφω
προγράφετε	=	προγράφω
προγράφοντας	=	προγράφω
προγράφουμε	=	προγράφω
προγράφουν	=	προγράφω
προγράφουνε	=	προγράφω
προγράφω	verb	διώκω τους πολιτικούς αντιπάλους ή τους καταδικάζω χωρίς δίκη
προγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψαν	=	προγράφω
προγράψανε	=	προγράφω
προγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
προγραμμάτιζα	=	προγραμματίζω
προγραμμάτιζαν	=	προγραμματίζω
προγραμμάτιζε	=	προγραμματίζω
προγραμμάτιζες	=	προγραμματίζω
προγραμμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγραμμα
προγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμμένο
προγραμμένε	verb	κλητική ενικού του προγραμμένος
προγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμμένη
προγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγραμμένος
προγραμμένης	verb	γενική ενικού του προγραμμένη
προγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προγραμμένος
προγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγραμμένος
προγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προγραμμένος
προγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προγραμμένος
προγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγραμμένος
προγραμματάκι	noun	υποκοριστικό του πρόγραμμα
προγραμματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματάκι
προγραμματίζαμε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζαν	=	προγραμματίζω
προγραμματίζανε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζατε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζει	=	προγραμματίζω
προγραμματίζεις	=	προγραμματίζω
προγραμματίζεσαι	=	προγραμματίζω
προγραμματίζεστε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζεται	=	προγραμματίζω
προγραμματίζετε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίζομε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζονται	=	προγραμματίζω
προγραμματίζονταν	=	προγραμματίζω
προγραμματίζοντας	=	προγραμματίζω
προγραμματίζουμε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζουν	=	προγραμματίζω
προγραμματίζουνε	=	προγραμματίζω
προγραμματίζω	verb	σχεδιάζω τις ενέργειες που πρόκειται να κάνω
προγραμματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσαν	=	προγραμματίζω
προγραμματίσανε	=	προγραμματίζω
προγραμματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσθηκα	=	προγραμματίζω
προγραμματίσθηκαν	=	προγραμματίζω
προγραμματίσθηκε	=	προγραμματίζω
προγραμματίσθηκες	=	προγραμματίζω
προγραμματίσομε	=	προγραμματίζω
προγραμματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίσουνε	=	προγραμματίζω
προγραμματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματίστρια	noun	θηλυκό του προγραμματιστής
προγραμματίστριας	noun	γενική ενικού του προγραμματίστρια
προγραμματίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματίστρια
προγραμματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζω
προγραμματιζόμασταν	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόμαστε	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόμουν	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόμουνα	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόντουσαν	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόσασταν	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόσαστε	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόσουν	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόσουνα	=	προγραμματίζω
προγραμματιζόταν	=	προγραμματίζω
προγραμματιζότανε	=	προγραμματίζω
προγραμματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματικό	adv	σαν πρόγραμμα, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα
προγραμματικέ	adj	κλητική ενικού του προγραμματικός
προγραμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματική
προγραμματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγραμματικός
προγραμματικής	adj	γενική ενικού του προγραμματική
προγραμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγραμματικός
προγραμματικού	adj	γενική ενικού του προγραμματικός
προγραμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγραμματικός
προγραμματικό	adj	αιτιατική ενικού του προγραμματικός
προγραμματικός	adj	που αποτελεί μέρος ενός προγράμματος, που εκφράζει ένα πρόγραμμα
προγραμματικών	adj	γενική πληθυντικού του προγραμματικός
προγραμματικώς	adv|dated	προγραμματικά
προγραμματισμέ	noun	κλητική ενικού του προγραμματισμός
προγραμματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προγραμματισμένος	adv	έχοντας προγραμματίσει, με προγραμματισμό
προγραμματισμένε	verb	κλητική ενικού του προγραμματισμένος
προγραμματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματισμένη
προγραμματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγραμματισμένος
προγραμματισμένης	verb	γενική ενικού του προγραμματισμένη
προγραμματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προγραμματισμένος
προγραμματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγραμματισμένος
προγραμματισμένος	=	προγραμματίζω
προγραμματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προγραμματισμένος
προγραμματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προγραμματισμένος
προγραμματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγραμματισμένος
προγραμματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγραμματισμός
προγραμματισμού	noun	γενική ενικού του προγραμματισμός
προγραμματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προγραμματισμός
προγραμματισμό	noun	αιτιατική ενικού του προγραμματισμός
προγραμματισμός	noun	καταγραφή και προκαθορισμός μιας σειράς μελλοντικών ενεργειών για επίτευξη αντικειμενικού σκοπού
προγραμματισμών	noun	γενική πληθυντικού του προγραμματισμός
προγραμματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματιστής
προγραμματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προγραμματιστής
προγραμματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστήκαν	=	προγραμματίζω
προγραμματιστήκανε	=	προγραμματίζω
προγραμματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστής	noun	αυτός που προγραμματίζει, που δημιουργεί προγράμματα…
προγραμματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματιστικό
προγραμματιστικέ	adj	κλητική ενικού του προγραμματιστικός
προγραμματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγραμματιστική
προγραμματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγραμματιστικός
προγραμματιστικής	adj	γενική ενικού του προγραμματιστική
προγραμματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγραμματιστικός
προγραμματιστικού	adj	γενική ενικού του προγραμματιστικός
προγραμματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προγραμματιστικός
προγραμματιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προγραμματιστικός
προγραμματιστικός	adj	αποτέλεσμα του προγραμματισμού
προγραμματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προγραμματιστικός
προγραμματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστούνε	=	προγραμματίζω
προγραμματιστριών	noun	γενική πληθυντικού του προγραμματίστρια
προγραμματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγραμματίζομαι
προγραμματιστών	noun	γενική πληθυντικού του προγραμματιστής
προγραφές	=	προγραφή
προγραφή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προγράφω, η δίωξη των πολιτικών αντιπάλων ή η καταδίκη τους χωρίς δίκη
προγραφής	=	προγραφή
προγραφών	=	προγραφή
προγυμνάζαμε	=	προγυμνάζω
προγυμνάζαν	=	προγυμνάζω
προγυμνάζανε	=	προγυμνάζω
προγυμνάζατε	=	προγυμνάζω
προγυμνάζει	=	προγυμνάζω
προγυμνάζεις	=	προγυμνάζω
προγυμνάζεσαι	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάζεστε	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάζεται	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάζετε	=	προγυμνάζω
προγυμνάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάζονται	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάζονταν	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάζοντας	=	προγυμνάζω
προγυμνάζου	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάζουμε	=	προγυμνάζω
προγυμνάζουν	=	προγυμνάζω
προγυμνάζουνε	=	προγυμνάζω
προγυμνάζω	verb|dated	κάνω σε κάποιον μαθητή (ιδιαίτερα) μαθήματα, ώστε να τον προετοιμάσω για εξετάσεις
προγυμνάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάσαν	=	προγυμνάζω
προγυμνάσανε	=	προγυμνάζω
προγυμνάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγύμναση
προγυμνάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάσεων	=	προγύμναση
προγυμνάσματα	=	προγύμνασμα
προγυμνάσματος	=	προγύμνασμα
προγυμνάσου	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνάστηκα	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάστηκαν	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάστηκε	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάστηκες	=	προγυμνάζομαι
προγυμνάστρια	noun	θηλυκό του προγυμναστής
προγυμνάστριας	noun	γενική ενικού του προγυμνάστρια
προγυμνάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγυμνάστρια
προγυμνάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμναζόμασταν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόμαστε	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόμουν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόμουνα	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόντουσαν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόσασταν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόσαστε	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόσουν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόσουνα	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζόταν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναζότανε	=	προγυμνάζομαι
προγυμνασμάτων	=	προγύμνασμα
προγυμνασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγυμνασμένο
προγυμνασμένε	verb	κλητική ενικού του προγυμνασμένος
προγυμνασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγυμνασμένη
προγυμνασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προγυμνασμένος
προγυμνασμένης	verb	γενική ενικού του προγυμνασμένη
προγυμνασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προγυμνασμένος
προγυμνασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγυμνασμένος
προγυμνασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προγυμνάζω
προγυμνασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προγυμνασμένος
προγυμνασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προγυμνασμένος
προγυμνασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προγυμνασμένος
προγυμναστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προγυμναστής
προγυμναστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προγυμναστής
προγυμναστήκαμε	=	προγυμνάζομαι
προγυμναστήκαν	=	προγυμνάζομαι
προγυμναστήκανε	=	προγυμνάζομαι
προγυμναστήκατε	=	προγυμνάζομαι
προγυμναστήρια	=	προγυμναστήριο
προγυμναστήριο	noun|dated	χώρος προγύμνασης
προγυμναστήριον	noun	προγυμναστήριο
προγυμναστήριου	=	προγυμναστήριο
προγυμναστήριων	=	προγυμναστήριο
προγυμναστής	noun	κάποιος που προγυμνάζει
προγυμναστεί	=	προγυμνάζομαι
προγυμναστείτε	=	προγυμνάζομαι
προγυμναστηρίου	=	προγυμναστήριο
προγυμναστηρίων	=	προγυμναστήριο
προγυμναστριών	noun	γενική πληθυντικού του προγυμνάστρια
προγυμναστών	noun	γενική πληθυντικού του προγυμναστής
προγόμφιε	=	προγόμφιος
προγόμφιο	=	προγόμφιος
προγόμφιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προγόμφιος
προγόμφιος	noun	καθένα από τα οχτώ δόντια που βρίσκονται ανά δύο ανάμεσα στους γομφίους και στους κυνόδοντες στην οδοντοστοιχία των ανθρώπων και των άλλων θηλαστικών
προγόμφιου	=	προγόμφιος
προγόμφιους	=	προγόμφιος
προγόμφιων	=	προγόμφιος
προγόνι	noun|vulgar	άλλη μορφή του προγονός
προγόνια	=	προγόνι
προγόνου	noun	γενική ενικού του πρόγονος
προγόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόγονος
προγόνων	noun	γενική πληθυντικού του πρόγονος
προγύμναζα	=	προγυμνάζω
προγύμναζαν	=	προγυμνάζω
προγύμναζε	=	προγυμνάζω
προγύμναζες	=	προγυμνάζω
προγύμνασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγύμνασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγύμνασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγύμνασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγυμνάζω
προγύμναση	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προγυμνάζω
προγύμνασης	=	προγύμναση
προγύμνασμα	noun	ρητορικές ασκήσεις σύνθεσης λόγου (γραπτού ή προφορικού)
προδάση	=	προδάσος
προδάσος	noun	τεχνητό δάσος που φυτεύεται σε μία περιοχή πριν τη φύτευση των μόνιμων δέντρων για την προετοιμασία του εδάφους
προδάσους	=	προδάσος
προδήλως	adv	με πρόδηλο τρόπο
προδίδαμε	=	προδίδω
προδίδαν	=	προδίδω
προδίδανε	=	προδίδω
προδίδατε	=	προδίδω
προδίδει	=	προδίδω
προδίδεις	=	προδίδω
προδίδεσαι	=	προδίδω
προδίδεστε	=	προδίδω
προδίδεται	=	προδίδω
προδίδετε	=	προδίδω
προδίδομαι	verb	παθητική φωνή του προδίδω
προδίδονται	=	προδίδω
προδίδονταν	=	προδίδω
προδίδοντας	=	προδίδω
προδίδου	=	προδίδω
προδίδουμε	=	προδίδω
προδίδουν	=	προδίδω
προδίδουνε	=	προδίδω
προδίδω	verb	αθετώ μια αυτονόητη ή ρητή υπόσχεση και αποκαλύπτω μυστικό που βλάπτει άτομο ή σύνολο ατόμων και τα εκθέτω στους διώκτες ή στους εχθρούς τους
προδίκαζα	=	προδικάζω
προδίκαζαν	=	προδικάζω
προδίκαζε	=	προδικάζω
προδίκαζες	=	προδικάζω
προδίκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδίκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδίκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδίκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδίνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του προδίδω
προδασών	=	προδάσος
προδημοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδημοκρατικό
προδημοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του προδημοκρατικός
προδημοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδημοκρατική
προδημοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδημοκρατικός
προδημοκρατικής	adj	γενική ενικού του προδημοκρατική
προδημοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδημοκρατικός
προδημοκρατικού	adj	γενική ενικού του προδημοκρατικός
προδημοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προδημοκρατικός
προδημοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του προδημοκρατικός
προδημοκρατικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει πριν από περίοδο δημοκρατικής διακυβέρνησης
προδημοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του προδημοκρατικός
προδημοσίευα	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευαν	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευε	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευες	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευσα	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευσαν	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευσε	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευσες	=	προδημοσιεύω
προδημοσίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προδημοσιεύω
προδημοσίευσης	noun	γενική ενικού του προδημοσίευση
προδημοσιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδημοσιευμένο
προδημοσιευμένε	verb	κλητική ενικού του προδημοσιευμένος
προδημοσιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδημοσιευμένη
προδημοσιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδημοσιευμένος
προδημοσιευμένης	verb	γενική ενικού του προδημοσιευμένη
προδημοσιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προδημοσιευμένος
προδημοσιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδημοσιευμένος
προδημοσιευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προδημοσιεύω
προδημοσιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προδημοσιευμένος
προδημοσιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προδημοσιευμένος
προδημοσιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προδημοσιευμένος
προδημοσιευτήκαμε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευτήκαν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευτήκανε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευτήκατε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευτεί	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευτείτε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόμασταν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόμαστε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόμουν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόμουνα	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόντουσαν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόσασταν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόσαστε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόσουν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόσουνα	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευόταν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιευότανε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύαμε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύαν	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύανε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύατε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύει	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύεις	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύεσαι	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύεστε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύεται	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύετε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προδημοσιεύω
προδημοσιεύονται	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύονταν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύοντας	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύου	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύουμε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύουν	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύουνε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύσαμε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύσαν	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύσανε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύσατε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύσει	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδημοσίευση
προδημοσιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του προδημοσίευση
προδημοσιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προδημοσίευση
προδημοσιεύσου	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύστε	=	προδημοσιεύω
προδημοσιεύτηκα	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύτηκαν	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύτηκε	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύτηκες	=	προδημοσιεύομαι
προδημοσιεύω	verb	δημοσιεύω πριν την τελική δημοσίευση ένα τμήμα ή το σύνολο της τελικής δημοσίευσης
προδιάγραφε	=	προδιαγράφω
προδιάγραψε	=	προδιαγράφω
προδιάθεση	noun	η τάση που έχει κάποιος να κάνει κάτι (έμφυτη ή επίκτητη)
προδιάθεσης	noun	γενική ενικού του προδιάθεση
προδιέγραφα	=	προδιαγράφω
προδιέγραφαν	=	προδιαγράφω
προδιέγραφε	=	προδιαγράφω
προδιέγραφες	=	προδιαγράφω
προδιέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαβουλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιαβούλευση
προδιαβουλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του προδιαβούλευση
προδιαβουλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προδιαβούλευση
προδιαβούλευση	noun	προκαταρκτική διαβούλευση πριν από την κυρίως διαβούλευση
προδιαβούλευσης	noun	γενική ενικού του προδιαβούλευση
προδιαγεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιαγεγραμμένο
προδιαγεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του προδιαγεγραμμένος
προδιαγεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιαγεγραμμένη
προδιαγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδιαγεγραμμένος
προδιαγεγραμμένης	verb	γενική ενικού του προδιαγεγραμμένη
προδιαγεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προδιαγεγραμμένος
προδιαγεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδιαγεγραμμένος
προδιαγεγραμμένος	verb	που έχει προδιαγραφεί ή προσδιοριστεί εκ των προτέρων, που είναι καθορισμένος εξαρχής
προδιαγεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προδιαγεγραμμένος
προδιαγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προδιαγεγραμμένος
προδιαγεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προδιαγεγραμμένος
προδιαγράφαμε	=	προδιαγράφω
προδιαγράφαν	=	προδιαγράφω
προδιαγράφανε	=	προδιαγράφω
προδιαγράφατε	=	προδιαγράφω
προδιαγράφει	=	προδιαγράφω
προδιαγράφεις	=	προδιαγράφω
προδιαγράφετε	=	προδιαγράφω
προδιαγράφηκα	=	προδιαγράφω
προδιαγράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράφοντας	=	προδιαγράφω
προδιαγράφουμε	=	προδιαγράφω
προδιαγράφουν	=	προδιαγράφω
προδιαγράφουνε	=	προδιαγράφω
προδιαγράφτηκα	=	προδιαγράφω
προδιαγράφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφομαι
προδιαγράφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφομαι
προδιαγράφω	verb	καθορίζω από πριν, προκαταβολικά, επηρεάζω σε καθοριστικό βαθμό
προδιαγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψαν	=	προδιαγράφω
προδιαγράψανε	=	προδιαγράφω
προδιαγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφω
προδιαγραμμένος	=	προδιαγράφω
προδιαγραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιαγραφή
προδιαγραφή	noun	τα χαρακτηριστικά και οι προϋποθέσεις που πρέπει να έχει κάτι (προϊόν, αντικείμενο, πνευματικό έργο, υπηρεσία κ.λπ.), ώστε να δουλεύει σωστά ή να ανταποκρίνεται στην αποστολή του ή το σκοπό του
προδιαγραφής	=	προδιαγραφή
προδιαγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προδιαγράφομαι
προδιαγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαγράφομαι
προδιαγραφών	=	προδιαγραφή
προδιαθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιάθεση
προδιαθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του προδιάθεση
προδιαθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του προδιάθεση
προδιαθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιαθέτω
προδιαθέτω	verb|formal	έχω από πριν διαμορφωμένη μια συγκεκριμένη ψυχική ή σωματική διάθεση
προδιαμορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του προδιαμορφωμένος
προδιατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατίθεμαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος προδιαθέτω
προδιατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιατεθειμένο
προδιατεθειμένε	verb	κλητική ενικού του προδιατεθειμένος
προδιατεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιατεθειμένη
προδιατεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδιατεθειμένος
προδιατεθειμένης	verb	γενική ενικού του προδιατεθειμένη
προδιατεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του προδιατεθειμένος
προδιατεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδιατεθειμένος
προδιατεθειμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προδιαθέτω
προδιατεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προδιατεθειμένος
προδιατεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προδιατεθειμένος
προδιατεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προδιατεθειμένος
προδιατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδιατίθεμαι
προδιατυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιατυπωμένο
προδιατυπωμένε	verb	κλητική ενικού του προδιατυπωμένος
προδιατυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδιατυπωμένη
προδιατυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδιατυπωμένος
προδιατυπωμένης	verb	γενική ενικού του προδιατυπωμένη
προδιατυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προδιατυπωμένος
προδιατυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδιατυπωμένος
προδιατυπωμένος	verb	που έχει προδιατυπωθεί
προδιατυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προδιατυπωμένος
προδιατυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προδιατυπωμένος
προδιατυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προδιατυπωμένος
προδιδόμασταν	=	προδίδω
προδιδόμαστε	=	προδίδω
προδιδόμουν	=	προδίδω
προδιδόμουνα	=	προδίδω
προδιδόντουσαν	=	προδίδω
προδιδόσασταν	=	προδίδω
προδιδόσαστε	=	προδίδω
προδιδόσουν	=	προδίδω
προδιδόσουνα	=	προδίδω
προδιδόταν	=	προδίδω
προδιδότανε	=	προδίδω
προδικάζαμε	=	προδικάζω
προδικάζαν	=	προδικάζω
προδικάζανε	=	προδικάζω
προδικάζατε	=	προδικάζω
προδικάζει	=	προδικάζω
προδικάζεις	=	προδικάζω
προδικάζετε	=	προδικάζω
προδικάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προδικάζω
προδικάζοντας	=	προδικάζω
προδικάζουμε	=	προδικάζω
προδικάζουν	=	προδικάζω
προδικάζουνε	=	προδικάζω
προδικάζω	verb|formal	εκφέρω τη γνώμη για ένα θέμα, προκαταβολικά, χωρίς να γνωρίζω την έκβαση αυτού
προδικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσαν	=	προδικάζω
προδικάσανε	=	προδικάζω
προδικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδικάζω
προδικασία	noun	οι διαδικασίες (συλλογή αποδείξεων ή ενοχοποιητικών στοιχείων, ανάκριση κ.λπ.) που διενεργούνται από τις δικαστικές αρχές πριν από την εκδίκαση μιας υπόθεσης
προδικασίας	noun	γενική ενικού του προδικασία
προδικασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδικασία
προδικασιών	noun	γενική πληθυντικού του προδικασία
προδικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδικασμένο
προδικασμένε	verb	κλητική ενικού του προδικασμένος
προδικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδικασμένη
προδικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδικασμένος
προδικασμένης	verb	γενική ενικού του προδικασμένη
προδικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προδικασμένος
προδικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδικασμένος
προδικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προδικασμένος
προδικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προδικασμένος
προδικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προδικασμένος
προδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προδικαστικός	adv	σε προδικαστικό στάδιο
προδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του προδικαστικός
προδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδικαστική
προδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδικαστικός
προδικαστικής	adj	γενική ενικού του προδικαστική
προδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδικαστικός
προδικαστικού	adj	γενική ενικού του προδικαστικός
προδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προδικαστικός
προδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του προδικαστικός
προδικαστικός	adj	που έχει σχέση με την προδικασία ή αναφέρεται σ’ αυτή
προδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του προδικαστικός
προδιορθώσεις	=	προδιόρθωση
προδιορθώσεων	=	προδιόρθωση
προδιόρθωση	noun	φράση που λέγεται πριν από την εκφώνηση δυσάρεστων ή αναπάντεχων ειδήσεων, ώστε να μετριάσει τις αντιδράσεις και αποδοκιμασίες τού ακροατή
προδιόρθωσης	=	προδιόρθωση
προδοθήκαμε	=	προδίδω
προδοθήκαν	=	προδίδω
προδοθήκανε	=	προδίδω
προδοθήκατε	=	προδίδω
προδοθεί	=	προδίδω
προδοθείτε	=	προδίδω
προδομένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδομένο
προδομένε	verb	κλητική ενικού του προδομένος
προδομένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδομένη
προδομένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδομένος
προδομένης	verb	γενική ενικού του προδομένη
προδομένο	verb	αιτιατική ενικού του προδομένος
προδομένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδομένος
προδομένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προδίδω και προδίνω
προδομένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προδομένος
προδομένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προδομένος
προδομένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προδομένος
προδοσία	noun	ενέργεια με την οποία κάποιος παραβιάζει ισχυρή ηθική δέσμευση απέναντι σε άλλους ανθρώπους, φίλους, συνεργάτες, ομοϊδεάτες κλπ
προδοσίας	noun	γενική ενικού του προδοσία
προδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδοσία
προδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του προδοσία
προδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδοτικό	adv	ως προδότης, προδίδοντας
προδοτικέ	adj	κλητική ενικού του προδοτικός
προδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδοτική
προδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδοτικός
προδοτικής	adj	γενική ενικού του προδοτική
προδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδοτικός
προδοτικού	adj	γενική ενικού του προδοτικός
προδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προδοτικός
προδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του προδοτικός
προδοτικός	adj	που αναφέρεται σε έναν προδότη ή μια προδοσία
προδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του προδοτικός
προδοτικώς	adv|dated	προδοτικά
προδοτισσών	noun	γενική πληθυντικού του προδότισσα
προδοτριών	=	προδότρια
προδοτών	=	προδότης
προδραστικοτήτων	=	προδραστικότητα
προδραστικότητα	noun	η ικανότητα να ενεργείς κατά τρόπο τέτοιο ούτως ώστε να επιφέρεις αλλαγή στο περιβάλλον σου
προδραστικότητας	=	προδραστικότητα
προδραστικότητες	=	προδραστικότητα
προδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδρομικό
προδρομικέ	adj	κλητική ενικού του προδρομικός
προδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδρομική
προδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδρομικός
προδρομικής	adj	γενική ενικού του προδρομική
προδρομικη	=	προδρομικός
προδρομικο	=	προδρομικός
προδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδρομικός
προδρομικού	adj	γενική ενικού του προδρομικός
προδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προδρομικός
προδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του προδρομικός
προδρομικός	adj	που προηγείται, προετοιμάζει το έδαφος
προδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του προδρομικός
προδρόμου	=	πρόδρομος
προδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόδρομος
προδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του πρόδρομος
προδυναστειακά	=	προδυναστειακός
προδυναστειακέ	=	προδυναστειακός
προδυναστειακές	=	προδυναστειακός
προδυναστειακή	=	προδυναστειακός
προδυναστειακής	=	προδυναστειακός
προδυναστειακοί	=	προδυναστειακός
προδυναστειακού	=	προδυναστειακός
προδυναστειακούς	=	προδυναστειακός
προδυναστειακό	=	προδυναστειακός
προδυναστειακός	adj	που έχει σχέση με την χρονική περίοδο πριν από την περίοδο των αιγυπτιακών δυναστειών, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
προδυναστειακών	=	προδυναστειακός
προδυναστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδυναστικό
προδυναστικέ	adj	κλητική ενικού του προδυναστικός
προδυναστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδυναστική
προδυναστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προδυναστικός
προδυναστικής	adj	γενική ενικού του προδυναστική
προδυναστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προδυναστικός
προδυναστικού	adj	γενική ενικού του προδυναστικός
προδυναστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προδυναστικός
προδυναστικό	adj	αιτιατική ενικού του προδυναστικός
προδυναστικός	adj	άλλη μορφή του προδυναστειακός
προδυναστικών	adj	γενική πληθυντικού του προδυναστικός
προδόθηκα	=	προδίδω
προδόθηκαν	=	προδίδω
προδόθηκε	=	προδίδω
προδόθηκες	=	προδίδω
προδόμου	noun	γενική ενικού του πρόδομος
προδόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόδομος
προδόμων	noun	γενική πληθυντικού του πρόδομος
προδόρπιο	noun|archaic	ορεκτικό πριν από το κυρίως δείπνο
προδόρπιον	noun	προδόρπιο
προδότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδότης
προδότη	=	προδότης
προδότης	noun	αυτός που προδίδει την πατρίδα του
προδότις	noun	θηλυκό του προδότης: η προδότρια
προδότισσα	noun	προδότης
προδότισσας	noun	γενική ενικού του προδότισσα
προδότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προδότισσα
προδότρα	=	προδότης
προδότρια	noun	θηλυκό του προδότης
προδότριας	=	προδότρια
προδότριες	=	προδότρια
προδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσαν	=	προδίδω
προδώσανε	=	προδίδω
προδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσου	=	προδίδω
προδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προδίδω
προείδα	=	προβλέπω
προείδαμε	=	προβλέπω
προείδαν	=	προβλέπω
προείδανε	=	προβλέπω
προείδατε	=	προβλέπω
προείδε	=	προβλέπω
προείδες	=	προβλέπω
προείκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προείκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προείκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προείκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προείσπραξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προείσπραξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεισπράττω, είσπραξη προκαταβολικά χρηματικού ποσού
προείσπραξης	=	προείσπραξη
προείσπραξις	noun	προείσπραξη
προεγγραφές	=	προεγγραφή
προεγγραφή	noun	η εκ των προτέρων εγγραφή σε κατάλογο, σε λίστα
προεγγραφής	=	προεγγραφή
προεγγραφών	=	προεγγραφή
προεγχειρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προεγχειρητικός	adv	με προεγχειρητικό τρόπο
προεγχειρητικέ	adj	κλητική ενικού του προεγχειρητικός
προεγχειρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεγχειρητική
προεγχειρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεγχειρητικός
προεγχειρητικής	adj	γενική ενικού του προεγχειρητική
προεγχειρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεγχειρητικός
προεγχειρητικού	adj	γενική ενικού του προεγχειρητικός
προεγχειρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεγχειρητικός
προεγχειρητικό	adj	αιτιατική ενικού του προεγχειρητικός
προεγχειρητικός	adj	που διενεργείται ή γίνεται πριν από κάποια εγχείρηση
προεγχειρητικών	adj	γενική πληθυντικού του προεγχειρητικός
προεδρία	noun	η ιδιότητα του προέδρου
προεδρίας	noun	γενική ενικού του προεδρία
προεδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεδρία
προεδρίνα	noun	γυναίκα πρόεδρος
προεδρίνας	=	προεδρίνα
προεδρίνες	=	προεδρίνα
προεδρίνων	=	προεδρίνα
προεδρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεδρείο
προεδρείο	noun	τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ή εκλεγεί για τον συντονισμό ή τη διεύθυνση μιας συνεδρίασης, συνέλευσης κ.λπ.
προεδρείου	noun	γενική ενικού του προεδρείο
προεδρείων	noun	γενική πληθυντικού του προεδρείο
προεδρευουσών	=	προεδρεύων
προεδρευούσης	=	προεδρεύων
προεδρευόμενα	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενε	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενες	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενη	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενης	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενο	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενοι	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προεδρεύω
προεδρευόμενου	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενους	=	προεδρευόμενος
προεδρευόμενων	=	προεδρευόμενος
προεδρευόντων	=	προεδρεύων
προεδρεύαμε	=	προεδρεύω
προεδρεύαν	=	προεδρεύω
προεδρεύανε	=	προεδρεύω
προεδρεύατε	=	προεδρεύω
προεδρεύει	=	προεδρεύω
προεδρεύεις	=	προεδρεύω
προεδρεύετε	=	προεδρεύω
προεδρεύομαι	=	προεδρεύω
προεδρεύον	=	προεδρεύων
προεδρεύοντα	=	προεδρεύων
προεδρεύοντας	=	προεδρεύω
προεδρεύοντες	=	προεδρεύων
προεδρεύοντος	=	προεδρεύων
προεδρεύουμε	=	προεδρεύω
προεδρεύουν	=	προεδρεύω
προεδρεύουνε	=	προεδρεύω
προεδρεύουσα	=	προεδρεύων
προεδρεύουσας	=	προεδρεύων
προεδρεύουσες	=	προεδρεύων
προεδρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσαν	=	προεδρεύω
προεδρεύσανε	=	προεδρεύω
προεδρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεδρεύω
προεδρεύω	verb	είμαι πρόεδρος και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα
προεδρεύων	adj	που είναι πρόεδρος ή ασκεί τα σχετικά καθήκοντα
προεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεδρικό
προεδρικέ	adj	κλητική ενικού του προεδρικός
προεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεδρική
προεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεδρικός
προεδρικής	adj	γενική ενικού του προεδρική
προεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεδρικός
προεδρικού	adj	γενική ενικού του προεδρικός
προεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεδρικός
προεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του προεδρικός
προεδρικός	adj	ο σχετικός με τον πρόεδρο
προεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του προεδρικός
προεδριλίκι	noun	το προεδρικό αξίωμα
προεδριλίκια	=	προεδριλίκι
προεδριλικιού	=	προεδριλίκι
προεδριλικιών	=	προεδριλίκι
προεδριών	noun	γενική πληθυντικού του προεδρία
προεδρολογία	noun	η συζήτηση σχετικά με τη μεταβολή στη θέση ενός προέδρου
προεδρολογίας	=	προεδρολογία
προεδρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεδρολογία
προεδρολογιών	=	προεδρολογία
προειδοποίει	=	προειδοποιώ
προειδοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προειδοποιώ
προειδοποίησης	=	προειδοποίηση
προειδοποίησις	noun	η προειδοποίηση
προειδοποιήθηκα	=	προειδοποιώ
προειδοποιήθηκαν	=	προειδοποιώ
προειδοποιήθηκε	=	προειδοποιώ
προειδοποιήθηκες	=	προειδοποιώ
προειδοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσαν	=	προειδοποιώ
προειδοποιήσανε	=	προειδοποιώ
προειδοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειδοποίηση
προειδοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσεων	=	προειδοποίηση
προειδοποιήσεως	=	προειδοποίηση
προειδοποιήσου	=	προειδοποιώ
προειδοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσουνε	=	προειδοποιώ
προειδοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προειδοποιώ
προειδοποιεί	=	προειδοποιώ
προειδοποιείς	=	προειδοποιώ
προειδοποιείσαι	=	προειδοποιώ
προειδοποιείστε	=	προειδοποιώ
προειδοποιείται	=	προειδοποιώ
προειδοποιείτε	=	προειδοποιώ
προειδοποιείτο	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθήκαμε	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθήκαν	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθήκανε	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθήκατε	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθεί	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθείς	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθείτε	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθούμε	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθούν	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθούνε	=	προειδοποιώ
προειδοποιηθώ	=	προειδοποιώ
προειδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειδοποιημένο
προειδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του προειδοποιημένος
προειδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειδοποιημένη
προειδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προειδοποιημένος
προειδοποιημένης	verb	γενική ενικού του προειδοποιημένη
προειδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του προειδοποιημένος
προειδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προειδοποιημένος
προειδοποιημένος	verb	που έχει προειδοποιηθεί
προειδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προειδοποιημένος
προειδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προειδοποιημένος
προειδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προειδοποιημένος
προειδοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειδοποιητικό	adv	ως προειδοποίηση
προειδοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του προειδοποιητικός
προειδοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειδοποιητική
προειδοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προειδοποιητικός
προειδοποιητικής	adj	γενική ενικού του προειδοποιητική
προειδοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προειδοποιητικός
προειδοποιητικού	adj	γενική ενικού του προειδοποιητικός
προειδοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προειδοποιητικός
προειδοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του προειδοποιητικός
προειδοποιητικός	adj	που προειδοποιεί, που έχει το χαρακτήρα της προειδοποίησης
προειδοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του προειδοποιητικός
προειδοποιητικώς	adv|formal	ως προειδοποίηση
προειδοποιούμαι	verb	με προειδοποιούν, είμαι προειδοποιημένος
προειδοποιούμασταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούμαστε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούμε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούμενος	=	προειδοποιώ
προειδοποιούμουν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούμουνα	=	προειδοποιώ
προειδοποιούν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούνε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούνται	=	προειδοποιώ
προειδοποιούνταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούντο	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσα	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσαμε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσαν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσανε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσασταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσαστε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσατε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσε	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσες	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσουν	=	προειδοποιώ
προειδοποιούσουνα	=	προειδοποιώ
προειδοποιόμασταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιόμαστε	=	προειδοποιώ
προειδοποιόμουν	=	προειδοποιώ
προειδοποιόμουνα	=	προειδοποιώ
προειδοποιόνταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιόντανε	=	προειδοποιώ
προειδοποιόντουσαν	=	προειδοποιώ
προειδοποιόσασταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιόσαστε	=	προειδοποιώ
προειδοποιόσουν	=	προειδοποιώ
προειδοποιόσουνα	=	προειδοποιώ
προειδοποιόταν	=	προειδοποιώ
προειδοποιότανε	=	προειδοποιώ
προειδοποιώ	verb	ειδοποιώ κάποιον για κάτι αρνητικό που θα συμβεί ή ενδέχεται να συμβεί στο μέλλον
προειδοποιώντας	=	προειδοποιώ
προεικάζω	verb|formal	εικάζω από πριν, εκ των προτέρων
προεικάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεικάζω
προεικασία	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεικάζω
προεικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεικασμένο
προεικασμένε	verb	κλητική ενικού του προεικασμένος
προεικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεικασμένη
προεικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεικασμένος
προεικασμένης	verb	γενική ενικού του προεικασμένη
προεικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεικασμένος
προεικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεικασμένος
προεικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεικασμένος
προεικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεικασμένος
προεικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεικασμένος
προεικονίζομαι	=	προεικονίζω
προεικονίζω	verb|formal	περιγράφω εκ των προτέρων κάτι που πρόκειται να συμβεί, προαγγέλω
προεικονίσεις	=	προεικόνιση
προεικονίσεων	=	προεικόνιση
προεικόνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεικονίζω, η περιγραφή γεγονότος που πρόκειται να συμβεί, η προαγγελία
προεικόνισης	=	προεικόνιση
προειρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειρημένο
προειρημένε	verb	κλητική ενικού του προειρημένος
προειρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προειρημένη
προειρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προειρημένος
προειρημένης	verb	γενική ενικού του προειρημένη
προειρημένο	verb	αιτιατική ενικού του προειρημένος
προειρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προειρημένος
προειρημένος	verb|formal	που έχει ειπωθεί προηγουμένως, για τον οποίο έχουν μιλήσει ήδη
προειρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προειρημένος
προειρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προειρημένος
προειρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προειρημένος
προεισάγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεισάγω
προεισάγω	verb|formal	βρίσκομαι στην προεισαγωγή
προεισέπραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισέπραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισέπραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισέπραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισαγωγές	=	προεισαγωγή
προεισαγωγή	noun|formal	το μέρος βιβλίου, ομιλίας, έργου κ.λπ. που προηγείται της εισαγωγής
προεισαγωγής	=	προεισαγωγή
προεισαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προεισαγωγικός	adv	με προεισαγωγικό τρόπο
προεισαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του προεισαγωγικός
προεισαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεισαγωγική
προεισαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεισαγωγικός
προεισαγωγικής	adj	γενική ενικού του προεισαγωγική
προεισαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεισαγωγικός
προεισαγωγικού	adj	γενική ενικού του προεισαγωγικός
προεισαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεισαγωγικός
προεισαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του προεισαγωγικός
προεισαγωγικός	adj	που έχει σχέση με την προεισαγωγή ή αναφέρεται σ’ αυτή
προεισαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του προεισαγωγικός
προεισαγωγικώς	adv|dated	προεισαγωγικά
προεισαγωγών	=	προεισαγωγή
προεισπράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προείσπραξη
προεισπράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξεων	=	προείσπραξη
προεισπράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεισπράττω
προεισπράττομαι	=	προεισπράττω
προεισπράττω	verb|formal	εισπράττω προκαταβολικά
προεισπραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεισπραγμένο
προεισπραγμένε	verb	κλητική ενικού του προεισπραγμένος
προεισπραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεισπραγμένη
προεισπραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεισπραγμένος
προεισπραγμένης	verb	γενική ενικού του προεισπραγμένη
προεισπραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεισπραγμένος
προεισπραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεισπραγμένος
προεισπραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεισπραγμένος
προεισπραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεισπραγμένος
προεισπραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεισπραγμένος
προεισπραττόμενα	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενε	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενες	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενη	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενης	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενο	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενοι	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προεισπράττω
προεισπραττόμενου	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενους	=	προεισπραττόμενος
προεισπραττόμενων	=	προεισπραττόμενος
προεκβάλλω	verb|formal	προβάλλω, προεκτείνω
προεκβολές	=	προεκβολή
προεκβολή	noun	η προεξοχή
προεκβολής	=	προεκβολή
προεκβολών	=	προεκβολή
προεκλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεκλέγω
προεκλέγω	verb|formal	εκλέγω από πριν, εκ των προτέρων
προεκλαμψία	noun	σοβαρή διαταραχή της εγκυμοσύνης με εμφάνιση υπέρτασης κι άλλων επιπλοκών στην κυητική διαδικασία
προεκλαμψίας	noun	γενική ενικού του προεκλαμψία
προεκλαμψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκλαμψία
προεκλαμψιών	noun	γενική πληθυντικού του προεκλαμψία
προεκλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκλεγμένο
προεκλεγμένε	verb	κλητική ενικού του προεκλεγμένος
προεκλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκλεγμένη
προεκλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκλεγμένος
προεκλεγμένης	verb	γενική ενικού του προεκλεγμένη
προεκλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεκλεγμένος
προεκλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκλεγμένος
προεκλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεκλεγμένος
προεκλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεκλεγμένος
προεκλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεκλεγμένος
προεκλογές	=	προεκλογή
προεκλογή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεκλέγω
προεκλογής	=	προεκλογή
προεκλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προεκλογικός	adv	κατά την προεκλογική περίοδο, πριν από τις εκλογές
προεκλογικέ	adj	κλητική ενικού του προεκλογικός
προεκλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκλογική
προεκλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκλογικός
προεκλογικής	adj	γενική ενικού του προεκλογική
προεκλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκλογικός
προεκλογικού	adj	γενική ενικού του προεκλογικός
προεκλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεκλογικός
προεκλογικό	adj	αιτιατική ενικού του προεκλογικός
προεκλογικός	adj	που αναφέρεται στην περίοδο πριν από μια εκλογή και στην προσπάθεια των υποψηφίων και των κομμάτων να κερδίσουν την ψήφο των ψηφοφόρων
προεκλογικών	adj	γενική πληθυντικού του προεκλογικός
προεκλογικώς	adv	κατά την προεκλογική περίοδο, πριν από τις εκλογές
προεκλογών	=	προεκλογή
προεκτάθηκα	=	προεκτείνω
προεκτάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προέκταμα
προεκτάματος	noun	γενική ενικού του προέκταμα
προεκτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προέκταση
προεκτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του προέκταση
προεκτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του προέκταση
προεκτάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτάσιμο
προεκτάσιμε	adj	κλητική ενικού του προεκτάσιμος
προεκτάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτάσιμη
προεκτάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκτάσιμος
προεκτάσιμης	adj	γενική ενικού του προεκτάσιμη
προεκτάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του προεκτάσιμος
προεκτάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκτάσιμος
προεκτάσιμος	adj	που είναι δυνατόν να προεκταθεί
προεκτάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεκτάσιμος
προεκτάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεκτάσιμος
προεκτάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεκτάσιμος
προεκταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προέκταμα
προεκταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκταμένο
προεκταμένε	verb	κλητική ενικού του προεκταμένος
προεκταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκταμένη
προεκταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκταμένος
προεκταμένης	verb	γενική ενικού του προεκταμένη
προεκταμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεκταμένος
προεκταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκταμένος
προεκταμένος	verb	που έχει προεκταθεί
προεκταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεκταμένος
προεκταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεκταμένος
προεκταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεκταμένος
προεκτείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεκτείνω
προεκτείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεκτείνω
προεκτείνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεκτείνω
προεκτείνω	verb|figurative	άλλη μορφή του επεκτείνω
προεκτεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτεταμένο
προεκτεταμένε	verb	κλητική ενικού του προεκτεταμένος
προεκτεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτεταμένη
προεκτεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκτεταμένος
προεκτεταμένης	verb	γενική ενικού του προεκτεταμένη
προεκτεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεκτεταμένος
προεκτεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκτεταμένος
προεκτεταμένος	verb	που έχει προεκταθεί
προεκτεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεκτεταμένος
προεκτεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεκτεταμένος
προεκτεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεκτεταμένος
προεκτοπίζαμε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζαν	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζανε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζατε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζει	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζεις	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζεσαι	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίζεστε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίζεται	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίζετε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεκτοπίζω
προεκτοπίζονται	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίζονταν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίζοντας	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζου	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίζουμε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζουν	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζουνε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίζω	verb	διενεργώ προεκτόπιση
προεκτοπίσαμε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίσαν	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίσανε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίσατε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίσει	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίσεις	=	προεκτόπιση
προεκτοπίσεων	=	προεκτόπιση
προεκτοπίσου	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίστε	=	προεκτοπίζω
προεκτοπίστηκα	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίστηκαν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίστηκε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπίστηκες	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόμασταν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόμαστε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόμουν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόμουνα	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόντουσαν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόσασταν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόσαστε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόσουν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόσουνα	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζόταν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιζότανε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπισμένος	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστήκαμε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστήκαν	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστήκανε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστήκατε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστεί	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστείτε	=	προεκτοπίζομαι
προεκτοπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτοπιστικό
προεκτοπιστικέ	adj	κλητική ενικού του προεκτοπιστικός
προεκτοπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτοπιστική
προεκτοπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκτοπιστικός
προεκτοπιστικής	adj	γενική ενικού του προεκτοπιστική
προεκτοπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκτοπιστικός
προεκτοπιστικού	adj	γενική ενικού του προεκτοπιστικός
προεκτοπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεκτοπιστικός
προεκτοπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προεκτοπιστικός
προεκτοπιστικός	adj	που έχει σχέση με προεκτόπιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προεκτοπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προεκτοπιστικός
προεκτυπωθήκαμε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωθήκαν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωθήκανε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωθήκατε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωθεί	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωθείτε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτυπωμένο
προεκτυπωμένε	verb	κλητική ενικού του προεκτυπωμένος
προεκτυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτυπωμένη
προεκτυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεκτυπωμένος
προεκτυπωμένης	verb	γενική ενικού του προεκτυπωμένη
προεκτυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεκτυπωμένος
προεκτυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεκτυπωμένος
προεκτυπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προεκτυπώνω
προεκτυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεκτυπωμένος
προεκτυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεκτυπωμένος
προεκτυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεκτυπωμένος
προεκτυπωνόμασταν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόμαστε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόμουν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόμουνα	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόντουσαν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόσασταν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόσαστε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόσουν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόσουνα	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνόταν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπωνότανε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώθηκα	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώθηκαν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώθηκε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώθηκες	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώναμε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώναν	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνανε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνατε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνει	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνεις	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνεσαι	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώνεστε	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώνεται	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώνετε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεκτυπώνω
προεκτυπώνονται	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώνονταν	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώνοντας	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνου	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώνουμε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνουν	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνουνε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώνω	verb	εκτυπώνω εκ των προτέρων
προεκτυπώσαμε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώσαν	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώσανε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώσατε	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώσει	=	προεκτυπώνω
προεκτυπώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεκτύπωση
προεκτυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προεκτύπωση
προεκτυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προεκτύπωση
προεκτυπώσου	=	προεκτυπώνομαι
προεκτυπώστε	=	προεκτυπώνω
προεκτόπιζα	=	προεκτοπίζω
προεκτόπιζαν	=	προεκτοπίζω
προεκτόπιζε	=	προεκτοπίζω
προεκτόπιζες	=	προεκτοπίζω
προεκτόπισα	=	προεκτοπίζω
προεκτόπισαν	=	προεκτοπίζω
προεκτόπισε	=	προεκτοπίζω
προεκτόπισες	=	προεκτοπίζω
προεκτόπιση	noun	η δυνατότητα ενός λειτουργικού συστήματος να διακόπτει την εκτέλεση μιας διεργασίας ή ενός νήματος, για να εκτελέσει μια άλλη μεγαλύτερης προτεραιότητας, ώστε να υπάρχει αποτελεσματική διαχείριση των πόρων του συστήματος και διασφάλιση ότι οι πιο σημαντικές εργασίες θα εκτελούνται πρώτες
προεκτόπισης	=	προεκτόπιση
προεκτύπωνα	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωναν	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωνε	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωνες	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωσα	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωσαν	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωσε	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωσες	=	προεκτυπώνω
προεκτύπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεκτυπώνω
προεκτύπωσης	noun	γενική ενικού του προεκτύπωση
προελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προελαύνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προέλαση
προελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάσεων	noun	γενική πληθυντικού του προέλαση
προελάσεως	noun|formal	γενική ενικού του προέλαση
προελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προελαύνω
προελέγχου	noun	γενική ενικού του προέλεγχος
προελέγχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προέλεγχος
προελέγχω	verb|formal	ασκώ έλεγχο σε προκαταρκτικό στάδιο
προελέγχων	noun	γενική πληθυντικού του προέλεγχος
προελαύνω	verb	προχωρώ χωρίς να συναντάω σχεδόν καθόλου αντίσταση από τον εχθρό
προελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προέλευση
προελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του προέλευση
προελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προέλευση
προελθουσών	=	προελθών
προελθούσα	=	προελθών
προελθούσας	=	προελθών
προελθούσες	=	προελθών
προελθούσης	=	προελθών
προελθόν	=	προελθών
προελθόντα	=	προελθών
προελθόντες	=	προελθών
προελθόντος	=	προελθών
προελθόντων	=	προελθών
προελθών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος προέρχομαι, αυτός που προήλθε
προελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προελληνικό
προελληνικέ	adj	κλητική ενικού του προελληνικός
προελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προελληνική
προελληνική	noun	μια υποθετική γλώσσα η οποία εικάζεται ότι ομιλούνταν στην προϊστορική Ελλάδα πριν από την άφιξη των ομιλητών της πρωτοελληνικής και χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει τον μεγάλο αριθμό μη ινδοευρωπαϊκών λέξεων που βρέθηκαν στα αρχαία ελληνικά.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προελληνικός
προελληνικής	adj	γενική ενικού του προελληνική
προελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προελληνικός
προελληνικού	adj	γενική ενικού του προελληνικός
προελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προελληνικός
προελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του προελληνικός
προελληνικός	adj	που πολιτισμικά ανήκει σε προελληνικό φύλο
προελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του προελληνικός
προεμβάζαμε	=	προεμβάζω
προεμβάζαν	=	προεμβάζω
προεμβάζανε	=	προεμβάζω
προεμβάζατε	=	προεμβάζω
προεμβάζει	=	προεμβάζω
προεμβάζεις	=	προεμβάζω
προεμβάζεσαι	=	προεμβάζομαι
προεμβάζεστε	=	προεμβάζομαι
προεμβάζεται	=	προεμβάζομαι
προεμβάζετε	=	προεμβάζω
προεμβάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεμβάζω
προεμβάζονται	=	προεμβάζομαι
προεμβάζονταν	=	προεμβάζομαι
προεμβάζοντας	=	προεμβάζω
προεμβάζου	=	προεμβάζομαι
προεμβάζουμε	=	προεμβάζω
προεμβάζουν	=	προεμβάζω
προεμβάζουνε	=	προεμβάζω
προεμβάζω	verb	στέλνω έμβασμα εκ των προτέρων
προεμβάσαμε	=	προεμβάζω
προεμβάσαν	=	προεμβάζω
προεμβάσανε	=	προεμβάζω
προεμβάσατε	=	προεμβάζω
προεμβάσει	=	προεμβάζω
προεμβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προέμβασμα
προεμβάσματος	noun	γενική ενικού του προέμβασμα
προεμβάσου	=	προεμβάζομαι
προεμβάστε	=	προεμβάζω
προεμβάστηκα	=	προεμβάζομαι
προεμβάστηκαν	=	προεμβάζομαι
προεμβάστηκε	=	προεμβάζομαι
προεμβάστηκες	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόμασταν	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόμαστε	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόμουν	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόμουνα	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόντουσαν	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόσασταν	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόσαστε	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόσουν	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόσουνα	=	προεμβάζομαι
προεμβαζόταν	=	προεμβάζομαι
προεμβαζότανε	=	προεμβάζομαι
προεμβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προέμβασμα
προεμβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεμβασμένο
προεμβασμένε	verb	κλητική ενικού του προεμβασμένος
προεμβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεμβασμένη
προεμβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεμβασμένος
προεμβασμένης	verb	γενική ενικού του προεμβασμένη
προεμβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεμβασμένος
προεμβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεμβασμένος
προεμβασμένος	=	προεμβάζομαι
προεμβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεμβασμένος
προεμβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεμβασμένος
προεμβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεμβασμένος
προεμβαστήκαμε	=	προεμβάζομαι
προεμβαστήκαν	=	προεμβάζομαι
προεμβαστήκανε	=	προεμβάζομαι
προεμβαστήκατε	=	προεμβάζομαι
προεμβαστεί	=	προεμβάζομαι
προεμβαστείτε	=	προεμβάζομαι
προεμμηνοπαυσιακά	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακέ	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακές	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακή	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακής	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακοί	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακού	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακούς	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακό	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνοπαυσιακός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει πριν από την εμμηνόπαυση
προεμμηνοπαυσιακών	=	προεμμηνοπαυσιακός
προεμμηνορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προεμμηνορροϊκός	adv	στην προεμμηνορροϊκή κατάσταση ή περίοδο
προεμμηνορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεμμηνορροϊκή
προεμμηνορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορροϊκής	adj	γενική ενικού του προεμμηνορροϊκή
προεμμηνορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορροϊκού	adj	γενική ενικού του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορροϊκός	adj	που εμφανίζεται ή εκδηλώνεται πριν από την εμμηνόρροια
προεμμηνορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορρυσιακά	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακέ	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακές	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακή	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακής	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακοί	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακού	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακούς	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακό	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμμηνορρυσιακός	adj	άλλη μορφή του προεμμηνορροϊκός
προεμμηνορρυσιακών	=	προεμμηνορρυσιακός
προεμπειρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεμπειρικό
προεμπειρικέ	adj	κλητική ενικού του προεμπειρικός
προεμπειρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεμπειρική
προεμπειρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεμπειρικός
προεμπειρικής	adj	γενική ενικού του προεμπειρική
προεμπειρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεμπειρικός
προεμπειρικού	adj	γενική ενικού του προεμπειρικός
προεμπειρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεμπειρικός
προεμπειρικό	adj	αιτιατική ενικού του προεμπειρικός
προεμπειρικός	adj|rare	που υφίσταται πριν από την εμπειρική προσέγγιση
προεμπειρικών	adj	γενική πληθυντικού του προεμπειρικός
προεμπλουτισμός	noun|rare	ο προκαταρκτικός εμπλουτισμός, πριν από κάποια άλλη διαδικασία
προενέργεια	noun	πράξη εκ των προτέρων, ενέργεια πριν από ένα χρονικό σημείο
προενέργειας	=	προενέργεια
προενέργειες	=	προενέργεια
προενεργειών	=	προενέργεια
προενεργητικά	=	προενεργητικός
προενεργητικέ	=	προενεργητικός
προενεργητικές	=	προενεργητικός
προενεργητική	=	προενεργητικός
προενεργητικής	=	προενεργητικός
προενεργητικοί	=	προενεργητικός
προενεργητικού	=	προενεργητικός
προενεργητικούς	=	προενεργητικός
προενεργητικό	=	προενεργητικός
προενεργητικός	adj	που έχει σχέση με την προενέργεια ή αναφέρεται σ’ αυτή
προενεργητικών	=	προενεργητικός
προενεργούμαι	=	προενεργώ
προενεργώ	verb|formal	ενεργώ προκαταρκτικά, εκ των προτέρων
προενεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προενεργώ
προενζύμου	=	προένζυμο
προενζύμων	=	προένζυμο
προενισχυτές	=	προενισχυτής
προενισχυτή	=	προενισχυτής
προενισχυτής	noun	κύκλωμα ή συσκευή που ενισχύει την τάση ενός σήματος και που τοποθετείται ανάμεσα στην πηγή του σήματος και τον ενισχυτή της ισχύος
προενισχυτών	=	προενισχυτής
προεντάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προένταση
προεντάσεων	noun	γενική πληθυντικού του προένταση
προεντάσεως	noun|formal	γενική ενικού του προένταση
προεντατήρα	=	προεντατήρας
προεντατήρας	noun	μηχανισμός σύσφιξης της ζώνης ασφαλείας ενός οχήματος, ώστε περιορισθεί η απότομη κίνηση του επιβάτη προς τα εμπρός
προεντατήρες	=	προεντατήρας
προεντατήρων	=	προεντατήρας
προεντείνομαι	=	προεντείνω
προεντείνω	verb	υποβάλλω τεχνητά ένα υλικό σε καταπόνηση, ώστε να ελέγξω την μελλοντική ασφάλειά του
προεντεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεντεταμένο
προεντεταμένε	verb	κλητική ενικού του προεντεταμένος
προεντεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεντεταμένη
προεντεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεντεταμένος
προεντεταμένης	verb	γενική ενικού του προεντεταμένη
προεντεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεντεταμένος
προεντεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεντεταμένος
προεντεταμένος	verb	που έχει προενταθεί
προεντεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεντεταμένος
προεντεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεντεταμένος
προεντεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεντεταμένος
προεξάγω	verb|rare	εξάγω νωρίτερα από τον συνήθη ή καθορισμένο χρόνο
προεξάρχον	=	προεξάρχων
προεξάρχοντα	=	προεξάρχων
προεξάρχοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεξάρχων
προεξάρχοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του προεξάρχων
προεξάρχουσα	=	προεξάρχων
προεξάρχουσας	=	προεξάρχων
προεξάρχουσες	=	προεξάρχων
προεξάρχω	verb	προηγούμαι, είμαι επικεφαλής
προεξάρχων	verb	που προεξάρχει
προεξέλεγξη	noun|formal	προπαρασκευαστικός έλεγχος
προεξέλεγξης	=	προεξέλεγξη
προεξέλεγξις	noun	προεξέλεγξη
προεξέτεινα	=	προεκτείνω
προεξέχει	=	προεξέχω
προεξέχεις	=	προεξέχω
προεξέχετε	=	προεξέχω
προεξέχον	=	προεξέχων
προεξέχοντα	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προεξέχων
προεξέχοντας	=	προεξέχω
προεξέχοντες	=	προεξέχων
προεξέχοντος	=	προεξέχων
προεξέχουμε	=	προεξέχω
προεξέχουν	=	προεξέχω
προεξέχουνε	=	προεξέχω
προεξέχουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεξέχων
προεξέχουσας	=	προεξέχων
προεξέχουσες	=	προεξέχων
προεξέχω	verb	εξέχω προς τα έξω, εκτείνομαι πέρα από μια υπαρκτή ή νοητή επιφάνεια ή γραμμή
προεξέχων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προεξέχω που προεξέχει
προεξαγγέλλομαι	=	προεξαγγέλλω
προεξαγγέλλω	verb|formal	εξαγγέλλω / ανακοινώνω κάτι εκ των προτέρων
προεξαγγελία	noun|formal	η εκ των προτέρων εξαγγελία, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεξαγγέλλω
προεξαγγελίας	=	προεξαγγελία
προεξαγγελίες	=	προεξαγγελία
προεξαγγελιών	=	προεξαγγελία
προεξαγγελμένα	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένε	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένες	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένη	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένης	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένο	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένοι	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προεξαγγέλλω
προεξαγγελμένου	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένους	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελμένων	=	προεξαγγελμένος
προεξαγγελτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξαγγελτικό
προεξαγγελτικέ	adj	κλητική ενικού του προεξαγγελτικός
προεξαγγελτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξαγγελτική
προεξαγγελτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεξαγγελτικός
προεξαγγελτικής	adj	γενική ενικού του προεξαγγελτική
προεξαγγελτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεξαγγελτικός
προεξαγγελτικού	adj	γενική ενικού του προεξαγγελτικός
προεξαγγελτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεξαγγελτικός
προεξαγγελτικό	adj	αιτιατική ενικού του προεξαγγελτικός
προεξαγγελτικός	adj	που έχει σχέση με προεξαγγελία ή αναφέρεται σ’ αυτή
προεξαγγελτικών	adj	γενική πληθυντικού του προεξαγγελτικός
προεξαρχουσών	=	προεξάρχων
προεξαρχούσης	=	προεξάρχων
προεξαρχόντων	=	προεξάρχων
προεξείχα	=	προεξέχω
προεξείχαμε	=	προεξέχω
προεξείχαν	=	προεξέχω
προεξείχανε	=	προεξέχω
προεξείχατε	=	προεξέχω
προεξείχε	=	προεξέχω
προεξείχες	=	προεξέχω
προεξελέγξεις	=	προεξέλεγξη
προεξελέγξεων	=	προεξέλεγξη
προεξεχουσών	=	προεξέχων
προεξεχούσης	=	προεξέχων
προεξεχόντων	=	προεξέχων
προεξοφλήθηκα	=	προεξοφλώ
προεξοφλήθηκαν	=	προεξοφλώ
προεξοφλήθηκε	=	προεξοφλώ
προεξοφλήθηκες	=	προεξοφλώ
προεξοφλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξόφλημα
προεξοφλήματος	noun	γενική ενικού του προεξόφλημα
προεξοφλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήσαν	=	προεξοφλώ
προεξοφλήσανε	=	προεξοφλώ
προεξοφλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξόφληση
προεξοφλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προεξόφληση
προεξοφλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προεξόφληση
προεξοφλήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλήσιμο
προεξοφλήσιμε	adj	κλητική ενικού του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλήσιμη
προεξοφλήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσιμης	adj	γενική ενικού του προεξοφλήσιμη
προεξοφλήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να προεξοφληθεί
προεξοφλήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεξοφλήσιμος
προεξοφλήσου	=	προεξοφλώ
προεξοφλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλήτρια	noun	θηλυκό του προεξοφλητής
προεξοφλήτριας	noun	γενική ενικού του προεξοφλήτρια
προεξοφλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλήτρια
προεξοφλεί	=	προεξοφλώ
προεξοφλείς	=	προεξοφλώ
προεξοφλείσαι	=	προεξοφλώ
προεξοφλείστε	=	προεξοφλώ
προεξοφλείται	=	προεξοφλώ
προεξοφλείτε	=	προεξοφλώ
προεξοφληθήκαμε	=	προεξοφλώ
προεξοφληθήκαν	=	προεξοφλώ
προεξοφληθήκανε	=	προεξοφλώ
προεξοφληθήκατε	=	προεξοφλώ
προεξοφληθεί	=	προεξοφλώ
προεξοφληθείτε	=	προεξοφλώ
προεξοφλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του προεξόφλημα
προεξοφλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλημένο
προεξοφλημένε	verb	κλητική ενικού του προεξοφλημένος
προεξοφλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλημένη
προεξοφλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεξοφλημένος
προεξοφλημένης	verb	γενική ενικού του προεξοφλημένη
προεξοφλημένο	verb	αιτιατική ενικού του προεξοφλημένος
προεξοφλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλημένος
προεξοφλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προεξοφλώ
προεξοφλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεξοφλημένος
προεξοφλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεξοφλημένος
προεξοφλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεξοφλημένος
προεξοφλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλητό
προεξοφλητέ	adj	κλητική ενικού του προεξοφλητός
προεξοφλητέα	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέας	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέε	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέες	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέο	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέοι	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέος	adj	που πρέπει να προεξοφληθεί
προεξοφλητέου	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητέους	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλητής
προεξοφλητέων	=	προεξοφλητέος
προεξοφλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προεξοφλητής
προεξοφλητής	noun	αυτός που προεξοφλεί
προεξοφλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλητικό
προεξοφλητικέ	adj	κλητική ενικού του προεξοφλητικός
προεξοφλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλητική
προεξοφλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεξοφλητικός
προεξοφλητικής	adj	γενική ενικού του προεξοφλητική
προεξοφλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλητικός
προεξοφλητικού	adj	γενική ενικού του προεξοφλητικός
προεξοφλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεξοφλητικός
προεξοφλητικό	adj	αιτιατική ενικού του προεξοφλητικός
προεξοφλητικός	adj	που έχει σχέσει με την προεξόφληση, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
προεξοφλητικών	adj	γενική πληθυντικού του προεξοφλητικός
προεξοφλητικώς	adv|dated	προεξοφλητικά
προεξοφλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεξοφλητός
προεξοφλητού	adj	γενική ενικού του προεξοφλητός
προεξοφλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεξοφλητός
προεξοφλητριών	noun	γενική πληθυντικού του προεξοφλήτρια
προεξοφλητό	adj	αιτιατική ενικού του προεξοφλητός
προεξοφλητός	adj	που μπορεί ή αξίζει να προεξοφληθεί
προεξοφλητών	noun	γενική πληθυντικού του προεξοφλητής
προεξοφλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεξοφλώ
προεξοφλούμασταν	=	προεξοφλώ
προεξοφλούμαστε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούμε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούμενος	=	προεξοφλώ
προεξοφλούμουν	=	προεξοφλώ
προεξοφλούν	=	προεξοφλώ
προεξοφλούνε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούνται	=	προεξοφλώ
προεξοφλούνταν	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσα	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσαμε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσαν	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσανε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσασταν	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσαστε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσατε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσε	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσες	=	προεξοφλώ
προεξοφλούσουν	=	προεξοφλώ
προεξοφλώ	verb	εξοφλώ κάτι προτού λήξει η προθεσμία του
προεξοφλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προεξοφλώ
προεξοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεξοχή
προεξοχή	noun	οτιδήποτε προεξέχει
προεξοχής	=	προεξοχή
προεξοχών	=	προεξοχή
προεξόφλημα	noun|rare	ό,τι προεξοφλείται ή έχει προεξοφληθεί
προεξόφλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξόφλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξόφλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξόφλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προεξοφλώ
προεξόφληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεξοφλώ
προεξόφλησης	noun	γενική ενικού του προεξόφληση
προεξόφλησις	noun	η προεξόφληση
προεπάλειψη	noun	η διαδικασία επάλειψης μιας επιφάνειας με ένα υλικό ως προπαρασκευαστικό στάδιο πριν από την κυρίως στρώση ή εργασία, το αστάρωμα
προεπάλειψης	=	προεπάλειψη
προεπαλείψεις	=	προεπάλειψη
προεπαλείψεων	=	προεπάλειψη
προεπαναστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεπαναστατικό
προεπαναστατικέ	adj	κλητική ενικού του προεπαναστατικός
προεπαναστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεπαναστατική
προεπαναστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεπαναστατικός
προεπαναστατικής	adj	γενική ενικού του προεπαναστατική
προεπαναστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεπαναστατικός
προεπαναστατικού	adj	γενική ενικού του προεπαναστατικός
προεπαναστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεπαναστατικός
προεπαναστατικό	adj	αιτιατική ενικού του προεπαναστατικός
προεπαναστατικός	adj	που έχει λάβει χώρα πριν την αναφερόμενη επανάσταση (με το εκάστοτε κείμενο στο οποίο εντάσσεται η λέξη)
προεπαναστατικών	adj	γενική πληθυντικού του προεπαναστατικός
προεπενδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεπενδυτικό
προεπενδυτικέ	adj	κλητική ενικού του προεπενδυτικός
προεπενδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεπενδυτική
προεπενδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεπενδυτικός
προεπενδυτικής	adj	γενική ενικού του προεπενδυτική
προεπενδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεπενδυτικός
προεπενδυτικού	adj	γενική ενικού του προεπενδυτικός
προεπενδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεπενδυτικός
προεπενδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του προεπενδυτικός
προεπενδυτικός	adj	που έχει σχέση με τη φάση ή τις διαδικασίες πριν από κάποια επένδυση ή αναφέρεται σ’ αυτές
προεπενδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του προεπενδυτικός
προεπεξεργασία	noun	η διαδικασία που προηγείται της επεξεργασίας
προεπεξεργασίας	=	προεπεξεργασία
προεπεξεργασίες	=	προεπεξεργασία
προεπεξεργασιών	=	προεπεξεργασία
προεπεξεργαστές	=	προεπεξεργαστής
προεπεξεργαστή	=	προεπεξεργαστής
προεπεξεργαστής	noun	πρόγραμμα που επεξεργάζεται δεδομένα που του δίδονται και τα αποτελέσματά του δίδονται σαν δεδομένα εισόδου σε άλλο πρόγραμμα
προεπεξεργαστών	=	προεπεξεργαστής
προεπιλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προεπιλέγω
προεπιλέγω	verb|formal	επιλέγω από πριν, εκ των προτέρων
προεπιλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεπιλεγμένο
προεπιλεγμένε	verb	κλητική ενικού του προεπιλεγμένος
προεπιλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεπιλεγμένη
προεπιλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεπιλεγμένος
προεπιλεγμένης	verb	γενική ενικού του προεπιλεγμένη
προεπιλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεπιλεγμένος
προεπιλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεπιλεγμένος
προεπιλεγμένος	verb	που έχει προεπιλεγεί
προεπιλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεπιλεγμένος
προεπιλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεπιλεγμένος
προεπιλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεπιλεγμένος
προεπιλεγόμενα	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενε	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενες	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενη	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενης	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενο	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενοι	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προεπιλέγω
προεπιλεγόμενου	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενους	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλεγόμενων	=	προεπιλεγόμενος
προεπιλογέα	=	προεπιλογέας
προεπιλογέας	noun	πρόγραμμα, μηχάνημα ή συσκευή που προεπιλέγει αυτόματα λειτουργίες, ρυθμίσεις κ.λπ.
προεπιλογές	=	προεπιλογή
προεπιλογέων	=	προεπιλογέας
προεπιλογή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προεπιλέγω
προεπιλογής	=	προεπιλογή
προεπιλογείς	=	προεπιλογέας
προεπιλογών	=	προεπιλογή
προεπισκοπήσεις	=	προεπισκόπηση
προεπισκοπήσεων	=	προεπισκόπηση
προεπισκόπηση	noun	το να βλέπει κανείς ποια θα είναι τα αποτελέσματα των αλλαγών του σε μια ιστοσελίδα πριν τις αποθηκεύσει
προεπισκόπησης	=	προεπισκόπηση
προεργασία	noun|formal	προκαταρκτική εργασία
προεργασίας	noun	γενική ενικού του προεργασία
προεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεργασία
προεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του προεργασία
προερχόμασταν	=	προέρχομαι
προερχόμαστε	=	προέρχομαι
προερχόμενα	=	προερχόμενος
προερχόμενε	=	προερχόμενος
προερχόμενες	=	προερχόμενος
προερχόμενη	=	προερχόμενος
προερχόμενης	=	προερχόμενος
προερχόμενο	=	προερχόμενος
προερχόμενοι	=	προερχόμενος
προερχόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος προέρχομαι
προερχόμενου	=	προερχόμενος
προερχόμενους	=	προερχόμενος
προερχόμενων	=	προερχόμενος
προερχόμουν	=	προέρχομαι
προερχόμουνα	=	προέρχομαι
προερχόντουσαν	=	προέρχομαι
προερχόσασταν	=	προέρχομαι
προερχόσαστε	=	προέρχομαι
προερχόσουν	=	προέρχομαι
προερχόσουνα	=	προέρχομαι
προερχόταν	=	προέρχομαι
προερχότανε	=	προέρχομαι
προερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προερωτικό
προερωτικέ	adj	κλητική ενικού του προερωτικός
προερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προερωτική
προερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προερωτικός
προερωτικής	adj	γενική ενικού του προερωτική
προερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προερωτικός
προερωτικού	adj	γενική ενικού του προερωτικός
προερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προερωτικός
προερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του προερωτικός
προερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του προερωτικός
προεσκεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεσκεμμένο
προεσκεμμένε	verb	κλητική ενικού του προεσκεμμένος
προεσκεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεσκεμμένη
προεσκεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεσκεμμένος
προεσκεμμένης	verb	γενική ενικού του προεσκεμμένη
προεσκεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προεσκεμμένος
προεσκεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεσκεμμένος
προεσκεμμένος	verb|archaic	που τον έχουν σκεφθεί από πριν
προεσκεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προεσκεμμένος
προεσκεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προεσκεμμένος
προεσκεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προεσκεμμένος
προεσκεμμένως	adv|dated	προσεκτικά, προμελετημένα, με προηγούμενη σκέψη
προεσπερίς	noun	προεσπερίδα, εσπερίδα που λήγει πριν από το δείπνο
προεστέ	noun	κλητική ενικού του προεστός
προεστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεστός
προεστού	noun	γενική ενικού του προεστός
προεστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προεστός
προεστό	noun	αιτιατική ενικού του προεστός
προεστός	noun	χριστιανός τοπικός άρχοντας μιας περιοχής κατά την Τουρκοκρατία
προεστών	noun	γενική πληθυντικού του προεστός
προεστώς	noun	προϊστάμενος / αρχηγός σε μοναστήρι, μοναστηριακή κοινότητα κ.λπ.
προετοίμαζα	=	προετοιμάζω
προετοίμαζαν	=	προετοιμάζω
προετοίμαζε	=	προετοιμάζω
προετοίμαζες	=	προετοιμάζω
προετοίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάζαμε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζαν	=	προετοιμάζω
προετοιμάζανε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζατε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζει	=	προετοιμάζω
προετοιμάζεις	=	προετοιμάζω
προετοιμάζεσαι	=	προετοιμάζω
προετοιμάζεστε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζεται	=	προετοιμάζω
προετοιμάζετε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζομαι	verb	ετοιμάζομαι από πριν
προετοιμάζομε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζονται	=	προετοιμάζω
προετοιμάζονταν	=	προετοιμάζω
προετοιμάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάζουμε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζουν	=	προετοιμάζω
προετοιμάζουνε	=	προετοιμάζω
προετοιμάζω	verb	ενεργώ από πριν όπως πρέπει, προκειμένου να ολοκληρωθεί σωστά ή να έχει αίσια έκβαση μια διαδικασία, ένα γεγονός κ.λπ.
προετοιμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσαν	=	προετοιμάζω
προετοιμάσανε	=	προετοιμάζω
προετοιμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσομε	=	προετοιμάζω
προετοιμάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάσουνε	=	προετοιμάζω
προετοιμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζω
προετοιμαζόμασταν	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόμαστε	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόμουν	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόμουνα	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόντουσαν	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόσασταν	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόσαστε	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόσουν	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόσουνα	=	προετοιμάζω
προετοιμαζόταν	=	προετοιμάζω
προετοιμαζότανε	=	προετοιμάζω
προετοιμασία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προετοιμάζω
προετοιμασίας	noun	γενική ενικού του προετοιμασία
προετοιμασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προετοιμασία
προετοιμασιών	noun	γενική πληθυντικού του προετοιμασία
προετοιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προετοιμασμένο
προετοιμασμένε	verb	κλητική ενικού του προετοιμασμένος
προετοιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προετοιμασμένη
προετοιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προετοιμασμένος
προετοιμασμένης	verb	γενική ενικού του προετοιμασμένη
προετοιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προετοιμασμένος
προετοιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προετοιμασμένος
προετοιμασμένος	verb	που προνόησε ή προειδοποιήθηκε για κάτι και ετοιμάστηκε, που δεν αιφνιδιάζεται από ένα γεγονός αλλά το περιμένει και έχει φροντίσει να το αντιμετωπίσει
προετοιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προετοιμασμένος
προετοιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προετοιμασμένος
προετοιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προετοιμασμένος
προετοιμαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστήκαν	=	προετοιμάζω
προετοιμαστήκανε	=	προετοιμάζω
προετοιμαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προετοιμαστούνε	=	προετοιμάζω
προετοιμαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προετοιμάζομαι
προεφηβεία	noun	η χρονική περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου αμέσως πριν από την εφηβεία
προεφηβείας	noun	γενική ενικού του προεφηβεία
προεφηβείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεφηβεία
προεφηβειών	noun	γενική πληθυντικού του προεφηβεία
προεφηβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεφηβικό
προεφηβικέ	adj	κλητική ενικού του προεφηβικός
προεφηβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προεφηβική
προεφηβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεφηβικός
προεφηβικής	adj	γενική ενικού του προεφηβική
προεφηβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προεφηβικός
προεφηβικού	adj	γενική ενικού του προεφηβικός
προεφηβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προεφηβικός
προεφηβικό	adj	αιτιατική ενικού του προεφηβικός
προεφηβικός	adj	που αναφέρεται στον προέφηβο
προεφηβικών	adj	γενική πληθυντικού του προεφηβικός
προεόρτια	noun	οι ημέρες πριν από μία γιορτή καθώς και οι εορταστικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκειά τους	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προεόρτιος
προεόρτιας	=	προεόρτιος
προεόρτιε	=	προεόρτιος
προεόρτιες	=	προεόρτιος
προεόρτιο	=	προεόρτιος
προεόρτιοι	=	προεόρτιος
προεόρτιος	adj	που συμβαίνει πριν από μία γιορτή
προεόρτιου	noun	γενική ενικού του προεόρτιο
προεόρτιους	=	προεόρτιος
προεόρτιων	noun	γενική πληθυντικού του προεόρτιο
προζυμιού	=	προζύμι
προζυμιών	=	προζύμι
προζύμι	noun	μικρή ποσότητα της ζυμαριού (συνήθως για ψωμί) από προηγούμενο ζύμωμα που αφήνεται να υποστεί ζύμωση και χρησιμεύει για την παραγωγή νέας ζύμης (αντί για μαγιά μπύρας)
προζύμια	=	προζύμι
προηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προηγούμαι
προηγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προηγιασμένος
προηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προηγμένο
προηγμένε	verb	κλητική ενικού του προηγμένος
προηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προηγμένη
προηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προηγμένος
προηγμένης	verb	γενική ενικού του προηγμένη
προηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προηγμένος
προηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προηγμένος
προηγμένος	verb	που βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης, προόδου
προηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προηγμένος
προηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προηγμένος
προηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προηγμένος
προηγουμένη	noun	η προηγούμενη (εννοείται, ημέρα), η προηγουμένη της σημερινής ή της προσδιοριζόμενης ως τρέχουσας από τα συμφραζόμενα
προηγουμένης	=	προηγουμένη
προηγουμένου	=	προηγούμενος
προηγουμένους	=	προηγούμενος
προηγουμένων	=	προηγούμενος
προηγουμένως	adv	για κάτι που προηγήθηκε χρονικά, έγινε στο κοντινό παρελθόν
προηγούμαι	verb	περπατώ μπροστά από άλλους
προηγούμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προηγούμενος	adv	προηγουμένως
προηγούμενε	verb	κλητική ενικού του προηγούμενος
προηγούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προηγούμενη
προηγούμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προηγούμενος
προηγούμενης	verb	γενική ενικού του προηγούμενη
προηγούμενο	noun	γεγονός που έχει συμβεί στο παρελθόν ή συμβαίνει για πρώτη φορά και λειτουργεί ως πρότυπο για να συμβούν στο μέλλον παρόμοια γεγονότα
προηγούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προηγούμενος
προηγούμενος	verb	που συνέβη ή υπήρξε ή έκανε κάτι πριν από κάποιον ή κάτι άλλο	noun	αυτός που προηγείται
προηγούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προηγούμενος
προηγούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προηγούμενος
προηγούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προηγούμενος
προημιτελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προημιτελικό
προημιτελικέ	adj	κλητική ενικού του προημιτελικός
προημιτελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προημιτελική
προημιτελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προημιτελικός
προημιτελικής	adj	γενική ενικού του προημιτελική
προημιτελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προημιτελικός
προημιτελικού	adj	γενική ενικού του προημιτελικός
προημιτελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προημιτελικός
προημιτελικό	adj	αιτιατική ενικού του προημιτελικός
προημιτελικός	noun	αγώνας για την πρόκριση του ενός εκ των δύο αντιπάλων στον ημιτελικό	adj	που αναφέρεται στους αγώνες για την πρόκριση στον προημιτελικό
προημιτελικών	adj	γενική πληθυντικού του προημιτελικός
προηχογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προηχογραφημένο
προηχογραφημένε	verb	κλητική ενικού του προηχογραφημένος
προηχογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προηχογραφημένη
προηχογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προηχογραφημένος
προηχογραφημένης	verb	γενική ενικού του προηχογραφημένη
προηχογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του προηχογραφημένος
προηχογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προηχογραφημένος
προηχογραφημένος	verb	που έχει ηχογραφηθεί από πριν
προηχογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προηχογραφημένος
προηχογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προηχογραφημένος
προηχογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προηχογραφημένος
προθάλαμε	noun	κλητική ενικού του προθάλαμος
προθάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του προθάλαμος
προθάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθάλαμος
προθάλαμος	noun	μικρός θάλαμος, δωμάτιο ή αίθουσα (υποδοχής ή αναμονής) που βρίσκεται πριν από την είσοδο σε κάποιον κυρίως χώρο
προθάλαμου	noun	γενική ενικού του προθάλαμος
προθάλαμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προθάλαμος
προθάλαμων	noun	γενική πληθυντικού του προθάλαμος
προθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθεμα
προθέματος	noun	γενική ενικού του πρόθεμα
προθέρμαινα	=	προθερμαίνω
προθέρμαιναν	=	προθερμαίνω
προθέρμαινε	=	προθερμαίνω
προθέρμαινες	=	προθερμαίνω
προθέρμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθέρμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθέρμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθέρμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθέρμανση	noun	η εκ των προτέρων θέρμανση για επίτευξη καλύτερης λειτουργίας
προθέρμανσης	=	προθέρμανση
προθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθεση
προθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόθεση
προθέσεως	noun	γενική ενικού του πρόθεση
προθέτω	verb	θέτω μπροστά
προθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθήκη
προθήκη	noun	ειδικό έπιπλο με διάφανο (π.χ. γυάλινο) σκέπασμα ή πλευρές που χρησιμεύει στο να τοποθετούνται, να φυλάσσονται ή να εκτίθενται μέσα σ' αυτό πολύτιμα ή ευαίσθητα αντικείμενα
προθήκης	=	προθήκη
προθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθημα
προθήματος	noun	γενική ενικού του πρόθημα
προθαλάμου	noun	γενική ενικού του προθάλαμος
προθαλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προθάλαμος
προθαλάμων	noun	γενική πληθυντικού του προθάλαμος
προθανάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθανάτιο
προθανάτιε	adj	κλητική ενικού του προθανάτιος
προθανάτιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθανάτιη
προθανάτιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθανάτιος
προθανάτιης	adj	γενική ενικού του προθανάτιη
προθανάτιο	adj	αιτιατική ενικού του προθανάτιος
προθανάτιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθανάτιος
προθανάτιος	adj	που γίνεται πριν από τον θάνατο, που συμβαίνει σ’ αυτή τη χρονική περίοδο
προθανάτιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προθανάτιος
προθανάτιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προθανάτιος
προθανάτιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προθανάτιος
προθεία	=	προθείος
προθείε	=	προθείος
προθείο	=	προθείος
προθείοι	=	προθείος
προθείος	noun	ο θείος του πατέρα ή της μητέρας
προθείου	=	προθείος
προθείους	=	προθείος
προθείων	=	προθείος
προθεατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθεατρικό
προθεατρικέ	adj	κλητική ενικού του προθεατρικός
προθεατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθεατρική
προθεατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθεατρικός
προθεατρικής	adj	γενική ενικού του προθεατρική
προθεατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθεατρικός
προθεατρικού	adj	γενική ενικού του προθεατρικός
προθεατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προθεατρικός
προθεατρικό	adj	αιτιατική ενικού του προθεατρικός
προθεατρικός	adj	που προηγείται της γέννησης της θεατρικής τέχνης
προθεατρικών	adj	γενική πληθυντικού του προθεατρικός
προθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόθεμα
προθεματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθεματικό
προθεματικέ	adj	κλητική ενικού του προθεματικός
προθεματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθεματική
προθεματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθεματικός
προθεματικής	adj	γενική ενικού του προθεματική
προθεματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθεματικός
προθεματικού	adj	γενική ενικού του προθεματικός
προθεματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προθεματικός
προθεματικό	adj	αιτιατική ενικού του προθεματικός
προθεματικός	adj	που έχει σχέση με πρόθεμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή χρησιμοποιείται / χρησιμεύει ως πρόθεμα
προθεματικών	adj	γενική πληθυντικού του προθεματικός
προθεραπεία	noun	η προδιόρθωση
προθεραπείας	=	προθεραπεία
προθεραπείες	=	προθεραπεία
προθεραπειών	=	προθεραπεία
προθερμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάναν	=	προθερμαίνω
προθερμάνανε	=	προθερμαίνω
προθερμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνσεις	=	προθέρμανση
προθερμάνσεων	=	προθέρμανση
προθερμάνσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνω
προθερμαίναμε	=	προθερμαίνω
προθερμαίναν	=	προθερμαίνω
προθερμαίνανε	=	προθερμαίνω
προθερμαίνατε	=	προθερμαίνω
προθερμαίνει	=	προθερμαίνω
προθερμαίνεις	=	προθερμαίνω
προθερμαίνετε	=	προθερμαίνω
προθερμαίνοντας	=	προθερμαίνω
προθερμαίνουμε	=	προθερμαίνω
προθερμαίνουν	=	προθερμαίνω
προθερμαίνουνε	=	προθερμαίνω
προθερμαίνω	verb	θερμαίνω κάτι (νερό, φούρνο) πριν το χρησιμοποιήσω
προθερμανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθερμαίνομαι
προθερμαντήρα	=	προθερμαντήρας
προθερμαντήρας	noun	συσκευή προθέρμανσης του νερού ή άλλου υγρού, πριν το χρησιμοποιήσουμε
προθερμαντήρες	=	προθερμαντήρας
προθερμαντήρων	=	προθερμαντήρας
προθερμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθερμασμένο
προθερμασμένε	verb	κλητική ενικού του προθερμασμένος
προθερμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθερμασμένη
προθερμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθερμασμένος
προθερμασμένης	verb	γενική ενικού του προθερμασμένη
προθερμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προθερμασμένος
προθερμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθερμασμένος
προθερμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προθερμασμένος
προθερμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προθερμασμένος
προθερμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προθερμασμένος
προθεσμία	noun	το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να γίνει μια ενέργεια
προθεσμίας	noun	γενική ενικού του προθεσμία
προθεσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθεσμία
προθεσμιών	noun	γενική πληθυντικού του προθεσμία
προθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθετικό
προθετικέ	adj	κλητική ενικού του προθετικός
προθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθετική
προθετική	adj	η προθετική πτώση (ονοματική πτώση που λειτουργεί ως αντικείμενο μιας πρόθεσης)
προθετικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (προθετική) του προθετικός
προθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προθετικός
προθετικού	adj	γενική ενικού του προθετικός
προθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προθετικός
προθετικό	adj	αιτιατική ενικού του προθετικός
προθετικός	adj	που αφορά ή σχετίζεται με γραμματική πρόθεση
προθετικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προθετικός
προθηκών	=	προθήκη
προθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόθημα
προθηματικά	=	προθηματικός
προθηματικέ	=	προθηματικός
προθηματικές	=	προθηματικός
προθηματική	=	προθηματικός
προθηματικής	=	προθηματικός
προθηματικοί	=	προθηματικός
προθηματικού	=	προθηματικός
προθηματικούς	=	προθηματικός
προθηματικό	=	προθηματικός
προθηματικός	adj	που έχει σχέση με πρόθημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή χρησιμοποιείται / χρησιμεύει ως πρόθημα
προθηματικών	=	προθηματικός
προθηματοποίηση	noun	η διαδικασία κατά την οποία προστίθεται πρόθημα στην αρχή μιας λέξης, ώστε να σχηματιστεί νέα λέξη
προθηματοποίησης	=	προθηματοποίηση
προθηματοποιήσεις	=	προθηματοποίηση
προθηματοποιήσεων	=	προθηματοποίηση
προθρομβίνες	=	προθρομβίνη
προθρομβίνη	noun	πρωτεΐνη του πλάσματος που παράγεται στο συκώτι και παίζει σπουδαίο ρόλο στην πήξη του αίματος
προθρομβίνης	=	προθρομβίνη
προθρομβινών	=	προθρομβίνη
προθυμία	noun	η ιδιότητα του πρόθυμου, το να είσαι πάντα σε ετοιμότητα και να προσφέρεσαι ευχαρίστως να κάνεις όποια δουλειά κι αν σου αναθέτουν
προθυμίας	noun	γενική ενικού του προθυμία
προθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθυμία
προθυμιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του προθυμία
προθυμιάς	=	προθυμιά
προθυμιές	=	προθυμιά
προθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του προθυμία
προθυμοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προθυμοποιούμαι
προθυμοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθυμοποιημένο
προθυμοποιημένε	verb	κλητική ενικού του προθυμοποιημένος
προθυμοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθυμοποιημένη
προθυμοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθυμοποιημένος
προθυμοποιημένης	verb	γενική ενικού του προθυμοποιημένη
προθυμοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του προθυμοποιημένος
προθυμοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθυμοποιημένος
προθυμοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προθυμοποιημένος
προθυμοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προθυμοποιημένος
προθυμοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προθυμοποιημένος
προθυμοποιούμαι	verb	δείχνω πρόθυμος για κάτι, προσφέρομαι
προθυμότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθυμότερο
προθυμότερε	adj	κλητική ενικού του προθυμότερος
προθυμότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθυμότερη
προθυμότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθυμότερος
προθυμότερης	adj	γενική ενικού του προθυμότερη
προθυμότερο	adj	αιτιατική ενικού του προθυμότερος
προθυμότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθυμότερος
προθυμότερος	adj	που είναι πιο πρόθυμος, δείχνει μεγαλύτερη προθυμία για κάτι
προθυμότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προθυμότερος
προθυμότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προθυμότερος
προθυμότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προθυμότερος
προθωράκων	=	προθώρακας
προθωρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθωρακικό
προθωρακικέ	adj	κλητική ενικού του προθωρακικός
προθωρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προθωρακική
προθωρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προθωρακικός
προθωρακικής	adj	γενική ενικού του προθωρακική
προθωρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προθωρακικός
προθωρακικού	adj	γενική ενικού του προθωρακικός
προθωρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προθωρακικός
προθωρακικό	adj	αιτιατική ενικού του προθωρακικός
προθωρακικός	adj	που έχει σχέση με το μπροστινό μέρος του θώρακα ή τον προθώρακα ή αναφέρεται σ’ αυτά
προθωρακικών	adj	γενική πληθυντικού του προθωρακικός
προθώρακα	=	προθώρακας
προθώρακας	noun	η πρόσθια άρθρωση του θώρακα εντόμων· μπροστά του βρίσκεται το κεφάλι και πίσω του ο μεσοθώρακας
προθώρακες	=	προθώρακας
προθώραξ	noun	ο προθώρακας
προικίζαμε	=	προικίζω
προικίζαν	=	προικίζω
προικίζανε	=	προικίζω
προικίζατε	=	προικίζω
προικίζει	=	προικίζω
προικίζεις	=	προικίζω
προικίζετε	=	προικίζω
προικίζομαι	=	προικίζω
προικίζοντας	=	προικίζω
προικίζουμε	=	προικίζω
προικίζουν	=	προικίζω
προικίζουνε	=	προικίζω
προικίζω	verb	παραχωρώ προίκα
προικίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίσαν	=	προικίζω
προικίσανε	=	προικίζω
προικίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προίκιση
προικίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίσεων	=	προίκιση
προικίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προίκισμα
προικίσματος	noun	γενική ενικού του προίκισμα
προικίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικίζω
προικιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικιό
προικιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικιάτικο
προικιάτικε	adj	κλητική ενικού του προικιάτικος
προικιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικιάτικη
προικιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προικιάτικος
προικιάτικης	adj	γενική ενικού του προικιάτικη
προικιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του προικιάτικος
προικιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προικιάτικος
προικιάτικος	adj	που έχει σχέση με την προίκα ή αναφέρεται σ’ αυτή
προικιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προικιάτικος
προικιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προικιάτικος
προικιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προικιάτικος
προικιού	noun	γενική ενικού του προικιό
προικισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προίκισμα
προικισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικισμένο
προικισμένε	verb	κλητική ενικού του προικισμένος
προικισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικισμένη
προικισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προικισμένος
προικισμένης	verb	γενική ενικού του προικισμένη
προικισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προικισμένος
προικισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προικισμένος
προικισμένος	=	προικίζω
προικισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προικισμένος
προικισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προικισμένος
προικισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προικισμένος
προικισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προικίζω
προικιό	noun|dated	στοιχείο / μέρος της προίκας
προικιών	noun	γενική πληθυντικού του προικιό
προικοδοσία	noun	άλλη μορφή του προικοδότηση
προικοδοσίας	noun	γενική ενικού του προικοδοσία
προικοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικοδοσία
προικοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του προικοδοσία
προικοδοτήθηκα	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτήθηκαν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτήθηκε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτήθηκες	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήσαν	=	προικοδοτώ
προικοδοτήσανε	=	προικοδοτώ
προικοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικοδότηση
προικοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήσεων	=	προικοδότηση
προικοδοτήσου	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτεί	=	προικοδοτώ
προικοδοτείς	=	προικοδοτώ
προικοδοτείσαι	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτείστε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτείται	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτείτε	=	προικοδοτώ
προικοδοτηθήκαμε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτηθήκαν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτηθήκανε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτηθήκατε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτηθεί	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτηθείτε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτημένα	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένε	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένες	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένη	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένης	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένο	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένοι	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτημένου	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένους	=	προικοδοτημένος
προικοδοτημένων	=	προικοδοτημένος
προικοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προικοδοτώ
προικοδοτούμασταν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούμαστε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούμε	=	προικοδοτώ
προικοδοτούμουν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούν	=	προικοδοτώ
προικοδοτούνε	=	προικοδοτώ
προικοδοτούνται	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούνταν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούσα	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσαμε	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσαν	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσανε	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσασταν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούσαστε	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτούσατε	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσε	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσες	=	προικοδοτώ
προικοδοτούσουν	=	προικοδοτούμαι
προικοδοτριών	=	προικοδότρια
προικοδοτώ	verb	παρέχω προίκα
προικοδοτών	=	προικοδότης
προικοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προικοδοτώ
προικοδότει	=	προικοδοτώ
προικοδότες	=	προικοδότης
προικοδότη	=	προικοδότης
προικοδότης	noun	κάποιος που προικοδοτεί
προικοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προικοδοτώ
προικοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προικοδοτώ
προικοδότησης	=	προικοδότηση
προικοδότρια	noun	θηλυκό του προικοδότης
προικοδότριας	=	προικοδότρια
προικοδότριες	=	προικοδότρια
προικοθήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προικοθήρας
προικοθήρας	noun	αυτός που επιδιώκει να παντρευτεί μία νύφη με μεγάλη προίκα
προικοθήρες	noun	γενική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικοθήρας
προικοθήρων	noun	γενική πληθυντικού του προικοθήρας
προικοθηρία	noun	η ιδιότητα του προικοθήρα
προικοθηρίας	noun	γενική ενικού του προικοθηρία
προικοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προικοθηρία
προικοθηριών	noun	γενική πληθυντικού του προικοθηρία
προικοθηρώ	verb|rare	είμαι προικοθήρας
προικοθηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προικοθηρώ
προικολήπτες	=	προικολήπτης
προικολήπτη	=	προικολήπτης
προικολήπτης	noun	αυτός που λαμβάνει προίκα
προικολήπτρια	noun	θηλυκό του προικολήπτης
προικολήπτριας	=	προικολήπτρια
προικολήπτριες	=	προικολήπτρια
προικοληπτριών	=	προικολήπτρια
προικοληπτών	=	προικολήπτης
προικοπαραδίδω	verb	προικοδοτώ, δίνω προίκα
προικοσυμφώνου	=	προικοσύμφωνο
προικοσυμφώνων	=	προικοσύμφωνο
προικοσύμφωνα	=	προικοσύμφωνο
προικοσύμφωνο	noun	νομικά δεσμευτικό κείμενο (συμβόλαιο) που υπογραφόταν από τον γαμπρό και την οικογένεια της νύφης και περιείχε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που δίνονταν ως προίκα σε αυτόν
προικοσύμφωνου	=	προικοσύμφωνο
προικοσύμφωνων	=	προικοσύμφωνο
προικός	=	προίκα
προικώα	=	προικώος
προικώας	=	προικώος
προικώε	=	προικώος
προικώες	=	προικώος
προικών	noun	γενική πληθυντικού του προίκα
προικώο	=	προικώος
προικώοι	=	προικώος
προικώος	adj	που έχει σχέση με προίκα, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει δοθεί ως προίκα
προικώου	=	προικώος
προικώους	=	προικώος
προικώων	=	προικώος
προκάθημαι	verb|archaic	είμαι προκαθήμενος
προκάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκάλησα	=	προκαλώ
προκάλησαν	=	προκαλώ
προκάλησε	=	προκαλώ
προκάλησες	=	προκαλώ
προκάλυμμα	noun	οτιδήποτε χρησιμεύει για προκάλυψη ( προκαλύπτω = προφυλάγω κάτι αποκρύβοντάς το)
προκάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκάλυψη	noun	οι ενέργειες που γίνονται και τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να προφυλαχθεί ο στρατός και ν’ αποκρούσει εχθρική επίθεση
προκάλυψης	=	προκάλυψη
προκάναμε	=	προκάνω
προκάναν	=	προκάνω
προκάνανε	=	προκάνω
προκάνατε	=	προκάνω
προκάνει	=	προκάνω
προκάνεις	=	προκάνω
προκάνετε	=	προκάνω
προκάνοντας	=	προκάνω
προκάνουμε	=	προκάνω
προκάνουν	=	προκάνω
προκάνουνε	=	προκάνω
προκάντε	=	προκάνω
προκάνω	verb|vulgar	προλαβαίνω, προφθάνω / προφταίνω
προκάρδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκάρδιο
προκάρδιας	=	προκάρδιος
προκάρδιε	=	προκάρδιος
προκάρδιες	=	προκάρδιος
προκάρδιο	noun	το μέρος του θώρακα μπροστά από την καρδιά
προκάρδιοι	=	προκάρδιος
προκάρδιος	adj	που βρίσκεται μπροστά από την καρδιά, έχει σχέση ή αναφέρεται στο προκάρδιο
προκάρδιου	=	προκάρδιο
προκάρδιους	=	προκάρδιος
προκάρδιων	=	προκάρδιος
προκάτ	adj	που είναι προκατασκευασμένος
προκάτοχα	=	προκάτοχος
προκάτοχε	noun	κλητική ενικού του προκάτοχος
προκάτοχες	=	προκάτοχος
προκάτοχη	=	προκάτοχος
προκάτοχης	=	προκάτοχος
προκάτοχο	noun	αιτιατική ενικού του προκάτοχος
προκάτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκάτοχος
προκάτοχος	adj	αυτός που κατείχε τη θέση μου πριν από μένα
προκάτοχου	=	προκάτοχος
προκάτοχους	=	προκάτοχος
προκάτοχων	=	προκάτοχος
προκήρυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκήρυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκήρυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκήρυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκήρυξη	noun	η δημόσια γνωστοποίηση και αναγγελία
προκήρυξης	noun	γενική ενικού του προκήρυξη
προκήρυσσα	=	προκηρύσσω
προκήρυσσαν	=	προκηρύσσω
προκήρυσσε	=	προκηρύσσω
προκήρυσσες	=	προκηρύσσω
προκαθήμενε	noun	κλητική ενικού του προκαθήμενος
προκαθήμενο	noun	αιτιατική ενικού του προκαθήμενος
προκαθήμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαθήμενος
προκαθήμενος	noun	ο επικεφαλής κληρικός μιας εκκλησίας
προκαθήμενου	noun	γενική ενικού του προκαθήμενος
προκαθήμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προκαθήμενος
προκαθήμενων	noun	γενική πληθυντικού του προκαθήμενος
προκαθημένου	=	προκαθήμενος
προκαθημένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προκαθήμενος
προκαθημένων	noun	γενική πληθυντικού του προκαθήμενος
προκαθορίζαμε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζαν	=	προκαθορίζω
προκαθορίζανε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζατε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζει	=	προκαθορίζω
προκαθορίζεις	=	προκαθορίζω
προκαθορίζεσαι	=	προκαθορίζω
προκαθορίζεστε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζεται	=	προκαθορίζω
προκαθορίζετε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζομαι	=	προκαθορίζω
προκαθορίζονται	=	προκαθορίζω
προκαθορίζονταν	=	προκαθορίζω
προκαθορίζοντας	=	προκαθορίζω
προκαθορίζουμε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζουν	=	προκαθορίζω
προκαθορίζουνε	=	προκαθορίζω
προκαθορίζω	verb	καθορίζω εκ των προτέρων
προκαθορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίσαν	=	προκαθορίζω
προκαθορίσανε	=	προκαθορίζω
προκαθορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίσου	=	προκαθορίζω
προκαθορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθορίστηκα	=	προκαθορίζω
προκαθορίστηκαν	=	προκαθορίζω
προκαθορίστηκε	=	προκαθορίζω
προκαθορίστηκες	=	προκαθορίζω
προκαθορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθοριζόμασταν	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόμαστε	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόμουν	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόμουνα	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόντουσαν	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόσασταν	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόσαστε	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόσουν	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόσουνα	=	προκαθορίζω
προκαθοριζόταν	=	προκαθορίζω
προκαθοριζότανε	=	προκαθορίζω
προκαθορισμέ	noun	κλητική ενικού του προκαθορισμός
προκαθορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαθορισμένο
προκαθορισμένε	verb	κλητική ενικού του προκαθορισμένος
προκαθορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαθορισμένη
προκαθορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαθορισμένος
προκαθορισμένης	verb	γενική ενικού του προκαθορισμένη
προκαθορισμένο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προκαθορισμένος
προκαθορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαθορισμένος
προκαθορισμένος	verb	που έχει προκαθοριστεί
προκαθορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκαθορισμένος
προκαθορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκαθορισμένος
προκαθορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκαθορισμένος
προκαθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαθορισμός
προκαθορισμού	noun	γενική ενικού του προκαθορισμός
προκαθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προκαθορισμός
προκαθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του προκαθορισμός
προκαθορισμός	noun	η ενέργεια του προκαθορίζω
προκαθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του προκαθορισμός
προκαθοριστήκαμε	=	προκαθορίζω
προκαθοριστήκαν	=	προκαθορίζω
προκαθοριστήκανε	=	προκαθορίζω
προκαθοριστήκατε	=	προκαθορίζω
προκαθοριστεί	=	προκαθορίζω
προκαθοριστείτε	=	προκαθορίζω
προκαθόριζα	=	προκαθορίζω
προκαθόριζαν	=	προκαθορίζω
προκαθόριζε	=	προκαθορίζω
προκαθόριζες	=	προκαθορίζω
προκαθόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαθόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαθορίζω
προκαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσαν	=	προκαλώ
προκαλέσανε	=	προκαλώ
προκαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσου	=	προκαλώ
προκαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσουνε	=	προκαλώ
προκαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλώ
προκαλήθηκα	=	προκαλώ
προκαλήθηκαν	=	προκαλώ
προκαλήθηκε	=	προκαλώ
προκαλήθηκες	=	προκαλώ
προκαλήσαμε	=	προκαλώ
προκαλήσαν	=	προκαλώ
προκαλήσανε	=	προκαλώ
προκαλήσατε	=	προκαλώ
προκαλήσει	=	προκαλώ
προκαλήσου	=	προκαλώ
προκαλήστε	=	προκαλώ
προκαλεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προκαλώ
προκαλείς	=	προκαλώ
προκαλείσαι	=	προκαλώ
προκαλείστε	=	προκαλώ
προκαλείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προκαλούμαι
προκαλείτε	=	προκαλώ
προκαλείτο	=	προκαλώ
προκαληθήκαμε	=	προκαλώ
προκαληθήκαν	=	προκαλώ
προκαληθήκανε	=	προκαλώ
προκαληθήκατε	=	προκαλώ
προκαληθεί	=	προκαλώ
προκαληθείτε	=	προκαλώ
προκαλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προκαλώ
προκαλούμασταν	=	προκαλώ
προκαλούμαστε	=	προκαλώ
προκαλούμε	=	προκαλώ
προκαλούμενα	=	προκαλούμενος
προκαλούμενε	=	προκαλούμενος
προκαλούμενες	=	προκαλούμενος
προκαλούμενη	=	προκαλούμενος
προκαλούμενης	=	προκαλούμενος
προκαλούμενο	=	προκαλούμενος
προκαλούμενοι	=	προκαλούμενος
προκαλούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προκαλώ
προκαλούμενου	=	προκαλούμενος
προκαλούμενους	=	προκαλούμενος
προκαλούμενων	=	προκαλούμενος
προκαλούμουν	=	προκαλώ
προκαλούμουνα	=	προκαλώ
προκαλούν	=	προκαλώ
προκαλούνε	=	προκαλώ
προκαλούνται	=	προκαλώ
προκαλούνταν	=	προκαλώ
προκαλούντο	=	προκαλώ
προκαλούσα	=	προκαλώ
προκαλούσαμε	=	προκαλώ
προκαλούσαν	=	προκαλώ
προκαλούσανε	=	προκαλώ
προκαλούσασταν	=	προκαλώ
προκαλούσαστε	=	προκαλώ
προκαλούσατε	=	προκαλώ
προκαλούσε	=	προκαλώ
προκαλούσες	=	προκαλώ
προκαλούσουν	=	προκαλώ
προκαλούσουνα	=	προκαλώ
προκαλυμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προκάλυμμα
προκαλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαλυμμένο
προκαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του προκαλυμμένος
προκαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαλυμμένη
προκαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαλυμμένος
προκαλυμμένης	verb	γενική ενικού του προκαλυμμένη
προκαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκαλυμμένος
προκαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαλυμμένος
προκαλυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκαλυμμένος
προκαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκαλυμμένος
προκαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκαλυμμένος
προκαλυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαλυπτικό
προκαλυπτικέ	adj	κλητική ενικού του προκαλυπτικός
προκαλυπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαλυπτική
προκαλυπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαλυπτικός
προκαλυπτικής	adj	γενική ενικού του προκαλυπτική
προκαλυπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαλυπτικός
προκαλυπτικού	adj	γενική ενικού του προκαλυπτικός
προκαλυπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκαλυπτικός
προκαλυπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προκαλυπτικός
προκαλυπτικός	adj	που έχει σχέση με προκάλυψη ή αναφέρεται σ’ αυτή
προκαλυπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προκαλυπτικός
προκαλύμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκάλυμμα
προκαλύμματος	noun	γενική ενικού του προκάλυμμα
προκαλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύπτω	verb|formal	εφαρμόζω προκάλυψη
προκαλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκάλυψη
προκαλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύψεων	=	προκάλυψη
προκαλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλύπτω
προκαλώ	verb	γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω
προκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προκαλώ
προκαπιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προκαπιταλιστικός	adv	σε περίοδο πριν από τον καπιταλισμό
προκαπιταλιστικέ	adj	κλητική ενικού του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαπιταλιστική
προκαπιταλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικής	adj	γενική ενικού του προκαπιταλιστική
προκαπιταλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικού	adj	γενική ενικού του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικός	adj	που αναφέρεται σε περίοδο πριν από τον καπιταλισμό
προκαπιταλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προκαπιταλιστικός
προκαπιταλιστικώς	adv	σε περίοδο πριν από τον καπιταλισμό
προκαρδίου	noun	γενική ενικού του προκάρδιο
προκαρδίων	noun	γενική πληθυντικού του προκάρδιο
προκαρκινικά	=	προκαρκινικός
προκαρκινικέ	=	προκαρκινικός
προκαρκινικές	=	προκαρκινικός
προκαρκινική	=	προκαρκινικός
προκαρκινικής	=	προκαρκινικός
προκαρκινικοί	=	προκαρκινικός
προκαρκινικού	=	προκαρκινικός
προκαρκινικούς	=	προκαρκινικός
προκαρκινικό	=	προκαρκινικός
προκαρκινικός	adj	που μπορεί να εξελιχθούν σε καρκίνο
προκαρκινικών	=	προκαρκινικός
προκαρυωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαρυωτικό
προκαρυωτικέ	adj	κλητική ενικού του προκαρυωτικός
προκαρυωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαρυωτική
προκαρυωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαρυωτικός
προκαρυωτικής	adj	γενική ενικού του προκαρυωτική
προκαρυωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαρυωτικός
προκαρυωτικού	adj	γενική ενικού του προκαρυωτικός
προκαρυωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκαρυωτικός
προκαρυωτικό	adj	αιτιατική ενικού του προκαρυωτικός
προκαρυωτικός	adj	ακαρυωτικός, απύρηνος
προκαρυωτικών	adj	γενική πληθυντικού του προκαρυωτικός
προκασσάνδρεια	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειας	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειε	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειες	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειο	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειοι	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειος	adj	που συνέβη πριν από την κτίση της Θεσσαλονίκης (ή της Κασσάνδρειας) από τον Κάσσανδρο
προκασσάνδρειου	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειους	=	προκασσάνδρειος
προκασσάνδρειων	=	προκασσάνδρειος
προκατάβαλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκατάβαλλε	=	προκαταβάλλω
προκατάλαβε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκατάληψη	noun	η εκδήλωση δυσμένειας ή αρνητικής προδιάθεσης όχι με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δεδομένα αλλά προσωπικές συμπάθειες, ατομικά συμφέροντα ή αστήριχτες στερεοτυπικές αντιλήψεις
προκατάληψης	noun	γενική ενικού του προκατάληψη
προκατάρτιζα	=	προκαταρτίζω
προκατάρτιζαν	=	προκαταρτίζω
προκατάρτιζε	=	προκαταρτίζω
προκατάρτιζες	=	προκαταρτίζω
προκατάρτισα	=	προκαταρτίζω
προκατάρτισαν	=	προκαταρτίζω
προκατάρτισε	=	προκαταρτίζω
προκατάρτισες	=	προκαταρτίζω
προκατάρτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκαταρτίζω
προκατάρτισης	=	προκατάρτιση
προκατάρτισις	noun	προκατάρτιση
προκατέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκατέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκατέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκατέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκατέβαλλα	=	προκαταβάλλω
προκατέβαλλαν	=	προκαταβάλλω
προκατέβαλλε	=	προκαταβάλλω
προκατέβαλλες	=	προκαταβάλλω
προκατέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκατέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκατέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκατέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκατήχηση	noun|archaic	η προκαταρκτική εισαγωγική κατήχηση
προκατήχησης	=	προκατήχηση
προκαταβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλαν	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλανε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλλαμε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλαν	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλανε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλατε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλει	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλεις	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλεσαι	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλεστε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλεται	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλετε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλλομε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλονται	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλονταν	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλοντας	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλουμε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλουν	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλουνε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλλω	verb	καταβάλλω ένα χρηματικό ποσό εκ των προτέρων
προκαταβάλομε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβάλουνε	=	προκαταβάλλω
προκαταβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταβάλλω
προκαταβαλλόμασταν	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόμαστε	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόμουν	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόμουνα	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόντουσαν	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόσασταν	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόσαστε	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόσουν	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόσουνα	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλόταν	=	προκαταβάλλω
προκαταβαλλότανε	=	προκαταβάλλω
προκαταβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαταβεβλημένο
προκαταβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του προκαταβεβλημένος
προκαταβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαταβεβλημένη
προκαταβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαταβεβλημένος
προκαταβεβλημένης	verb	γενική ενικού του προκαταβεβλημένη
προκαταβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του προκαταβεβλημένος
προκαταβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαταβεβλημένος
προκαταβεβλημένος	=	προκαταβάλλω
προκαταβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκαταβεβλημένος
προκαταβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκαταβεβλημένος
προκαταβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκαταβεβλημένος
προκαταβλήθηκα	=	προκαταβάλλω
προκαταβλήθηκαν	=	προκαταβάλλω
προκαταβλήθηκε	=	προκαταβάλλω
προκαταβλήθηκες	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθήκαμε	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθήκαν	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθήκανε	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθήκατε	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθεί	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθείς	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθείτε	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθούμε	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθούν	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθούνε	=	προκαταβάλλω
προκαταβληθώ	=	προκαταβάλλω
προκαταβολές	=	προκαταβολή
προκαταβολή	noun	ένα χρηματικό ποσό που πληρώνεται προτού ολοκληρωθεί η συναλλαγή· συχνά πρόκειται μόνο για ένα τμήμα του συνολικού ποσού
προκαταβολής	=	προκαταβολή
προκαταβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προκαταβολικός	adv	από πριν
προκαταβολικέ	adj	κλητική ενικού του προκαταβολικός
προκαταβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαταβολική
προκαταβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαταβολικός
προκαταβολικής	adj	γενική ενικού του προκαταβολική
προκαταβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαταβολικός
προκαταβολικού	adj	γενική ενικού του προκαταβολικός
προκαταβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκαταβολικός
προκαταβολικό	adj	αιτιατική ενικού του προκαταβολικός
προκαταβολικός	adj	που έχει σχέση με προκαταβολή ή αναφέρεται σ’ αυτή
προκαταβολικών	adj	γενική πληθυντικού του προκαταβολικός
προκαταβολικώς	adv|dated	προκαταβολικά
προκαταβολών	=	προκαταβολή
προκατακλυσμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκατακλυσμιαίος
προκατακλυσμιαίας	adj	γενική ενικού του προκατακλυσμιαία
προκατακλυσμιαίε	adj	προκατακλυσμιαίος, στην κλητική του ενικού
προκατακλυσμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατακλυσμιαία
προκατακλυσμιαίο	adj	προκατακλυσμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
προκατακλυσμιαίοι	adj	προκατακλυσμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
προκατακλυσμιαίος	adj	που αφορά ή σχετίζεται με την εποχή πριν τον βιβλικό Κατακλυσμό του Νώε
προκατακλυσμιαίου	adj	γενική ενικού του προκατακλυσμιαίος
προκατακλυσμιαίους	adj	προκατακλυσμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
προκατακλυσμιαίων	=	προκατακλυσμιαίος
προκαταλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλήφθηκα	=	προκαταλαμβάνω
προκαταλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατάληψη
προκαταλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του προκατάληψη
προκαταλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του προκατάληψη
προκαταλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προκαταλαμβάνω
προκαταλαμβάνω	verb	κάνω κάποιον να σχηματίσει άποψη για ένα πρόσωπο ή θέμα πριν το γνωρίσει ή το μελετήσει ο ίδιος
προκαταρκτικά	noun	προπαρασκευαστικές διαδικασίες ή λόγια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προκαταρκτικός
προκαταρκτικέ	adj	κλητική ενικού του προκαταρκτικός
προκαταρκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαταρκτική
προκαταρκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαταρκτικός
προκαταρκτικής	adj	γενική ενικού του προκαταρκτική
προκαταρκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαταρκτικός
προκαταρκτικού	adj	γενική ενικού του προκαταρκτικός
προκαταρκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκαταρκτικός
προκαταρκτικό	adj	αιτιατική ενικού του προκαταρκτικός
προκαταρκτικός	adj	που γίνεται πριν από το κυρίως έργο και το προετοιμάζει, προπαρασκευαστικός
προκαταρκτικών	adj	γενική πληθυντικού του προκαταρκτικός
προκαταρκτικώς	adv|dated	προκαταρκτικά
προκαταρτίζαμε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζαν	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζανε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζατε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζει	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζεις	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζεσαι	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίζεστε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίζεται	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίζετε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προκαταρτίζω
προκαταρτίζονται	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίζονταν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίζοντας	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζου	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίζουμε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζουν	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζουνε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίζω	verb|formal	προετοιμάζω κάποιον, ώστε να είναι σε θέση να παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης
προκαταρτίσαμε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίσαν	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίσανε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίσατε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίσει	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίσεις	=	προκατάρτιση
προκαταρτίσεων	=	προκατάρτιση
προκαταρτίσου	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίστε	=	προκαταρτίζω
προκαταρτίστηκα	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίστηκαν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίστηκε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτίστηκες	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόμασταν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόμαστε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόμουν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόμουνα	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόντουσαν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόσασταν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόσαστε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόσουν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόσουνα	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζόταν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιζότανε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτισμέ	=	προκαταρτισμός
προκαταρτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαταρτισμένο
προκαταρτισμένε	verb	κλητική ενικού του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκαταρτισμένη
προκαταρτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμένης	verb	γενική ενικού του προκαταρτισμένη
προκαταρτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προκαταρτίζω
προκαταρτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκαταρτισμένος
προκαταρτισμοί	=	προκαταρτισμός
προκαταρτισμού	=	προκαταρτισμός
προκαταρτισμούς	=	προκαταρτισμός
προκαταρτισμό	=	προκαταρτισμός
προκαταρτισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκαταρτίζω
προκαταρτισμών	=	προκαταρτισμός
προκαταρτιστήκαμε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιστήκαν	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιστήκανε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιστήκατε	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιστεί	=	προκαταρτίζομαι
προκαταρτιστείτε	=	προκαταρτίζομαι
προκατασκευάζαμε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζαν	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζανε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζατε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζει	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζεις	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζετε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζομαι	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζοντας	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζουμε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζουν	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζουνε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάζω	verb	κατασκευάζω από πριν, εκ των προτέρων
προκατασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσαν	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάσανε	=	προκατασκευάζω
προκατασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευές	=	προκατασκευή
προκατασκευή	noun	η κατασκευή εκ των προτέρων
προκατασκευής	=	προκατασκευή
προκατασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατασκευασμένο
προκατασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του προκατασκευασμένος
προκατασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατασκευασμένη
προκατασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκατασκευασμένος
προκατασκευασμένης	verb	γενική ενικού του προκατασκευασμένη
προκατασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκατασκευασμένος
προκατασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκατασκευασμένος
προκατασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκατασκευασμένος
προκατασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκατασκευασμένος
προκατασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκατασκευασμένος
προκατασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατασκευαστικό
προκατασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατασκευαστική
προκατασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικής	adj	γενική ενικού του προκατασκευαστική
προκατασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικού	adj	γενική ενικού του προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του προκατασκευαστικός
προκατασκευαστικός	adj	που έχει σχέση με την προκατασκευή ή αναφέρεται σ’ αυτή
προκατασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του προκατασκευαστικός
προκατασκευών	=	προκατασκευή
προκατασκεύαζα	=	προκατασκευάζω
προκατασκεύαζαν	=	προκατασκευάζω
προκατασκεύαζε	=	προκατασκευάζω
προκατασκεύαζες	=	προκατασκευάζω
προκατασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκατασκευάζω
προκατειλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατειλημμένο
προκατειλημμένε	verb	κλητική ενικού του προκατειλημμένος
προκατειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατειλημμένη
προκατειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκατειλημμένος
προκατειλημμένης	verb	γενική ενικού του προκατειλημμένη
προκατειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκατειλημμένος
προκατειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκατειλημμένος
προκατειλημμένος	verb	που έχει διαμορφώσει εκ των προτέρων άποψη για ένα πρόσωπο ή θέμα και επομένως δύσκολα την αλλάζει· που έχει προκατάληψη
προκατειλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκατειλημμένος
προκατειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκατειλημμένος
προκατειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκατειλημμένος
προκατεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατεργασμένο
προκατεργασμένε	verb	κλητική ενικού του προκατεργασμένος
προκατεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκατεργασμένη
προκατεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκατεργασμένος
προκατεργασμένης	verb	γενική ενικού του προκατεργασμένη
προκατεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκατεργασμένος
προκατεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκατεργασμένος
προκατεργασμένος	verb	κατεργασμένος από πριν
προκατεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκατεργασμένος
προκατεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκατεργασμένος
προκατεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκατεργασμένος
προκατηχήσεις	=	προκατήχηση
προκατηχήσεων	=	προκατήχηση
προκατόχου	noun	γενική ενικού του προκάτοχος
προκατόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προκάτοχος
προκατόχων	noun	γενική πληθυντικού του προκάτοχος
προκβαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκβαντικό
προκβαντικέ	adj	κλητική ενικού του προκβαντικός
προκβαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκβαντική
προκβαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκβαντικός
προκβαντικής	adj	γενική ενικού του προκβαντική
προκβαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκβαντικός
προκβαντικού	adj	γενική ενικού του προκβαντικός
προκβαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκβαντικός
προκβαντικό	adj	αιτιατική ενικού του προκβαντικός
προκβαντικός	adj	νευτώνειος, που αφορά την κλασική-νευτώνεια μηχανική
προκβαντικών	adj	γενική πληθυντικού του προκβαντικός
προκείμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκείμενο
προκείμενε	verb	κλητική ενικού του προκείμενος
προκείμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκείμενη
προκείμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκείμενος
προκείμενης	verb	γενική ενικού του προκείμενη
προκείμενο	verb	αιτιατική ενικού του προκείμενος
προκείμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκείμενος
προκείμενος	verb	που απλώνεται, βρίσκεται μπροστά μας, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, το θέμα που πρέπει να συζητήσουμε
προκείμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκείμενος
προκείμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκείμενος
προκείμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκείμενος
προκειμένου	conj	εφόσον πρόκειται, επειδή πρόκειται να συμβεί
προκεχωρημένα	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένε	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένες	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένη	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένης	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένο	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένοι	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένος	verb	που έχει προχωρήσει εντός μιας περιοχής ή εντός κάποιου πεδίου
προκεχωρημένου	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένους	=	προκεχωρημένος
προκεχωρημένων	=	προκεχωρημένος
προκηρυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκηρυγμένο
προκηρυγμένε	verb	κλητική ενικού του προκηρυγμένος
προκηρυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκηρυγμένη
προκηρυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκηρυγμένος
προκηρυγμένης	verb	γενική ενικού του προκηρυγμένη
προκηρυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκηρυγμένος
προκηρυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκηρυγμένος
προκηρυγμένος	verb	που έχει προκηρυχθεί, ο προκηρυχθείς (λόγιο)
προκηρυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκηρυγμένος
προκηρυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκηρυγμένος
προκηρυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκηρυγμένος
προκηρυσσόμασταν	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόμαστε	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόμενος	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόμουν	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόμουνα	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόντουσαν	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόσασταν	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόσαστε	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόσουν	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόσουνα	=	προκηρύσσω
προκηρυσσόταν	=	προκηρύσσω
προκηρυσσότανε	=	προκηρύσσω
προκηρυχθέν	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθέντα	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθέντας	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθέντες	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθέντος	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθέντων	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσομαι
προκηρυχθείσα	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθείσας	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθείσες	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθείσης	=	προκηρυχθείς
προκηρυχθεισών	=	προκηρυχθείς
προκηρυχτήκαμε	=	προκηρύσσω
προκηρυχτήκαν	=	προκηρύσσω
προκηρυχτήκανε	=	προκηρύσσω
προκηρυχτήκατε	=	προκηρύσσω
προκηρυχτεί	=	προκηρύσσω
προκηρυχτείτε	=	προκηρύσσω
προκηρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξαν	=	προκηρύσσω
προκηρύξανε	=	προκηρύσσω
προκηρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκήρυξη
προκηρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξεων	noun	γενική πληθυντικού του προκήρυξη
προκηρύξεως	noun|formal	γενική ενικού του προκήρυξη
προκηρύξου	=	προκηρύσσω
προκηρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκηρύσσω
προκηρύσσαμε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσαν	=	προκηρύσσω
προκηρύσσανε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσατε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσει	=	προκηρύσσω
προκηρύσσεις	=	προκηρύσσω
προκηρύσσεσαι	=	προκηρύσσω
προκηρύσσεστε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσεται	=	προκηρύσσω
προκηρύσσετε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσομαι	=	προκηρύσσω
προκηρύσσονται	=	προκηρύσσω
προκηρύσσονταν	=	προκηρύσσω
προκηρύσσοντας	=	προκηρύσσω
προκηρύσσου	=	προκηρύσσω
προκηρύσσουμε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσουν	=	προκηρύσσω
προκηρύσσουνε	=	προκηρύσσω
προκηρύσσω	verb	γνωστοποιώ επίσημα κάτι που πρόκειται να κάνω
προκηρύχνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του προκηρύσσω
προκηρύχτηκα	=	προκηρύσσω
προκηρύχτηκαν	=	προκηρύσσω
προκηρύχτηκε	=	προκηρύσσω
προκηρύχτηκες	=	προκηρύσσω
προκινδυνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκινδυνευμένο
προκινδυνευμένε	verb	κλητική ενικού του προκινδυνευμένος
προκινδυνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκινδυνευμένη
προκινδυνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκινδυνευμένος
προκινδυνευμένης	verb	γενική ενικού του προκινδυνευμένη
προκινδυνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκινδυνευμένος
προκινδυνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκινδυνευμένος
προκινδυνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκινδυνευμένος
προκινδυνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκινδυνευμένος
προκινδυνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκινδυνευμένος
προκινδυνεύω	verb|archaic	κινδυνεύω πολεμώντας στην πρώτη γραμμή της μάχης
προκλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόκληση
προκλήσεων	=	πρόκληση
προκλήσεως	=	πρόκληση
προκλασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκλασικό
προκλασικέ	adj	κλητική ενικού του προκλασικός
προκλασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκλασική
προκλασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκλασικός
προκλασικής	adj	γενική ενικού του προκλασική
προκλασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκλασικός
προκλασικού	adj	γενική ενικού του προκλασικός
προκλασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκλασικός
προκλασικό	adj	αιτιατική ενικού του προκλασικός
προκλασικός	adj	που έχει σχέση με την περίοδο πριν από τον κλασικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτή
προκλασικών	adj	γενική πληθυντικού του προκλασικός
προκληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθήκαν	=	προκαλώ
προκληθήκανε	=	προκαλώ
προκληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληθούνε	=	προκαλώ
προκληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκαλούμαι
προκληροδοτήματα	=	προκληροδότημα
προκληροδοτήματος	=	προκληροδότημα
προκληροδοτήσαμε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτήσαν	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτήσανε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτήσατε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτήσει	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτήστε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτεί	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτείς	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτείτε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτημάτων	=	προκληροδότημα
προκληροδοτούμαι	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούμε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούν	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούνε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσα	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσαμε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσαν	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσανε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσατε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσε	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτούσες	=	προκληροδοτώ
προκληροδοτώ	verb	κληροδοτώ κάτι πριν πεθάνω, εκ των προτέρων
προκληροδοτώντας	=	προκληροδοτώ
προκληροδότει	=	προκληροδοτώ
προκληροδότημα	noun	ό,τι προκληροδοτώ
προκληροδότησα	=	προκληροδοτώ
προκληροδότησαν	=	προκληροδοτώ
προκληροδότησε	=	προκληροδοτώ
προκληροδότησες	=	προκληροδοτώ
προκλητά	=	προκλητός
προκλητέ	=	προκλητός
προκλητές	=	προκλητός
προκλητή	=	προκλητός
προκλητής	=	προκλητός
προκλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προκλητικός	adv	με προκλητικό τρόπο, με προκλητικότητα
προκλητικέ	adj	κλητική ενικού του προκλητικός
προκλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκλητική
προκλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκλητικός
προκλητικής	adj	γενική ενικού του προκλητική
προκλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκλητικός
προκλητικοτήτων	=	προκλητικότητα
προκλητικού	adj	γενική ενικού του προκλητικός
προκλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκλητικός
προκλητικό	adj	αιτιατική ενικού του προκλητικός
προκλητικός	adj	επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό τη δημιουργία διαμάχης
προκλητικότης	noun	η προκλητικότητα
προκλητικότητα	noun	η ιδιότητα του προκλητικού, η συμπεριφορά που προκαλεί και οδηγεί σε αντίδραση
προκλητικότητας	noun	γενική ενικού του προκλητικότητα
προκλητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκλητικότητα
προκλητικών	adj	γενική πληθυντικού του προκλητικός
προκλητικώς	adv|dated	προκλητικά
προκλητοί	=	προκλητός
προκλητού	=	προκλητός
προκλητούς	=	προκλητός
προκλητό	=	προκλητός
προκλητός	adj|formal	που προκαλείται ή είναι δυνατόν να προκληθεί
προκλητών	=	προκλητός
προκλινές	=	προκλινής
προκλινή	=	προκλινής
προκλινής	adj|formal	κλίνω / γέρνω / έχω πάρει κλίση προς τα εμπρός
προκλινείς	=	προκλινής
προκλινικά	=	προκλινικός
προκλινικέ	=	προκλινικός
προκλινικές	=	προκλινικός
προκλινική	=	προκλινικός
προκλινικής	=	προκλινικός
προκλινικοί	=	προκλινικός
προκλινικού	=	προκλινικός
προκλινικούς	=	προκλινικός
προκλινικό	=	προκλινικός
προκλινικός	adj	που έχει σχέση με νόσο που δεν έχει εκδηλώσει ακόμη κλινικά συμπτώματα, σημεία ή ενδείξεις ή αναφέρεται σ’ αυτή
προκλινικών	=	προκλινικός
προκλινούς	=	προκλινής
προκλινών	=	προκλινής
προκοίλη	=	προκοίλης
προκοίληδες	=	προκοίλης
προκοίληδων	=	προκοίλης
προκοίλης	noun|vulgar	αυτός που έχει μεγάλη φουσκωτή κοιλιά, ο κοιλαράς
προκοίλι	noun	το μέρος της κοιλιάς που εξέχει
προκοίλια	=	προκοίλι
προκοιλιού	=	προκοίλι
προκοιλιών	=	προκοίλι
προκολομβιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προκολομβιανός	adv	σε προκολομβιανή περίοδο
προκολομβιανέ	adj	κλητική ενικού του προκολομβιανός
προκολομβιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκολομβιανή
προκολομβιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκολομβιανός
προκολομβιανής	adj	γενική ενικού του προκολομβιανή
προκολομβιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκολομβιανός
προκολομβιανού	adj	γενική ενικού του προκολομβιανός
προκολομβιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκολομβιανός
προκολομβιανό	adj	αιτιατική ενικού του προκολομβιανός
προκολομβιανός	adj	που έχει σχέση με την αμερικάνικη περίοδο πριν από την άφιξη του Κολόμβου ή αναφέρεται σ’ αυτή
προκολομβιανών	adj	γενική πληθυντικού του προκολομβιανός
προκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκομμένο
προκομμένε	verb	κλητική ενικού του προκομμένος
προκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκομμένη
προκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκομμένος
προκομμένης	verb	γενική ενικού του προκομμένη
προκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκομμένος
προκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκομμένος
προκομμένος	verb	εργατικός και νοικοκύρης
προκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκομμένος
προκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκομμένος
προκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκομμένος
προκοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκοπή
προκοπή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω
προκοπής	noun	γενική ενικού του προκοπή
προκοπών	noun	γενική πληθυντικού του προκοπή
προκορασίδες	noun	κατηγορία κοριτσιών που μετέχουν σε κάποιο άθλημα σε ηλικιακή βαθμίδα ανάλογη με τους προπαίδες
προκορασίδων	=	προκορασίδες
προκοσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκοσμικός
προκοσμικός	adj|rare	που υπήρξε ή συνέβη πριν από τη δημιουργία του κόσμου, του σύμπαντος
προκοστολογήσεις	=	προκοστολόγηση
προκοστολογήσεων	=	προκοστολόγηση
προκοστολόγηση	noun|formal	η προκαταρκτική κοστολόγηση
προκοστολόγησης	=	προκοστολόγηση
προκουράτορα	=	προκουράτορας
προκουράτορας	noun	στη ρωμαϊκή περίοδο, έπαρχος των αυτοκρατορικών κτήσεων, μερικές φορές με πολιτικά προνόμια
προκουράτορες	=	προκουράτορας
προκουρατόρων	=	προκουράτορας
προκράτηση	noun	κράτηση εκ των προτέρων
προκράτησης	=	προκράτηση
προκρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκρίματα	=	πρόκριμα
προκρίματος	=	πρόκριμα
προκρίνομαι	verb	με προκρίνουν, με προτιμούν
προκρίνω	verb	προαποφασίζω
προκρίσεις	=	πρόκριση
προκρίσεων	=	πρόκριση
προκρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκρίτου	noun	γενική ενικού του πρόκριτος
προκρίτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόκριτος
προκρίτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόκριτος
προκρατήσεις	=	προκράτηση
προκρατήσεων	=	προκράτηση
προκριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκρίνομαι
προκριμάτων	=	πρόκριμα
προκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκριμένο
προκριμένε	verb	κλητική ενικού του προκριμένος
προκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκριμένη
προκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκριμένος
προκριμένης	verb	γενική ενικού του προκριμένη
προκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του προκριμένος
προκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκριμένος
προκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προκριμένος
προκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προκριμένος
προκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προκριμένος
προκριματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκριματικό
προκριματικέ	adj	κλητική ενικού του προκριματικός
προκριματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκριματική
προκριματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκριματικός
προκριματικής	adj	γενική ενικού του προκριματική
προκριματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκριματικός
προκριματικού	adj	γενική ενικού του προκριματικός
προκριματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκριματικός
προκριματικό	adj	αιτιατική ενικού του προκριματικός
προκριματικός	adj	που σχετίζεται με την αρχική κι όχι την τελική κρίση για κάτι
προκριματικών	adj	γενική πληθυντικού του προκριματικός
προκτήσεις	=	πρόκτηση
προκτήσεων	=	πρόκτηση
προκυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκυκλικό
προκυκλικέ	adj	κλητική ενικού του προκυκλικός
προκυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκυκλική
προκυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προκυκλικός
προκυκλικής	adj	γενική ενικού του προκυκλική
προκυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προκυκλικός
προκυκλικού	adj	γενική ενικού του προκυκλικός
προκυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προκυκλικός
προκυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του προκυκλικός
προκυκλικός	adj	που εξελίσσεται προς την ίδια κατεύθυνση με τον οικονομικό κύκλο, που επιτείνει τα αποτελέσματα του οικονομικού κύκλου
προκυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του προκυκλικός
προκυμαία	noun	η άκρη της παραλίας από την πλευρά της ξηράς, όπου συνήθως υπάρχει ειδικό κρηπίδωμα και άλλα τεχνικά έργα για την προστασία από τα κύματα και το ασφαλές πλεύρισμα των πλεούμενων
προκυμαίας	noun	γενική ενικού του προκυμαία
προκυμαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκυμαία
προκυμαιών	noun	γενική πληθυντικού του προκυμαία
προκυπτουσών	=	προκύπτων
προκυπτούσης	=	προκύπτων
προκυπτόντων	=	προκύπτων
προκόβαμε	=	προκόβω
προκόβαν	=	προκόβω
προκόβανε	=	προκόβω
προκόβατε	=	προκόβω
προκόβει	=	προκόβω
προκόβεις	=	προκόβω
προκόβετε	=	προκόβω
προκόβομε	=	προκόβω
προκόβοντας	=	προκόβω
προκόβουμε	=	προκόβω
προκόβουν	=	προκόβω
προκόβουνε	=	προκόβω
προκόβω	verb	ευδοκιμώ, προοδεύω, αναπτύσσομαι
προκόπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προκόπης
προκόφτω	verb|vulgar	άλλη μορφή του προκόβω
προκόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψαν	=	προκόβω
προκόψανε	=	προκόβω
προκόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψομε	=	προκόβω
προκόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψουνε	=	προκόβω
προκόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκόβω
προκύπτει	verb	για κάτι που έρχεται ως αποτέλεσμα
προκύπτον	=	προκύπτων
προκύπτοντα	=	προκύπτων
προκύπτοντες	=	προκύπτων
προκύπτοντος	=	προκύπτων
προκύπτουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του προκύπτω
προκύπτουσα	=	προκύπτων
προκύπτουσας	=	προκύπτων
προκύπτουσες	=	προκύπτων
προκύπτων	verb	που προκύπτει
προκύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψεων	=	πρόκυψη
προκύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
προκών	noun	γενική πληθυντικού του πρόκα
προλάβαινα	=	προλαβαίνω
προλάβαιναν	=	προλαβαίνω
προλάβαινε	=	προλαβαίνω
προλάβαινες	=	προλαβαίνω
προλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβαν	=	προλαβαίνω
προλάβανε	=	προλαβαίνω
προλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβομε	=	προλαβαίνω
προλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάβουνε	=	προλαβαίνω
προλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
προλάμβανα	=	προλαμβάνω
προλάμβαναν	=	προλαμβάνω
προλάμβανε	=	προλαμβάνω
προλάμβανες	=	προλαμβάνω
προλάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλάνη
προλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλάτης
προλάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλάτισσα
προλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προλέγω
προλέγω	verb	λέω κάτι πιο πριν
προλήφθηκα	=	προλαμβάνω
προλήφθηκαν	=	προλαμβάνω
προλήφθηκε	=	προλαμβάνω
προλήφθηκες	=	προλαμβάνω
προλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόληψη
προλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόληψη
προλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόληψη
προλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλίνη
προλίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη.
προλίνης	=	προλίνη
προλαβαίναμε	=	προλαβαίνω
προλαβαίναν	=	προλαβαίνω
προλαβαίνανε	=	προλαβαίνω
προλαβαίνατε	=	προλαβαίνω
προλαβαίνει	=	προλαβαίνω
προλαβαίνεις	=	προλαβαίνω
προλαβαίνετε	=	προλαβαίνω
προλαβαίνομαι	=	προλαβαίνω
προλαβαίνομε	=	προλαβαίνω
προλαβαίνοντας	=	προλαβαίνω
προλαβαίνουμε	=	προλαβαίνω
προλαβαίνουν	=	προλαβαίνω
προλαβαίνουνε	=	προλαβαίνω
προλαβαίνω	verb	φτάνω έγκαιρα
προλακτίνες	=	προλακτίνη
προλακτίνη	noun	ορμόνη που παράγεται στην υπόφυση και ευθύνεται για την ανάπτυξη των μαστών και την παραγωγή γάλακτος
προλακτίνης	=	προλακτίνη
προλακτινών	=	προλακτίνη
προλαλήσαν	=	προλαλήσαντας
προλαλήσαντα	=	προλαλήσαντας
προλαλήσανταν	=	προλαλήσαντας
προλαλήσαντας	verb	μορφή του προλαλήσας με νεότερες καταλήξεις
προλαλήσαντασα	=	προλαλήσαντας
προλαλήσαντες	=	προλαλήσαντας
προλαλήσαντος	=	προλαλήσαντας
προλαλήσας	=	προλαλήσαντας
προλαλήσασα	=	προλαλήσαντας
προλαλήσασας	=	προλαλήσαντας
προλαλήσασες	=	προλαλήσαντας
προλαλησάντων	=	προλαλήσαντας
προλαλησάσης	=	προλαλήσαντας
προλαλησασών	=	προλαλήσαντας
προλαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλαλιά
προλαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλαμίνη
προλαμβάναμε	=	προλαμβάνω
προλαμβάναν	=	προλαμβάνω
προλαμβάνανε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνατε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνει	=	προλαμβάνω
προλαμβάνεις	=	προλαμβάνω
προλαμβάνεσαι	=	προλαμβάνω
προλαμβάνεσθε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνεστε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνεται	=	προλαμβάνω
προλαμβάνετε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνομαι	=	προλαμβάνω
προλαμβάνομε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνονται	=	προλαμβάνω
προλαμβάνονταν	=	προλαμβάνω
προλαμβάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προλαμβάνω
προλαμβάνουμε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνουν	=	προλαμβάνω
προλαμβάνουνε	=	προλαμβάνω
προλαμβάνω	verb	ενεργώ έγκαιρα (ώστε ενδεχομένως να προλάβω, να αποτρέψω ή να ματαιώσω κάτι)
προλαμβανόμασταν	=	προλαμβάνω
προλαμβανόμαστε	=	προλαμβάνω
προλαμβανόμουν	=	προλαμβάνω
προλαμβανόμουνα	=	προλαμβάνω
προλαμβανόντουσαν	=	προλαμβάνω
προλαμβανόσασταν	=	προλαμβάνω
προλαμβανόσαστε	=	προλαμβάνω
προλαμβανόσουν	=	προλαμβάνω
προλαμβανόσουνα	=	προλαμβάνω
προλαμβανόταν	=	προλαμβάνω
προλαμβανότανε	=	προλαμβάνω
προλείαινα	=	προλειαίνω
προλείαιναν	=	προλειαίνω
προλείαινε	=	προλειαίνω
προλείαινες	=	προλειαίνω
προλείανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλείαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλείανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλείανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλεγομένων	=	προλεγόμενα
προλεγόμενα	noun	οι προεισαγωγικές παρατηρήσεις, ο πρόλογος
προλεγόμενε	verb	κλητική ενικού του προλεγόμενος
προλεγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλεγόμενη
προλεγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προλεγόμενος
προλεγόμενης	verb	γενική ενικού του προλεγόμενη
προλεγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προλεγόμενος
προλεγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλεγόμενος
προλεγόμενος	verb	που προλέγεται
προλεγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προλεγόμενος
προλεγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προλεγόμενος
προλεγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προλεγόμενος
προλειάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάναν	=	προλειαίνω
προλειάνανε	=	προλειαίνω
προλειάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλείανση
προλειάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλειαίνω
προλειαίναμε	=	προλειαίνω
προλειαίναν	=	προλειαίνω
προλειαίνανε	=	προλειαίνω
προλειαίνατε	=	προλειαίνω
προλειαίνει	=	προλειαίνω
προλειαίνεις	=	προλειαίνω
προλειαίνετε	=	προλειαίνω
προλειαίνοντας	=	προλειαίνω
προλειαίνουμε	=	προλειαίνω
προλειαίνουν	=	προλειαίνω
προλειαίνουνε	=	προλειαίνω
προλειαίνω	verb	κάνω κάτι λείο από πριν
προλεξιμότητα	noun|rare	η πράξη του προλέγω
προλετάρια	noun	θηλυκό του προλετάριος
προλετάριας	=	προλετάρια
προλετάριε	noun	κλητική ενικού του προλετάριος
προλετάριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλετάρια
προλετάριο	noun	αιτιατική ενικού του προλετάριος
προλετάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλετάριος
προλετάριος	noun	ο άνθρωπος που, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, ανήκει στην τάξη των μισθωτών εργατών, ζει μόνο από το μεροκάματό του και δεν μπορεί να ελέγξει τα μέσα παραγωγής
προλετάριου	noun	γενική ενικού του προλετάριος
προλετάριους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προλετάριος
προλετάρισσα	noun	θηλυκό του προλετάριος
προλετάρισσας	noun	γενική ενικού του προλετάρισσα
προλετάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλετάρισσα
προλετάριων	noun	γενική πληθυντικού του προλετάριος
προλεταρίου	noun	γενική ενικού του προλετάριος
προλεταρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προλετάριος
προλεταρίων	noun	γενική πληθυντικού του προλετάριος
προλεταριάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλεταριάτο
προλεταριάτο	noun	η τάξη των προλεταρίων, των μισθωτών εργατών, αυτών που ζουν μόνο από το μεροκάματό τους και δεν κατέχουν μέσα παραγωγής
προλεταριάτου	noun	γενική ενικού του προλεταριάτο
προλεταριάτων	noun	γενική πληθυντικού του προλεταριάτο
προλεταριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προλεταριακός	adv	με προλεταριακό τρόπο, κε τον τρόπο των προλεταρίων
προλεταριακέ	adj	κλητική ενικού του προλεταριακός
προλεταριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλεταριακή
προλεταριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προλεταριακός
προλεταριακής	adj	γενική ενικού του προλεταριακή
προλεταριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλεταριακός
προλεταριακού	adj	γενική ενικού του προλεταριακός
προλεταριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προλεταριακός
προλεταριακό	adj	αιτιατική ενικού του προλεταριακός
προλεταριακός	adj	που έχει σχέση με τους προλετάριους ή το προλεταριάτο ή αναφέρεται σ’ αυτά
προλεταριακών	adj	γενική πληθυντικού του προλεταριακός
προλεταριακώς	adv	με προλεταριακό τρόπο, κε τον τρόπο των προλεταρίων
προλεταριοποίει	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποίησα	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποίησαν	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποίησε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποίησες	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποίηση	noun	η κοινωνική υποβάθμιση ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής ομάδας από μια ανώτερη κοινωνική τάξη και ένταξή τους στην τάξη του προλεταριάτου
προλεταριοποίησης	=	προλεταριοποίηση
προλεταριοποιήσαμε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιήσαν	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιήσανε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιήσατε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιήσει	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλεταριοποίηση
προλεταριοποιήσεων	=	προλεταριοποίηση
προλεταριοποιήστε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιεί	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιείς	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιείτε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιημένα	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένε	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένες	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένη	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένης	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένο	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένοι	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προλεταριοποιώ
προλεταριοποιημένου	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένους	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιημένων	=	προλεταριοποιημένος
προλεταριοποιούμε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούν	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούνε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσα	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσαμε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσαν	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσανε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσατε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσε	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιούσες	=	προλεταριοποιώ
προλεταριοποιώ	verb	εφαρμόζω προλεταριοποίηση
προλεταριοποιώντας	=	προλεταριοποιώ
προλεταρισσών	noun	γενική πληθυντικού του προλετάρισσα
προλευκάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλεύκανση
προληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προληπτικός	adv	με προληπτικό τρόπο
προληπτικέ	adj	κλητική ενικού του προληπτικός
προληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προληπτική
προληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προληπτικός
προληπτικής	adj	γενική ενικού του προληπτική
προληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προληπτικός
προληπτικού	adj	γενική ενικού του προληπτικός
προληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προληπτικός
προληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προληπτικός
προληπτικός	adj	που προλαμβάνει, που με τις εκ των προτέρων ενέργειες ή πράξεις του προλαβαίνει την εκδήλωση ή την εμφάνιση κάποιων πραγμάτων, τα αποτρέπει ή τα ματαιώνει
προληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προληπτικός
προληπτικώς	adv|dated	προληπτικά
προληφθήκαμε	=	προλαμβάνω
προληφθήκαν	=	προλαμβάνω
προληφθήκανε	=	προλαμβάνω
προληφθήκατε	=	προλαμβάνω
προληφθεί	=	προλαμβάνω
προληφθείς	=	προλαμβάνω
προληφθείτε	=	προλαμβάνω
προληφθούμε	=	προλαμβάνω
προληφθούν	=	προλαμβάνω
προληφθούνε	=	προλαμβάνω
προληφθώ	=	προλαμβάνω
προλιμένα	=	προλιμένας
προλιμένας	noun	τμήμα ενός μεγάλου λιμένα, το οποίο βρίσκεται αμέσως μετά την είσοδο και είναι οργανωμένο ως ανεξάρτητος λιμένας, όπου σταθμεύουν συνήθως βοηθητικά σκάφη.
προλιμένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλιμένας
προλιμένος	=	προλιμένας
προλιμένων	=	προλιμένας
προλιμήν	noun	ο προλιμένας
προλινών	=	προλίνη
προλιπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλίπανση
προλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογία
προλογίζαμε	=	προλογίζω
προλογίζαν	=	προλογίζω
προλογίζανε	=	προλογίζω
προλογίζατε	=	προλογίζω
προλογίζει	=	προλογίζω
προλογίζεις	=	προλογίζω
προλογίζεσαι	=	προλογίζομαι
προλογίζεστε	=	προλογίζομαι
προλογίζεται	=	προλογίζομαι
προλογίζετε	=	προλογίζω
προλογίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προλογίζω
προλογίζονται	=	προλογίζομαι
προλογίζονταν	=	προλογίζομαι
προλογίζοντας	=	προλογίζω
προλογίζου	=	προλογίζομαι
προλογίζουμε	=	προλογίζω
προλογίζουν	=	προλογίζω
προλογίζουνε	=	προλογίζω
προλογίζω	verb	μιλώ προεισαγωγικά για κάτι
προλογίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίσαν	=	προλογίζω
προλογίσανε	=	προλογίζω
προλογίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλόγισμα
προλογίσματος	noun	γενική ενικού του προλόγισμα
προλογίσου	=	προλογίζομαι
προλογίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογίστηκα	=	προλογίζομαι
προλογίστηκαν	=	προλογίζομαι
προλογίστηκε	=	προλογίζομαι
προλογίστηκες	=	προλογίζομαι
προλογίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογημένο
προλογημένε	verb	κλητική ενικού του προλογημένος
προλογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογημένη
προλογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προλογημένος
προλογημένης	verb	γενική ενικού του προλογημένη
προλογημένο	verb	αιτιατική ενικού του προλογημένος
προλογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλογημένος
προλογημένος	verb|rare	άλλη μορφή του προλογισμένος
προλογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προλογημένος
προλογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προλογημένος
προλογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προλογημένος
προλογιζόμασταν	=	προλογίζομαι
προλογιζόμαστε	=	προλογίζομαι
προλογιζόμουν	=	προλογίζομαι
προλογιζόμουνα	=	προλογίζομαι
προλογιζόντουσαν	=	προλογίζομαι
προλογιζόσασταν	=	προλογίζομαι
προλογιζόσαστε	=	προλογίζομαι
προλογιζόσουν	=	προλογίζομαι
προλογιζόσουνα	=	προλογίζομαι
προλογιζόταν	=	προλογίζομαι
προλογιζότανε	=	προλογίζομαι
προλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογικό	adv	με προλογικό τρόπο
προλογικέ	adj	κλητική ενικού του προλογικός
προλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογική
προλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προλογικός
προλογικής	adj	γενική ενικού του προλογική
προλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλογικός
προλογικού	adj	γενική ενικού του προλογικός
προλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προλογικός
προλογικό	adj	αιτιατική ενικού του προλογικός
προλογικός	adj	που έχει σχέση με τον πρόλογο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προλογικών	adj	γενική πληθυντικού του προλογικός
προλογικώς	adv|formal	άλλη μορφή του προλογικά
προλογισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προλόγισμα
προλογισμέ	noun	κλητική ενικού του προλογισμός
προλογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογισμένο
προλογισμένε	verb	κλητική ενικού του προλογισμένος
προλογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλογισμένη
προλογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προλογισμένος
προλογισμένης	verb	γενική ενικού του προλογισμένη
προλογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προλογισμένος
προλογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλογισμένος
προλογισμένος	=	προλογίζομαι
προλογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προλογισμένος
προλογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προλογισμένος
προλογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προλογισμένος
προλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλογισμός
προλογισμού	noun	γενική ενικού του προλογισμός
προλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προλογισμός
προλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του προλογισμός
προλογισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προλογίζω
προλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του προλογισμός
προλογιστήκαμε	=	προλογίζομαι
προλογιστήκαν	=	προλογίζομαι
προλογιστήκανε	=	προλογίζομαι
προλογιστήκατε	=	προλογίζομαι
προλογιστεί	=	προλογίζομαι
προλογιστείτε	=	προλογίζομαι
προλογώ	verb|formal	άλλη μορφή του προλογίζω
προλοχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προλοχισμός
προλυκειακά	=	προλυκειακός
προλυκειακέ	=	προλυκειακός
προλυκειακές	=	προλυκειακός
προλυκειακή	=	προλυκειακός
προλυκειακής	=	προλυκειακός
προλυκειακοί	=	προλυκειακός
προλυκειακού	=	προλυκειακός
προλυκειακούς	=	προλυκειακός
προλυκειακό	=	προλυκειακός
προλυκειακός	adj	που αφορά εκπαιδευτική βαθμίδα πριν από το λύκειο
προλυκειακών	=	προλυκειακός
προλυτών	=	προλύτης
προλόβου	noun	γενική ενικού του πρόλοβος
προλόβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόλοβος
προλόβων	noun	γενική πληθυντικού του πρόλοβος
προλόγιζα	=	προλογίζω
προλόγιζαν	=	προλογίζω
προλόγιζε	=	προλογίζω
προλόγιζες	=	προλογίζω
προλόγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλόγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλόγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλόγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλογίζω
προλόγισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προλογίζω
προλόγου	noun	γενική ενικού του πρόλογος
προλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόλογος
προλόγων	noun	γενική πληθυντικού του πρόλογος
προλύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προλύτης
προλύτη	=	προλύτης
προλύτης	noun	σπουδαστής νομικής σχολής στο πέμπτο έτος, λίγο πριν την αποφοίτηση (στη βυζαντινή περίοδο)
προμάλαγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμάλαγγας
προμάμμες	=	προμάμμη
προμάμμη	noun	η προγιαγιά
προμάμμης	=	προμάμμη
προμάντεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προμαντεύω
προμάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμάντης
προμάντεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμάντεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμάντεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμάντεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμάρτυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμάρτυρας
προμάχει	=	προμαχώ
προμάχησα	=	προμαχώ
προμάχησαν	=	προμαχώ
προμάχησε	=	προμαχώ
προμάχησες	=	προμαχώ
προμάχου	noun	γενική ενικού του πρόμαχος
προμάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόμαχος
προμάχων	noun	γενική πληθυντικού του πρόμαχος
προμέριμνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμέριμνα
προμέρισμα	noun	η προκαταβολή μέρους του μερίσματος
προμέτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμέτρης
προμέτωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμέτωπη
προμέτωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμέτωπος
προμήθεια	noun	η ενέργεια με την οποία προμηθεύομαι κάτι
προμήθειας	noun	γενική ενικού του προμήθεια
προμήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμήθεια
προμήθειο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 61 και χημικό σύμβολο το Pm
προμήθευα	=	προμηθεύω
προμήθευαν	=	προμηθεύω
προμήθευε	=	προμηθεύω
προμήθευες	=	προμηθεύω
προμήθευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμήθευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμήθευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμήθευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμήθεψα	=	προμηθεύω
προμήθεψαν	=	προμηθεύω
προμήθεψε	=	προμηθεύω
προμήθεψες	=	προμηθεύω
προμήκεις	=	προμήκης
προμήκη	=	προμήκης
προμήκης	adj|formal	συνώνυμο του επιμήκης
προμήκους	=	προμήκης
προμήκων	=	προμήκης
προμήνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμήνιο
προμήνυα	=	προμηνύω
προμήνυαν	=	προμηνύω
προμήνυε	=	προμηνύω
προμήνυες	=	προμηνύω
προμήνυμα	noun	το προειδοποιητικό σημάδι, προάγγελμα ότι κάτι πρόκειται να συμβεί
προμήνυσα	=	προμηνύω
προμήνυσαν	=	προμηνύω
προμήνυσε	=	προμηνύω
προμήνυσες	=	προμηνύω
προμήτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμήτωρ
προμήτωρ	noun|obsolete	η ιδρύτρια ενός γένους, γενάρχης, ως αναφορά σε παλιότερους όρους
προμίγματα	=	πρόμιγμα
προμίγματος	=	πρόμιγμα
προμίσθωμα	noun	το ποσό που ο ενοικιαστής πληρώνει στον εκμισθωτή πριν ακόμα υπογράψουν το συμβόλαιο ενοικίασης.
προμίσθωνα	=	προμισθώνω
προμίσθωναν	=	προμισθώνω
προμίσθωνε	=	προμισθώνω
προμίσθωνες	=	προμισθώνω
προμίσθωσα	=	προμισθώνω
προμίσθωσαν	=	προμισθώνω
προμίσθωσε	=	προμισθώνω
προμίσθωσες	=	προμισθώνω
προμίσθωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προμισθώνω
προμίσθωσης	=	προμίσθωση
προμακέτα	noun	πρόχειρο προσχέδιο μιας τελικής μακέτας
προμακέτας	=	προμακέτα
προμακέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμακέτα
προμακαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμακαρισμός
προμακετών	=	προμακέτα
προμαντέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμάντεμα
προμαντέματος	noun	γενική ενικού του προμάντεμα
προμαντέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμαντεύω
προμαντεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προμάντεμα
προμαντεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμαντεμένο
προμαντεμένε	verb	κλητική ενικού του προμαντεμένος
προμαντεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμαντεμένη
προμαντεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμαντεμένος
προμαντεμένης	verb	γενική ενικού του προμαντεμένη
προμαντεμένο	verb	αιτιατική ενικού του προμαντεμένος
προμαντεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμαντεμένος
προμαντεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προμαντεμένος
προμαντεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προμαντεμένος
προμαντεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προμαντεμένος
προμαντευμένος	=	προμαντεύω
προμαντεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμάντευμα
προμαντεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προμαντεύω
προμαντεύτηκα	=	προμαντεύω
προμαντεύω	verb	μαντεύω από πριν, προφητεύω, προλέγω
προμαχήσαμε	=	προμαχώ
προμαχήσαν	=	προμαχώ
προμαχήσανε	=	προμαχώ
προμαχήσατε	=	προμαχώ
προμαχήσει	=	προμαχώ
προμαχήστε	=	προμαχώ
προμαχεί	=	προμαχώ
προμαχείς	=	προμαχώ
προμαχείτε	=	προμαχώ
προμαχούμε	=	προμαχώ
προμαχούν	=	προμαχώ
προμαχούνε	=	προμαχώ
προμαχούσα	=	προμαχώ
προμαχούσαμε	=	προμαχώ
προμαχούσαν	=	προμαχώ
προμαχούσανε	=	προμαχώ
προμαχούσατε	=	προμαχώ
προμαχούσε	=	προμαχώ
προμαχούσες	=	προμαχώ
προμαχωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμαχωνικό
προμαχωνικέ	=	προμαχωνικός
προμαχωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμαχωνική
προμαχωνική	=	προμαχωνικός
προμαχωνικής	=	προμαχωνικός
προμαχωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμαχωνικός
προμαχωνικού	=	προμαχωνικός
προμαχωνικούς	=	προμαχωνικός
προμαχωνικό	=	προμαχωνικός
προμαχωνικός	adj	που έχει σχέση με προμαχώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προμαχωνικών	=	προμαχωνικός
προμαχώ	verb|archaic	είμαι πρόμαχος
προμαχώνα	=	προμαχώνας
προμαχώνας	noun	προεξέχον τμήμα τείχους, οχύρωσης, τάπια ή ντάπια
προμαχώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμαχώνας
προμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προμαχώ
προμαχώνων	=	προμαχώνας
προμείγματα	=	πρόμειγμα
προμείγματος	=	πρόμειγμα
προμεθαζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεθαζίνη
προμειγμάτων	=	πρόμειγμα
προμελέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμελέτη
προμελέτη	noun	προσχέδιο, προκαταρκτική μελέτη, σχεδιασμός μιας μελέτης
προμελέτης	=	προμελέτη
προμελετημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προμελετημένος	adv	με προμελετημένο τρόπο
προμελετημένε	verb	κλητική ενικού του προμελετημένος
προμελετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμελετημένη
προμελετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμελετημένος
προμελετημένης	verb	γενική ενικού του προμελετημένη
προμελετημένο	verb	αιτιατική ενικού του προμελετημένος
προμελετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμελετημένος
προμελετημένος	verb	που έχει προμελετηθεί
προμελετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προμελετημένος
προμελετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προμελετημένος
προμελετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προμελετημένος
προμελετώ	verb	μελετώ κάτι από πριν, το σχεδιάζω εκ των προτέρων
προμελετώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προμελετώ
προμελετών	=	προμελέτη
προμελετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προμελετώ
προμερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμέρισμα
προμερίσματος	noun	γενική ενικού του προμέρισμα
προμερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προμέρισμα
προμερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμερισμός
προμεριστώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμερίστωμα
προμεσημβρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεσημβρία
προμεσημβρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προμεσημβρινός	adv	πριν από το μεσημέρι
προμεσημβρινέ	adj	κλητική ενικού του προμεσημβρινός
προμεσημβρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεσημβρινή
προμεσημβρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμεσημβρινός
προμεσημβρινής	adj	γενική ενικού του προμεσημβρινή
προμεσημβρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμεσημβρινός
προμεσημβρινού	adj	γενική ενικού του προμεσημβρινός
προμεσημβρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προμεσημβρινός
προμεσημβρινό	adj	αιτιατική ενικού του προμεσημβρινός
προμεσημβρινός	adj	που συμβαίνει ή υπάρχει πριν από το μεσημέρι
προμεσημβρινών	adj	γενική πληθυντικού του προμεσημβρινός
προμεσονύκτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεσονύκτιο
προμεσονύκτιας	=	προμεσονύκτιος
προμεσονύκτιε	=	προμεσονύκτιος
προμεσονύκτιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεσονύκτια
προμεσονύκτιο	=	προμεσονύκτιος
προμεσονύκτιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμεσονύκτιος
προμεσονύκτιος	adj|formal	που γίνεται η συμβαίνει το χρονικό διάστημα πριν από τα μεσάνυχτα
προμεσονύκτιου	=	προμεσονύκτιος
προμεσονύκτιους	=	προμεσονύκτιος
προμεσονύκτιων	=	προμεσονύκτιος
προμεσοτειχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεσοτείχισμα
προμεσουρανήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεσουράνημα
προμεταμοσχευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεταμοσχευτικό
προμεταμοσχευτικέ	adj	κλητική ενικού του προμεταμοσχευτικός
προμεταμοσχευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμεταμοσχευτική
προμεταμοσχευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμεταμοσχευτικός
προμεταμοσχευτικής	adj	γενική ενικού του προμεταμοσχευτική
προμεταμοσχευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμεταμοσχευτικός
προμεταμοσχευτικού	adj	γενική ενικού του προμεταμοσχευτικός
προμεταμοσχευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προμεταμοσχευτικός
προμεταμοσχευτικό	adj	αιτιατική ενικού του προμεταμοσχευτικός
προμεταμοσχευτικός	adj	που αφορά εξετάσεις που γίνονται πριν από κάποια μεταμόσχευση
προμεταμοσχευτικών	adj	γενική πληθυντικού του προμεταμοσχευτικός
προμετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμέτρηση
προμετρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμετρητής
προμετωπία	noun	η εμφάνιση κλίσης προς τα εμπρός στο μετωπικό οστό
προμετωπίας	=	προμετωπία
προμετωπίδα	noun	η πρώτη μετά το εξώφυλλο σελίδα βιβλίου, όπου αναγράφεται ο πλήρης τίτλος
προμετωπίδας	=	προμετωπίδα
προμετωπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμετωπίδα
προμετωπίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμετωπίδιο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμετωπίδιο
προμετωπίδιας	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιε	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιες	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιο	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιοι	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιος	adj|archaic	που βρίσκεται στο μέτωπο ή μπροστά απ’ αυτό
προμετωπίδιου	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιους	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδιων	=	προμετωπίδιος
προμετωπίδων	=	προμετωπίδα
προμετωπίες	=	προμετωπία
προμετωπιαία	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίας	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίε	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίες	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίο	adj	προμετωπιαίος, στην αιτιατική του ενικού
προμετωπιαίοι	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίος	adj	που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του μετώπου
προμετωπιαίου	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίους	=	προμετωπιαίος
προμετωπιαίων	=	προμετωπιαίος
προμετωπιών	=	προμετωπία
προμηθέα	=	προμηθέας
προμηθέας	noun|archaic	προνοητικός
προμηθέψαμε	=	προμηθεύω
προμηθέψατε	=	προμηθεύω
προμηθέψει	=	προμηθεύω
προμηθέψεις	=	προμηθεύω
προμηθέψετε	=	προμηθεύω
προμηθέψομε	=	προμηθεύω
προμηθέψου	=	προμηθεύω
προμηθέψουμε	=	προμηθεύω
προμηθέψουν	=	προμηθεύω
προμηθέψουνε	=	προμηθεύω
προμηθέψτε	=	προμηθεύω
προμηθέψω	=	προμηθεύω
προμηθέων	=	προμηθέας
προμηθέως	=	προμηθέας
προμηθείου	=	προμήθειο
προμηθείς	=	προμηθέας
προμηθειών	noun	γενική πληθυντικού του προμήθεια
προμηθευθήκαμε	=	προμηθεύω
προμηθευθήκαν	=	προμηθεύω
προμηθευθήκανε	=	προμηθεύω
προμηθευθήκατε	=	προμηθεύω
προμηθευθεί	=	προμηθεύω
προμηθευθείς	=	προμηθεύω
προμηθευθείτε	=	προμηθεύω
προμηθευθούμε	=	προμηθεύω
προμηθευθούν	=	προμηθεύω
προμηθευθούνε	=	προμηθεύω
προμηθευθώ	=	προμηθεύω
προμηθευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθευμένο
προμηθευμένε	verb	κλητική ενικού του προμηθευμένος
προμηθευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθευμένη
προμηθευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμηθευμένος
προμηθευμένης	verb	γενική ενικού του προμηθευμένη
προμηθευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προμηθευμένος
προμηθευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμηθευμένος
προμηθευμένος	=	προμηθεύομαι
προμηθευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προμηθευμένος
προμηθευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προμηθευμένος
προμηθευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προμηθευμένος
προμηθευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθευτής
προμηθευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προμηθευτής
προμηθευτήκαμε	=	προμηθεύομαι
προμηθευτήκαν	=	προμηθεύομαι
προμηθευτήκανε	=	προμηθεύομαι
προμηθευτήκατε	=	προμηθεύομαι
προμηθευτής	noun	αυτός που προμηθεύει, που εφοδιάζει με προμήθειες κάποιον ή κάποιους
προμηθευτεί	=	προμηθεύομαι
προμηθευτείς	=	προμηθεύω
προμηθευτείτε	=	προμηθεύομαι
προμηθευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθευτικό
προμηθευτικέ	adj	κλητική ενικού του προμηθευτικός
προμηθευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθευτική
προμηθευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμηθευτικός
προμηθευτικής	adj	γενική ενικού του προμηθευτική
προμηθευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμηθευτικός
προμηθευτικού	adj	γενική ενικού του προμηθευτικός
προμηθευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προμηθευτικός
προμηθευτικό	adj	αιτιατική ενικού του προμηθευτικός
προμηθευτικός	adj	που έχει σχέση με προμήθειες, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτές
προμηθευτικών	adj	γενική πληθυντικού του προμηθευτικός
προμηθευτούμε	=	προμηθεύω
προμηθευτούν	=	προμηθεύω
προμηθευτούνε	=	προμηθεύω
προμηθευτριών	noun	γενική πληθυντικού του προμηθεύτρια
προμηθευτώ	=	προμηθεύω
προμηθευτών	noun	γενική πληθυντικού του προμηθευτής
προμηθευόμασταν	=	προμηθεύομαι
προμηθευόμαστε	=	προμηθεύομαι
προμηθευόμουν	=	προμηθεύομαι
προμηθευόμουνα	=	προμηθεύομαι
προμηθευόντουσαν	=	προμηθεύομαι
προμηθευόσασταν	=	προμηθεύομαι
προμηθευόσαστε	=	προμηθεύομαι
προμηθευόσουν	=	προμηθεύομαι
προμηθευόσουνα	=	προμηθεύομαι
προμηθευόταν	=	προμηθεύομαι
προμηθευότανε	=	προμηθεύομαι
προμηθεϊκά	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκέ	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκές	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκή	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκής	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκοί	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκού	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκούς	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκό	=	προμηθεϊκός
προμηθεϊκός	adj	σχετικός με τον Προμηθέα
προμηθεϊκών	=	προμηθεϊκός
προμηθεύαμε	=	προμηθεύω
προμηθεύαν	=	προμηθεύω
προμηθεύανε	=	προμηθεύω
προμηθεύατε	=	προμηθεύω
προμηθεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προμηθεύω
προμηθεύεις	=	προμηθεύω
προμηθεύεσαι	=	προμηθεύομαι
προμηθεύεστε	=	προμηθεύομαι
προμηθεύεται	=	προμηθεύομαι
προμηθεύετε	=	προμηθεύω
προμηθεύθηκα	=	προμηθεύω
προμηθεύθηκαν	=	προμηθεύω
προμηθεύθηκε	=	προμηθεύω
προμηθεύθηκες	=	προμηθεύω
προμηθεύομαι	verb	αγοράζω αγαθά (συνήθως σε αρκετά μεγάλη ποσότητα ώσε να μου επαρκέσουν για μια σχετικά μεγάλη περίοδο)
προμηθεύομε	=	προμηθεύω
προμηθεύονται	=	προμηθεύομαι
προμηθεύονταν	=	προμηθεύομαι
προμηθεύοντας	=	προμηθεύω
προμηθεύου	=	προμηθεύομαι
προμηθεύουμε	=	προμηθεύω
προμηθεύουν	=	προμηθεύω
προμηθεύουνε	=	προμηθεύω
προμηθεύς	=	προμηθέας
προμηθεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσαν	=	προμηθεύω
προμηθεύσανε	=	προμηθεύω
προμηθεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσομε	=	προμηθεύω
προμηθεύσου	=	προμηθεύομαι
προμηθεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσουνε	=	προμηθεύω
προμηθεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προμηθεύω
προμηθεύτε	=	προμηθεύω
προμηθεύτηκα	=	προμηθεύομαι
προμηθεύτηκαν	=	προμηθεύομαι
προμηθεύτηκε	=	προμηθεύομαι
προμηθεύτηκες	=	προμηθεύομαι
προμηθεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθεύτρα
προμηθεύτρια	noun	θηλυκό του προμηθευτής
προμηθεύτριας	noun	γενική ενικού του προμηθεύτρια
προμηθεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμηθεύτρια
προμηθεύω	verb	δίνω σε κάποιον κάτι που του είναι απαραίτητο
προμηνάω	=	προμηνύω
προμηνυθήκαμε	=	προμηνύω
προμηνυθήκαν	=	προμηνύω
προμηνυθήκανε	=	προμηνύω
προμηνυθήκατε	=	προμηνύω
προμηνυθεί	=	προμηνύω
προμηνυθείς	=	προμηνύω
προμηνυθείτε	=	προμηνύω
προμηνυθούμε	=	προμηνύω
προμηνυθούν	=	προμηνύω
προμηνυθούνε	=	προμηνύω
προμηνυθώ	=	προμηνύω
προμηνυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προμήνυμα
προμηνυόμασταν	=	προμηνύω
προμηνυόμαστε	=	προμηνύω
προμηνυόμουν	=	προμηνύω
προμηνυόμουνα	=	προμηνύω
προμηνυόντουσαν	=	προμηνύω
προμηνυόσασταν	=	προμηνύω
προμηνυόσαστε	=	προμηνύω
προμηνυόσουν	=	προμηνύω
προμηνυόσουνα	=	προμηνύω
προμηνυόταν	=	προμηνύω
προμηνυότανε	=	προμηνύω
προμηνύαμε	=	προμηνύω
προμηνύαν	=	προμηνύω
προμηνύανε	=	προμηνύω
προμηνύατε	=	προμηνύω
προμηνύει	=	προμηνύω
προμηνύεις	=	προμηνύω
προμηνύεσαι	=	προμηνύω
προμηνύεστε	=	προμηνύω
προμηνύεται	=	προμηνύω
προμηνύετε	=	προμηνύω
προμηνύθηκα	=	προμηνύω
προμηνύθηκαν	=	προμηνύω
προμηνύθηκε	=	προμηνύω
προμηνύθηκες	=	προμηνύω
προμηνύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμήνυμα
προμηνύματος	noun	γενική ενικού του προμήνυμα
προμηνύομαι	=	προμηνύω
προμηνύομε	=	προμηνύω
προμηνύονται	=	προμηνύω
προμηνύονταν	=	προμηνύω
προμηνύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προμηνύω
προμηνύουμε	=	προμηνύω
προμηνύουν	=	προμηνύω
προμηνύουνε	=	προμηνύω
προμηνύσαμε	=	προμηνύω
προμηνύσαν	=	προμηνύω
προμηνύσανε	=	προμηνύω
προμηνύσατε	=	προμηνύω
προμηνύσει	=	προμηνύω
προμηνύσεις	=	προμηνύω
προμηνύσετε	=	προμηνύω
προμηνύσομε	=	προμηνύω
προμηνύσου	=	προμηνύω
προμηνύσουμε	=	προμηνύω
προμηνύσουν	=	προμηνύω
προμηνύσουνε	=	προμηνύω
προμηνύστε	=	προμηνύω
προμηνύσω	=	προμηνύω
προμηνύω	verb	προαναγγέλλω, φανερώνω ενδείξεις ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, προοιωνίζομαι
προμηνώ	verb	άλλη μορφή του προμηνύω
προμηνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προμηνώ
προμιγμάτων	=	πρόμιγμα
προμινωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμινωικό
προμινωικέ	adj	κλητική ενικού του προμινωικός
προμινωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμινωική
προμινωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμινωικός
προμινωικής	adj	γενική ενικού του προμινωική
προμινωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμινωικός
προμινωικού	adj	γενική ενικού του προμινωικός
προμινωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προμινωικός
προμινωικό	adj	αιτιατική ενικού του προμινωικός
προμινωικός	adj	που έχει σχέση με περίοδο πριν από τη μινωική ή αναφέρεται σ’ αυτή
προμινωικών	adj	γενική πληθυντικού του προμινωικός
προμισθωθήκαμε	=	προμισθώνομαι
προμισθωθήκαν	=	προμισθώνομαι
προμισθωθήκανε	=	προμισθώνομαι
προμισθωθήκατε	=	προμισθώνομαι
προμισθωθεί	=	προμισθώνομαι
προμισθωθείτε	=	προμισθώνομαι
προμισθωμάτων	=	προμίσθωμα
προμισθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμισθωμένο
προμισθωμένε	verb	κλητική ενικού του προμισθωμένος
προμισθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμισθωμένη
προμισθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμισθωμένος
προμισθωμένης	verb	γενική ενικού του προμισθωμένη
προμισθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προμισθωμένος
προμισθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμισθωμένος
προμισθωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προμισθώνω
προμισθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προμισθωμένος
προμισθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προμισθωμένος
προμισθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προμισθωμένος
προμισθωνόμασταν	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόμαστε	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόμουν	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόμουνα	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόντουσαν	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόσασταν	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόσαστε	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόσουν	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόσουνα	=	προμισθώνομαι
προμισθωνόταν	=	προμισθώνομαι
προμισθωνότανε	=	προμισθώνομαι
προμισθωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμισθωτής
προμισθωτή	=	προμισθωτής
προμισθωτής	noun|formal	κάποιος που προμισθώνει
προμισθωτών	=	προμισθωτής
προμισθώθηκα	=	προμισθώνομαι
προμισθώθηκαν	=	προμισθώνομαι
προμισθώθηκε	=	προμισθώνομαι
προμισθώθηκες	=	προμισθώνομαι
προμισθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμίσθωμα
προμισθώματος	=	προμίσθωμα
προμισθώναμε	=	προμισθώνω
προμισθώναν	=	προμισθώνω
προμισθώνανε	=	προμισθώνω
προμισθώνατε	=	προμισθώνω
προμισθώνει	=	προμισθώνω
προμισθώνεις	=	προμισθώνω
προμισθώνεσαι	=	προμισθώνομαι
προμισθώνεστε	=	προμισθώνομαι
προμισθώνεται	=	προμισθώνομαι
προμισθώνετε	=	προμισθώνω
προμισθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προμισθώνω
προμισθώνονται	=	προμισθώνομαι
προμισθώνονταν	=	προμισθώνομαι
προμισθώνοντας	=	προμισθώνω
προμισθώνου	=	προμισθώνομαι
προμισθώνουμε	=	προμισθώνω
προμισθώνουν	=	προμισθώνω
προμισθώνουνε	=	προμισθώνω
προμισθώνω	verb|formal	προσφέρω προμίσθωμα
προμισθώσαμε	=	προμισθώνω
προμισθώσαν	=	προμισθώνω
προμισθώσανε	=	προμισθώνω
προμισθώσατε	=	προμισθώνω
προμισθώσει	=	προμισθώνω
προμισθώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμίσθωση
προμισθώσεων	=	προμίσθωση
προμισθώσου	=	προμισθώνομαι
προμισθώστε	=	προμισθώνω
προμνημονιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμνημονιακό
προμνημονιακέ	adj	κλητική ενικού του προμνημονιακός
προμνημονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμνημονιακή
προμνημονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προμνημονιακός
προμνημονιακής	adj	γενική ενικού του προμνημονιακή
προμνημονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προμνημονιακός
προμνημονιακού	adj	γενική ενικού του προμνημονιακός
προμνημονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προμνημονιακός
προμνημονιακό	adj	αιτιατική ενικού του προμνημονιακός
προμνημονιακός	adj	που σχετίζεται με την χρονική περίοδο πριν από (κάποιο) μνημόνιο ή αναφέρεται στην περίοδο αυτή
προμνημονιακών	adj	γενική πληθυντικού του προμνημονιακός
προμνησία	noun	το ντεζά βι, η αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση
προμνησίας	=	προμνησία
προμνησίες	=	προμνησία
προμνησιών	=	προμνησία
προμνηστεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμνήστευμα
προμοτάρω	verb	προωθώ
προμυελοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμυελοκύτταρο
προμυκήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμυκήλιο
προμυκτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμυκτήρας
προμυλίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμυλίτης
προμόχθου	=	πρόμοχθος
προμόχθους	=	πρόμοχθος
προμόχθων	=	πρόμοχθος
προμύστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προμύστης
προνάου	noun	γενική ενικού του πρόναος
προνάους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόναος
προνάρθηκα	=	προνάρθηκας
προνάρθηκας	noun	στενόμακρος, στεγασμένος προθάλαμος στη δυτική πλευρά ενός χριστιανικού ναού, που προηγείται του κυρίως ναού
προνάρθηκες	=	προνάρθηκας
προνάων	noun	γενική πληθυντικού του πρόναος
προνήπια	=	προνήπιο
προνήπιο	noun	προσχολική, μη υποχρεωτική, εκπαιδευτική βαθμίδα
προνήπιου	=	προνήπιο
προναρθήκων	=	προνάρθηκας
προναρκώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνάρκωση
προναύκληροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προναύκληρος
προναύλου	=	πρόναυλος
προναύλους	=	πρόναυλος
προναύλων	=	πρόναυλος
προνεαντερτάλιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνεαντερτάλια
προνεαντερτάλιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνεαντερτάλιος
προνευστάζω	verb	σκαμπανεβάζω
προνευστασμέ	noun	κλητική ενικού του προνευστασμός
προνευστασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνευστασμός
προνευστασμού	noun	γενική ενικού του προνευστασμός
προνευστασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προνευστασμός
προνευστασμό	noun	αιτιατική ενικού του προνευστασμός
προνευστασμός	noun|formal	το σκαμπανέβασμα
προνευστασμών	noun	γενική πληθυντικού του προνευστασμός
προνεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόνευση
προνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόνευση
προνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόνευση
προνεύω	verb	γέρνω μπροστά
προνηπίου	=	προνήπιο
προνηπίων	=	προνήπιο
προνοήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνόημα
προνοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσαν	=	προνοώ
προνοήσανε	=	προνοώ
προνοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνοεί	=	προνοώ
προνοείς	=	προνοώ
προνοείτε	=	προνοώ
προνοησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοησία
προνοητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοητής
προνοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοητικό	adv	με προνοητικό τρόπο, με προνοητικότητα
προνοητικέ	adj	κλητική ενικού του προνοητικός
προνοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοητική
προνοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προνοητικός
προνοητικής	adj	γενική ενικού του προνοητική
προνοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνοητικός
προνοητικοτήτων	=	προνοητικότητα
προνοητικού	adj	γενική ενικού του προνοητικός
προνοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προνοητικός
προνοητικό	adj	αιτιατική ενικού του προνοητικός
προνοητικός	adj	που έχει την τάση να φροντίζει εγκαίρως για κάτι προτού συμβεί
προνοητικότης	noun	η προνοητικότητα
προνοητικότητα	noun	το να είναι κάποιος προνοητικός, η ιδιότητα του προνοητικού
προνοητικότητας	noun	γενική ενικού του προνοητικότητα
προνοητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοητικότητα
προνοητικών	adj	γενική πληθυντικού του προνοητικός
προνοητικώς	adv|dated	προνοητικά
προνοιάριε	=	προνοιάριος
προνοιάριο	=	προνοιάριος
προνοιάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνοιάριος
προνοιάριος	noun	(ιστορία, (νομικός όρος) βυζαντινός κάτοχος του προνόμιου της πρόνοιας, συχνά στρατιωτικός που του είχαν παραχωρηθεί αγροτικές εκτάσεις ή το δικαίωμα είσπραξης κάποιων φόρων, με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας
προνοιάριου	=	προνοιάριος
προνοιάριους	=	προνοιάριος
προνοιάριων	=	προνοιάριος
προνοιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοιακό
προνοιακέ	adj	κλητική ενικού του προνοιακός
προνοιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοιακή
προνοιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προνοιακός
προνοιακής	adj	γενική ενικού του προνοιακή
προνοιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνοιακός
προνοιακού	adj	γενική ενικού του προνοιακός
προνοιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προνοιακός
προνοιακό	adj	αιτιατική ενικού του προνοιακός
προνοιακός	adj	που έχει σχέση με την πρόνοια ή αναφέρεται σ’ αυτή
προνοιακών	adj	γενική πληθυντικού του προνοιακός
προνοιαρίου	=	προνοιάριος
προνοιαρίους	=	προνοιάριος
προνοιαρίων	=	προνοιάριος
προνοιών	noun	γενική πληθυντικού του πρόνοια
προνομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομή
προνομία	noun	προνόμιο, κατ' εξαίρεσιν δικαίωμα, με εξαίρεση από την κοινή νομοθεσία
προνομίας	noun	γενική ενικού του προνομία
προνομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομία
προνομίου	=	προνόμιο
προνομίων	noun	γενική πληθυντικού του προνόμιο
προνομαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομαία
προνομείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομεία
προνομευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομευτής
προνομεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνόμευση
προνομιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομιακό	adv	σαν προνόμιο, αποκομίζοντας ένα όφελος από κάτι
προνομιακέ	adj	κλητική ενικού του προνομιακός
προνομιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομιακή
προνομιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προνομιακός
προνομιακής	adj	γενική ενικού του προνομιακή
προνομιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνομιακός
προνομιακού	adj	γενική ενικού του προνομιακός
προνομιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προνομιακός
προνομιακό	adj	αιτιατική ενικού του προνομιακός
προνομιακός	adj	Αυτός που αποδίδει προνόμια
προνομιακών	adj	γενική πληθυντικού του προνομιακός
προνομιακώς	adv|dated	προνομιακά
προνομιούχα	=	προνομιούχος
προνομιούχας	=	προνομιούχος
προνομιούχε	=	προνομιούχος
προνομιούχες	=	προνομιούχος
προνομιούχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προνομιούχος
προνομιούχοι	=	προνομιούχος
προνομιούχος	noun	αυτός που έχει προνόμια	adj	που έχει ή που απολαμβάνει προνόμια ή μια ιδιαίτερη μεταχείριση
προνομιούχου	=	προνομιούχος
προνομιούχους	=	προνομιούχος
προνομιούχων	=	προνομιούχος
προνομιών	noun	γενική πληθυντικού του προνομία
προνομοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομοθετημένο
προνομοθετημένε	verb	κλητική ενικού του προνομοθετημένος
προνομοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομοθετημένη
προνομοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προνομοθετημένος
προνομοθετημένης	verb	γενική ενικού του προνομοθετημένη
προνομοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του προνομοθετημένος
προνομοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνομοθετημένος
προνομοθετημένος	verb	νομοθετημένος εκ των προτέρων
προνομοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προνομοθετημένος
προνομοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προνομοθετημένος
προνομοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προνομοθετημένος
προνομοθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομοθετικό
προνομοθετικέ	adj	κλητική ενικού του προνομοθετικός
προνομοθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνομοθετική
προνομοθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προνομοθετικός
προνομοθετικής	adj	γενική ενικού του προνομοθετική
προνομοθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνομοθετικός
προνομοθετικού	adj	γενική ενικού του προνομοθετικός
προνομοθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προνομοθετικός
προνομοθετικό	adj	αιτιατική ενικού του προνομοθετικός
προνομοθετικός	adj	που συμβαίνει πριν υπάρξει σχετικός νόμος
προνομοθετικών	adj	γενική πληθυντικού του προνομοθετικός
προνοούμε	=	προνοώ
προνοούν	=	προνοώ
προνοούνε	=	προνοώ
προνοούσα	=	προνοώ
προνοούσαμε	=	προνοώ
προνοούσαν	=	προνοώ
προνοούσανε	=	προνοώ
προνοούσατε	=	προνοώ
προνοούσε	=	προνοώ
προνοούσες	=	προνοώ
προνοσοκομειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοσοκομειακό
προνοσοκομειακέ	adj	κλητική ενικού του προνοσοκομειακός
προνοσοκομειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνοσοκομειακή
προνοσοκομειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προνοσοκομειακός
προνοσοκομειακής	adj	γενική ενικού του προνοσοκομειακή
προνοσοκομειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προνοσοκομειακός
προνοσοκομειακού	adj	γενική ενικού του προνοσοκομειακός
προνοσοκομειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προνοσοκομειακός
προνοσοκομειακό	adj	αιτιατική ενικού του προνοσοκομειακός
προνοσοκομειακός	adj	που έχει σχέση με την ιατρική φροντίδα που παρέχεται σ' έναν ασθενή πριν από την εισαγωγή του σ' ένα νοσοκομείο ή αναφέρεται σ' αυτή
προνοσοκομειακών	adj	γενική πληθυντικού του προνοσοκομειακός
προνουντσιαμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνουντσιαμέντο
προνουντσιαμέντο	noun	προκήρυξη στασιακού χαρακτήρα
προνουντσιαμέντου	noun	γενική ενικού του προνουντσιαμέντο
προνουντσιαμέντων	noun	γενική πληθυντικού του προνουντσιαμέντο
προνοώ	verb	φροντίζω για κάτι πριν συμβεί ή εκδηλωθεί, μεριμνώ εκ των προτέρων
προνοώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προνοώ
προνυμφών	=	προνύμφη
προνόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προνοώ
προνόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του προνόμιο
προνόμιο	noun	δικαίωμα ή αγαθό που ανήκει ή έχει παραχωρηθεί σε κάποιον ή κάποιους κατ' εξαίρεση
προνόμιου	=	προνόμιο
προνύμφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προνύμφη
προνύμφη	noun	η μεταβατική μορφή ενός όντος (εντόμου, αμφίβιου κ.λπ.) κατά τη μετατροπή του από έμβρυο σε τέλειο άτομο
προνύμφης	noun	γενική ενικού του προνύμφη
προξένεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξένεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξένεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξένεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξένησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξένησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξένησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξένησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξένου	noun	γενική ενικού του πρόξενος
προξένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόξενος
προξένων	noun	γενική πληθυντικού του πρόξενος
προξενέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενεύω
προξενήθηκα	=	προξενώ
προξενήθηκαν	=	προξενώ
προξενήθηκε	=	προξενώ
προξενήθηκες	=	προξενώ
προξενήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσαν	=	προξενώ
προξενήσανε	=	προξενώ
προξενήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσου	=	προξενώ
προξενήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσουνε	=	προξενώ
προξενήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προξενώ
προξενήτρα	=	προξενητής
προξενήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενήτρα
προξενήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενήτρια
προξενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενία
προξενεί	=	προξενώ
προξενεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενείο
προξενείο	noun	το κτίριο ή το γραφείο του πρόξενου
προξενείου	noun	γενική ενικού του προξενείο
προξενείς	=	προξενώ
προξενείσαι	=	προξενώ
προξενείστε	=	προξενώ
προξενείται	=	προξενώ
προξενείτε	=	προξενώ
προξενείτο	=	προξενώ
προξενείων	noun	γενική πληθυντικού του προξενείο
προξενειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενειό
προξενειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενειά
προξενεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενεμένο
προξενεμένε	verb	κλητική ενικού του προξενεμένος
προξενεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενεμένη
προξενεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προξενεμένος
προξενεμένης	verb	γενική ενικού του προξενεμένη
προξενεμένο	verb	αιτιατική ενικού του προξενεμένος
προξενεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προξενεμένος
προξενεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προξενεμένος
προξενεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προξενεμένος
προξενεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προξενεμένος
προξενευτές	=	προξενευτής
προξενευτή	=	προξενευτής
προξενευτής	noun	άλλη μορφή του προξενητής
προξενευτών	=	προξενευτής
προξενεύω	verb	γίνομαι προξενητής ή προξενήτρα κάνοντας προξενιό
προξενεῖον	noun	προξενείο
προξενηθήκαμε	=	προξενώ
προξενηθήκαν	=	προξενώ
προξενηθήκανε	=	προξενώ
προξενηθήκατε	=	προξενώ
προξενηθεί	=	προξενώ
προξενηθείς	=	προξενώ
προξενηθείτε	=	προξενώ
προξενηθούμε	=	προξενώ
προξενηθούν	=	προξενώ
προξενηθούνε	=	προξενώ
προξενηθώ	=	προξενώ
προξενημένος	=	προξενώ
προξενητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενητής
προξενητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προξενητής
προξενητής	noun	κάποιος που διαπραγματεύεται έναν γάμο για λογαριασμό άλλου
προξενητών	noun	γενική πληθυντικού του προξενητής
προξενιά	noun	το προξενιό
προξενιάς	noun	γενική ενικού του προξενιά
προξενιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενιά
προξενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενικό
προξενικέ	adj	κλητική ενικού του προξενικός
προξενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξενική
προξενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προξενικός
προξενικής	adj	γενική ενικού του προξενική
προξενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προξενικός
προξενικού	adj	γενική ενικού του προξενικός
προξενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προξενικός
προξενικό	adj	αιτιατική ενικού του προξενικός
προξενικός	adj	που έχει σχέση με τον πρόξενο ή το προξενείο ή αναφέρεται σ’ αυτά
προξενικών	adj	γενική πληθυντικού του προξενικός
προξενιού	noun	γενική ενικού του προξενιό
προξενιό	noun	το συνοικέσιο, συμφωνία με μεσολάβηση τρίτου για γάμο
προξενιών	noun	γενική πληθυντικού του προξενιό
προξενούμαι	=	προξενώ
προξενούμασταν	=	προξενώ
προξενούμαστε	=	προξενώ
προξενούμε	=	προξενώ
προξενούμενος	=	προξενώ
προξενούμουν	=	προξενώ
προξενούμουνα	=	προξενώ
προξενούν	=	προξενώ
προξενούνε	=	προξενώ
προξενούνται	=	προξενώ
προξενούνταν	=	προξενώ
προξενούντο	=	προξενώ
προξενούσα	=	προξενώ
προξενούσαμε	=	προξενώ
προξενούσαν	=	προξενώ
προξενούσανε	=	προξενώ
προξενούσασταν	=	προξενώ
προξενούσαστε	=	προξενώ
προξενούσατε	=	προξενώ
προξενούσε	=	προξενώ
προξενούσες	=	προξενώ
προξενούσουν	=	προξενώ
προξενούσουνα	=	προξενώ
προξενώ	verb	κάνω κάτι να συμβεί, συνήθως αρνητικό
προξενώντας	=	προξενώ
προξηράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προξήρανση
προοίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοίμιο
προοίμιο	noun	η εισαγωγή, ο πρόλογος, πχ σε ένα ποιητικό έργο
προοίμιου	=	προοίμιο
προοίμιων	=	προοίμιο
προοδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοδευμένο
προοδευμένε	verb	κλητική ενικού του προοδευμένος
προοδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοδευμένη
προοδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προοδευμένος
προοδευμένης	verb	γενική ενικού του προοδευμένη
προοδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προοδευμένος
προοδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοδευμένος
προοδευμένος	verb	που έχει προοδεύσει
προοδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προοδευμένος
προοδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προοδευμένος
προοδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προοδευμένος
προοδευτικά	adv	υποστηρίζοντας την πρόοδο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοδευτικό
προοδευτικέ	adj	κλητική ενικού του προοδευτικός
προοδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοδευτική
προοδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προοδευτικός
προοδευτικής	adj	γενική ενικού του προοδευτική
προοδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοδευτικός
προοδευτικοτήτων	=	προοδευτικότητα
προοδευτικού	adj	γενική ενικού του προοδευτικός
προοδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προοδευτικός
προοδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του προοδευτικός
προοδευτικός	adj	που υποστηρίζει την πρόοδο
προοδευτικότατα	=	προοδευτικός
προοδευτικότατε	=	προοδευτικός
προοδευτικότατες	=	προοδευτικός
προοδευτικότατη	=	προοδευτικός
προοδευτικότατης	=	προοδευτικός
προοδευτικότατο	=	προοδευτικός
προοδευτικότατοι	=	προοδευτικός
προοδευτικότατος	=	προοδευτικός
προοδευτικότατου	=	προοδευτικός
προοδευτικότατους	=	προοδευτικός
προοδευτικότατων	=	προοδευτικός
προοδευτικότερα	=	προοδευτικός
προοδευτικότερε	=	προοδευτικός
προοδευτικότερες	=	προοδευτικός
προοδευτικότερη	=	προοδευτικός
προοδευτικότερης	=	προοδευτικός
προοδευτικότερο	=	προοδευτικός
προοδευτικότεροι	=	προοδευτικός
προοδευτικότερος	=	προοδευτικός
προοδευτικότερου	=	προοδευτικός
προοδευτικότερους	=	προοδευτικός
προοδευτικότερων	=	προοδευτικός
προοδευτικότης	noun	η προοδευτικότητα
προοδευτικότητα	noun	το να είναι κάποιος προοδευτικός, η ιδιότητα του προοδευτικού
προοδευτικότητας	noun	γενική ενικού του προοδευτικότητα
προοδευτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοδευτικότητα
προοδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του προοδευτικός
προοδευτικώς	adv|dated	προοδευτικά
προοδευτισμέ	noun	κλητική ενικού του προοδευτισμός
προοδευτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοδευτισμός
προοδευτισμού	noun	γενική ενικού του προοδευτισμός
προοδευτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προοδευτισμός
προοδευτισμό	noun	αιτιατική ενικού του προοδευτισμός
προοδευτισμός	noun	πολιτική ιδεολογική τάση που υποστηρίζει νέα μορφώματα στην πολιτική και κοινωνική οργάνωση, σε αντιδιαστολή με το συντηρητισμό
προοδευτισμών	noun	γενική πληθυντικού του προοδευτισμός
προοδεύαμε	=	προοδεύω
προοδεύαν	=	προοδεύω
προοδεύανε	=	προοδεύω
προοδεύατε	=	προοδεύω
προοδεύει	=	προοδεύω
προοδεύεις	=	προοδεύω
προοδεύετε	=	προοδεύω
προοδεύομε	=	προοδεύω
προοδεύοντας	=	προοδεύω
προοδεύουμε	=	προοδεύω
προοδεύουν	=	προοδεύω
προοδεύουνε	=	προοδεύω
προοδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσαν	=	προοδεύω
προοδεύσανε	=	προοδεύω
προοδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσομε	=	προοδεύω
προοδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσουνε	=	προοδεύω
προοδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προοδεύω	verb	έχω καλή εξέλιξη, αναπτύσσομαι
προοδοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοδοποίηση
προοιδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοίδημα
προοικονομήθηκα	=	προοικονομώ
προοικονομήθηκαν	=	προοικονομώ
προοικονομήθηκε	=	προοικονομώ
προοικονομήθηκες	=	προοικονομώ
προοικονομήσαμε	=	προοικονομώ
προοικονομήσαν	=	προοικονομώ
προοικονομήσανε	=	προοικονομώ
προοικονομήσατε	=	προοικονομώ
προοικονομήσει	=	προοικονομώ
προοικονομήσου	=	προοικονομώ
προοικονομήστε	=	προοικονομώ
προοικονομία	noun	η γνώση εκ των προτέρων προγραμματισμένων μελλοντικών γεγονότων, η πρόβλεψη
προοικονομίας	=	προοικονομία
προοικονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοικονομία
προοικονομεί	=	προοικονομώ
προοικονομείς	=	προοικονομώ
προοικονομείσαι	=	προοικονομώ
προοικονομείστε	=	προοικονομώ
προοικονομείται	=	προοικονομώ
προοικονομείτε	=	προοικονομώ
προοικονομηθήκαμε	=	προοικονομώ
προοικονομηθήκαν	=	προοικονομώ
προοικονομηθήκανε	=	προοικονομώ
προοικονομηθήκατε	=	προοικονομώ
προοικονομηθεί	=	προοικονομώ
προοικονομηθείτε	=	προοικονομώ
προοικονομημένος	=	προοικονομώ
προοικονομιών	=	προοικονομία
προοικονομούμαι	=	προοικονομώ
προοικονομούμασταν	=	προοικονομώ
προοικονομούμαστε	=	προοικονομώ
προοικονομούμε	=	προοικονομώ
προοικονομούμουν	=	προοικονομώ
προοικονομούν	=	προοικονομώ
προοικονομούνε	=	προοικονομώ
προοικονομούνται	=	προοικονομώ
προοικονομούνταν	=	προοικονομώ
προοικονομούσα	=	προοικονομώ
προοικονομούσαμε	=	προοικονομώ
προοικονομούσαν	=	προοικονομώ
προοικονομούσανε	=	προοικονομώ
προοικονομούσασταν	=	προοικονομώ
προοικονομούσαστε	=	προοικονομώ
προοικονομούσατε	=	προοικονομώ
προοικονομούσε	=	προοικονομώ
προοικονομούσες	=	προοικονομώ
προοικονομούσουν	=	προοικονομώ
προοικονομώ	verb	προετοιμάζω, προβλέπω κάτι που θα χρησιμέψει ή συμβεί στο μέλλον
προοικονομώντας	=	προοικονομώ
προοικονόμει	=	προοικονομώ
προοικονόμησα	=	προοικονομώ
προοικονόμησαν	=	προοικονομώ
προοικονόμησε	=	προοικονομώ
προοικονόμησες	=	προοικονομώ
προοιμίου	=	προοίμιο
προοιμίων	=	προοίμιο
προοιμιάζομαι	verb|archaic	προλογίζω, λέω ως προοίμιο
προοιμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προοιμιακός	adv	με προοιμιακό τρόπο, σε προοιμιακή θέση
προοιμιακέ	adj	κλητική ενικού του προοιμιακός
προοιμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοιμιακή
προοιμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προοιμιακός
προοιμιακής	adj	γενική ενικού του προοιμιακή
προοιμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοιμιακός
προοιμιακού	adj	γενική ενικού του προοιμιακός
προοιμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προοιμιακός
προοιμιακό	adj	αιτιατική ενικού του προοιμιακός
προοιμιακός	adj	εισαγωγικός
προοιμιακών	adj	γενική πληθυντικού του προοιμιακός
προοιμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοιμιασμένο
προοιμιασμένε	verb	κλητική ενικού του προοιμιασμένος
προοιμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοιμιασμένη
προοιμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προοιμιασμένος
προοιμιασμένης	verb	γενική ενικού του προοιμιασμένη
προοιμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προοιμιασμένος
προοιμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοιμιασμένος
προοιμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προοιμιασμένος
προοιμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προοιμιασμένος
προοιμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προοιμιασμένος
προοιωνίζαμε	=	προοιωνίζω
προοιωνίζαν	=	προοιωνίζω
προοιωνίζανε	=	προοιωνίζω
προοιωνίζατε	=	προοιωνίζω
προοιωνίζει	=	προοιωνίζω
προοιωνίζεις	=	προοιωνίζω
προοιωνίζεσαι	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίζεστε	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίζεται	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίζετε	=	προοιωνίζω
προοιωνίζομαι	verb	δίνω ενδείξεις ή σημάδια για κάτι που θα συμβεί στο μέλλον
προοιωνίζονται	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίζονταν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίζοντας	=	προοιωνίζω
προοιωνίζου	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίζουμε	=	προοιωνίζω
προοιωνίζουν	=	προοιωνίζω
προοιωνίζουνε	=	προοιωνίζω
προοιωνίζω	verb	άλλη μορφή του προοιωνίζομαι
προοιωνίσαμε	=	προοιωνίζω
προοιωνίσαν	=	προοιωνίζω
προοιωνίσανε	=	προοιωνίζω
προοιωνίσατε	=	προοιωνίζω
προοιωνίσει	=	προοιωνίζω
προοιωνίσου	=	προοιωνίζομαι
προοιωνίστε	=	προοιωνίζω
προοιωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιζόμασταν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόμαστε	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόμουν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόμουνα	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόντουσαν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόσασταν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόσαστε	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόσουν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόσουνα	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζόταν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιζότανε	=	προοιωνίζομαι
προοιωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοιωνισμένο
προοιωνισμένε	verb	κλητική ενικού του προοιωνισμένος
προοιωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοιωνισμένη
προοιωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προοιωνισμένος
προοιωνισμένης	verb	γενική ενικού του προοιωνισμένη
προοιωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προοιωνισμένος
προοιωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοιωνισμένος
προοιωνισμένος	=	προοιωνίζομαι
προοιωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προοιωνισμένος
προοιωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προοιωνισμένος
προοιωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προοιωνισμένος
προοιωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοιωνισμός
προοιωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστήκαν	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιστήκανε	=	προοιωνίζομαι
προοιωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προοιωνίζομαι
προοιώνιζα	=	προοιωνίζω
προοιώνιζαν	=	προοιωνίζω
προοιώνιζε	=	προοιωνίζω
προοιώνιζες	=	προοιωνίζω
προοιώνισα	=	προοιωνίζω
προοιώνισαν	=	προοιωνίζω
προοιώνισε	=	προοιωνίζω
προοιώνισες	=	προοιωνίζω
προολκέα	=	προολκέας
προολκέας	noun|dated	εξάρτημα που προσαρμόζεται στο αλέτρι και ρυθμίζει το βάθος του οργώματος
προολκές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προολκή
προολκέων	=	προολκέας
προολκή	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προέλκω
προολκής	=	προολκή
προολκείς	=	προολκέας
προολκεύς	noun	άλλη μορφή του προολκέας
προολκών	=	προολκή
προολοφυρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προολοφυρμός
προομαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προομαλισμός
προομηρικά	=	προομηρικός
προομηρικέ	=	προομηρικός
προομηρικές	=	προομηρικός
προομηρική	=	προομηρικός
προομηρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (προομηρική) του προομηρικός
προομηρικοί	=	προομηρικός
προομηρικού	=	προομηρικός
προομηρικούς	=	προομηρικός
προομηρικό	=	προομηρικός
προομηρικός	adj	που υπήρξε ή συνέβη πριν από τον Όμηρο ή την εποχή του
προομηρικών	=	προομηρικός
προονομασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προονομασία
προοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοπτικό
προοπτικέ	adj	κλητική ενικού του προοπτικός
προοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοπτική
προοπτική	noun	τεχνική απεικόνισης αντικειμένων ώστε να φαίνονται όπως τα βλέπει ένας παρατηρητής από συγκεκριμένο σημείο
προοπτικής	adj	γενική ενικού του προοπτική
προοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοπτικός
προοπτικοτήτων	=	προοπτικότητα
προοπτικού	adj	γενική ενικού του προοπτικός
προοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προοπτικός
προοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προοπτικός
προοπτικός	adj	που έχει σχέση με την προοπτική ή αναφέρεται σ’ αυτή
προοπτικότης	noun	η προοπτικότητα
προοπτικότητα	noun	η ιδιότητα του προοπτικού
προοπτικότητας	=	προοπτικότητα
προοπτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοπτικότητα
προοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προοπτικός
προορίζαμε	=	προορίζω
προορίζαν	=	προορίζω
προορίζανε	=	προορίζω
προορίζατε	=	προορίζω
προορίζει	=	προορίζω
προορίζεις	=	προορίζω
προορίζεσαι	=	προορίζω
προορίζεστε	=	προορίζω
προορίζεται	=	προορίζω
προορίζετε	=	προορίζω
προορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προορίζω
προορίζονται	=	προορίζω
προορίζονταν	=	προορίζω
προορίζοντας	=	προορίζω
προορίζουμε	=	προορίζω
προορίζουν	=	προορίζω
προορίζουνε	=	προορίζω
προορίζω	verb	προσδιορίζω από πριν την κατεύθυνση ή την κατάληξη που θα έχει κάποιος ή κάποιο ζήτημα
προορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίσαν	=	προορίζω
προορίσανε	=	προορίζω
προορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίσου	=	προορίζω
προορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προορίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προορίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προορίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προορατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προορατικό
προορατικέ	adj	κλητική ενικού του προορατικός
προορατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προορατική
προορατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προορατικός
προορατικής	adj	γενική ενικού του προορατική
προορατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προορατικός
προορατικοτήτων	=	προορατικότητα
προορατικού	adj	γενική ενικού του προορατικός
προορατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προορατικός
προορατικό	adj	αιτιατική ενικού του προορατικός
προορατικός	adj	που μπορεί και προβλέπει
προορατικότης	noun	η προορατικότητα
προορατικότητα	noun	το να είναι κάποιος προορατικός, η ιδιότητα ή η ικανότητα του προορατικού
προορατικότητας	noun	γενική ενικού του προορατικότητα
προορατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προορατικότητα
προορατικών	adj	γενική πληθυντικού του προορατικός
προορατικώς	adv|dated	προορατικά
προοριζόμασταν	=	προορίζω
προοριζόμαστε	=	προορίζω
προοριζόμενα	=	προοριζόμενος
προοριζόμενε	=	προοριζόμενος
προοριζόμενες	=	προοριζόμενος
προοριζόμενη	=	προοριζόμενος
προοριζόμενης	=	προοριζόμενος
προοριζόμενο	=	προοριζόμενος
προοριζόμενοι	=	προοριζόμενος
προοριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προορίζομαι
προοριζόμενου	=	προοριζόμενος
προοριζόμενους	=	προοριζόμενος
προοριζόμενων	=	προοριζόμενος
προοριζόμουν	=	προορίζω
προοριζόμουνα	=	προορίζω
προοριζόντουσαν	=	προορίζω
προοριζόσασταν	=	προορίζω
προοριζόσαστε	=	προορίζω
προοριζόσουν	=	προορίζω
προοριζόσουνα	=	προορίζω
προοριζόταν	=	προορίζω
προοριζότανε	=	προορίζω
προορισμέ	noun	κλητική ενικού του προορισμός
προορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προορισμένο
προορισμένε	verb	κλητική ενικού του προορισμένος
προορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προορισμένη
προορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προορισμένος
προορισμένης	verb	γενική ενικού του προορισμένη
προορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προορισμένος
προορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προορισμένος
προορισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προορίζω
προορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προορισμένος
προορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προορισμένος
προορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προορισμένος
προορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προορισμός
προορισμού	noun	γενική ενικού του προορισμός
προορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προορισμός
προορισμό	noun	αιτιατική ενικού του προορισμός
προορισμός	noun	ο τόπος για τον οποίο προορίζεται ένας ταξιδιώτης
προορισμών	noun	γενική πληθυντικού του προορισμός
προοριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστήκαν	=	προορίζω
προοριστήκανε	=	προορίζω
προοριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοριστικό
προοριστικέ	adj	κλητική ενικού του προοριστικός
προοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προοριστική
προοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προοριστικός
προοριστικής	adj	γενική ενικού του προοριστική
προοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προοριστικός
προοριστικού	adj	γενική ενικού του προοριστικός
προοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προοριστικός
προοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του προοριστικός
προοριστικός	adj|formal	που προκαθορίζει, που συμβάλλει στον προορισμό
προοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του προοριστικός
προοριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προοριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προορίζομαι
προορμόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προορμόνη
προορώ	verb|archaic	προβλέπω, είμαι προορατικός
προορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προορώ
προπάνια	=	προπάνιο
προπάνιο	noun	κορεσμένος αλειφατικός υδρογονάνθρακας με χημικό τύπο C₃H₈, άχρωμο και ιδιαίτερα εύφλεκτο αέριο, το οποίο υγροποιείται εύκολα υπό πίεση και χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο σε οικιακές, βιομηχανικές και τεχνικές εφαρμογές
προπάνιου	=	προπάνιο
προπάντων	adv	πάνω από όλα
προπάππε	noun	κλητική ενικού του προπάππος
προπάππο	noun	αιτιατική ενικού του προπάππος
προπάπποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπάππος
προπάππος	noun	ο πατέρας του παππού ή της γιαγιάς μου
προπάππου	noun	γενική ενικού του προπάππος
προπάππους	noun	άλλη μορφή του προπάππος
προπάππων	noun	γενική πληθυντικού του προπάππος
προπάτορα	=	προπάτορας
προπάτορας	noun	ο (απώτερος) πρόγονος
προπάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπάτορας
προπέλα	noun	ο έλικας ενός μηχανοκίνητου πλοίου
προπέλας	noun	γενική ενικού του προπέλα
προπέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπέλα
προπέμπαμε	=	προπέμπω
προπέμπαν	=	προπέμπω
προπέμπανε	=	προπέμπω
προπέμπατε	=	προπέμπω
προπέμπει	=	προπέμπω
προπέμπεις	=	προπέμπω
προπέμπετε	=	προπέμπω
προπέμποντας	=	προπέμπω
προπέμπουμε	=	προπέμπω
προπέμπουν	=	προπέμπω
προπέμπουνε	=	προπέμπω
προπέμπω	verb|formal	ξεπροβοδίζω, κατευοδώνω
προπέμψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψαν	=	προπέμπω
προπέμψανε	=	προπέμπω
προπέμψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπέμψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπέμπω
προπένια	=	προπένιο
προπένιο	noun	ένα αλκένιο που είναι ένας άχρωμος πτητικός (σε θερμοκρασία και πίεση δωματίου) υδρογονάνθρακας με χημικό τύπο C₃H₆
προπένιου	=	προπένιο
προπέρσι	adv	άλλη μορφή του προπέρυσι
προπέρσινα	=	προπέρσινος
προπέρσινε	=	προπέρσινος
προπέρσινες	=	προπέρσινος
προπέρσινη	=	προπέρσινος
προπέρσινης	=	προπέρσινος
προπέρσινο	=	προπέρσινος
προπέρσινοι	=	προπέρσινος
προπέρσινος	adj	που συνέβη ή έγινε προπέρυσι
προπέρσινου	=	προπέρσινος
προπέρσινους	=	προπέρσινος
προπέρσινων	=	προπέρσινος
προπέρυσι	adv	κατά τη χρονιά πριν από την περσινή, δύο χρόνια πριν
προπέτασμα	noun	καθετί που καλύπτει αυτά που βρίσκονται πίσω από αυτό
προπέτεια	noun|formal	το να είναι κάποιος προπετής, να έχει συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από λόγο αυθάδη, χωρίς προηγούμενη σκέψη
προπέτειας	noun	γενική ενικού του προπέτεια
προπέτειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπέτεια
προπέτες	=	προπέτης
προπέτη	=	προπέτης
προπέτης	noun	άλλη μορφή του προπετής
προπέτις	noun	προπέτισσα, προπετής
προπέτισσα	noun	θηλυκό του προπέτης
προπέτισσας	noun	γενική ενικού του προπέτισσα
προπέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπέτισσα
προπήγματα	=	πρόπηγμα
προπήγματος	=	πρόπηγμα
προπίνω	verb|formal	πίνω πρώτος ή στην υγεία κάποιου
προπαίδεια	noun	πίνακας που περιέχει τα γινόμενα όλων των μονοψήφιων αριθμών (και του δέκα)
προπαίδειας	noun	γενική ενικού του προπαίδεια
προπαίδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαίδεια
προπαίδες	noun	κατηγορία αγοριών που μετέχουν σε κάποιο άθλημα, και ηλικιακά τοποθετείται μετά από τα τζούνιορ και πριν από τους παμπαίδες, είναι δηλαδή μεταξύ έντεκα και δεκατριών ετών
προπαίδευα	=	προπαιδεύω
προπαίδευαν	=	προπαιδεύω
προπαίδευε	=	προπαιδεύω
προπαίδευες	=	προπαιδεύω
προπαίδευσα	=	προπαιδεύω
προπαίδευσαν	=	προπαιδεύω
προπαίδευσε	=	προπαιδεύω
προπαίδευσες	=	προπαιδεύω
προπαίδευση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προπαιδεύω
προπαίδευσης	=	προπαίδευση
προπαίδων	=	προπαίδες
προπαίρνω	verb|dated	προλαβαίνω
προπαγάνδα	noun	η συστηματική απόπειρα διάδοσης ιδεών, αντιλήψεων ή απόψεων στον θρησκευτικό, πολιτικό, ιδεολογικό ή άλλο τομέα, που έχει σκοπό να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να την διαμορφώσει κατάλληλα, συνήθως μέσω της μεροληπτικής, στρεβλής ή ελλιπούς μετάδοσης πληροφοριών και της παραπληροφόρησης
προπαγάνδας	noun	γενική ενικού του προπαγάνδα
προπαγάνδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγάνδα
προπαγάνδιζα	=	προπαγανδίζω
προπαγάνδιζαν	=	προπαγανδίζω
προπαγάνδιζε	=	προπαγανδίζω
προπαγάνδιζες	=	προπαγανδίζω
προπαγάνδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγάνδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγάνδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγάνδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγάνδιση	noun	η ενέργεια του προπαγανδίζω, η διεξαγωγή προπαγάνδας
προπαγάνδισης	=	προπαγάνδιση
προπαγάνδισμα	noun|rare	άλλη μορφή του προπαγάνδιση / προπαγανδισμός
προπαγανδίζαμε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζαν	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζανε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζατε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζει	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζεις	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζεσαι	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίζεστε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίζεται	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίζετε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίζονται	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίζονταν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίζοντας	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζου	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίζουμε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζουν	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζουνε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίζω	verb	το να κάνω προπαγάνδα, προβάλλω δημόσια μια άποψη με στόχο να επηρεάσω την κοινή γνώμη
προπαγανδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίσαν	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίσανε	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγάνδιση
προπαγανδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίσεων	=	προπαγάνδιση
προπαγανδίσου	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδίστηκα	=	προπαγανδίζω
προπαγανδίστηκαν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίστηκε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίστηκες	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδίστρια	noun	θηλυκό του προπαγανδιστής
προπαγανδίστριας	=	προπαγανδίστρια
προπαγανδίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδίστρια
προπαγανδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδιζόμασταν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόμαστε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόμουν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόμουνα	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόντουσαν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόσασταν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόσαστε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόσουν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόσουνα	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζόταν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιζότανε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδισμέ	=	προπαγανδισμός
προπαγανδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδισμένο
προπαγανδισμένε	verb	κλητική ενικού του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδισμένη
προπαγανδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμένης	verb	γενική ενικού του προπαγανδισμένη
προπαγανδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προπαγανδίζω
προπαγανδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπαγανδισμένος
προπαγανδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδισμός
προπαγανδισμού	=	προπαγανδισμός
προπαγανδισμούς	=	προπαγανδισμός
προπαγανδισμό	=	προπαγανδισμός
προπαγανδισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προπαγανδίζω
προπαγανδισμών	=	προπαγανδισμός
προπαγανδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδιστής
προπαγανδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προπαγανδιστής
προπαγανδιστήκαμε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιστήκαν	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιστήκανε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιστήκατε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιστής	noun	κάποιος που προπαγανδίζει
προπαγανδιστεί	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιστείτε	=	προπαγανδίζομαι
προπαγανδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προπαγανδιστικός	adv	με προπαγανδιστικό τρόπο
προπαγανδιστικέ	adj	κλητική ενικού του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδιστική
προπαγανδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικής	adj	γενική ενικού του προπαγανδιστική
προπαγανδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικού	adj	γενική ενικού του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικός	adj	που έχει σχέση με προπαγάνδα / προπαγάνδιση ή αναφέρεται σ’ αυτές
προπαγανδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προπαγανδιστικός
προπαγανδιστικώς	adv	με προπαγανδιστικό τρόπο
προπαγανδιστριών	=	προπαγανδίστρια
προπαγανδιστών	noun	γενική πληθυντικού του προπαγανδιστής
προπαιδεία	noun|formal	το παιδευτικό υπόβαθρο που σε βοηθά να δεχθείς επιπλέον μόρφωση ή παιδεία
προπαιδείας	noun	γενική ενικού του προπαιδεία
προπαιδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαιδεία
προπαιδειών	noun	γενική πληθυντικού του προπαιδεία
προπαιδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευμένο
προπαιδευμένε	verb	κλητική ενικού του προπαιδευμένος
προπαιδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευμένη
προπαιδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπαιδευμένος
προπαιδευμένης	verb	γενική ενικού του προπαιδευμένη
προπαιδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπαιδευμένος
προπαιδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευμένος
προπαιδευμένος	=	προπαιδεύω
προπαιδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπαιδευμένος
προπαιδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπαιδευμένος
προπαιδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπαιδευμένος
προπαιδευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευτής
προπαιδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προπαιδευτικός	adv	με προπαιδευτικό τρόπο
προπαιδευτικέ	adj	κλητική ενικού του προπαιδευτικός
προπαιδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευτική
προπαιδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπαιδευτικός
προπαιδευτικής	adj	γενική ενικού του προπαιδευτική
προπαιδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευτικός
προπαιδευτικού	adj	γενική ενικού του προπαιδευτικός
προπαιδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπαιδευτικός
προπαιδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του προπαιδευτικός
προπαιδευτικός	adj	που έχει σχέση με την προπαίδευση ή την προπαιδεία ή αναφέρεται σ’ αυτές
προπαιδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του προπαιδευτικός
προπαιδευτικώς	adv	με προπαιδευτικό τρόπο
προπαιδευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευόμενη
προπαιδευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαιδευόμενος
προπαιδεύαμε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύαν	=	προπαιδεύω
προπαιδεύανε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύατε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύει	=	προπαιδεύω
προπαιδεύεις	=	προπαιδεύω
προπαιδεύετε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύθηκα	=	προπαιδεύω
προπαιδεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαίδευμα
προπαιδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προπαιδεύω
προπαιδεύοντας	=	προπαιδεύω
προπαιδεύουμε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύουν	=	προπαιδεύω
προπαιδεύουνε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύσαμε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύσαν	=	προπαιδεύω
προπαιδεύσανε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύσατε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύσει	=	προπαιδεύω
προπαιδεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαίδευση
προπαιδεύσεων	=	προπαίδευση
προπαιδεύστε	=	προπαιδεύω
προπαιδεύτηκα	=	προπαιδεύω
προπαιδεύω	verb	παρέχω προπαρασκευαστική εκπαίδευση, προκαταρκτική μόρφωση
προπανίου	=	προπάνιο
προπανίων	=	προπάνιο
προπανδημικά	=	προπανδημικός
προπανδημικέ	=	προπανδημικός
προπανδημικές	=	προπανδημικός
προπανδημική	=	προπανδημικός
προπανδημικής	=	προπανδημικός
προπανδημικοί	=	προπανδημικός
προπανδημικού	=	προπανδημικός
προπανδημικούς	=	προπανδημικός
προπανδημικό	=	προπανδημικός
προπανδημικός	adj	που γίνεται ή συμβαίνει πριν από την περίοδο μιας πανδημίας
προπανδημικών	=	προπανδημικός
προπανικά	=	προπανικός
προπανικέ	=	προπανικός
προπανικές	=	προπανικός
προπανική	=	προπανικός
προπανικής	=	προπανικός
προπανικοί	=	προπανικός
προπανικού	=	προπανικός
προπανικούς	=	προπανικός
προπανικό	=	προπανικός
προπανικός	adj	που έχει σχέση με προπάνιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
προπανικών	=	προπανικός
προπανολών	=	προπανόλη
προπαντός	adv	άλλη μορφή του προπάντων
προπανόλες	=	προπανόλη
προπανόλη	noun	ενιαίο όνομα για δύο συντακτικά ισομερείς αλκοόλες της ομόλογης σειράς των κορεσμένων μονοσθενών αλκοολών, την πρωτοταγή προπυλική αλκοόλη (CH₃-CH₂-CH₂-OH) και την δευτεροταγή προπυλική αλκοόλη (CH₃-CH(OH)-CH₃)
προπανόλης	=	προπανόλη
προπαππού	=	προπαππούς
προπαππούδες	noun	προπαππούς ή ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπάππους
προπαππούδων	=	προπάππους
προπαππούς	noun	άλλη μορφή του προπάππους, του προπάππος
προπαράγοντα	=	προπαράγοντας
προπαράγοντας	noun	προσυντελεστής, συντελεστής σταθεράς
προπαράγοντες	=	προπαράγοντας
προπαράγοντος	=	προπαράγοντας
προπαραγγέλνω	verb	παραγγέλνω κάποιο προϊόν πριν διατεθεί προς πώληση
προπαραγγελία	noun	η παραγγελία κάποιου προϊόντος πριν διατεθεί προς πώληση
προπαραγγελίας	=	προπαραγγελία
προπαραγγελίες	=	προπαραγγελία
προπαραγγελιών	=	προπαραγγελία
προπαραγωγικά	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικέ	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικές	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγική	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικής	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικοί	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικού	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικούς	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικό	=	προπαραγωγικός
προπαραγωγικός	adj	που έχει σχέση με το χρονικό διάστημα και τις διαδικασίες που προηγούνται της παραγωγής ενός προϊόντος ή αναφέρεται σ’ αυτά
προπαραγωγικών	=	προπαραγωγικός
προπαραγόντων	=	προπαράγοντας
προπαραλήγουσα	noun	η τρίτη από το τέλος συλλαβή μιας λέξης
προπαραλήγουσας	noun	γενική ενικού του προπαραλήγουσα
προπαραλήγουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαραλήγουσα
προπαραληγουσών	noun	γενική πληθυντικού του προπαραλήγουσα
προπαραμονές	=	προπαραμονή
προπαραμονή	noun	η ημέρα πριν την παραμονή μιας εορτής
προπαραμονής	=	προπαραμονή
προπαραμονών	=	προπαραμονή
προπαρασκευάζαμε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζαν	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζανε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζατε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζει	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζεις	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζεσαι	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάζεστε	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάζεται	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάζετε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζονται	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάζονταν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάζοντας	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζου	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάζουμε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζουν	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζουνε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάζω	verb	προετοιμάζω κάτι, ετοιμάζω κάτι πριν την κυρία ετοιμασία, εκ των προτέρων
προπαρασκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσαν	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσανε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσματα	=	προπαρασκεύασμα
προπαρασκευάσματος	=	προπαρασκεύασμα
προπαρασκευάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευάστρια	noun	θηλυκό του προπαρασκευαστής
προπαρασκευάστριας	noun	γενική ενικού του προπαρασκευάστρια
προπαρασκευάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευάστρια
προπαρασκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευές	=	προπαρασκευή
προπαρασκευή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προπαρασκευάζω
προπαρασκευής	=	προπαρασκευή
προπαρασκευαζόμασταν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόμαστε	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόμουν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόμουνα	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόντουσαν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόσασταν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόσαστε	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόσουν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόσουνα	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζόταν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαζότανε	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευασμάτων	=	προπαρασκεύασμα
προπαρασκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευασμένο
προπαρασκευασμένε	verb	κλητική ενικού του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευασμένη
προπαρασκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευασμένης	verb	γενική ενικού του προπαρασκευασμένη
προπαρασκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπαρασκευασμένος
προπαρασκευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευαστής
προπαρασκευαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προπαρασκευαστής
προπαρασκευαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστήκαν	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστήκανε	=	προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστής	noun	καθηγητής που προετοιμάζει μαθητές
προπαρασκευαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προπαρασκευαστικός	adv	με προπαρασκευαστικό τρόπο
προπαρασκευαστικέ	adj	κλητική ενικού του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευαστική
προπαρασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικής	adj	γενική ενικού του προπαρασκευαστική
προπαρασκευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικού	adj	γενική ενικού του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικός	adj	που προπαρασκευάζει, που προετοιμάζει μια δράση
προπαρασκευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικώς	adv|dated	προπαρασκευαστικά
προπαρασκευαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστριών	noun	γενική πληθυντικού του προπαρασκευάστρια
προπαρασκευαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζομαι
προπαρασκευαστών	noun	γενική πληθυντικού του προπαρασκευαστής
προπαρασκευών	=	προπαρασκευή
προπαρασκεύαζα	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκεύαζαν	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκεύαζε	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκεύαζες	=	προπαρασκευάζω
προπαρασκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπαρασκευάζω
προπαρασκεύασμα	noun	το αποτέλεσμα τού προπαρασκευάζω
προπαροξύνω	verb	οξύνω την προπαραλήγουσα μιας λέξης στο πολυτονικό σύστημα
προπαροξύτονα	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονε	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονες	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονη	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονης	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονο	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονοι	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονος	adj	που τονίζεται στην προπαραλήγουσα
προπαροξύτονου	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονους	=	προπαροξύτονος
προπαροξύτονων	=	προπαροξύτονος
προπατέρες	noun|literary	άλλη μορφή του προπάτορες
προπατέρων	=	προπατέρες
προπατζίδικα	=	προπατζίδικο
προπατζίδικο	noun|vulgar	άλλη μορφή του προποτζίδικο
προπατζίδικου	=	προπατζίδικο
προπατζίδικων	=	προπατζίδικο
προπατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπατορικό
προπατορικέ	adj	κλητική ενικού του προπατορικός
προπατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπατορική
προπατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπατορικός
προπατορικής	adj	γενική ενικού του προπατορική
προπατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπατορικός
προπατορικού	adj	γενική ενικού του προπατορικός
προπατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπατορικός
προπατορικό	adj	αιτιατική ενικού του προπατορικός
προπατορικός	adj	που έχει σχέση με τους προπάτορες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
προπατορικών	adj	γενική πληθυντικού του προπατορικός
προπατόρων	=	προπάτορας
προπελά	=	προπελάς
προπελάδες	=	προπελάς
προπελάδων	=	προπελάς
προπελάς	noun	ο κατασκευαστής ή επισκευαστής προπελών
προπελών	noun	γενική πληθυντικού του προπέλα
προπεμπτήρια	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριας	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριε	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριες	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριο	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριοι	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριος	adj|archaic	άλλη μορφή του προπεμπτικός
προπεμπτήριου	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριους	=	προπεμπτήριος
προπεμπτήριων	=	προπεμπτήριος
προπεμπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπεμπτικό
προπεμπτικέ	adj	κλητική ενικού του προπεμπτικός
προπεμπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπεμπτική
προπεμπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπεμπτικός
προπεμπτικής	adj	γενική ενικού του προπεμπτική
προπεμπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπεμπτικός
προπεμπτικού	adj	γενική ενικού του προπεμπτικός
προπεμπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπεμπτικός
προπεμπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προπεμπτικός
προπεμπτικός	adj|formal	που προπέμπει, που συνοδεύει κάποιον που φεύγει
προπεμπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προπεμπτικός
προπενάλες	=	προπενάλη
προπενάλη	noun	οργανική χημική ένωση, η απλούστερη ακόρεστη αλδεΰδη, με μοριακό τύπο C₃H₄O
προπενάλης	=	προπενάλη
προπενίου	=	προπένιο
προπενίων	=	προπένιο
προπεναλών	=	προπενάλη
προπερασμένα	=	προπερασμένος
προπερασμένε	=	προπερασμένος
προπερασμένες	=	προπερασμένος
προπερασμένη	=	προπερασμένος
προπερασμένης	=	προπερασμένος
προπερασμένο	=	προπερασμένος
προπερασμένοι	=	προπερασμένος
προπερασμένος	verb	αυτός που βρίσκεται πριν από κάποιος άλλον που έχει περάσει
προπερασμένου	=	προπερασμένος
προπερασμένους	=	προπερασμένος
προπερασμένων	=	προπερασμένος
προπερισπώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπερισπώμενο
προπερισπώμενε	verb	κλητική ενικού του προπερισπώμενος
προπερισπώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπερισπώμενη
προπερισπώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπερισπώμενος
προπερισπώμενης	verb	γενική ενικού του προπερισπώμενη
προπερισπώμενο	verb	αιτιατική ενικού του προπερισπώμενος
προπερισπώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπερισπώμενος
προπερισπώμενος	verb	που περισπάται στην παραλήγουσα, δεν είναι παροξύτονος διότι το τελικό φωνήεν είναι βραχύ λ.χ. σῶμα (σῶμᾰ)
προπερισπώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπερισπώμενος
προπερισπώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπερισπώμενος
προπερισπώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπερισπώμενος
προπεριτοναϊκά	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκέ	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκές	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκή	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκής	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκοί	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκού	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκούς	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκό	=	προπεριτοναϊκός
προπεριτοναϊκός	adj	που βρίσκεται μπροστά από την περιτοναϊκή περιοχή
προπεριτοναϊκών	=	προπεριτοναϊκός
προπερσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προπερσινός
προπερσινέ	adj	κλητική ενικού του προπερσινός
προπερσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπερσινή
προπερσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπερσινός
προπερσινής	adj	γενική ενικού του προπερσινή
προπερσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπερσινός
προπερσινού	adj	γενική ενικού του προπερσινός
προπερσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπερσινός
προπερσινό	adj	αιτιατική ενικού του προπερσινός
προπερσινός	adj	που συνέβη ή έγινε προπέρυσι
προπερσινών	adj	γενική πληθυντικού του προπερσινός
προπερυσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προπερυσινός
προπερυσινέ	adj	κλητική ενικού του προπερυσινός
προπερυσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπερυσινή
προπερυσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπερυσινός
προπερυσινής	adj	γενική ενικού του προπερυσινή
προπερυσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπερυσινός
προπερυσινού	adj	γενική ενικού του προπερυσινός
προπερυσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπερυσινός
προπερυσινό	adj	αιτιατική ενικού του προπερυσινός
προπερυσινός	adj	που συνέβη ή έγινε προπέρυσι
προπερυσινών	adj	γενική πληθυντικού του προπερυσινός
προπετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπέτασμα
προπετάσματος	noun	γενική ενικού του προπέτασμα
προπετές	=	προπετής
προπετή	=	προπετής
προπετής	adj	φλύαρος και βιαστικός
προπετασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προπέτασμα
προπετείς	=	προπετής
προπετειών	noun	γενική πληθυντικού του προπέτεια
προπετισσών	noun	γενική πληθυντικού του προπέτισσα
προπετούς	=	προπετής
προπετών	=	προπέτης
προπηγμάτων	=	πρόπηγμα
προπηλάκιζα	=	προπηλακίζω
προπηλάκιζαν	=	προπηλακίζω
προπηλάκιζε	=	προπηλακίζω
προπηλάκιζες	=	προπηλακίζω
προπηλάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλάκιση	noun	άλλη μορφή του προπηλακισμός
προπηλάκισης	=	προπηλάκιση
προπηλακίζαμε	=	προπηλακίζω
προπηλακίζαν	=	προπηλακίζω
προπηλακίζανε	=	προπηλακίζω
προπηλακίζατε	=	προπηλακίζω
προπηλακίζει	=	προπηλακίζω
προπηλακίζεις	=	προπηλακίζω
προπηλακίζεσαι	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίζεστε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίζεται	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίζετε	=	προπηλακίζω
προπηλακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίζονται	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίζονταν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίζοντας	=	προπηλακίζω
προπηλακίζου	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίζουμε	=	προπηλακίζω
προπηλακίζουν	=	προπηλακίζω
προπηλακίζουνε	=	προπηλακίζω
προπηλακίζω	verb	εκστομίζω ύβρεις εναντίον κάποιου σε δημόσια εμφάνισή του, κατακρίνω βίαια
προπηλακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίσαν	=	προπηλακίζω
προπηλακίσανε	=	προπηλακίζω
προπηλακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίσεων	=	προπηλάκιση
προπηλακίσου	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακίστηκα	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίστηκαν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίστηκε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίστηκες	=	προπηλακίζομαι
προπηλακίστρια	noun	θηλυκό του προπηλακιστής
προπηλακίστριας	=	προπηλακίστρια
προπηλακίστριες	=	προπηλακίστρια
προπηλακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακιζόμασταν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόμαστε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόμενα	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενε	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενες	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενη	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενης	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενο	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενοι	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προπηλακίζω
προπηλακιζόμενου	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενους	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμενων	=	προπηλακιζόμενος
προπηλακιζόμουν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόμουνα	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόντουσαν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόσασταν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόσαστε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόσουν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόσουνα	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζόταν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιζότανε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακισμέ	noun	κλητική ενικού του προπηλακισμός
προπηλακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπηλακισμένο
προπηλακισμένε	verb	κλητική ενικού του προπηλακισμένος
προπηλακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπηλακισμένη
προπηλακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπηλακισμένος
προπηλακισμένης	verb	γενική ενικού του προπηλακισμένη
προπηλακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπηλακισμένος
προπηλακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπηλακισμένος
προπηλακισμένος	verb	που τον έχουν προπηλακίσει
προπηλακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπηλακισμένος
προπηλακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπηλακισμένος
προπηλακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπηλακισμένος
προπηλακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπηλακισμός
προπηλακισμού	noun	γενική ενικού του προπηλακισμός
προπηλακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προπηλακισμός
προπηλακισμό	noun	αιτιατική ενικού του προπηλακισμός
προπηλακισμός	noun	εξευτελισμός, χλευασμός κατά πρόσωπο, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προπηλακίζω
προπηλακισμών	noun	γενική πληθυντικού του προπηλακισμός
προπηλακιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπηλακιστής
προπηλακιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προπηλακιστής
προπηλακιστήκαμε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιστήκαν	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιστήκανε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιστήκατε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιστής	noun	κάποιος που προπηλακίζει
προπηλακιστεί	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιστείτε	=	προπηλακίζομαι
προπηλακιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προπηλακιστικός	adv	με προπηλακιστικό τρόπο
προπηλακιστικέ	adj	κλητική ενικού του προπηλακιστικός
προπηλακιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπηλακιστική
προπηλακιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπηλακιστικός
προπηλακιστικής	adj	γενική ενικού του προπηλακιστική
προπηλακιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπηλακιστικός
προπηλακιστικού	adj	γενική ενικού του προπηλακιστικός
προπηλακιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπηλακιστικός
προπηλακιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προπηλακιστικός
προπηλακιστικός	adj	που έχει σχέση με προπηλακισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προπηλακιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προπηλακιστικός
προπηλακιστικώς	adv|archaic	με προπηλακιστικό τρόπο
προπηλακιστριών	=	προπηλακίστρια
προπηλακιστών	noun	γενική πληθυντικού του προπηλακιστής
προπιονικά	=	προπιονικός
προπιονικέ	=	προπιονικός
προπιονικές	=	προπιονικός
προπιονική	=	προπιονικός
προπιονικής	=	προπιονικός
προπιονικοί	=	προπιονικός
προπιονικού	=	προπιονικός
προπιονικούς	=	προπιονικός
προπιονικό	=	προπιονικός
προπιονικός	adj	που έχει σχέση με προπάνιο ή αναφέρεται σʼ αυτό
προπιονικών	=	προπιονικός
προπλάθω	verb	απλώνω τον προπλασμό
προπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόπλασμα
προπλάσματος	noun	γενική ενικού του πρόπλασμα
προπλάστες	=	προπλάστης
προπλάστη	=	προπλάστης
προπλάστης	noun	κάποιος που ειδικεύεται στην κατασκευή προπλασμάτων
προπλήρωνα	=	προπληρώνω
προπλήρωναν	=	προπληρώνω
προπλήρωνε	=	προπληρώνω
προπλήρωνες	=	προπληρώνω
προπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόπλασμα
προπλασμέ	=	προπλασμός
προπλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπλασμένο
προπλασμένε	verb	κλητική ενικού του προπλασμένος
προπλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπλασμένη
προπλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπλασμένος
προπλασμένης	verb	γενική ενικού του προπλασμένη
προπλασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπλασμένος
προπλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπλασμένος
προπλασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προπλάθω
προπλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπλασμένος
προπλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπλασμένος
προπλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπλασμένος
προπλασμοί	=	προπλασμός
προπλασμού	=	προπλασμός
προπλασμούς	=	προπλασμός
προπλασμό	=	προπλασμός
προπλασμός	noun	το σκούρο χρώμα που απλώνεται πρώτο στην προς αγιογράφηση επιφάνεια
προπλασμών	=	προπλασμός
προπλαστών	=	προπλάστης
προπληρωθήκαμε	=	προπληρώνομαι
προπληρωθήκαν	=	προπληρώνομαι
προπληρωθήκανε	=	προπληρώνομαι
προπληρωθήκατε	=	προπληρώνομαι
προπληρωθεί	=	προπληρώνομαι
προπληρωθείτε	=	προπληρώνομαι
προπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπληρωμένο
προπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του προπληρωμένος
προπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπληρωμένη
προπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπληρωμένος
προπληρωμένης	verb	γενική ενικού του προπληρωμένη
προπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπληρωμένος
προπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπληρωμένος
προπληρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προπληρώνω
προπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπληρωμένος
προπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπληρωμένος
προπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπληρωμένος
προπληρωμές	=	προπληρωμή
προπληρωμή	noun	πληρωμή που γίνεται πριν την ολοκλήρωση μιας συναλλαγής
προπληρωμής	=	προπληρωμή
προπληρωμών	=	προπληρωμή
προπληρωνόμασταν	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόμαστε	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόμουν	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόμουνα	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόντουσαν	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόσασταν	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόσαστε	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόσουν	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόσουνα	=	προπληρώνομαι
προπληρωνόταν	=	προπληρώνομαι
προπληρωνότανε	=	προπληρώνομαι
προπληρωτέα	=	προπληρωτέος
προπληρωτέας	=	προπληρωτέος
προπληρωτέε	=	προπληρωτέος
προπληρωτέες	=	προπληρωτέος
προπληρωτέο	=	προπληρωτέος
προπληρωτέοι	=	προπληρωτέος
προπληρωτέος	adj	που πρέπει να προπληρωθεί
προπληρωτέου	=	προπληρωτέος
προπληρωτέους	=	προπληρωτέος
προπληρωτές	=	προπληρωτής
προπληρωτέων	=	προπληρωτέος
προπληρωτή	=	προπληρωτής
προπληρωτής	noun	αυτός που προπληρώνει
προπληρωτών	=	προπληρωτής
προπληρώθηκα	=	προπληρώνομαι
προπληρώθηκαν	=	προπληρώνομαι
προπληρώθηκε	=	προπληρώνομαι
προπληρώθηκες	=	προπληρώνομαι
προπληρώναμε	=	προπληρώνω
προπληρώναν	=	προπληρώνω
προπληρώνανε	=	προπληρώνω
προπληρώνατε	=	προπληρώνω
προπληρώνει	=	προπληρώνω
προπληρώνεις	=	προπληρώνω
προπληρώνεσαι	=	προπληρώνομαι
προπληρώνεστε	=	προπληρώνομαι
προπληρώνεται	=	προπληρώνομαι
προπληρώνετε	=	προπληρώνω
προπληρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προπληρώνω
προπληρώνονται	=	προπληρώνομαι
προπληρώνονταν	=	προπληρώνομαι
προπληρώνοντας	=	προπληρώνω
προπληρώνου	=	προπληρώνομαι
προπληρώνουμε	=	προπληρώνω
προπληρώνουν	=	προπληρώνω
προπληρώνουνε	=	προπληρώνω
προπληρώνω	verb	προκαταβάλλω το τίμημα για την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, πληρώνω από πριν
προπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσαν	=	προπληρώνω
προπληρώσανε	=	προπληρώνω
προπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσου	=	προπληρώνομαι
προπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπληρώνω
προπλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπλυμένο
προπλυμένε	verb	κλητική ενικού του προπλυμένος
προπλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπλυμένη
προπλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπλυμένος
προπλυμένης	verb	γενική ενικού του προπλυμένη
προπλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του προπλυμένος
προπλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπλυμένος
προπλυμένος	verb	μετοχή του προπλένω
προπλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπλυμένος
προπλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπλυμένος
προπλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπλυμένος
προπλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόπλυση
προπο	abbrev	παιχνίδι το οποίο διεξάγεται από τον ΟΠΑΠ και προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχημάτων στους αγώνες ποδοσφαίρου
προπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπολεμικό	adv	σε προπολεμικό χρόνο ή περίοδο
προπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του προπολεμικός
προπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπολεμική
προπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπολεμικός
προπολεμικής	adj	γενική ενικού του προπολεμική
προπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπολεμικός
προπολεμικού	adj	γενική ενικού του προπολεμικός
προπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπολεμικός
προπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του προπολεμικός
προπολεμικός	adj	που έχει γίνει πριν από τον πόλεμο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή την περίοδο
προπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του προπολεμικός
προπολεμικῶς	adv	προπολεμικά
προπομπέ	noun	κλητική ενικού του προπομπός
προπομπές	=	προπομπή
προπομπή	noun|formal	ξεπροβόδισμα
προπομπής	=	προπομπή
προπομποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπομπός
προπομπού	noun	γενική ενικού του προπομπός
προπομπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προπομπός
προπομπό	noun	αιτιατική ενικού του προπομπός
προπομπός	noun	άτομο που έχει αποσταλεί πριν από κάποιον ή κάτι άλλο με τη μορφή του αγγελιοφόρου
προπομπών	noun	γενική πληθυντικού του προπομπός
προπονήθηκα	=	προπονώ
προπονήθηκαν	=	προπονώ
προπονήθηκε	=	προπονώ
προπονήθηκες	=	προπονώ
προπονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήσαν	=	προπονώ
προπονήσανε	=	προπονώ
προπονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπονώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπόνηση
προπονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προπόνηση
προπονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προπόνηση
προπονήσου	=	προπονώ
προπονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπονήτρια	noun	θηλυκό του προπονητής
προπονήτριας	noun	γενική ενικού του προπονήτρια
προπονήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονήτρια
προπονεί	=	προπονώ
προπονείς	=	προπονώ
προπονείσαι	=	προπονώ
προπονείστε	=	προπονώ
προπονείται	=	προπονώ
προπονείτε	=	προπονώ
προπονηθήκαμε	=	προπονώ
προπονηθήκαν	=	προπονώ
προπονηθήκανε	=	προπονώ
προπονηθήκατε	=	προπονώ
προπονηθεί	=	προπονώ
προπονηθείτε	=	προπονώ
προπονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονημένο
προπονημένε	verb	κλητική ενικού του προπονημένος
προπονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονημένη
προπονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπονημένος
προπονημένης	verb	γενική ενικού του προπονημένη
προπονημένο	verb	αιτιατική ενικού του προπονημένος
προπονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπονημένος
προπονημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προπονώ
προπονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπονημένος
προπονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπονημένος
προπονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπονημένος
προπονητές	=	προπονητής
προπονητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προπονητής
προπονητήρια	=	προπονητήριο
προπονητήριο	noun	χώρος προπόνησης αθλητών
προπονητήριου	=	προπονητήριο
προπονητής	noun	αυτός που προπονεί (επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά) μια ομάδα ή έναν μεμονωμένο αθλητή
προπονητηρίου	=	προπονητήριο
προπονητηρίων	=	προπονητήριο
προπονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονητικό
προπονητικέ	adj	κλητική ενικού του προπονητικός
προπονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονητική
προπονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπονητικός
προπονητικής	adj	γενική ενικού του προπονητική
προπονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπονητικός
προπονητικού	adj	γενική ενικού του προπονητικός
προπονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προπονητικός
προπονητικό	adj	αιτιατική ενικού του προπονητικός
προπονητικός	adj	που έχει σχέση με τον προπονητή ή την προπόνηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
προπονητικών	adj	γενική πληθυντικού του προπονητικός
προπονητριών	noun	γενική πληθυντικού του προπονήτρια
προπονητών	=	προπονητής
προπονούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προπονώ
προπονούμασταν	=	προπονώ
προπονούμαστε	=	προπονώ
προπονούμε	=	προπονώ
προπονούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονούμενο
προπονούμενε	verb	κλητική ενικού του προπονούμενος
προπονούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπονούμενη
προπονούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπονούμενος
προπονούμενης	verb	γενική ενικού του προπονούμενη
προπονούμενο	verb	αιτιατική ενικού του προπονούμενος
προπονούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπονούμενος
προπονούμενος	verb	που προπονείται τώρα ή προπονείτο την ώρα που συνέβαινε κάτι άλλο, που θα προπονείται στο μέλλον, με το να προπονείται, επειδή προπονείται
προπονούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπονούμενος
προπονούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπονούμενος
προπονούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπονούμενος
προπονούμουν	=	προπονώ
προπονούν	=	προπονώ
προπονούνε	=	προπονώ
προπονούνται	=	προπονώ
προπονούνταν	=	προπονώ
προπονούσα	=	προπονώ
προπονούσαμε	=	προπονώ
προπονούσαν	=	προπονώ
προπονούσανε	=	προπονώ
προπονούσασταν	=	προπονώ
προπονούσαστε	=	προπονώ
προπονούσατε	=	προπονώ
προπονούσε	=	προπονώ
προπονούσες	=	προπονώ
προπονούσουν	=	προπονώ
προπονώ	verb	προετοιμάζω και προγυμνάζω έναν αθλητή ή μια ομάδα, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό και με τη συνδρομή ειδικού προπονητή, για τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της αγωνιστικότητας
προπονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προπονώ
προπορεία	noun	η ρύθμιση του χρόνου παραγωγής σπινθήρα από μπουζί και της ανάφλεξης στο σωστό χρόνο σε κινητήρα εσωτερικής καύσης
προπορείας	=	προπορεία
προπορείες	=	προπορεία
προπορειών	=	προπορεία
προπορευμόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπορευμόμενο
προπορευμόμενε	verb	κλητική ενικού του προπορευμόμενος
προπορευμόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπορευμόμενη
προπορευμόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπορευμόμενος
προπορευμόμενης	verb	γενική ενικού του προπορευμόμενη
προπορευμόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προπορευμόμενος
προπορευμόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπορευμόμενος
προπορευμόμενος	verb	που προπορεύεται, που προχωρά μπροστά από τους άλλους
προπορευμόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπορευμόμενος
προπορευμόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπορευμόμενος
προπορευμόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπορευμόμενος
προπορευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπορευόμενο
προπορευόμενε	verb	κλητική ενικού του προπορευόμενος
προπορευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπορευόμενη
προπορευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προπορευόμενος
προπορευόμενης	verb	γενική ενικού του προπορευόμενη
προπορευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προπορευόμενος
προπορευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προπορευόμενος
προπορευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προπορευόμενος
προπορευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προπορευόμενος
προπορευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προπορευόμενος
προπορεύομαι	verb	πορεύομαι μπροστά από τους άλλους
προπορεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προπόρευση
προπορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του προπόρευση
προπορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προπόρευση
προπορεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προπορεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπορεύομαι
προποτζή	=	προποτζής
προποτζήδες	=	προποτζής
προποτζήδων	=	προποτζής
προποτζής	noun	που έχει πρακτορείο ΠΡΟΠΟ
προποτζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προποτζίδικο
προποτζίδικο	noun|vulgar	κατάστημα στο οποίο παίζονται ΠΡΟΠΟ και άλλα τυχερά παιχνίδια
προποτζίδικου	noun	γενική ενικού του προποτζίδικο
προποτζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του προποτζίδικο
προποφολών	=	προποφόλη
προποφόλες	=	προποφόλη
προποφόλη	noun	ενδοφλέβιο φάρμακο που προκαλεί αναισθησία ή καταστολή και χρησιμοποιείται για την έναρξη και τη διατήρησή τους
προποφόλης	=	προποφόλη
προπραίτορ	=	προπραίτωρ
προπραίτορα	=	προπραίτορας
προπραίτορας	noun	έπαρχος (τέως ή πρώην πραίτορας στη Ρώμη που στέλνονταν ως επικεφαλής μιας ρωμαϊκής επαρχίας / provincia Romana)
προπραίτορες	=	προπραίτορας
προπραίτορος	=	προπραίτωρ
προπραίτωρ	noun	άλλη μορφή του προπραίτορας
προπραιτόρων	=	προπραίτορας
προπτυχιακά	=	προπτυχιακός
προπτυχιακέ	=	προπτυχιακός
προπτυχιακές	=	προπτυχιακός
προπτυχιακή	=	προπτυχιακός
προπτυχιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (προπτυχιακή) του προπτυχιακός
προπτυχιακη	=	προπτυχιακός
προπτυχιακο	=	προπτυχιακός
προπτυχιακοί	=	προπτυχιακός
προπτυχιακού	=	προπτυχιακός
προπτυχιακούς	=	προπτυχιακός
προπτυχιακό	=	προπτυχιακός
προπτυχιακός	adj	που σχετίζεται με σπουδές πριν τη λήψη πτυχίου	noun	άτομο που πραγματοποιεί προπτυχιακές σπουδές
προπτυχιακών	=	προπτυχιακός
προπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόπτωση
προπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόπτωση
προπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόπτωση
προπυλένια	=	προπυλένιο
προπυλένιο	noun	η οργανική χημική ένωση προπένιο.
προπυλένιου	=	προπυλένιο
προπυλενίου	=	προπυλένιο
προπυλενίων	=	προπυλένιο
προπυργίου	=	προπύργιο
προπυργίων	=	προπύργιο
προπόδων	=	πρόποδες
προπόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προπονώ
προπόνηση	noun	η προετοιμασία και προγύμναση ενός αθλητή ή μιας ομάδας, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό και με τη συνδρομή ειδικού προπονητή, για τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της αγωνιστικότητας
προπόνησης	noun	γενική ενικού του προπόνηση
προπόρευση	noun	προβάδισμα
προπόρευσης	noun	γενική ενικού του προπόρευση
προπόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόποση
προπόσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόποση
προπόσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόποση
προπύλαια	noun	ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος μπροστά από την επίσημη, κεντρική είσοδο των αρχαίων ναών
προπύλου	=	πρόπυλο
προπύλων	=	πρόπυλο
προπύργια	=	προπύργιο
προπύργιο	noun	μικρός πύργος μπροστά από άλλους μεγαλύτερους
προπύργιου	=	προπύργιο
προπύργιων	=	προπύργιο
προρρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόρρηση
προρρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόρρηση
προρρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόρρηση
προς	prep	δηλώνει την κατεύθυνση της κίνησης, προς το μέρος
προσάγαγε	=	προσάγω
προσάγαμε	=	προσάγω
προσάγαν	=	προσάγω
προσάγανε	=	προσάγω
προσάγατε	=	προσάγω
προσάγει	=	προσάγω
προσάγεις	=	προσάγω
προσάγεσαι	=	προσάγω
προσάγεστε	=	προσάγω
προσάγεται	=	προσάγω
προσάγετε	=	προσάγω
προσάγομαι	verb	παθητική φωνή του προσάγω
προσάγονται	=	προσάγω
προσάγονταν	=	προσάγω
προσάγοντας	=	προσάγω
προσάγοντος	verb	γενική ενικού του προσάγων
προσάγου	=	προσάγω
προσάγουμε	=	προσάγω
προσάγουν	=	προσάγω
προσάγουνε	=	προσάγω
προσάγω	verb	συλλαμβάνω και οδηγώ κάποιον σε αστυνομικό τμήμα
προσάμμωνα	=	προσαμμώνω
προσάμμωναν	=	προσαμμώνω
προσάμμωνε	=	προσαμμώνω
προσάμμωνες	=	προσαμμώνω
προσάμμωσα	=	προσαμμώνω
προσάμμωσαν	=	προσαμμώνω
προσάμμωσε	=	προσαμμώνω
προσάμμωσες	=	προσαμμώνω
προσάμμωση	noun	η προσθήκη / συσσώρευση χώματος ή άμμου σε κάποιο σημείο με τρόπο φυσικό ή τεχνητό
προσάμμωσης	=	προσάμμωση
προσάναμμα	noun	υλικό εύφλεκτο που χρησιμοποιείται για να ξεκινήσει μια φωτιά
προσάνεμος	adj|rare	άλλη μορφή του προσήνεμος
προσάξου	=	προσάγω
προσάπτω	verb	προσαρμόζω, προσδένω
προσάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσάραξη	noun	πρόσκρουση πλοίου σε ξέρα ή στον βυθό
προσάραξης	=	προσάραξη
προσάρμοζα	=	προσαρμόζω
προσάρμοζαν	=	προσαρμόζω
προσάρμοζε	=	προσαρμόζω
προσάρμοζες	=	προσαρμόζω
προσάρμοσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσάρμοσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσάρμοσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσάρμοσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσάρμοση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαρμόζω
προσάρμοσης	=	προσάρμοση
προσάρμοσις	noun	προσαρμογή, προσάρμοση
προσάρτα	=	προσαρτώ
προσάρταγε	=	προσαρτώ
προσάρτημα	noun	ό,τι έχει προσαρτηθεί
προσάρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσάρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσάρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσάρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσάρτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαρτώ
προσάρτησης	=	προσάρτηση
προσάχθηκα	=	προσάγω
προσάχθηκαν	=	προσάγω
προσάχθηκε	=	προσάγω
προσάχθηκες	=	προσάγω
προσάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσέβαλλα	=	προσβάλλω
προσέβλεπα	=	προσβλέπω
προσέβλεπαν	=	προσβλέπω
προσέβλεπε	=	προσβλέπω
προσέβλεπες	=	προσβλέπω
προσέβλεψα	=	προσβλέπω
προσέβλεψαν	=	προσβλέπω
προσέβλεψε	=	προσβλέπω
προσέβλεψες	=	προσβλέπω
προσέγγιζα	=	προσεγγίζω
προσέγγιζαν	=	προσεγγίζω
προσέγγιζε	=	προσεγγίζω
προσέγγιζες	=	προσεγγίζω
προσέγγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσέγγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσέγγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσέγγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσέγγιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσεγγίζω
προσέγγισης	noun	γενική ενικού του προσέγγιση
προσέγραφα	=	προσγράφω
προσέγραφαν	=	προσγράφω
προσέγραφε	=	προσγράφω
προσέγραφες	=	προσγράφω
προσέγραψα	=	προσγράφω
προσέγραψαν	=	προσγράφω
προσέγραψε	=	προσγράφω
προσέγραψες	=	προσγράφω
προσέγχυμα	noun	τύπος φυτικού ιστού που αποτελείται από επιμήκη κύτταρα με παχιά κυτταρικά τοιχώματα
προσέδιδα	=	προσδίδω
προσέδιδαν	=	προσδίδω
προσέδιδε	=	προσδίδω
προσέδιδες	=	προσδίδω
προσέδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσέδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσέδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσέδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσέθετα	=	προσθέτω
προσέθεταν	=	προσθέτω
προσέθετε	=	προσθέτω
προσέθετες	=	προσθέτω
προσέκοπτα	=	προσκόπτω
προσέκοπταν	=	προσκόπτω
προσέκοπτε	=	προσκόπτω
προσέκοπτες	=	προσκόπτω
προσέκοψα	=	προσκόπτω
προσέκοψαν	=	προσκόπτω
προσέκοψε	=	προσκόπτω
προσέκοψες	=	προσκόπτω
προσέκρουα	=	προσκρούω
προσέκρουαν	=	προσκρούω
προσέκρουε	=	προσκρούω
προσέκρουες	=	προσκρούω
προσέκρουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσέκρουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσέκρουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσέκρουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσέλευση	noun	η ενέργεια του ρήματος προσέρχομαι, το να έρχεται κανείς σε έναν τόπο με σκοπό να συμμετάσχει σε προγραμματισμένη δραστηριότητα
προσέλευσης	noun	γενική ενικού του προσέλευση
προσέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσέλθουνε	=	προσέρχομαι
προσέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσέλκυα	=	προσελκύω
προσέλκυαν	=	προσελκύω
προσέλκυε	=	προσελκύω
προσέλκυες	=	προσελκύω
προσέλκυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσέλκυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσέλκυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσέλκυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσέλκυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσελκύω
προσέλκυσης	noun	γενική ενικού του προσέλκυση
προσέλκυσις	noun	η προσέλκυση
προσέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξαν	=	προσέχω
προσέξανε	=	προσέχω
προσέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξομε	=	προσέχω
προσέξου	=	προσέχω
προσέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξουνε	=	προσέχω
προσέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσέχω
προσέπεσα	=	προσπίπτω
προσέπιπτα	=	προσπίπτω
προσέρθει	=	προσέρχομαι
προσέρθεις	=	προσέρχομαι
προσέρθετε	=	προσέρχομαι
προσέρθουμε	=	προσέρχομαι
προσέρθουν	=	προσέρχομαι
προσέρθουνε	=	προσέρχομαι
προσέρθω	=	προσέρχομαι
προσέρχεσαι	=	προσέρχομαι
προσέρχεστε	=	προσέρχομαι
προσέρχεται	=	προσέρχομαι
προσέρχομαι	verb|formal	έρχομαι κάπου για συγκεκριμένο σκοπό, παρουσιάζομαι
προσέρχονται	=	προσέρχομαι
προσέρχονταν	=	προσέρχομαι
προσέτι	adv|formal	επιπλέον
προσέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προσέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προσέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προσέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προσέφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρω
προσέφεραν	=	προσφέρω
προσέφερε	=	προσφέρω
προσέφερες	=	προσφέρω
προσέφευγα	=	προσφεύγω
προσέφευγαν	=	προσφεύγω
προσέφευγε	=	προσφεύγω
προσέφευγες	=	προσφεύγω
προσέφυγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσέφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσέφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσέφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσέχαμε	=	προσέχω
προσέχαν	=	προσέχω
προσέχανε	=	προσέχω
προσέχατε	=	προσέχω
προσέχει	=	προσέχω
προσέχεις	verb	βʹ ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος προσέχω
προσέχεσαι	=	προσέχω
προσέχεστε	=	προσέχω
προσέχεται	=	προσέχω
προσέχετε	=	προσέχω
προσέχθηκα	=	προσέχω
προσέχθηκαν	=	προσέχω
προσέχθηκε	=	προσέχω
προσέχθηκες	=	προσέχω
προσέχομαι	verb	με προσέχουν
προσέχομε	=	προσέχω
προσέχονται	=	προσέχω
προσέχονταν	=	προσέχω
προσέχοντας	=	προσέχω
προσέχουμε	=	προσέχω
προσέχουν	=	προσέχω
προσέχουνε	=	προσέχω
προσέχτηκα	=	προσέχω
προσέχτηκαν	=	προσέχω
προσέχτηκε	=	προσέχω
προσέχτηκες	=	προσέχω
προσέχω	verb	παρακολουθώ ή σκέπτομαι κάτι ή κάποιον δείχνοντας ενδιαφέρον
προσήγα	=	προσάγω
προσήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσήγαν	=	προσάγω
προσήγε	=	προσάγω
προσήγες	=	προσάγω
προσήκει	verb|dated	αρμόζει, ταιριάζει
προσήκον	=	προσήκων
προσήκοντα	=	προσήκων
προσήκοντες	=	προσήκων
προσήκοντος	=	προσήκων
προσήκουσα	=	προσήκων
προσήκουσας	=	προσήκων
προσήκουσες	=	προσήκων
προσήκων	verb|formal	που ταιριάζει, αρμόζει στην περίπτωση
προσήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσήλθανε	=	προσέρχομαι
προσήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέρχομαι
προσήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσήλιο
προσήλιαζα	=	προσηλιάζω
προσήλιαζαν	=	προσηλιάζω
προσήλιαζε	=	προσηλιάζω
προσήλιαζες	=	προσηλιάζω
προσήλιας	=	προσήλιος
προσήλιασα	=	προσηλιάζω
προσήλιασαν	=	προσηλιάζω
προσήλιασε	=	προσηλιάζω
προσήλιασες	=	προσηλιάζω
προσήλιε	=	προσήλιος
προσήλιες	=	προσήλιος
προσήλιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προσήλιος	noun	το μέρος που το βλέπει ο ήλιος, που πέφτουν πάνω του οι ηλιακές ακτίνες για μεγάλο χρονικό διάστημα
προσήλιοι	=	προσήλιος
προσήλιος	adj|formal	που τον βλέπει ο ήλιος, που πέφτουν πάνω του οι ηλιακές ακτίνες για μεγάλο χρονικό διάστημα
προσήλιου	=	προσήλιος
προσήλιους	=	προσήλιος
προσήλιων	=	προσήλιος
προσήλυτα	=	προσήλυτος
προσήλυτε	=	προσήλυτος
προσήλυτες	=	προσήλυτος
προσήλυτη	=	προσήλυτος
προσήλυτης	=	προσήλυτος
προσήλυτο	=	προσήλυτος
προσήλυτοι	=	προσήλυτος
προσήλυτος	adj	που έχει προσηλυτιστεί, που έχει πεισθεί να αλλάξει θρησκεία ή δόγμα ή γενικότερα να προσχωρήσει σε μια ιδεολογία
προσήλυτου	=	προσήλυτος
προσήλυτους	=	προσήλυτος
προσήλυτων	=	προσήλυτος
προσήλωνα	=	προσηλώνω
προσήλωναν	=	προσηλώνω
προσήλωνε	=	προσηλώνω
προσήλωνες	=	προσηλώνω
προσήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσήλωση	noun	η χωρίς αποκλίσεις σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος και της προσοχής σε ένα στόχο
προσήλωσης	=	προσήλωση
προσήμαινα	=	προσημαίνω
προσήμαιναν	=	προσημαίνω
προσήμαινε	=	προσημαίνω
προσήμαινες	=	προσημαίνω
προσήμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσήμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσήμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσήμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσήμανση	noun	η ενέργεια του προσημαίνω, το να προλέγω τα μελλούμενα
προσήμανσης	=	προσήμανση
προσήμανσις	noun	προσήμανση
προσήμου	=	πρόσημο
προσήμων	=	πρόσημο
προσήνεια	noun|formal	η ιδιότητα του προσηνούς, η ευγενική και φιλική συμπεριφορά
προσήνειας	noun	γενική ενικού του προσήνεια
προσήνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσήνεια
προσήνεμα	=	προσήνεμος
προσήνεμε	=	προσήνεμος
προσήνεμες	=	προσήνεμος
προσήνεμη	=	προσήνεμος
προσήνεμης	=	προσήνεμος
προσήνεμο	=	προσήνεμος
προσήνεμοι	=	προσήνεμος
προσήνεμος	adj	εκτεθειμένος στον άνεμο
προσήνεμου	=	προσήνεμος
προσήνεμους	=	προσήνεμος
προσήνεμων	=	προσήνεμος
προσήρθα	=	προσέρχομαι
προσήρθαμε	=	προσέρχομαι
προσήρθαν	=	προσέρχομαι
προσήρθανε	=	προσέρχομαι
προσήρθατε	=	προσέρχομαι
προσήρθε	=	προσέρχομαι
προσήρθες	=	προσέρχομαι
προσήχθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος προσάγω
προσήχθησαν	verb	γ΄ πληθυντικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος προσάγω
προσήψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσήψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσήψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσήψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάπτω
προσίστια	=	προσίστιος
προσίστιας	=	προσίστιος
προσίστιε	=	προσίστιος
προσίστιες	=	προσίστιος
προσίστιο	=	προσίστιος
προσίστιοι	=	προσίστιος
προσίστιος	adj	αυτός που φέρεται προς τον ιστό.
προσίστιου	=	προσίστιος
προσίστιους	=	προσίστιος
προσίστιων	=	προσίστιος
προσαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγαν	=	προσάγω
προσαγάγανε	=	προσάγω
προσαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγω
προσαγορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαγόρευση
προσαγορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσαγόρευση
προσαγορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσαγόρευση
προσαγορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγορεύω	verb|formal	προσφωνώ κάποιον, τον αποκαλώ με κάποιο όνομα
προσαγωγά	=	προσαγωγός
προσαγωγέ	=	προσαγωγός
προσαγωγέα	=	προσαγωγέας
προσαγωγέας	noun	στη μείζονα κλίμακα, ο έβδομος φθόγγος που απέχει ένα ημιτόνιο κάτω από την τονική και συνήθως οδηγεί (προσάγει) αρμονικά στην τονική συγχορδία
προσαγωγές	=	προσαγωγή
προσαγωγέων	=	προσαγωγέας
προσαγωγή	noun	η ενέργεια των αστυνομικών οργάνων με την οποία κάποιος ύποπτος οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα, για να ανακριθεί, ή ένας μάρτυρας που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο οδηγείται με τη βία στο δικαστήριο, για να καταθέσει
προσαγωγής	=	προσαγωγή
προσαγωγίου	=	προσαγώγιο
προσαγωγίων	=	προσαγώγιο
προσαγωγείς	=	προσαγωγέας
προσαγωγοί	=	προσαγωγός
προσαγωγού	=	προσαγωγός
προσαγωγούς	=	προσαγωγός
προσαγωγό	=	προσαγωγός
προσαγωγός	noun	ο μέγας προσαγωγός μυς του μηρού	adj	που έλκει από την περιφέρεια προς το κέντρο
προσαγωγών	=	προσαγωγή
προσαγόμασταν	=	προσάγω
προσαγόμαστε	=	προσάγω
προσαγόμουν	=	προσάγω
προσαγόμουνα	=	προσάγω
προσαγόντουσαν	=	προσάγω
προσαγόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαγορεύω
προσαγόρευση	noun	η ενέργεια του προσαγορεύω
προσαγόρευσης	noun	γενική ενικού του προσαγόρευση
προσαγόσασταν	=	προσάγω
προσαγόσαστε	=	προσάγω
προσαγόσουν	=	προσάγω
προσαγόσουνα	=	προσάγω
προσαγόταν	=	προσάγω
προσαγότανε	=	προσάγω
προσαγώγια	=	προσαγώγιο
προσαγώγιο	noun	περιοχή του εγκεφάλου
προσαγώγιου	=	προσαγώγιο
προσαιγιάλωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιάλωσης	=	προσαιγιάλωση
προσαιγιαλωθήκαμε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωθήκαν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωθήκανε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωθήκατε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωθεί	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωθείτε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωμένος	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόμασταν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόμαστε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόμουν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόμουνα	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόντουσαν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόσασταν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόσαστε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόσουν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόσουνα	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνόταν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλωνότανε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώθηκα	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώθηκαν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώθηκε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώθηκες	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώνεσαι	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώνεστε	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώνεται	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώνομαι	verb|formal	προσγειώνομαι σε αιγιαλό
προσαιγιαλώνονται	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώνονταν	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώνου	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαιγιαλώσεις	=	προσαιγιάλωση
προσαιγιαλώσεων	=	προσαιγιάλωση
προσαιγιαλώσου	=	προσαιγιαλώνομαι
προσαμμώναμε	=	προσαμμώνω
προσαμμώναν	=	προσαμμώνω
προσαμμώνανε	=	προσαμμώνω
προσαμμώνατε	=	προσαμμώνω
προσαμμώνει	=	προσαμμώνω
προσαμμώνεις	=	προσαμμώνω
προσαμμώνετε	=	προσαμμώνω
προσαμμώνοντας	=	προσαμμώνω
προσαμμώνουμε	=	προσαμμώνω
προσαμμώνουν	=	προσαμμώνω
προσαμμώνουνε	=	προσαμμώνω
προσαμμώνω	verb	διενεργώ προσάμμωση
προσαμμώσαμε	=	προσαμμώνω
προσαμμώσαν	=	προσαμμώνω
προσαμμώσανε	=	προσαμμώνω
προσαμμώσατε	=	προσαμμώνω
προσαμμώσει	=	προσαμμώνω
προσαμμώσεις	=	προσάμμωση
προσαμμώσεων	=	προσάμμωση
προσαμμώστε	=	προσαμμώνω
προσανάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσάναμμα
προσανάμματος	noun	γενική ενικού του προσάναμμα
προσαναμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προσάναμμα
προσανατολίζαμε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζαν	=	προσανατολίζω
προσανατολίζανε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζατε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζει	=	προσανατολίζω
προσανατολίζεις	=	προσανατολίζω
προσανατολίζεσαι	=	προσανατολίζω
προσανατολίζεστε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζεται	=	προσανατολίζω
προσανατολίζετε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του προσανατολίζομαι
προσανατολίζονταν	=	προσανατολίζω
προσανατολίζοντας	=	προσανατολίζω
προσανατολίζουμε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζουν	=	προσανατολίζω
προσανατολίζουνε	=	προσανατολίζω
προσανατολίζω	verb	εντοπίζω το σημείο της ανατολής στον ορίζοντα (και (κατ’ επέκταση) και τα άλλα σημεία του ορίζοντα), ώστε να βρω προς τα πού πρέπει να κινηθώ ή πού βρίσκομαι
προσανατολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίσαν	=	προσανατολίζω
προσανατολίσανε	=	προσανατολίζω
προσανατολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίσου	=	προσανατολίζω
προσανατολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολίστηκα	=	προσανατολίζω
προσανατολίστηκαν	=	προσανατολίζω
προσανατολίστηκε	=	προσανατολίζω
προσανατολίστηκες	=	προσανατολίζω
προσανατολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατολιζόμασταν	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόμαστε	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόμουν	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόμουνα	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόντουσαν	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόσασταν	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόσαστε	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόσουν	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόσουνα	=	προσανατολίζω
προσανατολιζόταν	=	προσανατολίζω
προσανατολιζότανε	=	προσανατολίζω
προσανατολισμέ	noun	κλητική ενικού του προσανατολισμός
προσανατολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσανατολισμένο
προσανατολισμένε	verb	κλητική ενικού του προσανατολισμένος
προσανατολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσανατολισμένη
προσανατολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσανατολισμένος
προσανατολισμένης	verb	γενική ενικού του προσανατολισμένη
προσανατολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσανατολισμένος
προσανατολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσανατολισμένος
προσανατολισμένος	=	προσανατολίζω
προσανατολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσανατολισμένος
προσανατολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσανατολισμένος
προσανατολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσανατολισμένος
προσανατολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσανατολισμός
προσανατολισμού	noun	γενική ενικού του προσανατολισμός
προσανατολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσανατολισμός
προσανατολισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσανατολισμός
προσανατολισμός	noun|dated	η στροφή προς την ανατολή
προσανατολισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσανατολισμός
προσανατολιστήκαμε	=	προσανατολίζω
προσανατολιστήκαν	=	προσανατολίζω
προσανατολιστήκανε	=	προσανατολίζω
προσανατολιστήκατε	=	προσανατολίζω
προσανατολιστεί	=	προσανατολίζω
προσανατολιστείτε	=	προσανατολίζω
προσανατόλιζα	=	προσανατολίζω
προσανατόλιζαν	=	προσανατολίζω
προσανατόλιζε	=	προσανατολίζω
προσανατόλιζες	=	προσανατολίζω
προσανατόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσανατόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσανατολίζω
προσαράζω	verb	προσκρούω σε βράχια ή καθίζω σε ρηχά νερά
προσαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαράζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσάραξη
προσαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξεων	=	προσάραξη
προσαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαράζω
προσαράσσω	verb	ρίχνω κάτι πάνω σε άλλο
προσαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαραγμένο
προσαραγμένε	verb	κλητική ενικού του προσαραγμένος
προσαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαραγμένη
προσαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσαραγμένος
προσαραγμένης	verb	γενική ενικού του προσαραγμένη
προσαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσαραγμένος
προσαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσαραγμένος
προσαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσαραγμένος
προσαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσαραγμένος
προσαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσαραγμένος
προσαρείωση	noun	η προσεδάφιση στον πλανήτη Άη
προσαρείωσης	=	προσαρείωση
προσαρειώσεις	=	προσαρείωση
προσαρειώσεων	=	προσαρείωση
προσαρμογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρμογή
προσαρμογή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσαρμόζω
προσαρμογής	=	προσαρμογή
προσαρμογών	=	προσαρμογή
προσαρμοζόμασταν	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόμαστε	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόμουν	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόμουνα	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόντουσαν	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόσασταν	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόσαστε	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόσουν	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόσουνα	=	προσαρμόζω
προσαρμοζόταν	=	προσαρμόζω
προσαρμοζότανε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθήκαμε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθήκαν	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθήκανε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθήκατε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθεί	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθείς	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθείτε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθούμε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθούν	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθούνε	=	προσαρμόζω
προσαρμοσθώ	=	προσαρμόζω
προσαρμοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοσμένο
προσαρμοσμένε	verb	κλητική ενικού του προσαρμοσμένος
προσαρμοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοσμένη
προσαρμοσμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσαρμοσμένος
προσαρμοσμένης	verb	γενική ενικού του προσαρμοσμένη
προσαρμοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσαρμοσμένος
προσαρμοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοσμένος
προσαρμοσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προσαρμόζω, προσαρμόζομαι
προσαρμοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσαρμοσμένος
προσαρμοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσαρμοσμένος
προσαρμοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσαρμοσμένος
προσαρμοστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστήκαν	=	προσαρμόζω
προσαρμοστήκανε	=	προσαρμόζω
προσαρμοστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστία	noun	η προσαρμοστική ικανότητα του ματιού να βλέπει ευκρινώς κάποιο αντικείμενο σε οποιαδήποτε απόσταση
προσαρμοστίας	=	προσαρμοστία
προσαρμοστίες	=	προσαρμοστία
προσαρμοστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοστικό
προσαρμοστικέ	adj	κλητική ενικού του προσαρμοστικός
προσαρμοστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοστική
προσαρμοστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσαρμοστικός
προσαρμοστικής	adj	γενική ενικού του προσαρμοστική
προσαρμοστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοστικός
προσαρμοστικοτήτων	=	προσαρμοστικότητα
προσαρμοστικού	adj	γενική ενικού του προσαρμοστικός
προσαρμοστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσαρμοστικός
προσαρμοστικό	adj	αιτιατική ενικού του προσαρμοστικός
προσαρμοστικός	adj	που προσαρμόζεται καλά ή εύκολα σε κάτι
προσαρμοστικότης	noun	η προσαρμοστικότητα
προσαρμοστικότητα	noun	η ιδιότητα του προσαρμοστικού, η ικανότητα προσαρμογής
προσαρμοστικότητας	noun	γενική ενικού του προσαρμοστικότητα
προσαρμοστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρμοστικότητα
προσαρμοστικών	adj	γενική πληθυντικού του προσαρμοστικός
προσαρμοστιών	=	προσαρμοστία
προσαρμοστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμοστούνε	=	προσαρμόζω
προσαρμοστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμόζαμε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζαν	=	προσαρμόζω
προσαρμόζανε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζατε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζει	=	προσαρμόζω
προσαρμόζεις	=	προσαρμόζω
προσαρμόζεσαι	=	προσαρμόζω
προσαρμόζεστε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσαρμόζομαι
προσαρμόζετε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζομαι	verb	με προσαρμόζουν, με αλλάζουν ώστε να μπορώ να χρησιμεύσω σε διαφορετική εργασία ή περιβάλλον
προσαρμόζομε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζονται	=	προσαρμόζω
προσαρμόζονταν	=	προσαρμόζω
προσαρμόζοντας	=	προσαρμόζω
προσαρμόζουμε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζουν	=	προσαρμόζω
προσαρμόζουνε	=	προσαρμόζω
προσαρμόζω	verb	στερεώνω κάτι σε κάτι άλλο, τα ταιριάζω μεταξύ τους και τα συνδέω
προσαρμόσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσαν	=	προσαρμόζω
προσαρμόσανε	=	προσαρμόζω
προσαρμόσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσεων	=	προσάρμοση
προσαρμόσθηκα	=	προσαρμόζω
προσαρμόσθηκαν	=	προσαρμόζω
προσαρμόσθηκε	=	προσαρμόζω
προσαρμόσθηκες	=	προσαρμόζω
προσαρμόσιμα	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμε	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμες	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμη	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμης	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμο	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμοι	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμος	adj	που είναι ικανός να προσαρμοστεί σε κάτι
προσαρμόσιμου	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμους	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσιμων	=	προσαρμόσιμος
προσαρμόσομε	=	προσαρμόζω
προσαρμόσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμόσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόσουνε	=	προσαρμόζω
προσαρμόστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρμόστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμόστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμόστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμόστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζομαι
προσαρμόσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρμόζω
προσαρτά	=	προσαρτώ
προσαρτάει	=	προσαρτώ
προσαρτάμε	=	προσαρτώ
προσαρτάν	=	προσαρτώ
προσαρτάνε	=	προσαρτώ
προσαρτάς	=	προσαρτώ
προσαρτάσαι	=	προσαρτώμαι
προσαρτάσθε	=	προσαρτώμαι
προσαρτάστε	=	προσαρτώμαι
προσαρτάται	=	προσαρτώμαι
προσαρτάτε	=	προσαρτώ
προσαρτάτο	=	προσαρτώ
προσαρτάω	=	προσαρτώ
προσαρτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτήματα	=	προσάρτημα
προσαρτήματος	=	προσάρτημα
προσαρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσαν	=	προσαρτώ
προσαρτήσανε	=	προσαρτώ
προσαρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσάρτηση
προσαρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσεων	=	προσάρτηση
προσαρτήσου	=	προσαρτώμαι
προσαρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσουνε	=	προσαρτώ
προσαρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώ
προσαρτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθήκαν	=	προσαρτώμαι
προσαρτηθήκανε	=	προσαρτώμαι
προσαρτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτηθούνε	=	προσαρτώ
προσαρτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαρτώμαι
προσαρτημάτων	=	προσάρτημα
προσαρτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρτημένο
προσαρτημένε	verb	κλητική ενικού του προσαρτημένος
προσαρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαρτημένη
προσαρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσαρτημένος
προσαρτημένης	verb	γενική ενικού του προσαρτημένη
προσαρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσαρτημένος
προσαρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσαρτημένος
προσαρτημένος	verb	που έχει προσαρτηθεί, ενσωματωθεί σε κάτι άλλο
προσαρτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσαρτημένος
προσαρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσαρτημένος
προσαρτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσαρτημένος
προσαρτούμε	=	προσαρτώ
προσαρτούν	=	προσαρτώ
προσαρτούνε	=	προσαρτώ
προσαρτούσα	=	προσαρτώ
προσαρτούσαμε	=	προσαρτώ
προσαρτούσαν	=	προσαρτώ
προσαρτούσανε	=	προσαρτώ
προσαρτούσατε	=	προσαρτώ
προσαρτούσε	=	προσαρτώ
προσαρτούσες	=	προσαρτώ
προσαρτόμασταν	=	προσαρτώμαι
προσαρτόμαστε	=	προσαρτώμαι
προσαρτόμουν	=	προσαρτώμαι
προσαρτόνταν	=	προσαρτώμαι
προσαρτόντουσαν	=	προσαρτώμαι
προσαρτόσασταν	=	προσαρτώμαι
προσαρτόσουν	=	προσαρτώμαι
προσαρτόταν	=	προσαρτώμαι
προσαρτώ	verb	υπάγω ένα κράτος στην κυριαρχία ενός άλλου μονομερώς και χωρίς τη δική του βούληση ή επιδίωξη
προσαρτώμαι	verb	τίθεμαι υπό την κυριαρχία ενός άλλου κράτους
προσαρτώμεθα	=	προσαρτώμαι
προσαρτώμενος	=	προσαρτώ
προσαρτώνται	=	προσαρτώμαι
προσαρτώντας	=	προσαρτώ
προσαρτώντο	=	προσαρτώ
προσαυξάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξάνω	verb	αυξάνω επιπλέον
προσαυξήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαύξηση
προσαυξήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήσεων	=	προσαύξηση
προσαυξήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαυξαίνω	verb	άλλη μορφή του προσαυξάνω
προσαυξημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαυξημένο
προσαυξημένε	verb	κλητική ενικού του προσαυξημένος
προσαυξημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαυξημένη
προσαυξημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσαυξημένος
προσαυξημένης	verb	γενική ενικού του προσαυξημένη
προσαυξημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσαυξημένος
προσαυξημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσαυξημένος
προσαυξημένος	verb	που τον έχουν προσαυξήσει
προσαυξημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσαυξημένος
προσαυξημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσαυξημένος
προσαυξημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσαυξημένος
προσαυξητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαυξητικό
προσαυξητικέ	adj	κλητική ενικού του προσαυξητικός
προσαυξητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαυξητική
προσαυξητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσαυξητικός
προσαυξητικής	adj	γενική ενικού του προσαυξητική
προσαυξητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσαυξητικός
προσαυξητικού	adj	γενική ενικού του προσαυξητικός
προσαυξητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσαυξητικός
προσαυξητικό	adj	αιτιατική ενικού του προσαυξητικός
προσαυξητικός	adj	που έχει σχέση με την προσαύξηση ή συντελεί σ’ αυτή
προσαυξητικών	adj	γενική πληθυντικού του προσαυξητικός
προσαχθέν	=	προσαχθείς
προσαχθέντα	=	προσαχθείς
προσαχθέντας	=	προσαχθείς
προσαχθέντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσαχθείς
προσαχθέντος	=	προσαχθείς
προσαχθέντων	=	προσαχθείς
προσαχθήκαμε	=	προσάγω
προσαχθήκαν	=	προσάγω
προσαχθήκανε	=	προσάγω
προσαχθήκατε	=	προσάγω
προσαχθεί	=	προσάγω
προσαχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσάγομαι
προσαχθείσα	=	προσαχθείς
προσαχθείσας	=	προσαχθείς
προσαχθείσες	=	προσαχθείς
προσαχθείσης	=	προσαχθείς
προσαχθείτε	=	προσάγω
προσαχθεισών	=	προσαχθείς
προσαύξησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαύξησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαύξησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαύξησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσαυξάνω
προσαύξηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαυξάνω
προσαύξησης	=	προσαύξηση
προσβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσβάλλω
προσβάλλομαι	verb	θίγομαι από ενέργειες άλλων ηθικά και ψυχικά
προσβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσβάλλω
προσβάλλω	verb	επιτίθεμαι
προσβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
προσβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσβαση
προσβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσβαση
προσβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσβαση
προσβάσιμα	=	προσβάσιμος
προσβάσιμε	=	προσβάσιμος
προσβάσιμες	=	προσβάσιμος
προσβάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσβάσιμος
προσβάσιμης	=	προσβάσιμος
προσβάσιμο	=	προσβάσιμος
προσβάσιμοι	=	προσβάσιμος
προσβάσιμος	adj	που παρέχει τη δυνατότητα πρόσβασης, προσπελάσιμος
προσβάσιμου	=	προσβάσιμος
προσβάσιμους	=	προσβάσιμος
προσβάσιμων	=	προσβάσιμος
προσβέλνω	verb|slang	άλλη μορφή του προσβάλλω
προσβασιμοτήτων	=	προσβασιμότητα
προσβασιμότητα	noun	η ιδιότητα του προσβάσιμου· η δυνατότητα που δίνεται σε κάποιον να έχει πρόσβαση σε ένα χώρο ή δικτυακό τόπο
προσβασιμότητας	=	προσβασιμότητα
προσβασιμότητες	=	προσβασιμότητα
προσβατά	=	προσβατός
προσβατέ	=	προσβατός
προσβατές	=	προσβατός
προσβατή	=	προσβατός
προσβατής	=	προσβατός
προσβατοί	=	προσβατός
προσβατού	=	προσβατός
προσβατούς	=	προσβατός
προσβατό	=	προσβατός
προσβατός	adj	που μπορεί να τον πλησιάσει κανένας
προσβατών	=	προσβατός
προσβεβλημένα	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένε	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένες	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσβεβλημένος
προσβεβλημένης	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσβεβλημένος
προσβεβλημένοι	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένος	verb	που τον έχουν προσβάλλει, που έχει υποστεί προσβολή
προσβεβλημένου	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένους	=	προσβεβλημένος
προσβεβλημένων	=	προσβεβλημένος
προσβλέπαμε	=	προσβλέπω
προσβλέπαν	=	προσβλέπω
προσβλέπανε	=	προσβλέπω
προσβλέπατε	=	προσβλέπω
προσβλέπει	=	προσβλέπω
προσβλέπεις	=	προσβλέπω
προσβλέπετε	=	προσβλέπω
προσβλέπομε	=	προσβλέπω
προσβλέποντας	=	προσβλέπω
προσβλέπουμε	=	προσβλέπω
προσβλέπουν	=	προσβλέπω
προσβλέπουνε	=	προσβλέπω
προσβλέπω	verb	προσδοκώ, ελπίζω
προσβλέψαμε	=	προσβλέπω
προσβλέψαν	=	προσβλέπω
προσβλέψανε	=	προσβλέπω
προσβλέψατε	=	προσβλέπω
προσβλέψει	=	προσβλέπω
προσβλέψεις	=	προσβλέπω
προσβλέψετε	=	προσβλέπω
προσβλέψομε	=	προσβλέπω
προσβλέψουμε	=	προσβλέπω
προσβλέψουν	=	προσβλέπω
προσβλέψουνε	=	προσβλέπω
προσβλέψτε	=	προσβλέπω
προσβλέψω	=	προσβλέπω
προσβλήθηκα	=	προσβάλλω
προσβλημένα	=	προσβλημένος
προσβλημένε	=	προσβλημένος
προσβλημένες	=	προσβλημένος
προσβλημένη	=	προσβλημένος
προσβλημένης	=	προσβλημένος
προσβλημένο	=	προσβλημένος
προσβλημένοι	=	προσβλημένος
προσβλημένος	verb	που τον έχουν προσβάλλει, που έχει υποστεί προσβολή
προσβλημένου	=	προσβλημένος
προσβλημένους	=	προσβλημένος
προσβλημένων	=	προσβλημένος
προσβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσβλητικό	adv	με προσβλητικό τρόπο, προσβάλλοντας
προσβλητικέ	adj	κλητική ενικού του προσβλητικός
προσβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσβλητική
προσβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσβλητικός
προσβλητικής	adj	γενική ενικού του προσβλητική
προσβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσβλητικός
προσβλητικοτήτων	=	προσβλητικότητα
προσβλητικού	adj	γενική ενικού του προσβλητικός
προσβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσβλητικός
προσβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του προσβλητικός
προσβλητικός	adj	που προσβάλλει
προσβλητικότης	noun	η προσβλητικότητα
προσβλητικότητα	noun	η ιδιότητα του προσβλητικού
προσβλητικότητας	=	προσβλητικότητα
προσβλητικότητες	=	προσβλητικότητα
προσβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του προσβλητικός
προσβλητικώς	adv|dated	προσβλητικά
προσβλητός	adj|rare	που μπορεί να προσβληθεί, να δεχτεί επίθεση ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
προσβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσβολή
προσβολή	noun	αμφισβήτηση της εγκυρότητας
προσβολής	=	προσβολή
προσβολών	noun	γενική πληθυντικού του προσβολή
προσγέλιον	noun	η φιλοφρόνηση
προσγείωνα	=	προσγειώνω
προσγείωναν	=	προσγειώνω
προσγείωνε	=	προσγειώνω
προσγείωνες	=	προσγειώνω
προσγείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγείωση	noun	η προσεδάφιση στη γη εναέριου μέσου
προσγείωσης	noun	γενική ενικού του προσγείωση
προσγείωσις	noun	η προσγείωση
προσγεγραμμένες	=	προσγεγραμμένη
προσγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσγεγραμμένος	noun	ι (γράμμα γιώτα) των καταχρηστικών διφθόγγων που γράφεται δίπλα στα κεφαλαία Α, Η, Ω ή στα πεζά α, η, ω κι όχι από κάτω, όπως η υπογεγραμμένη
προσγεγραμμένης	=	προσγεγραμμένη
προσγεγραμμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσγεγραμμένος
προσγεγραμμένος	=	προσγράφω
προσγεγραμμένων	=	προσγεγραμμένη
προσγειάλωση	noun	προσέγγιση ακτής από τη θάλασσα, για οποιοδήποτε σκοπό π.χ. όρμιση, αγκυροβολία, ελλιμενισμός, διάπλους πορθμού, διώρυγας κ.λπ.
προσγειάλωσης	noun	γενική ενικού του προσγειάλωση
προσγειαλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσγειάλωση
προσγειαλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσγειάλωση
προσγειαλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσγειάλωση
προσγειωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθήκαν	=	προσγειώνω
προσγειωθήκανε	=	προσγειώνω
προσγειωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωθούνε	=	προσγειώνω
προσγειωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσγειωμένο
προσγειωμένε	verb	κλητική ενικού του προσγειωμένος
προσγειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσγειωμένη
προσγειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσγειωμένος
προσγειωμένης	verb	γενική ενικού του προσγειωμένη
προσγειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσγειωμένος
προσγειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσγειωμένος
προσγειωμένος	=	προσγειώνω
προσγειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσγειωμένος
προσγειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσγειωμένος
προσγειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσγειωμένος
προσγειωνόμασταν	=	προσγειώνω
προσγειωνόμαστε	=	προσγειώνω
προσγειωνόμουν	=	προσγειώνω
προσγειωνόμουνα	=	προσγειώνω
προσγειωνόντουσαν	=	προσγειώνω
προσγειωνόσασταν	=	προσγειώνω
προσγειωνόσαστε	=	προσγειώνω
προσγειωνόσουν	=	προσγειώνω
προσγειωνόσουνα	=	προσγειώνω
προσγειωνόταν	=	προσγειώνω
προσγειωνότανε	=	προσγειώνω
προσγειώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειώναμε	=	προσγειώνω
προσγειώναν	=	προσγειώνω
προσγειώνανε	=	προσγειώνω
προσγειώνατε	=	προσγειώνω
προσγειώνει	=	προσγειώνω
προσγειώνεις	=	προσγειώνω
προσγειώνεσαι	=	προσγειώνω
προσγειώνεστε	=	προσγειώνω
προσγειώνεται	=	προσγειώνω
προσγειώνετε	=	προσγειώνω
προσγειώνομαι	verb	σταματώ την πτήση και ακουμπώ το έδαφος
προσγειώνομε	=	προσγειώνω
προσγειώνονται	=	προσγειώνω
προσγειώνονταν	=	προσγειώνω
προσγειώνοντας	=	προσγειώνω
προσγειώνουμε	=	προσγειώνω
προσγειώνουν	=	προσγειώνω
προσγειώνουνε	=	προσγειώνω
προσγειώνω	verb	κατεβάζω από τον αέρα και οδηγώ στο έδαφος
προσγειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσαν	=	προσγειώνω
προσγειώσανε	=	προσγειώνω
προσγειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσγείωση
προσγειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσγείωση
προσγειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσγείωση
προσγειώσομε	=	προσγειώνω
προσγειώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνομαι
προσγειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσουνε	=	προσγειώνω
προσγειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσγειώνω
προσγράφαμε	=	προσγράφω
προσγράφαν	=	προσγράφω
προσγράφανε	=	προσγράφω
προσγράφατε	=	προσγράφω
προσγράφει	=	προσγράφω
προσγράφεις	=	προσγράφω
προσγράφεσαι	=	προσγράφω
προσγράφεστε	=	προσγράφω
προσγράφεται	=	προσγράφω
προσγράφετε	=	προσγράφω
προσγράφηκα	=	προσγράφω
προσγράφηκαν	=	προσγράφω
προσγράφηκε	=	προσγράφω
προσγράφηκες	=	προσγράφω
προσγράφομαι	=	προσγράφω
προσγράφομε	=	προσγράφω
προσγράφονται	=	προσγράφω
προσγράφονταν	=	προσγράφω
προσγράφοντας	=	προσγράφω
προσγράφουμε	=	προσγράφω
προσγράφουν	=	προσγράφω
προσγράφουνε	=	προσγράφω
προσγράφτηκα	=	προσγράφω
προσγράφτηκαν	=	προσγράφω
προσγράφτηκε	=	προσγράφω
προσγράφτηκες	=	προσγράφω
προσγράφω	verb	γράφω επιπλέον, προσθέτω
προσγράψαμε	=	προσγράφω
προσγράψαν	=	προσγράφω
προσγράψανε	=	προσγράφω
προσγράψατε	=	προσγράφω
προσγράψει	=	προσγράφω
προσγράψεις	=	προσγράφω
προσγράψετε	=	προσγράφω
προσγράψομε	=	προσγράφω
προσγράψου	=	προσγράφω
προσγράψουμε	=	προσγράφω
προσγράψουν	=	προσγράφω
προσγράψουνε	=	προσγράφω
προσγράψτε	=	προσγράφω
προσγράψω	=	προσγράφω
προσγραφήκαμε	=	προσγράφω
προσγραφήκαν	=	προσγράφω
προσγραφήκανε	=	προσγράφω
προσγραφήκατε	=	προσγράφω
προσγραφεί	=	προσγράφω
προσγραφείς	=	προσγράφω
προσγραφείτε	=	προσγράφω
προσγραφούμε	=	προσγράφω
προσγραφούν	=	προσγράφω
προσγραφούνε	=	προσγράφω
προσγραφτήκαμε	=	προσγράφω
προσγραφτήκαν	=	προσγράφω
προσγραφτήκανε	=	προσγράφω
προσγραφτήκατε	=	προσγράφω
προσγραφτεί	=	προσγράφω
προσγραφτείς	=	προσγράφω
προσγραφτείτε	=	προσγράφω
προσγραφτούμε	=	προσγράφω
προσγραφτούν	=	προσγράφω
προσγραφτούνε	=	προσγράφω
προσγραφτώ	=	προσγράφω
προσγραφόμασταν	=	προσγράφω
προσγραφόμαστε	=	προσγράφω
προσγραφόμουν	=	προσγράφω
προσγραφόμουνα	=	προσγράφω
προσγραφόντουσαν	=	προσγράφω
προσγραφόσασταν	=	προσγράφω
προσγραφόσαστε	=	προσγράφω
προσγραφόσουν	=	προσγράφω
προσγραφόσουνα	=	προσγράφω
προσγραφόταν	=	προσγράφω
προσγραφότανε	=	προσγράφω
προσγραφώ	=	προσγράφω
προσδέθηκα	=	προσδένομαι
προσδέθηκαν	=	προσδένομαι
προσδέθηκε	=	προσδένομαι
προσδέθηκες	=	προσδένομαι
προσδένεσαι	=	προσδένομαι
προσδένεστε	=	προσδένομαι
προσδένεται	=	προσδένομαι
προσδένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσδένω
προσδένονται	=	προσδένομαι
προσδένονταν	=	προσδένομαι
προσδένου	=	προσδένομαι
προσδένω	verb	δένω κάτι σε μια σταθερή επιφάνεια, το συνδέω με κάτι ακίνητο, το σταθεροποιώ
προσδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσδεση
προσδέσεων	=	πρόσδεση
προσδέσου	=	προσδένομαι
προσδέχομαι	verb|formal	υποδέχομαι κάποιον ή κάτι με ευχαρίστηση
προσδίδαμε	=	προσδίδω
προσδίδαν	=	προσδίδω
προσδίδανε	=	προσδίδω
προσδίδατε	=	προσδίδω
προσδίδει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσδίδω
προσδίδεις	=	προσδίδω
προσδίδετε	=	προσδίδω
προσδίδοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσδίδω
προσδίδουμε	=	προσδίδω
προσδίδουν	=	προσδίδω
προσδίδουνε	=	προσδίδω
προσδίδω	verb	παρέχω κάτι επιπρόσθετα, δίνω ένα ακόμα (μάλλον θετικό) χαρακτηριστικό
προσδίνω	verb|rare	άλλη μορφή του προσδίδω
προσδεθήκαμε	=	προσδένομαι
προσδεθήκαν	=	προσδένομαι
προσδεθήκανε	=	προσδένομαι
προσδεθήκατε	=	προσδένομαι
προσδεθεί	=	προσδένομαι
προσδεθείτε	=	προσδένομαι
προσδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδεμένο
προσδεμένε	verb	κλητική ενικού του προσδεμένος
προσδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδεμένη
προσδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσδεμένος
προσδεμένης	verb	γενική ενικού του προσδεμένη
προσδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσδεμένος
προσδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδεμένος
προσδεμένος	=	προσδένομαι
προσδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσδεμένος
προσδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσδεμένος
προσδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσδεμένος
προσδενόμασταν	=	προσδένομαι
προσδενόμαστε	=	προσδένομαι
προσδενόμουν	=	προσδένομαι
προσδενόμουνα	=	προσδένομαι
προσδενόντουσαν	=	προσδένομαι
προσδενόσασταν	=	προσδένομαι
προσδενόσαστε	=	προσδένομαι
προσδενόσουν	=	προσδένομαι
προσδενόσουνα	=	προσδένομαι
προσδενόταν	=	προσδένομαι
προσδενότανε	=	προσδένομαι
προσδετήρ	noun	προσδετήρας
προσδετήρα	=	προσδετήρας
προσδετήρας	noun|formal	σχοινί για την πρόσδεση πραγμάτων
προσδετήρες	=	προσδετήρας
προσδετήρων	=	προσδετήρας
προσδιορίζαμε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζαν	=	προσδιορίζω
προσδιορίζανε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζατε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζει	=	προσδιορίζω
προσδιορίζεις	=	προσδιορίζω
προσδιορίζεσαι	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίζεστε	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίζεται	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίζετε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίζομε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζονται	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίζονταν	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίζου	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίζουμε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζουν	=	προσδιορίζω
προσδιορίζουνε	=	προσδιορίζω
προσδιορίζω	verb	καθορίζω, ορίζω κάτι με ακρίβεια, χωρίς να αφήνω περιθώρια ασαφειών
προσδιορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσαν	=	προσδιορίζω
προσδιορίσανε	=	προσδιορίζω
προσδιορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσθηκε	=	προσδιορίζω
προσδιορίσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να προσδιοριστεί
προσδιορίσομε	=	προσδιορίζω
προσδιορίσου	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίσουνε	=	προσδιορίζω
προσδιορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιορίστηκα	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίστηκαν	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίστηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του προσδιορίζω
προσδιορίστηκες	=	προσδιορίζομαι
προσδιορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιοριζόμασταν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόμαστε	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδιοριζόμενο
προσδιοριζόμενε	verb	κλητική ενικού του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδιοριζόμενη
προσδιοριζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμενης	verb	γενική ενικού του προσδιοριζόμενη
προσδιοριζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προσδιορίζω
προσδιοριζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσδιοριζόμενος
προσδιοριζόμουν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόμουνα	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόντουσαν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόσασταν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόσαστε	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόσουν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόσουνα	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζόταν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριζότανε	=	προσδιορίζομαι
προσδιορισμέ	noun	κλητική ενικού του προσδιορισμός
προσδιορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδιορισμένο
προσδιορισμένε	verb	κλητική ενικού του προσδιορισμένος
προσδιορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδιορισμένη
προσδιορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσδιορισμένος
προσδιορισμένης	verb	γενική ενικού του προσδιορισμένη
προσδιορισμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσδιορισμένος
προσδιορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδιορισμένος
προσδιορισμένος	=	προσδιορίζω
προσδιορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσδιορισμένος
προσδιορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσδιορισμένος
προσδιορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσδιορισμένος
προσδιορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδιορισμός
προσδιορισμού	noun	γενική ενικού του προσδιορισμός
προσδιορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσδιορισμός
προσδιορισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσδιορισμός
προσδιορισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσδιορίζω
προσδιορισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσδιορισμός
προσδιοριστές	=	προσδιοριστής
προσδιοριστή	=	προσδιοριστής
προσδιοριστήκαμε	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριστήκαν	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριστήκανε	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριστήκατε	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριστής	noun	το χαρακτηριστικό (συγγενές, περιβαλλοντικό, συμπεριφοράς) των ατόμων από το οποίο εξαρτάται, συναρτάται ή σχετίζεται η συχνότητα εμφάνισης μιας έκβασης (εμφάνισης μιας πάθησης ή του θανάτου)
προσδιοριστεί	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριστείς	=	προσδιορίζω
προσδιοριστείτε	=	προσδιορίζομαι
προσδιοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδιοριστικό	adv	με προσδιοριστικό τρόπο, προσδιορίζοντας
προσδιοριστικέ	adj	κλητική ενικού του προσδιοριστικός
προσδιοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδιοριστική
προσδιοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσδιοριστικός
προσδιοριστικής	adj	γενική ενικού του προσδιοριστική
προσδιοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδιοριστικός
προσδιοριστικού	adj	γενική ενικού του προσδιοριστικός
προσδιοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσδιοριστικός
προσδιοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του προσδιοριστικός
προσδιοριστικός	adj	που έχει σχέση με προσδιορισμό, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτόν
προσδιοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του προσδιοριστικός
προσδιοριστούμε	=	προσδιορίζω
προσδιοριστούν	=	προσδιορίζω
προσδιοριστούνε	=	προσδιορίζω
προσδιοριστώ	=	προσδιορίζω
προσδιοριστών	=	προσδιοριστής
προσδιόριζα	=	προσδιορίζω
προσδιόριζαν	=	προσδιορίζω
προσδιόριζε	=	προσδιορίζω
προσδιόριζες	=	προσδιορίζω
προσδιόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδιόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδιορίζω
προσδοκά	=	προσδοκώ
προσδοκάς	=	προσδοκώ
προσδοκάσαι	=	προσδοκώ
προσδοκάσθε	=	προσδοκώ
προσδοκάστε	=	προσδοκώ
προσδοκάται	=	προσδοκώ
προσδοκάτε	=	προσδοκώ
προσδοκάτο	=	προσδοκώ
προσδοκία	noun	το να αναμένεις, να ελπίζεις, ότι θα συμβεί κάτι (καλό ή κακό)
προσδοκίας	noun	γενική ενικού του προσδοκία
προσδοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοκία
προσδοκιών	noun	γενική πληθυντικού του προσδοκία
προσδοκούμε	=	προσδοκώ
προσδοκούν	=	προσδοκώ
προσδοκούνε	=	προσδοκώ
προσδοκούσα	=	προσδοκώ
προσδοκούσαμε	=	προσδοκώ
προσδοκούσαν	=	προσδοκώ
προσδοκούσανε	=	προσδοκώ
προσδοκούσατε	=	προσδοκώ
προσδοκούσε	=	προσδοκώ
προσδοκούσες	=	προσδοκώ
προσδοκόμαστε	=	προσδοκώ
προσδοκώ	verb	προσμένω μετά δέους ή ελπίδας, αναμένω
προσδοκώμαι	=	προσδοκώ
προσδοκώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοκώμενο
προσδοκώμενε	verb	κλητική ενικού του προσδοκώμενος
προσδοκώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοκώμενη
προσδοκώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσδοκώμενος
προσδοκώμενης	verb	γενική ενικού του προσδοκώμενη
προσδοκώμενο	verb	αιτιατική ενικού του προσδοκώμενος	noun	είδος υποθετικού λόγου που αποδίδει αυτό που πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, αν η υπόθεση είναι σωστή
προσδοκώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδοκώμενος
προσδοκώμενος	verb	που τον προσδοκούν, περιμένουν, ελπίζοντας ότι θα συμβεί, θα γίνει, θα πραγματοποιηθεί
προσδοκώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσδοκώμενος
προσδοκώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσδοκώμενος
προσδοκώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσδοκώμενος
προσδοκώνται	=	προσδοκώ
προσδοκώντας	=	προσδοκώ
προσδοκώντο	=	προσδοκώ
προσδοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοσμένο
προσδοσμένε	verb	κλητική ενικού του προσδοσμένος
προσδοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσδοσμένη
προσδοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσδοσμένος
προσδοσμένης	verb	γενική ενικού του προσδοσμένη
προσδοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσδοσμένος
προσδοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσδοσμένος
προσδοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσδοσμένος
προσδοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσδοσμένος
προσδοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσδοσμένος
προσδόκα	=	προσδοκώ
προσδόκιμα	=	προσδόκιμος
προσδόκιμε	=	προσδόκιμος
προσδόκιμες	=	προσδόκιμος
προσδόκιμη	=	προσδόκιμος
προσδόκιμης	=	προσδόκιμος
προσδόκιμο	=	προσδόκιμος
προσδόκιμοι	=	προσδόκιμος
προσδόκιμος	adj|formal	ο αναμενόμενος, ο προσδοκώμενος
προσδόκιμου	=	προσδόκιμος
προσδόκιμους	=	προσδόκιμος
προσδόκιμων	=	προσδόκιμος
προσδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσαν	=	προσδίδω
προσδώσανε	=	προσδίδω
προσδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσδίδω
προσείλκυα	=	προσελκύω
προσείλκυαν	=	προσελκύω
προσείλκυε	=	προσελκύω
προσείλκυες	=	προσελκύω
προσείλκυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσείλκυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσείλκυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσείλκυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσεγγίζαμε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζαν	=	προσεγγίζω
προσεγγίζανε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζατε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζει	=	προσεγγίζω
προσεγγίζεις	=	προσεγγίζω
προσεγγίζεσαι	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίζεστε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίζεται	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίζετε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίζομε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζονται	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίζονταν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίζου	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίζουμε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζουν	=	προσεγγίζω
προσεγγίζουνε	=	προσεγγίζω
προσεγγίζω	verb	πλησιάζω κάποιον ή κάτι
προσεγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίσαν	=	προσεγγίζω
προσεγγίσανε	=	προσεγγίζω
προσεγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσέγγιση
προσεγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσέγγιση
προσεγγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσέγγιση
προσεγγίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγγίσιμο
προσεγγίσιμε	adj	κλητική ενικού του προσεγγίσιμος
προσεγγίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγγίσιμη
προσεγγίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεγγίσιμος
προσεγγίσιμης	adj	γενική ενικού του προσεγγίσιμη
προσεγγίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του προσεγγίσιμος
προσεγγίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεγγίσιμος
προσεγγίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να προσεγγιστεί
προσεγγίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσεγγίσιμος
προσεγγίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσεγγίσιμος
προσεγγίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσεγγίσιμος
προσεγγίσομε	=	προσεγγίζω
προσεγγίσου	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίσουνε	=	προσεγγίζω
προσεγγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγίστηκα	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίστηκαν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίστηκε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίστηκες	=	προσεγγίζομαι
προσεγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεγγίζω
προσεγγιζόμασταν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόμαστε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόμενος	=	προσεγγίζω
προσεγγιζόμουν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόμουνα	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόντουσαν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόσασταν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόσαστε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόσουν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόσουνα	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζόταν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιζότανε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγγισμένο
προσεγγισμένε	verb	κλητική ενικού του προσεγγισμένος
προσεγγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγγισμένη
προσεγγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεγγισμένος
προσεγγισμένης	verb	γενική ενικού του προσεγγισμένη
προσεγγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσεγγισμένος
προσεγγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεγγισμένος
προσεγγισμένος	verb	που έχει προσεγγιστεί
προσεγγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσεγγισμένος
προσεγγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσεγγισμένος
προσεγγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσεγγισμένος
προσεγγιστήκαμε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιστήκαν	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιστήκανε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιστήκατε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιστεί	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιστείς	=	προσεγγίζω
προσεγγιστείτε	=	προσεγγίζομαι
προσεγγιστικά	adv	με προσεγγιστικό τρόπο
προσεγγιστικέ	adj	κλητική ενικού του προσεγγιστικός
προσεγγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγγιστική
προσεγγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεγγιστικός
προσεγγιστικής	adj	γενική ενικού του προσεγγιστική
προσεγγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεγγιστικός
προσεγγιστικού	adj	γενική ενικού του προσεγγιστικός
προσεγγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσεγγιστικός
προσεγγιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προσεγγιστικός
προσεγγιστικός	adj	που έχει σχέση με προσέγγιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται κατά προσέγγιση
προσεγγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προσεγγιστικός
προσεγγιστούμε	=	προσεγγίζω
προσεγγιστούν	=	προσεγγίζω
προσεγγιστούνε	=	προσεγγίζω
προσεγγιστώ	=	προσεγγίζω
προσεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγμένο
προσεγμένε	verb	κλητική ενικού του προσεγμένος
προσεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεγμένη
προσεγμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεγμένος
προσεγμένης	verb	γενική ενικού του προσεγμένη
προσεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσεγμένος
προσεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεγμένος
προσεγμένος	=	προσέχω
προσεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσεγμένος
προσεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσεγμένος
προσεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσεγμένος
προσεγχυμάτων	=	προσέγχυμα
προσεγχύματα	=	προσέγχυμα
προσεγχύματος	=	προσέγχυμα
προσεδάφιζα	=	προσεδαφίζω
προσεδάφιζαν	=	προσεδαφίζω
προσεδάφιζε	=	προσεδαφίζω
προσεδάφιζες	=	προσεδαφίζω
προσεδάφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδάφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδάφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδάφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδάφιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσεδαφίζω, η κάθοδος ιπτάμενου οχήματος από τον αέρα ή το διάστημα στο έδαφος της γης ή άλλου πλανήτη
προσεδάφισης	noun	γενική ενικού του προσεδάφιση
προσεδαφίζαμε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζαν	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζανε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζατε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζει	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζεις	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζετε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζομαι	verb	παύω να ίπταμαι και ακουμπώ στο έδαφος
προσεδαφίζοντας	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζουμε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζουν	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζουνε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίζω	verb	κατεβάζω ιπτάμενο όχημα από τον αέρα ή το διάστημα στο έδαφος της γης ή άλλου πλανήτη
προσεδαφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίσαν	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίσανε	=	προσεδαφίζω
προσεδαφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεδάφιση
προσεδαφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσεδάφιση
προσεδαφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσεδάφιση
προσεδαφίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζω
προσεδαφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεδαφισμένο
προσεδαφισμένε	verb	κλητική ενικού του προσεδαφισμένος
προσεδαφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεδαφισμένη
προσεδαφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεδαφισμένος
προσεδαφισμένης	verb	γενική ενικού του προσεδαφισμένη
προσεδαφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσεδαφισμένος
προσεδαφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεδαφισμένος
προσεδαφισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προσεδαφίζω
προσεδαφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσεδαφισμένος
προσεδαφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσεδαφισμένος
προσεδαφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσεδαφισμένος
προσεδαφιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσεδαφιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεδαφίζομαι
προσειλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσειλημμένο
προσειλημμένε	verb	κλητική ενικού του προσειλημμένος
προσειλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσειλημμένη
προσειλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσειλημμένος
προσειλημμένης	verb	γενική ενικού του προσειλημμένη
προσειλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσειλημμένος
προσειλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσειλημμένος
προσειλημμένος	verb|formal	που έχει προσληφθεί
προσειλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσειλημμένος
προσειλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσειλημμένος
προσειλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσειλημμένος
προσεισμέ	=	προσεισμός
προσεισμικά	=	προσεισμικός
προσεισμικέ	=	προσεισμικός
προσεισμικές	=	προσεισμικός
προσεισμική	=	προσεισμικός
προσεισμικής	=	προσεισμικός
προσεισμικοί	=	προσεισμικός
προσεισμικού	=	προσεισμικός
προσεισμικούς	=	προσεισμικός
προσεισμικό	=	προσεισμικός
προσεισμικός	adj	που έχει σχέση με τον προσεισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προσεισμικών	=	προσεισμικός
προσεισμοί	=	προσεισμός
προσεισμού	=	προσεισμός
προσεισμούς	=	προσεισμός
προσεισμό	=	προσεισμός
προσεισμός	noun	σεισμός που γίνεται πριν από τον κύριο σεισμό και είναι μικρότερης έντασης
προσεισμών	=	προσεισμός
προσεκλήθη	=	προσκαλώ
προσεκλήθην	=	προσκαλούμαι
προσεκλήθησαν	=	προσκαλώ
προσεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεκτικό	adv	με προσεκτικό τρόπο, με προσοχή
προσεκτικέ	adj	κλητική ενικού του προσεκτικός
προσεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεκτική
προσεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεκτικός
προσεκτικής	adj	γενική ενικού του προσεκτική
προσεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεκτικός
προσεκτικού	adj	γενική ενικού του προσεκτικός
προσεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσεκτικός
προσεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσεκτικός
προσεκτικός	adj	που προσέχει, που σκέφτεται ή ενεργεί με προσοχή
προσεκτικότατα	=	προσεκτικός
προσεκτικότατε	=	προσεκτικός
προσεκτικότατες	=	προσεκτικός
προσεκτικότατη	=	προσεκτικός
προσεκτικότατης	=	προσεκτικός
προσεκτικότατο	=	προσεκτικός
προσεκτικότατοι	=	προσεκτικός
προσεκτικότατος	=	προσεκτικός
προσεκτικότατου	=	προσεκτικός
προσεκτικότατους	=	προσεκτικός
προσεκτικότατων	=	προσεκτικός
προσεκτικότερα	=	προσεκτικός
προσεκτικότερε	=	προσεκτικός
προσεκτικότερες	=	προσεκτικός
προσεκτικότερη	=	προσεκτικός
προσεκτικότερης	=	προσεκτικός
προσεκτικότερο	=	προσεκτικός
προσεκτικότεροι	=	προσεκτικός
προσεκτικότερος	=	προσεκτικός
προσεκτικότερου	=	προσεκτικός
προσεκτικότερους	=	προσεκτικός
προσεκτικότερων	=	προσεκτικός
προσεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσεκτικός
προσελήνωση	noun	άλλη γραφή του προσσελήνωση
προσελήνωσης	=	προσελήνωση
προσελήφθη	=	προσλαμβάνω
προσελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσέλευση
προσελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσέλευση
προσελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσέλευση
προσεληνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσελήνωση
προσεληνώσεων	=	προσελήνωση
προσελκυσθήκαμε	=	προσελκύω
προσελκυσθήκαν	=	προσελκύω
προσελκυσθήκανε	=	προσελκύω
προσελκυσθήκατε	=	προσελκύω
προσελκυσθεί	=	προσελκύω
προσελκυσθείς	=	προσελκύω
προσελκυσθείτε	=	προσελκύω
προσελκυσθούμε	=	προσελκύω
προσελκυσθούν	=	προσελκύω
προσελκυσθούνε	=	προσελκύω
προσελκυσθώ	=	προσελκύω
προσελκυσμέ	=	προσελκυσμός
προσελκυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσελκυσμένο
προσελκυσμένε	verb	κλητική ενικού του προσελκυσμένος
προσελκυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσελκυσμένη
προσελκυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσελκυσμένος
προσελκυσμένης	verb	γενική ενικού του προσελκυσμένη
προσελκυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσελκυσμένος
προσελκυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσελκυσμένος
προσελκυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσελκυσμένος
προσελκυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσελκυσμένος
προσελκυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσελκυσμένος
προσελκυσμοί	=	προσελκυσμός
προσελκυσμού	=	προσελκυσμός
προσελκυσμούς	=	προσελκυσμός
προσελκυσμό	=	προσελκυσμός
προσελκυσμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσελκύω
προσελκυσμών	=	προσελκυσμός
προσελκυστήκαμε	=	προσελκύω
προσελκυστήκαν	=	προσελκύω
προσελκυστήκανε	=	προσελκύω
προσελκυστήκατε	=	προσελκύω
προσελκυστεί	=	προσελκύω
προσελκυστείς	=	προσελκύω
προσελκυστείτε	=	προσελκύω
προσελκυστικά	adv	με προσελκυστικό τρόπο
προσελκυστικέ	=	προσελκυστικός
προσελκυστικές	=	προσελκυστικός
προσελκυστική	=	προσελκυστικός
προσελκυστικής	=	προσελκυστικός
προσελκυστικοί	=	προσελκυστικός
προσελκυστικού	=	προσελκυστικός
προσελκυστικούς	=	προσελκυστικός
προσελκυστικό	=	προσελκυστικός
προσελκυστικός	adj	που έχει σχέση με την προσέλκυση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσελκυστικών	=	προσελκυστικός
προσελκυστικώς	adv|formal	με προσελκυστικό τρόπο
προσελκυστούμε	=	προσελκύω
προσελκυστούν	=	προσελκύω
προσελκυστούνε	=	προσελκύω
προσελκυστώ	=	προσελκύω
προσελκυόμασταν	=	προσελκύω
προσελκυόμαστε	=	προσελκύω
προσελκυόμουν	=	προσελκύω
προσελκυόμουνα	=	προσελκύω
προσελκυόντουσαν	=	προσελκύω
προσελκυόσασταν	=	προσελκύω
προσελκυόσαστε	=	προσελκύω
προσελκυόσουν	=	προσελκύω
προσελκυόσουνα	=	προσελκύω
προσελκυόταν	=	προσελκύω
προσελκυότανε	=	προσελκύω
προσελκύαμε	=	προσελκύω
προσελκύαν	=	προσελκύω
προσελκύανε	=	προσελκύω
προσελκύατε	=	προσελκύω
προσελκύει	=	προσελκύω
προσελκύεις	=	προσελκύω
προσελκύεσαι	=	προσελκύω
προσελκύεστε	=	προσελκύω
προσελκύεται	=	προσελκύω
προσελκύετε	=	προσελκύω
προσελκύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσελκύω
προσελκύομε	=	προσελκύω
προσελκύονται	=	προσελκύω
προσελκύονταν	=	προσελκύω
προσελκύοντας	=	προσελκύω
προσελκύουμε	=	προσελκύω
προσελκύουν	=	προσελκύω
προσελκύουνε	=	προσελκύω
προσελκύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύσαν	=	προσελκύω
προσελκύσανε	=	προσελκύω
προσελκύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσελκύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσέλκυση
προσελκύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύσεων	=	προσέλκυση
προσελκύσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσέλκυση
προσελκύσθηκα	=	προσελκύω
προσελκύσθηκαν	=	προσελκύω
προσελκύσθηκε	=	προσελκύω
προσελκύσθηκες	=	προσελκύω
προσελκύσιμα	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμε	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμες	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμη	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμης	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμο	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμοι	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμος	adv	που είναι δυνατόν να προσελκυστεί
προσελκύσιμου	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμους	=	προσελκύσιμος
προσελκύσιμων	=	προσελκύσιμος
προσελκύσομε	=	προσελκύω
προσελκύσου	=	προσελκύω
προσελκύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύσουνε	=	προσελκύω
προσελκύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύστηκα	=	προσελκύω
προσελκύστηκαν	=	προσελκύω
προσελκύστηκε	=	προσελκύω
προσελκύστηκες	=	προσελκύω
προσελκύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσελκύω
προσελκύω	verb	τραβάω προς το μέρος μου, ελκύω, συγκεντρώνω κάτι συνήθως θετικό
προσεξουαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεξουαλικό
προσεξουαλικέ	adj	κλητική ενικού του προσεξουαλικός
προσεξουαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεξουαλική
προσεξουαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεξουαλικός
προσεξουαλικής	adj	γενική ενικού του προσεξουαλική
προσεξουαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεξουαλικός
προσεξουαλικού	adj	γενική ενικού του προσεξουαλικός
προσεξουαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσεξουαλικός
προσεξουαλικό	adj	αιτιατική ενικού του προσεξουαλικός
προσεξουαλικός	adj	που δεν έχει γνώση της σεξουαλικής δραστηριότητας ή δεν έχει επηρεαστεί από αυτήν· πριν από τη σεξουαλική ωρίμανση
προσεξουαλικών	adj	γενική πληθυντικού του προσεξουαλικός
προσεπίκληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσεπικαλώ
προσεπίκλησης	=	προσεπίκληση
προσεπίκλησις	noun	η προσεπίκληση
προσεπικάλει	=	προσεπικαλώ
προσεπικάλεσα	=	προσεπικαλώ
προσεπικάλεσαν	=	προσεπικαλώ
προσεπικάλεσε	=	προσεπικαλώ
προσεπικάλεσες	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέσαμε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέσαν	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέσανε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέσατε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέσει	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέσου	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλέστε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλέστηκα	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλέστηκαν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλέστηκε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλέστηκες	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεί	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλείς	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλείσαι	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλείστε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλείται	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλείτε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλεσμένος	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεστήκαμε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεστήκαν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεστήκανε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεστήκατε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεστεί	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλεστείτε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσεπικαλώ
προσεπικαλούμασταν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούμαστε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούμε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούμουν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούν	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούνε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούνται	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούνταν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούσα	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσαμε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσαν	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσανε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσασταν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούσαστε	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλούσατε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσε	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσες	=	προσεπικαλώ
προσεπικαλούσουν	=	προσεπικαλούμαι
προσεπικαλώ	verb	κλητεύω σε δίκη κάποιον εκτός των διαδίκων
προσεπικαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσεπικαλώ
προσεπικλήσεις	=	προσεπίκληση
προσεπικλήσεων	=	προσεπίκληση
προσεπικυρωθήκαμε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωθήκαν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωθήκανε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωθήκατε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωθεί	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωθείτε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεπικυρωμένο
προσεπικυρωμένε	verb	κλητική ενικού του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεπικυρωμένη
προσεπικυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωμένης	verb	γενική ενικού του προσεπικυρωμένη
προσεπικυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσεπικυρώνω
προσεπικυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσεπικυρωμένος
προσεπικυρωνόμασταν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόμαστε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόμουν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόμουνα	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόντουσαν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόσασταν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόσαστε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόσουν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόσουνα	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνόταν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωνότανε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρωτικά	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικέ	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικές	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτική	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικής	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικοί	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικού	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικούς	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικό	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρωτικός	adj|formal	που έχει σχέση με προσεπικύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσεπικυρωτικών	=	προσεπικυρωτικός
προσεπικυρώθηκα	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώθηκαν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώθηκε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώθηκες	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώναμε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώναν	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνανε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνατε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνει	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνεις	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνεσαι	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώνεστε	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώνεται	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώνετε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνονται	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώνονταν	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώνοντας	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνου	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώνουμε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνουν	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνουνε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώνω	verb|formal	επικυρώνω επιπρόσθετα ή με επίσημο τρόπο
προσεπικυρώσαμε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώσαν	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώσανε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώσατε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώσει	=	προσεπικυρώνω
προσεπικυρώσεις	=	προσεπικύρωση
προσεπικυρώσεων	=	προσεπικύρωση
προσεπικυρώσου	=	προσεπικυρώνομαι
προσεπικυρώστε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωνα	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωναν	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωνε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωνες	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωσα	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωσαν	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωσε	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωσες	=	προσεπικυρώνω
προσεπικύρωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσεπικυρώνω
προσεπικύρωσης	=	προσεπικύρωση
προσεπικύρωσις	noun	η προσεπικύρωση
προσερχόμασταν	=	προσέρχομαι
προσερχόμαστε	=	προσέρχομαι
προσερχόμενος	=	προσέρχομαι
προσερχόμουν	=	προσέρχομαι
προσερχόμουνα	=	προσέρχομαι
προσερχόντουσαν	=	προσέρχομαι
προσερχόσασταν	=	προσέρχομαι
προσερχόσαστε	=	προσέρχομαι
προσερχόσουν	=	προσέρχομαι
προσερχόσουνα	=	προσέρχομαι
προσερχόταν	=	προσέρχομαι
προσερχότανε	=	προσέρχομαι
προσετέθη	=	προσθέτω
προσετέθησαν	=	προσθέτω
προσετίθεντο	=	προσθέτω
προσετίθετο	=	προσθέτω
προσεταιρίζομαι	verb|formal	παίρνω κάποιον με το μέρος μου, τον πείθω να ασπαστεί τις απόψεις μου
προσεταιρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιρισμέ	noun	κλητική ενικού του προσεταιρισμός
προσεταιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεταιρισμένο
προσεταιρισμένε	verb	κλητική ενικού του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεταιρισμένη
προσεταιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμένης	verb	γενική ενικού του προσεταιρισμένη
προσεταιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσεταιρισμένος
προσεταιρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεταιρισμός
προσεταιρισμού	noun	γενική ενικού του προσεταιρισμός
προσεταιρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσεταιρισμός
προσεταιρισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσεταιρισμός
προσεταιρισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προσεταιρίζομαι, η εξασφάλιση της σύμφωνης γνώμης ή της ευνοϊκής στάσης κάποιου άλλου
προσεταιρισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσεταιρισμός
προσεταιριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεταιριστικό
προσεταιριστικέ	adj	κλητική ενικού του προσεταιριστικός
προσεταιριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεταιριστική
προσεταιριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεταιριστικός
προσεταιριστικής	adj	γενική ενικού του προσεταιριστική
προσεταιριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεταιριστικός
προσεταιριστικοτήτων	=	προσεταιριστικότητα
προσεταιριστικού	adj	γενική ενικού του προσεταιριστικός
προσεταιριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσεταιριστικός
προσεταιριστικό	adj	αιτιατική ενικού του προσεταιριστικός
προσεταιριστικός	adj	προσεταιριστική ιδιότητα: η ιδιότητα που έχουν κάποιες πράξεις, όταν εκτελούνται διαδοχικά, να είναι το αποτέλεσμά τους ανεξάρτητο από τη σειρά με την οποία θα εκτελεστούν.
προσεταιριστικότητα	noun	η προσεταιριστική ιδιότητα μιας πράξης
προσεταιριστικότητας	=	προσεταιριστικότητα
προσεταιριστικότητες	=	προσεταιριστικότητα
προσεταιριστικών	adj	γενική πληθυντικού του προσεταιριστικός
προσεταιριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσεταιριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεταιρίζομαι
προσευχάδια	=	προσευχάδιο
προσευχάδιο	noun	τόπος προσευχής
προσευχάδιου	=	προσευχάδιο
προσευχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσευχή
προσευχή	noun	θρησκευτική πράξη κατά την οποία απευθύνεται κάποιος προς τον Θεό
προσευχήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχής	=	προσευχή
προσευχήσου	=	προσεύχομαι
προσευχαδίου	=	προσευχάδιο
προσευχαδίων	=	προσευχάδιο
προσευχηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθήκαν	=	προσεύχομαι
προσευχηθήκανε	=	προσεύχομαι
προσευχηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχηθούνε	=	προσεύχομαι
προσευχηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσεύχομαι
προσευχητάρι	noun	άλλη μορφή του προσευχητάριο
προσευχητάρια	=	προσευχητάρι
προσευχητάριο	noun	βιβλίο προσευχών
προσευχητάριον	noun	το προσευχητάρι
προσευχητάριου	=	προσευχητάριο
προσευχητάριων	=	προσευχητάριο
προσευχηταρίου	=	προσευχητάριο
προσευχηταρίων	=	προσευχητάριο
προσευχούλα	noun	υποκοριστικό του προσευχή
προσευχούλας	noun	γενική ενικού του προσευχούλα
προσευχούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσευχούλα
προσευχόμασταν	=	προσεύχομαι
προσευχόμαστε	=	προσεύχομαι
προσευχόμεθα	=	προσεύχομαι
προσευχόμενος	=	προσεύχομαι
προσευχόμουν	=	προσεύχομαι
προσευχόμουνα	=	προσεύχομαι
προσευχόντουσαν	=	προσεύχομαι
προσευχόσασταν	=	προσεύχομαι
προσευχόσαστε	=	προσεύχομαι
προσευχόσουν	=	προσεύχομαι
προσευχόσουνα	=	προσεύχομαι
προσευχόταν	=	προσεύχομαι
προσευχότανε	=	προσεύχομαι
προσευχών	noun	γενική πληθυντικού του προσευχή
προσεχές	=	προσεχής
προσεχή	=	προσεχής
προσεχής	adj	που ακολουθεί, που βρίσκεται ή συμβαίνει στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα
προσεχείς	=	προσεχής
προσεχθήκαμε	=	προσέχω
προσεχθήκαν	=	προσέχω
προσεχθήκανε	=	προσέχω
προσεχθήκατε	=	προσέχω
προσεχθεί	=	προσέχω
προσεχθείς	=	προσέχω
προσεχθείτε	=	προσέχω
προσεχθούμε	=	προσέχω
προσεχθούν	=	προσέχω
προσεχθούνε	=	προσέχω
προσεχθώ	=	προσέχω
προσεχούς	=	προσεχής
προσεχτήκαμε	=	προσέχω
προσεχτήκαν	=	προσέχω
προσεχτήκανε	=	προσέχω
προσεχτήκατε	=	προσέχω
προσεχτεί	=	προσέχω
προσεχτείς	=	προσέχω
προσεχτείτε	=	προσέχω
προσεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεχτικό	adv	προσεκτικά
προσεχτικέ	adj	κλητική ενικού του προσεχτικός
προσεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσεχτική
προσεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσεχτικός
προσεχτικής	adj	γενική ενικού του προσεχτική
προσεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσεχτικός
προσεχτικού	adj	γενική ενικού του προσεχτικός
προσεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσεχτικός
προσεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσεχτικός
προσεχτικός	adj	άλλη μορφή του προσεκτικός
προσεχτικότατα	=	προσεχτικός
προσεχτικότατε	=	προσεχτικός
προσεχτικότατες	=	προσεχτικός
προσεχτικότατη	=	προσεχτικός
προσεχτικότατης	=	προσεχτικός
προσεχτικότατο	=	προσεχτικός
προσεχτικότατοι	=	προσεχτικός
προσεχτικότατος	=	προσεχτικός
προσεχτικότατου	=	προσεχτικός
προσεχτικότατους	=	προσεχτικός
προσεχτικότατων	=	προσεχτικός
προσεχτικότερα	=	προσεχτικός
προσεχτικότερε	=	προσεχτικός
προσεχτικότερες	=	προσεχτικός
προσεχτικότερη	=	προσεχτικός
προσεχτικότερης	=	προσεχτικός
προσεχτικότερο	=	προσεχτικός
προσεχτικότεροι	=	προσεχτικός
προσεχτικότερος	=	προσεχτικός
προσεχτικότερου	=	προσεχτικός
προσεχτικότερους	=	προσεχτικός
προσεχτικότερων	=	προσεχτικός
προσεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσεχτικός
προσεχτούμε	=	προσέχω
προσεχτούν	=	προσέχω
προσεχτούνε	=	προσέχω
προσεχτώ	=	προσέχω
προσεχόμασταν	=	προσέχω
προσεχόμαστε	=	προσέχω
προσεχόμουν	=	προσέχω
προσεχόμουνα	=	προσέχω
προσεχόντουσαν	=	προσέχω
προσεχόσασταν	=	προσέχω
προσεχόσαστε	=	προσέχω
προσεχόσουν	=	προσέχω
προσεχόσουνα	=	προσέχω
προσεχόταν	=	προσέχω
προσεχότανε	=	προσέχω
προσεχών	=	προσεχής
προσεχώς	noun	οι ταινίες που θα προβληθούν μελλοντικά σε κάποιον κινηματογράφο	adv	σε χρονικό διάστημα που ακολουθεί τη στιγμή αυτή, σε μερικές μέρες από τώρα
προσεύχεσαι	=	προσεύχομαι
προσεύχεσθε	=	προσεύχομαι
προσεύχεστε	=	προσεύχομαι
προσεύχεται	=	προσεύχομαι
προσεύχομαι	verb	κάνω την προσευχή μου, απευθύνομαι προς το Θεό για να τον ευχαριστήσω ή/και να τον παρακαλέσω για κάτι
προσεύχονται	=	προσεύχομαι
προσεύχονταν	=	προσεύχομαι
προσεύχου	=	προσεύχομαι
προσηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηγμένο
προσηγμένε	verb	κλητική ενικού του προσηγμένος
προσηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηγμένη
προσηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηγμένος
προσηγμένης	verb	γενική ενικού του προσηγμένη
προσηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσηγμένος
προσηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηγμένος
προσηγμένος	=	προσάγω
προσηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσηγμένος
προσηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσηγμένος
προσηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσηγμένος
προσηγορία	noun	ονομασία, προσωνυμία
προσηγορίας	noun	γενική ενικού του προσηγορία
προσηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηγορία
προσηγορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηγορικό
προσηγορικέ	adj	κλητική ενικού του προσηγορικός
προσηγορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηγορική
προσηγορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηγορικός
προσηγορικής	adj	γενική ενικού του προσηγορική
προσηγορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηγορικός
προσηγορικού	adj	γενική ενικού του προσηγορικός
προσηγορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσηγορικός
προσηγορικό	adj	αιτιατική ενικού του προσηγορικός
προσηγορικός	adj	χαρακτηρισμός για ουσιαστικό που δεν είναι κύριο όνομα ή: χαρακτηρισμός κοινού ουσιαστικού ονόματος, που δηλώνει όλα τα ομοειδή πρόσωπα, ζώα ή πράγματα (π.χ. άνθρωπος, πόλη) ή ουσιαστικό που δηλώνει ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα, σε αντιδιαστολή προς τα κύρια ονόματα (π.χ.
προσηγορικών	adj	γενική πληθυντικού του προσηγορικός
προσηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του προσηγορία
προσηκουσών	=	προσήκων
προσηκούσης	=	προσήκων
προσηκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηκωμένο
προσηκωμένε	verb	κλητική ενικού του προσηκωμένος
προσηκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηκωμένη
προσηκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηκωμένος
προσηκωμένης	verb	γενική ενικού του προσηκωμένη
προσηκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσηκωμένος
προσηκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηκωμένος
προσηκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσηκωμένος
προσηκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσηκωμένος
προσηκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσηκωμένος
προσηκόντων	=	προσήκων
προσηκόντως	adv	όπως ταιριάζει, καθώς πρέπει
προσηκώνομαι	verb|formal	ως ένδειξη σεβασμού και απόδοσης τιμής σηκώνομαι από τη θέση μου και την παραχωρώ σε άλλο ή τον χαιρετώ
προσηλίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσηλιάζω
προσηλίασης	=	προσηλίαση
προσηλίασις	noun	η προσηλίαση
προσηλιάζαμε	=	προσηλιάζω
προσηλιάζαν	=	προσηλιάζω
προσηλιάζανε	=	προσηλιάζω
προσηλιάζατε	=	προσηλιάζω
προσηλιάζει	=	προσηλιάζω
προσηλιάζεις	=	προσηλιάζω
προσηλιάζετε	=	προσηλιάζω
προσηλιάζοντας	=	προσηλιάζω
προσηλιάζουμε	=	προσηλιάζω
προσηλιάζουν	=	προσηλιάζω
προσηλιάζουνε	=	προσηλιάζω
προσηλιάζω	verb	κάνω κάτι προσήλιο
προσηλιάσαμε	=	προσηλιάζω
προσηλιάσαν	=	προσηλιάζω
προσηλιάσανε	=	προσηλιάζω
προσηλιάσατε	=	προσηλιάζω
προσηλιάσει	=	προσηλιάζω
προσηλιάσεις	=	προσηλίαση
προσηλιάσεων	=	προσηλίαση
προσηλιάστε	=	προσηλιάζω
προσηλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλιακό	adv	με προσανατολισμό προς τον ήλιο, με έκθεση προς τον ήλιο
προσηλιακέ	adj	κλητική ενικού του προσηλιακός
προσηλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλιακή
προσηλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηλιακός
προσηλιακής	adj	γενική ενικού του προσηλιακή
προσηλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηλιακός
προσηλιακού	adj	γενική ενικού του προσηλιακός
προσηλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσηλιακός
προσηλιακό	adj	αιτιατική ενικού του προσηλιακός
προσηλιακός	adj	άλλη μορφή του προσήλιος
προσηλιακών	adj	γενική πληθυντικού του προσηλιακός
προσηλιασμέ	=	προσηλιασμός
προσηλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλιασμένο
προσηλιασμένε	verb	κλητική ενικού του προσηλιασμένος
προσηλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλιασμένη
προσηλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηλιασμένος
προσηλιασμένης	verb	γενική ενικού του προσηλιασμένη
προσηλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσηλιασμένος
προσηλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηλιασμένος
προσηλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσηλιάζω
προσηλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσηλιασμένος
προσηλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσηλιασμένος
προσηλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσηλιασμένος
προσηλιασμοί	=	προσηλιασμός
προσηλιασμού	=	προσηλιασμός
προσηλιασμούς	=	προσηλιασμός
προσηλιασμό	=	προσηλιασμός
προσηλιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσηλιάζω
προσηλιασμών	=	προσηλιασμός
προσηλυτίζαμε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζαν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζανε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζατε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζει	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζεις	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζεσαι	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζεστε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζεται	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζετε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίζονται	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζονταν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζοντας	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζουμε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζουν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζουνε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίζω	verb	πείθω κάποιον να ασπαστεί τη θρησκεία ή το δόγμα το οποίο ακολουθώ
προσηλυτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίσαν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίσανε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίσεων	=	προσηλύτιση
προσηλυτίσιμα	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμε	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμες	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμη	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμης	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμο	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμοι	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμος	adj	που μπορεί να προσηλυτισθεί
προσηλυτίσιμου	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμους	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσιμων	=	προσηλυτίσιμος
προσηλυτίσου	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτίστηκα	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίστηκαν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίστηκε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίστηκες	=	προσηλυτίζω
προσηλυτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλυτιζόμασταν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόμαστε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόμουν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόμουνα	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόντουσαν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόσασταν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόσαστε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόσουν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόσουνα	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζόταν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιζότανε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτισμέ	noun	κλητική ενικού του προσηλυτισμός
προσηλυτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτισμένο
προσηλυτισμένε	verb	κλητική ενικού του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτισμένη
προσηλυτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμένης	verb	γενική ενικού του προσηλυτισμένη
προσηλυτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμένος	=	προσηλυτίζω
προσηλυτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσηλυτισμένος
προσηλυτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτισμός
προσηλυτισμού	noun	γενική ενικού του προσηλυτισμός
προσηλυτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσηλυτισμός
προσηλυτισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσηλυτισμός
προσηλυτισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσηλυτίζω
προσηλυτισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσηλυτισμός
προσηλυτιστήκαμε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιστήκαν	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιστήκανε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιστήκατε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιστεί	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιστείτε	=	προσηλυτίζω
προσηλυτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτιστικό
προσηλυτιστικέ	adj	κλητική ενικού του προσηλυτιστικός
προσηλυτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτιστική
προσηλυτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηλυτιστικός
προσηλυτιστικής	adj	γενική ενικού του προσηλυτιστική
προσηλυτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηλυτιστικός
προσηλυτιστικού	adj	γενική ενικού του προσηλυτιστικός
προσηλυτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσηλυτιστικός
προσηλυτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προσηλυτιστικός
προσηλυτιστικός	adj|formal	που έχει σχέση με τον προσηλυτισμό
προσηλυτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προσηλυτιστικός
προσηλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσηλωμένος	adv	με προσήλωση
προσηλωμένε	verb	κλητική ενικού του προσηλωμένος
προσηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσηλωμένη
προσηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσηλωμένος
προσηλωμένης	verb	γενική ενικού του προσηλωμένη
προσηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσηλωμένος
προσηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσηλωμένος
προσηλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσηλώνω
προσηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσηλωμένος
προσηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσηλωμένος
προσηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσηλωμένος
προσηλύτιζα	=	προσηλυτίζω
προσηλύτιζαν	=	προσηλυτίζω
προσηλύτιζε	=	προσηλυτίζω
προσηλύτιζες	=	προσηλυτίζω
προσηλύτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλύτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλύτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλύτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλυτίζω
προσηλύτιση	noun|formal	η ενέργεια ή η διαδικασία του προσηλυτισμού
προσηλύτισης	=	προσηλύτιση
προσηλύτισις	noun	η προσηλύτιση
προσηλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλώναμε	=	προσηλώνω
προσηλώναν	=	προσηλώνω
προσηλώνανε	=	προσηλώνω
προσηλώνατε	=	προσηλώνω
προσηλώνει	=	προσηλώνω
προσηλώνεις	=	προσηλώνω
προσηλώνετε	=	προσηλώνω
προσηλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσηλώνω
προσηλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσηλώνω
προσηλώνουμε	=	προσηλώνω
προσηλώνουν	=	προσηλώνω
προσηλώνουνε	=	προσηλώνω
προσηλώνω	verb	συγκεντρώνω το βλέμμα μου ή τις σκέψεις και ενέργειες μου αποκλειστικά σε κάτι
προσηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώσαν	=	προσηλώνω
προσηλώσανε	=	προσηλώνω
προσηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσήλωση
προσηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώσεων	=	προσήλωση
προσηλώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνομαι
προσηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσηλώνω
προσημάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάναν	=	προσημαίνω
προσημάνανε	=	προσημαίνω
προσημάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημάνσεις	=	προσήμανση
προσημάνσεων	=	προσήμανση
προσημάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημαίνω
προσημαίναμε	=	προσημαίνω
προσημαίναν	=	προσημαίνω
προσημαίνανε	=	προσημαίνω
προσημαίνατε	=	προσημαίνω
προσημαίνει	=	προσημαίνω
προσημαίνεις	=	προσημαίνω
προσημαίνετε	=	προσημαίνω
προσημαίνομαι	=	προσημαίνω
προσημαίνοντας	=	προσημαίνω
προσημαίνουμε	=	προσημαίνω
προσημαίνουν	=	προσημαίνω
προσημαίνουνε	=	προσημαίνω
προσημαίνω	verb|formal	σημαίνω / βάζω ιδιαίτερο διακριτικό σημάδι εκ των προτέρων
προσημασμένα	=	προσημασμένος
προσημασμένε	=	προσημασμένος
προσημασμένες	=	προσημασμένος
προσημασμένη	=	προσημασμένος
προσημασμένης	=	προσημασμένος
προσημασμένο	=	προσημασμένος
προσημασμένοι	=	προσημασμένος
προσημασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσημαίνω
προσημασμένου	=	προσημασμένος
προσημασμένους	=	προσημασμένος
προσημασμένων	=	προσημασμένος
προσημείωνα	=	προσημειώνω
προσημείωναν	=	προσημειώνω
προσημείωνε	=	προσημειώνω
προσημείωνες	=	προσημειώνω
προσημείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημείωση	noun	η σημείωση από πριν, η τοποθέτηση σημαδιού πριν συμβεί κάτι
προσημείωσης	noun	γενική ενικού του προσημείωση
προσημειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσημειωμένο
προσημειωμένε	verb	κλητική ενικού του προσημειωμένος
προσημειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσημειωμένη
προσημειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσημειωμένος
προσημειωμένης	verb	γενική ενικού του προσημειωμένη
προσημειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσημειωμένος
προσημειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσημειωμένος
προσημειωμένος	=	προσημειώνομαι
προσημειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσημειωμένος
προσημειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσημειωμένος
προσημειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσημειωμένος
προσημειώθηκα	=	προσημειώνομαι
προσημειώναμε	=	προσημειώνω
προσημειώναν	=	προσημειώνω
προσημειώνανε	=	προσημειώνω
προσημειώνατε	=	προσημειώνω
προσημειώνει	=	προσημειώνω
προσημειώνεις	=	προσημειώνω
προσημειώνετε	=	προσημειώνω
προσημειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσημειώνω
προσημειώνοντας	=	προσημειώνω
προσημειώνουμε	=	προσημειώνω
προσημειώνουν	=	προσημειώνω
προσημειώνουνε	=	προσημειώνω
προσημειώνω	verb	κάνω / κρατάω / εγγράφω προσημείωση
προσημειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώσαν	=	προσημειώνω
προσημειώσανε	=	προσημειώνω
προσημειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσημείωση
προσημειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσημείωση
προσημειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσημείωση
προσημειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσημειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσημειώνω
προσηνέμως	adv	σε προσήνεμο τόπο ή κατεύθυνση
προσηνές	=	προσηνής
προσηνή	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του προσηνής
προσηνής	adj|formal	που φαίνεται ότι είναι ευγενικός, φιλικός, πράος και γενικά έχει τέτοια συμπεριφορά προς τους γύρω του
προσηνείς	=	προσηνής
προσηνειών	noun	γενική πληθυντικού του προσήνεια
προσηνούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του προσηνής
προσηνών	=	προσηνής
προσηνώς	adv|formal	με προσηνή τρόπο
προσθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσαν	=	προσθέτω
προσθέσανε	=	προσθέτω
προσθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσθεση
προσθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσθεση
προσθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσθεση
προσθέσομε	=	προσθέτω
προσθέσου	=	προσθέτω
προσθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσουνε	=	προσθέτω
προσθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
προσθέταμε	=	προσθέτω
προσθέταν	=	προσθέτω
προσθέτανε	=	προσθέτω
προσθέτατε	=	προσθέτω
προσθέτει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσθέτω
προσθέτεις	=	προσθέτω
προσθέτετε	=	προσθέτω
προσθέτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσθέτω
προσθέτομε	=	προσθέτω
προσθέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσθέτω
προσθέτουμε	=	προσθέτω
προσθέτουν	=	προσθέτω
προσθέτουνε	=	προσθέτω
προσθέτω	verb	αθροίζω, κάνω την αριθμητική πράξη της πρόσθεσης
προσθέτων	=	πρόσθετα
προσθέτως	adv	με πρόσθετο τρόπο
προσθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθήκη
προσθήκη	noun	η πρόσθεση επιπλέον στοιχείων
προσθήκης	noun	γενική ενικού του προσθήκη
προσθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσθημα
προσθήματος	noun	γενική ενικού του πρόσθημα
προσθαλάσσωνα	=	προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωναν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωνε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωνες	=	προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωση	noun	ενέργεια του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλάσσωσης	noun	γενική ενικού του προσθαλάσσωση
προσθαλάσσωσις	noun	προσθαλάσσωση
προσθαλασσωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθήκαν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωθήκανε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθαλασσωμένο
προσθαλασσωμένε	verb	κλητική ενικού του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθαλασσωμένη
προσθαλασσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωμένης	verb	γενική ενικού του προσθαλασσωμένη
προσθαλασσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωμένος	verb	που έχει προσθαλασσωθεί
προσθαλασσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσθαλασσωμένος
προσθαλασσωνόμασταν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόμαστε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόμουν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόμουνα	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόντουσαν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόσασταν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόσαστε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόσουν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόσουνα	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνόταν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσωνότανε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσώναμε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώναν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνανε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνατε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνει	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνεις	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνεσαι	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνεστε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνεται	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνετε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνονται	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνονταν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνοντας	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνουμε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνουν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνουνε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώνω	verb	καθοδηγώ πτητική μηχανή, όπως υδροπλάνο, στην επιφάνεια της θάλασσας
προσθαλασσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσαν	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσανε	=	προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθαλάσσωση
προσθαλασσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσθαλάσσωση
προσθαλασσώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσθαλάσσωση
προσθαλασσώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνομαι
προσθαλασσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαλασσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαλασσώνω
προσθαφαίρει	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαίρεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσθαφαιρώ, η διαδοχική πρόσθεση και αφαίρεση
προσθαφαίρεσης	=	προσθαφαίρεση
προσθαφαίρησα	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαίρησαν	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαίρησε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαίρησες	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθαφαίρεση
προσθαφαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσεων	=	προσθαφαίρεση
προσθαφαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθαφαιρήσαμε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρήσαν	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρήσανε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρήσατε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρήσει	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρήστε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρεί	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρείς	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρείτε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούμαι	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούμε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούν	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούνε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσα	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσαμε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσαν	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσανε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσατε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσε	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρούσες	=	προσθαφαιρώ
προσθαφαιρώ	verb	προσθέτω και αφαιρώ, κάνω προσθέσεις και αφαιρέσεις
προσθαφαιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσθαφαιρώ
προσθετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσθετός	adv	με προσθετό τρόπο
προσθετέ	adj	κλητική ενικού του προσθετός
προσθετέα	=	προσθετέος
προσθετέας	=	προσθετέος
προσθετέε	=	προσθετέος
προσθετέες	=	προσθετέος
προσθετέο	=	προσθετέος
προσθετέοι	=	προσθετέος
προσθετέος	adj	που πρέπει να προστεθεί
προσθετέου	=	προσθετέος
προσθετέους	=	προσθετέος
προσθετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθετή
προσθετέων	=	προσθετέος
προσθετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσθετός
προσθετής	adj	γενική ενικού του προσθετή
προσθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσθετικός	adv	με προσθετικό τρόπο
προσθετικέ	adj	κλητική ενικού του προσθετικός
προσθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσθετική
προσθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσθετικός
προσθετικής	adj	γενική ενικού του προσθετική
προσθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσθετικός
προσθετικού	adj	γενική ενικού του προσθετικός
προσθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσθετικός
προσθετικό	adj	αιτιατική ενικού του προσθετικός
προσθετικός	adj	αυτός που σχετίζεται με, αφορά την ή είναι αποτέλεσμα πρόσθεσης
προσθετικών	adj	γενική πληθυντικού του προσθετικός
προσθετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσθετός
προσθετού	adj	γενική ενικού του προσθετός
προσθετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσθετός
προσθετό	adj	αιτιατική ενικού του προσθετός
προσθετός	adj	που είναι δυνατόν να προστεθεί
προσθετών	adj	γενική πληθυντικού του προσθετός
προσθηκών	noun	γενική πληθυντικού του προσθήκη
προσθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσθημα
προσθιοκίνητα	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητε	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητες	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητη	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητης	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητο	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητοι	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητος	adj|formal	άλλη μορφή του εμπροσθοκίνητος
προσθιοκίνητου	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητους	=	προσθιοκίνητος
προσθιοκίνητων	=	προσθιοκίνητος
προσθιοπίσθια	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιας	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιε	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιες	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιο	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιοι	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιος	adj	που εκτείνεται από μπροστά μέχρι πίσω
προσθιοπίσθιου	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιους	=	προσθιοπίσθιος
προσθιοπίσθιων	=	προσθιοπίσθιος
προσιδίαζα	=	προσιδιάζω
προσιδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάζω	verb	ταιριάζω, έχω ομοιότητες
προσιδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσιδιάζω
προσιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσιδιασμένο
προσιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του προσιδιασμένος
προσιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσιδιασμένη
προσιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσιδιασμένος
προσιδιασμένης	verb	γενική ενικού του προσιδιασμένη
προσιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσιδιασμένος
προσιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσιδιασμένος
προσιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσιδιασμένος
προσιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσιδιασμένος
προσιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσιδιασμένος
προσιτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσιτός	adv	με προσιτό τρόπο, με προσιτότητα
προσιτέ	adj	κλητική ενικού του προσιτός
προσιτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσιτή
προσιτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσιτός
προσιτής	adj	γενική ενικού του προσιτή
προσιτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσιτός
προσιτοτήτων	=	προσιτότητα
προσιτού	adj	γενική ενικού του προσιτός
προσιτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσιτός
προσιτό	adj	αιτιατική ενικού του προσιτός
προσιτός	adj	που μπορεί κάποιος να προσεγγίσει, να πλησιάσει, να μπει
προσιτότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι προσιτό(ς), η ιδιότητα του προσιτού
προσιτότητας	=	προσιτότητα
προσιτότητες	=	προσιτότητα
προσιτών	adj	γενική πληθυντικού του προσιτός
προσκάλει	=	προσκαλώ
προσκάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκάλεσμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκαλώ
προσκέφαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκέφαλο
προσκέφαλο	noun	μαξιλάρι για το κεφάλι
προσκέφαλου	noun	γενική ενικού του προσκέφαλο
προσκέφαλων	noun	γενική πληθυντικού του προσκέφαλο
προσκήνια	=	προσκήνιο
προσκήνιο	noun	το μέρος της σκηνής ενός (νεότερου) θεάτρου μπροστά από την αυλαία, το μπροστινό τμήμα της σκηνής
προσκήνιου	=	προσκήνιο
προσκήνιων	noun	γενική πληθυντικού του προσκήνιο
προσκαθήμενα	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενε	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενες	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενη	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενης	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενο	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενοι	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενος	adj	αγρότης «δεμένος» με τη γη που καλλιεργεί, που «δεν μπορεί» να εγκαταλείψει το κτήμα που εργάζεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη κι ούτε ν’ αλλάξει επάγγελμα
προσκαθήμενου	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενους	=	προσκαθήμενος
προσκαθήμενων	=	προσκαθήμενος
προσκαιρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσκαιρινός	adv	άλλη μορφή του πρόσκαιρα
προσκαιρινέ	adj	κλητική ενικού του προσκαιρινός
προσκαιρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκαιρινή
προσκαιρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκαιρινός
προσκαιρινής	adj	γενική ενικού του προσκαιρινή
προσκαιρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκαιρινός
προσκαιρινού	adj	γενική ενικού του προσκαιρινός
προσκαιρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσκαιρινός
προσκαιρινό	adj	αιτιατική ενικού του προσκαιρινός
προσκαιρινός	adj|rare	άλλη μορφή του πρόσκαιρος
προσκαιρινών	adj	γενική πληθυντικού του προσκαιρινός
προσκαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσαν	=	προσκαλώ
προσκαλέσανε	=	προσκαλώ
προσκαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκάλεσμα
προσκαλέσματος	noun	γενική ενικού του προσκάλεσμα
προσκαλέσου	=	προσκαλώ
προσκαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέσουνε	=	προσκαλώ
προσκαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλέστηκα	=	προσκαλώ
προσκαλέστηκαν	=	προσκαλώ
προσκαλέστηκε	=	προσκαλώ
προσκαλέστηκες	=	προσκαλώ
προσκαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκαλώ
προσκαλεί	=	προσκαλώ
προσκαλείς	=	προσκαλώ
προσκαλείσαι	=	προσκαλώ
προσκαλείστε	=	προσκαλώ
προσκαλείται	=	προσκαλώ
προσκαλείτε	=	προσκαλώ
προσκαλείτο	=	προσκαλώ
προσκαλεσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προσκάλεσμα
προσκαλεσμένα	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένε	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένες	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένη	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένης	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένο	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένοι	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένος	verb	που τον έχουν προσκαλέσει	noun	άλλη μορφή του καλεσμένος
προσκαλεσμένου	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένους	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεσμένων	=	προσκαλεσμένος
προσκαλεστήκαμε	=	προσκαλώ
προσκαλεστήκαν	=	προσκαλώ
προσκαλεστήκανε	=	προσκαλώ
προσκαλεστήκατε	=	προσκαλώ
προσκαλεστεί	=	προσκαλώ
προσκαλεστείς	=	προσκαλώ
προσκαλεστείτε	=	προσκαλώ
προσκαλεστούμε	=	προσκαλώ
προσκαλεστούν	=	προσκαλώ
προσκαλεστούνε	=	προσκαλώ
προσκαλεστώ	=	προσκαλώ
προσκαλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσκαλώ
προσκαλούμασταν	=	προσκαλώ
προσκαλούμαστε	=	προσκαλώ
προσκαλούμε	=	προσκαλώ
προσκαλούμουν	=	προσκαλώ
προσκαλούμουνα	=	προσκαλώ
προσκαλούν	=	προσκαλώ
προσκαλούνε	=	προσκαλώ
προσκαλούνται	=	προσκαλώ
προσκαλούνταν	=	προσκαλώ
προσκαλούντο	=	προσκαλώ
προσκαλούσα	=	προσκαλώ
προσκαλούσαμε	=	προσκαλώ
προσκαλούσαν	=	προσκαλώ
προσκαλούσανε	=	προσκαλώ
προσκαλούσατε	=	προσκαλώ
προσκαλούσε	=	προσκαλώ
προσκαλούσες	=	προσκαλώ
προσκαλούσουν	=	προσκαλώ
προσκαλούσουνα	=	προσκαλώ
προσκαλώ	verb	καλώ κάποιον να μετέχει σε ιδιωτική ή δημόσια εκδήλωση ή διαδικασία
προσκαλώντας	=	προσκαλώ
προσκαρτέρει	=	προσκαρτερώ
προσκαρτέρησα	=	προσκαρτερώ
προσκαρτέρησαν	=	προσκαρτερώ
προσκαρτέρησε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτέρησες	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερήσαμε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερήσαν	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερήσανε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερήσατε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερήσει	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερήστε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερεί	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερείς	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερείτε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούμε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούν	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούνε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσα	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσαμε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσαν	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσανε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσατε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσε	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερούσες	=	προσκαρτερώ
προσκαρτερώ	verb	περιμένω κάτι επίμονα
προσκαρτερώντας	=	προσκαρτερώ
προσκείμενα	=	προσκείμενος
προσκείμενε	=	προσκείμενος
προσκείμενες	=	προσκείμενος
προσκείμενη	=	προσκείμενος
προσκείμενης	=	προσκείμενος
προσκείμενο	=	προσκείμενος
προσκείμενοι	=	προσκείμενος
προσκείμενος	verb	που βρίσκεται δίπλα σε κάτι
προσκείμενου	=	προσκείμενος
προσκείμενους	=	προσκείμενος
προσκείμενων	=	προσκείμενος
προσκεκλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκεκλημένο
προσκεκλημένε	verb	κλητική ενικού του προσκεκλημένος
προσκεκλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκεκλημένη
προσκεκλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκεκλημένος
προσκεκλημένης	verb	γενική ενικού του προσκεκλημένη
προσκεκλημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσκεκλημένος
προσκεκλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκεκλημένος
προσκεκλημένος	=	προσκαλώ
προσκεκλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσκεκλημένος
προσκεκλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσκεκλημένος
προσκεκλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσκεκλημένος
προσκεφάλι	noun	μαξιλάρι για το κεφάλι
προσκεφάλια	=	προσκεφάλι
προσκεφαλάδα	noun	το μεγάλο μαξιλάρι που τοποθετείται παράλληλα με το προσκεφάλι, κατά όλο το πλάτος του κρεβατιού, αλλιώς μαξιλαρομάνα
προσκεφαλάδας	=	προσκεφαλάδα
προσκεφαλάδες	=	προσκεφαλάδα
προσκεφαλάδι	noun|vulgar	άλλη μορφή του προσκεφάλι / προσκέφαλο
προσκεφαλάδια	=	προσκεφαλάδι
προσκεφαλάδων	=	προσκεφαλάδα
προσκεφαλαδιού	=	προσκεφαλάδι
προσκεφαλαδιών	=	προσκεφαλάδι
προσκεφαλιού	=	προσκεφάλι
προσκεφαλιών	=	προσκεφάλι
προσκηνίου	=	προσκήνιο
προσκηνίων	=	προσκήνιο
προσκηνιακά	=	προσκηνιακός
προσκηνιακέ	=	προσκηνιακός
προσκηνιακές	=	προσκηνιακός
προσκηνιακή	=	προσκηνιακός
προσκηνιακής	=	προσκηνιακός
προσκηνιακοί	=	προσκηνιακός
προσκηνιακού	=	προσκηνιακός
προσκηνιακούς	=	προσκηνιακός
προσκηνιακό	=	προσκηνιακός
προσκηνιακός	adj	που έχει σχέση με το προσκήνιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
προσκηνιακών	=	προσκηνιακός
προσκλήθηκα	=	προσκαλώ
προσκλήθηκαν	=	προσκαλώ
προσκλήθηκε	=	προσκαλώ
προσκλήθηκες	=	προσκαλώ
προσκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσκληση
προσκλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσκληση
προσκλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσκληση
προσκλίνω	verb|archaic	κλίνω προς κάποιον ή κάτι
προσκλίσεις	=	πρόσκλιση
προσκλίσεων	=	πρόσκλιση
προσκληθήκαμε	=	προσκαλώ
προσκληθήκαν	=	προσκαλώ
προσκληθήκανε	=	προσκαλώ
προσκληθήκατε	=	προσκαλώ
προσκληθεί	=	προσκαλώ
προσκληθείς	=	προσκαλώ
προσκληθείσα	=	προσκαλώ
προσκληθείτε	=	προσκαλώ
προσκληθούμε	=	προσκαλώ
προσκληθούν	=	προσκαλώ
προσκληθούνε	=	προσκαλώ
προσκληθώ	=	προσκαλώ
προσκλησούλα	noun	υποκοριστικό του πρόσκληση
προσκλησούλας	noun	γενική ενικού του προσκλησούλα
προσκλησούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκλησούλα
προσκλητήρι	noun	άλλη μορφή του προσκλητήριο
προσκλητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκλητήριο
προσκλητήριο	noun	η επίσημη πρόσκληση (για γάμο, βαφτίσια κ.λπ.) τυπωμένη συνήθως σε χαρτί
προσκλητήριον	noun	το προσκλητήριο
προσκλητήριου	=	προσκλητήριο
προσκλητηρίου	noun	γενική ενικού του προσκλητήριο
προσκλητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του προσκλητήριο
προσκολλάται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσκολλώμαι
προσκολλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκόλληση
προσκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήσεων	=	προσκόλληση
προσκολλήσεως	=	προσκόλληση
προσκολλήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκολληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκολλώμαι
προσκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκολλημένο
προσκολλημένε	verb	κλητική ενικού του προσκολλημένος
προσκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκολλημένη
προσκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκολλημένος
προσκολλημένης	verb	γενική ενικού του προσκολλημένη
προσκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσκολλημένος
προσκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκολλημένος
προσκολλημένος	verb	που έχει προσκολληθεί σε κάτι
προσκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσκολλημένος
προσκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσκολλημένος
προσκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσκολλημένος
προσκολλιέμαι	=	προσκολλώμαι
προσκολλώ	verb	τοποθετώ προσωρινά στρατιώτη ή στρατιώτες σε κάποιο στρατιωτικό τμήμα
προσκολλώμαι	verb	κολλώ πάνω σε κάτι, σταθεροποιούμαι πάνω σε κάτι
προσκολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσκολλώ
προσκομίζαμε	=	προσκομίζω
προσκομίζαν	=	προσκομίζω
προσκομίζανε	=	προσκομίζω
προσκομίζατε	=	προσκομίζω
προσκομίζει	=	προσκομίζω
προσκομίζεις	=	προσκομίζω
προσκομίζετε	=	προσκομίζω
προσκομίζοντας	=	προσκομίζω
προσκομίζουμε	=	προσκομίζω
προσκομίζουν	=	προσκομίζω
προσκομίζουνε	=	προσκομίζω
προσκομίζω	verb	φέρνω κάτι σε κάποιον, προσφέρω
προσκομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίσαν	=	προσκομίζω
προσκομίσανε	=	προσκομίζω
προσκομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκόμιση
προσκομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσκόμιση
προσκομίσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσκόμιση
προσκομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκομιδές	=	προσκομιδή
προσκομιδή	noun	η πράξη του να προσκομίζω.
προσκομιδής	=	προσκομιδή
προσκομιδών	=	προσκομιδή
προσκομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκομισμένο
προσκομισμένε	verb	κλητική ενικού του προσκομισμένος
προσκομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκομισμένη
προσκομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκομισμένος
προσκομισμένης	verb	γενική ενικού του προσκομισμένη
προσκομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσκομισμένος
προσκομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκομισμένος
προσκομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσκομισμένος
προσκομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσκομισμένος
προσκομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσκομισμένος
προσκομμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσκομμα
προσκοπίνα	noun	η κοπέλα ή γυναίκα που είναι πρόσκοπος
προσκοπίνας	=	προσκοπίνα
προσκοπίνες	=	προσκοπίνα
προσκοπίνων	=	προσκοπίνα
προσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσκοπικός	adv	με προσκοπικό τρόπο, με τον τρόπο των προσκόπων
προσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του προσκοπικός
προσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκοπική
προσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκοπικός
προσκοπικής	adj	γενική ενικού του προσκοπική
προσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκοπικός
προσκοπικού	adj	γενική ενικού του προσκοπικός
προσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσκοπικός
προσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του προσκοπικός
προσκοπικός	adj	που έχει σχέση με πρόσκοπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του προσκοπικός
προσκοπιμοτήτων	=	προσκοπιμότητα
προσκοπιμότητα	noun|formal	η αρχική / προκαταρκτική αξιολόγηση της σκοπιμότητας ενός έργου πριν από τη λεπτομερή ανάλυση και την πλήρη μελέτη σκοπιμότητας
προσκοπιμότητας	=	προσκοπιμότητα
προσκοπιμότητες	=	προσκοπιμότητα
προσκοπισμέ	noun	κλητική ενικού του προσκοπισμός
προσκοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκοπισμός
προσκοπισμού	noun	γενική ενικού του προσκοπισμός
προσκοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσκοπισμός
προσκοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσκοπισμός
προσκοπισμός	noun	μια εθελοντική, μη πολιτική παιδαγωγική κίνηση, για νέους ανθρώπους, ανοικτή σε όλους, χωρίς διάκριση καταγωγής, φυλής ή πίστης, με σκοπό να συμβάλει στην ανάπτυξη των νέων σωματικά, διανοητικά, κοινωνικά και πνευματικά μέσω της αλληλοεκπαίδευσης με έμφαση στην υπαίθρια ζωή.
προσκοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσκοπισμός
προσκρουστήρα	=	προσκρουστήρας
προσκρουστήρας	noun	σταθερή κατασκευή ή αντικείμενο που διακόπτει την πορεία ενός κινούμενου σώματος ή αντικειμένου ή απορροφά τους κραδασμούς της πρόσκρουσης
προσκρουστήρες	=	προσκρουστήρας
προσκρουστήρων	=	προσκρουστήρας
προσκρούαμε	=	προσκρούω
προσκρούατε	=	προσκρούω
προσκρούει	=	προσκρούω
προσκρούεις	=	προσκρούω
προσκρούετε	=	προσκρούω
προσκρούομε	=	προσκρούω
προσκρούοντας	=	προσκρούω
προσκρούουμε	=	προσκρούω
προσκρούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούσανε	=	προσκρούω
προσκρούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκρούω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσκρουση
προσκρούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούσεων	=	πρόσκρουση
προσκρούσομε	=	προσκρούω
προσκρούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκρούω
προσκρούω	verb	χτυπάω πάνω σε κάτι, ενώ κινούμαι
προσκτήματα	=	πρόσκτημα
προσκτήματος	=	πρόσκτημα
προσκτήσεις	=	πρόσκτηση
προσκτήσεων	=	πρόσκτηση
προσκτίσματα	=	πρόσκτισμα
προσκτίσματος	=	πρόσκτισμα
προσκτημάτων	=	πρόσκτημα
προσκτισμάτων	=	πρόσκτισμα
προσκτώμαι	verb|archaic	αποκτώ κάτι επιπλέον, προσθέτοντάς στις κτήσεις μου
προσκυνάω	verb	γονατίζω μπροστά σε εικόνα φιλώντας την ως ένδειξη πίστης
προσκυνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκύνημα
προσκυνήματος	noun	γενική ενικού του προσκύνημα
προσκυνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκύνηση
προσκυνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήσεων	=	προσκύνηση
προσκυνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκυνήτρα	=	προσκυνητής
προσκυνήτρια	noun	θηλυκό του προσκυνητής
προσκυνήτριας	noun	γενική ενικού του προσκυνήτρια
προσκυνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυνήτρια
προσκυνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του προσκύνημα
προσκυνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυνημένο
προσκυνημένε	verb	κλητική ενικού του προσκυνημένος
προσκυνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυνημένη
προσκυνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκυνημένος
προσκυνημένης	verb	γενική ενικού του προσκυνημένη
προσκυνημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσκυνημένος
προσκυνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκυνημένος
προσκυνημένος	verb	που δεν αντιστάθηκε, αλλά υποτάχθηκε
προσκυνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσκυνημένος
προσκυνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσκυνημένος
προσκυνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσκυνημένος
προσκυνηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυνηματικό
προσκυνηματικέ	adj	κλητική ενικού του προσκυνηματικός
προσκυνηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυνηματική
προσκυνηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκυνηματικός
προσκυνηματικής	adj	γενική ενικού του προσκυνηματική
προσκυνηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκυνηματικός
προσκυνηματικού	adj	γενική ενικού του προσκυνηματικός
προσκυνηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσκυνηματικός
προσκυνηματικό	adj	αιτιατική ενικού του προσκυνηματικός
προσκυνηματικός	adj|formal	που σχετίζεται με το προσκύνημα
προσκυνηματικών	adj	γενική πληθυντικού του προσκυνηματικός
προσκυνητάρι	noun	μικρό έπιπλο σαν αναλόγιο μέσα στους ορθόδοξους χριστιανικούς ναούς όπου τοποθετείται το Ευαγγέλιο ή η εικόνα του Αγίου που γιορτάζει προκειμένου να προσκυνούν οι προσερχόμενοι πιστοί
προσκυνητάρια	=	προσκυνητάρι
προσκυνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυνητής
προσκυνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προσκυνητής
προσκυνητής	noun	ο πιστός που μεταβαίνει σε έναν ιερό τόπο για ιερό προσκύνημα
προσκυνηταριού	=	προσκυνητάρι
προσκυνηταριών	=	προσκυνητάρι
προσκυνητριών	noun	γενική πληθυντικού του προσκυνήτρια
προσκυνητών	noun	γενική πληθυντικού του προσκυνητής
προσκυνισμέ	=	προσκυνισμός
προσκυνισμοί	=	προσκυνισμός
προσκυνισμού	=	προσκυνισμός
προσκυνισμούς	=	προσκυνισμός
προσκυνισμό	=	προσκυνισμός
προσκυνισμός	noun|literary	η ενέργεια του προσκυνώ
προσκυνισμών	=	προσκυνισμός
προσκυνοχάρτι	noun	έγγραφο με το οποίο δηλωνόταν υποταγή στους οθωμανούς ή τον σουλτάνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας
προσκυνοχάρτια	=	προσκυνοχάρτι
προσκυνοχαρτιού	=	προσκυνοχάρτι
προσκυνοχαρτιών	=	προσκυνοχάρτι
προσκυνώ	verb	λογιότερος τύπος του προσκυνάω
προσκυνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσκυνάω / προσκυνώ
προσκυρωθήκαμε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωθήκαν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωθήκανε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωθήκατε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωθεί	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωθείτε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυρωμένο
προσκυρωμένε	verb	κλητική ενικού του προσκυρωμένος
προσκυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκυρωμένη
προσκυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσκυρωμένος
προσκυρωμένης	verb	γενική ενικού του προσκυρωμένη
προσκυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσκυρωμένος
προσκυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσκυρωμένος
προσκυρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσκυρώνω
προσκυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσκυρωμένος
προσκυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσκυρωμένος
προσκυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσκυρωμένος
προσκυρωνόμασταν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόμαστε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόμουν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόμουνα	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόντουσαν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόσασταν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόσαστε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόσουν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόσουνα	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνόταν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωνότανε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρωτέα	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέας	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέε	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέες	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέο	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέοι	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέος	adj	που πρέπει να προσκυρωθεί
προσκυρωτέου	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέους	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτέων	=	προσκυρωτέος
προσκυρωτικά	adv	με προσκυρωτικό τρόπο
προσκυρωτικέ	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικές	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτική	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικής	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικοί	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικού	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικούς	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικό	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικός	adv	που έχει σχέση με προσκύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσκυρωτικών	=	προσκυρωτικός
προσκυρωτικώς	adv|formal	με προσκυρωτικό τρόπο
προσκυρώ	verb	άλλη μορφή του προσκυρώνω
προσκυρώθηκα	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώθηκαν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώθηκε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώθηκες	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώναμε	=	προσκυρώνω
προσκυρώναν	=	προσκυρώνω
προσκυρώνανε	=	προσκυρώνω
προσκυρώνατε	=	προσκυρώνω
προσκυρώνει	=	προσκυρώνω
προσκυρώνεις	=	προσκυρώνω
προσκυρώνεσαι	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώνεστε	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώνεται	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώνετε	=	προσκυρώνω
προσκυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσκυρώνω
προσκυρώνονται	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώνονταν	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώνοντας	=	προσκυρώνω
προσκυρώνου	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώνουμε	=	προσκυρώνω
προσκυρώνουν	=	προσκυρώνω
προσκυρώνουνε	=	προσκυρώνω
προσκυρώνω	verb	μεταβιβάζω δικαστικά την κυριότητα σε άλλον
προσκυρώσαμε	=	προσκυρώνω
προσκυρώσαν	=	προσκυρώνω
προσκυρώσανε	=	προσκυρώνω
προσκυρώσατε	=	προσκυρώνω
προσκυρώσει	=	προσκυρώνω
προσκυρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσκύρωση
προσκυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσκύρωση
προσκυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσκύρωση
προσκυρώσου	=	προσκυρώνομαι
προσκυρώστε	=	προσκυρώνω
προσκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκολλώ
προσκόλληση	noun	το αποτέλεσμα του προσκολλώ, συγκόλληση ή επικόλληση
προσκόλλησης	=	προσκόλληση
προσκόμιζα	=	προσκομίζω
προσκόμιζαν	=	προσκομίζω
προσκόμιζε	=	προσκομίζω
προσκόμιζες	=	προσκομίζω
προσκόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκομίζω
προσκόμιση	noun	η υποβολή ή επίδειξη εγγράφων, π.χ. δικαιολογητικών ή αποδεικτικών στοιχείων
προσκόμισης	noun	γενική ενικού του προσκόμιση
προσκόμισις	noun	προσκόμιση
προσκόμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσκομμα
προσκόμματος	noun	γενική ενικού του πρόσκομμα
προσκόπου	noun	γενική ενικού του πρόσκοπος
προσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόσκοπος
προσκόπταμε	=	προσκόπτω
προσκόπταν	=	προσκόπτω
προσκόπτανε	=	προσκόπτω
προσκόπτατε	=	προσκόπτω
προσκόπτει	=	προσκόπτω
προσκόπτεις	=	προσκόπτω
προσκόπτετε	=	προσκόπτω
προσκόπτομε	=	προσκόπτω
προσκόπτοντας	=	προσκόπτω
προσκόπτουμε	=	προσκόπτω
προσκόπτω	verb	σταματώ επειδή συναντώ εμπόδιο, σκοντάφτω (με τη μεταφορική σημασία)
προσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσκοπος
προσκόψαμε	=	προσκόπτω
προσκόψαν	=	προσκόπτω
προσκόψανε	=	προσκόπτω
προσκόψατε	=	προσκόπτω
προσκόψει	=	προσκόπτω
προσκόψεις	=	προσκόπτω
προσκόψετε	=	προσκόπτω
προσκόψομε	=	προσκόπτω
προσκόψουμε	=	προσκόπτω
προσκόψτε	=	προσκόπτω
προσκόψω	=	προσκόπτω
προσκύνημα	noun	εκδήλωση λατρείας, με γονυκλισία και ασπασμούς
προσκύνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκύνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκύνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκύνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσκυνώ
προσκύνηση	noun|formal	η ενέργεια του προσκυνάω / προσκυνώ
προσκύνησης	=	προσκύνηση
προσκύρωνα	=	προσκυρώνω
προσκύρωναν	=	προσκυρώνω
προσκύρωνε	=	προσκυρώνω
προσκύρωνες	=	προσκυρώνω
προσκύρωσα	=	προσκυρώνω
προσκύρωσαν	=	προσκυρώνω
προσκύρωσε	=	προσκυρώνω
προσκύρωσες	=	προσκυρώνω
προσκύρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκυρώνω
προσκύρωσης	noun	γενική ενικού του προσκύρωση
προσλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
προσλάλει	=	προσλαλώ
προσλάλησα	=	προσλαλώ
προσλάλησαν	=	προσλαλώ
προσλάλησε	=	προσλαλώ
προσλάλησες	=	προσλαλώ
προσλήφθηκα	=	προσλαμβάνω
προσλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσληψη
προσλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσληψη
προσλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσληψη
προσλαβαίνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του προσλαμβάνω
προσλαλήσαμε	=	προσλαλώ
προσλαλήσατε	=	προσλαλώ
προσλαλήσει	=	προσλαλώ
προσλαλήστε	=	προσλαλώ
προσλαλεί	=	προσλαλώ
προσλαλείς	=	προσλαλώ
προσλαλείτε	=	προσλαλώ
προσλαλιά	noun|formal	επίσημη προσαγόρευση, σύντομη προσφώνηση, χαιρετισμός
προσλαλιάς	noun	γενική ενικού του προσλαλιά
προσλαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσλαλιά
προσλαλιών	=	προσλαλιά
προσλαλούμε	=	προσλαλώ
προσλαλούν	=	προσλαλώ
προσλαλούσα	=	προσλαλώ
προσλαλούσαμε	=	προσλαλώ
προσλαλούσαν	=	προσλαλώ
προσλαλούσατε	=	προσλαλώ
προσλαλούσε	=	προσλαλώ
προσλαλούσες	=	προσλαλώ
προσλαλώ	verb|formal	απευθύνω προσλαλιά
προσλαλώντας	=	προσλαλώ
προσλαμβάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσλαμβάνω
προσλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσλαμβάνω, με παίρνουν σε μια δουλειά, με προσλαμβάνουν
προσλαμβάνον	=	προσλαμβάνων
προσλαμβάνοντα	=	προσλαμβάνων
προσλαμβάνοντες	=	προσλαμβάνων
προσλαμβάνοντος	=	προσλαμβάνων
προσλαμβάνουσα	noun	για παράσταση που καταγράφεται στη συνείδηση και συμβάλλει στην πρόσληψη ερεθισμάτων, εμπειριών, αντιδράσεων κ.λπ.
προσλαμβάνουσας	noun	γενική ενικού του προσλαμβάνουσα
προσλαμβάνουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσλαμβάνουσα
προσλαμβάνω	verb	παίρνω κάποιον σε εργασία (κυρίως ως εργοδότης), αναθέτω σε κάποιον καθήκοντα με αμοιβή ή σύμβαση, εντάσσοντάς τον στο ανθρώπινο δυναμικό μου
προσλαμβάνων	verb|formal	που προσλαμβάνει
προσλαμβανουσών	noun	γενική πληθυντικού του προσλαμβάνουσα
προσλαμβανούσης	=	προσλαμβάνων
προσλαμβανόντων	=	προσλαμβάνων
προσλημμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσλημμένο
προσλημμένε	verb	κλητική ενικού του προσλημμένος
προσλημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσλημμένη
προσλημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσλημμένος
προσλημμένης	verb	γενική ενικού του προσλημμένη
προσλημμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσλημμένος
προσλημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσλημμένος
προσλημμένος	verb|rare	που έχει προσληφθεί
προσλημμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσλημμένος
προσλημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσλημμένος
προσλημμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσλημμένος
προσληπτά	=	προσληπτός
προσληπτέ	=	προσληπτός
προσληπτέα	=	προσληπτέος
προσληπτέο	=	προσληπτέος
προσληπτέος	adj	που πρέπει να προσληφθεί, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ή έχει πετύχει σε διαγωνισμό
προσληπτές	=	προσληπτός
προσληπτή	=	προσληπτός
προσληπτής	=	προσληπτός
προσληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσληπτικό
προσληπτικέ	adj	κλητική ενικού του προσληπτικός
προσληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσληπτική
προσληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσληπτικός
προσληπτικής	adj	γενική ενικού του προσληπτική
προσληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσληπτικός
προσληπτικού	adj	γενική ενικού του προσληπτικός
προσληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσληπτικός
προσληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσληπτικός
προσληπτικός	adj	που έχει σχέση με την πρόσληψη ή αναφέρεται σ' αυτή
προσληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσληπτικός
προσληπτοί	=	προσληπτός
προσληπτού	=	προσληπτός
προσληπτούς	=	προσληπτός
προσληπτό	=	προσληπτός
προσληπτός	adj|formal	που είναι δυνατόν να προσληφθεί
προσληπτών	=	προσληπτός
προσληφθέν	=	προσληφθείς
προσληφθέντα	=	προσληφθείς
προσληφθέντας	=	προσληφθείς
προσληφθέντες	=	προσληφθείς
προσληφθέντος	=	προσληφθείς
προσληφθέντων	=	προσληφθείς
προσληφθείς	adj|formal	που έχει προσληφθεί
προσληφθείσα	=	προσληφθείς
προσληφθείσας	=	προσληφθείς
προσληφθείσες	=	προσληφθείς
προσληφθείσης	=	προσληφθείς
προσληφθεισών	=	προσληφθείς
προσληφθη	=	προσληφθείς
προσληφθο	=	προσληφθείς
προσλιμενίζεσαι	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίζεστε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίζεται	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίζομαι	verb|formal	εισέρχομαι σε λιμένα και ρίχνω άγκυρα
προσλιμενίζονται	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίζονταν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίζου	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίσου	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίστηκα	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίστηκαν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίστηκε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενίστηκες	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόμασταν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόμαστε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόμουν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόμουνα	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόντουσαν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόσασταν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόσαστε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόσουν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόσουνα	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζόταν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιζότανε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσλιμενισμένο
προσλιμενισμένε	verb	κλητική ενικού του προσλιμενισμένος
προσλιμενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσλιμενισμένη
προσλιμενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσλιμενισμένος
προσλιμενισμένης	verb	γενική ενικού του προσλιμενισμένη
προσλιμενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσλιμενισμένος
προσλιμενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσλιμενισμένος
προσλιμενισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσλιμενίζομαι
προσλιμενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσλιμενισμένος
προσλιμενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσλιμενισμένος
προσλιμενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσλιμενισμένος
προσλιμενιστήκαμε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιστήκαν	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιστήκανε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιστήκατε	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιστεί	=	προσλιμενίζομαι
προσλιμενιστείτε	=	προσλιμενίζομαι
προσμένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσμένω
προσμένω	verb	περιμένω ελπίζοντας
προσμέτρει	=	προσμετρώ
προσμέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσμετρώ
προσμέτρησης	=	προσμέτρηση
προσμέτρησις	noun	η προσμέτρηση
προσμαρτυρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτυρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμαρτυρημένο
προσμαρτυρημένε	verb	κλητική ενικού του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμαρτυρημένη
προσμαρτυρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρημένης	verb	γενική ενικού του προσμαρτυρημένη
προσμαρτυρημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσμαρτυρημένος
προσμαρτυρώ	verb|archaic	δίνω πρόσθετη μαρτυρία ή επιβεβαιώνω κάτι
προσμαρτυρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτύρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτύρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτύρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμαρτύρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμαρτυρώ
προσμείξεις	=	πρόσμειξη
προσμείξεων	=	πρόσμειξη
προσμειγνύω	verb	δημιουργώ πρόσμειξη
προσμειδίαμα	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσμειδιώ
προσμειδιώ	verb|archaic	χαμογελώ ευγενικά με συμπάθεια και επιδοκιμασία
προσμειδιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσμειδιώ
προσμετρήθηκα	=	προσμετρούμαι
προσμετρήθηκαν	=	προσμετρούμαι
προσμετρήθηκε	=	προσμετρούμαι
προσμετρήθηκες	=	προσμετρούμαι
προσμετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήσαν	=	προσμετρώ
προσμετρήσανε	=	προσμετρώ
προσμετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμέτρηση
προσμετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήσεων	=	προσμέτρηση
προσμετρήσου	=	προσμετρούμαι
προσμετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσμετρώ
προσμετρεί	=	προσμετρώ
προσμετρείς	=	προσμετρώ
προσμετρείσαι	=	προσμετρούμαι
προσμετρείστε	=	προσμετρούμαι
προσμετρείται	=	προσμετρούμαι
προσμετρείτε	=	προσμετρώ
προσμετρηθήκαμε	=	προσμετρούμαι
προσμετρηθήκαν	=	προσμετρούμαι
προσμετρηθήκανε	=	προσμετρούμαι
προσμετρηθήκατε	=	προσμετρούμαι
προσμετρηθεί	=	προσμετρούμαι
προσμετρηθείτε	=	προσμετρούμαι
προσμετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμετρημένο
προσμετρημένε	verb	κλητική ενικού του προσμετρημένος
προσμετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμετρημένη
προσμετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσμετρημένος
προσμετρημένης	verb	γενική ενικού του προσμετρημένη
προσμετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσμετρημένος
προσμετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσμετρημένος
προσμετρημένος	verb	που έχει προσμετρηθεί
προσμετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσμετρημένος
προσμετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσμετρημένος
προσμετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσμετρημένος
προσμετρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσμετρώ
προσμετρούμασταν	=	προσμετρούμαι
προσμετρούμαστε	=	προσμετρούμαι
προσμετρούμε	=	προσμετρώ
προσμετρούμουν	=	προσμετρούμαι
προσμετρούν	=	προσμετρώ
προσμετρούνε	=	προσμετρώ
προσμετρούνται	=	προσμετρούμαι
προσμετρούνταν	=	προσμετρούμαι
προσμετρούσα	=	προσμετρώ
προσμετρούσαμε	=	προσμετρώ
προσμετρούσαν	=	προσμετρώ
προσμετρούσανε	=	προσμετρώ
προσμετρούσασταν	=	προσμετρούμαι
προσμετρούσαστε	=	προσμετρούμαι
προσμετρούσατε	=	προσμετρώ
προσμετρούσε	=	προσμετρώ
προσμετρούσες	=	προσμετρώ
προσμετρούσουν	=	προσμετρούμαι
προσμετρώ	verb	μετρώ επιπλέον, υπολογίζω κάτι ακόμα, προκειμένου να εκτιμήσω κάτι
προσμετρώμαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος προσμετρώ
προσμετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσμετρώ
προσμοιάζω	verb|rare	άλλη μορφή του προσομοιάζω
προσμοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμοιασμένο
προσμοιασμένε	verb	κλητική ενικού του προσμοιασμένος
προσμοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσμοιασμένη
προσμοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσμοιασμένος
προσμοιασμένης	verb	γενική ενικού του προσμοιασμένη
προσμοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσμοιασμένος
προσμοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσμοιασμένος
προσμοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσμοιασμένος
προσμοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσμοιασμένος
προσμοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσμοιασμένος
προσμονάριος	noun|dated	κληρικός ή μοναχός που παραμένει σε ναό ως φύλακας
προσμονές	=	προσμονή
προσμονή	noun	προσδοκία, ελπιδοφόρα αναμονή
προσμονής	=	προσμονή
προσμονών	=	προσμονή
προσνήωση	noun	το κατέβασμα, η «προσγείωση» αεροσκαφών ή ελικοπτέρων σε πλοίο
προσνήωσης	noun	γενική ενικού του προσνήωση
προσνηώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσνήωση
προσνηώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσνήωση
προσνηώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσνήωση
προσοδοφόρα	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρας	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρε	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρες	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρο	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόροι	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρος	adj	ο επικερδής, αυτός που φέρνει προσόδους, κέρδος
προσοδοφόρου	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρους	=	προσοδοφόρος
προσοδοφόρων	=	προσοδοφόρος
προσοικείωνα	=	προσοικειώνω
προσοικείωναν	=	προσοικειώνω
προσοικείωνε	=	προσοικειώνω
προσοικείωνες	=	προσοικειώνω
προσοικείωσα	=	προσοικειώνω
προσοικείωσαν	=	προσοικειώνω
προσοικείωσε	=	προσοικειώνω
προσοικείωσες	=	προσοικειώνω
προσοικειωθήκαμε	=	προσοικειώνω
προσοικειωθήκαν	=	προσοικειώνω
προσοικειωθήκανε	=	προσοικειώνω
προσοικειωθήκατε	=	προσοικειώνω
προσοικειωθεί	=	προσοικειώνω
προσοικειωθείτε	=	προσοικειώνω
προσοικειωμένος	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόμασταν	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόμαστε	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόμουν	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόμουνα	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόντουσαν	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόσασταν	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόσαστε	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόσουν	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόσουνα	=	προσοικειώνω
προσοικειωνόταν	=	προσοικειώνω
προσοικειωνότανε	=	προσοικειώνω
προσοικειώθηκα	=	προσοικειώνω
προσοικειώθηκαν	=	προσοικειώνω
προσοικειώθηκε	=	προσοικειώνω
προσοικειώθηκες	=	προσοικειώνω
προσοικειώναμε	=	προσοικειώνω
προσοικειώναν	=	προσοικειώνω
προσοικειώνανε	=	προσοικειώνω
προσοικειώνατε	=	προσοικειώνω
προσοικειώνει	=	προσοικειώνω
προσοικειώνεις	=	προσοικειώνω
προσοικειώνεσαι	=	προσοικειώνω
προσοικειώνεστε	=	προσοικειώνω
προσοικειώνεται	=	προσοικειώνω
προσοικειώνετε	=	προσοικειώνω
προσοικειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσοικειώνω
προσοικειώνονται	=	προσοικειώνω
προσοικειώνονταν	=	προσοικειώνω
προσοικειώνοντας	=	προσοικειώνω
προσοικειώνουμε	=	προσοικειώνω
προσοικειώνουν	=	προσοικειώνω
προσοικειώνουνε	=	προσοικειώνω
προσοικειώνω	verb|formal	κάνω κάποιον να γνωρίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του
προσοικειώσαμε	=	προσοικειώνω
προσοικειώσαν	=	προσοικειώνω
προσοικειώσανε	=	προσοικειώνω
προσοικειώσατε	=	προσοικειώνω
προσοικειώσει	=	προσοικειώνω
προσοικειώσου	=	προσοικειώνω
προσοικειώστε	=	προσοικειώνω
προσομοίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοίου	=	προσόμοιο
προσομοίωμα	noun	μοντέλο που προσομοιώνει αντικείμενο ή διεργασία
προσομοίων	=	προσόμοια
προσομοίωνα	=	προσομοιώνω
προσομοίωναν	=	προσομοιώνω
προσομοίωνε	=	προσομοιώνω
προσομοίωνες	=	προσομοιώνω
προσομοίωσα	=	προσομοιώνω
προσομοίωσαν	=	προσομοιώνω
προσομοίωσε	=	προσομοιώνω
προσομοίωσες	=	προσομοιώνω
προσομοίωσης	noun	γενική ενικού του προσομοίωση
προσομοιάζω	verb	που είμαι στο περίπου όμοιος με κατι άλλο, άλλον ή άλλη σχετική περίσταση
προσομοιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσομοιάζω
προσομοιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσομοιασμένο
προσομοιασμένε	verb	κλητική ενικού του προσομοιασμένος
προσομοιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσομοιασμένη
προσομοιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσομοιασμένος
προσομοιασμένης	verb	γενική ενικού του προσομοιασμένη
προσομοιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσομοιασμένος
προσομοιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσομοιασμένος
προσομοιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσομοιασμένος
προσομοιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσομοιασμένος
προσομοιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσομοιασμένος
προσομοιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προσομοίωμα
προσομοιωτές	=	προσομοιωτής
προσομοιωτή	=	προσομοιωτής
προσομοιωτής	noun	μηχανή που αναπαριστά τις πραγματικές συνθήκες μιας δραστηριότητας, επιτρέποντας έτσι την ρεαλιστική εκμάθησή της
προσομοιωτών	=	προσομοιωτής
προσομοιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσομοίωμα
προσομοιώματος	noun	γενική ενικού του προσομοίωμα
προσομοιώναμε	=	προσομοιώνω
προσομοιώναν	=	προσομοιώνω
προσομοιώνανε	=	προσομοιώνω
προσομοιώνατε	=	προσομοιώνω
προσομοιώνει	=	προσομοιώνω
προσομοιώνεις	=	προσομοιώνω
προσομοιώνετε	=	προσομοιώνω
προσομοιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσομοιώνω
προσομοιώνουμε	=	προσομοιώνω
προσομοιώνουν	=	προσομοιώνω
προσομοιώνουνε	=	προσομοιώνω
προσομοιώνω	verb	εφαρμόζω προσομοίωση
προσομοιώσαμε	=	προσομοιώνω
προσομοιώσαν	=	προσομοιώνω
προσομοιώσανε	=	προσομοιώνω
προσομοιώσατε	=	προσομοιώνω
προσομοιώσει	=	προσομοιώνω
προσομοιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσομοίωση
προσομοιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσομοίωση
προσομοιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσομοίωση
προσομοιώστε	=	προσομοιώνω
προσομολογήσαμε	=	προσομολογώ
προσομολογήσαν	=	προσομολογώ
προσομολογήσανε	=	προσομολογώ
προσομολογήσατε	=	προσομολογώ
προσομολογήσει	=	προσομολογώ
προσομολογήσεις	=	προσομολόγηση
προσομολογήσεων	=	προσομολόγηση
προσομολογήστε	=	προσομολογώ
προσομολογεί	=	προσομολογώ
προσομολογείς	=	προσομολογώ
προσομολογείτε	=	προσομολογώ
προσομολογούμε	=	προσομολογώ
προσομολογούν	=	προσομολογώ
προσομολογούνε	=	προσομολογώ
προσομολογούσα	=	προσομολογώ
προσομολογούσαμε	=	προσομολογώ
προσομολογούσαν	=	προσομολογώ
προσομολογούσανε	=	προσομολογώ
προσομολογούσατε	=	προσομολογώ
προσομολογούσε	=	προσομολογώ
προσομολογούσες	=	προσομολογώ
προσομολογώ	verb|formal	ομολογώ προσθέτοντας κάτι, ανανεώνω την ομολογία
προσομολογώντας	=	προσομολογώ
προσομολόγει	=	προσομολογώ
προσομολόγησα	=	προσομολογώ
προσομολόγησαν	=	προσομολογώ
προσομολόγησε	=	προσομολογώ
προσομολόγησες	=	προσομολογώ
προσομολόγηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσομολογώ
προσομολόγησης	=	προσομολόγηση
προσομολόγησις	noun	προσομολόγηση
προσονομάζαμε	=	προσονομάζω
προσονομάζαν	=	προσονομάζω
προσονομάζανε	=	προσονομάζω
προσονομάζατε	=	προσονομάζω
προσονομάζει	=	προσονομάζω
προσονομάζεις	=	προσονομάζω
προσονομάζεσαι	=	προσονομάζω
προσονομάζεστε	=	προσονομάζω
προσονομάζεται	=	προσονομάζω
προσονομάζετε	=	προσονομάζω
προσονομάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσονομάζω
προσονομάζονται	=	προσονομάζω
προσονομάζονταν	=	προσονομάζω
προσονομάζοντας	=	προσονομάζω
προσονομάζου	=	προσονομάζομαι
προσονομάζουμε	=	προσονομάζω
προσονομάζουν	=	προσονομάζω
προσονομάζουνε	=	προσονομάζω
προσονομάζω	verb|formal	αποδίδω σε κάποιον προσωνυμία
προσονομάσαμε	=	προσονομάζω
προσονομάσαν	=	προσονομάζω
προσονομάσανε	=	προσονομάζω
προσονομάσατε	=	προσονομάζω
προσονομάσει	=	προσονομάζω
προσονομάσου	=	προσονομάζω
προσονομάστε	=	προσονομάζω
προσονομάστηκα	=	προσονομάζω
προσονομάστηκαν	=	προσονομάζω
προσονομάστηκε	=	προσονομάζω
προσονομάστηκες	=	προσονομάζω
προσονομαζόμασταν	=	προσονομάζω
προσονομαζόμαστε	=	προσονομάζω
προσονομαζόμενος	=	προσονομάζω
προσονομαζόμουν	=	προσονομάζω
προσονομαζόμουνα	=	προσονομάζω
προσονομαζόντουσαν	=	προσονομάζω
προσονομαζόσασταν	=	προσονομάζω
προσονομαζόσαστε	=	προσονομάζω
προσονομαζόσουν	=	προσονομάζω
προσονομαζόσουνα	=	προσονομάζω
προσονομαζόταν	=	προσονομάζω
προσονομαζότανε	=	προσονομάζω
προσονομασία	noun	ρητορικό σχήμα κατά το οποίο οι λέξεις μιας φράσης ακούγονται παρόμοια
προσονομασίας	=	προσονομασία
προσονομασίες	=	προσονομασία
προσονομασιών	=	προσονομασία
προσονομασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσονομασμένο
προσονομασμένε	verb	κλητική ενικού του προσονομασμένος
προσονομασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσονομασμένη
προσονομασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσονομασμένος
προσονομασμένης	verb	γενική ενικού του προσονομασμένη
προσονομασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσονομασμένος
προσονομασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσονομασμένος
προσονομασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσονομάζω
προσονομασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσονομασμένος
προσονομασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσονομασμένος
προσονομασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσονομασμένος
προσονομαστήκαμε	=	προσονομάζω
προσονομαστήκαν	=	προσονομάζω
προσονομαστήκανε	=	προσονομάζω
προσονομαστήκατε	=	προσονομάζω
προσονομαστεί	=	προσονομάζω
προσονομαστείτε	=	προσονομάζω
προσοντολογίου	=	προσοντολόγιο
προσοντολογίων	=	προσοντολόγιο
προσοντολόγια	=	προσοντολόγιο
προσοντολόγιο	noun	το σύνολο των απαραίτητων προσόντων για διορισμό στο δημόσιο τομέα τα οποία έχουν καθοριστεί από το κράτος
προσοντολόγιου	=	προσοντολόγιο
προσοντολόγιων	=	προσοντολόγιο
προσοντούχα	=	προσοντούχος
προσοντούχε	=	προσοντούχος
προσοντούχο	=	προσοντούχος
προσοντούχοι	=	προσοντούχος
προσοντούχος	adj	που έχει προσόντα
προσοντούχου	=	προσοντούχος
προσοντούχους	=	προσοντούχος
προσοντούχων	=	προσοντούχος
προσονόμαζα	=	προσονομάζω
προσονόμαζαν	=	προσονομάζω
προσονόμαζε	=	προσονομάζω
προσονόμαζες	=	προσονομάζω
προσονόμασα	=	προσονομάζω
προσονόμασαν	=	προσονομάζω
προσονόμασε	=	προσονομάζω
προσονόμασες	=	προσονομάζω
προσορμίζαμε	=	προσορμίζω
προσορμίζαν	=	προσορμίζω
προσορμίζανε	=	προσορμίζω
προσορμίζατε	=	προσορμίζω
προσορμίζει	=	προσορμίζω
προσορμίζεις	=	προσορμίζω
προσορμίζεσαι	=	προσορμίζομαι
προσορμίζεστε	=	προσορμίζομαι
προσορμίζεται	=	προσορμίζομαι
προσορμίζετε	=	προσορμίζω
προσορμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσορμίζω
προσορμίζονται	=	προσορμίζομαι
προσορμίζονταν	=	προσορμίζομαι
προσορμίζοντας	=	προσορμίζω
προσορμίζου	=	προσορμίζομαι
προσορμίζουμε	=	προσορμίζω
προσορμίζουν	=	προσορμίζω
προσορμίζουνε	=	προσορμίζω
προσορμίζω	verb	εισάγω πλεούμενο σε λιμάνι ή όρμο και δένω κάβους ή ρίχνω άγκυρα
προσορμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίσαν	=	προσορμίζω
προσορμίσανε	=	προσορμίζω
προσορμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσόρμιση
προσορμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίσεων	=	προσόρμιση
προσορμίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσορμιζόμασταν	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόμαστε	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόμουν	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόμουνα	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόντουσαν	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόσασταν	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόσαστε	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόσουν	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόσουνα	=	προσορμίζομαι
προσορμιζόταν	=	προσορμίζομαι
προσορμιζότανε	=	προσορμίζομαι
προσορμισμέ	=	προσορμισμός
προσορμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσορμισμένο
προσορμισμένε	verb	κλητική ενικού του προσορμισμένος
προσορμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσορμισμένη
προσορμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσορμισμένος
προσορμισμένης	verb	γενική ενικού του προσορμισμένη
προσορμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσορμισμένος
προσορμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσορμισμένος
προσορμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προσορμίζω, προσορμίζομαι
προσορμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσορμισμένος
προσορμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσορμισμένος
προσορμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσορμισμένος
προσορμισμοί	=	προσορμισμός
προσορμισμού	=	προσορμισμός
προσορμισμούς	=	προσορμισμός
προσορμισμό	=	προσορμισμός
προσορμισμός	noun	άλλη μορφή του προσόρμιση
προσορμισμών	=	προσορμισμός
προσορμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστήκαν	=	προσορμίζομαι
προσορμιστήκανε	=	προσορμίζομαι
προσορμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσορμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσορμίζομαι
προσοφθάλμια	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιας	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιε	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιες	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιο	noun	φακός που μπαίνει μπροστά από το μάτι
προσοφθάλμιοι	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιος	adj	που είναι στραμμένος προς το μάτι του παρατηρητή
προσοφθάλμιου	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιους	=	προσοφθάλμιος
προσοφθάλμιων	=	προσοφθάλμιος
προσοφθαλμίου	=	προσοφθάλμιος
προσοφθαλμίους	=	προσοφθάλμιος
προσοφθαλμίων	=	προσοφθάλμιος
προσοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσοχή
προσοχή	noun	η συγκέντρωση των πνευματικών δυνάμεων και των αισθήσεων σε ένα αντικείμενο ή ερέθισμα
προσοχής	noun	γενική ενικού του προσοχή
προσοχών	=	προσοχή
προσοψιού	=	προσόψι
προσοψιών	=	προσόψι
προσούτο	noun	ιταλικό αλλαντικό το οποίο παρασκευάζεται από χοιρομέρι και σερβίρεται συνήθως κομμένο σε λεπτές φέτες
προσπάθει	=	προσπαθώ
προσπάθεια	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προσπαθώ
προσπάθειας	noun	γενική ενικού του προσπάθεια
προσπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπάθεια
προσπάθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπάθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπάθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπάθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπέλαση	noun	το πλησίασμα, η προσέγγιση
προσπέλασης	=	προσπέλαση
προσπέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπέραση	noun	η ενέργεια του προσπερνώ, το προσπέρασμα
προσπέρασης	noun	γενική ενικού του προσπέραση
προσπέρασμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσπερνώ
προσπέρνα	=	προσπερνάω
προσπέρναγα	=	προσπερνάω
προσπέρναγαν	=	προσπερνάω
προσπέρναγε	=	προσπερνάω
προσπέρναγες	=	προσπερνάω
προσπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
προσπέφτω	verb	γονατίζω μπροστά σε κάποιον για να παρακαλέσω για κάτι
προσπίπτουσας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του προσπίπτων
προσπίπτω	verb|formal	πέφτω πάνω σε...
προσπαθήθηκα	=	προσπαθώ
προσπαθήθηκαν	=	προσπαθώ
προσπαθήθηκε	=	προσπαθώ
προσπαθήθηκες	=	προσπαθώ
προσπαθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσαν	=	προσπαθώ
προσπαθήσανε	=	προσπαθώ
προσπαθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσου	=	προσπαθώ
προσπαθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσουνε	=	προσπαθώ
προσπαθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπαθώ
προσπαθεί	=	προσπαθώ
προσπαθείς	=	προσπαθώ
προσπαθείτε	=	προσπαθώ
προσπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του προσπάθεια
προσπαθηθήκαμε	=	προσπαθώ
προσπαθηθήκαν	=	προσπαθώ
προσπαθηθήκανε	=	προσπαθώ
προσπαθηθήκατε	=	προσπαθώ
προσπαθηθεί	=	προσπαθώ
προσπαθηθείτε	=	προσπαθώ
προσπαθημένος	=	προσπαθώ
προσπαθιέμαι	=	προσπαθώ
προσπαθιέσαι	=	προσπαθώ
προσπαθιέστε	=	προσπαθώ
προσπαθιέται	=	προσπαθώ
προσπαθιούνται	=	προσπαθώ
προσπαθιούνταν	=	προσπαθώ
προσπαθιόμασταν	=	προσπαθώ
προσπαθιόμαστε	=	προσπαθώ
προσπαθιόμουν	=	προσπαθώ
προσπαθιόμουνα	=	προσπαθώ
προσπαθιόνταν	=	προσπαθώ
προσπαθιόντανε	=	προσπαθώ
προσπαθιόντουσαν	=	προσπαθώ
προσπαθιόσασταν	=	προσπαθώ
προσπαθιόσαστε	=	προσπαθώ
προσπαθιόσουν	=	προσπαθώ
προσπαθιόσουνα	=	προσπαθώ
προσπαθιόταν	=	προσπαθώ
προσπαθιότανε	=	προσπαθώ
προσπαθούμε	=	προσπαθώ
προσπαθούν	=	προσπαθώ
προσπαθούνε	=	προσπαθώ
προσπαθούσα	=	προσπαθώ
προσπαθούσαμε	=	προσπαθώ
προσπαθούσαν	=	προσπαθώ
προσπαθούσανε	=	προσπαθώ
προσπαθούσατε	=	προσπαθώ
προσπαθούσε	=	προσπαθώ
προσπαθούσες	=	προσπαθώ
προσπαθώ	verb	ενεργώ με κάθε τρόπο, ώστε να πετύχω κάτι
προσπαθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσπαθώ
προσπελάζω	verb	πλησιάζω, προσεγγίζω, αποκτώ πρόσβαση
προσπελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπέλαση
προσπελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάσεων	=	προσπέλαση
προσπελάσιμα	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμε	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμες	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμη	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμης	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμο	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμοι	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμος	adj	που μπορεί να προσπελαστεί, που μπορεί να τον πλησιάσει κανένας
προσπελάσιμου	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμους	=	προσπελάσιμος
προσπελάσιμων	=	προσπελάσιμος
προσπελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπελάζω
προσπελασιμοτήτων	=	προσπελασιμότητα
προσπελασιμότητα	noun|formal	η δυνατότητα που δίνεται σε κάποιον να έχει πρόσβαση κάπου
προσπελασιμότητας	=	προσπελασιμότητα
προσπελασιμότητες	=	προσπελασιμότητα
προσπελασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπελασμένο
προσπελασμένε	verb	κλητική ενικού του προσπελασμένος
προσπελασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπελασμένη
προσπελασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσπελασμένος
προσπελασμένης	verb	γενική ενικού του προσπελασμένη
προσπελασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσπελασμένος
προσπελασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσπελασμένος
προσπελασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσπελασμένος
προσπελασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσπελασμένος
προσπελασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσπελασμένος
προσπεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράσαν	=	προσπερνάω
προσπεράσανε	=	προσπερνάω
προσπεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπέραση
προσπεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσπέραση
προσπεράσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσπέραση
προσπεράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπέρασμα
προσπεράσματος	noun	γενική ενικού του προσπέρασμα
προσπεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπεράστηκα	=	προσπερνάω
προσπεράστηκαν	=	προσπερνάω
προσπεράστηκε	=	προσπερνάω
προσπεράστηκες	=	προσπερνάω
προσπεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπερνώ
προσπερασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προσπέρασμα
προσπεραστήκαμε	=	προσπερνάω
προσπεραστήκαν	=	προσπερνάω
προσπεραστήκανε	=	προσπερνάω
προσπεραστήκατε	=	προσπερνάω
προσπεραστεί	=	προσπερνάω
προσπεραστείτε	=	προσπερνάω
προσπερνά	=	προσπερνάω
προσπερνάγαμε	=	προσπερνάω
προσπερνάγανε	=	προσπερνάω
προσπερνάγατε	=	προσπερνάω
προσπερνάει	=	προσπερνάω
προσπερνάμε	=	προσπερνάω
προσπερνάν	=	προσπερνάω
προσπερνάνε	=	προσπερνάω
προσπερνάς	=	προσπερνάω
προσπερνάτε	=	προσπερνάω
προσπερνάω	verb	περνώ δίπλα από κάτι (ακίνητο ή κινούμενο) ενώ κινούμαι και το αφήνω πίσω μου
προσπερνιέμαι	=	προσπερνάω
προσπερνιέσαι	=	προσπερνάω
προσπερνιέστε	=	προσπερνάω
προσπερνιέται	=	προσπερνάω
προσπερνιούνται	=	προσπερνάω
προσπερνιούνταν	=	προσπερνάω
προσπερνιόμασταν	=	προσπερνάω
προσπερνιόμαστε	=	προσπερνάω
προσπερνιόμουν	=	προσπερνάω
προσπερνιόμουνα	=	προσπερνάω
προσπερνιόνταν	=	προσπερνάω
προσπερνιόντανε	=	προσπερνάω
προσπερνιόντουσαν	=	προσπερνάω
προσπερνιόσασταν	=	προσπερνάω
προσπερνιόσαστε	=	προσπερνάω
προσπερνιόσουν	=	προσπερνάω
προσπερνιόσουνα	=	προσπερνάω
προσπερνιόταν	=	προσπερνάω
προσπερνιότανε	=	προσπερνάω
προσπερνούμε	=	προσπερνάω
προσπερνούν	=	προσπερνάω
προσπερνούνε	=	προσπερνάω
προσπερνούσα	=	προσπερνάω
προσπερνούσαμε	=	προσπερνάω
προσπερνούσαν	=	προσπερνάω
προσπερνούσανε	=	προσπερνάω
προσπερνούσατε	=	προσπερνάω
προσπερνούσε	=	προσπερνάω
προσπερνούσες	=	προσπερνάω
προσπερνώ	verb	άλλη μορφή του προσπερνάω
προσπερνώντας	=	προσπερνάω
προσποίηση	noun	υποκριτική και κρυψίνους συμπεριφορά
προσποίησης	noun	γενική ενικού του προσποίηση
προσποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποίηση
προσποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσποίηση
προσποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσποίηση
προσποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιείσαι	=	προσποιούμαι
προσποιείστε	=	προσποιούμαι
προσποιείται	=	προσποιούμαι
προσποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθήκαν	=	προσποιούμαι
προσποιηθήκανε	=	προσποιούμαι
προσποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσποιούμαι
προσποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιημένο
προσποιημένε	verb	κλητική ενικού του προσποιημένος
προσποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιημένη
προσποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσποιημένος
προσποιημένης	verb	γενική ενικού του προσποιημένη
προσποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσποιημένος
προσποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσποιημένος
προσποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου προσποιούμαι
προσποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσποιημένος
προσποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσποιημένος
προσποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσποιημένος
προσποιητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιητό, ουδέτερο του προσποιητός	adv	με προσποιητό τρόπο
προσποιητέ	adj	κλητική ενικού του προσποιητός
προσποιητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιητή
προσποιητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσποιητός
προσποιητής	adj	γενική ενικού του προσποιητή
προσποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιητικό
προσποιητικέ	adj	κλητική ενικού του προσποιητικός
προσποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιητική
προσποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσποιητικός
προσποιητικής	adj	γενική ενικού του προσποιητική
προσποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσποιητικός
προσποιητικού	adj	γενική ενικού του προσποιητικός
προσποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσποιητικός
προσποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του προσποιητικός
προσποιητικός	adj	άλλη μορφή του προσποιητός
προσποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του προσποιητικός
προσποιητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσποιητός
προσποιητού	adj	γενική ενικού του προσποιητός
προσποιητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσποιητός
προσποιητό	adj	αιτιατική ενικού του προσποιητός
προσποιητός	adj	που προσποιείται ή χαρακτηρίζεται από προσποίηση
προσποιητών	adj	γενική πληθυντικού του προσποιητός
προσποιητώς	adv|dated	προσποιητικά
προσποιούμαι	verb	υποκρίνομαι για να δείξω μια πλαστή, μη πραγματική εικόνα του εαυτού μου
προσποιούμασταν	=	προσποιούμαι
προσποιούμαστε	=	προσποιούμαι
προσποιούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιούμενο
προσποιούμενε	verb	κλητική ενικού του προσποιούμενος
προσποιούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσποιούμενη
προσποιούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσποιούμενος
προσποιούμενης	verb	γενική ενικού του προσποιούμενη
προσποιούμενο	verb	αιτιατική ενικού του προσποιούμενος
προσποιούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσποιούμενος
προσποιούμενος	verb	αυτός που προσποιείται
προσποιούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσποιούμενος
προσποιούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσποιούμενος
προσποιούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσποιούμενος
προσποιούμουν	=	προσποιούμαι
προσποιούνται	=	προσποιούμαι
προσποιούνταν	=	προσποιούμαι
προσποιούσασταν	=	προσποιούμαι
προσποιούσαστε	=	προσποιούμαι
προσποιούσουν	=	προσποιούμαι
προσπορίζαμε	=	προσπορίζω
προσπορίζαν	=	προσπορίζω
προσπορίζανε	=	προσπορίζω
προσπορίζατε	=	προσπορίζω
προσπορίζει	=	προσπορίζω
προσπορίζεις	=	προσπορίζω
προσπορίζεσαι	=	προσπορίζομαι
προσπορίζεστε	=	προσπορίζομαι
προσπορίζεται	=	προσπορίζομαι
προσπορίζετε	=	προσπορίζω
προσπορίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσπορίζω
προσπορίζονται	=	προσπορίζομαι
προσπορίζονταν	=	προσπορίζομαι
προσπορίζοντας	=	προσπορίζω
προσπορίζου	=	προσπορίζομαι
προσπορίζουμε	=	προσπορίζω
προσπορίζουν	=	προσπορίζω
προσπορίζουνε	=	προσπορίζω
προσπορίζω	verb|formal	προμηθεύω, παρέχω σε κάποιον κάποιο όφελος (υλικό ή ηθικό κ.ά.)
προσπορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίσαν	=	προσπορίζω
προσπορίσανε	=	προσπορίζω
προσπορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίσου	=	προσπορίζομαι
προσπορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπορίστηκα	=	προσπορίζομαι
προσπορίστηκαν	=	προσπορίζομαι
προσπορίστηκε	=	προσπορίζομαι
προσπορίστηκες	=	προσπορίζομαι
προσπορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσποριζόμασταν	=	προσπορίζομαι
προσποριζόμαστε	=	προσπορίζομαι
προσποριζόμουν	=	προσπορίζομαι
προσποριζόμουνα	=	προσπορίζομαι
προσποριζόντουσαν	=	προσπορίζομαι
προσποριζόσασταν	=	προσπορίζομαι
προσποριζόσαστε	=	προσπορίζομαι
προσποριζόσουν	=	προσπορίζομαι
προσποριζόσουνα	=	προσπορίζομαι
προσποριζόταν	=	προσπορίζομαι
προσποριζότανε	=	προσπορίζομαι
προσπορισμέ	noun	κλητική ενικού του προσπορισμός
προσπορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπορισμένο
προσπορισμένε	verb	κλητική ενικού του προσπορισμένος
προσπορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσπορισμένη
προσπορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσπορισμένος
προσπορισμένης	verb	γενική ενικού του προσπορισμένη
προσπορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσπορισμένος
προσπορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσπορισμένος
προσπορισμένος	=	προσπορίζομαι
προσπορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσπορισμένος
προσπορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσπορισμένος
προσπορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσπορισμένος
προσπορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσπορισμός
προσπορισμού	noun	γενική ενικού του προσπορισμός
προσπορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσπορισμός
προσπορισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσπορισμός
προσπορισμός	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσπορίζω
προσπορισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσπορισμός
προσποριστήκαμε	=	προσπορίζομαι
προσποριστήκαν	=	προσπορίζομαι
προσποριστήκανε	=	προσπορίζομαι
προσποριστήκατε	=	προσπορίζομαι
προσποριστεί	=	προσπορίζομαι
προσποριστείτε	=	προσπορίζομαι
προσπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσπτωση
προσπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσπτωση
προσπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσπτωση
προσπόριζα	=	προσπορίζω
προσπόριζαν	=	προσπορίζω
προσπόριζε	=	προσπορίζω
προσπόριζες	=	προσπορίζω
προσπόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπορίζω
προσπόριση	noun|formal	άλλη μορφή του προσπορισμός
προσράμματα	=	πρόσραμμα
προσράμματος	=	πρόσραμμα
προσράπτω	verb|formal	ράπτω από πάνω, επιπρόσθετα, μπαλώνω
προσρήσεις	=	πρόσρηση
προσρήσεων	=	πρόσρηση
προσραμμάτων	=	πρόσραμμα
προσραμμένα	=	προσραμμένος
προσραμμένε	=	προσραμμένος
προσραμμένες	=	προσραμμένος
προσραμμένη	=	προσραμμένος
προσραμμένης	=	προσραμμένος
προσραμμένο	=	προσραμμένος
προσραμμένοι	=	προσραμμένος
προσραμμένος	verb|formal	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσράπτω
προσραμμένου	=	προσραμμένος
προσραμμένους	=	προσραμμένος
προσραμμένων	=	προσραμμένος
προσροφά	=	προσροφώ
προσροφάει	=	προσροφώ
προσροφάμε	=	προσροφώ
προσροφάν	=	προσροφώ
προσροφάνε	=	προσροφώ
προσροφάς	=	προσροφώ
προσροφάσαι	=	προσροφώμαι
προσροφάσθε	=	προσροφώμαι
προσροφάστε	=	προσροφώμαι
προσροφάται	=	προσροφώμαι
προσροφάτε	=	προσροφώ
προσροφάω	=	προσροφώ
προσροφήθηκα	=	προσροφώμαι
προσροφήθηκαν	=	προσροφώμαι
προσροφήθηκε	=	προσροφώμαι
προσροφήθηκες	=	προσροφώμαι
προσροφήσαμε	=	προσροφώ
προσροφήσαν	=	προσροφώ
προσροφήσανε	=	προσροφώ
προσροφήσατε	=	προσροφώ
προσροφήσει	=	προσροφώ
προσροφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσρόφηση
προσροφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσρόφηση
προσροφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσρόφηση
προσροφήσου	=	προσροφώμαι
προσροφήστε	=	προσροφώ
προσροφηθήκαμε	=	προσροφώμαι
προσροφηθήκαν	=	προσροφώμαι
προσροφηθήκανε	=	προσροφώμαι
προσροφηθήκατε	=	προσροφώμαι
προσροφηθεί	=	προσροφώμαι
προσροφηθείτε	=	προσροφώμαι
προσροφημένος	=	προσροφώμαι
προσροφητές	=	προσροφητής
προσροφητή	=	προσροφητής
προσροφητής	noun	ουσία που επιτρέπει τη διείσδυση μορίων άλλης ουσίας στην επιφάνειά της
προσροφητών	=	προσροφητής
προσροφούμε	=	προσροφώ
προσροφούν	=	προσροφώ
προσροφούνε	=	προσροφώ
προσροφούσα	=	προσροφώ
προσροφούσαμε	=	προσροφώ
προσροφούσαν	=	προσροφώ
προσροφούσανε	=	προσροφώ
προσροφούσατε	=	προσροφώ
προσροφούσε	=	προσροφώ
προσροφούσες	=	προσροφώ
προσροφόμασταν	=	προσροφώμαι
προσροφόμαστε	=	προσροφώμαι
προσροφόμουν	=	προσροφώμαι
προσροφόνταν	=	προσροφώμαι
προσροφόντουσαν	=	προσροφώμαι
προσροφόσασταν	=	προσροφώμαι
προσροφόσουν	=	προσροφώμαι
προσροφόταν	=	προσροφώμαι
προσροφώ	verb	έχω την ιδιότητα να δεσμεύω στην επιφάνειά μου κάποια άλλη ουσία
προσροφώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσροφώ
προσροφώμεθα	=	προσροφώμαι
προσροφώνται	=	προσροφώμαι
προσροφώντας	=	προσροφώ
προσρόφα	=	προσροφώ
προσρόφαγε	=	προσροφώ
προσρόφησα	=	προσροφώ
προσρόφησαν	=	προσροφώ
προσρόφησε	=	προσροφώ
προσρόφησες	=	προσροφώ
προσρόφηση	noun	η ιδιότητα κάποιοων χημικών ουσιών να δεσμεύουν στην επιφάνειά τους κάποια άλλη ουσία
προσρόφησης	noun	γενική ενικού του προσρόφηση
προσρόφησις	noun	προσρόφηση
προσσελήνωνα	=	προσσεληνώνω
προσσελήνωναν	=	προσσεληνώνω
προσσελήνωνε	=	προσσεληνώνω
προσσελήνωνες	=	προσσεληνώνω
προσσελήνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσελήνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσελήνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσελήνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσελήνωση	noun	η προσεδάφιση στη σελήνη
προσσελήνωσης	noun	γενική ενικού του προσσελήνωση
προσσεληνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσσεληνωμένο
προσσεληνωμένε	verb	κλητική ενικού του προσσεληνωμένος
προσσεληνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσσεληνωμένη
προσσεληνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσσεληνωμένος
προσσεληνωμένης	verb	γενική ενικού του προσσεληνωμένη
προσσεληνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσσεληνωμένος
προσσεληνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσσεληνωμένος
προσσεληνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσσεληνωμένος
προσσεληνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσσεληνωμένος
προσσεληνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσσεληνωμένος
προσσεληνώναμε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώναν	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνανε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνατε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνει	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνεις	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνετε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνοντας	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνουμε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνουν	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνουνε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώνω	verb	προσεδαφίζω κάτι (ένα διαστημόπλοιο, ένα σκάφος) στη Σελήνη
προσσεληνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώσαν	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώσανε	=	προσσεληνώνω
προσσεληνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσσελήνωση
προσσεληνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσσελήνωση
προσσεληνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσσελήνωση
προσσεληνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσεληνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσσεληνώνω
προσσχηματισμέ	=	προσσχηματισμός
προσσχηματισμοί	=	προσσχηματισμός
προσσχηματισμού	=	προσσχηματισμός
προσσχηματισμούς	=	προσσχηματισμός
προσσχηματισμό	=	προσσχηματισμός
προσσχηματισμός	noun	άλλη γραφή του προσχηματισμός
προσσχηματισμών	=	προσσχηματισμός
προστάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσταγμα
προστάγματος	noun	γενική ενικού του πρόσταγμα
προστάδια	=	προστάδιο
προστάδιο	noun	αρχική φάση της προετοιμασίας ενός γεγονότος, πριν ακόμη αυτό εκδηλωθεί καθαρά και γίνει ορατή η εξέλιξή του
προστάδιου	=	προστάδιο
προστάζαμε	=	προστάζω
προστάζαν	=	προστάζω
προστάζανε	=	προστάζω
προστάζατε	=	προστάζω
προστάζει	=	προστάζω
προστάζεις	=	προστάζω
προστάζεσαι	=	προστάζω
προστάζεστε	=	προστάζω
προστάζεται	=	προστάζω
προστάζετε	=	προστάζω
προστάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προστάζω
προστάζομε	=	προστάζω
προστάζονται	=	προστάζω
προστάζονταν	=	προστάζω
προστάζοντας	=	προστάζω
προστάζου	=	προστάζομαι
προστάζουμε	=	προστάζω
προστάζουν	=	προστάζω
προστάζουνε	=	προστάζω
προστάζω	verb	διατάζω
προστάθι	noun	το ένα τέταρτο της σκάλας
προστάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξαν	=	προστάζω
προστάξανε	=	προστάζω
προστάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξομε	=	προστάζω
προστάξου	=	προστάζω
προστάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξουνε	=	προστάζω
προστάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστάζω
προστάτες	=	προστάτης
προστάτευα	=	προστατεύω
προστάτευαν	=	προστατεύω
προστάτευε	=	προστατεύω
προστάτευες	=	προστατεύω
προστάτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστάτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστάτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστάτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστάτεψα	=	προστατεύω
προστάτεψαν	=	προστατεύω
προστάτεψε	=	προστατεύω
προστάτεψες	=	προστατεύω
προστάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προστάτης
προστάτης	noun	αυτός που προστατεύει κάποιον ή κάτι
προστάτι	=	προστάτης
προστάτιδα	noun	θηλυκό του προστάτης
προστάτιδας	=	προστάτιδα
προστάτιδες	=	προστάτιδα
προστάτιδος	=	προστάτης
προστάτιδων	=	προστάτιδα
προστάτις	=	προστάτης
προστάτισσα	noun	θηλυκό του προστάτης
προστάτισσας	noun	γενική ενικού του προστάτισσα
προστάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστάτισσα
προστάτρια	noun	θηλυκό του προστάτης
προστάτριας	noun	γενική ενικού του προστάτρια
προστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστάτρια
προστάχτηκα	=	προστάζω
προστάχτηκαν	=	προστάζω
προστάχτηκε	=	προστάζω
προστάχτηκες	=	προστάζω
προστέγασμα	noun	προεξοχή σε στέγη για την προστασία από βροχή κ.λπ.
προστέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστήσας	adj	κάποιος που αναθέτει σε άλλον (προστηθείς) τη διεκπεραίωση μιας υπόθεσης κρατώντας και την νομική ευθύνη για τις ενέργειές του
προστίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσθέτω
προστίθενται	=	προσθέτω
προστίθεσαι	=	προσθέτω
προστίθεσθε	=	προσθέτω
προστίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προστίθεμαι
προστίμου	noun	γενική ενικού του πρόστιμο
προστίμων	noun	γενική πληθυντικού του πρόστιμο
προσταγές	=	προσταγή
προσταγή	noun	η διαδικασία του προστάζω
προσταγής	=	προσταγή
προσταγλανδίνες	=	προσταγλανδίνη
προσταγλανδίνη	noun	ομάδα λιπιδικών ενώσεων που δρουν ως τοπικοί ορμονικοί αγγελιοφόροι στο σώμα, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση διαφόρων φυσιολογικών λειτουργιών, όπως η φλεγμονή, ο πόνος, η αγγειοδιαστολή κ.λπ.
προσταγλανδίνης	=	προσταγλανδίνη
προσταγλανδινών	=	προσταγλανδίνη
προσταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσταγμα
προσταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσταγμένο
προσταγμένε	verb	κλητική ενικού του προσταγμένος
προσταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσταγμένη
προσταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσταγμένος
προσταγμένης	verb	γενική ενικού του προσταγμένη
προσταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσταγμένος
προσταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσταγμένος
προσταγμένος	adj	που τον έχουν προστάξει
προσταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσταγμένος
προσταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσταγμένος
προσταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσταγμένος
προσταγών	=	προσταγή
προσταδίου	=	προστάδιο
προσταδίων	=	προστάδιο
προσταζόμασταν	=	προστάζω
προσταζόμαστε	=	προστάζω
προσταζόμουν	=	προστάζω
προσταζόμουνα	=	προστάζω
προσταζόντουσαν	=	προστάζω
προσταζόσασταν	=	προστάζω
προσταζόσαστε	=	προστάζω
προσταζόσουν	=	προστάζω
προσταζόσουνα	=	προστάζω
προσταζόταν	=	προστάζω
προσταζότανε	=	προστάζω
προστακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προστακτικός	adv	με προστακτικό τρόπο, με προσταγή
προστακτικέ	adj	κλητική ενικού του προστακτικός
προστακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστακτική
προστακτική	noun	έγκλιση του ρήματος που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η προσταγή ή η προτροπή και η παράκληση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προστακτικός
προστακτικής	adj	γενική ενικού του προστακτική
προστακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστακτικός
προστακτικού	adj	γενική ενικού του προστακτικός
προστακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προστακτικός
προστακτικό	adj	αιτιατική ενικού του προστακτικός
προστακτικός	adj	που έχει σχέση με προσταγή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την εκφράζει
προστακτικών	adj	γενική πληθυντικού του προστακτικός
προστακτικώς	adv|dated	προστακτικά
προστασία	noun	η φύλαξη ή απομάκρυνση από τον κίνδυνο
προστασίας	noun	γενική ενικού του προστασία
προστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστασία
προστασιών	noun	γενική πληθυντικού του προστασία
προστατέψαμε	=	προστατεύω
προστατέψατε	=	προστατεύω
προστατέψει	=	προστατεύω
προστατέψεις	=	προστατεύω
προστατέψετε	=	προστατεύω
προστατέψομε	=	προστατεύω
προστατέψου	=	προστατεύω
προστατέψουμε	=	προστατεύω
προστατέψουν	=	προστατεύω
προστατέψουνε	=	προστατεύω
προστατέψτε	=	προστατεύω
προστατέψω	=	προστατεύω
προστατίδων	=	προστάτιδα
προστατίτιδα	noun	φλεγμονή του προστάτη αδένα
προστατίτιδας	=	προστατίτιδα
προστατίτιδες	=	προστατίτιδα
προστατίτιδων	=	προστατίτιδα
προστατευθήκαμε	=	προστατεύω
προστατευθήκαν	=	προστατεύω
προστατευθήκανε	=	προστατεύω
προστατευθήκατε	=	προστατεύω
προστατευθεί	=	προστατεύω
προστατευθείς	=	προστατεύω
προστατευθείτε	=	προστατεύω
προστατευθούμε	=	προστατεύω
προστατευθούν	=	προστατεύω
προστατευθούνε	=	προστατεύω
προστατευθώ	=	προστατεύω
προστατευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατευμένο
προστατευμένε	verb	κλητική ενικού του προστατευμένος
προστατευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατευμένη
προστατευμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προστατευμένος
προστατευμένης	verb	γενική ενικού του προστατευμένη
προστατευμένο	verb	αιτιατική ενικού του προστατευμένος
προστατευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστατευμένος
προστατευμένος	verb	που έχει προστασία
προστατευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προστατευμένος
προστατευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προστατευμένος
προστατευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προστατευμένος
προστατευομένη	=	προστατευόμενος
προστατευομένου	=	προστατευόμενος
προστατευομένους	=	προστατευόμενος
προστατευομένων	=	προστατευόμενος
προστατευτήκαμε	=	προστατεύω
προστατευτήκαν	=	προστατεύω
προστατευτήκανε	=	προστατεύω
προστατευτήκατε	=	προστατεύω
προστατευτεί	=	προστατεύω
προστατευτείς	=	προστατεύω
προστατευτείτε	=	προστατεύω
προστατευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατευτικό
προστατευτικέ	adj	κλητική ενικού του προστατευτικός
προστατευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατευτική
προστατευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προστατευτικός
προστατευτικής	adj	γενική ενικού του προστατευτική
προστατευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστατευτικός
προστατευτικοτήτων	=	προστατευτικότητα
προστατευτικού	adj	γενική ενικού του προστατευτικός
προστατευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προστατευτικός
προστατευτικό	adj	αιτιατική ενικού του προστατευτικός
προστατευτικός	adj	που χρησιμεύει για προστασία
προστατευτικότητα	noun	η ιδιότητα του προστατευτικού
προστατευτικότητας	=	προστατευτικότητα
προστατευτικότητες	=	προστατευτικότητα
προστατευτικών	adj	γενική πληθυντικού του προστατευτικός
προστατευτισμέ	noun	κλητική ενικού του προστατευτισμός
προστατευτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστατευτισμός
προστατευτισμού	noun	γενική ενικού του προστατευτισμός
προστατευτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προστατευτισμός
προστατευτισμό	noun	αιτιατική ενικού του προστατευτισμός
προστατευτισμός	noun	οικονομική πολιτική που επιδιώκει την προστασία της εγχώριας οικονομίας μέσω της επιβολής τελωνειακών δασμών ή περιορισμών στις εισαγωγές, υπερφορολόγησης των ξένων προϊόντων κ.λπ., με στόχο να προστατευθούν οι εγχώριες επιχειρήσεις από τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων ή υπηρεσιών
προστατευτισμών	noun	γενική πληθυντικού του προστατευτισμός
προστατευτούμε	=	προστατεύω
προστατευτούν	=	προστατεύω
προστατευτούνε	=	προστατεύω
προστατευτώ	=	προστατεύω
προστατευόμασταν	=	προστατεύω
προστατευόμαστε	=	προστατεύω
προστατευόμενα	=	προστατευόμενος
προστατευόμενε	=	προστατευόμενος
προστατευόμενες	=	προστατευόμενος
προστατευόμενη	=	προστατευόμενος
προστατευόμενης	=	προστατευόμενος
προστατευόμενο	=	προστατευόμενος
προστατευόμενοι	=	προστατευόμενος
προστατευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προστατεύω: που προστατεύεται από κάποιον	noun	αυτός που τον έχει πάρει υπό την προστασία του κάποιος ισχυρός
προστατευόμενου	=	προστατευόμενος
προστατευόμενους	=	προστατευόμενος
προστατευόμενων	=	προστατευόμενος
προστατευόμουν	=	προστατεύω
προστατευόμουνα	=	προστατεύω
προστατευόντουσαν	=	προστατεύω
προστατευόσασταν	=	προστατεύω
προστατευόσαστε	=	προστατεύω
προστατευόσουν	=	προστατεύω
προστατευόσουνα	=	προστατεύω
προστατευόταν	=	προστατεύω
προστατευότανε	=	προστατεύω
προστατεύαμε	=	προστατεύω
προστατεύαν	=	προστατεύω
προστατεύανε	=	προστατεύω
προστατεύατε	=	προστατεύω
προστατεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προστατεύω
προστατεύεις	=	προστατεύω
προστατεύεσαι	=	προστατεύω
προστατεύεστε	=	προστατεύω
προστατεύεται	=	προστατεύω
προστατεύετε	=	προστατεύω
προστατεύθηκα	=	προστατεύω
προστατεύθηκαν	=	προστατεύω
προστατεύθηκε	=	προστατεύω
προστατεύθηκες	=	προστατεύω
προστατεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προστατεύω
προστατεύομε	=	προστατεύω
προστατεύονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του προστατεύομαι
προστατεύονταν	=	προστατεύω
προστατεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προστατεύω
προστατεύουμε	=	προστατεύω
προστατεύουν	=	προστατεύω
προστατεύουνε	=	προστατεύω
προστατεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσαν	=	προστατεύω
προστατεύσανε	=	προστατεύω
προστατεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσομε	=	προστατεύω
προστατεύσου	=	προστατεύω
προστατεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσουνε	=	προστατεύω
προστατεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστατεύω
προστατεύτε	=	προστατεύω
προστατεύτηκα	=	προστατεύω
προστατεύτηκαν	=	προστατεύω
προστατεύτηκε	=	προστατεύω
προστατεύτηκες	=	προστατεύω
προστατεύω	verb	παρέχω προστασία, φυλάω κάποιον από κάτι κακό ή από το ενδεχόμενο να απειληθεί, φροντίζω για την ασφάλεια κάποιου, προφυλάσσω κάποιον από τυχόν κινδύνους
προστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατικό
προστατικέ	adj	κλητική ενικού του προστατικός
προστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατική
προστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προστατικός
προστατικής	adj	γενική ενικού του προστατική
προστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστατικός
προστατικού	adj	γενική ενικού του προστατικός
προστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προστατικός
προστατικό	adj	αιτιατική ενικού του προστατικός
προστατικός	adj	που έχει σχέση με τον (αδένα) προστάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προστατικών	adj	γενική πληθυντικού του προστατικός
προστατισσών	noun	γενική πληθυντικού του προστάτισσα
προστατορροιών	noun	γενική πληθυντικού του προστατόρροια
προστατριών	noun	γενική πληθυντικού του προστάτρια
προστατόρροια	noun	εκροή βλεννώδους υγρού από την ουρήθρα το οποίο προέρχεται από τον προστάτη
προστατόρροιας	noun	γενική ενικού του προστατόρροια
προστατόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστατόρροια
προστατών	=	προστάτης
προστατῖτις	noun	προστατίτιδα
προσταχτήκαμε	=	προστάζω
προσταχτήκαν	=	προστάζω
προσταχτήκανε	=	προστάζω
προσταχτήκατε	=	προστάζω
προσταχτεί	=	προστάζω
προσταχτείς	=	προστάζω
προσταχτείτε	=	προστάζω
προσταχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσταχτικό	adv	προστακτικά
προσταχτικέ	adj	κλητική ενικού του προσταχτικός
προσταχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσταχτική
προσταχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσταχτικός
προσταχτικής	adj	γενική ενικού του προσταχτική
προσταχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσταχτικός
προσταχτικού	adj	γενική ενικού του προσταχτικός
προσταχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσταχτικός
προσταχτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσταχτικός
προσταχτικός	adj	άλλη μορφή του προστακτικός
προσταχτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσταχτικός
προσταχτούμε	=	προστάζω
προσταχτούν	=	προστάζω
προσταχτούνε	=	προστάζω
προσταχτώ	=	προστάζω
προστεγάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστέγασμα
προστεγάσματος	noun	γενική ενικού του προστέγασμα
προστεγασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προστέγασμα
προστεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθήκαν	=	προσθέτω
προστεθήκανε	=	προσθέτω
προστεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθειμένος	=	προσθέτω
προστεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστεθούνε	=	προσθέτω
προστεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστίθεμαι
προστερνίδια	=	προστερνίδιο
προστερνίδιο	adj|formal	η μπροστινέλα
προστερνίδιου	=	προστερνίδιο
προστερνιδίου	=	προστερνίδιο
προστερνιδίων	=	προστερνίδιο
προστιθέμεθα	=	προσθέτω
προστιθέμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστιθέμενο
προστιθέμενε	verb	κλητική ενικού του προστιθέμενος
προστιθέμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστιθέμενη
προστιθέμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προστιθέμενος
προστιθέμενης	verb	γενική ενικού του προστιθέμενη
προστιθέμενο	verb	αιτιατική ενικού του προστιθέμενος
προστιθέμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστιθέμενος
προστιθέμενος	verb|formal	που προστίθεται σε κάτι, που υπάρχει επιπλέον
προστιθέμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προστιθέμενος
προστιθέμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προστιθέμενος
προστιθέμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προστιθέμενος
προστιμάρισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προστιμάρω
προστιμάρω	verb|vulgar	επιβάλλω σε κάποιον πρόστιμο
προστιμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστιμαρισμένο
προστιμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του προστιμαρισμένος
προστιμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστιμαρισμένη
προστιμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προστιμαρισμένος
προστιμαρισμένης	verb	γενική ενικού του προστιμαρισμένη
προστιμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προστιμαρισμένος
προστιμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προστιμαρισμένος
προστιμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προστιμαρισμένος
προστιμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προστιμαρισμένος
προστιμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προστιμαρισμένος
προστούρα	noun|dated	η κοιλιά (ιδίως ζώου αλλά και ανθρώπου)
προστούρας	=	προστούρα
προστούρες	=	προστούρα
προστούρων	=	προστούρα
προστρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξαν	=	προστρέξας
προστρέξαντα	=	προστρέξας
προστρέξαντες	=	προστρέξας
προστρέξαντος	=	προστρέξας
προστρέξας	verb|formal	μετοχή ενεργητικού αορίστου (προσέτρεξα) του ρήματος προστρέχω: που πρόστρεξε, που βοήθησε
προστρέξασα	=	προστρέξας
προστρέξασας	=	προστρέξας
προστρέξασες	=	προστρέξας
προστρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστρέχω
προστρέχω	verb	τρέχω σε βοήθεια κάποιου, προσφέρω βοήθεια
προστρίβω	verb|rare	τρίβω κάτι με άλλο ή πάνω σε άλλο
προστρίψεις	=	πρόστριψη
προστρίψεων	=	πρόστριψη
προστρεξάντων	=	προστρέξας
προστρεξάσης	=	προστρέξας
προστρεξασών	=	προστρέξας
προστριβές	=	προστριβή
προστριβή	noun	η τριβή δύο αντικειμένων μεταξύ τους
προστριβής	=	προστριβή
προστριβόμενα	=	προστριβόμενος
προστριβόμενε	=	προστριβόμενος
προστριβόμενες	=	προστριβόμενος
προστριβόμενη	=	προστριβόμενος
προστριβόμενης	=	προστριβόμενος
προστριβόμενο	=	προστριβόμενος
προστριβόμενοι	=	προστριβόμενος
προστριβόμενος	verb	που αποτελείται από ένα κλειστό και ένα εξακολουθητικό τμήμα
προστριβόμενου	=	προστριβόμενος
προστριβόμενους	=	προστριβόμενος
προστριβόμενων	=	προστριβόμενος
προστριβών	=	προστριβή
προστυμμάτων	=	πρόστυμμα
προστυχάνθρωπε	=	προστυχάνθρωπος
προστυχάνθρωπο	=	προστυχάνθρωπος
προστυχάνθρωποι	=	προστυχάνθρωπος
προστυχάνθρωπος	noun	πρόστυχος άνθρωπος
προστυχάντζα	noun|vulgar	ο πρόστυχος, χυδαίος άνθρωπος ή πρόστυχο πράγμα
προστυχάντζας	noun	γενική ενικού του προστυχάντζα
προστυχάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστυχάντζα
προστυχέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστυχαίνω	verb|figurative	άλλη μορφή του προστυχεύω
προστυχανθρώπου	=	προστυχάνθρωπος
προστυχανθρώπους	=	προστυχάνθρωπος
προστυχανθρώπων	=	προστυχάνθρωπος
προστυχεύω	verb|figurative	είμαι πρόστυχος ή φέρομαι πρόστυχα
προστυχιά	noun	η ιδιότητα του πρόστυχου
προστυχιάς	noun	γενική ενικού του προστυχιά
προστυχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστυχιά
προστυχιών	=	προστυχιά
προστυχοδουλειά	noun	προστυχιά, πρόστυχη ενέργεια ή πράξη
προστυχοδουλειάς	noun	γενική ενικού του προστυχοδουλειά
προστυχοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστυχοδουλειά
προστυχοδουλειών	=	προστυχοδουλειά
προστυχοπράματα	=	προστυχόπραμα
προστυχοπράματος	=	προστυχόπραμα
προστυχοπραμάτων	=	προστυχόπραμα
προστυχοφάτου	=	προστυχόφατσα
προστυχοφάτους	=	προστυχόφατσα
προστυχοφάτων	=	προστυχόφατσα
προστυχόκοσμε	=	προστυχόκοσμος
προστυχόκοσμο	=	προστυχόκοσμος
προστυχόκοσμοι	=	προστυχόκοσμος
προστυχόκοσμος	noun	πρόστυχος / χυδαίος κόσμος ή λαός
προστυχόκοσμου	=	προστυχόκοσμος
προστυχόκοσμους	=	προστυχόκοσμος
προστυχόκοσμων	=	προστυχόκοσμος
προστυχόλογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστυχόλογο
προστυχόλογο	noun	πρόστυχη, άσεμνη ή χυδαία λέξη ή έκφραση
προστυχόλογου	=	προστυχόλογο
προστυχόλογων	=	προστυχόλογο
προστυχόμουτρα	=	προστυχόμουτρο
προστυχόμουτρο	noun	προστυχάνθρωπος
προστυχόμουτρου	=	προστυχόμουτρο
προστυχόμουτρων	=	προστυχόμουτρο
προστυχόπραμα	noun	πρόστυχος
προστυχόφατε	=	προστυχόφατσα
προστυχόφατο	=	προστυχόφατσα
προστυχόφατοι	=	προστυχόφατσα
προστυχόφατος	=	προστυχόφατσα
προστυχόφατσα	noun	άνθρωπος που απ’ τη φάτσα του φαίνεται πρόστυχος
προστυχών	=	πρόστυχη
προστύμματα	=	πρόστυμμα
προστύμματος	=	πρόστυμμα
προστύχεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστύχεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστύχεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστύχεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστυχεύω
προστώα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προστώο
προστώο	noun	ημιυπαίθριος στεγασμένος χώρος με κίονες (στοά), εμπρός από την είσοδο κτηρίου
προστώου	noun	γενική ενικού του προστώο
προστώων	noun	γενική πληθυντικού του προστώο
προσυγκέντρωση	noun	η συγκέντρωση κάποιων σε ένα χώρο, πριν από την κύρια συγκέντρωση της ίδιας ή μεγαλύτερης ομάδας ατόμων στον ίδιο ή άλλο χώρο
προσυγκέντρωσης	noun	γενική ενικού του προσυγκέντρωση
προσυγκεντρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυγκέντρωση
προσυγκεντρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσυγκέντρωση
προσυγκεντρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσυγκέντρωση
προσυδάτωνα	=	προσυδατώνω
προσυδάτωναν	=	προσυδατώνω
προσυδάτωνε	=	προσυδατώνω
προσυδάτωνες	=	προσυδατώνω
προσυδάτωσα	=	προσυδατώνω
προσυδάτωσαν	=	προσυδατώνω
προσυδάτωσε	=	προσυδατώνω
προσυδάτωσες	=	προσυδατώνω
προσυδάτωση	noun	η «προσγείωση» ενός ιπτάμενου οχήματος σε υδάτινη επιφάνεια (θάλασσα, λίμνη, ποταμός κ.λπ.)
προσυδάτωσης	noun	γενική ενικού του προσυδάτωση
προσυδατώναμε	=	προσυδατώνω
προσυδατώναν	=	προσυδατώνω
προσυδατώνανε	=	προσυδατώνω
προσυδατώνατε	=	προσυδατώνω
προσυδατώνει	=	προσυδατώνω
προσυδατώνεις	=	προσυδατώνω
προσυδατώνετε	=	προσυδατώνω
προσυδατώνοντας	=	προσυδατώνω
προσυδατώνουμε	=	προσυδατώνω
προσυδατώνουν	=	προσυδατώνω
προσυδατώνουνε	=	προσυδατώνω
προσυδατώνω	verb	«προσγειώνω» ένα ιπτάμενο όχημα σε υδάτινη επιφάνεια
προσυδατώσαμε	=	προσυδατώνω
προσυδατώσαν	=	προσυδατώνω
προσυδατώσανε	=	προσυδατώνω
προσυδατώσατε	=	προσυδατώνω
προσυδατώσει	=	προσυδατώνω
προσυδατώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυδάτωση
προσυδατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσυδάτωση
προσυδατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσυδάτωση
προσυδατώστε	=	προσυδατώνω
προσυλλογίζεσαι	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίζεστε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίζεται	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίζομαι	verb	συλλογίζομαι από πριν, εκ των προτέρων
προσυλλογίζονται	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίζονταν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίζου	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίσου	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίστηκα	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίστηκαν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίστηκε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογίστηκες	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόμασταν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόμαστε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόμουν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόμουνα	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόντουσαν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόσασταν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόσαστε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόσουν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόσουνα	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζόταν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιζότανε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογισμέ	noun	κλητική ενικού του προσυλλογισμός
προσυλλογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυλλογισμένο
προσυλλογισμένε	verb	κλητική ενικού του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυλλογισμένη
προσυλλογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμένης	verb	γενική ενικού του προσυλλογισμένη
προσυλλογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσυλλογίζομαι
προσυλλογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσυλλογισμένος
προσυλλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυλλογισμός
προσυλλογισμού	noun	γενική ενικού του προσυλλογισμός
προσυλλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσυλλογισμός
προσυλλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσυλλογισμός
προσυλλογισμός	noun	συλλογισμός, το συμπέρασμα του οποίου αποτελεί προκείμενη άλλου συλλογισμού
προσυλλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσυλλογισμός
προσυλλογιστήκαμε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιστήκαν	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιστήκανε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιστήκατε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιστεί	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιστείτε	=	προσυλλογίζομαι
προσυλλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσυλλογιστικός	adv|archaic	με προσυλλογιστικό τρόπο
προσυλλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυλλογιστική
προσυλλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικής	adj	γενική ενικού του προσυλλογιστική
προσυλλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικού	adj	γενική ενικού του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικός	adj	που έχει σχέση με προσυλλογισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προσυλλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυλλογιστικός
προσυλλογιστικώς	adv|archaic	με προσυλλογιστικό τρόπο
προσυμβάσεις	=	προσύμβαση
προσυμβάσεων	=	προσύμβαση
προσυμβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμβατικό
προσυμβατικέ	adj	κλητική ενικού του προσυμβατικός
προσυμβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμβατική
προσυμβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυμβατικός
προσυμβατικής	adj	γενική ενικού του προσυμβατική
προσυμβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυμβατικός
προσυμβατικού	adj	γενική ενικού του προσυμβατικός
προσυμβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυμβατικός
προσυμβατικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυμβατικός
προσυμβατικός	adj	που έχει σχέση με την προσύμβαση ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσυμβατικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυμβατικός
προσυμπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμπαντικό
προσυμπαντικέ	adj	κλητική ενικού του προσυμπαντικός
προσυμπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμπαντική
προσυμπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυμπαντικός
προσυμπαντικής	adj	γενική ενικού του προσυμπαντική
προσυμπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυμπαντικός
προσυμπαντικού	adj	γενική ενικού του προσυμπαντικός
προσυμπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυμπαντικός
προσυμπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυμπαντικός
προσυμπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυμπαντικός
προσυμπτωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμπτωματικό
προσυμπτωματικέ	adj	κλητική ενικού του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμπτωματική
προσυμπτωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματικής	adj	γενική ενικού του προσυμπτωματική
προσυμπτωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματικού	adj	γενική ενικού του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματικός	adj	που έχει σχέση με την κατάσταση κάποιου πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα (μιας ασθένειας)
προσυμπτωματικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυμπτωματικός
προσυμπτωματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμπτωματολογικό
προσυμπτωματολογικέ	adj	κλητική ενικού του προσυμπτωματολογικός
προσυμπτωματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμπτωματολογική
προσυμπτωματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυμπτωματολογικός
προσυμπτωματολογικής	adj	γενική ενικού του προσυμπτωματολογική
προσυμπτωματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυμπτωματολογικός
προσυμπτωματολογικού	adj	γενική ενικού του προσυμπτωματολογικός
προσυμπτωματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυμπτωματολογικός
προσυμπτωματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυμπτωματολογικός
προσυμπτωματολογικός	adj|rare	που συσχετίζεται με τον προσυμπτωματικό ή αναφέρεται στην προσυμπτωματολογία ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
προσυμπτωματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυμπτωματολογικός
προσυμφωνήθηκα	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήθηκαν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήθηκε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήθηκες	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήσαμε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήσαν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήσανε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήσατε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήσει	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήσου	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνήστε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνεί	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνείς	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνείσαι	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνείστε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνείται	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνείτε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνηθήκαμε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνηθήκαν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνηθήκανε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνηθήκατε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνηθεί	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνηθείτε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμφωνημένο
προσυμφωνημένε	verb	κλητική ενικού του προσυμφωνημένος
προσυμφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυμφωνημένη
προσυμφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυμφωνημένος
προσυμφωνημένης	verb	γενική ενικού του προσυμφωνημένη
προσυμφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσυμφωνημένος
προσυμφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυμφωνημένος
προσυμφωνημένος	verb	που τον έχουν προσυμφωνήσει
προσυμφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσυμφωνημένος
προσυμφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσυμφωνημένος
προσυμφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσυμφωνημένος
προσυμφωνούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσυμφωνώ
προσυμφωνούμασταν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούμαστε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του προσυμφωνώ
προσυμφωνούμουν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούνε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούνται	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούνταν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσα	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσαμε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσαν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσανε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσασταν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσαστε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσατε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσε	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσες	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνούσουν	=	προσυμφωνώ
προσυμφωνώ	verb	συμφωνώ εκ των προτέρων
προσυμφωνώντας	=	προσυμφωνώ
προσυμφώνησα	=	προσυμφωνώ
προσυμφώνησαν	=	προσυμφωνώ
προσυμφώνησε	=	προσυμφωνώ
προσυμφώνησες	=	προσυμφωνώ
προσυμφώνου	noun	γενική ενικού του προσύμφωνο
προσυμφώνων	noun	γενική πληθυντικού του προσύμφωνο
προσυνέδρια	=	προσυνέδριο
προσυνέδριο	noun	συνέδριο που συμβάλλει στην προπαρασκευή τού κυρίως συνεδρίου
προσυνέδριου	=	προσυνέδριο
προσυνέδριων	=	προσυνέδριο
προσυναπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυναπτικό
προσυναπτικέ	adj	κλητική ενικού του προσυναπτικός
προσυναπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυναπτική
προσυναπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυναπτικός
προσυναπτικής	adj	γενική ενικού του προσυναπτική
προσυναπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυναπτικός
προσυναπτικού	adj	γενική ενικού του προσυναπτικός
προσυναπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυναπτικός
προσυναπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυναπτικός
προσυναπτικός	adj	που βρίσκεται πριν τη σύναψη ως προς την κατεύθυνση του νευρικού μηνύματος
προσυναπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυναπτικός
προσυνεδρίου	=	προσυνέδριο
προσυνεδρίων	=	προσυνέδριο
προσυνεδριακά	adv	με προσυνεδριακό τρόπο ή κατά τη διάρκεια προσυνεδρίου
προσυνεδριακέ	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακές	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακή	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακής	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακοί	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακού	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακούς	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακό	=	προσυνεδριακός
προσυνεδριακός	adj	που έχει σχέση με προσυνέδριο ή γίνεται πριν από κάποιο συνέδριο
προσυνεδριακών	=	προσυνεδριακός
προσυνεννοήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυνεννόηση
προσυνεννοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσυνεννόηση
προσυνεννοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσυνεννόηση
προσυνεννόηση	noun	η εκ των προτέρων συνεννόηση
προσυνεννόησης	noun	γενική ενικού του προσυνεννόηση
προσυνοψίσεις	=	προσυνόψιση
προσυνοψίσεων	=	προσυνόψιση
προσυντάξεις	=	προσύνταξη
προσυντάξεων	=	προσύνταξη
προσυνταξιοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυνταξιοδοτικό
προσυνταξιοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του προσυνταξιοδοτικός
προσυνταξιοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυνταξιοδοτική
προσυνταξιοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυνταξιοδοτικός
προσυνταξιοδοτικής	adj	γενική ενικού του προσυνταξιοδοτική
προσυνταξιοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυνταξιοδοτικός
προσυνταξιοδοτικού	adj	γενική ενικού του προσυνταξιοδοτικός
προσυνταξιοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσυνταξιοδοτικός
προσυνταξιοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσυνταξιοδοτικός
προσυνταξιοδοτικός	adj	σχετικός με την κατανομή μιας προσύνταξης
προσυνταξιοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσυνταξιοδοτικός
προσυνόψιση	noun	προκαταρκτική συνόψιση, η συνοπτική ενημέρωση
προσυνόψισης	=	προσυνόψιση
προσυπέγραφα	=	προσυπογράφω
προσυπέγραφαν	=	προσυπογράφω
προσυπέγραφε	=	προσυπογράφω
προσυπέγραφες	=	προσυπογράφω
προσυπέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυπογεγραμμένο
προσυπογεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του προσυπογεγραμμένος
προσυπογεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυπογεγραμμένη
προσυπογεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυπογεγραμμένος
προσυπογεγραμμένης	verb	γενική ενικού του προσυπογεγραμμένη
προσυπογεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσυπογεγραμμένος
προσυπογεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυπογεγραμμένος
προσυπογεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσυπογεγραμμένος
προσυπογεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσυπογεγραμμένος
προσυπογεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσυπογεγραμμένος
προσυπογράφαμε	=	προσυπογράφω
προσυπογράφαν	=	προσυπογράφω
προσυπογράφανε	=	προσυπογράφω
προσυπογράφατε	=	προσυπογράφω
προσυπογράφει	=	προσυπογράφω
προσυπογράφεις	=	προσυπογράφω
προσυπογράφεσαι	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφεστε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφεται	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφετε	=	προσυπογράφω
προσυπογράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράφονται	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφονταν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφοντας	=	προσυπογράφω
προσυπογράφου	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφουμε	=	προσυπογράφω
προσυπογράφουν	=	προσυπογράφω
προσυπογράφουνε	=	προσυπογράφω
προσυπογράφτηκα	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφτηκαν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφτηκε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφτηκες	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράφω	verb	υπογράφω από κοινού με άλλον ή άλλους
προσυπογράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψαν	=	προσυπογράφω
προσυπογράψανε	=	προσυπογράφω
προσυπογράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψου	=	προσυπογράφομαι
προσυπογράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυπογραμμένο
προσυπογραμμένε	verb	κλητική ενικού του προσυπογραμμένος
προσυπογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσυπογραμμένη
προσυπογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσυπογραμμένος
προσυπογραμμένης	verb	γενική ενικού του προσυπογραμμένη
προσυπογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσυπογραμμένος
προσυπογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσυπογραμμένος
προσυπογραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσυπογράφω
προσυπογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσυπογραμμένος
προσυπογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσυπογραμμένος
προσυπογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσυπογραμμένος
προσυπογραφές	=	προσυπογραφή
προσυπογραφή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσυπογράφω
προσυπογραφήκαμε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφήκαν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφήκανε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφήκατε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφής	=	προσυπογραφή
προσυπογραφεί	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφείτε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόμασταν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόμαστε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόμουν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόμουνα	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόντουσαν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόσασταν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόσαστε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόσουν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόσουνα	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφόταν	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφότανε	=	προσυπογράφομαι
προσυπογραφών	=	προσυπογραφή
προσυπόγραφε	=	προσυπογράφω
προσυπόγραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσυπογράφω
προσυστολές	=	προσυστολή
προσυστολή	noun	καρδιακή σύσπαση που ακολουθεί τη διαστολή και προηγείται της συστολής
προσυστολής	=	προσυστολή
προσυστολικά	=	προσυστολικός
προσυστολικέ	=	προσυστολικός
προσυστολικές	=	προσυστολικός
προσυστολική	=	προσυστολικός
προσυστολικής	=	προσυστολικός
προσυστολικοί	=	προσυστολικός
προσυστολικού	=	προσυστολικός
προσυστολικούς	=	προσυστολικός
προσυστολικό	=	προσυστολικός
προσυστολικός	adj	που έχει σχέση με την προσυστολή ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσυστολικών	=	προσυστολικός
προσυστολών	=	προσυστολή
προσφάγι	noun|vulgar	πρόχειρο ή φτωχικό γεύμα, μικρή ποσότητα τροφής (όπως τυρί ή παστό ψάρι) που συμπληρώνει το ψωμί, κολατσιό
προσφάγια	=	προσφάγι
προσφάι	noun|vulgar	άλλη μορφή του προσφάγι
προσφάια	=	προσφάι
προσφάτως	adv|formal	πρόσφατα
προσφέραμε	=	προσφέρω
προσφέραν	=	προσφέρω
προσφέρανε	=	προσφέρω
προσφέρατε	=	προσφέρω
προσφέρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προσφέρω
προσφέρεις	=	προσφέρω
προσφέρεσαι	=	προσφέρω
προσφέρεστε	=	προσφέρω
προσφέρεται	=	προσφέρω
προσφέρετε	=	προσφέρω
προσφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφέρομαι	verb	προσφέρω τον εαυτό μου
προσφέρομε	=	προσφέρω
προσφέρονται	=	προσφέρω
προσφέρονταν	=	προσφέρω
προσφέροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσφέρω
προσφέρουμε	=	προσφέρω
προσφέρουν	=	προσφέρω
προσφέρουνε	=	προσφέρω
προσφέρσου	=	προσφέρω
προσφέρω	verb	δίνω κάτι σε κάποιον αφιλοκερδώς
προσφαγιού	=	προσφάγι
προσφαγιών	=	προσφάγι
προσφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθήκαν	=	προσφέρω
προσφερθήκανε	=	προσφέρω
προσφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερθούνε	=	προσφέρω
προσφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφέρομαι
προσφερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφερμένο
προσφερμένε	verb	κλητική ενικού του προσφερμένος
προσφερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφερμένη
προσφερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσφερμένος
προσφερμένης	verb	γενική ενικού του προσφερμένη
προσφερμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσφερμένος
προσφερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσφερμένος
προσφερμένος	=	προσφέρω
προσφερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσφερμένος
προσφερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσφερμένος
προσφερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσφερμένος
προσφερόμασταν	=	προσφέρω
προσφερόμαστε	=	προσφέρω
προσφερόμενα	=	προσφερόμενος
προσφερόμενε	=	προσφερόμενος
προσφερόμενες	=	προσφερόμενος
προσφερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσφερόμενος
προσφερόμενης	=	προσφερόμενος
προσφερόμενο	=	προσφερόμενος
προσφερόμενοι	=	προσφερόμενος
προσφερόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προσφέρω
προσφερόμενου	=	προσφερόμενος
προσφερόμενους	=	προσφερόμενος
προσφερόμενων	=	προσφερόμενος
προσφερόμουν	=	προσφέρω
προσφερόμουνα	=	προσφέρω
προσφερόντουσαν	=	προσφέρω
προσφερόσασταν	=	προσφέρω
προσφερόσαστε	=	προσφέρω
προσφερόσουν	=	προσφέρω
προσφερόσουνα	=	προσφέρω
προσφερόταν	=	προσφέρω
προσφερότανε	=	προσφέρω
προσφευγουσών	=	προσφεύγων
προσφευγούσης	=	προσφεύγων
προσφευγόντων	=	προσφεύγων
προσφεύγαμε	=	προσφεύγω
προσφεύγαν	=	προσφεύγω
προσφεύγανε	=	προσφεύγω
προσφεύγατε	=	προσφεύγω
προσφεύγει	=	προσφεύγω
προσφεύγεις	=	προσφεύγω
προσφεύγετε	=	προσφεύγω
προσφεύγον	=	προσφεύγων
προσφεύγοντα	=	προσφεύγων
προσφεύγοντας	=	προσφεύγω
προσφεύγοντες	=	προσφεύγων
προσφεύγοντος	=	προσφεύγων
προσφεύγουμε	=	προσφεύγω
προσφεύγουν	=	προσφεύγω
προσφεύγουνε	=	προσφεύγω
προσφεύγουσα	=	προσφεύγων
προσφεύγουσας	=	προσφεύγων
προσφεύγουσες	=	προσφεύγων
προσφεύγω	verb	ζητώ ή επικαλούμαι τη βοήθεια ή την παρέμβαση κάποιου (ατόμου, αρμόδιας αρχής κ.λπ)
προσφεύγων	verb	που προσφεύγει
προσφιλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσφιλής
προσφιλή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του προσφιλής
προσφιλής	adj	αγαπητός, ιδιαίτερα συμπαθής, ευχάριστος αλλά και ευμενής, φιλικά διακείμενος
προσφιλείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφιλής
προσφιλούς	adj	γενική ενικού του προσφιλής
προσφιλών	adj	γενική πληθυντικού του προσφιλής
προσφιλώς	adv|dated	με προσφιλή διάθεση
προσφορά	noun	η ενέργεια του προσφέρω, το να δίνεις σε κάποιον κάτι με επισημότητα σε ένδειξη σεβασμού ή αγάπης ή θρησκευτικής λατρείας κ.λπ.
προσφοράκι	noun	υποκοριστικό του πρόσφορο
προσφοράκια	=	προσφοράκι
προσφοράς	noun	γενική ενικού του προσφορά
προσφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφορά
προσφοριάρη	=	προσφοριάρης
προσφοριάρηδες	=	προσφοριάρης
προσφοριάρηδων	=	προσφοριάρης
προσφοριάρης	noun|slang	μοναχός που έχει ως διακόνημα την παρασκευή πρόσφορων
προσφορών	noun	γενική πληθυντικού του προσφορά
προσφυές	=	προσφυής
προσφυή	=	προσφυής
προσφυής	adj	που ευνοεί κάτι, κατάλληλος, αρμόζων, εύστοχος, επιτυχής, πρόσφορος, αρμόδιος, ενδεδειγμένος
προσφυγάκι	noun	ο νεαρός σε ηλικία πρόσφυγας
προσφυγάκια	=	προσφυγάκι
προσφυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφυγή
προσφυγή	noun	η ενέργεια του προσφεύγω, η αναζήτηση διεξόδου σε κάποιο πρόβλημα
προσφυγής	=	προσφυγή
προσφυγίνα	noun	θηλυκό του πρόσφυγας
προσφυγίνας	=	προσφυγίνα
προσφυγίνες	=	προσφυγίνα
προσφυγίνων	=	προσφυγίνα
προσφυγιά	noun	η κατάσταση του πρόσφυγα
προσφυγιάς	noun	γενική ενικού του προσφυγιά
προσφυγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφυγιά
προσφυγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφυγικό
προσφυγικέ	adj	κλητική ενικού του προσφυγικός
προσφυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφυγική
προσφυγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσφυγικός
προσφυγικής	adj	γενική ενικού του προσφυγική
προσφυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσφυγικός
προσφυγικού	adj	γενική ενικού του προσφυγικός
προσφυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσφυγικός
προσφυγικό	adj	αιτιατική ενικού του προσφυγικός
προσφυγικός	adj	που έχει σχέση με πρόσφυγες
προσφυγικών	adj	γενική πληθυντικού του προσφυγικός
προσφυγισσών	=	προσφύγισσα
προσφυγιών	=	προσφυγιά
προσφυγοκάπηλε	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοκάπηλο	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοκάπηλοι	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοκάπηλος	noun	που εκμεταλλεύεται τους πρόσφυγες
προσφυγοκάπηλου	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοκαπήλου	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοκαπήλους	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοκαπήλων	=	προσφυγοκάπηλος
προσφυγοπαίδι	noun	παιδί που είναι πρόσφυγας· παιδί προσφύγων
προσφυγοπαίδια	=	προσφυγοπαίδι
προσφυγοπατέρα	=	προσφυγοπατέρας
προσφυγοπατέρας	noun	κάποιος που προσπαθεί να θεωρηθεί προστάτης των προσφύγων, συνήθως για ιδιοτελείς σκοπούς
προσφυγοπατέρες	=	προσφυγοπατέρας
προσφυγοπατέρων	=	προσφυγοπατέρας
προσφυγοπατεράδες	=	προσφυγοπατέρας
προσφυγοπατεράδων	=	προσφυγοπατέρας
προσφυγοποίηση	noun	η δημιουργία προσφυγικού κύματος, συνήθως μετά από κάποιο γεγονός
προσφυγοποίησης	=	προσφυγοποίηση
προσφυγοποιήσεις	=	προσφυγοποίηση
προσφυγοποιήσεων	=	προσφυγοποίηση
προσφυγοπούλα	noun	κοπέλα πρόσφυγας, νεαρή πρόσφυγας
προσφυγοπούλας	=	προσφυγοπούλα
προσφυγοπούλες	=	προσφυγοπούλα
προσφυγουπόλεις	=	προσφυγούπολη
προσφυγουπόλεων	=	προσφυγούπολη
προσφυγούπολη	noun	η πόλη ή ο οικισμός που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες
προσφυγούπολης	=	προσφυγούπολη
προσφυγόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφυγόπουλο
προσφυγόπουλο	noun	νεαρός πρόσφυγας
προσφυγόπουλου	noun	γενική ενικού του προσφυγόπουλο
προσφυγόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του προσφυγόπουλο
προσφυγόσπιτα	=	προσφυγόσπιτο
προσφυγόσπιτο	noun	σπίτι χαμηλής αξίας κατασκευασμένο συνήθως με πρόχειρο τρόπο από πρόσφυγες ή για εγκατάσταση προσφύγων
προσφυγόσπιτου	=	προσφυγόσπιτο
προσφυγόσπιτων	=	προσφυγόσπιτο
προσφυγών	=	προσφυγή
προσφυείς	=	προσφυής
προσφυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσφυμα
προσφυούς	=	προσφυής
προσφυόμασταν	=	προσφύομαι
προσφυόμαστε	=	προσφύομαι
προσφυόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσφυόμενος
προσφυόμουν	=	προσφύομαι
προσφυόσασταν	=	προσφύομαι
προσφυόσαστε	=	προσφύομαι
προσφυόσουν	=	προσφύομαι
προσφυών	=	προσφυής
προσφυώς	adv|dated	κατάλληλα, με προσφυή, αρμόζοντα τρόπο
προσφωνήθηκα	=	προσφωνώ
προσφωνήθηκαν	=	προσφωνώ
προσφωνήθηκε	=	προσφωνώ
προσφωνήθηκες	=	προσφωνώ
προσφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήσαν	=	προσφωνώ
προσφωνήσανε	=	προσφωνώ
προσφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσφώνηση
προσφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήσεων	=	προσφώνηση
προσφωνήσου	=	προσφωνώ
προσφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφωνεί	=	προσφωνώ
προσφωνείς	=	προσφωνώ
προσφωνείσαι	=	προσφωνώ
προσφωνείστε	=	προσφωνώ
προσφωνείται	=	προσφωνώ
προσφωνείτε	=	προσφωνώ
προσφωνηθήκαμε	=	προσφωνώ
προσφωνηθήκαν	=	προσφωνώ
προσφωνηθήκανε	=	προσφωνώ
προσφωνηθήκατε	=	προσφωνώ
προσφωνηθεί	=	προσφωνώ
προσφωνηθείτε	=	προσφωνώ
προσφωνημένος	=	προσφωνώ
προσφωνούμαι	=	προσφωνώ
προσφωνούμασταν	=	προσφωνώ
προσφωνούμαστε	=	προσφωνώ
προσφωνούμε	=	προσφωνώ
προσφωνούμουν	=	προσφωνώ
προσφωνούν	=	προσφωνώ
προσφωνούνε	=	προσφωνώ
προσφωνούνται	=	προσφωνώ
προσφωνούνταν	=	προσφωνώ
προσφωνούσα	=	προσφωνώ
προσφωνούσαμε	=	προσφωνώ
προσφωνούσαν	=	προσφωνώ
προσφωνούσανε	=	προσφωνώ
προσφωνούσασταν	=	προσφωνώ
προσφωνούσαστε	=	προσφωνώ
προσφωνούσατε	=	προσφωνώ
προσφωνούσε	=	προσφωνώ
προσφωνούσες	=	προσφωνώ
προσφωνούσουν	=	προσφωνώ
προσφωνώ	verb	χαιρετώ κάποιον μέσω ενός σύντομου λόγου σε μια εκδήλωση
προσφωνώντας	=	προσφωνώ
προσφόρως	adv|dated	με πρόσφορο, κατάλληλο τρόπο
προσφύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγαν	=	προσφεύγω
προσφύγανε	=	προσφεύγω
προσφύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγισσα	noun	θηλυκό του πρόσφυγας
προσφύγισσας	=	προσφύγισσα
προσφύγισσες	=	προσφύγισσα
προσφύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγτε	=	προσφεύγω
προσφύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσφεύγω
προσφύγων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσφυγας
προσφύεσαι	=	προσφύομαι
προσφύεστε	=	προσφύομαι
προσφύεται	=	προσφύομαι
προσφύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφυμα
προσφύματος	noun	γενική ενικού του πρόσφυμα
προσφύομαι	verb|rare	έχω πρόσφυση
προσφύονται	=	προσφύομαι
προσφύονταν	=	προσφύομαι
προσφύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφυση
προσφύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσφυση
προσφύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσφυση
προσφώνει	=	προσφωνώ
προσφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφωνώ
προσφώνηση	noun	τρόπος με τον οποίο πρέπει να απευθύνεται κανείς σε αξιωματούχους, σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες / το πρωτόκολλο
προσφώνησης	=	προσφώνηση
προσχέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχέδιο
προσχέδιο	noun	κείμενο με το οποίο καταγράφουμε τα βασικά σημεία του τελικού οριστικού κειμένου
προσχέδιον	noun	προσχέδιο
προσχέδιου	=	προσχέδιο
προσχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσχημα
προσχήματος	noun	γενική ενικού του πρόσχημα
προσχεδίαζα	=	προσχεδιάζω
προσχεδίαζαν	=	προσχεδιάζω
προσχεδίαζε	=	προσχεδιάζω
προσχεδίαζες	=	προσχεδιάζω
προσχεδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσχεδιάζω
προσχεδίασης	=	προσχεδίαση
προσχεδίασμα	noun	το αποτέλεσμα του προσχεδιάζω
προσχεδίου	noun	γενική ενικού του προσχέδιο
προσχεδίων	noun	γενική πληθυντικού του προσχέδιο
προσχεδιάζαμε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζαν	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζανε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζατε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζει	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζεις	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζετε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζοντας	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζουμε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζουν	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζουνε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάζω	verb	μελετώ, σχεδιάζω εκ των προτέρων κάτι, προμελετώ
προσχεδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάσαν	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάσανε	=	προσχεδιάζω
προσχεδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχεδίαση
προσχεδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάσεων	=	προσχεδίαση
προσχεδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχεδίασμα
προσχεδιάσματος	noun	γενική ενικού του προσχεδίασμα
προσχεδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσχεδιάζω
προσχεδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προσχεδίασμα
προσχεδιασμέ	=	προσχεδιασμός
προσχεδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχεδιασμένο
προσχεδιασμένε	verb	κλητική ενικού του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχεδιασμένη
προσχεδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμένης	verb	γενική ενικού του προσχεδιασμένη
προσχεδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμένος	verb	που έχει προσχεδιαστεί
προσχεδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσχεδιασμένος
προσχεδιασμοί	=	προσχεδιασμός
προσχεδιασμού	=	προσχεδιασμός
προσχεδιασμούς	=	προσχεδιασμός
προσχεδιασμό	=	προσχεδιασμός
προσχεδιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσχεδιάζω
προσχεδιασμών	=	προσχεδιασμός
προσχημάτιζα	=	προσχηματίζω
προσχημάτιζαν	=	προσχηματίζω
προσχημάτιζε	=	προσχηματίζω
προσχημάτιζες	=	προσχηματίζω
προσχημάτισα	=	προσχηματίζω
προσχημάτισαν	=	προσχηματίζω
προσχημάτισε	=	προσχηματίζω
προσχημάτισες	=	προσχηματίζω
προσχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσχημα
προσχηματίζαμε	=	προσχηματίζω
προσχηματίζαν	=	προσχηματίζω
προσχηματίζανε	=	προσχηματίζω
προσχηματίζατε	=	προσχηματίζω
προσχηματίζει	=	προσχηματίζω
προσχηματίζεις	=	προσχηματίζω
προσχηματίζετε	=	προσχηματίζω
προσχηματίζομαι	=	προσχηματίζω
προσχηματίζοντας	=	προσχηματίζω
προσχηματίζουμε	=	προσχηματίζω
προσχηματίζουν	=	προσχηματίζω
προσχηματίζουνε	=	προσχηματίζω
προσχηματίζω	verb	σχηματίζω από πριν, εκ των προτέρων
προσχηματίσαμε	=	προσχηματίζω
προσχηματίσαν	=	προσχηματίζω
προσχηματίσανε	=	προσχηματίζω
προσχηματίσατε	=	προσχηματίζω
προσχηματίσει	=	προσχηματίζω
προσχηματίστε	=	προσχηματίζω
προσχηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχηματικό
προσχηματικέ	adj	κλητική ενικού του προσχηματικός
προσχηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχηματική
προσχηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσχηματικός
προσχηματικής	adj	γενική ενικού του προσχηματική
προσχηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχηματικός
προσχηματικού	adj	γενική ενικού του προσχηματικός
προσχηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσχηματικός
προσχηματικό	adj	αιτιατική ενικού του προσχηματικός
προσχηματικός	adj	που έχει σχέση με το πρόσχημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή χρησιμεύει ως πρόσχημα
προσχηματικών	adj	γενική πληθυντικού του προσχηματικός
προσχηματικώς	adv|dated	προσχηματικά
προσχηματισμέ	noun	κλητική ενικού του προσχηματισμός
προσχηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχηματισμένο
προσχηματισμένε	verb	κλητική ενικού του προσχηματισμένος
προσχηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχηματισμένη
προσχηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσχηματισμένος
προσχηματισμένης	verb	γενική ενικού του προσχηματισμένη
προσχηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσχηματισμένος
προσχηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχηματισμένος
προσχηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσχηματισμένος
προσχηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσχηματισμένος
προσχηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσχηματισμένος
προσχηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχηματισμός
προσχηματισμού	noun	γενική ενικού του προσχηματισμός
προσχηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσχηματισμός
προσχηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσχηματισμός
προσχηματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσχηματίζω
προσχηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσχηματισμός
προσχολικά	=	προσχολικός
προσχολικέ	=	προσχολικός
προσχολικές	=	προσχολικός
προσχολική	=	προσχολικός
προσχολικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (προσχολική) του προσχολικός
προσχολικοί	=	προσχολικός
προσχολικού	=	προσχολικός
προσχολικούς	=	προσχολικός
προσχολικό	=	προσχολικός
προσχολικός	adj	που έχει σχέση με την περίοδο πριν από τη φοίτηση σε σχολείο ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσχολικών	=	προσχολικός
προσχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσχωμα
προσχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχωμένο
προσχωμένε	verb	κλητική ενικού του προσχωμένος
προσχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχωμένη
προσχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσχωμένος
προσχωμένης	verb	γενική ενικού του προσχωμένη
προσχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του προσχωμένος
προσχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχωμένος
προσχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσχωμένος
προσχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσχωμένος
προσχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσχωμένος
προσχωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχωματικό
προσχωματικέ	adj	κλητική ενικού του προσχωματικός
προσχωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχωματική
προσχωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσχωματικός
προσχωματικής	adj	γενική ενικού του προσχωματική
προσχωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχωματικός
προσχωματικού	adj	γενική ενικού του προσχωματικός
προσχωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσχωματικός
προσχωματικό	adj	αιτιατική ενικού του προσχωματικός
προσχωματικός	adj	αυτός που σχετίζεται με την πρόσχωση ή με το πρόσχωμα
προσχωματικών	adj	γενική πληθυντικού του προσχωματικός
προσχωρήσαμε	=	προσχωρώ
προσχωρήσαν	=	προσχωρώ
προσχωρήσανε	=	προσχωρώ
προσχωρήσατε	=	προσχωρώ
προσχωρήσει	=	προσχωρώ
προσχωρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχώρηση
προσχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσχώρηση
προσχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσχώρηση
προσχωρήστε	=	προσχωρώ
προσχωρεί	=	προσχωρώ
προσχωρείς	=	προσχωρώ
προσχωρείτε	=	προσχωρώ
προσχωρούμε	=	προσχωρώ
προσχωρούν	=	προσχωρώ
προσχωρούνε	=	προσχωρώ
προσχωρούσα	=	προσχωρώ
προσχωρούσαμε	=	προσχωρώ
προσχωρούσαν	=	προσχωρώ
προσχωρούσανε	=	προσχωρώ
προσχωρούσατε	=	προσχωρώ
προσχωρούσε	=	προσχωρώ
προσχωρούσες	=	προσχωρώ
προσχωρώ	verb	εντάσσομαι σε ένα σύνολο αποδεχόμενος τις αρχές και τις θέσεις του
προσχωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσχωρώ
προσχωσιγενές	=	προσχωσιγενής
προσχωσιγενή	=	προσχωσιγενής
προσχωσιγενής	adj	που δημιουργείται μέσω πρόσχωσης
προσχωσιγενείς	=	προσχωσιγενής
προσχωσιγενούς	=	προσχωσιγενής
προσχωσιγενών	=	προσχωσιγενής
προσχωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχωτικό
προσχωτικέ	adj	κλητική ενικού του προσχωτικός
προσχωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσχωτική
προσχωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσχωτικός
προσχωτικής	adj	γενική ενικού του προσχωτική
προσχωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσχωτικός
προσχωτικού	adj	γενική ενικού του προσχωτικός
προσχωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσχωτικός
προσχωτικό	adj	αιτιατική ενικού του προσχωτικός
προσχωτικός	adj	άλλη μορφή του προσχωματικός
προσχωτικών	adj	γενική πληθυντικού του προσχωτικός
προσχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσχωμα
προσχώματος	noun	γενική ενικού του πρόσχωμα
προσχώναμε	=	προσχώνω
προσχώναν	=	προσχώνω
προσχώνανε	=	προσχώνω
προσχώνατε	=	προσχώνω
προσχώνει	=	προσχώνω
προσχώνεις	=	προσχώνω
προσχώνετε	=	προσχώνω
προσχώνοντας	=	προσχώνω
προσχώνουμε	=	προσχώνω
προσχώνουν	=	προσχώνω
προσχώνουνε	=	προσχώνω
προσχώνω	verb	δημιουργώ προσχώσεις ή προσχώματα
προσχώρει	=	προσχωρώ
προσχώρησα	=	προσχωρώ
προσχώρησαν	=	προσχωρώ
προσχώρησε	=	προσχωρώ
προσχώρησες	=	προσχωρώ
προσχώρηση	noun	η ενέργεια του προσχωρώ, η ένταξη σε έναν οργανισμό, κόμμα, ιδεολογία, ρεύμα, η αποδοχή και συμφωνία με μια άποψη
προσχώρησης	noun	γενική ενικού του προσχώρηση
προσχώσαμε	=	προσχώνω
προσχώσαν	=	προσχώνω
προσχώσανε	=	προσχώνω
προσχώσατε	=	προσχώνω
προσχώσει	=	προσχώνω
προσχώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσχωση
προσχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσχωση
προσχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσχωση
προσχώστε	=	προσχώνω
προσωδία	noun	(ποίηση, (μετρική) η διάκριση των φωνηέντων (και των αντίστοιχων συλλαβών τους) σε μακρόχρονα και βραχύχρονα και η σχετική προφορά τους
προσωδίας	noun	γενική ενικού του προσωδία
προσωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωδία
προσωδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσωδιακός	adv	με τη χρήση προσωδίας
προσωδιακέ	adj	κλητική ενικού του προσωδιακός
προσωδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωδιακή
προσωδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωδιακός
προσωδιακής	adj	γενική ενικού του προσωδιακή
προσωδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωδιακός
προσωδιακού	adj	γενική ενικού του προσωδιακός
προσωδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωδιακός
προσωδιακό	adj	αιτιατική ενικού του προσωδιακός
προσωδιακός	adj	που αναφέρεται ή χρησιμοποιεί την προσωδία
προσωδιακών	adj	γενική πληθυντικού του προσωδιακός
προσωδιακώς	adv|dated	προσωδιακά
προσωδιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωδία
προσωκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωκρατικό
προσωκρατικέ	adj	κλητική ενικού του προσωκρατικός
προσωκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωκρατική
προσωκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωκρατικός
προσωκρατικής	adj	γενική ενικού του προσωκρατική
προσωκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωκρατικός
προσωκρατικού	adj	γενική ενικού του προσωκρατικός
προσωκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωκρατικός
προσωκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του προσωκρατικός
προσωκρατικός	adj	που ζούσε και δρούσε πριν από τον (αρχαίο φιλόσοφο) Σωκράτη
προσωκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του προσωκρατικός
προσωνυμία	noun	όνομα που προστίθεται σε ένα πρόσωπο και έχει σχέση με κάποια χαρακτηριστική ιδιότητα του προσώπου αυτού
προσωνυμίας	noun	γενική ενικού του προσωνυμία
προσωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωνυμία
προσωνυμίου	=	προσωνύμιο
προσωνυμίων	=	προσωνύμιο
προσωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωνυμία
προσωνύμια	=	προσωνύμιο
προσωνύμιο	noun	η προσωνυμία
προσωνύμιου	=	προσωνύμιο
προσωπάρχα	=	προσωπάρχης
προσωπάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπάρχης
προσωπάρχη	=	προσωπάρχης
προσωπάρχης	noun	υπεύθυνος προσωπικού μιας εταιρείας, ο διευθυντής προσωπικού
προσωπάρχου	=	προσωπάρχης
προσωπίδα	noun	ομοίωμα προσώπου που φοριέται καλύπτοντας το πρόσωπο, συνήθως με παραμορφωμένα ή ειδικά χαρακτηριστικά
προσωπίδας	=	προσωπίδα
προσωπίδες	=	προσωπίδα
προσωπίδων	=	προσωπίδα
προσωπαγνωσία	noun	η αδυναμία αναγνώρισης των προσώπων των ανθρώπων που συναντούμε
προσωπαγνωσίας	=	προσωπαγνωσία
προσωπαγνωσίες	=	προσωπαγνωσία
προσωπαγνωσιών	=	προσωπαγνωσία
προσωπαλγία	noun	πόνος στο πρόσωπο
προσωπαλγίας	noun	γενική ενικού του προσωπαλγία
προσωπαλγίες	=	προσωπαλγία
προσωπαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωπαλγία
προσωπαρχών	=	προσωπάρχης
προσωπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπείο
προσωπείο	noun	είδος μάσκας για το πρόσωπο των ηθοποιών του αρχαίου θεάτρου
προσωπείου	noun	γενική ενικού του προσωπείο
προσωπείων	noun	γενική πληθυντικού του προσωπείο
προσωπιδοφορία	noun	το να φοράει κάποιος προσωπίδα, η μεταμφίεση μ’ αυτή
προσωπιδοφορίας	noun	γενική ενικού του προσωπιδοφορία
προσωπιδοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπιδοφορία
προσωπιδοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του προσωπιδοφορία
προσωπιδοφόρα	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρας	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρε	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρες	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρο	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόροι	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρος	noun|formal	ο μεταμφιεσμένος για τις Απόκριες	adj	που φέρει προσωπίδα (επαγγελματική ή αμυντική}
προσωπιδοφόρου	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρους	=	προσωπιδοφόρος
προσωπιδοφόρων	=	προσωπιδοφόρος
προσωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσωπικός	adv	με προσωπικό τρόπο ή ως πρόσωπο
προσωπικέ	adj	κλητική ενικού του προσωπικός
προσωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπική
προσωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωπικός
προσωπικής	adj	γενική ενικού του προσωπική
προσωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωπικός
προσωπικοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του προσωπικότητα
προσωπικού	adj	γενική ενικού του προσωπικός
προσωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωπικός
προσωπικό	adj	αιτιατική ενικού του προσωπικός	noun	το σύνολο των εργαζομένων σε μια επιχείρηση ή τμήμα επιχείρησης και οργανισμού
προσωπικός	adj	που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
προσωπικότατα	=	προσωπικός
προσωπικότατε	=	προσωπικός
προσωπικότατες	=	προσωπικός
προσωπικότατη	=	προσωπικός
προσωπικότατης	=	προσωπικός
προσωπικότατο	=	προσωπικός
προσωπικότατοι	=	προσωπικός
προσωπικότατος	=	προσωπικός
προσωπικότατου	=	προσωπικός
προσωπικότατους	=	προσωπικός
προσωπικότατων	=	προσωπικός
προσωπικότερα	=	προσωπικός
προσωπικότερε	=	προσωπικός
προσωπικότερες	=	προσωπικός
προσωπικότερη	=	προσωπικός
προσωπικότερης	=	προσωπικός
προσωπικότερο	=	προσωπικός
προσωπικότεροι	=	προσωπικός
προσωπικότερος	=	προσωπικός
προσωπικότερου	=	προσωπικός
προσωπικότερους	=	προσωπικός
προσωπικότερων	=	προσωπικός
προσωπικότης	noun	η προσωπικότητα
προσωπικότητα	noun	τα ατομικά ψυχικά και πνευματικά γνωρίσματα και συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν μοναδικά έναν άνθρωπο, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του
προσωπικότητας	noun	γενική ενικού του προσωπικότητα
προσωπικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπικότητα
προσωπικών	adj	γενική πληθυντικού του προσωπικός
προσωπικώς	adv|formal	προσωπικά
προσωπογράφε	noun	κλητική ενικού του προσωπογράφος
προσωπογράφει	=	προσωπογραφώ
προσωπογράφησα	=	προσωπογραφώ
προσωπογράφησαν	=	προσωπογραφώ
προσωπογράφησε	=	προσωπογραφώ
προσωπογράφησες	=	προσωπογραφώ
προσωπογράφο	noun	αιτιατική ενικού του προσωπογράφος
προσωπογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωπογράφος
προσωπογράφος	noun	καλλιτέχνης ή καλλιτέχνις που ασχολείται με την προσωπογραφία
προσωπογράφου	noun	γενική ενικού του προσωπογράφος
προσωπογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσωπογράφος
προσωπογράφων	noun	γενική πληθυντικού του προσωπογράφος
προσωπογραφήσαμε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφήσαν	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφήσανε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφήσατε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφήσει	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφήστε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφία	noun	η εύστοχη απεικόνιση ενός προσώπου σε ζωγραφικό πίνακα, σε φωτογραφία, ή με την γλυπτική, ή άλλη τέχνη, αλλά παράλληλα και η απεικόνιση της προσωπικότητας, και των συναισθημάτων του προσώπου που απεικονίζεται, όπως το αντιλαμβάνεται ο δημιουργός
προσωπογραφίας	noun	γενική ενικού του προσωπογραφία
προσωπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπογραφία
προσωπογραφεί	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφείς	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφείτε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προσωπογραφικός	adv	με προσωπογραφικό τρόπο
προσωπογραφικέ	adj	κλητική ενικού του προσωπογραφικός
προσωπογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπογραφική
προσωπογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωπογραφικός
προσωπογραφικής	adj	γενική ενικού του προσωπογραφική
προσωπογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωπογραφικός
προσωπογραφικού	adj	γενική ενικού του προσωπογραφικός
προσωπογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωπογραφικός
προσωπογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του προσωπογραφικός
προσωπογραφικός	adj	που έχει σχέση με προσωπογραφία ή προσωπογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
προσωπογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του προσωπογραφικός
προσωπογραφικώς	adv	άλλη μορφή του προσωπογραφικά
προσωπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωπογραφία
προσωπογραφούμε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούν	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούνε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσα	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσαμε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσαν	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσανε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσατε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσε	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφούσες	=	προσωπογραφώ
προσωπογραφώ	verb	είμαι προσωπογράφος
προσωπογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσωπογραφώ
προσωποκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποκεντρικό
προσωποκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποκεντρική
προσωποκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρικής	adj	γενική ενικού του προσωποκεντρική
προσωποκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρικού	adj	γενική ενικού του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρικός	adj	που σχετίζεαι με το άτομο, με συγκεκριμένο άνθρωπο
προσωποκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του προσωποκεντρικός
προσωποκεντρισμέ	noun	κλητική ενικού του προσωποκεντρισμός
προσωποκεντρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωποκεντρισμός
προσωποκεντρισμού	noun	γενική ενικού του προσωποκεντρισμός
προσωποκεντρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προσωποκεντρισμός
προσωποκεντρισμό	noun	αιτιατική ενικού του προσωποκεντρισμός
προσωποκεντρισμός	noun	η θεώρηση ότι η έννοια του προσώπου είναι η σημαντικότερη στο Σύμπαν
προσωποκεντρισμών	noun	γενική πληθυντικού του προσωποκεντρισμός
προσωποκράτει	=	προσωποκρατώ
προσωποκράτησα	=	προσωποκρατώ
προσωποκράτησαν	=	προσωποκρατώ
προσωποκράτησε	=	προσωποκρατώ
προσωποκράτησες	=	προσωποκρατώ
προσωποκράτηση	noun	η προσωρινή φυλάκιση ή προφυλάκιση κάποιου, για να αναγκαστεί να εκπληρώσει τις οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις του (προς τον δανειστή ή άλλον)
προσωποκράτησης	=	προσωποκράτηση
προσωποκράτησις	noun	η προσωποκράτηση
προσωποκρατήθηκα	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατήθηκαν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατήθηκε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατήθηκες	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατήσαμε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατήσαν	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατήσανε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατήσατε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατήσει	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατήσεις	=	προσωποκράτηση
προσωποκρατήσεων	=	προσωποκράτηση
προσωποκρατήσου	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατήστε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατία	noun	απόδοση υπέρτατης αξίας στα πρόσωπα
προσωποκρατίας	noun	γενική ενικού του προσωποκρατία
προσωποκρατίες	=	προσωποκρατία
προσωποκρατεί	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατείς	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατείσαι	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατείστε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατείται	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατείτε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατηθήκαμε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατηθήκαν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατηθήκανε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατηθήκατε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατηθεί	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατηθείτε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποκρατημένο
προσωποκρατημένε	verb	κλητική ενικού του προσωποκρατημένος
προσωποκρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποκρατημένη
προσωποκρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωποκρατημένος
προσωποκρατημένης	verb	γενική ενικού του προσωποκρατημένη
προσωποκρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσωποκρατημένος
προσωποκρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωποκρατημένος
προσωποκρατημένος	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσωποκρατημένος
προσωποκρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσωποκρατημένος
προσωποκρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσωποκρατημένος
προσωποκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωποκρατία
προσωποκρατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προσωποκρατώ
προσωποκρατούμασταν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούμαστε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούμε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούμουν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούν	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούνε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούνται	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούνταν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούσα	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσαμε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσαν	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσανε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσασταν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούσαστε	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατούσατε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσε	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσες	=	προσωποκρατώ
προσωποκρατούσουν	=	προσωποκρατούμαι
προσωποκρατώ	verb	επιβάλλω προσωποκράτηση
προσωποκρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσωποκρατώ
προσωπολάτρες	=	προσωπολάτρης
προσωπολάτρη	=	προσωπολάτρης
προσωπολάτρης	noun|formal	που εκδηλώνει προσωπολατρία
προσωπολήπτει	=	προσωποληπτώ
προσωπολήπτες	=	προσωπολήπτης
προσωπολήπτη	=	προσωπολήπτης
προσωπολήπτης	noun	αυτός που προσωποληπτεί
προσωπολήπτησα	=	προσωποληπτώ
προσωπολήπτησαν	=	προσωποληπτώ
προσωπολήπτησε	=	προσωποληπτώ
προσωπολήπτησες	=	προσωποληπτώ
προσωπολατρία	noun	η υπερβολική αγάπη ή και λατρεία προς κάποιο πρόσωπο, ιδίως της δημόσιας ζωής
προσωπολατρίας	noun	γενική ενικού του προσωπολατρία
προσωπολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπολατρία
προσωπολατριών	noun	γενική πληθυντικού του προσωπολατρία
προσωπολατρών	=	προσωπολάτρης
προσωποληπτήσαμε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτήσαν	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτήσανε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτήσατε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτήσει	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτήστε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτεί	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτείς	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτείτε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούμε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούν	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούνε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσα	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσαμε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσαν	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσανε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσατε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσε	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτούσες	=	προσωποληπτώ
προσωποληπτώ	verb|formal	μεροληπτώ
προσωποληπτών	=	προσωπολήπτης
προσωποληπτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσωποληπτώ
προσωποληψία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του προσωπολήπτη
προσωποληψίας	noun	γενική ενικού του προσωποληψία
προσωποληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποληψία
προσωποληψιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωποληψία
προσωπολογία	noun	η προσωπομετρία, η ανθρωπομετρία του προσώπου
προσωπολογίας	noun	γενική ενικού του προσωπολογία
προσωπολογίες	=	προσωπολογία
προσωπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωπολογία
προσωπομέτρου	=	προσωπόμετρο
προσωπομέτρων	=	προσωπόμετρο
προσωπομετρία	noun	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται επιστημονικά με τη μελέτη των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου, ιδιαίτερα τη μέτρηση και ανάλυση των αναλογιών και των διαστάσεων του ανθρώπινου προσώπου (σε τομείς όπως η ιατροδικαστική, η ανθρωπολογία, η αισθητική ιατρική, η βιομετρική αναγνώριση κ.λπ.)
προσωπομετρίας	noun	γενική ενικού του προσωπομετρία
προσωπομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπομετρία
προσωπομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπομετρικό
προσωπομετρικέ	adj	κλητική ενικού του προσωπομετρικός
προσωπομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωπομετρική
προσωπομετρική	noun	άλλη μορφή του προσωπομετρία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωπομετρικός
προσωπομετρικής	adj	γενική ενικού του προσωπομετρική
προσωπομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωπομετρικός
προσωπομετρικού	adj	γενική ενικού του προσωπομετρικός
προσωπομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωπομετρικός
προσωπομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του προσωπομετρικός
προσωπομετρικός	adj	που έχει σχέση με την προσωπομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
προσωπομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του προσωπομετρικός
προσωπομετριών	noun	γενική πληθυντικού του προσωπομετρία
προσωποπαγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προσωποπαγής
προσωποπαγή	=	προσωποπαγής
προσωποπαγής	adj|formal	που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κάποιο συγκεκριμένο άτομο
προσωποπαγείς	=	προσωποπαγής
προσωποπαγούς	adj	γενική ενικού του προσωποπαγής
προσωποπαγών	adj	γενική πληθυντικού του προσωποπαγής
προσωποποίει	=	προσωποποιώ
προσωποποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποίηση	noun	το να προσδίδεις προσωπικά χαρακτηριστικά σε ένα αντικείμενο
προσωποποίησης	noun	γενική ενικού του προσωποποίηση
προσωποποίησις	noun	προσωποποίηση
προσωποποιήθηκα	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιήθηκαν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιήθηκε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιήθηκες	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήσαν	=	προσωποποιώ
προσωποποιήσανε	=	προσωποποιώ
προσωποποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποποίηση
προσωποποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προσωποποίηση
προσωποποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προσωποποίηση
προσωποποιήσου	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προσωποποιώ
προσωποποιία	noun	η ρητορική τεχνική κατά την οποία ο ρήτορας βάζει τα λόγια που θέλει να παρουσιάσει στο στόμα ενός χαρακτήρα
προσωποποιίας	noun	γενική ενικού του προσωποποιία
προσωποποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποποιία
προσωποποιεί	=	προσωποποιώ
προσωποποιείς	=	προσωποποιώ
προσωποποιείσαι	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιείστε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιείται	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιείτε	=	προσωποποιώ
προσωποποιηθήκαμε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιηθήκαν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιηθήκανε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιηθήκατε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιηθεί	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιηθείτε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποποιημένο
προσωποποιημένε	verb	κλητική ενικού του προσωποποιημένος
προσωποποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωποποιημένη
προσωποποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωποποιημένος
προσωποποιημένης	verb	γενική ενικού του προσωποποιημένη
προσωποποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του προσωποποιημένος
προσωποποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωποποιημένος
προσωποποιημένος	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προσωποποιημένος
προσωποποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προσωποποιημένος
προσωποποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προσωποποιημένος
προσωποποιιών	noun	γενική πληθυντικού του προσωποποιία
προσωποποιούμαι	verb	παίρνω μορφή και πρόσωπο ή και όνομα ενώ δεν έχω
προσωποποιούμασταν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούμαστε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούμε	=	προσωποποιώ
προσωποποιούμουν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούν	=	προσωποποιώ
προσωποποιούνε	=	προσωποποιώ
προσωποποιούνται	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούνταν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούσα	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσαμε	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσαν	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσανε	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσασταν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούσαστε	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιούσατε	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσε	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσες	=	προσωποποιώ
προσωποποιούσουν	=	προσωποποιούμαι
προσωποποιώ	verb	κάνω προσωποποίηση
προσωποποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προσωποποιώ
προσωπωνυμίου	=	προσωπωνύμιο
προσωπωνυμίων	=	προσωπωνύμιο
προσωπωνύμια	=	προσωπωνύμιο
προσωπωνύμιο	noun	όνομα κάποιου προσώπου / ανθρώπου (επώνυμο, βαφτιστικό, παρατσούκλι κ.λπ.)
προσωπωνύμιου	=	προσωπωνύμιο
προσωπωνύμιων	=	προσωπωνύμιο
προσωπόμετρα	=	προσωπόμετρο
προσωπόμετρο	noun	όργανο που συμβάλλει στην προσωπομετρία
προσωπόμετρου	=	προσωπόμετρο
προσωπόμετρων	=	προσωπόμετρο
προσωρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωρινό	adv	για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο
προσωρινέ	adj	κλητική ενικού του προσωρινός
προσωρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωρινή
προσωρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προσωρινός
προσωρινής	adj	γενική ενικού του προσωρινή
προσωρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προσωρινός
προσωρινοτήτων	=	προσωρινότητα
προσωρινού	adj	γενική ενικού του προσωρινός
προσωρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προσωρινός
προσωρινό	adj	αιτιατική ενικού του προσωρινός
προσωρινός	adj	για κάτι που θα διαρκέσει λίγο / που δεν είναι μόνιμο
προσωρινότης	noun	η προσωρινότητα
προσωρινότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι προσωρινό(ς), η κατάσταση ή η ιδιότητα του προσωρινού
προσωρινότητας	noun	γενική ενικού του προσωρινότητα
προσωρινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσωρινότητα
προσωρινών	adj	γενική πληθυντικού του προσωρινός
προσωρινώς	adv|dated	προσωρινά
προσόδιον	noun	τελετουργικό άσμα που ψαλλόταν κατά την διάρκεια πομπής μπροστά σε βωμό ή ναό
προσόδου	=	πρόσοδος
προσόδους	=	πρόσοδος
προσόδων	=	πρόσοδος
προσόμοια	noun	τροπάρια όμοια ως προς το μέλος ή τον ρυθμό με άλλα πρότυπα
προσόμοιας	=	προσόμοιος
προσόμοιε	=	προσόμοιος
προσόμοιες	=	προσόμοιος
προσόμοιο	noun	τροπάριο όμοιο ως προς το μέλος ή τον ρυθμό με άλλο πρότυπο
προσόμοιοι	=	προσόμοιος
προσόμοιος	adj|formal	που προσομοιάζει
προσόμοιου	=	προσόμοιος
προσόμοιους	=	προσόμοιος
προσόμοιων	=	προσόμοιος
προσόν	noun	κάθε ιδιότητα ή ικανότητα που αποκτά κάποιος είτε με τη μόρφωσή του είτε από τη φύση
προσόντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσόν
προσόντος	noun	γενική ενικού του προσόν
προσόντων	noun	γενική πληθυντικού του προσόν
προσόρμιζα	=	προσορμίζω
προσόρμιζαν	=	προσορμίζω
προσόρμιζε	=	προσορμίζω
προσόρμιζες	=	προσορμίζω
προσόρμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσόρμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσόρμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσόρμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσορμίζω
προσόρμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσορμίζω / προσορμίζομαι
προσόρμισης	=	προσόρμιση
προσόψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσοψη
προσόψεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσοψη
προσόψεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόσοψη
προσόψι	noun	η πετσέτα για το πρόσωπο με απορροφητικό ύφασμα
προσόψια	=	προσόψι
προσύμβαση	noun	προκαταρκτική σύμβαση πριν από την υπογραφή οριστικής σύμβασης
προσύμβασης	=	προσύμβαση
προσύμβασις	noun	προσύμβαση
προσύμφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προσύμφωνο
προσύμφωνο	noun	προκαταρκτική συμφωνία όπως αποτυπώνεται σε συμβολαιογραφικό ή άλλο έγγραφο, προάγγελος μελλοντικής οριστικής συμφωνίας / συμφώνου
προσύμφωνον	noun	προσύμφωνο
προσύμφωνου	=	προσύμφωνο
προσύνταξη	noun	σύνταξη που παίρνεται πριν το κανονικό όριο ηλικίας
προσύνταξης	=	προσύνταξη
προσώπου	noun	γενική ενικού του πρόσωπο
προσώπων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσωπο
προσώρας	adv	μέχρι αυτή την ώρα, προς το παρόν, για την ώρα
προτάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόταγμα
προτάγματος	noun	γενική ενικού του πρόταγμα
προτάθηκα	=	προτείνω
προτάθηκαν	=	προτείνω
προτάθηκε	=	προτείνω
προτάθηκες	=	προτείνω
προτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξαν	=	προτάσσω
προτάξανε	=	προτάσσω
προτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόταξη
προτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξεων	=	πρόταξη
προτάξου	=	προτάσσω
προτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
προτάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόταση
προτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόταση
προτάσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόταση
προτάσσαμε	=	προτάσσω
προτάσσαν	=	προτάσσω
προτάσσανε	=	προτάσσω
προτάσσατε	=	προτάσσω
προτάσσει	=	προτάσσω
προτάσσεις	=	προτάσσω
προτάσσεσαι	=	προτάσσω
προτάσσεσθε	=	προτάσσω
προτάσσεστε	=	προτάσσω
προτάσσεται	=	προτάσσω
προτάσσετε	=	προτάσσω
προτάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προτάσσω
προτάσσονται	=	προτάσσω
προτάσσονταν	=	προτάσσω
προτάσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προτάσσω
προτάσσουμε	=	προτάσσω
προτάσσουν	=	προτάσσω
προτάσσουνε	=	προτάσσω
προτάσσω	verb	τοποθετώ κάτι πιο μπροστά από κάτι άλλο
προτάχθηκα	=	προτάσσω
προτάχθηκαν	=	προτάσσω
προτάχθηκε	=	προτάσσω
προτάχθηκες	=	προτάσσω
προτέρημα	noun	θετικό χαρακτηριστικό
προτίθεμαι	verb	έχω την πρόθεση να κάνω μια συγκεκριμένη ενέργεια, σκοπεύω, σχεδιάζω να κάνω κάτι
προτίμα	=	προτιμώ
προτίμαγε	=	προτιμώ
προτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτίμηση	noun	η ενέργεια του προτιμώ
προτίμησης	noun	γενική ενικού του προτίμηση
προταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόταγμα
προταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προταγμένο
προταγμένε	verb	κλητική ενικού του προταγμένος
προταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προταγμένη
προταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προταγμένος
προταγμένης	verb	γενική ενικού του προταγμένη
προταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προταγμένος
προταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προταγμένος
προταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προταγμένος
προταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προταγμένος
προταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προταγμένος
προταθέν	=	προταθείς
προταθέντα	=	προταθείς
προταθέντας	=	προταθείς
προταθέντες	=	προταθείς
προταθέντος	=	προταθείς
προταθέντων	=	προταθείς
προταθήκαμε	=	προτείνω
προταθήκαν	=	προτείνω
προταθήκανε	=	προτείνω
προταθήκατε	=	προτείνω
προταθεί	=	προτείνω
προταθείς	verb	που έχει προταθεί γενικά κατά το παρελθόν, λόγιο συνώνυμο του προτεινόμενος (το τελευταίο παραπέμπει σε μία πρόσφατη, τρέχουσα πρόταση, που μόλις έγινε ή γίνεται αυτή τη στιγμή)
προταθείσα	=	προταθείς
προταθείσας	=	προταθείς
προταθείσες	=	προταθείς
προταθείσης	=	προταθείς
προταθείτε	=	προτείνω
προταθεισών	=	προταθείς
προταθούμε	=	προτείνω
προταθούν	=	προτείνω
προταθούνε	=	προτείνω
προταθώ	=	προτείνω
προτακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτακτικό
προτακτικέ	adj	κλητική ενικού του προτακτικός
προτακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτακτική
προτακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτακτικός
προτακτικής	adj	γενική ενικού του προτακτική
προτακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτακτικός
προτακτικού	adj	γενική ενικού του προτακτικός
προτακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προτακτικός
προτακτικό	noun	φωνήεν (συχνά άλφα ή γιώτα) που προτάσσεται, δηλαδή μπαίνει στην αρχή μιας λέξης που αρχίζει από σύμφωνο.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προτακτικός
προτακτικός	adj	που προτάσσεται
προτακτικών	adj	γενική πληθυντικού του προτακτικός
προτασιακά	=	προτασιακός
προτασιακέ	=	προτασιακός
προτασιακές	=	προτασιακός
προτασιακή	=	προτασιακός
προτασιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (προτασιακή) του προτασιακός
προτασιακοί	=	προτασιακός
προτασιακού	=	προτασιακός
προτασιακούς	=	προτασιακός
προτασιακό	=	προτασιακός
προτασιακός	adj	που έχει σχέση με την (λογική) πρόταση
προτασιακών	=	προτασιακός
προτασσόμασταν	=	προτάσσω
προτασσόμαστε	=	προτάσσω
προτασσόμουν	=	προτάσσω
προτασσόμουνα	=	προτάσσω
προτασσόντουσαν	=	προτάσσω
προτασσόσασταν	=	προτάσσω
προτασσόσαστε	=	προτάσσω
προτασσόσουν	=	προτάσσω
προτασσόσουνα	=	προτάσσω
προτασσόταν	=	προτάσσω
προτασσότανε	=	προτάσσω
προταχθήκαμε	=	προτάσσω
προταχθήκαν	=	προτάσσω
προταχθήκανε	=	προτάσσω
προταχθήκατε	=	προτάσσω
προταχθεί	=	προτάσσω
προταχθείτε	=	προτάσσω
προτείναμε	=	προτείνω
προτείναν	=	προτείνω
προτείνανε	=	προτείνω
προτείνατε	=	προτείνω
προτείνει	=	προτείνω
προτείνεις	=	προτείνω
προτείνεσαι	=	προτείνω
προτείνεστε	=	προτείνω
προτείνεται	=	προτείνω
προτείνετε	=	προτείνω
προτείνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προτείνω
προτείνομε	=	προτείνω
προτείνονται	=	προτείνω
προτείνονταν	=	προτείνω
προτείνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προτείνω
προτείνουμε	=	προτείνω
προτείνουν	=	προτείνω
προτείνουνε	=	προτείνω
προτείνω	verb	τεντώνω (απλώνω) προς τα μπροστά
προτείχια	=	προτείχιο
προτείχιζα	=	προτειχίζω
προτείχιζαν	=	προτειχίζω
προτείχιζε	=	προτειχίζω
προτείχιζες	=	προτειχίζω
προτείχιο	noun	οχυρωματικό έργο μπροστά από τον περίβολο των παλιότερων οχυρωμένων πόλεων
προτείχιον	noun	προτείχιο
προτείχιου	=	προτείχιο
προτείχισα	=	προτειχίζω
προτείχισαν	=	προτειχίζω
προτείχισε	=	προτειχίζω
προτείχισες	=	προτειχίζω
προτείχιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προτειχίζω
προτείχισης	=	προτείχιση
προτείχισις	noun	προτείχιση
προτείχισμα	noun	το αποτέλεσμα του προτειχίζω
προτείχιων	=	προτείχιο
προτεινόμασταν	=	προτείνω
προτεινόμαστε	=	προτείνω
προτεινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεινόμενο
προτεινόμενε	verb	κλητική ενικού του προτεινόμενος
προτεινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεινόμενη
προτεινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτεινόμενος
προτεινόμενης	verb	γενική ενικού του προτεινόμενη
προτεινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του προτεινόμενος
προτεινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτεινόμενος
προτεινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προτείνομαι
προτεινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτεινόμενος
προτεινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προτεινόμενος
προτεινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτεινόμενος
προτεινόμουν	=	προτείνω
προτεινόμουνα	=	προτείνω
προτεινόντουσαν	=	προτείνω
προτεινόσασταν	=	προτείνω
προτεινόσαστε	=	προτείνω
προτεινόσουν	=	προτείνω
προτεινόσουνα	=	προτείνω
προτεινόταν	=	προτείνω
προτεινότανε	=	προτείνω
προτειχίζαμε	=	προτειχίζω
προτειχίζαν	=	προτειχίζω
προτειχίζανε	=	προτειχίζω
προτειχίζατε	=	προτειχίζω
προτειχίζει	=	προτειχίζω
προτειχίζεις	=	προτειχίζω
προτειχίζεσαι	=	προτειχίζομαι
προτειχίζεστε	=	προτειχίζομαι
προτειχίζεται	=	προτειχίζομαι
προτειχίζετε	=	προτειχίζω
προτειχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προτειχίζω
προτειχίζονται	=	προτειχίζομαι
προτειχίζονταν	=	προτειχίζομαι
προτειχίζοντας	=	προτειχίζω
προτειχίζου	=	προτειχίζομαι
προτειχίζουμε	=	προτειχίζω
προτειχίζουν	=	προτειχίζω
προτειχίζουνε	=	προτειχίζω
προτειχίζω	verb	χτίζω εξωτερικό τείχος μπροστά από το κυρίως τείχος
προτειχίου	=	προτείχιο
προτειχίσαμε	=	προτειχίζω
προτειχίσαν	=	προτειχίζω
προτειχίσανε	=	προτειχίζω
προτειχίσατε	=	προτειχίζω
προτειχίσει	=	προτειχίζω
προτειχίσεις	=	προτείχιση
προτειχίσεων	=	προτείχιση
προτειχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτείχισμα
προτειχίσματος	noun	γενική ενικού του προτείχισμα
προτειχίσου	=	προτειχίζομαι
προτειχίστε	=	προτειχίζω
προτειχίστηκα	=	προτειχίζομαι
προτειχίστηκαν	=	προτειχίζομαι
προτειχίστηκε	=	προτειχίζομαι
προτειχίστηκες	=	προτειχίζομαι
προτειχίων	=	προτείχιο
προτειχιζόμασταν	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόμαστε	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόμουν	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόμουνα	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόντουσαν	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόσασταν	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόσαστε	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόσουν	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόσουνα	=	προτειχίζομαι
προτειχιζόταν	=	προτειχίζομαι
προτειχιζότανε	=	προτειχίζομαι
προτειχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προτείχισμα
προτειχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτειχισμένο
προτειχισμένε	verb	κλητική ενικού του προτειχισμένος
προτειχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτειχισμένη
προτειχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτειχισμένος
προτειχισμένης	verb	γενική ενικού του προτειχισμένη
προτειχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προτειχισμένος
προτειχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτειχισμένος
προτειχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προτειχίζω
προτειχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτειχισμένος
προτειχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προτειχισμένος
προτειχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτειχισμένος
προτειχιστήκαμε	=	προτειχίζομαι
προτειχιστήκαν	=	προτειχίζομαι
προτειχιστήκανε	=	προτειχίζομαι
προτειχιστήκατε	=	προτειχίζομαι
προτειχιστεί	=	προτειχίζομαι
προτειχιστείτε	=	προτειχίζομαι
προτεκτοράτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεκτοράτο
προτεκτοράτο	noun	η κατάσταση εξάρτησης ενός μικρού ή αδύνατου κράτους, ιδίως στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, από κάποιο μεγαλύτερο και δυνατότερο κράτος
προτεκτοράτου	noun	γενική ενικού του προτεκτοράτο
προτεκτοράτων	noun	γενική πληθυντικού του προτεκτοράτο
προτελευταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προτελευταίος	adv	σε προτελευταία σειρά
προτελευταίας	adj	γενική ενικού του προτελευταία
προτελευταίε	adj	προτελευταίος, στην κλητική του ενικού
προτελευταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτελευταία
προτελευταίο	adj	προτελευταίος, στην αιτιατική του ενικού
προτελευταίοι	adj	προτελευταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
προτελευταίος	adj	που βρίσκεται πριν από τον τελευταίο
προτελευταίου	adj	γενική ενικού του προτελευταίος
προτελευταίους	adj	προτελευταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
προτελευταίων	=	προτελευταίος
προτελευταίως	adv	προτελευταία
προτελευτώ	verb	πεθαίνω πριν από κάτι άλλο
προτελευτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προτελευτώ
προτελωνειακά	=	προτελωνειακός
προτελωνειακέ	=	προτελωνειακός
προτελωνειακές	=	προτελωνειακός
προτελωνειακή	=	προτελωνειακός
προτελωνειακής	=	προτελωνειακός
προτελωνειακοί	=	προτελωνειακός
προτελωνειακοι	=	προτελωνειακός
προτελωνειακού	=	προτελωνειακός
προτελωνειακούς	=	προτελωνειακός
προτελωνειακό	=	προτελωνειακός
προτελωνειακός	adj	που αφορά διαδικασίες και στάδιο πριν από το τελωνείο και τον τελωνειακό έλεγχο
προτελωνειακών	=	προτελωνειακός
προτερήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτέρημα
προτερήματος	noun	γενική ενικού του προτέρημα
προτεραία	=	προτεραίος
προτεραίας	adj	γενική ενικού του προτεραία
προτεραίε	adj	προτεραίος, στην κλητική του ενικού
προτεραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεραία
προτεραίο	adj	προτεραίος, στην αιτιατική του ενικού
προτεραίοι	adj	προτεραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
προτεραίος	adj|formal	προηγούμενος, προγενέστερος, περασμένος
προτεραίου	adj	γενική ενικού του προτεραίος
προτεραίους	adj	προτεραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
προτεραίων	=	προτεραίος
προτεραιοποίει	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποίησα	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποίησαν	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποίησε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποίησες	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποίηση	noun	(νεολογισμός 21^(ου) αιώνα) ιεράρχηση προτεραιοτήτων στην οργάνωση μιας διαδικασίας ή ενέργειας
προτεραιοποίησης	=	προτεραιοποίηση
προτεραιοποιήσαμε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιήσαν	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιήσανε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιήσατε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιήσει	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιήσεις	=	προτεραιοποίηση
προτεραιοποιήσεων	=	προτεραιοποίηση
προτεραιοποιήστε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιεί	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιείς	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιείτε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούμαι	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούμε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούν	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούνε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσα	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσαμε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσαν	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσανε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσατε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσε	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιούσες	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοποιώ	verb	ιεραρχώ τις προτεραιότητες στην οργάνωση μιας διαδικασίας ή ενέργειας
προτεραιοποιώντας	=	προτεραιοποιώ
προτεραιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του προτεραιότητα
προτεραιότης	noun	η προτεραιότητα
προτεραιότητα	noun	το να προηγείται κάποιος ή κάτι έναντι άλλων, χρονικά ή σε σειρά, το να πρέπει ή να δικαιούται να αντιμετωπιστεί ή να εξυπηρετηθεί πρώτος
προτεραιότητας	noun	γενική ενικού του προτεραιότητα
προτεραιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεραιότητα
προτερημάτων	noun	γενική πληθυντικού του προτέρημα
προτερόγυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτερόγυνο
προτερόγυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτερόγυνη
προτερόγυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτερόγυνος
προτερόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτερόχρονο
προτερόχρονε	adj	κλητική ενικού του προτερόχρονος
προτερόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτερόχρονη
προτερόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτερόχρονος
προτερόχρονης	adj	γενική ενικού του προτερόχρονη
προτερόχρονο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προτερόχρονος	noun	κάτι που συμβαίνει, συνέβη ή θα συμβεί σε προηγούμενο χρόνο, πριν από κάποια άλλη πράξη
προτερόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτερόχρονος
προτερόχρονος	adj	που συμβαίνει, συνέβη ή θα συμβεί σε προηγούμενο χρόνο, πριν από κάποια άλλη πράξη
προτερόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτερόχρονος
προτερόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του προτερόχρονος
προτερόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτερόχρονος
προτεστάντες	=	προτεστάντης
προτεστάντη	=	προτεστάντης
προτεστάντης	noun	ο διαμαρτυρόμενος
προτεστάντις	noun	προτεστάντισσα
προτεστάντισσα	noun	προτεστάντης
προτεστάντισσας	noun	γενική ενικού του προτεστάντισσα
προτεστάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεστάντισσα
προτεσταντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεσταντικό
προτεσταντικέ	adj	κλητική ενικού του προτεσταντικός
προτεσταντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεσταντική
προτεσταντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτεσταντικός
προτεσταντικής	adj	γενική ενικού του προτεσταντική
προτεσταντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτεσταντικός
προτεσταντικού	adj	γενική ενικού του προτεσταντικός
προτεσταντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προτεσταντικός
προτεσταντικό	adj	αιτιατική ενικού του προτεσταντικός
προτεσταντικός	adj	που έχει σχέση με τους προτεστάντες ή τον προτεσταντισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
προτεσταντικών	adj	γενική πληθυντικού του προτεσταντικός
προτεσταντισμέ	noun	κλητική ενικού του προτεσταντισμός
προτεσταντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτεσταντισμός
προτεσταντισμού	noun	γενική ενικού του προτεσταντισμός
προτεσταντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προτεσταντισμός
προτεσταντισμό	noun	αιτιατική ενικού του προτεσταντισμός
προτεσταντισμός	noun	το προτεσταντικό δόγμα
προτεσταντισμών	noun	γενική πληθυντικού του προτεσταντισμός
προτεσταντισσών	noun	γενική πληθυντικού του προτεστάντισσα
προτεσταντών	=	προτεστάντης
προτεταγμένος	=	προτάσσω
προτεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεταμένο
προτεταμένε	verb	κλητική ενικού του προτεταμένος
προτεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτεταμένη
προτεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτεταμένος
προτεταμένης	verb	γενική ενικού του προτεταμένη
προτεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του προτεταμένος
προτεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτεταμένος
προτεταμένος	verb	που προτείνεται, που είναι τεντωμένος μπροστά, που προεξέχει
προτεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτεταμένος
προτεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προτεταμένος
προτεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτεταμένος
προτζέκτορα	=	προτζέκτορας
προτζέκτορας	noun	ο βιντεοπροβολέας
προτζέκτορες	=	προτζέκτορας
προτζέτο	noun|rare	το έργο
προτζεκτόρων	=	προτζέκτορας
προτιθέμενα	=	προτιθέμενος
προτιθέμενε	=	προτιθέμενος
προτιθέμενες	=	προτιθέμενος
προτιθέμενη	=	προτιθέμενος
προτιθέμενης	=	προτιθέμενος
προτιθέμενο	=	προτιθέμενος
προτιθέμενοι	=	προτιθέμενος
προτιθέμενος	verb	που προτίθεται
προτιθέμενου	=	προτιθέμενος
προτιθέμενους	=	προτιθέμενος
προτιθέμενων	=	προτιθέμενος
προτιμά	=	προτιμώ
προτιμάει	=	προτιμώ
προτιμάμε	=	προτιμώ
προτιμάν	=	προτιμώ
προτιμάνε	=	προτιμώ
προτιμάς	=	προτιμώ
προτιμάτε	=	προτιμώ
προτιμάω	=	προτιμώ
προτιμήθηκα	=	προτιμώμαι
προτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήσαν	=	προτιμώ
προτιμήσανε	=	προτιμώ
προτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτίμηση
προτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προτίμηση
προτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προτίμηση
προτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτιμώ
προτιμησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτιμησιακό
προτιμησιακέ	adj	κλητική ενικού του προτιμησιακός
προτιμησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτιμησιακή
προτιμησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτιμησιακός
προτιμησιακής	adj	γενική ενικού του προτιμησιακή
προτιμησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτιμησιακός
προτιμησιακού	adj	γενική ενικού του προτιμησιακός
προτιμησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προτιμησιακός
προτιμησιακό	adj	αιτιατική ενικού του προτιμησιακός
προτιμησιακός	adj	που σχετίζεται με την προτίμηση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή δηλώνει προτίμηση
προτιμησιακών	adj	γενική πληθυντικού του προτιμησιακός
προτιμητέα	=	προτιμητέος
προτιμητέας	=	προτιμητέος
προτιμητέε	=	προτιμητέος
προτιμητέες	=	προτιμητέος
προτιμητέο	=	προτιμητέος
προτιμητέοι	=	προτιμητέος
προτιμητέος	adj	προτιμότερος, που είναι καλύτερα να τον προτιμήσει κανείς από κάτι άλλο, που ίσως πρέπει να τον προτιμήσει
προτιμητέου	=	προτιμητέος
προτιμητέους	=	προτιμητέος
προτιμητέων	=	προτιμητέος
προτιμιέμαι	=	προτιμώμαι
προτιμολογήσαμε	=	προτιμολογώ
προτιμολογήσαν	=	προτιμολογώ
προτιμολογήσανε	=	προτιμολογώ
προτιμολογήσατε	=	προτιμολογώ
προτιμολογήσει	=	προτιμολογώ
προτιμολογήσεις	=	προτιμολόγηση
προτιμολογήσεων	=	προτιμολόγηση
προτιμολογήστε	=	προτιμολογώ
προτιμολογίου	=	προτιμολόγιο
προτιμολογίων	=	προτιμολόγιο
προτιμολογεί	=	προτιμολογώ
προτιμολογείς	=	προτιμολογώ
προτιμολογείτε	=	προτιμολογώ
προτιμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτιμολογημένο
προτιμολογημένε	verb	κλητική ενικού του προτιμολογημένος
προτιμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτιμολογημένη
προτιμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτιμολογημένος
προτιμολογημένης	verb	γενική ενικού του προτιμολογημένη
προτιμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του προτιμολογημένος
προτιμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτιμολογημένος
προτιμολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προτιμολογώ
προτιμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτιμολογημένος
προτιμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προτιμολογημένος
προτιμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτιμολογημένος
προτιμολογούμε	=	προτιμολογώ
προτιμολογούν	=	προτιμολογώ
προτιμολογούνε	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσα	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσαμε	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσαν	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσανε	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσατε	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσε	=	προτιμολογώ
προτιμολογούσες	=	προτιμολογώ
προτιμολογώ	verb	εκδίδω προτιμολόγιο
προτιμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προτιμολογώ
προτιμολόγει	=	προτιμολογώ
προτιμολόγησα	=	προτιμολογώ
προτιμολόγησαν	=	προτιμολογώ
προτιμολόγησε	=	προτιμολογώ
προτιμολόγησες	=	προτιμολογώ
προτιμολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προτιμολογώ
προτιμολόγησης	=	προτιμολόγηση
προτιμολόγια	=	προτιμολόγιο
προτιμολόγιο	noun	προσωρινό ανεπίσημο έγγραφο που είναι δυνατόν να εκδίδεται πριν την πώληση, συνήθως πανομοιότυπο με το τιμολόγιο, στο οποίο αναγράφεται η ένδειξη προτιμολόγιο και έχει αποκλειστικά πληροφοριακό χαρακτήρα (δεν είναι φορολογικό παραστατικό)
προτιμολόγιον	noun	προτιμολόγιο
προτιμολόγιου	=	προτιμολόγιο
προτιμολόγιων	=	προτιμολόγιο
προτιμούμε	=	προτιμώ
προτιμούν	=	προτιμώ
προτιμούνε	=	προτιμώ
προτιμούσα	=	προτιμώ
προτιμούσαμε	=	προτιμώ
προτιμούσαν	=	προτιμώ
προτιμούσανε	=	προτιμώ
προτιμούσατε	=	προτιμώ
προτιμούσε	=	προτιμώ
προτιμούσες	=	προτιμώ
προτιμότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προτιμότερος	adv	δείχνοντας μεγαλύτερη προτίμηση
προτιμότερε	=	προτιμότερος
προτιμότερες	=	προτιμότερος
προτιμότερη	=	προτιμότερος
προτιμότερης	=	προτιμότερος
προτιμότερο	adv	κάτι που το προτιμούμε περισσότερο
προτιμότεροι	=	προτιμότερος
προτιμότερον	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προτιμότερος	adv	προτιμότερο, καλύτερα
προτιμότερος	adj	που τον προτιμούμε περισσότερο
προτιμότερου	=	προτιμότερος
προτιμότερους	=	προτιμότερος
προτιμότερων	=	προτιμότερος
προτιμώ	verb	δείχνω την προτίμησή μου ή πάντως αισθάνομαι προτίμηση για κάτι, επιλέγω μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων, ειδών, ανθρώπων, καταστάσεων
προτιμώμαι	verb	δημοτική: προτιμούμαι
προτιμώμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτιμώμενο
προτιμώμενε	verb	κλητική ενικού του προτιμώμενος
προτιμώμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτιμώμενη
προτιμώμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτιμώμενος
προτιμώμενης	verb	γενική ενικού του προτιμώμενη
προτιμώμενο	verb	αιτιατική ενικού του προτιμώμενος
προτιμώμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτιμώμενος
προτιμώμενος	verb	που χαίρει προτίμησης
προτιμώμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτιμώμενος
προτιμώμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προτιμώμενος
προτιμώμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτιμώμενος
προτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προτιμώ
προτομές	=	προτομή
προτομή	noun	γλυπτική απεικόνιση της κεφαλής και τμήματος του κορμού μιας ανθρώπινης μορφής
προτομής	=	προτομή
προτομών	=	προτομή
προτονίζαμε	=	προτονίζω
προτονίζαν	=	προτονίζω
προτονίζανε	=	προτονίζω
προτονίζατε	=	προτονίζω
προτονίζει	=	προτονίζω
προτονίζεις	=	προτονίζω
προτονίζετε	=	προτονίζω
προτονίζοντας	=	προτονίζω
προτονίζουμε	=	προτονίζω
προτονίζουν	=	προτονίζω
προτονίζουνε	=	προτονίζω
προτονίζω	verb	δένω το ιστίο με προτόνους
προτονίσαμε	=	προτονίζω
προτονίσαν	=	προτονίζω
προτονίσανε	=	προτονίζω
προτονίσατε	=	προτονίζω
προτονίσει	=	προτονίζω
προτονίστε	=	προτονίζω
προτονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτονισμένο
προτονισμένε	verb	κλητική ενικού του προτονισμένος
προτονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτονισμένη
προτονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτονισμένος
προτονισμένης	verb	γενική ενικού του προτονισμένη
προτονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προτονισμένος
προτονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτονισμένος
προτονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προτονισμένος
προτονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προτονισμένος
προτονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προτονισμένος
προτού	conj	πριν
προτρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέχω
προτρέπαμε	=	προτρέπω
προτρέπαν	=	προτρέπω
προτρέπανε	=	προτρέπω
προτρέπατε	=	προτρέπω
προτρέπει	=	προτρέπω
προτρέπεις	=	προτρέπω
προτρέπεσαι	=	προτρέπω
προτρέπεστε	=	προτρέπω
προτρέπεται	=	προτρέπω
προτρέπετε	=	προτρέπω
προτρέπομαι	verb	ωθούμαι, παρακινούμαι από κάποιον να κάνω ή να τολμήσω κάτι
προτρέπομε	=	προτρέπω
προτρέπονται	=	προτρέπω
προτρέποντας	=	προτρέπω
προτρέπουμε	=	προτρέπω
προτρέπουν	=	προτρέπω
προτρέπουνε	=	προτρέπω
προτρέπω	verb	παρακινώ σε μια ενέργεια
προτρέχω	verb	βιάζομαι να κάνω κάτι, να φτάσω σε συμπέρασμα ενώ δεν έχω τα στοιχεία που χρειάζονται
προτρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψαν	=	προτρέπω
προτρέψανε	=	προτρέπω
προτρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψομε	=	προτρέπω
προτρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψουνε	=	προτρέπω
προτρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
προτρεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προτρεπτικός	adv	με προτρεπτικό τρόπο
προτρεπτικέ	adj	κλητική ενικού του προτρεπτικός
προτρεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προτρεπτική
προτρεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προτρεπτικός
προτρεπτικής	adj	γενική ενικού του προτρεπτική
προτρεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προτρεπτικός
προτρεπτικού	adj	γενική ενικού του προτρεπτικός
προτρεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προτρεπτικός
προτρεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του προτρεπτικός
προτρεπτικός	adj	που προτρέπει σε κάτι
προτρεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του προτρεπτικός
προτρεπτικώς	adv|dated	προτρεπτικά
προτρεόμαστε	=	προτρέπω
προτρεόσαστε	=	προτρέπω
προτροπάδην	adv	με γρήγορο τρέξιμο, στραμμένος εμπρός, χωρίς ούτε να γυρίσω να κοιτάξω πίσω
προτροπές	=	προτροπή
προτροπή	noun	η παρακίνηση με λόγια, συμβουλές, κίνητρα κλπ
προτροπής	=	προτροπή
προτροπών	=	προτροπή
προτσές	noun|rare	συνώνυμο του διαδικασία
προτυποποίει	=	προτυποποιώ
προτυποποίησα	=	προτυποποιώ
προτυποποίησαν	=	προτυποποιώ
προτυποποίησε	=	προτυποποιώ
προτυποποίησες	=	προτυποποιώ
προτυποποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προτυποποιώ
προτυποποίησης	=	προτυποποίηση
προτυποποιήσαμε	=	προτυποποιώ
προτυποποιήσαν	=	προτυποποιώ
προτυποποιήσανε	=	προτυποποιώ
προτυποποιήσατε	=	προτυποποιώ
προτυποποιήσει	=	προτυποποιώ
προτυποποιήσεις	=	προτυποποίηση
προτυποποιήσεων	=	προτυποποίηση
προτυποποιήστε	=	προτυποποιώ
προτυποποιεί	=	προτυποποιώ
προτυποποιείς	=	προτυποποιώ
προτυποποιείτε	=	προτυποποιώ
προτυποποιημένα	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένε	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένες	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένη	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένης	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένο	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένοι	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προτυποποιώ
προτυποποιημένου	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένους	=	προτυποποιημένος
προτυποποιημένων	=	προτυποποιημένος
προτυποποιούμε	=	προτυποποιώ
προτυποποιούν	=	προτυποποιώ
προτυποποιούνε	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσα	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσαμε	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσαν	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσανε	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσατε	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσε	=	προτυποποιώ
προτυποποιούσες	=	προτυποποιώ
προτυποποιώ	verb	καθιερώνω ένα κοινό πρότυπο ή κανόνα, για να επιτευχθεί ομοιογενής και συνεπής λειτουργία ή παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών
προτυποποιώντας	=	προτυποποιώ
προτυπώσεις	=	προτύπωση
προτυπώσεων	=	προτύπωση
προτόνιζα	=	προτονίζω
προτόνιζαν	=	προτονίζω
προτόνιζε	=	προτονίζω
προτόνιζες	=	προτονίζω
προτόνισα	=	προτονίζω
προτόνισαν	=	προτονίζω
προτόνισε	=	προτονίζω
προτόνισες	=	προτονίζω
προτόνου	=	πρότονος
προτόνους	=	πρότονος
προτόνων	=	πρότονος
προτύπου	noun	γενική ενικού του πρότυπο
προτύπων	=	πρότυπο
προτύπωση	noun	πρόσωπο ή γεγονός που προαναγγέλλει κάτι μελλοντικό
προτύπωσης	=	προτύπωση
προυσαλιώτικα	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικε	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικες	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικη	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικης	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικο	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικοι	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικος	adj	άλλη μορφή του προυσιώτικος
προυσαλιώτικου	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικους	=	προυσαλιώτικος
προυσαλιώτικων	=	προυσαλιώτικος
προυσιώτικα	=	προυσιώτικος
προυσιώτικε	=	προυσιώτικος
προυσιώτικες	=	προυσιώτικος
προυσιώτικη	=	προυσιώτικος
προυσιώτικης	=	προυσιώτικος
προυσιώτικο	=	προυσιώτικος
προυσιώτικοι	=	προυσιώτικος
προυσιώτικος	adj	ο σχετικός με την Προύσα ή τον Προυσό ή τους κατοίκους τους
προυσιώτικου	=	προυσιώτικος
προυσιώτικους	=	προυσιώτικος
προυσιώτικων	=	προυσιώτικος
προυχοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προυχοντικό
προυχοντικέ	adj	κλητική ενικού του προυχοντικός
προυχοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προυχοντική
προυχοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προυχοντικός
προυχοντικής	adj	γενική ενικού του προυχοντική
προυχοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προυχοντικός
προυχοντικού	adj	γενική ενικού του προυχοντικός
προυχοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προυχοντικός
προυχοντικό	adj	αιτιατική ενικού του προυχοντικός
προυχοντικός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται ή ανήκει στους προύχοντες, τους πρόκριτους
προυχοντικών	adj	γενική πληθυντικού του προυχοντικός
προυχόντων	=	προύχοντας
προφάρμακα	=	προφάρμακο
προφάρμακο	noun	ουσία που μετατρέπεται σε άλλη δραστική ουσία όταν και εφ΄όσον εισέλθει στον οργανισμό του ασθενούς, πρόδρομος ουσία
προφάρμακου	=	προφάρμακο
προφάρμακων	=	προφάρμακο
προφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόφαση
προφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόφαση
προφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόφαση
προφέρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προφέρω
προφέρεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προφέρομαι
προφέρθηκα	=	προφέρω
προφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προφέρω
προφέρσιμα	=	προφέρσιμος
προφέρσιμε	=	προφέρσιμος
προφέρσιμες	=	προφέρσιμος
προφέρσιμη	=	προφέρσιμος
προφέρσιμης	=	προφέρσιμος
προφέρσιμο	=	προφέρσιμος
προφέρσιμοι	=	προφέρσιμος
προφέρσιμος	adj	που μπορεί να προφερθεί
προφέρσιμου	=	προφέρσιμος
προφέρσιμους	=	προφέρσιμος
προφέρσιμων	=	προφέρσιμος
προφέρω	verb	αρθρώνω φθόγγους και λέξεις
προφέσορα	=	προφέσορας
προφέσορας	noun	καθηγητής (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
προφέσορες	=	προφέσορας
προφήτες	=	προφήτης
προφήτευα	=	προφητεύω
προφήτευαν	=	προφητεύω
προφήτευε	=	προφητεύω
προφήτευες	=	προφητεύω
προφήτευσα	=	προφητεύω
προφήτευσαν	=	προφητεύω
προφήτευσε	=	προφητεύω
προφήτευσες	=	προφητεύω
προφήτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφήτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφήτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφήτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφήτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του προφήτης
προφήτης	noun	θρησκευτικό πρόσωπο που σύμφωνα με τις γραφές, είχε την ικανότητα της θείας έμπνευσης την οποία αποκάλυπτε στο λαό
προφήτιδα	noun	θηλυκό του προφήτης
προφήτις	noun	θηλυκό του προφήτης
προφήτισσα	noun	θηλυκό του προφήτης
προφήτισσας	noun	γενική ενικού του προφήτισσα
προφήτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφήτισσα
προφίλ	noun	η πλάγια όψη (προσώπου)
προφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προφανής
προφανέστατα	adv	υπερθετικός βαθμός του προφανώς
προφανή	=	προφανής
προφανής	adj	που γίνεται αμέσως αντιληπτός και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, πρόδηλος, ολοφάνερος
προφανείς	=	προφανής
προφανούς	adj	γενική ενικού του προφανής
προφαντά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προφαντός	adv	σε προφαντό χρονικό στάδιο
προφαντέ	adj	κλητική ενικού του προφαντός
προφαντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφαντή
προφαντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφαντός
προφαντής	adj	γενική ενικού του προφαντή
προφαντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφαντός
προφαντού	adj	γενική ενικού του προφαντός
προφαντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προφαντός
προφαντό	adj	αιτιατική ενικού του προφαντός
προφαντός	adj	που έχει ωριμάσει πρώτος, πριν από άλλους
προφαντών	adj	γενική πληθυντικού του προφαντός
προφανών	adj	γενική πληθυντικού του προφανής
προφανώς	adv	με προφανή τρόπο, αδιαμφισβήτητα, σαφώς
προφαρμάκου	=	προφάρμακο
προφαρμάκων	=	προφάρμακο
προφασίζεσαι	=	προφασίζομαι
προφασίζεστε	=	προφασίζομαι
προφασίζεται	=	προφασίζομαι
προφασίζομαι	verb	προβάλλω κάτι ως δικαιολογία, ως πρόσχημα
προφασίζονται	=	προφασίζομαι
προφασίζονταν	=	προφασίζομαι
προφασίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιζόμασταν	=	προφασίζομαι
προφασιζόμαστε	=	προφασίζομαι
προφασιζόμενα	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενε	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενες	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενη	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενης	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενο	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενοι	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προφασίζομαι
προφασιζόμενου	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενους	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμενων	=	προφασιζόμενος
προφασιζόμουν	=	προφασίζομαι
προφασιζόμουνα	=	προφασίζομαι
προφασιζόντουσαν	=	προφασίζομαι
προφασιζόσασταν	=	προφασίζομαι
προφασιζόσαστε	=	προφασίζομαι
προφασιζόσουν	=	προφασίζομαι
προφασιζόσουνα	=	προφασίζομαι
προφασιζόταν	=	προφασίζομαι
προφασιζότανε	=	προφασίζομαι
προφασισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφασισμένο
προφασισμένε	verb	κλητική ενικού του προφασισμένος
προφασισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφασισμένη
προφασισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφασισμένος
προφασισμένης	verb	γενική ενικού του προφασισμένη
προφασισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προφασισμένος
προφασισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφασισμένος
προφασισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προφασισμένος
προφασισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προφασισμένος
προφασισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προφασισμένος
προφασιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστήκαν	=	προφασίζομαι
προφασιστήκανε	=	προφασίζομαι
προφασιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφασιστούνε	=	προφασίζομαι
προφασιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφασίζομαι
προφερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφερμένο
προφερμένε	verb	κλητική ενικού του προφερμένος
προφερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφερμένη
προφερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφερμένος
προφερμένης	verb	γενική ενικού του προφερμένη
προφερμένο	verb	αιτιατική ενικού του προφερμένος
προφερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφερμένος
προφερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προφερμένος
προφερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προφερμένος
προφερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προφερμένος
προφεσόρα	=	προφέσορας
προφεσόροι	=	προφέσορας
προφεσόρος	noun	άλλη μορφή του προφέσορας
προφεσόρους	=	προφέσορας
προφεσόρων	=	προφέσορας
προφητάνακτα	=	προφητάνακτας
προφητάνακτας	noun	προφήτης και άναξ / βασιλιάς συγχρόνως (αναφέρεται στον Δαβίδ)
προφητάνακτες	=	προφητάνακτας
προφητάναξ	noun|formal	άλλη μορφή του προφητάνακτας
προφητέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψομε	=	προφητεύω
προφητέψου	=	προφητεύω
προφητέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψουνε	=	προφητεύω
προφητέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφητεύω
προφητανάκτων	=	προφητάνακτας
προφητεία	noun	ο λόγος ενός προφήτη που μαντεύει το μέλλον
προφητείας	noun	γενική ενικού του προφητεία
προφητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφητεία
προφητειών	noun	γενική πληθυντικού του προφητεία
προφητεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφητεμένο
προφητεμένε	verb	κλητική ενικού του προφητεμένος
προφητεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφητεμένη
προφητεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφητεμένος
προφητεμένης	verb	γενική ενικού του προφητεμένη
προφητεμένο	verb	αιτιατική ενικού του προφητεμένος
προφητεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφητεμένος
προφητεμένος	=	προφητεύω
προφητεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προφητεμένος
προφητεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προφητεμένος
προφητεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προφητεμένος
προφητευθήκαμε	=	προφητεύω
προφητευθήκαν	=	προφητεύω
προφητευθήκανε	=	προφητεύω
προφητευθήκατε	=	προφητεύω
προφητευθεί	=	προφητεύω
προφητευθείς	=	προφητεύω
προφητευθείτε	=	προφητεύω
προφητευθούμε	=	προφητεύω
προφητευθούν	=	προφητεύω
προφητευθούνε	=	προφητεύω
προφητευθώ	=	προφητεύω
προφητευμένος	=	προφητεύω
προφητευτήκαμε	=	προφητεύω
προφητευτήκαν	=	προφητεύω
προφητευτήκανε	=	προφητεύω
προφητευτήκατε	=	προφητεύω
προφητευτεί	=	προφητεύω
προφητευτείς	=	προφητεύω
προφητευτείτε	=	προφητεύω
προφητευτούμε	=	προφητεύω
προφητευτούν	=	προφητεύω
προφητευτούνε	=	προφητεύω
προφητευτώ	=	προφητεύω
προφητευόμασταν	=	προφητεύω
προφητευόμαστε	=	προφητεύω
προφητευόμουν	=	προφητεύω
προφητευόμουνα	=	προφητεύω
προφητευόντουσαν	=	προφητεύω
προφητευόσασταν	=	προφητεύω
προφητευόσαστε	=	προφητεύω
προφητευόσουν	=	προφητεύω
προφητευόσουνα	=	προφητεύω
προφητευόταν	=	προφητεύω
προφητευότανε	=	προφητεύω
προφητεύαμε	=	προφητεύω
προφητεύαν	=	προφητεύω
προφητεύανε	=	προφητεύω
προφητεύατε	=	προφητεύω
προφητεύει	=	προφητεύω
προφητεύεις	=	προφητεύω
προφητεύεσαι	=	προφητεύω
προφητεύεστε	=	προφητεύω
προφητεύεται	=	προφητεύω
προφητεύετε	=	προφητεύω
προφητεύθηκα	=	προφητεύω
προφητεύθηκαν	=	προφητεύω
προφητεύθηκε	=	προφητεύω
προφητεύθηκες	=	προφητεύω
προφητεύομαι	=	προφητεύω
προφητεύομε	=	προφητεύω
προφητεύονται	=	προφητεύω
προφητεύονταν	=	προφητεύω
προφητεύοντας	=	προφητεύω
προφητεύουμε	=	προφητεύω
προφητεύουν	=	προφητεύω
προφητεύουνε	=	προφητεύω
προφητεύσαμε	=	προφητεύω
προφητεύσαν	=	προφητεύω
προφητεύσανε	=	προφητεύω
προφητεύσατε	=	προφητεύω
προφητεύσει	=	προφητεύω
προφητεύσεις	=	προφητεύω
προφητεύσετε	=	προφητεύω
προφητεύσομε	=	προφητεύω
προφητεύσου	=	προφητεύω
προφητεύσουμε	=	προφητεύω
προφητεύσουν	=	προφητεύω
προφητεύσουνε	=	προφητεύω
προφητεύστε	=	προφητεύω
προφητεύσω	=	προφητεύω
προφητεύτε	=	προφητεύω
προφητεύτηκα	=	προφητεύω
προφητεύτηκαν	=	προφητεύω
προφητεύτηκε	=	προφητεύω
προφητεύτηκες	=	προφητεύω
προφητεύω	verb	προβλέπω μελλοντικά γεγονότα
προφητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προφητικός	adv	με προφητικό τρόπο
προφητικέ	adj	κλητική ενικού του προφητικός
προφητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφητική
προφητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφητικός
προφητικής	adj	γενική ενικού του προφητική
προφητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφητικός
προφητικοτήτων	=	προφητικότητα
προφητικού	adj	γενική ενικού του προφητικός
προφητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προφητικός
προφητικό	adj	αιτιατική ενικού του προφητικός
προφητικός	adj	που έχει σχέση με προφήτη ή προφητεία ή αναφέρεται σ’ αυτά
προφητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του προφητικού
προφητικότητας	=	προφητικότητα
προφητικότητες	=	προφητικότητα
προφητικών	adj	γενική πληθυντικού του προφητικός
προφητικώς	adv	με προφητικό τρόπο
προφητισσών	noun	γενική πληθυντικού του προφήτισσα
προφητών	=	προφήτης
προφθάνω	=	προφταίνω
προφθάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφθάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
προφιλοπλαστικά	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικέ	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικές	=	προφιλοπλαστική
προφιλοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση για τη βελτίωση του γενικότερου προφίλ του χειρουργούμενου
προφιλοπλαστικής	=	προφιλοπλαστική
προφιλοπλαστικοί	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικοι	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικού	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικούς	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικό	=	προφιλοπλαστικός
προφιλοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με την προφιλοπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
προφιλοπλαστικών	=	προφιλοπλαστική
προφιτερόλ	noun	είδος γλυκίσματος το οποίο περιέχει σουδάκια, κρέμα ζαχαροπλαστικής, παγωτό και επικάλυψη σοκολάτας
προφορά	noun	τρόπος με τον οποίο αρθρώνονται οι φθόγγοι και οι λέξεις
προφοράς	noun	γενική ενικού του προφορά
προφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφορά
προφορικά	noun	προφορικά: εξετάσεις στις οποίες οι εξεταζόμενοι δεν εξετάζονται γραπτά, αλλά εκφωνούν με το στόμα τις απαντήσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφορικό
προφορικέ	adj	κλητική ενικού του προφορικός
προφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφορική
προφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφορικός
προφορικής	adj	γενική ενικού του προφορική
προφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφορικός
προφορικοτήτων	=	προφορικότητα
προφορικού	adj	γενική ενικού του προφορικός
προφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προφορικός
προφορικό	adj	αιτιατική ενικού του προφορικός
προφορικός	adj	που εκφέρεται με το στόμα, εκφωνώντας
προφορικότητα	noun	η ιδιότητα του προφορικού
προφορικότητας	=	προφορικότητα
προφορικότητες	=	προφορικότητα
προφορικών	adj	γενική πληθυντικού του προφορικός
προφορικώς	adv|formal	προφορικά
προφορών	noun	γενική πληθυντικού του προφορά
προφτάνω	=	προφταίνω
προφτάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσαν	=	προφταίνω
προφτάσανε	=	προφταίνω
προφτάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσομε	=	προφταίνω
προφτάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσουνε	=	προφταίνω
προφτάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφτάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
προφταίναμε	=	προφταίνω
προφταίναν	=	προφταίνω
προφταίνανε	=	προφταίνω
προφταίνατε	=	προφταίνω
προφταίνει	=	προφταίνω
προφταίνεις	=	προφταίνω
προφταίνετε	=	προφταίνω
προφταίνομε	=	προφταίνω
προφταίνοντας	=	προφταίνω
προφταίνουμε	=	προφταίνω
προφταίνουν	=	προφταίνω
προφταίνουνε	=	προφταίνω
προφταίνω	verb	συνώνυμο του προλαβαίνω
προφυλάγεσαι	=	προφυλάγομαι
προφυλάγεστε	=	προφυλάγομαι
προφυλάγεται	=	προφυλάγομαι
προφυλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφύλαγμα
προφυλάγματος	noun	γενική ενικού του προφύλαγμα
προφυλάγομαι	verb	φυλάγομαι, προσέχω μην πάθω κανένα κακό ή δυστύχημα
προφυλάγονται	=	προφυλάγομαι
προφυλάγονταν	=	προφυλάγομαι
προφυλάγου	=	προφυλάγομαι
προφυλάγω	verb	άλλη μορφή του προφυλάσσω
προφυλάκιζα	=	προφυλακίζω
προφυλάκιζαν	=	προφυλακίζω
προφυλάκιζε	=	προφυλακίζω
προφυλάκιζες	=	προφυλακίζω
προφυλάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλάκιση	noun	προσωρινή φυλάκιση προσώπου μέχρι την έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης για την οποία έχει προσαχθεί
προφυλάκισης	=	προφυλάκιση
προφυλάκισις	noun	η προφυλάκιση
προφυλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφύλαξη
προφυλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του προφύλαξη
προφυλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του προφύλαξη
προφυλάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάσσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προφυλάσσω
προφυλάσσεσαι	=	προφυλάσσομαι
προφυλάσσεστε	=	προφυλάσσομαι
προφυλάσσεται	=	προφυλάσσομαι
προφυλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάσσονται	=	προφυλάσσομαι
προφυλάσσονταν	=	προφυλάσσομαι
προφυλάσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προφυλάσσω
προφυλάσσου	=	προφυλάσσομαι
προφυλάσσω	verb|formal	φυλάσσω ή προστατεύω κάποιον από κινδύνους, κακοτοπιές, δυσάρεστα ή ανεπιθύμητα κ.λπ.
προφυλάχθηκα	=	προφυλάσσω
προφυλάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλάω	verb	προφυλάγω
προφυλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του προφύλαγμα
προφυλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλαγμένο
προφυλαγμένε	verb	κλητική ενικού του προφυλαγμένος
προφυλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλαγμένη
προφυλαγμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφυλαγμένος
προφυλαγμένης	verb	γενική ενικού του προφυλαγμένη
προφυλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προφυλαγμένος
προφυλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφυλαγμένος
προφυλαγμένος	verb	που έχει προφυλαχθεί από καιρικά φαινόμενα και ατυχήματα ή άλλους κινδύνους, που δεν είναι εκτεθειμένος
προφυλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προφυλαγμένος
προφυλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προφυλαγμένος
προφυλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προφυλαγμένος
προφυλαγόμασταν	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόμαστε	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόμουν	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόμουνα	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόντουσαν	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόσασταν	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόσαστε	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόσουν	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόσουνα	=	προφυλάγομαι
προφυλαγόταν	=	προφυλάγομαι
προφυλαγότανε	=	προφυλάγομαι
προφυλακές	=	προφυλακή
προφυλακή	noun	η εμπροσθοφυλακή
προφυλακής	=	προφυλακή
προφυλακίζαμε	=	προφυλακίζω
προφυλακίζαν	=	προφυλακίζω
προφυλακίζανε	=	προφυλακίζω
προφυλακίζατε	=	προφυλακίζω
προφυλακίζει	=	προφυλακίζω
προφυλακίζεις	=	προφυλακίζω
προφυλακίζεσαι	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίζεστε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίζεται	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίζετε	=	προφυλακίζω
προφυλακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίζονται	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίζονταν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίζοντας	=	προφυλακίζω
προφυλακίζου	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίζουμε	=	προφυλακίζω
προφυλακίζουν	=	προφυλακίζω
προφυλακίζουνε	=	προφυλακίζω
προφυλακίζω	verb	φυλακίζω κάποιον πριν διεξαχθεί η δίκη
προφυλακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίσαν	=	προφυλακίζω
προφυλακίσανε	=	προφυλακίζω
προφυλακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλάκιση
προφυλακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίσεων	=	προφυλάκιση
προφυλακίσου	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακίστηκα	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίστηκαν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίστηκε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίστηκες	=	προφυλακίζομαι
προφυλακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακιζόμασταν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόμαστε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόμουν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόμουνα	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόντουσαν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόσασταν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόσαστε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόσουν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόσουνα	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζόταν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιζότανε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακισμέ	=	προφυλακισμός
προφυλακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλακισμένο
προφυλακισμένε	verb	κλητική ενικού του προφυλακισμένος
προφυλακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλακισμένη
προφυλακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφυλακισμένος
προφυλακισμένης	verb	γενική ενικού του προφυλακισμένη
προφυλακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προφυλακισμένος
προφυλακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφυλακισμένος
προφυλακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προφυλακίζω
προφυλακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προφυλακισμένος
προφυλακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προφυλακισμένος
προφυλακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προφυλακισμένος
προφυλακισμοί	=	προφυλακισμός
προφυλακισμού	=	προφυλακισμός
προφυλακισμούς	=	προφυλακισμός
προφυλακισμό	=	προφυλακισμός
προφυλακισμός	noun	άλλη μορφή του προφυλάκιση
προφυλακισμών	=	προφυλακισμός
προφυλακιστέα	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέας	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέε	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέες	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέο	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέοι	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέος	adj	που κρίθηκε ότι πρέπει να προφυλακιστεί
προφυλακιστέου	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέους	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστέων	=	προφυλακιστέος
προφυλακιστήκαμε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιστήκαν	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιστήκανε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιστήκατε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιστεί	=	προφυλακίζομαι
προφυλακιστείτε	=	προφυλακίζομαι
προφυλακτήρα	=	προφυλακτήρας
προφυλακτήρας	noun	οτιδήποτε προστατεύει
προφυλακτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλακτήρας
προφυλακτήρων	=	προφυλακτήρας
προφυλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προφυλακτικός	adv	με προφυλακτικό τρόπο, προφυλάσσοντας
προφυλακτικέ	adj	κλητική ενικού του προφυλακτικός
προφυλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλακτική
προφυλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφυλακτικός
προφυλακτικής	adj	γενική ενικού του προφυλακτική
προφυλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφυλακτικός
προφυλακτικού	adj	γενική ενικού του προφυλακτικός
προφυλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προφυλακτικός
προφυλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του προφυλακτικός	noun	ελαστικό κάλυμμα, συνήθως φτιαγμένο από λατέξ ή πολυουρεθάνη, που τοποθετείται στο αρσενικό γεννητικό όργανο πριν από τη σεξουαλική επαφή, για να προστατεύσει από τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
προφυλακτικός	adj	που προφυλάσσει, που συμβάλει στην προφύλαξη
προφυλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του προφυλακτικός
προφυλακτικώς	adv|dated	προφυλακτικά
προφυλακών	=	προφυλακή
προφυλασσόμασταν	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόμαστε	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόμουν	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόμουνα	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόντουσαν	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόσασταν	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόσαστε	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόσουν	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόσουνα	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσόταν	=	προφυλάσσομαι
προφυλασσότανε	=	προφυλάσσομαι
προφυλαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτήκαν	=	προφυλάσσομαι
προφυλαχτήκανε	=	προφυλάσσομαι
προφυλαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτήρα	=	προφυλαχτήρας
προφυλαχτήρας	noun	άλλη μορφή του προφυλακτήρας
προφυλαχτήρες	=	προφυλαχτήρας
προφυλαχτήρων	=	προφυλαχτήρας
προφυλαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλαχτικό	adv	προφυλακτικά
προφυλαχτικέ	adj	κλητική ενικού του προφυλαχτικός
προφυλαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυλαχτική
προφυλαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφυλαχτικός
προφυλαχτικής	adj	γενική ενικού του προφυλαχτική
προφυλαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφυλαχτικός
προφυλαχτικού	adj	γενική ενικού του προφυλαχτικός
προφυλαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προφυλαχτικός
προφυλαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του προφυλαχτικός
προφυλαχτικός	adj	άλλη μορφή του προφυλακτικός
προφυλαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του προφυλαχτικός
προφυλαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυλαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσομαι
προφυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυματικό
προφυματικέ	adj	κλητική ενικού του προφυματικός
προφυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προφυματική
προφυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προφυματικός
προφυματικής	adj	γενική ενικού του προφυματική
προφυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προφυματικός
προφυματικού	adj	γενική ενικού του προφυματικός
προφυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προφυματικός
προφυματικό	adj	αιτιατική ενικού του προφυματικός
προφυματικός	adj	που τα συμπτώματα που παρουσιάζει δείχνουν ότι η κατάστασή του θα εξελιχθεί σε φυματίωση, που βρίσκεται σε πρώιμα στάδια της φυματίωσης
προφυματικών	adj	γενική πληθυντικού του προφυματικός
προφυσίου	=	προφύσιο
προφυσίων	=	προφύσιο
προφωνούσιμα	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμε	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμες	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμη	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμης	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμο	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμοι	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμος	adj	αναφερόμενο στην εβδομάδα που προηγείται της Κυριακής κατά την οποία αρχίζει το Τριώδιο
προφωνούσιμου	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμους	=	προφωνούσιμος
προφωνούσιμων	=	προφωνούσιμος
προφύλαγα	=	προφυλάσσω
προφύλαγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προφυλάσσω / προφυλάγω
προφύλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφύλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφύλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφύλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφυλάσσω
προφύλαξη	noun	η μέριμνα, η φροντίδα, η λήψη μέτρων για προστασία προτού συμβεί κάτι, προληπτικά
προφύλαξης	noun	γενική ενικού του προφύλαξη
προφύλασσα	=	προφυλάσσω
προφύσια	=	προφύσιο
προφύσιο	noun	κωνικός σωλήνας εισαγωγής αέρος π.χ. σε υψικάμινο
προφύσιου	=	προφύσιο
προχείρηση	noun|formal	άλλη γραφή του προχείριση
προχείριζα	=	προχειρίζω
προχείριζαν	=	προχειρίζω
προχείριζε	=	προχειρίζω
προχείριζες	=	προχειρίζω
προχείρισα	=	προχειρίζω
προχείρισαν	=	προχειρίζω
προχείρισε	=	προχειρίζω
προχείρισες	=	προχειρίζω
προχείριση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προχειρίζω
προχείρισης	=	προχείριση
προχείρισις	noun|archaic	άλλη μορφή του προχείριση
προχείρου	=	πρόχειρο
προχείρων	=	πρόχειρο
προχειρίζαμε	=	προχειρίζω
προχειρίζαν	=	προχειρίζω
προχειρίζανε	=	προχειρίζω
προχειρίζατε	=	προχειρίζω
προχειρίζει	=	προχειρίζω
προχειρίζεις	=	προχειρίζω
προχειρίζετε	=	προχειρίζω
προχειρίζομαι	=	προχειρίζω
προχειρίζοντας	=	προχειρίζω
προχειρίζουμε	=	προχειρίζω
προχειρίζουν	=	προχειρίζω
προχειρίζουνε	=	προχειρίζω
προχειρίζω	verb	χειροτονώ
προχειρίσαμε	=	προχειρίζω
προχειρίσαν	=	προχειρίζω
προχειρίσανε	=	προχειρίζω
προχειρίσατε	=	προχειρίζω
προχειρίσει	=	προχειρίζω
προχειρίσεις	=	προχείριση
προχειρίσεων	=	προχείριση
προχειρίστε	=	προχειρίζω
προχειρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρισμένο
προχειρισμένε	verb	κλητική ενικού του προχειρισμένος
προχειρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρισμένη
προχειρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχειρισμένος
προχειρισμένης	verb	γενική ενικού του προχειρισμένη
προχειρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προχειρισμένος
προχειρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχειρισμένος
προχειρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προχειρισμένος
προχειρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προχειρισμένος
προχειρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προχειρισμένος
προχειρογράφε	=	προχειρογράφος
προχειρογράφο	=	προχειρογράφος
προχειρογράφοι	=	προχειρογράφος
προχειρογράφος	noun	που χαρακτηριστικό είναι η προχειρότητα ως προς τη γραφή
προχειρογράφου	=	προχειρογράφος
προχειρογράφους	=	προχειρογράφος
προχειρογράφων	=	προχειρογράφος
προχειρογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρογραμμένο
προχειρογραμμένε	verb	κλητική ενικού του προχειρογραμμένος
προχειρογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρογραμμένη
προχειρογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχειρογραμμένος
προχειρογραμμένης	verb	γενική ενικού του προχειρογραμμένη
προχειρογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προχειρογραμμένος
προχειρογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχειρογραμμένος
προχειρογραμμένος	verb	που είναι πρόχειρα γραμμένος, βιαστικά ή πάντως χωρίς επιμέλεια, που υπολείπεται ή σε εμφάνιση (π.χ. το κείμενο δεν είναι καλλιγραφικό ή καθαρογραμμένο) ή σε σύνταξη ή σε νοήματα
προχειρογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προχειρογραμμένος
προχειρογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προχειρογραμμένος
προχειρογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προχειρογραμμένος
προχειρογραφία	noun|formal	η ιδιότητα του προχειρογράφου
προχειρογραφίας	=	προχειρογραφία
προχειρογραφίες	=	προχειρογραφία
προχειρογραφιών	=	προχειρογραφία
προχειροδουλειά	noun	δουλειά, εργασία ή προϊόν κακής ποιότητας, που έγινε πρόχειρα, επιπόλαια ή βιαστικά ή φτηνά
προχειροδουλειάς	=	προχειροδουλειά
προχειροδουλειές	=	προχειροδουλειά
προχειροδουλειών	=	προχειροδουλειά
προχειρολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρολόγημα
προχειρολογήματος	noun	γενική ενικού του προχειρολόγημα
προχειρολογήσαμε	=	προχειρολογώ
προχειρολογήσαν	=	προχειρολογώ
προχειρολογήσανε	=	προχειρολογώ
προχειρολογήσατε	=	προχειρολογώ
προχειρολογήσει	=	προχειρολογώ
προχειρολογήστε	=	προχειρολογώ
προχειρολογία	noun	η ενέργεια του προχειρολογώ, το να προχειρολογώ
προχειρολογίας	noun	γενική ενικού του προχειρολογία
προχειρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρολογία
προχειρολογεί	=	προχειρολογώ
προχειρολογείς	=	προχειρολογώ
προχειρολογείτε	=	προχειρολογώ
προχειρολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του προχειρολόγημα
προχειρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του προχειρολογία
προχειρολογούμε	=	προχειρολογώ
προχειρολογούν	=	προχειρολογώ
προχειρολογούνε	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσα	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσαμε	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσαν	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσανε	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσατε	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσε	=	προχειρολογώ
προχειρολογούσες	=	προχειρολογώ
προχειρολογώ	verb	λέω κάτι πρόχειρα, χωρίς να έχω μελετήσει το θέμα διεξοδικά, χωρίς επιχειρήματα
προχειρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προχειρολογώ
προχειρολόγε	noun	κλητική ενικού του προχειρολόγος
προχειρολόγημα	noun	συνώνυμο του προχειρολογία
προχειρολόγησα	=	προχειρολογώ
προχειρολόγησαν	=	προχειρολογώ
προχειρολόγησε	=	προχειρολογώ
προχειρολόγησες	=	προχειρολογώ
προχειρολόγο	noun	αιτιατική ενικού του προχειρολόγος
προχειρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχειρολόγος
προχειρολόγος	noun	που προχειρολογώ
προχειρολόγου	noun	γενική ενικού του προχειρολόγος
προχειρολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προχειρολόγος
προχειρολόγων	noun	γενική πληθυντικού του προχειρολόγος
προχειροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του προχειρότητα
προχειροφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειροφτιαγμένο
προχειροφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του προχειροφτιαγμένος
προχειροφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειροφτιαγμένη
προχειροφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχειροφτιαγμένος
προχειροφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του προχειροφτιαγμένη
προχειροφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του προχειροφτιαγμένος
προχειροφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχειροφτιαγμένος
προχειροφτιαγμένος	verb	που έχει κατασκευαστεί πρόχειρα
προχειροφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προχειροφτιαγμένος
προχειροφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προχειροφτιαγμένος
προχειροφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προχειροφτιαγμένος
προχειρότερα	=	πρόχειρος
προχειρότερε	=	πρόχειρος
προχειρότερες	=	πρόχειρος
προχειρότερη	=	πρόχειρος
προχειρότερης	=	πρόχειρος
προχειρότερο	=	πρόχειρος
προχειρότεροι	=	πρόχειρος
προχειρότερος	=	πρόχειρος
προχειρότερου	=	πρόχειρος
προχειρότερους	=	πρόχειρος
προχειρότερων	=	πρόχειρος
προχειρότητα	noun	η ιδιότητα που έχει ο πρόχειρος, η έλλειψη προετοιμασίας
προχειρότητας	noun	γενική ενικού του προχειρότητα
προχειρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχειρότητα
προχθές	adv	η μέρα που ήταν πριν από χθες, δύο ημέρες πριν από σήμερα
προχθεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχθεσινό
προχθεσινέ	adj	κλητική ενικού του προχθεσινός
προχθεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχθεσινή
προχθεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχθεσινός
προχθεσινής	adj	γενική ενικού του προχθεσινή
προχθεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχθεσινός
προχθεσινού	adj	γενική ενικού του προχθεσινός
προχθεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προχθεσινός
προχθεσινό	adj	αιτιατική ενικού του προχθεσινός
προχθεσινός	adj	που έγινε, πραγματοποιήθηκε ή φτιάχτηκε προχθές
προχθεσινών	adj	γενική πληθυντικού του προχθεσινός
προχοΐδα	noun	γυάλινος ογκομετρικός σωλήνας χημικού εργαστηρίου, στο κάτω άκρο του οποίου φέρεται στρόφιγγα.
προχοΐδας	noun	γενική ενικού του προχοΐδα
προχοΐδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχοΐδα
προχοΐδων	=	προχοΐδα
προχοές	=	προχοή
προχοή	noun	διαμορφωμένο στόμιο αγγείου από το οποίο ρέει το υγρό περιεχόμενο του
προχοής	=	προχοή
προχοϊδών	noun	γενική πληθυντικού του προχοΐδα
προχοών	=	προχοή
προχρηματοδοτήσεις	=	προχρηματοδότηση
προχρηματοδοτήσεων	=	προχρηματοδότηση
προχρηματοδότηση	noun	μερική χρηματοδότηση, πριν την τελική καταβολή του ποσού
προχρηματοδότησης	=	προχρηματοδότηση
προχρηματοδότησις	noun	προχρηματοδότηση
προχριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχριστιανικό
προχριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του προχριστιανικός
προχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχριστιανική
προχριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχριστιανικός
προχριστιανικής	adj	γενική ενικού του προχριστιανική
προχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχριστιανικός
προχριστιανικού	adj	γενική ενικού του προχριστιανικός
προχριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προχριστιανικός
προχριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού του προχριστιανικός
προχριστιανικός	adj	που αναφέρεται σε χρονική περίοδο πριν από τη γέννηση του Χριστού και την εμφάνιση του χριστιανισμού
προχριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του προχριστιανικός
προχρονολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχρονολόγηση
προχρονολογήσεων	=	προχρονολόγηση
προχρονολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχρονολογημένο
προχρονολογημένε	verb	κλητική ενικού του προχρονολογημένος
προχρονολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχρονολογημένη
προχρονολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχρονολογημένος
προχρονολογημένης	verb	γενική ενικού του προχρονολογημένη
προχρονολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του προχρονολογημένος
προχρονολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχρονολογημένος
προχρονολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προχρονολογημένος
προχρονολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προχρονολογημένος
προχρονολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προχρονολογημένος
προχρονολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχρονολογικό
προχρονολογικέ	adj	κλητική ενικού του προχρονολογικός
προχρονολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχρονολογική
προχρονολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχρονολογικός
προχρονολογικής	adj	γενική ενικού του προχρονολογική
προχρονολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχρονολογικός
προχρονολογικού	adj	γενική ενικού του προχρονολογικός
προχρονολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προχρονολογικός
προχρονολογικό	adj	αιτιατική ενικού του προχρονολογικός
προχρονολογικός	adj	που αφορά την περίοδο πριν από τη μεγάλη έκρηξη
προχρονολογικών	adj	γενική πληθυντικού του προχρονολογικός
προχρονολογώ	verb	αναγράφω χρονολογία προγενέστερη από την αληθινή
προχρονολόγηση	noun	η αναγραφή χρονολογίας προγενέστερης της αληθινής
προχρονολόγησης	=	προχρονολόγηση
προχρονολόγησις	noun	η προχρονολόγηση
προχτές	adv	άλλη μορφή του προχθές
προχτεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχτεσινό
προχτεσινέ	adj	κλητική ενικού του προχτεσινός
προχτεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχτεσινή
προχτεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχτεσινός
προχτεσινής	adj	γενική ενικού του προχτεσινή
προχτεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχτεσινός
προχτεσινού	adj	γενική ενικού του προχτεσινός
προχτεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προχτεσινός
προχτεσινό	adj	αιτιατική ενικού του προχτεσινός
προχτεσινός	adj|vulgar	που έγινε, πραγματοποιήθηκε ή φτιάχτηκε προχτές
προχτεσινών	adj	γενική πληθυντικού του προχτεσινός
προχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόχωμα
προχωρά	=	προχωράω
προχωράγαμε	=	προχωράω
προχωράγανε	=	προχωράω
προχωράγατε	=	προχωράω
προχωράει	=	προχωράω
προχωράμε	=	προχωράω
προχωράν	=	προχωράω
προχωράνε	=	προχωράω
προχωράς	=	προχωράω
προχωράτε	=	προχωράω
προχωράω	verb	κινούμαι μπρος τα εμπρός (ή γενικότερα προς κάποια κατεύθυνση)
προχωρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχώρημα
προχωρήματος	noun	γενική ενικού του προχώρημα
προχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσαν	=	προχωράω
προχωρήσανε	=	προχωράω
προχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσεων	=	προχώρηση
προχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσουνε	=	προχωράω
προχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχωρεί	=	προχωράω
προχωρείς	=	προχωράω
προχωρείτε	=	προχωράω
προχωρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του προχώρημα
προχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχωρημένο
προχωρημένε	verb	κλητική ενικού του προχωρημένος
προχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχωρημένη
προχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχωρημένος
προχωρημένης	verb	γενική ενικού του προχωρημένη
προχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του προχωρημένος
προχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχωρημένος
προχωρημένος	verb	που έχει προχωρήσει στην εκμάθηση μιας τέχνης, μιας γλώσσας, ενός πεδίου μελέτης· που έχει φτάσει σε ένα ικανοποιητικό σημείο γνώσης, έχει όμως περιθώρια να εξελιχθεί περισσότερο
προχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προχωρημένος
προχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προχωρημένος
προχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προχωρημένος
προχωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προχωρητικός	adv	με προχωρητικό τρόπο
προχωρητικέ	adj	κλητική ενικού του προχωρητικός
προχωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προχωρητική
προχωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προχωρητικός
προχωρητικής	adj	γενική ενικού του προχωρητική
προχωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προχωρητικός
προχωρητικού	adj	γενική ενικού του προχωρητικός
προχωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προχωρητικός
προχωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του προχωρητικός
προχωρητικός	adj	που προχωρεί, εξελίσσεται προς τα εμπρός
προχωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του προχωρητικός
προχωρητικώς	adv	με προχωρητικό τρόπο
προχωρούμε	=	προχωράω
προχωρούν	=	προχωράω
προχωρούνε	=	προχωράω
προχωρούσα	=	προχωράω
προχωρούσαμε	=	προχωράω
προχωρούσαν	=	προχωράω
προχωρούσανε	=	προχωράω
προχωρούσατε	=	προχωράω
προχωρούσε	=	προχωράω
προχωρούσες	=	προχωράω
προχωρώ	verb	άλλη μορφή του προχωράω
προχωρώντας	=	προχωράω
προχώ	noun|slang	αυτός που έχει πρωτοποριακές, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις ή συμπεριφορές	adj|slang	αυτός που έχει πρωτοποριακές, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις ή συμπεριφορές
προχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόχωμα
προχώματος	noun	γενική ενικού του πρόχωμα
προχώρα	=	προχωράω
προχώραγα	=	προχωράω
προχώραγαν	=	προχωράω
προχώραγε	=	προχωράω
προχώραγες	=	προχωράω
προχώρημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προχωρώ
προχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προχωρώ
προχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προχωρώ
προχώρησης	=	προχώρηση
προψές	adv	προχθές
προψεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προψεσινό
προψεσινέ	adj	κλητική ενικού του προψεσινός
προψεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προψεσινή
προψεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προψεσινός
προψεσινής	adj	γενική ενικού του προψεσινή
προψεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προψεσινός
προψεσινού	adj	γενική ενικού του προψεσινός
προψεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προψεσινός
προψεσινό	adj	αιτιατική ενικού του προψεσινός
προψεσινός	adj|vulgar	ο προχθεσινός
προψεσινών	adj	γενική πληθυντικού του προψεσινός
προωθήθηκα	=	προωθώ
προωθήθηκαν	=	προωθώ
προωθήθηκε	=	προωθώ
προωθήθηκες	=	προωθώ
προωθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσαν	=	προωθώ
προωθήσανε	=	προωθώ
προωθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προωθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προώθηση
προωθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προώθηση
προωθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προώθηση
προωθήσου	=	προωθώ
προωθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσουνε	=	προωθώ
προωθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προωθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του προωθώ
προωθείς	=	προωθώ
προωθείσαι	=	προωθώ
προωθείστε	=	προωθώ
προωθείται	=	προωθώ
προωθείτε	=	προωθώ
προωθείτο	=	προωθώ
προωθηθήκαμε	=	προωθώ
προωθηθήκαν	=	προωθώ
προωθηθήκανε	=	προωθώ
προωθηθήκατε	=	προωθώ
προωθηθεί	=	προωθώ
προωθηθείς	=	προωθώ
προωθηθείτε	=	προωθώ
προωθηθούμε	=	προωθώ
προωθηθούν	=	προωθώ
προωθηθούνε	=	προωθώ
προωθηθώ	=	προωθώ
προωθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωθημένο
προωθημένε	verb	κλητική ενικού του προωθημένος
προωθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωθημένη
προωθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προωθημένος
προωθημένης	verb	γενική ενικού του προωθημένη
προωθημένο	verb	αιτιατική ενικού του προωθημένος
προωθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προωθημένος
προωθημένος	=	προωθώ
προωθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προωθημένος
προωθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προωθημένος
προωθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προωθημένος
προωθητές	=	προωθητής
προωθητή	=	προωθητής
προωθητής	noun	μηχάνημα, μηχανισμός ή πρόσωπο που προωθεί κάτι
προωθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωθητικό
προωθητικέ	adj	κλητική ενικού του προωθητικός
προωθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωθητική
προωθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προωθητικός
προωθητικής	adj	γενική ενικού του προωθητική
προωθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προωθητικός
προωθητικού	adj	γενική ενικού του προωθητικός
προωθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προωθητικός
προωθητικό	adj	αιτιατική ενικού του προωθητικός
προωθητικός	adj	σχετικός με την προώθηση
προωθητικών	adj	γενική πληθυντικού του προωθητικός
προωθητών	=	προωθητής
προωθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προωθώ
προωθούμασταν	=	προωθώ
προωθούμαστε	=	προωθώ
προωθούμε	=	προωθώ
προωθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωθούμενο
προωθούμενε	verb	κλητική ενικού του προωθούμενος
προωθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωθούμενη
προωθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προωθούμενος
προωθούμενης	verb	γενική ενικού του προωθούμενη
προωθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του προωθούμενος
προωθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προωθούμενος
προωθούμενος	verb	που προχωρεί μπροστά, έχει πάρει την άγουσα προς μία κατεύθυνση
προωθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προωθούμενος
προωθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προωθούμενος
προωθούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προωθούμενος
προωθούμουν	=	προωθώ
προωθούμουνα	=	προωθώ
προωθούν	=	προωθώ
προωθούνε	=	προωθώ
προωθούνται	=	προωθώ
προωθούνταν	=	προωθώ
προωθούντο	=	προωθώ
προωθούσα	=	προωθώ
προωθούσαμε	=	προωθώ
προωθούσαν	=	προωθώ
προωθούσανε	=	προωθώ
προωθούσασταν	=	προωθώ
προωθούσαστε	=	προωθώ
προωθούσατε	=	προωθώ
προωθούσε	=	προωθώ
προωθούσες	=	προωθώ
προωθούσουν	=	προωθώ
προωθούσουνα	=	προωθώ
προωθώ	verb	σπρώχνω προς τα εμπρός
προωθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προωθώ
προωνυμίου	=	προωνύμιο
προωνυμίων	=	προωνύμιο
προωνύμια	=	προωνύμιο
προωνύμιο	noun	το πρώτο (praenomen-nomen-cognomen) από τα ονόματα ενός Ρωμαίου πολίτη.
προωνύμιου	=	προωνύμιο
προωροτήτων	=	προωρότητα
προωρότητα	noun	η ιδιότητα του πρόωρου
προωρότητας	=	προωρότητα
προωρότητες	=	προωρότητα
προωστήρα	=	προωστήρας
προωστήρας	noun	όργανο ή συσκευή που συμβάλλει στην πρόωση, στην κίνηση δηλαδή ενός οχήματος (κυρίως αεροπλάνου ή πλοίου) προς τα εμπρός
προωστήρες	=	προωστήρας
προωστήρια	=	προωστήριος
προωστήριας	=	προωστήριος
προωστήριε	=	προωστήριος
προωστήριες	=	προωστήριος
προωστήριο	=	προωστήριος
προωστήριοι	=	προωστήριος
προωστήριος	adj	ταυτόσημο με τη λέξη προωστικός
προωστήριου	=	προωστήριος
προωστήριους	=	προωστήριος
προωστήριων	=	προωστήριος
προωστήρων	=	προωστήρας
προωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωστικό
προωστικέ	adj	κλητική ενικού του προωστικός
προωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προωστική
προωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προωστικός
προωστικής	adj	γενική ενικού του προωστική
προωστικη	=	προωστικός
προωστικο	=	προωστικός
προωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προωστικός
προωστικού	adj	γενική ενικού του προωστικός
προωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προωστικός
προωστικό	adj	αιτιατική ενικού του προωστικός	noun	πεπιεσμένο υγροποιημένο αέριο προώθησης
προωστικός	adj	που σχετίζεται με την πρόωση ή που προκαλεί πρόωση
προωστικών	adj	γενική πληθυντικού του προωστικός
προϊδέαζα	=	προϊδεάζω
προϊδέαζαν	=	προϊδεάζω
προϊδέαζε	=	προϊδεάζω
προϊδέαζες	=	προϊδεάζω
προϊδέασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδέασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδέασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδέασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδέαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϊδεάζω
προϊδέασης	=	προϊδέαση
προϊδεάζαμε	=	προϊδεάζω
προϊδεάζαν	=	προϊδεάζω
προϊδεάζανε	=	προϊδεάζω
προϊδεάζατε	=	προϊδεάζω
προϊδεάζει	=	προϊδεάζω
προϊδεάζεις	=	προϊδεάζω
προϊδεάζετε	=	προϊδεάζω
προϊδεάζοντας	=	προϊδεάζω
προϊδεάζουμε	=	προϊδεάζω
προϊδεάζουν	=	προϊδεάζω
προϊδεάζουνε	=	προϊδεάζω
προϊδεάζω	verb	δίνω σε κάποιον μια αδρή ιδέα για το τι τον περιμένει
προϊδεάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάσαν	=	προϊδεάζω
προϊδεάσανε	=	προϊδεάζω
προϊδεάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊδέαση
προϊδεάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάσεων	=	προϊδέαση
προϊδεάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϊδεάζω
προϊδεασμέ	=	προϊδεασμός
προϊδεασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊδεασμένο
προϊδεασμένε	verb	κλητική ενικού του προϊδεασμένος
προϊδεασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊδεασμένη
προϊδεασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϊδεασμένος
προϊδεασμένης	verb	γενική ενικού του προϊδεασμένη
προϊδεασμένο	verb	αιτιατική ενικού του προϊδεασμένος
προϊδεασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϊδεασμένος
προϊδεασμένος	verb	που έχει προϊδεαστεί
προϊδεασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προϊδεασμένος
προϊδεασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προϊδεασμένος
προϊδεασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προϊδεασμένος
προϊδεασμοί	=	προϊδεασμός
προϊδεασμού	=	προϊδεασμός
προϊδεασμούς	=	προϊδεασμός
προϊδεασμό	=	προϊδεασμός
προϊδεασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϊδεάζω
προϊδεασμών	=	προϊδεασμός
προϊδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊδωμένο
προϊδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊδωμένη
προϊδωμένης	verb	γενική ενικού του προϊδωμένη
προϊοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊοντικό
προϊοντικέ	adj	κλητική ενικού του προϊοντικός
προϊοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊοντική
προϊοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϊοντικός
προϊοντικής	adj	γενική ενικού του προϊοντική
προϊοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϊοντικός
προϊοντικού	adj	γενική ενικού του προϊοντικός
προϊοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προϊοντικός
προϊοντικό	adj	αιτιατική ενικού του προϊοντικός
προϊοντικός	adj	που έχει σχέση με κάποιο προϊόν ή αναφέρεται σ’ αυτό
προϊοντικών	adj	γενική πληθυντικού του προϊοντικός
προϊοντολογίου	=	προϊοντολόγιο
προϊοντολογίων	=	προϊοντολόγιο
προϊοντολόγια	=	προϊοντολόγιο
προϊοντολόγιο	noun|formal	το σύνολο των προϊόντων ενός καταστήματος, μιας επιχείρησης κ.λπ.
προϊοντολόγιου	=	προϊοντολόγιο
προϊοντολόγιων	=	προϊοντολόγιο
προϊουσών	=	προϊών
προϊούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϊών
προϊούσας	=	προϊών
προϊούσες	=	προϊών
προϊούσης	=	προϊών
προϊστάμενα	=	προϊστάμενος
προϊστάμενε	noun	κλητική ενικού του προϊστάμενος
προϊστάμενες	=	προϊσταμένη
προϊστάμενη	=	προϊστάμενος
προϊστάμενης	=	προϊστάμενος
προϊστάμενο	noun	αιτιατική ενικού του προϊστάμενος
προϊστάμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϊστάμενος
προϊστάμενος	noun	ο ανώτερος υπάλληλος, ο επικεφαλής μιας υπηρεσίας ή τμήματος, αυτός που κατευθύνει το έργο και ελέγχει τους άλλους υπαλλήλους, τους υφισταμένους του
προϊστάμενου	noun	γενική ενικού του προϊστάμενος
προϊστάμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προϊστάμενος
προϊστάμενων	noun	γενική πληθυντικού του προϊστάμενος
προϊστίου	=	προΐστιο
προϊστίων	=	προΐστιο
προϊσταμένη	noun	αυτή που διοικεί ένα τμήμα μιας υπηρεσίας
προϊσταμένης	=	προϊσταμένη
προϊσταμένου	noun	γενική ενικού του προϊστάμενος
προϊσταμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του προϊστάμενος
προϊσταμένων	noun	γενική πληθυντικού του προϊστάμενος
προϊστορία	noun	η περίοδος της ζωής του ανθρώπου χωρίς γραπτό λόγο
προϊστορίας	noun	γενική ενικού του προϊστορία
προϊστορίες	=	προϊστορία
προϊστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊστορικό	adv	κατά τη διάρκεια της προϊστορικής περιόδου
προϊστορικέ	adj	κλητική ενικού του προϊστορικός
προϊστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊστορική
προϊστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϊστορικός
προϊστορικής	adj	γενική ενικού του προϊστορική
προϊστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϊστορικός
προϊστορικού	adj	γενική ενικού του προϊστορικός
προϊστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του προϊστορικός
προϊστορικό	adj	αιτιατική ενικού του προϊστορικός
προϊστορικός	adj	που έχει σχέση με την προϊστορία, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
προϊστορικών	adj	γενική πληθυντικού του προϊστορικός
προϊστοριών	noun	γενική πληθυντικού του προϊστορία
προϊων	=	προϊών
προϊόν	noun	αυτό που παράγεται (σε κάποιον τομέα της οικονομίας)
προϊόντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϊόν
προϊόντες	=	προϊών
προϊόντος	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προϊών	noun	γενική ενικού του προϊόν
προϊόντων	noun	γενική πληθυντικού του προϊόν
προϊών	verb	κάτι που εξελίσσεται κλιμακωτά, βαθμιαία, σταδιακά ή προοδευτικά
προϋπάντα	=	προϋπαντώ
προϋπάνταγε	=	προϋπαντώ
προϋπάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπάντηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϋπαντώ
προϋπάντησης	noun	γενική ενικού του προϋπάντηση
προϋπάρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρξεων	=	προΰπαρξη
προϋπάρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπάρχον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του προϋπάρχων
προϋπάρχοντα	=	προϋπάρχων
προϋπάρχοντας	=	προϋπάρχων
προϋπάρχοντες	=	προϋπάρχων
προϋπάρχοντος	=	προϋπάρχων
προϋπάρχουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϋπάρχων
προϋπάρχουσας	=	προϋπάρχων
προϋπάρχουσες	=	προϋπάρχων
προϋπάρχω	verb	υπάρχω από πριν
προϋπάρχων	verb|formal	που προϋπάρχει
προϋπέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋπέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋπέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋπέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋπήρξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπήρξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπήρξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπήρξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπήρξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπήρξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπάρχω
προϋπαντά	=	προϋπαντώ
προϋπαντάει	=	προϋπαντώ
προϋπαντάμε	=	προϋπαντώ
προϋπαντάν	=	προϋπαντώ
προϋπαντάνε	=	προϋπαντώ
προϋπαντάς	=	προϋπαντώ
προϋπαντάσαι	=	προϋπαντώ
προϋπαντάσθε	=	προϋπαντώ
προϋπαντάστε	=	προϋπαντώ
προϋπαντάται	=	προϋπαντώ
προϋπαντάτε	=	προϋπαντώ
προϋπαντάω	=	προϋπαντώ
προϋπαντήθηκα	=	προϋπαντώ
προϋπαντήθηκαν	=	προϋπαντώ
προϋπαντήθηκε	=	προϋπαντώ
προϋπαντήθηκες	=	προϋπαντώ
προϋπαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήσαν	=	προϋπαντώ
προϋπαντήσανε	=	προϋπαντώ
προϋπαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπάντηση
προϋπαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήσεων	noun	γενική πληθυντικού του προϋπάντηση
προϋπαντήσεως	noun|formal	γενική ενικού του προϋπάντηση
προϋπαντήσου	=	προϋπαντώ
προϋπαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντηθήκαμε	=	προϋπαντώ
προϋπαντηθήκαν	=	προϋπαντώ
προϋπαντηθήκανε	=	προϋπαντώ
προϋπαντηθήκατε	=	προϋπαντώ
προϋπαντηθεί	=	προϋπαντώ
προϋπαντηθείτε	=	προϋπαντώ
προϋπαντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαντιέσαι	=	προϋπαντώ
προϋπαντιέστε	=	προϋπαντώ
προϋπαντιέται	=	προϋπαντώ
προϋπαντιούνται	=	προϋπαντώ
προϋπαντιούνταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόμασταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόμαστε	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόμουν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόμουνα	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόνταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόντανε	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόντουσαν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόσασταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόσαστε	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόσουν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόσουνα	=	προϋπαντώ
προϋπαντιόταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντιότανε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούμε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούν	=	προϋπαντώ
προϋπαντούνε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσα	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσαμε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσαν	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσανε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσατε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσε	=	προϋπαντώ
προϋπαντούσες	=	προϋπαντώ
προϋπαντόμασταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντόμαστε	=	προϋπαντώ
προϋπαντόμουν	=	προϋπαντώ
προϋπαντόνταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντόντουσαν	=	προϋπαντώ
προϋπαντόσασταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντόσουν	=	προϋπαντώ
προϋπαντόταν	=	προϋπαντώ
προϋπαντώ	verb	πάω να συναντήσω κάποιον πριν φτάσει προς το μέρος μου, και να τον καλωσορίσω
προϋπαντώμαι	=	προϋπαντώ
προϋπαντώμεθα	=	προϋπαντώ
προϋπαντώνται	=	προϋπαντώ
προϋπαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προϋπαντώ
προϋπαρχουσών	=	προϋπάρχων
προϋπαρχούσης	=	προϋπάρχων
προϋπαρχόντων	=	προϋπάρχων
προϋπηρέτει	=	προϋπηρετώ
προϋπηρέτησα	=	προϋπηρετώ
προϋπηρέτησαν	=	προϋπηρετώ
προϋπηρέτησε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρέτησες	=	προϋπηρετώ
προϋπηρεσία	noun	η υπηρεσία που έχει κάποιος σε προηγούμενη ίδια ή παρόμοια με την τωρινή
προϋπηρεσίας	noun	γενική ενικού του προϋπηρεσία
προϋπηρεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπηρεσία
προϋπηρεσιακά	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακέ	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακές	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακή	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακής	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακοί	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακού	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακούς	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακό	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιακός	adj	που έχει σχέση με προϋπηρεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
προϋπηρεσιακών	=	προϋπηρεσιακός
προϋπηρεσιών	noun	γενική πληθυντικού του προϋπηρεσία
προϋπηρετήσαμε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετήσαν	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετήσανε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετήσατε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετήσει	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετήστε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετεί	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετείς	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετείτε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούμε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούν	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούνε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσα	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσαμε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσαν	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσανε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσατε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσε	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετούσες	=	προϋπηρετώ
προϋπηρετώ	verb	διαθέτω προϋπηρεσία
προϋπηρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προϋπηρετώ
προϋπογεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπογεγραμμένο
προϋπογεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του προϋπογεγραμμένος
προϋπογεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπογεγραμμένη
προϋπογεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϋπογεγραμμένος
προϋπογεγραμμένης	verb	γενική ενικού του προϋπογεγραμμένη
προϋπογεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του προϋπογεγραμμένος
προϋπογεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϋπογεγραμμένος
προϋπογεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προϋπογεγραμμένος
προϋπογεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προϋπογεγραμμένος
προϋπογεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προϋπογεγραμμένος
προϋπογράφω	verb|formal	υπογράφω από πριν, εκ των προτέρων
προϋπογραφές	=	προϋπογραφή
προϋπογραφή	noun	το αποτέλεσμα του προϋπογράφω
προϋπογραφής	=	προϋπογραφή
προϋπογραφών	=	προϋπογραφή
προϋποθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπόθεση
προϋποθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του προϋπόθεση
προϋποθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του προϋπόθεση
προϋποθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋποθέτω	verb	θέτω ως προϋπόθεση, θεωρώ κάτι ως αναγκαίο για να επιτευχθεί κάτι άλλο
προϋπολογίζαμε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζαν	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζανε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζατε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζει	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζεις	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζεσαι	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίζεστε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίζεται	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίζετε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος προϋπολογίζω
προϋπολογίζονται	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίζονταν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίζοντας	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζου	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίζουμε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζουν	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζουνε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίζω	verb	υπολογίζω από πριν, εκ των προτέρων, φτιάχνω προϋπολογισμό
προϋπολογίσαμε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίσαν	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίσανε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίσατε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίσει	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίσεις	=	προϋπολόγιση
προϋπολογίσεων	=	προϋπολόγιση
προϋπολογίσου	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίστε	=	προϋπολογίζω
προϋπολογίστηκα	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίστηκαν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίστηκε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογίστηκες	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόμασταν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόμαστε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόμουν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόμουνα	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόντουσαν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόσασταν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόσαστε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόσουν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόσουνα	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζόταν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιζότανε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογισμέ	noun	κλητική ενικού του προϋπολογισμός
προϋπολογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπολογισμένο
προϋπολογισμένε	verb	κλητική ενικού του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προϋπολογισμένη
προϋπολογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμένης	verb	γενική ενικού του προϋπολογισμένη
προϋπολογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προϋπολογίζω
προϋπολογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του προϋπολογισμένος
προϋπολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του προϋπολογισμός
προϋπολογισμού	noun	γενική ενικού του προϋπολογισμός
προϋπολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του προϋπολογισμός
προϋπολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του προϋπολογισμός
προϋπολογισμός	noun	η καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένονται στο άμεσο μέλλον
προϋπολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του προϋπολογισμός
προϋπολογιστήκαμε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιστήκαν	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιστήκανε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιστήκατε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιστεί	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιστείτε	=	προϋπολογίζομαι
προϋπολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του προϋπολογιστικός	adv	με προϋπολογιστικό τρόπο
προϋπολογιστικέ	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικές	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστική	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικής	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικοί	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικού	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικούς	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικός	verb	που έχει σχέση με το προϋπολογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
προϋπολογιστικών	=	προϋπολογιστικός
προϋπολογιστικώς	adv	με προϋπολογιστικό τρόπο
προϋπολόγιζα	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγιζαν	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγιζε	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγιζες	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγισα	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγισαν	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγισε	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγισες	=	προϋπολογίζω
προϋπολόγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϋπολογίζω
προϋπολόγισης	=	προϋπολόγιση
προϋποστάσεις	=	προϋπόσταση
προϋποστάσεων	=	προϋπόσταση
προϋποσχέσεις	=	προϋπόσχεση
προϋποσχέσεων	=	προϋπόσχεση
προϋποτίθεμαι	=	προϋποθέτω
προϋποτίθεται	verb|formal	τίθεται ως προϋπόθεση
προϋπόθεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προϋποθέτω
προϋπόθεση	noun	κάτι που πρέπει να έχει επιτευχθεί πριν επιτευχθεί κάτι άλλο, ο όρος
προϋπόθεσης	noun	γενική ενικού του προϋπόθεση
προϋπόθεσις	noun	η προϋπόθεση
προϋπόσταση	noun|formal	η εκ των προτέρων υπόσταση
προϋπόστασης	=	προϋπόσταση
προϋπόσχεση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προϋπόσχομαι
προϋπόσχεσης	=	προϋπόσχεση
προϋπόσχομαι	verb|formal	υπόσχομαι από πριν, εκ των προτέρων
προϋφίσταμαι	verb|archaic	υφίσταμαι από πριν, εκ των προτέρων
προϋφιστάμενα	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενε	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενες	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενη	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενης	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενο	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενοι	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενος	verb	που υφίσταται εκ των προτέρων
προϋφιστάμενου	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενους	=	προϋφιστάμενος
προϋφιστάμενων	=	προϋφιστάμενος
προόδευα	=	προοδεύω
προόδευαν	=	προοδεύω
προόδευε	=	προοδεύω
προόδευες	=	προοδεύω
προόδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προόδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προόδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προόδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προοδεύω
προόδου	noun	γενική ενικού του πρόοδος
προόδους	=	πρόοδος
προόδων	=	πρόοδος
προόλκαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προόλκαιο
προόπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προόπτης
προόριζα	=	προορίζω
προόριζαν	=	προορίζω
προόριζε	=	προορίζω
προόριζες	=	προορίζω
προόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προορίζω
προόστρακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προόστρακο
προόψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόοψη
προύμυτα	adv	άλλη μορφή του μπρούμυτα
προύνο	noun	δαμάσκηνο
προύχοντα	=	προύχοντας
προύχοντας	noun	δημογέροντας κοτζάμπασης, πρόκριτος, προεστός
προύχοντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του προύχοντας
προύχων	noun	προύχοντας
προώθει	=	προωθώ
προώθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προώθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προώθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προώθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προωθώ
προώθηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του προωθώ
προώθησης	noun	γενική ενικού του προώθηση
προώθησις	noun	η προώθηση
προώρως	adv	πρόωρα
προώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόωση
προώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρόωση
προώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρόωση
πρυμάρω	verb|slang	ταξιδεύω με πλοίο, σαλπάρω
πρυμάτσα	noun|vulgar	πρυμνήσιο, πρυμνοδέτης
πρυμάτσας	=	πρυμάτσα
πρυμάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυμάτσα
πρυμήσια	=	πρυμήσιος
πρυμήσιας	=	πρυμήσιος
πρυμήσιε	=	πρυμήσιος
πρυμήσιες	=	πρυμήσιος
πρυμήσιο	=	πρυμήσιος
πρυμήσιοι	=	πρυμήσιος
πρυμήσιος	adj	άλλη μορφή του πρυμνήσιος
πρυμήσιου	=	πρυμήσιος
πρυμήσιους	=	πρυμήσιος
πρυμήσιων	=	πρυμήσιος
πρυμίζαμε	=	πρυμίζω
πρυμίζαν	=	πρυμίζω
πρυμίζανε	=	πρυμίζω
πρυμίζατε	=	πρυμίζω
πρυμίζει	=	πρυμίζω
πρυμίζεις	=	πρυμίζω
πρυμίζετε	=	πρυμίζω
πρυμίζοντας	=	πρυμίζω
πρυμίζουμε	=	πρυμίζω
πρυμίζουν	=	πρυμίζω
πρυμίζουνε	=	πρυμίζω
πρυμίζω	verb	στρέφω την πρύμνη προς τον άνεμο
πρυμίσαμε	=	πρυμίζω
πρυμίσαν	=	πρυμίζω
πρυμίσανε	=	πρυμίζω
πρυμίσατε	=	πρυμίζω
πρυμίσει	=	πρυμίζω
πρυμίσματα	=	πρύμισμα
πρυμίσματος	=	πρύμισμα
πρυμίστε	=	πρυμίζω
πρυματσάριζα	=	πρυματσάρω
πρυματσάρισα	=	πρυματσάρω
πρυματσάρισμα	noun|vulgar	πρυμνοδέτηση πλοίου
πρυματσάρομαι	=	πρυματσάρω
πρυματσάρω	verb|vulgar	κατευθύνομαι με την πρύμνη, πλησιάζω με την πρύμη
πρυματσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυματσάρισμα
πρυματσαρίσματος	noun	γενική ενικού του πρυματσάρισμα
πρυματσαρίσω	=	πρυματσάρω
πρυματσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρυματσάρισμα
πρυματσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυματσαρισμένο
πρυματσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του πρυματσαρισμένος
πρυματσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυματσαρισμένη
πρυματσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυματσαρισμένος
πρυματσαρισμένης	verb	γενική ενικού του πρυματσαρισμένη
πρυματσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρυματσαρισμένος
πρυματσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρυματσαρισμένος
πρυματσαρισμένος	verb	πρυμνοδετημένος
πρυματσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρυματσαρισμένος
πρυματσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρυματσαρισμένος
πρυματσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρυματσαρισμένος
πρυμιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρυμιός	adv	στην πρύμνη
πρυμιέ	adj	κλητική ενικού του πρυμιός
πρυμιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυμιή
πρυμιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυμιός
πρυμιής	adj	γενική ενικού του πρυμιή
πρυμιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρυμιός
πρυμιού	adj	γενική ενικού του πρυμιός
πρυμιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρυμιός
πρυμισμάτων	=	πρύμισμα
πρυμιό	adj	αιτιατική ενικού του πρυμιός
πρυμιός	adj|vulgar	άλλη μορφή του πρυμνήσιος
πρυμιών	adj	γενική πληθυντικού του πρυμιός
πρυμνήσια	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιας	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιε	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιες	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιο	adj	αιτιατική ενικού του πρυμνήσιος
πρυμνήσιοι	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιος	adj	που έχει σχέση με την πρύμνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρυμνήσιου	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιους	=	πρυμνήσιος
πρυμνήσιων	=	πρυμνήσιος
πρυμνήτες	=	πρυμνήτης
πρυμνήτη	=	πρυμνήτης
πρυμνήτης	noun	ο υπαξιωματικός ή ναύτης καταστρώματος, που εκτελεί υπηρεσία στην πρύμνη πλοίου ή σκάφους
πρυμναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυμναίος
πρυμναίας	=	πρυμναίος
πρυμναίε	=	πρυμναίος
πρυμναίες	=	πρυμναίος
πρυμναίο	adj	αιτιατική ενικού του πρυμναίος
πρυμναίοι	=	πρυμναίος
πρυμναίος	adj|formal	που αφορά ή ανήκει στο πίσω μέρος του σκάφους (π.χ. πλοίου, αεροπλάνου, βάρκας)
πρυμναίου	=	πρυμναίος
πρυμναίους	=	πρυμναίος
πρυμναίων	=	πρυμναίος
πρυμνητών	=	πρυμνήτης
πρυμνιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρυμνιός	adv	στην πρύμνη
πρυμνιέ	adj	κλητική ενικού του πρυμνιός
πρυμνιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυμνιή
πρυμνιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυμνιός
πρυμνιής	adj	γενική ενικού του πρυμνιή
πρυμνιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρυμνιός
πρυμνιού	adj	γενική ενικού του πρυμνιός
πρυμνιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρυμνιός
πρυμνιό	adj	αιτιατική ενικού του πρυμνιός
πρυμνιός	adj|vulgar	άλλη μορφή του πρυμνήσιος
πρυμνιών	adj	γενική πληθυντικού του πρυμνιός
πρυμνοδέτει	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδέτες	=	πρυμνοδέτης
πρυμνοδέτη	=	πρυμνοδέτης
πρυμνοδέτης	noun	αλυσίδα ή σχοινί με τα οποία προσδένουν πλεούμενο, από την πρύμνη του, στη στεριά ή σε άλλο πλεούμενο
πρυμνοδέτησα	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδέτησαν	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδέτησε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδέτησες	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδέτηση	noun|formal	η πρόσδεση πλοίου ή σκάφους σε προβλήτα μόνο από την πρύμνη
πρυμνοδέτησης	noun	γενική ενικού του πρυμνοδέτηση
πρυμνοδετήσαμε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετήσαν	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετήσανε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετήσατε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετήσει	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυμνοδέτηση
πρυμνοδετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πρυμνοδέτηση
πρυμνοδετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πρυμνοδέτηση
πρυμνοδετήστε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετεί	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετείς	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετείτε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυμνοδετημένο
πρυμνοδετημένε	verb	κλητική ενικού του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυμνοδετημένη
πρυμνοδετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετημένης	verb	γενική ενικού του πρυμνοδετημένη
πρυμνοδετημένο	verb	αιτιατική ενικού του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρυμνοδετώ
πρυμνοδετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρυμνοδετημένος
πρυμνοδετούμε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούν	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούνε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσα	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσαμε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσαν	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσανε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσατε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσε	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετούσες	=	πρυμνοδετώ
πρυμνοδετώ	verb|formal	δένω πλοίο ή σκάφος σε προβλήτα μόνο από την πρύμνη
πρυμνοδετών	=	πρυμνοδέτης
πρυμνοδετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρυμνοδετώ
πρυμνόδετα	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετε	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετες	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετη	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετης	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετο	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετοι	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετος	adj	ο πρυμνοδετημένος
πρυμνόδετου	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετους	=	πρυμνόδετος
πρυμνόδετων	=	πρυμνόδετος
πρυμνών	=	πρύμνη
πρυμών	=	πρύμη
πρυτάνεις	=	πρύτανης
πρυτάνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτάνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτάνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτάνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτάνεων	=	πρύτανης
πρυτάνεως	=	πρύτανης
πρυτάνισσα	noun	θηλυκό του πρύτανης
πρυτάνισσας	noun	γενική ενικού του πρυτάνισσα
πρυτάνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυτάνισσα
πρυτανεία	noun	η χρονική περίοδος (35-36 ημερών, το 1/10 του έτους) κατά την οποία ασκούσαν την εκτελεστική εξουσία οι πενήντα πρυτάνεις κάποιας φυλής
πρυτανείας	noun	γενική ενικού του πρυτανεία
πρυτανείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυτανεία
πρυτανείο	noun	δημόσιο κτήριο στο οποίο συναθροίζονταν, συσκέπτονταν και σιτίζονταν οι πρυτάνεις
πρυτανείου	noun	γενική ενικού του πρυτανείο
πρυτανείων	noun	γενική πληθυντικού του πρυτανείο
πρυτανειών	noun	γενική πληθυντικού του πρυτανεία
πρυτανευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυτανευμένο
πρυτανευμένε	verb	κλητική ενικού του πρυτανευμένος
πρυτανευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυτανευμένη
πρυτανευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυτανευμένος
πρυτανευμένης	verb	γενική ενικού του πρυτανευμένη
πρυτανευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρυτανευμένος
πρυτανευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρυτανευμένος
πρυτανευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρυτανευμένος
πρυτανευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρυτανευμένος
πρυτανευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρυτανευμένος
πρυτανεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρυτανεύω
πρυτανεύω	verb	επικρατώ, κυριαρχώ
πρυτανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυτανικό
πρυτανικέ	adj	κλητική ενικού του πρυτανικός
πρυτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρυτανική
πρυτανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρυτανικός
πρυτανικής	adj	γενική ενικού του πρυτανική
πρυτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρυτανικός
πρυτανικού	adj	γενική ενικού του πρυτανικός
πρυτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρυτανικός
πρυτανικό	adj	αιτιατική ενικού του πρυτανικός
πρυτανικός	adj	που έχει σχέση με τον πρύτανη ή την πρυτανεία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
πρυτανικών	adj	γενική πληθυντικού του πρυτανικός
πρυτανισσών	noun	γενική πληθυντικού του πρυτάνισσα
πρωί	noun	οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου	adv	κατά το πρωί, κατά τις πρωινές ώρες, νωρίς
πρωία	noun|formal	το πρωί (σε εκφράσεις που δείχνουν ενόχληση, δυσαρέσκεια ή ειρωνικές)
πρωίας	noun	γενική ενικού του πρωία
πρωίες	=	πρωία
πρωθιέρεια	noun	η πρώτη από τις ιέρειες σε ένα ναό ή μία τελετουργία
πρωθιέρειας	=	πρωθιέρεια
πρωθιέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθιέρεια
πρωθιεράρχες	=	πρωθιεράρχης
πρωθιεράρχη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωθιεράρχης
πρωθιεράρχης	noun	ο πρώτος μεταξύ των ιεραρχών
πρωθιερέα	=	πρωθιερέας
πρωθιερέας	noun	ο πρώτος μεταξύ των ιερέων (θηλυκό πρωθιέρεια)
πρωθιερέων	=	πρωθιερέας
πρωθιερέως	=	πρωθιερέας
πρωθιεραρχία	noun	το αξίωμα του πρωθιεράρχη
πρωθιεραρχίας	=	πρωθιεραρχία
πρωθιεραρχίες	=	πρωθιεραρχία
πρωθιεραρχιών	=	πρωθιεραρχία
πρωθιεραρχών	=	πρωθιεράρχης
πρωθιερείς	=	πρωθιερέας
πρωθιερειών	=	πρωθιέρεια
πρωθυπολοχαγέ	noun	κλητική ενικού του πρωθυπολοχαγός
πρωθυπολοχαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπολοχαγός
πρωθυπολοχαγού	noun	γενική ενικού του πρωθυπολοχαγός
πρωθυπολοχαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωθυπολοχαγός
πρωθυπολοχαγό	noun	αιτιατική ενικού του πρωθυπολοχαγός
πρωθυπολοχαγός	noun	ιστορικός βαθμός κατώτερου αξιωματικού του ελληνικού στρατού ξηράς ανώτερος του υπολοχαγού και κατώτερο του λοχαγού.
πρωθυπολοχαγών	noun	γενική πληθυντικού του πρωθυπολοχαγός
πρωθυπουργάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργάρα
πρωθυπουργέ	noun	κλητική ενικού του πρωθυπουργός
πρωθυπουργήσιμα	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμε	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμες	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμη	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμης	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμο	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμοι	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμος	adj|formal	πρόσωπο που θεωρείται κατάλληλο ή πιθανό να αναλάβει πρωθυπουργικό αξίωμα
πρωθυπουργήσιμου	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμους	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργήσιμων	=	πρωθυπουργήσιμος
πρωθυπουργία	noun	η διάρκεια της θητείας ενός πρωθυπουργού
πρωθυπουργίας	noun	γενική ενικού του πρωθυπουργία
πρωθυπουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργία
πρωθυπουργίνα	noun	γυναίκα πρωθυπουργός
πρωθυπουργίνας	=	πρωθυπουργίνα
πρωθυπουργίνες	=	πρωθυπουργίνα
πρωθυπουργίνων	=	πρωθυπουργίνα
πρωθυπουργεύαμε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύαν	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύανε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύατε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύει	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύεις	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύετε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύοντας	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύουμε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύουν	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύουνε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύσαμε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύσαν	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύσανε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύσατε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύσει	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύστε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπουργεύω	verb	είμαι πρωθυπουργός και εκτελώ τα σχετικά καθήκοντα
πρωθυπουργησιμοτήτων	=	πρωθυπουργησιμότητα
πρωθυπουργησιμότητα	noun	η ικανότητα του να είναι κανείς (εν ενεργεία ή εν δυνάμει) πρωθυπουργός σύμφωνα με την κοινή γνώμη
πρωθυπουργησιμότητας	=	πρωθυπουργησιμότητα
πρωθυπουργησιμότητες	=	πρωθυπουργησιμότητα
πρωθυπουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργικό
πρωθυπουργικέ	adj	κλητική ενικού του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργική
πρωθυπουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πρωθυπουργική) του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικού	adj	γενική ενικού του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργικός	adj	ο σχετικός με πρωθυπουργό και καθήκοντά του
πρωθυπουργικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωθυπουργικός
πρωθυπουργιών	noun	γενική πληθυντικού του πρωθυπουργία
πρωθυπουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργός
πρωθυπουργοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργοκεντρικό
πρωθυπουργοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργοκεντρική
πρωθυπουργοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρικής	adj	γενική ενικού του πρωθυπουργοκεντρική
πρωθυπουργοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρικού	adj	γενική ενικού του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρικός	adj	σύστημα διακυβέρνησης καθορισμένο από το σύνταγμα που δίνει τις περισσότερες εξουσίες στον πρωθυπουργό σε αντιδιαστολή με συστήματα που τις δίνουν στον πρόεδρο
πρωθυπουργοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωθυπουργοκεντρικός
πρωθυπουργοκεντρισμέ	=	πρωθυπουργοκεντρισμός
πρωθυπουργοκεντρισμοί	=	πρωθυπουργοκεντρισμός
πρωθυπουργοκεντρισμού	=	πρωθυπουργοκεντρισμός
πρωθυπουργοκεντρισμούς	=	πρωθυπουργοκεντρισμός
πρωθυπουργοκεντρισμό	=	πρωθυπουργοκεντρισμός
πρωθυπουργοκεντρισμός	noun	η συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του πρωθυπουργού
πρωθυπουργοκεντρισμών	=	πρωθυπουργοκεντρισμός
πρωθυπουργοπροεδρικός	adj|rare	που συνδυάζει τις αρμοδιότητες του πρωθυπουργού και του προέδρου ενός κράτους
πρωθυπουργού	noun	γενική ενικού του πρωθυπουργός
πρωθυπουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωθυπουργός
πρωθυπουργό	noun	αιτιατική ενικού του πρωθυπουργός
πρωθυπουργόν	=	πρωθυπουργός
πρωθυπουργός	noun	επικεφαλής (πρόεδρος) της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου
πρωθυπουργών	noun	γενική πληθυντικού του πρωθυπουργός
πρωθυπούργευα	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευαν	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευες	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευσα	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευσαν	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευσε	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυπούργευσες	=	πρωθυπουργεύω
πρωθυστέρως	adv	πρωθύστερα
πρωθύστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωθύστερος	adv|formal	με πρωθύστερο τρόπο
πρωθύστερε	adj	κλητική ενικού του πρωθύστερος
πρωθύστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωθύστερη
πρωθύστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωθύστερος
πρωθύστερης	adj	γενική ενικού του πρωθύστερη
πρωθύστερο	adj	αιτιατική ενικού του πρωθύστερος	noun	αναφορά μιας έννοιας στην αρχή μιας φράσης, ενώ χρονολογικά και λογικά θα έπρεπε να ακολουθεί
πρωθύστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωθύστερος
πρωθύστερος	adj|formal	που μπαίνει μπροστά ή αρχικά (αντί να έπεται)
πρωθύστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωθύστερος
πρωθύστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωθύστερος
πρωθύστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωθύστερος
πρωιμάδι	noun|vulgar	ο πρώιμος καρπός
πρωιμάδια	=	πρωιμάδι
πρωιμιά	noun|vulgar	η πρώιμη κατάσταση ή ιδιότητα
πρωιμιάς	=	πρωιμιά
πρωιμιές	=	πρωιμιά
πρωιμιών	=	πρωιμιά
πρωιμοθέριζα	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέριζαν	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέριζε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέριζες	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέρισα	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέρισαν	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέρισε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθέρισες	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζαμε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζαν	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζανε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζατε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζει	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζεις	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζετε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζομαι	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζοντας	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζουμε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζουν	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζουνε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίζω	verb|figurative	θερίζω κάτι πρώιμα
πρωιμοθερίσαμε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίσαν	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίσανε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίσατε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίσει	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοθερίστε	=	πρωιμοθερίζω
πρωιμοτήτων	=	πρωιμότητα
πρωιμότατα	=	πρώιμος
πρωιμότατε	=	πρώιμος
πρωιμότατες	=	πρώιμος
πρωιμότατη	=	πρώιμος
πρωιμότατης	=	πρώιμος
πρωιμότατο	=	πρώιμος
πρωιμότατοι	=	πρώιμος
πρωιμότατος	=	πρώιμος
πρωιμότατου	=	πρώιμος
πρωιμότατους	=	πρώιμος
πρωιμότατων	=	πρώιμος
πρωιμότερα	=	πρώιμος
πρωιμότερε	=	πρώιμος
πρωιμότερες	=	πρώιμος
πρωιμότερη	=	πρώιμος
πρωιμότερης	=	πρώιμος
πρωιμότερο	=	πρώιμος
πρωιμότεροι	=	πρώιμος
πρωιμότερος	=	πρώιμος
πρωιμότερου	=	πρώιμος
πρωιμότερους	=	πρώιμος
πρωιμότερων	=	πρώιμος
πρωιμότητα	noun|formal	το να είναι κάτι πρώιμο, η κατάσταση ή η ιδιότητα του πρώιμου
πρωιμότητας	noun	γενική ενικού του πρωιμότητα
πρωιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωιμότητα
πρωινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωινό	adv|rare	πρωί, εωθινά
πρωινάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωινάδικο
πρωινάδικο	noun	τηλεοπτική εκπομπή που προβάλλεται το πρωί και περιλαμβάνει θέματα ψυχαγωγίας, ενημέρωσης και συνεντεύξεις με καλεσμένους
πρωινάδικου	=	πρωινάδικο
πρωινάδικων	=	πρωινάδικο
πρωινέ	adj	κλητική ενικού του πρωινός
πρωινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωινή
πρωινή	noun|dated	το πρωί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωινός
πρωινής	adj	γενική ενικού του πρωινή
πρωινιάτικα	adv	νωρίς το πρωί
πρωινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωινός
πρωινού	adj	γενική ενικού του πρωινός, αρσενικό	noun	γενική ενικού του πρωινό
πρωινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωινός
πρωινό	noun	το πρωί	adj	αιτιατική ενικού του πρωινός
πρωινός	adj	που γίνεται ή εμφανίζεται το πρωί
πρωινών	adj	γενική πληθυντικού του πρωινός
πρωιού	noun|literary	γενική ενικού του πρωί
πρωιών	noun	γενική πληθυντικού του πρωία
πρωκτέ	noun	κλητική ενικού του πρωκτός
πρωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωκτικό
πρωκτικέ	adj	κλητική ενικού του πρωκτικός
πρωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωκτική
πρωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωκτικός
πρωκτικής	adj	γενική ενικού του πρωκτική
πρωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωκτικός
πρωκτικού	adj	γενική ενικού του πρωκτικός
πρωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωκτικός
πρωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωκτικός
πρωκτικός	adj	του πρωκτού
πρωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωκτικός
πρωκτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωκτός
πρωκτολογία	noun	ιατρικός κλάδος για τις παθήσεις και ασθένειες του πρωκτού, του ορθού και της γύρω περιοχής
πρωκτολογίας	=	πρωκτολογία
πρωκτολογίες	=	πρωκτολογία
πρωκτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωκτολογικό
πρωκτολογικέ	adj	κλητική ενικού του πρωκτολογικός
πρωκτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωκτολογική
πρωκτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωκτολογικός
πρωκτολογικής	adj	γενική ενικού του πρωκτολογική
πρωκτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωκτολογικός
πρωκτολογικού	adj	γενική ενικού του πρωκτολογικός
πρωκτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωκτολογικός
πρωκτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωκτολογικός
πρωκτολογικός	adj	σχετικός με την πρωκτολογία
πρωκτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωκτολογικός
πρωκτολογιών	=	πρωκτολογία
πρωκτολόγε	=	πρωκτολόγος
πρωκτολόγο	=	πρωκτολόγος
πρωκτολόγοι	=	πρωκτολόγος
πρωκτολόγος	noun	ιατρός με ειδίκευση στην πρωκτολογία
πρωκτολόγου	=	πρωκτολόγος
πρωκτολόγους	=	πρωκτολόγος
πρωκτολόγων	=	πρωκτολόγος
πρωκτού	=	πρωκτός
πρωκτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωκτός
πρωκτό	noun	αιτιατική ενικού του πρωκτός
πρωκτός	noun	το οπίσθιο άνοιγμα του πεπτικού σωλήνα που περιβάλλεται από ειδικό δακτύλιο μυών καλούμενος σφιγκτήρας
πρωκτών	noun	γενική πληθυντικού του πρωκτός
πρωράτες	=	πρωράτης
πρωράτη	=	πρωράτης
πρωράτης	noun	ο υπαξιωματικός ή ναύτης καταστρώματος, που εκτελεί υπηρεσία στη πλώρη πλοίου ή σκάφους
πρωραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωραίος
πρωραίας	adj	γενική ενικού του πρωραία
πρωραίε	adj	πρωραίος, στην κλητική του ενικού
πρωραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωραία
πρωραίο	adj	πρωραίος, στην αιτιατική του ενικού
πρωραίοι	adj	πρωραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πρωραίος	adj|formal	ο σχετικός με πλώρη πλοίου ή σκάφους
πρωραίου	adj	γενική ενικού του πρωραίος
πρωραίους	adj	πρωραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πρωραίων	=	πρωραίος
πρωρατικά	noun	ιδιαίτερο μάθημα - κλάδος της ναυτικής τέχνης που διδάσκεται σε ναυτικές ακαδημίες και σχολές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωρατικό
πρωρατικέ	adj	κλητική ενικού του πρωρατικός
πρωρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωρατική
πρωρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωρατικός
πρωρατικής	adj	γενική ενικού του πρωρατική
πρωρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωρατικός
πρωρατικού	adj	γενική ενικού του πρωρατικός
πρωρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωρατικός
πρωρατικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωρατικός
πρωρατικός	adj	ο σχετικός με πρωράτη ή πρωράτες
πρωρατικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωρατικός
πρωρατών	=	πρωράτης
πρωρεύς	noun	ο πρωρέας, ο λοστρόμος
πρωρών	noun	γενική πληθυντικού του πρώρα
πρωσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωσικό
πρωσικέ	adj	κλητική ενικού του πρωσικός
πρωσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωσική
πρωσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωσικός
πρωσικής	adj	γενική ενικού του πρωσική
πρωσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωσικός
πρωσικού	adj	γενική ενικού του πρωσικός
πρωσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωσικός
πρωσικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωσικός
πρωσικός	adj	ο σχετικός με την Πρωσία
πρωσικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωσικός
πρωτάγγελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτάγγελος
πρωτάθλημα	noun	σειρά αθλητικών αγώνων για να αναδειχθεί πρωταθλητής ή πρωταθλήτρια ομάδα
πρωτάκι	noun	παιδί που πάει στην πρώτη τάξη του δημοτικού
πρωτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάκι
πρωτάκουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάκουστο
πρωτάκουστε	adj	κλητική ενικού του πρωτάκουστος
πρωτάκουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάκουστη|πρωτάκουστη]]]]
πρωτάκουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτάκουστος
πρωτάκουστης	adj	γενική ενικού του πρωτάκουστη
πρωτάκουστο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτάκουστος
πρωτάκουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτάκουστος
πρωτάκουστος	adj	(σπάνια) που δεν έχει ακουστεί ξανά
πρωτάκουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτάκουστος
πρωτάκουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτάκουστος
πρωτάκουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτάκουστος
πρωτάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτάρης
πρωτάρας	adj	γενική ενικού του πρωτάρα
πρωτάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρα
πρωτάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωτάρης
πρωτάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρης
πρωτάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του πρωτάρης
πρωτάρης	adj	αυτός που δοκιμάζει κάτι για πρώτη φορά
πρωτάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρικο
πρωτάρικε	adj	κλητική ενικού του πρωτάρικος
πρωτάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρικη
πρωτάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτάρικος
πρωτάρικης	adj	γενική ενικού του πρωτάρικη
πρωτάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωτάρης
πρωτάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρικος
πρωτάρικος	adj	χαρακτηριστικός του πρωτάρη
πρωτάρικου	adj	γενική ενικού του πρωτάρικο
πρωτάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτάρικος
πρωτάρικων	adj	γενική πληθυντικού του πρωτάρικο
πρωτάρχιζα	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχιζαν	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχιζε	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχιζες	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχισα	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχισαν	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχισε	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχισες	=	πρωταρχίζω
πρωτάρχισμα	noun	η πρώτη αρχή, η πρώτη φορά που γίνεται κάτι
πρωτάρχιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρχιστο
πρωτάρχιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρχιστη
πρωτάρχιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρχιστος
πρωτάρχοντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάρχοντας
πρωτάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάτο
πρωτάτο	noun	ο σημαντικότερος (συνήθως σε κεντρικό σημείο) ναός ενός μοναστηριού ή ενός μοναστηριακού συγκροτήματος
πρωτάτου	noun	γενική ενικού του πρωτάτο
πρωτάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτάτο
πρωτέα	noun	είδος λουλουδιών
πρωτέγγραφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτέγγραφος
πρωτέκδικε	=	πρωτέκδικος
πρωτέκδικο	=	πρωτέκδικος
πρωτέκδικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτέκδικος
πρωτέκδικος	noun	ο πρώτος δικαστής
πρωτέκδικου	=	πρωτέκδικος
πρωτέκδικους	=	πρωτέκδικος
πρωτέκδικων	=	πρωτέκδικος
πρωτέωμα	noun	άλλη μορφή του πρωτεΐνωμα
πρωτίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτίδιο
πρωτίδιο	noun	σύνολο ενώσεων που περιλαμβάνει αμινοξέα, πεπτίδια και πρωτεΐνες
πρωτίδιου	=	πρωτίδιο
πρωτίδιων	=	πρωτίδιο
πρωτίστη	=	πρώτιστος
πρωτίστης	=	πρώτιστος
πρωτίστου	=	πρώτιστος
πρωτίστους	=	πρώτιστος
πρωτίστων	=	πρώτιστος
πρωτίστως	adv|formal	πρώτιστα
πρωταίτιε	noun	κλητική ενικού του πρωταίτιος
πρωταίτιο	noun	αιτιατική ενικού του πρωταίτιος
πρωταίτιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταίτιος
πρωταίτιος	noun	ο κυρίως αίτιος, ένοχος ή υπεύθυνος για κάποια (άδικη) πράξη
πρωταίτιου	noun	γενική ενικού του πρωταίτιος
πρωταίτιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωταίτιος
πρωταίτιων	noun	γενική πληθυντικού του πρωταίτιος
πρωταγροίκητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταγροίκητος
πρωταγωνίστει	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνίστρια	noun	θηλυκό του πρωταγωνιστής
πρωταγωνίστριας	noun	γενική ενικού του πρωταγωνίστρια
πρωταγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταγωνίστρια
πρωταγωνισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταγωνιστής
πρωταγωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωταγωνιστής
πρωταγωνιστής	noun	ο ηθοποιός που έχει τον κύριο ρόλο σε ένα έργο (θεατρικό, τηλεοπτικό κλπ)
πρωταγωνιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσαν	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσανε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσουνε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστεί	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστείς	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστείτε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωταγωνιστικός	adv	με πρωταγωνιστικό τρόπο, με τον τρόπο του πρωταγωνιστή
πρωταγωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταγωνιστική
πρωταγωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστικής	adj	γενική ενικού του πρωταγωνιστική
πρωταγωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστικού	adj	γενική ενικού του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστικός	adj	που έχει σχέση με πρωταγωνιστή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πρωταγωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωταγωνιστικός
πρωταγωνιστούμε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούν	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούνε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσα	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσαμε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσαν	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσανε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσατε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσε	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστούσες	=	πρωταγωνιστώ
πρωταγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του πρωταγωνίστρια
πρωταγωνιστώ	verb|figurative	είμαι πρωταγωνιστής
πρωταγωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του πρωταγωνιστής
πρωταγωνιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωταγωνιστώ
πρωταγόρειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταγόρεια
πρωταγόρειοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταγόρειος
πρωταθλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάθλημα
πρωταθλήματος	noun	γενική ενικού του πρωτάθλημα
πρωταθλήτρια	noun	θηλυκό του πρωταθλητής
πρωταθλήτριας	noun	γενική ενικού του πρωταθλήτρια
πρωταθλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταθλήτρια
πρωταθλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτάθλημα
πρωταθλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταθλητής
πρωταθλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωταθλητής
πρωταθλητής	noun	ο αθλητής ή η αθλητική ομάδα που έχει κερδίσει την πρώτη θέση σε αθλητική διοργάνωση
πρωταθλητισμέ	noun	κλητική ενικού του πρωταθλητισμός
πρωταθλητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταθλητισμός
πρωταθλητισμού	noun	γενική ενικού του πρωταθλητισμός
πρωταθλητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωταθλητισμός
πρωταθλητισμό	noun	αιτιατική ενικού του πρωταθλητισμός
πρωταθλητισμός	noun	συστηματική άθληση με σκοπό να γίνει κάποιος πρωταθλητής με ατομικό ή ομαδικό επίπεδο
πρωταθλητισμών	noun	γενική πληθυντικού του πρωταθλητισμός
πρωταθλητριών	noun	γενική πληθυντικού του πρωταθλήτρια
πρωταθλητών	noun	γενική πληθυντικού του πρωταθλητής
πρωταιτίου	noun	γενική ενικού του πρωταίτιος
πρωταιτίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωταίτιος
πρωταιτίων	noun	γενική πληθυντικού του πρωταίτιος
πρωτακούσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτάκουσμα
πρωτακτίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτακτίνιο
πρωτακτίνιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 91 και χημικό σύμβολο το Pa, που ανακαλύφθηκε το 1917
πρωτακτίνιου	=	πρωτακτίνιο
πρωτακτινίου	noun	γενική ενικού του πρωτακτίνιο
πρωτακτινίων	=	πρωτακτίνιο
πρωταλλαγάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταλλαγάτορας
πρωταμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταμίνη
πρωτανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτανδρία
πρωτανοίγω	verb	ανοίγω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτανοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτανοψία
πρωτανωμαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτανωμαλία
πρωταποστολάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταποστολάριος
πρωταπριλιά	noun	η πρώτη ημέρα του Απριλίου, κατά την οποία σύμφωνα με το έθιμο συνηθίζεται οι άνθρωποι να λένε μικρά ψέματα για να γελάσουν
πρωταπριλιάς	noun	γενική ενικού του πρωταπριλιά
πρωταπριλιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωταπριλιάτικος	adv	την Πρωταπριλιά
πρωταπριλιάτικε	adj	κλητική ενικού του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταπριλιάτικη
πρωταπριλιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιάτικης	adj	γενική ενικού του πρωταπριλιάτικη
πρωταπριλιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιάτικος	adj	που έχει σχέση με την πρωταπριλιά ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρωταπριλιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωταπριλιάτικος
πρωταπριλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταπριλιά
πρωταπριλιών	=	πρωταπριλιά
πρωταπόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταπόγραφο
πρωταπόγραφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταπόγραφος
πρωταρχίζαμε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζαν	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζανε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζατε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζει	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζεις	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζετε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζοντας	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζουμε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζουν	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζουνε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίζω	verb	κάνω κάτι για πρώτη φορά
πρωταρχίνιζα	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνιζαν	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνιζε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνιζες	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνισα	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνισαν	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνισε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνισες	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχίνισμα	noun	πρωτάρχισμα
πρωταρχίσαμε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίσαν	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίσανε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίσατε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίσει	=	πρωταρχίζω
πρωταρχίσματα	=	πρωτάρχισμα
πρωταρχίσματος	=	πρωτάρχισμα
πρωταρχίστε	=	πρωταρχίζω
πρωταρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωταρχικός	adv	κατά πρώτο και κύριο λόγο
πρωταρχικέ	adj	κλητική ενικού του πρωταρχικός
πρωταρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχική
πρωταρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωταρχικός
πρωταρχικής	adj	γενική ενικού του πρωταρχική
πρωταρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχικός
πρωταρχικού	adj	γενική ενικού του πρωταρχικός
πρωταρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωταρχικός
πρωταρχικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωταρχικός
πρωταρχικός	adj	που έχει την μεγαλύτερη αξία, τον κυριότερο ρόλο
πρωταρχικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πρωταρχικού
πρωταρχικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωταρχικός
πρωταρχικώς	adv|formal	άλλη μορφή του πρωταρχικά
πρωταρχινίζαμε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζαν	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζανε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζατε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζει	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζεις	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζετε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζοντας	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζουμε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζουν	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζουνε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίζω	verb	πρωταρχίζω
πρωταρχινίσαμε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίσαν	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίσανε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίσατε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίσει	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχίνισμα
πρωταρχινίσματος	noun	γενική ενικού του πρωταρχίνισμα
πρωταρχινίστε	=	πρωταρχινίζω
πρωταρχινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωταρχίνισμα
πρωταρχινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχινισμένο
πρωταρχινισμένε	verb	κλητική ενικού του πρωταρχινισμένος
πρωταρχινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχινισμένη
πρωταρχινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωταρχινισμένος
πρωταρχινισμένης	verb	γενική ενικού του πρωταρχινισμένη
πρωταρχινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωταρχινισμένος
πρωταρχινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχινισμένος
πρωταρχινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωταρχινισμένος
πρωταρχινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωταρχινισμένος
πρωταρχινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωταρχινισμένος
πρωταρχισμάτων	=	πρωτάρχισμα
πρωταρχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχισμένο
πρωταρχισμένε	verb	κλητική ενικού του πρωταρχισμένος
πρωταρχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχισμένη
πρωταρχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωταρχισμένος
πρωταρχισμένης	verb	γενική ενικού του πρωταρχισμένη
πρωταρχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωταρχισμένος
πρωταρχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχισμένος
πρωταρχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωταρχισμένος
πρωταρχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωταρχισμένος
πρωταρχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωταρχισμένος
πρωταρχιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταρχιστής
πρωτασηκρήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτασηκρήτης
πρωταστέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταστέρι
πρωτασφαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτασφάλιση
πρωταυγουστιά	noun	η πρώτη μέρα του Αυγούστου και ο εορτασμός της
πρωταυγουστιάς	=	πρωταυγουστιά
πρωταυγουστιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταυγουστιάτικο
πρωταυγουστιάτικε	adj	κλητική ενικού του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωταυγουστιάτικη
πρωταυγουστιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιάτικης	adj	γενική ενικού του πρωταυγουστιάτικη
πρωταυγουστιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιάτικος	adj	που έχει σχέση με την πρωταυγουστιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται κατά τη διάρκειά της
πρωταυγουστιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωταυγουστιάτικος
πρωταυγουστιές	=	πρωταυγουστιά
πρωταυγουστιών	=	πρωταυγουστιά
πρωτεΐδια	=	πρωτεΐδιο
πρωτεΐδιο	noun	πρωτεϊνικό σύμπλοκο ή ένωση που περιέχει πρωτεΐνες
πρωτεΐδιου	=	πρωτεΐδιο
πρωτεΐδιων	=	πρωτεΐδιο
πρωτεΐνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεΐνη
πρωτεΐνη	noun	μακρομόριο που αποτελείται από μια ή περισσότερες αλυσίδες αμινοξέων
πρωτεΐνης	=	πρωτεΐνη
πρωτεΐνωμα	noun	το σύνολο των πρωτεϊνών που δημιουργούνται από κάποιο γονιδίωμα
πρωτεάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεάση
πρωτεάση	noun	ένζυμο που διασπά τις πρωτεΐνες σε μικρότερα πεπτίδια ή αμινοξέα μέσω της προσθήκης νερού, συμβάλλοντας στη διαδικασία της πρωτεϊνόλυσης
πρωτεάσης	=	πρωτεάση
πρωτεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτείο
πρωτείο	noun	η πρώτη θέση, η απόλυτη υπεροχή που έχει κάποιος ή κτ. σε κπ. τομέα δραστηριότητας
πρωτείου	noun	γενική ενικού του πρωτείο
πρωτείων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτείο
πρωτεασών	=	πρωτεάση
πρωτεκδίκου	=	πρωτέκδικος
πρωτεκδίκους	=	πρωτέκδικος
πρωτεκδίκων	=	πρωτέκδικος
πρωτελάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτελάτης
πρωτεξάδελφε	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξάδελφο	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξάδελφοι	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξάδελφος	noun	ο πρώτος εξάδελφος, που οι γονείς τους είναι αδέρφια
πρωτεξάδελφου	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξάδελφους	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξαδέλφες	=	πρωτεξαδέλφη
πρωτεξαδέλφη	noun	η πρώτη εξαδέλφη, που οι γονείς τους είναι αδέρφια
πρωτεξαδέλφης	=	πρωτεξαδέλφη
πρωτεξαδέλφου	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξαδέλφους	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξαδέλφων	=	πρωτεξάδελφος
πρωτεξαδελφών	=	πρωτεξαδέλφη
πρωτεολύσεις	=	πρωτεόλυση
πρωτεολύσεων	=	πρωτεόλυση
πρωτεπίσκοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτεπίσκοπος
πρωτεπίτριτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτεπίτριτος
πρωτεπίτροποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτεπίτροπος
πρωτεπιστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεπιστάτης
πρωτεπιστάτη	=	πρωτεπιστάτης
πρωτεπιστάτης	noun	ο πρώτος από τα τέσσερα μέλη της Ιεράς Επιστασίας του Αγίου Όρους
πρωτεπιστατών	=	πρωτεπιστάτης
πρωτεργάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεργάτης
πρωτεργάτη	=	πρωτεργάτης
πρωτεργάτης	noun	ο εμπνευστής και πιο σημαντικός συντελεστής ή παράγοντας μιας προσπάθειας, ενός έργου κ.λπ.
πρωτεργάτις	noun	θηλυκό του πρωτεργάτης: η πρωτεργάτρια
πρωτεργάτισσας	noun	γενική ενικού του πρωτεργάτισσα
πρωτεργάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεργάτισσα
πρωτεργάτρια	noun	θηλυκό του πρωτεργάτης
πρωτεργάτριας	noun	γενική ενικού του πρωτεργάτρια
πρωτεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεργάτρια
πρωτεργατισσών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτεργάτισσα
πρωτεργατριών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτεργάτρια
πρωτεργατών	=	πρωτεργάτης
πρωτευαγγέλια	=	πρωτευαγγέλιο
πρωτευαγγέλιο	noun	η πρώτη θεϊκή αναγγελία / άγγελμα που δόθηκε στους πρωτοπλάστους, μετά την έκπτωση από την παραδείσια κατάσταση, ότι θα σταλεί ο Μεσσίας / σωτήρας στον κόσμο
πρωτευαγγέλιον	noun	πρωτευαγγέλιο
πρωτευαγγέλιου	=	πρωτευαγγέλιο
πρωτευαγγελίου	=	πρωτευαγγέλιο
πρωτευαγγελίων	=	πρωτευαγγέλιο
πρωτευνούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτευνούχος
πρωτευοντολόγε	=	πρωτευοντολόγος
πρωτευοντολόγο	=	πρωτευοντολόγος
πρωτευοντολόγοι	=	πρωτευοντολόγος
πρωτευοντολόγος	noun	ειδικός στα πρωτεύοντα θηλαστικά (όπως μαϊμούδες, χιμπατζήδες, γορίλες)
πρωτευοντολόγου	=	πρωτευοντολόγος
πρωτευοντολόγους	=	πρωτευοντολόγος
πρωτευοντολόγων	=	πρωτευοντολόγος
πρωτευουσιάνα	noun	θηλυκό του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσιάνας	=	πρωτευουσιάνα
πρωτευουσιάνε	noun	κλητική ενικού του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσιάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτευουσιάνα
πρωτευουσιάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτευουσιάνικος	adv	με πρωτευουσιάνικο τρόπο
πρωτευουσιάνικε	adj	κλητική ενικού του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτευουσιάνικη
πρωτευουσιάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνικης	adj	γενική ενικού του πρωτευουσιάνικη
πρωτευουσιάνικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνικος	adj	που έχει σχέση με τον πρωτευουσιάνο ή την πρωτεύουσα ή αναφέρεται σ’ αυτά
πρωτευουσιάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτευουσιάνικος
πρωτευουσιάνο	noun	αιτιατική ενικού του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσιάνος	noun	κάτοικος της πρωτεύουσας ή καταγόμενος απ’ αυτή
πρωτευουσιάνου	noun	γενική ενικού του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσιάνων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτευουσιάνος
πρωτευουσών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτεύουσα
πρωτευούσης	=	πρωτεύουσα
πρωτευόντων	=	πρωτεύων
πρωτεωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτέωμα
πρωτεϊδίου	=	πρωτεΐδιο
πρωτεϊδίων	=	πρωτεΐδιο
πρωτεϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτεϊκός	adv	με πρωτεϊκό τρόπο
πρωτεϊκέ	adj	κλητική ενικού του πρωτεϊκός
πρωτεϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊκή
πρωτεϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτεϊκός
πρωτεϊκής	adj	γενική ενικού του πρωτεϊκή
πρωτεϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊκός
πρωτεϊκού	adj	γενική ενικού του πρωτεϊκός
πρωτεϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτεϊκός
πρωτεϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτεϊκός
πρωτεϊκός	adj	ευμετάβλητος, ευαλλοίωτος, ασταθής (ως προς τη διάθεση, την ιδιοσυγκρασία)
πρωτεϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτεϊκός
πρωτεϊνάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνάση
πρωτεϊνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνικό
πρωτεϊνικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνική
πρωτεϊνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικής	adj	γενική ενικού του πρωτεϊνική
πρωτεϊνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικού	adj	γενική ενικού του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνικός	adj	που έχει σχέση με πρωτεΐνη, αναφέρεται σ’ αυτή ή αποτελείται από πρωτεΐνη
πρωτεϊνικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτεϊνικός
πρωτεϊνογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνόγραμμα
πρωτεϊνογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνογράφημα
πρωτεϊνοθεραπεία	noun	θεραπεία με χρήση πρωτεϊνών
πρωτεϊνοθεραπείας	noun	γενική ενικού του πρωτεϊνοθεραπεία
πρωτεϊνοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνοθεραπεία
πρωτεϊνοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτεϊνοθεραπεία
πρωτεϊνοκινάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνοκινάση
πρωτεϊνολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνόλυση
πρωτεϊνολύσεων	=	πρωτεϊνόλυση
πρωτεϊνοσυνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνοσύνθεση
πρωτεϊνουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεϊνουρία
πρωτεϊνούχα	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχας	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχε	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχες	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχο	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχοι	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχος	adj	που περιέχει πρωτεΐνες
πρωτεϊνούχου	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχους	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνούχων	=	πρωτεϊνούχος
πρωτεϊνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτεΐνωμα
πρωτεϊνόλυση	noun	η διαδικασία κατά την οποία οι πρωτεΐνες διασπώνται σε μικρότερα πεπτίδια ή σε αμινοξέα μέσω της υδρόλυσης από πρωτεάσες ή άλλα ενζυματικά συστήματα
πρωτεϊνόλυσης	=	πρωτεϊνόλυση
πρωτεϊνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεΐνωμα
πρωτεϊνώματος	noun	γενική ενικού του πρωτεΐνωμα
πρωτεϊνών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτεΐνη
πρωτεϊνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεΐνωση
πρωτεόλυση	noun	άλλη μορφή του πρωτεϊνόλυση
πρωτεόλυσης	=	πρωτεόλυση
πρωτεύαμε	=	πρωτεύω
πρωτεύαν	=	πρωτεύω
πρωτεύανε	=	πρωτεύω
πρωτεύατε	=	πρωτεύω
πρωτεύει	=	πρωτεύω
πρωτεύεις	=	πρωτεύω
πρωτεύετε	=	πρωτεύω
πρωτεύον	=	πρωτεύων
πρωτεύοντα	=	πρωτεύων
πρωτεύοντας	=	πρωτεύω
πρωτεύοντες	=	πρωτεύων
πρωτεύοντος	=	πρωτεύων
πρωτεύουμε	=	πρωτεύω
πρωτεύουν	=	πρωτεύω
πρωτεύουνε	=	πρωτεύω
πρωτεύουσα	noun	η πόλη στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση μιας χώρας	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτεύων
πρωτεύουσας	noun	γενική ενικού του πρωτεύουσα
πρωτεύουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτεύουσα
πρωτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσαν	=	πρωτεύω
πρωτεύσανε	=	πρωτεύω
πρωτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρωτεύω	verb	κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος
πρωτεύων	verb|formal	αυτός που πρωτεύει
πρωτεώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτέωμα
πρωτεώματος	noun	γενική ενικού του πρωτέωμα
πρωτιά	noun	η κατοχή της πρώτης θέσης
πρωτιάς	noun	γενική ενικού του πρωτιά
πρωτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτιά
πρωτιδίου	=	πρωτίδιο
πρωτιδίων	=	πρωτίδιο
πρωτινά	noun	τα περασμένα, προηγούμενη εποχή ή περίοδος, προηγούμενα γεγονότα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτινός
πρωτινέ	adj	κλητική ενικού του πρωτινός
πρωτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτινή
πρωτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτινός
πρωτινής	adj	γενική ενικού του πρωτινή
πρωτινοί	noun|literary	οι παλαιότεροι, οι αρχαίοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτινός
πρωτινού	adj	γενική ενικού του πρωτινός
πρωτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτινός
πρωτινό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτινός
πρωτινός	adj|literary	παλιός, περασμένος
πρωτινών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτινός
πρωτιών	=	πρωτιά
πρωτμάρτυς	=	πρωτομάρτυρας
πρωτο-ινδοευρωπαϊκή	noun	άλλη γραφή του πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (γλώσσα)
πρωτοανοίγω	verb	ανοίγω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοαστέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοαστέρας
πρωτοαττικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοαττικό
πρωτοαττικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοαττικός
πρωτοαττικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοαττική
πρωτοαττική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοαττικός
πρωτοαττικής	adj	γενική ενικού του πρωτοαττική
πρωτοαττικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοαττικός
πρωτοαττικού	adj	γενική ενικού του πρωτοαττικός
πρωτοαττικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοαττικός
πρωτοαττικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοαττικός
πρωτοαττικός	adj	που έχει σχέση με την πρώτη και παλαιότερη περίοδο της Αττικής ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρωτοαττικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοαττικός
πρωτοβάζω	verb	βάζω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοβάθμια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιας	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιε	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιες	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιο	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιοι	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιος	adj	που κατέχει τον πρώτο και ανώτερο βαθμό μιας ιεραρχίας
πρωτοβάθμιου	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιους	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβάθμιων	=	πρωτοβάθμιος
πρωτοβαλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβαλμένο
πρωτοβαλμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβαλμένη
πρωτοβαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοβαλμένη
πρωτοβαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοβάζω
πρωτοβαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοβαλμένος
πρωτοβαλτοσλαβική	noun	η πρωτοβαλτοσλαβική γλώσσα· υποθετικά επανασυντεθειμένος πρόγονος της πρωτοσλαβικής, των σλαβικών γλωσσών και των βαλτικών γλωσσών, η οποία με την σειρά της θεωρείται απόγονος της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής
πρωτοβαλτοσλαβικής	=	πρωτοβαλτοσλαβική
πρωτοβγάζω	verb	βγάζω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοβγαίνω	verb	βγαίνω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοβγαλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβγαλμένο
πρωτοβγαλμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβγαλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβγαλμένη
πρωτοβγαλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβγαλμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοβγαλμένη
πρωτοβγαλμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβγαλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβγαλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβγαλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβγαλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοβγαλμένος
πρωτοβλάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβλάστη
πρωτοβλάστη	noun|dated	τμήμα ενός κυττάρου
πρωτοβλάστης	=	πρωτοβλάστη
πρωτοβλέπω	verb	βλέπω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοβλαστών	=	πρωτοβλάστη
πρωτοβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβοσκός
πρωτοβουλία	noun	η ικανότητα να ενεργείς αυτόνομα και να κινείς πρώτος τις εξελίξεις
πρωτοβουλίας	noun	γενική ενικού του πρωτοβουλία
πρωτοβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβουλία
πρωτοβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοβουλία
πρωτοβουτηχτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβουτηχτής
πρωτοβουτηχτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβουτηχτής
πρωτοβρόχι	noun	η πρώτη βροχή μιας περιόδου βροχοπτώσεων (π.χ. από φθινόπωρο έως άνοιξη)
πρωτοβρόχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοβρόχι
πρωτοβυζαντινά	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινέ	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινές	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινή	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινής	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινοί	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινού	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινούς	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινό	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτοβυζαντινός	adj	Ο αναφερόμενος στην πρώτη περίοδο του Βυζαντίου: περίπου από το 330 μ.χ. (εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης) έως το 726 μ.χ. (αρχή της εικονομαχίας).
πρωτοβυζαντινών	=	πρωτοβυζαντινός
πρωτογάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγαλα
πρωτογάλατος	=	πρωτόγαλα
πρωτογένεια	noun|formal	το να είναι κάτι πρωτογενές, η ιδιότητα του πρωτογενούς
πρωτογένειας	noun	γενική ενικού του πρωτογένεια
πρωτογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογένεια
πρωτογέννημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρωτογεννώ
πρωτογέννητα	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητε	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογέννητη
πρωτογέννητη	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητης	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητο	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτογέννητος
πρωτογέννητος	adj	που έχει γεννηθεί πρώτος
πρωτογέννητου	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητους	=	πρωτογέννητος
πρωτογέννητων	=	πρωτογέννητος
πρωτογαλάτων	=	πρωτόγαλα
πρωτογαλαξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογαλαξίας
πρωτογαμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογαμία
πρωτογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρωτογενής
πρωτογενή	adj	πρωτογενής στην αιτιατική και κλητική ενικού
πρωτογενής	adj	που «γεννιέται», δημιουργείται, γίνεται ή προκύπτει στο πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας και δεν είναι αποτέλεσμα μιας προηγούμενης φάσης
πρωτογενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογενής
πρωτογενειών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτογένεια
πρωτογεννήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογέννημα
πρωτογεννήματος	=	πρωτογέννημα
πρωτογεννημάτων	=	πρωτογέννημα
πρωτογεννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογεννημένο
πρωτογεννημένε	verb	κλητική ενικού του πρωτογεννημένος
πρωτογεννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογεννημένη
πρωτογεννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτογεννημένος
πρωτογεννημένης	verb	γενική ενικού του πρωτογεννημένη
πρωτογεννημένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτογεννημένος
πρωτογεννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτογεννημένος
πρωτογεννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτογεννημένος
πρωτογεννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτογεννημένος
πρωτογεννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτογεννημένος
πρωτογεννώ	verb	πρώτη φορά γεννώ
πρωτογεννώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτογεννάω / πρωτογεννώ
πρωτογενούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του πρωτογενής
πρωτογενών	=	πρωτογενής
πρωτογενώς	adv|formal	με πρωτογενή τρόπο ή σε πρωτογενές στάδιο, με πρωτογένεια
πρωτογερμανικά	noun	άλλη μορφή του πρωτογερμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογερμανική
πρωτογερμανική	noun	υποθετική, ανακατασκευασμένη γλώσσα, που θεωρείται ότι υπήρξε πρόγονος όλων των γερμανικών γλωσσών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικής	adj	γενική ενικού του πρωτογερμανική
πρωτογερμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικού	adj	γενική ενικού του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτογερμανικός
πρωτογερμανικός	adj	που αναφέρεται στην πρωτογερμανική γλώσσα
πρωτογερμανικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτογερμανικός
πρωτογεωμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογεωμετρικό
πρωτογεωμετρικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογεωμετρική
πρωτογεωμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικής	adj	γενική ενικού του πρωτογεωμετρική
πρωτογεωμετρικη	=	πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικο	=	πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικού	adj	γενική ενικού του πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτογεωμετρικός
πρωτογεωμετρικός	adj	που ανήκει στην πρώτη περίοδο της γεωμετρικής εποχής της αρχαίας Ελλάδας (ενδεικτικά μεταξύ 1050 ΠΚΕ έως 900 ΠΚΕ)
πρωτογεωμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτογεωμετρικός
πρωτογιέ	=	πρωτογιός
πρωτογιοί	=	πρωτογιός
πρωτογιού	=	πρωτογιός
πρωτογιούς	=	πρωτογιός
πρωτογιό	=	πρωτογιός
πρωτογιός	noun	πρωτότοκος
πρωτογιών	=	πρωτογιός
πρωτογλωσσών	=	πρωτογλώσσα
πρωτογλώσσα	noun	γλώσσα που προηγείται μιας ομάδας δεδομένων γλωσσών ως κοινός πρόγονος και η οποία συνήθως δεν σώζεται, αλλά αποκαθίσταται από τις μεταγενέστερες σωζόμενες βάσει των μεθόδων της ιστορικής γλωσσολογίας
πρωτογλώσσας	=	πρωτογλώσσα
πρωτογλώσσες	=	πρωτογλώσσα
πρωτογνωρίζαμε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζαν	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζανε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζατε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζει	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζεις	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζετε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζοντας	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζουμε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζουν	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζουνε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίζω	verb	γνωρίζω για πρώτη φορά
πρωτογνωρίσαμε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίσαν	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίσανε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίσατε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίσει	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρίστε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνωρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογνωρισμένο
πρωτογνωρισμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνωρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογνωρισμένη
πρωτογνωρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνωρισμένης	verb	γενική ενικού του πρωτογνωρισμένη
πρωτογνωρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνωρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνωρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνωρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνωρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτογνωρισμένος
πρωτογνώριζα	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώριζαν	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώριζε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώριζες	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώρισα	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώρισαν	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώρισε	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώρισες	=	πρωτογνωρίζω
πρωτογνώριστα	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστε	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστες	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστη	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστης	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστο	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστοι	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστος	adj	πρωτόγνωρος
πρωτογνώριστου	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστους	=	πρωτογνώριστος
πρωτογνώριστων	=	πρωτογνώριστος
πρωτογονισμέ	noun	κλητική ενικού του πρωτογονισμός
πρωτογονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτογονισμός
πρωτογονισμού	noun	γενική ενικού του πρωτογονισμός
πρωτογονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτογονισμός
πρωτογονισμό	noun	αιτιατική ενικού του πρωτογονισμός
πρωτογονισμός	noun|figurative	το να είναι κάποιος πρωτόγονος ή σαν πρωτόγονος, να έχει την ιδιότητα του πρωτόγονου ή να βρίσκεται στη σχετική κατάσταση
πρωτογονισμών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτογονισμός
πρωτογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγραμμα
πρωτογράμματος	noun	γενική ενικού του πρωτόγραμμα
πρωτογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόγραμμα
πρωτογυνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτογυνία
πρωτογόνατα	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατε	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατες	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατη	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατης	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατο	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατοι	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατος	adj|literary	πρωτότοκος
πρωτογόνατου	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατους	=	πρωτογόνατος
πρωτογόνατων	=	πρωτογόνατος
πρωτοδέκανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδέκανος
πρωτοδίκαις	noun	δοτική πληθυντικού του πρωτοδίκης
πρωτοδίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδίκης
πρωτοδίκη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωτοδίκης
πρωτοδίκης	noun	δικαστής σε πρωτοδικείο
πρωτοδίκως	adv|formal	άλλη μορφή του πρωτόδικα
πρωτοδεσμίτες	=	πρωτοδεσμίτης
πρωτοδεσμίτη	=	πρωτοδεσμίτης
πρωτοδεσμίτης	noun	μαθητής της τρίτης λυκείου στην Ελλάδα που είχε επιλέξει να εξεταστεί στην πρώτη δέσμη μαθημάτων στις πανελλήνιες εξετάσεις, με προσανατολισμό τις σχολές θετικών επιστημών και τα πολυτεχνεία
πρωτοδεσμίτισσα	noun	θηλυκό του πρωτοδεσμίτης
πρωτοδεσμίτισσας	=	πρωτοδεσμίτισσα
πρωτοδεσμίτισσες	=	πρωτοδεσμίτισσα
πρωτοδεσμιτισσών	=	πρωτοδεσμίτισσα
πρωτοδεσμιτών	=	πρωτοδεσμίτης
πρωτοδεύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδεύτερος
πρωτοδημοσίευα	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευαν	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευες	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευσα	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευσαν	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευσε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσίευσες	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδημοσιευμένο
πρωτοδημοσιευμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδημοσιευμένη
πρωτοδημοσιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοδημοσιευμένη
πρωτοδημοσιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προδημοσιεύω
πρωτοδημοσιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοδημοσιευμένος
πρωτοδημοσιευτήκαμε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευτήκαν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευτήκανε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευτήκατε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευτεί	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευτείτε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόμασταν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόμαστε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόμουν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόμουνα	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόντουσαν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόσασταν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόσαστε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόσουν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόσουνα	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευόταν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιευότανε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύαμε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύαν	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύανε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύατε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύει	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύεις	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύεσαι	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύεστε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύεται	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύετε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύονται	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύονταν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύοντας	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύου	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύουμε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύουν	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύουνε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύσαμε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύσαν	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύσανε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύσατε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύσει	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύσου	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύστε	=	πρωτοδημοσιεύω
πρωτοδημοσιεύτηκα	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύτηκαν	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύτηκε	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύτηκες	=	πρωτοδημοσιεύομαι
πρωτοδημοσιεύω	verb	δημοσιεύω πρώτος εγώ κάτι
πρωτοδημότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδημότης
πρωτοδιάκονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδιάκονος
πρωτοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδικείο
πρωτοδικείο	noun	τακτικό διοικητικό δικαστήριο πρώτου βαθμού (πρωτοβάθμιο) με μονομελή ή τριμελή σύνθεση
πρωτοδικείου	noun	γενική ενικού του πρωτοδικείο
πρωτοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοδικείο
πρωτοδικεῖον	noun	πρωτοδικείο
πρωτοδικών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοδίκης
πρωτοδιόριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδιόριστο
πρωτοδιόριστε	adj	κλητική ενικού του πρωτοδιόριστος
πρωτοδιόριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδιόριστη
πρωτοδιόριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοδιόριστος
πρωτοδιόριστης	adj	γενική ενικού του πρωτοδιόριστη
πρωτοδιόριστο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοδιόριστος
πρωτοδιόριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδιόριστος
πρωτοδιόριστος	adj	που έχει διοριστεί για πρώτη φορά
πρωτοδιόριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοδιόριστος
πρωτοδιόριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοδιόριστος
πρωτοδιόριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοδιόριστος
πρωτοδοκίμαζα	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμαζαν	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμαζε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμαζες	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμασα	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμασαν	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμασε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμασες	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκίμαστα	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστε	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστες	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστη	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστης	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστο	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστοι	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστος	adj	άλλη μορφή του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκίμαστου	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστους	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκίμαστων	=	πρωτοδοκίμαστος
πρωτοδοκιμάζαμε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζαν	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζανε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζατε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζει	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζεις	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζεσαι	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάζεστε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάζεται	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάζετε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζονται	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάζονταν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάζοντας	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζου	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάζουμε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζουν	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζουνε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάζω	verb	δοκιμάζω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοδοκιμάσαμε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάσαν	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάσανε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάσατε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάσει	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάσου	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάστε	=	πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμάστηκα	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάστηκαν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάστηκε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμάστηκες	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόμασταν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόμαστε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόμουν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόμουνα	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόντουσαν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόσασταν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόσαστε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόσουν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόσουνα	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζόταν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαζότανε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδοκιμασμένο
πρωτοδοκιμασμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδοκιμασμένη
πρωτοδοκιμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμασμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοδοκιμασμένη
πρωτοδοκιμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοδοκιμάζω
πρωτοδοκιμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοδοκιμασμένος
πρωτοδοκιμαστήκαμε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαστήκαν	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαστήκανε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαστήκατε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαστεί	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδοκιμαστείτε	=	πρωτοδοκιμάζομαι
πρωτοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοδρομία
πρωτοείσακτα	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτε	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτες	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτη	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτης	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτο	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτοι	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτος	adj|formal	νιόβγαλτος, άπειρος, πρωτόπειρος
πρωτοείσακτου	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτους	=	πρωτοείσακτος
πρωτοείσακτων	=	πρωτοείσακτος
πρωτοεδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοεδρία
πρωτοελλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοελλαδικό
πρωτοελλαδικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοελλαδική
πρωτοελλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικής	adj	γενική ενικού του πρωτοελλαδική
πρωτοελλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικού	adj	γενική ενικού του πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοελλαδικός
πρωτοελλαδικός	adj	που έχει σχέση με την πρώιμη περίοδο της χαλκοκρατίας (3.000–2.000 π.Κ.Ε.) ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρωτοελλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοελλαδικός
πρωτοελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοελληνικό
πρωτοελληνικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοελληνικός
πρωτοελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοελληνική
πρωτοελληνική	noun	η πρωτοελληνική γλώσσα· υποθετικά επανασυντεθειμένη μορφή της ελληνικής γλώσσας στην αρχαιότερη φάση της, πριν από τη διαίρεσή της στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, περίπου μεταξύ του 30ου και 16ου αιώνα π.Κ.Ε.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοελληνικός
πρωτοελληνικής	adj	γενική ενικού του πρωτοελληνική
πρωτοελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοελληνικός
πρωτοελληνικού	adj	γενική ενικού του πρωτοελληνικός
πρωτοελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοελληνικός
πρωτοελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοελληνικός
πρωτοελληνικός	adj	για αρχαιότατη φάση ελληνικής γλώσσας
πρωτοελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοελληνικός
πρωτοεμφανίζομαι	verb	κάνω εμφάνιση, παρουσιάζομαι κάπου για πρώτη φορά
πρωτοεμφανιζόμενα	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενε	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενες	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενης	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενο	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενοι	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενος	verb	που κάνει την πρώτη του εμφάνιση
πρωτοεμφανιζόμενου	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενους	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεμφανιζόμενων	=	πρωτοεμφανιζόμενος
πρωτοεπιστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοεπιστάτης
πρωτοεπιστάτη	=	πρωτοεπιστάτης
πρωτοεπιστάτης	noun	άλλη μορφή του πρωτεπιστάτης
πρωτοεπιστήμες	=	πρωτοεπιστήμη
πρωτοεπιστήμη	noun	ο τομέας έρευνας που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί ως επιστήμη, αλλά διαθέτει τη δυνατότητα να εγκαθιδρυθεί ως επιστημονικά αποδεκτή.
πρωτοεπιστήμης	=	πρωτοεπιστήμη
πρωτοεπιστατών	=	πρωτοεπιστάτης
πρωτοεπιστημών	=	πρωτοεπιστήμη
πρωτοετές	=	πρωτοετής
πρωτοετή	=	πρωτοετής
πρωτοετής	adj	που σχετίζεται με το πρώτο έτος φοίτησης σε μια σχολή
πρωτοετείς	=	πρωτοετής
πρωτοετούς	=	πρωτοετής
πρωτοετών	=	πρωτοετής
πρωτοευαγγέλια	=	πρωτοευαγγέλιο
πρωτοευαγγέλιο	noun	άλλη μορφή του πρωτευαγγέλιο
πρωτοευαγγέλιου	=	πρωτοευαγγέλιο
πρωτοευαγγελίου	=	πρωτοευαγγέλιο
πρωτοευαγγελίων	=	πρωτοευαγγέλιο
πρωτοευνούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοευνούχος
πρωτοζαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοζαριστής
πρωτοζαριστή	=	πρωτοζαριστής
πρωτοζαριστής	noun	πρώτος, πολύ καλός, στο τυχερό παιχνίδι των ζαριών
πρωτοζαριστών	=	πρωτοζαριστής
πρωτοζωονόσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοζωονόσος
πρωτοζώων	=	πρωτόζωα
πρωτοθεές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοθεά
πρωτοθεοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοθεός
πρωτοθηρίου	noun	γενική ενικού του Πρωτοθηρίο
πρωτοθηρίων	noun	γενική πληθυντικού του Πρωτοθηρίο
πρωτοθρησκείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοθρησκεία
πρωτοθρόνου	=	πρωτόθρονος
πρωτοθρόνους	=	πρωτόθρονος
πρωτοθρόνων	=	πρωτόθρονος
πρωτοθυμάμαι	verb	θυμάμαι κάτι πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοθυμούμαι	verb	άλλη μορφή του πρωτοθυμάμαι
πρωτοκάθεδρε	=	πρωτοκάθεδρος
πρωτοκάθεδρο	=	πρωτοκάθεδρος
πρωτοκάθεδροι	=	πρωτοκάθεδρος
πρωτοκάθεδρος	noun|formal	που έχει την πρωτοκαθεδρία
πρωτοκάθεδρου	=	πρωτοκάθεδρος
πρωτοκάθεδρους	=	πρωτοκάθεδρος
πρωτοκάθεδρων	=	πρωτοκάθεδρος
πρωτοκάθιζα	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθιζαν	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθιζε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθιζες	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθισα	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθισαν	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθισε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάθισες	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκάικα	=	πρωτοκάικο
πρωτοκάικο	noun	καΐκι που προπορεύεται άλλων καϊκιών ή ρυμουλκεί άλλο σκάφος
πρωτοκάικου	=	πρωτοκάικο
πρωτοκάικων	=	πρωτοκάικο
πρωτοκάραβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκάραβο
πρωτοκάραβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκάραβος
πρωτοκένταρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκένταρχος
πρωτοκαθίζαμε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζαν	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζανε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζατε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζει	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζεις	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζετε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζοντας	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζουμε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζουν	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζουνε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίζω	verb	καθίζω κάποιον για πρώτη φορά
πρωτοκαθίσαμε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίσαν	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίσανε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίσατε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίσει	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθίστε	=	πρωτοκαθίζω
πρωτοκαθεδρία	noun	δικαίωμα (βάσει κριτηρίων) επί της πρώτης έδρας/θέσης κτλ.
πρωτοκαθεδρίας	noun	γενική ενικού του πρωτοκαθεδρία
πρωτοκαθεδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαθεδρία
πρωτοκαθεδρίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαθεδρίτης
πρωτοκαθεδριών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοκαθεδρία
πρωτοκαθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαθισμένο
πρωτοκαθισμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαθισμένη
πρωτοκαθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαθισμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοκαθισμένη
πρωτοκαθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοκαθισμένος
πρωτοκαιρίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαιρίτικο
πρωτοκαιρίτικε	adj	κλητική ενικού του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκαιρίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαιρίτικη
πρωτοκαιρίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκαιρίτικης	adj	γενική ενικού του πρωτοκαιρίτικη
πρωτοκαιρίτικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκαιρίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκαιρίτικος	adj|dated	ο πρώιμος
πρωτοκαιρίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκαιρίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκαιρίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοκαιρίτικος
πρωτοκανονάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκανονάριος
πρωτοκανονάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκανονάρχης
πρωτοκανονικά	noun	τα 24 (ή 22) βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που θεωρούνται ιερά και θεόπνευστα
πρωτοκανονικών	=	πρωτοκανονικά
πρωτοκαπετάνιε	noun	κλητική ενικού του πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπετάνιο	noun	αιτιατική ενικού του πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπετάνιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπετάνιος	noun	ο αρχηγός / επικεφαλής των καπεταναίων / οπλαρχηγών
πρωτοκαπετάνιου	noun	γενική ενικού του πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπετάνιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπετάνιων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπεταναίοι	=	πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπεταναίους	=	πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκαπεταναίων	=	πρωτοκαπετάνιος
πρωτοκατασκευάζαμε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζαν	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζανε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζατε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζει	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζεις	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζετε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζομαι	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζοντας	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζουμε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζουν	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζουνε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάζω	verb	πρώτη φορά κατασκευάζω
πρωτοκατασκευάσαμε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάσαν	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάσανε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάσατε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάσει	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευάστε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευασμένα	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένε	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένες	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένη	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένης	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένο	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένοι	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκευασμένου	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένους	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκευασμένων	=	πρωτοκατασκευασμένος
πρωτοκατασκεύαζα	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύαζαν	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύαζε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύαζες	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύασα	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύασαν	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύασε	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκατασκεύασες	=	πρωτοκατασκευάζω
πρωτοκελαηδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκελάηδημα
πρωτοκελαηδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκελάηδισμα
πρωτοκλέφτες	=	πρωτοκλέφτης
πρωτοκλέφτη	=	πρωτοκλέφτης
πρωτοκλέφτης	noun	αρχηγός ομάδας κλεφτών
πρωτοκλασάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκλασάτο
πρωτοκλασάτε	adj	κλητική ενικού του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλασάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκλασάτη
πρωτοκλασάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλασάτης	adj	γενική ενικού του πρωτοκλασάτη
πρωτοκλασάτο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλασάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλασάτος	adj	που κατατάσσεται σε μια πρώτη κατηγορία, που είναι κάπως ανώτερος
πρωτοκλασάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλασάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλασάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοκλασάτος
πρωτοκλεφτών	=	πρωτοκλέφτης
πρωτοκλισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκλισία
πρωτοκολλά	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλάς	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλάσαι	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλάσθε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλάστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλάται	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλάτε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήθηκα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήθηκαν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήθηκε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήθηκες	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσαν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσανε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκόλληση
πρωτοκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσεων	=	πρωτοκόλληση
πρωτοκολλήσου	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσουνε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλήτρια	noun	θηλυκό του πρωτοκολλητής
πρωτοκολλήτριας	=	πρωτοκολλήτρια
πρωτοκολλήτριες	=	πρωτοκολλήτρια
πρωτοκολλεί	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλείς	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλείσαι	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλείστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλείται	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλείτε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλείτο	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθήκαμε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθήκαν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθήκανε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθήκατε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθεί	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθείς	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθείτε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθούμε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθούν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθούνε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολληθώ	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκολλημένο
πρωτοκολλημένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκολλημένη
πρωτοκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλημένης	verb	γενική ενικού του πρωτοκολλημένη
πρωτοκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοκολλώ ως
πρωτοκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοκολλημένος
πρωτοκολλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκολλητής
πρωτοκολλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωτοκολλητής
πρωτοκολλητής	noun	υπάλληλος ο οποίος απασχολείται με την πρωτοκόλληση
πρωτοκολλητριών	=	πρωτοκολλήτρια
πρωτοκολλητών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοκολλητής
πρωτοκολλιέμαι	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιέσαι	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιέστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιέται	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιούνται	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιούνταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιστής	noun	άλλη μορφή του πρωτοκολλητής
πρωτοκολλιόμασταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόμαστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόμουν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόμουνα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόνταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόντανε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόντουσαν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόσασταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόσαστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόσουν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόσουνα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιόταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλιότανε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμαι	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμασταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμαστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμενος	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμουν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούμουνα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούνε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούνται	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούνταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούντο	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσαμε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσαν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσανε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσασταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσαστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσατε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσες	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσουν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλούσουνα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόμασταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόμαστε	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόμουν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόνταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόντουσαν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόσασταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόσουν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλόταν	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλώ	verb	καταχωρώ ένα έγγραφο στο βιβλίο πρωτοκόλλου
πρωτοκολλώμαι	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλώμεθα	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλώνται	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκολλώντο	=	πρωτοκολλώ
πρωτοκορινθιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκορινθιακή
πρωτοκορινθιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακής	adj	γενική ενικού του πρωτοκορινθιακή
πρωτοκορινθιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακού	adj	γενική ενικού του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορινθιακός	adj	που έχει σχέση με την πιο παλαιά περίοδο της κορινθιακής τέχνης ή με την παλαιότατη περίοδο της (αρχαίας) κορινθιακής ιστορίας, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρωτοκορινθιακών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοκορινθιακός
πρωτοκορυφαίοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκορυφαίος
πρωτοκτήτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκτήτορας
πρωτοκτίζεσαι	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίζεστε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίζεται	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίζομαι	verb	κτίζομαι για πρώτη φορά
πρωτοκτίζονται	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίζονταν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίζου	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίσου	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίστηκα	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίστηκαν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίστηκε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίστηκες	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτίτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκτίτορας
πρωτοκτιζόμασταν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόμαστε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόμουν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόμουνα	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόντουσαν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόσασταν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόσαστε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόσουν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόσουνα	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζόταν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιζότανε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτισμένος	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιστήκαμε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιστήκαν	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιστήκανε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιστήκατε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιστεί	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκτιστείτε	=	πρωτοκτίζομαι
πρωτοκυκλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκυκλαδικό
πρωτοκυκλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκυκλαδική
πρωτοκυκλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοκυκλαδικός
πρωτοκυττάρου	=	πρωτοκύτταρο
πρωτοκυττάρων	=	πρωτοκύτταρο
πρωτοκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοκολλώ
πρωτοκόλληση	noun|formal	καταχώρηση εγγράφου στο πρωτόκολλο
πρωτοκόλλησης	=	πρωτοκόλληση
πρωτοκόλλου	noun	γενική ενικού του πρωτόκολλο
πρωτοκόλλων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόκολλο
πρωτοκύτταρα	=	πρωτοκύτταρο
πρωτοκύτταρο	noun	αρχέγονο κύτταρο
πρωτοκύτταρου	=	πρωτοκύτταρο
πρωτολάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολάτης
πρωτολέω	verb	λέω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτολαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολαλιά
πρωτολαοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτολαός
πρωτολεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολεγμένο
πρωτολεγμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτολεγμένος
πρωτολεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολεγμένη
πρωτολεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτολεγμένος
πρωτολεγμένης	verb	γενική ενικού του πρωτολεγμένη
πρωτολεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτολεγμένος
πρωτολεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτολεγμένος
πρωτολεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτολεγμένος
πρωτολεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτολεγμένος
πρωτολεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτολεγμένος
πρωτολειτουργήσαμε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργήσαν	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργήσανε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργήσατε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργήσει	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργήστε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργεί	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργείς	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργείτε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούμε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούν	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούνε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσα	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσαμε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσαν	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσανε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσατε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργούσες	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτουργώ	verb	λειτουργώ για πρώτη φορά
πρωτολειτουργώντας	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτούργει	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτούργησα	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτούργησαν	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτούργησε	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολειτούργησες	=	πρωτολειτουργώ
πρωτολιχνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολιχνιστής
πρωτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολογία
πρωτολογισμέ	noun	κλητική ενικού του πρωτολογισμός
πρωτολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτολογισμός
πρωτολογισμού	noun	γενική ενικού του πρωτολογισμός
πρωτολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτολογισμός
πρωτολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του πρωτολογισμός
πρωτολογισμός	noun	λέξη που επινοήθηκε από κάποιον ομιλητή και δεν είναι ευρύτερα γνωστή ή -ενδεχομένως- κατανοητή
πρωτολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτολογισμός
πρωτολοιμώξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολοίμωξη
πρωτολούβια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολούβι
πρωτολούλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτολούλουδο
πρωτολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόλυση
πρωτομάγειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομάγειρας
πρωτομάγειροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτομάγειρος
πρωτομάγισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομάγισσα
πρωτομάθητα	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητε	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητες	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητη	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητης	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητο	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητοι	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητος	adj	αρχάριος ή άπειρος σε κάτι
πρωτομάθητου	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητους	=	πρωτομάθητος
πρωτομάθητων	=	πρωτομάθητος
πρωτομάρτυρα	=	πρωτομάρτυρας
πρωτομάρτυρας	noun	ο πρώτος χριστιανός που υπέστη μαρτυρικό θάνατο για την πίστη του
πρωτομάρτυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομάρτυρας
πρωτομάρτυρος	=	πρωτομάρτυρας
πρωτομάστορα	=	πρωτομάστορας
πρωτομάστορας	noun|figurative	συνώνυμο του πρωτεργάτης
πρωτομάστορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομάστορας
πρωτομάστορη	=	πρωτομάστορης
πρωτομάστορης	noun|vulgar	σπανιότερη μορφή του πρωτομάστορας
πρωτομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτομάχος
πρωτομέλτεμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομέλτεμο
πρωτομαΐστορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομαΐστορας
πρωτομαγιάτικα	noun	αινίγματα ή ανέκδοτα που συνηθίζεται να ακούγονται την Πρωτομαγιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικε	adj	κλητική ενικού του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομαγιάτικη
πρωτομαγιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικης	adj	γενική ενικού του πρωτομαγιάτικη
πρωτομαγιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικος	adj	που έχει σχέση με την Πρωτομαγιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά της
πρωτομαγιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαγιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτομαγιάτικος
πρωτομαθαίνω	verb	μαθαίνω κάτι για πρώτη φορά
πρωτομανδάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομανδάτορας
πρωτομαρτιά	noun	η πρώτη ημέρα του Μαρτίου, ημέρα διαφόρων λαϊκών δρώμενων και εθίμων με λατρευτική και μαγική υφή, ως πρώτης μέρας της άνοιξης
πρωτομαρτιάς	=	πρωτομαρτιά
πρωτομαρτιάτικα	noun	παραδοσιακά τραγούδια που συνηθίζονται να ακούγονται την Πρωτομαρτιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικε	adj	κλητική ενικού του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομαρτιάτικη
πρωτομαρτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικης	adj	γενική ενικού του πρωτομαρτιάτικη
πρωτομαρτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικος	adj	ο αναφερόμενος ή σχετικός με την Πρωτομαρτιά
πρωτομαρτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτομαρτιάτικος
πρωτομαρτιές	=	πρωτομαρτιά
πρωτομαρτιών	=	πρωτομαρτιά
πρωτομαρτύρων	=	πρωτομάρτυρας
πρωτομαστόρηδες	=	πρωτομάστορης
πρωτομαστόρηδων	=	πρωτομάστορης
πρωτομαστόρων	=	πρωτομάστορας
πρωτομελτέμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομελτέμι
πρωτομηνιά	noun	η πρώτη μέρα ενός μήνα
πρωτομηνιάς	noun	γενική ενικού του πρωτομηνιά
πρωτομηνιάτικα	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικε	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικες	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικη	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικης	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικο	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικοι	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικος	adj	που έχει σχέση με την πρωτομηνιά ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρωτομηνιάτικου	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικους	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιάτικων	=	πρωτομηνιάτικος
πρωτομηνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομηνιά
πρωτομηνιών	=	πρωτομηνιά
πρωτομιλώ	verb	μιλώ πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτομιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτομιλάω / πρωτομιλώ
πρωτομινωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομινωικό
πρωτομινωικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτομινωικός
πρωτομινωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομινωική
πρωτομινωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτομινωικός
πρωτομινωικής	adj	γενική ενικού του πρωτομινωική
πρωτομινωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτομινωικός
πρωτομινωικού	adj	γενική ενικού του πρωτομινωικός
πρωτομινωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτομινωικός
πρωτομινωικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτομινωικός
πρωτομινωικός	adj	από την πρωτομινωική εποχή, περίπου 3200/3000-2000 π.Χ. στην Κρήτη
πρωτομινωικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτομινωικός
πρωτομονάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομονάδα
πρωτομυκηναϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομυκηναϊκό
πρωτομυκηναϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομυκηναϊκή
πρωτομυκηναϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτομυκηναϊκός
πρωτομύστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτομύστης
πρωτονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόνημα
πρωτονίου	noun	γενική ενικού του πρωτόνιο
πρωτονίων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόνιο
πρωτοναύκληροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοναύκληρος
πρωτονεολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονεολιθικό
πρωτονεολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονεολιθική
πρωτονεολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτονεολιθικός
πρωτονεφρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονεφρίδιο
πρωτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονικό
πρωτονικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτονικός
πρωτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονική
πρωτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτονικός
πρωτονικής	adj	γενική ενικού του πρωτονική
πρωτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτονικός
πρωτονικού	adj	γενική ενικού του πρωτονικός
πρωτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτονικός
πρωτονικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτονικός
πρωτονικός	adj	σχετικός με το πρωτόνιο
πρωτονικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτονικός
πρωτονοικοκύρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονοικοκύρης
πρωτονοικύρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονοικύρης
πρωτονοτάριε	noun	κλητική ενικού του πρωτονοτάριος
πρωτονοτάριο	noun	αιτιατική ενικού του πρωτονοτάριος
πρωτονοτάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτονοτάριος
πρωτονοτάριος	noun	πολιτικό αξίωμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία
πρωτονοτάριου	=	πρωτονοτάριος
πρωτονοτάριους	=	πρωτονοτάριος
πρωτονοτάριων	=	πρωτονοτάριος
πρωτονοταρίου	noun	γενική ενικού του πρωτονοτάριος
πρωτονοταρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτονοτάριος
πρωτονοταρίων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτονοτάριος
πρωτονύφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτονύφη
πρωτοξάδελφε	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξάδελφο	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξάδελφοι	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξάδελφος	noun	άλλη μορφή του πρωτεξάδελφος
πρωτοξάδελφου	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξάδελφους	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξάδερφε	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξάδερφο	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξάδερφοι	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξάδερφος	noun	άλλη μορφή του πρωτεξάδελφος
πρωτοξάδερφου	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξάδερφους	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξαδέλφες	=	πρωτοξαδέλφη
πρωτοξαδέλφη	noun	άλλη μορφή του πρωτεξαδέλφη
πρωτοξαδέλφης	=	πρωτοξαδέλφη
πρωτοξαδέλφου	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξαδέλφους	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξαδέλφων	=	πρωτοξάδελφος
πρωτοξαδέρφες	=	πρωτοξαδέρφη
πρωτοξαδέρφη	noun	άλλη μορφή του πρωτεξαδέλφη
πρωτοξαδέρφης	=	πρωτοξαδέρφη
πρωτοξαδέρφι	noun	ο πρωτεξάδελφος ή η πρωτεξαδέλφη
πρωτοξαδέρφια	=	πρωτοξαδέρφι
πρωτοξαδέρφου	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξαδέρφους	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξαδέρφων	=	πρωτοξάδερφος
πρωτοξαδελφών	=	πρωτοξαδέλφη
πρωτοξαδερφιού	=	πρωτοξαδέρφι
πρωτοξαδερφιών	=	πρωτοξαδέρφι
πρωτοξαδερφών	=	πρωτοξαδέρφη
πρωτοξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοξείδιο
πρωτοξείδιο	noun	το οξείδιο που περιλαμβάνει ένα άτομο οξυγόνου
πρωτοξείδιου	=	πρωτοξείδιο
πρωτοξείδιων	=	πρωτοξείδιο
πρωτοξειδίου	=	πρωτοξείδιο
πρωτοξειδίων	=	πρωτοξείδιο
πρωτοπάθεια	noun|dated	η πρώτη πάθηση, αυτή που δεν είναι αποτέλεσμα άλλης
πρωτοπάθειας	=	πρωτοπάθεια
πρωτοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπάθεια
πρωτοπαθές	=	πρωτοπαθής
πρωτοπαθή	=	πρωτοπαθής
πρωτοπαθής	adj	που εμφανίζεται σε πρώτη φάση, που δεν αποτελεί σύμπτωμα ή συνέχεια προηγούμενης ασθένειας
πρωτοπαθείς	=	πρωτοπαθής
πρωτοπαθειών	=	πρωτοπάθεια
πρωτοπαθούς	=	πρωτοπαθής
πρωτοπαθών	=	πρωτοπαθής
πρωτοπαλίκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαλίκαρο
πρωτοπαλίκαρο	noun	υπαρχηγός σε ομάδα άτακτων πολεμιστών
πρωτοπαλίκαρου	noun	γενική ενικού του πρωτοπαλίκαρο
πρωτοπαλίκαρων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοπαλίκαρο
πρωτοπαπά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωτοπαπάς
πρωτοπαπάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαπάς
πρωτοπαπάδων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοπαπάς
πρωτοπαπάς	noun|dated	μορφή του πρωτόπαπας
πρωτοπαρουσιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιαζόμενο
πρωτοπαρουσιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιαζόμενη
πρωτοπαρουσιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιαζόμενης	verb	γενική ενικού του πρωτοπαρουσιαζόμενη
πρωτοπαρουσιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτοπαρουσιάζω
πρωτοπαρουσιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοπαρουσιαζόμενος
πρωτοπαρουσιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιασμένο
πρωτοπαρουσιασμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπαρουσιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιασμένη
πρωτοπαρουσιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπαρουσιασμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοπαρουσιασμένη
πρωτοπαρουσιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπαρουσιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπαρουσιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοπαρουσιάζω
πρωτοπαρουσιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπαρουσιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπαρουσιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοπαρουσιασμένος
πρωτοπατρίκιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπατρίκιος
πρωτοπηγαίνω	verb	πηγαίνω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοπιάνω	verb|rare	πιάνω για πρώτη φορά
πρωτοπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπιασμα
πρωτοπιάσματος	=	πρωτόπιασμα
πρωτοπιασμάτων	=	πρωτόπιασμα
πρωτοπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπιασμένο
πρωτοπιασμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοπιασμένος
πρωτοπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπιασμένη
πρωτοπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοπιασμένος
πρωτοπιασμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοπιασμένη
πρωτοπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοπιασμένος
πρωτοπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπιασμένος
πρωτοπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοπιασμένος
πρωτοπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπιασμένος
πρωτοπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοπιασμένος
πρωτοπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλασμα
πρωτοπλάσματος	noun	γενική ενικού του πρωτόπλασμα
πρωτοπλάστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλάστης
πρωτοπλάστη	=	πρωτοπλάστης
πρωτοπλάστης	noun	η πρωτοπλασματική περιοχή που περιέχεται στα όρια του κυττάρου
πρωτοπλάστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόπλαστος
πρωτοπλανήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλανήτης
πρωτοπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόπλασμα
πρωτοπλασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασματικό
πρωτοπλασματικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασματική
πρωτοπλασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασματικής	adj	γενική ενικού του πρωτοπλασματική
πρωτοπλασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασματικού	adj	γενική ενικού του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασματικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασματικός	adj	που έχει σχέση με το πρωτόπλασμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
πρωτοπλασματικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοπλασματικός
πρωτοπλασμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασμικό
πρωτοπλασμικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασμική
πρωτοπλασμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμικής	adj	γενική ενικού του πρωτοπλασμική
πρωτοπλασμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμικού	adj	γενική ενικού του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμικός	adj	που έχει σχέση με το πρωτόπλασμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
πρωτοπλασμικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοπλασμικός
πρωτοπλασμώδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπλασμώδιο
πρωτοπλαστών	=	πρωτοπλάστης
πρωτοποδίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοποδίδιο
πρωτοποιμένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοποιμένας
πρωτοπολίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπολίτης
πρωτοπορήσαμε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορήσαν	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορήσανε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορήσατε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορήσει	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορήστε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορία	noun	προπόρευση, προβάδισμα
πρωτοπορίας	noun	γενική ενικού του πρωτοπορία
πρωτοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπορία
πρωτοπορεί	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπορεία
πρωτοπορείς	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορείτε	=	πρωτοπορώ
πρωτοποριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοποριακό	adv	με πρωτοποριακό τρόπο
πρωτοποριακέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοποριακός
πρωτοποριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοποριακή
πρωτοποριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοποριακός
πρωτοποριακής	adj	γενική ενικού του πρωτοποριακή
πρωτοποριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοποριακός
πρωτοποριακού	adj	γενική ενικού του πρωτοποριακός
πρωτοποριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοποριακός
πρωτοποριακό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοποριακός
πρωτοποριακός	adj	που έχει σχέση με την πρωτοπορία, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτήν
πρωτοποριακών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοποριακός
πρωτοποριών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοπορία
πρωτοπορούμε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούν	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούνε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσα	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσαμε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσαν	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσανε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσατε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορούσες	=	πρωτοπορώ
πρωτοπορφυρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπορφυρίνη
πρωτοπορφυρινογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπορφυρινογόνο
πρωτοπορώ	verb	είμαι πρωτοπόρος ή κάνω κάτι πρωτοποριακό
πρωτοπορώντας	=	πρωτοπορώ
πρωτοπρεσβυτέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπρεσβυτέρα
πρωτοπρεσβυτέρου	noun	γενική ενικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβυτέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβυτέρων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτερε	noun	κλητική ενικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτερο	noun	αιτιατική ενικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτερος	noun	τίτλος (οφίκιο) που απονέμεται σε έγγαμο κληρικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας
πρωτοπρεσβύτερου	noun	γενική ενικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτερους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρεσβύτερων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοπρεσβύτερος
πρωτοπρόσωπα	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπε	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπες	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπη	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπης	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπο	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωποι	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπος	adj	που γίνεται σε πρώτο πρόσωπο
πρωτοπρόσωπου	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπους	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπρόσωπων	=	πρωτοπρόσωπος
πρωτοπυγμάχε	=	πρωτοπυγμάχος
πρωτοπυγμάχο	=	πρωτοπυγμάχος
πρωτοπυγμάχοι	=	πρωτοπυγμάχος
πρωτοπυγμάχος	noun	ο αρχηγός ή επικεφαλής πυγμάχος μιας πυγμαχικής ομάδας ή αποστολής
πρωτοπυγμάχου	=	πρωτοπυγμάχος
πρωτοπυγμάχους	=	πρωτοπυγμάχος
πρωτοπυγμάχων	=	πρωτοπυγμάχος
πρωτοπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπολη
πρωτοπόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπόρο
πρωτοπόρας	=	πρωτοπόρος
πρωτοπόρε	=	πρωτοπόρος
πρωτοπόρει	=	πρωτοπορώ
πρωτοπόρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπόρα
πρωτοπόρησα	=	πρωτοπορώ
πρωτοπόρησαν	=	πρωτοπορώ
πρωτοπόρησε	=	πρωτοπορώ
πρωτοπόρησες	=	πρωτοπορώ
πρωτοπόρο	=	πρωτοπόρος
πρωτοπόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοπόρος
πρωτοπόρος	adj	που προπορεύεται, που βρίσκεται μπροστά	noun	πρωτοπόρος
πρωτοπόρου	=	πρωτοπόρος
πρωτοπόρους	=	πρωτοπόρος
πρωτοπόρων	=	πρωτοπόρος
πρωτοσέβαστοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσέβαστος
πρωτοσέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτοσέλιδος	adv	στην πρώτη σελίδα
πρωτοσέλιδε	adj	κλητική ενικού του πρωτοσέλιδος
πρωτοσέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσέλιδη
πρωτοσέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοσέλιδος
πρωτοσέλιδης	adj	γενική ενικού του πρωτοσέλιδη
πρωτοσέλιδο	noun	αυτό που βρίσκεται στην πρώτη σελίδα ή η ίδια η πρώτη σελίδα ενός εντύπου
πρωτοσέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσέλιδος
πρωτοσέλιδος	adj	που καταλαμβάνει την πρώτη σελίδα ενός εντύπου
πρωτοσέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοσέλιδος
πρωτοσέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοσέλιδος
πρωτοσέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοσέλιδος
πρωτοσλαβική	noun	η πρωτοσλαβική γλώσσα· υποθετικά επανασυντεθειμένος πρόγονος της παλαιάς σλαβονικής και των σλαβικών γλωσσών, η οποία με την σειρά της θεωρείται απόγονος της πρωτοβαλτοσλαβικής
πρωτοσλαβικής	=	πρωτοσλαβική
πρωτοσπαθάριε	noun	κλητική ενικού του πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθάριο	noun	αιτιατική ενικού του πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθάριος	noun	τίτλος αξιωματούχων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
πρωτοσπαθάριου	=	πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθάριους	=	πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθάριων	=	πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθαρίου	noun	γενική ενικού του πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθαρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπαθαρίων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοσπαθάριος
πρωτοσπόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσπόρος
πρωτοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστάσιο
πρωτοστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστάτης
πρωτοστάτη	=	πρωτοστάτης
πρωτοστάτης	noun	που πρωτοστατεί, που ηγείται και εμπνέει
πρωτοστάτησα	=	πρωτοστατώ
πρωτοστήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστήλη
πρωτοστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστασία
πρωτοστατούσα	=	πρωτοστατώ
πρωτοστατώ	verb	αρχίζω πρώτος μια δραστηριότητα παρακινώντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο
πρωτοστατών	=	πρωτοστάτης
πρωτοστατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτοστατώ
πρωτοσταφυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσταφυλιά
πρωτοστολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστολιστής
πρωτοστράτηγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστράτηγος
πρωτοστράτορα	=	πρωτοστράτορας
πρωτοστράτορας	noun|dated	βυζαντινό στρατιωτικό αξίωμα που από τον 8^ο ως τον 10^ο αιώνα αφορούσε στον επικεφαλής των αυτοκρατορικών στρατόρων, δηλαδή των ιπποκόμων, ενώ από τον 12^ο αιώνα αφορά ανώτερο αξιωματούχο με χρέη στρατιωτικού διοικητή
πρωτοστράτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστράτορας
πρωτοστρατηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστρατηγία
πρωτοστρατόρισσα	=	πρωτοστράτορας
πρωτοστρατόρων	=	πρωτοστράτορας
πρωτοστόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοστόμιο
πρωτοστόμιων	=	πρωτοστόμια
πρωτοσυγκέλλου	noun	γενική ενικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσυγκέλλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσυγκέλλων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσυγκέλου	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσυγκέλους	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσυγκέλων	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσυνεργάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσυνεργάτης
πρωτοσυνεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσυνεργάτρια
πρωτοσυνεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσυνεργασία
πρωτοσύγκελε	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσύγκελλε	noun	κλητική ενικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσύγκελλο	noun	αιτιατική ενικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσύγκελλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσύγκελλος	noun	ετυμολογική γραφή του πρωτοσύγκελος
πρωτοσύγκελλου	noun	γενική ενικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσύγκελλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσύγκελλων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοσύγκελλος
πρωτοσύγκελο	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσύγκελοι	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσύγκελος	noun	ο αμεσότερος συνεργάτης του μητροπολίτου, ο οποίος τελεί χρέη υποδιοικητή της μητρόπολης και αναπληρώνει το μητροπολίτη στην άσκηση των διοικητικών του αρμοδιοτήτων
πρωτοσύγκελου	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσύγκελους	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσύγκελων	=	πρωτοσύγκελος
πρωτοσύμβουλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοσύμβουλος
πρωτοσύστατα	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατε	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατες	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατη	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατης	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατο	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατοι	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατος	adj	αυτός που μόλις συστάθηκε, ο νεοσύστατος
πρωτοσύστατου	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατους	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσύστατων	=	πρωτοσύστατος
πρωτοσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόσωμα
πρωτοτάξιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοτάξιδο
πρωτοτάξιδε	adj	κλητική ενικού του πρωτοτάξιδος
πρωτοτάξιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοτάξιδη
πρωτοτάξιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοτάξιδος
πρωτοτάξιδης	adj	γενική ενικού του πρωτοτάξιδη
πρωτοτάξιδο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοτάξιδος
πρωτοτάξιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοτάξιδος
πρωτοτάξιδος	adj|vulgar	που για πρώτη φορά ταξιδεύει
πρωτοτάξιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοτάξιδος
πρωτοτάξιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοτάξιδος
πρωτοτάξιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοτάξιδος
πρωτοταγές	=	πρωτοταγής
πρωτοταγή	=	πρωτοταγής
πρωτοταγής	adj|formal	πρώτης τάξης, πρωταρχικός
πρωτοταγείς	=	πρωτοταγής
πρωτοταγούς	=	πρωτοταγής
πρωτοταγών	=	πρωτοταγής
πρωτοταξιδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοταξιδιάρης
πρωτοτοκία	noun|formal	η ιδιότητα του πρωτότοκου, το να είναι κάποιος πρωτότοκος
πρωτοτοκίας	=	πρωτοτοκία
πρωτοτοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοτοκία
πρωτοτοκίων	=	πρωτοτόκια
πρωτοτοκιών	=	πρωτοτοκία
πρωτοτρώγω	verb	τρώω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοτσέλιγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοτσέλιγκας
πρωτοτυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτυπία	noun	το να είναι κάποιος πρωτότυπος, η ιδιότητα του πρωτότυπου
πρωτοτυπίας	noun	γενική ενικού του πρωτοτυπία
πρωτοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοτυπία
πρωτοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του πρωτοτυπία
πρωτοτυπώ	verb|formal	καινοτομώ, δημιουργώ χρησιμοποιώντας νέες μεθόδους ή ιδέες
πρωτοτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτόκα	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκας	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκε	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκες	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκια	noun	τα κληρονομικά δικαιώματα του πρωτότοκου
πρωτοτόκο	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκοι	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκος	adj	που γεννάει πρώτη φορά
πρωτοτόκου	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκους	=	πρωτοτόκος
πρωτοτόκων	=	πρωτοτόκος
πρωτοτύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτοτυπώ
πρωτοτύπου	=	πρωτότυπο
πρωτοτύπων	=	πρωτότυπο
πρωτουργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτουργός
πρωτουργέ	adj	κλητική ενικού του πρωτουργός
πρωτουργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτουργός
πρωτουργού	adj	γενική ενικού του πρωτουργός
πρωτουργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτουργός
πρωτουργό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτουργός
πρωτουργός	noun|archaic	που πρώτος σχεδίασε ή επιτέλεσε κάποιο (σημαντικό) έργο / επίτευγμα
πρωτουργών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτουργός
πρωτοφάνεια	noun|rare	η πρώτη εμφάνιση, η πρωτοτυπία
πρωτοφάνειας	=	πρωτοφάνεια
πρωτοφάνειες	=	πρωτοφάνεια
πρωτοφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφαγωμένο
πρωτοφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφαγωμένη
πρωτοφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφαγωμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοφαγωμένη
πρωτοφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοφαγωμένος
πρωτοφανέρωτα	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτε	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτες	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτη	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτης	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτο	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτοι	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτος	adj|literary	που εμφανίζεται για πρώτη φορά
πρωτοφανέρωτου	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτους	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανέρωτων	=	πρωτοφανέρωτος
πρωτοφανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρωτοφανής
πρωτοφανή	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοφανής
πρωτοφανής	adj	που συμβαίνει για πρώτη φορά
πρωτοφανήσιμα	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμε	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμες	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμη	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμης	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμο	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμοι	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμος	adj	πρώιμος
πρωτοφανήσιμου	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμους	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανήσιμων	=	πρωτοφανήσιμος
πρωτοφανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφανής
πρωτοφανειών	=	πρωτοφάνεια
πρωτοφανούς	adj	γενική ενικού του πρωτοφανής
πρωτοφανών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοφανής
πρωτοφειλέτες	=	πρωτοφειλέτης
πρωτοφειλέτη	=	πρωτοφειλέτης
πρωτοφειλέτης	noun	είναι ο οφειλέτης για τον οποίον ένας εγγυητής φέρει την ευθύνη της καταβολής των τόκων του πρώτου σε έναν δανειστή
πρωτοφειλετών	=	πρωτοφειλέτης
πρωτοφθάνω	verb	φθάνω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοφορά	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράει	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράμε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράν	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράνε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράς	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράτε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφοράω	verb	άλλη μορφή του πρωτοφορώ
πρωτοφορήσαμε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορήσαν	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορήσανε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορήσατε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορήσει	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορήστε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφορεμένο
πρωτοφορεμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοφορεμένος
πρωτοφορεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφορεμένη
πρωτοφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοφορεμένος
πρωτοφορεμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοφορεμένη
πρωτοφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοφορεμένος
πρωτοφορεμένοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφορεμένος
πρωτοφορεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοφορώ
πρωτοφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοφορεμένος
πρωτοφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοφορεμένος
πρωτοφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοφορεμένος
πρωτοφοριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πρωτοφορώ
πρωτοφορούμε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούν	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούνε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσα	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσαμε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσαν	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσανε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσατε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορούσες	=	πρωτοφορώ
πρωτοφορώ	verb	φορώ για πρώτη φορά ή το φορώ πρώτος εγώ
πρωτοφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πρωτοφοράω / πρωτοφορώ
πρωτοφτάνω	verb	φθάνω πρώτος ή για πρώτη φορά
πρωτοφυλακές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφυλακή
πρωτοφόρα	=	πρωτοφορώ
πρωτοφόραγε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφόρετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφόρετο
πρωτοφόρετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφόρετη
πρωτοφόρετοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφόρετος
πρωτοφόρετος	adj|rare	που έχει πρωτοφορεθεί, που έχει φορεθεί πρώτη φορά
πρωτοφόρησα	=	πρωτοφορώ
πρωτοφόρησαν	=	πρωτοφορώ
πρωτοφόρησε	=	πρωτοφορώ
πρωτοφόρησες	=	πρωτοφορώ
πρωτοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοφύλακας
πρωτοχάραγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχάραγο
πρωτοχάραγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχάραγη
πρωτοχάραγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχάραγος
πρωτοχαλαζίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχαλαζίτης
πρωτοχλωροφύλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχλωροφύλλη
πρωτοχορευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχορευτής
πρωτοχριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχριστιανικό
πρωτοχριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχριστιανική
πρωτοχριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχριστιανικής	adj	γενική ενικού του πρωτοχριστιανική
πρωτοχριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχριστιανικού	adj	γενική ενικού του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχριστιανικός	adj	που αναφέρεται σε χρονική περίοδο των πρώτων χρόνων μετά από τη γέννηση του Χριστού και την εμφάνιση του χριστιανισμού
πρωτοχριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτοχριστιανικός
πρωτοχρονιάτικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχρονιάτικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πρωτοχρονιάτικο) του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοχρονιάτικε	adj	κλητική ενικού του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοχρονιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχρονιάτικη
πρωτοχρονιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοχρονιάτικης	adj	γενική ενικού του πρωτοχρονιάτικη
πρωτοχρονιάτικο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοχρονιάτικος	noun	λαχείο που η κλήρωσή του γίνεται ανήμερα ή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς
πρωτοχρονιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοχρονιάτικος	adj	που αναφέρεται στην Πρωτοχρονιά ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά της
πρωτοχρονιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοχρονιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοχρονιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοχρονιάτικος
πρωτοψάλτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοψάλτης
πρωτοψάλτη	=	πρωτοψάλτης
πρωτοψάλτης	noun	εκκλησιαστικός τίτλος, για τον πρώτο στην ιεραρχία των ψαλτών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (έπεται ο Λαμπαδάριος τού αριστερού χορού και έπεται ο Δομέστικος)
πρωτοψαλτών	=	πρωτοψάλτης
πρωτοψεύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοψεύτης
πρωτοϊδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοϊδωμένο
πρωτοϊδωμένε	verb	κλητική ενικού του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοϊδωμένη
πρωτοϊδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊδωμένης	verb	γενική ενικού του πρωτοϊδωμένη
πρωτοϊδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοϊδωμένος
πρωτοϊνδοευρωπαϊκά	noun	η Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, τα Proto-Indo-European
πρωτοϊνδοευρωπαϊκέ	=	πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκές	=	πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκή	noun	η αρχική, υποθετική, ανασυντεθειμένη μητέρα - γλώσσα της οικογένειας των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή) του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκό
πρωτοϊνδοευρωπαϊκε	adj	κλητική ενικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκη
πρωτοϊνδοευρωπαϊκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκης	adj	γενική ενικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκη
πρωτοϊνδοευρωπαϊκοί	=	πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκού	=	πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκούς	=	πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊνδοευρωπαϊκός	adj	που αναφέρεται στην αρχική, υποθετική, επανασυντεθειμένη πρωτοϊνδοευρωπαϊκή μητέρα - γλώσσα της οικογένειας των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών
πρωτοϊνδοευρωπαϊκών	=	πρωτοϊνδοευρωπαϊκός
πρωτοϊστορία	noun	η χρονική περίοδος μεταξύ της προϊστορίας και της ιστορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ένας πολιτισμός δεν έχει ακόμη αναπτύξει γραφή, ενώ άλλοι έχουν ήδη αναπτύξει
πρωτοϊστορίας	=	πρωτοϊστορία
πρωτοϊστορίες	=	πρωτοϊστορία
πρωτοϊστορικά	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικέ	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικές	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορική	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (πρωτοϊστορική) του πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικοί	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικού	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικούς	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικό	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστορικός	adj	που έχει σχέση με την πρωτοϊστορία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πρωτοϊστορικών	=	πρωτοϊστορικός
πρωτοϊστοριών	=	πρωτοϊστορία
πρωτοϊταλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτοϊταλικός
πρωτοϊταλική	noun	υποθετικός κοινός πρόγονος των Ιταλικών Γλωσσών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοϊταλικός
πρωτυτερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτυτερινό	adv	προγενέστερα, πρωτύτερα, προηγουμένως
πρωτυτερινέ	adj	κλητική ενικού του πρωτυτερινός
πρωτυτερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτυτερινή
πρωτυτερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτυτερινός
πρωτυτερινής	adj	γενική ενικού του πρωτυτερινή
πρωτυτερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτυτερινός
πρωτυτερινού	adj	γενική ενικού του πρωτυτερινός
πρωτυτερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτυτερινός
πρωτυτερινό	adj	αιτιατική ενικού του πρωτυτερινός
πρωτυτερινός	adj|literary	άλλη μορφή του πρωτύτερος
πρωτυτερινών	adj	γενική πληθυντικού του πρωτυτερινός
πρωτόβαλτα	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτε	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβαλτη
πρωτόβαλτη	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτης	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτο	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτος	adj	άλλη μορφή του πρωτοβαλμένος
πρωτόβαλτου	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτους	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβαλτων	=	πρωτόβαλτος
πρωτόβγαλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβγαλτο
πρωτόβγαλτε	adj	κλητική ενικού του πρωτόβγαλτος
πρωτόβγαλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβγαλτη
πρωτόβγαλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτόβγαλτος
πρωτόβγαλτης	adj	γενική ενικού του πρωτόβγαλτη
πρωτόβγαλτο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόβγαλτος
πρωτόβγαλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβγαλτος
πρωτόβγαλτος	adj	που βγαίνει, εμφανίζεται για πρώτη φορά χωρίς να έχει προηγούμενη πείρα
πρωτόβγαλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτόβγαλτος
πρωτόβγαλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόβγαλτος
πρωτόβγαλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτόβγαλτος
πρωτόβλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβλαστη
πρωτόβλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβλαστος
πρωτόβουλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόβουλος
πρωτόγαλα	noun	το πρώτο κιτρινωπό γάλα που παράγεται αμέσως μετά τον τοκετό
πρωτόγαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγαμη
πρωτόγαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγαμος
πρωτόγαμπροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγαμπρος
πρωτόγεννα	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννας	noun	γενική ενικού του πρωτόγεννα
πρωτόγεννε	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγεννα
πρωτόγεννη	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννης	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννο	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννοι	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννος	adj|vulgar	που έχει γεννήσει πρώτη φορά
πρωτόγεννου	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννους	=	πρωτόγεννος
πρωτόγεννων	=	πρωτόγεννος
πρωτόγερε	=	πρωτόγερος
πρωτόγερο	=	πρωτόγερος
πρωτόγεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγερος
πρωτόγερος	noun|dated	ο δημογέροντας
πρωτόγερου	=	πρωτόγερος
πρωτόγερους	=	πρωτόγερος
πρωτόγερων	=	πρωτόγερος
πρωτόγλωσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγλωσσα
πρωτόγνωρα	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρε	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγνωρη
πρωτόγνωρη	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρης	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόγνωρος
πρωτόγνωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρος	adj	που γνωρίζει κάποιος για πρώτη φορά
πρωτόγνωρου	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρους	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγνωρων	=	πρωτόγνωρος
πρωτόγονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτόγονος	adv	με πρωτόγονο τρόπο
πρωτόγονε	adj	κλητική ενικού του πρωτόγονος
πρωτόγονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγονη
πρωτόγονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτόγονος
πρωτόγονης	adj	γενική ενικού του πρωτόγονη
πρωτόγονο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόγονος
πρωτόγονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγονος
πρωτόγονος	adj	που βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης
πρωτόγονου	adj	γενική ενικού του πρωτόγονος
πρωτόγονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόγονος
πρωτόγονων	adj	γενική πληθυντικού του πρωτόγονος
πρωτόγραμμα	noun	ο αρχίγραμμα
πρωτόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγραφο
πρωτόγραφο	noun	πρωτότυπο έγγραφο
πρωτόγραφου	noun	γενική ενικού του πρωτόγραφο
πρωτόγραφων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόγραφο
πρωτόγυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγυνο
πρωτόγυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγυνη
πρωτόγυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγυνος
πρωτόγυφτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόγυφτος
πρωτόδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόδικο
πρωτόδικε	adj	κλητική ενικού του πρωτόδικος
πρωτόδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόδικη
πρωτόδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτόδικος
πρωτόδικης	adj	γενική ενικού του πρωτόδικη
πρωτόδικο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόδικος
πρωτόδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόδικος
πρωτόδικος	adj|formal	που σχετίζεται με το πρωτοδικείο
πρωτόδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτόδικος
πρωτόδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόδικος
πρωτόδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτόδικος
πρωτόζωα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόζωο
πρωτόζωο	noun	μέρος από το υποσύνολο των μονοκύτταρων ευκαρυωτικών οργανισμών από το φύλο (συνομοταξία) Πρωτόζωα
πρωτόζωου	=	πρωτόζωο
πρωτόζωων	=	πρωτόζωο
πρωτόζῳον	noun	πρωτόζωο
πρωτόθεοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόθεος
πρωτόθετα	=	πρωτόθετος
πρωτόθετε	=	πρωτόθετος
πρωτόθετες	=	πρωτόθετος
πρωτόθετη	=	πρωτόθετος
πρωτόθετης	=	πρωτόθετος
πρωτόθετο	=	πρωτόθετος
πρωτόθετοι	=	πρωτόθετος
πρωτόθετος	adj|dated	που αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία άλλων πραγμάτων, που δεν είναι παράγωγος
πρωτόθετου	=	πρωτόθετος
πρωτόθετους	=	πρωτόθετος
πρωτόθετων	=	πρωτόθετος
πρωτόθρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόθρονο
πρωτόθρονε	=	πρωτόθρονος
πρωτόθρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόθρονη
πρωτόθρονη	=	πρωτόθρονος
πρωτόθρονης	=	πρωτόθρονος
πρωτόθρονο	=	πρωτόθρονος
πρωτόθρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόθρονος
πρωτόθρονος	adj	που κάθεται / κατέχει τον πρώτο θρόνο
πρωτόθρονου	=	πρωτόθρονος
πρωτόθρονους	=	πρωτόθρονος
πρωτόθρονων	=	πρωτόθρονος
πρωτόθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόθυρο
πρωτόκλητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκλητο
πρωτόκλητε	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκλητη
πρωτόκλητη	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλητης	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλητο	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκλητος
πρωτόκλητος	adj	αυτός που κλήθηκε πρώτος
πρωτόκλητου	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλητους	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλητων	=	πρωτόκλητος
πρωτόκλιτα	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτε	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτες	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτη	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτης	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτο	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτοι	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτος	adj	επίθετο που σημαίνει το σχετικό με την πρώτη κλίση των ονομάτων της γραμματικής.
πρωτόκλιτου	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτους	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκλιτων	=	πρωτόκλιτος
πρωτόκολλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκολλο
πρωτόκολλο	noun	βιβλίο στο οποίο καταγράφονται ημερολογιακά και με αύξοντα αριθμό όλα τα εισερχόμενα-εξερχόμενα
πρωτόκολλου	noun	γενική ενικού του πρωτόκολλο
πρωτόκολλων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόκολλο
πρωτόκτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκτιστο
πρωτόκτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκτιστη
πρωτόκτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόκτιστος
πρωτόλατα	=	πρωτόλατος
πρωτόλατε	=	πρωτόλατος
πρωτόλατες	=	πρωτόλατος
πρωτόλατη	=	πρωτόλατος
πρωτόλατης	=	πρωτόλατος
πρωτόλατο	=	πρωτόλατος
πρωτόλατοι	=	πρωτόλατος
πρωτόλατος	adj|literary	που είναι ή έρχεται πρώτος
πρωτόλατου	=	πρωτόλατος
πρωτόλατους	=	πρωτόλατος
πρωτόλατων	=	πρωτόλατος
πρωτόλεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόλειο
πρωτόλειας	=	πρωτόλειος
πρωτόλειε	=	πρωτόλειος
πρωτόλειες	=	πρωτόλειος
πρωτόλειο	noun	το πρώτο πνευματικό έργο κάποιου, το πνευματικό έργο που (κατά κανόνα) δεν είναι ώριμο ή έχει αδυναμίες
πρωτόλειοι	=	πρωτόλειος
πρωτόλειος	adj|formal	που βρίσκεται σε αρχικό ή πρώιμο στάδιο διαμόρφωσης και, ως πρώτη προσπάθεια ή μορφή ενός έργου, παρουσιάζει συνήθως ελλείψεις, ατέλειες ή ανωριμότητα
πρωτόλειου	noun	γενική ενικού του πρωτόλειο
πρωτόλειους	=	πρωτόλειος
πρωτόλειων	noun	γενική πληθυντικού του πρωτόλειο
πρωτόλουβα	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβε	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβες	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβη	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβης	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβο	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβοι	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβος	adj	που εμφανίζεται πρώτος
πρωτόλουβου	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβους	=	πρωτόλουβος
πρωτόλουβων	=	πρωτόλουβος
πρωτόμαχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόμαχος
πρωτόμπαρκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόμπαρκο
πρωτόμπαρκε	adj	κλητική ενικού του πρωτόμπαρκος
πρωτόμπαρκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόμπαρκη
πρωτόμπαρκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτόμπαρκος
πρωτόμπαρκης	adj	γενική ενικού του πρωτόμπαρκη
πρωτόμπαρκο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόμπαρκος
πρωτόμπαρκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόμπαρκος
πρωτόμπαρκος	adj	χαρακτηρισμός ναυτικού στη πρώτη ναυτολόγησή του σε πλοίο
πρωτόμπαρκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτόμπαρκος
πρωτόμπαρκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόμπαρκος
πρωτόμπαρκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτόμπαρκος
πρωτόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόνιο
πρωτόνιο	noun	στοιχειώδες σταθερό σωματίδιο του πυρήνα του ατόμου, με θετικό φορτίο
πρωτόνιον	noun	πρωτόνιο
πρωτόνιου	=	πρωτόνιο
πρωτόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόνοια
πρωτόνυμφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόνυμφη
πρωτόπαπα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρωτόπαπας
πρωτόπαπας	noun|dated	συνώνυμο του πρωτοπρεσβύτερος, πρωθιερέας
πρωτόπειρα	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρε	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρες	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρη	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρης	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρο	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειροι	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρος	adj	αυτός που διαθέτει ελάχιστη, σχεδόν μηδαμινή, εμπειρία
πρωτόπειρου	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρους	=	πρωτόπειρος
πρωτόπειρων	=	πρωτόπειρος
πρωτόπιασμα	noun	το αποτέλεσμα τού πρωτοπιάνω, ό,τι έχει πρωτοπιαστεί
πρωτόπιαστα	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστε	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστες	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστη	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστης	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστο	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστοι	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστος	adj	που τον έχουν πιάσει πρώτο ή πρώτη φορά
πρωτόπιαστου	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστους	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπιαστων	=	πρωτόπιαστος
πρωτόπλασμα	noun	ημίρρευστη διαφανής ουσία, από την οποία αποτελείται κάθε φυτικό ή ζωικό κύτταρο
πρωτόπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλαστο
πρωτόπλαστε	adj	κλητική ενικού του πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλαστη
πρωτόπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστης	adj	γενική ενικού του πρωτόπλαστη
πρωτόπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστος	noun	αυτός που πλάστηκε / δημιουργήθηκε πρώτος από τον θεό	adj	που πλάστηκε / δημιουργήθηκε πρώτος
πρωτόπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόπλαστος
πρωτόπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτόπλαστος
πρωτόπλοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλοο
πρωτόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλοιο
πρωτόπλοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόπλοος
πρωτόσκολα	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολε	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολες	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολη	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολης	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολο	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόσκολος
πρωτόσκολος	noun	άλλη γραφή του πρωτόσχολος
πρωτόσκολου	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολους	=	πρωτόσκολος
πρωτόσκολων	=	πρωτόσκολος
πρωτόσποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόσπορος
πρωτόστροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόστροφο
πρωτόστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόστροφη
πρωτόστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόστροφος
πρωτόσυκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόσυκο
πρωτόσχολα	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολε	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολες	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολη	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολης	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολο	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόσχολος
πρωτόσχολος	noun|dated	άριστος μαθητής που κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο γινόταν βοηθός δασκάλου σε μικρότερες τάξεις, διδάσκοντας και εποπτεύοντας την εκπαιδευτική διαδικασία
πρωτόσχολου	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολους	=	πρωτόσχολος
πρωτόσχολων	=	πρωτόσχολος
πρωτότοιχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτότοιχος
πρωτότοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτότοκο
πρωτότοκε	adj	κλητική ενικού του πρωτότοκος
πρωτότοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτότοκη
πρωτότοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτότοκος
πρωτότοκης	adj	γενική ενικού του πρωτότοκη
πρωτότοκο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτότοκος
πρωτότοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτότοκος
πρωτότοκος	adj	που έχει γεννηθεί πρώτος στη σειρά, ο πιο μεγάλος, o μεγαλύτερος
πρωτότοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτότοκος
πρωτότοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτότοκος
πρωτότοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτότοκος
πρωτότυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτότυπος	adv	με πρωτότυπο τρόπο, με πρωτοτυπία
πρωτότυπε	adj	κλητική ενικού του πρωτότυπος
πρωτότυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτότυπη
πρωτότυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτότυπος
πρωτότυπης	adj	γενική ενικού του πρωτότυπη
πρωτότυπο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτότυπος
πρωτότυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτότυπος
πρωτότυπος	adj	που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό
πρωτότυπου	adj	γενική ενικού του πρωτότυπος
πρωτότυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτότυπος
πρωτότυπων	adj	γενική πληθυντικού του πρωτότυπος
πρωτόφαντα	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντε	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντες	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντη	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντης	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντο	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντοι	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντος	adj	πρωτοφανής, που συμβαίνει ή εμφανίζεται για πρώτη φορά
πρωτόφαντου	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντους	=	πρωτόφαντος
πρωτόφαντων	=	πρωτόφαντος
πρωτόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόχρονο
πρωτόχρονε	adj	κλητική ενικού του πρωτόχρονος
πρωτόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτόχρονη
πρωτόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτόχρονος
πρωτόχρονης	adj	γενική ενικού του πρωτόχρονη
πρωτόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτόχρονος
πρωτόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτόχρονος
πρωτόχρονος	adj|dated	νεαρός, πρώθηβος
πρωτόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτόχρονος
πρωτόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτόχρονος
πρωτόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτόχρονος
πρωτόχυτα	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτε	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτες	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτη	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτης	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτο	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτοι	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτος	adj	που έχει χυθεί πρώτος ή πρώτη φορά
πρωτόχυτου	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτους	=	πρωτόχυτος
πρωτόχυτων	=	πρωτόχυτος
πρωτύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτύτερο	adv	πιο πριν από κάτι άλλο, προηγουμένως
πρωτύτερε	adj	κλητική ενικού του πρωτύτερος
πρωτύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρωτύτερη
πρωτύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτύτερος
πρωτύτερης	adj	γενική ενικού του πρωτύτερη
πρωτύτερο	adj	αιτιατική ενικού του πρωτύτερος
πρωτύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρωτύτερος
πρωτύτερος	adj	προγενέστερος, προηγούμενος
πρωτύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρωτύτερος
πρωτύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρωτύτερος
πρωτύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρωτύτερος
πρωϊμότης	noun	η πρωιμότητα
πρόβα	noun	η δοκιμή που γίνεται πριν την τελική παρουσίαση ενός θέματος (θέατρου, τραγουδιού, ομιλίας, κτ...)
πρόβαινε	=	προβαίνω
πρόβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
πρόβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
πρόβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
πρόβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβάλλω
πρόβαλλα	=	προβάλλω
πρόβαλλαν	=	προβάλλω
πρόβαλλε	=	προβάλλω
πρόβαλλες	=	προβάλλω
πρόβας	noun	γενική ενικού του πρόβα
πρόβατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβατο
πρόβατο	noun	τετράποδο θηλαστικό οικόσιτο ζώο (επιστημονικό όνομα Ovis aries) που ζει σε κοπάδι· εκτρέφεται για το μαλλί του, καθώς και για το γάλα, από το οποίο φτιάχνεται τυρί, γιαούρτι κ.ά.
πρόβατου	=	πρόβατο
πρόβατων	=	πρόβατο
πρόβεια	=	πρόβειος
πρόβειας	=	πρόβειος
πρόβειε	=	πρόβειος
πρόβειες	=	πρόβειος
πρόβειο	=	πρόβειος
πρόβειοι	=	πρόβειος
πρόβειος	adj	που ανήκει ή προέρχεται από πρόβατο
πρόβειου	=	πρόβειος
πρόβειους	=	πρόβειος
πρόβειων	=	πρόβειος
πρόβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόβα
πρόβια	=	πρόβιος
πρόβιας	=	πρόβιος
πρόβιε	=	πρόβιος
πρόβιες	=	πρόβιος
πρόβιο	=	πρόβιος
πρόβιοι	=	πρόβιος
πρόβιος	adj	άλλη μορφή του πρόβειος
πρόβιου	=	πρόβιος
πρόβιους	=	πρόβιος
πρόβιων	=	πρόβιος
πρόβλεπε	=	προβλέπω
πρόβλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
πρόβλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
πρόβλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
πρόβλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προβλέπω
πρόβλεψη	noun	εκτίμηση του τι πρόκειται να γίνει
πρόβλεψης	=	πρόβλεψη
πρόβλεψις	noun	η πρόβλεψη
πρόβλημα	noun	ένα ερώτημα, συνήθως μαθηματικό, που για να απαντηθεί πρέπει με επιστημονικό τρόπο να συνδυαστούν κάποια δεδομένα και να γίνουν κάποιοι λογικοί συλλογισμοί ή και κάποιες πράξεις
πρόβολε	noun	κλητική ενικού του πρόβολος
πρόβολο	noun	αιτιατική ενικού του πρόβολος
πρόβολοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόβολος
πρόβολος	noun	οποιαδήποτε μόνιμη επιμήκης προεξοχή
πρόβολου	=	πρόβολος
πρόβολους	=	πρόβολος
πρόβουνα	=	πρόβουνο
πρόβουνο	noun	βουναλάκι ή ύψωμα μπροστά από άλλο βουνό
πρόβουνου	=	πρόβουνο
πρόβουνων	=	πρόβουνο
πρόγαμε	=	πρόγαμος
πρόγαμο	=	πρόγαμος
πρόγαμοι	=	πρόγαμος
πρόγαμος	noun	η συγκέντρωση του γαμπρού ή / και της νύφης μαζί με συγγενείς και φίλους, ώστε να γιορτάσουν τον επικείμενο γάμο
πρόγαμου	=	πρόγαμος
πρόγαμους	=	πρόγαμος
πρόγαμων	=	πρόγαμος
πρόγευμα	noun	το πρωινό γεύμα
πρόγευση	noun	η εκ των προτέρων επαφή ή εμπειρία ενός πράγματος, ενός γεγονότος ή μιας κατάστασης
πρόγευσης	noun	γενική ενικού του πρόγευση
πρόγκα	noun	χλευασμός, αποδοκιμασία, πείραγμα (συνήθως με έντονο τρόπο ή ύφος)
πρόγκας	noun	γενική ενικού του πρόγκα
πρόγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόγκα
πρόγκηγμα	noun	άλλη μορφή του πρόγκημα
πρόγκημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προγκάω
πρόγκιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
πρόγκιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
πρόγκιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
πρόγκιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προγκίζω
πρόγκισμα	noun	άλλη μορφή του πρόγκημα
πρόγναθα	=	πρόγναθος
πρόγναθε	=	πρόγναθος
πρόγναθες	=	πρόγναθος
πρόγναθη	=	πρόγναθος
πρόγναθης	=	πρόγναθος
πρόγναθο	=	πρόγναθος
πρόγναθοι	=	πρόγναθος
πρόγναθος	adj	που πάσχει από προγναθισμό
πρόγναθου	=	πρόγναθος
πρόγναθους	=	πρόγναθος
πρόγναθων	=	πρόγναθος
πρόγνωση	noun	η πρόβλεψη της εξέλιξης μιας κατάστασης ή κάποιων γεγονότων, βάσει της σωστής εκτίμησης ορισμένων δεδομένων
πρόγνωσης	noun	γενική ενικού του πρόγνωση
πρόγονε	noun	κλητική ενικού του πρόγονος
πρόγονο	noun	αιτιατική ενικού του πρόγονος
πρόγονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόγονος
πρόγονος	noun	που έζησε παλιότερα και από τον οποίο κατάγεται κάποιος
πρόγονου	=	πρόγονος
πρόγονους	=	πρόγονος
πρόγονων	=	πρόγονος
πρόγραμμα	noun	προγραμματισμός, καταγραφή και γνωστοποίηση κάποιων ενεργειών, εκδηλώσεων κ.λπ. που πρόκειται να συμβούν ή να γίνουν
πρόγραφε	=	προγράφω
πρόγραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προγράφω
πρόδειπνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόδειπνο
πρόδειπνο	noun	μικρό γεύμα πριν από το δείπνο, απογευματινό γεύμα
πρόδειπνον	noun	πρόδειπνο, μικρό απογευματινό γεύμα
πρόδειπνου	=	πρόδειπνο
πρόδειπνων	=	πρόδειπνο
πρόδηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόδηλο	adv	προφανώς, φανερά, ολοφάνερα
πρόδηλε	adj	κλητική ενικού του πρόδηλος
πρόδηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόδηλη
πρόδηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόδηλος
πρόδηλης	adj	γενική ενικού του πρόδηλη
πρόδηλο	adj	αιτιατική ενικού του πρόδηλος
πρόδηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόδηλος
πρόδηλος	adj|formal	που φαίνεται καθαρά, που γίνεται εύκολα αντιληπτός
πρόδηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρόδηλος
πρόδηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόδηλος
πρόδηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρόδηλος
πρόδιδα	=	προδίδω
πρόδιδαν	=	προδίδω
πρόδιδε	=	προδίδω
πρόδιδες	=	προδίδω
πρόδομε	noun	κλητική ενικού του πρόδομος
πρόδομο	noun	αιτιατική ενικού του πρόδομος
πρόδομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόδομος
πρόδομος	noun	το τμήμα ενός αρχαίου ναού που βρίσκεται μπροστά, πριν από τον σηκό
πρόδομου	=	πρόδομος
πρόδομους	=	πρόδομος
πρόδρομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόδρομο
πρόδρομε	noun	κλητική ενικού του πρόδρομος
πρόδρομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόδρομη
πρόδρομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόδρομος
πρόδρομης	adj	γενική ενικού του πρόδρομη
πρόδρομο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πρόδρομος	noun	γενική ενικού του πρόδρομος
πρόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόδρομος
πρόδρομος	noun	που προπορεύεται	adj	που προηγείται και προαναγγέλλει
πρόδρομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρόδρομος	noun	γενική ενικού του πρόδρομος
πρόδρομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόδρομος
πρόδρομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρόδρομος
πρόδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω
πρόδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω
πρόδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω
πρόδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προδίδω
πρόεδρε	noun	κλητική ενικού του πρόεδρος
πρόεδρο	noun	αιτιατική ενικού του πρόεδρος
πρόεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόεδρος
πρόεδρος	noun	εκλεγμένο ή διορισμένο άτομο που προΐσταται ενός οργανισμού, σωματείου, οργάνωσης, ομάδας κ.λπ.
πρόεδρου	=	πρόεδρος
πρόεδρους	=	πρόεδρος
πρόζα	noun	η πεζογραφία, ο πεζός λόγος
πρόζας	=	πρόζα
πρόζες	=	πρόζα
πρόθεμα	noun	φωνήεν το οποίο προστίθεται στην αρχή λέξεων, όταν το θέμα αρχίζει από σύμφωνο ή από συμφωνικό σύμπλεγμα και δεν επιφέρει σημασιολογική μεταβολή στις λέξεις
πρόθεση	noun	η συνειδητή βούληση που κινητοποιεί κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό
πρόθεσης	noun	γενική ενικού του πρόθεση
πρόθημα	noun	παράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται πριν από τη ρίζα μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξης
πρόθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόθυμος	adv	με προθυμία, φιλότιμο, ευσυνείδητα
πρόθυμε	adj	κλητική ενικού του πρόθυμος
πρόθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθυμη
πρόθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόθυμος
πρόθυμης	adj	γενική ενικού του πρόθυμη
πρόθυμο	adj	αιτιατική ενικού του πρόθυμος
πρόθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόθυμος
πρόθυμος	adj	που έχει θετική διάθεση να εργαστεί ή /και να βοηθήσει σε κάτι
πρόθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρόθυμος
πρόθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόθυμος
πρόθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρόθυμος
πρόθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόθυρο, στην έκφραση στα πρόθυρα
πρόθυρο	noun|formal	ο χώρος μπροστά από τη θύρα
πρόκα	noun	το καρφί
πρόκανα	=	προκάνω
πρόκαναν	=	προκάνω
πρόκανε	=	προκάνω
πρόκανες	=	προκάνω
πρόκας	noun	γενική ενικού του πρόκα
πρόκειται	verb	κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει
πρόκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόκα
πρόκληση	noun	η ενέργεια του προκαλώ, η δημιουργία
πρόκλησης	=	πρόκληση
πρόκοβα	=	προκόβω
πρόκοβαν	=	προκόβω
πρόκοβε	=	προκόβω
πρόκοβες	=	προκόβω
πρόκομμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκόβω
πρόκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκόβω
πρόκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκόβω
πρόκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκόβω
πρόκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προκόβω
πρόκραμα	noun|rare	κράμα (ευγενούς) μετάλλου, π.χ. χρυσού, κατά τη φάση της προεργασίας
πρόκριμα	noun	η δοκιμασία, η προσπάθεια
πρόκριση	noun	το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που υπάρχει επιλογή
πρόκρισης	=	πρόκριση
πρόκριτε	noun	κλητική ενικού του πρόκριτος
πρόκριτο	noun	αιτιατική ενικού του πρόκριτος
πρόκριτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόκριτος
πρόκριτος	noun	ο εκλεκτός, αυτός που έχει εκλεγεί ή αποφασιστεί πριν την τελική κρίση
πρόκριτου	noun	γενική ενικού του πρόκριτος
πρόκριτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόκριτος
πρόκριτων	noun	γενική πληθυντικού του πρόκριτος
πρόκτηση	noun|formal	η εκ των προτέρων ή πριν από κάποιον άλλον απόκτηση
πρόκτησης	=	πρόκτηση
πρόκυψε	=	προέκυψε
πρόκυψη	noun	(διεθν: emergence/émergence) η εμφάνιση ανώτερων ιδιοτήτων από λειτουργικά οργανωμένο συνδυασμό συστατικών
πρόκυψης	=	πρόκυψη
πρόλαβα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
πρόλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
πρόλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
πρόλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προλαβαίνω
πρόληψη	noun	η προσπάθεια που γίνεται για να προλάβουμε εκ των προτέρων και να αποτρέψουμε κάποιες αρνητικές ή ανεπιθυμητες καταστάσεις, ενέργειες ή συνέπειες
πρόληψης	noun	γενική ενικού του πρόληψη
πρόλοβε	noun	κλητική ενικού του πρόλοβος
πρόλοβο	noun	αιτιατική ενικού του πρόλοβος
πρόλοβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόλοβος
πρόλοβος	noun	τμήμα (θύλακας) στον πεπτικό σωλήνα, κοντά στον οισοφάγο των πτηνών, όπου παραμένει για λίγο η τροφή τους, πριν περάσει στο στομάχι τους
πρόλοβου	=	πρόλοβος
πρόλοβους	=	πρόλοβος
πρόλογε	noun	κλητική ενικού του πρόλογος
πρόλογο	noun	αιτιατική ενικού του πρόλογος
πρόλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόλογος
πρόλογος	noun	το πρώτο εισαγωγικό τμήμα ενός κειμένου
πρόλογου	=	πρόλογος
πρόλοιπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόλοιπο
πρόμαχε	noun	κλητική ενικού του πρόμαχος
πρόμαχο	noun	αιτιατική ενικού του πρόμαχος
πρόμαχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόμαχος
πρόμαχος	noun|archaic	μαχόμενος στην πρώτη γραμμή
πρόμαχου	noun	γενική ενικού του πρόμαχος
πρόμαχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόμαχος
πρόμαχων	noun	γενική πληθυντικού του πρόμαχος
πρόμειγμα	noun	άλλη μορφή του πρόμιγμα
πρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόμετρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόμετρο
πρόμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόμετρη
πρόμετροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόμετρος
πρόμηκες	=	προμήκης
πρόμιγμα	noun	παρασκεύασμα που αναμειγνύεται με ζωοτροφές
πρόμοχθε	=	πρόμοχθος
πρόμοχθο	=	πρόμοχθος
πρόμοχθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόμοχθος
πρόμοχθος	noun	προεξοχή σε δωρικό γείσο που βρίσκεται πάνω από το τρίγλυφο και στο μέσον της μετόπης
πρόμοχθου	=	πρόμοχθος
πρόμοχθους	=	πρόμοχθος
πρόμοχθων	=	πρόμοχθος
πρόναε	noun	κλητική ενικού του πρόναος
πρόναο	noun	αιτιατική ενικού του πρόναος
πρόναοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόναος
πρόναος	noun	χώρος / δωμάτιο στο πίσω τμήμα ενός αρχαίου ναού
πρόναου	noun	γενική ενικού του πρόναος
πρόναους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόναος
πρόναυλε	=	πρόναυλος
πρόναυλο	=	πρόναυλος
πρόναυλοι	=	πρόναυλος
πρόναυλος	noun	ο ναύλος, ή μέρος του, που προκαταβάλλεται
πρόναυλου	=	πρόναυλος
πρόναυλους	=	πρόναυλος
πρόναυλων	=	πρόναυλος
πρόναων	noun	γενική πληθυντικού του πρόναος
πρόνευση	noun|formal	το αποτέλεσμα του προνευστάζω: ταλάντωση του πλοίουμ απ' την πλώρη ως την πρύμνη σε σχέση με τον οριζόντιο άξονά του
πρόνευσης	noun	γενική ενικού του πρόνευση
πρόνευσις	noun	πρόνευση, προνευστασμός, σκαμπανέβασμα
πρόνεφροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόνεφρος
πρόνοια	noun	η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων
πρόνοιας	noun	γενική ενικού του πρόνοια
πρόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόνοια
πρόνωτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόνωτο
πρόξενε	noun	κλητική ενικού του πρόξενος
πρόξενο	noun	αιτιατική ενικού του πρόξενος
πρόξενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόξενος
πρόξενος	noun	επίσημος αντιπρόσωπος ξένου κράτους που αποστέλλεται για να αναπτύσσει συμφωνίες και να προστατεύει τα συμφέροντα των συμπατριωτών του σε εκείνη τη χώρα	adj	που προξενεί κάποια ενέργεια, υπεύθυνος, υπαίτιος
πρόξενου	noun	γενική ενικού του πρόξενος
πρόξενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πρόξενος
πρόξενων	noun	γενική πληθυντικού του πρόξενος
πρόξιμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόξιμος
πρόοδε	=	πρόοδος
πρόοδο	noun	αιτιατική ενικού του πρόοδος
πρόοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόοδος
πρόοδος	noun	η βελτίωση, ο δρόμος προς κάτι καλύτερο
πρόπεμπε	=	προπέμπω
πρόπεμψε	=	προπέμπω
πρόπερσι	adv	άλλη μορφή του προπέρυσι
πρόπηγμα	noun	τυρί σε προκαταρκτική φάση παρασκευής
πρόπλασμα	noun	το πλαστικό πρότυπο, το υπόδειγμα
πρόποδα	=	πρόποδες
πρόποδας	=	πρόποδες
πρόποδες	noun	το χαμηλότερο μέρος ενός βουνού ή άλλου υψώματος
πρόποση	noun	μια σύντομη φράση ή λίγα λόγια που λέγονται πριν πιούμε ένα ποτήρι κρασί ή άλλο ποτό και καθώς κρατάμε υψωμένο το χέρι
πρόποσης	noun	γενική ενικού του πρόποση
πρόπτωση	noun|formal	η προς τα κάτω πτώση
πρόπτωσης	noun	γενική ενικού του πρόπτωση
πρόπυλα	=	πρόπυλο
πρόπυλο	noun	αρχιτεκτονικός όρος που αφορά την είσοδο ναού ή κτιριακού συγκροτήματος
πρόπυλου	=	πρόπυλο
πρόπυλων	=	πρόπυλο
πρόρρηση	noun|formal	κάτι που λέγεται πριν συμβεί· η προφητεία
πρόρρησης	noun	γενική ενικού του πρόρρηση
πρόσαγε	=	προσάγω
πρόσβαλα	=	προσβάλλω
πρόσβαλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προσβάλλω
πρόσβαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόσβαρος	adv	σε πρόσβαρη κατάσταση
πρόσβαρε	=	πρόσβαρος
πρόσβαρες	=	πρόσβαρος
πρόσβαρη	=	πρόσβαρος
πρόσβαρης	=	πρόσβαρος
πρόσβαρο	=	πρόσβαρος
πρόσβαροι	=	πρόσβαρος
πρόσβαρος	adj	πρόσβαρο
πρόσβαρου	=	πρόσβαρος
πρόσβαρους	=	πρόσβαρος
πρόσβαρων	=	πρόσβαρος
πρόσβαση	noun	η είσοδος
πρόσβασης	noun	γενική ενικού του πρόσβαση
πρόσβλεπε	=	προσβλέπω
πρόσβλεψε	=	προσβλέπω
πρόσβληση	noun|formal	εφαρμογή
πρόσγαλα	=	πρόσγαλο
πρόσγαλο	noun	γάλα που ανακατεύεται με τυρόγαλο, προκειμένου να παρασκευαστεί ανθότυρο, μυζήθρα κ.λπ.
πρόσγαλου	=	πρόσγαλο
πρόσγαλων	=	πρόσγαλο
πρόσγεια	=	πρόσγειος
πρόσγειας	=	πρόσγειος
πρόσγειε	=	πρόσγειος
πρόσγειες	=	πρόσγειος
πρόσγειο	=	πρόσγειος
πρόσγειοι	=	πρόσγειος
πρόσγειος	adj	που συμβαίνει κοντά στη γη ή παράλληλα μ’ αυτή
πρόσγειου	=	πρόσγειος
πρόσγειους	=	πρόσγειος
πρόσγειων	=	πρόσγειος
πρόσγραφε	=	προσγράφω
πρόσγραψε	=	προσγράφω
πρόσδεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσδένω
πρόσδεσης	=	πρόσδεση
πρόσδιδε	=	προσδίδω
πρόσδωσε	=	προσδίδω
πρόσεδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσεδρο
πρόσεδρε	adj	κλητική ενικού του πρόσεδρος
πρόσεδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσεδρη
πρόσεδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόσεδρος
πρόσεδρης	adj	γενική ενικού του πρόσεδρη
πρόσεδρο	adj	αιτιατική ενικού του πρόσεδρος
πρόσεδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόσεδρος
πρόσεδρος	adj	που στέκεται δίπλα, που συμμετέχει σε κάτι
πρόσεδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρόσεδρος
πρόσεδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόσεδρος
πρόσεδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρόσεδρος
πρόσελθε	=	προσέρχομαι
πρόσεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω
πρόσεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω
πρόσεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω
πρόσεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσέχω
πρόσεχα	=	προσέχω
πρόσεχαν	=	προσέχω
πρόσεχε	verb	γ' ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος προσέχω
πρόσεχες	=	προσέχω
πρόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσημο
πρόσημο	noun	το καθένα από τα σύμβολα + (συν) ή - (μείον) που δηλώνει ότι ο αριθμός που το ακολουθεί είναι θετικός ή αρνητικός, αντίστοιχα
πρόσημου	=	πρόσημο
πρόσημων	=	πρόσημο
πρόσθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
πρόσθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
πρόσθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
πρόσθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσθέτω
πρόσθεση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσθέτω
πρόσθεσης	=	πρόσθεση
πρόσθετα	verb	αʹ ενικό οριστικής παρατατικού του ρήματος προσθέτω	noun	ουσίες που προστίθενται σε τρόφιμα ή διάφορα προϊόντα, για να βελτιώσουν τις ιδιότητές τους
πρόσθετε	adj	κλητική ενικού του πρόσθετος
πρόσθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσθετη
πρόσθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόσθετος
πρόσθετης	adj	γενική ενικού του πρόσθετη
πρόσθετο	noun	οποιαδήποτε ουσία προστίθεται σε ένα σώμα για να του προσδώσει ορισμένα χαρακτηριστικά
πρόσθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόσθετος
πρόσθετος	adj	που προστίθεται επιπλέον ή εκ των υστέρων
πρόσθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρόσθετος
πρόσθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόσθετος
πρόσθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρόσθετος
πρόσθημα	noun	πρόσφυμα
πρόσθια	=	πρόσθιος
πρόσθιας	=	πρόσθιος
πρόσθιε	=	πρόσθιος
πρόσθιες	=	πρόσθιος
πρόσθιο	noun	το στυλ κολύμβησης στο οποίο οι αθλητές κινούνται συνεχώς μπρούμυτα	adj	ουδέτερο του πρόσθιος
πρόσθιοι	=	πρόσθιος
πρόσθιος	adj|formal	μπροστινός, εμπρόσθιος
πρόσθιου	=	πρόσθιος
πρόσθιους	=	πρόσθιος
πρόσθιων	=	πρόσθιος
πρόσκαιρα	adv	για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο καιρό
πρόσκαιρε	adj	κλητική ενικού του πρόσκαιρος
πρόσκαιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσκαιρη
πρόσκαιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόσκαιρος
πρόσκαιρης	adj	γενική ενικού του πρόσκαιρη
πρόσκαιρο	adj	αιτιατική ενικού του πρόσκαιρος
πρόσκαιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόσκαιρος
πρόσκαιρος	adj	που διαρκεί ή ισχύει για περιορισμένο χρονικό διάστημα, προσωρινός
πρόσκαιρου	adj	γενική ενικού του πρόσκαιρος
πρόσκαιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόσκαιρος
πρόσκαιρων	adj	γενική πληθυντικού του πρόσκαιρος
πρόσκειμαι	verb	βρίσκομαι δίπλα ή κοντά
πρόσκληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκαλώ
πρόσκλησης	noun	γενική ενικού του πρόσκληση
πρόσκλιση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκλίνω
πρόσκλισης	=	πρόσκλιση
πρόσκομμα	noun	το κώλυμα, το εμπόδιο, η δυσκολία για την ομαλή εξέλιξη ή διεξαγωγή ενός αντικειμένου
πρόσκοπε	noun	κλητική ενικού του πρόσκοπος
πρόσκοπο	noun	αιτιατική ενικού του πρόσκοπος
πρόσκοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόσκοπος
πρόσκοπος	noun	άτομο που είναι μέλος του Σώματος Ελληνικών Προσκόπων ή μιας αντίστοιχης ξένης οργάνωσης που προωθεί τον προσκοπισμό
πρόσκοπου	=	πρόσκοπος
πρόσκοπτε	=	προσκόπτω
πρόσκοψε	=	προσκόπτω
πρόσκρουε	=	προσκρούω
πρόσκρουσε	=	προσκρούω
πρόσκρουση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκρούω
πρόσκρουσης	=	πρόσκρουση
πρόσκτημα	noun	επιπλέον απόκτημα αντικειμένου και ενσωμάτωση σε συλλογή / μεγαλύτερο σύνολο
πρόσκτηση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσκτώμαι, η απόκτηση παραπάνω εφοδίων, αύξηση αυτών που ήδη έχω
πρόσκτησης	=	πρόσκτηση
πρόσκτισμα	noun	κτίσμα το οποίο κατασκευάστηκε πάνω ή δίπλα σε άλλο το οποίο προϋπήρχε
πρόσληψη	noun	η αποδοχή ενός ατόμου στο εργατικό δυναμικό μιάς επιχείρησης ή η ανάθεση σε αυτόν μιας μόνιμης εργασίας έναντι σταθερής αμοιβής
πρόσληψης	noun	γενική ενικού του πρόσληψη
πρόσμειξη	noun	η προσθήκη μιας ουσίας σε άλλη και η ανάμειξή τους
πρόσμειξης	=	πρόσμειξη
πρόσοδε	=	πρόσοδος
πρόσοδο	=	πρόσοδος
πρόσοδοι	=	πρόσοδος
πρόσοδος	noun	το ενοίκιο που εισπράττει ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα προσπορίζεται ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου
πρόσοψη	noun	η όψη ενός κτιρίου από μπροστά
πρόσοψης	noun	γενική ενικού του πρόσοψη
πρόσπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
πρόσπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
πρόσπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
πρόσπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσπέφτω
πρόσπτωση	noun	η πτώση ή πρόσκρουση με κάτι ή σε κάτι
πρόσπτωσης	noun	γενική ενικού του πρόσπτωση
πρόσπτωσις	noun	πέσιμο προς κάτι, πάνω σε κάτι, πρόσπτωση
πρόσραμμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσράπτω
πρόσρηση	noun|archaic	η προσφώνηση
πρόσρησης	=	πρόσρηση
πρόσταγμα	noun	το παράγγελμα, το κέλευσμα
πρόσταζα	=	προστάζω
πρόσταζαν	=	προστάζω
πρόσταζε	=	προστάζω
πρόσταζες	=	προστάζω
πρόσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστάζω
πρόσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστάζω
πρόσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστάζω
πρόσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προστάζω
πρόστεγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόστεγο
πρόστεγο	noun	το μπροστινό μέρος μεγάλου στεγάσματος
πρόστεγου	noun	γενική ενικού του πρόστεγο
πρόστεγων	noun	γενική πληθυντικού του πρόστεγο
πρόστιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόστιμο
πρόστιμο	noun	ποινή καταβολής χρηματικού ποσού, που επιβάλλεται από δικαστική ή διοικητική αρχή για παραπτώματα ή παραβάσεις
πρόστιμου	=	πρόστιμο
πρόστρατος	noun	αυτός που κατατάσσεται στις ένοπλες δυνάμεις και υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία πριν να κληθεί η κλάση του.
πρόστριψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προστρίβω
πρόστριψης	=	πρόστριψη
πρόστυλα	=	πρόστυλος
πρόστυλε	=	πρόστυλος
πρόστυλες	=	πρόστυλος
πρόστυλη	=	πρόστυλος
πρόστυλης	=	πρόστυλος
πρόστυλο	=	πρόστυλος
πρόστυλοι	=	πρόστυλος
πρόστυλος	adj	ο αποκλειστικά στηριζόμενος σε κολώνες
πρόστυλου	=	πρόστυλος
πρόστυλους	=	πρόστυλος
πρόστυλων	=	πρόστυλος
πρόστυμμα	noun	ουσία που χρησιμεύει για στερέωση της χρωστικής ύλης στις ίνες των βαφόμενων υφασμάτων.
πρόστυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόστυχος	adv	με πρόστυχο τρόπο
πρόστυχε	adj	κλητική ενικού του πρόστυχος
πρόστυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόστυχη
πρόστυχη	noun	θηλυκό του πρόστυχος
πρόστυχης	adj	γενική ενικού του πρόστυχη
πρόστυχο	adj	αιτιατική ενικού του πρόστυχος
πρόστυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόστυχος
πρόστυχος	adj	χυδαίος, ανήθικος, ποταπός, χαμερπής
πρόστυχου	adj	γενική ενικού του πρόστυχος
πρόστυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόστυχος
πρόστυχων	adj	γενική πληθυντικού του πρόστυχος
πρόσφατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόσφατος	adv	στο κοντινό παρελθόν
πρόσφατε	adj	κλητική ενικού του πρόσφατος
πρόσφατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφατη
πρόσφατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόσφατος
πρόσφατης	adj	γενική ενικού του πρόσφατη
πρόσφατο	adj	αιτιατική ενικού του πρόσφατος
πρόσφατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόσφατος
πρόσφατος	adj	που έχει μόλις συμβεί ή δημιουργηθεί
πρόσφατου	adj	γενική ενικού του πρόσφατος
πρόσφατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόσφατος
πρόσφατων	adj	γενική πληθυντικού του πρόσφατος
πρόσφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προσφέρω
πρόσφεραν	=	προσφέρω
πρόσφερε	=	προσφέρω
πρόσφερες	=	προσφέρω
πρόσφευγε	=	προσφεύγω
πρόσφορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφορο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφορο, ουδέτερο του πρόσφορος
πρόσφορε	=	πρόσφορος
πρόσφορες	=	πρόσφορος
πρόσφορη	=	πρόσφορος
πρόσφορης	=	πρόσφορος
πρόσφορο	adj	αιτιατική ενικού του πρόσφορος	noun	είδος ψωμιού, με σχεδιασμένα ειδικά χριστιανικά σύμβολα, που προσφέρουν οι πιστοί στην εκκλησία για να χρησιμοποιηθεί σαν αντίδωρο
πρόσφοροι	=	πρόσφορος
πρόσφορος	adj	κατάλληλος, χρήσιμος για κάτι, που προσφέρεται
πρόσφορου	noun	γενική ενικού του πρόσφορο
πρόσφορους	=	πρόσφορος
πρόσφορων	noun	γενική πληθυντικού του πρόσφορο
πρόσφυγα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πρόσφυγας
πρόσφυγας	noun	που αναγκαστικά εγκαταλείπει τον τόπο μόνιμης διαμονής και κατοικίας και για διάφορους λόγους προσφεύγει ή καταφεύγει σε γειτονική χώρα
πρόσφυγε	=	προσφεύγω
πρόσφυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφυγας
πρόσφυμα	noun	μόρφημα που προστίθεται στο θέμα κάποιας λέξης (ως πρόθημα, ένθημα ή ως επίθημα) για την παραγωγή μιας νέας λέξης
πρόσφυση	noun	δύναμη που συμβάλλει στο να κρατά ενωμένα δύο σώματα (στερεά ή υγρά), δρώντας στην επιφάνειά τους
πρόσφυσης	noun	γενική ενικού του πρόσφυση
πρόσχαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόσχαρος	adv	με πρόσχαρο τρόπο
πρόσχαρε	=	πρόσχαρος
πρόσχαρες	=	πρόσχαρος
πρόσχαρη	=	πρόσχαρος
πρόσχαρης	=	πρόσχαρος
πρόσχαρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πρόσχαρος
πρόσχαροι	=	πρόσχαρος
πρόσχαρος	adj	ευχάριστος
πρόσχαρου	=	πρόσχαρος
πρόσχαρους	=	πρόσχαρος
πρόσχαρων	=	πρόσχαρος
πρόσχημα	noun	ό,τι χρησιμοποιείται ως δικαιολογία ή πρόφαση αντί του πραγματικού λόγου ή σκοπού
πρόσχωμα	noun	το χώμα ή όποιο άλλο γαιώδες υλικό σωρεύεται από τις προσχώσεις αλλά και η έκταση που αυτό καλύπτει
πρόσχωνα	=	προσχώνω
πρόσχωναν	=	προσχώνω
πρόσχωνε	=	προσχώνω
πρόσχωνες	=	προσχώνω
πρόσχωσα	=	προσχώνω
πρόσχωσαν	=	προσχώνω
πρόσχωσε	=	προσχώνω
πρόσχωσες	=	προσχώνω
πρόσχωση	noun	η απόθεση στερεών υλικών, κυρίως χώμα, από τα νερά των ποταμών, τους παγετώνες ή και τον άνεμο που οδηγεί στο σχηματισμό νέων εκτάσεων γης ή την επέκταση αυτών που ήδη υπάρχουν
πρόσχωσης	noun	γενική ενικού του πρόσχωση
πρόσω	adv	η κατεύθυνση προς τα εμπρός· (ειδικότερα) για κατεύθυνση κίνησης των πλοίων προς τα μπροστά, με την πλώρη
πρόσωπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσωπο
πρόσωπο	noun	το μπροστινό μέρος του κεφαλιού
πρόσωπου	=	πρόσωπο
πρόταγμα	noun	ένα γεγονός ή μια ιδέα που προτάσσεται χρονικά ή αξιολογικά
πρόταξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προτάσσω
πρόταξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προτάσσω
πρόταξης	=	πρόταξη
πρόταση	noun	μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά απο λέξεις με κεντρικό χαρακτηριστικό ένα ρήμα
πρότασης	noun	γενική ενικού του πρόταση
πρότασσε	=	προτάσσω
πρότεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προτείνω
πρότειναν	=	προτείνω
πρότεινε	=	προτείνω
πρότεινες	=	προτείνω
πρότερα	=	πρότερος
πρότερε	=	πρότερος
πρότερες	=	πρότερος
πρότερη	=	πρότερος
πρότερης	=	πρότερος
πρότερο	=	πρότερος
πρότεροι	=	πρότερος
πρότερον	adv	από πριν
πρότερος	adj	αυτός που αλληλουχιακά προηγείται κάτι ή κάποιου άλλου
πρότερου	=	πρότερος
πρότερους	=	πρότερος
πρότερων	=	πρότερος
πρότζεκτ	noun	εκπαιδευτική μέθοδος με ανάθεση εργασιών σε ομάδες μαθητών
πρότινος	adv|formal	πριν (από λίγο)
πρότονε	=	πρότονος
πρότονο	=	πρότονος
πρότονοι	=	πρότονος
πρότονος	noun	τεντωμένο σχοινί αντιστήριξης μεταξύ πλώρης και ιστίων
πρότρεψα	=	προτρέπω
πρότρεψαν	=	προτρέπω
πρότρεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος προτρέπω
πρότρεψες	=	προτρέπω
πρότυπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρότυπο
πρότυπε	adj	κλητική ενικού του πρότυπος
πρότυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρότυπη
πρότυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρότυπος
πρότυπης	adj	γενική ενικού του πρότυπη
πρότυπο	noun	αυτό που χρησιμεύει ως υπόδειγμα για αναπαραγωγή, για δημιουργία αντιγράφων
πρότυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρότυπος
πρότυπος	adj	που λειτουργεί ως υπόδειγμα, υποδειγματικός
πρότυπου	adj	γενική ενικού του πρότυπος
πρότυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρότυπος
πρότυπων	adj	γενική πληθυντικού του πρότυπος
πρόφαντα	=	πρόφαντος
πρόφαντε	=	πρόφαντος
πρόφαντες	=	πρόφαντος
πρόφαντη	=	πρόφαντος
πρόφαντης	=	πρόφαντος
πρόφαντο	=	πρόφαντος
πρόφαντοι	=	πρόφαντος
πρόφαντος	adj|formal	εξαιρετικά φωτεινός
πρόφαντου	=	πρόφαντος
πρόφαντους	=	πρόφαντος
πρόφαντων	=	πρόφαντος
πρόφαση	noun	η ψεύτικη δικαιολογία
πρόφασης	noun	γενική ενικού του πρόφαση
πρόφερα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφέρω
πρόφθασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
πρόφθασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
πρόφθασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
πρόφθασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφθάνω
πρόφταινα	=	προφταίνω
πρόφταιναν	=	προφταίνω
πρόφταινε	=	προφταίνω
πρόφταινες	=	προφταίνω
πρόφτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
πρόφτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
πρόφτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
πρόφτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος προφταίνω
πρόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόφυλλο
πρόφυλλο	noun	μικρό φύλλο στη βάση άνθους ή στο περιάνθιο
πρόφυλλου	=	πρόφυλλο
πρόφυλλων	=	πρόφυλλο
πρόχειρα	adv	με πρόχειρο τρόπο, χωρίς μεγάλη προσοχή
πρόχειρε	adj	κλητική ενικού του πρόχειρος
πρόχειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόχειρη
πρόχειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρόχειρος
πρόχειρης	adj	γενική ενικού του πρόχειρη
πρόχειρο	noun	τετράδιο ή άλλο παρόμοιο μέσο το οποίο χρησιμοποιούμε για να καταγράψουμε κάτι προσωρινά ή να κάνουμε υπολογισμούς	adj	ουδέτερο του πρόχειρος
πρόχειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρόχειρος
πρόχειρος	adj	που έχει γίνει χωρίς μεγάλη προσοχή, με βιασύνη ή χωρίς τη χρήση των κατάλληλων υλικών ή μέσων
πρόχειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρόχειρος
πρόχειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρόχειρος
πρόχειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρόχειρος
πρόχους	noun	είδος αγγείου που χρησιμοποιούνταν είτε ως υδρία για το πλύσιμο χεριών ή ως οινοχόη
πρόχωμα	noun	οχύρωμα που έχει κατασκευαστεί με συσσώρευση όγκων χώματος
πρόωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρόωρος	adv	πριν από την αναμενόμενη χρονική στιγμή, πριν από την κατάλληλη ώρα
πρόωρε	=	πρόωρος
πρόωρες	=	πρόωρος
πρόωρη	=	πρόωρος
πρόωρης	=	πρόωρος
πρόωρο	=	πρόωρος
πρόωροι	=	πρόωρος
πρόωρος	adj	που γίνεται πριν την ώρα του
πρόωρου	=	πρόωρος
πρόωρους	=	πρόωρος
πρόωρων	=	πρόωρος
πρόωση	noun|formal	προώθηση
πρόωσης	noun	γενική ενικού του πρόωση
πρύμα	adv	από ή προς την πρύμη
πρύμας	=	πρύμος
πρύμε	=	πρύμος
πρύμες	=	πρύμη
πρύμη	noun	άλλη μορφή του πρύμνη
πρύμης	=	πρύμη
πρύμιζα	=	πρυμίζω
πρύμιζαν	=	πρυμίζω
πρύμιζε	=	πρυμίζω
πρύμιζες	=	πρυμίζω
πρύμισα	=	πρυμίζω
πρύμισαν	=	πρυμίζω
πρύμισε	=	πρυμίζω
πρύμισες	=	πρυμίζω
πρύμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πρυμίζω
πρύμνα	noun|formal	η πρύμνη
πρύμνας	=	πρύμνα
πρύμνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρύμνη
πρύμνη	noun	το πίσω μέρος του πλοίου ή σκάφους
πρύμνηθεν	adv	προς την, ή από την, πρύμνη, πίσω
πρύμνης	noun	γενική ενικού του πρύμνη
πρύμο	=	πρύμος
πρύμοι	=	πρύμος
πρύμος	adj|vulgar	ο σχετικός με την πρύμνη
πρύμου	=	πρύμος
πρύμους	=	πρύμος
πρύμων	=	πρύμος
πρύτανη	=	πρύτανης
πρύτανης	noun	στην αρχαία Ελλάδα, ανώτατος άρχοντας
πρύτανις	=	πρύτανης
πρώην	noun	που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα	adj	που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
πρώθηβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώθηβο
πρώθηβε	adj	κλητική ενικού του πρώθηβος
πρώθηβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώθηβη
πρώθηβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρώθηβος
πρώθηβης	adj	γενική ενικού του πρώθηβη
πρώθηβο	adj	αιτιατική ενικού του πρώθηβος
πρώθηβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρώθηβος
πρώθηβος	adj|archaic	που βρίσκεται στην αρχή της εφηβικής ηλικίας
πρώθηβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρώθηβος
πρώθηβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρώθηβος
πρώθηβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρώθηβος
πρώιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρώιμος	adv	νωρίς, πρόωρα
πρώιμε	adj	κλητική ενικού του πρώιμος
πρώιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώιμη
πρώιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρώιμος
πρώιμης	adj	γενική ενικού του πρώιμη
πρώιμο	adj	αιτιατική ενικού του πρώιμος
πρώιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρώιμος
πρώιμος	adj	που ανθίζει ή ωριμάζει νωρίς, πριν από τον συνηθισμένο χρόνο
πρώιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πρώιμος
πρώιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρώιμος
πρώιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρώιμος
πρώρα	noun|formal	η πλώρη, το μπροστινό τμήμα πλοίου, ή σκάφους ή λέμβου
πρώραθεν	adv	προς την, ή από την, πλώρη, μπροστά
πρώρας	noun	γενική ενικού του πρώρα
πρώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώρα
πρώτα	adv	στην αρχή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρώτος
πρώτε	adj	κλητική ενικού του πρώτος
πρώτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρώτη
πρώτευα	=	πρωτεύω
πρώτευαν	=	πρωτεύω
πρώτευε	=	πρωτεύω
πρώτευες	=	πρωτεύω
πρώτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρώτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρώτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρώτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πρωτεύω
πρώτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρώτος
πρώτης	adj	γενική ενικού του πρώτη
πρώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρώτιστος	adv	κατά πρώτο λόγο, πρώτα πρώτα, κυρίως
πρώτιστε	=	πρώτιστος
πρώτιστες	=	πρώτιστος
πρώτιστη	=	πρώτιστος
πρώτιστης	=	πρώτιστος
πρώτιστο	noun	ενικός αριθμός του ταξινομικού όρου «τα Πρώτιστα» (στον πληθυντικό)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρώτιστος
πρώτιστοι	=	πρώτιστος
πρώτιστος	adj	ο σημαντικότερος, ισχυρότερος, καλύτερος, υπερθετικός βαθμός του πρώτος
πρώτιστου	=	πρώτιστος
πρώτιστους	=	πρώτιστος
πρώτιστων	=	πρώτιστος
πρώτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πρώτος
πρώτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πρώτος
πρώτον	adv	σε πρώτη θέση, πριν απ' όλα
πρώτος	num	που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
πρώτου	adj	γενική ενικού του πρώτος, αρσενικό
πρώτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πρώτος
πρώτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πρώτος
πρῳρεύς	=	πρωρεύς
πσεα	abbrev	συντονιστικό όργανο το οποίο συνεδριάζει σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης
πσεκα	abbrev	Παγκόσμια Συντονιστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα
πσκ	abbrev|slang	άδεια για το Παρασκευοσαββατοκύριακο
πτάρνισμα	noun	άλλη μορφή του φτάρνισμα
πτέραρχε	=	πτέραρχος
πτέραρχο	=	πτέραρχος
πτέραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτέραρχος
πτέραρχος	noun	ανώτατος βαθμός πολεμικής αεροπορίας
πτέραρχου	=	πτέραρχος
πτέραρχους	=	πτέραρχος
πτέραρχων	=	πτέραρχος
πτέρνα	noun|archaic	η φτέρνα στην έκφραση αχίλλειος πτέρνα
πτέρνας	=	πτέρνα
πτέρνες	=	πτέρνα
πτέρυγα	noun|formal	το φτερό
πτέρυγας	=	πτέρυγα
πτέρυγες	=	πτέρυγα
πτέρωμα	noun|formal	άλλη μορφή του φτέρωμα
πτέρωση	noun	στάση ακινησίας των κουπιών σε οριζόντια θέση για ανάπαυση των κωπηλατών
πτέρωσης	=	πτέρωση
πτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτήση
πτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πτήση
πτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πτήση
πτήση	noun	η ενέργεια του πετώ, το πέταγμα στον αέρα (όχι η ρίψη αντικειμένου ή ανθρώπου, το πέταμα δηλαδή, που έχει άλλη ρίζα και διαφορετικό νόημα -προέρχεται από το πετάννυμι)
πτήσης	noun	γενική ενικού του πτήση
πτήσσω	verb	φοβάμαι, ζαρώνω, δειλιάζω όταν είναι αμετάβατο.
πτίλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτίλο
πτίλο	noun	το πούπουλο, το μαλακό χνουδωτό φτερό των πτηνών φυόμενο κάτω από τα μεγάλα φτερά
πτίλου	noun	γενική ενικού του πτίλο
πτίλωμα	noun|formal	τα πούπουλα ή τα μαλακά φτερά του φτερώματος ενός πουλιού
πτίλων	noun	γενική πληθυντικού του πτίλο
πτίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτίση
πτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του πτίση
πτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του πτίση
πτίση	noun	ο πτισμός, το ξεφλούδισμα του κριθαριού και άλλων σιτηρών με διάφορα μέσα
πτίσης	noun	γενική ενικού του πτίση
πταίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσμα	noun	η ελαφρύτερη μορφή αδικήματος που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινές έως ενός μηνός
πταίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πταίσμα
πταίσματος	noun	γενική ενικού του πταίσμα
πταίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίστης	noun	ο φταίχτης
πταίστρια	=	πταίστης
πταίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πταίω
πταίω	verb|archaic	φταίω, στην ιστορική φράση τίς πταίει
πταισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πταίσμα
πταισματοδίκες	=	πταισματοδίκης
πταισματοδίκη	=	πταισματοδίκης
πταισματοδίκης	noun	δικαστής που εκδικάζει πταίσματα
πταισματοδίκου	=	πταισματοδίκης
πταισματοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πταισματοδικείο
πταισματοδικείο	noun	κατώτερο δικαστήριο που εκδικάζει ελαφρά παραπτώματα (πταίσματα)
πταισματοδικείου	noun	γενική ενικού του πταισματοδικείο
πταισματοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του πταισματοδικείο
πταισματοδικεῖον	noun	πταισματοδικείο
πταισματοδικών	=	πταισματοδίκης
πταρμέ	noun	κλητική ενικού του πταρμός
πταρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πταρμός
πταρμού	noun	γενική ενικού του πταρμός
πταρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πταρμός
πταρμό	noun	αιτιατική ενικού του πταρμός
πταρμός	noun|formal	το φτάρνισμα
πταρμών	noun	γενική πληθυντικού του πταρμός
πταρνίζομαι	verb|archaic	άλλη μορφή του φταρνίζομαι
πταρνίσματα	=	πτάρνισμα
πταρνίσματος	=	πτάρνισμα
πταρνισμάτων	=	πτάρνισμα
πτδ	abbrev	το ανώτατο πολιτικό αξίωμα της Ελλάδας
πτελέα	noun	φτελιά
πτελέας	noun	γενική ενικού του πτελέα
πτελέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτελέα
πτελεών	noun	γενική πληθυντικού του πτελέα
πτερά	=	πτερό
πτεράρχου	=	πτέραρχος
πτεράρχους	=	πτέραρχος
πτεράρχων	=	πτέραρχος
πτερνιστήρα	=	πτερνιστήρας
πτερνιστήρας	noun|formal	το σπιρούνι
πτερνιστήρες	=	πτερνιστήρας
πτερνιστήρων	=	πτερνιστήρας
πτερνών	=	πτέρνα
πτεροειδές	=	πτεροειδής
πτεροειδή	=	πτεροειδής
πτεροειδής	adj	που μοιάζει ή έχει χαρακτηριστικά του σχήματος φτερού
πτεροειδείς	=	πτεροειδής
πτεροειδούς	=	πτεροειδής
πτεροειδών	=	πτεροειδής
πτερορροιών	=	πτερόρροια
πτεροσαύρου	=	πτερόσαυρος
πτεροσαύρους	=	πτερόσαυρος
πτεροσαύρων	=	πτερόσαυρος
πτεροσχιδές	=	πτεροσχιδής
πτεροσχιδή	=	πτεροσχιδής
πτεροσχιδής	adj	για φύλλα φυτών με εκατέρωθεν εγκοπές σε σχήμα φτερού
πτεροσχιδείς	=	πτεροσχιδής
πτεροσχιδούς	=	πτεροσχιδής
πτεροσχιδών	=	πτεροσχιδής
πτεροφυΐα	noun	η έκφυση, γένεση πτερών στα πτηνά -ανάλογο του τριχοφυΐα σε άλλα ζώα
πτεροφυΐας	noun	γενική ενικού του πτεροφυΐα
πτεροφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτεροφυΐα
πτεροφυϊών	noun	γενική πληθυντικού του πτεροφυΐα
πτερού	=	πτερό
πτερούγα	noun|formal	άλλη μορφή του φτερούγα
πτερούγας	=	πτερούγα
πτερούγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερούγα
πτερούγων	=	πτερούγα
πτερυγίδια	=	πτερυγίδιο
πτερυγίδιο	noun	μικρό πτερύγιο
πτερυγίδιου	=	πτερυγίδιο
πτερυγίδιων	=	πτερυγίδιο
πτερυγίζαμε	=	πτερυγίζω
πτερυγίζαν	=	πτερυγίζω
πτερυγίζανε	=	πτερυγίζω
πτερυγίζατε	=	πτερυγίζω
πτερυγίζει	=	πτερυγίζω
πτερυγίζεις	=	πτερυγίζω
πτερυγίζετε	=	πτερυγίζω
πτερυγίζοντας	=	πτερυγίζω
πτερυγίζουμε	=	πτερυγίζω
πτερυγίζουν	=	πτερυγίζω
πτερυγίζουνε	=	πτερυγίζω
πτερυγίζω	verb|formal	άλλη μορφή του φτερουγίζω
πτερυγίου	noun	γενική ενικού του πτερύγιο
πτερυγίσαμε	=	πτερυγίζω
πτερυγίσαν	=	πτερυγίζω
πτερυγίσανε	=	πτερυγίζω
πτερυγίσατε	=	πτερυγίζω
πτερυγίσει	=	πτερυγίζω
πτερυγίσματα	=	πτερύγισμα
πτερυγίσματος	=	πτερύγισμα
πτερυγίστε	=	πτερυγίζω
πτερυγίων	noun	γενική πληθυντικού του πτερύγιο
πτερυγικά	=	πτερυγικός
πτερυγικέ	=	πτερυγικός
πτερυγικές	=	πτερυγικός
πτερυγική	=	πτερυγικός
πτερυγικής	=	πτερυγικός
πτερυγικοί	=	πτερυγικός
πτερυγικού	=	πτερυγικός
πτερυγικούς	=	πτερυγικός
πτερυγικό	=	πτερυγικός
πτερυγικός	adj	σχετικός με πτέρυγα / πτερύγιο
πτερυγικών	=	πτερυγικός
πτερυγισμάτων	=	πτερύγισμα
πτερυγισμέ	=	πτερυγισμός
πτερυγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερυγισμένο
πτερυγισμένε	verb	κλητική ενικού του πτερυγισμένος
πτερυγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερυγισμένη
πτερυγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτερυγισμένος
πτερυγισμένης	verb	γενική ενικού του πτερυγισμένη
πτερυγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πτερυγισμένος
πτερυγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτερυγισμένος
πτερυγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτερυγισμένος
πτερυγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτερυγισμένος
πτερυγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτερυγισμένος
πτερυγισμοί	=	πτερυγισμός
πτερυγισμού	=	πτερυγισμός
πτερυγισμούς	=	πτερυγισμός
πτερυγισμό	=	πτερυγισμός
πτερυγισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πτερυγίζω
πτερυγισμών	=	πτερυγισμός
πτερυγοειδές	=	πτερυγοειδής
πτερυγοειδή	=	πτερυγοειδής
πτερυγοειδής	adj	που είναι όμοιος με φτερούγα, που έχει παρόμοιο σχήμα
πτερυγοειδείς	=	πτερυγοειδής
πτερυγοειδούς	=	πτερυγοειδής
πτερυγοειδών	=	πτερυγοειδής
πτερυγοπλοίου	=	πτερυγόπλοιο
πτερυγοπλοίων	=	πτερυγόπλοιο
πτερυγωμάτων	=	πτερύγωμα
πτερυγωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερυγωτό
πτερυγωτέ	adj	κλητική ενικού του πτερυγωτός
πτερυγωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερυγωτή
πτερυγωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτερυγωτός
πτερυγωτής	adj	γενική ενικού του πτερυγωτή
πτερυγωτη	=	πτερυγωτός
πτερυγωτο	=	πτερυγωτός
πτερυγωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτερυγωτός
πτερυγωτού	adj	γενική ενικού του πτερυγωτός
πτερυγωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτερυγωτός
πτερυγωτό	adj	αιτιατική ενικού του πτερυγωτός
πτερυγωτός	adj	αυτός που φέρει πτέρυγες
πτερυγωτών	adj	γενική πληθυντικού του πτερυγωτός
πτερυγόπλοια	=	πτερυγόπλοιο
πτερυγόπλοιο	noun	κατηγορία πλοίου με πτερύγια
πτερυγόπλοιου	=	πτερυγόπλοιο
πτερυγώματα	=	πτερύγωμα
πτερυγώματος	=	πτερύγωμα
πτερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πτέρωμα
πτερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερωμένο
πτερωμένε	verb	κλητική ενικού του πτερωμένος
πτερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερωμένη
πτερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτερωμένος
πτερωμένης	verb	γενική ενικού του πτερωμένη
πτερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πτερωμένος
πτερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτερωμένος
πτερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτερωμένος
πτερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτερωμένος
πτερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτερωμένος
πτερωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πτερωτός
πτερωτέ	adj	κλητική ενικού του πτερωτός
πτερωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερωτή
πτερωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτερωτός
πτερωτής	adj	γενική ενικού του πτερωτή
πτερωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτερωτός
πτερωτού	adj	γενική ενικού του πτερωτός
πτερωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτερωτός
πτερωτό	adj	αιτιατική ενικού του πτερωτός
πτερωτός	adj	άλλη γραφή του φτερωτός
πτερωτών	adj	γενική πληθυντικού του πτερωτός
πτερό	noun|formal	το φτερό
πτερόρροια	noun	η απώλεια του πτερώματος πτηνού
πτερόρροιας	=	πτερόρροια
πτερόρροιες	=	πτερόρροια
πτερόσαυρε	=	πτερόσαυρος
πτερόσαυρο	=	πτερόσαυρος
πτερόσαυροι	=	πτερόσαυρος
πτερόσαυρος	noun	που ανήκει στο εξαφανισμένο γένος Πτερόσαυρος, ιπτάμενο ερπετό το οποίο έζησε κατά τον Μεσοζωικό αιώνα
πτερόσαυρου	=	πτερόσαυρος
πτερόσαυρους	=	πτερόσαυρος
πτερόσαυρων	=	πτερόσαυρος
πτερύγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτερύγιο
πτερύγιζα	=	πτερυγίζω
πτερύγιζαν	=	πτερυγίζω
πτερύγιζε	=	πτερυγίζω
πτερύγιζες	=	πτερυγίζω
πτερύγιο	noun	απόφυση ή όργανο ψαριών και υδρόβιων ζώων, που μοιάζει με μικρό φτερό
πτερύγιου	=	πτερύγιο
πτερύγισα	=	πτερυγίζω
πτερύγισαν	=	πτερυγίζω
πτερύγισε	=	πτερυγίζω
πτερύγισες	=	πτερυγίζω
πτερύγισμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πτερυγίζω
πτερύγωμα	noun|archaic	άλλη μορφή του πτέρωμα
πτερύγων	=	πτέρυγα
πτερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτέρωμα
πτερώματος	noun	γενική ενικού του πτέρωμα
πτερών	=	πτερό
πτερώνω	verb	άλλη γραφή του φτερώνω .
πτερώσεις	=	πτέρωση
πτερώσεων	=	πτέρωση
πτηνά	noun	πτώσεις
πτηνομορφία	noun	η ιδιότητα του πτηνόμορφου
πτηνομορφίας	=	πτηνομορφία
πτηνομορφίες	=	πτηνομορφία
πτηνομορφιών	=	πτηνομορφία
πτηνοπανίδα	noun|rare	η ορνιθοπανίδα
πτηνοσφαγεία	=	πτηνοσφαγείο
πτηνοσφαγείο	noun	το μέρος όπου σφάζονται πτηνά
πτηνοσφαγείου	=	πτηνοσφαγείο
πτηνοσφαγείων	=	πτηνοσφαγείο
πτηνοτροφές	=	πτηνοτροφή
πτηνοτροφή	noun	τροφή για πτηνά
πτηνοτροφής	=	πτηνοτροφή
πτηνοτροφία	noun	η δουλειά του πτηνοτρόφου
πτηνοτροφίας	noun	γενική ενικού του πτηνοτροφία
πτηνοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτηνοτροφία
πτηνοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτηνοτροφείο
πτηνοτροφείο	noun	μονάδα εκτροφής πτηνών
πτηνοτροφείου	noun	γενική ενικού του πτηνοτροφείο
πτηνοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του πτηνοτροφείο
πτηνοτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτηνοτροφικό
πτηνοτροφικέ	adj	κλητική ενικού του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτηνοτροφική
πτηνοτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφικής	adj	γενική ενικού του πτηνοτροφική
πτηνοτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφικού	adj	γενική ενικού του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφικός	adj	που έχει σχέση με πτηνοτρόφο ή πτηνοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
πτηνοτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του πτηνοτροφικός
πτηνοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του πτηνοτροφία
πτηνοτροφών	=	πτηνοτροφή
πτηνοτρόφε	=	πτηνοτρόφος
πτηνοτρόφο	=	πτηνοτρόφος
πτηνοτρόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτηνοτρόφος
πτηνοτρόφος	noun	επαγγελματίας (ή ερασιτέχνης) που ασχολείται με την εκτροφή και την εκμετάλλευση πτηνών (κοτόπουλα, γαλοπούλες, πάπιες, χήνες), κυρίως για την παραγωγή τροφίμων (κρέας, αβγά, γαλακτοκομικά προϊόντα)
πτηνοτρόφου	noun	γενική ενικού του πτηνοτρόφος
πτηνοτρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πτηνοτρόφος
πτηνοτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του πτηνοτρόφος
πτηνού	noun	γενική ενικού του πτηνό
πτηνό	noun|formal	μέλος της ομοταξίας Πτηνά (Aves), λόγιο συνώνυμο για το πουλί
πτηνόμορφα	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφε	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφες	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφη	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφης	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφο	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφοι	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφος	adj	που έχει τη μορφή ή το σχήμα πτηνού
πτηνόμορφου	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφους	=	πτηνόμορφος
πτηνόμορφων	=	πτηνόμορφος
πτηνόσχημα	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημε	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημες	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημη	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημης	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημο	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημοι	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημος	adj	που έχει σχήμα πτηνού
πτηνόσχημου	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημους	=	πτηνόσχημος
πτηνόσχημων	=	πτηνόσχημος
πτηνών	noun	γενική πληθυντικού του πτηνό
πτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτητικό
πτητικέ	adj	κλητική ενικού του πτητικός
πτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτητική
πτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτητικός
πτητικής	adj	γενική ενικού του πτητική
πτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτητικός
πτητικοτήτων	=	πτητικότητα
πτητικού	adj	γενική ενικού του πτητικός
πτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτητικός
πτητικό	adj	αιτιατική ενικού του πτητικός
πτητικός	adj	που αναφέρεται στην πτήση
πτητικότης	noun	η πτητικότητα
πτητικότητα	noun	η ιδιότητα υγρών ή στερεών να εξαερώνονται γρήγορα και εύκολα
πτητικότητας	noun	γενική ενικού του πτητικότητα
πτητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτητικότητα
πτητικών	adj	γενική πληθυντικού του πτητικός
πτι-φουρ	noun	άλλη γραφή του πτιφούρ με ενωτικό κατά τη γαλλική petit-four
πτιλοβόρα	noun	ομοιογένεια εντόμων που ονομάζονται επίσης και μαλλοφάγα
πτιλωδών	=	πτιλώδης
πτιλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πτίλωμα
πτιλωτά	=	πτιλωτός
πτιλωτέ	=	πτιλωτός
πτιλωτές	=	πτιλωτός
πτιλωτή	=	πτιλωτός
πτιλωτής	=	πτιλωτός
πτιλωτοί	=	πτιλωτός
πτιλωτού	=	πτιλωτός
πτιλωτούς	=	πτιλωτός
πτιλωτό	=	πτιλωτός
πτιλωτόν	noun	ουσιαστικοποιημένο επίθετο, που παλιά σήμαινε το μαξιλάρι, επειδή αυτό ήταν παραγεμισμένο με πτίλα, δηλαδή πούπουλα
πτιλωτός	adj|formal	ο πουπουλένιος ή ο χνουδωτός, αυτός που είναι από πτίλα, δηλαδή από πούπουλα
πτιλωτών	=	πτιλωτός
πτιλώδεις	=	πτιλώδης
πτιλώδες	=	πτιλώδης
πτιλώδη	=	πτιλώδης
πτιλώδης	adj	άλλη μορφή του πτιλωτός
πτιλώδους	=	πτιλώδης
πτιλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτίλωμα
πτιλώματος	noun	γενική ενικού του πτίλωμα
πτισάνες	=	πτισάνη
πτισάνη	noun	αφέψημα που περιέχει μικρή αναλογία φαρμάκου
πτισάνης	=	πτισάνη
πτισανών	=	πτισάνη
πτιφούρ	noun	μικρό γλύκισμα που χωρίζεται στα δύο και στη μέση έχει μαρμελάδα ή σοκολάτα
πτοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτοούμαι
πτοημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτοημένο
πτοημένε	verb	κλητική ενικού του πτοημένος
πτοημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτοημένη
πτοημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτοημένος
πτοημένης	verb	γενική ενικού του πτοημένη
πτοημένο	verb	αιτιατική ενικού του πτοημένος
πτοημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτοημένος
πτοημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτοημένος
πτοημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτοημένος
πτοημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτοημένος
πτοούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πτοώ
πτοούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πτοώ
πτοώ	verb	κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του και να εγκαταλείψει μια προσπάθεια
πτοῶ	verb	πολυτονική γραφή του πτοώ
πτυέλου	noun	γενική ενικού του πτύελο
πτυέλων	noun	γενική πληθυντικού του πτύελο
πτυελίζω	verb	φτύνω σάλια
πτυελοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυελοδοχείο
πτυελοδοχείο	noun	δοχείο για τα πτύελα
πτυελοδοχείου	noun	γενική ενικού του πτυελοδοχείο
πτυελοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του πτυελοδοχείο
πτυκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πτυκτός	adv	με πτυκτό τρόπο
πτυκτέ	adj	κλητική ενικού του πτυκτός
πτυκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυκτή
πτυκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτυκτός
πτυκτής	adj	γενική ενικού του πτυκτή
πτυκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυκτός
πτυκτού	adj	γενική ενικού του πτυκτός
πτυκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτυκτός
πτυκτό	adj	αιτιατική ενικού του πτυκτός
πτυκτός	adj	ο πτυσσόμενος, αυτός που διπλώνεται, για να μην πιάνει χώρο, και ξεδιπλώνεται, για να χρησιμοποιηθεί
πτυκτών	adj	γενική πληθυντικού του πτυκτός
πτυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυσμένο
πτυσμένε	verb	κλητική ενικού του πτυσμένος
πτυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυσμένη
πτυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτυσμένος
πτυσμένης	verb	γενική ενικού του πτυσμένη
πτυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του πτυσμένος
πτυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυσμένος
πτυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτυσμένος
πτυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτυσμένος
πτυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτυσμένος
πτυσσόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυσσόμενο
πτυσσόμενε	verb	κλητική ενικού του πτυσσόμενος
πτυσσόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυσσόμενη
πτυσσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτυσσόμενος
πτυσσόμενης	verb	γενική ενικού του πτυσσόμενη
πτυσσόμενο	verb	αιτιατική ενικού του πτυσσόμενος
πτυσσόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυσσόμενος
πτυσσόμενος	verb	που μπορεί με κατάλληλο μηχανισμό να διπλωθεί ή να συμπτυχθεί ώστε να αποκτήσει μικρότερο όγκο και να αποθηκευτεί ευκολότερα
πτυσσόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτυσσόμενος
πτυσσόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτυσσόμενος
πτυσσόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτυσσόμενος
πτυχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχή
πτυχή	noun	η αναδίπλωση μιας επιφάνειας ώστε (σχεδόν) να ακουμπήσει η μία πλευρά της στην άλλη.
πτυχής	=	πτυχή
πτυχία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχίο
πτυχίο	noun	το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα.
πτυχίον	=	πτυχίο
πτυχίου	noun	γενική ενικού του πτυχίο
πτυχίων	noun	γενική πληθυντικού του πτυχίο
πτυχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχιακό
πτυχιακέ	adj	κλητική ενικού του πτυχιακός
πτυχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχιακή
πτυχιακή	noun	άλλη μορφή του πτυχιακή εργασία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτυχιακός
πτυχιακής	adj	γενική ενικού του πτυχιακή
πτυχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυχιακός
πτυχιακού	adj	γενική ενικού του πτυχιακός
πτυχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτυχιακός
πτυχιακό	adj	αιτιατική ενικού του πτυχιακός
πτυχιακός	adj	που έχει σχέση με το πτυχίο ή το χρονικό διάστημα και τις διαδικασίες για την απόκτησή του ή αναφέρεται σ’ αυτά
πτυχιακών	adj	γενική πληθυντικού του πτυχιακός
πτυχιούχε	=	πτυχιούχος
πτυχιούχο	=	πτυχιούχος
πτυχιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυχιούχος
πτυχιούχος	noun	ο/η κάτοχος πτυχίου ανώτατης σχολής
πτυχιούχου	noun	γενική ενικού του πτυχιούχος
πτυχιούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πτυχιούχος
πτυχιούχων	noun	γενική πληθυντικού του πτυχιούχος
πτυχολογία	noun	ο σχεδιασμός των πτυχών σε ένα ένδυμα
πτυχολογίας	=	πτυχολογία
πτυχολογίες	=	πτυχολογία
πτυχολογιών	=	πτυχολογία
πτυχωθήκαμε	=	πτυχώνομαι
πτυχωθήκαν	=	πτυχώνομαι
πτυχωθήκανε	=	πτυχώνομαι
πτυχωθήκατε	=	πτυχώνομαι
πτυχωθεί	=	πτυχώνομαι
πτυχωθείτε	=	πτυχώνομαι
πτυχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχωμένο
πτυχωμένε	verb	κλητική ενικού του πτυχωμένος
πτυχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχωμένη
πτυχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτυχωμένος
πτυχωμένης	verb	γενική ενικού του πτυχωμένη
πτυχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πτυχωμένος
πτυχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυχωμένος
πτυχωμένος	verb	που φέρει πτυχώσεις, πτυχές ()
πτυχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτυχωμένος
πτυχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτυχωμένος
πτυχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτυχωμένος
πτυχωνόμασταν	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόμαστε	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόμουν	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόμουνα	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόντουσαν	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόσασταν	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόσαστε	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόσουν	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόσουνα	=	πτυχώνομαι
πτυχωνόταν	=	πτυχώνομαι
πτυχωνότανε	=	πτυχώνομαι
πτυχωσιγενές	=	πτυχωσιγενής
πτυχωσιγενή	=	πτυχωσιγενής
πτυχωσιγενής	adj	που προήλθε, δημιουργήθηκε από πτύχωση, δηλαδή αναδίπλωση, κάμψη
πτυχωσιγενείς	=	πτυχωσιγενής
πτυχωσιγενούς	=	πτυχωσιγενής
πτυχωσιγενών	=	πτυχωσιγενής
πτυχωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πτυχωτός	adv	με πτυχωτό τρόπο
πτυχωτέ	adj	κλητική ενικού του πτυχωτός
πτυχωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτυχωτή
πτυχωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτυχωτός
πτυχωτής	adj	γενική ενικού του πτυχωτή
πτυχωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτυχωτός
πτυχωτού	adj	γενική ενικού του πτυχωτός
πτυχωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτυχωτός
πτυχωτό	adj	αιτιατική ενικού του πτυχωτός
πτυχωτός	adj	που έχει πτυχές
πτυχωτών	adj	γενική πληθυντικού του πτυχωτός
πτυχώθηκα	=	πτυχώνομαι
πτυχώθηκαν	=	πτυχώνομαι
πτυχώθηκε	=	πτυχώνομαι
πτυχώθηκες	=	πτυχώνομαι
πτυχών	=	πτυχή
πτυχώναμε	=	πτυχώνω
πτυχώναν	=	πτυχώνω
πτυχώνανε	=	πτυχώνω
πτυχώνατε	=	πτυχώνω
πτυχώνει	=	πτυχώνω
πτυχώνεις	=	πτυχώνω
πτυχώνεσαι	=	πτυχώνομαι
πτυχώνεστε	=	πτυχώνομαι
πτυχώνεται	=	πτυχώνομαι
πτυχώνετε	=	πτυχώνω
πτυχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πτυχώνω
πτυχώνονται	=	πτυχώνομαι
πτυχώνονταν	=	πτυχώνομαι
πτυχώνοντας	=	πτυχώνω
πτυχώνου	=	πτυχώνομαι
πτυχώνουμε	=	πτυχώνω
πτυχώνουν	=	πτυχώνω
πτυχώνουνε	=	πτυχώνω
πτυχώνω	verb	σχηματίζω / δημιουργώ πτυχές
πτυχώσαμε	=	πτυχώνω
πτυχώσαν	=	πτυχώνω
πτυχώσανε	=	πτυχώνω
πτυχώσατε	=	πτυχώνω
πτυχώσει	=	πτυχώνω
πτυχώσεις	=	πτύχωση
πτυχώσεων	=	πτύχωση
πτυχώσου	=	πτυχώνομαι
πτυχώστε	=	πτυχώνω
πτχος	=	πτέραρχος
πτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πτώμα
πτωμαΐνες	=	πτωμαΐνη
πτωμαΐνη	noun	κατηγορία αζωτούχων οργανικών ενώσεων (αμίνες) που παράγονται από βακτήρια κατά τη διάρκεια της αποσύνθεσης ζωικών ή φυτικών ιστών και συχνά ευθύνονται για τη δυσοσμία που αναδύεται
πτωμαΐνης	=	πτωμαΐνη
πτωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωματικό
πτωματικέ	adj	κλητική ενικού του πτωματικός
πτωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωματική
πτωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωματικός
πτωματικής	adj	γενική ενικού του πτωματική
πτωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωματικός
πτωματικού	adj	γενική ενικού του πτωματικός
πτωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτωματικός
πτωματικό	adj	αιτιατική ενικού του πτωματικός
πτωματικός	adj	που έχει σχέση με πτώμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό
πτωματικών	adj	γενική πληθυντικού του πτωματικός
πτωματοφάγα	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγας	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγε	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγες	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγο	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγοι	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγος	adj	που επιβιώνει τρώγοντας πτώματα
πτωματοφάγου	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγους	=	πτωματοφάγος
πτωματοφάγων	=	πτωματοφάγος
πτωματοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος πτώματα
πτωματοφαγίας	=	πτωματοφαγία
πτωματοφαγίες	=	πτωματοφαγία
πτωματοφαγιών	=	πτωματοφαγία
πτωμαϊνών	=	πτωμαΐνη
πτωτικά	noun	όσα μέρη του λόγου έχουν πτώσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πτωτικός
πτωτικέ	adj	κλητική ενικού του πτωτικός
πτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωτική
πτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωτικός
πτωτικής	adj	γενική ενικού του πτωτική
πτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωτικός
πτωτικού	adj	γενική ενικού του πτωτικός
πτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτωτικός
πτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πτωτικός
πτωτικός	adj	που έχει σχέση με πτώση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πτωτικός
πτωχά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πτωχός, λόγια μορφή του φτωχά
πτωχάνθρωπε	=	πτωχάνθρωπος
πτωχάνθρωπο	=	πτωχάνθρωπος
πτωχάνθρωποι	=	πτωχάνθρωπος
πτωχάνθρωπος	noun	άλλη μορφή του φτωχάνθρωπος
πτωχέ	adj	κλητική ενικού του πτωχός
πτωχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχή
πτωχή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωχός
πτωχής	adj	γενική ενικού του πτωχή
πτωχαίνω	verb	παρωχημένη μορφή του φτωχαίνω
πτωχαλαζονεία	noun	η επίδειξη αλαζονείας από φτωχούς
πτωχαλαζονείας	noun	γενική ενικού του πτωχαλαζονεία
πτωχαλαζονείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχαλαζονεία
πτωχαλαζονειών	noun	γενική πληθυντικού του πτωχαλαζονεία
πτωχαλαζόνα	=	πτωχαλαζόνας
πτωχαλαζόνας	noun|formal	άλλη μορφή του πτωχαλαζών
πτωχαλαζόνες	=	πτωχαλαζόνας
πτωχαλαζόνων	=	πτωχαλαζόνας
πτωχαλαζών	noun|dated	ο πτωχαλαζόνας, ψωροπερήφανος
πτωχανθρώπου	=	πτωχάνθρωπος
πτωχανθρώπους	=	πτωχάνθρωπος
πτωχανθρώπων	=	πτωχάνθρωπος
πτωχευσάντων	=	πτωχεύσαντας
πτωχευσάσης	=	πτωχεύσαντας
πτωχευσασών	=	πτωχεύσαντας
πτωχευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχευτικό
πτωχευτικέ	adj	κλητική ενικού του πτωχευτικός
πτωχευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχευτική
πτωχευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωχευτικός
πτωχευτικής	adj	γενική ενικού του πτωχευτική
πτωχευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωχευτικός
πτωχευτικού	adj	γενική ενικού του πτωχευτικός
πτωχευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτωχευτικός
πτωχευτικό	adj	αιτιατική ενικού του πτωχευτικός
πτωχευτικός	adj	σχετικός με την πτώχευση
πτωχευτικών	adj	γενική πληθυντικού του πτωχευτικός
πτωχεύαμε	=	πτωχεύω
πτωχεύαν	=	πτωχεύω
πτωχεύανε	=	πτωχεύω
πτωχεύατε	=	πτωχεύω
πτωχεύει	=	πτωχεύω
πτωχεύεις	=	πτωχεύω
πτωχεύετε	=	πτωχεύω
πτωχεύοντας	=	πτωχεύω
πτωχεύουμε	=	πτωχεύω
πτωχεύουν	=	πτωχεύω
πτωχεύουνε	=	πτωχεύω
πτωχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύσαν	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσανε	=	πτωχεύω
πτωχεύσαντα	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσανταν	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσαντας	verb	μορφή του πτωχεύσας με νεότερες καταλήξεις
πτωχεύσαντασα	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσαντες	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσαντος	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσας	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσασα	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσασας	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσασες	=	πτωχεύσαντας
πτωχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτώχευση
πτωχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πτώχευση
πτωχεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πτώχευση
πτωχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτωχεύω	verb	γίνομαι φτωχός ή κηρύσσομαι (επίσημα και νομικά) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών
πτωχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πτωχικός
πτωχικέ	adj	κλητική ενικού του πτωχικός
πτωχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχική
πτωχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωχικός
πτωχικής	adj	γενική ενικού του πτωχική
πτωχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωχικός
πτωχικού	adj	γενική ενικού του πτωχικός
πτωχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτωχικός
πτωχικό	adj	αιτιατική ενικού του πτωχικός
πτωχικόή	=	πτωχικός
πτωχικός	adj|dated	παρωχημένη μορφή του φτωχικός
πτωχικών	adj	γενική πληθυντικού του πτωχικός
πτωχοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωχός
πτωχοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχοκομείο
πτωχοκομείο	noun	ίδρυμα με αποστολή τη φροντίδα των απόρων (των πολύ φτωχών)
πτωχοκομείου	noun	γενική ενικού του πτωχοκομείο
πτωχοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του πτωχοκομείο
πτωχοκομεῖον	noun	πτωχοκομείο
πτωχοπροδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχοπροδρομικό
πτωχοπροδρομικέ	adj	κλητική ενικού του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχοπροδρομική
πτωχοπροδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομικής	adj	γενική ενικού του πτωχοπροδρομική
πτωχοπροδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομικού	adj	γενική ενικού του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομικός	adj	που έχει σχέση με τον Πτωχοπρόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πτωχοπροδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του πτωχοπροδρομικός
πτωχοπροδρομισμέ	noun	κλητική ενικού του πτωχοπροδρομισμός
πτωχοπροδρομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωχοπροδρομισμός
πτωχοπροδρομισμού	noun	γενική ενικού του πτωχοπροδρομισμός
πτωχοπροδρομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πτωχοπροδρομισμός
πτωχοπροδρομισμό	noun	αιτιατική ενικού του πτωχοπροδρομισμός
πτωχοπροδρομισμός	noun	η συνήθεια που έχει κάποιος να θρηνεί (δικαιολογημένα ή κυρίως αδικαιολόγητα), γιατί είναι φτωχός και δυστυχής, ώστε να αποσπάσει τον οίκτο και (ενδεχόμενη) βοήθεια
πτωχοπροδρομισμών	noun	γενική πληθυντικού του πτωχοπροδρομισμός
πτωχοπρόδρομε	=	πτωχοπρόδρομος
πτωχοπρόδρομο	=	πτωχοπρόδρομος
πτωχοπρόδρομοι	=	πτωχοπρόδρομος
πτωχοπρόδρομος	noun|figurative	αυτός που (δικαιολογημένα ή κυρίως αδικαιολόγητα) θρηνεί, γιατί είναι φτωχός και δυστυχής, ώστε να αποσπάσει τον οίκτο και (ενδεχόμενη) βοήθεια
πτωχοπρόδρομου	=	πτωχοπρόδρομος
πτωχοπρόδρομους	=	πτωχοπρόδρομος
πτωχοπρόδρομων	=	πτωχοπρόδρομος
πτωχού	adj	γενική ενικού του πτωχός
πτωχούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πτωχός
πτωχυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχυμένο
πτωχυμένε	verb	κλητική ενικού του πτωχυμένος
πτωχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτωχυμένη
πτωχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πτωχυμένος
πτωχυμένης	verb	γενική ενικού του πτωχυμένη
πτωχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του πτωχυμένος
πτωχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πτωχυμένος
πτωχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πτωχυμένος
πτωχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πτωχυμένος
πτωχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πτωχυμένος
πτωχό	adj	αιτιατική ενικού του πτωχός
πτωχός	adj|dated	άλλη γραφή του φτωχός
πτωχών	adj	γενική πληθυντικού του πτωχός
πτόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτοώ
πτύαμε	=	πτύω
πτύαν	=	πτύω
πτύανε	=	πτύω
πτύατε	=	πτύω
πτύε	=	πτύω
πτύει	=	πτύω
πτύεις	=	πτύω
πτύελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτύελο
πτύελο	noun	το πτύελο και στον πληθυντικό τα πτύελα σημαίνουν το σάλιο αλλά και τα αποχρεμπτόμενα φλέγματα, τα εκκρίματα που παράγονται στο αναπνευστικό σύστημα
πτύελου	=	πτύελο
πτύετε	=	πτύω
πτύξη	noun|formal	το δίπλωμα, δίπλωση το να διπλώνεις
πτύοντας	=	πτύω
πτύουμε	=	πτύω
πτύουν	=	πτύω
πτύουνε	=	πτύω
πτύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσαν	=	πτύω
πτύσανε	=	πτύω
πτύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσμα	noun	φτυσιά
πτύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύστε	=	πτύω
πτύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πτύω
πτύχωνα	=	πτυχώνω
πτύχωναν	=	πτυχώνω
πτύχωνε	=	πτυχώνω
πτύχωνες	=	πτυχώνω
πτύχωσα	=	πτυχώνω
πτύχωσαν	=	πτυχώνω
πτύχωσε	=	πτυχώνω
πτύχωσες	=	πτυχώνω
πτύχωση	noun	πτυχή
πτύχωσης	=	πτύχωση
πτύχωσις	noun	πτύχωση
πτύω	verb|formal	φτύνω, στη σημασία αποχρέμπτομαι, βγάζω απ' το στόμα μου σάλιο, ή φλέγμα, ή άλλο (όπως τρόφιμο)
πτώμα	noun	το σώμα ενός νεκρού, ιδίως η σορός κάποιου που έχασε τη ζωή του με βίαιο τρόπο
πτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτώμα
πτώματος	noun	γενική ενικού του πτώμα
πτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πτώση
πτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πτώση
πτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πτώση
πτώση	noun	η κίνηση προς τα κάτω λόγω βαρύτητας, η ενέργεια του πέφτω
πτώσης	noun	γενική ενικού του πτώση
πτώχευα	=	πτωχεύω
πτώχευαν	=	πτωχεύω
πτώχευε	=	πτωχεύω
πτώχευες	=	πτωχεύω
πτώχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτώχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτώχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτώχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πτωχεύω
πτώχευση	noun	η γνωστοποίηση και επισημοποίηση της αδυναμίας πληρωμής ή εξώφλησης υποχρεώσεων είτε ατόμου, είτε επιχείρησης είτε κράτους, που έχει με τη σειρά της διάφορες νομικές συνέπειες για τον πτωχεύσαντα
πτώχευσης	noun	γενική ενικού του πτώχευση
πτώχευσις	noun	η πτώχευση
πυέλου	=	πύελος
πυέλους	=	πύελος
πυέλων	=	πύελος
πυήσεις	=	πύηση
πυήσεων	=	πύηση
πυαιμία	noun	τύπος σηψαιμίας που προκαλείται με την παρουσία παθογόνων μικροβίων στο αίμα
πυαιμίας	noun	γενική ενικού του πυαιμία
πυαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυαιμία
πυαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του πυαιμία
πυγαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυγαίος
πυγαίας	adj	γενική ενικού του πυγαία
πυγαίε	adj	πυγαίος, στην κλητική του ενικού
πυγαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυγαία
πυγαίο	adj	πυγαίος, στην αιτιατική του ενικού
πυγαίοι	adj	πυγαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πυγαίος	adj|archaic	που έχει σχέση με την πυγή, την ουρά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυγαίου	adj	γενική ενικού του πυγαίος
πυγαίους	adj	πυγαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πυγαίων	=	πυγαίος
πυγμάχε	noun	κλητική ενικού του πυγμάχος
πυγμάχει	=	πυγμαχώ
πυγμάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμάχο	noun	αιτιατική ενικού του πυγμάχος
πυγμάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυγμάχος
πυγμάχος	noun	αθλητής ή αθλήτρια της πυγμαχίας
πυγμάχου	noun	γενική ενικού του πυγμάχος
πυγμάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυγμάχος
πυγμάχων	noun	γενική πληθυντικού του πυγμάχος
πυγμές	=	πυγμή
πυγμή	noun	το χέρι όταν είναι κλειστό, με όλα τα δάχτυλα προς τα μέσα
πυγμής	=	πυγμή
πυγμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυγμαίος
πυγμαίας	adj	γενική ενικού του πυγμαία
πυγμαίε	adj	πυγμαίος, στην κλητική του ενικού
πυγμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυγμαία
πυγμαίο	adj	πυγμαίος, στην αιτιατική του ενικού
πυγμαίοι	adj	πυγμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πυγμαίος	noun	μέλος αφρικανικής φυλής της οποίας οι ενήλικοι δεν ξεπερνούν σε ύψος το 1,5 μέτρο
πυγμαίου	adj	γενική ενικού του πυγμαίος
πυγμαίους	adj	πυγμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πυγμαίων	noun	γενική πληθυντικού του πυγμαίος
πυγμαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσαν	=	πυγμαχώ
πυγμαχήσανε	=	πυγμαχώ
πυγμαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυγμαχώ
πυγμαχία	noun	αγώνισμα μόνο με γροθιές μεταξύ δύο ατόμων μέχρι κάποιος να βγει εκτός μάχης
πυγμαχίας	noun	γενική ενικού του πυγμαχία
πυγμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυγμαχία
πυγμαχεί	=	πυγμαχώ
πυγμαχείς	=	πυγμαχώ
πυγμαχείτε	=	πυγμαχώ
πυγμαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυγμαχικό
πυγμαχικέ	adj	κλητική ενικού του πυγμαχικός
πυγμαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυγμαχική
πυγμαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυγμαχικός
πυγμαχικής	adj	γενική ενικού του πυγμαχική
πυγμαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυγμαχικός
πυγμαχικού	adj	γενική ενικού του πυγμαχικός
πυγμαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυγμαχικός
πυγμαχικό	adj	αιτιατική ενικού του πυγμαχικός
πυγμαχικός	adj	που έχει σχέση με την πυγμαχία ή τον πυγμάχο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυγμαχικών	adj	γενική πληθυντικού του πυγμαχικός
πυγμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του πυγμαχία
πυγμαχούμε	=	πυγμαχώ
πυγμαχούν	=	πυγμαχώ
πυγμαχούνε	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσα	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσαμε	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσαν	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσανε	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσατε	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσε	=	πυγμαχώ
πυγμαχούσες	=	πυγμαχώ
πυγμαχώ	verb	μάχομαι σε πυγμαχικούς αγώνες, αγωνίζομαι στο άθλημα της πυγμαχίας
πυγμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πυγμαχώ
πυγμών	=	πυγμή
πυγολαμπίδα	noun	έντομο κολεόπτερο που έχει την ικανότητα να παράγει φως με βιολογικό τρόπο (συνήθως από το πίσω μέρος του σώματός του)
πυγολαμπίδας	=	πυγολαμπίδα
πυγολαμπίδες	=	πυγολαμπίδα
πυγολαμπίδων	=	πυγολαμπίδα
πυελίτιδα	noun	φλεγμονή της πυέλου
πυελίτιδας	=	πυελίτιδα
πυελίτιδες	=	πυελίτιδα
πυελίτιδων	=	πυελίτιδα
πυελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυελικό
πυελικέ	adj	κλητική ενικού του πυελικός
πυελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυελική
πυελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυελικός
πυελικής	adj	γενική ενικού του πυελική
πυελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυελικός
πυελικού	adj	γενική ενικού του πυελικός
πυελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυελικός
πυελικό	adj	αιτιατική ενικού του πυελικός
πυελικός	adj	που έχει σχέση με την πύελο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυελικών	adj	γενική πληθυντικού του πυελικός
πυελογραφία	noun	απεικονιστική διαδικασία που αξιολογεί την πυελική περιοχή, δηλαδή το κάτω μέρος της κοιλιάς όπου βρίσκονται τα όργανα του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος (μήτρα, τράχηλος της μήτρας, ωοθήκες κ.λπ.)
πυελογραφίας	noun	γενική ενικού του πυελογραφία
πυελογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυελογραφία
πυελογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πυελογραφία
πυελοκυστίτιδα	noun	φλεγμονή της νεφρικής πυέλου και της ουροδόχου κύστεως
πυελοκυστίτιδας	=	πυελοκυστίτιδα
πυελοκυστίτιδες	=	πυελοκυστίτιδα
πυελοκυστίτιδων	=	πυελοκυστίτιδα
πυελοουρητηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυελοουρητηρικό
πυελοουρητηρικέ	adj	κλητική ενικού του πυελοουρητηρικός
πυελοουρητηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυελοουρητηρική
πυελοουρητηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυελοουρητηρικός
πυελοουρητηρικής	adj	γενική ενικού του πυελοουρητηρική
πυελοουρητηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυελοουρητηρικός
πυελοουρητηρικού	adj	γενική ενικού του πυελοουρητηρικός
πυελοουρητηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυελοουρητηρικός
πυελοουρητηρικό	adj	αιτιατική ενικού του πυελοουρητηρικός
πυελοουρητηρικός	adj	που έχει σχέση με την πύελο και τον ουρητήρα ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυελοουρητηρικών	adj	γενική πληθυντικού του πυελοουρητηρικός
πυελοσκοπήσεις	=	πυελοσκόπηση
πυελοσκοπήσεων	=	πυελοσκόπηση
πυελοσκοπία	noun	άλλη μορφή του πυελοσκόπηση
πυελοσκοπίας	=	πυελοσκοπία
πυελοσκοπίες	=	πυελοσκοπία
πυελοσκοπίου	=	πυελοσκόπιο
πυελοσκοπίων	=	πυελοσκόπιο
πυελοσκοπιών	=	πυελοσκοπία
πυελοσκόπηση	noun	ιατρική εξέταση της πυέλου με πυελοσκόπιο
πυελοσκόπησης	=	πυελοσκόπηση
πυελοσκόπησις	noun	πυελοσκόπηση
πυελοσκόπια	=	πυελοσκόπιο
πυελοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η πυελοσκόπηση
πυελοσκόπιου	=	πυελοσκόπιο
πυελοσκόπιων	=	πυελοσκόπιο
πυελοτομία	noun|dated	τομή της πυέλου (του νεφρού), για αφαίρεση λίθου
πυελοτομίας	noun	γενική ενικού του πυελοτομία
πυελοτομίες	=	πυελοτομία
πυελοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του πυελοτομία
πυελῖτις	noun	πυελίτιδα
πυζάμα	noun	παρωχημένη γραφή του πιζάμα
πυζάμας	=	πυζάμα
πυζάμες	=	πυζάμα
πυζαμών	=	πυζάμα
πυθαγορείου	=	πυθαγόρειο
πυθαγόρεια	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειας	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειε	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειες	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειο	adj	αιτιατική ενικού του πυθαγόρειος
πυθαγόρειοι	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειος	adj	που έχει σχέση με τον Πυθαγόρα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πυθαγόρειου	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειους	=	πυθαγόρειος
πυθαγόρειων	=	πυθαγόρειος
πυθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυθικό
πυθικέ	adj	κλητική ενικού του πυθικός
πυθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυθική
πυθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυθικός
πυθικής	adj	γενική ενικού του πυθική
πυθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυθικός
πυθικοι	=	πυθικός
πυθικού	adj	γενική ενικού του πυθικός
πυθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυθικός
πυθικό	adj	αιτιατική ενικού του πυθικός
πυθικός	adj	που έχει σχέση με την Πυθία, τα Πύθια, τον πύθιο Απόλλωνα ή την Πυθώ ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυθικών	adj	γενική πληθυντικού του πυθικός
πυθιονίκες	=	πυθιονίκης
πυθιονίκη	=	πυθιονίκης
πυθιονίκης	noun	νικητής στους Πυθικούς αγώνες
πυθιονικών	=	πυθιονίκης
πυθμένα	noun	πυθμένας στην αιτιατική και κλητική ενικού
πυθμένας	noun	ο πάτος, το κάτω μέρος δοχείου ή δεξαμενής
πυθμένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυθμένας
πυθμένων	noun	γενική πληθυντικού του πυθμένας
πυθώνων	=	πύθωνας
πυκνά	adv	με μεγάλη πυκνότητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνό
πυκνέ	adj	κλητική ενικού του πυκνός
πυκνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνή
πυκνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυκνός
πυκνής	adj	γενική ενικού του πυκνή
πυκνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυκνός
πυκνογραμμένα	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένε	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένες	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένη	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένης	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένο	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένοι	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένος	verb	που είναι πυκνά γραμμένος, χωρίς κενά ανάμεσα στα γράμματα ή τους στίχους
πυκνογραμμένου	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένους	=	πυκνογραμμένος
πυκνογραμμένων	=	πυκνογραμμένος
πυκνοδομημένα	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένε	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένες	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένη	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένης	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένο	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένοι	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένος	verb	που η δόμησή του είναι πυκνή
πυκνοδομημένου	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένους	=	πυκνοδομημένος
πυκνοδομημένων	=	πυκνοδομημένος
πυκνοκατοίκητα	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητε	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητες	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητη	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητης	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητο	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητοι	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητος	adj	που έχει μεγάλη πυκνότητα κατοίκων
πυκνοκατοίκητου	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητους	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοίκητων	=	πυκνοκατοίκητος
πυκνοκατοικημένα	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένε	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένες	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένη	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένης	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένο	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένοι	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένος	verb	που έχει πολύ και πυκνό πληθυσμό· που χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό κατοίκων ανά μονάδα έκτασης
πυκνοκατοικημένου	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένους	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικημένων	=	πυκνοκατοικημένος
πυκνοκατοικούμαι	verb|rare	είμαι πυκνοκατοικημένος
πυκνοληψία	noun	μορφή επιληψίας κατά την οποία ο πάσχων βιώνει πολύ συχνά σύντομης διάρκειας κρίσεις
πυκνοληψίας	=	πυκνοληψία
πυκνοληψίες	=	πυκνοληψία
πυκνοληψιών	=	πυκνοληψία
πυκνομέτρει	=	πυκνομετρώ
πυκνομέτρησα	=	πυκνομετρώ
πυκνομέτρησαν	=	πυκνομετρώ
πυκνομέτρησε	=	πυκνομετρώ
πυκνομέτρησες	=	πυκνομετρώ
πυκνομέτρηση	noun	η μέτρηση της πυκνότητας
πυκνομέτρησης	=	πυκνομέτρηση
πυκνομέτρου	=	πυκνόμετρο
πυκνομέτρων	=	πυκνόμετρο
πυκνομετρήσαμε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρήσαν	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρήσανε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρήσατε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρήσει	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρήσεις	=	πυκνομέτρηση
πυκνομετρήσεων	=	πυκνομέτρηση
πυκνομετρήστε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρία	noun	η μέτρηση της πυκνότητας
πυκνομετρίας	=	πυκνομετρία
πυκνομετρίες	=	πυκνομετρία
πυκνομετρεί	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρείς	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρείτε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνομετρικό
πυκνομετρικέ	adj	κλητική ενικού του πυκνομετρικός
πυκνομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνομετρική
πυκνομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυκνομετρικός
πυκνομετρικής	adj	γενική ενικού του πυκνομετρική
πυκνομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυκνομετρικός
πυκνομετρικού	adj	γενική ενικού του πυκνομετρικός
πυκνομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυκνομετρικός
πυκνομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του πυκνομετρικός
πυκνομετρικός	adj	που έχει σχέση με το πυκνόμετρο ή την πυκνομέτρηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυκνομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του πυκνομετρικός
πυκνομετριών	=	πυκνομετρία
πυκνομετρούμε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούν	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούνε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσα	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσαμε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσαν	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσανε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσατε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσε	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρούσες	=	πυκνομετρώ
πυκνομετρώ	verb	διενεργώ πυκνομέτρηση
πυκνομετρώντας	=	πυκνομετρώ
πυκνοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του πυκνότητα
πυκνοτυπωμένα	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένε	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένες	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένη	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένης	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένο	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένοι	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένος	adj	που έχει τυπωθεί πυκνά, χωρίς μεγάλα κενά
πυκνοτυπωμένου	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένους	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοτυπωμένων	=	πυκνοτυπωμένος
πυκνοφυτέψαμε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτέψαν	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτέψανε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτέψατε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτέψει	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτέψτε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνοφυτεμένο
πυκνοφυτεμένε	verb	κλητική ενικού του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνοφυτεμένη
πυκνοφυτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεμένης	verb	γενική ενικού του πυκνοφυτεμένη
πυκνοφυτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυκνοφυτεμένος
πυκνοφυτεύαμε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύαν	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύανε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύατε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύει	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύεις	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύετε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύομαι	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύοντας	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύουμε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύουν	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύουνε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφυτεύω	verb	φυτεύω πολλά φυτά σε μικρή έκταση
πυκνοφύτευα	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτευαν	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτευε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτευες	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτευτα	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτε	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτες	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτη	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτης	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτο	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτοι	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτος	adj	άλλη μορφή του πυκνόφυτος
πυκνοφύτευτου	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτους	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτευτων	=	πυκνοφύτευτος
πυκνοφύτεψα	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτεψαν	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτεψε	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτεψες	=	πυκνοφυτεύω
πυκνοφύτρωτα	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτε	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτες	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτη	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτης	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτο	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτοι	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτος	adj	άλλη μορφή του πυκνόφυτος
πυκνοφύτρωτου	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτους	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνοφύτρωτων	=	πυκνοφύτρωτος
πυκνού	adj	γενική ενικού του πυκνός
πυκνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυκνός
πυκνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πύκνωμα
πυκνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνωμένο
πυκνωμένε	verb	κλητική ενικού του πυκνωμένος
πυκνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνωμένη
πυκνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυκνωμένος
πυκνωμένης	verb	γενική ενικού του πυκνωμένη
πυκνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πυκνωμένος
πυκνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυκνωμένος
πυκνωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πυκνώνω
πυκνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυκνωμένος
πυκνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυκνωμένος
πυκνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυκνωμένος
πυκνωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνωτής
πυκνωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυκνωτής
πυκνωτής	noun	γραμμικό, παθητικό ηλεκτρικό στοιχείο που αποθηκεύει ενέργεια σε ένα ηλεκτρικό πεδίο
πυκνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνωτικό
πυκνωτικέ	adj	κλητική ενικού του πυκνωτικός
πυκνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνωτική
πυκνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυκνωτικός
πυκνωτικής	adj	γενική ενικού του πυκνωτική
πυκνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυκνωτικός
πυκνωτικού	adj	γενική ενικού του πυκνωτικός
πυκνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυκνωτικός
πυκνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πυκνωτικός
πυκνωτικός	adj	που έχει σχέση με πύκνωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυκνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πυκνωτικός
πυκνωτών	noun	γενική πληθυντικού του πυκνωτής
πυκνό	adj	αιτιατική ενικού του πυκνός
πυκνόμετρα	=	πυκνόμετρο
πυκνόμετρο	noun	το ειδικό όργανο με το οποίο μετράμε την πυκνότητα των υγρών τα οποία είναι πυκνότερα απ’ το νερό
πυκνόμετρου	=	πυκνόμετρο
πυκνόμετρων	=	πυκνόμετρο
πυκνόρευστα	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστε	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστες	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστη	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστης	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστο	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστοι	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστος	adj	ο παχύρρευστος
πυκνόρευστου	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστους	=	πυκνόρευστος
πυκνόρευστων	=	πυκνόρευστος
πυκνόρρευστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυκνόρρευστος	adv	με πυκνόρρευστο τρόπο
πυκνόρρευστε	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστες	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστη	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστης	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστο	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστοι	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστος	adj	ο παχύρρευστος
πυκνόρρευστου	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστους	=	πυκνόρρευστος
πυκνόρρευστων	=	πυκνόρρευστος
πυκνός	adj	που έχει μεγάλη ποσότητα από κάτι σε περιορισμένο χώρο και συνήθως είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο
πυκνότατα	=	πυκνός
πυκνότατε	=	πυκνός
πυκνότατες	=	πυκνός
πυκνότατη	=	πυκνός
πυκνότατης	=	πυκνός
πυκνότατο	=	πυκνός
πυκνότατοι	=	πυκνός
πυκνότατος	=	πυκνός
πυκνότατου	=	πυκνός
πυκνότατους	=	πυκνός
πυκνότατων	=	πυκνός
πυκνότερα	=	πυκνός
πυκνότερε	=	πυκνός
πυκνότερες	=	πυκνός
πυκνότερη	=	πυκνός
πυκνότερης	=	πυκνός
πυκνότερο	=	πυκνός
πυκνότεροι	=	πυκνός
πυκνότερος	=	πυκνός
πυκνότερου	=	πυκνός
πυκνότερους	=	πυκνός
πυκνότερων	=	πυκνός
πυκνότητα	noun	η ποσότητα της μάζας ενός υλικού που περιέχεται στη μονάδα του όγκου
πυκνότητας	noun	γενική ενικού του πυκνότητα
πυκνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνότητα
πυκνόφυλλα	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλε	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλες	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλη	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλης	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλο	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλοι	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλος	adj	που έχει πυκνό φύλλωμα
πυκνόφυλλου	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλους	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυλλων	=	πυκνόφυλλος
πυκνόφυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνόφυτο
πυκνόφυτε	adj	κλητική ενικού του πυκνόφυτος
πυκνόφυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνόφυτη
πυκνόφυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυκνόφυτος
πυκνόφυτης	adj	γενική ενικού του πυκνόφυτη
πυκνόφυτο	adj	αιτιατική ενικού του πυκνόφυτος
πυκνόφυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυκνόφυτος
πυκνόφυτος	adj	που έχει πυκνοφυτευτεί
πυκνόφυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυκνόφυτος
πυκνόφυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυκνόφυτος
πυκνόφυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυκνόφυτος
πυκνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύκνωμα
πυκνώματος	noun	γενική ενικού του πύκνωμα
πυκνών	adj	γενική πληθυντικού του πυκνός
πυκνώνω	verb	κάνω κάτι να γίνει πυκνό
πυκνώς	adv|dated	πυκνά
πυκνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύκνωση
πυκνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώσεων	=	πύκνωση
πυκνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυκνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πυλαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυλαίος
πυλαίας	adj	γενική ενικού του πυλαία
πυλαίε	adj	πυλαίος, στην κλητική του ενικού
πυλαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυλαία
πυλαίο	adj	πυλαίος, στην αιτιατική του ενικού
πυλαίοι	adj	πυλαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
πυλαίος	adj	που έχει σχέση με την πυλαία φλέβα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυλαίου	adj	γενική ενικού του πυλαίος
πυλαίους	adj	πυλαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
πυλαίων	=	πυλαίος
πυλιώτικα	=	πυλιώτικος
πυλιώτικε	=	πυλιώτικος
πυλιώτικες	=	πυλιώτικος
πυλιώτικη	=	πυλιώτικος
πυλιώτικης	=	πυλιώτικος
πυλιώτικο	=	πυλιώτικος
πυλιώτικοι	=	πυλιώτικος
πυλιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Πύλη ή τους κατοίκους του
πυλιώτικου	=	πυλιώτικος
πυλιώτικους	=	πυλιώτικος
πυλιώτικων	=	πυλιώτικος
πυλωμάτων	=	πυλώματα
πυλωρέ	noun	κλητική ενικού του πυλωρός
πυλωρεκτομές	=	πυλωρεκτομή
πυλωρεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση πυλωρού
πυλωρεκτομής	=	πυλωρεκτομή
πυλωρεκτομών	=	πυλωρεκτομή
πυλωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυλωρικό
πυλωρικέ	adj	κλητική ενικού του πυλωρικός
πυλωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυλωρική
πυλωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυλωρικός
πυλωρικής	adj	γενική ενικού του πυλωρική
πυλωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυλωρικός
πυλωρικού	adj	γενική ενικού του πυλωρικός
πυλωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυλωρικός
πυλωρικό	adj	αιτιατική ενικού του πυλωρικός
πυλωρικός	adj	που αναφέρεται στον πυλωρό
πυλωρικών	adj	γενική πληθυντικού του πυλωρικός
πυλωρισμέ	=	πυλωρισμός
πυλωρισμοί	=	πυλωρισμός
πυλωρισμού	=	πυλωρισμός
πυλωρισμούς	=	πυλωρισμός
πυλωρισμό	=	πυλωρισμός
πυλωρισμός	noun	σπασμωδική κίνηση του πυλωρού
πυλωρισμών	=	πυλωρισμός
πυλωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυλωρός
πυλωρού	noun	γενική ενικού του πυλωρός
πυλωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυλωρός
πυλωρό	noun	αιτιατική ενικού του πυλωρός
πυλωρός	noun	το τελευταίο τμήμα του στομάχου, πριν την είσοδο της τροφής στο δωδεκαδάκτυλο
πυλωρών	noun	γενική πληθυντικού του πυλωρός
πυλωτές	=	πυλωτή
πυλωτή	noun	άλλη γραφή του πιλοτή
πυλωτής	=	πυλωτή
πυλωτών	=	πυλωτή
πυλώματα	noun	πόνοι στην κοιλιά που προκαλούνται από κολίτιδα των εντέρων κι άλλες αιτίες
πυλών	noun	γενική πληθυντικού του πύλη
πυλώνα	=	πυλώνας
πυλώνας	noun	η κυρίως (επιβλητική) πύλη
πυλώνες	=	πυλώνας
πυλώνων	=	πυλώνας
πυξ	adv	η μπουνιά
πυξάρι	noun	αειθαλής καλλωπιστικός θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Buxus sempervirens) με μικρά κίτρινα άνθη και σκουροπράσινα ωοειδή φύλλα
πυξάρια	=	πυξάρι
πυξίδα	noun	όργανο προσανατολισμού.
πυξίδας	=	πυξίδα
πυξίδες	=	πυξίδα
πυξίδων	=	πυξίδα
πυξαριού	=	πυξάρι
πυξαριών	=	πυξάρι
πυξιδοθήκες	=	πυξιδοθήκη
πυξιδοθήκη	noun	κουτί στο οποίο φυλάσσεται η πυξίδα των πλοίων
πυξιδοθήκης	=	πυξιδοθήκη
πυξιδοθηκών	=	πυξιδοθήκη
πυογόνα	=	πυογόνος
πυογόνας	=	πυογόνος
πυογόνε	=	πυογόνος
πυογόνες	=	πυογόνος
πυογόνο	=	πυογόνος
πυογόνοι	=	πυογόνος
πυογόνος	adj	που παράγει πύον
πυογόνου	=	πυογόνος
πυογόνους	=	πυογόνος
πυογόνων	=	πυογόνος
πυορροήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορροιών	noun	γενική πληθυντικού του πυόρροια
πυορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυορροϊκός
πυορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του πυορροϊκός
πυορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυορροϊκή
πυορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυορροϊκός
πυορροϊκής	adj	γενική ενικού του πυορροϊκή
πυορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυορροϊκός
πυορροϊκού	adj	γενική ενικού του πυορροϊκός
πυορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυορροϊκός
πυορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του πυορροϊκός
πυορροϊκός	adj	που έχει σχέση με την πυόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του πυορροϊκός
πυορροώ	verb	έχω πυόρροια
πυορροώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πυορροώ
πυορρόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορρόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορρόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυορρόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυορροώ
πυοσφαίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυοσφαίριο
πυοσφαίριο	noun	νεκρό λευκό αιμοσφαίριο που περιέχεται στο πύον και που αποτελεί κύριο συστατικό του
πυοσφαίριου	=	πυοσφαίριο
πυοσφαιρίου	noun	γενική ενικού του πυοσφαίριο
πυοσφαιρίων	noun	γενική πληθυντικού του πυοσφαίριο
πυουρία	noun	η ανίχνευση πύου στα ούρα
πυουρίας	noun	γενική ενικού του πυουρία
πυουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυουρία
πυουριών	noun	γενική πληθυντικού του πυουρία
πυοφυτών	=	πυοφύτης
πυοφύτες	=	πυοφύτης
πυοφύτη	=	πυοφύτης
πυοφύτης	noun	άλλη μορφή του εμπυοφύτης
πυρ	noun|formal	φωτιά	intj	διαταγή για εκτέλεση βολής με πυροβόλο όπλο, ή ενεργοποίησης μηχανισμού εκτόξευσης βλήματος (π.χ. τορπίλης, βόμβας βάθους κλπ)
πυρά	noun	εστία φωτιάς
πυράγρα	noun	τσιμπίδα για τα κάρβουνα, μασιά
πυράγρας	noun	γενική ενικού του πυράγρα
πυράγρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυράγρα
πυράδα	noun|vulgar	άλλη μορφή του πύρα
πυράδας	=	πυράδα
πυράδες	=	πυράδα
πυράδων	=	πυράδα
πυράκανθε	=	πυράκανθος
πυράκανθο	=	πυράκανθος
πυράκανθοι	=	πυράκανθος
πυράκανθος	noun	Καλλωπιστικό φυτό θάμνος.
πυράκανθου	=	πυράκανθος
πυράκανθους	=	πυράκανθος
πυράκανθων	=	πυράκανθος
πυράκτωνα	=	πυρακτώνω
πυράκτωναν	=	πυρακτώνω
πυράκτωνε	=	πυρακτώνω
πυράκτωνες	=	πυρακτώνω
πυράκτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυράκτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυράκτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυράκτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυράκτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυρακτώνω
πυράκτωσης	noun	γενική ενικού του πυράκτωση
πυράντοχα	=	πυράντοχος
πυράντοχε	=	πυράντοχος
πυράντοχες	=	πυράντοχος
πυράντοχη	=	πυράντοχος
πυράντοχης	=	πυράντοχος
πυράντοχο	=	πυράντοχος
πυράντοχοι	=	πυράντοχος
πυράντοχος	adj	που είναι ανθεκτικός στη φωτιά και στις υψηλές θερμοκρασίες
πυράντοχου	=	πυράντοχος
πυράντοχους	=	πυράντοχος
πυράντοχων	=	πυράντοχος
πυράρχες	=	πυράρχης
πυράρχη	=	πυράρχης
πυράρχης	noun	ο ανώτερος ως προς τον βαθμό ή ο αρχαιότερος υπαξιωματικός του πυροβολικού
πυράρχου	=	πύραρχος
πυράρχους	=	πύραρχος
πυράρχων	=	πύραρχος
πυράς	=	πυρά
πυρέ	adj	κλητική ενικού του πυρός
πυρέξ	noun	ειδικό γυαλί με μικρότερο συντελεστή διαστολής από το κανονικό γυαλί και μεγαλύτερη αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες (πυρίμαχο) καθώς και το
πυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρή
πυρέσσω	verb|formal	έχω πυρετό
πυρέτια	=	πυρέτιο
πυρέτιο	noun	χαμηλός πυρετός ή πυρετός μικρής διάρκειας, δέκατα
πυρέτιου	=	πυρέτιο
πυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρός
πυρήνα	noun	o ελαιοπυρήνας
πυρήνας	noun	το κέντρο του ατόμου, που αποτελείται από πρωτόνια και νετρόνια
πυρήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρήνας
πυρήνων	=	πυρήνας
πυρής	adj	γενική ενικού του πυρή
πυρίαμα	noun	θερμό επίθεμα για θεραπευτικό σκοπό, φιάλες θερμού ύδατος, κέραμοι θερμαί και γενικά καταπλάσματα
πυρίκαυστα	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστε	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστες	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστη	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστης	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστο	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστοι	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστος	adj	που μπορεί να καεί
πυρίκαυστου	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστους	=	πυρίκαυστος
πυρίκαυστων	=	πυρίκαυστος
πυρίμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (πυρίμαχο) του πυρίμαχος
πυρίμαχε	=	πυρίμαχος
πυρίμαχες	=	πυρίμαχος
πυρίμαχη	=	πυρίμαχος
πυρίμαχης	=	πυρίμαχος
πυρίμαχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πυρίμαχος
πυρίμαχοι	=	πυρίμαχος
πυρίμαχος	adj	που αντέχει σε μεγάλη θερμοκρασία
πυρίμαχου	=	πυρίμαχος
πυρίμαχους	=	πυρίμαχος
πυρίμαχων	=	πυρίμαχος
πυρίπνους	adj|archaic	που ρίχνει φωτιά
πυρίτες	=	πυρίτης
πυρίτη	=	πυρίτης
πυρίτης	noun	ορυκτό με μεταλλική όψη που βγάζει σπίθες όταν χτυπηθεί με χάλυβα, πυριτόλιθος.
πυρίτια	=	πυρίτιο
πυρίτιδα	noun	εκρηκτικό μείγμα από νιτρικό κάλιο, θείο και άνθρακα σε μορφή σκόνης
πυρίτιδας	noun	γενική ενικού του πυρίτιδα
πυρίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρίτιδα
πυρίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του πυρίτιδα
πυρίτιο	noun	μεταλλοειδές χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 14 και χημικό σύμβολο το Si και χρησιμοποιείται ευρέως στην κατασκευή ολοκληρωμένων κυκλωμάτων
πυρίτιου	=	πυρίτιο
πυραγέ	noun	κλητική ενικού του πυραγός
πυραγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυραγός
πυραγού	noun	γενική ενικού του πυραγός
πυραγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυραγός
πυραγρών	noun	γενική πληθυντικού του πυράγρα
πυραγό	noun	αιτιατική ενικού του πυραγός
πυραγός	noun	ο υψηλότερος βαθμός κατώτερου αξιωματικού στην πυροσβεστική υπηρεσία, που αντιστοιχεί στον λοχαγό του στρατού
πυραγών	noun	γενική πληθυντικού του πυραγός
πυρακάνθου	=	πυράκανθος
πυρακάνθους	=	πυράκανθος
πυρακάνθων	=	πυράκανθος
πυρακτωθήκαμε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωθήκαν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωθήκανε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωθήκατε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωθεί	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωθείτε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρακτωμένο
πυρακτωμένε	verb	κλητική ενικού του πυρακτωμένος
πυρακτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρακτωμένη
πυρακτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρακτωμένος
πυρακτωμένης	verb	γενική ενικού του πυρακτωμένη
πυρακτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πυρακτωμένος
πυρακτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρακτωμένος
πυρακτωμένος	verb	κάτι που έχει γίνει διάπυρο από την υψηλή θερμοκρασία
πυρακτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυρακτωμένος
πυρακτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυρακτωμένος
πυρακτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυρακτωμένος
πυρακτωνόμασταν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόμαστε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόμουν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόμουνα	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόντουσαν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόσασταν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόσαστε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόσουν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόσουνα	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνόταν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτωνότανε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώθηκα	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώθηκαν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώθηκε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώθηκες	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώναμε	=	πυρακτώνω
πυρακτώναν	=	πυρακτώνω
πυρακτώνανε	=	πυρακτώνω
πυρακτώνατε	=	πυρακτώνω
πυρακτώνει	=	πυρακτώνω
πυρακτώνεις	=	πυρακτώνω
πυρακτώνεσαι	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώνεστε	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώνεται	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώνετε	=	πυρακτώνω
πυρακτώνομαι	verb	όταν κάτι γίνεται διάπυρο ή υπερθερμαίνεται
πυρακτώνονται	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώνονταν	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώνοντας	=	πυρακτώνω
πυρακτώνου	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώνουμε	=	πυρακτώνω
πυρακτώνουν	=	πυρακτώνω
πυρακτώνουνε	=	πυρακτώνω
πυρακτώνω	verb	υπερθερμαίνω κάτι έως ότου γίνεται πια διάπυρο, να κοκκινίζει και να λάμπει
πυρακτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώσαν	=	πυρακτώνω
πυρακτώσανε	=	πυρακτώνω
πυρακτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυράκτωση
πυρακτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πυράκτωση
πυρακτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πυράκτωση
πυρακτώσου	=	πυρακτώνομαι
πυρακτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυρακτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρακτώνω
πυραμίδα	noun	το γεωμετρικό στερεό που έχει τριγωνική ή τετράγωνη βάση και τριγωνικές πλευρές
πυραμίδας	noun	γενική ενικού του πυραμίδα
πυραμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραμίδα
πυραμίδιο	noun	κορωνίδα πυραμίδας
πυραμίδων	=	πυραμίδα
πυραμιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραμιδικό
πυραμιδικέ	adj	κλητική ενικού του πυραμιδικός
πυραμιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραμιδική
πυραμιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυραμιδικός
πυραμιδικής	adj	γενική ενικού του πυραμιδική
πυραμιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυραμιδικός
πυραμιδικού	adj	γενική ενικού του πυραμιδικός
πυραμιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυραμιδικός
πυραμιδικό	adj	αιτιατική ενικού του πυραμιδικός
πυραμιδικός	adj	που έχει σχέση με πυραμίδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυραμιδικών	adj	γενική πληθυντικού του πυραμιδικός
πυραμιδοειδές	=	πυραμιδοειδής
πυραμιδοειδή	=	πυραμιδοειδής
πυραμιδοειδής	adj	που μοιάζει με πυραμίδα
πυραμιδοειδείς	=	πυραμιδοειδής
πυραμιδοειδούς	=	πυραμιδοειδής
πυραμιδοειδών	=	πυραμιδοειδής
πυραμιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυραμιδωτός	adv	με πυραμιδωτό τρόπο
πυραμιδωτέ	adj	κλητική ενικού του πυραμιδωτός
πυραμιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραμιδωτή
πυραμιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυραμιδωτός
πυραμιδωτής	adj	γενική ενικού του πυραμιδωτή
πυραμιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυραμιδωτός
πυραμιδωτού	adj	γενική ενικού του πυραμιδωτός
πυραμιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυραμιδωτός
πυραμιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του πυραμιδωτός
πυραμιδωτός	adj	που έχει σχήμα πυραμίδας
πυραμιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του πυραμιδωτός
πυραμοειδές	=	πυραμοειδής
πυραμοειδή	=	πυραμοειδής
πυραμοειδής	adj	που μοιάζει με πυραμίδα
πυραμοειδείς	=	πυραμοειδής
πυραμοειδούς	=	πυραμοειδής
πυραμοειδών	=	πυραμοειδής
πυρανάφλεξη	noun	η ανάφλεξη καυσίμου σε μηχανή εσωτερικής καύσης, που γίνεται αυτόματα, απρογραμμάτιστα και αναπάντεχα
πυρανάφλεξης	noun	γενική ενικού του πυρανάφλεξη
πυρανίχνευση	noun	η ανίχνευση για εστίες πυρκαγιάς
πυρανίχνευσης	=	πυρανίχνευση
πυραναφλέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρανάφλεξη
πυραναφλέξεων	noun	γενική πληθυντικού του πυρανάφλεξη
πυραναφλέξεως	noun|formal	γενική ενικού του πυρανάφλεξη
πυρανεκτικότητα	noun|rare	που αντέχει στην πυρά ή στις μεγάλες θερμοκρασίες.
πυρανιχνεύσεις	=	πυρανίχνευση
πυρανιχνεύσεων	=	πυρανίχνευση
πυρανομέτρου	=	πυρανόμετρο
πυρανομέτρων	=	πυρανόμετρο
πυραντίδραση	noun|rare	η συμπεριφορά υλικών ή συστημάτων στη φωτιά, όσον αφορά την αναφλεξιμότητά τους και ειδικότερα «συμπεριφορά [δοκίμιο|δοκιμίου]] όταν εκτίθεται σε φωτιά σε καθορισμένες συνθήκες σε μια δοκιμή φωτιάς»
πυραντίσταση	noun|formal	η ικανότητα αντίστασης ενός δομικού υλικού ή μιας κατασκευής να αντιστέκεται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα στα θερμικά αποτελέσματα μιας φωτιάς, χωρίς απώλεια της ευστάθειας, της ακεραιότητας και της αντίστασης στη δίοδο της θερμότητας
πυραντίστασης	=	πυραντίσταση
πυραντιστάσεις	=	πυραντίσταση
πυραντιστάσεων	=	πυραντίσταση
πυραντοχές	=	πυραντοχή
πυραντοχή	noun|formal	η αντοχή στη φωτιά, η δυνατότητα υλικών ή κατασκευών να παραμένουν λειτουργικά σε υψηλές θερμοκρασίες που συμβαίνουν σε πυρκαγιά
πυραντοχής	=	πυραντοχή
πυραντοχών	=	πυραντοχή
πυρανόμετρα	=	πυρανόμετρο
πυρανόμετρο	noun	συσκευή η οποία μετρά την ηλιακή ακτινοβολία η οποία προσπίπτει σε μία επιφάνεια
πυρανόμετρου	=	πυρανόμετρο
πυρανόμετρων	=	πυρανόμετρο
πυραρχών	=	πυράρχης
πυρασφάλεια	noun	είδος ασφάλισης, σε ασφαλιστική εταιρεία, που αναφέρεται σε ατυχήματα από φωτιά
πυρασφάλειας	noun	γενική ενικού του πυρασφάλεια
πυρασφάλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρασφάλεια
πυρασφαλειών	noun	γενική πληθυντικού του πυρασφάλεια
πυρασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρασφαλιστικό
πυρασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του πυρασφαλιστικός
πυρασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρασφαλιστική
πυρασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρασφαλιστικός
πυρασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του πυρασφαλιστική
πυρασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρασφαλιστικός
πυρασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του πυρασφαλιστικός
πυρασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρασφαλιστικός
πυρασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρασφαλιστικός
πυρασφαλιστικός	adj	που έχει σχέση με την πυρασφάλεια ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυρασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρασφαλιστικός
πυραυλάκατε	=	πυραυλάκατος
πυραυλάκατο	=	πυραυλάκατος
πυραυλάκατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυραυλάκατος
πυραυλάκατος	noun	τύπος πολεμικού πλοίου μάχης, ελαφρύ ταχύπλοο, με κύριο οπλισμό πυραύλους που βάλλει από ειδική εγκατάσταση που φέρει στο κατάστρωμα.
πυραυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραυλάκι
πυραυλακάτου	=	πυραυλάκατος
πυραυλακάτους	=	πυραυλάκατος
πυραυλακάτων	=	πυραυλάκατος
πυραυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραυλικό
πυραυλικέ	adj	κλητική ενικού του πυραυλικός
πυραυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυραυλική
πυραυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυραυλικός
πυραυλικής	adj	γενική ενικού του πυραυλική
πυραυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυραυλικός
πυραυλικού	adj	γενική ενικού του πυραυλικός
πυραυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυραυλικός
πυραυλικό	adj	αιτιατική ενικού του πυραυλικός
πυραυλικός	adj	που έχει σχέση με πύραυλο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πυραυλικών	adj	γενική πληθυντικού του πυραυλικός
πυραυλοκίνητα	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητε	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητες	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητη	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητης	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητο	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητοι	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητος	adj	που κινείται / προωθείται με τη βοήθεια πυραύλων
πυραυλοκίνητου	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητους	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκίνητων	=	πυραυλοκίνητος
πυραυλοκινητήρα	=	πυραυλοκινητήρας
πυραυλοκινητήρας	noun	κινητήρας πυραύλου ή διαστημικού οχήματος
πυραυλοκινητήρες	=	πυραυλοκινητήρας
πυραυλοκινητήρων	=	πυραυλοκινητήρας
πυραυλομοντελισμέ	noun	κλητική ενικού του πυραυλομοντελισμός
πυραυλομοντελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυραυλομοντελισμός
πυραυλομοντελισμού	noun	γενική ενικού του πυραυλομοντελισμός
πυραυλομοντελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυραυλομοντελισμός
πυραυλομοντελισμό	noun	αιτιατική ενικού του πυραυλομοντελισμός
πυραυλομοντελισμός	noun	αεράθλημα, που πραγματοποιείται με τεχνική κατασκευή και πτήση ομοιωμάτων πυραύλων, για ψυχαγωγικούς και επιδεικτικούς λόγους (αγώνες)
πυραυλομοντελισμών	noun	γενική πληθυντικού του πυραυλομοντελισμός
πυραυλοφόρα	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρας	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρε	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρες	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρο	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόροι	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρος	adj	αυτός που φέρει πύραυλο ή πυραύλους
πυραυλοφόρου	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρους	=	πυραυλοφόρος
πυραυλοφόρων	=	πυραυλοφόρος
πυραύλου	noun	γενική ενικού του πύραυλος
πυραύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πύραυλος
πυραύλων	noun	γενική πληθυντικού του πύραυλος
πυραύνου	=	πύραυνο
πυραύνων	=	πύραυνο
πυργάκι	noun	μικρός πύργος
πυργάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυργάκι
πυργί	noun	υποκοριστικό του πύργος
πυργίσκε	noun	κλητική ενικού του πυργίσκος
πυργίσκο	noun	αιτιατική ενικού του πυργίσκος
πυργίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυργίσκος
πυργίσκος	noun	ο πύργος αλλά σε μικρότερο μέγεθος
πυργίσκου	noun	γενική ενικού του πυργίσκος
πυργίσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυργίσκος
πυργίσκων	noun	γενική πληθυντικού του πυργίσκος
πυργιά	=	πυργί
πυργιού	=	πυργί
πυργιών	=	πυργί
πυργιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυργιώτικο
πυργιώτικε	adj	κλητική ενικού του πυργιώτικος
πυργιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυργιώτικη
πυργιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυργιώτικος
πυργιώτικης	adj	γενική ενικού του πυργιώτικη
πυργιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του πυργιώτικος
πυργιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυργιώτικος
πυργιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Πυργί ή Πύργος ή τους κατοίκους του
πυργιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυργιώτικος
πυργιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυργιώτικος
πυργιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυργιώτικος
πυργοδέσποινα	noun	θηλυκό του πυργοδεσπότης
πυργοδέσποινας	=	πυργοδέσποινα
πυργοδέσποινες	=	πυργοδέσποινα
πυργοδεσποινών	=	πυργοδέσποινα
πυργοδεσποτών	=	πυργοδεσπότης
πυργοδεσπότες	=	πυργοδεσπότης
πυργοδεσπότη	=	πυργοδεσπότης
πυργοδεσπότης	noun	ο ιδιοκτήτης και κύριος ενός πύργου
πυργοειδές	=	πυργοειδής
πυργοειδή	=	πυργοειδής
πυργοειδής	adj	που είναι όμοιος με πύργο, που μοιάζει με πύργο
πυργοειδείς	=	πυργοειδής
πυργοειδούς	=	πυργοειδής
πυργοειδών	=	πυργοειδής
πυργοκεφαλία	noun	παραμόρφωση του κρανίου στην οποία έχει μεγαλύτερο ύψος μετώπου και κρανιακού θόλου
πυργοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του πυργοκεφαλία
πυργοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του πυργοκεφαλία
πυργοποιία	noun	κατασκευή πύργου
πυργοποιίας	=	πυργοποιία
πυργοποιίες	=	πυργοποιία
πυργοποιιών	=	πυργοποιία
πυργωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυργωμένο
πυργωμένε	verb	κλητική ενικού του πυργωμένος
πυργωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυργωμένη
πυργωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυργωμένος
πυργωμένης	verb	γενική ενικού του πυργωμένη
πυργωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πυργωμένος
πυργωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυργωμένος
πυργωμένος	=	πυργώνω
πυργωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυργωμένος
πυργωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυργωμένος
πυργωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυργωμένος
πυργωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυργωτός
πυργωτέ	adj	κλητική ενικού του πυργωτός
πυργωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυργωτή
πυργωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυργωτός
πυργωτής	adj	γενική ενικού του πυργωτή
πυργωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυργωτός
πυργωτού	adj	γενική ενικού του πυργωτός
πυργωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυργωτός
πυργωτό	adj	αιτιατική ενικού του πυργωτός
πυργωτός	adj	που έχει το σχήμα πύργου, που είναι ψηλός σαν πύργος
πυργωτών	adj	γενική πληθυντικού του πυργωτός
πυργόσπιτα	=	πυργόσπιτο
πυργόσπιτο	noun	σπίτι χτισμένο σε περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνήθως φτιαγμένο από πέτρα με τρεις ή τέσσερις ορόφους, τετράγωνο ή ορθογώνιο σχήμα για στρατιωτικούς σκοπούς αλλά για για κατοικία
πυργόσπιτου	=	πυργόσπιτο
πυργόσπιτων	=	πυργόσπιτο
πυργώναμε	=	πυργώνω
πυργώναν	=	πυργώνω
πυργώνανε	=	πυργώνω
πυργώνατε	=	πυργώνω
πυργώνει	=	πυργώνω
πυργώνεις	=	πυργώνω
πυργώνετε	=	πυργώνω
πυργώνομαι	=	πυργώνω
πυργώνοντας	=	πυργώνω
πυργώνουμε	=	πυργώνω
πυργώνουν	=	πυργώνω
πυργώνουνε	=	πυργώνω
πυργώνω	verb	οχυρώνω ένα χώρο με πύργους
πυργώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσαν	=	πυργώνω
πυργώσανε	=	πυργώνω
πυργώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυργώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πυρείον	noun	βλ. συνώνυμο σπίρτο
πυρεξάκι	noun	σκεύος πυρέξ μικρού μεγέθους
πυρεξάκια	=	πυρεξάκι
πυρεξία	noun	πυρετός
πυρεξίας	=	πυρεξία
πυρεξίες	=	πυρεξία
πυρεξιών	=	πυρεξία
πυρετάκο	=	πυρετάκος
πυρετάκοι	=	πυρετάκος
πυρετάκος	noun	υποκοριστικό του πυρετός
πυρετάκου	=	πυρετάκος
πυρετάκους	=	πυρετάκος
πυρετάκων	=	πυρετάκος
πυρετέ	noun	κλητική ενικού του πυρετός
πυρετίου	=	πυρέτιο
πυρετίων	=	πυρέτιο
πυρετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυρετικός	adv	με πυρετικό τρόπο
πυρετικέ	adj	κλητική ενικού του πυρετικός
πυρετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρετική
πυρετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρετικός
πυρετικής	adj	γενική ενικού του πυρετική
πυρετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρετικός
πυρετικού	adj	γενική ενικού του πυρετικός
πυρετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρετικός
πυρετικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρετικός
πυρετικός	adj	που έχει σχέση με τον πυρετό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πυρετικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρετικός
πυρετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρετός
πυρετογόνα	=	πυρετογόνος
πυρετογόνας	=	πυρετογόνος
πυρετογόνε	=	πυρετογόνος
πυρετογόνες	=	πυρετογόνος
πυρετογόνο	=	πυρετογόνος
πυρετογόνοι	=	πυρετογόνος
πυρετογόνος	adj	που προκαλεί πυρετό
πυρετογόνου	=	πυρετογόνος
πυρετογόνους	=	πυρετογόνος
πυρετογόνων	=	πυρετογόνος
πυρετοθεραπεία	noun|dated	θεραπεία ψυχιατρικών και νευρολογικών νόσων μέσω τεχνητής αύξησης της θερμοκρασίας του σώματος
πυρετοθεραπείας	noun	γενική ενικού του πυρετοθεραπεία
πυρετοθεραπείες	=	πυρετοθεραπεία
πυρετοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του πυρετοθεραπεία
πυρετολογία	noun	ιατρικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη, διάγνωση και αντιμετώπιση του πυρετού
πυρετολογίας	noun	γενική ενικού του πυρετολογία
πυρετολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρετολογία
πυρετολογικά	=	πυρετολογικός
πυρετολογικέ	=	πυρετολογικός
πυρετολογικές	=	πυρετολογικός
πυρετολογική	=	πυρετολογικός
πυρετολογικής	=	πυρετολογικός
πυρετολογικοί	=	πυρετολογικός
πυρετολογικού	=	πυρετολογικός
πυρετολογικούς	=	πυρετολογικός
πυρετολογικό	=	πυρετολογικός
πυρετολογικός	adj|dated	που έχει σχέση με την πυρετολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυρετολογικών	=	πυρετολογικός
πυρετολογιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρετολογία
πυρετολόγε	=	πυρετολόγος
πυρετολόγο	=	πυρετολόγος
πυρετολόγοι	=	πυρετολόγος
πυρετολόγος	noun|dated	ιατρός ειδικός στην πυρετολογία
πυρετολόγου	=	πυρετολόγος
πυρετολόγους	=	πυρετολόγος
πυρετολόγων	=	πυρετολόγος
πυρετοφρυμένος	verb|figurative	που ψήνεται στον πυρετό
πυρετού	noun	γενική ενικού του πυρετός
πυρετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυρετός
πυρετωδών	=	πυρετώδης
πυρετωδώς	adv	με πυρετώδη τρόπο, πολύ έντονα
πυρετό	noun	αιτιατική ενικού του πυρετός
πυρετός	noun	παθολογική άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος
πυρετώδεις	=	πυρετώδης
πυρετώδες	=	πυρετώδης
πυρετώδη	=	πυρετώδης
πυρετώδης	adj	που σχετίζεται με τον πυρετό ή που προκαλεί πυρετό
πυρετώδους	=	πυρετώδης
πυρετών	noun	γενική πληθυντικού του πυρετός
πυρηνέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρηνέλαιο
πυρηνέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από τον πολτό που παραμένει μετά την πρώτη μηχανική αφαίρεση του ελαιόλαδου, δηλαδή από το συντεθλιμμένο κουκούτσι και τη συντεθλιμμένη ψίχα της ελιάς (που ονομάζεται «πυρήνας»)
πυρηνέλαιου	=	πυρηνέλαιο
πυρηνέλαιων	=	πυρηνέλαιο
πυρηναϊκά	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκέ	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκές	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκή	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκής	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκοί	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκού	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκούς	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκό	=	πυρηναϊκός
πυρηναϊκός	adj	σχετικός με τα Πυρηναία
πυρηναϊκών	=	πυρηναϊκός
πυρηνελαίου	=	πυρηνέλαιο
πυρηνελαίων	=	πυρηνέλαιο
πυρηνελαιουργία	noun	η επεξεργασία πυρηνοπολτού ή πυρηνόπιττας και η παραγωγή - διάθεση πυρηνέλαιου
πυρηνελαιουργίας	noun	γενική ενικού του πυρηνελαιουργία
πυρηνελαιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρηνελαιουργία
πυρηνελαιουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρηνελαιουργείο
πυρηνελαιουργείο	noun	εξειδικευμένη βιομηχανία (εργοστάσιο) επεξεργασίας πυρηνοπολτού (ή πυρηνόπιττας) συν της παραγωγής και διάθεσης πυρηνέλαιου
πυρηνελαιουργείου	noun	γενική ενικού του πυρηνελαιουργείο
πυρηνελαιουργείων	noun	γενική πληθυντικού του πυρηνελαιουργείο
πυρηνελαιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρηνελαιουργία
πυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρηνικό
πυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του πυρηνικός
πυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρηνική, θηλυκό του πυρηνικός
πυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρηνικός
πυρηνικής	adj	γενική ενικού του πυρηνική
πυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρηνικός, αρσενικό
πυρηνικού	adj	γενική ενικού του πυρηνικός
πυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρηνικός
πυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρηνικός
πυρηνικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στον πυρήνα
πυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρηνικός
πυρηνοειδές	=	πυρηνοειδής
πυρηνοειδή	=	πυρηνοειδής
πυρηνοειδής	adj|formal	που μοιάζει με πυρήνα καρπού
πυρηνοειδείς	=	πυρηνοειδής
πυρηνοειδούς	=	πυρηνοειδής
πυρηνοειδών	=	πυρηνοειδής
πυρηνοκίνητα	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητε	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητες	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητη	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητης	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητο	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητοι	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητος	adj	που προωθείται με πυρηνική ενέργεια
πυρηνοκίνητου	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητους	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνοκίνητων	=	πυρηνοκίνητος
πυρηνολυσία	noun	η λύση / διάλυση του πυρήνα ενός κυττάρου
πυρηνολυσίας	noun	γενική ενικού του πυρηνολυσία
πυρηνολυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρηνολυσία
πυρηνολυσιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρηνολυσία
πυρηνωδών	=	πυρηνώδης
πυρηνόκαρπα	noun	οπωροφόρα δέντρα με σαρκώδεις καρπούς και σκληρό πυρήνα
πυρηνόκαρπε	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπες	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπη	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπης	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπο	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρποι	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπος	adj	που έχει σχέση με τα πυρηνόκαρπα ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυρηνόκαρπου	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπους	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόκαρπων	=	πυρηνόκαρπος
πυρηνόξυλα	=	πυρηνόξυλο
πυρηνόξυλο	noun	παραπροϊόν της επεξεργασίας της ελιάς το οποίο χρησιμοποιείται ως καύσιμο
πυρηνόξυλου	=	πυρηνόξυλο
πυρηνόξυλων	=	πυρηνόξυλο
πυρηνώδεις	=	πυρηνώδης
πυρηνώδες	=	πυρηνώδης
πυρηνώδη	=	πυρηνώδης
πυρηνώδης	adj	που μοιάζει με πυρήνα καρπού
πυρηνώδους	=	πυρηνώδης
πυριάματα	=	πυρίαμα
πυριάματος	=	πυρίαμα
πυριαμάτων	=	πυρίαμα
πυριγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πυριγενής
πυριγενή	=	πυριγενής
πυριγενής	adj	που γεννήθηκε από τη φωτιά
πυριγενείς	=	πυριγενής
πυριγενούς	=	πυριγενής
πυριγενών	=	πυριγενής
πυριδοξίνες	=	πυριδοξίνη
πυριδοξίνη	noun	μία μορφή της υδατοδιαλυτής βιταμίνης Β6 που λειτουργεί ως συνένζυμο στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών, των υδατανθράκων και των λιπών
πυριδοξίνης	=	πυριδοξίνη
πυριδοξινών	=	πυριδοξίνη
πυριτία	noun	το διοξείδιο του πυριτίου, η σίλικα
πυριτίας	=	πυριτία
πυριτίδων	noun	γενική πληθυντικού του πυρίτιδα
πυριτίες	=	πυριτία
πυριτίου	noun	γενική ενικού του πυρίτιο
πυριτίων	=	πυρίτιο
πυριτιδαποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτιδαποθήκη
πυριτιδαποθήκη	noun	αποθήκη πυρίτιδας
πυριτιδαποθήκης	=	πυριτιδαποθήκη
πυριτιδαποθηκών	=	πυριτιδαποθήκη
πυριτιδοποιέ	=	πυριτιδοποιός
πυριτιδοποιία	noun	η παρασκευή πυρίτιδας
πυριτιδοποιίας	noun	γενική ενικού του πυριτιδοποιία
πυριτιδοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτιδοποιία
πυριτιδοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτιδοποιείο
πυριτιδοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής πυρίτιδας
πυριτιδοποιείου	noun	γενική ενικού του πυριτιδοποιείο
πυριτιδοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του πυριτιδοποιείο
πυριτιδοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του πυριτιδοποιία
πυριτιδοποιοί	=	πυριτιδοποιός
πυριτιδοποιού	=	πυριτιδοποιός
πυριτιδοποιούς	=	πυριτιδοποιός
πυριτιδοποιό	=	πυριτιδοποιός
πυριτιδοποιός	noun	παραγωγός πυρίτιδας
πυριτιδοποιών	=	πυριτιδοποιός
πυριτιδοσκονών	=	πυριτιδόσκονη
πυριτιδόκονις	noun|rare	η πυριτιδόσκονη
πυριτιδόσκονες	=	πυριτιδόσκονη
πυριτιδόσκονη	noun	σκόνη πυρίτιδας που χρησιμοποιείται, για να κατασκευαστούν πυροτεχνήματα
πυριτιδόσκονης	=	πυριτιδόσκονη
πυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτικό
πυριτικέ	adj	κλητική ενικού του πυριτικός
πυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτική
πυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυριτικός
πυριτικής	adj	γενική ενικού του πυριτική
πυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυριτικός
πυριτικού	adj	γενική ενικού του πυριτικός
πυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυριτικός
πυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του πυριτικός
πυριτικός	adj	ο σχετικός με πυρίτιο
πυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του πυριτικός
πυριτιοποιώ	verb	δημιουργώ, ή απομονώνω άτομα πυριτίου από χημικές ενώσεις
πυριτιούχα	=	πυριτιούχος
πυριτιούχε	=	πυριτιούχος
πυριτιούχο	=	πυριτιούχος
πυριτιούχοι	=	πυριτιούχος
πυριτιούχος	adj	που περιέχει πυρίτιο
πυριτιούχου	=	πυριτιούχος
πυριτιούχους	=	πυριτιούχος
πυριτιούχων	=	πυριτιούχος
πυριτιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτιωμένο
πυριτιωμένε	verb	κλητική ενικού του πυριτιωμένος
πυριτιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυριτιωμένη
πυριτιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυριτιωμένος
πυριτιωμένης	verb	γενική ενικού του πυριτιωμένη
πυριτιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πυριτιωμένος
πυριτιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυριτιωμένος
πυριτιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυριτιωμένος
πυριτιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυριτιωμένος
πυριτιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυριτιωμένος
πυριτιών	=	πυριτία
πυριτοδοκών	=	πυριτοδόκη
πυριτοδοτών	=	πυριτοδότης
πυριτοδόκες	=	πυριτοδόκη
πυριτοδόκη	noun|dated	δοχείο ασφαλούς αποθήκευσης πυρίτιδας στα παλαιότερα πλοία τα οποία είχαν κανόνια / πυροβόλα που χρησιμοποιούσαν πυρίτιδα
πυριτοδόκης	=	πυριτοδόκη
πυριτοδότες	=	πυριτοδότης
πυριτοδότη	=	πυριτοδότης
πυριτοδότης	noun|dated	κάποιος (π.χ. ναύτης) που φροντίζει για την πυροδότηση των πυρομαχικών ή για όλη τη σχετική διαδικασία
πυριτοκάμινε	=	πυριτοκάμινος
πυριτοκάμινο	=	πυριτοκάμινος
πυριτοκάμινοι	=	πυριτοκάμινος
πυριτοκάμινος	noun	κάμινος για τη φρύξη σιδηροπυρίτη, ώστε να παρασκευαστεί θειικό οξύ
πυριτοκαμίνου	=	πυριτοκάμινος
πυριτοκαμίνους	=	πυριτοκάμινος
πυριτοκαμίνων	=	πυριτοκάμινος
πυριτολίθου	noun	γενική ενικού του πυριτόλιθος
πυριτολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυριτόλιθος
πυριτολίθων	noun	γενική πληθυντικού του πυριτόλιθος
πυριτόλιθε	noun	κλητική ενικού του πυριτόλιθος
πυριτόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του πυριτόλιθος
πυριτόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυριτόλιθος
πυριτόλιθος	noun	είδος κερατολίθου, κρυπτοκρυσταλλικός, άμορφος χαλαζίας
πυριτόλιθου	noun	γενική ενικού του πυριτόλιθος
πυριτόλιθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυριτόλιθος
πυριτόλιθων	noun	γενική πληθυντικού του πυριτόλιθος
πυριτών	=	πυρίτης
πυριφλεγές	=	πυριφλεγής
πυριφλεγή	=	πυριφλεγής
πυριφλεγής	adj|formal	που φλέγεται (έντονα)
πυριφλεγείς	=	πυριφλεγής
πυριφλεγούς	=	πυριφλεγής
πυριφλεγών	=	πυριφλεγής
πυριφλεγώς	adv|figurative	με πυριφλεγή τρόπο
πυρκαγιά	noun	η φωτιά με τάση επέκτασης, συνήθως σε μεγάλη έκταση ή ένταση, που δεν μπορεί να κατασβηστεί από έναν άνθρωπο με απλά μέσα.
πυρκαγιάς	noun	γενική ενικού του πυρκαγιά
πυρκαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρκαγιά
πυρκαγιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρκαγιά
πυρκαλ	abbrev	εταιρεία που προμηθεύει τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις με πυρομαχικά
πυρκαϊά	=	πυρκαγιά
πυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρός
πυροβάτες	=	πυροβάτης
πυροβάτη	=	πυροβάτης
πυροβάτης	noun	αυτός που περπατάει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα
πυροβάτισσα	noun	θηλυκό του πυροβάτης
πυροβάτισσας	noun	γενική ενικού του πυροβάτισσα
πυροβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβάτισσα
πυροβασία	noun	το τελετουργικό περπάτημα σε αναμμένα κάρβουνα
πυροβασίας	noun	γενική ενικού του πυροβασία
πυροβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβασία
πυροβασιών	noun	γενική πληθυντικού του πυροβασία
πυροβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβατικό
πυροβατικέ	adj	κλητική ενικού του πυροβατικός
πυροβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβατική
πυροβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροβατικός
πυροβατικής	adj	γενική ενικού του πυροβατική
πυροβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροβατικός
πυροβατικού	adj	γενική ενικού του πυροβατικός
πυροβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροβατικός
πυροβατικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροβατικός
πυροβατικός	adj	ο σχετικός με πυροβάτη ή πυροβασία
πυροβατικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροβατικός
πυροβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του πυροβάτισσα
πυροβατών	=	πυροβάτης
πυροβολά	=	πυροβολώ
πυροβολάει	=	πυροβολώ
πυροβολάμε	=	πυροβολώ
πυροβολάν	=	πυροβολώ
πυροβολάνε	=	πυροβολώ
πυροβολάς	=	πυροβολώ
πυροβολάτε	=	πυροβολώ
πυροβολάω	=	πυροβολώ
πυροβολήθηκα	=	πυροβολώ
πυροβολήθηκαν	=	πυροβολώ
πυροβολήθηκε	=	πυροβολώ
πυροβολήθηκες	=	πυροβολώ
πυροβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσαν	=	πυροβολώ
πυροβολήσανε	=	πυροβολώ
πυροβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσεων	=	πυροβόληση
πυροβολήσου	=	πυροβολώ
πυροβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβολαρχία	noun	Η μικρότερη βασική μονάδα του πυροβολικού, αντίστοιχη του λόχου του πεζικού
πυροβολαρχίας	noun	γενική ενικού του πυροβολαρχία
πυροβολαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολαρχία
πυροβολαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του πυροβολαρχία
πυροβολεί	=	πυροβολώ
πυροβολεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολείο
πυροβολείο	noun	οχυρωμένη θέση από την οποία βάλλει ένα πυροβόλο όπλο
πυροβολείου	noun	γενική ενικού του πυροβολείο
πυροβολείς	=	πυροβολώ
πυροβολείσαι	=	πυροβολώ
πυροβολείστε	=	πυροβολώ
πυροβολείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του πυροβολώ
πυροβολείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πυροβολώ
πυροβολείων	noun	γενική πληθυντικού του πυροβολείο
πυροβολεῖον	noun	πυροβολείο
πυροβοληθήκαμε	=	πυροβολώ
πυροβοληθήκαν	=	πυροβολώ
πυροβοληθήκανε	=	πυροβολώ
πυροβοληθήκατε	=	πυροβολώ
πυροβοληθεί	=	πυροβολώ
πυροβοληθείτε	=	πυροβολώ
πυροβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολημένο
πυροβολημένε	verb	κλητική ενικού του πυροβολημένος
πυροβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολημένη
πυροβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροβολημένος
πυροβολημένης	verb	γενική ενικού του πυροβολημένη
πυροβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του πυροβολημένος
πυροβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροβολημένος
πυροβολημένος	=	πυροβολώ
πυροβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυροβολημένος
πυροβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυροβολημένος
πυροβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυροβολημένος
πυροβολητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολητής
πυροβολητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυροβολητής
πυροβολητής	noun	κάποιος που πυροβολεί
πυροβολητών	noun	γενική πληθυντικού του πυροβολητής
πυροβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολικό
πυροβολικέ	adj	κλητική ενικού του πυροβολικός
πυροβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβολική
πυροβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροβολικός
πυροβολικής	adj	γενική ενικού του πυροβολική
πυροβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροβολικός
πυροβολικού	adj	γενική ενικού του πυροβολικός
πυροβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροβολικός
πυροβολικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροβολικός	noun	μονάδα με κανόνια / βαριά πυροβόλα όπλα
πυροβολικός	adj	ο σχετικός με πυροβόλο
πυροβολικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροβολικός
πυροβολισμέ	noun	κλητική ενικού του πυροβολισμός
πυροβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροβολισμός
πυροβολισμού	noun	γενική ενικού του πυροβολισμός
πυροβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυροβολισμός
πυροβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του πυροβολισμός
πυροβολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυροβολώ
πυροβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του πυροβολισμός
πυροβολιστές	=	πυροβολιστής
πυροβολιστή	=	πυροβολιστής
πυροβολιστής	noun|dated	παλαιότερη ονομασία του πυροβολητή
πυροβολιστών	=	πυροβολιστής
πυροβολούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πυροβολώ
πυροβολούμασταν	=	πυροβολώ
πυροβολούμαστε	=	πυροβολώ
πυροβολούμε	=	πυροβολώ
πυροβολούμενος	=	πυροβολώ
πυροβολούμουν	=	πυροβολώ
πυροβολούν	=	πυροβολώ
πυροβολούνε	=	πυροβολώ
πυροβολούνται	=	πυροβολώ
πυροβολούνταν	=	πυροβολώ
πυροβολούσα	=	πυροβολώ
πυροβολούσαμε	=	πυροβολώ
πυροβολούσαν	=	πυροβολώ
πυροβολούσασταν	=	πυροβολώ
πυροβολούσαστε	=	πυροβολώ
πυροβολούσατε	=	πυροβολώ
πυροβολούσε	=	πυροβολώ
πυροβολούσες	=	πυροβολώ
πυροβολούσουν	=	πυροβολώ
πυροβολώ	verb	ρίχνω πυροβολισμό
πυροβολώντας	=	πυροβολώ
πυροβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροβόλο
πυροβόλαγε	=	πυροβολώ
πυροβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροβολώ
πυροβόληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυροβολώ
πυροβόλησης	=	πυροβόληση
πυροβόλησις	noun	η πυροβόληση
πυροβόλο	noun	όπλο που διαθέτει σωλήνα (κάννη) και εκτοξεύει βλήματα με την πίεση αερίων που παράγονται μετά την καύση εκρηκτικής ύλης (σήμερα εμπυρεύματος, αλλά παλιότερα πυρίτιδας)
πυροβόλου	noun	γενική ενικού του πυροβόλο
πυροβόλων	noun	γενική πληθυντικού του πυροβόλο
πυρογενές	=	πυρογενής
πυρογενή	=	πυρογενής
πυρογενής	adj	που δημιουργήθηκε, σχηματίστηκε από φωτιά
πυρογενείς	=	πυρογενής
πυρογενούς	=	πυρογενής
πυρογενών	=	πυρογενής
πυρογράφε	=	πυρογράφος
πυρογράφει	=	πυρογραφώ
πυρογράφησα	=	πυρογραφώ
πυρογράφησαν	=	πυρογραφώ
πυρογράφησε	=	πυρογραφώ
πυρογράφησες	=	πυρογραφώ
πυρογράφο	noun	αιτιατική ενικού του πυρογράφος
πυρογράφοι	=	πυρογράφος
πυρογράφος	noun	καλλιτέχνης που δημιουργεί με την τεχνική της πυρογραφίας
πυρογράφου	=	πυρογράφος
πυρογράφους	=	πυρογράφος
πυρογράφων	=	πυρογράφος
πυρογραφήσαμε	=	πυρογραφώ
πυρογραφήσαν	=	πυρογραφώ
πυρογραφήσανε	=	πυρογραφώ
πυρογραφήσατε	=	πυρογραφώ
πυρογραφήσει	=	πυρογραφώ
πυρογραφήστε	=	πυρογραφώ
πυρογραφία	noun	τεχνική χάραξης σχεδίων σε επιφάνειες με χρήση πυρακτωμένης ακίδας
πυρογραφίας	noun	γενική ενικού του πυρογραφία
πυρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρογραφία
πυρογραφεί	=	πυρογραφώ
πυρογραφείς	=	πυρογραφώ
πυρογραφείτε	=	πυρογραφώ
πυρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυροηραφικός	adv	με τη χρήση πυρογραφίας
πυρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του πυρογραφικός
πυρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρογραφική
πυρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρογραφικός
πυρογραφικής	adj	γενική ενικού του πυρογραφική
πυρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρογραφικός
πυρογραφικού	adj	γενική ενικού του πυρογραφικός
πυρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρογραφικός
πυρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρογραφικός
πυρογραφικός	adj	που έχει σχέση με την πυρογραφία ή τον πυρογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρογραφικός
πυρογραφικώς	adv	με τη χρήση πυρογραφίας
πυρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρογραφία
πυρογραφούμε	=	πυρογραφώ
πυρογραφούν	=	πυρογραφώ
πυρογραφούνε	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσα	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσαμε	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσαν	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσανε	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσατε	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσε	=	πυρογραφώ
πυρογραφούσες	=	πυρογραφώ
πυρογραφώ	verb	είμαι πυρογράφος
πυρογραφώντας	=	πυρογραφώ
πυροδιάσπαση	noun	η πυρόλυση
πυροδιάσπασης	=	πυροδιάσπαση
πυροδιάσπασις	noun	πυροδιάσπαση
πυροδιαμέρισμα	noun	τμήμα κτιρίου ή και ολόκληρο κτίριο που περικλείεται ερμητικά (σε περίπτωση πυρκαγιάς) από δομικά στοιχεία με προκαθοριζόμενο, κατά περίπτωση, δείκτη πυραντίστασης
πυροδιαμερίσματα	=	πυροδιαμέρισμα
πυροδιαμερίσματος	=	πυροδιαμέρισμα
πυροδιαμερισμάτων	=	πυροδιαμέρισμα
πυροδιασπάσεις	=	πυροδιάσπαση
πυροδιασπάσεων	=	πυροδιάσπαση
πυροδοτήθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του πυροδοτώ
πυροδοτήθηκαν	=	πυροδοτώ
πυροδοτήθηκε	=	πυροδοτώ
πυροδοτήθηκες	=	πυροδοτώ
πυροδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτήσαν	=	πυροδοτώ
πυροδοτήσανε	=	πυροδοτώ
πυροδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτήσει	verb	απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του πυροδοτώ
πυροδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροδότηση
πυροδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πυροδότηση
πυροδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πυροδότηση
πυροδοτήσου	=	πυροδοτώ
πυροδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτήσουνε	=	πυροδοτώ
πυροδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτεί	=	πυροδοτώ
πυροδοτείς	=	πυροδοτώ
πυροδοτείσαι	=	πυροδοτώ
πυροδοτείστε	=	πυροδοτώ
πυροδοτείται	=	πυροδοτώ
πυροδοτείτε	=	πυροδοτώ
πυροδοτείτο	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθήκαμε	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθήκαν	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθήκανε	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθήκατε	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του πυροδοτώ
πυροδοτηθείς	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθείτε	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθούμε	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθούν	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθούνε	=	πυροδοτώ
πυροδοτηθώ	=	πυροδοτώ
πυροδοτημένα	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένε	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένες	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένη	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένης	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένο	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένοι	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτημένου	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένους	=	πυροδοτημένος
πυροδοτημένων	=	πυροδοτημένος
πυροδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροδοτικό
πυροδοτικέ	adj	κλητική ενικού του πυροδοτικός
πυροδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροδοτική
πυροδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροδοτικός
πυροδοτικής	adj	γενική ενικού του πυροδοτική
πυροδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροδοτικός
πυροδοτικού	adj	γενική ενικού του πυροδοτικός
πυροδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροδοτικός
πυροδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροδοτικός
πυροδοτικός	adj	που έχει σχέση με την πυροδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυροδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροδοτικός
πυροδοτουσών	=	πυροδότης
πυροδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτούμασταν	=	πυροδοτώ
πυροδοτούμαστε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πυροδοτώ
πυροδοτούμενα	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενε	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενες	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενη	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενης	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενο	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενοι	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πυροδοτώ
πυροδοτούμενου	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενους	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμενων	=	πυροδοτούμενος
πυροδοτούμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού παρατατικού του πυροδοτώ
πυροδοτούμουνα	=	πυροδοτώ
πυροδοτούν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πυροδοτών
πυροδοτούνε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούντα	=	πυροδότης
πυροδοτούνται	=	πυροδοτώ
πυροδοτούνταν	=	πυροδοτώ
πυροδοτούντες	=	πυροδότης
πυροδοτούντο	=	πυροδοτώ
πυροδοτούντος	=	πυροδότης
πυροδοτούντων	=	πυροδότης
πυροδοτούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροδοτών
πυροδοτούσαμε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσαν	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσανε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσας	=	πυροδότης
πυροδοτούσασταν	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσαστε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσατε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσε	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσες	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσης	=	πυροδότης
πυροδοτούσουν	=	πυροδοτώ
πυροδοτούσουνα	=	πυροδοτώ
πυροδοτώ	verb	μεταδίδω πυρ σε εκρηκτικό γέμισμα
πυροδοτών	=	πυροδότης
πυροδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πυροδοτώ
πυροδότες	=	πυροδότης
πυροδότη	=	πυροδότης
πυροδότης	noun|figurative	κάποιος που πυροδοτεί
πυροδότησα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του πυροδοτώ
πυροδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυροδοτώ
πυροδότηση	noun	η ανάφλεξη εκρηκτικού μηχανισμού
πυροδότησης	noun	γενική ενικού του πυροδότηση
πυροδότησις	noun	πυροδότηση
πυροδότρα	=	πυροδότης
πυροηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροηλεκτρικό
πυροηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροηλεκτρική
πυροηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του πυροηλεκτρική
πυροηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρικός	adj	που έχει σχέση με τον πυροηλεκτρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πυροηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροηλεκτρικός
πυροηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του πυροηλεκτρισμός
πυροηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροηλεκτρισμός
πυροηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του πυροηλεκτρισμός
πυροηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυροηλεκτρισμός
πυροηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του πυροηλεκτρισμός
πυροηλεκτρισμός	noun	η δημιουργία ηλεκτρικού φορτίου ως αποτέλεσμα μεταβολής της θερμοκρασίας
πυροηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του πυροηλεκτρισμός
πυροκεραμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκεραμικό
πυροκεραμικέ	adj	κλητική ενικού του πυροκεραμικός
πυροκεραμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκεραμική
πυροκεραμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροκεραμικός
πυροκεραμικής	adj	γενική ενικού του πυροκεραμική
πυροκεραμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροκεραμικός
πυροκεραμικού	adj	γενική ενικού του πυροκεραμικός
πυροκεραμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροκεραμικός
πυροκεραμικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροκεραμικός
πυροκεραμικός	adj	που αφορά πυρίμαχο κεραμικό ή γυαλί, που αντέχουν σε υψηλότατες θερμοκρασίες
πυροκεραμικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροκεραμικός
πυροκλάνι	noun|informal	η ανάφλεξη των εύφλεκτων αερίων του εντέρου που αποβάλλονται από τον πισινό
πυροκλάνια	=	πυροκλάνι
πυροκλανιού	=	πυροκλάνι
πυροκλανιών	=	πυροκλάνι
πυροκλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκλαστικό
πυροκλαστικέ	adj	κλητική ενικού του πυροκλαστικός
πυροκλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκλαστική
πυροκλαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροκλαστικός
πυροκλαστικής	adj	γενική ενικού του πυροκλαστική
πυροκλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροκλαστικός
πυροκλαστικού	adj	γενική ενικού του πυροκλαστικός
πυροκλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροκλαστικός
πυροκλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροκλαστικός
πυροκλαστικός	adj	αυτός που διαιρείται, τεμαχίζεται σε υψηλή θερμοκρασία
πυροκλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροκλαστικός
πυροκοκκίνιζα	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνιζαν	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνιζε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνιζες	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνισα	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνισαν	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνισε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκίνισες	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζαμε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζαν	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζανε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζατε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζει	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζεις	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζετε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζοντας	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζουμε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζουν	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζουνε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίζω	verb	κάνω κάτι κόκκινο σαν το πυρ / τη φωτιά
πυροκοκκινίσαμε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίσαν	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίσανε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίσατε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίσει	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινίστε	=	πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινισμένα	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένε	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένες	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένη	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένης	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένο	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένοι	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πυροκοκκινίζω
πυροκοκκινισμένου	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένους	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκοκκινισμένων	=	πυροκοκκινισμένος
πυροκροτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκροτητής
πυροκροτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυροκροτητής
πυροκροτητής	noun	ο πυροδοτικός μηχανισμός
πυροκροτητών	noun	γενική πληθυντικού του πυροκροτητής
πυροκροτικά	=	πυροκροτικός
πυροκροτικέ	=	πυροκροτικός
πυροκροτικές	=	πυροκροτικός
πυροκροτική	=	πυροκροτικός
πυροκροτικής	=	πυροκροτικός
πυροκροτικοί	=	πυροκροτικός
πυροκροτικού	=	πυροκροτικός
πυροκροτικούς	=	πυροκροτικός
πυροκροτικό	=	πυροκροτικός
πυροκροτικός	adj	που έχει σχέση με πυροκροτητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
πυροκροτικών	=	πυροκροτικός
πυροκυτταρινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκυτταρινικό
πυροκυτταρινικέ	adj	κλητική ενικού του πυροκυτταρινικός
πυροκυτταρινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροκυτταρινική
πυροκυτταρινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροκυτταρινικός
πυροκυτταρινικής	adj	γενική ενικού του πυροκυτταρινική
πυροκυτταρινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροκυτταρινικός
πυροκυτταρινικού	adj	γενική ενικού του πυροκυτταρινικός
πυροκυτταρινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροκυτταρινικός
πυροκυτταρινικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροκυτταρινικός
πυροκυτταρινικός	adj	ο σχετικός με πυροκυτταρίνη
πυροκυτταρινικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροκυτταρινικός
πυρολάτρες	=	πυρολάτρης
πυρολάτρη	=	πυρολάτρης
πυρολάτρης	noun	αυτός που θεωρεί τη φωτιά θεϊκή δύναμη και τη λατρεύει
πυρολάτρις	noun	θηλυκό του πυρολάτρης
πυρολάτρισσα	noun	θηλυκό του πυρολάτρης
πυρολάτρισσας	noun	γενική ενικού του πυρολάτρισσα
πυρολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολάτρισσα
πυρολίθου	noun	γενική ενικού του πυρόλιθος
πυρολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυρόλιθος
πυρολίθων	noun	γενική πληθυντικού του πυρόλιθος
πυρολατρία	noun	η λατρεία του πυρός, η αποδοχή ότι η φωτιά είναι ιερό στοιχείο ή θεότητα
πυρολατρίας	noun	γενική ενικού του πυρολατρία
πυρολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολατρία
πυρολατρεία	noun	άλλη μορφή του πυρολατρία
πυρολατρείας	=	πυρολατρεία
πυρολατρείες	=	πυρολατρεία
πυρολατρειών	=	πυρολατρεία
πυρολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολατρικό
πυρολατρικέ	adj	κλητική ενικού του πυρολατρικός
πυρολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολατρική
πυρολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρολατρικός
πυρολατρικής	adj	γενική ενικού του πυρολατρική
πυρολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρολατρικός
πυρολατρικού	adj	γενική ενικού του πυρολατρικός
πυρολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρολατρικός
πυρολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρολατρικός
πυρολατρικός	adj	που έχει σχέση με την πυρολατρία ή τον πυρολάτρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυρολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρολατρικός
πυρολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του πυρολάτρισσα
πυρολατριών	noun	γενική πληθυντικού του πυρολατρία
πυρολατρών	=	πυρολάτρης
πυρολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολιθικό
πυρολιθικέ	adj	κλητική ενικού του πυρολιθικός
πυρολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολιθική
πυρολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρολιθικός
πυρολιθικής	adj	γενική ενικού του πυρολιθική
πυρολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρολιθικός
πυρολιθικού	adj	γενική ενικού του πυρολιθικός
πυρολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρολιθικός
πυρολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρολιθικός
πυρολιθικός	adj	ο σχετικός με πυρόλιθο
πυρολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρολιθικός
πυρολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολυτικό
πυρολυτικέ	adj	κλητική ενικού του πυρολυτικός
πυρολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρολυτική
πυρολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρολυτικός
πυρολυτικής	adj	γενική ενικού του πυρολυτική
πυρολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρολυτικός
πυρολυτικού	adj	γενική ενικού του πυρολυτικός
πυρολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρολυτικός
πυρολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρολυτικός
πυρολυτικός	adj	ο σχετικός με πυρόλυση
πυρολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρολυτικός
πυρολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρόλυση
πυρολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του πυρόλυση
πυρολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του πυρόλυση
πυρομάντες	=	πυρομάντης
πυρομάντη	=	πυρομάντης
πυρομάντης	noun	κάποιος που ασκεί πυρομαντεία
πυρομάντις	noun	θηλυκό του πυρομάντης
πυρομάντισσα	noun	θηλυκό του πυρομάντης
πυρομάντισσας	noun	γενική ενικού του πυρομάντισσα
πυρομάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομάντισσα
πυρομέτρου	=	πυρόμετρο
πυρομέτρων	=	πυρόμετρο
πυρομαγνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομαγνητικό
πυρομαγνητικέ	adj	κλητική ενικού του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομαγνητική
πυρομαγνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητικής	adj	γενική ενικού του πυρομαγνητική
πυρομαγνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητικού	adj	γενική ενικού του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητικός	adj	ο σχετικός με πυρομαγνητισμό
πυρομαγνητικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρομαγνητικός
πυρομαγνητισμέ	noun	κλητική ενικού του πυρομαγνητισμός
πυρομαγνητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρομαγνητισμός
πυρομαγνητισμού	noun	γενική ενικού του πυρομαγνητισμός
πυρομαγνητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυρομαγνητισμός
πυρομαγνητισμό	noun	αιτιατική ενικού του πυρομαγνητισμός
πυρομαγνητισμός	noun	μαγνητισμός, που παράγεται από πυροηλεκτρικά φαινόμενα.
πυρομαγνητισμών	noun	γενική πληθυντικού του πυρομαγνητισμός
πυρομανές	=	πυρομανής
πυρομανή	=	πυρομανής
πυρομανής	noun	που είναι πυρομανής	adj	που χαρακτηρίζεται από πυρομανία
πυρομανία	noun	παθολογική τάση για εμπρησμούς
πυρομανίας	noun	γενική ενικού του πυρομανία
πυρομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομανία
πυρομανείς	=	πυρομανής
πυρομανιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρομανία
πυρομανούς	=	πυρομανής
πυρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος με τη μελέτη της έντασης της φωτιάς, της κατεύθυνσής της και άλλων χαρακτηριστικών
πυρομαντείας	noun	γενική ενικού του πυρομαντεία
πυρομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομαντεία
πυρομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του πυρομαντεία
πυρομαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του πυρομάντισσα
πυρομαντών	=	πυρομάντης
πυρομανών	=	πυρομανής
πυρομαχικά	noun	βλήματα, εκρηκτική ύλη, φυσίγγια και άλλα εφόδια για τη λειτουργία των πυροβόλων όπλων
πυρομαχικέ	adj	κλητική ενικού του πυρομαχικός
πυρομαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομαχική
πυρομαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρομαχικός
πυρομαχικής	adj	γενική ενικού του πυρομαχική
πυρομαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρομαχικός
πυρομαχικού	adj	γενική ενικού του πυρομαχικός
πυρομαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρομαχικός
πυρομαχικό	=	πυρομαχικός
πυρομαχικός	adj	ο σχετικός με τα πυρά μάχης
πυρομαχικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρομαχικός
πυρομεταλλουργία	noun	ειδική θερμική κατεργασία και τεχνική, εξαγωγής μετάλλων από μεταλλεύματα
πυρομεταλλουργίας	noun	γενική ενικού του πυρομεταλλουργία
πυρομεταλλουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομεταλλουργία
πυρομεταλλουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομεταλλουργικό
πυρομεταλλουργικέ	adj	κλητική ενικού του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομεταλλουργική
πυρομεταλλουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργικής	adj	γενική ενικού του πυρομεταλλουργική
πυρομεταλλουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργικού	adj	γενική ενικού του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργικός	adj	ο σχετικός με την πυρομεταλλουργία
πυρομεταλλουργικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρομεταλλουργικός
πυρομεταλλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του πυρομεταλλουργία
πυρομετεωρολογία	noun	η μελέτη των καιρικών δεδομένων που ευνοούν την εκδήλωση των αγροτοδασικών πυρκαγιών
πυρομετεωρολογίας	=	πυρομετεωρολογία
πυρομετεωρολογίες	=	πυρομετεωρολογία
πυρομετεωρολογικά	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικέ	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικές	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογική	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικής	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικοί	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικού	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικούς	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικό	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογικός	adj	που έχει σχέση με την πυρομετεωρολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυρομετεωρολογικών	=	πυρομετεωρολογικός
πυρομετεωρολογιών	=	πυρομετεωρολογία
πυρομετεωρολόγε	=	πυρομετεωρολόγος
πυρομετεωρολόγο	=	πυρομετεωρολόγος
πυρομετεωρολόγοι	=	πυρομετεωρολόγος
πυρομετεωρολόγος	noun	ειδικός στην πυρομετεωρολογία
πυρομετεωρολόγου	=	πυρομετεωρολόγος
πυρομετεωρολόγους	=	πυρομετεωρολόγος
πυρομετεωρολόγων	=	πυρομετεωρολόγος
πυρομετρία	noun	η μέτρηση υψηλότατων θερμοκρασιών καθώς και οι σχετικές γνώσεις και διαδικασίες
πυρομετρίας	noun	γενική ενικού του πυρομετρία
πυρομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομετρία
πυρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομετρικό
πυρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του πυρομετρικός
πυρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρομετρική
πυρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρομετρικός
πυρομετρικής	adj	γενική ενικού του πυρομετρική
πυρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρομετρικός
πυρομετρικού	adj	γενική ενικού του πυρομετρικός
πυρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρομετρικός
πυρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρομετρικός
πυρομετρικός	adj	που έχει σχέση με την πυρομετρία ή το πυρόμετρο ή αναφέρεται σ' αυτά
πυρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρομετρικός
πυρομετριών	noun	γενική πληθυντικού του πυρομετρία
πυρονίνες	=	πυρονίνη
πυρονίνη	noun	συνοπτική ονομασία χρωστικών υλών
πυρονίνης	=	πυρονίνη
πυρονινών	=	πυρονίνη
πυρονόμε	=	πυρονόμος
πυρονόμο	=	πυρονόμος
πυρονόμοι	=	πυρονόμος
πυρονόμος	noun	ενδιάμεσος βαθμός μεταξύ υπαξιωματικού και αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος με του ανθυπασπιστή στις ένοπλες δυνάμεις
πυρονόμου	=	πυρονόμος
πυρονόμους	=	πυρονόμος
πυρονόμων	=	πυρονόμος
πυροξένου	=	πυρόξενος
πυροξένους	=	πυρόξενος
πυροξένων	=	πυρόξενος
πυροπαθές	=	πυροπαθής
πυροπαθή	=	πυροπαθής
πυροπαθής	adj	ο πυρόπληκτος
πυροπαθείς	=	πυροπαθής
πυροπαθούς	=	πυροπαθής
πυροπαθών	=	πυροπαθής
πυροπροστασία	noun	η προστασία από τη φωτιά
πυροπροστασίας	noun	γενική ενικού του πυροπροστασία
πυροπροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροπροστασία
πυροπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του πυροπροστασία
πυροπροστατευμένα	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένε	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένες	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένη	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένης	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένο	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένοι	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένος	adj	που έχει προστατευθεί από τη φωτιά
πυροπροστατευμένου	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένους	=	πυροπροστατευμένος
πυροπροστατευμένων	=	πυροπροστατευμένος
πυροσβέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρόσβεση
πυροσβέσεων	noun	γενική πληθυντικού του πυρόσβεση
πυροσβέσεως	noun|formal	γενική ενικού του πυρόσβεση
πυροσβέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροσβέστης
πυροσβέστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυροσβέστης
πυροσβέστης	noun	μέλος ομάδας/υπηρεσίας/οργανισμού που έχει επιφορτιστεί με το σβήσιμο πυρκαγιών ή/και εξειδικευμένη παροχή βοήθειας σε περιπτώσεις κινδύνου
πυροσβέστου	noun|formal	γενική ενικού του πυροσβέστης
πυροσβέστρια	noun	θηλυκό του πυροσβέστης
πυροσβέστριας	=	πυροσβέστρια
πυροσβέστριες	=	πυροσβέστρια
πυροσβεστήρ	noun	ο πυροσβεστήρας
πυροσβεστήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυροσβεστήρας
πυροσβεστήρας	noun	κυλινδρικό δοχείο, συνήθως φορητό το οποίο περιέχει κατασβεστικό μέσο που θα εκλυθεί για να κατασβέσει μια φωτιά
πυροσβεστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροσβεστήρας
πυροσβεστήρων	=	πυροσβεστήρας
πυροσβεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροσβεστικό
πυροσβεστικέ	adj	κλητική ενικού του πυροσβεστικός
πυροσβεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροσβεστική
πυροσβεστική	noun	η πυροσβεστική υπηρεσία, το πυροσβεστικό σώμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροσβεστικός
πυροσβεστικής	adj	γενική ενικού του πυροσβεστική
πυροσβεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροσβεστικός
πυροσβεστικού	adj	γενική ενικού του πυροσβεστικός
πυροσβεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροσβεστικός
πυροσβεστικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροσβεστικός
πυροσβεστικός	adj	που αναφέρεται στην κατάσβεση μιας πυρκαγιάς
πυροσβεστικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροσβεστικός
πυροσβεστριών	=	πυροσβέστρια
πυροσβεστών	=	πυροσβέστης
πυροστάτες	=	πυροστάτης
πυροστάτη	=	πυροστάτης
πυροστάτης	noun	η πυροστιά
πυροστατών	=	πυροστάτης
πυροσταφυλικά	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικέ	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικές	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλική	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικής	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικοί	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικού	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικούς	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικό	=	πυροσταφυλικός
πυροσταφυλικός	adj	που έχει σχέση με το πυροσταφυλικό οξύ ή αναφέρεται σʼ αυτό
πυροσταφυλικών	=	πυροσταφυλικός
πυροστιά	noun	μεταλλικό τρίποδο που το έβαζαν πάνω στην φωτιά και επί του οποίου τοποθετούσαν κάποιο σκεύος (κατσαρόλα, τηγάνι κ.λπ.) για μαγείρεμα
πυροστιάς	noun	γενική ενικού του πυροστιά
πυροστιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροστιά
πυροστιών	=	πυροστιά
πυροσυσσωμάτωση	noun	διαδικασία θερμικής επεξεργασίας, κατά την οποία η σκόνη κάποιων υλικών μετατρέπεται σε στερεή μάζα, χωρίς να φτάσει το υλικό σε κατάσταση πλήρους τήξης
πυροσυσσωμάτωσης	=	πυροσυσσωμάτωση
πυροσυσσωματώσεις	=	πυροσυσσωμάτωση
πυροσυσσωματώσεων	=	πυροσυσσωμάτωση
πυροσωλήν	noun	πυροσωλήνας
πυροσωλήνα	=	πυροσωλήνας
πυροσωλήνας	noun	κατασκευή / μηχανισμός για την πυροδότηση και εκτόξευση βλημάτων
πυροσωλήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροσωλήνας
πυροσωλήνων	=	πυροσωλήνας
πυροσωρείτες	=	πυροσωρείτης
πυροσωρείτη	=	πυροσωρείτης
πυροσωρείτης	noun	πυκνό νέφος που δημιουργείται λόγω πυρκαγιάς ή ηφαιστειακής έκρηξης
πυροσωρειτών	=	πυροσωρείτης
πυροτέχνες	=	πυροτέχνης
πυροτέχνη	=	πυροτέχνης
πυροτέχνημα	noun	το αντικείμενο που περιέχει μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης και, αφού εκτοξευθεί, εκρήγνυται στον αέρα παράγοντας εντυπωσιακή λάμψη και χρώματα
πυροτέχνης	noun	κάποιος που κατασκευάζει πυροτεχνήματα
πυροτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροτέχνημα
πυροτεχνήματος	noun	γενική ενικού του πυροτέχνημα
πυροτεχνία	noun	άλλη μορφή του πυροτεχνική
πυροτεχνίας	=	πυροτεχνία
πυροτεχνίες	=	πυροτεχνία
πυροτεχνίτες	=	πυροτεχνίτης
πυροτεχνίτη	=	πυροτεχνίτης
πυροτεχνίτης	noun	άλλη μορφή του πυροτέχνης
πυροτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του πυροτέχνημα
πυροτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροτεχνικό
πυροτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του πυροτεχνικός
πυροτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροτεχνική
πυροτεχνική	noun	η τέχνη ή η εργασία του πυροτέχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροτεχνικός
πυροτεχνικής	adj	γενική ενικού του πυροτεχνική
πυροτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροτεχνικός
πυροτεχνικού	adj	γενική ενικού του πυροτεχνικός
πυροτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροτεχνικός
πυροτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροτεχνικός
πυροτεχνικός	adj	που έχει σχέση με τον πυροτέχνη ή την πυροτεχνική ή αναφέρεται σ’ αυτά
πυροτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροτεχνικός
πυροτεχνιτών	=	πυροτεχνίτης
πυροτεχνιών	=	πυροτεχνία
πυροτεχνουργέ	noun	κλητική ενικού του πυροτεχνουργός
πυροτεχνουργία	noun	η τεχνική ή η τέχνη ενός πυροτεχνουργού
πυροτεχνουργίας	noun	γενική ενικού του πυροτεχνουργία
πυροτεχνουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροτεχνουργία
πυροτεχνουργεία	=	πυροτεχνουργείο
πυροτεχνουργείο	noun	το εργαστήριο του πυροτεχνουργού
πυροτεχνουργείου	=	πυροτεχνουργείο
πυροτεχνουργείων	=	πυροτεχνουργείο
πυροτεχνουργιών	noun	γενική πληθυντικού του πυροτεχνουργία
πυροτεχνουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροτεχνουργός
πυροτεχνουργού	noun	γενική ενικού του πυροτεχνουργός
πυροτεχνουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυροτεχνουργός
πυροτεχνουργό	noun	αιτιατική ενικού του πυροτεχνουργός
πυροτεχνουργός	noun	τεχνίτης ειδικευμένος σε υλικά που χρησιμοποιούνται για τη γόμωση πυρομαχικών και πυροτεχνημάτων
πυροτεχνουργών	noun	γενική πληθυντικού του πυροτεχνουργός
πυροτεχνών	=	πυροτέχνης
πυροφάνι	noun	ειδική πλατφόρμα πάνω σε αλιευτικό σκάφος, στην οποία τοποθετείται φανάρι, για να προσελκύονται τη νύχτα με το φως του τα ψάρια
πυροφάνια	=	πυροφάνι
πυροφανιού	=	πυροφάνι
πυροφανιών	=	πυροφάνι
πυροφοβία	noun	παθολογικός φόβος προς τη φωτιά
πυροφοβίας	noun	γενική ενικού του πυροφοβία
πυροφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροφοβία
πυροφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του πυροφοβία
πυροφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροφορικό
πυροφορικέ	adj	κλητική ενικού του πυροφορικός
πυροφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυροφορική
πυροφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυροφορικός
πυροφορικής	adj	γενική ενικού του πυροφορική
πυροφορικη	=	πυροφορικός
πυροφορικο	=	πυροφορικός
πυροφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυροφορικός
πυροφορικού	adj	γενική ενικού του πυροφορικός
πυροφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυροφορικός
πυροφορικό	adj	αιτιατική ενικού του πυροφορικός
πυροφορικός	adj	που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά
πυροφορικών	adj	γενική πληθυντικού του πυροφορικός
πυροφραγές	=	πυροφραγή
πυροφραγή	noun	σύστημα παθητικής πυροπροστασίας που σφραγίζει ανοίγματα, διόδους καλωδίων και σωληνώσεων σε τοίχους ή δάπεδα κτηρίων με σκοπό να εμποδίσει τη διάδοση της φωτιάς, του καπνού και των αερίων από το ένα δωμάτιο στο άλλο ή από τον ένα όροφο στον άλλο
πυροφραγής	=	πυροφραγή
πυροφραγμέ	=	πυροφραγμός
πυροφραγμοί	=	πυροφραγμός
πυροφραγμού	=	πυροφραγμός
πυροφραγμούς	=	πυροφραγμός
πυροφραγμό	=	πυροφραγμός
πυροφραγμός	noun	διάταξη η οποία εμποδίζει τη διάδοση της φωτιάς (συνήθως μεταξύ πυροδιαμερισμάτων)
πυροφραγμών	=	πυροφραγμός
πυροφραγών	=	πυροφραγή
πυροφυλάκια	=	πυροφυλάκιο
πυροφυλάκιο	noun	κτίσμα (συνήθως μέσα σε άλσος, δάσος ή πάνω σε κορυφή βουνού) που χρησιμεύει στην πυροφύλαξη
πυροφυλάκιου	=	πυροφυλάκιο
πυροφυλάκων	=	πυροφύλακας
πυροφυλάξεις	=	πυροφύλαξη
πυροφυλάξεων	=	πυροφύλαξη
πυροφυλακίου	=	πυροφυλάκιο
πυροφυλακίων	=	πυροφυλάκιο
πυροφύλακα	=	πυροφύλακας
πυροφύλακας	noun	ο επιφορτισμένος στη περιφρούρηση ορισμένης περιοχής (δημόσιας ή ιδιωτικής) από πυρκαγιά
πυροφύλακες	=	πυροφύλακας
πυροφύλαξη	noun	τα μέτρα προστασίας για την προφύλαξη από την εκδήλωση πυρκαγιάς
πυροφύλαξης	=	πυροφύλαξη
πυρού	adj	γενική ενικού του πυρός
πυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρός
πυρπολήθηκα	=	πυρπολούμαι
πυρπολήθηκαν	=	πυρπολούμαι
πυρπολήθηκε	=	πυρπολούμαι
πυρπολήθηκες	=	πυρπολούμαι
πυρπολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήσαν	=	πυρπολώ
πυρπολήσανε	=	πυρπολώ
πυρπολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρπόληση
πυρπολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πυρπόληση
πυρπολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του πυρπόληση
πυρπολήσου	=	πυρπολούμαι
πυρπολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπολεί	=	πυρπολώ
πυρπολείς	=	πυρπολώ
πυρπολείσαι	=	πυρπολούμαι
πυρπολείστε	=	πυρπολούμαι
πυρπολείται	=	πυρπολούμαι
πυρπολείτε	=	πυρπολώ
πυρποληθέν	=	πυρποληθείς
πυρποληθέντα	=	πυρποληθείς
πυρποληθέντες	=	πυρποληθείς
πυρποληθέντος	=	πυρποληθείς
πυρποληθέντων	=	πυρποληθείς
πυρποληθήκαμε	=	πυρπολούμαι
πυρποληθήκαν	=	πυρπολούμαι
πυρποληθήκανε	=	πυρπολούμαι
πυρποληθήκατε	=	πυρπολούμαι
πυρποληθεί	=	πυρπολούμαι
πυρποληθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρποληθείσα	=	πυρποληθείς
πυρποληθείσας	=	πυρποληθείς
πυρποληθείσες	=	πυρποληθείς
πυρποληθείσης	=	πυρποληθείς
πυρποληθείτε	=	πυρπολούμαι
πυρποληθεισών	=	πυρποληθείς
πυρπολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρπολημένο
πυρπολημένε	verb	κλητική ενικού του πυρπολημένος
πυρπολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρπολημένη
πυρπολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρπολημένος
πυρπολημένης	verb	γενική ενικού του πυρπολημένη
πυρπολημένο	verb	αιτιατική ενικού του πυρπολημένος
πυρπολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρπολημένος
πυρπολημένος	verb	που έχει πυρποληθεί
πυρπολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυρπολημένος
πυρπολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυρπολημένος
πυρπολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυρπολημένος
πυρπολητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρπολητής
πυρπολητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πυρπολητής
πυρπολητής	noun	αυτός που πυρπολεί
πυρπολητών	noun	γενική πληθυντικού του πυρπολητής
πυρπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρπολικό
πυρπολικέ	adj	κλητική ενικού του πυρπολικός
πυρπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρπολική
πυρπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρπολικός
πυρπολικής	adj	γενική ενικού του πυρπολική
πυρπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρπολικός
πυρπολικού	adj	γενική ενικού του πυρπολικός
πυρπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρπολικός
πυρπολικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρπολικός	noun	πολεμικό πλοίο το οποίο το πλήρωμά του το οδηγεί σε σύγκρουση με εχθρικό σκάφος και το βάζει φωτιά, ώστε να καεί και το σκάφος του εχθρού
πυρπολικόν	noun	πυρπολικό
πυρπολικός	adj	που έχει σχέση με την πυρπόληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
πυρπολικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυρπολικός	noun	γενική πληθυντικού του πυρπολικό
πυρπολικῶν	noun	γενική πληθυντικού του πυρπολικό
πυρπολιστής	noun	ο πυρπολητής
πυρπολούμαι	verb	καίγομαι, επειδή κάποιος μου έβαλε φωτιά να με κάψει (αυτοπυρπολούμαι όταν βάζω φωτιά στον εαυτό μου)
πυρπολούμασταν	=	πυρπολούμαι
πυρπολούμαστε	=	πυρπολούμαι
πυρπολούμε	=	πυρπολώ
πυρπολούμουν	=	πυρπολούμαι
πυρπολούν	=	πυρπολώ
πυρπολούνε	=	πυρπολώ
πυρπολούνται	=	πυρπολούμαι
πυρπολούνταν	=	πυρπολούμαι
πυρπολούσα	=	πυρπολώ
πυρπολούσαμε	=	πυρπολώ
πυρπολούσαν	=	πυρπολώ
πυρπολούσανε	=	πυρπολώ
πυρπολούσασταν	=	πυρπολούμαι
πυρπολούσαστε	=	πυρπολούμαι
πυρπολούσατε	=	πυρπολώ
πυρπολούσε	=	πυρπολώ
πυρπολούσες	=	πυρπολώ
πυρπολούσουν	=	πυρπολούμαι
πυρπολώ	verb	βάζω φωτιά σε κάτι (και το καταστρέφω)
πυρπολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πυρπολώ
πυρπολῶ	verb	πυρπολώ
πυρπόλει	=	πυρπολώ
πυρπόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρπολώ
πυρπόληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυρπολώ
πυρπόλησης	noun	γενική ενικού του πυρπόληση
πυρρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πυρρός
πυρράς	=	πυρρός
πυρρέ	adj	κλητική ενικού του πυρρός
πυρρές	=	πυρρός
πυρρίχιος	noun	είδος χορού
πυρρείου	=	πύρρειος
πυρρείους	=	πύρρειος
πυρρείων	=	πύρρειος
πυρροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρρός
πυρρού	adj	γενική ενικού του πυρρός
πυρρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρρός
πυρρωνισμέ	=	πυρρωνισμός
πυρρωνισμοί	=	πυρρωνισμός
πυρρωνισμού	=	πυρρωνισμός
πυρρωνισμούς	=	πυρρωνισμός
πυρρωνισμό	=	πυρρωνισμός
πυρρωνισμός	noun	η σκεπτικιστική φιλοσοφική σχολή, της οποία ιδρυτής ήταν ο Αινησίδημος (1ος αιώνας π.χ.) που την ονόμασε προς τιμήν του αρχαίου Έλληνα σκεπτικιστή φιλοσόφου Πύρρωνα (360 – 270 π.Χ.)
πυρρωνισμών	=	πυρρωνισμός
πυρρό	adj	αιτιατική ενικού του πυρρός
πυρρόν	=	πυρρός
πυρρόξανθα	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθε	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθες	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθη	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθης	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθο	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθοι	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθος	adj|literary	που είναι συνδυασμός κόκκινου και ξανθού στο χρώμα
πυρρόξανθου	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθους	=	πυρρόξανθος
πυρρόξανθων	=	πυρρόξανθος
πυρρός	adj|formal	φλογερός στο χρώμα, ξανθοκόκκινος
πυρρόχρους	adj|dated	που έχει το χρώμα της φωτιάς, το ξανθοκόκκινο
πυρρών	adj	γενική πληθυντικού του πυρρός
πυρσέ	noun	κλητική ενικού του πυρσός
πυρσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρσός
πυρσού	noun	γενική ενικού του πυρσός
πυρσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυρσός
πυρσό	noun	αιτιατική ενικού του πυρσός
πυρσός	noun	φορητό αντικείμενο στην άκρη του οποίου καίει φωτιά για να φωτίζει τη νύχτα
πυρσών	noun	γενική πληθυντικού του πυρσός
πυρφόρα	=	πυρφόρος
πυρφόρας	=	πυρφόρος
πυρφόρε	=	πυρφόρος
πυρφόρες	=	πυρφόρος
πυρφόρο	=	πυρφόρος
πυρφόροι	=	πυρφόρος
πυρφόρος	adj	που φέρει φωτιά, τη μεταφέρει ή τη μεταδίδει
πυρφόρου	=	πυρφόρος
πυρφόρους	=	πυρφόρος
πυρφόρων	=	πυρφόρος
πυρωδών	=	πυρώδης
πυρωθήκαμε	=	πυρώνω
πυρωθήκαν	=	πυρώνω
πυρωθήκανε	=	πυρώνω
πυρωθήκατε	=	πυρώνω
πυρωθεί	=	πυρώνω
πυρωθείτε	=	πυρώνω
πυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πύρωμα
πυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρωμένο
πυρωμένε	verb	κλητική ενικού του πυρωμένος
πυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρωμένη
πυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρωμένος
πυρωμένης	verb	γενική ενικού του πυρωμένη
πυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πυρωμένος
πυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρωμένος
πυρωμένος	=	πυρώνω
πυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυρωμένος
πυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πυρωμένος
πυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυρωμένος
πυρωνόμασταν	=	πυρώνω
πυρωνόμαστε	=	πυρώνω
πυρωνόμουν	=	πυρώνω
πυρωνόμουνα	=	πυρώνω
πυρωνόντουσαν	=	πυρώνω
πυρωνόσασταν	=	πυρώνω
πυρωνόσαστε	=	πυρώνω
πυρωνόσουν	=	πυρώνω
πυρωνόσουνα	=	πυρώνω
πυρωνόταν	=	πυρώνω
πυρωνότανε	=	πυρώνω
πυρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρωτικό
πυρωτικέ	adj	κλητική ενικού του πυρωτικός
πυρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρωτική
πυρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρωτικός
πυρωτικής	adj	γενική ενικού του πυρωτική
πυρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρωτικός
πυρωτικού	adj	γενική ενικού του πυρωτικός
πυρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρωτικός
πυρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πυρωτικός
πυρωτικός	adj	πυρωτικό: ποτό που σε «θερμαίνει», θερμαντικό
πυρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πυρωτικός
πυρό	adj	αιτιατική ενικού του πυρός
πυρόλιθε	noun	κλητική ενικού του πυρόλιθος
πυρόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του πυρόλιθος
πυρόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρόλιθος
πυρόλιθος	noun	τσακμακόπετρα
πυρόλιθου	noun	γενική ενικού του πυρόλιθος
πυρόλιθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πυρόλιθος
πυρόλιθων	noun	γενική πληθυντικού του πυρόλιθος
πυρόλυση	noun	θερμική διάσπαση μιας χημικής ένωσης σε άλλες χωρίς την παρουσία οξυγόνου
πυρόλυσης	noun	γενική ενικού του πυρόλυση
πυρόλυσις	noun	πυρόλυση
πυρόμετρα	=	πυρόμετρο
πυρόμετρο	noun	όργανο με το οποίο μετριώνται από απόσταση πολύ υψηλές θερμοκρασίες.
πυρόμετρον	noun	πυρόμετρο
πυρόμετρου	=	πυρόμετρο
πυρόμετρων	=	πυρόμετρο
πυρόξενε	=	πυρόξενος
πυρόξενο	=	πυρόξενος
πυρόξενοι	=	πυρόξενος
πυρόξενος	noun	ένα από τα ορυκτά στην συνονόματη ομάδα ορυκτών, πλούσια σε πυρίτιο, σίδηρο, μαγνήσιο, ασβέστιο ή νάτριο, και κοινό σε πολλά πυριτικά πετρώματα
πυρόξενου	=	πυρόξενος
πυρόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρόπληκτο
πυρόπληκτε	adj	κλητική ενικού του πυρόπληκτος
πυρόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρόπληκτη
πυρόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πυρόπληκτος
πυρόπληκτης	adj	γενική ενικού του πυρόπληκτη
πυρόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του πυρόπληκτος
πυρόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πυρόπληκτος
πυρόπληκτος	adj	που ο ίδιος ή η περιουσία του έχει υποστεί μεγάλη βλάβη εξαιτίας μιας φωτιάς
πυρόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πυρόπληκτος
πυρόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πυρόπληκτος
πυρόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πυρόπληκτος
πυρός	noun	γενική ενικού του πυρ
πυρόσβεση	noun	το σβήσιμο πυρκαγιάς
πυρόσβεσης	noun	γενική ενικού του πυρόσβεση
πυρόσφαιρα	noun|dated	παλιά ονομασία του πυρήνα της Γης
πυρόσφαιρας	noun	γενική ενικού του πυρόσφαιρα
πυρόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρόσφαιρα
πυρότουβλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυρότουβλο
πυρότουβλο	noun	είδος τούβλου που δεν παραμορφώνεται σε σχετικά ψηλές θερμοκρασίες, όπως αυτές που αναπτύσσονται στα τζάκια
πυρότουβλου	noun	γενική ενικού του πυρότουβλο
πυρότουβλων	noun	γενική πληθυντικού του πυρότουβλο
πυρότριχος	adj|rare	που έχει πορτοκαλί τρίχωμα
πυρόφιλα	=	πυρόφιλος
πυρόφιλε	=	πυρόφιλος
πυρόφιλες	=	πυρόφιλος
πυρόφιλη	=	πυρόφιλος
πυρόφιλης	=	πυρόφιλος
πυρόφιλο	=	πυρόφιλος
πυρόφιλοι	=	πυρόφιλος
πυρόφιλος	adj	χαρακτηρισμός για φυτά - δέντρα που καίγονται εύκολα εξωτερικά, αλλά και αναγεννιούνται χωρίς δυσκολία μετά από φωτιά, επωφελούμενα της καταστροφής του γύρω χώρου από την πυρκαγιά, που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για να επεκταθεί η βλάστησή τους
πυρόφιλου	=	πυρόφιλος
πυρόφιλους	=	πυρόφιλος
πυρόφιλων	=	πυρόφιλος
πυρώδεις	=	πυρώδης
πυρώδες	=	πυρώδης
πυρώδη	=	πυρώδης
πυρώδης	adj|formal	που μοιάζει με φωτιά ή έχει παρόμοιο χρώμα
πυρώδους	=	πυρώδης
πυρώθηκα	=	πυρώνω
πυρώθηκαν	=	πυρώνω
πυρώθηκε	=	πυρώνω
πυρώθηκες	=	πυρώνω
πυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύρωμα
πυρώματος	noun	γενική ενικού του πύρωμα
πυρών	adj	γενική πληθυντικού του πυρός
πυρώναμε	=	πυρώνω
πυρώναν	=	πυρώνω
πυρώνανε	=	πυρώνω
πυρώνατε	=	πυρώνω
πυρώνει	=	πυρώνω
πυρώνεις	=	πυρώνω
πυρώνεσαι	=	πυρώνω
πυρώνεστε	=	πυρώνω
πυρώνεται	=	πυρώνω
πυρώνετε	=	πυρώνω
πυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πυρώνω
πυρώνονται	=	πυρώνω
πυρώνονταν	=	πυρώνω
πυρώνοντας	=	πυρώνω
πυρώνουμε	=	πυρώνω
πυρώνουν	=	πυρώνω
πυρώνουνε	=	πυρώνω
πυρώνω	verb	θερμαίνω πολύ, ζεσταίνω κάτι, πυρακτώνω
πυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσαν	=	πυρώνω
πυρώσανε	=	πυρώνω
πυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πύρωση
πυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πύρωση
πυρώσου	=	πυρώνω
πυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πυρῖτις	noun	η πυρίτιδα
πυτζάμα	noun	παρωχημένη γραφή του πιτζάμα
πυτζάμας	=	πυτζάμα
πυτζάμες	=	πυτζάμα
πυτζαμών	=	πυτζάμα
πυτιά	noun	γάλα από κοιλιά αρνιού που έχει υποστεί φυσική ζύμωση και χρησιμοποιείται για την παραγωγή τυροκομικών προϊόντων
πυτιάς	noun	γενική ενικού του πυτιά
πυτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυτιά
πυτιών	=	πυτιά
πυωδών	=	πυώδης
πυόρροια	noun	εκροή μεγάλης ποσότητας πύου
πυόρροιας	noun	γενική ενικού του πυόρροια
πυόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυόρροια
πυώδεις	=	πυώδης
πυώδες	=	πυώδης
πυώδη	=	πυώδης
πυώδης	adj	που αποτελείται από πύον ή το παράγει
πυώδους	=	πυώδης
πυώδων	=	πυώδης
πφένιχ	noun	το ένα εκατοστό του γερμανικού μάρκου, νομίσματος της Γερμανίας πριν το ευρώ
πφυ	abbrev	συντομογραφία του πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
πχης	abbrev	πλωτάρχης
πχος	=	πλοίαρχος
πω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου του λέω	intj	άλλη γραφή του πο
πωγωνάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωγωνάτο
πωγωνάτε	adj	κλητική ενικού του πωγωνάτος
πωγωνάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωγωνάτη
πωγωνάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πωγωνάτος
πωγωνάτης	adj	γενική ενικού του πωγωνάτη
πωγωνάτο	adj	αιτιατική ενικού του πωγωνάτος
πωγωνάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωγωνάτος
πωγωνάτος	adj|dated	πωγωνοφόρος, γενειοφόρος
πωγωνάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πωγωνάτος
πωγωνάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πωγωνάτος
πωγωνάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πωγωνάτος
πωγωνοφόρα	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρας	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρε	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρες	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρο	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόροι	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρος	adj|formal	γενειοφόρος, που φέρει πώγωνα
πωγωνοφόρου	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρους	=	πωγωνοφόρος
πωγωνοφόρων	=	πωγωνοφόρος
πωλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσαν	=	πωλώ
πωλήσανε	=	πωλώ
πωλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώληση
πωλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του πώληση
πωλήσεως	=	πώληση
πωλήσιμα	=	πωλήσιμος
πωλήσιμε	=	πωλήσιμος
πωλήσιμες	=	πωλήσιμος
πωλήσιμη	=	πωλήσιμος
πωλήσιμης	=	πωλήσιμος
πωλήσιμο	=	πωλήσιμος
πωλήσιμοι	=	πωλήσιμος
πωλήσιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να πωληθεί
πωλήσιμου	=	πωλήσιμος
πωλήσιμους	=	πωλήσιμος
πωλήσιμων	=	πωλήσιμος
πωλήσου	=	πωλώ
πωλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσουνε	=	πωλώ
πωλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πωλήτρια	noun	θηλυκό του πωλητής
πωλήτριας	noun	γενική ενικού του πωλήτρια
πωλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωλήτρια
πωλεί	=	πωλώ
πωλείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πωλώ
πωλείσαι	=	πωλώ
πωλείσθε	=	πωλώ
πωλείστε	=	πωλώ
πωλείται	=	πωλώ
πωλείτε	=	πωλώ
πωληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθήκαν	=	πωλώ
πωληθήκανε	=	πωλώ
πωληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωληθούνε	=	πωλώ
πωληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωλούμαι
πωλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωλημένο
πωλημένε	verb	κλητική ενικού του πωλημένος
πωλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωλημένη
πωλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πωλημένος
πωλημένης	verb	γενική ενικού του πωλημένη
πωλημένο	verb	αιτιατική ενικού του πωλημένος
πωλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωλημένος
πωλημένος	verb|formal	μετοχή παθητικού παρακειμένου πωλώ
πωλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πωλημένος
πωλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πωλημένος
πωλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πωλημένος
πωλησιμότητα	noun|formal	η ιδιότητα του πωλήσιμου
πωλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωλητής
πωλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πωλητής
πωλητήρια	=	πωλητήριο
πωλητήριο	noun	το έγγραφο που πιστοποιεί την πώληση ενός αγαθού
πωλητήριου	=	πωλητήριο
πωλητήριων	=	πωλητήριο
πωλητής	noun	που πουλάει κάτι, π.χ.
πωλητηρίου	=	πωλητήριο
πωλητηρίων	=	πωλητήριο
πωλητριών	noun	γενική πληθυντικού του πωλήτρια
πωλητών	noun	γενική πληθυντικού του πωλητής
πωλούμαι	verb	επί αντικειμένων, διατίθεμαι για αγορά
πωλούμασταν	=	πωλώ
πωλούμαστε	=	πωλώ
πωλούμε	=	πωλώ
πωλούμεθα	=	πωλώ
πωλούμενος	=	πωλώ
πωλούμουν	=	πωλώ
πωλούν	=	πωλώ
πωλούνε	=	πωλώ
πωλούνται	=	πωλώ
πωλούνταν	=	πωλώ
πωλούσα	=	πωλώ
πωλούσαμε	=	πωλώ
πωλούσαν	=	πωλώ
πωλούσανε	=	πωλώ
πωλούσατε	=	πωλώ
πωλούσε	=	πωλώ
πωλούσες	=	πωλώ
πωλούσουν	=	πωλώ
πωλώ	verb	μεταβιβάζω ένα αγαθό έναντι χρημάτων
πωλώντας	=	πωλώ
πωμάτιζα	=	πωματίζω
πωμάτιζαν	=	πωματίζω
πωμάτιζε	=	πωματίζω
πωμάτιζες	=	πωματίζω
πωμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωμάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πωματίζω
πωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πώμα
πωματίζαμε	=	πωματίζω
πωματίζαν	=	πωματίζω
πωματίζανε	=	πωματίζω
πωματίζατε	=	πωματίζω
πωματίζει	=	πωματίζω
πωματίζεις	=	πωματίζω
πωματίζετε	=	πωματίζω
πωματίζοντας	=	πωματίζω
πωματίζουμε	=	πωματίζω
πωματίζουν	=	πωματίζω
πωματίζουνε	=	πωματίζω
πωματίζω	verb	κλείνω κάτι με πώμα, τοποθετώ πώμα
πωματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσαν	=	πωματίζω
πωματίσανε	=	πωματίζω
πωματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωμάτισμα
πωματίσματος	noun	γενική ενικού του πωμάτισμα
πωματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωματίζω
πωματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του πωμάτισμα
πωματισμέ	noun	κλητική ενικού του πωματισμός
πωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωματισμένο
πωματισμένε	verb	κλητική ενικού του πωματισμένος
πωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωματισμένη
πωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πωματισμένος
πωματισμένης	verb	γενική ενικού του πωματισμένη
πωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του πωματισμένος
πωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωματισμένος
πωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πωματισμένος
πωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πωματισμένος
πωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πωματισμένος
πωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωματισμός
πωματισμού	noun	γενική ενικού του πωματισμός
πωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του πωματισμός
πωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του πωματισμός
πωματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πωματίζω
πωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του πωματισμός
πωπέ	=	πωπός
πωποί	=	πωπός
πωπουδέλι	noun	υποκοριστικό του πωπός
πωπουδέλια	=	πωπουδέλι
πωπού	=	πωπός
πωπούς	=	πωπός
πωπό	=	πωπός
πωπός	noun	εσφαλμένη γραφή του ποπός
πωπώ	=	ποπό
πωπών	=	πωπός
πωρικά	=	πωρικό
πωρικού	=	πωρικό
πωρικό	noun	καρπός (νωποί και ξηροί καρποί)
πωρικών	=	πωρικό
πωρολίθου	noun	γενική ενικού του πωρόλιθος
πωρολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πωρόλιθος
πωρολίθων	noun	γενική πληθυντικού του πωρόλιθος
πωρωδών	=	πωρώδης
πωρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθήκαν	=	πωρώνω
πωρωθήκανε	=	πωρώνω
πωρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωρωμένο
πωρωμένε	verb	κλητική ενικού του πωρωμένος
πωρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωρωμένη
πωρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πωρωμένος
πωρωμένης	verb	γενική ενικού του πωρωμένη
πωρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του πωρωμένος
πωρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωρωμένος
πωρωμένος	verb	που έχει πωρωθεί με κάτι
πωρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πωρωμένος
πωρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του πωρωμένος
πωρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πωρωμένος
πωρωνόμασταν	=	πωρώνω
πωρωνόμαστε	=	πωρώνω
πωρωνόμουν	=	πωρώνω
πωρωνόμουνα	=	πωρώνω
πωρωνόντουσαν	=	πωρώνω
πωρωνόσασταν	=	πωρώνω
πωρωνόσαστε	=	πωρώνω
πωρωνόσουν	=	πωρώνω
πωρωνόσουνα	=	πωρώνω
πωρωνόταν	=	πωρώνω
πωρωνότανε	=	πωρώνω
πωρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωρωτικό
πωρωτικέ	adj	κλητική ενικού του πωρωτικός
πωρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πωρωτική
πωρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πωρωτικός
πωρωτικής	adj	γενική ενικού του πωρωτική
πωρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωρωτικός
πωρωτικού	adj	γενική ενικού του πωρωτικός
πωρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του πωρωτικός
πωρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του πωρωτικός
πωρωτικός	adj	που έχει σχέση με την πώρωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
πωρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του πωρωτικός
πωρόλιθε	noun	κλητική ενικού του πωρόλιθος
πωρόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του πωρόλιθος
πωρόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πωρόλιθος
πωρόλιθος	noun	είδος πορώδους ασβεστολιθικού πετρώματος, που χρησιμοποιείται στην οικοδομική
πωρόλιθου	noun	γενική ενικού του πωρόλιθος
πωρόλιθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πωρόλιθος
πωρόλιθων	noun	γενική πληθυντικού του πωρόλιθος
πωρώδεις	=	πωρώδης
πωρώδες	=	πωρώδης
πωρώδη	=	πωρώδης
πωρώδης	adj	που μοιάζει με πώρο, με πωρόλιθο
πωρώδους	=	πωρώδης
πωρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρώναμε	=	πωρώνω
πωρώναν	=	πωρώνω
πωρώνανε	=	πωρώνω
πωρώνατε	=	πωρώνω
πωρώνει	=	πωρώνω
πωρώνεις	=	πωρώνω
πωρώνεσαι	=	πωρώνω
πωρώνεστε	=	πωρώνω
πωρώνεται	=	πωρώνω
πωρώνετε	=	πωρώνω
πωρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος πωρώνω
πωρώνονται	=	πωρώνω
πωρώνονταν	=	πωρώνω
πωρώνοντας	=	πωρώνω
πωρώνουμε	=	πωρώνω
πωρώνουν	=	πωρώνω
πωρώνουνε	=	πωρώνω
πωρώνω	verb	μετατρέπω κάποιον σε αναίσθητο ως προς ζητήματα ηθικής, του προκαλώ ηθική αναισθησία
πωρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώσαν	=	πωρώνω
πωρώσανε	=	πωρώνω
πωρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώρωση
πωρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του πώρωση
πωρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του πώρωση
πωρώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνομαι
πωρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πωρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πως	adv|formal	κάπως	conj	(ειδικός σύνδεσμος) ότι
πό-πο	=	ποπό
πόα	noun	γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα
πόας	noun	γενική ενικού του πόα
πόγιας	noun	μάλλινο υφαντό ζωνάρι
πόδα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πόδας
πόδας	noun|formal	το πόδι
πόδεμα	noun	το παπούτσι
πόδες	=	πόδας
πόδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδένω
πόδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδένω
πόδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδένω
πόδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποδένω
πόδημα	noun|dated	άλλη μορφή του υπόδημα
πόδι	noun	άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
πόδια	=	πόδι
πόδιζα	=	ποδίζω
πόδιζαν	=	ποδίζω
πόδιζε	=	ποδίζω
πόδιζες	=	ποδίζω
πόδισα	=	ποδίζω
πόδισαν	=	ποδίζω
πόδισε	=	ποδίζω
πόδισες	=	ποδίζω
πόδισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ποδίζω
πόες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόα
πόζα	noun	επιτηδευμένη στάση του σώματος
πόζαρα	=	ποζάρω
πόζαραν	=	ποζάρω
πόζαρε	=	ποζάρω
πόζαρες	=	ποζάρω
πόζας	noun	γενική ενικού του πόζα
πόζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόζα
πόθε	noun	κλητική ενικού του πόθος
πόθει	=	ποθώ
πόθεν	adv|formal	από πού
πόθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποθώ
πόθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποθώ
πόθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποθώ
πόθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποθώ
πόθο	noun	αιτιατική ενικού του πόθος
πόθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόθος
πόθος	noun	πολύ δυνατή επιθυμία
πόθου	noun	γενική ενικού του πόθος
πόθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόθος
πόθων	noun	γενική πληθυντικού του πόθος
πόιντερ	noun	ράτσα κυνηγετικού σκύλου, με μαύρες ή άλλου χρώματος βούλες, εκπαιδευμένο να ξετρυπώνει θηράματα
πόκα	noun	Άλλη ονομασία για το πόκερ.
πόκας	noun	γενική ενικού του πόκα
πόκερ	noun	χαρτοπαίγνιο κατά το οποίο κάθε παίκτης παίρνει πέντε κάρτες και προσπαθεί να κερδίσει ένα χρηματικό ποσό έχοντας τον ισχυρότερο συνδυασμό ή πείθοντας τους άλλους ότι τον έχει
πόκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόκα
πόκια	=	πόδι
πόκος	noun	το ποκάρι, το μαλλί προβάτου μόλις κουρευτεί από το σώμα του, μαλλί ακατέργαστο, τουλούπα μαλλιού
πόλβερη	noun	άλλη μορφή του μπούρμπερη
πόλβερης	=	πόλβερη
πόλε	noun	κλητική ενικού του πόλος
πόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόλη
πόλεμε	noun	κλητική ενικού του πόλεμος
πόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του πόλεμος
πόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόλεμος
πόλεμος	noun	ένοπλη σύρραξη μεταξύ κρατών, στρατευμάτων ή φατριών, οργανώσεων κλπ, που διεξάγεται σε ένα ή περισσότερα μέτωπα και περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μάχες
πόλεμου	=	πόλεμος
πόλεμους	=	πόλεμος
πόλεων	noun	γενική πληθυντικού του πόλη
πόλεως	noun|formal	γενική ενικού του πόλη
πόλη	noun	οικισμός με πολλά σπίτια, κατοίκους και διάφορες διοικητικές, οικονομικές ή άλλες υπηρεσίες
πόλης	noun	γενική ενικού του πόλη
πόλισμα	noun|formal	μικρή πόλη
πόλισμαν	=	πολισμάνος
πόλιτσμαν	=	πολισμάνος
πόλκα	noun	χορός με καταγωγή από την Τσεχία
πόλκας	noun	γενική ενικού του πόλκα
πόλκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόλκα
πόλντερ	noun	περιοχές που βρίσκονται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας
πόλο	noun	είδος παιχνιδιού στο οποίο δυο έφιππες ομάδες προσπαθούν να σπρώξουν μια ξύλινη μπάλα με ένα είδος σφυριού με επίμηκες χερούλι
πόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόλος
πόλος	noun	το καθένα από τα δύο ακρότατα σημεία του άξονα περιστροφής της γης ή άλλου ουράνιου σώματος
πόλου	noun	γενική ενικού του πόλος
πόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόλος
πόλων	noun	γενική πληθυντικού του πόλος
πόλωνα	=	πολώνω
πόλωναν	=	πολώνω
πόλωνε	=	πολώνω
πόλωνες	=	πολώνω
πόλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πόλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πόλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πόλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πολώνω
πόλωση	noun	ονομασία διαφόρων φυσικών φαινομένων που σχετίζονται με τον προσανατολισμό ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (συνήθως εγκάρσιων ως προς τον άξονα μετάδοσής τους)
πόλωσης	noun	γενική ενικού του πόλωση
πόλωσις	noun	η πόλωση
πόμολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόμολο
πόμολο	noun	η χειρολαβή με την οποία ανοίγουμε πόρτες ή παράθυρα
πόμολου	noun	γενική ενικού του πόμολο
πόμολων	noun	γενική πληθυντικού του πόμολο
πόμπα	noun	η αντλία	adv	απίθανα, εξαιρετικά, τέλεια
πόμπας	noun	γενική ενικού του πόμπα
πόμπεμα	noun	άλλη μορφή του διαπόμπευση
πόμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόμπα
πόμπευα	=	πομπεύω
πόμπευαν	=	πομπεύω
πόμπευε	=	πομπεύω
πόμπευες	=	πομπεύω
πόμπευμα	noun|formal	άλλη μορφή του πόμπεμα
πόμπευσα	=	πομπεύω
πόμπευσαν	=	πομπεύω
πόμπευσε	=	πομπεύω
πόμπευσες	=	πομπεύω
πόμπευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πομπεύω
πόμπευσης	=	πόμπευση
πόμπεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πόμπεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πόμπεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πόμπεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πομπεύω
πόμπιαζα	=	πομπιάζω
πόμπιαζαν	=	πομπιάζω
πόμπιαζε	=	πομπιάζω
πόμπιαζες	=	πομπιάζω
πόμπιασα	=	πομπιάζω
πόμπιασαν	=	πομπιάζω
πόμπιασε	=	πομπιάζω
πόμπιασες	=	πομπιάζω
πόμπιασμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πομπιάζω
πόνα	=	πονάω
πόναγα	=	πονάω
πόναγαν	=	πονάω
πόναγε	=	πονάω
πόναγες	=	πονάω
πόνε	noun	κλητική ενικού του πόνος
πόνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πονώ
πόνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονώ
πόνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονώ
πόνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονώ
πόνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πονώ
πόνεση	noun|vulgar	η συμπόνια
πόνεσης	=	πόνεση
πόνεϊ	noun	είδος μικρόσωμων αλόγων ράτσας, με πλούσια χαίτη και ουρά, που διακρίνονται για την αντοχή και την ήρεμη συμπεριφορά τους
πόνημα	noun	έργο που εκτελείται, εργασία
πόνο	noun	αιτιατική ενικού του πόνος
πόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόνος
πόνος	noun	δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ.
πόνου	noun	γενική ενικού του πόνος
πόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόνος
πόντα	noun	μεταλλικό εργαλείο με σκληρή αιχμή, που με χτύπημα σφυριού δημιουργεί σημάδια ή εγκοπές σε επιφάνειες
πόνταρα	=	ποντάρω
πόνταραν	=	ποντάρω
πόνταρε	=	ποντάρω
πόνταρες	=	ποντάρω
πόντας	=	πόντα
πόντε	noun	κλητική ενικού του πόντος
πόντες	=	πόντα
πόντζα	adv	άλλη μορφή του μπότζα	intj	άλλη μορφή του μπότζα
πόντια	=	πόντιος
πόντιας	=	πόντιος
πόντιε	=	πόντιος
πόντιες	=	πόντιος
πόντιζα	=	ποντίζω
πόντιζαν	=	ποντίζω
πόντιζε	=	ποντίζω
πόντιζες	=	ποντίζω
πόντικα	=	πόντικας
πόντικας	noun	ποντικός σημαντικού μεγέθους ή αρουραίος
πόντικες	=	πόντικας
πόντιο	=	πόντιος
πόντιοι	=	πόντιος
πόντιος	adj	άλλη μορφή του ποντιακός
πόντιου	=	πόντιος
πόντιουμ	noun	το βάθρο του διευθυντή ορχήστρας
πόντιους	=	πόντιος
πόντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
πόντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
πόντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
πόντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποντίζω
πόντιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ποντίζω
πόντισης	noun	γενική ενικού του πόντιση
πόντισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ποντίζω
πόντιων	=	πόντιος
πόντο	noun	αιτιατική ενικού του πόντος
πόντοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόντος
πόντος	noun	εκατοστό του μέτρου
πόντου	noun	γενική ενικού του πόντος
πόντους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόντος
πόντσο	noun	τετράγωνο ένδυμα, χωρίς χέρια, με τρύπα στη μέση που φοριέται σαν πανωφόρι, νοτιοαμερικανικής προέλευσης
πόντων	noun	γενική πληθυντικού του πόντος
πόνων	noun	γενική πληθυντικού του πόνος
πόπαστο	noun	επιδόρπιο
πόπο	=	ποπό
πόπολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόπολο
πόπολο	noun	ο πολύς λαός
πόπολου	noun	γενική ενικού του πόπολο
πόπολων	noun	γενική πληθυντικού του πόπολο
πόρδακλος	noun	μεγάλη, δυνατή πορδή
πόρδε	=	πόρδος
πόρδιζα	=	πορδίζω
πόρδιζαν	=	πορδίζω
πόρδιζε	=	πορδίζω
πόρδιζες	=	πορδίζω
πόρδισα	=	πορδίζω
πόρδισαν	=	πορδίζω
πόρδισε	=	πορδίζω
πόρδισες	=	πορδίζω
πόρδο	=	πόρδος
πόρδοι	=	πόρδος
πόρδος	noun|vulgar	η πορδή
πόρδου	=	πόρδος
πόρδους	=	πόρδος
πόρδων	=	πόρδος
πόρε	noun	κλητική ενικού του πόρος
πόρευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πορεύομαι
πόρευσης	=	πόρευση
πόρεψα	=	πορεύω
πόρεψη	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πορεύω
πόρεψης	=	πόρεψη
πόρθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πορθώ
πόρθησης	=	πόρθηση
πόριζα	=	πορίζω
πόριζαν	=	πορίζω
πόριζε	=	πορίζω
πόριζες	=	πορίζω
πόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορίζω
πόρισμα	noun	ό,τι αποκομίζεται από τεκμηριωμένη έρευνα ή μελέτη
πόρνε	noun	κλητική ενικού του πόρνος
πόρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρνη
πόρνευα	=	πορνεύω
πόρνευαν	=	πορνεύω
πόρνευε	=	πορνεύω
πόρνευες	=	πορνεύω
πόρνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πόρνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πόρνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πόρνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πορνεύω
πόρνη	noun	η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής
πόρνης	noun	γενική ενικού του πόρνη
πόρνο	noun	αιτιατική ενικού του πόρνος
πόρνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόρνος
πόρνος	noun	άντρας που, όπως οι γυναίκες πόρνες, προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρημάτων
πόρνου	noun	γενική ενικού του πόρνος
πόρνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόρνος
πόρνων	noun	γενική πληθυντικού του πόρνος
πόρο	noun	αιτιατική ενικού του πόρος
πόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόρος
πόρος	noun	άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι
πόρου	noun	γενική ενικού του πόρος
πόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πόρος
πόρπες	=	πόρπη
πόρπη	noun	η αγκράφα της ζώνης για τη μέση, κυρίως η πολυτελής που είναι από μόνη της κόσμημα
πόρπης	=	πόρπη
πόρρω	adv|formal	μακριά στην τυποποιημένη έκφραση πόρρω απέχει (βρίσκεται πολύ μακριά)
πόρρωθεν	adv|archaic	από μακριά, από μακρινή απόσταση
πόρτα	noun	κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
πόρτας	noun	γενική ενικού του πόρτα
πόρτεγο	noun	σαλόνι, καθιστικό
πόρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτα
πόρτο	noun	άλλη λέξη για το λιμάνι, συνηθισμένη άλλοτε στις ελληνικές περιοχές όπου είχε εδραιωθεί περισσότερο η ενετοκρατία και η φραγκοκρατία
πόρτου	noun	γενική ενικού του πόρτο
πόρτων	noun	γενική πληθυντικού του πόρτο
πόρων	noun	γενική πληθυντικού του πόρος
πόσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόσο
πόσε	adj	κλητική ενικού του πόσος
πόσεις	=	πόση
πόσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόση
πόσεων	=	πόση
πόσεως	noun	γενική ενικού του πόση
πόση	noun	η ενέργεια του ρήματος πίνω	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πόσος
πόσης	adj	γενική ενικού του πόση
πόσθες	=	πόσθη
πόσθη	noun	το δέρμα που περιβάλλει το πέος
πόσθης	=	πόσθη
πόσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόσιμο
πόσιμε	adj	κλητική ενικού του πόσιμος
πόσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόσιμη
πόσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πόσιμος
πόσιμης	adj	γενική ενικού του πόσιμη
πόσιμο	adj	αιτιατική ενικού του πόσιμος
πόσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόσιμος
πόσιμος	adj	που μπορεί κάποιος να το πίνει (χωρίς αρνητικές συνέπειες) ή που προορίζεται για αυτή τη χρήση
πόσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πόσιμος
πόσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πόσιμος
πόσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πόσιμος
πόσο	adv	σε ποια ποσότητα
πόσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόσος
πόσος	pron	αντωνυμία με την οποία εισάγεται ευθεία ή πλάγια ερώτηση για την ποσότητα, τον χρόνο, το μέγεθος, την έκταση κ.λπ. που απαιτείται, προκειμένου να γίνει κάτι
πόσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πόσος
πόσουμ	noun	ονομασία μικρών μαρσιποφόρων θηλαστικών
πόσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πόσος
πόστα	noun	ταχυδρομείο
πόστας	noun	γενική ενικού του πόστα
πόστερ	noun	διακοσμητική ή πληροφοριακή καλλιτεχνική αφίσα
πόστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόστα
πόστο	noun	σημαντική, επίκαιρη θέση, σημείο, μέρος
πόστου	noun	γενική ενικού του πόστο
πόστων	noun	γενική πληθυντικού του πόστο
πόσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πόσος
πόταμος	noun	ο ποταμός
πόταξα	=	ποτάζω
πότε	adv	σε ποια χρονική στιγμή θα συμβεί ή έχει συμβεί κάποια πράξη/δράση
πότες	=	πότης
πότζα	adv	άλλη μορφή του μπότζα	intj	άλλη μορφή του μπότζα
πότη	=	πότης
πότης	noun	αυτός που πίνει συχνά ή μεγάλες ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά
πότιζα	=	ποτίζω
πότιζαν	=	ποτίζω
πότιζε	=	ποτίζω
πότιζες	=	ποτίζω
πότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
πότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
πότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
πότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ποτίζω
πότισμα	noun	παροχή νερού στα φυτά προκειμένου να αναπτυχθούν
πότνια	noun	προσφώνηση αρχαίας θεότητας
πότνιας	=	πότνια
πότνιες	=	πότνια
πότο	=	πότος
πότοι	=	πότος
πότος	noun|archaic	άλλη μορφή του πόση
πότου	=	πότος
πότους	=	πότος
πότρια	noun	μία γυναίκα που καταναλώνει-πίνει πολύ αλκοόλ (αλκοολούχα ποτά)
πότριας	noun	γενική ενικού του πότρια
πότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πότρια
πότων	=	πότος
πύαρ	noun|formal	το πρωτόγαλα
πύελε	noun	κλητική ενικού του πύελος
πύελο	noun	αιτιατική ενικού του πύελος
πύελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πύελος
πύελος	noun	η οστέινη δομή σε σχήμα λεκάνης στη βάση της σπονδυλικής στήλης, η οποία αποτελείται από τα δύο ανώνυμα οστά, το ιερό οστό και τον κόκκυγα και η οποία είναι πιο ρηχή και πλατιά στις γυναίκες για να διευκολύνεται η κυοφορία και ο τοκετός
πύηση	noun	η πυόρροια
πύησης	=	πύηση
πύθια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική, ουδέτερου γένους του πύθιος
πύθιας	=	πύθιος
πύθιε	=	πύθιος
πύθιες	=	πύθιος
πύθιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πύθιος
πύθιοι	=	πύθιος
πύθιος	adj	άλλη μορφή του πυθικός
πύθιου	=	πύθιος
πύθιους	=	πύθιος
πύθιων	=	πύθιος
πύθωνα	=	πύθωνας
πύθωνας	noun	είδος μη δηλητηριώδους φιδιού, που απαντά στην Ασία και την Αφρική και σκοτώνει τη λεία του σφίγγοντας την
πύθωνες	=	πύθωνας
πύκνωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυκνώνω
πύκνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πύκνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πύκνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πύκνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυκνώνω
πύκνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πυκνώνω
πύκνωσης	=	πύκνωση
πύλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύλη
πύλη	noun	λογικό κύκλωμα ηλεκτρονικού υπολογιστή
πύλης	=	πύλη
πύξε	noun	κλητική ενικού του πύξος
πύξινα	=	πύξινος
πύξινε	=	πύξινος
πύξινες	=	πύξινος
πύξινη	=	πύξινος
πύξινης	=	πύξινος
πύξινο	=	πύξινος
πύξινοι	=	πύξινος
πύξινος	adj	φτιαγμένος από ξύλο πύξου
πύξινου	=	πύξινος
πύξινους	=	πύξινος
πύξινων	=	πύξινος
πύξο	noun	αιτιατική ενικού του πύξος
πύξοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πύξος
πύξος	noun	αειθαλές φυτό (Buxus sempervirens) που ευδοκιμεί σε δασικό περιβάλλον
πύξου	noun	γενική ενικού του πύξος
πύξους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πύξος
πύξων	noun	γενική πληθυντικού του πύξος
πύο	noun	παχύρρευστο λευκόχρωμο υγρό που δημιουργείται σε σημεία του σώματος που φλεγμαίνουν
πύον	noun	πύο
πύου	noun	γενική ενικού του πύον
πύρα	noun	θερμότητα από τη φωτιά
πύραρχε	=	πύραρχος
πύραρχο	=	πύραρχος
πύραρχοι	=	πύραρχος
πύραρχος	noun	o υψηλότερος βαθμός ανώτερου αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του συνταγματάρχη στο στρατό
πύραρχου	=	πύραρχος
πύραρχους	=	πύραρχος
πύραρχων	=	πύραρχος
πύρας	=	πύρα
πύραυλε	noun	κλητική ενικού του πύραυλος
πύραυλο	noun	αιτιατική ενικού του πύραυλος
πύραυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πύραυλος
πύραυλος	noun	κινητήρας που προωθείται με βάση τον νόμο της δράσης - αντίδρασης, εκτοξεύοντας κάτι, συχνά αέρια υπό πίεση, προς την αντίθετη κατεύθυνση της πορείας του
πύραυλου	noun	γενική ενικού του πύραυλος
πύραυλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πύραυλος
πύραυλων	noun	γενική πληθυντικού του πύραυλος
πύραυνα	=	πύραυνο
πύραυνο	noun|formal	το μαγκάλι
πύραυνου	=	πύραυνο
πύργε	noun	κλητική ενικού του πύργος
πύργο	noun	αιτιατική ενικού του πύργος
πύργοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πύργος
πύργος	noun	οχυρωματική κατασκευή με μεγάλο ύψος και μικρή επιφάνεια σχετικά με το ύψος της, συχνά κυλινδρική και με πολεμίστρες· μπορεί να πρόκειται για μεμονωμένο κτίσμα ή για τμήμα ενός κάστρου
πύργου	noun	γενική ενικού του πύργος
πύργους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πύργος
πύργων	noun	γενική πληθυντικού του πύργος
πύργωνα	=	πυργώνω
πύργωναν	=	πυργώνω
πύργωνε	=	πυργώνω
πύργωνες	=	πυργώνω
πύργωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πύργωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πύργωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πύργωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυργώνω
πύρες	=	πύρα
πύρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύρινο
πύρινε	adj	κλητική ενικού του πύρινος
πύρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πύρινη
πύρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πύρινος
πύρινης	adj	γενική ενικού του πύρινη
πύρινο	adj	αιτιατική ενικού του πύρινος
πύρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πύρινος
πύρινος	adj	που είναι από φωτιά
πύρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πύρινος
πύρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πύρινος
πύρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πύρινος
πύρκαυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πύρκαυλος
πύρρεια	=	πύρρειος
πύρρειας	=	πύρρειος
πύρρειε	=	πύρρειος
πύρρειες	=	πύρρειος
πύρρειο	=	πύρρειος
πύρρειοι	=	πύρρειος
πύρρειος	adj	που σχετίζεται με τις βαριές απώλειες σε στρατιωτική νίκη του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου
πύρρειου	=	πύρρειος
πύρρειους	=	πύρρειος
πύρρειων	=	πύρρειος
πύρωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πυρώνω
πύρωνα	=	πυρώνω
πύρωναν	=	πυρώνω
πύρωνε	=	πυρώνω
πύρωνες	=	πυρώνω
πύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πυρώνω
πύρωση	noun	θέρμανση υλικού ή μεταλλεύματος σε θερμοκρασία υψηλή αλλά χαμηλότερη του σημείου τήξης του
πύρωσης	noun	γενική ενικού του πύρωση
πύωση	noun	πυόρροια
πύωσις	noun	άλλη μορφή του πύωση
πώγων	noun|archaic	ο πώγωνας, το γένι (χρήση σε λόγιους όρους και σύνθετα)
πώγωνες	=	πώγων
πώγωνος	=	πώγων
πώλε	noun	κλητική ενικού του πώλος
πώλει	=	πωλώ
πώλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πώλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πώλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πώλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωλώ
πώληση	noun	η διάθεση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος
πώλησης	noun	γενική ενικού του πώληση
πώλο	noun	αιτιατική ενικού του πώλος
πώλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πώλος
πώλος	noun	το πουλάρι
πώλου	noun	γενική ενικού του πώλος
πώλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του πώλος
πώλων	noun	γενική πληθυντικού του πώλος
πώμα	noun	το καπάκι
πώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώμα
πώματος	noun	γενική ενικού του πώμα
πώρε	=	πώρος
πώρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώρινο
πώρινε	adj	κλητική ενικού του πώρινος
πώρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πώρινη
πώρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πώρινος
πώρινης	adj	γενική ενικού του πώρινη
πώρινο	adj	αιτιατική ενικού του πώρινος
πώρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πώρινος
πώρινος	adj	που έχει κατασκευαστεί ή αποτελείται από πωρόλιθο
πώρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του πώρινος
πώρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του πώρινος
πώρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πώρινος
πώρο	=	πώρος
πώροι	=	πώρος
πώρος	noun	πωρόλιθος ή (γενικότερα) κάθε πωρώδης πέτρα
πώρου	=	πώρος
πώρους	=	πώρος
πώρων	=	πώρος
πώρωνα	=	πωρώνω
πώρωναν	=	πωρώνω
πώρωνε	=	πωρώνω
πώρωνες	=	πωρώνω
πώρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πώρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πώρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πώρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πωρώνω
πώρωση	noun	το αποτέλεσμα του πωρώνω
πώρωσης	noun	γενική ενικού του πώρωση
πώς	adv	με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα
πώχουν	verb	που έχουν
ρ	=	ρογιάζω
ράβαμε	=	ράβω
ράβαν	=	ράβω
ράβανε	=	ράβω
ράβατε	=	ράβω
ράβδε	=	ράβδος
ράβδιζα	=	ραβδίζω
ράβδιζαν	=	ραβδίζω
ράβδιζε	=	ραβδίζω
ράβδιζες	=	ραβδίζω
ράβδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδίζω
ράβδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδίζω
ράβδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδίζω
ράβδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδίζω
ράβδισμα	noun	ένα ή περισσότερα χτυπήματα που καταφέρονται με ραβδί· ραβδισμός
ράβδο	noun	αιτιατική ενικού του ράβδος
ράβδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ράβδος
ράβδος	noun	μακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συμπαγούς και σχετικά άκαμπτου υλικού
ράβδου	noun	γενική ενικού του ράβδος
ράβδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ράβδος
ράβδων	=	ράβδος
ράβδωνα	=	ραβδώνω
ράβδωναν	=	ραβδώνω
ράβδωνε	=	ραβδώνω
ράβδωνες	=	ραβδώνω
ράβδωσα	=	ραβδώνω
ράβδωσαν	=	ραβδώνω
ράβδωσε	=	ραβδώνω
ράβδωσες	=	ραβδώνω
ράβδωση	noun	συνήθως στον πληθυντικό: ραβδώσεις
ράβδωσης	=	ράβδωση
ράβε	=	ράβω
ράβει	=	ράβω
ράβεις	=	ράβω
ράβεσαι	=	ράβω
ράβεστε	=	ράβω
ράβεται	=	ράβω
ράβετε	=	ράβω
ράβομαι	=	ράβω
ράβομε	=	ράβω
ράβονται	=	ράβω
ράβονταν	=	ράβω
ράβοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ράβω
ράβουμε	=	ράβω
ράβουν	=	ράβω
ράβουνε	=	ράβω
ράβω	verb	με βελόνα και κλωστή ενώνω τα διεστώτα κομμάτια ενός υφάσματος ή άλλου υλικού
ράγα	noun	ρώγα σταφυλιού
ράγας	noun	γενική ενικού του ράγα
ράγδην	adv	ραγδαία ή ραγδαίως
ράγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράγα
ράγιζα	=	ραγίζω
ράγιζαν	=	ραγίζω
ράγιζε	=	ραγίζω
ράγιζες	=	ραγίζω
ράγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ράγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ράγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ράγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ράγισμα	noun	το αποτέλεσμα του ραγίζω καθώς και η σχισμή που δημιουργείται εκεί που κάτι ραγίζει
ράγκμπι	noun	ομαδικό άθλημα κατά το οποίο δύο ομάδες προσπαθούν να ακουμπίσουν μια οβάλ μπάλα στο έδαφος, πίσω από τη γραμμή γκολ του αντιπάλου ή να την κάνουν να περάσει ανάμεσα στα δύο δοκάρια του τέρματος
ράγκταϊμ	noun	είδος λαϊκής μουσικής, κυρίως πιανιστικής, από τις νότιες και μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, που γνώρισε δημοτικότητα από τα τέλη του 19ου αι. μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσε μία από τις πηγές της τζαζ
ράδια	=	ράδιο
ράδιο	noun	το ραδιόφωνο
ράδιου	=	ράδιο
ράθυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ράθυμο) του ράθυμος	adv	με ραθυμία, με ράθυμο, αργό τρόπο
ράθυμε	adj	κλητική ενικού του ράθυμος
ράθυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράθυμη
ράθυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ράθυμος
ράθυμης	adj	γενική ενικού του ράθυμη
ράθυμο	adj	αιτιατική ενικού του ράθυμος
ράθυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ράθυμος
ράθυμος	adj|formal	που ενεργεί αργά, που δεν έχει διάθεση για ενέργεια ή δράση
ράθυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ράθυμος
ράθυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ράθυμος
ράθυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ράθυμος
ράιζα	=	ραΐζω
ράιζαν	=	ραΐζω
ράιζε	=	ραΐζω
ράιζες	=	ραΐζω
ράισα	=	ραΐζω
ράισαν	=	ραΐζω
ράισε	=	ραΐζω
ράισες	=	ραΐζω
ράισμα	noun	άλλη μορφή του ράγισμα
ράιχ	noun	η ονομασία του γερμανικού κράτους σε συγκεκριμένες περιόδους της ιστορίας του
ράκη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράκος
ράκος	noun|formal	το κουρέλι
ράκους	noun	γενική ενικού του ράκος
ράλι	noun	ο αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων
ράλληδες	noun	οι ταγματασφαλίτες όπως αποκαλούνταν στην κατοχή από τους κομμουνιστές, από το όνομα του δημιουργού τους και κατοχικού πρωθυπουργού Ι. Ράλλη
ράλληδων	=	ράλληδες
ράμμα	noun	το αποτέλεσμα της ενέργειας του ράβω, ιδίως για τραύμα ή χειρουργική τομή που προκάλεσε λύση της συνέχειας του δέρματος
ράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράμμα
ράμματος	noun	γενική ενικού του ράμμα
ράμπα	noun	κεκλιμένο επίπεδο, διάδρομος με κλίση
ράμπας	noun	γενική ενικού του ράμπα
ράμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράμπα
ράμπια	noun	οργή, ιδιοτροπία, βαναυσότητα
ράμπιο	=	ράμπιος
ράμπιος	adj	οργίλος, ευερέθιστος, ιδιότροπος
ράμφη	=	ράμφος
ράμφιζα	=	ραμφίζω
ράμφιζαν	=	ραμφίζω
ράμφιζε	=	ραμφίζω
ράμφιζες	=	ραμφίζω
ράμφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραμφίζω
ράμφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραμφίζω
ράμφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραμφίζω
ράμφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραμφίζω
ράμφισμα	noun	χτύπημα με το ράμφος
ράμφος	noun	κεράτινο στοματικό όργανο των πτηνών με το οποίο αρπάζουν τροφή ή άλλα αντικείμενα· χρησιμοποιείται επίσης για περιποίηση και για άμυνα ή επίθεση
ράμφους	=	ράμφος
ράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραίνω
ράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραίνω
ράνε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ραίνω
ράντα	noun	δείκτης τιμών στο χρηματιστήριο
ράντας	noun	γενική ενικού του ράντα
ράντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράντα
ράντζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράντζο
ράντζο	noun	κρεβάτι που μπορεί κάποιος να το διπλώσει για να το μετακινήσει εύκολα
ράντζου	noun	γενική ενικού του ράντζο
ράντζων	noun	γενική πληθυντικού του ράντζο
ράντιζα	=	ραντίζω
ράντιζαν	=	ραντίζω
ράντιζε	=	ραντίζω
ράντιζες	=	ραντίζω
ράντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραντίζω
ράντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραντίζω
ράντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραντίζω
ράντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραντίζω
ράντισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραντίζω
ράντσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράντσο
ράντσο	=	ράντζο
ράντσου	noun	γενική ενικού του ράντσο
ράντσων	noun	γενική πληθυντικού του ράντσο
ράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ραίνω
ράπα	noun	το φυτό ρέβα, το γογγύλι
ράπας	noun	γενική ενικού του ράπα
ράπερ	noun	μουσικός (επάγγελμα), χορευτής, οπαδός ή ακροατής της ραπ
ράπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράπα
ράπιζα	=	ραπίζω
ράπιζαν	=	ραπίζω
ράπιζε	=	ραπίζω
ράπιζες	=	ραπίζω
ράπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραπίζω
ράπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραπίζω
ράπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραπίζω
ράπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραπίζω
ράπισμα	noun	το χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
ράπτες	=	ράπτης
ράπτη	=	ράπτης
ράπτης	noun|formal	ράφτης
ράπτρια	=	ράπτης
ράπτριας	=	ράπτης
ράπτριες	=	ράπτης
ράπτω	verb|formal	άλλη μορφή του ράβω
ράσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράσο
ράσμπα	noun	είδος χορού
ράσο	noun	μακρύς μαύρος χιτώνας που φορούν οι ιερείς
ράσου	noun	γενική ενικού του ράσο
ράσπα	noun	χοντρή λίμα για ξύλα με μεγάλα και χοντρά δόντια
ράσπας	noun	γενική ενικού του ράσπα
ράσπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράσπα
ράστερ	noun	άθροισμα κουκκίδων που δημιουργούν οπτική εντύπωση αυξομειούμενου ή συνεχούς γκρίζου για την παράσταση όγκου, σχημάτων κλπ // βιομηχανοποιημένα φύλλα χαρτιού ή διαφανούς επιφάνειας με έτοιμα, τυπωμένα αθροίσματα κουκκίδων
ράσων	noun	γενική πληθυντικού του ράσο
ράτσα	noun	ζωική ποικιλία με κοινά χαρακτηριστικά
ράτσας	=	ράτσα
ράτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράτσα
ράφι	noun	επίπεδο αντικείμενο προσαρμοσμένο στον τοίχο ή σε έπιπλο που χρησιμεύει για να τοποθετούνται αντικείμενα επάνω σε αυτό
ράφια	=	ράφι
ράφτε	=	ράβω
ράφτες	=	ράφτης
ράφτη	=	ράφτης
ράφτηδες	=	ράφτης
ράφτηδων	=	ράφτης
ράφτηκα	=	ράβω
ράφτηκαν	=	ράβω
ράφτηκε	=	ράβω
ράφτηκες	=	ράβω
ράφτης	noun	ο επαγγελματίας που ράβει ρούχα, συνήθως αντρικά κουστούμια
ράφτινγκ	noun	αθλητική και ψυχαγωγική ομαδική δραστηριότητα που περιλαμβάνει την κωπηλασία σε ποτάμια με φουσκωτά σκάφη
ράφτρα	noun	γυναίκα που ράβει ρούχα κατ' επάγγελμα
ράφτρας	=	ράφτρα
ράφτρες	=	ράφτρα
ράχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράχη
ράχη	noun	η πλάτη (του ανθρώπου)
ράχης	=	ράχη
ράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ράβω
ράψαν	=	ράβω
ράψανε	=	ράβω
ράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ράβω
ράψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ράβω
ράψει	=	ράβω
ράψεις	=	ράβω
ράψετε	=	ράβω
ράψιμο	noun	η ενέργεια του ράβω
ράψομε	=	ράβω
ράψου	=	ράβω
ράψουμε	=	ράβω
ράψουν	=	ράβω
ράψουνε	=	ράβω
ράψτε	=	ράβω
ράψω	=	ράβω
ρέαμε	=	ρέω
ρέαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού (έρρεα) του ρέω
ρέανε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού (έρρεα) του ρέω
ρέατε	=	ρέω
ρέβα	noun	το γογγύλι
ρέβας	noun	γενική ενικού του ρέβα
ρέβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέβα
ρέβω	verb	καταρρέω, ερειπώνομαι
ρέγγα	noun	άλλη γραφή του ρέγκα
ρέγγας	noun	γενική ενικού του ρέγγα
ρέγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέγγα
ρέγγος	noun	η ρέγκα
ρέγκα	noun	θαλασσινό ψάρι που συνήθως συναντιέται σε πελώρια κοπάδια
ρέγκας	noun	γενική ενικού του ρέγκα
ρέγκε	noun	είδος μουσικής από τη Τζαμάικα
ρέγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέγκα
ρέγουλα	noun|vulgar	σωστός (ενδεχομένως κι αργός) ή αρμόζων ρυθμός εκτέλεσης μιας πράξης
ρέγουλας	noun	γενική ενικού του ρέγουλα
ρέγουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέγουλα
ρέγουλο	noun|vulgar	άλλη μορφή του ρέγουλα
ρέγουλου	noun	γενική ενικού του ρέγουλο
ρέγουλων	noun	γενική πληθυντικού του ρέγουλο
ρέγχαζα	=	ρεγχάζω
ρέγχαζαν	=	ρεγχάζω
ρέγχαζε	=	ρεγχάζω
ρέγχαζες	=	ρεγχάζω
ρέγχασα	=	ρεγχάζω
ρέγχασαν	=	ρεγχάζω
ρέγχασε	=	ρεγχάζω
ρέγχασες	=	ρεγχάζω
ρέγχω	verb|formal	ροχαλίζω
ρέε	=	ρέω
ρέει	=	ρέω
ρέεις	=	ρέω
ρέετε	=	ρέω
ρέζιγα	=	ρέζιγος
ρέζιγε	=	ρέζιγος
ρέζιγες	=	ρέζιγος
ρέζιγη	=	ρέζιγος
ρέζιγης	=	ρέζιγος
ρέζιγο	=	ρέζιγος
ρέζιγοι	=	ρέζιγος
ρέζιγος	adj	επισφαλής
ρέζιγου	=	ρέζιγος
ρέζιγους	=	ρέζιγος
ρέζιγων	=	ρέζιγος
ρέζους	noun	αντιγόνο (RhD) στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος
ρέκαζα	=	ρεκάζω
ρέκαζαν	=	ρεκάζω
ρέκαζε	=	ρεκάζω
ρέκαζες	=	ρεκάζω
ρέκασα	=	ρεκάζω
ρέκασαν	=	ρεκάζω
ρέκασε	=	ρεκάζω
ρέκασες	=	ρεκάζω
ρέκασμα	noun	σκούξιμο, κρώξιμο, κρωγμός
ρέκβιεμ	noun	η νεκρώσιμη ακολουθία της καθολικής εκκλησίας
ρέκορντμαν	noun	ο αθλητής που κατέχει ή έχει επιτύχει στο παρελθόν ένα ρεκόρ (παγκόσμιο, εθνικό κλπ) σε κάποιο αγώνισμα
ρέκτειρα	noun	θηλυκό του ρέκτης
ρέκτειρας	noun	γενική ενικού του ρέκτειρα
ρέκτειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέκτειρα
ρέκτες	=	ρέκτης
ρέκτη	=	ρέκτης
ρέκτης	noun	άνθρωπος δραστήριος, με ενεργητικότητα και ανάληψη πρωτοβουλιών
ρέκτι	=	ρέκτης
ρέκτιδα	=	ρέκτης
ρέκτιδας	=	ρέκτης
ρέκτιδες	=	ρέκτης
ρέκτιδος	noun	γενική ενικού του ρέκτις
ρέκτιδων	=	ρέκτης
ρέκτις	=	ρέκτης
ρέκτο	noun	η μπροστά σελίδα χειρογράφου ή εντύπου, σε αντιδιαστολή με την πίσω (βέρσο)
ρέλι	noun	στενόμακρο υφασμάτινο κομμάτι που ενισχύει τις άκρες υφάσματος, ταπετσαρίας, χαλιού κ.ο.κ.
ρέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέλι
ρέλιαζα	=	ρελιάζω
ρέλιαζαν	=	ρελιάζω
ρέλιαζε	=	ρελιάζω
ρέλιαζες	=	ρελιάζω
ρέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρελιάζω
ρέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρελιάζω
ρέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρελιάζω
ρέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρελιάζω
ρέλιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ρελιάζω
ρέμα	noun	μικρό ποταμάκι ή τρεχούμενα νερά
ρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέμα
ρέματος	noun	γενική ενικού του ρέμα
ρέμβαζα	=	ρεμβάζω
ρέμβαζαν	=	ρεμβάζω
ρέμβαζε	=	ρεμβάζω
ρέμβαζες	=	ρεμβάζω
ρέμβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμβάζω
ρέμβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμβάζω
ρέμβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμβάζω
ρέμβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμβάζω
ρέμβη	noun	το να αφήνει κάποιος τη σκέψη ή τη φαντασία του να περιπλανιέται σε ονειρικό τόπο και απροσδιόριστο χρόνο
ρέμβης	=	ρέμβη
ρέμπελα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρέμπελος	adv	με ρέμπελο τρόπο
ρέμπελε	adj	κλητική ενικού του ρέμπελος
ρέμπελες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέμπελη
ρέμπελη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρέμπελος
ρέμπελης	adj	γενική ενικού του ρέμπελη
ρέμπελο	adj	αιτιατική ενικού του ρέμπελος
ρέμπελοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρέμπελος
ρέμπελος	adj|dated	επαναστάτης
ρέμπελου	adj	γενική ενικού του ρέμπελος
ρέμπελους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρέμπελος
ρέμπελων	adj	γενική πληθυντικού του ρέμπελος
ρέντα	noun	η κωλοφαρδία (κυρίως σε τυχερά παιχνίδια)
ρέντας	noun	γενική ενικού του ρέντα
ρέντγκεν	noun	μονάδα υψίσυχνης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, η οποία ισούται με την ποσότητα της ακτινοβολίας που είναι απαραίτητη για την παραγωγή μίας ηλεκτροστατικής μονάδας φορτίου ανά κυβικό εκατοστό ξηρού αέρα
ρέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέντα
ρέομε	=	ρέω
ρέον	=	ρέων
ρέοντα	=	ρέων
ρέοντας	=	ρέων
ρέοντες	=	ρέων
ρέοντος	verb	γενική ενικού του ρέων
ρέουμε	=	ρέω
ρέουν	=	ρέω
ρέουνε	=	ρέω
ρέουσα	=	ρέων
ρέουσας	=	ρέων
ρέουσες	=	ρέων
ρέπαμε	=	ρέπω
ρέπαν	=	ρέπω
ρέπανε	=	ρέπω
ρέπατε	=	ρέπω
ρέπει	=	ρέπω
ρέπεις	=	ρέπω
ρέπετε	=	ρέπω
ρέπι	noun|dated	ερείπιο, χάλασμα
ρέπια	=	ρέπι
ρέπιο	noun	άλλη μορφή του ρέπι
ρέπιου	=	ρέπιο
ρέπιων	=	ρέπιο
ρέπλικα	noun	άλλη μορφή του ρεπλίκα
ρέπλικας	noun	γενική ενικού του ρέπλικα
ρέπλικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέπλικα
ρέπομε	=	ρέπω
ρέποντας	=	ρέπω
ρέπος	noun	συμφωνία επαναγοράς: συμφωνία δύο μερών για την πώληση ενός (κρατικού ή ιδιωτικού) χρεογράφου, κατά την οποία ο πωλητής προσυμφωνεί να το επαναγοράσει σε ορισμένο χρονικό διάστημα και σε προσυμφωνημένη τιμή
ρέπουμε	=	ρέπω
ρέπουν	=	ρέπω
ρέπουνε	=	ρέπω
ρέπω	verb	κλίνω προς μια μεριά ή κατεύθυνση
ρέστα	noun	τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από αυτήν του προϊόντος που αγοράζει
ρέστε	adj	κλητική ενικού του ρέστος
ρέστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέστη
ρέστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρέστος
ρέστης	adj	γενική ενικού του ρέστη
ρέστο	adj	αιτιατική ενικού του ρέστος
ρέστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρέστος
ρέστος	adj|vulgar	που απομένει, υπόλοιπος
ρέστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρέστος
ρέστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρέστος
ρέστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρέστος
ρέφα	noun|slang	το μερίδιο που δίνεται σε κάποιον αστυνομικό ή σε κάποιον υπεύθυνο, για να κάνει τα στραβά μάτια και να μη μας καρφώσει σε κάποια παράνομη δουλειά που γίνεται
ρέφαρα	=	ρεφάρω
ρέφαραν	=	ρεφάρω
ρέφαρε	=	ρεφάρω
ρέφαρες	=	ρεφάρω
ρέφας	=	ρέφα
ρέφερη	=	ρέφερης
ρέφερης	noun|dated	κλιτή μορφή του ρέφερι
ρέφερι	noun	ο διαιτητής αγώνα (ιδίως στο ποδόσφαιρο)
ρέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέγομαι
ρέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέγομαι
ρέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέγομαι
ρέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέγομαι
ρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέβω
ρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέβω
ρέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρέβω
ρέψιμο	noun	η απελευθέρωση αέρα κυρίως από τον οισοφάγο και το στομάχι μέσω του στόματος, η ερυγή
ρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρέψω	=	ρέβω
ρέω	verb	κυλώ
ρέων	verb|archaic	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρέω: που ρέει, που κυλάει, που είναι ρευστός
ρήγα	=	ρήγας
ρήγαινα	noun|literary	θηλυκό του ρήγας, η βασίλισσα, η γυναίκα του βασιλιά
ρήγαινας	=	ρήγαινα
ρήγαινες	=	ρήγαινα
ρήγας	noun|vulgar	ο βασιλιάς, ο ανώτατος άρχοντας
ρήγισσα	noun|literary	θηλυκό του ρήγας, η βασίλισσα, η γυναίκα του βασιλιά
ρήγισσας	noun	γενική ενικού του ρήγισσα
ρήγισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήγισσα
ρήγμα	noun	το σπάσιμο που εμφανίζει την εικόνα μιας γραμμής που διασπά μια ενιαία επιφάνεια
ρήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήγμα
ρήγματος	noun	γενική ενικού του ρήγμα
ρήμα	noun	λέξη που φανερώνει πως ένα υποκείμενο ενεργεί ή παθαίνει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
ρήμαγμα	noun	το αποτέλεσμα του ρημάζω
ρήμαζα	=	ρημάζω
ρήμαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρημάζω
ρήμαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρημάζω
ρήμαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρημάζω
ρήμαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρημάζω
ρήμασμα	noun	ρήμαγμα
ρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήμα
ρήματος	noun	γενική ενικού του ρήμα
ρήνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 75 και χημικό σύμβολο το Re
ρήξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήξη
ρήξεων	noun	γενική πληθυντικού του ρήξη
ρήξεως	noun|formal	γενική ενικού του ρήξη
ρήξη	noun	η δημιουργία μιας ασυνέχειας, ενός ρήγματος
ρήξης	noun	γενική ενικού του ρήξη
ρήσε	noun	κλητική ενικού του ρήσος
ρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήση
ρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρήση
ρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρήση
ρήση	noun	η σύντομη φράση ή πρόταση από γνωστό πρόσωπο με χαρακτήρα αποφθέγματος
ρήσης	noun	γενική ενικού του ρήση
ρήσο	noun	αιτιατική ενικού του ρήσος
ρήσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρήσος
ρήσος	noun	ο λύγκας
ρήσου	noun	γενική ενικού του ρήσος
ρήσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρήσος
ρήσων	noun	γενική πληθυντικού του ρήσος
ρήτορα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρήτορας
ρήτορας	noun	ο ομιλητής· που εκφωνεί ένα λόγο, π.χ. στη Βουλή ή σε δικαστήριο ή από τον άμβωνα ή σε εορτασμούς
ρήτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήτορας
ρήτρα	noun	όρος ή πρόβλεψη συμβολαίου, σύμβασης ή συμφωνίας, που συχνά έχει εγγυητικό χαρακτήρα
ρήτρας	noun	γενική ενικού του ρήτρα
ρήτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήτρα
ρίγα	noun	ευθεία γραμμή ή ράβδωση γραμμένη ή χαραγμένη οριζόντια ή κάθετα σε υφάσματα, χαρτί ή άλλου είδους επιφάνειες
ρίγανες	=	ρίγανη
ρίγανη	noun	είδος αρωματικού φυτού
ρίγανης	=	ρίγανη
ρίγας	noun	γενική ενικού του ρίγα
ρίγει	=	ριγώ
ρίγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίγα
ρίγη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίγος
ρίγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριγώ
ρίγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριγώ
ρίγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριγώ
ρίγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριγώ
ρίγος	noun	έντονο τρέμουλο ή ανατριχίλα που διαπερνά το σώμα εξαιτίας μεγάλης σωματικής έντασης (ως σύμπτωμα κούρασης) ή ψυχικής φόρτισης (ως εκδήλωση συγκίνησης ή οργής) ή μεγάλου ψύχους (ως σύμπτωμα πυρετού)
ρίγους	=	ρίγος
ρίγωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ριγώνω
ρίζα	noun	το μέρος φυτού που είναι ριζωμένο στο χώμα
ρίζας	noun	γενική ενικού του ρίζα
ρίζες	=	ρίζα
ρίζω	verb	άλλη μορφή του ορίζω
ρίζωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ριζώνω
ρίζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζώνω
ρίζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζώνω
ρίζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζώνω
ρίζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζώνω
ρίμα	noun	η ομοιοκαταληξία
ρίμας	noun	γενική ενικού του ρίμα
ρίμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίμα
ρίνα	noun	είδος ψαριού, που ανήκει στα καρχαριοειδή (οικογένεια Squatinidae)και λέγεται αλλιώς άγγελος της θάλασσας.
ρίνας	noun	γενική ενικού του ρίνα
ρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίνα
ρίνη	noun|formal	λειαντικό εργαλείο
ρίνημα	noun|rare	άλλη μορφή του ρίνισμα
ρίνης	=	ρίνη
ρίνιζα	=	ρινίζω
ρίνιζαν	=	ρινίζω
ρίνιζε	=	ρινίζω
ρίνιζες	=	ρινίζω
ρίνισα	=	ρινίζω
ρίνισαν	=	ρινίζω
ρίνισε	=	ρινίζω
ρίνισες	=	ρινίζω
ρίνιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρινίζω
ρίνισης	noun	γενική ενικού του ρίνιση
ρίνισμα	noun	μικρότατο και λεπτότατο κομμάτι μετάλλου, που δημιουργείται κατά το λιμάρισμά του
ρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
ρίξαν	=	ρίχνω
ρίξανε	=	ρίχνω
ρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
ρίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρίχνω
ρίξει	=	ρίχνω
ρίξεις	=	ρίχνω
ρίξετε	=	ρίχνω
ρίξιμο	noun	η διαδικασία ή η ενέργεια του ρίχνω
ρίξομε	=	ρίχνω
ρίξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ρίξουμε	=	ρίχνω
ρίξουν	=	ρίχνω
ρίξουνε	=	ρίχνω
ρίξτε	=	ρίχνω
ρίξω	=	ρίχνω
ρίπε	=	ρίπος
ρίπιζα	=	ριπίζω
ρίπιζαν	=	ριπίζω
ρίπιζε	=	ριπίζω
ρίπιζες	=	ριπίζω
ρίπισα	=	ριπίζω
ρίπισαν	=	ριπίζω
ρίπισε	=	ριπίζω
ρίπισες	=	ριπίζω
ρίπο	=	ρίπος
ρίποι	=	ρίπος
ρίπος	noun	καλαμωτή, ψάθα
ρίπου	=	ρίπος
ρίπους	=	ρίπος
ρίπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρίπτω
ρίπτω	verb	απλοποιημένη γραφή του ῥίπτω
ρίπων	=	ρίπος
ρίσκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίσκο
ρίσκο	noun	πιθανός κίνδυνος, διακινδύνευση
ρίσκου	noun	γενική ενικού του ρίσκο
ρίσκων	noun	γενική πληθυντικού του ρίσκο
ρίφι	noun	η νεαρή αίγα, όχι το κρέας του ζώου.
ρίχναμε	=	ρίχνω
ρίχναν	=	ρίχνω
ρίχνανε	=	ρίχνω
ρίχνατε	=	ρίχνω
ρίχνε	=	ρίχνω
ρίχνει	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ρίχνω
ρίχνεις	=	ρίχνω
ρίχνεσαι	=	ρίχνω
ρίχνεστε	=	ρίχνω
ρίχνεται	=	ρίχνω
ρίχνετε	=	ρίχνω
ρίχνομαι	verb	πέφτω
ρίχνομε	=	ρίχνω
ρίχνονται	=	ρίχνω
ρίχνονταν	=	ρίχνω
ρίχνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρίχνω
ρίχνου	=	ρίχνομαι
ρίχνουμε	verb	α' πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ρίχνω
ρίχνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρίχνω
ρίχνουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρίχνω
ρίχνω	verb	προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού
ρίχτε	=	ρίχνω
ρίχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ρίχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ρίχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ρίχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ρίχτι	noun|vulgar	η κάθετη επιφάνεια σε σκαλοπάτι ανάμεσα σε δύο πατήματα
ρίχτια	=	ρίχτι
ρίχτω	verb	άλλη μορφή του ρίχνω
ρίψασπι	=	ρίψασπις
ρίψασπιν	=	ρίψασπις
ρίψασπις	noun	κατά την αρχαιότητα, στρατιώτης που ρίχνει την ασπίδα του, δηλαδή το βάζει στα πόδια από δειλία
ρίψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίψη
ρίψεων	noun	γενική πληθυντικού του ρίψη
ρίψεως	noun|formal	γενική ενικού του ρίψη
ρίψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρίπτω / ρίχνω
ρίψης	noun	γενική ενικού του ρίψη
ρα	intj	άλλη μορφή του ρε
ραΐζαμε	=	ραΐζω
ραΐζαν	=	ραΐζω
ραΐζανε	=	ραΐζω
ραΐζατε	=	ραΐζω
ραΐζει	=	ραΐζω
ραΐζεις	=	ραΐζω
ραΐζετε	=	ραΐζω
ραΐζοντας	=	ραΐζω
ραΐζουμε	=	ραΐζω
ραΐζουν	=	ραΐζω
ραΐζουνε	=	ραΐζω
ραΐζω	verb	άλλη μορφή του ραγίζω
ραΐσαμε	=	ραΐζω
ραΐσαν	=	ραΐζω
ραΐσανε	=	ραΐζω
ραΐσατε	=	ραΐζω
ραΐσει	=	ραΐζω
ραΐσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράισμα
ραΐσματος	noun	γενική ενικού του ράισμα
ραΐστε	=	ραΐζω
ραέτι	noun	φιλοδώρημα, κέρασμα
ραίνω	verb	σκορπίζω κάτι απαλά, πάνω σε κάποιον ή κάτι
ραβάσι	noun|dated	επιστολή
ραβέντι	noun	λαχανικό του γένους Rheum
ραβέντια	=	ραβέντι
ραβί	noun	εβραίος ερμηνευτής του νόμου
ραβίνε	noun	κλητική ενικού του ραβίνος
ραβίνο	noun	αιτιατική ενικού του ραβίνος
ραβίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβίνος
ραβίνος	noun	ιερέας - λειτουργός στους Εβραίους
ραβίνου	noun	γενική ενικού του ραβίνος
ραβίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραβίνος
ραβίνων	noun	γενική πληθυντικού του ραβίνος
ραβαΐσι	noun	γλέντι
ραβαΐσια	=	ραβαΐσι
ραβανί	noun	άλλη μορφή του ρεβανί
ραβανιά	=	ραβανί
ραβανιού	=	ραβανί
ραβανιών	=	ραβανί
ραβασάκι	noun	η ερωτική επιστολή που στέλνει ο ερωτευμένος χωρίς να γίνει αντιληπτός από τρίτους
ραβασάκια	=	ραβασάκι
ραβαϊσιού	=	ραβαΐσι
ραβαϊσιών	=	ραβαΐσι
ραββί	=	ραββίνος
ραββίνε	=	ραββίνος
ραββίνο	=	ραββίνος
ραββίνοι	=	ραββίνος
ραββίνος	noun|dated	άλλη μορφή του ραβίνος
ραββίνου	=	ραββίνος
ραββίνους	=	ραββίνος
ραββίνων	=	ραββίνος
ραβδάκι	noun	μικρό ραβδί ή ομοίωμα ραβδιού
ραβδάκια	=	ραβδάκι
ραβδί	noun	μακρύ άκαμπτο αντικείμενο για χρήση με το χέρι
ραβδία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδίο
ραβδίζαμε	=	ραβδίζω
ραβδίζαν	=	ραβδίζω
ραβδίζανε	=	ραβδίζω
ραβδίζατε	=	ραβδίζω
ραβδίζει	=	ραβδίζω
ραβδίζεις	=	ραβδίζω
ραβδίζετε	=	ραβδίζω
ραβδίζοντας	=	ραβδίζω
ραβδίζουμε	=	ραβδίζω
ραβδίζουν	=	ραβδίζω
ραβδίζουνε	=	ραβδίζω
ραβδίζω	verb	χτυπώ κάποιον με ένα ραβδί, συνήθως εφαρμόζοντας μια σωματική ποινή
ραβδίο	noun	το μικρό ραβδί
ραβδίου	noun	γενική ενικού του ραβδίο
ραβδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδίζω
ραβδίσαν	=	ραβδίζω
ραβδίσανε	=	ραβδίζω
ραβδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδίζω
ραβδίσει	=	ραβδίζω
ραβδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράβδισμα
ραβδίσματος	noun	γενική ενικού του ράβδισμα
ραβδίστε	=	ραβδίζω
ραβδίων	noun	γενική πληθυντικού του ραβδίο
ραβδιά	noun	χτύπημα που καταφέρεται σε κάποιον με ραβδί· ραβδισμός, ράβδισμα
ραβδιάς	=	ραβδιά
ραβδιές	=	ραβδιά
ραβδιού	noun	γενική ενικού του ραβδί
ραβδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράβδισμα
ραβδισμέ	noun	κλητική ενικού του ραβδισμός
ραβδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδισμένο
ραβδισμένε	verb	κλητική ενικού του ραβδισμένος
ραβδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδισμένη
ραβδισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραβδισμένος
ραβδισμένης	verb	γενική ενικού του ραβδισμένη
ραβδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραβδισμένος
ραβδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδισμένος
ραβδισμένος	verb	που τον έχουν ραβδίσει
ραβδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραβδισμένος
ραβδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραβδισμένος
ραβδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραβδισμένος
ραβδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδισμός
ραβδισμού	noun	γενική ενικού του ραβδισμός
ραβδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραβδισμός
ραβδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ραβδισμός
ραβδισμός	noun	ένα χτύπημα με ραβδί που καταφέρεται σε κάποιον· ραβδιά
ραβδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ραβδισμός
ραβδιστάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδιστής
ραβδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδιστής
ραβδιστή	=	ραβδιστής
ραβδιστήρα	noun	μεγάλο ραβδί ύψους 3 - 4 μέτρων με το οποίο επιχειρείται η συγκομιδή καρπών δένδρων με ραβδισμούς των κλαδιών, συνηθέστερα για τη συγκομιδή των ώριμων ελιών ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα
ραβδιστήρας	noun	γενική ενικού του ραβδιστήρα
ραβδιστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδιστήρα
ραβδιστήρι	noun	ραβδί με το οποίο χτυπάμε τους καρπούς από τα δέντρα για να πέσουν
ραβδιστήρια	=	ραβδιστήρι
ραβδιστής	noun	γενικά, αυτός που ραβδίζει, κτυπάει με ραβδί
ραβδιστηριού	=	ραβδιστήρι
ραβδιστηριών	=	ραβδιστήρι
ραβδιστηρών	noun	γενική πληθυντικού του ραβδιστήρα
ραβδιστών	=	ραβδιστής
ραβδιών	=	ραβδί
ραβδογράμματα	=	ραβδόγραμμα
ραβδογράμματος	=	ραβδόγραμμα
ραβδογραμμάτων	=	ραβδόγραμμα
ραβδοειδές	=	ραβδοειδής
ραβδοειδή	=	ραβδοειδής
ραβδοειδής	adj	που έχει τη μορφή ράβδου
ραβδοειδείς	=	ραβδοειδής
ραβδοειδούς	=	ραβδοειδής
ραβδοειδών	=	ραβδοειδής
ραβδοειδώς	adv	με ραβδοειδή τρόπο
ραβδοκωδίκων	=	ραβδοκώδικας
ραβδοκώδικα	=	ραβδοκώδικας
ραβδοκώδικας	noun	ο γραμμοκώδικας
ραβδοκώδικες	=	ραβδοκώδικας
ραβδομάντες	=	ραβδομάντης
ραβδομάντη	=	ραβδομάντης
ραβδομάντης	noun	συνώνυμο του ραβδοσκόπος
ραβδομάχε	=	ραβδομάχος
ραβδομάχει	=	ραβδομαχώ
ραβδομάχησα	=	ραβδομαχώ
ραβδομάχησαν	=	ραβδομαχώ
ραβδομάχησε	=	ραβδομαχώ
ραβδομάχησες	=	ραβδομαχώ
ραβδομάχο	=	ραβδομάχος
ραβδομάχοι	=	ραβδομάχος
ραβδομάχος	noun	αυτός που ασκείται στη ραβδομαχία
ραβδομάχου	=	ραβδομάχος
ραβδομάχους	=	ραβδομάχος
ραβδομάχων	=	ραβδομάχος
ραβδομαντεία	noun	η τέχνη του ραβδομάντη
ραβδομαντείας	=	ραβδομαντεία
ραβδομαντείες	=	ραβδομαντεία
ραβδομαντειών	=	ραβδομαντεία
ραβδομαντών	=	ραβδομάντης
ραβδομαχήσαμε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχήσαν	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχήσανε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχήσατε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχήσει	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχήστε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχία	noun	η μάχη (ή η άσκηση για τη μάχη) με τη χρήση ράβδων αντί άλλου όπλου
ραβδομαχίας	=	ραβδομαχία
ραβδομαχίες	=	ραβδομαχία
ραβδομαχεί	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχείς	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχείτε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχιών	=	ραβδομαχία
ραβδομαχούμε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούν	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούνε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσα	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσαμε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσαν	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσανε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσατε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσε	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχούσες	=	ραβδομαχώ
ραβδομαχώ	verb	μάχομαι με έναν άλλον με ράβδους, σπαθιά, συνώνυμο του ξιφομαχώ
ραβδομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ραβδομαχώ
ραβδομπλέντερ	noun	εργαλείο μαγειρικής με μορφή ράβδου για ανάμιξη και τεμαχισμό συστατικών
ραβδομυωμάτων	=	ραβδομύωμα
ραβδομυώματα	=	ραβδομύωμα
ραβδομυώματος	=	ραβδομύωμα
ραβδομύωμα	noun	καλοήθης όγκος των γραμμωτών μυών
ραβδοσκαλίδρα	noun	είδος πουλιού
ραβδοσκαλίδρας	=	ραβδοσκαλίδρα
ραβδοσκαλίδρες	=	ραβδοσκαλίδρα
ραβδοσκαλιδρών	=	ραβδοσκαλίδρα
ραβδοσκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκοπία	noun	τεχνική αναζήτησης με τη χρήση μιας ράβδου που κρατά στο χέρι του ο ραβδοσκόπος και με την οποία προσπαθεί να αισθανθεί δονήσεις που οφείλονται στην ύπαρξη υπόγειου νερού
ραβδοσκοπίας	noun	γενική ενικού του ραβδοσκοπία
ραβδοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδοσκοπία
ραβδοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδοσκοπικό	adv	με τη χρήση ραβδοσκοπίας
ραβδοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδοσκοπική
ραβδοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπικής	adj	γενική ενικού του ραβδοσκοπική
ραβδοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπικού	adj	γενική ενικού του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπικός	adj	που αναφέρεται στη ραβδοσκοπία ή στους ραβδοσκόπους
ραβδοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ραβδοσκοπικός
ραβδοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ραβδοσκοπία
ραβδοσκοπώ	verb	ενεργώ ως ραβδοσκόπος
ραβδοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκόπε	noun	κλητική ενικού του ραβδοσκόπος
ραβδοσκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραβδοσκοπώ
ραβδοσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του ραβδοσκόπος
ραβδοσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδοσκόπος
ραβδοσκόπος	noun	που προσπαθεί να εντοπίσει υπόγεια ύδατα ή μεταλλεύματα από την κίνηση της παραμίνας, μιας ράβδου που κρατά στο χέρι
ραβδοσκόπου	noun	γενική ενικού του ραβδοσκόπος
ραβδοσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραβδοσκόπος
ραβδοσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του ραβδοσκόπος
ραβδοσφαίριση	noun|rare	το χόκεϊ
ραβδοφανή	=	ραβδοφανής
ραβδοφανής	noun	ορυκτό που περιέχει δημήτριο
ραβδοφανείς	=	ραβδοφανής
ραβδοφανών	=	ραβδοφανής
ραβδοφόρα	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρας	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρε	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρες	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρο	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόροι	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρος	adj	που κρατάει ράβδο (ως όπλο για την επιβολή της τάξης)
ραβδοφόρου	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρους	=	ραβδοφόρος
ραβδοφόρων	=	ραβδοφόρος
ραβδούχε	noun	κλητική ενικού του ραβδούχος
ραβδούχο	noun	αιτιατική ενικού του ραβδούχος
ραβδούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδούχος
ραβδούχος	noun	αυτός που κρατά ράβδο ως όπλο για την τήρηση της τάξης
ραβδούχου	noun	γενική ενικού του ραβδούχος
ραβδούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραβδούχος
ραβδούχων	noun	γενική πληθυντικού του ραβδούχος
ραβδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδωμένο
ραβδωμένε	verb	κλητική ενικού του ραβδωμένος
ραβδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδωμένη
ραβδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραβδωμένος
ραβδωμένης	verb	γενική ενικού του ραβδωμένη
ραβδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραβδωμένος
ραβδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδωμένος
ραβδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραβδωμένος
ραβδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραβδωμένος
ραβδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραβδωμένος
ραβδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ραβδωτός	adv	με ραβδωτό τρόπο
ραβδωτέ	adj	κλητική ενικού του ραβδωτός
ραβδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβδωτή
ραβδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραβδωτός
ραβδωτής	adj	γενική ενικού του ραβδωτή
ραβδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβδωτός
ραβδωτού	adj	γενική ενικού του ραβδωτός
ραβδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραβδωτός
ραβδωτό	noun	τμήμα των βασικών γαγγλίων, που συμμετέχει στην επιβράβευση και τον μυϊκό συντονισμό	adj	αιτιατική ενικού του ραβδωτός
ραβδωτός	adj	που έχει ραβδώσεις
ραβδωτών	adj	γενική πληθυντικού του ραβδωτός
ραβδόγραμμα	noun	πίνακας που παρουσιάζει στατιστικές πληροφορίες με τη χρήση ράβδων
ραβδόμορφα	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφε	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφες	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφη	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφης	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφο	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφοι	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφος	adj	που έχει τη μορφή ράβδου
ραβδόμορφου	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφους	=	ραβδόμορφος
ραβδόμορφων	=	ραβδόμορφος
ραβδώναμε	=	ραβδώνω
ραβδώναν	=	ραβδώνω
ραβδώνανε	=	ραβδώνω
ραβδώνατε	=	ραβδώνω
ραβδώνει	=	ραβδώνω
ραβδώνεις	=	ραβδώνω
ραβδώνετε	=	ραβδώνω
ραβδώνοντας	=	ραβδώνω
ραβδώνουμε	=	ραβδώνω
ραβδώνουν	=	ραβδώνω
ραβδώνουνε	=	ραβδώνω
ραβδώνω	verb	σχηματίζω ραβδώσεις ή συμβάλλω στον σχηματισμό τους
ραβδώσαμε	=	ραβδώνω
ραβδώσαν	=	ραβδώνω
ραβδώσανε	=	ραβδώνω
ραβδώσατε	=	ραβδώνω
ραβδώσει	=	ραβδώνω
ραβδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράβδωση
ραβδώσεων	=	ράβδωση
ραβδώστε	=	ραβδώνω
ραβεντιού	=	ραβέντι
ραβεντιών	=	ραβέντι
ραβιέρα	noun	μικρό βαθύ πιάτο για σερβίρισμα ορεκτικών
ραβιέρας	=	ραβιέρα
ραβιέρες	=	ραβιέρα
ραβινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβινικό
ραβινικέ	adj	κλητική ενικού του ραβινικός
ραβινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραβινική
ραβινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραβινικός
ραβινικής	adj	γενική ενικού του ραβινική
ραβινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραβινικός
ραβινικού	adj	γενική ενικού του ραβινικός
ραβινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραβινικός
ραβινικό	adj	αιτιατική ενικού του ραβινικός
ραβινικός	adj	που αναφέρεται στους ραβίνους και το έργο τους
ραβινικών	adj	γενική πληθυντικού του ραβινικός
ραβιολιού	=	ραβιόλι
ραβιολιών	=	ραβιόλια
ραβιόλι	noun	τα ραβιόλια
ραβιόλια	noun	είδος γεμιστού ζυμαρικού από ανοιγμένη ζύμη σε φύλλο, κομμένη σε λωρίδες και τυλιγμένη στη συνέχεια σε μικρές σακουλίτσες συνηθέστερα τετράγωνες με γέμιση κρέατος ή άλλου υλικού
ραβόμασταν	=	ράβω
ραβόμαστε	=	ράβω
ραβόμουν	=	ράβω
ραβόμουνα	=	ράβω
ραβόντουσαν	=	ράβω
ραβόσασταν	=	ράβω
ραβόσαστε	=	ράβω
ραβόσουν	=	ράβω
ραβόσουνα	=	ράβω
ραβόταν	=	ράβω
ραβότανε	=	ράβω
ραγάδα	noun	η σχισμή, το άνοιγμα του δέρματος όταν τεντώνεται πολύ
ραγάδας	=	ραγάδα
ραγάδες	=	ραγάδα
ραγάδων	=	ραγάδα
ραγάνι	noun|vulgar	καταιγίδα η οποία συνοδεύεται από ανεμοστρόβιλο
ραγάνια	=	ραγάνι
ραγίζαμε	=	ραγίζω
ραγίζαν	=	ραγίζω
ραγίζανε	=	ραγίζω
ραγίζατε	=	ραγίζω
ραγίζει	=	ραγίζω
ραγίζεις	=	ραγίζω
ραγίζετε	=	ραγίζω
ραγίζοντας	=	ραγίζω
ραγίζουμε	=	ραγίζω
ραγίζουν	=	ραγίζω
ραγίζουνε	=	ραγίζω
ραγίζω	verb	προκαλώ σχάση στην επιφάνεια εύθραυστου (ή και μη) αντικειμένου
ραγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ραγίσαν	=	ραγίζω
ραγίσανε	=	ραγίζω
ραγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ραγίσει	=	ραγίζω
ραγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ραγίζω
ραγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράγισμα
ραγίσματος	noun	γενική ενικού του ράγισμα
ραγίστε	=	ραγίζω
ραγανιού	=	ραγάνι
ραγανιών	=	ραγάνι
ραγδαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραγδαίος	adv	με μεγάλη ένταση και ταχύτητα
ραγδαίας	adj	γενική ενικού του ραγδαία
ραγδαίε	adj	ραγδαίος, στην κλητική του ενικού
ραγδαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραγδαία
ραγδαίο	adj	ραγδαίος, στην αιτιατική του ενικού
ραγδαίοι	adj	ραγδαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ραγδαίος	adj	ο απότομος, έντονος και βίαιος (για φυσικά φαινόμενα)
ραγδαίου	adj	γενική ενικού του ραγδαίος
ραγδαίους	adj	ραγδαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ραγδαίων	=	ραγδαίος
ραγδαίως	adv	ραγδαία
ραγδαιοτήτων	=	ραγδαιότητα
ραγδαιότητα	noun	η ιδιότητα του ραγδαίου
ραγδαιότητας	=	ραγδαιότητα
ραγδαιότητες	=	ραγδαιότητα
ραγιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ραγιάς
ραγιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραγιάς
ραγιάδικα	adv	με ραγιάδικο τρόπο, με δουλοπρέπεια
ραγιάδικε	adj	κλητική ενικού του ραγιάδικος
ραγιάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραγιάδικη
ραγιάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραγιάδικος
ραγιάδικης	adj	γενική ενικού του ραγιάδικη
ραγιάδικο	adj	αιτιατική ενικού του ραγιάδικος
ραγιάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραγιάδικος
ραγιάδικος	adj	που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει στο ραγιά, τον υπόδουλο που έχει συμβιβαστεί με τη δουλεία του
ραγιάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραγιάδικος
ραγιάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραγιάδικος
ραγιάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραγιάδικος
ραγιάδων	noun	γενική πληθυντικού του ραγιάς
ραγιάς	noun	ο μη μουσουλμάνος υπήκοος (υποτελής) του σουλτάνου στα χρόνια της τουρκοκρατίας
ραγιαδισμέ	noun	κλητική ενικού του ραγιαδισμός
ραγιαδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραγιαδισμός
ραγιαδισμού	noun	γενική ενικού του ραγιαδισμός
ραγιαδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραγιαδισμός
ραγιαδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ραγιαδισμός
ραγιαδισμός	noun	το να έχει κάποιος ραγιάδικη νοοτροπία, αποδέχεται την μοίρα του ραγιά και τη δουλεία
ραγιαδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ραγιαδισμός
ραγιαδοπούλα	noun	χριστιανή κοπέλα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χριστιανοπούλα
ραγιαδοπούλας	=	ραγιαδοπούλα
ραγιαδοπούλες	=	ραγιαδοπούλα
ραγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράγισμα
ραγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραγισμένο
ραγισμένε	verb	κλητική ενικού του ραγισμένος
ραγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραγισμένη
ραγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραγισμένος
ραγισμένης	verb	γενική ενικού του ραγισμένη
ραγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραγισμένος
ραγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραγισμένος
ραγισμένος	=	ραγίζω
ραγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραγισμένος
ραγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραγισμένος
ραγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραγισμένος
ραγισματιά	noun	το ράγισμα
ραγισματιάς	noun	γενική ενικού του ραγισματιά
ραγισματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραγισματιά
ραγισματιών	=	ραγισματιά
ραγκαβίτσα	noun	κατωμάνικα, επιπρόσθετα μανίκια
ραγκουτσάρη	=	ραγκουτσάρης
ραγκουτσάρηδες	=	ραγκουτσάρης
ραγκουτσάρηδων	=	ραγκουτσάρης
ραγκουτσάρης	noun	άλλη μορφή του ρογκατσάρης
ραγκού	=	ραγού
ραγοειδίτιδα	noun	φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα του οφθαλμού
ραγοειδίτιδας	=	ραγοειδίτιδα
ραγοειδίτιδες	=	ραγοειδίτιδα
ραγοειδίτιδων	=	ραγοειδίτιδα
ραγολογήματα	=	ραγολόγημα
ραγολογήματος	=	ραγολόγημα
ραγολογήσαμε	=	ραγολογώ
ραγολογήσαν	=	ραγολογώ
ραγολογήσανε	=	ραγολογώ
ραγολογήσατε	=	ραγολογώ
ραγολογήσει	=	ραγολογώ
ραγολογήστε	=	ραγολογώ
ραγολογεί	=	ραγολογώ
ραγολογείς	=	ραγολογώ
ραγολογείτε	=	ραγολογώ
ραγολογημάτων	=	ραγολόγημα
ραγολογούμε	=	ραγολογώ
ραγολογούν	=	ραγολογώ
ραγολογούνε	=	ραγολογώ
ραγολογούσα	=	ραγολογώ
ραγολογούσαμε	=	ραγολογώ
ραγολογούσαν	=	ραγολογώ
ραγολογούσανε	=	ραγολογώ
ραγολογούσατε	=	ραγολογώ
ραγολογούσε	=	ραγολογώ
ραγολογούσες	=	ραγολογώ
ραγολογώ	verb	συλλέγω τα μικρά σταφύλια ή τσαμπιά από την κληματαριά
ραγολογώντας	=	ραγολογώ
ραγολόγει	=	ραγολογώ
ραγολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα το ραγολογώ
ραγολόγησα	=	ραγολογώ
ραγολόγησαν	=	ραγολογώ
ραγολόγησε	=	ραγολογώ
ραγολόγησες	=	ραγολογώ
ραγού	noun	φαγητό που παρασκευάζεται από τεμάχια κρέατος που βράζονται με διάφορα καρυκεύματα που προστίθενται και διάφορα λαχανικά
ραγών	noun	γενική πληθυντικού του ράγα
ραδίκι	noun	ονομασία διαφόρων ειδών χόρτων που περιέχουν κιχωρίνη (γαλατσίδα, κιχώρι, πικραλίδα, ταράξακος ή ταραξάκο κλπ)
ραδίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδίκι
ραδίκιν	=	ραδίκι
ραδίου	noun	γενική ενικού του ράδιο
ραδίτσι	=	ραδίκι
ραδίων	=	ράδιο
ραδερφορντίου	=	ραδερφόρντιο
ραδερφόρντιο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 104 και χημικό σύμβολο Rf
ραδιαισθησία	noun	ικανότητα ανίχνευσης ακτινοβολίας που εκπέμπεται από άνθρωπο, ζώο, αντικείμενο ή γεωγραφικό χαρακτηριστικό
ραδιαισθησίας	noun	γενική ενικού του ραδιαισθησία
ραδιαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιαισθησία
ραδιαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιαισθησία
ραδιαστρονομία	noun	άλλη μορφή του ραδιοαστρονομία
ραδιαστρονομίας	=	ραδιαστρονομία
ραδιαστρονομίες	=	ραδιαστρονομία
ραδιαστρονομιών	=	ραδιαστρονομία
ραδιενέργεια	noun	η εκπομπή ακτίνων ενέργειας από τους πυρήνες ορισμένων ατόμων
ραδιενέργειας	noun	γενική ενικού του ραδιενέργεια
ραδιενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιενέργεια
ραδιενεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιενεργό, ουδέτερο του ραδιενεργός	adv	όσον αφορά στη ραδιενέργεια
ραδιενεργέ	adj	κλητική ενικού του ραδιενεργός
ραδιενεργές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιενεργή
ραδιενεργή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιενεργός
ραδιενεργής	adj	γενική ενικού του ραδιενεργή
ραδιενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιενέργεια
ραδιενεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιενεργός
ραδιενεργού	adj	γενική ενικού του ραδιενεργός
ραδιενεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιενεργός
ραδιενεργό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιενεργός
ραδιενεργός	adj	που εκπέμπει ραδιενέργεια
ραδιενεργών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιενεργός
ραδικιού	noun	γενική ενικού του ραδίκι
ραδικιών	=	ραδίκι
ραδικοβλάσταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδικοβλάσταρο
ραδικοβλάσταρο	noun	βλαστάρι ραδικιού
ραδικοβλάσταρου	noun	γενική ενικού του ραδικοβλάσταρο
ραδικοβλάσταρων	noun	γενική πληθυντικού του ραδικοβλάσταρο
ραδικοζουμιού	=	ραδικοζούμι
ραδικοζουμιών	=	ραδικοζούμι
ραδικοζούμι	noun	άλλη μορφή του ραδικόζουμο
ραδικοζούμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδικοζούμι
ραδικοσαλάτα	noun	σαλάτα από ωμά τρυφερά φύλλα από πικρά ραδίκια ή ραδίκια του βουνού, συνηθέστερα και με ψιλοκομμένο κρεμμύδι με ασπράδια βραστών αυγών ανακατεμένα σε σάλτσα από λιωμένους κρόκους αυγών, μουστάρδα και λαδόξιδο.
ραδικοσαλάτας	noun	γενική ενικού του ραδικοσαλάτα
ραδικοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδικοσαλάτα
ραδικόζουμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδικόζουμο
ραδικόζουμο	noun	ζουμί από ραδίκια που τα έχουμε βράσει
ραδικόζουμου	noun	γενική ενικού του ραδικόζουμο
ραδικόζουμων	noun	γενική πληθυντικού του ραδικόζουμο
ραδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδινό
ραδινέ	adj	κλητική ενικού του ραδινός
ραδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδινή
ραδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδινός
ραδινής	adj	γενική ενικού του ραδινή
ραδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδινός
ραδινοτήτων	=	ραδινότητα
ραδινού	adj	γενική ενικού του ραδινός
ραδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδινός
ραδινό	adj	αιτιατική ενικού του ραδινός
ραδινός	adj	λεπτός, λεπτοκαμωμένος, λυγερός
ραδινότητα	noun|archaic	η ιδιότητα του ραδινού
ραδινότητας	=	ραδινότητα
ραδινότητες	=	ραδινότητα
ραδινών	adj	γενική πληθυντικού του ραδινός
ραδιοαστρονομία	noun	κλάδος της αστρονομίας που μελετά ουράνια σώματα μέσω της ανάλυσης της ακτινοβολίας ραδιοκυμάτων που εκπέμπονται από αστρικά αντικείμενα
ραδιοαστρονομίας	noun	γενική ενικού του ραδιοαστρονομία
ραδιοαστρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοαστρονομία
ραδιοαστρονομικά	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικέ	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικές	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομική	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικής	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικοί	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικού	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικούς	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικό	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομικός	adj	που έχει σχέση με την ραδιοαστρονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ραδιοαστρονομικών	=	ραδιοαστρονομικός
ραδιοαστρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοαστρονομία
ραδιοαστρονόμε	=	ραδιοαστρονόμος
ραδιοαστρονόμο	=	ραδιοαστρονόμος
ραδιοαστρονόμοι	=	ραδιοαστρονόμος
ραδιοαστρονόμος	noun	που ασχολείται επιστημονικά με την ραδιοαστρονομία
ραδιοαστρονόμου	=	ραδιοαστρονόμος
ραδιοαστρονόμους	=	ραδιοαστρονόμος
ραδιοαστρονόμων	=	ραδιοαστρονόμος
ραδιοβιολογία	noun	κλάδος της βιολογίας, στον οποίο κύριο αντικείμενο έρευνας και μελέτης αποτελεί η δράση των ραδιενεργών ακτινοβολιών γενικά πάνω σε διάφορους έμβιους οργανισμούς
ραδιοβιολογίας	noun	γενική ενικού του ραδιοβιολογία
ραδιοβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοβιολογία
ραδιοβιολογικά	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικέ	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικές	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογική	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικής	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικοί	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικού	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικούς	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικό	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογικός	adj	σχετικός με την ραδιοβιολογία
ραδιοβιολογικών	=	ραδιοβιολογικός
ραδιοβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοβιολογία
ραδιοβοήθημα	noun	συσκευή ή σύστημα που χρησιμοποιείται για την υποβοήθηση της πλοήγησης και επικοινωνίας μέσω ραδιοκυμάτων, συχνά σε αεροναυτιλία ή θαλάσσια πλοήγηση
ραδιοβοηθήματα	=	ραδιοβοήθημα
ραδιοβοηθήματος	=	ραδιοβοήθημα
ραδιοβοηθημάτων	=	ραδιοβοήθημα
ραδιοβολίδα	noun	συσκευή μέτρησης των ατμοσφαιρικών συνθηκών η οποία μεταφέρεται με αερόστατο
ραδιοβολίδας	=	ραδιοβολίδα
ραδιοβολίδες	=	ραδιοβολίδα
ραδιοβολίδων	=	ραδιοβολίδα
ραδιοβολίσεις	=	ραδιοβόλιση
ραδιοβολίσεων	=	ραδιοβόλιση
ραδιοβόλιση	noun	η εξέταση των φαινομένων της ατμόσφαιρας με τη χρήση ραδιοβολίδας
ραδιοβόλισης	=	ραδιοβόλιση
ραδιογαλαξία	=	ραδιογαλαξίας
ραδιογαλαξίας	noun	γαλαξίας που γίνεται αντιληπτός χάρη στα ραδιοκύματα που εκπέμπει
ραδιογαλαξίες	=	ραδιογαλαξίας
ραδιογαλαξιών	=	ραδιογαλαξίας
ραδιογενετικές	=	ραδιογενετική
ραδιογενετική	noun	η μελέτη των γενετικών επιδράσεων της ακτινοβολίας
ραδιογενετικής	=	ραδιογενετική
ραδιογενετικών	=	ραδιογενετική
ραδιογράφημα	noun	ραδιοτηλεγράφημα
ραδιογράφηση	noun	συνώνυμο του ραδιογραφία
ραδιογράφησης	=	ραδιογράφηση
ραδιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογράφημα
ραδιογραφήματος	noun	γενική ενικού του ραδιογράφημα
ραδιογραφήσεις	=	ραδιογράφηση
ραδιογραφήσεων	=	ραδιογράφηση
ραδιογραφία	noun	απεικόνιση με τη βοήθεια ακτίνων-Χ ή ακτίνων-γ
ραδιογραφίας	noun	γενική ενικού του ραδιογραφία
ραδιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογραφία
ραδιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιογράφημα
ραδιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογραφικό
ραδιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιογραφικός
ραδιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογραφική
ραδιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιογραφικός
ραδιογραφικής	adj	γενική ενικού του ραδιογραφική
ραδιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιογραφικός
ραδιογραφικού	adj	γενική ενικού του ραδιογραφικός
ραδιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιογραφικός
ραδιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιογραφικός
ραδιογραφικός	adj	που σχετίζεται με τη ραδιογραφία
ραδιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιογραφικός
ραδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιογραφία
ραδιογωνιομετρία	noun	μέθοδος εντοπισμού του σημείου εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
ραδιογωνιομετρίας	noun	γενική ενικού του ραδιογωνιομετρία
ραδιογωνιομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογωνιομετρία
ραδιογωνιομετρίο	=	ραδιογωνιομετρία
ραδιογωνιομετρίου	=	ραδιογωνιομετρία
ραδιογωνιομετρίων	=	ραδιογωνιομετρία
ραδιογωνιομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογωνιομετρικό
ραδιογωνιομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογωνιομετρική
ραδιογωνιομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιομετρικής	adj	γενική ενικού του ραδιογωνιομετρική
ραδιογωνιομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιομετρικού	adj	γενική ενικού του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιομετρικός	adj	που αναφέρεται στο ραδιογωνιόμετρο ή περιλαμβάνει τη χρήση του
ραδιογωνιομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιογωνιομετρικός
ραδιογωνιόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιογωνιόμετρο
ραδιογωνιόμετρο	noun	συσκευή εντοπισμού του σημείου εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
ραδιογωνιόμετρου	noun	γενική ενικού του ραδιογωνιόμετρο
ραδιογωνιόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιογωνιόμετρο
ραδιοδέκτες	=	ραδιοδέκτης
ραδιοδέκτη	=	ραδιοδέκτης
ραδιοδέκτης	noun	πομπός με τον οποίο λαμβάνουμε μηνύματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
ραδιοδέσμες	=	ραδιοδέσμη
ραδιοδέσμη	noun	δέσμη ραδιοκυμάτων
ραδιοδέσμης	=	ραδιοδέσμη
ραδιοδίαυλος	noun|rare	συχνότητα ή εύρος συχνοτήτων στο ραδιοφάσμα που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση ραδιοφωνικών σημάτων
ραδιοδεκτών	=	ραδιοδέκτης
ραδιοδεσμών	=	ραδιοδέσμη
ραδιοδιάσπαση	noun	πυρηνική διάσπαση όχι αναγκαστικά του ραδίου (γι' αυτό συνήθως προτιμάται η λέξη διάσπαση)
ραδιοδιοπτεύσεις	=	ραδιοδιόπτευση
ραδιοδιοπτεύσεων	=	ραδιοδιόπτευση
ραδιοδιόπτευση	noun	τεχνική προσδιορισμού της θέσης ενός πλοίου ή αεροσκάφους με την ανίχνευση και μέτρηση της κατεύθυνσης από την οποία προέρχονται ραδιοκύματα που εκπέμπονται από συγκεκριμένες πηγές στη στεριά ή σε πλοία / αεροσκάφη γνωστών συντεταγμένων
ραδιοδιόπτευσης	=	ραδιοδιόπτευση
ραδιοεκπομπές	=	ραδιοεκπομπή
ραδιοεκπομπή	noun	εκπομπή ραδιοκυμάτων
ραδιοεκπομπής	=	ραδιοεκπομπή
ραδιοεκπομπών	=	ραδιοεκπομπή
ραδιοεντοπισμέ	noun	κλητική ενικού του ραδιοεντοπισμός
ραδιοεντοπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοεντοπισμός
ραδιοεντοπισμού	noun	γενική ενικού του ραδιοεντοπισμός
ραδιοεντοπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοεντοπισμός
ραδιοεντοπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ραδιοεντοπισμός
ραδιοεντοπισμός	noun	εντοπισμός που γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα
ραδιοεντοπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοεντοπισμός
ραδιοεντοπιστές	=	ραδιοεντοπιστής
ραδιοεντοπιστή	=	ραδιοεντοπιστής
ραδιοεντοπιστής	noun	συσκευή εντοπισμού με χρήση ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
ραδιοεντοπιστών	=	ραδιοεντοπιστής
ραδιοεπικοινωνία	noun	επικοινωνία μέσω ραδιοκυμάτων / ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
ραδιοεπικοινωνίας	noun	γενική ενικού του ραδιοεπικοινωνία
ραδιοεπικοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοεπικοινωνία
ραδιοεπικοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοεπικοινωνία
ραδιοεπισήμανση	noun	προσδιορισμός της θέσης, της ταχύτητας ή άλλων χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου μέσω ραδιοκυμάτων
ραδιοεπισήμανσης	=	ραδιοεπισήμανση
ραδιοεπισημάνσεις	=	ραδιοεπισήμανση
ραδιοεπισημάνσεων	=	ραδιοεπισήμανση
ραδιοευαισθησία	noun	η ευαισθησία ζώντων ιστών σε ιονίζουσα ή ραδιενεργό ακτινοβολία
ραδιοευαισθησίας	noun	γενική ενικού του ραδιοευαισθησία
ραδιοευαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοευαισθησία
ραδιοευαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοευαισθησία
ραδιοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρικό
ραδιοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρική
ραδιοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του ραδιοηλεκτρική
ραδιοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρικός	adj	ο σχετικός με τον ραδιοηλεκτρισμό
ραδιοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρικός
ραδιοηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του ραδιοηλεκτρισμός
ραδιοηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρισμός
ραδιοηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του ραδιοηλεκτρισμός
ραδιοηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρισμός
ραδιοηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ραδιοηλεκτρισμός
ραδιοηλεκτρισμός	noun	τεχνολογία που σχετίζεται στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση πληροφοριών μέσω ραδιοκυμάτων
ραδιοηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρισμός
ραδιοηλεκτρολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και την εφαρμογή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, ιδίως των ραδιοκυμάτων, για τη μετάδοση πληροφοριών και την επικοινωνία καθώς και η σχετική τεχνική
ραδιοηλεκτρολογίας	noun	γενική ενικού του ραδιοηλεκτρολογία
ραδιοηλεκτρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογία
ραδιοηλεκτρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογικό
ραδιοηλεκτρολογικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογική
ραδιοηλεκτρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογικής	adj	γενική ενικού του ραδιοηλεκτρολογική
ραδιοηλεκτρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογικού	adj	γενική ενικού του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογικός	adj	ο σχετικός με ραδιοηλεκτρολογία
ραδιοηλεκτρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογικός
ραδιοηλεκτρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοηλεκτρολογία
ραδιοηλεκτρολόγε	=	ραδιοηλεκτρολόγος
ραδιοηλεκτρολόγο	=	ραδιοηλεκτρολόγος
ραδιοηλεκτρολόγοι	=	ραδιοηλεκτρολόγος
ραδιοηλεκτρολόγος	noun	ηλεκτρολόγος ειδικευμένος στην ραδιοηλεκτρολογία
ραδιοηλεκτρολόγου	=	ραδιοηλεκτρολόγος
ραδιοηλεκτρολόγους	=	ραδιοηλεκτρολόγος
ραδιοηλεκτρολόγων	=	ραδιοηλεκτρολόγος
ραδιοηλεκτροτεχνία	noun	ηλεκτροτεχνικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και την εφαρμογή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων / ραδιοκυμάτων για τη μετάδοση πληροφοριών και την επικοινωνία
ραδιοηλεκτροτεχνίας	noun	γενική ενικού του ραδιοηλεκτροτεχνία
ραδιοηλεκτροτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοηλεκτροτεχνία
ραδιοηλεκτροτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοηλεκτροτεχνία
ραδιοθάλαμε	noun	κλητική ενικού του ραδιοθάλαμος
ραδιοθάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του ραδιοθάλαμος
ραδιοθάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοθάλαμος
ραδιοθάλαμος	noun	η αίθουσα ενός ραδιοσταθμού από την οποία εκπέμπεται μια ραδιοφωνική εκπομπή
ραδιοθάλαμου	=	ραδιοθάλαμος
ραδιοθάλαμους	=	ραδιοθάλαμος
ραδιοθαλάμου	noun	γενική ενικού του ραδιοθάλαμος
ραδιοθαλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοθάλαμος
ραδιοθαλάμων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοθάλαμος
ραδιοθεραπεία	noun	η χρήση ιονίζουσας ακτινοβολίας για θεραπευτικούς σκοπούς, κυρίως για την αντιμετώπιση όγκων
ραδιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ραδιοθεραπεία
ραδιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοθεραπεία
ραδιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοθεραπεία
ραδιοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοθεραπευτικό
ραδιοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοθεραπευτική
ραδιοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του ραδιοθεραπευτική
ραδιοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοθεραπευτικός	adj	σχετικός με τη ραδιοθεραπεία
ραδιοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοθεραπευτικός
ραδιοκαίσια	=	ραδιοκαίσιο
ραδιοκαίσιο	noun	ραδιενεργό ισότοπο καισίου, θανατηφόρο πάνω από κάποιο όριο συγκέντρωσης
ραδιοκαίσιου	=	ραδιοκαίσιο
ραδιοκαίσιων	=	ραδιοκαίσιο
ραδιοκασετόφωνα	=	ραδιοκασετόφωνο
ραδιοκασετόφωνο	noun	ηλεκτρονική συσκευή που συνδυάζει την ύπαρξη ραδιοφώνου και κασετοφώνου
ραδιοκασετόφωνου	=	ραδιοκασετόφωνο
ραδιοκασετόφωνων	=	ραδιοκασετόφωνο
ραδιοκυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοκύμα
ραδιοκύμα	noun	ηλεκτρομαγνητικό κύμα που χρησιμοποιείται στη μετάδοση ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, στις τηλεπικοινωνίες κ.λπ.
ραδιοκύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοκύμα
ραδιοκύματος	=	ραδιοκύμα
ραδιολογία	noun	κλάδος της φυσικής για τη μελέτη της ραδιενέργειας
ραδιολογίας	noun	γενική ενικού του ραδιολογία
ραδιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιολογία
ραδιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ραδιολογικός	adv	με τον τρόπο της ραδιολογίας
ραδιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιολογικός
ραδιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιολογική
ραδιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιολογικός
ραδιολογικής	adj	γενική ενικού του ραδιολογική
ραδιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιολογικός
ραδιολογικού	adj	γενική ενικού του ραδιολογικός
ραδιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιολογικός
ραδιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιολογικός
ραδιολογικός	adj	σχετικός με την ραδιολογία
ραδιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιολογικός
ραδιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιολογία
ραδιολόγε	=	ραδιολόγος
ραδιολόγο	=	ραδιολόγος
ραδιολόγοι	=	ραδιολόγος
ραδιολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στη ραδιολογία
ραδιολόγου	=	ραδιολόγος
ραδιολόγους	=	ραδιολόγος
ραδιολόγων	=	ραδιολόγος
ραδιομετάδοση	noun	η μετάδοση σημάτων χωρίς τη χρήση καλωδίων μέσω της διαμόρφωσης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων σε συχνότητες συνήθως μικρότερες αυτής του φωτός
ραδιομετάδοσης	=	ραδιομετάδοση
ραδιομεταδόσεις	=	ραδιομετάδοση
ραδιομεταδόσεων	=	ραδιομετάδοση
ραδιομετεωρολογία	noun	κλάδος της μετεωρολογίας που με τη χρήση οργάνων που χρησιμοποιούν ραδιοκύματα μελετά τα μετεωρολογικά φαινόμενα
ραδιομετεωρολογίας	=	ραδιομετεωρολογία
ραδιομετεωρολογίες	=	ραδιομετεωρολογία
ραδιομετεωρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιομετεωρολογικό
ραδιομετεωρολογικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιομετεωρολογική
ραδιομετεωρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογικής	adj	γενική ενικού του ραδιομετεωρολογική
ραδιομετεωρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογικού	adj	γενική ενικού του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογικός	adj	ο σχετικός με ραδιομετεωρολογία
ραδιομετεωρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιομετεωρολογικός
ραδιομετεωρολογιών	=	ραδιομετεωρολογία
ραδιομόλυβδος	noun|dated	παλαιότερος όρος για σταθερό ισότοπο του μολύβδου, τελικό προϊόν της μεταστοιχείωσης ραδιενεργών χημικών στοιχείων όπως το ράδιο, το ουράνιο ή το θόριο
ραδιοναυτιλία	noun	η εφαρμογή ραδιοεντοπισμού σε ναυτιλία και αεροναυτιλία
ραδιοναυτιλίας	noun	γενική ενικού του ραδιοναυτιλία
ραδιοναυτιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοναυτιλία
ραδιοναυτιλιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοναυτιλιακό
ραδιοναυτιλιακέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοναυτιλιακή
ραδιοναυτιλιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιακής	adj	γενική ενικού του ραδιοναυτιλιακή
ραδιοναυτιλιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιακού	adj	γενική ενικού του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιακό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιακός	adj	που έχει σχέση με τη ραδιοναυτιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ραδιοναυτιλιακών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοναυτιλιακός
ραδιοναυτιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοναυτιλία
ραδιονουκλίδια	=	ραδιονουκλίδιο
ραδιονουκλίδιο	noun	ραδιενεργό νουκλίδιο / νουκλεΐδιο
ραδιονουκλίδιου	=	ραδιονουκλίδιο
ραδιονουκλίδιων	=	ραδιονουκλίδιο
ραδιονουκλιδίου	=	ραδιονουκλίδιο
ραδιονουκλιδίων	=	ραδιονουκλίδιο
ραδιοπάθεια	noun	πάθηση που οφείλεται σε έκθεση σε ραδιενεργή ακτινοβολία
ραδιοπάθειας	=	ραδιοπάθεια
ραδιοπάθειες	=	ραδιοπάθεια
ραδιοπαθειών	=	ραδιοπάθεια
ραδιοπειρατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπειρατής
ραδιοπειρατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ραδιοπειρατής
ραδιοπειρατής	noun	ιδιοκτήτης και χειριστής παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού (πειρατής του ραδιοφώνου)
ραδιοπειρατεία	noun	η λειτουργία ερασιτεχνικού ραδιοφωνικού σταθμού χωρίς άδεια
ραδιοπειρατείας	noun	γενική ενικού του ραδιοπειρατεία
ραδιοπειρατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπειρατεία
ραδιοπειρατειών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοπειρατεία
ραδιοπειρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπειρατικό
ραδιοπειρατικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπειρατική
ραδιοπειρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατικής	adj	γενική ενικού του ραδιοπειρατική
ραδιοπειρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατικού	adj	γενική ενικού του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατικός	adj	ο σχετικός με ραδιοπειρατεία
ραδιοπειρατικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοπειρατικός
ραδιοπειρατών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοπειρατής
ραδιοπηγές	=	ραδιοπηγή
ραδιοπηγή	noun	ουράνιο σώμα, πηγή ακτινοβολίας ραδιοκυμάτων
ραδιοπηγής	=	ραδιοπηγή
ραδιοπηγών	=	ραδιοπηγή
ραδιοπικάπ	noun	ηλεκτρονική συσκευή που περιλαμβάνει ραδιόφωνο και πικάπ
ραδιοπλοήγηση	noun	πλοήγηση με χρήση ραδιοσημάτων για την παροχή πληροφοριών θέσης
ραδιοπλοήγησης	=	ραδιοπλοήγηση
ραδιοπλοηγήσεις	=	ραδιοπλοήγηση
ραδιοπλοηγήσεων	=	ραδιοπλοήγηση
ραδιοπομπέ	noun	κλητική ενικού του ραδιοπομπός
ραδιοπομποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπομπός
ραδιοπομπού	noun	γενική ενικού του ραδιοπομπός
ραδιοπομπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοπομπός
ραδιοπομπό	noun	αιτιατική ενικού του ραδιοπομπός
ραδιοπομπός	noun	πομπός με τον οποίο στέλνουμε μηνύματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
ραδιοπομπών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοπομπός
ραδιοπροσδιορισμέ	=	ραδιοπροσδιορισμός
ραδιοπροσδιορισμοί	=	ραδιοπροσδιορισμός
ραδιοπροσδιορισμού	=	ραδιοπροσδιορισμός
ραδιοπροσδιορισμούς	=	ραδιοπροσδιορισμός
ραδιοπροσδιορισμό	=	ραδιοπροσδιορισμός
ραδιοπροσδιορισμός	noun	προσδιορισμός της θέσης, της ταχύτητας ή άλλων χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου μέσω ραδιοκυμάτων
ραδιοπροσδιορισμών	=	ραδιοπροσδιορισμός
ραδιοπυξίδα	noun	ραδιογωνιόμετρο που χρησιμοποιείται στη ναυτιλία και στην αεροπλοΐα για την ακριβή πορεία των πλοίων και των αεροσκαφών
ραδιοπυξίδας	=	ραδιοπυξίδα
ραδιοπυξίδες	=	ραδιοπυξίδα
ραδιοπυξίδων	=	ραδιοπυξίδα
ραδιοπυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπυρηνικό
ραδιοπυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοπυρηνικός
ραδιοπυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπυρηνική
ραδιοπυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοπυρηνικός
ραδιοπυρηνικής	adj	γενική ενικού του ραδιοπυρηνική
ραδιοπυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοπυρηνικός
ραδιοπυρηνικού	adj	γενική ενικού του ραδιοπυρηνικός
ραδιοπυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοπυρηνικός
ραδιοπυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοπυρηνικός
ραδιοπυρηνικός	adj	που έχει σχέση με ραδιενεργούς ή πυρηνικούς παράγοντες ή αναφέρεται σ’ αυτούς
ραδιοπυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοπυρηνικός
ραδιοσήμα	noun	σήμα που εκπέμπεται και λαμβάνεται μέσω ραδιοκυμάτων
ραδιοσήμανση	noun	η επισήμανση μιας ουσίας (ιδίως μια βιολογικής) με έναν ραδιενεργό ιχνηθέτη / ραδιενεργό ισότοπο
ραδιοσήμανσης	=	ραδιοσήμανση
ραδιοσήματα	=	ραδιοσήμα
ραδιοσήματος	=	ραδιοσήμα
ραδιοσημάνσεις	=	ραδιοσήμανση
ραδιοσημάνσεων	=	ραδιοσήμανση
ραδιοσημάτων	=	ραδιοσήμα
ραδιοσκηνοθέτες	=	ραδιοσκηνοθέτης
ραδιοσκηνοθέτη	=	ραδιοσκηνοθέτης
ραδιοσκηνοθέτης	noun	αυτός που επιμελείται τη ραδιοσκηνοθεσία ραδιοφωνικής εκπομπής
ραδιοσκηνοθέτρια	noun	θηλυκό του ραδιοσκηνοθέτης
ραδιοσκηνοθέτριας	noun	γενική ενικού του ραδιοσκηνοθέτρια
ραδιοσκηνοθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοσκηνοθέτρια
ραδιοσκηνοθεσία	noun	η σκηνοθεσία θεατρικής παράστασης (ή σχετικής εκπομπής), προκειμένου να μεταδοθεί και να ακούγεται σωστά από το ραδιόφωνο
ραδιοσκηνοθεσίας	noun	γενική ενικού του ραδιοσκηνοθεσία
ραδιοσκηνοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοσκηνοθεσία
ραδιοσκηνοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοσκηνοθεσία
ραδιοσκηνοθετριών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοσκηνοθέτρια
ραδιοσκηνοθετών	=	ραδιοσκηνοθέτης
ραδιοσκοπήσεις	=	ραδιοσκόπηση
ραδιοσκοπήσεων	=	ραδιοσκόπηση
ραδιοσκοπία	noun	άλλη μορφή του ραδιοσκόπηση
ραδιοσκοπίας	=	ραδιοσκοπία
ραδιοσκοπίες	=	ραδιοσκοπία
ραδιοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ραδιοσκοπικός	adv	με ραδιοσκοπικό τρόπο
ραδιοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοσκοπική
ραδιοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπικής	adj	γενική ενικού του ραδιοσκοπική
ραδιοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπικού	adj	γενική ενικού του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη ραδιοσκοπία ή τον ραδιοσκόπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ραδιοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοσκοπικός
ραδιοσκοπιών	=	ραδιοσκοπία
ραδιοσκόπε	=	ραδιοσκόπος
ραδιοσκόπηση	noun	η ακτινοσκόπηση
ραδιοσκόπησης	=	ραδιοσκόπηση
ραδιοσκόπο	=	ραδιοσκόπος
ραδιοσκόποι	=	ραδιοσκόπος
ραδιοσκόπος	noun	ο ακτινοσκόπος, ο ακτινολόγος
ραδιοσκόπου	=	ραδιοσκόπος
ραδιοσκόπους	=	ραδιοσκόπος
ραδιοσκόπων	=	ραδιοσκόπος
ραδιοσταθμέ	noun	κλητική ενικού του ραδιοσταθμός
ραδιοσταθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμίσκι
ραδιοσταθμού	noun	γενική ενικού του ραδιοσταθμός
ραδιοσταθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοσταθμός
ραδιοσταθμό	noun	αιτιατική ενικού του ραδιοσταθμός
ραδιοσταθμός	noun	ο οργανισμός με το σύνολο των εγκαταστάσεών του που εκπέμπει ραδιοφωνικές εκπομπές
ραδιοσταθμών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοσταθμός
ραδιοστοιχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοστοιχείο
ραδιοστοιχείο	noun	κάθε ραδιενεργό στοιχείο
ραδιοστοιχείου	noun	γενική ενικού του ραδιοστοιχείο
ραδιοστοιχείων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοστοιχείο
ραδιοσυζεύξεις	=	ραδιοσύζευξη
ραδιοσυζεύξεων	=	ραδιοσύζευξη
ραδιοσυμβολομέτρου	=	ραδιοσυμβολόμετρο
ραδιοσυμβολομέτρων	=	ραδιοσυμβολόμετρο
ραδιοσυμβολομετρία	noun	τεχνική στην αστρονομία που χρησιμοποιεί πολλαπλά ραδιοτηλεσκόπια, για να παρατηρήσει το ίδιο ουράνιο σώμα, επιτρέποντας στους αστρονόμους να συνδυάζουν τα σήματα από τα τηλεσκόπια και να δημιουργούν μια εικόνα με πολύ μεγαλύτερη ανάλυση από αυτή που θα μπορούσε να επιτευχθεί με ένα μόνο τηλεσκόπιο
ραδιοσυμβολομετρίας	=	ραδιοσυμβολομετρία
ραδιοσυμβολομετρίες	=	ραδιοσυμβολομετρία
ραδιοσυμβολομετριών	=	ραδιοσυμβολομετρία
ραδιοσυμβολόμετρα	=	ραδιοσυμβολόμετρο
ραδιοσυμβολόμετρο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται στην αστρονομία, για να μελετά τα ουράνια σώματα, λαμβάνοντας και αναλύοντας την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται ή ανακλάται απ’ αυτά
ραδιοσυμβολόμετρου	=	ραδιοσυμβολόμετρο
ραδιοσυμβολόμετρων	=	ραδιοσυμβολόμετρο
ραδιοσχολιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοσχολιαστής
ραδιοσύζευξη	noun	η σύζευξη μέσω ραδιοκυμάτων ενός πομπού και δεκτών
ραδιοσύζευξης	=	ραδιοσύζευξη
ραδιοτεχνία	noun	η ραδιοηλεκτροτεχνία
ραδιοτεχνίας	noun	γενική ενικού του ραδιοτεχνία
ραδιοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτεχνία
ραδιοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτεχνικό
ραδιοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτεχνική
ραδιοτεχνική	noun	σύνολο των μεθόδων που σχετίζονται με τα ραδιοηλεκτρικά κύματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνικής	adj	γενική ενικού του ραδιοτεχνική
ραδιοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνικού	adj	γενική ενικού του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνικός	adj	σχετικός με τη ραδιοτεχνική
ραδιοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοτεχνικός
ραδιοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτεχνία
ραδιοτηλέγραφε	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλέγραφο	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλέγραφοι	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλέγραφος	noun	ασύρματη συσκευή που στέλνει τηλεγραφήματα με τη χρήση ραδιοκυμάτων
ραδιοτηλέγραφου	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλέγραφους	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλέγραφων	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλέφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλέφωνο	noun	συσκευή ασύρματης τηλεφωνικής επικοινωνίας με χρήση ραδιοφωνικών συχνοτήτων
ραδιοτηλέφωνον	noun	ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλέφωνου	=	ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλεγράφημα	noun	το τηλεγράφημα που στέλνει ο ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλεγράφου	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλεγράφους	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλεγράφων	=	ραδιοτηλέγραφος
ραδιοτηλεγραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεγράφημα
ραδιοτηλεγραφήματος	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλεγράφημα
ραδιοτηλεγραφία	noun	το σύνολο των τεχνικών που σχετίζονται με τη χρήση του ραδιοτηλέγραφου
ραδιοτηλεγραφίας	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλεγραφία
ραδιοτηλεγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφία
ραδιοτηλεγραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεγράφημα
ραδιοτηλεγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφικό	adv	με τη χρήση του ραδιοτηλέγραφου
ραδιοτηλεγραφικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφική
ραδιοτηλεγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφικής	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεγραφική
ραδιοτηλεγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφικού	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφικός	adj	ο σχετικός με τον ραδιοτηλέγραφο
ραδιοτηλεγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφικός
ραδιοτηλεγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεγραφία
ραδιοτηλεοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεοπτικό	adv	ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά
ραδιοτηλεοπτικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεοπτική
ραδιοτηλεοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοπτικής	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεοπτική
ραδιοτηλεοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοπτικού	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοπτικός	adj	που αναφέρεται στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση
ραδιοτηλεοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεοπτικός
ραδιοτηλεοράσεις	=	ραδιοτηλεόραση
ραδιοτηλεοράσεων	=	ραδιοτηλεόραση
ραδιοτηλεπικοινωνία	noun	επικοινωνία μέσω ραδιοκυμάτων
ραδιοτηλεπικοινωνίας	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλεπικοινωνία
ραδιοτηλεπικοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεπικοινωνία
ραδιοτηλεπικοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεπικοινωνία
ραδιοτηλεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεπτική
ραδιοτηλεπτικής	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεπτική
ραδιοτηλεσκοπίου	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλεσκόπιο
ραδιοτηλεσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεσκόπιο
ραδιοτηλεσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεσκόπιο
ραδιοτηλεσκόπιο	noun	μορφή κατευθυντικής ραδιοφωνικής κεραίας που χρησιμοποιείται στη ραδιοαστρονομία, αλλά και στην παρακολούθηση τεχνητών δορυφόρων ή διαστημικών σκαφών και στη συλλογή των δεδομένων που μεταδίνουν στη Γη
ραδιοτηλεσκόπιου	=	ραδιοτηλεσκόπιο
ραδιοτηλεφωνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεφώνημα
ραδιοτηλεφωνήματος	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλεφώνημα
ραδιοτηλεφωνία	noun	η επικοινωνία μέσω ραδιοτηλεφώνου και το σύνολο των τεχνικών μέσων που σχετίζονται με αυτήν
ραδιοτηλεφωνίας	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλεφωνία
ραδιοτηλεφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνία
ραδιοτηλεφωνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεφώνημα
ραδιοτηλεφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνικό	adv	με τη χρήση του ραδιοτηλεφώνου
ραδιοτηλεφωνικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνική
ραδιοτηλεφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικής	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεφωνική
ραδιοτηλεφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικού	adj	γενική ενικού του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικός	adj	που αναφέρεται στο ραδιοτηλέφωνο ή περιλαμβάνει τη χρήση του
ραδιοτηλεφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνικός
ραδιοτηλεφωνικῶς	adv	ραδιοτηλεφωνικά
ραδιοτηλεφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλεφωνία
ραδιοτηλεφωνώ	verb	τηλεφωνώ με ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλεφώνημα	noun	τηλεφώνημα που γίνεται από ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλεφώνου	noun	γενική ενικού του ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλεφώνων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοτηλέφωνο
ραδιοτηλεόραση	noun	το σύνολο των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών
ραδιοτηλεόρασης	=	ραδιοτηλεόραση
ραδιουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιούργημα
ραδιουργήματος	noun	γενική ενικού του ραδιούργημα
ραδιουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραδιουργώ
ραδιουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραδιουργώ
ραδιουργία	noun	η συμπεριφορά ή οι ενέργειες ενός ραδιούργου
ραδιουργίας	noun	γενική ενικού του ραδιουργία
ραδιουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιουργία
ραδιουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιούργημα
ραδιουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιουργία
ραδιουργώ	verb	ασχολούμαι με ραδιουργίες, συνωμοτώ, μηχανορραφώ, λειτουργώ με πανουργία, επινοώ σκοτεινά σχέδια για να πετύχω το στόχο μου (συνήθως εις βάρος άλλων)
ραδιουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ραδιουργώ
ραδιοφάρε	noun	κλητική ενικού του ραδιοφάρος
ραδιοφάρμακα	=	ραδιοφάρμακο
ραδιοφάρμακο	noun	οργανική ή ανόργανη ένωση ραδιονουκλιδίων που δίνονται σε ασθενείς, για να υποβληθούν σε διαγνωστικές εξετάσεις (π.χ. σπινθηρογράφημα) ή θεραπείες πυρηνικής ιατρικής
ραδιοφάρμακου	=	ραδιοφάρμακο
ραδιοφάρμακων	=	ραδιοφάρμακο
ραδιοφάρο	noun	αιτιατική ενικού του ραδιοφάρος
ραδιοφάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφάρος
ραδιοφάρος	noun	ραδιοηλεκτρικός πομπός που διευκολύνει την πλοήγηση ενός αεροπλάνου ή πλοίου
ραδιοφάρου	noun	γενική ενικού του ραδιοφάρος
ραδιοφάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοφάρος
ραδιοφάρων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοφάρος
ραδιοφάσμα	noun	εύρος ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση ραδιοφωνικών σημάτων, σε διάφορες ζώνες συχνοτήτων, οι οποίες χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, όπως ραδιοφωνία, τηλεόραση, κινητή τηλεφωνία κ.λπ.
ραδιοφάσματα	=	ραδιοφάσμα
ραδιοφάσματος	=	ραδιοφάσμα
ραδιοφαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφαρικό
ραδιοφαρικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφαρική
ραδιοφαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρικής	adj	γενική ενικού του ραδιοφαρική
ραδιοφαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρικού	adj	γενική ενικού του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρικός	adj	ο σχετικός με ραδιοφάρους
ραδιοφαρικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοφαρικός
ραδιοφαρμακευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφαρμακευτικό
ραδιοφαρμακευτικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφαρμακευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφαρμακευτική
ραδιοφαρμακευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφαρμακευτικής	adj	γενική ενικού του ραδιοφαρμακευτική
ραδιοφαρμακευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφαρμακευτικού	adj	γενική ενικού του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφαρμακευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφαρμακευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφαρμακευτικός	adj	ο σχετικός με ραδιοφαρμακευτική
ραδιοφαρμακευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοφαρμακευτικός
ραδιοφασμάτων	=	ραδιοφάσμα
ραδιοφασματικά	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικέ	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικές	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματική	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικής	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικοί	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικού	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικούς	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικό	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματικός	adj	που έχει σχέση με το ραδιοφάσμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
ραδιοφασματικών	=	ραδιοφασματικός
ραδιοφασματογράφε	=	ραδιοφασματογράφος
ραδιοφασματογράφο	=	ραδιοφασματογράφος
ραδιοφασματογράφοι	=	ραδιοφασματογράφος
ραδιοφασματογράφος	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση και την ανάλυση των χαρακτηριστικών του ραδιοφάσματος
ραδιοφασματογράφου	=	ραδιοφασματογράφος
ραδιοφασματογράφους	=	ραδιοφασματογράφος
ραδιοφασματογράφων	=	ραδιοφασματογράφος
ραδιοφωνάκι	noun	μικρό φορητό ραδιόφωνο
ραδιοφωνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφωνάκι
ραδιοφωνία	noun	η μεταβίβαση ήχων μέσω ραδιοπομπού
ραδιοφωνίας	noun	γενική ενικού του ραδιοφωνία
ραδιοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφωνία
ραδιοφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφωνικό	adv	μέσω του ραδιοφώνου
ραδιοφωνικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφωνική
ραδιοφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνικής	adj	γενική ενικού του ραδιοφωνική
ραδιοφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνικού	adj	γενική ενικού του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνικός	adj	σχετικός με το ραδιόφωνο
ραδιοφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοφωνικός
ραδιοφωνιστής	noun|rare	αυτός που έχει ή εργάζεται σε ραδιοφωνικό σταθμό
ραδιοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοφωνία
ραδιοφωταυγειών	=	ραδιοφωταύγεια
ραδιοφωταύγεια	noun	φωταύγεια που προκαλείται από την έκθεση ενός σώματος σε ιοντίζουσα ακτινοβολία
ραδιοφωταύγειας	=	ραδιοφωταύγεια
ραδιοφωταύγειες	=	ραδιοφωταύγεια
ραδιοφώνου	noun	γενική ενικού του ραδιόφωνο
ραδιοφώνων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιόφωνο
ραδιοχημεία	noun	χημεία των ραδιενεργών υλικών
ραδιοχημείας	noun	γενική ενικού του ραδιοχημεία
ραδιοχημείες	=	ραδιοχημεία
ραδιοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοχημεία
ραδιοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοχημικό
ραδιοχημικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοχημικός
ραδιοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοχημική
ραδιοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοχημικός
ραδιοχημικής	adj	γενική ενικού του ραδιοχημική
ραδιοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοχημικός
ραδιοχημικού	adj	γενική ενικού του ραδιοχημικός
ραδιοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοχημικός
ραδιοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοχημικός
ραδιοχημικός	adj	ο σχετικός με ραδιοχημεία
ραδιοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοχημικός
ραδιοχρονολογήσεις	=	ραδιοχρονολόγηση
ραδιοχρονολογήσεων	=	ραδιοχρονολόγηση
ραδιοχρονολόγηση	noun	η χρονολόγηση αντικειμένων του ιστορικού και προϊστορικού παρελθόντος με τη χρήση επιστημονικής μεθόδου που μετρά την ποσότητα του ραδιενεργού άνθρακα C₁₄ που περιέχουν αυτά
ραδιοχρονολόγησης	=	ραδιοχρονολόγηση
ραδιοϊσοτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοϊσοτοπικό
ραδιοϊσοτοπικέ	adj	κλητική ενικού του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοϊσοτοπική
ραδιοϊσοτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτοπικής	adj	γενική ενικού του ραδιοϊσοτοπική
ραδιοϊσοτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτοπικού	adj	γενική ενικού του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτοπικός	adj	ο σχετικός με ραδιοϊσότοπο
ραδιοϊσοτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ραδιοϊσοτοπικός
ραδιοϊσοτόπου	noun	γενική ενικού του ραδιοϊσότοπο
ραδιοϊσοτόπων	noun	γενική πληθυντικού του ραδιοϊσότοπο
ραδιοϊσότοπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιοϊσότοπο
ραδιοϊσότοπο	noun	κάθε ισότοπο χημικού στοιχείου που είναι ασταθές και διασπάται εκπέμποντας ραδιενέργεια
ραδιοϊσότοπου	=	ραδιοϊσότοπο
ραδιούργα	=	ραδιούργος
ραδιούργας	=	ραδιούργος
ραδιούργε	=	ραδιούργος
ραδιούργες	=	ραδιούργος
ραδιούργημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ραδιουργώ
ραδιούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραδιουργώ
ραδιούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραδιουργώ
ραδιούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραδιουργώ
ραδιούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραδιουργώ
ραδιούργο	=	ραδιούργος
ραδιούργοι	=	ραδιούργος
ραδιούργος	adj	μηχανορράφος, δολοπλόκος, ύπουλος
ραδιούργου	=	ραδιούργος
ραδιούργους	=	ραδιούργος
ραδιούργων	=	ραδιούργος
ραδιούχα	=	ραδιούχος
ραδιούχας	=	ραδιούχος
ραδιούχε	=	ραδιούχος
ραδιούχες	=	ραδιούχος
ραδιούχο	=	ραδιούχος
ραδιούχοι	=	ραδιούχος
ραδιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο ραδίου
ραδιούχου	=	ραδιούχος
ραδιούχους	=	ραδιούχος
ραδιούχων	=	ραδιούχος
ραδιόφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραδιόφωνο
ραδιόφωνο	noun	συσκευή που λαμβάνει ηχητικά δεδομένα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και τα μετατρέπει πάλι σε ήχο
ραδιόφωνον	noun	ραδιόφωνο
ραδιόφωνου	=	ραδιόφωνο
ραδονίου	noun	γενική ενικού του ραδόνιο
ραδόνιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο, που ανήκει στα ευγενή αέρια, με ατομικό αριθμό 86 και χημικό σύμβολο το Rn
ραδόνιον	noun	το ραδόνιο
ραε	abbrev	ανεξάρτητη κρατική αρχή της Ελλάδας, που έχει σκοπό την επίβλεψη και ρύθμιση της αγοράς ενέργειας
ραζακί	noun	ποικιλία σταφυλιού
ραζακιά	=	ραζακί
ραζακιού	=	ραζακί
ραζακιών	=	ραζακί
ραθυμία	noun	η νωθρότητα, η απροθυμία
ραθυμίας	noun	γενική ενικού του ραθυμία
ραθυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραθυμία
ραθυμιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ραθυμία
ραθυμιάς	noun	γενική ενικού του ραθυμιά
ραθυμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραθυμιά
ραθυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ραθυμία
ραθυμώ	verb|formal	είμαι ράθυμος
ραθυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ραθυμώ
ραιβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ραιβός	adv	με ραιβό τρόπο
ραιβέ	adj	κλητική ενικού του ραιβός
ραιβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβή
ραιβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραιβός
ραιβής	adj	γενική ενικού του ραιβή
ραιβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραιβός
ραιβοκοιλοποδία	noun	δυσπλασία του ποδιού
ραιβοκοιλοποδίας	=	ραιβοκοιλοποδία
ραιβοκοιλοποδίες	=	ραιβοκοιλοποδία
ραιβοκοιλοποδιών	=	ραιβοκοιλοποδία
ραιβοκράνου	noun	γενική ενικού του ραιβόκρανο
ραιβοκράνων	noun	γενική πληθυντικού του ραιβόκρανο
ραιβοποδία	noun	η δυσμορφία των ποδιών, κατά την οποία τα γόνατα είναι στραμμένα προς τα έξω
ραιβοποδίας	noun	γενική ενικού του ραιβοποδία
ραιβοποδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβοποδία
ραιβοποδιών	noun	γενική πληθυντικού του ραιβοποδία
ραιβοσκελές	=	ραιβοσκελής
ραιβοσκελή	=	ραιβοσκελής
ραιβοσκελής	adj|formal	που έχει ραιβά σκέλη
ραιβοσκελία	noun|formal	η ραιβοποδία
ραιβοσκελίας	noun	γενική ενικού του ραιβοσκελία
ραιβοσκελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβοσκελία
ραιβοσκελείς	=	ραιβοσκελής
ραιβοσκελιών	noun	γενική πληθυντικού του ραιβοσκελία
ραιβοσκελούς	=	ραιβοσκελής
ραιβοσκελών	=	ραιβοσκελής
ραιβοτήτων	=	ραιβότητα
ραιβοϊπποποδία	noun	συγγενής παραμόρφωση του ποδιού, που εμφανίζεται συχνά κατά τη γέννηση και χαρακτηρίζεται από την παραμόρφωση του ποδιού (ο αστράγαλος, η φτέρνα και τα δάχτυλα είναι συστραμμένα και παραμορφωμένα)
ραιβοϊπποποδίας	=	ραιβοϊπποποδία
ραιβοϊπποποδίες	=	ραιβοϊπποποδία
ραιβοϊπποποδιών	=	ραιβοϊπποποδία
ραιβού	adj	γενική ενικού του ραιβός
ραιβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραιβός
ραιβό	adj	αιτιατική ενικού του ραιβός
ραιβόκλαδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβόκλαδο
ραιβόκλαδε	adj	κλητική ενικού του ραιβόκλαδος
ραιβόκλαδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβόκλαδη
ραιβόκλαδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραιβόκλαδος
ραιβόκλαδης	adj	γενική ενικού του ραιβόκλαδη
ραιβόκλαδο	adj	αιτιατική ενικού του ραιβόκλαδος
ραιβόκλαδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραιβόκλαδος
ραιβόκλαδος	adj	που έχει ραιβά / στραβά κλαδιά
ραιβόκλαδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραιβόκλαδος
ραιβόκλαδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραιβόκλαδος
ραιβόκλαδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραιβόκλαδος
ραιβόκρανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβόκρανο
ραιβόκρανο	noun	η κλίση του κεφαλιού από τη μια πλευρά και το ανασήκωμα του πηγουνιού προς την αντίθετη, η οποία οφείλεται στη σύσπαση των μυών του αυχένα
ραιβόκρανου	=	ραιβόκρανο
ραιβόποδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβόποδο
ραιβόποδε	adj	κλητική ενικού του ραιβόποδος
ραιβόποδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιβόποδη
ραιβόποδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραιβόποδος
ραιβόποδης	adj	γενική ενικού του ραιβόποδη
ραιβόποδο	adj	αιτιατική ενικού του ραιβόποδος
ραιβόποδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραιβόποδος
ραιβόποδος	adj	που έχει ραιβοποδία
ραιβόποδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραιβόποδος
ραιβόποδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραιβόποδος
ραιβόποδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραιβόποδος
ραιβόπουν	noun	ον με ραιβοποδία
ραιβόπους	adj	που έχει ραιβοποδία
ραιβός	adj	που τα γόνατά του είναι στραμμένα προς τα έξω και τα πέλματα προς τα μέσα
ραιβότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ραιβού, το να είναι κάποιος ραιβός
ραιβότητας	=	ραιβότητα
ραιβότητες	=	ραιβότητα
ραιβών	adj	γενική πληθυντικού του ραιβός
ραιγιόν	noun	ύφασμα από συνθετική ίνα, σαν μετάξι
ραιδεστηνέ	=	ραιδεστηνός
ραιδεστηνοί	=	ραιδεστηνός
ραιδεστηνού	=	ραιδεστηνός
ραιδεστηνούς	=	ραιδεστηνός
ραιδεστηνό	=	ραιδεστηνός
ραιδεστηνός	noun|dated	άλλη γραφή του Ραιδεστινός
ραιδεστηνών	=	ραιδεστηνός
ραιδεστινέ	=	ραιδεστινός
ραιδεστινή	=	ραιδεστινός
ραιδεστινοί	=	ραιδεστινός
ραιδεστινού	=	ραιδεστινός
ραιδεστινούς	=	ραιδεστινός
ραιδεστινό	=	ραιδεστινός
ραιδεστινός	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Ραιδεστό
ραιδεστινών	=	ραιδεστινός
ραιτορομανικά	noun	ομάδα από λατινογενή ιδιώματα που τα μιλάνε σε περιοχές της Ελβετίας και της βορειοανατολικής Ιταλίας
ραιτορομανικέ	adj	κλητική ενικού του ραιτορομανικός
ραιτορομανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραιτορομανική
ραιτορομανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραιτορομανικός
ραιτορομανικής	adj	γενική ενικού του ραιτορομανική
ραιτορομανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραιτορομανικός
ραιτορομανικού	adj	γενική ενικού του ραιτορομανικός
ραιτορομανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραιτορομανικός
ραιτορομανικό	adj	αιτιατική ενικού του ραιτορομανικός
ραιτορομανικός	adj	που αφορά τους Ραιτορομανούς ή σχετίζεται με αυτούς
ραιτορομανικών	adj	γενική πληθυντικού του ραιτορομανικός
ρακένδυτα	=	ρακένδυτος
ρακένδυτε	=	ρακένδυτος
ρακένδυτες	=	ρακένδυτος
ρακένδυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρακένδυτος
ρακένδυτης	=	ρακένδυτος
ρακένδυτο	adj	ενικού, ουδέτερου γένους του ρακένδυτος
ρακένδυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρακένδυτος
ρακένδυτος	adj	που είναι ντυμένος με ράκη (κουρέλια), ο κουρελής
ρακένδυτου	=	ρακένδυτος
ρακένδυτους	=	ρακένδυτος
ρακένδυτων	=	ρακένδυτος
ρακές	=	ρακή
ρακέτα	noun	αντικείμενο με επίπεδη επιφάνεια, είτε συμπαγής είτε με πλέγμα, σε ωοειδές σχήμα με χειρολαβή για χτύπημα μικρής μπάλας (μπαλάκι), που χρησιμοποιείται σε διάφορα αθλήματα, καθώς και σε δραστηριότητες αναψυχής
ρακέτας	noun	γενική ενικού του ρακέτα
ρακέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακέτα
ρακή	noun	οινοπνευματώδες άχρωμο ποτό που παρασκευάζεται με ζύμωση και απόσταξη στέμφυλων
ρακής	=	ρακή
ρακί	noun	άλλη μορφή του ρακή
ρακίτζιζα	=	ρακιτζίζω
ρακίτζιζαν	=	ρακιτζίζω
ρακίτζιζε	=	ρακιτζίζω
ρακίτζιζες	=	ρακιτζίζω
ρακίτζισα	=	ρακιτζίζω
ρακίτζισαν	=	ρακιτζίζω
ρακίτζισε	=	ρακιτζίζω
ρακίτζισες	=	ρακιτζίζω
ρακαριά	=	ρακαριό
ρακαριού	=	ρακαριό
ρακαριό	noun	καζάνι της ρακής ή οίκημα στο οποίο αποστάζεται ρακή
ρακαριών	=	ρακαριό
ρακετών	=	ρακέτα
ρακιά	noun	άλλη μορφή του ρακή
ρακιάς	=	ρακιά
ρακιές	=	ρακιά
ρακιού	=	ρακί
ρακιτζά	=	ρακιτζό
ρακιτζή	=	ρακιτζής
ρακιτζήδες	=	ρακιτζής
ρακιτζήδων	=	ρακιτζής
ρακιτζής	noun	που παρασκευάζει ρακή, τσίπουρο
ρακιτζίζαμε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζαν	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζανε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζατε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζει	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζεις	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζετε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζοντας	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζουμε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζουν	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζουνε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίζω	verb	κάνω απόσταξηστροφυλιάς για παραγωγή ρακής ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
ρακιτζίσαμε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίσαν	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίσανε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίσατε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίσει	=	ρακιτζίζω
ρακιτζίστε	=	ρακιτζίζω
ρακιτζοκάζανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακιτζοκάζανο
ρακιτζοκάζανο	noun	το καζάνι που χρησιμοποιείται στο ρακιτζό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
ρακιτζοκάζανου	noun	γενική ενικού του ρακιτζοκάζανο
ρακιτζοκάζανων	noun	γενική πληθυντικού του ρακιτζοκάζανο
ρακιτζού	=	ρακιτζό
ρακιτζό	noun	γενικά ο η διαδικασία {απόσταξη) παραγωγής ρακί
ρακιτζών	=	ρακιτζό
ρακιών	=	ρακί
ρακλέτ	noun	ελβετική συνταγή με λιωμένο τυρί τύπου ρακλέτ (φοντύ)
ρακλέτα	noun	συσκευή κατασκευασμένη από καουτσούκ ή άλλο εύκαμπτο-μαλακό υλικό, που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των τζαμιών / πατωμάτων ή λείων επιφανειών
ρακλέτας	noun	γενική ενικού του ρακλέτα
ρακλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακλέτα
ρακλετών	noun	γενική πληθυντικού του ρακλέτα
ρακοκάζανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοκάζανο
ρακοκάζανο	noun	το καζάνι που χρησιμοποιείται στο καζάνεμα, στην παραγωγή ρακί (στην κρητική διάλεκτο)
ρακοκάζανου	noun	γενική ενικού του ρακοκάζανο
ρακοκάζανων	noun	γενική πληθυντικού του ρακοκάζανο
ρακοπίνω	verb|vulgar	πίνω ρακί
ρακοποσία	noun|formal	το να πίνει κάποιος ρακή
ρακοποσίας	=	ρακοποσία
ρακοποσίες	=	ρακοποσία
ρακοποσιών	=	ρακοποσία
ρακοποτιού	=	ρακοπότι
ρακοποτιών	=	ρακοπότι
ρακοποτών	=	ρακοπότης
ρακοπουλειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοπουλειό
ρακοπουλειού	noun	γενική ενικού του ρακοπουλειό
ρακοπουλειό	noun|vulgar	κατάστημα που πουλάει και σερβίρει ρακί
ρακοπουλειών	noun	γενική πληθυντικού του ρακοπουλειό
ρακοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοπωλείο
ρακοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλά ή σερβίρει ρακή ή άλλα παρόμοια οινοπνευματώδη
ρακοπωλείου	noun	γενική ενικού του ρακοπωλείο
ρακοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ρακοπωλείο
ρακοπωλεῖον	noun	κατάστημα που σερβίρει ρακί, ρακοπωλείο
ρακοπωλών	=	ρακοπώλης
ρακοπότες	=	ρακοπότης
ρακοπότη	=	ρακοπότης
ρακοπότηρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοπότηρο
ρακοπότηρο	noun	μικρό ποτήρι για το ρακί
ρακοπότηρου	noun	γενική ενικού του ρακοπότηρο
ρακοπότηρων	noun	γενική πληθυντικού του ρακοπότηρο
ρακοπότης	noun	αυτός που πίνει (πολλή ή συχνά) ρακή
ρακοπότι	noun	το να πίνει κάποιος ρακή
ρακοπότια	=	ρακοπότι
ρακοπώλες	=	ρακοπώλης
ρακοπώλη	=	ρακοπώλης
ρακοπώλης	noun	αυτός που πουλά ράκη (κουρέλια)
ρακοσυλλέκτες	=	ρακοσυλλέκτης
ρακοσυλλέκτη	=	ρακοσυλλέκτης
ρακοσυλλέκτης	noun	αυτός που απ’ τα σκουπίδια μαζεύει διάφορα αντικείμενα που του φαίνονται χρήσιμα (για να τα πουλήσει ή για άλλους λόγους)
ρακοσυλλέκτις	noun	ρακοσυλλέκτρια, θηλυκό του ρακοσυλλέκτης
ρακοσυλλέκτρια	noun	θηλυκό του ρακοσυλλέκτης
ρακοσυλλέκτριας	noun	γενική ενικού του ρακοσυλλέκτρια
ρακοσυλλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοσυλλέκτρια
ρακοσυλλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του ρακοσυλλέκτρια
ρακοσυλλεκτών	=	ρακοσυλλέκτης
ρακοφορέσαμε	=	ρακοφορώ
ρακοφορέσαν	=	ρακοφορώ
ρακοφορέσανε	=	ρακοφορώ
ρακοφορέσατε	=	ρακοφορώ
ρακοφορέσει	=	ρακοφορώ
ρακοφορέστε	=	ρακοφορώ
ρακοφορεί	=	ρακοφορώ
ρακοφορείς	=	ρακοφορώ
ρακοφορείτε	=	ρακοφορώ
ρακοφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοφορεμένο
ρακοφορεμένε	verb	κλητική ενικού του ρακοφορεμένος
ρακοφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακοφορεμένη
ρακοφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρακοφορεμένος
ρακοφορεμένης	verb	γενική ενικού του ρακοφορεμένη
ρακοφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρακοφορεμένος
ρακοφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρακοφορεμένος
ρακοφορεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ρακοφορώ
ρακοφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρακοφορεμένος
ρακοφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρακοφορεμένος
ρακοφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρακοφορεμένος
ρακοφορούμε	=	ρακοφορώ
ρακοφορούν	=	ρακοφορώ
ρακοφορούνε	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσα	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσαμε	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσαν	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσανε	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσατε	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσε	=	ρακοφορώ
ρακοφορούσες	=	ρακοφορώ
ρακοφορώ	verb|formal	φορώ ράκη / κουρέλια
ρακοφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρακοφορώ
ρακοφόρα	=	ρακοφόρος
ρακοφόρας	=	ρακοφόρος
ρακοφόρε	=	ρακοφόρος
ρακοφόρει	=	ρακοφορώ
ρακοφόρες	=	ρακοφόρος
ρακοφόρεσα	=	ρακοφορώ
ρακοφόρεσαν	=	ρακοφορώ
ρακοφόρεσε	=	ρακοφορώ
ρακοφόρεσες	=	ρακοφορώ
ρακοφόρο	=	ρακοφόρος
ρακοφόροι	=	ρακοφόρος
ρακοφόρος	adj|formal	που ρακοφορεί
ρακοφόρου	=	ρακοφόρος
ρακοφόρους	=	ρακοφόρος
ρακοφόρων	=	ρακοφόρος
ρακούν	noun	σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Προκυνιδών, που ζει σε χώρες της Αμερικής και έχει συνήθως κοντά πόδια, φουντωτή ουρά, μυτερό ρύγχος και μικρά όρθια αφτιά
ρακόμελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακόμελο
ρακόμελες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρακόμελη
ρακόμελη	noun	ποτό κυκλαδίτικων νησιών και της Κρήτης, που παρασκευάζεται με ψήσιμο ρακής και ζάχαρης ή μελιού σε διάφορες παραλλαγές, με προσθήκη μπαχαρικών ή βοτάνων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
ρακόμελης	=	ρακόμελη
ρακόμελο	noun	παραδοσιακό αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από ρακή και μέλι
ρακόμελου	noun	γενική ενικού του ρακόμελο
ρακόμελων	noun	γενική πληθυντικού του ρακόμελο
ρακόπινα	=	ρακοπίνω
ρακόρ	noun	λυόμενος σύνδεσμος, εξάρτημα, συνήθως μεταλλικό, με βόλτες από τη μία πλευρά και ειδικό τρόπο σύσφιξης από την άλλη που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο σωλήνες εκ των οποίων μόνο ο ένας έχει βόλτες
ρακών	noun	γενική πληθυντικού του ράκος
ραλίστα	=	ραλίστας
ραλίστας	noun	οδηγός αυτοκινήτου που τρέχει σε αγώνες ταχύτητας (ράλι)
ραλίστες	=	ραλίστας
ραλίστρια	=	ραλίστας
ραλεντάντο	adv	δείχνει μια παροδική επιβράδυνση της εκτέλεσης ενός μουσικού κομματιού
ραλιστών	=	ραλίστας
ραμί	noun	είδος χαρτοπαίγνιου , στο οποίο οι 2 έως 6 παίχτες του προσπαθούν να απαλλαγούν γρηγορότερα από τα χαρτιά που έχουν στα χέρια τους πετώντας τα στο τραπέζι σε διάφορους συνδυασμούς
ραμαζάνι	noun	η ονομασία του ένατου μήνα του μουσουλμανικού έτους, σημαντική θρησκευτική περίοδος, με νηστεία για όσο υπάρχει ήλιος στον ουρανό που ακολουθείται από δείπνο, το ιφτάρ, όταν πέσει ο ήλιος
ραμαζάνια	=	ραμαζάνι
ραμαζανιού	=	ραμαζάνι
ραμαζανιών	=	ραμαζάνι
ραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράμμα
ραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραμμένο
ραμμένε	verb	κλητική ενικού του ραμμένος
ραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραμμένη
ραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραμμένος
ραμμένης	verb	γενική ενικού του ραμμένη
ραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραμμένος
ραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραμμένος
ραμμένος	=	ράβω
ραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραμμένος
ραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραμμένος
ραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραμμένος
ραμολή	=	ραμολής
ραμολήδες	=	ραμολής
ραμολήδων	=	ραμολής
ραμολής	noun	άλλη μορφή του ραμολί
ραμολί	noun|slang	ο ηλικιωμένος που πάσχει από έκπτωση των νοητικών λειτουργιών
ραμολίρισα	=	ραμολίρω
ραμολίρισμα	noun|vulgar	το αποτέλεσμα του ραμολίρω
ραμολίρω	verb	γίνομαι ραμολί
ραμολιμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραμολιμέντο
ραμολιμέντο	noun	περιφρονητικός χαρακτηρισμός για κάποιον πολύ ηλικιωμένο που έχει χάσει πια τη διαύγεια της σκέψης του
ραμολιμέντου	noun	γενική ενικού του ραμολιμέντο
ραμολιμέντων	noun	γενική πληθυντικού του ραμολιμέντο
ραμολιρίσματα	=	ραμολίρισμα
ραμολιρίσματος	=	ραμολίρισμα
ραμολιρισμάτων	=	ραμολίρισμα
ραμπαδόξυλα	=	ραμπαδόξυλο
ραμπαδόξυλο	noun|dated	άλλη μορφή του αραμπαδόξυλο
ραμπαδόξυλου	=	ραμπαδόξυλο
ραμπαδόξυλων	=	ραμπαδόξυλο
ραμπών	=	ράμπα
ραμφί	noun|vulgar	το ράμφος
ραμφίζαμε	=	ραμφίζω
ραμφίζαν	=	ραμφίζω
ραμφίζανε	=	ραμφίζω
ραμφίζατε	=	ραμφίζω
ραμφίζει	=	ραμφίζω
ραμφίζεις	=	ραμφίζω
ραμφίζετε	=	ραμφίζω
ραμφίζοντας	=	ραμφίζω
ραμφίζουμε	=	ραμφίζω
ραμφίζουν	=	ραμφίζω
ραμφίζουνε	=	ραμφίζω
ραμφίζω	verb	χτυπώ κάτι/κάποιον με το ράμφος μου
ραμφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραμφίζω
ραμφίσαν	=	ραμφίζω
ραμφίσανε	=	ραμφίζω
ραμφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραμφίζω
ραμφίσει	=	ραμφίζω
ραμφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράμφισμα
ραμφίσματος	noun	γενική ενικού του ράμφισμα
ραμφίστε	=	ραμφίζω
ραμφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράμφισμα
ραμφισμέ	=	ραμφισμός
ραμφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραμφισμένο
ραμφισμένε	verb	κλητική ενικού του ραμφισμένος
ραμφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραμφισμένη
ραμφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραμφισμένος
ραμφισμένης	verb	γενική ενικού του ραμφισμένη
ραμφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραμφισμένος
ραμφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραμφισμένος
ραμφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραμφισμένος
ραμφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραμφισμένος
ραμφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραμφισμένος
ραμφισμοί	=	ραμφισμός
ραμφισμού	=	ραμφισμός
ραμφισμούς	=	ραμφισμός
ραμφισμό	=	ραμφισμός
ραμφισμός	noun	τσιμπολογώ με ράμφος
ραμφισμών	=	ραμφισμός
ραμφοειδές	=	ραμφοειδής
ραμφοειδή	=	ραμφοειδής
ραμφοειδής	adj	που έχει τη μορφή ράμφους
ραμφοειδείς	=	ραμφοειδής
ραμφοειδούς	=	ραμφοειδής
ραμφοειδών	=	ραμφοειδής
ραμφοφόρα	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρας	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρε	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρες	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρο	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόροι	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρος	adj	αυτός που φέρει ράμφος
ραμφοφόρου	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρους	=	ραμφοφόρος
ραμφοφόρων	=	ραμφοφόρος
ραμφόστομα	=	ραμφόστομος
ραμφόστομε	=	ραμφόστομος
ραμφόστομες	=	ραμφόστομος
ραμφόστομη	=	ραμφόστομος
ραμφόστομης	=	ραμφόστομος
ραμφόστομο	=	ραμφόστομος
ραμφόστομοι	=	ραμφόστομος
ραμφόστομος	adj	που έχει στόμιο ή προχοή σε σχήμα ράμφους
ραμφόστομου	=	ραμφόστομος
ραμφόστομους	=	ραμφόστομος
ραμφόστομων	=	ραμφόστομος
ραμφών	=	ράμφος
ρανίδα	noun|formal	σταγόνα
ρανίδας	=	ρανίδα
ρανίδες	=	ρανίδα
ρανίδων	=	ρανίδα
ρανίς	=	ρανίδα
ρανιτιδίνες	=	ρανιτιδίνη
ρανιτιδίνη	noun	φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος
ρανιτιδίνης	noun	γενική ενικού του ρανιτιδίνη
ρανιτιδινών	=	ρανιτιδίνη
ραντάρ	noun	συσκευή που εντοπίζει στον χώρο αντικείμενα με την χρήση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας
ραντίζαμε	=	ραντίζω
ραντίζαν	=	ραντίζω
ραντίζανε	=	ραντίζω
ραντίζατε	=	ραντίζω
ραντίζει	=	ραντίζω
ραντίζεις	=	ραντίζω
ραντίζετε	=	ραντίζω
ραντίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ραντίζω
ραντίζουμε	=	ραντίζω
ραντίζουν	=	ραντίζω
ραντίζουνε	=	ραντίζω
ραντίζω	verb	ρίχνω υγρό σε σταγόνες πάνω σε κάτι
ραντίκιο	=	ραντίτσιο
ραντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραντίζω
ραντίσαν	=	ραντίζω
ραντίσανε	=	ραντίζω
ραντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραντίζω
ραντίσει	=	ραντίζω
ραντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράντισμα
ραντίσματος	noun	γενική ενικού του ράντισμα
ραντίστε	=	ραντίζω
ραντίτσια	=	ραντίτσιο
ραντίτσιο	noun	λαχανικό εύγευστο σαν το μαρούλι με κόκκινα φύλλα, εισαγόμενο στην Ελλάδα, καλλιεργείται στην Ιταλία
ραντίτσιου	=	ραντίτσιο
ραντίτσιων	=	ραντίτσιο
ραντεβουδάκι	noun	ερωτικό ραντεβού
ραντεβουδάκια	=	ραντεβουδάκι
ραντεβού	noun	συνάντηση σε προκαθορισμένο σημείο και χρόνο
ραντιέρη	=	ραντιέρης
ραντιέρηδες	=	ραντιέρης
ραντιέρηδων	=	ραντιέρης
ραντιέρης	noun	ο εισοδηματίας, ο προσοδούχος, αυτός που λαμβάνει εισόδημα προερχόμενο από τόκους και ενοίκια
ραντιέρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραντιέρικο
ραντιέρικε	adj	κλητική ενικού του ραντιέρικος
ραντιέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραντιέρικη
ραντιέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραντιέρικος
ραντιέρικης	adj	γενική ενικού του ραντιέρικη
ραντιέρικο	adj	αιτιατική ενικού του ραντιέρικος
ραντιέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραντιέρικος
ραντιέρικος	adj	που έχει σχέση με ραντιέρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ραντιέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραντιέρικος
ραντιέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραντιέρικος
ραντιέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραντιέρικος
ραντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράντισμα
ραντισμέ	noun	κλητική ενικού του ραντισμός
ραντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραντισμένο
ραντισμένε	verb	κλητική ενικού του ραντισμένος
ραντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραντισμένη
ραντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραντισμένος
ραντισμένης	verb	γενική ενικού του ραντισμένη
ραντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραντισμένος
ραντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραντισμένος
ραντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραντισμένος
ραντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραντισμένος
ραντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραντισμένος
ραντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραντισμός
ραντισμού	noun	γενική ενικού του ραντισμός
ραντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραντισμός
ραντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ραντισμός
ραντισμός	noun	η ενέργεια του ραντίζω
ραντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ραντισμός
ραντιστήρας	noun|rare	το ραντιστήρι
ραντιστήρι	noun	ένα είδος δοχείου για το πότισμα των φυτών, με ένα χερούλι και ένα μακρύ σωλήνα που έχει στην άκρη του ένα διάτρητο πώμα, το ποτιστήρι
ραντιστήρια	=	ραντιστήρι
ραντιστηριού	=	ραντιστήρι
ραντιστηριών	=	ραντιστήρι
ραντών	noun	γενική πληθυντικού του ράντα
ραπ	noun	μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία
ραπάνι	noun	μονοετές ή διετές φυτό που ανήκει στο γένος ράφανος και στην οικογένεια των κραμβοειδών (Brassicaceae)
ραπάνια	=	ραπάνι
ραπάρω	verb	τραγουδώ ή γράφω ρίμες για τη μουσική ραπ
ραπέλ	noun	η καταρρίχηση, το κατέβασμα με σκοινί σε βραχώδεις περιοχές
ραπίζαμε	=	ραπίζω
ραπίζαν	=	ραπίζω
ραπίζανε	=	ραπίζω
ραπίζατε	=	ραπίζω
ραπίζει	=	ραπίζω
ραπίζεις	=	ραπίζω
ραπίζετε	=	ραπίζω
ραπίζοντας	=	ραπίζω
ραπίζουμε	=	ραπίζω
ραπίζουν	=	ραπίζω
ραπίζουνε	=	ραπίζω
ραπίζω	verb	Χτυπώ το μάγουλο με την παλάμη του χεριού.
ραπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραπίζω
ραπίσαν	=	ραπίζω
ραπίσανε	=	ραπίζω
ραπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραπίζω
ραπίσει	=	ραπίζω
ραπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράπισμα
ραπίσματος	noun	γενική ενικού του ράπισμα
ραπίστε	=	ραπίζω
ραπανάκι	noun	υποκοριστικό του ραπάνι, ραπάνι μικρού μεγέθους
ραπανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπανάκι
ραπανακιού	=	ραπανάκι
ραπανακιών	=	ραπανάκι
ραπανιού	=	ραπάνι
ραπανιών	=	ραπάνι
ραπανόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά ραπάνια
ραπανόσουπας	=	ραπανόσουπα
ραπανόσουπες	=	ραπανόσουπα
ραπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράπισμα
ραπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπισμένο
ραπισμένε	verb	κλητική ενικού του ραπισμένος
ραπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπισμένη
ραπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραπισμένος
ραπισμένης	verb	γενική ενικού του ραπισμένη
ραπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραπισμένος
ραπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραπισμένος
ραπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραπισμένος
ραπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραπισμένος
ραπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραπισμένος
ραπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπτικό
ραπτικέ	adj	κλητική ενικού του ραπτικός
ραπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπτική
ραπτική	noun	η τέχνη του ραψίματος, του ράφτη, του να γνωρίζει κάποιος να ράβει
ραπτικής	adj	γενική ενικού του ραπτική
ραπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραπτικός
ραπτικού	adj	γενική ενικού του ραπτικός
ραπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραπτικός
ραπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ραπτικός
ραπτικός	adj	που έχει σχέση με το ράψιμο ή τον ράφτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
ραπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ραπτικός
ραπτομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπτομηχανή
ραπτομηχανή	noun	μηχανή που κινείται με το χέρι, με τα πόδια ή με τον ηλεκτρισμό, η οποία περνά βελονιές σε ίσες αποστάσεις και με μεγάλη ταχύτητα, εξυπηρετώντας, έτσι, το ράψιμο ρούχων (οικιακή χρήση) ή δερμάτινων ειδών, ή τη συρραφή σελίδων βιβλίων κ.λπ.(βιομηχανική χρήση)
ραπτομηχανής	=	ραπτομηχανή
ραπτομηχανών	=	ραπτομηχανή
ραπτριών	=	ράπτης
ραπτών	=	ράπτης
ραπόρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραπόρτο
ραπόρτο	noun	αναφορά για κάτι που έχει συμβεί
ραπόρτου	noun	γενική ενικού του ραπόρτο
ραπόρτων	noun	γενική πληθυντικού του ραπόρτο
ραπών	noun	γενική πληθυντικού του ράπα
ραπώνω	verb	συνουσιάζομαι (ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης)
ρας	abbrev	ο ρυθμιστικός φορέας των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα
ρασιοναλισμέ	noun	κλητική ενικού του ρασιοναλισμός
ρασιοναλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρασιοναλισμός
ρασιοναλισμού	noun	γενική ενικού του ρασιοναλισμός
ρασιοναλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρασιοναλισμός
ρασιοναλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρασιοναλισμός
ρασιοναλισμός	noun	ο ορθολογισμός ως φιλοσοφική θεώρηση
ρασιοναλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρασιοναλισμός
ρασιοναλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρασιοναλιστής
ρασιοναλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρασιοναλιστής
ρασιοναλιστής	noun	ο ορθολογιστής ως προς τη φιλοσοφική του θεώρηση
ρασιοναλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρασιοναλιστικό	adv	ορθολογιστικά ως προς τη φιλοσοφική θεώρηση
ρασιοναλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρασιοναλιστική
ρασιοναλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστικής	adj	γενική ενικού του ρασιοναλιστική
ρασιοναλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστικού	adj	γενική ενικού του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστικός	adj	ο σχετικός με το ρασιοναλισμό
ρασιοναλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρασιοναλιστικός
ρασιοναλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρασιοναλιστής
ρασκέτα	noun|dated	εργαλείο (είδος ξύστρας ή ξέστρου) με το οποίο ξεκολλούσαν το κάρβουνο που έπρεπε να ριχτεί στο λέβητα ενός ατμόπλοιου
ρασκέτας	noun	γενική ενικού του ρασκέτα
ρασκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρασκέτα
ρασκετών	noun	γενική πληθυντικού του ρασκέτα
ρασοφόρε	noun	κλητική ενικού του ρασοφόρος
ρασοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του ρασοφόρος
ρασοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρασοφόρος
ρασοφόρος	noun	αυτός που φοράει ράσα, ο ιερωμένος
ρασοφόρου	noun	γενική ενικού του ρασοφόρος
ρασοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρασοφόρος
ρασοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ρασοφόρος
ρασπών	noun	γενική πληθυντικού του ράσπα
ρασταφαριανισμέ	=	ρασταφαριανισμός
ρασταφαριανισμοί	=	ρασταφαριανισμός
ρασταφαριανισμού	=	ρασταφαριανισμός
ρασταφαριανισμούς	=	ρασταφαριανισμός
ρασταφαριανισμό	=	ρασταφαριανισμός
ρασταφαριανισμός	noun	θρησκευτικό και πολιτικό κίνημα που συνδυάζει στοιχεία του προτεσταντισμού με το μυστικισμό και μία παναφρικανική πολιτική συνείδηση
ρασταφαριανισμών	=	ρασταφαριανισμός
ραστώνη	noun	η έλλειψη δραστηριότητας, η τρυφηλότητα, η μαλθακότητα, ραθυμία, τεμπελιά
ραστώνης	=	ραστώνη
ρατατούιγ	noun	γαλλικό φαγητό της κατσαρόλας με πατάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια και ντομάτα
ρατσίστρια	noun	θηλυκό του ρατσιστής
ρατσίστριας	noun	γενική ενικού του ρατσίστρια
ρατσίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρατσίστρια
ρατσισμέ	noun	κλητική ενικού του ρατσισμός
ρατσισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρατσισμός
ρατσισμού	noun	γενική ενικού του ρατσισμός
ρατσισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρατσισμός
ρατσισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρατσισμός
ρατσισμός	noun	η θεωρία που διακηρύσσει ότι μία φυλή έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούν ανώτερη από τις άλλες
ρατσισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρατσισμός
ρατσιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρατσιστής
ρατσιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρατσιστής
ρατσιστής	noun	ο οπαδός του ρατσισμού, αυτός που διακηρύσσει ότι μία φυλή έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούν ανώτερη από τις άλλες
ρατσιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρατσιστικό	adv	με ρατσιστικό τρόπο
ρατσιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρατσιστικός
ρατσιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρατσιστική
ρατσιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρατσιστικός
ρατσιστικής	adj	γενική ενικού του ρατσιστική
ρατσιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρατσιστικός
ρατσιστικού	adj	γενική ενικού του ραστιστικός
ρατσιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραστιστικός
ρατσιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρατσιστικός
ρατσιστικός	adj	που αναφέρεται στο ρατσισμό
ρατσιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρατσιστικός
ρατσιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ρατσίστρια
ρατσιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρατσιστής
ραφ	noun	απόχρωση του μπλε, το μπλε της αεροπορίας	adj	που έχει αυτό το χρώμα
ραφές	=	ραφή
ραφή	noun	η γραμμή κατά μήκος της οποίας ενώνονται δύο τμήματα ρούχου, παπουτσιού ή άλλου δερμάτινου είδους που έχουν ραφτεί
ραφής	=	ραφή
ραφίδα	noun	η βελόνα για το ράψιμο
ραφίδας	=	ραφίδα
ραφίδες	=	ραφίδα
ραφίδων	=	ραφίδα
ραφανίδα	noun	αρχαία ελληνική λέξη για το ραπανάκι
ραφανίδας	=	ραφανίδα
ραφανίδες	=	ραφανίδα
ραφανίδων	=	ραφανίδα
ραφανίδωση	noun	τιμωρία στην αρχαία Ελλάδα για σεξουαλικά αδικήματα, όπως π.χ. μοιχεία, κατά την οποία γινόταν εισαγωγή στον πρωκτό του τιμωρούμενου ραφανίδα (ραπανάκι)
ραφανίδωσης	=	ραφανίδωση
ραφανίς	=	ραφανίδα
ραφανιδώσεις	=	ραφανίδωση
ραφανιδώσεων	=	ραφανίδωση
ραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφείο
ραφείο	noun	το μαγαζί ή το εργαστήρι ενός ράφτη
ραφείου	noun	γενική ενικού του ραφείο
ραφείων	noun	γενική πληθυντικού του ραφείο
ραφηνιώτικα	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικε	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικες	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικη	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικης	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικο	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικοι	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Ραφήνα ή τους κατοίκους της
ραφηνιώτικου	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικους	=	ραφηνιώτικος
ραφηνιώτικων	=	ραφηνιώτικος
ραφιέρα	noun	έπιπλο με ράφια, χρησιμοποιούμενο συνήθως σε αποθήκες
ραφιέρας	noun	γενική ενικού του ραφιέρα
ραφιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφιέρα
ραφιγράφε	=	ραφιγράφος
ραφιγράφο	=	ραφιγράφος
ραφιγράφοι	=	ραφιγράφος
ραφιγράφος	noun	άλλη γραφή του ραφιδογράφος
ραφιγράφου	=	ραφιγράφος
ραφιγράφους	=	ραφιγράφος
ραφιγράφων	=	ραφιγράφος
ραφιγραφία	noun	άλλη μορφή του ραφιδογραφία
ραφιγραφίας	=	ραφιγραφία
ραφιγραφίες	=	ραφιγραφία
ραφιγραφικά	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικέ	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικές	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφική	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικής	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικοί	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικού	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικούς	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικό	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφικός	adj	που έχει σχέση με τη ραφιγραφία ή τον ραφιγράφο ή αναφέρεται σ' αυτά
ραφιγραφικών	=	ραφιγραφικός
ραφιγραφιών	=	ραφιγραφία
ραφιδογράφε	noun	κλητική ενικού του ραφιδογράφος
ραφιδογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ραφιδογράφος
ραφιδογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραφιδογράφος
ραφιδογράφος	noun	συσκευή γραφής συστήματος μπράιγ (γραφή μπράιγ)
ραφιδογράφου	noun	γενική ενικού του ραφιδογράφος
ραφιδογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραφιδογράφος
ραφιδογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ραφιδογράφος
ραφιδογραφία	noun	η γραφή μπράιγ
ραφιδογραφίας	noun	γενική ενικού του ραφιδογραφία
ραφιδογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφιδογραφία
ραφιδογραφικά	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικέ	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικές	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφική	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικής	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικοί	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικού	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικούς	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικό	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη ραφιδογραφία ή τον ραφιδογράφο ή αναφέρεται σ' αυτά
ραφιδογραφικών	=	ραφιδογραφικός
ραφιδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ραφιδογραφία
ραφινάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ραφινάρω
ραφινάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ραφινάρω
ραφινάρω	verb	απαλλάσσω από προσμείξεις
ραφινάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφινάτο
ραφινάτε	adj	κλητική ενικού του ραφινάτος
ραφινάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφινάτη
ραφινάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραφινάτος
ραφινάτης	adj	γενική ενικού του ραφινάτη
ραφινάτο	adj	αιτιατική ενικού του ραφινάτος
ραφινάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραφινάτος
ραφινάτος	adj	απαλλαγμένος από προσμείξεις
ραφινάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραφινάτος
ραφινάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραφινάτος
ραφινάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραφινάτος
ραφινέ	adj	άλλη μορφή του ραφιναρισμένος
ραφιναρία	noun	η επεξεργασία ακατέργαστου πυρηνέλαιου και η μετατροπή του σε συγκεκριμένης ποιότητας λάδι
ραφιναρίας	=	ραφιναρία
ραφιναρίες	=	ραφιναρία
ραφιναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφινάρισμα
ραφιναρίσματος	noun	γενική ενικού του ραφινάρισμα
ραφιναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραφινάρισμα
ραφιναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφιναρισμένο
ραφιναρισμένε	verb	κλητική ενικού του ραφιναρισμένος
ραφιναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφιναρισμένη
ραφιναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραφιναρισμένος
ραφιναρισμένης	verb	γενική ενικού του ραφιναρισμένη
ραφιναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραφιναρισμένος
ραφιναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραφιναρισμένος
ραφιναρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ραφινάρω
ραφιναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραφιναρισμένος
ραφιναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραφιναρισμένος
ραφιναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραφιναρισμένος
ραφιναριών	=	ραφιναρία
ραφιού	=	ράφι
ραφιών	=	ράφι
ραφοπάταρα	=	ραφοπάταρο
ραφοπάταρο	noun	πατάρι με ράφια και ραφιέρες
ραφοπάταρου	=	ραφοπάταρο
ραφοπάταρων	=	ραφοπάταρο
ραφτάδες	=	ράφτης
ραφτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφτάδικο
ραφτάδικο	noun	το κατάστημα ή το εργαστήρι του ράφτη
ραφτάδικου	noun	γενική ενικού του ραφτάδικο
ραφτάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ραφτάδικο
ραφτάδων	=	ράφτης
ραφτάκι	noun	υποκοριστικό του ράφτης
ραφτάκια	=	ραφτάκι
ραφτάκο	=	ραφτάκος
ραφτάκοι	=	ραφτάκος
ραφτάκος	noun	νεαρός ράφτης, συνήθως μαθητευόμενος
ραφτάκου	=	ραφτάκος
ραφτάκους	=	ραφτάκος
ραφτάκων	=	ραφτάκος
ραφτήκαμε	=	ράβω
ραφτήκαν	=	ράβω
ραφτήκανε	=	ράβω
ραφτήκατε	=	ράβω
ραφτεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του ράβω
ραφτείς	=	ράβω
ραφτείτε	=	ράβω
ραφτικά	noun	τα εργατικά για το ράψιμο ή τη μεταποίηση ρούχου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφτικό
ραφτικέ	adj	κλητική ενικού του ραφτικός
ραφτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφτική
ραφτική	noun	άλλη μορφή του ραπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραφτικός
ραφτικής	adj	γενική ενικού του ραφτική
ραφτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραφτικός
ραφτικού	adj	γενική ενικού του ραφτικός
ραφτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραφτικός
ραφτικό	adj	αιτιατική ενικού του ραφτικός
ραφτικός	adj|vulgar	άλλη μορφή του ραπτικός
ραφτικών	adj	γενική πληθυντικού του ραφτικός
ραφτούμε	=	ράβω
ραφτούν	=	ράβω
ραφτούνε	=	ράβω
ραφτόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραφτόπουλο
ραφτόπουλο	noun	ένας μικρός σε ηλικία ράφτης
ραφτόπουλου	noun	γενική ενικού του ραφτόπουλο
ραφτόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του ραφτόπουλο
ραφτώ	=	ράβω
ραφτών	=	ράφτης
ραφών	=	ραφή
ραχάτ-λουκούμ	noun	άλλη μορφή του ραχάτ λουκούμ
ραχάτεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ραχατεύω
ραχάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραχατεύω
ραχάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραχατεύω
ραχάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραχατεύω
ραχάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραχατεύω
ραχάτη	noun	η κούραση
ραχάτι	noun	το καθισιό, η αποχή από την εργασία, η ξεκούραση
ραχάτια	=	ραχάτι
ραχίτιδα	noun	μεταβολική πάθηση, η οποία προκαλείται από σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D, ασβεστίου ή φωσφόρου, και εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών έως 3 ετών
ραχίτιδας	=	ραχίτιδα
ραχίτιδες	=	ραχίτιδα
ραχίτιδων	=	ραχίτιδα
ραχατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχάτεμα
ραχατέματος	noun	γενική ενικού του ραχάτεμα
ραχατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραχατεύω
ραχατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ραχατεύω
ραχατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ραχάτεμα
ραχατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχατεμένο
ραχατεμένε	verb	κλητική ενικού του ραχατεμένος
ραχατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχατεμένη
ραχατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραχατεμένος
ραχατεμένης	verb	γενική ενικού του ραχατεμένη
ραχατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραχατεμένος
ραχατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραχατεμένος
ραχατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραχατεμένος
ραχατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραχατεμένος
ραχατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραχατεμένος
ραχατεύω	verb|vulgar	φέρομαι με ραχάτι
ραχατιλίκι	noun|vulgar	άλλη μορφή του ραχατλίκι
ραχατιλίκια	=	ραχατιλίκι
ραχατιού	=	ραχάτι
ραχατιών	=	ραχάτι
ραχατλή	=	ραχατλής
ραχατλήδες	=	ραχατλής
ραχατλήδων	=	ραχατλής
ραχατλής	noun	αυτός που του αρέσει το ραχάτι, που συνηθίζει να ραχατεύει
ραχατλίδικo	=	ραχατλίδικος
ραχατλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχατλίδικο
ραχατλίδικε	adj	κλητική ενικού του ραχατλίδικος
ραχατλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχατλίδικη
ραχατλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραχατλίδικος
ραχατλίδικης	adj	γενική ενικού του ραχατλίδικη
ραχατλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του ραχατλίδικος
ραχατλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραχατλίδικος
ραχατλίδικος	adj	που έχει σχέση με το ραχάτι, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται με ραχάτι
ραχατλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραχατλίδικος
ραχατλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραχατλίδικος
ραχατλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραχατλίδικος
ραχατλίκι	noun|vulgar	το να φέρεται κάποιος με ραχάτι
ραχατλίκια	=	ραχατλίκι
ραχατλού	noun	θηλυκό του ραχατλής
ραχατλούδες	=	ραχατλού
ραχατλούδων	=	ραχατλού
ραχατλούς	=	ραχατλού
ραχιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραχιαίος
ραχιαίας	adj	γενική ενικού του ραχιαία
ραχιαίε	adj	ραχιαίος, στην κλητική του ενικού
ραχιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχιαία
ραχιαίο	adj	ραχιαίος, στην αιτιατική του ενικού
ραχιαίοι	adj	ραχιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ραχιαίος	adj	που ανήκει στη ράχη του ανθρώπου και άλλων σπονδυλωτών
ραχιαίου	adj	γενική ενικού του ραχιαίος
ραχιαίους	adj	ραχιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ραχιαίων	=	ραχιαίος
ραχιαλγία	noun	πόνος στη ράχη
ραχιαλγίας	noun	γενική ενικού του ραχιαλγία
ραχιαλγίες	=	ραχιαλγία
ραχιαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του ραχιαλγία
ραχιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχιτικό
ραχιτικέ	adj	κλητική ενικού του ραχιτικός
ραχιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχιτική
ραχιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραχιτικός
ραχιτικής	adj	γενική ενικού του ραχιτική
ραχιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραχιτικός
ραχιτικού	adj	γενική ενικού του ραχιτικός
ραχιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραχιτικός
ραχιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ραχιτικός
ραχιτικός	adj	ο σχετικός με τη ραχίτιδα	noun	ο ασθενής ραχίτιδας
ραχιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ραχιτικός
ραχιτισμέ	noun	κλητική ενικού του ραχιτισμός
ραχιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραχιτισμός
ραχιτισμού	noun	γενική ενικού του ραχιτισμός
ραχιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραχιτισμός
ραχιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του ραχιτισμός
ραχιτισμός	noun	άλλη μορφή του ραχίτιδα
ραχιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του ραχιτισμός
ραχιώτικα	=	ραχιώτικος
ραχιώτικε	=	ραχιώτικος
ραχιώτικες	=	ραχιώτικος
ραχιώτικη	=	ραχιώτικος
ραχιώτικης	=	ραχιώτικος
ραχιώτικο	=	ραχιώτικος
ραχιώτικοι	=	ραχιώτικος
ραχιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Ράχες ή Ράχη ή τους κατοίκους του
ραχιώτικου	=	ραχιώτικος
ραχιώτικους	=	ραχιώτικος
ραχιώτικων	=	ραχιώτικος
ραχοειδές	=	ραχοειδής
ραχοειδή	=	ραχοειδής
ραχοειδής	adj	στον πολυλεκτικό όρο ραχοειδής παλινδρόμηση: τεχνική στατιστικής ανάλυσης που χρησιμοποιείται, για να βελτιώσει την ακρίβεια των εκτιμήσεων σε περιπτώσεις όπου τα δεδομένα έχουν υψηλό επίπεδο πολυγραμμικότητας (multicollinearity)
ραχοειδείς	=	ραχοειδής
ραχοειδούς	=	ραχοειδής
ραχοειδών	=	ραχοειδής
ραχοκοκαλιά	noun	η σπονδυλική στήλη
ραχοκοκαλιάς	noun	γενική ενικού του ραχοκοκαλιά
ραχοκοκαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχοκοκαλιά
ραχοκοκαλιών	=	ραχοκοκαλιά
ραχοκόκαλα	=	ραχοκόκαλο
ραχοκόκαλο	noun	οστό της σπονδυλική στήλη
ραχοκόκαλου	=	ραχοκόκαλο
ραχοκόκαλων	=	ραχοκόκαλο
ραχούλα	noun	ράχη (κορυφογραμμή)
ραχούλας	=	ραχούλα
ραχούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραχούλα
ραχών	=	ράχη
ραψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ράψιμο
ραψίματος	noun	γενική ενικού του ράψιμο
ραψιμάτων	=	ράψιμο
ραψωδέ	noun	κλητική ενικού του ραψωδός
ραψωδία	noun	ενότητες, μορφές κεφαλαίου, στα ομηρικά έπη όπως χωρίστηκαν από τους γραμματικούς της ελληνιστικής περιόδου
ραψωδίας	noun	γενική ενικού του ραψωδία
ραψωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραψωδία
ραψωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραψωδικό
ραψωδικέ	adj	κλητική ενικού του ραψωδικός
ραψωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραψωδική
ραψωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραψωδικός
ραψωδικής	adj	γενική ενικού του ραψωδική
ραψωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραψωδικός
ραψωδικού	adj	γενική ενικού του ραψωδικός
ραψωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ραψωδικός
ραψωδικό	adj	αιτιατική ενικού του ραψωδικός
ραψωδικός	adj	που έχει σχέση με ραψωδία ή ραψωδό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
ραψωδικών	adj	γενική πληθυντικού του ραψωδικός
ραψωδιών	noun	γενική πληθυντικού του ραψωδία
ραψωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραψωδός
ραψωδού	noun	γενική ενικού του ραψωδός
ραψωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ραψωδός
ραψωδό	noun	αιτιατική ενικού του ραψωδός
ραψωδός	noun	συνθέτης ωδών, ποιημάτων ή ύμνων
ραψωδών	noun	γενική πληθυντικού του ραψωδός
ραϊσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ράισμα
ραϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραϊσμένο
ραϊσμένε	verb	κλητική ενικού του ραϊσμένος
ραϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραϊσμένη
ραϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ραϊσμένος
ραϊσμένης	verb	γενική ενικού του ραϊσμένη
ραϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ραϊσμένος
ραϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ραϊσμένος
ραϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ραϊσμένος
ραϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ραϊσμένος
ραϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ραϊσμένος
ραϊσματιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ραγισματιά
ραϊσματιάς	noun	γενική ενικού του ραϊσματιά
ραϊσματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ραϊσματιά
ραϊσματιών	=	ραϊσματιά
ρε	intj	μωρέ ή μωρή	noun	η δεύτερη νότα στην κλίμακα του ντο
ρεΐζης	noun|dated	καπετάνιος
ρεΐση	=	ρεΐσης
ρεΐσηδες	=	ρεΐσης
ρεΐσηδων	=	ρεΐσης
ρεΐσης	noun	ο κυβερνήτης πλοίου, ο πλοίαρχος (ιδιαίτερα στη γλώσσα των ναυμάχων του 1821)
ρεάλ	noun	πρώην νόμισμα της Πορτογαλίας και της Ισπανίας και των αποικιών της
ρεάλι	noun|dated	άλλη μορφή του ριάλι
ρεάλια	=	ρεάλιο
ρεάλιο	noun|dated	άλλη μορφή του ριάλι
ρεάλιου	=	ρεάλιο
ρεάλιων	=	ρεάλιο
ρείθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρείθρο
ρείθρο	noun	αυλάκι στις άκρες και κατά μήκος ενός δρόμου ή πεζοδρομίου που χρησιμεύει ως αγωγός των βρόχινων υδάτων
ρείθρου	noun	γενική ενικού του ρείθρο
ρείθρων	noun	γενική πληθυντικού του ρείθρο
ρείκες	=	ρείκη
ρείκη	noun	άλλη μορφή του ερείκη
ρείκης	=	ρείκη
ρείκι	noun	άλλη μορφή του ερείκη
ρείκια	=	ρείκι
ρεαλίστρια	noun	θηλυκό του ρεαλιστής
ρεαλίστριας	noun	γενική ενικού του ρεαλίστρια
ρεαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεαλίστρια
ρεαλιού	=	ρεάλι
ρεαλισμέ	noun	κλητική ενικού του ρεαλισμός
ρεαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεαλισμός
ρεαλισμού	noun	γενική ενικού του ρεαλισμός
ρεαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεαλισμός
ρεαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεαλισμός
ρεαλισμός	noun	η στάση κατά την οποία κάποιος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και τους περιορισμούς που αυτή θέτει και προσαρμόζει ανάλογα τις επιδιώξεις του
ρεαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεαλισμός
ρεαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεαλιστής
ρεαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρεαλιστής
ρεαλιστής	noun	ο άνθρωπος που βασίζει τις πράξεις του στην αντίληψη της πραγματικότητας
ρεαλιστικά	adv	με ρεαλισμό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεαλιστικό
ρεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρεαλιστικός
ρεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεαλιστική
ρεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεαλιστικός
ρεαλιστικής	adj	γενική ενικού του ρεαλιστική
ρεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεαλιστικός
ρεαλιστικού	adj	γενική ενικού του ρεαλιστικός
ρεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεαλιστικός
ρεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεαλιστικός
ρεαλιστικός	adj	που αποδίδει την πραγματικότητα ή βασίζεται σε αυτήν για να δημιουργήσει μία φανταστική αφήγηση
ρεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεαλιστικός
ρεαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ρεαλίστρια
ρεαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρεαλιστής
ρεαλιών	=	ρεάλι
ρεβάνς	noun	η επανάληψη ενός αγώνα ή ενός παιχνιδιού, όπου ο ηττημένος ελπίζει να κερδίσει ή να ισοφαρίσει
ρεβάρδο	noun	δισταγμός, ενδοιασμός
ρεβένι	noun	ανώμαλο έδαφος, πλαγιά
ρεβένια	=	ρεβένι
ρεβέντι	=	ραβέντι
ρεβέρ	noun	το εξωτερικό δίπλωμα, το γύρισμα που κάνει το ύφασμα στο κάτω μέρος από το μπατζάκι ενός παντελονιού ή στην άκρη ενός μανικιού
ρεβέρσα	noun	είδος βολής στο μπάσκετ
ρεβέρσας	=	ρεβέρσα
ρεβέρσες	=	ρεβέρσα
ρεβίθι	noun	ο καρπός της ρεβιθιάς
ρεβίθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβίθι
ρεβανί	noun	σιροπιαστό γλυκό που ψήνεται στο φούρνο
ρεβανιά	=	ρεβανί
ρεβανιού	=	ρεβανί
ρεβανιών	=	ρεβανί
ρεβανσίστρια	noun	θηλυκό του ρεβανσιστής
ρεβανσίστριας	noun	γενική ενικού του ρεβανσίστρια
ρεβανσίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβανσίστρια
ρεβανσισμέ	noun	κλητική ενικού του ρεβανσισμός
ρεβανσισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεβανσισμός
ρεβανσισμού	noun	γενική ενικού του ρεβανσισμός
ρεβανσισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεβανσισμός
ρεβανσισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεβανσισμός
ρεβανσισμός	noun	πολιτικός και κοινωνικός όρος ο οποίος δηλώνει τη στάση που καλλιεργείται αποκλειστικά από το πνεύμα της αντεκδίκησης ύστερα από μία ήττα
ρεβανσισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεβανσισμός
ρεβανσιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβανσιστής
ρεβανσιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρεβανσιστής
ρεβανσιστής	noun	κάποιος που ενεργεί με τρόπο μνησίκακο και εκδικητικό
ρεβανσιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ρεβανσιστικό) του ρεβανσιστικός	adv	με τρόπο ρεβανσιστικό και εκδικητικό
ρεβανσιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβανσιστική
ρεβανσιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστικής	adj	γενική ενικού του ρεβανσιστική
ρεβανσιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστικού	adj	γενική ενικού του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστικός	adj	που έχει σχέση με τον ρεβανσισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
ρεβανσιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεβανσιστικός
ρεβανσιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ρεβανσίστρια
ρεβανσιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρεβανσιστής
ρεβαρδάρω	verb	διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
ρεβασάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβασάκι
ρεβεγιονάρω	verb	συμμετέχω σε ρεβεγιόν
ρεβεγιόν	noun	η γιορτή σε σπίτι ή σε κέντρο διασκέδασης, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, που διαρκεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας
ρεβεράντζα	noun	μεγάλη υπόκλιση που δείχνει σεβασμό
ρεβεράντζας	=	ρεβεράντζα
ρεβεράντζες	=	ρεβεράντζα
ρεβερέντζα	noun	άλλη μορφή του ρεβεράντζα
ρεβερέντζας	=	ρεβερέντζα
ρεβερέντζες	=	ρεβερέντζα
ρεβεραντζών	=	ρεβεράντζα
ρεβερεντζών	=	ρεβερέντζα
ρεβερσών	=	ρεβέρσα
ρεβιζιονισμέ	noun	κλητική ενικού του ρεβιζιονισμός
ρεβιζιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεβιζιονισμός
ρεβιζιονισμού	noun	γενική ενικού του ρεβιζιονισμός
ρεβιζιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεβιζιονισμός
ρεβιζιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεβιζιονισμός
ρεβιζιονισμός	noun	κάθε τάση αναθεώρησης φιλοσοφικών ιδεών
ρεβιζιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεβιζιονισμός
ρεβιζιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιζιονιστής
ρεβιζιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρεβιζιονιστής
ρεβιζιονιστής	noun	οπαδός του ρεβιζιονισμού, αναθεωρητής.
ρεβιζιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιζιονιστικό
ρεβιζιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιζιονιστική
ρεβιζιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστικής	adj	γενική ενικού του ρεβιζιονιστική
ρεβιζιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστικού	adj	γενική ενικού του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστικός	adj	που ανήκει στον ή χαρακτηρίζει τον ρεβιζιονιστή
ρεβιζιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεβιζιονιστικός
ρεβιζιονιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρεβιζιονιστής
ρεβιθάδα	noun	είδος σούπας που παρασκευάζεται από ρεβίθια
ρεβιθάδας	=	ρεβιθάδα
ρεβιθάδες	=	ρεβιθάδα
ρεβιθάδων	=	ρεβιθάδα
ρεβιθιά	noun	ποώδες φυτό του γένους Cicer (είδος Cicer arietinum), με σύνθετα φύλλα κι μικρά άσπρα άνθη, που καλλιεργείται για τους σπόρους τους, τα ρεβίθια
ρεβιθιάς	noun	γενική ενικού του ρεβιθιά
ρεβιθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιθιά
ρεβιθιού	=	ρεβίθι
ρεβιθιών	=	ρεβίθι
ρεβιθοκεφτέ	=	ρεβιθοκεφτές
ρεβιθοκεφτέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιθοκεφτές
ρεβιθοκεφτέδων	=	ρεβιθοκεφτές
ρεβιθοκεφτές	noun	κεφτές με βασικό υλικό το ρεβίθι
ρεβιθοσαλάτα	noun	σαλάτα με κύριο συστατικό βραστά ρεβίθια
ρεβιθοσαλάτας	noun	γενική ενικού του ρεβιθοσαλάτα
ρεβιθοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιθοσαλάτα
ρεβιθοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του ρεβιθοσαλάτα
ρεβιθόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο τα βραστά ρεβίθια
ρεβιθόσουπας	noun	γενική ενικού του ρεβιθόσουπα
ρεβιθόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεβιθόσουπα
ρεβυθάδα	=	ρεβιθάδα
ρεβυθοσλάτα	=	ρεβιθοσαλάτα
ρεβόλβερ	noun	το περίστροφο
ρεβύθι	=	ρεβίθι
ρεβών	noun	γενική πληθυντικού του ρέβα
ρεγάλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεγάλο
ρεγάλο	noun	φιλοδώρημα, δώρο
ρεγάλου	noun	γενική ενικού του ρεγάλο
ρεγάλων	noun	γενική πληθυντικού του ρεγάλο
ρεγγίνα	noun	το ασημένιο νόμισμα (τάληρο) με τη μορφή της Μαρίας Θηρεσίας της Αυστρίας (Maria Theresa Taler) (κόπηκε πρώτη φορά το 1741)
ρεγγίνας	=	ρεγγίνα
ρεγγίνες	=	ρεγγίνα
ρεγγίνων	=	ρεγγίνα
ρεγγών	noun	γενική πληθυντικού του ρέγγα
ρεγκάτα	noun	αγώνας (ή σειρά αγώνων) ιστιοπλοΐας ή κωπηλασίας
ρεγκάτας	=	ρεγκάτα
ρεγκάτες	=	ρεγκάτα
ρεγκατών	=	ρεγκάτα
ρεγκλάν	noun	μανίκια χωρίς μανικοκόλληση που αποτελούν μια ενότητα με το λαιμό και τους ώμους
ρεγκών	noun	γενική πληθυντικού του ρέγκα
ρεγουλάριζα	=	ρεγουλάρω
ρεγουλάρισα	=	ρεγουλάρω
ρεγουλάρισμα	noun	ρύθμιση, τακτοποίηση
ρεγουλάρομαι	=	ρεγουλάρω
ρεγουλάρω	verb	ρυθμίζω κάτι ώστε να λειτουργεί όπως πρέπει
ρεγουλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεγουλάρισμα
ρεγουλαρίσματος	noun	γενική ενικού του ρεγουλάρισμα
ρεγουλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεγουλάρισμα
ρεγουλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεγουλαρισμένο
ρεγουλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρεγουλαρισμένος
ρεγουλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεγουλαρισμένη
ρεγουλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεγουλαρισμένος
ρεγουλαρισμένης	verb	γενική ενικού του ρεγουλαρισμένη
ρεγουλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρεγουλαρισμένος
ρεγουλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεγουλαρισμένος
ρεγουλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεγουλαρισμένος
ρεγουλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρεγουλαρισμένος
ρεγουλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεγουλαρισμένος
ρεγχάζαμε	=	ρεγχάζω
ρεγχάζαν	=	ρεγχάζω
ρεγχάζανε	=	ρεγχάζω
ρεγχάζατε	=	ρεγχάζω
ρεγχάζει	=	ρεγχάζω
ρεγχάζεις	=	ρεγχάζω
ρεγχάζετε	=	ρεγχάζω
ρεγχάζοντας	=	ρεγχάζω
ρεγχάζουμε	=	ρεγχάζω
ρεγχάζουν	=	ρεγχάζω
ρεγχάζουνε	=	ρεγχάζω
ρεγχάζω	verb|formal	ροχαλίζω
ρεγχάσαμε	=	ρεγχάζω
ρεγχάσαν	=	ρεγχάζω
ρεγχάσανε	=	ρεγχάζω
ρεγχάσατε	=	ρεγχάζω
ρεγχάσει	=	ρεγχάζω
ρεγχάστε	=	ρεγχάζω
ρεγχασμέ	noun	κλητική ενικού του ρεγχασμός
ρεγχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεγχασμός
ρεγχασμού	noun	γενική ενικού του ρεγχασμός
ρεγχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεγχασμός
ρεγχασμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεγχασμός
ρεγχασμός	noun|formal	το ροχαλητό
ρεγχασμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεγχασμός
ρεγχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεγχαστικό
ρεγχαστικέ	adj	κλητική ενικού του ρεγχαστικός
ρεγχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεγχαστική
ρεγχαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεγχαστικός
ρεγχαστικής	adj	γενική ενικού του ρεγχαστική
ρεγχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεγχαστικός
ρεγχαστικού	adj	γενική ενικού του ρεγχαστικός
ρεγχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεγχαστικός
ρεγχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεγχαστικός
ρεγχαστικός	adj	που έχει σχέση με τον ρεγχαμό / ροχαλητό ή αναφέρεται σ’ αυτό
ρεγχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεγχαστικός
ρεζέ	=	ρεζές
ρεζέδες	=	ρεζές
ρεζέδων	=	ρεζές
ρεζέρβα	noun	οτιδήποτε φυλάγεται ως εφεδρεία ή απόθεμα για ώρα ανάγκης, για να αντικαταστήσει κάτι που χάλασε ή τελείωσε
ρεζέρβας	noun	γενική ενικού του ρεζέρβα
ρεζέρβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεζέρβα
ρεζέρβων	=	ρεζέρβα
ρεζές	noun|dated	ο μεντεσές
ρεζίλεμα	noun	κάτι που προκαλεί εξευτελισμό
ρεζίλεμμα	noun|dated	άλλη γραφή της λέξης ρεζίλεμα
ρεζίλευα	=	ρεζιλεύω
ρεζίλευαν	=	ρεζιλεύω
ρεζίλευε	=	ρεζιλεύω
ρεζίλευες	=	ρεζιλεύω
ρεζίλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζίλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζίλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζίλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζίλη	=	ρεζίλης
ρεζίληδες	=	ρεζίλης
ρεζίληδων	=	ρεζίλης
ρεζίλης	noun|vulgar	αυτός που έγινε ρεζίλι, που ρεζιλεύτηκε
ρεζίλι	noun	ο περίγελος
ρεζίλια	=	ρεζίλι
ρεζίλω	=	ρεζίλης
ρεζεδά	noun	ποώδες φυτό, άλλη γραφή του ρεζεντά
ρεζεδάδες	=	ρεζεδά
ρεζεδάδων	=	ρεζεδά
ρεζεδάς	noun	ποώδες φυτό, άλλη γραφή του ρεζεντά
ρεζεντά	noun	ποώδες αρωματικό φυτό, του γένους Reseda, με φύλλα που πλαισιώνουν ελικωτά τον βλαστό και άνθη που σχηματίζουν στάχυ και θεραπευτικές ιδιότητες
ρεζεντάδες	=	ρεζεντά
ρεζεντάδων	=	ρεζεντά
ρεζεντάς	=	ρεζεντά
ρεζερβέ	adj	αυτός που είναι αγκαζαρισμένος, που έχει κρατηθεί
ρεζερβουάρ	noun	η δεξαμενή καυσίμου στα οχήματα με κινητήρα
ρεζερβών	=	ρεζέρβα
ρεζιλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεζίλεμα
ρεζιλέματος	noun	γενική ενικού του ρεζίλεμα
ρεζιλέμματα	=	ρεζίλεμμα
ρεζιλέμματος	=	ρεζίλεμμα
ρεζιλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζιλέψαν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψανε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζιλέψει	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψεις	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψετε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψομε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψου	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψουμε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψουν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψουνε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψτε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλέψω	=	ρεζιλεύω
ρεζιλίκι	noun	αυτό που παθαίνει κανείς όταν γίνεται ρεζίλι, η γελοιοποίηση
ρεζιλίκια	=	ρεζιλίκι
ρεζιλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεζίλεμα
ρεζιλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεζιλεμένο
ρεζιλεμένε	verb	κλητική ενικού του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεζιλεμένη
ρεζιλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμένης	verb	γενική ενικού του ρεζιλεμένη
ρεζιλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζιλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεζιλεμένος
ρεζιλεμμάτων	=	ρεζίλεμμα
ρεζιλευτήκαμε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτήκαν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτήκανε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτήκατε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτεί	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτείς	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτείτε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτούμε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτούν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτούνε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευτώ	=	ρεζιλεύομαι
ρεζιλευόμασταν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόμαστε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόμουν	=	ρεζιλεύομαι
ρεζιλευόμουνα	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόντουσαν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόσασταν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόσαστε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόσουν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόσουνα	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευόταν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλευότανε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύαμε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύαν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύανε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύατε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύει	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύεις	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύεσαι	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύεστε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύεται	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύετε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρεζιλεύω
ρεζιλεύομε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύονται	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύονταν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύοντας	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύουμε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύουν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύουνε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύτε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύτηκα	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύτηκαν	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύτηκε	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύτηκες	=	ρεζιλεύω
ρεζιλεύω	verb	κάνω κάποιον ρεζίλι, γελοιοποιώ
ρεζιλιού	=	ρεζίλι
ρεζιλιών	=	ρεζίλι
ρεζιοναλισμέ	=	ρεζιοναλισμός
ρεζιοναλισμοί	=	ρεζιοναλισμός
ρεζιοναλισμού	=	ρεζιοναλισμός
ρεζιοναλισμούς	=	ρεζιοναλισμός
ρεζιοναλισμό	=	ρεζιοναλισμός
ρεζιοναλισμός	noun	την μελέτη και αναφορά κοινωνικών φαινομένων σε σχέση με την περιοχή στην οποία παρατηρούνται
ρεζιοναλισμών	=	ρεζιοναλισμός
ρεζισέρ	noun	θεατρικός σκηνοθέτης
ρεζουμέ	noun	η περίληψη
ρεθεμνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεθεμνιώτικο
ρεθεμνιώτικε	adj	κλητική ενικού του ρεθεμνιώτικος
ρεθεμνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεθεμνιώτικη
ρεθεμνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεθεμνιώτικος
ρεθεμνιώτικης	adj	γενική ενικού του ρεθεμνιώτικη
ρεθεμνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ρεθεμνιώτικος
ρεθεμνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεθεμνιώτικος
ρεθεμνιώτικος	adj	σχετικός με το Ρέθυμνο
ρεθεμνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεθεμνιώτικος
ρεθεμνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεθεμνιώτικος
ρεθεμνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεθεμνιώτικος
ρεθυμνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεθυμνιώτικο
ρεθυμνιώτικε	adj	κλητική ενικού του ρεθυμνιώτικος
ρεθυμνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεθυμνιώτικη
ρεθυμνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεθυμνιώτικος
ρεθυμνιώτικης	adj	γενική ενικού του ρεθυμνιώτικη
ρεθυμνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ρεθυμνιώτικος
ρεθυμνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεθυμνιώτικος
ρεθυμνιώτικος	adj	ο σχετικός με το Ρέθυμνο
ρεθυμνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεθυμνιώτικος
ρεθυμνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεθυμνιώτικος
ρεθυμνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεθυμνιώτικος
ρεικιά	noun	άλλη μορφή του ερείκη
ρεικιάς	=	ρεικιά
ρεικιές	=	ρεικιά
ρεικιού	=	ρείκι
ρεικιών	=	ρεικιά
ρεικών	=	ρείκη
ρεκάζαμε	=	ρεκάζω
ρεκάζαν	=	ρεκάζω
ρεκάζανε	=	ρεκάζω
ρεκάζατε	=	ρεκάζω
ρεκάζει	=	ρεκάζω
ρεκάζεις	=	ρεκάζω
ρεκάζετε	=	ρεκάζω
ρεκάζοντας	=	ρεκάζω
ρεκάζουμε	=	ρεκάζω
ρεκάζουν	=	ρεκάζω
ρεκάζουνε	=	ρεκάζω
ρεκάζω	verb	σκούζω, κρώζω, κραυγάζω
ρεκάσαμε	=	ρεκάζω
ρεκάσαν	=	ρεκάζω
ρεκάσανε	=	ρεκάζω
ρεκάσατε	=	ρεκάζω
ρεκάσει	=	ρεκάζω
ρεκάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέκασμα
ρεκάσματος	noun	γενική ενικού του ρέκασμα
ρεκάστε	=	ρεκάζω
ρεκαμάδα	=	ρεκαμάδος
ρεκαμάδο	=	ρεκαμάδος
ρεκαμάδος	adj	κεντητός, διακοσμημένος
ρεκασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρέκασμα
ρεκασμέ	noun	κλητική ενικού του ρεκασμός
ρεκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεκασμός
ρεκασμού	noun	γενική ενικού του ρεκασμός
ρεκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεκασμός
ρεκασμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεκασμός
ρεκασμός	noun	άλλη γραφή του ρέκασμα
ρεκασμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεκασμός
ρεκλάμα	noun	η διαφήμιση
ρεκλάμας	=	ρεκλάμα
ρεκλάμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεκλάμα
ρεκλαμάρισμα	noun|rare	η διαφήμιση
ρεκλαμάρω	verb|rare	διαφημίζω
ρεκλαμαδόρα	noun	θηλυκό του ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαδόρας	=	ρεκλαμαδόρα
ρεκλαμαδόρε	=	ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαδόρες	=	ρεκλαμαδόρα
ρεκλαμαδόρο	=	ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαδόροι	=	ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαδόρος	noun|vulgar	αυτός που επιδεικνύει τον εαυτό του, που αυτοπροβάλλεται, που αυτοδιαφημίζεται
ρεκλαμαδόρου	=	ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαδόρους	=	ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαδόρων	=	ρεκλαμαδόρος
ρεκλαμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεκλαμαρισμένο
ρεκλαμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεκλαμαρισμένη
ρεκλαμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαμαρισμένης	verb	γενική ενικού του ρεκλαμαρισμένη
ρεκλαμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεκλαμαρισμένος
ρεκλαματζή	=	ρεκλαματζής
ρεκλαματζήδες	=	ρεκλαματζής
ρεκλαματζήδων	=	ρεκλαματζής
ρεκλαματζής	noun|vulgar	άλλη μορφή του ρεκλαμαδόρος
ρεκλούτης	noun	ρακένδυτος, εξαθλιωμένος
ρεκορντγούμαν	noun	θηλυκό του ρέκορντμαν
ρεκτίδων	=	ρέκτης
ρεκτειρών	noun	γενική πληθυντικού του ρέκτειρα
ρεκτιφιέ	noun	η αποκατάσταση μιας μηχανής, στην αρχική εργοστασιακή κατάσταση ώστε να λειτουργεί σωστά
ρεκτών	=	ρέκτης
ρεκόρ	noun	η επίδοση ενός αθλητή ή μιας ομάδας η οποία, εφόσον έχει καταγραφεί επίσημα, ξεπερνά τις προηγούμενες επιδόσεις στο ίδιο άθλημα
ρελάνς	noun	ποντάρισμα μεγαλύτερου ποσού απ’ τον αντίπαλο
ρελέ	noun	ηλεκτρικός διακόπτης που ανοίγει και κλείνει ένα ηλεκτρικό κύκλωμα κάτω από τον έλεγχο ενός άλλου ηλεκτρικού κυκλώματος
ρελέδες	=	ρελές
ρελέδων	=	ρελές
ρελές	noun|vulgar	προφορική μορφή του άκλιτου ρελέ
ρελαντί	noun	ο ρυθμός λειτουργίας μιας μηχανής αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας στις χαμηλότερες δυνατές στροφές ανά λεπτό, όταν δηλαδή ο χειριστής δεν πατάει καθόλου το γκάζι
ρελατιβισμέ	noun	κλητική ενικού του ρελατιβισμός
ρελατιβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρελατιβισμός
ρελατιβισμού	noun	γενική ενικού του ρελατιβισμός
ρελατιβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρελατιβισμός
ρελατιβισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρελατιβισμός
ρελατιβισμός	noun	θεωρία κατά την οποία προκρίνεται η σχετική και όχι η απόλυτη / αντικειμενική γνώση
ρελατιβισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρελατιβισμός
ρελιάζαμε	=	ρελιάζω
ρελιάζαν	=	ρελιάζω
ρελιάζανε	=	ρελιάζω
ρελιάζατε	=	ρελιάζω
ρελιάζει	=	ρελιάζω
ρελιάζεις	=	ρελιάζω
ρελιάζετε	=	ρελιάζω
ρελιάζοντας	=	ρελιάζω
ρελιάζουμε	=	ρελιάζω
ρελιάζουν	=	ρελιάζω
ρελιάζουνε	=	ρελιάζω
ρελιάζω	verb	βάζω ρέλι σ’ ένα ύφασμα, μια ταπετσαρία, ένα χαρτί κ.λπ.
ρελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρελιάζω
ρελιάσαν	=	ρελιάζω
ρελιάσανε	=	ρελιάζω
ρελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρελιάζω
ρελιάσει	=	ρελιάζω
ρελιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρέλιασμα
ρελιάσματος	noun	γενική ενικού του ρέλιασμα
ρελιάστε	=	ρελιάζω
ρελιάστρα	noun	εξάρτημα ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για το ρέλιασμα
ρελιάστρας	noun	γενική ενικού του ρελιάστρα
ρελιάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρελιάστρα
ρελιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρέλιασμα
ρελιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρελιασμένο
ρελιασμένε	verb	κλητική ενικού του ρελιασμένος
ρελιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρελιασμένη
ρελιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρελιασμένος
ρελιασμένης	verb	γενική ενικού του ρελιασμένη
ρελιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρελιασμένος
ρελιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρελιασμένος
ρελιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρελιασμένος
ρελιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρελιασμένος
ρελιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρελιασμένος
ρελιαστρών	noun	γενική πληθυντικού του ρελιάστρα
ρελιού	=	ρέλι
ρελιών	=	ρέλι
ρεμάλι	noun	άνθρωπος αχρείος, ελεεινός, τιποτένιος
ρεμάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμάλι
ρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρέμα
ρεμέδια	=	ρεμέδιο
ρεμέδιο	noun	άλλη μορφή του ρεμέντιο
ρεμέδιου	=	ρεμέδιο
ρεμέδιων	=	ρεμέδιο
ρεμένικα	adv	χρησιμοποιώντας την ρεμένικη διάλεκτο	noun	η διάλεκτος ή το ιδίωμα των Ρεμένων
ρεμένικε	=	ρεμένικος
ρεμένικες	=	ρεμένικος
ρεμένικη	=	ρεμένικος
ρεμένικης	=	ρεμένικος
ρεμένικο	=	ρεμένικος
ρεμένικοι	=	ρεμένικος
ρεμένικος	adj	που έχει σχέση με τους Ρεμένους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται από αυτούς
ρεμένικου	=	ρεμένικος
ρεμένικους	=	ρεμένικος
ρεμένικων	=	ρεμένικος
ρεμένος	=	ρεύομαι
ρεμέντζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμέντζο
ρεμέντζο	noun	άλλη μορφή του ρεμέτζο
ρεμέντζου	noun	γενική ενικού του ρεμέντζο
ρεμέντζων	noun	γενική πληθυντικού του ρεμέντζο
ρεμέντια	=	ρεμέντιο
ρεμέντιο	noun|dated	πρόχειρη θεραπεία στο πλαίσιο της λαϊκής ιατρικής· γιατροσόφι, γιατρικό
ρεμέντιου	=	ρεμέντιο
ρεμέντιων	=	ρεμέντιο
ρεμέτζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμέτζο
ρεμέτζο	noun	μόνιμο αγκυροβόλιο σκάφους
ρεμέτζου	noun	γενική ενικού του ρεμέτζο
ρεμέτζων	noun	γενική πληθυντικού του ρεμέτζο
ρεμίζα	noun	ανάπαυση, ύπνος
ρεμίζας	noun	γενική ενικού του ρεμίζα
ρεμίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμίζα
ρεμαζάνι	noun	φασαρία, γιορτή με καυγάδες
ρεμαλιού	=	ρεμάλι
ρεμαλιών	=	ρεμάλι
ρεματάκι	noun	υποκοριστικό του ρέμα
ρεματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεματάκι
ρεματιά	noun	στενόμακρο άνοιγμα με ψηλές όχθες, διά μέσου του οποίου κυλά νερό
ρεματιάς	noun	γενική ενικού του ρεματιά
ρεματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεματιά
ρεματιών	=	ρεματιά
ρεμβάζαμε	=	ρεμβάζω
ρεμβάζαν	=	ρεμβάζω
ρεμβάζανε	=	ρεμβάζω
ρεμβάζατε	=	ρεμβάζω
ρεμβάζει	=	ρεμβάζω
ρεμβάζεις	=	ρεμβάζω
ρεμβάζετε	=	ρεμβάζω
ρεμβάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρεμβάζω
ρεμβάζουμε	=	ρεμβάζω
ρεμβάζουν	=	ρεμβάζω
ρεμβάζουνε	=	ρεμβάζω
ρεμβάζω	verb	σκέφτομαι και φαντάζομαι πράγματα ή καταστάσεις με ήρεμη κι ονειροπόλο διάθεση
ρεμβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμβάζω
ρεμβάσαν	=	ρεμβάζω
ρεμβάσανε	=	ρεμβάζω
ρεμβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμβάζω
ρεμβάσει	=	ρεμβάζω
ρεμβάστε	=	ρεμβάζω
ρεμβασμέ	noun	κλητική ενικού του ρεμβασμός
ρεμβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεμβασμός
ρεμβασμού	noun	γενική ενικού του ρεμβασμός
ρεμβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεμβασμός
ρεμβασμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεμβασμός
ρεμβασμός	noun	ευχάριστη περιπλάνηση του νου και της φαντασίας
ρεμβασμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεμβασμός
ρεμβωδών	=	ρεμβώδης
ρεμβώδεις	=	ρεμβώδης
ρεμβώδες	=	ρεμβώδης
ρεμβώδη	=	ρεμβώδης
ρεμβώδης	adj|formal	που ονειροπολεί
ρεμβώδους	=	ρεμβώδης
ρεμεζάνι	noun	γιορτή, φιλονικία
ρεμενικά	adv	χρησιμοποιώντας την ρεμενική διάλεκτο	noun	άλλη μορφή του ρεμένικα
ρεμενικέ	=	ρεμενικός
ρεμενικές	=	ρεμενικός
ρεμενική	noun	η ρεμενική γλώσσα	adj	ενικού, θηλυκού γένους του ρεμενικός
ρεμενικής	=	ρεμενικός
ρεμενικοί	=	ρεμενικός
ρεμενικού	=	ρεμενικός
ρεμενικούς	=	ρεμενικός
ρεμενικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ρεμενικός
ρεμενικός	adj	άλλη μορφή του ρεμένικος
ρεμενικών	=	ρεμενικός
ρεμεντζάρισμα	noun	άλλη μορφή του ρεμετζάρισμα
ρεμεντζάρω	verb	άλλη μορφή του ρεμετζάρω
ρεμεντζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμεντζάρισμα
ρεμεντζαρίσματος	noun	γενική ενικού του ρεμεντζάρισμα
ρεμεντζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεμεντζάρισμα
ρεμεσιέρης	noun	επιπλοποιός
ρεμετζάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμετζάρω
ρεμετζάρω	verb	ρυμουλκώ με ρεμέντζο, δένω γερά με ρεμέντζο
ρεμετζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμετζάρισμα
ρεμετζαρίσματος	noun	γενική ενικού του ρεμετζάρισμα
ρεμετζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεμετζάρισμα
ρεμιζών	noun	γενική πληθυντικού του ρεμίζα
ρεμιντζάρισμα	noun	άλλη μορφή του ρεμετζάρισμα
ρεμιντζάρω	verb	άλλη μορφή του ρεμετζάρω
ρεμιντζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμιντζάρισμα
ρεμιντζαρίσματος	noun	γενική ενικού του ρεμιντζάρισμα
ρεμιντζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεμιντζάρισμα
ρεμιτζάρισμα	noun	άλλη μορφή του ρεμετζάρισμα
ρεμιτζάρω	verb	άλλη μορφή του ρεμετζάρω
ρεμιτζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμιτζάρισμα
ρεμιτζαρίσματος	noun	γενική ενικού του ρεμιτζάρισμα
ρεμιτζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεμιτζάρισμα
ρεμουλκών	=	ρεμούλκα
ρεμούλα	noun|vulgar	η οικονομική απάτη
ρεμούλας	=	ρεμούλα
ρεμούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμούλα
ρεμούλκα	noun	άλλη μορφή του ρυμούλκα
ρεμούλκας	=	ρεμούλκα
ρεμούλκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμούλκα
ρεμούρκια	=	ρεμούρκιο
ρεμούρκιο	noun|dated	ρυμουλκό
ρεμούρκιου	=	ρεμούρκιο
ρεμούρκιων	=	ρεμούρκιο
ρεμπέλεμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρεμπελεύω
ρεμπέλευα	=	ρεμπελεύω
ρεμπέλευαν	=	ρεμπελεύω
ρεμπέλευε	=	ρεμπελεύω
ρεμπέλευες	=	ρεμπελεύω
ρεμπέλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπελεύω
ρεμπέλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπελεύω
ρεμπέλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπελεύω
ρεμπέλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπελεύω
ρεμπέλιαζα	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιαζαν	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιαζε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιαζες	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιασα	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιασαν	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιασε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέλιασες	=	ρεμπελιάζω
ρεμπέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπέτης
ρεμπέτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπετεύω
ρεμπέτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπετεύω
ρεμπέτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπετεύω
ρεμπέτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπετεύω
ρεμπέτη	=	ρεμπέτης
ρεμπέτηδες	=	ρεμπέτης
ρεμπέτηδων	=	ρεμπέτης
ρεμπέτης	noun	λαϊκός μουσικός που γράφει, τραγουδά ή παίζει ρεμπέτικα τραγούδια
ρεμπέτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπέτικο
ρεμπέτικε	adj	κλητική ενικού του ρεμπέτικος
ρεμπέτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπέτικη
ρεμπέτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεμπέτικος
ρεμπέτικης	adj	γενική ενικού του ρεμπέτικη
ρεμπέτικο	adj	αιτιατική ενικού του ρεμπέτικος
ρεμπέτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεμπέτικος
ρεμπέτικος	adj	σχετικός με το είδος του ελληνικού αστικού λαϊκού τραγουδιού που έχει ως κύριο όργανο το μπουζούκι και απηχεί επιρροές από τη βυζαντινή, τη δυτική και την ανατολίτικη μουσική
ρεμπέτικου	adj	γενική ενικού του ρεμπέτικος
ρεμπέτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεμπέτικος
ρεμπέτικων	adj	γενική πληθυντικού του ρεμπέτικος
ρεμπέτισσα	noun	ρεμπέτης
ρεμπέτισσας	noun	γενική ενικού του ρεμπέτισσα
ρεμπέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπέτισσα
ρεμπελάσκερα	=	ρεμπελάσκερο
ρεμπελάσκερο	noun|dated	ασκέρι ρέμπελων
ρεμπελάσκερου	=	ρεμπελάσκερο
ρεμπελάσκερων	=	ρεμπελάσκερο
ρεμπελέματα	=	ρεμπέλεμα
ρεμπελέματος	=	ρεμπέλεμα
ρεμπελέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπελεύω
ρεμπελέψαν	=	ρεμπελεύω
ρεμπελέψανε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπελεύω
ρεμπελέψει	=	ρεμπελεύω
ρεμπελέψτε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεμάτων	=	ρεμπέλεμα
ρεμπελεύαμε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύαν	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύανε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύατε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύει	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύεις	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύετε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύοντας	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύουμε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύουν	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύουνε	=	ρεμπελεύω
ρεμπελεύω	verb|dated	ζω χωρίς να εργάζομαι, χωρίς να κάνω κάτι το κοινωνικά αποδεκτό, τεμπελιάζω
ρεμπελιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπελιό
ρεμπελιάζαμε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζαν	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζανε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζατε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζει	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζεις	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζετε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζοντας	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζουμε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζουν	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζουνε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάζω	verb|vulgar	άλλη γραφή του ρεμπελεύω
ρεμπελιάσαμε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάσαν	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάσανε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάσατε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάσει	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπέλιασμα
ρεμπελιάστε	=	ρεμπελιάζω
ρεμπελιού	noun	γενική ενικού του ρεμπελιό
ρεμπελιό	noun|dated	η εξέγερση, η επανάσταση
ρεμπελιών	noun	γενική πληθυντικού του ρεμπελιό
ρεμπεσκέ	=	ρεμπεσκές
ρεμπεσκέδες	=	ρεμπεσκές
ρεμπεσκέδων	=	ρεμπεσκές
ρεμπεσκές	noun	ανεπρόκοπος, τεμπέλης
ρεμπετέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπετεύω
ρεμπετέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεμπετεύω
ρεμπετασκέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεμπετασκέρι
ρεμπετεύω	verb|rare	είμαι ρεμπέτης ή ζω σαν αυτούς
ρεμπετισσών	noun	γενική πληθυντικού του ρεμπέτισσα
ρεμπετολαγνεία	noun	η υπερβολική, εμμονική ή επιδερμική αγάπη, προσκόλληση και εξιδανίκευση προς το ρεμπέτικο τραγούδι και την κουλτούρα του, συχνά αποκομμένη από το ιστορικό και κοινωνικό της πλαίσιο ή συνδεδεμένη με μια τάση μόδας και νοσταλγίας
ρεμπετολαγνείας	=	ρεμπετολαγνεία
ρεμπετολαγνείες	=	ρεμπετολαγνεία
ρεμπετολαγνειών	=	ρεμπετολαγνεία
ρεμπρίζ	noun	άλλη μορφή του ρεπρίζ
ρενάρ	noun	γούνα από αλεπού
ρεναγκούλα	noun	άλλη μορφή του νεραγκούλα
ρεναγκούλας	noun	γενική ενικού του ρεναγκούλα
ρεναγκούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεναγκούλα
ρεντέ	=	ρεντές
ρεντέδες	=	ρεντές
ρεντέδων	=	ρεντές
ρεντές	noun|dated	ο τρίφτης
ρεντίκολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεντίκολο
ρεντίκολο	noun	αυτός που έχει γελοιοποιηθεί, έχει ρεζιλευτεί
ρεντίκολου	noun	γενική ενικού του ρεντίκολο
ρεντίκολων	noun	γενική πληθυντικού του ρεντίκολο
ρεντγκένιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 111 και χημικό σύμβολο Rg
ρεντγκενίου	=	ρεντγκένιο
ρεντιγκότα	noun	είδος σακακιού (ιππασίας), ζακέτας ή παλτού
ρεντιγκότας	noun	γενική ενικού του ρεντιγκότα
ρεντιγκότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεντιγκότα
ρεντιωτών	=	ρεντιώτης
ρεντιώτες	=	ρεντιώτης
ρεντιώτη	=	ρεντιώτης
ρεντιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τον Ρέντη
ρεντιώτικα	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικε	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικες	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικη	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικης	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικο	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικοι	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Ρέντη ή τους κατοίκους του
ρεντιώτικου	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικους	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτικων	=	ρεντιώτικος
ρεντιώτισσα	=	ρεντιώτης
ρεξισμέ	=	ρεξισμός
ρεξισμοί	=	ρεξισμός
ρεξισμού	=	ρεξισμός
ρεξισμούς	=	ρεξισμός
ρεξισμό	=	ρεξισμός
ρεξισμός	noun	φασιστικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο Βέλγιο υπό την ηγεσία του Λεόν Ντεγκρέλ κατά τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου, ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ενεργά την κατάκτηση της χώρας από το Τρίτο Ράιχ
ρεξισμών	=	ρεξισμός
ρεοβάσεις	=	ρεοβάση
ρεοβάσεων	=	ρεοβάση
ρεοβάση	noun	η ελάχιστη ένταση ηλεκτρικού ρεύματος που απαιτείται για να προκαλέσει μια ενέργεια δυναμικού σε ένα νεύρο ή μυικό κύτταρο, να διεγείρει το νεύρο ή τον μυ
ρεοβάσης	=	ρεοβάση
ρεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεολογικό
ρεολογικέ	adj	κλητική ενικού του ρεολογικός
ρεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεολογική
ρεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεολογικός
ρεολογικής	adj	γενική ενικού του ρεολογική
ρεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεολογικός
ρεολογικού	adj	γενική ενικού του ρεολογικός
ρεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεολογικός
ρεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεολογικός
ρεολογικός	adj	σχετικός με την ρεολογία
ρεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεολογικός
ρεοστάτες	=	ρεοστάτης
ρεοστάτη	=	ρεοστάτης
ρεοστάτης	noun	άλλη μορφή του ροοστάτης
ρεοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεοστατικό
ρεοστατικέ	adj	κλητική ενικού του ρεοστατικός
ρεοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεοστατική
ρεοστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεοστατικός
ρεοστατικής	adj	γενική ενικού του ρεοστατική
ρεοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεοστατικός
ρεοστατικού	adj	γενική ενικού του ρεοστατικός
ρεοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεοστατικός
ρεοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεοστατικός
ρεοστατικός	adj	που έχει σχέση με τον ρεοστάτη / ροοστάτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ρεοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεοστατικός
ρεοστατών	=	ρεοστάτης
ρεοτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρεοτροπικός	adv	με ρεοτροπικό τρόπο
ρεοτροπικέ	adj	κλητική ενικού του ρεοτροπικός
ρεοτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεοτροπική
ρεοτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεοτροπικός
ρεοτροπικής	adj	γενική ενικού του ρεοτροπική
ρεοτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεοτροπικός
ρεοτροπικού	adj	γενική ενικού του ρεοτροπικός
ρεοτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεοτροπικός
ρεοτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεοτροπικός
ρεοτροπικός	adj	που έχει σχέση με τον ρεοτροπισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
ρεοτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεοτροπικός
ρεοτροπικώς	adv	με ρεοτροπικό τρόπο
ρεοτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του ρεοτροπισμός
ρεοτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεοτροπισμός
ρεοτροπισμού	noun	γενική ενικού του ρεοτροπισμός
ρεοτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεοτροπισμός
ρεοτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεοτροπισμός
ρεοτροπισμός	noun	η αντίδραση ενός οργανισμού, συνήθως φυτού, στην κίνηση ή ροή υγρού, στρέφοντας προς τα εκεί ή προς την αντίθετη κατεύθυνση τα ριζίδιά τους
ρεοτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεοτροπισμός
ρεουσών	=	ρέων
ρεούσης	=	ρέων
ρεπά	=	ρεπό
ρεπάνι	noun	άλλη μορφή του ραπάνι
ρεπάνια	=	ρεπάνι
ρεπάρω	verb|slang	παίρνω ρεπό από τη δουλειά
ρεπανάκι	noun	άλλη μορφή του ραπανάκι, υποκοριστικό του ρεπάνι
ρεπανάκια	=	ρεπανάκι
ρεπανακιού	=	ρεπανάκι
ρεπανακιών	=	ρεπανάκι
ρεπανιού	=	ρεπάνι
ρεπανιών	=	ρεπάνι
ρεπατζή	=	ρεπατζής
ρεπατζήδες	=	ρεπατζής
ρεπατζήδων	=	ρεπατζής
ρεπατζής	noun	αυτός του οποίου η εργασία είναι να δουλεύει στη θέση άλλων εργαζομένων, όταν οι άλλοι παίρνουν ρεπό
ρεπατζού	=	ρεπατζής
ρεπεράζ	noun	η αναζήτηση και η επιλογή των χώρων που απαιτούνται για τα γυρίσματα μιας ταινίας
ρεπερτορίου	=	ρεπερτόριο
ρεπερτορίων	=	ρεπερτόριο
ρεπερτουάρ	noun	γαλλικά, το ρεπερτόριο
ρεπερτόρια	=	ρεπερτόριο
ρεπερτόριο	noun	το σύνολο των θεατρικών ή μουσικών έργων που ένας θίασος ή ένας καλλιτέχνης ή μια ορχήστρα έχει προγραμματίσει να παρουσιάσει σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
ρεπερτόριου	=	ρεπερτόριο
ρεπερτόριων	=	ρεπερτόριο
ρεπεσάζ	noun	προκριματικός αγώνας που δίνει την ευκαιρία σε αποτυχόντες των προηγούμενων γύρων να προκριθούν στην επόμενη φάση
ρεπετισιόν	noun	γαλλική εκφορά του επανάληψη
ρεπιασμένα	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένε	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένες	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένη	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένης	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένο	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένοι	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένος	verb	ερειπωμένος, χαλασμένος (σε χαλάσματα), μισογκρεμισμένος
ρεπιασμένου	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένους	=	ρεπιασμένος
ρεπιασμένων	=	ρεπιασμένος
ρεπιού	=	ρέπι
ρεπιών	=	ρέπι
ρεπλίκα	noun	αντίγραφο ενός έργου τέχνης, ενίοτε δημιουργημένο από τον δημιουργό του πρωτοτύπου
ρεπλίκας	noun	γενική ενικού του ρεπλίκα
ρεπλίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεπλίκα
ρεπλικάσες	=	ρεπλικάση
ρεπλικάση	noun	οποιοδήποτε από τα ένζυμα που δρουν ως καταλύτες στη σύνθεση ενός μορίου RNA από ένα καλούπι-μήτρα RNA (όπως στους ιούς) ή ενός μορίου DNA από ένα καλούπι-μήτρα DNA
ρεπλικάσης	=	ρεπλικάση
ρεπλικασών	=	ρεπλικάση
ρεπορτάζ	noun	η έρευνα ενός θέματος και η παρουσίασή του με δημοσιογραφικό τρόπο σε κάποιο από τα ΜΜΕ
ρεπουλίνες	=	ρεπουλίνη
ρεπουλίνη	noun	ριπολίνη
ρεπουλίνης	=	ρεπουλίνη
ρεπουλινών	=	ρεπουλίνη
ρεπουμπλικάνα	noun	θηλυκό του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικάνας	=	ρεπουμπλικάνα
ρεπουμπλικάνε	noun	κλητική ενικού του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικάνες	=	ρεπουμπλικάνα
ρεπουμπλικάνο	noun	αιτιατική ενικού του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικάνος	noun	οπαδός του ρεπουμπλικανισμού, μέλος ή υποστηρικτής του ρεπουμπλικανικού κόμματος
ρεπουμπλικάνου	noun	γενική ενικού του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικάνων	noun	γενική πληθυντικού του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικανέ	noun	κλητική ενικού του ρεπουμπλικανός
ρεπουμπλικανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεπουμπλικανικό
ρεπουμπλικανικέ	adj	κλητική ενικού του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεπουμπλικανική
ρεπουμπλικανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανικής	adj	γενική ενικού του ρεπουμπλικανική
ρεπουμπλικανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανικού	adj	γενική ενικού του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανικός	adj	που έχει σχέση με τον ρεπουμπλικανισμό ή τους ρεπουμπλικάνους ή αναφέρεται σ’ αυτά
ρεπουμπλικανικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεπουμπλικανικός
ρεπουμπλικανισμέ	noun	κλητική ενικού του ρεπουμπλικανισμός
ρεπουμπλικανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεπουμπλικανισμός
ρεπουμπλικανισμού	noun	γενική ενικού του ρεπουμπλικανισμός
ρεπουμπλικανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεπουμπλικανισμός
ρεπουμπλικανισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεπουμπλικανισμός
ρεπουμπλικανισμός	noun	πολιτική θεωρία και ιδεολογία που θέλει τον πολίτη να ζει σε ένα καθεστώς δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας και να έχει κάπως συντηρητικές θέσεις σε διάφορα ζητήματα
ρεπουμπλικανισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεπουμπλικανισμός
ρεπουμπλικανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεπουμπλικανός
ρεπουμπλικανού	noun	γενική ενικού του ρεπουμπλικανός
ρεπουμπλικανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεπουμπλικανός
ρεπουμπλικανό	noun	αιτιατική ενικού του ρεπουμπλικανός
ρεπουμπλικανός	noun	άλλη μορφή του ρεπουμπλικάνος
ρεπουμπλικανών	noun	γενική πληθυντικού του ρεπουμπλικανός
ρεπουσιάδα	noun	δημώδης - δημοσιογραφικός χαρακτηρισμός με σκωπτική επική προέκταση (κατά την Αινειάδα, Ιλιάδα κ.λπ) του συνόλου των διαφόρων δημοσίων δηλώσεων της πολιτικού Μ. Ρεπούση
ρεπούμπλικα	noun	αντρικό υφασμάτινο καπέλο με φαρδύ γείσο
ρεπούμπλικας	noun	γενική ενικού του ρεπούμπλικα
ρεπούμπλικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεπούμπλικα
ρεπρίζ	noun	απότομη επιτάχυνση ενός οχήματος που βρίσκεται εν κινήσει
ρεπροντιξιόν	noun	τυπογραφική αναπαραγωγή ζωγραφικού πίνακα
ρεπό	noun	ανεπίσημη αργία, μη εργάσιμη μέρα (εκτός Κυριακής ή γιορτής)
ρεπόρτερ	noun	ο συντάκτης που κάνει ρεπορτάζ.
ρεσάλτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεσάλτο
ρεσάλτο	noun	πειρατεία
ρεσάλτου	noun	γενική ενικού του ρεσάλτο
ρεσάλτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεσάλτο
ρεσβερατρολών	=	ρεσβερατρόλη
ρεσβερατρόλες	=	ρεσβερατρόλη
ρεσβερατρόλη	noun	φυσική ουσία, ένωση (5-[(E)-2-(4-υδροξυφαινυλο)-αιθενυλο]βενζολο-1,3-διόλη ή trans-3,5,4'-τριυδροξυστιλβένιο) της κατηγορίας των φυτοαλεξινών (phytoalexins), που βρίσκεται στο φλοιό των (κόκκινων) σταφυλιών και σε άλλα φρούτα και καρπούς και θεωρείται πως έχει ευεργετικές επιδράσεις στον άνθρωπο
ρεσβερατρόλης	=	ρεσβερατρόλη
ρεσεψιονίστ	noun	υπάλληλος που υποδέχεται τους πελάτες στην ρεσεψιόν
ρεσεψιόν	noun	ο χώρος υποδοχής των επισκεπτών-πελατών, κυρίως σε ένα ξενοδοχείο
ρεσιτάλ	noun	εκτέλεση μουσικής σύνθεσης από έναν μουσικό (ενδεχομένως και με τη συνοδεία κι άλλων μουσικών)
ρεσπέρης	noun|dated	ο γεωργός
ρεστάρω	verb|slang	μένω χωρίς χρήματα, χρωστάω, χρεώνομαι
ρεστία	noun	το κύμα που δεν οφείλεται σε φανερή αιτία αλλά σε άνεμο που έπνευσε σε προγενέστερο χρόνο ή σε άλλη περιοχή
ρεστίας	=	ρεστία
ρεστίες	=	ρεστία
ρεσταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεσταρισμένο
ρεσταρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρεσταρισμένος
ρεσταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεσταρισμένη
ρεσταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεσταρισμένος
ρεσταρισμένης	verb	γενική ενικού του ρεσταρισμένη
ρεσταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρεσταρισμένος
ρεσταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεσταρισμένος
ρεσταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεσταρισμένος
ρεσταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρεσταρισμένος
ρεσταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεσταρισμένος
ρεστιών	=	ρεστία
ρεστοράν	noun	το εστιατόριο
ρεσό	noun	είδος αρωματικού ή διακοσμητικού κεριού
ρεσώ	noun	μικρά δοχεία με κερί και φιτίλι
ρετάλι	noun	το ύφασμα που απομένει από ένα τόπι
ρετάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετάλι
ρετάρισμα	noun	η συνέπεια του ρετάρω
ρεταλιού	noun	γενική ενικού του ρετάλι
ρεταλιών	noun	γενική πληθυντικού του ρετάλι
ρεταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετάρισμα
ρεταρίσματος	noun	γενική ενικού του ρετάρισμα
ρεταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρετάρισμα
ρετιγκοτών	=	ρετιγκότα
ρετιγκότα	noun	άλλη μορφή του ρεντιγκότα
ρετιγκότας	=	ρετιγκότα
ρετιγκότες	=	ρετιγκότα
ρετινάλες	=	ρετινάλη
ρετινάλη	noun	αλδεΰδη που προέρχεται από τη βιταμίνη Α που σχηματίζεται από τη ροδοψίνη με τη δράση του φωτός και σε συνδυασμό με τις πρωτεΐνες σχηματίζει τις οπτικές χρωστικές των ράβδων και των κώνων του αμφιβληστροειδούς
ρετινάλης	=	ρετινάλη
ρετιναλών	=	ρετινάλη
ρετινολών	=	ρετινόλη
ρετινόλες	=	ρετινόλη
ρετινόλη	noun	λιποδιαλυτή καροτενοειδής βιταμίνη της οικογένειας των βιταμινών Α (βιταμίνη Α₁) που βρίσκεται σε τρόφιμα (πράσινα λαχανικά, ιχθυέλαια) κι έχει ευεργετικές ιδιότητες (ανάπτυξη των οστών, φυσιολογική όραση κ.λπ.)
ρετινόλης	=	ρετινόλη
ρετιρέ	noun	ο τελευταίος όροφος ενός κτιρίου.
ρετουσάρισμα	noun	διόρθωση, βελτίωση
ρετουσάρω	verb	διορθώνω, βελτιώνω
ρετουσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετουσάρισμα
ρετουσαρίσματος	noun	γενική ενικού του ρετουσάρισμα
ρετουσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρετουσάρισμα
ρετουσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετουσαρισμένο
ρετουσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρετουσαρισμένος
ρετουσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετουσαρισμένη
ρετουσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρετουσαρισμένος
ρετουσαρισμένης	verb	γενική ενικού του ρετουσαρισμένη
ρετουσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρετουσαρισμένος
ρετουσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρετουσαρισμένος
ρετουσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρετουσαρισμένος
ρετουσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρετουσαρισμένος
ρετουσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρετουσαρισμένος
ρετούς	noun	διόρθωση, βελτίωση
ρετροσπεκτίβα	noun	αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο δημιουργού, καλλιτέχνη ή ενός καλλιτεχνικού είδους
ρετροσπεκτίβας	=	ρετροσπεκτίβα
ρετροσπεκτίβες	=	ρετροσπεκτίβα
ρετροσπεκτίβων	=	ρετροσπεκτίβα
ρετροϊέ	=	ρετροϊός
ρετροϊοί	=	ρετροϊός
ρετροϊού	=	ρετροϊός
ρετροϊούς	=	ρετροϊός
ρετροϊό	=	ρετροϊός
ρετροϊός	noun	ιός (π.χ. ο ιός του HIV που προκαλεί το AIDS) που χρησιμοποιεί το RNA ως γενετικό υλικό και το μετατρέπει σε DNA
ρετροϊών	=	ρετροϊός
ρετρό	noun	παρωχημένο στυλ	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με ξεπερασμένες περιόδους, κυρίως, της τέχνης ή της μόδας
ρετσέλι	noun	το γλυκό του κουταλιού
ρετσέλια	=	ρετσέλι
ρετσέτα	noun|dated	συνταγή
ρετσέτας	noun	γενική ενικού του ρετσέτα
ρετσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετσέτα
ρετσίνα	noun	είδος λευκού κρασιού που έχει πάρει άρωμα από ρετσίνι
ρετσίνας	noun	γενική ενικού του ρετσίνα
ρετσίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετσίνα
ρετσίνι	noun	κολλώδης και ημιδιάφανη αρωματική ουσία με κιτρινωπό ή κεχριμπαρένιο χρώμα, που εκκρίνεται από ορισμένα δέντρα, κυρίως από το πεύκο, στα σημεία που υπάρχουν φυσικά ή τεχνητά ανοίγματα
ρετσίνια	=	ρετσίνι
ρετσίνωνα	=	ρετσινώνω
ρετσίνωναν	=	ρετσινώνω
ρετσίνωνε	=	ρετσινώνω
ρετσίνωνες	=	ρετσινώνω
ρετσίνωσα	=	ρετσινώνω
ρετσίνωσαν	=	ρετσινώνω
ρετσίνωσε	=	ρετσινώνω
ρετσίνωσες	=	ρετσινώνω
ρετσελιού	=	ρετσέλι
ρετσελιών	=	ρετσέλι
ρετσινά	=	ρετσινάς
ρετσινάδες	=	ρετσινάς
ρετσινάδων	=	ρετσινάς
ρετσινάς	noun	άτομο το οποίο καλλιεργεί ρετσίνι
ρετσινάτα	=	ρετσινάτος
ρετσινάτε	=	ρετσινάτος
ρετσινάτες	=	ρετσινάτος
ρετσινάτη	=	ρετσινάτος
ρετσινάτης	=	ρετσινάτος
ρετσινάτο	=	ρετσινάτος
ρετσινάτοι	=	ρετσινάτος
ρετσινάτος	adj	που έχει ή περιέχει ρετσίνι
ρετσινάτου	=	ρετσινάτος
ρετσινάτους	=	ρετσινάτος
ρετσινάτων	=	ρετσινάτος
ρετσινιά	noun	κηλίδα / λεκές από ρετσίνι
ρετσινιάς	noun	γενική ενικού του ρετσινιά
ρετσινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετσινιά
ρετσινιού	=	ρετσίνι
ρετσινιών	=	ρετσινιά
ρετσινοσυλλέκτες	=	ρετσινοσυλλέκτης
ρετσινοσυλλέκτη	=	ρετσινοσυλλέκτης
ρετσινοσυλλέκτης	noun	που μαζεύει ρετσίνι, βλέπε: ρητινοσυλλέκτης
ρετσινοσυλλέκτρια	noun	θηλυκό του ρετσινοσυλλέκτης
ρετσινοσυλλέκτριας	=	ρετσινοσυλλέκτρια
ρετσινοσυλλέκτριες	=	ρετσινοσυλλέκτρια
ρετσινοσυλλεκτριών	=	ρετσινοσυλλέκτρια
ρετσινοσυλλεκτών	=	ρετσινοσυλλέκτης
ρετσινόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετσινόλαδο
ρετσινόλαδο	noun	φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός και το χρησιμοποιούμε σαν καθαρτικό ή στην παρασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, βαφών, αρωμάτων κ.ά.
ρετσινόλαδου	noun	γενική ενικού του ρετσινόλαδο
ρετσινόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του ρετσινόλαδο
ρετσινών	noun	γενική πληθυντικού του ρετσίνα
ρετσινώναμε	=	ρετσινώνω
ρετσινώναν	=	ρετσινώνω
ρετσινώνανε	=	ρετσινώνω
ρετσινώνατε	=	ρετσινώνω
ρετσινώνει	=	ρετσινώνω
ρετσινώνεις	=	ρετσινώνω
ρετσινώνετε	=	ρετσινώνω
ρετσινώνοντας	=	ρετσινώνω
ρετσινώνουμε	=	ρετσινώνω
ρετσινώνουν	=	ρετσινώνω
ρετσινώνουνε	=	ρετσινώνω
ρετσινώνω	verb	προσθέτω ρετσίνι (σε κρασί)
ρετσινώσαμε	=	ρετσινώνω
ρετσινώσαν	=	ρετσινώνω
ρετσινώσανε	=	ρετσινώνω
ρετσινώσατε	=	ρετσινώνω
ρετσινώσει	=	ρετσινώνω
ρετσινώστε	=	ρετσινώνω
ρετσιτατίβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρετσιτατίβο
ρετσιτατίβο	noun	μορφή μουσικής σύνθεσης περιορισμένης χρονικής διάρκειας, συνηθισμένη στην όπερα, το ορατόριο ή την καντάτα με μορφή διαλόγου ή μονολόγου που προάγει την πλοκή του έργου
ρετσιτατίβου	noun	γενική ενικού του ρετσιτατίβο
ρετσιτατίβων	noun	γενική πληθυντικού του ρετσιτατίβο
ρευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρεύμα
ρευματαλγία	noun	ρευματικός πόνος
ρευματαλγίας	noun	γενική ενικού του ρευματαλγία
ρευματαλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευματαλγία
ρευματαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του ρευματαλγία
ρευματικά	noun	ρευματισμοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευματικό
ρευματικέ	adj	κλητική ενικού του ρευματικός
ρευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευματική
ρευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρευματικός
ρευματικής	adj	γενική ενικού του ρευματική
ρευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευματικός
ρευματικού	adj	γενική ενικού του ρευματικός
ρευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρευματικός
ρευματικό	adj	αιτιατική ενικού του ρευματικός
ρευματικός	adj	ο έχων σχέση με τον ρευματισμό
ρευματικών	adj	γενική πληθυντικού του ρευματικός
ρευματισμέ	noun	κλητική ενικού του ρευματισμός
ρευματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευματισμός
ρευματισμού	noun	γενική ενικού του ρευματισμός
ρευματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρευματισμός
ρευματισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρευματισμός
ρευματισμός	noun	πάθηση των αρθρώσεων
ρευματισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρευματισμός
ρευματοβάσεις	=	ρευματοβάση
ρευματοβάσεων	=	ρευματοβάση
ρευματοβάση	noun	η ελάχιστη ένταση ηλεκτρικού ρεύματος που απαιτείται για να προκαλέσει μια ενέργεια δυναμικού σε ένα νεύρο ή μυικό κύτταρο, να διεγείρει το νεύρο ή τον μυ
ρευματοβάσης	=	ρευματοβάση
ρευματοδοτήθηκα	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτήθηκαν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτήθηκε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτήθηκες	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτήσαμε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτήσατε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτήσει	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτήσεις	=	ρευματοδότηση
ρευματοδοτήσεων	=	ρευματοδότηση
ρευματοδοτήσου	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτήστε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτεί	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτείς	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτείσαι	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτείστε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτείται	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτείτε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτηθήκαμε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτηθήκαν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτηθήκανε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτηθήκατε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτηθεί	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτηθείτε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτημένος	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούμασταν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούμαστε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούμε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούμουν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούν	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούνται	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούνταν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούσα	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούσαμε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούσαν	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούσασταν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούσαστε	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτούσατε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούσε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούσες	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδοτούσουν	=	ρευματοδοτούμαι
ρευματοδοτώ	verb	παρέχω ηλεκτρικό ρεύμα
ρευματοδοτών	=	ρευματοδότης
ρευματοδοτώντας	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδότει	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδότες	=	ρευματοδότης
ρευματοδότη	=	ρευματοδότης
ρευματοδότης	noun	εντοιχισμένο εξάρτημα της ηλεκτρικής εγκατάστασης ενός κτηρίου, πάνω στο οποίο συνδέεται το καλώδιο τροφοδοσίας με ρεύμα των ηλεκτρικών συσκευών
ρευματοδότησα	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδότησαν	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδότησε	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδότησες	=	ρευματοδοτώ
ρευματοδότηση	noun	ηλεκτροδότηση
ρευματοδότησης	=	ρευματοδότηση
ρευματοειδές	=	ρευματοειδής
ρευματοειδή	=	ρευματοειδής
ρευματοειδής	adj	που οφείλεται σε ρευματισμούς
ρευματοειδείς	=	ρευματοειδής
ρευματοειδούς	=	ρευματοειδής
ρευματοειδών	=	ρευματοειδής
ρευματοκλοπές	=	ρευματοκλοπή
ρευματοκλοπή	noun	η κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος
ρευματοκλοπής	=	ρευματοκλοπή
ρευματοκλοπών	=	ρευματοκλοπή
ρευματοκοπές	=	ρευματοκοπή
ρευματοκοπή	noun	το κόψιμο της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος
ρευματοκοπής	=	ρευματοκοπή
ρευματοκοπών	=	ρευματοκοπή
ρευματολήπτες	=	ρευματολήπτης
ρευματολήπτη	=	ρευματολήπτης
ρευματολήπτης	noun	το εξάρτημα στο τέλος του καλωδίου μιας συσκευής, το οποίο εισάγεται στην παροχή ρεύματος (την πρίζα)
ρευματοληπτών	=	ρευματολήπτης
ρευματοληψία	noun	λήψη ηλεκτρικού ρεύματος
ρευματοληψίας	=	ρευματοληψία
ρευματοληψίες	=	ρευματοληψία
ρευματοληψιών	=	ρευματοληψία
ρευματολογία	noun	ειδικότητα με αντικείμενο αρχικά την αρθρίτιδα αλλά στη συνέχεια (στην Ελλάδα) όλα τα αυτοάνοσα νοσήματα
ρευματολογίας	noun	γενική ενικού του ρευματολογία
ρευματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευματολογία
ρευματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρευματολογικός	adv	από ρευματολογικής πλευράς
ρευματολογικέ	adj	κλητική ενικού του ρευματολογικός
ρευματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευματολογική
ρευματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρευματολογικός
ρευματολογικής	adj	γενική ενικού του ρευματολογική
ρευματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευματολογικός
ρευματολογικού	adj	γενική ενικού του ρευματολογικός
ρευματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρευματολογικός
ρευματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ρευματολογικός
ρευματολογικός	adj	σχετικός με την ιατρική ειδικότητα της ρευματολογίας
ρευματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ρευματολογικός
ρευματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ρευματολογία
ρευματολόγε	noun	κλητική ενικού του ρευματολόγος
ρευματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ρευματολόγος
ρευματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευματολόγος
ρευματολόγος	noun	ο γιατρός που ασχολείται με τις παθήσεις των μυών και των αρθρώσεων, αλλά και με πολλά αυτοάνοσα νοσήματα
ρευματολόγου	noun	γενική ενικού του ρευματολόγος
ρευματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρευματολόγος
ρευματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ρευματολόγος
ρευματοπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης οστών, αρθρώσεων, μυών κ.λπ. από ρευματικά νοσήματα
ρευματοπάθειας	noun	γενική ενικού του ρευματοπάθεια
ρευματοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευματοπάθεια
ρευματοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ρευματοπάθεια
ρευματοφόρα	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρας	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρε	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρες	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρο	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόροι	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρος	adj	που φέρει ηλεκτρικό ρεύμα
ρευματοφόρου	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρους	=	ρευματοφόρος
ρευματοφόρων	=	ρευματοφόρος
ρευματώδης	adj|formal	που είναι όμοιος με τον ρευματικό (πόνο), χωρίς όμως να είναι
ρευστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστό	adv	με ρευστό τρόπο
ρευστέ	adj	κλητική ενικού του ρευστός
ρευστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστή
ρευστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρευστός
ρευστής	adj	γενική ενικού του ρευστή
ρευστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευστός
ρευστοδυναμικές	=	ρευστοδυναμική
ρευστοδυναμική	noun	κλάδος της φυσικής που μελετά τη συμπεριφορά των ρευστών (υγρών και αερίων) και τις δυνάμεις που τα επηρεάζουν και τις αλληλεπιδράσεις τους με στερεά ή άλλα ρευστά σώματα
ρευστοδυναμικής	=	ρευστοδυναμική
ρευστοδυναμικών	=	ρευστοδυναμική
ρευστομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστομηχανικό
ρευστομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του ρευστομηχανικός
ρευστομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστομηχανική
ρευστομηχανική	noun	κλάδος της κλασικής μηχανικής με κύριο αντικείμενο τη συμπεριφορά των ρευστών
ρευστομηχανικής	adj	γενική ενικού του ρευστομηχανική
ρευστομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευστομηχανικός
ρευστομηχανικού	adj	γενική ενικού του ρευστομηχανικός
ρευστομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρευστομηχανικός
ρευστομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του ρευστομηχανικός
ρευστομηχανικός	adj	που έχει σχέση με τη ρευστομηχανική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ρευστομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του ρευστομηχανικός
ρευστοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποίηση	noun	μετατροπή μιας ουσίας σε ρευστό ή υγρό
ρευστοποίησης	=	ρευστοποίηση
ρευστοποιήθηκα	=	ρευστοποιώ
ρευστοποιήθηκαν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιήθηκε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιήθηκες	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποιήσεις	=	ρευστοποίηση
ρευστοποιήσεων	=	ρευστοποίηση
ρευστοποιήσιμα	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμε	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμες	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμη	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμης	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμο	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμοι	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμος	adj	που μπορεί να μετατραπεί (πολύ γρήγορα) σε ρευστό χρήμα
ρευστοποιήσιμου	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμους	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσιμων	=	ρευστοποιήσιμος
ρευστοποιήσου	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιείσαι	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιείστε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιείται	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιηθήκαμε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιηθήκαν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιηθήκανε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιηθήκατε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιηθεί	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιηθείτε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστοποιημένο
ρευστοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ρευστοποιημένος
ρευστοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστοποιημένη
ρευστοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρευστοποιημένος
ρευστοποιημένης	verb	γενική ενικού του ρευστοποιημένη
ρευστοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ρευστοποιημένος
ρευστοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευστοποιημένος
ρευστοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ρευστοποιώ
ρευστοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρευστοποιημένος
ρευστοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρευστοποιημένος
ρευστοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρευστοποιημένος
ρευστοποιούμαι	verb	στο τρίτο πρόσωπο, από στερεός, γίνομαι ρευστός, υγρός ή αέριος
ρευστοποιούμασταν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούμαστε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστοποιούμενο
ρευστοποιούμενε	verb	κλητική ενικού του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστοποιούμενη
ρευστοποιούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμενης	verb	γενική ενικού του ρευστοποιούμενη
ρευστοποιούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοποιούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρευστοποιούμενος
ρευστοποιούμουν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούνται	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούνταν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούσασταν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούσαστε	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιούσουν	=	ρευστοποιούμαι
ρευστοποιώ	verb	κάνω κάτι να αποκτήσει ρευστή μορφή, από στερεή που είχε πριν
ρευστοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρευστοποιώ
ρευστοτήτων	=	ρευστότητα
ρευστού	adj	γενική ενικού του ρευστός
ρευστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρευστός
ρευστό	noun	φυσικό σώμα σε υγρή ή αέρια κατάσταση	adj	αιτιατική ενικού του ρευστός
ρευστός	adj	που ρέει
ρευστότητα	noun	η ιδιότητα των ρευστών (υγρών και αερίων) σωμάτων να κινούνται και να μεταβάλλουν το σχήμα τους
ρευστότητας	noun	γενική ενικού του ρευστότητα
ρευστότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρευστότητα
ρευστών	adj	γενική πληθυντικού του ρευστός
ρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρευτήκαν	=	ρεύομαι
ρευτήκανε	=	ρεύομαι
ρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρευτεί	=	ρεύομαι
ρευτείς	=	ρεύομαι
ρευτείτε	=	ρεύομαι
ρευτούμε	=	ρεύομαι
ρευτούν	=	ρεύομαι
ρευτούνε	=	ρεύομαι
ρευτώ	=	ρεύομαι
ρευόμασταν	=	ρεύομαι
ρευόμαστε	=	ρεύομαι
ρευόμουν	=	ρεύομαι
ρευόμουνα	=	ρεύομαι
ρευόντουσαν	=	ρεύομαι
ρευόσασταν	=	ρεύομαι
ρευόσαστε	=	ρεύομαι
ρευόσουν	=	ρεύομαι
ρευόσουνα	=	ρεύομαι
ρευόταν	=	ρεύομαι
ρευότανε	=	ρεύομαι
ρεφάραμε	=	ρεφάρω
ρεφάραν	=	ρεφάρω
ρεφάρανε	=	ρεφάρω
ρεφάρατε	=	ρεφάρω
ρεφάρει	=	ρεφάρω
ρεφάρεις	=	ρεφάρω
ρεφάρετε	=	ρεφάρω
ρεφάρισα	=	ρεφάρω
ρεφάρισαν	=	ρεφάρω
ρεφάρισε	=	ρεφάρω
ρεφάρισες	=	ρεφάρω
ρεφάροντας	=	ρεφάρω
ρεφάρουμε	=	ρεφάρω
ρεφάρουν	=	ρεφάρω
ρεφάρουνε	=	ρεφάρω
ρεφάρτε	=	ρεφάρω
ρεφάρω	verb	ξανακερδίζω όσα χρήματα έχασα σε κάποιο τυχερό παιχνίδι, σε μια δουλειά ή σε αποτυχημένη επένδυση
ρεφένιζα	=	ρεφενίζω
ρεφένιζαν	=	ρεφενίζω
ρεφένιζε	=	ρεφενίζω
ρεφένιζες	=	ρεφενίζω
ρεφένισα	=	ρεφενίζω
ρεφένισαν	=	ρεφενίζω
ρεφένισε	=	ρεφενίζω
ρεφένισες	=	ρεφενίζω
ρεφαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφαρισμένο
ρεφαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρεφαρισμένος
ρεφαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφαρισμένη
ρεφαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεφαρισμένος
ρεφαρισμένης	verb	γενική ενικού του ρεφαρισμένη
ρεφαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρεφαρισμένος
ρεφαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεφαρισμένος
ρεφαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεφαρισμένος
ρεφαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρεφαρισμένος
ρεφαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεφαρισμένος
ρεφενέ	=	ρεφενές
ρεφενέδες	=	ρεφενές
ρεφενέδων	=	ρεφενές
ρεφενές	noun|informal	το ατομικό μερίδιο σε μια συλλογική δαπάνη για φαγητό, διασκέδαση κ.λπ.
ρεφενίζαμε	=	ρεφενίζω
ρεφενίζαν	=	ρεφενίζω
ρεφενίζανε	=	ρεφενίζω
ρεφενίζατε	=	ρεφενίζω
ρεφενίζει	=	ρεφενίζω
ρεφενίζεις	=	ρεφενίζω
ρεφενίζετε	=	ρεφενίζω
ρεφενίζοντας	=	ρεφενίζω
ρεφενίζουμε	=	ρεφενίζω
ρεφενίζουν	=	ρεφενίζω
ρεφενίζουνε	=	ρεφενίζω
ρεφενίζω	verb	συνεισφέρω στην πληρωμή ρεφενέ
ρεφενίσαμε	=	ρεφενίζω
ρεφενίσαν	=	ρεφενίζω
ρεφενίσανε	=	ρεφενίζω
ρεφενίσατε	=	ρεφενίζω
ρεφενίσει	=	ρεφενίζω
ρεφενίστε	=	ρεφενίζω
ρεφενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφενισμένο
ρεφενισμένε	verb	κλητική ενικού του ρεφενισμένος
ρεφενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφενισμένη
ρεφενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεφενισμένος
ρεφενισμένης	verb	γενική ενικού του ρεφενισμένη
ρεφενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρεφενισμένος
ρεφενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεφενισμένος
ρεφενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρεφενισμένος
ρεφενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρεφενισμένος
ρεφενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρεφενισμένος
ρεφερέντουμ	noun	το δημοψήφισμα
ρεφερή	=	ρεφερής
ρεφερήδες	=	ρεφερής
ρεφερήδων	=	ρεφερής
ρεφερής	noun|dated	λιγότερο συχνή προφορά του ρέφερης
ρεφερί	noun	σπανιότερη προφορά του ρέφερι
ρεφλέ	noun	μέθοδος που χρησιμοποιείται μετά τη βαφή των μαλλιών, για να ανανεώσει το χρώμα, να εξουδετερώσει τις κιτρινίλες και τις διχρωμίες, και να διατηρήσει τη λάμψη και τη ζωντάνια του χρώματος
ρεφλέξ	adj	το αντανακλαστικό
ρεφορμίστρια	noun	ρεφορμιστής
ρεφορμίστριας	noun	γενική ενικού του ρεφορμίστρια
ρεφορμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφορμίστρια
ρεφορμισμέ	noun	κλητική ενικού του ρεφορμισμός
ρεφορμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεφορμισμός
ρεφορμισμού	noun	γενική ενικού του ρεφορμισμός
ρεφορμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρεφορμισμός
ρεφορμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρεφορμισμός
ρεφορμισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία που εντάσσεται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και πρεσβεύει ότι η κοινωνική αλλαγή επιτυγχάνεται όχι με επανάσταση και βίαιες ρήξεις αλλά με σταδιακές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις του κοινωνικού συστήματος
ρεφορμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρεφορμισμός
ρεφορμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφορμιστής
ρεφορμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρεφορμιστής
ρεφορμιστής	noun	ο οπαδός του ρεφορμισμού
ρεφορμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφορμιστικό
ρεφορμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεφορμιστική
ρεφορμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστικής	adj	γενική ενικού του ρεφορμιστική
ρεφορμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστικού	adj	γενική ενικού του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστικός	adj	που είναι σχετικός ή σύμφωνος με τη θεωρία και την πρακτική του ρεφορμισμού
ρεφορμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρεφορμιστικός
ρεφορμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ρεφορμίστρια
ρεφορμιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρεφορμιστής
ρεφρέν	noun	η επωδός, το κομμάτι ενός τραγουδιού που επαναλαμβάνεται
ρεφραίν	=	ρεφρέν
ρεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέγομαι
ρεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέγομαι
ρεψίματα	=	ρέψιμο
ρεψίματος	=	ρέψιμο
ρεψιμάτων	=	ρέψιμο
ρεόντων	=	ρέων
ρεύγομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του ρεύομαι
ρεύεσαι	=	ρεύομαι
ρεύεστε	=	ρεύομαι
ρεύεται	=	ρεύομαι
ρεύμα	noun	η κίνηση υγρής ή αέριας μάζας προς κάποια κατεύθυνση
ρεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρεύμα
ρεύματος	noun	γενική ενικού του ρεύμα
ρεύομαι	verb	αποβάλλω θορυβωδώς από το λάρυγγα και το στόμα αέρια του στομάχου
ρεύονται	=	ρεύομαι
ρεύονταν	=	ρεύομαι
ρεύου	=	ρεύομαι
ρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέω
ρεύσαν	=	ρέω
ρεύσανε	=	ρέω
ρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρέω
ρεύσε	=	ρέω
ρεύσει	=	ρέω
ρεύσεις	=	ρεύση
ρεύσετε	=	ρέω
ρεύσεων	=	ρεύση
ρεύση	noun	η εκσπερμάτιση κατά τη διάρκεια του ύπνου, η ονείρωξη
ρεύσης	=	ρεύση
ρεύσομε	=	ρέω
ρεύσουμε	=	ρέω
ρεύσουν	=	ρέω
ρεύσουνε	=	ρέω
ρεύστε	=	ρέω
ρεύσω	=	ρέω
ρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρεύομαι
ρεύω	verb	ρέβω
ρηγάδες	=	ρήγας
ρηγάδων	=	ρήγας
ρηγάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηγάτο
ρηγάτο	noun	το βασίλειο
ρηγάτου	noun	γενική ενικού του ρηγάτο
ρηγάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρηγάτο
ρηγισσών	noun	γενική πληθυντικού του ρήγισσα
ρηγιώνα	noun	συνοικία ή περιοχή στην οποία χωρίστηκε η Κωνσταντινούπολη
ρηγιώνας	=	ρηγιώνα
ρηγιώνες	=	ρηγιώνα
ρηγιώνων	=	ρηγιώνα
ρηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρήγμα
ρηγμάτωση	noun	η πρόκληση ή η εμφάνιση ρηγμάτων σε μια κατασκευή ή κάποιον γεωλογικό σχηματισμό
ρηγμάτωσης	noun	γενική ενικού του ρηγμάτωση
ρηγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηγματικό
ρηγματικέ	adj	κλητική ενικού του ρηγματικός
ρηγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηγματική
ρηγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρηγματικός
ρηγματικής	adj	γενική ενικού του ρηγματική
ρηγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρηγματικός
ρηγματικού	adj	γενική ενικού του ρηγματικός
ρηγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρηγματικός
ρηγματικό	adj	αιτιατική ενικού του ρηγματικός
ρηγματικός	adj	ο σχετικός με ρήγμα
ρηγματικών	adj	γενική πληθυντικού του ρηγματικός
ρηγματωδών	=	ρηγματώδης
ρηγματώδεις	=	ρηγματώδης
ρηγματώδες	=	ρηγματώδης
ρηγματώδη	=	ρηγματώδης
ρηγματώδης	adj	αυτός που είναι γεμάτος ρήγματα
ρηγματώδους	=	ρηγματώδης
ρηγματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηγμάτωση
ρηγματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρηγμάτωση
ρηγματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρηγμάτωση
ρηγνύω	verb|archaic	στα νέα ελληνικά: σε σύνθετες λέξεις
ρηγοπούλα	noun	η κόρη του ρήγα
ρηγοπούλας	=	ρηγοπούλα
ρηγοπούλες	=	ρηγοπούλα
ρηγόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηγόπουλο
ρηγόπουλο	noun	ο γιος του ρήγα
ρηγόπουλου	noun	γενική ενικού του ρηγόπουλο
ρηγόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του ρηγόπουλο
ρημάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήμαγμα
ρημάγματος	noun	γενική ενικού του ρήμαγμα
ρημάδα	noun	χαρακτηρισμός αντικειμένου ή κατάστασης, θηλυκού γένους, που μας έχει προκαλέσει αγανάκτηση
ρημάδας	noun	γενική ενικού του ρημάδα
ρημάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημάδα
ρημάδης	=	ρημάδα
ρημάδι	noun|figurative	ερείπιο
ρημάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημάδι
ρημάζω	verb	με τις ενέργειές μου καταστρέφω κάτι τελείως με αποτέλεσμα να ερημωθεί
ρημάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρημάζω
ρημάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρημάζω
ρημάξω	=	ρημάζω
ρημάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρήμασμα
ρημάσματος	noun	γενική ενικού του ρήμασμα
ρημάσω	verb	ρημάζω, ερημώνω, φθείρω, καταστρέφω
ρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρήμα
ρημαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρήμαγμα
ρημαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημαγμένο
ρημαγμένε	verb	κλητική ενικού του ρημαγμένος
ρημαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημαγμένη
ρημαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρημαγμένος
ρημαγμένης	verb	γενική ενικού του ρημαγμένη
ρημαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρημαγμένος
ρημαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρημαγμένος
ρημαγμένος	=	ρημάζω
ρημαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρημαγμένος
ρημαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρημαγμένος
ρημαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρημαγμένος
ρημαδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημαδιό
ρημαδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρημαδιακός	adv	με ρημαδιακό τρόπο
ρημαδιακέ	adj	κλητική ενικού του ρημαδιακός
ρημαδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημαδιακή
ρημαδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρημαδιακός
ρημαδιακής	adj	γενική ενικού του ρημαδιακή
ρημαδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρημαδιακός
ρημαδιακού	adj	γενική ενικού του ρημαδιακός
ρημαδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρημαδιακός
ρημαδιακό	adj	αιτιατική ενικού του ρημαδιακός
ρημαδιακός	adj|vulgar	που έχει καταντήσει ρημάδι, ερείπιο
ρημαδιακών	adj	γενική πληθυντικού του ρημαδιακός
ρημαδιού	noun	γενική ενικού του ρημαδιό
ρημαδιό	noun	χαρακτηρισμός πραγμάτων που έχουν ρημάξει ή καταστραφεί
ρημαδιών	noun	γενική πληθυντικού του ρημαδιό
ρημασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρήμασμα
ρηματάκι	noun	μικρό ρήμα, με λίγες συλλαβές
ρηματάκια	=	ρηματάκι
ρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηματικό
ρηματικέ	adj	κλητική ενικού του ρηματικός
ρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηματική
ρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρηματικός
ρηματικής	adj	γενική ενικού του ρηματική
ρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρηματικός
ρηματικού	adj	γενική ενικού του ρηματικός
ρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρηματικός
ρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του ρηματικός
ρηματικός	adj	που ανήκει, αναφέρεται στο ρήμα
ρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του ρηματικός
ρημοκκλήσι	noun	άλλη μορφή του ερημοκλήσι
ρημοκκλήσια	=	ρημοκκλήσι
ρημοκκλησιού	=	ρημοκκλήσι
ρημοκκλησιών	=	ρημοκκλήσι
ρημοκλήσι	noun	άλλη μορφή του ερημοκλήσι
ρημοκλήσια	=	ρημοκλήσι
ρημοκλησιού	=	ρημοκλήσι
ρημοκλησιών	=	ρημοκλήσι
ρημωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημωμένο
ρημωμένε	verb	κλητική ενικού του ρημωμένος
ρημωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρημωμένη
ρημωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρημωμένος
ρημωμένης	verb	γενική ενικού του ρημωμένη
ρημωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρημωμένος
ρημωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρημωμένος
ρημωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρημωμένος
ρημωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρημωμένος
ρημωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρημωμένος
ρημώνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του ερημώνω
ρηνίου	=	ρήνιο
ρηνούλας	noun	γενική ενικού του Ρηνούλα
ρηξιακά	=	ρηξιακός
ρηξιακέ	=	ρηξιακός
ρηξιακές	=	ρηξιακός
ρηξιακή	=	ρηξιακός
ρηξιακής	=	ρηξιακός
ρηξιακοί	=	ρηξιακός
ρηξιακού	=	ρηξιακός
ρηξιακούς	=	ρηξιακός
ρηξιακό	=	ρηξιακός
ρηξιακός	adj|figurative	που έχει σχέση ή αναφέρεται σε ρήξη, σύγκρουση
ρηξιακών	=	ρηξιακός
ρηξιγενές	=	ρηξιγενής
ρηξιγενή	=	ρηξιγενής
ρηξιγενής	adj	που δημιουργείται ή προέρχεται από ρήξη / διάρρηξη του στερεού γήινου φλοιού
ρηξιγενείς	=	ρηξιγενής
ρηξιγενούς	=	ρηξιγενής
ρηξιγενών	=	ρηξιγενής
ρηξικέλευθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηξικέλευθο
ρηξικέλευθε	adj	κλητική ενικού του ρηξικέλευθος
ρηξικέλευθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηξικέλευθη
ρηξικέλευθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρηξικέλευθος
ρηξικέλευθης	adj	γενική ενικού του ρηξικέλευθη
ρηξικέλευθο	adj	αιτιατική ενικού του ρηξικέλευθος
ρηξικέλευθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρηξικέλευθος
ρηξικέλευθος	adj|formal	που αποτελεί σημαντική πρόοδο και ανοίγει νέους δρόμους σε ένα τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας ή τρόπο σκέψης (επιστήμη, πολιτική, κοινωνία, οικονομία κ.α.) οριοθετώντας μία τομή σε σχέση με τα καθιερωμένα ή γνωστά έως την εμφάνισή του
ρηξικέλευθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρηξικέλευθος
ρηξικέλευθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρηξικέλευθος
ρηξικέλευθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρηξικέλευθος
ρηξικελευθοτήτων	=	ρηξικελευθότητα
ρηξικελευθότητα	noun	η καινοτομία
ρηξικελευθότητας	=	ρηξικελευθότητα
ρηξικελευθότητες	=	ρηξικελευθότητα
ρητά	adv	έχοντας πει κάτι ανοιχτά και με σαφήνεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητό
ρητέ	adj	κλητική ενικού του ρητός
ρητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητή
ρητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητός
ρητής	adj	γενική ενικού του ρητή
ρητίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητίνη
ρητίνευα	=	ρητινεύω
ρητίνευαν	=	ρητινεύω
ρητίνευε	=	ρητινεύω
ρητίνευες	=	ρητινεύω
ρητίνευσα	=	ρητινεύω
ρητίνευσαν	=	ρητινεύω
ρητίνευσε	=	ρητινεύω
ρητίνευσες	=	ρητινεύω
ρητίνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρητινεύω, η συλλογή ρητίνης
ρητίνευσης	noun	γενική ενικού του ρητίνευση
ρητίνη	noun	παχύρρευστη και κολλώδης ουσία που εκκρίνεται με φυσικό τρόπο από τον φλοιό κυρίως των κωνοφόρων δέντρων, στα σημεία που υπάρχουν φυσικά ή τεχνητά ανοίγματα
ρητίνης	=	ρητίνη
ρητίνωνα	=	ρητινώνω
ρητίνωναν	=	ρητινώνω
ρητίνωνε	=	ρητινώνω
ρητίνωνες	=	ρητινώνω
ρητίνωσα	=	ρητινώνω
ρητίνωσαν	=	ρητινώνω
ρητίνωσε	=	ρητινώνω
ρητίνωσες	=	ρητινώνω
ρητίνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρητινώνω
ρητίνωσης	noun	γενική ενικού του ρητίνωση
ρητινέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινέλαιο
ρητινέλαιο	noun	έλαιο που παράγεται από ρητίνες
ρητινέλαιου	noun	γενική ενικού του ρητινέλαιο
ρητινέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του ρητινέλαιο
ρητινίτες	=	ρητινίτης
ρητινίτη	=	ρητινίτης
ρητινίτης	noun	οίνος που περιέχει ρητίνη (πεύκου)
ρητινεργάτες	=	ρητινεργάτης
ρητινεργάτη	=	ρητινεργάτης
ρητινεργάτης	noun	ο ρητινοσυλλέκτης
ρητινεργατών	=	ρητινεργάτης
ρητινευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινευμένο
ρητινευμένε	verb	κλητική ενικού του ρητινευμένος
ρητινευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινευμένη
ρητινευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητινευμένος
ρητινευμένης	verb	γενική ενικού του ρητινευμένη
ρητινευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρητινευμένος
ρητινευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητινευμένος
ρητινευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρητινευμένος
ρητινευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρητινευμένος
ρητινευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρητινευμένος
ρητινεύαμε	=	ρητινεύω
ρητινεύαν	=	ρητινεύω
ρητινεύανε	=	ρητινεύω
ρητινεύατε	=	ρητινεύω
ρητινεύει	=	ρητινεύω
ρητινεύεις	=	ρητινεύω
ρητινεύετε	=	ρητινεύω
ρητινεύοντας	=	ρητινεύω
ρητινεύουμε	=	ρητινεύω
ρητινεύουν	=	ρητινεύω
ρητινεύουνε	=	ρητινεύω
ρητινεύσαμε	=	ρητινεύω
ρητινεύσαν	=	ρητινεύω
ρητινεύσανε	=	ρητινεύω
ρητινεύσατε	=	ρητινεύω
ρητινεύσει	=	ρητινεύω
ρητινεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητίνευση
ρητινεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρητίνευση
ρητινεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρητίνευση
ρητινεύστε	=	ρητινεύω
ρητινεύω	verb	συλλέγω ρητίνη
ρητινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινικό
ρητινικέ	adj	κλητική ενικού του ρητινικός
ρητινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινική
ρητινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητινικός
ρητινικής	adj	γενική ενικού του ρητινική
ρητινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητινικός
ρητινικού	adj	γενική ενικού του ρητινικός
ρητινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρητινικός
ρητινικό	adj	αιτιατική ενικού του ρητινικός
ρητινικός	adj	που έχει σχέση με την ρητίνη, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
ρητινικών	adj	γενική πληθυντικού του ρητινικός
ρητινιτών	=	ρητινίτης
ρητινοκαλλιέργεια	noun	η (επαγγελματική) ενασχόληση με την συλλογή ρητίνης
ρητινοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του ρητινοκαλλιέργεια
ρητινοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινοκαλλιέργεια
ρητινοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του ρητινοκαλλιέργεια
ρητινοκαλλιεργητές	=	ρητινοκαλλιεργητής
ρητινοκαλλιεργητή	=	ρητινοκαλλιεργητής
ρητινοκαλλιεργητής	noun	αυτός που ασχολείται με την ρητινοκαλλιέργεια
ρητινοκαλλιεργητών	=	ρητινοκαλλιεργητής
ρητινοπισσών	=	ρητινόπισσα
ρητινοσυλλέκτες	=	ρητινοσυλλέκτης
ρητινοσυλλέκτη	=	ρητινοσυλλέκτης
ρητινοσυλλέκτης	noun	που μαζεύει ρητίνη
ρητινοσυλλέκτρια	noun	θηλυκό του ρητινοσυλλέκτης
ρητινοσυλλέκτριας	noun	γενική ενικού του ρητινοσυλλέκτρια
ρητινοσυλλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινοσυλλέκτρια
ρητινοσυλλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του ρητινοσυλλέκτρια
ρητινοσυλλεκτών	=	ρητινοσυλλέκτης
ρητινοφόρα	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρας	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρε	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρες	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρο	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόροι	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρος	adj	που περιέχει ή που εκκρίνει ρητίνη
ρητινοφόρου	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρους	=	ρητινοφόρος
ρητινοφόρων	=	ρητινοφόρος
ρητινούχα	=	ρητινούχος
ρητινούχας	=	ρητινούχος
ρητινούχε	=	ρητινούχος
ρητινούχες	=	ρητινούχος
ρητινούχο	=	ρητινούχος
ρητινούχοι	=	ρητινούχος
ρητινούχος	adj	ρητινοφόρος
ρητινούχου	=	ρητινούχος
ρητινούχους	=	ρητινούχος
ρητινούχων	=	ρητινούχος
ρητινωδών	=	ρητινώδης
ρητινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινωμένο
ρητινωμένε	verb	κλητική ενικού του ρητινωμένος
ρητινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητινωμένη
ρητινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητινωμένος
ρητινωμένης	verb	γενική ενικού του ρητινωμένη
ρητινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρητινωμένος
ρητινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητινωμένος
ρητινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρητινωμένος
ρητινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρητινωμένος
ρητινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρητινωμένος
ρητινόλασπες	=	ρητινόλασπη
ρητινόλασπη	noun	παχύρρευστη πολτώδης ουσία που κατά καλείται στον πάτο του βαρελιού παρασκευής και αποθήκευσης ρετσίνας
ρητινόλασπης	=	ρητινόλασπη
ρητινόπισσα	noun	πίσσα που προέρχεται από ρητίνη πεύκου
ρητινόπισσας	=	ρητινόπισσα
ρητινόπισσες	=	ρητινόπισσα
ρητινώδεις	=	ρητινώδης
ρητινώδες	=	ρητινώδης
ρητινώδη	=	ρητινώδης
ρητινώδης	adj	που μοιάζει με ρητίνη
ρητινώδους	=	ρητινώδης
ρητινών	=	ρητίνη
ρητινώναμε	=	ρητινώνω
ρητινώναν	=	ρητινώνω
ρητινώνανε	=	ρητινώνω
ρητινώνατε	=	ρητινώνω
ρητινώνει	=	ρητινώνω
ρητινώνεις	=	ρητινώνω
ρητινώνετε	=	ρητινώνω
ρητινώνοντας	=	ρητινώνω
ρητινώνουμε	=	ρητινώνω
ρητινώνουν	=	ρητινώνω
ρητινώνουνε	=	ρητινώνω
ρητινώνω	verb	προσθέτω ρητίνη σε κρασί
ρητινώσαμε	=	ρητινώνω
ρητινώσαν	=	ρητινώνω
ρητινώσανε	=	ρητινώνω
ρητινώσατε	=	ρητινώνω
ρητινώσει	=	ρητινώνω
ρητινώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητίνωση
ρητινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρητίνωση
ρητινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρητίνωση
ρητινώστε	=	ρητινώνω
ρητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητός
ρητορέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητορέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητορεία	noun	ικανότητα του ρήτορα
ρητορείας	noun	γενική ενικού του ρητορεία
ρητορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητορεία
ρητορειών	noun	γενική πληθυντικού του ρητορεία
ρητορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητορευμένο
ρητορευμένε	verb	κλητική ενικού του ρητορευμένος
ρητορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητορευμένη
ρητορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητορευμένος
ρητορευμένης	verb	γενική ενικού του ρητορευμένη
ρητορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρητορευμένος
ρητορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητορευμένος
ρητορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρητορευμένος
ρητορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρητορευμένος
ρητορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρητορευμένος
ρητορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητορεύω	verb	μιλώ με ευγλωττία, σαν να εκφωνώ ρητορικό λόγο
ρητορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητορικό	adv	με ρητορικό τρόπο
ρητορικέ	adj	κλητική ενικού του ρητορικός
ρητορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρητορική
ρητορική	noun	η τεχνική της χρήσης του λόγου, προφορικού ή γραπτού, ώστε να είναι πειστικός, αποτελεσματικός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρητορικός
ρητορικής	adj	γενική ενικού του ρητορική
ρητορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητορικός
ρητορικοτήτων	=	ρητορικότητα
ρητορικού	adj	γενική ενικού του ρητορικός
ρητορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρητορικός
ρητορικό	adj	αιτιατική ενικού του ρητορικός
ρητορικός	adj	που έχει σχέση με το ρήτορα ή τη ρητορεία
ρητορικότητα	noun|formal	η ρητορική ιδιότητα, η ευγλωττία ή ο στομφώδης λόγος
ρητορικότητας	=	ρητορικότητα
ρητορικότητες	=	ρητορικότητα
ρητορικών	adj	γενική πληθυντικού του ρητορικός
ρητορισμέ	noun	κλητική ενικού του ρητορισμός
ρητορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητορισμός
ρητορισμού	noun	γενική ενικού του ρητορισμός
ρητορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρητορισμός
ρητορισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρητορισμός
ρητορισμός	noun	φράση που διατυπώνεται με ρητορικότητα και επιδεικτικότητα
ρητορισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρητορισμός
ρητοροδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδάσκαλος	noun	διδάσκαλος της ρητορικής
ρητοροδιδάσκαλου	noun	γενική ενικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδάσκαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητοροδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του ρητοροδιδάσκαλος
ρητού	adj	γενική ενικού του ρητός
ρητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρητός
ρητρών	noun	γενική πληθυντικού του ρήτρα
ρητό	adj	αιτιατική ενικού του ρητός	noun	σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή, που λέγεται συχνά με την ίδια ή παρόμοια μορφή
ρητόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρητορεύω
ρητόρων	noun	γενική πληθυντικού του ρήτορας
ρητός	adj	που έχει ειπωθεί, που έχει ορισθεί κατηγορηματικά και με σαφήνεια
ρητών	adj	γενική πληθυντικού του ρητός
ρητώς	adv|formal	ρητά
ρηχά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηχό
ρηχέ	adj	κλητική ενικού του ρηχός
ρηχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρηχή
ρηχή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρηχός
ρηχής	adj	γενική ενικού του ρηχή
ρηχία	noun|formal	το χαμηλότερο επίπεδο στο οποίο φτάνει η επιφάνεια της θάλασσας στη διάρκεια ενός πλήρους κύκλου παλίρροιας - άμπωτης, η τελευταία φάση της άμπωτης
ρηχίας	=	ρηχία
ρηχίες	=	ρηχία
ρηχιά	=	ρηχός
ρηχιάς	=	ρηχός
ρηχιών	=	ρηχία
ρηχοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρηχός
ρηχού	adj	γενική ενικού του ρηχός
ρηχούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρηχός
ρηχό	adj	αιτιατική ενικού του ρηχός
ρηχός	adj	με μικρό βάθος
ρηχότατα	=	ρηχός
ρηχότατε	=	ρηχός
ρηχότατες	=	ρηχός
ρηχότατη	=	ρηχός
ρηχότατης	=	ρηχός
ρηχότατο	=	ρηχός
ρηχότατοι	=	ρηχός
ρηχότατος	=	ρηχός
ρηχότατου	=	ρηχός
ρηχότατους	=	ρηχός
ρηχότατων	=	ρηχός
ρηχότερα	=	ρηχός
ρηχότερε	=	ρηχός
ρηχότερες	=	ρηχός
ρηχότερη	=	ρηχός
ρηχότερης	=	ρηχός
ρηχότερο	=	ρηχός
ρηχότεροι	=	ρηχός
ρηχότερος	=	ρηχός
ρηχότερου	=	ρηχός
ρηχότερους	=	ρηχός
ρηχότερων	=	ρηχός
ρηχών	adj	γενική πληθυντικού του ρηχός
ριάλι	noun|dated	ισπανικό νόμισμα, ¼ της πεσέτας
ριάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριάλι
ριέλ	noun	η νομισματική μονάδα της Καμπότζης
ριαλιού	=	ριάλι
ριαλιών	=	ριάλι
ριβαροξαμπάνες	=	ριβαροξαμπάνη
ριβαροξαμπάνη	noun	δραστική ουσία αντιπηκτικών φαρμάκων
ριβαροξαμπάνης	=	ριβαροξαμπάνη
ριβαροξαμπανών	=	ριβαροξαμπάνη
ριβιέρα	noun	η ακτή
ριβιέρας	noun	γενική ενικού του ριβιέρα
ριβιέρες	=	ριβιέρα
ριβοζών	=	ριβόζη
ριβοσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ριβόσωμα
ριβοσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριβόσωμα
ριβοσώματος	noun	γενική ενικού του ριβόσωμα
ριβοφλαβίνες	=	ριβοφλαβίνη
ριβοφλαβίνη	noun	η βιταμίνη Β₂
ριβοφλαβίνης	=	ριβοφλαβίνη
ριβοφλαβινών	=	ριβοφλαβίνη
ριβόζες	=	ριβόζη
ριβόζη	noun	σακχαρίτης με 5 άτομα άνθρακα που βρίσκεται στο ριβονουκλεϊκό οξύ (RNA)
ριβόζης	=	ριβόζη
ριβόσωμα	noun	μικρή, δομική μονάδα του κυττάρου υπεύθυνη για τη δημιουργία των πρωτεϊνών
ριγάτα	=	ριγάτος
ριγάτε	=	ριγάτος
ριγάτες	=	ριγάτος
ριγάτη	=	ριγάτος
ριγάτης	=	ριγάτος
ριγάτο	=	ριγάτος
ριγάτοι	=	ριγάτος
ριγάτος	adj	άλλη μορφή του ριγωτός / ριγέ
ριγάτου	=	ριγάτος
ριγάτους	=	ριγάτος
ριγάτων	=	ριγάτος
ριγέ	adj	με ρίγες, ριγωτός, γραμμωτός, χαρακωμένος με ρίγες
ριγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριγώ
ριγήσαν	=	ριγώ
ριγήσανε	=	ριγώ
ριγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριγώ
ριγήσει	=	ριγώ
ριγήστε	=	ριγώ
ριγανάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγανάτο
ριγανάτε	adj	κλητική ενικού του ριγανάτος
ριγανάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγανάτη
ριγανάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριγανάτος
ριγανάτης	adj	γενική ενικού του ριγανάτη
ριγανάτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ριγανάτος	noun	φαγητό με κρέας, που έχει μέσα ως βασικό μυρωδικό τη ρίγανη
ριγανάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριγανάτος
ριγανάτος	adj	που έχει μέσα ως βασικό μυρωδικό τη ρίγανη
ριγανάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριγανάτος
ριγανάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριγανάτος
ριγανάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριγανάτος
ριγανέλαια	=	ριγανέλαιο
ριγανέλαιο	noun	αιθέριο έλαιο που προέρχεται από ρίγανη
ριγανέλαιου	=	ριγανέλαιο
ριγανέλαιων	=	ριγανέλαιο
ριγανελαίου	=	ριγανέλαιο
ριγανελαίων	=	ριγανέλαιο
ριγανόλαδα	=	ριγανόλαδο
ριγανόλαδο	noun	άλλη μορφή του ριγανέλαιο / οριγανέλαιο
ριγανόλαδου	=	ριγανόλαδο
ριγανόλαδων	=	ριγανόλαδο
ριγεί	=	ριγώ
ριγείς	=	ριγώ
ριγείτε	=	ριγώ
ριγηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγηλό	adv|formal	με ριγηλό τρόπο
ριγηλέ	adj	κλητική ενικού του ριγηλός
ριγηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγηλή
ριγηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριγηλός
ριγηλής	adj	γενική ενικού του ριγηλή
ριγηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριγηλός
ριγηλού	adj	γενική ενικού του ριγηλός
ριγηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριγηλός
ριγηλό	adj	αιτιατική ενικού του ριγηλός
ριγηλός	adj|formal	τρεμουλιαστός, τρεμάμενος
ριγηλών	adj	γενική πληθυντικού του ριγηλός
ριγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγμένο
ριγμένε	verb	κλητική ενικού του ριγμένος
ριγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγμένη
ριγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριγμένος
ριγμένης	verb	γενική ενικού του ριγμένη
ριγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ριγμένος
ριγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριγμένος
ριγμένος	verb	που τον έχουν ρίξει
ριγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριγμένος
ριγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριγμένος
ριγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριγμένος
ριγοπίνελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγοπίνελο
ριγοπίνελο	noun	εργαλείο βαψίματος: σχετικά μικρό πινέλο, πλακέ ή στρογγυλό, για περιορισμένη βαφή σε μορφή ρίγας, είτε σε τελείωμα, είτε σε εσοχές
ριγοπίνελου	=	ριγοπίνελο
ριγοπίνελων	=	ριγοπίνελο
ριγούμε	=	ριγώ
ριγούν	=	ριγώ
ριγούνε	=	ριγώ
ριγούσα	=	ριγώ
ριγούσαμε	=	ριγώ
ριγούσαν	=	ριγώ
ριγούσανε	=	ριγώ
ριγούσατε	=	ριγώ
ριγούσε	=	ριγώ
ριγούσες	=	ριγώ
ριγωμάτων	=	ρίγωμα
ριγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγωμένο
ριγωμένε	verb	κλητική ενικού του ριγωμένος
ριγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγωμένη
ριγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριγωμένος
ριγωμένης	verb	γενική ενικού του ριγωμένη
ριγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ριγωμένος
ριγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριγωμένος
ριγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριγωμένος
ριγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριγωμένος
ριγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριγωμένος
ριγωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριγωτός	adv	με ριγωτό τρόπο
ριγωτέ	adj	κλητική ενικού του ριγωτός
ριγωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριγωτή
ριγωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριγωτός
ριγωτής	adj	γενική ενικού του ριγωτή
ριγωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριγωτός
ριγωτού	adj	γενική ενικού του ριγωτός
ριγωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριγωτός
ριγωτό	adj	αιτιατική ενικού του ριγωτός
ριγωτός	adj	που έχει ρίγες στο σχέδιό του
ριγωτών	adj	γενική πληθυντικού του ριγωτός
ριγώ	verb	με πιάνει ρίγος, τρεμουλιάζω, ανατριχιάζω από κρύο, φόβο κτλ.
ριγώματα	=	ρίγωμα
ριγώματος	=	ρίγωμα
ριγών	noun	γενική πληθυντικού του ρίγα
ριγώντας	=	ριγώ
ριγώνω	verb	γεμίζω με ρίγες, γραμμώνω
ριζά	noun|literary	ρίζες, πρόποδες
ριζάρι	noun	φυτό του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνταν για τη παρασκευή κόκκινης βαφής
ριζάρια	=	ριζάρι
ριζάρχιδα	=	ριζάρχιδο
ριζάρχιδο	noun|vulgar	η βάση του πέους
ριζάρχιδου	=	ριζάρχιδο
ριζάρχιδων	=	ριζάρχιδο
ριζάφτι	noun|vulgar	ο κρόταφος
ριζίδια	=	ριζίδιο
ριζίδιο	noun	μικρή ρίζα
ριζίδιον	noun	ριζίδιο
ριζίδιου	=	ριζίδιο
ριζίδιων	=	ριζίδιο
ριζίτες	=	ριζίτης
ριζίτη	=	ριζίτης
ριζίτης	noun	που κατοικεί στα ριζά ενός βουνού
ριζίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζίτικο
ριζίτικε	adj	κλητική ενικού του ριζίτικος
ριζίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζίτικη
ριζίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζίτικος
ριζίτικης	adj	γενική ενικού του ριζίτικη
ριζίτικο	adj	το δημοτικό τραγούδι της Κρήτης με ηρωικό περιεχόμενο, που τραγουδιέται γύρω από το τραπέζι, από άνδρες και χωρίς μουσική
ριζίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζίτικος
ριζίτικος	adj	που σχετίζεται με την καταγωγή κάποιου και την παράδοση
ριζίτικου	adj	γενική ενικού του ριζίτικος
ριζίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζίτικος
ριζίτικων	adj	γενική πληθυντικού του ριζίτικος
ριζίτισσα	noun	ριζίτης
ριζίτισσας	noun	γενική ενικού του ριζίτισσα
ριζίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζίτισσα
ριζαριού	=	ριζάρι
ριζαριών	=	ριζάρι
ριζιδίου	=	ριζίδιο
ριζιδίων	=	ριζίδιο
ριζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζικό	adv	άρδην, ολοκληρωτικά
ριζικάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζικάρης
ριζικάρας	adj	γενική ενικού του ριζικάρα
ριζικάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζικάρα
ριζικάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ριζικάρης
ριζικάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζικάρης
ριζικάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ριζικάρης
ριζικάρης	adj|vulgar	που έχει καλό ριζικό, καλή τύχη
ριζικάρι	noun	αντικείμενο που το χρησιμοποιούν κατά τη διάρκεια της μαντεία του κλήδονα
ριζικάρια	=	ριζικάρι
ριζικάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζικάρικο
ριζικάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ριζικάρης
ριζικάρικου	adj	γενική ενικού του ριζικάρικο
ριζικάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ριζικάρικο
ριζικέ	adj	κλητική ενικού του ριζικός
ριζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζική
ριζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζικός
ριζικής	adj	γενική ενικού του ριζική
ριζικαριού	=	ριζικάρι
ριζικαριών	=	ριζικάρι
ριζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζικός
ριζικού	adj	γενική ενικού του ριζικός
ριζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζικός
ριζικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ριζικός	noun	το πεπρωμένο
ριζικός	adj	που έχει σχέση με τη ρίζα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
ριζικών	adj	γενική πληθυντικού του ριζικός
ριζιμιά	adj	θηλυκό του ριζιμιός
ριζιμιέ	adj	κλητική ενικού του ριζιμιός
ριζιμιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζιμιή
ριζιμιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζιμιός
ριζιμιής	adj	γενική ενικού του ριζιμιή
ριζιμιιά	=	ριζιμιός
ριζιμιιό	=	ριζιμιός
ριζιμιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζιμιός
ριζιμιού	adj	γενική ενικού του ριζιμιός
ριζιμιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζιμιός
ριζιμιό	adj	αιτιατική ενικού του ριζιμιός
ριζιμιός	adj	ριζωμένος στη γη, ακλόνητος
ριζιμιών	adj	γενική πληθυντικού του ριζιμιός
ριζιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ριζίτισσα
ριζιτών	=	ριζίτης
ριζοβολά	=	ριζοβολώ
ριζοβολάει	=	ριζοβολώ
ριζοβολάμε	=	ριζοβολώ
ριζοβολάν	=	ριζοβολώ
ριζοβολάνε	=	ριζοβολώ
ριζοβολάς	=	ριζοβολώ
ριζοβολάτε	=	ριζοβολώ
ριζοβολάω	=	ριζοβολώ
ριζοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοβόλημα
ριζοβολήματος	noun	γενική ενικού του ριζοβόλημα
ριζοβολήσαμε	=	ριζοβολώ
ριζοβολήσαν	=	ριζοβολώ
ριζοβολήσανε	=	ριζοβολώ
ριζοβολήσατε	=	ριζοβολώ
ριζοβολήσει	=	ριζοβολώ
ριζοβολήστε	=	ριζοβολώ
ριζοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ριζοβόλημα
ριζοβολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοβολημένο
ριζοβολημένε	verb	κλητική ενικού του ριζοβολημένος
ριζοβολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοβολημένη
ριζοβολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζοβολημένος
ριζοβολημένης	verb	γενική ενικού του ριζοβολημένη
ριζοβολημένο	verb	αιτιατική ενικού του ριζοβολημένος
ριζοβολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζοβολημένος
ριζοβολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριζοβολημένος
ριζοβολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριζοβολημένος
ριζοβολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριζοβολημένος
ριζοβολούμε	=	ριζοβολώ
ριζοβολούν	=	ριζοβολώ
ριζοβολούνε	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσα	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσαμε	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσαν	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσανε	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσατε	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσε	=	ριζοβολώ
ριζοβολούσες	=	ριζοβολώ
ριζοβολώ	verb	βγάζω ή απλώνω ρίζες
ριζοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ριζοβολάω / ριζοβολώ
ριζοβουνιά	noun	τα ριζά ενός βουνού
ριζοβουνιάς	=	ριζοβουνιά
ριζοβουνιές	=	ριζοβουνιά
ριζοβουνιού	=	ριζοβούνι
ριζοβουνιών	=	ριζοβούνι
ριζοβούνι	noun|vulgar	τα ριζά ενός βουνού
ριζοβούνια	=	ριζοβούνι
ριζοβράχι	noun|vulgar	ένας σκόπελος, μια θαλάσσια ξέρα
ριζοβράχια	=	ριζοβράχι
ριζοβόλα	=	ριζοβολώ
ριζοβόλαγε	=	ριζοβολώ
ριζοβόλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ριζοβολώ
ριζοβόλησα	=	ριζοβολώ
ριζοβόλησαν	=	ριζοβολώ
ριζοβόλησε	=	ριζοβολώ
ριζοβόλησες	=	ριζοβολώ
ριζοδοντιά	noun	άλλη μορφή του ριζοδόντι
ριζοδοντιάζαμε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζαν	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζανε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζατε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζει	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζεις	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζετε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζοντας	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζουμε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζουν	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζουνε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάζω	verb|vulgar	βγάζω ριζοδόντια
ριζοδοντιάς	=	ριζοδοντιά
ριζοδοντιάσαμε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάσαν	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάσανε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάσατε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάσει	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιάστε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδοντιές	=	ριζοδοντιά
ριζοδοντιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοδοντιασμένο
ριζοδοντιασμένε	verb	κλητική ενικού του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοδοντιασμένη
ριζοδοντιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιασμένης	verb	γενική ενικού του ριζοδοντιασμένη
ριζοδοντιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριζοδοντιασμένος
ριζοδοντιού	=	ριζοδόντι
ριζοδοντιών	=	ριζοδοντιά
ριζοδόντι	noun	η ρίζα ενός δοντιού και η υποδοχή, το φατνίο του
ριζοδόντια	=	ριζοδόντι
ριζοδόντιαζα	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιαζαν	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιαζε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιαζες	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιασα	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιασαν	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιασε	=	ριζοδοντιάζω
ριζοδόντιασες	=	ριζοδοντιάζω
ριζοειδές	=	ριζοειδής
ριζοειδή	=	ριζοειδής
ριζοειδής	adj	που είναι όμοιος με ρίζα
ριζοειδείς	=	ριζοειδής
ριζοειδούς	=	ριζοειδής
ριζοειδών	=	ριζοειδής
ριζολογήματα	=	ριζολόγημα
ριζολογήματος	=	ριζολόγημα
ριζολογημάτων	=	ριζολόγημα
ριζολογιά	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ριζολογώ
ριζολογιάς	=	ριζολογιά
ριζολογιές	=	ριζολογιά
ριζολογιών	=	ριζολογιά
ριζολογώ	verb	μαζεύω ρίζες (που έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες
ριζολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ριζολογάω / ριζολογώ
ριζολόγε	=	ριζολόγος
ριζολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ριζολογώ
ριζολόγο	=	ριζολόγος
ριζολόγοι	=	ριζολόγος
ριζολόγος	noun	που ριζολογεί
ριζολόγου	=	ριζολόγος
ριζολόγους	=	ριζολόγος
ριζολόγων	=	ριζολόγος
ριζομορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζομορφικό
ριζομορφικέ	adj	κλητική ενικού του ριζομορφικός
ριζομορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζομορφική
ριζομορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζομορφικός
ριζομορφικής	adj	γενική ενικού του ριζομορφική
ριζομορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζομορφικός
ριζομορφικού	adj	γενική ενικού του ριζομορφικός
ριζομορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζομορφικός
ριζομορφικό	adj	αιτιατική ενικού του ριζομορφικός
ριζομορφικών	adj	γενική πληθυντικού του ριζομορφικός
ριζονευρίτιδα	noun	φλεγμονή των ριζών των νωτιαίων νεύρων
ριζονευρίτιδας	=	ριζονευρίτιδα
ριζονευρίτιδες	=	ριζονευρίτιδα
ριζονευρίτιδων	=	ριζονευρίτιδα
ριζοσπάστες	=	ριζοσπάστης
ριζοσπάστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ριζοσπάστης
ριζοσπάστης	noun	αυτός που αρνείται το παρελθόν και υιοθετεί ή προτείνει κάτι το ριζικά καινούριο όσον αφορά την πολιτική και κοινωνική συγκρότηση
ριζοσπάστρια	noun	θηλυκό του ριζοσπάστης
ριζοσπάστριας	noun	γενική ενικού του ριζοσπάστρια
ριζοσπάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοσπάστρια
ριζοσπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοσπαστικό	adv	με ριζοσπαστικό τρόπο
ριζοσπαστικέ	adj	κλητική ενικού του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοσπαστική
ριζοσπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικής	adj	γενική ενικού του ριζοσπαστική
ριζοσπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικοποίει	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποίηση	noun	η τροπή προς πιο ριζοσπαστικές θέσεις - πρακτικές
ριζοσπαστικοποίησης	noun	γενική ενικού του ριζοσπαστικοποίηση
ριζοσπαστικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιήσαν	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιήσανε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιήσει	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοσπαστικοποίηση
ριζοσπαστικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ριζοσπαστικοποίηση
ριζοσπαστικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ριζοσπαστικοποίηση
ριζοσπαστικοποιήστε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιεί	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιείς	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιείτε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούμαι	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούμε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούν	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούνε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσα	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσαμε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσαν	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσανε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσατε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσε	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιούσες	=	ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοποιώ	verb	οδηγώ κάποιον σε πιο ριζοσπαστικές θέσεις και πρακτικές
ριζοσπαστικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ριζοσπαστικοποιώ
ριζοσπαστικοτήτων	=	ριζοσπαστικότητα
ριζοσπαστικού	adj	γενική ενικού του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικός	noun	άλλη μορφή του ριζοσπάστης	adj	που έχει σχέση με τον ριζοσπάστη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ριζοσπαστικότητα	noun	το να είναι κάποιος ριζοσπάστης ή ριζοσπαστικός, η ιδιότητα του ριζοσπάστη
ριζοσπαστικότητας	=	ριζοσπαστικότητα
ριζοσπαστικότητες	=	ριζοσπαστικότητα
ριζοσπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ριζοσπαστικός
ριζοσπαστικώς	adv|dated	ριζοσπαστικά
ριζοσπαστισμέ	noun	κλητική ενικού του ριζοσπαστισμός
ριζοσπαστισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζοσπαστισμός
ριζοσπαστισμού	noun	γενική ενικού του ριζοσπαστισμός
ριζοσπαστισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ριζοσπαστισμός
ριζοσπαστισμό	noun	αιτιατική ενικού του ριζοσπαστισμός
ριζοσπαστισμός	noun	η προσπάθεια ρήξης με το παρελθόν και το κατεστημένο και η προώθηση ριζικών αλλαγών στην κοινωνία, την πολιτική κ.α. με αποφασιστικές μεθόδους
ριζοσπαστισμών	noun	γενική πληθυντικού του ριζοσπαστισμός
ριζοσπαστριών	noun	γενική πληθυντικού του ριζοσπάστρια
ριζοσπαστών	=	ριζοσπάστης
ριζοσφαιρών	=	ριζόσφαιρα
ριζοτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοτροπικό
ριζοτροπικέ	adj	κλητική ενικού του ριζοτροπικός
ριζοτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζοτροπική
ριζοτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζοτροπικός
ριζοτροπικής	adj	γενική ενικού του ριζοτροπική
ριζοτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζοτροπικός
ριζοτροπικού	adj	γενική ενικού του ριζοτροπικός
ριζοτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζοτροπικός
ριζοτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του ριζοτροπικός
ριζοτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του ριζοτροπικός
ριζουπολίτικα	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικε	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικες	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικη	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικης	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικο	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικοι	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικος	adj	ο σχετικός με τη Ριζούπολη ή τους κατοίκους της
ριζουπολίτικου	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικους	=	ριζουπολίτικος
ριζουπολίτικων	=	ριζουπολίτικος
ριζοφυΐα	noun	η φύτρωση, η ανάπτυξη ριζών
ριζοφυΐας	=	ριζοφυΐα
ριζοφυΐες	=	ριζοφυΐα
ριζοφυϊών	=	ριζοφυΐα
ριζοχωριού	=	ριζοχώρι
ριζοχωριών	=	ριζοχώρι
ριζοχώρι	noun	χωριό το οποίο βρίσκεται στα ριζά ενός όρους, στους πρόποδες
ριζοχώρια	=	ριζοχώρι
ριζούλα	noun	υποκοριστικό του ρίζα
ριζούλας	=	ριζούλα
ριζούλες	=	ριζούλα
ριζωδών	=	ριζώδης
ριζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρίζωμα
ριζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζωμένο
ριζωμένε	verb	κλητική ενικού του ριζωμένος
ριζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζωμένη
ριζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζωμένος
ριζωμένης	verb	γενική ενικού του ριζωμένη
ριζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ριζωμένος
ριζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζωμένος
ριζωμένος	verb	που έχει ριζώσει
ριζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριζωμένος
ριζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριζωμένος
ριζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριζωμένος
ριζωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζωματικό
ριζωματικέ	adj	κλητική ενικού του ριζωματικός
ριζωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριζωματική
ριζωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριζωματικός
ριζωματικής	adj	γενική ενικού του ριζωματική
ριζωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριζωματικός
ριζωματικού	adj	γενική ενικού του ριζωματικός
ριζωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριζωματικός
ριζωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ριζωματικός
ριζωματικός	adj	που έχει σχέση με ρίζωμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή πολλαπλασιάζεται μ’ αυτό
ριζωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ριζωματικός
ριζόβουνα	=	ριζόβουνο
ριζόβουνο	noun|vulgar	άλλη μορφή του ριζοβούνι· τα ριζά ενός βουνού
ριζόβουνου	=	ριζόβουνο
ριζόβουνων	=	ριζόβουνο
ριζόβραχα	=	ριζόβραχο
ριζόβραχο	noun|vulgar	ένας σκόπελος, μια θαλάσσια ξέρα
ριζόβραχου	=	ριζόβραχο
ριζόβραχων	=	ριζόβραχο
ριζόμορφα	=	ριζόμορφος
ριζόμορφε	=	ριζόμορφος
ριζόμορφες	=	ριζόμορφος
ριζόμορφη	=	ριζόμορφος
ριζόμορφης	=	ριζόμορφος
ριζόμορφο	=	ριζόμορφος
ριζόμορφοι	=	ριζόμορφος
ριζόμορφος	adj	που έχει τη μορφή της ρίζας
ριζόμορφου	=	ριζόμορφος
ριζόμορφους	=	ριζόμορφος
ριζόμορφων	=	ριζόμορφος
ριζόποδα	noun	τάξη μονοκύτταρων οργανισμών που κινούνται και τρέφονται με προεκτάσεις του σώματός τους, τα ψευδοπόδια, τα οποία αλλάζουν διαρκώς σχήμα
ριζόποδων	=	ριζόποδα
ριζόρτ	noun	ξενοδοχειακό συγκρότημα που προσφέρει δυνατότητες διαμονής, αναψυχής, διασκέδασης κ.ά
ριζόσφαιρα	noun	η ζώνη του εδάφους που περιβάλλει άμεσα τις ρίζες των φυτών και επηρεάζεται από τις εκκρίσεις τους και τη δραστηριότητα μικροοργανισμών, διαμορφώνοντας ένα δυναμικό περιβάλλον αλληλεπίδρασης που επηρεάζει την ανάπτυξη των φυτών και τον κύκλο των θρεπτικών συστατικών
ριζόσφαιρας	=	ριζόσφαιρα
ριζόσφαιρες	=	ριζόσφαιρα
ριζότο	noun	ρύζι μαγειρεμένο κατά το ιταλικό στυλ, σε ζωμό, με κρεμώδη υφή
ριζότου	=	ριζότο
ριζώδεις	=	ριζώδης
ριζώδες	=	ριζώδης
ριζώδη	=	ριζώδης
ριζώδης	adj	που έχει τον ρόλο ρίζας ή αποτελεί τμήμα της
ριζώδους	=	ριζώδης
ριζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίζωμα
ριζώματος	noun	γενική ενικού του ρίζωμα
ριζών	noun	γενική πληθυντικού του ρίζα
ριζώνω	verb	βγάζω ρίζες
ριζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζώνω
ριζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριζώνω
ρικ	abbrev	ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός της Κύπρου
ρικετσίωση	noun	μολυσματική ασθένεια που προκαλείται από βακτήρια του γένους Rickettsia
ρικετσίωσης	=	ρικετσίωση
ρικετσιώσεις	=	ρικετσίωση
ρικετσιώσεων	=	ρικετσίωση
ρικνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρικνός
ρικνέ	adj	κλητική ενικού του ρικνός
ρικνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρικνή
ρικνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρικνός
ρικνής	adj	γενική ενικού του ρικνή
ρικνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρικνός
ρικνού	adj	γενική ενικού του ρικνός
ρικνούμαι	verb|formal	μαζεύω, ζαρώνω, συρρικνώνομαι
ρικνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρικνός
ρικνωθήκαμε	=	ρικνώνομαι
ρικνωθήκαν	=	ρικνώνομαι
ρικνωθήκανε	=	ρικνώνομαι
ρικνωθήκατε	=	ρικνώνομαι
ρικνωθεί	=	ρικνώνομαι
ρικνωθείτε	=	ρικνώνομαι
ρικνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρικνωμένο
ρικνωμένε	verb	κλητική ενικού του ρικνωμένος
ρικνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρικνωμένη
ρικνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρικνωμένος
ρικνωμένης	verb	γενική ενικού του ρικνωμένη
ρικνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρικνωμένος
ρικνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρικνωμένος
ρικνωμένος	=	ρικνώνομαι
ρικνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρικνωμένος
ρικνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρικνωμένος
ρικνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρικνωμένος
ρικνωνόμασταν	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόμαστε	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόμουν	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόμουνα	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόντουσαν	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόσασταν	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόσαστε	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόσουν	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόσουνα	=	ρικνώνομαι
ρικνωνόταν	=	ρικνώνομαι
ρικνωνότανε	=	ρικνώνομαι
ρικνό	adj	αιτιατική ενικού του ρικνός
ρικνός	adj	εκείνος που έχει ζαρώσει, που είναι γεμάτος ρυτίδες
ρικνώθηκα	=	ρικνώνομαι
ρικνώθηκαν	=	ρικνώνομαι
ρικνώθηκε	=	ρικνώνομαι
ρικνώθηκες	=	ρικνώνομαι
ρικνών	adj	γενική πληθυντικού του ρικνός
ρικνώνεσαι	=	ρικνώνομαι
ρικνώνεστε	=	ρικνώνομαι
ρικνώνεται	=	ρικνώνομαι
ρικνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρικνώνω
ρικνώνονται	=	ρικνώνομαι
ρικνώνονταν	=	ρικνώνομαι
ρικνώνου	=	ρικνώνομαι
ρικνώνω	verb|rare	άλλη μορφή του συρρικνώνω
ρικνώσου	=	ρικνώνομαι
ριμάδα	noun	ποίημα ή τραγούδι με δίστιχα που ομοιοκαταληκτούν
ριμάδας	=	ριμάδα
ριμάδες	=	ριμάδα
ριμάδων	=	ριμάδα
ριμάρια	=	ριμάριο
ριμάριο	noun	γλωσσάριο με ομοιοκατάληκτες λέξεις (φράσεις ή στίχους)
ριμάριου	=	ριμάριο
ριμάριων	=	ριμάριο
ριμάρω	verb	ομοιοκαταληκτώ
ριμάτα	noun	ποίημα ή τραγούδι με δίστιχα που ομοιοκαταληκτούν
ριμάτας	=	ριμάτα
ριμάτες	=	ριμάτα
ριμάτων	=	ριμάτα
ριμέικ	noun	ξαναγυρισμένη κινηματογραφική ταινία με νέους συντελεστές
ριμένικα	noun	άλλη μορφή του ρεμένικα
ριμένικε	=	ριμένικος
ριμένικες	=	ριμένικος
ριμένικη	=	ριμένικος
ριμένικης	=	ριμένικος
ριμένικο	=	ριμένικος
ριμένικοι	=	ριμένικος
ριμένικος	adj	άλλη μορφή του ρεμένικος
ριμένικου	=	ριμένικος
ριμένικους	=	ριμένικος
ριμένικων	=	ριμένικος
ριμαδόρε	noun	κλητική ενικού του ριμαδόρος
ριμαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του ριμαδόρος
ριμαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριμαδόρος
ριμαδόρος	noun	αυτός που φτιάχνει αυτοσχέδιες ρίμες
ριμαδόρου	noun	γενική ενικού του ριμαδόρος
ριμαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ριμαδόρος
ριμαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του ριμαδόρος
ριμαρίου	=	ριμάριο
ριμαρίων	=	ριμάριο
ριμπάουντ	noun	η επιτυχημένη ενέργεια να πάρει ένας παίκτης υπό την κατοχή του την μπάλα μετά από μια αποτυχημένη βολή
ριμών	noun	γενική πληθυντικού του ρίμα
ρινήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίνημα
ρινήματος	noun	γενική ενικού του ρίνημα
ρινί	noun|vulgar	άλλη μορφή του ρίνη
ρινίδι	noun|rare	άλλη μορφή του ρίνισμα
ρινίζαμε	=	ρινίζω
ρινίζαν	=	ρινίζω
ρινίζανε	=	ρινίζω
ρινίζατε	=	ρινίζω
ρινίζει	=	ρινίζω
ρινίζεις	=	ρινίζω
ρινίζετε	=	ρινίζω
ρινίζοντας	=	ρινίζω
ρινίζουμε	=	ρινίζω
ρινίζουν	=	ρινίζω
ρινίζουνε	=	ρινίζω
ρινίζω	verb	δημιουργώ ρινίσματα
ρινίσαμε	=	ρινίζω
ρινίσαν	=	ρινίζω
ρινίσανε	=	ρινίζω
ρινίσατε	=	ρινίζω
ρινίσει	=	ρινίζω
ρινίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίνιση
ρινίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρίνιση
ρινίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρίνιση
ρινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίνισμα
ρινίσματος	noun	γενική ενικού του ρίνισμα
ρινίστε	=	ρινίζω
ρινίτιδα	noun	φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης
ρινίτιδας	=	ρινίτιδα
ρινίτιδες	=	ρινίτιδα
ρινίτιδων	=	ρινίτιδα
ριναία	=	ριναίος
ριναίας	=	ριναίος
ριναίε	=	ριναίος
ριναίες	=	ριναίος
ριναίο	=	ριναίος
ριναίοι	=	ριναίος
ριναίος	adj	ο εμπρόσθιος
ριναίου	=	ριναίος
ριναίους	=	ριναίος
ριναίων	=	ριναίος
ρινγκ	noun	η παλαίστρα
ρινημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρίνημα
ρινιά	=	ρινί
ρινιαία	=	ρινιαίος
ρινιαίας	=	ρινιαίος
ρινιαίε	=	ρινιαίος
ρινιαίες	=	ρινιαίος
ρινιαίο	=	ρινιαίος
ρινιαίοι	=	ρινιαίος
ρινιαίος	adj	άλλη μορφή του ριναίος, ο εμπρόσθιος
ρινιαίου	=	ρινιαίος
ρινιαίους	=	ρινιαίος
ρινιαίων	=	ρινιαίος
ρινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινικό
ρινικέ	adj	κλητική ενικού του ρινικός
ρινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινική
ρινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινικός
ρινικής	adj	γενική ενικού του ρινική
ρινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινικός
ρινικού	adj	γενική ενικού του ρινικός
ρινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρινικός
ρινικό	adj	αιτιατική ενικού του ρινικός
ρινικός	adj	ο σχετικός με την ρίνα
ρινικών	adj	γενική πληθυντικού του ρινικός
ρινιού	=	ρινί
ρινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρίνισμα
ρινισμέ	noun	κλητική ενικού του ρινισμός
ρινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινισμένο
ρινισμένε	verb	κλητική ενικού του ρινισμένος
ρινισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινισμένη
ρινισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινισμένος
ρινισμένης	verb	γενική ενικού του ρινισμένη
ρινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρινισμένος
ρινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινισμένος
ρινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρινισμένος
ρινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρινισμένος
ρινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρινισμένος
ρινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινισμός
ρινισμού	noun	γενική ενικού του ρινισμός
ρινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρινισμός
ρινισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρινισμός
ρινισμός	noun	διαταραχή προφοράς του λόγου, είδος τραυλισμού με έντονη εκφορά των συμφώνων μ, ν και μπ αντί των β, λ και π αντίστοιχα και που συχνά συνοδεύεται με μικρό τρέμουλο της κεφαλής πάνω κάτω και ανοιγοκλείσιμο των ματιών
ρινισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρινισμός
ρινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινιστής
ρινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρινιστής
ρινιστήρι	noun	άλλη μορφή του ρινιστήριο
ρινιστήρια	=	ρινιστήρι
ρινιστήριι	=	ρινιστήριο
ρινιστήριια	=	ρινιστήριο
ρινιστήριο	noun	εργαλείο για ρίνιση ή σχετικό μηχάνημα
ρινιστής	noun	αυτός που ρινίζει
ρινιστηριιού	=	ρινιστήριο
ρινιστηριιών	=	ρινιστήριο
ρινιστηριού	=	ρινιστήρι
ρινιστηριών	=	ρινιστήρι
ρινιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρινιστής
ρινιών	=	ρινί
ρινοδέλφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινοδέλφινο
ρινοδέλφινο	noun	είδος δελφινιού
ρινοδέλφινου	noun	γενική ενικού του ρινοδέλφινο
ρινοδέλφινων	noun	γενική πληθυντικού του ρινοδέλφινο
ρινοκέρων	=	ρινόκερως
ρινολίθου	=	ρινόλιθος
ρινολίθους	=	ρινόλιθος
ρινολίθων	=	ρινόλιθος
ρινολαλία	noun	η ρινοφωνία
ρινολαλίας	=	ρινολαλία
ρινολαλίες	=	ρινολαλία
ρινολαλιά	noun	η ρινοφωνία
ρινολαλιάς	=	ρινολαλιά
ρινολαλιές	=	ρινολαλιά
ρινολαλιών	=	ρινολαλία
ρινολαρυγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινολαρυγγικό
ρινολαρυγγικέ	adj	κλητική ενικού του ρινολαρυγγικός
ρινολαρυγγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινολαρυγγική
ρινολαρυγγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινολαρυγγικός
ρινολαρυγγικής	adj	γενική ενικού του ρινολαρυγγική
ρινολαρυγγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινολαρυγγικός
ρινολαρυγγικού	adj	γενική ενικού του ρινολαρυγγικός
ρινολαρυγγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρινολαρυγγικός
ρινολαρυγγικό	adj	αιτιατική ενικού του ρινολαρυγγικός
ρινολαρυγγικός	adj|rare	σχετικός με τη μύτη και τον λάρυγγα
ρινολαρυγγικών	adj	γενική πληθυντικού του ρινολαρυγγικός
ρινολογία	noun	ιατρικός κλάδος, υποειδικότητα της ωτορινολαρυγγολογίας, που ασχολείται με τη ρίνα / μύτη από λειτουργικής, παθολογικής και αισθητικής πλευράς
ρινολογίας	noun	γενική ενικού του ρινολογία
ρινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινολογία
ρινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρινολογικός	adv	από ρινολογικής πλευράς
ρινολογικέ	adj	κλητική ενικού του ρινολογικός
ρινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινολογική
ρινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινολογικός
ρινολογικής	adj	γενική ενικού του ρινολογική
ρινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινολογικός
ρινολογικού	adj	γενική ενικού του ρινολογικός
ρινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρινολογικός
ρινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ρινολογικός
ρινολογικός	adj	που έχει σχέση με τη ρινολογία ή τον ρινολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ρινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ρινολογικός
ρινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ρινολογία
ρινολόγε	=	ρινολόγος
ρινολόγο	=	ρινολόγος
ρινολόγοι	=	ρινολόγος
ρινολόγος	noun	επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο τη ρινολογία
ρινολόγου	=	ρινολόγος
ρινολόγους	=	ρινολόγος
ρινολόγων	=	ρινολόγος
ρινοπλαστικά	=	ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικέ	=	ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικές	=	ρινοπλαστική
ρινοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση με την οποία διορθώνονται ρινικές ανωμαλίες για λειτουργικούς και αισθητικούς λόγους
ρινοπλαστικής	noun	γενική ενικού του ρινοπλαστική	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ρινοπλαστική) του ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικοί	=	ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικού	=	ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικούς	=	ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικό	=	ρινοπλαστικός
ρινοπλαστικός	noun	γιατρός που ασχολείται με τη ρινοπλαστική	adj	που έχει σχέση με τη ρινοπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτή
ρινοπλαστικών	=	ρινοπλαστική
ρινορραγία	noun	αιμορραγία μύτης
ρινορραγίας	noun	γενική ενικού του ρινορραγία
ρινορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινορραγία
ρινορραγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινορραγικό
ρινορραγικέ	adj	κλητική ενικού του ρινορραγικός
ρινορραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινορραγική
ρινορραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινορραγικός
ρινορραγικής	adj	γενική ενικού του ρινορραγική
ρινορραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινορραγικός
ρινορραγικού	adj	γενική ενικού του ρινορραγικός
ρινορραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρινορραγικός
ρινορραγικό	adj	αιτιατική ενικού του ρινορραγικός
ρινορραγικός	adj	που έχει σχέση με τη ρινορραγία ή αναφέρεται σ' αυτή
ρινορραγικών	adj	γενική πληθυντικού του ρινορραγικός
ρινορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του ρινορραγία
ρινορροιών	=	ρινόρροια
ρινοσκοπήσεις	=	ρινοσκόπηση
ρινοσκοπήσεων	=	ρινοσκόπηση
ρινοσκοπίου	=	ρινοσκόπιο
ρινοσκοπίων	=	ρινοσκόπιο
ρινοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινοσκοπικό
ρινοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του ρινοσκοπικός
ρινοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινοσκοπική
ρινοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινοσκοπικός
ρινοσκοπικής	adj	γενική ενικού του ρινοσκοπική
ρινοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινοσκοπικός
ρινοσκοπικού	adj	γενική ενικού του ρινοσκοπικός
ρινοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρινοσκοπικός
ρινοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του ρινοσκοπικός
ρινοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη ρινοσκόπηση ή το ρινοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ρινοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του ρινοσκοπικός
ρινοσκόπηση	noun	εξέταση της ρινική κοιλότητας
ρινοσκόπησης	=	ρινοσκόπηση
ρινοσκόπια	=	ρινοσκόπιο
ρινοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο διενεργείται ρινοσκόπηση
ρινοσκόπιον	noun	ρινοσκόπιο
ρινοσκόπιου	=	ρινοσκόπιο
ρινοσκόπιων	=	ρινοσκόπιο
ρινοτομήσαμε	=	ρινοτομώ
ρινοτομήσαν	=	ρινοτομώ
ρινοτομήσανε	=	ρινοτομώ
ρινοτομήσατε	=	ρινοτομώ
ρινοτομήσει	=	ρινοτομώ
ρινοτομήστε	=	ρινοτομώ
ρινοτομία	noun	η κοπή της μύτης, παλαιότερα ως είδος τιμωρίας
ρινοτομίας	=	ρινοτομία
ρινοτομίες	=	ρινοτομία
ρινοτομεί	=	ρινοτομώ
ρινοτομείς	=	ρινοτομώ
ρινοτομείτε	=	ρινοτομώ
ρινοτομιών	=	ρινοτομία
ρινοτομούμε	=	ρινοτομώ
ρινοτομούν	=	ρινοτομώ
ρινοτομούνε	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσα	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσαμε	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσαν	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσανε	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσατε	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσε	=	ρινοτομώ
ρινοτομούσες	=	ρινοτομώ
ρινοτομώ	verb|formal	κόβω τη μύτη κάποιου
ρινοτομώντας	=	ρινοτομώ
ρινοτόμει	=	ρινοτομώ
ρινοτόμησα	=	ρινοτομώ
ρινοτόμησαν	=	ρινοτομώ
ρινοτόμησε	=	ρινοτομώ
ρινοτόμησες	=	ρινοτομώ
ρινοφάρυγγα	=	ρινοφάρυγγας
ρινοφάρυγγας	noun	το άνω τμήμα του φάρυγγα, που βρίσκεται πίσω από τη μύτη (η ρις)
ρινοφάρυγγες	=	ρινοφάρυγγας
ρινοφάρυγξ	noun	ρινοφάρυγγας
ρινοφαρυγγίτιδα	noun	το κοινό συνάχι
ρινοφαρυγγίτιδας	=	ρινοφαρυγγίτιδα
ρινοφαρυγγίτιδες	=	ρινοφαρυγγίτιδα
ρινοφαρυγγίτιδων	=	ρινοφαρυγγίτιδα
ρινοφαρυγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινοφαρυγγικό
ρινοφαρυγγικέ	adj	κλητική ενικού του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρυγγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρινοφαρυγγική
ρινοφαρυγγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρυγγικής	adj	γενική ενικού του ρινοφαρυγγική
ρινοφαρυγγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρυγγικού	adj	γενική ενικού του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρυγγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρυγγικό	adj	αιτιατική ενικού του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρυγγικός	adj	σχετικός με τη μύτη και τον φάρυγγα
ρινοφαρυγγικών	adj	γενική πληθυντικού του ρινοφαρυγγικός
ρινοφαρύγγων	=	ρινοφάρυγγας
ρινοφωνία	noun	ο τρόπος ομιλίας ενός ρινόφωνου
ρινοφωνίας	=	ρινοφωνία
ρινοφωνίες	=	ρινοφωνία
ρινοφωνικά	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικέ	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικές	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνική	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικής	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικοί	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικού	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικούς	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικό	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνικός	adj	που μιλάει με έρρινη προφορά, που παρουσιάζει ρινοφωνία
ρινοφωνικών	=	ρινοφωνικός
ρινοφωνιών	=	ρινοφωνία
ρινοψία	noun	είδος στραβισμού, ο συγκλίνων στραβισμός, όταν τα δύο μάτια κοιτάζουν προς τη μύτη
ρινοψίας	=	ρινοψία
ρινοψίες	=	ρινοψία
ρινοψιών	=	ρινοψία
ρινοϊέ	=	ρινοϊός
ρινοϊοί	=	ρινοϊός
ρινοϊού	=	ρινοϊός
ρινοϊούς	=	ρινοϊός
ρινοϊό	=	ρινοϊός
ρινοϊός	noun	γένος ιών οι οποίοι αποτελούν την κύρια αιτία του κοινού κρυολογήματος στον άνθρωπο
ρινοϊών	=	ρινοϊός
ριντό	noun	η θεατρική αυλαία
ρινόκερε	=	ρινόκερως
ρινόκερο	=	ρινόκερως
ρινόκεροι	=	ρινόκερως
ρινόκερος	noun	Φυτοφάγο παχύδερμο θηλαστικό της οικογένειας Rhinocerotidae.
ρινόκερου	=	ρινόκερως
ρινόκερους	=	ρινόκερως
ρινόκερων	=	ρινόκερος
ρινόκερως	noun	άλλη γραφή του ρινόκερος
ρινόλιθε	=	ρινόλιθος
ρινόλιθο	=	ρινόλιθος
ρινόλιθοι	=	ρινόλιθος
ρινόλιθος	noun	λίθος που σχηματίζεται στη ρινική κοιλότητα, συνήθως από τη σταδιακή συσσώρευση αλάτων ασβεστίου γύρω από έναν κεντρικό πυρήνα, όπως μια ξένη ύλη ή σωματίδιο, προκαλώντας διάφορα συμπτώματα όπως ρινική συμφόρηση, εκκρίσεις, πόνο κ.λπ.
ρινόλιθου	=	ρινόλιθος
ρινόλιθους	=	ρινόλιθος
ρινόλιθων	=	ρινόλιθος
ρινόμακτρα	=	ρινόμακτρο
ρινόμακτρο	noun|formal	μαντίλι για τον καθαρισμό της μύτης
ρινόμακτρον	noun	γραφή του ελληνιστικού ῥινόμακτρον: μαντίλι για τον καθαρισμό της μύτης
ρινόμακτρου	=	ρινόμακτρο
ρινόμακτρων	=	ρινόμακτρο
ρινόρροια	noun	εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη μύτη
ρινόρροιας	=	ρινόρροια
ρινόρροιες	=	ρινόρροια
ρινότμητα	=	ρινότμητος
ρινότμητε	=	ρινότμητος
ρινότμητες	=	ρινότμητος
ρινότμητη	=	ρινότμητος
ρινότμητης	=	ρινότμητος
ρινότμητο	=	ρινότμητος
ρινότμητοι	=	ρινότμητος
ρινότμητος	adj	που έχει κομμένη μύτη
ρινότμητου	=	ρινότμητος
ρινότμητους	=	ρινότμητος
ρινότμητων	=	ρινότμητος
ρινόφωνα	=	ρινόφωνος
ρινόφωνε	=	ρινόφωνος
ρινόφωνες	=	ρινόφωνος
ρινόφωνη	=	ρινόφωνος
ρινόφωνης	=	ρινόφωνος
ρινόφωνο	=	ρινόφωνος
ρινόφωνοι	=	ρινόφωνος
ρινόφωνος	adj	που μιλάει με έρρινη προφορά, που παρουσιάζει ρινοφωνία
ρινόφωνου	=	ρινόφωνος
ρινόφωνους	=	ρινόφωνος
ρινόφωνων	=	ρινόφωνος
ρινών	noun	γενική πληθυντικού του ρίνα
ριξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρίξιμο
ριξίματος	noun	γενική ενικού του ρίξιμο
ριξιά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρίχνω
ριξιάς	noun	γενική ενικού του ριξιά
ριξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριξιά
ριξιμάτων	=	ρίξιμο
ριξιών	=	ριξιά
ριπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριπή
ριπή	noun	βίαιη, σφοδρή κίνηση (συνήθως του ανέμου)
ριπής	=	ριπή
ριπίδι	noun	χειροκίνητο όργανο αερισμού προσώπου
ριπίδια	=	ριπίδι
ριπίδιο	noun	αρχαίο ελληνικό σκεύος, βεντάλια
ριπίδιου	=	ριπίδιο
ριπίδιων	=	ριπίδιο
ριπίζαμε	=	ριπίζω
ριπίζαν	=	ριπίζω
ριπίζανε	=	ριπίζω
ριπίζατε	=	ριπίζω
ριπίζει	=	ριπίζω
ριπίζεις	=	ριπίζω
ριπίζετε	=	ριπίζω
ριπίζοντας	=	ριπίζω
ριπίζουμε	=	ριπίζω
ριπίζουν	=	ριπίζω
ριπίζουνε	=	ριπίζω
ριπίζω	verb	πνέω
ριπίσαμε	=	ριπίζω
ριπίσαν	=	ριπίζω
ριπίσανε	=	ριπίζω
ριπίσατε	=	ριπίζω
ριπίσει	=	ριπίζω
ριπίστε	=	ριπίζω
ριπαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριπαίος
ριπαίας	adj	γενική ενικού του ριπαία
ριπαίε	adj	ριπαίος, στην κλητική του ενικού
ριπαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριπαία
ριπαίο	adj	ριπαίος, στην αιτιατική του ενικού
ριπαίοι	adj	ριπαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ριπαίος	adj	χαρακτηρισμός ανέμου με αιφνίδια έναρξη και μικρή χρονική διάρκεια
ριπαίου	adj	γενική ενικού του ριπαίος
ριπαίους	adj	ριπαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ριπαίων	=	ριπαίος
ριπιδίου	=	ριπίδιο
ριπιδίων	=	ριπίδιο
ριπιδιού	=	ριπίδι
ριπιδιών	=	ριπίδι
ριπιδοειδές	=	ριπιδοειδής
ριπιδοειδή	=	ριπιδοειδής
ριπιδοειδής	adj	που έχει το σχήμα ριπιδιού
ριπιδοειδείς	=	ριπιδοειδής
ριπιδοειδούς	=	ριπιδοειδής
ριπιδοειδών	=	ριπιδοειδής
ριπιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριπιδωτός	adv	με ριπιδωτό τρόπο
ριπιδωτέ	adj	κλητική ενικού του ριπιδωτός
ριπιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριπιδωτή
ριπιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριπιδωτός
ριπιδωτής	adj	γενική ενικού του ριπιδωτή
ριπιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριπιδωτός
ριπιδωτού	adj	γενική ενικού του ριπιδωτός
ριπιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριπιδωτός
ριπιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του ριπιδωτός
ριπιδωτός	adj	που έχει το σχήμα ριπιδιού
ριπιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του ριπιδωτός
ριπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριπισμένο
ριπισμένε	verb	κλητική ενικού του ριπισμένος
ριπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριπισμένη
ριπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριπισμένος
ριπισμένης	verb	γενική ενικού του ριπισμένη
ριπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ριπισμένος
ριπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριπισμένος
ριπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριπισμένος
ριπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριπισμένος
ριπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριπισμένος
ριπιτίδι	noun	διάρροια συνήθως στην έκφραση «μου πάει ριπιτίδι» (φοβήθηκα τόσο πολύ που είχα διάρροια)
ριπιτίδια	=	ριπιτίδι
ριπιτιδιού	=	ριπιτίδι
ριπιτιδιών	=	ριπιτίδι
ριπολίνες	=	ριπολίνη
ριπολίνη	noun	είδος ανθεκτικής βαφής που προσδίδει γυαλιστερή εμφάνιση και στιλπνότητα
ριπολίνης	=	ριπολίνη
ριπολινών	=	ριπολίνη
ριπτάζομαι	verb	κινούμε προς διάφορες κατευθύνσεις, στριφογυρίζω, ιδίως στο κρεβάτι ανήσυχα ή από αϋπνία
ριπτασμέ	=	ριπτασμός
ριπτασμοί	=	ριπτασμός
ριπτασμού	=	ριπτασμός
ριπτασμούς	=	ριπτασμός
ριπτασμό	=	ριπτασμός
ριπτασμός	noun	είδος νευρολογικής διαταραχής που εκδηλώνεται με ανησυχία στον ύπνο, ακούσιες κινήσεις κ.λπ.
ριπτασμών	=	ριπτασμός
ριπών	=	ριπή
ρις	noun	μονοτονική γραφή του ῥίς, στην καθαρεύουσα και ρίς: το όργανο της όσφρησης η μύτη
ρισκάραμε	=	ρισκάρω
ρισκάραν	=	ρισκάρω
ρισκάρανε	=	ρισκάρω
ρισκάρατε	=	ρισκάρω
ρισκάρει	=	ρισκάρω
ρισκάρεις	=	ρισκάρω
ρισκάρετε	=	ρισκάρω
ρισκάριζα	=	ρισκάρω
ρισκάριζαν	=	ρισκάρω
ρισκάριζε	=	ρισκάρω
ρισκάριζες	=	ρισκάρω
ρισκάρισα	=	ρισκάρω
ρισκάρισαν	=	ρισκάρω
ρισκάρισε	=	ρισκάρω
ρισκάρισες	=	ρισκάρω
ρισκάρομε	=	ρισκάρω
ρισκάροντας	=	ρισκάρω
ρισκάρουμε	=	ρισκάρω
ρισκάρουν	=	ρισκάρω
ρισκάρουνε	=	ρισκάρω
ρισκάρω	verb	προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής
ρισκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρισκαρισμένο
ρισκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρισκαρισμένος
ρισκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρισκαρισμένη
ρισκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρισκαρισμένος
ρισκαρισμένης	verb	γενική ενικού του ρισκαρισμένη
ρισκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρισκαρισμένος
ρισκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρισκαρισμένος
ρισκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρισκαρισμένος
ρισκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρισκαρισμένος
ρισκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρισκαρισμένος
ρισπεριδονών	=	ρισπεριδόνη
ρισπεριδόνες	=	ρισπεριδόνη
ρισπεριδόνη	noun	αντιψυχωσικό φάρμακο που δρα αναστέλλοντας υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης και ενδείκνυται για τη σχιζοφρένεια, τη διπολική διαταραχή και διαταραχές συμπεριφοράς
ρισπεριδόνης	=	ρισπεριδόνη
ριταρντάντο	adv	σημαίνει τη σταδιακή καθυστέρηση του παιξίματος ενός μουσικού κομματιού
ριτιράτα	noun	τακτική υποχώρηση, στη γλώσσα των αγωνιστών στην ελληνική επανάσταση του 1821
ριτιράτας	noun	γενική ενικού του ριτιράτα
ριτιράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριτιράτα
ριτιρατών	noun	γενική πληθυντικού του ριτιράτα
ριτσερκάρε	noun	οργανικό μουσικό είδος που άνθισε την εποχή της ύστερης Αναγέννησης και του Μπαρόκ με αντιστικτική δομή
ριφιφί	noun	μέθοδος διάρρηξης κατά την οποία οι κλέφτες μπαίνουν πρώτα σε παρακείμενο χώρο, ανοίγουν μια τρύπα στη μεσοτοιχία και από εκεί μπαίνουν στο χώρο που αποτελεί το στόχο τους
ριχνόμασταν	=	ρίχνω
ριχνόμαστε	=	ρίχνω
ριχνόμουν	=	ρίχνω
ριχνόμουνα	=	ρίχνω
ριχνόντουσαν	=	ρίχνω
ριχνόσασταν	=	ρίχνω
ριχνόσαστε	=	ρίχνω
ριχνόσουν	=	ρίχνω
ριχνόσουνα	=	ρίχνω
ριχνόταν	=	ρίχνω
ριχνότανε	=	ρίχνω
ριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός	adv	με ριχτό τρόπο
ριχτάρι	noun	κάλυμμα από ύφασμα που απλώνεται πάνω σε καναπέ, πολυθρόνα κλπ. για διακοσμητικούς λόγους
ριχτάρια	=	ριχτάρι
ριχτέ	adj	κλητική ενικού του ριχτός
ριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριχτή
ριχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριχτός
ριχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ριχτήκαν	=	ρίχνω
ριχτήκανε	=	ρίχνω
ριχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρίχνομαι
ριχτής	adj	γενική ενικού του ριχτή
ριχταριού	=	ριχτάρι
ριχταριών	=	ριχτάρι
ριχτεί	=	ρίχνω
ριχτείς	=	ρίχνω
ριχτείτε	=	ρίχνω
ριχτιού	=	ρίχτι
ριχτιών	=	ρίχτι
ριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριχτός
ριχτού	adj	γενική ενικού του ριχτός
ριχτούμε	=	ρίχνω
ριχτούν	=	ρίχνω
ριχτούνε	=	ρίχνω
ριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριχτός
ριχτό	adj	αιτιατική ενικού του ριχτός
ριχτός	adj	που τον έχουν ρίξει
ριχτώ	=	ρίχνομαι
ριχτών	adj	γενική πληθυντικού του ριχτός
ριψάσπιδες	=	ρίψασπις
ριψάσπιδος	=	ρίψασπις
ριψάσπιδων	=	ρίψασπις
ριψασπίδων	=	ρίψασπις
ριψοκίνδυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριψοκίνδυνος	adv	με ριψοκίνδυνο τρόπο
ριψοκίνδυνε	adj	κλητική ενικού του ριψοκίνδυνος
ριψοκίνδυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριψοκίνδυνη
ριψοκίνδυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριψοκίνδυνος
ριψοκίνδυνης	adj	γενική ενικού του ριψοκίνδυνη
ριψοκίνδυνο	adj	αιτιατική ενικού του ριψοκίνδυνος
ριψοκίνδυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριψοκίνδυνος
ριψοκίνδυνος	adj	που ριψοκινδυνεύει
ριψοκίνδυνου	adj	γενική ενικού του ριψοκίνδυνος
ριψοκίνδυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ριψοκίνδυνος
ριψοκίνδυνων	adj	γενική πληθυντικού του ριψοκίνδυνος
ριψοκινδυνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψαν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψανε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψει	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψεις	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψετε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψομε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψουμε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψουν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψουνε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψτε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνέψω	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριψοκινδυνευμένο
ριψοκινδυνευμένε	verb	κλητική ενικού του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ριψοκινδυνευμένη
ριψοκινδυνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνευμένης	verb	γενική ενικού του ριψοκινδυνευμένη
ριψοκινδυνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ριψοκινδυνευμένος
ριψοκινδυνεύαμε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύαν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύανε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύατε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύει	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύεις	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύετε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύομε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύοντας	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύουμε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύουν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύουνε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσαν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσανε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσει	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσεις	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσετε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσομε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσουμε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσουν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσουνε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύστε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύσω	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδυνεύω	verb	εκθέτω τον εαυτό μου ή άλλον σε κίνδυνο (πραγματικό ή πιθανό)
ριψοκινδύνευα	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευαν	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευε	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευες	=	ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ριψοκινδύνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ριψοκινδυνεύω
ρο	noun	η ονομασία του δέκατου έβδομου γράμματος του ελληνικού αλφάβητου
ροΐ	noun	δοχείο για λάδι που έχει σχήμα κώνου και μακρύ λαιμό στην κορυφή ή στο πλάι και χρησιμοποιείται για να ρίχνουμε λάδι στο φαγητό
ροές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροή
ροή	noun	η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
ροής	=	ροή
ροβίθι	noun|vulgar	άλλη μορφή του ρεβίθι
ροβίθια	=	ροβίθι
ροβίτσα	noun	είδος φασολιού πολύ μικρό σε μέγεθος και πράσινο, προέρχεται από το φυτό Vigna radiata
ροβίτσας	noun	γενική ενικού του ροβίτσα
ροβίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροβίτσα
ροβιθιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ρεβιθιά
ροβιθιάς	noun	γενική ενικού του ροβιθιά
ροβιθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροβιθιά
ροβιθιού	=	ροβίθι
ροβιθιών	=	ροβιθιά
ροβιού	=	ρόβι
ροβιών	=	ρόβι
ροβολάω	verb	κατηφορίζω, κατεβαίνω γρήγορα
ροβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροβόλημα
ροβολήματος	noun	γενική ενικού του ροβόλημα
ροβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροβολάω
ροβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροβολάω
ροβολήσω	=	ροβολάω
ροβολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροβόλισμα
ροβολίσματος	noun	γενική ενικού του ροβόλισμα
ροβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροβόλημα
ροβολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροβόλισμα
ροβολώ	verb	συνηρημένη μορφή του ροβολάω
ροβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ροβολάω / ροβολώ
ροβόλημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ροβολώ
ροβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροβολάω
ροβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροβολάω
ροβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροβολάω
ροβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροβολάω
ροβόλισμα	noun	άλλη μορφή του ροβόλημα
ροβών	=	ρόβη
ρογί	noun	άλλη μορφή του ροΐ
ρογιά	=	ροΐ
ρογιάζαμε	=	ρογιάζω
ρογιάζαν	=	ρογιάζω
ρογιάζανε	=	ρογιάζω
ρογιάζατε	=	ρογιάζω
ρογιάζει	=	ρογιάζω
ρογιάζεις	=	ρογιάζω
ρογιάζεσαι	=	ρογιάζω
ρογιάζεστε	=	ρογιάζω
ρογιάζεται	=	ρογιάζω
ρογιάζετε	=	ρογιάζω
ρογιάζομαι	=	ρογιάζω
ρογιάζονται	=	ρογιάζω
ρογιάζονταν	=	ρογιάζω
ρογιάζοντας	=	ρογιάζω
ρογιάζουμε	=	ρογιάζω
ρογιάζουν	=	ρογιάζω
ρογιάζουνε	=	ρογιάζω
ρογιάζω	verb	παίρνω κάποιον να δουλέψει με μισθό
ρογιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρογιάζω
ρογιάσαν	=	ρογιάζω
ρογιάσανε	=	ρογιάζω
ρογιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρογιάζω
ρογιάσει	=	ρογιάζω
ρογιάσου	=	ρογιάζω
ρογιάστε	=	ρογιάζω
ρογιάστηκα	=	ρογιάζω
ρογιάστηκαν	=	ρογιάζω
ρογιάστηκε	=	ρογιάζω
ρογιάστηκες	=	ρογιάζω
ρογιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρογιάτικο
ρογιάτικε	adj	κλητική ενικού του ρογιάτικος
ρογιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρογιάτικη
ρογιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρογιάτικος
ρογιάτικης	adj	γενική ενικού του ρογιάτικη
ρογιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του ρογιάτικος
ρογιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρογιάτικος
ρογιάτικος	adj|dated	που έχει σχέση με τη ρόγα ή αναφέρεται σ’ αυτή
ρογιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρογιάτικος
ρογιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρογιάτικος
ρογιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρογιάτικος
ρογιαζόμασταν	=	ρογιάζω
ρογιαζόμαστε	=	ρογιάζω
ρογιαζόμουν	=	ρογιάζω
ρογιαζόμουνα	=	ρογιάζω
ρογιαζόντουσαν	=	ρογιάζω
ρογιαζόσασταν	=	ρογιάζω
ρογιαζόσαστε	=	ρογιάζω
ρογιαζόσουν	=	ρογιάζω
ρογιαζόσουνα	=	ρογιάζω
ρογιαζόταν	=	ρογιάζω
ρογιαζότανε	=	ρογιάζω
ρογιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρογιασμένο
ρογιασμένε	verb	κλητική ενικού του ρογιασμένος
ρογιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρογιασμένη
ρογιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρογιασμένος
ρογιασμένης	verb	γενική ενικού του ρογιασμένη
ρογιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρογιασμένος
ρογιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρογιασμένος
ρογιασμένος	=	ρογιάζω
ρογιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρογιασμένος
ρογιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρογιασμένος
ρογιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρογιασμένος
ρογιαστήκαμε	=	ρογιάζω
ρογιαστήκαν	=	ρογιάζω
ρογιαστήκανε	=	ρογιάζω
ρογιαστήκατε	=	ρογιάζω
ρογιαστεί	=	ρογιάζω
ρογιαστείτε	=	ρογιάζω
ρογιού	=	ροΐ
ρογιών	=	ροΐ
ρογκατσάρη	=	ρογκατσάρης
ρογκατσάρηδες	=	ρογκατσάρης
ρογκατσάρηδων	=	ρογκατσάρης
ρογκατσάρης	noun	που παίρνει μέρος στα Ρογκατσάρια
ρογών	noun	γενική πληθυντικού του ρόγα
ροδάκινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδάκινο
ροδάκινο	noun	ο καρπός της ροδακινιάς.
ροδάκινον	=	ροδάκινο
ροδάκινου	noun	γενική ενικού του ροδάκινο
ροδάκινων	noun	γενική πληθυντικού του ροδάκινο
ροδάκων	=	ρόδακας
ροδάμι	noun	το μπόλι· ο νέος βλαστός
ροδάμυλα	=	ροδάμυλο
ροδάμυλο	noun	είδος αμυλοειδούς ουσίας στα ροδοφύκη ή στα φύλλα διαφόρων φυτών
ροδάμυλου	=	ροδάμυλο
ροδάμυλων	=	ροδάμυλο
ροδάνι	noun	εργαλείο για το αδράχτι με το οποίο τυλίγουν το μαλλί
ροδάνια	=	ροδάνι
ροδάνιζα	=	ροδανίζω
ροδάνιζαν	=	ροδανίζω
ροδάνιζε	=	ροδανίζω
ροδάνιζες	=	ροδανίζω
ροδάνισα	=	ροδανίζω
ροδάνισαν	=	ροδανίζω
ροδάνισε	=	ροδανίζω
ροδάνισες	=	ροδανίζω
ροδάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ροδανίζω
ροδάρια	=	ροδάριο
ροδάριο	noun	κομπολόι (σταθερών χαντρών) καθολικών, σειρά χαντρών σε μενταγιόν ή κλειστό σχοινί στο οποίο όμως κρέμεται σχοινί με επιπλέον χάντρες και την άκρη του έχει σταυρό
ροδάριου	=	ροδάριο
ροδάριων	=	ροδάριο
ροδέλα	noun	αντικείμενο με κυκλικό σχήμα
ροδέλαια	=	ροδέλαιο
ροδέλαιο	noun	έλαιο από ρόδα
ροδέλαιου	=	ροδέλαιο
ροδέλαιων	=	ροδέλαιο
ροδέλας	noun	γενική ενικού του ροδέλα
ροδέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδέλα
ροδένια	=	ροδένιος
ροδένιας	=	ροδένιος
ροδένιε	=	ροδένιος
ροδένιες	=	ροδένιος
ροδένιο	=	ροδένιος
ροδένιοι	=	ροδένιος
ροδένιος	adj	ο ρόδινος
ροδένιου	=	ροδένιος
ροδένιους	=	ροδένιος
ροδένιων	=	ροδένιος
ροδή	noun	η τριανταφυλλιά
ροδής	adj	που έχει το χρώμα του ρόδου
ροδί	=	ροδής
ροδίδες	adj	μεγάλη οικογένεια ανθοφόρων φυτών (Rosaceae) που περιλαμβάνει πολλά σημαντικά καλλωπιστικά και καρποφόρα φυτά
ροδίδων	=	ροδίδες
ροδίζαμε	=	ροδίζω
ροδίζαν	=	ροδίζω
ροδίζανε	=	ροδίζω
ροδίζατε	=	ροδίζω
ροδίζει	=	ροδίζω
ροδίζεις	=	ροδίζω
ροδίζετε	=	ροδίζω
ροδίζοντας	=	ροδίζω
ροδίζουμε	=	ροδίζω
ροδίζουν	=	ροδίζω
ροδίζουνε	=	ροδίζω
ροδίζω	verb	αποκτώ το χρώμα του ρόδου
ροδίου	=	ρόδιο
ροδίους	=	ρόδιος
ροδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδίζω
ροδίσαν	=	ροδίζω
ροδίσανε	=	ροδίζω
ροδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδίζω
ροδίσει	=	ροδίζω
ροδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδισμα
ροδίσματος	noun	γενική ενικού του ρόδισμα
ροδίστε	=	ροδίζω
ροδίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδίτης
ροδίτη	=	ροδίτης
ροδίτης	noun	ο Ροδίτης
ροδίτικα	noun	το γλωσσικό ιδίωμα της Ρόδου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδίτικο, ουδέτερο του ροδίτικος
ροδίτικε	adj	κλητική ενικού του ροδίτικος
ροδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδίτικη
ροδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδίτικος
ροδίτικης	adj	γενική ενικού του ροδίτικη
ροδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του ροδίτικος
ροδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδίτικος
ροδίτικος	adj	που προέρχεται από τη Ρόδο ή που αναφέρεται σε αυτή ή στους κατοίκους της
ροδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδίτικος
ροδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροδίτικος
ροδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδίτικος
ροδίτισσα	=	ροδίτης
ροδίων	=	ρόδιος
ροδακίνου	=	ροδάκινο
ροδακίνων	=	ροδάκινο
ροδακινέλαια	=	ροδακινέλαιο
ροδακινέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από ροδάκινα
ροδακινέλαιου	=	ροδακινέλαιο
ροδακινέλαιων	=	ροδακινέλαιο
ροδακινί	noun	χρώμα στην απόχρωση του ροδάκινου	adj	που έχει την απόχρωση του ροδάκινου
ροδακινελαίου	=	ροδακινέλαιο
ροδακινελαίων	=	ροδακινέλαιο
ροδακινιά	noun	φυλλοβόλο οπωροφόρο δέντρο (του είδους Prunus persica) με λογχοειδή φύλλα και λευκά, ροζ ή κόκκινα άνθη, από το οποίο προέρχεται το φρούτο ροδάκινο
ροδακινιάς	noun	γενική ενικού του ροδακινιά
ροδακινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδακινιά
ροδακινιού	=	ροδακινί
ροδακινιών	=	ροδακινιά
ροδακινοπαραγωγές	=	ροδακινοπαραγωγή
ροδακινοπαραγωγή	noun	η παραγωγή ροδακίνου
ροδακινοπαραγωγής	=	ροδακινοπαραγωγή
ροδακινοπαραγωγών	=	ροδακινοπαραγωγή
ροδαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ροδαλός	adv	έχοντας ροδαλό χρώμα
ροδαλέ	adj	κλητική ενικού του ροδαλός
ροδαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδαλή
ροδαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδαλός
ροδαλής	adj	γενική ενικού του ροδαλή
ροδαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδαλός
ροδαλού	adj	γενική ενικού του ροδαλός
ροδαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροδαλός
ροδαλό	adj	αιτιατική ενικού του ροδαλός
ροδαλός	adj	που είναι ελαφρώς κόκκινος
ροδαλών	adj	γενική πληθυντικού του ροδαλός
ροδανίζαμε	=	ροδανίζω
ροδανίζαν	=	ροδανίζω
ροδανίζανε	=	ροδανίζω
ροδανίζατε	=	ροδανίζω
ροδανίζει	=	ροδανίζω
ροδανίζεις	=	ροδανίζω
ροδανίζετε	=	ροδανίζω
ροδανίζοντας	=	ροδανίζω
ροδανίζουμε	=	ροδανίζω
ροδανίζουν	=	ροδανίζω
ροδανίζουνε	=	ροδανίζω
ροδανίζω	verb	τυλίγω το νήμα σε ένα μασούρι με τη βοήθεια του ροδανιού
ροδανίσαμε	=	ροδανίζω
ροδανίσαν	=	ροδανίζω
ροδανίσανε	=	ροδανίζω
ροδανίσατε	=	ροδανίζω
ροδανίσει	=	ροδανίζω
ροδανίσματα	=	ροδάνισμα
ροδανίσματος	=	ροδάνισμα
ροδανίστε	=	ροδανίζω
ροδανίστηκα	=	ροδανίζω
ροδανιού	=	ροδάνι
ροδανισμάτων	=	ροδάνισμα
ροδανιών	=	ροδάνι
ροδαρίου	=	ροδάριο
ροδαρίων	=	ροδάριο
ροδαφνιά	noun	συνώνυμο του δαφνοκερασιά
ροδαφνιάς	=	ροδαφνιά
ροδαφνιές	=	ροδαφνιά
ροδαφνιών	=	ροδαφνιά
ροδελαίου	=	ροδέλαιο
ροδελαίων	=	ροδέλαιο
ροδελών	noun	γενική πληθυντικού του ροδέλα
ροδιά	noun	οπωροφόρο φυτό (δέντρο ή θάμνος, Punica granatum)
ροδιάς	noun	γενική ενικού του ροδιά
ροδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδιά
ροδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ροδιακός	adv	με τον τρόπο ή το γλωσσικό ιδίωμα των Ροδίων
ροδιακέ	adj	κλητική ενικού του ροδιακός
ροδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδιακή
ροδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδιακός
ροδιακής	adj	γενική ενικού του ροδιακή
ροδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδιακός
ροδιακού	adj	γενική ενικού του ροδιακός
ροδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροδιακός
ροδιακό	adj	αιτιατική ενικού του ροδιακός
ροδιακός	adj	που έχει σχέση με τη Ρόδο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ροδιακών	adj	γενική πληθυντικού του ροδιακός
ροδιού	noun	γενική ενικού του ρόδι
ροδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρόδισμα
ροδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδισμένο
ροδισμένε	verb	κλητική ενικού του ροδισμένος
ροδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδισμένη
ροδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδισμένος
ροδισμένης	verb	γενική ενικού του ροδισμένη
ροδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ροδισμένος
ροδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδισμένος
ροδισμένος	=	ροδίζω
ροδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδισμένος
ροδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ροδισμένος
ροδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδισμένος
ροδιτών	=	ροδίτης
ροδιών	=	ρόδι
ροδοήτης	noun	πολίτης της ινδικής πόλης Ροδόη (το εθνικόν)
ροδογράμματα	=	ροδόγραμμα
ροδογράμματος	=	ροδόγραμμα
ροδογραμμάτων	=	ροδόγραμμα
ροδοδάκτυλα	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλε	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλες	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλη	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλης	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλο	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλοι	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλος	adj	που έχει ρόδινα δάκτυλα
ροδοδάκτυλου	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλους	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάκτυλων	=	ροδοδάκτυλος
ροδοδάφνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοδάφνη
ροδοδάφνη	noun	η πικροδάφνη
ροδοδάφνης	=	ροδοδάφνη
ροδοδαφνών	=	ροδοδάφνη
ροδοειδές	=	ροδοειδής
ροδοειδή	adj	οι ροδίδες
ροδοειδής	adj	που χρωματικά ή σχηματικά είναι όμοιος με ρόδο
ροδοειδείς	=	ροδοειδής
ροδοειδούς	=	ροδοειδής
ροδοειδών	=	ροδοειδής
ροδοζάχαρες	=	ροδοζάχαρη
ροδοζάχαρη	noun	γλυκό του κουταλιού, το οποίο παρασκευάζεται με πέταλα τριαντάφυλλου βρασμένα σε διάλυμα ζάχαρης
ροδοζάχαρης	=	ροδοζάχαρη
ροδοζυμωμένα	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένε	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένες	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένη	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένης	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένο	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένοι	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένος	verb|literary	οιονεί ζυμωμένος με ρόδο
ροδοζυμωμένου	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένους	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζυμωμένων	=	ροδοζυμωμένος
ροδοζύμωτα	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτε	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτες	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτη	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτης	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτο	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτοι	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτος	adj	άλλη μορφή του ροδοζυμωμένος
ροδοζύμωτου	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτους	=	ροδοζύμωτος
ροδοζύμωτων	=	ροδοζύμωτος
ροδοκοκκίνιζα	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνιζαν	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνιζε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνιζες	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκίνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζαμε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζαν	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζανε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζατε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζει	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζεις	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζετε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζοντας	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζουμε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζουν	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζουνε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίζω	verb	αποκτώ ένα ρόδινο / κοκκινωπό χρώμα, ιδίως μετά από ψήσιμο
ροδοκοκκινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίσαν	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίσανε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίσει	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινίσματα	=	ροδοκοκκίνισμα
ροδοκοκκινίσματος	=	ροδοκοκκίνισμα
ροδοκοκκινίστε	=	ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινισμάτων	=	ροδοκοκκίνισμα
ροδοκοκκινισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοκοκκινισμένο
ροδοκοκκινισμένε	verb	κλητική ενικού του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκοκκινισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοκοκκινισμένη
ροδοκοκκινισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκοκκινισμένης	verb	γενική ενικού του ροδοκοκκινισμένη
ροδοκοκκινισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκοκκινισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκοκκινισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ροδοκοκκινίζω
ροδοκοκκινισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκοκκινισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκοκκινισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδοκοκκινισμένος
ροδοκόκκινα	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινε	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινες	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινη	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινης	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινο	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινοι	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινος	adj	ρόδινος
ροδοκόκκινου	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινους	=	ροδοκόκκινος
ροδοκόκκινων	=	ροδοκόκκινος
ροδομάγουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδομάγουλο
ροδομάγουλε	adj	κλητική ενικού του ροδομάγουλος
ροδομάγουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδομάγουλη
ροδομάγουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδομάγουλος
ροδομάγουλης	adj	γενική ενικού του ροδομάγουλη
ροδομάγουλο	adj	αιτιατική ενικού του ροδομάγουλος
ροδομάγουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδομάγουλος
ροδομάγουλος	adj	που έχει τα μάγουλά του ρόδινα, ελαφρά κόκκινα
ροδομάγουλου	adj	γενική ενικού του ροδομάγουλος
ροδομάγουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροδομάγουλος
ροδομάγουλων	adj	γενική πληθυντικού του ροδομάγουλος
ροδομελιού	=	ροδόμελι
ροδομπουμπουκιού	=	ροδομπουμπούκι
ροδομπουμπουκιών	=	ροδομπουμπούκι
ροδομπουμπούκι	noun|literary	ένα μπουμπούκι ρόδου
ροδομπουμπούκια	=	ροδομπουμπούκι
ροδομύριστα	=	ροδομύριστος
ροδομύριστε	=	ροδομύριστος
ροδομύριστες	=	ροδομύριστος
ροδομύριστη	=	ροδομύριστος
ροδομύριστης	=	ροδομύριστος
ροδομύριστο	=	ροδομύριστος
ροδομύριστοι	=	ροδομύριστος
ροδομύριστος	adj	που μυρίζει σαν το ρόδο, τριαντάφυλλο
ροδομύριστου	=	ροδομύριστος
ροδομύριστους	=	ροδομύριστος
ροδομύριστων	=	ροδομύριστος
ροδοξημερωμέ	=	ροδοξημερωμός
ροδοξημερωμοί	=	ροδοξημερωμός
ροδοξημερωμού	=	ροδοξημερωμός
ροδοξημερωμούς	=	ροδοξημερωμός
ροδοξημερωμό	=	ροδοξημερωμός
ροδοξημερωμός	noun|literary	ρόδινο ξημέρωμα
ροδοξημερωμών	=	ροδοξημερωμός
ροδοπάρεια	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειας	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειε	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειες	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειο	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειοι	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειος	adj	αυτός που έχει μάγουλα με ρόδινο χρώμα
ροδοπάρειου	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειους	=	ροδοπάρειος
ροδοπάρειων	=	ροδοπάρειος
ροδοπέταλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοπέταλο
ροδοπέταλο	noun	το πέταλο του ρόδου (του τριαντάφυλλου)
ροδοπέταλου	noun	γενική ενικού του ροδοπέταλο
ροδοπέταλων	noun	γενική πληθυντικού του ροδοπέταλο
ροδοπελεκάνε	=	ροδοπελεκάνος
ροδοπελεκάνο	=	ροδοπελεκάνος
ροδοπελεκάνοι	=	ροδοπελεκάνος
ροδοπελεκάνος	noun	είδος πελεκάνου
ροδοπελεκάνου	=	ροδοπελεκάνος
ροδοπελεκάνους	=	ροδοπελεκάνος
ροδοπελεκάνων	=	ροδοπελεκάνος
ροδοπερίχυτα	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτε	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτες	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτη	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτης	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτο	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτοι	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτος	adj	που είναι σκεπασμένος με τριαντάφυλλα
ροδοπερίχυτου	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτους	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπερίχυτων	=	ροδοπερίχυτος
ροδοπεριχυμένα	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένε	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένες	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένη	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένης	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένο	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένοι	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένος	verb	ο ροδοπερίχυτος
ροδοπεριχυμένου	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένους	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοπεριχυμένων	=	ροδοπεριχυμένος
ροδοστάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδόσταγμα
ροδοστάγματος	noun	γενική ενικού του ροδόσταγμα
ροδοστάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδόσταμα
ροδοστάματος	noun	γενική ενικού του ροδόσταμα
ροδοστέφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοστέφανο
ροδοστέφανε	adj	κλητική ενικού του ροδοστέφανος
ροδοστέφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοστέφανη
ροδοστέφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδοστέφανος
ροδοστέφανης	adj	γενική ενικού του ροδοστέφανη
ροδοστέφανο	adj	αιτιατική ενικού του ροδοστέφανος, γένους αρσενικού
ροδοστέφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδοστέφανος
ροδοστέφανος	adj|literary	στεφανωμένος με ρόδα, τριαντάφυλλα
ροδοστέφανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδοστέφανος
ροδοστέφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροδοστέφανος
ροδοστέφανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδοστέφανος
ροδοσταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροδόσταγμα
ροδοσταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροδόσταμα
ροδοστεφάνωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοστεφάνωτο
ροδοστεφάνωτε	adj	κλητική ενικού του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφάνωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοστεφάνωτη
ροδοστεφάνωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφάνωτης	adj	γενική ενικού του ροδοστεφάνωτη
ροδοστεφάνωτο	adj	αιτιατική ενικού του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφάνωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφάνωτος	adj|formal	άλλη γραφή του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφάνωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφάνωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφάνωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδοστεφάνωτος
ροδοστεφές	=	ροδοστεφής
ροδοστεφή	=	ροδοστεφής
ροδοστεφής	adj|formal	άλλη γραφή του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοστεφανωμένο
ροδοστεφανωμένε	verb	κλητική ενικού του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοστεφανωμένη
ροδοστεφανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένης	verb	γενική ενικού του ροδοστεφανωμένη
ροδοστεφανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένος	verb	που του έχουν φορέσει στεφάνι με ρόδα, με τριαντάφυλλα
ροδοστεφανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδοστεφανωμένος
ροδοστεφείς	=	ροδοστεφής
ροδοστεφούς	=	ροδοστεφής
ροδοστεφών	=	ροδοστεφής
ροδοφυκών	=	ροδοφύκος
ροδοφύκη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοφύκος
ροδοφύκος	noun	κατηγορία φυκών που ανήκουν στο φύλο Rhodophyta (ερυθροφύκη).
ροδοφύκους	=	ροδοφύκος
ροδοχρόων	=	ροδόχρους
ροδοψήνω	verb	ψήνω κάτι τόσο, ώστε να πάρει ένα χρώμα σαν του ρόδου
ροδοψίνες	=	ροδοψίνη
ροδοψίνη	noun	φωτοευαίσθητη χρωστική ουσία / πρωτεΐνη στα ραβδία του αμφιβληστροειδούς που συμβάλλει στην προσαρμογή του ματιού στο αμυδρό φως
ροδοψίνης	=	ροδοψίνη
ροδοψημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοψημένο
ροδοψημένε	verb	κλητική ενικού του ροδοψημένος
ροδοψημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδοψημένη
ροδοψημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροδοψημένος
ροδοψημένης	verb	γενική ενικού του ροδοψημένη
ροδοψημένο	verb	αιτιατική ενικού του ροδοψημένος
ροδοψημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροδοψημένος
ροδοψημένος	verb	που έχει ροδοψηθεί
ροδοψημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροδοψημένος
ροδοψημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ροδοψημένος
ροδοψημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροδοψημένος
ροδοψινών	=	ροδοψίνη
ροδωνιά	noun	η τριανταφυλλιά
ροδωνιάς	=	ροδωνιά
ροδωνιές	=	ροδωνιά
ροδωνιών	=	ροδωνιά
ροδόγραμμα	noun	διάγραμμα στο οποίο αναπαρίστανται ως γραμμές διαφορετικού μήκους και πάχους η ταχύτητα και η κατεύθυνση των ανέμων που πνέουν σε μία περιοχή σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο
ροδόδεντρα	=	ροδόδεντρο
ροδόδεντρο	noun	θάμνος ή μικρό δέντρο του γένους Ροδόδενδρο Rhododendron που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τα μεγάλα έντονα χρωματιστά του λουλούδια
ροδόδεντρου	=	ροδόδεντρο
ροδόδεντρων	=	ροδόδεντρο
ροδόκηπε	=	ροδόκηπος
ροδόκηπο	=	ροδόκηπος
ροδόκηποι	=	ροδόκηπος
ροδόκηπος	noun	κήπος με ρόδα, με τριαντάφυλλα
ροδόκηπου	=	ροδόκηπος
ροδόκηπους	=	ροδόκηπος
ροδόκηπων	=	ροδόκηπος
ροδόκρινα	=	ροδόκρινος
ροδόκρινε	=	ροδόκρινος
ροδόκρινες	=	ροδόκρινος
ροδόκρινη	=	ροδόκρινος
ροδόκρινης	=	ροδόκρινος
ροδόκρινο	=	ροδόκρινος
ροδόκρινοι	=	ροδόκρινος
ροδόκρινος	adj|literary	που έχει χρώμα ρόδινο και λευκό σαν του κρίνου
ροδόκρινου	=	ροδόκρινος
ροδόκρινους	=	ροδόκρινος
ροδόκρινων	=	ροδόκρινος
ροδόμελι	noun	μέλι με αρωματισμό από ρόδα
ροδόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροδόνερο
ροδόνερο	noun	απόσταγμα από ρόδα, από τριαντάφυλλα
ροδόνερου	noun	γενική ενικού του ροδόνερο
ροδόνερων	noun	γενική πληθυντικού του ροδόνερο
ροδόξιδα	=	ροδόξιδο
ροδόξιδο	noun	ξίδι που έχει αρωματιστεί με ροδοπέταλα
ροδόξιδου	=	ροδόξιδο
ροδόξιδων	=	ροδόξιδο
ροδόξυλα	=	ροδόξυλο
ροδόξυλο	noun	ξύλο από την Βραζιλία και το Περού, από το δένδρο Aniba rosaedora, το οποίο δίνει αρωματικό ομώνυμο αιθέριο έλαιο
ροδόξυλου	=	ροδόξυλο
ροδόξυλων	=	ροδόξυλο
ροδόπεπλα	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλε	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλες	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλη	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλης	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλο	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλοι	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλος	adj	που φορά ροδόχρωμο πέπλο
ροδόπεπλου	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλους	=	ροδόπεπλος
ροδόπεπλων	=	ροδόπεπλος
ροδόπλεκτα	=	ροδόπλεκτο
ροδόπλεκτο	noun	ροδοστέφανο, τριανταφυλλένιο στεφάνι
ροδόπλεκτου	=	ροδόπλεκτο
ροδόπλεκτων	=	ροδόπλεκτο
ροδόσταγμα	noun	ροδόνερο
ροδόσταμα	noun	άλλη μορφή του ροδόσταγμα
ροδόσταμο	noun	άλλη μορφή του ροδόσταγμα
ροδόσταμου	noun	γενική ενικού του ροδόσταμο
ροδόσταμων	noun	γενική πληθυντικού του ροδόσταμο
ροδότοπε	=	ροδότοπος
ροδότοπο	=	ροδότοπος
ροδότοποι	=	ροδότοπος
ροδότοπος	noun	μέρος που έχει πολλές τριανταφυλλιές (ρόδα)
ροδότοπου	=	ροδότοπος
ροδότοπους	=	ροδότοπος
ροδότοπων	=	ροδότοπος
ροδόχροα	=	ροδόχρους
ροδόχροες	=	ροδόχρους
ροδόχρου	=	ροδόχρους
ροδόχρουν	=	ροδόχρους
ροδόχρους	adj	που έχει το χρώμα του ρόδου (ανοιχτό κόκκινο ή ροζ), ροδόχρωμος
ροδόχρωμα	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμε	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμες	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμη	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμης	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμο	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμοι	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμος	adj	που έχει το χρώμα του ρόδου (ανοιχτό ρόζ)
ροδόχρωμου	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμους	=	ροδόχρωμος
ροδόχρωμων	=	ροδόχρωμος
ροδών	noun	γενική πληθυντικού του ρόδα
ροδώνα	=	ροδώνας
ροδώνας	noun	τόπος όπου καλλιεργούνται ή έχουν φυτευθεί πολλές τριανταφυλλιές
ροδώνες	=	ροδώνας
ροδώνων	=	ροδώνας
ροζ	adj	που έχει ανοικτό κόκκινο χρώμα	noun	το ροζ χρώμα
ροζάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζάριο
ροζάριο	noun	το κομπολόι που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια των προσευχών των καθολικών
ροζάριου	=	ροζάριο
ροζάριων	=	ροζάριο
ροζέ	noun	το (κάπως ανοιχτό) ροζ χρώμα	adj	που έχει χρώμα (προς το ανοιχτό) ροζ
ροζέτα	noun	έμβλημα σε παράσημο με σχήμα ρόδου
ροζέτας	noun	γενική ενικού του ροζέτα
ροζέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζέτα
ροζακί	noun	ποικιλία σταφυλιού
ροζακιά	=	ροζακί
ροζακιού	=	ροζακί
ροζακιών	=	ροζακί
ροζαρίου	noun	γενική ενικού του ροζάριο
ροζαρίων	noun	γενική πληθυντικού του ροζάριο
ροζετών	noun	γενική πληθυντικού του ροζέτα
ροζιάζαμε	=	ροζιάζω
ροζιάζαν	=	ροζιάζω
ροζιάζανε	=	ροζιάζω
ροζιάζατε	=	ροζιάζω
ροζιάζει	=	ροζιάζω
ροζιάζεις	=	ροζιάζω
ροζιάζετε	=	ροζιάζω
ροζιάζοντας	=	ροζιάζω
ροζιάζουμε	=	ροζιάζω
ροζιάζουν	=	ροζιάζω
ροζιάζουνε	=	ροζιάζω
ροζιάζω	verb	βγάζω ρόζους
ροζιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροζιάρης
ροζιάρας	adj	γενική ενικού του ροζιάρα
ροζιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζιάρα
ροζιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ροζιάρης
ροζιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζιάρης
ροζιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ροζιάρης
ροζιάρης	adj	που έχει ρόζους
ροζιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζιάρικο
ροζιάρικε	adj	κλητική ενικού του ροζιάρικος
ροζιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζιάρικη
ροζιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροζιάρικος
ροζιάρικης	adj	γενική ενικού του ροζιάρικη
ροζιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ροζιάρης
ροζιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροζιάρικος
ροζιάρικος	adj|vulgar	που έχει ρόζους
ροζιάρικου	adj	γενική ενικού του ροζιάρικο
ροζιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροζιάρικος
ροζιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ροζιάρικο
ροζιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροζιάζω
ροζιάσαν	=	ροζιάζω
ροζιάσανε	=	ροζιάζω
ροζιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροζιάζω
ροζιάσει	=	ροζιάζω
ροζιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόζιασμα
ροζιάσματος	noun	γενική ενικού του ρόζιασμα
ροζιάστε	=	ροζιάζω
ροζιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρόζιασμα
ροζιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζιασμένο
ροζιασμένε	verb	κλητική ενικού του ροζιασμένος
ροζιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροζιασμένη
ροζιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροζιασμένος
ροζιασμένης	verb	γενική ενικού του ροζιασμένη
ροζιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ροζιασμένος
ροζιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροζιασμένος
ροζιασμένος	verb	με ρόζους (π.χ. από την ηλικία ή τη σκληρή δουλειά)
ροζιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροζιασμένος
ροζιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ροζιασμένος
ροζιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροζιασμένος
ροζμπίφ	noun	γραφή της προφοράς του ροσμπίφ
ροζονάρω	verb	κουβεντιάζω
ροζοναρίζω	verb	κουβεντιάζω
ροιδιού	=	ρόιδι
ροιδιών	=	ρόιδι
ροκ	noun	είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς
ροκά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ροκάς
ροκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροκάς
ροκάδων	noun	γενική πληθυντικού του ροκάς
ροκάνα	noun	είδος ξύλινου κρόταλου με χειρολαβή που χρησιμοποιείται για την περιστροφή και παραγωγή ξηρού, δυνατού ήχου
ροκάνας	noun	γενική ενικού του ροκάνα
ροκάνες	=	ροκάνα
ροκάνι	noun	εργαλείο για την λείανση ξύλινων επιφανειών
ροκάνια	=	ροκάνι
ροκάνιζα	=	ροκανίζω
ροκάνιζαν	=	ροκανίζω
ροκάνιζε	=	ροκανίζω
ροκάνιζες	=	ροκανίζω
ροκάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροκανίζω
ροκάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροκανίζω
ροκάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροκανίζω
ροκάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροκανίζω
ροκάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ροκανίζω
ροκάρω	verb	επιδίδομαι με οποιοδήποτε τρόπο σε μουσική και τραγούδια ροκ
ροκάς	noun	που του αρέσει ν’ ακούει ή να παίζει ροκ μουσική
ροκέ	noun	σύνθετη κίνηση στο σκάκι κατά την οποία ο βασιλιάς κινείται δύο τετράγωνα προς την κατεύθυνση του πύργου και ο πύργος μετακινείται δίπλα στο βασιλιά περνώντας από πάνω του
ροκέτα	noun	άλλη γραφή του ρουκέτα
ροκέτας	=	ροκέτα
ροκέτες	=	ροκέτα
ροκαμπίλι	noun	μία από τις πρώτες μορφές της μουσικής ροκ εντ ρολ, των αρχών της δεκαετίας του 1950
ροκανίδι	noun	πολύ μικρά κομματάκια ξύλου που συνήθως προέρχονται από το ροκάνισμα του ξύλου
ροκανίδια	=	ροκανίδι
ροκανίζαμε	=	ροκανίζω
ροκανίζαν	=	ροκανίζω
ροκανίζανε	=	ροκανίζω
ροκανίζατε	=	ροκανίζω
ροκανίζει	=	ροκανίζω
ροκανίζεις	=	ροκανίζω
ροκανίζετε	=	ροκανίζω
ροκανίζομαι	=	ροκανίζω
ροκανίζοντας	=	ροκανίζω
ροκανίζουμε	=	ροκανίζω
ροκανίζουν	=	ροκανίζω
ροκανίζουνε	=	ροκανίζω
ροκανίζω	verb	λειαίνω την επιφάνεια ενός ξύλου με ροκάνι
ροκανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροκανίζω
ροκανίσαν	=	ροκανίζω
ροκανίσανε	=	ροκανίζω
ροκανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροκανίζω
ροκανίσει	=	ροκανίζω
ροκανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροκάνισμα
ροκανίσματος	noun	γενική ενικού του ροκάνισμα
ροκανίστε	=	ροκανίζω
ροκανιδιού	=	ροκανίδι
ροκανιδιών	=	ροκανίδι
ροκανιού	=	ροκάνι
ροκανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροκάνισμα
ροκανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροκανισμένο
ροκανισμένε	verb	κλητική ενικού του ροκανισμένος
ροκανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροκανισμένη
ροκανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροκανισμένος
ροκανισμένης	verb	γενική ενικού του ροκανισμένη
ροκανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ροκανισμένος
ροκανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροκανισμένος
ροκανισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου ροκανίζω
ροκανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ροκανισμένος
ροκανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ροκανισμένος
ροκανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ροκανισμένος
ροκανιών	=	ροκάνι
ροκετών	=	ροκέτα
ροκιά	noun	μουσικό κομμάτι σε στιλ ροκ
ροκιάς	=	ροκιά
ροκιές	=	ροκιά
ροκιών	=	ροκιά
ροκοκό	noun	τεχνοτροπία που διαδέχθηκε το μπαρόκ και εκδηλώθηκε στη ζωγραφική, τη διακόσμηση και την αρχιτεκτονική.
ροκού	=	ροκάς
ροκφόρ	noun	είδος τυριού που το φτιάχνουν από πρόβειο γάλα και προσθέτουν μέσα του μύκητες
ροκόλα	noun	άλλη μορφή του ρόκα (Eruca sativa)
ροκόφυλλο	noun|rare	φύλλο ρόκας (καλαμποκιού
ρολά	=	ρολό
ρολάρω	verb	για αυτοκίνητο που κινείται χωρίς τον κινητήρα του αλλά με τη βοήθεια της ορμής του
ρολίνα	noun	ρουλέτα
ρολίνας	=	ρολίνα
ρολίνες	=	ρολίνα
ρολίνων	=	ρολίνα
ρολαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρολαρισμένο
ρολαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ρολαρισμένος
ρολαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρολαρισμένη
ρολαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρολαρισμένος
ρολαρισμένης	verb	γενική ενικού του ρολαρισμένη
ρολαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρολαρισμένος
ρολαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρολαρισμένος
ρολαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρολαρισμένος
ρολαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρολαρισμένος
ρολαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρολαρισμένος
ρολογά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρολογάς
ρολογάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρολογάς
ρολογάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρολογάδικο
ρολογάδικο	noun	κατάστημα που επιδιορθώνει ή/και πουλάει ρολόγια
ρολογάδικου	noun	γενική ενικού του ρολογάδικο
ρολογάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ρολογάδικο
ρολογάδων	noun	γενική πληθυντικού του ρολογάς
ρολογάκι	noun	μικρό ρολόι
ρολογάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρολογάκι
ρολογάς	noun	ο τεχνίτης που επιδιορθώνει ρολόγια
ρολογιού	=	ρολόι
ρολογιών	=	ρολόι
ρολογού	=	ρολογάς
ρολοϊού	=	ρολόι
ρολοϊών	=	ρολόι
ρολού	=	ρολό
ρολό	noun	μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα
ρολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρολόι
ρολόι	noun	κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας
ρολόια	=	ρολόι
ρολών	=	ρολό
ρομάντζα	noun	σύνθεση ποιητική ή μουσική που διεγείρει τα συναισθήματα και χαρακτηρίζεται από λυρικότητα
ρομάντζας	=	ρομάντζα
ρομάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομάντζα
ρομάντζο	noun	μυθιστορία, αφήγηση μιας ιπποτικής ερωτικής ιστορίας
ρομάντζου	noun	γενική ενικού του ρομάντζο
ρομάντζων	noun	γενική πληθυντικού του ρομάντζο
ρομάτζα	=	ρομάτζο
ρομάτζι	noun	μεταγραφή της ιαπωνικής γλώσσας με λατινικά γράμματα	adj	αυτός που σχετίζεται με ή αναφέρεται στα ρομάτζι
ρομάτζο	noun|dated	άλλη γραφή του ρομάντζο
ρομάτζου	=	ρομάτζο
ρομάτζων	=	ρομάτζο
ρομανέσκο	noun	λαχανικό συγγενές με το μπρόκολο και το κουνουπίδι αποτελούμενο από μικροσπείρες σε φράκταλ σχηματισμό
ρομανί	noun	γλώσσα των Ρομ ή Ρομά (Γύφτος, Τσιγγάνοι).
ρομανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομανικό
ρομανικέ	adj	κλητική ενικού του ρομανικός
ρομανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομανική
ρομανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομανικός
ρομανικής	adj	γενική ενικού του ρομανική
ρομανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρομανικός
ρομανικού	adj	γενική ενικού του ρομανικός
ρομανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρομανικός
ρομανικό	adj	αιτιατική ενικού του ρομανικός
ρομανικός	adj	σχετικός με τους λαούς που βρέθηκαν υπό την επίδραση της λατινικής γλώσσας και εξελίχθηκε διαφορετικά, ανάλογα με το προϋπάρχον γλωσσολογικό υπόστρωμα
ρομανικών	adj	γενική πληθυντικού του ρομανικός
ρομαντζάδα	noun	ρεμβασμός, ονειροπόληση
ρομαντζάδας	=	ρομαντζάδα
ρομαντζάδες	=	ρομαντζάδα
ρομαντζάδων	=	ρομαντζάδα
ρομαντζάρω	verb	ρεμβάζω με ρομαντική διάθεση
ρομαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρομαντικός	adv	με ρομαντικό τρόπο, με ρομαντισμό
ρομαντικέ	adj	κλητική ενικού του ρομαντικός
ρομαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομαντική
ρομαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομαντικός
ρομαντικής	adj	γενική ενικού του ρομαντική
ρομαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρομαντικός
ρομαντικοτήτων	=	ρομαντικότητα
ρομαντικού	adj	γενική ενικού του ρομαντικός
ρομαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρομαντικός
ρομαντικό	adj	αιτιατική ενικού του ρομαντικός
ρομαντικός	adj	που ακολουθεί τη τεχνοτροπία του ρομαντισμού
ρομαντικότατα	=	ρομαντικός
ρομαντικότατε	=	ρομαντικός
ρομαντικότατες	=	ρομαντικός
ρομαντικότατη	=	ρομαντικός
ρομαντικότατης	=	ρομαντικός
ρομαντικότατο	=	ρομαντικός
ρομαντικότατοι	=	ρομαντικός
ρομαντικότατος	=	ρομαντικός
ρομαντικότατου	=	ρομαντικός
ρομαντικότατους	=	ρομαντικός
ρομαντικότατων	=	ρομαντικός
ρομαντικότερα	=	ρομαντικός
ρομαντικότερε	=	ρομαντικός
ρομαντικότερες	=	ρομαντικός
ρομαντικότερη	=	ρομαντικός
ρομαντικότερης	=	ρομαντικός
ρομαντικότερο	=	ρομαντικός
ρομαντικότεροι	=	ρομαντικός
ρομαντικότερος	=	ρομαντικός
ρομαντικότερου	=	ρομαντικός
ρομαντικότερους	=	ρομαντικός
ρομαντικότερων	=	ρομαντικός
ρομαντικότητα	noun	το να είναι κάποιος ρομαντικός, η ιδιότητα του ρομαντικού
ρομαντικότητας	noun	γενική ενικού του ρομαντικότητα
ρομαντικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομαντικότητα
ρομαντικών	adj	γενική πληθυντικού του ρομαντικός
ρομαντισμέ	noun	κλητική ενικού του ρομαντισμός
ρομαντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρομαντισμός
ρομαντισμού	noun	γενική ενικού του ρομαντισμός
ρομαντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρομαντισμός
ρομαντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρομαντισμός
ρομαντισμός	noun	το να είναι κάποιος ρομαντικός, να νιώθει και να φέρεται ρομαντικά
ρομαντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρομαντισμός
ρομβία	noun	φορητό μηχανικό μουσικό όργανο, λατέρνα
ρομβίας	noun	γενική ενικού του ρομβία
ρομβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομβία
ρομβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομβικό
ρομβικέ	adj	κλητική ενικού του ρομβικός
ρομβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομβική
ρομβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομβικός
ρομβικής	adj	γενική ενικού του ρομβική
ρομβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρομβικός
ρομβικού	adj	γενική ενικού του ρομβικός
ρομβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρομβικός
ρομβικό	adj	αιτιατική ενικού του ρομβικός
ρομβικός	adj	ο σχετικός με ρόμβο
ρομβικών	adj	γενική πληθυντικού του ρομβικός
ρομβιών	noun	γενική πληθυντικού του ρομβία
ρομβοειδές	=	ρομβοειδής
ρομβοειδή	=	ρομβοειδής
ρομβοειδής	adj	που μοιάζει με ρόμβο, που έχει το σχήμα ρόμβου
ρομβοειδείς	=	ρομβοειδής
ρομβοειδούς	=	ρομβοειδής
ρομβοειδών	=	ρομβοειδής
ρομβοειδώς	adv	με ρομβοειδή τρόπο
ρομβωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρομβωτός	adv	με ρομβωτό τρόπο
ρομβωτέ	adj	κλητική ενικού του ρομβωτός
ρομβωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομβωτή
ρομβωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομβωτός
ρομβωτής	adj	γενική ενικού του ρομβωτή
ρομβωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρομβωτός
ρομβωτού	adj	γενική ενικού του ρομβωτός
ρομβωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρομβωτός
ρομβωτό	adj	αιτιατική ενικού του ρομβωτός
ρομβωτός	adj	που έχει χωριστεί σε μικρότερα τμήματα σε σχήμα ρόμβου
ρομβωτών	adj	γενική πληθυντικού του ρομβωτός
ρομπατσίνα	noun	επίπληξη, κατσάδα
ρομπατσίνας	=	ρομπατσίνα
ρομπατσίνες	=	ρομπατσίνα
ρομπατσίνων	=	ρομπατσίνα
ρομποτάκι	noun	υποκοριστικό του ρομπότ
ρομποτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομποτάκι
ρομποτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομποτικό
ρομποτικέ	adj	κλητική ενικού του ρομποτικός
ρομποτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομποτική
ρομποτική	noun	η επιστήμη του σχεδιασμού και κατασκευής ρομπότ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρομποτικός
ρομποτικής	adj	γενική ενικού του ρομποτική
ρομποτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρομποτικός
ρομποτικού	adj	γενική ενικού του ρομποτικός
ρομποτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρομποτικός
ρομποτικό	adj	αιτιατική ενικού του ρομποτικός
ρομποτικός	adj	που έχει σχέση με ρομπότ ή αναφέρεται σ’ αυτό
ρομποτικών	adj	γενική πληθυντικού του ρομποτικός
ρομποτοποιημένα	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένε	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένες	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένη	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένης	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένο	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένοι	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένος	verb	καθιστώ ρομποτική μία διαδικασία
ρομποτοποιημένου	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένους	=	ρομποτοποιημένος
ρομποτοποιημένων	=	ρομποτοποιημένος
ρομπόλι	noun	πήλινο αγγείο για την αποθήκευση κρασιού και λαδιού
ρομπότ	noun	αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.).
ρομπών	=	ρόμπα
ρομφαία	noun	βαρύ και φαρδύ αμφίστομο σπαθί μακράς κόψης, σχεδιασμένο για καταλυτικά πλήγματα, κυρίως σε θρακικό και βυζαντινό οπλισμό
ρομφαίας	noun	γενική ενικού του ρομφαία
ρομφαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρομφαία
ρομφαιοφόρα	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιοφόρε	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιοφόρο	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιοφόροι	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιοφόρος	adj	αυτός που φέρει / κρατά / είναι οπλισμένος με ρομφαία
ρομφαιοφόρου	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιοφόρους	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιοφόρων	=	ρομφαιοφόρος
ρομφαιών	noun	γενική πληθυντικού του ρομφαία
ρονιά	noun	σταγόνα νερού
ρονιάς	=	ρονιά
ρονιές	=	ρονιά
ρονιών	=	ρονιά
ροντέλα	=	ροντέλο
ροντέλο	noun|literary	ποίημα (μεσαιωνικό ή αναγεννησιακό) δεκατριών στίχων σε τρεις στροφές, με δύο ομοιοκαταληξίες
ροντέλου	=	ροντέλο
ροντέλων	=	ροντέλο
ροντέο	noun	επίδειξη ή είδος αγωνίσματος κατά τα οποία κάποιος καλείται να ιππεύσει ταύρους ή άγρια άλογα
ροντό	noun	άλλη γραφή του ροντώ
ροντώ	noun	σύνθεση σε ύφος συνήθως ζωηρό και εύθυμο, η οποία αποτελείται από ένα επαναλαμβανόμενο κυρίως θέμα (ρεφρέν) που εναλλάσσεται με διάφορα αλλά θέματα (κουπλέ)
ροξ	noun	είδος γλυκού στρογγυλού σχήματος, που φτιάχνεται συνήθως με αλεύρι, λάδι, γάλα, αυγά και κακάο
ροξάκι	noun	το γλύκισμα ροξ
ροξάκια	=	ροξάκι
ροξατιδίνες	=	ροξατιδίνη
ροξατιδίνη	noun	φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος
ροξατιδίνης	noun	γενική ενικού του ροξατιδίνη
ροξατιδινών	=	ροξατιδίνη
ροογράφε	=	ροογράφος
ροογράφημα	noun	το διάγραμμα ροής
ροογράφο	=	ροογράφος
ροογράφοι	=	ροογράφος
ροογράφος	noun	όργανο που καταγράφει τις μεταβολές στην ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος
ροογράφου	=	ροογράφος
ροογράφους	=	ροογράφος
ροογράφων	=	ροογράφος
ροογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροογράφημα
ροογραφήματος	noun	γενική ενικού του ροογράφημα
ροογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροογράφημα
ροοθήκευση	noun	streaming: μετάδοση ψηφιακού ήχου ή βίντεο, όπου η λήψη και η αναπαραγωγή των δεδομένων γίνεται χωρίς προηγούμενη αποθήκευση
ροοθήκευσης	=	ροοθήκευση
ροοθηκεύσεις	=	ροοθήκευση
ροοθηκεύσεων	=	ροοθήκευση
ροομέτρου	=	ροόμετρο
ροομέτρων	=	ροόμετρο
ροοστάτες	=	ροοστάτης
ροοστάτη	=	ροοστάτης
ροοστάτης	noun	μεταβλητή αντίσταση που παρεμβάλλεται σε ένα ηλεκτρικό κύκλωμα για να μεταβάλλει την έντασή του
ροοστατικά	=	ροοστατικός
ροοστατικέ	=	ροοστατικός
ροοστατικές	=	ροοστατικός
ροοστατική	=	ροοστατικός
ροοστατικής	=	ροοστατικός
ροοστατικοί	=	ροοστατικός
ροοστατικού	=	ροοστατικός
ροοστατικούς	=	ροοστατικός
ροοστατικό	=	ροοστατικός
ροοστατικός	adj	που έχει σχέση με τον ρεοστάτη / ροοστάτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ροοστατικών	=	ροοστατικός
ροοστατών	=	ροοστάτης
ροπάλου	=	ρόπαλο
ροπάλων	=	ρόπαλο
ροπές	=	ροπή
ροπή	noun	η προς τα κάτω κλίση, κατωφέρεια
ροπής	=	ροπή
ροπαλάκι	noun	υποκοριστικό του ρόπαλο
ροπαλάκια	=	ροπαλάκι
ροπαλιά	noun	χτύπημα με ρόπαλο
ροπαλιάς	=	ροπαλιά
ροπαλιές	=	ροπαλιά
ροπαλιών	=	ροπαλιά
ροπαλοφόρε	noun	κλητική ενικού του ροπαλοφόρος
ροπαλοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του ροπαλοφόρος
ροπαλοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροπαλοφόρος
ροπαλοφόρος	adj	→ λείπει η κλίση	noun	που φέρει ρόπαλο
ροπαλοφόρου	noun	γενική ενικού του ροπαλοφόρος
ροπαλοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ροπαλοφόρος
ροπαλοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ροπαλοφόρος
ροπογεννήτρια	noun	συνάρτηση που προέρχεται από την κατανομή πιθανοτήτων μιας τυχαίας μεταβλητής
ροπογεννήτριας	=	ροπογεννήτρια
ροπογεννήτριες	=	ροπογεννήτρια
ροπογεννητριών	=	ροπογεννήτρια
ροπόκλειδα	=	ροπόκλειδο
ροπόκλειδο	noun	το δυναμόκλειδο
ροπόκλειδου	=	ροπόκλειδο
ροπόκλειδων	=	ροπόκλειδο
ροπών	=	ροπή
ροσμαρί	noun	μορφή του ροσμαρίνι
ροσμαρίνι	noun	δεντρολίβανο
ροσμαρίνια	=	ροσμαρίνι
ροσμαριά	=	ροσμαρί
ροσμαρινιού	=	ροσμαρίνι
ροσμαρινών	=	ροσμαρίνι
ροσμαριού	=	ροσμαρί
ροσμαριών	=	ροσμαρί
ροσμπίφ	noun	κρέας που έχει μαγειρευτεί ή ψηθεί με ειδική σάλτσα
ροσολιού	=	ροσόλι
ροσολιών	=	ροσόλι
ροσπού	noun|dated	η πόρνη
ροσφέτι	=	ρουσφέτι
ροσόλι	noun	λικέρ με απόσταγμα τριαντάφυλλου
ροσόλια	=	ροσόλι
ροταριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ροταριανός
ροταριανέ	adj	κλητική ενικού του ροταριανός
ροταριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροταριανή
ροταριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροταριανός
ροταριανής	adj	γενική ενικού του ροταριανή
ροταριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροταριανός
ροταριανού	adj	γενική ενικού του ροταριανός
ροταριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροταριανός
ροταριανό	adj	αιτιατική ενικού του ροταριανός
ροταριανός	adj	σχετιζόμενος με το ρόταρυ
ροταριανών	adj	γενική πληθυντικού του ροταριανός
ροτόντα	noun	στρογγυλό οικοδόμημα, που συνήθως στην κορυφή του έχει θόλο
ροτόντας	=	ροτόντα
ροτόντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροτόντα
ροτόρων	=	ρότορας
ρου	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρους
ρουά	noun	σαχ
ρουέλια	noun	γένος ανθοφόρων φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Ακανθιδών (Acanthaceae)
ρουέλιας	=	ρουέλια
ρουέλιες	=	ρουέλια
ρουαντέζα	noun	θηλυκό του Ρουαντέζος
ρουαντέζας	=	ρουαντέζα
ρουαντέζε	=	ρουαντέζος
ρουαντέζες	=	ρουαντέζα
ρουαντέζο	=	ρουαντέζος
ρουαντέζοι	=	ρουαντέζος
ρουαντέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Ρουάντα
ρουαντέζου	=	ρουαντέζος
ρουαντέζους	=	ρουαντέζος
ρουαντέζων	=	ρουαντέζος
ρουβίδιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλκάλια, με ατομικό αριθμό 37 και χημικό σύμβολο το Rb
ρουβίδιον	noun	το ρουβίδιο
ρουβίνι	noun|formal	άλλη μορφή του ρουμπίνι
ρουβίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουβίνι: τα ρουμπίνια
ρουβίνιον	noun	το ρουμπίνι
ρουβίτσα	noun	φανατική οπαδός του τραγουδιστή Σάκη Ρουβά
ρουβίτσας	=	ρουβίτσα
ρουβίτσες	=	ρουβίτσα
ρουβιδίου	noun	γενική ενικού του ρουβίδιο
ρουβιδιούχα	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχας	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχε	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχες	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχο	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχοι	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο ρουβιδίου
ρουβιδιούχου	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχους	=	ρουβιδιούχος
ρουβιδιούχων	=	ρουβιδιούχος
ρουβινίου	=	ρουβίνι
ρουβινίων	=	ρουβίνι
ρουβλίου	=	ρούβλι
ρουβλίων	=	ρούβλι
ρουβλιού	=	ρούβλι
ρουβλιών	=	ρούβλι
ρουγκατσάρη	=	ρουγκατσάρης
ρουγκατσάρηδες	=	ρουγκατσάρης
ρουγκατσάρηδων	=	ρουγκατσάρης
ρουγκατσάρης	noun	άλλη μορφή του ρογκατσάρης
ρουελιών	=	ρουέλια
ρουζ	noun	καλλυντικό για τον χρωματισμό των μάγουλων σε διαφορετικές αποχρώσεις
ρουθήνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 44 και χημικό σύμβολο το Ru
ρουθηνίου	=	ρουθήνιο
ρουθηνικά	noun	σλαβική γλώσσα που μιλιέται στην Ουκρανία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία
ρουθηνικών	=	ρουθηνικά
ρουθουνίζαμε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζαν	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζανε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζατε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζει	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζεις	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζετε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζοντας	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζουμε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζουν	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζουνε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίζω	verb	εισπνέω και ξεφυσώ αέρα από τα ρουθούνια με θόρυβο
ρουθουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουθουνίζω
ρουθουνίσαν	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίσανε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουθουνίζω
ρουθουνίσει	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουθούνισμα
ρουθουνίσματος	noun	γενική ενικού του ρουθούνισμα
ρουθουνίστε	=	ρουθουνίζω
ρουθουνίσω	=	ρουθουνίζω
ρουθουνιού	=	ρουθούνι
ρουθουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρουθούνισμα
ρουθουνισμέ	=	ρουθουνισμός
ρουθουνισμοί	=	ρουθουνισμός
ρουθουνισμού	=	ρουθουνισμός
ρουθουνισμούς	=	ρουθουνισμός
ρουθουνισμό	=	ρουθουνισμός
ρουθουνισμός	noun	το ρουθούνισμα
ρουθουνισμών	=	ρουθουνισμός
ρουθουνιών	=	ρουθούνι
ρουθούνι	noun	η καθεμιά από τις δύο εισόδους για τον αέρα στη βάση της μύτης
ρουθούνια	=	ρουθούνι
ρουθούνιζα	=	ρουθουνίζω
ρουθούνιζαν	=	ρουθουνίζω
ρουθούνιζε	=	ρουθουνίζω
ρουθούνιζες	=	ρουθουνίζω
ρουθούνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουθουνίζω
ρουθούνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουθουνίζω
ρουθούνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουθουνίζω
ρουθούνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουθουνίζω
ρουθούνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουθουνίζω, ήχος που προκύπτει από τα ρουθούνια κάποιου που είτε ανασαίνει ταχέως είτε έχει κάποια μορφή μερικής ή πλήρους απόφραξης των ρινικών οδών
ρουκέλα	noun	κουβαρίστρα
ρουκέτα	noun	είδος πυροτεχνήματος σε σχήμα μικρού πυραύλου
ρουκέτας	noun	γενική ενικού του ρουκέτα
ρουκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουκέτα
ρουκετοπόλεμε	=	ρουκετοπόλεμος
ρουκετοπόλεμο	=	ρουκετοπόλεμος
ρουκετοπόλεμοι	=	ρουκετοπόλεμος
ρουκετοπόλεμος	noun	πόλεμος που επιχειρείται με ρουκέτες
ρουκετοπόλεμου	=	ρουκετοπόλεμος
ρουκετοπόλεμους	=	ρουκετοπόλεμος
ρουκετοπόλεμων	=	ρουκετοπόλεμος
ρουκετοφόρα	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρας	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρε	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρες	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρο	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόροι	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρος	adj	αυτός που φέρει ρουκέτα ή ρουκέτες
ρουκετοφόρου	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρους	=	ρουκετοφόρος
ρουκετοφόρων	=	ρουκετοφόρος
ρουκετών	noun	γενική πληθυντικού του ρουκέτα
ρουλέτα	noun	είδος τυχερού παιχνιδιού με επιφάνεια, στην οποία ποντάρουν οι παίκτες, και τροχό με αριθμούς, από τον οποίο, με την βοήθεια μιας μπίλιας, γίνεται η επιλογή όσων κερδίζουν
ρουλέτας	noun	γενική ενικού του ρουλέτα
ρουλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουλέτα
ρουλεμάν	noun	εξάρτημα των μηχανών για τη στήριξη περιστρεφόμενου άξονα ενός αντικειμένου (π.χ. στηρίζει τον άξονα ενός τροχού) και την ελάττωση της τριβής, το οποίο αποτελείται από δύο ομόκεντρους μεταλλικούς δακτύλιους με κυλιόμενες σφαίρες ή κυλίνδρους στο ενδιάμεσό τους διάστημα
ρουλετών	noun	γενική πληθυντικού του ρουλέτα
ρουλοτών	=	ρουλότα
ρουλό	noun	το ρολό στη σημασία (Χρειάζεται επεξεργασία)
ρουλότα	noun	είδος μεγάλης άμαξας
ρουλότας	=	ρουλότα
ρουλότες	=	ρουλότα
ρουμάνα	=	ρουμάνος
ρουμάνε	=	ρουμάνος
ρουμάνι	noun	δάσος αδιάβατο λόγω πυκνής βλάστησης
ρουμάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμάνι
ρουμάνικα	adv	χρησιμοποιώντας την ρουμάνικη γλώσσα	noun	η ρουμανική γλώσσα
ρουμάνικε	adj	κλητική ενικού του ρουμάνικος
ρουμάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμάνικη
ρουμάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουμάνικος
ρουμάνικης	adj	γενική ενικού του ρουμάνικη
ρουμάνικο	adj	αιτιατική ενικού του ρουμάνικος
ρουμάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουμάνικος
ρουμάνικος	adj	που προέρχεται ή ανήκει ή αναφέρεται στη Ρουμανία
ρουμάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρουμάνικος
ρουμάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουμάνικος
ρουμάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρουμάνικος
ρουμάνο	=	ρουμάνος
ρουμάνοι	=	ρουμάνος
ρουμάνος	noun	ο Ρουμάνος
ρουμάνου	=	ρουμάνος
ρουμάνους	=	ρουμάνος
ρουμάνων	=	ρουμάνος
ρουμανικά	adv	χρησιμοποιώντας την ρουμανική γλώσσα	noun	που μιλιέται στη Ρουμανία και τη Μολδαβία.
ρουμανικέ	adj	κλητική ενικού του ρουμανικός
ρουμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμανική
ρουμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουμανικός
ρουμανικής	adj	γενική ενικού του ρουμανική
ρουμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουμανικός
ρουμανικού	adj	γενική ενικού του ρουμανικός
ρουμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουμανικός
ρουμανικό	adj	αιτιατική ενικού του ρουμανικός
ρουμανικός	adj	ο σχετικός με τη Ρουμανία, που ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτήν
ρουμανικών	adj	γενική πληθυντικού του ρουμανικός
ρουμανιού	=	ρουμάνι
ρουμανιστί	adv|formal	στα ρουμανικά, στη ρουμανική γλώσσα
ρουμανιών	=	ρουμάνι
ρουμανόφωνα	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνε	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνες	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνη	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνης	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνο	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνοι	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα ρουμανικά
ρουμανόφωνου	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνους	=	ρουμανόφωνος
ρουμανόφωνων	=	ρουμανόφωνος
ρουμελιωτισσών	=	ρουμελιώτισσα
ρουμελιώτικα	noun	το σύνολο των νεοελληνικών διαλέκτων/ιδιωμάτων της Ρούμελης (Στερεάς Ελλάδας)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμελιώτικο
ρουμελιώτικε	adj	κλητική ενικού του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμελιώτικη
ρουμελιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτικης	adj	γενική ενικού του ρουμελιώτικη
ρουμελιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτικος	adj	που προέρχεται από τη Ρούμελη ή σχετίζεται με τη Ρούμελη και τους Ρουμελιώτες
ρουμελιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρουμελιώτικος
ρουμελιώτισσα	noun	ρουμελιώτης
ρουμελιώτισσας	=	ρουμελιώτισσα
ρουμελιώτισσες	=	ρουμελιώτισσα
ρουμπίνι	noun	ορυκτό οξείδιο του αργιλίου, πολύτιμος λίθος κόκκινου χρώματος
ρουμπίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμπίνι
ρουμπαγιάτ	noun	περσικό τετράστιχο ποίημα
ρουμπινέ	=	ρουμπινές
ρουμπινέδες	=	ρουμπινές
ρουμπινέδων	=	ρουμπινές
ρουμπινένια	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιας	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιε	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιες	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιο	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιοι	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιος	adj	που έχει ή είναι φτιαγμένος από ρουμπίνια
ρουμπινένιου	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιους	=	ρουμπινένιος
ρουμπινένιων	=	ρουμπινένιος
ρουμπινές	noun	συσκευή ρύθμισης εκροής υγρού, στρόφιγγα
ρουμπινή	=	ρουμπινής
ρουμπινής	adj	που έχει το χρώμα του ρουμπινιού
ρουμπινί	noun	το χρώμα του ρουμπινιού	adj	άκλιτος τύπος του ρουμπινής για όλα τα γένη
ρουμπινιά	=	ρουμπινής
ρουμπινιάς	=	ρουμπινής
ρουμπινιές	=	ρουμπινής
ρουμπινιοί	=	ρουμπινής
ρουμπινιού	noun	γενική ενικού του ρουμπίνι	adj	γενική ενικού του ρουμπινής
ρουμπινιούς	=	ρουμπινής
ρουμπινιών	=	ρουμπίνι
ρουμποσυνών	=	ρουμποσύνη
ρουμποσύνες	=	ρουμποσύνη
ρουμποσύνη	noun	η αταξία
ρουμποσύνης	=	ρουμποσύνη
ρουμπρίκα	noun	τακτικό δημοσίευμα με ορισμένη θεματολογία
ρουμπρίκας	noun	γενική ενικού του ρουμπρίκα
ρουμπρίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουμπρίκα
ρουμπρικών	noun	γενική πληθυντικού του ρουμπρίκα
ρουμπών	=	ρούμπα
ρουμπώνω	verb	παίρνω ρούμπο
ρουμπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουμπώνω
ρουμπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουμπώνω
ρουνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουνικό
ρουνικέ	adj	κλητική ενικού του ρουνικός
ρουνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουνική
ρουνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουνικός
ρουνικής	adj	γενική ενικού του ρουνική
ρουνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουνικός
ρουνικού	adj	γενική ενικού του ρουνικός
ρουνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουνικός
ρουνικό	adj	αιτιατική ενικού του ρουνικός
ρουνικός	adj	που έχει διατυπωθεί γραπτώς με ρούνους
ρουνικών	adj	γενική πληθυντικού του ρουνικός
ρουπάκι	noun	είδος βελανιδιάς (συνήθως θαμνώδης).
ρουπάκια	=	ρουπάκι
ρουπή	=	σούρουπο
ρουπία	noun	κοινή ονομασία για τα νομίσματα της Ινδίας, του Πακιστάν, της Σρι Λάνκα, του Νεπάλ, του Μαυρίκιου, των Σεϋχελλών, των Μαλδίβων, της Ινδονησίας, και προηγουμένως της Βιρμανίας και του Αφγανιστάν
ρουπίας	noun	γενική ενικού του ρουπία
ρουπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουπία
ρουπακιά	noun	μέρος όπου υπάρχουν πολλά ρουπάκια.
ρουπακιάς	=	ρουπακιά
ρουπακιές	=	ρουπακιά
ρουπακιού	=	ρουπάκι
ρουπακιών	=	ρουπακιά
ρουπιού	=	ρούπι
ρουπιών	noun	γενική πληθυντικού του ρουπία
ρουπώνει	=	σουρουπώνει
ρουπώνω	verb	χορταίνω
ρουπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουπώνω
ρουπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουπώνω
ρους	noun	ροή νερών (ποταμού κτλ.)
ρουσβέτι	=	ρουσφέτι
ρουσομάλλα	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλας	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλες	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλη	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλληδες	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλληδων	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλης	adj	συνώνυμο του κοκκινομάλλης
ρουσομάλλικα	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλικο	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλικου	=	ρουσομάλλης
ρουσομάλλικων	=	ρουσομάλλης
ρουστίκ	noun	το διακοσμητικό ύφος που μιμείται τα πρότυπα του παραδοσιακού αγροτικού πολιτισμού	adj	αγροτικός, χωριάτικος (ως προς το στιλ)
ρουσφέτι	noun	παροχή ή εξυπηρέτηση από κάποιο υπουργό ή βουλευτή σε οπαδούς, φίλους ή γνωστούς με αντάλλαγμα την υποστήριξή τους
ρουσφέτια	=	ρουσφέτι
ρουσφετιού	=	ρουσφέτι
ρουσφετιών	=	ρουσφέτι
ρουσφετολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολογήσαν	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογήσανε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολογήσει	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογήστε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογία	noun	η υπόσχεση πραγματοποίησης ρουσφετιών
ρουσφετολογίας	noun	γενική ενικού του ρουσφετολογία
ρουσφετολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουσφετολογία
ρουσφετολογεί	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογείς	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογείτε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρουσφετολογικός	adv	με ρουσφετολογικό τρόπο
ρουσφετολογικέ	adj	κλητική ενικού του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουσφετολογική
ρουσφετολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογικής	adj	γενική ενικού του ρουσφετολογική
ρουσφετολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογικού	adj	γενική ενικού του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογικός	adj	που έχει σχέση με τη ρουσφετολογία ή τό ρουσφέτι ή αναφέρεται σ’ αυτά
ρουσφετολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ρουσφετολογικός
ρουσφετολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ρουσφετολογία
ρουσφετολογούμε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούν	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούνε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσα	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσαμε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσαν	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσανε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσατε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσε	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογούσες	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολογώ	verb	χρησιμοποιώ ρουσφετολογικές πρακτικές
ρουσφετολογών	=	ρουσφετολόγα
ρουσφετολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολόγα	noun	θηλυκό του ρουσφετολόγος
ρουσφετολόγας	=	ρουσφετολόγα
ρουσφετολόγε	noun	κλητική ενικού του ρουσφετολόγος
ρουσφετολόγει	=	ρουσφετολογώ
ρουσφετολόγες	=	ρουσφετολόγα
ρουσφετολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουσφετολογώ
ρουσφετολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ρουσφετολόγος
ρουσφετολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουσφετολόγος
ρουσφετολόγος	noun	που υπόσχεται να / και κάνει ρουσφέτια
ρουσφετολόγου	noun	γενική ενικού του ρουσφετολόγος
ρουσφετολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρουσφετολόγος
ρουσφετολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ρουσφετολόγος
ρουτίλιο	noun	ορυκτό του τιτανίου και μετάλλευμα από το οποίο εξάγεται το τιτάνιο.
ρουτίνα	noun	η μονότονη καθημερινότητα
ρουτίνας	=	ρουτίνα
ρουτίνες	=	ρουτίνα
ρουτινιάρικα	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικε	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικες	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικη	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικης	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικο	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικοι	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικος	adj	άλλη μορφή του ρουτινιέρικος
ρουτινιάρικου	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικους	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιάρικων	=	ρουτινιάρικος
ρουτινιέρη	=	ρουτινιέρης
ρουτινιέρηδες	=	ρουτινιέρης
ρουτινιέρηδων	=	ρουτινιέρης
ρουτινιέρης	noun|figurative	βαρετός, πληκτικός
ρουτινιέρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρουτινιέρικος	adv	με ρουτινιέρικο τρόπο
ρουτινιέρικε	adj	κλητική ενικού του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουτινιέρικη
ρουτινιέρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρικης	adj	γενική ενικού του ρουτινιέρικη
ρουτινιέρικο	adj	αιτιατική ενικού του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρικος	adj	που αναφέρεται στη ρουτίνα
ρουτινιέρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρουτινιέρικος
ρουτινιέρισσα	=	ρουτινιέρης
ρουτινοποίηση	noun	μετατρέπω μια διαδικασία σε ρουτίνα
ρουτινοποίησης	=	ρουτινοποίηση
ρουτινοποιήσεις	=	ρουτινοποίηση
ρουτινοποιήσεων	=	ρουτινοποίηση
ρουφά	=	ρουφάω
ρουφάγαμε	=	ρουφάω
ρουφάγανε	=	ρουφάω
ρουφάγατε	=	ρουφάω
ρουφάει	=	ρουφάω
ρουφάμε	=	ρουφάω
ρουφάν	=	ρουφάω
ρουφάνε	=	ρουφάω
ρουφάς	=	ρουφάω
ρουφάτε	=	ρουφάω
ρουφάω	verb	πίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών
ρουφέτι	noun|dated	η συντεχνία, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας
ρουφέτια	=	ρουφέτι
ρουφήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούφηγμα
ρουφήγματος	noun	γενική ενικού του ρούφηγμα
ρουφήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφάω
ρουφήξαν	=	ρουφάω
ρουφήξανε	=	ρουφάω
ρουφήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφάω
ρουφήξει	=	ρουφάω
ρουφήξεις	=	ρουφάω
ρουφήξετε	=	ρουφάω
ρουφήξομε	=	ρουφάω
ρουφήξου	=	ρουφάω
ρουφήξουμε	=	ρουφάω
ρουφήξουν	=	ρουφάω
ρουφήξουνε	=	ρουφάω
ρουφήξτε	=	ρουφάω
ρουφήξω	=	ρουφάω
ρουφήχτηκα	=	ρουφάω
ρουφήχτηκαν	=	ρουφάω
ρουφήχτηκε	=	ρουφάω
ρουφήχτηκες	=	ρουφάω
ρουφήχτρα	noun	στρόβιλος, δίνη μέσα σε θάλασσες και ωκεανούς
ρουφήχτρας	=	ρουφήχτρα
ρουφήχτρες	=	ρουφήχτρα
ρουφετιού	=	ρουφέτι
ρουφετιών	=	ρουφέτι
ρουφηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρούφηγμα
ρουφηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφηγμένο
ρουφηγμένε	verb	κλητική ενικού του ρουφηγμένος
ρουφηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφηγμένη
ρουφηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουφηγμένος
ρουφηγμένης	verb	γενική ενικού του ρουφηγμένη
ρουφηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρουφηγμένος
ρουφηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουφηγμένος
ρουφηγμένος	=	ρουφάω
ρουφηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρουφηγμένος
ρουφηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρουφηγμένος
ρουφηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρουφηγμένος
ρουφηγματιά	noun	άλλη μορφή του ρουφηξιά
ρουφηγματιάς	noun	γενική ενικού του ρουφηγματιά
ρουφηγματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφηγματιά
ρουφηγματιών	=	ρουφηγματιά
ρουφηξιά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουφώ καθώς και (συνεκδοχικά) η ποσότητα (υγρού, καπνού κ.λπ.) που έχει ρουφήξει κάποιος
ρουφηξιάς	noun	γενική ενικού του ρουφηξιά
ρουφηξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφηξιά
ρουφηξιών	=	ρουφηξιά
ρουφηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρουφηχτός	adv	με ρουφηχτό τρόπο
ρουφηχτέ	adj	κλητική ενικού του ρουφηχτός
ρουφηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφηχτή
ρουφηχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρουφηχτός
ρουφηχτήκαμε	=	ρουφάω
ρουφηχτήκαν	=	ρουφάω
ρουφηχτήκανε	=	ρουφάω
ρουφηχτήκατε	=	ρουφάω
ρουφηχτής	adj	γενική ενικού του ρουφηχτή
ρουφηχτεί	=	ρουφάω
ρουφηχτείς	=	ρουφάω
ρουφηχτείτε	=	ρουφάω
ρουφηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουφηχτός
ρουφηχτού	adj	γενική ενικού του ρουφηχτός
ρουφηχτούμε	=	ρουφάω
ρουφηχτούν	=	ρουφάω
ρουφηχτούνε	=	ρουφάω
ρουφηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρουφηχτός
ρουφηχτό	adj	αιτιατική ενικού του ρουφηχτός
ρουφηχτός	adj	που γίνεται ρουφώντας, με ρούφηγμα
ρουφηχτώ	=	ρουφάω
ρουφηχτών	adj	γενική πληθυντικού του ρουφηχτός
ρουφιάνα	noun	θηλυκό του ρουφιάνος
ρουφιάνας	=	ρουφιάνα
ρουφιάνε	noun	κλητική ενικού του ρουφιάνος
ρουφιάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφιάνα
ρουφιάνευα	=	ρουφιανεύω
ρουφιάνευαν	=	ρουφιανεύω
ρουφιάνευε	=	ρουφιανεύω
ρουφιάνευες	=	ρουφιανεύω
ρουφιάνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφιανεύω
ρουφιάνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφιανεύω
ρουφιάνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφιανεύω
ρουφιάνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφιανεύω
ρουφιάνο	noun	αιτιατική ενικού του ρουφιάνος
ρουφιάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουφιάνος
ρουφιάνος	noun	μαστροπός, προαγωγός, νταβατζής
ρουφιάνου	noun	γενική ενικού του ρουφιάνος
ρουφιάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρουφιάνος
ρουφιάνων	noun	γενική πληθυντικού του ρουφιάνος
ρουφιέμαι	=	ρουφάω
ρουφιέσαι	=	ρουφάω
ρουφιέστε	=	ρουφάω
ρουφιέται	=	ρουφάω
ρουφιανέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφιάνεμα
ρουφιανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφιανεύω
ρουφιανέψαν	=	ρουφιανεύω
ρουφιανέψανε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφιανεύω
ρουφιανέψει	=	ρουφιανεύω
ρουφιανέψτε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύαμε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύαν	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύανε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύατε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύει	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύεις	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύετε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύοντας	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύουμε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύουν	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύουνε	=	ρουφιανεύω
ρουφιανεύω	verb	είμαι ή γίνομαι ρουφιάνος
ρουφιανιά	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ρουφιάνου
ρουφιανιάς	noun	γενική ενικού του ρουφιανιά
ρουφιανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφιανιά
ρουφιανιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφιανιλίκι
ρουφιανιών	=	ρουφιανιά
ρουφιανομάγαζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφιανομάγαζο
ρουφιανοπράκτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφιανοπράκτορας
ρουφιούνται	=	ρουφάω
ρουφιούνταν	=	ρουφάω
ρουφιόμασταν	=	ρουφάω
ρουφιόμαστε	=	ρουφάω
ρουφιόμουν	=	ρουφάω
ρουφιόμουνα	=	ρουφάω
ρουφιόνται	=	ρουφάω
ρουφιόνταν	=	ρουφάω
ρουφιόντανε	=	ρουφάω
ρουφιόντουσαν	=	ρουφάω
ρουφιόσασταν	=	ρουφάω
ρουφιόσαστε	=	ρουφάω
ρουφιόσουν	=	ρουφάω
ρουφιόσουνα	=	ρουφάω
ρουφιόταν	=	ρουφάω
ρουφιότανε	=	ρουφάω
ρουφοκαυλέτας	noun	γενική ενικού του ρουφοκαυλέτα
ρουφοκαυλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουφοκαυλέτα
ρουφοκαυλετών	noun	γενική πληθυντικού του ρουφοκαυλέτα
ρουφούμε	=	ρουφάω
ρουφούν	=	ρουφάω
ρουφούνε	=	ρουφάω
ρουφούσα	=	ρουφάω
ρουφούσαμε	=	ρουφάω
ρουφούσαν	=	ρουφάω
ρουφούσανε	=	ρουφάω
ρουφούσατε	=	ρουφάω
ρουφούσε	=	ρουφάω
ρουφούσες	=	ρουφάω
ρουφώ	verb	άλλη μορφή του ρουφάω
ρουφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρουφάω / ρουφώ
ρουχάκι	noun|rare	υποκοριστικό του ρούχο
ρουχαλάκι	noun	υποκοριστικό του ρούχο
ρουχαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρουχαλάκι
ρουχικά	=	ρουχικό
ρουχικού	=	ρουχικό
ρουχικό	noun	ο ρουχισμός
ρουχικών	=	ρουχικό
ρουχισμέ	noun	κλητική ενικού του ρουχισμός
ρουχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρουχισμός
ρουχισμού	noun	γενική ενικού του ρουχισμός
ρουχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρουχισμός
ρουχισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρουχισμός
ρουχισμός	noun	το σύνολο των ενδυμάτων, ο ιματισμός.
ρουχισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρουχισμός
ρουχουνίζω	verb	ροχαλίζω, σε Κεφαλλονίτικη διάλεκτο, αλλά σε χρήση και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας
ροφέ	noun	κλητική ενικού του ροφός
ροφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόφημα
ροφήματος	noun	γενική ενικού του ρόφημα
ροφήσαμε	=	ροφώ
ροφήσατε	=	ροφώ
ροφήσει	=	ροφώ
ροφήσεις	=	ρόφηση
ροφήσεων	=	ρόφηση
ροφήστε	=	ροφώ
ροφεί	=	ροφώ
ροφείς	=	ροφώ
ροφείτε	=	ροφώ
ροφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρόφημα
ροφητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροφητό	adv	με ροφητό τρόπο
ροφητέ	adj	κλητική ενικού του ροφητός
ροφητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροφητή
ροφητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροφητός
ροφητής	adj	γενική ενικού του ροφητή
ροφητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροφητός
ροφητού	adj	γενική ενικού του ροφητός
ροφητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροφητός
ροφητό	adj	αιτιατική ενικού του ροφητός
ροφητός	adj	που είναι δυνατόν να ροφηθεί
ροφητών	adj	γενική πληθυντικού του ροφητός
ροφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροφός
ροφού	noun	γενική ενικού του ροφός
ροφούμε	=	ροφώ
ροφούν	=	ροφώ
ροφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ροφός
ροφούσα	=	ροφώ
ροφούσαμε	=	ροφώ
ροφούσαν	=	ροφώ
ροφούσατε	=	ροφώ
ροφούσε	=	ροφώ
ροφούσες	=	ροφώ
ροφό	noun	αιτιατική ενικού του ροφός
ροφός	noun	μεγάλο ψάρι (επιστημονική ονομασία Epinephelus marginatus)
ροφώ	verb|formal	ρουφώ
ροφών	noun	γενική πληθυντικού του ροφός
ροφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ροφώ
ροχάλα	noun	το φλέμα
ροχάλας	=	ροχάλα
ροχάλες	=	ροχάλα
ροχάλιζα	=	ροχαλίζω
ροχάλιζαν	=	ροχαλίζω
ροχάλιζε	=	ροχαλίζω
ροχάλιζες	=	ροχαλίζω
ροχάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροχαλίζω
ροχάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροχαλίζω
ροχάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροχαλίζω
ροχάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροχαλίζω
ροχάλισμα	noun	το ροχαλητό
ροχάλου	=	ρόχαλο
ροχάλων	=	ρόχαλο
ροχαλίζαμε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζαν	=	ροχαλίζω
ροχαλίζανε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζατε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζει	=	ροχαλίζω
ροχαλίζεις	=	ροχαλίζω
ροχαλίζετε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζομε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζοντας	=	ροχαλίζω
ροχαλίζουμε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζουν	=	ροχαλίζω
ροχαλίζουνε	=	ροχαλίζω
ροχαλίζω	verb	αναπνέω με θόρυβο, ενώ κοιμάμαι
ροχαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροχαλίζω
ροχαλίσαν	=	ροχαλίζω
ροχαλίσανε	=	ροχαλίζω
ροχαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροχαλίζω
ροχαλίσει	=	ροχαλίζω
ροχαλίσεις	=	ροχαλίζω
ροχαλίσετε	=	ροχαλίζω
ροχαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροχάλισμα
ροχαλίσματος	noun	γενική ενικού του ροχάλισμα
ροχαλίσομε	=	ροχαλίζω
ροχαλίσουμε	=	ροχαλίζω
ροχαλίσουν	=	ροχαλίζω
ροχαλίσουνε	=	ροχαλίζω
ροχαλίστε	=	ροχαλίζω
ροχαλίσω	=	ροχαλίζω
ροχαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροχαλητό
ροχαλητού	noun	γενική ενικού του ροχαλητό
ροχαλητό	noun	εισπνευστικός και εκπνευστικός ρόγχος, που προκαλείται από μερική απόφραξη των άνω αεροφόρων οδών
ροχαλητών	noun	γενική πληθυντικού του ροχαλητό
ροχαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ροχάλισμα
ροχαλών	=	ροχάλα
ροϊδιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του ροδιά
ροϊδιάς	=	ροϊδιά
ροϊδιές	=	ροϊδιά
ροϊδιών	=	ροϊδιά
ροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροϊκό
ροϊκέ	adj	κλητική ενικού του ροϊκός
ροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ροϊκή
ροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ροϊκός
ροϊκής	adj	γενική ενικού του ροϊκή
ροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροϊκός
ροϊκοτήτων	=	ροϊκότητα
ροϊκού	adj	γενική ενικού του ροϊκός
ροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ροϊκός
ροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ροϊκός
ροϊκός	adj|formal	που έχει σχέση με τη ροή ή αναφέρεται σ' αυτή
ροϊκότητα	noun|formal	η ιδιότητα του ροϊκού, η ιδιότητα ή η ικανότητα που έχει κάποιος ή κάτι να ρέει (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
ροϊκότητας	=	ροϊκότητα
ροϊκότητες	=	ροϊκότητα
ροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ροϊκός
ροόμετρα	=	ροόμετρο
ροόμετρο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της ροής υγρών ή αερίων
ροόμετρου	=	ροόμετρο
ροόμετρων	=	ροόμετρο
ρούβλι	noun	το νόμισμα της Ρωσίας και της Λευκορωσίας
ρούβλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούβλι
ρούγα	noun	σοκάκι, δρόμος
ρούγας	=	ρούγα
ρούγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούγα
ρούμι	noun	οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται από απόσταξη μελάσας
ρούμια	=	ρούμι
ρούμπα	noun	είδος χορού, κουβανικής προελεύσεως
ρούμπας	noun	γενική ενικού του ρούμπα
ρούμπε	noun	κλητική ενικού του ρούμπος
ρούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούμπα
ρούμπο	noun	αιτιατική ενικού του ρούμπος
ρούμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρούμπος
ρούμπος	noun|vulgar	μονάδα βαθμολογίας, πόντος
ρούμπου	noun	γενική ενικού του ρούμπος
ρούμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρούμπος
ρούμπων	noun	γενική πληθυντικού του ρούμπος
ρούμπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουμπώνω
ρούμπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουμπώνω
ρούμπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουμπώνω
ρούμπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουμπώνω
ρούμτζα	noun	η δημώδης νεοελληνική γλώσσα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτoκρατορίας και (μετέπειτα) της Τουρκίας (και, ευρύτερα, άλλων περιοχών)· τα ρωμαίικα
ρούνοι	noun	το αρχαίο αλφαβητικό σύστημα γραφής των βόρειων λαών της Ευρώπης
ρούνους	=	ρούνοι
ρούντι	=	κιρούντι
ρούνων	=	ρούνοι
ρούπι	noun|dated	υποδιαίρεση του εμπορικού πήχη ίση με οκτώ εκατοστά
ρούπια	=	ρούπι
ρούπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουπώνω
ρούπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουπώνω
ρούπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουπώνω
ρούπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουπώνω
ρούσα	=	ρούσος
ρούσας	=	ρούσος
ρούσε	=	ρούσος
ρούσες	=	ρούσος
ρούσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούσικο
ρούσικε	adj	κλητική ενικού του ρούσικος
ρούσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούσικη
ρούσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρούσικος
ρούσικης	adj	γενική ενικού του ρούσικη
ρούσικο	adj	αιτιατική ενικού του ρούσικος
ρούσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρούσικος
ρούσικος	adj|vulgar	άλλη γραφή του ρώσικος
ρούσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρούσικος
ρούσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρούσικος
ρούσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρούσικος
ρούσο	=	ρούσος
ρούσοι	=	ρούσος
ρούσος	adj	που έχει ξανθοκόκκινες τρίχες
ρούσου	=	ρούσος
ρούσους	=	ρούσος
ρούσσα	=	ρούσσος
ρούσσας	=	ρούσσος
ρούσσε	=	ρούσσος
ρούσσες	=	ρούσσος
ρούσσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούσσικο
ρούσσικε	adj	κλητική ενικού του ρούσσικος
ρούσσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούσσικη
ρούσσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρούσσικος
ρούσσικης	adj	γενική ενικού του ρούσσικη
ρούσσικο	adj	αιτιατική ενικού του ρούσσικος
ρούσσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρούσσικος
ρούσσικος	adj|vulgar	άλλη γραφή του ρούσικος
ρούσσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρούσσικος
ρούσσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρούσσικος
ρούσσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρούσσικος
ρούσσο	=	ρούσσος
ρούσσοι	=	ρούσσος
ρούσσος	adj	άλλη μορφή του ρούσος
ρούσσου	=	ρούσσος
ρούσσους	=	ρούσσος
ρούσσων	=	ρούσσος
ρούστικα	=	ρούστικο
ρούστικο	noun|dated	άλλη μορφή του ρουστίκ
ρούστικου	=	ρούστικο
ρούστικων	=	ρούστικο
ρούσων	=	ρούσος
ρούτερ	noun	συσκευή που δρομολογεί τα δεδομένα από έναν υπολογιστή σε ένα δίκτυο από αυτούς
ρούφα	=	ρουφάω
ρούφαγα	=	ρουφάω
ρούφαγαν	=	ρουφάω
ρούφαγε	=	ρουφάω
ρούφαγες	=	ρουφάω
ρούφηγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρουφώ
ρούφηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφάω
ρούφηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφάω
ρούφηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφάω
ρούφηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρουφάω
ρούφι	noun	η σκεπή, η στέγη
ρούφνα	noun|literary	ήχος των κυμάτων της θάλασσας· φλοίσβος
ρούφουλα	=	ρούφουλας
ρούφουλας	noun|vulgar	ανεμοστρόβιλος
ρούφουλες	=	ρούφουλας
ρούφουλων	=	ρούφουλας
ρούχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρούχο
ρούχο	noun	το ένδυμα, οτιδήποτε φοράει κάποιος
ρούχου	noun	γενική ενικού του ρούχο
ρούχων	noun	γενική ενικού του ρούχο
ροών	noun	γενική πληθυντικού του ροή
ρυάζεσαι	=	ρυάζομαι
ρυάζεστε	=	ρυάζομαι
ρυάζεται	=	ρυάζομαι
ρυάζομαι	verb	ουρλιάζω, ωρύομαι
ρυάζονται	=	ρυάζομαι
ρυάζονταν	=	ρυάζομαι
ρυάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυάκας
ρυάκι	noun	μικρό αυλάκι που έχει σχηματιστεί από τρεχούμενο νερό και περιέχει τρεχούμενο νερό
ρυάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυάκι
ρυάσιμο	noun	ουρλιαχτό, κραυγή
ρυάσου	=	ρυάζομαι
ρυάστηκα	=	ρυάζομαι
ρυάστηκαν	=	ρυάζομαι
ρυάστηκε	=	ρυάζομαι
ρυάστηκες	=	ρυάζομαι
ρυαζόμασταν	=	ρυάζομαι
ρυαζόμαστε	=	ρυάζομαι
ρυαζόμουν	=	ρυάζομαι
ρυαζόμουνα	=	ρυάζομαι
ρυαζόντουσαν	=	ρυάζομαι
ρυαζόσασταν	=	ρυάζομαι
ρυαζόσαστε	=	ρυάζομαι
ρυαζόσουν	=	ρυάζομαι
ρυαζόσουνα	=	ρυάζομαι
ρυαζόταν	=	ρυάζομαι
ρυαζότανε	=	ρυάζομαι
ρυακίου	=	ρυάκι
ρυακίων	=	ρυάκι
ρυακιού	=	ρυάκι
ρυακιών	=	ρυάκι
ρυασίματα	=	ρυάσιμο
ρυασίματος	=	ρυάσιμο
ρυασιμάτων	=	ρυάσιμο
ρυασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυασμένο
ρυασμένε	verb	κλητική ενικού του ρυασμένος
ρυασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυασμένη
ρυασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυασμένος
ρυασμένης	verb	γενική ενικού του ρυασμένη
ρυασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρυασμένος
ρυασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυασμένος
ρυασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυασμένος
ρυασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυασμένος
ρυασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυασμένος
ρυαστήκαμε	=	ρυάζομαι
ρυαστήκαν	=	ρυάζομαι
ρυαστήκανε	=	ρυάζομαι
ρυαστήκατε	=	ρυάζομαι
ρυαστεί	=	ρυάζομαι
ρυαστείτε	=	ρυάζομαι
ρυγχοειδές	=	ρυγχοειδής
ρυγχοειδή	=	ρυγχοειδής
ρυγχοειδής	adj	που έχει το σχήμα ρύγχους ή μοιάζει με ρύγχος
ρυγχοειδείς	=	ρυγχοειδής
ρυγχοειδούς	=	ρυγχοειδής
ρυγχοειδών	=	ρυγχοειδής
ρυγχοκάνθαρε	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκάνθαρο	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκάνθαροι	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκάνθαρος	noun	κόκκινο σκαθάρι που προσβάλλει τους φοίνικες
ρυγχοκάνθαρου	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκάνθαρους	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκάνθαρων	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκανθάρου	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκανθάρους	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοκανθάρων	=	ρυγχοκάνθαρος
ρυγχοφόρα	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρας	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρε	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρες	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρο	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόροι	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρος	adj	ο ρυγχωτός
ρυγχοφόρου	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρους	=	ρυγχοφόρος
ρυγχοφόρων	=	ρυγχοφόρος
ρυγχωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυγχωτό
ρυγχωτέ	adj	κλητική ενικού του ρυγχωτός
ρυγχωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυγχωτή
ρυγχωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυγχωτός
ρυγχωτής	adj	γενική ενικού του ρυγχωτή
ρυγχωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυγχωτός
ρυγχωτού	adj	γενική ενικού του ρυγχωτός
ρυγχωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυγχωτός
ρυγχωτό	adj	αιτιατική ενικού του ρυγχωτός
ρυγχωτός	adj	που έχει ή φέρει ρύγχος
ρυγχωτών	adj	γενική πληθυντικού του ρυγχωτός
ρυγχών	=	ρύγχος
ρυζάκι	noun	υποκοριστικό του: ρύζι
ρυζάκια	=	ρυζάκι
ρυζάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυζάλευρο
ρυζάλευρο	noun	αλεύρι που έχει παρασκευαστεί από ρύζι
ρυζάλευρου	noun	γενική ενικού του ρυζάλευρο
ρυζάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του ρυζάλευρο
ρυζέλαια	=	ρυζέλαιο
ρυζέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από το ρύζι
ρυζέλαιου	=	ρυζέλαιο
ρυζέλαιων	=	ρυζέλαιο
ρυζαλεύρου	=	ρυζάλευρο
ρυζαλεύρων	=	ρυζάλευρο
ρυζελαίου	=	ρυζέλαιο
ρυζελαίων	=	ρυζέλαιο
ρυζιού	noun	γενική ενικού του ρύζι
ρυζιών	=	ρύζι
ρυζοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια ρυζιού
ρυζοκαλλιέργειας	=	ρυζοκαλλιέργεια
ρυζοκαλλιέργειες	=	ρυζοκαλλιέργεια
ρυζοκαλλιεργειών	=	ρυζοκαλλιέργεια
ρυζοκροκέτα	noun	κροκέτα με βασικό υλικό το ρύζι
ρυζοκροκέτας	noun	γενική ενικού του ρυζοκροκέτα
ρυζοκροκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυζοκροκέτα
ρυζοκροκετών	noun	γενική πληθυντικού του ρυζοκροκέτα
ρυζοφυτεία	noun	φυτεία ρυζιού, ορυζώνας
ρυζοφυτείας	=	ρυζοφυτεία
ρυζοφυτείες	=	ρυζοφυτεία
ρυζοφυτειών	=	ρυζοφυτεία
ρυζόγαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυζόγαλο
ρυζόγαλο	noun	το κρεμώδες γλυκό φτιαγμένο με ρύζι (γλασέ) και γάλα.
ρυζόγαλου	noun	γενική ενικού του ρυζόγαλο
ρυζόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του ρυζόγαλο
ρυζόκρασα	=	ρυζόκρασο
ρυζόκρασο	noun	το σάκε, αλκοολούχο ποτό, φτιαγμένο από ζύμωση ρυζιού
ρυζόκρασου	=	ρυζόκρασο
ρυζόκρασων	=	ρυζόκρασο
ρυζόμυλε	=	ρυζόμυλος
ρυζόμυλο	=	ρυζόμυλος
ρυζόμυλοι	=	ρυζόμυλος
ρυζόμυλος	noun	άλλη μορφή του ορυζόμυλος
ρυζόμυλου	=	ρυζόμυλος
ρυζόμυλους	=	ρυζόμυλος
ρυζόμυλων	=	ρυζόμυλος
ρυζόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυζόνερο
ρυζόνερο	noun	διάλυμα με άμυλο που λαμβάνεται με τη στράγγιση του βρασμένου ρυζιού ή βράζοντας το ρύζι έως ότου να διαλυθεί εντελώς μέσα στο νερό, ιδιαίτερα αποτελεσματικό στη θεραπεία της διάρροιας
ρυζόνερου	=	ρυζόνερο
ρυζόνερων	=	ρυζόνερο
ρυζόσουπα	noun	σούπα με ρύζι (συνήθως σε στάδιο παρασκευής άλλης σούπας)
ρυζόσουπας	noun	γενική ενικού του ρυζόσουπα
ρυζόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυζόσουπα
ρυθμέ	noun	κλητική ενικού του ρυθμός
ρυθμίζαμε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζαν	=	ρυθμίζω
ρυθμίζανε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζατε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρυθμίζω
ρυθμίζεις	=	ρυθμίζω
ρυθμίζεσαι	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίζεστε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίζεται	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίζετε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρυθμίζω
ρυθμίζομε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζονται	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίζονταν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρυθμίζω
ρυθμίζου	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίζουμε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζουν	=	ρυθμίζω
ρυθμίζουνε	=	ρυθμίζω
ρυθμίζω	verb	τακτοποιώ κάτι, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα
ρυθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
ρυθμίσαν	=	ρυθμίζω
ρυθμίσανε	=	ρυθμίζω
ρυθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
ρυθμίσει	=	ρυθμίζω
ρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρύθμιση
ρυθμίσετε	=	ρυθμίζω
ρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρύθμιση
ρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρύθμιση
ρυθμίσομε	=	ρυθμίζω
ρυθμίσου	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίσουμε	=	ρυθμίζω
ρυθμίσουν	=	ρυθμίζω
ρυθμίσουνε	=	ρυθμίζω
ρυθμίστε	=	ρυθμίζω
ρυθμίστηκα	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίστηκαν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίστηκε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίστηκες	=	ρυθμίζομαι
ρυθμίσω	=	ρυθμίζω
ρυθμαποδόσεις	=	ρυθμαπόδοση
ρυθμαποδόσεων	=	ρυθμαπόδοση
ρυθμαπόδοση	noun	η διαμεταγωγή
ρυθμαπόδοσης	=	ρυθμαπόδοση
ρυθμιζόμασταν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόμαστε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόμενα	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενε	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενες	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενης	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενο	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενοι	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ρυθμίζω
ρυθμιζόμενου	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενους	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμενων	=	ρυθμιζόμενος
ρυθμιζόμουν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόμουνα	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόντουσαν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόσασταν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόσαστε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόσουν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόσουνα	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζόταν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιζότανε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρυθμικός	adv	με ρυθμικό τρόπο, με ρυθμικότητα
ρυθμικέ	adj	κλητική ενικού του ρυθμικός
ρυθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμική
ρυθμική	noun	άθλημα γυμναστικής που εκτελείται σύμφωνα με ρυθμό μουσικής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυθμικός
ρυθμικής	adj	γενική ενικού του ρυθμική
ρυθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυθμικός
ρυθμικοτήτων	=	ρυθμικότητα
ρυθμικού	adj	γενική ενικού του ρυθμικός
ρυθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυθμικός
ρυθμικό	adj	αιτιατική ενικού του ρυθμικός
ρυθμικός	adj	που σχετίζεται ή γίνεται με ρυθμό
ρυθμικότητα	noun	το να είναι κάτι ρυθμικό, η ιδιότητα του ρυθμικού
ρυθμικότητας	noun	γενική ενικού του ρυθμικότητα
ρυθμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμικότητα
ρυθμικών	adj	γενική πληθυντικού του ρυθμικός
ρυθμικώς	adv|obsolete	ρυθμικά
ρυθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμισμένο
ρυθμισμένε	verb	κλητική ενικού του ρυθμισμένος
ρυθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμισμένη
ρυθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυθμισμένος
ρυθμισμένης	verb	γενική ενικού του ρυθμισμένη
ρυθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρυθμισμένος
ρυθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυθμισμένος
ρυθμισμένος	=	ρυθμίζομαι
ρυθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυθμισμένος
ρυθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυθμισμένος
ρυθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυθμισμένος
ρυθμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμιστής
ρυθμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρυθμιστής
ρυθμιστήκαμε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιστήκαν	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιστήκανε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιστήκατε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιστήρ	noun	ρυθμιστήρας
ρυθμιστήρα	=	ρυθμιστήρας
ρυθμιστήρας	noun	μηχανισμός ή όργανο για τη ρύθμιση της καλής λειτουργίας μιας μηχανής
ρυθμιστήρες	=	ρυθμιστήρας
ρυθμιστήρων	=	ρυθμιστήρας
ρυθμιστής	noun	αυτός που ρυθμίζει, τροποποιεί, αλλάζει δεδομένα ενός αντικειμένου ή κατάστασης, που έχει καθοριστικό ρόλο, ο κυρίαρχος
ρυθμιστεί	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιστείς	=	ρυθμίζω
ρυθμιστείτε	=	ρυθμίζομαι
ρυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμιστικό
ρυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ρυθμιστικός
ρυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμιστική
ρυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυθμιστικός
ρυθμιστικής	adj	γενική ενικού του ρυθμιστική
ρυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυθμιστικός
ρυθμιστικού	adj	γενική ενικού του ρυθμιστικός
ρυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυθμιστικός
ρυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ρυθμιστικός
ρυθμιστικός	adj	που έχει σχέση με ρύθμιση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή
ρυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ρυθμιστικός
ρυθμιστούμε	=	ρυθμίζω
ρυθμιστούν	=	ρυθμίζω
ρυθμιστούνε	=	ρυθμίζω
ρυθμιστώ	=	ρυθμίζω
ρυθμιστών	noun	γενική πληθυντικού του ρυθμιστής
ρυθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυθμός
ρυθμολογία	noun	η μελέτη του ρυθμού ή των ρυθμών (στη μουσική, την ποίηση, το χορό κ.λπ.)
ρυθμολογίας	noun	γενική ενικού του ρυθμολογία
ρυθμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμολογία
ρυθμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμολογικό
ρυθμολογικέ	adj	κλητική ενικού του ρυθμολογικός
ρυθμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυθμολογική
ρυθμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυθμολογικός
ρυθμολογικής	adj	γενική ενικού του ρυθμολογική
ρυθμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυθμολογικός
ρυθμολογικού	adj	γενική ενικού του ρυθμολογικός
ρυθμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυθμολογικός
ρυθμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ρυθμολογικός
ρυθμολογικός	noun	που σχετίζεται με τη ρυθμολογία ή το ρυθμολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
ρυθμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ρυθμολογικός
ρυθμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ρυθμολογία
ρυθμολόγε	=	ρυθμολόγος
ρυθμολόγο	=	ρυθμολόγος
ρυθμολόγοι	=	ρυθμολόγος
ρυθμολόγος	noun	που μελετά το ρυθμό ή τους ρυθμούς (στη μουσική, την ποίηση, το χορό κ.λπ.)
ρυθμολόγου	=	ρυθμολόγος
ρυθμολόγους	=	ρυθμολόγος
ρυθμολόγων	=	ρυθμολόγος
ρυθμού	noun	γενική ενικού του ρυθμός
ρυθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρυθμός
ρυθμό	noun	αιτιατική ενικού του ρυθμός
ρυθμός	noun	η ταχύτητα με την οποία κάτι αυξομειώνεται ή με την οποία το ένα γεγονός μιας ακολουθίας διαδέχεται το άλλο
ρυθμών	noun	γενική πληθυντικού του ρυθμός
ρυκάνες	=	ρυκάνη
ρυκάνη	noun|formal	το ροκάνι
ρυκάνης	=	ρυκάνη
ρυκάνισμα	noun|formal	άλλη μορφή του ροκανίζω
ρυκανίσματα	=	ρυκάνισμα
ρυκανίσματος	=	ρυκάνισμα
ρυκανισμάτων	=	ρυκάνισμα
ρυκανών	=	ρυκάνη
ρυμέ	=	ρυμός
ρυμίδι	noun	στενό δρομάκι / σοκάκι
ρυμίδια	=	ρυμίδι
ρυμιδιού	=	ρυμίδι
ρυμιδιών	=	ρυμίδι
ρυμοί	=	ρυμός
ρυμοτομήθηκα	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομήθηκαν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομήθηκε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομήθηκες	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτομήσαν	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομήσανε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτομήσει	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομήσεις	=	ρυμοτόμηση
ρυμοτομήσεων	=	ρυμοτόμηση
ρυμοτομήσου	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομήστε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομία	noun	η επιστήμη του σχεδιασμού και της χάραξης δρόμων, πλατειών και άλλων χώρων σε μια πόλη ή έναν οικισμό που υπάρχει ή πρόκειται να κτιστεί
ρυμοτομίας	noun	γενική ενικού του ρυμοτομία
ρυμοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομία
ρυμοτομεί	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομείς	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομείσαι	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομείστε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομείται	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομείτε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομηθήκαμε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομηθήκαν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομηθήκανε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομηθήκατε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομηθεί	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομηθείτε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομημένο
ρυμοτομημένε	verb	κλητική ενικού του ρυμοτομημένος
ρυμοτομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομημένη
ρυμοτομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυμοτομημένος
ρυμοτομημένης	verb	γενική ενικού του ρυμοτομημένη
ρυμοτομημένο	verb	αιτιατική ενικού του ρυμοτομημένος
ρυμοτομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομημένος
ρυμοτομημένος	verb	που έχει ρυμοτομηθεί
ρυμοτομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυμοτομημένος
ρυμοτομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυμοτομημένος
ρυμοτομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυμοτομημένος
ρυμοτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομικό
ρυμοτομικέ	adj	κλητική ενικού του ρυμοτομικός
ρυμοτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομική
ρυμοτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυμοτομικός
ρυμοτομικής	adj	γενική ενικού του ρυμοτομική
ρυμοτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομικός
ρυμοτομικού	adj	γενική ενικού του ρυμοτομικός
ρυμοτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυμοτομικός
ρυμοτομικό	adj	αιτιατική ενικού του ρυμοτομικός
ρυμοτομικός	adj	που έχει σχέση με τη ρυμοτομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ρυμοτομικών	adj	γενική πληθυντικού του ρυμοτομικός
ρυμοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του ρυμοτομία
ρυμοτομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτομούμασταν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούμαστε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούμε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομούμενο
ρυμοτομούμενε	verb	κλητική ενικού του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομούμενη
ρυμοτομούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμενης	verb	γενική ενικού του ρυμοτομούμενη
ρυμοτομούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτομούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυμοτομούμενος
ρυμοτομούμουν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούν	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούνε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούνται	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούνταν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούσα	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσαμε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσαν	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσανε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσασταν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούσαστε	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομούσατε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσε	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσες	=	ρυμοτομώ
ρυμοτομούσουν	=	ρυμοτομούμαι
ρυμοτομώ	verb	σχεδιάζω δρόμους, πλατείες ή άλλους χώρους σε μια πόλη ή έναν οικισμό που υπάρχει ή πρόκειται να κτιστεί
ρυμοτομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτόμε	=	ρυμοτόμος
ρυμοτόμει	=	ρυμοτομώ
ρυμοτόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμοτομώ
ρυμοτόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυμοτομώ
ρυμοτόμησης	=	ρυμοτόμηση
ρυμοτόμο	=	ρυμοτόμος
ρυμοτόμοι	=	ρυμοτόμος
ρυμοτόμος	noun	που ρυμοτομεί
ρυμοτόμου	=	ρυμοτόμος
ρυμοτόμους	=	ρυμοτόμος
ρυμοτόμων	=	ρυμοτόμος
ρυμουλκά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκό
ρυμουλκήθηκα	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκήθηκαν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκήθηκε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκήθηκες	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμουλκήσαν	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκήσανε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμουλκήσει	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμούλκηση
ρυμουλκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρυμούλκηση
ρυμουλκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρυμούλκηση
ρυμουλκήσου	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκήστε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκίου	=	ρυμούλκιο
ρυμουλκίων	=	ρυμούλκιο
ρυμουλκατζής	noun	αυτός που διενεργεί ρυμούλκες, που ρυμουλκεί
ρυμουλκεί	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκείς	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκείσαι	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκείστε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκείται	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκείτε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκηθήκαμε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκηθήκαν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκηθήκανε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκηθήκατε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκηθεί	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκηθείτε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκημένο
ρυμουλκημένε	verb	κλητική ενικού του ρυμουλκημένος
ρυμουλκημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκημένη
ρυμουλκημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυμουλκημένος
ρυμουλκημένης	verb	γενική ενικού του ρυμουλκημένη
ρυμουλκημένο	verb	αιτιατική ενικού του ρυμουλκημένος
ρυμουλκημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκημένος
ρυμουλκημένος	verb	που έχει ρυμουλκηθεί
ρυμουλκημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυμουλκημένος
ρυμουλκημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυμουλκημένος
ρυμουλκημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυμουλκημένος
ρυμουλκού	noun	γενική ενικού του ρυμουλκό
ρυμουλκούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμουλκούμασταν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούμαστε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούμε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκούμενο
ρυμουλκούμενε	verb	κλητική ενικού του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκούμενη
ρυμουλκούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενης	verb	γενική ενικού του ρυμουλκούμενη
ρυμουλκούμενο	verb	αιτιατική ενικού του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενος	verb	ο κινούμενος με ρυμούλκιο
ρυμουλκούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυμουλκούμενος
ρυμουλκούμουν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούν	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούνε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούνται	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούνταν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούσα	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσαμε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσαν	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσανε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσασταν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούσαστε	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκούσατε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσε	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσες	=	ρυμουλκώ
ρυμουλκούσουν	=	ρυμουλκούμαι
ρυμουλκό	noun	οποιοδήποτε κινούμενο μέσον τραβάει ή σέρνει ένα άλλο, που δεν κινείται
ρυμουλκόν	noun	το ρυμουλκό
ρυμουλκώ	verb	τραβώ μη αυτοκινούμενο μέσο με ρυμούλκιο
ρυμουλκών	noun	γενική πληθυντικού του ρυμουλκό
ρυμουλκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμού	=	ρυμός
ρυμούλκα	noun|vulgar	η ρυμούλκηση
ρυμούλκας	=	ρυμούλκα
ρυμούλκει	=	ρυμουλκώ
ρυμούλκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμούλκα
ρυμούλκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμούλκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμούλκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμούλκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυμουλκώ
ρυμούλκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυμουλκώ
ρυμούλκησης	noun	γενική ενικού του ρυμούλκηση
ρυμούλκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυμούλκιο
ρυμούλκιο	noun	ο χοντρός κάβος ή συρματόσχοινο με το οποίο επιχειρείται η ρυμούλκηση πλοίου
ρυμούλκιου	=	ρυμούλκιο
ρυμούς	=	ρυμός
ρυμό	=	ρυμός
ρυμός	noun	κεντρικό δοκάρι άμαξας στο οποίο δένονται τα υποζύγια, τοποθετημένο ανάμεσά τους
ρυμών	=	ρύμη
ρυπάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνω
ρυπάναν	=	ρυπαίνω
ρυπάνανε	=	ρυπαίνω
ρυπάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνω
ρυπάνει	=	ρυπαίνω
ρυπάνετε	=	ρυπαίνω
ρυπάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνομαι
ρυπάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνομαι
ρυπάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνομαι
ρυπάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνομαι
ρυπάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρύπανση
ρυπάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρύπανση
ρυπάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρύπανση
ρυπάνσου	=	ρυπαίνω
ρυπαίναμε	=	ρυπαίνω
ρυπαίναν	=	ρυπαίνω
ρυπαίνανε	=	ρυπαίνω
ρυπαίνατε	=	ρυπαίνω
ρυπαίνει	=	ρυπαίνω
ρυπαίνεις	=	ρυπαίνω
ρυπαίνεσαι	=	ρυπαίνω
ρυπαίνεστε	=	ρυπαίνω
ρυπαίνεται	=	ρυπαίνω
ρυπαίνετε	=	ρυπαίνω
ρυπαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρυπαίνω
ρυπαίνονται	=	ρυπαίνω
ρυπαίνονταν	=	ρυπαίνω
ρυπαίνοντας	=	ρυπαίνω
ρυπαίνουμε	=	ρυπαίνω
ρυπαίνουν	=	ρυπαίνω
ρυπαίνουνε	=	ρυπαίνω
ρυπαίνω	verb	επιβαρύνω το περιβάλλον με επιβλαβείς ουσίες, ήχο ή φως
ρυπαινόμασταν	=	ρυπαίνω
ρυπαινόμαστε	=	ρυπαίνω
ρυπαινόμουν	=	ρυπαίνω
ρυπαινόμουνα	=	ρυπαίνω
ρυπαινόντουσαν	=	ρυπαίνω
ρυπαινόσασταν	=	ρυπαίνω
ρυπαινόσαστε	=	ρυπαίνω
ρυπαινόσουν	=	ρυπαίνω
ρυπαινόσουνα	=	ρυπαίνω
ρυπαινόταν	=	ρυπαίνω
ρυπαινότανε	=	ρυπαίνω
ρυπανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνομαι
ρυπανθήκαν	=	ρυπαίνω
ρυπανθήκανε	=	ρυπαίνω
ρυπανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνομαι
ρυπανθεί	=	ρυπαίνω
ρυπανθείτε	=	ρυπαίνω
ρυπαντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαντής
ρυπαντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρυπαντής
ρυπαντής	noun	κάθε παράγοντας που προκαλεί κάποια μόλυνση (του περιβάλλοντος)
ρυπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρυπαντικός	adv	με ρυπαντικό τρόπο
ρυπαντικέ	adj	κλητική ενικού του ρυπαντικός
ρυπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαντική
ρυπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυπαντικός
ρυπαντικής	adj	γενική ενικού του ρυπαντική
ρυπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυπαντικός
ρυπαντικού	adj	γενική ενικού του ρυπαντικός
ρυπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυπαντικός
ρυπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του ρυπαντικός
ρυπαντικός	adj	που συμβάλλει ή προκαλεί ρύπανση
ρυπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του ρυπαντικός
ρυπαντών	noun	γενική πληθυντικού του ρυπαντής
ρυπαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρό
ρυπαρέ	adj	κλητική ενικού του ρυπαρός
ρυπαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρή
ρυπαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυπαρός
ρυπαρής	adj	γενική ενικού του ρυπαρή
ρυπαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρός
ρυπαρογράφε	noun	κλητική ενικού του ρυπαρογράφος
ρυπαρογράφει	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογράφημα	noun	δημοσίευμα με ανήθικο, υβριστικό ή άσεμνο περιεχόμενο και ανάλογο ύφος
ρυπαρογράφησα	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογράφησαν	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογράφησε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογράφησες	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ρυπαρογράφος
ρυπαρογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρογράφος
ρυπαρογράφος	noun	που γράφει ρυπαρογραφήματα
ρυπαρογράφου	noun	γενική ενικού του ρυπαρογράφος
ρυπαρογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρυπαρογράφος
ρυπαρογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ρυπαρογράφος
ρυπαρογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρογράφημα
ρυπαρογραφήματος	noun	γενική ενικού του ρυπαρογράφημα
ρυπαρογραφήσαμε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφήσαν	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφήσανε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφήσατε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφήσει	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφήστε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφία	noun	το να γράφει κάποιος ρυπαρογραφήματα
ρυπαρογραφίας	noun	γενική ενικού του ρυπαρογραφία
ρυπαρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρογραφία
ρυπαρογραφεί	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφείς	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφείτε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρυπαρογράφημα
ρυπαρογραφικά	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικέ	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικές	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφική	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ρυπαρογραφική) του ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικοί	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικού	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικούς	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικό	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφικός	adj	που έχει σχέση με ρυπαρογράφους ή ρυπαρογραφήματα ή αναφέρεται σ’ αυτά
ρυπαρογραφικών	=	ρυπαρογραφικός
ρυπαρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ρυπαρογραφία
ρυπαρογραφούμε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούν	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούνε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσα	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσαμε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσαν	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσανε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσατε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσε	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφούσες	=	ρυπαρογραφώ
ρυπαρογραφώ	verb	γράφω ρυπαρογραφήματα / ρυπαρογραφίες
ρυπαρογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ρυπαρογραφώ
ρυπαροτήτων	=	ρυπαρότητα
ρυπαρού	adj	γενική ενικού του ρυπαρός
ρυπαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρυπαρός
ρυπαρό	adj	αιτιατική ενικού του ρυπαρός
ρυπαρός	adj	βρόμικος, βρομιάρης, ακάθαρτος
ρυπαρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι ρυπαρό(ς), η ιδιότητα του ρυπαρού
ρυπαρότητας	noun	γενική ενικού του ρυπαρότητα
ρυπαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπαρότητα
ρυπαρών	adj	γενική πληθυντικού του ρυπαρός
ρυπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπασμένο
ρυπασμένε	verb	κλητική ενικού του ρυπασμένος
ρυπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυπασμένη
ρυπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυπασμένος
ρυπασμένης	verb	γενική ενικού του ρυπασμένη
ρυπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρυπασμένος
ρυπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυπασμένος
ρυπασμένος	=	ρυπαίνω
ρυπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυπασμένος
ρυπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυπασμένος
ρυπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυπασμένος
ρυπογόνα	=	ρυπογόνος
ρυπογόνας	=	ρυπογόνος
ρυπογόνε	=	ρυπογόνος
ρυπογόνες	=	ρυπογόνος
ρυπογόνο	=	ρυπογόνος
ρυπογόνοι	=	ρυπογόνος
ρυπογόνος	adj	που προκαλεί τη ρύπανση
ρυπογόνου	=	ρυπογόνος
ρυπογόνους	=	ρυπογόνος
ρυπογόνων	=	ρυπογόνος
ρυτά	=	ρυτό
ρυτίδα	noun	πτυχή του δέρματος, κυρίως στο πρόσωπο, που προκύπτει με τη γήρανση του οργανισμού
ρυτίδας	=	ρυτίδα
ρυτίδες	=	ρυτίδα
ρυτίδωμα	noun|figurative	άλλη μορφή του ρυτίδωση
ρυτίδων	=	ρυτίδα
ρυτίδωνα	=	ρυτιδώνω
ρυτίδωναν	=	ρυτιδώνω
ρυτίδωνε	=	ρυτιδώνω
ρυτίδωνες	=	ρυτιδώνω
ρυτίδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυτιδώνω
ρυτίδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυτιδώνω
ρυτίδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυτιδώνω
ρυτίδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυτιδώνω
ρυτίδωση	noun	το σχημάτισμα ρυτίδων
ρυτίδωσης	=	ρυτίδωση
ρυτιδίαζα	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίαζαν	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίαζε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίαζες	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίασα	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίασαν	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίασε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδίασες	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδεκτομές	=	ρυτιδεκτομή
ρυτιδεκτομή	noun	εξομάλυνση ρυτίδων του προσώπου
ρυτιδεκτομής	=	ρυτιδεκτομή
ρυτιδεκτομών	=	ρυτιδεκτομή
ρυτιδιάζαμε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζαν	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζανε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζατε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζει	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζεις	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζετε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζοντας	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζουμε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζουν	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζουνε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάζω	verb	παρουσιάζω ρυτίδες
ρυτιδιάσαμε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάσαν	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάσανε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάσατε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάσει	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιάστε	=	ρυτιδιάζω
ρυτιδιασμένα	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένε	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένες	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένη	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένης	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένο	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένοι	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ρυτιδιάζω
ρυτιδιασμένου	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένους	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδιασμένων	=	ρυτιδιασμένος
ρυτιδωδών	=	ρυτιδώδης
ρυτιδωμάτων	=	ρυτίδωμα
ρυτιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυτιδωμένο
ρυτιδωμένε	verb	κλητική ενικού του ρυτιδωμένος
ρυτιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρυτιδωμένη
ρυτιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρυτιδωμένος
ρυτιδωμένης	verb	γενική ενικού του ρυτιδωμένη
ρυτιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρυτιδωμένος
ρυτιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρυτιδωμένος
ρυτιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρυτιδωμένος
ρυτιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρυτιδωμένος
ρυτιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρυτιδωμένος
ρυτιδώδεις	=	ρυτιδώδης
ρυτιδώδες	=	ρυτιδώδης
ρυτιδώδη	=	ρυτιδώδης
ρυτιδώδης	adj	που φέρει πολλές ρυτίδες, ρυτιδιασμένος, ρυτιδωμένος
ρυτιδώδους	=	ρυτιδώδης
ρυτιδώματα	=	ρυτίδωμα
ρυτιδώματος	=	ρυτίδωμα
ρυτιδώναμε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώναν	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνανε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνατε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνει	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνεις	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνετε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνοντας	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνουμε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνουν	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνουνε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώνω	verb	δημιουργώ ρυτίδες
ρυτιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυτιδώνω
ρυτιδώσαν	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώσανε	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυτιδώνω
ρυτιδώσει	=	ρυτιδώνω
ρυτιδώσεις	=	ρυτίδωση
ρυτιδώσεων	=	ρυτίδωση
ρυτιδώστε	=	ρυτιδώνω
ρυτού	=	ρυτό
ρυτό	noun	δοχείο για διάφορα υγρά, συνήθως με περίτεχνη διακόσμηση κεφαλής ζώου, που χρησιμοποιόταν για τη φύλαξη και την πόση του υγρού περιεχομένου του καθώς και σε διάφορες τελετουργίες
ρυτών	=	ρυτό
ρω	noun	άλλη γραφή του ρο
ρωγμάτωση	noun	η πρόκληση ή ο σχηματισμός ρωγμών
ρωγμάτωσης	noun	γενική ενικού του ρωγμάτωση
ρωγμές	=	ρωγμή
ρωγμή	noun	η σχισμή που έχει τη μορφή μίας ακανόνιστης γραμμής η οποία εμφανίζεται στην επιφάνεια ενός στερεού σώματος
ρωγμής	=	ρωγμή
ρωγματώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωγμάτωση
ρωγματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ρωγμάτωση
ρωγματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ρωγμάτωση
ρωγμομέτρου	=	ρωγμόμετρο
ρωγμομέτρων	=	ρωγμόμετρο
ρωγμόμετρα	=	ρωγμόμετρο
ρωγμόμετρο	noun	ειδικό μηχάνημα που μετρά τις ρωγμές ή τις ρωγματώσεις που δημιουργούνται ή πόσο αυτές διευρύνονται
ρωγμόμετρου	=	ρωγμόμετρο
ρωγμόμετρων	=	ρωγμόμετρο
ρωγμών	noun	γενική πληθυντικού του ρωγμή
ρωγοβυζιού	=	ρωγοβύζι
ρωγοβυζιών	=	ρωγοβύζι
ρωγοβύζι	noun	η άκρη του στήθους, η θηλή
ρωγοβύζια	=	ρωγοβύζι
ρωγών	noun	γενική πληθυντικού του ρώγα
ρωδάκινο	=	ροδάκινο
ρωδακινιά	=	ροδακινιά
ρωδιός	noun|rare	άλλη μορφή του ερωδιός
ρωθωνίζαμε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζαν	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζανε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζατε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζει	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζεις	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζετε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζοντας	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζουμε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζουν	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζουνε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίζω	verb|archaic	άλλη μορφή του ρουθουνίζω
ρωθωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωθωνίζω
ρωθωνίσαν	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίσανε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωθωνίζω
ρωθωνίσει	=	ρωθωνίζω
ρωθωνίστε	=	ρωθωνίζω
ρωθωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωθωνισμένο
ρωθωνισμένε	verb	κλητική ενικού του ρωθωνισμένος
ρωθωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωθωνισμένη
ρωθωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωθωνισμένος
ρωθωνισμένης	verb	γενική ενικού του ρωθωνισμένη
ρωθωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ρωθωνισμένος
ρωθωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωθωνισμένος
ρωθωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρωθωνισμένος
ρωθωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρωθωνισμένος
ρωθωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρωθωνισμένος
ρωθώνιζα	=	ρωθωνίζω
ρωθώνιζαν	=	ρωθωνίζω
ρωθώνιζε	=	ρωθωνίζω
ρωθώνιζες	=	ρωθωνίζω
ρωθώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωθωνίζω
ρωθώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωθωνίζω
ρωθώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωθωνίζω
ρωθώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωθωνίζω
ρωθώνων	noun	γενική πληθυντικού του ρώθωνας
ρωμαία	=	ρωμαίος
ρωμαίε	=	ρωμαίος
ρωμαίικα	noun	η (ελληνική) δημοτική γλώσσα, η καθομιλουμένη (σε αντίθεση με τα «ελληνικά», όπου εννοείται η καθαρεύουσα, οι «ελληνικούρες»)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαίικο
ρωμαίικε	adj	κλητική ενικού του ρωμαίικος
ρωμαίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαίικη
ρωμαίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωμαίικος
ρωμαίικης	adj	γενική ενικού του ρωμαίικη
ρωμαίικια	=	ρωμαίικος
ρωμαίικιας	=	ρωμαίικος
ρωμαίικο	=	ρωμαίικος
ρωμαίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωμαίικος
ρωμαίικος	adj	που σχετίζεται με τους Ρωμιούς (τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και γενικότερα) ή αναφέρεται σε αυτούς· ελληνικός
ρωμαίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρωμαίικος
ρωμαίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρωμαίικος
ρωμαίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρωμαίικος
ρωμαίο	=	ρωμαίος
ρωμαίοι	=	ρωμαίος
ρωμαίος	noun	ο Ρωμαίος
ρωμαίου	=	ρωμαίος
ρωμαίους	=	ρωμαίος
ρωμαίων	=	ρωμαίος
ρωμαιοκαθολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαιοκαθολικό
ρωμαιοκαθολικέ	adj	κλητική ενικού του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκαθολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαιοκαθολική
ρωμαιοκαθολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκαθολικής	adj	γενική ενικού του ρωμαιοκαθολική
ρωμαιοκαθολικισμέ	=	ρωμαιοκαθολικισμός
ρωμαιοκαθολικισμοί	=	ρωμαιοκαθολικισμός
ρωμαιοκαθολικισμού	=	ρωμαιοκαθολικισμός
ρωμαιοκαθολικισμούς	=	ρωμαιοκαθολικισμός
ρωμαιοκαθολικισμό	=	ρωμαιοκαθολικισμός
ρωμαιοκαθολικισμός	noun	η θρησκεία / το δόγμα των ρωμαιοκαθολικών
ρωμαιοκαθολικισμών	=	ρωμαιοκαθολικισμός
ρωμαιοκαθολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκαθολικού	adj	γενική ενικού του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκαθολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκαθολικό	adj	αιτιατική ενικού του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκαθολικός	adj	ο καθολικός, που έχει ως θρησκεία του τον ρωμαιοκαθολικισμό
ρωμαιοκαθολικών	adj	γενική πληθυντικού του ρωμαιοκαθολικός
ρωμαιοκρατία	noun	ιστορική περίοδος της κυριαρχίας των Ρωμαίων, της αρχαίας Ρώμης
ρωμαιοκρατίας	noun	γενική ενικού του ρωμαιοκρατία
ρωμαιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαιοκρατία
ρωμαιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ρωμαιοκρατία
ρωμαλέα	adv	με ρωμαλέο τρόπο
ρωμαλέας	=	ρωμαλέος
ρωμαλέε	=	ρωμαλέος
ρωμαλέες	=	ρωμαλέος
ρωμαλέο	=	ρωμαλέος
ρωμαλέοι	=	ρωμαλέος
ρωμαλέος	adj	που έχει μεγάλη σωματική δύναμη
ρωμαλέου	=	ρωμαλέος
ρωμαλέους	=	ρωμαλέος
ρωμαλέων	=	ρωμαλέος
ρωμαλέως	adv|dated	ρωμαλέα
ρωμαλεοτήτων	=	ρωμαλεότητα
ρωμαλεότητα	noun	το να είναι κάποιος ρωμαλέος, η ιδιότητα του ρωμαλέου
ρωμαλεότητας	noun	γενική ενικού του ρωμαλεότητα
ρωμαλεότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαλεότητα
ρωμανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμανικό
ρωμανικέ	adj	κλητική ενικού του ρωμανικός
ρωμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμανική
ρωμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωμανικός
ρωμανικής	adj	γενική ενικού του ρωμανική
ρωμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωμανικός
ρωμανικού	adj	γενική ενικού του ρωμανικός
ρωμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρωμανικός
ρωμανικό	adj	αιτιατική ενικού του ρωμανικός
ρωμανικός	adj	άλλη μορφή του ρομανικός
ρωμανικών	adj	γενική πληθυντικού του ρωμανικός
ρωμαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαντικό
ρωμαντικέ	adj	κλητική ενικού του ρωμαντικός
ρωμαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαντική
ρωμαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωμαντικός
ρωμαντικής	adj	γενική ενικού του ρωμαντική
ρωμαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωμαντικός
ρωμαντικού	adj	γενική ενικού του ρωμαντικός
ρωμαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρωμαντικός
ρωμαντικό	adj	αιτιατική ενικού του ρωμαντικός
ρωμαντικός	adj|dated	άλλη γραφή του ρομαντικός
ρωμαντικότης	noun	η ρομαντικότητα
ρωμαντικών	adj	γενική πληθυντικού του ρωμαντικός
ρωμαντισμέ	noun	κλητική ενικού του ρωμαντισμός
ρωμαντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωμαντισμός
ρωμαντισμού	noun	γενική ενικού του ρωμαντισμός
ρωμαντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρωμαντισμός
ρωμαντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρωμαντισμός
ρωμαντισμός	noun|dated	άλλη γραφή του ρομαντισμός
ρωμαντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρωμαντισμός
ρωμαϊκά	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκέ	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκές	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωμαϊκός
ρωμαϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ρωμαϊκός
ρωμαϊκοί	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκού	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκούς	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκό	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊκός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Ρώμη
ρωμαϊκών	=	ρωμαϊκός
ρωμαϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωμαϊστής
ρωμαϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρωμαϊστής
ρωμαϊστής	noun	ειδικός στη ρωμαϊκή / λατινική φιλολογία, ιστορία ή δίκαιο
ρωμαϊστί	adv	στη γλώσσα τών Ρωμαίων, στη λατινική γλώσσα· λατινιστί
ρωμαϊστών	noun	γενική πληθυντικού του ρωμαϊστής
ρωμιοσύνη	noun	το ήθος, οι αξίες, οι αρχές του Ρωμιού
ρωμιοσύνης	=	ρωμιοσύνη
ρωπογράφε	=	ρωπογράφος
ρωπογράφο	=	ρωπογράφος
ρωπογράφοι	=	ρωπογράφος
ρωπογράφος	noun	αυτός που ζωγραφίζει (ή παράγει άλλου είδους αναπαράσταση) καθημερινών σκηνών με ρεαλιστικό τρόπο, που παράγει ρωπογραφίες
ρωπογράφου	=	ρωπογράφος
ρωπογράφους	=	ρωπογράφος
ρωπογράφων	=	ρωπογράφος
ρωπογραφία	noun	η αναπαράσταση σκηνών της καθημερινότητας με ρεαλιστικό τρόπο
ρωπογραφίας	noun	γενική ενικού του ρωπογραφία
ρωπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωπογραφία
ρωπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ρωπογραφία
ρωποπωλείον	noun	μονοτονική γραφή του ῥωποπωλεῖον ((καθαρεύουσα))
ρωσικά	noun	η ρωσική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στη Ρωσία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρωσικός
ρωσικέ	adj	κλητική ενικού του ρωσικός
ρωσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωσική
ρωσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωσικός
ρωσικής	adj	γενική ενικού του ρωσική
ρωσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωσικός
ρωσικού	adj	γενική ενικού του ρωσικός
ρωσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρωσικός
ρωσικό	adj	αιτιατική ενικού του ρωσικός
ρωσικός	adj	που έχει σχέση με τη Ρωσία
ρωσικών	adj	γενική πληθυντικού του ρωσικός
ρωσιστί	adv|formal	στη ρωσική γλώσσα
ρωσομάθεια	noun	η γνώση της ρωσικής γλώσσας
ρωσομάθειας	noun	γενική ενικού του ρωσομάθεια
ρωσομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωσομάθεια
ρωσομαθές	=	ρωσομαθής
ρωσομαθή	=	ρωσομαθής
ρωσομαθής	adj	άτομο το οποίο γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα
ρωσομαθείς	=	ρωσομαθής
ρωσομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ρωσομάθεια
ρωσομαθούς	=	ρωσομαθής
ρωσομαθών	=	ρωσομαθής
ρωσοπόντια	noun	θηλυκό του Ρωσοπόντιος
ρωσοπόντιας	=	ρωσοπόντια
ρωσοπόντιες	=	ρωσοπόντια
ρωσοπόντιων	=	ρωσοπόντια
ρωσοφωνία	noun	η ομιλία στη ρωσική γλώσσα, η γνώση των ρωσικών
ρωσοφωνίας	=	ρωσοφωνία
ρωσόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωσόφιλο
ρωσόφιλε	adj	κλητική ενικού του ρωσόφιλος
ρωσόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωσόφιλη
ρωσόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωσόφιλος
ρωσόφιλης	adj	γενική ενικού του ρωσόφιλη
ρωσόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ρωσόφιλος
ρωσόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωσόφιλος
ρωσόφιλος	adj	λάτρης της ρωσικής κουλτούρας ή γλώσσας ή πολιτικής
ρωσόφιλου	adj	γενική ενικού του ρωσόφιλος
ρωσόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρωσόφιλος
ρωσόφιλων	adj	γενική πληθυντικού του ρωσόφιλος
ρωσόφωνα	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνε	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνες	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνη	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνης	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνο	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνοι	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα ρωσικά
ρωσόφωνου	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνους	=	ρωσόφωνος
ρωσόφωνων	=	ρωσόφωνος
ρωτά	=	ρωτώ
ρωτάει	=	ρωτώ
ρωτάκιζα	=	ρωτακίζω
ρωτάκιζαν	=	ρωτακίζω
ρωτάκιζε	=	ρωτακίζω
ρωτάκιζες	=	ρωτακίζω
ρωτάκισα	=	ρωτακίζω
ρωτάκισαν	=	ρωτακίζω
ρωτάκισε	=	ρωτακίζω
ρωτάκισες	=	ρωτακίζω
ρωτάμε	=	ρωτώ
ρωτάν	=	ρωτώ
ρωτάνε	=	ρωτώ
ρωτάς	=	ρωτώ
ρωτάτε	=	ρωτώ
ρωτάω	=	ρωτώ
ρωτήθηκα	=	ρωτιέμαι
ρωτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρώτημα
ρωτήματος	noun	γενική ενικού του ρώτημα
ρωτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ
ρωτήσαν	=	ρωτώ
ρωτήσανε	=	ρωτώ
ρωτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ
ρωτήσει	=	ρωτώ
ρωτήστε	=	ρωτώ
ρωτακίζαμε	=	ρωτακίζω
ρωτακίζαν	=	ρωτακίζω
ρωτακίζανε	=	ρωτακίζω
ρωτακίζατε	=	ρωτακίζω
ρωτακίζει	=	ρωτακίζω
ρωτακίζεις	=	ρωτακίζω
ρωτακίζετε	=	ρωτακίζω
ρωτακίζοντας	=	ρωτακίζω
ρωτακίζουμε	=	ρωτακίζω
ρωτακίζουν	=	ρωτακίζω
ρωτακίζουνε	=	ρωτακίζω
ρωτακίζω	verb	δυσκολεύομαι να προφέρω τον φθόγγο ρ / ρο / ρω
ρωτακίσαμε	=	ρωτακίζω
ρωτακίσαν	=	ρωτακίζω
ρωτακίσανε	=	ρωτακίζω
ρωτακίσατε	=	ρωτακίζω
ρωτακίσει	=	ρωτακίζω
ρωτακίστε	=	ρωτακίζω
ρωτακισμέ	noun	κλητική ενικού του ρωτακισμός
ρωτακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωτακισμός
ρωτακισμού	noun	γενική ενικού του ρωτακισμός
ρωτακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρωτακισμός
ρωτακισμό	noun	αιτιατική ενικού του ρωτακισμός
ρωτακισμός	noun	η τροπή ενός συμφώνου (π.χ. του σ ή του λ) σε ρ
ρωτακισμών	noun	γενική πληθυντικού του ρωτακισμός
ρωτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ρώτημα
ρωτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωτημένο
ρωτημένε	verb	κλητική ενικού του ρωτημένος
ρωτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρωτημένη
ρωτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρωτημένος
ρωτημένης	verb	γενική ενικού του ρωτημένη
ρωτημένο	verb	αιτιατική ενικού του ρωτημένος
ρωτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρωτημένος
ρωτημένος	=	ρωτιέμαι
ρωτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρωτημένος
ρωτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ρωτημένος
ρωτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρωτημένος
ρωτιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ρωτώ
ρωτούμε	=	ρωτώ
ρωτούν	=	ρωτώ
ρωτούνε	=	ρωτώ
ρωτούσα	=	ρωτώ
ρωτούσαμε	=	ρωτώ
ρωτούσαν	=	ρωτώ
ρωτούσανε	=	ρωτώ
ρωτούσατε	=	ρωτώ
ρωτούσε	=	ρωτώ
ρωτούσες	=	ρωτώ
ρωτώ	verb	ζητώ να με πληροφορήσουν για κάτι, να μου δείξουν, να μου πουν τη γνώμη τους κ.λπ.
ρωτώντας	=	ρωτώ
ρόβες	=	ρόβη
ρόβη	noun|vulgar	το φυτό όροβος
ρόβης	=	ρόβη
ρόβι	noun|vulgar	άλλη γραφή του ρόβη, άλλη μορφή του όροβος
ρόβια	=	ρόβι
ρόβολε	=	ρόβολος
ρόβολο	=	ρόβολος
ρόβολοι	=	ρόβολος
ρόβολος	noun	η κατηφόρα
ρόβολου	=	ρόβολος
ρόβολους	=	ρόβολος
ρόβολων	=	ρόβολος
ρόγα	noun|vulgar	μισθός, πληρωμή σε αγρότη ή κτηνοτρόφο
ρόγας	noun	γενική ενικού του ρόγα
ρόγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόγα
ρόγιαζα	=	ρογιάζω
ρόγιαζαν	=	ρογιάζω
ρόγιαζε	=	ρογιάζω
ρόγιαζες	=	ρογιάζω
ρόγιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρογιάζω
ρόγιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρογιάζω
ρόγιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρογιάζω
ρόγιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρογιάζω
ρόγχε	noun	κλητική ενικού του ρόγχος
ρόγχο	noun	αιτιατική ενικού του ρόγχος
ρόγχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόγχος
ρόγχος	noun	θορυβώδης αναπνοή
ρόγχου	noun	γενική ενικού του ρόγχος
ρόγχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρόγχος
ρόγχων	noun	γενική πληθυντικού του ρόγχος
ρόδα	noun	εξάρτημα των μέσων μεταφοράς που περιστρέφεται γύρω από έναν οριζόντιο άξονα προσαρμοσμένο στη βάση του οχήματος, ο τροχός.
ρόδακα	=	ρόδακας
ρόδακας	noun	ακτινωτό διακοσμητικό σχήμα, σαν τριαντάφυλλο με ανοικτά φύλλα
ρόδακες	=	ρόδακας
ρόδας	noun	γενική ενικού του ρόδα
ρόδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδα
ρόδι	noun	ο καρπός της ροδιάς
ρόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδι
ρόδιε	=	ρόδιος
ρόδιζα	=	ροδίζω
ρόδιζαν	=	ροδίζω
ρόδιζε	=	ροδίζω
ρόδιζες	=	ροδίζω
ρόδινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδινο
ρόδινε	adj	κλητική ενικού του ρόδινος
ρόδινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδινη
ρόδινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρόδινος
ρόδινης	adj	γενική ενικού του ρόδινη
ρόδινο	adj	αιτιατική ενικού του ρόδινος
ρόδινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόδινος
ρόδινος	adj	που έχει το χρώμα του ρόδου
ρόδινου	adj	γενική ενικού του ρόδινος
ρόδινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρόδινος
ρόδινων	adj	γενική πληθυντικού του ρόδινος
ρόδιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 45 και χημικό σύμβολο το Rh
ρόδιοι	=	ρόδιος
ρόδιος	adj	που είναι από το νησί της Ρόδου
ρόδιου	=	ρόδιος
ρόδιους	=	ρόδιος
ρόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδίζω
ρόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδίζω
ρόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδίζω
ρόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροδίζω
ρόδισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ροδίζω
ρόδιων	=	ρόδιος
ρόδο	noun	το άνθος της τριανταφυλλιάς, τριαντάφυλλο
ρόδου	noun	γενική ενικού του ρόδο
ρόδων	noun	γενική πληθυντικού του ρόδο
ρόζε	noun	κλητική ενικού του ρόζος
ρόζιαζα	=	ροζιάζω
ρόζιαζαν	=	ροζιάζω
ρόζιαζε	=	ροζιάζω
ρόζιαζες	=	ροζιάζω
ρόζιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροζιάζω
ρόζιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροζιάζω
ρόζιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροζιάζω
ρόζιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ροζιάζω
ρόζιασμα	noun	το αποτέλεσμα του ροζιάζω
ρόζο	noun	αιτιατική ενικού του ρόζος
ρόζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόζος
ρόζος	noun	η σκλήρυνση στο δέρμα του χεριού από καταπόνηση λόγω σκληρής δουλειάς
ρόζου	noun	γενική ενικού του ρόζος
ρόζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρόζος
ρόζων	noun	γενική πληθυντικού του ρόζος
ρόιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόιδο
ρόιδι	noun	άλλη μορφή του ρόδι
ρόιδια	=	ρόιδι
ρόιδο	noun	το ρόδι
ρόιδου	noun	γενική ενικού του ρόιδο
ρόιδων	noun	γενική πληθυντικού του ρόιδο
ρόκα	noun	ράβδος στην οποία τοποθετούταν μαλλί για γνέσιμο
ρόκας	=	ρόκα
ρόκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόκα
ρόκολε	=	ρόκολος
ρόκολο	=	ρόκολος
ρόκολοι	=	ρόκολος
ρόκολος	noun	νεαρός
ρόκολου	=	ρόκολος
ρόκολους	=	ρόκολος
ρόκολων	=	ρόκολος
ρόλε	noun	κλητική ενικού του ρόλος
ρόλεϊ	noun	το μπικουτί
ρόλο	noun	αιτιατική ενικού του ρόλος
ρόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόλος
ρόλος	noun	ο χαρακτήρας, το πρόσωπο που υποδύεται ένας ηθοποιός και το τμήμα του κειμένου θεατρικού έργου ή κινηματογραφικού σεναρίου που αντιστοιχεί στο χαρακτήρα αυτό
ρόλου	noun	γενική ενικού του ρόλος
ρόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρόλος
ρόλων	noun	γενική πληθυντικού του ρόλος
ρόμβε	noun	κλητική ενικού του ρόμβος
ρόμβο	noun	αιτιατική ενικού του ρόμβος
ρόμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόμβος
ρόμβος	noun	επίπεδο παραλληλόγραμμο σχήμα στο οποίο όλες οι πλευρές είναι ίσες
ρόμβου	noun	γενική ενικού του ρόμβος
ρόμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρόμβος
ρόμβων	noun	γενική πληθυντικού του ρόμβος
ρόμπα	noun	πρόχειρο μακρύ ρούχο που κουμπώνει ή δένει μπροστά, συνήθως γυναικείο
ρόμπας	noun	γενική ενικού του ρόμπα
ρόμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόμπα
ρόνια	noun	μονάδα μέτρησης του σκορ στο κρίκετ
ρόπαλα	=	ρόπαλο
ρόπαλο	noun	χοντρό ραβδί, με πιο πλατύ το ένα άκρο, που χρησιμοποιείται συνήθως σε επιθετικές ενέργειες
ρόπαλου	=	ρόπαλο
ρόπαλων	=	ρόπαλο
ρόπτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόπτρο
ρόπτρο	noun	μεταλλικό αντικείμενο σε διάφορα σχέδια, το οποίο κρέμεται στην εξώπορτα των σπιτιών και οι επισκέπτες το χτυπούν αντί για κουδούνι
ρόπτρου	noun	γενική ενικού του ρόπτρο
ρόπτρων	noun	γενική πληθυντικού του ρόπτρο
ρόστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόστο
ρόστερ	noun	έμψυχο δυναμικό ομάδας, συνήθως αθλητικής
ρόστο	noun	κομμάτι κρέας μαγειρεμένο ολόκληρο
ρόστου	noun	γενική ενικού του ρόστο
ρόστων	noun	γενική πληθυντικού του ρόστο
ρότα	noun	η πορεία του πλοίου, γραμμή πλεύσης
ρότας	=	ρότα
ρότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρότα
ρότορα	=	ρότορας
ρότορας	noun	το τμήμα μιας συσκευής ή (ηλεκτρικής) μηχανής που στρέφεται, που γυρίζει
ρότορες	=	ρότορας
ρόφει	=	ροφώ
ρόφημα	noun	ζεστό υγρό, όπως καφές, γάλα, σοκολάτα, αφέψημα κ.λπ., που σερβίρεται σε κούπα
ρόφησα	=	ροφώ
ρόφησαν	=	ροφώ
ρόφησε	=	ροφώ
ρόφησες	=	ροφώ
ρόφηση	noun|archaic	άλλη μορφή του ρούφηγμα / ρουφηξιά
ρόφησης	=	ρόφηση
ρόχαλα	=	ρόχαλο
ρόχαλο	noun|rare	το φλέγμα, η ροχάλα
ρόχαλου	=	ρόχαλο
ρόχθε	noun	κλητική ενικού του ρόχθος
ρόχθο	noun	αιτιατική ενικού του ρόχθος
ρόχθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόχθος
ρόχθος	noun|formal	ο θορυβώδης ήχος των κυμάτων της θάλασσας ή καταρράκτη
ρόχθου	noun	γενική ενικού του ρόχθος
ρόχθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρόχθος
ρόχθων	noun	γενική πληθυντικού του ρόχθος
ρύαξ	noun	το ρυάκι (βλέπε λέξη)
ρύγχη	=	ρύγχος
ρύγχος	noun	το εμπρόσθιο τμήμα από το κεφάλι κάποιων ζώων, που προεξέχει και περιλαμβάνει το στόμα και τη μύτη
ρύγχους	=	ρύγχος
ρύζι	noun	φυτό που ανήκει στα δημητριακά, είδους Oryza sativa της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae)
ρύζια	=	ρύζι
ρύθμιζα	=	ρυθμίζω
ρύθμιζαν	=	ρυθμίζω
ρύθμιζε	=	ρυθμίζω
ρύθμιζες	=	ρυθμίζω
ρύθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
ρύθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
ρύθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
ρύθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυθμίζω
ρύθμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω
ρύθμισης	noun	γενική ενικού του ρύθμιση
ρύμες	=	ρύμη
ρύμη	noun	ορμή, φορά
ρύμης	=	ρύμη
ρύπαινα	=	ρυπαίνω
ρύπαιναν	=	ρυπαίνω
ρύπαινε	=	ρυπαίνω
ρύπαινες	=	ρυπαίνω
ρύπανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνω
ρύπαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνω
ρύπανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνω
ρύπανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρυπαίνω
ρύπανση	noun	η μόλυνση, το αποτέλεσμα του ρυπαίνω
ρύπανσης	noun	γενική ενικού του ρύπανση
ρύπε	noun	κλητική ενικού του ρύπος
ρύπο	noun	αιτιατική ενικού του ρύπος
ρύποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρύπος
ρύπος	noun	βρομιά
ρύπου	noun	γενική ενικού του ρύπος
ρύπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ρύπος
ρύπων	noun	γενική πληθυντικού του ρύπος
ρύσεις	=	ρύση
ρύσεων	=	ρύση
ρύση	noun|archaic	ροή
ρύσης	=	ρύση
ρώγα	noun	ο μικρός σε μέγεθος σφαιρικός καρπός του τσαμπιού ενός σταφυλιού
ρώγας	noun	γενική ενικού του ρώγα
ρώγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρώγα
ρώθων	noun|archaic	ο ρώθωνας, το ρουθούνι
ρώθωνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ρώθωνας
ρώθωνας	noun|formal	το ρουθούνι
ρώθωνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρώθωνας
ρώθωνος	noun	γενική ενικού του ρώθων
ρώμη	noun	δύναμη του σώματος
ρώμης	=	ρώμη
ρώμι	noun|dated	ρούμι
ρώομαι	verb	ορμώ
ρώσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ρώσικος
ρώσικε	adj	κλητική ενικού του ρώσικος
ρώσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρώσικη
ρώσικη	=	ρώσικος
ρώσικης	adj	γενική ενικού του ρώσικη
ρώσικο	adj	αιτιατική ενικού του ρώσικος
ρώσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρώσικος
ρώσικος	adj	ρωσικός
ρώσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρώσικος
ρώσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρώσικος
ρώσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρώσικος
ρώσσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρώσσικο
ρώσσικε	adj	κλητική ενικού του ρώσσικος
ρώσσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρώσσικη
ρώσσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρώσσικος
ρώσσικης	adj	γενική ενικού του ρώσσικη
ρώσσικο	adj	αιτιατική ενικού του ρώσσικος
ρώσσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρώσσικος
ρώσσικος	adj	άλλη γραφή του ρώσικος
ρώσσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ρώσσικος
ρώσσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ρώσσικος
ρώσσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ρώσσικος
ρώτα	=	ρωτώ
ρώταγε	=	ρωτώ
ρώτημα	noun	άλλη μορφή του ερώτημα
ρώτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ
ρώτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ
ρώτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ
ρώτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ρωτώ
σάβανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάβανο
σάβανο	noun	άσπρο ύφασμα για την κάλυψη του νεκρού αμέσως μετά το θάνατό του
σάβανου	noun	γενική ενικού του σάβανο
σάβανων	noun	γενική πληθυντικού του σάβανο
σάγια	noun|dated	άλλη μορφή του σαγιάκι
σάγιας	=	σάγια
σάγιες	=	σάγια
σάγιζα	=	σαγίζω
σάγιζαν	=	σαγίζω
σάγιζε	=	σαγίζω
σάγιζες	=	σαγίζω
σάγισα	=	σαγίζω
σάγισαν	=	σαγίζω
σάγισε	=	σαγίζω
σάγισες	=	σαγίζω
σάγισμα	noun	ύφασμα, συνήθως χοντρό, που το έβαζαν ανάμεσα στο σαμάρι και στη πλάτη του Ζώου.
σάγμα	noun	ξύλινο συνήθως εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριού ή μουλαριού ώστε να φορτωθεί πάνω σ' αυτό ένα φορτίο
σάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάγμα
σάγματος	noun	γενική ενικού του σάγμα
σάγουλα	noun	λεπτό σχετικά σχοινί με το οποίο τυλίγεται το ιστίο (πανί) μετά την αφαίρεσή του από το κατάρτι για φύλαξη
σάγουλας	=	σάγουλα
σάγουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάγουλα
σάγουλων	=	σάγουλα
σάζι	noun	εφτάχορδο μουσικό όργανο διαφόρων χωρών της ανατολικής Μεσογείου, με αχλαδόσχημο ηχείο και λεπτό μακρύ χέρι
σάζια	=	σάζι
σάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σιάζω
σάιμποργκ	noun	οργανισμός που είναι εν μέρει οργανικός και εν μέρει μηχανικός
σάισμα	noun	χαλί από μαλί γίδας
σάκα	noun	σχολική τσάντα
σάκας	noun	γενική ενικού του σάκα
σάκε	noun	οινοπνευματώδες ιαπωνικό ποτό που παρασκευάζεται από απόσταξη ρυζιού που έχει υποστεί ζύμωση· ρυζόκρασο
σάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάκα
σάκευση	noun|rare	η τοποθέτηση σε σάκους
σάκιαζα	=	σακιάζω
σάκιαζαν	=	σακιάζω
σάκιαζε	=	σακιάζω
σάκιαζες	=	σακιάζω
σάκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σάκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σάκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σάκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σάκιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σακιάζω
σάκκε	=	σάκκος
σάκκο	=	σάκκος
σάκκοι	=	σάκκος
σάκκος	noun	άλλη γραφή του σάκος
σάκκου	=	σάκκος
σάκκους	=	σάκκος
σάκκων	=	σάκκος
σάκο	noun	αιτιατική ενικού του σάκος
σάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σάκος
σάκος	noun	σακί
σάκου	noun	γενική ενικού του σάκος
σάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σάκος
σάκχαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάκχαρο
σάκχαρο	noun	οι υδατάνθρακες
σάκχαρου	=	σάκχαρο
σάκων	noun	γενική πληθυντικού του σάκος
σάλα	noun	μεγάλη αίθουσα
σάλαγε	=	σάλαγος
σάλαγο	noun	αιτιατική ενικού του σάλαγος
σάλαγοι	=	σάλαγος
σάλαγος	noun	οι φωνές που βάζει ο βοσκός όταν θέλει να δώσει οδηγίες σε ένα κοπάδι
σάλαγου	=	σάλαγος
σάλαγους	=	σάλαγος
σάλαγων	=	σάλαγος
σάλας	noun	γενική ενικού του σάλα
σάλε	noun	κλητική ενικού του σάλος
σάλεμα	noun	η ενέργεια του σαλεύω, ελαφριά κίνηση
σάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλα
σάλευα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του σαλεύω
σάλευαν	=	σαλεύω
σάλευγα	=	σαλεύγω
σάλευε	=	σαλεύω
σάλευες	=	σαλεύω
σάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σάλεψε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του σαλεύω
σάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σάλι	noun	γυναικείο ρούχο, μάλλινο συνήθως κομμάτι ύφασμα που σκεπάζει τους ώμους και την πλάτη
σάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλιο
σάλιαγκα	=	σάλιαγκας
σάλιαγκας	noun	ταυτόσημο με το σαλιγκάρι
σάλιαγκες	=	σάλιαγκας
σάλιαζα	=	σαλιάζω
σάλιαζαν	=	σαλιάζω
σάλιαζε	=	σαλιάζω
σάλιαζες	=	σαλιάζω
σάλιασα	=	σαλιάζω
σάλιασαν	=	σαλιάζω
σάλιασε	=	σαλιάζω
σάλιασες	=	σαλιάζω
σάλιο	noun	σωματικό υγρό που εκκρίνεται στο στόμα από τους σιελογόνους αδένες και βοηθά στην πέψη των τροφών
σάλιου	noun	γενική ενικού του σάλιο
σάλιωμα	noun	το αποτέλεσμα του σαλιώνω
σάλιων	noun	γενική πληθυντικού του σάλιο
σάλιωνα	=	σαλιώνω
σάλιωναν	=	σαλιώνω
σάλιωνε	=	σαλιώνω
σάλιωνες	=	σαλιώνω
σάλιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σάλιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σάλιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σάλιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σάλο	noun	αιτιατική ενικού του σάλος
σάλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σάλος
σάλος	noun	ισχυρός κυματισμός της θάλασσας
σάλου	noun	γενική ενικού του σάλος
σάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σάλος
σάλπαρα	=	σαλπάρω
σάλπαραν	=	σαλπάρω
σάλπαρε	=	σαλπάρω
σάλπαρες	=	σαλπάρω
σάλπες	=	σάλπη
σάλπη	noun	είδος ψαριού (Sarpa salpa) που συγγενεύει με τη γόπα
σάλπης	=	σάλπη
σάλπιγγα	noun	πνευστό όργανο της οικογένειας των χάλκινων που μοιάζει με απλή τρομπέτα χωρίς βαλβίδες ή τρύπες.
σάλπιγγας	noun	γενική ενικού του σάλπιγγα
σάλπιγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλπιγγα
σάλπιγγος	=	σάλπιγγα
σάλπιζα	=	σαλπίζω
σάλπιζαν	=	σαλπίζω
σάλπιζε	=	σαλπίζω
σάλπιζες	=	σαλπίζω
σάλπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σάλπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σάλπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σάλπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σάλπισμα	noun	η ενέργεια του σαλπίζω
σάλσα	noun	χορός λατιν
σάλτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλτο
σάλταρα	=	σαλτάρω
σάλταραν	=	σαλτάρω
σάλταρε	=	σαλτάρω
σάλταρες	=	σαλτάρω
σάλτο	noun	το άλμα (συνήθως προς τα πάνω), το πήδημα
σάλτου	noun	γενική ενικού του σάλτο
σάλτσα	noun	παχύρρευστο μαγειρικό παρασκεύασμα από λάδι, ντομάτα ή κρέμα γάλακτος και άλλα υλικά που περιχύνεται πάνω από φαγητό
σάλτσας	noun	γενική ενικού του σάλτσα
σάλτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλτσα
σάλτων	noun	γενική πληθυντικού του σάλτο
σάλων	noun	γενική πληθυντικού του σάλος
σάμαλι	noun	είδος γλυκίσματος από σιμιγδάλι και γιαούρτι, που περιχύνεται με σιρόπι
σάματι	adv	μήπως (εισάγει ευθείες ερωτήσεις στις οποίες αναμένεται αρνητική απάντηση)
σάματις	adv|vulgar	άλλη μορφή του σάματι
σάμισεν	noun	ιαπωνικό λαούτο χωρίς τάστα, με τρεις χορδές
σάμπα	noun	χορός της Βραζιλίας, συνδεδεμένος με το καρναβάλι
σάμπας	=	σάμπα
σάμπες	=	σάμπα
σάμπως	adv	μήπως
σάνκιμ	adv	δήθεν
σάνταλα	=	σάνταλο
σάνταλο	noun	το σανδάλι
σάνταλου	=	σάνταλο
σάνταλων	=	σάνταλο
σάντολος	noun	νονός
σάντουιτς	noun	γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα κομμάτι από ψωμί ή ολόκληρο ψωμάκι ανοιγμένο στη μέση και περιέχει διάφορα συστατικά όπως αλλαντικά, κρέατα, λαχανικά κλπ
σάντουϊτς	=	σάντουιτς
σάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σάζω
σάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σάζω
σάουνα	noun	λουτρό θερμότητας μέσα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο που ακολουθείται από ψυχρό λουτρό και προσφέρει χαλάρωση και αναζωογόνηση
σάουνας	noun	γενική ενικού του σάουνα
σάουνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάουνα
σάουνων	=	σάουνα
σάπια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σάπιος
σάπιας	adj	γενική ενικού του σάπια
σάπιε	adj	κλητική ενικού του σάπιος
σάπιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάπια
σάπιζα	=	σαπίζω
σάπιζαν	=	σαπίζω
σάπιζε	=	σαπίζω
σάπιζες	=	σαπίζω
σάπιια	=	σάπιος
σάπιιο	=	σάπιος
σάπιο	adj	αιτιατική ενικού του σάπιος
σάπιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σάπιος
σάπιος	adj	που έχει αποσυντεθεί
σάπιου	adj	γενική ενικού του σάπιος
σάπιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σάπιος
σάπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σάπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σάπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σάπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σάπισμα	noun	το αποτέλεσμα του σαπίζω
σάπιων	adj	γενική πληθυντικού του σάπιος
σάπφειρε	noun	κλητική ενικού του σάπφειρος
σάπφειρο	noun	αιτιατική ενικού του σάπφειρος
σάπφειροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σάπφειρος
σάπφειρος	noun	το ζαφείρι
σάπφειρου	=	σάπφειρος
σάπων	noun|formal	το σαπούνι
σάπωνα	=	σάπων
σάπωνας	=	σάπων
σάπωνες	=	σάπων
σάπωνος	=	σάπων
σάρα	noun	οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο
σάρακας	noun	το σαράκι
σάρας	noun	γενική ενικού του σάρα
σάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρα
σάρισα	noun	μακρύ κοντάρι με το οποίο ήταν οπλισμένοι οι άντρες της αρχαίας μακεδονικής φάλαγγας
σάρισας	noun	γενική ενικού του σάρισα
σάρισες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρισα
σάρισμα	noun	το σκούπισμα
σάρκα	noun	το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά
σάρκαζα	=	σαρκάζω
σάρκαζαν	=	σαρκάζω
σάρκαζε	=	σαρκάζω
σάρκαζες	=	σαρκάζω
σάρκας	noun	γενική ενικού του σάρκα
σάρκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σάρκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σάρκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σάρκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σάρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρκα
σάρκινα	=	σάρκινος
σάρκινε	=	σάρκινος
σάρκινες	=	σάρκινος
σάρκινη	=	σάρκινος
σάρκινης	=	σάρκινος
σάρκινο	=	σάρκινος
σάρκινοι	=	σάρκινος
σάρκινος	adj	που αποτελείται από σάρκα ή αναφέρεται σε αυτήν
σάρκινου	=	σάρκινος
σάρκινους	=	σάρκινος
σάρκινων	=	σάρκινος
σάρκωμα	noun	είδος κακοήθους όγκου
σάρκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σάρκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σάρκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σάρκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σάρκωση	noun	το αποτέλεσμα του σαρκώνω
σάρκωσης	noun	γενική ενικού του σάρκωση
σάρπα	noun	μορφή του εσάρπα
σάρπας	noun	γενική ενικού του σάρπα
σάρπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρπα
σάρσεν	noun	είδος πυριτιωμένου ασβεστόλιθου συχνά με τη μορφή ογκόλιθου, πυριτιωμένος ογκόλιθος ψαμμίτη του είδους που εμφανίζεται στον "Λιθοστρατογραφικό Σχηματισμό Κιμωλίας της Νότιας Αγγλίας"
σάρωθρα	=	σάρωθρο
σάρωθρο	noun	η σκούπα (συνήθως η φτιαγμένη από κλαδιά).
σάρωθρου	=	σάρωθρο
σάρωμα	noun	το αποτέλεσμα του σαρώνω
σάρωνα	=	σαρώνω
σάρωναν	=	σαρώνω
σάρωνε	=	σαρώνω
σάρωνες	=	σαρώνω
σάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σάρωση	noun	σκούπισμα
σάρωσης	noun	γενική ενικού του σάρωση
σάστιζα	=	σαστίζω
σάστιζαν	=	σαστίζω
σάστιζε	=	σαστίζω
σάστιζες	=	σαστίζω
σάστισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σάστισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σάστισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σάστισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σάστισμα	noun	το αποτέλεσμα του σαστίζω
σάτζιη	noun	κυρτό μεταλλικό σκεύος, το οποίο θερμαίνεται με φωτιά από το κοίλο μέρος, ενώ πάνω του, στο κυρτό του μέρος ψήνονται πίτες
σάτινα	noun	μηχανή που χρησιμοποιείται για στίλβωση (ιδίως χαρτιού)
σάτινας	noun	γενική ενικού του σάτινα
σάτινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάτινα
σάτιρα	noun	είδος της λατινικής ποίησης με ποικίλο (satur) αρχικά δραματικό και εν συνεχεία διδακτικό και συνήθως σατιρικό, σκωπτικό ή χλευαστικό περιεχόμενο.
σάτιρας	noun	γενική ενικού του σάτιρα
σάτιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάτιρα
σάτυρε	noun	κλητική ενικού του σάτυρος
σάτυρο	noun	αιτιατική ενικού του σάτυρος
σάτυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σάτυρος
σάτυρος	noun	ακόλουθος του Διονύσου· απεικονίζεται συχνά με πόδια και ουρά τράγου, μυτερά αφτιά και σε στύση
σάτυρου	noun	γενική ενικού του σάτυρος
σάτυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σάτυρος
σάτυρων	noun	γενική πληθυντικού του σάτυρος
σάχη	=	σάχης
σάχηδες	=	σάχης
σάχηδων	=	σάχης
σάχης	noun	ο τίτλος που είχε ο βασιλιάς της Περσίας
σάχλα	noun	η σαχλαμάρα
σάχλας	noun	που είναι σαχλός, που κάνει και λέει σαχλαμάρες, που δεν είναι σοβαρός άνθρωπος
σάχλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάχλα
σάχλιαζα	=	σαχλιάζω
σάχλιαζαν	=	σαχλιάζω
σάχλιαζε	=	σαχλιάζω
σάχλιαζες	=	σαχλιάζω
σάχλιασα	=	σαχλιάζω
σάχλιασαν	=	σαχλιάζω
σάχλιασε	=	σαχλιάζω
σάχλιασες	=	σαχλιάζω
σάψαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάψαλο
σάψαλο	noun	αδύναμος, πολύ γερασμένος, το χούφταλο
σάψαλου	noun	γενική ενικού του σάψαλο
σάψαλων	noun	γενική πληθυντικού του σάψαλο
σέβας	noun	ο σεβασμός (ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους μεγαλύτερους σε ηλικία ή με ανώτερη θέση)
σέβεσαι	verb	β΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος σέβομαι
σέβεστε	=	σέβομαι
σέβεται	=	σέβομαι
σέβη	=	σέβας
σέβομαι	verb	νιώθω ή δείχνω σεβασμό για κάποιον ή κάτι
σέβονται	=	σέβομαι
σέβονταν	=	σέβομαι
σέβου	=	σέβομαι
σέγα	noun	μηχανικό ή χειροκίνητο πριόνι, φορητό ή σταθερό, με λεπτή λάμα για κοπή σχημάτων ή σχεδίων σε επιφάνειες (κατά κανόνα ξύλινες)
σέγας	noun	γενική ενικού του σέγα
σέγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέγα
σέικερ	noun	δοχείο με ασφαλές καπάκι για ανάδευση με το χέρι (σχεδόν πάντα βιδωτό, κάποιες φορές κουμπωτό-βιδωτό)
σέκα	=	σέκος
σέκας	=	σέκος
σέκε	=	σέκος
σέκες	=	σέκος
σέκι	noun	μικρος ξύλινος κουβάς που χρησίμευε ως μονάδα βάρους και χωρούσε 8 οκάδες -το χρησιμοποιούσαν συχνά π.χ. στα λιμάνια για να μετράνε το κρασί προτού το ρίξουν στο τουλούμι για να το μεταφέρουν στα καράβια
σέκο	=	σέκος
σέκοι	=	σέκος
σέκος	adj|figurative	ξερός, που έχασε τις αισθήσεις του
σέκου	=	σέκος
σέκους	=	σέκος
σέκτα	noun	θρησκευτική ή πολιτική ομάδα που χαρακτηρίζεται από δογματικές αντιλήψεις
σέκτας	noun	γενική ενικού του σέκτα
σέκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέκτα
σέκων	=	σέκος
σέλα	noun	εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης
σέλαα	=	σέλας
σέλαος	=	σέλας
σέλας	noun	έντονη φεγγοβολή
σέλατα	=	σέλας
σέλατος	=	σέλας
σέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέλα
σέλινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέλινο
σέλινο	noun	το φυτό Apium graveolens, που χρησιμοποιείται ως μυρωδικό στη μαγειρική
σέλινου	noun	γενική ενικού του σέλινο
σέλινων	noun	γενική πληθυντικού του σέλινο
σέλλα	noun	παρωχημένη γραφή του σέλα
σέλλας	noun	γενική ενικού του σέλλα
σέλλες	=	σέλλα
σέλμα	noun	ο πάγκος των κωπηλατών
σέλματα	=	σέλμα
σέλματος	=	σέλμα
σέλφι	noun	η φωτογραφία που βγάζει κάποιος τον εαυτό του, πολλές φορές μέσα από έναν καθρέφτη, με το κινητό του ή άλλη φωτογραφική μηχανή
σέλωμα	noun	η τοποθέτηση σέλας πάνω σε ζώο
σέλωνα	=	σελώνω
σέλωναν	=	σελώνω
σέλωνε	=	σελώνω
σέλωνες	=	σελώνω
σέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σέμνωμα	noun|formal	καύχημα, καμάρι
σέμπολα	=	σέμπολας
σέμπολας	noun	το σαλιγκάρι
σέμπολες	=	σέμπολας
σέμπρο	=	σέμπρος
σέμπροι	=	σέμπρος
σέμπρος	noun	αυτός που κατόπιν συμφωνίας καλλιεργεί ένα κτήμα που ανήκει σε άλλον κρατώντας για τον εαυτό του μέρος από την σοδειά
σέμπρου	=	σέμπρος
σέμπρους	=	σέμπρος
σέμπρων	=	σέμπρος
σένα	=	τα
σένζος	=	σέντζος
σένια	=	σένιος
σένιας	=	σένιος
σένιε	=	σένιος
σένιες	=	σένιος
σένιο	=	σένιος
σένιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σένιος
σένιος	adj	ο καθαρός, ο κομψός, ο καλοντυμένος, ο νοικοκυρεμένος
σένιου	=	σένιος
σένιους	=	σένιος
σένιων	=	σένιος
σένσος	=	σέντζος
σέντζον	=	σέντζος
σέντζος	noun|dated	θρόνος
σέντια	noun|dated	φορητό κάθισμα με κουβούκλιο για μεταφορά ανθρώπου, πάνω σε οριζόντιες δοκούς που τους κρατούσαν βαστάζοι
σέντιας	=	σέντια
σέντιες	=	σέντια
σέντρα	noun	ψηλοκρεμαστή πάσα σε συμπαίκτη συνήθως κοντά στην περιοχή των αντιπάλων
σέντρας	noun	γενική ενικού του σέντρα
σέντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέντρα
σέντσι	noun	άλλη μορφή του σεντ
σέξι	adj	σεξουαλικός, ελκυστικός σεξουαλικά
σέξτινγκ	noun	αποστολή, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή κινητού τηλεφώνου, αισθησιακών μηνυμάτων, άσεμνων φωτογραφιών ή βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου
σέπαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέπαλο
σέπαλο	noun	το φύλλο του κάλυκα που προστατεύει το άνθος
σέπαλον	noun	το σέπαλο, πέταλο λουλουδιού
σέπαλου	noun	γενική ενικού του σέπαλο
σέπαλων	noun	γενική πληθυντικού του σέπαλο
σέπια	noun	είδος σκουρόχρωμου μελανιού που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική
σέπιας	noun	γενική ενικού του σέπια
σέπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέπια
σέπομαι	verb|vulgar	άλλη μορφή του σήπομαι
σέρα	noun	θερμοκήπιο
σέρας	noun	γενική ενικού του σέρα
σέρβερ	noun	ο διακομιστής
σέρβικα	noun	η σέρβικη γλώσσα (καθαρεύουσα: σερβική)
σέρβικε	adj	κλητική ενικού του σέρβικος
σέρβικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέρβικη
σέρβικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σέρβικος
σέρβικης	adj	γενική ενικού του σέρβικη
σέρβικο	adj	αιτιατική ενικού του σέρβικος
σέρβικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σέρβικος
σέρβικος	adj	σχετικός με τη Σερβία και τους Σέρβους
σέρβικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σέρβικος
σέρβικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σέρβικος
σέρβικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σέρβικος
σέρβιρα	=	σερβίρω
σέρβιραν	=	σερβίρω
σέρβιρε	=	σερβίρω
σέρβιρες	=	σερβίρω
σέρβις	noun	ο έλεγχος σε τακτά χρονικά διαστήματα για την καλή λειτουργία ενός μηχανήματος που περιλαμβάνει την αντικατάσταση φθαρμένων εξαρτημάτων και την αποκατάσταση βλαβών
σέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέρα
σέρι	noun	απλοποιημένη γραφή του σέρρυ
σέρναμε	=	σέρνω
σέρναν	=	σέρνω
σέρνανε	=	σέρνω
σέρνατε	=	σέρνω
σέρνε	=	σέρνω
σέρνει	=	σέρνω
σέρνεις	=	σέρνω
σέρνεσαι	=	σέρνω
σέρνεστε	=	σέρνω
σέρνεται	=	σέρνω
σέρνετε	=	σέρνω
σέρνομαι	verb	έρπω
σέρνομε	=	σέρνω
σέρνονται	=	σέρνω
σέρνονταν	=	σέρνω
σέρνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σέρνω
σέρνουμε	=	σέρνω
σέρνουν	=	σέρνω
σέρνουνε	=	σέρνω
σέρνω	verb	τραβάω πίσω μου, όπως κινούμαι, κάποιον ή κάτι
σέρτη	=	σέρτης
σέρτηδες	=	σέρτης
σέρτηδων	=	σέρτης
σέρτης	noun	άνθρωπος οργίλος και εκδικητικός
σέρτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέρτικο
σέρτικε	adj	κλητική ενικού του σέρτικος
σέρτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέρτικη
σέρτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σέρτικος
σέρτικης	adj	γενική ενικού του σέρτικη
σέρτικο	adj	αιτιατική ενικού του σέρτικος
σέρτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σέρτικος
σέρτικος	adj	βαρύς, δυνατός, αψύς, οξύθυμος
σέρτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σέρτικος
σέρτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σέρτικος
σέρτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σέρτικος
σέρτισσας	noun	γενική ενικού του σέρτισσα
σέρτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέρτισσα
σέρφερ	noun	αθλητής (ή γενικότερα ερασιτέχνης) τού σέρφινγκ
σέρφιγκ	noun	άλλη γραφή του σέρφινγκ
σέρφινγκ	noun	άθλημα κατά το οποίο ο σέρφερ ισορροπεί πάνω σε μία ειδική σανίδα και κινείται εκμεταλλευόμενος τη δύναμη των κυμάτων
σέσκλο	noun	άλλη μορφή του σέσκουλο
σέσκουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέσκουλο
σέσκουλο	noun	του είδους Beta vulgaris
σέσκουλου	noun	γενική ενικού του σέσκουλο
σέσκουλων	noun	γενική πληθυντικού του σέσκουλο
σέσουλα	noun	μικρό φτυαράκι, πλαστικό ή μεταλλικό, που χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως στα καταστήματα εμπορίας ξηρών καρπών, καφεκοπτεία, αποθήκες μπαχαρικών, ζωοτροφών κ.λπ. και που παλιότερα συνηθιζόταν στα μπακάλικα στη πώληση οσπρίων, αλεύρων ζάχαρης κ.λπ. από τα διακινούμενα τότε χύμα σε τσουβάλια
σέσουλας	noun	γενική ενικού του σέσουλα
σέσουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέσουλα
σέτερ	noun	ράτσα κυνηγόσκυλων
σέτζος	=	σέντζος
σέχτα	noun	άλλη μορφή του σέκτα
σέχτας	noun	γενική ενικού του σέχτα
σέχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέχτα
σήκω	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σήκωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σηκώνω
σήκωνα	=	σηκώνω
σήκωναν	=	σηκώνω
σήκωνε	=	σηκώνω
σήκωνες	=	σηκώνω
σήκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σήκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σήκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σήκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σήκωση	noun	εορταστική συνάθροιση
σήκωσης	=	σήκωση
σήμα	noun	σχήμα ή άλλη οπτική ή ηχητική μέθοδος για την προβολή/εκπομπή ενός κωδικοποιημένου μηνύματος
σήμαινα	=	σημαίνω
σήμαιναν	=	σημαίνω
σήμαινε	=	σημαίνω
σήμαινες	=	σημαίνω
σήμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σήμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σήμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σήμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σήμανση	noun	η εγγραφή ή επικόλληση σε έντυπο, προϊόν, συσκευασία κλπ ή γενικότερα η τοποθέτηση σε κάποιο σημείο ειδικού σήματος
σήμανσης	noun	γενική ενικού του σήμανση
σήμαντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήμαντρο
σήμαντρο	noun	μεταλλική ή ξύλινη πλάκα που χρησιμοποιείται σαν κρουστό μουσικό όργανο σε μοναστήρια χτυπώντας ρυθμικά με σφυρί, σημαίνοντας την έναρξη λειτουργίας
σήμαντρου	noun	γενική ενικού του σήμαντρο
σήμαντρων	noun	γενική πληθυντικού του σήμαντρο
σήμαρμα	noun	μουσικό όργανο
σήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήμα
σήματος	noun	γενική ενικού του σήμα
σήμερα	adv	αυτήν την ημέρα, την ημέρα που βρίσκεται αυτός που μιλάει	noun	το παρόν, η σύγχρονη εποχή
σήπομαι	verb|formal	σαπίζω
σήραγγα	noun	υπόγειος δρόμος ή διάβαση που επιτρέπει να διασχίσει κανείς ένα βουνό, έναν λόφο ή ακόμα να περάσει κάτω από ένα ποτάμι
σήραγγας	=	σήραγγα
σήραγγες	=	σήραγγα
σήριαλ	noun	άλλη μορφή του σίριαλ
σήτα	noun	η κατασκευή με λεπτό πλέγμα, που χρησιμοποιείται για το κοσκίνισμα (αλευριού, χώματος κ.ά.)
σήτας	noun	γενική ενικού του σήτα
σήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήτα
σήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήψη
σήψεων	noun	γενική πληθυντικού του σήψη
σήψεως	noun|formal	γενική ενικού του σήψη
σήψη	noun	η οργανική αποσύνθεση
σήψης	noun	γενική ενικού του σήψη
σία	intj	ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους
σίαλε	noun	κλητική ενικού του σίαλος
σίαλο	noun	αιτιατική ενικού του σίαλος
σίαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίαλος
σίαλος	=	σίελος
σίβυλλα	noun	αινιγματικό πρόσωπο
σίγα	verb|dated	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του σιγώ, μορφή του σίγησε
σίγαζα	=	σιγάζω
σίγαζαν	=	σιγάζω
σίγαζε	=	σιγάζω
σίγαζες	=	σιγάζω
σίγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σίγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σίγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σίγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σίγαση	noun	σιωπή, ηρεμία, παύση ήχου, καταλάγιασμα
σίγασης	noun	γενική ενικού του σίγαση
σίγασις	noun	λόγια μορφή του σίγαση
σίγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σίγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σίγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σίγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σίγηση	noun	η ενέργεια του σιγώ
σίγησης	noun	γενική ενικού του σίγηση
σίγησις	noun	η ενέργεια του σιγώ
σίγλος	=	σίκλος
σίγμα	noun	το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (σ, κεφαλαίο: Σ και τελικό: ς)
σίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίγμα
σίγματος	noun	γενική ενικού του σίγμα
σίγουρα	adv	με σιγουριά, με βεβαιότητα
σίγουρε	adj	κλητική ενικού του σίγουρος
σίγουρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίγουρη
σίγουρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σίγουρος
σίγουρης	adj	γενική ενικού του σίγουρη
σίγουρο	adj	αιτιατική ενικού του σίγουρος
σίγουροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίγουρος
σίγουρος	adj	που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχίας
σίγουρου	adj	γενική ενικού του σίγουρος
σίγουρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σίγουρος
σίγουρων	adj	γενική πληθυντικού του σίγουρος
σίδερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίδερο
σίδερο	noun	σκληρό μέταλλο που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα
σίδερου	noun	γενική ενικού του σίδερο
σίδερων	noun	γενική πληθυντικού του σίδερο
σίδηρε	noun	κλητική ενικού του σίδηρος
σίδηρο	noun	αιτιατική ενικού του σίδηρος
σίδηροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίδηρος
σίδηρος	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 26 και χημικό σύμβολο το Fe
σίδηρου	=	σίδηρος
σίδηρους	=	σίδηρος
σίδηρων	=	σίδηρος
σίελε	=	σίελος
σίελο	=	σίελος
σίελοι	=	σίελος
σίελος	noun|formal	το σάλιο
σίζω	verb|formal	συρίζω, βγάζω συριστικό ήχο
σίκαλη	noun	ποώδες φυτό (επιστημονική ονομασία Secale cereale), δημητριακό που μοιάζει με το σιτάρι αλλά που είναι πιο ανεκτικό σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες όπως η ξηρασία· από τη σίκαλη παράγεται αλεύρι, και χρησιμοποιείται επίσης στην παρασκευή μερικών ειδών μπύρας
σίκαλης	=	σίκαλη
σίκλα	noun	ο κουβάς
σίκλος	noun|dated	κουβάς
σίκουελ	noun	κινηματογραφικό, θεατρικό, λογοτεχνικό, τηλεοπτικό, μουσικό ή άλλο έργο που συνεχίζει την ιστορία κάποιου προηγούμενου και την επεκτείνει
σίκυς	noun	καρπουζιά
σίλφες	=	σίλφη
σίλφη	noun|archaic	που ανήκει στο ταξινομικό γένος Σίλφη (οικογένεια: Σιλφίδες)
σίλφης	=	σίλφη
σίλφια	=	σίλφιο
σίλφιο	noun	αρχαίο φυτό, που χρησιμοποιούνταν ως καρύκευμα και ως φάρμακο και σήμερα έχει εξαφανιστεί
σίλφιου	=	σίλφιο
σίλφιων	=	σίλφιο
σίμες	=	σίμη
σίμη	noun	διακοσμητική ταινία με φυτικά μοτίβα σε ανάγλυφη ή γραπτή μορφή στη στέψη ενός τοίχου ή την οροφή ενός ναού
σίμης	noun	γενική ενικού του σίμη
σίμωμα	noun|vulgar	πλησίασμα, προσέγγιση
σίμωνα	=	σιμώνω
σίμωναν	=	σιμώνω
σίμωνε	=	σιμώνω
σίμωνες	=	σιμώνω
σίμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σίμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σίμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σίμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σίντο	noun	πολυθεϊστική θρησκεία της Ιαπωνίας
σίξα	adv	ίσια, ευθεία
σίολ	noun	ο εβραϊκός Άδης, ο Κάτω Κόσμος των νεκρών ως αποτρόπαιος τόπος
σίριαλ	noun	σειρά εκπομπών ή επεισοδίων στην τηλεόραση
σίτα	noun	άλλη γραφή του σήτα
σίταρκες	=	σιτάρκης
σίτας	=	σίτα
σίτε	noun	κλητική ενικού του σίτος
σίτεμα	noun	το αποτέλεσμα του σιτεύω
σίτες	=	σίτα
σίτευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιτεύω
σίτευσης	=	σίτευση
σίτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σίτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σίτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σίτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σίτιζα	=	σιτίζω
σίτιζαν	=	σιτίζω
σίτιζε	=	σιτίζω
σίτιζες	=	σιτίζω
σίτινα	=	σίτινος
σίτινε	=	σίτινος
σίτινες	=	σίτινος
σίτινη	=	σίτινος
σίτινης	=	σίτινος
σίτινο	=	σίτινος
σίτινοι	=	σίτινος
σίτινος	adj	άλλη μορφή του σιταρένιος
σίτινου	=	σίτινος
σίτινους	=	σίτινος
σίτινων	=	σίτινος
σίτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σίτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σίτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σίτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σίτιση	noun	η παροχή και η λήψη τροφής
σίτισης	noun	γενική ενικού του σίτιση
σίτο	noun	αιτιατική ενικού του σίτος
σίτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίτος
σίτος	noun|formal	φυτό της οικογένειας των δημητριακών
σίτου	noun	γενική ενικού του σίτος
σίτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σίτος
σίτων	noun	γενική πληθυντικού του σίτος
σίφνια	=	σίφνιος
σίφνιας	=	σίφνιος
σίφνιε	=	σίφνιος
σίφνιες	=	σίφνιος
σίφνιο	=	σίφνιος
σίφνιοι	=	σίφνιος
σίφνιος	adj	που έχει σχέση με τη Σίφνο, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτήν
σίφνιου	=	σίφνιος
σίφνιους	=	σίφνιος
σίφνιων	=	σίφνιος
σίφουνα	=	σίφουνας
σίφουνας	noun	κοινή ονομασία για τον σίφωνα
σίφουνες	=	σίφουνας
σίφωνα	=	σίφωνας
σίφωνας	noun	μια ταχέως περιστρεφόμενη στήλη ανέμου που ξεκινάει από τη βάση τεράστιων καταιγιδοφόρων νεφών, γνωστά ως σωρειτομελανίες, και φτάνει έως το έδαφος
σίφωνες	=	σίφωνας
σίχαμα	noun	πράγμα που προκαλεί αηδία, σιχασιά, κάτι το σιχαμερό
σα	conj	σαν
σαΐνη	=	σαΐνης
σαΐνηδες	=	σαΐνης
σαΐνηδων	=	σαΐνης
σαΐνης	noun	αυτός που είναι σαΐνι, πανέξυπνος
σαΐνι	noun	το γεράκι
σαΐνια	=	σαΐνι
σαΐσματα	=	σάισμα
σαΐσματος	=	σάισμα
σαΐτα	noun	το βέλος
σαΐτας	noun	γενική ενικού του σαΐτα
σαΐτεμα	noun	τραυματισμός από βέλος
σαΐτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαΐτα
σαΐτευα	=	σαϊτεύω
σαΐτευαν	=	σαϊτεύω
σαΐτευε	=	σαϊτεύω
σαΐτευες	=	σαϊτεύω
σαΐτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαΐτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαΐτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαΐτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαΐτών	noun	γενική πληθυντικού του σαΐτα
σαή	=	σαής
σαήδες	=	σαής
σαήδων	=	σαής
σαής	noun|dated	αγγελιοφόρος, ταχυδρόμος
σαβάνα	noun	μεγάλη έκταση με χαμηλή βλάστηση σε περιοχές της τροπική ζώνης
σαβάνας	noun	γενική ενικού του σαβάνα
σαβάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβάνα
σαβάνου	=	σάβανο
σαβάνωμα	noun	η ενέργεια του σαβανώνω
σαβάνων	=	σάβανο
σαβάνωνα	=	σαβανώνω
σαβάνωναν	=	σαβανώνω
σαβάνωνε	=	σαβανώνω
σαβάνωνες	=	σαβανώνω
σαβάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβαγιάρ	noun	είδος μπισκότων που χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική, κυρίως ως βάση παρασκευής γλυκισμάτων
σαβανωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαβάνωμα
σαβανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβανωμένο
σαβανωμένε	verb	κλητική ενικού του σαβανωμένος
σαβανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβανωμένη
σαβανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαβανωμένος
σαβανωμένης	verb	γενική ενικού του σαβανωμένη
σαβανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαβανωμένος
σαβανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαβανωμένος
σαβανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαβανωμένος
σαβανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαβανωμένος
σαβανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαβανωμένος
σαβανωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβανωτής
σαβανωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαβανωτής
σαβανωτής	noun	αυτός που σαβανώνει έναν νεκρό
σαβανωτριών	=	σαβανώτρια
σαβανωτρών	=	σαβανώτρα
σαβανωτών	noun	γενική πληθυντικού του σαβανωτής
σαβανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβάνωμα
σαβανώματος	noun	γενική ενικού του σαβάνωμα
σαβανών	noun	γενική πληθυντικού του σαβάνα
σαβανώναμε	=	σαβανώνω
σαβανώναν	=	σαβανώνω
σαβανώνανε	=	σαβανώνω
σαβανώνατε	=	σαβανώνω
σαβανώνει	=	σαβανώνω
σαβανώνεις	=	σαβανώνω
σαβανώνετε	=	σαβανώνω
σαβανώνοντας	=	σαβανώνω
σαβανώνουμε	=	σαβανώνω
σαβανώνουν	=	σαβανώνω
σαβανώνουνε	=	σαβανώνω
σαβανώνω	verb	φορώ σε νεκρό το νεκρικό του σάβανο
σαβανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσαν	=	σαβανώνω
σαβανώσανε	=	σαβανώνω
σαβανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβανώνω
σαβανώτρα	noun|vulgar	η σαβανώτρια
σαβανώτρας	=	σαβανώτρα
σαβανώτρες	=	σαβανώτρα
σαβανώτρια	noun	αυτή που σαβανώνει έναν νεκρό
σαβανώτριας	=	σαβανώτρια
σαβανώτριες	=	σαβανώτρια
σαβαρέν	noun	είδος γλυκίσματος
σαββατιάτικα	adv	κατά το Σάββατο
σαββατιάτικε	adj	κλητική ενικού του σαββατιάτικος
σαββατιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατιάτικη
σαββατιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαββατιάτικος
σαββατιάτικης	adj	γενική ενικού του σαββατιάτικη
σαββατιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σαββατιάτικος
σαββατιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαββατιάτικος
σαββατιάτικος	adj	που αναφέρεται στο ή συμβαίνει το Σάββατο
σαββατιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαββατιάτικος
σαββατιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαββατιάτικος
σαββατιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαββατιάτικος
σαββατιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατιανό	adv	την ημέρα του Σαββάτου
σαββατιανέ	adj	κλητική ενικού του σαββατιανός
σαββατιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατιανή
σαββατιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαββατιανός
σαββατιανής	adj	γενική ενικού του σαββατιανή
σαββατιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαββατιανός
σαββατιανού	adj	γενική ενικού του σαββατιανός
σαββατιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαββατιανός
σαββατιανό	adj	αιτιατική ενικού του σαββατιανός
σαββατιανός	adj	που αφορά την αργία του Σαββάτου (δες και σαββατιάτικος, που αφορά το Σάββατο)
σαββατιανών	adj	γενική πληθυντικού του σαββατιανός
σαββατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατικό
σαββατικέ	adj	κλητική ενικού του σαββατικός
σαββατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατική
σαββατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαββατικός
σαββατικής	adj	γενική ενικού του σαββατική
σαββατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαββατικός
σαββατικού	adj	γενική ενικού του σαββατικός
σαββατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαββατικός
σαββατικό	adj	αιτιατική ενικού του σαββατικός
σαββατικός	adj	ο ανήκων (αυτός που ανήκει) στο Σάββατο
σαββατικών	adj	γενική πληθυντικού του σαββατικός
σαββατισμέ	noun	κλητική ενικού του σαββατισμός
σαββατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαββατισμός
σαββατισμού	noun	γενική ενικού του σαββατισμός
σαββατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαββατισμός
σαββατισμό	noun	αιτιατική ενικού του σαββατισμός
σαββατισμός	noun	η τήρηση της αργίας του Σαββάτου
σαββατισμών	noun	γενική πληθυντικού του σαββατισμός
σαββατογεννημένα	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένε	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένες	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένη	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένης	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένο	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένοι	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένος	verb	που, επειδή γεννήθηκε ημέρα Σάββατο, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη είναι ελαφροΐσκιωτος ή πολύ τυχερός
σαββατογεννημένου	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένους	=	σαββατογεννημένος
σαββατογεννημένων	=	σαββατογεννημένος
σαββατοκύριακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατοκύριακο
σαββατοκύριακο	noun	το τέλος της εβδομάδας, το Σάββατο και η Κυριακή
σαββατοκύριακου	noun	γενική ενικού του σαββατοκύριακο
σαββατοκύριακων	noun	γενική πληθυντικού του σαββατοκύριακο
σαββατόβραδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββατόβραδο
σαββατόβραδο	noun	το βράδυ του Σαββάτου
σαββατόβραδου	noun	γενική ενικού του σαββατόβραδο
σαββατόβραδων	noun	γενική πληθυντικού του σαββατόβραδο
σαββοπουλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββοπουλικό
σαββοπουλικέ	adj	κλητική ενικού του σαββοπουλικός
σαββοπουλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαββοπουλική
σαββοπουλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαββοπουλικός
σαββοπουλικής	adj	γενική ενικού του σαββοπουλική
σαββοπουλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαββοπουλικός
σαββοπουλικού	adj	γενική ενικού του σαββοπουλικός
σαββοπουλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαββοπουλικός
σαββοπουλικό	adj	αιτιατική ενικού του σαββοπουλικός
σαββοπουλικός	adj	που ανήκει / που παίζεται από τον Διονύση Σαββόπουλο
σαββοπουλικών	adj	γενική πληθυντικού του σαββοπουλικός
σαβουαγιάρ	noun	γαλλική προφορά του σαβαγιάρ
σαβουριάζαμε	=	σαβουριάζω
σαβουριάζαν	=	σαβουριάζω
σαβουριάζανε	=	σαβουριάζω
σαβουριάζατε	=	σαβουριάζω
σαβουριάζει	=	σαβουριάζω
σαβουριάζεις	=	σαβουριάζω
σαβουριάζετε	=	σαβουριάζω
σαβουριάζοντας	=	σαβουριάζω
σαβουριάζουμε	=	σαβουριάζω
σαβουριάζουν	=	σαβουριάζω
σαβουριάζουνε	=	σαβουριάζω
σαβουριάζω	verb	σαβουρώνω
σαβουριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσαν	=	σαβουριάζω
σαβουριάσανε	=	σαβουριάζω
σαβουριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβουρογάμη	=	σαβουρογάμης
σαβουρογάμηδες	=	σαβουρογάμης
σαβουρογάμηδων	=	σαβουρογάμης
σαβουρογάμης	noun	που δεν είναι εκλεκτικός στην επιλογή ερωτικών συντρόφων, που αποδέχεται οποιαδήποτε σύντροφο αρκεί να συνάψει ερωτικές σχέσεις
σαβουρομαζωχτρών	=	σαβουρομαζώχτρα
σαβουρομαζώχτρα	noun|vulgar	αυτή που μαζεύει σαβούρα
σαβουρομαζώχτρας	=	σαβουρομαζώχτρα
σαβουρομαζώχτρες	=	σαβουρομαζώχτρα
σαβουρομηχανή	noun|rare	παλιά μηχανή ή μηχάνημα που δεν αποδίδει / μηχανή κακής ποιότητας
σαβουρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαβούρωμα
σαβουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβουρωμένο
σαβουρωμένε	verb	κλητική ενικού του σαβουρωμένος
σαβουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβουρωμένη
σαβουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαβουρωμένος
σαβουρωμένης	verb	γενική ενικού του σαβουρωμένη
σαβουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαβουρωμένος
σαβουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαβουρωμένος
σαβουρωμένος	=	σαβουρώνω
σαβουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαβουρωμένος
σαβουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαβουρωμένος
σαβουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαβουρωμένος
σαβουρόγαμης	noun|rare	άλλη γραφή του σαβουρογάμης
σαβουρώθηκα	=	σαβουρώνω
σαβουρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαβούρωμα
σαβουρώματος	noun	γενική ενικού του σαβούρωμα
σαβουρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώνω	verb	προσθέτω σαβούρα, έρμα σε πλεούμενο
σαβουρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβουρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβούρα	noun	το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους
σαβούρας	=	σαβούρα
σαβούρες	=	σαβούρα
σαβούριαζα	=	σαβουριάζω
σαβούριαζαν	=	σαβουριάζω
σαβούριαζε	=	σαβουριάζω
σαβούριαζες	=	σαβουριάζω
σαβούριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβούριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβούριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβούριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουριάζω
σαβούρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σαβουρώνω
σαβούρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβούρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβούρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβούρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαβουρώνω
σαβόρε	noun	όξινο μαγειρικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για καρύκευση και διατήρηση τηγανητών ψαριών.
σαβόρι	noun	όξινο μαγειρικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για καρύκευση και διατήρηση τηγανητών ψαριών.
σαβόρο	noun	άλλη μορφή του σαβόρι
σαγάνι	noun	μαγειρικό σκεύος, μικρό τηγάνι με δύο αντιτακτές λαβές
σαγάνια	=	σαγάνι
σαγές	=	σαγή
σαγή	noun	το σύνολο των εξαρτημάτων που χρειάζονται για το ζέψιμο, το καβαλίκεμα ή το φόρτωμα ενός υποζυγίου (αλόγου, μουλαριού κ.α.).
σαγήνες	=	σαγήνη
σαγήνευα	=	σαγηνεύω
σαγήνευαν	=	σαγηνεύω
σαγήνευε	=	σαγηνεύω
σαγήνευες	=	σαγηνεύω
σαγήνευμα	noun	η σαγήνευση
σαγήνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σαγηνεύω
σαγήνευσης	=	σαγήνευση
σαγήνευσις	noun	σαγήνευση
σαγήνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγήνη	noun	η ικανότητα που έχει κάποιος να ασκεί γοητεία κι έλξη στους άλλους
σαγήνης	=	σαγήνη
σαγής	=	σαγή
σαγίζαμε	=	σαγίζω
σαγίζαν	=	σαγίζω
σαγίζανε	=	σαγίζω
σαγίζατε	=	σαγίζω
σαγίζει	=	σαγίζω
σαγίζεις	=	σαγίζω
σαγίζετε	=	σαγίζω
σαγίζοντας	=	σαγίζω
σαγίζουμε	=	σαγίζω
σαγίζουν	=	σαγίζω
σαγίζουνε	=	σαγίζω
σαγίζω	verb|dated	σαμαρώνω, σελώνω
σαγίνης	=	σαΐνι
σαγίνι	=	σαΐνι
σαγίσαμε	=	σαγίζω
σαγίσαν	=	σαγίζω
σαγίσανε	=	σαγίζω
σαγίσατε	=	σαγίζω
σαγίσει	=	σαγίζω
σαγίσματα	=	σάγισμα
σαγίσματος	=	σάγισμα
σαγίστε	=	σαγίζω
σαγανάκι	noun	μικρό τηγάνι
σαγανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγανάκι
σαγανίδι	noun|dated	απότομο και βίαιο φύσημα ανέμου
σαγανίδια	=	σαγανίδι
σαγανιδιού	=	σαγανίδι
σαγανιδιών	=	σαγανίδι
σαγανιού	=	σαγάνι
σαγανιών	=	σαγάνι
σαγηνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψαν	=	σαγηνεύω
σαγηνέψανε	=	σαγηνεύω
σαγηνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψομε	=	σαγηνεύω
σαγηνέψου	=	σαγηνεύω
σαγηνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψουνε	=	σαγηνεύω
σαγηνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγηνεμένο
σαγηνεμένε	verb	κλητική ενικού του σαγηνεμένος
σαγηνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγηνεμένη
σαγηνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαγηνεμένος
σαγηνεμένης	verb	γενική ενικού του σαγηνεμένη
σαγηνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαγηνεμένος
σαγηνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαγηνεμένος
σαγηνεμένος	=	σαγηνεύω
σαγηνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαγηνεμένος
σαγηνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαγηνεμένος
σαγηνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαγηνεμένος
σαγηνευθήκαμε	=	σαγηνεύω
σαγηνευθήκαν	=	σαγηνεύω
σαγηνευθήκανε	=	σαγηνεύω
σαγηνευθήκατε	=	σαγηνεύω
σαγηνευθεί	=	σαγηνεύω
σαγηνευθείς	=	σαγηνεύω
σαγηνευθείτε	=	σαγηνεύω
σαγηνευθούμε	=	σαγηνεύω
σαγηνευθούν	=	σαγηνεύω
σαγηνευθούνε	=	σαγηνεύω
σαγηνευθώ	=	σαγηνεύω
σαγηνευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαγήνευμα
σαγηνευμένος	=	σαγηνεύω
σαγηνευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγηνευτής
σαγηνευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαγηνευτής
σαγηνευτήκαμε	=	σαγηνεύω
σαγηνευτήκαν	=	σαγηνεύω
σαγηνευτήκανε	=	σαγηνεύω
σαγηνευτήκατε	=	σαγηνεύω
σαγηνευτής	noun	αυτός που σαγηνεύει
σαγηνευτεί	=	σαγηνεύω
σαγηνευτείς	=	σαγηνεύω
σαγηνευτείτε	=	σαγηνεύω
σαγηνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγηνευτικό	adv	κατά τρόπο που σαγηνεύει
σαγηνευτικέ	adj	κλητική ενικού του σαγηνευτικός
σαγηνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγηνευτική
σαγηνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαγηνευτικός
σαγηνευτικής	adj	γενική ενικού του σαγηνευτική
σαγηνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαγηνευτικός
σαγηνευτικού	adj	γενική ενικού του σαγηνευτικός
σαγηνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαγηνευτικός
σαγηνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του σαγηνευτικός
σαγηνευτικός	adj	που σαγηνεύει
σαγηνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του σαγηνευτικός
σαγηνευτικώς	adv|dated	σαγηνευτικά
σαγηνευτούμε	=	σαγηνεύω
σαγηνευτούν	=	σαγηνεύω
σαγηνευτούνε	=	σαγηνεύω
σαγηνευτριών	=	σαγηνεύτρια
σαγηνευτώ	=	σαγηνεύω
σαγηνευτών	noun	γενική πληθυντικού του σαγηνευτής
σαγηνευόμασταν	=	σαγηνεύω
σαγηνευόμαστε	=	σαγηνεύω
σαγηνευόμουν	=	σαγηνεύω
σαγηνευόμουνα	=	σαγηνεύω
σαγηνευόντουσαν	=	σαγηνεύω
σαγηνευόσασταν	=	σαγηνεύω
σαγηνευόσαστε	=	σαγηνεύω
σαγηνευόσουν	=	σαγηνεύω
σαγηνευόσουνα	=	σαγηνεύω
σαγηνευόταν	=	σαγηνεύω
σαγηνευότανε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύαμε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύαν	=	σαγηνεύω
σαγηνεύανε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύατε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύει	=	σαγηνεύω
σαγηνεύεις	=	σαγηνεύω
σαγηνεύεσαι	=	σαγηνεύω
σαγηνεύεστε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύεται	=	σαγηνεύω
σαγηνεύετε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύθηκα	=	σαγηνεύω
σαγηνεύθηκαν	=	σαγηνεύω
σαγηνεύθηκε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύθηκες	=	σαγηνεύω
σαγηνεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγήνευμα
σαγηνεύματος	noun	γενική ενικού του σαγήνευμα
σαγηνεύομαι	=	σαγηνεύω
σαγηνεύομε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύονται	=	σαγηνεύω
σαγηνεύονταν	=	σαγηνεύω
σαγηνεύοντας	=	σαγηνεύω
σαγηνεύουμε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύουν	=	σαγηνεύω
σαγηνεύουνε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγήνευση
σαγηνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσεων	=	σαγήνευση
σαγηνεύσομε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύσου	=	σαγηνεύω
σαγηνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσουνε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαγηνεύω
σαγηνεύτε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύτηκα	=	σαγηνεύω
σαγηνεύτηκαν	=	σαγηνεύω
σαγηνεύτηκε	=	σαγηνεύω
σαγηνεύτηκες	=	σαγηνεύω
σαγηνεύτρια	noun	αυτή που σαγηνεύει
σαγηνεύτριας	=	σαγηνεύτρια
σαγηνεύτριες	=	σαγηνεύτρια
σαγηνεύω	verb	θέλγω, γοητεύω, μαγεύω, ξελογιάζω
σαγηνών	=	σαγήνη
σαγιά	=	σαγιάς
σαγιάδες	=	σαγιάς
σαγιάδων	=	σαγιάς
σαγιάκι	noun|dated	είδος μάλλινου υφάσματος
σαγιάκια	=	σαγιάκι
σαγιάς	noun	ο έμπορος ή κατασκευαστής σαγιών
σαγιακιού	=	σαγιάκι
σαγιακιών	=	σαγιάκι
σαγιονάρα	noun	ανοικτό καλοκαιρινό παπούτσι με επίπεδη σόλα και λουράκι σε σχήμα Υ ανάμεσα στα δάκτυλα
σαγιονάρας	noun	γενική ενικού του σαγιονάρα
σαγιονάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγιονάρα
σαγιοναρών	noun	γενική πληθυντικού του σαγιονάρα
σαγισμάτων	=	σάγισμα
σαγιών	=	σάγια
σαγκουίνι	noun	ποικιλία πορτοκαλιού (Citrus sinensis) με βαθυκόκκινη σάρκα και χυμό
σαγκουίνια	=	σαγκουίνι
σαγκουινιού	=	σαγκουίνι
σαγκουινιών	=	σαγκουίνι
σαγκρία	noun	είδος κόκκινου κρασιού (ή μπράντι ή τσέρι), που περιέχει κομματάκια φρούτων (ή φρουτοχυμό) και που πίνεται ως δροσιστικό
σαγκρίας	noun	γενική ενικού του σαγκρία
σαγκρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγκρία
σαγκριών	noun	γενική πληθυντικού του σαγκρία
σαγκριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγκριώτικο
σαγκριώτικε	adj	κλητική ενικού του σαγκριώτικος
σαγκριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγκριώτικη
σαγκριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαγκριώτικος
σαγκριώτικης	adj	γενική ενικού του σαγκριώτικη
σαγκριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σαγκριώτικος
σαγκριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαγκριώτικος
σαγκριώτικος	adj	ο σχετικός με τα χωριά Άνω και Κάτω Σαγκρί
σαγκριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαγκριώτικος
σαγκριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαγκριώτικος
σαγκριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαγκριώτικος
σαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάγμα
σαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγμένο
σαγμένε	verb	κλητική ενικού του σαγμένος
σαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγμένη
σαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαγμένος
σαγμένης	verb	γενική ενικού του σαγμένη
σαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαγμένος
σαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαγμένος
σαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαγμένος
σαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαγμένος
σαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαγμένος
σαγματοποιέ	noun	κλητική ενικού του σαγματοποιός
σαγματοποιία	noun	η κατασκευή σαμαριών
σαγματοποιίας	=	σαγματοποιία
σαγματοποιίες	=	σαγματοποιία
σαγματοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγματοποιείο
σαγματοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής σαμαριών
σαγματοποιείου	noun	γενική ενικού του σαγματοποιείο
σαγματοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του σαγματοποιείο
σαγματοποιιών	=	σαγματοποιία
σαγματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαγματοποιός
σαγματοποιού	noun	γενική ενικού του σαγματοποιός
σαγματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαγματοποιός
σαγματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του σαγματοποιός
σαγματοποιός	noun	σαμαράς, ο κατασκευαστής σαμαριών
σαγματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του σαγματοποιός
σαγματοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγματοπωλείο
σαγματοπωλείο	noun	το κατάστημα πώλησης σαμαριών
σαγματοπωλείου	noun	γενική ενικού του σαγματοπωλείο
σαγματοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του σαγματοπωλείο
σαγματοπωλών	=	σαγματοπώλης
σαγματοπώλες	=	σαγματοπώλης
σαγματοπώλη	=	σαγματοπώλης
σαγματοπώλης	noun	πωλητής σαμαριών, σαμαράς
σαγονά	=	σαγονάς
σαγονάδες	=	σαγονάς
σαγονάδων	=	σαγονάς
σαγονάς	noun	αυτός που έχει μεγάλο σαγόνι
σαγονιά	noun	χτύπημα στο σαγόνι
σαγονιάς	noun	γενική ενικού του σαγονιά
σαγονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγονιά
σαγονιού	=	σαγόνι
σαγονιών	=	σαγόνι
σαγονού	noun	θηλυκό του σαγονάς
σαγονούδες	=	σαγονού
σαγονούδων	=	σαγονού
σαγονούς	=	σαγονού
σαγουλιού	=	σαγούλι
σαγουλιών	=	σαγούλι
σαγούλι	noun|slang	το νήμα που συγκρατεί το βαρίδι για τη στάθμη / αλφάδι των οικοδόμων
σαγούλια	=	σαγούλι
σαγρέ	noun	επίχρισμα / σοβάς που έχει δημιουργήσει μια τραχιά και κοκκώδη επιφάνεια και (κατ’ επέκταση) κάθε τραχιά και κοκκώδης επιφάνεια
σαγρέδες	=	σαγρές
σαγρέδων	=	σαγρές
σαγρές	noun	άλλη μορφή του σαγρέ
σαγόνι	noun	οι σιαγόνες, η άνω και κάτω γνάθος
σαγόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαγόνι
σαγών	=	σαγή
σαδίστρια	noun	σαδιστής
σαδίστριας	noun	γενική ενικού του σαδίστρια
σαδίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδίστρια
σαδδουκαίος	noun	το μέλος της ιουδαϊκής θρησκευτικής ομάδας των Σαδδουκαίων (2ος αιώνας π.Χ - 1ος αιώνας μ.Χ), οι οποίοι δεν δέχονταν την ανάσταση των νεκρών
σαδισμέ	noun	κλητική ενικού του σαδισμός
σαδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαδισμός
σαδισμού	noun	γενική ενικού του σαδισμός
σαδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαδισμός
σαδισμό	noun	αιτιατική ενικού του σαδισμός
σαδισμός	noun	το να απολαμβάνει κανείς να προκαλεί πόνο, σωματικό ή ψυχικό στους άλλους
σαδισμών	noun	γενική πληθυντικού του σαδισμός
σαδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδιστής
σαδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαδιστής
σαδιστής	noun	αυτός που αντλεί απόλαυση από το να προκαλεί πόνο, σωματικό ή ψυχικό, στους άλλους
σαδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδιστικό
σαδιστικέ	adj	κλητική ενικού του σαδιστικός
σαδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδιστική
σαδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαδιστικός
σαδιστικής	adj	γενική ενικού του σαδιστική
σαδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαδιστικός
σαδιστικού	adj	γενική ενικού του σαδιστικός
σαδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαδιστικός
σαδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σαδιστικός
σαδιστικός	adj	σχετικός με το σαδισμό· που αποτελεί εκδήλωση σαδισμού
σαδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σαδιστικός
σαδιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σαδίστρια
σαδιστών	noun	γενική πληθυντικού του σαδιστής
σαδομαζοχίστρια	noun	σαδομαζοχιστής
σαδομαζοχίστριας	noun	γενική ενικού του σαδομαζοχίστρια
σαδομαζοχίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδομαζοχίστρια
σαδομαζοχισμέ	noun	κλητική ενικού του σαδομαζοχισμός
σαδομαζοχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαδομαζοχισμός
σαδομαζοχισμού	noun	γενική ενικού του σαδομαζοχισμός
σαδομαζοχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαδομαζοχισμός
σαδομαζοχισμό	noun	αιτιατική ενικού του σαδομαζοχισμός
σαδομαζοχισμός	noun	σεξουαλική διαστροφή, συνδυασμός σαδισμού και μαζοχισμού
σαδομαζοχισμών	noun	γενική πληθυντικού του σαδομαζοχισμός
σαδομαζοχιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδομαζοχιστής
σαδομαζοχιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαδομαζοχιστής
σαδομαζοχιστής	noun	αυτός που νιώθει ηδονή με πράξεις που προκαλούν πόνο στον άλλο και από τον πόνο που του προκαλεί ο άλλος
σαδομαζοχιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδομαζοχιστικό	adv	με σαδομαζοχιστικό τρόπο
σαδομαζοχιστικέ	adj	κλητική ενικού του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαδομαζοχιστική
σαδομαζοχιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστικής	adj	γενική ενικού του σαδομαζοχιστική
σαδομαζοχιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστικού	adj	γενική ενικού του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστικός	adj	που αναφέρεται στο σαδομαζοχισμό
σαδομαζοχιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σαδομαζοχιστικός
σαδομαζοχιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σαδομαζοχίστρια
σαδομαζοχιστών	noun	γενική πληθυντικού του σαδομαζοχιστής
σαε	abbrev	Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού στη Βικιπαίδεια
σαεπ	abbrev	διοικητικό όργανο του ελληνικού κράτους αρμόδιο για την εξέταση και αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτηθεί σε άλλες χώρες, ιδίως στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής κινητικότητας εργαζομένων
σαζάνι	noun	ο κυπρίνος
σαζάνια	=	σαζάνι
σαζανιού	=	σαζάνι
σαζανιών	=	σαζάνι
σαζιού	=	σάζι
σαζιών	=	σάζι
σαηεντολογία	=	σαϊεντολογία
σαηεντολόγε	=	σαηεντολόγος
σαηεντολόγο	=	σαηεντολόγος
σαηεντολόγοι	=	σαηεντολόγος
σαηεντολόγος	noun	σαϊεντολόγος
σαηεντολόγου	=	σαηεντολόγος
σαηεντολόγους	=	σαηεντολόγος
σαηεντολόγων	=	σαηεντολόγος
σαθρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαθρό	adv	με σαθρό τρόπο
σαθρέ	adj	κλητική ενικού του σαθρός
σαθρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαθρή
σαθρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαθρός
σαθρής	adj	γενική ενικού του σαθρή
σαθροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαθρός
σαθροτήτων	=	σαθρότητα
σαθρού	adj	γενική ενικού του σαθρός
σαθρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαθρός
σαθρό	adj	αιτιατική ενικού του σαθρός
σαθρός	adj	που έχει διαβρωθεί και φθαρεί τόσο ώστε να μην είναι πια στέρεος
σαθρότητα	noun	η ιδιότητα του σαθρού
σαθρότητας	noun	γενική ενικού του σαθρότητα
σαθρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαθρότητα
σαθρών	adj	γενική πληθυντικού του σαθρός
σαιζλόνγκ	noun	παρωχημένη γραφή του σεζλόνγκ
σαιζόν	noun|dated	μη απλοποιημένη γραφή του σεζόν
σαικσπηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαικσπηρικό
σαικσπηρικέ	adj	κλητική ενικού του σαικσπηρικός
σαικσπηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαικσπηρική
σαικσπηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαικσπηρικός
σαικσπηρικής	adj	γενική ενικού του σαικσπηρική
σαικσπηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαικσπηρικός
σαικσπηρικού	adj	γενική ενικού του σαικσπηρικός
σαικσπηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαικσπηρικός
σαικσπηρικό	adj	αιτιατική ενικού του σαικσπηρικός
σαικσπηρικός	adj	που αναφέρεται στο έργο του Άγγλου δραματουργού Σαίξπηρ
σαικσπηρικών	adj	γενική πληθυντικού του σαικσπηρικός
σαικσπηριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαικσπηριστής
σαικσπηριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαικσπηριστής
σαικσπηριστής	noun	μελετητής του έργου του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
σαικσπηριστών	noun	γενική πληθυντικού του σαικσπηριστής
σαιξπηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαιξπηρικό
σαιξπηρικέ	adj	κλητική ενικού του σαιξπηρικός
σαιξπηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαιξπηρική
σαιξπηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαιξπηρικός
σαιξπηρικής	adj	γενική ενικού του σαιξπηρική
σαιξπηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαιξπηρικός
σαιξπηρικού	adj	γενική ενικού του σαιξπηρικός
σαιξπηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαιξπηρικός
σαιξπηρικό	adj	αιτιατική ενικού του σαιξπηρικός
σαιξπηρικός	adj	άλλη γραφή του σαικσπηρικός
σαιξπηρικών	adj	γενική πληθυντικού του σαιξπηρικός
σαιξπηριστές	=	σαιξπηριστής
σαιξπηριστή	=	σαιξπηριστής
σαιξπηριστής	noun	άλλη γραφή του σαικσπηριστής
σαιξπηριστών	=	σαιξπηριστής
σακά	=	σακάς
σακάδες	=	σακάς
σακάδων	=	σακάς
σακάκι	noun	ένδυμα που καλύπτει τον κορμό και τα χέρια και κουμπώνει μπροστά
σακάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακάκι
σακάς	noun|vulgar	αυτός που κατασκευάζει (ή πουλάει) σάκους
σακάτεμα	noun	το αποτέλεσμα του σακατεύω, μιας ενέργειας που έχει σαν αποτέλεσμα να μείνει κάποιος ανάπηρος
σακάτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακάτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακάτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακάτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακάτη	=	σακάτης
σακάτηδες	=	σακάτης
σακάτηδων	=	σακάτης
σακάτης	noun	ανάπηρος ή με κατεστραμμένη υγεία
σακάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακάτικο
σακάτικε	adj	κλητική ενικού του σακάτικος
σακάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακάτικη
σακάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σακάτικος
σακάτικης	adj	γενική ενικού του σακάτικη
σακάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σακάτικος
σακάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σακάτικος
σακάτικος	adj	που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον σακάτη
σακάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σακάτικος
σακάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σακάτικος
σακάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σακάτικος
σακάτισσα	noun	θηλυκό του σακάτης
σακάτισσας	noun	γενική ενικού του σακάτισσα
σακάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακάτισσα
σακέ	noun	άλλη μορφή του σάκε
σακί	noun	σάκος
σακίδια	=	σακίδιο
σακίδιο	noun	εκδρομικός σάκος με ιμάντες για να φορεθεί στην πλάτη
σακίδιου	=	σακίδιο
σακακιού	=	σακάκι
σακακιών	=	σακάκι
σακαράκα	noun	πολύ παλιό αυτοκίνητο με πολλά μηχανικά προβλήματα
σακαράκας	noun	ο στρατιωτικός που συμπεριφέρεται γελοία και χυδαία
σακαράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακαράκα
σακαράκων	=	σακαράκας
σακατέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακάτεμα
σακατέματος	noun	γενική ενικού του σακάτεμα
σακατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακατεύω
σακατεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σακάτεμα
σακατεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακατεμένο
σακατεμένε	verb	κλητική ενικού του σακατεμένος
σακατεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακατεμένη
σακατεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σακατεμένος
σακατεμένης	verb	γενική ενικού του σακατεμένη
σακατεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σακατεμένος
σακατεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σακατεμένος
σακατεμένος	verb	που σακατεύτηκε, χτυπήθηκε άσχημα σε ατύχημα ή (μεταφορικά) χτυπήθηκε από τις δυσκολίες της ζωής, από ό,τι μπορεί να προκαλέσει μεγάλη φθορά, αναπηρία
σακατεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σακατεμένος
σακατεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σακατεμένος
σακατεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σακατεμένος
σακατεύω	verb	καθιστώ κάποιον σακάτη (ανάπηρο)
σακατιλίκι	noun	η σωματική αναπηρία
σακατιλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακατιλίκι
σακατισσών	noun	γενική πληθυντικού του σακάτισσα
σακελάριε	=	σακελάριος
σακελάριο	=	σακελάριος
σακελάριοι	=	σακελάριος
σακελάριος	noun	άλλη γραφή του σακελλάριος
σακελάριου	=	σακελάριος
σακελάριους	=	σακελάριος
σακελάριων	=	σακελάριος
σακελλάριε	=	σακελλάριος
σακελλάριο	=	σακελλάριος
σακελλάριοι	=	σακελλάριος
σακελλάριος	noun	αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους επιφορτισμένος με διοικητικά και οικονομικά καθήκοντα
σακελλάριου	=	σακελλάριος
σακελλάριους	=	σακελλάριος
σακελλάριων	=	σακελλάριος
σακιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακί
σακιάζαμε	=	σακιάζω
σακιάζαν	=	σακιάζω
σακιάζανε	=	σακιάζω
σακιάζατε	=	σακιάζω
σακιάζει	=	σακιάζω
σακιάζεις	=	σακιάζω
σακιάζετε	=	σακιάζω
σακιάζοντας	=	σακιάζω
σακιάζουμε	=	σακιάζω
σακιάζουν	=	σακιάζω
σακιάζουνε	=	σακιάζω
σακιάζω	verb	βάζω ένα προϊόν μέσα σε σακιά
σακιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσαν	=	σακιάζω
σακιάσανε	=	σακιάζω
σακιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάκιασμα
σακιάσματος	noun	γενική ενικού του σάκιασμα
σακιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακιάζω
σακιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάκιασμα
σακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακιασμένο
σακιασμένε	verb	κλητική ενικού του σακιασμένος
σακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακιασμένη
σακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σακιασμένος
σακιασμένης	verb	γενική ενικού του σακιασμένη
σακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σακιασμένος
σακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σακιασμένος
σακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σακιασμένος
σακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σακιασμένος
σακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σακιασμένος
σακιδίου	=	σακίδιο
σακιδίων	=	σακίδιο
σακιδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακίδιο
σακιού	=	σακί
σακιών	=	σακί
σακκί	noun	άλλη μορφή του σακί
σακκίδιο	=	σακίδιο
σακκαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακκαδικό
σακκαδικέ	adj	κλητική ενικού του σακκαδικός
σακκαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακκαδική
σακκαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σακκαδικός
σακκαδικής	adj	γενική ενικού του σακκαδική
σακκαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σακκαδικός
σακκαδικού	adj	γενική ενικού του σακκαδικός
σακκαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σακκαδικός
σακκαδικό	adj	αιτιατική ενικού του σακκαδικός
σακκαδικός	adj	ταχείες κινήσεις των ματιών ανάμεσα σε εστιάσεις ονομάζονται σακκαδικές
σακκαδικών	adj	γενική πληθυντικού του σακκαδικός
σακκιά	=	σακκί
σακκιού	=	σακκί
σακκιών	=	σακκί
σακκογκόλιθος	noun	σακογκόλιθος
σακκοράφε	=	σακκοράφος
σακκοράφο	=	σακκοράφος
σακκοράφοι	=	σακκοράφος
σακκοράφος	noun	που ράβει σακιά ή τσουβάλια
σακκοράφου	=	σακκοράφος
σακκοράφους	=	σακκοράφος
σακκοράφων	=	σακκοράφος
σακκόφιλτρα	=	σακκόφιλτρο
σακκόφιλτρο	noun	άλλη μορφή του σακόφιλτρο
σακκόφιλτρου	=	σακκόφιλτρο
σακκόφιλτρων	=	σακκόφιλτρο
σακοβελονών	noun	γενική πληθυντικού του σακοβελόνα
σακοβελόνα	noun	μεγάλη βελόνα με την οποία ράβουμε σάκους ή χοντρά υφάσματα
σακοβελόνας	noun	γενική ενικού του σακοβελόνα
σακοβελόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακοβελόνα
σακογκολίθου	=	σακογκόλιθος
σακογκολίθους	=	σακογκόλιθος
σακογκολίθων	=	σακογκόλιθος
σακογκόλιθε	=	σακογκόλιθος
σακογκόλιθο	=	σακογκόλιθος
σακογκόλιθοι	=	σακογκόλιθος
σακογκόλιθος	noun	είδος ογκόλιθου κατασκευασμένου με σάκους που τους έχουν γεμίσει με μπετόν ή σκυρόδεμα
σακογκόλιθου	=	σακογκόλιθος
σακογκόλιθους	=	σακογκόλιθος
σακογκόλιθων	=	σακογκόλιθος
σακοειδές	=	σακοειδής
σακοειδή	=	σακοειδής
σακοειδής	adj	που μοιάζει με σάκο
σακοειδείς	=	σακοειδής
σακοειδούς	=	σακοειδής
σακοειδών	=	σακοειδής
σακολέβα	noun	τραπέζιο πανί ειδικά ραμμένο ώστε να σακουλιάζει στο κέντρο και έτσι ο άνεμος να προωθεί το πλωτό μέσο ταχύτερα αλλά συνάμα και ηπιότερα -δεν χρησιμοποιείται πια
σακολέβας	noun	γενική ενικού του σακολέβα
σακολέβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακολέβα
σακολεβών	noun	γενική πληθυντικού του σακολέβα
σακοράφα	noun	μεγάλη βελόνα, με την οποία ράβουμε κάτι με σπάγγο
σακοράφας	noun	γενική ενικού του σακοράφα
σακοράφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακοράφα
σακουλάκι	noun	μικρή σακούλα (ή σακούλι)
σακουλάκια	=	σακουλάκι
σακουλές	noun	ρακένδυτος, ζητιάνος
σακουλέψου	=	σακουλεύομαι
σακουλίσια	=	σακουλίσιος
σακουλίσιας	=	σακουλίσιος
σακουλίσιε	=	σακουλίσιος
σακουλίσιες	=	σακουλίσιος
σακουλίσιια	=	σακουλίσιος
σακουλίσιιο	=	σακουλίσιος
σακουλίσιο	=	σακουλίσιος
σακουλίσιοι	=	σακουλίσιος
σακουλίσιος	adj	που προέρχεται από την σακούλα
σακουλίσιου	=	σακουλίσιος
σακουλίσιους	=	σακουλίσιος
σακουλίσιων	=	σακουλίσιος
σακουλίτσα	noun	υποκοριστικό του σακούλα
σακουλίτσας	noun	γενική ενικού του σακουλίτσα
σακουλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακουλίτσα
σακουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακουλεμένο
σακουλεμένε	verb	κλητική ενικού του σακουλεμένος
σακουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακουλεμένη
σακουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σακουλεμένος
σακουλεμένης	verb	γενική ενικού του σακουλεμένη
σακουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σακουλεμένος
σακουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σακουλεμένος
σακουλεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σακουλεύομαι
σακουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σακουλεμένος
σακουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σακουλεμένος
σακουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σακουλεμένος
σακουλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτήκαν	=	σακουλεύομαι
σακουλευτήκανε	=	σακουλεύομαι
σακουλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλευόμασταν	=	σακουλεύομαι
σακουλευόμαστε	=	σακουλεύομαι
σακουλευόμουν	=	σακουλεύομαι
σακουλευόμουνα	=	σακουλεύομαι
σακουλευόντουσαν	=	σακουλεύομαι
σακουλευόσασταν	=	σακουλεύομαι
σακουλευόσαστε	=	σακουλεύομαι
σακουλευόσουν	=	σακουλεύομαι
σακουλευόσουνα	=	σακουλεύομαι
σακουλευόταν	=	σακουλεύομαι
σακουλευότανε	=	σακουλεύομαι
σακουλεύεσαι	=	σακουλεύομαι
σακουλεύεστε	=	σακουλεύομαι
σακουλεύεται	=	σακουλεύομαι
σακουλεύομαι	verb|slang	παίρνω χαμπάρι, αντιλαμβάνομαι (ότι κάτι ύποπτο υπάρχει), καταλαβαίνω
σακουλεύονται	=	σακουλεύομαι
σακουλεύονταν	=	σακουλεύομαι
σακουλεύου	=	σακουλεύομαι
σακουλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλεύομαι
σακουλιάζαμε	=	σακουλιάζω
σακουλιάζαν	=	σακουλιάζω
σακουλιάζανε	=	σακουλιάζω
σακουλιάζατε	=	σακουλιάζω
σακουλιάζει	=	σακουλιάζω
σακουλιάζεις	=	σακουλιάζω
σακουλιάζετε	=	σακουλιάζω
σακουλιάζοντας	=	σακουλιάζω
σακουλιάζουμε	=	σακουλιάζω
σακουλιάζουν	=	σακουλιάζω
σακουλιάζουνε	=	σακουλιάζω
σακουλιάζω	verb	χάνω την ελαστικότητά μου, σχηματίζω ζάρες
σακουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσαν	=	σακουλιάζω
σακουλιάσανε	=	σακουλιάζω
σακουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακούλιασμα
σακουλιάσματος	noun	γενική ενικού του σακούλιασμα
σακουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σακούλιασμα
σακουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακουλιασμένο
σακουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σακουλιασμένος
σακουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακουλιασμένη
σακουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σακουλιασμένος
σακουλιασμένης	verb	γενική ενικού του σακουλιασμένη
σακουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σακουλιασμένος
σακουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σακουλιασμένος
σακουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σακουλιασμένος
σακουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σακουλιασμένος
σακουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σακουλιασμένος
σακουλιού	=	σακούλι
σακουλιών	=	σακούλι
σακουλών	noun	γενική πληθυντικού του σακούλα
σακούλα	noun	είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα
σακούλας	noun	γενική ενικού του σακούλα
σακούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακούλα
σακούλι	noun	μικρός σάκος
σακούλια	=	σακούλι
σακούλιαζα	=	σακουλιάζω
σακούλιαζαν	=	σακουλιάζω
σακούλιαζε	=	σακουλιάζω
σακούλιαζες	=	σακουλιάζω
σακούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακουλιάζω
σακούλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σακουλιάζω
σακριστάνε	=	σακριστάνος
σακριστάνο	=	σακριστάνος
σακριστάνοι	=	σακριστάνος
σακριστάνος	noun	το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για το σκευοφυλάκιο, τη φροντίδα του ναού, των λειτουργικών σκευών, των αμφίων και την προετοιμασία των ιερών ακολουθιών
σακριστάνου	=	σακριστάνος
σακριστάνους	=	σακριστάνος
σακριστάνων	=	σακριστάνος
σακχάρινα	=	σακχάρινος
σακχάρινε	=	σακχάρινος
σακχάρινες	=	σακχάρινος
σακχάρινη	=	σακχάρινος
σακχάρινης	=	σακχάρινος
σακχάρινο	=	σακχάρινος
σακχάρινοι	=	σακχάρινος
σακχάρινος	adj|formal	άλλη μορφή του ζαχαρένιος
σακχάρινου	=	σακχάρινος
σακχάρινους	=	σακχάρινος
σακχάρινων	=	σακχάρινος
σακχάρου	noun	γενική ενικού του σάκχαρο
σακχάρων	noun	γενική πληθυντικού του σάκχαρο
σακχαρίνες	=	σακχαρίνη
σακχαρίνη	noun	η ζαχαρίνη
σακχαρίνης	=	σακχαρίνη
σακχαραιμία	noun	η γλυκαιμία
σακχαραιμίας	=	σακχαραιμία
σακχαραιμίες	=	σακχαραιμία
σακχαραιμιών	=	σακχαραιμία
σακχαρινών	=	σακχαρίνη
σακχαρισμέ	=	σακχαρισμός
σακχαρισμοί	=	σακχαρισμός
σακχαρισμού	=	σακχαρισμός
σακχαρισμούς	=	σακχαρισμός
σακχαρισμό	=	σακχαρισμός
σακχαρισμός	noun	δηλητηρίαση που οφείλεται στην τοξικότητα που προκαλείται από τη λήψη μεγάλων ποσοτήτων σακχάρου
σακχαρισμών	=	σακχαρισμός
σακχαροδιαβήτες	=	σακχαροδιαβήτης
σακχαροδιαβήτη	=	σακχαροδιαβήτης
σακχαροδιαβήτης	noun	ενδοκρινική διαταραχή με μειωμένη έκκριση ινσουλίνης που αυξάνει το σάκχαρο στο αίμα
σακχαροδιαβητών	=	σακχαροδιαβήτης
σακχαροειδές	=	σακχαροειδής
σακχαροειδή	=	σακχαροειδής
σακχαροειδής	adj	που μοιάζει με τη ζάχαρη στη σύσταση, γεύση κ.λπ.
σακχαροειδείς	=	σακχαροειδής
σακχαροειδούς	=	σακχαροειδής
σακχαροειδών	=	σακχαροειδής
σακχαροκάλαμον	noun	το ζαχαροκάλαμο
σακχαρομέτρου	=	σακχαρόμετρο
σακχαρομέτρων	=	σακχαρόμετρο
σακχαρομετρία	noun	επιστημονική μέθοδος μέτρησης της περιεκτικότητας σε σάκχαρα ενός υγρού
σακχαρομετρίας	=	σακχαρομετρία
σακχαρομετρίες	=	σακχαρομετρία
σακχαρομετρικά	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικέ	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικές	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρική	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικής	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικοί	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικού	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικούς	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικό	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη σακχαρομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σακχαρομετρικών	=	σακχαρομετρικός
σακχαρομετριών	=	σακχαρομετρία
σακχαρομυκήτων	=	σακχαρομύκητας
σακχαρομυκητίαση	noun	μόλυνση από σακχαρομύκητα
σακχαρομυκητίασης	=	σακχαρομυκητίαση
σακχαρομυκητίασις	noun	σακχαρομυκητίαση
σακχαρομυκητιάσεις	=	σακχαρομυκητίαση
σακχαρομυκητιάσεων	=	σακχαρομυκητίαση
σακχαρομύκης	noun	σακχαρομύκητας
σακχαρομύκητα	=	σακχαρομύκητας
σακχαρομύκητας	noun	μύκητας που βρίσκεται σε σακχαρώδες περιβάλλον και συμβάλλει στη ζύμωση ή την προκαλεί
σακχαρομύκητες	=	σακχαρομύκητας
σακχαροποίει	=	σακχαροποιώ
σακχαροποίησα	=	σακχαροποιώ
σακχαροποίησαν	=	σακχαροποιώ
σακχαροποίησε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποίησες	=	σακχαροποιώ
σακχαροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σακχαροποιώ
σακχαροποίησης	=	σακχαροποίηση
σακχαροποίησις	noun	σακχαροποίηση
σακχαροποιέ	=	σακχαροποιός
σακχαροποιήσαμε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιήσαν	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιήσανε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιήσατε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιήσει	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιήσεις	=	σακχαροποίηση
σακχαροποιήσεων	=	σακχαροποίηση
σακχαροποιήσιμα	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμε	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμες	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμη	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμης	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμο	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμοι	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμος	noun	που είναι δυνατόν να σακχαροποιηθεί
σακχαροποιήσιμου	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμους	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήσιμων	=	σακχαροποιήσιμος
σακχαροποιήστε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιία	noun	η παρασκευή ζάχαρης
σακχαροποιίας	noun	γενική ενικού του σακχαροποιία
σακχαροποιίες	=	σακχαροποιία
σακχαροποιεί	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιείς	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιείτε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιητικά	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικέ	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικές	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητική	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικής	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικοί	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικού	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικούς	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικό	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιητικός	adj	που έχει σχέση με τη σακχαροποίηση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σακχαροποιητικών	=	σακχαροποιητικός
σακχαροποιιών	noun	γενική πληθυντικού του σακχαροποιία
σακχαροποιοί	=	σακχαροποιός
σακχαροποιού	=	σακχαροποιός
σακχαροποιούμαι	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούμε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούν	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούνε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούς	=	σακχαροποιός
σακχαροποιούσα	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούσαμε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούσαν	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούσανε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούσατε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούσε	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιούσες	=	σακχαροποιώ
σακχαροποιό	=	σακχαροποιός
σακχαροποιός	noun	που σακχαροποιεί
σακχαροποιώ	verb	μετατρέπω αμυλούχες ύλες σε σάκχαρα
σακχαροποιών	=	σακχαροποιός
σακχαροποιώντας	=	σακχαροποιώ
σακχαρούχα	=	σακχαρούχος
σακχαρούχας	=	σακχαρούχος
σακχαρούχε	=	σακχαρούχος
σακχαρούχες	=	σακχαρούχος
σακχαρούχο	=	σακχαρούχος
σακχαρούχοι	=	σακχαρούχος
σακχαρούχος	adj|formal	που περιέχει σάκχαρο
σακχαρούχου	=	σακχαρούχος
σακχαρούχους	=	σακχαρούχος
σακχαρούχων	=	σακχαρούχος
σακχαρωδών	=	σακχαρώδης
σακχαρόμετρα	=	σακχαρόμετρο
σακχαρόμετρο	noun	συσκευή / όργανο για τη μέτρηση της περιεκτικότητας σε σάκχαρο ή σάκχαρα ενός υγρού / διαλύματος (π.χ. το αίμα)
σακχαρόμετρον	noun	το σακχαρόμετρο
σακχαρόμετρου	=	σακχαρόμετρο
σακχαρόμετρων	=	σακχαρόμετρο
σακχαρόπηκτο	noun	που είναι σακχαρόπηκτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σακχαρόπηκτος
σακχαρόπηκτον	noun	σακχαρόπηκτο, κάθε τι που κατασκευάζεται με πήξη ή περικάλυψη ζάχαρης, όπως τα γλυκά φοντάν, κουφέτο
σακχαρότευτλον	noun	το ζαχαρότευτλο
σακχαρώδεις	=	σακχαρώδης
σακχαρώδες	=	σακχαρώδης
σακχαρώδη	=	σακχαρώδης
σακχαρώδης	adj	που (περι)έχει σάκχαρο
σακχαρώδους	=	σακχαρώδης
σακόφιλτρα	=	σακόφιλτρο
σακόφιλτρο	noun	υφασμάτινο φίλτρο για την απομάκρυνση λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων από ροές ρευστών (είτε αέρια είτε υγρά).
σακόφιλτρου	=	σακόφιλτρο
σακόφιλτρων	=	σακόφιλτρο
σακών	noun	γενική πληθυντικού του σάκα
σαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλό
σαλάγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλάγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλάγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλάγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλάδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλάδο
σαλάδο	noun	αλίπαστο (κρέας)
σαλάδου	noun	γενική ενικού του σαλάδο
σαλάδων	noun	γενική πληθυντικού του σαλάδο
σαλάμι	noun	αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή/και μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά
σαλάμια	=	σαλάμι
σαλάτα	noun	συνοδευτικό πιάτο από ανακατεμένα λαχανικά μαζί με λάδι και πιθανόν ξίδι, λεμόνι, μαγιονέζα κλπ
σαλάτας	noun	γενική ενικού του σαλάτα
σαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλάτα
σαλάχι	noun	είδος ψαριού με ατρακτοειδές σχήμα
σαλάχια	=	σαλάχι
σαλέ	noun	εξοχικό σπίτι στο βουνό που αντιγράφει ελβετικό πρότυπο	adj	κλητική ενικού του σαλός
σαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλεμα
σαλέματος	noun	γενική ενικού του σάλεμα
σαλέπι	noun	είδος ορχιδέας (Orchis mascula)
σαλέπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλέπι
σαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλή
σαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψαν	=	σαλεύω
σαλέψανε	=	σαλεύω
σαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψομε	=	σαλεύω
σαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψουνε	=	σαλεύω
σαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλεύω
σαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλός
σαλής	adj	γενική ενικού του σαλή
σαλίγκαρε	=	σαλίγκαρος
σαλίγκαρο	=	σαλίγκαρος
σαλίγκαροι	=	σαλίγκαρος
σαλίγκαρος	noun	μεγάλο σαλιγκάρι
σαλίγκαρου	=	σαλίγκαρος
σαλίγκαρους	=	σαλίγκαρος
σαλίγκαρων	=	σαλίγκαρος
σαλαβάτι	noun	προσευχή
σαλαβατίζω	verb|literary	προσεύχομαι
σαλαγάω	verb	οδηγώ το κοπάδι με κατάλληλα σφυρίγματα ή βοές
σαλαγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλαγώ
σαλαγγιά	noun	τριπλό αγκίστρι για ψάρεμα
σαλαγγιάς	=	σαλαγγιά
σαλαγγιές	=	σαλαγγιά
σαλαγγιών	=	σαλαγγιά
σαλαγώ	verb|rare	σπανιότερος τύπος του σαλαγάω
σαλαγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σαλαγάω
σαλαμάνδρα	noun	είδος αμφιβίου που μοιάζει με σαύρα και συχνά συγχέεται με αυτές
σαλαμάνδρας	noun	γενική ενικού του σαλαμάνδρα
σαλαμάνδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλαμάνδρα
σαλαμάστρα	noun	μονωτικό υλικό από ίνες (π.χ. βαμβακιού) που χρησιμοποιείται ως παρέμβυσμα σε μόνωση - στεγανοποίηση αξόνων αντλιών ή πηδαλίων
σαλαμάστρας	=	σαλαμάστρα
σαλαμάστρες	=	σαλαμάστρα
σαλαμίνια	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιας	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιε	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιες	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιη	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιο	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιοι	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιος	adj	ο σχετικός με τη Σαλαμίνα ή τους κατοίκους της
σαλαμίνιου	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιους	=	σαλαμίνιος
σαλαμίνιων	=	σαλαμίνιος
σαλαμανδρών	noun	γενική πληθυντικού του σαλαμάνδρα
σαλαμαστρών	=	σαλαμάστρα
σαλαμετλίκια	noun	κεράσματα και ευχές που γίνονταν για να ευχηθούν σε ναυτικούς το «καλό κατευόδιο» ή για να γιορτάσουν την ασφαλή επιστροφή τους
σαλαμινιώτικα	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικε	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικες	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικη	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικης	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικο	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικοι	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Σαλαμίνα ή τους κατοίκους της
σαλαμινιώτικου	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικους	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινιώτικων	=	σαλαμινιώτικος
σαλαμινομάχε	=	σαλαμινομάχος
σαλαμινομάχο	=	σαλαμινομάχος
σαλαμινομάχοι	=	σαλαμινομάχος
σαλαμινομάχος	noun	πολεμιστής ο οποίος συμμετείχε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.
σαλαμινομάχου	=	σαλαμινομάχος
σαλαμινομάχους	=	σαλαμινομάχος
σαλαμινομάχων	=	σαλαμινομάχος
σαλαμιού	=	σαλάμι
σαλαμιών	=	σαλάμι
σαλαμοποίει	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποίησα	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποίησαν	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποίησε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποίησες	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σαλαμοποιώ
σαλαμοποίησης	=	σαλαμοποίηση
σαλαμοποιήσαμε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιήσαν	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιήσανε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιήσατε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιήσει	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιήσεις	=	σαλαμοποίηση
σαλαμοποιήσεων	=	σαλαμοποίηση
σαλαμοποιήστε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιεί	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιείς	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιείτε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούμαι	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούμε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούν	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούνε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσα	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσαμε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσαν	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσανε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσατε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσε	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιούσες	=	σαλαμοποιώ
σαλαμοποιώ	verb	διαιρώ ή διασπώ μια σύνθετη διαδικασία ή ένα σύνολο σε μικρότερα κι ευκολότερα διαχειρίσιμα τμήματα, επιτυγχάνοντας έτσι σταδιακά κάποιον σκοπό
σαλαμοποιώντας	=	σαλαμοποιώ
σαλαμούρα	noun	η άλμη
σαλαμούρας	noun	γενική ενικού του σαλαμούρα
σαλαμούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλαμούρα
σαλατιέρα	noun	μεγάλο και βαθύ πιάτο για τη σαλάτα
σαλατιέρας	=	σαλατιέρα
σαλατιέρες	=	σαλατιέρα
σαλατικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλατικό
σαλατικού	noun	γενική ενικού του σαλατικό
σαλατικό	noun	λαχανικό που προορίζεται για σαλάτα
σαλατικών	noun	γενική πληθυντικού του σαλατικό
σαλατών	noun	γενική πληθυντικού του σαλάτα
σαλαφίστρια	noun	θηλυκό του σαλαφιστής
σαλαφίστριας	noun	γενική ενικού του σαλαφίστρια
σαλαφίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλαφίστρια
σαλαφισμέ	noun	κλητική ενικού του σαλαφισμός
σαλαφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλαφισμός
σαλαφισμού	noun	γενική ενικού του σαλαφισμός
σαλαφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαλαφισμός
σαλαφισμό	noun	αιτιατική ενικού του σαλαφισμός
σαλαφισμός	noun	σουνιτικό κίνημα ευαγγελιζόμενο την επιστροφή στο αυθεντικό Ισλάμ, θεμελιωμένο στο Κοράνι και στην παράδοση του προφήτη Μωάμεθ
σαλαφισμών	noun	γενική πληθυντικού του σαλαφισμός
σαλαφιστές	=	σαλαφιστής
σαλαφιστή	=	σαλαφιστής
σαλαφιστής	noun	υπερσυντηρητικός σουνίτης μουσουλμάνος
σαλαφιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σαλαφίστρια
σαλαφιστών	=	σαλαφιστής
σαλαχιού	=	σαλάχι
σαλαχιών	=	σαλάχι
σαλβάρι	noun	φαρδύ παντελόνι που φορούσαν παλιά άνδρες και γυναίκες
σαλβάρια	=	σαλβάρι
σαλβαριού	=	σαλβάρι
σαλβαριών	=	σαλβάρι
σαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάλεμα
σαλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλεμένο
σαλεμένε	verb	κλητική ενικού του σαλεμένος
σαλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλεμένη
σαλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλεμένος
σαλεμένης	verb	γενική ενικού του σαλεμένη
σαλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαλεμένος
σαλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλεμένος
σαλεμένος	=	σαλεύω
σαλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαλεμένος
σαλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαλεμένος
σαλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλεμένος
σαλεπιού	=	σαλέπι
σαλεπιτζή	=	σαλεπιτζής
σαλεπιτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλεπιτζής
σαλεπιτζήδικα	=	σαλεπιτζήδικο
σαλεπιτζήδικο	noun	άλλη γραφή του σαλεπιτζίδικο
σαλεπιτζήδικου	=	σαλεπιτζήδικο
σαλεπιτζήδικων	=	σαλεπιτζήδικο
σαλεπιτζήδων	=	σαλεπιτζής
σαλεπιτζής	noun	πλανόδιος που παρασκευάζει και πουλάει σαλέπι
σαλεπιτζίδικα	=	σαλεπιτζίδικο
σαλεπιτζίδικο	noun	κατάστημα στο οποίο πωλείται σαλέπι ή ειδικά διαμορφωμένο καροτσάκι που έχουν οι σαλεπιτζήδες
σαλεπιτζίδικου	=	σαλεπιτζίδικο
σαλεπιτζίδικων	=	σαλεπιτζίδικο
σαλεπιών	=	σαλέπι
σαλεπτσή	=	σαλεπτσής
σαλεπτσήδες	=	σαλεπτσής
σαλεπτσήδων	=	σαλεπτσής
σαλεπτσής	noun	άλλη μορφή του σαλεπιτζής, ο πωλητής σαλεπιού
σαλευγμένος	=	σαλεύγω
σαλεύαμε	=	σαλεύω
σαλεύαν	=	σαλεύω
σαλεύανε	=	σαλεύω
σαλεύατε	=	σαλεύω
σαλεύγω	verb	διαλεκτική μορφή του σαλεύω ή (δημοτική)
σαλεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του σαλεύω
σαλεύεις	=	σαλεύω
σαλεύετε	=	σαλεύω
σαλεύομε	=	σαλεύω
σαλεύοντας	=	σαλεύω
σαλεύουμε	=	σαλεύω
σαλεύουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του σαλεύω
σαλεύουνε	=	σαλεύω
σαλεύτε	=	σαλεύω
σαλεύω	verb	κάνω μια, μικρή έστω, κίνηση, μετατοπίζομαι ελαφρά
σαλιάγκων	=	σάλιαγκας
σαλιάζαμε	=	σαλιάζω
σαλιάζαν	=	σαλιάζω
σαλιάζανε	=	σαλιάζω
σαλιάζατε	=	σαλιάζω
σαλιάζει	=	σαλιάζω
σαλιάζεις	=	σαλιάζω
σαλιάζετε	=	σαλιάζω
σαλιάζοντας	=	σαλιάζω
σαλιάζουμε	=	σαλιάζω
σαλιάζουν	=	σαλιάζω
σαλιάζουνε	=	σαλιάζω
σαλιάζω	verb	μου τρέχουν σάλια από το στόμα
σαλιάρα	noun	μικρή πετσέτα σε σχήμα μηνίσκου που την δένουν μπροστά στο λαιμό ενός μωρού, για να μη λερώνεται το στήθος του	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλιάρης
σαλιάρας	adj	γενική ενικού του σαλιάρα
σαλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιάρα
σαλιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαλιάρης	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του σαλιάρης
σαλιάρηδες	noun	γενική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιάρης	adj	γενική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλιάρης
σαλιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του σαλιάρης	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλιάρης
σαλιάρης	noun	συνώνυμο του μπουλασίκης	adj	που του τρέχουν σάλια από το στόμα
σαλιάριζα	=	σαλιαρίζω
σαλιάριζαν	=	σαλιαρίζω
σαλιάριζε	=	σαλιαρίζω
σαλιάριζες	=	σαλιαρίζω
σαλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιάρικο
σαλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαλιάρης
σαλιάρικου	adj	γενική ενικού του σαλιάρικο
σαλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σαλιάρικο
σαλιάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιάρισμα	noun	η ερωτοτροπία, το φλερτ που σε τρίτους μπορεί να φανεί ανόητη
σαλιάρω	verb	ανεβαίνω
σαλιάσαμε	=	σαλιάζω
σαλιάσαν	=	σαλιάζω
σαλιάσανε	=	σαλιάζω
σαλιάσατε	=	σαλιάζω
σαλιάσει	=	σαλιάζω
σαλιάστε	=	σαλιάζω
σαλιέρα	noun	αλατιέρα
σαλιέρας	noun	γενική ενικού του σαλιέρα
σαλιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιέρα
σαλιαγκοκαυκιού	=	σαλιαγκοκαύκι
σαλιαγκοκαυκιών	=	σαλιαγκοκαύκι
σαλιαγκοκαύκι	noun|dated	το σπειροειδές κέλυφος ενός σαλιγκαριού
σαλιαγκοκαύκια	=	σαλιαγκοκαύκι
σαλιαρίζαμε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζαν	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζανε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζατε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζει	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζεις	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζετε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζοντας	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζουμε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζουν	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζουνε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίζω	verb	φλερτάρω, ερωτοτροπώ με τρόπο που στους άλλους μπορεί να φανεί ανόητος
σαλιαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίσαν	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίσανε	=	σαλιαρίζω
σαλιαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιάρισμα
σαλιαρίσματος	noun	γενική ενικού του σαλιάρισμα
σαλιαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρίστρα	noun	η σαλιάρα του μωρού
σαλιαρίστρας	=	σαλιαρίστρα
σαλιαρίστρες	=	σαλιαρίστρα
σαλιαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιαρίζω
σαλιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαλιάρισμα
σαλιαρών	noun	γενική πληθυντικού του σαλιάρα
σαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιασμένο
σαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σαλιασμένος
σαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιασμένη
σαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλιασμένος
σαλιασμένης	verb	γενική ενικού του σαλιασμένη
σαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαλιασμένος
σαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλιασμένος
σαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαλιασμένος
σαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαλιασμένος
σαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλιασμένος
σαλιγκάρι	noun	μαλάκιο με σπειροειδές κέλυφος και εδώδιμη σάρκα· έχει μακρόστενο σώμα, το οποίο προεξέχει εν μέρει από το κέλυφος, και κεφάλι, που φέρει δύο ζευγάρια κεραιών που συστέλλονται
σαλιγκάρια	=	σαλιγκάρι
σαλιγκαράκι	noun	μικρό σαλιγκάρι
σαλιγκαράκια	=	σαλιγκαράκι
σαλιγκαριού	=	σαλιγκάρι
σαλιγκαριών	=	σαλιγκάρι
σαλικυλαλδεΰδες	=	σαλικυλαλδεΰδη
σαλικυλαλδεΰδη	noun	αρωματική οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο, με μοριακό τύπο C₇H₆O₂
σαλικυλαλδεΰδης	=	σαλικυλαλδεΰδη
σαλικυλαλδεϋδών	=	σαλικυλαλδεΰδη
σαλικυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλικυλικό
σαλικυλικέ	adj	κλητική ενικού του σαλικυλικός
σαλικυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλικυλική
σαλικυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλικυλικός
σαλικυλικής	adj	γενική ενικού του σαλικυλική
σαλικυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλικυλικός
σαλικυλικού	adj	γενική ενικού του σαλικυλικός
σαλικυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαλικυλικός
σαλικυλικό	adj	αιτιατική ενικού του σαλικυλικός
σαλικυλικός	adj	που έχει σχέση με το σαλικυλικό οξύ ή αναφέρεται σ’ αυτό
σαλικυλικών	adj	γενική πληθυντικού του σαλικυλικός
σαλιού	=	σάλι
σαλιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάλιωμα
σαλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιωμένο
σαλιωμένε	verb	κλητική ενικού του σαλιωμένος
σαλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλιωμένη
σαλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλιωμένος
σαλιωμένης	verb	γενική ενικού του σαλιωμένη
σαλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαλιωμένος
σαλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλιωμένος
σαλιωμένος	=	σαλιώνω
σαλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαλιωμένος
σαλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαλιωμένος
σαλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλιωμένος
σαλιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλιωμα
σαλιώματος	noun	γενική ενικού του σάλιωμα
σαλιών	=	σάλι
σαλιώναμε	=	σαλιώνω
σαλιώναν	=	σαλιώνω
σαλιώνανε	=	σαλιώνω
σαλιώνατε	=	σαλιώνω
σαλιώνει	=	σαλιώνω
σαλιώνεις	=	σαλιώνω
σαλιώνετε	=	σαλιώνω
σαλιώνοντας	=	σαλιώνω
σαλιώνουμε	=	σαλιώνω
σαλιώνουν	=	σαλιώνω
σαλιώνουνε	=	σαλιώνω
σαλιώνω	verb	απλώνω σάλιο πάνω σε κάτι
σαλιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσαν	=	σαλιώνω
σαλιώσανε	=	σαλιώνω
σαλιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλιώνω
σαλμί	noun	τρόπος μαγειρέματος κυνηγημένων ζώων
σαλμονέλα	noun	ραβδοειδές βακτήριο που προκαλεί τροφική δηλητηρίαση και λοίμωξη του γαστρεντερικού συστήματος
σαλμονέλας	noun	γενική ενικού του σαλμονέλα
σαλμονέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλμονέλα
σαλμονέλλα	noun	άλλη γραφή του σαλμονέλα
σαλμονέλλας	=	σαλμονέλλα
σαλμονέλλες	=	σαλμονέλλα
σαλμονέλλωσις	noun	η σαλμονέλωση
σαλμονέλωση	noun	λοίμωξη που προκαλεί η σαλμονέλα
σαλμονέλωσης	noun	γενική ενικού του σαλμονέλωση
σαλμονελλών	=	σαλμονέλλα
σαλμονελών	noun	γενική πληθυντικού του σαλμονέλα
σαλμονελώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλμονέλωση
σαλμονελώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σαλμονέλωση
σαλμονελώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σαλμονέλωση
σαλντώ	verb	πηδώ, σαλτάρω
σαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλός
σαλονάκι	noun	υποκοριστικό του σαλόνι
σαλονάκια	=	σαλονάκι
σαλονάτα	=	σαλονάτος
σαλονάτε	=	σαλονάτος
σαλονάτες	=	σαλονάτος
σαλονάτη	=	σαλονάτος
σαλονάτης	=	σαλονάτος
σαλονάτο	=	σαλονάτος
σαλονάτοι	=	σαλονάτος
σαλονάτος	adj	που ταιριάζει στην υψηλή κοινωνία
σαλονάτου	=	σαλονάτος
σαλονάτους	=	σαλονάτος
σαλονάτων	=	σαλονάτος
σαλονιού	=	σαλόνι
σαλονιών	=	σαλόνι
σαλοπέτα	noun	τύπος φόρμας εργασίας
σαλοπέτας	noun	γενική ενικού του σαλοπέτα
σαλοπέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλοπέτα
σαλοπετών	noun	γενική πληθυντικού του σαλοπέτα
σαλοτραπεζαρία	noun	μεγάλο δωμάτιο ενός διαμερίσματος με μεγάλο τραπέζι, που χρησιμεύει και για την καθημερινή ζωή και για την υποδοχή καλεσμένων
σαλοτραπεζαρίας	noun	γενική ενικού του σαλοτραπεζαρία
σαλοτραπεζαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλοτραπεζαρία
σαλοτραπεζαριών	noun	γενική πληθυντικού του σαλοτραπεζαρία
σαλουφών	noun	γενική πληθυντικού του σαλούφα
σαλού	adj	γενική ενικού του σαλός
σαλούν	noun	μπαρ, ταβέρνα στην Άγρια Δύση
σαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαλός
σαλούφα	noun|vulgar	η μέδουσα, η τσούχτρα
σαλούφας	noun	γενική ενικού του σαλούφα
σαλούφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλούφα
σαλπάραμε	=	σαλπάρω
σαλπάραν	=	σαλπάρω
σαλπάρανε	=	σαλπάρω
σαλπάρατε	=	σαλπάρω
σαλπάρει	=	σαλπάρω
σαλπάρεις	=	σαλπάρω
σαλπάρεσαι	=	σαλπάρω
σαλπάρεστε	=	σαλπάρω
σαλπάρεται	=	σαλπάρω
σαλπάρετε	=	σαλπάρω
σαλπάριζα	=	σαλπάρω
σαλπάρισα	=	σαλπάρω
σαλπάρισμα	noun	η ενέργεια του σαλπάρω, η αναχώρηση ενός πλοίου, ο απόπλους
σαλπάρομαι	=	σαλπάρω
σαλπάρομε	=	σαλπάρω
σαλπάρονται	=	σαλπάρω
σαλπάρονταν	=	σαλπάρω
σαλπάροντας	=	σαλπάρω
σαλπάρου	=	σαλπάρω
σαλπάρουμε	=	σαλπάρω
σαλπάρουν	=	σαλπάρω
σαλπάρουνε	=	σαλπάρω
σαλπάρτε	=	σαλπάρω
σαλπάρω	verb	λύνω τους κάβους, σηκώνω την άγκυρα και αποπλέω
σαλπίγγων	noun	γενική πληθυντικού του σάλπιγγα
σαλπίζαμε	=	σαλπίζω
σαλπίζαν	=	σαλπίζω
σαλπίζανε	=	σαλπίζω
σαλπίζατε	=	σαλπίζω
σαλπίζει	=	σαλπίζω
σαλπίζεις	=	σαλπίζω
σαλπίζετε	=	σαλπίζω
σαλπίζοντας	=	σαλπίζω
σαλπίζουμε	=	σαλπίζω
σαλπίζουν	=	σαλπίζω
σαλπίζουνε	=	σαλπίζω
σαλπίζω	verb	χρησιμοποιώ τη σάλπιγγα για να βγάλω ήχο
σαλπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσαν	=	σαλπίζω
σαλπίσανε	=	σαλπίζω
σαλπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάλπισμα
σαλπίσματος	noun	γενική ενικού του σάλπισμα
σαλπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαλπίζω
σαλπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπάρισμα
σαλπαρίσματος	noun	γενική ενικού του σαλπάρισμα
σαλπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαλπάρισμα
σαλπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπαρισμένο
σαλπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σαλπαρισμένος
σαλπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπαρισμένη
σαλπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλπαρισμένος
σαλπαρισμένης	verb	γενική ενικού του σαλπαρισμένη
σαλπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαλπαρισμένος
σαλπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλπαρισμένος
σαλπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαλπαρισμένος
σαλπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαλπαρισμένος
σαλπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλπαρισμένος
σαλπιγγίτιδα	noun	φλεγμονή της σάλπιγγας
σαλπιγγίτιδας	=	σαλπιγγίτιδα
σαλπιγγίτιδες	=	σαλπιγγίτιδα
σαλπιγγίτιδων	=	σαλπιγγίτιδα
σαλπιγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπιγγικό
σαλπιγγικέ	adj	κλητική ενικού του σαλπιγγικός
σαλπιγγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπιγγική
σαλπιγγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλπιγγικός
σαλπιγγικής	adj	γενική ενικού του σαλπιγγική
σαλπιγγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλπιγγικός
σαλπιγγικού	adj	γενική ενικού του σαλπιγγικός
σαλπιγγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαλπιγγικός
σαλπιγγικό	adj	αιτιατική ενικού του σαλπιγγικός
σαλπιγγικός	adj	σχέτικος με τις σάλπιγγες (τα γυναικεία όργανα αναπαραγωγής)
σαλπιγγικών	adj	γενική πληθυντικού του σαλπιγγικός
σαλπιγγογραφία	noun	απεικόνιση των σαλπίγγων με ακτινογραφία και σκιαγραφικό υγρό
σαλπιγγογραφίας	noun	γενική ενικού του σαλπιγγογραφία
σαλπιγγογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπιγγογραφία
σαλπιγγογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σαλπιγγογραφία
σαλπιγγοειδές	=	σαλπιγγοειδής
σαλπιγγοειδή	=	σαλπιγγοειδής
σαλπιγγοειδής	adj	που μοιάζει ή έχει το σχήμα σάλπιγγας
σαλπιγγοειδείς	=	σαλπιγγοειδής
σαλπιγγοειδούς	=	σαλπιγγοειδής
σαλπιγγοειδών	=	σαλπιγγοειδής
σαλπιγγῖτις	noun	η σαλπιγγίτιδα
σαλπιγκτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλπιγκτής
σαλπιγκτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαλπιγκτής
σαλπιγκτής	noun	αυτός που σαλπίζει
σαλπιγκτών	noun	γενική πληθυντικού του σαλπιγκτής
σαλπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάλπισμα
σαλπών	=	σάλπη
σαλτάραμε	=	σαλτάρω
σαλτάραν	=	σαλτάρω
σαλτάρανε	=	σαλτάρω
σαλτάρατε	=	σαλτάρω
σαλτάρει	=	σαλτάρω
σαλτάρεις	=	σαλτάρω
σαλτάρετε	=	σαλτάρω
σαλτάριζα	=	σαλτάρω
σαλτάριζαν	=	σαλτάρω
σαλτάριζε	=	σαλτάρω
σαλτάριζες	=	σαλτάρω
σαλτάρισα	=	σαλτάρω
σαλτάρισαν	=	σαλτάρω
σαλτάρισε	=	σαλτάρω
σαλτάρισες	=	σαλτάρω
σαλτάρισμα	noun	το άλμα, το σάλτο
σαλτάρομε	=	σαλτάρω
σαλτάροντας	=	σαλτάρω
σαλτάρουμε	=	σαλτάρω
σαλτάρουν	=	σαλτάρω
σαλτάρουνε	=	σαλτάρω
σαλτάρω	verb	ανεβαίνω κάπου με άλμα, δίνω ένα σάλτο
σαλταδόρε	noun	κλητική ενικού του σαλταδόρος
σαλταδόρο	noun	αιτιατική ενικού του σαλταδόρος
σαλταδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλταδόρος
σαλταδόρος	noun	αυτός που μπορεί να σαλτάρει, να κάνει άλματα
σαλταδόρου	noun	γενική ενικού του σαλταδόρος
σαλταδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαλταδόρος
σαλταδόρων	noun	γενική πληθυντικού του σαλταδόρος
σαλταπίγκος	noun	ακρίδα
σαλταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλτάρισμα
σαλταρίσματος	noun	γενική ενικού του σαλτάρισμα
σαλταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαλτάρισμα
σαλταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλταρισμένο
σαλταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σαλταρισμένος
σαλταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλταρισμένη
σαλταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαλταρισμένος
σαλταρισμένης	verb	γενική ενικού του σαλταρισμένη
σαλταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαλταρισμένος
σαλταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλταρισμένος
σαλταρισμένος	verb	που έχει "σαλτάρει", που έχει τρελαθεί, που είναι εκτός ελέγχου
σαλταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαλταρισμένος
σαλταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαλταρισμένος
σαλταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαλταρισμένος
σαλτζή	=	σαλτζής
σαλτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλτζής
σαλτζήδων	=	σαλτζής
σαλτζής	noun|dated	ξυλοκόπος που συνέβαλλε στη μεταφορά κορμών δέντρων, ενίοτε δεμένων σε αυτοσχέδιες σχεδίες, μέσω ποταμού
σαλτιμπάγκε	noun	κλητική ενικού του σαλτιμπάγκος
σαλτιμπάγκο	noun	αιτιατική ενικού του σαλτιμπάγκος
σαλτιμπάγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαλτιμπάγκος
σαλτιμπάγκος	noun	υπαίθριος ταχυδακτυλουργός, γελωτοποιός ή ακροβάτης
σαλτιμπάγκου	noun	γενική ενικού του σαλτιμπάγκος
σαλτιμπάγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαλτιμπάγκος
σαλτιμπάγκων	noun	γενική πληθυντικού του σαλτιμπάγκος
σαλτσιέρα	noun	σκεύος σε σχήμα μπολ με προχοή, κατάλληλο για το σερβίρισμα της σάλτσας
σαλτσιέρας	=	σαλτσιέρα
σαλτσιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαλτσιέρα
σαλτσών	noun	γενική πληθυντικού του σάλτσα
σαλωνίτικα	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικε	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικες	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικη	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικης	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικο	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικοι	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικος	adj	ο σχετικός με τα Σάλωνα ή τους κατοίκους τους
σαλωνίτικου	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικους	=	σαλωνίτικος
σαλωνίτικων	=	σαλωνίτικος
σαλό	adj	αιτιατική ενικού του σαλός
σαλόνι	noun	δωμάτιο επιπλωμένο με καναπέδες και πολυθρόνες για την υποδοχή επισκεπτών
σαλόνια	=	σαλόνι
σαλός	adj	που έχει σαλεμένο μυαλό
σαλότο	noun|rare	σαλόνι υποδοχής
σαλών	adj	γενική πληθυντικού του σαλός
σαμάν	noun|rare	άλλη μορφή του σαμάνος
σαμάνε	noun	κλητική ενικού του σαμάνος
σαμάνο	noun	αιτιατική ενικού του σαμάνος
σαμάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμάνος
σαμάνος	noun	μάγος, ιερέας, εκπρόσωπος αρχέγονης, παγανιστικής θρησκείας
σαμάνου	noun	γενική ενικού του σαμάνος
σαμάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαμάνος
σαμάνων	noun	γενική πληθυντικού του σαμάνος
σαμάρι	noun	ξύλινο συνήθως εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριού ή μουλαριού ώστε να φορτωθεί πάνω σ' αυτό ένα φορτίο
σαμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμάρι
σαμάριο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 62 και χημικό σύμβολο το Sm
σαμάριου	=	σαμάριο
σαμάριων	=	σαμάριο
σαμάρωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαμαρώνω
σαμάρωνα	=	σαμαρώνω
σαμάρωναν	=	σαμαρώνω
σαμάρωνε	=	σαμαρώνω
σαμάρωνες	=	σαμαρώνω
σαμάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαλτάνας	noun	γενική ενικού του Σαμαλτάνα
σαμαλτάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Σαμαλτάνα
σαμαλτανών	noun	γενική πληθυντικού του Σαμαλτάνα
σαμανισμέ	noun	κλητική ενικού του σαμανισμός
σαμανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμανισμός
σαμανισμού	noun	γενική ενικού του σαμανισμός
σαμανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαμανισμός
σαμανισμό	noun	αιτιατική ενικού του σαμανισμός
σαμανισμός	noun	θρησκευτική / μυστικιστική / μαγική πρακτική που σχετίζεται με τις ενέργειες και τις ικανότητες των σαμάνων
σαμανισμών	noun	γενική πληθυντικού του σαμανισμός
σαμαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαμαράς
σαμαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμαράς
σαμαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμαράδικο
σαμαράδικο	noun	το εργαστήριο ή το κατάστημα ενός σαμαρά
σαμαράδικου	noun	γενική ενικού του σαμαράδικο
σαμαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του σαμαράδικο
σαμαράδων	noun	γενική πληθυντικού του σαμαράς
σαμαράκι	noun	μικρό σαμάρι
σαμαράκια	=	σαμαράκι
σαμαράς	noun	ο τεχνίτης που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει σαμάρια
σαμαρίου	noun	γενική ενικού του σαμάριο
σαμαρειτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμαρειτικό
σαμαρειτικέ	adj	κλητική ενικού του σαμαρειτικός
σαμαρειτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμαρειτική
σαμαρειτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαμαρειτικός
σαμαρειτικής	adj	γενική ενικού του σαμαρειτική
σαμαρειτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμαρειτικός
σαμαρειτικού	adj	γενική ενικού του σαμαρειτικός
σαμαρειτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαμαρειτικός
σαμαρειτικό	adj	αιτιατική ενικού του σαμαρειτικός
σαμαρειτικός	adj	που έχει σχέση με τους Σαμαρείτες ή τη Σαμάρεια ή αναφέρεται σ’ αυτά
σαμαρειτικών	adj	γενική πληθυντικού του σαμαρειτικός
σαμαρινιώτικα	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικε	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικες	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικη	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικης	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικο	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικοι	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικος	adj	που έχει σχέση με τη Σαμαρίνα ή τους Σαμαρινιώτες ή αναφέρεται σ' αυτά
σαμαρινιώτικου	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικους	=	σαμαρινιώτικος
σαμαρινιώτικων	=	σαμαρινιώτικος
σαμαριού	=	σαμάρι
σαμαριών	=	σαμάρι
σαμαροσκουτιού	=	σαμαροσκούτι
σαμαροσκουτιών	=	σαμαροσκούτι
σαμαροσκούτι	noun	χοντρό μάλλινο ύφασμα που τοποθετείται κάτω από το σαμάρι ή τη σέλα ή με το οποίο επενδύεται εσωτερικά το σαμάρι
σαμαροσκούτια	=	σαμαροσκούτι
σαμαρσκίτες	=	σαμαρσκίτης
σαμαρσκίτη	=	σαμαρσκίτης
σαμαρσκίτης	noun	ορυκτό οξείδιο σπανίων γαιών
σαμαρσκιτών	=	σαμαρσκίτης
σαμαρτζής	noun	ο κατασκευαστής και επιδιορθωτής σαμαριών
σαμαρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαμαρώνομαι
σαμαρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνομαι
σαμαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαμάρωμα
σαμαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμαρωμένο
σαμαρωμένε	verb	κλητική ενικού του σαμαρωμένος
σαμαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμαρωμένη
σαμαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαμαρωμένος
σαμαρωμένης	verb	γενική ενικού του σαμαρωμένη
σαμαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαμαρωμένος
σαμαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμαρωμένος
σαμαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαμαρωμένος
σαμαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαμαρωμένος
σαμαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαμαρωμένος
σαμαρωτά	=	σαμαρωτός
σαμαρωτέ	=	σαμαρωτός
σαμαρωτές	=	σαμαρωτός
σαμαρωτή	=	σαμαρωτός
σαμαρωτής	=	σαμαρωτός
σαμαρωτοί	=	σαμαρωτός
σαμαρωτού	=	σαμαρωτός
σαμαρωτούς	=	σαμαρωτός
σαμαρωτό	=	σαμαρωτός
σαμαρωτός	adj	που μοιάζει με σαμάρι
σαμαρωτών	=	σαμαρωτός
σαμαρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνομαι
σαμαρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνομαι
σαμαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμάρωμα
σαμαρώματος	noun	γενική ενικού του σαμάρωμα
σαμαρώναμε	=	σαμαρώνω
σαμαρώναν	=	σαμαρώνω
σαμαρώνανε	=	σαμαρώνω
σαμαρώνατε	=	σαμαρώνω
σαμαρώνει	=	σαμαρώνω
σαμαρώνεις	=	σαμαρώνω
σαμαρώνετε	=	σαμαρώνω
σαμαρώνομαι	verb	αποκτώ σαμάρι, μου τοποθετούν σαμάρι
σαμαρώνοντας	=	σαμαρώνω
σαμαρώνουμε	=	σαμαρώνω
σαμαρώνουν	=	σαμαρώνω
σαμαρώνουνε	=	σαμαρώνω
σαμαρώνω	verb	βάζω σαμάρι σε υποζύγιο
σαμαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσαν	=	σαμαρώνω
σαμαρώσανε	=	σαμαρώνω
σαμαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαμαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαμαρώνω
σαματά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαματάς
σαματάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαματάς
σαματάδων	noun	γενική πληθυντικού του σαματάς
σαματάς	noun	η φασαρία, ο θόρυβος
σαματατζή	=	σαματατζής
σαματατζήδες	=	σαματατζής
σαματατζήδων	=	σαματατζής
σαματατζής	noun	αυτός που κάνει πολύ σαματά, πολύ θόρυβο
σαματατζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαματατζίδικο
σαματατζίδικε	adj	κλητική ενικού του σαματατζίδικος
σαματατζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαματατζίδικη
σαματατζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαματατζίδικος
σαματατζίδικης	adj	γενική ενικού του σαματατζίδικη
σαματατζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του σαματατζίδικος
σαματατζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαματατζίδικος
σαματατζίδικος	adj	που κάνει πολύ σαματά (φασαρία)
σαματατζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαματατζίδικος
σαματατζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαματατζίδικος
σαματατζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαματατζίδικος
σαματατζού	noun	θηλυκό του σαματατζής
σαματατζούδες	=	σαματατζού
σαματατζούδων	=	σαματατζού
σαματατζούς	=	σαματατζού
σαμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμιακό
σαμιακέ	adj	κλητική ενικού του σαμιακός
σαμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμιακή
σαμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαμιακός
σαμιακής	adj	γενική ενικού του σαμιακή
σαμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμιακός
σαμιακού	adj	γενική ενικού του σαμιακός
σαμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαμιακός
σαμιακό	adj	αιτιατική ενικού του σαμιακός
σαμιακός	adj	που αναφέρεται, ανήκει, συνέβη στη Σάμο ή σχετίζεται με αυτήν
σαμιακών	adj	γενική πληθυντικού του σαμιακός
σαμιαμίδι	noun	μικρή σαύρα της οικογένειας Gekkonidae, γνωστό για την ικανότητά του να κολλάει σε τοίχους και οροφές
σαμιαμίδια	=	σαμιαμίδι
σαμιαμίθι	noun	άλλη μορφή του σαμιαμίδι
σαμιαμίθια	=	σαμιαμίθι
σαμιαμιδιού	=	σαμιαμίδι
σαμιαμιδιών	=	σαμιαμίδι
σαμιαμιθιού	=	σαμιαμίθι
σαμιαμιθιών	=	σαμιαμίθι
σαμιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμιώτικο
σαμιώτικε	adj	κλητική ενικού του σαμιώτικος
σαμιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμιώτικη
σαμιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαμιώτικος
σαμιώτικης	adj	γενική ενικού του σαμιώτικη
σαμιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σαμιώτικος
σαμιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμιώτικος
σαμιώτικος	adj	σχετικός με τη Σάμο και τους Σαμιώτες
σαμιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαμιώτικος
σαμιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαμιώτικος
σαμιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαμιώτικος
σαμντάνι	noun|dated	κηροπήγιο
σαμντάνια	=	σαμντάνι
σαμντανιού	=	σαμντάνι
σαμντανιών	=	σαμντάνι
σαμοανέ	=	σαμοανός
σαμοανή	=	σαμοανός
σαμοανικά	noun	πολυνησιακή γλώσσα που μιλιέται στις νήσους Σαμόα
σαμοανικών	=	σαμοανικά
σαμοανοί	=	σαμοανός
σαμοανού	=	σαμοανός
σαμοανούς	=	σαμοανός
σαμοανό	=	σαμοανός
σαμοανός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Σαμόα
σαμοανών	=	σαμοανός
σαμοβάρι	noun	παραδοσιακό ρώσικο σκεύος για το βράσιμο και το σερβίρισμα του τσαγιού
σαμοβάρια	=	σαμοβάρι
σαμοβαριού	=	σαμοβάρι
σαμοβαριών	=	σαμοβάρι
σαμογιτιανά	noun	διάλεκτος των λιθουανικών
σαμογιτιανών	=	σαμογιτιανά
σαμουράι	noun	ευγενής πολεμιστής στην προβιομηχανική Ιαπωνία, δεινός χειριστής του σπαθιού και μέλος της ομώνυμης τάξης που υπηρετούσε τους Ιάπωνες φεουδάρχες υπακούοντας σε αυστηρό κώδικα τιμής
σαμουριού	=	σαμούρι
σαμουριών	=	σαμούρι
σαμούρι	noun	η ζιμπελίνα
σαμούρια	=	σαμούρι
σαμπάνι	noun	σκοινί για την αγκίστρωση και ανύψωση βαριών αντικειμένων
σαμπάνια	noun	γαλλικό αφρώδες κρασί
σαμπάνιαζα	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιαζαν	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιαζε	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιαζες	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιας	=	σαμπάνια
σαμπάνιασα	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιασαν	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιασε	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιασες	=	σαμπανιάζω
σαμπάνιες	=	σαμπάνια
σαμπάνιο	noun	άλλη μορφή του σαμπάνι
σαμπάνιου	=	σαμπάνιο
σαμπάνιων	=	σαμπάνιο
σαμπάχ	noun	κλίμακα της λαϊκής μουσικής
σαμπέκα	=	σαμπέκο
σαμπέκο	noun	είδος ιστιοφόρου πλοίου
σαμπέκου	=	σαμπέκο
σαμπέκων	=	σαμπέκο
σαμπί	noun	oνομασία του αρχαϊκου γράμματος (Ϡ καιϡ) του ελληνικού αλφαβήτου.
σαμπανί	noun	το ανοιχτό χρυσαφί της σαμπάνιας	adj	που έχει χρώμα σαμπανί
σαμπανιά	noun|dated	το φορτίο που μεταφέρεται στο πλοίο από κάθε κίνηση του γερανού, της μπίγιας (αναφερόμενο σε φορτώσεις παλαιών, μικρών εμπορικών πλοίων μεταφοράς φορτίου)
σαμπανιάζαμε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζαν	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζανε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζατε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζει	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζεις	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζετε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζοντας	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζουμε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζουν	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζουνε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάζω	verb	δένω ένα αντικείμενο με σαμπάνι, για να το έλξω
σαμπανιάς	=	σαμπανιά
σαμπανιάσαμε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάσαν	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάσανε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάσατε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάσει	=	σαμπανιάζω
σαμπανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμπάνιασμα
σαμπανιάσματος	noun	γενική ενικού του σαμπάνιασμα
σαμπανιάστε	=	σαμπανιάζω
σαμπανιέρα	noun	μεταλλικός κάδος, μέσα στον οποίο βάζουν το μπουκάλι της σαμπάνιας για να διατηρείται κρύα
σαμπανιέρας	=	σαμπανιέρα
σαμπανιέρες	=	σαμπανιέρα
σαμπανιές	=	σαμπανιά
σαμπανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαμπάνιασμα
σαμπανιζέ	adj	χαρακτηρισμός κρασιού που αφρίζει όπως η σαμπάνια
σαμπανιού	=	σαμπάνι
σαμπανιών	=	σαμπάνι
σαμπαχαδάκι	noun	όμορφο τραγούδι ή σκοπός σε κλίμακα σαμπάχ
σαμπαχαδάκια	=	σαμπαχαδάκι
σαμπιά	=	σαμπί
σαμπιού	=	σαμπί
σαμπιών	=	σαμπί
σαμπλέ	noun	είδος γαλλικού στρογγυλού μπισκότου με ζύμη που τρίβεται
σαμπλεδάκι	noun	υποκοριστικό του σαμπλέ, μικρό μπισκότο σαμπλέ
σαμπλεδάκια	=	σαμπλεδάκι
σαμποτάζ	noun	η δολιοφθορά
σαμποτάρισμα	noun	η ενέργεια του σαμποτάρω
σαμποτάρω	verb	κάνω σαμποτάζ, υπονομεύω (πχ μια προσπάθεια)
σαμποτέρ	noun	το πρόσωπο που εσκεμμένα και μυστικά προκαλεί καταστροφές στον εχθρό (στον πόλεμο) ή παρεμποδίζει τη λειτουργία μιας υπηρεσίας ή επιχείρησης, αυτός που κάνει σαμποτάζ
σαμποταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμποτάρισμα
σαμποταρίσματος	noun	γενική ενικού του σαμποτάρισμα
σαμποταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαμποτάρισμα
σαμποταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμποταρισμένο
σαμποταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σαμποταρισμένος
σαμποταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμποταρισμένη
σαμποταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαμποταρισμένος
σαμποταρισμένης	verb	γενική ενικού του σαμποταρισμένη
σαμποταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαμποταρισμένος
σαμποταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμποταρισμένος
σαμποταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαμποταρισμένος
σαμποταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαμποταρισμένος
σαμποταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαμποταρισμένος
σαμπουάν	noun	παχύρρευστο σαπούνι για το λούσιμο των μαλλιών
σαμπούκα	noun	είδος ιταλικού λικέρ
σαμπούκας	=	σαμπούκα
σαμπούκε	noun	κλητική ενικού του σαμπούκος
σαμπούκες	=	σαμπούκα
σαμπούκο	noun	αιτιατική ενικού του σαμπούκος
σαμπούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαμπούκος
σαμπούκος	noun	θάμνος ή μικρό δέντρο του γένους Sambucus, με οδοντωτά φύλλα, μικρά άσπρα άνθη που μοιάζουν με αστέρια, και μικρά σκουροκόκκινους ή μαύρους καρπούς· μερικά μέρη του φυτού χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική και από τους καρπούς φτιάχνεται μαρμελάδα
σαμπούκου	noun	γενική ενικού του σαμπούκος
σαμπούκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαμπούκος
σαμπούκων	noun	γενική πληθυντικού του σαμπούκος
σαμπρ	noun	η σπάθη
σαμπρέλα	noun	κυκλικός σωλήνας από καουτσούκ που τοποθετείται στο εσωτερικό ενός ελαστικού αυτοκινήτου ή άλλου πράγματος και φουσκώνεται με αέρα
σαμπρέλας	noun	γενική ενικού του σαμπρέλα
σαμπρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμπρέλα
σαμπρέλλα	=	σαμπρέλα
σαμπρελών	noun	γενική πληθυντικού του σαμπρέλα
σαμπό	noun	τσόκαρο, ξυλοπάπουτσο
σαμσάρα	noun	ο συνεχής κύκλος της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης που άντεξαν τα ανθρώπινα όντα και όλα τα άλλα θνητά όντα, και από τον οποίο η απελευθέρωση επιτυγχάνεται με την επίτευξη της υψηλότερης φώτισης
σαμσάρας	=	σαμσάρα
σαμσάρες	=	σαμσάρα
σαμόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαμόλαδο
σαμόλαδο	noun	άλλη μορφή του σουσαμόλαδο
σαμόλαδου	noun	γενική ενικού του σαμόλαδο
σαμόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του σαμόλαδο
σαμόσα	noun	γεμιστό αρτοσκεύασμα της μεσανατολικής και νοτιοασιατικής κουζίνας
σαν	particle	δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως	conj	όταν, αφού
σανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανό
σανέ	noun	κλητική ενικού του σανός
σανίδα	noun	παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος
σανίδας	=	σανίδα
σανίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανίδα
σανίδι	noun	η σανίδα
σανίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανίδι
σανίδινα	=	σανίδινος
σανίδινε	=	σανίδινος
σανίδινες	=	σανίδινος
σανίδινη	=	σανίδινος
σανίδινης	=	σανίδινος
σανίδινο	=	σανίδινος
σανίδινοι	=	σανίδινος
σανίδινος	adj	άλλη μορφή του σανιδένιος
σανίδινου	=	σανίδινος
σανίδινους	=	σανίδινος
σανίδινων	=	σανίδινος
σανίδωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σανιδώνω
σανίδων	noun	γενική πληθυντικού του σανίδα
σανίδωνα	=	σανιδώνω
σανίδωναν	=	σανιδώνω
σανίδωνε	=	σανιδώνω
σανίδωνες	=	σανιδώνω
σανίδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανίδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανίδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανίδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανίδωση	noun	άλλη μορφή του σανίδωμα
σανίδωσης	=	σανίδωση
σανίδωσις	noun	η σανίδωση, το σανίδωμα
σανατορίου	noun	γενική ενικού του σανατόριο
σανατορίων	noun	γενική πληθυντικού του σανατόριο
σανατοριακά	=	σανατοριακός
σανατοριακέ	=	σανατοριακός
σανατοριακές	=	σανατοριακός
σανατοριακή	=	σανατοριακός
σανατοριακής	=	σανατοριακός
σανατοριακοί	=	σανατοριακός
σανατοριακού	=	σανατοριακός
σανατοριακούς	=	σανατοριακός
σανατοριακό	=	σανατοριακός
σανατοριακός	adj	άλλη μορφή του σανατορικός
σανατοριακών	=	σανατοριακός
σανατορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανατορικό
σανατορικέ	adj	κλητική ενικού του σανατορικός
σανατορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανατορική
σανατορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σανατορικός
σανατορικής	adj	γενική ενικού του σανατορική
σανατορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σανατορικός
σανατορικού	adj	γενική ενικού του σανατορικός
σανατορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σανατορικός
σανατορικό	adj	αιτιατική ενικού του σανατορικός
σανατορικός	adj	που έχει σχέση με το σανατόριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
σανατορικών	adj	γενική πληθυντικού του σανατορικός
σανατόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανατόριο
σανατόριο	noun	το θεραπευτήριο για ασθενείς που πάσχουν από φυματίωση ή άλλα θωρακικά νοσήματα
σανατόριου	=	σανατόριο
σανδάλι	noun	υπόδημα που αποτελείται από επίπεδο λεπτό πέλμα το οποίο δένεται στο πόδι με κορδόνια ή λεπτές λωρίδες δέρματος
σανδάλια	=	σανδάλι
σανδαλιού	=	σανδάλι
σανδαλιών	=	σανδάλι
σανδαλοποιέ	noun	κλητική ενικού του σανδαλοποιός
σανδαλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανδαλοποιείο
σανδαλοποιείο	noun	εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής σανδαλιών
σανδαλοποιείου	noun	γενική ενικού του σανδαλοποιείο
σανδαλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του σανδαλοποιείο
σανδαλοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σανδαλοποιός
σανδαλοποιού	noun	γενική ενικού του σανδαλοποιός
σανδαλοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σανδαλοποιός
σανδαλοποιό	noun	αιτιατική ενικού του σανδαλοποιός
σανδαλοποιός	noun	ο κατασκευαστής σανδαλιών
σανδαλοποιών	noun	γενική πληθυντικού του σανδαλοποιός
σανιδά	=	σανιδάς
σανιδάδες	=	σανιδάς
σανιδάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανιδάδικο
σανιδάδικο	noun	εργαστήριο όπου κατασκευάζονται σανίδες ή κατάστημα πώλησής τους
σανιδάδικου	noun	γενική ενικού του σανιδάδικο
σανιδάδικων	noun	γενική πληθυντικού του σανιδάδικο
σανιδάδων	=	σανιδάς
σανιδάκι	noun	υποκοριστικό του σανίδα
σανιδάκια	=	σανιδάκι
σανιδάς	noun	αυτός που φτιάχνει σανίδες
σανιδένια	=	σανιδένιος
σανιδένιας	=	σανιδένιος
σανιδένιε	=	σανιδένιος
σανιδένιες	=	σανιδένιος
σανιδένιο	=	σανιδένιος
σανιδένιοι	=	σανιδένιος
σανιδένιος	adj	που αποτελείται από σανίδες
σανιδένιου	=	σανιδένιος
σανιδένιους	=	σανιδένιος
σανιδένιων	=	σανιδένιος
σανιδίτσα	noun	υποκοριστικό του σανίδα
σανιδίτσας	=	σανιδίτσα
σανιδίτσες	=	σανιδίτσα
σανιδιού	=	σανίδι
σανιδιών	=	σανίδι
σανιδοειδές	=	σανιδοειδής
σανιδοειδή	=	σανιδοειδής
σανιδοειδής	adj	που μοιάζει στο σχήμα με σανίδα
σανιδοειδείς	=	σανιδοειδής
σανιδοειδούς	=	σανιδοειδής
σανιδοειδών	=	σανιδοειδής
σανιδοτοίχου	=	σανιδότοιχος
σανιδοτοίχους	=	σανιδότοιχος
σανιδοτοίχων	=	σανιδότοιχος
σανιδούλα	noun	υποκοριστικό του σανίδα
σανιδούλας	=	σανιδούλα
σανιδούλες	=	σανιδούλα
σανιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σανίδωμα
σανιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανιδωμένο
σανιδωμένε	verb	κλητική ενικού του σανιδωμένος
σανιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανιδωμένη
σανιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σανιδωμένος
σανιδωμένης	verb	γενική ενικού του σανιδωμένη
σανιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σανιδωμένος
σανιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σανιδωμένος
σανιδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σανιδώνω
σανιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σανιδωμένος
σανιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σανιδωμένος
σανιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σανιδωμένος
σανιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σανιδωτός	adv|rare	με σανιδωτό τρόπο
σανιδωτέ	adj	κλητική ενικού του σανιδωτός
σανιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανιδωτή
σανιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σανιδωτός
σανιδωτής	adj	γενική ενικού του σανιδωτή
σανιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σανιδωτός
σανιδωτού	adj	γενική ενικού του σανιδωτός
σανιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σανιδωτός
σανιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του σανιδωτός
σανιδωτός	adj	άλλη μορφή του σανιδωμένος
σανιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του σανιδωτός
σανιδόδεσμε	=	σανιδόδεσμος
σανιδόδεσμο	=	σανιδόδεσμος
σανιδόδεσμοι	=	σανιδόδεσμος
σανιδόδεσμος	noun	σανίδα ή παρόμοια κατασκευή ως σύνδεσμος πασσάλων ή σανίδων
σανιδόδεσμου	=	σανιδόδεσμος
σανιδόδεσμους	=	σανιδόδεσμος
σανιδόδεσμων	=	σανιδόδεσμος
σανιδόσκαλα	noun	σκάλα από σανίδια
σανιδόσκαλες	=	σανιδόσκαλα
σανιδόσκαλη	=	σανιδόσκαλα
σανιδόσκαλης	=	σανιδόσκαλα
σανιδόσκαλων	=	σανιδόσκαλα
σανιδότοιχε	=	σανιδότοιχος
σανιδότοιχο	=	σανιδότοιχος
σανιδότοιχοι	=	σανιδότοιχος
σανιδότοιχος	noun	τοίχος φτιαγμένος από σανίδες
σανιδόφραχτα	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτε	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτες	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτη	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτης	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτο	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτοι	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτος	adj	φραγμένος πρόχειρα με σανίδες
σανιδόφραχτου	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτους	=	σανιδόφραχτος
σανιδόφραχτων	=	σανιδόφραχτος
σανιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανίδωμα
σανιδώματος	noun	γενική ενικού του σανίδωμα
σανιδώναμε	=	σανιδώνω
σανιδώναν	=	σανιδώνω
σανιδώνανε	=	σανιδώνω
σανιδώνατε	=	σανιδώνω
σανιδώνει	=	σανιδώνω
σανιδώνεις	=	σανιδώνω
σανιδώνετε	=	σανιδώνω
σανιδώνομαι	=	σανιδώνω
σανιδώνοντας	=	σανιδώνω
σανιδώνουμε	=	σανιδώνω
σανιδώνουν	=	σανιδώνω
σανιδώνουνε	=	σανιδώνω
σανιδώνω	verb	στρώνω μια επιφάνεια με σανίδες
σανιδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώσαν	=	σανιδώνω
σανιδώσανε	=	σανιδώνω
σανιδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανίδωση
σανιδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώσεων	=	σανίδωση
σανιδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανιδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σανιδώνω
σανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σανός
σανοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανοπωλείο
σανοπωλείο	noun	το κατάστημα που πουλάει σανό
σανοπωλείου	noun	γενική ενικού του σανοπωλείο
σανοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του σανοπωλείο
σανοπωλών	=	σανοπώλης
σανοπώλες	=	σανοπώλης
σανοπώλη	=	σανοπώλης
σανοπώλης	noun|dated	ο έμπορος που πουλάει σανό
σανού	noun	γενική ενικού του σανός
σανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σανός
σανπί	=	σαμπί
σανσκριτικά	noun	αρχαία γλώσσα των Ινδιών, μέλος της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας, που υπήρξε η λειτουργική γλώσσα πολλών ινδικών θρησκειών, όπως ο Ινδουισμός, ο Βουδισμός, ο Τζαϊνισμός και η θρησκεία των Σιχ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανσκριτικό
σανσκριτικέ	adj	κλητική ενικού του σανσκριτικός
σανσκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανσκριτική
σανσκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σανσκριτικός
σανσκριτικής	adj	γενική ενικού του σανσκριτική
σανσκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σανσκριτικός
σανσκριτικού	adj	γενική ενικού του σανσκριτικός
σανσκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σανσκριτικός
σανσκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του σανσκριτικός
σανσκριτικός	adj	σχετικός με την αρχαία γλώσσα των Ινδιών, τα σανσκριτικά
σανσκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του σανσκριτικός
σανσκριτολόγε	=	σανσκριτολόγος
σανσκριτολόγο	=	σανσκριτολόγος
σανσκριτολόγοι	=	σανσκριτολόγος
σανσκριτολόγος	noun	γλωσσολόγος ειδικευμένος στα σανσκριτικά
σανσκριτολόγου	=	σανσκριτολόγος
σανσκριτολόγους	=	σανσκριτολόγος
σανσκριτολόγων	=	σανσκριτολόγος
σαντάλι	noun	μορφή του σανδάλι
σαντάλια	=	σαντάλι
σαντάλου	=	σάνταλο
σαντάλων	=	σάνταλο
σαντέζα	noun|dated	τραγουδίστρια σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης
σαντέζας	=	σαντέζα
σαντέζες	=	σαντέζα
σαντακρούτας	noun	γενική ενικού του σαντακρούτα
σαντακρούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαντακρούτα
σανταλιού	=	σαντάλι
σανταλιών	=	σαντάλι
σανταλόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σανταλόξυλο
σανταλόξυλο	noun	δέντρο της Ασίας και της Ωκεανίας του γένους Santalum
σανταλόξυλου	noun	γενική ενικού του σανταλόξυλο
σανταλόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του σανταλόξυλο
σαντζάκι	noun	στρατιωτικό λάβαρο
σαντζάκια	=	σαντζάκι
σαντζάκιο	noun	το σαντζάκι
σαντζάκιου	=	σαντζάκιο
σαντζακίου	=	σαντζάκιο
σαντζακίων	=	σαντζάκιο
σαντιγί	noun	γλυκιά αφράτη κρέμα από κρέμα γάλακτος και ζάχαρη που διακοσμεί διάφορα γλυκίσματα
σαντιγύ	noun|dated	άλλη γραφή του σαντιγί
σαντορινιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαντορινιός
σαντορινιάς	=	σαντορινιά
σαντορινιέ	adj	κλητική ενικού του σαντορινιός
σαντορινιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαντορινιά
σαντορινιή	=	σαντορινιός
σαντορινιής	=	σαντορινιός
σαντορινιιά	=	σαντορινιός
σαντορινιιό	=	σαντορινιός
σαντορινιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαντορινιός
σαντορινιού	adj	γενική ενικού του σαντορινιός
σαντορινιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαντορινιός
σαντορινιό	adj	αιτιατική ενικού του σαντορινιός
σαντορινιός	adj	που προέρχεται από τη Σαντορίνη
σαντορινιών	adj	γενική πληθυντικού του σαντορινιός
σαντορινιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαντορινιώτικο
σαντορινιώτικε	adj	κλητική ενικού του σαντορινιώτικος
σαντορινιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαντορινιώτικη
σαντορινιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαντορινιώτικος
σαντορινιώτικης	adj	γενική ενικού του σαντορινιώτικη
σαντορινιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σαντορινιώτικος
σαντορινιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαντορινιώτικος
σαντορινιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Σαντορίνη ή τους κατοίκους της
σαντορινιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαντορινιώτικος
σαντορινιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαντορινιώτικος
σαντορινιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαντορινιώτικος
σαντουιτσάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαντουιτσάδικο
σαντουιτσάδικο	noun	μαγαζί που παρασκευάζει, πουλάει σάντουιτς
σαντουιτσάδικου	noun	γενική ενικού του σαντουιτσάδικο
σαντουιτσάδικων	noun	γενική πληθυντικού του σαντουιτσάδικο
σαντουιτσάκι	noun	υποκοριστικό του σάντουιτς
σαντουιτσάκια	=	σαντουιτσάκι
σαντουρίστα	=	σαντουρίστας
σαντουρίστας	noun|formal	αυτός που παίζει σαντούρι
σαντουρίστες	=	σαντουρίστας
σαντουριέρη	=	σαντουριέρης
σαντουριέρηδες	=	σαντουριέρης
σαντουριέρηδων	=	σαντουριέρης
σαντουριέρης	noun|vulgar	άλλη μορφή του σαντουρίστας
σαντουριέρισσα	=	σαντουριέρης
σαντουριού	=	σαντούρι
σαντουριστών	=	σαντουρίστας
σαντουριών	=	σαντούρι
σαντουροβιόλι	noun	κομπανία που περιέχει σαντούρι και βιολί
σαντουροβιόλια	=	σαντουροβιόλι
σαντούρι	noun	ανατολίτικο έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δύο λεπτές ράβδους (μπαγκέτες)
σαντούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαντούρι
σαντραζάμη	=	σαντραζάμης
σαντραζάμηδες	=	σαντραζάμης
σαντραζάμηδων	=	σαντραζάμης
σαντραζάμης	noun	μεγάλος βεζίρης, ο πρώτος τη τάξει βεζίρης
σανφασονισμός	noun|rare	συμπεριφορά αφελής και ιδιόμορφη
σανφασόν	adv	χωρίς αυστηρή τήρηση κανόνων συμπεριφοράς, χωρίς τυπικότητες
σανό	noun	άλλη μορφή του σανός, ιδίως στον πληθυντικό «τα σανά»
σανός	noun	ξεραμένα χόρτα (τριφύλλι, βρόμη κ.ά.), που θερίζονται πριν φτάσουν στην ωρίμανση και αποθηκεύονται για ζωοτροφή
σανών	noun	γενική πληθυντικού του σανός
σαξ	noun	το έντονα γαλάζιο χρώμα	adj	έντονα γαλάζιος
σαξιτοξίνες	=	σαξιτοξίνη
σαξιτοξίνη	noun	ισχυρή νευροτοξίνη που παράγεται από ορισμένα κυανοβακτήρια και δινομαστιγωτά και ευθύνεται για την παράλυση από οστρακοειδή (Paralytic Shellfish Poisoning - PSP) και ενίοτε θανάτους
σαξιτοξίνης	=	σαξιτοξίνη
σαξιτοξινών	=	σαξιτοξίνη
σαξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαξονικό
σαξονικέ	adj	κλητική ενικού του σαξονικός
σαξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαξονική
σαξονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαξονικός
σαξονικής	adj	γενική ενικού του σαξονική
σαξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαξονικός
σαξονικού	adj	γενική ενικού του σαξονικός
σαξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαξονικός
σαξονικό	adj	αιτιατική ενικού του σαξονικός
σαξονικός	adj	σχετικός με τους Σάξονες
σαξονικών	adj	γενική πληθυντικού του σαξονικός
σαξοφωνίστα	=	σαξοφωνίστας
σαξοφωνίστας	noun	ο μουσικός που παίζει σαξόφωνο
σαξοφωνίστες	=	σαξοφωνίστας
σαξοφωνίστρια	noun	η μουσικός που παίζει σαξόφωνο
σαξοφωνίστριας	=	σαξοφωνίστρια
σαξοφωνίστριες	=	σαξοφωνίστρια
σαξοφωνιστριών	=	σαξοφωνίστρια
σαξοφωνιστών	=	σαξοφωνίστας
σαξοφώνου	=	σαξόφωνο
σαξοφώνων	=	σαξόφωνο
σαξόκερας	noun	χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο, που εφευρέθηκε από τον Adolphe Sax το 1845, έχει σχήμα παρόμοιο με αυτό της τούμπας και χρησιμοποιείται κυρίως στις στρατιωτικές μπάντες και τις ορχήστρες πνευστών
σαξόφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαξόφωνο
σαξόφωνο	noun	πνευστό μεταλλικό μουσικό όργανο, που αποτελείται από ένα σωλήνα με 24 οπές, οι οποίες ελέγχονται με κλειδιά με κάλυμμα, και επιστόμιο, το οποίο μοιάζει με αυτό του κλαρινέτου
σαξόφωνου	noun	γενική ενικού του σαξόφωνο
σαξόφωνων	noun	γενική πληθυντικού του σαξόφωνο
σαουδαραβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαουδαραβικό
σαουδαραβικέ	adj	κλητική ενικού του σαουδαραβικός
σαουδαραβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαουδαραβική
σαουδαραβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαουδαραβικός
σαουδαραβικής	adj	γενική ενικού του σαουδαραβική
σαουδαραβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαουδαραβικός
σαουδαραβικού	adj	γενική ενικού του σαουδαραβικός
σαουδαραβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαουδαραβικός
σαουδαραβικό	adj	αιτιατική ενικού του σαουδαραβικός
σαουδαραβικός	adj	που έχει σχέση με τη Σαουδική Αραβία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σαουδαραβικών	adj	γενική πληθυντικού του σαουδαραβικός
σαουδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαουδικό
σαουδικέ	adj	κλητική ενικού του σαουδικός
σαουδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαουδική
σαουδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαουδικός
σαουδικής	adj	γενική ενικού του σαουδική
σαουδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαουδικός
σαουδικού	adj	γενική ενικού του σαουδικός
σαουδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαουδικός
σαουδικό	adj	αιτιατική ενικού του σαουδικός
σαουδικός	adj	άλλη μορφή του σαουδαραβικός
σαουδικών	adj	γενική πληθυντικού του σαουδικός
σαπ	abbrev	ο πρώτος αστικός σιδηρόδρομος που ένωνε τον Πειραιά με την Αθήνα· ιδρύθηκε το 1869 και μετεξελίχθηκε στο σημερινό ΗΣΑΠ
σαπάκι	noun|vulgar	σάπιο ή πολύ κακής ποιότητας, λόγω παλαιότητας, αντικείμενο, κυρίως μηχανοκίνητο
σαπάκια	=	σαπάκι
σαπέλι	noun	δέντρο του είδους Entandrophragma cylindricum ή sapele
σαπέλια	=	σαπέλι
σαπίζαμε	=	σαπίζω
σαπίζαν	=	σαπίζω
σαπίζανε	=	σαπίζω
σαπίζατε	=	σαπίζω
σαπίζει	=	σαπίζω
σαπίζεις	=	σαπίζω
σαπίζετε	=	σαπίζω
σαπίζομε	=	σαπίζω
σαπίζοντας	=	σαπίζω
σαπίζουμε	=	σαπίζω
σαπίζουν	=	σαπίζω
σαπίζουνε	=	σαπίζω
σαπίζω	verb	γίνομαι σάπιος, αλλοιώνομαι, αποσυντίθεμαι
σαπίλα	noun	η κατάσταση και η ιδιότητα του σάπιου
σαπίλας	noun	γενική ενικού του σαπίλα
σαπίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπίλα
σαπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσαν	=	σαπίζω
σαπίσανε	=	σαπίζω
σαπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάπισμα
σαπίσματος	noun	γενική ενικού του σάπισμα
σαπίσομε	=	σαπίζω
σαπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσουνε	=	σαπίζω
σαπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπίζω
σαπίτης	noun	είδος ημερόβιου φιδιού, το οποίο δεν έχει ισχυρό δηλητήριο
σαπελιού	=	σαπέλι
σαπελιών	=	σαπέλι
σαπιοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπιοβάρελο
σαπιοβάρελο	noun	βαρέλι σε πολύ κακή κατάσταση
σαπιοβάρελου	noun	γενική ενικού του σαπιοβάρελο
σαπιοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του σαπιοβάρελο
σαπιοκάραβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπιοκάραβο
σαπιοκάραβο	noun	Παλιό σκάφος σε κακή κατάσταση, ή πλοίο που παρουσιάζει πολλαπλά προβλήματα.
σαπιοκάραβου	noun	γενική ενικού του σαπιοκάραβο
σαπιοκάραβων	noun	γενική πληθυντικού του σαπιοκάραβο
σαπιολέμονα	=	σαπιολέμονο
σαπιολέμονο	noun	λεμόνι που έχει σαπίσει
σαπιολέμονου	=	σαπιολέμονο
σαπιολέμονων	=	σαπιολέμονο
σαπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάπισμα
σαπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπισμένο
σαπισμένε	verb	κλητική ενικού του σαπισμένος
σαπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπισμένη
σαπισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαπισμένος
σαπισμένης	verb	γενική ενικού του σαπισμένη
σαπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαπισμένος
σαπισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαπισμένος
σαπισμένος	=	σαπίζω
σαπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαπισμένος
σαπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαπισμένος
σαπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαπισμένος
σαποκωλιάσματα	=	σαποκώλιασμα
σαποκωλιάσματος	=	σαποκώλιασμα
σαποκωλιασμάτων	=	σαποκώλιασμα
σαποκώλιασμα	noun	νόσος φυτών που αφορά το σάπισμα των ριζών
σαπουνά	=	σαπουνάς
σαπουνάδα	noun	ο αφρός που προκύπτει όταν διαλύσουμε σαπούνι σε νερό
σαπουνάδας	=	σαπουνάδα
σαπουνάδες	=	σαπουνάδα
σαπουνάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνάδικο
σαπουνάδικο	noun	το σαπωνοποιείο
σαπουνάδικου	noun	γενική ενικού του σαπουνάδικο
σαπουνάδικων	noun	γενική πληθυντικού του σαπουνάδικο
σαπουνάδων	=	σαπουνάδα
σαπουνάκι	noun	μικρο σαπούνι
σαπουνάκια	=	σαπουνάκι
σαπουνάς	noun	ο σαπωνοποιός
σαπουνίζαμε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζαν	=	σαπουνίζω
σαπουνίζανε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζατε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζει	=	σαπουνίζω
σαπουνίζεις	=	σαπουνίζω
σαπουνίζεσαι	=	σαπουνίζω
σαπουνίζεστε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζεται	=	σαπουνίζω
σαπουνίζετε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζομαι	=	σαπουνίζω
σαπουνίζομε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζονται	=	σαπουνίζω
σαπουνίζονταν	=	σαπουνίζω
σαπουνίζοντας	=	σαπουνίζω
σαπουνίζουμε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζουν	=	σαπουνίζω
σαπουνίζουνε	=	σαπουνίζω
σαπουνίζω	verb	πλένω κάτι χρησιμοποιώντας σαπούνι
σαπουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσαν	=	σαπουνίζω
σαπουνίσανε	=	σαπουνίζω
σαπουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσματα	=	σαπούνισμα
σαπουνίσματος	=	σαπούνισμα
σαπουνίσομε	=	σαπουνίζω
σαπουνίσου	=	σαπουνίζω
σαπουνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίσουνε	=	σαπουνίζω
σαπουνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνίστηκα	=	σαπουνίζω
σαπουνίστηκαν	=	σαπουνίζω
σαπουνίστηκε	=	σαπουνίζω
σαπουνίστηκες	=	σαπουνίζω
σαπουνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπουνιζόμασταν	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόμαστε	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόμουν	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόμουνα	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόντουσαν	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόσασταν	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόσαστε	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόσουν	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόσουνα	=	σαπουνίζω
σαπουνιζόταν	=	σαπουνίζω
σαπουνιζότανε	=	σαπουνίζω
σαπουνιού	noun	γενική ενικού του σαπούνι
σαπουνισμάτων	=	σαπούνισμα
σαπουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνισμένο
σαπουνισμένε	verb	κλητική ενικού του σαπουνισμένος
σαπουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνισμένη
σαπουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαπουνισμένος
σαπουνισμένης	verb	γενική ενικού του σαπουνισμένη
σαπουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαπουνισμένος
σαπουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαπουνισμένος
σαπουνισμένος	=	σαπουνίζω
σαπουνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαπουνισμένος
σαπουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαπουνισμένος
σαπουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαπουνισμένος
σαπουνιστήκαμε	=	σαπουνίζω
σαπουνιστήκαν	=	σαπουνίζω
σαπουνιστήκανε	=	σαπουνίζω
σαπουνιστήκατε	=	σαπουνίζω
σαπουνιστεί	=	σαπουνίζω
σαπουνιστείς	=	σαπουνίζω
σαπουνιστείτε	=	σαπουνίζω
σαπουνιστούμε	=	σαπουνίζω
σαπουνιστούν	=	σαπουνίζω
σαπουνιστούνε	=	σαπουνίζω
σαπουνιστώ	=	σαπουνίζω
σαπουνιών	noun	γενική πληθυντικού του σαπούνι
σαπουνοθήκες	=	σαπουνοθήκη
σαπουνοθήκη	noun	σκεύος στο οποίο τοποθετείται το σαπούνι στο μπάνιο
σαπουνοθήκης	=	σαπουνοθήκη
σαπουνοθηκών	=	σαπουνοθήκη
σαπουνοπετρών	=	σαπουνόπετρα
σαπουνοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σαπουνοποιώ
σαπουνοποίησης	=	σαπουνοποίηση
σαπουνοποιήσεις	=	σαπουνοποίηση
σαπουνοποιήσεων	=	σαπουνοποίηση
σαπουνοχωμάτων	=	σαπουνόχωμα
σαπουνοχώματα	=	σαπουνόχωμα
σαπουνοχώματος	=	σαπουνόχωμα
σαπουνόλουτρα	=	σαπουνόλουτρο
σαπουνόλουτρο	noun	λουτρό με νερό και σαπούνι
σαπουνόλουτρου	=	σαπουνόλουτρο
σαπουνόλουτρων	=	σαπουνόλουτρο
σαπουνόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνόνερο
σαπουνόνερο	noun	το νερό που είναι γεμάτο σαπουνάδες μετά το πλύσιμο
σαπουνόνερου	noun	γενική ενικού του σαπουνόνερο
σαπουνόνερων	noun	γενική πληθυντικού του σαπουνόνερο
σαπουνόπερα	noun	τηλεοπτική δραματική σειρά με έντονα μελοδραματικά χαρακτηριστικά
σαπουνόπερας	noun	γενική ενικού του σαπουνόπερα
σαπουνόπερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνόπερα
σαπουνόπετρα	noun	μαλακό ορυκτό που περιέχει πυριτικό μαγνήσιο και μοιάζει στην αφή με σαπούνι
σαπουνόπετρας	=	σαπουνόπετρα
σαπουνόπετρες	=	σαπουνόπετρα
σαπουνόριζα	noun	η χαλβαδόριζα
σαπουνόριζας	=	σαπουνόριζα
σαπουνόριζες	=	σαπουνόριζα
σαπουνόριζων	=	σαπουνόριζα
σαπουνόφουσκα	noun	η φούσκα από σαπουνάδα
σαπουνόφουσκας	noun	γενική ενικού του σαπουνόφουσκα
σαπουνόφουσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνόφουσκα
σαπουνόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπουνόχορτο
σαπουνόχορτο	noun|vulgar	φυτό που μπορεί να αφρίζει όταν έρχεται σε επαφή με το νερό και έχει την ικανότητα να αφαιρεί τους λεκέδες και άλλους ρύπους
σαπουνόχορτου	noun	γενική ενικού του σαπουνόχορτο
σαπουνόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του σαπουνόχορτο
σαπουνόχωμα	noun	η σαπουνόπετρα
σαπούνι	noun	οργανική ουσία που έχει την ιδιότητα αφενός μεν να διαλύεται στο νερό, αφετέρου δε να δεσμεύει τα λίπη· χρησιμοποιείται για το πλύσιμο είτε σε στερεή μορφή, σε πλάκες, είτε σε υγρή
σαπούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπούνι
σαπούνιζα	=	σαπουνίζω
σαπούνιζαν	=	σαπουνίζω
σαπούνιζε	=	σαπουνίζω
σαπούνιζες	=	σαπουνίζω
σαπούνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπούνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπούνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπούνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπουνίζω
σαπούνισμα	noun	η ενέργεια του σαπουνίζω, το πλύσιμο με σαπούνι
σαπρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπρό	adv	σάπια, σαπισμένα, παλιά, μουχλασμένα
σαπρέ	adj	κλητική ενικού του σαπρός
σαπρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπρή
σαπρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαπρός
σαπρής	adj	γενική ενικού του σαπρή
σαπροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαπρός
σαπρογόνα	=	σαπρογόνος
σαπρογόνας	=	σαπρογόνος
σαπρογόνε	=	σαπρογόνος
σαπρογόνες	=	σαπρογόνος
σαπρογόνο	=	σαπρογόνος
σαπρογόνοι	=	σαπρογόνος
σαπρογόνος	adj	που προκαλεί σήψη
σαπρογόνου	=	σαπρογόνος
σαπρογόνους	=	σαπρογόνος
σαπρογόνων	=	σαπρογόνος
σαπροπηλέ	=	σαπροπηλός
σαπροπηλικά	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικέ	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικές	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλική	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (σαπροπηλική) του σαπροπηλικός
σαπροπηλικοί	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικού	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικούς	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικό	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλικός	adj	που σχετίζεται με τον σαπροπηλό ή αναφέρεται σ' αυτόν
σαπροπηλικών	=	σαπροπηλικός
σαπροπηλοί	=	σαπροπηλός
σαπροπηλού	=	σαπροπηλός
σαπροπηλούς	=	σαπροπηλός
σαπροπηλό	=	σαπροπηλός
σαπροπηλός	noun	σκουρόχρωμο ιζηματογενές στρώμα στους βυθούς θαλασσών ή λιμνών, πλούσιο σε οργανική ύλη
σαπροπηλών	=	σαπροπηλός
σαπροφάγα	=	σαπροφάγος
σαπροφάγε	=	σαπροφάγος
σαπροφάγο	=	σαπροφάγος
σαπροφάγοι	=	σαπροφάγος
σαπροφάγος	adj	που καταναλώνει αποσυνθεμένους ή στη διαδικασία αποσύνθεσης οργανισμούς
σαπροφάγου	=	σαπροφάγος
σαπροφάγους	=	σαπροφάγος
σαπροφάγων	=	σαπροφάγος
σαπροφυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαπροφυτικός	adv	με σαπροφυτικό τρόπο
σαπροφυτικέ	adj	κλητική ενικού του σαπροφυτικός
σαπροφυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπροφυτική
σαπροφυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαπροφυτικός
σαπροφυτικής	adj	γενική ενικού του σαπροφυτική
σαπροφυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαπροφυτικός
σαπροφυτικού	adj	γενική ενικού του σαπροφυτικός
σαπροφυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαπροφυτικός
σαπροφυτικό	adj	αιτιατική ενικού του σαπροφυτικός
σαπροφυτικός	adj	που έχει σχέση με τα σαπρόφυτα ή αναφέρεται σ’ αυτά
σαπροφυτικών	adj	γενική πληθυντικού του σαπροφυτικός
σαπρού	adj	γενική ενικού του σαπρός
σαπρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαπρός
σαπρό	adj	αιτιατική ενικού του σαπρός
σαπρός	adj	σάπιος
σαπρόφιλα	noun	οργανισμοί που μένουν πάνω σε οργανικές ουσίες οι οποίες αποσυντίθονται
σαπρόφιλων	=	σαπρόφιλα
σαπρόφυτα	noun	μικροοργανισμοί που ζουν χάρη σε οργανικές ουσίες σε αποσύνθεση
σαπρόφυτο	noun	οργανισμός που τρέφεται με νεκρές ανόργανες ουσίες που βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης
σαπρόφυτου	=	σαπρόφυτο
σαπρόφυτων	=	σαπρόφυτα
σαπρών	adj	γενική πληθυντικού του σαπρός
σαπφείρινα	=	σαπφείρινος
σαπφείρινε	=	σαπφείρινος
σαπφείρινες	=	σαπφείρινος
σαπφείρινη	=	σαπφείρινος
σαπφείρινης	=	σαπφείρινος
σαπφείρινο	=	σαπφείρινος
σαπφείρινοι	=	σαπφείρινος
σαπφείρινος	adj	που έχει σχέση με τον σάπφειρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σαπφείρινου	=	σαπφείρινος
σαπφείρινους	=	σαπφείρινος
σαπφείρινων	=	σαπφείρινος
σαπφείρου	noun	γενική ενικού του σάπφειρος
σαπφείρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σάπφειρος
σαπφείρων	noun	γενική πληθυντικού του σάπφειρος
σαπφειροειδές	=	σαπφειροειδής
σαπφειροειδή	=	σαπφειροειδής
σαπφειροειδής	adj	που μοιάζει με σάπφειρο
σαπφειροειδείς	=	σαπφειροειδής
σαπφειροειδούς	=	σαπφειροειδής
σαπφειροειδών	=	σαπφειροειδής
σαπφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπφικό
σαπφικέ	adj	κλητική ενικού του σαπφικός
σαπφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπφική
σαπφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαπφικός
σαπφικής	adj	γενική ενικού του σαπφική
σαπφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαπφικός
σαπφικού	adj	γενική ενικού του σαπφικός
σαπφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαπφικός
σαπφικό	adj	αιτιατική ενικού του σαπφικός
σαπφικός	adj	σχετικός με τη Σαπφώ
σαπφικών	adj	γενική πληθυντικού του σαπφικός
σαπφισμέ	=	σαπφισμός
σαπφισμοί	=	σαπφισμός
σαπφισμού	=	σαπφισμός
σαπφισμούς	=	σαπφισμός
σαπφισμό	=	σαπφισμός
σαπφισμός	noun	η γυναικεία ομοφυλοφιλία
σαπφισμών	=	σαπφισμός
σαπωνίνες	noun	ενώσεις που προέρχονται από το φυτό σαπωναρία και χρησιμοποιούνται στην παραγωγή καθαριστικών προϊόντων
σαπωνίτες	=	σαπωνίτης
σαπωνίτη	=	σαπωνίτης
σαπωνίτης	noun	φυλλοπυριτικό ορυκτό που μοιάζει με το σαπούνι
σαπωναρία	noun	το σαπουνόχορτο
σαπωναρίας	=	σαπωναρία
σαπωναρίες	=	σαπωναρία
σαπωναριών	=	σαπωναρία
σαπωνινών	=	σαπωνίνες
σαπωνιτών	=	σαπωνίτης
σαπωνοειδές	=	σαπωνοειδής
σαπωνοειδή	=	σαπωνοειδής
σαπωνοειδής	adj	που μοιάζει με σαπούνι σε υφή, σύσταση κ.λπ.
σαπωνοειδείς	=	σαπωνοειδής
σαπωνοειδούς	=	σαπωνοειδής
σαπωνοειδών	=	σαπωνοειδής
σαπωνολίθου	=	σαπωνόλιθος
σαπωνολίθους	=	σαπωνόλιθος
σαπωνολίθων	=	σαπωνόλιθος
σαπωνομάζα	noun	μείγμα που προκύπτει κατά τη διαδικασία παραγωγής σαπουνιού, συνήθως πριν από το τελικό στάδιο της μορφοποίησης, και περιέχει τα βασικά συστατικά του σαπουνιού, όπως λίπη, έλαια, νερό, ποτάσα κ.λπ.
σαπωνομάζας	=	σαπωνομάζα
σαπωνομάζες	=	σαπωνομάζα
σαπωνομαζών	=	σαπωνομάζα
σαπωνοποίει	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σαπωνοποιώ
σαπωνοποίησης	noun	γενική ενικού του σαπωνοποίηση
σαπωνοποίησις	noun	σαπωνοποίηση
σαπωνοποιέ	=	σαπωνοποιός
σαπωνοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσαν	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσανε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπωνοποίηση
σαπωνοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σαπωνοποίηση
σαπωνοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σαπωνοποίηση
σαπωνοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνοποιία	noun	η κατασκευή σαπουνιού
σαπωνοποιίας	noun	γενική ενικού του σαπωνοποιία
σαπωνοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπωνοποιία
σαπωνοποιεί	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαπωνοποιείο
σαπωνοποιείο	noun	βιοτεχνία ή εργοστάσιο κατασκευής σαπουνιού
σαπωνοποιείου	noun	γενική ενικού του σαπωνοποιείο
σαπωνοποιείς	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιείτε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του σαπωνοποιείο
σαπωνοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του σαπωνοποιία
σαπωνοποιοί	=	σαπωνοποιός
σαπωνοποιού	=	σαπωνοποιός
σαπωνοποιούμαι	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούμε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούν	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούνε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούς	=	σαπωνοποιός
σαπωνοποιούσα	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούσαμε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούσαν	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούσανε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούσατε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούσε	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιούσες	=	σαπωνοποιώ
σαπωνοποιό	=	σαπωνοποιός
σαπωνοποιός	noun	ο βιοτέχνης που φτιάχνει σαπούνια
σαπωνοποιώ	verb	κάνω σαπούνια
σαπωνοποιών	=	σαπωνοποιός
σαπωνοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σαπωνοποιώ
σαπωνωδών	=	σαπωνώδης
σαπωνόλιθε	=	σαπωνόλιθος
σαπωνόλιθο	=	σαπωνόλιθος
σαπωνόλιθοι	=	σαπωνόλιθος
σαπωνόλιθος	noun	η σαπουνόπετρα
σαπωνόλιθου	=	σαπωνόλιθος
σαπωνόλιθους	=	σαπωνόλιθος
σαπωνόλιθων	=	σαπωνόλιθος
σαπωνώδεις	=	σαπωνώδης
σαπωνώδες	=	σαπωνώδης
σαπωνώδη	=	σαπωνώδης
σαπωνώδης	adj	που μοιάζει με σαπούνι σε υφή, σύσταση κ.λπ.
σαπωνώδους	=	σαπωνώδης
σαπώνων	=	σάπων
σαράβαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράβαλο
σαράβαλο	noun	αυτοκίνητο ή άλλο μηχάνημα ή κτίσμα πολύ παλιό και σε κακή κατάσταση
σαράβαλου	noun	γενική ενικού του σαράβαλο
σαράβαλων	noun	γενική πληθυντικού του σαράβαλο
σαράγια	=	σαράι
σαράι	noun	μεγαλοπρεπές κτήριο, παλάτι, για σουλτάνο ή πασά
σαράκι	noun	σκώρος
σαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράκι
σαράκιαζα	=	σαρακιάζω
σαράκιαζαν	=	σαρακιάζω
σαράκιαζε	=	σαρακιάζω
σαράκιαζες	=	σαρακιάζω
σαράκιασα	=	σαρακιάζω
σαράκιασαν	=	σαρακιάζω
σαράκιασε	=	σαρακιάζω
σαράκιασες	=	σαρακιάζω
σαράκιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σαρακιάζω
σαράντα	noun	το μνημόσυνο που γίνεται στις σαράντα μέρες μετά το θάνατο κάποιου	num	ο ακέραιος αριθμός (40) που ακολουθεί το τριάντα εννιά και προηγείται του σαράντα ένα, με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται μ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XL
σαράντιζα	=	σαραντίζω
σαράντιζαν	=	σαραντίζω
σαράντιζε	=	σαραντίζω
σαράντιζες	=	σαραντίζω
σαράντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαράντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαράντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαράντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαράντισμα	noun	το πέρασμα σαράντα ημερών μετά τη γέννηση ενός βρέφους
σαράτση	=	σαράτσης
σαράτσηδες	=	σαράτσης
σαράτσηδων	=	σαράτσης
σαράτσης	noun|dated	σελοποιός, σαγματοποιός, σαμαράς
σαράφη	=	σαράφης
σαράφηδες	=	σαράφης
σαράφηδων	=	σαράφης
σαράφης	noun	ο αργυραμοιβός
σαράφικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράφικο
σαράφικε	adj	κλητική ενικού του σαράφικος
σαράφικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράφικη
σαράφικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαράφικος
σαράφικης	adj	γενική ενικού του σαράφικη
σαράφικο	noun	το μαγαζί του σαράφη
σαράφικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαράφικος
σαράφικος	adj	σχετικός με το σαράφη
σαράφικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαράφικος
σαράφικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαράφικος
σαράφικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαράφικος
σαράφισσας	noun	γενική ενικού του σαράφισσα
σαράφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράφισσα
σαρία	noun	ο ισλαμικός θρησκευτικός κώδικας διαβίωσης, εμπνευσμένος από το Κοράνιο.
σαρίας	noun	γενική ενικού του σαρία
σαρίδι	noun|vulgar	σκουπίδι
σαρίδια	=	σαρίδι
σαρίες	=	σαρία
σαρίκι	noun	υφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής ανδρών με μορφή λωρίδας που τυλίγεται το οποίο απαντά κατά κανόνα στους Άραβες και σε λαούς της ανατολής (όπως λ.χ. οι Ινδοί)
σαρίκια	=	σαρίκι
σαρίν	noun	οργανική χημική ένωση του φωσφόρου με χημικό τύπο (CH₃)₂CHO]CH₃P(O)F, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο και σήμερα ως χημικό όπλο εξαιτίας της νευροτοξικής του δράσης
σαρίσματα	=	σάρισμα
σαρίσματος	=	σάρισμα
σαραβάλιαζα	=	σαραβαλιάζω
σαραβάλιαζαν	=	σαραβαλιάζω
σαραβάλιαζε	=	σαραβαλιάζω
σαραβάλιαζες	=	σαραβαλιάζω
σαραβάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβάλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του σαραβαλιάζω
σαραβαλάκι	noun	μικρό παλιό αυτοκίνητο με πολλά μηχανικά προβλήματα (λέγεται και χαϊδευτικά)
σαραβαλάκια	=	σαραβαλάκι
σαραβαλιάζαμε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζαν	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζανε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζατε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζει	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζεις	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζετε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζοντας	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζουμε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζουν	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζουνε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάζω	verb	μετατρέπω κάτι σε σαράβαλο
σαραβαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσαν	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσανε	=	σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραβάλιασμα
σαραβαλιάσματος	noun	γενική ενικού του σαραβάλιασμα
σαραβαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραβαλιάζω
σαραβαλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαραβάλιασμα
σαραβαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραβαλιασμένο
σαραβαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σαραβαλιασμένος
σαραβαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραβαλιασμένη
σαραβαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαραβαλιασμένος
σαραβαλιασμένης	verb	γενική ενικού του σαραβαλιασμένη
σαραβαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαραβαλιασμένος
σαραβαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαραβαλιασμένος
σαραβαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαραβαλιασμένος
σαραβαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαραβαλιασμένος
σαραβαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαραβαλιασμένος
σαραγιού	=	σαράι
σαραγιών	=	σαράι
σαραζανέτ	noun	άλλη μορφή του σαραζανέτι
σαραζανέτι	noun	κατασκευή με συρματόπλεγμα και συρματοκιβώτια με πέτρες που συγκρατούν τα πρανή, αποτρέποντας ή εμποδίζοντας τις κατολισθήσεις, τις πλημμύρες κ.λπ.
σαραζανέτια	=	σαραζανέτι
σαραζανέττι	noun	άλλη μορφή του σαραζανέτι
σαραζανέττια	=	σαραζανέττι
σαραζανετιού	=	σαραζανέτι
σαραζανετιών	=	σαραζανέτι
σαραζανεττιού	=	σαραζανέττι
σαραζανεττιών	=	σαραζανέττι
σαρακατσάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρακατσάνος
σαρακατσαναίοι	noun	σαρακατσάνος
σαρακιάζαμε	=	σαρακιάζω
σαρακιάζαν	=	σαρακιάζω
σαρακιάζανε	=	σαρακιάζω
σαρακιάζατε	=	σαρακιάζω
σαρακιάζει	=	σαρακιάζω
σαρακιάζεις	=	σαρακιάζω
σαρακιάζετε	=	σαρακιάζω
σαρακιάζοντας	=	σαρακιάζω
σαρακιάζουμε	=	σαρακιάζω
σαρακιάζουν	=	σαρακιάζω
σαρακιάζουνε	=	σαρακιάζω
σαρακιάζω	verb	που έχει διαλυθεί από σαράκι
σαρακιάσαμε	=	σαρακιάζω
σαρακιάσαν	=	σαρακιάζω
σαρακιάσανε	=	σαρακιάζω
σαρακιάσατε	=	σαρακιάζω
σαρακιάσει	=	σαρακιάζω
σαρακιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράκιασμα
σαρακιάσματος	noun	γενική ενικού του σαράκιασμα
σαρακιάστε	=	σαρακιάζω
σαρακιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαράκιασμα
σαρακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρακιασμένο
σαρακιασμένε	verb	κλητική ενικού του σαρακιασμένος
σαρακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρακιασμένη
σαρακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρακιασμένος
σαρακιασμένης	verb	γενική ενικού του σαρακιασμένη
σαρακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαρακιασμένος
σαρακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρακιασμένος
σαρακιασμένος	=	σαρακιάζω
σαρακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρακιασμένος
σαρακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαρακιασμένος
σαρακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρακιασμένος
σαρακιού	=	σαράκι
σαρακιών	=	σαράκι
σαρακοστά	=	σαρακοστή
σαρακοστάς	=	σαρακοστή
σαρακοστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρακοστή
σαρακοστή	noun|vulgar	σύνολο σαράντα όμοιων πραγμάτων
σαρακοστής	adj	γενική ενικού του σαρακοστή
σαρακοστίζω	verb	ακολουθώ τη νηστεία της σαρακοστής
σαρακοστεύω	verb|vulgar	περνάω τη Σαρακοστή (νηστεύοντας)
σαρακοστιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαρακοστιάτικος	adv	κατά τη διάρκεια της σαρακοστής
σαρακοστιάτικε	adj	κλητική ενικού του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρακοστιάτικη
σαρακοστιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιάτικης	adj	γενική ενικού του σαρακοστιάτικη
σαρακοστιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιάτικος	adj	που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της σαρακοστής
σαρακοστιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρακοστιάτικος
σαρακοστιανά	noun	τα νηστίσιμα φαγητά που τρώγονται την Καθαρά Δευτέρα ή κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαρακοστιανός
σαρακοστιανέ	adj	κλητική ενικού του σαρακοστιανός
σαρακοστιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρακοστιανή
σαρακοστιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρακοστιανός
σαρακοστιανής	adj	γενική ενικού του σαρακοστιανή
σαρακοστιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρακοστιανός
σαρακοστιανού	adj	γενική ενικού του σαρακοστιανός
σαρακοστιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρακοστιανός
σαρακοστιανό	adj	αιτιατική ενικού του σαρακοστιανός
σαρακοστιανός	adj	που τρώγεται κατά τη διάρκεια της σαρακοστής
σαρακοστιανών	adj	γενική πληθυντικού του σαρακοστιανός
σαρακοστών	=	σαρακοστή
σαρακοφάγωμα	noun	διάσπαρτη μεγάλου βαθμού φθορά ξύλου ή άλλου αντικειμένου
σαρακοφαγωμάτων	=	σαρακοφάγωμα
σαρακοφαγωμένα	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένε	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένες	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένη	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένης	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένο	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένοι	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένος	verb	φαγωμένος, κατεστραμμένος από το σαράκι
σαρακοφαγωμένου	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένους	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγωμένων	=	σαρακοφαγωμένος
σαρακοφαγώματα	=	σαρακοφάγωμα
σαρακοφαγώματος	=	σαρακοφάγωμα
σαραντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα σαράντα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
σαραντάδας	=	σαραντάδα
σαραντάδες	=	σαραντάδα
σαραντάδων	=	σαραντάδα
σαραντάμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραντάμερο
σαραντάμερο	noun	σαράντα μέρες
σαραντάμερου	noun	γενική ενικού του σαραντάμερο
σαραντάμερων	noun	γενική πληθυντικού του σαραντάμερο
σαραντάπηχα	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχε	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχες	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχη	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχης	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχο	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχοι	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχος	adj	που έχει σαράντα πήχες
σαραντάπηχου	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχους	=	σαραντάπηχος
σαραντάπηχων	=	σαραντάπηχος
σαραντάρα	noun	γυναίκα ηλικίας περίπου σαράντα (40) ετών
σαραντάρας	noun	γενική ενικού του σαραντάρα
σαραντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραντάρα
σαραντάρη	noun	σαραντάρης, στη γενική του ενικού
σαραντάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραντάρης
σαραντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του σαραντάρης
σαραντάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου σαράντα (40) ετών
σαραντάρι	noun	ποσότητα σαράντα ομοειδών αντικειμένων
σαραντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραντάρι
σαραντάριζα	=	σαρανταρίζω
σαραντάριζαν	=	σαρανταρίζω
σαραντάριζε	=	σαρανταρίζω
σαραντάριζες	=	σαρανταρίζω
σαραντάρικα	=	σαραντάρης
σαραντάρικο	=	σαραντάρης
σαραντάρικου	=	σαραντάρης
σαραντάρικων	=	σαραντάρης
σαραντάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαραντάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαραντάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαραντάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαραντάχρονα	noun	συμπλήρωση σαράντα χρόνων από κάποιο γεγονός
σαραντάχρονε	=	σαραντάχρονος
σαραντάχρονες	=	σαραντάχρονος
σαραντάχρονη	noun	αυτή που είναι σαράντα χρονών
σαραντάχρονης	=	σαραντάχρονος
σαραντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σαραντάχρονος
σαραντάχρονοι	=	σαραντάχρονος
σαραντάχρονος	adj	που έχει ηλικία σαράντα ετών	noun	σαραντάχρονος, ο σαραντάρης (άνδρας)
σαραντάχρονου	=	σαραντάχρονος
σαραντάχρονους	=	σαραντάχρονος
σαραντάχρονων	=	σαραντάχρονα
σαραντίζαμε	=	σαραντίζω
σαραντίζαν	=	σαραντίζω
σαραντίζανε	=	σαραντίζω
σαραντίζατε	=	σαραντίζω
σαραντίζει	=	σαραντίζω
σαραντίζεις	=	σαραντίζω
σαραντίζετε	=	σαραντίζω
σαραντίζοντας	=	σαραντίζω
σαραντίζουμε	=	σαραντίζω
σαραντίζουν	=	σαραντίζω
σαραντίζουνε	=	σαραντίζω
σαραντίζω	verb	κλείνω σαράντα μέρες από τη γέννα
σαραντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσαν	=	σαραντίζω
σαραντίσανε	=	σαραντίζω
σαραντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαράντισμα
σαραντίσματος	noun	γενική ενικού του σαράντισμα
σαραντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαραντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαραντίζω
σαρανταήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρανταήμερο
σαρανταήμερε	adj	κλητική ενικού του σαρανταήμερος
σαρανταήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρανταήμερη
σαρανταήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρανταήμερος
σαρανταήμερης	adj	γενική ενικού του σαρανταήμερη
σαρανταήμερο	noun	χρονική διάρκεια σαράντα ημερών
σαρανταήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρανταήμερος
σαρανταήμερος	adj	που κρατάει σαράντα ημέρες, που αφορά μια περίοδο σαράντα ημερών
σαρανταήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρανταήμερος
σαρανταήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρανταήμερος
σαρανταήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρανταήμερος
σαρανταημέρου	=	σαρανταήμερο
σαρανταημέρων	=	σαρανταήμερο
σαρανταλείτουργα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρανταλείτουργο
σαρανταλείτουργο	noun	τέλεση σαράντα συναπτών Θείων Λειτουργιών υπέρ αναπαύσεως κεκοιμημένων και υγείας ζώντων· παραδοσιακά τελείται στους Ορθόδοξους Χριστιανικούς ναούς κατά την περίοδο της νηστείας των Χριστουγέννων
σαρανταλείτουργου	noun	γενική ενικού του σαρανταλείτουργο
σαρανταλείτουργων	noun	γενική πληθυντικού του σαρανταλείτουργο
σαρανταμέρου	noun	γενική ενικού του σαραντάμερο
σαρανταμέρων	noun	γενική πληθυντικού του σαραντάμερο
σαρανταπεντάρα	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρας	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρες	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρη	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρηδες	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρηδων	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς σαρανταπέντε ετών
σαρανταπεντάρι	noun	45 μονάδες από κάτι (ευρώ κ.λπ.)
σαρανταπεντάρια	=	σαρανταπεντάρι
σαρανταπεντάρικα	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρικο	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρικου	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπεντάρικων	=	σαρανταπεντάρης
σαρανταπληγιασμένα	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένε	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένες	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένη	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένης	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένο	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένοι	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένος	adj	ο καταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένου	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένους	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταπληγιασμένων	=	σαρανταπληγιασμένος
σαρανταποδαρούσα	noun	είδος μυριάποδου της οικογένειας Σκολοπενδρίδες της ομοταξίας Χειλόποδα, με μήκος σώματος από 5 ως 30 εκατοστά
σαρανταποδαρούσας	=	σαρανταποδαρούσα
σαρανταποδαρούσες	=	σαρανταποδαρούσα
σαρανταποδαρούσων	=	σαρανταποδαρούσα
σαρανταρίζαμε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζαν	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζανε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζατε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζει	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζεις	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζετε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζοντας	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζουμε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζουν	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζουνε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίζω	verb	φτάνω στην ηλικία των σαράντα ετών, αρχίζω να διανύω την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου
σαρανταρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσαν	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίσανε	=	σαρανταρίζω
σαρανταρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρανταρίζω
σαρανταριά	noun	ποσότητα από σαράντα ομοειδή αντικείμενα
σαρανταριάς	noun	γενική ενικού του σαρανταριά
σαρανταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρανταριά
σαρανταριού	=	σαραντάρι
σαρανταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρανταρισμένο
σαρανταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σαρανταρισμένος
σαρανταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρανταρισμένη
σαρανταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρανταρισμένος
σαρανταρισμένης	verb	γενική ενικού του σαρανταρισμένη
σαρανταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαρανταρισμένος
σαρανταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρανταρισμένος
σαρανταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρανταρισμένος
σαρανταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαρανταρισμένος
σαρανταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρανταρισμένος
σαρανταριών	=	σαρανταριά
σαραντισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαράντισμα
σαραντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραντισμένο
σαραντισμένε	verb	κλητική ενικού του σαραντισμένος
σαραντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαραντισμένη
σαραντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαραντισμένος
σαραντισμένης	verb	γενική ενικού του σαραντισμένη
σαραντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαραντισμένος
σαραντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαραντισμένος
σαραντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαραντισμένος
σαραντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαραντισμένος
σαραντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαραντισμένος
σαραφιάτικα	noun	η προμήθεια του σαράφη
σαραφιάτικων	=	σαραφιάτικα
σαραφισσών	noun	γενική πληθυντικού του σαράφισσα
σαραφλίκι	noun	το επάγγελμα του σαράφη
σαραφλίκια	=	σαραφλίκι
σαραφλικιού	=	σαραφλίκι
σαραφλικιών	=	σαραφλίκι
σαργέ	noun	κλητική ενικού του σαργός
σαργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαργός
σαργού	noun	γενική ενικού του σαργός
σαργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαργός
σαργό	noun	αιτιατική ενικού του σαργός
σαργός	noun	ψάρι (Diplodus sargus) της οικογένειας Sparidae, που μοιάζει με τον σπάρο
σαργών	noun	γενική πληθυντικού του σαργός
σαρδάμ	noun	η λανθασμένη εκφορά λέξεων από έναν ομιλητή, κατά την οποία προφέρει λέξεις που δεν υπάρχουν -δημιουργώντας τις συνήθως από αναγραμματισμό των λέξεων που θέλει να πει- ή χρησιμοποιεί άλλες αντ' άλλων
σαρδέλα	noun	ονομασία όλων των ειδων του γένους Sardina
σαρδέλας	noun	γενική ενικού του σαρδέλα
σαρδέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρδέλα
σαρδέλλα	=	σαρδέλα
σαρδανάπαλε	=	σαρδανάπαλος
σαρδανάπαλο	=	σαρδανάπαλος
σαρδανάπαλοι	=	σαρδανάπαλος
σαρδανάπαλος	noun	πρόσωπο άσωτο, που μπερμπαντεύει
σαρδανάπαλου	=	σαρδανάπαλος
σαρδανάπαλους	=	σαρδανάπαλος
σαρδανάπαλων	=	σαρδανάπαλος
σαρδελοβάρελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρδελοβάρελο
σαρδελοβάρελο	noun	βαρέλι με / για σαρδέλες
σαρδελοβάρελου	noun	γενική ενικού του σαρδελοβάρελο
σαρδελοβάρελων	noun	γενική πληθυντικού του σαρδελοβάρελο
σαρδελοκουτιού	=	σαρδελοκούτι
σαρδελοκουτιών	=	σαρδελοκούτι
σαρδελοκούτι	noun	κονσέρβα με σαρδέλες, συνήθως ανοιγμένη και άδεια
σαρδελοκούτια	=	σαρδελοκούτι
σαρδελοφάγα	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγας	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγε	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγες	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγο	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγοι	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγος	adj	που τρώει σαρδέλες για φαγητό
σαρδελοφάγου	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγους	=	σαρδελοφάγος
σαρδελοφάγων	=	σαρδελοφάγος
σαρδελών	noun	γενική πληθυντικού του σαρδέλα
σαρδηνιακά	noun	τη λατινική γλώσσα που μιλιέται στη Σαρδηνία.
σαρδηνιακών	=	σαρδηνιακά
σαρδονύχων	=	σαρδόνυχας
σαρδόνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρδόνιος	adv	με σαρδόνιο τρόπο
σαρδόνιας	adj	γενική ενικού του σαρδόνια
σαρδόνιε	adj	κλητική ενικού του σαρδόνιος
σαρδόνιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρδόνια
σαρδόνιιο	=	σαρδόνιος
σαρδόνιο	adj	αιτιατική ενικού του σαρδόνιος
σαρδόνιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρδόνιος
σαρδόνιος	adj	σαρδόνιο γέλιο: έκφραση χλευασμού και χαιρεκακίας
σαρδόνιου	adj	γενική ενικού του σαρδόνιος
σαρδόνιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρδόνιος
σαρδόνιων	adj	γενική πληθυντικού του σαρδόνιος
σαρδόνυχα	=	σαρδόνυχας
σαρδόνυχας	noun	πολύτιμος λίθος που χρησιμοποιείται συχνά
σαρδόνυχες	=	σαρδόνυχας
σαρζανέτ	noun	άλλη μορφή του σαραζανέτι
σαριδιού	=	σαρίδι
σαριδιών	=	σαρίδι
σαρικιού	=	σαρίκι
σαρικιών	=	σαρίκι
σαρικοπιτάκι	noun	είδος πίτας
σαρικοπιτάκια	=	σαρικοπιτάκι
σαρισμάτων	=	σάρισμα
σαρισών	noun	γενική πληθυντικού του σάρισα
σαριό	noun	ο φορέας του κυλίνδρου μιας γραφομηχανής ή τηλετύπου που ρυθμίζει την κίνησή του
σαριών	noun	γενική πληθυντικού του σαρία
σαρκάζαμε	=	σαρκάζω
σαρκάζαν	=	σαρκάζω
σαρκάζανε	=	σαρκάζω
σαρκάζατε	=	σαρκάζω
σαρκάζει	=	σαρκάζω
σαρκάζεις	=	σαρκάζω
σαρκάζετε	=	σαρκάζω
σαρκάζοντας	=	σαρκάζω
σαρκάζουμε	=	σαρκάζω
σαρκάζουν	=	σαρκάζω
σαρκάζουνε	=	σαρκάζω
σαρκάζω	verb	ειρωνεύομαι σκληρά κάποιον ή κάτι, πχ κάνοντας έντονους μορφασμούς
σαρκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάσαν	=	σαρκάζω
σαρκάσανε	=	σαρκάζω
σαρκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκάστρια	noun	θηλυκό του σαρκαστής
σαρκάστριας	=	σαρκάστρια
σαρκάστριες	=	σαρκάστρια
σαρκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκάζω
σαρκία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκίο
σαρκίδια	=	σαρκίδιο
σαρκίδιο	noun	ένα μέρος της σάρκας
σαρκίο	noun	η ανθρώπινη ύπαρξη ως σάρκα, ως ύλη
σαρκίου	noun	γενική ενικού του σαρκίο
σαρκίων	noun	γενική πληθυντικού του σαρκίο
σαρκασμέ	noun	κλητική ενικού του σαρκασμός
σαρκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκασμένο
σαρκασμένε	verb	κλητική ενικού του σαρκασμένος
σαρκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκασμένη
σαρκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκασμένος
σαρκασμένης	verb	γενική ενικού του σαρκασμένη
σαρκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαρκασμένος
σαρκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκασμένος
σαρκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρκασμένος
σαρκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαρκασμένος
σαρκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρκασμένος
σαρκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκασμός
σαρκασμού	noun	γενική ενικού του σαρκασμός
σαρκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαρκασμός
σαρκασμό	noun	αιτιατική ενικού του σαρκασμός
σαρκασμός	noun|formal	η έντονη κοροϊδευτική ειρωνεία, το να κοροϊδευω κάποιον με πλάγιο τρόπο
σαρκασμών	noun	γενική πληθυντικού του σαρκασμός
σαρκαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκαστής
σαρκαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαρκαστής
σαρκαστής	noun	αυτός που σαρκάζει
σαρκαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκαστικό	adv	με σαρκαστικό τρόπο
σαρκαστικέ	adj	κλητική ενικού του σαρκαστικός
σαρκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκαστική
σαρκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκαστικός
σαρκαστικής	adj	γενική ενικού του σαρκαστική
σαρκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκαστικός
σαρκαστικοτήτων	=	σαρκαστικότητα
σαρκαστικού	adj	γενική ενικού του σαρκαστικός
σαρκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρκαστικός
σαρκαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σαρκαστικός
σαρκαστικός	adj	που σαρκάζει, που εκφράζεται με σαρκασμό
σαρκαστικότατα	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατε	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατες	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατη	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατης	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατο	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατοι	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατος	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατου	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατους	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότατων	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερα	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερε	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερες	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερη	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερης	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερο	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότεροι	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερος	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερου	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερους	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότερων	=	σαρκαστικός
σαρκαστικότητα	noun	η ιδιότητα του σαρκαστικού, το να είναι κάποιος σαρκαστικός
σαρκαστικότητας	=	σαρκαστικότητα
σαρκαστικότητες	=	σαρκαστικότητα
σαρκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σαρκαστικός
σαρκαστικώς	adv|dated	σαρκαστικά
σαρκαστριών	=	σαρκάστρια
σαρκαστών	noun	γενική πληθυντικού του σαρκαστής
σαρκερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκερό
σαρκερέ	adj	κλητική ενικού του σαρκερός
σαρκερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκερή
σαρκερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκερός
σαρκερής	adj	γενική ενικού του σαρκερή
σαρκεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκερός
σαρκερού	adj	γενική ενικού του σαρκερός
σαρκερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρκερός
σαρκερό	adj	αιτιατική ενικού του σαρκερός
σαρκερός	adj|rare	άλλη μορφή του σαρκώδης
σαρκερών	adj	γενική πληθυντικού του σαρκερός
σαρκιδίου	=	σαρκίδιο
σαρκιδίων	=	σαρκίδιο
σαρκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκικό	adv	όσον αφορά τη σαρκική επαφή, τη συνουσία
σαρκικέ	adj	κλητική ενικού του σαρκικός
σαρκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκική
σαρκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκικός
σαρκικής	adj	γενική ενικού του σαρκική
σαρκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκικός
σαρκικού	adj	γενική ενικού του σαρκικός
σαρκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρκικός
σαρκικό	adj	αιτιατική ενικού του σαρκικός
σαρκικός	adj	που αναφέρεται στη σάρκα, τις αισθήσεις και όχι το πνεύμα
σαρκικών	adj	γενική πληθυντικού του σαρκικός
σαρκικώς	adv|dated	σαρκικά
σαρκοβόρα	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρας	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρε	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρες	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρο	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόροι	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρος	adj	που τρέφεται με το κρέας άλλων ζώων
σαρκοβόρου	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρους	=	σαρκοβόρος
σαρκοβόρων	=	σαρκοβόρος
σαρκογενές	=	σαρκογενής
σαρκογενή	=	σαρκογενής
σαρκογενής	adj	αυτός που γίνεται από σάρκα
σαρκογενείς	=	σαρκογενής
σαρκογενούς	=	σαρκογενής
σαρκογενών	=	σαρκογενής
σαρκοείδωση	noun	αυτοάνοσο νόσημα που προσβάλλει αρχικά τους πνεύμονες και αργότερα και άλλα όργανα
σαρκοείδωσης	noun	γενική ενικού του σαρκοείδωση
σαρκοειδές	=	σαρκοειδής
σαρκοειδή	=	σαρκοειδής
σαρκοειδής	adj	αυτός που μοιάζει με σάρκα
σαρκοειδείς	=	σαρκοειδής
σαρκοειδούς	=	σαρκοειδής
σαρκοειδών	=	σαρκοειδής
σαρκοειδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκοείδωση
σαρκοειδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σαρκοείδωση
σαρκοειδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σαρκοείδωση
σαρκομυξωμάτων	=	σαρκομύξωμα
σαρκομυξώματα	=	σαρκομύξωμα
σαρκομυξώματος	=	σαρκομύξωμα
σαρκομύξωμα	noun	σπάνιος κακοήθης όγκος της καρδιάς
σαρκοπενία	noun	μία ασθένεια άρρηκτα συνδεδεμένη με την διαδικασία της γήρανσης και η οποία εμφανίζει διάφορα συμπτώματα όπως μυϊκή χαλάρωση, κόπωση, απώλεια μυϊκής μάζας και δύναμης
σαρκοπενίας	=	σαρκοπενία
σαρκοπενίες	=	σαρκοπενία
σαρκοπενιών	=	σαρκοπενία
σαρκοστέωση	noun	άλλη μορφή του οστεοσάρκωμα
σαρκοστέωσης	=	σαρκοστέωση
σαρκοστέωσις	noun	σαρκοστέωση
σαρκοστεώσεις	=	σαρκοστέωση
σαρκοστεώσεων	=	σαρκοστέωση
σαρκοφάγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκοφάγος
σαρκοφάγας	=	σαρκοφάγος
σαρκοφάγε	noun	κλητική ενικού του σαρκοφάγος	adj	κλητική ενικού του σαρκοφάγος (αρσενικό)
σαρκοφάγες	=	σαρκοφάγος
σαρκοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του σαρκοφάγος	adj	αιτιατική ενικού του σαρκοφάγος
σαρκοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκοφάγος
σαρκοφάγος	adj	που τρέφεται (αποκλειστικά) με σάρκες, με κρέας	noun	αρχαίο φέρετρο μέσα στο οποίο τοποθετούσαν τους νεκρούς
σαρκοφάγου	adj	κλητική ενικού του σαρκοφάγος (αρσενικό)	noun	γενική ενικού του σαρκοφάγος
σαρκοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σαρκοφάγος	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρκοφάγος
σαρκοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του σαρκοφάγος
σαρκοφαγία	noun	η κατανάλωση κρέατος σε μεγάλες ποσότητες (κρεατοφαγία)
σαρκοφαγίας	noun	γενική ενικού του σαρκοφαγία
σαρκοφαγίες	=	σαρκοφαγία
σαρκοφαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκοφαγικό
σαρκοφαγικέ	adj	κλητική ενικού του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκοφαγική
σαρκοφαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγικής	adj	γενική ενικού του σαρκοφαγική
σαρκοφαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγικού	adj	γενική ενικού του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγικό	adj	αιτιατική ενικού του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγικός	adj	σχετικός με τη σαρκοφαγία
σαρκοφαγικών	adj	γενική πληθυντικού του σαρκοφαγικός
σαρκοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του σαρκοφαγία
σαρκοφυΐα	noun	η δημιουργία νέας σάρκας για την επούλωση ενός τραύματος
σαρκοφυΐας	=	σαρκοφυΐα
σαρκοφυΐες	=	σαρκοφυΐα
σαρκοφυϊών	=	σαρκοφυΐα
σαρκωδών	=	σαρκώδης
σαρκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάρκωμα
σαρκωμάτωση	noun	η εξάπλωση ενός σαρκώματος σε όλο το σώμα
σαρκωμάτωσης	=	σαρκωμάτωση
σαρκωμάτωσις	noun	σαρκωμάτωση
σαρκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκωμένο
σαρκωμένε	verb	κλητική ενικού του σαρκωμένος
σαρκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρκωμένη
σαρκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρκωμένος
σαρκωμένης	verb	γενική ενικού του σαρκωμένη
σαρκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαρκωμένος
σαρκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρκωμένος
σαρκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρκωμένος
σαρκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαρκωμένος
σαρκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρκωμένος
σαρκωματωδών	=	σαρκωματώδης
σαρκωματώδεις	=	σαρκωματώδης
σαρκωματώδες	=	σαρκωματώδης
σαρκωματώδη	=	σαρκωματώδης
σαρκωματώδης	adj	που είναι όμοιος με σάρκωμα
σαρκωματώδους	=	σαρκωματώδης
σαρκωματώσεις	=	σαρκωμάτωση
σαρκωματώσεων	=	σαρκωμάτωση
σαρκώδεις	=	σαρκώδης
σαρκώδες	=	σαρκώδης
σαρκώδη	=	σαρκώδης
σαρκώδης	adj	που έχει πολλή σάρκα
σαρκώδους	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του σαρκώδης
σαρκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρκωμα
σαρκώματος	noun	γενική ενικού του σάρκωμα
σαρκών	noun	γενική πληθυντικού του σάρκα
σαρκώνω	verb	καλύπτω ένα τραύμα, μια πληγή κ.λπ. με σάρκα
σαρκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρκωση
σαρκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σάρκωση
σαρκώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σάρκωση
σαρκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρκώνω
σαρμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαρμάς
σαρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρμάς
σαρμάδων	noun	γενική πληθυντικού του σαρμάς
σαρμάκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρμάκο
σαρμάκο	noun|dated	το να παραμένει κάποιος σιωπηλός και αμίλητος
σαρμάκου	noun	γενική ενικού του σαρμάκο
σαρμάκων	noun	γενική πληθυντικού του σαρμάκο
σαρμάς	noun	είδος φαγητού που φτιάχνεται με σφαιρίδια αποτελούμενα από κιμά, ρύζι και μυρωδικά, τυλιγμένα με αμπελόφυλλα ή λάχανο
σαρμαδάκι	noun	υποκοριστικό του σαρμάς
σαρμαδάκια	=	σαρμαδάκι
σαρμανίτσα	noun|dated	η (συνήθως) ξύλινη κούνια/κρεβατάκι για τα μωρά
σαρμανίτσας	noun	γενική ενικού του σαρμανίτσα
σαρμανίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρμανίτσα
σαρξ	=	σάρκα
σαρσέλα	noun	είδος μικρής πάπιας της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας, η Anas querquedula, που διαχειμάζει στην Αφρική
σαρσέλας	=	σαρσέλα
σαρσέλες	=	σαρσέλα
σαρσέλων	=	σαρσέλα
σαρωθήκαμε	=	σαρώνω
σαρωθήκαν	=	σαρώνω
σαρωθήκανε	=	σαρώνω
σαρωθήκατε	=	σαρώνω
σαρωθεί	=	σαρώνω
σαρωθείς	=	σαρώνω
σαρωθείτε	=	σαρώνω
σαρωθούμε	=	σαρώνω
σαρωθούν	=	σαρώνω
σαρωθούνε	=	σαρώνω
σαρωθώ	=	σαρώνω
σαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάρωμα
σαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρωμένο
σαρωμένε	verb	κλητική ενικού του σαρωμένος
σαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρωμένη
σαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρωμένος
σαρωμένης	verb	γενική ενικού του σαρωμένη
σαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαρωμένος
σαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρωμένος
σαρωμένος	=	σαρώνω
σαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαρωμένος
σαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαρωμένος
σαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαρωμένος
σαρωνόμασταν	=	σαρώνω
σαρωνόμαστε	=	σαρώνω
σαρωνόμουν	=	σαρώνω
σαρωνόμουνα	=	σαρώνω
σαρωνόντουσαν	=	σαρώνω
σαρωνόσασταν	=	σαρώνω
σαρωνόσαστε	=	σαρώνω
σαρωνόσουν	=	σαρώνω
σαρωνόσουνα	=	σαρώνω
σαρωνόταν	=	σαρώνω
σαρωνότανε	=	σαρώνω
σαρωτές	=	σαρωτής
σαρωτή	=	σαρωτής
σαρωτής	noun	συσκευή που σαρώνει μια επιφάνεια με κείμενο ή εικόνες και δημιουργεί ένα ψηφιακό αρχείο με τα περιεχόμενά της το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή
σαρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαρωτικός	adv	με σαρωτικό τρόπο, σαρώνοντας
σαρωτικέ	adj	κλητική ενικού του σαρωτικός
σαρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρωτική
σαρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαρωτικός
σαρωτικής	adj	γενική ενικού του σαρωτική
σαρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρωτικός
σαρωτικού	adj	γενική ενικού του σαρωτικός
σαρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαρωτικός
σαρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του σαρωτικός
σαρωτικός	adj|figurative	που (είναι δυνατόν να) σαρώνει
σαρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του σαρωτικός
σαρωτών	=	σαρωτής
σαρόντ	noun	έγχορδο μουσικό όργανο από την βόρεια Ινδία
σαρώθηκα	=	σαρώνομαι
σαρώθηκαν	=	σαρώνω
σαρώθηκε	=	σαρώνω
σαρώθηκες	=	σαρώνω
σαρώθρου	=	σάρωθρο
σαρώθρων	=	σάρωθρο
σαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρωμα
σαρώματος	noun	γενική ενικού του σάρωμα
σαρώναμε	=	σαρώνω
σαρώναν	=	σαρώνω
σαρώνανε	=	σαρώνω
σαρώνατε	=	σαρώνω
σαρώνει	=	σαρώνω
σαρώνεις	=	σαρώνω
σαρώνεσαι	=	σαρώνω
σαρώνεστε	=	σαρώνω
σαρώνεται	=	σαρώνω
σαρώνετε	=	σαρώνω
σαρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σαρώνω
σαρώνομε	=	σαρώνω
σαρώνονται	=	σαρώνω
σαρώνονταν	=	σαρώνω
σαρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σαρώνω
σαρώνουμε	=	σαρώνω
σαρώνουν	=	σαρώνω
σαρώνουνε	=	σαρώνω
σαρώνω	verb	σκουπίζω χρησιμοποιώντας ένα σάρωθρο (σκούπα)
σαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσαν	=	σαρώνω
σαρώσανε	=	σαρώνω
σαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάρωση
σαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σάρωση
σαρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σάρωση
σαρώσομε	=	σαρώνω
σαρώσου	=	σαρώνω
σαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσουνε	=	σαρώνω
σαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαρώνω
σας	pron	γενική πληθυντικού του εσύ
σασί	noun	το μέρος ενός οχήματος που σηκώνει το αμάξωμα, τον κινητήρα, τις ρόδες, ο σκελετός του οχήματος
σασίμι	noun	ιαπωνικό έδεσμα από λεπτές φέτες ωμού ψαριού· συνοδεύεται συνήθως από χρένο και πιπερόριζα
σασιρντίζω	verb	χάνω τα λογικά μου, δεν ξέρω τι κάνω.
σασκίνη	=	σασκίνης
σασκίνηδες	=	σασκίνης
σασκίνηδων	=	σασκίνης
σασκίνης	noun	χαζός, μπερδεμένος, σαστισμένος, ανόητος
σασμάν	noun	κιβώτιο ταχυτήτων
σασμέ	=	σασμός
σασμοί	=	σασμός
σασμού	=	σασμός
σασμούς	=	σασμός
σασμό	=	σασμός
σασμός	noun	συμβιβασμός, συμφωνία, συμφιλίωση
σασμών	=	σασμός
σασπένς	noun	η αγωνία και το ενδιαφέρον που προκαλεί η αναμονή για να δούμε πώς θα εξελιχθεί μια υπόθεση ή μια δραματική πλοκή
σαστίζαμε	=	σαστίζω
σαστίζαν	=	σαστίζω
σαστίζανε	=	σαστίζω
σαστίζατε	=	σαστίζω
σαστίζει	=	σαστίζω
σαστίζεις	=	σαστίζω
σαστίζετε	=	σαστίζω
σαστίζοντας	=	σαστίζω
σαστίζουμε	=	σαστίζω
σαστίζουν	=	σαστίζω
σαστίζουνε	=	σαστίζω
σαστίζω	verb	εκπλήσσομαι ή ξαφνιάζομαι από κάτι και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω
σαστίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσαν	=	σαστίζω
σαστίσανε	=	σαστίζω
σαστίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σάστισμα
σαστίσματος	noun	γενική ενικού του σάστισμα
σαστίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαστίζω
σαστικιά	=	σαστικός
σαστικός	noun	αρραβωνιαστικός, μνηστήρας
σαστιμάρα	noun	η κατάσταση του ανθρώπου που έχει σαστίσει
σαστιμάρας	noun	γενική ενικού του σαστιμάρα
σαστιμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαστιμάρα
σαστισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σάστισμα
σαστισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαστισμένο
σαστισμένε	verb	κλητική ενικού του σαστισμένος
σαστισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαστισμένη
σαστισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαστισμένος
σαστισμένης	verb	γενική ενικού του σαστισμένη
σαστισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαστισμένος
σαστισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαστισμένος
σαστισμένος	verb	που έχει σαστίσει
σαστισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαστισμένος
σαστισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαστισμένος
σαστισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαστισμένος
σατέν	noun	λεπτό ύφασμα από μετάξι, νάιλον ή πολυεστέρα που είναι γυαλιστερό στη μία μόνο επιφάνειά του
σατίρι	noun|dated	ο μπαλτάς
σατίρια	=	σατίρι
σατίριζα	=	σατιρίζω
σατίριζαν	=	σατιρίζω
σατίριζε	=	σατιρίζω
σατίριζες	=	σατιρίζω
σατίρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατίρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατίρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατίρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατα	abbrev	συνδικαλιστικό σωματείο των οδηγών ταξί της Αττικής
σατακρούτα	noun	είδος χοντρού υφάσματος από μετάξι
σατακρούτας	noun	γενική ενικού του σατακρούτα
σατακρούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατακρούτα
σατανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σατανάς
σατανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανάς
σατανάδων	noun	γενική πληθυντικού του σατανάς
σατανάς	noun	ο διάβολος, ο Εωσφόρος, ο αρχηγός των δαιμόνων, το πνεύμα του κακού
σατανίσκε	=	σατανίσκος
σατανίσκο	=	σατανίσκος
σατανίσκοι	=	σατανίσκος
σατανίσκος	noun	διαβολάκος
σατανίσκου	=	σατανίσκος
σατανίσκους	=	σατανίσκος
σατανίσκων	=	σατανίσκος
σατανίστρια	noun	θηλυκό του σατανιστής
σατανίστριας	noun	γενική ενικού του σατανίστρια
σατανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανίστρια
σατανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανικό	adv	με σατανικό τρόπο
σατανικέ	adj	κλητική ενικού του σατανικός
σατανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανική
σατανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατανικός
σατανικής	adj	γενική ενικού του σατανική
σατανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατανικός
σατανικοτήτων	=	σατανικότητα
σατανικού	adj	γενική ενικού του σατανικός
σατανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατανικός
σατανικό	adj	αιτιατική ενικού του σατανικός
σατανικός	adj	σχετικός με το σατανά
σατανικότης	noun	η σατανικότητα
σατανικότητα	noun	η ιδιότητα του σατανικού
σατανικότητας	noun	γενική ενικού του σατανικότητα
σατανικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανικότητα
σατανικών	adj	γενική πληθυντικού του σατανικός
σατανικώς	adv|dated	σατανικά
σατανισμέ	noun	κλητική ενικού του σατανισμός
σατανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατανισμός
σατανισμού	noun	γενική ενικού του σατανισμός
σατανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σατανισμός
σατανισμό	noun	αιτιατική ενικού του σατανισμός
σατανισμός	noun	η λατρεία του Σατανά
σατανισμών	noun	γενική πληθυντικού του σατανισμός
σατανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανιστής
σατανιστή	=	σατανιστής
σατανιστής	noun	αυτός που λατρεύει το Σατανά, που ασκεί τη λατρεία του σατανισμού
σατανιστικά	adv	με σατανιστικό τρόπο
σατανιστικέ	adj	κλητική ενικού του σατανιστικός
σατανιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατανιστική
σατανιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατανιστικός
σατανιστικής	adj	γενική ενικού του σατανιστική
σατανιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατανιστικός
σατανιστικού	adj	γενική ενικού του σατανιστικός
σατανιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατανιστικός
σατανιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σατανιστικός
σατανιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σατανισμό ή τους σατανιστές ή αναφέρεται σ’ αυτά
σατανιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σατανιστικός
σατανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σατανίστρια
σατανιστών	=	σατανιστής
σατιαγκράχα	noun	θεωρία της «μη βίας» στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων ή αιτημάτων με κύριο εμπνευστή τον Μαχάτμα Γκάντι, ινδό ηγέτη που αγωνίστηκε κατά της αγγλικής κατοχής της Ινδίας
σατιαγκράχι	noun	εναλλακτική γραφή της λέξης σατυαγκράχι
σατινάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σατινάρω
σατινάρω	verb	κάνω κάτι στιλπνό και λείο χρησιμοποιώντας σάτινα
σατινέ	adj	άλλη μορφή του σατινένιος
σατινένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατινένιο
σατινένιε	adj	κλητική ενικού του σατινένιος
σατινένιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατινένιη
σατινένιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατινένιος
σατινένιης	adj	γενική ενικού του σατινένιη
σατινένιο	adj	αιτιατική ενικού του σατινένιος
σατινένιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατινένιος
σατινένιος	adj	που δίνει την αίσθηση ότι βλέπεις ή αγγίζεις σατέν
σατινένιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σατινένιος
σατινένιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατινένιος
σατινένιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σατινένιος
σατινέτα	noun	βαμβακερό ύφασμα που μοιάζει με σατέν
σατινέτας	noun	γενική ενικού του σατινέτα
σατινέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατινέτα
σατιναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατινάρισμα
σατιναρίσματος	noun	γενική ενικού του σατινάρισμα
σατιναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σατινάρισμα
σατιναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιναρισμένο
σατιναρισμένε	verb	κλητική ενικού του σατιναρισμένος
σατιναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιναρισμένη
σατιναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατιναρισμένος
σατιναρισμένης	verb	γενική ενικού του σατιναρισμένη
σατιναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σατιναρισμένος
σατιναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατιναρισμένος
σατιναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σατιναρισμένος
σατιναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σατιναρισμένος
σατιναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σατιναρισμένος
σατιρίζαμε	=	σατιρίζω
σατιρίζαν	=	σατιρίζω
σατιρίζανε	=	σατιρίζω
σατιρίζατε	=	σατιρίζω
σατιρίζει	=	σατιρίζω
σατιρίζεις	=	σατιρίζω
σατιρίζεσαι	=	σατιρίζομαι
σατιρίζεστε	=	σατιρίζομαι
σατιρίζεται	=	σατιρίζομαι
σατιρίζετε	=	σατιρίζω
σατιρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σατιρίζω
σατιρίζομε	=	σατιρίζω
σατιρίζονται	=	σατιρίζομαι
σατιρίζονταν	=	σατιρίζομαι
σατιρίζοντας	=	σατιρίζω
σατιρίζου	=	σατιρίζομαι
σατιρίζουμε	=	σατιρίζω
σατιρίζουν	=	σατιρίζω
σατιρίζουνε	=	σατιρίζω
σατιρίζω	verb	κάνω σάτιρα
σατιρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσαν	=	σατιρίζω
σατιρίσανε	=	σατιρίζω
σατιρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσομε	=	σατιρίζω
σατιρίσου	=	σατιρίζομαι
σατιρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίσουνε	=	σατιρίζω
σατιρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιρίστηκα	=	σατιρίζομαι
σατιρίστηκαν	=	σατιρίζομαι
σατιρίστηκε	=	σατιρίζομαι
σατιρίστηκες	=	σατιρίζομαι
σατιρίστρια	noun	θηλυκό του σατιριστής
σατιρίστριας	noun	γενική ενικού του σατιρίστρια
σατιρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιρίστρια
σατιρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σατιρίζω
σατιριζόμασταν	=	σατιρίζομαι
σατιριζόμαστε	=	σατιρίζομαι
σατιριζόμενος	=	σατιρίζω
σατιριζόμουν	=	σατιρίζομαι
σατιριζόμουνα	=	σατιρίζομαι
σατιριζόντουσαν	=	σατιρίζομαι
σατιριζόσασταν	=	σατιρίζομαι
σατιριζόσαστε	=	σατιρίζομαι
σατιριζόσουν	=	σατιρίζομαι
σατιριζόσουνα	=	σατιρίζομαι
σατιριζόταν	=	σατιρίζομαι
σατιριζότανε	=	σατιρίζομαι
σατιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιρικό
σατιρικέ	adj	κλητική ενικού του σατιρικός
σατιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιρική
σατιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατιρικός
σατιρικής	adj	γενική ενικού του σατιρική
σατιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατιρικός
σατιρικού	adj	γενική ενικού του σατιρικός
σατιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατιρικός
σατιρικό	adj	αιτιατική ενικού του σατιρικός
σατιρικός	adj	που σχετίζεται με τη σάτιρα
σατιρικών	adj	γενική πληθυντικού του σατιρικός
σατιριού	=	σατίρι
σατιρισμέ	=	σατιρισμός
σατιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιρισμένο
σατιρισμένε	verb	κλητική ενικού του σατιρισμένος
σατιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατιρισμένη
σατιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατιρισμένος
σατιρισμένης	verb	γενική ενικού του σατιρισμένη
σατιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σατιρισμένος
σατιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατιρισμένος
σατιρισμένος	=	σατιρίζομαι
σατιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σατιρισμένος
σατιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σατιρισμένος
σατιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σατιρισμένος
σατιρισμοί	=	σατιρισμός
σατιρισμού	=	σατιρισμός
σατιρισμούς	=	σατιρισμός
σατιρισμό	=	σατιρισμός
σατιρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σατιρίζω
σατιρισμών	=	σατιρισμός
σατιριστές	=	σατιριστής
σατιριστή	=	σατιριστής
σατιριστήκαμε	=	σατιρίζομαι
σατιριστήκαν	=	σατιρίζομαι
σατιριστήκανε	=	σατιρίζομαι
σατιριστήκατε	=	σατιρίζομαι
σατιριστής	noun	που σατιρίζει
σατιριστεί	=	σατιρίζομαι
σατιριστείς	=	σατιρίζω
σατιριστείτε	=	σατιρίζομαι
σατιριστούμε	=	σατιρίζω
σατιριστούν	=	σατιρίζω
σατιριστούνε	=	σατιρίζω
σατιριστριών	noun	γενική πληθυντικού του σατιρίστρια
σατιριστώ	=	σατιρίζω
σατιριστών	=	σατιριστής
σατιριών	=	σατίρι
σατιρογράφε	=	σατιρογράφος
σατιρογράφο	=	σατιρογράφος
σατιρογράφοι	=	σατιρογράφος
σατιρογράφος	noun	που συγγράφει σάτιρες
σατιρογράφου	=	σατιρογράφος
σατιρογράφους	=	σατιρογράφος
σατιρογράφων	=	σατιρογράφος
σατιρογραφία	noun	η συγγραφή σατιρών
σατιρογραφίας	=	σατιρογραφία
σατιρογραφίες	=	σατιρογραφία
σατιρογραφιών	=	σατιρογραφία
σατιρών	noun	γενική πληθυντικού του σάτιρα
σατούρνια	=	σατούρνιος
σατούρνιας	=	σατούρνιος
σατούρνιε	=	σατούρνιος
σατούρνιες	=	σατούρνιος
σατούρνιο	=	σατούρνιος
σατούρνιοι	=	σατούρνιος
σατούρνιος	adj	που έχει σχέση με τον Σατούρνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σατούρνιου	=	σατούρνιος
σατούρνιους	=	σατούρνιος
σατούρνιων	=	σατούρνιος
σατράπες	=	σατράπης
σατράπη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σατράπης
σατράπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατράπης
σατράπηδων	noun	γενική πληθυντικού του σατράπης
σατράπης	noun	ο διοικητής μιας σατραπείας (επαρχίας του περσικού κράτους)
σατράπικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σατράπικος	adv	με σατράπικο τρόπο
σατράπικε	adj	κλητική ενικού του σατράπικος
σατράπικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατράπικη
σατράπικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατράπικος
σατράπικης	adj	γενική ενικού του σατράπικη
σατράπικο	adj	αιτιατική ενικού του σατράπικος
σατράπικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατράπικος
σατράπικος	adj	σχετικός με τον σατράπη
σατράπικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σατράπικος
σατράπικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατράπικος
σατράπικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σατράπικος
σατράπισσα	noun	θηλυκό του σατράπης
σατράπισσας	noun	γενική ενικού του σατράπισσα
σατράπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατράπισσα
σατραπίσκε	=	σατραπίσκος
σατραπίσκο	=	σατραπίσκος
σατραπίσκοι	=	σατραπίσκος
σατραπίσκος	noun	άνθρωπος χαμηλών δυνατοτήτων που φέρεται σαν σατράπης
σατραπίσκου	=	σατραπίσκος
σατραπίσκους	=	σατραπίσκος
σατραπίσκων	=	σατραπίσκος
σατραπεία	noun	επαρχία του περσικού κράτους που τη διοικούσε ένας σατράπης
σατραπείας	noun	γενική ενικού του σατραπεία
σατραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατραπεία
σατραπειών	noun	γενική πληθυντικού του σατραπεία
σατραπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατραπικό	adv	με σατραπικό τρόπο
σατραπικέ	adj	κλητική ενικού του σατραπικός
σατραπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατραπική
σατραπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατραπικός
σατραπικής	adj	γενική ενικού του σατραπική
σατραπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατραπικός
σατραπικού	adj	γενική ενικού του σατραπικός
σατραπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατραπικός
σατραπικό	adj	αιτιατική ενικού του σατραπικός
σατραπικός	adj	σχετικός με τον σατράπη
σατραπικών	adj	γενική πληθυντικού του σατραπικός
σατραπικῶς	adv	σατραπικά
σατραπισμέ	noun	κλητική ενικού του σατραπισμός
σατραπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατραπισμός
σατραπισμού	noun	γενική ενικού του σατραπισμός
σατραπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σατραπισμός
σατραπισμό	noun	αιτιατική ενικού του σατραπισμός
σατραπισμός	noun|formal	αυταρχικότητα, σκληρότητα
σατραπισμών	noun	γενική πληθυντικού του σατραπισμός
σατραπισσών	noun	γενική πληθυντικού του σατράπισσα
σατραπών	=	σατράπης
σατυαγκράχα	noun	άλλη γραφή του σατιαγκράχα
σατυαγκράχι	noun	αυτός που ακολουθεί μη-βίαιας αντίστασης / παθητικής αντίστασης σύμφωνα με τις αρχές της σατυαγκράχα
σατυρίαση	noun	σεξουαλική επιθυμία και δραστηριότητα ενός άνδρα σε υπερβολικό βαθμό και με ακόρεστη διάθεση
σατυρίασης	=	σατυρίαση
σατυριάσεις	=	σατυρίαση
σατυριάσεων	=	σατυρίαση
σατυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατυρικό
σατυρικέ	adj	κλητική ενικού του σατυρικός
σατυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σατυρική
σατυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σατυρικός
σατυρικής	adj	γενική ενικού του σατυρική
σατυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σατυρικός
σατυρικού	adj	γενική ενικού του σατυρικός
σατυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σατυρικός
σατυρικό	adj	αιτιατική ενικού του σατυρικός
σατυρικός	adj	που σχετίζεται με Σατύρους
σατυρικών	adj	γενική πληθυντικού του σατυρικός
σατύρου	noun	γενική ενικού του σάτυρος
σατύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σάτυρος
σατύρων	noun	γενική πληθυντικού του σάτυρος
σαυράκι	noun	υποκοριστικό του σαύρα· μικρή σαύρα
σαυράκια	=	σαυράκι
σαυρίδι	noun	μικρό ψάρι της Μεσογείου (Trachurus trachurus) που συναντάται στα ρηχά
σαυρίδια	=	σαυρίδι
σαυρίτσα	noun	υποκοριστικό του σαύρα· μικρή σαύρα
σαυρίτσας	=	σαυρίτσα
σαυρίτσες	=	σαυρίτσα
σαυριδιού	=	σαυρίδι
σαυριδιών	=	σαυρίδι
σαυροειδές	=	σαυροειδής
σαυροειδή	noun	τάξη των ερπετών
σαυροειδής	adj	που μοιάζει στο σχήμα ή την όψη με σαύρα
σαυροειδείς	=	σαυροειδής
σαυροειδούς	=	σαυροειδής
σαυροειδών	=	σαυροειδής
σαυρούλα	noun	υποκοριστικό του σαύρα· μικρή σαύρα
σαυρούλας	=	σαυρούλα
σαυρούλες	=	σαυρούλα
σαυρόμορφα	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφε	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφες	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφη	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφης	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφο	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφοι	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφος	adj	αυτός που έχει την μορφή σαύρας
σαυρόμορφου	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφους	=	σαυρόμορφος
σαυρόμορφων	=	σαυρόμορφος
σαυρών	noun	γενική πληθυντικού του σαύρα
σαφάρι	noun	κυνήγι άγριων ζώων στην Αφρική (ως οργανωμένη τουριστική δραστηριότητα)
σαφάρια	=	σαφάρι
σαφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σαφής
σαφέστατα	=	σαφής
σαφέστατε	=	σαφής
σαφέστατες	=	σαφής
σαφέστατη	=	σαφής
σαφέστατης	=	σαφής
σαφέστατο	=	σαφής
σαφέστατοι	=	σαφής
σαφέστατος	=	σαφής
σαφέστατου	=	σαφής
σαφέστατους	=	σαφής
σαφέστατων	=	σαφής
σαφέστερα	adv	με τρόπο που ξεκαθαρίζει κάτι καλύτερα, που το κάνει πιο ακριβές, πιο σαφές, πιο αναλυτικό, που το διασαφηνίζει περισσότερο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφέστερο
σαφέστερε	adj	κλητική ενικού του σαφέστερος
σαφέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφέστερη
σαφέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαφέστερος
σαφέστερης	adj	γενική ενικού του σαφέστερη
σαφέστερο	adj	αιτιατική ενικού του σαφέστερος
σαφέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαφέστερος
σαφέστερος	adj	που είναι πιο σαφής, πιο ξεκάθαρος, που συνοδεύεται πιθανά απο περισσότερες λεπτομέρειες
σαφέστερου	adj	γενική ενικού του σαφέστερος
σαφέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαφέστερος
σαφέστερων	adj	γενική πληθυντικού του σαφέστερος
σαφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφές
σαφήνεια	noun	η ιδιότητα ενός νοήματος να είναι καθαρό και κατανοητό
σαφήνειας	noun	γενική ενικού του σαφήνεια
σαφήνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφήνεια
σαφήνιζα	=	σαφηνίζω
σαφήνιζαν	=	σαφηνίζω
σαφήνιζε	=	σαφηνίζω
σαφήνιζες	=	σαφηνίζω
σαφήνισα	=	σαφηνίζω
σαφήνισαν	=	σαφηνίζω
σαφήνισε	=	σαφηνίζω
σαφήνισες	=	σαφηνίζω
σαφήνιση	noun	το αποτέλεσμα του σαφηνίζω
σαφήνισης	noun	γενική ενικού του σαφήνιση
σαφήνισις	noun	σαφήνιση
σαφής	adj	που γίνεται απόλυτα κατανοητός ή λέγεται με βεβαιότητα και δεν αφήνει περιθώρια για λανθασμένη ερμηνεία
σαφαριού	=	σαφάρι
σαφαριών	=	σαφάρι
σαφείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφής
σαφηνές	=	σαφηνής
σαφηνή	=	σαφηνής
σαφηνής	adj|archaic	άλλη μορφή του σαφής
σαφηνίζαμε	=	σαφηνίζω
σαφηνίζαν	=	σαφηνίζω
σαφηνίζανε	=	σαφηνίζω
σαφηνίζατε	=	σαφηνίζω
σαφηνίζει	=	σαφηνίζω
σαφηνίζεις	=	σαφηνίζω
σαφηνίζεσαι	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίζεστε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίζεται	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίζετε	=	σαφηνίζω
σαφηνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σαφηνίζω
σαφηνίζονται	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίζονταν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίζοντας	=	σαφηνίζω
σαφηνίζου	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίζουμε	=	σαφηνίζω
σαφηνίζουν	=	σαφηνίζω
σαφηνίζουνε	=	σαφηνίζω
σαφηνίζω	verb	ξεκαθαρίζω κάτι, το κάνω σαφές
σαφηνίσαμε	=	σαφηνίζω
σαφηνίσαν	=	σαφηνίζω
σαφηνίσανε	=	σαφηνίζω
σαφηνίσατε	=	σαφηνίζω
σαφηνίσει	=	σαφηνίζω
σαφηνίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφήνιση
σαφηνίσεων	noun	γενική πληθυντικού του σαφήνιση
σαφηνίσεως	noun|formal	γενική ενικού του σαφήνιση
σαφηνίσου	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίστε	=	σαφηνίζω
σαφηνίστηκα	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίστηκαν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίστηκε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνίστηκες	=	σαφηνίζομαι
σαφηνείς	=	σαφηνής
σαφηνειών	noun	γενική πληθυντικού του σαφήνεια
σαφηνιζόμασταν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόμαστε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόμουν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόμουνα	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόντουσαν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόσασταν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόσαστε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόσουν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόσουνα	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζόταν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιζότανε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφηνισμένο
σαφηνισμένε	verb	κλητική ενικού του σαφηνισμένος
σαφηνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφηνισμένη
σαφηνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαφηνισμένος
σαφηνισμένης	verb	γενική ενικού του σαφηνισμένη
σαφηνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαφηνισμένος
σαφηνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαφηνισμένος
σαφηνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σαφηνίζω
σαφηνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαφηνισμένος
σαφηνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαφηνισμένος
σαφηνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαφηνισμένος
σαφηνιστήκαμε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιστήκαν	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιστήκανε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιστήκατε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιστεί	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιστείτε	=	σαφηνίζομαι
σαφηνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφηνιστικό
σαφηνιστικέ	adj	κλητική ενικού του σαφηνιστικός
σαφηνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφηνιστική
σαφηνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαφηνιστικός
σαφηνιστικής	adj	γενική ενικού του σαφηνιστική
σαφηνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαφηνιστικός
σαφηνιστικού	adj	γενική ενικού του σαφηνιστικός
σαφηνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαφηνιστικός
σαφηνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σαφηνιστικός
σαφηνιστικός	adj	που έχει σχέση με σαφήνιση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σαφηνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σαφηνιστικός
σαφηνούς	=	σαφηνής
σαφηνών	=	σαφηνής
σαφορά	=	ζαφορά
σαφούς	adj	γενική ενικού του σαφής
σαφράν	noun	ζαφορά
σαφράνι	noun	γένος φυτών της οικογένειας των Iridaceae
σαφράνια	=	σαφράνι
σαφρίδι	noun	άλλη μορφή του σαυρίδι
σαφρίδια	=	σαφρίδι
σαφρακιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφρακιασμένο
σαφρακιασμένε	verb	κλητική ενικού του σαφρακιασμένος
σαφρακιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαφρακιασμένη
σαφρακιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαφρακιασμένος
σαφρακιασμένης	verb	γενική ενικού του σαφρακιασμένη
σαφρακιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαφρακιασμένος
σαφρακιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαφρακιασμένος
σαφρακιασμένος	verb|vulgar	ζαρωμένος
σαφρακιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαφρακιασμένος
σαφρακιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαφρακιασμένος
σαφρακιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαφρακιασμένος
σαφραμπολίτες	=	σαφραμπολίτης
σαφραμπολίτη	=	σαφραμπολίτης
σαφραμπολίτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τη Σαφράμπολη
σαφραμπολίτισσα	=	σαφραμπολίτης
σαφραμπολιτών	=	σαφραμπολίτης
σαφρανιού	=	σαφράνι
σαφρανιών	=	σαφράνι
σαφριδιού	=	σαφρίδι
σαφριδιών	=	σαφρίδι
σαφών	adj	γενική πληθυντικού του σαφής
σαφώς	adv	με σαφήνεια
σαχ	noun	η κατάσταση άμεσης απειλής του βασιλιά στο σκάκι
σαχάνι	noun	άλλη μορφή του σαγάνι
σαχάνια	=	σαχάνι
σαχάρια	=	σαχάριος
σαχάριας	=	σαχάριος
σαχάριε	=	σαχάριος
σαχάριες	=	σαχάριος
σαχάριο	=	σαχάριος
σαχάριοι	=	σαχάριος
σαχάριος	adj	που έχει σχέση με τη Σαχάρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή
σαχάριου	=	σαχάριος
σαχάριους	=	σαχάριος
σαχάριων	=	σαχάριος
σαχίνι	noun	άλλη μορφή του σαΐνι
σαχίνια	=	σαχίνι
σαχανάκι	=	σαγανάκι
σαχανιού	=	σαχάνι
σαχανιών	=	σαχάνι
σαχαριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαχαριανός
σαχαριανέ	=	σαχαριανός
σαχαριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του σαχαριανός
σαχαριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαχαριανός
σαχαριανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του σαχαριανός
σαχαριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαχαριανός
σαχαριανού	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του σαχαριανός
σαχαριανούς	=	σαχαριανός
σαχαριανό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σαχαριανός
σαχαριανός	adj	που έχει σχέση με τη Σαχάρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή
σαχαριανών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του σαχαριανός
σαχιδικά	noun	διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην περιοχή της νότιας Αιγύπτου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σαχιδικός
σαχιδική	noun	κοπτική διάλεκτος της νότιας Αιγύπτου
σαχινιού	=	σαχίνι
σαχινιών	=	σαχίνι
σαχλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαχλό	adv	με σαχλό τρόπο
σαχλέ	adj	κλητική ενικού του σαχλός
σαχλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαχλή
σαχλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαχλός
σαχλής	adj	γενική ενικού του σαχλή
σαχλίτσα	noun	μικρή σάχλα, σαχλαμαρίτσα
σαχλίτσας	=	σαχλίτσα
σαχλίτσες	=	σαχλίτσα
σαχλαμάρα	noun	λόγος ή πράξη που λογίζεται ως σαχλή, ανόητη ή στερουμένη σοβαρότητος
σαχλαμάρας	noun	αυτός που λέει ή κάνει σαχλαμάρες
σαχλαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαχλαμάρα
σαχλαμάριζα	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμάριζαν	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμάριζε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμάριζες	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζαμε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζαν	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζανε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζατε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζει	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζεις	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζετε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζοντας	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζουμε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζουν	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζουνε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίζω	verb	κάνω ή λέω σαχλαμάρες, περνάω τον καιρό μου άσκοπα
σαχλαμαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσαν	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσανε	=	σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαχλαμαρίζω
σαχλαμαρίτσα	noun	υποκοριστικό του: σαχλαμάρα
σαχλαμαρίτσας	=	σαχλαμαρίτσα
σαχλαμαρίτσες	=	σαχλαμαρίτσα
σαχλαμαρών	noun	γενική πληθυντικού του σαχλαμάρα
σαχλαμπούχλα	noun|vulgar	η (μεγάλη) σαχλαμάρα
σαχλαμπούχλας	noun|vulgar	ο εξαιρετικά σαχλός
σαχλαμπούχλες	=	σαχλαμπούχλας
σαχλαμπούχλων	=	σαχλαμπούχλας
σαχλιάζαμε	=	σαχλιάζω
σαχλιάζαν	=	σαχλιάζω
σαχλιάζανε	=	σαχλιάζω
σαχλιάζατε	=	σαχλιάζω
σαχλιάζει	=	σαχλιάζω
σαχλιάζεις	=	σαχλιάζω
σαχλιάζετε	=	σαχλιάζω
σαχλιάζοντας	=	σαχλιάζω
σαχλιάζουμε	=	σαχλιάζω
σαχλιάζουν	=	σαχλιάζω
σαχλιάζουνε	=	σαχλιάζω
σαχλιάζω	verb	γίνομαι γλοιώδης, μαλακός
σαχλιάσαμε	=	σαχλιάζω
σαχλιάσαν	=	σαχλιάζω
σαχλιάσανε	=	σαχλιάζω
σαχλιάσατε	=	σαχλιάζω
σαχλιάσει	=	σαχλιάζω
σαχλιάστε	=	σαχλιάζω
σαχλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαχλός
σαχλού	adj	γενική ενικού του σαχλός
σαχλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σαχλός
σαχλό	adj	αιτιατική ενικού του σαχλός
σαχλόμαγκα	=	σαχλόμαγκας
σαχλόμαγκας	noun	άτομο που εμφανίζεται σαν μάγκας αλλά δεν είναι σοβαρό
σαχλόμαγκες	=	σαχλόμαγκας
σαχλόμαγκων	=	σαχλόμαγκας
σαχλός	adj	ανόητος, στερούμενος σοβαρότητας, ασόβαρος
σαχλών	adj	γενική πληθυντικού του σαχλός
σαχμαράν	noun	η βασίλισσα των φιδιών, ένα μυθικό πλάσμα, μισή γυναίκα και μισή φίδι, με διαφορετικές παραλλαγές στη λαογραφία του Ιράν, της Ανατολίας, της Αρμενίας
σαχμεράν	noun	άλλη προφορά του σαχμαράν
σαχνίσι	noun	άλλη μορφή του σαχνισί
σαχνίσια	=	σαχνίσι
σαχνισί	noun	σκεπαστός εξώστης σε πρόβολο κλεισμένος ολόγυρα με τζάμια, αρχιτεκτονικό στοιχείο σπιτιών της εποχής της Τουρκοκρατίας
σαχνισίνι	noun	άλλη μορφή του σαχνισί
σαχνισίνια	=	σαχνισίνι
σαχνισιά	=	σαχνισί
σαχνισινιού	=	σαχνισίνι
σαχνισινιών	=	σαχνισίνι
σαχνισιού	=	σαχνισί
σαχνισιών	=	σαχνισί
σαψάλα	=	σαψάλης
σαψάλη	=	σαψάλης
σαψάληδες	=	σαψάλης
σαψάληδων	=	σαψάλης
σαψάλης	noun	ατημέλητος, ασουλούπωτος, ακατάστατος
σαψάλιαζα	=	σαψαλιάζω
σαψάλιαζαν	=	σαψαλιάζω
σαψάλιαζε	=	σαψαλιάζω
σαψάλιαζες	=	σαψαλιάζω
σαψάλιασα	=	σαψαλιάζω
σαψάλιασαν	=	σαψαλιάζω
σαψάλιασε	=	σαψαλιάζω
σαψάλιασες	=	σαψαλιάζω
σαψάλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του σαψαλιάζω
σαψαλιάζαμε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζαν	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζανε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζατε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζει	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζεις	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζετε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζοντας	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζουμε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζουν	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζουνε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάζω	verb	σπάω, θρυμματίζω κάτι
σαψαλιάσαμε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάσαν	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάσανε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάσατε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάσει	=	σαψαλιάζω
σαψαλιάσματα	=	σαψάλιασμα
σαψαλιάσματος	=	σαψάλιασμα
σαψαλιάστε	=	σαψαλιάζω
σαψαλιασμάτων	=	σαψάλιασμα
σαψαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαψαλιασμένο
σαψαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σαψαλιασμένος
σαψαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαψαλιασμένη
σαψαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαψαλιασμένος
σαψαλιασμένης	verb	γενική ενικού του σαψαλιασμένη
σαψαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαψαλιασμένος
σαψαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαψαλιασμένος
σαψαλιασμένος	=	σαψαλιάζω
σαψαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαψαλιασμένος
σαψαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαψαλιασμένος
σαψαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαψαλιασμένος
σαψιάλασα	=	σαψαλιάζω
σαϊεντολογία	noun	όνομα εφαρμοσμένης θρησκευτικής φιλοσοφίας και σέκτας, που ιδρύθηκε το 1952 και αναπτύχθηκε από τον Lafayette Ron Hubbard
σαϊεντολογίας	=	σαϊεντολογία
σαϊεντολογίες	=	σαϊεντολογία
σαϊεντολογικά	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικέ	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικές	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογική	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικής	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικοί	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικού	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικούς	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικό	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογικός	adj	σχετικός με την σαϊεντολογία
σαϊεντολογικών	=	σαϊεντολογικός
σαϊεντολογιών	=	σαϊεντολογία
σαϊεντολόγε	=	σαϊεντολόγος
σαϊεντολόγο	=	σαϊεντολόγος
σαϊεντολόγοι	=	σαϊεντολόγος
σαϊεντολόγος	noun	οπαδός της σαϊεντολογίας
σαϊεντολόγου	=	σαϊεντολόγος
σαϊεντολόγους	=	σαϊεντολόγος
σαϊεντολόγων	=	σαϊεντολόγος
σαϊνιού	=	σαΐνι
σαϊνιών	=	σαΐνι
σαϊπή	=	σαϊπής
σαϊπήδες	=	σαϊπής
σαϊπήδων	=	σαϊπής
σαϊπής	noun|dated	ιδιοκτήτης, κάτοχος
σαϊσμάτων	=	σάισμα
σαϊτέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαΐτεμα
σαϊτέματος	noun	γενική ενικού του σαΐτεμα
σαϊτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψαν	=	σαϊτεύω
σαϊτέψανε	=	σαϊτεύω
σαϊτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψου	=	σαϊτεύω
σαϊτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σαϊτεύω
σαϊτεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σαΐτεμα
σαϊτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαϊτεμένο
σαϊτεμένε	verb	κλητική ενικού του σαϊτεμένος
σαϊτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαϊτεμένη
σαϊτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σαϊτεμένος
σαϊτεμένης	verb	γενική ενικού του σαϊτεμένη
σαϊτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σαϊτεμένος
σαϊτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαϊτεμένος
σαϊτεμένος	=	σαϊτεύω
σαϊτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σαϊτεμένος
σαϊτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σαϊτεμένος
σαϊτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σαϊτεμένος
σαϊτευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαϊτευτής
σαϊτευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαϊτευτής
σαϊτευτήκαμε	=	σαϊτεύω
σαϊτευτήκαν	=	σαϊτεύω
σαϊτευτήκανε	=	σαϊτεύω
σαϊτευτήκατε	=	σαϊτεύω
σαϊτευτής	noun	αυτός που ρίχνει ένα βέλος (μια σαΐτα), ο τοξοβόλος, ο τοξότης
σαϊτευτεί	=	σαϊτεύω
σαϊτευτείτε	=	σαϊτεύω
σαϊτευτριών	noun	γενική πληθυντικού του σαϊτεύτρια
σαϊτευτών	noun	γενική πληθυντικού του σαϊτευτής
σαϊτευόμασταν	=	σαϊτεύω
σαϊτευόμαστε	=	σαϊτεύω
σαϊτευόμουν	=	σαϊτεύω
σαϊτευόμουνα	=	σαϊτεύω
σαϊτευόντουσαν	=	σαϊτεύω
σαϊτευόσασταν	=	σαϊτεύω
σαϊτευόσαστε	=	σαϊτεύω
σαϊτευόσουν	=	σαϊτεύω
σαϊτευόσουνα	=	σαϊτεύω
σαϊτευόταν	=	σαϊτεύω
σαϊτευότανε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύαμε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύαν	=	σαϊτεύω
σαϊτεύανε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύατε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύει	=	σαϊτεύω
σαϊτεύεις	=	σαϊτεύω
σαϊτεύεσαι	=	σαϊτεύω
σαϊτεύεστε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύεται	=	σαϊτεύω
σαϊτεύετε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύομαι	=	σαϊτεύω
σαϊτεύονται	=	σαϊτεύω
σαϊτεύονταν	=	σαϊτεύω
σαϊτεύοντας	=	σαϊτεύω
σαϊτεύουμε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύουν	=	σαϊτεύω
σαϊτεύουνε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύτηκα	=	σαϊτεύω
σαϊτεύτηκαν	=	σαϊτεύω
σαϊτεύτηκε	=	σαϊτεύω
σαϊτεύτηκες	=	σαϊτεύω
σαϊτεύτρια	noun	αυτή που σαϊτεύει
σαϊτεύτριας	noun	γενική ενικού του σαϊτεύτρια
σαϊτεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαϊτεύτρια
σαϊτεύω	verb	χτυπώ κάποιον με σαΐτα (βέλος)
σαϊτιά	noun|literary	η εκτόξευση της σαΐτας
σαϊτιάς	noun	γενική ενικού του σαϊτιά
σαϊτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαϊτιά
σαϊτιών	=	σαϊτιά
σαϊτοθήκες	=	σαϊτοθήκη
σαϊτοθήκη	noun	θήκη για σαΐτες, η φαρέτρα
σαϊτοθήκης	=	σαϊτοθήκη
σαϊτοθηκών	=	σαϊτοθήκη
σαϊτοπόλεμε	=	σαϊτοπόλεμος
σαϊτοπόλεμο	=	σαϊτοπόλεμος
σαϊτοπόλεμοι	=	σαϊτοπόλεμος
σαϊτοπόλεμος	noun	πόλεμος που επιχειρείται με σαΐτες
σαϊτοπόλεμου	=	σαϊτοπόλεμος
σαϊτοπόλεμους	=	σαϊτοπόλεμος
σαϊτοπόλεμων	=	σαϊτοπόλεμος
σαϊτών	noun	γενική πληθυντικού του σαΐτα
σαύρα	noun	μικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες
σαύρας	noun	γενική ενικού του σαύρα
σαύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαύρα
σβάρα	noun	άδεντρη πλαγιά ή κατωφέρεια σ’ ένα βουνό
σβάρας	noun	γενική ενικού του σβάρα
σβάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβάρα
σβάρνα	noun	το γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ισιώσει το χώμα και να σπάει τους σβώλους
σβάρναγε	=	σβαρνώ
σβάρνας	noun	γενική ενικού του σβάρνα
σβάρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβάρνα
σβάρνησα	=	σβαρνώ
σβάρνησαν	=	σβαρνώ
σβάρνησε	=	σβαρνώ
σβάρνησες	=	σβαρνώ
σβάρνιζα	=	σβαρνίζω
σβάρνιζαν	=	σβαρνίζω
σβάρνιζε	=	σβαρνίζω
σβάρνιζες	=	σβαρνίζω
σβάρνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβάρνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβάρνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβάρνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβάρνισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβαρνίζω
σβάστικα	noun	αγκυλωτός σταυρός, αρχαίο σύμβολο, ισοσκελής σταυρός με τους τέσσερις βραχίονες λυγισμένους ή προεκταμένους σε ορθή γωνία και κατά την ίδια φορά περιστροφής, δεξιόστροφος αγκυλωτός σταυρός (卐), που χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο της ναζιστικής Γερμανίας
σβάστικας	noun	γενική ενικού του σβάστικα
σβάστικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβάστικα
σβέλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σβέλτος	adv	με σβελτάδα, γρήγορα, ζωηρά
σβέλτε	adj	κλητική ενικού του σβέλτος
σβέλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβέλτη
σβέλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβέλτος
σβέλτης	adj	γενική ενικού του σβέλτη
σβέλτο	adj	αιτιατική ενικού του σβέλτος
σβέλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβέλτος
σβέλτος	adj	που ενεργεί γρήγορα και τελειώνει αμέσως τις δουλειές του
σβέλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβέλτος
σβέλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σβέλτος
σβέλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβέλτος
σβέρκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβέρκο
σβέρκε	noun	κλητική ενικού του σβέρκος
σβέρκο	noun	σβέρκος
σβέρκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβέρκος
σβέρκος	noun	το πίσω μέρος του λαιμού
σβέρκου	noun	γενική ενικού του σβέρκο
σβέρκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σβέρκος
σβέρκων	noun	γενική πληθυντικού του σβέρκο
σβέρκωνα	=	σβερκώνω
σβέρκωναν	=	σβερκώνω
σβέρκωνε	=	σβερκώνω
σβέρκωνες	=	σβερκώνω
σβέρκωσα	=	σβερκώνω
σβέρκωσαν	=	σβερκώνω
σβέρκωσε	=	σβερκώνω
σβέρκωσες	=	σβερκώνω
σβέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβέση
σβέσεων	noun	γενική πληθυντικού του σβέση
σβέσεως	noun|formal	γενική ενικού του σβέση
σβέση	noun	σβήσιμο, κατάσβεση
σβέσης	noun	γενική ενικού του σβέση
σβέσμα	noun|rare	το σβήσιμο, κάτι που έχει σβηστεί
σβήναμε	=	σβήνω
σβήναν	=	σβήνω
σβήνανε	=	σβήνω
σβήνατε	=	σβήνω
σβήνε	=	σβήνω
σβήνει	=	σβήνω
σβήνεις	=	σβήνω
σβήνεσαι	=	σβήνω
σβήνεστε	=	σβήνω
σβήνεται	=	σβήνω
σβήνετε	=	σβήνω
σβήνομαι	verb	με σβήνουν
σβήνομε	=	σβήνω
σβήνονται	=	σβήνω
σβήνονταν	=	σβήνω
σβήνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σβήνω
σβήνουμε	=	σβήνω
σβήνουν	=	σβήνω
σβήνουνε	=	σβήνω
σβήνω	verb	σταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται
σβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσαν	=	σβήνω
σβήσανε	=	σβήνω
σβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσιμο	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σβήνω
σβήσομε	=	σβήνω
σβήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήσουνε	=	σβήνω
σβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβήστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβήστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβήστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβήστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβήστρα	noun	εύκαμπτο αντικείμενο (από καουτσούκ ή άλλο παρεμφερές υλικό) που το χρησιμοποιούμε για να σβήνουμε
σβήστρας	noun	γενική ενικού του σβήστρα
σβήστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβήστρα
σβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνω
σβίγα	noun	ξύλινο εργαλείο ύφανσης, τσιρίκι , ροδάνι, μαγγάνι
σβίγας	noun	γενική ενικού του σβίγα
σβίγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβίγα
σβίγκε	noun	κλητική ενικού του σβίγκος
σβίγκο	noun	αιτιατική ενικού του σβίγκος
σβίγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβίγκος
σβίγκος	noun	γενική ονομασία για σπιτικό γλύκισμα που μοιάζει με λουκουμά αλλά μπορεί να περιέχει και διάφορα άλλα υλικά όπως τυρί ή κρέμα
σβίγκου	noun	γενική ενικού του σβίγκος
σβίγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σβίγκος
σβίγκων	noun	γενική πληθυντικού του σβίγκος
σβανάρισμα	noun	το αποτέλεσμα του σβανάρω, το μεθοκόπι
σβανάρω	verb	μεθάω, μπεκρουλιάζω, μεθοκοπάω
σβαναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβανάρισμα
σβαναρίσματος	noun	γενική ενικού του σβανάρισμα
σβαναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σβανάρισμα
σβαναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβαναρισμένο
σβαναρισμένε	verb	κλητική ενικού του σβαναρισμένος
σβαναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβαναρισμένη
σβαναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβαναρισμένος
σβαναρισμένης	verb	γενική ενικού του σβαναρισμένη
σβαναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σβαναρισμένος
σβαναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβαναρισμένος
σβαναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβαναρισμένος
σβαναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σβαναρισμένος
σβαναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβαναρισμένος
σβαρνά	=	σβαρνώ
σβαρνάει	=	σβαρνώ
σβαρνάμε	=	σβαρνώ
σβαρνάν	=	σβαρνώ
σβαρνάνε	=	σβαρνώ
σβαρνάς	=	σβαρνώ
σβαρνάτε	=	σβαρνώ
σβαρνάω	=	σβαρνώ
σβαρνήσαμε	=	σβαρνώ
σβαρνήσαν	=	σβαρνώ
σβαρνήσανε	=	σβαρνώ
σβαρνήσατε	=	σβαρνώ
σβαρνήσει	=	σβαρνώ
σβαρνήστε	=	σβαρνώ
σβαρνίζαμε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζαν	=	σβαρνίζω
σβαρνίζανε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζατε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζει	=	σβαρνίζω
σβαρνίζεις	=	σβαρνίζω
σβαρνίζεσαι	=	σβαρνίζω
σβαρνίζεστε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζεται	=	σβαρνίζω
σβαρνίζετε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίζονται	=	σβαρνίζω
σβαρνίζονταν	=	σβαρνίζω
σβαρνίζοντας	=	σβαρνίζω
σβαρνίζουμε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζουν	=	σβαρνίζω
σβαρνίζουνε	=	σβαρνίζω
σβαρνίζω	verb	δουλεύω το χώμα με σβάρνα, θρυμματίζοντας τους σβώλους
σβαρνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίσαν	=	σβαρνίζω
σβαρνίσανε	=	σβαρνίζω
σβαρνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβάρνισμα
σβαρνίσματος	noun	γενική ενικού του σβάρνισμα
σβαρνίσου	=	σβαρνίζω
σβαρνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνίστηκα	=	σβαρνίζω
σβαρνίστηκαν	=	σβαρνίζω
σβαρνίστηκε	=	σβαρνίζω
σβαρνίστηκες	=	σβαρνίζω
σβαρνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνιάρα	=	σβαρνιάρης
σβαρνιάρας	=	σβαρνιάρης
σβαρνιάρες	=	σβαρνιάρης
σβαρνιάρη	=	σβαρνιάρης
σβαρνιάρηδες	=	σβαρνιάρης
σβαρνιάρηδων	=	σβαρνιάρης
σβαρνιάρης	noun|vulgar	άνθρωπος νωχελικός κι αδέξιος
σβαρνιάρων	=	σβαρνιάρης
σβαρνιζόμασταν	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόμαστε	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόμουν	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόμουνα	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόντουσαν	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόσασταν	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόσαστε	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόσουν	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόσουνα	=	σβαρνίζω
σβαρνιζόταν	=	σβαρνίζω
σβαρνιζότανε	=	σβαρνίζω
σβαρνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σβάρνισμα
σβαρνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβαρνισμένο
σβαρνισμένε	verb	κλητική ενικού του σβαρνισμένος
σβαρνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβαρνισμένη
σβαρνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβαρνισμένος
σβαρνισμένης	verb	γενική ενικού του σβαρνισμένη
σβαρνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σβαρνισμένος
σβαρνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβαρνισμένος
σβαρνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σβαρνίζω
σβαρνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβαρνισμένος
σβαρνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σβαρνισμένος
σβαρνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβαρνισμένος
σβαρνιστήκαμε	=	σβαρνίζω
σβαρνιστήκαν	=	σβαρνίζω
σβαρνιστήκανε	=	σβαρνίζω
σβαρνιστήκατε	=	σβαρνίζω
σβαρνιστεί	=	σβαρνίζω
σβαρνιστείτε	=	σβαρνίζω
σβαρνούμε	=	σβαρνώ
σβαρνούν	=	σβαρνώ
σβαρνούνε	=	σβαρνώ
σβαρνούσα	=	σβαρνώ
σβαρνούσαμε	=	σβαρνώ
σβαρνούσαν	=	σβαρνώ
σβαρνούσανε	=	σβαρνώ
σβαρνούσατε	=	σβαρνώ
σβαρνούσε	=	σβαρνώ
σβαρνούσες	=	σβαρνώ
σβαρνώ	verb	άλλη μορφή του σβαρνίζω
σβαρνών	noun	γενική πληθυντικού του σβάρνα
σβαρνώντας	=	σβαρνώ
σβδε	abbrev	πρώην σιδηροδρομική εταιρεία που λειτουργούσε δίκτυο στην Αιτωλοακαρνανία
σβελτάδα	noun	το να είναι κάποιος σβέλτος
σβελτάδας	noun	γενική ενικού του σβελτάδα
σβελτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβελτάδα
σβελτοσύνη	noun	σβελτάδα
σβελτοσύνης	=	σβελτοσύνη
σβελτωσύνη	noun|dated	άλλη γραφή του σβελτοσύνη
σβερκιά	noun	το χτύπημα με την παλάμη σε κάποιο σβέρκο
σβερκιάς	noun	γενική ενικού του σβερκιά
σβερκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβερκιά
σβερκιών	=	σβερκιά
σβερκωμένα	=	σβερκωμένος
σβερκωμένε	=	σβερκωμένος
σβερκωμένες	=	σβερκωμένος
σβερκωμένη	=	σβερκωμένος
σβερκωμένης	=	σβερκωμένος
σβερκωμένο	=	σβερκωμένος
σβερκωμένοι	=	σβερκωμένος
σβερκωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σβερκώνω
σβερκωμένου	=	σβερκωμένος
σβερκωμένους	=	σβερκωμένος
σβερκωμένων	=	σβερκωμένος
σβερκώναμε	=	σβερκώνω
σβερκώναν	=	σβερκώνω
σβερκώνανε	=	σβερκώνω
σβερκώνατε	=	σβερκώνω
σβερκώνει	=	σβερκώνω
σβερκώνεις	=	σβερκώνω
σβερκώνετε	=	σβερκώνω
σβερκώνοντας	=	σβερκώνω
σβερκώνουμε	=	σβερκώνω
σβερκώνουν	=	σβερκώνω
σβερκώνουνε	=	σβερκώνω
σβερκώνω	verb	χτυπάω κάποιον στο σβέρκο ή τον αρπάζω από κει
σβερκώσαμε	=	σβερκώνω
σβερκώσαν	=	σβερκώνω
σβερκώσανε	=	σβερκώνω
σβερκώσατε	=	σβερκώνω
σβερκώσει	=	σβερκώνω
σβερκώστε	=	σβερκώνω
σβεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβεστό
σβεστέ	adj	κλητική ενικού του σβεστός
σβεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβεστή
σβεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβεστός
σβεστής	adj	γενική ενικού του σβεστή
σβεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβεστός
σβεστού	adj	γενική ενικού του σβεστός
σβεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σβεστός
σβεστό	adj	αιτιατική ενικού του σβεστός
σβεστός	adj	σβηστός
σβεστών	adj	γενική πληθυντικού του σβεστός
σβηνόμασταν	=	σβήνω
σβηνόμαστε	=	σβήνω
σβηνόμουν	=	σβήνω
σβηνόμουνα	=	σβήνω
σβηνόντουσαν	=	σβήνω
σβηνόσασταν	=	σβήνω
σβηνόσαστε	=	σβήνω
σβηνόσουν	=	σβήνω
σβηνόσουνα	=	σβήνω
σβηνόταν	=	σβήνω
σβηνότανε	=	σβήνω
σβησίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβήσιμο
σβησίματος	noun	γενική ενικού του σβήσιμο
σβησιμάτων	=	σβήσιμο
σβησιματιά	noun	σημάδι από σβήσιμο (σε χαρτί κ.λπ.
σβησιματιάς	=	σβησιματιά
σβησιματιές	=	σβησιματιά
σβησιματιών	=	σβησιματιά
σβησμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβησμένο
σβησμένε	verb	κλητική ενικού του σβησμένος
σβησμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβησμένη
σβησμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβησμένος
σβησμένης	verb	γενική ενικού του σβησμένη
σβησμένο	verb	αιτιατική ενικού του σβησμένος
σβησμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβησμένος
σβησμένος	verb	που έχει σβήσει
σβησμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβησμένος
σβησμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σβησμένος
σβησμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβησμένος
σβηστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβηστό	adv	με σβησμένο τρόπο
σβηστέ	adj	κλητική ενικού του σβηστός
σβηστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβηστή
σβηστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβηστός
σβηστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστήκαν	=	σβήνω
σβηστήκανε	=	σβήνω
σβηστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστήρα	noun	άλλη μορφή του σβήστρα
σβηστήρας	noun	άλλη μορφή του σβήστρα
σβηστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβηστήρα
σβηστήρι	noun	άλλη μορφή του σβήστρα
σβηστήρια	=	σβηστήρι
σβηστήρων	=	σβηστήρα
σβηστής	adj	γενική ενικού του σβηστή
σβηστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστηριού	=	σβηστήρι
σβηστηριών	=	σβηστήρι
σβηστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβηστός
σβηστού	adj	γενική ενικού του σβηστός
σβηστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστούνε	=	σβήνω
σβηστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σβηστός
σβηστρών	noun	γενική πληθυντικού του σβήστρα
σβηστό	adj	αιτιατική ενικού του σβηστός
σβηστός	adj	που έχει σβηστεί, που δεν καίει πια ή δεν βρίσκεται σε λειτουργία
σβηστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβήνομαι
σβηστών	adj	γενική πληθυντικού του σβηστός
σβιγών	noun	γενική πληθυντικού του σβίγα
σβολιάζαμε	=	σβολιάζω
σβολιάζαν	=	σβολιάζω
σβολιάζανε	=	σβολιάζω
σβολιάζατε	=	σβολιάζω
σβολιάζει	=	σβολιάζω
σβολιάζεις	=	σβολιάζω
σβολιάζετε	=	σβολιάζω
σβολιάζοντας	=	σβολιάζω
σβολιάζουμε	=	σβολιάζω
σβολιάζουν	=	σβολιάζω
σβολιάζουνε	=	σβολιάζω
σβολιάζω	verb	άλλη γραφή του σβωλιάζω
σβολιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσαν	=	σβολιάζω
σβολιάσανε	=	σβολιάζω
σβολιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσματα	=	σβόλιασμα
σβολιάσματος	=	σβόλιασμα
σβολιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβολιασμάτων	=	σβόλιασμα
σβολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβολιασμένο
σβολιασμένε	verb	κλητική ενικού του σβολιασμένος
σβολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβολιασμένη
σβολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβολιασμένος
σβολιασμένης	verb	γενική ενικού του σβολιασμένη
σβολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σβολιασμένος
σβολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβολιασμένος
σβολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβολιασμένος
σβολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σβολιασμένος
σβολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβολιασμένος
σβολώθηκε	verb	γ’ ενικό οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του ρήματος σβολώνω
σβολώνω	verb	κτυπώ
σβουνιά	noun	η κοπριά των μεγάλων ζώων και, ειδικότερα, των βοοειδών
σβουνιάς	noun	γενική ενικού του σβουνιά
σβουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβουνιά
σβουνιών	=	σβουνιά
σβουνοπασάλειφτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβουνοπασάλειφτο
σβουνοπασάλειφτε	adj	κλητική ενικού του σβουνοπασάλειφτος
σβουνοπασάλειφτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβουνοπασάλειφτη
σβουνοπασάλειφτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβουνοπασάλειφτος
σβουνοπασάλειφτης	adj	γενική ενικού του σβουνοπασάλειφτη
σβουνοπασάλειφτο	adj	αιτιατική ενικού του σβουνοπασάλειφτος
σβουνοπασάλειφτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβουνοπασάλειφτος
σβουνοπασάλειφτος	adj|dated	που έχει πασαλειφτεί με σβουνιές
σβουνοπασάλειφτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβουνοπασάλειφτος
σβουνοπασάλειφτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σβουνοπασάλειφτος
σβουνοπασάλειφτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβουνοπασάλειφτος
σβουράκι	noun	υποκοριστικό του σβούρα
σβουράκια	=	σβουράκι
σβουρίζω	verb	φέρνω γύρω ως σβούρα
σβουρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβούρισμα
σβουρίσματος	noun	γενική ενικού του σβούρισμα
σβουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σβούρισμα
σβουρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβουρισμένο
σβουρισμένε	verb	κλητική ενικού του σβουρισμένος
σβουρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβουρισμένη
σβουρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβουρισμένος
σβουρισμένης	verb	γενική ενικού του σβουρισμένη
σβουρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σβουρισμένος
σβουρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβουρισμένος
σβουρισμένος	=	σβουρίζω
σβουρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σβουρισμένος
σβουρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σβουρισμένος
σβουρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σβουρισμένος
σβουριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σβουριχτός	adv	με σβουριχτό τρόπο
σβουριχτέ	adj	κλητική ενικού του σβουριχτός
σβουριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβουριχτή
σβουριχτή	noun|figurative	δυνατό χαστούκι, φάπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβουριχτός
σβουριχτής	adj	γενική ενικού του σβουριχτή
σβουριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβουριχτός
σβουριχτού	adj	γενική ενικού του σβουριχτός
σβουριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σβουριχτός
σβουριχτό	adj	αιτιατική ενικού του σβουριχτός
σβουριχτός	adj	που πλησιάζει ταχύτατα
σβουριχτών	adj	γενική πληθυντικού του σβουριχτός
σβουρών	noun	γενική πληθυντικού του σβούρα
σβούρα	noun	παιδικό παιχνίδι σε σχήμα κώνου που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του μετά από μια αρχική ώθηση που του δίνει ο παίκτης τραβώντας απότομα ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον άξονά του
σβούρας	noun	γενική ενικού του σβούρα
σβούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβούρα
σβούριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβούριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβούριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβούριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβουρίζω
σβούρισα	=	σβουρίζω
σβούρισμα	noun	το αποτέλεσμα τού σβουρίζω
σβούρων	=	σβούρα
σβω	verb	σβήνω
σβωλάκι	noun	υποκοριστικό του σβώλος
σβωλάκια	=	σβωλάκι
σβωλαράκι	noun	υποκοριστικό του σβώλος
σβωλαράκια	=	σβωλαράκι
σβωλιάζαμε	=	σβωλιάζω
σβωλιάζαν	=	σβωλιάζω
σβωλιάζανε	=	σβωλιάζω
σβωλιάζατε	=	σβωλιάζω
σβωλιάζει	=	σβωλιάζω
σβωλιάζεις	=	σβωλιάζω
σβωλιάζετε	=	σβωλιάζω
σβωλιάζοντας	=	σβωλιάζω
σβωλιάζουμε	=	σβωλιάζω
σβωλιάζουν	=	σβωλιάζω
σβωλιάζουνε	=	σβωλιάζω
σβωλιάζω	verb	μετατρέπω σε σβώλους, φτιάχνω σβώλους
σβωλιάσαμε	=	σβωλιάζω
σβωλιάσαν	=	σβωλιάζω
σβωλιάσανε	=	σβωλιάζω
σβωλιάσατε	=	σβωλιάζω
σβωλιάσει	=	σβωλιάζω
σβωλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβώλιασμα
σβωλιάσματος	noun	γενική ενικού του σβώλιασμα
σβωλιάστε	=	σβωλιάζω
σβωλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σβώλιασμα
σβωλιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβωλιαστό
σβωλιαστέ	adj	κλητική ενικού του σβωλιαστός
σβωλιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σβωλιαστή
σβωλιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σβωλιαστός
σβωλιαστής	adj	γενική ενικού του σβωλιαστή
σβωλιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβωλιαστός
σβωλιαστού	adj	γενική ενικού του σβωλιαστός
σβωλιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σβωλιαστός
σβωλιαστό	adj	αιτιατική ενικού του σβωλιαστός
σβωλιαστός	adj	που έχει σβωλιάσει, που πήρε σφαιρικό σχήμα ενώ αρχικά είχε άλλο
σβωλιαστών	adj	γενική πληθυντικού του σβωλιαστός
σβόγκα	noun|slang	λεσβία
σβόγκας	=	σβόγκα
σβόγκες	=	σβόγκα
σβόλε	noun	κλητική ενικού του σβόλος
σβόλιαζα	=	σβολιάζω
σβόλιαζαν	=	σβολιάζω
σβόλιαζε	=	σβολιάζω
σβόλιαζες	=	σβολιάζω
σβόλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβόλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβόλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβόλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σβολιάζω
σβόλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του σβολιάζω
σβόλο	noun	αιτιατική ενικού του σβόλος
σβόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σβόλος
σβόλος	noun	άλλη γραφή του σβώλος
σβόλου	noun	γενική ενικού του σβόλος
σβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σβόλος
σβόλων	noun	γενική πληθυντικού του σβόλος
σβόμπε	=	σβόμπος
σβόμπο	=	σβόμπος
σβόμποι	=	σβόμπος
σβόμπος	noun	άλλη μορφή του γόμπος: ο καμπούρης
σβόμπου	=	σβόμπος
σβόμπους	=	σβόμπος
σβόμπων	=	σβόμπος
σβύνω	=	σβήνω
σβώλε	=	σβώλος
σβώλιαζα	=	σβωλιάζω
σβώλιαζαν	=	σβωλιάζω
σβώλιαζε	=	σβωλιάζω
σβώλιαζες	=	σβωλιάζω
σβώλιασα	=	σβωλιάζω
σβώλιασαν	=	σβωλιάζω
σβώλιασε	=	σβωλιάζω
σβώλιασες	=	σβωλιάζω
σβώλιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού σβωλιάζω
σβώλο	=	σβώλος
σβώλοι	=	σβώλος
σβώλος	noun	μικρή σφαίρα χώματος, λάσπης ή από οποιαδήποτε άλλη ύλη
σβώλου	=	σβώλος
σβώλους	=	σβώλος
σβώλων	=	σβώλος
σγομβρί	=	σκουμπρί
σγος	=	σμηναγός
σγουμπέ	=	σγουμπός
σγουμποί	=	σγουμπός
σγουμπού	=	σγουμπός
σγουμπούς	=	σγουμπός
σγουμπό	=	σγουμπός
σγουμπός	noun	άλλη μορφή του γόμπος: ο καμπούρης
σγουμπών	=	σγουμπός
σγουρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σγουρό, ουδέτερο του σγουρός
σγουρέ	adj	κλητική ενικού του σγουρός
σγουρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σγουρή
σγουρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σγουρός
σγουρής	adj	γενική ενικού του σγουρή
σγουραίναμε	=	σγουραίνω
σγουραίναν	=	σγουραίνω
σγουραίνανε	=	σγουραίνω
σγουραίνατε	=	σγουραίνω
σγουραίνει	=	σγουραίνω
σγουραίνεις	=	σγουραίνω
σγουραίνετε	=	σγουραίνω
σγουραίνοντας	=	σγουραίνω
σγουραίνουμε	=	σγουραίνω
σγουραίνουν	=	σγουραίνω
σγουραίνουνε	=	σγουραίνω
σγουραίνω	verb	κάνω κάτι σγουρό
σγουροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σγουρός
σγουρομάλλα	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλας	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλες	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλη	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλληδες	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλληδων	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλης	adj	που έχει σγουρά μαλλιά
σγουρομάλλικα	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλικο	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλικου	=	σγουρομάλλης
σγουρομάλλικων	=	σγουρομάλλης
σγουρομαλλού	=	σγουρομάλλης
σγουρομαλλούδες	=	σγουρομάλλης
σγουρομαλλούς	=	σγουρομάλλης
σγουρομαλλούσα	=	σγουρομάλλης
σγουρομαλλούσας	=	σγουρομάλλης
σγουρομαλλούσες	=	σγουρομάλλης
σγουρού	adj	γενική ενικού του σγουρός
σγουρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σγουρός
σγουρό	adj	αιτιατική ενικού του σγουρός
σγουρόμαλλα	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλε	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλες	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλη	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλης	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλο	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλοι	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλος	adj	άλλη μορφή του σγουρομάλλης
σγουρόμαλλου	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλους	=	σγουρόμαλλος
σγουρόμαλλων	=	σγουρόμαλλος
σγουρός	adj	που έχει τη φυσική τάση να δημιουργεί καμπύλους σχηματισμούς, μπούκλες ή βοστρύχους
σγουρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύναν	=	σγουραίνω
σγουρύνανε	=	σγουραίνω
σγουρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγουρών	adj	γενική πληθυντικού του σγουρός
σγουρώνω	verb	άλλη γραφή του σγουραίνω
σγούραινα	=	σγουραίνω
σγούραιναν	=	σγουραίνω
σγούραινε	=	σγουραίνω
σγούραινες	=	σγουραίνω
σγούρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγούρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγούρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγούρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σγουραίνω
σγούψε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος σκύβω
σγρομπιών	=	σγρόμπια
σγρόμπια	noun	σωληνωτό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη διάτρηση (δημιουργία στρογγυλών συνήθως οπών) διάφορων μαλακών υλικών, όπως λάστιχο, δέρμα και πλαστικό, καθώς και ορισμένων μετάλλων
σγρόμπιας	=	σγρόμπια
σγρόμπιες	=	σγρόμπια
σγός	abbrev	σμηναγός
σδ	abbrev	συντομογραφία του ΣακχαροΔιαβήτης, Σακχαρώδης Διαβήτης
σδαεε	abbrev	Σώμα Δυνάμεων Αμέσου Επεμβάσεως και Εφεδρείας
σδβδ	abbrev	αρκτικόλεξο του συστήματα διαχείρισης βάσης δεδομένων
σδι	abbrev	στρατιωτική διοίκηση
σδιεπ	abbrev	Σχολή Διοίκησης και Επιτελών
σδιτ	abbrev	σύμβαση συνεργασίας μεταξύ ενός δημοσίου και ενός ιδιωτικού οργανισμού για την εκτέλεση έργου ή παροχή υπηρεσίας
σδοε	abbrev	Ελληνική υπηρεσία αρμόδια για τη καταστολή οικονομικών εγκλημάτων.
σε	prep	τόπο (στάση ή κατεύθυνση)	pron	αιτιατική του εσύ, μορφή του εσένα
σεΐζη	=	σεΐζης
σεΐζηδες	=	σεΐζης
σεΐζηδων	=	σεΐζης
σεΐζης	noun	ιπποκόμος
σεΐχη	=	σεΐχης
σεΐχηδες	=	σεΐχης
σεΐχηδων	=	σεΐχης
σεΐχης	noun	Άραβας αρχηγός φυλής
σείαμε	=	σείω
σείαν	=	σείω
σείανε	=	σείω
σείατε	=	σείω
σείε	=	σείω
σείει	=	σείω
σείεις	=	σείω
σείεσαι	=	σείω
σείεστε	=	σείω
σείεται	=	σείω
σείετε	=	σείω
σείομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σείω
σείομε	=	σείω
σείονται	=	σείω
σείονταν	=	σείω
σείοντας	=	σείω
σείουμε	=	σείω
σείουν	=	σείω
σείουνε	=	σείω
σείς	=	τα
σείσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσαν	=	σείω
σείσανε	=	σείω
σείσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σείω
σείσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσιμο	noun	η ενέργεια του ρήματος σείω (κουνάω)
σείσμα	noun	το κούνημα (του σώματος, όταν κάποιος περπατάει)
σείσομε	=	σείω
σείσου	=	σείω
σείσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείσουνε	=	σείω
σείστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείστηκα	=	σείω
σείστηκαν	=	σείω
σείστηκε	=	σείω
σείστηκες	=	σείω
σείστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σείστρο
σείστρο	noun	συνοδευτικό κρουστό μουσικό όργανο που αποτελείται από μια χειρολαβή και το κυρίως μέρος του (σε σχήμα πετάλου ή σπιρουνιού) με προσαρμοσμένα κουδουνάκια που παράγουν κάποιον ήχο και κρατούν το ρυθμό σε κάθε τους κίνηση.
σείστρου	noun	γενική ενικού του σείστρο
σείστρων	noun	γενική πληθυντικού του σείστρο
σείσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σείω
σείω	verb	κουνώ βίαια, ταρακουνάω
σεβ	abbrev	Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών
σεβάσματα	noun	όλα όσα σέβεται κάποιος
σεβάσμια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβάσμιο
σεβάσμιας	=	σεβάσμιος
σεβάσμιε	adj	κλητική ενικού του σεβάσμιος
σεβάσμιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβάσμιη
σεβάσμιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεβάσμιος
σεβάσμιης	adj	γενική ενικού του σεβάσμιη
σεβάσμιο	adj	αιτιατική ενικού του σεβάσμιος
σεβάσμιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβάσμιος
σεβάσμιος	adj	που προκαλεί το σεβασμό κυρίως λόγω της προχωρημένης ηλικίας του
σεβάσμιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεβάσμιος
σεβάσμιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεβάσμιος
σεβάσμιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεβάσμιος
σεβάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβίτσε	noun	πιάτο με καταγωγή τη Λατινική Αμερική, με ωμά θαλασσινά που έχουν υποστεί μαρινάρισμα σε όξινο περιβάλλον, όπως με χυμό εσπεριδοειδών ή με ξύδι
σεβασμάτων	=	σεβάσματα
σεβασμέ	noun	κλητική ενικού του σεβασμός
σεβασμιοτάτου	noun	γενική ενικού του Σεβασμιότατος
σεβασμιοτάτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του Σεβασμιότατος
σεβασμιοτάτων	noun	γενική πληθυντικού του Σεβασμιότατος
σεβασμιοτήτων	=	σεβασμιότητα
σεβασμιωτάτου	=	σεβασμιώτατος
σεβασμιωτάτους	=	σεβασμιώτατος
σεβασμιωτάτων	=	σεβασμιώτατος
σεβασμιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιότατο
σεβασμιότατε	adj	κλητική ενικού του σεβασμιότατος
σεβασμιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιότατη
σεβασμιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεβασμιότατος
σεβασμιότατης	adj	γενική ενικού του σεβασμιότατη
σεβασμιότατο	adj	αιτιατική ενικού του σεβασμιότατος
σεβασμιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιότατος
σεβασμιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του σεβάσμιος
σεβασμιότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεβασμιότατος
σεβασμιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεβασμιότατος
σεβασμιότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεβασμιότατος
σεβασμιότητα	noun	η ιδιότητα του σεβάσμιου
σεβασμιότητας	noun	γενική ενικού του σεβασμιότητα
σεβασμιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιότητα
σεβασμιώτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιώτατο
σεβασμιώτατε	adj	κλητική ενικού του σεβασμιώτατος
σεβασμιώτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιώτατη
σεβασμιώτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεβασμιώτατος
σεβασμιώτατης	adj	γενική ενικού του σεβασμιώτατη
σεβασμιώτατο	adj	αιτιατική ενικού του σεβασμιώτατος
σεβασμιώτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβασμιώτατος
σεβασμιώτατος	noun	η αρχαία γραφή του Σεβασμιότατος
σεβασμιώτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεβασμιώτατος
σεβασμιώτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεβασμιώτατος
σεβασμιώτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεβασμιώτατος
σεβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβασμός
σεβασμού	noun	γενική ενικού του σεβασμός
σεβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεβασμός
σεβασμό	noun	αιτιατική ενικού του σεβασμός
σεβασμός	noun	η εκτίμηση που δείχνουμε σε κάποιο πρόσωπο για τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα και τα κάθε λογής προσόντα του
σεβασμών	noun	γενική πληθυντικού του σεβασμός
σεβαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβαστό
σεβαστέ	adj	κλητική ενικού του σεβαστός
σεβαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβαστή
σεβαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεβαστός
σεβαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστήκαν	=	σέβομαι
σεβαστήκανε	=	σέβομαι
σεβαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστής	adj	γενική ενικού του σεβαστή
σεβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβαστικό
σεβαστικέ	adj	κλητική ενικού του σεβαστικός
σεβαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβαστική
σεβαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεβαστικός
σεβαστικής	adj	γενική ενικού του σεβαστική
σεβαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβαστικός
σεβαστικού	adj	γενική ενικού του σεβαστικός
σεβαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεβαστικός
σεβαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σεβαστικός
σεβαστικός	adj	που έχει σεβασμό και δείχνει σεβασμό στους άλλους
σεβαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σεβαστικός
σεβαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβαστός
σεβαστοκράτειρα	noun	θηλυκό του σεβαστοκράτωρ
σεβαστοκράτειρας	noun	γενική ενικού του σεβαστοκράτειρα
σεβαστοκράτειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβαστοκράτειρα
σεβαστοκράτορ	=	σεβαστοκράτωρ
σεβαστοκράτορα	=	σεβαστοκράτωρ
σεβαστοκράτορας	noun	ανώτερος τίτλος της ύστερης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
σεβαστοκράτορες	=	σεβαστοκράτωρ
σεβαστοκράτορος	=	σεβαστοκράτωρ
σεβαστοκράτωρ	noun|formal	λόγια μορφή του σεβαστοκράτορας
σεβαστοκρατειρών	noun	γενική πληθυντικού του σεβαστοκράτειρα
σεβαστοκρατορισσών	noun	γενική πληθυντικού του σεβαστοκρατόρισσα
σεβαστοκρατόρισσα	noun	θηλυκό του σεβαστοκράτορας
σεβαστοκρατόρισσας	noun	γενική ενικού του σεβαστοκρατόρισσα
σεβαστοκρατόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβαστοκρατόρισσα
σεβαστοκρατόρων	=	σεβαστοκράτωρ
σεβαστού	adj	γενική ενικού του σεβαστός
σεβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστούνε	=	σέβομαι
σεβαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεβαστός
σεβαστό	adj	αιτιατική ενικού του σεβαστός
σεβαστός	adj	που του αποδίδεται σεβασμός
σεβαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
σεβαστών	adj	γενική πληθυντικού του σεβαστός
σεβιλλιάνικα	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικε	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικες	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικη	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικης	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικο	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικοι	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικος	adj	ο σχετικός με τη Σεβίλλη ή τους κατοίκους της
σεβιλλιάνικου	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικους	=	σεβιλλιάνικος
σεβιλλιάνικων	=	σεβιλλιάνικος
σεβιότ	noun	είδος μάλλινου υφάσματος
σεβντά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σεβντάς
σεβντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβντάς
σεβντάδων	noun	γενική πληθυντικού του σεβντάς
σεβντάς	noun	ερωτικό πάθος (συνήθως ανικανοποίητο)
σεβνταλή	=	σεβνταλής
σεβνταλήδες	=	σεβνταλής
σεβνταλήδων	=	σεβνταλής
σεβνταλής	noun	αυτός που έχει ερωτικό καημό
σεβνταλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβνταλίδικο
σεβνταλίδικε	adj	κλητική ενικού του σεβνταλίδικος
σεβνταλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεβνταλίδικη
σεβνταλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεβνταλίδικος
σεβνταλίδικης	adj	γενική ενικού του σεβνταλίδικη
σεβνταλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του σεβνταλίδικος
σεβνταλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεβνταλίδικος
σεβνταλίδικος	adj	που έχει σχέση με τον σεβνταλή (ή τον σεβντά), ταιριάζει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σεβνταλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεβνταλίδικος
σεβνταλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεβνταλίδικος
σεβνταλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεβνταλίδικος
σεβνταλίζομαι	verb|dated	με πιάνει σεβντάς
σεβνταλού	=	σεβνταλής
σεβνταλούδες	=	σεβνταλής
σεβνταλούδων	=	σεβνταλής
σεβνταλούς	=	σεβνταλής
σεβρό	noun	είδος μαλακού κατσικίσιου δέρματος
σεβόμασταν	=	σέβομαι
σεβόμαστε	=	σέβομαι
σεβόμενος	=	σέβομαι
σεβόμουν	=	σέβομαι
σεβόμουνα	=	σέβομαι
σεβόντουσαν	=	σέβομαι
σεβόσασταν	=	σέβομαι
σεβόσαστε	=	σέβομαι
σεβόσουν	=	σέβομαι
σεβόσουνα	=	σέβομαι
σεβόταν	=	σέβομαι
σεβότανε	=	σέβομαι
σεγκοντάρω	verb	άλλη μορφή του σιγοντάρω
σεγκονταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεγκονταρισμένο
σεγκονταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σεγκονταρισμένος
σεγκονταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεγκονταρισμένη
σεγκονταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεγκονταρισμένος
σεγκονταρισμένης	verb	γενική ενικού του σεγκονταρισμένη
σεγκονταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεγκονταρισμένος
σεγκονταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεγκονταρισμένος
σεγκονταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεγκονταρισμένος
σεγκονταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεγκονταρισμένος
σεγκονταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεγκονταρισμένος
σεγκουνιού	=	σεγκούνι
σεγκουνιών	=	σεγκούνι
σεγκούνα	noun|dated	άλλη μορφή του σεγκούνι
σεγκούνας	=	σεγκούνα
σεγκούνες	=	σεγκούνα
σεγκούνι	noun|dated	χοντρό, μάλλινο πανωφόρι που το φορούσαν κυρίως οι γυναίκες χωρικές
σεγκούνια	=	σεγκούνι
σεγκούνων	=	σεγκούνα
σεγκόντο	noun	άλλη μορφή του σεκόντο
σεγών	noun	γενική πληθυντικού του σέγα
σεδεα	abbrev	επαγγελματικός μη κερδοσκοπικός σύλλογος που εκπροσωπεί τις ελληνικές εταιρείες οι οποίες διεξάγουν έρευνες αγοράς, κοινωνικές έρευνες και δημοσκοπήσεις κοινής γνώμης
σεε	abbrev	σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα
σεζλόνγκ	noun	κάθισμα με αρκετό μήκος ώστε να μπορεί κάποιος να αναπαύσει τα πόδια του
σεζόν	noun	η χρονική περίοδος κατά την οποία συμβαίνει μια δραστηριότητα, συνήθως κατά τις τέσσερις εποχές του έτους
σεθα	abbrev	ανώτατη σχολή επιμόρφωσης ανωτέρων αξιωματικών όπλων και σωμάτων
σειέμαι	verb	σείομαι, κουνιέμαι έντονα
σειληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειληνικό
σειληνικέ	adj	κλητική ενικού του σειληνικός
σειληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειληνική
σειληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σειληνικός
σειληνικής	adj	γενική ενικού του σειληνική
σειληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σειληνικός
σειληνικού	adj	γενική ενικού του σειληνικός
σειληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σειληνικός
σειληνικό	adj	αιτιατική ενικού του σειληνικός
σειληνικός	adj	που έχει σχέση με Σειληνό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σειληνικών	adj	γενική πληθυντικού του σειληνικός
σεινάμενα	=	σεινάμενος
σεινάμενε	=	σεινάμενος
σεινάμενες	=	σεινάμενος
σεινάμενη	=	σεινάμενος
σεινάμενης	=	σεινάμενος
σεινάμενο	=	σεινάμενος
σεινάμενοι	=	σεινάμενος
σεινάμενος	verb	που δείχνει ότι δεν έχει καταλάβει ότι κάποιο κακό ή γενικά συνταραχτικό γεγονός έχει συμβεί
σεινάμενου	=	σεινάμενος
σεινάμενους	=	σεινάμενος
σεινάμενων	=	σεινάμενος
σειρά	noun	ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή
σειράδι	noun	άλλη μορφή του σειράδιο
σειράδια	=	σειράδιο
σειράδιαζα	=	σειραδιάζω
σειράδιαζαν	=	σειραδιάζω
σειράδιαζε	=	σειραδιάζω
σειράδιαζες	=	σειραδιάζω
σειράδιασα	=	σειραδιάζω
σειράδιασαν	=	σειραδιάζω
σειράδιασε	=	σειραδιάζω
σειράδιασες	=	σειραδιάζω
σειράδιο	noun	μικρό σχοινί το οποίο χρησιμοποιείται για να δεθεί μια σειρά από ιστία ιστιοφόρου
σειράδιου	=	σειράδιο
σειράδιων	=	σειράδιο
σειράς	noun	γενική ενικού του σειρά
σειρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειρά
σειρήνα	noun	συσκευή που παράγει πολύ δυνατό και οξύ ήχο, για να σημάνει συναγερμό ή για να προειδοποιήσει για έκτακτη ανάγκη, όπως γίνεται με τα περιπολικά, τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά οχήματα
σειρήνας	=	σειρήνα
σειρήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειρήνα
σειρήνων	=	σειρήνα
σειραδιάζαμε	=	σειραδιάζω
σειραδιάζαν	=	σειραδιάζω
σειραδιάζανε	=	σειραδιάζω
σειραδιάζατε	=	σειραδιάζω
σειραδιάζει	=	σειραδιάζω
σειραδιάζεις	=	σειραδιάζω
σειραδιάζετε	=	σειραδιάζω
σειραδιάζοντας	=	σειραδιάζω
σειραδιάζουμε	=	σειραδιάζω
σειραδιάζουν	=	σειραδιάζω
σειραδιάζουνε	=	σειραδιάζω
σειραδιάζω	verb	δένω με σειράδιο
σειραδιάσαμε	=	σειραδιάζω
σειραδιάσαν	=	σειραδιάζω
σειραδιάσανε	=	σειραδιάζω
σειραδιάσατε	=	σειραδιάζω
σειραδιάσει	=	σειραδιάζω
σειραδιάστε	=	σειραδιάζω
σειραδιού	=	σειράδι
σειραδιών	=	σειράδι
σειραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειραϊκό
σειραϊκέ	adj	κλητική ενικού του σειραϊκός
σειραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειραϊκή
σειραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σειραϊκός
σειραϊκής	adj	γενική ενικού του σειραϊκή
σειραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σειραϊκός
σειραϊκοποίηση	noun	η διαδικασία του σειραϊκοποιώ (serialize)
σειραϊκοποίησης	=	σειραϊκοποίηση
σειραϊκοποιήσεις	=	σειραϊκοποίηση
σειραϊκοποιήσεων	=	σειραϊκοποίηση
σειραϊκοποιώ	verb	κάνω σειραϊκό, τοποθετώ σε σειρά, σε διάταξη
σειραϊκού	adj	γενική ενικού του σειραϊκός
σειραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σειραϊκός
σειραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του σειραϊκός
σειραϊκός	adj	που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή
σειραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του σειραϊκός
σειριά	noun	η γενεαλογία, γένος, γενεά, άλλως σειρά
σειριάς	=	σειριά
σειριές	=	σειριά
σειριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειριακό
σειριακέ	adj	κλητική ενικού του σειριακός
σειριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειριακή
σειριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σειριακός
σειριακής	adj	γενική ενικού του σειριακή
σειριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σειριακός
σειριακοποίηση	noun	άλλη μορφή του σειραϊκοποίηση
σειριακοποίησης	=	σειριακοποίηση
σειριακοποιήσεις	=	σειριακοποίηση
σειριακοποιήσεων	=	σειριακοποίηση
σειριακοποιώ	verb	άλλη μορφή του σειραϊκοποιώ
σειριακού	adj	γενική ενικού του σειριακός
σειριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σειριακός
σειριακό	adj	αιτιατική ενικού του σειριακός
σειριακός	adj	προφορική αλλά συχνά και γραπτή μορφή του σειραϊκός
σειριακών	adj	γενική πληθυντικού του σειριακός
σειριών	=	σειριά
σειρόδετα	=	σειρόδετος
σειρόδετε	=	σειρόδετος
σειρόδετες	=	σειρόδετος
σειρόδετη	=	σειρόδετος
σειρόδετης	=	σειρόδετος
σειρόδετο	=	σειρόδετος
σειρόδετοι	=	σειρόδετος
σειρόδετος	adj	που έχει δεθεί με σειρά / μούδα ή με σειράδιο
σειρόδετου	=	σειρόδετος
σειρόδετους	=	σειρόδετος
σειρόδετων	=	σειρόδετος
σειρών	=	σειρά
σεις	=	εσείς
σεισάχθεια	noun	η νομοθετική ρύθμιση των χρεών από τον Σόλωνα
σεισάχθειας	noun	γενική ενικού του σεισάχθεια
σεισάχθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισάχθεια
σεισίματα	=	σείσιμο
σεισίματος	=	σείσιμο
σεισαχθειών	noun	γενική πληθυντικού του σεισάχθεια
σεισιμάτων	=	σείσιμο
σεισμέ	noun	κλητική ενικού του σεισμός
σεισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμένο
σεισμένε	verb	κλητική ενικού του σεισμένος
σεισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμένη
σεισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεισμένος
σεισμένης	verb	γενική ενικού του σεισμένη
σεισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεισμένος
σεισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμένος
σεισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεισμένος
σεισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεισμένος
σεισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεισμένος
σεισμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμικό
σεισμικέ	adj	κλητική ενικού του σεισμικός
σεισμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμική
σεισμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεισμικός
σεισμικής	adj	γενική ενικού του σεισμική
σεισμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμικός
σεισμικοτήτων	=	σεισμικότητα
σεισμικού	adj	γενική ενικού του σεισμικός
σεισμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεισμικός
σεισμικό	adj	αιτιατική ενικού του σεισμικός
σεισμικός	adj	που αναφέρεται στο σεισμό
σεισμικότητα	noun	η συχνότητα εμφάνισης σεισμών σε μια περιοχή
σεισμικότητας	noun	γενική ενικού του σεισμικότητα
σεισμικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμικότητα
σεισμικών	adj	γενική πληθυντικού του σεισμικός
σεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμός
σεισμογενές	=	σεισμογενής
σεισμογενή	=	σεισμογενής
σεισμογενής	adj	που έχει δημιουργηθεί από σεισμό
σεισμογενείς	=	σεισμογενής
σεισμογενούς	=	σεισμογενής
σεισμογενών	=	σεισμογενής
σεισμογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμόγραμμα
σεισμογράμματος	noun	γενική ενικού του σεισμόγραμμα
σεισμογράφε	noun	κλητική ενικού του σεισμογράφος
σεισμογράφημα	noun	η καταγραφή της σεισμικής δραστηριότητας μ’ έναν σεισμογράφο
σεισμογράφο	noun	αιτιατική ενικού του σεισμογράφος
σεισμογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμογράφος
σεισμογράφος	noun	επιστημονικό όργανο που καταγράφει τη μετάθεση του εδάφους της γης και των επακόλουθών της κατά τη σεισμική δραστηριότητα
σεισμογράφου	noun	γενική ενικού του σεισμογράφος
σεισμογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεισμογράφος
σεισμογράφων	noun	γενική πληθυντικού του σεισμογράφος
σεισμογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σεισμόγραμμα
σεισμογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμογράφημα
σεισμογραφήματος	noun	γενική ενικού του σεισμογράφημα
σεισμογραφία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά, καταγράφει και περιγράφει τους σεισμούς με ειδικούς σεισμογράφους
σεισμογραφίας	noun	γενική ενικού του σεισμογραφία
σεισμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμογραφία
σεισμογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σεισμογράφημα
σεισμογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμογραφικό
σεισμογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σεισμογραφικός
σεισμογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμογραφική
σεισμογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεισμογραφικός
σεισμογραφικής	adj	γενική ενικού του σεισμογραφική
σεισμογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμογραφικός
σεισμογραφικού	adj	γενική ενικού του σεισμογραφικός
σεισμογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεισμογραφικός
σεισμογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σεισμογραφικός	noun	πλοίο που χρησιμοποιείται σε επιστημονικά αντισεισμικά ερευνητικά προγράμματα σε θαλάσσιες περιοχές
σεισμογραφικός	adj	σχετικός με το σεισμογράφο ή τη σεισμογραφία
σεισμογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σεισμογραφικός
σεισμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σεισμογραφία
σεισμογόνα	=	σεισμογόνος
σεισμογόνας	=	σεισμογόνος
σεισμογόνε	=	σεισμογόνος
σεισμογόνες	=	σεισμογόνος
σεισμογόνο	=	σεισμογόνος
σεισμογόνοι	=	σεισμογόνος
σεισμογόνος	adj	που γεννά σεισμούς ή που χαρακτηρίζεται από έντονη σεισμικότητα
σεισμογόνου	=	σεισμογόνος
σεισμογόνους	=	σεισμογόνος
σεισμογόνων	=	σεισμογόνος
σεισμολογία	noun	η επιστήμη που μελετά το φαινόμενο των σεισμών και τη διάδοση των σεισμικών κυμάτων
σεισμολογίας	noun	γενική ενικού του σεισμολογία
σεισμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμολογία
σεισμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμολογικό
σεισμολογικέ	adj	κλητική ενικού του σεισμολογικός
σεισμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμολογική
σεισμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεισμολογικός
σεισμολογικής	adj	γενική ενικού του σεισμολογική
σεισμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμολογικός
σεισμολογικού	adj	γενική ενικού του σεισμολογικός
σεισμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεισμολογικός
σεισμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σεισμολογικός
σεισμολογικός	adj	σχετικός με τους σεισμολόγους και τη σεισμολογία
σεισμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σεισμολογικός
σεισμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σεισμολογία
σεισμολόγε	noun	κλητική ενικού του σεισμολόγος
σεισμολόγο	noun	αιτιατική ενικού του σεισμολόγος
σεισμολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμολόγος
σεισμολόγος	noun	o επιστήμονας που μελετάει τους σεισμούς
σεισμολόγου	noun	γενική ενικού του σεισμολόγος
σεισμολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεισμολόγος
σεισμολόγων	noun	γενική πληθυντικού του σεισμολόγος
σεισμομέτρου	=	σεισμόμετρο
σεισμομέτρων	=	σεισμόμετρο
σεισμομετρία	noun	υποκλάδος της σεισμολογίας που ασχολείται με διάφορες μετρήσεις που αφορούν τους σεισμούς
σεισμομετρίας	=	σεισμομετρία
σεισμομετρίες	=	σεισμομετρία
σεισμομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμομετρικό
σεισμομετρικέ	adj	κλητική ενικού του σεισμομετρικός
σεισμομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεισμομετρική
σεισμομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεισμομετρικός
σεισμομετρικής	adj	γενική ενικού του σεισμομετρική
σεισμομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεισμομετρικός
σεισμομετρικού	adj	γενική ενικού του σεισμομετρικός
σεισμομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεισμομετρικός
σεισμομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του σεισμομετρικός
σεισμομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη σεισμομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σεισμομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του σεισμομετρικός
σεισμομετριών	=	σεισμομετρία
σεισμοπαθές	=	σεισμοπαθής
σεισμοπαθή	=	σεισμοπαθής
σεισμοπαθής	adj	που πλήττεται συχνά από σεισμούς
σεισμοπαθείς	=	σεισμοπαθής
σεισμοπαθούς	=	σεισμοπαθής
σεισμοπαθών	=	σεισμοπαθής
σεισμοσκοπίου	=	σεισμοσκόπιο
σεισμοσκοπίων	=	σεισμοσκόπιο
σεισμοσκόπια	=	σεισμοσκόπιο
σεισμοσκόπιο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και καταγραφή σεισμικών δονήσεων
σεισμοσκόπιου	=	σεισμοσκόπιο
σεισμοσκόπιων	=	σεισμοσκόπιο
σεισμοτεκτονικά	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικέ	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικές	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονική	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικής	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικοί	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικού	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικούς	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικό	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμοτεκτονικός	adj	που έχει σχέση με τη μελέτη και την ανάλυση των τεκτονικών διαδικασιών και δομών που σχετίζονται με τους σεισμούς
σεισμοτεκτονικών	=	σεισμοτεκτονικός
σεισμού	noun	γενική ενικού του σεισμός
σεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεισμός
σεισμό	noun	αιτιατική ενικού του σεισμός
σεισμόγραμμα	noun	άλλη μορφή του σεισμογράφημα
σεισμόμετρα	=	σεισμόμετρο
σεισμόμετρο	noun	επιστημονικό όργανο ακριβείας που καταγράφει τις σεισμικές δονήσεις, τμήμα του σεισμογράφου
σεισμόμετρου	=	σεισμόμετρο
σεισμόμετρων	=	σεισμόμετρο
σεισμόπληκτα	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτε	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτες	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτη	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτης	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτο	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτοι	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτος	adj	που έχει πληγεί από πρόσφατο σεισμό
σεισμόπληκτου	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτους	=	σεισμόπληκτος
σεισμόπληκτων	=	σεισμόπληκτος
σεισμός	noun	δόνηση του εδάφους, η οποία οφείλεται στα κύματα που παράγονται, όταν εκλύεται ενέργεια από το σπάσιμο ή τη μετακίνηση των πετρωμάτων του φλοιού της Γης
σεισμών	noun	γενική πληθυντικού του σεισμός
σειστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειστό	adv	με σειστό τρόπο
σειστέ	adj	κλητική ενικού του σειστός
σειστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σειστή
σειστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σειστός
σειστήκαμε	=	σείω
σειστήκαν	=	σείω
σειστήκανε	=	σείω
σειστήκατε	=	σείω
σειστής	adj	γενική ενικού του σειστή
σειστεί	=	σείω
σειστείς	=	σείω
σειστείτε	=	σείω
σειστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σειστός
σειστού	adj	γενική ενικού του σειστός
σειστούμε	=	σείω
σειστούν	=	σείω
σειστούνε	=	σείω
σειστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σειστός
σειστό	adj	αιτιατική ενικού του σειστός
σειστός	adj	που τρέμει, κουνιέται όταν περπατά
σειστώ	=	σείομαι
σειστών	adj	γενική πληθυντικού του σειστός
σειόμασταν	=	σείω
σειόμαστε	=	σείω
σειόμενος	=	σείω
σειόμουν	=	σείω
σειόμουνα	=	σείω
σειόντουσαν	=	σείω
σειόσασταν	=	σείω
σειόσαστε	=	σείω
σειόσουν	=	σείω
σειόσουνα	=	σείω
σειόταν	=	σείω
σειότανε	=	σείω
σεκ	abbrev	παλαιότερο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στην Ελλάδα που εκμεταλλευόταν τους ελληνικούς σιδηροδρόμους
σεκάνς	noun	μια σκηνή ή συνήθως μια σειρά από σκηνές σε κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο που εισάγουν μια θεματική ενότητα
σεκάρω	verb	ενοχλώ
σεκε	abbrev	πρώην ελληνικό κομμουνιστικό πολιτικό κόμμα, το οποίο το διαδέχθηκε το ΚΚΕ
σεκερλή	adj	γλυκός, με ζάχαρη (καφές)
σεκερλεμέ	=	σεκερλεμές
σεκερλεμέδες	=	σεκερλεμές
σεκερλεμέδων	=	σεκερλεμές
σεκερλεμές	noun	ζαχαρικό, γλυκό με/από ζάχαρη
σεκιουριτά	=	σεκιουριτάς
σεκιουριτάδες	=	σεκιουριτάς
σεκιουριτάδων	=	σεκιουριτάς
σεκιουριτάς	noun	υπάλληλος εταιρείας σεκιούριτι
σεκλέντιζα	=	σεκλεντίζω
σεκλέντιζαν	=	σεκλεντίζω
σεκλέντιζε	=	σεκλεντίζω
σεκλέντιζες	=	σεκλεντίζω
σεκλέντισα	=	σεκλεντίζω
σεκλέντισαν	=	σεκλεντίζω
σεκλέντισε	=	σεκλεντίζω
σεκλέντισες	=	σεκλεντίζω
σεκλέτι	noun	θλίψη, στεναχώρια, (ερωτικός) καημός
σεκλέτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκλέτι
σεκλέτιζα	=	σεκλετίζω
σεκλέτιζαν	=	σεκλετίζω
σεκλέτιζε	=	σεκλετίζω
σεκλέτιζες	=	σεκλετίζω
σεκλέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλεντίζαμε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζαν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζανε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζατε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζει	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζεις	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζεσαι	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζεστε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζεται	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζετε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζομαι	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζονται	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζονταν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζοντας	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζου	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζουμε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζουν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζουνε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σεκλετίζω
σεκλεντίσαμε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίσαν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίσανε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίσατε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίσει	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίσου	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίστε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίστηκα	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίστηκαν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίστηκε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντίστηκες	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόμασταν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόμαστε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόμουν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόμουνα	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόντουσαν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόσασταν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόσαστε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόσουν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόσουνα	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζόταν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιζότανε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκλεντισμένο
σεκλεντισμένε	verb	κλητική ενικού του σεκλεντισμένος
σεκλεντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκλεντισμένη
σεκλεντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεκλεντισμένος
σεκλεντισμένης	verb	γενική ενικού του σεκλεντισμένη
σεκλεντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεκλεντισμένος
σεκλεντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεκλεντισμένος
σεκλεντισμένος	=	σεκλεντίζω
σεκλεντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεκλεντισμένος
σεκλεντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεκλεντισμένος
σεκλεντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεκλεντισμένος
σεκλεντιστήκαμε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιστήκαν	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιστήκανε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιστήκατε	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιστεί	=	σεκλεντίζω
σεκλεντιστείτε	=	σεκλεντίζω
σεκλετίζαμε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζαν	=	σεκλετίζω
σεκλετίζανε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζατε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζει	=	σεκλετίζω
σεκλετίζεις	=	σεκλετίζω
σεκλετίζεσαι	=	σεκλετίζω
σεκλετίζεστε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζεται	=	σεκλετίζω
σεκλετίζετε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζομαι	=	σεκλετίζω
σεκλετίζονται	=	σεκλετίζω
σεκλετίζονταν	=	σεκλετίζω
σεκλετίζοντας	=	σεκλετίζω
σεκλετίζου	=	σεκλετίζω
σεκλετίζουμε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζουν	=	σεκλετίζω
σεκλετίζουνε	=	σεκλετίζω
σεκλετίζω	verb|vulgar	προκαλώ σεκλέτι, θλίβω κάποιον, τον στενοχωρώ
σεκλετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίσαν	=	σεκλετίζω
σεκλετίσανε	=	σεκλετίζω
σεκλετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίσου	=	σεκλετίζω
σεκλετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετίστηκα	=	σεκλετίζω
σεκλετίστηκαν	=	σεκλετίζω
σεκλετίστηκε	=	σεκλετίζω
σεκλετίστηκες	=	σεκλετίζω
σεκλετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεκλετίζω
σεκλετιζόμασταν	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόμαστε	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόμουν	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόμουνα	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόντουσαν	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόσασταν	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόσαστε	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόσουν	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόσουνα	=	σεκλετίζω
σεκλετιζόταν	=	σεκλετίζω
σεκλετιζότανε	=	σεκλετίζω
σεκλετιού	=	σεκλέτι
σεκλετισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκλετισμένο
σεκλετισμένε	verb	κλητική ενικού του σεκλετισμένος
σεκλετισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκλετισμένη
σεκλετισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεκλετισμένος
σεκλετισμένης	verb	γενική ενικού του σεκλετισμένη
σεκλετισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεκλετισμένος
σεκλετισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεκλετισμένος
σεκλετισμένος	=	σεκλετίζω
σεκλετισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεκλετισμένος
σεκλετισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεκλετισμένος
σεκλετισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεκλετισμένος
σεκλετιστήκαμε	=	σεκλετίζω
σεκλετιστήκαν	=	σεκλετίζω
σεκλετιστήκανε	=	σεκλετίζω
σεκλετιστήκατε	=	σεκλετίζω
σεκλετιστεί	=	σεκλετίζω
σεκλετιστείτε	=	σεκλετίζω
σεκλετιών	=	σεκλέτι
σεκοντάρω	verb	άλλη μορφή του σιγοντάρω
σεκονταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκονταρισμένο
σεκονταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σεκονταρισμένος
σεκονταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκονταρισμένη
σεκονταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεκονταρισμένος
σεκονταρισμένης	verb	γενική ενικού του σεκονταρισμένη
σεκονταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεκονταρισμένος
σεκονταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεκονταρισμένος
σεκονταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεκονταρισμένος
σεκονταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεκονταρισμένος
σεκονταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεκονταρισμένος
σεκοϊριδοειδές	=	σεκοϊριδοειδής
σεκοϊριδοειδή	=	σεκοϊριδοειδής
σεκοϊριδοειδής	adj	που αφορά οργανική ένωση της ομάδας των ιριδοειδών, συνήθως φυτικής προέλευσης, της οποίας ο βασικός ιριδοειδής σκελετός έχει υποστεί διάνοιξη δακτυλίου και η οποία απαντά συχνά ως γλυκοζίτης ή φαινολικό παράγωγο σε φυτά όπως η ελιά
σεκοϊριδοειδείς	=	σεκοϊριδοειδής
σεκοϊριδοειδούς	=	σεκοϊριδοειδής
σεκοϊριδοειδών	=	σεκοϊριδοειδής
σεκρετάριε	=	σεκρετάριος
σεκρετάριο	=	σεκρετάριος
σεκρετάριοι	=	σεκρετάριος
σεκρετάριος	noun|dated	γραμματέας, εξ απορρήτων
σεκρετάριου	=	σεκρετάριος
σεκρετάριους	=	σεκρετάριος
σεκρετάριων	=	σεκρετάριος
σεκρετέρ	noun	είδος γραφείου που κλείνει με καπάκι
σεκρετίνες	=	σεκρετίνη
σεκρετίνη	noun	πεπτιδική ορμόνη του δωδεκαδακτύλου που ενεργοποιεί κυρίως την έκκριση διττανθρακικών από το πάγκρεας και συμβάλλει στη ρύθμιση της γαστρεντερικής λειτουργίας
σεκρετίνης	=	σεκρετίνη
σεκρετινών	=	σεκρετίνη
σεκταρίστρια	noun	θηλυκό του σεκταριστής
σεκταρίστριας	=	σεκταρίστρια
σεκταρίστριες	=	σεκταρίστρια
σεκταρισμέ	noun	κλητική ενικού του σεκταρισμός
σεκταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεκταρισμός
σεκταρισμού	noun	γενική ενικού του σεκταρισμός
σεκταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεκταρισμός
σεκταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του σεκταρισμός
σεκταρισμός	noun	άλλη μορφή του σεχταρισμός
σεκταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του σεκταρισμός
σεκταριστές	=	σεκταριστής
σεκταριστή	=	σεκταριστής
σεκταριστής	noun	αδιάλλακτος και δογματικός οπαδός σέκτας ή μέλος της
σεκταριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σεκταριστικός	adv	με σεκταριστικό τρόπο
σεκταριστικέ	adj	κλητική ενικού του σεκταριστικός
σεκταριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκταριστική
σεκταριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεκταριστικός
σεκταριστικής	adj	γενική ενικού του σεκταριστική
σεκταριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεκταριστικός
σεκταριστικού	adj	γενική ενικού του σεκταριστικός
σεκταριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεκταριστικός
σεκταριστικό	adj	αιτιατική ενικού του σεκταριστικός
σεκταριστικός	adj	που έχει σχέση με τον σεκταρισμό ή τον σεκταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
σεκταριστικών	adj	γενική πληθυντικού του σεκταριστικός
σεκταριστριών	=	σεκταρίστρια
σεκταριστών	=	σεκταριστής
σεκτών	noun	γενική πληθυντικού του σέκτα
σεκόγια	noun	είδος κωνοφόρου δέντρου ιθαγενές στις δυτικές ακτές της Βόρειας Αμερικής, που περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα δέντρα στον κόσμο
σεκόγιας	noun	γενική ενικού του σεκόγια
σεκόγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεκόγια
σεκόντο	noun	η δεύτερη φωνή στην εκτέλεση τραγουδιού
σελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελάς
σελάγιζα	=	σελαγίζω
σελάγιζαν	=	σελαγίζω
σελάγιζε	=	σελαγίζω
σελάγιζες	=	σελαγίζω
σελάγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελάγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελάγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελάγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελάγισμα	noun|literary	η λάμψη
σελάδες	=	σελάς
σελάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελάδικο
σελάδικο	noun	το κατάστημα όπου κατασκευάζονται σέλες
σελάδικου	noun	γενική ενικού του σελάδικο
σελάδικων	noun	γενική πληθυντικού του σελάδικο
σελάδων	=	σελάς
σελάς	noun|vulgar	αυτός που κατασκευάζει σέλες
σελάτων	=	σέλας
σελάχι	noun	το σαλάχι
σελάχια	=	σελάχι
σελέμη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελέμης
σελέμηδες	=	σελέμης
σελέμηδων	=	σελέμης
σελέμης	noun	αμακαδόρος, τρακαδόρος
σελέμιαζα	=	σελεμιάζω
σελέμιαζαν	=	σελεμιάζω
σελέμιαζε	=	σελεμιάζω
σελέμιαζες	=	σελεμιάζω
σελέμιασα	=	σελεμιάζω
σελέμιασαν	=	σελεμιάζω
σελέμιασε	=	σελεμιάζω
σελέμιασες	=	σελεμιάζω
σελέμιζα	=	σελεμίζω
σελέμιζαν	=	σελεμίζω
σελέμιζε	=	σελεμίζω
σελέμιζες	=	σελεμίζω
σελέμικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σελέμικος	adv	με σελέμικο τρόπο
σελέμικε	adj	κλητική ενικού του σελέμικος
σελέμικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελέμικη
σελέμικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελέμικος
σελέμικης	adj	γενική ενικού του σελέμικη
σελέμικο	adj	αιτιατική ενικού του σελέμικος
σελέμικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελέμικος
σελέμικος	adj	που έχει σχέση με τον σελέμη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σελέμικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελέμικος
σελέμικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σελέμικος
σελέμικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελέμικος
σελέμισα	=	σελεμίζω
σελέμισαν	=	σελεμίζω
σελέμισε	=	σελεμίζω
σελέμισες	=	σελεμίζω
σελέμισσα	noun	θηλυκό του σελέμης
σελέμισσας	noun	γενική ενικού του σελέμισσα
σελέμισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελέμισσα
σελήνη	noun	ουράνιο σώμα περιφερόμενο γύρω από έναν πλανήτη
σελήνης	=	σελήνη
σελήνιο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 34, ατομικό βάρος 78,96 και χημικό σύμβολο το Se, βρίσκεται σπάνια ελεύθερο στη φύση
σελίδα	noun	καθεμία από τις δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, πάνω στο οποίο έχει γραφτεί ή τυπωθεί κάτι
σελίδας	noun	γενική ενικού του σελίδα
σελίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελίδα
σελίδωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σελιδώνω
σελίδων	noun	γενική πληθυντικού του σελίδα
σελίδωνα	=	σελιδώνω
σελίδωναν	=	σελιδώνω
σελίδωνε	=	σελιδώνω
σελίδωνες	=	σελιδώνω
σελίδωσα	=	σελιδώνω
σελίδωσαν	=	σελιδώνω
σελίδωσε	=	σελιδώνω
σελίδωσες	=	σελιδώνω
σελίδωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σελιδώνω
σελίδωσης	noun	γενική ενικού του σελίδωση
σελίνι	noun|dated	νόμισμα που χρησιμοποιούνταν παλιότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ίσο με το 1/12 της στερλίνας και με 12 παλαιές πένες
σελίνια	=	σελίνι
σελίνου	=	σέλινο
σελίνων	=	σέλινο
σελαγίζαμε	=	σελαγίζω
σελαγίζαν	=	σελαγίζω
σελαγίζανε	=	σελαγίζω
σελαγίζατε	=	σελαγίζω
σελαγίζει	=	σελαγίζω
σελαγίζεις	=	σελαγίζω
σελαγίζετε	=	σελαγίζω
σελαγίζοντας	=	σελαγίζω
σελαγίζουμε	=	σελαγίζω
σελαγίζουν	=	σελαγίζω
σελαγίζουνε	=	σελαγίζω
σελαγίζω	verb	ακτινοβολώ
σελαγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσαν	=	σελαγίζω
σελαγίσανε	=	σελαγίζω
σελαγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελάγισμα
σελαγίσματος	noun	γενική ενικού του σελάγισμα
σελαγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελαγίζω
σελαγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σελάγισμα
σελαγισμέ	noun	κλητική ενικού του σελαγισμός
σελαγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελαγισμένο
σελαγισμένε	verb	κλητική ενικού του σελαγισμένος
σελαγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελαγισμένη
σελαγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελαγισμένος
σελαγισμένης	verb	γενική ενικού του σελαγισμένη
σελαγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σελαγισμένος
σελαγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελαγισμένος
σελαγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελαγισμένος
σελαγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σελαγισμένος
σελαγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελαγισμένος
σελαγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελαγισμός
σελαγισμού	noun	γενική ενικού του σελαγισμός
σελαγισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σελαγισμός
σελαγισμό	noun	αιτιατική ενικού του σελαγισμός
σελαγισμός	noun|literary	άλλη μορφή του σελάγισμα: η λάμψη
σελαγισμών	noun	γενική πληθυντικού του σελαγισμός
σελαμλίκι	noun	ο ανδρωνίτης στα διαμερίσματα του σπιτού των Οθωμανών
σελαμλίκια	=	σελαμλίκι
σελαμλικιού	=	σελαμλίκι
σελαμλικιών	=	σελαμλίκι
σελασφόρα	=	σελασφόρος
σελασφόρας	=	σελασφόρος
σελασφόρε	=	σελασφόρος
σελασφόρες	=	σελασφόρος
σελασφόρο	=	σελασφόρος
σελασφόροι	=	σελασφόρος
σελασφόρος	adj|formal	που ακτινοβολεί
σελασφόρου	=	σελασφόρος
σελασφόρους	=	σελασφόρος
σελασφόρων	=	σελασφόρος
σελαχιού	=	σελάχι
σελαχιών	=	σελάχι
σελεμίζαμε	=	σελεμίζω
σελεμίζαν	=	σελεμίζω
σελεμίζανε	=	σελεμίζω
σελεμίζατε	=	σελεμίζω
σελεμίζει	=	σελεμίζω
σελεμίζεις	=	σελεμίζω
σελεμίζετε	=	σελεμίζω
σελεμίζοντας	=	σελεμίζω
σελεμίζουμε	=	σελεμίζω
σελεμίζουν	=	σελεμίζω
σελεμίζουνε	=	σελεμίζω
σελεμίζω	verb	ζω παρασιτικά, σε βάρος κάποιου άλλου
σελεμίσαμε	=	σελεμίζω
σελεμίσαν	=	σελεμίζω
σελεμίσανε	=	σελεμίζω
σελεμίσατε	=	σελεμίζω
σελεμίσει	=	σελεμίζω
σελεμίστε	=	σελεμίζω
σελεμιάζαμε	=	σελεμιάζω
σελεμιάζαν	=	σελεμιάζω
σελεμιάζανε	=	σελεμιάζω
σελεμιάζατε	=	σελεμιάζω
σελεμιάζει	=	σελεμιάζω
σελεμιάζεις	=	σελεμιάζω
σελεμιάζετε	=	σελεμιάζω
σελεμιάζοντας	=	σελεμιάζω
σελεμιάζουμε	=	σελεμιάζω
σελεμιάζουν	=	σελεμιάζω
σελεμιάζουνε	=	σελεμιάζω
σελεμιάζω	verb	άλλη γραφή του σελεμίζω
σελεμιάσαμε	=	σελεμιάζω
σελεμιάσαν	=	σελεμιάζω
σελεμιάσανε	=	σελεμιάζω
σελεμιάσατε	=	σελεμιάζω
σελεμιάσει	=	σελεμιάζω
σελεμιάστε	=	σελεμιάζω
σελεμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελεμιασμένο
σελεμιασμένε	verb	κλητική ενικού του σελεμιασμένος
σελεμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελεμιασμένη
σελεμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελεμιασμένος
σελεμιασμένης	verb	γενική ενικού του σελεμιασμένη
σελεμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σελεμιασμένος
σελεμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελεμιασμένος
σελεμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελεμιασμένος
σελεμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σελεμιασμένος
σελεμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελεμιασμένος
σελεμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελεμισμένο
σελεμισμένε	verb	κλητική ενικού του σελεμισμένος
σελεμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελεμισμένη
σελεμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελεμισμένος
σελεμισμένης	verb	γενική ενικού του σελεμισμένη
σελεμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σελεμισμένος
σελεμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελεμισμένος
σελεμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελεμισμένος
σελεμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σελεμισμένος
σελεμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελεμισμένος
σελεμισσών	noun	γενική πληθυντικού του σελέμισσα
σελετε	abbrev	ονομασία σχολής τεχνικής εκπαίδευσης, προκάτοχος της ΑΣΠΑΙΤΕ
σεληνάκατε	noun	κλητική ενικού του σεληνάκατος
σεληνάκατο	noun	αιτιατική ενικού του σεληνάκατος
σεληνάκατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνάκατος
σεληνάκατος	noun	μικρό επανδρωμένο όχημα για την προσεδάφιση στη Σελήνη
σεληνίου	noun	γενική ενικού του σελήνιο
σεληναία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληναίος
σεληναίας	adj	γενική ενικού του σεληναία
σεληναίε	adj	σεληναίος, στην κλητική του ενικού
σεληναίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληναία
σεληναίο	adj	σεληναίος, στην αιτιατική του ενικού
σεληναίοι	adj	σεληναίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
σεληναίος	adj|formal	συνώνυμο του σεληνιακός
σεληναίου	adj	γενική ενικού του σεληναίος
σεληναίους	adj	σεληναίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
σεληναίων	=	σεληναίος
σεληνακάτου	=	σεληνάκατος
σεληνακάτους	=	σεληνάκατος
σεληνακάτων	=	σεληνάκατος
σεληνιάζεσαι	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάζεστε	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάζεται	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάζομαι	verb|vulgar	παθαίνω επιληψία
σεληνιάζονται	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάζονταν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάζου	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάσου	=	σεληνιάζομαι
σεληνιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαζόμασταν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόμαστε	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόμουν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόμουνα	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόντουσαν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόσασταν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόσαστε	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόσουν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόσουνα	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζόταν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαζότανε	=	σεληνιάζομαι
σεληνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνιακό
σεληνιακέ	adj	κλητική ενικού του σεληνιακός
σεληνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνιακή
σεληνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληνιακός
σεληνιακής	adj	γενική ενικού του σεληνιακή
σεληνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνιακός
σεληνιακού	adj	γενική ενικού του σεληνιακός
σεληνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεληνιακός
σεληνιακό	adj	αιτιατική ενικού του σεληνιακός
σεληνιακός	adj	που έχει σχέση με τη σελήνη
σεληνιακών	adj	γενική πληθυντικού του σεληνιακός
σεληνιασμέ	noun	κλητική ενικού του σεληνιασμός
σεληνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνιασμένο
σεληνιασμένε	verb	κλητική ενικού του σεληνιασμένος
σεληνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνιασμένη
σεληνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληνιασμένος
σεληνιασμένης	verb	γενική ενικού του σεληνιασμένη
σεληνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεληνιασμένος
σεληνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνιασμένος
σεληνιασμένος	=	σεληνιάζομαι
σεληνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεληνιασμένος
σεληνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεληνιασμένος
σεληνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεληνιασμένος
σεληνιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνιασμός
σεληνιασμού	noun	γενική ενικού του σεληνιασμός
σεληνιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεληνιασμός
σεληνιασμό	noun	αιτιατική ενικού του σεληνιασμός
σεληνιασμός	noun	επιληψία
σεληνιασμών	noun	γενική πληθυντικού του σεληνιασμός
σεληνιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστήκαν	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαστήκανε	=	σεληνιάζομαι
σεληνιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεληνιάζομαι
σεληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνικό
σεληνικέ	adj	κλητική ενικού του σεληνικός
σεληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνική
σεληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληνικός
σεληνικής	adj	γενική ενικού του σεληνική
σεληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνικός
σεληνικού	adj	γενική ενικού του σεληνικός
σεληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεληνικός
σεληνικό	adj	αιτιατική ενικού του σεληνικός
σεληνικός	adj	που αναφέρεται στο χημικό στοιχείο σελήνιο
σεληνικών	adj	γενική πληθυντικού του σεληνικός
σεληνιούχα	=	σεληνιούχος
σεληνιούχας	=	σεληνιούχος
σεληνιούχε	=	σεληνιούχος
σεληνιούχες	=	σεληνιούχος
σεληνιούχο	=	σεληνιούχος
σεληνιούχοι	=	σεληνιούχος
σεληνιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο σεληνίου
σεληνιούχου	=	σεληνιούχος
σεληνιούχους	=	σεληνιούχος
σεληνιούχων	=	σεληνιούχος
σεληνιώτικα	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικε	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικες	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικη	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικης	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικο	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικοι	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με όνομα Σελήνια ή τους κατοίκους του
σεληνιώτικου	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικους	=	σεληνιώτικος
σεληνιώτικων	=	σεληνιώτικος
σεληνογράφε	=	σεληνογράφος
σεληνογράφο	=	σεληνογράφος
σεληνογράφοι	=	σεληνογράφος
σεληνογράφος	noun	που ασχολείται με την σεληνογραφία
σεληνογράφου	=	σεληνογράφος
σεληνογράφους	=	σεληνογράφος
σεληνογράφων	=	σεληνογράφος
σεληνογραφία	noun	η περιγραφή της επιφάνειας της Σελήνης με βάση τη μέθοδο της γεωγραφίας
σεληνογραφίας	noun	γενική ενικού του σεληνογραφία
σεληνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνογραφία
σεληνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνογραφικό
σεληνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σεληνογραφικός
σεληνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνογραφική
σεληνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληνογραφικός
σεληνογραφικής	adj	γενική ενικού του σεληνογραφική
σεληνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνογραφικός
σεληνογραφικού	adj	γενική ενικού του σεληνογραφικός
σεληνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεληνογραφικός
σεληνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σεληνογραφικός
σεληνογραφικός	adj	που σχετίζεται με την σεληνογραφία
σεληνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σεληνογραφικός
σεληνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σεληνογραφία
σεληνοειδές	=	σεληνοειδής
σεληνοειδή	=	σεληνοειδής
σεληνοειδής	adj	που έχει μορφή όμοια με αυτή της σελήνης
σεληνοειδείς	=	σεληνοειδής
σεληνοειδούς	=	σεληνοειδής
σεληνοειδών	=	σεληνοειδής
σεληνοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνοκεντρικό
σεληνοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του σεληνοκεντρικός
σεληνοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνοκεντρική
σεληνοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληνοκεντρικός
σεληνοκεντρικής	adj	γενική ενικού του σεληνοκεντρική
σεληνοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνοκεντρικός
σεληνοκεντρικού	adj	γενική ενικού του σεληνοκεντρικός
σεληνοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεληνοκεντρικός
σεληνοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του σεληνοκεντρικός
σεληνοκεντρικός	adj	που σχετίζεται με το κέντρο της Σελήνης ή αναφέρεται σ' αυτό
σεληνοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του σεληνοκεντρικός
σεληνοσκοπίου	=	σεληνοσκόπιο
σεληνοσκοπίων	=	σεληνοσκόπιο
σεληνοσκόπια	=	σεληνοσκόπιο
σεληνοσκόπιο	noun	τηλεσκόπιο που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της κίνησης της σελήνης στον ουρανό
σεληνοσκόπιου	=	σεληνοσκόπιο
σεληνοσκόπιων	=	σεληνοσκόπιο
σεληνοτοπογράφε	=	σεληνοτοπογράφος
σεληνοτοπογράφο	=	σεληνοτοπογράφος
σεληνοτοπογράφοι	=	σεληνοτοπογράφος
σεληνοτοπογράφος	adj	που ασχολείται με την σεληνοτοπογραφία
σεληνοτοπογράφου	=	σεληνοτοπογράφος
σεληνοτοπογράφους	=	σεληνοτοπογράφος
σεληνοτοπογράφων	=	σεληνοτοπογράφος
σεληνοτοπογραφία	noun	προσπάθεια επιστημόνων (αστρονόμων κ.ά.) να σχεδιάσουν και απεικονίσουν τις τοπογραφικές λεπτομέρειες της σελήνης
σεληνοτοπογραφίας	noun	γενική ενικού του σεληνοτοπογραφία
σεληνοτοπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφία
σεληνοτοπογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφικό
σεληνοτοπογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφική
σεληνοτοπογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφικής	adj	γενική ενικού του σεληνοτοπογραφική
σεληνοτοπογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφικού	adj	γενική ενικού του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη σεληνοτοπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σεληνοτοπογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφικός
σεληνοτοπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σεληνοτοπογραφία
σεληνοτροπισμέ	=	σεληνοτροπισμός
σεληνοτροπισμοί	=	σεληνοτροπισμός
σεληνοτροπισμού	=	σεληνοτροπισμός
σεληνοτροπισμούς	=	σεληνοτροπισμός
σεληνοτροπισμό	=	σεληνοτροπισμός
σεληνοτροπισμός	noun	η σπάνια ιδιότητα των φυτών να επηρεάζονται από το φως της σελήνης
σεληνοτροπισμών	=	σεληνοτροπισμός
σεληνοφώτιστα	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστε	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστες	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστη	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστης	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστο	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστοι	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστος	adj	που φωτίζεται από το φως της σελήνης
σεληνοφώτιστου	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστους	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτιστων	=	σεληνοφώτιστος
σεληνοφώτων	=	σεληνόφως
σεληνόφως	noun	το φως της σελήνης
σεληνόφωτα	=	σεληνόφως
σεληνόφωτε	=	σεληνόφωτος
σεληνόφωτες	=	σεληνόφωτος
σεληνόφωτη	=	σεληνόφωτος
σεληνόφωτης	=	σεληνόφωτος
σεληνόφωτο	noun	λιγότερο λόγια μορφή του σεληνόφως
σεληνόφωτοι	=	σεληνόφωτος
σεληνόφωτος	noun	γενική ενικού του σεληνόφως	adj	που φωτίζεται από το φως της σελήνης
σεληνόφωτου	=	σεληνόφωτο
σεληνόφωτους	=	σεληνόφωτος
σεληνόφωτων	=	σεληνόφωτο
σελιδίτσα	noun	υποκοριστικό του σελίδα
σελιδίτσας	=	σελιδίτσα
σελιδίτσες	=	σελιδίτσα
σελιδαρίθμηση	noun|formal	αρίθμηση σελίδων, ο τρόπος αρίθμησης των σελίδων ενός βιβλίου, εντύπου κτλ. κατά την σελιδοποίηση
σελιδαρίθμησης	noun	γενική ενικού του σελιδαρίθμηση
σελιδαρίθμησιν	noun	αιτιατική ενικού του σελιδαρίθμησις
σελιδαρίθμησις	noun	η σελιδαρίθμηση
σελιδαριθμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδαρίθμηση
σελιδαριθμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σελιδαρίθμηση
σελιδαριθμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σελιδαρίθμηση
σελιδογράφος	noun|dated	συγγραφέας άρθρων, επιφυλλίδων και άλλων κειμένων
σελιδοδείκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδοδείκτης
σελιδοδείκτη	=	σελιδοδείκτης
σελιδοδείκτης	noun	αντικείμενο που επιτρέπει στον αναγνώστη ενός βιβλίου να ξαναβρεί εύκολα τη σελίδα που διάβαζε
σελιδοδείχτης	=	σελιδοδείκτης
σελιδοδεικτών	=	σελιδοδείκτης
σελιδοθέτες	=	σελιδοθέτης
σελιδοθέτη	=	σελιδοθέτης
σελιδοθέτης	noun	ορθογώνια σιδερένια πλάκα που χρησιμοποιούνταν για την στοιχειοθέτηση των έντυπων
σελιδοθετών	=	σελιδοθέτης
σελιδοποίει	=	σελιδοποιώ
σελιδοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποίηση	noun	ο (προ)καθορισμός της μορφής που θα έχει μια σελίδα με κείμενο και εικόνες, όταν εμφανίζεται σε κάποια οθόνη ή όταν εκτυπώνεται
σελιδοποίησης	noun	γενική ενικού του σελιδοποίηση
σελιδοποιήθηκα	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιήθηκαν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιήθηκε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιήθηκες	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήσαν	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιήσανε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδοποίηση
σελιδοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σελιδοποίηση
σελιδοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σελιδοποίηση
σελιδοποιήσου	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοποιεί	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιείς	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιείσαι	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιείστε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιείται	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιείτε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιηθήκαμε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιηθήκαν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιηθήκανε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιηθήκατε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιηθεί	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιηθείτε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδοποιημένο
σελιδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του σελιδοποιημένος
σελιδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδοποιημένη
σελιδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελιδοποιημένος
σελιδοποιημένης	verb	γενική ενικού του σελιδοποιημένη
σελιδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του σελιδοποιημένος
σελιδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελιδοποιημένος
σελιδοποιημένος	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελιδοποιημένος
σελιδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σελιδοποιημένος
σελιδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελιδοποιημένος
σελιδοποιούμαι	verb	για έντυπα ή άλλα μέσα τα κείμενα των οποίων (η ύλη) αφού μορφοποιηθούν και στοιχειοθετηθούν, πρέπει να κατανεμηθούν σε σελίδες και αυτές να περάσουν από επεξεργασία για να εκτυπωθούν σε χαρτί ή άλλο μέσο
σελιδοποιούμασταν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούμαστε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούμε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούμουν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούν	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούνε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούνται	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούνταν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούσα	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσαμε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσαν	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσανε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσασταν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούσαστε	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιούσατε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσε	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσες	=	σελιδοποιώ
σελιδοποιούσουν	=	σελιδοποιούμαι
σελιδοποιώ	verb	καθορίζω τη μορφή που θα έχει μια σελίδα με κείμενο και εικόνες, όταν εμφανίζεται σε κάποια οθόνη ή όταν εκτυπώνεται
σελιδοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σελιδοποιώ
σελιδοσήμανση	noun	η διαδικασία κατά την οποία ο χρήστης ενός προγράμματος περιήγησης (browser) αποθηκεύει τη διεύθυνση μιας ιστοσελίδας που θέλει να επισκεφθεί ξανά στο μέλλον, έχοντας έτσι γρήγορη πρόσβαση σε αγαπημένες ή συχνά χρησιμοποιούμενες ιστοσελίδες, χωρίς να χρειάζεται να πληκτρολογήσει ξανά τη διεύθυνση URL
σελιδοσήμανσης	=	σελιδοσήμανση
σελιδοσημάνσεις	=	σελιδοσήμανση
σελιδοσημάνσεων	=	σελιδοσήμανση
σελιδούλα	noun	υποκοριστικό του σελίδα
σελιδούλας	=	σελιδούλα
σελιδούλες	=	σελιδούλα
σελιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σελίδωμα
σελιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδωμένο
σελιδωμένε	verb	κλητική ενικού του σελιδωμένος
σελιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελιδωμένη
σελιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελιδωμένος
σελιδωμένης	verb	γενική ενικού του σελιδωμένη
σελιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σελιδωμένος
σελιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελιδωμένος
σελιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελιδωμένος
σελιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σελιδωμένος
σελιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελιδωμένος
σελιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελίδωμα
σελιδώματος	noun	γενική ενικού του σελίδωμα
σελιδώναμε	=	σελιδώνω
σελιδώναν	=	σελιδώνω
σελιδώνανε	=	σελιδώνω
σελιδώνατε	=	σελιδώνω
σελιδώνει	=	σελιδώνω
σελιδώνεις	=	σελιδώνω
σελιδώνετε	=	σελιδώνω
σελιδώνοντας	=	σελιδώνω
σελιδώνουμε	=	σελιδώνω
σελιδώνουν	=	σελιδώνω
σελιδώνουνε	=	σελιδώνω
σελιδώνω	verb	άλλη μορφή του σελιδοποιώ
σελιδώσαμε	=	σελιδώνω
σελιδώσαν	=	σελιδώνω
σελιδώσανε	=	σελιδώνω
σελιδώσατε	=	σελιδώνω
σελιδώσει	=	σελιδώνω
σελιδώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελίδωση
σελιδώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σελίδωση
σελιδώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σελίδωση
σελιδώστε	=	σελιδώνω
σελιλόιντ	noun	υλικό με βάση τη σελιλόζη, με ελαστικές ιδιότητες
σελινιού	=	σελίνι
σελινιών	=	σελίνι
σελινοριζοσαλάτα	noun	σαλάτα από λεπτές φέτες βρασμένων και ξεφλουδισμένων βολβών σελινόριζας και συνηθέστερα με φέτες ξινόμηλου ανακατεμένα με σάλτσα από το βρασμένο νερό με ξίδι ζάχαρη και αλάτι, προσθέτοντας στο τέλος λάδι.
σελινοριζοσαλάτας	noun	γενική ενικού του σελινοριζοσαλάτα
σελινοριζοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελινοριζοσαλάτα
σελινοριζών	=	σελινόριζα
σελινόριζα	noun	η σελινόριζα είναι η δεύτερη σπουδαία ποικιλία σέλινου που καλλιεργείται ειδικά για την ρίζα της, που τρώγεται ως λαχανικό ωμή, ή μαγειρεμένη, ή ψημένη.
σελινόριζας	noun	γενική ενικού του σελινόριζα
σελινόριζες	=	σελινόριζα
σελινόριζων	=	σελινόριζα
σελινόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής - αρώματος τα βραστά σέλινα
σελινόσουπας	noun	γενική ενικού του σελινόσουπα
σελινόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελινόσουπα
σελιχτάρη	=	σελιχτάρης
σελιχτάρηδες	=	σελιχτάρης
σελιχτάρηδων	=	σελιχτάρης
σελιχτάρης	noun|dated	στρατιωτικός αξιωματούχος, ο υπασπιστής
σελλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σελλάς
σελλάδες	=	σελλάς
σελλάδων	=	σελλάς
σελλάς	noun|vulgar	παρωχημένη γραφή του σελάς
σελλί	noun	είδος καθίσματος στο οποίο κάθονταν οι έγκυες κατά τη διάρκεια της γέννας
σελλιά	=	σελλί
σελλιού	=	σελλί
σελλιών	=	σελλί
σελλών	=	σέλλα
σελμάτων	=	σέλμα
σελοποιέ	noun	κλητική ενικού του σελοποιός
σελοποιία	noun	η τέχνη του σελοποιού
σελοποιίας	noun	γενική ενικού του σελοποιία
σελοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελοποιία
σελοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελοποιείο
σελοποιείο	noun	το μαγαζί που κατασκευάζονται σέλες
σελοποιείου	noun	γενική ενικού του σελοποιείο
σελοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του σελοποιείο
σελοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του σελοποιία
σελοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελοποιός
σελοποιού	noun	γενική ενικού του σελοποιός
σελοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σελοποιός
σελοποιό	noun	αιτιατική ενικού του σελοποιός
σελοποιός	noun	κατασκευαστής σελών
σελοποιών	noun	γενική πληθυντικού του σελοποιός
σελοτέιπ	noun	κολλητική ταινία, συχνά διάφανη, με μικρό πλάτος για χρήση γραφείου
σελοφάν	noun	λεπτή μεμβράνη ή φύλλο, συχνά διαναφή, με χρήση στη συσκευασία τροφίμων, υλικών κ.λπ.
σελτέ	=	σελτές
σελτέδες	=	σελτές
σελτέδων	=	σελτές
σελτές	noun	το στρώμα του κρεβατιού
σελτεδάκι	noun	παραλληλόγραμμο κομμάτι από βαμβακερό ύφασμα το οποίο είναι επενδεδυμένο από την κάτω πλευρά με αδιάβροχο πλαστικό και το χρησιμοποιούν για να ακουμπούν πάνω του ένα μωρό όταν το αλλάζουν
σελτεδάκια	=	σελτεδάκι
σελφίτιδα	noun	ψυχική διαταραχή που εκδηλώνεται με τη μανία να βγάζει κάποιος σέλφι και να την ανεβάζει στα κοινωνικά δίκτυα
σελφίτιδας	=	σελφίτιδα
σελφίτιδες	=	σελφίτιδα
σελφίτιδων	=	σελφίτιδα
σελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σέλωμα
σελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελωμένο
σελωμένε	verb	κλητική ενικού του σελωμένος
σελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελωμένη
σελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελωμένος
σελωμένης	verb	γενική ενικού του σελωμένη
σελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σελωμένος
σελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελωμένος
σελωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σελώνω
σελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σελωμένος
σελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σελωμένος
σελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σελωμένος
σελωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σελωτός	adv|rare	με σελωτό τρόπο
σελωτέ	adj	κλητική ενικού του σελωτός
σελωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σελωτή
σελωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σελωτός
σελωτής	adj	γενική ενικού του σελωτή
σελωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σελωτός
σελωτού	adj	γενική ενικού του σελωτός
σελωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σελωτός
σελωτό	adj	αιτιατική ενικού του σελωτός
σελωτός	adj	που τον έχουν σελώσει
σελωτών	adj	γενική πληθυντικού του σελωτός
σελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σέλωμα
σελώματος	noun	γενική ενικού του σέλωμα
σελών	noun	γενική πληθυντικού του σέλα
σελώναμε	=	σελώνω
σελώναν	=	σελώνω
σελώνανε	=	σελώνω
σελώνατε	=	σελώνω
σελώνει	=	σελώνω
σελώνεις	=	σελώνω
σελώνετε	=	σελώνω
σελώνοντας	=	σελώνω
σελώνουμε	=	σελώνω
σελώνουν	=	σελώνω
σελώνουνε	=	σελώνω
σελώνω	verb	βάζω σέλα στη ράχη ενός υποζυγίου
σελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσαν	=	σελώνω
σελώσανε	=	σελώνω
σελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σελώνω
σεμέ	noun	σεμέν
σεμέν	noun	είδος εργόχειρου, κεντητού ή πλεκτού (με βελονάκι), που στρώνεται κυρίως σε τραπέζι, τηλεόραση, δίσκο σερβιρίσματος
σεμίδαλις	=	σιμιγδάλι
σεμίνωμα	noun	είδος καρκίνου των όρχεων
σεμαγλουτίδες	=	σεμαγλουτίδη
σεμαγλουτίδη	noun	φαρμακευτική ουσία που μιμείται τη δράση της ορμόνης GLP-1, ρυθμίζοντας τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και προωθώντας τη μείωση του σωματικού βάρους
σεμαγλουτίδης	=	σεμαγλουτίδη
σεμαγλουτιδών	=	σεμαγλουτίδη
σεμεδάκι	noun	υποκοριστικό του σεμέν, μικρό σεμέν
σεμεδάκια	=	σεμεδάκι
σεμεντίτες	=	σεμεντίτης
σεμεντίτη	=	σεμεντίτης
σεμεντίτης	noun	διαμεταλλική ένωση του σιδήρου με άνθρακα (καρβίδιο) με χημικό τύπο Fe3C που κρυσταλλώνεται στο ορθορομβικό σύστημα και είναι ιδιαίτερα σκληρή και εύθραυστη στερεά φάση
σεμεντιτών	=	σεμεντίτης
σεμιγδαλένια	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιας	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιε	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιες	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιο	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιοι	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιος	adj	μορφή του σιμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιου	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιους	=	σεμιγδαλένιος
σεμιγδαλένιων	=	σεμιγδαλένιος
σεμιζιέ	noun	πουκαμίσα, φόρεμα με κουμπιά μπροστά που μοιάζει με πουκάμισο
σεμιζιέτα	noun	το σεμιζιέ
σεμιζιέτας	=	σεμιζιέτα
σεμιζιέτες	=	σεμιζιέτα
σεμιζιετών	=	σεμιζιέτα
σεμινάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμινάριο
σεμινάριο	noun	σειρά διαλέξεων και μαθημάτων για τη διεξοδική και αναλυτική παρουσίαση κάποιων γνωστικών αντικειμένων
σεμινάριου	=	σεμινάριο
σεμινάριων	=	σεμινάριο
σεμιναρίου	noun	γενική ενικού του σεμινάριο
σεμιναρίων	noun	γενική πληθυντικού του σεμινάριο
σεμιναριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σεμιναριακός	adv	με σεμιναριακό τρόπο, με σεμινάρια
σεμιναριακέ	adj	κλητική ενικού του σεμιναριακός
σεμιναριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμιναριακή
σεμιναριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεμιναριακός
σεμιναριακής	adj	γενική ενικού του σεμιναριακή
σεμιναριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεμιναριακός
σεμιναριακού	adj	γενική ενικού του σεμιναριακός
σεμιναριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεμιναριακός
σεμιναριακό	adj	αιτιατική ενικού του σεμιναριακός
σεμιναριακός	adj	που έχει σχέση με σεμινάριο, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται κατά τη διάρκειά του
σεμιναριακών	adj	γενική πληθυντικού του σεμιναριακός
σεμινωμάτων	=	σεμίνωμα
σεμινώματα	=	σεμίνωμα
σεμινώματος	=	σεμίνωμα
σεμνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμνό	adv	με σεμνότητα
σεμνέ	adj	κλητική ενικού του σεμνός
σεμνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμνή
σεμνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεμνός
σεμνής	adj	γενική ενικού του σεμνή
σεμνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεμνός
σεμνολογήσαμε	=	σεμνολογώ
σεμνολογήσαν	=	σεμνολογώ
σεμνολογήσανε	=	σεμνολογώ
σεμνολογήσατε	=	σεμνολογώ
σεμνολογήσει	=	σεμνολογώ
σεμνολογήστε	=	σεμνολογώ
σεμνολογία	noun|formal	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του σεμνολόγου
σεμνολογίας	noun	γενική ενικού του σεμνολογία
σεμνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμνολογία
σεμνολογεί	=	σεμνολογώ
σεμνολογείς	=	σεμνολογώ
σεμνολογείτε	=	σεμνολογώ
σεμνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σεμνολογία
σεμνολογούμε	=	σεμνολογώ
σεμνολογούν	=	σεμνολογώ
σεμνολογούνε	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσα	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσαμε	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσαν	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσανε	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσατε	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσε	=	σεμνολογώ
σεμνολογούσες	=	σεμνολογώ
σεμνολογώ	verb|formal	μιλάω σεμνά
σεμνολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σεμνολογώ
σεμνολόγα	=	σεμνολόγος
σεμνολόγε	=	σεμνολόγος
σεμνολόγει	=	σεμνολογώ
σεμνολόγησα	=	σεμνολογώ
σεμνολόγησαν	=	σεμνολογώ
σεμνολόγησε	=	σεμνολογώ
σεμνολόγησες	=	σεμνολογώ
σεμνολόγο	=	σεμνολόγος
σεμνολόγοι	=	σεμνολόγος
σεμνολόγος	adj|formal	που μιλάει με σεμνότητα, που σεμνολογεί
σεμνολόγου	=	σεμνολόγος
σεμνολόγους	=	σεμνολόγος
σεμνολόγων	=	σεμνολόγος
σεμνοπρέπεια	noun	η ιδιότητα του σεμνοπρεπούς
σεμνοπρέπειας	noun	γενική ενικού του σεμνοπρέπεια
σεμνοπρέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμνοπρέπεια
σεμνοπρεπές	=	σεμνοπρεπής
σεμνοπρεπή	=	σεμνοπρεπής
σεμνοπρεπής	adj	σοβαρός και επίσημος, σεμνός (ιδιαίτερα σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα)
σεμνοπρεπείς	=	σεμνοπρεπής
σεμνοπρεπειών	noun	γενική πληθυντικού του σεμνοπρέπεια
σεμνοπρεπούς	=	σεμνοπρεπής
σεμνοπρεπών	=	σεμνοπρεπής
σεμνοτήτων	=	σεμνότητα
σεμνοτυφία	noun	η ιδιότητα του σεμνότυφου, η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολική και συχνά υποκριτική σεμνότητα
σεμνοτυφίας	noun	γενική ενικού του σεμνοτυφία
σεμνοτυφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμνοτυφία
σεμνοτυφιών	noun	γενική πληθυντικού του σεμνοτυφία
σεμνού	adj	γενική ενικού του σεμνός
σεμνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεμνός
σεμνυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνυνόμουν	=	σεμνύνομαι
σεμνωμάτων	=	σέμνωμα
σεμνό	adj	αιτιατική ενικού του σεμνός
σεμνός	adj	ο μετριόφρων ή που δείχνει μετριοφροσύνη
σεμνότατα	=	σεμνός
σεμνότατε	=	σεμνός
σεμνότατες	=	σεμνός
σεμνότατη	=	σεμνός
σεμνότατης	=	σεμνός
σεμνότατο	=	σεμνός
σεμνότατοι	=	σεμνός
σεμνότατος	=	σεμνός
σεμνότατου	=	σεμνός
σεμνότατους	=	σεμνός
σεμνότατων	=	σεμνός
σεμνότερα	=	σεμνός
σεμνότερε	=	σεμνός
σεμνότερες	=	σεμνός
σεμνότερη	=	σεμνός
σεμνότερης	=	σεμνός
σεμνότερο	=	σεμνός
σεμνότεροι	=	σεμνός
σεμνότερος	=	σεμνός
σεμνότερου	=	σεμνός
σεμνότερους	=	σεμνός
σεμνότερων	=	σεμνός
σεμνότητα	noun	η ιδιότητα του σεμνού, η μετριοφροσύνη
σεμνότητας	noun	γενική ενικού του σεμνότητα
σεμνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμνότητα
σεμνότυφα	=	σεμνότυφος
σεμνότυφε	=	σεμνότυφος
σεμνότυφες	=	σεμνότυφος
σεμνότυφη	=	σεμνότυφος
σεμνότυφης	=	σεμνότυφος
σεμνότυφο	=	σεμνότυφος
σεμνότυφοι	=	σεμνότυφος
σεμνότυφος	adj	που επιδεικνύει υπερβολική, συχνά υποκριτική, σεμνότητα και ενοχλείται όταν οι άλλοι δεν κάνουν το ίδιο
σεμνότυφου	=	σεμνότυφος
σεμνότυφους	=	σεμνότυφος
σεμνότυφων	=	σεμνότυφος
σεμνύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεμνύνομαι
σεμνύνομαι	verb|formal	είμαι υπερήφανος για κάτι που αξίζει να με κάνει υπερήφανο
σεμνώματα	=	σέμνωμα
σεμνώματος	=	σέμνωμα
σεμνών	adj	γενική πληθυντικού του σεμνός
σεμπουάνο	noun	γλώσσα που μιλιέται στις Φιλιππίνες, στην επαρχία Σέμπου
σεμπρεβίβα	noun	είδος λουλουδιού με χρυσό χρώμα, το οποίο είναι διαρκώς ανθισμένο
σεμπρεβίβας	=	σεμπρεβίβα
σεμπρεβίβες	=	σεμπρεβίβα
σεμπρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμπρικό
σεμπρικέ	adj	κλητική ενικού του σεμπρικός
σεμπρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμπρική
σεμπρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεμπρικός
σεμπρικής	adj	γενική ενικού του σεμπρική
σεμπρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεμπρικός
σεμπρικού	adj	γενική ενικού του σεμπρικός
σεμπρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεμπρικός
σεμπρικό	adj	αιτιατική ενικού του σεμπρικός
σεμπρικός	adj	που έχει σχέση με τον σέμπρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σεμπρικών	adj	γενική πληθυντικού του σεμπρικός
σεμπροπούλα	noun	η κόρη του σέμπρου
σεμπροπούλας	noun	γενική ενικού του σεμπροπούλα
σεμπροπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεμπροπούλα
σεμπόλων	=	σέμπολας
σενάζ	noun	οριζόντιο δοκάρι από μπετόν που είναι ενσωματωμένο σε τοίχο από άλλο υλικό, κυρίως από τούβλα
σενάζι	noun	άλλη μορφή του σενάζ
σενάζια	=	σενάζι
σενάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σενάριο
σενάριο	noun	το κείμενο που περιγράφει αναλυτικά την πλοκή, τις σκηνές και τους διαλόγους μιας κινηματογραφικής (ή τηλεοπτικής) ταινίας
σενάριου	=	σενάριο
σενέκα	noun	ινδιάνων της βόρειας Αμερικής, της φυλής των Ιροκουά
σενίλ	noun	απαλό ύφασμα με όγκο, μονόχρωμο, συχνά με σχέδια, χρησιμοποιείται σε υφάσματα για χαλιά, μπουρνούζια, πετσέτες μπάνιου, κουρτίνες και κασκόλ
σεναζιού	=	σενάζι
σεναζιών	=	σενάζι
σεναρίου	noun	γενική ενικού του σενάριο
σεναρίων	noun	γενική πληθυντικού του σενάριο
σεναριογράφε	noun	κλητική ενικού του σεναριογράφος
σεναριογράφο	noun	αιτιατική ενικού του σεναριογράφος
σεναριογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεναριογράφος
σεναριογράφος	noun	ο συγγραφέας σεναρίων για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση
σεναριογράφου	noun	γενική ενικού του σεναριογράφος
σεναριογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεναριογράφος
σεναριογράφων	noun	γενική πληθυντικού του σεναριογράφος
σεναριογραφία	noun	η συγγραφή σεναρίων.
σεναριογραφίας	=	σεναριογραφία
σεναριογραφίες	=	σεναριογραφία
σεναριογραφιών	=	σεναριογραφία
σεναριολογία	noun	εκτιμήσεις, λόγια, σενάρια, προβλέψεις που διαδίδονται δεξιά και αριστερά
σεναριολογίας	=	σεναριολογία
σεναριολογίες	=	σεναριολογία
σεναριολογιών	=	σεναριολογία
σενεγαλέζα	noun	αυτή που κατάγεται από τη Σενεγάλη ή έχει σενεγαλική υπηκοότητα
σενεγαλέζας	=	σενεγαλέζα
σενεγαλέζες	=	σενεγαλέζα
σενεγαλέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σενεγαλέζικο
σενεγαλέζικε	adj	κλητική ενικού του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σενεγαλέζικη
σενεγαλέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζικης	adj	γενική ενικού του σενεγαλέζικη
σενεγαλέζικο	adj	αιτιατική ενικού του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζικος	adj	που προέρχεται από τη Σενεγάλη ή αναφέρεται στη χώρα αυτή και τους Σενεγαλέζους
σενεγαλέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σενεγαλέζικος
σενεγαλέζος	=	σενεγαλέζα
σενεγαλέζων	=	σενεγαλέζα
σενεγαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σενεγαλικό
σενεγαλικέ	adj	κλητική ενικού του σενεγαλικός
σενεγαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σενεγαλική
σενεγαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σενεγαλικός
σενεγαλικής	adj	γενική ενικού του σενεγαλική
σενεγαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σενεγαλικός
σενεγαλικού	adj	γενική ενικού του σενεγαλικός
σενεγαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σενεγαλικός
σενεγαλικό	adj	αιτιατική ενικού του σενεγαλικός
σενεγαλικός	adj	σχετικός με τη Σενεγάλη
σενεγαλικών	adj	γενική πληθυντικού του σενεγαλικός
σενιάν	adj	που είναι λίγο ψημένο, έτσι ώστε εξωτερικά να φαίνεται ψημένο αλλά και ζουμερό ενώ εσωτερικά να είναι σχετικά ωμό
σενιάρω	verb|vulgar	βελτιώνω, τελειοποιώ την εξωτερική εμφάνιση προσώπου ή πράγματος
σενιαρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σενιαρισμένος
σενιόρα	noun	άλλη μορφή του σινιόρα
σενιόρας	=	σενιόρα
σενιόρες	=	σενιόρα
σενιόρων	=	σενιόρα
σενσέι	noun	ο δάσκαλος στην ιαπωνική γλώσσα, τιμητικός τίτλος για κάποιον που κατέχει άριστα κάποια τέχνη και μπορεί να τη διδάξει· λέγεται συχνά για τις πολεμικές τέχνες
σενσουαλισμέ	noun	κλητική ενικού του σενσουαλισμός
σενσουαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σενσουαλισμός
σενσουαλισμού	noun	γενική ενικού του σενσουαλισμός
σενσουαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σενσουαλισμός
σενσουαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του σενσουαλισμός
σενσουαλισμός	noun	η αισθησιοκρατία
σενσουαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του σενσουαλισμός
σεντ	noun	εκατοστιαία μονάδα νομίσματος
σεντέφι	noun	συνώνυμο του μάργαρο
σεντέφια	=	σεντέφι
σεντίνα	noun	ο υδροσυλλέκτης τού πλοίου
σεντίνας	=	σεντίνα
σεντίνες	=	σεντίνα
σεντίνων	=	σεντίνα
σεντεφένια	=	σεντεφένιος
σεντεφένιας	=	σεντεφένιος
σεντεφένιε	=	σεντεφένιος
σεντεφένιες	=	σεντεφένιος
σεντεφένιο	=	σεντεφένιος
σεντεφένιοι	=	σεντεφένιος
σεντεφένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από σεντέφι ή διακοσμημένος μ' αυτό
σεντεφένιου	=	σεντεφένιος
σεντεφένιους	=	σεντεφένιος
σεντεφένιων	=	σεντεφένιος
σεντεφιού	=	σεντέφι
σεντεφιών	=	σεντέφι
σεντινόνερα	=	σεντινόνερο
σεντινόνερο	noun	μείγμα υγρών από τα ύφαλα του πλοίου το οποίο περιέχει πετρέλαιο και είναι ρυπογόνο απόβλητο
σεντινόνερου	=	σεντινόνερο
σεντινόνερων	=	σεντινόνερο
σεντονάκι	noun	υποκοριστικό του σεντόνι
σεντονάκια	=	σεντονάκι
σεντονάρα	noun	μεγεθυντικό του σεντόνι
σεντονάρας	=	σεντονάρα
σεντονάρες	=	σεντονάρα
σεντονιάζαμε	=	σεντονιάζω
σεντονιάζαν	=	σεντονιάζω
σεντονιάζανε	=	σεντονιάζω
σεντονιάζατε	=	σεντονιάζω
σεντονιάζει	=	σεντονιάζω
σεντονιάζεις	=	σεντονιάζω
σεντονιάζετε	=	σεντονιάζω
σεντονιάζοντας	=	σεντονιάζω
σεντονιάζουμε	=	σεντονιάζω
σεντονιάζουν	=	σεντονιάζω
σεντονιάζουνε	=	σεντονιάζω
σεντονιάζω	verb	καπλαντίζω
σεντονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσαν	=	σεντονιάζω
σεντονιάσανε	=	σεντονιάζω
σεντονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσματα	=	σεντόνιασμα
σεντονιάσματος	=	σεντόνιασμα
σεντονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντονιασμάτων	=	σεντόνιασμα
σεντονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντονιασμένο
σεντονιασμένε	verb	κλητική ενικού του σεντονιασμένος
σεντονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντονιασμένη
σεντονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεντονιασμένος
σεντονιασμένης	verb	γενική ενικού του σεντονιασμένη
σεντονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεντονιασμένος
σεντονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεντονιασμένος
σεντονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεντονιασμένος
σεντονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεντονιασμένος
σεντονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεντονιασμένος
σεντονιού	=	σεντόνι
σεντονιών	=	σεντόνι
σεντονόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντονόπανο
σεντονόπανο	noun	ύφασμα που είναι κατάλληλο για σεντόνι
σεντονόπανου	noun	γενική ενικού του σεντονόπανο
σεντονόπανων	noun	γενική πληθυντικού του σεντονόπανο
σεντουκιού	=	σεντούκι
σεντουκιών	=	σεντούκι
σεντούκι	noun	ξύλινο μπαούλο
σεντούκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντούκι
σεντράρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σεντράρω
σεντράρω	verb	κάνω σέντρα
σεντραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντράρισμα
σεντραρίσματος	noun	γενική ενικού του σεντράρισμα
σεντραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σεντράρισμα
σεντραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντραρισμένο
σεντραρισμένε	verb	κλητική ενικού του σεντραρισμένος
σεντραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντραρισμένη
σεντραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεντραρισμένος
σεντραρισμένης	verb	γενική ενικού του σεντραρισμένη
σεντραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεντραρισμένος
σεντραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεντραρισμένος
σεντραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεντραρισμένος
σεντραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεντραρισμένος
σεντραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεντραρισμένος
σεντρών	=	σέντρα
σεντόνι	noun	ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή χωρίς κουβέρτα ή πάπλωμα
σεντόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεντόνι
σεντόνιαζα	=	σεντονιάζω
σεντόνιαζαν	=	σεντονιάζω
σεντόνιαζε	=	σεντονιάζω
σεντόνιαζες	=	σεντονιάζω
σεντόνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντόνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντόνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντόνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεντονιάζω
σεντόνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σεντονιάζω
σεξ	noun	συνουσία, ερωτική επαφή
σεξαπίλ	noun	το να αποπνέει κάποιος έναν ερωτισμό και να έλκει κάποιον ερωτικά
σεξεργάτες	=	σεξεργάτης
σεξεργάτη	=	σεξεργάτης
σεξεργάτης	noun	πρόσωπο που εκδίδεται εκούσια με σκοπό την αμοιβή
σεξεργάτρια	noun	πρόσωπο που εκδίδεται εκούσια με σκοπό την αμοιβή
σεξεργάτριας	=	σεξεργάτρια
σεξεργάτριες	=	σεξεργάτρια
σεξεργασία	noun	η αμειβόμενη προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών
σεξεργασίας	=	σεξεργασία
σεξεργασίες	=	σεξεργασία
σεξεργασιών	=	σεξεργασία
σεξεργατριών	=	σεξεργάτρια
σεξεργατών	=	σεξεργάτης
σεξισμέ	noun	κλητική ενικού του σεξισμός
σεξισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεξισμός
σεξισμού	noun	γενική ενικού του σεξισμός
σεξισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεξισμός
σεξισμό	noun	αιτιατική ενικού του σεξισμός
σεξισμός	noun	οι διακρίσεις και η προκατάληψη που βασίζονται στο φύλο
σεξισμών	noun	γενική πληθυντικού του σεξισμός
σεξιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξιστής
σεξιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σεξιστής
σεξιστής	noun	που κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, συνήθως θεωρώντας το δικό του ανώτερο
σεξιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξιστικό
σεξιστικέ	adj	κλητική ενικού του σεξιστικός
σεξιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξιστική
σεξιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεξιστικός
σεξιστικής	adj	γενική ενικού του σεξιστική
σεξιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεξιστικός
σεξιστικού	adj	γενική ενικού του σεξιστικός
σεξιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεξιστικός
σεξιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σεξιστικός
σεξιστικός	adj	χαρακτηριστικός του σεξισμού
σεξιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σεξιστικός
σεξιστών	noun	γενική πληθυντικού του σεξιστής
σεξοθεραπεία	noun	ψυχολογική θεραπεία των σεξουαλικών προβλημάτων
σεξοθεραπείας	noun	γενική ενικού του σεξοθεραπεία
σεξοθεραπείες	=	σεξοθεραπεία
σεξοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του σεξοθεραπεία
σεξοθεραπευτές	=	σεξοθεραπευτής
σεξοθεραπευτή	=	σεξοθεραπευτής
σεξοθεραπευτής	noun	ψυχολόγος ειδικευμένος στη σεξοθεραπεία
σεξοθεραπευτών	=	σεξοθεραπευτής
σεξοθεραπεύτρια	=	σεξοθεραπευτής
σεξολογία	noun	επιστήμη που ασχολείται με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα και τις διαταραχέςτης
σεξολογίας	noun	γενική ενικού του σεξολογία
σεξολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξολογία
σεξολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξολογικό
σεξολογικέ	adj	κλητική ενικού του σεξολογικός
σεξολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξολογική
σεξολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεξολογικός
σεξολογικής	adj	γενική ενικού του σεξολογική
σεξολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεξολογικός
σεξολογικού	adj	γενική ενικού του σεξολογικός
σεξολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεξολογικός
σεξολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σεξολογικός
σεξολογικός	adj	σχετικός με τη σεξολογία ή τον σεξολόγο
σεξολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σεξολογικός
σεξολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σεξολογία
σεξολόγε	=	σεξολόγος
σεξολόγο	=	σεξολόγος
σεξολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεξολόγος
σεξολόγος	noun	ειδικός στην σεξολογία
σεξολόγου	noun	γενική ενικού του σεξολόγος
σεξολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεξολόγος
σεξολόγων	noun	γενική πληθυντικού του σεξολόγος
σεξομανές	=	σεξομανής
σεξομανή	=	σεξομανής
σεξομανής	adj	που επιδιώκει με μανία τη σύναψη σεξουαλικών επαφών
σεξομανία	noun	μανία για σεξ
σεξομανίας	=	σεξομανία
σεξομανίες	=	σεξομανία
σεξομανείς	=	σεξομανής
σεξομανιών	=	σεξομανία
σεξομανούς	=	σεξομανής
σεξομανών	=	σεξομανής
σεξοτουρισμέ	=	σεξοτουρισμός
σεξοτουρισμοί	=	σεξοτουρισμός
σεξοτουρισμού	=	σεξοτουρισμός
σεξοτουρισμούς	=	σεξοτουρισμός
σεξοτουρισμό	=	σεξοτουρισμός
σεξοτουρισμός	noun	μορφή τουρισμού που έχει ως βασικό κίνητρο την αναζήτηση σεξουαλικών εμπειριών, συχνά σε κοινωνικά ευάλωτα περιβάλλοντα
σεξοτουρισμών	=	σεξοτουρισμός
σεξουαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σεξουαλικός	adv	με σεξουαλικό τρόπο
σεξουαλικέ	adj	κλητική ενικού του σεξουαλικός
σεξουαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξουαλική
σεξουαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεξουαλικός
σεξουαλικής	adj	γενική ενικού του σεξουαλική
σεξουαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεξουαλικός
σεξουαλικοποίει	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποίησα	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποίησαν	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποίησε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποίησες	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποίηση	noun|formal	η απονομή ή προβολή σεξουαλικών χαρακτηριστικών, νοημάτων ή ρόλων σε πρόσωπα, σώματα, συμπεριφορές ή αντικείμενα, συχνά με τρόπο που υπερτονίζει ή εργαλειοποιεί τη σεξουαλικότητά τους
σεξουαλικοποίησης	=	σεξουαλικοποίηση
σεξουαλικοποιήσαμε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιήσαν	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιήσανε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιήσατε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιήσει	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιήσεις	=	σεξουαλικοποίηση
σεξουαλικοποιήσεων	=	σεξουαλικοποίηση
σεξουαλικοποιήστε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιεί	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιείς	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιείτε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούμε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούν	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούνε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσα	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσαμε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσαν	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσανε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσατε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσε	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιούσες	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοποιώ	verb	απονέμω ή προβάλλω σεξουαλικά χαρακτηριστικά, νοήματα ή ρόλους σε πρόσωπα, σώματα, συμπεριφορές ή αντικείμενα, συχνά με τρόπο που υπερτονίζει ή εργαλειοποιεί τη σεξουαλικότητά τους
σεξουαλικοποιώντας	=	σεξουαλικοποιώ
σεξουαλικοτήτων	=	σεξουαλικότητα
σεξουαλικού	adj	γενική ενικού του σεξουαλικός
σεξουαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεξουαλικός
σεξουαλικό	adj	αιτιατική ενικού του σεξουαλικός
σεξουαλικός	adj	ο σχετικός με το φύλο, την αναπαραγωγή και τη γενετήσια πράξη
σεξουαλικότατα	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατε	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατες	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατη	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατης	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατο	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατοι	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατος	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατου	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατους	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότατων	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερα	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερε	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερες	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερη	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερης	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερο	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότεροι	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερος	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερου	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερους	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότερων	=	σεξουαλικός
σεξουαλικότητα	noun	το σεξουαλικό ένστικτο και η εκδήλωσή του για κάθε άτομο
σεξουαλικότητας	noun	γενική ενικού του σεξουαλικότητα
σεξουαλικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξουαλικότητα
σεξουαλικών	adj	γενική πληθυντικού του σεξουαλικός
σεξουαλικώς	adv	με σεξ
σεξουαλισμέ	=	σεξουαλισμός
σεξουαλισμοί	=	σεξουαλισμός
σεξουαλισμού	=	σεξουαλισμός
σεξουαλισμούς	=	σεξουαλισμός
σεξουαλισμό	=	σεξουαλισμός
σεξουαλισμός	noun	άλλη μορφή του σεξουαλικότητα
σεξουαλισμών	=	σεξουαλισμός
σεξουλιάρα	=	σεξουλιάρης
σεξουλιάρη	=	σεξουλιάρης
σεξουλιάρηδες	=	σεξουλιάρης
σεξουλιάρηδων	=	σεξουλιάρης
σεξουλιάρης	noun	ερωτύλος
σεξπιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξπιρικό
σεξπιρικέ	adj	κλητική ενικού του σεξπιρικός
σεξπιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξπιρική
σεξπιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεξπιρικός
σεξπιρικής	adj	γενική ενικού του σεξπιρική
σεξπιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεξπιρικός
σεξπιρικού	adj	γενική ενικού του σεξπιρικός
σεξπιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεξπιρικός
σεξπιρικό	adj	αιτιατική ενικού του σεξπιρικός
σεξπιρικός	adj	άλλη γραφή του σαικσπηρικός
σεξπιρικών	adj	γενική πληθυντικού του σεξπιρικός
σεξπιριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεξπιριστής
σεξπιριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σεξπιριστής
σεξπιριστής	noun	άλλη γραφή του σαικσπηριστής
σεξπιριστών	noun	γενική πληθυντικού του σεξπιριστής
σεξυπνία	noun	υπνική διαταραχή, εξαιτίας της οποίας κάποιος επιδίδεται σε σεξουαλικές πράξεις στον ύπνο του
σεξυπνίας	=	σεξυπνία
σεξυπνίες	=	σεξυπνία
σεξυπνιών	=	σεξυπνία
σεπ	abbrev	σχολικό μάθημα της Γ' Γυμνασίου με σκοπό την πληροφόρηση των μαθητών για τις προσφερόμενες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές επιλογές
σεπάλου	=	σέπαλο
σεπάλων	=	σέπαλο
σεπέτι	noun|dated	καλάθι
σεπέτια	=	σεπέτι
σεπαλοειδές	=	σεπαλοειδής
σεπαλοειδή	=	σεπαλοειδής
σεπαλοειδής	adj	που έχει την μορφή του σέπαλου
σεπαλοειδείς	=	σεπαλοειδής
σεπαλοειδούς	=	σεπαλοειδής
σεπαλοειδών	=	σεπαλοειδής
σεπαρέ	noun	απομονωμένος χώρος ή δωμάτιο σε εστιατόριο ή κέντρο διασκέδασης για πελάτες που χρειάζονται να μείνουν μόνοι σε προσωπικό τους χώρο
σεπε	abbrev	ελληνική ελεγκτική αρχή υπεύθυνη για τον έλεγχο της εργατικής νομοθεσίας
σεπετιού	=	σεπέτι
σεπετιών	=	σεπέτι
σεπολιώτικα	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικε	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικες	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικη	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικης	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικο	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικοι	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Σεπόλια ή τους κατοίκους τους
σεπολιώτικου	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικους	=	σεπολιώτικος
σεπολιώτικων	=	σεπολιώτικος
σεπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτό	adv	Με σεβασμό
σεπτέ	adj	κλητική ενικού του σεπτός
σεπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτή
σεπτέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτέτο
σεπτέτο	noun	μουσικό σύνολο με επτά εκτελεστές
σεπτέτου	noun	γενική ενικού του σεπτέτο
σεπτέτων	noun	γενική πληθυντικού του σεπτέτο
σεπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεπτός
σεπτής	adj	γενική ενικού του σεπτή
σεπτεμβριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτεμβριάτικο
σεπτεμβριάτικε	adj	κλητική ενικού του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτεμβριάτικη
σεπτεμβριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριάτικης	adj	γενική ενικού του σεπτεμβριάτικη
σεπτεμβριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριάτικος	adj	σεπτεμβριανός
σεπτεμβριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεπτεμβριάτικος
σεπτεμβριανά	noun	τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτεμβριανό
σεπτεμβριανέ	adj	κλητική ενικού του σεπτεμβριανός
σεπτεμβριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεπτεμβριανή
σεπτεμβριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεπτεμβριανός
σεπτεμβριανής	adj	γενική ενικού του σεπτεμβριανή
σεπτεμβριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεπτεμβριανός
σεπτεμβριανού	adj	γενική ενικού του σεπτεμβριανός
σεπτεμβριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεπτεμβριανός
σεπτεμβριανό	adj	αιτιατική ενικού του σεπτεμβριανός
σεπτεμβριανός	adj	που συμβαίνει το Σεπτέμβριο
σεπτεμβριανών	adj	γενική πληθυντικού του σεπτεμβριανός
σεπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεπτός
σεπτού	adj	γενική ενικού του σεπτός
σεπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεπτός
σεπτό	adj	αιτιατική ενικού του σεπτός
σεπτός	adj	άξιος σεβασμού, σεβαστός λόγω της ιερότητάς του
σεπτών	adj	γενική πληθυντικού του σεπτός
σερ	noun	χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (γράφεται και με κεφαλαίο - Σερ)
σεράπιον	noun	ναός λατρείας του θεού Σέραπη της αρχαίας Αιγύπτου
σερέτη	=	σερέτης
σερέτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερέτης
σερέτηδων	=	σερέτης
σερέτης	noun|dated	ζόρικος, δύστροπος, ευέξαπτος, μοχθηρός
σερέτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερέτικο
σερέτικε	adj	κλητική ενικού του σερέτικος
σερέτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερέτικη
σερέτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερέτικος
σερέτικης	adj	γενική ενικού του σερέτικη
σερέτικο	adj	αιτιατική ενικού του σερέτικος
σερέτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερέτικος
σερέτικος	adj|dated	που έχει σχέση με σερέτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σερέτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σερέτικος
σερέτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερέτικος
σερέτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σερέτικος
σερέτισσα	noun	θηλυκό του σερέτης
σερέτισσας	noun	γενική ενικού του σερέτισσα
σερέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερέτισσα
σερί	adv	ασταμάτητα, ακατάπαυστα, χωρίς διακοπή	noun	ενέργεια που επαναλαμβάνεται χωρίς διακοπή, στη σειρά
σερίνες	=	σερίνη
σερίνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη
σερίνης	=	σερίνη
σερίφη	=	σερίφης
σερίφηδες	=	σερίφης
σερίφηδων	=	σερίφης
σερίφης	noun	αστυνομικό όργανο, που εκλέγεται ή ορίζεται στη θέση αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα
σερασκέρη	=	σερασκέρης
σερασκέρηδες	=	σερασκέρης
σερασκέρηδων	=	σερασκέρης
σερασκέρης	noun	τίτλος στρατιωτικού διοικητή ή αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
σεραφίμ	noun	Σεραφείμ
σεραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεραφικό
σεραφικέ	adj	κλητική ενικού του σεραφικός
σεραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεραφική
σεραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεραφικός
σεραφικής	adj	γενική ενικού του σεραφική
σεραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεραφικός
σεραφικού	adj	γενική ενικού του σεραφικός
σεραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεραφικός
σεραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σεραφικός
σεραφικός	adj	που αναφέρεται στα σεραφείμ
σεραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σεραφικός
σερβάν	noun|dated	το ξύλινο έπιπλο της τραπεζαρίας για τη φύλαξη των πιατικών, σερβίτσιων, ποτών
σερβάντα	noun	άλλη μορφή του σερβάν
σερβάντας	noun	γενική ενικού του σερβάντα
σερβάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβάντα
σερβί	noun	η άρνηση του παίχτη να αλλάξει χαρτιά
σερβίραμε	=	σερβίρω
σερβίραν	=	σερβίρω
σερβίρανε	=	σερβίρω
σερβίρατε	=	σερβίρω
σερβίρει	=	σερβίρω
σερβίρεις	=	σερβίρω
σερβίρεσαι	=	σερβίρω
σερβίρεστε	=	σερβίρω
σερβίρεται	=	σερβίρω
σερβίρετε	=	σερβίρω
σερβίριζα	=	σερβίρω
σερβίριζαν	=	σερβίρω
σερβίριζε	=	σερβίρω
σερβίριζες	=	σερβίρω
σερβίρισα	=	σερβίρω
σερβίρισαν	=	σερβίρω
σερβίρισε	=	σερβίρω
σερβίρισες	=	σερβίρω
σερβίρισμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του σερβίρω
σερβίρομαι	verb	πλασάρομαι, πρόχειρη έκφραση για την θετική, συνήθως αναληθή αυτοπαρουσίαση, παρουσιάζω τον εαυτό μου
σερβίρομε	=	σερβίρω
σερβίρονται	=	σερβίρω
σερβίρονταν	=	σερβίρω
σερβίροντας	=	σερβίρω
σερβίρουμε	=	σερβίρω
σερβίρουν	=	σερβίρω
σερβίρουνε	=	σερβίρω
σερβίρω	verb	τοποθετώ φαγητό σε πιάτο ή ποτό σε ποτήρι (για κάποιον)
σερβίς	noun	η εκτέλεση της πρώτης βολής σε αθλήματα όπως το βόλεϊ και το τένις
σερβίτσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβίτσιο
σερβίτσιο	noun	το σύνολο των επιτραπέζιων σκευών (πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα κ.ά.) με κοινά σχέδια ή διακοσμητικά μοτίβα
σερβίτσιου	noun	γενική ενικού του σερβίτσιο
σερβίτσιων	noun	γενική πληθυντικού του σερβίτσιο
σερβαντών	noun	γενική πληθυντικού του σερβάντα
σερβαρίσου	=	σερβίρω
σερβαρίστηκα	=	σερβίρω
σερβαρίστηκαν	=	σερβίρω
σερβαρίστηκε	=	σερβίρω
σερβαρίστηκες	=	σερβίρω
σερβαριζόμασταν	=	σερβίρω
σερβαριζόμαστε	=	σερβίρω
σερβαριζόμουν	=	σερβίρω
σερβαριζόμουνα	=	σερβίρω
σερβαριζόντουσαν	=	σερβίρω
σερβαριζόσασταν	=	σερβίρω
σερβαριζόσαστε	=	σερβίρω
σερβαριζόσουν	=	σερβίρω
σερβαριζόσουνα	=	σερβίρω
σερβαριζόταν	=	σερβίρω
σερβαριζότανε	=	σερβίρω
σερβαρισμένος	=	σερβίρω
σερβαριστήκαμε	=	σερβίρω
σερβαριστήκαν	=	σερβίρω
σερβαριστήκανε	=	σερβίρω
σερβαριστήκατε	=	σερβίρω
σερβαριστεί	=	σερβίρω
σερβαριστείς	=	σερβίρω
σερβαριστείτε	=	σερβίρω
σερβαριστούμε	=	σερβίρω
σερβαριστούν	=	σερβίρω
σερβαριστούνε	=	σερβίρω
σερβαριστώ	=	σερβίρω
σερβιέτα	noun	κομμάτι ύφασμα (συνήθως επεξεργασμένο βαμβάκι) που απορροφά το αίμα κατά την διάρκεια της περιόδου μιας γυναίκας
σερβιέτας	noun	γενική ενικού του σερβιέτα
σερβιέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβιέτα
σερβιετάκι	=	σερβιέτα
σερβιετούλα	=	σερβιέτα
σερβιετών	noun	γενική πληθυντικού του σερβιέτα
σερβικά	noun	της οικογένειας των νότιων σλαβικών γλωσσών που μιλιέται στη Σερβία.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβικό
σερβικέ	adj	κλητική ενικού του σερβικός
σερβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβική
σερβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερβικός
σερβικής	adj	γενική ενικού του σερβική
σερβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερβικός
σερβικού	adj	γενική ενικού του σερβικός
σερβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερβικός
σερβικό	adj	αιτιατική ενικού του σερβικός
σερβικός	adj	σχετικός με τη Σερβία και τους Σέρβους
σερβικών	adj	γενική πληθυντικού του σερβικός
σερβιρίζει	=	σερβίρω
σερβιρίζεις	=	σερβίρω
σερβιρίζεσαι	=	σερβίρω
σερβιρίζεστε	=	σερβίρω
σερβιρίζεται	=	σερβίρω
σερβιρίζετε	=	σερβίρω
σερβιρίζομαι	=	σερβίρω
σερβιρίζοναι	=	σερβίρω
σερβιρίζουν	=	σερβίρω
σερβιρίζουνε	=	σερβίρω
σερβιρίζω	=	σερβίρω
σερβιρίσαμε	=	σερβίρω
σερβιρίσατε	=	σερβίρω
σερβιρίσει	=	σερβίρω
σερβιρίσεις	=	σερβίρω
σερβιρίσετε	=	σερβίρω
σερβιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβίρισμα
σερβιρίσματος	noun	γενική ενικού του σερβίρισμα
σερβιρίσομε	=	σερβίρω
σερβιρίσουμε	=	σερβίρω
σερβιρίσουν	=	σερβίρω
σερβιρίσουνε	=	σερβίρω
σερβιρίστε	=	σερβίρω
σερβιρίστηκα	=	σερβίρω
σερβιρίσω	=	σερβίρω
σερβιριζόμαστε	=	σερβίρω
σερβιριζόσαστε	=	σερβίρω
σερβιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σερβίρισμα
σερβιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβιρισμένο
σερβιρισμένε	verb	κλητική ενικού του σερβιρισμένος
σερβιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβιρισμένη
σερβιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερβιρισμένος
σερβιρισμένης	verb	γενική ενικού του σερβιρισμένη
σερβιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σερβιρισμένος
σερβιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερβιρισμένος
σερβιρισμένος	=	σερβίρω
σερβιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σερβιρισμένος
σερβιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σερβιρισμένος
σερβιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σερβιρισμένος
σερβιστί	adv|formal	στα σερβικά, στη σερβική γλώσσα
σερβιτορισσών	noun	γενική πληθυντικού του σερβιτόρισσα
σερβιτόρα	noun	αυτή που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ.
σερβιτόρας	noun	γενική ενικού του σερβιτόρα
σερβιτόρε	noun	κλητική ενικού του σερβιτόρος
σερβιτόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβιτόρα
σερβιτόρισσα	noun|rare	η σερβιτόρα
σερβιτόρισσας	noun	γενική ενικού του σερβιτόρισσα
σερβιτόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβιτόρισσα
σερβιτόρο	noun	αιτιατική ενικού του σερβιτόρος
σερβιτόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερβιτόρος
σερβιτόρος	noun	αυτός που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ.
σερβιτόρου	noun	γενική ενικού του σερβιτόρος
σερβιτόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σερβιτόρος
σερβιτόρων	noun	γενική πληθυντικού του σερβιτόρος
σερβοβοσνιακά	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακέ	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακές	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακή	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακής	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακοί	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακού	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακούς	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακό	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβοσνιακός	adj	ο σχετικός με τους Σερβοβόσνιους
σερβοβοσνιακών	=	σερβοβοσνιακός
σερβοβουλγαρικά	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικέ	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικές	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρική	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικής	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικοί	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικού	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικούς	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικό	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοβουλγαρικός	adj	σχετικός με Σέρβους και Βούλγαρους
σερβοβουλγαρικών	=	σερβοβουλγαρικός
σερβοκίνηση	noun	η κίνηση που εξασφαλίζεται χάρη σ’ έναν σερβοκινητήρα
σερβοκίνησης	=	σερβοκίνηση
σερβοκινήσεις	=	σερβοκίνηση
σερβοκινήσεων	=	σερβοκίνηση
σερβοκινητήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σερβοκινητήρας
σερβοκινητήρας	noun	τύπος ηλεκτροκινητήρα που χρησιμοποιείται για τον ακριβή έλεγχο της θέσης, της ταχύτητας και της ροπής μιας μηχανής ή ενός συστήματος
σερβοκινητήρες	=	σερβοκινητήρας
σερβοκινητήρια	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριας	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριε	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριες	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριο	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριοι	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριος	adj	που έχει σχέση με σερβοκινητήρα ή σερβοκίνηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
σερβοκινητήριου	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριους	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήριων	=	σερβοκινητήριος
σερβοκινητήρων	=	σερβοκινητήρας
σερβοκροάτικα	noun	η σερβοκροατική γλώσσα
σερβοκροάτικος	=	σερβοκροατικός
σερβοκροάτικων	=	σερβοκροάτικα
σερβοκροατικά	noun	που μιλιέται στη Σερβία, το Μαυροβούνιο, την Κροατία και την Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
σερβοκροατικέ	adj	κλητική ενικού του σερβοκροατικός
σερβοκροατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερβοκροατική
σερβοκροατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερβοκροατικός
σερβοκροατικής	adj	γενική ενικού του σερβοκροατική
σερβοκροατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερβοκροατικός
σερβοκροατικού	adj	γενική ενικού του σερβοκροατικός
σερβοκροατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερβοκροατικός
σερβοκροατικό	adj	αιτιατική ενικού του σερβοκροατικός
σερβοκροατικός	adj	Που αφορά τη σερβοκροατική γλώσσα.
σερβοκροατικών	adj	γενική πληθυντικού του σερβοκροατικός
σερβομοτέρ	noun	ο σερβοκινητήρας
σερβοφωνία	noun	η ομιλία στη σερβική γλώσσα, η γνώση των σερβικών
σερβοφωνίας	=	σερβοφωνία
σερβόφωνα	=	σερβόφωνος
σερβόφωνε	=	σερβόφωνος
σερβόφωνες	=	σερβόφωνος
σερβόφωνη	=	σερβόφωνος
σερβόφωνης	=	σερβόφωνος
σερβόφωνο	=	σερβόφωνος
σερβόφωνοι	=	σερβόφωνος
σερβόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα σερβικά
σερβόφωνου	=	σερβόφωνος
σερβόφωνους	=	σερβόφωνος
σερβόφωνων	=	σερβόφωνος
σεργιάνι	noun	ο περίπατος, η βόλτα χωρίς αναγκαστικά συγκεκριμένο προορισμό
σεργιάνια	=	σεργιάνι
σεργιάνιζα	=	σεργιανίζω
σεργιάνιζαν	=	σεργιανίζω
σεργιάνιζε	=	σεργιανίζω
σεργιάνιζες	=	σεργιανίζω
σεργιάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανάω	=	σεργιανίζω
σεργιανίζαμε	=	σεργιανίζω
σεργιανίζαν	=	σεργιανίζω
σεργιανίζανε	=	σεργιανίζω
σεργιανίζατε	=	σεργιανίζω
σεργιανίζει	=	σεργιανίζω
σεργιανίζεις	=	σεργιανίζω
σεργιανίζετε	=	σεργιανίζω
σεργιανίζοντας	=	σεργιανίζω
σεργιανίζουμε	=	σεργιανίζω
σεργιανίζουν	=	σεργιανίζω
σεργιανίζουνε	=	σεργιανίζω
σεργιανίζω	verb	κάνω περίπατο, κάνω βόλτες
σεργιανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσαν	=	σεργιανίζω
σεργιανίσανε	=	σεργιανίζω
σεργιανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σεργιανίζω
σεργιανιού	=	σεργιάνι
σεργιανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεργιανισμένο
σεργιανισμένε	verb	κλητική ενικού του σεργιανισμένος
σεργιανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεργιανισμένη
σεργιανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεργιανισμένος
σεργιανισμένης	verb	γενική ενικού του σεργιανισμένη
σεργιανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεργιανισμένος
σεργιανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεργιανισμένος
σεργιανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεργιανισμένος
σεργιανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεργιανισμένος
σεργιανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεργιανισμένος
σεργιανιών	=	σεργιάνι
σεργουνιού	=	σεργούνι
σεργουνιών	=	σεργούνι
σεργούνι	noun	άλλη μορφή του σουργούνι
σεργούνια	=	σεργούνι
σερενάτα	noun	μουσικό είδος, αρχικά της εποχής μπαρόκ, εορταστικό, που κατά κανόνα παιζόταν στο ύπαιθρο.
σερενάτας	noun	γενική ενικού του σερενάτα
σερενάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερενάτα
σερετιά	noun	η συμπεριφορά ή η ιδιότητα τού σερέτη
σερετιάς	=	σερετιά
σερετιές	=	σερετιά
σερετιλίκι	noun	η ιδιότητα και συμπεριφορά τού σερέτη
σερετισσών	noun	γενική πληθυντικού του σερέτισσα
σερετιών	=	σερετιά
σερζ	noun	είδος μάλλινου υφάσματος με διαγώνια πλέξη
σεριάνι	noun	άλλη μορφή του σεργιάνι
σερινών	=	σερίνη
σεριφιωτισσών	=	σεριφιώτισσα
σεριφιωτών	=	σεριφιώτης
σεριφιώτες	=	σεριφιώτης
σεριφιώτη	=	σεριφιώτης
σεριφιώτης	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Σέριφο
σεριφιώτισσα	noun	αυτή που κατοικεί στη Σέριφο ή κατάγεται από το νησί αυτό
σεριφιώτισσας	=	σεριφιώτισσα
σεριφιώτισσες	=	σεριφιώτισσα
σερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερμένο
σερμένε	verb	κλητική ενικού του σερμένος
σερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερμένη
σερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερμένος
σερμένης	verb	γενική ενικού του σερμένη
σερμένο	verb	αιτιατική ενικού του σερμένος
σερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερμένος
σερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σερμένος
σερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σερμένος
σερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σερμένος
σερμαγιά	noun	κεφάλαιο, αρχικό χρηματικό κεφάλαιο επιχείρησης.
σερμαγιάς	noun	γενική ενικού του σερμαγιά
σερμαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερμαγιά
σερμαγιών	=	σερμαγιά
σερμπέτι	noun	είδος πολύ γλυκού ποτού
σερμπέτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερμπέτι
σερνάμενα	=	σερνάμενος
σερνάμενε	=	σερνάμενος
σερνάμενες	=	σερνάμενος
σερνάμενη	=	σερνάμενος
σερνάμενης	=	σερνάμενος
σερνάμενο	=	σερνάμενος
σερνάμενοι	=	σερνάμενος
σερνάμενος	verb	που σέρνεται, που προχωράει με δυσκολία, με πολύ κόπο
σερνάμενου	=	σερνάμενος
σερνάμενους	=	σερνάμενος
σερνάμενων	=	σερνάμενος
σερνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερνικό
σερνικέ	adj	κλητική ενικού του σερνικός
σερνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερνική
σερνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερνικός
σερνικής	adj	γενική ενικού του σερνική
σερνικιά	=	σερνικός
σερνικιάς	=	σερνικός
σερνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερνικός
σερνικοβότανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερνικοβότανο
σερνικοβότανο	noun	άλλο όνομα για το βότανο μανδραγόρας, (είδος ορχιδέας) το οποίο υποτίθεται ότι ευνοεί τη σύλληψη ή τη γέννηση αρσενικών παιδιών.
σερνικοβότανου	noun	γενική ενικού του σερνικοβότανο
σερνικοβότανων	noun	γενική πληθυντικού του σερνικοβότανο
σερνικοθήλυκα	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκε	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκες	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκη	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκης	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκο	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκοι	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκος	adj	βλέπε αρσενικοθήλυκος
σερνικοθήλυκου	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκους	=	σερνικοθήλυκος
σερνικοθήλυκων	=	σερνικοθήλυκος
σερνικού	adj	γενική ενικού του σερνικός
σερνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερνικός
σερνικό	adj	αιτιατική ενικού του σερνικός
σερνικός	adj|vulgar	αρσενικός
σερνικών	adj	γενική πληθυντικού του σερνικός
σερνόμασταν	=	σέρνω
σερνόμαστε	=	σέρνω
σερνόμουν	=	σέρνω
σερνόμουνα	=	σέρνω
σερνόντουσαν	=	σέρνω
σερνόσασταν	=	σέρνω
σερνόσαστε	=	σέρνω
σερνόσουν	=	σέρνω
σερνόσουνα	=	σέρνω
σερνόταν	=	σέρνω
σερνότανε	=	σέρνω
σερολογικά	=	σερολογικός
σερολογικέ	=	σερολογικός
σερολογικές	=	σερολογικός
σερολογική	=	σερολογικός
σερολογικής	=	σερολογικός
σερολογικοί	=	σερολογικός
σερολογικού	=	σερολογικός
σερολογικούς	=	σερολογικός
σερολογικό	=	σερολογικός
σερολογικός	adj	σχετικός με την ορολογία, την επιστημονική μελέτη του ορού και άλλων σωματικών υγρών
σερολογικών	=	σερολογικός
σεροτονίνες	=	σεροτονίνη
σεροτονίνη	noun	αρωματική οργανική ένωση, που λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής και εμπλέκεται στην διατήρηση ή απώλεια της ευεξίας, όρεξης, ηρεμίας κ.λπ. κάποιου
σεροτονίνης	=	σεροτονίνη
σεροτονινεργικά	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικέ	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικές	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργική	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικής	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικοί	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικού	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικούς	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικό	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της σεροτονίνης
σεροτονινεργικών	=	σεροτονινεργικός
σεροτονινών	=	σεροτονίνη
σερπαντίνα	noun	λεπτή χάρτινη κορδέλα τυλιγμένη σε καρούλι και ξετυλίγεται με φύσημα.
σερπαντίνας	noun	γενική ενικού του σερπαντίνα
σερπαντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερπαντίνα
σερπαντινών	noun	γενική πληθυντικού του σερπαντίνα
σερπεντίνες	=	σερπεντίνης
σερπεντίνη	=	σερπεντίνης
σερπεντίνης	noun	ομάδα πράσινων/καφέ ορυκτών που αποτελούνται από πυριτικά άλατα μαγνησίου και σιδήρου που έχουν παρόμοια κρυσταλλική δομή σε στρώματα
σερπεντινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερπεντινικό
σερπεντινικέ	adj	κλητική ενικού του σερπεντινικός
σερπεντινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερπεντινική
σερπεντινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερπεντινικός
σερπεντινικής	adj	γενική ενικού του σερπεντινική
σερπεντινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερπεντινικός
σερπεντινικού	adj	γενική ενικού του σερπεντινικός
σερπεντινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερπεντινικός
σερπεντινικό	adj	αιτιατική ενικού του σερπεντινικός
σερπεντινικός	adj	που έχει σχέση με τον σερπεντίνη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σερπεντινικών	adj	γενική πληθυντικού του σερπεντινικός
σερπεντινομάρμαρα	=	σερπεντινομάρμαρο
σερπεντινομάρμαρο	noun	μάρμαρο από σερπεντίνη
σερπεντινομάρμαρου	=	σερπεντινομάρμαρο
σερπεντινομάρμαρων	=	σερπεντινομάρμαρο
σερπεντινών	=	σερπεντίνης
σερπετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερπετό
σερπετάδα	noun	ζωηράδα
σερπετάδας	=	σερπετάδα
σερπετάδες	=	σερπετάδα
σερπετάδων	=	σερπετάδα
σερπετέ	adj	κλητική ενικού του σερπετός
σερπετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερπετή
σερπετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερπετός
σερπετής	adj	γενική ενικού του σερπετή
σερπετζέ	=	σερπετζές
σερπετζέδες	=	σερπετζές
σερπετζέδων	=	σερπετζές
σερπετζές	noun|dated	καμάρα
σερπετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερπετός
σερπετού	adj	γενική ενικού του σερπετός
σερπετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερπετός
σερπετό	adj	αιτιατική ενικού του σερπετός
σερπετός	adj	ο σβέλτος, ο ευκίνητος, ο ζωηρός
σερπετών	adj	γενική πληθυντικού του σερπετός
σερραίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερραίικο
σερραίικε	adj	κλητική ενικού του σερραίικος
σερραίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερραίικη
σερραίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερραίικος
σερραίικης	adj	γενική ενικού του σερραίικη
σερραίικο	adj	αιτιατική ενικού του σερραίικος
σερραίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερραίικος
σερραίικος	adj	που έχει σχέση με τις Σέρρες ή τους Σερραίους ή αναφέρεται σ’ αυτά
σερραίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σερραίικος
σερραίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερραίικος
σερραίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σερραίικος
σερραϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερραϊκό
σερραϊκέ	adj	κλητική ενικού του σερραϊκός
σερραϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερραϊκή
σερραϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερραϊκός
σερραϊκής	adj	γενική ενικού του σερραϊκή
σερραϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερραϊκός
σερραϊκού	adj	γενική ενικού του σερραϊκός
σερραϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερραϊκός
σερραϊκό	adj	αιτιατική ενικού του σερραϊκός
σερραϊκός	adj	που έχει σχέση με τις Σέρρες ή αναφέρεται σ’ αυτές
σερραϊκών	adj	γενική πληθυντικού του σερραϊκός
σερσέγκι	=	σερσένι
σερσέμα	noun	θηλυκό του σερσέμης
σερσέμας	noun	γενική ενικού του σερσέμα
σερσέμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερσέμα
σερσέμη	=	σερσέμης
σερσέμηδες	=	σερσέμης
σερσέμηδων	=	σερσέμης
σερσέμης	adj	ανόητος, χαζός
σερσέμικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερσέμικο
σερσέμικε	adj	κλητική ενικού του σερσέμικος
σερσέμικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερσέμικη
σερσέμικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σερσέμικος
σερσέμικης	adj	γενική ενικού του σερσέμικη
σερσέμικο	adj	αιτιατική ενικού του σερσέμικος
σερσέμικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σερσέμικος
σερσέμικος	adj	που έχει σχέση με τον σερσέμη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σερσέμικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σερσέμικος
σερσέμικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σερσέμικος
σερσέμικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σερσέμικος
σερσέμισσα	noun	θηλυκό του σερσέμης
σερσέμισσας	=	σερσέμισσα
σερσέμισσες	=	σερσέμισσα
σερσένι	noun	έντομο της τάξης των Υμενόπτερων που μοιάζει με μεγάλη σφήκα
σερσένια	=	σερσένι
σερσενιού	=	σερσένι
σερσενιών	=	σερσένι
σερσερή	=	σερσερής
σερσερήδες	=	σερσερής
σερσερήδων	=	σερσερής
σερσερής	noun	ο αλήτης για τους Κωνσταντινουπολίτες
σερσερού	=	σερσερής
σερτζή	=	σερτζής
σερτζήδες	=	σερτζής
σερτζήδων	=	σερτζής
σερτζής	noun|dated	μικροπωλητής, πλανόδιος πωλητής, γυρολόγος, πραματευτής
σερτισσών	noun	γενική πληθυντικού του σέρτισσα
σερφ	noun	άλλη μορφή του σέρφινγκ
σερφάρισα	=	σερφάρω
σερφάρισμα	noun	το σέρφινγκ
σερφάρω	verb|figurative	πλοηγώ στο διαδίκτυο
σερφαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σερφάρισμα
σερφαρίσματος	noun	γενική ενικού του σερφάρισμα
σερφαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σερφάρισμα
σερών	=	σέρα
σεσημασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεσημασμένο
σεσημασμένε	verb	κλητική ενικού του σεσημασμένος
σεσημασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεσημασμένη
σεσημασμένη	=	σημαίνω
σεσημασμένης	verb	γενική ενικού του σεσημασμένη
σεσημασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεσημασμένος
σεσημασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεσημασμένος
σεσημασμένος	=	σημαίνω
σεσημασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεσημασμένος
σεσημασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεσημασμένος
σεσημασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεσημασμένος
σεσο	abbrev	άδεια οδήγησης που βασίζεται σε ένα σύνολο βαθμών το οποίο ελαττώνεται ανάλογα με τη βαρύτητη των παραβιάσεων του ΚΟΚ που κάνει ο οδηγός (ολοκληρωτική απώλεια των βαθμών συνεπάγεται ακύρωση της άδειας οδήγησης)
σεσουάρ	noun	συσκευή για το στέγνωμα των μαλλιών που χρησιμοποιείται στα κομμωτήρια και έχει μια μεγάλη κάσκα, κάτω απ' την οποία κάθονται οι πελάτισσες
σεστέρτιε	=	σεστέρτιος
σεστέρτιο	=	σεστέρτιος
σεστέρτιοι	=	σεστέρτιος
σεστέρτιος	noun	άλλη μορφή του σηστέρτιος
σεστέρτιου	=	σεστέρτιος
σεστέρτιους	=	σεστέρτιος
σεστέρτιων	=	σεστέρτιος
σεστέτο	noun	μουσική σύνθεση για έξι φωνές ή έξι όργανα
σετ	noun	σύνολο ομοειδών χρηστικών αντικειμένων
σετάρισα	=	σετάρω
σετάρομαι	=	σετάρω
σετάρω	verb|informal	προσαρμόζω και εγκαθιστώ
σεταρίστηκα	=	σετάρω
σεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεταρισμένο
σεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σεταρισμένος
σεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεταρισμένη
σεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεταρισμένος
σεταρισμένης	verb	γενική ενικού του σεταρισμένη
σεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σεταρισμένος
σεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεταρισμένος
σεταρισμένος	=	σετάρω
σεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σεταρισμένος
σεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σεταρισμένος
σεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σεταρισμένος
σεφ	noun	ο αρχιμάγειρας
σεφέρι	noun	ταξίδι
σεφέρια	=	σεφέρι
σεφαραδίτικα	noun	το γλωσσικό ιδίωμα των Σεφαραδιτών	adv	με τον τρόπο των Σεφαραδιτών
σεφαραδίτικε	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικες	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικη	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικης	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικο	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικοι	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικος	adj	που έχει σχέση με Σεφαραδίτη, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν
σεφαραδίτικου	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικους	=	σεφαραδίτικος
σεφαραδίτικων	=	σεφαραδίτικος
σεφαρδίτικα	noun	το γλωσσικό ιδίωμα των Σεφαρδιτών	adv	με τον τρόπο των Σεφαρδιτών
σεφαρδίτικε	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικες	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικη	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικης	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικο	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικοι	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικος	adj	που έχει σχέση με Σεφαρδίτη, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν
σεφαρδίτικου	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικους	=	σεφαρδίτικος
σεφαρδίτικων	=	σεφαρδίτικος
σεφεριού	=	σεφέρι
σεφεριών	=	σεφέρι
σεφερτάσι	noun	μεταλλικό σκεύος για τη μεταφορά τροφίμων σε ταξίδια
σεφερτάσια	=	σεφερτάσι
σεφερτασιού	=	σεφερτάσι
σεφερτασιών	=	σεφερτάσι
σεφτέ	=	σεφτές
σεφτέδες	=	σεφτές
σεφτέδων	=	σεφτές
σεφτές	noun	Η πρώτη-πρώτη είσπραξη της ημέρας για τους επαγγελματίες.
σεφταλιά	noun	παραδοσιακό κυπριακό φαγητό με βάση κιμά και καρυκεύματα, τυλιγμένο σε χοιρινή, συνήθως, μπόλια (στα Κυπριακά πάννα)
σεφταλιάς	=	σεφταλιά
σεφταλιές	=	σεφταλιά
σεφταλιών	=	σεφταλιά
σεχταρίστρια	noun	θηλυκό του σεχταριστής
σεχταρίστριας	=	σεχταρίστρια
σεχταρίστριες	=	σεχταρίστρια
σεχταρισμέ	noun	κλητική ενικού του σεχταρισμός
σεχταρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεχταρισμός
σεχταρισμού	noun	γενική ενικού του σεχταρισμός
σεχταρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σεχταρισμός
σεχταρισμό	noun	αιτιατική ενικού του σεχταρισμός
σεχταρισμός	noun	η εμμονή στην πολιτική (συνήθως μαρξιστική) ιδεολογική καθαρότητα που οδηγεί στη δημιουργία μικρών (αριστερών) πολιτικών ομάδων χωρίς δυνατότητα άσκησης ευρείας επιρροής
σεχταρισμών	noun	γενική πληθυντικού του σεχταρισμός
σεχταριστές	=	σεχταριστής
σεχταριστή	=	σεχταριστής
σεχταριστής	noun	άλλη μορφή του σεκταριστής
σεχταριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σεχταριστικός	adv	με σεχταριστικό τρόπο
σεχταριστικέ	adj	κλητική ενικού του σεχταριστικός
σεχταριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σεχταριστική
σεχταριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σεχταριστικός
σεχταριστικής	adj	γενική ενικού του σεχταριστική
σεχταριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σεχταριστικός
σεχταριστικού	adj	γενική ενικού του σεχταριστικός
σεχταριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σεχταριστικός
σεχταριστικό	adj	αιτιατική ενικού του σεχταριστικός
σεχταριστικός	adj	που έχει σχέση με τον σεχταρισμό ή τον σεχταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
σεχταριστικών	adj	γενική πληθυντικού του σεχταριστικός
σεχταριστριών	=	σεχταρίστρια
σεχταριστών	=	σεχταριστής
σεχτών	noun	γενική πληθυντικού του σέχτα
σεχόλ	noun	ο εβραϊκός Άδης, ο Κάτω Κόσμος των νεκρών ως αποτρόπαιος τόπος
σηκέ	noun	κλητική ενικού του σηκός
σηκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηκός
σηκού	noun	γενική ενικού του σηκός
σηκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σηκός
σηκωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθήκαν	=	σηκώνω
σηκωθήκανε	=	σηκώνω
σηκωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωθούνε	=	σηκώνω
σηκωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκωμάρα	noun|vulgar	η στύση, η σεξουαλική διέγερση
σηκωμάρας	=	σηκωμάρα
σηκωμάρες	=	σηκωμάρα
σηκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σήκωμα
σηκωμέ	noun	κλητική ενικού του σηκωμός
σηκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηκωμένο
σηκωμένε	verb	κλητική ενικού του σηκωμένος
σηκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηκωμένη
σηκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηκωμένος
σηκωμένης	verb	γενική ενικού του σηκωμένη
σηκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σηκωμένος
σηκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηκωμένος
σηκωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σηκώνω
σηκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σηκωμένος
σηκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σηκωμένος
σηκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σηκωμένος
σηκωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηκωμός
σηκωμού	noun	γενική ενικού του σηκωμός
σηκωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σηκωμός
σηκωμό	noun	αιτιατική ενικού του σηκωμός
σηκωμός	noun	η ενέργεια του σηκώνομαι
σηκωμών	noun	γενική πληθυντικού του σηκωμός
σηκωνόμασταν	=	σηκώνω
σηκωνόμαστε	=	σηκώνω
σηκωνόμουν	=	σηκώνω
σηκωνόμουνα	=	σηκώνω
σηκωνόντουσαν	=	σηκώνω
σηκωνόσασταν	=	σηκώνω
σηκωνόσαστε	=	σηκώνω
σηκωνόσουν	=	σηκώνω
σηκωνόσουνα	=	σηκώνω
σηκωνόταν	=	σηκώνω
σηκωνότανε	=	σηκώνω
σηκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηκωτό	adv	σηκώνοντας (κάτι ή κάποιον)
σηκωτέ	adj	κλητική ενικού του σηκωτός
σηκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηκωτή
σηκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηκωτός
σηκωτής	adj	γενική ενικού του σηκωτή
σηκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηκωτός
σηκωτού	adj	γενική ενικού του σηκωτός
σηκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σηκωτός
σηκωτό	adj	αιτιατική ενικού του σηκωτός
σηκωτός	adj	που τον σηκώνουν στα χέρια
σηκωτών	adj	γενική πληθυντικού του σηκωτός
σηκό	noun	αιτιατική ενικού του σηκός
σηκός	noun	ο κεντρικός και κύριος (στον άξονα του μήκους) χώρος του αρχαίου ελληνικού ναού, όπου τοποθετούνταν το άγαλμα του θεού, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο ναός
σηκώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνομαι
σηκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήκωμα
σηκώματος	noun	γενική ενικού του σήκωμα
σηκών	noun	γενική πληθυντικού του σηκός
σηκώναμε	=	σηκώνω
σηκώναν	=	σηκώνω
σηκώνανε	=	σηκώνω
σηκώνατε	=	σηκώνω
σηκώνει	=	σηκώνω
σηκώνεις	=	σηκώνω
σηκώνεσαι	=	σηκώνω
σηκώνεστε	=	σηκώνω
σηκώνεται	=	σηκώνω
σηκώνετε	=	σηκώνω
σηκώνομαι	verb	παύω να βρίσκομαι στην οριζόντια ή καθιστή στάση ώστε να σταθώ όρθιος
σηκώνομε	=	σηκώνω
σηκώνονται	=	σηκώνω
σηκώνονταν	=	σηκώνω
σηκώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σηκώνω
σηκώνουμε	=	σηκώνω
σηκώνουν	=	σηκώνω
σηκώνουνε	=	σηκώνω
σηκώνω	verb	μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω
σηκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσαν	=	σηκώνω
σηκώσανε	=	σηκώνω
σηκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσεων	=	σήκωση
σηκώσομε	=	σηκώνω
σηκώσου	=	σηκώνω
σηκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσουνε	=	σηκώνω
σηκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σηκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηκώνω
σημάδεμα	noun	η ενέργεια του σημαδεύω, η τοποθέτηση ή χάραξη ενός σημαδιού
σημάδευα	=	σημαδεύω
σημάδευαν	=	σημαδεύω
σημάδευε	=	σημαδεύω
σημάδευες	=	σημαδεύω
σημάδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημάδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημάδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημάδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημάδι	noun	ακαθόριστο σημείο, σχήμα ή αντικείμενο που μπορεί να χρησιμεύσει σαν αναγνωριστικό
σημάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημάδι
σημάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάναν	=	σημαίνω
σημάνανε	=	σημαίνω
σημάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάνθηκα	=	σημαίνω
σημάνθηκαν	=	σημαίνω
σημάνθηκε	=	σημαίνω
σημάνθηκες	=	σημαίνω
σημάνομε	=	σημαίνω
σημάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάνουνε	=	σημαίνω
σημάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σήμανση
σημάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του σήμανση
σημάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του σήμανση
σημάνσου	=	σημαίνω
σημάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαίνω
σημάτιον	noun	μικρό σήμα, σηματάκι
σημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σήμα
σημαία	noun	κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ.
σημαίας	noun	γενική ενικού του σημαία
σημαίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαία
σημαίναμε	=	σημαίνω
σημαίναν	=	σημαίνω
σημαίνανε	=	σημαίνω
σημαίνατε	=	σημαίνω
σημαίνει	=	σημαίνω
σημαίνεις	=	σημαίνω
σημαίνεσαι	=	σημαίνω
σημαίνεστε	=	σημαίνω
σημαίνεται	=	σημαίνω
σημαίνετε	=	σημαίνω
σημαίνομαι	verb	καταγράφεται σήμανση, σημάδι
σημαίνομε	=	σημαίνω
σημαίνον	noun	ο ήχος μιας λέξης (ή η οπτική αναπαράστασή της στο γραπτό λόγο)
σημαίνοντα	=	σημαίνων
σημαίνονται	=	σημαίνω
σημαίνονταν	=	σημαίνω
σημαίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σημαίνω
σημαίνοντες	=	σημαίνων
σημαίνοντος	=	σημαίνων
σημαίνουμε	=	σημαίνω
σημαίνουν	=	σημαίνω
σημαίνουνε	=	σημαίνω
σημαίνουσα	=	σημαίνων
σημαίνουσας	=	σημαίνων
σημαίνουσες	=	σημαίνων
σημαίνω	verb	χωρίς παθητική φωνή, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο
σημαίνων	verb	σημαντικός, εξέχων
σημαδάκι	noun	υποκοριστικό του σημάδι
σημαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδάκι
σημαδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημάδεμα
σημαδέματος	noun	γενική ενικού του σημάδεμα
σημαδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψαν	=	σημαδεύω
σημαδέψανε	=	σημαδεύω
σημαδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψομε	=	σημαδεύω
σημαδέψου	=	σημαδεύω
σημαδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψουνε	=	σημαδεύω
σημαδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαδεύω
σημαδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σημάδεμα
σημαδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδεμένο
σημαδεμένε	verb	κλητική ενικού του σημαδεμένος
σημαδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδεμένη
σημαδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαδεμένος
σημαδεμένης	verb	γενική ενικού του σημαδεμένη
σημαδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σημαδεμένος
σημαδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαδεμένος
σημαδεμένος	verb	που τον έχουν σημαδέψει
σημαδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σημαδεμένος
σημαδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σημαδεμένος
σημαδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σημαδεμένος
σημαδευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σημαδευτός	adv	με σημαδευτό τρόπο
σημαδευτέ	adj	κλητική ενικού του σημαδευτός
σημαδευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδευτή
σημαδευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαδευτός
σημαδευτήκαμε	=	σημαδεύω
σημαδευτήκαν	=	σημαδεύω
σημαδευτήκανε	=	σημαδεύω
σημαδευτήκατε	=	σημαδεύω
σημαδευτής	noun	αυτός που σημαδεύει	adj	γενική ενικού του σημαδευτή
σημαδευτεί	=	σημαδεύω
σημαδευτείς	=	σημαδεύω
σημαδευτείτε	=	σημαδεύω
σημαδευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαδευτός
σημαδευτού	adj	γενική ενικού του σημαδευτός
σημαδευτούμε	=	σημαδεύω
σημαδευτούν	=	σημαδεύω
σημαδευτούνε	=	σημαδεύω
σημαδευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημαδευτός
σημαδευτό	adj	αιτιατική ενικού του σημαδευτός
σημαδευτός	adj	άλλη μορφή του σημαδεμένος
σημαδευτώ	=	σημαδεύω
σημαδευτών	adj	γενική πληθυντικού του σημαδευτός
σημαδευόμασταν	=	σημαδεύω
σημαδευόμαστε	=	σημαδεύω
σημαδευόμουν	=	σημαδεύω
σημαδευόμουνα	=	σημαδεύω
σημαδευόντουσαν	=	σημαδεύω
σημαδευόσασταν	=	σημαδεύω
σημαδευόσαστε	=	σημαδεύω
σημαδευόσουν	=	σημαδεύω
σημαδευόσουνα	=	σημαδεύω
σημαδευόταν	=	σημαδεύω
σημαδευότανε	=	σημαδεύω
σημαδεύαμε	=	σημαδεύω
σημαδεύαν	=	σημαδεύω
σημαδεύανε	=	σημαδεύω
σημαδεύατε	=	σημαδεύω
σημαδεύει	=	σημαδεύω
σημαδεύεις	=	σημαδεύω
σημαδεύεσαι	=	σημαδεύω
σημαδεύεστε	=	σημαδεύω
σημαδεύεται	=	σημαδεύω
σημαδεύετε	=	σημαδεύω
σημαδεύομαι	=	σημαδεύω
σημαδεύομε	=	σημαδεύω
σημαδεύονται	=	σημαδεύω
σημαδεύονταν	=	σημαδεύω
σημαδεύοντας	=	σημαδεύω
σημαδεύουμε	=	σημαδεύω
σημαδεύουν	=	σημαδεύω
σημαδεύουνε	=	σημαδεύω
σημαδεύτε	=	σημαδεύω
σημαδεύτηκα	=	σημαδεύω
σημαδεύτηκαν	=	σημαδεύω
σημαδεύτηκε	=	σημαδεύω
σημαδεύτηκες	=	σημαδεύω
σημαδεύτρια	=	σημαδευτής
σημαδεύω	verb	χαράζω ή τυπώνω ένα χαρακτηριστικό σημάδι πάνω σε κάτι, για να μπορώ να το αναγνωρίσω αργότερα
σημαδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδιακό	adv	κατά τρόπο σημαδιακό
σημαδιακέ	adj	κλητική ενικού του σημαδιακός
σημαδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδιακή
σημαδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαδιακός
σημαδιακής	adj	γενική ενικού του σημαδιακή
σημαδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαδιακός
σημαδιακού	adj	γενική ενικού του σημαδιακός
σημαδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημαδιακός
σημαδιακό	adj	αιτιατική ενικού του σημαδιακός
σημαδιακός	adj	που αποτελεί σημείο ότι κάτι θα συμβεί, που προμηνύει κάτι σημαντικό
σημαδιακών	adj	γενική πληθυντικού του σημαδιακός
σημαδιού	=	σημάδι
σημαδιών	=	σημάδι
σημαδουρών	noun	γενική πληθυντικού του σημαδούρα
σημαδούρα	noun	αντικείμενο που επιπλέει στη θάλασσα και είναι δεμένο σε άγκυρα· χρησιμοποιείται για να καταδείξει μια περιοχή ή κάτι που βρίσκεται στο βυθό
σημαδούρας	noun	γενική ενικού του σημαδούρα
σημαδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαδούρα
σημαιάκι	noun	υποκοριστικό του: σημαία
σημαιάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαιάκι
σημαινομένου	noun	γενική ενικού του σημαινόμενο
σημαινομένων	noun	γενική πληθυντικού του σημαινόμενο
σημαινουσών	=	σημαίνων
σημαινούσης	=	σημαίνων
σημαινόμασταν	=	σημαίνω
σημαινόμαστε	=	σημαίνω
σημαινόμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαινόμενο
σημαινόμενο	noun	συστατικό στοιχείο του γλωσσικού σημείου, η ενυπάρχουσα έννοια, η σημασία στην οποία αυτό αναφέρεται
σημαινόμενου	=	σημαινόμενο
σημαινόμουν	=	σημαίνω
σημαινόμουνα	=	σημαίνω
σημαινόντουσαν	=	σημαίνω
σημαινόντων	=	σημαίνων
σημαινόσασταν	=	σημαίνω
σημαινόσαστε	=	σημαίνω
σημαινόσουν	=	σημαίνω
σημαινόσουνα	=	σημαίνω
σημαινόταν	=	σημαίνω
σημαινότανε	=	σημαίνω
σημαιολογία	noun	η μελέτη των σημαιών
σημαιολογίας	noun	γενική ενικού του σημαιολογία
σημαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαιολογία
σημαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σημαιολογία
σημαιοστολίζαμε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζαν	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζανε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζατε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζει	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζεις	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζετε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζοντας	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζουμε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζουν	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζουνε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίζω	verb	στολίζω με σημαίες ένα χώρο, ιδιαίτερα σε εθνικές επετείους
σημαιοστολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσαν	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσανε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστολισμέ	noun	κλητική ενικού του σημαιοστολισμός
σημαιοστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαιοστολισμένο
σημαιοστολισμένε	verb	κλητική ενικού του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαιοστολισμένη
σημαιοστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμένης	verb	γενική ενικού του σημαιοστολισμένη
σημαιοστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σημαιοστολισμένος
σημαιοστολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαιοστολισμός
σημαιοστολισμού	noun	γενική ενικού του σημαιοστολισμός
σημαιοστολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σημαιοστολισμός
σημαιοστολισμό	noun	αιτιατική ενικού του σημαιοστολισμός
σημαιοστολισμός	noun	η ενέργεια του σημαιοστολίζω, η ανάρτηση σημαιών σε ένα χώρο για το στολισμό του, ιδιαίτερα σε εθνικές επετείους
σημαιοστολισμών	noun	γενική πληθυντικού του σημαιοστολισμός
σημαιοστόλιζα	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστόλιζαν	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστόλιζε	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστόλιζες	=	σημαιοστολίζω
σημαιοστόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημαιοστολίζω
σημαιοστόλιστα	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστε	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστες	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστη	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστης	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστο	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστοι	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστος	adj	στολισμένος με σημαίες
σημαιοστόλιστου	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστους	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοστόλιστων	=	σημαιοστόλιστος
σημαιοφορία	noun|formal	η τιμητική ανάθεση σε μαθητή ή μαθήτρια να φέρει τη σημαία, κυρίως σε σχολικές παρελάσεις
σημαιοφόρε	noun	κλητική ενικού του σημαιοφόρος
σημαιοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του σημαιοφόρος
σημαιοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαιοφόρος
σημαιοφόρος	noun	αυτός που κρατάει τη σημαία
σημαιοφόρου	noun	γενική ενικού του σημαιοφόρος
σημαιοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σημαιοφόρος
σημαιοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του σημαιοφόρος
σημαιούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαιούλα
σημαιών	noun	γενική πληθυντικού του σημαία
σημανθήκαμε	=	σημαίνω
σημανθήκαν	=	σημαίνω
σημανθήκανε	=	σημαίνω
σημανθήκατε	=	σημαίνω
σημανθεί	=	σημαίνω
σημανθείς	=	σημαίνω
σημανθείτε	=	σημαίνω
σημανθούμε	=	σημαίνω
σημανθούν	=	σημαίνω
σημανθούνε	=	σημαίνω
σημανθώ	=	σημαίνω
σημαντήρα	=	σημαντήρας
σημαντήρας	noun	σημαδούρα, τσαμαδούρα
σημαντήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντήρας
σημαντήρων	=	σημαντήρας
σημαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντικό	adv	σε σημαντικό βαθμό, αρκετά
σημαντικέ	adj	κλητική ενικού του σημαντικός
σημαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντική
σημαντική	noun	συνώνυμο του σημασιολογία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαντικός
σημαντικής	adj	γενική ενικού του σημαντική
σημαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαντικός
σημαντικοτήτων	=	σημαντικότητα
σημαντικού	adj	γενική ενικού του σημαντικός
σημαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημαντικός
σημαντικό	adj	αιτιατική ενικού του σημαντικός
σημαντικός	adj	που έχει σημασία, σπουδαιότητα
σημαντικότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντικότατο
σημαντικότατε	adj	κλητική ενικού του σημαντικότατος
σημαντικότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημαντικότατη
σημαντικότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαντικότατος
σημαντικότατης	adj	γενική ενικού του σημαντικότατη
σημαντικότατο	adj	αιτιατική ενικού του σημαντικότατος
σημαντικότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημαντικότατος
σημαντικότατος	adj	υπερθετικός βαθμός της λέξης: σημαντικός
σημαντικότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σημαντικότατος
σημαντικότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημαντικότατος
σημαντικότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σημαντικότατος
σημαντικότερα	=	σημαντικότερος
σημαντικότερε	=	σημαντικότερος
σημαντικότερες	=	σημαντικότερος
σημαντικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημαντικότερος
σημαντικότερης	=	σημαντικότερος
σημαντικότερο	=	σημαντικότερος
σημαντικότεροι	=	σημαντικότερος
σημαντικότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του σημαντικός
σημαντικότερου	=	σημαντικότερος
σημαντικότερους	=	σημαντικότερος
σημαντικότερων	=	σημαντικότερος
σημαντικότης	noun	η σημαντικότητα
σημαντικότητα	noun	η ιδιότητα του σημαντικού
σημαντικότητας	=	σημαντικότητα
σημαντικότητες	=	σημαντικότητα
σημαντικών	adj	γενική πληθυντικού του σημαντικός
σημασία	noun	το νόημα μιας λέξης, φράσης
σημασίας	noun	γενική ενικού του σημασία
σημασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημασία
σημασιολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημασιολόγηση
σημασιολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σημασιολόγηση
σημασιολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σημασιολόγηση
σημασιολογία	noun	η μελέτη του φάσματος των σημασιών μιας λέξης
σημασιολογίας	noun	γενική ενικού του σημασιολογία
σημασιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημασιολογία
σημασιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σημασιολογικός	adv	από σημασιολογική άποψη
σημασιολογικέ	adj	κλητική ενικού του σημασιολογικός
σημασιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημασιολογική
σημασιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημασιολογικός
σημασιολογικής	adj	γενική ενικού του σημασιολογική
σημασιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημασιολογικός
σημασιολογικού	adj	γενική ενικού του σημασιολογικός
σημασιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημασιολογικός
σημασιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σημασιολογικός
σημασιολογικός	adj	σχετικός με τη σημασιολογία
σημασιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σημασιολογικός
σημασιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σημασιολογία
σημασιολόγηση	noun	η διαδικασία απόδοσης ορισμένης σημασίας ή περιεχομένου -κυρίως- σε λέξη
σημασιολόγησης	noun	γενική ενικού του σημασιολόγηση
σημασιών	noun	γενική πληθυντικού του σημασία
σημασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημασμένο
σημασμένε	verb	κλητική ενικού του σημασμένος
σημασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημασμένη
σημασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημασμένος
σημασμένης	verb	γενική ενικού του σημασμένη
σημασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σημασμένος
σημασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημασμένος
σημασμένος	=	σημαίνω
σημασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σημασμένος
σημασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σημασμένος
σημασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σημασμένος
σηματογράφε	=	σηματογράφος
σηματογράφο	=	σηματογράφος
σηματογράφοι	=	σηματογράφος
σηματογράφος	noun	ιστός σε πλοίο ή στην είσοδο λιμανιού, πάνω στον οποίο αναρτώνται σήματα (ειδικά σημαιάκια) επικοινωνίας και μετάδοσης μηνυμάτων
σηματογράφου	=	σηματογράφος
σηματογράφους	=	σηματογράφος
σηματογράφων	=	σηματογράφος
σηματοδοσία	noun|figurative	άλλη μορφή του σηματοδότηση στη σημασία: μετάδοση σημάτων με κώδικα από απόσταση
σηματοδοσίας	noun	γενική ενικού του σηματοδοσία
σηματοδοσίες	=	σηματοδοσία
σηματοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του σηματοδοσία
σηματοδοτήθηκα	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήθηκαν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήθηκε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήθηκες	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσαν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήσανε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηματοδότηση
σηματοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσεων	=	σηματοδότηση
σηματοδοτήσου	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσουνε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδοτεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σηματοδοτώ
σηματοδοτείς	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτείσαι	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτείστε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτείται	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτείτε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτείτο	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθήκαμε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθήκαν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθήκανε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθήκατε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθεί	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθείς	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθείτε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθούμε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθούν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθούνε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτηθώ	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηματοδοτημένο
σηματοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του σηματοδοτημένος
σηματοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηματοδοτημένη
σηματοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηματοδοτημένος
σηματοδοτημένης	verb	γενική ενικού του σηματοδοτημένη
σηματοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του σηματοδοτημένος
σηματοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηματοδοτημένος
σηματοδοτημένος	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σηματοδοτημένος
σηματοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σηματοδοτημένος
σηματοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σηματοδοτημένος
σηματοδοτικά	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικέ	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικές	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτική	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικής	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικοί	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικού	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικούς	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικό	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτικός	adj	που έχει σχέση με τη σηματοδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
σηματοδοτικών	=	σηματοδοτικός
σηματοδοτούμαι	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούμασταν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούμαστε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούμε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούμενος	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούμουν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούμουνα	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούνε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούνται	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούνταν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούντο	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσα	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσαμε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσαν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσανε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσατε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσε	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσες	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσουν	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτούσουνα	=	σηματοδοτώ
σηματοδοτώ	verb	τοποθετώ σηματοδότες για την ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, πεζών, τρένων
σηματοδοτών	noun	γενική πληθυντικού του σηματοδότης
σηματοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδότες	=	σηματοδότης
σηματοδότη	=	σηματοδότης
σηματοδότης	noun	ηλεκτρονική συσκευή η οποία ρυθμίζει την κυκλοφορία οχημάτων, πεζών, τρένων κ.λπ. με τη μετάδοση φωτεινών σημάτων
σηματοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σηματοδοτώ
σηματοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σηματοδοτώ
σηματοδότησης	=	σηματοδότηση
σηματοδότησις	noun	σηματοδότηση
σηματολογήθηκα	=	σηματολογώ
σηματολογήθηκαν	=	σηματολογώ
σηματολογήθηκε	=	σηματολογώ
σηματολογήθηκες	=	σηματολογώ
σηματολογήσαμε	=	σηματολογώ
σηματολογήσαν	=	σηματολογώ
σηματολογήσανε	=	σηματολογώ
σηματολογήσατε	=	σηματολογώ
σηματολογήσει	=	σηματολογώ
σηματολογήσεις	=	σηματολόγηση
σηματολογήσεων	=	σηματολόγηση
σηματολογήσου	=	σηματολογώ
σηματολογήστε	=	σηματολογώ
σηματολογία	noun	η επικοινωνία με την χρήση σημάτων
σηματολογίας	=	σηματολογία
σηματολογίες	=	σηματολογία
σηματολογίου	noun	γενική ενικού του σηματολόγιο
σηματολογίων	noun	γενική πληθυντικού του σηματολόγιο
σηματολογεί	=	σηματολογώ
σηματολογείς	=	σηματολογώ
σηματολογείσαι	=	σηματολογώ
σηματολογείστε	=	σηματολογώ
σηματολογείται	=	σηματολογώ
σηματολογείτε	=	σηματολογώ
σηματολογηθήκαμε	=	σηματολογώ
σηματολογηθήκαν	=	σηματολογώ
σηματολογηθήκανε	=	σηματολογώ
σηματολογηθήκατε	=	σηματολογώ
σηματολογηθεί	=	σηματολογώ
σηματολογηθείτε	=	σηματολογώ
σηματολογημένος	=	σηματολογώ
σηματολογιών	=	σηματολογία
σηματολογούμαι	=	σηματολογώ
σηματολογούμασταν	=	σηματολογώ
σηματολογούμαστε	=	σηματολογώ
σηματολογούμε	=	σηματολογώ
σηματολογούμουν	=	σηματολογώ
σηματολογούν	=	σηματολογώ
σηματολογούνε	=	σηματολογώ
σηματολογούνται	=	σηματολογώ
σηματολογούνταν	=	σηματολογώ
σηματολογούσα	=	σηματολογώ
σηματολογούσαμε	=	σηματολογώ
σηματολογούσαν	=	σηματολογώ
σηματολογούσανε	=	σηματολογώ
σηματολογούσασταν	=	σηματολογώ
σηματολογούσαστε	=	σηματολογώ
σηματολογούσατε	=	σηματολογώ
σηματολογούσε	=	σηματολογώ
σηματολογούσες	=	σηματολογώ
σηματολογούσουν	=	σηματολογώ
σηματολογώ	verb	δημιουργώ με λεπτότητα ένα σήμα πλοίου τηρώντας τα κριτήρια που το κάνουν ένα
σηματολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σηματολογώ
σηματολόγει	=	σηματολογώ
σηματολόγησα	=	σηματολογώ
σηματολόγησαν	=	σηματολογώ
σηματολόγησε	=	σηματολογώ
σηματολόγησες	=	σηματολογώ
σηματολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σηματολογώ
σηματολόγησης	=	σηματολόγηση
σηματολόγησις	noun	σηματολόγηση
σηματολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηματολόγιο
σηματολόγιο	noun	βιβλίο που καταγράφει και ορίζει τα ναυτικά σήματα
σηματολόγιον	noun	σηματολόγιο
σηματολόγιου	=	σηματολόγιο
σηματολόγιων	=	σηματολόγιο
σηματοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηματοτεχνικό
σηματοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του σηματοτεχνικός
σηματοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηματοτεχνική
σηματοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηματοτεχνικός
σηματοτεχνικής	adj	γενική ενικού του σηματοτεχνική
σηματοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηματοτεχνικός
σηματοτεχνικού	adj	γενική ενικού του σηματοτεχνικός
σηματοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σηματοτεχνικός
σηματοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του σηματοτεχνικός
σηματοτεχνικός	adj	που αφορά τη σήμανση, τη φωτοσήμανση και λοιπό τεχνικό εξοπλισμό
σηματοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του σηματοτεχνικός
σηματωρέ	noun	κλητική ενικού του σηματωρός
σηματωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηματωρός
σηματωρού	noun	γενική ενικού του σηματωρός
σηματωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σηματωρός
σηματωρό	noun	αιτιατική ενικού του σηματωρός
σηματωρός	noun	πόστο, θέση σε πολεμικό πλοίο, στην οποία ο υπεύθυνος έχει σαν έργο τη λήψη ή την αποστολή οπτικών σημάτων
σηματωρών	noun	γενική πληθυντικού του σηματωρός
σημεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημείο
σημείο	noun	μια συγκεκριμένη θέση στο χώρο ή το χρόνο
σημείου	noun	γενική ενικού του σημείο
σημείωμα	noun	το κειμενάκι που μας πληροφορεί για κάποια θέματα ή μας τα υπενθυμίζει
σημείων	noun	γενική πληθυντικού του σημείο
σημείωνα	=	σημειώνω
σημείωναν	=	σημειώνω
σημείωνε	=	σημειώνω
σημείωνες	=	σημειώνω
σημείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημείωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σημειώνω, η καταγραφή κάποιων σκέψεων, ώστε να μπορούμε να τις θυμηθούμε αργότερα
σημείωσης	noun	γενική ενικού του σημείωση
σημειακά	=	σημειακός
σημειακέ	=	σημειακός
σημειακές	=	σημειακός
σημειακή	=	σημειακός
σημειακής	=	σημειακός
σημειακοί	=	σημειακός
σημειακοτήτων	=	σημειακότητα
σημειακού	=	σημειακός
σημειακούς	=	σημειακός
σημειακό	=	σημειακός
σημειακός	adj	που σχετίζεται ή αποτελείται από σημεία
σημειακότητα	noun	η συγκέντρωση σε σημείο
σημειακότητας	=	σημειακότητα
σημειακότητες	=	σημειακότητα
σημειακών	=	σημειακός
σημειογράμματα	=	σημειόγραμμα
σημειογράμματος	=	σημειόγραμμα
σημειογραμμάτων	=	σημειόγραμμα
σημειογραφία	noun	σύμβολα-χαρακτήρες ενός φορμαλισμού-μηχανισμού - ενός γνωστικού πεδίου (λεκτική, μαθηματική, κβαντική μηχανική, μουσική, ντραμιστική σημειογραφία)
σημειογραφίας	noun	γενική ενικού του σημειογραφία
σημειογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειογραφία
σημειογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειογραφικό
σημειογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σημειογραφικός
σημειογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειογραφική
σημειογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημειογραφικός
σημειογραφικής	adj	γενική ενικού του σημειογραφική
σημειογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημειογραφικός
σημειογραφικού	adj	γενική ενικού του σημειογραφικός
σημειογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημειογραφικός
σημειογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σημειογραφικός
σημειογραφικός	adj	που συνδέεται με τη σημειογραφία
σημειογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σημειογραφικός
σημειογραφικῶς	adv	σημειογραφικά, στενογραφικά
σημειογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σημειογραφία
σημειοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειοδότηση
σημειοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σημειοδότηση
σημειοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σημειοδότηση
σημειοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σημειοδοτώ
σημειοδότησης	noun	γενική ενικού του σημειοδότηση
σημειολογία	noun	επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των σημείων και των συμβόλων, όπως και τον τρόπο με τον οποίο αυτά παράγουν νόημα σε διάφορα επικοινωνιακά συστήματα
σημειολογίας	noun	γενική ενικού του σημειολογία
σημειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειολογία
σημειολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειολογικό
σημειολογικέ	adj	κλητική ενικού του σημειολογικός
σημειολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειολογική
σημειολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημειολογικός
σημειολογικής	adj	γενική ενικού του σημειολογική
σημειολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημειολογικός
σημειολογικού	adj	γενική ενικού του σημειολογικός
σημειολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημειολογικός
σημειολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σημειολογικός
σημειολογικός	adj	που έχει σχέση με τη σημειολογία ή τον σημειολόγο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
σημειολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σημειολογικός
σημειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σημειολογία
σημειολόγε	=	σημειολόγος
σημειολόγο	=	σημειολόγος
σημειολόγοι	=	σημειολόγος
σημειολόγος	noun	επιστήμονας που μελετά τη σημειολογία, δηλαδή την επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των σημείων και των συμβόλων, όπως και τον τρόπο με τον οποίο αυτά παράγουν νόημα σε διάφορα επικοινωνιακά συστήματα
σημειολόγου	=	σημειολόγος
σημειολόγους	=	σημειολόγος
σημειολόγων	=	σημειολόγος
σημειοσειρά	noun	τα σημεία μιας ευθείας ως σύνολο
σημειοσειράς	=	σημειοσειρά
σημειοσειρές	=	σημειοσειρά
σημειοσειρών	=	σημειοσειρά
σημειοσυνόλου	=	σημειοσύνολο
σημειοσυνόλων	=	σημειοσύνολο
σημειοσύνολα	=	σημειοσύνολο
σημειοσύνολο	noun	σύνολο σημείων
σημειοσύνολου	=	σημειοσύνολο
σημειωθήκαμε	=	σημειώνομαι
σημειωθήκαν	=	σημειώνομαι
σημειωθήκανε	=	σημειώνομαι
σημειωθήκατε	=	σημειώνομαι
σημειωθεί	=	σημειώνομαι
σημειωθείς	=	σημειώνω
σημειωθείτε	=	σημειώνομαι
σημειωθούμε	=	σημειώνω
σημειωθούν	=	σημειώνω
σημειωθούνε	=	σημειώνω
σημειωθώ	=	σημειώνω
σημειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σημείωμα
σημειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωμένο
σημειωμένε	verb	κλητική ενικού του σημειωμένος
σημειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωμένη
σημειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημειωμένος
σημειωμένης	verb	γενική ενικού του σημειωμένη
σημειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σημειωμένος
σημειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημειωμένος
σημειωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σημειώνω
σημειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σημειωμένος
σημειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σημειωμένος
σημειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σημειωμένος
σημειωματάκι	noun	υποκοριστικό του σημείωμα
σημειωματάκια	=	σημειωματάκι
σημειωματάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωματάριο
σημειωματάριο	noun	το τετράδιο ή το μπλοκ για σημειώσεις
σημειωματάριον	noun	σημειωματάριο
σημειωματάριου	noun	γενική ενικού του σημειωματάριο
σημειωματάριων	noun	γενική πληθυντικού του σημειωματάριο
σημειωματαρίου	noun	γενική ενικού του σημειωματάριο
σημειωματαρίων	noun	γενική πληθυντικού του σημειωματάριο
σημειωνόμασταν	=	σημειώνομαι
σημειωνόμαστε	=	σημειώνομαι
σημειωνόμουν	=	σημειώνομαι
σημειωνόμουνα	=	σημειώνομαι
σημειωνόντουσαν	=	σημειώνομαι
σημειωνόσασταν	=	σημειώνομαι
σημειωνόσαστε	=	σημειώνομαι
σημειωνόσουν	=	σημειώνομαι
σημειωνόσουνα	=	σημειώνομαι
σημειωνόταν	=	σημειώνομαι
σημειωνότανε	=	σημειώνομαι
σημειωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωτό
σημειωτέ	adj	κλητική ενικού του σημειωτός
σημειωτέα	=	σημειωτέος
σημειωτέας	=	σημειωτέος
σημειωτέε	=	σημειωτέος
σημειωτέες	=	σημειωτέος
σημειωτέο	=	σημειωτέος
σημειωτέοι	=	σημειωτέος
σημειωτέον	noun|formal	αυτό που πρέπει να σημειωθεί, πρέπει να το σημειώσουμε
σημειωτέος	adj	που πρέπει να σημειωθεί, που πρέπει να τον σημειώσουμε
σημειωτέου	=	σημειωτέος
σημειωτέους	=	σημειωτέος
σημειωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωτή
σημειωτέων	=	σημειωτέος
σημειωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημειωτός
σημειωτής	noun	άτομο που σημειώνει	adj	γενική ενικού του σημειωτή
σημειωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωτικό
σημειωτικέ	adj	κλητική ενικού του σημειωτικός
σημειωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημειωτική
σημειωτική	noun	η σημειολογία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημειωτικός
σημειωτικής	adj	γενική ενικού του σημειωτική
σημειωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημειωτικός
σημειωτικού	adj	γενική ενικού του σημειωτικός
σημειωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημειωτικός
σημειωτικό	adj	αιτιατική ενικού του σημειωτικός
σημειωτικός	adj	που έχει σχέση με τη σημειωτική / σημειολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σημειωτικών	adj	γενική πληθυντικού του σημειωτικός
σημειωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημειωτός
σημειωτού	adj	γενική ενικού του σημειωτός
σημειωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημειωτός
σημειωτό	adj	αιτιατική ενικού του σημειωτός
σημειωτόν	noun	η κίνηση των ποδιών που ανεβοκατεβαίνουν όπως στον βηματισμό, στο ίδιο όμως σημείο συνεχώς
σημειωτός	adj|rare	που μπορεί ή αξίζει να σημειωθεί
σημειωτών	adj	γενική πληθυντικού του σημειωτός
σημειόγραμμα	noun	γραφική αναπαράσταση δεδομένων όπου κάθε τιμή αντιστοιχεί σε μία κουκκίδα πάνω σε έναν άξονα
σημειώθηκα	=	σημειώνομαι
σημειώθηκαν	=	σημειώνομαι
σημειώθηκε	=	σημειώνομαι
σημειώθηκες	=	σημειώνομαι
σημειώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημείωμα
σημειώματος	noun	γενική ενικού του σημείωμα
σημειώναμε	=	σημειώνω
σημειώναν	=	σημειώνω
σημειώνανε	=	σημειώνω
σημειώνατε	=	σημειώνω
σημειώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σημειώνω
σημειώνεις	=	σημειώνω
σημειώνεσαι	=	σημειώνομαι
σημειώνεστε	=	σημειώνομαι
σημειώνεται	=	σημειώνομαι
σημειώνετε	=	σημειώνω
σημειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σημειώνω
σημειώνομε	=	σημειώνω
σημειώνονται	=	σημειώνομαι
σημειώνονταν	=	σημειώνομαι
σημειώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σημειώνω
σημειώνου	=	σημειώνομαι
σημειώνουμε	=	σημειώνω
σημειώνουν	=	σημειώνω
σημειώνουνε	=	σημειώνω
σημειώνω	verb	γράφω, καταγράφω κάτι για να το θυμάμαι
σημειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσαν	=	σημειώνω
σημειώσανε	=	σημειώνω
σημειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσεις	noun	συνοπτικό δοκίμιο διδακτέας ύλης	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σημείωση
σημειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σημείωση
σημειώσομε	=	σημειώνω
σημειώσου	=	σημειώνομαι
σημειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσουνε	=	σημειώνω
σημειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σημειώνω
σημερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σημερινός
σημερινέ	adj	κλητική ενικού του σημερινός
σημερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημερινή
σημερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημερινός
σημερινής	adj	γενική ενικού του σημερινή
σημερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημερινός
σημερινού	adj	γενική ενικού του σημερινός
σημερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημερινός
σημερινό	adj	αιτιατική ενικού του σημερινός
σημερινός	adj	που έγινε (συνέβη ή φτιάχτηκε κλπ) σήμερα
σημερινών	adj	γενική πληθυντικού του σημερινός
σημερνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σημερνός
σημερνέ	adj	κλητική ενικού του σημερνός
σημερνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημερνή
σημερνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημερνός
σημερνής	adj	γενική ενικού του σημερνή
σημερνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημερνός
σημερνού	adj	γενική ενικού του σημερνός
σημερνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημερνός
σημερνό	adj	αιτιατική ενικού του σημερνός
σημερνών	adj	γενική πληθυντικού του σημερνός
σημιτάνθρωπε	=	σημιτάνθρωπος
σημιτάνθρωπο	=	σημιτάνθρωπος
σημιτάνθρωποι	=	σημιτάνθρωπος
σημιτάνθρωπος	noun	άνθρωπος του Κ. Σημίτη (π. πρωθυπουργού της Ελλάδας)
σημιτάνθρωπου	=	σημιτάνθρωπος
σημιτάνθρωπους	=	σημιτάνθρωπος
σημιτάνθρωπων	=	σημιτάνθρωπος
σημιτανθρώπου	=	σημιτάνθρωπος
σημιτανθρώπους	=	σημιτάνθρωπος
σημιτανθρώπων	=	σημιτάνθρωπος
σημιταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημιταριό
σημιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημιτικό
σημιτικέ	adj	κλητική ενικού του σημιτικός
σημιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σημιτική
σημιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σημιτικός
σημιτικής	adj	γενική ενικού του σημιτική
σημιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημιτικός
σημιτικού	adj	γενική ενικού του σημιτικός
σημιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σημιτικός
σημιτικό	adj	αιτιατική ενικού του σημιτικός
σημιτικός	adj	που ανήκει στους Σημίτες ή αναφέρεται σ' αυτούς
σημιτικών	adj	γενική πληθυντικού του σημιτικός
σημιτισμέ	noun	κλητική ενικού του σημιτισμός
σημιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σημιτισμός
σημιτισμού	noun	γενική ενικού του σημιτισμός
σημιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σημιτισμός
σημιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του σημιτισμός
σημιτισμός	noun	η επίδραση που άσκησε η εβραϊκή γλώσσα στην ελληνική γλώσσα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, επίδραση που διαπιστώνεται κυρίως στην παρουσία μεταφραστικών δανείων σε λέξεις ή εκφράσεις καθώς και στην υιοθέτηση από την ελληνική συντακτικών σχημάτων χαρακτηριστικών της σημιτικής
σημιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του σημιτισμός
σημμυ	abbrev	Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών
σημύδα	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Betula με πλατιά οδοντωτά ωοειδή φύλλα, λευκό φλοιό, και καρπό που μοιάζει με μικρό πτερύγιο· από το ξανθό ξύλο του δέντρου φτιάχνονται έπιπλα
σημύδας	=	σημύδα
σημύδες	=	σημύδα
σημύδων	=	σημύδα
σηπία	noun|formal	σουπιά
σηπίας	=	σηπία
σηπίες	=	σηπία
σηπεδόνες	=	σηπεδών
σηπεδόνος	=	σηπεδών
σηπεδών	noun|archaic	σήψη, σαπίλα
σηπιών	=	σηπία
σηπτίνες	=	σηπτίνη
σηπτίνη	noun	δηλητηριώδης ουσία που εμφανίζεται σε αποσυνθεμένο κρέας
σηπτίνης	=	σηπτίνη
σηπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηπτικό
σηπτικέ	adj	κλητική ενικού του σηπτικός
σηπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηπτική
σηπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηπτικός
σηπτικής	adj	γενική ενικού του σηπτική
σηπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηπτικός
σηπτικοτήτων	=	σηπτικότητα
σηπτικού	adj	γενική ενικού του σηπτικός
σηπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σηπτικός
σηπτικό	adj	αιτιατική ενικού του σηπτικός
σηπτικός	adj	που πάσχει από σήψη
σηπτικότης	noun	η σηπτικότητα
σηπτικότητα	noun	η ιδιότητα του σηπτικού
σηπτικότητας	=	σηπτικότητα
σηπτικότητες	=	σηπτικότητα
σηπτικών	adj	γενική πληθυντικού του σηπτικός
σηπτινών	=	σηπτίνη
σηπόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηπόμενο
σηπόμενε	verb	κλητική ενικού του σηπόμενος
σηπόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηπόμενη
σηπόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηπόμενος
σηπόμενης	verb	γενική ενικού του σηπόμενη
σηπόμενο	verb	αιτιατική ενικού του σηπόμενος
σηπόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηπόμενος
σηπόμενος	verb	που βρίσκεται σε διαδικασία σήψης, αποσύνθεσης
σηπόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σηπόμενος
σηπόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σηπόμενος
σηπόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σηπόμενος
σηρ	noun|archaic	ο μεταξοσκώληκας
σηράγγων	=	σήραγγα
σηράγγωση	noun	η διάνοιξη σήραγγας
σηράγγωσης	noun	γενική ενικού του σηράγγωση
σηραγγωδών	=	σηραγγώδης
σηραγγώδεις	=	σηραγγώδης
σηραγγώδες	=	σηραγγώδης
σηραγγώδη	=	σηραγγώδης
σηραγγώδης	adj	που έχει σχέση με σήραγγα, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι γεμάτος σήραγγες
σηραγγώδους	=	σηραγγώδης
σηραγγώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηράγγωση
σηραγγώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σηράγγωση
σηραγγώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σηράγγωση
σηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηρικό
σηρικέ	adj	κλητική ενικού του σηρικός
σηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηρική
σηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηρικός
σηρικής	adj	γενική ενικού του σηρική
σηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηρικός
σηρικού	adj	γενική ενικού του σηρικός
σηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σηρικός
σηρικό	adj	αιτιατική ενικού του σηρικός
σηρικός	adj|archaic	μεταξωτός, μεταξένιος
σηρικών	adj	γενική πληθυντικού του σηρικός
σηροτροφία	noun	η τέχνη της εκτροφής μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού
σηροτροφίας	noun	γενική ενικού του σηροτροφία
σηροτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηροτροφία
σηροτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηροτροφείο
σηροτροφείο	noun	εκτροφείο μεταξοσκωλήκων
σηροτροφείου	noun	γενική ενικού του σηροτροφείο
σηροτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του σηροτροφείο
σηροτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηροτροφικό
σηροτροφικέ	adj	κλητική ενικού του σηροτροφικός
σηροτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηροτροφική
σηροτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηροτροφικός
σηροτροφικής	adj	γενική ενικού του σηροτροφική
σηροτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηροτροφικός
σηροτροφικού	adj	γενική ενικού του σηροτροφικός
σηροτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σηροτροφικός
σηροτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του σηροτροφικός
σηροτροφικός	adj	που έχει σχέση με τη σηροτροφία τον σηροτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
σηροτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του σηροτροφικός
σηροτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του σηροτροφία
σηροτρόφε	noun	κλητική ενικού του σηροτρόφος
σηροτρόφο	noun	αιτιατική ενικού του σηροτρόφος
σηροτρόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηροτρόφος
σηροτρόφος	noun	ο εκτροφέας μεταξοσκωλήκων
σηροτρόφου	noun	γενική ενικού του σηροτρόφος
σηροτρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σηροτρόφος
σηροτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του σηροτρόφος
σησάμες	=	σησάμη
σησάμη	noun|formal	άλλη μορφή του σουσαμιά
σησάμης	=	σησάμη
σησάμι	noun	άλλη μορφή του σουσάμι
σησάμια	=	σησάμι
σησαμέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σησαμέλαιο
σησαμέλαιο	noun|formal	κιτρινωπό λάδι που παράγεται από σπόρους σουσαμιού
σησαμέλαιον	noun	το σησαμέλαιο
σησαμέλαιου	=	σησαμέλαιο
σησαμέλαιων	=	σησαμέλαιο
σησαμελαίου	noun	γενική ενικού του σησαμέλαιο
σησαμελαίων	=	σησαμέλαιο
σησαμιά	noun|formal	άλλη μορφή του σουσαμιά
σησαμιάς	=	σησαμιά
σησαμιές	=	σησαμιά
σησαμιού	=	σησάμι
σησαμιών	=	σησαμιά
σησαμοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του σησαμόπιτα
σησαμοπολτέ	noun	κλητική ενικού του σησαμοπολτός
σησαμοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σησαμοπολτός
σησαμοπολτού	noun	γενική ενικού του σησαμοπολτός
σησαμοπολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σησαμοπολτός
σησαμοπολτό	noun	αιτιατική ενικού του σησαμοπολτός
σησαμοπολτός	noun	ο παχύρρευστος πολτός που προέρχεται από κατεργασία σπόρων σουσαμιάς, μετά την αποφλοίωση, έκθλιψη και την αφαίρεση του σησαμελαίου και που χρησιμοποιείται στη παρασκευή ταχινόσουπας, χαλβά. παστελιών κ.ά..
σησαμοπολτών	noun	γενική πληθυντικού του σησαμοπολτός
σησαμόπαστα	=	σησαμόπαστος
σησαμόπαστε	=	σησαμόπαστος
σησαμόπαστο	=	σησαμόπαστος
σησαμόπαστοι	=	σησαμόπαστος
σησαμόπαστος	adj|formal	που έχει πασπαλιστεί με σουσάμι, σουσαμένιος
σησαμόπαστου	=	σησαμόπαστος
σησαμόπαστους	=	σησαμόπαστος
σησαμόπαστων	=	σησαμόπαστος
σησαμόπιτα	noun	η σουσαμόπιτα
σησαμόπιτας	noun	γενική ενικού του σησαμόπιτα
σησαμόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σησαμόπιτα
σησαμόπολτε	=	σησαμόπολτος
σησαμόπολτο	=	σησαμόπολτος
σησαμόπολτοι	=	σησαμόπολτος
σησαμόπολτος	noun	πολτός από σουσάμι
σησαμόπολτου	=	σησαμόπολτος
σησαμόπολτους	=	σησαμόπολτος
σησαμόπολτων	=	σησαμόπολτος
σησαμών	=	σησάμη
σηστέρτιε	=	σηστέρτιος
σηστέρτιο	=	σηστέρτιος
σηστέρτιοι	=	σηστέρτιος
σηστέρτιος	noun	ρωμαϊκό νόμισμα (μικρής αξίας και αργυρό, κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας, μεγάλης αξίας και ορειχάλκινο κατά την Αυτοκρατορική περίοδο)
σηστέρτιου	=	σηστέρτιος
σηστέρτιους	=	σηστέρτιος
σηστέρτιων	=	σηστέρτιος
σηστερτίου	=	σηστέρτιος
σηστερτίους	=	σηστέρτιος
σηστερτίων	=	σηστέρτιος
σητειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σητειακό
σητειακέ	adj	κλητική ενικού του σητειακός
σητειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σητειακή
σητειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σητειακός
σητειακής	adj	γενική ενικού του σητειακή
σητειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σητειακός
σητειακού	adj	γενική ενικού του σητειακός
σητειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σητειακός
σητειακό	adj	αιτιατική ενικού του σητειακός
σητειακός	adj	ο σχετικός με τη Σητεία και τους κατοίκους της
σητειακών	adj	γενική πληθυντικού του σητειακός
σητών	noun	γενική πληθυντικού του σήτα
σηψίνες	=	σηψίνη
σηψίνη	noun	άλλη μορφή του σηπτίνη
σηψίνης	=	σηψίνη
σηψαιμία	noun	βαρύτατη ασθένεια που προκαλείται από την παρουσία στο αίμα βακτηρίων
σηψαιμίας	noun	γενική ενικού του σηψαιμία
σηψαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηψαιμία
σηψαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηψαιμικό
σηψαιμικέ	adj	κλητική ενικού του σηψαιμικός
σηψαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηψαιμική
σηψαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σηψαιμικός
σηψαιμικής	adj	γενική ενικού του σηψαιμική
σηψαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σηψαιμικός
σηψαιμικού	adj	γενική ενικού του σηψαιμικός
σηψαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σηψαιμικός
σηψαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του σηψαιμικός
σηψαιμικός	adj	που έχει σχέση με την σηψαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σηψαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του σηψαιμικός
σηψαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του σηψαιμία
σηψιγόνα	=	σηψιγόνος
σηψιγόνας	=	σηψιγόνος
σηψιγόνε	=	σηψιγόνος
σηψιγόνες	=	σηψιγόνος
σηψιγόνο	=	σηψιγόνος
σηψιγόνοι	=	σηψιγόνος
σηψιγόνος	adj	που προκαλεί σήψη
σηψιγόνου	=	σηψιγόνος
σηψιγόνους	=	σηψιγόνος
σηψιγόνων	=	σηψιγόνος
σηψινών	=	σηψίνη
σηψιρριζία	noun	ασθένεια των φυτών που οφείλεται σε μύκητες και προκαλεί σήψη των ριζών, με τελικό αποτέλεσμα τη νέκρωση του φυτού
σηψιρριζίας	noun	γενική ενικού του σηψιρριζία
σηψιρριζίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σηψιρριζία
σηψιρριζιών	noun	γενική πληθυντικού του σηψιρριζία
σθένη	=	σθένος
σθένος	noun	η ψυχική δύναμη
σθένους	=	σθένος
σθεναρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σθεναρό	adv	με ψυχική δύναμη
σθεναρέ	adj	κλητική ενικού του σθεναρός
σθεναρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σθεναρή
σθεναρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σθεναρός
σθεναρής	adj	γενική ενικού του σθεναρή
σθεναροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σθεναρός
σθεναροτήτων	=	σθεναρότητα
σθεναρού	adj	γενική ενικού του σθεναρός
σθεναρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σθεναρός
σθεναρό	adj	αιτιατική ενικού του σθεναρός
σθεναρός	adj	που έχει σθένος, δύναμη και γενναιότητα, ιδίως στον ψυχικό και ηθικό τομέα
σθεναρότης	noun	η σθεναρότητα
σθεναρότητα	noun	το να είναι κάποιος σθεναρός, η ιδιότητα του σθεναρού
σθεναρότητας	noun	γενική ενικού του σθεναρότητα
σθεναρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σθεναρότητα
σθεναρών	adj	γενική πληθυντικού του σθεναρός
σθεναρώς	adv|dated	σθεναρά
σθενών	=	σθένος
σι	noun	η έβδομη νότα στην κλίμακα του ντο
σιάδι	noun	επίπεδο μέρος άλλη γραφή του ισιάδα
σιάδια	=	σιάδι
σιάζαμε	=	σιάζω
σιάζαν	=	σιάζω
σιάζανε	=	σιάζω
σιάζατε	=	σιάζω
σιάζε	=	σιάζω
σιάζει	=	σιάζω
σιάζεις	=	σιάζω
σιάζεσαι	=	σιάζω
σιάζεστε	=	σιάζω
σιάζεται	=	σιάζω
σιάζετε	=	σιάζω
σιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σιάζω
σιάζονται	=	σιάζω
σιάζονταν	=	σιάζω
σιάζοντας	=	σιάζω
σιάζουμε	=	σιάζω
σιάζουν	=	σιάζω
σιάζουνε	=	σιάζω
σιάζω	verb	ισιάζω, κάνω κάτι
σιάλου	noun	γενική ενικού του σίαλος
σιάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σίαλος
σιάλων	noun	γενική πληθυντικού του σίαλος
σιάλωσις	noun	η σιάλωση
σιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξαν	=	σιάχνω
σιάξανε	=	σιάχνω
σιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξιμο	noun	φτιάξιμο, ευθυγράμμιση, τακτοποίηση, επισκευή
σιάξου	=	σιάχνω
σιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
σιάχναμε	=	σιάχνω
σιάχναν	=	σιάχνω
σιάχνανε	=	σιάχνω
σιάχνατε	=	σιάχνω
σιάχνε	=	σιάχνω
σιάχνει	=	σιάχνω
σιάχνεις	=	σιάχνω
σιάχνεσαι	=	σιάχνω
σιάχνεστε	=	σιάχνω
σιάχνεται	=	σιάχνω
σιάχνετε	=	σιάχνω
σιάχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σιάχνω
σιάχνονται	=	σιάχνω
σιάχνονταν	=	σιάχνω
σιάχνοντας	=	σιάχνω
σιάχνουμε	=	σιάχνω
σιάχνουν	=	σιάχνω
σιάχνουνε	=	σιάχνω
σιάχνω	verb	άλλη μορφή του σιάζω
σιάχτε	=	σιάχνω
σιάχτηκα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος σιάζομαι, παθητικού του σιάζω
σιάχτηκαν	=	σιάχνω
σιάχτηκε	=	σιάχνω
σιάχτηκες	=	σιάχνω
σιέλ	noun	άλλη γραφή του σιελ
σιέλου	=	σίελος
σιέλους	=	σίελος
σιέλων	=	σίελος
σιέλωση	noun	η τροφοδοσία με σάλιο της στοματικής κοιλότητας κατά την μάσηση
σιέλωσης	=	σιέλωση
σιέστα	noun	μεσημβρινή / απογευματινή ανάπαυση, που συνοδεύεται συνήθως από σύντομο ύπνο
σιέστας	noun	γενική ενικού του σιέστα
σιέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιέστα
σιίτες	=	σιίτης
σιίτη	=	σιίτης
σιίτης	noun	μουσουλμάνος που ασπάζεται τον σιισμό
σια	abbrev	η CIA, η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ
σιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαγμένο
σιαγμένε	verb	κλητική ενικού του σιαγμένος
σιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαγμένη
σιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιαγμένος
σιαγμένης	verb	γενική ενικού του σιαγμένη
σιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιαγμένος
σιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιαγμένος
σιαγμένος	=	σιάχνω
σιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιαγμένος
σιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιαγμένος
σιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιαγμένος
σιαγονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαγονικό
σιαγονικέ	adj	κλητική ενικού του σιαγονικός
σιαγονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαγονική
σιαγονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιαγονικός
σιαγονικής	adj	γενική ενικού του σιαγονική
σιαγονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιαγονικός
σιαγονικού	adj	γενική ενικού του σιαγονικός
σιαγονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιαγονικός
σιαγονικό	adj	αιτιατική ενικού του σιαγονικός
σιαγονικός	adj	που έχει σχέση με σιαγόνα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν
σιαγονικών	adj	γενική πληθυντικού του σιαγονικός
σιαγόνα	noun	η γνάθος
σιαγόνας	=	σιαγόνα
σιαγόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαγόνα
σιαγόνων	=	σιαγόνα
σιαδιού	=	σιάδι
σιαδιών	=	σιάδι
σιαζόμασταν	=	σιάζω
σιαζόμαστε	=	σιάζω
σιαζόμουν	=	σιάζω
σιαζόμουνα	=	σιάζω
σιαζόντουσαν	=	σιάζω
σιαζόσασταν	=	σιάζω
σιαζόσαστε	=	σιάζω
σιαζόσουν	=	σιάζω
σιαζόσουνα	=	σιάζω
σιαζόταν	=	σιάζω
σιαζότανε	=	σιάζω
σιακατούρι	noun	η κατηφόρα
σιαλίζω	verb	ρίχνω σάλιο σε κάτι
σιαλαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαλαγωγό
σιαλαγωγέ	adj	κλητική ενικού του σιαλαγωγός
σιαλαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιαλαγωγός
σιαλαγωγού	adj	γενική ενικού του σιαλαγωγός
σιαλαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιαλαγωγός
σιαλαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του σιαλαγωγός
σιαλαγωγός	adj	που μεταφέρει το σάλιο
σιαλαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του σιαλαγωγός
σιαλαδενίτιδα	noun	φλεγμονή του σιελογόνου αδένα
σιαλαδενίτιδας	=	σιαλαδενίτιδα
σιαλαδενίτιδες	=	σιαλαδενίτιδα
σιαλαδενίτιδων	=	σιαλαδενίτιδα
σιαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαλικό
σιαλικέ	adj	κλητική ενικού του σιαλικός
σιαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαλική
σιαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιαλικός
σιαλικής	adj	γενική ενικού του σιαλική
σιαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιαλικός
σιαλικού	adj	γενική ενικού του σιαλικός
σιαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιαλικός
σιαλικό	adj	αιτιατική ενικού του σιαλικός
σιαλικός	adj	που έχει σχέση με το σάλιο
σιαλικών	adj	γενική πληθυντικού του σιαλικός
σιαλογόνα	=	σιαλογόνος
σιαλογόνας	=	σιαλογόνος
σιαλογόνε	=	σιαλογόνος
σιαλογόνες	=	σιαλογόνος
σιαλογόνο	=	σιαλογόνος
σιαλογόνοι	=	σιαλογόνος
σιαλογόνος	adj	που εκκρίνει σάλιο
σιαλογόνου	=	σιαλογόνος
σιαλογόνους	=	σιαλογόνος
σιαλογόνων	=	σιαλογόνος
σιαλορροιών	noun	γενική πληθυντικού του σιαλόρροια
σιαλοφόρα	=	σιαλοφόρος
σιαλοφόρε	=	σιαλοφόρος
σιαλοφόρο	=	σιαλοφόρος
σιαλοφόροι	=	σιαλοφόρος
σιαλοφόρος	adj	που μετακινεί σάλιο
σιαλοφόρου	=	σιαλοφόρος
σιαλοφόρους	=	σιαλοφόρος
σιαλοφόρων	=	σιαλοφόρος
σιαλωδών	=	σιαλώδης
σιαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαλωμένο
σιαλωμένε	verb	κλητική ενικού του σιαλωμένος
σιαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαλωμένη
σιαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιαλωμένος
σιαλωμένης	verb	γενική ενικού του σιαλωμένη
σιαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιαλωμένος
σιαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιαλωμένος
σιαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιαλωμένος
σιαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιαλωμένος
σιαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιαλωμένος
σιαλόρροιας	noun	γενική ενικού του σιαλόρροια
σιαλόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαλόρροια
σιαλώδεις	=	σιαλώδης
σιαλώδες	=	σιαλώδης
σιαλώδη	=	σιαλώδης
σιαλώδης	adj	όμοιος ή γεμάτος με σάλια
σιαλώδους	=	σιαλώδης
σιαμέζα	noun	θηλυκό του σιαμέζος, η Σιαμέζα
σιαμέζας	=	σιαμέζα
σιαμέζε	=	σιαμέζος
σιαμέζες	=	σιαμέζα
σιαμέζικα	=	σιαμέζικος
σιαμέζικε	adj	κλητική ενικού του σιαμέζικος
σιαμέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαμέζικη
σιαμέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιαμέζικος
σιαμέζικης	adj	γενική ενικού του σιαμέζικη
σιαμέζικο	adj	αιτιατική ενικού του σιαμέζικος
σιαμέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιαμέζικος
σιαμέζικος	adj	που έχει σχέση με το Σιάμ ή αναφέρεται σ’ αυτό
σιαμέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιαμέζικος
σιαμέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιαμέζικος
σιαμέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιαμέζικος
σιαμέζο	=	σιαμέζος
σιαμέζοι	=	σιαμέζος
σιαμέζος	noun	ο Σιαμέζος
σιαμέζου	=	σιαμέζος
σιαμέζους	=	σιαμέζος
σιαμέζων	=	σιαμέζος
σιαμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιαμαίος
σιαμαίας	adj	γενική ενικού του σιαμαία
σιαμαίε	adj	σιαμαίος, στην κλητική του ενικού
σιαμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιαμαία
σιαμαίο	adj	σιαμαίος, στην αιτιατική του ενικού
σιαμαίοι	adj	σιαμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
σιαμαίος	adj	που μένει στο Σιάμ ή κατάγεται απ’ αυτό
σιαμαίου	adj	γενική ενικού του σιαμαίος
σιαμαίους	adj	σιαμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
σιαμαίων	=	σιαμαίος
σιαμεζών	=	σιαμέζα
σιαντιρβάνι	noun|dated	άλλη μορφή του σιντριβάνι
σιαντιρβάνια	=	σιαντιρβάνι
σιαντιρβανιού	=	σιαντιρβάνι
σιαντιρβανιών	=	σιαντιρβάνι
σιαξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιάξιμο
σιαξίματος	noun	γενική ενικού του σιάξιμο
σιαξιμάτων	=	σιάξιμο
σιαπέρα	=	σιαπέρας
σιαπέρας	noun	ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
σιαπέρες	=	σιαπέρας
σιαπέρων	=	σιαπέρας
σιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιασμένο
σιασμένε	verb	κλητική ενικού του σιασμένος
σιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιασμένη
σιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιασμένος
σιασμένης	verb	γενική ενικού του σιασμένη
σιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιασμένος
σιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιασμένος
σιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιασμένος
σιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιασμένος
σιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιασμένος
σιαχνόμασταν	=	σιάχνω
σιαχνόμαστε	=	σιάχνω
σιαχνόμουν	=	σιάχνω
σιαχνόμουνα	=	σιάχνω
σιαχνόντουσαν	=	σιάχνω
σιαχνόσασταν	=	σιάχνω
σιαχνόσαστε	=	σιάχνω
σιαχνόσουν	=	σιάχνω
σιαχνόσουνα	=	σιάχνω
σιαχνόταν	=	σιάχνω
σιαχνότανε	=	σιάχνω
σιαχτήκαμε	=	σιάχνω
σιαχτήκαν	=	σιάχνω
σιαχτήκανε	=	σιάχνω
σιαχτήκατε	=	σιάχνω
σιαχτεί	=	σιάχνω
σιαχτείτε	=	σιάχνω
σιβέτ	noun	μοσχογαλή
σιβαϊσμά	=	σιβαϊσμός
σιβαϊσμέ	adj	σιβαϊσμός, στην κλητική του ενικού
σιβαϊσμές	=	σιβαϊσμός
σιβαϊσμή	=	σιβαϊσμός
σιβαϊσμής	=	σιβαϊσμός
σιβαϊσμοί	adj	σιβαϊσμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
σιβαϊσμού	adj	γενική ενικού του σιβαϊσμός
σιβαϊσμούς	=	σιβαϊσμός
σιβαϊσμό	adj	σιβαϊσμός, στην αιτιατική του ενικού
σιβαϊσμός	adj	θρησκεία των Ινδών με ύψιστο θέο τον Σίβα
σιβαϊσμών	adj	γενική πληθυντικού του σιβαϊσμός
σιβηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιβηρικό
σιβηρικέ	adj	κλητική ενικού του σιβηρικός
σιβηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιβηρική
σιβηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιβηρικός
σιβηρικής	adj	γενική ενικού του σιβηρική
σιβηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιβηρικός
σιβηρικού	adj	γενική ενικού του σιβηρικός
σιβηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιβηρικός
σιβηρικό	adj	αιτιατική ενικού του σιβηρικός
σιβηρικός	adj	σχετικός με τη Σιβηρία
σιβηρικών	adj	γενική πληθυντικού του σιβηρικός
σιβυλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιβυλλικό
σιβυλλικέ	adj	κλητική ενικού του σιβυλλικός
σιβυλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιβυλλική
σιβυλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιβυλλικός
σιβυλλικής	adj	γενική ενικού του σιβυλλική
σιβυλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιβυλλικός
σιβυλλικού	adj	γενική ενικού του σιβυλλικός
σιβυλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιβυλλικός
σιβυλλικό	adj	αιτιατική ενικού του σιβυλλικός
σιβυλλικός	adj	που σχετίζεται με τη Σίβυλλα
σιβυλλικών	adj	γενική πληθυντικού του σιβυλλικός
σιγά	adv	αργά, με μικρή ταχύτητα
σιγάζαμε	=	σιγάζω
σιγάζαν	=	σιγάζω
σιγάζανε	=	σιγάζω
σιγάζατε	=	σιγάζω
σιγάζει	=	σιγάζω
σιγάζεις	=	σιγάζω
σιγάζετε	=	σιγάζω
σιγάζοντας	=	σιγάζω
σιγάζουμε	=	σιγάζω
σιγάζουν	=	σιγάζω
σιγάζουνε	=	σιγάζω
σιγάζω	verb	κάνω κάποιον να μείνει ήσυχος
σιγάρο	noun	το τσιγάρο
σιγάρον	noun	το τσιγάρο
σιγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάσαν	=	σιγάζω
σιγάσανε	=	σιγάζω
σιγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του απαιτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίγαση
σιγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάσεων	noun	γενική πληθυντικού του σίγαση
σιγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγάζω
σιγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγή
σιγή	noun	η έλλειψη ήχου ή θορύβου
σιγής	=	σιγή
σιγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγήσει	verb	απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του σιγώ
σιγήσεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του σιγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίγηση
σιγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σίγηση
σιγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σίγηση
σιγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγώ
σιγίλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγίλιο
σιγίλιο	noun	πατριαρχικό έγγραφο
σιγίλιου	=	σιγίλιο
σιγαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγαλό	adv	σιγανά, χωρίς να ακούγεται κάποιος δυνατός ήχος
σιγαλέ	adj	κλητική ενικού του σιγαλός
σιγαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγαλή
σιγαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγαλός
σιγαλής	adj	γενική ενικού του σιγαλή
σιγαλιά	noun	η απουσία ήχων στο περιβάλλον, η ησυχία, η σιγή
σιγαλιάς	noun	γενική ενικού του σιγαλιά
σιγαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγαλιά
σιγαλιών	=	σιγαλιά
σιγαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγαλός
σιγαλού	adj	γενική ενικού του σιγαλός
σιγαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιγαλός
σιγαλό	adj	αιτιατική ενικού του σιγαλός
σιγαλός	adj	σιγανός, που δεν ακούγεται δυνατά
σιγαλόφωνα	adv	με σιγαλόφωνο τρόπο
σιγαλόφωνος	adj|rare	χαμηλόφωνος
σιγαλών	adj	γενική πληθυντικού του σιγαλός
σιγανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγανό	adv	χωρίς να ακούγεται δυνατός ήχος
σιγανέ	adj	κλητική ενικού του σιγανός
σιγανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγανή
σιγανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγανός
σιγανής	adj	γενική ενικού του σιγανή
σιγανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγανός
σιγανοπαπαδιά	noun	άντρας ή γυναίκα που υποκρίνεται ότι είναι ήσυχος/ήσυχη και πειθαρχικός/πειθαρχική ενώ δεν είναι
σιγανοπαπαδιάς	noun	γενική ενικού του σιγανοπαπαδιά
σιγανοπαπαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγανοπαπαδιά
σιγανοπαπαδιών	=	σιγανοπαπαδιά
σιγανοτραγουδώ	verb	άλλη μορφή του σιγανοτραγουδάω
σιγανοψιχάλα	noun	ήπια ψιχάλα
σιγανοψιχάλας	noun	γενική ενικού του σιγανοψιχάλα
σιγανοψιχάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγανοψιχάλα
σιγανοψιχάλισμα	noun	ήπιο ψιχάλισμα
σιγανοψιχαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγανοψιχάλισμα
σιγανοψιχαλίσματος	noun	γενική ενικού του σιγανοψιχάλισμα
σιγανοψιχαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σιγανοψιχάλισμα
σιγανού	adj	γενική ενικού του σιγανός
σιγανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιγανός
σιγανό	adj	αιτιατική ενικού του σιγανός
σιγανός	adj	που λέγεται ή γίνεται με χαμηλή ένταση ήχου και σε ήρεμη ατμόσφαιρα
σιγανότατα	=	σιγανός
σιγανότατε	=	σιγανός
σιγανότατες	=	σιγανός
σιγανότατη	=	σιγανός
σιγανότατης	=	σιγανός
σιγανότατο	=	σιγανός
σιγανότατοι	=	σιγανός
σιγανότατος	=	σιγανός
σιγανότατου	=	σιγανός
σιγανότατους	=	σιγανός
σιγανότατων	=	σιγανός
σιγανότερα	=	σιγανός
σιγανότερε	=	σιγανός
σιγανότερες	=	σιγανός
σιγανότερη	=	σιγανός
σιγανότερης	=	σιγανός
σιγανότερο	=	σιγανός
σιγανότεροι	=	σιγανός
σιγανότερος	=	σιγανός
σιγανότερου	=	σιγανός
σιγανότερους	=	σιγανός
σιγανότερων	=	σιγανός
σιγανών	adj	γενική πληθυντικού του σιγανός
σιγαρέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγαρέτο
σιγαρέτο	noun|formal	το τσιγάρο
σιγαρέτου	noun	γενική ενικού του σιγαρέτο
σιγαρέττον	noun	σιγαρέτο
σιγαρέτων	noun	γενική πληθυντικού του σιγαρέτο
σιγαρετοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής τσιγάρων
σιγαρετοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του σιγαρετοβιομηχανία
σιγαρετοβιομηχανίες	=	σιγαρετοβιομηχανία
σιγαρετοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του σιγαρετοβιομηχανία
σιγαροποιέ	=	σιγαροποιός
σιγαροποιία	noun	η κατασκευή τσιγάρων
σιγαροποιίας	=	σιγαροποιία
σιγαροποιίες	=	σιγαροποιία
σιγαροποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγαροποιείο
σιγαροποιείο	noun	εργοστάσιο κατασκευής τσιγάρων
σιγαροποιείου	noun	γενική ενικού του σιγαροποιείο
σιγαροποιείων	noun	γενική πληθυντικού του σιγαροποιείο
σιγαροποιιών	=	σιγαροποιία
σιγαροποιοί	=	σιγαροποιός
σιγαροποιού	=	σιγαροποιός
σιγαροποιούς	=	σιγαροποιός
σιγαροποιό	=	σιγαροποιός
σιγαροποιός	noun	αυτός που φτιάχνει τσιγάρα
σιγαροποιών	=	σιγαροποιός
σιγαστήρ	noun	ο σιγαστήρας, το σιλανσιέ
σιγαστήρα	=	σιγαστήρας
σιγαστήρας	noun	συσκευή / εξάρτημα που χρησιμοποιείται για τη μείωση των θορύβων που παράγουν άλλες συσκευές, συνήθως όπλα ή μηχανές
σιγαστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγαστήρας
σιγαστήρων	=	σιγαστήρας
σιγηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιγηλός	adv	με σιγηλό τρόπο
σιγηλέ	adj	κλητική ενικού του σιγηλός
σιγηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγηλή
σιγηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγηλός
σιγηλής	adj	γενική ενικού του σιγηλή
σιγηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγηλός
σιγηλού	adj	γενική ενικού του σιγηλός
σιγηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιγηλός
σιγηλό	adj	αιτιατική ενικού του σιγηλός
σιγηλός	adj	που δεν ακούγεται πολύ
σιγηλών	adj	γενική πληθυντικού του σιγηλός
σιγηλώς	adv|formal	άλλη μορφή του σιγηλά
σιγιλίου	noun	γενική ενικού του σιγίλιο
σιγιλίων	noun	γενική πληθυντικού του σιγίλιο
σιγιλλογραφία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τα σιγίλια, τις σφραγίδες
σιγιλλογραφίας	=	σιγιλλογραφία
σιγιλλογραφίες	=	σιγιλλογραφία
σιγιλλογραφιών	=	σιγιλλογραφία
σιγκουνιού	=	σιγκούνι
σιγκουνιών	=	σιγκούνι
σιγκούνα	noun|dated	άλλη μορφή του σεγκούνι
σιγκούνας	=	σιγκούνα
σιγκούνες	=	σιγκούνα
σιγκούνι	noun	άλλη μορφή του σεγκούνι
σιγκούνια	=	σιγκούνι
σιγκούνων	=	σιγκούνα
σιγλίγουρε	=	σιγλίγουρος
σιγλίγουρο	=	σιγλίγουρος
σιγλίγουροι	=	σιγλίγουρος
σιγλίγουρος	noun	είδος πουλιού
σιγλίγουρου	=	σιγλίγουρος
σιγλίγουρους	=	σιγλίγουρος
σιγλίγουρων	=	σιγλίγουρος
σιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σίγμα
σιγμέ	=	σιγμός
σιγματισμέ	=	σιγματισμός
σιγματισμοί	=	σιγματισμός
σιγματισμού	=	σιγματισμός
σιγματισμούς	=	σιγματισμός
σιγματισμό	=	σιγματισμός
σιγματισμός	noun	η δυσκολία προφοράς του φθόγγου σίγμα σωστά, λόγω αυτής της διαταραχής που εμποδίζει την άρθρωση του
σιγματισμών	=	σιγματισμός
σιγμοί	=	σιγμός
σιγμοειδές	noun	τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου, με σχήμα S, κάτω από το ορθό
σιγμοειδή	=	σιγμοειδής
σιγμοειδής	adj	που μοιάζει με σίγμα, που έχει τέτοια μορφή
σιγμοειδείς	=	σιγμοειδής
σιγμοειδούς	=	σιγμοειδής
σιγμοειδών	=	σιγμοειδής
σιγμού	=	σιγμός
σιγμούς	=	σιγμός
σιγμό	=	σιγμός
σιγμός	noun	συριγμός, τραχύς συνεχής ήχος
σιγμών	=	σιγμός
σιγοβράζαμε	=	σιγοβράζω
σιγοβράζαν	=	σιγοβράζω
σιγοβράζανε	=	σιγοβράζω
σιγοβράζατε	=	σιγοβράζω
σιγοβράζει	=	σιγοβράζω
σιγοβράζεις	=	σιγοβράζω
σιγοβράζετε	=	σιγοβράζω
σιγοβράζοντας	=	σιγοβράζω
σιγοβράζουμε	=	σιγοβράζω
σιγοβράζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του σιγοβράζω
σιγοβράζουνε	=	σιγοβράζω
σιγοβράζω	verb	βράζω σε χαμηλή φωτιά
σιγοβράσαμε	=	σιγοβράζω
σιγοβράσαν	=	σιγοβράζω
σιγοβράσανε	=	σιγοβράζω
σιγοβράσατε	=	σιγοβράζω
σιγοβράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγοβρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγοβρέχει
σιγοβρέχει	verb	βρέχει χωρίς ιδιαίτερη ένταση
σιγοβρασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγοβρασμένο
σιγοβρασμένε	verb	κλητική ενικού του σιγοβρασμένος
σιγοβρασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγοβρασμένη
σιγοβρασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγοβρασμένος
σιγοβρασμένης	verb	γενική ενικού του σιγοβρασμένη
σιγοβρασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιγοβρασμένος
σιγοβρασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγοβρασμένος
σιγοβρασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιγοβρασμένος
σιγοβρασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιγοβρασμένος
σιγοβρασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιγοβρασμένος
σιγοκάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοκαίω
σιγοκαίω	verb	καίω σιγά σιγά χωρίς εμφανή φλόγα
σιγοκλαίω	verb	κλαίω σιγά, χωρίς εξάρσεις και χωρίς να γίνομαι ιδιαίτερα αντιληπτός
σιγομαγείρευα	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρευαν	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρευε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρευες	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρεψα	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρεψαν	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρεψε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγείρεψες	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρέψαμε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρέψαν	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρέψανε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρέψατε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρέψει	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρέψτε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύαμε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύαν	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύανε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύατε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύει	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύεις	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύετε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύοντας	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύουμε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύουν	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύουνε	=	σιγομαγειρεύω
σιγομαγειρεύω	verb	μαγειρεύω σε χαμηλή θερμοκρασία και με αργό ρυθμό
σιγομουρμουρίζαμε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζαν	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζανε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζατε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζει	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζεις	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζετε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζοντας	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζουμε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζουν	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζουνε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίζω	verb	μουρμουρίζω σε πολύ χαμηλή ένταση, πολύ σιγά, χαμηλόφωνα
σιγομουρμουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσαν	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσανε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούριζα	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούριζαν	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούριζε	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούριζες	=	σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγομουρμούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγομουρμουρίζω
σιγοντάριζα	=	σιγοντάρω
σιγοντάρισα	=	σιγοντάρω
σιγοντάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω
σιγοντάρω	verb	υποστηρίζω κάποιον υιοθετώντας την άποψή του, συμφωνώ μαζί του και το δείχνω
σιγοντάταρα	=	σιγοντάρω
σιγονταρίσματα	=	σιγοντάρισμα
σιγονταρίσματος	=	σιγοντάρισμα
σιγονταρισμάτων	=	σιγοντάρισμα
σιγονταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγονταρισμένο
σιγονταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σιγονταρισμένος
σιγονταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγονταρισμένη
σιγονταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγονταρισμένος
σιγονταρισμένης	verb	γενική ενικού του σιγονταρισμένη
σιγονταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιγονταρισμένος
σιγονταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγονταρισμένος
σιγονταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιγονταρισμένος
σιγονταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιγονταρισμένος
σιγονταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιγονταρισμένος
σιγοπίνω	verb	πίνω (συνήθως αναψυκτικό ή ποτό) σιγά σιγά
σιγοτραγουδάω	verb	τραγουδάω χαμηλόφωνα, σιγανά, με σιγανή φωνή ή ψιθυριστά
σιγοτραγουδήθηκα	=	σιγοτραγουδάω
σιγοτραγουδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγοτραγουδημένο
σιγοτραγουδημένε	verb	κλητική ενικού του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγοτραγουδημένη
σιγοτραγουδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδημένης	verb	γενική ενικού του σιγοτραγουδημένη
σιγοτραγουδημένο	verb	αιτιατική ενικού του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιγοτραγουδημένος
σιγοτραγουδιέμαι	=	σιγοτραγουδάω
σιγοτραγουδισμένος	=	σιγοτραγουδάω
σιγοτραγουδώ	verb	άλλη μορφή του σιγοτραγουδάω
σιγουράδα	noun|vulgar	η σιγουριά
σιγουράδας	noun	γενική ενικού του σιγουράδα
σιγουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουράδα
σιγουράκι	noun|informal	κάτι που είναι αρκετά σίγουρο εκ των προτέρων
σιγουράκια	=	σιγουράκι
σιγουράντζα	noun|vulgar	η σιγουριά
σιγουράντζας	noun	γενική ενικού του σιγουράντζα
σιγουράντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουράντζα
σιγουράρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγουράρω
σιγουράρω	verb	σιγουρεύω
σιγουρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγούρεμα
σιγουρέματος	noun	γενική ενικού του σιγούρεμα
σιγουρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψαν	=	σιγουρεύω
σιγουρέψανε	=	σιγουρεύω
σιγουρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψομε	=	σιγουρεύω
σιγουρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψουνε	=	σιγουρεύω
σιγουρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγουραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουράρισμα
σιγουραρίσματος	noun	γενική ενικού του σιγουράρισμα
σιγουραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σιγουράρισμα
σιγουραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουραρισμένο
σιγουραρισμένε	verb	κλητική ενικού του σιγουραρισμένος
σιγουραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουραρισμένη
σιγουραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγουραρισμένος
σιγουραρισμένης	verb	γενική ενικού του σιγουραρισμένη
σιγουραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιγουραρισμένος
σιγουραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγουραρισμένος
σιγουραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιγουραρισμένος
σιγουραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιγουραρισμένος
σιγουραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιγουραρισμένος
σιγουρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σιγούρεμα
σιγουρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουρεμένο
σιγουρεμένε	verb	κλητική ενικού του σιγουρεμένος
σιγουρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουρεμένη
σιγουρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγουρεμένος
σιγουρεμένης	verb	γενική ενικού του σιγουρεμένη
σιγουρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιγουρεμένος
σιγουρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγουρεμένος
σιγουρεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σιγουρεύω, σιγουρεύομαι
σιγουρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιγουρεμένος
σιγουρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιγουρεμένος
σιγουρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιγουρεμένος
σιγουρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτήκαν	=	σιγουρεύω
σιγουρευτήκανε	=	σιγουρεύω
σιγουρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευτούνε	=	σιγουρεύω
σιγουρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρευόμασταν	=	σιγουρεύω
σιγουρευόμαστε	=	σιγουρεύω
σιγουρευόμουν	=	σιγουρεύω
σιγουρευόμουνα	=	σιγουρεύω
σιγουρευόντουσαν	=	σιγουρεύω
σιγουρευόσασταν	=	σιγουρεύω
σιγουρευόσαστε	=	σιγουρεύω
σιγουρευόσουν	=	σιγουρεύω
σιγουρευόσουνα	=	σιγουρεύω
σιγουρευόταν	=	σιγουρεύω
σιγουρευότανε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύαμε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύαν	=	σιγουρεύω
σιγουρεύανε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύατε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύει	=	σιγουρεύω
σιγουρεύεις	=	σιγουρεύω
σιγουρεύεσαι	=	σιγουρεύω
σιγουρεύεστε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύεται	=	σιγουρεύω
σιγουρεύετε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύομαι	=	σιγουρεύω
σιγουρεύομε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύονται	=	σιγουρεύω
σιγουρεύονταν	=	σιγουρεύω
σιγουρεύοντας	=	σιγουρεύω
σιγουρεύουμε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύουν	=	σιγουρεύω
σιγουρεύουνε	=	σιγουρεύω
σιγουρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύομαι
σιγουρεύω	verb	βάζω κάτι σε ασφαλές μέρος
σιγουριά	noun	κατάσταση κατά την οποία νιώθει κανείς ασφαλής
σιγουριάς	noun	γενική ενικού του σιγουριά
σιγουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγουριά
σιγουριών	=	σιγουριά
σιγοψιθυρίζαμε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζαν	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζανε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζατε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζει	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζεις	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζετε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζοντας	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζουμε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζουν	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζουνε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίζω	verb	ψιθυρίζω σιγά, χαμηλόφωνα
σιγοψιθυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσαν	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσανε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγοψιθυρισμένο
σιγοψιθυρισμένε	verb	κλητική ενικού του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιγοψιθυρισμένη
σιγοψιθυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθυρισμένης	verb	γενική ενικού του σιγοψιθυρισμένη
σιγοψιθυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιγοψιθυρισμένος
σιγοψιθύριζα	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύριζαν	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύριζε	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύριζες	=	σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγοψιθύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοψιθυρίζω
σιγούρεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σιγουρεύω
σιγούρευα	=	σιγουρεύω
σιγούρευαν	=	σιγουρεύω
σιγούρευε	=	σιγουρεύω
σιγούρευες	=	σιγουρεύω
σιγούρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγούρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγούρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγούρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
σιγούσα	=	σιγώ
σιγόβραζα	=	σιγοβράζω
σιγόβραζαν	=	σιγοβράζω
σιγόβραζε	=	σιγοβράζω
σιγόβραζες	=	σιγοβράζω
σιγόβρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοβράζω
σιγόβρασαν	=	σιγοβράζω
σιγόβρασε	=	σιγοβράζω
σιγόβρασες	=	σιγοβράζω
σιγόβρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιγοβρέχει
σιγόντο	noun	η κατάσταση κατά την οποία ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος έχει σταθερή πλεύση όρτσα και ο άνεμος αλλάζει κατεύθυνση προς τα πλάγια του σκάφους
σιγώ	verb	μένω σιωπηλός
σιγών	=	σιγή
σιδέρωμα	noun	η αφαίρεση πτυχών από ύφασμα με τη χρήση σίδερου
σιδέρωνα	=	σιδερώνω
σιδέρωναν	=	σιδερώνω
σιδέρωνε	=	σιδερώνω
σιδέρωνες	=	σιδερώνω
σιδέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδήρου	=	σίδηρος
σιδήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σίδηρος
σιδήρων	noun	γενική πληθυντικού του σίδηρος
σιδερά	noun	γενική ενικού του σιδεράς
σιδεράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδεράς
σιδεράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδεράδικο
σιδεράδικο	noun	συνώνυμο του σιδηρουργείο
σιδεράδικου	noun	γενική ενικού του σιδεράδικο
σιδεράδικων	noun	γενική πληθυντικού του σιδεράδικο
σιδεράδων	noun	γενική πληθυντικού του σιδεράς
σιδεράκι	noun	μικρό μεταλλικό εξάρτημα
σιδεράκια	noun	ορθοδοντικός μηχανισμός που προσαρμόζεται στην οδοντοστοιχία για να την ευθυγραμμίσει
σιδεράς	noun	ο τεχνίτης που κατεργάζεται τον σίδηρο
σιδερένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδερένιος
σιδερένιας	adj	γενική ενικού του σιδερένια
σιδερένιε	adj	κλητική ενικού του σιδερένιος
σιδερένιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερένια
σιδερένιο	adj	αιτιατική ενικού του σιδερένιος
σιδερένιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδερένιος
σιδερένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από σίδερο
σιδερένιου	adj	γενική ενικού του σιδερένιος
σιδερένιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδερένιος
σιδερένιων	adj	γενική πληθυντικού του σιδερένιος
σιδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερή
σιδερής	adj	γενική ενικού του σιδερή
σιδερίτες	=	σιδερίτης
σιδερίτη	=	σιδερίτης
σιδερίτης	noun	τσάι του βουνού
σιδεριά	noun	σιδερένια κατασκευή
σιδεριάς	noun	γενική ενικού του σιδεριά
σιδεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδεριά
σιδερικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερικό
σιδερικού	noun	γενική ενικού του σιδερικό
σιδερικό	noun	σιδερένιο αντικείμενο
σιδερικών	noun	γενική πληθυντικού του σιδερικό
σιδεριτών	=	σιδερίτης
σιδεριών	=	σιδεριά
σιδερογωνία	noun	σιδερένια ορθή δίεδρη γωνία που χρησιμοποιείται στην σύνδεση δύο στερεών
σιδερογωνίας	=	σιδερογωνία
σιδερογωνίες	=	σιδερογωνία
σιδερογωνιά	noun	άλλη μορφή του σιδερογωνία
σιδερογωνιάς	noun	γενική ενικού του σιδερογωνιά
σιδερογωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερογωνιά
σιδερογωνιών	=	σιδερογωνιά
σιδεροδέσμια	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιας	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιε	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιες	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιο	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιοι	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιος	adj	άλλη μορφή του σιδηροδέσμιος
σιδεροδέσμιου	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιους	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροδέσμιων	=	σιδεροδέσμιος
σιδεροκέφαλα	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλε	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλες	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλη	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλης	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλο	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλοι	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλος	adj	κυριολεκτικά, αυτός που έχει κεφάλι από σίδερο, άθραυστο
σιδεροκέφαλου	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλους	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροκέφαλων	=	σιδεροκέφαλος
σιδεροπρίονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδεροπρίονο
σιδεροπρίονο	noun	πριόνι που κόβει σίδερα
σιδεροπρίονου	noun	γενική ενικού του σιδεροπρίονο
σιδεροπρίονων	noun	γενική πληθυντικού του σιδεροπρίονο
σιδεροστία	noun|dated	η πυροστιά
σιδεροστίας	=	σιδεροστία
σιδεροστίες	=	σιδεροστία
σιδεροστιά	noun|dated	η πυροστιά
σιδεροστιάς	=	σιδεροστιά
σιδεροστιές	=	σιδεροστιά
σιδεροστιών	=	σιδεροστιά
σιδεροτύπου	=	σιδερότυπο
σιδεροτύπων	=	σιδερότυπο
σιδερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σιδέρωμα
σιδερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερωμένο
σιδερωμένε	verb	κλητική ενικού του σιδερωμένος
σιδερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερωμένη
σιδερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδερωμένος
σιδερωμένης	verb	γενική ενικού του σιδερωμένη
σιδερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιδερωμένος
σιδερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδερωμένος
σιδερωμένος	=	σιδερώνω
σιδερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιδερωμένος
σιδερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιδερωμένος
σιδερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιδερωμένος
σιδερωστρών	noun	γενική πληθυντικού του σιδερώστρα
σιδερωτά	=	σιδερωτός
σιδερωτέ	=	σιδερωτός
σιδερωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερωτής
σιδερωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σιδερωτής
σιδερωτήρια	=	σιδερωτήριο
σιδερωτήριο	noun	μηχάνημα που χρησιμοποιείται για το σιδέρωμα ρούχων
σιδερωτήριου	=	σιδερωτήριο
σιδερωτήριων	=	σιδερωτήριο
σιδερωτής	noun	αυτός που σιδερώνει
σιδερωτηρίου	=	σιδερωτήριο
σιδερωτηρίων	=	σιδερωτήριο
σιδερωτοί	=	σιδερωτός
σιδερωτού	=	σιδερωτός
σιδερωτούς	=	σιδερωτός
σιδερωτριών	=	σιδερώτρια
σιδερωτρών	=	σιδερώτρα
σιδερωτό	=	σιδερωτός
σιδερωτός	adj	που τον έχουν σιδερώσει, …
σιδερωτών	noun	γενική πληθυντικού του σιδερωτής
σιδερόπανα	=	σιδερόπανο
σιδερόπανο	noun	πανί που χρησιμοποιείται για να καλύπτει τη σιδερώστρα, πάνω στο οποίο σιδερώνουμε
σιδερόπανου	=	σιδερόπανο
σιδερόπανων	=	σιδερόπανο
σιδερότυπα	=	σιδερότυπο
σιδερότυπο	noun	υλικό (συνήθως ειδικό χαρτί) που φέρει σχέδιο, το οποίο εκτυπώνεται σε ύφασμα με θερμική μέθοδο· (κατ’ επέκταση) το ίδιο σχέδιο που εκτυπώνεται, η θερμομεταφερόμενη στάμπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σιδερότυπος
σιδερότυπου	=	σιδερότυπο
σιδερότυπων	=	σιδερότυπο
σιδερόφραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερόφραχτο
σιδερόφραχτε	adj	κλητική ενικού του σιδερόφραχτος
σιδερόφραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερόφραχτη
σιδερόφραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδερόφραχτος
σιδερόφραχτης	adj	γενική ενικού του σιδερόφραχτη
σιδερόφραχτο	adj	αιτιατική ενικού του σιδερόφραχτος
σιδερόφραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδερόφραχτος
σιδερόφραχτος	adj	που έχει (μεγάλη και βαριά) πανοπλία
σιδερόφραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιδερόφραχτος
σιδερόφραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδερόφραχτος
σιδερόφραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιδερόφραχτος
σιδερόχορτα	=	σιδερόχορτο
σιδερόχορτο	noun	που φύεται σε πετρώδη εδάφη
σιδερόχορτου	=	σιδερόχορτο
σιδερόχορτων	=	σιδερόχορτο
σιδερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδέρωμα
σιδερώματος	noun	γενική ενικού του σιδέρωμα
σιδερώναμε	=	σιδερώνω
σιδερώναν	=	σιδερώνω
σιδερώνανε	=	σιδερώνω
σιδερώνατε	=	σιδερώνω
σιδερώνει	=	σιδερώνω
σιδερώνεις	=	σιδερώνω
σιδερώνετε	=	σιδερώνω
σιδερώνομαι	=	σιδερώνω
σιδερώνοντας	=	σιδερώνω
σιδερώνουμε	=	σιδερώνω
σιδερώνουν	=	σιδερώνω
σιδερώνουνε	=	σιδερώνω
σιδερώνω	verb	πιέζω ένα ζεστό σίδερο πάνω σε πλυμένα ρούχα, για να γίνει η επιφάνειά τους τελείως ίσια, να φύγουν οι τσαλάκες
σιδερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώσαν	=	σιδερώνω
σιδερώσανε	=	σιδερώνω
σιδερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώστρα	noun	μακρόστενο επίπεδο αντικείμενο, καλυμμένο με ειδικό ύφασμα, πάνω στο οποίο σιδερώνουμε τα ρούχα
σιδερώστρας	noun	γενική ενικού του σιδερώστρα
σιδερώστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδερώστρα
σιδερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιδερώνω
σιδερώτρα	noun|dated	θηλυκό του σιδερωτής
σιδερώτρας	=	σιδερώτρα
σιδερώτρες	=	σιδερώτρα
σιδερώτρια	noun	σιδερωτής
σιδερώτριας	=	σιδερώτρια
σιδερώτριες	=	σιδερώτρια
σιδηρέλασμα	noun	σιδερένιο έλασμα
σιδηρέμπορε	=	σιδηρέμπορος
σιδηρέμπορο	=	σιδηρέμπορος
σιδηρέμποροι	=	σιδηρέμπορος
σιδηρέμπορος	noun	ο έμπορος σιδήρου
σιδηρέμπορου	=	σιδηρέμπορος
σιδηρέμπορους	=	σιδηρέμπορος
σιδηρέμπορων	=	σιδηρέμπορος
σιδηρίτες	=	σιδηρίτης
σιδηρίτη	=	σιδηρίτης
σιδηρίτης	noun	ορυκτό, συνήθως καφέ ή γκριζωπό στην εμφάνιση, το οποίο αποτελείται κυρίως από ανθρακικό σίδηρο (FeCO₃)
σιδηρελάσματα	=	σιδηρέλασμα
σιδηρελάσματος	=	σιδηρέλασμα
σιδηρελασμάτων	=	σιδηρέλασμα
σιδηρεμπόρου	=	σιδηρέμπορος
σιδηρεμπόρους	=	σιδηρέμπορος
σιδηρεμπόρων	=	σιδηρέμπορος
σιδηριτών	=	σιδηρίτης
σιδηροβιομήχανε	noun	κλητική ενικού του σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομήχανο	noun	αιτιατική ενικού του σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομήχανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομήχανος	noun	ιδιοκτήτης σιδηροβιομηχανίας
σιδηροβιομήχανου	=	σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομήχανους	=	σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομήχανων	=	σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομηχάνου	=	σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομηχάνους	=	σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομηχάνων	=	σιδηροβιομήχανος
σιδηροβιομηχανία	noun	η βιομηχανία επεξεργασίας ή κατεργασίας σιδήρου
σιδηροβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του σιδηροβιομηχανία
σιδηροβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροβιομηχανία
σιδηροβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του σιδηροβιομηχανία
σιδηρογραφία	noun	η τέχνη της χάραξης επιφάνειας σιδήρου και χάλυβα
σιδηρογραφίας	=	σιδηρογραφία
σιδηρογραφίες	=	σιδηρογραφία
σιδηρογραφιών	=	σιδηρογραφία
σιδηρογροθιά	noun	όπλο (μεταλλικό αντικείμενο) το οποίο φοριέται στο χέρι και προκαλεί μεγάλες ζημιές σ' αυτόν που δέχεται τη γροθιά
σιδηρογροθιάς	=	σιδηρογροθιά
σιδηρογροθιές	=	σιδηρογροθιά
σιδηρογροθιών	=	σιδηρογροθιά
σιδηροδέσμια	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιας	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιε	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιες	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιο	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιοι	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιος	adj	δεμένος με δεσμούς, αλυσίδες, χειροπέδες κ.λπ.
σιδηροδέσμιου	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιους	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδέσμιων	=	σιδηροδέσμιος
σιδηροδοκέ	=	σιδηροδοκός
σιδηροδοκοί	=	σιδηροδοκός
σιδηροδοκού	=	σιδηροδοκός
σιδηροδοκούς	=	σιδηροδοκός
σιδηροδοκό	=	σιδηροδοκός
σιδηροδοκός	noun	σιδερένια δοκός
σιδηροδοκών	=	σιδηροδοκός
σιδηροδρομάκι	noun	υποκοριστικό του σιδηρόδρομος
σιδηροδρομάκια	=	σιδηροδρομάκι
σιδηροδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιδηροδρομικός	adv	άλλη μορφή του σιδηροδρομικώς
σιδηροδρομικέ	adj	κλητική ενικού του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροδρομική
σιδηροδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικής	adj	γενική ενικού του σιδηροδρομική
σιδηροδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικού	adj	γενική ενικού του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικός	noun	υπάλληλος σιδηροδρόμων	adj	σχετικός με το σιδηρόδρομο
σιδηροδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του σιδηροδρομικός
σιδηροδρομικώς	adv	χρησιμοποιώντας τον σιδηρόδρομο, με το τρένο
σιδηροδρόμου	=	σιδηρόδρομος
σιδηροδρόμους	=	σιδηρόδρομος
σιδηροδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του σιδηρόδρομος
σιδηροκατασκευές	=	σιδηροκατασκευή
σιδηροκατασκευή	noun	κτήριο του οποίου η δομή είναι μεταλλική
σιδηροκατασκευής	=	σιδηροκατασκευή
σιδηροκατασκευών	=	σιδηροκατασκευή
σιδηροκράματα	=	σιδηρόκραμα
σιδηροκράματος	=	σιδηρόκραμα
σιδηροκραμάτων	=	σιδηρόκραμα
σιδηρολοστέ	noun	κλητική ενικού του σιδηρολοστός
σιδηρολοστοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηρολοστός
σιδηρολοστού	noun	γενική ενικού του σιδηρολοστός
σιδηρολοστούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιδηρολοστός
σιδηρολοστό	noun	αιτιατική ενικού του σιδηρολοστός
σιδηρολοστός	noun	σιδερένιος λοστός
σιδηρολοστών	noun	γενική πληθυντικού του σιδηρολοστός
σιδηρομαγνητικά	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικέ	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικές	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητική	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικής	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικοί	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικού	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικούς	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικό	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητικός	adj	που έχει σχέση με το σιδηρομαγνητισμό ή αναφέρεται σʼ αυτόν
σιδηρομαγνητικών	=	σιδηρομαγνητικός
σιδηρομαγνητισμέ	=	σιδηρομαγνητισμός
σιδηρομαγνητισμοί	=	σιδηρομαγνητισμός
σιδηρομαγνητισμού	=	σιδηρομαγνητισμός
σιδηρομαγνητισμούς	=	σιδηρομαγνητισμός
σιδηρομαγνητισμό	=	σιδηρομαγνητισμός
σιδηρομαγνητισμός	noun	μορφή ισχυρού μαγνητισμού κατά την οποία ορισμένα υλικά εμφανίζουν αυθόρμητη μαγνήτιση και μπορούν να τη διατηρούν ακόμη και χωρίς εξωτερικό μαγνητικό πεδίο
σιδηρομαγνητισμών	=	σιδηρομαγνητισμός
σιδηρομεταλλουργία	noun	βιομηχανία παραγωγής ανεπεξέργαστων προϊόντων από σίδηρο
σιδηρομεταλλουργίας	=	σιδηρομεταλλουργία
σιδηρομεταλλουργίες	=	σιδηρομεταλλουργία
σιδηρομεταλλουργιών	=	σιδηρομεταλλουργία
σιδηρονικέλια	=	σιδηρονικέλιο
σιδηρονικέλιο	noun	κράμα σιδήρου-νικελίου, το οποίο παρουσιάζει βελτιωμένη ολκιμότητα, σκληρότητα και αντοχή στη διάβρωση
σιδηρονικέλιου	=	σιδηρονικέλιο
σιδηρονικελίου	=	σιδηρονικέλιο
σιδηρονικελίων	=	σιδηρονικέλιο
σιδηρονικελιούχα	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηρονικελιούχε	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηρονικελιούχο	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηρονικελιούχοι	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηρονικελιούχος	adj	που περιέχει σιδηρονικέλιο
σιδηρονικελιούχου	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηρονικελιούχους	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηρονικελιούχων	=	σιδηρονικελιούχος
σιδηροξείδια	=	σιδηροξείδιο
σιδηροξείδιο	noun	οξείδιο του σιδήρου (Fe₂O₃)
σιδηροξείδιου	=	σιδηροξείδιο
σιδηροξείδιων	=	σιδηροξείδιο
σιδηροξειδίου	=	σιδηροξείδιο
σιδηροξειδίων	=	σιδηροξείδιο
σιδηροπαγές	=	σιδηροπαγής
σιδηροπαγή	=	σιδηροπαγής
σιδηροπαγής	adj	συνήθως στην φράση σιδηροπαγές σκυρόδεμα: που στερεοποιείται από σίδηρο
σιδηροπαγείς	=	σιδηροπαγής
σιδηροπαγούς	=	σιδηροπαγής
σιδηροπαγών	=	σιδηροπαγής
σιδηροπενία	noun	έλλειψη σιδήρου από κάποιον οργανισμό
σιδηροπενίας	noun	γενική ενικού του σιδηροπενία
σιδηροπενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροπενία
σιδηροπενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροπενικό
σιδηροπενικέ	adj	κλητική ενικού του σιδηροπενικός
σιδηροπενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροπενική
σιδηροπενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδηροπενικός
σιδηροπενικής	adj	γενική ενικού του σιδηροπενική
σιδηροπενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηροπενικός
σιδηροπενικού	adj	γενική ενικού του σιδηροπενικός
σιδηροπενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδηροπενικός
σιδηροπενικό	adj	αιτιατική ενικού του σιδηροπενικός
σιδηροπενικός	adj	που έχει σχέση με τη σιδηροπενία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σιδηροπενικών	adj	γενική πληθυντικού του σιδηροπενικός
σιδηροπενιών	noun	γενική πληθυντικού του σιδηροπενία
σιδηροπυρίτης	noun	σουλφίδιο μεγάλης σκληρότητας με λευκό ή κιτρινωπό χρώμα συνήθως
σιδηροπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροπωλείο
σιδηροπωλείο	noun	το κατάστημα που πουλάει σιδηρικά
σιδηροπωλείου	noun	γενική ενικού του σιδηροπωλείο
σιδηροπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του σιδηροπωλείο
σιδηροπωλών	=	σιδηροπώλης
σιδηροπώλες	=	σιδηροπώλης
σιδηροπώλη	=	σιδηροπώλης
σιδηροπώλης	noun	αυτός που πουλάει / κάνει εμπόριο σιδήρου
σιδηροστρώσεις	=	σιδηρόστρωση
σιδηροστρώσεων	=	σιδηρόστρωση
σιδηροτεχνία	noun	η τέχνη της επεξεργασίας σιδήρου
σιδηροτεχνίας	=	σιδηροτεχνία
σιδηροτεχνίες	=	σιδηροτεχνία
σιδηροτεχνιών	=	σιδηροτεχνία
σιδηροτροχιά	noun	τα σιδερένια ράγα για μεταφορικό μέσο (π.χ. τρένο)
σιδηροτροχιάς	noun	γενική ενικού του σιδηροτροχιά
σιδηροτροχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηροτροχιά
σιδηροτροχιών	noun	γενική πληθυντικού του σιδηροτροχιά
σιδηρουργέ	noun	κλητική ενικού του σιδηρουργός
σιδηρουργία	noun	η κατεργασία του σιδήρου με σκοπό την κατασκευή σιδερένιων αντικειμένων
σιδηρουργίας	noun	γενική ενικού του σιδηρουργία
σιδηρουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρουργία
σιδηρουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρουργείο
σιδηρουργείο	noun	το εργαστήριο όπου γίνεται η κατεργασία σιδήρου και άλλων μετάλλων, με σκοπό την κατασκευή σιδερένιων και γενικότερα μεταλλικών αντικειμένων
σιδηρουργείου	noun	γενική ενικού του σιδηρουργείο
σιδηρουργείων	noun	γενική πληθυντικού του σιδηρουργείο
σιδηρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρουργικό
σιδηρουργικέ	adj	κλητική ενικού του σιδηρουργικός
σιδηρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρουργική
σιδηρουργική	noun	η τέχνη του σιδηρουργού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδηρουργικός
σιδηρουργικής	adj	γενική ενικού του σιδηρουργική
σιδηρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηρουργικός
σιδηρουργικού	adj	γενική ενικού του σιδηρουργικός
σιδηρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδηρουργικός
σιδηρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του σιδηρουργικός
σιδηρουργικός	adj	σχετικός με τον σιδηρουργό και τη σιδηρουργία
σιδηρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του σιδηρουργικός
σιδηρουργιών	noun	γενική πληθυντικού του σιδηρουργία
σιδηρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηρουργός
σιδηρουργού	noun	γενική ενικού του σιδηρουργός
σιδηρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιδηρουργός
σιδηρουργό	noun	αιτιατική ενικού του σιδηρουργός
σιδηρουργός	noun	μεταλλοτεχνίτης, τεχνίτης που ειδικεύεται στην κατασκευή σιδερένιων και γενικότερα μεταλλικών αντικειμένων
σιδηρουργών	noun	γενική πληθυντικού του σιδηρουργός
σιδηροχρωμίου	=	σιδηροχρώμιο
σιδηροχρωμίων	=	σιδηροχρώμιο
σιδηροχρωματοπωλεία	=	σιδηροχρωματοπωλείο
σιδηροχρωματοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλάει σιδερικά και χρώματα
σιδηροχρωματοπωλείου	=	σιδηροχρωματοπωλείο
σιδηροχρωματοπωλείων	=	σιδηροχρωματοπωλείο
σιδηροχρώμια	=	σιδηροχρώμιο
σιδηροχρώμιο	noun	κράμα σιδήρου - χρωμίου
σιδηροχρώμιου	=	σιδηροχρώμιο
σιδηροϋλικά	=	σιδηροϋλικό
σιδηροϋλικού	=	σιδηροϋλικό
σιδηροϋλικό	noun	υλικό από σίδηρο
σιδηροϋλικών	=	σιδηροϋλικό
σιδηρούς	adj|formal	σιδερένιος κυρίως σε παγιωμένες λόγιες εκφράσεις
σιδηρούχα	=	σιδηρούχος
σιδηρούχας	=	σιδηρούχος
σιδηρούχε	=	σιδηρούχος
σιδηρούχες	=	σιδηρούχος
σιδηρούχο	=	σιδηρούχος
σιδηρούχοι	=	σιδηρούχος
σιδηρούχος	adj	που περιέχει σίδηρο
σιδηρούχου	=	σιδηρούχος
σιδηρούχους	=	σιδηρούχος
σιδηρούχων	=	σιδηρούχος
σιδηροῦς	=	σιδηρούς
σιδηρωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρωρυχείο
σιδηρωρυχείο	noun	ορυχείο σιδήρου
σιδηρωρυχείου	noun	γενική ενικού του σιδηρωρυχείο
σιδηρωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του σιδηρωρυχείο
σιδηρωτήριον	noun	σιδερωτήριο
σιδηρόβεργες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόβεργα
σιδηρόδρομε	noun	κλητική ενικού του σιδηρόδρομος
σιδηρόδρομο	noun	αιτιατική ενικού του σιδηρόδρομος
σιδηρόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόδρομος
σιδηρόδρομος	noun	το μεταφορικό μέσο που αποτελείται από άμαξες (μηχανή και βαγόνια) που κινούνται πάνω σε σιδηροτροχιές (σιδερένιες ράγες)
σιδηρόδρομου	=	σιδηρόδρομος
σιδηρόδρομους	=	σιδηρόδρομος
σιδηρόκραμα	noun	κράμα μετάλλων που περιέχει σίδηρο
σιδηρόπλεκτα	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτε	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτες	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτη	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτης	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτο	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτοι	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτος	adj	πλεγμένος με σίδηρο
σιδηρόπλεκτου	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτους	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεκτων	=	σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεχτα	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτε	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτες	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτη	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτης	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτο	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτοι	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτος	adj	άλλη γραφή του σιδηρόπλεκτος
σιδηρόπλεχτου	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτους	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόπλεχτων	=	σιδηρόπλεχτος
σιδηρόστοκε	=	σιδηρόστοκος
σιδηρόστοκο	=	σιδηρόστοκος
σιδηρόστοκοι	=	σιδηρόστοκος
σιδηρόστοκος	noun	στόκος που χρησιμοποιείται σε στοκάρισμα, (γέμισμα), μεταλλικών επιφανειών
σιδηρόστοκου	=	σιδηρόστοκος
σιδηρόστοκους	=	σιδηρόστοκος
σιδηρόστοκων	=	σιδηρόστοκος
σιδηρόστρωση	noun	η στρώση σιδηροτροχιών στο έδαφος
σιδηρόστρωσης	=	σιδηρόστρωση
σιδηρόφρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόφρακτο
σιδηρόφρακτε	adj	κλητική ενικού του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόφρακτη
σιδηρόφρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφρακτης	adj	γενική ενικού του σιδηρόφρακτη
σιδηρόφρακτο	adj	αιτιατική ενικού του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφρακτος	adj|formal	λόγια μορφή του σιδερόφραχτος
σιδηρόφρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφραχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόφραχτο
σιδηρόφραχτε	adj	κλητική ενικού του σιδηρόφραχτος
σιδηρόφραχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόφραχτη
σιδηρόφραχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιδηρόφραχτος
σιδηρόφραχτης	adj	γενική ενικού του σιδηρόφραχτη
σιδηρόφραχτο	adj	αιτιατική ενικού του σιδηρόφραχτος
σιδηρόφραχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιδηρόφραχτος
σιδηρόφραχτος	adj	άλλη μορφή του σιδηρόφρακτος
σιδηρόφραχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιδηρόφραχτος
σιδηρόφραχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιδηρόφραχτος
σιδηρόφραχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιδηρόφραχτος
σιελ	noun	το απαλό γαλάζιο χρώμα του ουρανού	adj	που έχει χρώμα σιελ
σιελογόνα	=	σιελογόνος
σιελογόνας	=	σιελογόνος
σιελογόνε	=	σιελογόνος
σιελογόνες	=	σιελογόνος
σιελογόνο	=	σιελογόνος
σιελογόνοι	=	σιελογόνος
σιελογόνος	adj	που εκκρίνει σάλιο
σιελογόνου	=	σιελογόνος
σιελογόνους	=	σιελογόνος
σιελογόνων	=	σιελογόνος
σιελορροιών	=	σιελόρροια
σιελωδών	=	σιελώδης
σιελόρροια	noun	η αυξημένη παραγωγή σάλιου, κάτι που συχνά οφείλεται σε ψυχογενή αίτια, φάρμακα που περιέχουν βαρέα μέταλλα ή άλλη νόσο
σιελόρροιας	=	σιελόρροια
σιελόρροιες	=	σιελόρροια
σιελώδεις	=	σιελώδης
σιελώδες	=	σιελώδης
σιελώδη	=	σιελώδης
σιελώδης	adj	άλλη μορφή του σιαλώδης
σιελώδους	=	σιελώδης
σιελώσεις	=	σιέλωση
σιελώσεων	=	σιέλωση
σιενίτες	=	σιενίτης
σιενίτη	=	σιενίτης
σιενίτης	noun	είδος πετρώματος (γρανίτη ή αστρίου)
σιενιτών	=	σιενίτης
σιεστών	noun	γενική πληθυντικού του σιέστα
σιζαλόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιζαλόσχοινο
σιζαλόσχοινο	noun	συνηθέστερα καραβόσχοινο που κατασκευάζεται από ίνες του φυτού αγαύη (sisal)
σιζαλόσχοινου	noun	γενική ενικού του σιζαλόσχοινο
σιζαλόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του σιζαλόσχοινο
σιισμέ	noun	κλητική ενικού του σιισμός
σιισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιισμός
σιισμού	noun	γενική ενικού του σιισμός
σιισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιισμός
σιισμό	noun	αιτιατική ενικού του σιισμός
σιισμός	noun	ένας από τους δυο κλάδους του Ισλάμ, σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε ο Αλί να είχε διαδεχθεί τον Μωάμεθ ως χαλίφης, αντί για τον Αμπού Μπακρ
σιισμών	noun	γενική πληθυντικού του σιισμός
σιιτών	=	σιίτης
σικ	adj	κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος	adv	γραφή με ελληνικά γράμματα του sic (λατινικά)
σικάλεως	=	σίκαλη
σικάν	noun	κανένα φύλλο κάποιου χρώματος (συμβόλου) σε ένα χέρι που έχει διανεμηθεί
σικάτα	adv	με σικάτο τρόπο
σικάτε	adj	κλητική ενικού του σικάτος
σικάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σικάτη
σικάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σικάτος
σικάτης	adj	γενική ενικού του σικάτη
σικάτο	adj	αιτιατική ενικού του σικάτος
σικάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σικάτος
σικάτος	adj|informal	καλαίσθητος
σικάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σικάτος
σικάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σικάτος
σικάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σικάτος
σικέ	adj	που είναι προσυμφωνημένου αποτελέσματος και έχει καθοριστεί εκ των προτέρων
σικελιανά	=	σικελικά
σικελικά	noun	το λατινογενές ιδίωμα που μιλιέται στη Σικελία, στα δορυφορικά νησιά της και σε μερικές περιοχές της νότιας Ιταλίας.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σικελικό
σικελικέ	adj	κλητική ενικού του σικελικός
σικελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σικελική
σικελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σικελικός
σικελικής	adj	γενική ενικού του σικελική
σικελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σικελικός
σικελικού	adj	γενική ενικού του σικελικός
σικελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σικελικός
σικελικό	adj	αιτιατική ενικού του σικελικός
σικελικός	adj	σχετικός με τη Σικελία και τους Σικελούς
σικελικών	adj	γενική πληθυντικού του σικελικός
σικελιώτικος	=	σικελικός
σικλέτι	noun	άλλη μορφή του σεκλέτι
σικλέτια	=	σικλέτι
σικλαμέν	noun	το ανοιχτό βιολετί	adj	που έχει χρώμα σικλαμέν, ανοιχτό βιολετί
σικλετιού	=	σικλέτι
σικλετιών	=	σικλέτι
σικορέ	noun	μακρόστενο λευκό λάχανο του είδους Cichorium endivia με λίγο πικρή γεύση
σικύα	noun	κολοκυθιά
σιλανσιέ	noun	ο σιγαστήρας
σιλδεναφίλες	=	σιλδεναφίλη
σιλδεναφίλη	noun	φαρμακευτική ουσία που χαλαρώνει τα αιμοφόρα αγγεία και διευκολύνει τη ροή του αίματος, χρησιμοποιούμενη κυρίως για τη στυτική δυσλειτουργία και τη θεραπεία μορφών πνευμονικής υπέρτασης
σιλδεναφίλης	=	σιλδεναφίλη
σιλδεναφιλών	=	σιλδεναφίλη
σιλεντιάριε	=	σιλεντιάριος
σιλεντιάριο	=	σιλεντιάριος
σιλεντιάριοι	=	σιλεντιάριος
σιλεντιάριος	noun	υπάλληλος ή αξιωματούχος της αυτοκρατορικής Αυλής στη Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη, επιφορτισμένος με την τήρηση της ησυχίας και της τάξης
σιλεντιάριου	=	σιλεντιάριος
σιλεντιάριους	=	σιλεντιάριος
σιλεντιάριων	=	σιλεντιάριος
σιληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιληνικό
σιληνικέ	adj	κλητική ενικού του σιληνικός
σιληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιληνική
σιληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιληνικός
σιληνικής	adj	γενική ενικού του σιληνική
σιληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιληνικός
σιληνικού	adj	γενική ενικού του σιληνικός
σιληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιληνικός
σιληνικό	adj	αιτιατική ενικού του σιληνικός
σιληνικός	adj	που έχει σχέση με Σιληνό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σιληνικών	adj	γενική πληθυντικού του σιληνικός
σιλιγούδι	noun	σαμιαμίδι, σαύρα
σιλικονάτα	=	σιλικονάτος
σιλικονάτε	=	σιλικονάτος
σιλικονάτες	=	σιλικονάτος
σιλικονάτη	=	σιλικονάτος
σιλικονάτης	=	σιλικονάτος
σιλικονάτο	=	σιλικονάτος
σιλικονάτοι	=	σιλικονάτος
σιλικονάτος	adj|vulgar	που αφορά γυναίκα ή οποία έχει τοποθετήσει εμφυτεύματα σιλικόνης στο στήθος της, ώστε να μεγαλώσει
σιλικονάτου	=	σιλικονάτος
σιλικονάτους	=	σιλικονάτος
σιλικονάτων	=	σιλικονάτος
σιλικονούχα	=	σιλικονούχος
σιλικονούχας	=	σιλικονούχος
σιλικονούχε	=	σιλικονούχος
σιλικονούχες	=	σιλικονούχος
σιλικονούχο	=	σιλικονούχος
σιλικονούχοι	=	σιλικονούχος
σιλικονούχος	adj	που περιέχει σιλικόνη
σιλικονούχου	=	σιλικονούχος
σιλικονούχους	=	σιλικονούχος
σιλικονούχων	=	σιλικονούχος
σιλικονών	=	σιλικόνη
σιλικόνες	=	σιλικόνη
σιλικόνη	noun	οξυγονούχα οργανική συνθετική ένωση του πυριτίου που χρησιμοποιείται σε μονώσεις, κόλλες, λιπαντικά, φαρμακευτική κ.λπ.
σιλικόνης	noun	γενική ενικού του σιλικόνη
σιλιχτάρη	=	σιλιχτάρης
σιλιχτάρηδες	=	σιλιχτάρης
σιλιχτάρηδων	=	σιλιχτάρης
σιλιχτάρης	noun|dated	άλλη γραφή του σελιχτάρης
σιλουέτα	noun	μορφή, άνθρωπος (ή σπανιότερα κάτι άλλο) του οποίου διακρίνεται μόνο το γενικό σχήμα
σιλουέτας	noun	γενική ενικού του σιλουέτα
σιλουέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιλουέτα
σιλοφόρα	=	σιλοφόρος
σιλοφόρας	=	σιλοφόρος
σιλοφόρε	=	σιλοφόρος
σιλοφόρες	=	σιλοφόρος
σιλοφόρο	=	σιλοφόρος
σιλοφόροι	=	σιλοφόρος
σιλοφόρος	adj	που μπορεί να κουβαλήσει αυτά που αποθηκεύει το σιλό, που μπορεί να κουβαλήσει ένα σιλό
σιλοφόρου	=	σιλοφόρος
σιλοφόρους	=	σιλοφόρος
σιλοφόρων	=	σιλοφόρος
σιλφών	=	σίλφη
σιλό	noun	κυλινδρική κατασκευή που χρησιμοποιείται για αποθήκευση χύδην στερεών υλικών (δημητριακών, χαλικιών κτλ.) και τροφοδοσία (φορτοεκφόρτωση)
σιμά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμό, ουδέτερο του σιμός	adv|vulgar	κοντά, σε μικρή απόσταση
σιμέ	adj	κλητική ενικού του σιμός
σιμές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμή
σιμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιμός
σιμής	adj	γενική ενικού του σιμή
σιμίτες	=	σιμίτης
σιμίτη	=	σιμίτης
σιμίτης	noun|formal	αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει σιμίτια
σιμίτι	noun	κουλούρι με σουσάμι γύρω - γύρω, αυτό που στην Αθήνα αποκαλείται "κουλούρι Θεσσαλονίκης"
σιμίτια	=	σιμίτι
σιμετιδίνες	=	σιμετιδίνη
σιμετιδίνη	noun	φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος
σιμετιδίνης	noun	γενική ενικού του σιμετιδίνη
σιμετιδινών	=	σιμετιδίνη
σιμιγδάλι	noun	καλής ποιότητος αλεύρι από σκληρό στάρι
σιμιγδάλια	=	σιμιγδάλι
σιμιγδαλένια	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιας	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιε	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιες	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιο	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιοι	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιος	adj	φτιαγμένος από σιμιγδάλι
σιμιγδαλένιου	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιους	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλένιων	=	σιμιγδαλένιος
σιμιγδαλιού	=	σιμιγδάλι
σιμιγδαλιών	=	σιμιγδάλι
σιμιγδαλομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμιγδαλομηχανή
σιμιγδαλομηχανή	noun	ειδική ονομασία αλευρομηχανής που επεξεργάζεται σιμιγδάλια
σιμιγδαλομηχανής	=	σιμιγδαλομηχανή
σιμιγδαλομηχανών	=	σιμιγδαλομηχανή
σιμιγδαλόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το σιμιγδάλι
σιμιγδαλόσουπας	noun	γενική ενικού του σιμιγδαλόσουπα
σιμιγδαλόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμιγδαλόσουπα
σιμιτεργάτες	=	σιμιτεργάτης
σιμιτεργάτη	=	σιμιτεργάτης
σιμιτεργάτης	noun	ο εργαζόμενος στην παρασκευή σιμιτιών
σιμιτεργάτρια	noun	θηλυκό του σιμιτεργάτης
σιμιτεργάτριας	noun	γενική ενικού του σιμιτεργάτρια
σιμιτεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμιτεργάτρια
σιμιτεργατριών	noun	γενική πληθυντικού του σιμιτεργάτρια
σιμιτεργατών	=	σιμιτεργάτης
σιμιτζή	=	σιμιτζής
σιμιτζήδες	=	σιμιτζής
σιμιτζήδων	=	σιμιτζής
σιμιτζής	noun	αυτός που πουλάει σιμιγδάλι ή σιμιγδαλένια κατασκευάσματα (κουλούρια, πίτες κ.λπ.)
σιμιτιού	=	σιμίτι
σιμιτιών	=	σιμίτι
σιμιτσή	=	σιμιτσής
σιμιτσήδες	=	σιμιτσής
σιμιτσήδων	=	σιμιτσής
σιμιτσής	noun	άλλη γραφή του σιμιτζής
σιμιτών	=	σιμίτης
σιμοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιμός
σιμοτήτων	=	σιμότητα
σιμοτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιμοτινός	adv|rare	κοντινά, κοντά
σιμοτινέ	adj	κλητική ενικού του σιμοτινός
σιμοτινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμοτινή
σιμοτινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιμοτινός
σιμοτινής	adj	γενική ενικού του σιμοτινή
σιμοτινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιμοτινός
σιμοτινού	adj	γενική ενικού του σιμοτινός
σιμοτινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιμοτινός
σιμοτινό	adj	αιτιατική ενικού του σιμοτινός
σιμοτινός	adj|rare	κοντινός
σιμοτινών	adj	γενική πληθυντικού του σιμοτινός
σιμουλτανέ	adv	την ίδια στιγμή
σιμού	adj	γενική ενικού του σιμός
σιμούν	noun	καυτός ορμητικός άνεμος της ερήμου
σιμούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιμός
σιμποργκίου	=	σιμπόργκιο
σιμπόργκιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 106 και χημικό σύμβολο Sg
σιμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σίμωμα
σιμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμωμένο
σιμωμένε	verb	κλητική ενικού του σιμωμένος
σιμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμωμένη
σιμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιμωμένος
σιμωμένης	verb	γενική ενικού του σιμωμένη
σιμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιμωμένος
σιμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιμωμένος
σιμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιμωμένος
σιμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιμωμένος
σιμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιμωμένος
σιμωνία	noun	η εξαγορά εκκλησιαστικών αξιωμάτων
σιμωνίας	noun	γενική ενικού του σιμωνία
σιμωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμωνία
σιμωνιακά	noun	εκκλησιαστικό σκάνδαλο του 1875 σχετικό με τη δωροδοκία υπουργών από υποψήφιους μητροπολίτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμωνιακό
σιμωνιακέ	adj	κλητική ενικού του σιμωνιακός
σιμωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιμωνιακή
σιμωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιμωνιακός
σιμωνιακής	adj	γενική ενικού του σιμωνιακή
σιμωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιμωνιακός
σιμωνιακού	adj	γενική ενικού του σιμωνιακός
σιμωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιμωνιακός
σιμωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του σιμωνιακός
σιμωνιακός	adj	σχετικός με τη σιμωνία
σιμωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του σιμωνιακός
σιμωνιών	noun	γενική πληθυντικού του σιμωνία
σιμό	adj	αιτιατική ενικού του σιμός
σιμός	adj|formal	πλακουτσωτός
σιμότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος σιμός, η ιδιότητα του σιμού
σιμότητας	=	σιμότητα
σιμότητες	=	σιμότητα
σιμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίμωμα
σιμώματος	noun	γενική ενικού του σίμωμα
σιμών	adj	γενική πληθυντικού του σιμός
σιμώναμε	=	σιμώνω
σιμώναν	=	σιμώνω
σιμώνανε	=	σιμώνω
σιμώνατε	=	σιμώνω
σιμώνει	=	σιμώνω
σιμώνεις	=	σιμώνω
σιμώνετε	=	σιμώνω
σιμώνοντας	=	σιμώνω
σιμώνουμε	=	σιμώνω
σιμώνουν	=	σιμώνω
σιμώνουνε	=	σιμώνω
σιμώνω	verb|vulgar	πλησιάζω, κοντεύω
σιμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσαν	=	σιμώνω
σιμώσανε	=	σιμώνω
σιμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σιμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιμώνω
σινάπι	noun	φυτό του γένους Sinapis, ειδικότερα, η κοινή ονομασία για το είδος Sinapis arvensis
σινάπια	=	σινάπι
σινάφι	noun|dated	ο κύκλος των ομοτέχνων, των ανθρώπων που ασχολούνται με την ίδια τέχνη ή το ίδιο επάγγελμα
σινάφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινάφι
σινέραμα	noun	τεχνική λήψης ταινίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται στον θεατή το μεγάλο οπτικό πεδίο
σινί	noun	μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί
σινίκι	noun|dated	παλαιό μέτρο χωρητικότητας για σιτηρά και όσπρια, που σε ορισμένες περιοχές χρησιμοποιούνταν και για τον υπολογισμό αλεστικών ή της έκτασης γης που μπορούσε να σπαρεί με ανάλογη ποσότητα σπόρου
σινίκια	=	σινίκι
σιναλεζικά	noun	της Σρι Λάνκα (άλλοτε Κεϋλάνης)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιναλεζικό
σιναλεζικέ	adj	κλητική ενικού του σιναλεζικός
σιναλεζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιναλεζική
σιναλεζική	noun	σιναλεζική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιναλεζικός
σιναλεζικής	adj	γενική ενικού του σιναλεζική
σιναλεζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιναλεζικός
σιναλεζικού	adj	γενική ενικού του σιναλεζικός
σιναλεζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιναλεζικός
σιναλεζικό	adj	ουδέτερο του σιναλεζικός
σιναλεζικός	adj	σχετικός με τη Σρι Λάνκα
σιναλεζικών	adj	γενική πληθυντικού του σιναλεζικός
σιναμικές	=	σιναμική
σιναμική	noun|dated	καθαρτικό σε μορφή τσαγιού ή εκχυλίσματος για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, που παρασκευάζονταν από το φυτό κασία / σένα / σέννα (Cassia senna ή Senna alexandrina)
σιναμικής	=	σιναμική
σιναμικών	=	σιναμική
σιναπάλευρα	=	σιναπάλευρο
σιναπάλευρο	noun	αλεύρι από σινάπι
σιναπάλευρον	noun	σιναπάλευρο
σιναπάλευρου	=	σιναπάλευρο
σιναπάλευρων	=	σιναπάλευρο
σιναπέλαια	=	σιναπέλαιο
σιναπέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από σινάπι
σιναπέλαιου	=	σιναπέλαιο
σιναπέλαιων	=	σιναπέλαιο
σιναπελαίου	=	σιναπέλαιο
σιναπελαίων	=	σιναπέλαιο
σιναπιού	noun	γενική ενικού του σινάπι
σιναπισμέ	noun	κλητική ενικού του σιναπισμός
σιναπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιναπισμός
σιναπισμού	noun	γενική ενικού του σιναπισμός
σιναπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιναπισμός
σιναπισμό	noun	αιτιατική ενικού του σιναπισμός
σιναπισμός	noun	κατάπλασμα από σπόρους σιναπιού
σιναπισμών	noun	γενική πληθυντικού του σιναπισμός
σιναπιών	=	σινάπι
σιναποβλάσταρα	=	σιναποβλάσταρο
σιναποβλάσταρο	noun	βλαστάρι σιναπιού
σιναποβλάσταρου	=	σιναποβλάσταρο
σιναποβλάσταρων	=	σιναποβλάσταρο
σιναπούχα	=	σιναπούχος
σιναπούχας	=	σιναπούχος
σιναπούχε	=	σιναπούχος
σιναπούχες	=	σιναπούχος
σιναπούχο	=	σιναπούχος
σιναπούχοι	=	σιναπούχος
σιναπούχος	adj	που περιέχει σινάπι / σιναπόσπορο ή έχει πασπαλιστεί με σκόνη σιναπιού
σιναπούχου	=	σιναπούχος
σιναπούχους	=	σιναπούχος
σιναπούχων	=	σιναπούχος
σιναπόσπορε	=	σιναπόσπορος
σιναπόσπορο	noun	αιτιατική ενικού του σιναπόσπορος
σιναπόσποροι	=	σιναπόσπορος
σιναπόσπορος	noun	ο σπόρος του σιναπιού
σιναπόσπορου	=	σιναπόσπορος
σιναπόσπορους	=	σιναπόσπορος
σιναπόσπορων	=	σιναπόσπορος
σιναφιού	noun	γενική ενικού του σινάφι
σιναφιών	noun	γενική πληθυντικού του σινάφι
σιναϊτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιναϊτικό
σιναϊτικέ	adj	κλητική ενικού του σιναϊτικός
σιναϊτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιναϊτική
σιναϊτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιναϊτικός
σιναϊτικής	adj	γενική ενικού του σιναϊτική
σιναϊτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιναϊτικός
σιναϊτικού	adj	γενική ενικού του σιναϊτικός
σιναϊτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιναϊτικός
σιναϊτικό	adj	αιτιατική ενικού του σιναϊτικός
σιναϊτικός	adj	που προέρχεται από το Σινά
σιναϊτικών	adj	γενική πληθυντικού του σιναϊτικός
σινδονηδώς	adv|archaic	επιφανειακά, δίχως να εισχωρεί στην ή να ενδιαφέρει η ουσία (αφορά τον τρόπο ανάγνωσης ή παρουσίασης κειμένων)
σινεμά	noun	ο κινηματογράφος
σινεμάς	=	σινεμά
σινεμασκόπ	noun	φορμά κινηματογράφησης με αναμορφικούς φακούς και κινηματογραφικής προβολής ευρείας εικόνας (2.66:1), που χρησιμοποιήθηκε από το 1953 ως το 1967
σινεμπλόκ	noun	ελαστικό εξάρτημα στην ανάρτηση αυτοκινήτου (ή άλλων οχημάτων) που αποτελείται από δύο μεταλλικούς κυλίνδρους με ένα ενδιάμεσο στρώμα ελαστικού υλικού (καουτσούκ ή πολυουρεθάνη) και απορροφά κραδασμούς, μειώνει θορύβους και δονήσεις, επιτρέποντας ταυτόχρονα ομαλή κίνηση μεταξύ των μεταλλικών μερών της ανάρτησης
σινεφίλ	adj	που αγαπάει τον κινηματογράφο και του αρέσει να βλέπει πολλές και καλές ταινίες ή ταινίες πιο «ψαγμένες» και με ιδιαίτερα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά	noun	σινεφίλ
σινεφιλία	noun	η αγάπη για το σινεμά, για τον κινηματογράφο
σινεφιλίας	=	σινεφιλία
σινεφιλίες	=	σινεφιλία
σινεφιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινεφιλικό
σινεφιλικέ	adj	κλητική ενικού του σινεφιλικός
σινεφιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινεφιλική
σινεφιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σινεφιλικός
σινεφιλικής	adj	γενική ενικού του σινεφιλική
σινεφιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σινεφιλικός
σινεφιλικού	adj	γενική ενικού του σινεφιλικός
σινεφιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σινεφιλικός
σινεφιλικό	adj	αιτιατική ενικού του σινεφιλικός
σινεφιλικός	adj	κλιτή μορφή του σινεφίλ
σινεφιλικών	adj	γενική πληθυντικού του σινεφιλικός
σινεφιλιών	=	σινεφιλία
σινιά	=	σινί
σινιάλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινιάλο
σινιάλο	noun	οπτικό ή ηχητικό σήμα
σινιάλου	noun	γενική ενικού του σινιάλο
σινιάλων	noun	γενική πληθυντικού του σινιάλο
σινιάρω	verb|vulgar	άλλη γραφή του σενιάρω
σινιέ	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται σε πολυτελές ένδυμα (με υπογραφή (μεγάλου) δημιουργού)
σινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινικό
σινικέ	adj	κλητική ενικού του σινικός
σινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινική
σινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σινικός
σινικής	adj	γενική ενικού του σινική
σινικιού	=	σινίκι
σινικιών	=	σινίκι
σινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σινικός
σινικού	adj	γενική ενικού του σινικός
σινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σινικός
σινικό	adj	αιτιατική ενικού του σινικός
σινικός	adj	που έχει σχέση με την Κίνα ή αναφέρεται σ' αυτή
σινικών	adj	γενική πληθυντικού του σινικός
σινιορίνα	noun	η δεσποινίς
σινιορίνας	=	σινιορίνα
σινιορίνες	=	σινιορίνα
σινιορίνων	=	σινιορίνα
σινιού	=	σινί
σινιόν	noun	είδος κόμμωσης
σινιόρ	noun	κύριος
σινιόρα	noun	κυρία
σινιόρας	=	σινιόρα
σινιόρες	=	σινιόρα
σινιόρων	=	σινιόρα
σινιών	=	σινί
σινοελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινοελληνικό
σινοελληνικέ	adj	κλητική ενικού του σινοελληνικός
σινοελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινοελληνική
σινοελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σινοελληνικός
σινοελληνικής	adj	γενική ενικού του σινοελληνική
σινοελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σινοελληνικός
σινοελληνικού	adj	γενική ενικού του σινοελληνικός
σινοελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σινοελληνικός
σινοελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του σινοελληνικός
σινοελληνικός	adj	που αφορά τις σχέσεις Ελλάδας και Κίνας
σινοελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του σινοελληνικός
σινολογία	noun	η επιστήμη ή το αντικείμενο ενασχόλησης του σινολόγου
σινολογίας	noun	γενική ενικού του σινολογία
σινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινολογία
σινολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινολογικό
σινολογικέ	adj	κλητική ενικού του σινολογικός
σινολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινολογική
σινολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σινολογικός
σινολογικής	adj	γενική ενικού του σινολογική
σινολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σινολογικός
σινολογικού	adj	γενική ενικού του σινολογικός
σινολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σινολογικός
σινολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σινολογικός
σινολογικός	adj	που έχει σχέση με τη σινολογία ή τους σινολόγους ή αναφέρεται σ' αυτά
σινολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σινολογικός
σινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σινολογία
σινολόγε	noun	κλητική ενικού του σινολόγος
σινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του σινολόγος
σινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σινολόγος
σινολόγος	noun	επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην κινέζικη γλώσσα ή (γενικότερα) στον κινέζικο πολιτισμό
σινολόγου	noun	γενική ενικού του σινολόγος
σινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σινολόγος
σινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του σινολόγος
σινοσοβιετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινοσοβιετικό
σινοσοβιετικέ	adj	κλητική ενικού του σινοσοβιετικός
σινοσοβιετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σινοσοβιετική
σινοσοβιετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σινοσοβιετικός
σινοσοβιετικής	adj	γενική ενικού του σινοσοβιετική
σινοσοβιετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σινοσοβιετικός
σινοσοβιετικού	adj	γενική ενικού του σινοσοβιετικός
σινοσοβιετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σινοσοβιετικός
σινοσοβιετικό	adj	αιτιατική ενικού του σινοσοβιετικός
σινοσοβιετικός	adj	που αφορά την Κίνα και τη Σοβιετική Ένωση και τις μεταξύ τους σχέσεις
σινοσοβιετικών	adj	γενική πληθυντικού του σινοσοβιετικός
σινουά	noun	σουρωτήρι για σος σε σχήμα κώνου
σινοφοβία	noun	κινεζοφοβία
σινοφοβίας	=	σινοφοβία
σινοφοβίες	=	σινοφοβία
σινοφοβιών	=	σινοφοβία
σιντέφι	noun	άλλη μορφή του σεντέφι
σιντέφια	=	σιντέφι
σιντί	noun|vulgar	δίσκος που χρησιμοποιείται (περισσότερο χρησιμοποιούνταν) για αποθήκευση ψηφιακού ήχου ή ψηφιακών δεδομένων
σιντεφένια	=	σιντεφένιος
σιντεφένιας	=	σιντεφένιος
σιντεφένιε	=	σιντεφένιος
σιντεφένιες	=	σιντεφένιος
σιντεφένιο	=	σιντεφένιος
σιντεφένιοι	=	σιντεφένιος
σιντεφένιος	adj	άλλη μορφή του σεντεφένιος
σιντεφένιου	=	σιντεφένιος
σιντεφένιους	=	σιντεφένιος
σιντεφένιων	=	σιντεφένιος
σιντεφιού	=	σιντέφι
σιντεφιών	=	σιντέφι
σιντιά	=	σιντί
σιντιού	=	σιντί
σιντιών	=	σιντί
σιντοϊσμέ	noun	κλητική ενικού του σιντοϊσμός
σιντοϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιντοϊσμός
σιντοϊσμού	noun	γενική ενικού του σιντοϊσμός
σιντοϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιντοϊσμός
σιντοϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του σιντοϊσμός
σιντοϊσμός	noun	ιαπωνικό θρησκευτικό σύστημα πίστης το οποίο πιστεύει στους προγόνους και θεοποιεί τις δυνάμεις της φύσης
σιντοϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του σιντοϊσμός
σιντριβάνι	noun	κατασκευή που διακοσμεί πλατείες, πάρκα, κήπους κ.λ.π. και αποτελείται από μια μικρή λίμνη κι έναν τεχνητό πίδακα με ειδικό υδραυλικό σύστημα που εκτοξεύει νερό σε διάφορα ύψη.
σιντριβάνια	=	σιντριβάνι
σιντριβανιού	=	σιντριβάνι
σιντριβανιών	=	σιντριβάνι
σιορ	noun	ο κύριος
σιούτα	=	σιούτος
σιούτας	=	σιούτος
σιούτε	=	σιούτος
σιούτες	=	σιούτος
σιούτο	=	σιούτος
σιούτοι	=	σιούτος
σιούτος	adj|dated	κερασφόρο ζώο που του λείπουν τα κέρατα, π.χ. τράγος, γίδα, πρόβατο κ.ά.
σιούτου	=	σιούτος
σιούτους	=	σιούτος
σιούτων	=	σιούτος
σιπαρίδα	noun	το πανί που βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο του ιστού του επιδρόμου στα τρίστηλα ιστιοφόρα πλοία
σιπαρίδας	noun	γενική ενικού του σιπαρίδα
σιπαρίδες	=	σιπαρίδα
σιπαρίδων	=	σιπαρίδα
σιρέ	noun	κλητική ενικού του σιρός
σιρίτι	noun	ταινία μεταξωτού ή χρυσοΰφαντου υφάσματος που ράβεται στις στολές, στα πηλήκια, στα καπέλα κλπ. ως διακοσμητικό ή διακριτικό
σιρίτια	=	σιρίτι
σιργιάνι	noun	άλλη μορφή του σεργιάνι
σιργιάνια	=	σιργιάνι
σιργιανιού	=	σιργιάνι
σιργιανιών	=	σιργιάνι
σιργουλεύγω	verb	προσπαθώ να πείσω
σιριτιού	=	σιρίτι
σιριτιών	=	σιρίτι
σιρκουΐ	noun	άλλη μορφή του σιρκουί
σιρκουί	noun	διαδρομή
σιρμαγιά	=	σερμαγιά
σιρμαγιάς	noun	γενική ενικού του σιρμαγιά
σιρμαγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιρμαγιά
σιροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιρός
σιροκολεβάντε	=	σιροκολεβάντες
σιροκολεβάντες	noun	άνεμος που φυσά από ανατολικά προς νοτιοανατολικά
σιροκολεβάντηδες	=	σιροκολεβάντες
σιροκολεβάντηδων	=	σιροκολεβάντες
σιροπάκι	noun	υποκοριστικό του σιρόπι, λίγο σιρόπι
σιροπάκια	=	σιροπάκι
σιροπιάζαμε	=	σιροπιάζω
σιροπιάζαν	=	σιροπιάζω
σιροπιάζανε	=	σιροπιάζω
σιροπιάζατε	=	σιροπιάζω
σιροπιάζει	=	σιροπιάζω
σιροπιάζεις	=	σιροπιάζω
σιροπιάζετε	=	σιροπιάζω
σιροπιάζοντας	=	σιροπιάζω
σιροπιάζουμε	=	σιροπιάζω
σιροπιάζουν	=	σιροπιάζω
σιροπιάζουνε	=	σιροπιάζω
σιροπιάζω	verb	περιχύνω με σιρόπι
σιροπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσαν	=	σιροπιάζω
σιροπιάσανε	=	σιροπιάζω
σιροπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιρόπιασμα
σιροπιάσματος	noun	γενική ενικού του σιρόπιασμα
σιροπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιροπιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σιρόπιασμα
σιροπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιροπιασμένο
σιροπιασμένε	verb	κλητική ενικού του σιροπιασμένος
σιροπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιροπιασμένη
σιροπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιροπιασμένος
σιροπιασμένης	verb	γενική ενικού του σιροπιασμένη
σιροπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιροπιασμένος
σιροπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιροπιασμένος
σιροπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιροπιασμένος
σιροπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιροπιασμένος
σιροπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιροπιασμένος
σιροπιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιροπιαστό
σιροπιαστέ	adj	κλητική ενικού του σιροπιαστός
σιροπιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιροπιαστή
σιροπιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιροπιαστός
σιροπιαστής	adj	γενική ενικού του σιροπιαστή
σιροπιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιροπιαστός
σιροπιαστού	adj	γενική ενικού του σιροπιαστός
σιροπιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιροπιαστός
σιροπιαστό	adj	αιτιατική ενικού του σιροπιαστός
σιροπιαστός	adj	που έχει περιχυθεί με σιρόπι
σιροπιαστών	adj	γενική πληθυντικού του σιροπιαστός
σιροπιού	=	σιρόπι
σιροπιών	=	σιρόπι
σιρού	noun	γενική ενικού του σιρός
σιρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιρός
σιρό	noun	αιτιατική ενικού του σιρός
σιρόκε	noun	κλητική ενικού του σιρόκος
σιρόκο	noun	αιτιατική ενικού του σιρόκος
σιρόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιρόκος
σιρόκος	noun	ο νοτιοανατολικός άνεμος, ο οποίος έρχεται από την Αφρική περνώντας πάνω από τη Μεσόγειο
σιρόκου	noun	γενική ενικού του σιρόκος
σιρόκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιρόκος
σιρόκων	noun	γενική πληθυντικού του σιρόκος
σιρόπι	noun	παχύρρευστο υγρό με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη
σιρόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιρόπι
σιρόπιαζα	=	σιροπιάζω
σιρόπιαζαν	=	σιροπιάζω
σιρόπιαζε	=	σιροπιάζω
σιρόπιαζες	=	σιροπιάζω
σιρόπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιρόπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιρόπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιρόπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιροπιάζω
σιρόπιασμα	noun	το να περιχύνω κάτι με σιρόπι
σιρός	noun	δοχείο ή λάκκος για την αποθήκευση σιτηρών
σιρών	noun	γενική πληθυντικού του σιρός
σις	abbrev	Ιατρική σχολή του ελληνικού στρατού.
σισανέ	=	σισανές
σισανέδες	=	σισανές
σισανέδων	=	σισανές
σισανές	noun	εμπροσθογεμές ραβδωτό οθωμανικό τουφέκι με εξάγωνη κάννη
σισπανσιόν	noun	η ανάρτηση των οχημάτων και κάθε ανάλογο σύστημα με ελατήρια
σισυρών	noun	γενική πληθυντικού του σισύρα
σισύρα	noun	πανωφόρι από συρραφή διαφόρων τεμαχίων γούνας ζώων
σισύρας	noun	γενική ενικού του σισύρα
σισύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σισύρα
σισύφεια	=	σισύφειος
σισύφειας	=	σισύφειος
σισύφειε	=	σισύφειος
σισύφειες	=	σισύφειος
σισύφειο	=	σισύφειος
σισύφειοι	=	σισύφειος
σισύφειος	adj	ο σχετικός με τον Σίσυφο και με την τιμωρία του, να κουβαλάει ένα βράχο στη κορυφή βουνού που πάντα κυλούσε στην αρχική του θέση
σισύφειου	=	σισύφειος
σισύφειους	=	σισύφειος
σισύφειων	=	σισύφειος
σιτάκα	noun	τυρί με γλυκόξινη γεύση από πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα, που παρασκευάζεται κυρίως στην Κάσο (αλλά και στην Κάλυμνο και Κάρπαθο)
σιτάκας	=	σιτάκα
σιτάκες	=	σιτάκα
σιτάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτάλευρο
σιτάλευρο	noun	αλεύρι από σιτάρι
σιτάλευρον	noun	σιτάλευρο
σιτάλευρου	noun	γενική ενικού του σιτάλευρο
σιτάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του σιτάλευρο
σιτάρ	noun	έγχορδο μουσικό όργανο από την Ινδία με 21-23 χορδές, από τις οποίες ο μουσικός παίζει με τις 6-7 και οι υπόλοιπες λειτουργούν ως συμπαθητικές
σιτάρι	noun	φυτό της οικογένειας των δημητριακών (γένος: Triticum)
σιτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτάρι
σιτάρκεια	noun	επάρκεια σιταριού και δημητριακών
σιτάρκειας	noun	γενική ενικού του σιτάρκεια
σιτάρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτάρκεια
σιτάρκεις	=	σιτάρκης
σιτάρκη	=	σιτάρκης
σιτάρκης	adj|formal	που έχει επάρκεια σε σίτο ή (γενικότερα) σε δημητριακά ή τρόφιμα
σιτάρκους	=	σιτάρκης
σιτάρκων	=	σιτάρκης
σιτέλαια	=	σιτέλαιο
σιτέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από το σιτάρι
σιτέλαιου	=	σιτέλαιο
σιτέλαιων	=	σιτέλαιο
σιτέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίτεμα
σιτέματος	noun	γενική ενικού του σίτεμα
σιτέμπορε	noun	κλητική ενικού του σιτέμπορος
σιτέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του σιτέμπορος
σιτέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτέμπορος
σιτέμπορος	noun	ο έμπορος σιτηρών
σιτέμπορου	=	σιτέμπορος
σιτέμπορους	=	σιτέμπορος
σιτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτεύω
σιτίζαμε	=	σιτίζω
σιτίζαν	=	σιτίζω
σιτίζανε	=	σιτίζω
σιτίζατε	=	σιτίζω
σιτίζει	=	σιτίζω
σιτίζεις	=	σιτίζω
σιτίζετε	=	σιτίζω
σιτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σιτίζω
σιτίζοντας	=	σιτίζω
σιτίζουμε	=	σιτίζω
σιτίζουν	=	σιτίζω
σιτίζουνε	=	σιτίζω
σιτίζω	verb	παρέχω τροφή
σιτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίσαν	=	σιτίζω
σιτίσανε	=	σιτίζω
σιτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίτιση
σιτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του σίτιση
σιτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του σίτιση
σιτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιτίζω
σιταγωγά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιταγωγό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιταγωγός
σιταγωγέ	adj	κλητική ενικού του σιταγωγός
σιταγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιταγωγή
σιταγωγή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιταγωγός
σιταγωγής	adj	γενική ενικού του σιταγωγή
σιταγωγία	noun	η μεταφορά σιταριού
σιταγωγίας	=	σιταγωγία
σιταγωγίες	=	σιταγωγία
σιταγωγιών	=	σιταγωγία
σιταγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιταγωγός
σιταγωγού	adj	γενική ενικού του σιταγωγός
σιταγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιταγωγός
σιταγωγό	adj	αιτιατική ενικού του σιταγωγός	noun	πλοίο που μεταφέρει σίτο / σιτάρι
σιταγωγός	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) θημωνιά	adj	που μεταφέρει σιτάρι
σιταγωγών	adj	γενική πληθυντικού του σιταγωγός
σιταποθήκες	=	σιταποθήκη
σιταποθήκη	noun	η αποθήκη για τα σιτηρά
σιταποθήκης	=	σιταποθήκη
σιταποθηκών	=	σιταποθήκη
σιταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σιταράς
σιταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιταράς
σιταράδων	noun	γενική πληθυντικού του σιταράς
σιταράς	noun	αυτός που εμπορεύεται δημητριακά, ο σταρέμπορος
σιταρέμπορε	=	σιταρέμπορος
σιταρέμπορο	=	σιταρέμπορος
σιταρέμποροι	=	σιταρέμπορος
σιταρέμπορος	noun	ο έμπορος σιταριού
σιταρέμπορου	=	σιταρέμπορος
σιταρέμπορους	=	σιταρέμπορος
σιταρέμπορων	=	σιταρέμπορος
σιταρένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιταρένιος
σιταρένιας	=	σιταρένιος
σιταρένιε	=	σιταρένιος
σιταρένιες	=	σιταρένιος
σιταρένιο	=	σιταρένιος
σιταρένιοι	=	σιταρένιος
σιταρένιος	adj	που έχει φτιαχτεί από σιτάρι
σιταρένιου	=	σιταρένιος
σιταρένιους	=	σιταρένιος
σιταρένιων	=	σιταρένιος
σιταρήθρα	noun	είδος κορυδαλλού
σιταρήθρας	noun	γενική ενικού του σιταρήθρα
σιταρήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιταρήθρα
σιταρίσια	=	σιταρίσιος
σιταρίσιας	=	σιταρίσιος
σιταρίσιε	=	σιταρίσιος
σιταρίσιες	=	σιταρίσιος
σιταρίσιο	=	σιταρίσιος
σιταρίσιοι	=	σιταρίσιος
σιταρίσιος	adj	που έχει φτιαχτεί από σιτάρι
σιταρίσιου	=	σιταρίσιος
σιταρίσιους	=	σιταρίσιος
σιταρίσιων	=	σιταρίσιος
σιταρεμπόρου	=	σιταρέμπορος
σιταρεμπόρους	=	σιταρέμπορος
σιταρεμπόρων	=	σιταρέμπορος
σιταρηθρών	noun	γενική πληθυντικού του σιταρήθρα
σιταριού	=	σιτάρι
σιταριών	=	σιτάρι
σιταρκειών	noun	γενική πληθυντικού του σιτάρκεια
σιταροειδής	adj|formal	που έχει όμοια μορφή με κόκκο σιταριού
σιταροσπόρου	=	σιταρόσπορο
σιταροσπόρων	=	σιταρόσπορο
σιταρόσουπα	noun	παραδοσιακή ελληνική νηστίσιμη σούπα που παρασκευάζεται από σιτάρια ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
σιταρόσουπας	noun	γενική ενικού του σιταρόσουπα
σιταρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιταρόσουπα
σιταρόσπορα	=	σιταρόσπορο
σιταρόσπορε	=	σιταρόσπορος
σιταρόσπορο	noun	ο σπόρος του σιταριού
σιταρόσποροι	=	σιταρόσπορος
σιταρόσπορος	noun	ο σπόρος του σιταριού
σιταρόσπορου	=	σιταρόσπορο
σιταρόσπορους	=	σιταρόσπορος
σιταρόσπορων	=	σιταρόσπορος
σιταρότοπε	=	σιταρότοπος
σιταρότοπο	=	σιταρότοπος
σιταρότοποι	=	σιταρότοπος
σιταρότοπος	noun	τόπος όπου ευδοκιμεί η καλλιέργεια σιταριού
σιταρότοπου	=	σιταρότοπος
σιταρότοπους	=	σιταρότοπος
σιταρότοπων	=	σιταρότοπος
σιταρόχρωμα	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμε	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμες	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμη	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμης	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμο	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμοι	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμος	adj	που έχει το χρώμα του σιταριού, σιταρένιος
σιταρόχρωμου	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμους	=	σιταρόχρωμος
σιταρόχρωμων	=	σιταρόχρωμος
σιταρόψειρα	noun	ψείρα του σιταριού
σιταρόψειρας	=	σιταρόψειρα
σιταρόψειρες	=	σιταρόψειρα
σιταρόψειρων	=	σιταρόψειρα
σιτελαίου	=	σιτέλαιο
σιτελαίων	=	σιτέλαιο
σιτεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σίτεμα
σιτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτεμένο
σιτεμένε	verb	κλητική ενικού του σιτεμένος
σιτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτεμένη
σιτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιτεμένος
σιτεμένης	verb	γενική ενικού του σιτεμένη
σιτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιτεμένος
σιτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτεμένος
σιτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιτεμένος
σιτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιτεμένος
σιτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιτεμένος
σιτεμπορίου	noun	γενική ενικού του σιτεμπόριο
σιτεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του σιτεμπόριο
σιτεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτεμπόριο
σιτεμπόριο	noun	το εμπόριο σιτηρών
σιτεμπόριον	noun	σιτεμπόριο
σιτεμπόριου	=	σιτεμπόριο
σιτεμπόρου	noun	γενική ενικού του σιτέμπορος
σιτεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιτέμπορος
σιτεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του σιτέμπορος
σιτευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιτευτός	adv|rare	με σιτευτό τρόπο
σιτευτέ	adj	κλητική ενικού του σιτευτός
σιτευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτευτή
σιτευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιτευτός
σιτευτής	adj	γενική ενικού του σιτευτή
σιτευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτευτός
σιτευτού	adj	γενική ενικού του σιτευτός
σιτευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιτευτός
σιτευτό	adj	αιτιατική ενικού του σιτευτός
σιτευτός	adj|formal	καλοθρεμμένος, κατά λέξη: αυτός που είναι θρεμμένος με σιτάρι
σιτευτών	adj	γενική πληθυντικού του σιτευτός
σιτεύσεις	=	σίτευση
σιτεύσεων	=	σίτευση
σιτεύω	verb	ταΐζω ένα οικόσιτο ζώο ή πτηνό, προκειμένου να παχύνει και να σφαχτεί
σιτζίμι	noun	λεπτό, γερό σκοινί ή γερός σπάγκος
σιτζίμια	=	σιτζίμι
σιτζιμιού	=	σιτζίμι
σιτζιμιών	=	σιτζίμι
σιτηρά	noun	η κατηγορία φυτών το σιτάρι, το κριθάρι, τη σίκαλη, το καλαμπόκι κ.ά.
σιτηρέσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτηρέσιο
σιτηρέσιο	noun	η καθημερινή τροφή των στρατιωτών
σιτηρέσιου	=	σιτηρέσιο
σιτηρεσίου	noun	γενική ενικού του σιτηρέσιο
σιτηρεσίων	noun	γενική πληθυντικού του σιτηρέσιο
σιτηρών	noun	γενική πληθυντικού του σιτηρά
σιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτικό
σιτικέ	adj	κλητική ενικού του σιτικός
σιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτική
σιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιτικός
σιτικής	adj	γενική ενικού του σιτική
σιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτικός
σιτικού	adj	γενική ενικού του σιτικός
σιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιτικός
σιτικό	adj	αιτιατική ενικού του σιτικός
σιτικός	adj	που έχει σχέση με τον σίτο ή τα σιτηρά ή αναφέρεται σ’ αυτά
σιτικών	adj	γενική πληθυντικού του σιτικός
σιτιοδοχών	=	σιτιοδόχη
σιτιοδόχες	=	σιτιοδόχη
σιτιοδόχη	noun	αδιάβροχη τσάντα όπου βάζουν οι στρατιώτες το κολατσιό τους
σιτιοδόχης	=	σιτιοδόχη
σιτισμέ	=	σιτισμός
σιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτισμένο
σιτισμένε	verb	κλητική ενικού του σιτισμένος
σιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτισμένη
σιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιτισμένος
σιτισμένης	verb	γενική ενικού του σιτισμένη
σιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιτισμένος
σιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτισμένος
σιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιτισμένος
σιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιτισμένος
σιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιτισμένος
σιτισμοί	=	σιτισμός
σιτισμού	=	σιτισμός
σιτισμούς	=	σιτισμός
σιτισμό	=	σιτισμός
σιτισμός	noun	άλλη μορφή του σίτιση
σιτισμών	=	σιτισμός
σιτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτιστής
σιτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σιτιστής
σιτιστής	noun	οπλίτης υπεύθυνος σε μια στρατιωτική μονάδα για την προμήθεια τροφίμων
σιτιστών	noun	γενική πληθυντικού του σιτιστής
σιτοβολώνα	=	σιτοβολώνας
σιτοβολώνας	noun	σιταποθήκη
σιτοβολώνες	=	σιτοβολώνας
σιτοβολώνων	=	σιτοβολώνας
σιτοδεία	noun|formal	η έλλειψη σιταριού ή γενικότερα τροφής
σιτοδείας	noun	γενική ενικού του σιτοδεία
σιτοδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτοδεία
σιτοδειών	noun	γενική πληθυντικού του σιτοδεία
σιτοκάραβα	=	σιτοκάραβο
σιτοκάραβο	noun|literary	πλοίο το οποίο μεταφέρει σιτηρά
σιτοκάραβου	=	σιτοκάραβο
σιτοκάραβων	=	σιτοκάραβο
σιτοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια σίτου, σιταριού
σιτοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του σιτοκαλλιέργεια
σιτοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτοκαλλιέργεια
σιτοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του σιτοκαλλιέργεια
σιτοπαραγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιτοπαραγωγός
σιτοπαραγωγέ	adj	κλητική ενικού του σιτοπαραγωγός
σιτοπαραγωγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτοπαραγωγή
σιτοπαραγωγή	noun	η παραγωγή σίτου ή (γενικότερα) σιτηρών
σιτοπαραγωγής	adj	γενική ενικού του σιτοπαραγωγή
σιτοπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτοπαραγωγικό
σιτοπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιτοπαραγωγική
σιτοπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του σιτοπαραγωγική
σιτοπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγικός	adj	που έχει σχέση με τη σιτοπαραγωγή ή τον σιτοπαραγωγό ή αναφέρεται σ’ αυτά
σιτοπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του σιτοπαραγωγικός
σιτοπαραγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιτοπαραγωγός
σιτοπαραγωγού	adj	γενική ενικού του σιτοπαραγωγός
σιτοπαραγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιτοπαραγωγός
σιτοπαραγωγό	adj	αιτιατική ενικού του σιτοπαραγωγός
σιτοπαραγωγός	noun	που είναι σιτοπαραγωγός	adj	που παράγει σίτο ή (γενικότερα) σιτηρά
σιτοπαραγωγών	adj	γενική πληθυντικού του σιτοπαραγωγός
σιτοφάγε	=	σιτοφάγος
σιτοφάγο	=	σιτοφάγος
σιτοφάγοι	=	σιτοφάγος
σιτοφάγος	noun	η σιταρόψειρα
σιτοφάγου	=	σιτοφάγος
σιτοφάγους	=	σιτοφάγος
σιτοφάγων	=	σιτοφάγος
σιτοφυλάκων	=	σιτοφύλακας
σιτοφόρα	=	σιτοφόρος
σιτοφόρας	=	σιτοφόρος
σιτοφόρε	=	σιτοφόρος
σιτοφόρες	=	σιτοφόρος
σιτοφόρο	=	σιτοφόρος
σιτοφόροι	=	σιτοφόρος
σιτοφόρος	adj|formal	που μπορεί να καλλιεργήσει σιτάρι
σιτοφόρου	=	σιτοφόρος
σιτοφόρους	=	σιτοφόρος
σιτοφόρων	=	σιτοφόρος
σιτοφύλακα	=	σιτοφύλακας
σιτοφύλακας	noun	ο επιφορτισμένος στη περιφρούρηση της διακίνησης σίτου και παραγώγων του στην αρχαία Αθήνα και Πειραιά
σιτοφύλακες	=	σιτοφύλακας
σιτοχρόων	=	σιτόχρους
σιτσιάνικος	=	σικελικός
σιτόχροα	=	σιτόχρους
σιτόχροες	=	σιτόχρους
σιτόχρου	=	σιτόχρους
σιτόχρουν	=	σιτόχρους
σιτόχρους	adj	που έχει το χρώμα του σιταριού
σιτών	=	σίτα
σιφινιέρα	=	σιφονιέρα
σιφνέικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφνέικο
σιφνέικε	adj	κλητική ενικού του σιφνέικος
σιφνέικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφνέικη
σιφνέικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιφνέικος
σιφνέικης	adj	γενική ενικού του σιφνέικη
σιφνέικο	adj	αιτιατική ενικού του σιφνέικος
σιφνέικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιφνέικος
σιφνέικος	adj	που έχει σχέση με Σιφναίο ή τη Σίφνο ή αναφέρεται σ’ αυτά
σιφνέικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιφνέικος
σιφνέικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιφνέικος
σιφνέικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιφνέικος
σιφναίικα	=	σιφναίικος
σιφναίικε	=	σιφναίικος
σιφναίικες	=	σιφναίικος
σιφναίικη	=	σιφναίικος
σιφναίικης	=	σιφναίικος
σιφναίικο	=	σιφναίικος
σιφναίικοι	=	σιφναίικος
σιφναίικος	adj	που έχει σχέση με Σιφναίο ή τη Σίφνο ή αναφέρεται σ’ αυτά
σιφναίικου	=	σιφναίικος
σιφναίικους	=	σιφναίικος
σιφναίικων	=	σιφναίικος
σιφνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφνιώτικο
σιφνιώτικε	adj	κλητική ενικού του σιφνιώτικος
σιφνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφνιώτικη
σιφνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιφνιώτικος
σιφνιώτικης	adj	γενική ενικού του σιφνιώτικη
σιφνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σιφνιώτικος
σιφνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιφνιώτικος
σιφνιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Σίφνο και τους κατοίκους της
σιφνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιφνιώτικος
σιφνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιφνιώτικος
σιφνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιφνιώτικος
σιφονιέρα	noun	το έπιπλο της κρεβατοκάμαρας με πολλά επάλληλα συρτάρια για την τακτοποίηση και τη φύλαξη ρούχων, λευκών ειδών, εσωρούχων κ.λπ
σιφονιέρας	noun	γενική ενικού του σιφονιέρα
σιφονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφονιέρα
σιφονιού	=	σιφόνι
σιφονιών	=	σιφόνι
σιφουνιού	=	σιφούνι
σιφουνιών	=	σιφούνι
σιφούνι	noun|dated	το αυλάκι μέσω του οποίου μεταφέρεται νερό για τη λειτουργία νερόμυλου
σιφούνια	=	σιφούνι
σιφούνων	=	σίφουνας
σιφωνίου	=	σιφώνιο
σιφωνίων	=	σιφώνιο
σιφωνιάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Σιφωνιάτης
σιφωνιάτη	=	σιφωνιάτης
σιφωνιάτης	noun	ο κάτοικος, ή ο Ναξιώτης που κατάγεται από τις Σίφωνες
σιφωνιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφωνιάτικο
σιφωνιάτικε	adj	κλητική ενικού του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιφωνιάτικη
σιφωνιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτικης	adj	γενική ενικού του σιφωνιάτικη
σιφωνιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτικος	adj	ο σχετικός με το χωριό της Νάξου, Σίφωνες
σιφωνιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιφωνιάτικος
σιφωνιάτισσα	noun	η Ναξιώτισσα που κατοικεί στις Σίφωνες ή κατάγεται από το χωριό αυτό
σιφωνιάτισσας	=	σιφωνιάτισσα
σιφωνιάτισσες	=	σιφωνιάτισσα
σιφωνιατισσών	=	σιφωνιάτισσα
σιφωνιατών	=	σιφωνιάτης
σιφόν	noun	είδος λεπτού μεταξωτού υφάσματος
σιφόνι	noun	γενική ονομασία για σωλήνα που έχει στριφτεί και χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της ροής υγρών
σιφόνια	=	σιφόνι
σιφώνια	=	σιφώνιο
σιφώνιο	noun	ο σωλήνας με καμπυλωτή, σιγμοειδή γωνία που χρησιμεύει στη μετάγγιση υγρών από δοχείο σε δοχείο σε χημικά εργαστήρια
σιφώνιου	=	σιφώνιο
σιφώνιων	=	σιφώνιο
σιφώνων	=	σίφωνας
σιχάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σίχαμα
σιχάματος	noun	γενική ενικού του σίχαμα
σιχάσου	=	σιχαίνομαι
σιχαίνεσαι	=	σιχαίνομαι
σιχαίνεστε	=	σιχαίνομαι
σιχαίνεται	=	σιχαίνομαι
σιχαίνομαι	verb	θεωρώ κάτι τόσο αηδιαστικό, ώστε να αποφεύγω την επαφή μαζί του
σιχαίνονται	=	σιχαίνομαι
σιχαίνονταν	=	σιχαίνομαι
σιχαίνου	=	σιχαίνομαι
σιχαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθήκαν	=	σιχαίνομαι
σιχαθήκανε	=	σιχαίνομαι
σιχαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαθούνε	=	σιχαίνομαι
σιχαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαινόμασταν	=	σιχαίνομαι
σιχαινόμαστε	=	σιχαίνομαι
σιχαινόμουν	=	σιχαίνομαι
σιχαινόμουνα	=	σιχαίνομαι
σιχαινόντουσαν	=	σιχαίνομαι
σιχαινόσασταν	=	σιχαίνομαι
σιχαινόσαστε	=	σιχαίνομαι
σιχαινόσουν	=	σιχαίνομαι
σιχαινόσουνα	=	σιχαίνομαι
σιχαινόταν	=	σιχαίνομαι
σιχαινότανε	=	σιχαίνομαι
σιχαμάρα	noun	το αίσθημα που αισθάνεται κάποιος όταν σιχαίνεται κάποιον ή κάτι
σιχαμάρας	noun	γενική ενικού του σιχαμάρα
σιχαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχαμάρα
σιχαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σίχαμα
σιχαμέ	noun	κλητική ενικού του σιχαμός
σιχαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχαμένο
σιχαμένε	verb	κλητική ενικού του σιχαμένος
σιχαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχαμένη
σιχαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιχαμένος
σιχαμένης	verb	γενική ενικού του σιχαμένη
σιχαμένο	verb	αιτιατική ενικού του σιχαμένος
σιχαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιχαμένος
σιχαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σιχαίνομαι
σιχαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σιχαμένος
σιχαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σιχαμένος
σιχαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σιχαμένος
σιχαμερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχαμερό	adv	με σιχαμερό τρόπο
σιχαμερέ	adj	κλητική ενικού του σιχαμερός
σιχαμερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχαμερή
σιχαμερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιχαμερός
σιχαμερής	adj	γενική ενικού του σιχαμερή
σιχαμεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιχαμερός
σιχαμερού	adj	γενική ενικού του σιχαμερός
σιχαμερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιχαμερός
σιχαμερό	adj	αιτιατική ενικού του σιχαμερός
σιχαμερός	adj	που προκαλεί αποστροφή, από αισθητική ή ηθική άποψη
σιχαμερών	adj	γενική πληθυντικού του σιχαμερός
σιχαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιχαμός
σιχαμού	noun	γενική ενικού του σιχαμός
σιχαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιχαμός
σιχαμό	noun	αιτιατική ενικού του σιχαμός
σιχαμός	noun	σιχαμάρα, αηδία
σιχαμών	noun	γενική πληθυντικού του σιχαμός
σιχασιά	noun	το αίσθημα της αποστροφής που νιώθει αυτός που σιχαίνεται κάτι
σιχασιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιχασιάρης
σιχασιάρας	adj	γενική ενικού του σιχασιάρα
σιχασιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχασιάρα
σιχασιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σιχασιάρης
σιχασιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχασιάρης
σιχασιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σιχασιάρης
σιχασιάρης	adj	που εύκολα σιχαίνεται
σιχασιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχασιάρικο
σιχασιάρικε	=	σιχασιάρικος
σιχασιάρικες	=	σιχασιάρικος
σιχασιάρικη	=	σιχασιάρικος
σιχασιάρικης	=	σιχασιάρικος
σιχασιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σιχασιάρης
σιχασιάρικοι	=	σιχασιάρικος
σιχασιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον σιχασιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σιχασιάρικου	adj	γενική ενικού του σιχασιάρικο
σιχασιάρικους	=	σιχασιάρικος
σιχασιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σιχασιάρικο
σιχασιάς	noun	γενική ενικού του σιχασιά
σιχασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχασιά
σιχασιών	=	σιχασιά
σιχισμέ	=	σιχισμός
σιχισμοί	=	σιχισμός
σιχισμού	=	σιχισμός
σιχισμούς	=	σιχισμός
σιχισμό	=	σιχισμός
σιχισμός	noun	μονοθεϊστική θρησκεία της Ινδίας η οποία ιδρύθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα στο Παντζάμπ και συνδυάζει στοιχεία από τον ισλαμισμό και τον ινδουισμό
σιχισμών	=	σιχισμός
σιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σιχτός
σιχτέ	adj	κλητική ενικού του σιχτός
σιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχτή
σιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιχτός
σιχτής	adj	γενική ενικού του σιχτή
σιχτίρ	intj|vulgar	σε ένδειξη αγανάκτησης και αποπομπής, όταν δεν αντέχουμε άλλο πια μια κατάσταση
σιχτίρι	noun|vulgar	βρισιά	intj|vulgar	άλλη μορφή του σιχτίρ
σιχτίρια	=	σιχτίρι
σιχτίριζα	=	σιχτιρίζω
σιχτίριζαν	=	σιχτιρίζω
σιχτίριζε	=	σιχτιρίζω
σιχτίριζες	=	σιχτιρίζω
σιχτίρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτίρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτίρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτίρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτίρισμα	noun|vulgar	η ενέργεια του σιχτιρίζω
σιχτιρίζαμε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζαν	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζανε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζατε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζει	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζεις	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζετε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζοντας	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζουμε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζουν	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζουνε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίζω	verb|vulgar	λέω "άι σιχτίρ" για κάποιον ή κάτι, δηλώνοντας έτσι την απογοήτευση ή την κούραση που μου προκαλεί
σιχτιρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσαν	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίσανε	=	σιχτιρίζω
σιχτιρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιχτίρισμα
σιχτιρίσματος	noun	γενική ενικού του σιχτίρισμα
σιχτιρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιχτιρίζω
σιχτιριού	=	σιχτίρι
σιχτιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σιχτίρισμα
σιχτιριών	=	σιχτίρι
σιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιχτός
σιχτού	adj	γενική ενικού του σιχτός
σιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιχτός
σιχτό	adj	αιτιατική ενικού του σιχτός
σιχτός	adv|dated	άλλη μορφή του σφιχτός
σιχτών	adj	γενική πληθυντικού του σιχτός
σιωνίστρια	noun	θηλυκό του σιωνιστής
σιωνίστριας	noun	γενική ενικού του σιωνίστρια
σιωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωνίστρια
σιωνισμέ	noun	κλητική ενικού του σιωνισμός
σιωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιωνισμός
σιωνισμού	noun	γενική ενικού του σιωνισμός
σιωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σιωνισμός
σιωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του σιωνισμός
σιωνισμός	noun	κίνημα υπέρ του κράτους του Ισραήλ και της αέναης υπάρξεώς του
σιωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του σιωνισμός
σιωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωνιστής
σιωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σιωνιστής
σιωνιστής	noun	ο υποστηρικτής ή οπαδός του σιωνισμού
σιωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωνιστικό
σιωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του σιωνιστικός
σιωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωνιστική
σιωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιωνιστικός
σιωνιστικής	adj	γενική ενικού του σιωνιστική
σιωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιωνιστικός
σιωνιστικού	adj	γενική ενικού του σιωνιστικός
σιωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιωνιστικός
σιωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σιωνιστικός
σιωνιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σιωνισμό ή τον σιωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
σιωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σιωνιστικός
σιωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σιωνίστρια
σιωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του σιωνιστής
σιωπάω	=	σιωπώ
σιωπές	=	σιωπή
σιωπή	noun	η απουσία ήχου, ιδιαίτερα ομιλίας
σιωπής	=	σιωπή
σιωπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιωπηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σιωπηλό) του σιωπηλός	adv	με σιωπηλό τρόπο
σιωπηλέ	adj	κλητική ενικού του σιωπηλός
σιωπηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωπηλή
σιωπηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιωπηλός
σιωπηλής	adj	γενική ενικού του σιωπηλή
σιωπηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιωπηλός
σιωπηλοτήτων	=	σιωπηλότητα
σιωπηλού	adj	γενική ενικού του σιωπηλός
σιωπηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιωπηλός
σιωπηλό	adj	αιτιατική ενικού του σιωπηλός
σιωπηλός	adj	που σιωπά
σιωπηλότατα	=	σιωπηλός
σιωπηλότατε	=	σιωπηλός
σιωπηλότατες	=	σιωπηλός
σιωπηλότατη	=	σιωπηλός
σιωπηλότατης	=	σιωπηλός
σιωπηλότατο	=	σιωπηλός
σιωπηλότατοι	=	σιωπηλός
σιωπηλότατος	=	σιωπηλός
σιωπηλότατου	=	σιωπηλός
σιωπηλότατους	=	σιωπηλός
σιωπηλότατων	=	σιωπηλός
σιωπηλότερα	=	σιωπηλός
σιωπηλότερε	=	σιωπηλός
σιωπηλότερες	=	σιωπηλός
σιωπηλότερη	=	σιωπηλός
σιωπηλότερης	=	σιωπηλός
σιωπηλότερο	=	σιωπηλός
σιωπηλότεροι	=	σιωπηλός
σιωπηλότερος	=	σιωπηλός
σιωπηλότερου	=	σιωπηλός
σιωπηλότερους	=	σιωπηλός
σιωπηλότερων	=	σιωπηλός
σιωπηλότης	noun	η σιωπηλότητα
σιωπηλότητα	noun	η ιδιότητα του σιωπηλού
σιωπηλότητας	=	σιωπηλότητα
σιωπηλότητες	=	σιωπηλότητα
σιωπηλών	adj	γενική πληθυντικού του σιωπηλός
σιωπηλώς	adv|dated	σιωπηλά
σιωπηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωπηρό	adv	χωρίς κάτι να λέγεται, αλλά να υπονοείται
σιωπηρέ	adj	κλητική ενικού του σιωπηρός
σιωπηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωπηρή
σιωπηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σιωπηρός
σιωπηρής	adj	γενική ενικού του σιωπηρή
σιωπηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σιωπηρός
σιωπηρού	adj	γενική ενικού του σιωπηρός
σιωπηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σιωπηρός
σιωπηρό	adj	αιτιατική ενικού του σιωπηρός
σιωπηρός	adj	που σιωπά, που δε μιλάει πολύ ή δε μιλάει σχεδόν καθόλου
σιωπηρών	adj	γενική πληθυντικού του σιωπηρός
σιωπηρώς	adv|dated	σιωπηρά
σιωπητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σιωπητήριο
σιωπητήριο	noun	Στρατιωτικός όρος.
σιωπητήριον	noun	σιωπητήριο
σιωπητήριου	=	σιωπητήριο
σιωπητηρίου	noun	γενική ενικού του σιωπητήριο
σιωπητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του σιωπητήριο
σιωπώ	verb|formal	συνώνυμο του σωπαίνω
σιωπών	=	σιωπή
σιωπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σιωπώ
σιόρα	noun	η κυρία, θηλυκό του σιορ
σιόρας	=	σιόρα
σιόρες	=	σιόρα
σιώπα	verb	β' πρόσωπο ενικού προστακτικής ενετστώτα του ρήματος σιωπώ: άλλη μορφή του σώπα, πάψε, μη μιλάς.
σιώπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιώπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιώπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σιώπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σιωπώ
σκ	abbrev|slang	άδεια για το Σαββατοκύριακο
σκάβαμε	=	σκάβω
σκάβαν	=	σκάβω
σκάβανε	=	σκάβω
σκάβατε	=	σκάβω
σκάβε	=	σκάβω
σκάβει	=	σκάβω
σκάβεις	=	σκάβω
σκάβεσαι	=	σκάβω
σκάβεστε	=	σκάβω
σκάβεται	=	σκάβω
σκάβετε	=	σκάβω
σκάβομαι	=	σκάβω
σκάβομε	=	σκάβω
σκάβονται	=	σκάβω
σκάβονταν	=	σκάβω
σκάβοντας	=	σκάβω
σκάβουμε	=	σκάβω
σκάβουν	=	σκάβω
σκάβουνε	=	σκάβω
σκάβω	verb	βγάζω σιγά-σιγά κομμάτια από το έδαφος
σκάγαμε	=	σκάω
σκάγαν	=	σκάω
σκάγανε	=	σκάω
σκάγατε	=	σκάω
σκάγι	noun	το πολύ μικρό σφαιρίδιο, συνήθως από μολύβι, που χρησιμοποιείται στα βλήματα κυνηγετικών όπλων
σκάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάγι
σκάε	=	σκάω
σκάει	=	σκάω
σκάζοντας	=	σκάω
σκάζω	=	σκάω
σκάι	noun	άλλη γραφή του σκάγι
σκάκι	noun	επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες πάνω σε μία επιφάνεια 8Χ8 τετραγώνων άσπρων και μαύρων εναλλάξ· κάθε παίκτης έχει 16 πιόνια και νικητής είναι αυτός που θα απειλήσει τον αντίπαλο βασιλιά σε θέση τέτοια ώστε να μην μπορεί να αποφύγει την αιχμαλωσία (ρουά-ματ)
σκάκια	=	σκάκι
σκάλα	noun	κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
σκάλας	noun	γενική ενικού του σκάλα
σκάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάλα
σκάλιζα	=	σκαλίζω
σκάλιζαν	=	σκαλίζω
σκάλιζε	=	σκαλίζω
σκάλιζες	=	σκαλίζω
σκάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκάλισμα	noun	η ενέργεια του σκαλίζω
σκάλος	noun	σκάλισμα
σκάλπερ	noun	κερδοσκόπος, που εκμεταλλεύεται πελάτες (που τους «παίρνει το σκαλπ», που τους γδέρνει)
σκάλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκαλώνω
σκάλωνα	=	σκαλώνω
σκάλωναν	=	σκαλώνω
σκάλωνε	=	σκαλώνω
σκάλωνες	=	σκαλώνω
σκάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκάμε	=	σκάω
σκάμμα	noun	μέρος που έχει σκαφτεί, αποτέλεσμα του σκάβω
σκάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάμμα
σκάμματος	noun	γενική ενικού του σκάμμα
σκάμνο	noun	το μούρο
σκάμπαζα	=	σκαμπάζω
σκάμπαζαν	=	σκαμπάζω
σκάμπαζε	=	σκαμπάζω
σκάμπαζες	=	σκαμπάζω
σκάμπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκάμπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκάμπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκάμπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκάναρα	=	σκανάρομαι
σκάναραν	=	σκανάρομαι
σκάναρε	=	σκανάρομαι
σκάναρες	=	σκανάρομαι
σκάνδαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάνδαλο
σκάνδαλο	noun	συμπεριφορά, πράξη ή γεγονός που αντίκειται ή αντιτίθεται στα γενικώς παραδεκτά και προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο αγανάκτηση, αναστάτωση ή αντιδράσεις
σκάνδαλου	=	σκάνδαλο
σκάνδιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 21 και χημικό σύμβολο το Sc
σκάνε	=	σκάω
σκάνερ	noun	ο σαρωτής
σκάνταλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάνταλο
σκάνταλε	=	σκάνταλος
σκάνταλες	=	σκάνταλος
σκάνταλη	=	σκάνταλος
σκάνταλης	=	σκάνταλος
σκάνταλο	adj	αιτιατική ενικού του σκάνταλος	noun	το παιδάκι που κάνει σκανταλιές ή αταξίες
σκάνταλοι	=	σκάνταλος
σκάνταλος	adj	σκανταλιάρης
σκάνταλου	noun	γενική ενικού του σκάνταλο
σκάνταλους	=	σκάνταλος
σκάνταλων	noun	γενική πληθυντικού του σκάνταλο
σκάντζα	noun	η αλλαγή, η αντικατάσταση
σκάντζας	noun	γενική ενικού του σκάντζα
σκάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάντζα
σκάνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σκάω / σκάζω
σκάπε	=	σκάπος
σκάπο	=	σκάπος
σκάποι	=	σκάπος
σκάπος	noun	τμήμα εντόμου παρόμοιο με σκήπτρο
σκάπου	=	σκάπος
σκάπους	=	σκάπος
σκάπτω	verb|formal	άλλη μορφή του σκάβω
σκάπων	=	σκάπος
σκάρα	noun	άλλη μορφή του σχάρα
σκάρας	noun	γενική ενικού του σκάρα
σκάρε	noun	κλητική ενικού του σκάρος
σκάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάρα
σκάριζα	=	σκαρίζω
σκάριζαν	=	σκαρίζω
σκάριζε	=	σκαρίζω
σκάριζες	=	σκαρίζω
σκάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκάρο	noun	αιτιατική ενικού του σκάρος
σκάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκάρος
σκάρος	noun	είδος παπαγαλόψαρου
σκάρου	noun	γενική ενικού του σκάρος
σκάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκάρος
σκάρτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκάρτος	adv	με σκάρτο τρόπο
σκάρτε	adj	κλητική ενικού του σκάρτος
σκάρτεμα	noun	το να κάνω κάτι σκάρτο ή ελαττωματικό
σκάρτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάρτη
σκάρτευα	=	σκαρτεύω
σκάρτευαν	=	σκαρτεύω
σκάρτευε	=	σκαρτεύω
σκάρτευες	=	σκαρτεύω
σκάρτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκάρτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκάρτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκάρτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκάρτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκάρτος
σκάρτης	adj	γενική ενικού του σκάρτη
σκάρτο	adj	αιτιατική ενικού του σκάρτος
σκάρτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκάρτος
σκάρτος	adj	χαλασμένος ή κακής ποιότητας, ακατάλληλος, άχρηστος
σκάρτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκάρτος
σκάρτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκάρτος
σκάρτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκάρτος
σκάρωμα	noun	η ενέργεια του σκαρώνω, η τοποθέτηση πλοίου στο σκαρί
σκάρων	noun	γενική πληθυντικού του σκάρος
σκάρωνα	=	σκαρώνω
σκάρωναν	=	σκαρώνω
σκάρωνε	=	σκαρώνω
σκάρωνες	=	σκαρώνω
σκάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκάρωση	noun	διαδικασία εύρεσης της συνάρτησης ή των συναρτήσεων που περιγράφουν την αλλαγή μιας ποσότητας ως προς μια άλλη
σκάρωσης	noun	γενική ενικού του σκάρωση
σκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσαν	=	σκάω
σκάσανε	=	σκάω
σκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσεων	=	σκάση
σκάση	verb	γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάω / σκάζω (παλαιότεροι γραμματικοί κανόνες)	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκάω / σκάζω
σκάσης	=	σκάση
σκάσιμο	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκάω
σκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσουνε	=	σκάω
σκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάω
σκάτε	=	σκάω
σκάτωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκατώνω
σκάτωνα	=	σκατώνω
σκάτωναν	=	σκατώνω
σκάτωνε	=	σκατώνω
σκάτωνες	=	σκατώνω
σκάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκάφανδρα	=	σκάφανδρο
σκάφανδρο	noun	ειδικό εξάρτημα που επιτρέπει στους δύτες να παραμείνουν σε μεγάλο βάθος στη θάλασσα για πολλή ώρα
σκάφανδρον	noun	σκάφανδρο
σκάφανδρου	=	σκάφανδρο
σκάφανδρων	=	σκάφανδρο
σκάφες	=	σκάφη
σκάφη	noun	μεγάλο ξύλινο ανοιχτό δοχείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για το πλύσιμο των ρούχων
σκάφης	=	σκάφη
σκάφος	noun	πλεούμενο, εναέριο ή διαστημικό μέσο μεταφορών
σκάφους	noun	γενική ενικού του σκάφος
σκάφτε	=	σκάβω
σκάφτηκα	=	σκάβω
σκάφτηκαν	=	σκάβω
σκάφτηκε	=	σκάβω
σκάφτηκες	=	σκάβω
σκάφτω	verb	άλλη γραφή του σκάβω
σκάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψαν	=	σκάβω
σκάψανε	=	σκάβω
σκάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψιμο	noun	η ενέργεια του σκάβω
σκάψομε	=	σκάβω
σκάψου	=	σκάβω
σκάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψουνε	=	σκάβω
σκάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκάβω
σκάω	verb	εκρήγνυμαι
σκέβρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκεβρώνω
σκέβρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκέβρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκέβρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκέβρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκέδαζα	=	σκεδάζω
σκέδαζαν	=	σκεδάζω
σκέδαζε	=	σκεδάζω
σκέδαζες	=	σκεδάζω
σκέδασα	=	σκεδάζω
σκέδασαν	=	σκεδάζω
σκέδασε	=	σκεδάζω
σκέδασες	=	σκεδάζω
σκέδαση	noun|formal	διασκορπισμός, σκόρπισμα
σκέδασης	noun	γενική ενικού του σκέδαση
σκέιτμπορντ	noun	παιχνίδι γλιστρήματος, είδος σανίδας με τέσσερις (συνήθως) μικρές ρόδες.
σκέλεθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέλεθρο
σκέλεθρο	noun|literary	σκελετός
σκέλεθρου	noun	γενική ενικού του σκέλεθρο
σκέλεθρων	noun	γενική πληθυντικού του σκέλεθρο
σκέλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέλος
σκέλια	noun	τα σκέλη / τα πόδια ενός ανθρώπου ή τα (πίσω) σκέλη / τα πόδια ενός ζώου
σκέλος	noun|formal	καθένα από τα δύο κάτω άκρα δίποδου ή τα πίσω άκρα τετράποδου
σκέλους	=	σκέλος
σκέπαζα	=	σκεπάζω
σκέπαζαν	=	σκεπάζω
σκέπαζε	=	σκεπάζω
σκέπαζες	=	σκεπάζω
σκέπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκέπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκέπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκέπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκέπασμα	noun	το καπάκι
σκέπαστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέπαστρο
σκέπαστρο	noun	κατασκευή με στέγη σε κάποιον ανοιχτό χώρο
σκέπαστρου	=	σκέπαστρο
σκέπη	noun|formal	κάλυμμα, σκέπασμα
σκέπης	=	σκέπη
σκέπτεσαι	=	σκέφτομαι
σκέπτεσθε	=	σκέφτομαι
σκέπτεστε	=	σκέφτομαι
σκέπτεται	=	σκέφτομαι
σκέπτομαι	=	σκέφτομαι
σκέπτονται	=	σκέφτομαι
σκέπτονταν	=	σκέφτομαι
σκέπω	verb|formal	σκεπάζω
σκέρτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέρτσο
σκέρτσο	noun	νάζι, κίνηση ή τρόπος συμπεριφοράς που γίνεται για να προκαλέσει το ενδιαφέρον
σκέρτσου	noun	γενική ενικού του σκέρτσο
σκέρτσων	noun	γενική πληθυντικού του σκέρτσο
σκέτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκέτος	adv	με σκέτο τρόπο
σκέτε	adj	κλητική ενικού του σκέτος
σκέτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέτη
σκέτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκέτος
σκέτης	adj	γενική ενικού του σκέτη
σκέτο	adj	αιτιατική ενικού του σκέτος
σκέτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκέτος
σκέτος	adj	που δεν περιέχει ξένες προσμείξεις ή ουσίες, καθαρός
σκέτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκέτος
σκέτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκέτος
σκέτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκέτος
σκέφθηκα	=	σκέφτομαι
σκέφθηκαν	=	σκέφτομαι
σκέφθηκε	verb|formal	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι
σκέφθηκες	=	σκέφτομαι
σκέφτεσαι	=	σκέφτομαι
σκέφτεστε	=	σκέφτομαι
σκέφτεται	=	σκέφτομαι
σκέφτηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι
σκέφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκέφτηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του σκέφτομαι
σκέφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκέφτομαι	verb	υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία
σκέφτονται	=	σκέφτομαι
σκέφτονταν	=	σκέφτομαι
σκέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέψη
σκέψεων	noun	γενική πληθυντικού του σκέψη
σκέψεως	noun|formal	γενική ενικού του σκέψη
σκέψη	noun	παραγωγική διαδικασία του νου και της νόησης που περιλαμβάνει την κρίση και τους συλλογισμούς
σκέψης	noun	γενική ενικού του σκέψη
σκέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκήνωμα	noun	νεκρό σώμα
σκήπτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκήπτρο
σκήπτρο	noun	η ράβδος από πολύτιμα συνήθως υλικά με κάποια διακόσμηση που είναι σύμβολο εξουσίας
σκήπτρου	noun	γενική ενικού του σκήπτρο
σκήπτρων	noun	γενική πληθυντικού του σκήπτρο
σκήτες	=	σκήτη
σκήτη	noun	το μέρος όπου αποσύρεται ένας μοναχός που θέλει να απομονωθεί τελείως
σκήτης	noun	γενική ενικού του σκήτη
σκίαζα	=	σκιάζω
σκίαζαν	=	σκιάζω
σκίαζε	=	σκιάζω
σκίαζες	=	σκιάζω
σκίαινα	noun	το μυλοκόπι
σκίαινας	=	σκίαινα
σκίαινες	=	σκίαινα
σκίασα	=	σκιάζω
σκίασαν	=	σκιάζω
σκίασε	=	σκιάζω
σκίασες	=	σκιάζω
σκίαση	noun	η πράξη ή το αποτέλεσμα του σκιάζω, η διαδικασία δημιουργίας σκιάς
σκίασης	=	σκίαση
σκίασμα	noun	η δημιουργία σκιάς
σκίαστρα	=	σκίαστρο
σκίαστρο	noun|formal	αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει σκιά
σκίαστρον	noun	σκίαστρο
σκίζα	noun	άλλη μορφή του σχίζα
σκίζαμε	=	σκίζω
σκίζαν	=	σκίζω
σκίζανε	=	σκίζω
σκίζας	noun	γενική ενικού του σκίζα
σκίζατε	=	σκίζω
σκίζε	=	σκίζω
σκίζει	=	σκίζω
σκίζεις	=	σκίζω
σκίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκίζα
σκίζεσαι	=	σκίζω
σκίζεστε	=	σκίζω
σκίζεται	=	σκίζω
σκίζετε	=	σκίζω
σκίζομαι	verb	άλλη μορφή του σχίζομαι
σκίζομε	=	σκίζω
σκίζονται	=	σκίζω
σκίζονταν	=	σκίζω
σκίζοντας	=	σκίζω
σκίζου	=	σκίζομαι
σκίζουμε	=	σκίζω
σκίζουν	=	σκίζω
σκίζουνε	=	σκίζω
σκίζω	verb	κόβω στη μέση τραβώντας ή κάνοντας άνοιγμα
σκίμποδα	=	σκίμπους
σκίμποδες	=	σκίμπους
σκίμποδος	=	σκίμπους
σκίμπους	noun	αρχαίο σκαμνί
σκίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκίνο
σκίνε	noun	κλητική ενικού του σκίνος
σκίνο	noun	σχίνος
σκίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκίνος
σκίνος	noun	σχίνος
σκίνου	noun	γενική ενικού του σκίνο
σκίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκίνος
σκίνων	noun	γενική πληθυντικού του σκίνο
σκίουρε	=	σκίουρος
σκίουρο	=	σκίουρος
σκίουροι	=	σκίουρος
σκίουρος	noun	μικρόσωμο τρωκτικό με φουντωτή ουρά που ζει στα δέντρα
σκίουρου	=	σκίουρος
σκίουρους	=	σκίουρος
σκίουρων	=	σκίουρος
σκίρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκίρο
σκίρο	noun	άλλη μορφή του σκύρο
σκίρου	noun	γενική ενικού του σκίρο
σκίρτει	=	σκιρτώ
σκίρτημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκιρτώ
σκίρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκίρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκίρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκίρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκίρων	noun	ο βορειοδυτικός άνεμος, ο μαΐστρος
σκίρωνα	=	σκίρων
σκίρωνος	=	σκίρων
σκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσαν	=	σκίζω
σκίσανε	=	σκίζω
σκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσιμο	noun	ο διαχωρισμός (ενός αντικειμένου) σε τουλάχιστον δύο μέρη με βίαιο τρόπο, με το ζόρι
σκίσομε	=	σκίζω
σκίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίσουνε	=	σκίζω
σκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίστες	=	σκίστης
σκίστη	=	σκίστης
σκίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκίστης	noun	μηχάνημα που σκίζει ξύλα
σκίστρια	=	σκίστης
σκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζω
σκίτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκίτσο
σκίτσο	noun	πρόχειρο συνήθως σχέδιο με μολύβι, ιχνογράφημα
σκίτσου	noun	γενική ενικού του σκίτσο
σκίτσων	noun	γενική πληθυντικού του σκίτσο
σκαβόμασταν	=	σκάβω
σκαβόμαστε	=	σκάβω
σκαβόμουν	=	σκάβω
σκαβόμουνα	=	σκάβω
σκαβόντουσαν	=	σκάβω
σκαβόσασταν	=	σκάβω
σκαβόσαστε	=	σκάβω
σκαβόσουν	=	σκάβω
σκαβόσουνα	=	σκάβω
σκαβόταν	=	σκάβω
σκαβότανε	=	σκάβω
σκαγιού	=	σκάγι
σκαγιών	=	σκάγι
σκαδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαδιώτικο
σκαδιώτικε	adj	κλητική ενικού του σκαδιώτικος
σκαδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαδιώτικη
σκαδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαδιώτικος
σκαδιώτικης	adj	γενική ενικού του σκαδιώτικη
σκαδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σκαδιώτικος
σκαδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαδιώτικος
σκαδιώτικος	adj	ο σχετικός με το χωριό της Νάξου Σκαδό
σκαδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαδιώτικος
σκαδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαδιώτικος
σκαδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαδιώτικος
σκαθάρι	noun	είδος κολεόπτερου
σκαθάρια	=	σκαθάρι
σκαθαριού	=	σκαθάρι
σκαθαριών	=	σκαθάρι
σκαιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαιό	adv	με σκαιό τρόπο, με σκαιότητα
σκαιάς	=	σκαιός
σκαιέ	adj	κλητική ενικού του σκαιός
σκαιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαιή
σκαιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαιός
σκαιής	adj	γενική ενικού του σκαιή
σκαιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαιός
σκαιοτήτων	=	σκαιότητα
σκαιού	adj	γενική ενικού του σκαιός
σκαιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαιός
σκαιό	adj	αιτιατική ενικού του σκαιός
σκαιός	adj|archaic	που εκδηλώνεται ή συμπεριφέρεται με τρόπο προσβλητικό ή σκληρό
σκαιότατα	=	σκαιός
σκαιότατε	=	σκαιός
σκαιότατες	=	σκαιός
σκαιότατη	=	σκαιός
σκαιότατης	=	σκαιός
σκαιότατο	=	σκαιός
σκαιότατοι	=	σκαιός
σκαιότατος	=	σκαιός
σκαιότατου	=	σκαιός
σκαιότατους	=	σκαιός
σκαιότατων	=	σκαιός
σκαιότερα	=	σκαιός
σκαιότερε	=	σκαιός
σκαιότερες	=	σκαιός
σκαιότερη	=	σκαιός
σκαιότερης	=	σκαιός
σκαιότερο	=	σκαιός
σκαιότεροι	=	σκαιός
σκαιότερος	=	σκαιός
σκαιότερου	=	σκαιός
σκαιότερους	=	σκαιός
σκαιότερων	=	σκαιός
σκαιότητα	noun	η ιδιότητα του σκαιού, η τραχύτητα και σκληρότητα στη συμπεριφορά
σκαιότητας	noun	γενική ενικού του σκαιότητα
σκαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαιότητα
σκαιών	adj	γενική πληθυντικού του σκαιός
σκαιώς	adv|dated	με σκαιό τρόπο, με σκαιότητα
σκακίστρια	noun	θηλυκό του σκακιστής
σκακίστριας	noun	γενική ενικού του σκακίστρια
σκακίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκακίστρια
σκακιέρα	noun	η επιφάνεια πάνω στην οποία παίζεται το σκάκι· είναι χωρισμένη σε 8Χ8 τετράγωνα, χρωματισμένα εναλλάξ με ανοιχτό και σκούρο χρώμα
σκακιέρας	noun	γενική ενικού του σκακιέρα
σκακιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκακιέρα
σκακιέρων	=	σκακιέρα
σκακιού	=	σκάκι
σκακιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκακιστής
σκακιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκακιστής
σκακιστής	noun	ο παίκτης του σκακιού
σκακιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκακιστικό
σκακιστικέ	adj	κλητική ενικού του σκακιστικός
σκακιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκακιστική
σκακιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκακιστικός
σκακιστικής	adj	γενική ενικού του σκακιστική
σκακιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκακιστικός
σκακιστικού	adj	γενική ενικού του σκακιστικός
σκακιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκακιστικός
σκακιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σκακιστικός
σκακιστικός	adj	σχετικός με τους σκακιστές και το σκάκι
σκακιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σκακιστικός
σκακιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σκακίστρια
σκακιστών	noun	γενική πληθυντικού του σκακιστής
σκακιών	=	σκάκι
σκαλάθυρμα	noun	άτεχνο, βιαστικό λογοτεχνικό έργο, που γινόταν χωρίς προσοχή, χωρίς φροντίδα, προχειρολόγημα.
σκαλάκι	noun	σκαλί μικρού ύψους ή πλάτους
σκαλάκια	=	σκαλάκι
σκαλέτα	noun|dated	είδος χαρτοπαικτικού τεχνάσματος ή κλεψίματος
σκαλέτας	noun	γενική ενικού του σκαλέτα
σκαλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλέτα
σκαλί	noun	το σκαλοπάτι
σκαλίζαμε	=	σκαλίζω
σκαλίζαν	=	σκαλίζω
σκαλίζανε	=	σκαλίζω
σκαλίζατε	=	σκαλίζω
σκαλίζει	=	σκαλίζω
σκαλίζεις	=	σκαλίζω
σκαλίζεσαι	=	σκαλίζομαι
σκαλίζεστε	=	σκαλίζομαι
σκαλίζεται	=	σκαλίζομαι
σκαλίζετε	=	σκαλίζω
σκαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκαλίζω
σκαλίζομε	=	σκαλίζω
σκαλίζονται	=	σκαλίζομαι
σκαλίζονταν	=	σκαλίζομαι
σκαλίζοντας	=	σκαλίζω
σκαλίζου	=	σκαλίζομαι
σκαλίζουμε	=	σκαλίζω
σκαλίζουν	=	σκαλίζω
σκαλίζουνε	=	σκαλίζω
σκαλίζω	verb	ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο
σκαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσαν	=	σκαλίζω
σκαλίσανε	=	σκαλίζω
σκαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάλισμα
σκαλίσματος	noun	γενική ενικού του σκάλισμα
σκαλίσομε	=	σκαλίζω
σκαλίσου	=	σκαλίζομαι
σκαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίσουνε	=	σκαλίζω
σκαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίστηκα	=	σκαλίζομαι
σκαλίστηκαν	=	σκαλίζομαι
σκαλίστηκε	=	σκαλίζομαι
σκαλίστηκες	=	σκαλίζομαι
σκαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλίζω
σκαλίτσα	noun	μικρή σκάλα
σκαλίτσας	noun	γενική ενικού του σκαλίτσα
σκαλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλίτσα
σκαλαθυρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκαλάθυρμα
σκαλαθύρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλάθυρμα
σκαλαθύρματος	noun	γενική ενικού του σκαλάθυρμα
σκαλετών	noun	γενική πληθυντικού του σκαλέτα
σκαληνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαληνό
σκαληνέ	adj	κλητική ενικού του σκαληνός
σκαληνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαληνή
σκαληνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαληνός
σκαληνής	adj	γενική ενικού του σκαληνή
σκαληνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαληνός
σκαληνού	adj	γενική ενικού του σκαληνός
σκαληνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαληνός
σκαληνό	adj	αιτιατική ενικού του σκαληνός
σκαληνός	adj	που έχει ακανόνιστα τμήματα
σκαληνών	adj	γενική πληθυντικού του σκαληνός
σκαλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλί
σκαλιέρα	noun	σκάλα φτιαγμένη από σκοινιά
σκαλιέρας	=	σκαλιέρα
σκαλιέρες	=	σκαλιέρα
σκαλιζόμασταν	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόμαστε	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόμουν	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόμουνα	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόντουσαν	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόσασταν	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόσαστε	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόσουν	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόσουνα	=	σκαλίζομαι
σκαλιζόταν	=	σκαλίζομαι
σκαλιζότανε	=	σκαλίζομαι
σκαλικάτζαρε	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικάτζαρο	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικάτζαροι	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικάτζαρος	noun	ο καλικάντζαρος
σκαλικάτζαρου	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικάτζαρους	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικατζάρου	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικατζάρους	=	σκαλικάτζαρος
σκαλικατζάρων	=	σκαλικάτζαρος
σκαλιού	noun	γενική ενικού του σκαλί
σκαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκάλισμα
σκαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλισμένο
σκαλισμένε	verb	κλητική ενικού του σκαλισμένος
σκαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλισμένη
σκαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαλισμένος
σκαλισμένης	verb	γενική ενικού του σκαλισμένη
σκαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαλισμένος
σκαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαλισμένος
σκαλισμένος	=	σκαλίζομαι
σκαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαλισμένος
σκαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαλισμένος
σκαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαλισμένος
σκαλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκαλιστός	adv	με σκαλιστό τρόπο
σκαλιστέ	adj	κλητική ενικού του σκαλιστός
σκαλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλιστή
σκαλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαλιστός
σκαλιστήκαμε	=	σκαλίζομαι
σκαλιστήκαν	=	σκαλίζομαι
σκαλιστήκανε	=	σκαλίζομαι
σκαλιστήκατε	=	σκαλίζομαι
σκαλιστήρι	noun	εργαλείο για το σκάλισμα του κήπου και για άλλες γεωργικές εργασίες, το οποίο αποτελείται από ξύλινη λαβή και μεταλλικό τμήμα με μια απόληξη διχαλωτή και μια πεπλατυσμένη
σκαλιστήρια	=	σκαλιστήρι
σκαλιστής	noun	αυτός που σκαλίζει	adj	γενική ενικού του σκαλιστή
σκαλιστεί	=	σκαλίζομαι
σκαλιστείς	=	σκαλίζω
σκαλιστείτε	=	σκαλίζομαι
σκαλιστηριού	=	σκαλιστήρι
σκαλιστηριών	=	σκαλιστήρι
σκαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλιστικό
σκαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του σκαλιστικός
σκαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλιστική
σκαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαλιστικός
σκαλιστικής	adj	γενική ενικού του σκαλιστική
σκαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαλιστικός
σκαλιστικού	adj	γενική ενικού του σκαλιστικός
σκαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαλιστικός
σκαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σκαλιστικός
σκαλιστικός	adj	που έχει σχέση με σκάλισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
σκαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σκαλιστικός
σκαλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαλιστός
σκαλιστού	adj	γενική ενικού του σκαλιστός
σκαλιστούμε	=	σκαλίζω
σκαλιστούν	=	σκαλίζω
σκαλιστούνε	=	σκαλίζω
σκαλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαλιστός
σκαλιστό	adj	αιτιατική ενικού του σκαλιστός
σκαλιστός	adj	που τον έχουν σκαλίσει, διακοσμημένος με σκάλισμα
σκαλιστώ	=	σκαλίζω
σκαλιστών	adj	γενική πληθυντικού του σκαλιστός
σκαλιτσών	noun	γενική πληθυντικού του σκαλίτσα
σκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του σκαλί
σκαλιώτικα	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικε	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικες	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικη	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικης	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικο	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικοι	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Σκάλα ή τους κατοίκους της
σκαλιώτικου	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικους	=	σκαλιώτικος
σκαλιώτικων	=	σκαλιώτικος
σκαλμέ	noun	κλητική ενικού του σκαλμός
σκαλμίσκε	=	σκαλμίσκος
σκαλμίσκο	=	σκαλμίσκος
σκαλμίσκοι	=	σκαλμίσκος
σκαλμίσκος	noun	υποκοριστικό του σκαλμός
σκαλμίσκου	=	σκαλμίσκος
σκαλμίσκους	=	σκαλμίσκος
σκαλμίσκων	=	σκαλμίσκος
σκαλμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαλμός
σκαλμοδοκών	=	σκαλμοδόκη
σκαλμοδόκες	=	σκαλμοδόκη
σκαλμοδόκη	noun	σανίδα ή κατασκευή με οπές σε βάρκα, στην οποία προσαρμόζονται οι σκαλμοί
σκαλμοδόκης	=	σκαλμοδόκη
σκαλμού	noun	γενική ενικού του σκαλμός
σκαλμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκαλμός
σκαλμό	noun	αιτιατική ενικού του σκαλμός
σκαλμός	noun	κατασκευή στην οποία προσαρμόζεται το κουπί μιας βάρκας (με τροπωτήρα)
σκαλμών	noun	γενική πληθυντικού του σκαλμός
σκαλομαρία	noun|informal	η πρακτική να μετακινείται κάποιος κρεμασμένος στην εξωτερική μεριά ενός οχήματος, συνήθως σε τραμ ή άλλο μέσο μεταφοράς κινούμενο πάνω σε σιδηροτροχιά, χωρίς να πληρώνει εισιτήριο
σκαλομαρίας	=	σκαλομαρία
σκαλομαρίες	=	σκαλομαρία
σκαλοπάτι	noun	η καθεμιά από τις οριζόντιες δοκούς ή επίπεδα τμήματα μιας σκάλας, εκεί όπου πατάει κάποιος το πόδι του για να την ανεβεί
σκαλοπάτια	=	σκαλοπάτι
σκαλοπίνια	noun	λεπτές φέτες κρέατος, συνήθως από μοσχάρι, χοιρινό ή κοτόπουλο, που μαγειρεύονται γρήγορα, συχνά με σάλτσα
σκαλοπατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλοπατάκι
σκαλοπατιού	=	σκαλοπάτι
σκαλοπατιών	=	σκαλοπάτι
σκαλοπινιών	=	σκαλοπίνια
σκαλοπόδαρα	=	σκαλοπόδαρο
σκαλοπόδαρο	noun	ο καθένας από τους δύο δοκούς που βοηθάνε στην στήριξη της φορητής σκάλας καθώς και των σκαλιών της
σκαλοπόδαρου	=	σκαλοπόδαρο
σκαλοπόδαρων	=	σκαλοπόδαρο
σκαλουμαθριφτής	noun	μαστροχαλαστής
σκαλπ	noun	στην αμερικανική γλώσσα, scalp ονομάζεται το τριχωτό μέρος της κεφαλής
σκαλπς	=	σκαλπ
σκαλτσουνιού	=	σκαλτσούνι
σκαλτσουνιών	=	σκαλτσούνι
σκαλτσούνι	noun	νηστίσιμο γλυκό από ζύμη· έχει γέμιση από ξηρούς καρπούς και είναι επικαλυμμένο με ζάχαρη άχνη
σκαλτσούνια	=	σκαλτσούνι
σκαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκάλωμα
σκαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλωμένο
σκαλωμένε	verb	κλητική ενικού του σκαλωμένος
σκαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλωμένη
σκαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαλωμένος
σκαλωμένης	verb	γενική ενικού του σκαλωμένη
σκαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαλωμένος
σκαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαλωμένος
σκαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαλωμένος
σκαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαλωμένος
σκαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαλωμένος
σκαλωμαρία	=	σκαλομαρία
σκαλωμαρίας	=	σκαλομαρία
σκαλωμαρίες	=	σκαλομαρία
σκαλωσιά	noun	προσωρινή, συνήθως πρόχειρη κατασκευή για τη διευκόλυνση ανέγερσης μιας πιο μόνιμης κατασκευής ή άλλης εργασίας όπως το βάψιμο κτιρίου
σκαλωσιάς	noun	γενική ενικού του σκαλωσιά
σκαλωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλωσιά
σκαλωσιών	=	σκαλωσιά
σκαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλωτό	adv	με σκλαωτό τρόπο
σκαλωτέ	adj	κλητική ενικού του σκαλωτός
σκαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαλωτή
σκαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαλωτός
σκαλωτής	adj	γενική ενικού του σκαλωτή
σκαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαλωτός
σκαλωτού	adj	γενική ενικού του σκαλωτός
σκαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαλωτός
σκαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του σκαλωτός
σκαλωτός	adj	που έχει σκαλιά
σκαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του σκαλωτός
σκαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάλωμα
σκαλώματος	noun	γενική ενικού του σκάλωμα
σκαλών	=	σκάλα
σκαλώναμε	=	σκαλώνω
σκαλώναν	=	σκαλώνω
σκαλώνανε	=	σκαλώνω
σκαλώνατε	=	σκαλώνω
σκαλώνει	=	σκαλώνω
σκαλώνεις	=	σκαλώνω
σκαλώνετε	=	σκαλώνω
σκαλώνοντας	=	σκαλώνω
σκαλώνουμε	=	σκαλώνω
σκαλώνουν	=	σκαλώνω
σκαλώνουνε	=	σκαλώνω
σκαλώνω	verb	πιάνομαι σε κάτι (που προεξέχει) και εμποδίζομαι
σκαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσαν	=	σκαλώνω
σκαλώσανε	=	σκαλώνω
σκαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαλώνω
σκαμαγκίδα	noun	χοντρή νιφάδα χιονιού
σκαμαγκίδας	=	σκαμαγκίδα
σκαμαγκίδες	=	σκαμαγκίδα
σκαμαγκίδων	=	σκαμαγκίδα
σκαμιά	noun	άλλη μορφή του συκαμιά ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
σκαμιάς	=	σκαμιά
σκαμιές	=	σκαμιά
σκαμιών	=	σκαμιά
σκαμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκάμμα
σκαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμμένο
σκαμμένε	verb	κλητική ενικού του σκαμμένος
σκαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμμένη
σκαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαμμένος
σκαμμένης	verb	γενική ενικού του σκαμμένη
σκαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαμμένος
σκαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαμμένος
σκαμμένος	=	σκάβω
σκαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαμμένος
σκαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαμμένος
σκαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαμμένος
σκαμνάκι	noun	μικρό σκαμνί
σκαμνάκια	=	σκαμνάκι
σκαμνί	noun	χαμηλό ξύλινο κάθισμα χωρίς στήριγμα για την πλάτη
σκαμνιά	noun	άλλη μορφή του συκαμινιά
σκαμνιού	=	σκαμνί
σκαμνιών	=	σκαμνί
σκαμνιώτικα	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικε	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικες	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικη	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικης	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικο	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικοι	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Σκαμνιά ή τους κατοίκους της
σκαμνιώτικου	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικους	=	σκαμνιώτικος
σκαμνιώτικων	=	σκαμνιώτικος
σκαμπάζαμε	=	σκαμπάζω
σκαμπάζαν	=	σκαμπάζω
σκαμπάζανε	=	σκαμπάζω
σκαμπάζατε	=	σκαμπάζω
σκαμπάζει	=	σκαμπάζω
σκαμπάζεις	=	σκαμπάζω
σκαμπάζετε	=	σκαμπάζω
σκαμπάζοντας	=	σκαμπάζω
σκαμπάζουμε	=	σκαμπάζω
σκαμπάζουν	=	σκαμπάζω
σκαμπάζουνε	=	σκαμπάζω
σκαμπάζω	verb|vulgar	γνωρίζω, κατέχω, έχω γνώσεις
σκαμπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάσαν	=	σκαμπάζω
σκαμπάσανε	=	σκαμπάζω
σκαμπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπάστε	=	σκαμπάζω
σκαμπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπάζω
σκαμπίλι	noun	απότομο χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
σκαμπίλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπίλι
σκαμπίλιζα	=	σκαμπιλίζω
σκαμπίλιζαν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπίλιζε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπίλιζες	=	σκαμπιλίζω
σκαμπίλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπίλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπίλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπίλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπαβία	noun	μικρό ελαφρύ πλεούμενο
σκαμπαβίας	noun	γενική ενικού του σκαμπαβία
σκαμπαβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπαβία
σκαμπαβιών	noun	γενική πληθυντικού του σκαμπαβία
σκαμπανέβαζα	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβαζαν	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβαζε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβαζες	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανέβασμα	noun	η ταλάντευση πλεούμενου πάνω στα κύματα, κατά τη διάρκεια θαλασσοταραχής
σκαμπανεβάζαμε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζαν	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζανε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζατε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζει	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζεις	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζετε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζοντας	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζουμε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζουν	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζουνε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάζω	verb	κλυδωνίζομαι (από τη θαλασσοταραχή)
σκαμπανεβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσαν	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσανε	=	σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπανέβασμα
σκαμπανεβάσματος	noun	γενική ενικού του σκαμπανέβασμα
σκαμπανεβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπανεβάζω
σκαμπανεβασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκαμπανέβασμα
σκαμπιλίζαμε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζαν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζανε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζατε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζει	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζεις	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζεσαι	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζεστε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζεται	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζετε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζονται	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζονταν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζοντας	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζουμε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζουν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζουνε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίζω	verb	ρίχνω σκαμπίλια
σκαμπιλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσαν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσανε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσου	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλίστηκα	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίστηκαν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίστηκε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίστηκες	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόμασταν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόμαστε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόμουν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόμουνα	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόντουσαν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόσασταν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόσαστε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόσουν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόσουνα	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζόταν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιζότανε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιού	=	σκαμπίλι
σκαμπιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπιλισμένο
σκαμπιλισμένε	verb	κλητική ενικού του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπιλισμένη
σκαμπιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλισμένης	verb	γενική ενικού του σκαμπιλισμένη
σκαμπιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαμπιλισμένος
σκαμπιλιστήκαμε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιστήκαν	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιστήκανε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιστήκατε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιστεί	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιστείτε	=	σκαμπιλίζω
σκαμπιλιών	=	σκαμπίλι
σκαμπουδάκι	noun	υποκοριστικό του σκαμπό
σκαμπουδάκια	=	σκαμπουδάκι
σκαμπρόζα	=	σκαμπρόζος
σκαμπρόζε	=	σκαμπρόζος
σκαμπρόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπρόζικο
σκαμπρόζικε	adj	κλητική ενικού του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαμπρόζικη
σκαμπρόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζικης	adj	γενική ενικού του σκαμπρόζικη
σκαμπρόζικο	adj	αιτιατική ενικού του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζικος	adj	που έχει προκλητικό και σκανδαλιστικό -αλλά χαριτωμένο και σκανδαλιάρικο- ύφος ή τρόπο συμπεριφοράς
σκαμπρόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζο	=	σκαμπρόζος
σκαμπρόζοι	=	σκαμπρόζος
σκαμπρόζος	adj	άλλη μορφή του σκαμπρόζικος
σκαμπρόζου	=	σκαμπρόζος
σκαμπρόζους	=	σκαμπρόζος
σκαμπρόζων	=	σκαμπρόζος
σκαμπό	noun	μικρό κάθισμα που μοιάζει με καρέκλα (ενίοτε υψηλότερο, χωρίς πλάτη και μπράτσα)
σκαν	=	σκάω
σκανάραμε	=	σκανάρομαι
σκανάραν	=	σκανάρομαι
σκανάρανε	=	σκανάρομαι
σκανάρατε	=	σκανάρομαι
σκανάρει	=	σκανάρομαι
σκανάρεις	=	σκανάρομαι
σκανάρεσαι	=	σκανάρομαι
σκανάρεστε	=	σκανάρομαι
σκανάρεται	=	σκανάρομαι
σκανάρετε	=	σκανάρομαι
σκανάρισα	=	σκανάρομαι
σκανάρισαν	=	σκανάρομαι
σκανάρισε	=	σκανάρομαι
σκανάρισες	=	σκανάρομαι
σκανάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκανάρω
σκανάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκανάρω
σκανάρονται	=	σκανάρομαι
σκανάρονταν	=	σκανάρομαι
σκανάροντας	=	σκανάρομαι
σκανάρου	=	σκανάρομαι
σκανάρουμε	=	σκανάρομαι
σκανάρουν	=	σκανάρομαι
σκανάρουνε	=	σκανάρομαι
σκανάρω	=	σκανάρομαι
σκαναρίσαμε	=	σκανάρομαι
σκαναρίσαν	=	σκανάρομαι
σκαναρίσανε	=	σκανάρομαι
σκαναρίσατε	=	σκανάρομαι
σκαναρίσει	=	σκανάρομαι
σκαναρίσματα	=	σκανάρισμα
σκαναρίσματος	=	σκανάρισμα
σκαναρίσου	=	σκανάρομαι
σκαναρίστε	=	σκανάρομαι
σκαναρίστηκα	=	σκανάρομαι
σκαναρίστηκαν	=	σκανάρομαι
σκαναρίστηκε	=	σκανάρομαι
σκαναρίστηκες	=	σκανάρομαι
σκαναρίσω	=	σκανάρομαι
σκαναρισμάτων	=	σκανάρισμα
σκαναρισμένα	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένε	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένες	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένη	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένης	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένο	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένοι	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένος	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένου	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένους	=	σκανάρομαι
σκαναρισμένων	=	σκανάρομαι
σκαναριστήκαμε	=	σκανάρομαι
σκαναριστήκαν	=	σκανάρομαι
σκαναριστήκανε	=	σκανάρομαι
σκαναριστήκατε	=	σκανάρομαι
σκαναριστεί	=	σκανάρομαι
σκαναριστείτε	=	σκανάρομαι
σκαναρόμασταν	=	σκανάρομαι
σκαναρόμαστε	=	σκανάρομαι
σκαναρόμουν	=	σκανάρομαι
σκαναρόμουνα	=	σκανάρομαι
σκαναρόντουσαν	=	σκανάρομαι
σκαναρόσασταν	=	σκανάρομαι
σκαναρόσαστε	=	σκανάρομαι
σκαναρόσουν	=	σκανάρομαι
σκαναρόσουνα	=	σκανάρομαι
σκαναρόταν	=	σκανάρομαι
σκαναρότανε	=	σκανάρομαι
σκανδάλες	=	σκανδάλη
σκανδάλη	noun	μικρός μοχλός σε ένα πυροβόλο ή άλλου είδους όπλο, ο οποίος, πιέζεται από τον δείκτη του χεριού για να προωθήσει τον επικρουστήρα που στη συνέχεια προκαλεί την εκπυρσοκρότηση ή απελευθερώνει το μηχανισμό που θέτει σε κίνηση το βλήμα (στην περίπτωση μη πυροβόλου όπλου)
σκανδάλης	=	σκανδάλη
σκανδάλιζα	=	σκανδαλίζω
σκανδάλιζαν	=	σκανδαλίζω
σκανδάλιζε	=	σκανδαλίζω
σκανδάλιζες	=	σκανδαλίζω
σκανδάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδάλου	noun	γενική ενικού του σκάνδαλο
σκανδάλων	noun	γενική πληθυντικού του σκάνδαλο
σκανδίου	noun	γενική ενικού του σκάνδιο
σκανδαλίζαμε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζαν	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζανε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζατε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζει	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζεις	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζετε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίζοντας	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζουμε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζουν	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζουνε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίζω	verb	προκαλώ σκάνδαλο
σκανδαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίσαν	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίσανε	=	σκανδαλίζω
σκανδαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλιά	noun	άλλη μορφή του σκανταλιά
σκανδαλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδαλιάρης
σκανδαλιάρας	adj	γενική ενικού του σκανδαλιάρα
σκανδαλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιάρα
σκανδαλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκανδαλιάρης
σκανδαλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιάρης
σκανδαλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σκανδαλιάρης
σκανδαλιάρης	adj	άλλη μορφή του σκανταλιάρης
σκανδαλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιάρικο	adv	άλλη μορφή του σκανταλιάρικα
σκανδαλιάρικε	adj	κλητική ενικού του σκανδαλιάρικος
σκανδαλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιάρικη
σκανδαλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδαλιάρικος
σκανδαλιάρικης	adj	γενική ενικού του σκανδαλιάρικη
σκανδαλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκανδαλιάρης
σκανδαλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιάρικος
σκανδαλιάρικος	adj	άλλη μορφή του σκανταλιάρικος
σκανδαλιάρικου	adj	γενική ενικού του σκανδαλιάρικο
σκανδαλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλιάρικος
σκανδαλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σκανδαλιάρικο
σκανδαλιάς	noun	γενική ενικού του σκανδαλιά
σκανδαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιά
σκανδαλισμέ	noun	κλητική ενικού του σκανδαλισμός
σκανδαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλισμένο
σκανδαλισμένε	verb	κλητική ενικού του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλισμένη
σκανδαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμένης	verb	γενική ενικού του σκανδαλισμένη
σκανδαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκανδαλίζω
σκανδαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκανδαλισμένος
σκανδαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλισμός
σκανδαλισμού	noun	γενική ενικού του σκανδαλισμός
σκανδαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλισμός
σκανδαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του σκανδαλισμός
σκανδαλισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκανδαλίζω
σκανδαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του σκανδαλισμός
σκανδαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστικά	adj	με σκανδαλιστικό τρόπο
σκανδαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιστική
σκανδαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστικής	adj	γενική ενικού του σκανδαλιστική
σκανδαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστικού	adj	γενική ενικού του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστικός	adj	που σκανδαλίζει
σκανδαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σκανδαλιστικός
σκανδαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανδαλίζομαι
σκανδαλιών	=	σκανδαλιά
σκανδαλοθήρα	=	σκανδαλοθήρας
σκανδαλοθήρας	noun	αυτός που καταγίνεται με τη σκανδαλοθηρία
σκανδαλοθήρες	=	σκανδαλοθήρας
σκανδαλοθήρων	=	σκανδαλοθήρας
σκανδαλοθηρία	noun	η επίμονη αναζήτηση σκανδάλων για τη δημοσιογραφική κυρίως εκμετάλλευσή τους
σκανδαλοθηρίας	noun	γενική ενικού του σκανδαλοθηρία
σκανδαλοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλοθηρία
σκανδαλοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλοθηρικό
σκανδαλοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλοθηρική
σκανδαλοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηρικής	adj	γενική ενικού του σκανδαλοθηρική
σκανδαλοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηρικού	adj	γενική ενικού του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηρικός	adj	σχετικός με τη σκανδαλοθηρία, την επίμονη αναζήτηση σκανδάλων για τη δημοσιογραφική κυρίως εκμετάλλευσή τους
σκανδαλοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του σκανδαλοθηρικός
σκανδαλοθηριών	noun	γενική πληθυντικού του σκανδαλοθηρία
σκανδαλοθηρώ	verb	είμαι σκανδαλοθήρας
σκανδαλοθηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκανδαλοθηρώ
σκανδαλολογήσαμε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογήσαν	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογήσανε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογήσατε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογήσει	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογήστε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογία	noun	η διαρκής και επίμονη αναζήτηση ή συζήτηση υποτιθέμενων σκανδάλων
σκανδαλολογίας	noun	γενική ενικού του σκανδαλολογία
σκανδαλολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλολογία
σκανδαλολογεί	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογείς	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογείτε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλολογικό
σκανδαλολογικέ	adj	κλητική ενικού του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλολογική
σκανδαλολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογικής	adj	γενική ενικού του σκανδαλολογική
σκανδαλολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογικού	adj	γενική ενικού του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογικός	adj	που έχει σχέση με τη σκανδαλολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκανδαλολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σκανδαλολογικός
σκανδαλολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σκανδαλολογία
σκανδαλολογούμε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούν	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούνε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσα	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσαμε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσαν	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσανε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσατε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογούσες	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολογώ	verb	ενδιαφέρομαι πάρα πολύ και μιλάω για σκάνδαλα
σκανδαλολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκανδαλολογώ
σκανδαλολόγει	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολόγησα	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολόγησαν	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολόγησε	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλολόγησες	=	σκανδαλολογώ
σκανδαλοπλόκα	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκε	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκο	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκοι	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκος	adj|formal	που πλάθει, φτιάχνει ψευδή σκάνδαλα
σκανδαλοπλόκου	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκους	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκων	=	σκανδαλοπλόκος
σκανδαλοπλόκως	adv|archaic	με σκανδαλοπλόκο τρόπο
σκανδαλοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλοποιό
σκανδαλοποιέ	adj	κλητική ενικού του σκανδαλοποιός
σκανδαλοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδαλοποιός
σκανδαλοποιού	adj	γενική ενικού του σκανδαλοποιός
σκανδαλοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανδαλοποιός
σκανδαλοποιό	adj	αιτιατική ενικού του σκανδαλοποιός
σκανδαλοποιός	adj	που δημιουργεί σκάνδαλα
σκανδαλοποιών	adj	γενική πληθυντικού του σκανδαλοποιός
σκανδαλωδών	=	σκανδαλώδης
σκανδαλωδώς	adv	με σκανδαλώδη τρόπο
σκανδαλώδεις	=	σκανδαλώδης
σκανδαλώδες	=	σκανδαλώδης
σκανδαλώδη	=	σκανδαλώδης
σκανδαλώδης	adj	που προκαλεί σκάνδαλο
σκανδαλώδους	=	σκανδαλώδης
σκανδαλών	=	σκανδάλη
σκανδιναβέ	noun	κλητική ενικού του σκανδιναβός
σκανδιναβές	=	σκανδιναβή
σκανδιναβή	noun	η Σκανδιναβή
σκανδιναβής	=	σκανδιναβή
σκανδιναβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδιναβικό
σκανδιναβικέ	adj	κλητική ενικού του σκανδιναβικός
σκανδιναβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανδιναβική
σκανδιναβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανδιναβικός
σκανδιναβικής	adj	γενική ενικού του σκανδιναβική
σκανδιναβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδιναβικός
σκανδιναβικού	adj	γενική ενικού του σκανδιναβικός
σκανδιναβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανδιναβικός
σκανδιναβικό	adj	αιτιατική ενικού του σκανδιναβικός
σκανδιναβικός	adj	σχετικός με τη Σκανδιναβία
σκανδιναβικών	adj	γενική πληθυντικού του σκανδιναβικός
σκανδιναβοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανδιναβός
σκανδιναβού	noun	γενική ενικού του σκανδιναβός
σκανδιναβούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκανδιναβός
σκανδιναβό	noun	αιτιατική ενικού του σκανδιναβός
σκανδιναβός	noun	ο Σκανδιναβός
σκανδιναβών	noun	γενική πληθυντικού του σκανδιναβός
σκανδιναυϊκά	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκέ	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκές	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκή	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκής	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκοί	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκού	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκούς	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκό	=	σκανδιναυϊκός
σκανδιναυϊκός	adj	παρωχημένη γραφή του σκανδιναβικός
σκανδιναυϊκών	=	σκανδιναυϊκός
σκαντάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαντάγιο
σκαντάγιο	noun	μικρός μεταλλικός κώνος ή μεταλλική μετρική βέργα που φέρεται σε σχοινί για τη μέτρηση αφενός του βάθους ή την εξέταση του είδους του βυθού, σε επικείμενη αγκυροβολία, και αφετέρου την μέτρηση υπολοίπων σε δεξαμενές
σκαντάγιου	noun	γενική ενικού του σκαντάγιο
σκαντάγιων	noun	γενική πληθυντικού του σκαντάγιο
σκαντάλια	=	σκαντάλιο
σκαντάλιζα	=	σκανταλίζω
σκαντάλιζαν	=	σκανταλίζω
σκαντάλιζε	=	σκανταλίζω
σκαντάλιζες	=	σκανταλίζω
σκαντάλιο	noun	άλλη μορφή του σκαντάγιο
σκαντάλιου	=	σκαντάλιο
σκαντάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκαντάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκαντάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκαντάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκαντάλιων	=	σκαντάλιο
σκανταγιάραμε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάραν	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρανε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρατε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρει	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρεις	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρετε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάριζα	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάριζαν	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάριζε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάριζες	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρισα	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρισαν	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρισε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρισες	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάροντας	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρουμε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρουν	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρουνε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιάρω	verb	μετρώ το βάθος της θάλασσας ή εξετάζω το βυθό με σκαντάγιο
σκανταγιαρίσαμε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιαρίσαν	=	σκανταγιάρω
σκανταγιαρίσανε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιαρίσατε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιαρίσει	=	σκανταγιάρω
σκανταγιαρίστε	=	σκανταγιάρω
σκανταγιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταγιαρισμένο
σκανταγιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σκανταγιαρισμένος
σκανταγιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταγιαρισμένη
σκανταγιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανταγιαρισμένος
σκανταγιαρισμένης	verb	γενική ενικού του σκανταγιαρισμένη
σκανταγιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκανταγιαρισμένος
σκανταγιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανταγιαρισμένος
σκανταγιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκανταγιαρισμένος
σκανταγιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκανταγιαρισμένος
σκανταγιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκανταγιαρισμένος
σκανταλίζαμε	=	σκανταλίζω
σκανταλίζαν	=	σκανταλίζω
σκανταλίζανε	=	σκανταλίζω
σκανταλίζατε	=	σκανταλίζω
σκανταλίζει	=	σκανταλίζω
σκανταλίζεις	=	σκανταλίζω
σκανταλίζεσαι	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίζεστε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίζεται	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίζετε	=	σκανταλίζω
σκανταλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίζονται	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίζονταν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίζοντας	=	σκανταλίζω
σκανταλίζου	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίζουμε	=	σκανταλίζω
σκανταλίζουν	=	σκανταλίζω
σκανταλίζουνε	=	σκανταλίζω
σκανταλίζω	verb	καταστρέφω, χαλάω
σκανταλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίσαν	=	σκανταλίζω
σκανταλίσανε	=	σκανταλίζω
σκανταλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίσου	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλίστηκα	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίστηκαν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίστηκε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίστηκες	=	σκανταλίζομαι
σκανταλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκανταλίζω
σκανταλιά	noun	αταξία ενός μικρού παιδιού
σκανταλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανταλιάρης
σκανταλιάραμε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάραν	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρανε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρας	adj	γενική ενικού του σκανταλιάρα
σκανταλιάρατε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρει	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρεις	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλιάρα
σκανταλιάρετε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκανταλιάρης
σκανταλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλιάρης
σκανταλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σκανταλιάρης
σκανταλιάρης	adj	που κάνει σκανταλιές
σκανταλιάριζα	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάριζαν	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάριζε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάριζες	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλιάρικος	adv	με σκανταλιάρικο τρόπο
σκανταλιάρικε	adj	κλητική ενικού του σκανταλιάρικος
σκανταλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλιάρικη
σκανταλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανταλιάρικος
σκανταλιάρικης	adj	γενική ενικού του σκανταλιάρικη
σκανταλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκανταλιάρης
σκανταλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανταλιάρικος
σκανταλιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον σκανταλιάρη ή το σκάνταλο ή αναφέρεται σ’ αυτά
σκανταλιάρικου	adj	γενική ενικού του σκανταλιάρικο
σκανταλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκανταλιάρικος
σκανταλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σκανταλιάρικο
σκανταλιάρισα	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρισαν	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρισε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρισες	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάροντας	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρουμε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρουν	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρουνε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιάρω	verb	άλλη μορφή του σκανταγιάρω
σκανταλιάς	=	σκανταλιά
σκανταλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλιά
σκανταλιαρίσαμε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιαρίσαν	=	σκανταλιάρω
σκανταλιαρίσανε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιαρίσατε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιαρίσει	=	σκανταλιάρω
σκανταλιαρίστε	=	σκανταλιάρω
σκανταλιζόμασταν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόμαστε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόμουν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόμουνα	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόντουσαν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόσασταν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόσαστε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόσουν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόσουνα	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζόταν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιζότανε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλισμένο
σκανταλισμένε	verb	κλητική ενικού του σκανταλισμένος
σκανταλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκανταλισμένη
σκανταλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκανταλισμένος
σκανταλισμένης	verb	γενική ενικού του σκανταλισμένη
σκανταλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκανταλισμένος
σκανταλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκανταλισμένος
σκανταλισμένος	=	σκανταλίζομαι
σκανταλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκανταλισμένος
σκανταλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκανταλισμένος
σκανταλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκανταλισμένος
σκανταλιστήκαμε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιστήκαν	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιστήκανε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιστήκατε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιστεί	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιστείτε	=	σκανταλίζομαι
σκανταλιών	=	σκανταλιά
σκαντζάρω	verb	αλλάζω, αντικαθιστώ
σκαντζόχοιρε	=	σκαντζόχοιρος
σκαντζόχοιρο	=	σκαντζόχοιρος
σκαντζόχοιροι	=	σκαντζόχοιρος
σκαντζόχοιρος	noun	κοινή ονομασία για όλα τα μικρά αγκαθωτά θηλαστικά της υποοικογένειας των ερινακεϊνών (Erinaceinae), της οικογένειας των ερινακεϊδών (Erinaceidae)
σκαντζόχοιρου	=	σκαντζόχοιρος
σκαντζόχοιρους	=	σκαντζόχοιρος
σκαντζόχοιρων	=	σκαντζόχοιρος
σκαπάνες	=	σκαπάνη
σκαπάνη	noun	εργαλείο για σκάψιμο
σκαπάνης	=	σκαπάνη
σκαπέτες	=	σκαπέτης
σκαπέτη	=	σκαπέτης
σκαπέτης	noun|dated	εργάτης που σκάβει ό,τι αφήνει το αλέτρι ή εργάζεται σε άλλες συμπληρωματικές εργασίες ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
σκαπέτι	noun|literary	η τσάπα
σκαπέτια	=	σκαπέτι
σκαπέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπέτισμα	noun|rare	η ενέργεια του σκαπετάω / σκαπετώ
σκαπανέα	=	σκαπανέας
σκαπανέας	noun	ειδικότητα στο στρατό ξηράς, κυρίως στο Μηχανικό
σκαπανέων	=	σκαπανέας
σκαπανέως	=	σκαπανέας
σκαπανείς	=	σκαπανέας
σκαπανικά	=	σκαπανικό
σκαπανικού	=	σκαπανικό
σκαπανικό	noun	εργαλεία - κυρίως σκαπάνες, με χρήση στον πληθυντικό: σκαπανικά
σκαπανικών	=	σκαπανικό
σκαπανών	=	σκαπάνη
σκαπετάω	verb	ξεφεύγω, διαφεύγω, δραπετεύω
σκαπετίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίζω	verb|rare	άλλη μορφή του σκαπετάω
σκαπετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαπετίζω
σκαπετιού	=	σκαπέτι
σκαπετιών	=	σκαπέτι
σκαπετώ	=	σκαπετάω
σκαπετών	=	σκαπέτης
σκαπετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκαπετώ
σκαπουλάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκαπουλάρω
σκαπουλάρω	verb|vulgar	γλιτώνω, ξεφεύγω (κάποιον κίνδυνο)
σκαπουλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαπουλάρισμα
σκαπουλαρίσματος	noun	γενική ενικού του σκαπουλάρισμα
σκαπουλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκαπουλάρισμα
σκαπουλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαπουλαρισμένο
σκαπουλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σκαπουλαρισμένος
σκαπουλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαπουλαρισμένη
σκαπουλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαπουλαρισμένος
σκαπουλαρισμένης	verb	γενική ενικού του σκαπουλαρισμένη
σκαπουλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαπουλαρισμένος
σκαπουλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαπουλαρισμένος
σκαπουλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαπουλαρισμένος
σκαπουλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαπουλαρισμένος
σκαπουλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαπουλαρισμένος
σκαπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκαπτός	adv	με σκαπτό τρόπο
σκαπτέ	adj	κλητική ενικού του σκαπτός
σκαπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαπτή
σκαπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαπτός
σκαπτής	adj	γενική ενικού του σκαπτή
σκαπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαπτικό
σκαπτικέ	adj	κλητική ενικού του σκαπτικός
σκαπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαπτική
σκαπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαπτικός
σκαπτικής	adj	γενική ενικού του σκαπτική
σκαπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαπτικός
σκαπτικού	adj	γενική ενικού του σκαπτικός
σκαπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαπτικός
σκαπτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκαπτικός
σκαπτικός	adj	που σχετίζεται με το σκάψιμο ή που χρησιμοποιείται για αυτό
σκαπτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκαπτικός
σκαπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαπτός
σκαπτού	adj	γενική ενικού του σκαπτός
σκαπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαπτός
σκαπτό	adj	αιτιατική ενικού του σκαπτός
σκαπτός	adj|formal	άλλη μορφή του σκαφτός
σκαπτών	adj	γενική πληθυντικού του σκαπτός
σκαρί	noun	πλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται πλοίο
σκαρία	=	σκαρί
σκαρίζαμε	=	σκαρίζω
σκαρίζαν	=	σκαρίζω
σκαρίζανε	=	σκαρίζω
σκαρίζατε	=	σκαρίζω
σκαρίζει	=	σκαρίζω
σκαρίζεις	=	σκαρίζω
σκαρίζετε	=	σκαρίζω
σκαρίζοντας	=	σκαρίζω
σκαρίζουμε	=	σκαρίζω
σκαρίζουν	=	σκαρίζω
σκαρίζουνε	=	σκαρίζω
σκαρίζω	verb	βγάζω τα πρόβατα ενώ είναι νύχτα, για νυχτερινή βοσκή ή νωρίς το πρωί
σκαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσαν	=	σκαρίζω
σκαρίσανε	=	σκαρίζω
σκαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρίζω
σκαρίφημα	noun	πρόχειρο και γρήγορο σχέδιο ή σχεδίασμα, με το οποίο αποδίδονται συνοπτικά τα βασικά χαρακτηριστικά ενός θέματος, συνήθως ως αρχικό στάδιο πριν από την οριστική επεξεργασία
σκαρίφησα	=	σκαριφώ
σκαρίφισα	=	σκαριφώ
σκαραβαίε	noun	κλητική ενικού του σκαραβαίος
σκαραβαίο	noun	αιτιατική ενικού του σκαραβαίος
σκαραβαίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαραβαίος
σκαραβαίος	noun	ονομασία διάφορων κολεόπτερων με σώμα σχεδόν στρογγυλό, σκληρό, στιλπνό και σκούρο
σκαραβαίου	noun	γενική ενικού του σκαραβαίος
σκαραβαίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκαραβαίος
σκαραβαίων	noun	γενική πληθυντικού του σκαραβαίος
σκαραμάγγι	noun	πολυτελές ύφασμα σε διάφορα χρώματα κατά την εποχή του Βυζαντίου
σκαραμάγγια	=	σκαραμάγγι
σκαραμαγγά	=	σκαραμαγγάς
σκαραμαγγάδες	=	σκαραμαγγάς
σκαραμαγγάδων	=	σκαραμαγγάς
σκαραμαγγάς	noun	κατασκευαστής ή πωλητής σκαραμαγγίων (πολυτελών υφασμάτων)
σκαραμαγγίου	=	σκαραμάγγι
σκαραμαγγίων	=	σκαραμάγγι
σκαραμαγκά	=	σκαραμαγκάς
σκαραμαγκάδες	=	σκαραμαγκάς
σκαραμαγκάδων	=	σκαραμαγκάς
σκαραμαγκάς	noun	άλλη γραφή του σκαραμαγγάς
σκαρδαμύσσω	verb|dated	ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα, βλεφαρίζω
σκαριά	=	σκαρί
σκαριού	=	σκαρί
σκαριφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρίφημα
σκαριφήματος	noun	γενική ενικού του σκαρίφημα
σκαριφίζω	verb	άλλη μορφή του σκαριφώ
σκαριφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκαρίφημα
σκαριφησμέ	=	σκαριφησμός
σκαριφησμοί	=	σκαριφησμός
σκαριφησμού	=	σκαριφησμός
σκαριφησμούς	=	σκαριφησμός
σκαριφησμό	=	σκαριφησμός
σκαριφησμός	noun	άλλη μορφή του σκαριφισμός, το σκαρίφημα
σκαριφησμών	=	σκαριφησμός
σκαριφισμέ	=	σκαριφισμός
σκαριφισμοί	=	σκαριφισμός
σκαριφισμού	=	σκαριφισμός
σκαριφισμούς	=	σκαριφισμός
σκαριφισμό	=	σκαριφισμός
σκαριφισμός	noun	άλλη μορφή του σκαρίφημα
σκαριφισμών	=	σκαριφισμός
σκαριφούσα	=	σκαριφώ
σκαριφώ	verb	χαράζω, ξύνω μια επιφάνεια
σκαριφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκαριφώ
σκαριών	=	σκαρί
σκαρλάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρλάτο
σκαρλάτε	adj	κλητική ενικού του σκαρλάτος
σκαρλάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρλάτη
σκαρλάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρλάτος
σκαρλάτης	adj	γενική ενικού του σκαρλάτη
σκαρλάτο	adj	αιτιατική ενικού του σκαρλάτος
σκαρλάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρλάτος
σκαρλάτος	adj|dated	πορφυρός, βαθυκόκκινος, άλικος
σκαρλάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαρλάτος
σκαρλάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαρλάτος
σκαρλάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαρλάτος
σκαρλατίνα	noun|dated	οστρακιά
σκαρλατίνας	noun	γενική ενικού του σκαρλατίνα
σκαρλατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρλατίνα
σκαρμέ	noun	κλητική ενικού του σκαρμός
σκαρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρμός
σκαρμού	noun	γενική ενικού του σκαρμός
σκαρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκαρμός
σκαρμούτσα	=	σκαρμούτσο
σκαρμούτσο	noun	στήλη με μεταλλικά κέρματα τα οποία είναι τυλιγμένα σε χαρτί
σκαρμούτσου	=	σκαρμούτσο
σκαρμούτσων	=	σκαρμούτσο
σκαρμό	noun	αιτιατική ενικού του σκαρμός
σκαρμός	noun	άλλη μορφή του σκαλμός
σκαρμών	noun	γενική πληθυντικού του σκαρμός
σκαρπέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρπέλο
σκαρπέλο	noun	μεταλλικό εργαλείο με ξύλινη λαβή, παρόμοιο με τη σμίλη, για την επεξεργασία του ξύλου
σκαρπέλου	noun	γενική ενικού του σκαρπέλο
σκαρπέλων	noun	γενική πληθυντικού του σκαρπέλο
σκαρπίνι	noun	χαμηλό παπούτσι με κορδόνια, που αφήνει ακάλυπτους τους αστραγάλους
σκαρπίνια	=	σκαρπίνι
σκαρπινιού	=	σκαρπίνι
σκαρπινιών	=	σκαρπίνι
σκαρτάδα	noun	άλλη μορφή του σκαρταδούρα
σκαρτάδας	noun	γενική ενικού του σκαρτάδα
σκαρτάδε	=	σκαρτάδος
σκαρτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρτάδα
σκαρτάδο	=	σκαρτάδος
σκαρτάδοι	=	σκαρτάδος
σκαρτάδος	noun	ανισόρροπος, ιδιότροπος
σκαρτάδου	=	σκαρτάδος
σκαρτάδους	=	σκαρτάδος
σκαρτάδων	=	σκαρτάδος
σκαρτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκαρτάρω
σκαρτάρω	verb	άλλη μορφή του σκαρτεύω
σκαρτέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάρτεμα
σκαρτέματος	noun	γενική ενικού του σκάρτεμα
σκαρτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψαν	=	σκαρτεύω
σκαρτέψανε	=	σκαρτεύω
σκαρτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρτεύω
σκαρταδούρα	noun	άχρηστα πράγματα ή (κατ’ επέκταση) πρόσωπα ανεπιθύμητα, που δεν έχουν φερθεί σωστά
σκαρταδούρας	noun	γενική ενικού του σκαρταδούρα
σκαρταδούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρταδούρα
σκαρταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρτάρισμα
σκαρταρίσματος	noun	γενική ενικού του σκαρτάρισμα
σκαρταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκαρτάρισμα
σκαρταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρταρισμένο
σκαρταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σκαρταρισμένος
σκαρταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρταρισμένη
σκαρταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρταρισμένος
σκαρταρισμένης	verb	γενική ενικού του σκαρταρισμένη
σκαρταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαρταρισμένος
σκαρταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρταρισμένος
σκαρταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαρταρισμένος
σκαρταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαρταρισμένος
σκαρταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαρταρισμένος
σκαρτεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκάρτεμα
σκαρτεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρτεμένο
σκαρτεμένε	verb	κλητική ενικού του σκαρτεμένος
σκαρτεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρτεμένη
σκαρτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρτεμένος
σκαρτεμένης	verb	γενική ενικού του σκαρτεμένη
σκαρτεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαρτεμένος
σκαρτεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρτεμένος
σκαρτεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαρτεμένος
σκαρτεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαρτεμένος
σκαρτεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαρτεμένος
σκαρτεύαμε	=	σκαρτεύω
σκαρτεύαν	=	σκαρτεύω
σκαρτεύανε	=	σκαρτεύω
σκαρτεύατε	=	σκαρτεύω
σκαρτεύει	=	σκαρτεύω
σκαρτεύεις	=	σκαρτεύω
σκαρτεύετε	=	σκαρτεύω
σκαρτεύοντας	=	σκαρτεύω
σκαρτεύουμε	=	σκαρτεύω
σκαρτεύουν	=	σκαρτεύω
σκαρτεύουνε	=	σκαρτεύω
σκαρτεύω	verb	μετατρέπω κάτι σε σκάρτο
σκαρφάλωμα	noun	η ενέργεια του σκαρφαλώνω
σκαρφάλωνα	=	σκαρφαλώνω
σκαρφάλωναν	=	σκαρφαλώνω
σκαρφάλωνε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφάλωνες	=	σκαρφαλώνω
σκαρφάλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφάλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφάλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφάλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφίζεσαι	=	σκαρφίζομαι
σκαρφίζεστε	=	σκαρφίζομαι
σκαρφίζεται	=	σκαρφίζομαι
σκαρφίζομαι	verb	επινοώ, σκέφτομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σε ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα
σκαρφίζονται	=	σκαρφίζομαι
σκαρφίζονταν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφίζου	=	σκαρφίζομαι
σκαρφίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφαλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκαρφάλωμα
σκαρφαλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρφαλωμένο
σκαρφαλωμένε	verb	κλητική ενικού του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σαρφαλωμένη
σκαρφαλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωμένης	verb	γενική ενικού του σκαρφαλωμένη
σκαρφαλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σκαρφαλώνω
σκαρφαλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαρφαλωμένος
σκαρφαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκαρφαλωτός	adv	με σκαρφαλωτό τρόπο
σκαρφαλωτέ	adj	κλητική ενικού του σκαρφαλωτός
σκαρφαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρφαλωτή
σκαρφαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρφαλωτός
σκαρφαλωτής	adj	γενική ενικού του σκαρφαλωτή
σκαρφαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρφαλωτός
σκαρφαλωτού	adj	γενική ενικού του σκαρφαλωτός
σκαρφαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαρφαλωτός
σκαρφαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του σκαρφαλωτός
σκαρφαλωτός	adj	που έχει σκαρφαλώσει
σκαρφαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του σκαρφαλωτός
σκαρφαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρφάλωμα
σκαρφαλώματος	noun	γενική ενικού του σκαρφάλωμα
σκαρφαλώναμε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώναν	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνανε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνατε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνει	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνεις	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνετε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνομαι	verb	με σκαρφαλώνουν.
σκαρφαλώνομε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνοντας	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνουμε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνουν	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνουνε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώνω	verb	ανεβαίνω σε μια επιφάνεια με μεγάλη κλίση (πχ σκάλα, πλαγιά βουνού, βράχο κλπ) χρησιμοποιώντας και τα χέρια μου για να πιαστώ
σκαρφαλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσαν	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσανε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσομε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσουνε	=	σκαρφαλώνω
σκαρφαλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφαλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφαλώνω
σκαρφιζόμασταν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόμαστε	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόμενος	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόμουν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόμουνα	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόντουσαν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόσασταν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόσαστε	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόσουν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόσουνα	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζόταν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιζότανε	=	σκαρφίζομαι
σκαρφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρφισμένο
σκαρφισμένε	verb	κλητική ενικού του σκαρφισμένος
σκαρφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρφισμένη
σκαρφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρφισμένος
σκαρφισμένης	verb	γενική ενικού του σκαρφισμένη
σκαρφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαρφισμένος
σκαρφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρφισμένος
σκαρφισμένος	=	σκαρφίζομαι
σκαρφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαρφισμένος
σκαρφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαρφισμένος
σκαρφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαρφισμένος
σκαρφιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστήκαν	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιστήκανε	=	σκαρφίζομαι
σκαρφιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστήρα	=	σκαρφιστήρας
σκαρφιστήρας	noun	βελόνα η οποία τοποθετείται σε στυλό τρυπήματος δακτύλου για να επιτευχθεί η εκροή αίματος (σταγόνα αίματος) η οποία θα βοηθήσει στην μέτρηση γλυκόζης αίματος εναποθέτοντας το αίμα σε ταινία μέτρησης σακχάρου.
σκαρφιστήρες	=	σκαρφιστήρας
σκαρφιστήρων	=	σκαρφιστήρας
σκαρφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρφιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρφίζομαι
σκαρωθήκαμε	=	σκαρώνω
σκαρωθήκαν	=	σκαρώνω
σκαρωθήκανε	=	σκαρώνω
σκαρωθήκατε	=	σκαρώνω
σκαρωθεί	=	σκαρώνω
σκαρωθείτε	=	σκαρώνω
σκαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκάρωμα
σκαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρωμένο
σκαρωμένε	verb	κλητική ενικού του σκαρωμένος
σκαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαρωμένη
σκαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαρωμένος
σκαρωμένης	verb	γενική ενικού του σκαρωμένη
σκαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαρωμένος
σκαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαρωμένος
σκαρωμένος	=	σκαρώνω
σκαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαρωμένος
σκαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαρωμένος
σκαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαρωμένος
σκαρωνόμασταν	=	σκαρώνω
σκαρωνόμαστε	=	σκαρώνω
σκαρωνόμουν	=	σκαρώνω
σκαρωνόμουνα	=	σκαρώνω
σκαρωνόντουσαν	=	σκαρώνω
σκαρωνόσασταν	=	σκαρώνω
σκαρωνόσαστε	=	σκαρώνω
σκαρωνόσουν	=	σκαρώνω
σκαρωνόσουνα	=	σκαρώνω
σκαρωνόταν	=	σκαρώνω
σκαρωνότανε	=	σκαρώνω
σκαρώθηκα	=	σκαρώνω
σκαρώθηκαν	=	σκαρώνω
σκαρώθηκε	=	σκαρώνω
σκαρώθηκες	=	σκαρώνω
σκαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάρωμα
σκαρώματος	noun	γενική ενικού του σκάρωμα
σκαρών	noun	γενική πληθυντικού του σκάρα
σκαρώναμε	=	σκαρώνω
σκαρώναν	=	σκαρώνω
σκαρώνανε	=	σκαρώνω
σκαρώνατε	=	σκαρώνω
σκαρώνει	=	σκαρώνω
σκαρώνεις	=	σκαρώνω
σκαρώνεσαι	=	σκαρώνω
σκαρώνεστε	=	σκαρώνω
σκαρώνεται	=	σκαρώνω
σκαρώνετε	=	σκαρώνω
σκαρώνομαι	=	σκαρώνω
σκαρώνονται	=	σκαρώνω
σκαρώνονταν	=	σκαρώνω
σκαρώνοντας	=	σκαρώνω
σκαρώνου	=	σκαρώνω
σκαρώνουμε	=	σκαρώνω
σκαρώνουν	=	σκαρώνω
σκαρώνουνε	=	σκαρώνω
σκαρώνω	verb	ασχολούμαι με την εκτέλεση έργου
σκαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσαν	=	σκαρώνω
σκαρώσανε	=	σκαρώνω
σκαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σκάρωση
σκαρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σκάρωση
σκαρώσου	=	σκαρώνω
σκαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκαρώνω
σκας	=	σκάω
σκασίλα	noun	η μεγάλη, η υπερβολική στεναχώρια
σκασίλας	noun	γενική ενικού του σκασίλα
σκασίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκασίλα
σκασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάσιμο
σκασίματος	noun	γενική ενικού του σκάσιμο
σκασιά	noun	η τούμπα, το πέσιμο : έφαγα μια σκασιά
σκασιάρχες	=	σκασιάρχης
σκασιάρχη	=	σκασιάρχης
σκασιάρχης	noun	αυτός που κάνει σκασιαρχείο, που το σκάει από το σχολείο, τη δουλειά του
σκασιάς	=	σκασιά
σκασιές	=	σκασιά
σκασιαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκασιαρχείο
σκασιαρχείο	noun	το να μην πηγαίνει ένας μαθητής στο μάθημά του, χωρίς έγκυρη δικαιολογία και συνήθως χωρίς τη γνώση των κηδεμόνων του
σκασιαρχείου	noun	γενική ενικού του σκασιαρχείο
σκασιαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του σκασιαρχείο
σκασιαρχών	=	σκασιάρχης
σκασιμάτων	=	σκάσιμο
σκασιματιά	noun	το σκάσιμο, το άνοιγμα, η ραγισματιά που έχει γίνει σε μια επιφάνεια
σκασιματιάς	=	σκασιματιά
σκασιματιές	=	σκασιματιά
σκασιματιών	=	σκασιματιά
σκασιών	=	σκασιά
σκασμέ	noun	κλητική ενικού του σκασμός
σκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκασμένο
σκασμένε	verb	κλητική ενικού του σκασμένος
σκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκασμένη
σκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκασμένος
σκασμένης	verb	γενική ενικού του σκασμένη
σκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκασμένος
σκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκασμένος
σκασμένος	verb	που έχει σκάσει, εκραγεί ή ξεφουσκώσει βίαια
σκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκασμένος
σκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκασμένος
σκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκασμένος
σκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκασμός
σκασμού	noun	γενική ενικού του σκασμός
σκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκασμός
σκασμό	noun	αιτιατική ενικού του σκασμός
σκασμός	noun	πολύ μεγάλη ποσότητα (που θα σκάσεις από τη μεγάλη ποσότητα)	intj	ησυχία!
σκασμών	noun	γενική πληθυντικού του σκασμός
σκαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαστό	adv	με σκαστό τρόπο
σκαστέ	adj	κλητική ενικού του σκαστός
σκαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαστή
σκαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαστός
σκαστής	adj	γενική ενικού του σκαστή
σκαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαστός
σκαστού	adj	γενική ενικού του σκαστός
σκαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαστός
σκαστό	adj	αιτιατική ενικού του σκαστός
σκαστός	adj	που το έχει σκάσει, έχει φύγει (κρυφά) από κει που θα έπρεπε (υποχρεωτικά) να είναι
σκαστών	adj	γενική πληθυντικού του σκαστός
σκατά	intj	για μεγάλη δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση	adj	ευτελής, κακής ποιότητας, αηδιαστικός
σκατάδες	=	σκατάς
σκατάδων	=	σκατάς
σκατάς	noun	ο χάλιας, αλλιώς και σκατατζής, ο άθλιος, ο απαίσιος
σκατένια	=	σκατένιος
σκατένιας	=	σκατένιος
σκατένιε	=	σκατένιος
σκατένιες	=	σκατένιος
σκατένιο	=	σκατένιος
σκατένιοι	=	σκατένιος
σκατένιος	adj	άθλιος, ελεεινός
σκατένιου	=	σκατένιος
σκατένιους	=	σκατένιος
σκατένιων	=	σκατένιος
σκατίλα	noun	η απωθητική μυρωδιά των κοπράνων
σκατίλας	noun	γενική ενικού του σκατίλα
σκατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατίλα
σκατζιά	noun	πρόχειρη ραφιέρα από σανίδες
σκατζιάς	=	σκατζιά
σκατζιές	=	σκατζιά
σκατζιών	=	σκατζιά
σκατιά	noun	βρομιά από σκατά
σκατιάρα	=	σκατιάρης
σκατιάρας	=	σκατιάρης
σκατιάρες	=	σκατιάρης
σκατιάρη	=	σκατιάρης
σκατιάρηδες	=	σκατιάρης
σκατιάρηδων	=	σκατιάρης
σκατιάρης	adj	που τα κάνει πάνω του
σκατιάρικα	=	σκατιάρης
σκατιάρικο	=	σκατιάρης
σκατιάρικου	=	σκατιάρης
σκατιάρικων	=	σκατιάρης
σκατιάς	=	σκατιά
σκατιέρα	noun|figurative	τόπος με μεγάλο πρόβλημα ρύπανσης
σκατιέρας	noun	γενική ενικού του σκατιέρα
σκατιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατιέρα
σκατιές	=	σκατιά
σκατιών	=	σκατιά
σκατογωνιά	noun|dated	η γωνία του θαλάμου των φυλακών που βρισκόταν δίπλα από τα αποχωρητήρια, όπου οι παλαιότεροι κατάδικοι έβαζαν να κοιμάται στο κρεβάτι που υπήρχε εκεί κάποιο πρεζόνι (καθόσον οι ίδιοι έπιαναν τις άλλες γωνίες, που θεωρούνταν οι «καλές»)
σκατογωνιάς	=	σκατογωνιά
σκατογωνιές	=	σκατογωνιά
σκατογωνιών	=	σκατογωνιά
σκατοκέφαλα	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλε	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλες	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλη	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλης	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλο	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλοι	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλος	adj	ο χαζός
σκατοκέφαλου	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλους	=	σκατοκέφαλος
σκατοκέφαλων	=	σκατοκέφαλος
σκατολοΐδι	noun	μικροπράγματα
σκατολοΐδια	=	σκατολοΐδι
σκατολοήματα	=	σκατολόημα
σκατολοήματος	=	σκατολόημα
σκατολογία	noun	το να χρησιμοποιεί κανείς σε μεγάλο βαθμό όταν μιλάει τη λέξη σκατά ή άλλες παρόμοιες
σκατολογίας	noun	γενική ενικού του σκατολογία
σκατολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατολογία
σκατολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατολογικό
σκατολογικέ	adj	κλητική ενικού του σκατολογικός
σκατολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατολογική
σκατολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκατολογικός
σκατολογικής	adj	γενική ενικού του σκατολογική
σκατολογικη	=	σκατολογικός
σκατολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκατολογικός
σκατολογικού	adj	γενική ενικού του σκατολογικός
σκατολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκατολογικός
σκατολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σκατολογικός
σκατολογικός	adj	σχετικός με τα περιττώματα
σκατολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σκατολογικός
σκατολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σκατολογία
σκατολοημάτων	=	σκατολόημα
σκατολοϊδιού	=	σκατολοΐδι
σκατολοϊδιών	=	σκατολοΐδι
σκατολόημα	noun	σκατολοΐδι
σκατομυγών	noun	γενική πληθυντικού του σκατόμυγα
σκατοστομάτων	=	σκατόστομα
σκατοστόματα	=	σκατόστομα
σκατοστόματος	=	σκατόστομα
σκατουλάκι	noun	υποκοριστικό του: σκατό
σκατουλάκια	=	σκατουλάκι
σκατουλί	noun|informal	το χρώμα που έχουν τα κόπρανα, περίπου καφετί
σκατουλίτσα	=	σκατό
σκατοφάγα	=	σκατοφάγος
σκατοφάγας	=	σκατοφάγος
σκατοφάγε	=	σκατοφάγος
σκατοφάγες	=	σκατοφάγος
σκατοφάγο	=	σκατοφάγος
σκατοφάγοι	=	σκατοφάγος
σκατοφάγος	adj	είδος εντόμου
σκατοφάγου	=	σκατοφάγος
σκατοφάγους	=	σκατοφάγος
σκατοφάγων	=	σκατοφάγος
σκατοφαγία	noun	η κατανάλωση κοπράνων
σκατοφαγίας	=	σκατοφαγία
σκατοφαγίες	=	σκατοφαγία
σκατοφαγιών	=	σκατοφαγία
σκατοψυχία	noun	ιδιότητα του σκατόψυχου, εγωπαθητική κακία, ιδιοτελής μικροπρέπεια, παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης, χαιρεκακία
σκατοψυχίας	=	σκατοψυχία
σκατοψυχίες	=	σκατοψυχία
σκατοψυχιών	=	σκατοψυχία
σκατού	=	σκατό
σκατούλα	noun|informal	κόπρανο
σκατούλας	noun	γενική ενικού του σκατούλα
σκατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατούλα
σκατούλι	noun	μικρό παιδί ή μωρό
σκατούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατούλι
σκατούλικα	=	σκατούλικο
σκατούλικο	noun	συνώνυμο του σκατούλι
σκατούλικου	=	σκατούλικο
σκατούλικων	=	σκατούλικο
σκατωθήκαμε	=	σκατώνω
σκατωθήκαν	=	σκατώνω
σκατωθήκανε	=	σκατώνω
σκατωθήκατε	=	σκατώνω
σκατωθεί	=	σκατώνω
σκατωθείτε	=	σκατώνω
σκατωμάτων	=	σκάτωμα
σκατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατωμένο
σκατωμένε	verb	κλητική ενικού του σκατωμένος
σκατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατωμένη
σκατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκατωμένος
σκατωμένης	verb	γενική ενικού του σκατωμένη
σκατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκατωμένος
σκατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκατωμένος
σκατωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σκατώνω
σκατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκατωμένος
σκατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκατωμένος
σκατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκατωμένος
σκατωνόμασταν	=	σκατώνω
σκατωνόμαστε	=	σκατώνω
σκατωνόμουν	=	σκατώνω
σκατωνόμουνα	=	σκατώνω
σκατωνόντουσαν	=	σκατώνω
σκατωνόσασταν	=	σκατώνω
σκατωνόσαστε	=	σκατώνω
σκατωνόσουν	=	σκατώνω
σκατωνόσουνα	=	σκατώνω
σκατωνόταν	=	σκατώνω
σκατωνότανε	=	σκατώνω
σκατό	noun	κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου
σκατόγεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκατόγερος
σκατόγριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατόγρια
σκατόκαιρε	=	σκατόκαιρος
σκατόκαιρο	=	σκατόκαιρος
σκατόκαιροι	=	σκατόκαιρος
σκατόκαιρος	noun	άσχημος καιρός, κακοκαιρία
σκατόκαιρου	=	σκατόκαιρος
σκατόκαιρους	=	σκατόκαιρος
σκατόκαιρων	=	σκατόκαιρος
σκατόμυγα	noun	η μύγα που τρέφεται με περιττώματα
σκατόμυγας	noun	γενική ενικού του σκατόμυγα
σκατόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατόμυγα
σκατόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατόπαιδο
σκατόπαιδο	noun	παιδί που έχει κακό χαρακτήρα και ενοχλεί τον κόσμο
σκατόπαιδου	=	σκατόπαιδο
σκατόπαιδων	=	σκατόπαιδο
σκατόστομα	noun|vulgar	το βρομόστομα
σκατόφατσα	noun|vulgar	κακάσχημος, κακομούτσουνος
σκατόφατσας	=	σκατόφατσα
σκατόφατσες	=	σκατόφατσα
σκατόψυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατόψυχο
σκατόψυχε	adj	κλητική ενικού του σκατόψυχος
σκατόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατόψυχη
σκατόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκατόψυχος
σκατόψυχης	adj	γενική ενικού του σκατόψυχη
σκατόψυχο	adj	αιτιατική ενικού του σκατόψυχος
σκατόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκατόψυχος
σκατόψυχος	adj	σκληρός, άκαρδος
σκατόψυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκατόψυχος
σκατόψυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκατόψυχος
σκατόψυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκατόψυχος
σκατώθηκα	=	σκατώνω
σκατώθηκαν	=	σκατώνω
σκατώθηκε	=	σκατώνω
σκατώθηκες	=	σκατώνω
σκατώματα	=	σκάτωμα
σκατώματος	=	σκάτωμα
σκατών	=	σκατό
σκατώναμε	=	σκατώνω
σκατώναν	=	σκατώνω
σκατώνανε	=	σκατώνω
σκατώνατε	=	σκατώνω
σκατώνει	=	σκατώνω
σκατώνεις	=	σκατώνω
σκατώνεσαι	=	σκατώνω
σκατώνεστε	=	σκατώνω
σκατώνεται	=	σκατώνω
σκατώνετε	=	σκατώνω
σκατώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκατώνω
σκατώνονται	=	σκατώνω
σκατώνονταν	=	σκατώνω
σκατώνοντας	=	σκατώνω
σκατώνου	=	σκατώνω
σκατώνουμε	=	σκατώνω
σκατώνουν	=	σκατώνω
σκατώνουνε	=	σκατώνω
σκατώνω	verb|vulgar	αποτυγχάνω σε μια προσπάθειά μου, μπερδεύω κάτι
σκατώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσαν	=	σκατώνω
σκατώσανε	=	σκατώνω
σκατώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσου	=	σκατώνω
σκατώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκατώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκατώνω
σκαφάκι	noun	υποκοριστικό του σκάφος
σκαφάκια	=	σκαφάκι
σκαφάνδρου	=	σκάφανδρο
σκαφάνδρων	=	σκάφανδρο
σκαφέα	=	σκαφέας
σκαφέας	noun|formal	εργάτης που σκάβει
σκαφέων	=	σκαφέας
σκαφέως	=	σκαφέας
σκαφή	noun|rare	σκάψιμο
σκαφίδα	noun	η σκάφη
σκαφίδας	=	σκαφίδα
σκαφίδες	=	σκαφίδα
σκαφίδι	noun|vulgar	σκάφη κυρίως για το ζύμωμα του ψωμιού
σκαφίδια	=	σκαφίδι
σκαφίδιαζα	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιαζαν	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιαζε	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιαζες	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιασα	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιασαν	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιασε	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιασες	=	σκαφιδιάζω
σκαφίδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκαφιδιάζω
σκαφίδωμα	noun	άλλη μορφή του σκαφίδιασμα
σκαφίδων	=	σκαφίδα
σκαφίδωνα	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωναν	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωνε	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωνες	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωσα	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωσαν	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωσε	=	σκαφιδώνω
σκαφίδωσες	=	σκαφιδώνω
σκαφείς	=	σκαφέας
σκαφευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφευτικό
σκαφευτικέ	adj	κλητική ενικού του σκαφευτικός
σκαφευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφευτική
σκαφευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαφευτικός
σκαφευτικής	adj	γενική ενικού του σκαφευτική
σκαφευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαφευτικός
σκαφευτικού	adj	γενική ενικού του σκαφευτικός
σκαφευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαφευτικός
σκαφευτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκαφευτικός
σκαφευτικός	adj|rare	άλλη μορφή του σκαπτικός
σκαφευτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκαφευτικός
σκαφιδιάζαμε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζαν	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζανε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζατε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζει	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζεις	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζετε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζοντας	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζουμε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζουν	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζουνε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάζω	verb	δίνω την μορφή της σκάφης σε κάτι
σκαφιδιάσαμε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάσαν	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάσανε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάσατε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάσει	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιάσματα	=	σκαφίδιασμα
σκαφιδιάσματος	=	σκαφίδιασμα
σκαφιδιάστε	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιασμάτων	=	σκαφίδιασμα
σκαφιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδιασμένο
σκαφιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδιασμένη
σκαφιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιασμένης	verb	γενική ενικού του σκαφιδιασμένη
σκαφιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιασμένος	=	σκαφιδιάζω
σκαφιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαφιδιασμένος
σκαφιδιού	=	σκαφίδι
σκαφιδιών	=	σκαφίδι
σκαφιδωμάτων	=	σκαφίδωμα
σκαφιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδωμένο
σκαφιδωμένε	verb	κλητική ενικού του σκαφιδωμένος
σκαφιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδωμένη
σκαφιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαφιδωμένος
σκαφιδωμένης	verb	γενική ενικού του σκαφιδωμένη
σκαφιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκαφιδωμένος
σκαφιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδωμένος
σκαφιδωμένος	=	σκαφιδώνω
σκαφιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκαφιδωμένος
σκαφιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκαφιδωμένος
σκαφιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκαφιδωμένος
σκαφιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκαφιδωτός	adv	με σκαφιδωτό τρόπο
σκαφιδωτέ	adj	κλητική ενικού του σκαφιδωτός
σκαφιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδωτή
σκαφιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαφιδωτός
σκαφιδωτής	adj	γενική ενικού του σκαφιδωτή
σκαφιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαφιδωτός
σκαφιδωτού	adj	γενική ενικού του σκαφιδωτός
σκαφιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαφιδωτός
σκαφιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του σκαφιδωτός
σκαφιδωτός	adj	που των έχουν σκαφιδώσει
σκαφιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του σκαφιδωτός
σκαφιδώματα	=	σκαφίδωμα
σκαφιδώματος	=	σκαφίδωμα
σκαφιδώναμε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώναν	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνανε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνατε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνει	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνεις	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνετε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνοντας	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνουμε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνουν	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνουνε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώνω	verb	άλλη μορφή του σκαφιδιάζω
σκαφιδώσαμε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώσαν	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώσανε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώσατε	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώσει	=	σκαφιδώνω
σκαφιδώστε	=	σκαφιδώνω
σκαφοειδές	=	σκαφοειδής
σκαφοειδή	=	σκαφοειδής
σκαφοειδής	adj	που μοιάζει με σκάφη, που έχει κάποιο κοίλωμα ή βύθιση σε κάποιο τμήμα του
σκαφοειδείς	=	σκαφοειδής
σκαφοειδούς	=	σκαφοειδής
σκαφοειδών	=	σκαφοειδής
σκαφοκεφαλία	noun	δυσμορφία του κρανίου που οφείλεται στην πρόωρη σύγκλειση της οβελιαίας ραφής (μακρυκεφαλία ή δολιχοκεφαλία)
σκαφοκεφαλίας	noun	γενική ενικού του σκαφοκεφαλία
σκαφοκεφαλίες	=	σκαφοκεφαλία
σκαφοκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του σκαφοκεφαλία
σκαφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκαφτός	adv	με σκαφτό τρόπο
σκαφτέ	adj	κλητική ενικού του σκαφτός
σκαφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφτή
σκαφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαφτός
σκαφτήκαμε	=	σκάβω
σκαφτήκαν	=	σκάβω
σκαφτήκανε	=	σκάβω
σκαφτήκατε	=	σκάβω
σκαφτής	adj	γενική ενικού του σκαφτή
σκαφτεί	=	σκάβω
σκαφτείς	=	σκάβω
σκαφτείτε	=	σκάβω
σκαφτιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκαφτιάς
σκαφτιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφτιάς
σκαφτιάδων	noun	γενική πληθυντικού του σκαφτιάς
σκαφτιάς	noun	ανειδίκευτος εργάτης του οποίου κύριο έργο είναι το σκάψιμο
σκαφτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφτικό
σκαφτικέ	adj	κλητική ενικού του σκαφτικός
σκαφτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκαφτική
σκαφτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκαφτικός
σκαφτικής	adj	γενική ενικού του σκαφτική
σκαφτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαφτικός
σκαφτικού	adj	γενική ενικού του σκαφτικός
σκαφτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαφτικός
σκαφτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκαφτικός
σκαφτικός	adj	άλλη μορφή του σκαπτικός
σκαφτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκαφτικός
σκαφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκαφτός
σκαφτού	adj	γενική ενικού του σκαφτός
σκαφτούμε	=	σκάβω
σκαφτούν	=	σκάβω
σκαφτούνε	=	σκάβω
σκαφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκαφτός
σκαφτό	adj	αιτιατική ενικού του σκαφτός
σκαφτός	adj	αυτός που έγινε με σκάψιμο
σκαφτώ	=	σκάβω
σκαφτών	adj	γενική πληθυντικού του σκαφτός
σκαφών	noun	γενική πληθυντικού του σκάφος
σκαψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκάψιμο
σκαψίματος	noun	γενική ενικού του σκάψιμο
σκαψιμάτων	=	σκάψιμο
σκε	abbrev	ελληνικό αριστερό πολιτικό κόμμα της δεκαετίας του 1930
σκεβρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεβρό
σκεβρέ	adj	κλητική ενικού του σκεβρός
σκεβρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεβρή
σκεβρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεβρός
σκεβρής	adj	γενική ενικού του σκεβρή
σκεβροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεβρός
σκεβρού	adj	γενική ενικού του σκεβρός
σκεβρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεβρός
σκεβρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκέβρωμα
σκεβρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεβρωμένο
σκεβρωμένε	verb	κλητική ενικού του σκεβρωμένος
σκεβρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεβρωμένη
σκεβρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεβρωμένος
σκεβρωμένης	verb	γενική ενικού του σκεβρωμένη
σκεβρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκεβρωμένος
σκεβρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεβρωμένος
σκεβρωμένος	verb	που έχει σκεβρώσει
σκεβρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκεβρωμένος
σκεβρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκεβρωμένος
σκεβρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκεβρωμένος
σκεβρό	adj	αιτιατική ενικού του σκεβρός
σκεβρός	adj	συνώνυμο του σκεβρωμένος
σκεβρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέβρωμα
σκεβρώματος	noun	γενική ενικού του σκέβρωμα
σκεβρών	adj	γενική πληθυντικού του σκεβρός
σκεβρώνω	verb	παραμορφώνομαι, καμπυλώνομαι, λόγω του χρόνου και της υγρασίας
σκεβρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεβρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεβρώνω
σκεδάζαμε	=	σκεδάζω
σκεδάζαν	=	σκεδάζω
σκεδάζανε	=	σκεδάζω
σκεδάζατε	=	σκεδάζω
σκεδάζει	=	σκεδάζω
σκεδάζεις	=	σκεδάζω
σκεδάζετε	=	σκεδάζω
σκεδάζοντας	=	σκεδάζω
σκεδάζουμε	=	σκεδάζω
σκεδάζουν	=	σκεδάζω
σκεδάζουνε	=	σκεδάζω
σκεδάζω	verb|formal	διασκορπίζω, σκορπίζω
σκεδάσαμε	=	σκεδάζω
σκεδάσαν	=	σκεδάζω
σκεδάσανε	=	σκεδάζω
σκεδάσατε	=	σκεδάζω
σκεδάσει	=	σκεδάζω
σκεδάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέδαση
σκεδάσεων	noun	γενική πληθυντικού του σκέδαση
σκεδάσεως	noun|formal	γενική ενικού του σκέδαση
σκεδάστε	=	σκεδάζω
σκεδασμέ	=	σκεδασμός
σκεδασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεδασμένο
σκεδασμένε	verb	κλητική ενικού του σκεδασμένος
σκεδασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεδασμένη
σκεδασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεδασμένος
σκεδασμένης	verb	γενική ενικού του σκεδασμένη
σκεδασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκεδασμένος
σκεδασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεδασμένος
σκεδασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκεδασμένος
σκεδασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκεδασμένος
σκεδασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκεδασμένος
σκεδασμοί	=	σκεδασμός
σκεδασμού	=	σκεδασμός
σκεδασμούς	=	σκεδασμός
σκεδασμό	=	σκεδασμός
σκεδασμός	noun|formal	διασκόρπιση
σκεδασμών	=	σκεδασμός
σκεδαστήρα	=	σκεδαστήρας
σκεδαστήρας	noun|formal	ο διαχύτης
σκεδαστήρες	=	σκεδαστήρας
σκεδαστήρων	=	σκεδαστήρας
σκελέα	noun	εσώρουχο σε σχήμα παντελονιού, κυρίως στρατιωτικής χρήσης· (μακρύ) σώβρακο
σκελέας	noun	γενική ενικού του σκελέα
σκελέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελέα
σκελίδα	noun	καθένα από τα αυτόνομα κομματάκια σκόρδου
σκελίδας	=	σκελίδα
σκελίδες	=	σκελίδα
σκελίδι	noun	άλλη μορφή του σκελίδα
σκελίδια	=	σκελίδι
σκελίδων	=	σκελίδα
σκελαλγία	noun|dated	πόνος στα σκέλη
σκελαλγίας	=	σκελαλγία
σκελαλγίες	=	σκελαλγία
σκελαλγιών	=	σκελαλγία
σκελεθρωμένα	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένε	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένες	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένη	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένης	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένο	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένοι	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένος	verb	σκελετωμένος, πολύ αδύνατος
σκελεθρωμένου	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένους	=	σκελεθρωμένος
σκελεθρωμένων	=	σκελεθρωμένος
σκελετά	=	σκελετός
σκελετέ	noun	κλητική ενικού του σκελετός
σκελετίνες	=	σκελετίνη
σκελετίνη	noun	ουσία που βρίσκεται στον σκελετό των ασπόνδυλων ζώων
σκελετίνης	=	σκελετίνη
σκελετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελετικό
σκελετικέ	adj	κλητική ενικού του σκελετικός
σκελετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελετική
σκελετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκελετικός
σκελετικής	adj	γενική ενικού του σκελετική
σκελετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκελετικός
σκελετικού	adj	γενική ενικού του σκελετικός
σκελετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκελετικός
σκελετικό	adj	αιτιατική ενικού του σκελετικός
σκελετικός	adj	που έχει σχέση με σκελετό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σκελετικών	adj	γενική πληθυντικού του σκελετικός
σκελετινών	=	σκελετίνη
σκελετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκελετός
σκελετολογία	noun	η οστεολογία
σκελετολογίας	=	σκελετολογία
σκελετολογίες	=	σκελετολογία
σκελετολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελετολογικό
σκελετολογικέ	adj	κλητική ενικού του σκελετολογικός
σκελετολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελετολογική
σκελετολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκελετολογικός
σκελετολογικής	adj	γενική ενικού του σκελετολογική
σκελετολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκελετολογικός
σκελετολογικού	adj	γενική ενικού του σκελετολογικός
σκελετολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκελετολογικός
σκελετολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σκελετολογικός
σκελετολογικός	adj	σχετικός με την σκελετολογία
σκελετολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σκελετολογικός
σκελετολογιών	=	σκελετολογία
σκελετού	noun	γενική ενικού του σκελετός
σκελετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκελετός
σκελετωδών	=	σκελετώδης
σκελετωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελετωμένο
σκελετωμένε	verb	κλητική ενικού του σκελετωμένος
σκελετωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκελετωμένη
σκελετωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκελετωμένος
σκελετωμένης	verb	γενική ενικού του σκελετωμένη
σκελετωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκελετωμένος
σκελετωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκελετωμένος
σκελετωμένος	verb	που είναι πάρα πολύ αδύνατος, σαν σκελετός
σκελετωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκελετωμένος
σκελετωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκελετωμένος
σκελετωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκελετωμένος
σκελετό	noun	αιτιατική ενικού του σκελετός
σκελετός	noun	το σύνολο των οστών ενός οργανισμού, ιδιαίτερα όταν μετά το θάνατο έχουν αποσυντεθεί όλα τα μαλακά μόρια και έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα οστά
σκελετώδεις	=	σκελετώδης
σκελετώδες	=	σκελετώδης
σκελετώδη	=	σκελετώδης
σκελετώδης	adj|formal	που είναι πολύ αδύνατος, σαν σκελετός
σκελετώδους	=	σκελετώδης
σκελετών	noun	γενική πληθυντικού του σκελετός
σκελεών	noun	γενική πληθυντικού του σκελέα
σκελιδιού	=	σκελίδι
σκελιδιών	=	σκελίδι
σκελιών	=	σκέλια
σκελών	=	σκέλος
σκεμπέ	=	σκεμπές
σκεμπέδες	=	σκεμπές
σκεμπέδων	=	σκεμπές
σκεμπές	noun	Στομάχι ζώου
σκεπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκεπός
σκεπάζαμε	=	σκεπάζω
σκεπάζαν	=	σκεπάζω
σκεπάζανε	=	σκεπάζω
σκεπάζατε	=	σκεπάζω
σκεπάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του σκεπάζω
σκεπάζεις	=	σκεπάζω
σκεπάζεσαι	=	σκεπάζω
σκεπάζεστε	=	σκεπάζω
σκεπάζεται	=	σκεπάζω
σκεπάζετε	=	σκεπάζω
σκεπάζομαι	verb	καλύπτομαι από κάτι
σκεπάζομε	=	σκεπάζω
σκεπάζονται	=	σκεπάζω
σκεπάζονταν	=	σκεπάζω
σκεπάζοντας	=	σκεπάζω
σκεπάζουμε	=	σκεπάζω
σκεπάζουν	=	σκεπάζω
σκεπάζουνε	=	σκεπάζω
σκεπάζω	verb	καλύπτω εντελώς
σκεπάρνι	noun	είδος ξυλουργικού εργαλείου, για κόψιμο, πελέκημα κ.λπ.
σκεπάρνια	=	σκεπάρνι
σκεπάρνιζα	=	σκεπαρνίζω
σκεπάρνιζαν	=	σκεπαρνίζω
σκεπάρνιζε	=	σκεπαρνίζω
σκεπάρνιζες	=	σκεπαρνίζω
σκεπάρνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπάρνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπάρνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπάρνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπάρνισμα	noun	το αποτέλεσμα του σκεπαρνίζω
σκεπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσαν	=	σκεπάζω
σκεπάσανε	=	σκεπάζω
σκεπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκέπασμα
σκεπάσματος	noun	γενική ενικού του σκέπασμα
σκεπάσομε	=	σκεπάζω
σκεπάσου	=	σκεπάζω
σκεπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάσουνε	=	σκεπάζω
σκεπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπάστρου	noun	γενική ενικού του σκέπαστρο
σκεπάστρων	noun	γενική πληθυντικού του σκέπαστρο
σκεπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζω
σκεπέ	adj	κλητική ενικού του σκεπός
σκεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπή
σκεπή	noun	σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπός
σκεπής	adj	γενική ενικού του σκεπή
σκεπαζόμασταν	=	σκεπάζω
σκεπαζόμαστε	=	σκεπάζω
σκεπαζόμουν	=	σκεπάζομαι
σκεπαζόμουνα	=	σκεπάζω
σκεπαζόντουσαν	=	σκεπάζω
σκεπαζόσασταν	=	σκεπάζω
σκεπαζόσαστε	=	σκεπάζω
σκεπαζόσουν	=	σκεπάζω
σκεπαζόσουνα	=	σκεπάζω
σκεπαζόταν	=	σκεπάζω
σκεπαζότανε	=	σκεπάζω
σκεπαρνίζαμε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζαν	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζανε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζατε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζει	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζεις	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζετε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζοντας	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζουμε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζουν	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζουνε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίζω	verb	χτυπώ, πελεκώ ή κόβω με σκεπάρνι
σκεπαρνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσαν	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσανε	=	σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπάρνισμα
σκεπαρνίσματος	noun	γενική ενικού του σκεπάρνισμα
σκεπαρνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπαρνίζω
σκεπαρνιά	noun	χτύπημα που καταφέρεται με σκεπάρνι ή το σημάδι που αφήνει ένα τέτοιο χτύπημα
σκεπαρνιάς	noun	γενική ενικού του σκεπαρνιά
σκεπαρνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπαρνιά
σκεπαρνιού	=	σκεπάρνι
σκεπαρνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκεπάρνισμα
σκεπαρνιών	=	σκεπάρνι
σκεπασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκέπασμα
σκεπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπασμένο
σκεπασμένε	verb	κλητική ενικού του σκεπασμένος
σκεπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπασμένη
σκεπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπασμένος
σκεπασμένης	verb	γενική ενικού του σκεπασμένη
σκεπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκεπασμένος
σκεπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπασμένος
σκεπασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκεπάζω
σκεπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκεπασμένος
σκεπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκεπασμένος
σκεπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκεπασμένος
σκεπαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκεπαστός	adv	με σκεπαστό τρόπο
σκεπαστέ	adj	κλητική ενικού του σκεπαστός
σκεπαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπαστή
σκεπαστή	noun	στεγασμένη κατασκευή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπαστός
σκεπαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστήκαν	=	σκεπάζω
σκεπαστήκανε	=	σκεπάζω
σκεπαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστήρι	noun|rare	οτιδήποτε σκεπάζει έναν χώρο
σκεπαστής	adj	γενική ενικού του σκεπαστή
σκεπαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπαστικό
σκεπαστικέ	adj	κλητική ενικού του σκεπαστικός
σκεπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπαστική
σκεπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπαστικός
σκεπαστικής	adj	γενική ενικού του σκεπαστική
σκεπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπαστικός
σκεπαστικού	adj	γενική ενικού του σκεπαστικός
σκεπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεπαστικός
σκεπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σκεπαστικός
σκεπαστικός	adj|formal	που σκεπάζει
σκεπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σκεπαστικός
σκεπαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπαστός
σκεπαστού	adj	γενική ενικού του σκεπαστός
σκεπαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστούνε	=	σκεπάζω
σκεπαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεπαστός
σκεπαστό	adj	αιτιατική ενικού του σκεπαστός
σκεπαστός	adj	σκεπασμένος, προστατευμένος από σκεπή
σκεπαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκεπάζομαι
σκεπαστών	adj	γενική πληθυντικού του σκεπαστός
σκεποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπός
σκεπού	adj	γενική ενικού του σκεπός
σκεπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεπός
σκεπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικό	adv	άλλη μορφή του σκεφτικά
σκεπτικέ	adj	κλητική ενικού του σκεπτικός
σκεπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτική
σκεπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπτικός
σκεπτικής	adj	γενική ενικού του σκεπτική
σκεπτικίστρια	noun	σκεπτικιστής
σκεπτικίστριας	=	σκεπτικίστρια
σκεπτικίστριες	=	σκεπτικίστρια
σκεπτικισμέ	noun	κλητική ενικού του σκεπτικισμός
σκεπτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικισμός
σκεπτικισμού	noun	γενική ενικού του σκεπτικισμός
σκεπτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκεπτικισμός
σκεπτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του σκεπτικισμός
σκεπτικισμός	noun	φιλοσοφικό σύστημα που αρνείται τη δυνατότητα της γνώσης γενικά ισχυουσών αληθειών
σκεπτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του σκεπτικισμός
σκεπτικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικιστής
σκεπτικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκεπτικιστής
σκεπτικιστής	noun	αυτός που έχει αμφιβολίες και ενδοιασμούς για κάτι
σκεπτικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικιστικό
σκεπτικιστικέ	adj	κλητική ενικού του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικιστική
σκεπτικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστικής	adj	γενική ενικού του σκεπτικιστική
σκεπτικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστικού	adj	γενική ενικού του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σκεπτικιστή ή τον σκεπτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
σκεπτικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σκεπτικιστικός
σκεπτικιστριών	=	σκεπτικίστρια
σκεπτικιστών	noun	γενική πληθυντικού του σκεπτικιστής
σκεπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπτικός
σκεπτικοτήτων	=	σκεπτικότητα
σκεπτικού	adj	γενική ενικού του σκεπτικός
σκεπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεπτικός
σκεπτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκεπτικός	noun	η διαδικασία σκέψης που οδηγεί στη λήψη μιας απόφασης, ό,τι την αιτιολογεί
σκεπτικός	adj|formal	που σκέφτεται, που προβληματίζεται
σκεπτικότης	noun	η σκεπτικότητα
σκεπτικότητα	noun	το να είναι κάποιος σκεπτικός, η ιδιότητα του σκεπτικού
σκεπτικότητας	=	σκεπτικότητα
σκεπτικότητες	=	σκεπτικότητα
σκεπτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκεπτικός
σκεπτικώς	adv|dated	σκεπτικά
σκεπτόμασταν	=	σκέφτομαι
σκεπτόμαστε	=	σκέφτομαι
σκεπτόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτόμενο
σκεπτόμενε	verb	κλητική ενικού του σκεπτόμενος
σκεπτόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεπτόμενη
σκεπτόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεπτόμενος
σκεπτόμενης	verb	γενική ενικού του σκεπτόμενη
σκεπτόμενο	verb	αιτιατική ενικού του σκεπτόμενος
σκεπτόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεπτόμενος
σκεπτόμενος	verb	που σκέπτεται αυτή τη στιγμή ή σε κάποια στιγμή του παρελθόντος, που αναλογίζεται
σκεπτόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκεπτόμενος
σκεπτόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκεπτόμενος
σκεπτόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκεπτόμενος
σκεπτόμουν	=	σκέφτομαι
σκεπτόμουνα	=	σκέφτομαι
σκεπτόντουσαν	=	σκέφτομαι
σκεπτόσασταν	=	σκέφτομαι
σκεπτόσαστε	=	σκέφτομαι
σκεπτόσουν	=	σκέφτομαι
σκεπτόσουνα	=	σκέφτομαι
σκεπτόταν	=	σκέφτομαι
σκεπτότανε	=	σκέφτομαι
σκεπό	adj	αιτιατική ενικού του σκεπός
σκεπός	adj|dated	που σκέπει, φυλάττει και προστατεύει
σκεπών	adj	γενική πληθυντικού του σκεπός
σκερβελέ	=	σκερβελές
σκερβελέδες	=	σκερβελές
σκερβελέδων	=	σκερβελές
σκερβελές	noun|vulgar	άνθρωπος αναξιόλογος, οκνηρός και ανεπρόκοπος
σκερπάνι	=	σκεπάρνι
σκερτσάκι	noun	υποκοριστικό του σκέρτσο
σκερτσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκερτσάκι
σκερτσάντο	adv	με ζωηρό, εύθυμο και ανάλαφρο τρόπο
σκερτσάρω	verb	άλλη μορφή του σκιτσάρω
σκερτσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκερτσαρισμένο
σκερτσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σκερτσαρισμένος
σκερτσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκερτσαρισμένη
σκερτσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκερτσαρισμένος
σκερτσαρισμένης	verb	γενική ενικού του σκερτσαρισμένη
σκερτσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκερτσαρισμένος
σκερτσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκερτσαρισμένος
σκερτσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκερτσαρισμένος
σκερτσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκερτσαρισμένος
σκερτσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκερτσαρισμένος
σκερτσόζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκερτσόζος: γυναίκα εύθυμη, συμπαθητική, που κάνει πλάκα, έχει χιούμορ
σκερτσόζας	=	σκερτσόζος
σκερτσόζε	adj	κλητική ενικού του σκερτσόζος
σκερτσόζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκερτσόζη
σκερτσόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκερτσόζικος	adv	με σκερτσόζικο τρόπο, με χάρη
σκερτσόζικε	adj	κλητική ενικού του σκερτσόζικος
σκερτσόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκερτσόζικη
σκερτσόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκερτσόζικος
σκερτσόζικης	adj	γενική ενικού του σκερτσόζικη
σκερτσόζικο	adj	αιτιατική ενικού του σκερτσόζικος
σκερτσόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκερτσόζικος
σκερτσόζικος	adj	που έχει σχέση με τον σκερτσόζο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ταιριάζει σ’ αυτόν
σκερτσόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκερτσόζικος
σκερτσόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκερτσόζικος
σκερτσόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκερτσόζικος
σκερτσόζο	adj	αιτιατική ενικού του σκερτσόζος
σκερτσόζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκερτσόζος
σκερτσόζος	adj	που κάνει σκέρτσα ή νάζια
σκερτσόζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκερτσόζος
σκερτσόζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκερτσόζος
σκερτσόζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκερτσόζος
σκετικά	=	σχετικός
σκετικέ	=	σχετικός
σκετικές	=	σχετικός
σκετική	=	σχετικός
σκετικής	=	σχετικός
σκετικοί	=	σχετικός
σκετικού	=	σχετικός
σκετικούς	=	σχετικός
σκετικό	=	σχετικός
σκετικός	=	σχετικός
σκετικών	=	σχετικός
σκετς	noun	ολιγόλεπτη θεατρική παράσταση
σκετσάκι	noun	υποκοριστικό του σκετς
σκετσάκια	=	σκετσάκι
σκευάζαμε	=	σκευάζω
σκευάζαν	=	σκευάζω
σκευάζανε	=	σκευάζω
σκευάζατε	=	σκευάζω
σκευάζει	=	σκευάζω
σκευάζεις	=	σκευάζω
σκευάζετε	=	σκευάζω
σκευάζοντας	=	σκευάζω
σκευάζουμε	=	σκευάζω
σκευάζουν	=	σκευάζω
σκευάζουνε	=	σκευάζω
σκευάζω	verb|dated	άλλη μορφή του συσκευάζω
σκευάμαξα	noun|dated	σκευοφόρος
σκευάμαξας	=	σκευάμαξα
σκευάμαξες	=	σκευάμαξα
σκευάσαμε	=	σκευάζω
σκευάσαν	=	σκευάζω
σκευάσανε	=	σκευάζω
σκευάσατε	=	σκευάζω
σκευάσει	=	σκευάζω
σκευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεύασμα
σκευάσματος	noun	γενική ενικού του σκεύασμα
σκευάστε	=	σκευάζω
σκευές	=	σκευή
σκευή	noun	το σύνολο από υλικά αντικείμενα ή πνευματικά εφόδια που είναι απαραίτητα σε έναν άνθρωπο, προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα έργο, ο υλικός ή πνευματικός εξοπλισμός κάποιου
σκευής	=	σκευή
σκευαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκευαγωγός
σκευαγωγέ	adj	κλητική ενικού του σκευαγωγός
σκευαγωγία	noun|dated	η μεταφορά στρατιωτικών εφοδίων και εξοπλισμού
σκευαγωγίας	=	σκευαγωγία
σκευαγωγίες	=	σκευαγωγία
σκευαγωγιών	=	σκευαγωγία
σκευαγωγο	=	σκευαγωγός
σκευαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκευαγωγός
σκευαγωγος	=	σκευαγωγός
σκευαγωγού	adj	γενική ενικού του σκευαγωγός
σκευαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκευαγωγός
σκευαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του σκευαγωγός
σκευαγωγός	adj|archaic	που χρησιμποιείται για μεταφορά αποσκευών
σκευαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του σκευαγωγός
σκευαμαξών	=	σκευάμαξα
σκευασία	noun|dated	άλλη μορφή του συσκευασία
σκευασίας	=	σκευασία
σκευασίες	=	σκευασία
σκευασιών	=	σκευασία
σκευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκεύασμα
σκευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκευασμένο
σκευασμένε	verb	κλητική ενικού του σκευασμένος
σκευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκευασμένη
σκευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκευασμένος
σκευασμένης	verb	γενική ενικού του σκευασμένη
σκευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκευασμένος
σκευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκευασμένος
σκευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκευασμένος
σκευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκευασμένος
σκευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκευασμένος
σκευοθήκες	=	σκευοθήκη
σκευοθήκη	noun	έπιπλο, ντουλάπι για αποθήκευση σκευών της κουζίνας
σκευοθήκης	=	σκευοθήκη
σκευοθηκών	=	σκευοθήκη
σκευομορφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκευομορφικό
σκευομορφικέ	adj	κλητική ενικού του σκευομορφικός
σκευομορφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκευομορφική
σκευομορφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκευομορφικός
σκευομορφικής	adj	γενική ενικού του σκευομορφική
σκευομορφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκευομορφικός
σκευομορφικού	adj	γενική ενικού του σκευομορφικός
σκευομορφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκευομορφικός
σκευομορφικό	adj	αιτιατική ενικού του σκευομορφικός
σκευομορφικός	adj	που έχει σχέση με τον σκευομορφισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
σκευομορφικών	adj	γενική πληθυντικού του σκευομορφικός
σκευομορφισμέ	noun	κλητική ενικού του σκευομορφισμός
σκευομορφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκευομορφισμός
σκευομορφισμού	noun	γενική ενικού του σκευομορφισμός
σκευομορφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκευομορφισμός
σκευομορφισμό	noun	αιτιατική ενικού του σκευομορφισμός
σκευομορφισμός	noun	η τάση σχεδιασμού ενός αντικειμένου με τρόπο που να θυμίζει αντικείμενο άλλου υλικού ή άλλου σχεδίου
σκευομορφισμών	noun	γενική πληθυντικού του σκευομορφισμός
σκευοφυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκευοφυλάκιο
σκευοφυλάκιο	noun	ειδικό μέρος (συνήθως ένα ντουλάπι) σε ναό, όπου φυλάσσονται ιερά σκεύη, άμφια κ.λπ.
σκευοφυλάκιου	=	σκευοφυλάκιο
σκευοφυλάκων	=	σκευοφύλακας
σκευοφυλακίου	noun	γενική ενικού του σκευοφυλάκιο
σκευοφυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του σκευοφυλάκιο
σκευοφόρε	=	σκευοφόρος
σκευοφόρο	=	σκευοφόρος
σκευοφόροι	=	σκευοφόρος
σκευοφόρος	noun	σιδηροδρομικό βαγόνι κατάλληλο για τη μεταφορά αποσκευών
σκευοφόρου	=	σκευοφόρος
σκευοφόρους	=	σκευοφόρος
σκευοφόρων	=	σκευοφόρος
σκευοφύλακα	=	σκευοφύλακας
σκευοφύλακας	noun	μοναχός, κληρικός ή λαϊκός υπεύθυνος για την φύλαξη εκκλησιαστικών σκευών, ιδίως αυτών που έχουν μουσειακή ή άλλη αξία
σκευοφύλακες	=	σκευοφύλακας
σκευρώνω	=	σκεβρώνω
σκευωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευωρία	noun	συνωμοσία που στρέφεται εις βάρος προσώπου ή συνόλου ή θεσμού με χαλκευμένες κατηγορίες
σκευωρίας	noun	γενική ενικού του σκευωρία
σκευωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκευωρία
σκευωριών	noun	γενική πληθυντικού του σκευωρία
σκευωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκευωρός
σκευωρός	noun	που κάνει / συμμετέχει σε σκευωρία
σκευωρώ	verb	σχεδιάζω να κάνω κακό ή να προκαλέσω ζημιές σε άλλον χωρίς να γίνομαι αντιληπτός ή φανερός, στήνω σκευωρίες
σκευών	noun	γενική πληθυντικού του σκεύος
σκευώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκευώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκευωρώ
σκεφθήκαμε	=	σκέφτομαι
σκεφθήκαν	=	σκέφτομαι
σκεφθήκανε	=	σκέφτομαι
σκεφθήκατε	=	σκέφτομαι
σκεφθεί	=	σκέφτομαι
σκεφθείς	=	σκέφτομαι
σκεφθείτε	=	σκέφτομαι
σκεφθούμε	=	σκέφτομαι
σκεφθούν	=	σκέφτομαι
σκεφθούνε	=	σκέφτομαι
σκεφθώ	=	σκέφτομαι
σκεφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεφτήκαν	=	σκέφτομαι
σκεφτήκανε	=	σκέφτομαι
σκεφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεφτεί	verb	απαρέμφατο παθητικού αορίστου του σκέφτομαι
σκεφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεφτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκεφτικός	adv	με το να σκέπτεται
σκεφτικέ	adj	κλητική ενικού του σκεφτικός
σκεφτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεφτική
σκεφτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκεφτικός
σκεφτικής	adj	γενική ενικού του σκεφτική
σκεφτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκεφτικός
σκεφτικού	adj	γενική ενικού του σκεφτικός
σκεφτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκεφτικός
σκεφτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκεφτικός
σκεφτικός	adj	που σκέφτεται, που προβληματίζεται
σκεφτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκεφτικός
σκεφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεφτούνε	=	σκέφτομαι
σκεφτόμασταν	=	σκέφτομαι
σκεφτόμαστε	=	σκέφτομαι
σκεφτόμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του σκέφτομαι
σκεφτόμουνα	=	σκέφτομαι
σκεφτόντουσαν	=	σκέφτομαι
σκεφτόσασταν	=	σκέφτομαι
σκεφτόσαστε	=	σκέφτομαι
σκεφτόσουν	=	σκέφτομαι
σκεφτόσουνα	=	σκέφτομαι
σκεφτόταν	=	σκέφτομαι
σκεφτότανε	=	σκέφτομαι
σκεφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκέφτομαι
σκεύαζα	=	σκευάζω
σκεύαζαν	=	σκευάζω
σκεύαζε	=	σκευάζω
σκεύαζες	=	σκευάζω
σκεύασα	=	σκευάζω
σκεύασαν	=	σκευάζω
σκεύασε	=	σκευάζω
σκεύασες	=	σκευάζω
σκεύασμα	noun	άλλη μορφή του παρασκεύασμα
σκεύη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκεύος
σκεύος	noun	καθένα από τα διάφορα αντικείμενα για οικιακή ή άλλη χρήση (π.χ. μαγείρεμα)
σκεύους	=	σκεύος
σκηνές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνή
σκηνή	noun	κατασκευή από ύφασμα με εύκαμπτο ή άκαμπτο σκελετό που συναρμολογείται στην ύπαιθρο για να χρησιμεύσει ως πρόχειρο κατάλυμα
σκηνής	=	σκηνή
σκηνίτες	=	σκηνίτης
σκηνίτη	=	σκηνίτης
σκηνίτης	noun	αυτός που μένει ή ζει σε σκηνή
σκηνίτισσα	noun	θηλυκό του σκηνίτης
σκηνίτισσας	noun	γενική ενικού του σκηνίτισσα
σκηνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνίτισσα
σκηνικά	noun	ο σκηνικός διάκοσμος ως σύνολο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνικό
σκηνικέ	adj	κλητική ενικού του σκηνικός
σκηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνική
σκηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκηνικός
σκηνικής	adj	γενική ενικού του σκηνική
σκηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκηνικός
σκηνικού	adj	γενική ενικού του σκηνικός
σκηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκηνικός
σκηνικό	adj	αιτιατική ενικού του σκηνικός	noun	ο διάκοσμος μιας θεατρικής ή άλλης σκηνής
σκηνικός	adj	που έχει σχέση με τη σκηνή (θεάτρου κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκηνικών	adj	γενική πληθυντικού του σκηνικός
σκηνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του σκηνίτισσα
σκηνιτών	=	σκηνίτης
σκηνογράφε	noun	κλητική ενικού του σκηνογράφος
σκηνογράφει	=	σκηνογραφώ
σκηνογράφησα	=	σκηνογραφώ
σκηνογράφησαν	=	σκηνογραφώ
σκηνογράφησε	=	σκηνογραφώ
σκηνογράφησες	=	σκηνογραφώ
σκηνογράφο	noun	αιτιατική ενικού του σκηνογράφος
σκηνογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκηνογράφος
σκηνογράφος	noun	που επιμελείται τη σκηνογραφία, δηλαδή τη διακόσμηση μιας σκηνής
σκηνογράφου	noun	γενική ενικού του σκηνογράφος
σκηνογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκηνογράφος
σκηνογράφων	noun	γενική πληθυντικού του σκηνογράφος
σκηνογραφήσαμε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφήσαν	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφήσανε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφήσατε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφήσει	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφήστε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφία	noun	η τέχνη της δημιουργίας του σκηνικού, εντός του οποίου παίζεται ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο
σκηνογραφίας	noun	γενική ενικού του σκηνογραφία
σκηνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνογραφία
σκηνογραφεί	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφείς	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφείτε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκηνογραφικός	adv	από σκηνογραφικής απόψεως, όσον αφορά στον τομέα της σκηνογραφίας
σκηνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σκηνογραφικός
σκηνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνογραφική
σκηνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκηνογραφικός
σκηνογραφικής	adj	γενική ενικού του σκηνογραφική
σκηνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκηνογραφικός
σκηνογραφικού	adj	γενική ενικού του σκηνογραφικός
σκηνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκηνογραφικός
σκηνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σκηνογραφικός
σκηνογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη σκηνογραφία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκηνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σκηνογραφικός
σκηνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σκηνογραφία
σκηνογραφούμε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούν	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούνε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσα	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσαμε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσαν	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσανε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσατε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσε	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφούσες	=	σκηνογραφώ
σκηνογραφώ	verb	κάνω σκηνογραφίες
σκηνογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκηνογραφώ
σκηνοθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθέτης
σκηνοθέτη	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτης	noun	ο καλλιτέχνης που ασχολείται με την σκηνοθεσία θεατρικής παράστασης, κινηματογραφικής ταινίας, τηλεοπτικού προγράμματος, θεάματος ή τελετής
σκηνοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθέτι	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτιδα	noun	θηλυκό του σκηνοθέτης
σκηνοθέτιδας	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτιδες	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτιδος	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτιδων	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτις	=	σκηνοθέτης
σκηνοθέτρια	noun	γυναίκα που σκηνοθετεί
σκηνοθέτριας	noun	γενική ενικού του σκηνοθέτρια
σκηνοθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθέτρια
σκηνοθεσία	noun	η σκηνική διδασκαλία ενός θεατρικού έργου και η καλλιτεχνική ευθύνη του ανεβάσματος μιας παράστασης
σκηνοθεσίας	noun	γενική ενικού του σκηνοθεσία
σκηνοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθεσία
σκηνοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του σκηνοθεσία
σκηνοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκηνοθετώ
σκηνοθετίδων	=	σκηνοθέτης
σκηνοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθετημένο
σκηνοθετημένε	verb	κλητική ενικού του σκηνοθετημένος
σκηνοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθετημένη
σκηνοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκηνοθετημένος
σκηνοθετημένης	verb	γενική ενικού του σκηνοθετημένη
σκηνοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του σκηνοθετημένος
σκηνοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθετημένος
σκηνοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκηνοθετημένος
σκηνοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκηνοθετημένος
σκηνοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκηνοθετημένος
σκηνοθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθετικό
σκηνοθετικέ	adj	κλητική ενικού του σκηνοθετικός
σκηνοθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθετική
σκηνοθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκηνοθετικός
σκηνοθετικής	adj	γενική ενικού του σκηνοθετική
σκηνοθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκηνοθετικός
σκηνοθετικού	adj	γενική ενικού του σκηνοθετικός
σκηνοθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκηνοθετικός
σκηνοθετικό	adj	αιτιατική ενικού του σκηνοθετικός
σκηνοθετικός	adj	που έχει σχέση με τη σκηνοθεσία ή τον σκηνοθέτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
σκηνοθετικών	adj	γενική πληθυντικού του σκηνοθετικός
σκηνοθετικώς	adv|dated	σκηνοθετικά
σκηνοθετριών	noun	γενική πληθυντικού του σκηνοθέτρια
σκηνοθετώ	verb	σχεδιάζω, διευθύνω και υλοποιώ την παράσταση ενός θεατρικού έργου ή το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας, διδάσκω στους ηθοποιούς το ρόλο τους και γενικά έχω την ευθύνη για το επιδιωκόμενο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα
σκηνοθετών	=	σκηνοθέτης
σκηνοπηγία	noun|archaic	το στήσιμο / η εγκατάσταση σκηνών
σκηνοπηγίας	=	σκηνοπηγία
σκηνοπηγίες	=	σκηνοπηγία
σκηνοπηγιών	=	σκηνοπηγία
σκηνοποιέ	=	σκηνοποιός
σκηνοποιία	noun	η τέχνη του σκηνοποιού
σκηνοποιίας	noun	γενική ενικού του σκηνοποιία
σκηνοποιίες	=	σκηνοποιία
σκηνοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του σκηνοποιία
σκηνοποιοί	=	σκηνοποιός
σκηνοποιού	=	σκηνοποιός
σκηνοποιούς	=	σκηνοποιός
σκηνοποιό	=	σκηνοποιός
σκηνοποιός	noun	που φτιάχνει / κατασκευάζει σκηνές
σκηνοποιών	=	σκηνοποιός
σκηνορράφε	=	σκηνορράφος
σκηνορράφο	=	σκηνορράφος
σκηνορράφοι	=	σκηνορράφος
σκηνορράφος	noun|dated	σκηνοποιός
σκηνορράφου	=	σκηνορράφος
σκηνορράφους	=	σκηνορράφος
σκηνορράφων	=	σκηνορράφος
σκηνορραφία	noun|formal	η σκηνοποιία
σκηνορραφίας	=	σκηνορραφία
σκηνορραφίες	=	σκηνορραφία
σκηνορραφιών	=	σκηνορραφία
σκηνοφυλάκων	=	σκηνοφύλακας
σκηνοφύλακα	=	σκηνοφύλακας
σκηνοφύλακας	noun	φύλακας στις σκηνές
σκηνοφύλακες	=	σκηνοφύλακας
σκηνοφύλακος	=	σκηνοφύλακας
σκηνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκήνωμα
σκηνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκήνωμα
σκηνώματος	noun	γενική ενικού του σκήνωμα
σκηνών	noun	γενική πληθυντικού του σκηνή
σκηπτουχία	noun	το να έχει/κατέχει κάποιος/α σκήπτρο ως σύμβολο αρχής, αρχηγίας, ηγεσίας
σκηπτουχίας	=	σκηπτουχία
σκηπτουχίες	=	σκηπτουχία
σκηπτουχιών	=	σκηπτουχία
σκηπτούχα	=	σκηπτούχος
σκηπτούχε	=	σκηπτούχος
σκηπτούχο	=	σκηπτούχος
σκηπτούχοι	=	σκηπτούχος
σκηπτούχον	=	σκηπτούχος
σκηπτούχος	adj	που κρατά σκήπτρο
σκηπτούχου	=	σκηπτούχος
σκηπτούχους	=	σκηπτούχος
σκηπτούχων	=	σκηπτούχος
σκητικά	=	σκητικός
σκητικέ	=	σκητικός
σκητικές	=	σκητικός
σκητική	=	σκητικός
σκητικής	=	σκητικός
σκητικοί	=	σκητικός
σκητικού	=	σκητικός
σκητικούς	=	σκητικός
σκητικό	=	σκητικός
σκητικός	adj	που έχει σχέση με σκήτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκητικών	=	σκητικός
σκητιωτών	=	σκητιώτης
σκητιώτες	=	σκητιώτης
σκητιώτη	=	σκητιώτης
σκητιώτης	noun	μοναχός που μονάζει σε σκήτη
σκητών	=	σκήτη
σκι	noun	η χιονοδρομία
σκιά	noun	η σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου, όταν μια φωτεινή πηγή το φωτίζει από την άλλη πλευρά
σκιάγραμμα	noun	άλλη μορφή του σκιαγραφία / σκιαγράφημα
σκιάδα	noun	ομπρέλα ή οτιδήποτε άλλο προσφέρει σκιά
σκιάδας	=	σκιάδα
σκιάδες	=	σκιάδα
σκιάδι	noun	πλατύγυρο καπέλο (των αγροτών) που προσφέρει σκιά
σκιάδια	=	σκιάδι
σκιάδων	=	σκιάδα
σκιάζαμε	=	σκιάζω
σκιάζαν	=	σκιάζω
σκιάζανε	=	σκιάζω
σκιάζατε	=	σκιάζω
σκιάζε	=	σκιάζω
σκιάζει	=	σκιάζω
σκιάζεις	=	σκιάζω
σκιάζεσαι	=	σκιάζω
σκιάζεστε	=	σκιάζω
σκιάζεται	=	σκιάζω
σκιάζετε	=	σκιάζω
σκιάζομαι	verb	σκεπάζομαι από μια σκιά
σκιάζονται	=	σκιάζω
σκιάζονταν	=	σκιάζω
σκιάζοντας	=	σκιάζω
σκιάζου	=	σκιάζομαι
σκιάζουμε	=	σκιάζω
σκιάζουν	=	σκιάζω
σκιάζουνε	=	σκιάζω
σκιάζω	verb	κάνω σκιά πάνω σε κάτι, π.χ. χρησιμοποιώντας ένα αντικείμενο σαν την ομπρέλα.
σκιάθια	=	σκιάθιος
σκιάθιας	=	σκιάθιος
σκιάθιε	=	σκιάθιος
σκιάθιες	=	σκιάθιος
σκιάθιο	=	σκιάθιος
σκιάθιοι	=	σκιάθιος
σκιάθιος	adj	άλλη μορφή του σκιαθίτικος
σκιάθιου	=	σκιάθιος
σκιάθιους	=	σκιάθιος
σκιάθιων	=	σκιάθιος
σκιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξαν	=	σκιάζω
σκιάξανε	=	σκιάζω
σκιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξιμο	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκιάζω
σκιάξου	=	σκιάζω
σκιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζω
σκιάς	=	σκιά
σκιάσαμε	=	σκιάζω
σκιάσαν	=	σκιάζω
σκιάσανε	=	σκιάζω
σκιάσατε	=	σκιάζω
σκιάσει	=	σκιάζω
σκιάσεις	=	σκίαση
σκιάσεων	=	σκίαση
σκιάσμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του σκιάξιμο
σκιάσματα	=	σκίασμα
σκιάσματος	=	σκίασμα
σκιάσου	=	σκιάζω
σκιάστε	=	σκιάζω
σκιάστηκα	=	σκιάζω
σκιάστηκαν	=	σκιάζω
σκιάστηκε	=	σκιάζω
σκιάστηκες	=	σκιάζω
σκιάστρου	=	σκίαστρο
σκιάστρων	=	σκίαστρο
σκιάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιάχτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιάχτρο
σκιάχτρο	noun	ομοίωμα ανθρώπου με τρομακτικά χαρακτηριστικά για να απωθεί τα πτηνά από τις καλλιέργειες
σκιάχτρου	noun	γενική ενικού του σκιάχτρο
σκιάχτρων	noun	γενική πληθυντικού του σκιάχτρο
σκιέρ	noun	που κάνει σκι στο χιόνι
σκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιά
σκιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγμένο
σκιαγμένε	verb	κλητική ενικού του σκιαγμένος
σκιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγμένη
σκιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιαγμένος
σκιαγμένης	verb	γενική ενικού του σκιαγμένη
σκιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκιαγμένος
σκιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιαγμένος
σκιαγμένος	verb	που τον έχουν σκιάξει.
σκιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκιαγμένος
σκιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκιαγμένος
σκιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκιαγμένος
σκιαγράμματα	=	σκιάγραμμα
σκιαγράμματος	=	σκιάγραμμα
σκιαγράφει	=	σκιαγραφώ
σκιαγράφημα	noun	σκιαγραφία, σκιαγράφηση
σκιαγράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκιαγραφώ
σκιαγράφησης	=	σκιαγράφηση
σκιαγραμμάτων	=	σκιάγραμμα
σκιαγραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγράφημα
σκιαγραφήματος	noun	γενική ενικού του σκιαγράφημα
σκιαγραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήσαν	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφήσανε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγράφηση
σκιαγραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήσεων	=	σκιαγράφηση
σκιαγραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαγραφώ
σκιαγραφία	noun	τεχνική στη ζωγραφική ή τη σχεδίαση που χρησιμοποιεί τη φωτοσκίαση, για να αποδώσει των όγκο των αντικειμένων, των σωμάτων και του περιβάλλοντος χώρου
σκιαγραφίας	noun	γενική ενικού του σκιαγραφία
σκιαγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγραφία
σκιαγραφεί	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφείς	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφείτε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκιαγράφημα
σκιαγραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγραφημένο
σκιαγραφημένε	verb	κλητική ενικού του σκιαγραφημένος
σκιαγραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγραφημένη
σκιαγραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιαγραφημένος
σκιαγραφημένης	verb	γενική ενικού του σκιαγραφημένη
σκιαγραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του σκιαγραφημένος
σκιαγραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιαγραφημένος
σκιαγραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σκιαγραφώ
σκιαγραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκιαγραφημένος
σκιαγραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκιαγραφημένος
σκιαγραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκιαγραφημένος
σκιαγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκιαγραφικός	adv	με σκιαγραφικό τρόπο
σκιαγραφικέ	adj	κλητική ενικού του σκιαγραφικός
σκιαγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαγραφική
σκιαγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιαγραφικός
σκιαγραφικής	adj	γενική ενικού του σκιαγραφική
σκιαγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιαγραφικός
σκιαγραφικού	adj	γενική ενικού του σκιαγραφικός
σκιαγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκιαγραφικός
σκιαγραφικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκιαγραφικός	noun	ουσία που λαμβάνεται από ασθενή, για να διευκολυνθεί η απεικονιστική εξέταση
σκιαγραφικός	adj	που έχει σχέση με τη σκιαγραφία / σκιαγράφηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκιαγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σκιαγραφικός
σκιαγραφικῶς	adv	σκιαγραφικά
σκιαγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σκιαγραφία
σκιαγραφούμε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούν	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούνε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσα	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσαμε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσαν	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσανε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσατε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσε	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφούσες	=	σκιαγραφώ
σκιαγραφώ	verb	περιγράφω σε γενικές γραμμές
σκιαγραφώντας	=	σκιαγραφώ
σκιαδανθή	noun	τα κορνώδη
σκιαδανθών	=	σκιαδανθή
σκιαδιού	=	σκιάδι
σκιαδιών	=	σκιάδι
σκιαζάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιαζάρης
σκιαζάρας	adj	γενική ενικού του σκιαζάρα
σκιαζάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαζάρα
σκιαζάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκιαζάρης
σκιαζάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαζάρης
σκιαζάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σκιαζάρης
σκιαζάρης	adj	φοβητσιάρης
σκιαζάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαζάρικο
σκιαζάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκιαζάρης
σκιαζάρικου	adj	γενική ενικού του σκιαζάρικο
σκιαζάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σκιαζάρικο
σκιαζόμασταν	=	σκιάζω
σκιαζόμαστε	=	σκιάζω
σκιαζόμουν	=	σκιάζω
σκιαζόμουνα	=	σκιάζω
σκιαζόντουσαν	=	σκιάζω
σκιαζόσασταν	=	σκιάζω
σκιαζόσαστε	=	σκιάζω
σκιαζόσουν	=	σκιάζω
σκιαζόσουνα	=	σκιάζω
σκιαζόταν	=	σκιάζω
σκιαζότανε	=	σκιάζω
σκιαθίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαθίτικο
σκιαθίτικε	adj	κλητική ενικού του σκιαθίτικος
σκιαθίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαθίτικη
σκιαθίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιαθίτικος
σκιαθίτικης	adj	γενική ενικού του σκιαθίτικη
σκιαθίτικο	adj	αιτιατική ενικού του σκιαθίτικος
σκιαθίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιαθίτικος
σκιαθίτικος	adj	που έχει σχέση με τη Σκιάθο ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκιαθίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκιαθίτικος
σκιαθίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκιαθίτικος
σκιαθίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκιαθίτικος
σκιαινών	=	σκίαινα
σκιαμάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιαμαχώ
σκιαμαχία	noun	η μάχη με φανταστικό αντίπαλο
σκιαμαχίας	noun	γενική ενικού του σκιαμαχία
σκιαμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιαμαχία
σκιαμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του σκιαμαχία
σκιαμαχώ	verb	αγωνίζομαι για κάτι που δεν υπάρχει
σκιαμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκιαμαχώ
σκιανέ	=	σκιανός
σκιανοί	=	σκιανός
σκιανού	=	σκιανός
σκιανούς	=	σκιανός
σκιανό	=	σκιανός
σκιανός	noun	ο ίσκιος, που μας προστατεύει από τον ήλιο· το σκιερό μέρος
σκιανών	=	σκιανός
σκιαξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιάξιμο
σκιαξίματος	noun	γενική ενικού του σκιάξιμο
σκιαξιμάτων	=	σκιάξιμο
σκιασμάτων	=	σκίασμα
σκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιασμένο
σκιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκιασμένος
σκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιασμένη
σκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιασμένος
σκιασμένης	verb	γενική ενικού του σκιασμένη
σκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκιασμένος
σκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιασμένος
σκιασμένος	verb	χώρος υπό σκιά
σκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκιασμένος
σκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκιασμένος
σκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκιασμένος
σκιασμός	noun|rare	σκίασμα
σκιαστήκαμε	=	σκιάζω
σκιαστήκαν	=	σκιάζω
σκιαστήκανε	=	σκιάζω
σκιαστήκατε	=	σκιάζω
σκιαστεί	=	σκιάζω
σκιαστείτε	=	σκιάζω
σκιαστώ	=	σκιάζομαι
σκιαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτήκαν	=	σκιάζω
σκιαχτήκανε	=	σκιάζω
σκιαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιάζομαι
σκιερά	adv	με σκιερό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκιερός
σκιερέ	adj	κλητική ενικού του σκιερός
σκιερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιερή
σκιερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιερός
σκιερής	adj	γενική ενικού του σκιερή
σκιερο	=	σκιερός
σκιεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιερός
σκιεροτήτων	=	σκιερότητα
σκιερού	adj	γενική ενικού του σκιερός
σκιερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκιερός
σκιερό	adj	αιτιατική ενικού του σκιερός
σκιερός	adj	που βρίσκεται σε σκιά / ίσκιο
σκιερότητα	noun|formal	η ιδιότητα του σκιερού, το να είναι κάτι σκιερό
σκιερότητας	=	σκιερότητα
σκιερότητες	=	σκιερότητα
σκιερών	adj	γενική πληθυντικού του σκιερός
σκιζόμασταν	=	σκίζω
σκιζόμαστε	=	σκίζω
σκιζόμουν	=	σκίζω
σκιζόμουνα	=	σκίζω
σκιζόντουσαν	=	σκίζω
σκιζόσασταν	=	σκίζω
σκιζόσαστε	=	σκίζω
σκιζόσουν	=	σκίζω
σκιζόσουνα	=	σκίζω
σκιζόταν	=	σκίζω
σκιζότανε	=	σκίζω
σκιζών	noun	γενική πληθυντικού του σκίζα
σκιμπόδων	=	σκίμπους
σκινοχωμάτων	=	σκινόχωμα
σκινοχώματα	=	σκινόχωμα
σκινοχώματος	=	σκινόχωμα
σκινόχωμα	noun	άλλη μορφή του σχινόχωμα
σκιοσκοπίου	=	σκιοσκόπιο
σκιοσκοπίων	=	σκιοσκόπιο
σκιοσκόπια	=	σκιοσκόπιο
σκιοσκόπιο	noun	οπτικό όργανο που χρησιμοποιείται στην οφθαλμολογία για τη διάγνωση των ανωμαλιών της διάθλασης του ματιού, επιτρέποντας στον ιατρό να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο αντανακλάται το φως στον αμφιβληστροειδή και προσδιορίζοντας έτσι πιθανές διαθλαστικές ανωμαλίες, όπως η μυωπία, η υπερμετρωπία και ο αστιγματισμός
σκιοσκόπιου	=	σκιοσκόπιο
σκιοσκόπιων	=	σκιοσκόπιο
σκιουράκι	noun	το μικρό του σκίουρου
σκιουράκια	=	σκιουράκι
σκιοφιλία	noun	η ανάγκη σκιάς για να αναπτυχθεί ένα φυτό
σκιοφιλίας	=	σκιοφιλία
σκιοφιλίες	=	σκιοφιλία
σκιοφιλιών	=	σκιοφιλία
σκιοφοβία	noun	φοβία για τις σκιές, παθολογικός φόβος που προκαλείται από τις σκιές
σκιοφοβίας	noun	γενική ενικού του σκιοφοβία
σκιοφοβίες	=	σκιοφοβία
σκιοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του σκιοφοβία
σκιοφωτισμέ	noun	κλητική ενικού του σκιοφωτισμός
σκιοφωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιοφωτισμός
σκιοφωτισμού	noun	γενική ενικού του σκιοφωτισμός
σκιοφωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκιοφωτισμός
σκιοφωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του σκιοφωτισμός
σκιοφωτισμός	noun	ταυτόσημο με την φωτοσκίαση
σκιοφωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του σκιοφωτισμός
σκιούπι	noun	ποικιλία μήλου
σκιούπια	=	σκιούπι
σκιπιτάρη	=	σκιπιτάρης
σκιπιτάρηδες	=	σκιπιτάρης
σκιπιτάρηδων	=	σκιπιτάρης
σκιπιτάρης	noun|dated	Αρβανίτης
σκιρτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκίρτημα
σκιρτήματος	noun	γενική ενικού του σκίρτημα
σκιρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσαν	=	σκιρτώ
σκιρτήσανε	=	σκιρτώ
σκιρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκιρτώ
σκιρτεί	=	σκιρτώ
σκιρτείς	=	σκιρτώ
σκιρτείτε	=	σκιρτώ
σκιρτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκίρτημα
σκιρτούμε	=	σκιρτώ
σκιρτούν	=	σκιρτώ
σκιρτούνε	=	σκιρτώ
σκιρτούσα	=	σκιρτώ
σκιρτούσαμε	=	σκιρτώ
σκιρτούσαν	=	σκιρτώ
σκιρτούσανε	=	σκιρτώ
σκιρτούσατε	=	σκιρτώ
σκιρτούσε	=	σκιρτώ
σκιρτούσες	=	σκιρτώ
σκιρτώ	verb	τρέμω ελαφρά από χαρά, συγκίνηση, έρωτα κ.λπ.
σκιρτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκιρτάω / σκιρτώ
σκισίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκίσιμο
σκισίματος	noun	γενική ενικού του σκίσιμο
σκισιμάτων	=	σκίσιμο
σκισιματιά	noun	άλλη μορφή του σκίσιμο
σκισιματιάς	noun	γενική ενικού του σκισιματιά
σκισιματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκισιματιά
σκισιματιών	=	σκισιματιά
σκισμάδα	noun|poetic	άλλη μορφή του σχισμή
σκισμάδας	=	σκισμάδα
σκισμάδες	=	σκισμάδα
σκισμάδων	=	σκισμάδα
σκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκισμένο
σκισμένε	verb	κλητική ενικού του σκισμένος
σκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκισμένη
σκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκισμένος
σκισμένης	verb	γενική ενικού του σκισμένη
σκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκισμένος
σκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκισμένος
σκισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκίζω
σκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκισμένος
σκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκισμένος
σκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκισμένος
σκισμές	=	σκισμή
σκισμή	noun	άλλη μορφή του σχισμή
σκισμής	=	σκισμή
σκισμών	=	σκισμή
σκιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκιστός	adv	με σκιστό τρόπο
σκιστέ	adj	κλητική ενικού του σκιστός
σκιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιστή
σκιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιστός
σκιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστήκαν	=	σκίζω
σκιστήκανε	=	σκίζω
σκιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστής	adj	γενική ενικού του σκιστή
σκιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιστός
σκιστού	adj	γενική ενικού του σκιστός
σκιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστούνε	=	σκίζω
σκιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκιστός
σκιστό	adj	αιτιατική ενικού του σκιστός
σκιστός	adj	που έχει άνοιγμα, σκίσιμο
σκιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκίζομαι
σκιστών	adj	γενική πληθυντικού του σκιστός
σκιτζή	=	σκιτζής
σκιτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτζής
σκιτζήδων	=	σκιτζής
σκιτζής	noun|dated	μπαλωματής
σκιτζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτζίδικο
σκιτζίδικε	adj	κλητική ενικού του σκιτζίδικος
σκιτζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτζίδικη
σκιτζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιτζίδικος
σκιτζίδικης	adj	γενική ενικού του σκιτζίδικη
σκιτζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του σκιτζίδικος
σκιτζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιτζίδικος
σκιτζίδικος	adj	που γίνεται αδέξια, χωρίς εμπειρία
σκιτζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκιτζίδικος
σκιτζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκιτζίδικος
σκιτζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκιτζίδικος
σκιτσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκιτσάρω
σκιτσάρω	verb	σχεδιάζω κάτι, απεικονίζω κάτι σε χαρτί τραβώντας γραμμές, ιχνογραφώ
σκιτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτσάρισμα
σκιτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του σκιτσάρισμα
σκιτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκιτσάρισμα
σκιτσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτσαρισμένο
σκιτσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σκιτσαρισμένος
σκιτσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτσαρισμένη
σκιτσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκιτσαρισμένος
σκιτσαρισμένης	verb	γενική ενικού του σκιτσαρισμένη
σκιτσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκιτσαρισμένος
σκιτσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιτσαρισμένος
σκιτσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκιτσαρισμένος
σκιτσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκιτσαρισμένος
σκιτσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκιτσαρισμένος
σκιτσογράφε	noun	κλητική ενικού του σκιτσογράφος
σκιτσογράφησα	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογράφησαν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογράφησε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογράφησες	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογράφο	noun	αιτιατική ενικού του σκιτσογράφος
σκιτσογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκιτσογράφος
σκιτσογράφος	noun	ο άνθρωπος που κάνει σκίτσα σε περιοδικά ή σε κάποια ταινία κινουμένων σχεδίων.
σκιτσογράφου	noun	γενική ενικού του σκιτσογράφος
σκιτσογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκιτσογράφος
σκιτσογράφων	noun	γενική πληθυντικού του σκιτσογράφος
σκιτσογραφήθηκα	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήθηκαν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήθηκε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήθηκες	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτσογράφημα
σκιτσογραφήσαμε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήσαν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήσανε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήσατε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήσει	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήσου	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφήστε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφία	noun	η τέχνη της σχεδίασης σκίτσων
σκιτσογραφίας	=	σκιτσογραφία
σκιτσογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκιτσογραφία
σκιτσογραφεί	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφείς	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφείσαι	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφείστε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφείται	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφείτε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφηθήκαμε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφηθήκαν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφηθήκανε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφηθήκατε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφηθεί	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφηθείτε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφημένος	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφιών	=	σκιτσογραφία
σκιτσογραφούμαι	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούμασταν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούμαστε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούμε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούμουν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούνε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούνται	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούνταν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσα	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσαμε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσαν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσανε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσασταν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσαστε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσατε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσε	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσες	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφούσουν	=	σκιτσογραφώ
σκιτσογραφώ	verb	συνώνυμο του σκιτσάρω
σκιτσογραφώντας	=	σκιτσογραφώ
σκιωδών	=	σκιώδης
σκιόφιλα	=	σκιόφιλος
σκιόφιλε	=	σκιόφιλος
σκιόφιλες	=	σκιόφιλος
σκιόφιλη	=	σκιόφιλος
σκιόφιλης	=	σκιόφιλος
σκιόφιλο	=	σκιόφιλος
σκιόφιλοι	=	σκιόφιλος
σκιόφιλος	adj	που ευδοκιμεί σε μέρος που έχει σκιά, που δεν έχει άμεσο ηλιακό φως
σκιόφιλου	=	σκιόφιλος
σκιόφιλους	=	σκιόφιλος
σκιόφιλων	=	σκιόφιλος
σκιόφοβος	adj|rare	που φοβάται ή απεχθάνεται τη σκιά ή το σκοτάδι
σκιόφως	noun	χαμηλός φωτισμός με πολλές σκιές
σκιόφωτος	=	σκιόφως
σκιώδεις	=	σκιώδης
σκιώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκιώδης
σκιώδη	=	σκιώδης
σκιώδης	adj	σκιερός
σκιώδους	=	σκιώδης
σκιών	noun	γενική ενικού του σκιά
σκλάβα	noun	θηλυκό του σκλάβος
σκλάβας	=	σκλάβα
σκλάβε	noun	κλητική ενικού του σκλάβος
σκλάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλάβα
σκλάβο	noun	αιτιατική ενικού του σκλάβος
σκλάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκλάβος
σκλάβος	noun	άτομο που έχει αιχμαλωτισθεί και χρησιμοποιείται για χειρωνακτικές, κυρίως, εργασίες
σκλάβου	noun	γενική ενικού του σκλάβος
σκλάβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκλάβος
σκλάβωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκλαβώνω
σκλάβων	noun	γενική πληθυντικού του σκλάβος
σκλάβωνα	=	σκλαβώνω
σκλάβωναν	=	σκλαβώνω
σκλάβωνε	=	σκλαβώνω
σκλάβωνες	=	σκλαβώνω
σκλάβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλάβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλάβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλάβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλήθρα	noun	άλλη μορφή του σκλήθρο
σκλήθρας	noun	γενική ενικού του σκλήθρα
σκλήθρε	=	σκλήθρος
σκλήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλήθρα
σκλήθρο	noun	φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, του γένους Alnus, με ωοειδή ή ελλειπτικά οδοντωτά φύλλα και με μικρά πράσινα άνθη που σχηματίζουν ίουλους
σκλήθροι	=	σκλήθρος
σκλήθρος	noun	άλλη μορφή του σκλήθρο
σκλήθρου	=	σκλήθρο
σκλήθρους	=	σκλήθρος
σκλήθρων	=	σκλήθρο
σκλήραινα	=	σκληραίνω
σκλήραιναν	=	σκληραίνω
σκλήραινε	=	σκληραίνω
σκλήραινες	=	σκληραίνω
σκλήριζα	=	σκληρίζω
σκλήριζαν	=	σκληρίζω
σκλήριζε	=	σκληρίζω
σκλήριζες	=	σκληρίζω
σκλήρισα	=	σκληρίζω
σκλήρισαν	=	σκληρίζω
σκλήρισε	=	σκληρίζω
σκλήρισες	=	σκληρίζω
σκλήρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληρίζω, το τσίριγμα
σκλήρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκλήρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκλήρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκλήρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκλήρυνση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληρύνω / σκληραίνω
σκλήρυνσης	=	σκλήρυνση
σκλήρωμα	noun	σκληρός όγκος ή τμήμα που έχει σκληρυνθεί
σκλήρωση	noun	άλλη μορφή του σκλήρυνση
σκλήρωσης	=	σκλήρωση
σκλαβάκι	noun	υποκοριστικό του σκλάβος
σκλαβάκια	noun	η αμπάριζα
σκλαβέρι	noun	κουδούνι ζώων
σκλαβέρια	=	σκλαβέρι
σκλαβεριού	=	σκλαβέρι
σκλαβεριών	=	σκλαβέρι
σκλαβηνία	noun	νησίδα σλαβικού πληθυσμού με τη μορφή αυτόνομης κοινότητας στην περιοχή του Δούναβη αρχικά και στη Βαλκανική Χερσόνησο στη συνέχεια, απ’ τον 6ο αιώνα μ.Χ. κ.ε.
σκλαβηνίας	noun	γενική ενικού του σκλαβηνία
σκλαβηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλαβηνία
σκλαβηνιών	noun	γενική πληθυντικού του σκλαβηνία
σκλαβιά	noun	η ιδιότητα και η κατάσταση του σκλάβου
σκλαβιάς	=	σκλαβιά
σκλαβιές	=	σκλαβιά
σκλαβιών	=	σκλαβιά
σκλαβοπάζαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλαβοπάζαρο
σκλαβοπάζαρο	noun|figurative	αγορά όπου πωλούνται και αγοράζονται σκλάβοι
σκλαβοπάζαρου	noun	γενική ενικού του σκλαβοπάζαρο
σκλαβοπάζαρων	noun	γενική πληθυντικού του σκλαβοπάζαρο
σκλαβοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλαβοπούλα
σκλαβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκλάβωμα
σκλαβωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκλαβωμένος	adv	έχοντας σκλαβωθεί
σκλαβωμένε	verb	κλητική ενικού του σκλαβωμένος
σκλαβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλαβωμένη
σκλαβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκλαβωμένος
σκλαβωμένης	verb	γενική ενικού του σκλαβωμένη
σκλαβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκλαβωμένος
σκλαβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκλαβωμένος
σκλαβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκλαβωμένος
σκλαβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκλαβωμένος
σκλαβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκλαβωμένος
σκλαβόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλαβόπουλο
σκλαβόπουλο	noun	Σκλαβωμένο ή αιχμαλωτισμένο παιδί, που χρησιμοποιείτε κυρίως για επίπονες και χειρωνακτικές εργασίες.
σκλαβόπουλου	noun	γενική ενικού του σκλαβόπουλο
σκλαβόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του σκλαβόπουλο
σκλαβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλάβωμα
σκλαβώματος	noun	γενική ενικού του σκλάβωμα
σκλαβών	=	σκλάβα
σκλαβώναμε	=	σκλαβώνω
σκλαβώναν	=	σκλαβώνω
σκλαβώνανε	=	σκλαβώνω
σκλαβώνατε	=	σκλαβώνω
σκλαβώνει	=	σκλαβώνω
σκλαβώνεις	=	σκλαβώνω
σκλαβώνετε	=	σκλαβώνω
σκλαβώνοντας	=	σκλαβώνω
σκλαβώνουμε	=	σκλαβώνω
σκλαβώνουν	=	σκλαβώνω
σκλαβώνουνε	=	σκλαβώνω
σκλαβώνω	verb	κάνω κάποιον σκλάβο, δούλο, τον υποδουλώνω
σκλαβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσαν	=	σκλαβώνω
σκλαβώσανε	=	σκλαβώνω
σκλαβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλαβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκλαβώνω
σκλερός	adj	διαλεκτική μορφή του σκληρός
σκληθρών	noun	γενική πληθυντικού του σκλήθρα
σκληρά	noun	ουρλιαχτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σκληρό) του σκληρός
σκληράδα	noun	το να είναι κάποιος σκληρός, η ιδιότητα του σκληρού
σκληράδας	noun	γενική ενικού του σκληράδα
σκληράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληράδα
σκληρέ	adj	κλητική ενικού του σκληρός
σκληρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρή
σκληρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρός
σκληρής	adj	γενική ενικού του σκληρή
σκληρία	noun	σκληρότητα, σκλήρυνση οργάνου ή περιοχής του σώματος
σκληρίας	=	σκληρία
σκληρίαση	noun	η εμφάνιση σκληρίας
σκληρίασης	=	σκληρίαση
σκληρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρία
σκληρίζαμε	=	σκληρίζω
σκληρίζαν	=	σκληρίζω
σκληρίζανε	=	σκληρίζω
σκληρίζατε	=	σκληρίζω
σκληρίζει	=	σκληρίζω
σκληρίζεις	=	σκληρίζω
σκληρίζετε	=	σκληρίζω
σκληρίζοντας	=	σκληρίζω
σκληρίζουμε	=	σκληρίζω
σκληρίζουν	=	σκληρίζω
σκληρίζουνε	=	σκληρίζω
σκληρίζω	verb|vulgar	τσιρίζω
σκληρίσαμε	=	σκληρίζω
σκληρίσαν	=	σκληρίζω
σκληρίσανε	=	σκληρίζω
σκληρίσατε	=	σκληρίζω
σκληρίσει	=	σκληρίζω
σκληρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλήρισμα
σκληρίσματος	=	σκλήρισμα
σκληρίστε	=	σκληρίζω
σκληρίτιδα	noun	φλεγμονή του σκληρού χιτώνα
σκληρίτιδας	=	σκληρίτιδα
σκληρίτιδες	=	σκληρίτιδα
σκληρίτιδων	=	σκληρίτιδα
σκληραίναμε	=	σκληραίνω
σκληραίναν	=	σκληραίνω
σκληραίνανε	=	σκληραίνω
σκληραίνατε	=	σκληραίνω
σκληραίνει	=	σκληραίνω
σκληραίνεις	=	σκληραίνω
σκληραίνετε	=	σκληραίνω
σκληραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκληραίνω
σκληραίνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκληραίνω
σκληραίνουμε	=	σκληραίνω
σκληραίνουν	=	σκληραίνω
σκληραίνουνε	=	σκληραίνω
σκληραίνω	verb|figurative	μετατρέπω κάτι σε σκληρό
σκληραγωγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήσαν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγήσανε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληραγώγηση
σκληραγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σκληραγώγηση
σκληραγωγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σκληραγώγηση
σκληραγωγήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληραγωγώ
σκληραγωγίας	noun	γενική ενικού του σκληραγωγία
σκληραγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγία
σκληραγωγεί	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγείς	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγείσαι	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγείστε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγείται	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγείτε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθήκαν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγηθήκανε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγούμαι
σκληραγωγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγημένο
σκληραγωγημένε	verb	κλητική ενικού του σκληραγωγημένος
σκληραγωγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγημένη
σκληραγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληραγωγημένος
σκληραγωγημένης	verb	γενική ενικού του σκληραγωγημένη
σκληραγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του σκληραγωγημένος
σκληραγωγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγημένος
σκληραγωγημένος	verb	που έχει σκληραγωγηθεί
σκληραγωγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκληραγωγημένος
σκληραγωγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκληραγωγημένος
σκληραγωγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκληραγωγημένος
σκληραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγικό
σκληραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του σκληραγωγικός
σκληραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγική
σκληραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληραγωγικός
σκληραγωγικής	adj	γενική ενικού του σκληραγωγική
σκληραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληραγωγικός
σκληραγωγικού	adj	γενική ενικού του σκληραγωγικός
σκληραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληραγωγικός
σκληραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του σκληραγωγικός
σκληραγωγικός	adj	που έχει σχέση με την σκληραγωγία, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή
σκληραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του σκληραγωγικός
σκληραγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του σκληραγωγία
σκληραγωγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγωγούμασταν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούμαστε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούμε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούμουν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούνε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούνται	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούνταν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσα	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσαμε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσαν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσανε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσασταν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσαστε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσατε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσε	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσες	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγούσουν	=	σκληραγωγώ
σκληραγωγώ	verb	κάνω κάποιον πιο «σκληρό», ικανό ν’ αντέχει στις κακουχίες, ανθεκτικό στους πόνους
σκληραγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραγωγώ
σκληραγώγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληραγωγώ
σκληραγώγησης	noun	γενική ενικού του σκληραγώγηση
σκληρεκτασία	noun	πάθηση που χαρακτηρίζεται από την παθολογική διεύρυνση ή διάταση του σκληρού χιτώνα του ματιού, που μπορεί να οφείλεται σε εκφυλιστικές ασθένειες, φλεγμονές ή τραυματισμούς και μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην όραση
σκληρεκτασίας	=	σκληρεκτασία
σκληρεκτασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρεκτασία
σκληρεκτασιών	=	σκληρεκτασία
σκληριά	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκληρίζω, τσίριγμα, τσιρίδα
σκληριάς	=	σκληριά
σκληριάσεις	=	σκληρίαση
σκληριάσεων	=	σκληρίαση
σκληριές	=	σκληριά
σκληρισμάτων	=	σκλήρισμα
σκληριών	=	σκληρία
σκληροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληρός
σκληρογόνα	=	σκληρογόνος
σκληρογόνας	=	σκληρογόνος
σκληρογόνε	=	σκληρογόνος
σκληρογόνες	=	σκληρογόνος
σκληρογόνο	=	σκληρογόνος
σκληρογόνοι	=	σκληρογόνος
σκληρογόνος	adj	που παράγει σκληρό ιστό ή σχετίζεται με τον σχηματισμό σκληρών κυττάρων ή ινών, ιδιαίτερα στα φυτά
σκληρογόνου	=	σκληρογόνος
σκληρογόνους	=	σκληρογόνος
σκληρογόνων	=	σκληρογόνος
σκληροδακτυλία	noun	πάθηση που χαρακτηρίζεται από τη σκλήρυνση και τη σύσφιξη του δέρματος και των μαλακών ιστών των δακτύλων
σκληροδακτυλίας	=	σκληροδακτυλία
σκληροδακτυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροδακτυλία
σκληροδακτυλιών	=	σκληροδακτυλία
σκληροδερμία	noun	χρόνια συστηματική αυτοάνοση νόσος που χαρακτηρίζεται από σκλήρυνση του δέρματος ή άλλων οργάνων μέσω υπερβολικών εναποθέσεων κολλαγόνου
σκληροδερμίας	=	σκληροδερμία
σκληροδερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροδερμία
σκληροδερμιών	=	σκληροδερμία
σκληροθεραπεία	noun	θεραπεία φλεβικών προβλημάτων, όπως κιρσοί και ευρυαγγείες, με ένεση σκληρυντικού υγρού εντός κάθε αγγείου με τέτοια προβλήματα
σκληροθεραπείας	noun	γενική ενικού του σκληροθεραπεία
σκληροθεραπείες	=	σκληροθεραπεία
σκληροθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του σκληροθεραπεία
σκληροκάρδια	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιας	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιε	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιες	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιο	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιοι	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιος	adj|formal	άλλη μορφή του σκληρόκαρδος
σκληροκάρδιου	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιους	=	σκληροκάρδιος
σκληροκάρδιων	=	σκληροκάρδιος
σκληροκέφαλα	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλε	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλες	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλη	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλης	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλο	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλοι	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλος	adj	ο πεισματάρης
σκληροκέφαλου	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλους	=	σκληροκέφαλος
σκληροκέφαλων	=	σκληροκέφαλος
σκληροκαρδία	noun	η ιδιότητα του σκληρόκαρδου
σκληροκαρδίας	noun	γενική ενικού του σκληροκαρδία
σκληροκαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροκαρδία
σκληροκαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του σκληροκαρδία
σκληροκερατίτιδα	noun	φλεγμονή του σκληρού χιτώνα που επηρεάζει και τον κερατοειδή
σκληροκερατίτιδας	=	σκληροκερατίτιδα
σκληροκερατίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροκερατίτιδα
σκληροκερατίτιδων	=	σκληροκερατίτιδα
σκληροκεφαλιά	noun|vulgar	η ιδιότητα του σκληροκέφαλου
σκληροκεφαλιάς	=	σκληροκεφαλιά
σκληροκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροκεφαλιά
σκληροκεφαλιών	=	σκληροκεφαλιά
σκληροκόκαλος	adj|rare	που έχει σκληρά κόκαλα
σκληρολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρόλυση
σκληρολύσεων	=	σκληρόλυση
σκληρομέτρηση	noun	άλλη μορφή του σκληρομετρία
σκληρομέτρησης	=	σκληρομέτρηση
σκληρομέτρου	=	σκληρόμετρο
σκληρομέτρων	=	σκληρόμετρο
σκληρομετρήσεις	=	σκληρομέτρηση
σκληρομετρήσεων	=	σκληρομέτρηση
σκληρομετρία	noun	μέθοδος μέτρησης της σκληρότητας των σωμάτων με ειδικό όργανο, το σκληρόμετρο
σκληρομετρίας	=	σκληρομετρία
σκληρομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρομετρία
σκληρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρομετρικό
σκληρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του σκληρομετρικός
σκληρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρομετρική
σκληρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρομετρικός
σκληρομετρικής	adj	γενική ενικού του σκληρομετρική
σκληρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληρομετρικός
σκληρομετρικού	adj	γενική ενικού του σκληρομετρικός
σκληρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληρομετρικός
σκληρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του σκληρομετρικός
σκληρομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη σκληρομετρία / σκληρομέτρηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
σκληρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του σκληρομετρικός
σκληρομετριών	=	σκληρομετρία
σκληροπάθεια	noun	πάθηση κατά την οποία γίνεται σκλήρυνση
σκληροπάθειας	=	σκληροπάθεια
σκληροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροπάθεια
σκληροπαθειών	=	σκληροπάθεια
σκληροπυρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροπυρηνικό
σκληροπυρηνικέ	adj	κλητική ενικού του σκληροπυρηνικός
σκληροπυρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροπυρηνική
σκληροπυρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληροπυρηνικός
σκληροπυρηνικής	adj	γενική ενικού του σκληροπυρηνική
σκληροπυρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληροπυρηνικός
σκληροπυρηνικού	adj	γενική ενικού του σκληροπυρηνικός
σκληροπυρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληροπυρηνικός
σκληροπυρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του σκληροπυρηνικός
σκληροπυρηνικός	adj	που ανήκει στον σκληρό πυρήνα οργάνωσης, κόμματος κ.τ.λ και δεν δέχεται την παραμικρή απόκλιση από τις επίσημες θέσεις αυτής της οργάνωσης
σκληροπυρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του σκληροπυρηνικός
σκληροστένωση	noun	σκλήρυνση των ιστών, που προκαλεί στένωση στις αντίστοιχες δομές του σώματος, συνήθως μειώνοντας την ευκαμψία και τη λειτουργικότητά τους
σκληροστένωσης	=	σκληροστένωση
σκληροστένωσις	noun	σκληροστένωση
σκληροστενώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροστένωση
σκληροστενώσεων	=	σκληροστένωση
σκληροτήτων	=	σκληρότητα
σκληροτράχηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροτράχηλο
σκληροτράχηλε	adj	κλητική ενικού του σκληροτράχηλος
σκληροτράχηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροτράχηλη
σκληροτράχηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληροτράχηλος
σκληροτράχηλης	adj	γενική ενικού του σκληροτράχηλη
σκληροτράχηλο	adj	αιτιατική ενικού του σκληροτράχηλος
σκληροτράχηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληροτράχηλος
σκληροτράχηλος	adj	που υπομένει και αντέχει σωματικές ή ψυχικές κακουχίες και ταλαιπωρίες
σκληροτράχηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκληροτράχηλος
σκληροτράχηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληροτράχηλος
σκληροτράχηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκληροτράχηλος
σκληροφυλλία	noun	η ιδιότητα του σκληρόφυλλου
σκληροφυλλίας	=	σκληροφυλλία
σκληροφυλλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληροφυλλία
σκληροφυλλιών	=	σκληροφυλλία
σκληρού	adj	γενική ενικού του σκληρός
σκληρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληρός
σκληρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρυντικό
σκληρυντικέ	adj	κλητική ενικού του σκληρυντικός
σκληρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρυντική
σκληρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρυντικός
σκληρυντικής	adj	γενική ενικού του σκληρυντική
σκληρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληρυντικός
σκληρυντικού	adj	γενική ενικού του σκληρυντικός
σκληρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληρυντικός
σκληρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του σκληρυντικός
σκληρυντικός	adj	που έχει σχέση με τη σκλήρυνση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή
σκληρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του σκληρυντικός
σκληρωμάτων	=	σκλήρωμα
σκληρωνυχία	noun	παθολογική κατάσταση σκληρότητας των νυχιών, συνήθως ως αποτέλεσμα κάποιας πάθησης ή βλάβη
σκληρωνυχίας	=	σκληρωνυχία
σκληρωνυχίες	=	σκληρωνυχία
σκληρωνυχιών	=	σκληρωνυχία
σκληρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρωτικό
σκληρωτικέ	adj	κλητική ενικού του σκληρωτικός
σκληρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρωτική
σκληρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρωτικός
σκληρωτικής	adj	γενική ενικού του σκληρωτική
σκληρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκληρωτικός
σκληρωτικού	adj	γενική ενικού του σκληρωτικός
σκληρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκληρωτικός
σκληρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκληρωτικός
σκληρωτικός	adj	άλλη μορφή του σκληρυντικός
σκληρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκληρωτικός
σκληρό	adj	αιτιατική ενικού του σκληρός
σκληρόδερμα	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμε	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμες	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμη	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμης	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμο	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμοι	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμος	adj	που έχει σκληρό δέρμα
σκληρόδερμου	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμους	=	σκληρόδερμος
σκληρόδερμων	=	σκληρόδερμος
σκληρόκαρδα	adv	με σκληρόκαρδο τρόπο
σκληρόκαρδε	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδες	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδη	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδης	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδο	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδοι	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδος	adj	που έχει «σκληρή» καρδιά
σκληρόκαρδου	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδους	=	σκληρόκαρδος
σκληρόκαρδων	=	σκληρόκαρδος
σκληρόλυση	noun	διαδικασία κατά την οποία πραγματοποιείται διάλυση ή αποδόμηση σκληρών ή ινωδών ιστών με τη χρήση ειδικών ουσιών ή μεθόδων (όπως ο ιοντισμός)
σκληρόλυσης	=	σκληρόλυση
σκληρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρόμετρο
σκληρόμετρο	noun	όργανο με το οποίο διενεργείται η σκληρομετρία / σκληρομέτρηση
σκληρόμετρον	noun	σκληρόμετρο
σκληρόμετρου	=	σκληρόμετρο
σκληρόμετρων	=	σκληρόμετρο
σκληρόπετσα	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσε	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσες	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετση	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσης	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσο	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσοι	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσος	adj	που έχει σκληρή πέτσα ή σκληρό δέρμα
σκληρόπετσου	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσους	=	σκληρόπετσος
σκληρόπετσων	=	σκληρόπετσος
σκληρός	adj	συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
σκληρόσαρκος	adj|rare	που η σάρκα του είναι σκληρή
σκληρότατα	=	σκληρός
σκληρότατε	=	σκληρός
σκληρότατες	=	σκληρός
σκληρότατη	=	σκληρός
σκληρότατης	=	σκληρός
σκληρότατο	=	σκληρός
σκληρότατοι	=	σκληρός
σκληρότατος	=	σκληρός
σκληρότατου	=	σκληρός
σκληρότατους	=	σκληρός
σκληρότατων	=	σκληρός
σκληρότερα	=	σκληρότερος
σκληρότερε	=	σκληρότερος
σκληρότερες	=	σκληρότερος
σκληρότερη	=	σκληρότερος
σκληρότερης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του σκληρότερος
σκληρότερο	=	σκληρότερος
σκληρότεροι	=	σκληρότερος
σκληρότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του σκληρός
σκληρότερου	=	σκληρότερος
σκληρότερους	=	σκληρότερος
σκληρότερων	=	σκληρότερος
σκληρότης	=	σκληρότητα
σκληρότητα	noun	η ιδιότητα του σκληρού
σκληρότητας	noun	γενική ενικού του σκληρότητα
σκληρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκληρότητα
σκληρόφλουδα	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδε	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδες	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδη	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδης	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδο	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδοι	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδος	adj	που έχει σκληρή φλούδα
σκληρόφλουδου	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδους	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφλουδων	=	σκληρόφλουδος
σκληρόφυλλα	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλε	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλες	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλη	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλης	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλο	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλοι	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλος	adj	που έχει σκληρά φύλλα
σκληρόφυλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλους	=	σκληρόφυλλος
σκληρόφυλλων	=	σκληρόφυλλος
σκληρόψυχα	adv	με σκληρόψυχο τρόπο
σκληρόψυχε	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχες	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχη	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχης	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκληρόψυχος
σκληρόψυχοι	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχος	adj	που έχει «σκληρή» ψυχή και φέρεται ανάλογα
σκληρόψυχου	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχους	=	σκληρόψυχος
σκληρόψυχων	=	σκληρόψυχος
σκληρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύναν	=	σκληραίνω
σκληρύνανε	=	σκληραίνω
σκληρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνομαι	=	σκληρύνω
σκληρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλήρυνση
σκληρύνσεων	=	σκλήρυνση
σκληρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκληραίνω
σκληρύνω	verb|formal	άλλη μορφή του σκληραίνω
σκληρώδης	adj|rare	που είναι κάπως σκληρός στη σύσταση ή την υφή
σκληρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκλήρωμα
σκληρώματος	=	σκλήρωμα
σκληρών	adj	γενική πληθυντικού του σκληρός
σκληρώσεις	=	σκλήρωση
σκληρώσεων	=	σκλήρωση
σκλόπα	noun	κουκουβάγια
σκνίπα	noun	κοινή ονομασία για έντομα που μοιάζουν με κουνούπι και ανήκουν σε οικογένειες δίπτερων
σκνίπας	noun	γενική ενικού του σκνίπα
σκνίπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκνίπα
σκνιπών	noun	γενική πληθυντικού του σκνίπα
σκοινά	=	σκοινάς
σκοινάδες	=	σκοινάς
σκοινάδων	=	σκοινάς
σκοινάκι	noun	άλλη γραφή του σχοινάκι
σκοινάκια	=	σκοινάκι
σκοινάς	noun	άλλη μορφή του σχοινάς
σκοινένια	=	σκοινένιος
σκοινένιας	=	σκοινένιος
σκοινένιε	=	σκοινένιος
σκοινένιες	=	σκοινένιος
σκοινένιο	=	σκοινένιος
σκοινένιοι	=	σκοινένιος
σκοινένιος	adj	φτιαγμένος από σκοινί
σκοινένιου	=	σκοινένιος
σκοινένιους	=	σκοινένιος
σκοινένιων	=	σκοινένιος
σκοινί	noun	το υλικό κατασκευασμένο από μακριές, εύκαμπτες ίνες, συνήθως φυτικές ή συνθετικές
σκοινιά	=	σκοινί
σκοινιού	=	σκοινί
σκοινιών	=	σκοινί
σκολάζω	verb|vulgar	άλλη γραφή του σχολάω
σκολάσματα	=	σκόλασμα
σκολάσματος	=	σκόλασμα
σκολάω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σχολάω
σκολίωση	noun	μη φυσιολογική πλάγια κύρτωση της σπονδυλικής στήλης
σκολίωσης	=	σκολίωση
σκολασμάτων	=	σκόλασμα
σκολασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολασμένο
σκολασμένε	verb	κλητική ενικού του σκολασμένος
σκολασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολασμένη
σκολασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκολασμένος
σκολασμένης	verb	γενική ενικού του σκολασμένη
σκολασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκολασμένος
σκολασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκολασμένος
σκολασμένος	=	σκολάζω
σκολασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκολασμένος
σκολασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκολασμένος
σκολασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκολασμένος
σκολειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολειό
σκολειαρούδι	noun|dated	άλλη μορφή του σχολειαρούδι
σκολειαρούδια	=	σκολειαρούδι
σκολειαρόπαιδα	=	σκολειαρόπαιδο
σκολειαρόπαιδο	noun|dated	άλλη μορφή του σχολειαρόπαιδο
σκολειαρόπαιδου	=	σκολειαρόπαιδο
σκολειαρόπαιδων	=	σκολειαρόπαιδο
σκολειού	noun	γενική ενικού του σκολειό
σκολειό	noun|dated	άλλη μορφή του σχολείο
σκολειών	noun	γενική πληθυντικού του σκολειό
σκολιά	=	σκολιός
σκολιάς	=	σκολιός
σκολιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολιάτικο
σκολιάτικε	adj	κλητική ενικού του σκολιάτικος
σκολιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολιάτικη
σκολιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκολιάτικος
σκολιάτικης	adj	γενική ενικού του σκολιάτικη
σκολιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σκολιάτικος
σκολιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκολιάτικος
σκολιάτικος	adj	σχετικός με σκόλη / αργία, εορταστικός
σκολιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκολιάτικος
σκολιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκολιάτικος
σκολιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκολιάτικος
σκολιέ	=	σκολιός
σκολιές	=	σκολιός
σκολιανά	noun	μόνο στη φράση: ακούω τα σκολιανά μου
σκολιανέ	adj	κλητική ενικού του σκολιανός
σκολιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολιανή
σκολιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκολιανός
σκολιανής	adj	γενική ενικού του σκολιανή
σκολιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκολιανός
σκολιανού	adj	γενική ενικού του σκολιανός
σκολιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκολιανός
σκολιανό	adj	αιτιατική ενικού του σκολιανός
σκολιανός	adj|vulgar	άλλη μορφή του σχολιανός
σκολιανών	adj	γενική πληθυντικού του σκολιανός
σκολιαρούδι	noun|dated	άλλη μορφή του σχολειαρούδι
σκολιαρούδια	=	σκολιαρούδι
σκολιαρόπαιδα	=	σκολιαρόπαιδο
σκολιαρόπαιδο	noun|dated	άλλη μορφή του σχολειαρόπαιδο
σκολιαρόπαιδου	=	σκολιαρόπαιδο
σκολιαρόπαιδων	=	σκολιαρόπαιδο
σκολιοί	=	σκολιός
σκολιοτήτων	=	σκολιότητα
σκολιού	=	σκολιός
σκολιούς	=	σκολιός
σκολιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολιωτικό
σκολιωτικέ	adj	κλητική ενικού του σκολιωτικός
σκολιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολιωτική
σκολιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκολιωτικός
σκολιωτικής	adj	γενική ενικού του σκολιωτική
σκολιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκολιωτικός
σκολιωτικού	adj	γενική ενικού του σκολιωτικός
σκολιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκολιωτικός
σκολιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκολιωτικός
σκολιωτικός	adj	που έχει σχέση με τη σκολίωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
σκολιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκολιωτικός
σκολιό	=	σκολιός
σκολιός	adj|archaic	στραβός
σκολιότητα	noun	στρεβλότητα, κυρτότητα, καμπυλότητα
σκολιότητας	=	σκολιότητα
σκολιότητες	=	σκολιότητα
σκολιώ	verb|archaic	κάνω κάτι σκολιό, στραβώνω
σκολιών	=	σκολιός
σκολιώσεις	=	σκολίωση
σκολιώσεων	=	σκολίωση
σκολνάω	verb|vulgar	παρωχημένη μορφή του σκολνάω, άλλης μορφής του σχολάω
σκολνώ	verb	παρωχημένη μορφή του σκολνάω, άλλης μορφής του σχολάω
σκολοπίζαμε	=	σκολοπίζω
σκολοπίζαν	=	σκολοπίζω
σκολοπίζανε	=	σκολοπίζω
σκολοπίζατε	=	σκολοπίζω
σκολοπίζει	=	σκολοπίζω
σκολοπίζεις	=	σκολοπίζω
σκολοπίζετε	=	σκολοπίζω
σκολοπίζοντας	=	σκολοπίζω
σκολοπίζουμε	=	σκολοπίζω
σκολοπίζουν	=	σκολοπίζω
σκολοπίζουνε	=	σκολοπίζω
σκολοπίζω	verb	άλλη μορφή του ανασκολοπίζω
σκολοπίσαμε	=	σκολοπίζω
σκολοπίσαν	=	σκολοπίζω
σκολοπίσανε	=	σκολοπίζω
σκολοπίσατε	=	σκολοπίζω
σκολοπίσει	=	σκολοπίζω
σκολοπίστε	=	σκολοπίζω
σκολοπενδρών	=	σκολόπενδρα
σκολοπεντρών	noun	γενική πληθυντικού του σκολόπεντρα
σκολοπισμέ	=	σκολοπισμός
σκολοπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολοπισμένο
σκολοπισμένε	verb	κλητική ενικού του σκολοπισμένος
σκολοπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολοπισμένη
σκολοπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκολοπισμένος
σκολοπισμένης	verb	γενική ενικού του σκολοπισμένη
σκολοπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκολοπισμένος
σκολοπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκολοπισμένος
σκολοπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκολοπισμένος
σκολοπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκολοπισμένος
σκολοπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκολοπισμένος
σκολοπισμοί	=	σκολοπισμός
σκολοπισμού	=	σκολοπισμός
σκολοπισμούς	=	σκολοπισμός
σκολοπισμό	=	σκολοπισμός
σκολοπισμός	noun	άλλη μορφή του ανασκολοπισμός
σκολοπισμών	=	σκολοπισμός
σκολυμπριού	=	σκολύμπρι
σκολυμπριών	=	σκολύμπρι
σκολόπαξ	noun	είδος μπεκάτσας
σκολόπενδρα	noun	λόγιος τύπος του σκολόπεντρα: η σαρανταποδαρούσα
σκολόπενδρας	=	σκολόπενδρα
σκολόπενδρες	=	σκολόπενδρα
σκολόπεντρα	noun	η σαρανταποδαρούσα
σκολόπεντρας	noun	γενική ενικού του σκολόπεντρα
σκολόπεντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκολόπεντρα
σκολόπιζα	=	σκολοπίζω
σκολόπιζαν	=	σκολοπίζω
σκολόπιζε	=	σκολοπίζω
σκολόπιζες	=	σκολοπίζω
σκολόπισα	=	σκολοπίζω
σκολόπισαν	=	σκολοπίζω
σκολόπισε	=	σκολοπίζω
σκολόπισες	=	σκολοπίζω
σκολύμπρι	noun	άλλη μορφή του σκόλυμπρος
σκολύμπρια	=	σκολύμπρι
σκολώ	verb	παρωχημένη μορφή του σκολάω
σκομβρίον	noun	σκουμπρί (Λέξη του Κοραή και υποθετικός μεσαιωνικός διάμεσος κρίκος, που δεν απαντά στα σωζόμενα κείμενα, ανάμεσα στο αρχαίο σκόμβρος και το νεοελληνικό σκουμπρί)
σκονάκι	noun	δόση φαρμάκου ή ναρκωτικού σε σκόνη
σκονάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκονάκι
σκονίζαμε	=	σκονίζω
σκονίζαν	=	σκονίζω
σκονίζανε	=	σκονίζω
σκονίζατε	=	σκονίζω
σκονίζει	=	σκονίζω
σκονίζεις	=	σκονίζω
σκονίζετε	=	σκονίζω
σκονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκονίζω
σκονίζοντας	=	σκονίζω
σκονίζουμε	=	σκονίζω
σκονίζουν	=	σκονίζω
σκονίζουνε	=	σκονίζω
σκονίζω	verb	γεμίζω (λερώνω) κάποιον ή κάτι με σκόνη
σκονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίσαν	=	σκονίζω
σκονίσανε	=	σκονίζω
σκονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίσματα	=	σκόνισμα
σκονίσματος	=	σκόνισμα
σκονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκονισμάτων	=	σκόνισμα
σκονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκονισμένο
σκονισμένε	verb	κλητική ενικού του σκονισμένος
σκονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκονισμένη
σκονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκονισμένος
σκονισμένης	verb	γενική ενικού του σκονισμένη
σκονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκονισμένος
σκονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκονισμένος
σκονισμένος	verb	που είναι καλυμμένος με σκόνη
σκονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκονισμένος
σκονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκονισμένος
σκονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκονισμένος
σκονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκονίζομαι
σκονοδιάβολε	=	σκονοδιάβολος
σκονοδιάβολο	=	σκονοδιάβολος
σκονοδιάβολοι	=	σκονοδιάβολος
σκονοδιάβολος	noun	μικρός στρόβιλος ο οποίος εκδηλώνεται σε ερημική επιφάνεια ή επίπεδη επιφάνεια η οποία καλύπτεται από χώμα
σκονοδιάβολου	=	σκονοδιάβολος
σκονοδιαβόλου	=	σκονοδιάβολος
σκονοδιαβόλους	=	σκονοδιάβολος
σκονοδιαβόλων	=	σκονοδιάβολος
σκοντάβαμε	=	σκοντάβω
σκοντάβαν	=	σκοντάβω
σκοντάβανε	=	σκοντάβω
σκοντάβατε	=	σκοντάβω
σκοντάβει	=	σκοντάβω
σκοντάβεις	=	σκοντάβω
σκοντάβετε	=	σκοντάβω
σκοντάβοντας	=	σκοντάβω
σκοντάβουμε	=	σκοντάβω
σκοντάβουν	=	σκοντάβω
σκοντάβουνε	=	σκοντάβω
σκοντάβω	verb	σκοντάφτω
σκοντάμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόνταμμα
σκοντάμματος	noun	γενική ενικού του σκόνταμμα
σκοντάπτω	=	σκοντάφτω
σκοντάφταμε	=	σκοντάφτω
σκοντάφταν	=	σκοντάφτω
σκοντάφτανε	=	σκοντάφτω
σκοντάφτατε	=	σκοντάφτω
σκοντάφτε	=	σκοντάφτω
σκοντάφτει	=	σκοντάφτω
σκοντάφτεις	=	σκοντάφτω
σκοντάφτετε	=	σκοντάφτω
σκοντάφτοντας	=	σκοντάφτω
σκοντάφτουμε	=	σκοντάφτω
σκοντάφτουν	=	σκοντάφτω
σκοντάφτουνε	=	σκοντάφτω
σκοντάφτω	verb	χτυπώ το πόδι μου πάνω σε ένα χαμηλό εμπόδιο, καθώς προχωρώ, και χάνω προς στιγμήν την ισορροπία μου ή πέφτω
σκοντάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψαν	=	σκοντάφτω
σκοντάψανε	=	σκοντάφτω
σκοντάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψουνε	=	σκοντάφτω
σκοντάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκοντάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκονταμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκόνταμμα
σκονών	=	σκόνη
σκοπάνθρωπε	=	σκοπάνθρωπος
σκοπάνθρωπο	=	σκοπάνθρωπος
σκοπάνθρωποι	=	σκοπάνθρωπος
σκοπάνθρωπος	noun|slang	ο σκοπός, αυτός που φυλάει σκοπιά (συνήθως ιδιαίτερα συχνά)
σκοπέ	noun	κλητική ενικού του σκοπός
σκοπέλου	noun	γενική ενικού του σκόπελος
σκοπέλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκόπελος
σκοπέλων	noun	γενική πληθυντικού του σκόπελος
σκοπίμως	adv|formal	σκόπιμα
σκοπανθρώπου	=	σκοπάνθρωπος
σκοπανθρώπους	=	σκοπάνθρωπος
σκοπανθρώπων	=	σκοπάνθρωπος
σκοπελίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπελίτικο
σκοπελίτικε	adj	κλητική ενικού του σκοπελίτικος
σκοπελίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπελίτικη
σκοπελίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοπελίτικος
σκοπελίτικης	adj	γενική ενικού του σκοπελίτικη
σκοπελίτικο	adj	αιτιατική ενικού του σκοπελίτικος
σκοπελίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοπελίτικος
σκοπελίτικος	adj	που έχει σχέση με τη Σκόπελο ή τους Σκοπελίτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
σκοπελίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοπελίτικος
σκοπελίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοπελίτικος
σκοπελίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοπελίτικος
σκοπευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευμένο
σκοπευμένε	verb	κλητική ενικού του σκοπευμένος
σκοπευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευμένη
σκοπευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοπευμένος
σκοπευμένης	verb	γενική ενικού του σκοπευμένη
σκοπευμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκοπευμένος
σκοπευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοπευμένος
σκοπευμένος	verb	που τον σκοπεύουν ή τον έχουν σκοπεύσει
σκοπευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοπευμένος
σκοπευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκοπευμένος
σκοπευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοπευμένος
σκοπευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευτής
σκοπευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκοπευτής
σκοπευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευτήριο
σκοπευτήριο	noun	ένας χώρος, κλειστός ή ανοιχτός και με κατάλληλη διαμόρφωση, στον οποίο εξασκούνται στη σκοποβολή
σκοπευτήριον	noun	σκοπευτήριο
σκοπευτήριου	=	σκοπευτήριο
σκοπευτής	noun	κάποιος που σκοπεύει, που σημαδεύει, που στοχεύει με ένα όπλο
σκοπευτηρίου	noun	γενική ενικού του σκοπευτήριο
σκοπευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του σκοπευτήριο
σκοπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευτικό
σκοπευτικέ	adj	κλητική ενικού του σκοπευτικός
σκοπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπευτική
σκοπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοπευτικός
σκοπευτικής	adj	γενική ενικού του σκοπευτική
σκοπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοπευτικός
σκοπευτικού	adj	γενική ενικού του σκοπευτικός
σκοπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοπευτικός
σκοπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκοπευτικός
σκοπευτικός	adj	που έχει σχέση με σκόπευση ή σκοπευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά
σκοπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκοπευτικός
σκοπευτριών	=	σκοπεύτρια
σκοπευτών	noun	γενική πληθυντικού του σκοπευτής
σκοπεύαμε	=	σκοπεύω
σκοπεύαν	=	σκοπεύω
σκοπεύανε	=	σκοπεύω
σκοπεύατε	=	σκοπεύω
σκοπεύει	=	σκοπεύω
σκοπεύεις	=	σκοπεύω
σκοπεύετε	=	σκοπεύω
σκοπεύομε	=	σκοπεύω
σκοπεύοντας	=	σκοπεύω
σκοπεύουμε	=	σκοπεύω
σκοπεύουν	=	σκοπεύω
σκοπεύουνε	=	σκοπεύω
σκοπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσαν	=	σκοπεύω
σκοπεύσανε	=	σκοπεύω
σκοπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόπευση
σκοπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσεων	=	σκόπευση
σκοπεύσομε	=	σκοπεύω
σκοπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσουνε	=	σκοπεύω
σκοπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκοπεύτρια	noun	αυτή που σκοπεύει, που σημαδεύει, που στοχεύει με ένα όπλο
σκοπεύτριας	=	σκοπεύτρια
σκοπεύτριες	=	σκοπεύτρια
σκοπεύω	verb	κοιτάζω προσεκτικά και σημαδεύω με κάποιο όπλο έναν στόχο μπροστά μου
σκοπιά	noun	η εποπτική θέση παρατήρησης, φύλαξης και φρούρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρου
σκοπιάς	noun	γενική ενικού του σκοπιά
σκοπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπιά
σκοπιμοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του σκοπιμότητα
σκοπιμότης	noun	η σκοπιμότητα
σκοπιμότητα	noun	η εκούσια εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, ενίοτε χωρίς να ακολουθείται η ενδεδειγμένη ή συνηθισμένη διαδικασία
σκοπιμότητας	noun	γενική ενικού του σκοπιμότητα
σκοπιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπιμότητα
σκοπιωρέ	=	σκοπιωρός
σκοπιωροί	=	σκοπιωρός
σκοπιωρού	=	σκοπιωρός
σκοπιωρούς	=	σκοπιωρός
σκοπιωρό	=	σκοπιωρός
σκοπιωρός	noun	ναυτικός σκοπός που αποστέλλεται από το πλοίο στην ξηρά για ανίχνευση και επισκόπηση, αθέατος από άλλα πλοία
σκοπιωρών	=	σκοπιωρός
σκοπιών	=	σκοπιά
σκοποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοπός
σκοποβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοποβολή
σκοποβολή	noun	βολή με όπλο προς κάποιον στόχο
σκοποβολής	=	σκοποβολή
σκοποβολεία	=	σκοποβολείο
σκοποβολείο	noun	πεδίο βολής
σκοποβολείου	=	σκοποβολείο
σκοποβολείων	=	σκοποβολείο
σκοποβολεῖον	noun	σκοποβολείο
σκοποβολών	=	σκοποβολή
σκοποθεσία	noun	η στοχοθεσία, το να βάζει κάποιος στόχους προς επίτευξη
σκοποθεσίας	=	σκοποθεσία
σκοποθεσίες	=	σκοποθεσία
σκοποθεσιών	=	σκοποθεσία
σκοπολαμίνες	=	σκοπολαμίνη
σκοπολαμίνη	noun	αλκαλοειδής ουσία (C₁₇H₂₁NO₄) που βρίσκεται σε ορισμένα φυτά (μανδραγόρας, ντομάτα, πατάτα) και λειτουργεί ως αντιχολινεργικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ασθένειας κίνησης, της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου, και της γαστρεντερικής υπερκινητικότητας
σκοπολαμίνης	=	σκοπολαμίνη
σκοπολαμινών	=	σκοπολαμίνη
σκοπού	noun	γενική ενικού του σκοπός
σκοπούμενα	=	σκοπούμενο
σκοπούμενε	=	σκοπούμενος
σκοπούμενες	=	σκοπούμενος
σκοπούμενη	=	σκοπούμενος
σκοπούμενης	=	σκοπούμενος
σκοπούμενο	noun	ο στόχος, η επιδίωξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκοπούμενος
σκοπούμενοι	=	σκοπούμενος
σκοπούμενος	adj|formal	που είναι μέρος ενός τελικού στόχου
σκοπούμενου	=	σκοπούμενο
σκοπούμενους	=	σκοπούμενος
σκοπούμενων	=	σκοπούμενο
σκοπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκοπός
σκοπό	noun	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκοπός
σκοπός	noun	η αναγνωρισμένη επιθυμητή κατάσταση, ο στόχος, ο στόχος επίτευξης
σκοπόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοπόσημο
σκοπώ	verb|formal	μονοτονική γραφή του σκοπῶ, έχω σκοπώ, σκοπεύω, σχεδιάζω, θέτω στόχο
σκοπών	noun	γενική πληθυντικού του σκοπός
σκορ	noun	οι βαθμοί που κερδήθηκαν ή τα τέρματα που επιτεύχθηκαν από κάθε ομάδα ενός αθλητικού αγώνα, το αποτέλεσμα του αγώνα
σκοράραμε	=	σκοράρω
σκοράραν	=	σκοράρω
σκοράρανε	=	σκοράρω
σκοράρατε	=	σκοράρω
σκοράρει	=	σκοράρω
σκοράρεις	=	σκοράρω
σκοράρετε	=	σκοράρω
σκοράριζα	=	σκοράρω
σκοράριζαν	=	σκοράρω
σκοράριζε	=	σκοράρω
σκοράριζες	=	σκοράρω
σκοράρισα	=	σκοράρω
σκοράρισαν	=	σκοράρω
σκοράρισε	=	σκοράρω
σκοράρισες	=	σκοράρω
σκοράρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκοράρω
σκοράρομε	=	σκοράρω
σκοράροντας	=	σκοράρω
σκοράρουμε	=	σκοράρω
σκοράρουν	=	σκοράρω
σκοράρουνε	=	σκοράρω
σκοράρω	verb	πετυχαίνω πόντους ή γκολ σε (αντίστοιχο) άθλημα μεταβάλλοντας, έτσι, το σκορ
σκορακίζω	verb	διώχνω κάποιον στέλνοντάς τον ἐς κόρακας [στον διάβολο]
σκοραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοράρισμα
σκοραρίσματος	noun	γενική ενικού του σκοράρισμα
σκοραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκοράρισμα
σκορβουτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορβουτικό
σκορβουτικέ	adj	κλητική ενικού του σκορβουτικός
σκορβουτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορβουτική
σκορβουτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκορβουτικός
σκορβουτικής	adj	γενική ενικού του σκορβουτική
σκορβουτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκορβουτικός
σκορβουτικού	adj	γενική ενικού του σκορβουτικός
σκορβουτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκορβουτικός
σκορβουτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκορβουτικός
σκορβουτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκορβουτικός
σκορβούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορβούτο
σκορβούτο	noun	αρρώστια (συνήθως των ναυτικών) που εκδηλώνεται με πυρετό, καχεξία, αναιμία, αιμορραγίες και γαστρεντερίτιδες και οφείλεται σε έλλειψη βιταμίνης C
σκορβούτου	noun	γενική ενικού του σκορβούτο
σκορβούτων	noun	γενική πληθυντικού του σκορβούτο
σκορβοῦτον	noun	το σκορβούτο
σκορδέλαια	=	σκορδέλαιο
σκορδέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από σκόρδο
σκορδέλαιον	noun	σκορδέλαιο
σκορδέλαιου	=	σκορδέλαιο
σκορδέλαιων	=	σκορδέλαιο
σκορδίλα	noun	η ενοχλητική μυρωδιά του σκόρδου
σκορδίλας	noun	γενική ενικού του σκορδίλα
σκορδίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορδίλα
σκορδαλιά	noun	συνοδευτικό πιάτο ή ορεκτικό της ελληνικής κουζίνας με βασικό υλικό το σκόρδο, που περιέχει επίσης ψωμί, πατάτα, λάδι, καρύδια ή άλλα υλικά χτυπημένα όλα μαζί σ’ ένα ομογενοποιημένο μείγμα με κρεμώδη υφή
σκορδαλιάς	noun	γενική ενικού του σκορδαλιά
σκορδαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορδαλιά
σκορδαλιών	=	σκορδαλιά
σκορδελαίου	=	σκορδέλαιο
σκορδελαίων	=	σκορδέλαιο
σκορδοκαΐλα	noun	καούρα που προέρχεται από κατανάλωση σκόρδου
σκορδοκαΐλας	noun	γενική ενικού του σκορδοκαΐλα
σκορδοκαΐλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορδοκαΐλα
σκορδοπλεξίδα	noun	μια πλεξίδα / αρμαθιά με σκόρδα
σκορδοπλεξίδας	=	σκορδοπλεξίδα
σκορδοπλεξίδες	=	σκορδοπλεξίδα
σκορδοπλεξίδων	=	σκορδοπλεξίδα
σκορδοσκελίδα	noun	μια σκελίδα σκόρδο
σκορδοσκελίδας	=	σκορδοσκελίδα
σκορδοσκελίδες	=	σκορδοσκελίδα
σκορδοσκελίδων	=	σκορδοσκελίδα
σκορδοστουμπιού	=	σκορδοστούμπι
σκορδοστουμπιών	=	σκορδοστούμπι
σκορδοστούμπι	noun	υγρό μείγμα από ξίδι και σκόρδο, που μπορεί να περιέχει και άλλα μυρωδικά, το οποίο χρησιμοποιείται σαν καρύκευμα
σκορδοστούμπια	=	σκορδοστούμπι
σκορδοφάγε	=	σκορδοφάγος
σκορδοφάγο	=	σκορδοφάγος
σκορδοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκορδοφάγος
σκορδοφάγος	noun	που τρώει σκόρδα
σκορδοφάγου	=	σκορδοφάγος
σκορδοφάγους	=	σκορδοφάγος
σκορδοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του σκορδοφάγος
σκορδοφαγία	noun	η κατανάλωση σκόρδου σε μεγάλες ποσότητες
σκορδοφαγίας	noun	γενική ενικού του σκορδοφαγία
σκορδοφαγίες	=	σκορδοφαγία
σκορδοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του σκορδοφαγία
σκορδούλα	noun|vulgar	η πανούκλα
σκορδούλας	=	σκορδούλα
σκορδούλες	=	σκορδούλα
σκορδόξιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορδόξιδο
σκορδόξιδο	noun	το σκορδοστούμπι
σκορδόξιδου	noun	γενική ενικού του σκορδόξιδο
σκορδόξιδων	noun	γενική πληθυντικού του σκορδόξιδο
σκορδόπιστα	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστε	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστες	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστη	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστης	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστο	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστοι	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστος	adj|vulgar	άπιστος εραστής
σκορδόπιστου	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστους	=	σκορδόπιστος
σκορδόπιστων	=	σκορδόπιστος
σκορδόπρασα	=	σκορδόπρασο
σκορδόπρασο	noun	η πρασουλίδα
σκορδόπρασου	=	σκορδόπρασο
σκορδόπρασων	=	σκορδόπρασο
σκοροκτόνα	=	σκοροκτόνος
σκοροκτόνε	=	σκοροκτόνος
σκοροκτόνο	noun	σκεύασμα που συμβάλλει στην καταπολέμηση του σκόρου
σκοροκτόνοι	=	σκοροκτόνος
σκοροκτόνος	adj	που συμβάλλει στην καταπολέμηση του σκόρου
σκοροκτόνου	=	σκοροκτόνος
σκοροκτόνους	=	σκοροκτόνος
σκοροκτόνων	=	σκοροκτόνος
σκοροφάγωμα	noun	η καταστροφή / φθορά που έχει προκαλέσει κάποιος σκόρος
σκοροφαγωμάτων	=	σκοροφάγωμα
σκοροφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοροφαγωμένο
σκοροφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοροφαγωμένη
σκοροφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγωμένης	verb	γενική ενικού του σκοροφαγωμένη
σκοροφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγωμένος	verb	που τον έχει «φάει», τον έχει καταστρέψει ο σκόρος
σκοροφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοροφαγωμένος
σκοροφαγώματα	=	σκοροφάγωμα
σκοροφαγώματος	=	σκοροφάγωμα
σκορπά	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος σκορπώ
σκορπάω	verb	άλλη μορφή του σκορπίζω
σκορπίδι	noun	το ψάρι σκορπιός
σκορπίδια	=	σκορπίδι
σκορπίζαμε	=	σκορπίζω
σκορπίζαν	=	σκορπίζω
σκορπίζανε	=	σκορπίζω
σκορπίζατε	=	σκορπίζω
σκορπίζει	=	σκορπίζω
σκορπίζεις	=	σκορπίζω
σκορπίζεσαι	=	σκορπίζω
σκορπίζεστε	=	σκορπίζω
σκορπίζεται	=	σκορπίζω
σκορπίζετε	=	σκορπίζω
σκορπίζομαι	verb	λειτουργώ χωρίς πρόγραμμα και στοχοπροσήλωση, διασκορπίζω την ενέργειά μου
σκορπίζονται	=	σκορπίζω
σκορπίζονταν	=	σκορπίζω
σκορπίζοντας	=	σκορπίζω
σκορπίζου	=	σκορπίζομαι
σκορπίζουμε	=	σκορπίζω
σκορπίζουν	=	σκορπίζω
σκορπίζουνε	=	σκορπίζω
σκορπίζω	verb	ρίχνω, τοποθετώ ή πετάω σε διάφορες τυχαίες διευθύνσεις ή θέσεις κάποια αντικείμενα
σκορπίνα	noun	γένος ψαριών με μεγάλο κεφάλι, κόκκινο χρώμα και με πολλές άκανθες
σκορπίνας	=	σκορπίνα
σκορπίνες	=	σκορπίνα
σκορπίνων	=	σκορπίνα
σκορπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίσαν	=	σκορπίζω
σκορπίσανε	=	σκορπίζω
σκορπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόρπισμα
σκορπίσματος	noun	γενική ενικού του σκόρπισμα
σκορπίσου	=	σκορπίζω
σκορπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπίστηκα	=	σκορπίζω
σκορπίστηκαν	=	σκορπίζω
σκορπίστηκε	=	σκορπίζω
σκορπίστηκες	=	σκορπίζω
σκορπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκορπαινών	noun	γενική πληθυντικού του σκόρπαινα
σκορπαλευρά	=	σκορπαλευράς
σκορπαλευράδες	=	σκορπαλευράς
σκορπαλευράδων	=	σκορπαλευράς
σκορπαλευράς	noun|figurative	που ξοδεύει αλόγιστα, που σπαταλάει την περιουσία του
σκορπαλευρού	noun	θηλυκό του σκορπαλευράς
σκορπαλευρούδες	=	σκορπαλευρού
σκορπαλευρούδων	=	σκορπαλευρού
σκορπαλευρούς	=	σκορπαλευρού
σκορπιέ	noun	κλητική ενικού του σκορπιός
σκορπιέμαι	=	σκορπάω
σκορπιδιού	=	σκορπίδι
σκορπιδιών	=	σκορπίδι
σκορπιδόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορπιδόχορτο
σκορπιδόχορτο	noun	είδος φτέρης (Asplenium ceterach) που ανήκει στην οικογένεια Aspleniaceae
σκορπιδόχορτου	noun	γενική ενικού του σκορπιδόχορτο
σκορπιδόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του σκορπιδόχορτο
σκορπιζόμασταν	=	σκορπίζω
σκορπιζόμαστε	=	σκορπίζω
σκορπιζόμουν	=	σκορπίζω
σκορπιζόμουνα	=	σκορπίζω
σκορπιζόντουσαν	=	σκορπίζω
σκορπιζόσασταν	=	σκορπίζω
σκορπιζόσαστε	=	σκορπίζω
σκορπιζόσουν	=	σκορπίζω
σκορπιζόσουνα	=	σκορπίζω
σκορπιζόταν	=	σκορπίζω
σκορπιζότανε	=	σκορπίζω
σκορπιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκορπιός
σκορπιού	noun	γενική ενικού του σκορπιός
σκορπιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκορπιός
σκορπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκόρπισμα
σκορπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορπισμένο
σκορπισμένε	verb	κλητική ενικού του σκορπισμένος
σκορπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορπισμένη
σκορπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκορπισμένος
σκορπισμένης	verb	γενική ενικού του σκορπισμένη
σκορπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκορπισμένος
σκορπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκορπισμένος
σκορπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκορπάω / σκορπώ
σκορπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκορπισμένος
σκορπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκορπισμένος
σκορπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκορπισμένος
σκορπιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορπιστό	adv	με σκορπιστό τρόπο
σκορπιστέ	adj	κλητική ενικού του σκορπιστός
σκορπιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορπιστή
σκορπιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκορπιστός
σκορπιστήκαμε	=	σκορπίζω
σκορπιστήκαν	=	σκορπίζω
σκορπιστήκανε	=	σκορπίζω
σκορπιστήκατε	=	σκορπίζω
σκορπιστής	adj	γενική ενικού του σκορπιστή
σκορπιστεί	=	σκορπίζω
σκορπιστείτε	=	σκορπίζω
σκορπιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκορπιστός
σκορπιστού	adj	γενική ενικού του σκορπιστός
σκορπιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκορπιστός
σκορπιστό	adj	αιτιατική ενικού του σκορπιστός
σκορπιστός	adj	που σκορπίστηκε
σκορπιστών	adj	γενική πληθυντικού του σκορπιστός
σκορπιό	noun	αιτιατική ενικού του σκορπιός
σκορπιός	noun	μικρό αρθρόποδο που συγγενεύει με την αράχνη και ζει στα θερμά κλίματα.
σκορπιών	noun	γενική πληθυντικού του σκορπιός
σκορποχέρα	noun	θηλυκό του σκορποχέρης
σκορποχέρας	noun	γενική ενικού του σκορποχέρα
σκορποχέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορποχέρα
σκορποχέρη	=	σκορποχέρης
σκορποχέρηδες	=	σκορποχέρης
σκορποχέρηδων	=	σκορποχέρης
σκορποχέρης	noun	που απερίσκεπτα σκορπά (συνήθως τα χρήματά του)
σκορποχωριού	=	σκορποχώρι
σκορποχωριών	=	σκορποχώρι
σκορποχώρι	noun	το σύνολο που μέχρι πρότινος τα μέλη του ήταν ενωμένα και τώρα έχουν διασκορπιστεί
σκορποχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορποχώρι
σκορπώ	verb	λιγότερο συνηθισμένη μορφή του σκορπάω
σκορπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκορπάω / σκορπώ
σκορτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκορτσάρισμα
σκοτάδι	noun	η έλλειψη ή η απουσία φωτός
σκοτάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτάδι
σκοτάδιαζα	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιαζαν	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιαζε	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιαζες	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιασα	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιασαν	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιασε	=	σκοταδιάζω
σκοτάδιασες	=	σκοταδιάζω
σκοτία	noun	αρμός που χρησιμεύει για να τονίζει τη διαφορά δύο αρχιτεκτονικών στοιχείων δημιουργώντας σκιά
σκοτίας	=	σκοτία
σκοτίδι	noun|vulgar	το σκοτάδι
σκοτίδια	=	σκοτίδι
σκοτίδιασμα	noun|vulgar	σκοτείνιασμα
σκοτίες	=	σκοτία
σκοτίζαμε	=	σκοτίζω
σκοτίζαν	=	σκοτίζω
σκοτίζανε	=	σκοτίζω
σκοτίζατε	=	σκοτίζω
σκοτίζει	=	σκοτίζω
σκοτίζεις	=	σκοτίζω
σκοτίζεσαι	=	σκοτίζω
σκοτίζεστε	=	σκοτίζω
σκοτίζεται	=	σκοτίζω
σκοτίζετε	=	σκοτίζω
σκοτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκοτίζω
σκοτίζονται	=	σκοτίζω
σκοτίζονταν	=	σκοτίζω
σκοτίζοντας	=	σκοτίζω
σκοτίζουμε	=	σκοτίζω
σκοτίζουν	=	σκοτίζω
σκοτίζουνε	=	σκοτίζω
σκοτίζω	verb	ζαλίζω κάποιον απασχολώντας τον με κάτι, του σκοτίζω το μυαλό, τον ενοχλώ, τον επιβαρύνω
σκοτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίσαν	=	σκοτίζω
σκοτίσανε	=	σκοτίζω
σκοτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκότισμα
σκοτίσματος	=	σκότισμα
σκοτίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκοταδίστρια	noun	θηλυκό του σκοταδιστής
σκοταδίστριας	=	σκοταδίστρια
σκοταδίστριες	=	σκοταδίστρια
σκοταδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδερό	adv	χώρος που είναι σκοταδερός
σκοταδερέ	adj	κλητική ενικού του σκοταδερός
σκοταδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδερή
σκοταδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοταδερός
σκοταδερής	adj	γενική ενικού του σκοταδερή
σκοταδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοταδερός
σκοταδερού	adj	γενική ενικού του σκοταδερός
σκοταδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοταδερός
σκοταδερό	adj	αιτιατική ενικού του σκοταδερός
σκοταδερός	adj|literary	γεμάτος σκοτάδι, σκοτεινός
σκοταδερών	adj	γενική πληθυντικού του σκοταδερός
σκοταδιάζαμε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζαν	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζανε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζατε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζει	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζεις	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζετε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζοντας	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζουμε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζουν	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζουνε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάζω	verb	άλλη μορφή του σκοτεινιάζω
σκοταδιάσαμε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάσαν	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάσανε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάσατε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάσει	=	σκοταδιάζω
σκοταδιάστε	=	σκοταδιάζω
σκοταδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιασμένο
σκοταδιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκοταδιασμένος
σκοταδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιασμένη
σκοταδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοταδιασμένος
σκοταδιασμένης	verb	γενική ενικού του σκοταδιασμένη
σκοταδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκοταδιασμένος
σκοταδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιασμένος
σκοταδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοταδιασμένος
σκοταδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκοταδιασμένος
σκοταδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοταδιασμένος
σκοταδιού	noun	γενική ενικού του σκοτάδι
σκοταδισμέ	noun	κλητική ενικού του σκοταδισμός
σκοταδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοταδισμός
σκοταδισμού	noun	γενική ενικού του σκοταδισμός
σκοταδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκοταδισμός
σκοταδισμό	noun	αιτιατική ενικού του σκοταδισμός
σκοταδισμός	noun	η αντίθεση στη γνώση και στην πρόοδο, η τάση να θες να κρατήσεις το λαό στο σκοτάδι
σκοταδισμών	noun	γενική πληθυντικού του σκοταδισμός
σκοταδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιστής
σκοταδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκοταδιστής
σκοταδιστής	noun	που υποστηρίζει τις ιδέες του σκοταδισμού
σκοταδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιστικό
σκοταδιστικέ	adj	κλητική ενικού του σκοταδιστικός
σκοταδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιστική
σκοταδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοταδιστικός
σκοταδιστικής	adj	γενική ενικού του σκοταδιστική
σκοταδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοταδιστικός
σκοταδιστικού	adj	γενική ενικού του σκοταδιστικός
σκοταδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοταδιστικός
σκοταδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σκοταδιστικός
σκοταδιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σκοταδισμό ή τον σκοταδιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
σκοταδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σκοταδιστικός
σκοταδιστριών	=	σκοταδίστρια
σκοταδιστών	noun	γενική πληθυντικού του σκοταδιστής
σκοταδιών	=	σκοτάδι
σκοτασμέ	=	σκοτασμός
σκοτασμοί	=	σκοτασμός
σκοτασμού	=	σκοτασμός
σκοτασμούς	=	σκοτασμός
σκοτασμό	=	σκοτασμός
σκοτασμός	noun|formal	σκοτάδι (συχνά (μεταφορικά): πνευματικό)
σκοτασμών	=	σκοτασμός
σκοτείνια	noun|vulgar	άλλη μορφή του σκοτεινιά
σκοτείνιαζα	=	σκοτεινιάζω
σκοτείνιαζαν	=	σκοτεινιάζω
σκοτείνιαζε	=	σκοτεινιάζω
σκοτείνιαζες	=	σκοτεινιάζω
σκοτείνιας	=	σκοτείνια
σκοτείνιασα	=	σκοτεινιάζω
σκοτείνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτείνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτείνιασες	=	σκοτεινιάζω
σκοτείνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκοτεινιάζω
σκοτείνιες	=	σκοτείνια
σκοτεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκοτεινός	adv	με σκοτεινιά
σκοτεινάγρα	noun|literary	σκοτάδι, σκοτεινιά
σκοτεινάγρας	=	σκοτεινάγρα
σκοτεινάγρες	=	σκοτεινάγρα
σκοτεινάδα	noun|vulgar	σκοτεινιά, μουντάδα
σκοτεινάδας	noun	γενική ενικού του σκοτεινάδα
σκοτεινάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινάδα
σκοτεινέ	adj	κλητική ενικού του σκοτεινός
σκοτεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινή
σκοτεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτεινός
σκοτεινής	adj	γενική ενικού του σκοτεινή
σκοτεινιά	noun	το σκοτάδι, η έλλειψη φωτός
σκοτεινιάζαμε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζαν	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζανε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζατε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζει	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζεις	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζετε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζοντας	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζουμε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζουν	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζουνε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάζω	verb	κάνω κάτι (πιο) σκοτεινό
σκοτεινιάς	noun	γενική ενικού του σκοτεινιά
σκοτεινιάσαμε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσαν	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσανε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσατε	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτείνιασμα
σκοτεινιάσματος	noun	γενική ενικού του σκοτείνιασμα
σκοτεινιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτεινιάζω
σκοτεινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινιά
σκοτεινιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκοτείνιασμα
σκοτεινιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινιασμένο
σκοτεινιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινιασμένη
σκοτεινιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιασμένης	verb	γενική ενικού του σκοτεινιασμένη
σκοτεινιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιασμένος	=	σκοτεινιάζω
σκοτεινιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοτεινιασμένος
σκοτεινιών	=	σκοτεινιά
σκοτεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινός
σκοτεινοτήτων	=	σκοτεινότητα
σκοτεινού	adj	γενική ενικού του σκοτεινός
σκοτεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοτεινός
σκοτεινούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινούτσικο
σκοτεινούτσικε	adj	κλητική ενικού του σκοτεινούτσικος
σκοτεινούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινούτσικη
σκοτεινούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτεινούτσικος
σκοτεινούτσικης	adj	γενική ενικού του σκοτεινούτσικη
σκοτεινούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του σκοτεινούτσικος
σκοτεινούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινούτσικος
σκοτεινούτσικος	adj	υποκοριστικό του σκοτεινός
σκοτεινούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοτεινούτσικος
σκοτεινούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοτεινούτσικος
σκοτεινούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοτεινούτσικος
σκοτεινό	adj	αιτιατική ενικού του σκοτεινός
σκοτεινός	adj	που δε φωτίζεται
σκοτεινότατα	=	σκοτεινός
σκοτεινότατε	=	σκοτεινός
σκοτεινότατες	=	σκοτεινός
σκοτεινότατη	=	σκοτεινός
σκοτεινότατης	=	σκοτεινός
σκοτεινότατο	=	σκοτεινός
σκοτεινότατοι	=	σκοτεινός
σκοτεινότατος	=	σκοτεινός
σκοτεινότατου	=	σκοτεινός
σκοτεινότατους	=	σκοτεινός
σκοτεινότατων	=	σκοτεινός
σκοτεινότερα	=	σκοτεινός
σκοτεινότερε	=	σκοτεινός
σκοτεινότερες	=	σκοτεινός
σκοτεινότερη	=	σκοτεινός
σκοτεινότερης	=	σκοτεινός
σκοτεινότερο	=	σκοτεινός
σκοτεινότεροι	=	σκοτεινός
σκοτεινότερος	=	σκοτεινός
σκοτεινότερου	=	σκοτεινός
σκοτεινότερους	=	σκοτεινός
σκοτεινότερων	=	σκοτεινός
σκοτεινότητα	noun	η ιδιότητα του σκοτεινού
σκοτεινότητας	noun	γενική ενικού του σκοτεινότητα
σκοτεινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτεινότητα
σκοτεινόχρωμα	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμε	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμες	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμη	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμης	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμο	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμοι	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμος	adj	που έχει σκούρο / σκοτεινό χρώμα
σκοτεινόχρωμου	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμους	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινόχρωμων	=	σκοτεινόχρωμος
σκοτεινών	adj	γενική πληθυντικού του σκοτεινός
σκοτιδιάζω	verb|vulgar	σκοτεινιάζω
σκοτιδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτίδιασμα
σκοτιδιάσματος	noun	γενική ενικού του σκοτίδιασμα
σκοτιδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκοτίδιασμα
σκοτιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτιδιασμένο
σκοτιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτιδιασμένη
σκοτιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιασμένης	verb	γενική ενικού του σκοτιδιασμένη
σκοτιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοτιδιασμένος
σκοτιδιού	=	σκοτίδι
σκοτιδιών	=	σκοτίδι
σκοτιζόμασταν	=	σκοτίζω
σκοτιζόμαστε	=	σκοτίζω
σκοτιζόμουν	=	σκοτίζω
σκοτιζόμουνα	=	σκοτίζω
σκοτιζόντουσαν	=	σκοτίζω
σκοτιζόσασταν	=	σκοτίζω
σκοτιζόσαστε	=	σκοτίζω
σκοτιζόσουν	=	σκοτίζω
σκοτιζόσουνα	=	σκοτίζω
σκοτιζόταν	=	σκοτίζω
σκοτιζότανε	=	σκοτίζω
σκοτικά	noun	άλλη γραφή του σκωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκοτικός
σκοτικέ	adj	κλητική ενικού του σκοτικός
σκοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτική
σκοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτικός
σκοτικής	adj	γενική ενικού του σκοτική
σκοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτικός
σκοτικού	adj	γενική ενικού του σκοτικός
σκοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοτικός
σκοτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκοτικός
σκοτικός	adj	άλλη γραφή του σκωτικός, άλλη μορφή του σκοτσέζικος
σκοτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκοτικός
σκοτισμάρα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκοτίζω
σκοτισμάρας	=	σκοτισμάρα
σκοτισμάρες	=	σκοτισμάρα
σκοτισμάτων	=	σκότισμα
σκοτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτισμένο
σκοτισμένε	verb	κλητική ενικού του σκοτισμένος
σκοτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτισμένη
σκοτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτισμένος
σκοτισμένης	verb	γενική ενικού του σκοτισμένη
σκοτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκοτισμένος
σκοτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτισμένος
σκοτισμένος	verb	που τον έχει βρει το σκοτάδι.
σκοτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοτισμένος
σκοτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκοτισμένος
σκοτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοτισμένος
σκοτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτισμός
σκοτισμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκοτίζω, πνευματική σύγχυση, θόλωμα τού νου
σκοτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστήκαν	=	σκοτίζω
σκοτιστήκανε	=	σκοτίζω
σκοτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτίζομαι
σκοτιών	=	σκοτία
σκοτοδίνες	=	σκοτοδίνη
σκοτοδίνη	noun	πρόσκαιρη ζάλη με στιγμιαία απώλεια της όρασης και ίλιγγο
σκοτοδίνης	=	σκοτοδίνη
σκοτοδινιώ	verb|formal	έχω σκοτοδίνη
σκοτοδινιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκοτοδινιώ
σκοτοδινών	=	σκοτοδίνη
σκοτοδότης	noun|formal	κάποιος που φέρνει το σκοτάδι ή (μεταφορικά) τον θάνατο
σκοτούρα	noun	ό,τι μάς σκοτίζει, μας απασχολεί και μας ενοχλεί
σκοτούρας	noun	γενική ενικού του σκοτούρα
σκοτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτούρα
σκοτς	noun	σκοτική ποικιλία της αγγλικής γλώσσας που μιλιέται σε ορισμένες περιοχές της Σκοτίας.
σκοτσέζα	=	σκοτσέζος
σκοτσέζε	=	σκοτσέζος
σκοτσέζικα	noun	άλλη γραφή του σκωτσέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκοτσέζικος
σκοτσέζικε	adj	κλητική ενικού του σκοτσέζικος
σκοτσέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτσέζικη
σκοτσέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκοτσέζικος
σκοτσέζικης	adj	γενική ενικού του σκοτσέζικη
σκοτσέζικια	=	σκοτσέζικος
σκοτσέζικο	adj	αιτιατική ενικού του σκοτσέζικος
σκοτσέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτσέζικος
σκοτσέζικος	adj	απλοποιημένη γραφή του σκωτσέζικος
σκοτσέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκοτσέζικος
σκοτσέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκοτσέζικος
σκοτσέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκοτσέζικος
σκοτσέζο	=	σκοτσέζος
σκοτσέζοι	=	σκοτσέζος
σκοτσέζος	noun	απλοποιημένη γραφή του Σκωτσέζος
σκοτσέζου	=	σκοτσέζος
σκοτσέζους	=	σκοτσέζος
σκοτσέζων	=	σκοτσέζος
σκοτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθήκαν	=	σκοτώνω
σκοτωθήκανε	=	σκοτώνω
σκοτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωθούνε	=	σκοτώνω
σκοτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκότωμα
σκοτωμέ	noun	κλητική ενικού του σκοτωμός
σκοτωμένα	=	σκοτώνω
σκοτωμένε	=	σκοτώνω
σκοτωμένες	=	σκοτώνω
σκοτωμένη	=	σκοτώνω
σκοτωμένης	=	σκοτώνω
σκοτωμένο	adj	βλέπε σκοτωμένος
σκοτωμένοι	=	σκοτώνω
σκοτωμένος	=	σκοτώνω
σκοτωμένου	=	σκοτώνω
σκοτωμένους	=	σκοτώνω
σκοτωμένων	=	σκοτώνω
σκοτωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκοτωμός
σκοτωμού	noun	γενική ενικού του σκοτωμός
σκοτωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκοτωμός
σκοτωμό	noun	αιτιατική ενικού του σκοτωμός
σκοτωμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκοτώνω, η αφαίρεση της ζωής
σκοτωμών	noun	γενική πληθυντικού του σκοτωμός
σκοτωνόμασταν	=	σκοτώνω
σκοτωνόμαστε	=	σκοτώνω
σκοτωνόμουν	=	σκοτώνω
σκοτωνόμουνα	=	σκοτώνω
σκοτωνόντουσαν	=	σκοτώνω
σκοτωνόσασταν	=	σκοτώνω
σκοτωνόσαστε	=	σκοτώνω
σκοτωνόσουν	=	σκοτώνω
σκοτωνόσουνα	=	σκοτώνω
σκοτωνόταν	=	σκοτώνω
σκοτωνότανε	=	σκοτώνω
σκοτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκότωμα
σκοτώματος	noun	γενική ενικού του σκότωμα
σκοτώναμε	=	σκοτώνω
σκοτώναν	=	σκοτώνω
σκοτώνανε	=	σκοτώνω
σκοτώνατε	=	σκοτώνω
σκοτώνει	=	σκοτώνω
σκοτώνεις	=	σκοτώνω
σκοτώνεσαι	=	σκοτώνω
σκοτώνεστε	=	σκοτώνω
σκοτώνεται	=	σκοτώνω
σκοτώνετε	=	σκοτώνω
σκοτώνομαι	verb	χάνω τη ζωή μου από όπλο ή δυστύχημα
σκοτώνομε	=	σκοτώνω
σκοτώνονται	=	σκοτώνω
σκοτώνονταν	=	σκοτώνω
σκοτώνοντας	=	σκοτώνω
σκοτώνουμε	=	σκοτώνω
σκοτώνουν	=	σκοτώνω
σκοτώνουνε	=	σκοτώνω
σκοτώνω	verb	σταματάω, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
σκοτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσαν	=	σκοτώνω
σκοτώσανε	=	σκοτώνω
σκοτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσομε	=	σκοτώνω
σκοτώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνομαι
σκοτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώσουνε	=	σκοτώνω
σκοτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκοτώστρα	noun	μοτοσικλέτα ή αυτοκίνητο, επικίνδυνο λόγω κακής κατασκευής ή κατάστασης
σκοτώστρας	noun	γενική ενικού του σκοτώστρα
σκοτώστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκοτώστρα
σκοτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκουλάτα	=	σκουλάτος
σκουλάτε	=	σκουλάτος
σκουλάτες	=	σκουλάτος
σκουλάτη	=	σκουλάτος
σκουλάτης	=	σκουλάτος
σκουλάτο	=	σκουλάτος
σκουλάτοι	=	σκουλάτος
σκουλάτος	adj	για υφαντό του οποίου η επιφάνεια δεν είναι λεία, αλλά με θηλιές που δημιουργούν διακοσμητικά θέματα
σκουλάτου	=	σκουλάτος
σκουλάτους	=	σκουλάτος
σκουλάτων	=	σκουλάτος
σκουλήκι	noun	μικρό ερπετό ζώο χωρίς σπονδύλους, σκελετό και άκρα, με σωληνοειδές και μακρουλό σώμα, το οποίο χωρίζεται σε μικρά τμήματα
σκουλήκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλήκι
σκουλήκιαζα	=	σκουληκιάζω
σκουλήκιαζαν	=	σκουληκιάζω
σκουλήκιαζε	=	σκουληκιάζω
σκουλήκιαζες	=	σκουληκιάζω
σκουλήκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουλήκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουλήκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουλήκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουλήκων	=	σκούληκας
σκουλί	noun	δεσμίδα νήματος, ματσάκι
σκουλαμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλαμέντο
σκουλαμέντο	noun|dated	βλεννόρροια
σκουλαμέντου	noun	γενική ενικού του σκουλαμέντο
σκουλαμέντων	noun	γενική πληθυντικού του σκουλαμέντο
σκουλαρίκι	noun	κόσμημα, συνήθως μεταλλικό, το οποίο φοράται από τρύπα, συνήθως του λοβού του αυτιού
σκουλαρίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλαρίκι
σκουλαρικιού	=	σκουλαρίκι
σκουλαρικιών	=	σκουλαρίκι
σκουληκάκι	noun	υποκοριστικό του σκουλήκι
σκουληκάκια	=	σκουληκάκι
σκουληκαντέρα	noun	μεγάλου μεγέθους σκουλήκι
σκουληκαντέρας	noun	γενική ενικού του σκουληκαντέρα
σκουληκαντέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκαντέρα
σκουληκαντερών	noun	γενική πληθυντικού του σκουληκαντέρα
σκουληκιάζαμε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζαν	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζανε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζατε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζει	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζεις	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζετε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζοντας	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζουμε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζουν	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζουνε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάζω	verb	καλύπτομαι από ή βγάζω σκουλήκια
σκουληκιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουληκιάρης
σκουληκιάρας	adj	γενική ενικού του σκουληκιάρα
σκουληκιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιάρα
σκουληκιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκουληκιάρης
σκουληκιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιάρης
σκουληκιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σκουληκιάρης
σκουληκιάρης	adj	γεμάτος σκουλήκια
σκουληκιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιάρικο
σκουληκιάρικε	adj	κλητική ενικού του σκουληκιάρικος
σκουληκιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιάρικη
σκουληκιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουληκιάρικος
σκουληκιάρικης	adj	γενική ενικού του σκουληκιάρικη
σκουληκιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκουληκιάρης
σκουληκιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιάρικος
σκουληκιάρικος	adj	γεμάτος σκουλήκια
σκουληκιάρικου	adj	γενική ενικού του σκουληκιάρικο
σκουληκιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκουληκιάρικος
σκουληκιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σκουληκιάρικο
σκουληκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσαν	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάσανε	=	σκουληκιάζω
σκουληκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλήκιασμα
σκουληκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουληκιάζω
σκουληκιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιασμένο
σκουληκιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκουληκιασμένος
σκουληκιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιασμένη
σκουληκιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουληκιασμένος
σκουληκιασμένης	verb	γενική ενικού του σκουληκιασμένη
σκουληκιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκουληκιασμένος
σκουληκιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουληκιασμένος
σκουληκιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουληκιασμένος
σκουληκιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκουληκιασμένος
σκουληκιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουληκιασμένος
σκουληκιού	=	σκουλήκι
σκουληκιών	=	σκουλήκι
σκουληκομερμηγκότρυπα	noun	Τρύπα σκουληκιών και μυρμηγκιών.
σκουληκομερμηγκότρυπας	=	σκουληκομερμηγκότρυπα
σκουληκομερμηγκότρυπες	=	σκουληκομερμηγκότρυπα
σκουληκομερμηγκότρυπων	=	σκουληκομερμηγκότρυπα
σκουληκομυρμηγκότρυπα	noun	τρύπα στο έδαφος που χρησιμοποιούν σκουλήκια και μυρμήγκια
σκουληκομυρμηγκότρυπας	=	σκουληκομυρμηγκότρυπα
σκουληκομυρμηγκότρυπες	=	σκουληκομυρμηγκότρυπα
σκουληκομυρμηγκότρυπων	=	σκουληκομυρμηγκότρυπα
σκουληκοφάγωμα	noun	κάτι που το έχουν φάει ή καταστρέψει σκουλήκια
σκουληκοφαγωμάτων	=	σκουληκοφάγωμα
σκουληκοφαγωμένα	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένε	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένες	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένη	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένης	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένο	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένοι	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένος	verb	που έχει φαγωθεί από σκουλήκια, που τον έχουν καταστρέψει
σκουληκοφαγωμένου	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένους	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγωμένων	=	σκουληκοφαγωμένος
σκουληκοφαγώματα	=	σκουληκοφάγωμα
σκουληκοφαγώματος	=	σκουληκοφάγωμα
σκουληκοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκοφωλιά
σκουληκότρυπα	noun	υποθετική τοπολογική «σήραγγα» του χωροχρόνου που συνδέει απομακρυσμένες περιοχές του ίδιου σύμπαντος —ή διαφορετικά σύμπαντα— επιτρέποντας, κατʼ αρχήν, συντομότερες διαδρομές από τις κανονικές τροχιές μέσα στον χωροχρόνο
σκουληκότρυπας	=	σκουληκότρυπα
σκουληκότρυπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουληκότρυπα
σκουληκότρυπων	=	σκουληκότρυπα
σκουληκόψαρα	=	σκουληκόψαρο
σκουληκόψαρο	noun	πρωτόγονο ψάρι χωρίς γνάθο και με νωτοχορδή (όχι σπονδυλική στήλη), με επιστημονική ονομασία Microdesminae
σκουληκόψαρου	=	σκουληκόψαρο
σκουληκόψαρων	=	σκουληκόψαρο
σκουλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουλί
σκουμβρί	=	σκουμπρί
σκουμπρί	noun	πελαγικό είδος ψαριού (Scomber scombrus, Σκόμβρος ο γνήσιος), της οικογένειας Σκομβρίδες, συγγενικό με τον κολιό.
σκουμπριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουμπρί
σκουμπριού	=	σκουμπρί
σκουμπριών	=	σκουμπρί
σκουνιέρη	=	σκουνιέρης
σκουνιέρηδες	=	σκουνιέρης
σκουνιέρηδων	=	σκουνιέρης
σκουνιέρης	noun	καπετάνιος σκούνας
σκουντά	=	σκουντάω
σκουντάγαμε	=	σκουντάω
σκουντάγανε	=	σκουντάω
σκουντάγατε	=	σκουντάω
σκουντάει	=	σκουντάω
σκουντάμε	=	σκουντάω
σκουντάν	=	σκουντάω
σκουντάνε	=	σκουντάω
σκουντάς	=	σκουντάω
σκουντάτε	=	σκουντάω
σκουντάω	verb	πιέζω ελαφρά κάποιον με το χέρι (ή το πόδι)
σκουντήθηκα	=	σκουντάω
σκουντήθηκαν	=	σκουντάω
σκουντήθηκε	=	σκουντάω
σκουντήθηκες	=	σκουντάω
σκουντήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούντημα
σκουντήματος	noun	γενική ενικού του σκούντημα
σκουντήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξαν	=	σκουντάω
σκουντήξανε	=	σκουντάω
σκουντήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξου	=	σκουντάω
σκουντήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξουνε	=	σκουντάω
σκουντήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκουντήσαμε	=	σκουντάω
σκουντήσαν	=	σκουντάω
σκουντήσανε	=	σκουντάω
σκουντήσατε	=	σκουντάω
σκουντήσει	=	σκουντάω
σκουντήσεις	=	σκουντάω
σκουντήσετε	=	σκουντάω
σκουντήσου	=	σκουντάω
σκουντήσουμε	=	σκουντάω
σκουντήσουν	=	σκουντάω
σκουντήσουνε	=	σκουντάω
σκουντήστε	=	σκουντάω
σκουντήσω	=	σκουντάω
σκουντήχτε	=	σκουντάω
σκουντήχτηκα	=	σκουντάω
σκουντήχτηκαν	=	σκουντάω
σκουντήχτηκε	=	σκουντάω
σκουντήχτηκες	=	σκουντάω
σκουντηγμένος	=	σκουντάω
σκουντηθήκαμε	=	σκουντάω
σκουντηθήκαν	=	σκουντάω
σκουντηθήκανε	=	σκουντάω
σκουντηθήκατε	=	σκουντάω
σκουντηθεί	=	σκουντάω
σκουντηθείς	=	σκουντάω
σκουντηθείτε	=	σκουντάω
σκουντηθούμε	=	σκουντάω
σκουντηθούν	=	σκουντάω
σκουντηθούνε	=	σκουντάω
σκουντηθώ	=	σκουντάω
σκουντημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκούντημα
σκουντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντημένο
σκουντημένε	verb	κλητική ενικού του σκουντημένος
σκουντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντημένη
σκουντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουντημένος
σκουντημένης	verb	γενική ενικού του σκουντημένη
σκουντημένο	verb	αιτιατική ενικού του σκουντημένος
σκουντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουντημένος
σκουντημένος	verb	που τον έχουν σκουντήσει
σκουντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουντημένος
σκουντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκουντημένος
σκουντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουντημένος
σκουντηχτήκαμε	=	σκουντάω
σκουντηχτήκαν	=	σκουντάω
σκουντηχτήκανε	=	σκουντάω
σκουντηχτήκατε	=	σκουντάω
σκουντηχτεί	=	σκουντάω
σκουντηχτείς	=	σκουντάω
σκουντηχτείτε	=	σκουντάω
σκουντηχτούμε	=	σκουντάω
σκουντηχτούν	=	σκουντάω
σκουντηχτούνε	=	σκουντάω
σκουντηχτώ	=	σκουντάω
σκουντιά	noun|figurative	το σκούντημα, η σπρωξιά, η ώθηση
σκουντιάς	noun	γενική ενικού του σκουντιά
σκουντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκουντώ
σκουντιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντιά
σκουντιέσαι	=	σκουντάω
σκουντιέστε	=	σκουντάω
σκουντιέται	=	σκουντάω
σκουντιούνται	=	σκουντάω
σκουντιούνταν	=	σκουντάω
σκουντιόμασταν	=	σκουντάω
σκουντιόμαστε	=	σκουντάω
σκουντιόμουν	=	σκουντάω
σκουντιόμουνα	=	σκουντάω
σκουντιόνταν	=	σκουντάω
σκουντιόντανε	=	σκουντάω
σκουντιόντουσαν	=	σκουντάω
σκουντιόσασταν	=	σκουντάω
σκουντιόσαστε	=	σκουντάω
σκουντιόσουν	=	σκουντάω
σκουντιόσουνα	=	σκουντάω
σκουντιόταν	=	σκουντάω
σκουντιότανε	=	σκουντάω
σκουντιών	=	σκουντιά
σκουντουφλάω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σκουντουφλώ
σκουντουφλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντούφλημα
σκουντουφλήματος	noun	γενική ενικού του σκουντούφλημα
σκουντουφλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντουφλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκουντούφλημα
σκουντουφλιάζαμε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζαν	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζανε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζατε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζει	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζεις	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζετε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζοντας	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζουμε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζουν	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζουνε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σκουντουφλώ
σκουντουφλιάσαμε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάσαν	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάσανε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάσατε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάσει	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιάσματα	=	σκουντούφλιασμα
σκουντουφλιάσματος	=	σκουντούφλιασμα
σκουντουφλιάστε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντουφλιασμάτων	=	σκουντούφλιασμα
σκουντουφλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντουφλιασμένο
σκουντουφλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντουφλιασμένη
σκουντουφλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλιασμένης	verb	γενική ενικού του σκουντουφλιασμένη
σκουντουφλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουντουφλιασμένος
σκουντουφλώ	verb	σκοντάφτω, συνήθως συνεχόμενα
σκουντουφλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκουντουφλάω / σκουντουφλώ
σκουντούμε	=	σκουντάω
σκουντούν	=	σκουντάω
σκουντούνε	=	σκουντάω
σκουντούσα	=	σκουντάω
σκουντούσαμε	=	σκουντάω
σκουντούσαν	=	σκουντάω
σκουντούσανε	=	σκουντάω
σκουντούσατε	=	σκουντάω
σκουντούσε	=	σκουντάω
σκουντούσες	=	σκουντάω
σκουντούφλα	noun	θηλυκό του σκουντούφλης
σκουντούφλας	noun	γενική ενικού του σκουντούφλα
σκουντούφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουντούφλα
σκουντούφλη	=	σκουντούφλης
σκουντούφληδες	=	σκουντούφλης
σκουντούφληδων	=	σκουντούφλης
σκουντούφλημα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του σκουντουφλώ
σκουντούφλης	noun	αυτός που σκουντουφλά
σκουντούφλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντούφλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντούφλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντούφλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντουφλώ
σκουντούφλιαζα	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιαζαν	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιαζε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιαζες	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιασα	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιασαν	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιασε	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιασες	=	σκουντουφλιάζω
σκουντούφλιασμα	noun	άλλη μορφή του σκουντούφλημα
σκουντώ	verb	άλλη μορφή του σκουντάω
σκουντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκουντάω / σκουντώ
σκουνών	noun	γενική πληθυντικού του σκούνα
σκουξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούξιμο
σκουξίματος	noun	γενική ενικού του σκούξιμο
σκουξιμάτων	=	σκούξιμο
σκουπάκι	noun	μικρή σκούπα
σκουπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπάκι
σκουπίδι	noun	άχρηστο αντικείμενο που πρέπει να πεταχτεί, να αποβληθεί
σκουπίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπίδι
σκουπίζαμε	=	σκουπίζω
σκουπίζαν	=	σκουπίζω
σκουπίζανε	=	σκουπίζω
σκουπίζατε	=	σκουπίζω
σκουπίζει	=	σκουπίζω
σκουπίζεις	=	σκουπίζω
σκουπίζεσαι	=	σκουπίζω
σκουπίζεστε	=	σκουπίζω
σκουπίζεται	=	σκουπίζω
σκουπίζετε	=	σκουπίζω
σκουπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σκουπίζω
σκουπίζομε	=	σκουπίζω
σκουπίζονται	=	σκουπίζω
σκουπίζονταν	=	σκουπίζω
σκουπίζοντας	=	σκουπίζω
σκουπίζου	=	σκουπίζομαι
σκουπίζουμε	=	σκουπίζω
σκουπίζουν	=	σκουπίζω
σκουπίζουνε	=	σκουπίζω
σκουπίζω	verb	καθαρίζω έναν χώρο χρησιμοποιώντας σκούπα
σκουπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσαν	=	σκουπίζω
σκουπίσανε	=	σκουπίζω
σκουπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούπισμα
σκουπίσματος	=	σκούπισμα
σκουπίσομε	=	σκουπίζω
σκουπίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίσουνε	=	σκουπίζω
σκουπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκουπιδάκι	noun	υποκοριστικό του σκουπίδι
σκουπιδάκια	=	σκουπιδάκι
σκουπιδαριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδαριό
σκουπιδαριού	noun	γενική ενικού του σκουπιδαριό
σκουπιδαριό	noun	μέρος στο οποίο όλοι έχουν ρίξει σκουπίδια, χώρος γεμάτο σκουπίδια
σκουπιδαριών	noun	γενική πληθυντικού του σκουπιδαριό
σκουπιδιάρα	noun	το απορριμματοφόρο, το σκουπιδιάρικο
σκουπιδιάρας	noun	γενική ενικού του σκουπιδιάρα
σκουπιδιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδιάρα
σκουπιδιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκουπιδιάρης
σκουπιδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδιάρης
σκουπιδιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του σκουπιδιάρης
σκουπιδιάρης	noun	ο δημοτικός υπάλληλος που μαζεύει τα σκουπίδια από δημόσιους χώρους και συνοδεύει τα απορριμματοφόρα οχήματα αδειάζοντας τους κάδους
σκουπιδιάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδιάρικο
σκουπιδιάρικο	noun	όχημα για την αποκομιδή των απορριμάτων
σκουπιδιάρικου	noun	γενική ενικού του σκουπιδιάρικο
σκουπιδιάρικων	noun	γενική πληθυντικού του σκουπιδιάρικο
σκουπιδιάρισσα	=	σκουπιδιάρης
σκουπιδιαραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδιάρης
σκουπιδιαραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκουπιδιάρης
σκουπιδιαραίων	noun	γενική πληθυντικού του σκουπιδιάρης
σκουπιδιού	=	σκουπίδι
σκουπιδιών	=	σκουπίδι
σκουπιδοκάναλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδοκάναλο
σκουπιδομάνι	noun	πλήθος σκουπιδιών, σκουπιδαριό αλλά σε μεγάλη ποσότητα, πλήθος άχρηστων αντικειμένων, εγγράφων, ρούχων
σκουπιδομάνια	=	σκουπιδομάνι
σκουπιδοντενεκέ	=	σκουπιδοντενεκές
σκουπιδοντενεκέδες	=	σκουπιδοντενεκές
σκουπιδοντενεκέδων	=	σκουπιδοντενεκές
σκουπιδοντενεκές	noun	άλλη μορφή του σκουπιδοτενεκές
σκουπιδοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδοπαρέα
σκουπιδοτενεκέ	=	σκουπιδοτενεκές
σκουπιδοτενεκέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδοτενεκές
σκουπιδοτενεκέδων	=	σκουπιδοτενεκές
σκουπιδοτενεκές	noun	ο τενεκές στον οποίο πετάμε τα σκουπίδια
σκουπιδοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδοφάγος
σκουπιδοφυλλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδοφυλλάδα
σκουπιδόκαδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδόκαδος
σκουπιδότοπε	=	σκουπιδότοπος
σκουπιδότοπο	=	σκουπιδότοπος
σκουπιδότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουπιδότοπος
σκουπιδότοπος	noun	τόπος όπου πετιούνται τα σκουπίδια
σκουπιδότοπου	=	σκουπιδότοπος
σκουπιδότοπους	=	σκουπιδότοπος
σκουπιδότοπων	=	σκουπιδότοπος
σκουπιζόμασταν	=	σκουπίζω
σκουπιζόμαστε	=	σκουπίζω
σκουπιζόμουν	=	σκουπίζω
σκουπιζόμουνα	=	σκουπίζω
σκουπιζόντουσαν	=	σκουπίζω
σκουπιζόσασταν	=	σκουπίζω
σκουπιζόσαστε	=	σκουπίζω
σκουπιζόσουν	=	σκουπίζω
σκουπιζόσουνα	=	σκουπίζω
σκουπιζόταν	=	σκουπίζω
σκουπιζότανε	=	σκουπίζω
σκουπισμάτων	=	σκούπισμα
σκουπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπισμένο
σκουπισμένε	verb	κλητική ενικού του σκουπισμένος
σκουπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπισμένη
σκουπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουπισμένος
σκουπισμένης	verb	γενική ενικού του σκουπισμένη
σκουπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκουπισμένος
σκουπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουπισμένος
σκουπισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκουπίζω
σκουπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουπισμένος
σκουπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκουπισμένος
σκουπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουπισμένος
σκουπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστήκαν	=	σκουπίζω
σκουπιστήκανε	=	σκουπίζω
σκουπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπιστούνε	=	σκουπίζω
σκουπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουπίζομαι
σκουπόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπόξυλο
σκουπόξυλο	noun	ξύλινο κοντάρι στο οποίο στην μια άκρη βάζουμε την σκούπα
σκουπόξυλου	noun	γενική ενικού του σκουπόξυλο
σκουπόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του σκουπόξυλο
σκουπόσπορε	=	σκουπόσπορος
σκουπόσπορο	=	σκουπόσπορος
σκουπόσποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουπόσπορος
σκουπόσπορος	noun	ο σπόρος του σκουπόχορτου ή αλλιώς σκούπας
σκουπόσπορου	=	σκουπόσπορος
σκουπόσπορους	=	σκουπόσπορος
σκουπόσπορων	=	σκουπόσπορος
σκουπόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουπόχορτο
σκουπόχορτο	noun	αειθαλής θάμνος, «σόργος ο σαρωματικός» / «σόργον το σάρωθρον» / Sorghum scoparion, από τον οποίο κατασκευάζονται σκούπες
σκουπόχορτου	=	σκουπόχορτο
σκουπόχορτων	=	σκουπόχορτο
σκουπών	noun	γενική πληθυντικού του σκούπα
σκουράντζος	noun	η ρέγκα
σκουρέτο	noun	λεπτή σανίδα για την κατασκευή παραθύρων, πατωμάτων, επίπλων
σκουραίναμε	=	σκουραίνω
σκουραίναν	=	σκουραίνω
σκουραίνανε	=	σκουραίνω
σκουραίνατε	=	σκουραίνω
σκουραίνει	=	σκουραίνω
σκουραίνεις	=	σκουραίνω
σκουραίνετε	=	σκουραίνω
σκουραίνοντας	=	σκουραίνω
σκουραίνουμε	=	σκουραίνω
σκουραίνουν	=	σκουραίνω
σκουραίνουνε	=	σκουραίνω
σκουραίνω	verb	κάνω κάτι (πιο) σκούρο
σκουριά	noun	οξείδιο που δημιουργείται στην επιφάνεια μεταλλικών αντικειμένων
σκουριάζαμε	=	σκουριάζω
σκουριάζαν	=	σκουριάζω
σκουριάζανε	=	σκουριάζω
σκουριάζατε	=	σκουριάζω
σκουριάζει	=	σκουριάζω
σκουριάζεις	=	σκουριάζω
σκουριάζετε	=	σκουριάζω
σκουριάζοντας	=	σκουριάζω
σκουριάζουμε	=	σκουριάζω
σκουριάζουν	=	σκουριάζω
σκουριάζουνε	=	σκουριάζω
σκουριάζω	verb	προκαλώ σκουριά σε κάτι, οξειδώνω
σκουριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουριάρικο
σκουριάρικε	adj	κλητική ενικού του σκουριάρικος
σκουριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουριάρικη
σκουριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουριάρικος
σκουριάρικης	adj	γενική ενικού του σκουριάρικη
σκουριάρικο	adj	αιτιατική ενικού του σκουριάρικος
σκουριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουριάρικος
σκουριάρικος	adj|vulgar	σκουριασμένος
σκουριάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουριάρικος
σκουριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκουριάρικος
σκουριάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουριάρικος
σκουριάς	noun	γενική ενικού του σκουριά
σκουριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάσαν	=	σκουριάζω
σκουριάσανε	=	σκουριάζω
σκουριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούριασμα
σκουριάσματος	noun	γενική ενικού του σκούριασμα
σκουριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριάστηκα	=	σκουριάζω
σκουριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουριά
σκουριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκούριασμα
σκουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουριασμένο
σκουριασμένε	verb	κλητική ενικού του σκουριασμένος
σκουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουριασμένη
σκουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουριασμένος
σκουριασμένης	verb	γενική ενικού του σκουριασμένη
σκουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκουριασμένος
σκουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουριασμένος
σκουριασμένος	verb	που έχει σκουριάσει, έχει οξειδωθεί
σκουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουριασμένος
σκουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκουριασμένος
σκουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουριασμένος
σκουριών	=	σκουριά
σκουροκόκκινα	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινε	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινες	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινη	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινης	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινο	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινοι	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινος	adj	που έχει χρώμα σκούρο κόκκινο
σκουροκόκκινου	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινους	=	σκουροκόκκινος
σκουροκόκκινων	=	σκουροκόκκινος
σκουροπράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουροπράσινο
σκουροπράσινε	adj	κλητική ενικού του σκουροπράσινος
σκουροπράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουροπράσινη
σκουροπράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουροπράσινος
σκουροπράσινης	adj	γενική ενικού του σκουροπράσινη
σκουροπράσινο	adj	αιτιατική ενικού του σκουροπράσινος
σκουροπράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουροπράσινος
σκουροπράσινος	adj	που έχει σκούρο πράσινο χρώμα
σκουροπράσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουροπράσινος
σκουροπράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκουροπράσινος
σκουροπράσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουροπράσινος
σκουροφέρνω	verb	έχω σκούρο χρώμα
σκουροχρώσεις	=	σκουρόχρωση
σκουροχρώσεων	=	σκουρόχρωση
σκουρόχρωμα	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμε	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμες	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμη	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμης	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμο	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμοι	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμος	adj	που έχει σκούρο χρώμα
σκουρόχρωμου	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμους	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωμων	=	σκουρόχρωμος
σκουρόχρωση	noun	ο σκούρος χρωματισμός κάποιου αντικειμένου
σκουρόχρωσης	=	σκουρόχρωση
σκουρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύναν	=	σκουραίνω
σκουρύνανε	=	σκουραίνω
σκουρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουρύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκουσμάρι	noun	δυνατό κλάμα
σκουσμάρια	=	σκουσμάρι
σκουσμαριού	=	σκουσμάρι
σκουσμαριών	=	σκουσμάρι
σκουτάρι	noun|literary	η ασπίδα στη βυζαντινή περίοδο
σκουτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουτάρι
σκουτέλα	noun|vulgar	πιατέλα, μεγάλη γαβάθα, μεγαλύτερη από το σκουτέλι
σκουτέλας	noun	γενική ενικού του σκουτέλα
σκουτέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουτέλα
σκουτέλι	noun|dated	πιάτο, γαβαθούλα
σκουτέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουτέλι
σκουτέλλι	noun	ετυμολογική γραφή του σκουτέλι κατά το λατινικό scutella
σκουτέλλια	=	σκουτέλλι
σκουτέλλιν	noun	το σκουτέλι
σκουτί	noun	χοντρό ύφασμα
σκουταριού	=	σκουτάρι
σκουταριών	=	σκουτάρι
σκουτελιού	=	σκουτέλι
σκουτελιών	=	σκουτέλι
σκουτελλιού	=	σκουτέλλι
σκουτελλιών	=	σκουτέλλι
σκουτεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουτεράκι
σκουτζίκων	=	σκούτζικας
σκουτιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουτί
σκουτιού	=	σκουτί
σκουτιών	=	σκουτί
σκουφά	=	σκουφάς
σκουφάδες	=	σκουφάς
σκουφάδων	=	σκουφάς
σκουφάκι	noun	υποκοριστικό του σκούφος / σκουφί
σκουφάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουφάκι
σκουφάς	noun	ο κατασκευαστής σκούφων
σκουφάτα	=	σκουφάτος
σκουφάτε	=	σκουφάτος
σκουφάτες	=	σκουφάτος
σκουφάτη	=	σκουφάτος
σκουφάτης	=	σκουφάτος
σκουφάτο	=	σκουφάτος
σκουφάτοι	=	σκουφάτος
σκουφάτος	adj	που φορά σκουφί / σκούφια
σκουφάτου	=	σκουφάτος
σκουφάτους	=	σκουφάτος
σκουφάτων	=	σκουφάτος
σκουφί	noun	άλλη μορφή του σκούφος
σκουφίτσα	noun	υποκοριστικό του σκούφια
σκουφίτσας	noun	γενική ενικού του σκουφίτσα
σκουφίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουφίτσα
σκουφιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουφί
σκουφιού	=	σκουφί
σκουφιών	=	σκουφί
σκουφωμάτων	=	σκούφωμα
σκουφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουφωμένο
σκουφωμένε	verb	κλητική ενικού του σκουφωμένος
σκουφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκουφωμένη
σκουφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκουφωμένος
σκουφωμένης	verb	γενική ενικού του σκουφωμένη
σκουφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκουφωμένος
σκουφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκουφωμένος
σκουφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκουφωμένος
σκουφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκουφωμένος
σκουφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκουφωμένος
σκουφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούφωμα
σκουφώματος	=	σκούφωμα
σκουφώνω	verb	φορώ σε κάποιον το σκούφο του.
σκουός	noun	αθλητικό παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες (ή τέσσερις σε περίπτωση διπλού παιχνιδιού) σε κλειστό γήπεδο με τέσσερις τοίχους, με τους παίκτες να χτυπούν μια μικρή λαστιχένια μπάλα στον τοίχο με σκοπό να μην μπορέσει ο αντίπαλος να την επιστρέψει σωστά
σκούδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούδο
σκούδο	noun	ονομασία παλιών ιταλικών νομισμάτων
σκούδου	noun	γενική ενικού του σκούδο
σκούδων	noun	γενική πληθυντικού του σκούδο
σκούζω	verb	βγάζω διαπεραστικές κραυγές
σκούλε	=	σκούλος
σκούληκα	=	σκούληκας
σκούληκας	noun	μεγεθυντικό του σκουλήκι
σκούληκες	=	σκούληκας
σκούλλος	noun	εξαιρετικά υποτιμητικά: άτομο με καταγωγή από την επαρχία της Πάφου, ο Παφίτης
σκούλο	=	σκούλος
σκούλοι	=	σκούλος
σκούλος	noun	η ράχη του σκεπαρνιού
σκούλου	=	σκούλος
σκούλους	=	σκούλος
σκούλων	=	σκούλος
σκούνα	noun	ιστιοφόρο, συνήθως με δύο κατάρτια από τα οποία το πρυμναίο κατάρτι είναι λίγο ψηλότερο (και συνήθως με τραπεζοειδές πανί) από το πλωραίο (που έχει συνήθως τριγωνικό πανί) και πολλές φορές έχει και τρίτο μικρότερο κατάρτι στην πρύμνη, με τριγωνικό πανί, για ιστιοδρομία
σκούνας	noun	γενική ενικού του σκούνα
σκούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούνα
σκούντα	=	σκουντάω
σκούνταγα	=	σκουντάω
σκούνταγαν	=	σκουντάω
σκούνταγε	=	σκουντάω
σκούνταγες	=	σκουντάω
σκούντημα	noun|figurative	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκουντώ
σκούντηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκούντηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκούντηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκούντηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουντώ
σκούντησα	=	σκουντάω
σκούντησαν	=	σκουντάω
σκούντησε	=	σκουντάω
σκούντησες	=	σκουντάω
σκούξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξιμο	noun	το ουρλιαχτό
σκούξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκούζω
σκούπα	noun	μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα
σκούπας	noun	γενική ενικού του σκούπα
σκούπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούπα
σκούπιζα	=	σκουπίζω
σκούπιζαν	=	σκουπίζω
σκούπιζε	=	σκουπίζω
σκούπιζες	=	σκουπίζω
σκούπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκούπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκούπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκούπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουπίζω
σκούπισμα	noun	η ενέργεια του σκουπίζω
σκούρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκούρος	noun	τα παντζούρια
σκούραινα	=	σκουραίνω
σκούραιναν	=	σκουραίνω
σκούραινε	=	σκουραίνω
σκούραινες	=	σκουραίνω
σκούρας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (σκούρα) του σκούρος
σκούρε	=	σκούρος
σκούρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (σκούρα) του σκούρος
σκούριαζα	=	σκουριάζω
σκούριαζαν	=	σκουριάζω
σκούριαζε	=	σκουριάζω
σκούριαζες	=	σκουριάζω
σκούριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκούριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκούριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκούριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουριάζω
σκούριασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκουριάζω (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
σκούρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκούρος
σκούροι	=	σκούρος
σκούρος	adj	που έχει σκοτεινό χρώμα ή απόχρωση
σκούρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκούρος
σκούρους	=	σκούρος
σκούρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκούρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκούρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκούρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκουραίνω
σκούρων	=	σκούρος
σκούτερ	noun	δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα που έχει, αντί για μπροστινούς μασπιέδες, έναν ιδιαίτερο χώρο για τα πόδια του οδηγού
σκούτζικα	=	σκούτζικας
σκούτζικας	noun	είδος σαύρας, το κροκοδειλάκι
σκούτζικες	=	σκούτζικας
σκούφε	noun	κλητική ενικού του σκούφος
σκούφια	noun	άλλη μορφή του σκούφος
σκούφιας	noun	γενική ενικού του σκούφια
σκούφιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκούφια
σκούφο	noun	αιτιατική ενικού του σκούφος
σκούφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκούφος
σκούφος	noun	εφαρμοστή κουκούλα στο κεφάλι που προστατεύει (από κρύο κ.λπ.) ή φοριέται για αισθητικούς λόγους
σκούφου	noun	γενική ενικού του σκούφος
σκούφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκούφος
σκούφωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκουφώνω
σκούφων	noun	γενική πληθυντικού του σκούφος
σκράπα	=	σκράπας
σκράπας	noun	άνθρωπος που δεν γνωρίζει καθόλου κάποιο αντικείμενο
σκράπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκράπας
σκρίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκρίνιο
σκρίνιο	noun	έπιπλο του οποίου το κάτω μέρος μοιάζει με μπουφέ και στο πάνω μέρος έχει βιτρίνα στην οποία τοποθετούν κρύσταλλα και λοιπά σκεύη προς φύλαξη αλλά και έκθεση
σκρίνιου	noun	γενική ενικού του σκρίνιο
σκρίνιων	noun	γενική πληθυντικού του σκρίνιο
σκραπ	noun	παλιές μεταλλικές κατασκευές, ιδίως σιδερένιες, που προορίζονται κυρίως για ανακύκλωση του μετάλλου
σκρατς	noun	τεχνική μουσικής παραγωγής (DJing) η οποία παραμορφώνει ένα συγκεκριμένο κομμάτι ήχου και δίνοντας του την ανάλογη ταχύτητα (pitch) κάθε φορά δημιουργείται μια νέα σύνθεση ήχων που ακολουθούν αρμονικά τον ρυθμό.
σκριβάνος	noun|dated	γραμματικός
σκριβάς	noun|dated	γραμματικός
σκριπτ	noun	σειρά οδηγιών που αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να τρέξει ένα μποτ
σκριπτάκι	noun	μικρή σειρά οδηγιών σύμφωνα με τις οποίες θα τρέξει ένα μποτ
σκριπτάκια	=	σκριπτάκι
σκρολάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκρολάρω
σκρολάρω	verb	μετακινώ το περιεχόμενο μιας οθόνης προς τα πάνω, κάτω ή πλευρικά, συνήθως με κύλιση του δαχτύλου ή του ποντικιού, για να εμφανιστεί τμήμα του που δεν είναι ορατό
σκρολαρίσματα	=	σκρολάρισμα
σκρολαρίσματος	=	σκρολάρισμα
σκρολαρισμάτων	=	σκρολάρισμα
σκροφάκι	noun	υποκοριστικό του σκρόφα
σκροφάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκροφάκι
σκροφίτσα	noun	υποκοριστικό του σκρόφα
σκροφίτσας	=	σκροφίτσα
σκροφίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκροφίτσα
σκροφών	noun	γενική πληθυντικού του σκρόφα
σκρούμος	noun	πράσινος λειχήνας που φύεται στο φλοιό των δέντρων
σκρόφα	noun	το θηλυκό γουρούνι
σκρόφας	noun	γενική ενικού του σκρόφα
σκρόφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκρόφα
σκυθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθικό
σκυθικέ	adj	κλητική ενικού του σκυθικός
σκυθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθική
σκυθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυθικός
σκυθικής	adj	γενική ενικού του σκυθική
σκυθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυθικός
σκυθικού	adj	γενική ενικού του σκυθικός
σκυθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκυθικός
σκυθικό	adj	αιτιατική ενικού του σκυθικός
σκυθικός	adj	ο αναφερόμενος στη Σκυθία
σκυθικών	adj	γενική πληθυντικού του σκυθικός
σκυθρωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπό	adv	με σκυθρωπό τρόπο
σκυθρωπάζω	verb|formal	άλλη μορφή του σκυθρωπιάζω
σκυθρωπέ	adj	κλητική ενικού του σκυθρωπός
σκυθρωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπή
σκυθρωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυθρωπός
σκυθρωπής	adj	γενική ενικού του σκυθρωπή
σκυθρωπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπασμένο
σκυθρωπασμένε	verb	κλητική ενικού του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπασμένη
σκυθρωπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπασμένης	verb	γενική ενικού του σκυθρωπασμένη
σκυθρωπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκυθρωπασμένος
σκυθρωπιάζαμε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζαν	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζανε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζατε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζει	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζεις	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζετε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζοντας	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζουμε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζουν	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζουνε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάζω	verb	γίνομαι σκυθρωπός
σκυθρωπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσαν	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσανε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπός
σκυθρωποτήτων	=	σκυθρωπότητα
σκυθρωπού	adj	γενική ενικού του σκυθρωπός
σκυθρωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκυθρωπός
σκυθρωπό	adj	αιτιατική ενικού του σκυθρωπός
σκυθρωπός	adj	που δεν έχει καλή ψυχική διάθεση κι αυτό φαίνεται στο πρόσωπό του
σκυθρωπότητα	noun	η ιδιότητα του σκυθρωπού
σκυθρωπότητας	noun	γενική ενικού του σκυθρωπότητα
σκυθρωπότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυθρωπότητα
σκυθρωπών	adj	γενική πληθυντικού του σκυθρωπός
σκυθρώπιαζα	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιαζαν	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιαζε	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιαζες	=	σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυθρώπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυθρωπιάζω
σκυλά	=	σκυλάς
σκυλάδες	=	σκυλάς
σκυλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλάδικο
σκυλάδικο	noun	χαρακτηρισμός για λαϊκό νυχτερινό ελληνικό κέντρο διασκέδασης που ακούγεται μουσική με μπουζούκια, η οποία θεωρείται κατώτερης ποιότητας και πως απευθύνεται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα
σκυλάδικου	noun	γενική ενικού του σκυλάδικο
σκυλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του σκυλάδικο
σκυλάδων	=	σκυλάς
σκυλάκι	noun	σκύλος μικρός σε ηλικία ή σε σωματική διάπλαση
σκυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλάκι
σκυλάρα	=	σκύλα
σκυλάραπα	=	σκυλάραπας
σκυλάραπας	noun	ο μαύρος, ο αράπης
σκυλάραπες	=	σκυλάραπας
σκυλάραπων	=	σκυλάραπας
σκυλάς	noun	άτομο που έχει σκυλί
σκυλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκυλί	noun	ο σκύλος (→ βλέπε λέξη)
σκυλίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκυλίσιος	adv|figurative	με σκυλίσιο τρόπο
σκυλίσιας	=	σκυλίσιος
σκυλίσιε	=	σκυλίσιος
σκυλίσιες	=	σκυλίσιος
σκυλίσιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκυλίσιος
σκυλίσιοι	=	σκυλίσιος
σκυλίσιος	adj	που έχει σχέση με σκύλο, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτόν ή του ταιριάζει
σκυλίσιου	=	σκυλίσιος
σκυλίσιους	=	σκυλίσιος
σκυλίσιων	=	σκυλίσιος
σκυλίτσα	noun	μικρό θηλυκό σκυλί
σκυλίτσας	noun	γενική ενικού του σκυλίτσα
σκυλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλίτσα
σκυλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλεμένο
σκυλεμένε	verb	κλητική ενικού του σκυλεμένος
σκυλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλεμένη
σκυλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυλεμένος
σκυλεμένης	verb	γενική ενικού του σκυλεμένη
σκυλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκυλεμένος
σκυλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλεμένος
σκυλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκυλεμένος
σκυλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκυλεμένος
σκυλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκυλεμένος
σκυλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύλευση
σκυλεύσεων	=	σκύλευση
σκυλεύω	verb	γυμνώνω τον αντίπαλο που σκότωσα στη μάχη από τα όπλα του και τα παίρνω ως λάφυρα
σκυλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλί
σκυλιάζαμε	=	σκυλιάζω
σκυλιάζαν	=	σκυλιάζω
σκυλιάζανε	=	σκυλιάζω
σκυλιάζατε	=	σκυλιάζω
σκυλιάζει	=	σκυλιάζω
σκυλιάζεις	=	σκυλιάζω
σκυλιάζετε	=	σκυλιάζω
σκυλιάζοντας	=	σκυλιάζω
σκυλιάζουμε	=	σκυλιάζω
σκυλιάζουν	=	σκυλιάζω
σκυλιάζουνε	=	σκυλιάζω
σκυλιάζω	verb	οργίζομαι υπερβολικά και επίμονα, σχεδόν όπως ο εξαγριωμένος σκύλος
σκυλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσαν	=	σκυλιάζω
σκυλιάσανε	=	σκυλιάζω
σκυλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύλιασμα
σκυλιάσματος	noun	γενική ενικού του σκύλιασμα
σκυλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκύλιασμα
σκυλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλιασμένο
σκυλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σκυλιασμένος
σκυλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλιασμένη
σκυλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυλιασμένος
σκυλιασμένης	verb	γενική ενικού του σκυλιασμένη
σκυλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκυλιασμένος
σκυλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλιασμένος
σκυλιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκυλιάζω
σκυλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκυλιασμένος
σκυλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκυλιασμένος
σκυλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκυλιασμένος
σκυλιού	noun	γενική ενικού του σκυλί
σκυλιτσών	noun	γενική πληθυντικού του σκυλίτσα
σκυλιών	noun	γενική πληθυντικού του σκυλί
σκυλοβαρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθήκαν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθήκανε	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθούνε	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριέμαι	verb	βαριέμαι υπερβολικά
σκυλοβαριέσαι	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριέστε	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριέται	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριεστημάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοβαριεστημάρα
σκυλοβαριούνται	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριούνταν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόμασταν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόμαστε	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόμουν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόμουνα	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόνταν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόντανε	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόντουσαν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόσασταν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόσουν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόσουνα	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριόταν	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβαριότανε	=	σκυλοβαριέμαι
σκυλοβρίζαμε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζαν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζανε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζατε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζει	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζεις	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζεσαι	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζεστε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζεται	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζετε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζομαι	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζομε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζονται	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζονταν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζοντας	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζουμε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζουν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζουνε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίζω	verb	βρίζω κάποιον όπως το σκυλί
σκυλοβρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσαν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσανε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόβρισμα
σκυλοβρίσματος	=	σκυλόβρισμα
σκυλοβρίσομε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσου	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσουνε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβρίστηκα	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίστηκαν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίστηκε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίστηκες	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόμασταν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόμαστε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόμουν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόμουνα	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόντουσαν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόσασταν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόσαστε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόσουν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόσουνα	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζόταν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριζότανε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρισίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοβρίσιμο
σκυλοβρισμάτων	=	σκυλόβρισμα
σκυλοβρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοβρισμένο
σκυλοβρισμένε	verb	κλητική ενικού του σκυλοβρισμένος
σκυλοβρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοβρισμένη
σκυλοβρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυλοβρισμένος
σκυλοβρισμένης	verb	γενική ενικού του σκυλοβρισμένη
σκυλοβρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκυλοβρισμένος
σκυλοβρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλοβρισμένος
σκυλοβρισμένος	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκυλοβρισμένος
σκυλοβρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκυλοβρισμένος
σκυλοβρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκυλοβρισμένος
σκυλοβριστήκαμε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστήκαν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστήκανε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστήκατε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστεί	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστείς	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστείτε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστούμε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστούν	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστούνε	=	σκυλοβρίζω
σκυλοβριστώ	=	σκυλοβρίζω
σκυλοδαγκωμένα	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένε	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένες	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένη	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένης	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένο	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένοι	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένος	adj	που τον δάγκωσε σκύλος
σκυλοδαγκωμένου	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένους	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδαγκωμένων	=	σκυλοδαγκωμένος
σκυλοδρομία	noun|rare	η κυνοδρομία
σκυλοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοδρομία
σκυλοδόντης	adj|rare	που τα δόντια του είναι μυτερά και μεγάλα, σαν του σκύλου, και προεξέχουν
σκυλοκέφαλα	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλε	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλες	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλη	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλης	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλο	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλοι	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλος	adj|vulgar	ο κυνοκέφαλος
σκυλοκέφαλου	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλους	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκέφαλων	=	σκυλοκέφαλος
σκυλοκαβγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σκυλοκαβγάς
σκυλοκαβγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοκαβγάς
σκυλοκαβγάδων	noun	γενική πληθυντικού του σκυλοκαβγάς
σκυλοκαβγάς	noun	καβγάς σκύλων
σκυλοκαυγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοκαυγάς
σκυλοκλάματα	=	σκυλόκλαμα
σκυλολογιού	=	σκυλολόι
σκυλολογιών	=	σκυλολόι
σκυλολόγια	=	σκυλολόι
σκυλολόι	noun	μεγάλη συγκέντρωση (ομάδα, αγέλη) σκύλων
σκυλολόια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλολόι
σκυλομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλομαχία
σκυλομούρα	noun	θηλυκό του σκυλομούρης
σκυλομούρας	=	σκυλομούρα
σκυλομούρες	=	σκυλομούρα
σκυλομούρη	=	σκυλομούρης
σκυλομούρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλομούρης
σκυλομούρηδων	=	σκυλομούρης
σκυλομούρης	noun	πολύ άσχημος άνθρωπος
σκυλομούρων	=	σκυλομούρα
σκυλοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοπαρέα
σκυλοπνίχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοπνίχτης
σκυλοπνίχτη	=	σκυλοπνίχτης
σκυλοπνίχτης	noun	πλοίο που είναι επικίνδυνο να βυθιστεί είτε λόγω παλαιότητας είτε λόγω κακής κατασκευής
σκυλοπνιχτών	=	σκυλοπνίχτης
σκυλοπόταμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλοπόταμος
σκυλοπόταμος	noun	είδος ζώου, η ενυδρίδα
σκυλοτράγουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοτράγουδο
σκυλοτροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοτροφή
σκυλοτροφή	noun	τροφή ειδικά επεξεργασμένη για σκύλους
σκυλοτροφής	=	σκυλοτροφή
σκυλοτροφών	=	σκυλοτροφή
σκυλοτρόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλοτρόφος
σκυλοτρώγομαι	verb	μαλώνω σαν τον σκύλο με τη γάτα, διαπληκτίζομαι συνεχώς
σκυλοφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοφαγωμένο
σκυλοφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοφαγωμένη
σκυλοφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγωμένης	verb	γενική ενικού του σκυλοφαγωμένη
σκυλοφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκυλοτρώγομαι
σκυλοφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκυλοφαγωμένος
σκυλοφαγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλοφάγωμα
σκυλού	noun	γυναίκα που τις αρέσουν τα σκυλάδικα τραγούδια
σκυλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλού
σκυλούδων	=	σκυλού
σκυλούς	=	σκυλού
σκυλόβριζα	=	σκυλοβρίζω
σκυλόβριζαν	=	σκυλοβρίζω
σκυλόβριζε	=	σκυλοβρίζω
σκυλόβριζες	=	σκυλοβρίζω
σκυλόβρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλόβρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλόβρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλόβρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλοβρίζω
σκυλόβρισμα	noun	πράξη του σκυλοβρίζω
σκυλόδοντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόδοντο
σκυλόδοντο	noun	ένα δόντι κάποιου σκύλου
σκυλόδοντου	noun	γενική ενικού του σκυλόδοντο
σκυλόδοντων	noun	γενική πληθυντικού του σκυλόδοντο
σκυλόκλαμα	noun	ήχος που μοιάζει με κλάμα σκύλου
σκυλόμουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόμουτρο
σκυλόμουτρο	noun|figurative	ο αχρείος, ανήθικος άνθρωπος
σκυλόμουτρου	=	σκυλόμουτρο
σκυλόμουτρων	=	σκυλόμουτρο
σκυλόσογα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόσογο
σκυλόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόσπιτο
σκυλόσπιτο	noun	κατασκευή μικρού μεγέθους η οποία μοιάζει με σπίτι η όποια χρησιμοποιείται για τη στέγαση ενός σκύλου
σκυλόσπιτου	=	σκυλόσπιτο
σκυλόσπιτων	=	σκυλόσπιτο
σκυλόφατσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόφατσα
σκυλόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόψαρο
σκυλόψαρο	noun	κάθε ψάρι που μοιάζει στον καρχαρία, έχει αιχμηρά δόντια και ζει στο βυθό
σκυλόψαρου	noun	γενική ενικού του σκυλόψαρο
σκυλόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του σκυλόψαρο
σκυλόψυχα	=	σκυλόψυχος
σκυλόψυχε	=	σκυλόψυχος
σκυλόψυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυλόψυχη
σκυλόψυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυλόψυχος
σκυλόψυχης	=	σκυλόψυχος
σκυλόψυχο	=	σκυλόψυχος
σκυλόψυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυλόψυχος
σκυλόψυχος	adj	που είναι σκληρόκαρδος
σκυλόψυχου	=	σκυλόψυχος
σκυλόψυχους	=	σκυλόψυχος
σκυλόψυχων	=	σκυλόψυχος
σκυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυμμένο
σκυμμένε	verb	κλητική ενικού του σκυμμένος
σκυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυμμένη
σκυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυμμένος
σκυμμένης	verb	γενική ενικού του σκυμμένη
σκυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του σκυμμένος
σκυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυμμένος
σκυμμένος	verb	που έχει σκύψει
σκυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκυμμένος
σκυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σκυμμένος
σκυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκυμμένος
σκυριανά	=	σκυριανός
σκυριανέ	=	σκυριανός
σκυριανές	=	σκυριανός
σκυριανή	=	σκυριανός
σκυριανής	=	σκυριανός
σκυριανη	=	σκυριανός
σκυριανο	=	σκυριανός
σκυριανοί	=	σκυριανός
σκυριανού	=	σκυριανός
σκυριανούς	=	σκυριανός
σκυριανό	=	σκυριανός
σκυριανός	adj	ο σχετικός με τη Σκύρο ή τους κατοίκους της
σκυριανών	=	σκυριανός
σκυρμιονίου	=	σκυρμιόνιο
σκυρμιονίων	=	σκυρμιόνιο
σκυρμιόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυρμιόνιο
σκυρμιόνιο	noun	υποθετικό σωματίδιο από την θεωρητική φυσική
σκυρμιόνιου	noun	γενική ενικού του σκυρμιόνιο
σκυρμιόνιων	noun	γενική πληθυντικού του σκυρμιόνιο
σκυροδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυρόδεμα
σκυροδέματος	noun	γενική ενικού του σκυρόδεμα
σκυροδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυρόδεση
σκυροδέσεων	=	σκυρόδεση
σκυροδέτηση	noun|formal	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του σκυροδετώ
σκυροδέτησης	=	σκυροδέτηση
σκυροδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκυρόδεμα
σκυροδετήσεις	=	σκυροδέτηση
σκυροδετήσεων	=	σκυροδέτηση
σκυροδετώ	verb|formal	καλύπτω με σκυρόδεμα
σκυροδετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκυροδετώ
σκυροκονίαμα	noun	το σκυρόδεμα, το μπετόν
σκυροκονιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυροκονίαμα
σκυροκονιάματος	noun	γενική ενικού του σκυροκονίαμα
σκυροκονιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκυροκονίαμα
σκυροστρωμάτων	=	σκυρόστρωμα
σκυροστρωμένα	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένε	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένες	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένη	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένης	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένο	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένοι	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένος	adj	που τον έχουν σκυροστρώσει
σκυροστρωμένου	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένους	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρωμένων	=	σκυροστρωμένος
σκυροστρώματα	=	σκυρόστρωμα
σκυροστρώματος	=	σκυρόστρωμα
σκυροστρώνω	verb|rare	πραγματοποιώ σκυρόστρωση
σκυροστρώσεις	=	σκυρόστρωση
σκυροστρώσεων	=	σκυρόστρωση
σκυρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκυρωτός
σκυρωτέ	adj	κλητική ενικού του σκυρωτός
σκυρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυρωτή
σκυρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυρωτός
σκυρωτής	adj	γενική ενικού του σκυρωτή
σκυρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυρωτός
σκυρωτού	adj	γενική ενικού του σκυρωτός
σκυρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκυρωτός
σκυρωτό	adj	αιτιατική ενικού του σκυρωτός
σκυρωτός	adj	που έχει στρωθεί με σκύρα
σκυρωτών	adj	γενική πληθυντικού του σκυρωτός
σκυρόδεμα	noun	οικοδομικό υλικό που προκύπτει από την ανάμιξη χαλικιών διαφόρων μεγεθών, άμμου και τσιμέντου με νερό
σκυρόδεση	noun	η διαδικασία δημιουργίας τοιχοδομής με σκυρόδεμα
σκυρόδεσης	=	σκυρόδεση
σκυρόδεσις	noun	σκυρόδεση, σκυροδέτηση
σκυρόστρωμα	noun	στρώμα με σκύρα ως υποδομή οδοστρώματος
σκυρόστρωση	noun	στρώσιμο δρόμου, σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ. με σκύρα, χαλίκι ή άμμο
σκυρόστρωσης	=	σκυρόστρωση
σκυρόστρωσις	noun	η σκυρόστρωση
σκυρόστρωτα	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτε	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτες	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτη	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτης	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτο	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτοι	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτος	adj	που τον έχουν σκυροστρώσει
σκυρόστρωτου	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτους	=	σκυρόστρωτος
σκυρόστρωτων	=	σκυρόστρωτος
σκυτάλα	=	σκυτάλη
σκυτάλας	=	σκυτάλη
σκυτάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυτάλη
σκυτάλη	noun	μικρή ξύλινη ράβδος που χρησιμοποιείται στο αγώνισμα της σκυταλοδρομίας
σκυτάλης	=	σκυτάλη
σκυταλοδρομία	noun	αγώνισμα δρόμου όπου ένας αθλητής παραδίδει σκυτάλη σε επόμενο
σκυταλοδρομίας	noun	γενική ενικού του σκυταλοδρομία
σκυταλοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυταλοδρομία
σκυταλοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του σκυταλοδρομία
σκυταλών	=	σκυτάλη
σκυτοτομίας	noun	γενική ενικού του σκυτοτομία
σκυτοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του σκυτοτομία
σκυτοτόμε	=	σκυτοτόμος
σκυτοτόμο	=	σκυτοτόμος
σκυτοτόμοι	=	σκυτοτόμος
σκυτοτόμος	noun|archaic	κατασκευαστής σκύτινων (δερμάτινων) ειδών
σκυτοτόμου	=	σκυτοτόμος
σκυτοτόμους	=	σκυτοτόμος
σκυτοτόμων	=	σκυτοτόμος
σκυτών	=	σκύτος
σκυφίδια	=	σκυφίδιο
σκυφίδιο	noun	μικρή σκύφος
σκυφίδιου	=	σκυφίδιο
σκυφιδίου	=	σκυφίδιο
σκυφιδίων	=	σκυφίδιο
σκυφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυφτό	adv	με σκυφτό τρόπο
σκυφτέ	adj	κλητική ενικού του σκυφτός
σκυφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκυφτή
σκυφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκυφτός
σκυφτής	adj	γενική ενικού του σκυφτή
σκυφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκυφτός
σκυφτού	adj	γενική ενικού του σκυφτός
σκυφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκυφτός
σκυφτό	adj	αιτιατική ενικού του σκυφτός
σκυφτός	adj	για σώμα που σκύβει
σκυφτών	adj	γενική πληθυντικού του σκυφτός
σκυψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύψιμο
σκυψίματος	noun	γενική ενικού του σκύψιμο
σκυψιμάτων	=	σκύψιμο
σκωληκιώ	verb|formal	σκουληκιάζω
σκωληκιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σκωληκιώ
σκωληκοειδές	=	σκωληκοειδής
σκωληκοειδή	=	σκωληκοειδής
σκωληκοειδής	adj	που μοιάζει με σκουλήκι / σκώληκα
σκωληκοειδίτιδα	noun	φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης
σκωληκοειδίτιδας	=	σκωληκοειδίτιδα
σκωληκοειδίτιδες	=	σκωληκοειδίτιδα
σκωληκοειδίτιδων	=	σκωληκοειδίτιδα
σκωληκοειδείς	=	σκωληκοειδής
σκωληκοειδεκτομές	=	σκωληκοειδεκτομή
σκωληκοειδεκτομή	noun	η χειρουργική αφαίρεση της φλεγμαίνουσας σκωληκοειδούς απόφυσης
σκωληκοειδεκτομής	=	σκωληκοειδεκτομή
σκωληκοειδεκτομών	=	σκωληκοειδεκτομή
σκωληκοειδούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του σκωληκοειδής
σκωληκοειδών	=	σκωληκοειδής
σκωληκοειδῖτις	noun	η σκωληκοειδίτιδα
σκωληκοφάγα	=	σκωληκοφάγος
σκωληκοφάγε	=	σκωληκοφάγος
σκωληκοφάγο	=	σκωληκοφάγος
σκωληκοφάγοι	=	σκωληκοφάγος
σκωληκοφάγος	adj	που τρώει σκουλήκια
σκωληκοφάγου	=	σκωληκοφάγος
σκωληκοφάγους	=	σκωληκοφάγος
σκωληκοφάγων	=	σκωληκοφάγος
σκωληκόβρωτα	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτε	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτες	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτη	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτης	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτο	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτοι	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτος	adj|formal	σκουληκοφαγωμένος
σκωληκόβρωτου	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτους	=	σκωληκόβρωτος
σκωληκόβρωτων	=	σκωληκόβρωτος
σκωμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σκώμμα
σκωπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκωπτικός	adv	με σκωπτική διάθεση
σκωπτικέ	adj	κλητική ενικού του σκωπτικός
σκωπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκωπτική
σκωπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκωπτικός
σκωπτικής	adj	γενική ενικού του σκωπτική
σκωπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκωπτικός
σκωπτικού	adj	γενική ενικού του σκωπτικός
σκωπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκωπτικός
σκωπτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκωπτικός
σκωπτικός	adj	που κοροϊδεύει, που ενοχλεί κάποιον εμπαίζοντάς τον
σκωπτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκωπτικός
σκωρία	noun	κατακάθι σε κάμινο μετάλλου
σκωρίας	=	σκωρία
σκωρίαση	noun	γενική ονομασία για αρρώστιες φυτών
σκωρίασης	=	σκωρίαση
σκωρίασις	noun	σκωρίαση
σκωρίες	=	σκωρία
σκωραμίδα	noun	ρηχό λεκανοειδές αντικείμενο που χρησιμεύει στην διευκόλυνση ούρησης και αφόδευσης ανθρώπων που βρίσκονται σε κατάκλιση, για απομάκρυνση ούρων και κοπράνων χωρίς να λερωθούν τα κλινοσκεπάσματα
σκωραμίδας	=	σκωραμίδα
σκωραμίδες	=	σκωραμίδα
σκωραμίδων	=	σκωραμίδα
σκωριάσεις	=	σκωρίαση
σκωριάσεων	=	σκωρίαση
σκωριών	=	σκωρία
σκωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκωτικός	adv	σκωτσέζικα
σκωτικέ	adj	κλητική ενικού του σκωτικός
σκωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκωτική
σκωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκωτικός
σκωτικής	adj	γενική ενικού του σκωτική
σκωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκωτικός
σκωτικού	adj	γενική ενικού του σκωτικός
σκωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκωτικός
σκωτικό	adj	αιτιατική ενικού του σκωτικός
σκωτικός	adj	άλλη μορφή του σκωτσέζικος
σκωτικών	adj	γενική πληθυντικού του σκωτικός
σκωτιστί	adv	και σκοτιστί, οτιδήποτε εκφρασμένο στα σκωτικά αγγλικά
σκωτσέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκωτσέζικος	adv	με σκωτσέζικο τρόπο
σκωτσέζικε	adj	κλητική ενικού του σκωτσέζικος
σκωτσέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκωτσέζικη
σκωτσέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκωτσέζικος
σκωτσέζικης	adj	γενική ενικού του σκωτσέζικη
σκωτσέζικια	=	σκωτσέζικος
σκωτσέζικο	adj	αιτιατική ενικού του σκωτσέζικος
σκωτσέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκωτσέζικος
σκωτσέζικος	adj	σχετικός με τη Σκωτία και τους Σκωτσέζους
σκωτσέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκωτσέζικος
σκωτσέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκωτσέζικος
σκωτσέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκωτσέζικος
σκωψ	noun|obsolete	ταξινομικό ουσιαστικό στον όρο για το είδος Otus scops - 'Ώτος ο σκωψ, ο γκιόνης)
σκόλασα	=	σκολάζω
σκόλασμα	noun|vulgar	προφορική μορφή του σχόλασμα
σκόλες	=	σκόλη
σκόλη	noun	άλλη μορφή του σχόλη
σκόλης	=	σκόλη
σκόλοψ	noun|formal	ο σκόλοπας
σκόλυμπρος	noun	ποώδες φυτό σκόλυμος
σκόμβρε	=	σκόμβρος
σκόμβρο	=	σκόμβρος
σκόμβροι	=	σκόμβρος
σκόμβρος	noun|formal	το σκουμπρί
σκόμβρου	=	σκόμβρος
σκόμβρους	=	σκόμβρος
σκόμβρων	=	σκόμβρος
σκόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόνη
σκόνη	noun	τριμμένο χώμα που αιωρείται στον αέρα ή κατακάθεται αργότερα σε επιφάνειες
σκόνης	=	σκόνη
σκόνιζα	=	σκονίζω
σκόνιζαν	=	σκονίζω
σκόνιζε	=	σκονίζω
σκόνιζες	=	σκονίζω
σκόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκονίζω
σκόνισμα	noun	το βρόμισμα κάποιου αντικειμένου με σκόνη
σκόντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόντο
σκόνταβα	=	σκοντάβω
σκόνταβαν	=	σκοντάβω
σκόνταβε	=	σκοντάβω
σκόνταβες	=	σκοντάβω
σκόνταμμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του σκοντάφτω
σκόνταφτα	=	σκοντάφτω
σκόνταφταν	=	σκοντάφτω
σκόνταφτε	=	σκοντάφτω
σκόνταφτες	=	σκοντάφτω
σκόνταψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκόνταψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκόνταψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκόνταψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοντάφτω
σκόντο	noun	η έκπτωση
σκόντου	noun	γενική ενικού του σκόντο
σκόντων	noun	γενική πληθυντικού του σκόντο
σκόπελε	noun	κλητική ενικού του σκόπελος
σκόπελο	noun	αιτιατική ενικού του σκόπελος
σκόπελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκόπελος
σκόπελος	noun	βράχια που εξέχουν από τη θάλασσα, με επιφάνεια που είναι πολύ μικρή, για να χαρακτηριστούν βραχονησίδα
σκόπευα	=	σκοπεύω
σκόπευαν	=	σκοπεύω
σκόπευε	=	σκοπεύω
σκόπευες	=	σκοπεύω
σκόπευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκόπευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκόπευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκόπευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοπεύω
σκόπευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκοπεύω
σκόπευσης	=	σκόπευση
σκόπευτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόπευτρο
σκόπευτρο	noun	εξάρτημα, όργανο ή μηχανισμός σε όπλα και οπτικά όργανα που βοηθάει στη σκόπευση
σκόπευτρου	=	σκόπευτρο
σκόπευτρων	=	σκόπευτρο
σκόπιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκόπιμος	adv	με σκόπιμο τρόπο
σκόπιμε	adj	κλητική ενικού του σκόπιμος
σκόπιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόπιμη
σκόπιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκόπιμος
σκόπιμης	adj	γενική ενικού του σκόπιμη
σκόπιμο	adj	αιτιατική ενικού του σκόπιμος
σκόπιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκόπιμος
σκόπιμος	adj	που γίνεται για να διευκολύνει κάποιον σκοπό
σκόπιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σκόπιμος
σκόπιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκόπιμος
σκόπιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σκόπιμος
σκόραρα	=	σκοράρω
σκόραραν	=	σκοράρω
σκόραρε	=	σκοράρω
σκόραρες	=	σκοράρω
σκόρδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόρδο
σκόρδο	noun	φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονική ονομασία:Allium sativum)
σκόρδου	noun	γενική ενικού του σκόρδο
σκόρδων	noun	γενική πληθυντικού του σκόρδο
σκόρε	noun	κλητική ενικού του σκόρος
σκόρερ	noun	παίκτης ή παίκτρια που επιτυγχάνει τέρματα ή κερδίζει με κάποιους τρόπους βαθμούς για την ομάδα του
σκόρο	noun	αιτιατική ενικού του σκόρος
σκόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκόρος
σκόρος	noun	ζωύφιο που καταστρέφει τα αποθηκευμένα ρούχα, ιδίως τα μάλλινα
σκόρου	noun	γενική ενικού του σκόρος
σκόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκόρος
σκόρπαινα	noun	η σκορπίνα
σκόρπαινας	noun	γενική ενικού του σκόρπαινα
σκόρπαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκόρπαινα
σκόρπια	adv	σκορπισμένα, διάσπαρτα, όχι συγκεντρωμένα
σκόρπιας	=	σκόρπιος
σκόρπιε	=	σκόρπιος
σκόρπιες	=	σκόρπιος
σκόρπιζα	=	σκορπίζω
σκόρπιζαν	=	σκορπίζω
σκόρπιζε	=	σκορπίζω
σκόρπιζες	=	σκορπίζω
σκόρπιο	=	σκόρπιος
σκόρπιοι	=	σκόρπιος
σκόρπιος	adj	που έχει σκορπιστεί / διασκορπιστεί
σκόρπιου	=	σκόρπιος
σκόρπιους	=	σκόρπιος
σκόρπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκόρπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκόρπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκόρπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκορπίζω
σκόρπισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκορπίζω
σκόρπιων	=	σκόρπιος
σκόρσο	noun	το ταρακούνημα
σκόρων	noun	γενική πληθυντικού του σκόρος
σκότα	noun	το σκοινί που χρησιμοποιείται στο πλοίο για την ρύθμιση του ανοίγματος των πανιών.
σκότας	noun	γενική ενικού του σκότα
σκότε	=	σκότος
σκότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκότα
σκότη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκότος
σκότια	=	σκότιος
σκότιας	=	σκότιος
σκότιε	=	σκότιος
σκότιες	=	σκότιος
σκότιζα	=	σκοτίζω
σκότιζαν	=	σκοτίζω
σκότιζε	=	σκοτίζω
σκότιζες	=	σκοτίζω
σκότιο	=	σκότιος
σκότιοι	=	σκότιος
σκότιος	adj	σκοτεινός
σκότιου	=	σκότιος
σκότιους	=	σκότιος
σκότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτίζω
σκότιση	noun|vulgar	παραζάλη, ζάλη νοητική
σκότισμα	noun	άλλη μορφή του σκοτισμός
σκότιων	=	σκότιος
σκότο	=	σκότος
σκότοι	=	σκότος
σκότος	noun|formal	το σκοτάδι, ο ζόφος
σκότου	=	σκότος
σκότους	=	σκότος
σκότωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκοτώνω
σκότων	=	σκότος
σκότωνα	=	σκοτώνω
σκότωναν	=	σκοτώνω
σκότωνε	=	σκοτώνω
σκότωνες	=	σκοτώνω
σκότωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκότωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκότωσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του σκοτώνω
σκότωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκοτώνω
σκύβαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύβαλο
σκύβαλο	noun	ό,τι μένει στο κόσκινο μετά από το κοσκίνισμα του σταριού ή άλλων δημητριακών
σκύβαλου	noun	γενική ενικού του σκύβαλο
σκύβαλων	noun	γενική πληθυντικού του σκύβαλο
σκύβαμε	=	σκύβω
σκύβαν	=	σκύβω
σκύβανε	=	σκύβω
σκύβατε	=	σκύβω
σκύβε	=	σκύβω
σκύβει	=	σκύβω
σκύβεις	=	σκύβω
σκύβετε	=	σκύβω
σκύβομε	=	σκύβω
σκύβοντας	=	σκύβω
σκύβουμε	=	σκύβω
σκύβουν	=	σκύβω
σκύβουνε	=	σκύβω
σκύβω	verb	κλίνω το σώμα μου μπροστά, γέρνω προς τα κάτω
σκύλα	noun	ο θηλυκός σκύλος
σκύλας	noun	γενική ενικού του σκύλα
σκύλε	noun	κλητική ενικού του σκύλος
σκύλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύλα
σκύλευση	noun	Η αρπαγή των ενδυμάτων και των όπλων ενός νεκρού
σκύλευσης	=	σκύλευση
σκύλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκύλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκύλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκύλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλεύω
σκύλιαζα	=	σκυλιάζω
σκύλιαζαν	=	σκυλιάζω
σκύλιαζε	=	σκυλιάζω
σκύλιαζες	=	σκυλιάζω
σκύλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκύλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκύλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκύλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκυλιάζω
σκύλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκυλιάζω
σκύλο	noun	αιτιατική ενικού του σκύλος
σκύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκύλος
σκύλος	noun	σαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο.
σκύλου	noun	γενική ενικού του σκύλος
σκύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκύλος
σκύλων	noun	γενική πληθυντικού του σκύλος
σκύμνε	noun	κλητική ενικού του σκύμνος
σκύμνο	noun	αιτιατική ενικού του σκύμνος
σκύμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκύμνος
σκύμνος	noun|formal	νεογνό του λιονταριού
σκύμνου	noun	γενική ενικού του σκύμνος
σκύμνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σκύμνος
σκύμνων	noun	γενική πληθυντικού του σκύμνος
σκύρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύρο
σκύρο	noun	μικρό κομμάτι πέτρας που προέρχεται από τεχνητό τεμαχισμό στερεών πετρωμάτων, χαλίκι
σκύρου	noun	γενική ενικού του σκύρο
σκύρων	noun	γενική πληθυντικού του σκύρο
σκύτη	=	σκύτος
σκύτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύτινο
σκύτινε	adj	κλητική ενικού του σκύτινος
σκύτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκύτινη
σκύτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σκύτινος
σκύτινης	adj	γενική ενικού του σκύτινη
σκύτινο	adj	αιτιατική ενικού του σκύτινος
σκύτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σκύτινος
σκύτινος	adj	που είναι κατασκευασμένος από κατεργασμένο δέρμα ζώου
σκύτινου	adj	γενική ενικού του σκύτινος
σκύτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σκύτινος
σκύτινων	adj	γενική πληθυντικού του σκύτινος
σκύτος	noun|formal	δέρμα, κυρίως κατεργασμένο δέρμα
σκύτους	=	σκύτος
σκύφε	=	σκύφος
σκύφο	=	σκύφος
σκύφοι	=	σκύφος
σκύφος	noun	αρχαιοελληνικό ποτήρι το οποίο διέθετε δύο λαβές
σκύφου	=	σκύφος
σκύφους	=	σκύφος
σκύφτε	=	σκύβω
σκύφων	=	σκύφος
σκύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψαν	=	σκύβω
σκύψανε	=	σκύβω
σκύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σκύβω
σκύψομε	=	σκύβω
σκύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψουνε	=	σκύβω
σκύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σκύβω
σκώληξ	noun|dated	το σκουλήκι, σε λόγιους όρους της ζωολογίας
σκώμμα	noun|formal	περιπαικτικός αστεϊσμός
σκώμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκώμμα
σκώμματος	noun	γενική ενικού του σκώμμα
σκώπτω	verb	κοροϊδεύω, περιπαίζω, χλευάζω, σατιρίζω
σκώρος	=	σκόρος
σκώτι	noun|vulgar	άλλη μορφή του συκώτι
σκώτια	=	σκώτι
σλάβικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλάβικο
σλάβικε	adj	κλητική ενικού του σλάβικος
σλάβικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλάβικη
σλάβικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σλάβικος
σλάβικης	adj	γενική ενικού του σλάβικη
σλάβικο	adj	αιτιατική ενικού του σλάβικος
σλάβικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σλάβικος
σλάβικος	adj	άλλη μορφή του σλαβικός
σλάβικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σλάβικος
σλάβικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σλάβικος
σλάβικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σλάβικος
σλάιντ	=	σλάιντς
σλάιντς	noun	φωτογραφική διαφάνεια η οποία περιέχει την εικόνα σε θετικό, συνήθως έχει παραχθεί από ειδικό φιλμ, βρίσκεται σε προστατευτικό πλαίσιο και χρησιμοποιείται για προβολή με ειδικό μηχάνημα
σλάλομ	noun	αγώνισμα του σκι στο οποίο ο σκιέρ πρέπει να κατέβει μια διαδρομή κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα σε πασσάλους που έχουν τοποθετηθεί σε τεθλασμένη γραμμή (ζικ ζακ)
σλέπι	noun	φορτηγό ποταμόπλοιο, η μπράτζα
σλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλαβικό
σλαβικέ	adj	κλητική ενικού του σλαβικός
σλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλαβική
σλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σλαβικός
σλαβικής	adj	γενική ενικού του σλαβική
σλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σλαβικός
σλαβικού	adj	γενική ενικού του σλαβικός
σλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σλαβικός
σλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του σλαβικός
σλαβικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους Σλάβους
σλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του σλαβικός
σλαβισμέ	=	σλαβισμός
σλαβισμοί	=	σλαβισμός
σλαβισμού	=	σλαβισμός
σλαβισμούς	=	σλαβισμός
σλαβισμό	=	σλαβισμός
σλαβισμός	noun	ιδιωτισμός της σλαβικής γλώσσας
σλαβισμών	=	σλαβισμός
σλαβοκρατία	noun	η διακυβέρνηση κράτους ή περιοχής από Σλάβους
σλαβοκρατίας	=	σλαβοκρατία
σλαβοκρατίες	=	σλαβοκρατία
σλαβοκρατιών	=	σλαβοκρατία
σλαβολόγε	=	σλαβολόγος
σλαβολόγο	=	σλαβολόγος
σλαβολόγοι	=	σλαβολόγος
σλαβολόγος	noun	αυτός που ασχολείται με την ιστορία, την γλώσσα και τις παραδόσεις των Σλάβων
σλαβολόγου	=	σλαβολόγος
σλαβολόγους	=	σλαβολόγος
σλαβολόγων	=	σλαβολόγος
σλαβομακεδονικά	noun	που μιλιέται στο κράτος της Βόρειας Μακεδονίας
σλαβομακεδονικέ	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικές	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονική	noun	η σλαβομακεδονική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικής	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικοί	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικού	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικούς	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικό	=	σλαβομακεδονικός
σλαβομακεδονικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στους Σλαβομακεδόνες ή προέρχεται από αυτούς
σλαβομακεδονικών	=	σλαβομακεδονικά
σλαβοφιλία	noun	η συμπάθεια προς τους Σλάβους και την σλαβική κουλτούρα
σλαβοφιλίας	noun	γενική ενικού του σλαβοφιλία
σλαβοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλαβοφιλία
σλαβοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του σλαβοφιλία
σλαβόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλαβόφιλο
σλαβόφιλε	adj	κλητική ενικού του σλαβόφιλος
σλαβόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλαβόφιλη
σλαβόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σλαβόφιλος
σλαβόφιλης	adj	γενική ενικού του σλαβόφιλη
σλαβόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του σλαβόφιλος
σλαβόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σλαβόφιλος
σλαβόφιλος	adj	που διακατέχεται από σλαβοφιλία
σλαβόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σλαβόφιλος
σλαβόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σλαβόφιλος
σλαβόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σλαβόφιλος
σλαβόφωνα	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνε	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνες	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνη	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνης	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνο	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνοι	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνος	adj	αυτός που μιλά σλαβική γλώσσα
σλαβόφωνου	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνους	=	σλαβόφωνος
σλαβόφωνων	=	σλαβόφωνος
σλανγκ	noun	η αργκό
σλαυολόγος	noun	σλαβολόγος (αρσενικό ή θηλυκό)
σλαυϊκά	=	σλαυϊκός
σλαυϊκέ	=	σλαυϊκός
σλαυϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους (σλαυϊκή) του σλαυϊκός· παρωχημένη γραφή του σλαβικές
σλαυϊκή	=	σλαυϊκός
σλαυϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (σλαυϊκή) του σλαυϊκός· παρωχημένη γραφή του σλαβική
σλαυϊκοί	=	σλαυϊκός
σλαυϊκού	=	σλαυϊκός
σλαυϊκούς	=	σλαυϊκός
σλαυϊκό	=	σλαυϊκός
σλαυϊκός	adj|dated	άλλη γραφή του σλαβικός, πιο λόγια, κατά κανόνα της καθαρεύουσας
σλαυϊκών	=	σλαυϊκός
σλαυϊσμέ	=	σλαυϊσμός
σλαυϊσμοί	=	σλαυϊσμός
σλαυϊσμού	=	σλαυϊσμός
σλαυϊσμούς	=	σλαυϊσμός
σλαυϊσμό	=	σλαυϊσμός
σλαυϊσμός	noun	άλλη γραφή του σλαβισμός
σλαυϊσμών	=	σλαυϊσμός
σλαυόφιλα	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλε	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλες	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλη	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλης	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλο	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλοι	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλος	adj	που είναι φίλος των Σλάβων, που υποστηρίζει πολιτικά τις σλαβικές θέσεις ή έχει μεγάλη εκτίμηση για οτιδήποτε το σλαβικό
σλαυόφιλου	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλους	=	σλαυόφιλος
σλαυόφιλων	=	σλαυόφιλος
σλαϊτσιέρα	noun	μηχανή προβολής σλάιντς
σλαϊτσιέρας	=	σλαϊτσιέρα
σλαϊτσιέρες	=	σλαϊτσιέρα
σλησμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλησμονιά
σλιπ	noun	τύπος εφαρμοστού ανδρικού ή γυναικείου εσώρουχου
σλιπάκι	noun	υποκοριστικό του σλιπ
σλιπάκια	=	σλιπάκι
σλοβάκικα	=	σλοβακικά
σλοβάκικος	=	σλοβακικός
σλοβένα	=	σλοβένος
σλοβένε	=	σλοβένος
σλοβένικα	=	σλοβενικά
σλοβένικος	=	σλοβενικός
σλοβένο	=	σλοβένος
σλοβένοι	=	σλοβένος
σλοβένος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Σλοβενία
σλοβένου	=	σλοβένος
σλοβένους	=	σλοβένος
σλοβένων	=	σλοβένος
σλοβακικά	noun	δυτική σλαβική γλώσσα, στενά συγγενής των τσεχικών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλοβακικό
σλοβακικέ	adj	κλητική ενικού του σλοβακικός
σλοβακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλοβακική
σλοβακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σλοβακικός
σλοβακικής	adj	γενική ενικού του σλοβακική
σλοβακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σλοβακικός
σλοβακικού	adj	γενική ενικού του σλοβακικός
σλοβακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σλοβακικός
σλοβακικό	adj	αιτιατική ενικού του σλοβακικός
σλοβακικός	adj	που έχει σχέση με τη Σλοβακία
σλοβακικών	adj	γενική πληθυντικού του σλοβακικός
σλοβενικά	noun	νότια σλαβική γλώσσα, η σλοβενική γλώσσα, με περίπου δύο εκατομμύρια ομιλητές.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλοβενικό
σλοβενικέ	adj	κλητική ενικού του σλοβενικός
σλοβενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σλοβενική
σλοβενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σλοβενικός
σλοβενικής	adj	γενική ενικού του σλοβενική
σλοβενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σλοβενικός
σλοβενικού	adj	γενική ενικού του σλοβενικός
σλοβενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σλοβενικός
σλοβενικό	adj	αιτιατική ενικού του σλοβενικός
σλοβενικός	adj	που έχει σχέση με τη Σλοβενία
σλοβενικών	adj	γενική πληθυντικού του σλοβενικός
σλόγκαν	noun	σύντομο διαφημιστικό μήνυμα εμπορικού ή πολιτικού περιεχομένου, διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο που να το προσέχει ο δέκτης και να παραμένει στη μνήμη του
σμάλτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμάλτο
σμάλτο	noun	υαλώδης επίστρωση σε κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα που τους δίνει λαμπερή όψη
σμάλτου	noun	γενική ενικού του σμάλτο
σμάλτωμα	noun	το αποτέλεσμα του σμαλτώνω
σμάλτων	noun	γενική πληθυντικού του σμάλτο
σμάλτωνα	=	σμαλτώνω
σμάλτωναν	=	σμαλτώνω
σμάλτωνε	=	σμαλτώνω
σμάλτωνες	=	σμαλτώνω
σμάλτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμάλτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμάλτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμάλτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμάλτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σμαλτώνω
σμάλτωσης	=	σμάλτωση
σμάλτωσις	noun	σμάλτωση
σμάρι	noun	ομάδα μελισσών με καινούργια βασίλισσα, που εγκαταλείπει την αρχική κυψέλη
σμάρια	=	σμάρι
σμάρτφον	noun	κινητό τηλέφωνο με προηγμένα χαρακτηριστικά και μεγαλύτερη υπολογιστική χωρητικότητα από ένα απλό κινητό τηλέφωνο
σμέουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμέουρο
σμέουρο	noun	καρπός της σμεουριάς, μικρό χυμώδες κόκκινο φρούτο με γλυκόξινη γεύση, που μοιάζει στην όψη και είναι συγγενές με το βατόμουρο
σμέουρου	noun	γενική ενικού του σμέουρο
σμέουρων	noun	γενική πληθυντικού του σμέουρο
σμέρνα	noun	(Muraena helena) σαρκοφάγο ψάρι με οφιοειδές σώμα χωρίς λέπια, άνω σιαγόνα που προεξέχει και δηλητηριώδεις αδένες στο στόμα της
σμέρνας	noun	γενική ενικού του σμέρνα
σμέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμέρνα
σμέρφαρα	=	σμερφάρω
σμέρφαραν	=	σμερφάρω
σμέρφαρε	=	σμερφάρω
σμέρφαρες	=	σμερφάρω
σμήγμα	noun	λιπώδης, συνήθως λευκοκίτρινη ουσία που εκκρίνεται από σμηγματογόνους αδένες και από αποπίπτοντα επιθηλιακά κύτταρα, σχηματίζοντας προστατευτικό φιλμ στο δέρμα και —ιδίως στις πτυχές των γεννητικών οργάνων— τείνοντας να συσσωρεύεται ως χαρακτηριστικό έκκριμα
σμήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμήγμα
σμήγματος	noun	γενική ενικού του σμήγμα
σμήμα	noun|rare	ουσία ή παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση ρύπων και ακαθαρσιών από σώμα ή επιφάνειες μέσω καθαριστικής δράσης
σμήναρχε	noun	κλητική ενικού του σμήναρχος
σμήναρχο	noun	αιτιατική ενικού του σμήναρχος
σμήναρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμήναρχος
σμήναρχος	noun	ανώτερος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, ανώτερος από τον αντισμήναρχο και κατώτερος από τον ταξίαρχο.
σμήναρχου	noun	γενική ενικού του σμήναρχος
σμήναρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σμήναρχος
σμήναρχων	noun	γενική πληθυντικού του σμήναρχος
σμήνη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμήνος
σμήνος	noun	πλήθος εντόμων ή πραγμάτων
σμήνους	=	σμήνος
σμίας	abbrev	σμηνίας
σμίγαμε	=	σμίγω
σμίγαν	=	σμίγω
σμίγανε	=	σμίγω
σμίγατε	=	σμίγω
σμίγε	=	σμίγω
σμίγει	=	σμίγω
σμίγεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σμίγω
σμίγετε	=	σμίγω
σμίγοντας	=	σμίγω
σμίγουμε	=	σμίγω
σμίγουν	=	σμίγω
σμίγουνε	=	σμίγω
σμίγω	verb	ενώνω
σμίκρυνση	noun	η ελάττωση των διαστάσεων ενός αντικειμένου
σμίκρυνσης	noun	γενική ενικού του σμίκρυνση
σμίκρυνσις	noun	η σμίκρυνση
σμίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμίλη
σμίλευα	=	σμιλεύω
σμίλευαν	=	σμιλεύω
σμίλευε	=	σμιλεύω
σμίλευες	=	σμιλεύω
σμίλευμα	noun	το αποτέλεσμα του σμιλεύω
σμίλευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σμιλεύω
σμίλευσης	noun	γενική ενικού του σμίλευση
σμίλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμίλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμίλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμίλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμίλη	noun	εργαλείο διαφόρων επαγγελμάτων (λιθοξόου, σιδηρουργού, χειρουργού κλπ), που έχει μία πεπλατυσμένη κοφτερή άκρη
σμίλης	=	σμίλη
σμίλων	=	σμίλη
σμίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξαν	=	σμίγω
σμίξανε	=	σμίγω
σμίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σμίγω
σμίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμίγω
σμαλτωθήκαμε	=	σμαλτώνω
σμαλτωθήκαν	=	σμαλτώνω
σμαλτωθήκανε	=	σμαλτώνω
σμαλτωθήκατε	=	σμαλτώνω
σμαλτωθεί	=	σμαλτώνω
σμαλτωθείτε	=	σμαλτώνω
σμαλτωμάτων	=	σμάλτωμα
σμαλτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμαλτωμένο
σμαλτωμένε	verb	κλητική ενικού του σμαλτωμένος
σμαλτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμαλτωμένη
σμαλτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμαλτωμένος
σμαλτωμένης	verb	γενική ενικού του σμαλτωμένη
σμαλτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σμαλτωμένος
σμαλτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμαλτωμένος
σμαλτωμένος	=	σμαλτώνω
σμαλτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμαλτωμένος
σμαλτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σμαλτωμένος
σμαλτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμαλτωμένος
σμαλτωνόμασταν	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόμαστε	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόμουν	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόμουνα	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόντουσαν	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόσασταν	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόσαστε	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόσουν	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόσουνα	=	σμαλτώνω
σμαλτωνόταν	=	σμαλτώνω
σμαλτωνότανε	=	σμαλτώνω
σμαλτώθηκα	=	σμαλτώνω
σμαλτώθηκαν	=	σμαλτώνω
σμαλτώθηκε	=	σμαλτώνω
σμαλτώθηκες	=	σμαλτώνω
σμαλτώματα	=	σμάλτωμα
σμαλτώματος	=	σμάλτωμα
σμαλτώναμε	=	σμαλτώνω
σμαλτώναν	=	σμαλτώνω
σμαλτώνανε	=	σμαλτώνω
σμαλτώνατε	=	σμαλτώνω
σμαλτώνει	=	σμαλτώνω
σμαλτώνεις	=	σμαλτώνω
σμαλτώνεσαι	=	σμαλτώνω
σμαλτώνεστε	=	σμαλτώνω
σμαλτώνεται	=	σμαλτώνω
σμαλτώνετε	=	σμαλτώνω
σμαλτώνομαι	=	σμαλτώνω
σμαλτώνονται	=	σμαλτώνω
σμαλτώνονταν	=	σμαλτώνω
σμαλτώνοντας	=	σμαλτώνω
σμαλτώνουμε	=	σμαλτώνω
σμαλτώνουν	=	σμαλτώνω
σμαλτώνουνε	=	σμαλτώνω
σμαλτώνω	verb	καλύπτω κάτι με σμάλτο
σμαλτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώσαν	=	σμαλτώνω
σμαλτώσανε	=	σμαλτώνω
σμαλτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμάλτωση
σμαλτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώσεων	=	σμάλτωση
σμαλτώσου	=	σμαλτώνω
σμαλτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαλτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
σμαράγδι	noun	είδος πολύτιμης πέτρας βαθυπράσινου χρώματος
σμαράγδια	=	σμαράγδι
σμαράγδινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμαράγδινο
σμαράγδινε	adj	κλητική ενικού του σμαράγδινος
σμαράγδινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμαράγδινη
σμαράγδινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμαράγδινος
σμαράγδινης	adj	γενική ενικού του σμαράγδινη
σμαράγδινο	adj	αιτιατική ενικού του σμαράγδινος
σμαράγδινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμαράγδινος
σμαράγδινος	adj	άλλη μορφή του σμαραγδένιος
σμαράγδινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμαράγδινος
σμαράγδινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμαράγδινος
σμαράγδινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμαράγδινος
σμαρίδα	noun	άλλη μορφή του μαρίδα
σμαρίδας	=	σμαρίδα
σμαρίδες	=	σμαρίδα
σμαρίδων	=	σμαρίδα
σμαραγδένια	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιας	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιε	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιες	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιο	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιοι	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιος	adj	κατασκευασμένος από σμαράγδια
σμαραγδένιου	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιους	=	σμαραγδένιος
σμαραγδένιων	=	σμαραγδένιος
σμαραγδίτες	=	σμαραγδίτης
σμαραγδίτη	=	σμαραγδίτης
σμαραγδίτης	noun	μεταμορφικός ορυκτολογικός τύπος που προέρχεται κυρίως από την πράσινη ποικιλία του αμφιβόλου
σμαραγδιού	=	σμαράγδι
σμαραγδιτών	=	σμαραγδίτης
σμαραγδιών	=	σμαράγδι
σμαραγδοειδές	=	σμαραγδοειδής
σμαραγδοειδή	=	σμαραγδοειδής
σμαραγδοειδής	adj	που έχει τη μορφή του σμαραγδιού
σμαραγδοειδείς	=	σμαραγδοειδής
σμαραγδοειδούς	=	σμαραγδοειδής
σμαραγδοειδών	=	σμαραγδοειδής
σμαραγδοχρόων	=	σμαραγδόχρους
σμαραγδόχροα	=	σμαραγδόχρους
σμαραγδόχροες	=	σμαραγδόχρους
σμαραγδόχρου	=	σμαραγδόχρους
σμαραγδόχρουν	=	σμαραγδόχρους
σμαραγδόχρους	adj	που έχει βαθυπράσινο χρώμα παρόμοιο με αυτό του σμαραγδιού
σμαριού	=	σμάρι
σμαριών	=	σμάρι
σμβε	abbrev	σωματείο συνεργασίας και προαγωγής των συμφερόντων επαγγελματιών μουσικών της βόρειας Ελλάδας
σμε	abbrev	Σύλλογος Μουσειοπαιδαγωγών Ελλάδος
σμεουρέλαια	=	σμεουρέλαιο
σμεουρέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από τα σμέουρα
σμεουρέλαιου	=	σμεουρέλαιο
σμεουρέλαιων	=	σμεουρέλαιο
σμεουρελαίου	=	σμεουρέλαιο
σμεουρελαίων	=	σμεουρέλαιο
σμεουριά	noun	αγκαθωτός θάμνος (λατινικό όνομα Rubus idaeus) με ωοειδή ή λογχοειδή οδοντωτά φύλλα και μικρά λευκά άνθη με πέντε πέταλα· παράγει μικρούς κόκκινους εδώδιμους καρπούς (σμέουρα)
σμεουριάς	=	σμεουριά
σμεουριές	=	σμεουριά
σμεουριών	=	σμεουριά
σμερδάκι	noun	ποιμενικός δαίμονας
σμερδάκια	=	σμερδάκι
σμερνών	noun	γενική πληθυντικού του σμέρνα
σμερτιά	noun	κοινή ονομασία του φυτού μυρτιά
σμερτιάς	=	σμερτιά
σμερτιές	=	σμερτιά
σμερτιών	=	σμερτιά
σμερφάραμε	=	σμερφάρω
σμερφάραν	=	σμερφάρω
σμερφάρανε	=	σμερφάρω
σμερφάρατε	=	σμερφάρω
σμερφάρει	=	σμερφάρω
σμερφάρεις	=	σμερφάρω
σμερφάρετε	=	σμερφάρω
σμερφάρισα	=	σμερφάρω
σμερφάρισαν	=	σμερφάρω
σμερφάρισε	=	σμερφάρω
σμερφάρισες	=	σμερφάρω
σμερφάροντας	=	σμερφάρω
σμερφάρουμε	=	σμερφάρω
σμερφάρουν	=	σμερφάρω
σμερφάρουνε	=	σμερφάρω
σμερφάρω	verb|informal	είμαι σμερφ, ένας επιδέξιος και έμπειρος παίκτης ενός διαδικτυακού παιχνιδιού και παίζω με λογαριασμό χαμηλής, σε σχέση με τη δική μου, κατάταξης ώστε αγωνίζομαι εναντίον λιγότερο έμπειρων παικτών κατά των οποίων νικώ εύκολα
σμερφαρίσαμε	=	σμερφάρω
σμερφαρίσαν	=	σμερφάρω
σμερφαρίσανε	=	σμερφάρω
σμερφαρίσατε	=	σμερφάρω
σμερφαρίσει	=	σμερφάρω
σμερφαρίστε	=	σμερφάρω
σμηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σμήγμα
σμηγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηγματικό
σμηγματικέ	adj	κλητική ενικού του σμηγματικός
σμηγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηγματική
σμηγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμηγματικός
σμηγματικής	adj	γενική ενικού του σμηγματική
σμηγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμηγματικός
σμηγματικού	adj	γενική ενικού του σμηγματικός
σμηγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμηγματικός
σμηγματικό	adj	αιτιατική ενικού του σμηγματικός
σμηγματικός	adj	που σχετίζεται με το σμήγμα
σμηγματικών	adj	γενική πληθυντικού του σμηγματικός
σμηγματογόνα	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνας	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνε	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνες	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνο	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνοι	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνος	adj	που παράγει σμήγμα
σμηγματογόνου	=	σμηγματογόνος
σμηγματογόνους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμηγματογόνος
σμηγματογόνων	=	σμηγματογόνος
σμηγματορροιών	noun	γενική πληθυντικού του σμηγματόρροια
σμηγματορροϊκά	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκέ	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκές	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκή	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκής	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκοί	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκού	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκούς	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκό	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματορροϊκός	adj	που έχει σχέση με τη σμηγματόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή
σμηγματορροϊκών	=	σμηγματορροϊκός
σμηγματόρροια	noun	η υπερβολική έκκριση σμήγματος από τους σμηγματογόνους αδένες, που συνήθως παρατηρείται στο πρόσωπο, το τριχωτό της κεφαλής ή άλλα μέρη του σώματος, προκαλώντας λιπαρότητα και πιθανώς δερματικές παθήσεις
σμηγματόρροιας	noun	γενική ενικού του σμηγματόρροια
σμηγματόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηγματόρροια
σμηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηκτικό
σμηκτικέ	adj	κλητική ενικού του σμηκτικός
σμηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηκτική
σμηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμηκτικός
σμηκτικής	adj	γενική ενικού του σμηκτική
σμηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμηκτικός
σμηκτικού	adj	γενική ενικού του σμηκτικός
σμηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμηκτικός
σμηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του σμηκτικός
σμηκτικός	adj	που σχετίζεται με το σμήγμα
σμηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του σμηκτικός
σμηνάρχου	noun	γενική ενικού του σμήναρχος
σμηνάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σμήναρχος
σμηνάρχων	noun	γενική πληθυντικού του σμήναρχος
σμηνία	=	σμηνίας
σμηνίας	noun	υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας.
σμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηνίας
σμηνίτες	=	σμηνίτης
σμηνίτη	=	σμηνίτης
σμηνίτης	noun	ο οπλίτης που υπηρετεί στην πολεμική αεροπορία
σμηνίτισσας	noun	γενική ενικού του σμηνίτισσα
σμηνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηνίτισσα
σμηναγέ	noun	κλητική ενικού του σμηναγός
σμηναγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμηναγός
σμηναγού	noun	γενική ενικού του σμηναγός
σμηναγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σμηναγός
σμηναγό	noun	αιτιατική ενικού του σμηναγός
σμηναγός	noun	βαθμός αξιωματικού της πολεμικής αεροπορίας, αντίστοιχος με αυτόν του λοχαγού στον στρατό ξηράς.
σμηναγών	noun	γενική πληθυντικού του σμηναγός
σμηναρχία	noun	η μονάδα πολεμικής αεροπορίας
σμηναρχίας	noun	γενική ενικού του σμηναρχία
σμηναρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμηναρχία
σμηναρχιών	noun	γενική πληθυντικού του σμηναρχία
σμηνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του σμηνίτισσα
σμηνιτών	noun	γενική πληθυντικού του σμηνίτης
σμηνιών	=	σμηνίας
σμηνοσεισμοί	noun	πολλοί μικροί σεισμοί οι οποίοι γίνονται σε ένα μικρό χρονικό διάστημα
σμηνοσεισμούς	=	σμηνοσεισμοί
σμηνοσεισμών	=	σμηνοσεισμοί
σμηνουργία	noun	η διαδικασία δημιουργίας νέας αποικίας από μέλισσες, κατά την οποία μέρος του πληθυσμού κατά την άνοιξη εγκαταλείπει την κυψέλη μαζί με την παλαιά βασίλισσα, για δημιουργία νέας αποικίας (κυψέλης)
σμηνουργίας	=	σμηνουργία
σμηνουργίες	=	σμηνουργία
σμηνουργιών	=	σμηνουργία
σμηνών	=	σμήνος
σμιγάδι	noun	μείγμα από σιτάρι και κριθάρι
σμιγάδια	=	σμιγάδι
σμιγέ	=	σμιγός
σμιγαδιού	=	σμιγάδι
σμιγαδιών	=	σμιγάδι
σμιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιγμένο
σμιγμένε	verb	κλητική ενικού του σμιγμένος
σμιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιγμένη
σμιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμιγμένος
σμιγμένης	verb	γενική ενικού του σμιγμένη
σμιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σμιγμένος
σμιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμιγμένος
σμιγμένος	=	σμίγω
σμιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμιγμένος
σμιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σμιγμένος
σμιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμιγμένος
σμιγοί	=	σμιγός
σμιγού	=	σμιγός
σμιγούς	=	σμιγός
σμιγό	=	σμιγός
σμιγός	noun	άλλη μορφή του σμιγάδι
σμιγών	=	σμιγός
σμικρέ	adj	κλητική ενικού του σμικρός
σμικρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμικρή
σμικρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμικρός
σμικρής	adj	γενική ενικού του σμικρή
σμικροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμικρός
σμικρού	adj	γενική ενικού του σμικρός
σμικρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμικρός
σμικρυμένα	=	σμικρυμένος
σμικρυμένε	=	σμικρυμένος
σμικρυμένες	=	σμικρυμένος
σμικρυμένη	=	σμικρυμένος
σμικρυμένης	=	σμικρυμένος
σμικρυμένο	=	σμικρυμένος
σμικρυμένοι	=	σμικρυμένος
σμικρυμένος	adj	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σμικρύνω
σμικρυμένου	=	σμικρυμένος
σμικρυμένους	=	σμικρυμένος
σμικρυμένων	=	σμικρυμένος
σμικρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμικρυντικό
σμικρυντικέ	adj	κλητική ενικού του σμικρυντικός
σμικρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμικρυντική
σμικρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμικρυντικός
σμικρυντικής	adj	γενική ενικού του σμικρυντική
σμικρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμικρυντικός
σμικρυντικού	adj	γενική ενικού του σμικρυντικός
σμικρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμικρυντικός
σμικρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του σμικρυντικός
σμικρυντικός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με τη σμίκρυνση
σμικρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του σμικρυντικός
σμικρυσμένα	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένε	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένες	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένη	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένης	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένο	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένοι	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένος	adj	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σμικρύνω
σμικρυσμένου	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένους	=	σμικρυσμένος
σμικρυσμένων	=	σμικρυσμένος
σμικρό	adj	αιτιατική ενικού του σμικρός
σμικρύνομαι	=	σμικρύνω
σμικρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμίκρυνση
σμικρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του σμίκρυνση
σμικρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του σμίκρυνση
σμικρύνω	verb	άλλη μορφή του μικραίνω
σμικρών	adj	γενική πληθυντικού του σμικρός
σμιλάρι	noun	ξυλουργικό και λαξευτικό εργαλείο
σμιλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιλάρι
σμιλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψαν	=	σμιλεύω
σμιλέψανε	=	σμιλεύω
σμιλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψου	=	σμιλεύομαι
σμιλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμιλεύω
σμιλαριού	=	σμιλάρι
σμιλαριών	=	σμιλάρι
σμιλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιλεμένο
σμιλεμένε	verb	κλητική ενικού του σμιλεμένος
σμιλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιλεμένη
σμιλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμιλεμένος
σμιλεμένης	verb	γενική ενικού του σμιλεμένη
σμιλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σμιλεμένος
σμιλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμιλεμένος
σμιλεμένος	=	σμιλεύομαι
σμιλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμιλεμένος
σμιλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σμιλεμένος
σμιλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμιλεμένος
σμιλευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σμίλευμα
σμιλευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σμιλευτός	adv	με σμιλευτό τρόπο, με σμίλευση
σμιλευτέ	adj	κλητική ενικού του σμιλευτός
σμιλευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιλευτή
σμιλευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμιλευτός
σμιλευτήκαμε	=	σμιλεύομαι
σμιλευτήκαν	=	σμιλεύομαι
σμιλευτήκανε	=	σμιλεύομαι
σμιλευτήκατε	=	σμιλεύομαι
σμιλευτής	adj	γενική ενικού του σμιλευτή
σμιλευτεί	=	σμιλεύομαι
σμιλευτείτε	=	σμιλεύομαι
σμιλευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμιλευτός
σμιλευτού	adj	γενική ενικού του σμιλευτός
σμιλευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμιλευτός
σμιλευτό	adj	αιτιατική ενικού του σμιλευτός
σμιλευτός	adj	που έχει σμιλευτεί, που τον έχουν σμιλεύσει
σμιλευτών	adj	γενική πληθυντικού του σμιλευτός
σμιλευόμασταν	=	σμιλεύομαι
σμιλευόμαστε	=	σμιλεύομαι
σμιλευόμουν	=	σμιλεύομαι
σμιλευόμουνα	=	σμιλεύομαι
σμιλευόντουσαν	=	σμιλεύομαι
σμιλευόσασταν	=	σμιλεύομαι
σμιλευόσαστε	=	σμιλεύομαι
σμιλευόσουν	=	σμιλεύομαι
σμιλευόσουνα	=	σμιλεύομαι
σμιλευόταν	=	σμιλεύομαι
σμιλευότανε	=	σμιλεύομαι
σμιλεύαμε	=	σμιλεύω
σμιλεύαν	=	σμιλεύω
σμιλεύανε	=	σμιλεύω
σμιλεύατε	=	σμιλεύω
σμιλεύει	=	σμιλεύω
σμιλεύεις	=	σμιλεύω
σμιλεύεσαι	=	σμιλεύομαι
σμιλεύεστε	=	σμιλεύομαι
σμιλεύεται	=	σμιλεύομαι
σμιλεύετε	=	σμιλεύω
σμιλεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμίλευμα
σμιλεύματος	noun	γενική ενικού του σμίλευμα
σμιλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σμιλεύω
σμιλεύονται	=	σμιλεύομαι
σμιλεύονταν	=	σμιλεύομαι
σμιλεύοντας	=	σμιλεύω
σμιλεύου	=	σμιλεύομαι
σμιλεύουμε	=	σμιλεύω
σμιλεύουν	=	σμιλεύω
σμιλεύουνε	=	σμιλεύω
σμιλεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμίλευση
σμιλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του σμίλευση
σμιλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του σμίλευση
σμιλεύτηκα	=	σμιλεύομαι
σμιλεύτηκαν	=	σμιλεύομαι
σμιλεύτηκε	=	σμιλεύομαι
σμιλεύτηκες	=	σμιλεύομαι
σμιλεύω	verb	δουλεύω με τη σμίλη γλύφοντας κάποιο υλικό (μάρμαρο, πέτρα κ.λπ.) και δίνοντάς του μια μορφή (άγαλμα, ειδώλιο κ.λπ.)
σμιλών	=	σμίλη
σμιξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμίξιμο
σμιξίματος	noun	γενική ενικού του σμίξιμο
σμιξιμάτων	=	σμίξιμο
σμιρίγλι	noun	είδος σκληρού ορυκτού, η σμύριδα (της Νάξου)
σμιρίγλια	=	σμιρίγλι
σμιριγλιού	=	σμιρίγλι
σμιριγλιών	=	σμιρίγλι
σμιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σμιχτός	adv|rare	με σμιχτό τρόπο
σμιχτέ	adj	κλητική ενικού του σμιχτός
σμιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιχτή
σμιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμιχτός
σμιχτής	adj	γενική ενικού του σμιχτή
σμιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμιχτός
σμιχτοφρυδούσα	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρυδούσας	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρυδούσες	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδα	noun	θηλυκό του σμιχτοφρύδης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδας	noun	γενική ενικού του σμιχτοφρύδα
σμιχτοφρύδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμιχτοφρύδα
σμιχτοφρύδη	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδηδες	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδηδων	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδης	adj	που έχει σμιχτά φρύδια που ενώνονται πάνω από τη μύτη
σμιχτοφρύδικα	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδικο	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδικου	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδικων	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτοφρύδούσα	=	σμιχτοφρύδης
σμιχτού	adj	γενική ενικού του σμιχτός
σμιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμιχτός
σμιχτό	adj	αιτιατική ενικού του σμιχτός
σμιχτός	adj	που ενώνονται, σμίγουν
σμιχτών	adj	γενική πληθυντικού του σμιχτός
σμούλα	noun|dated	η φωλιά, η τρύπα ενός λαγού
σμούλας	=	σμούλα
σμούλες	=	σμούλα
σμούλων	=	σμούλα
σμπάρα	=	σμπάρος
σμπάρε	=	σμπάρος
σμπάρο	=	σμπάρος
σμπάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμπάρος
σμπάρος	noun|vulgar	ο πυροβολισμός
σμπάρου	=	σμπάρος
σμπάρους	=	σμπάρος
σμπάρων	=	σμπάρος
σμπίρος	noun	αστυνομικός, μπάτσος
σμπαράλια	noun	κομμάτια, θρύψαλα
σμπαράλιαζα	=	σμπαραλιάζω
σμπαράλιαζαν	=	σμπαραλιάζω
σμπαράλιαζε	=	σμπαραλιάζω
σμπαράλιαζες	=	σμπαραλιάζω
σμπαράλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαράλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαράλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαράλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαράλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζαμε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζαν	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζανε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζατε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζει	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζεις	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζετε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζοντας	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζουμε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζουν	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζουνε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάζω	verb	κομματιάζω, θρυμματίζω
σμπαραλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσαν	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσανε	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμπαράλιασμα
σμπαραλιάσματος	noun	γενική ενικού του σμπαράλιασμα
σμπαραλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιάστηκα	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμπαραλιάζω
σμπαραλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σμπαράλιασμα
σμπαραλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμπαραλιασμένο
σμπαραλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σμπαραλιασμένος
σμπαραλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμπαραλιασμένη
σμπαραλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμπαραλιασμένος
σμπαραλιασμένης	verb	γενική ενικού του σμπαραλιασμένη
σμπαραλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σμπαραλιασμένος
σμπαραλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμπαραλιασμένος
σμπαραλιασμένος	=	σμπαραλιάζω
σμπαραλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμπαραλιασμένος
σμπαραλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σμπαραλιασμένος
σμπαραλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμπαραλιασμένος
σμρος	=	σημαιοφόρος
σμυρίγλι	noun	άλλη γραφή του σμιρίγλι
σμυρίγλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυρίγλι
σμυρίδα	noun	άλλη μορφή του σμύριδα
σμυρίδας	=	σμυρίδα
σμυρίδες	=	σμυρίδα
σμυρίδων	=	σμύριδα
σμυριγλά	=	σμυριγλάς
σμυριγλάδες	=	σμυριγλάς
σμυριγλάδων	=	σμυριγλάς
σμυριγλάς	noun	ο επαγγελματίας που εξορύσσει σμύριδα (σμυρίγλι)
σμυριγλιού	=	σμυρίγλι
σμυριγλιών	=	σμυρίγλι
σμυριδαποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδαποθήκη
σμυριδαποθήκη	noun	η αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης και φύλαξης σμύριδας
σμυριδαποθήκης	=	σμυριδαποθήκη
σμυριδαποθηκών	=	σμυριδαποθήκη
σμυριδεργάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδεργάτης
σμυριδεργάτη	=	σμυριδεργάτης
σμυριδεργάτης	noun	που εργάζεται σε σμυριδορυχείο ή στις εγκαταστάσεις μεταφοράς και της σμύριδας
σμυριδεργατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδεργατικό
σμυριδεργατικέ	adj	κλητική ενικού του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδεργατική
σμυριδεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατικής	adj	γενική ενικού του σμυριδεργατική
σμυριδεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατικού	adj	γενική ενικού του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατικός	adj	ο σχετικός με τον σμυριδεργάτη, την εργασία, ασφάλεια, σύνταξη, υποχρεώσεις και δικαιώματά του
σμυριδεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του σμυριδεργατικός
σμυριδεργατών	=	σμυριδεργάτης
σμυριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδικό
σμυριδικέ	adj	κλητική ενικού του σμυριδικός
σμυριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδική
σμυριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμυριδικός
σμυριδικής	adj	γενική ενικού του σμυριδική
σμυριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμυριδικός
σμυριδικού	adj	γενική ενικού του σμυριδικός
σμυριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμυριδικός
σμυριδικό	adj	αιτιατική ενικού του σμυριδικός
σμυριδικός	adj	ο σχετικός με τη σμύριδα
σμυριδικών	adj	γενική πληθυντικού του σμυριδικός
σμυριδοπετρών	noun	γενική πληθυντικού του σμυριδόπετρα
σμυριδορυκτών	=	σμυριδορύκτης
σμυριδορυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδορυχείο
σμυριδορυχείο	noun	το ορυχείο εξόρυξης σμύριδας, το κοινώς σμυρίγλι.
σμυριδορυχείου	noun	γενική ενικού του σμυριδορυχείο
σμυριδορυχείων	noun	γενική πληθυντικού του σμυριδορυχείο
σμυριδορύκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδορύκτης
σμυριδορύκτη	=	σμυριδορύκτης
σμυριδορύκτης	noun	ο σμυριδεργάτης, ο σμυριδωρύχος
σμυριδοσωρέ	noun	κλητική ενικού του σμυριδοσωρός
σμυριδοσωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμυριδοσωρός
σμυριδοσωρού	noun	γενική ενικού του σμυριδοσωρός
σμυριδοσωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σμυριδοσωρός
σμυριδοσωρό	noun	αιτιατική ενικού του σμυριδοσωρός
σμυριδοσωρός	noun	σωρός μικρών θραυσμάτων σμύριδας
σμυριδοσωρών	noun	γενική πληθυντικού του σμυριδοσωρός
σμυριδοτροχέ	noun	κλητική ενικού του σμυριδοτροχός
σμυριδοτροχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμυριδοτροχός
σμυριδοτροχού	noun	γενική ενικού του σμυριδοτροχός
σμυριδοτροχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σμυριδοτροχός
σμυριδοτροχό	noun	αιτιατική ενικού του σμυριδοτροχός
σμυριδοτροχός	noun	ειδικό αυτόνομο εργαλείο η μηχανικό εξάρτημα, συνηθέστερα σε μορφή δίσκου, συμπαγές από κόκκους σκληρών υλικών, που χρησιμοποιείται για την κοπή, λείανση διαφόρων τύπων επιφανειών ή και ακόνισμα άλλων εργαλείων
σμυριδοτροχών	noun	γενική πληθυντικού του σμυριδοτροχός
σμυριδοφυλάκων	=	σμυριδοφύλακας
σμυριδοφύλακα	=	σμυριδοφύλακας
σμυριδοφύλακας	noun|dated	ο επιτετραμμένος, με ειδικά αστυνομικά καθήκοντα, ελέγχου οποιασδήποτε παραβατικότητας που προβλέπει η σχετική νομοθεσία περί της εξόρυξης και διάθεσης της "ναξίας σμύριδας", από τους χώρους εξόρυξης (σμυριδωρυχεία), μέχρι και τους χώρους παράδοσης ή φύλαξης (σμυριδαποθήκες)
σμυριδοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδοφύλακας
σμυριδωρυχεῖον	noun	σμυριδωρυχείο
σμυριδόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδόπανο
σμυριδόπανο	noun	πανί στο οποίο έχουν επικολληθεί κόκκοι από σμυρίδα και χρησιμοποιείται κυρίως για τη λείανση μεταλλικών επιφανειών
σμυριδόπανου	noun	γενική ενικού του σμυριδόπανο
σμυριδόπανων	noun	γενική πληθυντικού του σμυριδόπανο
σμυριδόπετρα	noun	τεμάχιο σμύριδας
σμυριδόπετρας	noun	γενική ενικού του σμυριδόπετρα
σμυριδόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδόπετρα
σμυριδόσκαλα	noun	λιμενική εγκατάσταση φορτοεκφόρτωσης σμύριδας ανεξάρτητα βαθμού σχετικής υποδομής και ιδιαίτερων ευκολιών
σμυριδόσκαλας	=	σμυριδόσκαλα
σμυριδόσκαλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδόσκαλα
σμυριδόσκαλων	=	σμυριδόσκαλα
σμυριδόσκονες	=	σμυριδόσκονη
σμυριδόσκονη	noun	σκόνη από σμύριδα
σμυριδόσκονης	=	σμυριδόσκονη
σμυριδόσκονων	=	σμυριδόσκονη
σμυριδόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυριδόχαρτο
σμυριδόχαρτο	noun	χαρτί στη μία όψη του οποίου έχουν κολληθεί μικροσκοπικά κομμάτια σμύριδας και χρησιμοποιείται για το τρίψιμο ξύλινων επιφανειών, ώστε να γίνουν λείες
σμυριδόχαρτον	noun	το σμυριδόχαρτο
σμυριδόχαρτου	noun	γενική ενικού του σμυριδόχαρτο
σμυριδόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του σμυριδόχαρτο
σμυρναίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυρναίικο
σμυρναίικε	adj	κλητική ενικού του σμυρναίικος
σμυρναίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυρναίικη
σμυρναίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμυρναίικος
σμυρναίικης	adj	γενική ενικού του σμυρναίικη
σμυρναίικο	adj	αιτιατική ενικού του σμυρναίικος	noun	λαϊκό τραγούδι των Ελλήνων της Σμύρνης, πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή
σμυρναίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμυρναίικος
σμυρναίικος	adj	που προέρχεται από τη Σμύρνη, παράγεται ή αναφέρεται σ' αυτή την πόλη
σμυρναίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμυρναίικος
σμυρναίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμυρναίικος
σμυρναίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμυρναίικος
σμυρναϊκά	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκέ	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκές	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκή	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκής	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκοί	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκού	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκούς	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκό	=	σμυρναϊκός
σμυρναϊκός	adj	σχετικός με τη Σμύρνη, λογιότερος τύπος του σμυρναίικος
σμυρναϊκών	=	σμυρναϊκός
σμυρνιά	=	σμυρνιός
σμυρνιός	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας
σμυρνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυρνιώτικο
σμυρνιώτικε	adj	κλητική ενικού του σμυρνιώτικος
σμυρνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμυρνιώτικη
σμυρνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σμυρνιώτικος
σμυρνιώτικης	adj	γενική ενικού του σμυρνιώτικη
σμυρνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σμυρνιώτικος
σμυρνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σμυρνιώτικος
σμυρνιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Σμύρνη
σμυρνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σμυρνιώτικος
σμυρνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σμυρνιώτικος
σμυρνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σμυρνιώτικος
σμυρνών	noun	γενική πληθυντικού του σμύρνα
σμυρτιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του μυρτιά
σμυρτιάς	=	σμυρτιά
σμυρτιές	=	σμυρτιά
σμυρτιών	=	σμυρτιά
σμχος	abbrev	σμήναρχος
σμόκιν	noun	επίσημο ανδρικό ένδυμα, μαύρο συνήθως σακάκι με σατέν πέτα
σμύρη	noun|rare	άλλη μορφή του σμύριδα
σμύριδα	noun	είδος σκληρού ορυκτού που εξάγεται και στη Νάξο και χρησιμοποιείται για τη λείανση επιφανειών
σμύριδας	noun	γενική ενικού του σμύριδα
σμύριδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμύριδα
σμύρνα	noun	μικρό δέντρο που εκκρίνει αρωματική ρητίνη
σμύρνας	noun	γενική ενικού του σμύρνα
σμύρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σμύρνα
σνάιπαρα	=	σναϊπάρω
σνάιπαραν	=	σναϊπάρω
σνάιπαρε	=	σναϊπάρω
σνάιπαρες	=	σναϊπάρω
σνίτσελ	noun	κρέας σε λεπτές φέτες που τηγανίζονται, αφού προηγουμένως βουτηχθούν σε αβγό και φρυγανιά
σνίχι	noun|dated	ο αυχένας, ο σβέρκος, τράχηλος
σνίχια	=	σνίχι
σνακ	noun	λίγο φαγητό (κουλούρι, κομμάτι κέικ, φρούτο κ.λπ.) που τρώγεται ανάμεσα από τα κανονικά γεύματα
σναϊπάραμε	=	σναϊπάρω
σναϊπάραν	=	σναϊπάρω
σναϊπάρανε	=	σναϊπάρω
σναϊπάρατε	=	σναϊπάρω
σναϊπάρει	=	σναϊπάρω
σναϊπάρεις	=	σναϊπάρω
σναϊπάρετε	=	σναϊπάρω
σναϊπάρισα	=	σναϊπάρω
σναϊπάρισαν	=	σναϊπάρω
σναϊπάρισε	=	σναϊπάρω
σναϊπάρισες	=	σναϊπάρω
σναϊπάροντας	=	σναϊπάρω
σναϊπάρουμε	=	σναϊπάρω
σναϊπάρουν	=	σναϊπάρω
σναϊπάρουνε	=	σναϊπάρω
σναϊπάρω	verb|informal	πυροβολώ ως ελεύθερος σκοπευτής
σναϊπαρίσαμε	=	σναϊπάρω
σναϊπαρίσαν	=	σναϊπάρω
σναϊπαρίσανε	=	σναϊπάρω
σναϊπαρίσατε	=	σναϊπάρω
σναϊπαρίσει	=	σναϊπάρω
σναϊπαρίστε	=	σναϊπάρω
σνδ	abbrev	Η Σ.Ν.Δ. αποτελεί την ανωτάτη παραγωγική σχολή του ΓΕΝ που υπάγεται στη ΔΝΕ
σνιφάρω	verb	μυρίζω με ηχηρό τρόπο
σνιχιού	=	σνίχι
σνιχιών	=	σνίχι
σνομπ	adj	που φέρεται σαν να ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη, που θεωρεί κατώτερους τους γύρω του και τους συμπεριφέρεται απαξιωτικά
σνομπάρισμα	noun	το φέρσιμο, η συμπεριφορά ενός σνομπ
σνομπάρω	verb	φέρομαι με σνομπ, υπεροπτικό τρόπο
σνομπίστρια	noun|rare	θηλυκό του σνομπιστής
σνομπίστριας	noun	γενική ενικού του σνομπίστρια
σνομπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σνομπίστρια
σνομπαρία	noun	κύκλος σνομπ ανθρώπων
σνομπαρίας	noun	γενική ενικού του σνομπαρία
σνομπαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σνομπαρία
σνομπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σνομπάρισμα
σνομπαρίσματος	=	σνομπάρισμα
σνομπαρισμάτων	=	σνομπάρισμα
σνομπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σνομπαρισμένο
σνομπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σνομπαρισμένος
σνομπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σνομπαρισμένη
σνομπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σνομπαρισμένος
σνομπαρισμένης	verb	γενική ενικού του σνομπαρισμένη
σνομπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σνομπαρισμένος
σνομπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σνομπαρισμένος
σνομπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σνομπαρισμένος
σνομπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σνομπαρισμένος
σνομπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σνομπαρισμένος
σνομπισμέ	noun	κλητική ενικού του σνομπισμός
σνομπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σνομπισμός
σνομπισμού	noun	γενική ενικού του σνομπισμός
σνομπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σνομπισμός
σνομπισμό	noun	αιτιατική ενικού του σνομπισμός
σνομπισμός	noun	η υπεροπτική συμπεριφορά
σνομπισμών	noun	γενική πληθυντικού του σνομπισμός
σνομπιστής	noun|rare	που φέρεται με σνομπ τρόπο
σνομπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σνομπιστικός	adv	με σνομπ τρόπο
σνομπιστικέ	adj	κλητική ενικού του σνομπιστικός
σνομπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σνομπιστική
σνομπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σνομπιστικός
σνομπιστικής	adj	γενική ενικού του σνομπιστική
σνομπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σνομπιστικός
σνομπιστικού	adj	γενική ενικού του σνομπιστικός
σνομπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σνομπιστικός
σνομπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σνομπιστικός
σνομπιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σνομπιστή ή έχει σνομπ συμπεριφορά
σνομπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σνομπιστικός
σνομπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σνομπίστρια
σνόουμπορντ	noun	η χιονοσανίδα
σοα	abbrev	κατοικίες οι οποίες παραχωρούνται σε αξιωματικούς των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων
σοβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σοβάς
σοβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβάς
σοβάδων	noun	γενική πληθυντικού του σοβάς
σοβάντιζα	=	σοβαντίζω
σοβάντιζαν	=	σοβαντίζω
σοβάντιζε	=	σοβαντίζω
σοβάντιζες	=	σοβαντίζω
σοβάντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβάντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβάντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβάντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβάρευα	=	σοβαρεύω
σοβάρευαν	=	σοβαρεύω
σοβάρευε	=	σοβαρεύω
σοβάρευες	=	σοβαρεύω
σοβάρεψα	=	σοβαρεύω
σοβάρεψαν	=	σοβαρεύω
σοβάρεψε	=	σοβαρεύω
σοβάρεψες	=	σοβαρεύω
σοβάς	noun	το υλικό με το οποίο καλύπτονται συνήθως οι εσωτερικοί και εξωτερικοί τοίχοι των κτηρίων και τα ταβάνια
σοβάτιζα	=	σοβατίζω
σοβάτιζαν	=	σοβατίζω
σοβάτιζε	=	σοβατίζω
σοβάτιζες	=	σοβατίζω
σοβάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβάτισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σοβατίζω
σοβαντίζαμε	=	σοβαντίζω
σοβαντίζαν	=	σοβαντίζω
σοβαντίζανε	=	σοβαντίζω
σοβαντίζατε	=	σοβαντίζω
σοβαντίζει	=	σοβαντίζω
σοβαντίζεις	=	σοβαντίζω
σοβαντίζετε	=	σοβαντίζω
σοβαντίζοντας	=	σοβαντίζω
σοβαντίζουμε	=	σοβαντίζω
σοβαντίζουν	=	σοβαντίζω
σοβαντίζουνε	=	σοβαντίζω
σοβαντίζω	verb	σοβαντίζω
σοβαντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσαν	=	σοβαντίζω
σοβαντίσανε	=	σοβαντίζω
σοβαντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβάντισμα
σοβαντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαντίζω
σοβαντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαντισμένο
σοβαντισμένε	verb	κλητική ενικού του σοβαντισμένος
σοβαντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαντισμένη
σοβαντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβαντισμένος
σοβαντισμένης	verb	γενική ενικού του σοβαντισμένη
σοβαντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοβαντισμένος
σοβαντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβαντισμένος
σοβαντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοβαντισμένος
σοβαντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοβαντισμένος
σοβαντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοβαντισμένος
σοβαρά	adv	με σοβαρότητα, χωρίς αστεία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σοβαρός
σοβαρέ	adj	κλητική ενικού του σοβαρός
σοβαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαρή
σοβαρέψαμε	=	σοβαρεύω
σοβαρέψαν	=	σοβαρεύω
σοβαρέψανε	=	σοβαρεύω
σοβαρέψατε	=	σοβαρεύω
σοβαρέψει	=	σοβαρεύω
σοβαρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρέψτε	=	σοβαρεύω
σοβαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβαρός
σοβαρής	adj	γενική ενικού του σοβαρή
σοβαρεμένος	=	σοβαρεύω
σοβαρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτήκαν	=	σοβαρεύω
σοβαρευτήκανε	=	σοβαρεύω
σοβαρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρευόμασταν	=	σοβαρεύω
σοβαρευόμαστε	=	σοβαρεύω
σοβαρευόμενος	=	σοβαρεύω
σοβαρευόμουν	=	σοβαρεύω
σοβαρευόμουνα	=	σοβαρεύω
σοβαρευόντουσαν	=	σοβαρεύω
σοβαρευόσασταν	=	σοβαρεύω
σοβαρευόσαστε	=	σοβαρεύω
σοβαρευόσουν	=	σοβαρεύω
σοβαρευόσουνα	=	σοβαρεύω
σοβαρευόταν	=	σοβαρεύω
σοβαρευότανε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύαμε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύαν	=	σοβαρεύω
σοβαρεύανε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύατε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύει	=	σοβαρεύω
σοβαρεύεις	=	σοβαρεύω
σοβαρεύεσαι	=	σοβαρεύω
σοβαρεύεστε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύεται	=	σοβαρεύω
σοβαρεύετε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύομαι	verb	γίνομαι σοβαρός, σταματάω να αστεΐζομαι ή να κάνω χαζομάρες
σοβαρεύονται	=	σοβαρεύω
σοβαρεύονταν	=	σοβαρεύω
σοβαρεύοντας	=	σοβαρεύω
σοβαρεύου	=	σοβαρεύω
σοβαρεύουμε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύουν	=	σοβαρεύω
σοβαρεύουνε	=	σοβαρεύω
σοβαρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβαρεύομαι
σοβαρεύω	verb	ενεργώ με σοβαρότητα
σοβαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβαρός
σοβαρολογεί	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογείς	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογείτε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούμε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούν	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούνε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσα	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσαμε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσαν	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσανε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσατε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσε	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογούσες	=	σοβαρολογώ
σοβαρολογώ	verb	μιλώ σοβαρά
σοβαρολογώντας	=	σοβαρολογώ
σοβαροτήτων	=	σοβαρότητα
σοβαροφάνεια	noun	η φαινομενική σοβαρότητα
σοβαροφάνειας	noun	γενική ενικού του σοβαροφάνεια
σοβαροφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαροφάνεια
σοβαροφανές	=	σοβαροφανής
σοβαροφανή	=	σοβαροφανής
σοβαροφανής	adj	που φαίνεται ή θέλει να φαίνεται σαν σοβαρός ενώ δεν είναι
σοβαροφανείς	=	σοβαροφανής
σοβαροφανειών	noun	γενική πληθυντικού του σοβαροφάνεια
σοβαροφανούς	=	σοβαροφανής
σοβαροφανών	=	σοβαροφανής
σοβαρού	adj	γενική ενικού του σοβαρός
σοβαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοβαρός
σοβαρό	adj	αιτιατική ενικού του σοβαρός
σοβαρός	adj	σπουδαίος, σημαντικός, που έχει κύρος ή που έχει σημαντικές συνέπειες
σοβαρότατα	adv	υπερθετικός βαθμός του σοβαρά
σοβαρότατε	=	σοβαρότατος
σοβαρότατες	=	σοβαρότατος
σοβαρότατη	=	σοβαρότατος
σοβαρότατης	=	σοβαρότατος
σοβαρότατο	=	σοβαρότατος
σοβαρότατοι	=	σοβαρότατος
σοβαρότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του σοβαρός· ο πιο σοβαρός
σοβαρότατου	=	σοβαρότατος
σοβαρότατους	=	σοβαρότατος
σοβαρότατων	=	σοβαρότατος
σοβαρότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαρότερο
σοβαρότερε	adj	κλητική ενικού του σοβαρότερος
σοβαρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαρότερη
σοβαρότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβαρότερος
σοβαρότερης	adj	γενική ενικού του σοβαρότερη
σοβαρότερο	adj	αιτιατική ενικού του σοβαρότερος
σοβαρότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβαρότερος
σοβαρότερος	adj	που είναι πιο σοβαρός από κάποιον ή κάτι άλλο
σοβαρότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοβαρότερος
σοβαρότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοβαρότερος
σοβαρότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοβαρότερος
σοβαρότητα	noun	η ιδιότητα του σοβαρού
σοβαρότητας	noun	γενική ενικού του σοβαρότητα
σοβαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβαρότητα
σοβαρών	adj	γενική πληθυντικού του σοβαρός
σοβαρώς	adv|dated	σοβαρά
σοβαρώτατα	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατε	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατες	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατη	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατης	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατο	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατοι	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατος	adj|formal	άλλη γραφή του σοβαρότατος· υπερθετικός βαθμός του σοβαρός· ο πιο σοβαρός
σοβαρώτατου	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατους	=	σοβαρώτατος
σοβαρώτατων	=	σοβαρώτατος
σοβατίζαμε	=	σοβατίζω
σοβατίζαν	=	σοβατίζω
σοβατίζανε	=	σοβατίζω
σοβατίζατε	=	σοβατίζω
σοβατίζει	=	σοβατίζω
σοβατίζεις	=	σοβατίζω
σοβατίζετε	=	σοβατίζω
σοβατίζοντας	=	σοβατίζω
σοβατίζουμε	=	σοβατίζω
σοβατίζουν	=	σοβατίζω
σοβατίζουνε	=	σοβατίζω
σοβατίζω	verb	απλώνω ένα στρώμα σοβά πάνω σε επιφάνεια
σοβατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσαν	=	σοβατίζω
σοβατίσανε	=	σοβατίζω
σοβατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσματα	=	σοβάτισμα
σοβατίσματος	=	σοβάτισμα
σοβατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοβατίζω
σοβατεπί	noun	η στενή κι οριζόντια λωρίδα από ξύλο, μάρμαρο, μωσαϊκό κ.λπ. η οποία καλύπτει το κάτω μέρος του εσωτερικού τοίχου στο σημείο όπου ενώνεται με το δάπεδο για λόγους προστασίας και καθαριότητας
σοβατεπιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβατεπί
σοβατεπιού	=	σοβατεπί
σοβατεπιών	=	σοβατεπί
σοβατζή	=	σοβατζής
σοβατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβατζής
σοβατζήδων	=	σοβατζής
σοβατζής	noun	εργάτης οικοδομών που είναι ειδικευμένος στο σοβάτισμα, εξωτερικό ή εσωτερικό, χειρωνακτικά ή μηχανικά
σοβατισμάτων	=	σοβάτισμα
σοβατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβατισμένο
σοβατισμένε	verb	κλητική ενικού του σοβατισμένος
σοβατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβατισμένη
σοβατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβατισμένος
σοβατισμένης	verb	γενική ενικού του σοβατισμένη
σοβατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοβατισμένος
σοβατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβατισμένος
σοβατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοβατισμένος
σοβατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοβατισμένος
σοβατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοβατισμένος
σοβεντάρω	verb	βρίσκω καταφύγιο ένα υπήνεμο λιμάνι
σοβενταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβενταρισμένο
σοβενταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σοβενταρισμένος
σοβενταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβενταρισμένη
σοβενταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβενταρισμένος
σοβενταρισμένης	verb	γενική ενικού του σοβενταρισμένη
σοβενταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοβενταρισμένος
σοβενταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβενταρισμένος
σοβενταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοβενταρισμένος
σοβενταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοβενταρισμένος
σοβενταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοβενταρισμένος
σοβερτάρω	verb	αναποδογυρίζω, ανατρέπομαι
σοβερταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβερταρισμένο
σοβερταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σοβερταρισμένος
σοβερταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβερταρισμένη
σοβερταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβερταρισμένος
σοβερταρισμένης	verb	γενική ενικού του σοβερταρισμένη
σοβερταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοβερταρισμένος
σοβερταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβερταρισμένος
σοβερταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοβερταρισμένος
σοβερταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοβερταρισμένος
σοβερταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοβερταρισμένος
σοβιέτ	noun	συμβούλιο αντιπροσώπων των εργατών και άλλων μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917
σοβιετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβιετικό
σοβιετικέ	adj	κλητική ενικού του σοβιετικός
σοβιετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβιετική
σοβιετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβιετικός
σοβιετικής	adj	γενική ενικού του σοβιετική
σοβιετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβιετικός
σοβιετικού	adj	γενική ενικού του σοβιετικός
σοβιετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοβιετικός
σοβιετικό	adj	αιτιατική ενικού του σοβιετικός
σοβιετικός	adj	που έχει σχέση με το σοβιέτ ή τη Σοβιετική Ένωση
σοβιετικών	adj	γενική πληθυντικού του σοβιετικός
σοβιετισμέ	=	σοβιετισμός
σοβιετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβιετισμός
σοβιετισμού	=	σοβιετισμός
σοβιετισμούς	=	σοβιετισμός
σοβιετισμό	=	σοβιετισμός
σοβιετισμός	noun	το πολιτικό σύστημα που βασίζεται στην εξουσία των εργατικών συμβουλίων (τα σοβιέτ)
σοβιετισμών	=	σοβιετισμός
σοβιετοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβιετοκρατία
σοβιετολογία	noun	η μελέτη της σοβιετικής πολιτικής
σοβιετολογίας	=	σοβιετολογία
σοβιετολογίες	=	σοβιετολογία
σοβιετολογιών	=	σοβιετολογία
σοβινίστρια	noun	θηλυκό του σοβινιστής
σοβινίστριας	noun	γενική ενικού του σοβινίστρια
σοβινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβινίστρια
σοβινισμέ	noun	κλητική ενικού του σοβινισμός
σοβινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβινισμός
σοβινισμού	noun	γενική ενικού του σοβινισμός
σοβινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σοβινισμός
σοβινισμό	noun	αιτιατική ενικού του σοβινισμός
σοβινισμών	noun	γενική πληθυντικού του σοβινισμός
σοβινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβινιστής
σοβινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σοβινιστής
σοβινιστής	noun	κάποιος που εμφορείται από σοβινισμό
σοβινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σοβινιστικός	adv	με σοβινιστικό τρόπο
σοβινιστικέ	adj	κλητική ενικού του σοβινιστικός
σοβινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοβινιστική
σοβινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοβινιστικός
σοβινιστικής	adj	γενική ενικού του σοβινιστική
σοβινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοβινιστικός
σοβινιστικού	adj	γενική ενικού του σοβινιστικός
σοβινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοβινιστικός
σοβινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σοβινιστικός
σοβινιστικός	adj	σχετικός με τους σοβινιστές και τον σοβινισμό
σοβινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σοβινιστικός
σοβινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σοβινίστρια
σοβινιστών	noun	γενική πληθυντικού του σοβινιστής
σοβούσα	=	σοβώ
σοβράνα	=	σοβράνος
σοβράνας	=	σοβράνος
σοβράνε	=	σοβράνος
σοβράνες	=	σοβράνος
σοβράνο	adj	αιτιατική ενικού του σοβράνος	adv	κόντρα στον άνεμο
σοβράνοι	=	σοβράνος
σοβράνος	adj|vulgar	προσήνεμος
σοβράνου	=	σοβράνος
σοβράνους	=	σοβράνος
σοβράνων	=	σοβράνος
σοβχόζ	noun	κρατικό αγρόκτημα στη Σοβιετική Ένωση
σοβώ	verb	βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση, εξελίσσομαι κρυφά
σογιάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σογιάλευρο
σογιάλευρο	noun	αλεύρι από σόγια
σογιάλευρον	noun	σογιάλευρο
σογιάλευρου	=	σογιάλευρο
σογιάλευρων	=	σογιάλευρο
σογιέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σογιέλαιο
σογιέλαιο	noun	λάδι που προέρχεται από σόγια
σογιέλαιον	noun	σογιέλαιο
σογιέλαιου	noun	γενική ενικού του σογιέλαιο
σογιέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του σογιέλαιο
σογιελαίου	=	σογιέλαιο
σογιελαίων	=	σογιέλαιο
σογιού	=	σόι
σογιών	noun	γενική πληθυντικού του σόγια
σογκούν	noun	ανώτατος Ιάπωνας στρατιωτικός ηγέτης (από τον Η΄ μέχρι τον ΙΘ΄ αι.)
σοδίου	=	σόδιο
σοδίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδίτσα
σοδίων	=	σόδιο
σοδειά	noun	η αγροτική παραγωγή μιας χρονιάς
σοδειάς	noun	γενική ενικού του σοδειά
σοδειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδειά
σοδειών	=	σοδειά
σοδεύω	verb|rare	συγκεντρώνω σε αποθήκες σιτηρά ή άλλα για πούλημα (ή άλλους σκοπούς)
σοδιάζαμε	=	σοδιάζω
σοδιάζαν	=	σοδιάζω
σοδιάζανε	=	σοδιάζω
σοδιάζατε	=	σοδιάζω
σοδιάζει	=	σοδιάζω
σοδιάζεις	=	σοδιάζω
σοδιάζεσαι	=	σοδιάζω
σοδιάζεστε	=	σοδιάζω
σοδιάζεται	=	σοδιάζω
σοδιάζετε	=	σοδιάζω
σοδιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σοδιάζω
σοδιάζονται	=	σοδιάζω
σοδιάζονταν	=	σοδιάζω
σοδιάζοντας	=	σοδιάζω
σοδιάζουμε	=	σοδιάζω
σοδιάζουν	=	σοδιάζω
σοδιάζουνε	=	σοδιάζω
σοδιάζω	verb	μαζεύω τη σοδειά και την αποθηκεύω
σοδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάσαν	=	σοδιάζω
σοδιάσανε	=	σοδιάζω
σοδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόδιασμα
σοδιάσματος	noun	γενική ενικού του σόδιασμα
σοδιάσου	=	σοδιάζω
σοδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιάστηκα	=	σοδιάζω
σοδιάστηκαν	=	σοδιάζω
σοδιάστηκε	=	σοδιάζω
σοδιάστηκες	=	σοδιάζω
σοδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σοδιαζόμασταν	=	σοδιάζω
σοδιαζόμαστε	=	σοδιάζω
σοδιαζόμουν	=	σοδιάζω
σοδιαζόμουνα	=	σοδιάζω
σοδιαζόντουσαν	=	σοδιάζω
σοδιαζόσασταν	=	σοδιάζω
σοδιαζόσαστε	=	σοδιάζω
σοδιαζόσουν	=	σοδιάζω
σοδιαζόσουνα	=	σοδιάζω
σοδιαζόταν	=	σοδιάζω
σοδιαζότανε	=	σοδιάζω
σοδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σόδιασμα
σοδιασμένος	=	σοδιάζω
σοδιαστήκαμε	=	σοδιάζω
σοδιαστήκαν	=	σοδιάζω
σοδιαστήκανε	=	σοδιάζω
σοδιαστήκατε	=	σοδιάζω
σοδιαστεί	=	σοδιάζω
σοδιαστείτε	=	σοδιάζω
σοδομία	noun|dated	η συνουσία από τον πρωκτό
σοδομίας	noun	γενική ενικού του σοδομία
σοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομία
σοδομίζαμε	=	σοδομίζω
σοδομίζαν	=	σοδομίζω
σοδομίζανε	=	σοδομίζω
σοδομίζατε	=	σοδομίζω
σοδομίζει	=	σοδομίζω
σοδομίζεις	=	σοδομίζω
σοδομίζετε	=	σοδομίζω
σοδομίζοντας	=	σοδομίζω
σοδομίζουμε	=	σοδομίζω
σοδομίζουν	=	σοδομίζω
σοδομίζουνε	=	σοδομίζω
σοδομίζω	verb	κάνω σε κάποιον πρωκτικό σεξ
σοδομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίσαν	=	σοδομίζω
σοδομίσανε	=	σοδομίζω
σοδομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίστρια	noun	γυναίκα που παίρνει τον ενεργητικό ρόλο κατά την συνουσία, συνήθως με την χρήση σεξουαλικού βοηθήματος (πχ. στράπον), τύπος σαδίστριας
σοδομίστριας	noun	γενική ενικού του σοδομίστρια
σοδομίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομίστρια
σοδομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδομίτες	=	σοδομίτης
σοδομίτη	=	σοδομίτης
σοδομίτης	noun	αυτός που επιδίδεται στη σοδομία
σοδομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομικό
σοδομικέ	adj	κλητική ενικού του σοδομικός
σοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομική
σοδομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοδομικός
σοδομικής	adj	γενική ενικού του σοδομική
σοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοδομικός
σοδομικού	adj	γενική ενικού του σοδομικός
σοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοδομικός
σοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του σοδομικός
σοδομικός	adj	που αφορά τη σοδομία
σοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του σοδομικός
σοδομισμέ	noun	κλητική ενικού του σοδομισμός
σοδομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομισμένο
σοδομισμένε	verb	κλητική ενικού του σοδομισμένος
σοδομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομισμένη
σοδομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοδομισμένος
σοδομισμένης	verb	γενική ενικού του σοδομισμένη
σοδομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοδομισμένος
σοδομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοδομισμένος
σοδομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοδομισμένος
σοδομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοδομισμένος
σοδομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοδομισμένος
σοδομισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοδομισμός
σοδομισμού	noun	γενική ενικού του σοδομισμός
σοδομισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σοδομισμός
σοδομισμό	noun	αιτιατική ενικού του σοδομισμός
σοδομισμός	noun	η πρωκτική συνουσία
σοδομισμών	noun	γενική πληθυντικού του σοδομισμός
σοδομιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομιστής
σοδομιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σοδομιστής
σοδομιστής	noun	αυτός που συνουσιάζεται από τον πρωκτό έχοντας τον ενεργητικό ρόλο
σοδομιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σοδομίστρια
σοδομιστών	noun	γενική πληθυντικού του σοδομιστής
σοδομιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομιτικό
σοδομιτικέ	adj	κλητική ενικού του σοδομιτικός
σοδομιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοδομιτική
σοδομιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοδομιτικός
σοδομιτικής	adj	γενική ενικού του σοδομιτική
σοδομιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοδομιτικός
σοδομιτικού	adj	γενική ενικού του σοδομιτικός
σοδομιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοδομιτικός
σοδομιτικό	adj	αιτιατική ενικού του σοδομιτικός
σοδομιτικός	adj	σχετικός με τη σοδομία
σοδομιτικών	adj	γενική πληθυντικού του σοδομιτικός
σοδομιτών	=	σοδομίτης
σοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του σοδομία
σοδόμιζα	=	σοδομίζω
σοδόμιζαν	=	σοδομίζω
σοδόμιζε	=	σοδομίζω
σοδόμιζες	=	σοδομίζω
σοδόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοδόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδομίζω
σοκ	noun	το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού
σοκάκι	noun	στενό δρομάκι ανάμεσα σε κτίσματα
σοκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκάκι
σοκάραμε	=	σοκάρω
σοκάραν	=	σοκάρω
σοκάρανε	=	σοκάρω
σοκάρατε	=	σοκάρω
σοκάρει	=	σοκάρω
σοκάρεις	=	σοκάρω
σοκάρετε	=	σοκάρω
σοκάρισα	=	σοκάρω
σοκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σοκάρω
σοκάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σοκάρω
σοκάροντας	=	σοκάρω
σοκάρουμε	=	σοκάρω
σοκάρουν	=	σοκάρω
σοκάρουνε	=	σοκάρω
σοκάρω	verb	προξενώ έντονη συγκίνηση σε κάποιον με ανάρμοστα λόγια ή πράξεις
σοκακά	=	σοκακάς
σοκακάδες	=	σοκακάς
σοκακάδων	=	σοκακάς
σοκακάς	noun	αυτός που τριγυρίζει τα σοκάκια
σοκακιάρα	noun	θηλυκό του σοκακιάρης
σοκακιάρας	noun	γενική ενικού του σοκακιάρα
σοκακιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκακιάρα
σοκακιάρη	=	σοκακιάρης
σοκακιάρηδες	=	σοκακιάρης
σοκακιάρηδων	=	σοκακιάρης
σοκακιάρης	noun	αυτός που ου αρέσει να τριγυρνάει στους δρόμους, να περιφέρεται στα σοκάκια
σοκακιού	=	σοκάκι
σοκακιών	=	σοκάκι
σοκακού	noun	γυναίκα που περιφέρεται εδώ κι εκεί, που ξεπορτίζει συνέχεια· η σοκακιάρα
σοκακούδες	=	σοκακού
σοκακούδων	=	σοκακού
σοκακούς	=	σοκακού
σοκακόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκακόπαιδο
σοκακόπαιδο	noun	παιδί του δρόμου, αλάνι
σοκακόπαιδου	noun	γενική ενικού του σοκακόπαιδο
σοκακόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του σοκακόπαιδο
σοκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκάρισμα
σοκαρίσματος	noun	γενική ενικού του σοκάρισμα
σοκαρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σοκάρισμα
σοκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκαρισμένο
σοκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σοκαρισμένος
σοκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκαρισμένη
σοκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοκαρισμένος
σοκαρισμένης	verb	γενική ενικού του σοκαρισμένη
σοκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοκαρισμένος
σοκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοκαρισμένος
σοκαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σοκάρω
σοκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοκαρισμένος
σοκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοκαρισμένος
σοκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοκαρισμένος
σοκαριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκαριστικό
σοκαριστικέ	adj	κλητική ενικού του σοκαριστικός
σοκαριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκαριστική
σοκαριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοκαριστικός
σοκαριστικής	adj	γενική ενικού του σοκαριστική
σοκαριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοκαριστικός
σοκαριστικού	adj	γενική ενικού του σοκαριστικός
σοκαριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοκαριστικός
σοκαριστικό	adj	αιτιατική ενικού του σοκαριστικός
σοκαριστικός	adj	που σοκάρει, που προκαλεί σοκ
σοκαριστικών	adj	γενική πληθυντικού του σοκαριστικός
σοκαριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκαριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοκάρομαι
σοκινιανά	=	σοκινιανός
σοκινιανέ	=	σοκινιανός
σοκινιανές	=	σοκινιανός
σοκινιανή	=	σοκινιανός
σοκινιανής	=	σοκινιανός
σοκινιανοί	=	σοκινιανός
σοκινιανού	=	σοκινιανός
σοκινιανούς	=	σοκινιανός
σοκινιανό	=	σοκινιανός
σοκινιανός	adj	ο πιστός του Σοκινιανισμού
σοκινιανών	=	σοκινιανός
σοκολά	adj	που έχει το χρώμα της σοκολάτας, σοκολατής
σοκολάτα	noun	ζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθεί
σοκολάτας	noun	γενική ενικού του σοκολάτα
σοκολάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκολάτα
σοκολατάκι	noun	κάθε γλύκισμα που έχει μέγεθος περίπου μιας μπουκιάς και έχει σαν κύριο συστατικό τη σοκολάτα ή είναι καλυμμένο με σοκολάτα
σοκολατάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκολατάκι
σοκολατένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοκολατένιος
σοκολατένιας	=	σοκολατένιος
σοκολατένιε	=	σοκολατένιος
σοκολατένιες	=	σοκολατένιος
σοκολατένιο	=	σοκολατένιος
σοκολατένιοι	=	σοκολατένιος
σοκολατένιος	adj	φτιαγμένος από σοκολάτα
σοκολατένιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του σοκολατένιος
σοκολατένιους	=	σοκολατένιος
σοκολατένιων	=	σοκολατένιος
σοκολατές	=	σοκολατής
σοκολατή	=	σοκολατής
σοκολατής	adj	σοκολατένιος
σοκολατίνα	noun	πάστα από σοκολάτα
σοκολατίνας	=	σοκολατίνα
σοκολατίνες	=	σοκολατίνα
σοκολατίνων	=	σοκολατίνα
σοκολατίτσα	noun	μικρού μεγέθους σοκολάτα (ή απλώς σοκολάτα, χαϊδευτικά)
σοκολατίτσας	=	σοκολατίτσα
σοκολατίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκολατίτσα
σοκολατερί	noun	κατάστημα ειδικευμένο στην παραγωγή ή πώληση σοκολάτας και συναφών γλυκισμάτων
σοκολατερία	noun|rare	άλλη μορφή του σοκολατερί
σοκολατιά	=	σοκολατής
σοκολατοπιτών	=	σοκολατόπιτα
σοκολατοποιία	noun	το εργοστάσιο που φτιάχνει σοκολάτες
σοκολατοποιίας	=	σοκολατοποιία
σοκολατοποιίες	=	σοκολατοποιία
σοκολατοποιιών	=	σοκολατοποιία
σοκολατοφαγία	noun	η (συχνά υπερβολική) κατανάλωση σοκολάτας
σοκολατοφαγίας	=	σοκολατοφαγία
σοκολατοφαγίες	=	σοκολατοφαγία
σοκολατοφαγιών	=	σοκολατοφαγία
σοκολατοχρόων	=	σοκολατόχρους
σοκολατούλας	noun	γενική ενικού του σοκολατούλα
σοκολατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκολατούλα
σοκολατούχα	=	σοκολατούχος
σοκολατούχας	=	σοκολατούχος
σοκολατούχε	=	σοκολατούχος
σοκολατούχες	=	σοκολατούχος
σοκολατούχο	=	σοκολατούχος
σοκολατούχοι	=	σοκολατούχος
σοκολατούχος	adj	που περιέχει σοκολάτα
σοκολατούχου	=	σοκολατούχος
σοκολατούχους	=	σοκολατούχος
σοκολατούχων	=	σοκολατούχος
σοκολατόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκολατόπαιδο
σοκολατόπαιδο	noun	παιδί που έχει μεγαλώσει μέσα στις ανέσεις, δεν του έχει λείψει τίποτα και δεν έχει σκληραγωγηθεί καθόλου
σοκολατόπαιδου	noun	γενική ενικού του σοκολατόπαιδο
σοκολατόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του σοκολατόπαιδο
σοκολατόπιτα	noun	τούρτα σοκολάτας που φτιάχνεται σε ταψί
σοκολατόπιτας	=	σοκολατόπιτα
σοκολατόπιτες	=	σοκολατόπιτα
σοκολατόχροα	=	σοκολατόχρους
σοκολατόχροες	=	σοκολατόχρους
σοκολατόχρου	=	σοκολατόχρους
σοκολατόχρουν	=	σοκολατόχρους
σοκολατόχρους	adj|dated	που έχει σοκολατένιο («σοκολατί»), καφέ ή σκούρο καφέ, χρώμα
σοκολατών	noun	γενική πληθυντικού του σοκολάτα
σοκοφρέτα	noun	η γκοφρέτα με επικάλυψη σοκολάτας
σοκοφρέτας	noun	γενική ενικού του σοκοφρέτα
σοκοφρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοκοφρέτα
σοκοφρετών	noun	γενική πληθυντικού του σοκοφρέτα
σολ	noun	η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο
σολάκη	=	σολάκης
σολάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολάκης
σολάκηδων	=	σολάκης
σολάκης	noun	τοξότης του γενιτσαρικού σώματος που υπηρετούσε ως σωματοφύλακας του σουλτάνου
σολάριουμ	noun	ειδική κατασκευή ή συσκευή που συμβάλλει στο μαύρισμα της επιδερμίδας κάποιου με την έκθεσή του σε (συνήθως τεχνητό) φως
σολέα	noun	ο χώρος σε έναν ναό που βρίσκεται ανάμεσα στον άμβωνα και το τέμπλο
σολέας	noun	άλλη μορφή του σολέα
σολέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολέα
σολίδου	=	σόλιδος
σολίδους	=	σόλιδος
σολίδων	=	σόλιδος
σολίστ	noun	άλλη μορφή του σολίστας (αρσενικό) ή του θηλυκού: σολίστα
σολίστα	noun	θηλυκό του σολίστας
σολίστας	noun	ερμηνευτής μουσικού οργάνου (ή και τραγουδιστής) που ερμηνεύει έργο σόλο (χωρίς συνοδεία άλλων οργάνων) ή έργο όπου έχει πρωταγωνιστικό ρόλο
σολίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολίστα
σολανά	=	σολανό
σολανίνες	=	σολανίνη
σολανίνη	noun	δηλητηριώδες αλκαλοειδές και ταυτοχρόνως αλκοόλη που υπάρχει κυρίως σε πατάτες και μελιτζάνες
σολανίνης	=	σολανίνη
σολανινών	=	σολανίνη
σολανού	=	σολανό
σολανό	noun	φυτό που ανήκει στο γένος Σολανόν, Solanum
σολανών	=	σολανό
σολδία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολδίο
σολδίο	noun	το βυζαντινό σολδίον
σολδίου	noun	γενική ενικού του σολδίο
σολδίων	noun	γενική πληθυντικού του σολδίο
σολεών	noun	γενική πληθυντικού του σολέα
σολιάζαμε	=	σολιάζω
σολιάζαν	=	σολιάζω
σολιάζανε	=	σολιάζω
σολιάζατε	=	σολιάζω
σολιάζει	=	σολιάζω
σολιάζεις	=	σολιάζω
σολιάζετε	=	σολιάζω
σολιάζομαι	=	σολιάζω
σολιάζοντας	=	σολιάζω
σολιάζουμε	=	σολιάζω
σολιάζουν	=	σολιάζω
σολιάζουνε	=	σολιάζω
σολιάζω	verb	αλλάζω τη σόλα του παπουτσιού μου και βάζω καινούρια
σολιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάσαν	=	σολιάζω
σολιάσανε	=	σολιάζω
σολιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόλιασμα
σολιάσματος	noun	γενική ενικού του σόλιασμα
σολιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιάστηκα	=	σολιάζω
σολιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σολιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σόλιασμα
σολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολιασμένο
σολιασμένε	verb	κλητική ενικού του σολιασμένος
σολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολιασμένη
σολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σολιασμένος
σολιασμένης	verb	γενική ενικού του σολιασμένη
σολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σολιασμένος
σολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολιασμένος
σολιασμένος	=	σολιάζω
σολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σολιασμένος
σολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σολιασμένος
σολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σολιασμένος
σολινταρισμέ	=	σολινταρισμός
σολινταρισμοί	=	σολινταρισμός
σολινταρισμού	=	σολινταρισμός
σολινταρισμούς	=	σολινταρισμός
σολινταρισμό	=	σολινταρισμός
σολινταρισμός	noun	θεωρία που βασίζεται στη αλληλεγγύη και στην αδελφικότητα μεταξύ ατόμων
σολινταρισμών	=	σολινταρισμός
σολιστών	noun	γενική πληθυντικού του σολίστα
σολιψισμέ	noun	κλητική ενικού του σολιψισμός
σολιψισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολιψισμός
σολιψισμού	noun	γενική ενικού του σολιψισμός
σολιψισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σολιψισμός
σολιψισμό	noun	αιτιατική ενικού του σολιψισμός
σολιψισμός	noun	φιλοσοφική / επιστημολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε (με βεβαιότητα) είναι η προσωπική μας αντίληψη / συνείδηση.
σολιψισμών	noun	γενική πληθυντικού του σολιψισμός
σολιψιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολιψιστικό
σολιψιστικέ	adj	κλητική ενικού του σολιψιστικός
σολιψιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολιψιστική
σολιψιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σολιψιστικός
σολιψιστικής	adj	γενική ενικού του σολιψιστική
σολιψιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολιψιστικός
σολιψιστικού	adj	γενική ενικού του σολιψιστικός
σολιψιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σολιψιστικός
σολιψιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σολιψιστικός
σολιψιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σολιψισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σολιψιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σολιψιστικός
σολντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολντάς
σολντάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολντάτο
σολοδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολόδερμα
σολοδέρματος	noun	γενική ενικού του σολόδερμα
σολοδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σολόδερμα
σολοικίζω	verb|formal	γράφω ή μιλάω με λάθη, με συντακτικά ή γραμματικά σφάλματα
σολοικισμέ	noun	κλητική ενικού του σολοικισμός
σολοικισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολοικισμένο
σολοικισμένε	verb	κλητική ενικού του σολοικισμένος
σολοικισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολοικισμένη
σολοικισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σολοικισμένος
σολοικισμένης	verb	γενική ενικού του σολοικισμένη
σολοικισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σολοικισμένος
σολοικισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολοικισμένος
σολοικισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σολοικισμένος
σολοικισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σολοικισμένος
σολοικισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σολοικισμένος
σολοικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολοικισμός
σολοικισμού	noun	γενική ενικού του σολοικισμός
σολοικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σολοικισμός
σολοικισμό	noun	αιτιατική ενικού του σολοικισμός
σολοικισμός	noun	το συντακτικό ή εκφραστικό λάθος, η λανθασμένη χρησιμοποίηση συντακτικών μορφών της γλώσσας στον προφορικό ή το γραπτό λόγο
σολοικισμών	noun	γενική πληθυντικού του σολοικισμός
σολομέ	noun	γενική ενικού του σολομός
σολομοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολομός
σολομού	noun	γενική ενικού του σολομός
σολομούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σολομός
σολομωνικές	=	σολομωνική
σολομωνική	noun	απόκρυφο βιβλίο της μεσαιωνικής περιόδου με συμβουλές και οδηγίες μαγικές
σολομωνικής	=	σολομωνική
σολομωνικών	=	σολομωνική
σολομό	noun	αιτιατική ενικού του σολομός
σολομός	noun	μεγαλόσωμο ανάδρομο ψάρι των ψυχρών υδάτων του Βόρειου Ημισφαιρίου με χαρακτηριστικές σκούρες κηλίδες, το οποίο γεννιέται στα γλυκά νερά, αναπτύσσεται στη θάλασσα και επιστρέφει στα ποτάμια για να αναπαραχθεί
σολομών	noun	γενική πληθυντικού του σολομός
σολομώντεια	=	σολομώντειος
σολομώντειας	=	σολομώντειος
σολομώντειε	=	σολομώντειος
σολομώντειες	=	σολομώντειος
σολομώντειο	=	σολομώντειος
σολομώντειοι	=	σολομώντειος
σολομώντειος	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στον Σολομώντα
σολομώντειου	=	σολομώντειος
σολομώντειους	=	σολομώντειος
σολομώντειων	=	σολομώντειος
σολφέζ	noun	η μουσική ανάγνωση· ο σπουδαστής της μουσικής διαβάζει την παρτιτούρα και τραγουδάει τη μελωδία λέγοντας τις νότες με τα ονόματά τους
σολωμίστρια	=	σολωμιστής
σολωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολωμικό
σολωμικέ	adj	κλητική ενικού του σολωμικός
σολωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολωμική
σολωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σολωμικός
σολωμικής	adj	γενική ενικού του σολωμική
σολωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σολωμικός
σολωμικού	adj	γενική ενικού του σολωμικός
σολωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σολωμικός
σολωμικό	adj	αιτιατική ενικού του σολωμικός
σολωμικός	adj	σχετικός με το έργο του ποιητή Διονύσιου Σολωμού
σολωμικών	adj	γενική πληθυντικού του σολωμικός
σολωμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σολωμιστής
σολωμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σολωμιστής
σολωμιστής	noun	αυτός που μελετάει το έργο του Διονυσίου Σολωμού
σολωμιστών	noun	γενική πληθυντικού του σολωμιστής
σολόδερμα	noun	χοντρό και σκληρό κομμάτι δέρματος που χρησιμοποιείται για να κατασκευαστούν ή επιδιορθωθούν σόλες παπουτσιών
σολών	noun	γενική πληθυντικού του σόλα
σολώνια	=	σολώνιος
σολώνιας	=	σολώνιος
σολώνιε	=	σολώνιος
σολώνιες	=	σολώνιος
σολώνιο	=	σολώνιος
σολώνιοι	=	σολώνιος
σολώνιος	adj	του Σόλωνος
σολώνιου	=	σολώνιος
σολώνιους	=	σολώνιος
σολώνιων	=	σολώνιος
σομακί	noun	είδος πολύχρωμου μαρμάρου; ίασπις
σομαλέ	=	σομαλός
σομαλή	=	σομαλός
σομαλικά	noun	που μιλιέται στη Σομαλία
σομαλικών	=	σομαλικά
σομαλοί	=	σομαλός
σομαλού	=	σομαλός
σομαλούς	=	σομαλός
σομαλό	=	σομαλός
σομαλός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Σομαλία
σομαλών	=	σομαλός
σομελιέ	noun	δοκιμαστής κρασιών
σομιέ	noun	το δικτυωτό συρμάτινο πλέγμα ενός κρεβατιού, πάνω στο οποίο ακουμπά το στρώμα
σομπίτσα	noun	υποκοριστικό του σόμπα
σομπίτσας	noun	γενική ενικού του σομπίτσα
σομπίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σομπίτσα
σομπρέρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σομπρέρο
σομπρέρο	noun	πλατύγυρο καπέλο που φοριέται κυρίως στην Κεντρική και Νότια Αμερική
σομπρέρου	noun	γενική ενικού του σομπρέρο
σομπρέρων	noun	γενική πληθυντικού του σομπρέρο
σομπών	noun	γενική πληθυντικού του σόμπα
σομφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σομφό
σομφέ	adj	κλητική ενικού του σομφός
σομφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σομφή
σομφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σομφός
σομφής	adj	γενική ενικού του σομφή
σομφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σομφός
σομφού	adj	γενική ενικού του σομφός
σομφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σομφός
σομφωδών	=	σομφώδης
σομφό	adj	αιτιατική ενικού του σομφός
σομφός	adj	που έχει τη μορφή και τη σύσταση του σφουγγαριού
σομφότης	noun	η ιδιότητα του σομφού
σομφώδεις	=	σομφώδης
σομφώδες	=	σομφώδης
σομφώδη	=	σομφώδης
σομφώδης	adj	σομφός, πορώδης
σομφώδους	=	σομφώδης
σομφών	adj	γενική πληθυντικού του σομφός
σομόν	noun	το ανοιχτό πορτοκαλί χρώμα που έχει ο σολομός	adj	που έχει χρώμα ανοιχτό πορτοκαλί προς το ροζ, περίπου σαν αυτό του σολομού
σομόνι	noun	νόμισμα του Τατζικιστάν
σονάρ	noun	ηχοβολιστικό
σονάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σονάρω
σονάρω	verb	τραγουδώ τονικά σωστά
σονάτα	noun	φόρμα όπου γίνεται παρουσίαση, ανάπτυξη και ανακεφαλαίωση δύο θεμάτων σε τρία μέρη
σονάτας	noun	γενική ενικού του σονάτα
σονάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σονάτα
σονέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σονέτο
σονέτο	noun	δεκατετράστιχο λυρικό ποίημα που αποτελείται από δύο τετράστιχες και από δύο τρίστιχες στροφές
σονέτου	noun	γενική ενικού του σονέτο
σονέττο	noun	παρωχημένη γραφή του σονέτο (μη απλοποιημένη)
σονέτων	noun	γενική πληθυντικού του σονέτο
σοναρίσματα	=	σονάρισμα
σοναρίσματος	=	σονάρισμα
σοναρισμάτων	=	σονάρισμα
σοναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοναρισμένο
σοναρισμένε	verb	κλητική ενικού του σοναρισμένος
σοναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοναρισμένη
σοναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοναρισμένος
σοναρισμένης	verb	γενική ενικού του σοναρισμένη
σοναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοναρισμένος
σοναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοναρισμένος
σοναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοναρισμένος
σοναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοναρισμένος
σοναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοναρισμένος
σονατίνα	noun	μικρή σύνθεση γραμμένη σε φόρμα σονάτας
σονατίνας	=	σονατίνα
σονατίνες	=	σονατίνα
σονατινών	=	σονατίνα
σονατών	noun	γενική πληθυντικού του σονάτα
σοουγούμαν	noun	αυτή που παρουσιάζει κάποιο σόου, θηλυκό του σόουμαν
σοουμπίζ	noun	άλλη μορφή του σόου μπίζνες
σοπάκι	noun	ξυλοδαρμός, «ξύλο» (π.χ. στην έκφραση «θα πέσει ξύλο», «θα πέσει σοπάκι»)
σοπάκια	=	σοπάκι
σοπάρνικ	noun	παραδοσιακή πίτα της περιοχής Πόλγιτσα της Κροατίας, με λεπτότατη ζύμη και γέμιση από χορταρικά, συνήθως κρεμύδια, σέσκουλα, μαϊντανό και λάδι
σοπράνο	noun	τραγουδίστρια που η φωνή της κινείται στην ψηλότερη περιοχή τονικού ύψους	adj	η πιο χαμηλή από τις γυναικείες φωνές μιας χορωδίας
σοπρανίστας	noun	άνδρας λυρικός τραγουδιστής του οποίου η φωνή εκτείνεται σε ιδιαίτερα ψηλές συχνότητες, παρόμοιες με αυτές των ερμηνευτριών που χαρακτηρίζονται σοπράνο.
σοράνι	noun	κουρδική διάλεκτος που μιλιέται στο δυτικό Ιράν και στο ιρακινό Κουρδιστάν και γράφεται με το αραβικό αλφάβητο
σορέ	=	σορός
σοραβικά	=	σορβικά
σορβιά	noun	το είδος Sorbus aucuparia που συναντάται και σαν θάμνος
σορβιάς	=	σορβιά
σορβιές	=	σορβιά
σορβικά	noun	σλαβικές γλώσσα, πολύ κοντινές στα πολωνικά: τα άνω σορβικά και τα κάτω σορβικά
σορβικέ	adj	κλητική ενικού του σορβικός
σορβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σορβική
σορβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σορβικός
σορβικής	adj	γενική ενικού του σορβική
σορβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σορβικός
σορβικού	adj	γενική ενικού του σορβικός
σορβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σορβικός
σορβικό	adj	αιτιατική ενικού του σορβικός
σορβικός	adj	που έχει σχέση με το σορβικό οξύ, το σορβικό κάλιο κ.λπ. ή αναφέρεται σʼ αυτά
σορβικών	adj	γενική πληθυντικού του σορβικός
σορβιών	=	σορβιά
σορμπέ	noun	γλυκό από πολτό φρούτων
σοροί	=	σορός
σοροβολιασμένα	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένε	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένες	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένη	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένης	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένο	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένοι	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σοροβολιάζομαι, άλλη γραφή του σωροβολιασμένος
σοροβολιασμένου	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένους	=	σοροβολιασμένος
σοροβολιασμένων	=	σοροβολιασμένος
σοροκάδα	noun	ο δυνατός νοτιανατολικός άνεμος
σοροκάδας	=	σοροκάδα
σοροκάδες	=	σοροκάδα
σοροκάδων	=	σοροκάδα
σοροκολεβάντε	=	σοροκολεβάντες
σοροκολεβάντες	noun	άλλη μορφή του σιροκολεβάντες
σοροκολεβάντηδες	=	σοροκολεβάντες
σοροκολεβάντηδων	=	σοροκολεβάντες
σορολοπιού	=	σορολόπι
σορολοπιών	=	σορολόπι
σορολόπ	noun	τεμπελιά, αδιαφορία για κάτι που πρέπει να γίνει
σορολόπι	noun	άλλη μορφή του σορολόπ
σορολόπια	=	σορολόπι
σοροπιάζαμε	=	σοροπιάζω
σοροπιάζαν	=	σοροπιάζω
σοροπιάζανε	=	σοροπιάζω
σοροπιάζατε	=	σοροπιάζω
σοροπιάζει	=	σοροπιάζω
σοροπιάζεις	=	σοροπιάζω
σοροπιάζετε	=	σοροπιάζω
σοροπιάζοντας	=	σοροπιάζω
σοροπιάζουμε	=	σοροπιάζω
σοροπιάζουν	=	σοροπιάζω
σοροπιάζουνε	=	σοροπιάζω
σοροπιάζω	verb	άλλη μορφή του σιροπιάζω
σοροπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσαν	=	σοροπιάζω
σοροπιάσανε	=	σοροπιάζω
σοροπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σορόπιασμα
σοροπιάσματος	noun	γενική ενικού του σορόπιασμα
σοροπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σοροπιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σορόπιασμα
σοροπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοροπιασμένο
σοροπιασμένε	verb	κλητική ενικού του σοροπιασμένος
σοροπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοροπιασμένη
σοροπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοροπιασμένος
σοροπιασμένης	verb	γενική ενικού του σοροπιασμένη
σοροπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοροπιασμένος
σοροπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοροπιασμένος
σοροπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοροπιασμένος
σοροπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοροπιασμένος
σοροπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοροπιασμένος
σοροπιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοροπιαστό
σοροπιαστέ	adj	κλητική ενικού του σοροπιαστός
σοροπιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοροπιαστή
σοροπιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοροπιαστός
σοροπιαστής	adj	γενική ενικού του σοροπιαστή
σοροπιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοροπιαστός
σοροπιαστού	adj	γενική ενικού του σοροπιαστός
σοροπιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοροπιαστός
σοροπιαστό	adj	αιτιατική ενικού του σοροπιαστός
σοροπιαστός	adj	άλλη μορφή του σιροπιαστός
σοροπιαστών	adj	γενική πληθυντικού του σοροπιαστός
σοροπιού	=	σορόπι
σοροπιών	=	σορόπι
σοροπτιμιστικά	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικέ	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικές	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστική	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικής	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικο	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικοί	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικού	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικούς	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικό	=	σοροπτιμιστικός
σοροπτιμιστικός	adj	που αφορά τον Σοροπτιμισμό
σοροπτιμιστικών	=	σοροπτιμιστικός
σορού	=	σορός
σορούς	=	σορός
σορτ	noun	άλλη μορφή του σορτς
σορτάκηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σορτάκιας
σορτάκι	noun	άλλη μορφή του σορτσάκι
σορτάκια	=	σορτάκι
σορτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σορτάρω
σορτάρω	verb	εισάγω ή εξάγω, προσθέτω ή αφαιρώ, διευθετώ ή κατανέμω κάτι, πάντα όμως σε μικροποσότητες
σορταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σορτάρισμα
σορταρίσματος	noun	γενική ενικού του σορτάρισμα
σορταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σορτάρισμα
σορτς	noun	κοντό παντελονάκι, με μπατζάκια πάνω από το γόνατο
σορτσάκι	noun	κοντό παντελονάκι, σορτς
σορτσάκια	=	σορτσάκι
σορό	=	σορός
σορόκε	noun	κλητική ενικού του σορόκος
σορόκο	noun	αιτιατική ενικού του σορόκος
σορόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σορόκος
σορόκος	noun	βλέπε σιρόκος
σορόκου	noun	γενική ενικού του σορόκος
σορόκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σορόκος
σορόκων	noun	γενική πληθυντικού του σορόκος
σορόπα	=	σορόπης
σορόπας	=	σορόπης
σορόπες	=	σορόπης
σορόπη	=	σορόπης
σορόπηδες	=	σορόπης
σορόπηδων	=	σορόπης
σορόπης	noun|slang	ερωτιάρης
σορόπι	noun|vulgar	άλλη μορφή του σιρόπι
σορόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σορόπι
σορόπιαζα	=	σοροπιάζω
σορόπιαζαν	=	σοροπιάζω
σορόπιαζε	=	σοροπιάζω
σορόπιαζες	=	σοροπιάζω
σορόπιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σορόπιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σορόπιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σορόπιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοροπιάζω
σορόπιασμα	noun	άλλη μορφή του σιρόπιασμα
σορός	noun	το σώμα του νεκρού (όπως έχει προετοιμαστεί για ταφή ή αποτέφρωση)
σορών	=	σορός
σος	noun	σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες
σοσιάλιζα	=	σοσιαλίζω
σοσιάλιζαν	=	σοσιαλίζω
σοσιάλιζε	=	σοσιαλίζω
σοσιάλιζες	=	σοσιαλίζω
σοσιάλισα	=	σοσιαλίζω
σοσιάλισαν	=	σοσιαλίζω
σοσιάλισε	=	σοσιαλίζω
σοσιάλισες	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζαμε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζαν	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζανε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζατε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζει	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζεις	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζετε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζον	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζοντα	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζοντας	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζοντες	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζοντος	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζουμε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζουν	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζουνε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίζουσα	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζουσας	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζουσες	=	σοσιαλίζων
σοσιαλίζω	verb	πραγματοποιώ σοσιαλιστικές κινήσεις, μεθόδους, πολιτικές
σοσιαλίζων	adj	που πραγματοποιεί ή πράττει σοσιαλιστικές μεθόδους ή συμφωνεί με σοσιαλιστικές πολιτικές
σοσιαλίσαμε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίσαν	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίσανε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίσατε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίσει	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίστε	=	σοσιαλίζω
σοσιαλίστρια	noun	θηλυκό του σοσιαλιστής
σοσιαλίστριας	noun	γενική ενικού του σοσιαλίστρια
σοσιαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλίστρια
σοσιαλδημοκράτες	=	σοσιαλδημοκράτης
σοσιαλδημοκράτη	=	σοσιαλδημοκράτης
σοσιαλδημοκράτης	noun	ο υποστηρικτής της πολιτικής ιδεολογίας και πρακτικής της σοσιαλδημοκρατίας ή ο πολιτικός που ανήκει σε ένα κόμμα αυτού του χώρου
σοσιαλδημοκράτις	noun	σοσιαλδημοκράτισσα
σοσιαλδημοκράτισσα	noun	σοσιαλδημοκράτης
σοσιαλδημοκράτισσας	noun	γενική ενικού του σοσιαλδημοκράτισσα
σοσιαλδημοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλδημοκράτισσα
σοσιαλδημοκρατία	noun	η πολιτική πτέρυγα στο χώρο της κεντροαριστεράς η οποία αποτελεί τη συνέχεια εκείνων των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων του 19ου αιώνα που απέρριψαν την επανάσταση ως μέσο για την κοινωνική αλλαγή και επιδιώκει ένα δημοκρατικό κράτος πρόνοιας
σοσιαλδημοκρατίας	noun	γενική ενικού του σοσιαλδημοκρατία
σοσιαλδημοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατία
σοσιαλδημοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατικό
σοσιαλδημοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατική
σοσιαλδημοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατικής	adj	γενική ενικού του σοσιαλδημοκρατική
σοσιαλδημοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατικού	adj	γενική ενικού του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατικός	adj	που αναφέρεται στη σοσιαλδημοκρατία ή εκφράζει τις ιδέες της
σοσιαλδημοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατικός
σοσιαλδημοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του σοσιαλδημοκράτισσα
σοσιαλδημοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του σοσιαλδημοκρατία
σοσιαλδημοκρατών	=	σοσιαλδημοκράτης
σοσιαλιζουσών	=	σοσιαλίζων
σοσιαλιζούσης	=	σοσιαλίζων
σοσιαλιζόντων	=	σοσιαλίζων
σοσιαλισμέ	noun	κλητική ενικού του σοσιαλισμός
σοσιαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλισμός
σοσιαλισμού	noun	γενική ενικού του σοσιαλισμός
σοσιαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σοσιαλισμός
σοσιαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του σοσιαλισμός
σοσιαλισμός	noun	οικονομική και κοινωνική θεωρία με αρκετά διαφοροποιημένες μεταξύ τους ερμηνείες και τάσεις από τη γένεσή της μέχρι τον 21ο αιώνα, αλλά που σε γενικές γραμμές υιοθετεί τον κοινωνικό ή κρατικό έλεγχο (μερικώς ή απολύτως) των μέσων παραγωγής και της κατανομής του εισοδήματος
σοσιαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του σοσιαλισμός
σοσιαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλιστής
σοσιαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σοσιαλιστής
σοσιαλιστής	noun	αυτός που ασπάζεται την ιδεολογία του σοσιαλισμού
σοσιαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλιστικό
σοσιαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλιστική
σοσιαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστικής	adj	γενική ενικού του σοσιαλιστική
σοσιαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστικού	adj	γενική ενικού του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστικός	adj	που αναφέρεται στους σοσιαλιστές και το σοσιαλισμό
σοσιαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σοσιαλιστικός
σοσιαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σοσιαλίστρια
σοσιαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του σοσιαλιστής
σοσιαλμανία	noun	ονομασία πολιτικής με κρατικές παρεμβάσεις και εθνικοποιήσεις.
σοσιαλμανίας	=	σοσιαλμανία
σοσιαλμανίες	=	σοσιαλμανία
σοσιαλμανιών	=	σοσιαλμανία
σοσιαλφασισμέ	=	σοσιαλφασισμός
σοσιαλφασισμοί	=	σοσιαλφασισμός
σοσιαλφασισμού	=	σοσιαλφασισμός
σοσιαλφασισμούς	=	σοσιαλφασισμός
σοσιαλφασισμό	=	σοσιαλφασισμός
σοσιαλφασισμός	noun	υποτιμητικά η σοσιαλδημοκρατία, με βάση θεωρία που υποστηρίχτηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν) κατά τη δεκαετία του 1930, σύμφωνα με την οποία η σοσιαλδημοκρατία ήταν παραλλαγή του φασισμού επειδή εμπόδιζε την πλήρη και οριστική μετάβαση προς τον κομμουνισμό
σοσιαλφασισμών	=	σοσιαλφασισμός
σοσονάκι	noun	υποκοριστικό του σοσόνι
σοσονάκια	=	σοσονάκι
σοσονιού	=	σοσόνι
σοσονιών	=	σοσόνι
σοστενούτο	adj	χαρακτηρισμός είδους πεντάλ του πιάνου που κρατά, παρατείνει τη διάρκεια επιλεγμένων ήχων
σοσόνι	noun	κοντή (κοριτσίστικη) κάλτσα
σοσόνια	=	σοσόνι
σοτάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σοτάρω
σοτάρω	verb	τσιγαρίζω
σοτέ	noun	που έχει ψηθεί σε καυτό βούτυρο
σοταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοτάρισμα
σοταρίσματος	noun	γενική ενικού του σοτάρισμα
σοταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σοτάρισμα
σοταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοταρισμένο
σοταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σοταρισμένος
σοταρισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοταρισμένη
σοταρισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοταρισμένος
σοταρισμένης	verb	γενική ενικού του σοταρισμένη
σοταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοταρισμένος
σοταρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοταρισμένος
σοταρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σοτάρω
σοταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοταρισμένος
σοταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοταρισμένος
σοταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοταρισμένος
σοτοβέντο	adv	άλλη μορφή του σταβέντο
σου	pron	κτητική αντωνυμία δεύτερου προσώπου ενικού για έναν κτήτορα: δικός σου	noun	είδος γλυκού
σουάζι	noun	γλώσσα που μιλιέται στο βασίλειο Εσουατίνι στη Νότια Αφρική , παλαιότερα γνωστό ως Σουαζιλάνδη.
σουέλ	noun	θαλάσσιος κυματισμός μεγάλου μήκους και σχετικά ομαλής μορφής, που δημιουργείται συνήθως μακριά από την ακτή —συχνά από ισχυρούς ανέμους ή καταιγίδες— και μπορεί να προκαλέσει έντονη αποθαλασσία ακόμη και χωρίς τοπική κακοκαιρία
σουέτ	noun	απαλό δέρμα για παπούτσια και ρούχα
σουίδα	=	σούδα
σουίτα	noun	πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου
σουίτας	noun	γενική ενικού του σουίτα
σουίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουίτα
σουαβικά	=	σουαβικός
σουαβικέ	=	σουαβικός
σουαβικές	=	σουαβικός
σουαβική	=	σουαβικός
σουαβικής	=	σουαβικός
σουαβικοί	=	σουαβικός
σουαβικού	=	σουαβικός
σουαβικούς	=	σουαβικός
σουαβικό	=	σουαβικός
σουαβικός	adj	ο σχετικός με τη Σουαβία ή τους κατοίκους της
σουαβικών	=	σουαβικός
σουαρέ	noun|dated	απογευματινή - βραδινή κοινωνική συνάντηση σε σπίτι
σουαχίλι	noun	που μιλιέται στην ανατολική Αφρική
σουβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σουβάς
σουβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβάς
σουβάδων	noun	γενική πληθυντικού του σουβάς
σουβάλα	noun|dated	φυσικός λάκκος ή ταμιευτήρας με νερό
σουβάλας	noun	γενική ενικού του σουβάλα
σουβάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβάλα
σουβάντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβάντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβάντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβάντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβάρηδες	=	σουβαρής
σουβάρηδων	=	σουβαρής
σουβάς	=	σοβάς
σουβέρ	noun	μικρό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να τοποθετείται ανάμεσα σε ποτήρια ή φλυτζάνια και ένα έπιπλο ώστε να μη λερωθεί ή αλλοιωθεί η επιφάνεια του επίπλου
σουβαλών	noun	γενική πληθυντικού του σουβάλα
σουβαντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβαντίζω
σουβαντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβαντισμένο
σουβαντισμένε	verb	κλητική ενικού του σουβαντισμένος
σουβαντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβαντισμένη
σουβαντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουβαντισμένος
σουβαντισμένης	verb	γενική ενικού του σουβαντισμένη
σουβαντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουβαντισμένος
σουβαντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουβαντισμένος
σουβαντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουβαντισμένος
σουβαντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουβαντισμένος
σουβαντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουβαντισμένος
σουβαρής	noun|dated	έφιππος χωροφύλακας
σουβαρη	=	σουβαρής
σουβαρης	=	σουβαρής
σουβατεπί	noun	άλλη μορφή του σοβατεπί
σουβατεπιά	=	σουβατεπί
σουβατεπιού	=	σουβατεπί
σουβατεπιών	=	σουβατεπί
σουβατζή	=	σουβατζής
σουβατζήδες	=	σουβατζής
σουβατζήδων	=	σουβατζής
σουβατζής	noun	άλλη μορφή του σοβατζής
σουβενίρ	noun	το αναμνηστικό, μικροπράγματα που πωλούνται για να θυμίζουν ταξίδι
σουβλάκι	noun	κομμάτια κρέατος που είναι κομμένα ομοιόμορφα και ψήνονται περασμένα σε ξύλινη («καλαμάκι») ή μεταλλική μικρή σούβλα
σουβλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλάκι
σουβλί	noun	υποκοριστικό του σούβλα
σουβλίζαμε	=	σουβλίζω
σουβλίζαν	=	σουβλίζω
σουβλίζανε	=	σουβλίζω
σουβλίζατε	=	σουβλίζω
σουβλίζει	=	σουβλίζω
σουβλίζεις	=	σουβλίζω
σουβλίζεσαι	=	σουβλίζω
σουβλίζεστε	=	σουβλίζω
σουβλίζεται	=	σουβλίζω
σουβλίζετε	=	σουβλίζω
σουβλίζομαι	=	σουβλίζω
σουβλίζομε	=	σουβλίζω
σουβλίζονται	=	σουβλίζω
σουβλίζονταν	=	σουβλίζω
σουβλίζοντας	=	σουβλίζω
σουβλίζουμε	=	σουβλίζω
σουβλίζουν	=	σουβλίζω
σουβλίζουνε	=	σουβλίζω
σουβλίζω	verb	περνάω μία σούβλα κατά μήκος ενός σφάγιου για να το ψήσω
σουβλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσαν	=	σουβλίζω
σουβλίσανε	=	σουβλίζω
σουβλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούβλισμα
σουβλίσματος	noun	γενική ενικού του σούβλισμα
σουβλίσομε	=	σουβλίζω
σουβλίσου	=	σουβλίζω
σουβλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίσουνε	=	σουβλίζω
σουβλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίστηκα	=	σουβλίζω
σουβλίστηκαν	=	σουβλίζω
σουβλίστηκε	=	σουβλίζω
σουβλίστηκες	=	σουβλίζω
σουβλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σουβλίτσα	noun	υποκοριστικό του σούβλα
σουβλίτσας	noun	γενική ενικού του σουβλίτσα
σουβλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλίτσα
σουβλακιού	=	σουβλάκι
σουβλακιών	=	σουβλάκι
σουβλατζή	=	σουβλατζής
σουβλατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλατζής
σουβλατζήδων	=	σουβλατζής
σουβλατζής	noun	ο πλανόδιος, ή μόνιμα εγκατεστημένος ψήστης που ψήνει και πουλάει σουβλάκια έτοιμα για κατανάλωση
σουβλατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλατζίδικο
σουβλατζίδικο	noun	κατάστημα που πουλάει σουβλάκια
σουβλατζίδικου	noun	γενική ενικού του σουβλατζίδικο
σουβλατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του σουβλατζίδικο
σουβλατζού	=	σουβλατζής
σουβλερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σουβλερός
σουβλερέ	adj	κλητική ενικού του σουβλερός
σουβλερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλερή
σουβλερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουβλερός
σουβλερής	adj	γενική ενικού του σουβλερή
σουβλεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουβλερός
σουβλερού	adj	γενική ενικού του σουβλερός
σουβλερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουβλερός
σουβλερό	adj	αιτιατική ενικού του σουβλερός
σουβλερός	adj	που έχει άκρη πολύ μυτερή σαν σουβλί (και μεταφορικά)
σουβλερών	adj	γενική πληθυντικού του σουβλερός
σουβλιά	noun	ξαφνικός οξύς πόνος
σουβλιάς	noun	γενική ενικού του σουβλιά
σουβλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλιά
σουβλιζόμασταν	=	σουβλίζω
σουβλιζόμαστε	=	σουβλίζω
σουβλιζόμουν	=	σουβλίζω
σουβλιζόμουνα	=	σουβλίζω
σουβλιζόντουσαν	=	σουβλίζω
σουβλιζόσασταν	=	σουβλίζω
σουβλιζόσαστε	=	σουβλίζω
σουβλιζόσουν	=	σουβλίζω
σουβλιζόσουνα	=	σουβλίζω
σουβλιζόταν	=	σουβλίζω
σουβλιζότανε	=	σουβλίζω
σουβλιού	=	σουβλί
σουβλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σούβλισμα
σουβλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλισμένο
σουβλισμένε	verb	κλητική ενικού του σουβλισμένος
σουβλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλισμένη
σουβλισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουβλισμένος
σουβλισμένης	verb	γενική ενικού του σουβλισμένη
σουβλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουβλισμένος
σουβλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουβλισμένος
σουβλισμένος	=	σουβλίζω
σουβλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουβλισμένος
σουβλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουβλισμένος
σουβλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουβλισμένος
σουβλισμός	noun|rare	το σούβλισμα
σουβλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σουβλιστός	adv	με σουβλιστό τρόπο
σουβλιστέ	adj	κλητική ενικού του σουβλιστός
σουβλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουβλιστή
σουβλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουβλιστός
σουβλιστήκαμε	=	σουβλίζω
σουβλιστήκαν	=	σουβλίζω
σουβλιστήκανε	=	σουβλίζω
σουβλιστήκατε	=	σουβλίζω
σουβλιστής	adj	γενική ενικού του σουβλιστή
σουβλιστεί	=	σουβλίζω
σουβλιστείς	=	σουβλίζω
σουβλιστείτε	=	σουβλίζω
σουβλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουβλιστός
σουβλιστού	adj	γενική ενικού του σουβλιστός
σουβλιστούμε	=	σουβλίζω
σουβλιστούν	=	σουβλίζω
σουβλιστούνε	=	σουβλίζω
σουβλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουβλιστός
σουβλιστό	adj	αιτιατική ενικού του σουβλιστός
σουβλιστός	adj	που τον έχουν σουβλίσει, για να τον ψήσουν
σουβλιστώ	=	σουβλίζω
σουβλιστών	adj	γενική πληθυντικού του σουβλιστός
σουβλιών	=	σουβλιά
σουβλομύτα	=	σουβλομύτης
σουβλομύτας	=	σουβλομύτης
σουβλομύτες	=	σουβλομύτης
σουβλομύτη	=	σουβλομύτης
σουβλομύτηδες	=	σουβλομύτης
σουβλομύτηδων	=	σουβλομύτης
σουβλομύτης	adj	περιπαικτικός χαρακτηρισμός για άτομο που έχει σουβλερή μύτη
σουβλομύτικα	=	σουβλομύτης
σουβλομύτικο	=	σουβλομύτης
σουβλομύτικου	=	σουβλομύτης
σουβλομύτικων	=	σουβλομύτης
σουβλών	noun	γενική πληθυντικού του σούβλα
σουγιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σουγιάς
σουγιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουγιάς
σουγιάδων	noun	γενική πληθυντικού του σουγιάς
σουγιάς	noun	μαχαίρι στο οποίο η λεπίδα έχει τη δυνατότητα να διπλώνεται και να μπαίνει μέσα στη λαβή
σουγιαδάκι	=	σουγιάς
σουγλί	noun|rare	άλλη μορφή του σουβλί
σουδάκι	noun	υποκοριστικό του σου
σουδάκια	=	σουδάκι
σουδάρι	noun	το μαντίλι
σουδάρια	=	σουδάρι
σουδάριο	noun	το μαντίλι
σουδάριου	=	σουδάριο
σουδανέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουδανέζικο
σουδανέζικε	adj	κλητική ενικού του σουδανέζικος
σουδανέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουδανέζικη
σουδανέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουδανέζικος
σουδανέζικης	adj	γενική ενικού του σουδανέζικη
σουδανέζικο	adj	αιτιατική ενικού του σουδανέζικος
σουδανέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουδανέζικος
σουδανέζικος	adj	που προέρχεται από ή αναφέρεται στο Σουδάν
σουδανέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουδανέζικος
σουδανέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουδανέζικος
σουδανέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουδανέζικος
σουδανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουδανικό
σουδανικέ	adj	κλητική ενικού του σουδανικός
σουδανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουδανική
σουδανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουδανικός
σουδανικής	adj	γενική ενικού του σουδανική
σουδανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουδανικός
σουδανικού	adj	γενική ενικού του σουδανικός
σουδανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουδανικός
σουδανικό	adj	αιτιατική ενικού του σουδανικός
σουδανικός	adj	που προέρχεται από ή αναφέρεται στο Σουδάν
σουδανικών	adj	γενική πληθυντικού του σουδανικός
σουδαρίου	=	σουδάριο
σουδαρίων	=	σουδάριο
σουδαριού	=	σουδάρι
σουδαριών	=	σουδάρι
σουδών	noun	γενική πληθυντικού του σούδα
σουηδέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουηδέζικο
σουηδέζικε	adj	κλητική ενικού του σουηδέζικος
σουηδέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουηδέζικη
σουηδέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουηδέζικος
σουηδέζικης	adj	γενική ενικού του σουηδέζικη
σουηδέζικο	adj	αιτιατική ενικού του σουηδέζικος
σουηδέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουηδέζικος
σουηδέζικος	adj	που προέρχεται από ή αναφέρεται στπ Σουηδία
σουηδέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουηδέζικος
σουηδέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουηδέζικος
σουηδέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουηδέζικος
σουηδικά	noun	που μιλιέται στη Σουηδία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουηδικό
σουηδικέ	adj	κλητική ενικού του σουηδικός
σουηδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουηδική
σουηδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουηδικός
σουηδικής	adj	γενική ενικού του σουηδική
σουηδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουηδικός
σουηδικού	adj	γενική ενικού του σουηδικός
σουηδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουηδικός
σουηδικό	adj	αιτιατική ενικού του σουηδικός
σουηδικός	adj	που προέρχεται από ή αναφέρεται στη Σουηδία, σχετικός με τη χώρα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό κ.λπ.
σουηδικών	adj	γενική πληθυντικού του σουηδικός
σουιπστέικ	noun	ιπποδρομιακό λαχείο
σουιτών	=	σουίτα
σουκία	noun	η συκιά
σουκού	abbrev|slang	άλλη μορφή του σκ
σουκρούτ	noun	κεντροευρωπαϊκό πιάτο με λευκό, ελαφρώς οξινισμένο από την αρχή της ζύμωσης, ψιλοκομμένο λάχανο που σερβίρεται συνήθως με λουκάνικο
σουλάντιζα	=	σουλαντίζω
σουλάντιζαν	=	σουλαντίζω
σουλάντιζε	=	σουλαντίζω
σουλάντιζες	=	σουλαντίζω
σουλάντισα	=	σουλαντίζω
σουλάντισαν	=	σουλαντίζω
σουλάντισε	=	σουλαντίζω
σουλάντισες	=	σουλαντίζω
σουλάντισμα	noun|dated	κατάβρεγμα, πότισμα
σουλάτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλάτσο
σουλάτσο	noun	άσκοπη βόλτα
σουλάτσου	noun	γενική ενικού του σουλάτσο
σουλάτσων	noun	γενική πληθυντικού του σουλάτσο
σουλαντίζαμε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζαν	=	σουλαντίζω
σουλαντίζανε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζατε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζει	=	σουλαντίζω
σουλαντίζεις	=	σουλαντίζω
σουλαντίζεσαι	=	σουλαντίζω
σουλαντίζεστε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζεται	=	σουλαντίζω
σουλαντίζετε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζομαι	=	σουλαντίζω
σουλαντίζονται	=	σουλαντίζω
σουλαντίζονταν	=	σουλαντίζω
σουλαντίζοντας	=	σουλαντίζω
σουλαντίζου	=	σουλαντίζω
σουλαντίζουμε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζουν	=	σουλαντίζω
σουλαντίζουνε	=	σουλαντίζω
σουλαντίζω	verb|dated	καταβρέχω, ποτίζω
σουλαντίσαμε	=	σουλαντίζω
σουλαντίσαν	=	σουλαντίζω
σουλαντίσανε	=	σουλαντίζω
σουλαντίσατε	=	σουλαντίζω
σουλαντίσει	=	σουλαντίζω
σουλαντίσματα	=	σουλάντισμα
σουλαντίσματος	=	σουλάντισμα
σουλαντίσου	=	σουλαντίζω
σουλαντίστε	=	σουλαντίζω
σουλαντίστηκα	=	σουλαντίζω
σουλαντίστηκαν	=	σουλαντίζω
σουλαντίστηκε	=	σουλαντίζω
σουλαντίστηκες	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόμασταν	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόμαστε	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόμουν	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόμουνα	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόντουσαν	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόσασταν	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόσαστε	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόσουν	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόσουνα	=	σουλαντίζω
σουλαντιζόταν	=	σουλαντίζω
σουλαντιζότανε	=	σουλαντίζω
σουλαντισμάτων	=	σουλάντισμα
σουλαντισμένος	=	σουλαντίζω
σουλαντιστήκαμε	=	σουλαντίζω
σουλαντιστήκαν	=	σουλαντίζω
σουλαντιστήκανε	=	σουλαντίζω
σουλαντιστήκατε	=	σουλαντίζω
σουλαντιστήρι	noun|dated	ποτιστήρι
σουλαντιστήρια	=	σουλαντιστήρι
σουλαντιστεί	=	σουλαντίζω
σουλαντιστείτε	=	σουλαντίζω
σουλαντιστηριού	=	σουλαντιστήρι
σουλαντιστηριών	=	σουλαντιστήρι
σουλαντώ	verb|dated	άλλη μορφή του σουλαντίζω
σουλατσάδα	noun	το σουλάτσο
σουλατσάδας	=	σουλατσάδα
σουλατσάδες	=	σουλατσάδα
σουλατσάδων	=	σουλατσάδα
σουλατσάρισμα	noun	η ενέργεια του σουλατσάρω, το άσκοπο περπάτημα πέρα δώθε, η βόλτα
σουλατσάρω	verb	περπατώ πέρα δώθε χωρίς σκοπό, κάνω βόλτα, βολτάρω
σουλατσέρνω	verb	σουλατσάρω
σουλατσαδορισσών	noun	γενική πληθυντικού του σουλατσαδόρισσα
σουλατσαδόρε	noun	κλητική ενικού του σουλατσαδόρος
σουλατσαδόρισσας	noun	γενική ενικού του σουλατσαδόρισσα
σουλατσαδόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλατσαδόρισσα
σουλατσαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του σουλατσαδόρος
σουλατσαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουλατσαδόρος
σουλατσαδόρος	noun|vulgar	άνθρωπος άεργος που τριγυρίζει άσκοπα εδώ κι εκεί
σουλατσαδόρου	noun	γενική ενικού του σουλατσαδόρος
σουλατσαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουλατσαδόρος
σουλατσαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του σουλατσαδόρος
σουλατσαρία	noun	άσκοπη περιπλάνηση, χαλαρή βόλτα, σουλάτσο, σουλατσάδα
σουλατσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλατσάρισμα
σουλατσαρίσματος	noun	γενική ενικού του σουλατσάρισμα
σουλατσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουλατσάρισμα
σουλιμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σουλιμάς
σουλιμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλιμάς
σουλιμάδων	noun	γενική πληθυντικού του σουλιμάς
σουλιμάς	noun	αλοιφή για καλλωπισμό
σουλιωτοχωριιού	=	σουλιωτοχώρια
σουλιωτοχωριιών	=	σουλιωτοχώρια
σουλιωτοχώρια	noun	χωριά του Σουλίου
σουλιωτοχώριι	=	σουλιωτοχώρια
σουλιωτοχώριια	=	σουλιωτοχώρια
σουλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλιώτικο
σουλιώτικε	adj	κλητική ενικού του σουλιώτικος
σουλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλιώτικη
σουλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουλιώτικος
σουλιώτικης	adj	γενική ενικού του σουλιώτικη
σουλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σουλιώτικος
σουλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουλιώτικος
σουλιώτικος	adj	που προέρχεται από ή ανήκει ή αναφέρεται στο Σούλι
σουλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουλιώτικος
σουλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουλιώτικος
σουλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουλιώτικος
σουλουπιού	=	σουλούπι
σουλουπιών	=	σουλούπι
σουλουπωθήκαμε	=	σουλουπώνω
σουλουπωθήκαν	=	σουλουπώνω
σουλουπωθήκανε	=	σουλουπώνω
σουλουπωθήκατε	=	σουλουπώνω
σουλουπωθεί	=	σουλουπώνω
σουλουπωθείτε	=	σουλουπώνω
σουλουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουλούπωμα
σουλουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλουπωμένο
σουλουπωμένε	verb	κλητική ενικού του σουλουπωμένος
σουλουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλουπωμένη
σουλουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουλουπωμένος
σουλουπωμένης	verb	γενική ενικού του σουλουπωμένη
σουλουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουλουπωμένος
σουλουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουλουπωμένος
σουλουπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουλουπωμένος
σουλουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουλουπωμένος
σουλουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουλουπωμένος
σουλουπωνόμασταν	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόμαστε	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόμουν	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόμουνα	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόντουσαν	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόσασταν	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόσαστε	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόσουν	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόσουνα	=	σουλουπώνω
σουλουπωνόταν	=	σουλουπώνω
σουλουπωνότανε	=	σουλουπώνω
σουλουπώθηκα	=	σουλουπώνω
σουλουπώθηκαν	=	σουλουπώνω
σουλουπώθηκε	=	σουλουπώνω
σουλουπώθηκες	=	σουλουπώνω
σουλουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλούπωμα
σουλουπώματος	noun	γενική ενικού του σουλούπωμα
σουλουπώναμε	=	σουλουπώνω
σουλουπώναν	=	σουλουπώνω
σουλουπώνανε	=	σουλουπώνω
σουλουπώνατε	=	σουλουπώνω
σουλουπώνει	=	σουλουπώνω
σουλουπώνεις	=	σουλουπώνω
σουλουπώνεσαι	=	σουλουπώνω
σουλουπώνεστε	=	σουλουπώνω
σουλουπώνεται	=	σουλουπώνω
σουλουπώνετε	=	σουλουπώνω
σουλουπώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώνονται	=	σουλουπώνω
σουλουπώνονταν	=	σουλουπώνω
σουλουπώνοντας	=	σουλουπώνω
σουλουπώνουμε	=	σουλουπώνω
σουλουπώνουν	=	σουλουπώνω
σουλουπώνουνε	=	σουλουπώνω
σουλουπώνω	verb	φροντίζω κάποιον ή κάτι ώστε να βελτιωθεί η εξωτερική του εμφάνιση
σουλουπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσαν	=	σουλουπώνω
σουλουπώσανε	=	σουλουπώνω
σουλουπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσου	=	σουλουπώνω
σουλουπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλουπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλούπι	noun	το εξωτερικό σχήμα κάποιου ανθρώπου ή ζώου (ιδίως του προσώπου ή του σώματος)
σουλούπια	=	σουλούπι
σουλούπωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σουλουπώνω
σουλούπωνα	=	σουλουπώνω
σουλούπωναν	=	σουλουπώνω
σουλούπωνε	=	σουλουπώνω
σουλούπωνες	=	σουλουπώνω
σουλούπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλούπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλούπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλούπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουλουπώνω
σουλτάνα	noun	η σύζυγος ή η μητέρα του σουλτάνου
σουλτάνας	noun	γενική ενικού του σουλτάνα
σουλτάνε	noun	κλητική ενικού του σουλτάνος
σουλτάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλτάνα
σουλτάνο	noun	αιτιατική ενικού του σουλτάνος
σουλτάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουλτάνος
σουλτάνος	noun	o μονάρχης σε κάποια μουσουλμανικά κράτη, όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ή κάποια σύγχρονα σουλτανάτα
σουλτάνου	noun	γενική ενικού του σουλτάνος
σουλτάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουλτάνος
σουλτάνων	noun	γενική πληθυντικού του σουλτάνος
σουλτανάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλτανάτο
σουλτανάτο	noun	το κράτος που έχει επικεφαλής έναν σουλτάνο
σουλτανάτον	noun	σουλτανάτο
σουλτανάτου	noun	γενική ενικού του σουλτανάτο
σουλτανάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουλτανάτο
σουλτανίνα	noun	ποικιλία σταφυλιών με κίτρινες ρώγες χωρίς σπόρους, από την οποία παράγονται ξανθές σταφίδες
σουλτανίνας	noun	γενική ενικού του σουλτανίνα
σουλτανίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλτανίνα
σουλτανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλτανικό
σουλτανικέ	adj	κλητική ενικού του σουλτανικός
σουλτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλτανική
σουλτανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουλτανικός
σουλτανικής	adj	γενική ενικού του σουλτανική
σουλτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουλτανικός
σουλτανικού	adj	γενική ενικού του σουλτανικός
σουλτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουλτανικός
σουλτανικό	adj	αιτιατική ενικού του σουλτανικός
σουλτανικός	adj	αυτός που σχετίζεται με τον σουλτάνο
σουλτανικών	adj	γενική πληθυντικού του σουλτανικός
σουλφίδια	=	σουλφίδιο
σουλφίδιο	noun	χημική ένωση στην οποία το θείο βρίσκεται στη μορφή ανιόντος (S²⁻) και συνδέεται με μέταλλο ή οργανική ομάδα
σουλφίδιου	=	σουλφίδιο
σουλφίδιων	=	σουλφίδιο
σουλφιδίου	=	σουλφίδιο
σουλφιδίων	=	σουλφίδιο
σουλφοναμίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουλφοναμίδη
σουλφυδρυλίου	=	σουλφυδρύλιο
σουλφυδρυλίων	=	σουλφυδρύλιο
σουλφυδρυλικά	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικέ	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικές	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλική	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικής	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικοί	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικού	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικούς	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικό	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλικός	adj	που έχει σχέση με σουλφυδρύλιο ή σουλφυδρυλομάδα ή αναφέρεται σʼ αυτά
σουλφυδρυλικών	=	σουλφυδρυλικός
σουλφυδρυλομάδα	noun	χαρακτηριστική χημική ομάδα αποτελούμενη από ένα άτομο θείου και ένα άτομο υδρογόνου (–SH), η οποία προσδίδει ιδιαίτερες χημικές ιδιότητες στις ενώσεις όπου συμμετέχει
σουλφυδρυλομάδας	=	σουλφυδρυλομάδα
σουλφυδρυλομάδες	=	σουλφυδρυλομάδα
σουλφυδρυλομάδων	=	σουλφυδρυλομάδα
σουλφυδρύλια	=	σουλφυδρύλιο
σουλφυδρύλιο	noun	η μονοσθενής χημική ρίζα –SH, η οποία αποτελείται από ένα άτομο θείου και ένα άτομο υδρογόνου και απαντά ως δομικό τμήμα σε θειόλες και σε πολλές βιολογικά σημαντικές ενώσεις
σουλφυδρύλιου	=	σουλφυδρύλιο
σουλφυδρύλιων	=	σουλφυδρύλιο
σουμάδα	noun	παραδοσιακό μη αλκοολούχο ποτό, συνήθως λευκό και αρωματικό, που παρασκευάζεται από εκχύλισμα γλυκών —και κατά τόπους πικρών— αμυγδάλων με προσθήκη ζάχαρης και νερού, και καταναλώνεται αραιωμένο ως αναψυκτικό
σουμάδας	=	σουμάδα
σουμάδες	=	σουμάδα
σουμάδων	=	σουμάδα
σουμάκι	noun	γένος θάμνων και μικρών δέντρων που εμφανίζονται σε υποτροπικές και εύκρατες περιοχές
σουμάκια	=	σουμάκι
σουμάρισμα	noun	το αποτέλεσμα του σουμάρω, ο υπολογισμός του αθροίσματος
σουμάρω	verb|vulgar	κάνω τη σούμα
σουμέν	noun	υπόθεμα γραφής, από πλαστικό, δέρμα ή άλλο υλικό, που τοποθετείται κάτω από ένα φύλλο γραφής για να προστατέψει την επιφάνεια του επίπλου
σουμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμάρισμα
σουμαρίσματος	noun	γενική ενικού του σουμάρισμα
σουμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουμάρισμα
σουμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμαρισμένο
σουμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σουμαρισμένος
σουμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμαρισμένη
σουμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουμαρισμένος
σουμαρισμένης	verb	γενική ενικού του σουμαρισμένη
σουμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουμαρισμένος
σουμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουμαρισμένος
σουμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουμαρισμένος
σουμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουμαρισμένος
σουμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουμαρισμένος
σουμεριακά	=	σουμεριακός
σουμεριακέ	=	σουμεριακός
σουμεριακές	=	σουμεριακός
σουμεριακή	=	σουμεριακός
σουμεριακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (σουμεριακή) του σουμεριακός
σουμεριακοί	=	σουμεριακός
σουμεριακού	=	σουμεριακός
σουμεριακούς	=	σουμεριακός
σουμεριακό	=	σουμεριακός
σουμεριακός	adj	που αναφέρεται στους Σουμερίους
σουμεριακών	=	σουμεριακός
σουμερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμερικό
σουμερικέ	adj	κλητική ενικού του σουμερικός
σουμερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμερική
σουμερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουμερικός
σουμερικής	adj	γενική ενικού του σουμερική
σουμερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουμερικός
σουμερικού	adj	γενική ενικού του σουμερικός
σουμερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουμερικός
σουμερικό	adj	αιτιατική ενικού του σουμερικός
σουμερικός	adj	που αναφέρεται στους Σουμερίους
σουμερικών	adj	γενική πληθυντικού του σουμερικός
σουμπάσηδες	=	σούμπασης
σουμπάσηδων	=	σούμπασης
σουμπασή	=	σουμπασής
σουμπασήδες	=	σουμπασής
σουμπασήδων	=	σουμπασής
σουμπασής	noun	άλλη μορφή του σούμπασης
σουμπλιμέ	=	σουμπλιμές
σουμπλιμέδες	=	σουμπλιμές
σουμπλιμέδων	=	σουμπλιμές
σουμπλιμές	noun|dated	άλλη μορφή του σουμπλιμέ
σουμπρέτα	noun	τυποποιημένος θεατρικός κωμικός ρόλος της υπηρέτριας
σουμπρέτας	noun	γενική ενικού του σουμπρέτα
σουμπρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμπρέτα
σουμπρέττα	noun	άλλη γραφή του σουμπρέτα
σουμπρέττας	=	σουμπρέττα
σουμπρέττες	=	σουμπρέττα
σουμπρετίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμπρετίστικο
σουμπρετίστικε	adj	κλητική ενικού του σουμπρετίστικος
σουμπρετίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουμπρετίστικη
σουμπρετίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουμπρετίστικος
σουμπρετίστικης	adj	γενική ενικού του σουμπρετίστικη
σουμπρετίστικο	adj	αιτιατική ενικού του σουμπρετίστικος
σουμπρετίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουμπρετίστικος
σουμπρετίστικος	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται σε σουμπρέτα
σουμπρετίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουμπρετίστικος
σουμπρετίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουμπρετίστικος
σουμπρετίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουμπρετίστικος
σουμπρεττών	=	σουμπρέττα
σουμπρετών	noun	γενική πληθυντικού του σουμπρέτα
σουνέτι	noun|dated	περιτομή
σουνέτια	=	σουνέτι
σουνίτες	=	σουνίτης
σουνίτη	=	σουνίτης
σουνίτης	noun	πιστός μουσουλμάνος με χαρακτηριστικό του γνώρισμα την επιμονή στην πιστή τήρηση των γραφών του Κορανίου
σουναμιτισμέ	noun	κλητική ενικού του σουναμιτισμός
σουναμιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουναμιτισμός
σουναμιτισμού	noun	γενική ενικού του σουναμιτισμός
σουναμιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουναμιτισμός
σουναμιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του σουναμιτισμός
σουναμιτισμός	noun	η απαρχαιωμένη ιδέα πως για να αναζωογονηθεί ο γερασμένος οργανισμός πρέπει να αποκτήσει μια σεξουαλική επαφή με ένα άτομο νεαρής ηλικίας
σουναμιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του σουναμιτισμός
σουνδανέζικα	noun	άλλη μορφή του σουνδανικά
σουνδανέζικων	=	σουνδανέζικα
σουνδανικά	noun	γλώσσα ή ομάδα αυστρονησιακών γλωσσών που μιλιέται στην Ινδονησία, σε περιοχές της Ιάβας.
σουνδανικών	=	σουνδανικά
σουνετιού	=	σουνέτι
σουνετιών	=	σουνέτι
σουνηγμένος	=	σκουντάω
σουνισμέ	noun	κλητική ενικού του σουνισμός
σουνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουνισμός
σουνισμού	noun	γενική ενικού του σουνισμός
σουνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουνισμός
σουνισμό	noun	αιτιατική ενικού του σουνισμός
σουνισμός	noun	μουσουλμανικό δόγμα που ασπάζεται τη σούνα
σουνισμών	noun	γενική πληθυντικού του σουνισμός
σουνιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουνιτικό
σουνιτικέ	adj	κλητική ενικού του σουνιτικός
σουνιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουνιτική
σουνιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουνιτικός
σουνιτικής	adj	γενική ενικού του σουνιτική
σουνιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουνιτικός
σουνιτικού	adj	γενική ενικού του σουνιτικός
σουνιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουνιτικός
σουνιτικό	adj	αιτιατική ενικού του σουνιτικός
σουνιτικός	adj	που αναφέρεται στους σουνίτες, ανήκει σ' αυτούς ή έχει σχέση μ' αυτούς
σουνιτικών	adj	γενική πληθυντικού του σουνιτικός
σουνιτών	=	σουνίτης
σουντόκου	noun	λογικό αριθμητικό παιχνίδι, στο οποίο στόχος είναι να συμπληρωθούν όλες οι κενές θέσεις σε πίνακα 9x9, ώστε κάθε στήλη, κάθε σειρά και κάθε υποπίνακας 3x3 να περιέχουν όλα τα ψηφία από το 1 μέχρι το 9
σουνών	noun	γενική πληθυντικού του σούνα
σουξέ	noun	επιτυχία, αναγνώριση, πέραση
σουξεδάκι	noun	υποκοριστικό του σουξέ
σουξεδάκια	=	σουξεδάκι
σουξεδιάρα	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρας	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρες	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρη	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρηδες	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρηδων	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρης	adj	που έχει σχέση με το σουξέ, αναφέρεται σ’ αυτό ή δημιουργεί σουξέ
σουξεδιάρικα	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρικο	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρικου	=	σουξεδιάρης
σουξεδιάρικων	=	σουξεδιάρης
σουούδισα	=	σουσουδίζω
σουπάρω	verb	τρώω σούπα σε δείπνο, συνήθως σε μια χοροεσπερίδα
σουπέ	noun	το δείπνο μετά τα μεσάνυχτα ύστερα από μια κοσμική εκδήλωση
σουπίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουπίνο
σουπίνο	noun	ρηματικό ουσιαστικό αρσενικού γένους της λατινικής γλώσσας
σουπίνου	noun	γενική ενικού του σουπίνο
σουπίνων	noun	γενική πληθυντικού του σουπίνο
σουπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουπαρισμένο
σουπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σουπαρισμένος
σουπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουπαρισμένη
σουπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουπαρισμένος
σουπαρισμένης	verb	γενική ενικού του σουπαρισμένη
σουπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουπαρισμένος
σουπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουπαρισμένος
σουπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουπαρισμένος
σουπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουπαρισμένος
σουπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουπαρισμένος
σουπεράκι	noun	κείμενο (ή / και γραφικά ή / και βίντεο) που προβάλλονται (συνήθως) στο κάτω μέρος της οθόνης κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής για ενημέρωση, διαφήμιση, διευκρίνηση κ.λπ.
σουπεράκια	=	σουπεράκι
σουπερμάρκετ	noun	μεγάλο κατάστημα λιανικής πώλησης τροφίμων και ειδών για το σπίτι
σουπερνόβα	noun	αστέρας ο οποίος φτάνει στο τέλος της ζωής του και εκρήγνυται, εκτοξεύοντας μακριά το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του, ενώ η λάμψη του αυξάνεται έντονα προτού αδυνατίσει εντελώς
σουπερνόβας	noun	αρσενικό γένος για την σουπερνόβα
σουπερνόβες	=	σουπερνόβα
σουπιά	noun	θαλάσσιο εδώδιμο μαλάκιο που ανήκει στα κεφαλόποδα (στην τάξη των δεκάποδων) και εκτοξεύει μελάνι όταν βρίσκεται σε κίνδυνο
σουπιάζαμε	=	σουπιάζω
σουπιάζαν	=	σουπιάζω
σουπιάζανε	=	σουπιάζω
σουπιάζατε	=	σουπιάζω
σουπιάζει	=	σουπιάζω
σουπιάζεις	=	σουπιάζω
σουπιάζετε	=	σουπιάζω
σουπιάζοντας	=	σουπιάζω
σουπιάζουμε	=	σουπιάζω
σουπιάζουν	=	σουπιάζω
σουπιάζουνε	=	σουπιάζω
σουπιάζω	verb	γίνομαι νερουλός όπως η σούπα, νερουλιάζω
σουπιάς	noun	γενική ενικού του σουπιά
σουπιάσαμε	=	σουπιάζω
σουπιάσαν	=	σουπιάζω
σουπιάσανε	=	σουπιάζω
σουπιάσατε	=	σουπιάζω
σουπιάσει	=	σουπιάζω
σουπιάστε	=	σουπιάζω
σουπιέρα	noun	μεγάλο και βαθύ σκεύος για το σερβίρισμα της σούπας
σουπιέρας	noun	γενική ενικού του σουπιέρα
σουπιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουπιέρα
σουπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουπιά
σουπιερών	=	σουπιέρα
σουπιοκοκάλου	=	σουπιοκόκαλο
σουπιοκοκάλων	=	σουπιοκόκαλο
σουπιοκόκαλα	=	σουπιοκόκαλο
σουπιοκόκαλο	noun	το εσωτερικό κέλυφος της σουπιάς, με κύριο συστατικό τον αραγωνίτη
σουπιοκόκαλου	=	σουπιοκόκαλο
σουπιοκόκαλων	=	σουπιοκόκαλο
σουπιών	=	σουπιά
σουπλά	noun	αντικείμενο μεγαλύτερο από σουβέρ που χρησιμοποιείται για να τοποθετείται κάτω από το πιάτο ώστε αυτό να μη λερωθεί ή αλλοιωθεί το τραπέζι
σουπών	=	σούπα
σουπῖνον	noun	το σουπίνο
σουράτα	noun	ονομασία για κάθε κεφάλαιο του Κορανιού.
σουράτας	noun	γενική ενικού του σουράτα
σουράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουράτα
σουρίζω	verb	σφυρίζω
σουρίσματα	=	σούρισμα
σουρίσματος	=	σούρισμα
σουρατών	noun	γενική πληθυντικού του σουράτα
σουραυλίζαμε	=	σουραυλίζω
σουραυλίζαν	=	σουραυλίζω
σουραυλίζανε	=	σουραυλίζω
σουραυλίζατε	=	σουραυλίζω
σουραυλίζει	=	σουραυλίζω
σουραυλίζεις	=	σουραυλίζω
σουραυλίζετε	=	σουραυλίζω
σουραυλίζοντας	=	σουραυλίζω
σουραυλίζουμε	=	σουραυλίζω
σουραυλίζουν	=	σουραυλίζω
σουραυλίζουνε	=	σουραυλίζω
σουραυλίζω	verb	φλογερίζω
σουραυλίσαμε	=	σουραυλίζω
σουραυλίσαν	=	σουραυλίζω
σουραυλίσανε	=	σουραυλίζω
σουραυλίσατε	=	σουραυλίζω
σουραυλίσει	=	σουραυλίζω
σουραυλίστε	=	σουραυλίζω
σουραυλιού	=	σουραύλι
σουραυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουραυλισμένο
σουραυλισμένε	verb	κλητική ενικού του σουραυλισμένος
σουραυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουραυλισμένη
σουραυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουραυλισμένος
σουραυλισμένης	verb	γενική ενικού του σουραυλισμένη
σουραυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουραυλισμένος
σουραυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουραυλισμένος
σουραυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουραυλισμένος
σουραυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουραυλισμένος
σουραυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουραυλισμένος
σουραυλιών	=	σουραύλι
σουραύλι	noun	παραδοσιακό πνευστό όργανο, είδος λεπτής φλογέρας, αλλά με κομμένο στόμιο, μικρός ποιμενικός αυλός
σουραύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουραύλι
σουραύλιζα	=	σουραυλίζω
σουραύλιζαν	=	σουραυλίζω
σουραύλιζε	=	σουραυλίζω
σουραύλιζες	=	σουραυλίζω
σουραύλισα	=	σουραυλίζω
σουραύλισαν	=	σουραυλίζω
σουραύλισε	=	σουραυλίζω
σουραύλισες	=	σουραυλίζω
σουρβιά	noun	μικρό φυλλοβόλο δέντρο του γένους Sorbus, με σύνθετα φύλλα, μικρά άσπρα άνθη και μικρούς σφαιρικούς καρπούς, συνήθως κίτρινους ή κόκκινους
σουρβιάς	noun	γενική ενικού του σουρβιά
σουρβιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρβιά
σουρβιών	=	σουρβιά
σουργουνιού	=	σουργούνι
σουργουνιών	=	σουργούνι
σουργούνι	noun|dated	εκτόπιση, εξορία
σουργούνια	=	σουργούνι
σουρεαλίστρια	noun	σουρεαλιστής
σουρεαλίστριας	noun	γενική ενικού του σουρεαλίστρια
σουρεαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρεαλίστρια
σουρεαλισμέ	noun	κλητική ενικού του σουρεαλισμός
σουρεαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρεαλισμός
σουρεαλισμού	noun	γενική ενικού του σουρεαλισμός
σουρεαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουρεαλισμός
σουρεαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του σουρεαλισμός
σουρεαλισμός	noun	άλλη μορφή του υπερρεαλισμός
σουρεαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του σουρεαλισμός
σουρεαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρεαλιστής
σουρεαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σουρεαλιστής
σουρεαλιστής	noun	ο υπερρεαλισμός
σουρεαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρεαλιστικό	adv	κατά τρόπο σουρεαλιστικό
σουρεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρεαλιστική
σουρεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστικής	adj	γενική ενικού του σουρεαλιστική
σουρεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστικού	adj	γενική ενικού του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστικός	adj	υπερρεαλιστικός
σουρεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σουρεαλιστικός
σουρεαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του σουρεαλίστρια
σουρεαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του σουρεαλιστής
σουρεύγω	verb	κουτσομπολεύω, συκοφαντώ
σουρθήκαμε	=	σούρνω
σουρθήκαν	=	σούρνω
σουρθήκανε	=	σούρνω
σουρθήκατε	=	σούρνω
σουρθεί	=	σούρνω
σουρθείς	=	σούρνω
σουρθείτε	=	σούρνω
σουρθούμε	=	σούρνω
σουρθούν	=	σούρνω
σουρθούνε	=	σούρνω
σουρθώ	=	σούρνω
σουρικάτα	noun	μικρό θηλαστικό στην οικογένεια της μαγκούστας.
σουρικάτας	=	σουρικάτα
σουρικάτες	=	σουρικάτα
σουρικάτων	=	σουρικάτα
σουρικατών	=	σουρικάτα
σουριναμέζα	noun	θηλυκό του Σουριναμέζος
σουριναμέζας	=	σουριναμέζα
σουριναμέζε	=	σουριναμέζος
σουριναμέζες	=	σουριναμέζα
σουριναμέζο	=	σουριναμέζος
σουριναμέζοι	=	σουριναμέζος
σουριναμέζος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Σουρινάμ
σουριναμέζου	=	σουριναμέζος
σουριναμέζους	=	σουριναμέζος
σουριναμέζων	=	σουριναμέζος
σουρισμάτων	=	σούρισμα
σουρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρισμένο
σουρισμένε	verb	κλητική ενικού του σουρισμένος
σουρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρισμένη
σουρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρισμένος
σουρισμένης	verb	γενική ενικού του σουρισμένη
σουρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρισμένος
σουρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρισμένος
σουρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρισμένος
σουρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρισμένος
σουρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρισμένος
σουρλουλού	noun	χαρακτηρίζεται έτσι μια επιπόλαιη και άμυαλη γυναίκα, που της αρέσει να τριγυρίζει
σουρλουλούδες	=	σουρλουλού
σουρλουλούδων	=	σουρλουλού
σουρλουλούς	=	σουρλουλού
σουρλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρλωτό
σουρλωτέ	adj	κλητική ενικού του σουρλωτός
σουρλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρλωτή
σουρλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρλωτός
σουρλωτής	adj	γενική ενικού του σουρλωτή
σουρλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρλωτός
σουρλωτού	adj	γενική ενικού του σουρλωτός
σουρλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουρλωτός
σουρλωτό	adj	αιτιατική ενικού του σουρλωτός
σουρλωτός	adj	που έχει τη μορφή σούρλου, ρύγχους, μουσούδας
σουρλωτών	adj	γενική πληθυντικού του σουρλωτός
σουρμέ	=	σουρμές
σουρμέδες	=	σουρμές
σουρμέδων	=	σουρμές
σουρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρμένο
σουρμένε	verb	κλητική ενικού του σουρμένος
σουρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρμένη
σουρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρμένος
σουρμένης	verb	γενική ενικού του σουρμένη
σουρμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρμένος
σουρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρμένος
σουρμένος	=	σούρνω
σουρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρμένος
σουρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρμένος
σουρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρμένος
σουρμές	noun|dated	μαύρη βαφή που χρησιμοποιείται για το βάψιμο των βλεφάρων και των βλεφαρίδων
σουρμή	noun|rare	άλλη μορφή του συρμή
σουρμελή	=	σουρμελής
σουρμελήδες	=	σουρμελής
σουρμελήδων	=	σουρμελής
σουρμελής	noun	που έχει χρησιμοποιήσει σουρμέ για να βάψει τα μάτια του	adj	χαρακτηρισμός ατόμου με μάτια βαμμένα με σουρμέ
σουρμελίδισσα	=	σουρμελής
σουρμελίδισσας	noun	γενική ενικού του σουρμελίδισσα
σουρμελίδισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρμελίδισσα
σουρμελιδισσών	noun	γενική πληθυντικού του σουρμελίδισσα
σουρμενίτικα	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικε	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικες	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικη	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικης	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικο	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικοι	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικος	adj	ο σχετικός με τα Σούρμενα ή τους κατοίκους τους
σουρμενίτικου	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικους	=	σουρμενίτικος
σουρμενίτικων	=	σουρμενίτικος
σουρνάμενος	=	σούρνω
σουρντίνα	noun	μουσικό εξάρτημα που προσαρτάται πάνω σε μουσικό όργανο για να μειωθεί η ένταση του ήχου και να μεταβληθεί το ηχόχρωμα του μουσικού οργάνου
σουρντίνας	noun	γενική ενικού του σουρντίνα
σουρντίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρντίνα
σουρντινών	noun	γενική πληθυντικού του σουρντίνα
σουρνόμασταν	=	σούρνω
σουρνόμαστε	=	σούρνω
σουρνόμουν	=	σούρνω
σουρνόμουνα	=	σούρνω
σουρνόντουσαν	=	σούρνω
σουρνόσασταν	=	σούρνω
σουρνόσαστε	=	σούρνω
σουρνόσουν	=	σούρνω
σουρνόσουνα	=	σούρνω
σουρνόταν	=	σούρνω
σουρνότανε	=	σούρνω
σουρομάδα	=	σουρομαδάω
σουρομάδαγε	=	σουρομαδάω
σουρομάδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομάδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομάδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομάδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομάλλιαζα	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιαζαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιαζε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιαζες	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιασα	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιασαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιασε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομάλλιασες	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαδά	=	σουρομαδάω
σουρομαδάει	=	σουρομαδάω
σουρομαδάμε	=	σουρομαδάω
σουρομαδάν	=	σουρομαδάω
σουρομαδάνε	=	σουρομαδάω
σουρομαδάς	=	σουρομαδάω
σουρομαδάτε	=	σουρομαδάω
σουρομαδάω	verb	τραβάω τα μαλλιά ενός άλλου ατόμου
σουρομαδήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσαν	=	σουρομαδάω
σουρομαδήσανε	=	σουρομαδάω
σουρομαδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσου	=	σουρομαδάω
σουρομαδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδώ
σουρομαδηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθήκαν	=	σουρομαδάω
σουρομαδηθήκανε	=	σουρομαδάω
σουρομαδηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
σουρομαδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρομαδημένο
σουρομαδημένε	verb	κλητική ενικού του σουρομαδημένος
σουρομαδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρομαδημένη
σουρομαδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρομαδημένος
σουρομαδημένης	verb	γενική ενικού του σουρομαδημένη
σουρομαδημένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρομαδημένος
σουρομαδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρομαδημένος
σουρομαδημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σουρομαδάω / (σουρομαδώ)
σουρομαδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρομαδημένος
σουρομαδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρομαδημένος
σουρομαδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρομαδημένος
σουρομαδιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σουρομαδάω
σουρομαδιέσαι	=	σουρομαδάω
σουρομαδιέστε	=	σουρομαδάω
σουρομαδιέται	=	σουρομαδάω
σουρομαδιούνται	=	σουρομαδάω
σουρομαδιούνταν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόμασταν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόμαστε	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόμουν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόμουνα	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόνταν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόντανε	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόντουσαν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόσασταν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόσαστε	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόσουν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόσουνα	=	σουρομαδάω
σουρομαδιόταν	=	σουρομαδάω
σουρομαδιότανε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούμε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούν	=	σουρομαδάω
σουρομαδούνε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσα	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσαμε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσαν	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσανε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσατε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσε	=	σουρομαδάω
σουρομαδούσες	=	σουρομαδάω
σουρομαδώ	=	σουρομαδάω
σουρομαδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σουρομαδάω
σουρομαλλιάζαμε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζανε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζατε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζει	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζεις	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζεσαι	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζεστε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζεται	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζετε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζομαι	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζονται	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζονταν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζοντας	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζου	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζουμε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζουν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζουνε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάζω	verb	τραβώ τα μαλλιά ενός ατόμου, σουρομαδάω
σουρομαλλιάσαμε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάσαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάσανε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάσατε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάσει	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάσου	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάστε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάστηκα	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάστηκαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάστηκε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιάστηκες	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόμασταν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόμαστε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόμουν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόμουνα	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόντουσαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόσασταν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόσαστε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόσουν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόσουνα	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζόταν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαζότανε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρομαλλιασμένο
σουρομαλλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρομαλλιασμένη
σουρομαλλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιασμένης	verb	γενική ενικού του σουρομαλλιασμένη
σουρομαλλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιασμένος	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρομαλλιασμένος
σουρομαλλιαστήκαμε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαστήκαν	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαστήκανε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαστήκατε	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαστεί	=	σουρομαλλιάζω
σουρομαλλιαστείτε	=	σουρομαλλιάζω
σουρουκλεμέ	=	σουρουκλεμές
σουρουκλεμέδες	=	σουρουκλεμές
σουρουκλεμέδων	=	σουρουκλεμές
σουρουκλεμές	noun	αυτός που τριγυρνά εδώ και εκεί χωρίς να προοδεύσει σε κάτι, να βελτιώσει τη ζωή του
σουρουπχιάζει	=	σουρουπώνει
σουρουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουρούπωμα
σουρουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρουπωμένο
σουρουπωμένε	verb	κλητική ενικού του σουρουπωμένος
σουρουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρουπωμένη
σουρουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρουπωμένος
σουρουπωμένης	verb	γενική ενικού του σουρουπωμένη
σουρουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρουπωμένος
σουρουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρουπωμένος
σουρουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρουπωμένος
σουρουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρουπωμένος
σουρουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρουπωμένος
σουρουπόνει	=	σουρουπώνει
σουρουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρούπωμα
σουρουπώματος	noun	γενική ενικού του σουρούπωμα
σουρουπώναμε	=	σουρουπώνω
σουρουπώναν	=	σουρουπώνω
σουρουπώνανε	=	σουρουπώνω
σουρουπώνατε	=	σουρουπώνω
σουρουπώνει	verb	αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι, να νυχτώνει
σουρουπώνεις	=	σουρουπώνω
σουρουπώνετε	=	σουρουπώνω
σουρουπώνοντας	=	σουρουπώνω
σουρουπώνουμε	=	σουρουπώνω
σουρουπώνουν	=	σουρουπώνω
σουρουπώνουνε	=	σουρουπώνω
σουρουπώνω	verb	σκοτεινιάζω, όταν αρχίζει να πέφτει ο ήλιος
σουρουπώσαμε	=	σουρουπώνω
σουρουπώσαν	=	σουρουπώνω
σουρουπώσανε	=	σουρουπώνω
σουρουπώσατε	=	σουρουπώνω
σουρουπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουρουπώνει
σουρουπώστε	=	σουρουπώνω
σουρούπιανι	=	σουρουπώνει
σουρούπωμα	noun|literary	το νύχτωμα, το σούρουπο, το λυκόφως
σουρούπωνα	=	σουρουπώνω
σουρούπωναν	=	σουρουπώνω
σουρούπωνε	=	σουρουπώνει
σουρούπωνες	=	σουρουπώνω
σουρούπωσα	=	σουρουπώνω
σουρούπωσαν	=	σουρουπώνω
σουρούπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρουπώνει
σουρούπωσες	=	σουρουπώνω
σουρπώνει	=	σουρουπώνει
σουρρεαλισμός	=	σουρεαλισμός
σουρσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούρσιμο
σουρσίματος	noun	γενική ενικού του σούρσιμο
σουρσιμάτων	=	σούρσιμο
σουρτές	=	σουρτή
σουρτή	noun|dated	άλλη μορφή του συρτή
σουρτής	=	σουρτή
σουρτουκέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρτούκεμα
σουρτουκέματος	noun	γενική ενικού του σουρτούκεμα
σουρτουκέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψαν	=	σουρτουκεύω
σουρτουκέψανε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτουκεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουρτούκεμα
σουρτουκευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρτουκευμένο
σουρτουκευμένε	verb	κλητική ενικού του σουρτουκευμένος
σουρτουκευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρτουκευμένη
σουρτουκευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρτουκευμένος
σουρτουκευμένης	verb	γενική ενικού του σουρτουκευμένη
σουρτουκευμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρτουκευμένος
σουρτουκευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρτουκευμένος
σουρτουκευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρτουκευμένος
σουρτουκευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρτουκευμένος
σουρτουκευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρτουκευμένος
σουρτουκεύαμε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύαν	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύανε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύατε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύει	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύεις	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύετε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύοντας	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύουμε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύουν	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύουνε	=	σουρτουκεύω
σουρτουκεύω	verb	τριγυρίζω άσκοπα
σουρτούκα	=	σουρτούκο
σουρτούκας	noun	γενική ενικού του σουρτούκα
σουρτούκεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σουρτουκεύω
σουρτούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρτούκα
σουρτούκευα	=	σουρτουκεύω
σουρτούκευαν	=	σουρτουκεύω
σουρτούκευε	=	σουρτουκεύω
σουρτούκευες	=	σουρτουκεύω
σουρτούκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτούκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτούκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτούκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρτουκεύω
σουρτούκη	=	σουρτούκης
σουρτούκηδες	=	σουρτούκης
σουρτούκηδων	=	σουρτούκης
σουρτούκης	noun|vulgar	αυτός που (συνηθίζει να) σουρτουκεύει αποφεύγοντας τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις
σουρτούκο	noun	είδος αντρικού πανωφοριού
σουρτούκου	noun	γενική ενικού του σουρτούκο
σουρτούκω	noun	άλλη μορφή του σουρτούκα, θηλυκό του σουρτούκης
σουρτούκων	noun	γενική πληθυντικού του σουρτούκο
σουρτούκως	=	σουρτούκω
σουρτών	=	σούρτης
σουρωμάτων	=	σούρωμα
σουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρωμένο
σουρωμένε	verb	κλητική ενικού του σουρωμένος
σουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρωμένη
σουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρωμένος
σουρωμένης	verb	γενική ενικού του σουρωμένη
σουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουρωμένος
σουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρωμένος
σουρωμένος	verb	μεθυσμένος
σουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουρωμένος
σουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουρωμένος
σουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουρωμένος
σουρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σουρωτός	adv	με σουρωτό τρόπο
σουρωτέ	adj	κλητική ενικού του σουρωτός
σουρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουρωτή
σουρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουρωτός
σουρωτήρι	noun	τρυπητό μαγειρικό σκεύος με δικτυωτή βάση, που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα φαγητού ή άλλου παρασκευάσματος ή την κατακράτηση των φύλλων αφεψήματος
σουρωτήρια	=	σουρωτήρι
σουρωτής	adj	γενική ενικού του σουρωτή
σουρωτηριού	=	σουρωτήρι
σουρωτηριών	=	σουρωτήρι
σουρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουρωτός
σουρωτού	adj	γενική ενικού του σουρωτός
σουρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουρωτός
σουρωτό	adj	αιτιατική ενικού του σουρωτός
σουρωτός	adj	που έχει σουρωθεί
σουρωτών	adj	γενική πληθυντικού του σουρωτός
σουρώθηκα	=	σουρώνω
σουρώματα	=	σούρωμα
σουρώματος	=	σούρωμα
σουρών	noun	γενική πληθυντικού του σούρα
σουρώναμε	=	σουρώνω
σουρώναν	=	σουρώνω
σουρώνανε	=	σουρώνω
σουρώνατε	=	σουρώνω
σουρώνει	=	σουρώνω
σουρώνεις	=	σουρώνω
σουρώνετε	=	σουρώνω
σουρώνομαι	=	σουρώνω
σουρώνοντας	=	σουρώνω
σουρώνουμε	=	σουρώνω
σουρώνουν	=	σουρώνω
σουρώνουνε	=	σουρώνω
σουρώνω	verb	περνάω ένα υγρό μέσα από ένα σουρωτήρι
σουρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσαν	=	σουρώνω
σουρώσανε	=	σουρώνω
σουρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σουσάμι	noun	ο μικρός σπόρος της σουσαμιάς, βασικό συστατικό του ταχινιού και του παστελιού
σουσάμια	=	σουσάμι
σουσάφωνα	=	σουσάφωνο
σουσάφωνο	noun	πνευστό μουσικό όργανο, είδος τούμπας
σουσάφωνου	=	σουσάφωνο
σουσάφωνων	=	σουσάφωνο
σουσέλ	noun|informal	πεολειχία
σουσαμάτή	=	σουσαμάτος
σουσαμάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσαμάτο
σουσαμάτε	adj	κλητική ενικού του σουσαμάτος
σουσαμάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσαμάτη
σουσαμάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουσαμάτος
σουσαμάτης	adj	γενική ενικού του σουσαμάτη
σουσαμάτο	noun	γλύκισμα από μέλι και σουσάμι
σουσαμάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουσαμάτος
σουσαμάτος	adj	που έχει φτιαχτεί με σουσάμι ή έχει πασπαλιστείμε σουσάμι
σουσαμάτου	noun	γενική ενικού του σουσαμάτο
σουσαμάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουσαμάτος
σουσαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουσαμάτο
σουσαμένια	=	σουσαμένιος
σουσαμένιας	=	σουσαμένιος
σουσαμένιε	=	σουσαμένιος
σουσαμένιες	=	σουσαμένιος
σουσαμένιο	=	σουσαμένιος
σουσαμένιοι	=	σουσαμένιος
σουσαμένιος	adj	που περιέχει σουσάμι ή είναι πασπαλισμένος με σουάσμι
σουσαμένιου	=	σουσαμένιος
σουσαμένιους	=	σουσαμένιος
σουσαμένιων	=	σουσαμένιος
σουσαμιά	noun	μικρό μονοετές φυτό (λατινικό όνομα Sesamum indicum) με λευκά άνθη, που καλλιεργείται για τους σπόρους του
σουσαμιάς	noun	γενική ενικού του σουσαμιά
σουσαμιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσαμιά
σουσαμιού	=	σουσάμι
σουσαμιών	=	σουσάμι
σουσαμλή	=	σουσαμλής
σουσαμλήδες	=	σουσαμλής
σουσαμλήδων	=	σουσαμλής
σουσαμλής	noun	που έχει σουσάμι
σουσαμοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του σουσαμόπιτα
σουσαμοπολτέ	=	σουσαμοπολτός
σουσαμοπολτοί	=	σουσαμοπολτός
σουσαμοπολτού	=	σουσαμοπολτός
σουσαμοπολτούς	=	σουσαμοπολτός
σουσαμοπολτό	=	σουσαμοπολτός
σουσαμοπολτός	noun	άλλη μορφή του σησαμόπολτος
σουσαμοπολτών	=	σουσαμοπολτός
σουσαμωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σουσαμωτό) του σουσαμωτός
σουσαμωτέ	adj	κλητική ενικού του σουσαμωτός
σουσαμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσαμωτή
σουσαμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουσαμωτός
σουσαμωτής	adj	γενική ενικού του σουσαμωτή
σουσαμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουσαμωτός
σουσαμωτού	adj	γενική ενικού του σουσαμωτός
σουσαμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουσαμωτός
σουσαμωτό	adj	αιτιατική ενικού του σουσαμωτός
σουσαμωτός	adj	που είναι πασπαλισμένος με σουσάμι
σουσαμωτών	adj	γενική πληθυντικού του σουσαμωτός
σουσαμόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσαμόλαδο
σουσαμόλαδο	noun|vulgar	άλλη γραφή του σησαμέλαιο
σουσαμόλαδου	noun	γενική ενικού του σουσαμόλαδο
σουσαμόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του σουσαμόλαδο
σουσαμόπιτα	noun	πίτα από / με σουσάμι
σουσαμόπιτας	noun	γενική ενικού του σουσαμόπιτα
σουσαμόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσαμόπιτα
σουσαφώνου	=	σουσάφωνο
σουσαφώνων	=	σουσάφωνο
σουσιωδών	=	ουσιώδης
σουσουδίζαμε	=	σουσουδίζω
σουσουδίζαν	=	σουσουδίζω
σουσουδίζανε	=	σουσουδίζω
σουσουδίζατε	=	σουσουδίζω
σουσουδίζει	=	σουσουδίζω
σουσουδίζεις	=	σουσουδίζω
σουσουδίζετε	=	σουσουδίζω
σουσουδίζοντας	=	σουσουδίζω
σουσουδίζουμε	=	σουσουδίζω
σουσουδίζουν	=	σουσουδίζω
σουσουδίζουνε	=	σουσουδίζω
σουσουδίζω	verb	φέρομαι σαν σουσού ή ως σουσού
σουσουδίσαμε	=	σουσουδίζω
σουσουδίσαν	=	σουσουδίζω
σουσουδίσανε	=	σουσουδίζω
σουσουδίσατε	=	σουσουδίζω
σουσουδίσει	=	σουσουδίζω
σουσουδίστε	=	σουσουδίζω
σουσουδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσουδίστικο
σουσουδίστικε	adj	κλητική ενικού του σουσουδίστικος
σουσουδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσουδίστικη
σουσουδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουσουδίστικος
σουσουδίστικης	adj	γενική ενικού του σουσουδίστικη
σουσουδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του σουσουδίστικος
σουσουδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουσουδίστικος
σουσουδίστικος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά της σουσούς ή αναφέρεται σ' αυτήν
σουσουδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουσουδίστικος
σουσουδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουσουδίστικος
σουσουδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουσουδίστικος
σουσουδισμέ	noun	κλητική ενικού του σουσουδισμός
σουσουδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουσουδισμός
σουσουδισμού	noun	γενική ενικού του σουσουδισμός
σουσουδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουσουδισμός
σουσουδισμό	noun	αιτιατική ενικού του σουσουδισμός
σουσουδισμός	noun	η συμπεριφορά της σουσούς
σουσουδισμών	noun	γενική πληθυντικού του σουσουδισμός
σουσουμιάζαμε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζαν	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζανε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζατε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζει	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζεις	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζετε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζοντας	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζουμε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζουν	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζουνε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάζω	verb	μοιάζω σε κάποιον, περιγράφω τα χαρακτηριστικά του
σουσουμιάσαμε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάσαν	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάσανε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάσατε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάσει	=	σουσουμιάζω
σουσουμιάστε	=	σουσουμιάζω
σουσουμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσουμιασμένο
σουσουμιασμένε	verb	κλητική ενικού του σουσουμιασμένος
σουσουμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουσουμιασμένη
σουσουμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουσουμιασμένος
σουσουμιασμένης	verb	γενική ενικού του σουσουμιασμένη
σουσουμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουσουμιασμένος
σουσουμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουσουμιασμένος
σουσουμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουσουμιασμένος
σουσουμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουσουμιασμένος
σουσουμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουσουμιασμένος
σουσουμιού	=	σουσούμι
σουσουμιών	=	σουσούμι
σουσουράδα	noun	η λαϊκή ονομασία του πουλιού σεισοπυγίς (Motacilla alba), που όλο κουνά την ουρά του
σουσουράδας	=	σουσουράδα
σουσουράδες	=	σουσουράδα
σουσουράδων	=	σουσουράδα
σουσουρίζω	verb|literary	θροΐζω
σουσού	noun	που διακατέχεται από αλαζονεία, μεγαλομανία, κομπορρημοσύνη και επίδειξη δήθεν αριστοκρατικών τρόπων
σουσούδες	=	σουσού
σουσούδιζα	=	σουσουδίζω
σουσούδιζαν	=	σουσουδίζω
σουσούδιζε	=	σουσουδίζω
σουσούδιζες	=	σουσουδίζω
σουσούδισα	=	σουσουδίζω
σουσούδισαν	=	σουσουδίζω
σουσούδισε	=	σουσουδίζω
σουσούδισες	=	σουσουδίζω
σουσούδων	=	σουσού
σουσούμι	noun	το προσωπικό χαρακτηριστικό γνώρισμα
σουσούμια	=	σουσούμι
σουσούμιαζα	=	σουσουμιάζω
σουσούμιαζαν	=	σουσουμιάζω
σουσούμιαζε	=	σουσουμιάζω
σουσούμιαζες	=	σουσουμιάζω
σουσούμιασα	=	σουσουμιάζω
σουσούμιασαν	=	σουσουμιάζω
σουσούμιασε	=	σουσουμιάζω
σουσούμιασες	=	σουσουμιάζω
σουσούρισμα	noun|rare	θρόισμα, σούσουρο
σουσούς	=	σουσού
σουσπασιόν	noun	προφορά του σισπανσιόν
σουστών	=	σούστα
σουτ	noun	η βολή	intj	σιωπή !
σουτάραμε	=	σουτάρω
σουτάραν	=	σουτάρω
σουτάρανε	=	σουτάρω
σουτάρατε	=	σουτάρω
σουτάρει	=	σουτάρω
σουτάρεις	=	σουτάρω
σουτάρεσαι	=	σουτάρω
σουτάρεστε	=	σουτάρω
σουτάρεται	=	σουτάρω
σουτάρετε	=	σουτάρω
σουτάριζα	=	σουτάρω
σουτάριζαν	=	σουτάρω
σουτάριζε	=	σουτάρω
σουτάριζες	=	σουτάρω
σουτάρισα	=	σουτάρω
σουτάρισαν	=	σουτάρω
σουτάρισε	=	σουτάρω
σουτάρισες	=	σουτάρω
σουτάρισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σουτάρω
σουτάρομαι	=	σουτάρω
σουτάρονται	=	σουτάρω
σουτάρονταν	=	σουτάρω
σουτάροντας	=	σουτάρω
σουτάρουμε	=	σουτάρω
σουτάρουν	=	σουτάρω
σουτάρουνε	=	σουτάρω
σουτάρω	verb	κάνω σουτ, εκτελώ βολή
σουτέρ	noun	ο παίκτης του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ που έχει μεγάλη ευστοχία στις βολές του
σουταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουτάρισμα
σουταρίσματος	noun	γενική ενικού του σουτάρισμα
σουταρίσου	=	σουτάρω
σουταρίστηκα	=	σουτάρω
σουταρίστηκαν	=	σουτάρω
σουταρίστηκε	=	σουτάρω
σουταρίστηκες	=	σουτάρω
σουταριζόμασταν	=	σουτάρω
σουταριζόμαστε	=	σουτάρω
σουταριζόμουν	=	σουτάρω
σουταριζόμουνα	=	σουτάρω
σουταριζόντουσαν	=	σουτάρω
σουταριζόσασταν	=	σουτάρω
σουταριζόσαστε	=	σουτάρω
σουταριζόσουν	=	σουτάρω
σουταριζόσουνα	=	σουτάρω
σουταριζόταν	=	σουτάρω
σουταριζότανε	=	σουτάρω
σουταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σουτάρισμα
σουταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουταρισμένο
σουταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σουταρισμένος
σουταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουταρισμένη
σουταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουταρισμένος
σουταρισμένης	verb	γενική ενικού του σουταρισμένη
σουταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουταρισμένος
σουταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουταρισμένος
σουταρισμένος	=	σουτάρω
σουταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουταρισμένος
σουταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουταρισμένος
σουταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουταρισμένος
σουταριστήκαμε	=	σουτάρω
σουταριστήκαν	=	σουτάρω
σουταριστήκανε	=	σουτάρω
σουταριστήκατε	=	σουτάρω
σουταριστεί	=	σουτάρω
σουταριστείς	=	σουτάρω
σουταριστείτε	=	σουτάρω
σουταριστούμε	=	σουτάρω
σουταριστούν	=	σουτάρω
σουταριστούνε	=	σουτάρω
σουταριστώ	=	σουτάρω
σουτζουκάκι	noun	στον πληθυντικό
σουτζουκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουτζουκάκι
σουτζουκιού	=	σουτζούκι
σουτζουκιών	=	σουτζούκι
σουτζούκι	noun	ξηρό, πικάντικο λουκάνικο
σουτζούκια	=	σουτζούκι
σουτζούκος	noun	σουτζούκι (γλυκό)
σουτιέν	noun	γυναικείο εσώρουχο για την στήριξη των μαστών, ο στηθόδεσμος
σουτσέα	noun	η συκιά
σουτσία	=	σουκία
σουφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουφικό
σουφικέ	adj	κλητική ενικού του σουφικός
σουφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουφική
σουφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουφικός
σουφικής	adj	γενική ενικού του σουφική
σουφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουφικός
σουφικού	adj	γενική ενικού του σουφικός
σουφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σουφικός
σουφικό	adj	αιτιατική ενικού του σουφικός
σουφικός	adj	που έχει σχέση με τους Σούφι ή αναφέρεται σ’ αυτούς
σουφικών	adj	γενική πληθυντικού του σουφικός
σουφισμέ	noun	κλητική ενικού του σουφισμός
σουφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουφισμός
σουφισμού	noun	γενική ενικού του σουφισμός
σουφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σουφισμός
σουφισμό	noun	αιτιατική ενικού του σουφισμός
σουφισμός	noun	ισλαμική κίνηση με μυστικιστικό και ασκητικό προσανατολισμό
σουφισμών	noun	γενική πληθυντικού του σουφισμός
σουφλέ	noun	είδος φαγητού που περιέχει διάφορα τυριά και, καθώς ψήνεται στο φούρνο, φουσκώνει
σουφραζέτα	noun	στην Αγγλία, γυναίκα που μαχόταν για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών
σουφραζέτας	noun	γενική ενικού του σουφραζέτα
σουφραζέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουφραζέτα
σουφρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σούφρωμα
σουφρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουφρωμένο
σουφρωμένε	verb	κλητική ενικού του σουφρωμένος
σουφρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σουφρωμένη
σουφρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σουφρωμένος
σουφρωμένης	verb	γενική ενικού του σουφρωμένη
σουφρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σουφρωμένος
σουφρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σουφρωμένος
σουφρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σουφρωμένος
σουφρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σουφρωμένος
σουφρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σουφρωμένος
σουφρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούφρωμα
σουφρώματος	noun	γενική ενικού του σούφρωμα
σουφρώναμε	=	σουφρώνω
σουφρώναν	=	σουφρώνω
σουφρώνανε	=	σουφρώνω
σουφρώνατε	=	σουφρώνω
σουφρώνει	=	σουφρώνω
σουφρώνεις	=	σουφρώνω
σουφρώνετε	=	σουφρώνω
σουφρώνοντας	=	σουφρώνω
σουφρώνουμε	=	σουφρώνω
σουφρώνουν	=	σουφρώνω
σουφρώνουνε	=	σουφρώνω
σουφρώνω	verb	συγκεντρώνω/συσφίγγω κάτι (βιολογικό όργανο/μέλος, δέρμα/ύφασμα [πχ τσάντας]) με αποτέλεσμα να δημιουργείται επιφανειακή χαλαρότητα και ζάρες/σούρες· (συχνά το σούφρωμα περιορίζει/κλείνει ένα άνοιγμα/μία είσοδο/οπή· χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο/χωρίς να αποτελεί μοναδική εκδοχή χρήσης του όρου)
σουφρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσαν	=	σουφρώνω
σουφρώσανε	=	σουφρώνω
σουφρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουφρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σουχλικό	noun	κατηγορία, συκοφαντία
σοφά	adv	με τρόπο που φανερώνει γνώση και ορθή κρίση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφό
σοφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφάς
σοφάδων	noun	γενική πληθυντικού του σοφάς
σοφάρισμα	noun|vulgar	η ιδιότητα το να οδηγάς αυτοκίνητο
σοφάρω	verb	οδηγώ αυτοκίνητο
σοφάς	noun	είδος καναπέ ή κρεβατιού, ενίοτε κτιστού	adj	αιτιατική του σοφή στην καθαρεύουσα
σοφέ	adj	κλητική ενικού του σοφός
σοφέρ	noun|dated	οδηγός αυτοκινήτου
σοφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφή
σοφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοφός
σοφής	adj	γενική ενικού του σοφή
σοφία	noun	το να είναι κάποιος σοφός, η ιδιότητα του σοφού, η επιτυχώς εφαρμοσμένη γνώση του κόσμου και των πραγμάτων
σοφίαι	=	σοφία
σοφίαις	=	σοφία
σοφίαν	=	σοφία
σοφίας	noun	γενική ενικού του σοφία
σοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφία
σοφίζεσαι	=	σοφίζομαι
σοφίζεστε	=	σοφίζομαι
σοφίζεται	=	σοφίζομαι
σοφίζομαι	verb|formal	βρίσκω ή δημιουργώ με την σκέψη ή την φαντασία μου κάτι, για να εντυπωσιάσω ή να ξεφύγω από δύσκολη θέση
σοφίζονται	=	σοφίζομαι
σοφίζονταν	=	σοφίζομαι
σοφίζου	=	σοφίζομαι
σοφίλιαζα	=	σοφιλιάζω
σοφίλιαζαν	=	σοφιλιάζω
σοφίλιαζε	=	σοφιλιάζω
σοφίλιαζες	=	σοφιλιάζω
σοφίλιασα	=	σοφιλιάζω
σοφίλιασαν	=	σοφιλιάζω
σοφίλιασε	=	σοφιλιάζω
σοφίλιασες	=	σοφιλιάζω
σοφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόφισμα
σοφίσματος	noun	γενική ενικού του σόφισμα
σοφίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφίτα	noun	μικρό δωμάτιο ή βοηθητικός χώρος ακριβώς κάτω από τη στέγη.
σοφίτας	noun	γενική ενικού του σοφίτα
σοφίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφίτα
σοφίᾳ	=	σοφία
σοφαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφάρισμα
σοφαρίσματος	noun	γενική ενικού του σοφάρισμα
σοφαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σοφάρισμα
σοφαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφαρισμένο
σοφαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σοφαρισμένος
σοφαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφαρισμένη
σοφαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοφαρισμένος
σοφαρισμένης	verb	γενική ενικού του σοφαρισμένη
σοφαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοφαρισμένος
σοφαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοφαρισμένος
σοφαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοφαρισμένος
σοφαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοφαρισμένος
σοφαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοφαρισμένος
σοφεράκι	noun	υποκοριστικό του σοφέρ
σοφεράκια	=	σοφεράκι
σοφεράντζα	noun|dated	ο σοφέρ
σοφεράντζας	noun	γενική ενικού του σοφεράντζα
σοφεράντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφεράντζα
σοφερίνα	noun|dated	γυναίκα οδηγός αυτοκινήτου
σοφερίνας	=	σοφερίνα
σοφερίνες	=	σοφερίνα
σοφερίνων	=	σοφερίνα
σοφιζόμασταν	=	σοφίζομαι
σοφιζόμαστε	=	σοφίζομαι
σοφιζόμουν	=	σοφίζομαι
σοφιζόμουνα	=	σοφίζομαι
σοφιζόντουσαν	=	σοφίζομαι
σοφιζόσασταν	=	σοφίζομαι
σοφιζόσαστε	=	σοφίζομαι
σοφιζόσουν	=	σοφίζομαι
σοφιζόσουνα	=	σοφίζομαι
σοφιζόταν	=	σοφίζομαι
σοφιζότανε	=	σοφίζομαι
σοφιλιάζαμε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζαν	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζανε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζατε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζει	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζεις	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζετε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζοντας	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζουμε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζουν	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζουνε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάζω	verb|vulgar	συνδυάζω δύο ανόμοια άτομα ή πράγματα με τέλεια σύνδεση
σοφιλιάσαμε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάσαν	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάσανε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάσατε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάσει	=	σοφιλιάζω
σοφιλιάστε	=	σοφιλιάζω
σοφιλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφιλιασμένο
σοφιλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σοφιλιασμένος
σοφιλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφιλιασμένη
σοφιλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοφιλιασμένος
σοφιλιασμένης	verb	γενική ενικού του σοφιλιασμένη
σοφιλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σοφιλιασμένος
σοφιλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοφιλιασμένος
σοφιλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοφιλιασμένος
σοφιλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σοφιλιασμένος
σοφιλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοφιλιασμένος
σοφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σόφισμα
σοφισμένος	=	σοφίζομαι
σοφιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφιστής
σοφιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σοφιστής
σοφιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστήκαν	=	σοφίζομαι
σοφιστήκανε	=	σοφίζομαι
σοφιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστής	noun	ακόλουθος της σοφιστικής προσωκρατικής φιλοσοφίας
σοφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστεία	noun	η ικανότητα κάποιου να πλάθει σοφίσματα
σοφιστείας	noun	γενική ενικού του σοφιστεία
σοφιστείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφιστεία
σοφιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστειών	noun	γενική πληθυντικού του σοφιστεία
σοφιστεύομαι	verb	υιοθετώ σοφίσματα στον λόγο μου
σοφιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφιστικό
σοφιστικέ	adj	κλητική ενικού του σοφιστικός
σοφιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφιστική
σοφιστική	noun	η διδασκαλία των σοφιστών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοφιστικός
σοφιστικής	adj	γενική ενικού του σοφιστική
σοφιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοφιστικός
σοφιστικού	adj	γενική ενικού του σοφιστικός
σοφιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοφιστικός
σοφιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σοφιστικός
σοφιστικός	adj	που σχετίζεται με τους σοφιστές του 5ου αιώνα π.Χ
σοφιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σοφιστικός
σοφιστικώς	adv|dated	σοφιστικά
σοφιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
σοφιστών	noun	γενική πληθυντικού του σοφιστής
σοφιτών	noun	γενική πληθυντικού του σοφίτα
σοφιών	noun	γενική πληθυντικού του σοφία
σοφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοφός
σοφοκλείου	=	σοφόκλειος
σοφοκλείους	=	σοφόκλειος
σοφοκλείων	=	σοφόκλειος
σοφολογιοτήτων	=	σοφολογιότητα
σοφολογιοτατισμέ	=	σοφολογιοτατισμός
σοφολογιοτατισμοί	=	σοφολογιοτατισμός
σοφολογιοτατισμού	=	σοφολογιοτατισμός
σοφολογιοτατισμούς	=	σοφολογιοτατισμός
σοφολογιοτατισμό	=	σοφολογιοτατισμός
σοφολογιοτατισμός	noun	το ύφος και η συμπεριφορά του σοφολογιότατου
σοφολογιοτατισμών	=	σοφολογιοτατισμός
σοφολογιωτάταις	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτας	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτη	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτην	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτης	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτοις	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτου	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτους	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτων	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτῃ	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιωτάτῳ	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφολογιότατο
σοφολογιότατε	adj	κλητική ενικού του σοφολογιότατος
σοφολογιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφολογιότατη
σοφολογιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοφολογιότατος
σοφολογιότατης	adj	γενική ενικού του σοφολογιότατη
σοφολογιότατο	adj	αιτιατική ενικού του σοφολογιότατος
σοφολογιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοφολογιότατος
σοφολογιότατος	adj|dated	που είναι σοφός και λόγιος
σοφολογιότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοφολογιότατος
σοφολογιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοφολογιότατος
σοφολογιότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοφολογιότατος
σοφολογιότης	noun	η σοφολογιότητα
σοφολογιότητα	noun|dated	τίτλος λογίου
σοφολογιότητας	=	σοφολογιότητα
σοφολογιότητες	=	σοφολογιότητα
σοφολογιώτατα	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιώταται	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιώτατε	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιώτατη	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιώτατοι	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιώτατον	=	σοφολογιώτατος
σοφολογιώτατος	adj	παρωχημένη γραφή του σοφολογιότατος
σοφορών	=	σοφόρα
σοφού	adj	γενική ενικού του σοφός
σοφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοφός
σοφρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σοφράς
σοφράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοφράς
σοφράδων	noun	γενική πληθυντικού του σοφράς
σοφράν	adv	άλλη μορφή του σοφράνο
σοφράνο	adv	από την πλευρά που φυσάει ο άνεμος
σοφράς	noun	χαμηλό, συνήθως στρογγυλό τραπέζι, γύρω από το οποίο κάθονται στο πάτωμα
σοφρίτο	noun	παραδοσιακό κερκυραϊκό πιάτο με φέτες μοσχαρίσιου κρέατος, κρασί, μαϊντανό και σκόρδο
σοφό	adj	αιτιατική ενικού του σοφός
σοφόκλεια	=	σοφόκλειος
σοφόκλειας	=	σοφόκλειος
σοφόκλειε	=	σοφόκλειος
σοφόκλειες	=	σοφόκλειος
σοφόκλειο	=	σοφόκλειος
σοφόκλειοι	=	σοφόκλειος
σοφόκλειος	adj	που σχετίζεται με τον τραγικό ποιητή Σοφοκλή
σοφόκλειου	=	σοφόκλειος
σοφόκλειους	=	σοφόκλειος
σοφόκλειων	=	σοφόκλειος
σοφόρα	noun	γένος φυτών της οικογένειας των Φαβίδων, που περιλαμβάνει δέντρα, θάμνους και ποώδη :φυτά, γνωστά για τα συχνά εντυπωσιακά άνθη τους και την προσαρμοστικότητά τους σε διάφορα κλίματα
σοφόρας	=	σοφόρα
σοφόρες	=	σοφόρα
σοφός	adj	που γνωρίζει πολλά για τον κόσμο και τα πράγματα και η γνώση του έχει βάθος, ποιότητα και αποτελεσματικότητα	noun	που είναι σοφός, βαθύς γνώστης ενός θέματος
σοφότατα	=	σοφός
σοφότατε	=	σοφός
σοφότατες	=	σοφός
σοφότατη	=	σοφός
σοφότατης	=	σοφός
σοφότατο	=	σοφός
σοφότατοι	=	σοφός
σοφότατος	=	σοφός
σοφότατου	=	σοφός
σοφότατους	=	σοφός
σοφότατων	=	σοφός
σοφότερα	=	σοφότερος
σοφότερε	=	σοφότερος
σοφότερες	=	σοφότερος
σοφότερη	=	σοφότερος
σοφότερης	=	σοφότερος
σοφότερο	=	σοφότερος
σοφότεροι	=	σοφότερος
σοφότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του σοφός· πιο σοφός
σοφότερου	=	σοφότερος
σοφότερους	=	σοφότερος
σοφότερων	=	σοφότερος
σοφών	adj	γενική πληθυντικού του σοφός
σοφώς	adv|dated	σοφά
σοχ	abbrev	σύμβαση εργασίας η οποία συνάπτεται μεταξύ ενός φυσικού προσώπου και ενός οργανισμού η οποία έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια
σοχπέτι	noun|dated	συζήτηση
σοϊλή	=	σοϊλής
σοϊλήδες	=	σοϊλής
σοϊλήδων	=	σοϊλής
σοϊλής	noun	που έχει ευγενική καταγωγή
σοϊλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοϊλίδικο
σοϊλίδικε	adj	κλητική ενικού του σοϊλίδικος
σοϊλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοϊλίδικη
σοϊλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοϊλίδικος
σοϊλίδικης	adj	γενική ενικού του σοϊλίδικη
σοϊλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του σοϊλίδικος
σοϊλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοϊλίδικος
σοϊλίδικος	adj	που είναι από καλή ράτσα ή ποικιλία
σοϊλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοϊλίδικος
σοϊλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοϊλίδικος
σοϊλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοϊλίδικος
σοϊλίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοϊλίτικο
σοϊλίτικε	adj	κλητική ενικού του σοϊλίτικος
σοϊλίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σοϊλίτικη
σοϊλίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σοϊλίτικος
σοϊλίτικης	adj	γενική ενικού του σοϊλίτικη
σοϊλίτικο	adj	αιτιατική ενικού του σοϊλίτικος
σοϊλίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σοϊλίτικος
σοϊλίτικος	adj|dated	που έχει σχέση με σοϊλή ή σοϊλού ή αναφέρεται σʼ αυτούς
σοϊλίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σοϊλίτικος
σοϊλίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σοϊλίτικος
σοϊλίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σοϊλίτικος
σοϊλού	=	σοϊλής
σού	=	σου
σούβλα	noun	μεταλλικό (ή ξύλινο) επίμηκες εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου ψήνονται διάφορα σουβλιστά φαγητά
σούβλας	noun	γενική ενικού του σούβλα
σούβλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούβλα
σούβλιζα	=	σουβλίζω
σούβλιζαν	=	σουβλίζω
σούβλιζε	=	σουβλίζω
σούβλιζες	=	σουβλίζω
σούβλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σούβλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σούβλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σούβλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουβλίζω
σούβλισμα	noun	η διαδικασία του σουβλίζω
σούγλε	=	σούγλος
σούγλο	=	σούγλος
σούγλοι	=	σούγλος
σούγλος	noun	κουβάς, κάδος
σούγλου	=	σούγλος
σούγλους	=	σούγλος
σούγλων	=	σούγλος
σούδα	noun	το αυλάκι, το ρείθρο που παροχετεύει τα οικιακά βρομόνερα
σούδας	noun	γενική ενικού του σούδα
σούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούδα
σούδρα	noun	η χαμηλότερη κάστα, η τέταρτη βάρνα
σούζα	noun	η στάση που παίρνει ένα τετράποδο ζώο όταν στηρίζεται μόνο στα δύο πίσω πόδια του
σούζας	noun	γενική ενικού του σούζα
σούζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούζα
σούκο	adj	είδος χωνευτής ηλεκτρικής πρίζας που εξασφαλίζει μεγαλύτερη ασφάλεια
σούλα	noun	είδος πτηνού
σούμα	noun	το άθροισμα
σούμας	noun	γενική ενικού του σούμα
σούμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούμα
σούμο	noun	άθλημα πάλης της Ιαπωνίας, στο οποίο οι παλαιστές είναι υπέρβαροι
σούμπαση	=	σούμπασης
σούμπασης	noun	άτομο με αστυνομικά και διοικητικά καθήκοντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
σούμπιτα	=	σούμπιτος
σούμπιτε	=	σούμπιτος
σούμπιτες	=	σούμπιτος
σούμπιτη	=	σούμπιτος
σούμπιτης	=	σούμπιτος
σούμπιτο	=	σούμπιτος
σούμπιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σούμπιτος
σούμπιτος	adj	που εμφανίζεται ξαφνικά, αιφνιδιαστικά
σούμπιτου	=	σούμπιτος
σούμπιτους	=	σούμπιτος
σούμπιτων	=	σούμπιτος
σούνα	noun	τρόπος ζωής που ακολουθείται από πιστούς μουσουλμάνους και βασίζεται στη διδασκαλία και τις πράξεις του Μωάμεθ και στα διδάγματα του Κορανίου
σούνας	noun	γενική ενικού του σούνα
σούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούνα
σούπα	noun	ρευστό ή παχύρρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ή ψαριού, ή λαχανικών που έχουν βράσει.
σούπας	noun	γενική ενικού του σούπα
σούπερ	adj	που έχει την ανεπιφύλακτη αποδοχή μας, φοβερός, καταπληκτικός, υπέροχος	noun	η βενζίνη με πολλά οκτάνια
σούπερμαν	noun	υπεράνθρωπος
σούπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούπα
σούπιαζα	=	σουπιάζω
σούπιαζαν	=	σουπιάζω
σούπιαζε	=	σουπιάζω
σούπιαζες	=	σουπιάζω
σούπιασα	=	σουπιάζω
σούπιασαν	=	σουπιάζω
σούπιασε	=	σουπιάζω
σούπιασες	=	σουπιάζω
σούρα	noun	πτυχή, πολλαπλό δίπλωμα ενός υφάσματος
σούραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούραν	=	σούρνω
σούρανε	=	σούρνω
σούρας	noun	γενική ενικού του σούρα
σούρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρβα	noun	τα κάλαντα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς ή των Φώτων (από το ευετηριακό έθιμο να δίνονται καρποί σουρβιάς (σούρβα) ως κέρασμα στους καλαντιστές)
σούρβο	noun	καρπός της σουρβιάς
σούρβου	noun	γενική ενικού του σούρβο
σούρβων	noun	γενική πληθυντικού του σούρβο
σούργελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούργελο
σούργελο	noun	χαρακτηρισμός προσώπου ή πράγματος πολύ γελοίου, που προκαλεί συνήθως το χλευασμό των άλλων
σούργελου	noun	γενική ενικού του σούργελο
σούργελων	noun	γενική πληθυντικού του σούργελο
σούρε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούρα
σούρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρθηκα	=	σούρνω
σούρθηκαν	=	σούρνω
σούρθηκε	=	σούρνω
σούρθηκες	=	σούρνω
σούρισμα	noun	το σφύριγμα
σούρλε	=	σούρλος
σούρλο	=	σούρλος
σούρλοι	=	σούρλος
σούρλος	noun	μουσούδα, ρύγχος
σούρλου	=	σούρλος
σούρλους	=	σούρλος
σούρλων	=	σούρλος
σούρναμε	=	σούρνω
σούρναν	=	σούρνω
σούρνανε	=	σούρνω
σούρνατε	=	σούρνω
σούρνε	=	σούρνω
σούρνει	=	σούρνω
σούρνεις	=	σούρνω
σούρνεσαι	=	σούρνω
σούρνεστε	=	σούρνω
σούρνεται	=	σούρνω
σούρνετε	=	σούρνω
σούρνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σούρνω
σούρνομε	=	σούρνω
σούρνονται	=	σούρνω
σούρνονταν	=	σούρνω
σούρνοντας	=	σούρνω
σούρνουμαι	=	σούρνω
σούρνουμε	=	σούρνω
σούρνουν	=	σούρνω
σούρνουνε	=	σούρνω
σούρνω	verb|vulgar	προφορική μορφή του σέρνω
σούρομε	=	σούρνω
σούρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρουνε	=	σούρνω
σούρουπα	adv	την ώρα του σούρουπου
σούρουπο	noun	η ώρα της μέρας που αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι
σούρουπου	noun	γενική ενικού του σούρουπο
σούρουπων	noun	γενική πληθυντικού του σούρουπο
σούρσιμο	noun|vulgar	το σύρσιμο
σούρσου	=	σούρνω
σούρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρτες	=	σούρτης
σούρτη	=	σούρτης
σούρτης	noun|vulgar	ο σύρτης
σούρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σούρνω
σούρωμα	noun	η απόκτηση ρυτίδων
σούρωνα	=	σουρώνω
σούρωναν	=	σουρώνω
σούρωνε	=	σουρώνω
σούρωνες	=	σουρώνω
σούρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σούρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σούρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σούρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουρώνω
σούσι	noun	ιαπωνικό έδεσμα που έχει ως βασικό του συστατικό το ξιδάτο ρύζι
σούσουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούσουρο
σούσουρο	noun	ο χαμηλός, ενοχλητικός θόρυβος, ο βόμβος που προκαλείται όταν πολλά άτομα μιλάνε χαμηλόφωνα και ταυτόχρονα
σούσουρου	noun	γενική ενικού του σούσουρο
σούσουρων	noun	γενική πληθυντικού του σούσουρο
σούστα	noun	ελατήριο
σούστας	noun	γενική ενικού του σούστα
σούστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούστα
σούταρα	=	σουτάρω
σούταραν	=	σουτάρω
σούταρε	=	σουτάρω
σούταρες	=	σουτάρω
σούφρα	noun	πτυχή που έχει δημιουργηθεί από δίπλωμα ή ζάρωμα σε ύφασμα ή δέρμα
σούφρας	noun	γενική ενικού του σούφρα
σούφρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σούφρα
σούφρωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σουφρώνω
σούφρωνα	=	σουφρώνω
σούφρωναν	=	σουφρώνω
σούφρωνε	=	σουφρώνω
σούφρωνες	=	σουφρώνω
σούφρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σούφρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σούφρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σούφρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σουφρώνω
σπάγαμε	=	σπάω
σπάγαν	=	σπάω
σπάγανε	=	σπάω
σπάγατε	=	σπάω
σπάγγε	noun	κλητική ενικού του σπάγγος
σπάγγο	noun	αιτιατική ενικού του σπάγγος
σπάγγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπάγγος
σπάγγος	noun	άλλη γραφή του σπάγκος
σπάγγου	noun	γενική ενικού του σπάγγος
σπάγγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπάγγος
σπάγγων	noun	γενική πληθυντικού του σπάγγος
σπάγκε	=	σπάγκος
σπάγκο	noun	αιτιατική ενικού του σπάγκος
σπάγκοι	=	σπάγκος
σπάγκος	noun	το λεπτό σχοινί
σπάγκου	=	σπάγκος
σπάγκους	=	σπάγκος
σπάγκων	=	σπάγκος
σπάε	=	σπάω
σπάει	=	σπάω
σπάζαμε	=	σπάζω
σπάζαν	=	σπάζω
σπάζανε	=	σπάζω
σπάζατε	=	σπάζω
σπάζε	=	σπάζω
σπάζει	=	σπάζω
σπάζεις	=	σπάζω
σπάζεσαι	=	σπάζομαι
σπάζεστε	=	σπάζομαι
σπάζεται	=	σπάζομαι
σπάζετε	=	σπάζω
σπάζομαι	verb	μου χαλάει η διάθεση, εκνευρίζομαι, κάτι μου τη σπάει
σπάζομε	=	σπάζω
σπάζονται	=	σπάζομαι
σπάζονταν	=	σπάζομαι
σπάζοντας	=	σπάζω
σπάζου	=	σπάζομαι
σπάζουμε	=	σπάζω
σπάζουν	=	σπάζω
σπάζουνε	=	σπάζω
σπάζω	verb	σπάω
σπάθα	noun	μεγάλο σπαθί
σπάθας	noun	γενική ενικού του σπάθα
σπάθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάθα
σπάθη	noun	άλλη μορφή του σπαθί
σπάθης	=	σπάθη
σπάθιζα	=	σπαθίζω
σπάθιζαν	=	σπαθίζω
σπάθιζε	=	σπαθίζω
σπάθιζες	=	σπαθίζω
σπάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπάθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπάλα	noun	το κόκαλο της ωμοπλάτης ενός ζώου
σπάλαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάλαθο
σπάλαθο	noun	άλλη μορφή του ασπάλαθος
σπάλαθου	noun	γενική ενικού του σπάλαθο
σπάλαθων	noun	γενική πληθυντικού του σπάλαθο
σπάλας	noun	γενική ενικού του σπάλα
σπάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάλα
σπάμαρα	=	σπαμάρω
σπάμαραν	=	σπαμάρω
σπάμαρε	=	σπαμάρω
σπάμαρες	=	σπαμάρω
σπάμε	=	σπάω
σπάμερ	noun|informal	που σπαμάρει
σπάνε	=	σπάω
σπάνια	adj	η, την, ε σπάνια: ονομαστική, αιτιατική, κλητική κλίση θηλυκού στον ενικό αριθμό του επιθέτου ο σπάνιος	adv	σε σπάνιες περιπτώσεις
σπάνιας	adj	γενική ενικού του σπάνια
σπάνιε	adj	κλητική ενικού του σπάνιος
σπάνιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάνια
σπάνιζα	=	σπανίζω
σπάνιζαν	=	σπανίζω
σπάνιζε	=	σπανίζω
σπάνιζες	=	σπανίζω
σπάνιο	adj	αιτιατική ενικού του σπάνιος
σπάνιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπάνιος
σπάνιος	adj	που συμβαίνει πολύ λίγες φορές
σπάνιου	adj	γενική ενικού του σπάνιος
σπάνιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπάνιος
σπάνις	noun|formal	σχετική έλλειψη, σπανιότητα
σπάνισα	=	σπανίζω
σπάνισαν	=	σπανίζω
σπάνισε	=	σπανίζω
σπάνισες	=	σπανίζω
σπάνιων	adj	γενική πληθυντικού του σπάνιος
σπάνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σπάω
σπάραγμα	noun	αποσπασμένο κομμάτι
σπάραζα	=	σπαράζω
σπάραζαν	=	σπαράζω
σπάραζε	=	σπαράζω
σπάραζες	=	σπαράζω
σπάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπάραχνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάραχνο
σπάραχνο	noun	βράγχιο
σπάραχνου	noun	γενική ενικού του σπάραχνο
σπάραχνων	noun	γενική πληθυντικού του σπάραχνο
σπάργανα	noun|dated	οι μακριές και φαρδιές υφασμάτινες ταινίες, με τις οποίες τύλιγαν παλιά τα μωρά
σπάργανο	noun|rare	ενικός της λέξης σπάργανα
σπάρε	noun	κλητική ενικού του σπάρος
σπάρθηκα	=	σπέρνω
σπάρθηκαν	=	σπέρνω
σπάρθηκε	=	σπέρνω
σπάρθηκες	=	σπέρνω
σπάρινγκ	noun	προπόνηση με μορφή «χαλαρού» αγώνα σε διάφορα μαχητικά αθλήματα και πολεμικές τέχνες, όπως η πυγμαχία, η ξιφασκία, το καράτε κ.λπ., όπου οι αθλητές διαγωνίζονται τηρώντας μια σειρά από συμφωνημένους κανόνες που έχουν ως στόχο την ελαχιστοποίηση των τραυματισμών
σπάρο	noun	αιτιατική ενικού του σπάρος
σπάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπάρος
σπάρος	noun	ψάρι του αλμυρού νερού (Diplodus annularis), που ανήκει στην οικογένεια των σπαρίδων και ζει συνήθως σε κοπάδια
σπάρου	noun	γενική ενικού του σπάρος
σπάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπάρος
σπάρσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπέρνω
σπάρσου	=	σπέρνω
σπάρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάρτο
σπάρτινα	=	σπάρτινος
σπάρτινε	=	σπάρτινος
σπάρτινες	=	σπάρτινος
σπάρτινη	=	σπάρτινος
σπάρτινης	=	σπάρτινος
σπάρτινο	=	σπάρτινος
σπάρτινοι	=	σπάρτινος
σπάρτινος	adj	που έχει φτιαχτεί (πλεχτεί) από σπαρτά
σπάρτινου	=	σπάρτινος
σπάρτινους	=	σπάρτινος
σπάρτινων	=	σπάρτινος
σπάρτο	noun	θάμνος (αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο φυτό, που ανήκει στην τάξη των Κυαμωδών και στην οικογένεια των Χεδρωπών ή Κυαμοειδών όπως το Spartium junceum, Σπάρτιον το βουρλοειδές) με μακριά λεπτά κλωνάρια, από τα οποία πλέκουν διάφορα αντικείμενα και αρωματικά άνθη κίτρινου χρώματος
σπάρτου	noun	γενική ενικού του σπάρτο
σπάρτων	noun	γενική πληθυντικού του σπάρτο
σπάρων	noun	γενική πληθυντικού του σπάρος
σπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσαν	=	σπάζω
σπάσανε	=	σπάζω
σπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσιμο	noun	το αποτέλεσμα του σπάω
σπάσομε	=	σπάζω
σπάσου	=	σπάζομαι
σπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάσουνε	=	σπάω
σπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάω
σπάταλα	adv	με σπατάλη, ξοδεύοντας αλόγιστα
σπάταλε	=	σπάταλος
σπάταλες	=	σπάταλος
σπάταλη	=	σπάταλος
σπάταλης	=	σπάταλος
σπάταλο	=	σπάταλος
σπάταλοι	=	σπάταλος
σπάταλος	adj	που σπαταλά, που ξοδεύει, που δαπανά
σπάταλου	=	σπάταλος
σπάταλους	=	σπάταλος
σπάταλων	=	σπάταλος
σπάτε	=	σπάω
σπάτουλα	noun	με λαβή και λεπτό έλασμα, που χρησιμοποιείται για την επάλειψη με μαλακά υλικά, ή στο ξύσιμο επιφανειών
σπάτουλας	noun	γενική ενικού του σπάτουλα
σπάτουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάτουλα
σπάω	verb	προκαλώ τον διαχωρισμό ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια
σπέδιζα	=	σπεδίζω
σπέδιζαν	=	σπεδίζω
σπέδιζε	=	σπεδίζω
σπέδιζες	=	σπεδίζω
σπέδισα	=	σπεδίζω
σπέδισαν	=	σπεδίζω
σπέδισε	=	σπεδίζω
σπέδισες	=	σπεδίζω
σπέκουλα	noun	η κερδοσκοπία
σπέκουλας	noun	κερδοσκόπος
σπέκουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπέκουλα
σπέντζα	noun	πιπεριά
σπέντζας	noun	γενική ενικού του σπέντζα
σπέντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπέντζα
σπέργδην	adv|archaic	βιαστικά, γρήγορα
σπέρμα	noun	ο σπόρος
σπέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπέρμα
σπέρματος	noun	γενική ενικού του σπέρμα
σπέρναμε	=	σπέρνω
σπέρναν	=	σπέρνω
σπέρνανε	=	σπέρνω
σπέρνατε	=	σπέρνω
σπέρνε	=	σπέρνω
σπέρνει	=	σπέρνω
σπέρνεις	=	σπέρνω
σπέρνεσαι	=	σπέρνω
σπέρνεστε	=	σπέρνω
σπέρνεται	=	σπέρνω
σπέρνετε	=	σπέρνω
σπέρνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπέρνω
σπέρνομε	=	σπέρνω
σπέρνονται	=	σπέρνω
σπέρνονταν	=	σπέρνω
σπέρνοντας	=	σπέρνω
σπέρνουμε	=	σπέρνω
σπέρνουν	=	σπέρνω
σπέρνουνε	=	σπέρνω
σπέρνω	verb	σκορπίζω σπόρους πάνω ή μέσα στο έδαφος, προκειμένου να βλαστήσουν
σπέσιαλ	adj	ο καταπληκτικός	adv	καταπληκτικά
σπέτζα	noun	η πιπεριά
σπέτζας	noun	γενική ενικού του σπέτζα
σπέτζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπέτζα
σπήκερ	noun	άλλη γραφή του σπίκερ
σπήλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπήλαιο
σπήλαιο	noun	μεγάλη σπηλιά, φυσική κοιλότητα στο εσωτερικό ενός βραχώδους όγκου που δημιουργήθηκε από διάβρωση
σπήλαιου	=	σπήλαιο
σπήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπήλιο
σπήλιου	noun	γενική ενικού του σπήλιο
σπήλιων	noun	γενική πληθυντικού του σπήλιο
σπίζα	noun	γένος ωδικών πουλιών, ένα από αυτά είναι η καρδερίνα
σπίζας	noun	γενική ενικού του σπίζα
σπίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίζα
σπίθα	noun	ο σπινθήρας
σπίθας	noun	γενική ενικού του σπίθα
σπίθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίθα
σπίθιζα	=	σπιθίζω
σπίθιζαν	=	σπιθίζω
σπίθιζε	=	σπιθίζω
σπίθιζες	=	σπιθίζω
σπίθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπίθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπίθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπίθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπίθισμα	noun	η δημιουργία σπιθών, το αποτέλεσμα του σπιθίζω
σπίκαρα	=	σπικάρω
σπίκαραν	=	σπικάρω
σπίκαρε	=	σπικάρω
σπίκαρες	=	σπικάρω
σπίκερ	noun	ο εκφωνητής ενός αθλητικού αγώνα
σπίλε	noun	κλητική ενικού του σπίλος
σπίλο	noun	αιτιατική ενικού του σπίλος
σπίλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπίλος
σπίλος	noun	κηλίδα ή μικρός καλοήθης όγκος του δέρματος που προεξέχει (ελιά)
σπίλου	noun	γενική ενικού του σπίλος
σπίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπίλος
σπίλωμα	noun	άλλη μορφή του σπίλωση
σπίλων	noun	γενική πληθυντικού του σπίλος
σπίλωνα	=	σπιλώνω
σπίλωναν	=	σπιλώνω
σπίλωνε	=	σπιλώνω
σπίλωνες	=	σπιλώνω
σπίλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπίλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπίλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπίλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπίλωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπιλώνω
σπίλωσης	=	σπίλωση
σπίλωσις	noun	σπίλωση
σπίνε	noun	κλητική ενικού του σπίνος
σπίνο	noun	αιτιατική ενικού του σπίνος
σπίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπίνος
σπίνορα	=	σπίνορας
σπίνορας	noun	διάνυσμα με στοιχεία μιγαδικούς αριθμούς.
σπίνορες	=	σπίνορας
σπίνος	noun	μικρόσωμο πουλί, με πλήρες όνομα «φρυγίλλος ο άγαμος» (fringillia coelebs), με όμορφο φτέρωμα με λαμπερά, εντυπωσιακά χρώματα που απαντά σε όλο σχεδόν τον κόσμο εκτός από την Αυστραλία
σπίνου	noun	γενική ενικού του σπίνος
σπίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπίνος
σπίνων	noun	γενική πληθυντικού του σπίνος
σπίρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίρτο
σπίρτο	noun	μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
σπίρτου	noun	γενική ενικού του σπίρτο
σπίρτων	noun	γενική πληθυντικού του σπίρτο
σπίτι	noun	κτίριο που προορίζεται για ιδιωτική κατοίκηση
σπίτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίτι
σπίτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπιτώνω
σπίτωνα	=	σπιτώνω
σπίτωναν	=	σπιτώνω
σπίτωνε	=	σπιτώνω
σπίτωνες	=	σπιτώνω
σπίτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπίτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπίτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπίτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπαής	noun|rare	άλλη μορφή του σπαχής
σπαγέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαγέτο
σπαγέτο	noun	το σπαγγέτι
σπαγέτου	noun	γενική ενικού του σπαγέτο
σπαγέτων	noun	γενική πληθυντικού του σπαγέτο
σπαγγέτι	noun	είδος μακαρονιού, ιταλικής προέλευσης, που είναι πολύ λεπτό και μακρόστενο
σπαγγέτο	=	σπαγγέτι
σπαγγιά	noun	η τσιγγουνιά
σπαγγιάς	=	σπαγγιά
σπαγγιές	=	σπαγγιά
σπαγγιών	=	σπαγγιά
σπαγγοραμμένα	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένε	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένες	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένης	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένο	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένοι	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένος	verb	άλλη γραφή του σπαγκοραμμένος
σπαγγοραμμένου	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένους	=	σπαγγοραμμένος
σπαγγοραμμένων	=	σπαγγοραμμένος
σπαγκάτα	=	σπαγκάτο
σπαγκάτο	noun	χορευτικός ή γυμναστικός ελιγμός του ανοίγματος ή της ολίσθησης των ποδιών μέχρι αυτά να βρεθούν σε επίπεδη θέση στο πάτωμα σε γωνία 180 μοιρών, είτε πλάγια προς το σώμα είτε με το ένα πόδι μπροστά και το άλλο πίσω, κατεβάζοντας έτσι το σώμα εντελώς στο πάτωμα σε όρθια θέση
σπαγκάτου	=	σπαγκάτο
σπαγκάτων	=	σπαγκάτο
σπαγκέτι	=	σπαγγέτι
σπαγκιά	noun	η τσιγγουνιά
σπαγκιάς	=	σπαγκιά
σπαγκιές	=	σπαγκιά
σπαγκιών	=	σπαγκιά
σπαγκοραμμένα	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένε	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένες	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένη	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένης	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένο	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένοι	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένος	verb|figurative	πολύ τσιγκούνης
σπαγκοραμμένου	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένους	=	σπαγκοραμμένος
σπαγκοραμμένων	=	σπαγκοραμμένος
σπαζοκεφάλιαζα	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιαζαν	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιαζε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιαζες	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιά	noun	δύσκολο πρόβλημα, γρίφος
σπαζοκεφαλιάζαμε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζαν	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζανε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζατε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζει	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζεις	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζετε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζοντας	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζουμε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζουν	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζουνε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάζω	verb	προσπαθώ τόσο δυνατά να βρω λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα, το σκέφτομαι τόσο πολύ, που ταλαιπωρούμαι
σπαζοκεφαλιάς	noun	γενική ενικού του σπαζοκεφαλιά
σπαζοκεφαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσαν	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσανε	=	σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαζοκεφαλιάζω
σπαζοκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαζοκεφαλιά
σπαζοκεφαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαζοκεφαλιασμένο
σπαζοκεφαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαζοκεφαλιασμένη
σπαζοκεφαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιασμένης	verb	γενική ενικού του σπαζοκεφαλιασμένη
σπαζοκεφαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαζοκεφαλιασμένος
σπαζοκεφαλιών	=	σπαζοκεφαλιά
σπαζόμασταν	=	σπάζομαι
σπαζόμαστε	=	σπάζομαι
σπαζόμουν	=	σπάζομαι
σπαζόμουνα	=	σπάζομαι
σπαζόντουσαν	=	σπάζομαι
σπαζόσασταν	=	σπάζομαι
σπαζόσαστε	=	σπάζομαι
σπαζόσουν	=	σπάζομαι
σπαζόσουνα	=	σπάζομαι
σπαζόταν	=	σπάζομαι
σπαζότανε	=	σπάζομαι
σπαθάρη	=	σπαθάρης
σπαθάρηδες	=	σπαθάρης
σπαθάρηδων	=	σπαθάρης
σπαθάρης	noun|dated	κάποιος που χειρίζεται επιδέξια το σπαθί
σπαθάριε	=	σπαθάριος
σπαθάριο	=	σπαθάριος
σπαθάριοι	=	σπαθάριος
σπαθάριος	noun	ο τίτλος των υπασπιστών (σωματοφυλάκων) στο Βυζάντιο
σπαθάριου	=	σπαθάριος
σπαθάριους	=	σπαθάριος
σπαθάριων	=	σπαθάριος
σπαθάτα	=	σπαθάτος
σπαθάτε	=	σπαθάτος
σπαθάτες	=	σπαθάτος
σπαθάτη	=	σπαθάτος
σπαθάτης	=	σπαθάτος
σπαθάτο	=	σπαθάτος
σπαθάτοι	=	σπαθάτος
σπαθάτος	adj	που κουβαλά σπαθί
σπαθάτου	=	σπαθάτος
σπαθάτους	=	σπαθάτος
σπαθάτων	=	σπαθάτος
σπαθί	noun	όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
σπαθίζαμε	=	σπαθίζω
σπαθίζαν	=	σπαθίζω
σπαθίζανε	=	σπαθίζω
σπαθίζατε	=	σπαθίζω
σπαθίζει	=	σπαθίζω
σπαθίζεις	=	σπαθίζω
σπαθίζετε	=	σπαθίζω
σπαθίζοντας	=	σπαθίζω
σπαθίζουμε	=	σπαθίζω
σπαθίζουν	=	σπαθίζω
σπαθίζουνε	=	σπαθίζω
σπαθίζω	verb	χρησιμοποιώ ένα σπαθί για να χτυπήσω κάποιον
σπαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσαν	=	σπαθίζω
σπαθίσανε	=	σπαθίζω
σπαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαθίζω
σπαθίφυλλα	=	σπαθίφυλλο
σπαθίφυλλο	noun	ανθοφόρο φυτό που ανήκει στο γένος των Σπαθιφύλλων
σπαθίφυλλου	=	σπαθίφυλλο
σπαθίφυλλων	=	σπαθίφυλλο
σπαθαρίου	=	σπαθάριος
σπαθαρίους	=	σπαθάριος
σπαθαρίων	=	σπαθάριος
σπαθασκία	noun	η άσκηση στη σωστή χρήση του σπαθιού
σπαθασκίας	noun	γενική ενικού του σπαθασκία
σπαθασκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαθασκία
σπαθασκιών	noun	γενική πληθυντικού του σπαθασκία
σπαθιά	noun	χτύπημα που καταφέρεται με σπαθί
σπαθιάς	noun	γενική ενικού του σπαθιά
σπαθιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαθιά
σπαθιού	=	σπαθί
σπαθισμέ	noun	κλητική ενικού του σπαθισμός
σπαθισμοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαθισμός
σπαθισμού	noun	γενική ενικού του σπαθισμός
σπαθισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπαθισμός
σπαθισμό	noun	αιτιατική ενικού του σπαθισμός
σπαθισμός	noun	το χτύπημα του σπαθιού
σπαθισμών	noun	γενική πληθυντικού του σπαθισμός
σπαθιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαθιστής
σπαθιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σπαθιστής
σπαθιστής	noun	που μπορεί να χρησιμοποιεί σωστά το σπαθί
σπαθιστών	noun	γενική πληθυντικού του σπαθιστής
σπαθιωτών	=	σπαθιώτης
σπαθιών	noun	γενική πληθυντικού του σπαθί
σπαθιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Σπαθιώτης
σπαθιώτη	=	σπαθιώτης
σπαθιώτης	noun	ονομασία των κρυπτοχριστιανών στην Ήπειρο και στη Νότιο Αλβανία
σπαθιώτισσα	=	σπαθιώτης
σπαθοειδές	=	σπαθοειδής
σπαθοειδή	=	σπαθοειδής
σπαθοειδής	adj	που θυμίζει το σχήμα του σπαθιού
σπαθοειδείς	=	σπαθοειδής
σπαθοειδούς	=	σπαθοειδής
σπαθοειδών	=	σπαθοειδής
σπαθολογχών	=	σπαθολόγχη
σπαθολόγχες	=	σπαθολόγχη
σπαθολόγχη	noun	ειδική πλατιά λόγχη με πεπλατυσμένη μορφή
σπαθολόγχης	=	σπαθολόγχη
σπαθοφορία	noun	η λαβή του σπαθιού στην σπαθασκία
σπαθοφορίας	=	σπαθοφορία
σπαθοφορίες	=	σπαθοφορία
σπαθοφοριών	=	σπαθοφορία
σπαθοφόρε	noun	κλητική ενικού του σπαθοφόρος
σπαθοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του σπαθοφόρος
σπαθοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαθοφόρος
σπαθοφόρος	noun	που κουβαλά ένα ή πολλά σπαθιά ως το κύριο όπλο του (η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο)
σπαθοφόρου	noun	γενική ενικού του σπαθοφόρος
σπαθοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπαθοφόρος
σπαθοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του σπαθοφόρος
σπαθωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπαθωτός	adv|rare	σχηματίζοντας σπαθωτό σχήμα
σπαθωτέ	adj	κλητική ενικού του σπαθωτός
σπαθωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαθωτή
σπαθωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαθωτός
σπαθωτής	adj	γενική ενικού του σπαθωτή
σπαθωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαθωτός
σπαθωτού	adj	γενική ενικού του σπαθωτός
σπαθωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαθωτός
σπαθωτό	adj	αιτιατική ενικού του σπαθωτός
σπαθωτός	adj	που έχει σχήμα σπαθιού
σπαθωτών	adj	γενική πληθυντικού του σπαθωτός
σπαθόλαδα	=	σπαθόλαδο
σπαθόλαδο	noun|dated	το βαλσαμέλαιο
σπαθόλαδου	=	σπαθόλαδο
σπαθόλαδων	=	σπαθόλαδο
σπαθόσεγα	noun	ηλεκτρικό εργαλείο με πριονωτή λάμα για κοπή αντικειμένων από διάφορα υλικά, όπως ξύλο, μέταλλο, πλαστικό
σπαθόσεγας	=	σπαθόσεγα
σπαθόσεγες	=	σπαθόσεγα
σπαθόσεγων	=	σπαθόσεγα
σπαθόφυλλα	=	σπαθόφυλλο
σπαθόφυλλο	noun	άλλη γραφή του σπαθίφυλλο
σπαθόφυλλου	=	σπαθόφυλλο
σπαθόφυλλων	=	σπαθόφυλλο
σπαθόχορτα	=	σπαθόχορτο
σπαθόχορτο	noun	το βάλσαμο, το βαλσαμόχορτο
σπαθόχορτου	=	σπαθόχορτο
σπαθόχορτων	=	σπαθόχορτο
σπαθών	noun	γενική πληθυντικού του σπάθα
σπαλέτα	noun	επωμίδα
σπαλέτας	noun	γενική ενικού του σπαλέτα
σπαλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαλέτα
σπαλαθιά	noun	άλλη μορφή του ασπάλαθος / ασπαλαθιά
σπαλαθιάς	=	σπαλαθιά
σπαλαθιές	=	σπαλαθιά
σπαλαθιών	=	σπαλαθιά
σπαλετών	noun	γενική πληθυντικού του σπαλέτα
σπαλομίτα	noun	τμήμα μοσχαριού, από τα δύο μπροστινά τεταρτημόρια, που είναι ιδιαίτερα μαλακό
σπαλομίτας	=	σπαλομίτα
σπαλομίτες	=	σπαλομίτα
σπαλομιτών	=	σπαλομίτα
σπαλομπριζολών	noun	γενική πληθυντικού του σπαλομπριζόλα
σπαλομπριζόλα	noun	μπριζόλα που προέρχεται από το εμπρόσθιο τμήμα του σφάγιου κοντά στη σπάλα
σπαλομπριζόλας	noun	γενική ενικού του σπαλομπριζόλα
σπαλομπριζόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαλομπριζόλα
σπαμ	noun	ηλεκτρονική διαφήμιση που εμφανίζεται χωρίς εξουσιοδότηση από το χρήστη
σπαμάραμε	=	σπαμάρω
σπαμάραν	=	σπαμάρω
σπαμάρανε	=	σπαμάρω
σπαμάρατε	=	σπαμάρω
σπαμάρει	=	σπαμάρω
σπαμάρεις	=	σπαμάρω
σπαμάρετε	=	σπαμάρω
σπαμάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπαμάρω
σπαμάροντας	=	σπαμάρω
σπαμάρουμε	=	σπαμάρω
σπαμάρουν	=	σπαμάρω
σπαμάρουνε	=	σπαμάρω
σπαμάρω	verb|informal	επιτελώ κάποια πράξη γρήγορα, κατ' επανάληψη και συνήθως απερίσκεπτα
σπαμαρίσματα	=	σπαμάρισμα
σπαμαρίσματος	=	σπαμάρισμα
σπαμαρισμάτων	=	σπαμάρισμα
σπαν	=	σπάω
σπανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπανός
σπανάκι	noun	φυτό που ζει ένα ή δύο χρόνια που καλλιεργείται για τα εδώδιμα φύλλα του, τα οποία έχουν τριγωγικό σχήμα, βαθυπράσινο χρώμα και λεία επιφάνεια και είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνες
σπανάκια	=	σπανάκι
σπανέ	adj	κλητική ενικού του σπανός
σπανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανή
σπανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπανός
σπανής	adj	γενική ενικού του σπανή
σπανίζαμε	=	σπανίζω
σπανίζαν	=	σπανίζω
σπανίζανε	=	σπανίζω
σπανίζατε	=	σπανίζω
σπανίζει	=	σπανίζω
σπανίζεις	=	σπανίζω
σπανίζετε	=	σπανίζω
σπανίζομε	=	σπανίζω
σπανίζοντας	=	σπανίζω
σπανίζουμε	=	σπανίζω
σπανίζουν	=	σπανίζω
σπανίζουνε	=	σπανίζω
σπανίζω	verb	είμαι σπάνιος, βρίσκομαι ή αντιμετωπίζομαι σπάνια, όχι συχνά
σπανίσαμε	=	σπανίζω
σπανίσαν	=	σπανίζω
σπανίσανε	=	σπανίζω
σπανίσατε	=	σπανίζω
σπανίσει	=	σπανίζω
σπανίσεις	=	σπανίζω
σπανίσετε	=	σπανίζω
σπανίσομε	=	σπανίζω
σπανίσουμε	=	σπανίζω
σπανίσουν	=	σπανίζω
σπανίσουνε	=	σπανίζω
σπανίστε	=	σπανίζω
σπανίσω	=	σπανίζω
σπανίως	adv|formal	λόγια μορφή του σπάνια
σπανακιού	=	σπανάκι
σπανακιών	=	σπανάκι
σπανακοπιτάκι	noun	μικρή σπανακόπιτα, ή τμήμα σπανακόπιτας.
σπανακοπιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακοπιτάκι
σπανακοπιτακιού	=	σπανακοπιτάκι
σπανακοπιτακιών	=	σπανακοπιτάκι
σπανακοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του σπανακόπιτα
σπανακοσαλάτα	noun	σαλάτα με ωμά τρυφερά φύλλα σπανάκι, συνηθέστερα και με κύβους από ασπράδι βρασμένων αυγών και ελαφρά ψημένο μπέικον ανακατεμένα με σάλτσα από λιωμένους κρόκους αυγών. μουστάρδα, ξύδι και αλάτι, προσθέτοντας στο τέλος λάδι.
σπανακοσαλάτας	noun	γενική ενικού του σπανακοσαλάτα
σπανακοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακοσαλάτα
σπανακοτυροπιτάκι	noun	η μικρή σπανακοτυρόπιτα.
σπανακοτυροπιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακοτυροπιτάκι
σπανακοτυροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του σπανακοτυρόπιτα
σπανακοτυρόπιτα	noun	σφολιάτα με σπανάκι και τυρί
σπανακοτυρόπιτας	noun	γενική ενικού του σπανακοτυρόπιτα
σπανακοτυρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακοτυρόπιτα
σπανακόπιτα	noun	πίτα με φύλλο εξωτερικά και γέμιση από σπανάκι
σπανακόπιτας	noun	γενική ενικού του σπανακόπιτα
σπανακόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακόπιτα
σπανακόρυζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακόρυζο
σπανακόρυζο	noun	μαγειρευτό φαγητό από σπανάκι και ρύζι
σπανακόρυζου	noun	γενική ενικού του σπανακόρυζο
σπανακόρυζων	noun	γενική πληθυντικού του σπανακόρυζο
σπανακόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τα βραστά σπανάκια
σπανακόσουπας	noun	γενική ενικού του σπανακόσουπα
σπανακόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανακόσουπα
σπανιοτήτων	=	σπανιότητα
σπανιόλικα	=	ισπανικά
σπανιόλικος	=	ισπανικός
σπανιόλος	=	ισπανός
σπανιότατα	adv	εξαιρετικά σπάνια
σπανιότατε	adj	κλητική ενικού του σπανιότατος
σπανιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανιότατη
σπανιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπανιότατος
σπανιότατης	adj	γενική ενικού του σπανιότατη
σπανιότατο	adj	αιτιατική ενικού του σπανιότατος
σπανιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπανιότατος
σπανιότατος	adj	εξαιρετικά σπάνιος
σπανιότατου	adj	γενική ενικού του σπανιότατος
σπανιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπανιότατος
σπανιότατων	adj	γενική πληθυντικού του σπανιότατος
σπανιότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανιότερο	adv	για κάτι που γίνεται όλο και πιο σπάνια ή πιο σπάνια από κάτι άλλο, σε πιο αραιά διαστήματα
σπανιότερε	adj	κλητική ενικού του σπανιότερος
σπανιότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανιότερη
σπανιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπανιότερος
σπανιότερης	adj	γενική ενικού του σπανιότερη
σπανιότερο	adj	αιτιατική ενικού του σπανιότερος
σπανιότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπανιότερος
σπανιότερος	adj	που είναι πιο σπάνιος
σπανιότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπανιότερος
σπανιότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπανιότερος
σπανιότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπανιότερος
σπανιότης	noun|formal	άλλη μορφή του σπανιότητα
σπανιότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι σπάνιο(ς), η ιδιότητα του σπάνιου
σπανιότητας	noun	γενική ενικού του σπανιότητα
σπανιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανιότητα
σπανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπανός
σπανομαρία	noun	αμούστακος, άτριχος, σπανός άντρας
σπανομαρίας	noun	γενική ενικού του σπανομαρία
σπανομαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπανομαρία
σπανού	adj	γενική ενικού του σπανός
σπανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπανός
σπανό	adj	αιτιατική ενικού του σπανός
σπανόι	=	σπανός
σπανός	adj	που έχει λίγες ή καθόλου τρίχες στο δέρμα του
σπανών	adj	γενική πληθυντικού του σπανός
σπαπ	abbrev	Σιδηρόδρομοι Πειραιώς - Αθηνών - Πελοποννήσου
σπαράγγι	noun	πολυετές φυτό που ανήκει στο γένος Asparagus
σπαράγγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαράγγι
σπαράγματα	noun	τα κομματάκια (συχνά είναι πολλά και άρα ο πληθυντικός είναι συχνός)
σπαράγματος	=	σπάραγμα
σπαράζαμε	=	σπαράζω
σπαράζαν	=	σπαράζω
σπαράζανε	=	σπαράζω
σπαράζατε	=	σπαράζω
σπαράζει	=	σπαράζω
σπαράζεις	=	σπαράζω
σπαράζεσαι	=	σπαράζω
σπαράζεστε	=	σπαράζω
σπαράζεται	=	σπαράζω
σπαράζετε	=	σπαράζω
σπαράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπαράζω
σπαράζομε	=	σπαράζω
σπαράζονται	=	σπαράζω
σπαράζονταν	=	σπαράζω
σπαράζοντας	=	σπαράζω
σπαράζουμε	=	σπαράζω
σπαράζουν	=	σπαράζω
σπαράζουνε	=	σπαράζω
σπαράζω	verb	έχω σπασμούς
σπαράκι	noun	υποκοριστικό του σπάρος
σπαράκια	=	σπαράκι
σπαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξαν	=	σπαράζω
σπαράξανε	=	σπαράζω
σπαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξομε	=	σπαράζω
σπαράξου	=	σπαράζω
σπαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξουνε	=	σπαράζω
σπαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζω
σπαράσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπαράσσω
σπαράσσω	=	σπαράζω
σπαράχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαράχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαράχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαράχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαρίλα	noun|vulgar	τεμπελιά, νωθρότητα
σπαρίλας	noun|vulgar	χαρακτηρισμός για κάποιον που δεν έχει διάθεση να κάνει κάτι, να ενεργήσει, να κινηθεί
σπαρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρίλα
σπαρίλων	=	σπαρίλας
σπαραγγιού	=	σπαράγγι
σπαραγγιών	=	σπαράγγι
σπαραγγόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστά σπαράγγια
σπαραγγόσουπας	noun	γενική ενικού του σπαραγγόσουπα
σπαραγγόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαραγγόσουπα
σπαραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπάραγμα
σπαραγμέ	noun	κλητική ενικού του σπαραγμός
σπαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαραγμένο
σπαραγμένε	verb	κλητική ενικού του σπαραγμένος
σπαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαραγμένη
σπαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαραγμένος
σπαραγμένης	verb	γενική ενικού του σπαραγμένη
σπαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπαραγμένος
σπαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαραγμένος
σπαραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπαράζω & σπαράσσω
σπαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαραγμένος
σπαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπαραγμένος
σπαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαραγμένος
σπαραγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαραγμός
σπαραγμού	noun	γενική ενικού του σπαραγμός
σπαραγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπαραγμός
σπαραγμό	noun	αιτιατική ενικού του σπαραγμός
σπαραγμός	noun	η υπέρμετρη θλίψη, βαθύς ψυχικός πόνος
σπαραγμών	noun	γενική πληθυντικού του σπαραγμός
σπαραζόμασταν	=	σπαράζω
σπαραζόμαστε	=	σπαράζω
σπαραζόμουν	=	σπαράζω
σπαραζόμουνα	=	σπαράζω
σπαραζόντουσαν	=	σπαράζω
σπαραζόσασταν	=	σπαράζω
σπαραζόσαστε	=	σπαράζω
σπαραζόσουν	=	σπαράζω
σπαραζόσουνα	=	σπαράζω
σπαραζόταν	=	σπαράζω
σπαραζότανε	=	σπαράζω
σπαρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρακτικό
σπαρακτικέ	adj	κλητική ενικού του σπαρακτικός
σπαρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρακτική
σπαρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρακτικός
σπαρακτικής	adj	γενική ενικού του σπαρακτική
σπαρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρακτικός
σπαρακτικού	adj	γενική ενικού του σπαρακτικός
σπαρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαρακτικός
σπαρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπαρακτικός
σπαρακτικός	=	σπαραχτικός
σπαρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπαρακτικός
σπαραξικάρδια	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιας	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιε	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιες	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιο	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιοι	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιος	adj	που σου σπαράζει την καρδιά, που σε κάνει να νιώθεις μεγάλη λύπη και συμπόνια για τα πάθη άλλου
σπαραξικάρδιου	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιους	=	σπαραξικάρδιος
σπαραξικάρδιων	=	σπαραξικάρδιος
σπαραχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτήκαν	=	σπαράζω
σπαραχτήκανε	=	σπαράζω
σπαραχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαραχτικό	adv	κατά τρόπο σπαραχτικό, με σπαραγμό
σπαραχτικέ	adj	κλητική ενικού του σπαραχτικός
σπαραχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαραχτική
σπαραχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαραχτικός
σπαραχτικής	adj	γενική ενικού του σπαραχτική
σπαραχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαραχτικός
σπαραχτικού	adj	γενική ενικού του σπαραχτικός
σπαραχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαραχτικός
σπαραχτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπαραχτικός
σπαραχτικός	adj	που σπαράζει, που εκφράζεται με σπαραγμό, με βαθιά οδύνη
σπαραχτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπαραχτικός
σπαραχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαραχτούνε	=	σπαράζω
σπαραχτός	adj|rare	άλλη μορφή του σπαραχτικός
σπαραχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαράζομαι
σπαργάνωμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπαργανώνω
σπαργάνων	noun	γενική πληθυντικού του σπάργανα
σπαργάνωνα	=	σπαργανώνω
σπαργάνωναν	=	σπαργανώνω
σπαργάνωνε	=	σπαργανώνω
σπαργάνωνες	=	σπαργανώνω
σπαργάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργάνωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπαργανώνω
σπαργάνωσης	=	σπαργάνωση
σπαργανούδι	noun|literary	μωράκι στα σπάργανα
σπαργανούδια	=	σπαργανούδι
σπαργανωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπαργάνωμα
σπαργανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαργανωμένο
σπαργανωμένε	verb	κλητική ενικού του σπαργανωμένος
σπαργανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαργανωμένη
σπαργανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαργανωμένος
σπαργανωμένης	verb	γενική ενικού του σπαργανωμένη
σπαργανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπαργανωμένος
σπαργανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαργανωμένος
σπαργανωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαργανωμένος
σπαργανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπαργανωμένος
σπαργανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαργανωμένος
σπαργανωτός	adj|rare	άλλη μορφή του σπαργανωμένος
σπαργανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαργάνωμα
σπαργανώματος	noun	γενική ενικού του σπαργάνωμα
σπαργανώναμε	=	σπαργανώνω
σπαργανώναν	=	σπαργανώνω
σπαργανώνανε	=	σπαργανώνω
σπαργανώνατε	=	σπαργανώνω
σπαργανώνει	=	σπαργανώνω
σπαργανώνεις	=	σπαργανώνω
σπαργανώνετε	=	σπαργανώνω
σπαργανώνοντας	=	σπαργανώνω
σπαργανώνουμε	=	σπαργανώνω
σπαργανώνουν	=	σπαργανώνω
σπαργανώνουνε	=	σπαργανώνω
σπαργανώνω	verb|formal	φασκιώνω
σπαργανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώσαν	=	σπαργανώνω
σπαργανώσανε	=	σπαργανώνω
σπαργανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαργάνωση
σπαργανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώσεων	=	σπαργάνωση
σπαργανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαργανώνω
σπαργωτά	=	σπαργωτός
σπαργωτέ	=	σπαργωτός
σπαργωτές	=	σπαργωτός
σπαργωτή	=	σπαργωτός
σπαργωτής	=	σπαργωτός
σπαργωτοί	=	σπαργωτός
σπαργωτού	=	σπαργωτός
σπαργωτούς	=	σπαργωτός
σπαργωτό	=	σπαργωτός
σπαργωτός	adj|archaic	που είναι γεμάτος ζωή και σφρίγος
σπαργωτών	=	σπαργωτός
σπαργώ	verb|archaic	είμαι σφριγηλός, γεμάτος σφρίγος
σπαρθήκαμε	=	σπέρνω
σπαρθήκαν	=	σπέρνω
σπαρθήκανε	=	σπέρνω
σπαρθήκατε	=	σπέρνω
σπαρθεί	=	σπέρνω
σπαρθείς	=	σπέρνω
σπαρθείτε	=	σπέρνω
σπαρθούμε	=	σπέρνω
σπαρθούν	=	σπέρνω
σπαρθούνε	=	σπέρνω
σπαρθώ	=	σπέρνω
σπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρμένο
σπαρμένε	verb	κλητική ενικού του σπαρμένος
σπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρμένη
σπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρμένος
σπαρμένης	verb	γενική ενικού του σπαρμένη
σπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπαρμένος
σπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρμένος
σπαρμένος	verb	που έχει σπαρεί
σπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαρμένος
σπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπαρμένος
σπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαρμένος
σπαρματσέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρματσέτο
σπαρματσέτο	noun|dated	ημίρρευστη κηρώδης ουσία που βρίσκεται στο κεφάλι κάποιων ειδών φάλαινας (και πίστευαν —λανθασμένα— πως ήταν σπέρμα)
σπαρματσέτου	noun	γενική ενικού του σπαρματσέτο
σπαρματσέτων	noun	γενική πληθυντικού του σπαρματσέτο
σπαρολόγε	=	σπαρολόγος
σπαρολόγο	=	σπαρολόγος
σπαρολόγοι	=	σπαρολόγος
σπαρολόγος	noun	παραγάδι για το ψάρεμα σπάρων
σπαρολόγου	=	σπαρολόγος
σπαρολόγους	=	σπαρολόγος
σπαρολόγων	=	σπαρολόγος
σπαρσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπάρσιμο
σπαρσίματος	noun	γενική ενικού του σπάρσιμο
σπαρσιμάτων	=	σπάρσιμο
σπαρτά	noun	τα σιτηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπαρτός
σπαρτάρα	=	σπαρταράω
σπαρτάραγα	=	σπαρταράω
σπαρτάραγαν	=	σπαρταράω
σπαρτάραγε	=	σπαρταράω
σπαρτάραγες	=	σπαρταράω
σπαρτάρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρτάρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρτάρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρτάρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρτάριζα	=	σπαρταρίζω
σπαρτάριζαν	=	σπαρταρίζω
σπαρτάριζε	=	σπαρταρίζω
σπαρτάριζες	=	σπαρταρίζω
σπαρτάρισα	=	σπαρταρίζω
σπαρτάρισαν	=	σπαρταρίζω
σπαρτάρισε	=	σπαρταρίζω
σπαρτάρισες	=	σπαρταρίζω
σπαρτάρισμα	noun	το αποτέλεσμα του σπαρταρώ
σπαρτέ	adj	κλητική ενικού του σπαρτός
σπαρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτή
σπαρτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρτός
σπαρτής	adj	γενική ενικού του σπαρτή
σπαρταρά	=	σπαρταράω
σπαρταράγαμε	=	σπαρταράω
σπαρταράγανε	=	σπαρταράω
σπαρταράγατε	=	σπαρταράω
σπαρταράει	=	σπαρταράω
σπαρταράμε	=	σπαρταράω
σπαρταράν	=	σπαρταράω
σπαρταράνε	=	σπαρταράω
σπαρταράς	=	σπαρταράω
σπαρταράτε	=	σπαρταράω
σπαρταράω	verb	κινούμαι με σπασμωδικό τρόπο και τινάζομαι από δω κι από κει
σπαρταρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσαν	=	σπαρταράω
σπαρταρήσανε	=	σπαρταράω
σπαρταρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαρταρώ
σπαρταρίζαμε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζαν	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζανε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζατε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζει	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζεις	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζετε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζοντας	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζουμε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζουν	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζουνε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίζω	verb	άλλη μορφή του σπαρταρώ
σπαρταρίσαμε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίσαν	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίσανε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίσατε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίσει	=	σπαρταρίζω
σπαρταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτάρισμα
σπαρταρίσματος	noun	γενική ενικού του σπαρτάρισμα
σπαρταρίστε	=	σπαρταρίζω
σπαρταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπαρτάρισμα
σπαρταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρταρισμένο
σπαρταρισμένε	verb	κλητική ενικού του σπαρταρισμένος
σπαρταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρταρισμένη
σπαρταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρταρισμένος
σπαρταρισμένης	verb	γενική ενικού του σπαρταρισμένη
σπαρταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπαρταρισμένος
σπαρταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρταρισμένος
σπαρταρισμένος	verb	που έχει σπαρταρήσει.
σπαρταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαρταρισμένος
σπαρταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπαρταρισμένος
σπαρταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαρταρισμένος
σπαρταριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρταριστό	adv	με σπαρταριστό τρόπο, σπαρταρώντας
σπαρταριστέ	adj	κλητική ενικού του σπαρταριστός
σπαρταριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρταριστή
σπαρταριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρταριστός
σπαρταριστής	adj	γενική ενικού του σπαρταριστή
σπαρταριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρταριστός
σπαρταριστού	adj	γενική ενικού του σπαρταριστός
σπαρταριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαρταριστός
σπαρταριστό	adj	αιτιατική ενικού του σπαρταριστός
σπαρταριστός	adj	που σπαρταράει
σπαρταριστών	adj	γενική πληθυντικού του σπαρταριστός
σπαρταρούμε	=	σπαρταράω
σπαρταρούν	=	σπαρταράω
σπαρταρούνε	=	σπαρταράω
σπαρταρούσα	=	σπαρταράω
σπαρταρούσαμε	=	σπαρταράω
σπαρταρούσαν	=	σπαρταράω
σπαρταρούσανε	=	σπαρταράω
σπαρταρούσατε	=	σπαρταράω
σπαρταρούσε	=	σπαρταράω
σπαρταρούσες	=	σπαρταράω
σπαρταρώ	=	σπαρταράω
σπαρταρώντας	=	σπαρταράω
σπαρτιά	noun|literary	άλλη μορφή του σπάρτο
σπαρτιάς	=	σπαρτιά
σπαρτιάτες	=	σπαρτιάτης
σπαρτιάτη	=	σπαρτιάτης
σπαρτιάτης	noun	ο Σπαρτιάτης
σπαρτιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτιάτικο
σπαρτιάτικε	adj	κλητική ενικού του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτιάτικη
σπαρτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτικης	adj	γενική ενικού του σπαρτιάτικη
σπαρτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτικος	adj	άλλη μορφή του σπαρτιατικός
σπαρτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαρτιάτικος
σπαρτιάτισσα	noun	Σπαρτιάτισσα θηλυκό του Σπαρτιάτης
σπαρτιάτισσας	=	σπαρτιάτισσα
σπαρτιάτισσες	=	σπαρτιάτισσα
σπαρτιές	=	σπαρτιά
σπαρτιατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτιατικό	adv	με τον τρόπο των Σπαρτιατών, λιτά, μόνο με τα απολύτως αναγκαία
σπαρτιατικέ	adj	κλητική ενικού του σπαρτιατικός
σπαρτιατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτιατική
σπαρτιατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρτιατικός
σπαρτιατικής	adj	γενική ενικού του σπαρτιατική
σπαρτιατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρτιατικός
σπαρτιατικού	adj	γενική ενικού του σπαρτιατικός
σπαρτιατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαρτιατικός
σπαρτιατικό	adj	αιτιατική ενικού του σπαρτιατικός
σπαρτιατικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στη Σπάρτη
σπαρτιατικών	adj	γενική πληθυντικού του σπαρτιατικός
σπαρτιατισσών	=	σπαρτιάτισσα
σπαρτιατών	=	σπαρτιάτης
σπαρτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτικό
σπαρτικέ	adj	κλητική ενικού του σπαρτικός
σπαρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαρτική
σπαρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαρτικός
σπαρτικής	adj	γενική ενικού του σπαρτική
σπαρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρτικός
σπαρτικού	adj	γενική ενικού του σπαρτικός
σπαρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαρτικός
σπαρτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπαρτικός
σπαρτικός	adj	που μπορεί να πράξει την σπορά
σπαρτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπαρτικός
σπαρτιών	=	σπαρτιά
σπαρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαρτός
σπαρτολούλουδα	=	σπαρτολούλουδο
σπαρτολούλουδο	noun	το λουλούδι του σπάρτου, το άνθος του
σπαρτολούλουδου	=	σπαρτολούλουδο
σπαρτολούλουδων	=	σπαρτολούλουδο
σπαρτοπλεχτικές	=	σπαρτοπλεχτική
σπαρτοπλεχτική	noun	η κατασκευή καλαθιών, σχοινιών κ.λπ. χρησιμοποιώντας σπάρτα
σπαρτοπλεχτικής	=	σπαρτοπλεχτική
σπαρτοπλεχτικών	=	σπαρτοπλεχτική
σπαρτού	adj	γενική ενικού του σπαρτός
σπαρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαρτός
σπαρτό	noun	σπαρτά: σιτηρά	adj	αιτιατική ενικού του σπαρτός
σπαρτός	adj	που έχει σπαρεί, που τον έχουν σπείρει ή που μπορούν να τον σπείρουν
σπαρτών	adj	γενική πληθυντικού του σπαρτός
σπας	=	σπάω
σπασίκλα	noun	άλλη μορφή του σπασίκλας
σπασίκλας	noun	περιγελαστικός χαρακτηρισμός κάποιου (συνήθως μαθητή) που είναι πολύ επιμελής σε κάτι (π.χ. διάβασμα), αλλά δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το αντικείμενο ή χωρίς αντιληπτική ικανότητα σε άλλα θέματα
σπασίκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασίκλα
σπασίματα	=	σπάσιμο
σπασίματος	=	σπάσιμο
σπασαρχίδα	=	σπασαρχίδας
σπασαρχίδας	noun|vulgar	που μας τα πρήζει, που μας πρήζει τ' αρχίδια· κυριολεκτικά που σπάει αρχίδια
σπασαρχίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασαρχίδας
σπασαρχίδη	=	σπασαρχίδης
σπασαρχίδηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασαρχίδης
σπασαρχίδηδων	noun	γενική πληθυντικού του σπασαρχίδης
σπασαρχίδης	noun	άλλη μορφή του σπασαρχίδας
σπασαρχίδικα	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικε	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικες	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικη	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικης	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικο	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικοι	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικος	adj|vulgar	εκνευριστικός, ενοχλητικός
σπασαρχίδικου	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικους	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδικων	=	σπασαρχίδικος
σπασαρχίδω	=	σπασαρχίδας
σπασαρχίδων	noun	γενική πληθυντικού του σπασαρχίδας
σπασαρχίδως	noun	γενική ενικού του σπασαρχίδω
σπασικλάκι	noun	υποκοριστικό του σπασίκλας
σπασικλάκια	=	σπασικλάκι
σπασικλών	=	σπασίκλας
σπασιμάτων	=	σπάσιμο
σπασμέ	noun	κλητική ενικού του σπασμός
σπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπασμένος
σπασμένε	verb	κλητική ενικού του σπασμένος
σπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασμένη
σπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπασμένος
σπασμένης	verb	γενική ενικού του σπασμένη
σπασμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σπασμένος
σπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπασμένος
σπασμένος	verb	που έχει σπάσει
σπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπασμένος
σπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπασμένος
σπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπασμένος
σπασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπασμός
σπασμολυτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασμολυτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασμολυτικό, ουδέτερο του σπασμολυτικός
σπασμολυτικέ	adj	κλητική ενικού του σπασμολυτικός
σπασμολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασμολυτική
σπασμολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπασμολυτικός
σπασμολυτικής	adj	γενική ενικού του σπασμολυτική
σπασμολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπασμολυτικός
σπασμολυτικού	adj	γενική ενικού του σπασμολυτικός
σπασμολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπασμολυτικός
σπασμολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπασμολυτικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου με σπασμολυτική δράση που ασκείται απ' ευθείας σε λείες μυικές ίνες όπως π.χ. του παχέος εντέρου
σπασμολυτικός	adj	που σταματά τους σπασμούς
σπασμολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπασμολυτικός
σπασμοφιλία	noun	παθολογική τάση για τη δημιουργία σπασμών
σπασμοφιλίας	=	σπασμοφιλία
σπασμοφιλίες	=	σπασμοφιλία
σπασμοφιλιών	=	σπασμοφιλία
σπασμού	noun	γενική ενικού του σπασμός
σπασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπασμός
σπασμωδία	noun	συνώνυμο του τικ
σπασμωδίας	=	σπασμωδία
σπασμωδίες	=	σπασμωδία
σπασμωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασμωδικό
σπασμωδικέ	adj	κλητική ενικού του σπασμωδικός
σπασμωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπασμωδική
σπασμωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπασμωδικός
σπασμωδικής	adj	γενική ενικού του σπασμωδική
σπασμωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπασμωδικός
σπασμωδικοτήτων	=	σπασμωδικότητα
σπασμωδικού	adj	γενική ενικού του σπασμωδικός
σπασμωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπασμωδικός
σπασμωδικό	adj	αιτιατική ενικού του σπασμωδικός
σπασμωδικός	adj	που γίνεται με σπασμούς ή συνοδεύεται από σπασμούς
σπασμωδικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι σπασμωδικό(ς), η ιδιότητα του σπασμωδικού
σπασμωδικότητας	=	σπασμωδικότητα
σπασμωδικότητες	=	σπασμωδικότητα
σπασμωδικών	adj	γενική πληθυντικού του σπασμωδικός
σπασμωδιών	=	σπασμωδία
σπασμωδών	=	σπασμώδης
σπασμό	noun	αιτιατική ενικού του σπασμός
σπασμός	noun	αιφνίδια ακούσια συστολή μυός
σπασμώδεις	=	σπασμώδης
σπασμώδες	=	σπασμώδης
σπασμώδη	=	σπασμώδης
σπασμώδης	adj	που εκδηλώνεται με σπασμούς ή συνοδεύεται απ’ αυτούς
σπασμώδους	=	σπασμώδης
σπασμών	noun	γενική πληθυντικού του σπασμός
σπασοκέφι	noun	η διασκέδαση
σπασουάρ	noun	προστατευτικό εσώρουχο που φοριέται για να προφυλάσσει τα γεννητικά όργανα από τραυματισμούς, κυρίως κατά την άθληση
σπαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαστό
σπαστέ	adj	κλητική ενικού του σπαστός
σπαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαστή
σπαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαστός
σπαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστήκαν	=	σπάζομαι
σπαστήκανε	=	σπάζομαι
σπαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστής	adj	γενική ενικού του σπαστή
σπαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαστικό	adv	με εκνευριστικό τρόπο
σπαστικέ	adj	κλητική ενικού του σπαστικός
σπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαστική
σπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαστικός
σπαστικής	adj	γενική ενικού του σπαστική
σπαστικιά	=	σπαστικός
σπαστικιάς	=	σπαστικός
σπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαστικός
σπαστικού	adj	γενική ενικού του σπαστικός
σπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαστικός
σπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σπαστικός
σπαστικός	adj	που νοσεί από σπαστική παράλυση	noun	που είναι σπαστικός
σπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σπαστικός
σπαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαστός
σπαστού	adj	γενική ενικού του σπαστός
σπαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστούνε	=	σπάζω
σπαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπαστός
σπαστό	adj	αιτιατική ενικού του σπαστός
σπαστός	adj	που αποτελείται από κομμάτια ή τμήματα που μπορούν ν’ αλλάξουν θέση, να συμπτυχθούν ή αναπτυχθούν αλλά και να επανέλθουν στην αρχική θέση και κατάσταση
σπαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπάζομαι
σπαστών	adj	γενική πληθυντικού του σπαστός
σπατάλα	=	σπαταλώ
σπατάλαγε	=	σπαταλώ
σπατάλες	=	σπατάλη
σπατάλη	noun	δαπάνη πόρων ή χρημάτων πέρα από το αναγκαίο, ειδικά όταν αυτά είναι περιορισμένα
σπατάλημα	noun	το αποτέλεσμα του σπαταλώ
σπατάλης	=	σπατάλη
σπατάλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπατάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπατάλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπατάλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπατάληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπαταλώ
σπατάλησης	=	σπατάληση
σπατάλως	adv|dated	άλλη μορφή του σπάταλα
σπαταλά	=	σπαταλώ
σπαταλάει	=	σπαταλώ
σπαταλάμε	=	σπαταλώ
σπαταλάν	=	σπαταλώ
σπαταλάνε	=	σπαταλώ
σπαταλάς	=	σπαταλώ
σπαταλάτε	=	σπαταλώ
σπαταλάω	verb	άλλη μορφή του σπαταλώ
σπαταλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταλήματα	=	σπατάλημα
σπαταλήματος	=	σπατάλημα
σπαταλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσαν	=	σπαταλώ
σπαταλήσανε	=	σπαταλώ
σπαταλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσεων	=	σπατάληση
σπαταλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλώ
σπαταλίζω	verb	άλλη μορφή του σπαταλώ
σπαταλεμένα	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένε	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένες	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένη	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένης	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένο	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένοι	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σπαταλώ
σπαταλεμένου	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένους	=	σπαταλεμένος
σπαταλεμένων	=	σπαταλεμένος
σπαταλεύω	verb	άλλη μορφή του σπαταλώ
σπαταληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπαταλιέμαι
σπαταλημάτων	=	σπατάλημα
σπαταλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαταλημένο
σπαταλημένε	verb	κλητική ενικού του σπαταλημένος
σπαταλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπαταλημένη
σπαταλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπαταλημένος
σπαταλημένης	verb	γενική ενικού του σπαταλημένη
σπαταλημένο	verb	αιτιατική ενικού του σπαταλημένος
σπαταλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπαταλημένος
σπαταλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σπαταλώ
σπαταλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπαταλημένος
σπαταλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπαταλημένος
σπαταλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπαταλημένος
σπαταλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπαταλάω / σπαταλώ
σπαταλούμε	=	σπαταλώ
σπαταλούν	=	σπαταλώ
σπαταλούνε	=	σπαταλώ
σπαταλούσα	=	σπαταλώ
σπαταλούσαμε	=	σπαταλώ
σπαταλούσαν	=	σπαταλώ
σπαταλούσανε	=	σπαταλώ
σπαταλούσατε	=	σπαταλώ
σπαταλούσε	=	σπαταλώ
σπαταλούσες	=	σπαταλώ
σπαταλώ	verb	ξοδεύω σπάταλα, κάνω σπατάλες
σπαταλώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπαταλώ
σπαταλών	=	σπατάλη
σπαταλώντας	=	σπαταλώ
σπατουλών	=	σπάτουλα
σπαχή	=	σπαχής
σπαχήδες	=	σπαχής
σπαχήδων	=	σπαχής
σπαχής	noun	τάξη Τούρκων ιππέων πολεμιστής στους οποίους αποδίδονταν τιμάρια
σπείρα	noun	καμπύλη που γράφει ένα σημείο ενώ περιστρέφεται και απομακρύνεται, προς μία κατεύθυνση, από κάποιο σταθερό σημείο
σπείραμα	noun	μικρό φίλτρο των νεφρών (χρησιμοποιείται στον πληθυντικό σπειράματα)
σπείραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείραν	=	σπέρνω
σπείρανε	=	σπέρνω
σπείρας	noun	γενική ενικού του σπείρα
σπείρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπείρα
σπείρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρομε	=	σπέρνω
σπείρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρουνε	=	σπέρνω
σπείρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπέρνω
σπείρω	verb	α' ενικό πρόσωπο εξαρτημένου τύπου του ρήματος σπέρνω
σπείρωμα	noun	σπειροειδής αυλάκωση, σε βίδες και άλλα εξαρτήματα
σπείρωση	noun	το μάζεμα του σχοινιού, της αλυσίδας κ.λπ. με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζει σπείρες
σπείρωσης	=	σπείρωση
σπεδίζαμε	=	σπεδίζω
σπεδίζαν	=	σπεδίζω
σπεδίζανε	=	σπεδίζω
σπεδίζατε	=	σπεδίζω
σπεδίζει	=	σπεδίζω
σπεδίζεις	=	σπεδίζω
σπεδίζετε	=	σπεδίζω
σπεδίζοντας	=	σπεδίζω
σπεδίζουμε	=	σπεδίζω
σπεδίζουν	=	σπεδίζω
σπεδίζουνε	=	σπεδίζω
σπεδίζω	verb	τοποθετώ λουριά στα πόδια, ώστε να μην περπατά τελείως ελεύθερα
σπεδίσαμε	=	σπεδίζω
σπεδίσαν	=	σπεδίζω
σπεδίσανε	=	σπεδίζω
σπεδίσατε	=	σπεδίζω
σπεδίσει	=	σπεδίζω
σπεδίστε	=	σπεδίζω
σπειράματα	=	σπείραμα
σπειράματος	=	σπείραμα
σπειραμάτων	=	σπείραμα
σπειραματονεφρίτιδα	noun	φλεγμονή των σπειραμάτων του νεφρού
σπειραματονεφρίτιδας	=	σπειραματονεφρίτιδα
σπειραματονεφρίτιδες	=	σπειραματονεφρίτιδα
σπειραματονεφρίτιδων	=	σπειραματονεφρίτιδα
σπειροειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σπειροειδής
σπειροειδή	=	σπειροειδής
σπειροειδής	adj	που έχει τη μορφή σπείρας.
σπειροειδείς	=	σπειροειδής
σπειροειδούς	=	σπειροειδής
σπειροειδών	=	σπειροειδής
σπειρονήματα	=	σπειρόνημα
σπειρονήματος	=	σπειρόνημα
σπειρονημάτων	=	σπειρόνημα
σπειροτόμε	=	σπειροτόμος
σπειροτόμο	=	σπειροτόμος
σπειροτόμοι	=	σπειροτόμος
σπειροτόμος	noun|formal	εργαλείο για τη δημιουργία σπειρώματος στο εσωτερικό μεταλλικών σωλήνων
σπειροτόμου	=	σπειροτόμος
σπειροτόμους	=	σπειροτόμος
σπειροτόμων	=	σπειροτόμος
σπειροχαίτες	=	σπειροχαίτη
σπειροχαίτη	noun	παθογόνο βακτήριο με σπειροειδή μορφή της τάξης Spirochaetales
σπειροχαίτης	=	σπειροχαίτη
σπειροχαιτών	=	σπειροχαίτη
σπειρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπείρωμα
σπειρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπειρωτός	adv	με σπειρωτό τρόπο
σπειρωτέ	adj	κλητική ενικού του σπειρωτός
σπειρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπειρωτή
σπειρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπειρωτός
σπειρωτής	adj	γενική ενικού του σπειρωτή
σπειρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπειρωτός
σπειρωτού	adj	γενική ενικού του σπειρωτός
σπειρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπειρωτός
σπειρωτό	adj	αιτιατική ενικού του σπειρωτός
σπειρωτός	adj	άλλη μορφή του σπειροειδής
σπειρωτών	adj	γενική πληθυντικού του σπειρωτός
σπειρόνημα	noun	η σπειροχαίτη
σπειρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπείρωμα
σπειρώματος	noun	γενική ενικού του σπείρωμα
σπειρών	noun	γενική πληθυντικού του σπείρα
σπειρώσεις	=	σπείρωση
σπειρώσεων	=	σπείρωση
σπεκουλάρισα	=	σπεκουλάρω
σπεκουλάρισμα	noun	η κερδοσκοπία
σπεκουλάρω	verb	κερδοσκοπώ
σπεκουλάτσια	noun	η κερδοσκοπία
σπεκουλάτσιας	=	σπεκουλάτσια
σπεκουλάτσιες	=	σπεκουλάτσια
σπεκουλαδόρα	noun	θηλυκό του σπεκουλαδόρος: η κερδοσκόπος
σπεκουλαδόρας	=	σπεκουλαδόρα
σπεκουλαδόρε	noun	κλητική ενικού του σπεκουλαδόρος
σπεκουλαδόρες	=	σπεκουλαδόρα
σπεκουλαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του σπεκουλαδόρος
σπεκουλαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπεκουλαδόρος
σπεκουλαδόρος	noun	που σπεκουλάρει
σπεκουλαδόρου	noun	γενική ενικού του σπεκουλαδόρος
σπεκουλαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπεκουλαδόρος
σπεκουλαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του σπεκουλαδόρος
σπεκουλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπεκουλάρισμα
σπεκουλαρίσματος	noun	γενική ενικού του σπεκουλάρισμα
σπεκουλαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπεκουλάρισμα
σπεκουλαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπεκουλαρισμένο
σπεκουλαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπεκουλαρισμένη
σπεκουλαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλαρισμένης	verb	γενική ενικού του σπεκουλαρισμένη
σπεκουλαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλαρισμένος	=	σπεκουλάρω
σπεκουλαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπεκουλαρισμένος
σπεκουλατσιών	=	σπεκουλάτσια
σπεκουλών	noun	γενική πληθυντικού του σπέκουλα
σπεντζοφάγια	=	σπεντζοφάι
σπεντζοφάι	noun	προφορά του σπετζοφάι
σπεντζών	noun	γενική πληθυντικού του σπέντζα
σπεντονιού	=	σπεντόνι
σπεντονιών	=	σπεντόνι
σπεντόνι	noun	εργαλείο υποδηματοποιού με το οποίο τρυπούνταν οι σόλες των παπουτσιών
σπεντόνια	=	σπεντόνι
σπερδουκλιού	=	σπερδούκλι
σπερδουκλιών	=	σπερδούκλι
σπερδούκλα	noun	το φυτό ασφόδελος
σπερδούκλι	noun	ο ασφόδελος
σπερδούκλια	=	σπερδούκλι
σπερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπέρμα
σπερμίνες	=	σπερμίνη
σπερμίνη	noun	πολυαμίνη που εμπλέκεται στον κυτταρικό μεταβολισμό σε όλα τα ευκαρυωτικά κύτταρα
σπερμίνης	=	σπερμίνη
σπερματέγχυση	noun	η έγχυση σπέρματος με τεχνητό τρόπο προκειμένου να επιτευχθεί η γονιμοποίηση
σπερματέγχυσης	=	σπερματέγχυση
σπερματίνες	=	σπερματίνη
σπερματίνη	noun	άλλη μορφή του σπερμίνη
σπερματίνης	=	σπερματίνη
σπερματαγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπερματαγωγός
σπερματαγωγέ	adj	κλητική ενικού του σπερματαγωγός
σπερματαγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερματαγωγός
σπερματαγωγού	adj	γενική ενικού του σπερματαγωγός
σπερματαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερματαγωγός
σπερματαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του σπερματαγωγός
σπερματαγωγός	adj	που μεταφέρει το σπέρμα
σπερματαγωγών	adj	γενική πληθυντικού του σπερματαγωγός
σπερματεγχυτών	=	σπερματεγχύτης
σπερματεγχύσεις	=	σπερματέγχυση
σπερματεγχύσεων	=	σπερματέγχυση
σπερματεγχύτες	=	σπερματεγχύτης
σπερματεγχύτη	=	σπερματεγχύτης
σπερματεγχύτης	noun	κάποιος που έχει εξειδικευτεί στην τεχνητή σπερματέγχυση για την αναπαραγωγή αγελάδων και άλλων σταβλιζόμενων ζώων
σπερματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματικό
σπερματικέ	adj	κλητική ενικού του σπερματικός
σπερματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματική
σπερματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερματικός
σπερματικής	adj	γενική ενικού του σπερματική
σπερματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερματικός
σπερματικού	adj	γενική ενικού του σπερματικός
σπερματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερματικός
σπερματικό	adj	αιτιατική ενικού του σπερματικός
σπερματικός	adj	που σχετίζεται με το σπέρμα
σπερματικών	adj	γενική πληθυντικού του σπερματικός
σπερματινών	=	σπερματίνη
σπερματισμέ	=	σπερματισμός
σπερματισμοί	=	σπερματισμός
σπερματισμού	=	σπερματισμός
σπερματισμούς	=	σπερματισμός
σπερματισμό	=	σπερματισμός
σπερματισμός	noun	η σπερματογονία
σπερματισμών	=	σπερματισμός
σπερματοβλάστες	=	σπερματοβλάστη
σπερματοβλάστη	noun	κύτταρο που είναι πρόδρομος του σπερματοζωαρίου, δηλαδή ένα κύτταρο από το οποίο εξελίσσεται το σπερματοζωάριο κατά τη διαδικασία της σπερματογένεσης
σπερματοβλάστης	=	σπερματοβλάστη
σπερματοβλαστών	=	σπερματοβλάστη
σπερματογένεση	noun	η διαδικασία κατά την οποία σχηματίζονται σπερματοζωάρια
σπερματογένεσης	=	σπερματογένεση
σπερματογενέσεις	=	σπερματογένεση
σπερματογενέσεων	=	σπερματογένεση
σπερματογονία	noun	άλλη μορφή του σπερματογένεση
σπερματογονίας	noun	γενική ενικού του σπερματογονία
σπερματογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματογονία
σπερματογονιών	noun	γενική πληθυντικού του σπερματογονία
σπερματογραφία	noun	εξέταση της μορφής και της περιεκτικότητας του σπέρματος
σπερματογραφίας	noun	γενική ενικού του σπερματογραφία
σπερματογραφίες	=	σπερματογραφία
σπερματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σπερματογραφία
σπερματογόνα	=	σπερματογόνος
σπερματογόνας	=	σπερματογόνος
σπερματογόνε	=	σπερματογόνος
σπερματογόνες	=	σπερματογόνος
σπερματογόνο	=	σπερματογόνος
σπερματογόνοι	=	σπερματογόνος
σπερματογόνος	adj	που παράγει σπέρμα
σπερματογόνου	=	σπερματογόνος
σπερματογόνους	=	σπερματογόνος
σπερματογόνων	=	σπερματογόνος
σπερματοδοτών	=	σπερματοδότης
σπερματοδότες	=	σπερματοδότης
σπερματοδότη	=	σπερματοδότης
σπερματοδότης	noun	δότης σπέρματος, που διαθέτει το σπέρμα του, συνήθως σε τράπεζα σπέρματος
σπερματοδόχα	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχας	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχε	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχες	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχο	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχοι	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχος	adj	που δέχεται το σπέρμα
σπερματοδόχου	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχους	=	σπερματοδόχος
σπερματοδόχων	=	σπερματοδόχος
σπερματοζωάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματοζωάριο
σπερματοζωάριο	noun	το αναπαραγωγικό κύτταρο (γαμέτης) του αρσενικού, το οποίο γονιμοποιεί το ωάριο για να παραχθεί το ζυγωτό
σπερματοζωάριου	=	σπερματοζωάριο
σπερματοζωάριων	=	σπερματοζωάριο
σπερματοζωαρίου	noun	γενική ενικού του σπερματοζωάριο
σπερματοζωαρίων	=	σπερματοζωάριο
σπερματοθήκες	=	σπερματοθήκη
σπερματοθήκη	noun	τμήμα φυτού στο οποίο περικλείονται τα σπέρματα
σπερματοθήκης	=	σπερματοθήκη
σπερματοθηκών	=	σπερματοθήκη
σπερματοκτόνα	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνας	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνε	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνες	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνο	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνοι	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνος	adj	που σκοτώνει τα σπερματοζωάρια
σπερματοκτόνου	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνους	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκτόνων	=	σπερματοκτόνος
σπερματοκυττάρου	=	σπερματοκύτταρο
σπερματοκυττάρων	=	σπερματοκύτταρο
σπερματοκύτταρα	=	σπερματοκύτταρο
σπερματοκύτταρο	noun	κύτταρο σε ενδιάμεσο στάδιο ανάπτυξης των γαμετών μέσα στους όρχεις και αποτελεί εξελικτική βαθμίδα της σπερματογένεσης
σπερματοκύτταρου	=	σπερματοκύτταρο
σπερματολογία	noun	η μελέτη του ανθρώπινου σπέρματος, συμπεριλαμβανομένης της μορφολογίας, της φυσιολογίας και της λειτουργίας του, μέρος του πεδίου της ανδρολογίας και της αναπαραγωγικής βιολογίας
σπερματολογίας	=	σπερματολογία
σπερματολογίες	=	σπερματολογία
σπερματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματολογικό
σπερματολογικέ	adj	κλητική ενικού του σπερματολογικός
σπερματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματολογική
σπερματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερματολογικός
σπερματολογικής	adj	γενική ενικού του σπερματολογική
σπερματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερματολογικός
σπερματολογικού	adj	γενική ενικού του σπερματολογικός
σπερματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερματολογικός
σπερματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σπερματολογικός
σπερματολογικός	adj	σχετικός με την σπερματολογία
σπερματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σπερματολογικός
σπερματολογιών	=	σπερματολογία
σπερματορροιών	noun	γενική πληθυντικού του σπερματόρροια
σπερματορροϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκέ	adj	κλητική ενικού του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματορροϊκή
σπερματορροϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκής	adj	γενική ενικού του σπερματορροϊκή
σπερματορροϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκού	adj	γενική ενικού του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκό	adj	αιτιατική ενικού του σπερματορροϊκός
σπερματορροϊκός	noun	κάποιος που πάσχει από σπερματόρροια	adj	που έχει σχέση με τη σπερματόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπερματορροϊκών	adj	γενική πληθυντικού του σπερματορροϊκός
σπερματοτοξίνες	=	σπερματοτοξίνη
σπερματοτοξίνη	noun	τοξική ουσία που καταστρέφει τα σπερματοζωάρια
σπερματοτοξίνης	=	σπερματοτοξίνη
σπερματοτοξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματοτοξικό
σπερματοτοξικέ	adj	κλητική ενικού του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματοτοξική
σπερματοτοξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξικής	adj	γενική ενικού του σπερματοτοξική
σπερματοτοξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξικού	adj	γενική ενικού του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξικό	adj	αιτιατική ενικού του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξικός	adj	που έχει σπερματοκτόνο δράση
σπερματοτοξικών	adj	γενική πληθυντικού του σπερματοτοξικός
σπερματοτοξινών	=	σπερματοτοξίνη
σπερματοφάγα	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγας	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγε	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγες	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγο	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγοι	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγος	adj	που τρώει σπόρους
σπερματοφάγου	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγους	=	σπερματοφάγος
σπερματοφάγων	=	σπερματοφάγος
σπερματοφόρα	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρας	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρε	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρες	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρο	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόροι	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρος	adj	που παράγει ή έχει σπέρματα
σπερματοφόρου	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρους	=	σπερματοφόρος
σπερματοφόρων	=	σπερματοφόρος
σπερματούχα	=	σπερματούχος
σπερματούχε	=	σπερματούχος
σπερματούχο	=	σπερματούχος
σπερματούχοι	=	σπερματούχος
σπερματούχος	adj	αυτός στον οποίο υπάρχει σπέρμα
σπερματούχου	=	σπερματούχος
σπερματούχους	=	σπερματούχος
σπερματούχων	=	σπερματούχος
σπερματσέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματσέτο
σπερματσέτο	noun|dated	άλλη μορφή του σπαρματσέτο
σπερματσέτου	noun	γενική ενικού του σπερματσέτο
σπερματσέτων	noun	γενική πληθυντικού του σπερματσέτο
σπερματόρροια	noun	εκροή σπέρματος ή εκκρίσεων του προστάτη από την ουρήθρα, χωρίς να προηγηθεί σεξουαλικός ερεθισμός
σπερματόρροιας	noun	γενική ενικού του σπερματόρροια
σπερματόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερματόρροια
σπερμιδίνες	=	σπερμιδίνη
σπερμιδίνη	noun	πολυαμίνη η οποία βρίσκεται σε όλους τους ευκαρυωτικούς οργανισμούς και παίζει σημαντικό ρόλο σε κυτταρικές διαδικασίες, όπως η κυτταρική ανάπτυξη, ο κυτταρικός πολλαπλασιασμός, η γήρανση και η αυτοφαγία
σπερμιδίνης	=	σπερμιδίνη
σπερμιδινών	=	σπερμιδίνη
σπερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμικό
σπερμικέ	adj	κλητική ενικού του σπερμικός
σπερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμική
σπερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερμικός
σπερμικής	adj	γενική ενικού του σπερμική
σπερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερμικός
σπερμικού	adj	γενική ενικού του σπερμικός
σπερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερμικός
σπερμικό	adj	αιτιατική ενικού του σπερμικός
σπερμικός	adj	άλλη μορφή του σπερματικός
σπερμικών	adj	γενική πληθυντικού του σπερμικός
σπερμινών	=	σπερμίνη
σπερμοβλάστες	=	σπερμοβλάστη
σπερμοβλάστη	noun	άλλη μορφή του σπερματοβλάστη
σπερμοβλάστης	=	σπερμοβλάστη
σπερμοβλαστών	=	σπερμοβλάστη
σπερμογένεση	noun	άλλη μορφή του σπερματογένεση
σπερμογένεσης	=	σπερμογένεση
σπερμογενέσεις	=	σπερμογένεση
σπερμογενέσεων	=	σπερμογένεση
σπερμογονία	noun	άλλη μορφή του σπερματογένεση
σπερμογονίας	noun	γενική ενικού του σπερμογονία
σπερμογονίες	=	σπερμογονία
σπερμογονιών	noun	γενική πληθυντικού του σπερμογονία
σπερμογόνα	=	σπερμογόνος
σπερμογόνας	=	σπερμογόνος
σπερμογόνε	=	σπερμογόνος
σπερμογόνες	=	σπερμογόνος
σπερμογόνο	=	σπερμογόνος
σπερμογόνοι	=	σπερμογόνος
σπερμογόνος	adj	άλλη μορφή του σπερματογόνος
σπερμογόνου	=	σπερμογόνος
σπερμογόνους	=	σπερμογόνος
σπερμογόνων	=	σπερμογόνος
σπερμοδόχα	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχας	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχε	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχες	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχο	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχοι	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχος	adj	άλλη μορφή του σπερματοδόχος
σπερμοδόχου	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχους	=	σπερμοδόχος
σπερμοδόχων	=	σπερμοδόχος
σπερμοθήκες	=	σπερμοθήκη
σπερμοθήκη	noun	όργανο θηλυκών ασπόνδυλων, στο οποίο διατηρείται το σπέρμα του αρσενικού
σπερμοθήκης	=	σπερμοθήκη
σπερμοθηκών	=	σπερμοθήκη
σπερμοκυττάρου	=	σπερμοκύτταρο
σπερμοκυττάρων	=	σπερμοκύτταρο
σπερμοκύτταρα	=	σπερμοκύτταρο
σπερμοκύτταρο	noun	άλλη μορφή του σπερματοκύτταρο
σπερμοκύτταρου	=	σπερμοκύτταρο
σπερμολογήσαμε	=	σπερμολογώ
σπερμολογήσαν	=	σπερμολογώ
σπερμολογήσανε	=	σπερμολογώ
σπερμολογήσατε	=	σπερμολογώ
σπερμολογήσει	=	σπερμολογώ
σπερμολογήστε	=	σπερμολογώ
σπερμολογία	noun|formal	η διάδοση (ανυπόστατων ή ψευδών) διαδόσεων ή φημών
σπερμολογίας	noun	γενική ενικού του σπερμολογία
σπερμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογία
σπερμολογεί	=	σπερμολογώ
σπερμολογείς	=	σπερμολογώ
σπερμολογείτε	=	σπερμολογώ
σπερμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογημένο
σπερμολογημένε	verb	κλητική ενικού του σπερμολογημένος
σπερμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογημένη
σπερμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερμολογημένος
σπερμολογημένης	verb	γενική ενικού του σπερμολογημένη
σπερμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του σπερμολογημένος
σπερμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογημένος
σπερμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπερμολογημένος
σπερμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπερμολογημένος
σπερμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπερμολογημένος
σπερμολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογικό
σπερμολογικέ	adj	κλητική ενικού του σπερμολογικός
σπερμολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογική
σπερμολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερμολογικός
σπερμολογικής	adj	γενική ενικού του σπερμολογική
σπερμολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερμολογικός
σπερμολογικού	adj	γενική ενικού του σπερμολογικός
σπερμολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερμολογικός
σπερμολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σπερμολογικός
σπερμολογικός	adj	σχετικός με την σπερμολογία
σπερμολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σπερμολογικός
σπερμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σπερμολογία
σπερμολογούμε	=	σπερμολογώ
σπερμολογούν	=	σπερμολογώ
σπερμολογούνε	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσα	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσαμε	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσαν	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσανε	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσατε	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσε	=	σπερμολογώ
σπερμολογούσες	=	σπερμολογώ
σπερμολογώ	verb|formal	διαδίδω (ανυπόστατες ή ψευδείς), διαδόσεις ή φήμες, κουτσομπολεύω
σπερμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σπερμολογώ
σπερμολόγε	noun	κλητική ενικού του σπερμολόγος
σπερμολόγει	=	σπερμολογώ
σπερμολόγησα	=	σπερμολογώ
σπερμολόγησαν	=	σπερμολογώ
σπερμολόγησε	=	σπερμολογώ
σπερμολόγησες	=	σπερμολογώ
σπερμολόγο	noun	αιτιατική ενικού του σπερμολόγος
σπερμολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερμολόγος
σπερμολόγος	noun|formal	ο κουτσομπόλης (συχνά μιλά για αρνητικά γεγονότα ή κατά την γνώμη του για ανήθικους ανθρώπους)
σπερμολόγου	noun	γενική ενικού του σπερμολόγος
σπερμολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπερμολόγος
σπερμολόγων	noun	γενική πληθυντικού του σπερμολόγος
σπερμοτοξίνες	=	σπερμοτοξίνη
σπερμοτοξίνη	noun	άλλη μορφή του σπερματοτοξίνη
σπερμοτοξίνης	=	σπερμοτοξίνη
σπερμοτοξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμοτοξικό
σπερμοτοξικέ	adj	κλητική ενικού του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερμοτοξική
σπερμοτοξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξικής	adj	γενική ενικού του σπερμοτοξική
σπερμοτοξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξικού	adj	γενική ενικού του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξικό	adj	αιτιατική ενικού του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξικός	adj	άλλη μορφή του σπερματοτοξικός
σπερμοτοξικών	adj	γενική πληθυντικού του σπερμοτοξικός
σπερμοτοξινών	=	σπερμοτοξίνη
σπερμοφάγα	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγας	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγε	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγες	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγο	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγοι	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγος	adj	που τρώει σπόρους
σπερμοφάγου	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγους	=	σπερμοφάγος
σπερμοφάγων	=	σπερμοφάγος
σπερμοφυές	=	σπερμοφυής
σπερμοφυή	=	σπερμοφυής
σπερμοφυής	adj	που έχει φυτρώσει από σπόρο, χωρίς μόσχευμα ή παραφυάδα
σπερμοφυείς	=	σπερμοφυής
σπερμοφυούς	=	σπερμοφυής
σπερμοφυών	=	σπερμοφυής
σπερμοφόρα	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρας	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρε	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρες	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρο	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόροι	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρος	adj	άλλη μορφή του σπερματοφόρος
σπερμοφόρου	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρους	=	σπερμοφόρος
σπερμοφόρων	=	σπερμοφόρος
σπερνά	noun|dated	τα κόλλυβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπερνός
σπερνέ	adj	κλητική ενικού του σπερνός
σπερνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπερνή
σπερνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπερνός
σπερνής	adj	γενική ενικού του σπερνή
σπερνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπερνός
σπερνού	adj	γενική ενικού του σπερνός
σπερνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπερνός
σπερνό	adj	αιτιατική ενικού του σπερνός
σπερνόμασταν	=	σπέρνω
σπερνόμαστε	=	σπέρνω
σπερνόμουν	=	σπέρνω
σπερνόμουνα	=	σπέρνω
σπερνόντουσαν	=	σπέρνω
σπερνός	adj	άλλη μορφή του εσπερινός
σπερνόσασταν	=	σπέρνω
σπερνόσαστε	=	σπέρνω
σπερνόσουν	=	σπέρνω
σπερνόσουνα	=	σπέρνω
σπερνόταν	=	σπέρνω
σπερνότανε	=	σπέρνω
σπερνών	adj	γενική πληθυντικού του σπερνός
σπεροδειπνώ	verb|rare	δειπνώ το εσπέρας, το απόγευμα
σπεσιαλίστας	noun	ο ειδικός, ο εξπέρ σε έναν συγκεκριμένο κλάδο
σπεσιαλίστρια	=	σπεσιαλίστας
σπεσιαλιτέ	noun	φαγώσιμο που παρασκευάζεται αποκλειστικά από κάποιον ή κάποια περιοχή που ειδικεύονται στην δημιουργία του
σπετζοφάγια	=	σπετζοφάι
σπετζοφάι	noun	είδος πικάντικου φαγητού με λουκάνικα, πιπεριές, ντομάτα κ.ά. υλικά
σπετζών	noun	γενική πληθυντικού του σπέτζα
σπετσέρη	=	σπετσέρης
σπετσέρηδες	=	σπετσέρης
σπετσέρηδων	=	σπετσέρης
σπετσέρης	noun|dated	ο φαρμακοποιός
σπετσαρία	noun|dated	φαρμακείο
σπετσαρίας	noun	γενική ενικού του σπετσαρία
σπετσαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπετσαρία
σπετσαριών	noun	γενική πληθυντικού του σπετσαρία
σπετσιέρη	=	σπετσιέρης
σπετσιέρηδες	=	σπετσιέρης
σπετσιέρηδων	=	σπετσιέρης
σπετσιέρης	noun|dated	ο βοηθός του φαρμακοποιού, το παιδί-βοηθός που έπαιρνε οδηγίες από τον φαρμακοποιό για να κάνει κάποια δουλειά.
σπετσιωτισσών	=	σπετσιώτισσα
σπετσιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπετσιώτικο
σπετσιώτικε	adj	κλητική ενικού του σπετσιώτικος
σπετσιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπετσιώτικη
σπετσιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπετσιώτικος
σπετσιώτικης	adj	γενική ενικού του σπετσιώτικη
σπετσιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σπετσιώτικος
σπετσιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπετσιώτικος
σπετσιώτικος	adj	που σχετίζεται με τις Σπέτσες
σπετσιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπετσιώτικος
σπετσιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπετσιώτικος
σπετσιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπετσιώτικος
σπετσιώτισσα	noun	θηλυκό του Σπετσιώτης
σπετσιώτισσας	=	σπετσιώτισσα
σπετσιώτισσες	=	σπετσιώτισσα
σπεύδαμε	=	σπεύδω
σπεύδαν	=	σπεύδω
σπεύδανε	=	σπεύδω
σπεύδατε	=	σπεύδω
σπεύδει	=	σπεύδω
σπεύδεις	=	σπεύδω
σπεύδετε	=	σπεύδω
σπεύδομε	=	σπεύδω
σπεύδοντας	=	σπεύδω
σπεύδουμε	=	σπεύδω
σπεύδουν	=	σπεύδω
σπεύδουνε	=	σπεύδω
σπεύδω	verb	πηγαίνω κάπου βιαστικά
σπεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσαν	=	σπεύδω
σπεύσανε	=	σπεύδω
σπεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσομε	=	σπεύδω
σπεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσουνε	=	σπεύδω
σπεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
σπηλαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπηλαίος
σπηλαίας	adj	γενική ενικού του σπηλαία
σπηλαίε	adj	σπηλαίος, στην κλητική του ενικού
σπηλαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλαία
σπηλαίο	adj	σπηλαίος, στην αιτιατική του ενικού
σπηλαίοι	adj	σπηλαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
σπηλαίος	adj|rare	που κατοικεί σε σπήλαιο
σπηλαίου	adj	γενική ενικού του σπηλαίος
σπηλαίους	adj	σπηλαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
σπηλαίων	noun	γενική πληθυντικού του σπήλαιο
σπηλαίωση	noun	η σπηλιά, η κοιλότητα σε κάποιο βραχώδες μέρος
σπηλαίωσης	noun	γενική ενικού του σπηλαίωση
σπηλαιοβάραθρα	=	σπηλαιοβάραθρο
σπηλαιοβάραθρο	noun	σπήλαιο με κατεύθυνση κάθετα προς την επιφάνεια του εδάφους
σπηλαιοβάραθρου	=	σπηλαιοβάραθρο
σπηλαιοβαράθρου	=	σπηλαιοβάραθρο
σπηλαιοβαράθρων	=	σπηλαιοβάραθρο
σπηλαιογραφία	noun	ζωγραφική τεχνική και διακόσμηση σε σπήλαια συνήθως από πρωτόγονους ανθρώπους
σπηλαιογραφίας	=	σπηλαιογραφία
σπηλαιογραφίες	=	σπηλαιογραφία
σπηλαιογραφιών	=	σπηλαιογραφία
σπηλαιοδίαιτα	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτε	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτες	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτη	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτης	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτο	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτοι	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτος	adj	που ζει σε σπήλαια
σπηλαιοδίαιτου	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτους	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδίαιτων	=	σπηλαιοδίαιτος
σπηλαιοδυτών	=	σπηλαιοδύτης
σπηλαιοδύτες	=	σπηλαιοδύτης
σπηλαιοδύτη	=	σπηλαιοδύτης
σπηλαιοδύτης	noun	άτομο που κάνει σπηλαιοκατάδυση
σπηλαιοκατάδυση	noun	κατάδυση σε τμήματα ενός σπηλαίου που έχουν κατακλυστεί με νερό
σπηλαιοκατάδυσης	=	σπηλαιοκατάδυση
σπηλαιοκαταδύσεις	=	σπηλαιοκατάδυση
σπηλαιοκαταδύσεων	=	σπηλαιοκατάδυση
σπηλαιολίμνες	=	σπηλαιολίμνη
σπηλαιολίμνη	noun	λίμνη που σχηματίζεται σε κοιλώματα σταλαγμιτών σε σπήλαιο.
σπηλαιολίμνης	=	σπηλαιολίμνη
σπηλαιολιμνών	=	σπηλαιολίμνη
σπηλαιολογία	noun	κλάδος ο οποίος ασχολείται με την έρευνα και τη εξερεύνηση σπηλαίων
σπηλαιολογίας	noun	γενική ενικού του σπηλαιολογία
σπηλαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλαιολογία
σπηλαιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλαιολογικό
σπηλαιολογικέ	adj	κλητική ενικού του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλαιολογική
σπηλαιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογικής	adj	γενική ενικού του σπηλαιολογική
σπηλαιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογικού	adj	γενική ενικού του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογικός	adj	που σχετίζεται με την σπηλαιολογία
σπηλαιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σπηλαιολογικός
σπηλαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σπηλαιολογία
σπηλαιολόγε	noun	κλητική ενικού του σπηλαιολόγος
σπηλαιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του σπηλαιολόγος
σπηλαιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπηλαιολόγος
σπηλαιολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στην σπηλαιολογία
σπηλαιολόγου	noun	γενική ενικού του σπηλαιολόγος
σπηλαιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπηλαιολόγος
σπηλαιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του σπηλαιολόγος
σπηλαιωδών	=	σπηλαιώδης
σπηλαιόβια	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιας	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιε	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιες	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιο	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιοι	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιος	adj	που κατοικεί σε σπήλαιο
σπηλαιόβιου	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιους	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιόβιων	=	σπηλαιόβιος
σπηλαιώδεις	=	σπηλαιώδης
σπηλαιώδες	=	σπηλαιώδης
σπηλαιώδη	=	σπηλαιώδης
σπηλαιώδης	adj	που θυμίζει σπήλαιο
σπηλαιώδους	=	σπηλαιώδης
σπηλαιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλαίωση
σπηλαιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σπηλαίωση
σπηλαιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σπηλαίωση
σπηλιά	noun	μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έχει έξοδο στην επιφάνεια της γης
σπηλιάς	noun	γενική ενικού του σπηλιά
σπηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπηλιά
σπηλιών	=	σπηλιά
σπηρουνιού	=	σπηρούνι
σπηρουνιών	=	σπηρούνι
σπηρούνι	noun	παρωχημένη γραφή του σπιρούνι
σπηρούνια	=	σπηρούνι
σπιέρα	noun	εσωτερικό παραθύρου
σπιέρας	=	σπιέρα
σπιέρες	=	σπιέρα
σπιζών	=	σπίζα
σπιθάρι	noun	κοίλωμα σε βράχο από το οποίο εξάγεται ο αφρίτης
σπιθάρια	=	σπιθάρι
σπιθίζαμε	=	σπιθίζω
σπιθίζαν	=	σπιθίζω
σπιθίζανε	=	σπιθίζω
σπιθίζατε	=	σπιθίζω
σπιθίζει	=	σπιθίζω
σπιθίζεις	=	σπιθίζω
σπιθίζετε	=	σπιθίζω
σπιθίζομε	=	σπιθίζω
σπιθίζοντας	=	σπιθίζω
σπιθίζουμε	=	σπιθίζω
σπιθίζουν	=	σπιθίζω
σπιθίζουνε	=	σπιθίζω
σπιθίζω	verb	βγάζω σπίθες
σπιθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσαν	=	σπιθίζω
σπιθίσανε	=	σπιθίζω
σπιθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίθισμα
σπιθίσματος	noun	γενική ενικού του σπίθισμα
σπιθίσομε	=	σπιθίζω
σπιθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσουνε	=	σπιθίζω
σπιθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθίζω
σπιθαμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθαμή
σπιθαμή	noun	Ανθρωπομετρική μονάδα μήκους, η απόσταση ανάμεσα στα άκρα των τεντωμένων δακτύλων αντίχειρα και μικρού, ίση με 18 εκατοστά περίπου.
σπιθαμής	=	σπιθαμή
σπιθαμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιθαμιαίος
σπιθαμιαίας	adj	γενική ενικού του σπιθαμιαία
σπιθαμιαίε	adj	σπιθαμιαίος, στην κλητική του ενικού
σπιθαμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθαμιαία
σπιθαμιαίο	adj	σπιθαμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
σπιθαμιαίοι	adj	σπιθαμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
σπιθαμιαίος	adj	αυτός έχει μήκος μιας σπιθαμής
σπιθαμιαίου	adj	γενική ενικού του σπιθαμιαίος
σπιθαμιαίους	adj	σπιθαμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
σπιθαμιαίων	=	σπιθαμιαίος
σπιθαμών	=	σπιθαμή
σπιθαριού	=	σπιθάρι
σπιθαριών	=	σπιθάρι
σπιθισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπίθισμα
σπιθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθισμένο
σπιθισμένε	verb	κλητική ενικού του σπιθισμένος
σπιθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθισμένη
σπιθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιθισμένος
σπιθισμένης	verb	γενική ενικού του σπιθισμένη
σπιθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπιθισμένος
σπιθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιθισμένος
σπιθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπιθισμένος
σπιθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπιθισμένος
σπιθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπιθισμένος
σπιθοβολές	=	σπιθοβολή
σπιθοβολή	noun|figurative	άλλη μορφή του σπιθοβόλημα / σπίθισμα
σπιθοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθοβόλημα
σπιθοβολήματος	noun	γενική ενικού του σπιθοβόλημα
σπιθοβολής	=	σπιθοβολή
σπιθοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπιθοβόλημα
σπιθοβολιά	noun|figurative	άλλη μορφή του σπιθοβόλημα / σπίθισμα
σπιθοβολιάς	=	σπιθοβολιά
σπιθοβολιές	=	σπιθοβολιά
σπιθοβολιών	=	σπιθοβολιά
σπιθοβολώ	verb|figurative	άλλη μορφή του σπιθίζω
σπιθοβολών	=	σπιθοβολή
σπιθοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβόλα	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλας	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλε	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλες	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλημα	noun	το σπίθισμα
σπιθοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιθοβολώ
σπιθοβόλο	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλοι	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλος	adj|figurative	που σπιθοβολά
σπιθοβόλου	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλους	=	σπιθοβόλος
σπιθοβόλων	=	σπιθοβόλος
σπιθουράκι	noun	μικρό σπιθούρι
σπιθουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθουράκι
σπιθουριού	=	σπιθούρι
σπιθουριών	=	σπιθούρι
σπιθούρι	noun	το σπυρί
σπιθούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιθούρι
σπιθόβολα	=	σπιθόβολος
σπιθόβολε	=	σπιθόβολος
σπιθόβολες	=	σπιθόβολος
σπιθόβολη	=	σπιθόβολος
σπιθόβολης	=	σπιθόβολος
σπιθόβολο	=	σπιθόβολος
σπιθόβολοι	=	σπιθόβολος
σπιθόβολος	adj|figurative	που σπιθοβολά
σπιθόβολου	=	σπιθόβολος
σπιθόβολους	=	σπιθόβολος
σπιθόβολων	=	σπιθόβολος
σπιθών	noun	γενική πληθυντικού του σπίθα
σπικάζ	noun	περιγραφή και σχολιασμός γεγονότος με τεχνικά μέσα
σπικάραμε	=	σπικάρω
σπικάραν	=	σπικάρω
σπικάρανε	=	σπικάρω
σπικάρατε	=	σπικάρω
σπικάρει	=	σπικάρω
σπικάρεις	=	σπικάρω
σπικάρετε	=	σπικάρω
σπικάροντας	=	σπικάρω
σπικάρουμε	=	σπικάρω
σπικάρουν	=	σπικάρω
σπικάρουνε	=	σπικάρω
σπικάρω	verb|slang	μιλώ
σπικάτο	noun	τεχνική που εφαρμόζεται στις χορδές ενός έγχορδου οργάνου με ένα δοξάρι, ώστε η κάθε νότα να ακούγεται διαφορετικά
σπικαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπικαρισμένο
σπικαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σπικαρισμένος
σπικαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπικαρισμένη
σπικαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπικαρισμένος
σπικαρισμένης	verb	γενική ενικού του σπικαρισμένη
σπικαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπικαρισμένος
σπικαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπικαρισμένος
σπικαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπικαρισμένος
σπικαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπικαρισμένος
σπικαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπικαρισμένος
σπιλάδα	noun	άλλη μορφή του σπιλιάδα
σπιλάδας	=	σπιλάδα
σπιλάδες	=	σπιλάδα
σπιλάδων	=	σπιλάδα
σπιλιάδα	noun	το ξαφνικό και παροδικό ρεύμα αέρα, απότομη ριπή ανέμου (φαίνεται στην θάλασσα από την αλλαγή του χρώματος και της υφής του νερού)
σπιλιάδας	=	σπιλιάδα
σπιλιάδες	=	σπιλιάδα
σπιλιάδων	=	σπιλιάδα
σπιλιαδίτσα	noun	υποκοριστικό του σπιλιάδα
σπιλιαδίτσας	=	σπιλιαδίτσα
σπιλιαδίτσες	=	σπιλιαδίτσα
σπιλωθήκαμε	=	σπιλώνομαι
σπιλωθήκαν	=	σπιλώνομαι
σπιλωθήκανε	=	σπιλώνομαι
σπιλωθήκατε	=	σπιλώνομαι
σπιλωθεί	=	σπιλώνομαι
σπιλωθείς	=	σπιλώνω
σπιλωθείτε	=	σπιλώνομαι
σπιλωθούμε	=	σπιλώνω
σπιλωθούν	=	σπιλώνω
σπιλωθούνε	=	σπιλώνω
σπιλωθώ	=	σπιλώνω
σπιλωμάτων	=	σπίλωμα
σπιλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιλωμένο
σπιλωμένε	verb	κλητική ενικού του σπιλωμένος
σπιλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιλωμένη
σπιλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιλωμένος
σπιλωμένης	verb	γενική ενικού του σπιλωμένη
σπιλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπιλωμένος
σπιλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιλωμένος
σπιλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπιλώνω
σπιλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπιλωμένος
σπιλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπιλωμένος
σπιλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπιλωμένος
σπιλωνόμασταν	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόμαστε	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόμουν	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόμουνα	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόντουσαν	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόσασταν	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόσαστε	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόσουν	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόσουνα	=	σπιλώνομαι
σπιλωνόταν	=	σπιλώνομαι
σπιλωνότανε	=	σπιλώνομαι
σπιλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιλωτικό
σπιλωτικέ	adj	κλητική ενικού του σπιλωτικός
σπιλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιλωτική
σπιλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιλωτικός
σπιλωτικής	adj	γενική ενικού του σπιλωτική
σπιλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιλωτικός
σπιλωτικού	adj	γενική ενικού του σπιλωτικός
σπιλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπιλωτικός
σπιλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπιλωτικός
σπιλωτικός	adj|formal	που έχει σχέση με σπίλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπιλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπιλωτικός
σπιλώθηκα	=	σπιλώνομαι
σπιλώθηκαν	=	σπιλώνομαι
σπιλώθηκε	=	σπιλώνομαι
σπιλώθηκες	=	σπιλώνομαι
σπιλώματα	=	σπίλωμα
σπιλώματος	=	σπίλωμα
σπιλώναμε	=	σπιλώνω
σπιλώναν	=	σπιλώνω
σπιλώνανε	=	σπιλώνω
σπιλώνατε	=	σπιλώνω
σπιλώνει	=	σπιλώνω
σπιλώνεις	=	σπιλώνω
σπιλώνεσαι	=	σπιλώνομαι
σπιλώνεστε	=	σπιλώνομαι
σπιλώνεται	=	σπιλώνομαι
σπιλώνετε	=	σπιλώνω
σπιλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπιλώνω
σπιλώνομε	=	σπιλώνω
σπιλώνονται	=	σπιλώνομαι
σπιλώνονταν	=	σπιλώνομαι
σπιλώνοντας	=	σπιλώνω
σπιλώνου	=	σπιλώνομαι
σπιλώνουμε	=	σπιλώνω
σπιλώνουν	=	σπιλώνω
σπιλώνουνε	=	σπιλώνω
σπιλώνω	verb|formal	συκοφαντώ κάποιον και προσπαθώ να τον μειώσω ηθικά ή να τον εξοντώσω
σπιλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσαν	=	σπιλώνω
σπιλώσανε	=	σπιλώνω
σπιλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίλωση
σπιλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσεων	=	σπίλωση
σπιλώσομε	=	σπιλώνω
σπιλώσου	=	σπιλώνομαι
σπιλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσουνε	=	σπιλώνω
σπιλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιλώνω
σπιν	noun	Στην κβαντική μηχανική και την σωματιδιακή φυσική, η ιδιοστροφορμή (ή σπιν) είναι μια εσωτερική κβαντισμένη ιδιότητα (διαφορετική της στροφορμής) που φέρουν τα στοιχειώδη σωματίδια, τα σύνθετα σωματίδια (αδρόνια), και οι ατομικοί πυρήνες [ κβαντομηχανική ιδιότητα των σωματιδίων ].
σπινάρω	=	σπινιάρω
σπινθήρα	=	σπινθήρας
σπινθήρας	noun	μικρό σωματίδιο πυρακτωμένης ύλης, το οποίο έχει δημιουργηθεί από φωτιά ή την τριβή ή τη σύγκρουση άλλων σωμάτων
σπινθήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθήρας
σπινθήριζα	=	σπινθηρίζω
σπινθήριζαν	=	σπινθηρίζω
σπινθήριζε	=	σπινθηρίζω
σπινθήριζες	=	σπινθηρίζω
σπινθήρισα	=	σπινθηρίζω
σπινθήρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπινθηρίζω
σπινθήρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπινθηρίζω
σπινθήρισες	=	σπινθηρίζω
σπινθήρισμα	noun	άλλη μορφή του σπίθισμα
σπινθήρων	=	σπινθήρας
σπινθηρίζαμε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζαν	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζανε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζατε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζει	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζεις	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζετε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζον	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζοντα	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζοντας	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζοντες	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζοντος	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζουμε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζουν	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζουνε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίζουσα	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζουσας	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζουσες	=	σπινθηρίζων
σπινθηρίζω	verb	βγάζω σπίθες
σπινθηρίζων	adj|formal	που σπινθηρίζει
σπινθηρίσαμε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίσαν	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίσανε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίσατε	=	σπινθηρίζω
σπινθηρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπινθηρίζω
σπινθηρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθήρισμα
σπινθηρίσματος	noun	γενική ενικού του σπινθήρισμα
σπινθηρίσμοςτα	=	σπινθηρισμός
σπινθηρίσμοςτος	=	σπινθηρισμός
σπινθηρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπινθηρίζω
σπινθηρίστε	=	σπινθηρίζω
σπινθηριζουσών	=	σπινθηρίζων
σπινθηριζούσης	=	σπινθηρίζων
σπινθηριζόντων	=	σπινθηρίζων
σπινθηρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπινθήρισμα
σπινθηρισμέ	noun	κλητική ενικού του σπινθηρισμός
σπινθηρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρισμένο
σπινθηρισμένε	verb	κλητική ενικού του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρισμένη
σπινθηρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμένης	verb	γενική ενικού του σπινθηρισμένη
σπινθηρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπινθηρισμένος
σπινθηρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρισμός
σπινθηρισμού	noun	γενική ενικού του σπινθηρισμός
σπινθηρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπινθηρισμός
σπινθηρισμό	noun	αιτιατική ενικού του σπινθηρισμός
σπινθηρισμός	noun	άλλη μορφή του σπίθισμα
σπινθηρισμόςτων	=	σπινθηρισμός
σπινθηρισμών	noun	γενική πληθυντικού του σπινθηρισμός
σπινθηριστής	noun	ηλεκτρικό ακιδοφόρο εξάρτημα που προκαλεί σπινθήρα για την ανάφλεξη του καυσίμου μείγματος σε έναν κινητήρα εσωτερικής καύσης
σπινθηροβολά	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάει	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάμε	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάν	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάνε	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάς	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάτε	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβολάω	verb|figurative	άλλη μορφή του σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηροβόλημα
σπινθηροβολήματος	noun	γενική ενικού του σπινθηροβόλημα
σπινθηροβολήσαμε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήσαν	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήσανε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήσατε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπινθηροβολώ
σπινθηροβολήστε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολία	noun|figurative	άλλη μορφή του σπινθηροβόλημα
σπινθηροβολεί	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολείς	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολείτε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπινθηροβόλημα
σπινθηροβολούμε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούν	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούνε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσα	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσαμε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσαν	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσανε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσατε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσε	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολούσες	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβολώ	verb	είμαι σπινθηροβόλος
σπινθηροβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλα	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλαγε	=	σπινθηροβολάω
σπινθηροβόλας	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλε	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλει	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλες	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλησα	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλησες	=	σπινθηροβολώ
σπινθηροβόλο	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλοι	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλος	adj	που διασκορπίζει στο περιβάλλον σπινθήρες
σπινθηροβόλου	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλους	=	σπινθηροβόλος
σπινθηροβόλων	=	σπινθηροβόλος
σπινθηρογράφημα	noun	διαγνωστική μέθοδος με δισδιάστατη απεικόνιση ανθρώπινων οργάνων
σπινθηρογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρογράφημα
σπινθηρογραφήματος	noun	γενική ενικού του σπινθηρογράφημα
σπινθηρογραφία	noun	διαγνωστική μέθοδος για την απεικόνιση κάποιου οργάνου του ανθρώπινου σώματος με τη χορήγηση μιας ραδιενεργού ουσίας
σπινθηρογραφίας	noun	γενική ενικού του σπινθηρογραφία
σπινθηρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρογραφία
σπινθηρογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπινθηρογράφημα
σπινθηρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρογραφικό
σπινθηρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρογραφική
σπινθηρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφικής	adj	γενική ενικού του σπινθηρογραφική
σπινθηρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφικού	adj	γενική ενικού του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφικός	adj	που έχει σχέση με σπινθηρογραφία ή σπινθηρογράφημα ή αναφέρεται σ’ αυτά
σπινθηρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σπινθηρογραφικός
σπινθηρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σπινθηρογραφία
σπινθηροσκοπίου	=	σπινθηροσκόπιο
σπινθηροσκοπίων	=	σπινθηροσκόπιο
σπινθηροσκόπια	=	σπινθηροσκόπιο
σπινθηροσκόπιο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση και τη μέτρηση ιοντίζουσας ακτινοβολίας, όπως ακτίνες γάμμα και σωματίδια βήτα
σπινθηροσκόπιον	noun	σπινθηροσκόπιο
σπινθηροσκόπιου	=	σπινθηροσκόπιο
σπινθηροσκόπιων	=	σπινθηροσκόπιο
σπινθηροψία	noun	δυσλειτουργία της όρασης κατά την οποία ο πάσχων θεωρεί ότι βλέπει σπινθήρες
σπινθηροψίας	=	σπινθηροψία
σπινθηροψίες	=	σπινθηροψία
σπινθηροψιών	=	σπινθηροψία
σπινθηρωπία	noun	δυσλειτουργία της όρασης κατά την οποία ο πάσχων θεωρεί ότι βλέπει σπινθήρες
σπινθηρωπίας	=	σπινθηρωπία
σπινθηρωπίες	=	σπινθηρωπία
σπινθηρωπιών	=	σπινθηρωπία
σπινιάλο	noun	τεχνική διατήρησης οστρακοειδών (πίνες, φούσκες κ.λπ.) σε θαλασσινό νερό ή άλμη καθώς και (συνεκδοχικά) ο μεζές που προκύπτει
σπινιάρω	verb	περιστρέφομαι επάνω στο ίδιο σημείο και το όχημα δεν μετακινείται
σπινορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινορικό
σπινορικέ	adj	κλητική ενικού του σπινορικός
σπινορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπινορική
σπινορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπινορικός
σπινορικής	adj	γενική ενικού του σπινορική
σπινορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπινορικός
σπινορικού	adj	γενική ενικού του σπινορικός
σπινορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπινορικός
σπινορικό	adj	αιτιατική ενικού του σπινορικός
σπινορικός	adj	που αφορά τον σπίνορα
σπινορικών	adj	γενική πληθυντικού του σπινορικός
σπιντάτα	=	σπιντάτος
σπιντάτε	=	σπιντάτος
σπιντάτες	=	σπιντάτος
σπιντάτη	=	σπιντάτος
σπιντάτης	=	σπιντάτος
σπιντάτο	=	σπιντάτος
σπιντάτοι	=	σπιντάτος
σπιντάτος	adj|informal	γρήγορος, που έχει γρήγορο ρυθμό
σπιντάτου	=	σπιντάτος
σπιντάτους	=	σπιντάτος
σπιντάτων	=	σπιντάτος
σπινόρων	=	σπίνορας
σπιουνάραμε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάραν	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρανε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρατε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρει	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρεις	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρετε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάριζα	=	σπιουνιάρω
σπιουνάριζαν	=	σπιουνιάρω
σπιουνάριζε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάριζες	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρισα	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρισαν	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρισε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρισες	=	σπιουνιάρω
σπιουνάροντας	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρουμε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρουν	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρουνε	=	σπιουνιάρω
σπιουνάρω	=	σπιουνιάρω
σπιουνέψαμε	=	σπιουνεύω
σπιουνέψαν	=	σπιουνεύω
σπιουνέψανε	=	σπιουνεύω
σπιουνέψατε	=	σπιουνεύω
σπιουνέψει	=	σπιουνεύω
σπιουνέψτε	=	σπιουνεύω
σπιουναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιουναρισμένο
σπιουναρισμένε	verb	κλητική ενικού του σπιουναρισμένος
σπιουναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιουναρισμένη
σπιουναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιουναρισμένος
σπιουναρισμένης	verb	γενική ενικού του σπιουναρισμένη
σπιουναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπιουναρισμένος
σπιουναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιουναρισμένος
σπιουναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπιουναρισμένος
σπιουναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπιουναρισμένος
σπιουναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπιουναρισμένος
σπιουνεύαμε	=	σπιουνεύω
σπιουνεύαν	=	σπιουνεύω
σπιουνεύανε	=	σπιουνεύω
σπιουνεύατε	=	σπιουνεύω
σπιουνεύει	=	σπιουνεύω
σπιουνεύεις	=	σπιουνεύω
σπιουνεύετε	=	σπιουνεύω
σπιουνεύοντας	=	σπιουνεύω
σπιουνεύουμε	=	σπιουνεύω
σπιουνεύουν	=	σπιουνεύω
σπιουνεύουνε	=	σπιουνεύω
σπιουνεύω	verb	ρουφιανεύω κάποιον, τον καρφώνω στις αρχές, τον παρακολουθώ στα κρυφά ή τον προσεγγίζω παριστάνοντας το φίλο και μετά μαρτυράω όσα έμαθα σε εχθρό του, κατασκοπεύω κάποιον και μετά δίνω πληροφορίες σε αντιπάλους του, καταδίδω, είμαι σπιούνος, χαφιές, καρφί, προδότης
σπιουνιά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπιουνεύω, η συμπεριφορά του σπιούνου
σπιουνιάρω	verb	κατασκοπεύω
σπιουνιάς	noun	γενική ενικού του σπιουνιά
σπιουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιουνιά
σπιουνιών	=	σπιουνιά
σπιούνα	noun	θηλυκό του σπιούνος
σπιούνας	noun	γενική ενικού του σπιούνα
σπιούνε	noun	κλητική ενικού του σπιούνος
σπιούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιούνα
σπιούνευα	=	σπιουνεύω
σπιούνευαν	=	σπιουνεύω
σπιούνευε	=	σπιουνεύω
σπιούνευες	=	σπιουνεύω
σπιούνεψα	=	σπιουνεύω
σπιούνεψαν	=	σπιουνεύω
σπιούνεψε	=	σπιουνεύω
σπιούνεψες	=	σπιουνεύω
σπιούνικα	=	σπιούνικος
σπιούνικε	=	σπιούνικος
σπιούνικες	=	σπιούνικος
σπιούνικη	=	σπιούνικος
σπιούνικης	=	σπιούνικος
σπιούνικο	=	σπιούνικος
σπιούνικοι	=	σπιούνικος
σπιούνικος	adj	που έχει σχέση με σπιούνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σπιούνικου	=	σπιούνικος
σπιούνικους	=	σπιούνικος
σπιούνικων	=	σπιούνικος
σπιούνο	noun	αιτιατική ενικού του σπιούνος
σπιούνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιούνος
σπιούνος	noun|vulgar	ο κατάσκοπος, ο καταδότης, ο ρουφιάνος, ο χαφιές, το καρφί που παρακολουθεί τις κινήσεις κάποιων και τις αναφέρει σε κάποιον ισχυρό
σπιούνου	noun	γενική ενικού του σπιούνος
σπιούνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπιούνος
σπιούνων	noun	γενική πληθυντικού του σπιούνος
σπιράγια	=	σπιράγιο
σπιράγιο	noun	είδος φωταγωγού, φεγγίτη ή αεραγωγού σε πλοία
σπιράγιου	=	σπιράγιο
σπιράγιων	=	σπιράγιο
σπιράλ	noun	αντικείμενα που είναι παρόμοια με ελικοειδή σωλήνα	adj	που έχει ελικωτό σχήμα
σπιριτουαλίστρια	noun	θηλυκό του σπιριτουαλιστής
σπιριτουαλίστριας	=	σπιριτουαλίστρια
σπιριτουαλίστριες	=	σπιριτουαλίστρια
σπιριτουαλισμέ	noun	κλητική ενικού του σπιριτουαλισμός
σπιριτουαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιριτουαλισμός
σπιριτουαλισμού	noun	γενική ενικού του σπιριτουαλισμός
σπιριτουαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπιριτουαλισμός
σπιριτουαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του σπιριτουαλισμός
σπιριτουαλισμός	noun	θεωρία σύμφωνα με την οποία η ανώτατη και αυθυπόστατη πραγματικότητα εναπόκειται στο πνεύμα
σπιριτουαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του σπιριτουαλισμός
σπιριτουαλιστές	=	σπιριτουαλιστής
σπιριτουαλιστή	=	σπιριτουαλιστής
σπιριτουαλιστής	noun	υποστηρικτής της θεωρίας του σπιριτουαλισμού
σπιριτουαλιστικά	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικέ	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικές	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστική	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικής	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικοί	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικού	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικούς	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικό	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστικός	adj	ο σχετικός με τον σπιριτουαλισμό ή τους σπιριτουαλιστές
σπιριτουαλιστικών	=	σπιριτουαλιστικός
σπιριτουαλιστριών	=	σπιριτουαλίστρια
σπιριτουαλιστών	=	σπιριτουαλιστής
σπιρομέτρηση	noun	η μέτρηση του όγκου αέρα που εισπνέεται και εκπνέεται σε κάποιο χρονικό διάστημα
σπιρομέτρησης	noun	γενική ενικού του σπιρομέτρηση
σπιρομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρομέτρηση
σπιρομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σπιρομέτρηση
σπιρομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σπιρομέτρηση
σπιροσκόπιον	noun|rare	όργανο για τη μέτρηση της αναπνευστικής ικανότητας των πνευμόνων
σπιρουλίνα	noun	γένος κυανοβακτηρίων (Spirulina)
σπιρουλίνας	=	σπιρουλίνα
σπιρουλίνες	=	σπιρουλίνα
σπιρουλίνων	=	σπιρουλίνα
σπιρουνάτα	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτε	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτες	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτη	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτης	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτο	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτοι	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτος	adj	εκείνος που έχει σπιρούνια
σπιρουνάτου	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτους	=	σπιρουνάτος
σπιρουνάτων	=	σπιρουνάτος
σπιρουνίζαμε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζαν	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζανε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζατε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζει	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζεις	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζετε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζοντας	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζουμε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζουν	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζουνε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίζω	verb	χτυπώ κάποιο ζώο με σπιρούνι
σπιρουνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσαν	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίσανε	=	σπιρουνίζω
σπιρουνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρούνισμα
σπιρουνίσματος	noun	γενική ενικού του σπιρούνισμα
σπιρουνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρουνιά	noun	χτύπημα με σπιρούνι
σπιρουνιάζαμε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζαν	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζανε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζατε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζει	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζεις	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζετε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζοντας	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζουμε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζουν	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζουνε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάζω	verb	άλλη μορφή του σπιρουνίζω
σπιρουνιάς	noun	γενική ενικού του σπιρουνιά
σπιρουνιάσαμε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάσαν	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάσανε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάσατε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάσει	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρούνιασμα
σπιρουνιάσματος	noun	γενική ενικού του σπιρούνιασμα
σπιρουνιάστε	=	σπιρουνιάζω
σπιρουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνιά
σπιρουνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπιρούνιασμα
σπιρουνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνιασμένο
σπιρουνιασμένε	verb	κλητική ενικού του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνιασμένη
σπιρουνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιασμένης	verb	γενική ενικού του σπιρουνιασμένη
σπιρουνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπιρουνιασμένος
σπιρουνιού	=	σπιρούνι
σπιρουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπιρούνισμα
σπιρουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνισμένο
σπιρουνισμένε	verb	κλητική ενικού του σπιρουνισμένος
σπιρουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνισμένη
σπιρουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιρουνισμένος
σπιρουνισμένης	verb	γενική ενικού του σπιρουνισμένη
σπιρουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπιρουνισμένος
σπιρουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιρουνισμένος
σπιρουνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπιρουνισμένος
σπιρουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπιρουνισμένος
σπιρουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπιρουνισμένος
σπιρουνιών	=	σπιρουνιά
σπιρούνι	noun	μυτερή προεξοχή ή ροδέλα με ακίδες στερεωμένη σε πίσω μέρος παπουτσιού (όπως μπότας), για το κέντρισμα αλόγου
σπιρούνια	=	σπιρούνι
σπιρούνιαζα	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιαζαν	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιαζε	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιαζες	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιασα	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιασαν	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιασε	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιασες	=	σπιρουνιάζω
σπιρούνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπιρουνιάζω
σπιρούνιζα	=	σπιρουνίζω
σπιρούνιζαν	=	σπιρουνίζω
σπιρούνιζε	=	σπιρουνίζω
σπιρούνιζες	=	σπιρουνίζω
σπιρούνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρούνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρούνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρούνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιρουνίζω
σπιρούνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπιρουνίζω
σπιρτάδα	noun	η έντονη γεύση ή οσμή ποτού με μεγάλη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα
σπιρτάδας	=	σπιρτάδα
σπιρτάδες	=	σπιρτάδα
σπιρτάδων	=	σπιρτάδα
σπιρτοθήκες	=	σπιρτοθήκη
σπιρτοθήκη	noun	κουτί στο οποίο φυλάσσονται σπίρτα
σπιρτοθήκης	=	σπιρτοθήκη
σπιρτοθηκών	=	σπιρτοθήκη
σπιρτοκουτιού	=	σπιρτοκούτι
σπιρτοκουτιών	=	σπιρτοκούτι
σπιρτοκούτι	noun	κουτί σπίρτων, σπιρτόκουτο
σπιρτοκούτια	=	σπιρτοκούτι
σπιρτόζα	=	σπιρτόζος
σπιρτόζας	=	σπιρτόζος
σπιρτόζε	=	σπιρτόζος
σπιρτόζες	=	σπιρτόζος
σπιρτόζο	=	σπιρτόζος
σπιρτόζοι	=	σπιρτόζος
σπιρτόζος	adj	που έχει σπιρτάδα στο μυαλό, που έχει ευστροφία και είναι έξυπνος
σπιρτόζου	=	σπιρτόζος
σπιρτόζους	=	σπιρτόζος
σπιρτόζων	=	σπιρτόζος
σπιρτόκουτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρτόκουτο
σπιρτόκουτο	noun	μικρό κουτί, συνήθως χαρτονένιο, που περιέχει σπίρτα
σπιρτόκουτου	noun	γενική ενικού του σπιρτόκουτο
σπιρτόκουτων	noun	γενική πληθυντικού του σπιρτόκουτο
σπιρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιρόμετρο
σπιρόμετρο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η σπιρομέτρηση, δηλαδή η μέτρηση του όγκου αέρα που εισπνέεται και εκπνέεται σε κάποιο χρονικό διάστημα
σπιρόμετρου	noun	γενική ενικού του σπιρόμετρο
σπιρόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του σπιρόμετρο
σπισισμέ	noun	κλητική ενικού του σπισισμός
σπισισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπισισμός
σπισισμού	noun	γενική ενικού του σπισισμός
σπισισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπισισμός
σπισισμό	noun	αιτιατική ενικού του σπισισμός
σπισισμός	noun	κοινωνικό δόγμα που ισχυρίζεται την ανωτερότητα του ανθρώπου από τα υπόλοιπα ζώα, την δυνατότητα επιβολής και εξουσίας των ανθρώπων σε βάρος των υπολοίπων ζώων
σπισισμών	noun	γενική πληθυντικού του σπισισμός
σπιτάκι	noun	μικρό σπίτι
σπιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιτάκι
σπιτάλι	noun	το νοσοκομείο
σπιτάλια	=	σπιτάλι
σπιτήσιος	=	σπιτικός
σπιτίσια	adv	άλλη μορφή του σπιτικά
σπιτίσιας	=	σπιτίσιος
σπιτίσιε	=	σπιτίσιος
σπιτίσιες	=	σπιτίσιος
σπιτίσιο	=	σπιτίσιος
σπιτίσιοι	=	σπιτίσιος
σπιτίσιος	adj	άλλη μορφή του σπιτικός
σπιτίσιου	=	σπιτίσιος
σπιτίσιους	=	σπιτίσιος
σπιτίσιων	=	σπιτίσιος
σπιταλιού	=	σπιτάλι
σπιταλιών	=	σπιτάλι
σπιταρόνα	noun	μεγεθυντικό του: σπίτι
σπιταρόνας	=	σπιταρόνα
σπιταρόνες	=	σπιταρόνα
σπιταρόνων	=	σπιταρόνα
σπιταρώνα	=	σπιταρόνα
σπιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιτικό
σπιτικέ	adj	κλητική ενικού του σπιτικός
σπιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιτική
σπιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιτικός
σπιτικής	adj	γενική ενικού του σπιτική
σπιτικιά	=	σπιτικός
σπιτικιάς	=	σπιτικός
σπιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιτικός
σπιτικού	adj	γενική ενικού του σπιτικός
σπιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπιτικός
σπιτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπιτικός	noun	το σπίτι ως μέρος που μένει η οικογένεια
σπιτικός	adj	που σχετίζεται με το σπίτι
σπιτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπιτικός
σπιτιού	noun	γενική ενικού του σπίτι
σπιτιών	noun	γενική πληθυντικού του σπίτι
σπιτονοικοκυρά	noun	θηλυκό του σπιτονοικοκύρης
σπιτονοικοκυράς	=	σπιτονοικοκυρά
σπιτονοικοκυρές	=	σπιτονοικοκυρά
σπιτονοικοκυρών	=	σπιτονοικοκυρά
σπιτονοικοκύρη	=	σπιτονοικοκύρης
σπιτονοικοκύρηδες	=	σπιτονοικοκύρης
σπιτονοικοκύρηδων	=	σπιτονοικοκύρης
σπιτονοικοκύρης	noun	ο νοικοκύρης του σπιτιού
σπιτωθήκαμε	=	σπιτώνομαι
σπιτωθήκαν	=	σπιτώνομαι
σπιτωθήκανε	=	σπιτώνομαι
σπιτωθήκατε	=	σπιτώνομαι
σπιτωθεί	=	σπιτώνομαι
σπιτωθείς	=	σπιτώνω
σπιτωθείτε	=	σπιτώνομαι
σπιτωθούμε	=	σπιτώνω
σπιτωθούν	=	σπιτώνω
σπιτωθούνε	=	σπιτώνω
σπιτωθώ	=	σπιτώνω
σπιτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπίτωμα
σπιτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιτωμένο
σπιτωμένε	verb	κλητική ενικού του σπιτωμένος
σπιτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπιτωμένη
σπιτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπιτωμένος
σπιτωμένης	verb	γενική ενικού του σπιτωμένη
σπιτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπιτωμένος
σπιτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπιτωμένος
σπιτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπιτώνω
σπιτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπιτωμένος
σπιτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπιτωμένος
σπιτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπιτωμένος
σπιτωνόμασταν	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόμαστε	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόμουν	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόμουνα	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόντουσαν	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόσασταν	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόσαστε	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόσουν	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόσουνα	=	σπιτώνομαι
σπιτωνόταν	=	σπιτώνομαι
σπιτωνότανε	=	σπιτώνομαι
σπιτόγατε	=	σπιτόγατος
σπιτόγατο	=	σπιτόγατος
σπιτόγατοι	=	σπιτόγατος
σπιτόγατος	noun	που δεν θέλει να βγαίνει από την κατοικία του, αλλά του αρέσει να περνάει το χρόνο του εκεί
σπιτόγατου	=	σπιτόγατος
σπιτόγατους	=	σπιτόγατος
σπιτόγατων	=	σπιτόγατος
σπιτότοπε	=	σπιτότοπος
σπιτότοπο	=	σπιτότοπος
σπιτότοποι	=	σπιτότοπος
σπιτότοπος	noun	χώρος ή οικόπεδο που χρησιμοποιείται για την κατασκευή σπιτιού
σπιτότοπου	=	σπιτότοπος
σπιτότοπους	=	σπιτότοπος
σπιτότοπων	=	σπιτότοπος
σπιτόφιδα	=	σπιτόφιδο
σπιτόφιδο	noun	ακίνδυνο, χωρίς δηλητήριο, ημερόβιο φίδι (Zamenis situla και Elaphe situla)
σπιτόφιδου	=	σπιτόφιδο
σπιτόφιδων	=	σπιτόφιδο
σπιτώθηκα	=	σπιτώνομαι
σπιτώθηκαν	=	σπιτώνομαι
σπιτώθηκε	=	σπιτώνομαι
σπιτώθηκες	=	σπιτώνομαι
σπιτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπίτωμα
σπιτώματος	noun	γενική ενικού του σπίτωμα
σπιτώναμε	=	σπιτώνω
σπιτώναν	=	σπιτώνω
σπιτώνανε	=	σπιτώνω
σπιτώνατε	=	σπιτώνω
σπιτώνει	=	σπιτώνω
σπιτώνεις	=	σπιτώνω
σπιτώνεσαι	=	σπιτώνομαι
σπιτώνεστε	=	σπιτώνομαι
σπιτώνεται	=	σπιτώνομαι
σπιτώνετε	=	σπιτώνω
σπιτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σπιτώνω
σπιτώνομε	=	σπιτώνω
σπιτώνονται	=	σπιτώνομαι
σπιτώνονταν	=	σπιτώνομαι
σπιτώνοντας	=	σπιτώνω
σπιτώνου	=	σπιτώνομαι
σπιτώνουμε	=	σπιτώνω
σπιτώνουν	=	σπιτώνω
σπιτώνουνε	=	σπιτώνω
σπιτώνω	verb|figurative	παρέχω συγκατοίκηση ή εξασφαλίζω χώρο κατοίκησης σε άτομο με το οποίο έχω παράνομη ερωτική σχέση
σπιτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσαν	=	σπιτώνω
σπιτώσανε	=	σπιτώνω
σπιτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσομε	=	σπιτώνω
σπιτώσου	=	σπιτώνομαι
σπιτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσουνε	=	σπιτώνω
σπιτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπιτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπιτώνω
σπκ	abbrev	συσσωματωμένη νομοθεσία ποινικών νόμων που αφορούν το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος
σπλάγχνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλάγχνο
σπλάγχνο	noun	άλλη μορφή του σπλάχνο
σπλάγχνου	=	σπλάγχνο
σπλάγχνων	=	σπλάγχνο
σπλάχνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλάχνο
σπλάχνο	noun	γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά
σπλάχνου	noun	γενική ενικού του σπλάχνο
σπλάχνων	noun	γενική πληθυντικού του σπλάχνο
σπλήνα	noun	το μεγαλύτερο όργανο του λεμφικού ιστού ενός οργανισμού
σπλήνας	noun	άλλη μορφή του σπλήνα
σπλήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλήνα
σπλήνιασμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπληνιάζω
σπλήνωση	noun	παρουσία έκτοπου σπληνικού ιστού
σπλήνωσης	=	σπλήνωση
σπλήνωσις	noun	η σπλήνωση
σπλαγχναλγία	noun|rare	πόνος στα σπλάχνα
σπλαγχναλγίας	noun	γενική ενικού του σπλαγχναλγία
σπλαγχναλγιών	noun	γενική πληθυντικού του σπλαγχναλγία
σπλαγχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπλαχνικός	adv	με σπλαχνικό τρόπο, με ευσπλαχνία
σπλαγχνικέ	adj	κλητική ενικού του σπλαγχνικός
σπλαγχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνική
σπλαγχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπλαγχνικός
σπλαγχνικής	adj	γενική ενικού του σπλαγχνική
σπλαγχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνικός
σπλαγχνικού	adj	γενική ενικού του σπλαγχνικός
σπλαγχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπλαγχνικός
σπλαγχνικό	adj	αιτιατική ενικού του σπλαγχνικός
σπλαγχνικός	adj	άλλη μορφή του σπλαχνικός
σπλαγχνικών	adj	γενική πληθυντικού του σπλαγχνικός
σπλαγχνογραφία	noun	άλλη μορφή του σπλαγχνολογία
σπλαγχνογραφίας	=	σπλαγχνογραφία
σπλαγχνογραφίες	=	σπλαγχνογραφία
σπλαγχνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνογραφικό
σπλαγχνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνογραφική
σπλαγχνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφικής	adj	γενική ενικού του σπλαγχνογραφική
σπλαγχνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφικού	adj	γενική ενικού του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη σπλαγχνογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπλαγχνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σπλαγχνογραφικός
σπλαγχνογραφιών	=	σπλαγχνογραφία
σπλαγχνολογία	noun	επιστημονικός υποκλάδος της ανατομίας που μελετά τα σπλάγχνα (σπλήνα, καρδιά, πνεύμονες κ.λπ.)
σπλαγχνολογίας	=	σπλαγχνολογία
σπλαγχνολογίες	=	σπλαγχνολογία
σπλαγχνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνολογικό
σπλαγχνολογικέ	adj	κλητική ενικού του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνολογική
σπλαγχνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογικής	adj	γενική ενικού του σπλαγχνολογική
σπλαγχνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογικού	adj	γενική ενικού του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογικός	adj	που έχει σχέση με τη σπλαγχνολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπλαγχνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σπλαγχνολογικός
σπλαγχνολογιών	=	σπλαγχνολογία
σπλαγχνολόγε	=	σπλαγχνολόγος
σπλαγχνολόγο	=	σπλαγχνολόγος
σπλαγχνολόγοι	=	σπλαγχνολόγος
σπλαγχνολόγος	noun	ιατρός εξειδικευμένος στην σπλαγχνολογία
σπλαγχνολόγου	=	σπλαγχνολόγος
σπλαγχνολόγους	=	σπλαγχνολόγος
σπλαγχνολόγων	=	σπλαγχνολόγος
σπλαγχνοπτώσεις	=	σπλαγχνόπτωση
σπλαγχνοπτώσεων	=	σπλαγχνόπτωση
σπλαγχνοτομία	noun|dated	τομή ή ανατομία των σπλάχνων
σπλαγχνοτομίας	noun	γενική ενικού του σπλαγχνοτομία
σπλαγχνοτομίες	=	σπλαγχνοτομία
σπλαγχνοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του σπλαγχνοτομία
σπλαγχνόπτωση	noun	η μετατόπιση των σπλάχνων προς τα κάτω
σπλαγχνόπτωσης	=	σπλαγχνόπτωση
σπλαγχνόπτωσις	noun	σπλαγχνόπτωση
σπλαχνίζεσαι	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνίζεστε	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνίζεται	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνίζομαι	verb	άλλη μορφή του ευσπλαγχνίζομαι
σπλαχνίζονται	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνίζονταν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιά	noun	η ευσπλαχνία
σπλαχνιάς	=	σπλαχνιά
σπλαχνιές	=	σπλαχνιά
σπλαχνιζόμασταν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόμαστε	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόμουν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόμουνα	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόντουσαν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόσασταν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόσαστε	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόσουν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόσουνα	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζόταν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιζότανε	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαχνικό	adv	με σπλαχνικό τρόπο, με ευσπλαχνία
σπλαχνικέ	adj	κλητική ενικού του σπλαχνικός
σπλαχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπλαχνική
σπλαχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπλαχνικός
σπλαχνικής	adj	γενική ενικού του σπλαχνική
σπλαχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπλαχνικός
σπλαχνικού	adj	γενική ενικού του σπλαχνικός
σπλαχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπλαχνικός
σπλαχνικό	adj	αιτιατική ενικού του σπλαχνικός
σπλαχνικός	adj	που έχει σχέση με τα σπλάχνα ή αναφέρεται σ’ αυτά
σπλαχνικών	adj	γενική πληθυντικού του σπλαχνικός
σπλαχνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστήκαν	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστήκανε	=	σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπλαχνίζομαι
σπλαχνιών	=	σπλαχνιά
σπλαχνοτήτων	=	σπλαχνότητα
σπλαχνότη	noun|dated	η ευσπλαχνία
σπλαχνότητα	noun|dated	η ευσπλαχνία
σπλαχνότητας	=	σπλαχνότητα
σπλαχνότητες	=	σπλαχνότητα
σπληνάντερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνάντερο
σπληνάντερο	noun	αλλαντικό με εντόσθια (κυρίως προβάτου)
σπληνάντερου	noun	γενική ενικού του σπληνάντερο
σπληνάντερων	noun	γενική πληθυντικού του σπληνάντερο
σπληνίτιδα	noun	φλεγμονή της σπλήνας
σπληνίτιδας	=	σπληνίτιδα
σπληνίτιδες	=	σπληνίτιδα
σπληνίτιδων	=	σπληνίτιδα
σπληναλγία	noun	πόνος στη σπλήνα
σπληναλγίας	noun	γενική ενικού του σπληναλγία
σπληναλγίες	=	σπληναλγία
σπληναλγιών	noun	γενική πληθυντικού του σπληναλγία
σπληνεκτομές	=	σπληνεκτομή
σπληνεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση, μερική ή ολική, της σπλήνας
σπληνεκτομής	=	σπληνεκτομή
σπληνεκτομία	noun	χειρουργική αφαίρεση σπλήνας
σπληνεκτομίας	noun	γενική ενικού του σπληνεκτομία
σπληνεκτομίες	=	σπληνεκτομία
σπληνεκτομιών	noun	γενική πληθυντικού του σπληνεκτομία
σπληνεκτομών	=	σπληνεκτομή
σπληνεκτοπία	noun	μετακίνηση του σπλήνα προς τα κάτω
σπληνεκτοπίας	=	σπληνεκτοπία
σπληνιάζω	verb|dated	πάσχω από πάθηση που αφορά τη σπλήνα
σπληνιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπληνιάρης	noun|dated	θηλυκό του σπληνιάρης
σπληνιάρας	adj	γενική ενικού του σπληνιάρα
σπληνιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνιάρα
σπληνιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σπληνιάρης
σπληνιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνιάρης
σπληνιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σπληνιάρης
σπληνιάρης	adj|dated	που σπληνιάζει
σπληνιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνιάρικο
σπληνιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σπληνιάρης
σπληνιάρικος	adj|dated	που έχει σχέση με σπληνιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σπληνιάρικου	adj	γενική ενικού του σπληνιάρικο
σπληνιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σπληνιάρικο
σπληνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνιασμένο
σπληνιασμένε	verb	κλητική ενικού του σπληνιασμένος
σπληνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνιασμένη
σπληνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπληνιασμένος
σπληνιασμένης	verb	γενική ενικού του σπληνιασμένη
σπληνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπληνιασμένος
σπληνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπληνιασμένος
σπληνιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπληνιάζω
σπληνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπληνιασμένος
σπληνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπληνιασμένος
σπληνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπληνιασμένος
σπληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνικό
σπληνικέ	adj	κλητική ενικού του σπληνικός
σπληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνική
σπληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπληνικός
σπληνικής	adj	γενική ενικού του σπληνική
σπληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπληνικός
σπληνικού	adj	γενική ενικού του σπληνικός
σπληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπληνικός
σπληνικό	adj	αιτιατική ενικού του σπληνικός
σπληνικός	adj	που έχει σχέση με τη σπλήνα ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπληνικών	adj	γενική πληθυντικού του σπληνικός
σπληνογραφία	noun	διαγνωστική τεχνική για την απεικόνιση της σπλήνας
σπληνογραφίας	noun	γενική ενικού του σπληνογραφία
σπληνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνογραφία
σπληνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνογραφικό
σπληνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του σπληνογραφικός
σπληνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνογραφική
σπληνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπληνογραφικός
σπληνογραφικής	adj	γενική ενικού του σπληνογραφική
σπληνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπληνογραφικός
σπληνογραφικού	adj	γενική ενικού του σπληνογραφικός
σπληνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπληνογραφικός
σπληνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του σπληνογραφικός
σπληνογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη σπληνογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπληνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του σπληνογραφικός
σπληνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του σπληνογραφία
σπληνολογία	noun|dated	κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη φυσιολογία, τις ασθένειες και τις θεραπευτικές προσεγγίσεις που αφορούν τη σπλήνα
σπληνολογίας	=	σπληνολογία
σπληνολογίες	=	σπληνολογία
σπληνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνολογικό
σπληνολογικέ	adj	κλητική ενικού του σπληνολογικός
σπληνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνολογική
σπληνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπληνολογικός
σπληνολογικής	adj	γενική ενικού του σπληνολογική
σπληνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπληνολογικός
σπληνολογικού	adj	γενική ενικού του σπληνολογικός
σπληνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπληνολογικός
σπληνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σπληνολογικός
σπληνολογικός	adj	σχετικός με την σπληνολογία
σπληνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σπληνολογικός
σπληνολογιών	=	σπληνολογία
σπληνομεγαλία	noun	παθολογική διόγκωση, ή υπερτροφία της σπλήνας που μπορεί να οδηγήσει σε σπληνεκτομή
σπληνομεγαλίας	noun	γενική ενικού του σπληνομεγαλία
σπληνομεγαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπληνομεγαλία
σπληνομεγαλιών	noun	γενική πληθυντικού του σπληνομεγαλία
σπληνορραγία	noun	αιμορραγία της σπλήνας
σπληνορραγίας	noun	γενική ενικού του σπληνορραγία
σπληνορραγίες	=	σπληνορραγία
σπληνορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του σπληνορραγία
σπληνός	=	σπλήνας
σπληνών	noun	γενική πληθυντικού του σπλήνα
σπληνώσεις	=	σπλήνωση
σπληνώσεων	=	σπλήνωση
σπογγάνθρακα	=	σπογγάνθρακας
σπογγάνθρακας	noun	άνθρακας που παράγεται από την αποτέφρωση ή καύση κομμένων σπόγγων
σπογγάνθρακες	=	σπογγάνθρακας
σπογγάνθραξ	noun	σπογγάνθρακας
σπογγάριον	noun	άλλη μορφή του σφουγγάρι
σπογγίζαμε	=	σπογγίζω
σπογγίζαν	=	σπογγίζω
σπογγίζανε	=	σπογγίζω
σπογγίζατε	=	σπογγίζω
σπογγίζει	=	σπογγίζω
σπογγίζεις	=	σπογγίζω
σπογγίζετε	=	σπογγίζω
σπογγίζομαι	=	σπογγίζω
σπογγίζοντας	=	σπογγίζω
σπογγίζουμε	=	σπογγίζω
σπογγίζουν	=	σπογγίζω
σπογγίζουνε	=	σπογγίζω
σπογγίζω	verb|formal	σκουπίζω με στεγνό πανί μια επιφάνεια καθαρίζοντάς την
σπογγίσαμε	=	σπογγίζω
σπογγίσαν	=	σπογγίζω
σπογγίσανε	=	σπογγίζω
σπογγίσατε	=	σπογγίζω
σπογγίσει	=	σπογγίζω
σπογγίστε	=	σπογγίζω
σπογγαλιέα	=	σπογγαλιέας
σπογγαλιέας	noun|formal	ο σφουγγαράς
σπογγαλιέων	=	σπογγαλιέας
σπογγαλιέως	=	σπογγαλιέας
σπογγαλιεία	noun	η αλιεία σπόγγων
σπογγαλιείας	noun	γενική ενικού του σπογγαλιεία
σπογγαλιείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπογγαλιεία
σπογγαλιείς	=	σπογγαλιέας
σπογγαλιειών	noun	γενική πληθυντικού του σπογγαλιεία
σπογγαλιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπογγαλιευτικό
σπογγαλιευτικέ	adj	κλητική ενικού του σπογγαλιευτικός
σπογγαλιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπογγαλιευτική
σπογγαλιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπογγαλιευτικός
σπογγαλιευτικής	adj	γενική ενικού του σπογγαλιευτική
σπογγαλιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπογγαλιευτικός
σπογγαλιευτικού	adj	γενική ενικού του σπογγαλιευτικός
σπογγαλιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπογγαλιευτικός
σπογγαλιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπογγαλιευτικός	noun	εξειδικευμένο σκάφος με ανάλογο εξοπλισμό για διενέργεια σπογγαλιείας
σπογγαλιευτικόν	noun	σπογγαλιευτικό
σπογγαλιευτικός	adj	που σχετίζεται με την σπογγαλιεία
σπογγαλιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπογγαλιευτικός
σπογγαλιεύς	noun	σπογγαλιέας
σπογγανθράκων	=	σπογγάνθρακας
σπογγεμπορίου	=	σπογγεμπόριο
σπογγεμπορίων	=	σπογγεμπόριο
σπογγεμπόρια	=	σπογγεμπόριο
σπογγεμπόριο	noun	γενικά το εμπόριο θαλάσσιων, (φυσικών), σπόγγων
σπογγεμπόριου	=	σπογγεμπόριο
σπογγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπογγισμένο
σπογγισμένε	verb	κλητική ενικού του σπογγισμένος
σπογγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπογγισμένη
σπογγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπογγισμένος
σπογγισμένης	verb	γενική ενικού του σπογγισμένη
σπογγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπογγισμένος
σπογγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπογγισμένος
σπογγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπογγισμένος
σπογγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπογγισμένος
σπογγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπογγισμένος
σπογγογενές	=	σπογγογενής
σπογγογενή	=	σπογγογενής
σπογγογενής	adj	που σχηματίζεται ή προέρχεται από σπόγγους (π.χ. ασβεστολιθικό ιζηματογενές πέτρωμα)
σπογγογενείς	=	σπογγογενής
σπογγογενούς	=	σπογγογενής
σπογγογενών	=	σπογγογενής
σπογγοειδές	=	σπογγοειδής
σπογγοειδή	=	σπογγοειδής
σπογγοειδής	adj	που η μορφή του ή η σύστασή του είναι παρόμοια με του σπόγγου
σπογγοειδείς	=	σπογγοειδής
σπογγοειδούς	=	σπογγοειδής
σπογγοειδών	=	σπογγοειδής
σπογγοθήκες	=	σπογγοθήκη
σπογγοθήκη	noun	αξεσουάρ λουτήρα στο οποίο αποθέτουμε το σφουγγάρι μετά το μπάνιο
σπογγοθήκης	=	σπογγοθήκη
σπογγοθηκών	=	σπογγοθήκη
σπογγωδών	=	σπογγώδης
σπογγώδεις	=	σπογγώδης
σπογγώδες	=	σπογγώδης
σπογγώδη	=	σπογγώδης
σπογγώδης	adj	που η μορφή του ή η σύστασή του είναι παρόμοια με του σπόγγου
σπογγώδους	=	σπογγώδης
σποδέ	=	σποδός
σποδίου	=	σπόδιο
σποδίων	=	σπόδιο
σποδιά	noun|archaic	σωρός από στάχτη
σποδιάς	=	σποδιά
σποδιές	=	σποδιά
σποδιών	=	σποδιά
σποδοί	=	σποδός
σποδού	=	σποδός
σποδούς	=	σποδός
σποδό	=	σποδός
σποδός	noun	η τέφρα από το σώμα ενός νεκρού που αποτεφρώθηκε
σποδών	=	σποδός
σπολάς	noun	ειδική ένδυση που καλύπτει τον κορμό του ανθρώπου και χρησιμοποιείται από ξιφομάχους για προστασία
σπολίων	=	σπόλια
σπολλάτη	adv	χρόνια πολλά, σαν ευχή	noun	η ανάλογη ευχή
σπολλάτι	=	σπολλάτη
σπονάραμε	=	σπονάρω
σπονάραν	=	σπονάρω
σπονάρανε	=	σπονάρω
σπονάρατε	=	σπονάρω
σπονάρει	=	σπονάρω
σπονάρεις	=	σπονάρω
σπονάρετε	=	σπονάρω
σπονάρισα	=	σπονάρω
σπονάρισαν	=	σπονάρω
σπονάρισε	=	σπονάρω
σπονάρισες	=	σπονάρω
σπονάροντας	=	σπονάρω
σπονάρουμε	=	σπονάρω
σπονάρουν	=	σπονάρω
σπονάρουνε	=	σπονάρω
σπονάρω	verb|informal	εμφανίζομαι στην πίστα σε διαδικτυακό παιχνίδι
σποναρίσαμε	=	σπονάρω
σποναρίσαν	=	σπονάρω
σποναρίσανε	=	σπονάρω
σποναρίσατε	=	σπονάρω
σποναρίσει	=	σπονάρω
σποναρίστε	=	σπονάρω
σπονδές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδή
σπονδή	noun	το χύσιμο στο έδαφος κρασιού σαν προσφορά στους θεούς
σπονδής	=	σπονδή
σπονδείε	noun	κλητική ενικού του σπονδείος
σπονδείο	noun	αιτιατική ενικού του σπονδείος
σπονδείοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπονδείος
σπονδείος	noun	μετρικός πόδας της αρχαίας ελληνικής και λατινικής ποίησης που αποτελείται από 2 μακρές συλλαβές
σπονδείου	noun	γενική ενικού του σπονδείος
σπονδείους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπονδείος
σπονδείων	noun	γενική πληθυντικού του σπονδείος
σπονδειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπονδειακός
σπονδειακέ	adj	κλητική ενικού του σπονδειακός
σπονδειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδειακή
σπονδειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπονδειακός
σπονδειακής	adj	γενική ενικού του σπονδειακή
σπονδειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπονδειακός
σπονδειακού	adj	γενική ενικού του σπονδειακός
σπονδειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπονδειακός
σπονδειακό	adj	αιτιατική ενικού του σπονδειακός
σπονδειακός	adj	που έχει σχέση με τον σπονδείο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σπονδειακών	adj	γενική πληθυντικού του σπονδειακός
σπονδικά	=	σπονδικός
σπονδικέ	=	σπονδικός
σπονδικές	=	σπονδικός
σπονδική	=	σπονδικός
σπονδικής	=	σπονδικός
σπονδικοί	=	σπονδικός
σπονδικού	=	σπονδικός
σπονδικούς	=	σπονδικός
σπονδικό	=	σπονδικός
σπονδικός	adj|formal	που έχει σχέση με σπονδή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σπονδικών	=	σπονδικός
σπονδυλίτιδα	noun	φλεγμονώδης πάθηση της σπονδυλικής στήλης
σπονδυλίτιδας	=	σπονδυλίτιδα
σπονδυλίτιδες	=	σπονδυλίτιδα
σπονδυλίτιδων	=	σπονδυλίτιδα
σπονδυλαρθρίτιδα	noun	φλεγμονώδης πάθηση της σπονδυλικής στήλης
σπονδυλαρθρίτιδας	=	σπονδυλαρθρίτιδα
σπονδυλαρθρίτιδες	=	σπονδυλαρθρίτιδα
σπονδυλαρθρίτιδων	=	σπονδυλαρθρίτιδα
σπονδυλαρθρῖτις	noun	σπονδυλαρθρίτιδα
σπονδυλεξάρθρωση	noun	εξάρθρωση σπονδύλου
σπονδυλεξάρθρωσης	=	σπονδυλεξάρθρωση
σπονδυλεξαρθρώσεις	=	σπονδυλεξάρθρωση
σπονδυλεξαρθρώσεων	=	σπονδυλεξάρθρωση
σπονδυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλικό
σπονδυλικέ	adj	κλητική ενικού του σπονδυλικός
σπονδυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλική
σπονδυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπονδυλικός
σπονδυλικής	adj	γενική ενικού του σπονδυλική
σπονδυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλικός
σπονδυλικού	adj	γενική ενικού του σπονδυλικός
σπονδυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπονδυλικός
σπονδυλικό	adj	αιτιατική ενικού του σπονδυλικός
σπονδυλικός	adj	που αναφέρεται στους σπονδύλους
σπονδυλικών	adj	γενική πληθυντικού του σπονδυλικός
σπονδυλοαρθρίτιδα	noun	βλέπε σπονδυλαρθρίτιδα
σπονδυλοαρθρίτιδας	=	σπονδυλοαρθρίτιδα
σπονδυλοαρθρίτιδες	=	σπονδυλοαρθρίτιδα
σπονδυλοαρθρίτιδων	=	σπονδυλοαρθρίτιδα
σπονδυλοδεσία	noun	χειρουργική διαδικασία κατά την οποία επιτυγχάνεται η σταθεροποίηση τμημάτων της σπονδυλικής στήλης με την τοποθέτηση μεταλλικών ή οστικών μοσχευμάτων
σπονδυλοδεσίας	=	σπονδυλοδεσία
σπονδυλοδεσίες	=	σπονδυλοδεσία
σπονδυλοδεσιών	=	σπονδυλοδεσία
σπονδυλολίσθηση	noun	πάθηση της σπονδυλικής στήλης κατά την οποία παρατηρείται μία μετατόπιση (ολίσθηση) ενός σπονδύλου πάνω στον υποκείμενο του
σπονδυλολίσθησης	=	σπονδυλολίσθηση
σπονδυλολισθήσεις	=	σπονδυλολίσθηση
σπονδυλολισθήσεων	=	σπονδυλολίσθηση
σπονδυλολυσία	noun	άλλη μορφή του σπονδυλόλυση
σπονδυλολυσίας	=	σπονδυλολυσία
σπονδυλολυσίες	=	σπονδυλολυσία
σπονδυλολυσιών	=	σπονδυλολυσία
σπονδυλολύσεις	=	σπονδυλόλυση
σπονδυλολύσεων	=	σπονδυλόλυση
σπονδυλοπάθεια	noun	πάθηση της σπονδυλικής στήλης
σπονδυλοπάθειας	noun	γενική ενικού του σπονδυλοπάθεια
σπονδυλοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλοπάθεια
σπονδυλοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του σπονδυλοπάθεια
σπονδυλωτά	noun	η κατηγορία (συνομοταξία) ζώων που έχουν σπονδυλική στήλη· η επιστημονική ονομασία της συνομοταξίας είναι Vertebrata	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλωτό
σπονδυλωτέ	adj	κλητική ενικού του σπονδυλωτός
σπονδυλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλωτή
σπονδυλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπονδυλωτός
σπονδυλωτής	adj	γενική ενικού του σπονδυλωτή
σπονδυλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπονδυλωτός
σπονδυλωτού	adj	γενική ενικού του σπονδυλωτός
σπονδυλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπονδυλωτός
σπονδυλωτό	adj	αιτιατική ενικού του σπονδυλωτός
σπονδυλωτός	adj	που αποτελείται από σπονδύλους
σπονδυλωτών	adj	γενική πληθυντικού του σπονδυλωτός
σπονδυλόλυση	noun	συγγενής ή επίκτητη λύση της συνέχειας του οστού μεταξύ των άνω και των κάτω αρθρικών αποφύσεων ενός σπονδύλου η οποία μπορεί να προκαλέσει σπονδυλολίσθηση
σπονδυλόλυσης	=	σπονδυλόλυση
σπονδυλώσεις	=	σπονδύλωση
σπονδυλώσεων	=	σπονδύλωση
σπονδυλῖτις	noun	σπονδυλίτιδα
σπονδύλου	noun	γενική ενικού του σπόνδυλος
σπονδύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπόνδυλος
σπονδύλων	noun	γενική πληθυντικού του σπόνδυλος
σπονδύλωση	noun	γενικός ιατρικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει διάφορες μορφές εκφυλιστικών αλλοιώσεων της σπονδυλικής στήλης
σπονδύλωσης	=	σπονδύλωση
σπονδύλωσις	noun	σπονδύλωση
σπονδών	=	σπονδή
σπορ	noun	οποιοδήποτε άθλημα	adj	που δε χαρακτηρίζεται από επισημότητα
σπορά	noun	σκόρπισμα σπόρων σε κατάλληλα προετοιμασμένο έδαφος για να βλαστήσουν
σποράγγεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποράγγειο
σποράγγειο	noun	σποροθήκη κρυπτόγαμων φυτών, μέσα στην οποία σχηματίζονται τα σπόρια
σποράγγειου	noun	γενική ενικού του σποράγγειο
σποράγγειων	noun	γενική πληθυντικού του σποράγγειο
σποράδην	adv|formal	σποραδικά
σποράς	noun	γενική ενικού του σπορά
σπορέα	=	σπορέας
σπορέας	noun	ο γεωργός που σπέρνει
σπορέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπορέλαιο
σπορέλαιο	noun	το λάδι που προέρχεται από σπόρους φυτών εκτός από το πυρηνέλαιο
σπορέλαιον	noun	το σπορέλαιο
σπορέλαιου	noun	γενική ενικού του σπορέλαιο
σπορέλαιων	noun	γενική πληθυντικού του σπορέλαιο
σπορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπορά
σπορέων	=	σπορέας
σπορέως	=	σπορέας
σπορίου	noun	γενική ενικού του σπόριο
σπορίων	noun	γενική πληθυντικού του σπόριο
σποραδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποραδικό	adv	κατά τόπους
σποραδικέ	adj	κλητική ενικού του σποραδικός
σποραδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποραδική
σποραδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σποραδικός
σποραδικής	adj	γενική ενικού του σποραδική
σποραδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σποραδικός
σποραδικοτήτων	=	σποραδικότητα
σποραδικού	adj	γενική ενικού του σποραδικός
σποραδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σποραδικός
σποραδικό	adj	αιτιατική ενικού του σποραδικός
σποραδικός	adj	που γίνεται αραιά, κατά διαστήματα
σποραδικότης	noun	η σποραδικότητα
σποραδικότητα	noun	η ιδιότητα του σποραδικού
σποραδικότητας	noun	γενική ενικού του σποραδικότητα
σποραδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποραδικότητα
σποραδικών	adj	γενική πληθυντικού του σποραδικός
σποραδικώς	adv|dated	σποραδικά
σπορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπορείο
σπορείο	noun	το φυτώριο
σπορείου	noun	γενική ενικού του σπορείο
σπορείς	=	σπορέας
σπορείων	noun	γενική πληθυντικού του σπορείο
σπορελαίου	=	σπορέλαιο
σπορελαίων	=	σπορέλαιο
σπορεῖον	noun	σπορείο
σποριά	=	σποριάς
σποριάγγεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριάγγειο
σποριάγγειο	noun	άλλη μορφή του σποράγγειο
σποριάγγειον	noun	άλλη μορφή του σποράγγειον το σποριάγγειο
σποριάγγειου	noun	γενική ενικού του σποριάγγειο
σποριάγγειων	noun	γενική πληθυντικού του σποριάγγειο
σποριάδες	=	σποριάς
σποριάδων	=	σποριάς
σποριάζαμε	=	σποριάζω
σποριάζαν	=	σποριάζω
σποριάζανε	=	σποριάζω
σποριάζατε	=	σποριάζω
σποριάζει	=	σποριάζω
σποριάζεις	=	σποριάζω
σποριάζετε	=	σποριάζω
σποριάζοντας	=	σποριάζω
σποριάζουμε	=	σποριάζω
σποριάζουν	=	σποριάζω
σποριάζουνε	=	σποριάζω
σποριάζω	verb	αποκτώ πολλούς σπόρους, με αποτέλεσμα να είμαι ακατάλληλος για φάγωμα
σποριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σποριάρης
σποριάρας	adj	γενική ενικού του σποριάρα
σποριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριάρα
σποριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σποριάρης
σποριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριάρης
σποριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σποριάρης
σποριάρης	adj	που έχει αποκτήσεις πολλούς σπόρους, με αποτέλεσμα να μην είναι κατάλληλος για φάγωμα
σποριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριάρικο
σποριάρικε	adj	κλητική ενικού του σποριάρικος
σποριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριάρικη
σποριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σποριάρικος
σποριάρικης	adj	γενική ενικού του σποριάρικη
σποριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σποριάρης
σποριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σποριάρικος
σποριάρικος	adj	που έχει σχέση με σποριάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σποριάρικου	adj	γενική ενικού του σποριάρικο
σποριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σποριάρικος
σποριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σποριάρικο
σποριάς	noun	ο μήνας Νοέμβριος
σποριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσαν	=	σποριάζω
σποριάσανε	=	σποριάζω
σποριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπόριασμα
σποριάσματος	noun	γενική ενικού του σπόριασμα
σποριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σποριές	=	σποριάς
σποριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπόριασμα
σποριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριασμένο
σποριασμένε	verb	κλητική ενικού του σποριασμένος
σποριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποριασμένη
σποριασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σποριασμένος
σποριασμένης	verb	γενική ενικού του σποριασμένη
σποριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σποριασμένος
σποριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σποριασμένος
σποριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σποριάζω
σποριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σποριασμένος
σποριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σποριασμένος
σποριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σποριασμένος
σπορικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπορικό
σπορικού	noun	γενική ενικού του σπορικό
σπορικό	noun	ο σπόρος που χρησιμοποιείται για τη σπορά
σπορικών	noun	γενική πληθυντικού του σπορικό
σποριοφύλλου	=	σποριόφυλλο
σποριοφύλλων	=	σποριόφυλλο
σποριού	=	σπόρι
σποριόφυλλα	=	σποριόφυλλο
σποριόφυλλο	noun	το φύλλο που έχει σποράγγεια
σποριόφυλλον	noun	σποριόφυλλο
σποριόφυλλου	=	σποριόφυλλο
σποριόφυλλων	=	σποριόφυλλο
σποριόφυτα	=	σποριόφυτο
σποριόφυτο	noun	η διπλοειδής φάση του φυτικού κύκλου ζωής, κατά την οποία το φυτό παράγει σπόριο μέσω μίτωσης
σποριόφυτου	=	σποριόφυτο
σποριόφυτων	=	σποριόφυτο
σποριών	=	σποριάς
σπορκαρίζομαι	verb|dated	βρίσκομαι σε καραντίνα, προκειμένου να καθαρθώ ή να ιαθώ από μολυσματική νόσο (χολέρα κ.ά.)
σπορκαρισμέ	=	σπορκαρισμός
σπορκαρισμοί	=	σπορκαρισμός
σπορκαρισμού	=	σπορκαρισμός
σπορκαρισμούς	=	σπορκαρισμός
σπορκαρισμό	=	σπορκαρισμός
σπορκαρισμός	noun|dated	η διαδικασία που κάποιος τίθεται σε καραντίνα, προκειμένου να καθαρθεί ή να ιαθεί από μολυσματική νόσο (χολέρα κ.ά.)
σπορκαρισμών	=	σπορκαρισμός
σποροβλάστες	=	σποροβλάστη
σποροβλάστη	noun	κύτταρο ή δομή που σχηματίζει σπόρια κατά την αναπαραγωγική διαδικασία ορισμένων πρωτόζωων, όπως τα μικροσπορίδια
σποροβλάστης	=	σποροβλάστη
σποροβλαστών	=	σποροβλάστη
σπορογονία	noun	η χρήση σπόρων για τον πολλαπλασιασμό των φυτών
σπορογονίας	noun	γενική ενικού του σπορογονία
σπορογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπορογονία
σπορογονιών	noun	γενική πληθυντικού του σπορογονία
σπορογόνα	=	σπορογόνος
σπορογόνας	=	σπορογόνος
σπορογόνε	=	σπορογόνος
σπορογόνες	=	σπορογόνος
σπορογόνο	=	σπορογόνος
σπορογόνοι	=	σπορογόνος
σπορογόνος	adj	που παράγει-γεννά σπόρους ή σπόρια
σπορογόνου	=	σπορογόνος
σπορογόνους	=	σπορογόνος
σπορογόνων	=	σπορογόνος
σποροθήκες	=	σποροθήκη
σποροθήκη	noun	θήκη όπου υπάρχουν ή τοποθετούνται σπόροι
σποροθήκης	=	σποροθήκη
σποροθηκών	=	σποροθήκη
σποροπαραγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σποροπαραγωγή
σποροπαραγωγή	noun	η παραγωγή (βελτιωμένων / καλύτερων) σπόρων
σποροπαραγωγής	=	σποροπαραγωγή
σποροπαραγωγών	=	σποροπαραγωγή
σπορτ	=	σπορ
σπορτίφ	adj	αθλητικός, αθλητικό
σπορτσγούμαν	noun	θηλυκό του σπόρτσμαν
σπορόζωα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπορόζωο
σπορών	=	σπορά
σποτ	noun	τηλεοπτική ή ραδιοφωνική διαφήμιση ή παρουσίαση μικρής διάρκειας
σποτάκι	noun	υποκοριστικό του σποτ
σποτάκια	=	σποτάκι
σπουδάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπούδαγμα
σπουδάγματος	noun	γενική ενικού του σπούδαγμα
σπουδάζαμε	=	σπουδάζω
σπουδάζαν	=	σπουδάζω
σπουδάζανε	=	σπουδάζω
σπουδάζατε	=	σπουδάζω
σπουδάζει	=	σπουδάζω
σπουδάζεις	=	σπουδάζω
σπουδάζεσαι	=	σπουδάζω
σπουδάζεστε	=	σπουδάζω
σπουδάζεται	=	σπουδάζω
σπουδάζετε	=	σπουδάζω
σπουδάζομαι	=	σπουδάζω
σπουδάζομε	=	σπουδάζω
σπουδάζον	=	σπουδάζων
σπουδάζοντα	=	σπουδάζων
σπουδάζονται	=	σπουδάζω
σπουδάζονταν	=	σπουδάζω
σπουδάζοντας	=	σπουδάζω
σπουδάζοντες	=	σπουδάζων
σπουδάζοντος	=	σπουδάζων
σπουδάζουμε	=	σπουδάζω
σπουδάζουν	=	σπουδάζω
σπουδάζουνε	=	σπουδάζω
σπουδάζουσα	=	σπουδάζων
σπουδάζουσας	=	σπουδάζων
σπουδάζουσες	=	σπουδάζων
σπουδάζω	verb	μελετώ με τρόπο συστηματικό και ολοκληρωμένο ένα θέμα, μια επιστήμη κ.λπ.
σπουδάζων	verb|formal	που σπουδάζει
σπουδάρχες	=	σπουδάρχης
σπουδάρχη	=	σπουδάρχης
σπουδάρχης	noun|archaic	κάποιος που αποπειράται να καταλάβει μια αρχή, ένα αξίωμα, μια θέση με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο
σπουδάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσαν	=	σπουδάζω
σπουδάσανε	=	σπουδάζω
σπουδάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπούδασμα
σπουδάσματος	noun	γενική ενικού του σπούδασμα
σπουδάσομε	=	σπουδάζω
σπουδάσου	=	σπουδάζω
σπουδάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάσουνε	=	σπουδάζω
σπουδάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδάστηκα	=	σπουδάζω
σπουδάστηκαν	=	σπουδάζω
σπουδάστηκε	=	σπουδάζω
σπουδάστηκες	=	σπουδάζω
σπουδάστρια	noun	θηλυκό του σπουδαστής
σπουδάστριας	noun	γενική ενικού του σπουδάστρια
σπουδάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδάστρια
σπουδάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπουδές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδή
σπουδή	noun	η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
σπουδής	=	σπουδή
σπουδαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπουδαίος	adv	με σπουδαίο τρόπο, με σπουδαιότητα
σπουδαίας	adj	γενική ενικού του σπουδαία
σπουδαίε	adj	σπουδαίος, στην κλητική του ενικού
σπουδαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαία
σπουδαίο	adj	σπουδαίος, στην αιτιατική του ενικού
σπουδαίοι	adj	σπουδαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
σπουδαίος	adj	σημαντικός, εξαιρετικός
σπουδαίου	adj	γενική ενικού του σπουδαίος
σπουδαίους	adj	σπουδαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
σπουδαίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του σπουδαίος
σπουδαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπούδαγμα
σπουδαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαγμένο
σπουδαγμένε	verb	κλητική ενικού του σπουδαγμένος
σπουδαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαγμένη
σπουδαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπουδαγμένος
σπουδαγμένης	verb	γενική ενικού του σπουδαγμένη
σπουδαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπουδαγμένος
σπουδαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπουδαγμένος
σπουδαγμένος	verb	άλλη μορφή του σπουδασμένος
σπουδαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπουδαγμένος
σπουδαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπουδαγμένος
σπουδαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπουδαγμένος
σπουδαζουσών	=	σπουδάζων
σπουδαζούσης	=	σπουδάζων
σπουδαζόμασταν	=	σπουδάζω
σπουδαζόμαστε	=	σπουδάζω
σπουδαζόμουν	=	σπουδάζω
σπουδαζόμουνα	=	σπουδάζω
σπουδαζόντουσαν	=	σπουδάζω
σπουδαζόντων	=	σπουδάζων
σπουδαζόσασταν	=	σπουδάζω
σπουδαζόσαστε	=	σπουδάζω
σπουδαζόσουν	=	σπουδάζω
σπουδαζόσουνα	=	σπουδάζω
σπουδαζόταν	=	σπουδάζω
σπουδαζότανε	=	σπουδάζω
σπουδαιογέλοιον	noun	το ύφος που συνδυάζει το σπουδαίο και το γελοίο, σε ένα είδος σάτιρας στην αρχαία Ελλάδα, που ενώ ήταν αστεία, είχε και (σοβαρό) ηθικό συμπέρασμα
σπουδαιολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιολόγημα
σπουδαιολογήματος	noun	γενική ενικού του σπουδαιολόγημα
σπουδαιολογήσαμε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογήσαν	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογήσανε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογήσατε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογήσει	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογήστε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογία	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπουδαιολογώ
σπουδαιολογίας	noun	γενική ενικού του σπουδαιολογία
σπουδαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιολογία
σπουδαιολογεί	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογείς	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογείτε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπουδαιολόγημα
σπουδαιολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιολογημένο
σπουδαιολογημένε	verb	κλητική ενικού του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιολογημένη
σπουδαιολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογημένης	verb	γενική ενικού του σπουδαιολογημένη
σπουδαιολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπουδαιολογημένος
σπουδαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σπουδαιολογία
σπουδαιολογούμε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούν	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούνε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσα	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσαμε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσαν	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσανε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσατε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογούσες	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολογώ	verb|formal	μιλώ σοβαρά και επίσημα για πράγματα ασήμαντα
σπουδαιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγε	=	σπουδαιολόγος
σπουδαιολόγει	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγησα	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγησαν	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγησε	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγησες	=	σπουδαιολογώ
σπουδαιολόγο	=	σπουδαιολόγος
σπουδαιολόγοι	=	σπουδαιολόγος
σπουδαιολόγος	noun|formal	που σπουδαιολογεί
σπουδαιολόγου	=	σπουδαιολόγος
σπουδαιολόγους	=	σπουδαιολόγος
σπουδαιολόγων	=	σπουδαιολόγος
σπουδαιοτήτων	=	σπουδαιότητα
σπουδαιοφάνεια	noun|formal	το να είναι κάποιος σπουδαιοφανής, η ιδιότητα του σπουδαιοφανούς
σπουδαιοφάνειας	noun	γενική ενικού του σπουδαιοφάνεια
σπουδαιοφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιοφάνεια
σπουδαιοφανές	=	σπουδαιοφανής
σπουδαιοφανή	=	σπουδαιοφανής
σπουδαιοφανής	adj	που παριστάνει τον σπουδαίο, που επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι σπουδαίος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι
σπουδαιοφανείς	=	σπουδαιοφανής
σπουδαιοφανειών	noun	γενική πληθυντικού του σπουδαιοφάνεια
σπουδαιοφανούς	=	σπουδαιοφανής
σπουδαιοφανών	=	σπουδαιοφανής
σπουδαιοφανώς	adv|formal	με σπουδαιοφανή τρόπο, με σπουδαιοφάνεια
σπουδαιότατα	=	σπουδαίος
σπουδαιότατε	=	σπουδαίος
σπουδαιότατες	=	σπουδαίος
σπουδαιότατη	=	σπουδαίος
σπουδαιότατης	=	σπουδαίος
σπουδαιότατο	=	σπουδαίος
σπουδαιότατοι	=	σπουδαίος
σπουδαιότατος	=	σπουδαίος
σπουδαιότατου	=	σπουδαίος
σπουδαιότατους	=	σπουδαίος
σπουδαιότατων	=	σπουδαίος
σπουδαιότερα	=	σπουδαίος
σπουδαιότερε	=	σπουδαίος
σπουδαιότερες	=	σπουδαίος
σπουδαιότερη	=	σπουδαίος
σπουδαιότερης	=	σπουδαίος
σπουδαιότερο	=	σπουδαίος
σπουδαιότεροι	=	σπουδαίος
σπουδαιότερος	=	σπουδαίος
σπουδαιότερου	=	σπουδαίος
σπουδαιότερους	=	σπουδαίος
σπουδαιότερων	=	σπουδαίος
σπουδαιότητα	noun	η ιδιότητα του σπουδαίου
σπουδαιότητας	noun	γενική ενικού του σπουδαιότητα
σπουδαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαιότητα
σπουδαρχία	noun|archaic	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του σπουδάρχη
σπουδαρχίας	=	σπουδαρχία
σπουδαρχίδες	=	σπουδαρχίδης
σπουδαρχίδη	=	σπουδαρχίδης
σπουδαρχίδης	noun|archaic	κάποιος που αποπειράται να καταλάβει μια αρχή, ένα αξίωμα, μια θέση με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο
σπουδαρχίες	=	σπουδαρχία
σπουδαρχιδών	=	σπουδαρχίδης
σπουδαρχιών	=	σπουδαρχία
σπουδαρχώ	verb|archaic	αποπειρώμαι να καταλάβω μια αρχή, ένα αξίωμα, μια θέση με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο
σπουδαρχών	=	σπουδάρχης
σπουδασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σπούδασμα
σπουδασμένα	=	σπουδασμένος
σπουδασμένε	=	σπουδασμένος
σπουδασμένες	=	σπουδασμένος
σπουδασμένη	=	σπουδασμένος
σπουδασμένης	=	σπουδασμένος
σπουδασμένο	=	σπουδασμένος
σπουδασμένοι	=	σπουδασμένος
σπουδασμένος	verb	που έχει σπουδάσει
σπουδασμένου	=	σπουδασμένος
σπουδασμένους	=	σπουδασμένος
σπουδασμένων	=	σπουδασμένος
σπουδαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαστής
σπουδαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σπουδαστής
σπουδαστήκαμε	=	σπουδάζω
σπουδαστήκαν	=	σπουδάζω
σπουδαστήκανε	=	σπουδάζω
σπουδαστήκατε	=	σπουδάζω
σπουδαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαστήριο
σπουδαστήριο	noun	χώρος μελέτης σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή αλλού
σπουδαστήριου	=	σπουδαστήριο
σπουδαστής	noun	αυτός που σπουδάζει, που είναι φοιτητής σε ανώτερη σχολή
σπουδαστεί	=	σπουδάζω
σπουδαστείτε	=	σπουδάζω
σπουδαστηρίου	noun	γενική ενικού του σπουδαστήριο
σπουδαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του σπουδαστήριο
σπουδαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαστικό
σπουδαστικέ	adj	κλητική ενικού του σπουδαστικός
σπουδαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαστική
σπουδαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπουδαστικός
σπουδαστικής	adj	γενική ενικού του σπουδαστική
σπουδαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπουδαστικός
σπουδαστικού	adj	γενική ενικού του σπουδαστικός
σπουδαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπουδαστικός
σπουδαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σπουδαστικός
σπουδαστικός	adj	που έχει σχέση με τους σπουδαστές ή τις σπουδές ή αναφέρεται σ’ αυτά
σπουδαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σπουδαστικός
σπουδαστριών	noun	γενική πληθυντικού του σπουδάστρια
σπουδαστών	noun	γενική πληθυντικού του σπουδαστής
σπουδαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπουδαχτικός	adv|dated	γρήγορα, βιαστικά
σπουδαχτικέ	adj	κλητική ενικού του σπουδαχτικός
σπουδαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουδαχτική
σπουδαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπουδαχτικός
σπουδαχτικής	adj	γενική ενικού του σπουδαχτική
σπουδαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπουδαχτικός
σπουδαχτικού	adj	γενική ενικού του σπουδαχτικός
σπουδαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπουδαχτικός
σπουδαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του σπουδαχτικός
σπουδαχτικός	adj|dated	γρήγορος, βιαστικός
σπουδαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του σπουδαχτικός
σπουδών	noun	γενική πληθυντικού του σπουδή
σπουργίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουργίτης
σπουργίτη	=	σπουργίτης
σπουργίτης	noun	άλλη μορφή του σπουργίτι
σπουργίτι	noun	μικρόσωμο πουλί (Passer domesticus) με μικρό ράμφος και γκρίζο, άσπρο και καφέ φτέρωμα
σπουργίτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουργίτι
σπουργιτάκι	noun	υποκοριστικό του σπουργίτι, μικρός σπουργίτης
σπουργιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπουργιτάκι
σπουργιτιού	=	σπουργίτι
σπουργιτιών	=	σπουργίτι
σπουργιτών	=	σπουργίτης
σπουρδακύλα	noun	το φυτό ασφόδελος
σπούδαγμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του σπούδασμα
σπούδαζα	=	σπουδάζω
σπούδαζαν	=	σπουδάζω
σπούδαζε	=	σπουδάζω
σπούδαζες	=	σπουδάζω
σπούδασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπούδασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπούδασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπούδασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπουδάζω
σπούδασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπουδάζω
σπούργιτα	=	σπούργιτας
σπούργιτας	noun|slang	ο νεόβγαλτος στην πιάτσα, νεαρή ιερόδουλος
σπούργιτες	=	σπούργιτας
σπούτνικ	noun	σειρά Σοβιετικών τεχνητών δορυφόρων της Γης.
σπρέι	noun	ρευστό διάλυμα που μπορεί να εκτοξευθεί από μπουκαλάκι
σπρίντερ	noun	δρομέας, κολυμβητής ή ποδηλάτης μικρών αποστάσεων όπου αναπτύσσονται μεγάλες ταχύτητες
σπρεντ	noun	η διαφορά μεταξύ δύο τιμών
σπριντ	noun	είδος αγώνων ταχύτητας μικρής απόστασης
σπρωγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπρωγμένο
σπρωγμένε	verb	κλητική ενικού του σπρωγμένος
σπρωγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπρωγμένη
σπρωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπρωγμένος
σπρωγμένης	verb	γενική ενικού του σπρωγμένη
σπρωγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπρωγμένος
σπρωγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπρωγμένος
σπρωγμένος	verb	που έχει σπρωχτεί
σπρωγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπρωγμένος
σπρωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπρωγμένος
σπρωγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπρωγμένος
σπρωξίδι	noun	το συνεχές σπρώξιμο μεταξύ κάποιων
σπρωξίδια	=	σπρωξίδι
σπρωξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπρώξιμο
σπρωξίματος	=	σπρώξιμο
σπρωξιά	noun	απότομη ώθηση σε κάποιον ή κάτι (συνήθως με τα χέρια)
σπρωξιάς	noun	γενική ενικού του σπρωξιά
σπρωξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπρωξιά
σπρωξιμάτων	=	σπρώξιμο
σπρωξιματάκι	noun	υποκοριστικό του σπρώξιμο
σπρωξιματάκια	=	σπρωξιματάκι
σπρωξιών	=	σπρωξιά
σπρωξούλα	noun	υποκοριστικό του σπρωξιά
σπρωξούλας	noun	γενική ενικού του σπρωξούλα
σπρωξούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπρωξούλα
σπρωχνόμασταν	=	σπρώχνω
σπρωχνόμαστε	=	σπρώχνω
σπρωχνόμουν	=	σπρώχνω
σπρωχνόμουνα	=	σπρώχνω
σπρωχνόντουσαν	=	σπρώχνω
σπρωχνόσασταν	=	σπρώχνω
σπρωχνόσαστε	=	σπρώχνω
σπρωχνόσουν	=	σπρώχνω
σπρωχνόσουνα	=	σπρώχνω
σπρωχνόταν	=	σπρώχνω
σπρωχνότανε	=	σπρώχνω
σπρωχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτήκαν	=	σπρώχνω
σπρωχτήκανε	=	σπρώχνω
σπρωχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρωχτούνε	=	σπρώχνω
σπρωχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξαν	=	σπρώχνω
σπρώξανε	=	σπρώχνω
σπρώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξιμο	noun|figurative	η πράξη ή το αποτέλεσμα του σπρώχνω
σπρώξομε	=	σπρώχνω
σπρώξου	=	σπρώχνω
σπρώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξουνε	=	σπρώχνω
σπρώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπρώχνω
σπρώχναμε	=	σπρώχνω
σπρώχναν	=	σπρώχνω
σπρώχνανε	=	σπρώχνω
σπρώχνατε	=	σπρώχνω
σπρώχνε	=	σπρώχνω
σπρώχνει	=	σπρώχνω
σπρώχνεις	=	σπρώχνω
σπρώχνεσαι	=	σπρώχνω
σπρώχνεστε	=	σπρώχνω
σπρώχνεται	=	σπρώχνω
σπρώχνετε	=	σπρώχνω
σπρώχνομαι	verb	μέση-παθητική φωνή του ρήματος σπρώχνω
σπρώχνομε	=	σπρώχνω
σπρώχνονται	=	σπρώχνω
σπρώχνονταν	=	σπρώχνω
σπρώχνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σπρώχνω
σπρώχνου	=	σπρώχνω
σπρώχνουμε	=	σπρώχνω
σπρώχνουν	=	σπρώχνω
σπρώχνουνε	=	σπρώχνω
σπρώχνω	verb	ωθώ κάτι προσπαθώντας να το μετακινήσω
σπρώχτε	=	σπρώχνω
σπρώχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρώχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρώχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπρώχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπρώχνομαι
σπυράκι	noun	υποκοριστικό του σπυρί
σπυράκια	=	σπυράκι
σπυρί	noun	φλεγμονή στο δέρμα που δημιουργεί ένα εξόγκωμα, συνήθως με πύον
σπυριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυρί
σπυριάζαμε	=	σπυριάζω
σπυριάζαν	=	σπυριάζω
σπυριάζανε	=	σπυριάζω
σπυριάζατε	=	σπυριάζω
σπυριάζει	=	σπυριάζω
σπυριάζεις	=	σπυριάζω
σπυριάζετε	=	σπυριάζω
σπυριάζοντας	=	σπυριάζω
σπυριάζουμε	=	σπυριάζω
σπυριάζουν	=	σπυριάζω
σπυριάζουνε	=	σπυριάζω
σπυριάζω	verb	γεμίζω σπυριά στο δέρμα μου
σπυριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπυριάρης
σπυριάρας	adj	γενική ενικού του σπυριάρα
σπυριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυριάρα
σπυριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σπυριάρης
σπυριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυριάρης
σπυριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του σπυριάρης
σπυριάρης	adj	που έχει σπυριά στο δέρμα του
σπυριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυριάρικο
σπυριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του σπυριάρης
σπυριάρικου	adj	γενική ενικού του σπυριάρικο
σπυριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του σπυριάρικο
σπυριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσαν	=	σπυριάζω
σπυριάσανε	=	σπυριάζω
σπυριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσματα	=	σπύριασμα
σπυριάσματος	=	σπύριασμα
σπυριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπυριασμάτων	=	σπύριασμα
σπυριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυριασμένο
σπυριασμένε	verb	κλητική ενικού του σπυριασμένος
σπυριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυριασμένη
σπυριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπυριασμένος
σπυριασμένης	verb	γενική ενικού του σπυριασμένη
σπυριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σπυριασμένος
σπυριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπυριασμένος
σπυριασμένος	=	σπυριάζω
σπυριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σπυριασμένος
σπυριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σπυριασμένος
σπυριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σπυριασμένος
σπυριού	=	σπυρί
σπυριών	=	σπυρί
σπυρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σπυρωτός	adv	με σπυρωτό τρόπο
σπυρωτέ	adj	κλητική ενικού του σπυρωτός
σπυρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπυρωτή
σπυρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σπυρωτός
σπυρωτής	adj	γενική ενικού του σπυρωτή
σπυρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπυρωτός
σπυρωτού	adj	γενική ενικού του σπυρωτός
σπυρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σπυρωτός
σπυρωτό	adj	αιτιατική ενικού του σπυρωτός
σπυρωτός	adj	που τα σπυριά που τον συναποτελούν, οι κόκκοι του, είναι διακριτοί μεταξύ τους και δεν έχουν γίνει ένας χυλός, ένας λαπάς
σπυρωτών	adj	γενική πληθυντικού του σπυρωτός
σπω	verb	άλλη μορφή του σπάω / σπάζω
σπόγγε	noun	κλητική ενικού του σπόγγος
σπόγγιζα	=	σπογγίζω
σπόγγιζαν	=	σπογγίζω
σπόγγιζε	=	σπογγίζω
σπόγγιζες	=	σπογγίζω
σπόγγισα	=	σπογγίζω
σπόγγισαν	=	σπογγίζω
σπόγγισε	=	σπογγίζω
σπόγγισες	=	σπογγίζω
σπόγγισμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπογγίζω
σπόγγο	noun	αιτιατική ενικού του σπόγγος
σπόγγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπόγγος
σπόγγος	noun	το θαλάσσιο σφουγγάρι, ο κεράτινος σκελετός του ομώνυμου ζώου
σπόγγου	noun	γενική ενικού του σπόγγος
σπόγγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπόγγος
σπόγγων	noun	γενική πληθυντικού του σπόγγος
σπόδια	=	σπόδιο
σπόδιο	noun|formal	λίπασμα ζωικού άνθρακα
σπόδιου	=	σπόδιο
σπόδιων	=	σπόδιο
σπόλια	noun	αρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερων κτιρίων που έχουν ενσωματωθεί σε νεότερα
σπόλιων	=	σπόλια
σπόναρα	=	σπονάρω
σπόναραν	=	σπονάρω
σπόναρε	=	σπονάρω
σπόναρες	=	σπονάρω
σπόνδυλε	noun	κλητική ενικού του σπόνδυλος
σπόνδυλο	noun	αιτιατική ενικού του σπόνδυλος
σπόνδυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπόνδυλος
σπόνδυλος	noun	το καθένα από τα οστά που συναπαρτίζουν τη σπονδυλική στήλη
σπόνδυλου	=	σπόνδυλος
σπόνσορ	noun|rare	άλλη μορφή του σπόνσορας
σπόνσορα	=	σπόνσορας
σπόνσορας	noun	ο χορηγός μιας διοργάνωσης (ή συχνά μιας αθλητικής ομάδας)
σπόνσορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπόνσορας
σπόντα	noun	το μέσα τμήμα του πλαισίου ενός τραπεζιού μπιλιάρδου
σπόντας	noun	γενική ενικού του σπόντα
σπόντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπόντα
σπόρε	noun	κλητική ενικού του σπόρος
σπόρι	noun	σπόρος συνήθως εδώδιμων καρπών, λαχανικών ή φρούτων)
σπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σπόρι
σπόριαζα	=	σποριάζω
σπόριαζαν	=	σποριάζω
σπόριαζε	=	σποριάζω
σπόριαζες	=	σποριάζω
σπόριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σπόριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σπόριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σπόριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σποριάζω
σπόριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σποριάζω
σπόριμα	=	σπόριμος
σπόριμε	=	σπόριμος
σπόριμες	=	σπόριμος
σπόριμη	=	σπόριμος
σπόριμης	=	σπόριμος
σπόριμο	=	σπόριμος
σπόριμοι	=	σπόριμος
σπόριμος	adj|formal	κατάλληλος για να σπαρθεί
σπόριμου	=	σπόριμος
σπόριμους	=	σπόριμος
σπόριμων	=	σπόριμος
σπόριο	noun	κύτταρο που αναπαράγεται και αναπτύσσεται σε φυτά και πρωτόζωα
σπόριου	=	σπόριο
σπόρκα	noun	ψάρια δεύτερης διαλογής	adv	ρυπαρώς
σπόρκας	=	σπόρκος
σπόρκε	=	σπόρκος
σπόρκες	=	σπόρκος
σπόρκο	=	σπόρκος
σπόρκοι	=	σπόρκος
σπόρκος	adj	ελλιπής
σπόρκου	=	σπόρκος
σπόρκους	=	σπόρκος
σπόρκων	=	σπόρκος
σπόρο	noun	αιτιατική ενικού του σπόρος
σπόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σπόρος
σπόρος	noun	το σπέρμα του καρπού των φυτών που αναπαράγεται
σπόρου	noun	γενική ενικού του σπόρος
σπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σπόρος
σπόρτσμαν	noun	αυτός που με ευχαρίστηση ασχολείται με κάποιο σπορ ή (γενικότερα) με τον αθλητισμό
σπόρων	noun	γενική πληθυντικού του σπόρος
σπύριαζα	=	σπυριάζω
σπύριαζαν	=	σπυριάζω
σπύριαζε	=	σπυριάζω
σπύριαζες	=	σπυριάζω
σπύριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπύριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπύριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπύριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σπυριάζω
σπύριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σπυριάζω
σπώντας	=	σπάω
σράναν	noun	κρεολική γλώσσα που μιλιέται στο Σουρινάμ και στα δυτικά της Γαλλικής Γουϊνέας.	adj	που σχετίζεται με τη γλώσσα σράναν
σς	abbrev	συντομογραφία του σιδηροδρομικός σταθμός
σσε	abbrev	ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα του στρατού ξηράς στην Ελλάδα
στάβλε	noun	κλητική ενικού του στάβλος
στάβλιζα	=	σταβλίζω
στάβλιζαν	=	σταβλίζω
στάβλιζε	=	σταβλίζω
στάβλιζες	=	σταβλίζω
στάβλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
στάβλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
στάβλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
στάβλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
στάβλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταβλίζω
στάβλο	noun	αιτιατική ενικού του στάβλος
στάβλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στάβλος
στάβλος	noun	σκεπασμένος χώρος με ειδικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιείται σαν κατάλυμα για ζώα
στάβλου	noun	γενική ενικού του στάβλος
στάβλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στάβλος
στάβλων	noun	γενική πληθυντικού του στάβλος
στάγμα	noun|formal	σταλαγματιά, στάλα
στάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάγμα
στάγματος	noun	γενική ενικού του στάγμα
στάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάδιο
στάδιο	noun	μεγάλος χώρος, συνήθως ανοιχτός, ειδικά διαμορφωμένος με εγκαταστάσεις και με θέσεις για μεγάλο αριθμό θεατών, που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση αθλητικών αγώνων, κυρίως κλασικού αθλητισμού, αλλά μπορεί να διατεθεί και για άλλες εκδηλώσεις, καλλιτεχνικού, πολιτιστικού, πολιτικού κ.λπ. χαρακτήρα
στάδιου	=	στάδιο
στάζαμε	=	στάζω
στάζαν	=	στάζω
στάζανε	=	στάζω
στάζατε	=	στάζω
στάζε	=	στάζω
στάζει	=	στάζω
στάζεις	=	στάζω
στάζεσαι	=	στάζω
στάζεστε	=	στάζω
στάζεται	=	στάζω
στάζετε	=	στάζω
στάζομαι	=	στάζω
στάζομε	=	στάζω
στάζονται	=	στάζω
στάζονταν	=	στάζω
στάζοντας	=	στάζω
στάζουμε	=	στάζω
στάζουν	=	στάζω
στάζουνε	=	στάζω
στάζω	verb	πέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά
στάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
στάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
στάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
στάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
στάθμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάθμη
στάθμευα	=	σταθμεύω
στάθμευαν	=	σταθμεύω
στάθμευε	=	σταθμεύω
στάθμευες	=	σταθμεύω
στάθμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
στάθμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
στάθμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
στάθμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
στάθμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθμεύω
στάθμευσης	=	στάθμευση
στάθμευσις	noun	στάθμευση
στάθμη	noun	το σημείο στο οποίο βρίσκεται η επιφάνεια ήρεμου υγρού, δηλαδή η κάθετη απόσταση από κάποια σταθερή επιφάνεια π.χ. την επιφάνεια του εδάφους ή του πάτου του δοχείου
στάθμης	=	στάθμη
στάθμιζα	=	σταθμίζω
στάθμιζαν	=	σταθμίζω
στάθμιζε	=	σταθμίζω
στάθμιζες	=	σταθμίζω
στάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
στάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
στάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
στάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
στάθμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθμίζω
στάθμισης	noun	γενική ενικού του στάθμιση
στάθμισις	noun	στάθμιση
στάκα	noun	είδος κρητικού γαλακτοκομικού προϊόντος	intj|vulgar	βάστα, στάσου, περίμενε, όπα
στάκαμαν	noun	είδος παιχνιδιού
στάκτες	=	στάκτη
στάκτη	noun|figurative	άλλη μορφή του στάχτη
στάκτης	=	στάκτη
στάλα	noun	η σταγόνα
στάλαγκ	noun|rare	στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου (ή, γενικότερα, στρατόπεδο συγκέντρωσης) της Ναζιστικής Γερμανίας
στάλαγμα	noun	το αποτέλεσμα του σταλάζω
στάλαζα	=	σταλάζω
στάλαζαν	=	σταλάζω
στάλαζε	=	σταλάζω
στάλαζες	=	σταλάζω
στάλαμα	noun	άλλη μορφή του στάλαγμα
στάλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
στάλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
στάλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
στάλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
στάλαξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταλάζω
στάλαξης	=	στάλαξη
στάλαξις	noun	στάλαξη
στάλας	noun	γενική ενικού του στάλα
στάλε	noun	κλητική ενικού του στάλος
στάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάλα
στάλθηκα	=	στέλνω
στάλθηκαν	=	στέλνω
στάλθηκε	=	στέλνω
στάλθηκες	=	στέλνω
στάλιαζα	=	σταλιάζω
στάλιαζαν	=	σταλιάζω
στάλιαζε	=	σταλιάζω
στάλιαζες	=	σταλιάζω
στάλιασα	=	σταλιάζω
στάλιασαν	=	σταλιάζω
στάλιασε	=	σταλιάζω
στάλιασες	=	σταλιάζω
στάλιζα	=	σταλίζω
στάλιζαν	=	σταλίζω
στάλιζε	=	σταλίζω
στάλιζες	=	σταλίζω
στάλισα	=	σταλίζω
στάλισαν	=	σταλίζω
στάλισε	=	σταλίζω
στάλισες	=	σταλίζω
στάλισμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταλίζω
στάλκαρα	=	σταλκάρω
στάλκαραν	=	σταλκάρω
στάλκαρε	=	σταλκάρω
στάλκαρες	=	σταλκάρω
στάλο	noun	αιτιατική ενικού του στάλος
στάλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στάλος
στάλος	noun|dated	σκιερός τόπος όπου σταλίζουν τα ζώα τις θερμές ώρες
στάλου	noun	γενική ενικού του στάλος
στάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στάλος
στάλπη	noun	το τυρόπηγμα
στάλπης	=	στάλπη
στάλσιμο	noun	η ενέργεια του στέλνω
στάλων	noun	γενική πληθυντικού του στάλος
στάμα	noun	σταμάτημα, διακοπή
στάματα	=	στάμα
στάματος	=	στάμα
στάμνα	noun	πήλινο δοχείο υγρών
στάμνας	noun	γενική ενικού του στάμνα
στάμνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάμνα
στάμπα	noun	αποτύπωμα, το σημάδι που αφήνει κάποιο αντικείμενο γενικά ή ειδικά κατασκευασμένο για αυτόν το σκοπό
στάμπας	noun	γενική ενικού του στάμπα
στάμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάμπα
στάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάνη
στάνη	noun	περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη των κοπαδιών, κυρίως αιγοπροβάτων, το βράδυ
στάνης	=	στάνη
στάνταρ	noun	οι προδιαγραφές
στάντζος	noun	το καραβόσκοινο
στάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξαν	=	στάζω
στάξανε	=	στάζω
στάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στάζω
στάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξιμο	noun	αργή ροή υγρού σε μορφή σταγόνας.
στάξομε	=	στάζω
στάξου	=	στάζω
στάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξουνε	=	στάζω
στάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στάζω
στάρετς	noun	γέροντας, γέρων ενός ορθόδοξου ρώσικου μοναστηριού με συμβουλευτικά και διδακτικά καθήκοντα
στάρι	noun	άλλη μορφή του σιτάρι
στάρια	=	στάρι
στάρλετ	noun	νεαρή ηθοποιός του κινηματογράφου που εμφανίζεται σε δεύτερους ρόλους και προσπαθεί να τραβήξει πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας
στάρπη	noun	το τυρόπηγμα
στάρπης	=	στάρπη
στάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάση
στάσεων	noun	γενική πληθυντικού του στάση
στάσεως	noun|formal	γενική ενικού του στάση
στάση	noun	το σταμάτημα
στάσης	noun	γενική ενικού του στάση
στάσιμα	adv	με στασιμότητα
στάσιμε	adj	κλητική ενικού του στάσιμος
στάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάσιμη
στάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στάσιμος
στάσιμης	adj	γενική ενικού του στάσιμη
στάσιμο	noun	το χορικό, το άσμα που έψαλλε ο χορός ανάμεσα σε δύο επεισόδια μιας αρχαίας τραγωδίας
στάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στάσιμος
στάσιμος	adj	που δεν μετακινείται
στάσιμου	adj	γενική ενικού του στάσιμος
στάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στάσιμος
στάσιμων	adj	γενική πληθυντικού του στάσιμος
στάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
στάτες	=	στάτης
στάτη	=	στάτης
στάτης	noun	Το ακίνητο μέρος ενός ηλεκτρικού κινητήρα.
στάτορα	=	στάτορας
στάτορας	noun	ο στάτης
στάτορες	=	στάτορας
στάφνες	=	στάφνη
στάφνη	noun|vulgar	η στάθμη, το νήμα της στάθμης
στάφνης	=	στάφνη
στάφνιζα	=	σταφνίζω
στάφνιζαν	=	σταφνίζω
στάφνιζε	=	σταφνίζω
στάφνιζες	=	σταφνίζω
στάφνισα	=	σταφνίζω
στάφνισαν	=	σταφνίζω
στάφνισε	=	σταφνίζω
στάφνισες	=	σταφνίζω
στάφνισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταφνίζω
στάχι	=	στάχυ
στάχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάχτη
στάχτη	noun	το υπόλειμμα της καύσης ενός υλικού
στάχτηκα	=	στάζω
στάχτηκαν	=	στάζω
στάχτηκε	=	στάζω
στάχτηκες	=	στάζω
στάχτης	=	στάχτη
στάχτιαζα	=	σταχτιάζω
στάχτιαζαν	=	σταχτιάζω
στάχτιαζε	=	σταχτιάζω
στάχτιαζες	=	σταχτιάζω
στάχτιασα	=	σταχτιάζω
στάχτιασαν	=	σταχτιάζω
στάχτιασε	=	σταχτιάζω
στάχτιασες	=	σταχτιάζω
στάχτιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταχτιάζω
στάχτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταχτώνω
στάχτωνα	=	σταχτώνω
στάχτωναν	=	σταχτώνω
στάχτωνε	=	σταχτώνω
στάχτωνες	=	σταχτώνω
στάχτωσα	=	σταχτώνω
στάχτωσαν	=	σταχτώνω
στάχτωσε	=	σταχτώνω
στάχτωσες	=	σταχτώνω
στάχυ	noun	το επάνω μέρος του βλαστού των δημητριακών που περιέχει τα σπέρματα
στάχυα	=	στάχυ
στάχυαζα	=	σταχυάζω
στάχυαζαν	=	σταχυάζω
στάχυαζε	=	σταχυάζω
στάχυαζες	=	σταχυάζω
στάχυασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
στάχυασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
στάχυασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
στάχυασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
στάχυασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταχυάζω
στάχωμα	noun|dated	βιβλιοδεσία
στάχωνα	=	σταχώνω
στάχωναν	=	σταχώνω
στάχωνε	=	σταχώνω
στάχωνες	=	σταχώνω
στάχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
στάχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
στάχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
στάχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
στάχωση	noun|dated	βιβλιοδέτηση
στάχωσης	noun	γενική ενικού του στάχωση
στέαρ	noun|formal	λίπος, ξίγκι
στέβια	noun	φυτό (Stevia rebaudiana) που περιέχει γλυκαντική ουσία και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ζάχαρης
στέβιας	=	στέβια
στέβιες	=	στέβια
στέγαζα	=	στεγάζω
στέγαζαν	=	στεγάζω
στέγαζε	=	στεγάζω
στέγαζες	=	στεγάζω
στέγασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στέγασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στέγασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στέγασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στέγαση	noun	η τοποθέτηση στέγης
στέγασης	noun	γενική ενικού του στέγαση
στέγασμα	noun	άλλη μορφή του στέγαστρο
στέγαστρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέγαστρο
στέγαστρο	noun	μικρή στέγη ή άλλη κατασκευή που σκεπάζει μικρό ελεύθερο χώρο και συνήθως στηρίζεται σε κολόνες
στέγαστρου	=	στέγαστρο
στέγαστρων	=	στέγαστρο
στέγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέγη
στέγη	noun	η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
στέγης	=	στέγη
στέγνα	noun	η έλλειψη υγρασίας, νερού, το να είναι κάτι στεγνό
στέγνας	noun	γενική ενικού του στέγνα
στέγνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέγνα
στέγνη	noun	άλλη μορφή του στέγνα
στέγνης	=	στέγνη
στέγνωμα	noun	η ενέργεια του στεγνώνω, του να αφαιρεθεί το νερό από κάτι βρεγμένο
στέγνωνα	=	στεγνώνω
στέγνωναν	=	στεγνώνω
στέγνωνε	=	στεγνώνω
στέγνωνες	=	στεγνώνω
στέγνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στέγνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στέγνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στέγνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στέγνωση	noun	το στέγνωμα
στέγνωσης	=	στέγνωση
στέκα	noun	ειδική ξύλινη ράβδος που χρησιμοποιείται στο μπιλιάρδο για να χτυπά ο παίκτης τις μπάλες	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέκω
στέκαμε	=	στέκω
στέκαν	=	στέκω
στέκανε	=	στέκω
στέκας	noun	γενική ενικού του στέκα
στέκατε	=	στέκω
στέκε	=	στέκω
στέκει	=	στέκω
στέκεις	=	στέκω
στέκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέκα
στέκεσαι	=	στέκομαι
στέκεστε	=	στέκομαι
στέκεται	verb	γ' ενικό οριστικής ή υποτακτική ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος στέκομαι
στέκετε	=	στέκω
στέκι	noun	συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ
στέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέκι
στέκομαι	verb	σταματώ, δεν κινούμαι
στέκομε	=	στέκω
στέκονται	=	στέκομαι
στέκονταν	=	στέκομαι
στέκοντας	=	στέκω
στέκουμε	=	στέκω
στέκουν	=	στέκω
στέκουνε	=	στέκω
στέκω	verb|literary	στέκομαι
στέλεχος	noun	ο κορμός ή βλαστός φυτού
στέλναμε	=	στέλνω
στέλναν	=	στέλνω
στέλνανε	=	στέλνω
στέλνατε	=	στέλνω
στέλνε	=	στέλνω
στέλνει	=	στέλνω
στέλνεις	=	στέλνω
στέλνεσαι	=	στέλνω
στέλνεστε	=	στέλνω
στέλνεται	=	στέλνω
στέλνετε	=	στέλνω
στέλνομαι	=	στέλνω
στέλνομε	=	στέλνω
στέλνονται	=	στέλνω
στέλνονταν	=	στέλνω
στέλνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στέλνω
στέλνουμε	=	στέλνω
στέλνουν	=	στέλνω
στέλνουνε	=	στέλνω
στέλνω	verb	ενεργώ ώστε να μεταφερθεί σε κάποιο πρόσωπο ή τόπο ένα πράγμα
στέμμα	noun	το διάδημα που φοράει ένας μονάρχης ως σύμβολο της εξουσίας του
στέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέμμα
στέμματος	noun	γενική ενικού του στέμμα
στέμφυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέμφυλο
στέμφυλο	noun	τα απομεινάρια από το πάτημα των σταφυλιών έπειτα από την αφαίρεση του μούστου
στέμφυλου	noun	γενική ενικού του στέμφυλο
στέμφυλων	noun	γενική πληθυντικού του στέμφυλο
στέναγμα	noun	στεναγμός, αναστεναγμός, αναστέναγμα, το αποτέλεσμα του στενάζω, το βογκητό
στέναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στέναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στέναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στέναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στένεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στενεύω
στένευα	=	στενεύω
στένευαν	=	στενεύω
στένευε	=	στενεύω
στένευες	=	στενεύω
στένεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στένεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στένεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στένεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στένσιλ	noun	διάτρητος οδηγός αποτύπωσης
στένσιλς	=	στένσιλ
στένω	verb	ακούγεται κυρίως στον ενεστώτα πια (ακόμα και στην αρχαία γλώσσα πάντως χρησιμοποιείτο μόνον στον ενεστώτα και στον παρατατικό)
στένωμα	noun|vulgar	σημείο που κάτι γίνεται στενό
στένωση	noun	η ύπαρξη μειωμένου πλάτους σε κάποιο σημείο
στένωσης	=	στένωση
στέπα	noun	οικοσύστημα της Κεντρικής Ασίας που χαρακτηρίζεται από απέραντες εκτάσεις χορταριού και έλλειψη βροχόπτωσης
στέπας	noun	γενική ενικού του στέπα
στέπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέπα
στέργαμε	=	στέργω
στέργαν	=	στέργω
στέργανε	=	στέργω
στέργατε	=	στέργω
στέργε	=	στέργω
στέργει	=	στέργω
στέργεις	=	στέργω
στέργετε	=	στέργω
στέργοντας	=	στέργω
στέργουμε	=	στέργω
στέργουν	=	στέργω
στέργουνε	=	στέργω
στέργω	verb	αποδέχομαι κάτι, δίνω τη συναίνεσή μου σε κάτι, ανέχομαι
στέρεα	=	στέρεος
στέρεας	=	στέρεος
στέρεε	=	στέρεος
στέρεες	=	στέρεος
στέρεη	=	στέρεος
στέρεης	=	στέρεος
στέρεμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στερεύω
στέρεο	=	στέρεος
στέρεοι	=	στέρεος
στέρεος	adj	σταθερός, ακλόνητος, που δεν κλονίζεται εύκολα
στέρεου	=	στέρεος
στέρεους	=	στέρεος
στέρευα	=	στερεύω
στέρευαν	=	στερεύω
στέρευε	=	στερεύω
στέρευες	=	στερεύω
στέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στέρεων	=	στέρεος
στέρημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στερώ
στέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερώ
στέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερώ
στέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερώ
στέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερώ
στέρηση	noun	η έλλειψη
στέρησης	noun	γενική ενικού του στέρηση
στέριωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στεριώνω
στέριωνα	=	στεριώνω
στέριωναν	=	στεριώνω
στέριωνε	=	στεριώνω
στέριωνες	=	στεριώνω
στέριωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στέριωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στέριωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στέριωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στέρνα	noun	δεξαμενή για την συλλογή (συνήθως) βρόχινου νερού
στέρνας	noun	γενική ενικού του στέρνα
στέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέρνα
στέρνο	noun	οστό σε σχήμα ξίφους στη μέση του στήθους
στέρνου	noun	γενική ενικού του στέρνο
στέρνων	noun	γενική πληθυντικού του στέρνο
στέρξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξαν	=	στέργω
στέρξανε	=	στέργω
στέρξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξιμο	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στέργω
στέρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέργω
στέρφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στέρφος
στέρφας	=	στέρφος
στέρφε	=	στέρφος
στέρφες	=	στέρφος
στέρφευα	=	στερφεύω
στέρφευαν	=	στερφεύω
στέρφευε	=	στερφεύω
στέρφευες	=	στερφεύω
στέρφεψα	=	στερφεύω
στέρφεψαν	=	στερφεύω
στέρφεψε	=	στερφεύω
στέρφεψες	=	στερφεύω
στέρφο	=	στέρφος
στέρφοι	=	στέρφος
στέρφος	adj|literary	στείρος (που δε μπορεί να γεννήσει παιδιά)
στέρφου	=	στέρφος
στέρφους	=	στέρφος
στέρφων	=	στέρφος
στέφαμε	=	στέφω
στέφαν	=	στέφω
στέφανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέφανο
στέφανε	noun	κλητική ενικού του στέφανος
στέφανο	noun	κατασκευασμένο και διακοσμημένο στεφάνι που τοποθετείται στην κεφαλή μελλονύμφων κατά τη διάρκεια της τέλεσης του μυστηρίου του γάμου
στέφανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στέφανος
στέφανος	noun	στεφάνι
στέφανου	=	στέφανο
στέφανων	=	στέφανο
στέφατε	=	στέφω
στέφε	=	στέφω
στέφει	=	στέφω
στέφεις	=	στέφω
στέφεσαι	=	στέφω
στέφεσθε	=	στέφω
στέφεστε	=	στέφω
στέφεται	=	στέφω
στέφετε	=	στέφω
στέφθηκα	=	στέφω
στέφθηκαν	=	στέφω
στέφθηκε	=	στέφω
στέφθηκες	=	στέφω
στέφομαι	=	στέφω
στέφομε	=	στέφω
στέφονται	=	στέφω
στέφονταν	=	στέφω
στέφοντας	=	στέφω
στέφουμε	=	στέφω
στέφω	verb	στεφανώνω
στέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψαν	=	στέφω
στέψανε	=	στέφω
στέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στέφω
στέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέψη
στέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψεων	noun	γενική πληθυντικού του στέψη
στέψεως	noun|formal	γενική ενικού του στέψη
στέψη	noun	το στεφάνωμα
στέψης	noun	γενική ενικού του στέψη
στέψομε	=	στέφω
στέψου	=	στέφω
στέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέφω
στέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέφω
στήθη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήθος
στήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στήθι	noun|vulgar	λαϊκός τύπος του στήθος
στήθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήθι
στήθος	noun	το μπροστινό μέρος του κορμιού ανθρώπου ή ζώου κάτω από το λαιμό και πάνω από την κοιλιά, εξαιρώντας τα χέρια/πόδια
στήθους	noun	γενική ενικού του στήθος
στήλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήλη
στήλη	noun	η μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο
στήλης	=	στήλη
στήλωνα	=	στηλώνω
στήλωναν	=	στηλώνω
στήλωνε	=	στηλώνω
στήλωνες	=	στηλώνω
στήλωσα	=	στηλώνω
στήλωσαν	=	στηλώνω
στήλωσε	=	στηλώνω
στήλωσες	=	στηλώνω
στήμονα	=	στήμονας
στήμονας	noun	το αρσενικό αναπαραγωγικό όργανο στα σπερματόφυτα
στήμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήμονας
στήναμε	=	στήνω
στήναν	=	στήνω
στήνανε	=	στήνω
στήνατε	=	στήνω
στήνε	=	στήνω
στήνει	=	στήνω
στήνεις	=	στήνω
στήνεσαι	=	στήνω
στήνεστε	=	στήνω
στήνεται	=	στήνω
στήνετε	=	στήνω
στήνομαι	verb	βρίσκομαι για ώρα κάπου χωρίς να φεύγω από κει
στήνονται	=	στήνω
στήνονταν	=	στήνω
στήνοντας	=	στήνω
στήνου	=	στήνω
στήνουμε	=	στήνω
στήνουν	=	στήνω
στήνουνε	=	στήνω
στήνω	verb	τοποθετώ σε όρθια θέση πρόσωπα ή πράγματα
στήρα	=	στείρα
στήριγμα	noun	οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να στηριχτεί κάτι
στήριζα	=	στηρίζω
στήριζαν	=	στηρίζω
στήριζε	=	στηρίζω
στήριζες	=	στηρίζω
στήριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στήριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στήριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στήριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στήριξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηρίζω
στήριξης	=	στήριξη
στήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσαν	=	στήνω
στήσανε	=	στήνω
στήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στήνω
στήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω
στήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνω
στίβα	noun|dated	άλλη γραφή του στοίβα
στίβαμε	=	στίβω
στίβαν	=	στίβω
στίβανε	=	στίβω
στίβατε	=	στίβω
στίβε	noun	κλητική ενικού του στίβος
στίβει	=	στίβω
στίβεις	=	στίβω
στίβεσαι	=	στίβω
στίβεστε	=	στίβω
στίβεται	=	στίβω
στίβετε	=	στίβω
στίβο	noun	αιτιατική ενικού του στίβος
στίβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στίβος
στίβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στίβω, άλλη γραφή του στύβομαι
στίβομε	=	στίβω
στίβονται	=	στίβω
στίβονταν	=	στίβω
στίβοντας	=	στίβω
στίβος	noun	το τμήμα ενός γηπέδου ή σταδίου, στο οποίο διεξάγονται αγωνίσματα κλασικού αθλητισμού
στίβου	noun	γενική ενικού του στίβος
στίβουμε	=	στίβω
στίβουν	=	στίβω
στίβουνε	=	στίβω
στίβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στίβος
στίβω	verb	άλλη γραφή του στείβω
στίβων	noun	γενική πληθυντικού του στίβος
στίγμα	noun	σημάδι, κηλίδα στο δέρμα, από ασθένεια ή αντίδραση σε εξωγενείς ερεθισμούς
στίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στίγμα
στίγματος	noun	γενική ενικού του στίγμα
στίζαμε	=	στίζω
στίζαν	=	στίζω
στίζανε	=	στίζω
στίζατε	=	στίζω
στίζε	=	στίζω
στίζει	=	στίζω
στίζεις	=	στίζω
στίζετε	=	στίζω
στίζοντας	=	στίζω
στίζουμε	=	στίζω
στίζουν	=	στίζω
στίζουνε	=	στίζω
στίζω	verb|formal	τοποθετώ σε γραπτό κείμενο κάποιο σημείο στίξης (τελεία, θαυμαστικό κ.λπ.)
στίλβες	=	στίλβη
στίλβη	noun	η μαρμαρυγή, το τρεμοφέγγισμα ενός άστρου
στίλβης	=	στίλβη
στίλβον	=	στίλβων
στίλβοντα	=	στίλβων
στίλβοντες	=	στίλβων
στίλβοντος	=	στίλβων
στίλβουσα	=	στίλβων
στίλβουσας	=	στίλβων
στίλβουσες	=	στίλβων
στίλβω	verb	λάμπω, λαμποκοπώ, φωτίζω, φέγγω
στίλβωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στιλβώνω
στίλβων	verb|formal	που στίλβει, που λάμπει, που γυαλίζει
στίλβωνα	=	στιλβώνω
στίλβωναν	=	στιλβώνω
στίλβωνε	=	στιλβώνω
στίλβωνες	=	στιλβώνω
στίλβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στίλβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στίλβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στίλβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στίλβωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στιλβώνω
στίλβωσης	=	στίλβωση
στίμα	noun	σεβασμός, εκτίμηση, υπόληψη
στίμη	noun|slang	ο ατμός ως κινητήρια δύναμη ενός ατμόπλοιου καθώς και (συνεκδοχικά) η ταχύτητα πλεύσης του ατμόπλοιου
στίμης	=	στίμη
στίξαμε	=	στίζω
στίξαν	=	στίζω
στίξανε	=	στίζω
στίξατε	=	στίζω
στίξε	=	στίζω
στίξει	=	στίζω
στίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στίξη
στίξεων	noun	γενική πληθυντικού του στίξη
στίξεως	noun|formal	γενική ενικού του στίξη
στίξη	noun	τα γραπτά σύμβολα για τον επιτονισμό, τον χρωματισμό, τις παύσης στον προφορικό μας λόγο
στίξης	noun	γενική ενικού του στίξη
στίξτε	=	στίζω
στίφη	=	στίφος
στίφος	noun	το ασύνταχτο και πυκνό πλήθος, μπουλούκι
στίφους	=	στίφος
στίφτε	=	στίβω
στίφτες	=	στίφτης
στίφτη	=	στίφτης
στίφτηκα	=	στίβω
στίφτηκαν	=	στίβω
στίφτηκε	=	στίβω
στίφτηκες	=	στίβω
στίφτης	noun	άλλη γραφή του στύφτης
στίχε	noun	κλητική ενικού του στίχος
στίχισης	noun	γενική ενικού του στίχιση
στίχο	noun	αιτιατική ενικού του στίχος
στίχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στίχος
στίχος	noun	γραμμή γραπτού κειμένου
στίχου	noun	γενική ενικού του στίχος
στίχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στίχος
στίχων	noun	γενική πληθυντικού του στίχος
στίψαμε	=	στίβω
στίψαν	=	στίβω
στίψανε	=	στίβω
στίψατε	=	στίβω
στίψε	=	στίβω
στίψει	=	στίβω
στίψεις	=	στίβω
στίψετε	=	στίβω
στίψιμο	noun	άλλη γραφή του στύψιμο
στίψομε	=	στίβω
στίψου	=	στίβω
στίψουμε	=	στίβω
στίψουν	=	στίβω
στίψουνε	=	στίβω
στίψτε	=	στίβω
στίψω	=	στίβω
στα	article	σε + τα (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ο)
σταβάρι	noun	εξάρτημα που συνδέει τον ζυγό με τα αλετρόποδα
σταβάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταβάρι
σταβέντο	adj	απάνεμος, υπήνεμος	adv	υπήνεμα, απάνεμα, από τη μεριά που δεν φυσάει
σταβέτ	adj	άλλη μορφή του σταβέντο	adv	άλλη μορφή του σταβέντο
σταβαριού	=	σταβάρι
σταβαριών	=	σταβάρι
σταβλάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταβλάρχης
σταβλάρχη	=	σταβλάρχης
σταβλάρχης	noun	ο επικεφαλής των βασιλικών στάβλων
σταβλίζαμε	=	σταβλίζω
σταβλίζαν	=	σταβλίζω
σταβλίζανε	=	σταβλίζω
σταβλίζατε	=	σταβλίζω
σταβλίζει	=	σταβλίζω
σταβλίζεις	=	σταβλίζω
σταβλίζετε	=	σταβλίζω
σταβλίζοντας	=	σταβλίζω
σταβλίζουμε	=	σταβλίζω
σταβλίζουν	=	σταβλίζω
σταβλίζουνε	=	σταβλίζω
σταβλίζω	verb	τοποθετώ ζώα σε στάβλο
σταβλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσαν	=	σταβλίζω
σταβλίσανε	=	σταβλίζω
σταβλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάβλισμα
σταβλίσματος	noun	γενική ενικού του στάβλισμα
σταβλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταβλίζω
σταβλίτες	=	σταβλίτης
σταβλίτη	=	σταβλίτης
σταβλίτης	noun	ο υπεύθυνος για την καθαριότητα και τη διατροφή των αλόγων
σταβλαρχών	=	σταβλάρχης
σταβλιζόμενα	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενε	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενες	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενη	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενης	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενο	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενοι	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σταβλίζω
σταβλιζόμενου	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενους	=	σταβλιζόμενος
σταβλιζόμενων	=	σταβλιζόμενος
σταβλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στάβλισμα
σταβλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταβλισμένο
σταβλισμένε	verb	κλητική ενικού του σταβλισμένος
σταβλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταβλισμένη
σταβλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταβλισμένος
σταβλισμένης	verb	γενική ενικού του σταβλισμένη
σταβλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταβλισμένος
σταβλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταβλισμένος
σταβλισμένος	verb	που βρίσκεται και μεγαλώνει, που εκτρέφεται, σε εσωτερικό χώρο, όχι ελευθέρας βοσκής
σταβλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταβλισμένος
σταβλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταβλισμένος
σταβλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταβλισμένος
σταβλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταβλισμός
σταβλιτών	=	σταβλίτης
σταγέ	=	σταγός
σταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στάγμα
σταγμένος	=	στάζω
σταγμοδοχών	=	σταγμοδόχη
σταγμοδόχες	=	σταγμοδόχη
σταγμοδόχη	noun	δίσκος σε μανουάλια, κηροπήγια κ.λπ. που δέχεται τα στάγματα του κεριού
σταγμοδόχης	=	σταγμοδόχη
σταγοί	=	σταγός
σταγονίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταγονίδιο
σταγονίδιο	noun	υποκοριστικό του σταγόνα
σταγονίδιον	noun	σταγονίδιο
σταγονίδιου	=	σταγονίδιο
σταγονίδιων	=	σταγονίδιο
σταγονιδίου	=	σταγονίδιο
σταγονιδίων	=	σταγονίδιο
σταγονοειδές	=	σταγονοειδής
σταγονοειδή	=	σταγονοειδής
σταγονοειδής	adj	που μοιάζει με σταγόνα
σταγονοειδείς	=	σταγονοειδής
σταγονοειδούς	=	σταγονοειδής
σταγονοειδών	=	σταγονοειδής
σταγονομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταγονομετρικό
σταγονομετρικέ	adj	κλητική ενικού του σταγονομετρικός
σταγονομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταγονομετρική
σταγονομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταγονομετρικός
σταγονομετρικής	adj	γενική ενικού του σταγονομετρική
σταγονομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταγονομετρικός
σταγονομετρικού	adj	γενική ενικού του σταγονομετρικός
σταγονομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταγονομετρικός
σταγονομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του σταγονομετρικός
σταγονομετρικός	adj	που έχει σχέση με το σταγονόμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτό
σταγονομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του σταγονομετρικός
σταγονορροές	=	σταγονορροή
σταγονορροή	noun	η ροή / πτώση σταγόνων
σταγονορροής	=	σταγονορροή
σταγονορροιών	=	σταγονόρροια
σταγονορροών	=	σταγονορροή
σταγονόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταγονόμετρο
σταγονόμετρο	noun	συσκευή που μας επιτρέπει να χορηγήσουμε ελεγχομενα ένα υγρό σε σταγόνες, αφού πρώτα το έχουμε αντλήσει από ένα δοχείο
σταγονόμετρον	noun	σταγονόμετρο
σταγονόμετρου	noun	γενική ενικού του σταγονόμετρο
σταγονόμετρων	noun	γενική πληθυντικού του σταγονόμετρο
σταγονόρροια	noun	έκκριση νερού από φύλλα φυτών όταν υπάρχει σημαντική εισροή νερού από το βλαστό
σταγονόρροιας	=	σταγονόρροια
σταγονόρροιες	=	σταγονόρροια
σταγού	=	σταγός
σταγούς	=	σταγός
σταγό	=	σταγός
σταγόνα	noun	μικρή ποσότητα υγρού σε σχήμα σχεδόν σφαιρικό που σχηματίζεται ενώ το υγρό πέφτει
σταγόνας	=	σταγόνα
σταγόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταγόνα
σταγόνων	noun	γενική πληθυντικού του σταγόνα
σταγός	noun|dated	άλλη μορφή του σιταγωγός
σταγών	=	σταγός
σταδία	noun	ίσιο όργανο, με ενδείξεις, που χρησιμοποιείται για να μπορούν να υπολογίζονται αποστάσεις μέσω ενός σταδιόμετρου
σταδίας	noun	γενική ενικού του σταδία
σταδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδία
σταδίου	noun	γενική ενικού του στάδιο
σταδίων	noun	γενική πληθυντικού του στάδιο
σταδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιακό	adv	με σταδιακό τρόπο
σταδιακέ	adj	κλητική ενικού του σταδιακός
σταδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιακή
σταδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταδιακός
σταδιακής	adj	γενική ενικού του σταδιακή
σταδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταδιακός
σταδιακού	adj	γενική ενικού του σταδιακός
σταδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταδιακός
σταδιακό	adj	αιτιατική ενικού του σταδιακός
σταδιακός	adj	που γίνεται με τρόπο αργό και εξελικτικό κι όχι απότομα
σταδιακών	adj	γενική πληθυντικού του σταδιακός
σταδιακώς	adv|dated	σταδιακά
σταδιασμέ	=	σταδιασμός
σταδιασμοί	=	σταδιασμός
σταδιασμού	=	σταδιασμός
σταδιασμούς	=	σταδιασμός
σταδιασμό	=	σταδιασμός
σταδιασμός	noun	οποιαδήποτε μέτρηση που ως μονάδα μέτρησης λαμβάνεται κυρίως το ναυτικό στάδιο
σταδιασμών	=	σταδιασμός
σταδιοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσαν	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσανε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρομία	noun	η εξέλιξη που έχει κάποιος στο επάγγελμά του, η πορεία του και η ανέλιξή σε ανώτερες βαθμίδες σ’ αυτό το επάγγελμα ή ασχολία
σταδιοδρομίας	noun	γενική ενικού του σταδιοδρομία
σταδιοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιοδρομία
σταδιοδρομεί	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομείς	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομείτε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιοδρομημένο
σταδιοδρομημένε	verb	κλητική ενικού του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιοδρομημένη
σταδιοδρομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομημένης	verb	γενική ενικού του σταδιοδρομημένη
σταδιοδρομημένο	verb	αιτιατική ενικού του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταδιοδρομημένος
σταδιοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του σταδιοδρομία
σταδιοδρομούμε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούν	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούνε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσα	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσαμε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσαν	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσανε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσατε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσε	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομούσες	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρομώ	verb	έχω μια κάποια σταδιοδρομία
σταδιοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρόμει	=	σταδιοδρομώ
σταδιοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταδιοδρομώ
σταδιομέτρηση	noun	άλλη μορφή του σταδιομετρία
σταδιομέτρησης	=	σταδιομέτρηση
σταδιομέτρησις	noun	σταδιομέτρηση
σταδιομέτρου	=	σταδιόμετρο
σταδιομέτρων	=	σταδιόμετρο
σταδιομετρήσεις	=	σταδιομέτρηση
σταδιομετρήσεων	=	σταδιομέτρηση
σταδιομετρία	noun	τοπογραφική και γεωδαιτική μέθοδος μέτρησης μιας απόστασης με σταδιόμετρο
σταδιομετρίας	=	σταδιομετρία
σταδιομετρίες	=	σταδιομετρία
σταδιομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιομετρικό
σταδιομετρικέ	adj	κλητική ενικού του σταδιομετρικός
σταδιομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταδιομετρική
σταδιομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταδιομετρικός
σταδιομετρικής	adj	γενική ενικού του σταδιομετρική
σταδιομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταδιομετρικός
σταδιομετρικού	adj	γενική ενικού του σταδιομετρικός
σταδιομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταδιομετρικός
σταδιομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του σταδιομετρικός
σταδιομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη σταδιομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σταδιομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του σταδιομετρικός
σταδιομετριών	=	σταδιομετρία
σταδιοποίηση	noun	κατηγοριοποίηση της εξέλιξης μιας ασθένειας σε διάφορα στάδια ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων της
σταδιοποίησης	=	σταδιοποίηση
σταδιοποιήσεις	=	σταδιοποίηση
σταδιοποιήσεων	=	σταδιοποίηση
σταδιοποιώ	verb	κατατάσσω κάτι σε διάφορα στάδια, κατηγοριοποιώ
σταδιόμετρα	=	σταδιόμετρο
σταδιόμετρο	noun	όργανο για τη σταδιομετρία
σταδιόμετρου	=	σταδιόμετρο
σταδιόμετρων	=	σταδιόμετρο
σταδιών	noun	γενική πληθυντικού του σταδία
σταζ	noun	πρόγραμμα προάσκησης μισθωτής εργασίας, πρόγραμμα πρακτικής άσκησης επαγγέλματος για απόκτηση εμπειρίας και επαγγελματικής κατάρτισης
σταζιέρ	noun	ο εργαζόμενος ή εργαζόμενη σε πρόγραμμα προάσκησης μισθωτής εργασίας, πρόγραμμα πρακτικής άσκησης για απόκτηση εμπειρίας και επαγγελματικής κατάρτισης
σταζόμασταν	=	στάζω
σταζόμαστε	=	στάζω
σταζόμουν	=	στάζω
σταζόμουνα	=	στάζω
σταζόντουσαν	=	στάζω
σταζόσασταν	=	στάζω
σταζόσαστε	=	στάζω
σταζόσουν	=	στάζω
σταζόσουνα	=	στάζω
σταζόταν	=	στάζω
σταζότανε	=	στάζω
σταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθήκαν	=	στέκομαι
σταθήκανε	=	στέκομαι
σταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθερά	noun	κάτι που παραμένει σταθερό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (σταθερό) του σταθερός
σταθεράς	noun	γενική ενικού του σταθερά
σταθερέ	adj	κλητική ενικού του σταθερός
σταθερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθερή
σταθερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθερός
σταθερής	adj	γενική ενικού του σταθερή
σταθεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθερός
σταθεροθερμία	noun	η σταθερότητα της θερμοκρασίας ενός χώρου για μεγάλο χρονικό διάστημα
σταθεροθερμίας	=	σταθεροθερμία
σταθεροθερμίες	=	σταθεροθερμία
σταθεροθερμιών	=	σταθεροθερμία
σταθεροποίει	=	σταθεροποιώ
σταθεροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθεροποιώ
σταθεροποίησης	=	σταθεροποίηση
σταθεροποίησις	noun	σταθεροποίηση
σταθεροποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσαν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιήσανε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποίηση
σταθεροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσεων	=	σταθεροποίηση
σταθεροποιήσεως	=	σταθεροποίηση
σταθεροποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσουνε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιώ
σταθεροποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σταθεροποιώ
σταθεροποιείς	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιείσαι	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιείστε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιείται	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιείτε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιείτο	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθήκαν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιηθήκανε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιηθούνε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθεροποιούμαι
σταθεροποιημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιημένο
σταθεροποιημένε	adj	κλητική ενικού του σταθεροποιημένος
σταθεροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιημένη
σταθεροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθεροποιημένος
σταθεροποιημένης	adj	γενική ενικού του σταθεροποιημένη
σταθεροποιημένο	adj	αιτιατική ενικού του σταθεροποιημένος
σταθεροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιημένος
σταθεροποιημένος	verb	που έχει σταθεροποιηθεί, που δεν παρουσιάζει μεταβολές
σταθεροποιημένου	verb	γενική ενικού του σταθεροποιημένος
σταθεροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταθεροποιημένος
σταθεροποιημένων	adj	γενική πληθυντικού του σταθεροποιημένος
σταθεροποιητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιητής
σταθεροποιητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταθεροποιητής
σταθεροποιητής	noun	) ουσία που προστίθεται σε ένα χημικό σύστημα με σκοπό τη μείωση των αλλαγών στις φυσικές ή χημικές ιδιότητές
σταθεροποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιητικό	adv	επιφέροντας ή αποσκοπώντας στη σταθεροποίηση
σταθεροποιητικέ	adj	κλητική ενικού του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιητική
σταθεροποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητικής	adj	γενική ενικού του σταθεροποιητική
σταθεροποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητικού	adj	γενική ενικού του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητικός	adj	που έχει σχέση με σταθεροποίηση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
σταθεροποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του σταθεροποιητικός
σταθεροποιητών	noun	γενική πληθυντικού του σταθεροποιητής
σταθεροποιούμαι	verb	με σταθεροποιούν
σταθεροποιούμασταν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούμαστε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούμε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούμενος	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούμουν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούμουνα	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούνε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούνται	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούνταν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούντο	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσα	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσαμε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσαν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσανε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσατε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσες	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσουν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιούσουνα	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόμασταν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόμαστε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόμουν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόμουνα	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόνταν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόντανε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόντουσαν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόσασταν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόσαστε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόσουν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόσουνα	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιόταν	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιότανε	=	σταθεροποιώ
σταθεροποιώ	verb	κάνω κάτι σταθερό
σταθεροποιώντας	=	σταθεροποιώ
σταθεροτήτων	=	σταθερότητα
σταθεροτύπου	=	σταθερότυπο
σταθεροτύπων	=	σταθερότυπος
σταθερού	adj	γενική ενικού του σταθερός
σταθερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταθερός
σταθερό	adj	αιτιατική ενικού του σταθερός	noun	το σταθερό τηλέφωνο, αυτό που είναι ενσύρματα συνδεδεμένο με το τηλεφωνικό δίκτυο
σταθερός	adj	που δε μετακινείται
σταθερότατα	=	σταθερός
σταθερότατε	=	σταθερός
σταθερότατες	=	σταθερός
σταθερότατη	=	σταθερός
σταθερότατης	=	σταθερός
σταθερότατο	=	σταθερός
σταθερότατοι	=	σταθερός
σταθερότατος	=	σταθερός
σταθερότατου	=	σταθερός
σταθερότατους	=	σταθερός
σταθερότατων	=	σταθερός
σταθερότερα	=	σταθερός
σταθερότερε	=	σταθερός
σταθερότερες	=	σταθερός
σταθερότερη	=	σταθερός
σταθερότερης	=	σταθερός
σταθερότερο	=	σταθερός
σταθερότεροι	=	σταθερός
σταθερότερος	=	σταθερός
σταθερότερου	=	σταθερός
σταθερότερους	=	σταθερός
σταθερότερων	=	σταθερός
σταθερότης	=	σταθερότητα
σταθερότητα	noun	που δεν μεταβάλλεται εύκολα
σταθερότητας	noun	γενική ενικού του σταθερότητα
σταθερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθερότητα
σταθερότυπα	=	σταθερότυπο
σταθερότυπε	=	σταθερότυπος
σταθερότυπο	noun	άλλη μορφή του σταθερότυπος
σταθερότυποι	=	σταθερότυπος
σταθερότυπος	noun	το σύνολο των προδιαγραφών που πρέπει να πληροί ένα προϊόν ή μια διαδικασία
σταθερότυπου	=	σταθερότυπος
σταθερότυπους	=	σταθερότυπος
σταθερότυπων	=	σταθερότυπο
σταθερών	adj	γενική πληθυντικού του σταθερός
σταθμά	noun	μεταλλικά σώματα με γνωστό και συγκεκριμένο βάρος, που τα βάζουμε στη μία μεριά μιας ζυγαριάς, προκειμένου να ζυγίσουμε κάτι με άγνωστο βάρος στην άλλη μεριά της ζυγαριάς
σταθμάρχαινα	noun	άλλη μορφή του σταθμαρχίνα
σταθμάρχαινας	=	σταθμάρχαινα
σταθμάρχαινες	=	σταθμάρχαινα
σταθμάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμάρχης
σταθμάρχη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταθμάρχης
σταθμάρχης	noun	ο επικεφαλής ενός σταθμού (τρένων, λεωφορείων, χωροφυλακής κ.λπ.)
σταθμέ	noun	κλητική ενικού του σταθμός
σταθμίζαμε	=	σταθμίζω
σταθμίζαν	=	σταθμίζω
σταθμίζανε	=	σταθμίζω
σταθμίζατε	=	σταθμίζω
σταθμίζει	=	σταθμίζω
σταθμίζεις	=	σταθμίζω
σταθμίζετε	=	σταθμίζω
σταθμίζοντας	=	σταθμίζω
σταθμίζουμε	=	σταθμίζω
σταθμίζουν	=	σταθμίζω
σταθμίζουνε	=	σταθμίζω
σταθμίζω	verb	αξιολογώ προσεκτικά, πριν πάρω κάποια απόφαση ή κάνω μια πράξη, όλα σχετικά στοιχεία ή ενδεχόμενα
σταθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίσαν	=	σταθμίζω
σταθμίσανε	=	σταθμίζω
σταθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάθμιση
σταθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του στάθμιση
σταθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του στάθμιση
σταθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμίζω
σταθμαρχίνα	noun	θηλυκό του σταθμάρχης
σταθμαρχίνας	=	σταθμαρχίνα
σταθμαρχίνες	=	σταθμαρχίνα
σταθμαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμαρχείο
σταθμαρχείο	noun	το γραφείο ενός σταθμάρχη ή το κτήριο / ο χώρος που εργάζεται ένας σταθμάρχης ή βρίσκεται εκεί ως επικεφαλής
σταθμαρχείου	noun	γενική ενικού του σταθμαρχείο
σταθμαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του σταθμαρχείο
σταθμαρχεῖον	noun	σταθμαρχείο
σταθμαρχών	=	σταθμάρχης
σταθμευμέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμευμέο
σταθμευμέε	adj	κλητική ενικού του σταθμευμένη
σταθμευμέες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμευμέη
σταθμευμέη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθμευμένη
σταθμευμέης	adj	γενική ενικού του σταθμευμέη
σταθμευμέν	adj	αιτιατική ενικού του σταθμευμένη
σταθμευμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμευμένο
σταθμευμένε	adj	κλητική ενικού του σταθμευμένος
σταθμευμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμευμένη
σταθμευμένη	verb	που έχει σταθμεύσει, παρκάρει
σταθμευμένης	adj	γενική ενικού του σταθμευμένη
σταθμευμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταθμευμένος
σταθμευμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθμευμένος
σταθμευμένος	verb	που έχει σταθμεύσει, παρκάρει
σταθμευμένου	verb	γενική ενικού του σταθμευμένος
σταθμευμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταθμευμένος
σταθμευμένων	adj	γενική πληθυντικού του σταθμευμένος
σταθμευμέο	adj	αιτιατική ενικού του σταθμευμένη
σταθμευμέοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθμευμένη
σταθμευμέος	=	σταθμευμένη
σταθμευμέου	adj	γενική ενικού του σταθμευμένη
σταθμευμέους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταθμευμένη
σταθμευμέων	adj	γενική πληθυντικού του σταθμευμένη
σταθμεύαμε	=	σταθμεύω
σταθμεύαν	=	σταθμεύω
σταθμεύανε	=	σταθμεύω
σταθμεύατε	=	σταθμεύω
σταθμεύει	=	σταθμεύω
σταθμεύεις	=	σταθμεύω
σταθμεύετε	=	σταθμεύω
σταθμεύομε	=	σταθμεύω
σταθμεύοντας	=	σταθμεύω
σταθμεύουμε	=	σταθμεύω
σταθμεύουν	=	σταθμεύω
σταθμεύουνε	=	σταθμεύω
σταθμεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσαν	=	σταθμεύω
σταθμεύσανε	=	σταθμεύω
σταθμεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάθμευση
σταθμεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσεων	=	στάθμευση
σταθμεύσεως	=	στάθμευση
σταθμεύσομε	=	σταθμεύω
σταθμεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσουνε	=	σταθμεύω
σταθμεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταθμεύω
σταθμεύω	verb	οδηγώ ένα όχημα σε συγκεκριμένη θέση που δεν εμποδίζει την κυκλοφορία και το σταματώ εκεί
σταθμητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σταθμητός	adv|rare	με σταθμητό τρόπο
σταθμητέ	adj	κλητική ενικού του σταθμητός
σταθμητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμητή
σταθμητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθμητός
σταθμητής	adj	γενική ενικού του σταθμητή
σταθμητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθμητός
σταθμητού	adj	γενική ενικού του σταθμητός
σταθμητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταθμητός
σταθμητό	adj	αιτιατική ενικού του σταθμητός
σταθμητός	adj|formal	που είναι δυνατόν να σταθμιστεί, να υπολογιστεί
σταθμητών	adj	γενική πληθυντικού του σταθμητός
σταθμικά	=	σταθμικός
σταθμικέ	=	σταθμικός
σταθμικές	=	σταθμικός
σταθμική	=	σταθμικός
σταθμικής	=	σταθμικός
σταθμικοί	=	σταθμικός
σταθμικού	=	σταθμικός
σταθμικούς	=	σταθμικός
σταθμικό	=	σταθμικός
σταθμικός	adj|figurative	που έχει σχέση με τη στάθμιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
σταθμικών	=	σταθμικός
σταθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμισμένο
σταθμισμένε	verb	κλητική ενικού του σταθμισμένος
σταθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμισμένη
σταθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταθμισμένος
σταθμισμένης	verb	γενική ενικού του σταθμισμένη
σταθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταθμισμένος
σταθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθμισμένος
σταθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταθμισμένος
σταθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταθμισμένος
σταθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταθμισμένος
σταθμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταθμιστής
σταθμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταθμιστής
σταθμιστής	noun	συσκευή που συμβάλλει στη στάθμιση ή στη ρύθμιση
σταθμιστών	noun	γενική πληθυντικού του σταθμιστής
σταθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταθμός
σταθμού	noun	γενική ενικού του σταθμός
σταθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταθμός
σταθμό	noun	αιτιατική ενικού του σταθμός
σταθμός	noun	το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς
σταθμών	noun	γενική πληθυντικού του σταθμός
σταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
σταθούνε	=	στέκομαι
σταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
στακάτο	noun	μουσικός όρος που υποδεικνύει την εκτέλεση των νοτών σε συντομότερο χρόνο απ’ ό,τι αναγράφεται στο πεντάγραμμο και με παύσεις ανάμεσά τους
στακτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στακτός	adv	με στακτό τρόπο
στακτέ	adj	κλητική ενικού του στακτός
στακτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στακτή
στακτή	noun	η αλισίβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στακτός
στακτής	adj	γενική ενικού του στακτή
στακτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στακτός
στακτοθήκες	=	στακτοθήκη
στακτοθήκη	noun	άλλη γραφή του σταχτοθήκη
στακτοθήκης	=	στακτοθήκη
στακτοθηκών	=	στακτοθήκη
στακτού	adj	γενική ενικού του στακτός
στακτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στακτός
στακτό	adj	αιτιατική ενικού του στακτός
στακτός	adj	που στάζει
στακτών	adj	γενική πληθυντικού του στακτός
σταλάγματα	=	στάλαγμα
σταλάγματος	=	στάλαγμα
σταλάζαμε	=	σταλάζω
σταλάζαν	=	σταλάζω
σταλάζανε	=	σταλάζω
σταλάζατε	=	σταλάζω
σταλάζει	=	σταλάζω
σταλάζεις	=	σταλάζω
σταλάζετε	=	σταλάζω
σταλάζομε	=	σταλάζω
σταλάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σταλάζω
σταλάζουμε	=	σταλάζω
σταλάζουν	=	σταλάζω
σταλάζουνε	=	σταλάζω
σταλάζω	verb|figurative	χύνω αργά αργά, σταγόνα σταγόνα
σταλάματα	=	στάλαμα
σταλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξαν	=	σταλάζω
σταλάξανε	=	σταλάζω
σταλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξεων	=	στάλαξη
σταλάξομε	=	σταλάζω
σταλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξουνε	=	σταλάζω
σταλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταλάζω
σταλάχτε	=	σταλάζω
σταλήκαμε	=	στέλνω
σταλήκατε	=	στέλνω
σταλία	noun	ο χρόνος που παραμένει κάποιο πλοίο σε λιμενικές εγκαταστάσεις για διάφορους λόγους (φόρτωση, εκφόρτωση, επισκευή κ.λπ.).
σταλίας	noun	γενική ενικού του σταλία
σταλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλία
σταλίζαμε	=	σταλίζω
σταλίζαν	=	σταλίζω
σταλίζανε	=	σταλίζω
σταλίζατε	=	σταλίζω
σταλίζει	=	σταλίζω
σταλίζεις	=	σταλίζω
σταλίζετε	=	σταλίζω
σταλίζοντας	=	σταλίζω
σταλίζουμε	=	σταλίζω
σταλίζουν	=	σταλίζω
σταλίζουνε	=	σταλίζω
σταλίζω	verb|dated	αναπαύομαι στη σκιά
σταλίκι	noun	πάσσαλος στον οποίο οι ψαράδες έδεναν κάτι (π.χ. τα δίχτυα) ή χρησίμευε ως ορόσημο
σταλίκια	=	σταλίκι
σταλίσαμε	=	σταλίζω
σταλίσαν	=	σταλίζω
σταλίσανε	=	σταλίζω
σταλίσατε	=	σταλίζω
σταλίσει	=	σταλίζω
σταλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάλισμα
σταλίσματος	noun	γενική ενικού του στάλισμα
σταλίστε	=	σταλίζω
σταλίστρα	noun|dated	σκιερός τόπος όπου σταλίζουν τα ζώα τις θερμές ώρες
σταλίστρας	=	σταλίστρα
σταλίστρες	=	σταλίστρα
σταλίτσα	noun	υποκοριστικό του στάλα ή υποκοριστικό του σταλιά, χρησιμοποιείται για να να δηλώσει μικρή ποσότητα
σταλίτσας	=	σταλίτσα
σταλίτσες	=	σταλίτσα
σταλαγμάτων	=	στάλαγμα
σταλαγμέ	noun	κλητική ενικού του σταλαγμός
σταλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλαγμένο
σταλαγμένε	verb	κλητική ενικού του σταλαγμένος
σταλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλαγμένη
σταλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλαγμένος
σταλαγμένης	verb	γενική ενικού του σταλαγμένη
σταλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταλαγμένος
σταλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλαγμένος
σταλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταλαγμένος
σταλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταλαγμένος
σταλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταλαγμένος
σταλαγμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλαγμίτης
σταλαγμίτη	=	σταλαγμίτης
σταλαγμίτης	noun	σχηματισμός σε σπηλιές, συνήθως σε μορφή κώνου, που δημιουργήθηκε εξ αιτίας της εναπόθεσης υλικών από νερό που στάζει
σταλαγματιά	noun|literary	η σταγόνα
σταλαγματιάς	noun	γενική ενικού του σταλαγματιά
σταλαγματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλαγματιά
σταλαγματιών	=	σταλαγματιά
σταλαγμιτών	=	σταλαγμίτης
σταλαγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλαγμός
σταλαγμού	noun	γενική ενικού του σταλαγμός
σταλαγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταλαγμός
σταλαγμό	noun	αιτιατική ενικού του σταλαγμός
σταλαγμός	noun	το να σταλάζει κάποιο υγρό, να πέφτει στάγδην, σταγόνα σταγόνα
σταλαγμών	noun	γενική πληθυντικού του σταλαγμός
σταλακτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλακτό
σταλακτέ	adj	κλητική ενικού του σταλακτός
σταλακτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλακτή
σταλακτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλακτός
σταλακτής	adj	γενική ενικού του σταλακτή
σταλακτίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλακτίτης
σταλακτίτη	=	σταλακτίτης
σταλακτίτης	noun	σχηματισμός που δημιουργείται σε σπήλαιο με χαμηλή θερμοκρασία και στη διάρκεια εκατομμυρίων ετών από την σταλακτική εναπόθεση διαφόρων στοιχείων (ορυκτών, ασβεστολιθικών κ.λπ.) και με πορεία ανάπτυξης από πάνω προς τα κάτω
σταλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλακτικό
σταλακτικέ	adj	κλητική ενικού του σταλακτικός
σταλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλακτική
σταλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλακτικός
σταλακτικής	adj	γενική ενικού του σταλακτική
σταλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλακτικός
σταλακτικού	adj	γενική ενικού του σταλακτικός
σταλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταλακτικός
σταλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του σταλακτικός
σταλακτικός	adj	που πέφτει σε στάλες
σταλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του σταλακτικός
σταλακτιτών	=	σταλακτίτης
σταλακτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλακτός
σταλακτού	adj	γενική ενικού του σταλακτός
σταλακτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταλακτός
σταλακτό	adj	αιτιατική ενικού του σταλακτός
σταλακτός	adj	που σταλάζει
σταλακτών	adj	γενική πληθυντικού του σταλακτός
σταλαμέ	noun	κλητική ενικού του σταλαμός
σταλαμίδα	noun	μικρή σταγόνα, σταλαγματιά
σταλαμίδας	=	σταλαμίδα
σταλαμίδες	=	σταλαμίδα
σταλαμίδων	=	σταλαμίδα
σταλαματιά	noun|literary	άλλη μορφή του σταλαγματιά
σταλαματιάς	=	σταλαματιά
σταλαματιές	=	σταλαματιά
σταλαματιών	=	σταλαματιά
σταλαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλαμός
σταλαμού	noun	άλλη μορφή του σταλαγμού: γενική ενικού του σταλαμός
σταλαμούς	noun	άλλη μορφή του σταλαγμούς, αιτιατική πληθυντικού του σταλαμός
σταλαμό	noun	αιτιατική ενικού του σταλαμός
σταλαμός	noun	άλλη μορφή του σταλαγμός
σταλαμών	noun	γενική πληθυντικού του σταλαμός
σταλαξιά	noun	το αποτέλεσμα του σταλάζω
σταλαξιάς	=	σταλαξιά
σταλαξιές	=	σταλαξιά
σταλαξιών	=	σταλαξιά
σταλαχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σταλαχτός	adv	με σταλαχτό τρόπο, σταλάζοντας
σταλαχτέ	adj	κλητική ενικού του σταλαχτός
σταλαχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλαχτή
σταλαχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλαχτός
σταλαχτής	adj	γενική ενικού του σταλαχτή
σταλαχτίτες	=	σταλαχτίτης
σταλαχτίτη	=	σταλαχτίτης
σταλαχτίτης	noun	άλλη γραφή του σταλακτίτης
σταλαχτιτών	=	σταλαχτίτης
σταλαχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλαχτός
σταλαχτού	adj	γενική ενικού του σταλαχτός
σταλαχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταλαχτός
σταλαχτό	adj	αιτιατική ενικού του σταλαχτός
σταλαχτός	adj	άλλη μορφή του σταλακτός
σταλαχτών	adj	γενική πληθυντικού του σταλαχτός
σταλεί	=	στέλνω
σταλείς	=	στέλνω
σταλείτε	=	στέλνω
σταλθήκαμε	=	στέλνω
σταλθήκανε	=	στέλνω
σταλθήκατε	=	στέλνω
σταλθεί	=	στέλνω
σταλθείς	=	στέλνω
σταλθείτε	=	στέλνω
σταλθούμε	=	στέλνω
σταλθούν	=	στέλνω
σταλθούνε	=	στέλνω
σταλθώ	=	στέλνω
σταλιά	noun	άλλη μορφή του στάλα, σταγόνα
σταλιάζαμε	=	σταλιάζω
σταλιάζαν	=	σταλιάζω
σταλιάζανε	=	σταλιάζω
σταλιάζατε	=	σταλιάζω
σταλιάζει	=	σταλιάζω
σταλιάζεις	=	σταλιάζω
σταλιάζετε	=	σταλιάζω
σταλιάζοντας	=	σταλιάζω
σταλιάζουμε	=	σταλιάζω
σταλιάζουν	=	σταλιάζω
σταλιάζουνε	=	σταλιάζω
σταλιάζω	verb	άλλη μορφή του σταλίζω
σταλιάς	noun	γενική ενικού του σταλιά
σταλιάσαμε	=	σταλιάζω
σταλιάσαν	=	σταλιάζω
σταλιάσανε	=	σταλιάζω
σταλιάσατε	=	σταλιάζω
σταλιάσει	=	σταλιάζω
σταλιάστε	=	σταλιάζω
σταλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλιά
σταλικιού	=	σταλίκι
σταλικιών	=	σταλίκι
σταλινίστρια	=	σταλινιστής
σταλινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σταλινικός	adv	με σταλινικό τρόπο
σταλινικέ	adj	κλητική ενικού του σταλινικός
σταλινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλινική
σταλινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλινικός
σταλινικής	adj	γενική ενικού του σταλινική
σταλινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλινικός
σταλινικού	adj	γενική ενικού του σταλινικός
σταλινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταλινικός
σταλινικό	adj	αιτιατική ενικού του σταλινικός
σταλινικός	adj	που έχει σχέση με τον σταλινισμό ή τον Στάλιν ή αναφέρεται σ’ αυτά
σταλινικών	adj	γενική πληθυντικού του σταλινικός
σταλινισμέ	=	σταλινισμός
σταλινισμοί	=	σταλινισμός
σταλινισμού	=	σταλινισμός
σταλινισμούς	=	σταλινισμός
σταλινισμό	=	σταλινισμός
σταλινισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία και πρακτική του Σοβιετικού ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν
σταλινισμών	=	σταλινισμός
σταλινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλινιστής
σταλινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταλινιστής
σταλινιστής	noun	οπαδός του σταλινισμού
σταλινιστών	noun	γενική πληθυντικού του σταλινιστής
σταλινοειδές	=	σταλινοειδής
σταλινοειδή	=	σταλινοειδής
σταλινοειδής	adj	κομμουνιστής, αριστερός που πρόσκειται στη σταλινική ιδεολογία
σταλινοειδείς	=	σταλινοειδής
σταλινοειδούς	=	σταλινοειδής
σταλινοειδών	=	σταλινοειδής
σταλινοφασίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Σταλινοφασίστας
σταλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στάλισμα
σταλιών	noun	γενική πληθυντικού του σταλία
σταλκάραμε	=	σταλκάρω
σταλκάραν	=	σταλκάρω
σταλκάρανε	=	σταλκάρω
σταλκάρατε	=	σταλκάρω
σταλκάρει	=	σταλκάρω
σταλκάρεις	=	σταλκάρω
σταλκάρετε	=	σταλκάρω
σταλκάρισα	=	σταλκάρω
σταλκάρισαν	=	σταλκάρω
σταλκάρισε	=	σταλκάρω
σταλκάρισες	=	σταλκάρω
σταλκάροντας	=	σταλκάρω
σταλκάρουμε	=	σταλκάρω
σταλκάρουν	=	σταλκάρω
σταλκάρουνε	=	σταλκάρω
σταλκάρω	verb|informal	άλλη μορφή του στολκάρω
σταλκαρίσαμε	=	σταλκάρω
σταλκαρίσαν	=	σταλκάρω
σταλκαρίσανε	=	σταλκάρω
σταλκαρίσατε	=	σταλκάρω
σταλκαρίσει	=	σταλκάρω
σταλκαρίστε	=	σταλκάρω
σταλλακτηφόρα	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρας	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρε	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρες	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρο	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόροι	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρος	adj	που έχει ενσωματωμένους σταλλάκτες
σταλλακτηφόρου	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρους	=	σταλλακτηφόρος
σταλλακτηφόρων	=	σταλλακτηφόρος
σταλμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλμένο
σταλμένε	verb	κλητική ενικού του σταλμένος
σταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλμένη
σταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλμένος
σταλμένης	verb	γενική ενικού του σταλμένη
σταλμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σταλμένος
σταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλμένος
σταλμένος	=	στέλνω
σταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταλμένος
σταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταλμένος
σταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταλμένος
σταλούμε	=	στέλνω
σταλούν	=	στέλνω
σταλούνε	=	στέλνω
σταλσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάλσιμο
σταλσίματος	noun	γενική ενικού του στάλσιμο
σταλσιμάτων	=	στάλσιμο
σταλτικά	noun	τα έξοδα αποστολής ενός γράμματος ή δέματος
σταλτικέ	adj	κλητική ενικού του σταλτικός
σταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταλτική
σταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταλτικός
σταλτικής	adj	γενική ενικού του σταλτική
σταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταλτικός
σταλτικού	adj	γενική ενικού του σταλτικός
σταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταλτικός
σταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του σταλτικός
σταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του σταλτικός
σταλώ	=	στέλνω
σταμάτα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του σταματώ
σταμάταγα	=	σταματάω
σταμάταγαν	=	σταματάω
σταμάταγε	=	σταματάω
σταμάταγες	=	σταματάω
σταμάτημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σταματώ, διακοπή ή παύση
σταμάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταμάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταμάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταμάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταμάτων	=	στάμα
σταματά	=	σταματάω
σταματάγαμε	=	σταματάω
σταματάγανε	=	σταματάω
σταματάγατε	=	σταματάω
σταματάει	=	σταματάω
σταματάμε	=	σταματάω
σταματάν	=	σταματάω
σταματάνε	=	σταματάω
σταματάς	=	σταματάω
σταματάτε	=	σταματάω
σταματάω	verb	διακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος
σταματήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμάτημα
σταματήματος	noun	γενική ενικού του σταμάτημα
σταματήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσαν	=	σταματάω
σταματήσανε	=	σταματάω
σταματήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσομε	=	σταματάω
σταματήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσουνε	=	σταματάω
σταματήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταματώ
σταματημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταμάτημα
σταματημέ	noun	κλητική ενικού του σταματημός
σταματημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταματημένο
σταματημένε	verb	κλητική ενικού του σταματημένος
σταματημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταματημένη
σταματημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταματημένος
σταματημένης	verb	γενική ενικού του σταματημένη
σταματημένο	verb	αιτιατική ενικού του σταματημένος
σταματημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταματημένος
σταματημένος	=	σταματάω
σταματημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταματημένος
σταματημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταματημένος
σταματημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταματημένος
σταματημοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταματημός
σταματημού	noun	γενική ενικού του σταματημός
σταματημούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταματημός
σταματημό	noun	αιτιατική ενικού του σταματημός
σταματημός	noun	σταμάτημα, διακοπή, παύση
σταματημών	noun	γενική πληθυντικού του σταματημός
σταματιέμαι	=	σταματάω
σταματιέσαι	=	σταματάω
σταματιέστε	=	σταματάω
σταματιέται	=	σταματάω
σταματιούνται	=	σταματάω
σταματιούνταν	=	σταματάω
σταματιόμασταν	=	σταματάω
σταματιόμαστε	=	σταματάω
σταματιόμουν	=	σταματάω
σταματιόμουνα	=	σταματάω
σταματιόνται	=	σταματάω
σταματιόνταν	=	σταματάω
σταματιόντανε	=	σταματάω
σταματιόντουσαν	=	σταματάω
σταματιόσασταν	=	σταματάω
σταματιόσαστε	=	σταματάω
σταματιόσουν	=	σταματάω
σταματιόσουνα	=	σταματάω
σταματιόταν	=	σταματάω
σταματιότανε	=	σταματάω
σταματούμε	=	σταματάω
σταματούν	=	σταματάω
σταματούνε	=	σταματάω
σταματούσα	=	σταματάω
σταματούσαμε	=	σταματάω
σταματούσαν	=	σταματάω
σταματούσανε	=	σταματάω
σταματούσατε	=	σταματάω
σταματούσε	=	σταματάω
σταματούσες	=	σταματάω
σταματώ	verb	άλλη μορφή του σταματάω
σταματώντας	=	σταματάω
σταμνά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταμνάς
σταμνάγκαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμνάγκαθο
σταμνάγκαθο	noun	το άγριο ραδίκι, αυτοφυές σε απόκρημνα μέρη και φρυγανότοπους
σταμνάγκαθου	noun	γενική ενικού του σταμνάγκαθο
σταμνάγκαθων	noun	γενική πληθυντικού του σταμνάγκαθο
σταμνάδες	=	σταμνάς
σταμνάδων	=	σταμνάς
σταμνάκι	noun	μικρή στάμνα ή μινιατούρα στάμνας
σταμνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμνάκι
σταμνάς	noun	αυτός που φτιάχνει στάμνες και γενικότερα πήλινα αγγεία
σταμνί	noun	μικρή στάμνα
σταμνίτσα	noun	μικρή στάμνα
σταμνίτσας	=	σταμνίτσα
σταμνίτσες	=	σταμνίτσα
σταμναγκάθι	noun	είδος χόρτου με επιστημονική ονομασία Cichorium Spinosum, δημοφιλές βρώσιμο χόρτο της Κρήτης
σταμναγκάθια	=	σταμναγκάθι
σταμναγκαθιού	=	σταμναγκάθι
σταμναγκαθιών	=	σταμναγκάθι
σταμνιά	=	σταμνί
σταμνιού	=	σταμνί
σταμνιών	=	σταμνί
σταμνοστάτες	=	σταμνοστάτης
σταμνοστάτη	=	σταμνοστάτης
σταμνοστάτης	noun|dated	ειδική κατασκευή για την τοποθέτηση στάμνας και την ευκολότερη άντληση νερού απ’ αυτήν
σταμνοστατών	=	σταμνοστάτης
σταμνόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμνόσχημο
σταμνόσχημε	adj	κλητική ενικού του σταμνόσχημος
σταμνόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμνόσχημη
σταμνόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταμνόσχημος
σταμνόσχημης	adj	γενική ενικού του σταμνόσχημη
σταμνόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του σταμνόσχημος
σταμνόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταμνόσχημος
σταμνόσχημος	adj	που μοιάζει με στάμνα, που έχει το σχήμα στάμνας
σταμνόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταμνόσχημος
σταμνόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταμνόσχημος
σταμνόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταμνόσχημος
σταμνών	noun	γενική πληθυντικού του στάμνα
σταμπάρισμα	noun	το αποτέλεσμα τού σταμπάρω
σταμπάρω	verb	αποτυπώνω ένα σχέδιο
σταμπάτα	=	σταμπάτος
σταμπάτε	=	σταμπάτος
σταμπάτες	=	σταμπάτος
σταμπάτη	=	σταμπάτος
σταμπάτης	=	σταμπάτος
σταμπάτο	=	σταμπάτος
σταμπάτοι	=	σταμπάτος
σταμπάτος	adj	που έχει φτιαχτεί στάμπες, που έχει τυπωθεί με σταμπάρισμα
σταμπάτου	=	σταμπάτος
σταμπάτους	=	σταμπάτος
σταμπάτων	=	σταμπάτος
σταμπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμπάρισμα
σταμπαρίσματος	noun	γενική ενικού του σταμπάρισμα
σταμπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταμπάρισμα
σταμπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμπαρισμένο
σταμπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σταμπαρισμένος
σταμπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμπαρισμένη
σταμπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταμπαρισμένος
σταμπαρισμένης	verb	γενική ενικού του σταμπαρισμένη
σταμπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταμπαρισμένος
σταμπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταμπαρισμένος
σταμπαρισμένος	verb	τον έχουν υπ’ όψη τους οι αρχές, τον παρακολουθούν ως κακοποιό, του έχουν πάρει αποτυπώματα για την δράση του στο παρελθόν
σταμπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταμπαρισμένος
σταμπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταμπαρισμένος
σταμπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταμπαρισμένος
σταμπωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σταμπωτός	adv	με σταμπωτό τρόπο
σταμπωτέ	adj	κλητική ενικού του σταμπωτός
σταμπωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταμπωτή
σταμπωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταμπωτός
σταμπωτής	adj	γενική ενικού του σταμπωτή
σταμπωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταμπωτός
σταμπωτού	adj	γενική ενικού του σταμπωτός
σταμπωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταμπωτός
σταμπωτό	adj	αιτιατική ενικού του σταμπωτός
σταμπωτός	adj	που του έχουν εφαρμόσει στάμπα
σταμπωτών	adj	γενική πληθυντικού του σταμπωτός
σταμπών	noun	γενική πληθυντικού του στάμπα
στανιάροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στανιάρω
στανιάρω	verb	δυναμώνω, τονώνομαι, στυλώνομαι
στανιαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στανιαρισμένο
στανιαρισμένε	verb	κλητική ενικού του στανιαρισμένος
στανιαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στανιαρισμένη
στανιαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στανιαρισμένος
στανιαρισμένης	verb	γενική ενικού του στανιαρισμένη
στανιαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στανιαρισμένος
στανιαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στανιαρισμένος
στανιαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στανιαρισμένος
στανιαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στανιαρισμένος
στανιαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στανιαρισμένος
στανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στανικό	adv	με το στανιό, με το ζόρι, χωρίς να το θέλω
στανικέ	adj	κλητική ενικού του στανικός
στανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στανική
στανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στανικός
στανικής	adj	γενική ενικού του στανική
στανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στανικός
στανικού	adj	γενική ενικού του στανικός
στανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στανικός
στανικό	adj	αιτιατική ενικού του στανικός
στανικός	adj	που γίνεται με το στανιό, εξαναγκαστικός
στανικών	adj	γενική πληθυντικού του στανικός
στανικώς	adv	με το στανιό, με το ζόρι, με εξαναγκασμό
στανιού	=	στανιό
στανιό	noun|vulgar	καταναγκασμός, άσκηση πίεσης
σταντ	noun	κατασκευή για τοποθέτηση ποικίλων αντικειμένων
στανών	=	στάνη
σταξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάξιμο
σταξίματος	noun	γενική ενικού του στάξιμο
σταξιά	noun	σταγόνα, σταλιά
σταξιάς	noun	γενική ενικού του σταξιά
σταξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταξιά
σταξιμάτων	=	στάξιμο
σταξιών	=	σταξιά
σταρ	noun	διάσημος καλλιτέχνης, αθλητής κ.λπ.
σταρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταράς
σταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταράς
σταράδων	noun	γενική πληθυντικού του σταράς
σταράς	noun|rare	άλλη μορφή του σιταράς
σταράτα	adv	ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές
σταράτε	adj	κλητική ενικού του σταράτος
σταράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταράτη
σταράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταράτος
σταράτης	adj	γενική ενικού του σταράτη
σταράτο	adj	αιτιατική ενικού του σταράτος
σταράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταράτος
σταράτος	adj	για λόγο που διατυπώνεται χωρίς υπονοούμενα και υπεκφυγές
σταράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταράτος
σταράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταράτος
σταράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταράτος
σταρέμπορε	=	σταρέμπορος
σταρέμπορο	=	σταρέμπορος
σταρέμποροι	=	σταρέμπορος
σταρέμπορος	noun	ο έμπορος σιταριού
σταρέμπορου	=	σταρέμπορος
σταρέμπορους	=	σταρέμπορος
σταρέμπορων	=	σταρέμπορος
σταρένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταρένιος
σταρένιας	=	σταρένιος
σταρένιε	=	σταρένιος
σταρένιες	=	σταρένιος
σταρένιια	=	σταρένιος
σταρένιιο	=	σταρένιος
σταρένιο	=	σταρένιος
σταρένιοι	=	σταρένιος
σταρένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από σιτάρι, σιταρένιος
σταρένιου	=	σταρένιος
σταρένιους	=	σταρένιος
σταρένιων	=	σταρένιος
σταρήθρα	noun	άλλη μορφή του σιταρήθρα, είδος κορυδαλλού
σταρήθρας	noun	γενική ενικού του σταρήθρα
σταρήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταρήθρα
σταρίσιος	adj|rare	άλλη μορφή του σταρένιος
σταρεμπόρου	=	σταρέμπορος
σταρεμπόρους	=	σταρέμπορος
σταρεμπόρων	=	σταρέμπορος
σταρηθρών	noun	γενική πληθυντικού του σταρήθρα
σταριλίκι	noun	η ιδιότητα και η συμπεριφορά του σταρ
σταριλίκια	=	σταριλίκι
σταριλικιού	=	σταριλίκι
σταριλικιών	=	σταριλίκι
σταριού	=	στάρι
σταριών	=	στάρι
σταροχώραφα	=	σταροχώραφο
σταροχώραφο	noun	χωράφι στο οποίο έχει σπαρεί σιτάρι
σταροχώραφου	=	σταροχώραφο
σταροχώραφων	=	σταροχώραφο
σταρχιδίστρια	noun	σταρχιδιστής
σταρχιδίστριας	=	σταρχιδίστρια
σταρχιδίστριες	=	σταρχιδίστρια
σταρχιδισμέ	noun	κλητική ενικού του σταρχιδισμός
σταρχιδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταρχιδισμός
σταρχιδισμού	noun	γενική ενικού του σταρχιδισμός
σταρχιδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταρχιδισμός
σταρχιδισμό	noun	αιτιατική ενικού του σταρχιδισμός
σταρχιδισμός	noun|vulgar	ο ζεμανφουτισμός, ακηδία
σταρχιδισμών	noun	γενική πληθυντικού του σταρχιδισμός
σταρχιδιστές	=	σταρχιδιστής
σταρχιδιστή	=	σταρχιδιστής
σταρχιδιστής	noun|vulgar	κάποιος που αδιαφορεί πλήρως για τις γνώμες άλλων, που κάνει ό,τι του κατέβει χωρίς να λογαριάσει τις απόψεις των συνανθρώπων του
σταρχιδιστριών	=	σταρχιδίστρια
σταρχιδιστών	=	σταρχιδιστής
σταρότοπε	=	σταρότοπος
σταρότοπο	=	σταρότοπος
σταρότοποι	=	σταρότοπος
σταρότοπος	noun	άλλη μορφή του σιταρότοπος
σταρότοπου	=	σταρότοπος
σταρότοπους	=	σταρότοπος
σταρότοπων	=	σταρότοπος
σταρόχρωμα	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμε	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμες	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμη	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμης	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμο	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμοι	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμος	adj|vulgar	άλλη μορφή του σιταρόχρωμος
σταρόχρωμου	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμους	=	σταρόχρωμος
σταρόχρωμων	=	σταρόχρωμος
σταρόψειρα	noun	άλλη μορφή του σιταρόψειρα
σταρόψειρας	=	σταρόψειρα
σταρόψειρες	=	σταρόψειρα
σταρόψειρων	=	σταρόψειρα
σταρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάρωμα
στασίαζα	=	στασιάζω
στασίαζαν	=	στασιάζω
στασίαζε	=	στασιάζω
στασίαζες	=	στασιάζω
στασίαρχε	=	στασίαρχος
στασίαρχο	=	στασίαρχος
στασίαρχοι	=	στασίαρχος
στασίαρχος	noun|formal	επικεφαλής στασιασμού
στασίαρχου	=	στασίαρχος
στασίαρχους	=	στασίαρχος
στασίαρχων	=	στασίαρχος
στασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασίαση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στασιάζω
στασίδι	noun	ξύλινο κάθισμα στον τοίχο ορθόδοξης εκκλησίας, με σπαστό ξύλο καθίσματος που κλείνει και με μπράτσα σε ψηλότερο σημείο για τη στήριξη όρθιου ανθρώπου· διαφορετικά είναι τα στασίδια σε εκκλησίες άλλων δογμάτων ή σε συναγωγές
στασίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασίδι
στασίμου	noun	γενική ενικού του στάσιμο
στασίμων	noun	γενική πληθυντικού του στάσιμο
στασιάζαμε	=	στασιάζω
στασιάζαν	=	στασιάζω
στασιάζανε	=	στασιάζω
στασιάζατε	=	στασιάζω
στασιάζει	=	στασιάζω
στασιάζεις	=	στασιάζω
στασιάζετε	=	στασιάζω
στασιάζοντας	=	στασιάζω
στασιάζουμε	=	στασιάζω
στασιάζουν	=	στασιάζω
στασιάζουνε	=	στασιάζω
στασιάζω	verb	κηρύσσω
στασιάρχες	=	στασιάρχης
στασιάρχη	=	στασιάρχης
στασιάρχης	noun	αυτός που πρωτοστατεί σε στάση, σε εξέγερση
στασιάρχου	=	στασίαρχος
στασιάρχους	=	στασίαρχος
στασιάρχων	=	στασίαρχος
στασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάσαν	=	στασιάζω
στασιάσανε	=	στασιάζω
στασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στασιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασίαση
στασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στασιάζω
στασιαρχών	=	στασιάρχης
στασιασμέ	=	στασιασμός
στασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασιασμένο
στασιασμένε	verb	κλητική ενικού του στασιασμένος
στασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασιασμένη
στασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στασιασμένος
στασιασμένης	verb	γενική ενικού του στασιασμένη
στασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στασιασμένος
στασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στασιασμένος
στασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στασιασμένος
στασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στασιασμένος
στασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στασιασμένος
στασιασμοί	=	στασιασμός
στασιασμού	=	στασιασμός
στασιασμούς	=	στασιασμός
στασιασμό	=	στασιασμός
στασιασμός	noun	υποκίνηση σε εξέγερση, σε στάση
στασιασμών	=	στασιασμός
στασιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασιαστής
στασιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του στασιαστής
στασιαστής	noun	αυτός που συμμετέχει σε στάση, που στασιάζει, που αμφισβητεί τη νόμιμη εξουσία ή αρχή ή τη διεκδικεί από τον νόμιμο κάτοχό της
στασιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασιαστικό
στασιαστικέ	adj	κλητική ενικού του στασιαστικός
στασιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασιαστική
στασιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στασιαστικός
στασιαστικής	adj	γενική ενικού του στασιαστική
στασιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στασιαστικός
στασιαστικού	adj	γενική ενικού του στασιαστικός
στασιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στασιαστικός
στασιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του στασιαστικός
στασιαστικός	adj	που έχει σχέση με στασιασμό ή στασιαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
στασιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του στασιαστικός
στασιαστών	noun	γενική πληθυντικού του στασιαστής
στασιδιού	=	στασίδι
στασιδιών	=	στασίδι
στασιμοπληθωρισμέ	noun	κλητική ενικού του στασιμοπληθωρισμός
στασιμοπληθωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στασιμοπληθωρισμός
στασιμοπληθωρισμού	noun	γενική ενικού του στασιμοπληθωρισμός
στασιμοπληθωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στασιμοπληθωρισμός
στασιμοπληθωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του στασιμοπληθωρισμός
στασιμοπληθωρισμός	noun	οικονομικό φαινόμενο κατά το οποίο ο πληθωρισμός και η ανεργία παραμένουν ταυτόχρονα σε υψηλά επίπεδα, χωρίς να παρουσιάζουν σημάδια υποχώρησης, συνήθως συνοδευόμενο από χαμηλή ή αναιμική οικονομική ανάπτυξη
στασιμοπληθωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του στασιμοπληθωρισμός
στασιμοτήτων	=	στασιμότητα
στασιμότης	noun	η στασιμότητα
στασιμότητα	noun	το να είναι κανείς στάσιμος, η απουσία κίνησης, αλλαγής, εξέλιξης ή προόδου
στασιμότητας	noun	γενική ενικού του στασιμότητα
στασιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στασιμότητα
στασιό	noun	το σταμάτημα ή στάση : δεν έχει στασιό
στασυ	abbrev	εταιρεία διαχείρισης και λειτουργίας των μέσων σταθερής τροχιάς στην Αθήνα
στατήρα	=	στατήρας
στατήρας	noun	νόμισμα που ισοδυναμούσε με 2 ή 4 δραχμές
στατήρες	=	στατήρας
στατήρων	=	στατήρας
στατικά	adv	από στατική άποψη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στατικό
στατικέ	adj	κλητική ενικού του στατικός
στατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στατική
στατική	noun	επιστημονικός κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τη στατικότητα κτηρίων, κατασκευών και μηχανικών διατάξεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στατικός
στατικής	adj	γενική ενικού του στατική
στατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στατικός
στατικοτήτων	=	στατικότητα
στατικού	adj	γενική ενικού του στατικός
στατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στατικός
στατικό	adj	αιτιατική ενικού του στατικός
στατικός	adj	που έχει σχέση με τη στάση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
στατικότητα	noun	το να είναι κάποιος στατικός, η ιδιότητα του στατικού
στατικότητας	=	στατικότητα
στατικότητες	=	στατικότητα
στατικών	adj	γενική πληθυντικού του στατικός
στατικώς	adv|dated	στατικά
στατιστικά	adv	σύμφωνα με τα δεδομένα της στατιστικής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στατιστικός
στατιστικέ	adj	κλητική ενικού του στατιστικός
στατιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στατιστική
στατιστική	noun	η επιστήμη της μέτρησης, καταγραφής και ανάλυσης αριθμητικών δεδομένων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για κάποιο τομέα είτε για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το παρελθόν ή για εκτίμηση του μέλλοντος με το νόμο των πιθανοτήτων για θέματα υγείας, την πρόβλεψη σεισμών ή επιδημιών, την πορεία μιας επιχείρησης, την παιδεία, την πορεία των οικονομικών μιας οικογένειας κ.λπ.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στατιστικός
στατιστικής	adj	γενική ενικού του στατιστική
στατιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στατιστικός
στατιστικολόγε	=	στατιστικολόγος
στατιστικολόγο	=	στατιστικολόγος
στατιστικολόγοι	=	στατιστικολόγος
στατιστικολόγος	noun	που ασχολείται με τη στατιστική
στατιστικολόγου	=	στατιστικολόγος
στατιστικολόγους	=	στατιστικολόγος
στατιστικολόγων	=	στατιστικολόγος
στατιστικοποίησα	=	στατιστικοποιώ
στατιστικοποιήσω	=	στατιστικοποιώ
στατιστικοποιημένος	=	στατιστικοποιώ
στατιστικοποιούσα	=	στατιστικοποιώ
στατιστικοποιώ	verb	εκφράζω ποσόστωση και αναλογία μέσω της στατιστικής ανάλυσης
στατιστικού	adj	γενική ενικού του στατιστικός
στατιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στατιστικός
στατιστικό	adj	αιτιατική ενικού του στατιστικός
στατιστικός	adj	που αναφέρεται στη στατιστική
στατιστικών	adj	γενική πληθυντικού του στατιστικός
στατιστικώς	adv|dated	στατιστικά
στατόρων	=	στάτορας
στατών	=	στάτης
σταυλίτης	noun	σταβλίτης, ιπποκόμος (διαφορετικό το ελληνιστικό σταβλίτης)
σταυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυλισμός
σταυλοδίαιτος	adj|formal	που ζει σε στάβλο (για ζώο)
σταυρέ	noun	κλητική ενικού του σταυρός
σταυραδέλφι	noun|dated	άλλη μορφή του σταυραδέρφι, σταυραδελφός / σταυραδελφή
σταυραδέλφια	=	σταυραδέλφι
σταυραδέρφι	noun|dated	σταυραδερφός / σταυραδερφή
σταυραδέρφια	=	σταυραδέρφι
σταυραδελφέ	=	σταυραδελφός
σταυραδελφές	=	σταυραδελφή
σταυραδελφή	noun|dated	θηλυκό του σταυραδελφός
σταυραδελφής	=	σταυραδελφή
σταυραδελφιού	=	σταυραδέλφι
σταυραδελφιών	=	σταυραδέλφι
σταυραδελφοί	=	σταυραδελφός
σταυραδελφού	=	σταυραδελφός
σταυραδελφούς	=	σταυραδελφός
σταυραδελφό	=	σταυραδελφός
σταυραδελφός	noun|dated	άλλη μορφή του σταυραδερφός
σταυραδελφών	=	σταυραδελφή
σταυραδερφέ	noun	κλητική ενικού του σταυραδερφός
σταυραδερφές	=	σταυραδερφή
σταυραδερφή	noun|dated	θηλυκό του σταυραδερφός
σταυραδερφής	=	σταυραδερφή
σταυραδερφιού	=	σταυραδέρφι
σταυραδερφιών	=	σταυραδέρφι
σταυραδερφοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυραδερφός
σταυραδερφού	noun	γενική ενικού του σταυραδερφός
σταυραδερφούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταυραδερφός
σταυραδερφό	noun	αιτιατική ενικού του σταυραδερφός
σταυραδερφός	noun	αυτός που γίνεται αδελφός με κάποιον, με τον οποίο δεν έχει συγγένεια, τελώντας ειδική τελετή κατά την οποία σταυρώνουν / αναμειγνύουν το αίμα τους ή δίνουν όρκους αλληλοϋποστήριξης
σταυραδερφών	noun	γενική πληθυντικού του σταυραδερφός
σταυραετέ	noun	κλητική ενικού του σταυραετός
σταυραετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυραετός
σταυραετού	noun	γενική ενικού του σταυραετός
σταυραετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταυραετός
σταυραετό	noun	αιτιατική ενικού του σταυραετός
σταυραετός	noun	είδος αετού
σταυραετών	noun	γενική πληθυντικού του σταυραετός
σταυραναστάσιμα	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμε	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμες	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμη	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμης	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμο	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμοι	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμος	adj	που έχει σχέση με τη σταύρωση και ανάσταση του Χριστού ή αναφέρεται σ’ αυτές
σταυραναστάσιμου	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμους	=	σταυραναστάσιμος
σταυραναστάσιμων	=	σταυραναστάσιμος
σταυρανθές	=	σταυρανθής
σταυρανθή	=	σταυρανθής
σταυρανθής	adj	που σχετίζεται με τα σταυρανθή ή αναφέρεται σ’ αυτά
σταυρανθείς	=	σταυρανθής
σταυρανθούς	=	σταυρανθής
σταυρανθών	=	σταυρανθής
σταυραϊτέ	=	σταυραϊτός
σταυραϊτοί	=	σταυραϊτός
σταυραϊτού	=	σταυραϊτός
σταυραϊτούς	=	σταυραϊτός
σταυραϊτό	=	σταυραϊτός
σταυραϊτός	noun	είδος αετού
σταυραϊτών	=	σταυραϊτός
σταυρεπίστεγα	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγε	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγες	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγη	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγης	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγο	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγοι	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγος	adj	που έχει στέγη σε σχήμα σταυρού
σταυρεπίστεγου	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγους	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπίστεγων	=	σταυρεπίστεγος
σταυρεπικονίαση	noun	(βοτανική): η διασταυρούμενη επικονίαση.
σταυρεπικονίασης	noun	γενική ενικού του σταυρεπικονίαση
σταυρεπικονιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρεπικονίαση
σταυρεπικονιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του σταυρεπικονίαση
σταυρεπικονιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του σταυρεπικονίαση
σταυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρικό
σταυρικέ	adj	κλητική ενικού του σταυρικός
σταυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρική
σταυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταυρικός
σταυρικής	adj	γενική ενικού του σταυρική
σταυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυρικός
σταυρικού	adj	γενική ενικού του σταυρικός
σταυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταυρικός
σταυρικό	adj	αιτιατική ενικού του σταυρικός
σταυρικός	adj	σχετικός με το σταυρό
σταυρικών	adj	γενική πληθυντικού του σταυρικός
σταυριώτικα	=	σταυριώτικος
σταυριώτικε	=	σταυριώτικος
σταυριώτικες	=	σταυριώτικος
σταυριώτικη	=	σταυριώτικος
σταυριώτικης	=	σταυριώτικος
σταυριώτικο	=	σταυριώτικος
σταυριώτικοι	=	σταυριώτικος
σταυριώτικος	adj	ο σχετικός με οικισμό με το όνομα Σταυρός ή τους κατοίκους του
σταυριώτικου	=	σταυριώτικος
σταυριώτικους	=	σταυριώτικος
σταυριώτικων	=	σταυριώτικος
σταυροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυρός
σταυροαναστάσιμα	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμε	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμες	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμη	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμης	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμο	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμοι	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμος	adj	που έχει σχέση με τη σταύρωση και ανάσταση του Χριστού ή αναφέρεται σ’ αυτές
σταυροαναστάσιμου	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμους	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροαναστάσιμων	=	σταυροαναστάσιμος
σταυροβελονιά	noun	τρόπος κεντήματος σύμφωνα με το οποίο η κλωστή περνιέται σταυρωτά και σχηματίζει το γράμμα «Χ»
σταυροβελονιάς	noun	γενική ενικού του σταυροβελονιά
σταυροβελονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροβελονιά
σταυροβελονιών	=	σταυροβελονιά
σταυροβότανα	=	σταυροβότανο
σταυροβότανο	noun	η βερβένα
σταυροβότανου	=	σταυροβότανο
σταυροβότανων	=	σταυροβότανο
σταυροδοσία	noun	η επιλογή και κατάδειξη του επιθυμητού υποψηφίου σε εκλογική αναμέτρηση με σταυρό προτίμησης
σταυροδοσίας	noun	γενική ενικού του σταυροδοσία
σταυροδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροδοσία
σταυροδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του σταυροδοσία
σταυροδοτήσαμε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτήσαν	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτήσανε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτήσατε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτήσει	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτήστε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτεί	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτείς	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτείτε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούμε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούν	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούνε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσα	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσαμε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσαν	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσανε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσατε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσε	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτούσες	=	σταυροδοτώ
σταυροδοτώ	verb	επιλέγω και καταδεικνύω τον επιθυμητό υποψήφιο σε εκλογική αναμέτρηση με σταυρό προτίμησης
σταυροδοτώντας	=	σταυροδοτώ
σταυροδρομιού	=	σταυροδρόμι
σταυροδρομιών	=	σταυροδρόμι
σταυροδρόμι	noun	το σημείο στο οποίο διασταυρώνονται δύο δρόμοι
σταυροδρόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροδρόμι
σταυροδότει	=	σταυροδοτώ
σταυροδότησα	=	σταυροδοτώ
σταυροδότησαν	=	σταυροδοτώ
σταυροδότησε	=	σταυροδοτώ
σταυροδότησες	=	σταυροδοτώ
σταυροειδές	=	σταυροειδής
σταυροειδή	=	σταυροειδής
σταυροειδής	adj	που έχει σχήμα σταυρού
σταυροειδείς	=	σταυροειδής
σταυροειδούς	=	σταυροειδής
σταυροειδών	=	σταυροειδής
σταυροειδώς	adv	σε σχήμα σταυρού
σταυροθεοτοκίου	=	σταυροθεοτόκιο
σταυροθεοτοκίων	=	σταυροθεοτόκιο
σταυροθεοτόκια	=	σταυροθεοτόκιο
σταυροθεοτόκιο	noun	τροπάριο προς τιμήν της Θεοτόκου, της Παναγίας, που αναφέρεται στο Θείο Πάθος
σταυροθεοτόκιου	=	σταυροθεοτόκιο
σταυροθεοτόκιων	=	σταυροθεοτόκιο
σταυροθηρία	noun	προσπάθεια συγκέντρωσης όσων το δυνατόν περισσότερων σταυρών προτίμησης από υποψήφιους κατά τη διάρκεια εκλογών
σταυροθηρίας	=	σταυροθηρία
σταυροθηρίες	=	σταυροθηρία
σταυροθηριών	=	σταυροθηρία
σταυροθολίου	noun	γενική ενικού του σταυροθόλιο
σταυροθολίων	noun	γενική πληθυντικού του σταυροθόλιο
σταυροθολιού	=	σταυροθόλι
σταυροθολιών	=	σταυροθόλι
σταυροθόλι	noun	άλλη μορφή του σταυροθόλιο
σταυροθόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροθόλιο
σταυροθόλιο	noun	είδος τετραμερούς θόλου που προκύπτει από την τομή δύο κυλινδρικών θόλων
σταυροθόλιον	noun	το σταυροθόλιο
σταυροθόλιου	=	σταυροθόλιο
σταυροθόλωτα	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτε	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτες	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτη	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτης	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτο	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτοι	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτος	adj	που έχει σχέση με σταυροθόλιο, αναφέρεται σ’ αυτό ή αποτελείται από σταυροθόλια
σταυροθόλωτου	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτους	=	σταυροθόλωτος
σταυροθόλωτων	=	σταυροθόλωτος
σταυροκοπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροκόπημα
σταυροκοπήματος	noun	γενική ενικού του σταυροκόπημα
σταυροκοπήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθήκαν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθήκανε	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταυροκόπημα
σταυροκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροκοπημένο
σταυροκοπημένε	verb	κλητική ενικού του σταυροκοπημένος
σταυροκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροκοπημένη
σταυροκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταυροκοπημένος
σταυροκοπημένης	verb	γενική ενικού του σταυροκοπημένη
σταυροκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του σταυροκοπημένος
σταυροκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυροκοπημένος
σταυροκοπημένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος σταυροκοπιέμαι και σταυροκοπούμαι
σταυροκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταυροκοπημένος
σταυροκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταυροκοπημένος
σταυροκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταυροκοπημένος
σταυροκοπιέμαι	verb	κάνω (συνήθως παραπάνω από μια φορά) το σταυρό μου, δηλαδή το σημείο του σταυρού επάνω μου, είτε από έκπληξη, είτε από δέος, φόβο κ.λπ.
σταυροκοπιέσαι	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιέστε	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιέται	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιούνται	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιούνταν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόμασταν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόμαστε	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόμουν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόμουνα	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόνταν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόντανε	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόντουσαν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόσασταν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόσαστε	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόσουν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόσουνα	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιόταν	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπιότανε	=	σταυροκοπιέμαι
σταυροκοπούμαι	verb	άλλη γραφή του σταυροκοπιέμαι
σταυροκουνιάδε	=	σταυροκουνιάδος
σταυροκουνιάδο	=	σταυροκουνιάδος
σταυροκουνιάδοι	=	σταυροκουνιάδος
σταυροκουνιάδος	noun|dated	ο κουνιάδος του σταυραδελφού, του αδελφοποιτού, ή ο σταυραδελφός του / της συζύγου
σταυροκουνιάδου	=	σταυροκουνιάδος
σταυροκουνιάδους	=	σταυροκουνιάδος
σταυροκουνιάδων	=	σταυροκουνιάδος
σταυροκόπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταυροκοπιέμαι
σταυροκόπι	noun|vulgar	άλλη μορφή του σταυροκόπημα
σταυροκόπια	=	σταυροκόπι
σταυρολέξου	=	σταυρόλεξο
σταυρολέξων	=	σταυρόλεξο
σταυρολίθου	=	σταυρόλιθος
σταυρολίθους	=	σταυρόλιθος
σταυρολίθων	=	σταυρόλιθος
σταυρομάνα	noun|dated	η μάνα του σταυραδελφού, του αδελφοποιτού
σταυρομάνας	=	σταυρομάνα
σταυρομάνες	=	σταυρομάνα
σταυρονήματα	=	σταυρόνημα
σταυρονήματος	=	σταυρόνημα
σταυρονημάτων	=	σταυρόνημα
σταυροπάτες	=	σταυροπάτης
σταυροπάτη	=	σταυροπάτης
σταυροπάτης	noun|dated	ασεβής, δυσσεβής (που πατά τον σταυρό)
σταυροπήγια	=	σταυροπήγιο
σταυροπήγιο	noun	τοποθέτηση σταυρού στα θεμέλια μοναστηριού ως ένδειξη υπαγωγής του μοναστηριού απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και όχι στον τοπικό επίσκοπο ή μητροπολίτη
σταυροπήγιου	=	σταυροπήγιο
σταυροπατέρα	=	σταυροπατέρας
σταυροπατέρας	noun|dated	ο πατέρας του σταυραδελφού, του αδελφοποιτού
σταυροπατέρες	=	σταυροπατέρας
σταυροπατέρων	=	σταυροπατέρας
σταυροπατεράδες	=	σταυροπατέρας
σταυροπατεράδων	=	σταυροπατέρας
σταυροπατών	=	σταυροπάτης
σταυροπηγίου	=	σταυροπήγιο
σταυροπηγίων	=	σταυροπήγιο
σταυροπηγιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακέ	adj	κλητική ενικού του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροπηγιακή
σταυροπηγιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακής	adj	γενική ενικού του σταυροπηγιακή
σταυροπηγιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακού	adj	γενική ενικού του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακό	adj	αιτιατική ενικού του σταυροπηγιακός
σταυροπηγιακός	adj	που υπάγεται απευθείας στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη και όχι στη δικαιοδοσία του τοπικού μητροπολίτη
σταυροπηγιακών	adj	γενική πληθυντικού του σταυροπηγιακός
σταυροπληγία	noun	ταυτόχρονη παράλυση του ενός άνω άκρου και του κάτω άκρου της άλλης πλευράς
σταυροπληξία	noun	ταυτόχρονη παράλυση του ενός άνω άκρου και του κάτω άκρου της άλλης πλευράς
σταυροπληξίας	=	σταυροπληξία
σταυροπληξίες	=	σταυροπληξία
σταυροπληξιών	=	σταυροπληξία
σταυροπροσκυνήσεις	=	σταυροπροσκύνηση
σταυροπροσκυνήσεων	=	σταυροπροσκύνηση
σταυροπροσκύνηση	noun	η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού
σταυροπροσκύνησης	=	σταυροπροσκύνηση
σταυροπόδι	adv	έχοντας τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο σταυρωτά, χιαστί
σταυρουδάκι	noun	μικρός σταυρός (ως κόσμημα ή φυλαχτό)
σταυρουδάκια	=	σταυρουδάκι
σταυρουλάκι	noun	υποκοριστικό υποκοριστικού της λέξης σταυρός, μικρός σταυρός
σταυρουλάκια	=	σταυρουλάκι
σταυροφορία	noun	στρατιωτική επιχείρηση, κατά το Μεσαίωνα, που συγκέντρωνε πολλές χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδων ιπποτών και άλλων οπλιτών, με σκοπό την απελευθέρωση των ιερών τόπων του χριστιανισμού από τους μουσουλμάνους
σταυροφορίας	noun	γενική ενικού του σταυροφορία
σταυροφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυροφορία
σταυροφοριών	noun	γενική πληθυντικού του σταυροφορία
σταυροφορώ	verb|figurative	είμαι σταυροφόρος, μετέχω σε σταυροφορία
σταυροφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σταυροφορώ
σταυροφόρα	=	σταυροφόρος
σταυροφόρας	=	σταυροφόρος
σταυροφόρε	noun	κλητική ενικού του σταυροφόρος
σταυροφόρες	=	σταυροφόρος
σταυροφόρο	noun	αιτιατική ενικού του σταυροφόρος
σταυροφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυροφόρος
σταυροφόρος	noun	άρχοντας, ιππότης ή οπλίτης, που λάμβανε μέρος σε μια σταυροφορία.
σταυροφόρου	noun	γενική ενικού του σταυροφόρος
σταυροφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταυροφόρος
σταυροφόρων	noun	γενική πληθυντικού του σταυροφόρος
σταυρού	noun	γενική ενικού του σταυρός
σταυρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταυρός
σταυρωθήκαμε	=	σταυρώνω
σταυρωθήκαν	=	σταυρώνω
σταυρωθήκανε	=	σταυρώνω
σταυρωθήκατε	=	σταυρώνω
σταυρωθεί	=	σταυρώνω
σταυρωθείς	=	σταυρώνω
σταυρωθείτε	=	σταυρώνω
σταυρωθούμε	=	σταυρώνω
σταυρωθούν	=	σταυρώνω
σταυρωθούνε	=	σταυρώνω
σταυρωθώ	=	σταυρώνω
σταυρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταύρωμα
σταυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρωμένο
σταυρωμένε	verb	κλητική ενικού του σταυρωμένος
σταυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρωμένη
σταυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταυρωμένος
σταυρωμένης	verb	γενική ενικού του σταυρωμένη
σταυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταυρωμένος
σταυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυρωμένος
σταυρωμένος	=	σταυρώνω
σταυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταυρωμένος
σταυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταυρωμένος
σταυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταυρωμένος
σταυρωνόμασταν	=	σταυρώνω
σταυρωνόμαστε	=	σταυρώνω
σταυρωνόμουν	=	σταυρώνω
σταυρωνόμουνα	=	σταυρώνω
σταυρωνόντουσαν	=	σταυρώνω
σταυρωνόσασταν	=	σταυρώνω
σταυρωνόσαστε	=	σταυρώνω
σταυρωνόσουν	=	σταυρώνω
σταυρωνόσουνα	=	σταυρώνω
σταυρωνόταν	=	σταυρώνω
σταυρωνότανε	=	σταυρώνω
σταυρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική, ουδέτερου γένους (σταυρωτό) του σταυρωτός	adv	σε σχήμα σταυρού
σταυρωτέ	adj	κλητική ενικού του σταυρωτός
σταυρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρωτή
σταυρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταυρωτός
σταυρωτής	noun	αυτός που σταυρώνει	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (σταυρωτή) του σταυρωτός
σταυρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυρωτός
σταυρωτού	adj	γενική ενικού του σταυρωτός
σταυρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταυρωτός
σταυρωτό	adj	αιτιατική ενικού του σταυρωτός
σταυρωτός	adj	που έχει ή γίνεται σε σχήμα σταυρού
σταυρωτών	adj	γενική πληθυντικού του σταυρωτός
σταυρό	noun	αιτιατική ενικού του σταυρός
σταυρόκομπε	=	σταυρόκομπος
σταυρόκομπο	=	σταυρόκομπος
σταυρόκομποι	=	σταυρόκομπος
σταυρόκομπος	noun	είδος κόμπου
σταυρόκομπου	=	σταυρόκομπος
σταυρόκομπους	=	σταυρόκομπος
σταυρόκομπων	=	σταυρόκομπος
σταυρόλεξα	=	σταυρόλεξο
σταυρόλεξο	noun	παιχνίδι σε χαρτί με κουτάκια σε οριζόντια και κάθετη διάταξη, εντός των οποίων τοποθετούνται γράμματα λέξεων με τη βοήθεια αριθμημένων επεξηγήσεων
σταυρόλεξον	noun	σταυρόλεξο
σταυρόλεξου	=	σταυρόλεξο
σταυρόλεξων	=	σταυρόλεξο
σταυρόλιθε	=	σταυρόλιθος
σταυρόλιθο	=	σταυρόλιθος
σταυρόλιθοι	=	σταυρόλιθος
σταυρόλιθος	noun	ορυκτό που ανήκει στην κατηγορία των νησοπυριτικών ορυκτών και αποτελεί ένυδρο πυριτικό άλας του αργιλίου και του σιδήρου (Fe²⁺₂Al₉O₆(SiO₄)₄(O,OH)₂), και χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη κρυσταλλική του δομή, καθώς συχνά σχηματίζει δίδυμους κρυστάλλους που μοιάζουν με σταυρό.
σταυρόλιθου	=	σταυρόλιθος
σταυρόλιθους	=	σταυρόλιθος
σταυρόλιθων	=	σταυρόλιθος
σταυρόνημα	noun	όργανο σκόπευσης με σταυροειδή διάταξη νημάτων, ή απεικόνιση όμοιας διάταξης σε προσοφθάλμιους φακούς οπτικών οργάνων (όπως σε τηλεσκόπιο, διόπτρα, περισκόπιο κ.λ.π.)
σταυρός	noun	γεωμετρικό σχήμα αποτελούμενο στην πιο απλή του μορφή από δύο ευθύγραμμα τμήματα τεμνόμενα σε γωνία 90 μοιρών
σταυρόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρόσχημο
σταυρόσχημε	adj	κλητική ενικού του σταυρόσχημος
σταυρόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταυρόσχημη
σταυρόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταυρόσχημος
σταυρόσχημης	adj	γενική ενικού του σταυρόσχημη
σταυρόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του σταυρόσχημος
σταυρόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταυρόσχημος
σταυρόσχημος	adj	που έχει σχήμα σταυρού
σταυρόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταυρόσχημος
σταυρόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταυρόσχημος
σταυρόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταυρόσχημος
σταυρότυπα	=	σταυρότυπος
σταυρότυπε	=	σταυρότυπος
σταυρότυπες	=	σταυρότυπος
σταυρότυπη	=	σταυρότυπος
σταυρότυπης	=	σταυρότυπος
σταυρότυπο	=	σταυρότυπος
σταυρότυποι	=	σταυρότυπος
σταυρότυπος	adj	που είναι σταυρόσχημος
σταυρότυπου	=	σταυρότυπος
σταυρότυπους	=	σταυρότυπος
σταυρότυπων	=	σταυρότυπος
σταυρώθηκα	=	σταυρώνω
σταυρώθηκαν	=	σταυρώνω
σταυρώθηκε	=	σταυρώνω
σταυρώθηκες	=	σταυρώνω
σταυρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταύρωμα
σταυρώματος	noun	γενική ενικού του σταύρωμα
σταυρών	noun	γενική πληθυντικού του σταυρός
σταυρώναμε	=	σταυρώνω
σταυρώναν	=	σταυρώνω
σταυρώνανε	=	σταυρώνω
σταυρώνατε	=	σταυρώνω
σταυρώνει	=	σταυρώνω
σταυρώνεις	=	σταυρώνω
σταυρώνεσαι	=	σταυρώνω
σταυρώνεστε	=	σταυρώνω
σταυρώνεται	=	σταυρώνω
σταυρώνετε	=	σταυρώνω
σταυρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σταυρώνω
σταυρώνομε	=	σταυρώνω
σταυρώνονται	=	σταυρώνω
σταυρώνονταν	=	σταυρώνω
σταυρώνοντας	=	σταυρώνω
σταυρώνουμε	=	σταυρώνω
σταυρώνουν	=	σταυρώνω
σταυρώνουνε	=	σταυρώνω
σταυρώνω	verb	δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει
σταυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσαν	=	σταυρώνω
σταυρώσανε	=	σταυρώνω
σταυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταύρωση
σταυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσεων	=	σταύρωση
σταυρώσιμα	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμε	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμες	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμη	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμης	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμο	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμοι	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμος	adj	σχετικός με τη σταύρωση του Χριστού
σταυρώσιμου	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμους	=	σταυρώσιμος
σταυρώσιμων	=	σταυρώσιμος
σταυρώσομε	=	σταυρώνω
σταυρώσου	=	σταυρώνω
σταυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσουνε	=	σταυρώνω
σταυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταφίδα	noun	αποξηραμένο σταφύλι, ως ξηρός καρπός
σταφίδας	=	σταφίδα
σταφίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφίδα
σταφίδιαζα	=	σταφιδιάζω
σταφίδιαζαν	=	σταφιδιάζω
σταφίδιαζε	=	σταφιδιάζω
σταφίδιαζες	=	σταφιδιάζω
σταφίδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφίδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφίδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφίδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφίδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταφιδιάζω
σταφίδωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταφιδώνω
σταφίδων	=	σταφίδα
σταφίδωνα	=	σταφιδώνω
σταφίδωναν	=	σταφιδώνω
σταφίδωνε	=	σταφιδώνω
σταφίδωνες	=	σταφιδώνω
σταφίδωσα	=	σταφιδώνω
σταφίδωσαν	=	σταφιδώνω
σταφίδωσε	=	σταφιδώνω
σταφίδωσες	=	σταφιδώνω
σταφιδάμπελε	=	σταφιδάμπελος
σταφιδάμπελο	=	σταφιδάμπελος
σταφιδάμπελοι	=	σταφιδάμπελος
σταφιδάμπελος	noun|formal	άμπελος που παράγει σταφίδα
σταφιδέμπορα	=	σταφιδέμπορας
σταφιδέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του σταφιδέμπορος
σταφιδέμπορε	noun	κλητική ενικού του σταφιδέμπορος
σταφιδέμπορες	=	σταφιδέμπορας
σταφιδέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του σταφιδέμπορος
σταφιδέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφιδέμπορος
σταφιδέμπορος	noun	ο έμπορος σταφίδας
σταφιδέμπορου	noun	γενική ενικού του σταφιδέμπορος
σταφιδέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταφιδέμπορος
σταφιδέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του σταφιδέμπορος
σταφιδίνες	=	σταφιδίνη
σταφιδίνη	noun	σιρόπι σταφίδας σε στερεά ή πολτώδη μορφή
σταφιδίνης	=	σταφιδίνη
σταφιδίτες	=	σταφιδίτης
σταφιδίτη	=	σταφιδίτης
σταφιδίτης	noun	κρασί παραγόμενο από σταφίδες
σταφιδαμπέλου	=	σταφιδάμπελος
σταφιδαμπέλους	=	σταφιδάμπελος
σταφιδαμπέλων	=	σταφιδάμπελος
σταφιδεμπορίου	noun	γενική ενικού του σταφιδεμπόριο
σταφιδεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του σταφιδεμπόριο
σταφιδεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδεμπόριο
σταφιδεμπόριο	noun	εμπόριο σταφίδας
σταφιδεμπόριον	noun	το σταφιδεμπόριο
σταφιδεμπόριου	=	σταφιδεμπόριο
σταφιδεμπόρου	noun	γενική ενικού του σταφιδέμπορος
σταφιδεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταφιδέμπορος
σταφιδεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του σταφιδέμπορος
σταφιδεργοστάσια	=	σταφιδεργοστάσιο
σταφιδεργοστάσιο	noun	εργοστάσιο που επεξεργάζεται σταφίδα ή / και παράγει σχετικά προϊόντα
σταφιδεργοστάσιου	=	σταφιδεργοστάσιο
σταφιδεργοστάσιων	=	σταφιδεργοστάσιο
σταφιδεργοστασίου	=	σταφιδεργοστάσιο
σταφιδεργοστασίων	=	σταφιδεργοστάσιο
σταφιδιάζαμε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζαν	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζανε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζατε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζει	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζεις	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζετε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζοντας	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζουμε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζουν	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζουνε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάζω	verb	αποβάλλω τους χυμούς, συρρικνώνομαι και ξεραίνομαι
σταφιδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσαν	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάσανε	=	σταφιδιάζω
σταφιδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφίδιασμα
σταφιδιάσματος	noun	γενική ενικού του σταφίδιασμα
σταφιδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταφίδιασμα
σταφιδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδιασμένο
σταφιδιασμένε	verb	κλητική ενικού του σταφιδιασμένος
σταφιδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδιασμένη
σταφιδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταφιδιασμένος
σταφιδιασμένης	verb	γενική ενικού του σταφιδιασμένη
σταφιδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταφιδιασμένος
σταφιδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφιδιασμένος
σταφιδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σταφιδιάζω
σταφιδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταφιδιασμένος
σταφιδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταφιδιασμένος
σταφιδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταφιδιασμένος
σταφιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδικό
σταφιδικέ	adj	κλητική ενικού του σταφιδικός
σταφιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδική
σταφιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταφιδικός
σταφιδικής	adj	γενική ενικού του σταφιδική
σταφιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφιδικός
σταφιδικού	adj	γενική ενικού του σταφιδικός
σταφιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταφιδικός
σταφιδικό	adj	αιτιατική ενικού του σταφιδικός
σταφιδικός	adj	που έχει σχέση με τη σταφίδα, την παραγωγή της, το εμπόριό της ή αναφέρεται σ’ αυτά
σταφιδικών	adj	γενική πληθυντικού του σταφιδικός
σταφιδινών	=	σταφιδίνη
σταφιδιτών	=	σταφιδίτης
σταφιδοκτήμονα	=	σταφιδοκτήμονας
σταφιδοκτήμονας	noun	ο καλλιεργητής έκτασης , που δεν του ανήκει, με σταφίδα
σταφιδοκτήμονες	=	σταφιδοκτήμονας
σταφιδοκτημόνων	=	σταφιδοκτήμονας
σταφιδοπαραγωγά	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγέ	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγές	=	σταφιδοπαραγωγή
σταφιδοπαραγωγή	noun	η παραγωγή σταφίδας
σταφιδοπαραγωγής	=	σταφιδοπαραγωγή
σταφιδοπαραγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδοπαραγωγικό
σταφιδοπαραγωγικέ	adj	κλητική ενικού του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδοπαραγωγική
σταφιδοπαραγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού του σταφιδοπαραγωγική
σταφιδοπαραγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγικού	adj	γενική ενικού του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγικός	adj	που έχει σχέση με την σταφιδοπαραγωγή ή τον σταφιδοπαραγωγό ή αναφέρεται σ’ αυτά
σταφιδοπαραγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του σταφιδοπαραγωγικός
σταφιδοπαραγωγο	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγοί	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγος	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγού	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγούς	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγό	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδοπαραγωγός	noun	άνθρωπος που παράγει σταφίδες	adj	που παράγει σταφίδες
σταφιδοπαραγωγών	=	σταφιδοπαραγωγός
σταφιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταφίδωμα
σταφιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδωμένο
σταφιδωμένε	verb	κλητική ενικού του σταφιδωμένος
σταφιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδωμένη
σταφιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταφιδωμένος
σταφιδωμένης	verb	γενική ενικού του σταφιδωμένη
σταφιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταφιδωμένος
σταφιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφιδωμένος
σταφιδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σταφιδώνω
σταφιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταφιδωμένος
σταφιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταφιδωμένος
σταφιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταφιδωμένος
σταφιδόκαρπε	=	σταφιδόκαρπος
σταφιδόκαρπο	=	σταφιδόκαρπος
σταφιδόκαρποι	=	σταφιδόκαρπος
σταφιδόκαρπος	noun	ο καρπός της σταφίδας
σταφιδόκαρπου	=	σταφιδόκαρπος
σταφιδόκαρπους	=	σταφιδόκαρπος
σταφιδόκαρπων	=	σταφιδόκαρπος
σταφιδόπανα	=	σταφιδόπανο
σταφιδόπανο	noun	πανί για το σκέπασμα της απλωμένης για ξήρανση σταφίδας και της προστασίας της από τις καιρικές συνθήκες
σταφιδόπανου	=	σταφιδόπανο
σταφιδόπανων	=	σταφιδόπανο
σταφιδόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφιδόψωμο
σταφιδόψωμο	noun	είδος ψωμιού ζυμωμένου μαζί με σταφίδες
σταφιδόψωμου	noun	γενική ενικού του σταφιδόψωμο
σταφιδόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του σταφιδόψωμο
σταφιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφίδωμα
σταφιδώματος	noun	γενική ενικού του σταφίδωμα
σταφιδώναμε	=	σταφιδώνω
σταφιδώναν	=	σταφιδώνω
σταφιδώνανε	=	σταφιδώνω
σταφιδώνατε	=	σταφιδώνω
σταφιδώνει	=	σταφιδώνω
σταφιδώνεις	=	σταφιδώνω
σταφιδώνετε	=	σταφιδώνω
σταφιδώνοντας	=	σταφιδώνω
σταφιδώνουμε	=	σταφιδώνω
σταφιδώνουν	=	σταφιδώνω
σταφιδώνουνε	=	σταφιδώνω
σταφιδώνω	verb	άλλη μορφή του σταφιδιάζω
σταφιδώσαμε	=	σταφιδώνω
σταφιδώσαν	=	σταφιδώνω
σταφιδώσανε	=	σταφιδώνω
σταφιδώσατε	=	σταφιδώνω
σταφιδώσει	=	σταφιδώνω
σταφιδώστε	=	σταφιδώνω
σταφλέλαια	=	σταφυλέλαιο
σταφνίζαμε	=	σταφνίζω
σταφνίζαν	=	σταφνίζω
σταφνίζανε	=	σταφνίζω
σταφνίζατε	=	σταφνίζω
σταφνίζει	=	σταφνίζω
σταφνίζεις	=	σταφνίζω
σταφνίζετε	=	σταφνίζω
σταφνίζοντας	=	σταφνίζω
σταφνίζουμε	=	σταφνίζω
σταφνίζουν	=	σταφνίζω
σταφνίζουνε	=	σταφνίζω
σταφνίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σταθμίζω
σταφνίσαμε	=	σταφνίζω
σταφνίσαν	=	σταφνίζω
σταφνίσανε	=	σταφνίζω
σταφνίσατε	=	σταφνίζω
σταφνίσει	=	σταφνίζω
σταφνίστε	=	σταφνίζω
σταφνών	=	στάφνη
σταφυλέλαια	=	σταφυλέλαιο
σταφυλέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από σταφύλια
σταφυλέλαιου	=	σταφυλέλαιο
σταφυλέλαιων	=	σταφυλέλαιο
σταφυλές	=	σταφυλή
σταφυλή	noun	η πριν τον φάρυγγα ραγοειδής προεκβολή
σταφυλής	=	σταφυλή
σταφυλίτες	=	σταφυλίτης
σταφυλίτη	=	σταφυλίτης
σταφυλίτης	noun	άλλη μορφή του σταφυλή
σταφυλίτιδα	noun	φλεγμονή της σταφυλής
σταφυλίτιδας	=	σταφυλίτιδα
σταφυλίτιδες	=	σταφυλίτιδα
σταφυλίτιδων	=	σταφυλίτιδα
σταφυλελαίου	=	σταφυλέλαιο
σταφυλελαίων	=	σταφυλέλαιο
σταφυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλικό
σταφυλικέ	adj	κλητική ενικού του σταφυλικός
σταφυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλική
σταφυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταφυλικός
σταφυλικής	adj	γενική ενικού του σταφυλική
σταφυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφυλικός
σταφυλικού	adj	γενική ενικού του σταφυλικός
σταφυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταφυλικός
σταφυλικό	adj	αιτιατική ενικού του σταφυλικός
σταφυλικός	adj	σχετικός με το σταφύλι
σταφυλικών	adj	γενική πληθυντικού του σταφυλικός
σταφυλιού	noun	γενική ενικού του σταφύλι
σταφυλιτών	=	σταφυλίτης
σταφυλιών	noun	γενική πληθυντικού του σταφύλι
σταφυλοθεραπεία	noun	αμφιλεγόμενη θεραπεία που βασίζεται σε μονοφαγία με σταφύλια για ορισμένο χρονικό διάστημα
σταφυλοθεραπείας	noun	γενική ενικού του σταφυλοθεραπεία
σταφυλοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλοθεραπεία
σταφυλοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του σταφυλοθεραπεία
σταφυλοκοκκίαση	noun	λοίμωξη οφειλόμενη σε σταφυλόκοκκο
σταφυλοκοκκίασης	=	σταφυλοκοκκίαση
σταφυλοκοκκίασις	noun	σταφυλοκοκκίαση
σταφυλοκοκκιάσεις	=	σταφυλοκοκκίαση
σταφυλοκοκκιάσεων	=	σταφυλοκοκκίαση
σταφυλοκοκκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλοκοκκικό
σταφυλοκοκκικέ	adj	κλητική ενικού του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκοκκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλοκοκκική
σταφυλοκοκκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκοκκικής	adj	γενική ενικού του σταφυλοκοκκική
σταφυλοκοκκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκοκκικού	adj	γενική ενικού του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκοκκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκοκκικό	adj	αιτιατική ενικού του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκοκκικός	adj	σχετικός με το μικρόβιο του σταφυλόκοκκου
σταφυλοκοκκικών	adj	γενική πληθυντικού του σταφυλοκοκκικός
σταφυλοκόκκου	noun	γενική ενικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλοκόκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλοκόκκων	noun	γενική πληθυντικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλοκόφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλοκόφινο
σταφυλοκόφινο	noun	το κοφίνι μεταφοράς σταφυλιών ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
σταφυλοκόφινου	noun	γενική ενικού του σταφυλοκόφινο
σταφυλοκόφινων	noun	γενική πληθυντικού του σταφυλοκόφινο
σταφυλορωγών	noun	γενική πληθυντικού του σταφυλορώγα
σταφυλορώγα	noun	η ρώγα του σταφυλιού
σταφυλορώγας	noun	γενική ενικού του σταφυλορώγα
σταφυλορώγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφυλορώγα
σταφυλοσάκχαρα	=	σταφυλοσάκχαρο
σταφυλοσάκχαρο	noun	άλλη ονομασία για την γλυκόζη, με την οποία υπονοείται ότι προέρχεται από σταφύλια.
σταφυλοσάκχαρον	noun	το σταφυλοσάκχαρο
σταφυλοσάκχαρου	=	σταφυλοσάκχαρο
σταφυλοσακχάρου	=	σταφυλοσάκχαρο
σταφυλοσακχάρων	=	σταφυλοσάκχαρο
σταφυλοφαγία	noun	η κατανάλωση σταφυλιών σε μεγάλες ποσότητες
σταφυλοφαγίας	noun	γενική ενικού του σταφυλοφαγία
σταφυλοφαγίες	=	σταφυλοφαγία
σταφυλοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του σταφυλοφαγία
σταφυλόκοκκε	noun	κλητική ενικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλόκοκκο	noun	αιτιατική ενικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλόκοκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλόκοκκος	noun	παρασιτικό βακτήριο του γένους Staphylococcus, κατά Gram θετικό, οι αποικίες του οποίου εμφανίζουν στο μικροσκόπιο μια εικόνα που μοιάζει με τσαμπί σταφυλιού
σταφυλόκοκκου	noun	γενική ενικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλόκοκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλόκοκκων	noun	γενική πληθυντικού του σταφυλόκοκκος
σταφυλόρωγα	noun	θηλυκό η σταφυλορώγα
σταφυλόρωγας	=	σταφυλόρωγα
σταφυλόρωγες	=	σταφυλόρωγα
σταφυλόρωγων	=	σταφυλόρωγα
σταφυλών	=	σταφυλή
σταφύλι	noun	ο καρπός του αμπελιού
σταφύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταφύλι
σταχανοβίτες	=	σταχανοβίτης
σταχανοβίτη	=	σταχανοβίτης
σταχανοβίτης	noun	αυτός που πραγματοποιεί την ιδέα του σταχανοβισμού
σταχανοβίτισσα	=	σταχανοβίτης
σταχανοβίτισσας	noun	γενική ενικού του σταχανοβίτισσα
σταχανοβίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχανοβίτισσα
σταχανοβισμέ	=	σταχανοβισμός
σταχανοβισμοί	=	σταχανοβισμός
σταχανοβισμού	=	σταχανοβισμός
σταχανοβισμούς	=	σταχανοβισμός
σταχανοβισμό	=	σταχανοβισμός
σταχανοβισμός	noun	κίνημα της Σοβιετικής Ένωσης, κατά τη δεκαετία του 1930, που προωθούσε την ορθολογικοποίηση της εργασίας μέσω καλύτερης οργάνωσης και τεχνικής κατάρτισης με στόχο την υπερπαραγωγή
σταχανοβισμών	=	σταχανοβισμός
σταχανοβιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του σταχανοβίτισσα
σταχανοβιτών	=	σταχανοβίτης
σταχανοφισμέ	noun	κλητική ενικού του σταχανοφισμός
σταχανοφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχανοφισμός
σταχανοφισμού	noun	γενική ενικού του σταχανοφισμός
σταχανοφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σταχανοφισμός
σταχανοφισμό	noun	αιτιατική ενικού του σταχανοφισμός
σταχανοφισμός	noun	άλλη γραφή του σταχανοβισμός
σταχανοφισμών	noun	γενική πληθυντικού του σταχανοφισμός
σταχολογήματα	=	σταχολόγημα
σταχολογήματος	=	σταχολόγημα
σταχολογημάτων	=	σταχολόγημα
σταχολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχολογημένο
σταχολογημένε	verb	κλητική ενικού του σταχολογημένος
σταχολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχολογημένη
σταχολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταχολογημένος
σταχολογημένης	verb	γενική ενικού του σταχολογημένη
σταχολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του σταχολογημένος
σταχολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχολογημένος
σταχολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταχολογημένος
σταχολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταχολογημένος
σταχολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταχολογημένος
σταχολογώ	verb	άλλη μορφή του σταχυολογώ
σταχολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σταχολογώ
σταχολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταχολογώ
σταχομαζώχτρα	noun	αυτή που μαζεύει τα στάχυα που έχουν απομείνει σε έναν ήδη θερισμένο αγρό
σταχομαζώχτρας	noun	γενική ενικού του σταχομαζώχτρα
σταχομαζώχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχομαζώχτρα
σταχτή	=	σταχτής
σταχτήκαμε	=	στάζω
σταχτήκαν	=	στάζω
σταχτήκανε	=	στάζω
σταχτήκατε	=	στάζω
σταχτής	adj	που έχει σταχτί χρώμα, το χρώμα της στάχτης
σταχτί	noun	το χρώμα της στάχτης	adj	άκλιτος τύπος του σταχτής για όλα τα γένη
σταχτεί	=	στάζω
σταχτείς	=	σταχτής
σταχτείτε	=	στάζω
σταχτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σταχτερός
σταχτερέ	adj	κλητική ενικού του σταχτερός
σταχτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτερή
σταχτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταχτερός
σταχτερής	adj	γενική ενικού του σταχτερή
σταχτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχτερός
σταχτερού	adj	γενική ενικού του σταχτερός
σταχτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταχτερός
σταχτερό	adj	αιτιατική ενικού του σταχτερός
σταχτερός	adj|literary	που έχει γεμίσει στάχτη
σταχτερών	adj	γενική πληθυντικού του σταχτερός
σταχτιά	=	σταχτής
σταχτιάζαμε	=	σταχτιάζω
σταχτιάζαν	=	σταχτιάζω
σταχτιάζανε	=	σταχτιάζω
σταχτιάζατε	=	σταχτιάζω
σταχτιάζει	=	σταχτιάζω
σταχτιάζεις	=	σταχτιάζω
σταχτιάζετε	=	σταχτιάζω
σταχτιάζοντας	=	σταχτιάζω
σταχτιάζουμε	=	σταχτιάζω
σταχτιάζουν	=	σταχτιάζω
σταχτιάζουνε	=	σταχτιάζω
σταχτιάζω	verb|vulgar	γίνομαι στάχτη
σταχτιάς	=	σταχτής
σταχτιάσαμε	=	σταχτιάζω
σταχτιάσαν	=	σταχτιάζω
σταχτιάσανε	=	σταχτιάζω
σταχτιάσατε	=	σταχτιάζω
σταχτιάσει	=	σταχτιάζω
σταχτιάσματα	=	στάχτιασμα
σταχτιάσματος	=	στάχτιασμα
σταχτιάστε	=	σταχτιάζω
σταχτιές	=	σταχτής
σταχτιασμάτων	=	στάχτιασμα
σταχτιοί	=	σταχτής
σταχτιού	=	σταχτής
σταχτιούς	=	σταχτής
σταχτιών	=	σταχτής
σταχτοδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτοδοχείο
σταχτοδοχείο	noun	μικρό σκεύος, συνήθως επιτραπέζιο, που χρησιμοποιείται για την απόρριψη στάχτης τσιγάρων ή πούρων αλλά και για την εναπόθεση και το σβήσιμο αυτών
σταχτοδοχείου	noun	γενική ενικού του σταχτοδοχείο
σταχτοδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του σταχτοδοχείο
σταχτοθήκες	=	σταχτοθήκη
σταχτοθήκη	noun	σταχτοδοχείο, τασάκι
σταχτοθήκης	=	σταχτοθήκη
σταχτοθηκών	=	σταχτοθήκη
σταχτοκίτρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτοκίτρινο
σταχτοκίτρινε	adj	κλητική ενικού του σταχτοκίτρινος
σταχτοκίτρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτοκίτρινη
σταχτοκίτρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταχτοκίτρινος
σταχτοκίτρινης	adj	γενική ενικού του σταχτοκίτρινη
σταχτοκίτρινο	adj	αιτιατική ενικού του σταχτοκίτρινος	noun	ανάμεσα στο σταχτί και το κίτρινο
σταχτοκίτρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχτοκίτρινος
σταχτοκίτρινος	adj	ο φαιοκίτρινος
σταχτοκίτρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταχτοκίτρινος
σταχτοκίτρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σταχτοκίτρινος
σταχτοκίτρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταχτοκίτρινος
σταχτοκουλουρών	noun	γενική πληθυντικού του σταχτοκουλούρα
σταχτοκουλούρας	noun	γενική ενικού του σταχτοκουλούρα
σταχτοκουλούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτοκουλούρα
σταχτοτσικνιά	=	σταχτοτσικνιάς
σταχτοτσικνιάδες	=	σταχτοτσικνιάς
σταχτοτσικνιάδων	=	σταχτοτσικνιάς
σταχτοτσικνιάς	noun	είδος τσικνιά με σταχτί φτέρωμα
σταχτούμε	=	στάζω
σταχτούν	=	στάζω
σταχτούνε	=	στάζω
σταχτούς	=	σταχτής
σταχτωθήκαμε	=	σταχτώνομαι
σταχτωθήκαν	=	σταχτώνομαι
σταχτωθήκανε	=	σταχτώνομαι
σταχτωθήκατε	=	σταχτώνομαι
σταχτωθεί	=	σταχτώνομαι
σταχτωθείτε	=	σταχτώνομαι
σταχτωμάτων	=	στάχτωμα
σταχτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτωμένο
σταχτωμένε	verb	κλητική ενικού του σταχτωμένος
σταχτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτωμένη
σταχτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταχτωμένος
σταχτωμένης	verb	γενική ενικού του σταχτωμένη
σταχτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταχτωμένος
σταχτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχτωμένος
σταχτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σταχτώνω
σταχτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταχτωμένος
σταχτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταχτωμένος
σταχτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταχτωμένος
σταχτωνόμασταν	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόμαστε	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόμουν	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόμουνα	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόντουσαν	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόσασταν	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόσαστε	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόσουν	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόσουνα	=	σταχτώνομαι
σταχτωνόταν	=	σταχτώνομαι
σταχτωνότανε	=	σταχτώνομαι
σταχτόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχτόνερο
σταχτόνερο	noun	νερό στο οποίο έχουμε προσθέσει κατά το βράσιμο στάχτη (παραδοσιακό μέσο για πλύσιμο)
σταχτόνερου	noun	γενική ενικού του σταχτόνερο
σταχτόνερων	noun	γενική πληθυντικού του σταχτόνερο
σταχτόπανα	=	σταχτόπανο
σταχτόπανο	noun	πανί που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα της αλισίβας
σταχτόπανου	=	σταχτόπανο
σταχτόπανων	=	σταχτόπανο
σταχτόχηνα	noun	είδος χήνας
σταχτόχηνας	=	σταχτόχηνα
σταχτόχηνες	=	σταχτόχηνα
σταχτόχηνων	=	σταχτόχηνα
σταχτόχρωμα	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμε	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμες	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμη	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμης	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμο	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμοι	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμος	adj	που έχει σταχτί, γκρίζο χρώμα
σταχτόχρωμου	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμους	=	σταχτόχρωμος
σταχτόχρωμων	=	σταχτόχρωμος
σταχτώ	=	στάζω
σταχτώθηκα	=	σταχτώνομαι
σταχτώθηκαν	=	σταχτώνομαι
σταχτώθηκε	=	σταχτώνομαι
σταχτώθηκες	=	σταχτώνομαι
σταχτώματα	=	στάχτωμα
σταχτώματος	=	στάχτωμα
σταχτών	=	στάχτη
σταχτώναμε	=	σταχτώνω
σταχτώναν	=	σταχτώνω
σταχτώνανε	=	σταχτώνω
σταχτώνατε	=	σταχτώνω
σταχτώνει	=	σταχτώνω
σταχτώνεις	=	σταχτώνω
σταχτώνεσαι	=	σταχτώνομαι
σταχτώνεστε	=	σταχτώνομαι
σταχτώνεται	=	σταχτώνομαι
σταχτώνετε	=	σταχτώνω
σταχτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σταχτώνω
σταχτώνονται	=	σταχτώνομαι
σταχτώνονταν	=	σταχτώνομαι
σταχτώνοντας	=	σταχτώνω
σταχτώνου	=	σταχτώνομαι
σταχτώνουμε	=	σταχτώνω
σταχτώνουν	=	σταχτώνω
σταχτώνουνε	=	σταχτώνω
σταχτώνω	verb	γεμίζω ή λερώνω με στάχτη
σταχτώσαμε	=	σταχτώνω
σταχτώσαν	=	σταχτώνω
σταχτώσανε	=	σταχτώνω
σταχτώσατε	=	σταχτώνω
σταχτώσει	=	σταχτώνω
σταχτώσου	=	σταχτώνομαι
σταχτώστε	=	σταχτώνω
σταχυάζαμε	=	σταχυάζω
σταχυάζαν	=	σταχυάζω
σταχυάζανε	=	σταχυάζω
σταχυάζατε	=	σταχυάζω
σταχυάζει	=	σταχυάζω
σταχυάζεις	=	σταχυάζω
σταχυάζετε	=	σταχυάζω
σταχυάζοντας	=	σταχυάζω
σταχυάζουμε	=	σταχυάζω
σταχυάζουν	=	σταχυάζω
σταχυάζουνε	=	σταχυάζω
σταχυάζω	verb	βγάζω στάχυα
σταχυάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσαν	=	σταχυάζω
σταχυάσανε	=	σταχυάζω
σταχυάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσματα	=	στάχυασμα
σταχυάσματος	=	στάχυασμα
σταχυάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυάζω
σταχυασμάτων	=	στάχυασμα
σταχυολογήθηκα	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογήθηκαν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογήθηκε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογήθηκες	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχυολόγημα
σταχυολογήματος	noun	γενική ενικού του σταχυολόγημα
σταχυολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήσαν	=	σταχυολογώ
σταχυολογήσανε	=	σταχυολογώ
σταχυολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχυολόγηση
σταχυολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήσεων	=	σταχυολόγηση
σταχυολογήσου	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογεί	=	σταχυολογώ
σταχυολογείς	=	σταχυολογώ
σταχυολογείσαι	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογείστε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογείται	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογείτε	=	σταχυολογώ
σταχυολογηθήκαμε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογηθήκαν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογηθήκανε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογηθήκατε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογηθεί	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογηθείτε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σταχυολόγημα
σταχυολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχυολογημένο
σταχυολογημένε	verb	κλητική ενικού του σταχυολογημένος
σταχυολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχυολογημένη
σταχυολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταχυολογημένος
σταχυολογημένης	verb	γενική ενικού του σταχυολογημένη
σταχυολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του σταχυολογημένος
σταχυολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχυολογημένος
σταχυολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταχυολογημένος
σταχυολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταχυολογημένος
σταχυολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταχυολογημένος
σταχυολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολογούμασταν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούμαστε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούμε	=	σταχυολογώ
σταχυολογούμουν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούν	=	σταχυολογώ
σταχυολογούνε	=	σταχυολογώ
σταχυολογούνται	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούνταν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούσα	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσαμε	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσαν	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσανε	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσασταν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούσαστε	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογούσατε	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσε	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσες	=	σταχυολογώ
σταχυολογούσουν	=	σταχυολογούμαι
σταχυολογώ	verb	επιλέγω από τα καλύτερα ή τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα
σταχυολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολόγε	=	σταχυολόγος
σταχυολόγει	=	σταχυολογώ
σταχυολόγημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του σταχυολογώ
σταχυολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχυολογώ
σταχυολόγηση	noun	το αποτέλεσμα ή ενέργεια του σταχυολογώ
σταχυολόγησης	=	σταχυολόγηση
σταχυολόγο	=	σταχυολόγος
σταχυολόγοι	=	σταχυολόγος
σταχυολόγος	noun|formal	που σταχυολογεί
σταχυολόγου	=	σταχυολόγος
σταχυολόγους	=	σταχυολόγος
σταχυολόγων	=	σταχυολόγος
σταχυού	noun	γενική ενικού του στάχυ
σταχυών	=	στάχυ
σταχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στάχωμα
σταχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχωμένο
σταχωμένε	verb	κλητική ενικού του σταχωμένος
σταχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχωμένη
σταχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σταχωμένος
σταχωμένης	verb	γενική ενικού του σταχωμένη
σταχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σταχωμένος
σταχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σταχωμένος
σταχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σταχώνω
σταχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σταχωμένος
σταχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σταχωμένος
σταχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σταχωμένος
σταχωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σταχωτής
σταχωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σταχωτής
σταχωτής	noun|dated	ο βιβλιοδέτης
σταχωτών	noun	γενική πληθυντικού του σταχωτής
σταχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάχωμα
σταχώματος	noun	γενική ενικού του στάχωμα
σταχώναμε	=	σταχώνω
σταχώναν	=	σταχώνω
σταχώνανε	=	σταχώνω
σταχώνατε	=	σταχώνω
σταχώνει	=	σταχώνω
σταχώνεις	=	σταχώνω
σταχώνετε	=	σταχώνω
σταχώνοντας	=	σταχώνω
σταχώνουμε	=	σταχώνω
σταχώνουν	=	σταχώνω
σταχώνουνε	=	σταχώνω
σταχώνω	verb|dated	βιβλιοδετώ
σταχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώσαν	=	σταχώνω
σταχώσανε	=	σταχώνω
σταχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στάχωση
σταχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του στάχωση
σταχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του στάχωση
σταχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σταχώνω
σταύλοι	noun	παρωχημένη γραφή του στάβλοι
σταύρωμα	noun	η ενέργεια του σταυρώνω
σταύρωνα	=	σταυρώνω
σταύρωναν	=	σταυρώνω
σταύρωνε	=	σταυρώνω
σταύρωνες	=	σταυρώνω
σταύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σταυρώνω
σταύρωση	noun	παλαιότερη υπαίθρια θανατική καταδίκη, όπου ο κατάδικος καθηλωνόταν είτε με καρφιά είτε με σχοινιά επί ξύλινων δοκών σε σχήμα σταυρού.
σταύρωσης	=	σταύρωση
στγος	abbrev	στρατηγός
στε	abbrev	Συμβούλιο της Επικρατείας: ανώτατο διοικητικό δικαστήριο
στεάτινα	=	στεάτινος
στεάτινε	=	στεάτινος
στεάτινες	=	στεάτινος
στεάτινη	=	στεάτινος
στεάτινης	=	στεάτινος
στεάτινο	=	στεάτινος
στεάτινοι	=	στεάτινος
στεάτινος	adj	που αποτελείται ή παρασκευάζεται από λίπος
στεάτινου	=	στεάτινος
στεάτινους	=	στεάτινος
στεάτινων	=	στεάτινος
στεάτωμα	noun	λιπώδης όγκος, λίπωμα
στεάτωση	noun	μη φυσιολογική κατακράτηση λίπους (λιπώδης διήθηση, πάχυνση, αύξηση της περιεκτικότητας σε λίπος) σε κύτταρο ή όργανο
στεάτωσης	=	στεάτωση
στεάτωσις	noun	στεάτωση
στείβαμε	=	στείβω
στείβαν	=	στείβω
στείβανε	=	στείβω
στείβατε	=	στείβω
στείβε	=	στείβω
στείβει	=	στείβω
στείβεις	=	στείβω
στείβεσαι	=	στείβω
στείβεστε	=	στείβω
στείβεται	=	στείβω
στείβετε	=	στείβω
στείβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στείβω, ετυμολογική γραφή του στύβομαι
στείβομε	=	στείβω
στείβονται	=	στείβω
στείβονταν	=	στείβω
στείβοντας	=	στείβω
στείβουμε	=	στείβω
στείβουν	=	στείβω
στείβουνε	=	στείβω
στείβω	verb	ετυμολογική γραφή του στύβω
στείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλαν	=	στέλνω
στείλανε	=	στέλνω
στείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλομε	=	στέλνω
στείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλουνε	=	στέλνω
στείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
στείρα	noun	θηλυκό του στείρος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στείρος
στείρας	=	στείρος
στείρε	=	στείρος
στείρες	=	στείρος
στείρευα	=	στειρεύω
στείρευαν	=	στειρεύω
στείρευε	=	στειρεύω
στείρευες	=	στειρεύω
στείρεψα	=	στειρεύω
στείρεψαν	=	στειρεύω
στείρεψε	=	στειρεύω
στείρεψες	=	στειρεύω
στείρο	=	στείρος
στείροι	=	στείρος
στείρος	adj	που στερείται την ικανότητα να τεκνοποιήσει	noun	στείρος
στείρου	=	στείρος
στείρους	=	στείρος
στείρων	=	στείρος
στείρωνα	=	στειρώνω
στείρωναν	=	στειρώνω
στείρωνε	=	στειρώνω
στείρωνες	=	στειρώνω
στείρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στείρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στείρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στείρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στείρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στειρώνω
στείρωσης	=	στείρωση
στείφτε	=	στείβω
στείφτες	=	στείφτης
στείφτη	=	στείφτης
στείφτηκα	=	στείβω
στείφτηκαν	=	στείβω
στείφτηκε	=	στείβω
στείφτηκες	=	στείβω
στείφτης	noun	ετυμολογική γραφή του στύφτης
στείψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψαν	=	στείβω
στείψανε	=	στείβω
στείψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στείβω
στείψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψιμο	noun	ετυμολογική γραφή του στύψιμο
στείψομε	=	στείβω
στείψου	=	στείβω
στείψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψουνε	=	στείβω
στείψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στείψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στείβω
στεαρίνες	=	στεαρίνη
στεαρίνη	noun	άλλη μορφή του στεατίνη
στεαρίνης	=	στεαρίνη
στεαρινών	=	στεαρίνη
στεατίνες	=	στεατίνη
στεατίνη	noun	εστέρας στεατικού οξέος και γλυκερόλης
στεατίνης	=	στεατίνη
στεατίτες	=	στεατίτης
στεατίτη	=	στεατίτης
στεατίτης	noun	ορυκτός λίθος, μαλακός, χωρίς πόρους, που μπορεί κανείς εύκολα να επεξεργαστεί και μπορεί να δώσει λείες επιφάνειες.
στεατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεατικό
στεατικέ	adj	κλητική ενικού του στεατικός
στεατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεατική
στεατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεατικός
στεατικής	adj	γενική ενικού του στεατική
στεατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεατικός
στεατικού	adj	γενική ενικού του στεατικός
στεατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεατικός
στεατικό	adj	αιτιατική ενικού του στεατικός
στεατικός	adj	που σχετίζεται με το στέαρ
στεατικών	adj	γενική πληθυντικού του στεατικός
στεατινών	=	στεατίνη
στεατιτών	=	στεατίτης
στεατοηπατίτιδα	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ (λιπώδης διήθηση) συνοδεύεται από ενεργή φλεγμονή και καταστροφή των ηπατικών κυττάρων, αποτελώντας το κρίσιμο στάδιο που μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες βλάβες, όπως η ίνωση και η κίρρωση
στεατοηπατίτιδας	=	στεατοηπατίτιδα
στεατοηπατίτιδες	=	στεατοηπατίτιδα
στεατοηπατίτιδων	=	στεατοηπατίτιδα
στεατοπυγία	noun	υπέρμετρη εναπόθεση λίπους στους γλουτούς
στεατοπυγίας	noun	γενική ενικού του στεατοπυγία
στεατοπυγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεατοπυγία
στεατοπυγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεατοπυγικό
στεατοπυγικέ	adj	κλητική ενικού του στεατοπυγικός
στεατοπυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεατοπυγική
στεατοπυγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεατοπυγικός
στεατοπυγικής	adj	γενική ενικού του στεατοπυγική
στεατοπυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεατοπυγικός
στεατοπυγικού	adj	γενική ενικού του στεατοπυγικός
στεατοπυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεατοπυγικός
στεατοπυγικό	adj	αιτιατική ενικού του στεατοπυγικός
στεατοπυγικός	adj	που έχει σχέση με την στεατοπυγία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στεατοπυγικών	adj	γενική πληθυντικού του στεατοπυγικός
στεατοπυγιών	noun	γενική πληθυντικού του στεατοπυγία
στεατορροιών	=	στεατόρροια
στεατουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεατουργείο
στεατουργείο	noun	εργαστήριο κατασκευής προϊόντων από λίπος
στεατουργείου	noun	γενική ενικού του στεατουργείο
στεατουργείων	noun	γενική πληθυντικού του στεατουργείο
στεατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στεάτωμα
στεατόρροια	noun	αποβολή υπερβολικής ποσότητας λιπαρών ουσιών στα κόπρανα εξαιτίας δυσαπορρόφησης του λίπους από τον οργανισμό για διάφορους λόγους
στεατόρροιας	=	στεατόρροια
στεατόρροιες	=	στεατόρροια
στεατώδες	=	στεατώδης
στεατώδης	adj|formal	λιπώδης
στεατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεάτωμα
στεατώματος	noun	γενική ενικού του στεάτωμα
στεατώσεις	=	στεάτωση
στεατώσεων	=	στεάτωση
στεβίων	=	στέβια
στεβιοσίδη	noun	φυσικό υποκατάστατο ζάχαρης που προέρχεται από το εκχύλισμα της στέβιας
στεβιοσίδης	=	στεβιοσίδη
στεγά	=	στεγάς
στεγάδες	=	στεγάς
στεγάδων	=	στεγάς
στεγάζαμε	=	στεγάζω
στεγάζαν	=	στεγάζω
στεγάζανε	=	στεγάζω
στεγάζατε	=	στεγάζω
στεγάζει	=	στεγάζω
στεγάζεις	=	στεγάζω
στεγάζεσαι	=	στεγάζω
στεγάζεστε	=	στεγάζω
στεγάζεται	=	στεγάζω
στεγάζετε	=	στεγάζω
στεγάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στεγάζω
στεγάζομε	=	στεγάζω
στεγάζονται	=	στεγάζω
στεγάζονταν	=	στεγάζω
στεγάζοντας	=	στεγάζω
στεγάζου	=	στεγάζομαι
στεγάζουμε	=	στεγάζω
στεγάζουν	=	στεγάζω
στεγάζουνε	=	στεγάζω
στεγάζω	verb	καλύπτω έναν χώρο τοποθετώντας στέγη
στεγάνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στεγανώνω
στεγάνωσης	noun	γενική ενικού του στεγάνωση
στεγάς	noun	ο κατασκευαστής ή επιδιορθωτής μιας στέγης
στεγάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάσαν	=	στεγάζω
στεγάσανε	=	στεγάζω
στεγάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέγαση
στεγάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάσεων	noun	γενική πληθυντικού του στέγαση
στεγάσεως	noun|formal	γενική ενικού του στέγαση
στεγάσθηκα	=	στεγάζω
στεγάσθηκαν	=	στεγάζω
στεγάσθηκε	=	στεγάζω
στεγάσθηκες	=	στεγάζω
στεγάσιμα	=	στεγάσιμος
στεγάσιμε	=	στεγάσιμος
στεγάσιμες	=	στεγάσιμος
στεγάσιμη	=	στεγάσιμος
στεγάσιμης	=	στεγάσιμος
στεγάσιμο	=	στεγάσιμος
στεγάσιμοι	=	στεγάσιμος
στεγάσιμος	adj	που είναι δυνατό να στεγαστεί
στεγάσιμου	=	στεγάσιμος
στεγάσιμους	=	στεγάσιμος
στεγάσιμων	=	στεγάσιμος
στεγάσματα	=	στέγασμα
στεγάσματος	=	στέγασμα
στεγάσομε	=	στεγάζω
στεγάσου	=	στεγάζω
στεγάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάσουνε	=	στεγάζω
στεγάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγάστηκα	=	στεγάζω
στεγάστηκαν	=	στεγάζω
στεγάστηκε	=	στεγάζω
στεγάστηκες	=	στεγάζω
στεγάστρου	=	στέγαστρο
στεγάστρων	=	στέγαστρο
στεγάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγάζω
στεγαζόμασταν	=	στεγάζω
στεγαζόμαστε	=	στεγάζω
στεγαζόμουν	=	στεγάζω
στεγαζόμουνα	=	στεγάζω
στεγαζόντουσαν	=	στεγάζω
στεγαζόσασταν	=	στεγάζω
στεγαζόσαστε	=	στεγάζω
στεγαζόσουν	=	στεγάζω
στεγαζόσουνα	=	στεγάζω
στεγαζόταν	=	στεγάζω
στεγαζότανε	=	στεγάζω
στεγανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στεγανός	adv	με στεγανό τρόπο, με στεγανότητα
στεγανέ	adj	κλητική ενικού του στεγανός
στεγανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανή
στεγανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγανός
στεγανής	adj	γενική ενικού του στεγανή
στεγανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγανός
στεγανογραφία	noun	τρόπος μετάδοσης πληροφοριών με τον οποίο δεν γίνεται αντιληπτή η ύπαρξη μηνύματος (κρυπτογραφημένου ή όχι)
στεγανογραφίας	=	στεγανογραφία
στεγανογραφίες	=	στεγανογραφία
στεγανογραφιών	=	στεγανογραφία
στεγανοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στεγανοποιώ
στεγανοποίησης	noun	γενική ενικού του στεγανοποίηση
στεγανοποιήθηκα	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιήθηκαν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιήθηκε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιήθηκες	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανοποίηση
στεγανοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στεγανοποίηση
στεγανοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στεγανοποίηση
στεγανοποιήσου	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιείσαι	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιείστε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιείται	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιηθήκαμε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιηθήκαν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιηθήκανε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιηθήκατε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιηθεί	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιηθείτε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανοποιημένο
στεγανοποιημένε	verb	κλητική ενικού του στεγανοποιημένος
στεγανοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανοποιημένη
στεγανοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγανοποιημένος
στεγανοποιημένης	verb	γενική ενικού του στεγανοποιημένη
στεγανοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του στεγανοποιημένος
στεγανοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγανοποιημένος
στεγανοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στεγανοποιώ που έχει επικαλυφθεί με ειδική ουσία ώστε να καταστεί αδιάβροχος, που έγινε αδιαπέραστος από υγρά σαν το νερό
στεγανοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεγανοποιημένος
στεγανοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεγανοποιημένος
στεγανοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεγανοποιημένος
στεγανοποιούμαι	verb	καθίσταμαι στεγανός
στεγανοποιούμασταν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούμαστε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούμουν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούνται	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούνταν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούσασταν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούσαστε	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιούσουν	=	στεγανοποιούμαι
στεγανοποιώ	verb	προκαλώ υγρομόνωση, καθιστώ κάτι (χώρο, επιφάνεια, αντικείμενο) στεγανό, ώστε να μη μπορεί να το διαπεράσει νερό,χρησιμοποιώντας επί τούτου στεγανοποιητικά υλικά, ειδικά στο να κάνουν την επιφάνεια αδιαπέραστη από το νερό
στεγανοπόδων	=	στεγανόποδα
στεγανοτήτων	=	στεγανότητα
στεγανού	adj	γενική ενικού του στεγανός
στεγανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεγανός
στεγανωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανωτικό
στεγανωτικέ	adj	κλητική ενικού του στεγανωτικός
στεγανωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανωτική
στεγανωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγανωτικός
στεγανωτικής	adj	γενική ενικού του στεγανωτική
στεγανωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγανωτικός
στεγανωτικού	adj	γενική ενικού του στεγανωτικός
στεγανωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεγανωτικός
στεγανωτικό	adj	αιτιατική ενικού του στεγανωτικός
στεγανωτικός	adj	αυτός που παρέχει στεγανότητα
στεγανωτικών	adj	γενική πληθυντικού του στεγανωτικός
στεγανό	adj	αιτιατική ενικού του στεγανός
στεγανόποδα	noun	τα πτηνά που τα δάχτυλα τους είναι ενωμένα με νηκτική μεμβράνη
στεγανός	adj	που δεν διαπερνιέται από υγρά
στεγανότητα	noun	το να είναι κάποιος στεγανός, η ιδιότητα του στεγανού
στεγανότητας	noun	γενική ενικού του στεγανότητα
στεγανότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγανότητα
στεγανών	adj	γενική πληθυντικού του στεγανός
στεγανώνω	verb	κάνω κάτι στεγανό, το στεγανοποιώ.
στεγανώς	adv|dated	με στεγανό τρόπο
στεγανώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγάνωση
στεγανώσεων	noun	γενική πληθυντικού του στεγάνωση
στεγανώσεως	noun|formal	γενική ενικού του στεγάνωση
στεγασθήκαμε	=	στεγάζω
στεγασθήκαν	=	στεγάζω
στεγασθήκανε	=	στεγάζω
στεγασθήκατε	=	στεγάζω
στεγασθεί	=	στεγάζω
στεγασθείς	=	στεγάζω
στεγασθείτε	=	στεγάζω
στεγασθούμε	=	στεγάζω
στεγασθούν	=	στεγάζω
στεγασθούνε	=	στεγάζω
στεγασθώ	=	στεγάζω
στεγασμάτων	=	στέγασμα
στεγασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγασμένο
στεγασμένε	verb	κλητική ενικού του στεγασμένος
στεγασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγασμένη
στεγασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγασμένος
στεγασμένης	verb	γενική ενικού του στεγασμένη
στεγασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στεγασμένος
στεγασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγασμένος
στεγασμένος	verb	που έχει στεγαστεί
στεγασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεγασμένος
στεγασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεγασμένος
στεγασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεγασμένος
στεγαστές	=	στεγαστής
στεγαστή	=	στεγαστής
στεγαστήκαμε	=	στεγάζω
στεγαστήκαν	=	στεγάζω
στεγαστήκανε	=	στεγάζω
στεγαστήκατε	=	στεγάζω
στεγαστής	noun	κάποιος που στεγάζει, που συμβάλλει στη στέγαση
στεγαστεί	=	στεγάζω
στεγαστείς	=	στεγάζω
στεγαστείτε	=	στεγάζω
στεγαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στεγαστικός	adv	με στεγαστικό τρόπο
στεγαστικέ	adj	κλητική ενικού του στεγαστικός
στεγαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγαστική
στεγαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγαστικός
στεγαστικής	adj	γενική ενικού του στεγαστική
στεγαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγαστικός
στεγαστικού	adj	γενική ενικού του στεγαστικός
στεγαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεγαστικός
στεγαστικό	adj	αιτιατική ενικού του στεγαστικός
στεγαστικός	adj	που έχει σχέση με τη στέγαση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
στεγαστικών	adj	γενική πληθυντικού του στεγαστικός
στεγαστικώς	adv	με στεγαστικό τρόπο
στεγαστούμε	=	στεγάζω
στεγαστούν	=	στεγάζω
στεγαστούνε	=	στεγάζω
στεγαστώ	=	στεγάζω
στεγαστών	=	στεγαστής
στεγνά	noun|vulgar	τα στεγνά: το μέρος ενός πλεούμενου που (υπό φυσιολογικές συνθήκες) δεν έρχεται σε επαφή με το νερό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στεγνός
στεγνέ	adj	κλητική ενικού του στεγνός
στεγνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγνή
στεγνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγνός
στεγνής	adj	γενική ενικού του στεγνή
στεγνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγνός
στεγνοκαθαριστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγνοκαθαριστήριο
στεγνοκαθαριστήριο	noun	το κατάστημα στο οποίο γίνεται (στεγνό) καθάρισμα των ρούχων, των παπλωμάτων κ.λπ.
στεγνοκαθαριστήριου	=	στεγνοκαθαριστήριο
στεγνοκαθαριστηρίου	noun	γενική ενικού του στεγνοκαθαριστήριο
στεγνοκαθαριστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του στεγνοκαθαριστήριο
στεγνοτήτων	=	στεγνότητα
στεγνού	adj	γενική ενικού του στεγνός
στεγνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεγνός
στεγνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στέγνωμα
στεγνωτήρα	=	στεγνωτήρας
στεγνωτήρας	noun	συσκευή που συμβάλλει στο (γρηγορότερο) στέγνωμα
στεγνωτήρες	=	στεγνωτήρας
στεγνωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγνωτήριο
στεγνωτήριο	noun	συσκευή που επιτρέπει το στέγνωμα των ρούχων περνώντας μέσα τους θερμό αέρα
στεγνωτήριον	noun	το στεγνωτήριο
στεγνωτήριου	=	στεγνωτήριο
στεγνωτήρων	=	στεγνωτήρας
στεγνωτηρίου	noun	γενική ενικού του στεγνωτήριο
στεγνωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του στεγνωτήριο
στεγνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγνωτικό
στεγνωτικέ	adj	κλητική ενικού του στεγνωτικός
στεγνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγνωτική
στεγνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεγνωτικός
στεγνωτικής	adj	γενική ενικού του στεγνωτική
στεγνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεγνωτικός
στεγνωτικού	adj	γενική ενικού του στεγνωτικός
στεγνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεγνωτικός
στεγνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του στεγνωτικός
στεγνωτικός	adj	που έχει σχέση με το στέγνωμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
στεγνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του στεγνωτικός
στεγνό	adj	αιτιατική ενικού του στεγνός
στεγνός	adj	που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
στεγνότατα	=	στεγνός
στεγνότατε	=	στεγνός
στεγνότατες	=	στεγνός
στεγνότατη	=	στεγνός
στεγνότατης	=	στεγνός
στεγνότατο	=	στεγνός
στεγνότατοι	=	στεγνός
στεγνότατος	=	στεγνός
στεγνότατου	=	στεγνός
στεγνότατους	=	στεγνός
στεγνότατων	=	στεγνός
στεγνότερα	=	στεγνός
στεγνότερε	=	στεγνός
στεγνότερες	=	στεγνός
στεγνότερη	=	στεγνός
στεγνότερης	=	στεγνός
στεγνότερο	=	στεγνός
στεγνότεροι	=	στεγνός
στεγνότερος	=	στεγνός
στεγνότερου	=	στεγνός
στεγνότερους	=	στεγνός
στεγνότερων	=	στεγνός
στεγνότητα	noun	η ιδιότητα του στεγνού
στεγνότητας	noun	γενική ενικού του στεγνότητα
στεγνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεγνότητα
στεγνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέγνωμα
στεγνώματος	noun	γενική ενικού του στέγνωμα
στεγνών	adj	γενική πληθυντικού του στεγνός
στεγνώναμε	=	στεγνώνω
στεγνώναν	=	στεγνώνω
στεγνώνανε	=	στεγνώνω
στεγνώνατε	=	στεγνώνω
στεγνώνει	=	στεγνώνω
στεγνώνεις	=	στεγνώνω
στεγνώνετε	=	στεγνώνω
στεγνώνομε	=	στεγνώνω
στεγνώνοντας	=	στεγνώνω
στεγνώνουμε	=	στεγνώνω
στεγνώνουν	=	στεγνώνω
στεγνώνουνε	=	στεγνώνω
στεγνώνω	verb	κάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο
στεγνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσαν	=	στεγνώνω
στεγνώσανε	=	στεγνώνω
στεγνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέγνωση
στεγνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσεων	=	στέγνωση
στεγνώσομε	=	στεγνώνω
στεγνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσουνε	=	στεγνώνω
στεγνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεγνώνω
στεγών	=	στέγη
στειβόμασταν	=	στείβω
στειβόμαστε	=	στείβω
στειβόμουν	=	στείβω
στειβόμουνα	=	στείβω
στειβόντουσαν	=	στείβω
στειβόσασταν	=	στείβω
στειβόσαστε	=	στείβω
στειβόσουν	=	στείβω
στειβόσουνα	=	στείβω
στειβόταν	=	στείβω
στειβότανε	=	στείβω
στειλεέ	noun	κλητική ενικού του στειλεός
στειλεοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στειλεός
στειλεού	noun	γενική ενικού του στειλεός
στειλεούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στειλεός
στειλεό	noun	αιτιατική ενικού του στειλεός
στειλεός	noun|formal	στειλιάρι
στειλεών	noun	γενική πληθυντικού του στειλεός
στειλιάρι	noun	κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, που αποτελεί αποσπώμενο τμήμα σε διάφορα εργαλεία, όπως το φτυάρι ή την αξίνα
στειλιάρια	=	στειλιάρι
στειλιάρωνα	=	στειλιαρώνω
στειλιάρωναν	=	στειλιαρώνω
στειλιάρωνε	=	στειλιαρώνω
στειλιάρωνες	=	στειλιαρώνω
στειλιάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαριού	=	στειλιάρι
στειλιαριών	=	στειλιάρι
στειλιαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειλιαρωμένο
στειλιαρωμένε	verb	κλητική ενικού του στειλιαρωμένος
στειλιαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειλιαρωμένη
στειλιαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στειλιαρωμένος
στειλιαρωμένης	verb	γενική ενικού του στειλιαρωμένη
στειλιαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στειλιαρωμένος
στειλιαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στειλιαρωμένος
στειλιαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στειλιαρωμένος
στειλιαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στειλιαρωμένος
στειλιαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στειλιαρωμένος
στειλιαρώναμε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώναν	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνανε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνατε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνει	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνεις	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνετε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνοντας	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνουμε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνουν	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνουνε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώνω	verb	σφηνώνω το στειλιάρι στην «κορυφή» του εργαλείου
στειλιαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσαν	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώσανε	=	στειλιαρώνω
στειλιαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειλιαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειλιαρώνω
στειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειμμένο
στειμμένε	verb	κλητική ενικού του στειμμένος
στειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειμμένη
στειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στειμμένος
στειμμένης	verb	γενική ενικού του στειμμένη
στειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του στειμμένος
στειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στειμμένος
στειμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στείβω, ετυμολογική γραφή του στυμμένος
στειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στειμμένος
στειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στειμμένος
στειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στειμμένος
στειπτήρια	=	στειπτήριο
στειπτήριο	noun	ετυμολογική γραφή του στυπτήριο
στειπτήριου	=	στειπτήριο
στειπτηρίου	=	στειπτήριο
στειπτηρίων	=	στειπτήριο
στειρέψαμε	=	στειρεύω
στειρέψαν	=	στειρεύω
στειρέψανε	=	στειρεύω
στειρέψατε	=	στειρεύω
στειρέψει	=	στειρεύω
στειρέψτε	=	στειρεύω
στειρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειρεμένο
στειρεμένε	verb	κλητική ενικού του στειρεμένος
στειρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειρεμένη
στειρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στειρεμένος
στειρεμένης	verb	γενική ενικού του στειρεμένη
στειρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του στειρεμένος
στειρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στειρεμένος
στειρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στειρεμένος
στειρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στειρεμένος
στειρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στειρεμένος
στειρεύαμε	=	στειρεύω
στειρεύαν	=	στειρεύω
στειρεύανε	=	στειρεύω
στειρεύατε	=	στειρεύω
στειρεύει	=	στειρεύω
στειρεύεις	=	στειρεύω
στειρεύετε	=	στειρεύω
στειρεύοντας	=	στειρεύω
στειρεύουμε	=	στειρεύω
στειρεύουν	=	στειρεύω
στειρεύουνε	=	στειρεύω
στειρεύω	verb|vulgar	άλλη μορφή του στερεύω
στειροβότανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειροβότανο
στειροβότανο	noun	βοτάνι που (πιστεύεται ότι) προκαλεί στείρωση
στειροβότανου	noun	γενική ενικού του στειροβότανο
στειροβότανων	noun	γενική πληθυντικού του στειροβότανο
στειρολογήματα	=	στειρολόγημα
στειρολογήματος	=	στειρολόγημα
στειρολογημάτων	=	στειρολόγημα
στειρολόγημα	noun	η αφαίρεση των στείρων βλαστών ενός κλήματος
στειροποίει	=	στειροποιώ
στειροποίησα	=	στειροποιώ
στειροποίησαν	=	στειροποιώ
στειροποίησε	=	στειροποιώ
στειροποίησες	=	στειροποιώ
στειροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στειροποιώ
στειροποίησης	=	στειροποίηση
στειροποίησις	noun	η στειροποίηση
στειροποιήσαμε	=	στειροποιώ
στειροποιήσαν	=	στειροποιώ
στειροποιήσανε	=	στειροποιώ
στειροποιήσατε	=	στειροποιώ
στειροποιήσει	=	στειροποιώ
στειροποιήσεις	=	στειροποίηση
στειροποιήσεων	=	στειροποίηση
στειροποιήστε	=	στειροποιώ
στειροποιεί	=	στειροποιώ
στειροποιείς	=	στειροποιώ
στειροποιείτε	=	στειροποιώ
στειροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειροποιημένο
στειροποιημένε	verb	κλητική ενικού του στειροποιημένος
στειροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειροποιημένη
στειροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στειροποιημένος
στειροποιημένης	verb	γενική ενικού του στειροποιημένη
στειροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του στειροποιημένος
στειροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στειροποιημένος
στειροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στειροποιημένος
στειροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στειροποιημένος
στειροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στειροποιημένος
στειροποιούμαι	=	στειροποιώ
στειροποιούμε	=	στειροποιώ
στειροποιούν	=	στειροποιώ
στειροποιούνε	=	στειροποιώ
στειροποιούσα	=	στειροποιώ
στειροποιούσαμε	=	στειροποιώ
στειροποιούσαν	=	στειροποιώ
στειροποιούσανε	=	στειροποιώ
στειροποιούσατε	=	στειροποιώ
στειροποιούσε	=	στειροποιώ
στειροποιούσες	=	στειροποιώ
στειροποιώ	verb	άλλη μορφή του στειρώνω
στειροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στειροποιώ
στειροτήτων	=	στειρότητα
στειρωθήκαμε	=	στειρώνω
στειρωθήκαν	=	στειρώνω
στειρωθήκανε	=	στειρώνω
στειρωθήκατε	=	στειρώνω
στειρωθεί	=	στειρώνω
στειρωθείς	=	στειρώνω
στειρωθείτε	=	στειρώνω
στειρωθούμε	=	στειρώνω
στειρωθούν	=	στειρώνω
στειρωθούνε	=	στειρώνω
στειρωθώ	=	στειρώνω
στειρωμένος	=	στειρώνω
στειρωνόμασταν	=	στειρώνω
στειρωνόμαστε	=	στειρώνω
στειρωνόμουν	=	στειρώνω
στειρωνόμουνα	=	στειρώνω
στειρωνόντουσαν	=	στειρώνω
στειρωνόσασταν	=	στειρώνω
στειρωνόσαστε	=	στειρώνω
στειρωνόσουν	=	στειρώνω
στειρωνόσουνα	=	στειρώνω
στειρωνόταν	=	στειρώνω
στειρωνότανε	=	στειρώνω
στειρότητα	noun	έλλειψη
στειρότητας	noun	γενική ενικού του στειρότητα
στειρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στειρότητα
στειρώθηκα	=	στειρώνω
στειρώθηκαν	=	στειρώνω
στειρώθηκε	=	στειρώνω
στειρώθηκες	=	στειρώνω
στειρώναμε	=	στειρώνω
στειρώναν	=	στειρώνω
στειρώνανε	=	στειρώνω
στειρώνατε	=	στειρώνω
στειρώνει	=	στειρώνω
στειρώνεις	=	στειρώνω
στειρώνεσαι	=	στειρώνω
στειρώνεστε	=	στειρώνω
στειρώνεται	=	στειρώνω
στειρώνετε	=	στειρώνω
στειρώνομαι	=	στειρώνω
στειρώνομε	=	στειρώνω
στειρώνονται	=	στειρώνω
στειρώνονταν	=	στειρώνω
στειρώνοντας	=	στειρώνω
στειρώνουμε	=	στειρώνω
στειρώνουν	=	στειρώνω
στειρώνουνε	=	στειρώνω
στειρώνω	verb	κάνω κάτι στείρο, του αφαιρώ τη δυνατότητα αναπαραγωγής με χειρουργικό, χημικό ή άλλον τρόπο
στειρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσαν	=	στειρώνω
στειρώσανε	=	στειρώνω
στειρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στείρωση
στειρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσεων	=	στείρωση
στειρώσεως	=	στείρωση
στειρώσομε	=	στειρώνω
στειρώσου	=	στειρώνω
στειρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσουνε	=	στειρώνω
στειρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στειρώνω
στειφτήκαμε	=	στείβω
στειφτήκαν	=	στείβω
στειφτήκανε	=	στείβω
στειφτήκατε	=	στείβω
στειφτήρι	noun	συσκευή με την οποία στύβουμε (π.χ. λεμόνια)
στειφτήρια	=	στειφτήρι
στειφτεί	=	στείβω
στειφτείς	=	στείβω
στειφτείτε	=	στείβω
στειφτηριού	=	στειφτήρι
στειφτηριών	=	στειφτήρι
στειφτούμε	=	στείβω
στειφτούν	=	στείβω
στειφτούνε	=	στείβω
στειφτώ	=	στείβω
στειφτών	=	στείφτης
στειψίματα	=	στείψιμο
στειψίματος	=	στείψιμο
στειψιμάτων	=	στείψιμο
στεκάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεκάμενο
στεκάμενε	verb	κλητική ενικού του στεκάμενος
στεκάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεκάμενη
στεκάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεκάμενος
στεκάμενης	verb	γενική ενικού του στεκάμενη
στεκάμενο	verb	αιτιατική ενικού του στεκάμενος
στεκάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεκάμενος
στεκάμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος στέκομαι
στεκάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεκάμενος
στεκάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεκάμενος
στεκάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεκάμενος
στεκιού	=	στέκι
στεκιών	=	στέκι
στεκούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεκούμενο
στεκούμενε	verb	κλητική ενικού του στεκούμενος
στεκούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεκούμενη
στεκούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεκούμενος
στεκούμενης	verb	γενική ενικού του στεκούμενη
στεκούμενο	verb	αιτιατική ενικού του στεκούμενος
στεκούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεκούμενος
στεκούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος στέκομαι
στεκούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεκούμενος
στεκούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεκούμενος
στεκούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεκούμενος
στεκόμασταν	=	στέκομαι
στεκόμαστε	=	στέκομαι
στεκόμουν	=	στέκομαι
στεκόμουνα	=	στέκομαι
στεκόντουσαν	=	στέκομαι
στεκόσασταν	=	στέκομαι
στεκόσαστε	=	στέκομαι
στεκόσουν	=	στέκομαι
στεκόσουνα	=	στέκομαι
στεκόταν	=	στέκομαι
στεκότανε	=	στέκομαι
στελέχη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέλεχος
στελέχους	=	στέλεχος
στελέχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελέχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελέχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελέχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελέχωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στελεχώνω
στελέχωσης	=	στελέχωση
στελεχωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στελεχωμένο
στελεχωμένε	verb	κλητική ενικού του στελεχωμένος
στελεχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στελεχωμένη
στελεχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στελεχωμένος
στελεχωμένης	verb	γενική ενικού του στελεχωμένη
στελεχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στελεχωμένος
στελεχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στελεχωμένος
στελεχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στελεχώνω
στελεχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στελεχωμένος
στελεχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στελεχωμένος
στελεχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στελεχωμένος
στελεχώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνομαι
στελεχών	=	στέλεχος
στελεχώνομαι	verb	ορίζομαι, γίνομαι στέλεχος σε οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο (εταιρεία, οργανισμό κ.λπ.)
στελεχώνω	verb	τοποθετώ, ορίζω στελέχη σε οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο (εταιρεία, οργανισμό κ.λπ.)
στελεχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στελέχωση
στελεχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώσεων	=	στελέχωση
στελεχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελεχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στελεχώνω
στελιάζω	verb	στυλώνω, στήνω
στελνόμασταν	=	στέλνω
στελνόμαστε	=	στέλνω
στελνόμουν	=	στέλνω
στελνόμουνα	=	στέλνω
στελνόντουσαν	=	στέλνω
στελνόσασταν	=	στέλνω
στελνόσαστε	=	στέλνω
στελνόσουν	=	στέλνω
στελνόσουνα	=	στέλνω
στελνόταν	=	στέλνω
στελνότανε	=	στέλνω
στεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στέμμα
στενoχωράω	=	στενοχωρώ
στενά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στενός	adv	με στενό τρόπο, με στενότητα
στενάγματα	=	στέναγμα
στενάγματος	=	στέναγμα
στενάζω	verb	αναστενάζω, βογκάω
στενάκι	noun	πολύ μικρό στενό, δρομάκι
στενάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενάκι
στενάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενάζω
στενάχωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στενάχωρος	adv	με στενάχωρο τρόπο
στενάχωρε	=	στενάχωρος
στενάχωρες	=	στενάχωρος
στενάχωρη	=	στενάχωρος
στενάχωρης	=	στενάχωρος
στενάχωρο	=	στενάχωρος
στενάχωροι	=	στενάχωρος
στενάχωρος	adj	άλλη μορφή του στενόχωρος
στενάχωρου	=	στενάχωρος
στενάχωρους	=	στενάχωρος
στενάχωρων	=	στενάχωρος
στενέ	adj	κλητική ενικού του στενός
στενέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στένεμα
στενέματος	noun	γενική ενικού του στένεμα
στενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενή
στενέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψαν	=	στενεύω
στενέψανε	=	στενεύω
στενέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψου	=	στενεύομαι
στενέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενεύω
στενή	noun|slang	η φυλακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενός
στενής	adj	γενική ενικού του στενή
στεναγμάτων	=	στέναγμα
στεναγμέ	noun	κλητική ενικού του στεναγμός
στεναγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεναγμός
στεναγμού	noun	γενική ενικού του στεναγμός
στεναγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στεναγμός
στεναγμό	noun	αιτιατική ενικού του στεναγμός
στεναγμός	noun	ο αναστεναγμός
στεναγμών	noun	γενική πληθυντικού του στεναγμός
στεναχωράω	verb|vulgar	άλλη μορφή του στεναχωρώ
στεναχωρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρήθηκα	=	στεναχωρώ
στεναχωρήθηκαν	=	στεναχωρώ
στεναχωρήθηκε	=	στεναχωρώ
στεναχωρήθηκες	=	στεναχωρώ
στεναχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσαν	=	στεναχωρώ
στεναχωρήσανε	=	στεναχωρώ
στεναχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσου	=	στεναχωρώ
στεναχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχωρεί	=	στεναχωρώ
στεναχωρείς	=	στεναχωρώ
στεναχωρείσαι	=	στεναχωρώ
στεναχωρείστε	=	στεναχωρώ
στεναχωρείται	=	στεναχωρώ
στεναχωρείτε	=	στεναχωρώ
στεναχωρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεναχωριέμαι
στεναχωρεμένα	=	στενοχωρημένα
στεναχωρεμένε	=	στενοχωρημένε
στεναχωρεμένες	=	στενοχωρημένες
στεναχωρεμένη	=	στενοχωρημένη
στεναχωρεμένης	=	στενοχωρημένης
στεναχωρεμένο	=	στενοχωρημένο
στεναχωρεμένοι	=	στενοχωρημένοι
στεναχωρεμένος	=	στεναχωρώ
στεναχωρεμένου	=	στενοχωρημένου
στεναχωρεμένους	=	στενοχωρημένους
στεναχωρεμένων	=	στενοχωρημένων
στεναχωρηθήκαμε	=	στεναχωρώ
στεναχωρηθήκαν	=	στεναχωρώ
στεναχωρηθήκανε	=	στεναχωρώ
στεναχωρηθήκατε	=	στεναχωρώ
στεναχωρηθεί	=	στεναχωρώ
στεναχωρηθείτε	=	στεναχωρώ
στεναχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεναχωρημένο
στεναχωρημένε	verb	κλητική ενικού του στεναχωρημένος
στεναχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεναχωρημένη
στεναχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεναχωρημένος
στεναχωρημένης	verb	γενική ενικού του στεναχωρημένη
στεναχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του στεναχωρημένος
στεναχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεναχωρημένος
στεναχωρημένος	verb	άλλη μορφή του στενοχωρημένος
στεναχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεναχωρημένος
στεναχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεναχωρημένος
στεναχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεναχωρημένος
στεναχωριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στεναχωρώ, -είς, -εί...
στεναχωριέσαι	=	στεναχωρώ
στεναχωριέστε	=	στεναχωρώ
στεναχωριέται	=	στεναχωρώ
στεναχωριούνται	=	στεναχωρώ
στεναχωριούνταν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόμασταν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόμαστε	=	στεναχωρώ
στεναχωριόμουν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόμουνα	=	στεναχωρώ
στεναχωριόνταν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόντανε	=	στεναχωρώ
στεναχωριόντουσαν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόσασταν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόσαστε	=	στεναχωρώ
στεναχωριόσουν	=	στεναχωρώ
στεναχωριόσουνα	=	στεναχωρώ
στεναχωριόταν	=	στεναχωρώ
στεναχωριότανε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούμαι	=	στεναχωρώ
στεναχωρούμασταν	=	στεναχωρώ
στεναχωρούμαστε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούμε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούμουν	=	στεναχωρώ
στεναχωρούν	=	στεναχωρώ
στεναχωρούνε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούνται	=	στεναχωρώ
στεναχωρούνταν	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσα	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσαμε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσαν	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσανε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσασταν	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσαστε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσατε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσε	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσες	=	στεναχωρώ
στεναχωρούσουν	=	στεναχωρώ
στεναχωρώ	verb	άλλη μορφή του στενοχωρώ
στεναχωρώντας	=	στεναχωρώ
στεναχώραγα	=	στεναχωράω
στεναχώρεσα	=	στεναχωρώ
στεναχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεναχωρώ
στεναχώρια	noun	η δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση, η δυσφορία, η απογοήτευση, η δυσαρέσκεια, η θλίψη, η λύπη, η οδύνη πίκρα
στεναχώριας	=	στεναχώρια
στεναχώριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεναχώρια
στενεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στένεμα
στενεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενεμένο
στενεμένε	verb	κλητική ενικού του στενεμένος
στενεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενεμένη
στενεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενεμένος
στενεμένης	verb	γενική ενικού του στενεμένη
στενεμένο	verb	αιτιατική ενικού του στενεμένος
στενεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενεμένος
στενεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου στενεύω
στενεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενεμένος
στενεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στενεμένος
στενεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενεμένος
στενευτήκαμε	=	στενεύομαι
στενευτήκαν	=	στενεύομαι
στενευτήκανε	=	στενεύομαι
στενευτήκατε	=	στενεύομαι
στενευτεί	=	στενεύομαι
στενευτείτε	=	στενεύομαι
στενευόμασταν	=	στενεύομαι
στενευόμαστε	=	στενεύομαι
στενευόμουν	=	στενεύομαι
στενευόμουνα	=	στενεύομαι
στενευόντουσαν	=	στενεύομαι
στενευόσασταν	=	στενεύομαι
στενευόσαστε	=	στενεύομαι
στενευόσουν	=	στενεύομαι
στενευόσουνα	=	στενεύομαι
στενευόταν	=	στενεύομαι
στενευότανε	=	στενεύομαι
στενεύαμε	=	στενεύω
στενεύαν	=	στενεύω
στενεύανε	=	στενεύω
στενεύατε	=	στενεύω
στενεύει	=	στενεύω
στενεύεις	=	στενεύω
στενεύεσαι	=	στενεύομαι
στενεύεστε	=	στενεύομαι
στενεύεται	=	στενεύομαι
στενεύετε	=	στενεύω
στενεύομαι	verb|vulgar	βρίσκομαι σε δύσκολη (οικονομική ή άλλη) θέση
στενεύονται	=	στενεύομαι
στενεύονταν	=	στενεύομαι
στενεύοντας	=	στενεύω
στενεύου	=	στενεύομαι
στενεύουμε	=	στενεύω
στενεύουν	=	στενεύω
στενεύουνε	=	στενεύω
στενεύτηκα	=	στενεύομαι
στενεύτηκαν	=	στενεύομαι
στενεύτηκε	=	στενεύομαι
στενεύτηκες	=	στενεύομαι
στενεύω	verb	κάνω κάτι (πιο) στενό
στενιώτικα	=	στενιώτικος
στενιώτικε	=	στενιώτικος
στενιώτικες	=	στενιώτικος
στενιώτικη	=	στενιώτικος
στενιώτικης	=	στενιώτικος
στενιώτικο	=	στενιώτικος
στενιώτικοι	=	στενιώτικος
στενιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Στενή ή τις Στενιές ή τους κατοίκους τους
στενιώτικου	=	στενιώτικος
στενιώτικους	=	στενιώτικος
στενιώτικων	=	στενιώτικος
στενοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενός
στενογράφε	noun	κλητική ενικού του στενογράφος
στενογράφει	=	στενογραφώ
στενογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του στενογραφώ
στενογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογράφηση	noun	η στενογραφία
στενογράφησης	noun	γενική ενικού του στενογράφηση
στενογράφο	noun	αιτιατική ενικού του στενογράφος
στενογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενογράφος
στενογράφος	noun	που στενογραφεί (σε επαγγελματικό επίπεδο)
στενογράφου	noun	γενική ενικού του στενογράφος
στενογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στενογράφος
στενογράφων	noun	γενική πληθυντικού του στενογράφος
στενογραφήματα	=	στενογράφημα
στενογραφήματος	=	στενογράφημα
στενογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσαν	=	στενογραφώ
στενογραφήσανε	=	στενογραφώ
στενογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στενογράφηση
στενογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στενογράφηση
στενογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενογραφώ
στενογραφία	noun	η γρήγορη και ακριβής μεταφορά του προφορικού λόγου σε μορφή κειμένου.
στενογραφίας	noun	γενική ενικού του στενογραφία
στενογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενογραφία
στενογραφεί	=	στενογραφώ
στενογραφείς	=	στενογραφώ
στενογραφείτε	=	στενογραφώ
στενογραφημάτων	=	στενογράφημα
στενογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενογραφημένο
στενογραφημένε	verb	κλητική ενικού του στενογραφημένος
στενογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενογραφημένη
στενογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενογραφημένος
στενογραφημένης	verb	γενική ενικού του στενογραφημένη
στενογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του στενογραφημένος
στενογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενογραφημένος
στενογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενογραφημένος
στενογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στενογραφημένος
στενογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενογραφημένος
στενογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενογραφικό	adv	με στενογραφικό τρόπο
στενογραφικέ	adj	κλητική ενικού του στενογραφικός
στενογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενογραφική
στενογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενογραφικός
στενογραφικής	adj	γενική ενικού του στενογραφική
στενογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενογραφικός
στενογραφικού	adj	γενική ενικού του στενογραφικός
στενογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στενογραφικός
στενογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του στενογραφικός
στενογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη στενογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή
στενογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του στενογραφικός
στενογραφικώς	adv|dated	στενογραφικά
στενογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του στενογραφία
στενογραφούμε	=	στενογραφώ
στενογραφούν	=	στενογραφώ
στενογραφούνε	=	στενογραφώ
στενογραφούσα	=	στενογραφώ
στενογραφούσαμε	=	στενογραφώ
στενογραφούσαν	=	στενογραφώ
στενογραφούσανε	=	στενογραφώ
στενογραφούσατε	=	στενογραφώ
στενογραφούσε	=	στενογραφώ
στενογραφούσες	=	στενογραφώ
στενογραφώ	verb	καταγράφω με στενογραφία σε γραπτό κείμενο γρήγορα και με ακρίβεια τον προφορικό λόγο
στενογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στενογραφώ
στενοθωράκων	=	στενοθώρακας
στενοθώρακα	=	στενοθώρακας
στενοθώρακας	noun	που έχει στενό θώρακα
στενοθώρακες	=	στενοθώρακας
στενοκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοκέφαλο
στενοκέφαλε	adj	κλητική ενικού του στενοκέφαλος
στενοκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοκέφαλη
στενοκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενοκέφαλος
στενοκέφαλης	adj	γενική ενικού του στενοκέφαλη
στενοκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του στενοκέφαλος
στενοκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενοκέφαλος
στενοκέφαλος	adj	αυτός που έχει περιορισμένη πνευματική αντίληψη
στενοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενοκέφαλος
στενοκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στενοκέφαλος
στενοκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενοκέφαλος
στενοκαρδία	noun	η στηθάγχη
στενοκαρδίας	noun	γενική ενικού του στενοκαρδία
στενοκαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοκαρδία
στενοκαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του στενοκαρδία
στενοκεφαλιά	noun	το να είναι κάποιος στενοκέφαλος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του στενοκέφαλου
στενοκεφαλιάς	noun	γενική ενικού του στενοκεφαλιά
στενοκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοκεφαλιά
στενοκεφαλιών	=	στενοκεφαλιά
στενομέτωπα	=	στενομέτωπος
στενομέτωπε	=	στενομέτωπος
στενομέτωπες	=	στενομέτωπος
στενομέτωπη	=	στενομέτωπος
στενομέτωπης	=	στενομέτωπος
στενομέτωπο	=	στενομέτωπος
στενομέτωποι	=	στενομέτωπος
στενομέτωπος	adj	που έχει στενό μέτωπο
στενομέτωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του στενομέτωπος
στενομέτωπους	=	στενομέτωπος
στενομέτωπων	=	στενομέτωπος
στενομετωπία	noun	η ιδιότητα του στενομέτωπου
στενομετωπίας	=	στενομετωπία
στενομετωπίες	=	στενομετωπία
στενομετωπιών	=	στενομετωπία
στενομυαλιά	noun	η ιδιότητα του στενόμυαλου
στενομυαλιάς	noun	γενική ενικού του στενομυαλιά
στενομυαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενομυαλιά
στενομυαλιών	=	στενομυαλιά
στενοπορία	noun|formal	στενό πέρασμα
στενοπορίας	noun	γενική ενικού του στενοπορία
στενοπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοπορία
στενοποριά	noun|vulgar	άλλη μορφή του στενοπορία
στενοποριάς	=	στενοποριά
στενοποριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοποριά
στενοποριών	noun	γενική πληθυντικού του στενοπορία
στενοπρόσωπα	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπε	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπες	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπη	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπης	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπο	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωποι	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπος	adj	που έχει στενό πρόσωπο
στενοπρόσωπου	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπους	=	στενοπρόσωπος
στενοπρόσωπων	=	στενοπρόσωπος
στενορρύμι	noun|literary	μη απλοποιημένη γραφή του στενορύμι
στενορρύμια	=	στενορρύμι
στενορύμι	noun|literary	στενό δρομάκι
στενορύμια	=	στενορύμι
στενοσόκακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοσόκακο
στενοσόκακο	noun	στενό σοκάκι
στενοσόκακου	noun	γενική ενικού του στενοσόκακο
στενοσόκακων	noun	γενική πληθυντικού του στενοσόκακο
στενοτήτων	=	στενότητα
στενοχωράω	=	στενοχωρώ
στενοχωρέθηκα	=	στενοχωρώ
στενοχωρέθηκαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρέθηκε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέθηκες	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσαμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσανε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσατε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσει	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσεις	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσετε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσου	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσουμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσουν	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσουνε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέστε	=	στενοχωρώ
στενοχωρέσω	=	στενοχωρώ
στενοχωρήθηκα	=	στενοχωρώ
στενοχωρήθηκαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρήθηκε	=	στενοχωρώ
στενοχωρήθηκες	=	στενοχωρώ
στενοχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρήσανε	=	στενοχωρώ
στενοχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσου	=	στενοχωρώ
στενοχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσουνε	=	στενοχωρώ
στενοχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχωρεί	=	στενοχωρώ
στενοχωρείς	=	στενοχωρώ
στενοχωρείσαι	=	στενοχωρώ
στενοχωρείσθε	=	στενοχωρώ
στενοχωρείστε	=	στενοχωρώ
στενοχωρείται	=	στενοχωρώ
στενοχωρείτε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθήκαμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθήκαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθήκανε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθήκατε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθεί	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθείς	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθείτε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθούμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθούν	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθούνε	=	στενοχωρώ
στενοχωρεθώ	=	στενοχωρώ
στενοχωρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοχωρεμένο
στενοχωρεμένε	verb	κλητική ενικού του στενοχωρεμένος
στενοχωρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοχωρεμένη
στενοχωρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενοχωρεμένος
στενοχωρεμένης	verb	γενική ενικού του στενοχωρεμένη
στενοχωρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του στενοχωρεμένος
στενοχωρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενοχωρεμένος
στενοχωρεμένος	verb	άλλη μορφή του στενοχωρημένος
στενοχωρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενοχωρεμένος
στενοχωρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στενοχωρεμένος
στενοχωρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενοχωρεμένος
στενοχωρηθήκαμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθήκαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθήκανε	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθήκατε	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθεί	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθείς	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθείτε	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθούμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθούν	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθούνε	=	στενοχωρώ
στενοχωρηθώ	=	στενοχωρώ
στενοχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοχωρημένο
στενοχωρημένε	verb	κλητική ενικού του στενοχωρημένος
στενοχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοχωρημένη
στενοχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενοχωρημένος
στενοχωρημένης	verb	γενική ενικού του στενοχωρημένη
στενοχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του στενοχωρημένος
στενοχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενοχωρημένος
στενοχωρημένος	verb	που έχει στενοχωρηθεί, νιώθει θλίψη συνήθως για κάτι συγκεκριμένο
στενοχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενοχωρημένος
στενοχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στενοχωρημένος
στενοχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενοχωρημένος
στενοχωριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στενοχωρώ: νιώθω λύπη, θλίψη
στενοχωριέσαι	=	στενοχωρώ
στενοχωριέστε	=	στενοχωρώ
στενοχωριέται	=	στενοχωρώ
στενοχωριούνται	=	στενοχωρώ
στενοχωριούνταν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόμασταν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόμαστε	=	στενοχωρώ
στενοχωριόμουν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόμουνα	=	στενοχωρώ
στενοχωριόνταν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόντανε	=	στενοχωρώ
στενοχωριόντουσαν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόσασταν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόσαστε	=	στενοχωρώ
στενοχωριόσουν	=	στενοχωρώ
στενοχωριόσουνα	=	στενοχωρώ
στενοχωριόταν	=	στενοχωρώ
στενοχωριότανε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούμαι	=	στενοχωρώ
στενοχωρούμασταν	=	στενοχωρώ
στενοχωρούμαστε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούμουν	=	στενοχωρώ
στενοχωρούν	=	στενοχωρώ
στενοχωρούνε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούνται	=	στενοχωρώ
στενοχωρούνταν	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσα	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσαμε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσαν	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσανε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσασταν	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσαστε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσατε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσε	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσες	=	στενοχωρώ
στενοχωρούσουν	=	στενοχωρώ
στενοχωρώ	verb	προκαλώ σε κάποιον στενοχώρια, θλίψη, λύπη κ.λπ. (ή και ενόχληση, δυσαρέσκεια κ.ά.)
στενοχωρώντας	=	στενοχωρώ
στενοχώρα	=	στενοχωρώ
στενοχώρεσα	=	στενοχωρώ
στενοχώρεσαν	=	στενοχωρώ
στενοχώρεσε	=	στενοχωρώ
στενοχώρεσες	=	στενοχωρώ
στενοχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στενοχωρώ
στενοχώρια	=	στεναχώρια
στενοχώριας	noun	γενική ενικού του στενοχώρια
στενοχώριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενοχώρια
στενού	adj	γενική ενικού του στενός
στενούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στενός
στεντ	noun	μεταλλικός ή πλαστικός σωλήνας που εισάγεται σε αρτηρία, φλέβα, ουρητήρα, χοληδόχο πόρο ή άλλη δομή με σκοπό να κρατήσει τη δομή ανοιχτή
στεντορείως	adv|formal	με στεντόρεια φωνή
στεντόρεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεντόρειος	adv	πολύ δυνατά
στεντόρειας	=	στεντόρειος
στεντόρειε	=	στεντόρειος
στεντόρειες	=	στεντόρειος
στεντόρειο	=	στεντόρειος
στεντόρειοι	=	στεντόρειος
στεντόρειος	adj	που έχει δυνατή φωνή
στεντόρειου	=	στεντόρειος
στεντόρειους	=	στεντόρειος
στεντόρειων	=	στεντόρειος
στενωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στένωμα
στενωπέ	=	στενωπός
στενωποί	=	στενωπός
στενωπού	=	στενωπός
στενωπούς	=	στενωπός
στενωπό	=	στενωπός
στενωπός	noun	στενό πέρασμα, στενός δρόμος, φαράγγι
στενωπών	=	στενωπός
στενό	noun	o μικρός δρόμος σε μία πόλη ή χωριό	adj	αιτιατική ενικού του στενός
στενόθωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενόθωρο
στενόθωρε	adj	κλητική ενικού του στενόθωρος
στενόθωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενόθωρη
στενόθωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενόθωρος
στενόθωρης	adj	γενική ενικού του στενόθωρη
στενόθωρο	adj	αιτιατική ενικού του στενόθωρος
στενόθωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενόθωρος
στενόθωρος	adj|formal	ο στενόκαρδος, ο μικρόψυχος
στενόθωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενόθωρος
στενόθωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στενόθωρος
στενόθωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενόθωρος
στενόκαρδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στενόκαρδος	adv	με στενόκαρδο τρόπο
στενόκαρδε	=	στενόκαρδος
στενόκαρδες	=	στενόκαρδος
στενόκαρδη	=	στενόκαρδος
στενόκαρδης	=	στενόκαρδος
στενόκαρδο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του στενόκαρδος
στενόκαρδοι	=	στενόκαρδος
στενόκαρδος	adj	μικρόψυχος
στενόκαρδου	=	στενόκαρδος
στενόκαρδους	=	στενόκαρδος
στενόκαρδων	=	στενόκαρδος
στενόμακρα	=	στενόμακρος
στενόμακρε	=	στενόμακρος
στενόμακρες	=	στενόμακρος
στενόμακρη	=	στενόμακρος
στενόμακρης	=	στενόμακρος
στενόμακρο	=	στενόμακρος
στενόμακροι	=	στενόμακρος
στενόμακρος	adj	άλλη μορφή του μακρόστενος
στενόμακρου	=	στενόμακρος
στενόμακρους	=	στενόμακρος
στενόμακρων	=	στενόμακρος
στενόμυαλα	=	στενόμυαλος
στενόμυαλε	=	στενόμυαλος
στενόμυαλες	=	στενόμυαλος
στενόμυαλη	=	στενόμυαλος
στενόμυαλης	=	στενόμυαλος
στενόμυαλο	=	στενόμυαλος
στενόμυαλοι	=	στενόμυαλος
στενόμυαλος	adj	με περιορισμένες πνευματικές ικανότητες
στενόμυαλου	=	στενόμυαλος
στενόμυαλους	=	στενόμυαλος
στενόμυαλων	=	στενόμυαλος
στενόπορα	=	στενόπορος
στενόπορε	=	στενόπορος
στενόπορες	=	στενόπορος
στενόπορη	=	στενόπορος
στενόπορης	=	στενόπορος
στενόπορο	=	στενόπορος
στενόποροι	=	στενόπορος
στενόπορος	adj	που έχει ή εμφανίζει στενό πέρασμα
στενόπορου	=	στενόπορος
στενόπορους	=	στενόπορος
στενόπορων	=	στενόπορος
στενός	adj	που έχει μικρό πλάτος
στενόστομα	=	στενόστομος
στενόστομε	=	στενόστομος
στενόστομες	=	στενόστομος
στενόστομη	=	στενόστομος
στενόστομης	=	στενόστομος
στενόστομο	=	στενόστομος
στενόστομοι	=	στενόστομος
στενόστομος	adj	που έχει στενό στόμα ή στόμιο
στενόστομου	=	στενόστομος
στενόστομους	=	στενόστομος
στενόστομων	=	στενόστομος
στενότατα	=	στενός
στενότατε	=	στενός
στενότατες	=	στενός
στενότατη	=	στενός
στενότατης	=	στενός
στενότατο	=	στενός
στενότατοι	=	στενός
στενότατος	=	στενός
στενότατου	=	στενός
στενότατους	=	στενός
στενότατων	=	στενός
στενότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενότερο
στενότερε	adj	κλητική ενικού του στενότερος
στενότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενότερη
στενότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στενότερος
στενότερης	adj	γενική ενικού του στενότερη
στενότερο	adj	αιτιατική ενικού του στενότερος
στενότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στενότερος
στενότερος	adj	που είναι πιο στενός
στενότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στενότερος
στενότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στενότερος
στενότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στενότερος
στενότητα	noun	η ιδιότητα του στενού
στενότητας	noun	γενική ενικού του στενότητα
στενότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στενότητα
στενόφυλλα	=	στενόφυλλος
στενόφυλλε	=	στενόφυλλος
στενόφυλλες	=	στενόφυλλος
στενόφυλλη	=	στενόφυλλος
στενόφυλλης	=	στενόφυλλος
στενόφυλλο	=	στενόφυλλος
στενόφυλλοι	=	στενόφυλλος
στενόφυλλος	adj	που έχει στενά φύλλα
στενόφυλλου	=	στενόφυλλος
στενόφυλλους	=	στενόφυλλος
στενόφυλλων	=	στενόφυλλος
στενόχωρα	=	στενόχωρος
στενόχωρε	=	στενόχωρος
στενόχωρες	=	στενόχωρος
στενόχωρη	=	στενόχωρος
στενόχωρης	=	στενόχωρος
στενόχωρο	=	στενόχωρος
στενόχωροι	=	στενόχωρος
στενόχωρος	adj	λογιότερη μορφή του στενάχωρος
στενόχωρου	=	στενόχωρος
στενόχωρους	=	στενόχωρος
στενόχωρων	=	στενόχωρος
στενόψυχα	=	στενόψυχος
στενόψυχε	=	στενόψυχος
στενόψυχες	=	στενόψυχος
στενόψυχη	=	στενόψυχος
στενόψυχης	=	στενόψυχος
στενόψυχο	=	στενόψυχος
στενόψυχοι	=	στενόψυχος
στενόψυχος	adj|formal	ο μικρόψυχος
στενόψυχου	=	στενόψυχος
στενόψυχους	=	στενόψυχος
στενόψυχων	=	στενόψυχος
στενώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στένωμα
στενώματος	noun	γενική ενικού του στένωμα
στενών	adj	γενική πληθυντικού του στενός
στενώς	adv|archaic	με στενό τρόπο, με στενότητα
στενώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στένωση
στενώσεων	=	στένωση
στεπογέρακα	=	στεπογέρακο
στεπογέρακο	noun	είδος γερακιού
στεπογέρακου	=	στεπογέρακο
στεπογέρακων	=	στεπογέρακο
στεπωδών	=	στεπώδης
στεπόκιρκε	=	στεπόκιρκος
στεπόκιρκο	=	στεπόκιρκος
στεπόκιρκοι	=	στεπόκιρκος
στεπόκιρκος	noun	είδος πουλιού
στεπόκιρκου	=	στεπόκιρκος
στεπόκιρκους	=	στεπόκιρκος
στεπόκιρκων	=	στεπόκιρκος
στεπώδεις	=	στεπώδης
στεπώδες	=	στεπώδης
στεπώδη	=	στεπώδης
στεπώδης	adj	περιοχή της οποίας χαρακτηριστικό είναι οι στέπες
στεπώδους	=	στεπώδης
στεπών	noun	γενική πληθυντικού του στέπα
στερέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέρεμα
στερέματος	noun	γενική ενικού του στέρεμα
στερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψαν	=	στερεύω
στερέψανε	=	στερεύω
στερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψομε	=	στερεύω
στερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψουνε	=	στερεύω
στερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεύω
στερέωμα	noun	το στήριγμα, η στήριξη
στερέωνα	=	στερεώνω
στερέωναν	=	στερεώνω
στερέωνε	=	στερεώνω
στερέωνες	=	στερεώνω
στερέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερέωση	noun	η ενέργεια του στερεώνω
στερέωσης	noun	γενική ενικού του στερέωση
στερήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερήματα	=	στέρημα
στερήματος	=	στέρημα
στερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσαν	=	στερώ
στερήσανε	=	στερώ
στερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέρηση
στερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στέρηση
στερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στέρηση
στερήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσουνε	=	στερώ
στερήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερώ
στερίωματα	=	στέριωμα
στερίωματος	=	στέριωμα
στερεά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεό	adv	με στερεό τρόπο
στερεάς	=	στερεός
στερεέ	adj	κλητική ενικού του στερεός
στερεές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεή
στερεή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεός
στερεής	adj	γενική ενικού του στερεή
στερεί	=	στερώ
στερείς	=	στερώ
στερείσαι	=	στερώ
στερείσθε	=	στερώ
στερείστε	=	στερώ
στερείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του στερούμαι
στερείτε	=	στερώ
στερεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στέρεμα
στερεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεμένο
στερεμένε	verb	κλητική ενικού του στερεμένος
στερεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεμένη
στερεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεμένος
στερεμένης	verb	γενική ενικού του στερεμένη
στερεμένο	verb	αιτιατική ενικού του στερεμένος
στερεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεμένος
στερεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στερεμένος
στερεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στερεμένος
στερεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στερεμένος
στερεοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεός
στερεοβάτες	=	στερεοβάτης
στερεοβάτη	=	στερεοβάτης
στερεοβάτης	noun	θεμέλιο στο οποίο χτίζονταν οι ναοί στην αρχαία Ελλάδα
στερεοβατών	=	στερεοβάτης
στερεογνωσία	noun	η ικανότητα αναγνώρισης ενός αντικειμένου αποκλειστικά μέσω της αφής
στερεογνωσίας	=	στερεογνωσία
στερεογνωσίες	=	στερεογνωσία
στερεογνωσιών	=	στερεογνωσία
στερεογραφία	noun	τεχνική προβολής σημείων από την επιφάνεια μιας σφαίρας σε μια επίπεδη επιφάνεια
στερεογραφίας	noun	γενική ενικού του στερεογραφία
στερεογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεογραφία
στερεογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεογραφικό
στερεογραφικέ	adj	κλητική ενικού του στερεογραφικός
στερεογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεογραφική
στερεογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεογραφικός
στερεογραφικής	adj	γενική ενικού του στερεογραφική
στερεογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεογραφικός
στερεογραφικού	adj	γενική ενικού του στερεογραφικός
στερεογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεογραφικός
στερεογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεογραφικός
στερεογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη στερεογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στερεογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεογραφικός
στερεογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του στερεογραφία
στερεογραφομέτρου	=	στερεογραφόμετρο
στερεογραφομέτρων	=	στερεογραφόμετρο
στερεογραφόμετρα	=	στερεογραφόμετρο
στερεογραφόμετρο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η στερεογραφική απεικόνιση
στερεογραφόμετρον	noun	στερεογραφόμετρο
στερεογραφόμετρου	=	στερεογραφόμετρο
στερεογραφόμετρων	=	στερεογραφόμετρο
στερεοελλαδίτικα	noun	τα ιδιώματα της Στερεάς Ελλάδας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικε	adj	κλητική ενικού του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοελλαδίτικη
στερεοελλαδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικης	adj	γενική ενικού του στερεοελλαδίτικη
στερεοελλαδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικος	adj	που έχει σχέση με τους Στερεοελλαδίτες ή την Στερεά Ελλάδα ή αναφέρεται σ’ αυτά
στερεοελλαδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοελλαδίτικος
στερεοελλαδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στερεοελλαδίτικος
στερεομετρία	noun	κλάδος της γεωμετρίας που ασχολείται με τη μελέτη των στερεών σχημάτων στον τρισδιάστατο χώρο, δηλαδή με σχήματα που έχουν μήκος, πλάτος και ύψος
στερεομετρίας	noun	γενική ενικού του στερεομετρία
στερεομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεομετρία
στερεομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεομετρικό
στερεομετρικέ	adj	κλητική ενικού του στερεομετρικός
στερεομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεομετρική
στερεομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεομετρικός
στερεομετρικής	adj	γενική ενικού του στερεομετρική
στερεομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεομετρικός
στερεομετρικού	adj	γενική ενικού του στερεομετρικός
στερεομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεομετρικός
στερεομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεομετρικός
στερεομετρικός	adj	ο σχετικός με στερεομετρία
στερεομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεομετρικός
στερεομετριών	noun	γενική πληθυντικού του στερεομετρία
στερεομηχανικές	=	στερεομηχανική
στερεομηχανική	noun	κλάδος της μηχανικής που μελετά τη συμπεριφορά των στερεών σωμάτων υπό την επίδραση δυνάμεων
στερεομηχανικής	=	στερεομηχανική
στερεομηχανικών	=	στερεομηχανική
στερεοπαροχές	=	στερεοπαροχή
στερεοπαροχή	noun	η μεταφορά στερεών φερτών υλικών σε ποταμούς
στερεοπαροχής	=	στερεοπαροχή
στερεοπαροχών	=	στερεοπαροχή
στερεοποίει	=	στερεοποιώ
στερεοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στερεοποιώ
στερεοποίησης	=	στερεοποίηση
στερεοποιήθηκα	=	στερεοποιώ
στερεοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήσαν	=	στερεοποιώ
στερεοποιήσανε	=	στερεοποιώ
στερεοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοποίηση
στερεοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήσεων	=	στερεοποίηση
στερεοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιεί	=	στερεοποιώ
στερεοποιείς	=	στερεοποιώ
στερεοποιείτε	=	στερεοποιώ
στερεοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοποιημένο
στερεοποιημένε	verb	κλητική ενικού του στερεοποιημένος
στερεοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοποιημένη
στερεοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοποιημένος
στερεοποιημένης	verb	γενική ενικού του στερεοποιημένη
στερεοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του στερεοποιημένος
στερεοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοποιημένος
στερεοποιημένος	=	στερεοποιώ
στερεοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στερεοποιημένος
στερεοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στερεοποιημένος
στερεοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στερεοποιημένος
στερεοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στερεοποιώ
στερεοποιούμε	=	στερεοποιώ
στερεοποιούν	=	στερεοποιώ
στερεοποιούνε	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσα	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσαμε	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσαν	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσανε	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσατε	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσε	=	στερεοποιώ
στερεοποιούσες	=	στερεοποιώ
στερεοποιώ	verb	γίνομαι στερεός
στερεοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στερεοποιώ
στερεοράματα	=	στερεόραμα
στερεοράματος	=	στερεόραμα
στερεοραμάτων	=	στερεόραμα
στερεοσκοπήσεις	=	στερεοσκόπηση
στερεοσκοπήσεων	=	στερεοσκόπηση
στερεοσκοπία	noun|dated	τεχνική που επιτρέπει την αντίληψη του βάθους σε μια εικόνα, δημιουργώντας την αίσθηση του τρισδιάστατου χώρου, η οποία βασίζεται στη λήψη δύο εικόνων από ελαφρώς διαφορετικές γωνίες και στην προβολή τους με τρόπο που ο εγκέφαλος τις συνδυάζει σε μία εικόνα με βάθος
στερεοσκοπίας	noun	γενική ενικού του στερεοσκοπία
στερεοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοσκοπία
στερεοσκοπίου	noun	γενική ενικού του στερεοσκόπιο
στερεοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του στερεοσκόπιο
στερεοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοσκοπικό
στερεοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοσκοπική
στερεοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπικής	adj	γενική ενικού του στερεοσκοπική
στερεοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπικού	adj	γενική ενικού του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη στερεοσκοπία ή το στερεοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
στερεοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοσκοπικός
στερεοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοσκοπία
στερεοσκόπηση	noun|dated	η διαδικασία της στερεοσκοπίας
στερεοσκόπησης	=	στερεοσκόπηση
στερεοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοσκόπιο
στερεοσκόπιο	noun|dated	όργανο με το οποίο γίνεται η στερεοσκοπία / στερεοσκόπηση
στερεοσκόπιον	noun	στερεοσκόπιο
στερεοσκόπιου	=	στερεοσκόπιο
στερεοστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοστατικό
στερεοστατικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοστατικός
στερεοστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοστατική
στερεοστατική	noun	κλάδος της μηχανικής, που απασχολείται με τη στατική ισορροπία των στερεών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοστατικός
στερεοστατικής	adj	γενική ενικού του στερεοστατική
στερεοστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοστατικός
στερεοστατικού	adj	γενική ενικού του στερεοστατικός
στερεοστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοστατικός
στερεοστατικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεοστατικός
στερεοστατικός	adj	που σχετίζεται με την στερεοστατική
στερεοστατικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοστατικός
στερεοσφαιρών	=	στερεόσφαιρα
στερεοτήτων	=	στερεότητα
στερεοτακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοτακτικό
στερεοτακτικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοτακτικός
στερεοτακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοτακτική
στερεοτακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοτακτικός
στερεοτακτικής	adj	γενική ενικού του στερεοτακτική
στερεοτακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοτακτικός
στερεοτακτικού	adj	γενική ενικού του στερεοτακτικός
στερεοτακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοτακτικός
στερεοτακτικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεοτακτικός
στερεοτακτικός	adj	που υιοθετεί σύστημα τρισδιάστατων συντεταγμένων, ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια το σημείο της επέμβασης και να πραγματοποιηθεί σωστά με χειρουργικά εργαλεία ή ακτίνες
στερεοτακτικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοτακτικός
στερεοτομία	noun|dated	η τέχνη / επιστήμη της κοπής στερεών σωμάτων
στερεοτομίας	noun	γενική ενικού του στερεοτομία
στερεοτομίες	=	στερεοτομία
στερεοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοτομία
στερεοτυπία	noun	μέθοδος παραγωγής μιας τυπογραφικής σελίδας από έκτυπη τυπογραφική πλάκα που παράγεται από μήτρα, μέσα στην οποία χύνεται λειωμένο κράμα μολύβδου
στερεοτυπίας	noun	γενική ενικού του στερεοτυπία
στερεοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοτυπία
στερεοτυπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοτυπείο
στερεοτυπείο	noun	το εργαστήριο που τυπώνει σελίδες με την μέθοδο της στερεοτυπίας
στερεοτυπείου	noun	γενική ενικού του στερεοτυπείο
στερεοτυπείων	noun	γενική πληθυντικού του στερεοτυπείο
στερεοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (στερεοτυπικό) του στερεοτυπικός	adv	άλλη μορφή του στερεότυπα
στερεοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοτυπικός
στερεοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοτυπική
στερεοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοτυπικός
στερεοτυπικής	adj	γενική ενικού του στερεοτυπική
στερεοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στερεοτυπικός
στερεοτυπικού	adj	γενική ενικού του στερεοτυπικός
στερεοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοτυπικός
στερεοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του στερεοτυπικός
στερεοτυπικός	adj	άλλη μορφή του στερεότυπος
στερεοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοτυπικός
στερεοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοτυπία
στερεοτυπώ	verb|rare	άλλη μορφή του στερεοτυπώνω
στερεοτυπών	=	στερεοτύπης
στερεοτυπώναμε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώναν	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνανε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνατε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνει	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνεις	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνετε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνοντας	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνουμε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνουν	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνουνε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνω	verb	φτιάχνω πλάκα στερεοτυπίας
στερεοτυπώσαμε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώσαν	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώσανε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώσατε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώσει	=	στερεοτυπώνω
στερεοτυπώστε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπες	=	στερεοτύπης
στερεοτύπη	=	στερεοτύπης
στερεοτύπης	noun	ειδικός τεχνίτης στερεοτυπίας
στερεοτύπων	noun	πληθυντικού του στερεότυπο
στερεοτύπωνα	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπωναν	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπωνε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπωνες	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπως	adv	στερεότυπα
στερεοτύπωσα	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπωσαν	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπωσε	=	στερεοτυπώνω
στερεοτύπωσες	=	στερεοτυπώνω
στερεοφωνία	noun	μέθοδος αναπαραγωγής ήχου (που έχει καταγραφεί κατάλληλα, σε δύο ή περισσότερα «κανάλια»), ώστε να δημιουργείται κατά την ακρόαση η αίσθηση της προέλευσης του ακούσματος από διαφορετικά σημεία στο χώρο
στερεοφωνίας	noun	γενική ενικού του στερεοφωνία
στερεοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοφωνία
στερεοφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στερεοφωνικός	adv	με στερεοφωνικό τρόπο
στερεοφωνικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοφωνικός
στερεοφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοφωνική
στερεοφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοφωνικός
στερεοφωνικής	adj	γενική ενικού του στερεοφωνική
στερεοφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοφωνικός
στερεοφωνικού	adj	γενική ενικού του στερεοφωνικός
στερεοφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοφωνικός
στερεοφωνικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του στερεοφωνικός	noun	συσκευή που αναπαράγει (ή και εγγράφει) μουσική, περιλαμβάνοντας κάποια απόντα παρακάτω: σιντί πλέιερ, usb, ραδιόφωνο, κασετόφωνο, ηχεία, ενισχυτή κ.λπ.
στερεοφωνικός	adj	που έχει σχέση με τη στερεοφωνία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στερεοφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοφωνικός
στερεοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοφωνία
στερεοφωτογραφία	noun	τεχνική φωτογραφίας που δημιουργεί την αίσθηση του τρισδιάστατου βάθους στις εικόνες, κάτι που επιτυγχάνεται με τη χρήση δύο φωτογραφιών της ίδιας σκηνής, τραβηγμένων από ελαφρώς διαφορετικές οπτικές γωνίες —συνήθως αντιστοιχούσες στη μεταξύ τους απόσταση των ματιών—, ώστε να προσομοιάσουν την ανθρώπινη όραση
στερεοφωτογραφίας	=	στερεοφωτογραφία
στερεοφωτογραφίες	=	στερεοφωτογραφία
στερεοφωτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοφωτογραφικό
στερεοφωτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοφωτογραφική
στερεοφωτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφικής	adj	γενική ενικού του στερεοφωτογραφική
στερεοφωτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφικού	adj	γενική ενικού του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη στερεοφωτογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στερεοφωτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοφωτογραφικός
στερεοφωτογραφιών	=	στερεοφωτογραφία
στερεοχημεία	noun	η μελέτη της τρισδιάστατης δομής των χημικών ενώσεων (ουσιών)
στερεοχημείας	noun	γενική ενικού του στερεοχημεία
στερεοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοχημεία
στερεοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοχημεία
στερεοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοχημικό
στερεοχημικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοχημικός
στερεοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοχημική
στερεοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοχημικός
στερεοχημικής	adj	γενική ενικού του στερεοχημική
στερεοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοχημικός
στερεοχημικού	adj	γενική ενικού του στερεοχημικός
στερεοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοχημικός
στερεοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεοχημικός
στερεοχημικός	adj	που έχει σχέση με τη στερεοχημεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στερεοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοχημικός
στερεοχρωμία	noun	τεχνική ζωγραφικής που χρησιμοποιεί ένα στρώμα χρώματος αναμεμειγμένο με ειδικά υλικά, όπως ασβέστη ή γύψο, που στη συνέχεια σκληραίνει με την επίδραση του αέρα ή του νερού
στερεοχρωμίας	noun	γενική ενικού του στερεοχρωμία
στερεοχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοχρωμία
στερεοχρωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοχρωμικό
στερεοχρωμικέ	adj	κλητική ενικού του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοχρωμική
στερεοχρωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμικής	adj	γενική ενικού του στερεοχρωμική
στερεοχρωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμικού	adj	γενική ενικού του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμικός	adj	που έχει σχέση με τη στερεοχρωμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στερεοχρωμικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεοχρωμικός
στερεοχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοχρωμία
στερεοϊσομέρεια	noun	είδος ισομέρειας
στερεοϊσομέρειας	noun	γενική ενικού του στερεοϊσομέρεια
στερεοϊσομέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεοϊσομέρεια
στερεοϊσομερές	noun	χημική ένωση της οποίας τα μόρια, αν και έχουν τον ίδιο μοριακό και συντακτικό τύπο, διαφέρουν ως προς τον τρισδιάστατο προσανατολισμό των ατόμων τους στον χώρο
στερεοϊσομερή	=	στερεοϊσομερής
στερεοϊσομερής	adj	που έχει σχέση με στερεοϊσομερές ή αναφέρεται σʼ αυτό
στερεοϊσομερείς	=	στερεοϊσομερής
στερεοϊσομερειών	noun	γενική πληθυντικού του στερεοϊσομέρεια
στερεοϊσομερούς	=	στερεοϊσομερής
στερεοϊσομερών	=	στερεοϊσομερής
στερεού	adj	γενική ενικού του στερεός
στερεούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεός
στερεωθήκαμε	=	στερεώνω
στερεωθήκαν	=	στερεώνω
στερεωθήκανε	=	στερεώνω
στερεωθήκατε	=	στερεώνω
στερεωθεί	=	στερεώνω
στερεωθείτε	=	στερεώνω
στερεωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στερέωμα
στερεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεωμένο
στερεωμένε	verb	κλητική ενικού του στερεωμένος
στερεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεωμένη
στερεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεωμένος
στερεωμένης	verb	γενική ενικού του στερεωμένη
στερεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στερεωμένος
στερεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεωμένος
στερεωμένος	verb	που έχει στερεωθεί
στερεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στερεωμένος
στερεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στερεωμένος
στερεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στερεωμένος
στερεωνόμασταν	=	στερεώνω
στερεωνόμαστε	=	στερεώνω
στερεωνόμουν	=	στερεώνω
στερεωνόμουνα	=	στερεώνω
στερεωνόντουσαν	=	στερεώνω
στερεωνόσασταν	=	στερεώνω
στερεωνόσαστε	=	στερεώνω
στερεωνόσουν	=	στερεώνω
στερεωνόσουνα	=	στερεώνω
στερεωνόταν	=	στερεώνω
στερεωνότανε	=	στερεώνω
στερεωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεωτής
στερεωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του στερεωτής
στερεωτής	noun	χημική ουσία που χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση της εικόνας σε φωτογραφικό χαρτί ή φιλμ
στερεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεωτικό
στερεωτικέ	adj	κλητική ενικού του στερεωτικός
στερεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεωτική
στερεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεωτικός
στερεωτικής	adj	γενική ενικού του στερεωτική
στερεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεωτικός
στερεωτικού	adj	γενική ενικού του στερεωτικός
στερεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεωτικός
στερεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του στερεωτικός
στερεωτικός	adj	που έχει σχέση με στερέωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή
στερεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του στερεωτικός
στερεωτριών	noun	γενική πληθυντικού του στερεώτρια
στερεωτών	noun	γενική πληθυντικού του στερεωτής
στερεό	noun	σώμα που βρίσκεται σε στερεά κατάσταση	adj	αιτιατική ενικού του στερεός
στερεόραμα	noun	τεχνική απεικόνισης που δίνει την εντύπωση τριών διαστάσεων, δηλαδή βάθους και όγκου
στερεός	adj	σχετικός με τη μία κατάσταση της ύλης (οι άλλες δύο είναι η υγρή και η αέρια)· χαρακτηρίζεται από μικρή κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα σώματα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση να έχουν σταθερό όγκο και σχήμα
στερεόσφαιρα	noun	το εξωτερικό, στερεό στρώμα της γης, που περιλαμβάνει τον φλοιό και το ανώτερο τμήμα του μανδύα
στερεόσφαιρας	=	στερεόσφαιρα
στερεόσφαιρες	=	στερεόσφαιρα
στερεότατα	=	στερεός
στερεότατε	=	στερεός
στερεότατες	=	στερεός
στερεότατη	=	στερεός
στερεότατης	=	στερεός
στερεότατο	=	στερεός
στερεότατοι	=	στερεός
στερεότατος	=	στερεός
στερεότατου	=	στερεός
στερεότατους	=	στερεός
στερεότατων	=	στερεός
στερεότερα	=	στερεός
στερεότερε	=	στερεός
στερεότερες	=	στερεός
στερεότερη	=	στερεός
στερεότερης	=	στερεός
στερεότερο	=	στερεός
στερεότεροι	=	στερεός
στερεότερος	=	στερεός
στερεότερου	=	στερεός
στερεότερους	=	στερεός
στερεότερων	=	στερεός
στερεότητα	noun	το να είναι κάποιος στερεός, η ιδιότητα του στερεού
στερεότητας	noun	γενική ενικού του στερεότητα
στερεότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεότητα
στερεότυπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεότυπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (στερεότυπο) του στερεότυπος
στερεότυπε	adj	κλητική ενικού του στερεότυπος
στερεότυπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεότυπη
στερεότυπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερεότυπος
στερεότυπης	adj	γενική ενικού του στερεότυπη
στερεότυπο	noun	συμβατικός και απλουστευτικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται στα μέλη μιας ομάδας ανθρώπων και βασίζεται σε γενικεύσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στερεότυπος
στερεότυποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερεότυπος
στερεότυπος	adj	που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας
στερεότυπου	adj	γενική ενικού του στερεότυπος
στερεότυπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερεότυπος
στερεότυπων	adj	γενική πληθυντικού του στερεότυπος
στερεύαμε	=	στερεύω
στερεύαν	=	στερεύω
στερεύανε	=	στερεύω
στερεύατε	=	στερεύω
στερεύει	=	στερεύω
στερεύεις	=	στερεύω
στερεύετε	=	στερεύω
στερεύομε	=	στερεύω
στερεύοντας	=	στερεύω
στερεύουμε	=	στερεύω
στερεύουν	=	στερεύω
στερεύουνε	=	στερεύω
στερεύτε	=	στερεύω
στερεύω	verb	παύω να βγάζω υγρό
στερεώθηκα	=	στερεώνω
στερεώθηκαν	=	στερεώνω
στερεώθηκε	=	στερεώνω
στερεώθηκες	=	στερεώνω
στερεώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερέωμα
στερεώματος	noun	γενική ενικού του στερέωμα
στερεών	adj	γενική πληθυντικού του στερεός
στερεώναμε	=	στερεώνω
στερεώναν	=	στερεώνω
στερεώνανε	=	στερεώνω
στερεώνατε	=	στερεώνω
στερεώνει	=	στερεώνω
στερεώνεις	=	στερεώνω
στερεώνεσαι	=	στερεώνω
στερεώνεστε	=	στερεώνω
στερεώνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του στερεώνομαι
στερεώνετε	=	στερεώνω
στερεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στερεώνω
στερεώνονται	=	στερεώνω
στερεώνονταν	=	στερεώνω
στερεώνοντας	=	στερεώνω
στερεώνουμε	=	στερεώνω
στερεώνουν	=	στερεώνω
στερεώνουνε	=	στερεώνω
στερεώνω	verb	ισχυροποιώ, σταθεροποιώ, κάνω ισχυρό, εγκαθιστώ
στερεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώσαν	=	στερεώνω
στερεώσανε	=	στερεώνω
στερεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερέωση
στερεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του στερέωση
στερεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του στερέωση
στερεώσου	=	στερεώνω
στερεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερεώνω
στερεώτρια	adj	εδραιώτρια, παγιώτρια
στερεώτριας	noun	γενική ενικού του στερεώτρια
στερεώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερεώτρια
στερηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθήκαν	=	στερώ
στερηθήκανε	=	στερώ
στερηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερηθούνε	=	στερώ
στερηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στερούμαι
στερημάτων	=	στέρημα
στερημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερημένο
στερημένε	adj	κλητική ενικού του στερημένος
στερημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερημένη
στερημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερημένος
στερημένης	adj	γενική ενικού του στερημένη
στερημένο	adj	αιτιατική ενικού του στερημένος
στερημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερημένος
στερημένος	verb	που έχει στερηθεί βασικά αγαθά, που ζει με στερήσεις και ελλείψεις
στερημένου	verb	γενική ενικού του στερημένος
στερημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερημένος
στερημένων	adj	γενική πληθυντικού του στερημένος
στερητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερητικό
στερητικέ	adj	κλητική ενικού του στερητικός
στερητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερητική
στερητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερητικός
στερητικής	adj	γενική ενικού του στερητική
στερητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερητικός
στερητικού	adj	γενική ενικού του στερητικός
στερητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερητικός
στερητικό	adj	αιτιατική ενικού του στερητικός
στερητικός	adj	που έχει σχέση με τη στέρηση
στερητικών	adj	γενική πληθυντικού του στερητικός
στεριά	noun	η στερεά επιφάνεια της Γης που δεν καλύπτεται από θάλασσα
στεριάς	noun	γενική ενικού του στεριά
στεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεριά
στεριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στεριανός
στεριανέ	adj	κλητική ενικού του στεριανός
στεριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεριανή
στεριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεριανός
στεριανής	adj	γενική ενικού του στεριανή
στεριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεριανός
στεριανού	adj	γενική ενικού του στεριανός
στεριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεριανός
στεριανό	adj	αιτιατική ενικού του στεριανός
στεριανός	noun	κάποιος που μένει στη στεριά, στην ηπειρωτική χώρα, κι όχι σε νησί ή παραθαλάσσια περιοχή	adj	που έχει σχέση με τη στεριά, αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή
στεριανών	adj	γενική πληθυντικού του στεριανός
στερικά	=	στερικός
στερικέ	=	στερικός
στερικές	=	στερικός
στερική	=	στερικός
στερικής	=	στερικός
στερικοί	=	στερικός
στερικού	=	στερικός
στερικούς	=	στερικός
στερικό	=	στερικός
στερικός	adj	που αφορά την χωροταξική διάταξη των ατόμων
στερικών	=	στερικός
στεριωθήκαμε	=	στεριώνω
στεριωθήκαν	=	στεριώνω
στεριωθήκανε	=	στεριώνω
στεριωθήκατε	=	στεριώνω
στεριωθεί	=	στεριώνω
στεριωθείς	=	στεριώνω
στεριωθείτε	=	στεριώνω
στεριωθούμε	=	στεριώνω
στεριωθούν	=	στεριώνω
στεριωθούνε	=	στεριώνω
στεριωθώ	=	στεριώνω
στεριωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στέριωμα
στεριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεριωμένο
στεριωμένε	verb	κλητική ενικού του στεριωμένος
στεριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεριωμένη
στεριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεριωμένος
στεριωμένης	verb	γενική ενικού του στεριωμένη
στεριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στεριωμένος
στεριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεριωμένος
στεριωμένος	=	στεριώνω
στεριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεριωμένος
στεριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεριωμένος
στεριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεριωμένος
στεριωνόμασταν	=	στεριώνω
στεριωνόμαστε	=	στεριώνω
στεριωνόμουν	=	στεριώνω
στεριωνόμουνα	=	στεριώνω
στεριωνόντουσαν	=	στεριώνω
στεριωνόσασταν	=	στεριώνω
στεριωνόσαστε	=	στεριώνω
στεριωνόσουν	=	στεριώνω
στεριωνόσουνα	=	στεριώνω
στεριωνόταν	=	στεριώνω
στεριωνότανε	=	στεριώνω
στεριώθηκα	=	στεριώνω
στεριώθηκαν	=	στεριώνω
στεριώθηκε	=	στεριώνω
στεριώθηκες	=	στεριώνω
στεριώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέριωμα
στεριώματος	noun	γενική ενικού του στέριωμα
στεριών	=	στεριά
στεριώναμε	=	στεριώνω
στεριώναν	=	στεριώνω
στεριώνανε	=	στεριώνω
στεριώνατε	=	στεριώνω
στεριώνει	=	στεριώνω
στεριώνεις	=	στεριώνω
στεριώνεσαι	=	στεριώνω
στεριώνεστε	=	στεριώνω
στεριώνεται	=	στεριώνω
στεριώνετε	=	στεριώνω
στεριώνομαι	=	στεριώνω
στεριώνομε	=	στεριώνω
στεριώνονται	=	στεριώνω
στεριώνονταν	=	στεριώνω
στεριώνοντας	=	στεριώνω
στεριώνου	=	στεριώνω
στεριώνουμε	=	στεριώνω
στεριώνουν	=	στεριώνω
στεριώνουνε	=	στεριώνω
στεριώνω	verb	θεμελιώνω, σταθεροποιώ
στεριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσαν	=	στεριώνω
στεριώσανε	=	στεριώνω
στεριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσομε	=	στεριώνω
στεριώσου	=	στεριώνω
στεριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσουνε	=	στεριώνω
στεριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στεριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεριώνω
στερλίνα	noun	η αγγλική λίρα, το εθνικό νόμισμα του Ηνωμένου Βασιλείου
στερλίνας	noun	γενική ενικού του στερλίνα
στερλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερλίνα
στερλινών	noun	γενική πληθυντικού του στερλίνα
στερνά	noun	το τέλος και ειδικότερα τα τελευταία χρόνια ή οι τελευταίες στιγμές κάποιου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνό
στερνέ	adj	κλητική ενικού του στερνός
στερνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνή
στερνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερνός
στερνής	adj	γενική ενικού του στερνή
στερνίσια	=	στερνίσιος
στερνίσιας	=	στερνίσιος
στερνίσιε	=	στερνίσιος
στερνίσιες	=	στερνίσιος
στερνίσιο	=	στερνίσιος
στερνίσιοι	=	στερνίσιος
στερνίσιος	adj	που έχει προέλευση από την στέρνα
στερνίσιου	=	στερνίσιος
στερνίσιους	=	στερνίσιος
στερνίσιων	=	στερνίσιος
στερναλγία	noun	πόνος στο στέρνο
στερναλγίας	noun	γενική ενικού του στερναλγία
στερναλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερναλγία
στερναλγιών	noun	γενική πληθυντικού του στερναλγία
στερνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνικό
στερνικέ	adj	κλητική ενικού του στερνικός
στερνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνική
στερνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερνικός
στερνικής	adj	γενική ενικού του στερνική
στερνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερνικός
στερνικού	adj	γενική ενικού του στερνικός
στερνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερνικός
στερνικό	adj	αιτιατική ενικού του στερνικός
στερνικός	adj	που έχει σχέση με το στέρνο ή αναφέρεται σ’ αυτό
στερνικών	adj	γενική πληθυντικού του στερνικός
στερνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερνός
στερνογέννητα	=	στερνογέννητο
στερνογέννητε	=	στερνογέννητος
στερνογέννητες	=	στερνογέννητος
στερνογέννητη	=	στερνογέννητος
στερνογέννητης	=	στερνογέννητος
στερνογέννητο	noun	το παιδί που έχει γεννηθεί τελευταίο
στερνογέννητοι	=	στερνογέννητος
στερνογέννητος	adj	που έχει γεννηθεί τελευταία
στερνογέννητου	=	στερνογέννητο
στερνογέννητους	=	στερνογέννητος
στερνογέννητων	=	στερνογέννητο
στερνοκλειδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνοκλειδικό
στερνοκλειδικέ	adj	κλητική ενικού του στερνοκλειδικός
στερνοκλειδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνοκλειδική
στερνοκλειδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερνοκλειδικός
στερνοκλειδικής	adj	γενική ενικού του στερνοκλειδική
στερνοκλειδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερνοκλειδικός
στερνοκλειδικού	adj	γενική ενικού του στερνοκλειδικός
στερνοκλειδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερνοκλειδικός
στερνοκλειδικό	adj	αιτιατική ενικού του στερνοκλειδικός
στερνοκλειδικός	adj	που έχει σχέση με το στέρνο και την κλείδα ή αναφέρεται σʼ αυτά
στερνοκλειδικών	adj	γενική πληθυντικού του στερνοκλειδικός
στερνοπαίδι	noun|literary	το μικρότερο και τελευταίο παιδί μιας οικογένειας
στερνοπαίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνοπαίδι
στερνοπαιδιού	=	στερνοπαίδι
στερνοπαιδιών	=	στερνοπαίδι
στερνοπλευρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνοπλευρικό
στερνοπλευρικέ	adj	κλητική ενικού του στερνοπλευρικός
στερνοπλευρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερνοπλευρική
στερνοπλευρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερνοπλευρικός
στερνοπλευρικής	adj	γενική ενικού του στερνοπλευρική
στερνοπλευρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερνοπλευρικός
στερνοπλευρικού	adj	γενική ενικού του στερνοπλευρικός
στερνοπλευρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερνοπλευρικός
στερνοπλευρικό	adj	αιτιατική ενικού του στερνοπλευρικός
στερνοπλευρικός	adj	που έχει σχέση με το στέρνο και τα πλευρά ή αναφέρεται σ’ αυτά
στερνοπλευρικών	adj	γενική πληθυντικού του στερνοπλευρικός
στερνοπουλιού	=	στερνοπούλι
στερνοπουλιών	=	στερνοπούλι
στερνοπούλι	noun|literary	το στερνοπαίδι
στερνοπούλια	=	στερνοπούλι
στερνοτομές	=	στερνοτομή
στερνοτομή	noun	χειρουργική τομή του στέρνου
στερνοτομής	=	στερνοτομή
στερνοτομών	=	στερνοτομή
στερνού	adj	γενική ενικού του στερνός
στερνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερνός
στερνό	adj	αιτιατική ενικού του στερνός
στερνός	adj	τελευταίος
στερνών	adj	γενική πληθυντικού του στερνός	noun	γενική πληθυντικού του στέρνα
στερξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στέρξιμο
στερξίματος	noun	γενική ενικού του στέρξιμο
στεροειδές	noun	οικογένεια οργανικών μορίων / λιποδιαλυτών οργανικών ενώσεων με δακτυλιοειδή δομή, οι οποίες δρουν κυρίως ως ορμόνες ή ως δομικά συστατικά κυτταρικών μεμβρανών
στεροειδή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεροειδές
στεροειδής	adj	που έχει σχέση με τα στεροειδή, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά
στεροειδείς	=	στεροειδής
στεροειδούς	=	στεροειδές
στεροειδών	=	στεροειδές
στερολών	=	στερόλη
στερούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στερώ
στερούμασταν	=	στερώ
στερούμαστε	=	στερώ
στερούμε	=	στερώ
στερούμεθα	=	στερώ
στερούμενος	=	στερώ
στερούμουν	=	στερώ
στερούν	=	στερώ
στερούνε	=	στερώ
στερούνται	=	στερώ
στερούνταν	=	στερώ
στερούσα	=	στερώ
στερούσαμε	=	στερώ
στερούσαν	=	στερώ
στερούσανε	=	στερώ
στερούσασταν	=	στερώ
στερούσαστε	=	στερώ
στερούσατε	=	στερώ
στερούσε	=	στερώ
στερούσες	=	στερώ
στερούσουν	=	στερώ
στερρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στερρός
στερρέ	adj	κλητική ενικού του στερρός
στερρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερρή
στερρή	=	στερρός
στερρής	adj	γενική ενικού του στερρή
στερροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερρός
στερρού	adj	γενική ενικού του στερρός
στερρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στερρός
στερρό	adj	αιτιατική ενικού του στερρός
στερρός	adj|archaic	σταθερός, στέρεος
στερρών	adj	γενική πληθυντικού του στερρός
στερρώς	adv|archaic	σταθερά, δυνατά
στερφέψαμε	=	στερφεύω
στερφέψαν	=	στερφεύω
στερφέψανε	=	στερφεύω
στερφέψατε	=	στερφεύω
στερφέψει	=	στερφεύω
στερφέψτε	=	στερφεύω
στερφεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερφεμένο
στερφεμένε	verb	κλητική ενικού του στερφεμένος
στερφεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στερφεμένη
στερφεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στερφεμένος
στερφεμένης	verb	γενική ενικού του στερφεμένη
στερφεμένο	verb	αιτιατική ενικού του στερφεμένος
στερφεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στερφεμένος
στερφεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στερφεμένος
στερφεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στερφεμένος
στερφεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στερφεμένος
στερφεύαμε	=	στερφεύω
στερφεύαν	=	στερφεύω
στερφεύανε	=	στερφεύω
στερφεύατε	=	στερφεύω
στερφεύει	=	στερφεύω
στερφεύεις	=	στερφεύω
στερφεύετε	=	στερφεύω
στερφεύοντας	=	στερφεύω
στερφεύουμε	=	στερφεύω
στερφεύουν	=	στερφεύω
στερφεύουνε	=	στερφεύω
στερφεύω	verb	που δεν παράγει γάλα
στερόλες	=	στερόλη
στερόλη	noun	οποιαδήποτε από τις κυρίως ακόρεστες στερεές αλκοόλες της ομάδας των στεροειδών που υπάρχουν στις κυτταρικές μεμβράνες των ζωντανών οργανισμών και παίζουν σημαντικό ρόλο στις μεταβολικές διεργασίες τους
στερόλης	=	στερόλη
στερώ	verb	αφαιρώ από κάποιον ή κάτι ένα στοιχείο που θεωρείται απαραίτητο
στερώθηκα	=	στερεώνω
στερώντας	=	στερώ
στεφάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφάνη
στεφάνη	noun	αντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι
στεφάνης	=	στεφάνη
στεφάνι	noun	αντικείμενο σε μορφή δακτυλίου (που μπορεί να κατασκευάζεται από κλαδιά ή μέταλλο, να διακοσμείται με άνθη ή μεταλλικά κοσμήματα και δίνεται σε κάποιον να το φορέσει στο κεφάλι ως ένδειξη τιμής, αναγνώρισης, νίκης σε αγώνα κ.λπ., ή φοριέται κατά την τελετή του γάμου /στέφανο)
στεφάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφάνι
στεφάνιο	noun	κρανιομετρικό σημείο, που ορίζεται από τη συνάντηση της στεφανιαίας ραφής με την άνω κροταφική περιοχή του κρανίου
στεφάνιου	=	στεφάνιο
στεφάνου	noun	γενική ενικού του στέφανος
στεφάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στέφανος
στεφάνωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στεφανώνω
στεφάνων	noun	γενική πληθυντικού του στέφανος
στεφάνωνα	=	στεφανώνω
στεφάνωναν	=	στεφανώνω
στεφάνωνε	=	στεφανώνω
στεφάνωνες	=	στεφανώνω
στεφάνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφάνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφάνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφάνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφάνωση	noun|rare	άλλη μορφή του στεφάνωμα
στεφανίου	=	στεφάνιο
στεφανίων	=	στεφάνιο
στεφανηφορήσαμε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορήσαν	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορήσανε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορήσατε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορήσει	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορήστε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορεί	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορείς	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορείτε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούμε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούν	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούνε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσα	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσαμε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσαν	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσανε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσατε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορούσες	=	στεφανηφορώ
στεφανηφορώ	verb	είμαι στεφανηφόρος, φορώ στεφάνι
στεφανηφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στεφανηφορώ
στεφανηφόρα	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρας	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρε	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρει	=	στεφανηφορώ
στεφανηφόρες	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρησα	=	στεφανηφορώ
στεφανηφόρησαν	=	στεφανηφορώ
στεφανηφόρησε	=	στεφανηφορώ
στεφανηφόρησες	=	στεφανηφορώ
στεφανηφόρο	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόροι	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρος	adj|formal	που φορά στεφάνι στην κεφαλή του
στεφανηφόρου	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρους	=	στεφανηφόρος
στεφανηφόρων	=	στεφανηφόρος
στεφανιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεφανιαίος
στεφανιαίας	adj	γενική ενικού του στεφανιαία
στεφανιαίε	adj	στεφανιαίος, στην κλητική του ενικού
στεφανιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφανιαία
στεφανιαίο	adj	στεφανιαίος, στην αιτιατική του ενικού
στεφανιαίοι	adj	στεφανιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
στεφανιαίος	adj	που έχει σχήμα / μορφή στεφανιού
στεφανιαίου	adj	γενική ενικού του στεφανιαίος
στεφανιαίους	adj	στεφανιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
στεφανιαίων	=	στεφανιαίος
στεφανιογράφημα	noun	άλλη μορφή του στεφανιογραφία
στεφανιογραφήματα	=	στεφανιογράφημα
στεφανιογραφήματος	=	στεφανιογράφημα
στεφανιογραφία	noun	εξέταση, με την εισαγωγή ειδικού καθετήρα από τη μηριαία ή την κερκιδική αρτηρία, με την οποία ελέγχονται τα στεφανιαία αγγεία της καρδιάς
στεφανιογραφίας	noun	γενική ενικού του στεφανιογραφία
στεφανιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφανιογραφία
στεφανιογραφημάτων	=	στεφανιογράφημα
στεφανιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του στεφανιογραφία
στεφανιού	noun	γενική ενικού του στεφάνι
στεφανιών	=	στεφάνι
στεφανοθήκες	=	στεφανοθήκη
στεφανοθήκη	noun	κουτί ή κορνίζα, ενίοτε με τζάμι στην πάνω πλευρά ή πρόσοψη αντίστοιχα, όπου τοποθετούνται τα «στέφανα» του γάμου (το διπλό στεφάνι που φορά το ζευγάρι κατά τη γαμήλια τελετή)
στεφανοθήκης	=	στεφανοθήκη
στεφανοθηκών	=	στεφανοθήκη
στεφανοφόρα	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρας	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρε	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρες	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρο	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόροι	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρος	noun	είδος μη δηλητηριώδους και ντροπαλού φιδιού (Coronella austriaca) που ζει κυρίως στην Ευρώπη	adj|formal	άλλη μορφή του στεφανηφόρος
στεφανοφόρου	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρους	=	στεφανοφόρος
στεφανοφόρων	=	στεφανοφόρος
στεφανοχάρτι	noun	το πιστοποιητικό της ληξιαρχικής πράξης γάμου
στεφανοχάρτια	=	στεφανοχάρτι
στεφανοχαρτιού	=	στεφανοχάρτι
στεφανοχαρτιών	=	στεφανοχάρτι
στεφανωθήκαμε	=	στεφανώνω
στεφανωθήκαν	=	στεφανώνω
στεφανωθήκανε	=	στεφανώνω
στεφανωθήκατε	=	στεφανώνω
στεφανωθεί	=	στεφανώνω
στεφανωθείς	=	στεφανώνω
στεφανωθείτε	=	στεφανώνω
στεφανωθούμε	=	στεφανώνω
στεφανωθούν	=	στεφανώνω
στεφανωθούνε	=	στεφανώνω
στεφανωθώ	=	στεφανώνω
στεφανωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στεφάνωμα
στεφανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφανωμένο
στεφανωμένε	verb	κλητική ενικού του στεφανωμένος
στεφανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφανωμένη
στεφανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεφανωμένος
στεφανωμένης	verb	γενική ενικού του στεφανωμένη
στεφανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στεφανωμένος
στεφανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεφανωμένος
στεφανωμένος	=	στεφανώνω
στεφανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στεφανωμένος
στεφανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στεφανωμένος
στεφανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στεφανωμένος
στεφανωνόμασταν	=	στεφανώνω
στεφανωνόμαστε	=	στεφανώνω
στεφανωνόμουν	=	στεφανώνω
στεφανωνόμουνα	=	στεφανώνω
στεφανωνόντουσαν	=	στεφανώνω
στεφανωνόσασταν	=	στεφανώνω
στεφανωνόσαστε	=	στεφανώνω
στεφανωνόσουν	=	στεφανώνω
στεφανωνόσουνα	=	στεφανώνω
στεφανωνόταν	=	στεφανώνω
στεφανωνότανε	=	στεφανώνω
στεφανωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στεφανωτός	adv	με στεφανωτό τρόπο
στεφανωτέ	adj	κλητική ενικού του στεφανωτός
στεφανωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφανωτή
στεφανωτή	noun	αναρριχώμενο φυτό το οποίο έχει λευκά αρωματικά άνθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στεφανωτός
στεφανωτής	adj	γενική ενικού του στεφανωτή
στεφανωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στεφανωτός
στεφανωτού	adj	γενική ενικού του στεφανωτός
στεφανωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στεφανωτός
στεφανωτό	adj	αιτιατική ενικού του στεφανωτός
στεφανωτός	adj|literary	άλλη μορφή του στεφανωμένος
στεφανωτών	adj	γενική πληθυντικού του στεφανωτός
στεφανώθηκα	=	στεφανώνω
στεφανώθηκαν	=	στεφανώνω
στεφανώθηκε	=	στεφανώνω
στεφανώθηκες	=	στεφανώνω
στεφανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφάνωμα
στεφανώματος	noun	γενική ενικού του στεφάνωμα
στεφανών	=	στεφάνη
στεφανώναμε	=	στεφανώνω
στεφανώναν	=	στεφανώνω
στεφανώνανε	=	στεφανώνω
στεφανώνατε	=	στεφανώνω
στεφανώνει	=	στεφανώνω
στεφανώνεις	=	στεφανώνω
στεφανώνεσαι	=	στεφανώνω
στεφανώνεστε	=	στεφανώνω
στεφανώνεται	=	στεφανώνω
στεφανώνετε	=	στεφανώνω
στεφανώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στεφανώνω
στεφανώνομε	=	στεφανώνω
στεφανώνονται	=	στεφανώνω
στεφανώνονταν	=	στεφανώνω
στεφανώνοντας	=	στεφανώνω
στεφανώνουμε	=	στεφανώνω
στεφανώνουν	=	στεφανώνω
στεφανώνουνε	=	στεφανώνω
στεφανώνω	verb	φοράω στεφάνι σε κάποιον
στεφανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσαν	=	στεφανώνω
στεφανώσανε	=	στεφανώνω
στεφανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στεφάνωση
στεφανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσομε	=	στεφανώνω
στεφανώσου	=	στεφανώνω
στεφανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσουνε	=	στεφανώνω
στεφανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στεφανώνω
στεφθήκαμε	=	στέφω
στεφθήκαν	=	στέφω
στεφθήκανε	=	στέφω
στεφθήκατε	=	στέφω
στεφθεί	=	στέφω
στεφθείς	=	στέφω
στεφθείτε	=	στέφω
στεφθούμε	=	στέφω
στεφθώ	=	στέφω
στεφοδότης	noun|figurative	που δείνει στεφάνια, που στεφανώνει
στεφόμασταν	=	στέφω
στεφόμαστε	=	στέφω
στεφόσασταν	=	στέφω
στεφόσαστε	=	στέφω
στη	article	άλλη μορφή του στην αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους
στηθάγχες	=	στηθάγχη
στηθάγχη	noun	δυνατός πόνος στο στήθος, παροξυσμός θωρακικού πόνου που εντοπίζεται στην προκάρδια περιοχή (Χρειάζεται επεξεργασία)
στηθάγχης	=	στηθάγχη
στηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθήκαν	=	στήνω
στηθήκανε	=	στήνω
στηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθαία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηθαίο
στηθαίο	noun	κατασκευή (τοιχάκι, ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα κ.ά.) που προστατεύει τους περαστικούς και αποτρέπει ατυχήματα
στηθαίου	noun	γενική ενικού του στηθαίο
στηθαίων	noun	γενική πληθυντικού του στηθαίο
στηθαγχικά	=	στηθαγχικός
στηθαγχικέ	=	στηθαγχικός
στηθαγχικές	=	στηθαγχικός
στηθαγχική	=	στηθαγχικός
στηθαγχικής	=	στηθαγχικός
στηθαγχικοί	=	στηθαγχικός
στηθαγχικού	=	στηθαγχικός
στηθαγχικούς	=	στηθαγχικός
στηθαγχικό	=	στηθαγχικός
στηθαγχικός	adj|formal	που σχετίζεται με τη στηθάγχη
στηθαγχικών	=	στηθαγχικός
στηθαγχών	=	στηθάγχη
στηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στηθικός	adv	στην περιοχή του στήθους
στηθικέ	adj	κλητική ενικού του στηθικός
στηθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηθική
στηθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηθικός
στηθικής	adj	γενική ενικού του στηθική
στηθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηθικός
στηθικού	adj	γενική ενικού του στηθικός
στηθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στηθικός
στηθικό	adj	αιτιατική ενικού του στηθικός
στηθικός	adj|rare	που έχει σχέση με το στήθος ή αναφέρεται σ’ αυτό
στηθικών	adj	γενική πληθυντικού του στηθικός
στηθικώς	adv	στην περιοχή του στήθους
στηθιού	=	στήθι
στηθιών	=	στήθος
στηθοδέρνομαι	verb|vulgar	στηθοκοπιέμαι
στηθοδέσμου	=	στηθόδεσμος
στηθοδέσμους	=	στηθόδεσμος
στηθοδέσμων	=	στηθόδεσμος
στηθοδαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηθοδαρμένο
στηθοδαρμένε	verb	κλητική ενικού του στηθοδαρμένος
στηθοδαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηθοδαρμένη
στηθοδαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηθοδαρμένος
στηθοδαρμένης	verb	γενική ενικού του στηθοδαρμένη
στηθοδαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του στηθοδαρμένος
στηθοδαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηθοδαρμένος
στηθοδαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στηθοδαρμένος
στηθοδαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στηθοδαρμένος
στηθοδαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στηθοδαρμένος
στηθοκοπήματα	=	στηθοκόπημα
στηθοκοπήματος	=	στηθοκόπημα
στηθοκοπημάτων	=	στηθοκόπημα
στηθοκοπημένα	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένε	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένες	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένη	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένης	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένο	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένοι	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένος	noun	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στηθοκοπιέμαι
στηθοκοπημένου	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένους	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπημένων	=	στηθοκοπημένος
στηθοκοπιέμαι	verb	θλίβομαι έντονα ή φτάνω σε απόγνωση και το δηλώνω χτυπώντας με τα χέρια το στήθος μου
στηθοκοπώ	verb	ενεργητική φωνή του ρήματος στηθοκοπιέμαι
στηθοκόπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηθοκοπιέμαι
στηθοσκοπήθηκα	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπήθηκαν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπήθηκε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπήθηκες	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπήσαμε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπήσαν	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπήσανε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπήσατε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπήσει	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπήσεις	=	στηθοσκόπηση
στηθοσκοπήσεων	=	στηθοσκόπηση
στηθοσκοπήσου	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπήστε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηθοσκοπώ
στηθοσκοπίας	=	στηθοσκοπία
στηθοσκοπίες	=	στηθοσκοπία
στηθοσκοπίου	noun	γενική ενικού του στηθοσκόπιο
στηθοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του στηθοσκόπιο
στηθοσκοπεί	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπείς	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπείσαι	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπείστε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπείται	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπείτε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπηθήκαμε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπηθήκαν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπηθήκανε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπηθήκατε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπηθεί	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπηθείτε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπημένος	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στηθοσκοπικός	adv	με στηθοσκοπικό τρόπο, με στηθοσκόπιο
στηθοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηθοσκοπική
στηθοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικής	adj	γενική ενικού του στηθοσκοπική
στηθοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικού	adj	γενική ενικού του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με το στηθοσκόπιο ή τη στηθοσκόπηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
στηθοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του στηθοσκοπικός
στηθοσκοπικώς	adv	με στηθοσκοπικό τρόπο, με στηθοσκόπιο
στηθοσκοπικῶς	adv	στηθοσκοπικά, με στηθοσκόπηση
στηθοσκοπιών	=	στηθοσκοπία
στηθοσκοπούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούμασταν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούμαστε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούμε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούμουν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούν	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούνε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούνται	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούνταν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούσα	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσαμε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσαν	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσανε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσασταν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούσαστε	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπούσατε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσες	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκοπούσουν	=	στηθοσκοπούμαι
στηθοσκοπώ	verb	εξετάζω όργανα στην περιοχή του στήθους ή της θωρακικής κοιλότητας με στηθοσκόπιο
στηθοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στηθοσκοπώ
στηθοσκόπει	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκόπησα	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκόπησαν	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκόπησε	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκόπησες	=	στηθοσκοπώ
στηθοσκόπηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηθοσκοπώ
στηθοσκόπησης	=	στηθοσκόπηση
στηθοσκόπησις	noun	στηθοσκόπηση
στηθοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηθοσκόπιο
στηθοσκόπιο	noun	ιατρικό όργανο με το οποίο μπορούμε να ακροαστούμε τους ήχους της καρδιάς και των πνευμόνων
στηθοσκόπιον	noun	στηθοσκόπιο
στηθοσκόπιου	noun	γενική ενικού του στηθοσκόπιο
στηθοσκόπιων	noun	γενική πληθυντικού του στηθοσκόπιο
στηθουριού	=	στηθούρι
στηθουριών	=	στηθούρι
στηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθούρι	noun|vulgar	η σάρκα ζώων (κυρίως πτηνών) στην περιοχή του στέρνου
στηθούρια	=	στηθούρι
στηθόδεσμε	=	στηθόδεσμος
στηθόδεσμο	=	στηθόδεσμος
στηθόδεσμοι	=	στηθόδεσμος
στηθόδεσμος	noun|formal	το σουτιέν
στηθόδεσμου	=	στηθόδεσμος
στηθόδεσμους	=	στηθόδεσμος
στηθόδεσμων	=	στηθόδεσμος
στηθόλουρα	=	στηθόλουρο
στηθόλουρο	noun	λουρί για έλεγχο σκύλων, το οποίο πιάνει ολόκληρο το στήθος τους, σε αντίθεση με το περιλαίμιο που στερεώνεται περιμετρικά στο λαιμό
στηθόλουρου	=	στηθόλουρο
στηθόλουρων	=	στηθόλουρο
στηθόπονε	=	στηθόπονος
στηθόπονο	=	στηθόπονος
στηθόπονοι	=	στηθόπονος
στηθόπονος	noun	πόνος του στήθους, στηθάγχη
στηθόπονου	=	στηθόπονος
στηθόπονους	=	στηθόπονος
στηθόπονων	=	στηθόπονος
στηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στήνομαι
στηθών	=	στήθος
στηλίτευα	=	στηλιτεύω
στηλίτευαν	=	στηλιτεύω
στηλίτευε	=	στηλιτεύω
στηλίτευες	=	στηλιτεύω
στηλίτευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλίτευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλίτευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλίτευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλίτευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στηλιτεύω, το να κατακρίνει κάποιος δημόσια και με δριμύτητα πρόσωπα ή πράξεις
στηλίτευσης	=	στηλίτευση
στηλιτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηλιτευμένο
στηλιτευμένε	verb	κλητική ενικού του στηλιτευμένος
στηλιτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηλιτευμένη
στηλιτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηλιτευμένος
στηλιτευμένης	verb	γενική ενικού του στηλιτευμένη
στηλιτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του στηλιτευμένος
στηλιτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηλιτευμένος
στηλιτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στηλιτευμένος
στηλιτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στηλιτευμένος
στηλιτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στηλιτευμένος
στηλιτευτές	=	στηλιτευτής
στηλιτευτή	=	στηλιτευτής
στηλιτευτής	noun	εκείνος που στηλιτεύει
στηλιτευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηλιτευτικό
στηλιτευτικέ	adj	κλητική ενικού του στηλιτευτικός
στηλιτευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηλιτευτική
στηλιτευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηλιτευτικός
στηλιτευτικής	adj	γενική ενικού του στηλιτευτική
στηλιτευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηλιτευτικός
στηλιτευτικού	adj	γενική ενικού του στηλιτευτικός
στηλιτευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στηλιτευτικός
στηλιτευτικό	adj	αιτιατική ενικού του στηλιτευτικός
στηλιτευτικός	adj	που στηλιτεύει
στηλιτευτικών	adj	γενική πληθυντικού του στηλιτευτικός
στηλιτευτών	=	στηλιτευτής
στηλιτεύαμε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύαν	=	στηλιτεύω
στηλιτεύανε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύατε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύει	=	στηλιτεύω
στηλιτεύεις	=	στηλιτεύω
στηλιτεύετε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύθηκα	=	στηλιτεύω
στηλιτεύομαι	=	στηλιτεύω
στηλιτεύοντας	=	στηλιτεύω
στηλιτεύουμε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύουν	=	στηλιτεύω
στηλιτεύουνε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύσαν	=	στηλιτεύω
στηλιτεύσανε	=	στηλιτεύω
στηλιτεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηλίτευση
στηλιτεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύσεων	=	στηλίτευση
στηλιτεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηλιτεύω
στηλιτεύω	verb	επικρίνω με αυστηρό και έντονο ύφος
στηλιτικά	noun	επεισόδια (προπηλακισμοί βουλευτών κ.λπ.), λόγω συνταγματικών παραβάσεων, που συνέβησαν στην Αθήνα το 1874–1875, με πρωταγωνιστές κυβερνητικούς βουλευτές που τους αποκαλούσαν στηλίτες
στηλιτικού	=	στηλιτικά
στηλιτικό	=	στηλιτικά
στηλογνωμόνων	=	στηλογνώμονας
στηλογνώμονα	=	στηλογνώμονας
στηλογνώμονας	noun	η ετικέτα
στηλογνώμονες	=	στηλογνώμονας
στηλών	=	στήλη
στηλώναμε	=	στηλώνω
στηλώναν	=	στηλώνω
στηλώνανε	=	στηλώνω
στηλώνατε	=	στηλώνω
στηλώνει	=	στηλώνω
στηλώνεις	=	στηλώνω
στηλώνετε	=	στηλώνω
στηλώνοντας	=	στηλώνω
στηλώνουμε	=	στηλώνω
στηλώνουν	=	στηλώνω
στηλώνουνε	=	στηλώνω
στηλώνω	verb	στήνω κάτι σαν στήλη
στηλώσαμε	=	στηλώνω
στηλώσαν	=	στηλώνω
στηλώσανε	=	στηλώνω
στηλώσατε	=	στηλώνω
στηλώσει	=	στηλώνω
στηλώστε	=	στηλώνω
στημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στημένο
στημένε	verb	κλητική ενικού του στημένος
στημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στημένη
στημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στημένος
στημένης	verb	γενική ενικού του στημένη
στημένο	verb	αιτιατική ενικού του στημένος
στημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στημένος
στημένος	verb	που τον έχουν στήσει
στημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στημένος
στημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στημένος
στημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στημένος
στημονιάζαμε	=	στημονιάζω
στημονιάζαν	=	στημονιάζω
στημονιάζανε	=	στημονιάζω
στημονιάζατε	=	στημονιάζω
στημονιάζει	=	στημονιάζω
στημονιάζεις	=	στημονιάζω
στημονιάζετε	=	στημονιάζω
στημονιάζομαι	=	στημονιάζω
στημονιάζοντας	=	στημονιάζω
στημονιάζουμε	=	στημονιάζω
στημονιάζουν	=	στημονιάζω
στημονιάζουνε	=	στημονιάζω
στημονιάζω	verb	βάζω στον αργαλειό το στημόνι
στημονιάσαμε	=	στημονιάζω
στημονιάσαν	=	στημονιάζω
στημονιάσανε	=	στημονιάζω
στημονιάσατε	=	στημονιάζω
στημονιάσει	=	στημονιάζω
στημονιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στημόνιασμα
στημονιάσματος	noun	γενική ενικού του στημόνιασμα
στημονιάστε	=	στημονιάζω
στημονιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στημόνιασμα
στημονιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στημονιασμένο
στημονιασμένε	verb	κλητική ενικού του στημονιασμένος
στημονιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στημονιασμένη
στημονιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στημονιασμένος
στημονιασμένης	verb	γενική ενικού του στημονιασμένη
στημονιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στημονιασμένος
στημονιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στημονιασμένος
στημονιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στημονιασμένος
στημονιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στημονιασμένος
στημονιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στημονιασμένος
στημονιού	noun	γενική ενικού του στημόνι
στημονιών	=	στημόνι
στημόνι	noun	παράλληλες κλωστές που είναι η βάση πλεξίματος αργαλειού μικρού ή μεγάλου για την δημιουργία έργων λαϊκής τέχνης (π.χ. χαλιών)
στημόνια	=	στημόνι
στημόνιαζα	=	στημονιάζω
στημόνιαζαν	=	στημονιάζω
στημόνιαζε	=	στημονιάζω
στημόνιαζες	=	στημονιάζω
στημόνιασα	=	στημονιάζω
στημόνιασαν	=	στημονιάζω
στημόνιασε	=	στημονιάζω
στημόνιασες	=	στημονιάζω
στημόνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στημονιάζω
στημόνων	=	στήμονας
στην	article	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους
στηνόμασταν	=	στήνω
στηνόμαστε	=	στήνω
στηνόμουν	=	στήνω
στηνόμουνα	=	στήνω
στηνόντουσαν	=	στήνω
στηνόσασταν	=	στήνω
στηνόσαστε	=	στήνω
στηνόσουν	=	στήνω
στηνόσουνα	=	στήνω
στηνόταν	=	στήνω
στηνότανε	=	στήνω
στηρίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήριγμα
στηρίγματος	noun	γενική ενικού του στήριγμα
στηρίζαμε	=	στηρίζω
στηρίζαν	=	στηρίζω
στηρίζανε	=	στηρίζω
στηρίζατε	=	στηρίζω
στηρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του στηρίζω
στηρίζεις	=	στηρίζω
στηρίζεσαι	=	στηρίζω
στηρίζεστε	=	στηρίζω
στηρίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του στηρίζομαι
στηρίζετε	=	στηρίζω
στηρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στηρίζω
στηρίζομε	verb	λόγιος τύπος του στηρίζουμε, πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος στηρίζω
στηρίζονται	=	στηρίζω
στηρίζονταν	=	στηρίζω
στηρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στηρίζω
στηρίζου	=	στηρίζω
στηρίζουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος στηρίζω
στηρίζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του στηρίζω
στηρίζουνε	=	στηρίζω
στηρίζω	verb	με διάφορα μέσα και τρόπους στερεώνω κάτι και το κρατώ όρθιο (και ακίνητο)
στηρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξαν	=	στηρίζω
στηρίξανε	=	στηρίζω
στηρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήριξη
στηρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξεων	=	στήριξη
στηρίξομε	=	στηρίζω
στηρίξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξουνε	=	στηρίζω
στηρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζω
στηρίχθηκα	=	στηρίζομαι
στηρίχθηκαν	=	στηρίζω
στηρίχθηκε	=	στηρίζω
στηρίχθηκες	=	στηρίζω
στηρίχτε	=	στηρίζω
στηρίχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηρίχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηρίχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηρίχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στήριγμα
στηριγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηριγμένο
στηριγμένε	verb	κλητική ενικού του στηριγμένος
στηριγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηριγμένη
στηριγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηριγμένος
στηριγμένης	verb	γενική ενικού του στηριγμένη
στηριγμένο	verb	αιτιατική ενικού του στηριγμένος
στηριγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηριγμένος
στηριγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στηρίζω
στηριγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στηριγμένος
στηριγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στηριγμένος
στηριγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στηριγμένος
στηριζόμασταν	=	στηρίζω
στηριζόμαστε	=	στηρίζω
στηριζόμενος	=	στηρίζω
στηριζόμουν	=	στηρίζω
στηριζόμουνα	=	στηρίζω
στηριζόντουσαν	=	στηρίζω
στηριζόσασταν	=	στηρίζω
στηριζόσαστε	=	στηρίζω
στηριζόσουν	=	στηρίζω
στηριζόσουνα	=	στηρίζω
στηριζόταν	=	στηρίζω
στηριζότανε	=	στηρίζω
στηρικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηρικτικό
στηρικτικέ	adj	κλητική ενικού του στηρικτικός
στηρικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στηρικτική
στηρικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στηρικτικός
στηρικτικής	adj	γενική ενικού του στηρικτική
στηρικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στηρικτικός
στηρικτικού	adj	γενική ενικού του στηρικτικός
στηρικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στηρικτικός
στηρικτικό	adj	αιτιατική ενικού του στηρικτικός
στηρικτικός	adj|formal	που έχει σχέση με στήριξη, αναφέρεται η συμβάλλει σ’ αυτή
στηρικτικών	adj	γενική πληθυντικού του στηρικτικός
στηριχθήκαμε	=	στηρίζω
στηριχθήκαν	=	στηρίζω
στηριχθήκανε	=	στηρίζω
στηριχθήκατε	=	στηρίζω
στηριχθεί	=	στηρίζω
στηριχθείς	=	στηρίζω
στηριχθείτε	=	στηρίζω
στηριχθούμε	=	στηρίζω
στηριχθούν	=	στηρίζω
στηριχθούνε	=	στηρίζω
στηριχθώ	=	στηρίζω
στηριχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτήκαν	=	στηρίζω
στηριχτήκανε	=	στηρίζω
στηριχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στηριχτούνε	=	στηρίζω
στηριχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στηρίζομαι
στης	article	σε + της (γενική ενικού, θηλυκού γένους του ο)
στησίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήσιμο
στησίματος	noun	γενική ενικού του στήσιμο
στησιμάτων	=	στήσιμο
στητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στητός	adv	με στητό τρόπο
στητέ	adj	κλητική ενικού του στητός
στητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στητή
στητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στητός
στητής	adj	γενική ενικού του στητή
στητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στητός
στητού	adj	γενική ενικού του στητός
στητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στητός
στητό	adj	αιτιατική ενικού του στητός
στητός	adj	που διατηρείται όρθιος
στητών	adj	γενική πληθυντικού του στητός
στια	noun|vulgar	τζάκι
στιας	=	στια
στιβάδα	noun	καθένα από τα στρώματα ύλης με ικανή πυκνότητα και ομοιογένεια
στιβάδας	=	στιβάδα
στιβάδες	=	στιβάδα
στιβάδων	=	στιβάδα
στιβάλι	noun	είδος μπότας
στιβάλια	=	στιβάλι
στιβάνι	noun	άλλη μορφή του στιβάλι
στιβάνια	=	στιβάνι
στιβαδόρε	=	στιβαδόρος
στιβαδόρο	=	στιβαδόρος
στιβαδόροι	=	στιβαδόρος
στιβαδόρος	noun	άνθρωπος με επάγγελμα την φόρτωση / εκφόρτωση πλοίου
στιβαδόρου	=	στιβαδόρος
στιβαδόρους	=	στιβαδόρος
στιβαδόρων	=	στιβαδόρος
στιβαλιού	=	στιβάλι
στιβαλιών	=	στιβάλι
στιβανιού	=	στιβάνι
στιβανιών	=	στιβάνι
στιβαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στιβαρός	adv	με στιβαρό τρόπο, με στιβαρότητα
στιβαρέ	adj	κλητική ενικού του στιβαρός
στιβαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιβαρή
στιβαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιβαρός
στιβαρής	adj	γενική ενικού του στιβαρή
στιβαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιβαρός
στιβαροτήτων	=	στιβαρότητα
στιβαρού	adj	γενική ενικού του στιβαρός
στιβαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιβαρός
στιβαρό	adj	αιτιατική ενικού του στιβαρός
στιβαρός	adj	ρωμαλέος, δυνατός
στιβαρότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι στιβαρό(ς), η ιδιότητα του στιβαρού
στιβαρότητας	noun	γενική ενικού του στιβαρότητα
στιβαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιβαρότητα
στιβαρών	adj	γενική πληθυντικού του στιβαρός
στιβνίτες	=	στιβνίτης
στιβνίτη	=	στιβνίτης
στιβνίτης	noun	είδος ορυκτού, το θειούχο αντιμόνιο
στιβνιτών	=	στιβνίτης
στιβόμασταν	=	στίβω
στιβόμαστε	=	στίβω
στιβόμουν	=	στίβω
στιβόμουνα	=	στίβω
στιβόντουσαν	=	στίβω
στιβόσασταν	=	στίβω
στιβόσαστε	=	στίβω
στιβόσουν	=	στίβω
στιβόσουνα	=	στίβω
στιβόταν	=	στίβω
στιβότανε	=	στίβω
στιγμάτιζα	=	στιγματίζω
στιγμάτιζαν	=	στιγματίζω
στιγμάτιζε	=	στιγματίζω
στιγμάτιζες	=	στιγματίζω
στιγμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στίγμα
στιγμάτωση	noun	νόσος που εκδηλώνεται με εμφάνιση στιγμάτων στα φύλλα δέντρων
στιγμάτωσης	=	στιγμάτωση
στιγμάτωσις	noun	στιγμάτωση
στιγμένα	=	στιγμένος
στιγμένε	=	στιγμένος
στιγμένες	=	στιγμένος
στιγμένη	=	στιγμένος
στιγμένης	=	στιγμένος
στιγμένο	=	στιγμένος
στιγμένοι	=	στιγμένος
στιγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στίζω
στιγμένου	=	στιγμένος
στιγμένους	=	στιγμένος
στιγμένων	=	στιγμένος
στιγμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγμή
στιγμή	noun	μικρό χρονικό διάστημα
στιγμής	noun	γενική ενικού του στιγμή
στιγμασταδιένια	=	στιγμασταδιένιο
στιγμασταδιένιο	noun	τύπος στεροειδούς υδρογονάνθρακα που ανήκει στις φυτοστερόλες· είναι ένα φυσικό οργανικό μόριο που βρίσκεται σε φυτικά έλαια, δημητριακά και άλλα φυτικά προϊόντα, και συχνά μελετάται για τις ιδιότητές του ως πρόδρομος ενώσεων που σχετίζονται με την παραγωγή στεροειδών
στιγμασταδιένιου	=	στιγμασταδιένιο
στιγμασταδιενίου	=	στιγμασταδιένιο
στιγμασταδιενίων	=	στιγμασταδιένιο
στιγματίζαμε	=	στιγματίζω
στιγματίζαν	=	στιγματίζω
στιγματίζανε	=	στιγματίζω
στιγματίζατε	=	στιγματίζω
στιγματίζει	=	στιγματίζω
στιγματίζεις	=	στιγματίζω
στιγματίζεσαι	=	στιγματίζω
στιγματίζεστε	=	στιγματίζω
στιγματίζεται	=	στιγματίζω
στιγματίζετε	=	στιγματίζω
στιγματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στιγματίζω
στιγματίζομε	=	στιγματίζω
στιγματίζονται	=	στιγματίζω
στιγματίζονταν	=	στιγματίζω
στιγματίζοντας	=	στιγματίζω
στιγματίζουμε	=	στιγματίζω
στιγματίζουν	=	στιγματίζω
στιγματίζουνε	=	στιγματίζω
στιγματίζω	verb|figurative	αποδοκιμάζω έντονα, επικρίνω κάποιον / κάτι
στιγματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσαν	=	στιγματίζω
στιγματίσανε	=	στιγματίζω
στιγματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσομε	=	στιγματίζω
στιγματίσου	=	στιγματίζω
στιγματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίσουνε	=	στιγματίζω
στιγματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματίστηκα	=	στιγματίζω
στιγματίστηκαν	=	στιγματίζω
στιγματίστηκε	=	στιγματίζω
στιγματίστηκες	=	στιγματίζω
στιγματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιγματίζω
στιγματιζόμασταν	=	στιγματίζω
στιγματιζόμαστε	=	στιγματίζω
στιγματιζόμουν	=	στιγματίζω
στιγματιζόμουνα	=	στιγματίζω
στιγματιζόντουσαν	=	στιγματίζω
στιγματιζόσασταν	=	στιγματίζω
στιγματιζόσαστε	=	στιγματίζω
στιγματιζόσουν	=	στιγματίζω
στιγματιζόσουνα	=	στιγματίζω
στιγματιζόταν	=	στιγματίζω
στιγματιζότανε	=	στιγματίζω
στιγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγματικό
στιγματικέ	adj	κλητική ενικού του στιγματικός
στιγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγματική
στιγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιγματικός
στιγματικής	adj	γενική ενικού του στιγματική
στιγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιγματικός
στιγματικού	adj	γενική ενικού του στιγματικός
στιγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιγματικός
στιγματικό	adj	αιτιατική ενικού του στιγματικός
στιγματικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται σε στίγμα
στιγματικών	adj	γενική πληθυντικού του στιγματικός
στιγματισμέ	noun	κλητική ενικού του στιγματισμός
στιγματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγματισμένο
στιγματισμένε	verb	κλητική ενικού του στιγματισμένος
στιγματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγματισμένη
στιγματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιγματισμένος
στιγματισμένης	verb	γενική ενικού του στιγματισμένη
στιγματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στιγματισμένος
στιγματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιγματισμένος
στιγματισμένος	=	στιγματίζω
στιγματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στιγματισμένος
στιγματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στιγματισμένος
στιγματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στιγματισμένος
στιγματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιγματισμός
στιγματισμού	noun	γενική ενικού του στιγματισμός
στιγματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στιγματισμός
στιγματισμό	noun	αιτιατική ενικού του στιγματισμός
στιγματισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στιγματίζω
στιγματισμών	noun	γενική πληθυντικού του στιγματισμός
στιγματιστήκαμε	=	στιγματίζω
στιγματιστήκαν	=	στιγματίζω
στιγματιστήκανε	=	στιγματίζω
στιγματιστήκατε	=	στιγματίζω
στιγματιστεί	=	στιγματίζω
στιγματιστείς	=	στιγματίζω
στιγματιστείτε	=	στιγματίζω
στιγματιστούμε	=	στιγματίζω
στιγματιστούν	=	στιγματίζω
στιγματιστούνε	=	στιγματίζω
στιγματιστώ	=	στιγματίζω
στιγματώσεις	=	στιγμάτωση
στιγματώσεων	=	στιγμάτωση
στιγμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιγμιαίος	adv	για μια στιγμή, για ελάχιστο χρονικό διάστημα
στιγμιαίας	adj	γενική ενικού του στιγμιαία
στιγμιαίε	adj	στιγμιαίος, στην κλητική του ενικού
στιγμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιγμιαία
στιγμιαίο	adj	στιγμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
στιγμιαίοι	adj	στιγμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
στιγμιαίος	adj	που διαρκεί μια στιγμή, πολύ σύντομος
στιγμιαίου	adj	γενική ενικού του στιγμιαίος
στιγμιαίους	adj	στιγμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
στιγμιαίων	adj	γενική πληθυντικού του στιγμιαίος
στιγμιαίως	adv|dated	στιγμιαία
στιγμιογράφηση	noun|formal	η φωτογράφιση σε ελάχιστο χρόνο, στιγμιαία φωτογραφία
στιγμιογράφησης	=	στιγμιογράφηση
στιγμιογράφησις	noun	στιγμιογράφηση, ενσταντανέ
στιγμιογραφήσεις	=	στιγμιογράφηση
στιγμιογραφήσεων	=	στιγμιογράφηση
στιγμιοτύπου	=	στιγμιότυπο
στιγμιοτύπων	=	στιγμιότυπο
στιγμιότυπα	=	στιγμιότυπο
στιγμιότυπο	noun	φωτογράφιση σύντομης χαρακτηριστικής σκηνής
στιγμιότυπον	noun	το στιγμιότυπο
στιγμιότυπου	=	στιγμιότυπο
στιγμιότυπων	=	στιγμιότυπο
στιγμομέτρου	=	στιγμόμετρο
στιγμομέτρων	=	στιγμόμετρο
στιγμόμετρα	=	στιγμόμετρο
στιγμόμετρο	noun	όργανο που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία, έχει τη μορφή χάρακα και περιέχει υποδιαιρέσεις για στιγμές και χιλιοστά
στιγμόμετρου	=	στιγμόμετρο
στιγμόμετρων	=	στιγμόμετρο
στιγμών	=	στιγμή
στιες	=	στια
στικ	noun	προϊόν που κυκλοφορεί σε συσκευασία κυλίνδρου
στικάκι	noun	μικρό στικ
στικάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στικάκι
στικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στικτός	adv	με στικτό τρόπο
στικτέ	adj	κλητική ενικού του στικτός
στικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στικτή
στικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στικτός
στικτής	adj	γενική ενικού του στικτή
στικταετέ	=	στικταετός
στικταετοί	=	στικταετός
στικταετού	=	στικταετός
στικταετούς	=	στικταετός
στικταετό	=	στικταετός
στικταετός	noun	είδος αετού
στικταετών	=	στικταετός
στικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στικτός
στικτού	adj	γενική ενικού του στικτός
στικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στικτός
στικτό	adj	αιτιατική ενικού του στικτός
στικτός	adj	ο γεμάτος στίγματα
στικτών	adj	γενική πληθυντικού του στικτός
στιλ	noun	ύφος
στιλάκι	noun	υποκοριστικό του στιλ
στιλάκια	=	στιλάκι
στιλάτα	=	στιλάτος
στιλάτε	=	στιλάτος
στιλάτες	=	στιλάτος
στιλάτη	=	στιλάτος
στιλάτης	=	στιλάτος
στιλάτο	=	στιλάτος
στιλάτοι	=	στιλάτος
στιλάτος	adj	κομψός, που έχει στιλ
στιλάτου	=	στιλάτος
στιλάτους	=	στιλάτος
στιλάτων	=	στιλάτος
στιλέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλέτο
στιλέτο	noun	μαχαιράκι, εγχειρίδιο, με το οποίο πραγματοποιούνται επιθέσεις δολοφονίας
στιλέτου	noun	γενική ενικού του στιλέτο
στιλέτων	noun	γενική πληθυντικού του στιλέτο
στιλίστα	=	στιλίστας
στιλίστας	noun	σύμβουλος επί θεμάτων στιλ, αισθητικής, δημόσιας εικόνας κ.λπ.
στιλίστες	=	στιλίστας
στιλίστρια	noun	θηλυκό του στιλίστας
στιλίστριας	=	στιλίστρια
στιλίστριες	=	στιλίστρια
στιλβαδάμας	noun	διαμάντι με πολλαπλές έδρες, μπριλάντι
στιλβηδών	noun	λαμπρότητα
στιλβουσών	=	στίλβων
στιλβούσης	=	στίλβων
στιλβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στίλβωμα
στιλβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλβωμένο
στιλβωμένε	verb	κλητική ενικού του στιλβωμένος
στιλβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλβωμένη
στιλβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιλβωμένος
στιλβωμένης	verb	γενική ενικού του στιλβωμένη
στιλβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στιλβωμένος
στιλβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιλβωμένος
στιλβωμένος	verb	που την έχουν περάσει με λούστρο, που την έχουν γιαλίσει, λουστράρει με βερνίκι
στιλβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στιλβωμένος
στιλβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στιλβωμένος
στιλβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στιλβωμένος
στιλβωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλβωτής
στιλβωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του στιλβωτής
στιλβωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλβωτήριο
στιλβωτήριο	noun	κατάστημα όπου γίνεται η στίλβωση παπουτσιών
στιλβωτήριου	=	στιλβωτήριο
στιλβωτής	noun	κάποιος που στιλβώνει παπούτσια
στιλβωτηρίου	noun	γενική ενικού του στιλβωτήριο
στιλβωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του στιλβωτήριο
στιλβωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλβωτικό
στιλβωτικέ	adj	κλητική ενικού του στιλβωτικός
στιλβωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλβωτική
στιλβωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιλβωτικός
στιλβωτικής	adj	γενική ενικού του στιλβωτική
στιλβωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιλβωτικός
στιλβωτικού	adj	γενική ενικού του στιλβωτικός
στιλβωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιλβωτικός
στιλβωτικό	adj	αιτιατική ενικού του στιλβωτικός
στιλβωτικός	adj	που έχει σχέση με το στίλβωμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή συντελεί σ’ αυτό
στιλβωτικών	adj	γενική πληθυντικού του στιλβωτικός
στιλβωτών	noun	γενική πληθυντικού του στιλβωτής
στιλβόντων	=	στίλβων
στιλβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στίλβωμα
στιλβώματος	noun	γενική ενικού του στίλβωμα
στιλβών	=	στίλβη
στιλβώναμε	=	στιλβώνω
στιλβώναν	=	στιλβώνω
στιλβώνανε	=	στιλβώνω
στιλβώνατε	=	στιλβώνω
στιλβώνει	=	στιλβώνω
στιλβώνεις	=	στιλβώνω
στιλβώνετε	=	στιλβώνω
στιλβώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στιλβώνω
στιλβώνοντας	=	στιλβώνω
στιλβώνουμε	=	στιλβώνω
στιλβώνουν	=	στιλβώνω
στιλβώνουνε	=	στιλβώνω
στιλβώνω	verb	βάφω τα υποδήματα με βερνίκι, για να φρεσκαριστούν, και μετά τα λουστράρω, για να γυαλίσουν
στιλβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώσαν	=	στιλβώνω
στιλβώσανε	=	στιλβώνω
στιλβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στίλβωση
στιλβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώσεων	=	στίλβωση
στιλβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιλβώνω
στιλετάκι	noun|rare	υποκοριστικό του στιλέτο
στιλετιά	noun	χτύπημα με στιλέτο
στιλετιάς	=	στιλετιά
στιλετιές	=	στιλετιά
στιλετιών	=	στιλετιά
στιλιζάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στιλιζάρω
στιλιζάρομαι	=	στιλιζάρω
στιλιζάρω	verb	αναπαριστώ κάτι μ’ ένα συγκεκριμένο στιλ, τυποποιημένα
στιλιζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλιζάρισμα
στιλιζαρίσματος	noun	γενική ενικού του στιλιζάρισμα
στιλιζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στιλιζάρισμα
στιλιζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλιζαρισμένο
στιλιζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του στιλιζαρισμένος
στιλιζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλιζαρισμένη
στιλιζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιλιζαρισμένος
στιλιζαρισμένης	verb	γενική ενικού του στιλιζαρισμένη
στιλιζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στιλιζαρισμένος
στιλιζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιλιζαρισμένος
στιλιζαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στιλιζάρω
στιλιζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στιλιζαρισμένος
στιλιζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στιλιζαρισμένος
στιλιζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στιλιζαρισμένος
στιλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στιλιστικός	adv	από στιλιστικής απόψεως
στιλιστικέ	adj	κλητική ενικού του στιλιστικός
στιλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλιστική
στιλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιλιστικός
στιλιστικής	adj	γενική ενικού του στιλιστική
στιλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιλιστικός
στιλιστικού	adj	γενική ενικού του στιλιστικός
στιλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιλιστικός
στιλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του στιλιστικός
στιλιστικός	adj	που έχει σχέση με το στιλ ή τον στιλίστα ή αναφέρεται σ’ αυτά
στιλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του στιλιστικός
στιλιστριών	=	στιλίστρια
στιλιστών	=	στιλίστας
στιλογράφε	=	στιλογράφος
στιλογράφο	=	στιλογράφος
στιλογράφοι	=	στιλογράφος
στιλογράφος	noun|dated	άλλη μορφή του στιλό
στιλογράφου	=	στιλογράφος
στιλογράφους	=	στιλογράφος
στιλογράφων	=	στιλογράφος
στιλπνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλπνό	adv	γυαλιστερά, αστραφτερά
στιλπνέ	adj	κλητική ενικού του στιλπνός
στιλπνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλπνή
στιλπνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιλπνός
στιλπνής	adj	γενική ενικού του στιλπνή
στιλπνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιλπνός
στιλπνοτήτων	=	στιλπνότητα
στιλπνού	adj	γενική ενικού του στιλπνός
στιλπνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιλπνός
στιλπνό	adj	αιτιατική ενικού του στιλπνός
στιλπνός	adj	γυαλιστερός, αστραφτερός, όπως η λεία επιφάνεια καθρέφτη
στιλπνότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι στιλπνό(ς), η ιδιότητα του στιλπνού
στιλπνότητας	noun	γενική ενικού του στιλπνότητα
στιλπνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιλπνότητα
στιλπνών	adj	γενική πληθυντικού του στιλπνός
στιλό	noun	κυλινδρικό σωληνοειδές εργαλείο που καταλήγει σε μια μυτερή άκρη, τροφοδοτούμενη από ένα σωλήνα με μελάνι στο εσωτερικό του, και χρησιμοποιείται στη γραφή ή και το σχέδιο
στιμάρισμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στιμάρω
στιμάρω	verb|vulgar	προσδιορίζω την αξία, εκτιμώ, αξιολογώ
στιμέρνω	verb	παράλληλος τύπος του στιμάρω: εκτιμώ, υπολογίζω, μετράω
στιμαρίσματα	=	στιμάρισμα
στιμαρίσματος	=	στιμάρισμα
στιμαρισμάτων	=	στιμάρισμα
στιμαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιμαρισμένο
στιμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του στιμαρισμένος
στιμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιμαρισμένη
στιμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιμαρισμένος
στιμαρισμένης	verb	γενική ενικού του στιμαρισμένη
στιμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στιμαρισμένος
στιμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιμαρισμένος
στιμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στιμαρισμένος
στιμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στιμαρισμένος
στιμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στιμαρισμένος
στιμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιμμένο
στιμμένε	verb	κλητική ενικού του στιμμένος
στιμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιμμένη
στιμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιμμένος
στιμμένης	verb	γενική ενικού του στιμμένη
στιμμένο	verb	αιτιατική ενικού του στιμμένος
στιμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιμμένος
στιμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στίβω, άλλη γραφή του στυμμένος
στιμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στιμμένος
στιμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στιμμένος
στιμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στιμμένος
στιπλ	adj	αγώνισμα του στίβου κατά το οποίο οι αθλητές διανύουν τρέχοντας μια απόσταση (συνήθως 3.000 μέτρα) περνώντας πάνω από τεχνητά εμπόδια ή τεχνητές λιμνούλες
στιπτήρια	=	στιπτήριο
στιπτήριο	noun	άλλη γραφή του στυπτήριο
στιπτήριου	=	στιπτήριο
στιπτηρίου	=	στιπτήριο
στιπτηρίων	=	στιπτήριο
στις	article	σε + τις (αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ο)
στιφάδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιφάδο
στιφάδο	noun	φαγητό με κοκκινιστό κρέας και πολλά μικρά κρεμμύδια
στιφάδου	noun	γενική ενικού του στιφάδο
στιφάδων	noun	γενική πληθυντικού του στιφάδο
στιφρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιφρό	adv	κατά τρόπο στιφρό
στιφρέ	adj	κλητική ενικού του στιφρός
στιφρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιφρή
στιφρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιφρός
στιφρής	adj	γενική ενικού του στιφρή
στιφροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιφρός
στιφρού	adj	γενική ενικού του στιφρός
στιφρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιφρός
στιφρό	adj	αιτιατική ενικού του στιφρός
στιφρός	adj	στιφρός πλακούντας, δηλαδή ο πλακούντας που διεισδύει και στο μυομήτριο (και δεν προσκολλάται απλώς στο μυομήτριο όπως στον συμφυτικό, ούτε διαπερνά το μυομήτριο και τον ορογόνο ή και γειτονικά όργανα όπως στον διεισδυτικό)
στιφρών	adj	γενική πληθυντικού του στιφρός
στιφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιφτό	adv	με στιφτό τρόπο
στιφτέ	adj	κλητική ενικού του στιφτός
στιφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιφτή
στιφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιφτός
στιφτήκαμε	=	στίβω
στιφτήκαν	=	στίβω
στιφτήκανε	=	στίβω
στιφτήκατε	=	στίβω
στιφτήρι	noun	άλλη γραφή του στυφτήρι
στιφτήρια	=	στιφτήρι
στιφτής	adj	γενική ενικού του στιφτή
στιφτεί	=	στίβω
στιφτείς	=	στίβω
στιφτείτε	=	στίβω
στιφτηριού	=	στιφτήρι
στιφτηριών	=	στιφτήρι
στιφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιφτός
στιφτού	adj	γενική ενικού του στιφτός
στιφτούμε	=	στίβω
στιφτούν	=	στίβω
στιφτούνε	=	στίβω
στιφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιφτός
στιφτό	adj	αιτιατική ενικού του στιφτός
στιφτός	adj	άλλη μορφή του στειφτός
στιφτώ	=	στίβω
στιφτών	adj	γενική πληθυντικού του στιφτός
στιφών	=	στίφος
στιχάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχάριο
στιχάριο	noun	ένα εσωτερικό μακρύ ένδυμα με στενά μανίκια των κληρικών όλων των βαθμίδων, που αποτελεί σύμβολο αγνότητας
στιχάριου	=	στιχάριο
στιχίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στίχιση
στιχίσεων	noun	γενική πληθυντικού του στίχιση
στιχίσεως	noun|formal	γενική ενικού του στίχιση
στιχαρίου	noun	γενική ενικού του στιχάριο
στιχαρίων	noun	γενική πληθυντικού του στιχάριο
στιχηδόν	adv|formal	σε στίχους, σε σειρά
στιχηρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχηρό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στιχηρός
στιχηράρια	=	στιχηράριο
στιχηράριο	noun	βιβλίο εκκλησιαστικής μουσικής με μαθήματα στιχηραρικού μέλους
στιχηράριου	=	στιχηράριο
στιχηράριων	=	στιχηράριο
στιχηρέ	adj	κλητική ενικού του στιχηρός
στιχηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχηρή
στιχηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιχηρός
στιχηρής	adj	γενική ενικού του στιχηρή
στιχηραρίκου	=	στιχηραρικό
στιχηραρίκων	=	στιχηραρικό
στιχηραρίου	=	στιχηράριο
στιχηραρίων	=	στιχηράριο
στιχηραρικα	=	στιχηραρικό
στιχηραρικο	=	στιχηραρικό
στιχηραρικου	=	στιχηραρικό
στιχηραρικων	=	στιχηραρικό
στιχηραρικό	noun	εκκλησιαστικό αργόσυρτο μέλος
στιχηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχηρός
στιχηροκάθισμα	noun	υποδιαίρεση τροπαρίου το οποίο ψάλλεται μετά από ψαλμό (στιχηρό), κατά τη διάρκεια του οποίου επιτρέπεται να κάθονται οι πιστοί (κάθισμα)
στιχηροκαθίσματα	=	στιχηροκάθισμα
στιχηροκαθίσματος	=	στιχηροκάθισμα
στιχηροκαθισμάτων	=	στιχηροκάθισμα
στιχηρού	adj	γενική ενικού του στιχηρός
στιχηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιχηρός
στιχηρό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του στιχηρός	noun	τροπάριο του οποίου προηγείται εκφώνηση στίχου (ψαλμού τού Δαβίδ)
στιχηρός	adj|archaic	που έχει σχέση με στίχους, αναφέρεται σ’ αυτούς ή αποτελείται από στίχους
στιχηρών	adj	γενική πληθυντικού του στιχηρός
στιχογράφε	=	στιχογράφος
στιχογράφο	=	στιχογράφος
στιχογράφοι	=	στιχογράφος
στιχογράφος	noun	που γράφει στίχους
στιχογράφου	=	στιχογράφος
στιχογράφους	=	στιχογράφος
στιχογράφων	=	στιχογράφος
στιχογραφία	noun	η στιχουργία
στιχογραφίας	=	στιχογραφία
στιχογραφίες	=	στιχογραφία
στιχογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχογραφικό
στιχογραφικέ	adj	κλητική ενικού του στιχογραφικός
στιχογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχογραφική
στιχογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιχογραφικός
στιχογραφικής	adj	γενική ενικού του στιχογραφική
στιχογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχογραφικός
στιχογραφικού	adj	γενική ενικού του στιχογραφικός
στιχογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιχογραφικός
στιχογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του στιχογραφικός
στιχογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη στιχογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στιχογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του στιχογραφικός
στιχογραφιών	=	στιχογραφία
στιχομέτρου	=	στιχόμετρο
στιχομέτρων	=	στιχόμετρο
στιχομετρία	noun	η καταγραφή των αριθμών των στίχων στο περιθώριο του κειμένου (όλων των στίχων ή ανά πεντάδες ή δεκάδες)
στιχομετρίας	=	στιχομετρία
στιχομετρίες	=	στιχομετρία
στιχομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχομετρικό
στιχομετρικέ	adj	κλητική ενικού του στιχομετρικός
στιχομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχομετρική
στιχομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιχομετρικός
στιχομετρικής	adj	γενική ενικού του στιχομετρική
στιχομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχομετρικός
στιχομετρικού	adj	γενική ενικού του στιχομετρικός
στιχομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιχομετρικός
στιχομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του στιχομετρικός
στιχομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη στιχομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στιχομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του στιχομετρικός
στιχομετριών	=	στιχομετρία
στιχομυθία	noun	ο διάλογος μεταξύ προσώπων, με ευσύνοπτες ερωτήσεις και απαντήσεις
στιχομυθίας	noun	γενική ενικού του στιχομυθία
στιχομυθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχομυθία
στιχομυθιών	noun	γενική πληθυντικού του στιχομυθία
στιχοπλοκές	=	στιχοπλοκή
στιχοπλοκή	noun	δημιουργία στίχων απλοϊκής μορφής
στιχοπλοκής	=	στιχοπλοκή
στιχοπλοκών	=	στιχοπλοκή
στιχοπλόκε	noun	κλητική ενικού του στιχοπλόκος
στιχοπλόκο	noun	αιτιατική ενικού του στιχοπλόκος
στιχοπλόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχοπλόκος
στιχοπλόκος	noun	στιχουργός, στιχοποιός
στιχοπλόκου	noun	γενική ενικού του στιχοπλόκος
στιχοπλόκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στιχοπλόκος
στιχοπλόκων	noun	γενική πληθυντικού του στιχοπλόκος
στιχοποίηση	noun	η παραγωγή στίχων (ποιήματος, τραγουδιού, ρυθμικού πεζού κειμένου κτλ.)
στιχοποίησης	noun	γενική ενικού του στιχοποίηση
στιχοποιέ	noun	κλητική ενικού του στιχοποιός
στιχοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχοποίηση
στιχοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στιχοποίηση
στιχοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στιχοποίηση
στιχοποιία	noun	η σύνθεση στίχων
στιχοποιίας	noun	γενική ενικού του στιχοποιία
στιχοποιίες	=	στιχοποιία
στιχοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του στιχοποιία
στιχοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχοποιός
στιχοποιού	noun	γενική ενικού του στιχοποιός
στιχοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στιχοποιός
στιχοποιό	noun	αιτιατική ενικού του στιχοποιός
στιχοποιός	noun|rare	ο στιχουργός, ο στιχοπλόκος
στιχοποιών	noun	γενική πληθυντικού του στιχοποιός
στιχουργέ	noun	κλητική ενικού του στιχουργός
στιχουργήθηκα	=	στιχουργώ
στιχουργήθηκαν	=	στιχουργώ
στιχουργήθηκε	=	στιχουργώ
στιχουργήθηκες	=	στιχουργώ
στιχουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχούργημα
στιχουργήματος	noun	γενική ενικού του στιχούργημα
στιχουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσαν	=	στιχουργώ
στιχουργήσανε	=	στιχουργώ
στιχουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσου	=	στιχουργώ
στιχουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχουργία	noun	η ενασχόληση με τη συγγραφή στίχων
στιχουργίας	noun	γενική ενικού του στιχουργία
στιχουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχουργία
στιχουργεί	=	στιχουργώ
στιχουργείς	=	στιχουργώ
στιχουργείσαι	=	στιχουργώ
στιχουργείστε	=	στιχουργώ
στιχουργείται	=	στιχουργώ
στιχουργείτε	=	στιχουργώ
στιχουργηθήκαμε	=	στιχουργώ
στιχουργηθήκαν	=	στιχουργώ
στιχουργηθήκανε	=	στιχουργώ
στιχουργηθήκατε	=	στιχουργώ
στιχουργηθεί	=	στιχουργώ
στιχουργηθείτε	=	στιχουργώ
στιχουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του στιχούργημα
στιχουργημένος	=	στιχουργώ
στιχουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχουργικό	adv	με στιχουργικό τρόπο, από στιχουργικής άποψης
στιχουργικέ	adj	κλητική ενικού του στιχουργικός
στιχουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στιχουργική
στιχουργική	noun	η τέχνη του στιχουργού καθώς και οι κανόνες σύνθεσης στίχων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στιχουργικός
στιχουργικής	adj	γενική ενικού του στιχουργική
στιχουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχουργικός
στιχουργικού	adj	γενική ενικού του στιχουργικός
στιχουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στιχουργικός
στιχουργικό	adj	αιτιατική ενικού του στιχουργικός
στιχουργικός	adj	που σχετίζεται με τον στιχουργό ή τη στιχουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά
στιχουργικών	adj	γενική πληθυντικού του στιχουργικός
στιχουργιών	noun	γενική πληθυντικού του στιχουργία
στιχουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στιχουργός
στιχουργού	noun	γενική ενικού του στιχουργός
στιχουργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στιχουργώ
στιχουργούμασταν	=	στιχουργώ
στιχουργούμαστε	=	στιχουργώ
στιχουργούμε	=	στιχουργώ
στιχουργούμουν	=	στιχουργώ
στιχουργούν	=	στιχουργώ
στιχουργούνε	=	στιχουργώ
στιχουργούνται	=	στιχουργώ
στιχουργούνταν	=	στιχουργώ
στιχουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στιχουργός
στιχουργούσα	=	στιχουργώ
στιχουργούσαμε	=	στιχουργώ
στιχουργούσαν	=	στιχουργώ
στιχουργούσανε	=	στιχουργώ
στιχουργούσασταν	=	στιχουργώ
στιχουργούσαστε	=	στιχουργώ
στιχουργούσατε	=	στιχουργώ
στιχουργούσε	=	στιχουργώ
στιχουργούσες	=	στιχουργώ
στιχουργούσουν	=	στιχουργώ
στιχουργό	noun	αιτιατική ενικού του στιχουργός
στιχουργός	noun	που γράφει στίχους (συνήθως προς μελοποίηση)
στιχουργώ	verb	γράφω στίχους
στιχουργών	noun	γενική πληθυντικού του στιχουργός
στιχουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στιχουργώ
στιχούργημα	noun	ό,τι γράφει ένας στιχουργός
στιχούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στιχουργώ
στιχόμετρα	=	στιχόμετρο
στιχόμετρο	noun	το στιγμόμετρο
στιχόμετρου	=	στιχόμετρο
στιχόμετρων	=	στιχόμετρο
στιψίματα	=	στίψιμο
στιψίματος	=	στίψιμο
στιψιμάτων	=	στίψιμο
στιων	=	στια
στλέγγιζα	=	στλεγγίζω
στλέγγιζαν	=	στλεγγίζω
στλέγγιζε	=	στλεγγίζω
στλέγγιζες	=	στλεγγίζω
στλέγγισα	=	στλεγγίζω
στλέγγισαν	=	στλεγγίζω
στλέγγισε	=	στλεγγίζω
στλέγγισες	=	στλεγγίζω
στλεγγίδα	noun	εργαλείο με το οποίο έξυναν οι αθλητές στην αρχαιότητα το σώμα τους για να καθαριστούν
στλεγγίδας	=	στλεγγίδα
στλεγγίδες	=	στλεγγίδα
στλεγγίδων	=	στλεγγίδα
στλεγγίζαμε	=	στλεγγίζω
στλεγγίζαν	=	στλεγγίζω
στλεγγίζανε	=	στλεγγίζω
στλεγγίζατε	=	στλεγγίζω
στλεγγίζει	=	στλεγγίζω
στλεγγίζεις	=	στλεγγίζω
στλεγγίζετε	=	στλεγγίζω
στλεγγίζοντας	=	στλεγγίζω
στλεγγίζουμε	=	στλεγγίζω
στλεγγίζουν	=	στλεγγίζω
στλεγγίζουνε	=	στλεγγίζω
στλεγγίζω	verb	ξύνω με στλεγγίδα το τρίχωμα ζώων, για να καθαρίσει
στλεγγίσαμε	=	στλεγγίζω
στλεγγίσαν	=	στλεγγίζω
στλεγγίσανε	=	στλεγγίζω
στλεγγίσατε	=	στλεγγίζω
στλεγγίσει	=	στλεγγίζω
στλεγγίστε	=	στλεγγίζω
στμ	abbrev	Σημείωση του Μεταφραστή
στο	article	σε + το (ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ο)
στοά	noun	ημιυπαίθριος στεγασμένος χώρος με κίονες (βλέπε και προστώο)
στοάς	noun	γενική ενικού του στοά
στοές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοά
στοίβα	noun	σωρός όμοιων (ή και ανόμοιων) πραγμάτων	adv	σε σωρό
στοίβαγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στοιβάζω
στοίβαζα	=	στοιβάζω
στοίβαζαν	=	στοιβάζω
στοίβαζε	=	στοιβάζω
στοίβαζες	=	στοιβάζω
στοίβαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοίβαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοίβαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοίβαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοίβαξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στοιβάζω
στοίβαξης	=	στοίβαξη
στοίβας	noun	γενική ενικού του στοίβα
στοίβασμα	noun	άλλη μορφή του στοίβαγμα
στοίβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίβα
στοίχε	noun	κλητική ενικού του στοίχος
στοίχειωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στοιχειώνω
στοίχειωνα	=	στοιχειώνω
στοίχειωνε	=	στοιχειώνω
στοίχειωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοίχειωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοίχειωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοίχειωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοίχημα	noun	ένα ρίσκο που παίρνει κάποιος αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος
στοίχιζα	=	στοιχίζω
στοίχιζαν	=	στοιχίζω
στοίχιζε	=	στοιχίζω
στοίχιζες	=	στοιχίζω
στοίχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοίχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοίχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοίχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοίχιση	noun	η τακτοποίηση ανθρώπων ή πραγμάτων σε στοίχους
στοίχισης	=	στοίχιση
στοίχισις	noun	στοίχιση
στοίχο	noun	αιτιατική ενικού του στοίχος
στοίχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοίχος
στοίχος	noun	σειρά, γραμμή, ανθρώπων ή αντικειμένων π.χ. σε παράταξη στρατιωτών, μαθητών, αθλητών που στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλο ή δομικών υλικών σε τοιχοποιία
στοίχου	noun	γενική ενικού του στοίχος
στοίχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στοίχος
στοίχων	noun	γενική πληθυντικού του στοίχος
στοιβάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίβαγμα
στοιβάγματος	noun	γενική ενικού του στοίβαγμα
στοιβάδα	noun	άλλη μορφή του στοίβα
στοιβάδας	=	στοιβάδα
στοιβάδες	=	στοιβάδα
στοιβάδων	=	στοιβάδα
στοιβάζαμε	=	στοιβάζω
στοιβάζαν	=	στοιβάζω
στοιβάζανε	=	στοιβάζω
στοιβάζατε	=	στοιβάζω
στοιβάζει	=	στοιβάζω
στοιβάζεις	=	στοιβάζω
στοιβάζεσαι	=	στοιβάζω
στοιβάζεστε	=	στοιβάζω
στοιβάζεται	=	στοιβάζω
στοιβάζετε	=	στοιβάζω
στοιβάζομαι	=	στοιβάζω
στοιβάζομε	=	στοιβάζω
στοιβάζονται	=	στοιβάζω
στοιβάζονταν	=	στοιβάζω
στοιβάζοντας	=	στοιβάζω
στοιβάζουμε	=	στοιβάζω
στοιβάζουν	=	στοιβάζω
στοιβάζουνε	=	στοιβάζω
στοιβάζω	verb	βάζω όμοια πράγματα το ένα πάνω από το άλλο, σε στοίβα
στοιβάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξαν	=	στοιβάζω
στοιβάξανε	=	στοιβάζω
στοιβάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξεων	=	στοίβαξη
στοιβάξομε	=	στοιβάζω
στοιβάξου	=	στοιβάζω
στοιβάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξουνε	=	στοιβάζω
στοιβάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιβάζω
στοιβάσματα	=	στοίβασμα
στοιβάσματος	=	στοίβασμα
στοιβάχτε	=	στοιβάζω
στοιβάχτηκα	=	στοιβάζω
στοιβάχτηκαν	=	στοιβάζω
στοιβάχτηκε	=	στοιβάζω
στοιβάχτηκες	=	στοιβάζω
στοιβαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στοίβαγμα
στοιβαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιβαγμένο
στοιβαγμένε	verb	κλητική ενικού του στοιβαγμένος
στοιβαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιβαγμένη
στοιβαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιβαγμένος
στοιβαγμένης	verb	γενική ενικού του στοιβαγμένη
στοιβαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοιβαγμένος
στοιβαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιβαγμένος
στοιβαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στοιβάζω
στοιβαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοιβαγμένος
στοιβαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοιβαγμένος
στοιβαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοιβαγμένος
στοιβαζόμασταν	=	στοιβάζω
στοιβαζόμαστε	=	στοιβάζω
στοιβαζόμουν	=	στοιβάζω
στοιβαζόμουνα	=	στοιβάζω
στοιβαζόντουσαν	=	στοιβάζω
στοιβαζόσασταν	=	στοιβάζω
στοιβαζόσαστε	=	στοιβάζω
στοιβαζόσουν	=	στοιβάζω
στοιβαζόσουνα	=	στοιβάζω
στοιβαζόταν	=	στοιβάζω
στοιβαζότανε	=	στοιβάζω
στοιβασία	noun	η στοίχιση και η τοποθέτηση διαφόρων πραγμάτων σε στοίβες
στοιβασίας	noun	γενική ενικού του στοιβασία
στοιβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιβασία
στοιβασιών	noun	γενική πληθυντικού του στοιβασία
στοιβασμάτων	=	στοίβασμα
στοιβαχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στοιβαχτός	adv	με στοιβαχτό τρόπο
στοιβαχτέ	adj	κλητική ενικού του στοιβαχτός
στοιβαχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιβαχτή
στοιβαχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιβαχτός
στοιβαχτήκαμε	=	στοιβάζω
στοιβαχτήκαν	=	στοιβάζω
στοιβαχτήκανε	=	στοιβάζω
στοιβαχτήκατε	=	στοιβάζω
στοιβαχτής	adj	γενική ενικού του στοιβαχτή
στοιβαχτεί	=	στοιβάζω
στοιβαχτείς	=	στοιβάζω
στοιβαχτείτε	=	στοιβάζω
στοιβαχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιβαχτός
στοιβαχτού	adj	γενική ενικού του στοιβαχτός
στοιβαχτούμε	=	στοιβάζω
στοιβαχτούν	=	στοιβάζω
στοιβαχτούνε	=	στοιβάζω
στοιβαχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοιβαχτός
στοιβαχτό	adj	αιτιατική ενικού του στοιβαχτός
στοιβαχτός	adj	άλλη μορφή του στοιβαγμένος
στοιβαχτώ	=	στοιβάζω
στοιβαχτών	adj	γενική πληθυντικού του στοιβαχτός
στοιβών	noun	γενική πληθυντικού του στοίβα
στοιχέιωνα	=	στοιχειώνω
στοιχέιωναν	=	στοιχειώνω
στοιχέιωνε	=	στοιχειώνω
στοιχέιωνες	=	στοιχειώνω
στοιχέιωσα	=	στοιχειώνω
στοιχέιωσαν	=	στοιχειώνω
στοιχέιωσε	=	στοιχειώνω
στοιχέιωσες	=	στοιχειώνω
στοιχήθηκα	=	στοιχίζω
στοιχήθηκαν	=	στοιχίζω
στοιχήθηκε	=	στοιχίζω
στοιχήθηκες	=	στοιχίζω
στοιχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίχημα
στοιχήματος	noun	γενική ενικού του στοίχημα
στοιχίζαμε	=	στοιχίζω
στοιχίζαν	=	στοιχίζω
στοιχίζανε	=	στοιχίζω
στοιχίζατε	=	στοιχίζω
στοιχίζει	=	στοιχίζω
στοιχίζεις	=	στοιχίζω
στοιχίζεσαι	=	στοιχίζω
στοιχίζεστε	=	στοιχίζω
στοιχίζεται	=	στοιχίζω
στοιχίζετε	=	στοιχίζω
στοιχίζομαι	verb	μπαίνω μαζί με άλλους στη σειρά, σε μια γραμμή, σε μια συγκεκριμένη διάταξη στο στρατό, τη γυμναστική, την παρέλαση
στοιχίζομε	=	στοιχίζω
στοιχίζονται	=	στοιχίζω
στοιχίζονταν	=	στοιχίζω
στοιχίζοντας	=	στοιχίζω
στοιχίζουμε	=	στοιχίζω
στοιχίζουν	=	στοιχίζω
στοιχίζουνε	=	στοιχίζω
στοιχίζω	verb	τακτοποιώ ομοειδή πράγματα σε στοίχους, το ένα πίσω από το άλλο
στοιχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίσαν	=	στοιχίζω
στοιχίσανε	=	στοιχίζω
στοιχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίχιση
στοιχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίσεων	=	στοίχιση
στοιχίσομε	=	στοιχίζω
στοιχίσου	=	στοιχίζω
στοιχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίσουνε	=	στοιχίζω
στοιχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχίστηκα	=	στοιχίζω
στοιχίστηκαν	=	στοιχίζω
στοιχίστηκε	=	στοιχίζω
στοιχίστηκες	=	στοιχίζω
στοιχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχίζω
στοιχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχείο
στοιχείο	noun	το μέρος μιας σειράς, ενός συνόλου
στοιχείου	noun	γενική ενικού του στοιχείο
στοιχείων	noun	γενική πληθυντικού του στοιχείο
στοιχειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειό
στοιχειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στοιχειακός	adv	σε στοιχειακό επίπεδο
στοιχειακέ	adj	κλητική ενικού του στοιχειακός
στοιχειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειακή
στοιχειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχειακός
στοιχειακής	adj	γενική ενικού του στοιχειακή
στοιχειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχειακός
στοιχειακού	adj	γενική ενικού του στοιχειακός
στοιχειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοιχειακός
στοιχειακό	adj	αιτιατική ενικού του στοιχειακός
στοιχειακός	adj	που έχει σχέση με στοιχείο (χημικό, φυσικό κ.λπ.) ή αναφέρεται σ’ αυτό
στοιχειακών	adj	γενική πληθυντικού του στοιχειακός
στοιχειοθέτες	=	στοιχειοθέτης
στοιχειοθέτη	=	στοιχειοθέτης
στοιχειοθέτης	noun	υπάλληλος τυπογραφείου που ασχολείται με τη στοιχειοθεσία / στοιχειοθέτηση
στοιχειοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθέτηση	noun	η ενέργεια του στοιχειοθετώ
στοιχειοθέτησης	noun	γενική ενικού του στοιχειοθέτηση
στοιχειοθέτησις	noun	η στοιχειοθέτηση
στοιχειοθέτρια	noun	θηλυκό του στοιχειοθέτης
στοιχειοθέτριας	=	στοιχειοθέτρια
στοιχειοθέτριες	=	στοιχειοθέτρια
στοιχειοθήκες	=	στοιχειοθήκη
στοιχειοθήκη	noun	είναι η θήκη όπου αποθηκεύονται τα τυπογραφικά στοιχεία
στοιχειοθήκης	=	στοιχειοθήκη
στοιχειοθεσία	noun	η στοιχειοθέτηση
στοιχειοθεσίας	noun	γενική ενικού του στοιχειοθεσία
στοιχειοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθεσία
στοιχειοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του στοιχειοθεσία
στοιχειοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθέτηση
στοιχειοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στοιχειοθέτηση
στοιχειοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στοιχειοθέτηση
στοιχειοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθετημένο
στοιχειοθετημένε	verb	κλητική ενικού του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθετημένη
στοιχειοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετημένης	verb	γενική ενικού του στοιχειοθετημένη
στοιχειοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετημένος	verb	που έχει στοιχειοθετηθεί, τεκμηριωθεί
στοιχειοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοιχειοθετημένος
στοιχειοθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθετικό
στοιχειοθετικέ	adj	κλητική ενικού του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθετική
στοιχειοθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετικής	adj	γενική ενικού του στοιχειοθετική
στοιχειοθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετικού	adj	γενική ενικού του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετικό	adj	αιτιατική ενικού του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετικός	adj	που έχει σχέση με τη στοιχειοθεσία ή τον στοιχειοθέτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
στοιχειοθετικών	adj	γενική πληθυντικού του στοιχειοθετικός
στοιχειοθετριών	=	στοιχειοθέτρια
στοιχειοθετώ	verb	συγκεντρώνω και τοποθετώ στη σειρά τυπογραφικά στοιχεία με το χέρι
στοιχειοθετών	=	στοιχειοθέτης
στοιχειοθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στοιχειοθετώ
στοιχειοθηκών	=	στοιχειοθήκη
στοιχειολογία	noun	το κομμάτι της μελέτης της λογικής που ασχολείται με τα στοιχεία, τις αρχές και τις ιδέες που τη συνθέτουν
στοιχειολογίαν	=	στοιχειολογία
στοιχειολογίας	=	στοιχειολογία
στοιχειολογίες	=	στοιχειολογία
στοιχειολογιών	=	στοιχειολογία
στοιχειομετρία	noun	κλάδος της χημείας με αντικείμενο τις σχετικές ποσότητες των αντιδρώντων και προϊόντων στις χημικές αντιδράσεις
στοιχειομετρίας	noun	γενική ενικού του στοιχειομετρία
στοιχειομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειομετρία
στοιχειομετρικά	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικέ	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικές	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρική	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικής	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικοί	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικού	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικούς	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικό	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετρικός	adj	ο σχετικός με τη στοιχειομετρία
στοιχειομετρικών	=	στοιχειομετρικός
στοιχειομετριών	noun	γενική πληθυντικού του στοιχειομετρία
στοιχειοσειρά	noun	string: βλ. συνώνυμο συμβολοσειρά
στοιχειοσειράς	=	στοιχειοσειρά
στοιχειοσειρές	=	στοιχειοσειρά
στοιχειοσειρών	=	στοιχειοσειρά
στοιχειοχυτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοχυτήριο
στοιχειοχυτήριο	noun	εργαστήριο ή εγκατάσταση όπου κατασκευάζονται μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη στοιχειοθεσία και την εκτύπωση εντύπων
στοιχειοχυτήριον	noun	το στοιχειοχυτήριο
στοιχειοχυτήριου	=	στοιχειοχυτήριο
στοιχειοχυτηρίου	noun	γενική ενικού του στοιχειοχυτήριο
στοιχειοχυτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του στοιχειοχυτήριο
στοιχειοχυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοχυτικό
στοιχειοχυτικέ	adj	κλητική ενικού του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοχυτική
στοιχειοχυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτικής	adj	γενική ενικού του στοιχειοχυτική
στοιχειοχυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτικού	adj	γενική ενικού του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτικό	adj	αιτιατική ενικού του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτικός	adj	που έχει σχέση με στοιχειοχυτήριο ή στοιχειοχύτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
στοιχειοχυτικών	adj	γενική πληθυντικού του στοιχειοχυτικός
στοιχειοχυτών	=	στοιχειοχύτης
στοιχειοχύτες	=	στοιχειοχύτης
στοιχειοχύτη	=	στοιχειοχύτης
στοιχειοχύτης	noun	κάποιος που εργάζεται σε στοιχειοχυτήριο
στοιχειού	noun	γενική ενικού του στοιχειό
στοιχειωδέστατα	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατε	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατες	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατη	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατης	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατο	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατοι	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατος	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατου	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατους	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστατων	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερα	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερε	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερες	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερη	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερης	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερο	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστεροι	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερος	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερου	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερους	=	στοιχειώδης
στοιχειωδέστερων	=	στοιχειώδης
στοιχειωδών	=	στοιχειώδης
στοιχειωδώς	adv|formal	με στοιχειώδη τρόπο, κατ’ ελάχιστον, όσο πρέπει
στοιχειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στοίχειωμα
στοιχειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειωμένο
στοιχειωμένε	verb	κλητική ενικού του στοιχειωμένος
στοιχειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχειωμένη
στοιχειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχειωμένος
στοιχειωμένης	verb	γενική ενικού του στοιχειωμένη
στοιχειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοιχειωμένος
στοιχειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχειωμένος
στοιχειωμένος	=	στοιχειώνω
στοιχειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοιχειωμένος
στοιχειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοιχειωμένος
στοιχειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοιχειωμένος
στοιχειό	noun	φάντασμα, πνεύμα ή άλλο υπερφυσικό ον
στοιχειώδεις	=	στοιχειώδης
στοιχειώδες	=	στοιχειώδης
στοιχειώδη	=	στοιχειώδης
στοιχειώδης	adj	ο ελάχιστος αναγκαίος, βασικός, θεμελιώδης
στοιχειώδους	=	στοιχειώδης
στοιχειώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοίχειωμα
στοιχειώματος	noun	γενική ενικού του στοίχειωμα
στοιχειών	noun	γενική πληθυντικού του στοιχειό
στοιχειώναμε	=	στοιχειώνω
στοιχειώναν	=	στοιχειώνω
στοιχειώνανε	=	στοιχειώνω
στοιχειώνατε	=	στοιχειώνω
στοιχειώνει	=	στοιχειώνω
στοιχειώνεις	=	στοιχειώνω
στοιχειώνετε	=	στοιχειώνω
στοιχειώνοντας	=	στοιχειώνω
στοιχειώνουμε	=	στοιχειώνω
στοιχειώνουν	=	στοιχειώνω
στοιχειώνουνε	=	στοιχειώνω
στοιχειώνω	verb	για φάντασμα (πνεύμα, στοιχειό) που κατοικεί σε ένα μέρος
στοιχειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσαν	=	στοιχειώνω
στοιχειώσανε	=	στοιχειώνω
στοιχειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχειώνω
στοιχηδόν	adv|archaic	κατά στοίχους, σε σειρές
στοιχηθήκαμε	=	στοιχίζω
στοιχηθήκαν	=	στοιχίζω
στοιχηθήκανε	=	στοιχίζω
στοιχηθήκατε	=	στοιχίζω
στοιχηθεί	=	στοιχίζω
στοιχηθείς	=	στοιχίζω
στοιχηθείτε	=	στοιχίζω
στοιχηθούμε	=	στοιχίζω
στοιχηθούν	=	στοιχίζω
στοιχηθούνε	=	στοιχίζω
στοιχηθώ	=	στοιχίζω
στοιχημάτιζα	=	στοιχηματίζω
στοιχημάτιζαν	=	στοιχηματίζω
στοιχημάτιζε	=	στοιχηματίζω
στοιχημάτιζες	=	στοιχηματίζω
στοιχημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του στοίχημα
στοιχημένος	=	στοιχίζω
στοιχημένοςμένος	=	στοιχίζω
στοιχηματίζαμε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζαν	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζανε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζατε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζει	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζεις	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζετε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζομε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζοντας	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζουμε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζουν	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζουνε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίζω	verb	παίρνω ένα ρίσκο αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος
στοιχηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσαν	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίσανε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσομε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσουνε	=	στοιχηματίζω
στοιχηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοιχηματίζω
στοιχηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχηματικό
στοιχηματικέ	adj	κλητική ενικού του στοιχηματικός
στοιχηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχηματική
στοιχηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχηματικός
στοιχηματικής	adj	γενική ενικού του στοιχηματική
στοιχηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχηματικός
στοιχηματικού	adj	γενική ενικού του στοιχηματικός
στοιχηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοιχηματικός
στοιχηματικό	adj	αιτιατική ενικού του στοιχηματικός
στοιχηματικός	adj	που έχει σχέση με στοίχημα ή στοιχηματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
στοιχηματικών	adj	γενική πληθυντικού του στοιχηματικός
στοιχηματισμέ	noun	κλητική ενικού του στοιχηματισμός
στοιχηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχηματισμός
στοιχηματισμού	noun	γενική ενικού του στοιχηματισμός
στοιχηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στοιχηματισμός
στοιχηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του στοιχηματισμός
στοιχηματισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στοιχηματίζω
στοιχηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του στοιχηματισμός
στοιχιζόμασταν	=	στοιχίζω
στοιχιζόμαστε	=	στοιχίζω
στοιχιζόμουν	=	στοιχίζω
στοιχιζόμουνα	=	στοιχίζω
στοιχιζόντουσαν	=	στοιχίζω
στοιχιζόσασταν	=	στοιχίζω
στοιχιζόσαστε	=	στοιχίζω
στοιχιζόσουν	=	στοιχίζω
στοιχιζόσουνα	=	στοιχίζω
στοιχιζόταν	=	στοιχίζω
στοιχιζότανε	=	στοιχίζω
στοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχισμένο
στοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του στοιχισμένος
στοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοιχισμένη
στοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοιχισμένος
στοιχισμένης	verb	γενική ενικού του στοιχισμένη
στοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοιχισμένος
στοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοιχισμένος
στοιχισμένος	=	στοιχίζω
στοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοιχισμένος
στοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοιχισμένος
στοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοιχισμένος
στοιχιστήκαμε	=	στοιχίζω
στοιχιστήκαν	=	στοιχίζω
στοιχιστήκανε	=	στοιχίζω
στοιχιστήκατε	=	στοιχίζω
στοιχιστεί	=	στοιχίζω
στοιχιστείς	=	στοιχίζω
στοιχιστείτε	=	στοιχίζω
στοιχιστούμε	=	στοιχίζω
στοιχιστούν	=	στοιχίζω
στοιχιστούνε	=	στοιχίζω
στοιχιστώ	=	στοιχίζω
στοιχώ	verb	άλλη μορφή του στοιχίζω
στοκ	noun	απόθεμα, παρακαταθήκη
στοκάραμε	=	στοκάρω
στοκάραν	=	στοκάρω
στοκάρανε	=	στοκάρω
στοκάρατε	=	στοκάρω
στοκάρει	=	στοκάρω
στοκάρεις	=	στοκάρω
στοκάρετε	=	στοκάρω
στοκάρισα	=	στοκάρω
στοκάρισαν	=	στοκάρω
στοκάρισε	=	στοκάρω
στοκάρισες	=	στοκάρω
στοκάρισμα	noun	η δημιουργία αποθέματος εμπορευμάτων / στοκ
στοκάρομαι	=	στοκάρω
στοκάροντας	=	στοκάρω
στοκάρουμε	=	στοκάρω
στοκάρουν	=	στοκάρω
στοκάρουνε	=	στοκάρω
στοκάρω	verb	δημιουργώ απόθεμα εμπορευμάτων / στοκ
στοκαδόρε	=	στοκαδόρος
στοκαδόρο	=	στοκαδόρος
στοκαδόροι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοκαδόρος
στοκαδόρος	noun	τεχνίτης που γνωρίζει να στοκάρει επιφάνειες
στοκαδόρου	=	στοκαδόρος
στοκαδόρους	=	στοκαδόρος
στοκαδόρων	=	στοκαδόρος
στοκαρίσαμε	=	στοκάρω
στοκαρίσαν	=	στοκάρω
στοκαρίσανε	=	στοκάρω
στοκαρίσατε	=	στοκάρω
στοκαρίσει	=	στοκάρω
στοκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοκάρισμα
στοκαρίσματος	noun	γενική ενικού του στοκάρισμα
στοκαρίστε	=	στοκάρω
στοκαρίστηκα	=	στοκάρω
στοκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στοκάρισμα
στοκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοκαρισμένο
στοκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του στοκαρισμένος
στοκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοκαρισμένη
στοκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοκαρισμένος
στοκαρισμένης	verb	γενική ενικού του στοκαρισμένη
στοκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοκαρισμένος
στοκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοκαρισμένος
στοκαρισμένος	=	στοκάρω
στοκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοκαρισμένος
στοκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοκαρισμένος
στοκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοκαρισμένος
στοκαριτζή	=	στοκαριτζής
στοκαριτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοκαριτζής
στοκαριτζήδων	=	στοκαριτζής
στοκαριτζής	noun	τεχνίτης που γνωρίζει να στοκάρει επιφάνειες
στοκατζή	=	στοκατζής
στοκατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοκατζής
στοκατζήδων	=	στοκατζής
στοκατζής	noun	τεχνίτης που γνωρίζει να στοκάρει επιφάνειες
στολάρισμα	noun	μεγάλη μείωση της άνωσης μίας αεροτομής που οφείλεται στη μεγάλη γωνία προσβολής.
στολάρχου	noun	γενική ενικού του στόλαρχος
στολάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόλαρχος
στολάρχων	noun	γενική πληθυντικού του στόλαρχος
στολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολή
στολή	noun	το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς
στολής	=	στολή
στολίδι	noun	ό,τι στολίζει / ομορφαίνει κάποιον ή κάτι
στολίδια	=	στολίδι
στολίδωση	noun	η σταδιακή πτύχωση του γήινου φλοιού, εξαιτίας των ψυχρών θερμοκρασιών που επικρατούν στον πλανήτη
στολίδωσης	=	στολίδωση
στολίδωσις	noun	στολίδωση
στολίζαμε	=	στολίζω
στολίζαν	=	στολίζω
στολίζανε	=	στολίζω
στολίζατε	=	στολίζω
στολίζει	=	στολίζω
στολίζεις	=	στολίζω
στολίζεσαι	=	στολίζω
στολίζεστε	=	στολίζω
στολίζεται	=	στολίζω
στολίζετε	=	στολίζω
στολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στολίζω
στολίζομε	=	στολίζω
στολίζονται	=	στολίζω
στολίζονταν	=	στολίζω
στολίζοντας	=	στολίζω
στολίζουμε	=	στολίζω
στολίζουν	=	στολίζω
στολίζουνε	=	στολίζω
στολίζω	verb	κάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος
στολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσαν	=	στολίζω
στολίσανε	=	στολίζω
στολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσκε	=	στολίσκος
στολίσκο	=	στολίσκος
στολίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στολίσκος
στολίσκος	noun	μικρός στόλος, ολιγάριθμο σύνολο πλοίων
στολίσκου	=	στολίσκος
στολίσκους	=	στολίσκος
στολίσκων	=	στολίσκος
στολίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόλισμα
στολίσματος	noun	γενική ενικού του στόλισμα
στολίσομε	=	στολίζω
στολίσου	=	στολίζω
στολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίσουνε	=	στολίζω
στολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στολαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολάρισμα
στολαρίσματος	noun	γενική ενικού του στολάρισμα
στολαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στολάρισμα
στολαρχία	noun	το να είναι κάποιος στόλαρχος / στολάρχης
στολαρχίας	=	στολαρχία
στολαρχίες	=	στολαρχία
στολαρχιών	=	στολαρχία
στολιδάκι	noun	υποκοριστικό του στολίδι
στολιδάκια	=	στολιδάκι
στολιδιού	=	στολίδι
στολιδιών	=	στολίδι
στολιδώσεις	=	στολίδωση
στολιδώσεων	=	στολίδωση
στολιζόμασταν	=	στολίζω
στολιζόμαστε	=	στολίζω
στολιζόμουν	=	στολίζω
στολιζόμουνα	=	στολίζω
στολιζόντουσαν	=	στολίζω
στολιζόσασταν	=	στολίζω
στολιζόσαστε	=	στολίζω
στολιζόσουν	=	στολίζω
στολιζόσουνα	=	στολίζω
στολιζόταν	=	στολίζω
στολιζότανε	=	στολίζω
στολισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στόλισμα
στολισμέ	noun	κλητική ενικού του στολισμός
στολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολισμένο
στολισμένε	verb	κλητική ενικού του στολισμένος
στολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολισμένη
στολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στολισμένος
στολισμένης	verb	γενική ενικού του στολισμένη
στολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στολισμένος
στολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στολισμένος
στολισμένος	verb	που έχει στολιστεί, διακοσμημένος (για τόπο ή πράγμα), ή που είναι ντυμένος με καλά ρούχα, φοράει κοσμήματα κλπ. (για πρόσωπο)
στολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στολισμένος
στολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στολισμένος
στολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στολισμένος
στολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στολισμός
στολισμού	noun	γενική ενικού του στολισμός
στολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στολισμός
στολισμό	noun	αιτιατική ενικού του στολισμός
στολισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στολίζω
στολισμών	noun	γενική πληθυντικού του στολισμός
στολιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστήκαν	=	στολίζω
στολιστήκανε	=	στολίζω
στολιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολιστούνε	=	στολίζω
στολιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
στολκάραμε	=	στολκάρω
στολκάραν	=	στολκάρω
στολκάρανε	=	στολκάρω
στολκάρατε	=	στολκάρω
στολκάρει	=	στολκάρω
στολκάρεις	=	στολκάρω
στολκάρετε	=	στολκάρω
στολκάρισα	=	στολκάρω
στολκάρισαν	=	στολκάρω
στολκάρισε	=	στολκάρω
στολκάρισες	=	στολκάρω
στολκάρομαι	=	στολκάρω
στολκάροντας	=	στολκάρω
στολκάρουμε	=	στολκάρω
στολκάρουν	=	στολκάρω
στολκάρουνε	=	στολκάρω
στολκάρω	verb|informal	παρακολουθώ μανιακά και ασταμάτητα όλες τις ενέργειες ενός προσώπου, προκειμένου να μάθω όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής
στολκαρίσαμε	=	στολκάρω
στολκαρίσαν	=	στολκάρω
στολκαρίσανε	=	στολκάρω
στολκαρίσατε	=	στολκάρω
στολκαρίσει	=	στολκάρω
στολκαρίστε	=	στολκάρω
στολκαρίστηκα	=	στολκάρω
στολκαρισμένος	=	στολκάρω
στολοδρομία	noun	η πλεύση του στόλου και οι τακτικοί ελιγμοί του που είναι σύμφωνοι με κανονιστικές αρχές
στολοδρομίας	=	στολοδρομία
στολοδρομίες	=	στολοδρομία
στολοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολοδρομικό
στολοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του στολοδρομικός
στολοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στολοδρομική
στολοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στολοδρομικός
στολοδρομικής	adj	γενική ενικού του στολοδρομική
στολοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στολοδρομικός
στολοδρομικού	adj	γενική ενικού του στολοδρομικός
στολοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στολοδρομικός
στολοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του στολοδρομικός
στολοδρομικός	adj	που έχει σχέση με στολοδρομία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στολοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του στολοδρομικός
στολοδρομιών	=	στολοδρομία
στολοδρομώ	verb	εφαρμόζω στολοδρομία
στολών	=	στολή
στομάτων	noun	γενική πληθυντικού του στόμα
στομάχι	noun	στον άνθρωπο ή στα ζώα, εσωτερικό όργανο που χρησιμεύει στην πέψη των τροφίμων
στομάχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομάχι
στομάχιαζα	=	στομαχιάζω
στομάχιαζαν	=	στομαχιάζω
στομάχιαζε	=	στομαχιάζω
στομάχιαζες	=	στομαχιάζω
στομάχιασα	=	στομαχιάζω
στομάχιασαν	=	στομαχιάζω
στομάχιασε	=	στομαχιάζω
στομάχιασες	=	στομαχιάζω
στομάχιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στομαχιάζω
στομάχου	noun	γενική ενικού του στόμαχος
στομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόμαχος
στομάχων	noun	γενική πληθυντικού του στόμαχος
στομίδα	noun	μεταλλικό εξάρτημα του χαλιναριού που προσαρμόζεται στο στόμα του αλόγου
στομίδας	=	στομίδα
στομίδες	=	στομίδα
στομίδων	=	στομίδα
στομίου	noun	γενική ενικού του στόμιο
στομίων	noun	γενική πληθυντικού του στόμιο
στομαλίμνη	noun	υδάτινο σώμα, κόλπος, παρόμοιο με λίμνη, σε επαφή με ποτάμι ή θάλασσα
στομαλγία	noun	πόνος στο στόμα
στομαλγίας	noun	γενική ενικού του στομαλγία
στομαλγίες	=	στομαλγία
στομαλγιών	noun	γενική πληθυντικού του στομαλγία
στοματά	=	στοματάς
στοματάδες	=	στοματάς
στοματάδων	=	στοματάς
στοματάκι	noun	μικρό στόμα
στοματάκια	=	στοματάκι
στοματάρα	noun	μεγεθυντικό του στόμα
στοματάρας	noun	γενική ενικού του στοματάρα
στοματάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματάρα
στοματάς	noun	κάποιος που έχει μεγάλο στόμα
στοματίτιδα	noun	φλεγμονή του στόματος
στοματίτιδας	=	στοματίτιδα
στοματίτιδες	=	στοματίτιδα
στοματίτιδων	=	στοματίτιδα
στοματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματικό
στοματικέ	adj	κλητική ενικού του στοματικός
στοματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματική
στοματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοματικός
στοματικής	adj	γενική ενικού του στοματική
στοματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοματικός
στοματικού	adj	γενική ενικού του στοματικός
στοματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοματικός
στοματικό	adj	αιτιατική ενικού του στοματικός	noun|informal	ο στοματικός έρωτας, η πεολειχία
στοματικός	adj	που έχει σχέση με το στόμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
στοματικών	adj	γενική πληθυντικού του στοματικός
στοματογναθοπροσωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματογναθοπροσωπικό
στοματογναθοπροσωπικέ	adj	κλητική ενικού του στοματογναθοπροσωπικός
στοματογναθοπροσωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματογναθοπροσωπική
στοματογναθοπροσωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοματογναθοπροσωπικός
στοματογναθοπροσωπικής	adj	γενική ενικού του στοματογναθοπροσωπική
στοματογναθοπροσωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοματογναθοπροσωπικός
στοματογναθοπροσωπικού	adj	γενική ενικού του στοματογναθοπροσωπικός
στοματογναθοπροσωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοματογναθοπροσωπικός
στοματογναθοπροσωπικό	adj	αιτιατική ενικού του στοματογναθοπροσωπικός
στοματογναθοπροσωπικός	adj|rare	που έχει σχέση με το στόμα, την γνάθο και το πρόσωπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
στοματογναθοπροσωπικών	adj	γενική πληθυντικού του στοματογναθοπροσωπικός
στοματολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τις παθήσεις των οργάνων που βρίσκονται στη στοματική κοιλότητα
στοματολογίας	noun	γενική ενικού του στοματολογία
στοματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματολογία
στοματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στοματολογικός	adv	από στοματολογικής απόψεως ή προσέγγισης
στοματολογικέ	adj	κλητική ενικού του στοματολογικός
στοματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοματολογική
στοματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοματολογικός
στοματολογικής	adj	γενική ενικού του στοματολογική
στοματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοματολογικός
στοματολογικού	adj	γενική ενικού του στοματολογικός
στοματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοματολογικός
στοματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του στοματολογικός
στοματολογικός	adj	σχετικός με την στοματολογία
στοματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του στοματολογικός
στοματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του στοματολογία
στοματολόγε	=	στοματολόγος
στοματολόγο	=	στοματολόγος
στοματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοματολόγος
στοματολόγος	adj	γιατρός που έχει ειδικευτεί στη στοματολογία
στοματολόγου	noun	γενική ενικού του στοματολόγος
στοματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στοματολόγος
στοματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του στοματολόγος
στοματοπάθεια	noun|dated	πάθηση σχετική με το στόμα
στοματοπάθειας	=	στοματοπάθεια
στοματοπάθειες	=	στοματοπάθεια
στοματοπαθειών	=	στοματοπάθεια
στοματορραγία	noun	απώλεια αίματος (αιμορραγία) από το στόμα
στοματορραγίας	noun	γενική ενικού του στοματορραγία
στοματορραγίες	=	στοματορραγία
στοματορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του στοματορραγία
στοματοφάρυγγα	=	στοματοφάρυγγας
στοματοφάρυγγας	noun	το μεσαίο τμήμα του φάρυγγα, που βρίσκεται πίσω από το στόμα
στοματοφάρυγγες	=	στοματοφάρυγγας
στοματοφαρυγγικά	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικέ	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικές	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγική	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (στοματοφαρυγγική) του στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικοί	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικού	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικούς	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικό	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρυγγικός	adj	που σχετίζεται με τον στοματοφάρυγγα ή αναφέρεται σε αυτόν
στοματοφαρυγγικών	=	στοματοφαρυγγικός
στοματοφαρύγγων	=	στοματοφάρυγγας
στοματού	noun	θηλυκό του στοματάς
στοματούδες	=	στοματού
στοματούδων	=	στοματού
στοματούς	=	στοματού
στομαχιάζαμε	=	στομαχιάζω
στομαχιάζαν	=	στομαχιάζω
στομαχιάζανε	=	στομαχιάζω
στομαχιάζατε	=	στομαχιάζω
στομαχιάζει	=	στομαχιάζω
στομαχιάζεις	=	στομαχιάζω
στομαχιάζετε	=	στομαχιάζω
στομαχιάζοντας	=	στομαχιάζω
στομαχιάζουμε	=	στομαχιάζω
στομαχιάζουν	=	στομαχιάζω
στομαχιάζουνε	=	στομαχιάζω
στομαχιάζω	verb	μου προκαλείται δυσπεψία ή ενόχληση στο στομάχι
στομαχιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομαχιάρικο
στομαχιάρικε	adj	κλητική ενικού του στομαχιάρικος
στομαχιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομαχιάρικη
στομαχιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στομαχιάρικος
στομαχιάρικης	adj	γενική ενικού του στομαχιάρικη
στομαχιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του στομαχιάρικος
στομαχιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στομαχιάρικος
στομαχιάρικος	adj	που είναι δύσπεπτος, δυσκολοχώνευτος
στομαχιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στομαχιάρικος
στομαχιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στομαχιάρικος
στομαχιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στομαχιάρικος
στομαχιάσαμε	=	στομαχιάζω
στομαχιάσαν	=	στομαχιάζω
στομαχιάσανε	=	στομαχιάζω
στομαχιάσατε	=	στομαχιάζω
στομαχιάσει	=	στομαχιάζω
στομαχιάσματα	=	στομάχιασμα
στομαχιάσματος	=	στομάχιασμα
στομαχιάστε	=	στομαχιάζω
στομαχιασμάτων	=	στομάχιασμα
στομαχιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομαχιασμένο
στομαχιασμένε	verb	κλητική ενικού του στομαχιασμένος
στομαχιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομαχιασμένη
στομαχιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στομαχιασμένος
στομαχιασμένης	verb	γενική ενικού του στομαχιασμένη
στομαχιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στομαχιασμένος
στομαχιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στομαχιασμένος
στομαχιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στομαχιάζω
στομαχιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στομαχιασμένος
στομαχιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στομαχιασμένος
στομαχιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στομαχιασμένος
στομαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομαχικό
στομαχικέ	adj	κλητική ενικού του στομαχικός
στομαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομαχική
στομαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στομαχικός
στομαχικής	adj	γενική ενικού του στομαχική
στομαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στομαχικός
στομαχικού	adj	γενική ενικού του στομαχικός
στομαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στομαχικός
στομαχικό	adj	αιτιατική ενικού του στομαχικός
στομαχικός	adj	που σχετίζεται με το στομάχι
στομαχικών	adj	γενική πληθυντικού του στομαχικός
στομαχιού	=	στομάχι
στομαχιών	=	στομάχι
στομαχόπονε	=	στομαχόπονος
στομαχόπονο	=	στομαχόπονος
στομαχόπονοι	=	στομαχόπονος
στομαχόπονος	noun	πόνος στο στομάχι
στομαχόπονου	=	στομαχόπονος
στομαχόπονους	=	στομαχόπονος
στομαχόπονων	=	στομαχόπονος
στομαχόχορτα	=	στομαχόχορτο
στομαχόχορτο	noun	συνώνυμο του αγριοφλισκούνι (Origanum dictamnus)
στομαχόχορτου	=	στομαχόχορτο
στομαχόχορτων	=	στομαχόχορτο
στομφασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομφασμένο
στομφασμένε	verb	κλητική ενικού του στομφασμένος
στομφασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομφασμένη
στομφασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στομφασμένος
στομφασμένης	verb	γενική ενικού του στομφασμένη
στομφασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στομφασμένος
στομφασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στομφασμένος
στομφασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στομφασμένος
στομφασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στομφασμένος
στομφασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στομφασμένος
στομφωδών	=	στομφώδης
στομφώδεις	=	στομφώδης
στομφώδες	=	στομφώδης
στομφώδη	=	στομφώδης
στομφώδης	adj	που χαρακτηρίζεται από στόμφο
στομφώδους	adj	γενική ενικού του στομφώδης
στομωθήκαμε	=	στομώνω
στομωθήκαν	=	στομώνω
στομωθήκανε	=	στομώνω
στομωθήκατε	=	στομώνω
στομωθεί	=	στομώνω
στομωθείτε	=	στομώνω
στομωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στόμωμα
στομωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομωμένο
στομωμένε	verb	κλητική ενικού του στομωμένος
στομωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στομωμένη
στομωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στομωμένος
στομωμένης	verb	γενική ενικού του στομωμένη
στομωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στομωμένος
στομωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στομωμένος
στομωμένος	verb	που έχει στομωθεί, έχει γίνει αμβλύς
στομωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στομωμένος
στομωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στομωμένος
στομωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στομωμένος
στομωνόμασταν	=	στομώνω
στομωνόμαστε	=	στομώνω
στομωνόμουν	=	στομώνω
στομωνόμουνα	=	στομώνω
στομωνόντουσαν	=	στομώνω
στομωνόσασταν	=	στομώνω
στομωνόσαστε	=	στομώνω
στομωνόσουν	=	στομώνω
στομωνόσουνα	=	στομώνω
στομωνόταν	=	στομώνω
στομωνότανε	=	στομώνω
στομώθηκα	=	στομώνω
στομώθηκαν	=	στομώνω
στομώθηκε	=	στομώνω
στομώθηκες	=	στομώνω
στομώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόμωμα
στομώματος	noun	γενική ενικού του στόμωμα
στομώναμε	=	στομώνω
στομώναν	=	στομώνω
στομώνανε	=	στομώνω
στομώνατε	=	στομώνω
στομώνει	=	στομώνω
στομώνεις	=	στομώνω
στομώνεσαι	=	στομώνω
στομώνεστε	=	στομώνω
στομώνεται	=	στομώνω
στομώνετε	=	στομώνω
στομώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στομώνω
στομώνονται	=	στομώνω
στομώνονταν	=	στομώνω
στομώνοντας	=	στομώνω
στομώνουμε	=	στομώνω
στομώνουν	=	στομώνω
στομώνουνε	=	στομώνω
στομώνω	verb	κάνω την κόψη λιγότερο κοφτερή
στομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώσαν	=	στομώνω
στομώσανε	=	στομώνω
στομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στομώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόμωση
στομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώσεων	noun	γενική πληθυντικού του στόμωση
στομώσεως	noun|formal	γενική ενικού του στόμωση
στομώσου	=	στομώνω
στομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στον	contraction	σε με έκθλιψη + τον οριστικό άρθρο, αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους και σχηματισμό μίας λέξης, χωρίς απόστροφο
στοναχή	noun|archaic	αναστεναγμός, θρήνος
στοπ	noun	σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει	intj	σταμάτα (ό,τι κάνεις)!
στοπάρισμα	noun|slang	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στοπάρω
στοπάρω	verb|slang	σταματώ
στοπαρίσματα	=	στοπάρισμα
στοπαρίσματος	=	στοπάρισμα
στοπαρισμάτων	=	στοπάρισμα
στοπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοπαρισμένο
στοπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του στοπαρισμένος
στοπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοπαρισμένη
στοπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοπαρισμένος
στοπαρισμένης	verb	γενική ενικού του στοπαρισμένη
στοπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοπαρισμένος
στοπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοπαρισμένος
στοπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοπαρισμένος
στοπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοπαρισμένος
στοπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοπαρισμένος
στορ	noun	άλλη μορφή του στόρι
στορίζω	verb|dated	άλλη μορφή του ιστορίζω
στορίσματα	=	στόρισμα
στορίσματος	=	στόρισμα
στοργή	noun	αγάπη και τρυφερότητα
στοργής	=	στοργή
στοργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοργικό	adv	με στοργή
στοργικέ	adj	κλητική ενικού του στοργικός
στοργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοργική
στοργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοργικός
στοργικής	adj	γενική ενικού του στοργική
στοργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοργικός
στοργικοτήτων	=	στοργικότητα
στοργικού	adj	γενική ενικού του στοργικός
στοργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοργικός
στοργικό	adj	αιτιατική ενικού του στοργικός
στοργικός	adj	που διακατέχεται από αισθήματα στοργής· που εκδηλώνει στοργή προς άλλους
στοργικότατα	=	στοργικός
στοργικότατε	=	στοργικός
στοργικότατες	=	στοργικός
στοργικότατη	=	στοργικός
στοργικότατης	=	στοργικός
στοργικότατο	=	στοργικός
στοργικότατοι	=	στοργικός
στοργικότατος	=	στοργικός
στοργικότατου	=	στοργικός
στοργικότατους	=	στοργικός
στοργικότατων	=	στοργικός
στοργικότερα	=	στοργικός
στοργικότερε	=	στοργικός
στοργικότερες	=	στοργικός
στοργικότερη	=	στοργικός
στοργικότερης	=	στοργικός
στοργικότερο	=	στοργικός
στοργικότεροι	=	στοργικός
στοργικότερος	=	στοργικός
στοργικότερου	=	στοργικός
στοργικότερους	=	στοργικός
στοργικότερων	=	στοργικός
στοργικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος στοργικός, η ιδιότητα του στοργικού
στοργικότητας	=	στοργικότητα
στοργικότητες	=	στοργικότητα
στοργικών	adj	γενική πληθυντικού του στοργικός
στορισμάτων	=	στόρισμα
στορισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στορισμένο
στορισμένε	verb	κλητική ενικού του στορισμένος
στορισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στορισμένη
στορισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στορισμένος
στορισμένης	verb	γενική ενικού του στορισμένη
στορισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στορισμένος
στορισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στορισμένος
στορισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στορισμένος
στορισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στορισμένος
στορισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στορισμένος
στορνάρι	noun	άλλη μορφή του στουρνάρι
στορνάρια	=	στορνάρι
στορναριού	=	στορνάρι
στορναριών	=	στορνάρι
στου	article	σε + του (γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ο)
στουκάρω	verb	συγκρούομαι (εννοείται συχνά ως οδηγός κινούμενου οχήματος αλλά όχι απαραίτητα) με κάποιο αντικείμενο με τρομερή ορμή
στουμπάνιζα	=	στουμπανίζω
στουμπάνιζαν	=	στουμπανίζω
στουμπάνιζε	=	στουμπανίζω
στουμπάνιζες	=	στουμπανίζω
στουμπάνισα	=	στουμπανίζω
στουμπάνισαν	=	στουμπανίζω
στουμπάνισε	=	στουμπανίζω
στουμπάνισες	=	στουμπανίζω
στουμπίζαμε	=	στουμπίζω
στουμπίζαν	=	στουμπίζω
στουμπίζανε	=	στουμπίζω
στουμπίζατε	=	στουμπίζω
στουμπίζει	=	στουμπίζω
στουμπίζεις	=	στουμπίζω
στουμπίζεσαι	=	στουμπίζομαι
στουμπίζεστε	=	στουμπίζομαι
στουμπίζεται	=	στουμπίζομαι
στουμπίζετε	=	στουμπίζω
στουμπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στουμπίζω
στουμπίζονται	=	στουμπίζομαι
στουμπίζονταν	=	στουμπίζομαι
στουμπίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στουμπίζω
στουμπίζου	=	στουμπίζομαι
στουμπίζουμε	=	στουμπίζω
στουμπίζουν	=	στουμπίζω
στουμπίζουνε	=	στουμπίζω
στουμπίζω	verb|vulgar	κοπανώ κάτι με γουδί μέχρι να τριφτεί ή να γίνει αλοιφή
στουμπίσαμε	=	στουμπίζω
στουμπίσαν	=	στουμπίζω
στουμπίσανε	=	στουμπίζω
στουμπίσατε	=	στουμπίζω
στουμπίσει	=	στουμπίζω
στουμπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στούμπισμα
στουμπίσματος	noun	γενική ενικού του στούμπισμα
στουμπίσου	=	στουμπίζομαι
στουμπίστε	=	στουμπίζω
στουμπίστηκα	=	στουμπίζομαι
στουμπίστηκαν	=	στουμπίζομαι
στουμπίστηκε	=	στουμπίζομαι
στουμπίστηκες	=	στουμπίζομαι
στουμπανίζαμε	=	στουμπανίζω
στουμπανίζαν	=	στουμπανίζω
στουμπανίζανε	=	στουμπανίζω
στουμπανίζατε	=	στουμπανίζω
στουμπανίζει	=	στουμπανίζω
στουμπανίζεις	=	στουμπανίζω
στουμπανίζετε	=	στουμπανίζω
στουμπανίζοντας	=	στουμπανίζω
στουμπανίζουμε	=	στουμπανίζω
στουμπανίζουν	=	στουμπανίζω
στουμπανίζουνε	=	στουμπανίζω
στουμπανίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του στουμπίζω
στουμπανίσαμε	=	στουμπανίζω
στουμπανίσαν	=	στουμπανίζω
στουμπανίσανε	=	στουμπανίζω
στουμπανίσατε	=	στουμπανίζω
στουμπανίσει	=	στουμπανίζω
στουμπανίστε	=	στουμπανίζω
στουμπιζόμασταν	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόμαστε	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόμουν	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόμουνα	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόντουσαν	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόσασταν	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόσαστε	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόσουν	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόσουνα	=	στουμπίζομαι
στουμπιζόταν	=	στουμπίζομαι
στουμπιζότανε	=	στουμπίζομαι
στουμπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στούμπισμα
στουμπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουμπισμένο
στουμπισμένε	verb	κλητική ενικού του στουμπισμένος
στουμπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουμπισμένη
στουμπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στουμπισμένος
στουμπισμένης	verb	γενική ενικού του στουμπισμένη
στουμπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στουμπισμένος
στουμπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στουμπισμένος
στουμπισμένος	=	στουμπίζομαι
στουμπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στουμπισμένος
στουμπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στουμπισμένος
στουμπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στουμπισμένος
στουμπιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στουμπιστός	adv	με στουμπιστό τρόπο, στουμπίζοντας
στουμπιστέ	adj	κλητική ενικού του στουμπιστός
στουμπιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουμπιστή
στουμπιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στουμπιστός
στουμπιστήκαμε	=	στουμπίζομαι
στουμπιστήκαν	=	στουμπίζομαι
στουμπιστήκανε	=	στουμπίζομαι
στουμπιστήκατε	=	στουμπίζομαι
στουμπιστής	adj	γενική ενικού του στουμπιστή
στουμπιστεί	=	στουμπίζομαι
στουμπιστείτε	=	στουμπίζομαι
στουμπιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στουμπιστός
στουμπιστού	adj	γενική ενικού του στουμπιστός
στουμπιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στουμπιστός
στουμπιστό	adj	αιτιατική ενικού του στουμπιστός
στουμπιστός	adj	που τον έχουν στουμπίσει
στουμπιστών	adj	γενική πληθυντικού του στουμπιστός
στουμπουλέ	adj	κλητική ενικού του στουμπουλός
στουμπουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουμπουλή
στουμπουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στουμπουλός
στουμπουλής	adj	γενική ενικού του στουμπουλή
στουμπουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στουμπουλός
στουμπουλού	adj	γενική ενικού του στουμπουλός
στουμπουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στουμπουλός
στουμπουλό	adj	αιτιατική ενικού του στουμπουλός
στουμπουλών	adj	γενική πληθυντικού του στουμπουλός
στουμπωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουμπωμένο
στουμπωμένε	adj	κλητική ενικού του στουμπωμένος
στουμπωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουμπωμένη
στουμπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στουμπωμένος
στουμπωμένης	adj	γενική ενικού του στουμπωμένη
στουμπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στουμπωμένος
στουμπωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στουμπωμένος
στουμπωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στουμπώνω
στουμπωμένου	verb	γενική ενικού του στουμπωμένος
στουμπωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στουμπωμένος
στουμπωμένων	adj	γενική πληθυντικού του στουμπωμένος
στουμπώ	verb	άλλη μορφή του στουμπίζω
στουμπώνω	verb	άλλη μορφή του στουπώνω.
στουμπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουμπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στουπένιος	adj|rare	που έχει κατασκευαστεί από στουπί
στουπέτσι	noun	λευκή βαφή από ανθρακικό μόλυβδο
στουπέτσια	=	στουπέτσι
στουπί	noun	μάζα από ίνες βαμβακιού, λιναριού κλπ.·που χρησιμοποιείται κυρίως στον καθαρισμό από λιπαρές ουσίες {*}
στουπετσιού	=	στουπέτσι
στουπετσιών	=	στουπέτσι
στουπιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουπί
στουπιού	=	στουπί
στουπιών	=	στουπί
στουπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στούπωμα
στουπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουπωμένο
στουπωμένε	verb	κλητική ενικού του στουπωμένος
στουπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουπωμένη
στουπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στουπωμένος
στουπωμένης	verb	γενική ενικού του στουπωμένη
στουπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στουπωμένος
στουπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στουπωμένος
στουπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στουπωμένος
στουπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στουπωμένος
στουπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στουπωμένος
στουπόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουπόχαρτο
στουπόχαρτο	noun	άλλη μορφή του στυπόχαρτο
στουπόχαρτου	noun	γενική ενικού του στουπόχαρτο
στουπόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του στουπόχαρτο
στουπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στούπωμα
στουπώματος	noun	γενική ενικού του στούπωμα
στουπώνω	verb	φράζω ένα δοχείο με στουπί
στουρνάρι	noun	πέτρα σκληρή και αιχμηρή
στουρνάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στουρνάρι
στουρνάριον	noun	πέτρα σκληρή και αιχμηρή, το στουρνάρι.
στουρναριού	=	στουρνάρι
στουρναριών	=	στουρνάρι
στουρναρόπετρα	noun	συνώνυμο του τσακμακόπετρα, στουρνάρι
στουρναρόπετρας	=	στουρναρόπετρα
στουρναρόπετρες	=	στουρναρόπετρα
στους	article	σε + τους (αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο)
στοφών	noun	γενική πληθυντικού του στόφα
στοχάζεσαι	=	στοχάζομαι
στοχάζεστε	=	στοχάζομαι
στοχάζεται	=	στοχάζομαι
στοχάζομαι	verb	σκέφτομαι έντονα, βαθιά
στοχάζονται	=	στοχάζομαι
στοχάζονταν	=	στοχάζομαι
στοχάσεις	=	στόχαση
στοχάσματα	=	στόχασμα
στοχάσματος	=	στόχασμα
στοχάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχάστρου	=	στόχαστρο
στοχάστρων	=	στόχαστρο
στοχαζόμασταν	=	στοχάζομαι
στοχαζόμαστε	=	στοχάζομαι
στοχαζόμουν	=	στοχάζομαι
στοχαζόμουνα	=	στοχάζομαι
στοχαζόντουσαν	=	στοχάζομαι
στοχαζόσασταν	=	στοχάζομαι
στοχαζόσαστε	=	στοχάζομαι
στοχαζόσουν	=	στοχάζομαι
στοχαζόσουνα	=	στοχάζομαι
στοχαζόταν	=	στοχάζομαι
στοχαζότανε	=	στοχάζομαι
στοχασιά	noun|vulgar	η σκέψη, το να σκέφτομαι
στοχασιάς	=	στοχασιά
στοχασιές	=	στοχασιά
στοχασιών	=	στοχασιά
στοχασμάτων	=	στόχασμα
στοχασμέ	noun	κλητική ενικού του στοχασμός
στοχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχασμένο
στοχασμένε	verb	κλητική ενικού του στοχασμένος
στοχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχασμένη
στοχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοχασμένος
στοχασμένης	verb	γενική ενικού του στοχασμένη
στοχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοχασμένος
στοχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοχασμένος
στοχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοχασμένος
στοχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοχασμένος
στοχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοχασμένος
στοχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοχασμός
στοχασμού	noun	γενική ενικού του στοχασμός
στοχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στοχασμός
στοχασμό	noun	αιτιατική ενικού του στοχασμός
στοχασμός	noun	βαθιά σκέψη
στοχασμών	noun	γενική πληθυντικού του στοχασμός
στοχαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχαστής
στοχαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του στοχαστής
στοχαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστήκαν	=	στοχάζομαι
στοχαστήκανε	=	στοχάζομαι
στοχαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστής	noun	αυτός που στοχάζεται, που σκέφτεται θεωρητικά ζητήματα ή ασχολείται με θέματα υψηλού προβληματισμού (για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τις αξίες, τη ζωή κ.λπ.)
στοχαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στοχαστικός	adv	με στοχαστικό τρόπο, με στοχαστικότητα
στοχαστικέ	adj	κλητική ενικού του στοχαστικός
στοχαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχαστική
στοχαστική	noun	η φιλοσοφία, συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ή δομή σκέψης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοχαστικός
στοχαστικής	adj	γενική ενικού του στοχαστική
στοχαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοχαστικός
στοχαστικοτήτων	=	στοχαστικότητα
στοχαστικού	adj	γενική ενικού του στοχαστικός
στοχαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοχαστικός
στοχαστικό	adj	αιτιατική ενικού του στοχαστικός
στοχαστικός	adj	που αναλογίζεται με περίσκεψη, που προβληματίζεται αρκετά και σκέφτεται κάτι σε βάθος
στοχαστικότητα	noun	στοχαστική συμπεριφορά
στοχαστικότητας	=	στοχαστικότητα
στοχαστικότητες	=	στοχαστικότητα
στοχαστικών	adj	γενική πληθυντικού του στοχαστικός
στοχαστικώς	adv	με στοχαστικό τρόπο, με στοχαστικότητα
στοχαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστούνε	=	στοχάζομαι
στοχαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
στοχαστών	noun	γενική πληθυντικού του στοχαστής
στοχευμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στοχευμένος	adv	με στοχευμένο τρόπο
στοχευμένε	=	στοχευμένος
στοχευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του στοχευμένος
στοχευμένη	=	στοχευμένος
στοχευμένης	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του στοχευμένος
στοχευμένο	=	στοχευμένος
στοχευμένοι	=	στοχευμένος
στοχευμένος	verb	για τον οποίο έχει τεθεί σαφώς καθορισμένος στόχος
στοχευμένου	=	στοχευμένος
στοχευμένους	=	στοχευμένος
στοχευμένων	=	στοχευμένος
στοχεύαμε	=	στοχεύω
στοχεύαν	=	στοχεύω
στοχεύανε	=	στοχεύω
στοχεύατε	=	στοχεύω
στοχεύει	=	στοχεύω
στοχεύεις	=	στοχεύω
στοχεύετε	=	στοχεύω
στοχεύομε	=	στοχεύω
στοχεύοντας	=	στοχεύω
στοχεύουμε	=	στοχεύω
στοχεύουν	=	στοχεύω
στοχεύουνε	=	στοχεύω
στοχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσαν	=	στοχεύω
στοχεύσανε	=	στοχεύω
στοχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόχευση
στοχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του στόχευση
στοχεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του στόχευση
στοχεύσομε	=	στοχεύω
στοχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσουνε	=	στοχεύω
στοχεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στοχεύω	verb	σημαδεύω ένα στόχο, με σκοπό να κατευθύνω τη βολή του όπλου μου σε αυτόν
στοχοθεσίας	noun	γενική ενικού του στοχοθεσία
στοχοθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχοθετικό
στοχοθετικέ	adj	κλητική ενικού του στοχοθετικός
στοχοθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχοθετική
στοχοθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοχοθετικός
στοχοθετικής	adj	γενική ενικού του στοχοθετική
στοχοθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοχοθετικός
στοχοθετικού	adj	γενική ενικού του στοχοθετικός
στοχοθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στοχοθετικός
στοχοθετικό	adj	αιτιατική ενικού του στοχοθετικός
στοχοθετικός	adj	που θέτει στόχους προς επίτευξη
στοχοθετικών	adj	γενική πληθυντικού του στοχοθετικός
στοχοποίηση	noun	η συστηματική εκτόξευση κατηγοριών εναντίον ενός ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπου, η μετατροπή του σε στόχο
στοχοποίησης	=	στοχοποίηση
στοχοποιήσεις	=	στοχοποίηση
στοχοποιήσεων	=	στοχοποίηση
στοχοπροσήλωση	noun	η εμμονή σε ένα στόχο, αποκλείοντας άλλους, όχι απαραίτητα ασήμαντους, η με πάθος επιδίωξη ενός και μοναδικού στόχου
στοχοπροσήλωσης	noun	γενική ενικού του στοχοπροσήλωση
στοχοπροσηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχοπροσηλωμένο
στοχοπροσηλωμένε	verb	κλητική ενικού του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχοπροσηλωμένη
στοχοπροσηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλωμένης	verb	γενική ενικού του στοχοπροσηλωμένη
στοχοπροσηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλωμένος	verb	προσηλωμένος στο στόχο μου
στοχοπροσηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στοχοπροσηλωμένος
στοχοπροσηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στοχοπροσήλωση
στοχοπροσηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του στοχοπροσήλωση
στοχοπροσηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του στοχοπροσήλωση
στούκας	noun	γερμανικό βομβαρδιστικό καθέτου εφορμήσεως του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου (Junkers Ju 87).
στούμπε	noun	κλητική ενικού του στούμπος
στούμπιζα	=	στουμπίζω
στούμπιζαν	=	στουμπίζω
στούμπιζε	=	στουμπίζω
στούμπιζες	=	στουμπίζω
στούμπισα	=	στουμπίζω
στούμπισαν	=	στουμπίζω
στούμπισε	=	στουμπίζω
στούμπισες	=	στουμπίζω
στούμπισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στουμπίζω
στούμπο	noun	αιτιατική ενικού του στούμπος
στούμποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στούμπος
στούμπος	noun	γουδοχέρι
στούμπου	noun	γενική ενικού του στούμπος
στούμπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στούμπος
στούμπων	noun	γενική πληθυντικού του στούμπος
στούμπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στούμπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στούμπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στούμπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στουμπώνω
στούντιο	noun	χώρος με κατάλληλη διαρρύθμιση, διαμόρφωση και εξοπλισμό, όπου γίνεται κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση
στούπα	noun	ανάχωμα ή κατασκευή σε ημισφαιρικό που περιέχει λείψανα βουδιστών μοναχών και είναι ταυτόχρονα χώρος για διαλογισμό
στούπας	=	στούπα
στούπες	=	στούπα
στούπωμα	noun|vulgar	βούλωμα, φράξιμο τρύπας με στουπί
στούρνε	noun	κλητική ενικού του στούρνος
στούρνο	noun	αιτιατική ενικού του στούρνος
στούρνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στούρνος
στούρνος	noun	είδος πτηνού, που ανήκει στην οικογένεια των στουρνίδων
στούρνου	noun	γενική ενικού του στούρνος
στούρνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στούρνος
στούρνων	noun	γενική πληθυντικού του στούρνος
στοών	=	στοά
στράβωμα	noun	το αποτέλεσμα τού στραβώνω
στράβωνα	=	στραβώνω
στράβωναν	=	στραβώνω
στράβωνε	=	στραβώνω
στράβωνες	=	στραβώνω
στράβωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στράβωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στράβωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στράβωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στράγγιζα	=	στραγγίζω
στράγγιζαν	=	στραγγίζω
στράγγιζε	=	στραγγίζω
στράγγιζες	=	στραγγίζω
στράγγιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στράγγιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στράγγιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στράγγιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στράγγισα	=	στραγγίζω
στράγγισαν	=	στραγγίζω
στράγγισε	=	στραγγίζω
στράγγισες	=	στραγγίζω
στράγγιση	noun	το αποτέλεσμα τού στραγγίζω
στράγγισης	=	στράγγιση
στράγγισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραγγίζω
στράκα	noun	ξερός και διαπεραστικός ήχος με μικρή διάρκεια
στράκας	noun	γενική ενικού του στράκα
στράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράκα
στράλι	noun	πρότονος
στράλια	=	στράλι
στράπλες	adj	που δεν καλύπτει τους ώμους ούτε καν με τιράντες
στράτα	noun|literary	ο δρόμος
στράτας	noun	γενική ενικού του στράτα
στράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράτα
στράτευμα	noun	οι στρατιωτικές μονάδες (μιας χώρας) ως σύνολο
στράτευση	noun	η κατάταξη για υπηρέτηση της στρατιωτικής θητείας στον στρατό
στράτευσης	=	στράτευση
στράτζα	noun	μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την κάμψη και διαμόρφωση μετάλλων, ιδίως φύλλων και σωλήνων
στράτζας	=	στράτζα
στράτζες	=	στράτζα
στράτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράτορας
στράτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράτσο
στράτσο	noun	το στρατσόχαρτο
στράτσου	noun	γενική ενικού του στράτσο
στράτσων	noun	γενική πληθυντικού του στράτσο
στράφηκα	=	στρέφω
στράφηκαν	=	στρέφω
στράφηκε	=	στρέφω
στράφηκες	=	στρέφω
στράφι	adv	χαμένος, αναξιοποίητος, σπαταλημένος
στρέβλωμα	noun|formal	στράβωμα, παραμόρφωση
στρέβλωνα	=	στρεβλώνω
στρέβλωναν	=	στρεβλώνω
στρέβλωνε	=	στρεβλώνω
στρέβλωνες	=	στρεβλώνω
στρέβλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρέβλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρέβλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρέβλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρέβλωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρεβλώνω
στρέβλωσης	noun	γενική ενικού του στρέβλωση
στρέγω	verb|literary	συνώνυμο του στέργω, συγκατανεύω
στρέμμα	noun	χίλια τετραγωνικά μέτρα γης (1.000 m²)
στρέμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρέμμα
στρέμματος	noun	γενική ενικού του στρέμμα
στρέξιμο	noun|literary	άλλη μορφή του στέρξιμο
στρέξω	=	στρέγω
στρέτο	noun	συνήθως το τελευταίο τμήμα της φούγκας όπου ο ρυθμός επιταχύνεται στο μέγιστο
στρέφαμε	=	στρέφω
στρέφαν	=	στρέφω
στρέφανε	=	στρέφω
στρέφατε	=	στρέφω
στρέφε	=	στρέφω
στρέφει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του στρέφω
στρέφεις	=	στρέφω
στρέφεσαι	=	στρέφω
στρέφεστε	=	στρέφω
στρέφεται	=	στρέφω
στρέφετε	=	στρέφω
στρέφομαι	verb	στρέφω τον εαυτό μου προς μια ορισμένη κατεύθυνση, γυρίζω, στρίβω
στρέφομε	=	στρέφω
στρέφονται	=	στρέφω
στρέφονταν	=	στρέφω
στρέφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στρέφω
στρέφουμε	=	στρέφω
στρέφουν	=	στρέφω
στρέφουνε	=	στρέφω
στρέφω	verb	γυρίζω κάποιον ή κάτι προς κάποια άλλη κατεύθυνση
στρέχα	noun	άλλη μορφή του αστρέχα
στρέχας	noun	γενική ενικού του στρέχα
στρέχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρέχα
στρέχω	verb|literary	άλλη μορφή του στέργω
στρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψαν	=	στρέφω
στρέψανε	=	στρέφω
στρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρέψη
στρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψεων	=	στρέψη
στρέψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρέφω
στρέψης	=	στρέψη
στρέψομε	=	στρέφω
στρέψου	=	στρέφω
στρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψουνε	=	στρέφω
στρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρέφω
στρέωσα	=	στερεώνω
στρίβαμε	=	στρίβω
στρίβαν	=	στρίβω
στρίβανε	=	στρίβω
στρίβατε	=	στρίβω
στρίβε	=	στρίβω
στρίβει	=	στρίβω
στρίβεις	=	στρίβω
στρίβεσαι	=	στρίβω
στρίβεστε	=	στρίβω
στρίβεται	=	στρίβω
στρίβετε	=	στρίβω
στρίβομαι	=	στρίβω
στρίβομε	=	στρίβω
στρίβονται	=	στρίβω
στρίβονταν	=	στρίβω
στρίβοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στρίβω
στρίβουμε	=	στρίβω
στρίβουν	=	στρίβω
στρίβουνε	=	στρίβω
στρίβω	verb	στρέφω κάτι γύρω από τον άξονά του
στρίγγλα	noun	στοιχειό της λαϊκής παράδοσης
στρίγγλισα	=	στριγκλίζω
στρίγκλα	noun	είδος ξωτικού ή δαιμονίου με τη μορφή άσχημης γριάς μάγισσας που με μαγείες κάνει κακό
στρίγκλας	noun	γενική ενικού του στρίγκλα
στρίγκλε	=	στρίγκλος
στρίγκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρίγκλα
στρίγκλιαζα	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιαζαν	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιαζε	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιαζες	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιασα	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιασαν	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιασε	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιασες	=	στριγκλιάζω
στρίγκλιζα	=	στριγκλίζω
στρίγκλιζαν	=	στριγκλίζω
στρίγκλιζε	=	στριγκλίζω
στρίγκλιζες	=	στριγκλίζω
στρίγκλικα	=	στρίγκλικος
στρίγκλικε	=	στρίγκλικος
στρίγκλικες	=	στρίγκλικος
στρίγκλικη	=	στρίγκλικος
στρίγκλικης	=	στρίγκλικος
στρίγκλικο	=	στρίγκλικος
στρίγκλικοι	=	στρίγκλικος
στρίγκλικος	adj	που έχει σχέση με τον στρίγκλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
στρίγκλικου	=	στρίγκλικος
στρίγκλικους	=	στρίγκλικος
στρίγκλικων	=	στρίγκλικος
στρίγκλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στρίγκλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στρίγκλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στρίγκλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στρίγκλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στριγκλίζω
στρίγκλο	=	στρίγκλος
στρίγκλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρίγκλος
στρίγκλος	noun	αρσενικό της λέξης στρίγκλα
στρίγκλου	noun	γενική ενικού του στρίγκλος
στρίγκλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρίγκλος
στρίγκλων	=	στρίγκλος
στρίγλα	noun	άλλη μορφή του στρίγκλα
στρίγλας	noun	γενική ενικού του στρίγλα
στρίγλε	=	στρίγλος
στρίγλες	=	στρίγλα
στρίγλο	=	στρίγλος
στρίγλοι	=	στρίγλος
στρίγλος	noun	αρσενικό του στρίγλα, άλλη μορφή του στρίγκλος
στρίγλου	=	στρίγλος
στρίγλους	=	στρίγλος
στρίγλων	=	στρίγλος
στρίκινγκ	noun	μορφή διαμαρτυρίας, κυρίως στις δεκαετίες του 1970 και 1980, κατά την οποία ένα ή πολλά άτομα ξεγυμνώνονταν και έτρεχαν σε δημόσιους χώρους
στρίμωγμα	noun	η συνέπεια του στριμώχνω
στρίμωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στρίμωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στρίμωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στρίμωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στρίπερ	noun	κάποιος που κάνει επαγγελματικά στριπτίζ
στρίποδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρίποδο
στρίποδο	noun	άλλη μορφή του τρίποδο
στρίποδου	noun	γενική ενικού του στρίποδο
στρίποδων	noun	γενική πληθυντικού του στρίποδο
στρίφτε	=	στρίβω
στρίφτηκα	=	στρίβω
στρίφτηκαν	=	στρίβω
στρίφτηκε	=	στρίβω
στρίφτηκες	=	στρίβω
στρίφωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού στριφώνω
στρίφωνα	=	στριφώνω
στρίφωναν	=	στριφώνω
στρίφωνε	=	στριφώνω
στρίφωνες	=	στριφώνω
στρίφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στρίφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στρίφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στρίφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψαν	=	στρίβω
στρίψανε	=	στρίβω
στρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρίβω
στρίψομε	=	στρίβω
στρίψου	=	στρίβω
στρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψουνε	=	στρίβω
στρίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρίβω
στραβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στραβός	adv	με στραβό τρόπο
στραβάδα	noun|rare	το να είναι κάτι στραβό, η ιδιότητα του στραβού
στραβάδι	noun	αυτός που δεν μπορεί να δει καλά
στραβάδια	=	στραβάδι
στραβέ	adj	κλητική ενικού του στραβός
στραβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβή
στραβή	noun|slang	η αναποδιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβός
στραβής	adj	γενική ενικού του στραβή
στραβίζω	verb	έχω το ελάττωμα του στραβισμού
στραβαδιού	=	στραβάδι
στραβαδιών	=	στραβάδι
στραβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβικό
στραβικέ	adj	κλητική ενικού του στραβικός
στραβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβική
στραβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβικός
στραβικής	adj	γενική ενικού του στραβική
στραβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβικός
στραβικού	adj	γενική ενικού του στραβικός
στραβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραβικός
στραβικό	adj	αιτιατική ενικού του στραβικός
στραβικός	adj	που αναφέρεται στο στραβισμό
στραβικών	adj	γενική πληθυντικού του στραβικός
στραβισμέ	noun	κλητική ενικού του στραβισμός
στραβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβισμός
στραβισμού	noun	γενική ενικού του στραβισμός
στραβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στραβισμός
στραβισμό	noun	αιτιατική ενικού του στραβισμός
στραβισμός	noun	ελάττωμα παραλληλισμού των οπτικών αξόνων που χαρακτηρίζεται από παρέκκλιση ενός ή και των δύο ματιών
στραβισμών	noun	γενική πληθυντικού του στραβισμός
στραβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβός
στραβοδίβολα	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολε	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολες	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολη	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολης	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολο	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολοι	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολος	adj	στρεβλός, διεστραμμένος
στραβοδίβολου	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολους	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβολων	=	στραβοδίβολος
στραβοδίβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοδίβουλο
στραβοδίβουλε	adj	κλητική ενικού του στραβοδίβουλος
στραβοδίβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοδίβουλη
στραβοδίβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβοδίβουλος
στραβοδίβουλης	adj	γενική ενικού του στραβοδίβουλη
στραβοδίβουλο	adj	αιτιατική ενικού του στραβοδίβουλος
στραβοδίβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβοδίβουλος
στραβοδίβουλος	adj|rare	ιδιότροπος, δύστροπος
στραβοδίβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραβοδίβουλος
στραβοδίβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραβοδίβουλος
στραβοδίβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραβοδίβουλος
στραβοκάνη	=	στραβοκάνης
στραβοκάνηδες	=	στραβοκάνης
στραβοκάνηδων	=	στραβοκάνης
στραβοκάνης	adj	ο στραβοπόδης
στραβοκέφαλα	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλε	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλες	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλη	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλης	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλο	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλοι	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλος	adj	που τον χαρακτηρίζει ισχυρογνωμοσύνη, πεισματοσύνη και αδιαλλαξία
στραβοκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλους	=	στραβοκέφαλος
στραβοκέφαλων	=	στραβοκέφαλος
στραβοκεφαλιά	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του στραβοκέφαλου
στραβοκεφαλιάς	noun	γενική ενικού του στραβοκεφαλιά
στραβοκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοκεφαλιά
στραβοκεφαλιών	=	στραβοκεφαλιά
στραβοκοίταγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταζα	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταζαν	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταζε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταζες	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοίταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοκοίταγμα
στραβοκοιτάγματος	noun	γενική ενικού του στραβοκοίταγμα
στραβοκοιτάζαμε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζαν	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζανε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζατε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζει	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζεις	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζετε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζοντας	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζουμε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζουν	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζουνε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάζω	verb	κοιτάζω κάποιον με τόνο μομφής, δεν τον καλοβλέπω, δεν μου αρέσει κάτι που κάνει ή γενιά η προσωπικότητά του, τον εγκαλώ με το βλέμμα μου
στραβοκοιτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξαν	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξανε	=	στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
στραβοκοιταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στραβοκοίταγμα
στραβοκοιταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοκοιταγμένο
στραβοκοιταγμένε	verb	κλητική ενικού του στραβοκοιταγμένος
στραβοκοιταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοκοιταγμένη
στραβοκοιταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβοκοιταγμένος
στραβοκοιταγμένης	verb	γενική ενικού του στραβοκοιταγμένη
στραβοκοιταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραβοκοιταγμένος
στραβοκοιταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβοκοιταγμένος
στραβοκοιταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραβοκοιταγμένος
στραβοκοιταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραβοκοιταγμένος
στραβοκοιταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραβοκοιταγμένος
στραβολέκα	noun	ραβδί ποιμένων, γκλίτσα
στραβολέκας	=	στραβολέκα
στραβολέκες	=	στραβολέκα
στραβολαίμα	noun	θηλυκό του στραβολαίμης
στραβολαίμας	=	στραβολαίμης
στραβολαίμες	=	στραβολαίμης
στραβολαίμη	=	στραβολαίμης
στραβολαίμηδες	=	στραβολαίμης
στραβολαίμηδων	=	στραβολαίμης
στραβολαίμης	noun	αυτός που ο λαιμός του είναι στραβός	adj	που ο λαιμός του είναι στραβός
στραβολαίμιαζα	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιαζαν	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιαζε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιαζες	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαίμιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραβολαιμιάζω
στραβολαίμικα	=	στραβολαίμης
στραβολαίμικε	=	στραβολαίμικος
στραβολαίμικες	=	στραβολαίμικος
στραβολαίμικη	=	στραβολαίμικος
στραβολαίμικης	=	στραβολαίμικος
στραβολαίμικο	=	στραβολαίμης
στραβολαίμικοι	=	στραβολαίμικος
στραβολαίμικος	adj	άλλη μορφή του στραβολαίμης
στραβολαίμικου	=	στραβολαίμης
στραβολαίμικους	=	στραβολαίμικος
στραβολαίμικων	=	στραβολαίμης
στραβολαγκάδα	noun	η κυρτή ή πλάγια λαγκάδα
στραβολαγκάδας	=	στραβολαγκάδα
στραβολαγκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβολαγκάδα
στραβολαγκάδων	=	στραβολαγκάδα
στραβολαιμιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του στραβολαίμιασμα
στραβολαιμιάζαμε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζαν	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζανε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζατε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζει	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζεις	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζεσαι	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάζεστε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάζεται	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάζετε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζομαι	verb	μέσο τού στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζονται	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάζονταν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάζοντας	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζου	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάζουμε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζουν	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζουνε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάζω	verb	γίνομαι (προσωρινά) στραβολαίμης, κουράζεται ο λαιμός μου και πιάνεται
στραβολαιμιάς	=	στραβολαιμιά
στραβολαιμιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσαν	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσανε	=	στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβολαίμιασμα
στραβολαιμιάσματος	noun	γενική ενικού του στραβολαίμιασμα
στραβολαιμιάσου	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιάστηκα	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάστηκαν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάστηκε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάστηκες	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβολαιμιάζω
στραβολαιμιές	=	στραβολαιμιά
στραβολαιμιαζόμασταν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόμαστε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόμουν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόμουνα	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόντουσαν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόσασταν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόσαστε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόσουν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόσουνα	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζόταν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαζότανε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στραβολαίμιασμα
στραβολαιμιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβολαιμιασμένο
στραβολαιμιασμένε	verb	κλητική ενικού του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβολαιμιασμένη
στραβολαιμιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιασμένης	verb	γενική ενικού του στραβολαιμιασμένη
στραβολαιμιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιασμένος	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραβολαιμιασμένος
στραβολαιμιαστήκαμε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαστήκαν	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαστήκανε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαστήκατε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαστεί	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιαστείτε	=	στραβολαιμιάζομαι
στραβολαιμιών	=	στραβολαιμιά
στραβομάρα	noun	άλλη γραφή του στραβωμάρα
στραβομάρας	=	στραβομάρα
στραβομάρες	=	στραβομάρα
στραβομουτσουνιάζαμε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζαν	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζανε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζατε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζει	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζεις	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζετε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζοντας	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζουμε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζουν	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζουνε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάζω	verb	μορφάζοντας δηλώνω δυσαρέσκεια και αποδοκιμασία
στραβομουτσουνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσαν	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσανε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβομουτσούνιασμα
στραβομουτσουνιάσματος	noun	γενική ενικού του στραβομουτσούνιασμα
στραβομουτσουνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στραβομουτσούνιασμα
στραβομουτσουνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβομουτσουνιασμένο
στραβομουτσουνιασμένε	verb	κλητική ενικού του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσουνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβομουτσουνιασμένη
στραβομουτσουνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσουνιασμένης	verb	γενική ενικού του στραβομουτσουνιασμένη
στραβομουτσουνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσουνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσουνιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσουνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσουνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσουνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραβομουτσουνιασμένος
στραβομουτσούνιαζα	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιαζαν	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιαζε	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιαζες	=	στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω
στραβομουτσούνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραβομουτσουνιάζω
στραβομύτα	=	στραβομύτης
στραβομύτας	=	στραβομύτης
στραβομύτες	=	στραβομύτης
στραβομύτη	=	στραβομύτης
στραβομύτηδες	=	στραβομύτης
στραβομύτηδων	=	στραβομύτης
στραβομύτης	adj	που έχει στραβή μύτη
στραβομύτικα	=	στραβομύτης
στραβομύτικο	=	στραβομύτης
στραβομύτικου	=	στραβομύτης
στραβομύτικων	=	στραβομύτης
στραβοξυλάκι	noun	υποκοριστικό του στραβόξυλο
στραβοξυλάκια	=	στραβοξυλάκι
στραβοξυλιά	noun|rare	το να είναι κάποιος στραβόξυλο, δύστροπος και ισχυρογνώμων
στραβοξυλιάς	noun	γενική ενικού του στραβοξυλιά
στραβοξυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοξυλιά
στραβοπάτημα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραβοπατώ
στραβοπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπίνελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοπίνελο
στραβοπίνελο	noun	εργαλείο βαψίματος: πινέλο που έχει λυγισμένη λαβή ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση σε επιφάνειες που βρίσκονται μέσα σε εσοχές (π.χ. σε τμήματα του καλοριφέρ)
στραβοπίνελου	noun	γενική ενικού του στραβοπίνελο
στραβοπίνελων	noun	γενική πληθυντικού του στραβοπίνελο
στραβοπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοπάτημα
στραβοπατήματος	noun	γενική ενικού του στραβοπάτημα
στραβοπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του στραβοπάτημα
στραβοπατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοπατημένο
στραβοπατημένε	verb	κλητική ενικού του στραβοπατημένος
στραβοπατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοπατημένη
στραβοπατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβοπατημένος
στραβοπατημένης	verb	γενική ενικού του στραβοπατημένη
στραβοπατημένο	verb	αιτιατική ενικού του στραβοπατημένος
στραβοπατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβοπατημένος
στραβοπατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στραβοπατώ
στραβοπατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραβοπατημένος
στραβοπατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραβοπατημένος
στραβοπατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραβοπατημένος
στραβοπατώ	verb	πατάω στραβά στο έδαφος ή το πάτωμα
στραβοπατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στραβοπατάω / στραβοπατώ
στραβοπόδα	=	στραβοπόδης
στραβοπόδαρα	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρε	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρες	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρη	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρης	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρο	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαροι	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρος	adj	που έχει στραβά πόδια
στραβοπόδαρου	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρους	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδαρων	=	στραβοπόδαρος
στραβοπόδας	=	στραβοπόδης
στραβοπόδες	=	στραβοπόδης
στραβοπόδη	=	στραβοπόδης
στραβοπόδηδες	=	στραβοπόδης
στραβοπόδηδων	=	στραβοπόδης
στραβοπόδης	adj	που έχει στραβά πόδια, που έχει ραιβοποδία ή βλαισοποδία
στραβοπόδικα	=	στραβοπόδης
στραβοπόδικο	=	στραβοπόδης
στραβοπόδικου	=	στραβοπόδης
στραβοπόδικων	=	στραβοπόδης
στραβοτιμονιά	noun	ο εξ απειρίας ή αμελείας κακός χειρισμός του τιμονιού ή του πηδαλίου
στραβοτιμονιάζαμε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζαν	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζανε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζατε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζει	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζεις	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζετε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζοντας	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζουμε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζουν	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζουνε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάζω	verb|figurative	κάνω στραβοτιμονιές
στραβοτιμονιάς	noun	γενική ενικού του στραβοτιμονιά
στραβοτιμονιάσαμε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάσαν	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάσανε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάσατε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάσει	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιάστε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβοτιμονιά
στραβοτιμονιών	=	στραβοτιμονιά
στραβοτιμόνιαζα	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιαζαν	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιαζε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιαζες	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιασα	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιασαν	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιασε	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοτιμόνιασες	=	στραβοτιμονιάζω
στραβοχυμένα	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένε	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένες	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένη	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένης	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένο	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένοι	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου στραβοχύνω
στραβοχυμένου	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένους	=	στραβοχυμένος
στραβοχυμένων	=	στραβοχυμένος
στραβού	adj	γενική ενικού του στραβός
στραβούλιακα	=	στραβούλιακας
στραβούλιακας	noun|vulgar	εκείνος που δεν βλέπει καλά, που φοράει γυαλιά και π.χ. εμπλέκεται σε ένα ατύχημα ή πέφτει πάνω σε κάποιον άλλον
στραβούλιακες	=	στραβούλιακας
στραβούλιακων	=	στραβούλιακας
στραβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραβός
στραβωθήκαμε	=	στραβώνω
στραβωθήκαν	=	στραβώνω
στραβωθήκανε	=	στραβώνω
στραβωθήκατε	=	στραβώνω
στραβωθεί	=	στραβώνω
στραβωθείς	=	στραβώνω
στραβωθείτε	=	στραβώνω
στραβωθούμε	=	στραβώνω
στραβωθούν	=	στραβώνω
στραβωθούνε	=	στραβώνω
στραβωθώ	=	στραβώνω
στραβωμάρα	noun	το να είναι κάποιος στραβός, να έχει ασθενή όραση
στραβωμάρας	noun	γενική ενικού του στραβωμάρα
στραβωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβωμάρα
στραβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στράβωμα
στραβωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβωμένο
στραβωμένε	verb	κλητική ενικού του στραβωμένος
στραβωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβωμένη
στραβωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραβωμένος
στραβωμένης	verb	γενική ενικού του στραβωμένη
στραβωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραβωμένος
στραβωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραβωμένος
στραβωμένος	=	στραβώνω
στραβωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραβωμένος
στραβωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραβωμένος
στραβωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραβωμένος
στραβωνόμασταν	=	στραβώνω
στραβωνόμαστε	=	στραβώνω
στραβωνόμουν	=	στραβώνω
στραβωνόμουνα	=	στραβώνω
στραβωνόντουσαν	=	στραβώνω
στραβωνόσασταν	=	στραβώνω
στραβωνόσαστε	=	στραβώνω
στραβωνόσουν	=	στραβώνω
στραβωνόσουνα	=	στραβώνω
στραβωνόταν	=	στραβώνω
στραβωνότανε	=	στραβώνω
στραβό	adj	αιτιατική ενικού του στραβός
στραβόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραβόξυλο
στραβόξυλο	noun|figurative	χαρακτηρισμός για πολύ δύστροπο άτομο
στραβόξυλου	noun	γενική ενικού του στραβόξυλο
στραβόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του στραβόξυλο
στραβός	adj	σημασία στρεβλός
στραβώθηκα	=	στραβώνω
στραβώθηκαν	=	στραβώνω
στραβώθηκε	=	στραβώνω
στραβώθηκες	=	στραβώνω
στραβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράβωμα
στραβώματος	noun	γενική ενικού του στράβωμα
στραβών	adj	γενική πληθυντικού του στραβός
στραβώναμε	=	στραβώνω
στραβώναν	=	στραβώνω
στραβώνανε	=	στραβώνω
στραβώνατε	=	στραβώνω
στραβώνει	=	στραβώνω
στραβώνεις	=	στραβώνω
στραβώνεσαι	=	στραβώνω
στραβώνεστε	=	στραβώνω
στραβώνεται	=	στραβώνω
στραβώνετε	=	στραβώνω
στραβώνομαι	=	στραβώνω
στραβώνομε	=	στραβώνω
στραβώνονται	=	στραβώνω
στραβώνονταν	=	στραβώνω
στραβώνοντας	=	στραβώνω
στραβώνουμε	=	στραβώνω
στραβώνουν	=	στραβώνω
στραβώνουνε	=	στραβώνω
στραβώνω	verb	κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο
στραβώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσαν	=	στραβώνω
στραβώσανε	=	στραβώνω
στραβώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσομε	=	στραβώνω
στραβώσου	=	στραβώνω
στραβώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσουνε	=	στραβώνω
στραβώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραβώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβώνω
στραγάλι	noun	ρεβίθι ξεροψημένο, καβουρντισμένο και αλατισμένο, ως ξηρός καρπός
στραγάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγάλι
στραγαλά	=	στραγαλάς
στραγαλάδες	=	στραγαλάς
στραγαλάδικα	=	στραγαλάδικο
στραγαλάδικο	noun	άλλη μορφή του στραγαλατζίδικο
στραγαλάδικου	=	στραγαλάδικο
στραγαλάδικων	=	στραγαλάδικο
στραγαλάδων	=	στραγαλάς
στραγαλάκι	noun	υποκοριστικό του στραγάλι
στραγαλάκια	=	στραγαλάκι
στραγαλάς	noun	άλλη μορφή του στραγαλατζής
στραγαλατζή	=	στραγαλατζής
στραγαλατζήδες	=	στραγαλατζής
στραγαλατζήδων	=	στραγαλατζής
στραγαλατζής	noun	αυτός που παρασκευάζει στραγάλια,· αυτός που πουλάει στραγάλια
στραγαλατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγαλατζίδικο
στραγαλατζίδικο	noun	το κατάστημα του στραγαλατζή, εκεί όπου φτιάχνονται ή/και πωλούνται στραγάλια
στραγαλατζίδικου	noun	γενική ενικού του στραγαλατζίδικο
στραγαλατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του στραγαλατζίδικο
στραγαλιά	noun	άλλη μορφή του αστραγαλιά
στραγαλιάς	=	στραγαλιά
στραγαλιές	=	στραγαλιά
στραγαλιού	=	στραγάλι
στραγαλιών	=	στραγάλι
στραγαλού	noun	θηλυκό του στραγαλάς
στραγαλούδες	=	στραγαλού
στραγαλούδων	=	στραγαλού
στραγαλούς	=	στραγαλού
στραγγάλες	=	στραγγάλη
στραγγάλη	noun|dated	όργανο ή συσκευή στραγγαλισμού
στραγγάλης	=	στραγγάλη
στραγγάλιζα	=	στραγγαλίζω
στραγγάλιζαν	=	στραγγαλίζω
στραγγάλιζε	=	στραγγαλίζω
στραγγάλιζες	=	στραγγαλίζω
στραγγάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγάλισμα	noun	άλλη μορφή του στραγγαλισμός
στραγγίδια	noun	υγρά υπολείμματα απορριμμάτων και, γενικότερα, αποβλήτων, που παράγονται από αναερόβια αποσύνθεση οργανικών ουσιών
στραγγίζαμε	=	στραγγίζω
στραγγίζαν	=	στραγγίζω
στραγγίζανε	=	στραγγίζω
στραγγίζατε	=	στραγγίζω
στραγγίζει	=	στραγγίζω
στραγγίζεις	=	στραγγίζω
στραγγίζεσαι	=	στραγγίζω
στραγγίζεστε	=	στραγγίζω
στραγγίζεται	=	στραγγίζω
στραγγίζετε	=	στραγγίζω
στραγγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στραγγίζω
στραγγίζομε	=	στραγγίζω
στραγγίζονται	=	στραγγίζω
στραγγίζονταν	=	στραγγίζω
στραγγίζοντας	=	στραγγίζω
στραγγίζου	=	στραγγίζω
στραγγίζουμε	=	στραγγίζω
στραγγίζουν	=	στραγγίζω
στραγγίζουνε	=	στραγγίζω
στραγγίζω	verb	αφαιρώ το υγρό που υπάρχει κάπου με στραγγιστήρι ή άλλο τρόπο, αφήνοντάς το να τρέξει ως την τελευταία σταγόνα
στραγγίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξαν	=	στραγγίζω
στραγγίξανε	=	στραγγίζω
στραγγίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξομε	=	στραγγίζω
στραγγίξου	=	στραγγίζω
στραγγίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξουνε	=	στραγγίζω
στραγγίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
στραγγίσαμε	=	στραγγίζω
στραγγίσατε	=	στραγγίζω
στραγγίσει	=	στραγγίζω
στραγγίσεις	=	στράγγιση
στραγγίσετε	=	στραγγίζω
στραγγίσεων	=	στράγγιση
στραγγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράγγισμα
στραγγίσματος	noun	γενική ενικού του στράγγισμα
στραγγίσομε	=	στραγγίζω
στραγγίσου	=	στραγγίζομαι
στραγγίσουμε	=	στραγγίζω
στραγγίσουν	=	στραγγίζω
στραγγίσουνε	=	στραγγίζω
στραγγίστηκα	=	στραγγίζομαι
στραγγίστηκαν	=	στραγγίζομαι
στραγγίστηκε	=	στραγγίζομαι
στραγγίστηκες	=	στραγγίζομαι
στραγγίσω	=	στραγγίζω
στραγγίχτε	=	στραγγίζω
στραγγίχτηκα	=	στραγγίζω
στραγγίχτηκαν	=	στραγγίζω
στραγγίχτηκε	=	στραγγίζω
στραγγίχτηκες	=	στραγγίζω
στραγγαλίζαμε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζαν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζανε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζατε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζει	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζεις	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζεσαι	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζεστε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζεται	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζετε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίζονται	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζονταν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζοντας	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζουμε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζουν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζουνε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίζω	verb	σφίγγω το λαιμό κάποιου με τα χέρια μου ή κάποιο αντικείμενο, μέχρι να θανατωθεί
στραγγαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίσαν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίσανε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγάλισμα
στραγγαλίσματος	noun	γενική ενικού του στραγγάλισμα
στραγγαλίσου	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλίστηκα	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίστηκαν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίστηκε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίστηκες	=	στραγγαλίζω
στραγγαλίστρια	noun	θηλυκό του στραγγαλιστής
στραγγαλίστριας	=	στραγγαλίστρια
στραγγαλίστριες	=	στραγγαλίστρια
στραγγαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγαλίζω
στραγγαλιά	noun|archaic	περιπλοκή
στραγγαλιάς	=	στραγγαλιά
στραγγαλιές	=	στραγγαλιά
στραγγαλιζόμασταν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόμαστε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόμουν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόμουνα	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόντουσαν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόσασταν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόσαστε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόσουν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόσουνα	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζόταν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιζότανε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στραγγάλισμα
στραγγαλισμέ	noun	κλητική ενικού του στραγγαλισμός
στραγγαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλισμένο
στραγγαλισμένε	verb	κλητική ενικού του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλισμένη
στραγγαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμένης	verb	γενική ενικού του στραγγαλισμένη
στραγγαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου στραγγαλίζω
στραγγαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραγγαλισμένος
στραγγαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλισμός
στραγγαλισμού	noun	γενική ενικού του στραγγαλισμός
στραγγαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στραγγαλισμός
στραγγαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του στραγγαλισμός
στραγγαλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραγγαλίζω
στραγγαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του στραγγαλισμός
στραγγαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλιστής
στραγγαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του στραγγαλιστής
στραγγαλιστήκαμε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιστήκαν	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιστήκανε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιστήκατε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιστήρα	=	στραγγαλιστήρας
στραγγαλιστήρας	noun	μεταλλικός μηχανισμός που συγκρατεί την αλυσίδα της άγκυρας ενός πλοίου
στραγγαλιστήρες	=	στραγγαλιστήρας
στραγγαλιστήρων	=	στραγγαλιστήρας
στραγγαλιστής	noun	αυτός που στραγγαλίζει ή στραγγάλισε κάποιον
στραγγαλιστεί	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιστείτε	=	στραγγαλίζω
στραγγαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλιστικό
στραγγαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλιστική
στραγγαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστικής	adj	γενική ενικού του στραγγαλιστική
στραγγαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστικού	adj	γενική ενικού του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστικός	adj	που έχει σχέση με στραγγαλιστή ή στραγγαλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
στραγγαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του στραγγαλιστικός
στραγγαλιστριών	=	στραγγαλίστρια
στραγγαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του στραγγαλιστής
στραγγαλιών	=	στραγγαλιά
στραγγαλών	=	στραγγάλη
στραγγιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγιγμένο
στραγγιγμένε	verb	κλητική ενικού του στραγγιγμένος
στραγγιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγιγμένη
στραγγιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραγγιγμένος
στραγγιγμένης	verb	γενική ενικού του στραγγιγμένη
στραγγιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραγγιγμένος
στραγγιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγιγμένος
στραγγιγμένος	=	στραγγίζω
στραγγιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραγγιγμένος
στραγγιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραγγιγμένος
στραγγιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραγγιγμένος
στραγγιδίων	=	στραγγίδια
στραγγιζόμασταν	=	στραγγίζω
στραγγιζόμαστε	=	στραγγίζω
στραγγιζόμενος	=	στραγγίζω
στραγγιζόμουν	=	στραγγίζω
στραγγιζόμουνα	=	στραγγίζω
στραγγιζόντουσαν	=	στραγγίζω
στραγγιζόσασταν	=	στραγγίζω
στραγγιζόσαστε	=	στραγγίζω
στραγγιζόσουν	=	στραγγίζω
στραγγιζόσουνα	=	στραγγίζω
στραγγιζόταν	=	στραγγίζω
στραγγιζότανε	=	στραγγίζω
στραγγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στράγγισμα
στραγγισμένα	=	στραγγισμένος
στραγγισμένε	=	στραγγισμένος
στραγγισμένες	=	στραγγισμένος
στραγγισμένη	=	στραγγισμένος
στραγγισμένης	=	στραγγισμένος
στραγγισμένο	=	στραγγισμένος
στραγγισμένοι	=	στραγγισμένος
στραγγισμένος	verb	που έχει στραγγιστεί
στραγγισμένου	=	στραγγισμένος
στραγγισμένους	=	στραγγισμένος
στραγγισμένων	=	στραγγισμένος
στραγγιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στραγγιστός	adv	με στραγγιστό τρόπο
στραγγιστέ	adj	κλητική ενικού του στραγγιστός
στραγγιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγιστή
στραγγιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραγγιστός
στραγγιστήκαμε	=	στραγγίζομαι
στραγγιστήκαν	=	στραγγίζομαι
στραγγιστήκανε	=	στραγγίζομαι
στραγγιστήκατε	=	στραγγίζομαι
στραγγιστήρι	noun	ειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα των νερών και το σούρωμα
στραγγιστήρια	=	στραγγιστήρι
στραγγιστής	adj	γενική ενικού του στραγγιστή
στραγγιστεί	=	στραγγίζομαι
στραγγιστείς	=	στραγγίζω
στραγγιστείτε	=	στραγγίζομαι
στραγγιστηριού	=	στραγγιστήρι
στραγγιστηριών	=	στραγγιστήρι
στραγγιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγιστικό
στραγγιστικέ	adj	κλητική ενικού του στραγγιστικός
στραγγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγιστική
στραγγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραγγιστικός
στραγγιστικής	adj	γενική ενικού του στραγγιστική
στραγγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγιστικός
στραγγιστικού	adj	γενική ενικού του στραγγιστικός
στραγγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραγγιστικός
στραγγιστικό	adj	αιτιατική ενικού του στραγγιστικός
στραγγιστικός	adj	που συμβάλλει στο στράγγισμα ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό
στραγγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του στραγγιστικός
στραγγιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγιστός
στραγγιστού	adj	γενική ενικού του στραγγιστός
στραγγιστούμε	=	στραγγίζω
στραγγιστούν	=	στραγγίζω
στραγγιστούνε	=	στραγγίζω
στραγγιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραγγιστός
στραγγιστό	adj	αιτιατική ενικού του στραγγιστός
στραγγιστός	adj	που γίνεται ή παρασκευάζεται με στράγγισμα
στραγγιστώ	=	στραγγίζω
στραγγιστών	adj	γενική πληθυντικού του στραγγιστός
στραγγιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στραγγιχτός	adv	με στραγγιχτό τρόπο
στραγγιχτέ	adj	κλητική ενικού του στραγγιχτός
στραγγιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραγγιχτή
στραγγιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραγγιχτός
στραγγιχτήκαμε	=	στραγγίζω
στραγγιχτήκαν	=	στραγγίζω
στραγγιχτήκανε	=	στραγγίζω
στραγγιχτήκατε	=	στραγγίζω
στραγγιχτής	adj	γενική ενικού του στραγγιχτή
στραγγιχτεί	=	στραγγίζω
στραγγιχτείς	=	στραγγίζω
στραγγιχτείτε	=	στραγγίζω
στραγγιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραγγιχτός
στραγγιχτού	adj	γενική ενικού του στραγγιχτός
στραγγιχτούμε	=	στραγγίζω
στραγγιχτούν	=	στραγγίζω
στραγγιχτούνε	=	στραγγίζω
στραγγιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραγγιχτός
στραγγιχτό	adj	αιτιατική ενικού του στραγγιχτός
στραγγιχτός	adj|rare	άλλη μορφή του στραγγιστός
στραγγιχτώ	=	στραγγίζω
στραγγιχτών	adj	γενική πληθυντικού του στραγγιχτός
στραγγουλά	=	στραγγουλώ
στραγγουλάει	=	στραγγουλώ
στραγγουλάμε	=	στραγγουλώ
στραγγουλάν	=	στραγγουλώ
στραγγουλάνε	=	στραγγουλώ
στραγγουλάς	=	στραγγουλώ
στραγγουλάτε	=	στραγγουλώ
στραγγουλάω	verb	άλλη μορφή του στραμπουλώ
στραγγουλήγματα	=	στραγγούληγμα
στραγγουλήγματος	=	στραγγούληγμα
στραγγουλήματα	=	στραγγούλημα
στραγγουλήματος	=	στραγγούλημα
στραγγουλήσαμε	=	στραγγουλώ
στραγγουλήσαν	=	στραγγουλώ
στραγγουλήσανε	=	στραγγουλώ
στραγγουλήσατε	=	στραγγουλώ
στραγγουλήσει	=	στραγγουλώ
στραγγουλήστε	=	στραγγουλώ
στραγγουλίζαμε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζαν	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζανε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζατε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζει	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζεις	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζετε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζομαι	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζοντας	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζουμε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζουν	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζουνε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίζω	verb	άλλη μορφή του στραμπουλώ
στραγγουλίσαμε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίσαν	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίσανε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίσατε	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίσει	=	στραγγουλίζω
στραγγουλίσματα	=	στραγγούλισμα
στραγγουλίσματος	=	στραγγούλισμα
στραγγουλίστε	=	στραγγουλίζω
στραγγουληγμάτων	=	στραγγούληγμα
στραγγουλημάτων	=	στραγγούλημα
στραγγουλιέμαι	=	στραγγουλώ
στραγγουλισμάτων	=	στραγγούλισμα
στραγγουλούμε	=	στραγγουλώ
στραγγουλούν	=	στραγγουλώ
στραγγουλούνε	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσα	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσαμε	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσαν	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσανε	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσατε	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσε	=	στραγγουλώ
στραγγουλούσες	=	στραγγουλώ
στραγγουλώ	verb	άλλη μορφή του στραμπουλώ
στραγγουλώντας	=	στραγγουλώ
στραγγούλα	=	στραγγουλώ
στραγγούλαγε	=	στραγγουλώ
στραγγούληγμα	noun	άλλη μορφή του στραμπούληγμα
στραγγούλημα	noun	άλλη μορφή του στραμπούληγμα
στραγγούλησα	=	στραγγουλώ
στραγγούλησαν	=	στραγγουλώ
στραγγούλησε	=	στραγγουλώ
στραγγούλησες	=	στραγγουλώ
στραγγούλιζα	=	στραγγουλίζω
στραγγούλιζαν	=	στραγγουλίζω
στραγγούλιζε	=	στραγγουλίζω
στραγγούλιζες	=	στραγγουλίζω
στραγγούλισα	=	στραγγουλίζω
στραγγούλισαν	=	στραγγουλίζω
στραγγούλισε	=	στραγγουλίζω
στραγγούλισες	=	στραγγουλίζω
στραγγούλισμα	noun	άλλη μορφή του στραμπούληγμα
στρακαστρούκα	noun	είδος πολύ μικρής κροτίδας που εκρήγνυται με την τριβή, συνήθως με το τρίψιμο του παπουτσιού στο έδαφος
στρακαστρούκας	=	στρακαστρούκα
στρακαστρούκες	=	στρακαστρούκα
στραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στραμμένος
στραμμένε	verb	κλητική ενικού του στραμμένος
στραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραμμένη
στραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραμμένος
στραμμένης	verb	γενική ενικού του στραμμένη
στραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραμμένος
στραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραμμένος
στραμμένος	=	στρέφω
στραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραμμένος
στραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραμμένος
στραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραμμένος
στραμουλημένος	=	στραμπουλάω
στραμπουλάω	verb	προκαλώ διάστρεμμα
στραμπουλήγματα	=	στραμπούληγμα
στραμπουλήγματος	=	στραμπούληγμα
στραμπουλήθηκα	=	στραμπουλάω
στραμπουλήθηκαν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλήθηκε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλήθηκες	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλήματα	=	στραμπούλημα
στραμπουλήματος	=	στραμπούλημα
στραμπουλήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλήσου	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλίζαμε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζαν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζανε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζατε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζει	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζεις	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζεσαι	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζεστε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζεται	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζετε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στραμπουλίζω
στραμπουλίζονται	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζονταν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζοντας	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζουμε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζουν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζουνε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίζω	verb	άλλη μορφή του στραμπουλάω / στραμπουλώ
στραμπουλίξαμε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίξαν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίξανε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίξατε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίξει	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίξου	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίξτε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίσματα	=	στραμπούλισμα
στραμπουλίσματος	=	στραμπούλισμα
στραμπουλίχτηκα	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίχτηκαν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίχτηκε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλίχτηκες	=	στραμπουλίζω
στραμπουληγμάτων	=	στραμπούληγμα
στραμπουληγμένα	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένε	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένες	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένη	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένης	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένο	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένοι	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουληγμένου	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένους	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγμένων	=	στραμπουληγμένος
στραμπουληγματάκι	noun	υποκοριστικό του στραμπούληγμα
στραμπουληγματάκια	=	στραμπουληγματάκι
στραμπουληθήκαμε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουληθήκαν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουληθήκανε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουληθήκατε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουληθεί	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουληθείτε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλημάτων	=	στραμπούλημα
στραμπουλημένα	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένε	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένες	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένη	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένης	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένο	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένοι	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλημένου	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένους	=	στραμπουλημένος
στραμπουλημένων	=	στραμπουλημένος
στραμπουλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στραμπουλώ
στραμπουλιέσαι	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιέστε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιέται	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιγμένος	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόμασταν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόμαστε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόμουν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόμουνα	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόντουσαν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόσασταν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόσαστε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόσουν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόσουνα	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζόταν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιζότανε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιούνται	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιούνταν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλισμάτων	=	στραμπούλισμα
στραμπουλισμένα	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένε	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένες	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένη	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένης	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένο	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένοι	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στραμπουλίζω
στραμπουλισμένου	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένους	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλισμένων	=	στραμπουλισμένος
στραμπουλιχτήκαμε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιχτήκαν	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιχτήκανε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιχτήκατε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιχτεί	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιχτείτε	=	στραμπουλίζω
στραμπουλιόμασταν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόμαστε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόμουν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόμουνα	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόνταν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόντανε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόντουσαν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόσασταν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόσαστε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόσουν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόσουνα	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιόταν	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλιότανε	=	στραμπουλιέμαι
στραμπουλώ	verb	άλλη μορφή του στραμπουλάω
στραμπουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στραμπουλάω / στραμπουλώ
στραμπούληγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραμπουλώ
στραμπούλημα	noun	άλλη μορφή του στραμπούληγμα
στραμπούληξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπούληξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπούληξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπούληξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στραμπουλώ
στραμπούλησα	=	στραμπουλάω
στραμπούλιζα	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιζαν	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιζε	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιζες	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιξα	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιξαν	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιξε	=	στραμπουλίζω
στραμπούλιξες	=	στραμπουλίζω
στραμπούλισα	=	στραμπουλίζω
στραμπούλισμα	noun	άλλη μορφή του στραμπούληγμα
στραπάτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραπάτσο
στραπάτσο	noun	μεγάλη ζημιά ή καταστροφή
στραπάτσου	noun	γενική ενικού του στραπάτσο
στραπάτσων	noun	γενική πληθυντικού του στραπάτσο
στραπατσάδα	noun	ομελέτα με χτυπημένα αβγά μαγειρεμένα σε σάλτσα ντομάτας
στραπατσάδας	=	στραπατσάδα
στραπατσάδες	=	στραπατσάδα
στραπατσάδων	=	στραπατσάδα
στραπατσάρισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στραπατσάρω
στραπατσάρομαι	=	στραπατσάρω
στραπατσάρω	verb	χαλάω ή καταστρέφω την όψη κάποιου αντικειμένου ή προσώπου
στραπατσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραπατσάρισμα
στραπατσαρίσματος	noun	γενική ενικού του στραπατσάρισμα
στραπατσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στραπατσάρισμα
στραπατσαρισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραπατσαρισμένο
στραπατσαρισμένε	adj	κλητική ενικού του στραπατσαρισμένος
στραπατσαρισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραπατσαρισμένη
στραπατσαρισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραπατσαρισμένος
στραπατσαρισμένης	adj	γενική ενικού του στραπατσαρισμένη
στραπατσαρισμένο	adj	αιτιατική ενικού του στραπατσαρισμένος
στραπατσαρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραπατσαρισμένος
στραπατσαρισμένος	verb	που έχει στραπατσαριστεί κυριολεκτικά από μία βίαιη άσκηση πίεσης
στραπατσαρισμένου	verb	γενική ενικού του στραπατσαρισμένος
στραπατσαρισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραπατσαρισμένος
στραπατσαρισμένων	adj	γενική πληθυντικού του στραπατσαρισμένος
στρας	noun	κομμάτι από γυαλί εμποτισμένο με μόλυβδο, που χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία για απομίμηση πολύτιμων λίθων
στρατάριζα	=	στραταρίζω
στρατάριζαν	=	στραταρίζω
στρατάριζε	=	στραταρίζω
στρατάριζες	=	στραταρίζω
στρατάρισα	=	στραταρίζω
στρατάρισαν	=	στραταρίζω
στρατάρισε	=	στραταρίζω
στρατάρισες	=	στραταρίζω
στρατάρισμα	noun	η διαδικασία του στραταρίζω
στρατάρχα	=	στρατάρχη
στρατάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατάρχης
στρατάρχη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική του στρατάρχης
στρατάρχης	noun	ο ανώτατος βαθμός αξιωματικού στους στρατούς ξηράς, αμέσως ανώτερος του στρατηγού, που αντιστοιχίζεται στο βαθμό OF-10 του NATO. Προβλέπεται για διοίκηση σχηματισμών μεγαλύτερων της στρατιάς.
στρατέ	noun	κλητική ενικού του στρατός
στρατήγημα	noun	έξυπνο πολεμικό αμυντικό ή επιθετικό τέχνασμα
στρατήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατί	noun	μικρός δρόμος
στραταρίζαμε	=	στραταρίζω
στραταρίζαν	=	στραταρίζω
στραταρίζανε	=	στραταρίζω
στραταρίζατε	=	στραταρίζω
στραταρίζει	=	στραταρίζω
στραταρίζεις	=	στραταρίζω
στραταρίζετε	=	στραταρίζω
στραταρίζοντας	=	στραταρίζω
στραταρίζουμε	=	στραταρίζω
στραταρίζουν	=	στραταρίζω
στραταρίζουνε	=	στραταρίζω
στραταρίζω	verb	περπατώ για πρώτη φορά
στραταρίσαμε	=	στραταρίζω
στραταρίσαν	=	στραταρίζω
στραταρίσανε	=	στραταρίζω
στραταρίσατε	=	στραταρίζω
στραταρίσει	=	στραταρίζω
στραταρίσματα	=	στρατάρισμα
στραταρίσματος	=	στρατάρισμα
στραταρίστε	=	στραταρίζω
στραταρισμάτων	=	στρατάρισμα
στραταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραταρισμένο
στραταρισμένε	verb	κλητική ενικού του στραταρισμένος
στραταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραταρισμένη
στραταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραταρισμένος
στραταρισμένης	verb	γενική ενικού του στραταρισμένη
στραταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στραταρισμένος
στραταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραταρισμένος
στραταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στραταρισμένος
στραταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στραταρισμένος
στραταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στραταρισμένος
στραταρχία	noun	το αξίωμα του στρατάρχη καθώς και (κατ’ επέκταση) η χρονική περίοδος που κάποιος είναι στρατάρχης
στραταρχίας	=	στραταρχία
στραταρχίες	=	στραταρχία
στραταρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραταρχικό
στραταρχικέ	adj	κλητική ενικού του στραταρχικός
στραταρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στραταρχική
στραταρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στραταρχικός
στραταρχικής	adj	γενική ενικού του στραταρχική
στραταρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στραταρχικός
στραταρχικού	adj	γενική ενικού του στραταρχικός
στραταρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στραταρχικός
στραταρχικό	adj	αιτιατική ενικού του στραταρχικός
στραταρχικός	adj	που έχει σχέση με στρατάρχη ή στραταρχία ή αναφέρεται σ’ αυτά
στραταρχικών	adj	γενική πληθυντικού του στραταρχικός
στραταρχιών	=	στραταρχία
στραταρχών	=	στρατάρχης
στρατευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στράτευμα
στρατευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατευμένο
στρατευμένε	verb	κλητική ενικού του στρατευμένος
στρατευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατευμένη
στρατευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατευμένος
στρατευμένης	verb	γενική ενικού του στρατευμένη
στρατευμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρατευμένος
στρατευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατευμένος
στρατευμένος	verb	που έχει στρατευθεί, υπηρετεί στον στρατό
στρατευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρατευμένος
στρατευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρατευμένος
στρατευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρατευμένος
στρατευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτήκαν	=	στρατεύομαι
στρατευτήκανε	=	στρατεύομαι
στρατευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατευόμασταν	=	στρατεύομαι
στρατευόμαστε	=	στρατεύομαι
στρατευόμουν	=	στρατεύομαι
στρατευόμουνα	=	στρατεύομαι
στρατευόντουσαν	=	στρατεύομαι
στρατευόσασταν	=	στρατεύομαι
στρατευόσαστε	=	στρατεύομαι
στρατευόσουν	=	στρατεύομαι
στρατευόσουνα	=	στρατεύομαι
στρατευόταν	=	στρατεύομαι
στρατευότανε	=	στρατεύομαι
στρατεύεσαι	=	στρατεύομαι
στρατεύεστε	=	στρατεύομαι
στρατεύεται	=	στρατεύομαι
στρατεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στράτευμα
στρατεύματος	noun	γενική ενικού του στράτευμα
στρατεύομαι	verb	καλούμαι να καταταγώ στο στρατό
στρατεύονται	=	στρατεύομαι
στρατεύονταν	=	στρατεύομαι
στρατεύσεις	=	στράτευση
στρατεύσεων	=	στράτευση
στρατεύσιμα	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμε	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμες	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμη	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμης	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμο	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμοι	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμος	adj|formal	που υποχρεούται να στρατευθεί
στρατεύσιμου	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμους	=	στρατεύσιμος
στρατεύσιμων	=	στρατεύσιμος
στρατεύσου	=	στρατεύομαι
στρατεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατεύομαι
στρατζοπρεσών	=	στρατζόπρεσα
στρατζόπρεσα	noun	μηχάνημα που συνδυάζει στράτζα και πρέσσα
στρατζόπρεσας	=	στρατζόπρεσα
στρατζόπρεσες	=	στρατζόπρεσα
στρατζών	=	στράτζα
στρατηγέ	noun	κλητική ενικού του στρατηγός
στρατηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατήγημα
στρατηγήματος	noun	γενική ενικού του στρατήγημα
στρατηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατηγώ
στρατηγία	noun	το αξίωμα, η εξουσία στρατηγού (όπως και στην αρχαία Αθήνα)
στρατηγίας	noun	γενική ενικού του στρατηγία
στρατηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατηγία
στρατηγίνα	noun	θηλυκό του στρατηγός
στρατηγίνας	=	στρατηγίνα
στρατηγίνες	=	στρατηγίνα
στρατηγίνων	=	στρατηγίνα
στρατηγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατηγείο
στρατηγείο	noun	η έδρα ενός στρατηγού ή άλλου στρατιωτικού διοικητή
στρατηγείου	noun	γενική ενικού του στρατηγείο
στρατηγείων	noun	γενική πληθυντικού του στρατηγείο
στρατηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρατήγημα
στρατηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (στρατηγικό) του στρατηγικός	adv	με στρατηγική, με στρατηγικό τρόπο
στρατηγικέ	adj	κλητική ενικού του στρατηγικός
στρατηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατηγική
στρατηγική	noun	μέρος της πολεμικής τέχνης για την προετοιμασία και την καθοδήγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατηγικός
στρατηγικής	noun	γενική ενικού του στρατηγική	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (στρατηγική) του στρατηγικός
στρατηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατηγικός
στρατηγικού	adj	γενική ενικού του στρατηγικός
στρατηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρατηγικός
στρατηγικό	adj	αιτιατική ενικού του στρατηγικός
στρατηγικός	adj	που έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός
στρατηγικών	adj	γενική πληθυντικού του στρατηγικός
στρατηγικώς	adv|dated	στρατηγικά
στρατηγιών	noun	γενική πληθυντικού του στρατηγία
στρατηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατηγός
στρατηγού	noun	γενική ενικού του στρατηγός
στρατηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατηγός
στρατηγό	noun	αιτιατική ενικού του στρατηγός
στρατηγός	noun	ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς που φέρει τον ανώτερο βαθμό της στρατιωτικής ιεραρχίας.
στρατηγώ	verb|formal	είμαι στρατηγός, διοικώ ένα στράτευμα ως στρατηγός
στρατηγών	noun	γενική πληθυντικού του στρατηγός
στρατηλάτες	=	στρατηλάτης
στρατηλάτη	=	στρατηλάτης
στρατηλάτης	noun	αυτός που ηγείται στρατεύματος, ο διοικητής, ο αρχηγός στρατεύματος
στρατηλατών	=	στρατηλάτης
στρατιά	noun	η μεγαλύτερη στρατιωτική μονάδα με ενιαία διοίκηση που αποτελείται από σώματα στρατού
στρατιάς	noun	γενική ενικού του στρατιά
στρατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιά
στρατιωτάκι	noun	υποκοριστικό του στρατιώτης
στρατιωτάκια	noun	παιδικό παιχνίδι, αναπαράσταση μάχης με στημένα στρατιωτάκια
στρατιωτίνα	noun	γυναίκα στρατιώτης
στρατιωτίνας	=	στρατιωτίνα
στρατιωτίνες	=	στρατιωτίνα
στρατιωτίνων	=	στρατιωτίνα
στρατιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτικό
στρατιωτικέ	adj	κλητική ενικού του στρατιωτικός
στρατιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτική
στρατιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατιωτικός
στρατιωτικής	adj	γενική ενικού του στρατιωτική
στρατιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτικός
στρατιωτικοποίει	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποίησα	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποίησαν	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποίησε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποίησες	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποίησης	noun	γενική ενικού του στρατιωτικοποίηση
στρατιωτικοποιήσαμε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιήσαν	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιήσανε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιήσατε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιήσει	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτικοποίηση
στρατιωτικοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στρατιωτικοποίηση
στρατιωτικοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στρατιωτικοποίηση
στρατιωτικοποιήστε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιεί	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιείς	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιείτε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτικοποιημένο
στρατιωτικοποιημένε	verb	κλητική ενικού του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτικοποιημένη
στρατιωτικοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιημένης	verb	γενική ενικού του στρατιωτικοποιημένη
στρατιωτικοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρατιωτικοποιημένος
στρατιωτικοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούμε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούν	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούνε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσα	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσαμε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσαν	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσανε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσατε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσε	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιούσες	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικοποιώ	verb	εγκαθιστώ σε μια περιοχή στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε να ελέγχεται απ’ αυτές, και (ενδεχομένως) την οχυρώνω και επιβάλλω σ’ αυτή στρατιωτική δομή
στρατιωτικοποιώντας	=	στρατιωτικοποιώ
στρατιωτικού	adj	γενική ενικού του στρατιωτικός
στρατιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρατιωτικός
στρατιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του στρατιωτικός	noun	η θητεία στον στρατό, η στρατιωτική θητεία
στρατιωτικός	noun	που είναι επαγγελματικά ενταγμένος στις ένοπλες δυνάμεις	adj	που έχει σχέση με το στρατό ή τους στρατιώτες
στρατιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του στρατιωτικός
στρατιωτισμέ	noun	κλητική ενικού του στρατιωτισμός
στρατιωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατιωτισμός
στρατιωτισμού	noun	γενική ενικού του στρατιωτισμός
στρατιωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατιωτισμός
στρατιωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του στρατιωτισμός
στρατιωτισμός	noun	η στρατιωτική νοοτροπία, η εξύμνηση των στρατιωτικών αξιών
στρατιωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του στρατιωτισμός
στρατιωτών	noun	γενική πληθυντικού του στρατιώτης
στρατιών	noun	γενική πληθυντικού του στρατιά
στρατιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατιώτης
στρατιώτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του στρατιώτης
στρατιώτης	noun	κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία
στρατοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατός
στρατοδίκες	=	στρατοδίκης
στρατοδίκη	=	στρατοδίκης
στρατοδίκης	noun	στρατιωτικός δικαστής, μέλος στρατοδικείου
στρατοδικεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοδικείο
στρατοδικείο	noun	δικαστήριο που συγκροτείται από στρατοδίκες και εκδικάζει παραπτώματα στρατιωτικών ή, σε περίοδο που ισχύει στρατιωτικός νόμος, και πολιτών
στρατοδικείου	noun	γενική ενικού του στρατοδικείο
στρατοδικείων	noun	γενική πληθυντικού του στρατοδικείο
στρατοδικεῖον	noun	στρατοδικείο
στρατοδικών	=	στρατοδίκης
στρατοκράτες	=	στρατοκράτης
στρατοκράτη	=	στρατοκράτης
στρατοκράτης	noun|formal	ένθερμος υποστηρικτής της στρατοκρατίας
στρατοκρατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατία	noun	η παρασκηνιακή ή ολοκληρωτική διακυβέρνηση μιας χώρας από στρατιωτικούς
στρατοκρατίας	noun	γενική ενικού του στρατοκρατία
στρατοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοκρατία
στρατοκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοκρατούμαι
στρατοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοκρατικό
στρατοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του στρατοκρατικός
στρατοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοκρατική
στρατοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατοκρατικός
στρατοκρατικής	adj	γενική ενικού του στρατοκρατική
στρατοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατοκρατικός
στρατοκρατικού	adj	γενική ενικού του στρατοκρατικός
στρατοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρατοκρατικός
στρατοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του στρατοκρατικός
στρατοκρατικός	adj	αυτός που επιθυμεί την στρατοκρατία ως πολιτικό σύστημα
στρατοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του στρατοκρατικός
στρατοκρατικώς	adv|dated	στρατοκρατικά
στρατοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του στρατοκρατία
στρατοκρατούμαι	verb|formal	η διακυβέρνηση γίνεται από τους στρατιωτικούς
στρατοκρατούμενα	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενε	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενες	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενη	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενης	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενο	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενοι	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενος	verb	που στρατοκρατείται
στρατοκρατούμενου	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενους	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμενων	=	στρατοκρατούμενος
στρατοκρατούμουν	=	στρατοκρατούμαι
στρατοκρατών	=	στρατοκράτης
στρατοκόπε	noun	κλητική ενικού του στρατοκόπος
στρατοκόπο	noun	αιτιατική ενικού του στρατοκόπος
στρατοκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατοκόπος
στρατοκόπος	noun	ο οδοιπόρος
στρατοκόπου	noun	γενική ενικού του στρατοκόπος
στρατοκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατοκόπος
στρατοκόπων	noun	γενική πληθυντικού του στρατοκόπος
στρατολάτες	=	στρατολάτης
στρατολάτη	=	στρατολάτης
στρατολάτης	noun	στρατοκόπος, οδοιπόρος, διαβάτης
στρατολάτισσας	noun	γενική ενικού του στρατολάτισσα
στρατολάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολάτισσα
στρατολατισσών	noun	γενική πληθυντικού του στρατολάτισσα
στρατολατών	=	στρατολάτης
στρατολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολόγηση
στρατολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του στρατολόγηση
στρατολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του στρατολόγηση
στρατολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολογία	noun	Στρατιωτική υπηρεσία αρμόδια για την κατάταξη των πολιτών στο στράτευμα και για τον έλεγχο της εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεών τους.
στρατολογίας	noun	γενική ενικού του στρατολογία
στρατολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολογία
στρατολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατολογούμαι
στρατολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολογημένο
στρατολογημένε	verb	κλητική ενικού του στρατολογημένος
στρατολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολογημένη
στρατολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατολογημένος
στρατολογημένης	verb	γενική ενικού του στρατολογημένη
στρατολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του στρατολογημένος
στρατολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατολογημένος
στρατολογημένος	verb	που υπηρετεί στο στρατό
στρατολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρατολογημένος
στρατολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρατολογημένος
στρατολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρατολογημένος
στρατολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολογικό
στρατολογικέ	adj	κλητική ενικού του στρατολογικός
στρατολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατολογική
στρατολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατολογικός
στρατολογικής	adj	γενική ενικού του στρατολογική
στρατολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατολογικός
στρατολογικού	adj	γενική ενικού του στρατολογικός
στρατολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρατολογικός
στρατολογικό	adj	αιτιατική ενικού του στρατολογικός
στρατολογικός	adj	σχετικός με την στρατολογία
στρατολογικών	adj	γενική πληθυντικού του στρατολογικός
στρατολογιών	noun	γενική πληθυντικού του στρατολογία
στρατολογούμαι	=	στρατολογώ
στρατολογώ	verb	εντάσσω νεοσύλλεκτους στις ένοπλες δυνάμεις
στρατολόγε	=	στρατολόγος
στρατολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατολογώ
στρατολόγηση	noun|figurative	η ενέργεια ή η διαδικασία του στρατολογώ
στρατολόγησης	noun	γενική ενικού του στρατολόγηση
στρατολόγο	=	στρατολόγος
στρατολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατολόγος
στρατολόγος	noun	Ο υπεύθυνος για τη στρατολογία αξιωματικός.
στρατολόγου	noun	γενική ενικού του στρατολόγος
στρατολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατολόγος
στρατολόγων	noun	γενική πληθυντικού του στρατολόγος
στρατονόμε	noun	κλητική ενικού του στρατονόμος
στρατονόμο	noun	αιτιατική ενικού του στρατονόμος
στρατονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατονόμος
στρατονόμος	noun	οπλίτης ή αξιωματικός που υπηρετεί στην Στρατονομία και έχει ως αποστολή την αστυνόμευση τον στρατιωτών
στρατονόμου	noun	γενική ενικού του στρατονόμος
στρατονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατονόμος
στρατονόμων	noun	γενική πληθυντικού του στρατονόμος
στρατοπέδευα	=	στρατοπεδεύω
στρατοπέδευαν	=	στρατοπεδεύω
στρατοπέδευε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπέδευες	=	στρατοπεδεύω
στρατοπέδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπέδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπέδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπέδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπέδευση	noun	η εγκατάσταση ενός στρατιωτικού σώματος σε υπαίθριο χώρο έξω από τις μόνιμες εγκαταστάσεις
στρατοπέδευσης	=	στρατοπέδευση
στρατοπέδου	noun	γενική ενικού του στρατόπεδο
στρατοπέδων	noun	γενική πληθυντικού του στρατόπεδο
στρατοπεδάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοπεδάρχης
στρατοπεδάρχη	=	στρατοπεδάρχης
στρατοπεδάρχης	noun	ο διοικητής στρατοπέδου
στρατοπεδαρχών	=	στρατοπεδάρχης
στρατοπεδεία	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρατοπεδεύω
στρατοπεδείας	=	στρατοπεδεία
στρατοπεδείες	=	στρατοπεδεία
στρατοπεδειών	=	στρατοπεδεία
στρατοπεδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοπεδευμένο
στρατοπεδευμένε	verb	κλητική ενικού του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοπεδευμένη
στρατοπεδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδευμένης	verb	γενική ενικού του στρατοπεδευμένη
στρατοπεδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδευμένος	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρατοπεδευμένος
στρατοπεδεύαμε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύαν	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύανε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύατε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύει	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύεις	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύετε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύομε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύοντας	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύουμε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύουν	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύουνε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσαν	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσανε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατοπέδευση
στρατοπεδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσεων	=	στρατοπέδευση
στρατοπεδεύσομε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσουνε	=	στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατοπεδεύω
στρατοπεδεύω	verb	εγκαθίσταμαι προσωρινά σε κάποιο χώρο
στρατοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του στρατόσφαιρα
στρατουλίζαμε	=	στρατουλίζω
στρατουλίζαν	=	στρατουλίζω
στρατουλίζανε	=	στρατουλίζω
στρατουλίζατε	=	στρατουλίζω
στρατουλίζει	=	στρατουλίζω
στρατουλίζεις	=	στρατουλίζω
στρατουλίζετε	=	στρατουλίζω
στρατουλίζοντας	=	στρατουλίζω
στρατουλίζουμε	=	στρατουλίζω
στρατουλίζουν	=	στρατουλίζω
στρατουλίζουνε	=	στρατουλίζω
στρατουλίζω	verb	αρχίζω να περπατάω, να κάνω τα πρώτα μου βήματα
στρατουλίσαμε	=	στρατουλίζω
στρατουλίσαν	=	στρατουλίζω
στρατουλίσανε	=	στρατουλίζω
στρατουλίσατε	=	στρατουλίζω
στρατουλίσει	=	στρατουλίζω
στρατουλίστε	=	στρατουλίζω
στρατοχωροφυλάκων	=	στρατοχωροφύλακας
στρατοχωροφυλακές	=	στρατοχωροφυλακή
στρατοχωροφυλακή	noun	σώμα ασφαλείας υπεύθυνο για την τήρηση της δημόσιας ασφαλείας και τάξης σε περιοχές κυρίως της υπαίθρου που δεν έχει ευθύνη η αστυνομία
στρατοχωροφυλακής	=	στρατοχωροφυλακή
στρατοχωροφυλακών	=	στρατοχωροφυλακή
στρατοχωροφύλακα	=	στρατοχωροφύλακας
στρατοχωροφύλακας	noun|dated	ο Τούρκος χωροφύλακας, ο τζανταρμάς
στρατοχωροφύλακες	=	στρατοχωροφύλακας
στρατού	noun	γενική ενικού του στρατός
στρατούλα	noun	τα πρώτα βήματα: κυρίως στην έκφραση στράτα-στρατούλα που λέμε για να ενθαρρύνουμε ένα νήπιο που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα του βήματα
στρατούλας	noun	γενική ενικού του στρατούλα
στρατούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατούλα
στρατούλιζα	=	στρατουλίζω
στρατούλιζαν	=	στρατουλίζω
στρατούλιζε	=	στρατουλίζω
στρατούλιζες	=	στρατουλίζω
στρατούλισα	=	στρατουλίζω
στρατούλισαν	=	στρατουλίζω
στρατούλισε	=	στρατουλίζω
στρατούλισες	=	στρατουλίζω
στρατούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατός
στρατσιατέλα	noun	είδος ιταλικού παγωτού με βάση το γάλα και τρίμματα σοκολάτας
στρατσιατέλας	=	στρατσιατέλα
στρατσιατέλες	=	στρατσιατέλα
στρατσόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατσόχαρτο
στρατσόχαρτο	noun|dated	κακής ποιότητας τραχύ και χοντρό χαρτί περιτυλίγματος
στρατσόχαρτου	noun	γενική ενικού του στρατσόχαρτο
στρατσόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του στρατσόχαρτο
στρατωνίζαμε	=	στρατωνίζω
στρατωνίζαν	=	στρατωνίζω
στρατωνίζανε	=	στρατωνίζω
στρατωνίζατε	=	στρατωνίζω
στρατωνίζει	=	στρατωνίζω
στρατωνίζεις	=	στρατωνίζω
στρατωνίζετε	=	στρατωνίζω
στρατωνίζομαι	verb	Καταυλίζομαι, καταλύω κάπου (για στρατιώτες).
στρατωνίζοντας	=	στρατωνίζω
στρατωνίζουμε	=	στρατωνίζω
στρατωνίζουν	=	στρατωνίζω
στρατωνίζουνε	=	στρατωνίζω
στρατωνίζω	verb	Παρέχω κατάλυμα σε στρατιώτες.
στρατωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίσαν	=	στρατωνίζω
στρατωνίσανε	=	στρατωνίζω
στρατωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνισμέ	noun	κλητική ενικού του στρατωνισμός
στρατωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατωνισμένο
στρατωνισμένε	verb	κλητική ενικού του στρατωνισμένος
στρατωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατωνισμένη
στρατωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρατωνισμένος
στρατωνισμένης	verb	γενική ενικού του στρατωνισμένη
στρατωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρατωνισμένος
στρατωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατωνισμένος
στρατωνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στρατωνίζω
στρατωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρατωνισμένος
στρατωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρατωνισμένος
στρατωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρατωνισμένος
στρατωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρατωνισμός
στρατωνισμού	noun	γενική ενικού του στρατωνισμός
στρατωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρατωνισμός
στρατωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του στρατωνισμός
στρατωνισμός	noun	Ο καταυλισμός των στρατιωτών.
στρατωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του στρατωνισμός
στρατωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζομαι
στρατό	noun	αιτιατική ενικού του στρατός
στρατόκαβλε	=	στρατόκαβλος
στρατόκαβλο	=	στρατόκαβλος
στρατόκαβλοι	=	στρατόκαβλος
στρατόκαβλος	noun	άλλη γραφή του στρατόκαυλος
στρατόκαβλου	=	στρατόκαβλος
στρατόκαβλους	=	στρατόκαβλος
στρατόκαβλων	=	στρατόκαβλος
στρατόκαυλε	=	στρατόκαυλος
στρατόκαυλο	=	στρατόκαυλος
στρατόκαυλοι	=	στρατόκαυλος
στρατόκαυλος	noun	όρος που αναφέρεται σε άνθρωπο παθιασμένο με τον στρατό και τις πρακτικές του στρατού.
στρατόκαυλου	=	στρατόκαυλος
στρατόκαυλους	=	στρατόκαυλος
στρατόκαυλων	=	στρατόκαυλος
στρατόπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατόπεδο
στρατόπεδο	noun	εγκατάσταση, μόνιμη ή παροδική, που στεγάζει μία ή περισσότερες στρατιωτικές μονάδες
στρατόπεδου	=	στρατόπεδο
στρατός	noun	σύνολο ενόπλων δυνάμεων που ενεργούν σε κάποια περιοχή
στρατόσφαιρα	noun	η ανώτερη ζώνη της ατμόσφαιρας· διαδέχεται την τροπόπαυση και εκτείνεται από ύψος περίπου 10 χλμ μέχρι ύψους 50-55 χλμ από την επιφάνεια της γης
στρατόσφαιρας	noun	γενική ενικού του στρατόσφαιρα
στρατόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατόσφαιρα
στρατών	noun	στρατώνας, στρατώνα
στρατώνα	noun	ο στρατώνας (δείτε λέξη)
στρατώνας	noun	το μέρος όπου διαμένουν οι στρατιώτες.
στρατώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρατώνας
στρατώνιζα	=	στρατωνίζω
στρατώνιζαν	=	στρατωνίζω
στρατώνιζε	=	στρατωνίζω
στρατώνιζες	=	στρατωνίζω
στρατώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρατωνίζω
στρατώνων	=	στρατώνας
στραφήκαμε	=	στρέφω
στραφήκαν	=	στρέφω
στραφήκανε	=	στρέφω
στραφήκατε	=	στρέφω
στραφεί	=	στρέφω
στραφείς	=	στρέφω
στραφείτε	=	στρέφω
στραφούμε	=	στρέφω
στραφούν	=	στρέφω
στραφούνε	=	στρέφω
στραφταλίζω	verb	λαμποκοπάω, λαμπυρίζω, αστράφτω
στραφώ	=	στρέφω
στρδρχης	abbrev	στρατοπεδάρχης
στρείδι	noun	θαλασσινό μαλάκιο του γένους οστρέα (Ostrea), της οικογένειας οστρεΐδες, που προσκολλάται σε βράχια ή στα πλοία και ψαρεύεται για το εδώδιμο εσωτερικό του, ανάμεσα στα δύο γκριζωπά όστρακά του
στρείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρείδι
στρεβλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρεβλός	adv	με στρεβλό τρόπο
στρεβλέ	adj	κλητική ενικού του στρεβλός
στρεβλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεβλή
στρεβλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεβλός
στρεβλής	adj	γενική ενικού του στρεβλή
στρεβλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεβλός
στρεβλοτήτων	=	στρεβλότητα
στρεβλού	adj	γενική ενικού του στρεβλός
στρεβλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρεβλός
στρεβλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρέβλωμα
στρεβλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεβλωμένο
στρεβλωμένε	verb	κλητική ενικού του στρεβλωμένος
στρεβλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεβλωμένη
στρεβλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεβλωμένος
στρεβλωμένης	verb	γενική ενικού του στρεβλωμένη
στρεβλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρεβλωμένος
στρεβλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεβλωμένος
στρεβλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρεβλωμένος
στρεβλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρεβλωμένος
στρεβλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρεβλωμένος
στρεβλωτές	=	στρεβλωτής
στρεβλωτή	=	στρεβλωτής
στρεβλωτής	noun|figurative	αυτός που στρεβλώνει
στρεβλωτικά	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικέ	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικές	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτική	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικής	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικοί	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικού	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικούς	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικό	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτικός	adj	που έχει σχέση με στρέβλωση ή αναφέρεται σ' αυτή
στρεβλωτικών	=	στρεβλωτικός
στρεβλωτών	=	στρεβλωτής
στρεβλό	adj	αιτιατική ενικού του στρεβλός
στρεβλός	adj	που είναι στραβός, όχι ίσιος
στρεβλότητα	noun|formal	το να είναι κάτι στρεβλό, η ιδιότητα του στρεβλού
στρεβλότητας	noun	γενική ενικού του στρεβλότητα
στρεβλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεβλότητα
στρεβλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρέβλωμα
στρεβλώματος	noun	γενική ενικού του στρέβλωμα
στρεβλών	adj	γενική πληθυντικού του στρεβλός
στρεβλώναμε	=	στρεβλώνω
στρεβλώναν	=	στρεβλώνω
στρεβλώνανε	=	στρεβλώνω
στρεβλώνατε	=	στρεβλώνω
στρεβλώνει	=	στρεβλώνω
στρεβλώνεις	=	στρεβλώνω
στρεβλώνετε	=	στρεβλώνω
στρεβλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώνοντας	=	στρεβλώνω
στρεβλώνουμε	=	στρεβλώνω
στρεβλώνουν	=	στρεβλώνω
στρεβλώνουνε	=	στρεβλώνω
στρεβλώνω	verb	στραβώνω, παραμορφώνω, κάνω κάτι στρεβλό
στρεβλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώσαν	=	στρεβλώνω
στρεβλώσανε	=	στρεβλώνω
στρεβλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρέβλωση
στρεβλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του στρέβλωση
στρεβλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του στρέβλωση
στρεβλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρεβλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεβλώνω
στρειδιού	noun	γενική ενικού του στρείδι
στρειδιών	noun	γενική πληθυντικού του στρείδι
στρειδολόγε	=	στρειδολόγος
στρειδολόγο	=	στρειδολόγος
στρειδολόγοι	=	στρειδολόγος
στρειδολόγος	noun	όργανο για τη συλλογή στρειδιών
στρειδολόγου	=	στρειδολόγος
στρειδολόγους	=	στρειδολόγος
στρειδολόγων	=	στρειδολόγος
στρειδοφάγε	=	στρειδοφάγος
στρειδοφάγο	=	στρειδοφάγος
στρειδοφάγοι	=	στρειδοφάγος
στρειδοφάγος	noun	είδος πουλιού
στρειδοφάγου	=	στρειδοφάγος
στρειδοφάγους	=	στρειδοφάγος
στρειδοφάγων	=	στρειδοφάγος
στρεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρέμμα
στρεμματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρεμματικός	adv	ως προς το στρέμμα, ανά στρέμμα
στρεμματικέ	adj	κλητική ενικού του στρεμματικός
στρεμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεμματική
στρεμματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεμματικός
στρεμματικής	adj	γενική ενικού του στρεμματική
στρεμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεμματικός
στρεμματικού	adj	γενική ενικού του στρεμματικός
στρεμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρεμματικός
στρεμματικό	adj	αιτιατική ενικού του στρεμματικός
στρεμματικός	adj	που έχει σχέση με το στρέμμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
στρεμματικών	adj	γενική πληθυντικού του στρεμματικός
στρεμματοζάχαρα	=	στρεμματοζάχαρο
στρεμματοζάχαρο	noun	παραγωγή ζάχαρης ανά στρέμμα
στρεμματοζάχαρου	=	στρεμματοζάχαρο
στρεμματοζαχάρου	=	στρεμματοζάχαρο
στρεμματοζαχάρων	=	στρεμματοζάχαρο
στρεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρέξιμο
στρεξίματος	noun	γενική ενικού του στρέξιμο
στρεξιμάτων	=	στρέξιμο
στρεπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρεπτός	adv	με στρεπτό τρόπο
στρεπτέ	adj	κλητική ενικού του στρεπτός
στρεπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεπτή
στρεπτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεπτός
στρεπτής	adj	γενική ενικού του στρεπτή
στρεπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεπτός
στρεπτοκοκκίαση	noun	λοίμωξη που προκαλείται από στρεπτόκοκκο
στρεπτοκοκκίασης	=	στρεπτοκοκκίαση
στρεπτοκοκκίασις	noun	στρεπτοκοκκίαση
στρεπτοκοκκιάσεις	=	στρεπτοκοκκίαση
στρεπτοκοκκιάσεων	=	στρεπτοκοκκίαση
στρεπτοκοκκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεπτοκοκκικό
στρεπτοκοκκικέ	adj	κλητική ενικού του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκοκκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεπτοκοκκική
στρεπτοκοκκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκοκκικής	adj	γενική ενικού του στρεπτοκοκκική
στρεπτοκοκκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκοκκικού	adj	γενική ενικού του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκοκκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκοκκικό	adj	αιτιατική ενικού του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκοκκικός	adj	που έχει σχέση με στρεπτόκοκκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
στρεπτοκοκκικών	adj	γενική πληθυντικού του στρεπτοκοκκικός
στρεπτοκόκκου	noun	γενική ενικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτοκόκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτοκόκκων	noun	γενική πληθυντικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτομυκίνη	noun	αντιβιοτική ουσία (ιδιαίτερα γνωστή ως αντιφυματικό φάρμακο) η οποία παράγεται από στρεπτομύκητα (συγκεκριμένα, από τον Streptomyces griseus)
στρεπτομυκίνης	noun	γενική ενικού του στρεπτομυκίνη
στρεπτού	adj	γενική ενικού του στρεπτός
στρεπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρεπτός
στρεπτό	adj	αιτιατική ενικού του στρεπτός
στρεπτόκοκκε	noun	κλητική ενικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτόκοκκο	noun	αιτιατική ενικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτόκοκκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτόκοκκος	noun	ένα gram-θετικό βακτήριο, πολλά είδη του οποίου απαντώνται στην στοματική κοιλότητα ή στα έντερα χωρίς να προκαλούν λοίμωξη, άλλα όμως είναι παθογόνα και επικίνδυνα
στρεπτόκοκκου	noun	γενική ενικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτόκοκκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτόκοκκων	noun	γενική πληθυντικού του στρεπτόκοκκος
στρεπτός	adj	που είναι δυνατόν να στραφεί ή να περιστραφεί
στρεπτών	adj	γενική πληθυντικού του στρεπτός
στρες	noun	άγχος
στρεσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρεσάρω
στρεσάρομαι	=	στρεσάρω
στρεσάρω	verb	πιέζω, δημιουργώ καταπόνηση
στρεσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεσάρισμα
στρεσαρίσματος	noun	γενική ενικού του στρεσάρισμα
στρεσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρεσάρισμα
στρεσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεσαρισμένο
στρεσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του στρεσαρισμένος
στρεσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεσαρισμένη
στρεσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεσαρισμένος
στρεσαρισμένης	verb	γενική ενικού του στρεσαρισμένη
στρεσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρεσαρισμένος
στρεσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεσαρισμένος
στρεσαρισμένος	verb	που έχει έντονο στρες, άγχος, που νιώθει πιεσμένος
στρεσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρεσαρισμένος
στρεσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρεσαρισμένος
στρεσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρεσαρισμένος
στρεσογόνα	=	στρεσογόνος
στρεσογόνας	=	στρεσογόνος
στρεσογόνε	=	στρεσογόνος
στρεσογόνες	=	στρεσογόνος
στρεσογόνο	=	στρεσογόνος
στρεσογόνοι	=	στρεσογόνος
στρεσογόνος	adj	που προκαλεί άγχος, στρες
στρεσογόνου	=	στρεσογόνος
στρεσογόνους	=	στρεσογόνος
στρεσογόνων	=	στρεσογόνος
στρεφοποδία	noun	δυσμορφία του ποδιού (στα άκρα)
στρεφοποδίας	=	στρεφοποδία
στρεφοποδίες	=	στρεφοποδία
στρεφοποδιών	=	στρεφοποδία
στρεφόμασταν	=	στρέφω
στρεφόμαστε	=	στρέφω
στρεφόμενος	=	στρέφω
στρεφόμουν	=	στρέφω
στρεφόμουνα	=	στρέφω
στρεφόντουσαν	=	στρέφω
στρεφόσασταν	=	στρέφω
στρεφόσαστε	=	στρέφω
στρεφόσουν	=	στρέφω
στρεφόσουνα	=	στρέφω
στρεφόταν	=	στρέφω
στρεφότανε	=	στρέφω
στρεψαυχενία	noun	ακούσια στροφή του αυχένα και (κατ’ επέκταση) της κεφαλής
στρεψαυχενίας	noun	γενική ενικού του στρεψαυχενία
στρεψαυχενίες	=	στρεψαυχενία
στρεψαυχενιών	noun	γενική πληθυντικού του στρεψαυχενία
στρεψαύχην	noun	που πάσχει από στρεψαυχενία
στρεψοδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρεψοδικώ
στρεψοδικία	noun	η χρήση παραπλανητικών επιχειρημάτων
στρεψοδικίας	noun	γενική ενικού του στρεψοδικία
στρεψοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεψοδικία
στρεψοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του στρεψοδικία
στρεψοδικώ	verb	χρησιμοποιώ κακόπιστα επιχειρήματα ή σοφιστείες με στόχο τη διαστροφή της αλήθειας
στρεψόδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρεψόδικος	adv|formal	με στρεψόδικο τρόπο, με στρεψοδικία
στρεψόδικε	adj	κλητική ενικού του στρεψόδικος
στρεψόδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρεψόδικη
στρεψόδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρεψόδικος
στρεψόδικης	adj	γενική ενικού του στρεψόδικη
στρεψόδικο	adj	αιτιατική ενικού του στρεψόδικος
στρεψόδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρεψόδικος
στρεψόδικος	adj	που στρεψοδικεί, που διαστρέφει την αλήθεια και χρησιμοποιεί παραπλανητικά επιχειρήματα (και ως ουσιαστικό)
στρεψόδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρεψόδικος
στρεψόδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρεψόδικος
στρεψόδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρεψόδικος
στριβόμασταν	=	στρίβω
στριβόμαστε	=	στρίβω
στριβόμουν	=	στρίβω
στριβόμουνα	=	στρίβω
στριβόντουσαν	=	στρίβω
στριβόσασταν	=	στρίβω
στριβόσαστε	=	στρίβω
στριβόσουν	=	στρίβω
στριβόσουνα	=	στρίβω
στριβόταν	=	στρίβω
στριβότανε	=	στρίβω
στριγγοπουλιού	=	στριγγοπούλι
στριγγοπουλιών	=	στριγγοπούλι
στριγγοπούλι	noun	ο χουχουριστής
στριγγοπούλια	=	στριγγοπούλι
στριγερέ	=	στριγερός
στριγεροί	=	στριγερός
στριγερού	=	στριγερός
στριγερούς	=	στριγερός
στριγερό	=	στριγερός
στριγερός	noun	ο στύλος που βρισκόταν στην μέση του αλωνιού κι έδεναν τα άλογα
στριγερών	=	στριγερός
στριγκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (στριγκό) του στριγκός	adv	με στριγκό τρόπο, δυνατά
στριγκάκι	noun	υποκοριστικό του στριγκ / στρινγκ
στριγκάκια	=	στριγκάκι
στριγκέ	adj	κλητική ενικού του στριγκός
στριγκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριγκή
στριγκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριγκός
στριγκής	adj	γενική ενικού του στριγκή
στριγκιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριγκός
στριγκιάς	=	στριγκός
στριγκλίζαμε	=	στριγκλίζω
στριγκλίζαν	=	στριγκλίζω
στριγκλίζανε	=	στριγκλίζω
στριγκλίζατε	=	στριγκλίζω
στριγκλίζει	=	στριγκλίζω
στριγκλίζεις	=	στριγκλίζω
στριγκλίζετε	=	στριγκλίζω
στριγκλίζοντας	=	στριγκλίζω
στριγκλίζουμε	=	στριγκλίζω
στριγκλίζουν	=	στριγκλίζω
στριγκλίζουνε	=	στριγκλίζω
στριγκλίζω	verb	φωνάζω με τόνο οξύ και διαπεραστικό
στριγκλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσαν	=	στριγκλίζω
στριγκλίσανε	=	στριγκλίζω
στριγκλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρίγκλισμα
στριγκλίσματος	noun	γενική ενικού του στρίγκλισμα
στριγκλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριγκλίζω
στριγκλιά	noun	κραυγή σε τόνο οξύ και διαπεραστικό
στριγκλιάζαμε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζαν	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζανε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζατε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζει	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζεις	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζετε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζοντας	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζουμε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζουν	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζουνε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάζω	verb	γίνομαι στρίγκλος, είμαι δύστροπος και φέρομαι με κακία
στριγκλιάρα	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρας	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρες	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρη	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρηδες	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρηδων	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρης	adj	που στριγκλιάζει
στριγκλιάρικα	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρικε	=	στριγκλιάρικος
στριγκλιάρικες	=	στριγκλιάρικος
στριγκλιάρικη	=	στριγκλιάρικος
στριγκλιάρικης	=	στριγκλιάρικος
στριγκλιάρικο	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρικοι	=	στριγκλιάρικος
στριγκλιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον στριγκλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
στριγκλιάρικου	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάρικους	=	στριγκλιάρικος
στριγκλιάρικων	=	στριγκλιάρης
στριγκλιάς	noun	γενική ενικού του στριγκλιά
στριγκλιάσαμε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάσαν	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάσανε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάσατε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάσει	=	στριγκλιάζω
στριγκλιάστε	=	στριγκλιάζω
στριγκλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριγκλιά
στριγκλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρίγκλισμα
στριγκλιών	=	στριγκλιά
στριγκλών	noun	γενική πληθυντικού του στρίγκλα
στριγκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριγκός
στριγκού	adj	γενική ενικού του στριγκός
στριγκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στριγκός
στριγκό	adj	αιτιατική ενικού του στριγκός
στριγκός	adj	διαπεραστικός, οξύς, που σου τρυπάει τ' αφτιά
στριγκών	adj	γενική πληθυντικού του στριγκός
στριγλών	noun	γενική πληθυντικού του στρίγλα
στριμάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στριμάρω
στριμάρω	verb	προωθώ συνεχή ροή δεδομένων (μουσικής, βίντεο κ.λπ.) από έναν διακομιστή σε έναν υπολογιστή–πελάτη και τα αναπαράγω σε υπολογιστή, κινητό ή άλλη συσκευή σε πραγματικό χρόνο / ταυτόχρονα
στριμαρίσματα	=	στριμάρισμα
στριμαρίσματος	=	στριμάρισμα
στριμαρισμάτων	=	στριμάρισμα
στριμμάδα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του στριμμένου
στριμμάδας	=	στριμμάδα
στριμμάδες	=	στριμμάδα
στριμμάδι	noun	εριστικός, στραβόξυλο, στριμμένος, κακότροπος
στριμμάδων	=	στριμμάδα
στριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμμένο
στριμμένε	verb	κλητική ενικού του στριμμένος
στριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμμένη
στριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριμμένος
στριμμένης	verb	γενική ενικού του στριμμένη
στριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του στριμμένος
στριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριμμένος
στριμμένος	verb	που έχει στριφτεί
στριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στριμμένος
στριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στριμμένος
στριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στριμμένος
στριμωγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρίμωγμα
στριμωγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμωγμένο
στριμωγμένε	adj	κλητική ενικού του στριμωγμένος
στριμωγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμωγμένη
στριμωγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριμωγμένος
στριμωγμένης	adj	γενική ενικού του στριμωγμένη
στριμωγμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στριμωγμένος
στριμωγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριμωγμένος
στριμωγμένος	verb	που έχει στριμωχτεί, που είναι συμπιεσμένος, σφηνωμένος
στριμωγμένου	verb	γενική ενικού του στριμωγμένος
στριμωγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στριμωγμένος
στριμωγμένων	adj	γενική πληθυντικού του στριμωγμένος
στριμωξίδι	noun	το στρίμωγμα, η συμφόρηση
στριμωξίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμωξίδι
στριμωξιδιού	=	στριμωξίδι
στριμωξιδιών	=	στριμωξίδι
στριμωχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στριμωχτός	adv	με στριμωχτό τρόπο
στριμωχτέ	adj	κλητική ενικού του στριμωχτός
στριμωχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμωχτή
στριμωχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριμωχτός
στριμωχτής	adj	γενική ενικού του στριμωχτή
στριμωχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριμωχτός
στριμωχτού	adj	γενική ενικού του στριμωχτός
στριμωχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στριμωχτός
στριμωχτό	adj	αιτιατική ενικού του στριμωχτός
στριμωχτός	adj	άλλη μορφή του στριμωγμένος
στριμωχτών	adj	γενική πληθυντικού του στριμωχτός
στριμόκωλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμόκωλο
στριμόκωλε	adj	κλητική ενικού του στριμόκωλος
στριμόκωλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριμόκωλη
στριμόκωλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριμόκωλος
στριμόκωλης	adj	γενική ενικού του στριμόκωλη
στριμόκωλο	adj	αιτιατική ενικού του στριμόκωλος
στριμόκωλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριμόκωλος
στριμόκωλος	adj	ο περιορισμένος στο χώρο, ο στενεμένος
στριμόκωλου	adj	γενική ενικού του στριμόκωλος
στριμόκωλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στριμόκωλος
στριμόκωλων	adj	γενική πληθυντικού του στριμόκωλος
στριμώγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρίμωγμα
στριμώγματος	noun	γενική ενικού του στρίμωγμα
στριμώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριμώχνω
στριμώχνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στριμώχνω
στριμώχνω	verb	βάζω κάτι πάρα πολύ κοντά σε άλλο, συνήθως σε περιορισμένο χώρο
στρινγκ	noun	μαγιό ή εσώρουχο, που αποτελείται κυρίως από ένα κορδονάκι και καλύπτει ελάχιστα τα επίμαχα σημεία
στρινγκάκι	noun	άλλη μορφή του στριγκάκι
στρινγκάκια	=	στρινγκάκι
στριπτήζ	noun	μη απλοποιημένη γραφή του στριπτίζ
στριπτίζ	noun	το γδύσιμο, η ενέργεια με την οποία κάποιος/κάποια βγάζει αργά τα ρούχα του/της με τη συνοδεία μουσικής, συχνά σε δημόσιο χώρο διασκέδασης, για να ερεθίσει σεξουαλικά τον/τους θεατές
στριπτιζάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριπτιζάδικο
στριπτιζάδικο	noun	νυχτερινό κέντρο όπου χορεύουν κάνοντας στριπτίζ
στριπτιζάδικου	noun	γενική ενικού του στριπτιζάδικο
στριπτιζάδικων	noun	γενική πληθυντικού του στριπτιζάδικο
στριπτιζέζ	noun	η γυναίκα που κάνει στριπτίζ επί πληρωμή, επαγγελματικά
στριφογυρίζαμε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζαν	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζανε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζατε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζει	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζεις	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζετε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζομε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζοντας	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζουμε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζουν	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζουνε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίζω	verb	γυρίζω διαρκώς
στριφογυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσαν	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίσανε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφογύρισμα
στριφογυρίσματος	noun	γενική ενικού του στριφογύρισμα
στριφογυρίσομε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσουνε	=	στριφογυρίζω
στριφογυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στριφογύρισμα
στριφογυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφογυρισμένο
στριφογυρισμένε	verb	κλητική ενικού του στριφογυρισμένος
στριφογυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφογυρισμένη
στριφογυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριφογυρισμένος
στριφογυρισμένης	verb	γενική ενικού του στριφογυρισμένη
στριφογυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στριφογυρισμένος
στριφογυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριφογυρισμένος
στριφογυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στριφογυρίζω & 'στριφογυρνώ
στριφογυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στριφογυρισμένος
στριφογυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στριφογυρισμένος
στριφογυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στριφογυρισμένος
στριφογυριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στριφογυριστός	adv	με στριφογυριστό τρόπο
στριφογυριστέ	adj	κλητική ενικού του στριφογυριστός
στριφογυριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφογυριστή
στριφογυριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριφογυριστός
στριφογυριστής	adj	γενική ενικού του στριφογυριστή
στριφογυριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριφογυριστός
στριφογυριστού	adj	γενική ενικού του στριφογυριστός
στριφογυριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στριφογυριστός
στριφογυριστό	adj	αιτιατική ενικού του στριφογυριστός
στριφογυριστός	adj	που στριφογυρίζει, που έχει αρκετές στροφές
στριφογυριστών	adj	γενική πληθυντικού του στριφογυριστός
στριφογυρνάω	verb	άλλη μορφή του στριφογυρίζω
στριφογυρνώ	verb	άλλη μορφή του στριφογυρίζω
στριφογυρνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος στριφογυρνάω / στριφογυρνώ
στριφογύριζα	=	στριφογυρίζω
στριφογύριζαν	=	στριφογυρίζω
στριφογύριζε	=	στριφογυρίζω
στριφογύριζες	=	στριφογυρίζω
στριφογύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφογυρίζω
στριφογύρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στριφογυρίζω / στριφογυρνώ
στριφονιού	=	στριφόνι
στριφονιών	=	στριφόνι
στριφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στριφτός	adv	με στριφτό τρόπο
στριφτάδι	noun	είδος ζυμαρικού με κάπως στριφτή μορφή
στριφτάδια	=	στριφτάδι
στριφτάρι	noun	τρόπος εμφάνισης σε πίτες ή άλλα μαγειρεμένα φαγώσιμα
στριφτάρια	=	στριφτάρι
στριφτέ	adj	κλητική ενικού του στριφτός
στριφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφτή
στριφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριφτός
στριφτήκαμε	=	στρίβω
στριφτήκαν	=	στρίβω
στριφτήκανε	=	στρίβω
στριφτήκατε	=	στρίβω
στριφτής	adj	γενική ενικού του στριφτή
στριφταδιού	=	στριφτάδι
στριφταδιών	=	στριφτάδι
στριφταριού	=	στριφτάρι
στριφταριών	=	στριφτάρι
στριφτεί	=	στρίβω
στριφτείς	=	στρίβω
στριφτείτε	=	στρίβω
στριφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριφτός
στριφτού	adj	γενική ενικού του στριφτός
στριφτούμε	=	στρίβω
στριφτούν	=	στρίβω
στριφτούνε	=	στρίβω
στριφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στριφτός
στριφτό	adj	αιτιατική ενικού του στριφτός
στριφτόπιτα	noun	είδος πίτας στην οποία βάζουμε γέμιση σε κομμάτια φύλλου πάχους ενός δαχτύλου, στη συνέχεια το διπλώνουμε και το κουλουριάζουμε όπως κουλουριάζονται τα φίδια όταν θέλουν να ξεκουραστούν
στριφτόπιτας	=	στριφτόπιτα
στριφτόπιτες	=	στριφτόπιτα
στριφτός	adj	που έχει στριφτεί
στριφτώ	=	στρίβω
στριφτών	adj	γενική πληθυντικού του στριφτός
στριφωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρίφωμα
στριφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφωμένο
στριφωμένε	verb	κλητική ενικού του στριφωμένος
στριφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στριφωμένη
στριφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στριφωμένος
στριφωμένης	verb	γενική ενικού του στριφωμένη
στριφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στριφωμένος
στριφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στριφωμένος
στριφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στριφωμένος
στριφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στριφωμένος
στριφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στριφωμένος
στριφόνι	noun	βίδα με εξαγωνικό κεφάλι
στριφόνια	=	στριφόνι
στριφώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρίφωμα
στριφώματος	noun	γενική ενικού του στρίφωμα
στριφώναμε	=	στριφώνω
στριφώναν	=	στριφώνω
στριφώνανε	=	στριφώνω
στριφώνατε	=	στριφώνω
στριφώνει	=	στριφώνω
στριφώνεις	=	στριφώνω
στριφώνετε	=	στριφώνω
στριφώνοντας	=	στριφώνω
στριφώνουμε	=	στριφώνω
στριφώνουν	=	στριφώνω
στριφώνουνε	=	στριφώνω
στριφώνω	verb	γυρίζω τις άκρες ενός ρούχου ή υφάσματος και τις ράβω
στριφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσαν	=	στριφώνω
στριφώσανε	=	στριφώνω
στριφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στριφώνω
στριψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρίψιμο
στριψίματος	noun	γενική ενικού του στρίψιμο
στριψιμάτων	=	στρίψιμο
στροβίλιζα	=	στροβιλίζω
στροβίλιζαν	=	στροβιλίζω
στροβίλιζε	=	στροβιλίζω
στροβίλιζες	=	στροβιλίζω
στροβίλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβίλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβίλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβίλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβίλισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στροβιλίζω
στροβίλου	noun	γενική ενικού του στρόβιλος
στροβίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρόβιλος
στροβίλων	noun	γενική πληθυντικού του στρόβιλος
στροβιλίζαμε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζαν	=	στροβιλίζω
στροβιλίζανε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζατε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζει	=	στροβιλίζω
στροβιλίζεις	=	στροβιλίζω
στροβιλίζεσαι	=	στροβιλίζω
στροβιλίζεστε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζεται	=	στροβιλίζω
στροβιλίζετε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζομαι	verb	περιστρέφομαι, μετακινούμαι προς όλες τις κατευθύνσεις
στροβιλίζονται	=	στροβιλίζω
στροβιλίζονταν	=	στροβιλίζω
στροβιλίζοντας	=	στροβιλίζω
στροβιλίζου	=	στροβιλίζομαι
στροβιλίζουμε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζουν	=	στροβιλίζω
στροβιλίζουνε	=	στροβιλίζω
στροβιλίζω	verb	στρέφω κάτι γύρω από κάποιον άξονα
στροβιλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίσαν	=	στροβιλίζω
στροβιλίσανε	=	στροβιλίζω
στροβιλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβίλισμα
στροβιλίσματος	noun	γενική ενικού του στροβίλισμα
στροβιλίσου	=	στροβιλίζω
στροβιλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζω
στροβιλιζόμασταν	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόμαστε	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόμουν	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόμουνα	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόντουσαν	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόσασταν	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόσαστε	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόσουν	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόσουνα	=	στροβιλίζω
στροβιλιζόταν	=	στροβιλίζω
στροβιλιζότανε	=	στροβιλίζω
στροβιλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στροβίλισμα
στροβιλισμέ	noun	κλητική ενικού του στροβιλισμός
στροβιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβιλισμένο
στροβιλισμένε	verb	κλητική ενικού του στροβιλισμένος
στροβιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβιλισμένη
στροβιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στροβιλισμένος
στροβιλισμένης	verb	γενική ενικού του στροβιλισμένη
στροβιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στροβιλισμένος
στροβιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στροβιλισμένος
στροβιλισμένος	=	στροβιλίζω
στροβιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στροβιλισμένος
στροβιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στροβιλισμένος
στροβιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στροβιλισμένος
στροβιλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στροβιλισμός
στροβιλισμού	noun	γενική ενικού του στροβιλισμός
στροβιλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στροβιλισμός
στροβιλισμό	noun	αιτιατική ενικού του στροβιλισμός
στροβιλισμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στροβιλίζω
στροβιλισμών	noun	γενική πληθυντικού του στροβιλισμός
στροβιλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστήκαν	=	στροβιλίζω
στροβιλιστήκανε	=	στροβιλίζω
στροβιλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβιλιστικό
στροβιλιστικέ	adj	κλητική ενικού του στροβιλιστικός
στροβιλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβιλιστική
στροβιλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στροβιλιστικός
στροβιλιστικής	adj	γενική ενικού του στροβιλιστική
στροβιλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στροβιλιστικός
στροβιλιστικού	adj	γενική ενικού του στροβιλιστικός
στροβιλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στροβιλιστικός
στροβιλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του στροβιλιστικός
στροβιλιστικός	adj	που έχει σχέση με στροβιλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
στροβιλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του στροβιλιστικός
στροβιλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στροβιλίζομαι
στροβιλοαντιδραστήρα	=	στροβιλοαντιδραστήρας
στροβιλοαντιδραστήρας	noun	μηχάνημα που συμβάλλει στην ώθηση, στην ώση με την εκβολή θερμών καυσαερίων
στροβιλοαντιδραστήρες	=	στροβιλοαντιδραστήρας
στροβιλοαντιδραστήρων	=	στροβιλοαντιδραστήρας
στροβιλοαυλωθητήρα	=	στροβιλοαυλωθητήρας
στροβιλοαυλωθητήρας	noun	είδος κινητήρα που συνδυάζει συμβατικό αεροστρόβιλο και αυλωθητήρα, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνονται μεγάλες ταχύτητες
στροβιλοαυλωθητήρες	=	στροβιλοαυλωθητήρας
στροβιλοαυλωθητήρων	=	στροβιλοαυλωθητήρας
στροβιλοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με στρόβιλο
στροβιλοσυμπιεστές	=	στροβιλοσυμπιεστής
στροβιλοσυμπιεστή	=	στροβιλοσυμπιεστής
στροβιλοσυμπιεστής	noun	σύστημα που συνδυάζει έναν στρόβιλο και έναν συμπιεστή, για να αυξήσει την πίεση ενός αερίου, συνήθως τού αέρα, σε διάφορες εφαρμογές όπως στους κινητήρες εσωτερικής καύσης, σε αεροπορικές μηχανές ή σε βιομηχανικές διαδικασίες
στροβιλοσυμπιεστών	=	στροβιλοσυμπιεστής
στροβιλοϋπερπληρωτές	=	στροβιλοϋπερπληρωτής
στροβιλοϋπερπληρωτή	=	στροβιλοϋπερπληρωτής
στροβιλοϋπερπληρωτής	noun	ο στροβιλοσυμπιεστής
στροβιλοϋπερπληρωτών	=	στροβιλοϋπερπληρωτής
στροβιλώδης	adj|formal	που είναι όμοιος με στρόβιλο
στροβοσκοπία	noun	διαγνωστική μέθοδος που χρησιμοποιεί σύντομες αναλαμπές βραχείας διάρκειας για την παρατήρηση της κίνησης των φωνητικών χορδών και άλλων ταλαντωμένων δομών, επιτρέποντας την καταγραφή και μελέτη τους με φαινομενική επιβράδυνση
στροβοσκοπίας	noun	γενική ενικού του στροβοσκοπία
στροβοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβοσκοπία
στροβοσκοπίου	noun	γενική ενικού του στροβοσκόπιο
στροβοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του στροβοσκόπιο
στροβοσκοπιά	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιέ	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιές	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιή	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιής	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στροβοσκοπικός	adv	με στροβοσκοπικό τρόπο
στροβοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβοσκοπική
στροβοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπικής	adj	γενική ενικού του στροβοσκοπική
στροβοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπικού	adj	γενική ενικού του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπικός	adj	που έχει σχέση με τη στροβοσκοπία ή το στροβοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
στροβοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του στροβοσκοπικός
στροβοσκοπιοί	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιού	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιούς	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιό	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιός	=	στροβοσκοπικά
στροβοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του στροβοσκοπία
στροβοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροβοσκόπιο
στροβοσκόπιο	noun	όργανο με το οποίο γίνεται η στροβοσκοπία
στροβοσκόπιον	noun	στροβοσκόπιο
στροβοσκόπιου	=	στροβοσκόπιο
στρογγυλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρογγυλός	adv	με στρογγυλό σχήμα
στρογγυλέ	adj	κλητική ενικού του στρογγυλός
στρογγυλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγύλεμα
στρογγυλέματος	noun	γενική ενικού του στρογγύλεμα
στρογγυλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλή
στρογγυλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψαν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλέψανε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψου	=	στρογγυλεύω
στρογγυλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρογγυλός
στρογγυλής	adj	γενική ενικού του στρογγυλή
στρογγυλαίνω	verb|rare	κάνω κάτι στρογγυλό
στρογγυλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρογγύλεμα
στρογγυλεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλεμένο
στρογγυλεμένε	adj	κλητική ενικού του στρογγυλεμένος
στρογγυλεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλεμένη
στρογγυλεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρογγυλεμένος
στρογγυλεμένης	adj	γενική ενικού του στρογγυλεμένη
στρογγυλεμένο	adj	αιτιατική ενικού του στρογγυλεμένος
στρογγυλεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλεμένος
στρογγυλεμένος	verb	που τον έχουν στρογγυλέψει
στρογγυλεμένου	verb	γενική ενικού του στρογγυλεμένος
στρογγυλεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρογγυλεμένος
στρογγυλεμένων	adj	γενική πληθυντικού του στρογγυλεμένος
στρογγυλευμάτων	=	στρογγύλευμα
στρογγυλευτήκαμε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευτήκαν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευτήκανε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευτήκατε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευτεί	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευτείτε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόμασταν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόμαστε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόμουν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόμουνα	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόντουσαν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόσασταν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόσαστε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόσουν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόσουνα	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευόταν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλευότανε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύαμε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύαν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύανε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύατε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύει	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύεις	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύεσαι	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύεστε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύεται	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύετε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύματα	=	στρογγύλευμα
στρογγυλεύματος	=	στρογγύλευμα
στρογγυλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγυλεύονται	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύονταν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύοντας	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύουμε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύουν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύουνε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύτηκα	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύτηκαν	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύτηκε	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύτηκες	=	στρογγυλεύω
στρογγυλεύω	verb	δίνω σε κάτι σχήμα στρογγυλό
στρογγυλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλός
στρογγυλοκάθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκάθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκάθισε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου (στρογγυλκάθισα) του στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκάθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκάθομαι	verb	βολεύομαι άνετα και κάθομαι επί πολλή ώρα σε ένα χώρο στον οποίο οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι (συνήθως οι οικοδεσπότες) δεν χαίρονται με την παρατεταμένη παρουσία μου
στρογγυλοκαθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλοκαθισμένο
στρογγυλοκαθισμένε	verb	κλητική ενικού του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοκαθισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλοκαθισμένη
στρογγυλοκαθισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοκαθισμένης	verb	γενική ενικού του στρογγυλοκαθισμένη
στρογγυλοκαθισμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοκαθισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοκαθισμένος	=	στρογγυλοκάθομαι
στρογγυλοκαθισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοκαθισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοκαθισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρογγυλοκαθισμένος
στρογγυλοποίηση	noun	στρογγυλή διαμόρφωση, στρογγύλεμα άκρων
στρογγυλοποίησης	=	στρογγυλοποίηση
στρογγυλοποιήσεις	=	στρογγυλοποίηση
στρογγυλοποιήσεων	=	στρογγυλοποίηση
στρογγυλοποιώ	verb	μετατρέπω το τελευταίο ή κάποια από τα τελευταία συνεχόμενα ψηφία ενός αριθμού σε μηδέν
στρογγυλοπρόσωπα	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπε	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπες	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπη	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπης	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπο	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωποι	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπος	adj	που έχει στρογγυλό πρόσωπο
στρογγυλοπρόσωπου	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπους	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοπρόσωπων	=	στρογγυλοπρόσωπος
στρογγυλοτήτων	=	στρογγυλότητα
στρογγυλοφάναρα	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρε	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρες	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρη	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρης	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρο	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναροι	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρος	adj	που έχει στρογγυλό φανάρι
στρογγυλοφάναρου	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρους	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφάναρων	=	στρογγυλοφάναρος
στρογγυλοφέγγαρα	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρε	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρες	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρη	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρης	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρο	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαροι	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρος	adj	στρογγυλό φεγγάρι, φεγγάρι που βρίσκεται στη φάση της πανσελήνου
στρογγυλοφέγγαρου	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρους	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλοφέγγαρων	=	στρογγυλοφέγγαρος
στρογγυλού	adj	γενική ενικού του στρογγυλός
στρογγυλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρογγυλός
στρογγυλούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλούτσικο
στρογγυλούτσικε	adj	κλητική ενικού του στρογγυλούτσικος
στρογγυλούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλούτσικη
στρογγυλούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρογγυλούτσικος
στρογγυλούτσικης	adj	γενική ενικού του στρογγυλούτσικη
στρογγυλούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του στρογγυλούτσικος
στρογγυλούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλούτσικος
στρογγυλούτσικος	adj	κάπως στρογγυλός
στρογγυλούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρογγυλούτσικος
στρογγυλούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρογγυλούτσικος
στρογγυλούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρογγυλούτσικος
στρογγυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλωμένο
στρογγυλωμένε	verb	κλητική ενικού του στρογγυλωμένος
στρογγυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλωμένη
στρογγυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρογγυλωμένος
στρογγυλωμένης	verb	γενική ενικού του στρογγυλωμένη
στρογγυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρογγυλωμένος
στρογγυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλωμένος
στρογγυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρογγυλωμένος
στρογγυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρογγυλωμένος
στρογγυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρογγυλωμένος
στρογγυλό	adj	αιτιατική ενικού του στρογγυλός
στρογγυλόμακρος	adj|rare	που είναι κάπως στρογγυλός (ελλειψοειδής) και μακρουλός
στρογγυλός	adj	που έχει σχήμα που μοιάζει με κύκλο
στρογγυλότητα	noun	η ιδιότητα του στρογγυλού, του σχήματος ενός κύκλου
στρογγυλότητας	noun	γενική ενικού του στρογγυλότητα
στρογγυλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρογγυλότητα
στρογγυλών	adj	γενική πληθυντικού του στρογγυλός
στρογγυλώναμε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώναν	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνανε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνατε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνει	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνεις	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνετε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνοντας	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνουμε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνουν	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνουνε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώνω	verb	άλλη μορφή του στρογγυλεύω
στρογγυλώσαμε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώσαν	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώσανε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώσατε	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώσει	=	στρογγυλώνω
στρογγυλώσεις	=	στρογγύλωση
στρογγυλώσεων	=	στρογγύλωση
στρογγυλώστε	=	στρογγυλώνω
στρογγύλεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρογγυλεύω
στρογγύλευα	=	στρογγυλεύω
στρογγύλευαν	=	στρογγυλεύω
στρογγύλευε	=	στρογγυλεύω
στρογγύλευες	=	στρογγυλεύω
στρογγύλευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρογγυλεύω
στρογγύλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγύλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγύλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγύλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
στρογγύλωνα	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωναν	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωνε	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωνες	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωσα	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωσαν	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωσε	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωσες	=	στρογγυλώνω
στρογγύλωση	noun	η άρθρωση ενός ήχου με τα χείλη στρογγυλεμένα
στρογγύλωσης	=	στρογγύλωση
στρομαγερίτες	=	στρομαγερίτης
στρομαγερίτη	=	στρομαγερίτης
στρομαγερίτης	noun	ορυκτό που περιέχει χαλκό, άργυρο και θείο
στρομαγεριτών	=	στρομαγερίτης
στροντίου	=	στρόντιο
στροντιούχα	=	στροντιούχος
στροντιούχας	=	στροντιούχος
στροντιούχε	=	στροντιούχος
στροντιούχες	=	στροντιούχος
στροντιούχο	=	στροντιούχος
στροντιούχοι	=	στροντιούχος
στροντιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο στροντίου
στροντιούχου	=	στροντιούχος
στροντιούχους	=	στροντιούχος
στροντιούχων	=	στροντιούχος
στρουγγολίθι	noun	πέτρα, κοντά στην πόρτα της στρούγγας όπου καθόταν ο αρμεχτής, προκειμένου να αρμέξει τα ζώα, όπως πρόβατα ή γίδια.
στρουγγών	=	στρούγγα
στρουγκών	noun	γενική πληθυντικού του στρούγκα
στρουθί	noun	το σπουργιτάκι, μικρό σπουργίτι
στρουθία	=	στρουθίο
στρουθίο	noun|formal	λογιότερη μορφή του στρουθί: το σπουργίτι
στρουθίου	=	στρουθίο
στρουθίων	=	στρουθίο
στρουθιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρουθί
στρουθιού	=	στρουθί
στρουθιόμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφε	adj	κλητική ενικού του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρουθιόμορφη
στρουθιόμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφης	adj	γενική ενικού του στρουθιόμορφη
στρουθιόμορφο	adj	αιτιατική ενικού του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφος	adj	που έχει σχέση με τα Στρουθιόμορφα ή αναφέρεται σ' αυτά
στρουθιόμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρουθιόμορφος
στρουθιόμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρουθιόμορφος
στρουθιών	=	στρουθί
στρουθοκάμηλε	noun	κλητική ενικού του στρουθοκάμηλος
στρουθοκάμηλο	noun	αιτιατική ενικού του στρουθοκάμηλος
στρουθοκάμηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρουθοκάμηλος
στρουθοκάμηλος	noun	μεγαλόσωμο πουλί που δεν πετάει του είδους Struthio camelus
στρουθοκαμήλιζα	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλιζαν	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλιζε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλιζες	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλισα	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλισαν	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλισε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλισες	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμήλου	=	στρουθοκάμηλος
στρουθοκαμήλους	=	στρουθοκάμηλος
στρουθοκαμήλων	=	στρουθοκάμηλος
στρουθοκαμηλίζαμε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζαν	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζανε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζατε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζει	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζεις	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζετε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζοντας	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζουμε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζουν	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζουνε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίζω	verb	εθελοτυφλώ, αρνούμαι να αντιμετωπίσω την αλήθεια ή έναν κίνδυνο
στρουθοκαμηλίσαμε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίσαν	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίσανε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίσατε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίσει	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλίστε	=	στρουθοκαμηλίζω
στρουθοκαμηλισμέ	noun	κλητική ενικού του στρουθοκαμηλισμός
στρουθοκαμηλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρουθοκαμηλισμός
στρουθοκαμηλισμού	noun	γενική ενικού του στρουθοκαμηλισμός
στρουθοκαμηλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρουθοκαμηλισμός
στρουθοκαμηλισμό	noun	αιτιατική ενικού του στρουθοκαμηλισμός
στρουθοκαμηλισμός	noun	η τακτική του να αγνοείς τα προβλήματα υποκρινόμενος ότι δεν υπάρχουν
στρουθοκαμηλισμών	noun	γενική πληθυντικού του στρουθοκαμηλισμός
στρουκτουραλίστρια	noun	υποστηρίκτρια ή μελετήτρια του στρουκτουραλισμού
στρουκτουραλίστριας	=	στρουκτουραλίστρια
στρουκτουραλίστριες	=	στρουκτουραλίστρια
στρουκτουραλισμέ	noun	κλητική ενικού του στρουκτουραλισμός
στρουκτουραλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρουκτουραλισμός
στρουκτουραλισμού	noun	γενική ενικού του στρουκτουραλισμός
στρουκτουραλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρουκτουραλισμός
στρουκτουραλισμό	noun	αιτιατική ενικού του στρουκτουραλισμός
στρουκτουραλισμός	noun	προσέγγιση και μελέτη της γλώσσας στη συγχρονία της, ως κλειστού συστήματος σημείων ή στοιχείων (π.χ. φωνήματα) που αλληλεπιδρούν
στρουκτουραλισμών	noun	γενική πληθυντικού του στρουκτουραλισμός
στρουκτουραλιστές	=	στρουκτουραλιστής
στρουκτουραλιστή	=	στρουκτουραλιστής
στρουκτουραλιστής	noun	υποστηρικτής ή μελετητής του στρουκτουραλισμού
στρουκτουραλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρουκτουραλιστικός	adv	με στρουκτουραλιστικό τρόπο
στρουκτουραλιστικέ	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικές	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστική	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικής	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικοί	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικού	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικούς	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικό	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον στρουκτουραλιστή ή στρουκτουραλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
στρουκτουραλιστικών	=	στρουκτουραλιστικός
στρουκτουραλιστριών	=	στρουκτουραλίστρια
στρουκτουραλιστών	=	στρουκτουραλιστής
στρουκτούρα	noun|dated	η δομή
στρουκτούρας	=	στρουκτούρα
στρουκτούρες	=	στρουκτούρα
στρουμπουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρουμπουλό
στρουμπουλέ	adj	κλητική ενικού του στρουμπουλός
στρουμπουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρουμπουλή
στρουμπουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρουμπουλός
στρουμπουλής	adj	γενική ενικού του στρουμπουλή
στρουμπουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρουμπουλός
στρουμπουλού	adj	γενική ενικού του στρουμπουλός
στρουμπουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρουμπουλός
στρουμπουλό	adj	αιτιατική ενικού του στρουμπουλός
στρουμπουλός	adj	παχουλός
στρουμπουλών	adj	γενική πληθυντικού του στρουμπουλός
στρουμφάκι	noun	μικρό στρουμφ
στρουμφάκια	=	στρουμφάκι
στροφάλου	noun	γενική ενικού του στρόφαλος
στροφάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρόφαλος
στροφάλων	noun	γενική πληθυντικού του στρόφαλος
στροφέα	=	στροφέας
στροφέας	noun	ο πρώτος αυχενικός σπόνδυλος, που βρίσκεται στο πάνω μέρος της σπονδυλικής στήλης
στροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροφή
στροφέων	=	στροφέας
στροφέως	=	στροφέας
στροφή	noun	η αλλαγή πορείας
στροφής	=	στροφή
στροφίγγων	=	στρόφιγγα
στροφίδι	noun|vulgar	στροφείο, μανιβέλα
στροφίδια	=	στροφίδι
στροφίλι	noun	ταυτόσημο με την στροφιλιά
στροφαλάτρακτε	=	στροφαλάτρακτος
στροφαλάτρακτο	=	στροφαλάτρακτος
στροφαλάτρακτοι	=	στροφαλάτρακτος
στροφαλάτρακτος	noun|dated	ο στροφαλοφόρος άξονας μηχανής
στροφαλατράκτου	=	στροφαλάτρακτος
στροφαλατράκτους	=	στροφαλάτρακτος
στροφαλατράκτων	=	στροφαλάτρακτος
στροφαλοθάλαμε	=	στροφαλοθάλαμος
στροφαλοθάλαμο	=	στροφαλοθάλαμος
στροφαλοθάλαμοι	=	στροφαλοθάλαμος
στροφαλοθάλαμος	noun	το μέρος ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης που περιβάλλει τον στρόφαλο, συνήθως περιέχει το λιπαντικό έλαιο και λειτουργεί ως χώρος όπου ο στρόφαλος περιστρέφεται, και συχνά διαχωρίζεται από τους κυλίνδρους, για να ελαχιστοποιεί τη διαρροή καυσαερίων
στροφαλοθαλάμου	=	στροφαλοθάλαμος
στροφαλοθαλάμους	=	στροφαλοθάλαμος
στροφαλοθαλάμων	=	στροφαλοθάλαμος
στροφαλοφόρα	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρας	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρε	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρες	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρο	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόροι	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρος	adj	που φέρει στροφάλους
στροφαλοφόρου	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρους	=	στροφαλοφόρος
στροφαλοφόρων	=	στροφαλοφόρος
στροφεία	=	στροφείο
στροφείο	noun	μηχανισμός με τη βοήθεια του οποίου εμφανίζονταν ή εξαφανίζονταν ξαφνικά ηθοποιοί ή ό,τι άλλο απαιτούσε η εξέλιξη του θεατρικού έργου
στροφείου	=	στροφείο
στροφείς	=	στροφέας
στροφείων	=	στροφείο
στροφεῖον	noun	στροφείο
στροφιδιού	=	στροφίδι
στροφιδιών	=	στροφίδι
στροφικά	=	στροφικός
στροφικέ	=	στροφικός
στροφικές	=	στροφικός
στροφική	=	στροφικός
στροφικής	=	στροφικός
στροφικοί	=	στροφικός
στροφικοτήτων	=	στροφικότητα
στροφικού	=	στροφικός
στροφικούς	=	στροφικός
στροφικό	=	στροφικός
στροφικός	adj	που έχει σχέση με την περιστροφή ή τη στροφή ή αναφέρεται σʼ αυτά
στροφικότητα	noun	η χειρομορφία
στροφικότητας	=	στροφικότητα
στροφικότητες	=	στροφικότητα
στροφικών	=	στροφικός
στροφιλιά	noun	χειροκίνητη πρέσα για την πίεση των σταφυλιών μετά το πάτημά τους στο πατητήρι
στροφιλιάς	=	στροφιλιά
στροφιλιές	=	στροφιλιά
στροφιλιών	=	στροφιλιά
στροφοδίνες	=	στροφοδίνη
στροφοδίνη	noun	γρήγορη περιστροφή ενός σώματος γύρω από άξονα, είτε ως φυσικό φαινόμενο είτε ως ελεγχόμενη διαδικασία σε τεχνολογικές εφαρμογές
στροφοδίνημα	noun	το αποτέλεσμα του στροφοδινώ
στροφοδίνης	=	στροφοδίνη
στροφοδινήματα	=	στροφοδίνημα
στροφοδινήματος	=	στροφοδίνημα
στροφοδινημάτων	=	στροφοδίνημα
στροφοδινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στροφοδινώ
στροφοδινώ	verb	δημιουργώ στροφοδίνη
στροφοδινών	=	στροφοδίνη
στροφομέτρου	=	στροφόμετρο
στροφομέτρων	=	στροφόμετρο
στροφορμές	=	στροφορμή
στροφορμή	noun	το διανυσματικό μέγεθος που αποτελεί το γινόμενο της ορμής ενός περιστρεφόμενου σώματος επί την απόσταση από το κέντρο περιστροφής και συμβολίζεται με λατινικό κεφαλαίο L
στροφορμής	=	στροφορμή
στροφορμών	=	στροφορμή
στροφυλιά	noun	το σύνολο των στερεών καταλοίπων από το πάτημα των σταφυλιών που υποβάλλεται στη συνέχεια σε διεργασία απόσταξης για την παραγωγή της ρακής ή του τσίπουρου
στροφυλιάς	=	στροφυλιά
στροφυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στροφυλιά
στροφυλιών	=	στροφυλιά
στροφόμετρα	=	στροφόμετρο
στροφόμετρο	noun	όργανο μέτρησης των στροφών του κινητήρα ενός αυτοκινήτου, μηχανής κ.λπ.
στροφόμετρου	=	στροφόμετρο
στροφόμετρων	=	στροφόμετρο
στροφών	noun	γενική πληθυντικού του στροφή
στρούγγα	noun	άλλη γραφή του στρούγκα
στρούγγας	=	στρούγγα
στρούγγες	=	στρούγγα
στρούγκα	noun	ο (πρόχειρα) περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για το άρμεγμα των ζώων ενός κοπαδιού
στρούγκας	noun	γενική ενικού του στρούγκα
στρούγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρούγκα
στρούθος	noun	το σπουργίτι, το στρουθί, το στρουθίο
στρούντελ	noun	είδος γλυκού το οποίο αποτελείται από πολλές τυλιγμένες λεπτές στρώσεις ζύμης γεμισμένες με φρούτα κ.λπ.
στρυμονικά	=	στρυμονικός
στρυμονικέ	=	στρυμονικός
στρυμονικές	=	στρυμονικός
στρυμονική	=	στρυμονικός
στρυμονικής	=	στρυμονικός
στρυμονικοί	=	στρυμονικός
στρυμονικού	=	στρυμονικός
στρυμονικούς	=	στρυμονικός
στρυμονικό	=	στρυμονικός
στρυμονικός	adj	ο σχετικός με τον Στρυμόνα
στρυμονικών	=	στρυμονικός
στρυφνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρυφνός	adv	με στρυφνό τρόπο, με στρυφνότητα
στρυφνάδα	noun	άλλη μορφή του στρυφνότητα
στρυφνάδας	=	στρυφνάδα
στρυφνάδες	=	στρυφνάδα
στρυφνάδων	=	στρυφνάδα
στρυφνέ	adj	κλητική ενικού του στρυφνός
στρυφνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρυφνή
στρυφνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρυφνός
στρυφνής	adj	γενική ενικού του στρυφνή
στρυφνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρυφνός
στρυφνοτήτων	=	στρυφνότητα
στρυφνού	adj	γενική ενικού του στρυφνός
στρυφνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρυφνός
στρυφνό	adj	αιτιατική ενικού του στρυφνός
στρυφνός	adj	ιδιότροπος, κακότροπος
στρυφνότητα	noun	η ιδιότητα του στρυφνού
στρυφνότητας	noun	γενική ενικού του στρυφνότητα
στρυφνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρυφνότητα
στρυφνών	adj	γενική πληθυντικού του στρυφνός
στρυχνίνες	=	στρυχνίνη
στρυχνίνη	noun	τοξική αλκαλική ουσία που εκχυλίζεται από το φυτό στρύχνος· σε μικρές δόσεις λειτουργεί σα διεγερτικό, αλλά είναι ένα από τα πιο γνωστά δηλητήρια που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλώντας σπασμούς και θάνατο
στρυχνίνης	=	στρυχνίνη
στρυχνινισμέ	=	στρυχνινισμός
στρυχνινισμοί	=	στρυχνινισμός
στρυχνινισμού	=	στρυχνινισμός
στρυχνινισμούς	=	στρυχνινισμός
στρυχνινισμό	=	στρυχνινισμός
στρυχνινισμός	noun	άλλη μορφή του στρυχνισμός
στρυχνινισμών	=	στρυχνινισμός
στρυχνινών	=	στρυχνίνη
στρυχνισμέ	=	στρυχνισμός
στρυχνισμοί	=	στρυχνισμός
στρυχνισμού	=	στρυχνισμός
στρυχνισμούς	=	στρυχνισμός
στρυχνισμό	=	στρυχνισμός
στρυχνισμός	noun	δηλητηρίαση από στρυχνίνη
στρυχνισμών	=	στρυχνισμός
στρωθήκαμε	=	στρώνω
στρωθήκαν	=	στρώνω
στρωθήκανε	=	στρώνω
στρωθήκατε	=	στρώνω
στρωθεί	=	στρώνω
στρωθείς	=	στρώνω
στρωθείτε	=	στρώνω
στρωθούμε	=	στρώνω
στρωθούν	=	στρώνω
στρωθούνε	=	στρώνω
στρωθώ	=	στρώνομαι
στρωμάτσα	=	στρωμάτσο
στρωμάτσας	=	στρωμάτσο
στρωμάτσες	=	στρωμάτσο
στρωμάτσο	noun|dated	στρώμα
στρωμάτσου	=	στρωμάτσο
στρωμάτσων	=	στρωμάτσο
στρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στρώμα
στρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρωμένο
στρωμένε	verb	κλητική ενικού του στρωμένος
στρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρωμένη
στρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρωμένος
στρωμένης	verb	γενική ενικού του στρωμένη
στρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στρωμένος
στρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρωμένος
στρωμένος	verb	που τον έχουν στρώσει
στρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στρωμένος
στρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στρωμένος
στρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στρωμένος
στρωματά	=	στρωματάς
στρωματάδες	=	στρωματάς
στρωματάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρωματάδικο
στρωματάδικο	noun	βιοτεχνία κατασκευής στρωμάτων
στρωματάδικου	noun	γενική ενικού του στρωματάδικο
στρωματάδικων	noun	γενική πληθυντικού του στρωματάδικο
στρωματάδων	=	στρωματάς
στρωματάς	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει στρώματα
στρωματέξ	noun	το στρώμα που μόνιμα προσαρμόζεται σε κρεβάτι
στρωματιά	noun	στρώμα γεμισμένο με άχυρο και παλιά στρωσίδια που χρησιμοποιείται από ζώα
στρωματιάς	=	στρωματιά
στρωματιές	=	στρωματιά
στρωματιών	=	στρωματιά
στρωματογραφία	noun	κλάδος της γεωλογίας που μελετά τα στρώματα των πετρωμάτων της γης και ασχολείται με την περιγραφή, την ταξινόμηση και τη χρονική αλληλουχία των στρωμάτων αυτών, παρέχοντας έτσι πληροφορίες για την ιστορία της γης και τις διαδικασίες που την έχουν διαμορφώσει
στρωματογραφίας	noun	γενική ενικού του στρωματογραφία
στρωματογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρωματογραφία
στρωματογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρωματογραφικός	adv	από στρωματογραφικής απόψεως
στρωματογραφικέ	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφικές	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρωματογραφικός
στρωματογραφικής	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφικοί	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφικού	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφικούς	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφικό	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφικός	adj|figurative	που έχει σχέση με την στρωματογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
στρωματογραφικών	=	στρωματογραφικός
στρωματογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του στρωματογραφία
στρωματοθήκες	=	στρωματοθήκη
στρωματοθήκη	noun	θήκη, συνήθως υφασμάτινη ή άλλοτε αδιάβροχη, για την προστασία στρώματος από το λέρωμα
στρωματοθήκης	=	στρωματοθήκη
στρωματοθηκών	=	στρωματοθήκη
στρωματοποίει	=	στρωματοποιώ
στρωματοποίησα	=	στρωματοποιώ
στρωματοποίησαν	=	στρωματοποιώ
στρωματοποίησε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποίησες	=	στρωματοποιώ
στρωματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρωματοποιώ
στρωματοποίησης	=	στρωματοποίηση
στρωματοποιήσαμε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιήσαν	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιήσανε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιήσατε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιήσει	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιήσεις	=	στρωματοποίηση
στρωματοποιήσεων	=	στρωματοποίηση
στρωματοποιήσεως	=	στρωματοποίηση
στρωματοποιήστε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιεί	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιείς	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιείτε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιημένα	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένε	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένες	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένη	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένης	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένο	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένοι	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στρωματοποιώ
στρωματοποιημένου	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένους	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιημένων	=	στρωματοποιημένος
στρωματοποιούμαι	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούμε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούν	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούνε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσα	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσαμε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσαν	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσανε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσατε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσε	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιούσες	=	στρωματοποιώ
στρωματοποιώ	verb	τοποθετώ σε στρώματα, σε διακριτές ομάδες
στρωματοποιώντας	=	στρωματοποιώ
στρωματοσωρείτες	=	στρωματοσωρείτης
στρωματοσωρείτη	=	στρωματοσωρείτης
στρωματοσωρείτης	noun	είδος νέφους γκρι χρώματος σε κυλινδρικό σχήμα που ανήκει στα χαμηλά νέφη (στρώματα)
στρωματοσωρειτών	=	στρωματοσωρείτης
στρωματού	noun	τεχνίτρια που κατασκευάζει στρώματα
στρωματούδες	=	στρωματού
στρωματούδων	=	στρωματού
στρωματούς	=	στρωματού
στρωματσάδα	noun	στρώμα τοποθετημένο στο πάτωμα	adv|figurative	ο ύπνος σε στρώμα τοποθετημένο στο πάτωμα
στρωματσάδας	=	στρωματσάδα
στρωματσάδες	=	στρωματσάδα
στρωματσάδων	=	στρωματσάδα
στρωματσόπανα	=	στρωματσόπανο
στρωματσόπανο	noun	πανί κατάλληλο για κατασκευή στρωμάτσου / στρώματος
στρωματσόπανου	=	στρωματσόπανο
στρωματσόπανων	=	στρωματσόπανο
στρωμνές	=	στρωμνή
στρωμνή	noun	μεγάλος επίπεδος υφασμάτινος σάκος γεμισμένος με βαμβάκι ή άχυρο ή άλλο υλικό πάνω στον οποίο μπορεί κανείς να ξαπλώσει
στρωμνής	=	στρωμνή
στρωμνών	=	στρωμνή
στρωνόμασταν	=	στρώνω
στρωνόμαστε	=	στρώνω
στρωνόμουν	=	στρώνω
στρωνόμουνα	=	στρώνω
στρωνόντουσαν	=	στρώνω
στρωνόσασταν	=	στρώνω
στρωνόσαστε	=	στρώνω
στρωνόσουν	=	στρώνω
στρωνόσουνα	=	στρώνω
στρωνόταν	=	στρώνω
στρωνότανε	=	στρώνω
στρωσίδι	noun	κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύπτει το δάπεδο
στρωσίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρωσίδι
στρωσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρώσιμο
στρωσίματος	noun	γενική ενικού του στρώσιμο
στρωσιδιού	=	στρωσίδι
στρωσιδιών	=	στρωσίδι
στρωσιμάτων	=	στρώσιμο
στρωτά	adj	* ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρωτός	adv	με στρωτό τρόπο
στρωτέ	adj	κλητική ενικού του στρωτός
στρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρωτή
στρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στρωτός
στρωτής	adj	γενική ενικού του στρωτή
στρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρωτός
στρωτού	adj	γενική ενικού του στρωτός
στρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στρωτός
στρωτό	adj	αιτιατική ενικού του στρωτός
στρωτός	adj	που (έχει στρωθεί και) χαρακτηρίζεται από κανονικότητα και ομαλότητα, χωρίς ανωμαλίες
στρωτών	adj	γενική πληθυντικού του στρωτός
στρόβιλε	noun	κλητική ενικού του στρόβιλος
στρόβιλο	noun	αιτιατική ενικού του στρόβιλος
στρόβιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρόβιλος
στρόβιλος	noun	η τουρμπίνα
στρόβιλου	=	στρόβιλος
στρόγγυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στρόγγυλος	adv	άλλη μορφή του στρογγυλά
στρόγγυλε	=	στρόγγυλος
στρόγγυλες	=	στρόγγυλος
στρόγγυλη	=	στρόγγυλος
στρόγγυλης	=	στρόγγυλος
στρόγγυλο	=	στρόγγυλος
στρόγγυλοι	=	στρόγγυλος
στρόγγυλος	adj	άλλη μορφή του στρογγυλός
στρόγγυλου	=	στρόγγυλος
στρόγγυλους	=	στρόγγυλος
στρόγγυλων	=	στρόγγυλος
στρόμβε	noun	κλητική ενικού του στρόμβος
στρόμβο	noun	αιτιατική ενικού του στρόμβος
στρόμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρόμβος
στρόμβος	noun	σφαιρικό ή κυλινδρικό σώμα που περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του
στρόμβου	noun	γενική ενικού του στρόμβος
στρόμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρόμβος
στρόμβων	noun	γενική πληθυντικού του στρόμβος
στρόντιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις αλκαλικές γαίες, με ατομικό αριθμό 38 και χημικό σύμβολο το Sr
στρόφαλα	=	στρόφαλο
στρόφαλε	noun	κλητική ενικού του στρόφαλος
στρόφαλο	noun	εκφορά σε ουδέτερο γένος στρόφαλος
στρόφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρόφαλος
στρόφαλος	noun	εξάρτημα ή τμήμα εξαρτήματος που μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε κυκλική ή το αντίστροφο
στρόφαλου	noun	γενική ενικού του στρόφαλος
στρόφαλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρόφαλος
στρόφαλων	noun	γενική πληθυντικού του στρόφαλος
στρόφιγγα	noun	ο άξονας ή το σημείο όπου στρέφεται κάτι, στροφέας
στρόφιγγας	=	στρόφιγγα
στρόφιγγες	=	στρόφιγγα
στρύχνε	noun	κλητική ενικού του στρύχνος
στρύχνο	noun	αιτιατική ενικού του στρύχνος
στρύχνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στρύχνος
στρύχνος	noun	θάμνος της οικογένειας Loganiaceae, που περιέχει στρυχνίνη
στρύχνου	noun	γενική ενικού του στρύχνος
στρύχνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στρύχνος
στρύχνων	noun	γενική πληθυντικού του στρύχνος
στρώθηκα	=	στρώνω
στρώθηκαν	=	στρώνω
στρώθηκε	=	στρώνω
στρώθηκες	=	στρώνω
στρώμα	noun	ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος
στρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρώμα
στρώματος	noun	γενική ενικού του στρώμα
στρώναμε	=	στρώνω
στρώναν	=	στρώνω
στρώνανε	=	στρώνω
στρώνατε	=	στρώνω
στρώνε	=	στρώνω
στρώνει	=	στρώνω
στρώνεις	=	στρώνω
στρώνεσαι	=	στρώνω
στρώνεστε	=	στρώνω
στρώνεται	=	στρώνω
στρώνετε	=	στρώνω
στρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στρώνω
στρώνομε	=	στρώνω
στρώνονται	=	στρώνω
στρώνονταν	=	στρώνω
στρώνοντας	=	στρώνω
στρώνουμε	=	στρώνω
στρώνουν	=	στρώνω
στρώνουνε	=	στρώνω
στρώνω	verb	απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια καλύπτοντάς την
στρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσαν	=	στρώνω
στρώσανε	=	στρώνω
στρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στρώση
στρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσεων	=	στρώση
στρώση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρώνω, η εφαρμογή ενός υλικού πάνω σε μια επιφάνεια
στρώσης	=	στρώση
στρώσιμο	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρώνω
στρώσομε	=	στρώνω
στρώσου	=	στρώνω
στρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσουνε	=	στρώνω
στρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρώνω
στυα	abbrev	Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας
στυβόμασταν	=	στύβω
στυβόμαστε	=	στύβω
στυβόμουν	=	στύβω
στυβόμουνα	=	στύβω
στυβόντουσαν	=	στύβω
στυβόσασταν	=	στύβω
στυβόσαστε	=	στύβω
στυβόσουν	=	στύβω
στυβόσουνα	=	στύβω
στυβόταν	=	στύβω
στυβότανε	=	στύβω
στυγερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στυγερός	adv	με στυγερό τρόπο, με στυγερότητα
στυγερέ	adj	κλητική ενικού του στυγερός
στυγερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυγερή
στυγερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυγερός
στυγερής	adj	γενική ενικού του στυγερή
στυγεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυγερός
στυγεροτήτων	=	στυγερότητα
στυγερού	adj	γενική ενικού του στυγερός
στυγερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυγερός
στυγερό	adj	αιτιατική ενικού του στυγερός
στυγερός	adj	που προκαλεί φρίκη και αποτροπιασμό
στυγερότης	noun	η στυγερότητα
στυγερότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι στυγερό(ς), η ιδιότητα του στυγερού
στυγερότητας	noun	γενική ενικού του στυγερότητα
στυγερότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυγερότητα
στυγερών	adj	γενική πληθυντικού του στυγερός
στυγερώς	adv|dated	στυγερά
στυγνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυγνό	adv	στυγερά
στυγνέ	adj	κλητική ενικού του στυγνός
στυγνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυγνή
στυγνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυγνός
στυγνής	adj	γενική ενικού του στυγνή
στυγνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυγνός
στυγνοτήτων	=	στυγνότητα
στυγνού	adj	γενική ενικού του στυγνός
στυγνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυγνός
στυγνό	adj	αιτιατική ενικού του στυγνός
στυγνός	adj	εκείνος που προκαλεί μίσος και αντιπάθεια σε πολύ μεγάλο βαθμό
στυγνότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος στυγνός, η ιδιότητα του στυγνού
στυγνότητας	noun	γενική ενικού του στυγνότητα
στυγνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυγνότητα
στυγνών	adj	γενική πληθυντικού του στυγνός
στυγνώς	adv|dated	στυγνά
στυλ	noun	άλλη γραφή του στιλ
στυλά	=	στυλό
στυλάκι	noun	ύφος ιδιοσυγκρασίας, κίνησης και ρουχισμού
στυλίδα	noun	το σαρκώδες εξωτερικό τελείωμα του ρινικού διαφράγματος
στυλίδας	=	στυλίδα
στυλίδες	=	στυλίδα
στυλίδων	=	στυλίδα
στυλίστα	=	στυλίστας
στυλίστας	noun	άλλη μορφή του στιλίστας
στυλίστες	=	στυλίστας
στυλίτες	=	στυλίτης
στυλίτη	=	στυλίτης
στυλίτης	noun	ορθόδοξος ασκητής που μόναζε πάνω σε στύλο
στυλίτισσα	noun	θηλυκό του στυλίτης
στυλίτισσας	noun	γενική ενικού του στυλίτισσα
στυλίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυλίτισσα
στυλιστών	=	στυλίστας
στυλιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του στυλίτισσα
στυλιτών	=	στυλίτης
στυλοβάτες	=	στυλοβάτης
στυλοβάτη	=	στυλοβάτης
στυλοβάτης	noun	η βάση κάποιου στύλου, το μέρος που στηρίζεται
στυλοβάτισσα	=	στυλοβάτης
στυλοβάτισσας	noun	γενική ενικού του στυλοβάτισσα
στυλοβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυλοβάτισσα
στυλοβάτρια	=	στυλοβάτης
στυλοβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του στυλοβάτισσα
στυλοβατών	=	στυλοβάτης
στυλογράφε	=	στυλογράφος
στυλογράφο	=	στυλογράφος
στυλογράφοι	=	στυλογράφος
στυλογράφος	noun|dated	άλλη μορφή του στιλογράφος
στυλογράφου	=	στυλογράφος
στυλογράφους	=	στυλογράφος
στυλογράφων	=	στυλογράφος
στυλοκέφαλα	=	στυλοκέφαλο
στυλοκέφαλο	noun	η κορυφή του στύλου
στυλοκέφαλου	=	στυλοκέφαλο
στυλοκέφαλων	=	στυλοκέφαλο
στυλοπάτι	noun|rare	άλλη μορφή του στυλοβάτης
στυλού	=	στυλό
στυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στύλωμα
στυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυλωμένο
στυλωμένε	verb	κλητική ενικού του στυλωμένος
στυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυλωμένη
στυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυλωμένος
στυλωμένης	verb	γενική ενικού του στυλωμένη
στυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στυλωμένος
στυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυλωμένος
στυλωμένος	verb	εντελώς ακίνητος, ακινητοποιημένος
στυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στυλωμένος
στυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στυλωμένος
στυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στυλωμένος
στυλό	noun	άλλη γραφή του στιλό
στυλός	=	στυλό
στυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στύλωμα
στυλώματος	noun	γενική ενικού του στύλωμα
στυλών	=	στυλό
στυλώναμε	=	στυλώνω
στυλώναν	=	στυλώνω
στυλώνανε	=	στυλώνω
στυλώνατε	=	στυλώνω
στυλώνει	=	στυλώνω
στυλώνεις	=	στυλώνω
στυλώνετε	=	στυλώνω
στυλώνοντας	=	στυλώνω
στυλώνουμε	=	στυλώνω
στυλώνουν	=	στυλώνω
στυλώνουνε	=	στυλώνω
στυλώνω	verb	στερεώνω, στηρίζω (με στύλους)
στυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώσαν	=	στυλώνω
στυλώσανε	=	στυλώνω
στυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στυλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στύλωση
στυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώσεων	=	στύλωση
στυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυμμένο
στυμμένε	verb	κλητική ενικού του στυμμένος
στυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυμμένη
στυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυμμένος
στυμμένης	verb	γενική ενικού του στυμμένη
στυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του στυμμένος
στυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυμμένος
στυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στύβω
στυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στυμμένος
στυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στυμμένος
στυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στυμμένος
στυπείον	noun|formal	άλλη μορφή του στουπί
στυπιοθλίπτες	=	στυπιοθλίπτης
στυπιοθλίπτη	=	στυπιοθλίπτης
στυπιοθλίπτης	noun	υδραυλικό σωληνοειδές εξάρτημα το οποίο έχει στη μία άκρη σπείρωμα, για να προσαρμόζεται σε σωλήνα, και στην άλλη άκρη πλαστικό με σκοπό να σφηνώνει το καλώδιο το οποίο θα περνάει από μέσα του ώστε να στεγανοποιείται η σωλήνωση
στυπιοθλιπτών	=	στυπιοθλίπτης
στυπτήριο	noun|rare	στύφτης
στυπτηρία	noun	ονομασία πολλών θειικών αλάτων
στυπτηρίας	=	στυπτηρία
στυπτηρίες	=	στυπτηρία
στυπτηριών	=	στυπτηρία
στυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυπτικό
στυπτικέ	adj	κλητική ενικού του στυπτικός
στυπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυπτική
στυπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυπτικός
στυπτικής	adj	γενική ενικού του στυπτική
στυπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυπτικός
στυπτικοτήτων	=	στυπτικότητα
στυπτικού	adj	γενική ενικού του στυπτικός
στυπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυπτικός
στυπτικό	adj	αιτιατική ενικού του στυπτικός
στυπτικός	adj	συσταλτικός, συσφιγκτικός
στυπτικότης	noun	η στυπτικότητα
στυπτικότητα	noun	η ιδιότητα του στυπτικού
στυπτικότητας	=	στυπτικότητα
στυπτικότητες	=	στυπτικότητα
στυπτικών	adj	γενική πληθυντικού του στυπτικός
στυπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του στύπωμα
στυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυπωμένο
στυπωμένε	verb	κλητική ενικού του στυπωμένος
στυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυπωμένη
στυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυπωμένος
στυπωμένης	verb	γενική ενικού του στυπωμένη
στυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του στυπωμένος
στυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυπωμένος
στυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στυπωμένος
στυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του στυπωμένος
στυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στυπωμένος
στυπόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυπόχαρτο
στυπόχαρτο	noun	χαρτί ή εξάρτημα που απορροφά την μελάνη από ένα πρόσφατα γραμμένο χειρόγραφο κείμενο
στυπόχαρτον	noun	στυπόχαρτο
στυπόχαρτου	noun	γενική ενικού του στυπόχαρτο
στυπόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του στυπόχαρτο
στυπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στύπωμα
στυπώματος	noun	γενική ενικού του στύπωμα
στυπώνω	verb	άλλη μορφή του στουπώνω.
στυρένια	=	στυρένιο
στυρένιο	noun	μονομερές των πολυστυρολίων και πολλών συμπολυμερών
στυρένιου	=	στυρένιο
στυρενίου	=	στυρένιο
στυρενίων	=	στυρένιο
στυρολίου	=	στυρόλιο
στυρολίων	=	στυρόλιο
στυρόλια	=	στυρόλιο
στυρόλιο	noun	μονομερές των πολυστυρολίων και πολλών συμπολυμερών
στυρόλιου	=	στυρόλιο
στυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυτικό
στυτικέ	adj	κλητική ενικού του στυτικός
στυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυτική
στυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυτικός
στυτικής	adj	γενική ενικού του στυτική
στυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυτικός
στυτικού	adj	γενική ενικού του στυτικός
στυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυτικός
στυτικό	adj	αιτιατική ενικού του στυτικός
στυτικός	adj	σχετικός με τη στύση
στυτικών	adj	γενική πληθυντικού του στυτικός
στυφά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στυφός	adv	με στυφό τρόπο, με στυφότητα
στυφάδα	noun	άλλη μορφή του στυφότητα
στυφάδας	=	στυφάδα
στυφάδες	=	στυφάδα
στυφάδο	=	στιφάδο
στυφάδων	=	στυφάδα
στυφέ	adj	κλητική ενικού του στυφός
στυφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυφή
στυφή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυφός
στυφής	adj	γενική ενικού του στυφή
στυφίζαμε	=	στυφίζω
στυφίζαν	=	στυφίζω
στυφίζανε	=	στυφίζω
στυφίζατε	=	στυφίζω
στυφίζει	=	στυφίζω
στυφίζεις	=	στυφίζω
στυφίζετε	=	στυφίζω
στυφίζοντας	=	στυφίζω
στυφίζουμε	=	στυφίζω
στυφίζουν	=	στυφίζω
στυφίζουνε	=	στυφίζω
στυφίζω	verb	κάνω κάτι στυφό, του δίνω ανάλογη γεύση
στυφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στυφίσαν	=	στυφίζω
στυφίσανε	=	στυφίζω
στυφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στυφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στυφίζω
στυφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στυφίστε	=	στυφίζω
στυφοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυφός
στυφοτήτων	=	στυφότητα
στυφού	adj	γενική ενικού του στυφός
στυφούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυφός
στυφούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στυφούτσικος	adv	με στυφούτσικο τρόπο, με μια κάποια στυφότητα
στυφούτσικε	adj	κλητική ενικού του στυφούτσικος
στυφούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυφούτσικη
στυφούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυφούτσικος
στυφούτσικης	adj	γενική ενικού του στυφούτσικη
στυφούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του στυφούτσικος
στυφούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυφούτσικος
στυφούτσικος	adj	που είναι κάπως στυφός
στυφούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στυφούτσικος
στυφούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυφούτσικος
στυφούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στυφούτσικος
στυφτήκαμε	=	στύβω
στυφτήκαν	=	στύβω
στυφτήκανε	=	στύβω
στυφτήκατε	=	στύβω
στυφτήρι	noun	στύφτης
στυφτήρια	=	στυφτήρι
στυφτεί	=	στύβω
στυφτείς	=	στύβω
στυφτείτε	=	στύβω
στυφτηριού	=	στυφτήρι
στυφτηριών	=	στυφτήρι
στυφτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυφτικό
στυφτικέ	adj	κλητική ενικού του στυφτικός
στυφτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυφτική
στυφτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στυφτικός
στυφτικής	adj	γενική ενικού του στυφτική
στυφτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στυφτικός
στυφτικού	adj	γενική ενικού του στυφτικός
στυφτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στυφτικός
στυφτικό	adj	αιτιατική ενικού του στυφτικός
στυφτικός	adj	άλλη μορφή του στυπτικός
στυφτικών	adj	γενική πληθυντικού του στυφτικός
στυφτούμε	=	στύβω
στυφτούν	=	στύβω
στυφτούνε	=	στύβω
στυφτώ	=	στύβω
στυφτών	=	στύφτης
στυφό	adj	αιτιατική ενικού του στυφός
στυφός	adj	που η γεύση του προκαλεί πρόσκαιρη ξηρότητα
στυφότητα	noun	η ιδιότητα του στυφού
στυφότητας	noun	γενική ενικού του στυφότητα
στυφότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στυφότητα
στυφών	adj	γενική πληθυντικού του στυφός
στυψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στύψιμο
στυψίματος	noun	γενική ενικού του στύψιμο
στυψιμάτων	=	στύψιμο
στχης	=	στρατάρχης
στωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του στωικός	adv	με στωικό τρόπο, με στωικότητα
στωικέ	adj	κλητική ενικού του στωικός
στωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στωική
στωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στωικός
στωικής	adj	γενική ενικού του στωική
στωικίζω	verb|rare	είμαι στωικός
στωικισμέ	=	στωικισμός
στωικισμοί	=	στωικισμός
στωικισμού	=	στωικισμός
στωικισμούς	=	στωικισμός
στωικισμό	=	στωικισμός
στωικισμός	noun	η φιλοσοφία των αρχαίων στωικών
στωικισμών	=	στωικισμός
στωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στωικός
στωικοτήτων	=	στωικότητα
στωικού	adj	γενική ενικού του στωικός
στωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του στωικός
στωικό	adj	αιτιατική ενικού του στωικός
στωικός	noun	οι στωικοί (εννοείται: φιλόσοφοι)	adj	που σχετίζεται με τον στωικισμό και τους στωικούς φιλοσόφους
στωικότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στωικότερο
στωικότερε	adj	κλητική ενικού του στωικότερος
στωικότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στωικότερη
στωικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του στωικότερος
στωικότερης	adj	γενική ενικού του στωικότερη
στωικότερο	adj	αιτιατική ενικού του στωικότερος
στωικότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στωικότερος
στωικότερος	adj	που είναι πιο στωικός, πιο υπομονετικός
στωικότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του στωικότερος
στωικότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του στωικότερος
στωικότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του στωικότερος
στωικότητα	noun	το να είναι κάποιος στωικός, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του στωικού
στωικότητας	noun	γενική ενικού του στωικότητα
στωικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στωικότητα
στωικών	adj	γενική πληθυντικού του στωικός
στωικώς	adv	με στωικό τρόπο, με στωικότητα
στωμυλία	noun	πολυλογία
στωμυλίας	noun	γενική ενικού του στωμυλία
στωμυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στωμυλία
στωμυλιών	noun	γενική πληθυντικού του στωμυλία
στωμύλα	=	στωμύλος
στωμύλε	=	στωμύλος
στωμύλες	=	στωμύλος
στωμύλη	=	στωμύλος
στωμύλης	=	στωμύλος
στωμύλο	=	στωμύλος
στωμύλοι	=	στωμύλος
στωμύλος	adj|archaic	ευφραδής, ομιλητικός, εύγλωττος
στωμύλου	=	στωμύλος
στωμύλους	=	στωμύλος
στωμύλων	=	στωμύλος
στων	article	σε + των (γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ο)
στόκαρα	=	στοκάρω
στόκαραν	=	στοκάρω
στόκαρε	=	στοκάρω
στόκαρες	=	στοκάρω
στόκε	noun	κλητική ενικού του στόκος
στόκερ	noun	άτομο που παρακολουθεί επίμονα και παρενοχλεί κάποιον, παραβιάζοντας την ιδιωτική του ζωή
στόκο	noun	αιτιατική ενικού του στόκος
στόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στόκος
στόκολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόκολο
στόκολο	noun|dated	το λεβητοστάσιο ενός πλοίου
στόκολου	noun	γενική ενικού του στόκολο
στόκολων	noun	γενική πληθυντικού του στόκολο
στόκος	noun	εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα
στόκου	noun	γενική ενικού του στόκος
στόκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόκος
στόκων	noun	γενική πληθυντικού του στόκος
στόλαρχε	noun	κλητική ενικού του στόλαρχος
στόλαρχο	noun	αιτιατική ενικού του στόλαρχος
στόλαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στόλαρχος
στόλαρχος	noun	επικεφαλής πολεμικού στόλου
στόλαρχου	noun	γενική ενικού του στόλαρχος
στόλαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόλαρχος
στόλαρχων	noun	γενική πληθυντικού του στόλαρχος
στόλε	noun	κλητική ενικού του στόλος
στόλιζα	=	στολίζω
στόλιζαν	=	στολίζω
στόλιζε	=	στολίζω
στόλιζες	=	στολίζω
στόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στολίζω
στόλισμα	noun	άλλη μορφή του στολισμός
στόλκαρα	=	στολκάρω
στόλκαραν	=	στολκάρω
στόλκαρε	=	στολκάρω
στόλκαρες	=	στολκάρω
στόλο	noun	αιτιατική ενικού του στόλος
στόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στόλος
στόλος	noun	σύνολο πλοίων υπό την ίδια σημαία
στόλου	noun	γενική ενικού του στόλος
στόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόλος
στόλων	noun	γενική πληθυντικού του στόλος
στόμα	noun	άνοιγμα στο πρόσωπο των ανθρώπων ή στο κεφάλι των ζώων, που χρησιμεύει στην κατάποση της τροφής και στην ομιλία
στόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόμα
στόματος	noun	γενική ενικού του στόμα
στόμαχε	noun	κλητική ενικού του στόμαχος
στόμαχο	noun	αιτιατική ενικού του στόμαχος
στόμαχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στόμαχος
στόμαχος	noun|formal	άλλη μορφή του στομάχι
στόμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόμιο
στόμιο	noun|formal	άνοιγμα που αποτελεί την είσοδο ή την έξοδο ενός αντικειμένου ή μιας γεωγραφικής περιοχής
στόμιου	=	στόμιο
στόμφε	noun	κλητική ενικού του στόμφος
στόμφο	noun	αιτιατική ενικού του στόμφος
στόμφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στόμφος
στόμφος	noun	ο επιτηδευμένος λόγος, η επιλογή εντυπωσιακών λέξεων, εκφράσεων κ.λπ.
στόμφου	noun	γενική ενικού του στόμφος
στόμφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόμφος
στόμφων	noun	γενική πληθυντικού του στόμφος
στόμωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στομώνω
στόμωνα	=	στομώνω
στόμωναν	=	στομώνω
στόμωνε	=	στομώνω
στόμωνες	=	στομώνω
στόμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στόμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στόμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στόμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στομώνω
στόμωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στομώνω
στόμωσης	noun	γενική ενικού του στόμωση
στόνος	noun	στεναγμός
στόπερ	noun	αμυντικός παίκτης ποδοσφαιρικής ομάδας που σταματά την προέλαση αντίπαλων επιθετικών
στόρι	noun	παντζούρι με γρίλιες που κλείνει και ανοίγει κάθετα
στόρια	=	στόρι
στόρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στορίζω, ζωγραφικό έργο
στόφα	noun	βαρύ, γυαλιστερό ύφασμα πολύ μεγάλης αντοχής, που χρησιμοποιείται για ταπετσαρίες, καλύμματα επίπλων και κουρτίνες
στόφας	noun	γενική ενικού του στόφα
στόφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στόφα
στόχαση	noun|literary	άλλη μορφή του στοχασμός
στόχασης	=	στόχαση
στόχασμα	noun|literary	άλλη μορφή του στοχασμός
στόχαστρα	=	στόχαστρο
στόχαστρο	noun	οπτικό όργανο σε πυροβόλο όπλο για στόχευση ακριβείας
στόχαστρου	=	στόχαστρο
στόχαστρων	=	στόχαστρο
στόχε	noun	κλητική ενικού του στόχος
στόχευα	=	στοχεύω
στόχευαν	=	στοχεύω
στόχευε	=	στοχεύω
στόχευες	=	στοχεύω
στόχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στόχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στόχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στόχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στοχεύω
στόχευση	noun	σημάδεμα στόχο με όπλο
στόχευσης	noun	γενική ενικού του στόχευση
στόχο	noun	αιτιατική ενικού του στόχος
στόχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στόχος
στόχος	noun	ο σκοπός
στόχου	noun	γενική ενικού του στόχος
στόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στόχος
στόχων	noun	γενική πληθυντικού του στόχος
στύβαμε	=	στύβω
στύβαν	=	στύβω
στύβανε	=	στύβω
στύβατε	=	στύβω
στύβε	=	στύβω
στύβει	=	στύβω
στύβεις	=	στύβω
στύβεσαι	=	στύβω
στύβεστε	=	στύβω
στύβεται	=	στύβω
στύβετε	=	στύβω
στύβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος στύβω
στύβομε	=	στύβω
στύβονται	=	στύβω
στύβονταν	=	στύβω
στύβοντας	=	στύβω
στύβουμε	=	στύβω
στύβουν	=	στύβω
στύβουνε	=	στύβω
στύβω	verb	πιέζω καρπό (κυρίως εσπεριδοειδούς) για να βγει ο χυμός του
στύλε	noun	κλητική ενικού του στύλος
στύλο	noun	αιτιατική ενικού του στύλος
στύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του στύλος
στύλος	noun	το μακρύ και στενό αντικείμενο, κυλινδρικό ή ορθογώνιο, που στην κορυφή του στηρίζει κάτι
στύλου	noun	γενική ενικού του στύλος
στύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του στύλος
στύλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στυλώνω
στύλων	noun	γενική πληθυντικού του στύλος
στύλωνα	=	στυλώνω
στύλωναν	=	στυλώνω
στύλωνε	=	στυλώνω
στύλωνες	=	στυλώνω
στύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυλώνω
στύλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στυλώνω
στύλωσης	=	στύλωση
στύμμα	noun	ό,τι απομένει από στυμμένο φρούτο
στύπωμα	noun|formal	άλλη μορφή του στούπωμα
στύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στύση
στύσεων	=	στύση
στύσεως	=	στύση
στύση	noun	η κατάσταση κατά την οποία, λόγω σεξουαλικού ερεθισμού, το αίμα εισέρχεται με πίεση στις αρτηρίες του ανδρικού πέους και προκαλεί την αύξηση του μεγέθους του και την ανόρθωσή του
στύσης	=	στύση
στύφιζα	=	στυφίζω
στύφιζαν	=	στυφίζω
στύφιζε	=	στυφίζω
στύφιζες	=	στυφίζω
στύφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στύφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στύφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στύφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος στυφίζω
στύφνε	=	στύφνος
στύφνο	=	στύφνος
στύφνοι	=	στύφνος
στύφνος	noun	ποώδες ετήσιο φυτό (Solanum nigrum) της οικογένειας των Σολανωδών (Solanaceae), με μικρά, λευκά άνθη και μαύρους καρπούς, που περιέχει αλκαλοειδή (τα οποία σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να είναι τοξικά) και φύεται σε διάφορες περιοχές του κόσμου σε καλλιεργήσιμα χωράφια, κήπους και ακαλλιέργητες εκτάσεις
στύφνου	=	στύφνος
στύφνους	=	στύφνος
στύφνων	=	στύφνος
στύφτε	=	στύβω
στύφτες	=	στύφτης
στύφτη	=	στύφτης
στύφτηκα	=	στύβω
στύφτηκαν	=	στύβω
στύφτηκε	=	στύβω
στύφτηκες	=	στύβω
στύφτης	noun	μηχανισμός ή μικρό σκεύος που βοηθά στην πίεση φρούτων (λεμόνια, πορτοκάλια) ώστε να βγει ο χυμός τους
στύφω	verb|archaic	προκαλώ συστολή του στοματικού βλεννογόνου
στύψαμε	=	στύβω
στύψαν	=	στύβω
στύψανε	=	στύβω
στύψατε	=	στύβω
στύψε	=	στύβω
στύψει	=	στύβω
στύψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στύψη
στύψετε	=	στύβω
στύψεων	noun	γενική πληθυντικού του στύψη
στύψεως	noun|formal	γενική ενικού του στύψη
στύψη	noun	θειικό άλας αργιλίου-καλίου που χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία και σαν αιμοστατικό
στύψης	noun	γενική ενικού του στύψη
στύψιμο	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στύβω
στύψομε	=	στύβω
στύψου	=	στύβω
στύψουμε	=	στύβω
στύψουν	=	στύβω
στύψουνε	=	στύβω
στύψτε	=	στύβω
στύψω	=	στύβω
συ	pron	προσωπική αντωνυμία, δεύτερο πρόσωπο του ενικού (αριθμού)
συάκι	noun	είδος ψαριού που μοιάζει με τη γλώσσα, το καλκάνι
συάκια	=	συάκι
συβάζομαι	verb|rare	άλλη μορφή του συμβιβάζομαι
συβάζω	verb|rare	άλλη μορφή του συμβιβάζω
συβία	=	συμβία
συβαρίτες	=	συβαρίτης
συβαρίτη	=	συβαρίτης
συβαρίτης	noun|formal	μαλθακός, τρυφηλός, φιλήδονος
συβαρίτισσα	noun	θηλυκό του συβαρίτης
συβαρίτισσας	noun	γενική ενικού του συβαρίτισσα
συβαρίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συβαρίτισσα
συβαριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συβαριτικό
συβαριτικέ	adj	κλητική ενικού του συβαριτικός
συβαριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συβαριτική
συβαριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συβαριτικός
συβαριτικής	adj	γενική ενικού του συβαριτική
συβαριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συβαριτικός
συβαριτικού	adj	γενική ενικού του συβαριτικός
συβαριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συβαριτικός
συβαριτικό	adj	αιτιατική ενικού του συβαριτικός
συβαριτικός	adj|formal	μαλθακός, φιλήδονος
συβαριτικών	adj	γενική πληθυντικού του συβαριτικός
συβαριτισμέ	noun	κλητική ενικού του συβαριτισμός
συβαριτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συβαριτισμός
συβαριτισμού	noun	γενική ενικού του συβαριτισμός
συβαριτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συβαριτισμός
συβαριτισμό	noun	αιτιατική ενικού του συβαριτισμός
συβαριτισμός	noun	η ευζωία, η φιληδονία, η κατάσταση κατά την οποία κάποιος αρέσκεται σε υλικές και μόνο απολαύσεις
συβαριτισμών	noun	γενική πληθυντικού του συβαριτισμός
συβαριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συβαρίτισσα
συβαριτών	=	συβαρίτης
συγγένεια	noun	η βιολογική (εξ αίματος) ή θεσμική (εξ αγχιστείας) σχέση που συνδέει δυο ή περισσότερα πρόσωπα της ίδιας οικογένειας.
συγγένειας	noun	γενική ενικού του συγγένεια
συγγένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγένεια
συγγένευα	=	συγγενεύω
συγγένευαν	=	συγγενεύω
συγγένευε	=	συγγενεύω
συγγένευες	=	συγγενεύω
συγγένεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγένεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγένεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγένεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγένισσα	=	συγγενής
συγγένισσας	noun	γενική ενικού του συγγένισσα
συγγένισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγένισσα
συγγεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγεγραμμένο
συγγεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του συγγεγραμμένος
συγγεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγεγραμμένη
συγγεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγγεγραμμένος
συγγεγραμμένης	verb	γενική ενικού του συγγεγραμμένη
συγγεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγγεγραμμένος
συγγεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγγεγραμμένος
συγγεγραμμένος	=	συγγράφω
συγγεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγγεγραμμένος
συγγεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγγεγραμμένος
συγγεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγγεγραμμένος
συγγενάδι	noun|rare	υποκοριστικό του συγγενής
συγγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συγγενής
συγγενέστατα	=	συγγενής
συγγενέστατε	=	συγγενής
συγγενέστατες	=	συγγενής
συγγενέστατη	=	συγγενής
συγγενέστατης	=	συγγενής
συγγενέστατο	=	συγγενής
συγγενέστατοι	=	συγγενής
συγγενέστατος	=	συγγενής
συγγενέστατου	=	συγγενής
συγγενέστατους	=	συγγενής
συγγενέστατων	=	συγγενής
συγγενέστερα	=	συγγενής
συγγενέστερε	=	συγγενής
συγγενέστερες	=	συγγενής
συγγενέστερη	=	συγγενής
συγγενέστερης	=	συγγενής
συγγενέστερο	=	συγγενής
συγγενέστεροι	=	συγγενής
συγγενέστερος	=	συγγενής
συγγενέστερου	=	συγγενής
συγγενέστερους	=	συγγενής
συγγενέστερων	=	συγγενής
συγγενέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψαν	=	συγγενεύω
συγγενέψανε	=	συγγενεύω
συγγενέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγενεύω
συγγενή	=	συγγενής
συγγενής	adj	που προέρχεται από το ίδιο γένος	noun	πρόσωπο που συνδέεται με κάποιο άλλο μέσω βιολογικής (εξ αίματος) ή θεσμικής σχέσης (συγγένειας)
συγγενείας	noun|formal	γενική ενικού του συγγένεια
συγγενείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συγγενής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συγγενής
συγγενειών	noun	γενική πληθυντικού του συγγένεια
συγγενευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγενευμένο
συγγενευμένε	verb	κλητική ενικού του συγγενευμένος
συγγενευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγενευμένη
συγγενευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγγενευμένος
συγγενευμένης	verb	γενική ενικού του συγγενευμένη
συγγενευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγγενευμένος
συγγενευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγγενευμένος
συγγενευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγγενευμένος
συγγενευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγγενευμένος
συγγενευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγγενευμένος
συγγενεύαμε	=	συγγενεύω
συγγενεύαν	=	συγγενεύω
συγγενεύανε	=	συγγενεύω
συγγενεύατε	=	συγγενεύω
συγγενεύει	=	συγγενεύω
συγγενεύεις	=	συγγενεύω
συγγενεύετε	=	συγγενεύω
συγγενεύοντας	=	συγγενεύω
συγγενεύουμε	=	συγγενεύω
συγγενεύουν	=	συγγενεύω
συγγενεύουνε	=	συγγενεύω
συγγενεύω	verb	γίνομαι συγγενής με κάποιον
συγγενικά	noun	τα ομόρριζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγενικό
συγγενικέ	adj	κλητική ενικού του συγγενικός
συγγενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγενική
συγγενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγγενικός
συγγενικής	adj	γενική ενικού του συγγενική
συγγενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγγενικός
συγγενικού	adj	γενική ενικού του συγγενικός
συγγενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγγενικός
συγγενικό	adj	αιτιατική ενικού του συγγενικός
συγγενικός	adj	που σχετίζεται με συγγενή ή συγγένεια
συγγενικών	adj	γενική πληθυντικού του συγγενικός
συγγενισσών	noun	γενική πληθυντικού του συγγένισσα
συγγενολογιού	=	συγγενολόι
συγγενολογιών	=	συγγενολόι
συγγενολόγια	=	συγγενολόι
συγγενολόι	noun	όλοι οι συγγενείς
συγγενούς	adj	γενική ενικού του συγγενής αρσενικό ή θηλυκό	noun	γενική ενικού του συγγενής
συγγενών	adj	γενική πληθυντικού του συγγενής, αρσενικό ή θηλυκό	noun	γενική πληθυντικού του συγγενής
συγγηράσκω	verb	γηράσκω μαζί με κάποιον άλλον
συγγνωστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγγνωστός	adv|rare	με συγγνωστό τρόπο
συγγνωστέ	adj	κλητική ενικού του συγγνωστός
συγγνωστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγνωστή
συγγνωστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγγνωστός
συγγνωστής	adj	γενική ενικού του συγγνωστή
συγγνωστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγγνωστός
συγγνωστού	adj	γενική ενικού του συγγνωστός
συγγνωστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγγνωστός
συγγνωστό	adj	αιτιατική ενικού του συγγνωστός
συγγνωστός	adj	που μπορεί, αξίζει ή πρέπει να συγχωρεθεί
συγγνωστών	adj	γενική πληθυντικού του συγγνωστός
συγγνώμες	=	συγγνώμη
συγγνώμη	noun	λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μετάνοια	intj	επιφώνημα που δηλώνει μετάνοια ή δικαιολόγηση ενόχλησης ή διακοπής
συγγνώμης	=	συγγνώμη
συγγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγγραμμα
συγγράμματος	noun	γενική ενικού του σύγγραμμα
συγγράφαμε	=	συγγράφω
συγγράφαν	=	συγγράφω
συγγράφανε	=	συγγράφω
συγγράφατε	=	συγγράφω
συγγράφει	=	συγγράφω
συγγράφεις	=	συγγράφω
συγγράφεσαι	=	συγγράφω
συγγράφεστε	=	συγγράφω
συγγράφεται	=	συγγράφω
συγγράφετε	=	συγγράφω
συγγράφηκα	=	συγγράφω
συγγράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφομαι
συγγράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφομαι
συγγράφηκες	=	συγγράφω
συγγράφομαι	=	συγγράφω
συγγράφομε	=	συγγράφω
συγγράφονται	=	συγγράφω
συγγράφονταν	=	συγγράφω
συγγράφοντας	=	συγγράφω
συγγράφου	=	συγγράφω
συγγράφουμε	=	συγγράφω
συγγράφουν	=	συγγράφω
συγγράφουνε	=	συγγράφω
συγγράφτηκα	=	συγγράφω
συγγράφτηκαν	=	συγγράφω
συγγράφτηκε	=	συγγράφω
συγγράφτηκες	=	συγγράφω
συγγράφω	verb	γράφω, συντάσσω κείμενο, συνθέτω έργο (λογοτεχνίας, επιστήμης κτλ.) σε πεζό λόγο κατ' αντιδιαστολή προς την ποίηση
συγγράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψαν	=	συγγράφω
συγγράψανε	=	συγγράφω
συγγράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψομε	=	συγγράφω
συγγράψου	=	συγγράφω
συγγράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψουνε	=	συγγράφω
συγγράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συγγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύγγραμμα
συγγραμμένος	=	συγγράφω
συγγραμμικά	=	συγγραμμικός
συγγραμμικέ	=	συγγραμμικός
συγγραμμικές	=	συγγραμμικός
συγγραμμική	=	συγγραμμικός
συγγραμμικής	=	συγγραμμικός
συγγραμμικοί	=	συγγραμμικός
συγγραμμικοτήτων	=	συγγραμμικότητα
συγγραμμικού	=	συγγραμμικός
συγγραμμικούς	=	συγγραμμικός
συγγραμμικό	=	συγγραμμικός
συγγραμμικός	adj	που βρίσκεται ή κινείται πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή
συγγραμμικότητα	noun	κατάσταση που αναφέρεται στη σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων μεταβλητών που είναι σχεδόν γραμμικά εξαρτημένες μεταξύ τους, όταν δηλαδή δύο ή περισσότερες μεταβλητές σχετίζονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να εκφραστεί μια μεταβλητή ως γραμμικός συνδυασμός των άλλων, κάτι που μπορεί να είναι πρόβλημα κατά την εκτέλεση πολλαπλών γραμμικών παλινδρομήσεων ή όταν χρησιμοποιούνται αλγόριθμοι που υποθέτουν ανεξαρτησία μεταξύ των μεταβλητών
συγγραμμικότητας	=	συγγραμμικότητα
συγγραμμικότητες	=	συγγραμμικότητα
συγγραμμικών	=	συγγραμμικός
συγγραφέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συγγραφέας
συγγραφέας	noun	το πρόσωπο που συγγράφει, που συντάσσει κείμενα (κυρίως επιστημονικά ή λογοτεχνικά)
συγγραφές	=	συγγραφή
συγγραφέων	noun	γενική πληθυντικού του συγγραφέας
συγγραφέως	=	συγγραφέας
συγγραφή	noun|formal	η ενέργεια ή αποτέλεσμα του συγγράφω, η διαδικασία της σύνταξης ενός κειμένου ή βιβλίου
συγγραφήκαμε	=	συγγράφω
συγγραφήκαν	=	συγγράφω
συγγραφήκανε	=	συγγράφω
συγγραφήκατε	=	συγγράφω
συγγραφής	=	συγγραφή
συγγραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγγράφομαι
συγγραφείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγραφέας
συγγραφείτε	=	συγγράφω
συγγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγραφικό
συγγραφικέ	adj	κλητική ενικού του συγγραφικός
συγγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγγραφική
συγγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγγραφικός
συγγραφικής	adj	γενική ενικού του συγγραφική
συγγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγγραφικός
συγγραφικού	adj	γενική ενικού του συγγραφικός
συγγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγγραφικός
συγγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του συγγραφικός
συγγραφικός	adj	που έχει σχέση με τη συγγραφή ή τον συγγραφέα ή αναφέρεται σ’ αυτά
συγγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του συγγραφικός
συγγραφούμε	=	συγγράφω
συγγραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφομαι
συγγραφούνε	=	συγγράφω
συγγραφτήκαμε	=	συγγράφω
συγγραφτήκαν	=	συγγράφω
συγγραφτήκανε	=	συγγράφω
συγγραφτήκατε	=	συγγράφω
συγγραφτεί	=	συγγράφω
συγγραφτείς	=	συγγράφω
συγγραφτείτε	=	συγγράφω
συγγραφτούμε	=	συγγράφω
συγγραφτούν	=	συγγράφω
συγγραφτούνε	=	συγγράφω
συγγραφτώ	=	συγγράφω
συγγραφόμασταν	=	συγγράφω
συγγραφόμαστε	=	συγγράφω
συγγραφόμενος	=	συγγράφω
συγγραφόμουν	=	συγγράφω
συγγραφόμουνα	=	συγγράφω
συγγραφόντουσαν	=	συγγράφω
συγγραφόσασταν	=	συγγράφω
συγγραφόσαστε	=	συγγράφω
συγγραφόσουν	=	συγγράφω
συγγραφόσουνα	=	συγγράφω
συγγραφόταν	=	συγγράφω
συγγραφότανε	=	συγγράφω
συγγραφώ	=	συγγράφω
συγγραφών	=	συγγραφή
συγκάηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκάηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκάηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκάηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκάλει	=	συγκαλώ
συγκάλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκάλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκάλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκάλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκάλεση	noun|rare	άλλη μορφή του σύγκληση
συγκάλεσις	noun	συγκάλεση
συγκάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκάλυψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συγκαλύπτω
συγκάλυψης	=	συγκάλυψη
συγκάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκαμα
συγκάματος	noun	γενική ενικού του σύγκαμα
συγκάτεχε	=	συγκατέχω
συγκάτοικε	noun	κλητική ενικού του συγκάτοικος
συγκάτοικο	noun	αιτιατική ενικού του συγκάτοικος
συγκάτοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκάτοικος
συγκάτοικος	noun	που κατοικεί μαζί με κάποιον άλλο, που μοιράζονται την ίδια οικία (διαμέρισμα, σπίτι κ.λπ.), που συγκατοικεί
συγκάτοικου	noun	γενική ενικού του συγκάτοικος
συγκάτοικους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκάτοικος
συγκάτοικων	noun	γενική πληθυντικού του συγκάτοικος
συγκάτοχε	noun	κλητική ενικού του συγκάτοχος
συγκάτοχο	noun	αιτιατική ενικού του συγκάτοχος
συγκάτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκάτοχος
συγκάτοχος	noun	που κατέχει μαζί με άλλους, από κοινού
συγκέντρωνα	=	συγκεντρώνω
συγκέντρωναν	=	συγκεντρώνω
συγκέντρωνε	=	συγκεντρώνω
συγκέντρωνες	=	συγκεντρώνω
συγκέντρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκέντρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκέντρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκέντρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκέντρωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκεντρώνω και του συγκεντρώνομαι
συγκέντρωσης	noun	γενική ενικού του συγκέντρωση
συγκέραζα	=	συγκεράζω
συγκέραζαν	=	συγκεράζω
συγκέραζε	=	συγκεράζω
συγκέραζες	=	συγκεράζω
συγκέρασα	=	συγκεράζω
συγκέρασαν	=	συγκεράζω
συγκέρασε	=	συγκεράζω
συγκέρασες	=	συγκεράζω
συγκέρασμα	noun|rare	άλλη μορφή του συγκερασμός
συγκίνει	=	συγκινώ
συγκίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκίνηση	noun	η εσωτερική ή εξωτερική συναισθηματική αντίδραση σε συμβάν-γεγονός (λόγω συμβάντος-γεγονότος)
συγκίνησης	noun	γενική ενικού του συγκίνηση
συγκαήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαίγομαι	verb	άλλη μορφή του συγκαίομαι
συγκαίομαι	verb	υφίσταμαι σύγκαμα, δερματικό ερεθισμό σε μέρη του σώματος που τρίβονται μεταξύ τους
συγκαίω	verb	προκαλώ σύγκαμα, ερεθισμό του δέρματος
συγκαεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαιρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκαιρινός	adv	σε συγκαιρινό χρονικό διάστημα
συγκαιρινέ	adj	κλητική ενικού του συγκαιρινός
συγκαιρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαιρινή
συγκαιρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαιρινός
συγκαιρινής	adj	γενική ενικού του συγκαιρινή
συγκαιρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαιρινός
συγκαιρινού	adj	γενική ενικού του συγκαιρινός
συγκαιρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκαιρινός
συγκαιρινό	adj	αιτιατική ενικού του συγκαιρινός
συγκαιρινός	adj	σύγχρονος
συγκαιρινών	adj	γενική πληθυντικού του συγκαιρινός
συγκαλά	noun	η πνευματική διαύγεια και ισορροπία
συγκαλέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσαν	=	συγκαλώ
συγκαλέσανε	=	συγκαλώ
συγκαλέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσου	=	συγκαλώ
συγκαλέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέσουνε	=	συγκαλώ
συγκαλέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλέστηκα	=	συγκαλώ
συγκαλέστηκαν	=	συγκαλώ
συγκαλέστηκε	=	συγκαλώ
συγκαλέστηκες	=	συγκαλώ
συγκαλέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλώ
συγκαλεί	=	συγκαλώ
συγκαλείς	=	συγκαλώ
συγκαλείσαι	=	συγκαλώ
συγκαλείστε	=	συγκαλώ
συγκαλείται	=	συγκαλώ
συγκαλείτε	=	συγκαλώ
συγκαλείτο	=	συγκαλώ
συγκαλεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαλεσμένο
συγκαλεσμένε	verb	κλητική ενικού του συγκαλεσμένος
συγκαλεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαλεσμένη
συγκαλεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαλεσμένος
συγκαλεσμένης	verb	γενική ενικού του συγκαλεσμένη
συγκαλεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκαλεσμένος
συγκαλεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαλεσμένος
συγκαλεσμένος	=	συγκαλώ
συγκαλεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκαλεσμένος
συγκαλεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκαλεσμένος
συγκαλεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκαλεσμένος
συγκαλεστήκαμε	=	συγκαλώ
συγκαλεστήκαν	=	συγκαλώ
συγκαλεστήκανε	=	συγκαλώ
συγκαλεστήκατε	=	συγκαλώ
συγκαλεστεί	=	συγκαλώ
συγκαλεστείς	=	συγκαλώ
συγκαλεστείτε	=	συγκαλώ
συγκαλεστούμε	=	συγκαλώ
συγκαλεστούν	=	συγκαλώ
συγκαλεστούνε	=	συγκαλώ
συγκαλεστώ	=	συγκαλώ
συγκαλογνώμως	adv	άλλη μορφή του καλόγνωμα, με καλογνωμία / καλογνωμοσύνη
συγκαλούμαι	=	συγκαλώ
συγκαλούμασταν	=	συγκαλώ
συγκαλούμαστε	=	συγκαλώ
συγκαλούμε	=	συγκαλώ
συγκαλούμουν	=	συγκαλώ
συγκαλούμουνα	=	συγκαλώ
συγκαλούν	=	συγκαλώ
συγκαλούνε	=	συγκαλώ
συγκαλούνται	=	συγκαλώ
συγκαλούνταν	=	συγκαλώ
συγκαλούντο	=	συγκαλώ
συγκαλούσα	=	συγκαλώ
συγκαλούσαμε	=	συγκαλώ
συγκαλούσαν	=	συγκαλώ
συγκαλούσανε	=	συγκαλώ
συγκαλούσατε	=	συγκαλώ
συγκαλούσε	=	συγκαλώ
συγκαλούσες	=	συγκαλώ
συγκαλούσουν	=	συγκαλώ
συγκαλούσουνα	=	συγκαλώ
συγκαλυμμένα	adv	με συγκαλυμμένο τρόπο
συγκαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του συγκαλυμμένος
συγκαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαλυμμένη
συγκαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαλυμμένος
συγκαλυμμένης	verb	γενική ενικού του συγκαλυμμένη
συγκαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκαλυμμένος
συγκαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαλυμμένος
συγκαλυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συγκαλύπτω
συγκαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκαλυμμένος
συγκαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκαλυμμένος
συγκαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκαλυμμένος
συγκαλυπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκαλυπτικός	adv	με συγκαλυπτικό τρόπο, συγκαλύπτοντας
συγκαλυπτικός	adj|formal	που συμβάλλει στη συγκάλυψη
συγκαλυφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαλύπτομαι
συγκαλυφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτομαι
συγκαλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύπτω	verb|figurative	κρατάω κάτι κρυφό· αποκρύβω (ένοχη ή παράνομη πράξη)
συγκαλύφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτομαι
συγκαλύφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτομαι
συγκαλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκάλυψη
συγκαλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψεων	=	συγκάλυψη
συγκαλύψεως	=	συγκάλυψη
συγκαλύψιμα	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμε	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμες	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμη	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμης	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμο	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμοι	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμος	adj|formal	που είναι δυνατόν να συγκαλυφθεί
συγκαλύψιμου	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμους	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψιμων	=	συγκαλύψιμος
συγκαλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
συγκαλώ	verb	καλώ ένα σύνολο ανθρώπων σε κάποιο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό (συζήτηση, λήψη απόφασης κ.λπ.)
συγκαλώντας	=	συγκαλώ
συγκαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκαμα
συγκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαμένο
συγκαμένε	verb	κλητική ενικού του συγκαμένος
συγκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαμένη
συγκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαμένος
συγκαμένης	verb	γενική ενικού του συγκαμένη
συγκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκαμένος
συγκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαμένος
συγκαμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκαίω
συγκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκαμένος
συγκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκαμένος
συγκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκαμένος
συγκαούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκαρπία	noun	η κατάσταση κατά την οποία τα καρπόφυλλα ενός άνθους συγχωνεύονται σε μία ενιαία ωοθήκη / ύπερο
συγκαρπίας	=	συγκαρπία
συγκαρπίες	=	συγκαρπία
συγκαρπιών	=	συγκαρπία
συγκατάβαση	noun|formal	επιεικής αποδοχή, ανεκτικότητα
συγκατάβασης	noun	γενική ενικού του συγκατάβαση
συγκατάθεση	noun	η σύμφωνη γνώμη, η αποδοχή
συγκατάθεσης	=	συγκατάθεση
συγκατάνευα	=	συγκατανεύω
συγκατάνευαν	=	συγκατανεύω
συγκατάνευε	=	συγκατανεύω
συγκατάνευες	=	συγκατανεύω
συγκατάνευσα	=	συγκατανεύω
συγκατάνευσαν	=	συγκατανεύω
συγκατάνευσε	=	συγκατανεύω
συγκατάνευσες	=	συγκατανεύω
συγκατάνευση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκατανεύω
συγκατάνευσης	=	συγκατάνευση
συγκατάνευσις	noun	συγκατάνευση
συγκατάταξη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκατατάσσω
συγκατάταξης	=	συγκατάταξη
συγκατάταξις	noun	η συγκατάταξη
συγκατέλεξα	=	συγκαταλέγω
συγκατένευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατένευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατένευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατένευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατέχει	=	συγκατέχω
συγκατέχεις	=	συγκατέχω
συγκατέχετε	=	συγκατέχω
συγκατέχοντας	=	συγκατέχω
συγκατέχουμε	=	συγκατέχω
συγκατέχουν	=	συγκατέχω
συγκατέχουνε	=	συγκατέχω
συγκατέχω	verb|formal	κατέχω (κάτι) συγχρόνως ή από κοινού (με άλλον)
συγκαταβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατάβαση
συγκαταβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγκατάβαση
συγκαταβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγκατάβαση
συγκαταβαίνω	verb	δείχνω επιείκεια, υποχωρώ
συγκαταβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταβατικό	adv	με συγκατάβαση
συγκαταβατικέ	adj	κλητική ενικού του συγκαταβατικός
συγκαταβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταβατική
συγκαταβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαταβατικός
συγκαταβατικής	adj	γενική ενικού του συγκαταβατική
συγκαταβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαταβατικός
συγκαταβατικοτήτων	=	συγκαταβατικότητα
συγκαταβατικού	adj	γενική ενικού του συγκαταβατικός
συγκαταβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκαταβατικός
συγκαταβατικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκαταβατικός
συγκαταβατικός	adj	αυτός που δείχνει συγκατάβαση
συγκαταβατικότης	noun	η συγκαταβατικότητα
συγκαταβατικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος συγκαταβατικός, η ιδιότητα του συγκαταβατικού
συγκαταβατικότητας	noun	γενική ενικού του συγκαταβατικότητα
συγκαταβατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταβατικότητα
συγκαταβατικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκαταβατικός
συγκαταβατικώς	adv|dated	συγκαταβατικά
συγκαταθέσεις	=	συγκατάθεση
συγκαταθέσεων	=	συγκατάθεση
συγκαταθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκαταθετικός	adv	με συγκαταθετικό τρόπο, με συγκατάθεση
συγκαταθετικέ	adj	κλητική ενικού του συγκαταθετικός
συγκαταθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταθετική
συγκαταθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαταθετικός
συγκαταθετικής	adj	γενική ενικού του συγκαταθετική
συγκαταθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαταθετικός
συγκαταθετικού	adj	γενική ενικού του συγκαταθετικός
συγκαταθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκαταθετικός
συγκαταθετικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκαταθετικός
συγκαταθετικός	adj	που δηλώνει συγκατάθεση
συγκαταθετικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκαταθετικός
συγκαταθετικώς	adv	με συγκαταθετικό τρόπο, με συγκατάθεση
συγκαταλέγεσαι	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλέγεστε	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλέγεται	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλέγομαι	verb	κατατάσσομαι σε ένα ομοειδές σύνολο, συμμετέχω σε ένα σύνολο
συγκαταλέγονται	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλέγονταν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλέγω	verb	εντάσσω, κατατάσσω κάτι σε ένα σύνολο ομοειδών πραγμάτων, διαβαθμίζοντάς το
συγκαταλέχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλέχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλέχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλέχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταλεγμένο
συγκαταλεγμένε	verb	κλητική ενικού του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταλεγμένη
συγκαταλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγμένης	verb	γενική ενικού του συγκαταλεγμένη
συγκαταλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγμένος	=	συγκαταλέγω
συγκαταλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκαταλεγμένος
συγκαταλεγόμασταν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόμαστε	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόμουν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόμουνα	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόντουσαν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόσασταν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόσαστε	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόσουν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόσουνα	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγόταν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεγότανε	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθήκαν	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθήκανε	=	συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκαταλεχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαταλέγομαι
συγκατανευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατανευμένο
συγκατανευμένε	verb	κλητική ενικού του συγκατανευμένος
συγκατανευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατανευμένη
συγκατανευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκατανευμένος
συγκατανευμένης	verb	γενική ενικού του συγκατανευμένη
συγκατανευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκατανευμένος
συγκατανευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκατανευμένος
συγκατανευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκατανευμένος
συγκατανευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκατανευμένος
συγκατανευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκατανευμένος
συγκατανευσιφάγε	=	συγκατανευσιφάγος
συγκατανευσιφάγο	=	συγκατανευσιφάγος
συγκατανευσιφάγοι	=	συγκατανευσιφάγος
συγκατανευσιφάγος	noun	αυτός/η που συγκατανεύει σε ότι και αν του πουν, αρκεί να του δώσουν να φάει (γενικά λοιπόν, αρκεί να έχει απολαβές)
συγκατανευσιφάγου	=	συγκατανευσιφάγος
συγκατανευσιφάγους	=	συγκατανευσιφάγος
συγκατανευσιφάγων	=	συγκατανευσιφάγος
συγκατανευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατανευτικό
συγκατανευτικέ	adj	κλητική ενικού του συγκατανευτικός
συγκατανευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατανευτική
συγκατανευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκατανευτικός
συγκατανευτικής	adj	γενική ενικού του συγκατανευτική
συγκατανευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκατανευτικός
συγκατανευτικού	adj	γενική ενικού του συγκατανευτικός
συγκατανευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκατανευτικός
συγκατανευτικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκατανευτικός
συγκατανευτικός	adj|formal	που συγκατανεύει
συγκατανευτικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκατανευτικός
συγκατανεύαμε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύαν	=	συγκατανεύω
συγκατανεύανε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύατε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύει	=	συγκατανεύω
συγκατανεύεις	=	συγκατανεύω
συγκατανεύετε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύοντας	=	συγκατανεύω
συγκατανεύουμε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύουν	=	συγκατανεύω
συγκατανεύουνε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύσαν	=	συγκατανεύω
συγκατανεύσανε	=	συγκατανεύω
συγκατανεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατάνευση
συγκατανεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύσεων	=	συγκατάνευση
συγκατανεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατανεύω
συγκατανεύω	verb|formal	είμαι σύμφωνος με κάτι εκφράζοντας σύμφωνη γνώμη
συγκαταρίθμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκαταριθμώ
συγκαταρίθμησης	=	συγκαταρίθμηση
συγκαταρίθμησις	noun	η συγκαταρίθμηση
συγκαταριθμήθηκα	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμήθηκαν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμήθηκε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμήθηκες	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμήσεις	=	συγκαταρίθμηση
συγκαταριθμήσεων	=	συγκαταρίθμηση
συγκαταριθμήσου	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμείσαι	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμείστε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμείται	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμηθήκαμε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμηθήκαν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμηθήκανε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμηθήκατε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμηθεί	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμηθείτε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμημένα	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένε	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένες	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένη	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένης	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένο	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένοι	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκαταριθμώ
συγκαταριθμημένου	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένους	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμημένων	=	συγκαταριθμημένος
συγκαταριθμούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκαταριθμώ
συγκαταριθμούμασταν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούμαστε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούμουν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούνται	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούνταν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούσασταν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούσαστε	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμούσουν	=	συγκαταριθμούμαι
συγκαταριθμώ	verb|formal	συμπεριλαμβάνω στην αρίθμηση
συγκαταριθμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκαταριθμώ
συγκατατάξεις	=	συγκατάταξη
συγκατατάξεων	=	συγκατάταξη
συγκατατάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκατατάσσω
συγκατατάσσω	verb|formal	κατατάσσω κάποιον ή κάτι μαζί με άλλους ή άλλα
συγκατατέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατίθεμαι	verb	συμφωνώ, δίνω καταφατική απάντηση
συγκαταταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταταγμένο
συγκαταταγμένε	verb	κλητική ενικού του συγκαταταγμένος
συγκαταταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταταγμένη
συγκαταταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκαταταγμένος
συγκαταταγμένης	verb	γενική ενικού του συγκαταταγμένη
συγκαταταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκαταταγμένος
συγκαταταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκαταταγμένος
συγκαταταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκαταταγμένος
συγκαταταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκαταταγμένος
συγκαταταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκαταταγμένος
συγκατατεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθειμένος	=	συγκατατίθεμαι
συγκατατεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατατεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατατίθεμαι
συγκατείχα	=	συγκατέχω
συγκατείχαμε	=	συγκατέχω
συγκατείχαν	=	συγκατέχω
συγκατείχανε	=	συγκατέχω
συγκατείχατε	=	συγκατέχω
συγκατείχε	=	συγκατέχω
συγκατείχες	=	συγκατέχω
συγκατηγορήματα	=	συγκατηγόρημα
συγκατηγορήματος	=	συγκατηγόρημα
συγκατηγορημάτων	=	συγκατηγόρημα
συγκατηγορουμένη	noun	θηλυκό του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορουμένης	=	συγκατηγορουμένη
συγκατηγορουμένου	noun	γενική ενικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορουμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορουμένων	noun	γενική πληθυντικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενε	noun	κλητική ενικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενες	=	συγκατηγορουμένη
συγκατηγορούμενη	noun	θηλυκό του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενης	=	συγκατηγορούμενη
συγκατηγορούμενο	noun	αιτιατική ενικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενος	noun	που κατηγορείται μαζί με κάποιον άλλο
συγκατηγορούμενου	noun	γενική ενικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγορούμενων	noun	γενική πληθυντικού του συγκατηγορούμενος
συγκατηγόρημα	noun	το κοινό κατηγόρημα
συγκατοίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκατοικώ
συγκατοίκησης	noun	γενική ενικού του συγκατοίκηση
συγκατοίκησις	noun	η συγκατοίκηση
συγκατοίκισσα	noun	θηλυκό του συγκάτοικος
συγκατοίκισσας	=	συγκατοίκισσα
συγκατοίκισσες	=	συγκατοίκισσα
συγκατοίκου	noun	γενική ενικού του συγκάτοικος
συγκατοίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκάτοικος
συγκατοίκων	noun	γενική πληθυντικού του συγκάτοικος
συγκατοικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήσαν	=	συγκατοικώ
συγκατοικήσανε	=	συγκατοικώ
συγκατοικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκατοίκηση
συγκατοικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγκατοίκηση
συγκατοικήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγκατοίκηση
συγκατοικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοικία	noun	άλλη μορφή του συγκατοίκηση
συγκατοικίας	noun	γενική ενικού του συγκατοικία
συγκατοικίες	=	συγκατοικία
συγκατοικεί	=	συγκατοικώ
συγκατοικείς	=	συγκατοικώ
συγκατοικείτε	=	συγκατοικώ
συγκατοικιά	noun	άλλη μορφή του συγκατοίκηση
συγκατοικιάς	=	συγκατοικιά
συγκατοικιές	=	συγκατοικιά
συγκατοικισσών	=	συγκατοίκισσα
συγκατοικιών	noun	γενική πληθυντικού του συγκατοικία
συγκατοικούμε	=	συγκατοικώ
συγκατοικούν	=	συγκατοικώ
συγκατοικούνε	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσα	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσαμε	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσαν	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσανε	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσατε	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσε	=	συγκατοικώ
συγκατοικούσες	=	συγκατοικώ
συγκατοικώ	verb	κατοικώ μαζί με κάποιον άλλο, είμαστε συγκάτοικοι
συγκατοικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκατοικώ
συγκατοχές	=	συγκατοχή
συγκατοχή	noun|formal	η από κοινού κατοχή πράγματος ή περιουσιακού στοιχείου μαζί με κάποιον άλλον
συγκατοχής	=	συγκατοχή
συγκατοχών	=	συγκατοχή
συγκατόχου	noun	γενική ενικού του συγκάτοχος
συγκατόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκάτοχος
συγκατόχων	noun	γενική πληθυντικού του συγκάτοχος
συγκαύσεις	=	σύγκαυση
συγκαύσεων	=	σύγκαυση
συγκαώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαίγομαι
συγκείμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκείμενο
συγκείμενε	verb	κλητική ενικού του συγκείμενος
συγκείμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκείμενη
συγκείμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκείμενος
συγκείμενης	verb	γενική ενικού του συγκείμενη
συγκείμενο	noun	το σύνολο (ή ένα ολοκληρωμένο τμήμα) κειμένου που περιβάλλει μια λέξη, μια πρόταση, ένα εδάφιο κ.λπ. και επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα την έννοια ή την αξία του/της
συγκείμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκείμενος
συγκείμενος	verb|formal	που αποτελείται από διάφορα μέρη
συγκείμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκείμενος
συγκείμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκείμενος
συγκείμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκείμενος
συγκειμένου	=	συγκείμενο
συγκειμένων	=	συγκείμενο
συγκειμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκειμενικό
συγκειμενικέ	adj	κλητική ενικού του συγκειμενικός
συγκειμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκειμενική
συγκειμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκειμενικός
συγκειμενικής	adj	γενική ενικού του συγκειμενική
συγκειμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκειμενικός
συγκειμενικού	adj	γενική ενικού του συγκειμενικός
συγκειμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκειμενικός
συγκειμενικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκειμενικός
συγκειμενικός	adj	που έχει σχέση με το συγκείμενο ή αναφέρεται σ’ αυτό
συγκειμενικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκειμενικός
συγκεκαλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκαλυμμένο
συγκεκαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του συγκεκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκαλυμμένη
συγκεκαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένης	verb	γενική ενικού του συγκεκαλυμμένη
συγκεκαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκεκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένος	verb	άλλη μορφή του συγκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκεκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκεκαλυμμένος
συγκεκαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκεκαλυμμένος
συγκεκλιμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκλιμένο
συγκεκλιμένε	verb	κλητική ενικού του συγκεκλιμένος
συγκεκλιμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκλιμένη
συγκεκλιμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεκλιμένος
συγκεκλιμένης	verb	γενική ενικού του συγκεκλιμένη
συγκεκλιμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκεκλιμένος
συγκεκλιμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεκλιμένος
συγκεκλιμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκεκλιμένος
συγκεκλιμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκεκλιμένος
συγκεκλιμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκεκλιμένος
συγκεκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκομμένο
συγκεκομμένε	verb	κλητική ενικού του συγκεκομμένος
συγκεκομμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκομμένη
συγκεκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεκομμένος
συγκεκομμένης	verb	γενική ενικού του συγκεκομμένη
συγκεκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκεκομμένος
συγκεκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεκομμένος
συγκεκομμένος	verb|formal	μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος συγκόπτω
συγκεκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκεκομμένος
συγκεκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκεκομμένος
συγκεκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκεκομμένος
συγκεκριμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκεκριμένος	adv	με συγκεκριμένο τρόπο
συγκεκριμένε	adj	κλητική ενικού του συγκεκριμένος
συγκεκριμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκριμένη
συγκεκριμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεκριμένος
συγκεκριμένης	adj	γενική ενικού του συγκεκριμένη
συγκεκριμένο	adj	αιτιατική ενικού του συγκεκριμένος
συγκεκριμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεκριμένος
συγκεκριμένος	verb	ο ορισμένος με σαφήνεια, σε αντιδιαστολή προς οτιδήποτε σχετικό αλλά διαφορετικό, το οποίο μπορεί να εννοηθεί προκαλώντας σύγχυση.
συγκεκριμένου	verb	γενική ενικού του συγκεκριμένος
συγκεκριμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκεκριμένος
συγκεκριμένων	adj	γενική πληθυντικού του συγκεκριμένος
συγκεκριμένως	adv|dated	συγκεκριμένα
συγκεκριμενοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκεκριμενοποιώ, το να κάνει κάποιος κάτι συγκεκριμένο
συγκεκριμενοποίησης	=	συγκεκριμενοποίηση
συγκεκριμενοποιήθηκα	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιήθηκαν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιήθηκε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιήθηκες	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεκριμενοποίηση
συγκεκριμενοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήσεων	=	συγκεκριμενοποίηση
συγκεκριμενοποιήσου	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεκριμενοποιώ
συγκεκριμενοποιείσαι	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιείστε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιείται	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιηθήκαμε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιηθήκαν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιηθήκανε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιηθήκατε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιηθεί	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιηθείτε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιημένος	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούμαι	verb	από αφηρημένος, γενικός, ασαφής, γίνομαι συγκεκριμένος, σαφέστερος
συγκεκριμενοποιούμασταν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούμαστε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούμουν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούνται	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούνταν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούσασταν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούσαστε	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιούσουν	=	συγκεκριμενοποιούμαι
συγκεκριμενοποιώ	verb	καθιστώ κάτι απόλυτα συγκεκριμένο, σαφέστερο, ειδικότερο, εντός ενός χρονικού, ποσοτικού ή οτιδήποτε άλλου ορίου ή πλαισίου
συγκεκριμενότητα	noun|formal	ή ιδιότητα του συγκεκριμένου, να είναι κάτι σαφές, ορισμένο και ακριβές, χωρίς γενικότητες
συγκεντρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθήκαν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωθήκανε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωθούνε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρωμένα	adv	με πνευματική (ή ψυχική) συγκέντρωση
συγκεντρωμένε	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένες	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένη	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένης	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένο	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένοι	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένος	verb	που έχει συγκεντρωθεί, μαζεμένος
συγκεντρωμένου	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένους	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωμένων	=	συγκεντρωμένος
συγκεντρωνόμασταν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόμαστε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόμουν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόμουνα	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόντουσαν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόσασταν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόσαστε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόσουν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόσουνα	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνόταν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωνότανε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρωσιάρχες	=	συγκεντρωσιάρχης
συγκεντρωσιάρχη	=	συγκεντρωσιάρχης
συγκεντρωσιάρχης	noun	(νεολογισμός): αυτός που οργανώνει και επιμελείται κομματική συγκέντρωση, ή συγκέντρωση διαφόρων οπαδών
συγκεντρωσιαρχών	=	συγκεντρωσιάρχης
συγκεντρωσιμοτήτων	=	συγκεντρωσιμότητα
συγκεντρωσιμότητα	noun	o βαθμός συγκέντρωσης πλήθους από κάτι
συγκεντρωσιμότητας	=	συγκεντρωσιμότητα
συγκεντρωσιμότητες	=	συγκεντρωσιμότητα
συγκεντρωτές	=	συγκεντρωτής
συγκεντρωτή	=	συγκεντρωτής
συγκεντρωτής	noun	η πλήμνη
συγκεντρωτικά	adv	με συγκεντρωτικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεντρωτικό
συγκεντρωτικέ	adj	κλητική ενικού του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεντρωτική
συγκεντρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικής	adj	γενική ενικού του συγκεντρωτική
συγκεντρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικού	adj	γενική ενικού του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικός	adj	που συγκεντρώνει κάτι (πχ παράλληλες ακτίνες φωτός) σε ένα σημείο
συγκεντρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκεντρωτικός
συγκεντρωτικώς	adv|dated	συγκεντρωτικά
συγκεντρωτισμέ	noun	κλητική ενικού του συγκεντρωτισμός
συγκεντρωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεντρωτισμός
συγκεντρωτισμού	noun	γενική ενικού του συγκεντρωτισμός
συγκεντρωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκεντρωτισμός
συγκεντρωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του συγκεντρωτισμός
συγκεντρωτισμός	noun	διοικητικό σύστημα στο οποίο οι εξουσίες και αρμοδιότητες συγκεντρώνονται κεντρικά και ασκούνται από κεντρικό όργανο
συγκεντρωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του συγκεντρωτισμός
συγκεντρωτών	=	συγκεντρωτής
συγκεντρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρώναμε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώναν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνανε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνατε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συγκεντρώνω
συγκεντρώνεις	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνεσαι	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνεστε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνεται	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνετε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώνομε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνονται	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνονταν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνοντας	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνουμε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνουν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνουνε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώνω	verb	μαζεύω, συλλέγω, φέρνω διάφορα πράγματα ή άτομα σε κάποιο σημείο
συγκεντρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσαν	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώσανε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκέντρωση
συγκεντρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγκέντρωση
συγκεντρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγκέντρωση
συγκεντρώσομε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
συγκεντρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσουνε	=	συγκεντρώνω
συγκεντρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεντρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνω
συγκεράζαμε	=	συγκεράζω
συγκεράζαν	=	συγκεράζω
συγκεράζανε	=	συγκεράζω
συγκεράζατε	=	συγκεράζω
συγκεράζει	=	συγκεράζω
συγκεράζεις	=	συγκεράζω
συγκεράζετε	=	συγκεράζω
συγκεράζομαι	verb	συνενώνομαι
συγκεράζοντας	=	συγκεράζω
συγκεράζουμε	=	συγκεράζω
συγκεράζουν	=	συγκεράζω
συγκεράζουνε	=	συγκεράζω
συγκεράζω	verb	συνδυάζω αντίθετες απόψεις, γνώμες κ.λπ.
συγκεράσαμε	=	συγκεράζω
συγκεράσαν	=	συγκεράζω
συγκεράσανε	=	συγκεράζω
συγκεράσατε	=	συγκεράζω
συγκεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκεράζω
συγκεράστε	=	συγκεράζω
συγκερασμέ	noun	κλητική ενικού του συγκερασμός
συγκερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκερασμένο
συγκερασμένε	verb	κλητική ενικού του συγκερασμένος
συγκερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκερασμένη
συγκερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκερασμένος
συγκερασμένης	verb	γενική ενικού του συγκερασμένη
συγκερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκερασμένος
συγκερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκερασμένος
συγκερασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκεράζω
συγκερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκερασμένος
συγκερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκερασμένος
συγκερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκερασμένος
συγκερασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκερασμός
συγκερασμού	noun	γενική ενικού του συγκερασμός
συγκερασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκερασμός
συγκερασμό	noun	αιτιατική ενικού του συγκερασμός
συγκερασμός	noun	ανάμειξη, ένωση, ανακάτεμα διάφορων υλικών
συγκερασμών	noun	γενική πληθυντικού του συγκερασμός
συγκερνώ	verb	αναμειγνύω, συνδυάζω υγρά
συγκεφαλαίωνα	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωναν	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωνε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωνες	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαίωση	noun	η ενέργεια του συγκεφαλαιώνω, η επανάληψη με συνοπτικό τρόπο
συγκεφαλαίωσης	=	συγκεφαλαίωση
συγκεφαλαιωθήκαμε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωθήκαν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωθήκανε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωθήκατε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωθεί	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωθείτε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωμένα	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένε	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένες	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένη	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένης	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένο	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένοι	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένος	adj	που έχει συγκεφαλαιωθεί
συγκεφαλαιωμένου	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένους	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωμένων	=	συγκεφαλαιωμένος
συγκεφαλαιωνόμασταν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόμαστε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόμουν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόμουνα	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόντουσαν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόσασταν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόσαστε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόσουν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόσουνα	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνόταν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωνότανε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκεφαλαιωτικός	adv	με συγκεφαλαιωτικό τρόπο, συγκεφαλαιώνοντας
συγκεφαλαιωτικέ	adj	κλητική ενικού του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεφαλαιωτική
συγκεφαλαιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικής	adj	γενική ενικού του συγκεφαλαιωτική
συγκεφαλαιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικού	adj	γενική ενικού του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικός	adj	που έχει σχέση με συγκεφαλαίωση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
συγκεφαλαιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκεφαλαιωτικός
συγκεφαλαιωτικώς	adv|formal	με συγκεφαλαιωτικό τρόπο, συγκεφαλαιώνοντας
συγκεφαλαιώθηκα	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώθηκαν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώθηκε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώθηκες	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώναμε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώναν	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνανε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνατε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνει	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνεις	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνεσαι	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώνεστε	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώνεται	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώνετε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνονται	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώνονταν	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνου	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώνουμε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνουν	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνουνε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώνω	verb	συνοψίζω ή παρουσιάζω τα κύρια σημεία μιας πληροφορίας ή ενός θέματος με συντομία και ακρίβεια
συγκεφαλαιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσαν	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσανε	=	συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεφαλαίωση
συγκεφαλαιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσεων	=	συγκεφαλαίωση
συγκεφαλαιώσου	=	συγκεφαλαιώνομαι
συγκεφαλαιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεφαλαιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεφαλαιώνω
συγκεχυμένα	adv	ακαθόριστα, θολά, αμυδρά, θαμπά
συγκεχυμένε	verb	κλητική ενικού του συγκεχυμένος
συγκεχυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκεχυμένη
συγκεχυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκεχυμένος
συγκεχυμένης	verb	γενική ενικού του συγκεχυμένη
συγκεχυμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκεχυμένος
συγκεχυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκεχυμένος
συγκεχυμένος	verb	μπερδεμένος, ασαφής, δυσδιάκριτος, ακαθόριστος
συγκεχυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκεχυμένος
συγκεχυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκεχυμένος
συγκεχυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκεχυμένος
συγκινήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσαν	=	συγκινώ
συγκινήσανε	=	συγκινώ
συγκινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκίνηση
συγκινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγκίνηση
συγκινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγκίνηση
συγκινήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσουνε	=	συγκινώ
συγκινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινώ
συγκινεί	=	συγκινώ
συγκινείς	=	συγκινώ
συγκινείσαι	=	συγκινούμαι
συγκινείστε	=	συγκινούμαι
συγκινείται	=	συγκινούμαι
συγκινείτε	=	συγκινώ
συγκινηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθήκαν	=	συγκινούμαι
συγκινηθήκανε	=	συγκινούμαι
συγκινηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινηθούνε	=	συγκινώ
συγκινηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκινούμαι
συγκινημένα	adv	με συγκίνηση
συγκινημένε	=	συγκινημένος
συγκινημένες	=	συγκινημένος
συγκινημένη	=	συγκινημένος
συγκινημένης	=	συγκινημένος
συγκινημένο	=	συγκινημένος
συγκινημένοι	=	συγκινημένος
συγκινημένος	verb	αυτός που έχει συγκινηθεί
συγκινημένου	=	συγκινημένος
συγκινημένους	=	συγκινημένος
συγκινημένων	=	συγκινημένος
συγκινησία	noun	αθέλητη κίνηση μυός ή σωματικού μέλους που ενίοτε συνοδεύει ή ακολουθεί άλλες
συγκινησίας	noun	γενική ενικού του συγκινησία
συγκινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκινησία
συγκινησιακά	adv	όσον αφορά στα συναισθήματα
συγκινησιακέ	adj	κλητική ενικού του συγκινησιακός
συγκινησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκινησιακή
συγκινησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκινησιακός
συγκινησιακής	adj	γενική ενικού του συγκινησιακή
συγκινησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκινησιακός
συγκινησιακού	adj	γενική ενικού του συγκινησιακός
συγκινησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκινησιακός
συγκινησιακό	adj	αιτιατική ενικού του συγκινησιακός
συγκινησιακός	adj	σχετικός με τη συγκίνηση ή τα συναισθήματα
συγκινησιακών	adj	γενική πληθυντικού του συγκινησιακός
συγκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του συγκινησία
συγκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκινητικό	adv	προκαλώντας συγκίνηση
συγκινητικέ	adj	κλητική ενικού του συγκινητικός
συγκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκινητική
συγκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκινητικός
συγκινητικής	adj	γενική ενικού του συγκινητική
συγκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκινητικός
συγκινητικοτήτων	=	συγκινητικότητα
συγκινητικού	adj	γενική ενικού του συγκινητικός
συγκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκινητικός
συγκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκινητικός
συγκινητικός	adj	που έχει σχέση με συγκίνηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί / προξενεί
συγκινητικότης	noun	η συγκινητικότητα
συγκινητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συγκινητικού, η δύναμη που έχει κάτι να μας συγκινεί
συγκινητικότητας	noun	γενική ενικού του συγκινητικότητα
συγκινητικότητες	=	συγκινητικότητα
συγκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκινητικός
συγκινητικώς	adv|dated	συγκινητικά
συγκινιόνται	=	συγκινώ
συγκινιόσαστε	=	συγκινώ
συγκινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκινώ
συγκινούμασταν	=	συγκινούμαι
συγκινούμαστε	=	συγκινούμαι
συγκινούμε	=	συγκινώ
συγκινούμενος	=	συγκινώ
συγκινούμουν	=	συγκινούμαι
συγκινούν	=	συγκινώ
συγκινούνε	=	συγκινώ
συγκινούνται	=	συγκινούμαι
συγκινούνταν	=	συγκινούμαι
συγκινούσα	=	συγκινώ
συγκινούσαμε	=	συγκινώ
συγκινούσαν	=	συγκινώ
συγκινούσανε	=	συγκινώ
συγκινούσασταν	=	συγκινούμαι
συγκινούσαστε	=	συγκινούμαι
συγκινούσατε	=	συγκινώ
συγκινούσε	=	συγκινώ
συγκινούσες	=	συγκινώ
συγκινούσουν	=	συγκινούμαι
συγκινώ	verb	προκαλώ σε κάποιον συναισθηματική φόρτιση
συγκινώντας	=	συγκινώ
συγκλήθηκα	=	συγκαλώ
συγκλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
συγκλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
συγκλήθηκες	=	συγκαλώ
συγκλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκληση
συγκλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκληση
συγκλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύγκληση
συγκλήτου	noun	γενική ενικού του σύγκλητος
συγκλήτους	=	σύγκλητος
συγκλήτων	=	σύγκλητος
συγκλίνον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συγκλίνων
συγκλίνουσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκλίνων
συγκλίνω	verb	τείνω να συναντηθώ με κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο ή μια γραμμή
συγκλίνων	adj	που συγκλίνει
συγκλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκλιση
συγκλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκλιση
συγκλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύγκλιση
συγκλείσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκλειση
συγκλείσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκλειση
συγκλείσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύγκλειση
συγκλείω	verb|archaic	κλείνω μαζί, από κοινού
συγκληθήκαμε	=	συγκαλώ
συγκληθήκαν	=	συγκαλώ
συγκληθήκανε	=	συγκαλώ
συγκληθήκατε	=	συγκαλώ
συγκληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
συγκληθείς	=	συγκαλώ
συγκληθείσα	=	συγκαλώ
συγκληθείτε	=	συγκαλώ
συγκληθούμε	=	συγκαλώ
συγκληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
συγκληθούνε	=	συγκαλώ
συγκληθώ	=	συγκαλώ
συγκλημένος	=	συγκαλώ
συγκληροδόχε	=	συγκληροδόχος
συγκληροδόχο	=	συγκληροδόχος
συγκληροδόχοι	=	συγκληροδόχος
συγκληροδόχος	noun	που αποδέχεται μια ειδική κληρονομιά που ονομάζεται κληροδότημα μαζί με κάποιους άλλους· που μαζί με άλλους είναι δικαιούχος μιας κληροδοσίας
συγκληροδόχου	=	συγκληροδόχος
συγκληροδόχους	=	συγκληροδόχος
συγκληροδόχων	=	συγκληροδόχος
συγκληρονομήθηκα	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομήθηκαν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομήθηκε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομήθηκες	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομήσαμε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομήσαν	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομήσανε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομήσατε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομήσει	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομήσου	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομήστε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομία	noun	η κληρονομιά που αφορά πολλούς συγκληρονόμους
συγκληρονομίας	noun	γενική ενικού του συγκληρονομία
συγκληρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκληρονομία
συγκληρονομεί	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομείς	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομείσαι	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομείστε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομείται	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομείτε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομηθήκαμε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομηθήκαν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομηθήκανε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομηθήκατε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομηθεί	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομηθείτε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομημένος	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του συγκληρονομία
συγκληρονομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκληρονομώ
συγκληρονομούμασταν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούμαστε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούμε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούμουν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούν	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούνε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούνται	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούνταν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούσα	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσαμε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσαν	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσανε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσασταν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούσαστε	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομούσατε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσες	=	συγκληρονομώ
συγκληρονομούσουν	=	συγκληρονομούμαι
συγκληρονομώ	verb	είμαι συγκληρονόμος
συγκληρονομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκληρονομώ
συγκληρονόμε	noun	κλητική ενικού του συγκληρονόμος
συγκληρονόμει	=	συγκληρονομώ
συγκληρονόμησα	=	συγκληρονομώ
συγκληρονόμησαν	=	συγκληρονομώ
συγκληρονόμησε	=	συγκληρονομώ
συγκληρονόμησες	=	συγκληρονομώ
συγκληρονόμο	noun	αιτιατική ενικού του συγκληρονόμος
συγκληρονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκληρονόμος
συγκληρονόμος	noun	που κληρονομεί μαζί με άλλους
συγκληρονόμου	noun	γενική ενικού του συγκληρονόμος
συγκληρονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκληρονόμος
συγκληρονόμων	noun	γενική πληθυντικού του συγκληρονόμος
συγκλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκλητικό
συγκλητικέ	adj	κλητική ενικού του συγκλητικός
συγκλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκλητική
συγκλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκλητικός
συγκλητικής	adj	γενική ενικού του συγκλητική
συγκλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκλητικός
συγκλητικού	adj	γενική ενικού του συγκλητικός
συγκλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκλητικός
συγκλητικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκλητικός
συγκλητικόν	=	συγκλητικό
συγκλητικός	adj	που έχει σχέση με τη σύγκλητο ή αναφέρεται σ’ αυτή	noun	πανεπιστημιακός καθηγητής μέλος της πανεπιστημιακής συγκλήτου
συγκλητικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκλητικός
συγκλονίζαμε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζαν	=	συγκλονίζω
συγκλονίζανε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζατε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζει	=	συγκλονίζω
συγκλονίζεις	=	συγκλονίζω
συγκλονίζεσαι	=	συγκλονίζω
συγκλονίζεστε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζεται	=	συγκλονίζω
συγκλονίζετε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίζονται	=	συγκλονίζω
συγκλονίζονταν	=	συγκλονίζω
συγκλονίζοντας	=	συγκλονίζω
συγκλονίζουμε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζουν	=	συγκλονίζω
συγκλονίζουνε	=	συγκλονίζω
συγκλονίζω	verb	προκαλώ έντονη ψυχική αναστάτωση
συγκλονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίσαν	=	συγκλονίζω
συγκλονίσανε	=	συγκλονίζω
συγκλονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίσου	=	συγκλονίζω
συγκλονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονιζόμασταν	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόμαστε	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόμουν	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόμουνα	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόντουσαν	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόσασταν	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόσαστε	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόσουν	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόσουνα	=	συγκλονίζω
συγκλονιζόταν	=	συγκλονίζω
συγκλονιζότανε	=	συγκλονίζω
συγκλονισμέ	noun	κλητική ενικού του συγκλονισμός
συγκλονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκλονισμένο
συγκλονισμένε	verb	κλητική ενικού του συγκλονισμένος
συγκλονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκλονισμένη
συγκλονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκλονισμένος
συγκλονισμένης	verb	γενική ενικού του συγκλονισμένη
συγκλονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκλονισμένος
συγκλονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκλονισμένος
συγκλονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκλονισμένος
συγκλονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκλονισμένος
συγκλονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκλονισμένος
συγκλονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκλονισμός
συγκλονισμού	noun	γενική ενικού του συγκλονισμός
συγκλονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκλονισμός
συγκλονισμό	noun	αιτιατική ενικού του συγκλονισμός
συγκλονισμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκλονίζω
συγκλονισμών	noun	γενική πληθυντικού του συγκλονισμός
συγκλονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστήκαν	=	συγκλονίζω
συγκλονιστήκανε	=	συγκλονίζω
συγκλονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκλονιστικό	adv	κατά τρόπο συγκλονιστικό
συγκλονιστικέ	adj	κλητική ενικού του συγκλονιστικός
συγκλονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκλονιστική
συγκλονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκλονιστικός
συγκλονιστικής	adj	γενική ενικού του συγκλονιστική
συγκλονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκλονιστικός
συγκλονιστικού	adj	γενική ενικού του συγκλονιστικός
συγκλονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκλονιστικός
συγκλονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκλονιστικός
συγκλονιστικός	adj	αυτός που συγκλονίζει, προκαλώντας ταραχή ή συγκίνηση
συγκλονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκλονιστικός
συγκλονιστικώς	adv|dated	συγκλονιστικά
συγκλονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζομαι
συγκλόνιζα	=	συγκλονίζω
συγκλόνιζαν	=	συγκλονίζω
συγκλόνιζε	=	συγκλονίζω
συγκλόνιζες	=	συγκλονίζω
συγκλόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκλονίζω
συγκλύσεις	=	σύγκλυση
συγκλύσεων	=	σύγκλυση
συγκλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύγκλυση
συγκοινωνία	noun	η μεταφορά με ποικίλα οχήματα ατόμων ή πραγμάτων από ένα σημείο σε άλλο
συγκοινωνίας	noun	γενική ενικού του συγκοινωνία
συγκοινωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκοινωνία
συγκοινωνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκοινωνιακός	adv	από συγκοινωνιακής πλευράς
συγκοινωνιακέ	adj	κλητική ενικού του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκοινωνιακή
συγκοινωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιακής	adj	γενική ενικού του συγκοινωνιακή
συγκοινωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιακού	adj	γενική ενικού του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιακός	adj	που έχει σχέση με τη συγκοινωνία
συγκοινωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του συγκοινωνιακός
συγκοινωνιολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τα μέσα μεταφοράς
συγκοινωνιολογίας	=	συγκοινωνιολογία
συγκοινωνιολογίες	=	συγκοινωνιολογία
συγκοινωνιολογιών	=	συγκοινωνιολογία
συγκοινωνιολόγε	noun	κλητική ενικού του συγκοινωνιολόγος
συγκοινωνιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του συγκοινωνιολόγος
συγκοινωνιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκοινωνιολόγος
συγκοινωνιολόγος	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στη συγκοινωνιολογία
συγκοινωνιολόγου	noun	γενική ενικού του συγκοινωνιολόγος
συγκοινωνιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκοινωνιολόγος
συγκοινωνιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του συγκοινωνιολόγος
συγκοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του συγκοινωνία
συγκοινωνώ	verb	συνδέομαι με άλλο τόπο, πόλη, χώρα κλπ με ένα συγκοινωνιακό μέσο
συγκολλά	=	συγκολλώ
συγκολλάει	=	συγκολλώ
συγκολλάμε	=	συγκολλώ
συγκολλάν	=	συγκολλώ
συγκολλάνε	=	συγκολλώ
συγκολλάς	=	συγκολλώ
συγκολλάσαι	=	συγκολλώ
συγκολλάσθε	=	συγκολλώ
συγκολλάστε	=	συγκολλώ
συγκολλάται	=	συγκολλώ
συγκολλάτε	=	συγκολλώ
συγκολλάω	verb	προφορική μορφή του συγκολλώ
συγκολλήθηκα	=	συγκολλώ
συγκολλήθηκαν	=	συγκολλώ
συγκολλήθηκε	=	συγκολλώ
συγκολλήθηκες	=	συγκολλώ
συγκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήσαν	=	συγκολλώ
συγκολλήσανε	=	συγκολλώ
συγκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκόλληση
συγκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγκόλληση
συγκολλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγκόλληση
συγκολλήσου	=	συγκολλώ
συγκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκολλήτρια	noun	θηλυκό του συγκολλητής
συγκολλήτριας	=	συγκολλήτρια
συγκολλήτριες	=	συγκολλήτρια
συγκολληθήκαμε	=	συγκολλώ
συγκολληθήκαν	=	συγκολλώ
συγκολληθήκανε	=	συγκολλώ
συγκολληθήκατε	=	συγκολλώ
συγκολληθεί	=	συγκολλώ
συγκολληθείτε	=	συγκολλώ
συγκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκολλημένο
συγκολλημένε	verb	κλητική ενικού του συγκολλημένος
συγκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκολλημένη
συγκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκολλημένος
συγκολλημένης	verb	γενική ενικού του συγκολλημένη
συγκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκολλημένος
συγκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκολλημένος
συγκολλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συγκολλώ
συγκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκολλημένος
συγκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκολλημένος
συγκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκολλημένος
συγκολλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκολλητής
συγκολλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συγκολλητής
συγκολλητήρ	noun	συγκολλητήρας
συγκολλητήρα	=	συγκολλητήρας
συγκολλητήρας	noun	όργανο που συμβάλλει στη συγκόλληση
συγκολλητήρες	=	συγκολλητήρας
συγκολλητήρων	=	συγκολλητήρας
συγκολλητής	noun	τεχνίτης ειδικός στις συγκολλήσεις
συγκολλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκολλητικός	adv	με συγκολλητικό τρόπο
συγκολλητικέ	adj	κλητική ενικού του συγκολλητικός
συγκολλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκολλητική
συγκολλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκολλητικός
συγκολλητικής	adj	γενική ενικού του συγκολλητική
συγκολλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκολλητικός
συγκολλητικού	adj	γενική ενικού του συγκολλητικός
συγκολλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκολλητικός
συγκολλητικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκολλητικός
συγκολλητικός	adj	που έχει σχέση με συγκόλληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
συγκολλητικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκολλητικός
συγκολλητριών	=	συγκολλήτρια
συγκολλητών	noun	γενική πληθυντικού του συγκολλητής
συγκολλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκολλώ
συγκολλιέσαι	=	συγκολλώ
συγκολλιέστε	=	συγκολλώ
συγκολλιέται	=	συγκολλώ
συγκολλιούνται	=	συγκολλώ
συγκολλιούνταν	=	συγκολλώ
συγκολλιόμασταν	=	συγκολλώ
συγκολλιόμαστε	=	συγκολλώ
συγκολλιόμουν	=	συγκολλώ
συγκολλιόμουνα	=	συγκολλώ
συγκολλιόνταν	=	συγκολλώ
συγκολλιόντανε	=	συγκολλώ
συγκολλιόντουσαν	=	συγκολλώ
συγκολλιόσασταν	=	συγκολλώ
συγκολλιόσαστε	=	συγκολλώ
συγκολλιόσουν	=	συγκολλώ
συγκολλιόσουνα	=	συγκολλώ
συγκολλιόταν	=	συγκολλώ
συγκολλιότανε	=	συγκολλώ
συγκολλούμε	=	συγκολλώ
συγκολλούν	=	συγκολλώ
συγκολλούνε	=	συγκολλώ
συγκολλούσα	=	συγκολλώ
συγκολλούσαμε	=	συγκολλώ
συγκολλούσαν	=	συγκολλώ
συγκολλούσανε	=	συγκολλώ
συγκολλούσατε	=	συγκολλώ
συγκολλούσε	=	συγκολλώ
συγκολλούσες	=	συγκολλώ
συγκολλόμασταν	=	συγκολλώ
συγκολλόμαστε	=	συγκολλώ
συγκολλόμουν	=	συγκολλώ
συγκολλόνταν	=	συγκολλώ
συγκολλόντουσαν	=	συγκολλώ
συγκολλόσασταν	=	συγκολλώ
συγκολλόσουν	=	συγκολλώ
συγκολλόταν	=	συγκολλώ
συγκολλώ	verb	κολλάω κάποια πράγματα με κόλλα ή άλλο κολλητικό ή συνδετικό υλικό
συγκολλώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκολλώ
συγκολλώμεθα	=	συγκολλώ
συγκολλώνται	=	συγκολλώ
συγκολλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκολλώ
συγκομίζαμε	=	συγκομίζω
συγκομίζαν	=	συγκομίζω
συγκομίζανε	=	συγκομίζω
συγκομίζατε	=	συγκομίζω
συγκομίζει	=	συγκομίζω
συγκομίζεις	=	συγκομίζω
συγκομίζεσαι	=	συγκομίζω
συγκομίζεστε	=	συγκομίζω
συγκομίζεται	=	συγκομίζω
συγκομίζετε	=	συγκομίζω
συγκομίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκομίζω
συγκομίζονται	=	συγκομίζω
συγκομίζονταν	=	συγκομίζω
συγκομίζοντας	=	συγκομίζω
συγκομίζου	=	συγκομίζομαι
συγκομίζουμε	=	συγκομίζω
συγκομίζουν	=	συγκομίζω
συγκομίζουνε	=	συγκομίζω
συγκομίζω	verb|formal	συλλέγω, μαζεύω
συγκομίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίσαν	=	συγκομίζω
συγκομίσανε	=	συγκομίζω
συγκομίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίσου	=	συγκομίζω
συγκομίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομίστηκα	=	συγκομίζω
συγκομίστηκαν	=	συγκομίζω
συγκομίστηκε	=	συγκομίζω
συγκομίστηκες	=	συγκομίζω
συγκομίστρια	=	συγκομιστής
συγκομίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκομιδές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκομιδή
συγκομιδή	noun	η συλλογή των γεωργικών προϊόντων και η συγκέντρωσή τους σε ένα χώρο, προκειμένου να πωληθούν ή να καταναλωθούν
συγκομιδής	=	συγκομιδή
συγκομιδών	=	συγκομιδή
συγκομιζόμασταν	=	συγκομίζω
συγκομιζόμαστε	=	συγκομίζω
συγκομιζόμουν	=	συγκομίζω
συγκομιζόμουνα	=	συγκομίζω
συγκομιζόντουσαν	=	συγκομίζω
συγκομιζόσασταν	=	συγκομίζω
συγκομιζόσαστε	=	συγκομίζω
συγκομιζόσουν	=	συγκομίζω
συγκομιζόσουνα	=	συγκομίζω
συγκομιζόταν	=	συγκομίζω
συγκομιζότανε	=	συγκομίζω
συγκομισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκομισμένο
συγκομισμένε	verb	κλητική ενικού του συγκομισμένος
συγκομισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκομισμένη
συγκομισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκομισμένος
συγκομισμένης	verb	γενική ενικού του συγκομισμένη
συγκομισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκομισμένος
συγκομισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκομισμένος
συγκομισμένος	=	συγκομίζω
συγκομισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκομισμένος
συγκομισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκομισμένος
συγκομισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκομισμένος
συγκομιστές	=	συγκομιστής
συγκομιστή	=	συγκομιστής
συγκομιστήκαμε	=	συγκομίζω
συγκομιστήκαν	=	συγκομίζω
συγκομιστήκανε	=	συγκομίζω
συγκομιστήκατε	=	συγκομίζω
συγκομιστής	noun	εργάτης ή κτηματίας που ασχολείται με την συγκομιδή
συγκομιστεί	=	συγκομίζω
συγκομιστείτε	=	συγκομίζω
συγκομιστών	=	συγκομιστής
συγκοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκοπή
συγκοπή	noun	η ξαφνική, αλλά συνήθως προσωρινή, απώλεια της συνείδησης λόγω εγκεφαλικής ισχαιμίας
συγκοπής	=	συγκοπή
συγκοπών	=	συγκοπή
συγκούδουνο	noun	το ζώο μαζί με το κουδούνι του	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συγκούδουνος
συγκράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκράτηση	noun	ο περιορισμός ενός μεγέθους σε κάποιες αποδεκτές τιμές
συγκράτησης	=	συγκράτηση
συγκρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκρίματα	=	σύγκριμα
συγκρίματος	=	σύγκριμα
συγκρίνομαι	verb	συγκρίνω τον εαυτό μου με κάποιο άλλο πρόσωπο, αναμετριέμαι
συγκρίνω	verb	βρίσκω τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ δύο αντικειμένων
συγκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκριση
συγκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκριση
συγκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύγκριση
συγκρίσιμα	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμε	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμες	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμη	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμης	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμο	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμοι	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμος	adj	που μπορεί να συγκριθεί με κάτι, ή που είναι παρόμοιος με κάτι
συγκρίσιμου	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμους	=	συγκρίσιμος
συγκρίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του συγκρίσιμος
συγκρατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκράτηση
συγκρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήσεων	=	συγκράτηση
συγκρατήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατώ
συγκρατεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συγκρατώ
συγκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρατούμαι
συγκρατημένα	adv	χωρίς να κυριεύεται κανείς από τα αισθήματά του
συγκρατημένε	verb	κλητική ενικού του συγκρατημένος
συγκρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του συγκρατημένος
συγκρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκρατημένος
συγκρατημένης	verb	γενική ενικού του συγκρατημένη
συγκρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκρατημένος
συγκρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκρατημένος
συγκρατημένος	verb	που ελέγχει τις αντιδράσεις του
συγκρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκρατημένος
συγκρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκρατημένος
συγκρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκρατημένος
συγκρατιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκρατώ
συγκρατουμένου	=	συγκρατούμενος
συγκρατουμένους	=	συγκρατούμενος
συγκρατουμένων	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκρατώ
συγκρατούμενε	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμενη	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμενο	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμενοι	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμενος	verb	που κρατείται μαζί με κάποιον άλλο από τις αστυνομικές αρχές στο ίδιο κελί της φυλακής ή στο ίδιο κρατητήριο
συγκρατούμενου	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμενους	=	συγκρατούμενος
συγκρατούμενων	=	συγκρατούμενος
συγκρατώ	verb	περιορίζω σε χαμηλότερα επίπεδα
συγκρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκρατώ
συγκρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρητικό
συγκρητικέ	adj	κλητική ενικού του συγκρητικός
συγκρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρητική
συγκρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκρητικός
συγκρητικής	adj	γενική ενικού του συγκρητική
συγκρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκρητικός
συγκρητικού	adj	γενική ενικού του συγκρητικός
συγκρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκρητικός
συγκρητικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συγκρητικός
συγκρητικός	adj	που έχει σχέση με τον συγκρητισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
συγκρητικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκρητικός
συγκρητισμέ	noun	κλητική ενικού του συγκρητισμός
συγκρητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκρητισμός
συγκρητισμού	noun	γενική ενικού του συγκρητισμός
συγκρητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκρητισμός
συγκρητισμό	noun	αιτιατική ενικού του συγκρητισμός
συγκρητισμός	noun	ανάμειξη
συγκρητισμών	noun	γενική πληθυντικού του συγκρητισμός
συγκρητιστικά	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικέ	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικές	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστική	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικής	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικοί	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικού	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικούς	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικό	=	συγκρητιστικός
συγκρητιστικός	adj	συνώνυμο του συγκρητικός
συγκρητιστικών	=	συγκρητιστικός
συγκριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρίνομαι
συγκριμάτων	=	σύγκριμα
συγκριμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκριμένο
συγκριμένε	verb	κλητική ενικού του συγκριμένος
συγκριμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκριμένη
συγκριμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκριμένος
συγκριμένης	verb	γενική ενικού του συγκριμένη
συγκριμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκριμένος
συγκριμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκριμένος
συγκριμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκριμένος
συγκριμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκριμένος
συγκριμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκριμένος
συγκρινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρινόμενο
συγκρινόμενε	verb	κλητική ενικού του συγκρινόμενος
συγκρινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρινόμενη
συγκρινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκρινόμενος
συγκρινόμενης	verb	γενική ενικού του συγκρινόμενη
συγκρινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συγκρινόμενος
συγκρινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκρινόμενος
συγκρινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συγκρίνω
συγκρινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκρινόμενος
συγκρινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκρινόμενος
συγκρινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκρινόμενος
συγκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (συγκριτικό) του συγκριτικός	adv	συγκρίνοντας
συγκριτικέ	adj	κλητική ενικού του συγκριτικός
συγκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκριτική
συγκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκριτικός
συγκριτικής	adj	γενική ενικού του συγκριτική
συγκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκριτικός
συγκριτικού	adj	γενική ενικού του συγκριτικός
συγκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκριτικός
συγκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκριτικός
συγκριτικός	adj	που συγκρίνει ή χρησιμοποιεί ως μέθοδο τη σύγκριση
συγκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκριτικός
συγκριτικώς	adv|dated	συγκριτικά
συγκριτολογία	noun	η φιλολογική σύγκριση κειμένων, αναφέρεται και ως συγκριτική φιλολογία
συγκριτολογίας	noun	γενική ενικού του συγκριτολογία
συγκριτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκριτολογία
συγκριτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκριτολογικό
συγκριτολογικέ	adj	κλητική ενικού του συγκριτολογικός
συγκριτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκριτολογική
συγκριτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκριτολογικός
συγκριτολογικής	adj	γενική ενικού του συγκριτολογική
συγκριτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκριτολογικός
συγκριτολογικού	adj	γενική ενικού του συγκριτολογικός
συγκριτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκριτολογικός
συγκριτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του συγκριτολογικός
συγκριτολογικός	adj	που έχει σχέση με την συγκριτολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συγκριτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του συγκριτολογικός
συγκριτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συγκριτολογία
συγκριτολόγε	=	συγκριτολόγος
συγκριτολόγο	=	συγκριτολόγος
συγκριτολόγοι	=	συγκριτολόγος
συγκριτολόγος	noun	αυτός που εργάζεται κάνοντας αναλύσεις με κύριο έργο τις συγκρίσεις, κυρίως στο φιλολογικό τομέα
συγκριτολόγου	=	συγκριτολόγος
συγκριτολόγους	=	συγκριτολόγος
συγκριτολόγων	=	συγκριτολόγος
συγκροτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρότημα
συγκροτήματος	noun	γενική ενικού του συγκρότημα
συγκροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσαν	=	συγκροτώ
συγκροτήσανε	=	συγκροτώ
συγκροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρότηση
συγκροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσεων	=	συγκρότηση
συγκροτήσου	=	συγκροτώ
συγκροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσουνε	=	συγκροτώ
συγκροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκροτεί	=	συγκροτώ
συγκροτείς	=	συγκροτώ
συγκροτείσαι	=	συγκροτώ
συγκροτείστε	=	συγκροτώ
συγκροτείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συγκροτούμαι
συγκροτείτε	=	συγκροτώ
συγκροτείτο	=	συγκροτώ
συγκροτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθήκαν	=	συγκροτώ
συγκροτηθήκανε	=	συγκροτώ
συγκροτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτηθούνε	=	συγκροτώ
συγκροτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκροτούμαι
συγκροτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του συγκρότημα
συγκροτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκροτημένο
συγκροτημένε	verb	κλητική ενικού του συγκροτημένος
συγκροτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκροτημένη
συγκροτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκροτημένος
συγκροτημένης	verb	γενική ενικού του συγκροτημένη
συγκροτημένο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συγκροτημένος
συγκροτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκροτημένος
συγκροτημένος	verb	που έχει οργανωθεί-συγκροτηθεί (συνήθως θετική σημασία)
συγκροτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκροτημένος
συγκροτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκροτημένος
συγκροτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκροτημένος
συγκροτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκροτώ
συγκροτούμασταν	=	συγκροτώ
συγκροτούμαστε	=	συγκροτώ
συγκροτούμε	=	συγκροτώ
συγκροτούμενος	=	συγκροτώ
συγκροτούμουν	=	συγκροτώ
συγκροτούμουνα	=	συγκροτώ
συγκροτούν	=	συγκροτώ
συγκροτούνε	=	συγκροτώ
συγκροτούνται	=	συγκροτώ
συγκροτούνταν	=	συγκροτώ
συγκροτούντο	=	συγκροτώ
συγκροτούσα	=	συγκροτώ
συγκροτούσαμε	=	συγκροτώ
συγκροτούσαν	=	συγκροτώ
συγκροτούσανε	=	συγκροτώ
συγκροτούσασταν	=	συγκροτώ
συγκροτούσαστε	=	συγκροτώ
συγκροτούσατε	=	συγκροτώ
συγκροτούσε	=	συγκροτώ
συγκροτούσες	=	συγκροτώ
συγκροτούσουν	=	συγκροτώ
συγκροτούσουνα	=	συγκροτώ
συγκροτώ	verb	σχηματίζω ένα οργανωμένο σύνολο
συγκροτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκροτώ
συγκρουομένων	verb	γενική πληθυντικού του συγκρουόμενος
συγκρουσθήκαμε	=	συγκρούομαι
συγκρουσθήκαν	=	συγκρούομαι
συγκρουσθήκανε	=	συγκρούομαι
συγκρουσθήκατε	=	συγκρούομαι
συγκρουσθεί	=	συγκρούομαι
συγκρουσθείς	=	συγκρούομαι
συγκρουσθείτε	=	συγκρούομαι
συγκρουσθούμε	=	συγκρούομαι
συγκρουσθούν	=	συγκρούομαι
συγκρουσθούνε	=	συγκρούομαι
συγκρουσθώ	=	συγκρούομαι
συγκρουσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρουσιακό
συγκρουσιακέ	adj	κλητική ενικού του συγκρουσιακός
συγκρουσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρουσιακή
συγκρουσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκρουσιακός
συγκρουσιακής	adj	γενική ενικού του συγκρουσιακή
συγκρουσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκρουσιακός
συγκρουσιακού	adj	γενική ενικού του συγκρουσιακός
συγκρουσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκρουσιακός
συγκρουσιακό	adj	αιτιατική ενικού του συγκρουσιακός
συγκρουσιακός	adj	που έχει έμφυτη ή έντονη την τάση για σύγκρουση
συγκρουσιακών	adj	γενική πληθυντικού του συγκρουσιακός
συγκρουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρουσμένο
συγκρουσμένε	verb	κλητική ενικού του συγκρουσμένος
συγκρουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρουσμένη
συγκρουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκρουσμένος
συγκρουσμένης	verb	γενική ενικού του συγκρουσμένη
συγκρουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκρουσμένος
συγκρουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκρουσμένος
συγκρουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκρουσμένος
συγκρουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκρουσμένος
συγκρουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκρουσμένος
συγκρουστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστήκαν	=	συγκρούομαι
συγκρουστήκανε	=	συγκρούομαι
συγκρουστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουστούνε	=	συγκρούομαι
συγκρουστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρουόμασταν	=	συγκρούομαι
συγκρουόμαστε	=	συγκρούομαι
συγκρουόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρουόμενο
συγκρουόμενε	verb	κλητική ενικού του συγκρουόμενος
συγκρουόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκρουόμενη
συγκρουόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκρουόμενος
συγκρουόμενης	verb	γενική ενικού του συγκρουόμενη
συγκρουόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συγκρουόμενος
συγκρουόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκρουόμενος
συγκρουόμενος	verb	αυτός που συγκρούεται
συγκρουόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκρουόμενος
συγκρουόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκρουόμενος
συγκρουόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκρουόμενος
συγκρουόμουν	=	συγκρούομαι
συγκρουόμουνα	=	συγκρούομαι
συγκρουόντουσαν	=	συγκρούομαι
συγκρουόσασταν	=	συγκρούομαι
συγκρουόσαστε	=	συγκρούομαι
συγκρουόσουν	=	συγκρούομαι
συγκρουόσουνα	=	συγκρούομαι
συγκρουόταν	=	συγκρούομαι
συγκρουότανε	=	συγκρούομαι
συγκρούεσαι	=	συγκρούομαι
συγκρούεστε	=	συγκρούομαι
συγκρούεται	=	συγκρούομαι
συγκρούομαι	verb	πέφτω με ορμή πάνω σε ένα άλλο κινούμενο ή ακίνητο σώμα
συγκρούονται	=	συγκρούομαι
συγκρούονταν	=	συγκρούομαι
συγκρούσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκρουση
συγκρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκρουση
συγκρούσεως	noun	γενική ενικού του σύγκρουση
συγκρούσθηκα	=	συγκρούομαι
συγκρούσθηκαν	=	συγκρούομαι
συγκρούσθηκε	=	συγκρούομαι
συγκρούσθηκες	=	συγκρούομαι
συγκρούστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρούστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρούστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρούστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκρούομαι
συγκρότει	=	συγκροτώ
συγκρότημα	noun	σύνολο πολλών πραγμάτων που μοιάζουν μεταξύ τους
συγκρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκροτώ
συγκρότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκροτώ
συγκρότησης	=	συγκρότηση
συγκυβέρνει	=	συγκυβερνώ
συγκυβέρνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβέρνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβέρνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβέρνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβέρνηση	noun	η άσκηση του κυβερνητικού έργου από δύο ή περισσότερα κόμματα (ή άτομα)
συγκυβέρνησης	noun	γενική ενικού του συγκυβέρνηση
συγκυβερνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήσαν	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνήσανε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυβέρνηση
συγκυβερνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγκυβέρνηση
συγκυβερνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγκυβέρνηση
συγκυβερνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυβερνήτες	=	συγκυβερνήτης
συγκυβερνήτη	=	συγκυβερνήτης
συγκυβερνήτης	noun	που ασκεί συγκυβέρνηση
συγκυβερνεί	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνείς	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνείτε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυβερνημένο
συγκυβερνημένε	verb	κλητική ενικού του συγκυβερνημένος
συγκυβερνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυβερνημένη
συγκυβερνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκυβερνημένος
συγκυβερνημένης	verb	γενική ενικού του συγκυβερνημένη
συγκυβερνημένο	verb	αιτιατική ενικού του συγκυβερνημένος
συγκυβερνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκυβερνημένος
συγκυβερνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγκυβερνημένος
συγκυβερνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγκυβερνημένος
συγκυβερνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγκυβερνημένος
συγκυβερνητών	=	συγκυβερνήτης
συγκυβερνούμε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούν	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούνε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσα	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσαμε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσαν	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσανε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσατε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσε	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνούσες	=	συγκυβερνώ
συγκυβερνώ	verb	ασκώ τη διακυβέρνηση μαζί με κάποιον άλλο (ή άλλους)
συγκυβερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συγκυβερνώ
συγκυμαινόμενα	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενε	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενες	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενη	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενης	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενο	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενοι	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενος	verb	μαθηματικά, στατιστική) συμμεταβλητός
συγκυμαινόμενου	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενους	=	συγκυμαινόμενος
συγκυμαινόμενων	=	συγκυμαινόμενος
συγκυρία	noun	το αποτέλεσμα της σύμπτωσης γεγονότων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή
συγκυρίαρχα	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχε	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχες	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχη	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχης	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχο	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχοι	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχος	adj	που έχει και ασκεί συγκυριαρχία
συγκυρίαρχου	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχους	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίαρχων	=	συγκυρίαρχος
συγκυρίας	noun	γενική ενικού του συγκυρία
συγκυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυρία
συγκυρίου	noun	γενική ενικού του συγκύριος
συγκυρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγκύριος
συγκυρίων	noun	γενική πληθυντικού του συγκύριος
συγκυριάρχει	=	συγκυριαρχώ
συγκυριάρχησα	=	συγκυριαρχώ
συγκυριάρχησαν	=	συγκυριαρχώ
συγκυριάρχησε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριάρχησες	=	συγκυριαρχώ
συγκυριάρχου	=	συγκυρίαρχος
συγκυριάρχους	=	συγκυρίαρχος
συγκυριάρχων	=	συγκυρίαρχος
συγκυριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκυριακός	adv	με συγκυριακό τρόπο
συγκυριακέ	adj	κλητική ενικού του συγκυριακός
συγκυριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυριακή
συγκυριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγκυριακός
συγκυριακής	adj	γενική ενικού του συγκυριακή
συγκυριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκυριακός
συγκυριακού	adj	γενική ενικού του συγκυριακός
συγκυριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγκυριακός
συγκυριακό	adj	αιτιατική ενικού του συγκυριακός
συγκυριακός	adj	που έχει σχέση με μια συγκυρία ή αναφέρεται σ' αυτή
συγκυριακών	adj	γενική πληθυντικού του συγκυριακός
συγκυριαρχήθηκα	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχήθηκαν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχήθηκε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχήθηκες	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχήσαμε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχήσαν	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχήσανε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχήσατε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχήσει	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχήσου	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχήστε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχία	noun	κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα κράτη ή άτομα έχουν από κοινού την κυριαρχία ή τη διοίκηση επί μιας συγκεκριμένης περιοχής, ενός θεσμού ή μιας περιουσίας
συγκυριαρχίας	noun	γενική ενικού του συγκυριαρχία
συγκυριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυριαρχία
συγκυριαρχεί	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχείς	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχείσαι	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχείστε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχείται	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχείτε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχηθήκαμε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχηθήκαν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχηθήκανε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχηθήκατε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχηθεί	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχηθείτε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχημένος	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγκυριαρχικός	adv	με συγκυριαρχικό τρόπο
συγκυριαρχικέ	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικές	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχική	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικής	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικοί	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικού	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικούς	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικό	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικός	adj	που έχει σχέση με συγκυριαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συγκυριαρχικών	=	συγκυριαρχικός
συγκυριαρχικώς	adv	με συγκυριαρχικό τρόπο
συγκυριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του συγκυριαρχία
συγκυριαρχούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούμασταν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούμαστε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούμε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούμουν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούν	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούνε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούνται	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούνταν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούσα	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσαμε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσαν	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσανε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσασταν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούσαστε	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχούσατε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσε	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσες	=	συγκυριαρχώ
συγκυριαρχούσουν	=	συγκυριαρχούμαι
συγκυριαρχώ	verb	είμαι συγκυρίαρχος, ασκώ συγκυριαρχία
συγκυριαρχώντας	=	συγκυριαρχώ
συγκυριοτήτων	=	συγκυριότητα
συγκυριότης	noun	η συγκυριότητα
συγκυριότητα	noun	η ιδιότητα του συγκύριου
συγκυριότητας	noun	γενική ενικού του συγκυριότητα
συγκυριότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκυριότητα
συγκυριών	noun	γενική πληθυντικού του συγκυρία
συγκυτίου	=	συγκύτιο
συγκυτίων	=	συγκύτιο
συγκωδωνίζω	verb|dated	ιδίως για καμπάνες (μεταβατικό) χτυπάω μαζί καμπάνες με ταυτόχρονη κωδωνοκρουσία συνδυασμών καμπάνων
συγκόλλα	=	συγκολλώ
συγκόλλαγε	=	συγκολλώ
συγκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκολλώ
συγκόλληση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκολλώ
συγκόλλησης	noun	γενική ενικού του συγκόλληση
συγκόμιζα	=	συγκομίζω
συγκόμιζαν	=	συγκομίζω
συγκόμιζε	=	συγκομίζω
συγκόμιζες	=	συγκομίζω
συγκόμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκόμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκόμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκόμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγκομίζω
συγκόπηκα	=	συγκόπτομαι
συγκόπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγκόπτω
συγκόπτω	=	συγκόπτομαι
συγκύριε	noun	κλητική ενικού του συγκύριος
συγκύριο	noun	αιτιατική ενικού του συγκύριος
συγκύριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγκύριος
συγκύριος	noun	κάποιος που έχει την κυριότητα μαζί με κάποιον άλλο
συγκύριου	=	συγκύριος
συγκύριους	=	συγκύριος
συγκύτια	=	συγκύτιο
συγκύτιο	noun	πολυπύρηνη πρωτοπλασματική μάζα που προέρχεται είτε από τη σύντηξη πολλών κυττάρων, είτε εγγενώς
συγκύτιου	=	συγκύτιο
συγκύτιων	=	συγκύτιο
συγνώμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγνώμη
συγνώμη	=	συγγνώμη
συγυρίζαμε	=	συγυρίζω
συγυρίζαν	=	συγυρίζω
συγυρίζανε	=	συγυρίζω
συγυρίζατε	=	συγυρίζω
συγυρίζει	=	συγυρίζω
συγυρίζεις	=	συγυρίζω
συγυρίζεσαι	=	συγυρίζομαι
συγυρίζεστε	=	συγυρίζομαι
συγυρίζεται	=	συγυρίζομαι
συγυρίζετε	=	συγυρίζω
συγυρίζομαι	verb	ντύνομαι όμορφα, ευτρεπίζομαι, προσέχω τον εαυτό μου
συγυρίζονται	=	συγυρίζομαι
συγυρίζονταν	=	συγυρίζομαι
συγυρίζοντας	=	συγυρίζω
συγυρίζου	=	συγυρίζομαι
συγυρίζουμε	=	συγυρίζω
συγυρίζουν	=	συγυρίζω
συγυρίζουνε	=	συγυρίζω
συγυρίζω	verb	τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία
συγυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίσαν	=	συγυρίζω
συγυρίσανε	=	συγυρίζω
συγυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγύρισμα
συγυρίσματος	noun	γενική ενικού του συγύρισμα
συγυρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυρίστρα	noun	γυναίκα που συγυρίζει
συγυρίστρας	noun	γενική ενικού του συγυρίστρα
συγυρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγυρίστρα
συγυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγυριζόμασταν	=	συγυρίζομαι
συγυριζόμαστε	=	συγυρίζομαι
συγυριζόμουν	=	συγυρίζομαι
συγυριζόμουνα	=	συγυρίζομαι
συγυριζόντουσαν	=	συγυρίζομαι
συγυριζόσασταν	=	συγυρίζομαι
συγυριζόσαστε	=	συγυρίζομαι
συγυριζόσουν	=	συγυρίζομαι
συγυριζόσουνα	=	συγυρίζομαι
συγυριζόταν	=	συγυρίζομαι
συγυριζότανε	=	συγυρίζομαι
συγυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συγύρισμα
συγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγυρισμένο
συγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του συγυρισμένος
συγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγυρισμένη
συγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγυρισμένος
συγυρισμένης	verb	γενική ενικού του συγυρισμένη
συγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγυρισμένος
συγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγυρισμένος
συγυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγυρίζω
συγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγυρισμένος
συγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγυρισμένος
συγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγυρισμένος
συγυριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστήκαν	=	συγυρίζομαι
συγυριστήκανε	=	συγυρίζομαι
συγυριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγυριστρών	noun	γενική πληθυντικού του συγυρίστρα
συγυριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγυρίζομαι
συγχάρηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχάρηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχάρηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχάρηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συγχέω
συγχέομαι	=	συγχέω
συγχέον	=	συγχέων
συγχέοντα	=	συγχέων
συγχέοντες	=	συγχέων
συγχέοντος	=	συγχέων
συγχέουσα	=	συγχέων
συγχέουσας	=	συγχέων
συγχέουσες	=	συγχέων
συγχέω	verb	δεν αντιλαμβάνομαι τη διαφορά, μπερδεύω, δεν διακρίνω διαφορά μεταξύ δύο πραγμάτων ή προσώπων που έχουν κάποιου είδους συνάφεια
συγχέων	verb|formal	που προκαλεί και είναι η αιτία σύγχυσης
συγχαίραμε	=	συγχαίρω
συγχαίραν	=	συγχαίρω
συγχαίρανε	=	συγχαίρω
συγχαίρατε	=	συγχαίρω
συγχαίρει	=	συγχαίρω
συγχαίρεις	=	συγχαίρω
συγχαίρετε	=	συγχαίρω
συγχαίρομε	=	συγχαίρω
συγχαίροντας	=	συγχαίρω
συγχαίρουμε	=	συγχαίρω
συγχαίρουν	=	συγχαίρω
συγχαίρουνε	=	συγχαίρω
συγχαίρω	verb	δίνω σε κάποιον συγχαρητήρια, δηλώνω την έγκρισή μου και τη χαρά μου για κάτι που έκανε
συγχαρήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρήκαν	=	συγχαίρω
συγχαρήκανε	=	συγχαίρω
συγχαρήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρίκια	noun	συγχαρητήρια για ένα ευχάριστο γεγονός
συγχαρεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρητήρια	noun	έκφραση που λέγεται όταν θέλει κανείς να συγχαρεί κάποιον· δείχνει την χαρά και την έγκριση του ομιλητή για μία πράξη που έκανε κάποιος τρίτος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγχαρητήριος
συγχαρητήριας	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριε	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριες	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριο	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριοι	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριος	adj	με τον οποίο συγχαίρουμε κάποιον
συγχαρητήριου	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριους	=	συγχαρητήριος
συγχαρητήριων	=	συγχαρητήριος
συγχαρητηρίων	=	συγχαρητήρια
συγχαρούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχαρούνε	=	συγχαίρω
συγχαρώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
συγχεουσών	=	συγχέων
συγχεούσης	=	συγχέων
συγχεόντων	=	συγχέων
συγχορδία	noun	το ταυτόχρονο παίξιμο τριών ή περισσότερων μουσικών φθόγγων
συγχορδίας	noun	γενική ενικού του συγχορδία
συγχορδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχορδία
συγχορδιών	noun	γενική πληθυντικού του συγχορδία
συγχορευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχορευτής
συγχορευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συγχορευτής
συγχορευτής	noun	κάποιος που χορεύει μαζί με κάποιον άλλον
συγχορευτριών	noun	γενική πληθυντικού του συγχορεύτρια
συγχορευτών	noun	γενική πληθυντικού του συγχορευτής
συγχορεύτρια	noun	θηλυκό του συγχορευτής
συγχορεύτριας	noun	γενική ενικού του συγχορεύτρια
συγχορεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχορεύτρια
συγχρηματοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσαν	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσανε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρηματοδότηση
συγχρηματοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγχρηματοδότηση
συγχρηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγχρηματοδότηση
συγχρηματοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτεί	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτείς	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτείτε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
συγχρηματοδοτούμε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρηματοδοτούμενο
συγχρηματοδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρηματοδοτούμενη
συγχρηματοδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούμενης	verb	γενική ενικού του συγχρηματοδοτούμενη
συγχρηματοδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχρηματοδοτούμενος
συγχρηματοδοτούν	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούνε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσα	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσαμε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσαν	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσανε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσατε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσε	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτούσες	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδοτώ	verb	χρηματοδοτώ από κοινού
συγχρηματοδοτώντας	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδότει	=	συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτώ
συγχρηματοδότηση	noun	η από κοινού χρηματοδότηση
συγχρηματοδότησης	noun	γενική ενικού του συγχρηματοδότηση
συγχρονία	noun	το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που εμφανίζονται στον ίδιο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο, δηλαδή σε συγκεκριμένο σύστημα
συγχρονίας	noun	γενική ενικού του συγχρονία
συγχρονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρονία
συγχρονίζαμε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζαν	=	συγχρονίζω
συγχρονίζανε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζατε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζει	=	συγχρονίζω
συγχρονίζεις	=	συγχρονίζω
συγχρονίζεσαι	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίζεστε	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίζεται	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίζετε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζομαι	verb	ταυτίζομαι χρονικά με ένα ή περισσότερα γεγονότα
συγχρονίζομε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζονται	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίζονταν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίζοντας	=	συγχρονίζω
συγχρονίζου	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίζουμε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζουν	=	συγχρονίζω
συγχρονίζουνε	=	συγχρονίζω
συγχρονίζω	verb	ενεργώ έτσι, ώστε τουλάχιστον δύο γεγονότα, πράξεις, καταστάσεις ή λειτουργίες να συμβούν ταυτόχρονα στο χρόνο
συγχρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσαν	=	συγχρονίζω
συγχρονίσανε	=	συγχρονίζω
συγχρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσομε	=	συγχρονίζω
συγχρονίσου	=	συγχρονίζομαι
συγχρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίσουνε	=	συγχρονίζω
συγχρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρονιζόμασταν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόμαστε	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόμουν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόμουνα	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόντουσαν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόσασταν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόσαστε	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόσουν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόσουνα	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζόταν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιζότανε	=	συγχρονίζομαι
συγχρονικά	adv	που αναφέρεται σε τωρινά θέματα, σε σύγχρονο χρόνο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρονικό
συγχρονικέ	adj	κλητική ενικού του συγχρονικός
συγχρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρονική
συγχρονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχρονικός
συγχρονικής	adj	γενική ενικού του συγχρονική
συγχρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρονικός
συγχρονικοτήτων	=	συγχρονικότητα
συγχρονικού	adj	γενική ενικού του συγχρονικός
συγχρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγχρονικός
συγχρονικό	adj	αιτιατική ενικού του συγχρονικός
συγχρονικός	adj	που συμπίπτει χρονικά, ο συγχρονισμένος
συγχρονικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συγχρονικού ή του σύγχρονου
συγχρονικότητας	=	συγχρονικότητα
συγχρονικότητες	=	συγχρονικότητα
συγχρονικών	adj	γενική πληθυντικού του συγχρονικός
συγχρονισμέ	noun	κλητική ενικού του συγχρονισμός
συγχρονισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγχρονισμένος	adv	με συγχρονισμένο τρόπο
συγχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του συγχρονισμένος
συγχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρονισμένη
συγχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχρονισμένος
συγχρονισμένης	verb	γενική ενικού του συγχρονισμένη
συγχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγχρονισμένος
συγχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρονισμένος
συγχρονισμένος	verb	που έχει συγχρονιστεί
συγχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχρονισμένος
συγχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχρονισμένος
συγχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχρονισμένος
συγχρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρονισμός
συγχρονισμού	noun	γενική ενικού του συγχρονισμός
συγχρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγχρονισμός
συγχρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του συγχρονισμός
συγχρονισμός	noun	ρυθμίζω την κίνηση ή τη ροή δύο στοιχείων ώστε να συμβαδίζουν
συγχρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του συγχρονισμός
συγχρονιστές	=	συγχρονιστής
συγχρονιστή	=	συγχρονιστής
συγχρονιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστήκαν	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιστήκανε	=	συγχρονίζομαι
συγχρονιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστής	noun	επαναλαμβανόμενο φαινόμενο που αφορά τον βιολογικό ρυθμό
συγχρονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συγχρονιστικός	adv	με συγχρονιστικό τρόπο
συγχρονιστικέ	adj	κλητική ενικού του συγχρονιστικός
συγχρονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρονιστική
συγχρονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχρονιστικός
συγχρονιστικής	adj	γενική ενικού του συγχρονιστική
συγχρονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρονιστικός
συγχρονιστικού	adj	γενική ενικού του συγχρονιστικός
συγχρονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγχρονιστικός
συγχρονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συγχρονιστικός
συγχρονιστικός	adj	που έχει σχέση με συγχρονισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συγχρονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συγχρονιστικός
συγχρονιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστούνε	=	συγχρονίζω
συγχρονιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζομαι
συγχρονιστών	=	συγχρονιστής
συγχρονιών	noun	γενική πληθυντικού του συγχρονία
συγχρωτίζεσαι	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτίζεστε	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτίζεται	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτίζομαι	verb|formal	έρχομαι σε επαφή με κάποιον, καθώς βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο
συγχρωτίζονται	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτίζονταν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτίζου	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτίσεις	=	συγχρώτιση
συγχρωτίσεων	=	συγχρώτιση
συγχρωτίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόμασταν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόμαστε	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόμουν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόμουνα	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόντουσαν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόσασταν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόσαστε	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόσουν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόσουνα	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζόταν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιζότανε	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτισμέ	noun	κλητική ενικού του συγχρωτισμός
συγχρωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρωτισμένο
συγχρωτισμένε	verb	κλητική ενικού του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχρωτισμένη
συγχρωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμένης	verb	γενική ενικού του συγχρωτισμένη
συγχρωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμένος	verb	που έχει συγχρωτιστεί
συγχρωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχρωτισμένος
συγχρωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχρωτισμός
συγχρωτισμού	noun	γενική ενικού του συγχρωτισμός
συγχρωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συγχρωτισμός
συγχρωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του συγχρωτισμός
συγχρωτισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγχρωτίζομαι, η συνύπαρξη στον ίδιο χώρο, η στενή επαφή προσώπων, η συναναστροφή
συγχρωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του συγχρωτισμός
συγχρωτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστήκαν	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστήκανε	=	συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρωτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρωτίζομαι
συγχρόνιζα	=	συγχρονίζω
συγχρόνιζαν	=	συγχρονίζω
συγχρόνιζε	=	συγχρονίζω
συγχρόνιζες	=	συγχρονίζω
συγχρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχρονίζω
συγχρόνως	adv	ταυτόχρονα, παράλληλα
συγχρώτιση	noun	άλλη μορφή του συγχρωτισμός
συγχρώτισης	=	συγχρώτιση
συγχυζόμασταν	=	συγχύζω
συγχυζόμαστε	=	συγχύζω
συγχυζόμουν	=	συγχύζομαι
συγχυζόμουνα	=	συγχύζω
συγχυζόντουσαν	=	συγχύζω
συγχυζόσασταν	=	συγχύζω
συγχυζόσαστε	=	συγχύζω
συγχυζόσουν	=	συγχύζω
συγχυζόσουνα	=	συγχύζω
συγχυζόταν	=	συγχύζω
συγχυζότανε	=	συγχύζω
συγχυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχυσμένο
συγχυσμένε	verb	κλητική ενικού του συγχυσμένος
συγχυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχυσμένη
συγχυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχυσμένος
συγχυσμένης	verb	γενική ενικού του συγχυσμένη
συγχυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγχυσμένος
συγχυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχυσμένος
συγχυσμένος	verb	που είναι ταραγμένος τόσο πολύ ώστε τα χάνει, νιώθει σύγχυση, καταστενοχωρημένος, σκασμένος
συγχυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχυσμένος
συγχυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχυσμένος
συγχυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχυσμένος
συγχυστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστήκαν	=	συγχύζω
συγχυστήκανε	=	συγχύζω
συγχυστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυστούνε	=	συγχύζω
συγχυστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχυτικά	=	συγχυτικός
συγχυτικέ	=	συγχυτικός
συγχυτικές	=	συγχυτικός
συγχυτική	=	συγχυτικός
συγχυτικής	=	συγχυτικός
συγχυτικοί	=	συγχυτικός
συγχυτικού	=	συγχυτικός
συγχυτικούς	=	συγχυτικός
συγχυτικό	=	συγχυτικός
συγχυτικός	adj	αυτός που προκαλείται από ή προκαλεί σύγχυση
συγχυτικών	=	συγχυτικός
συγχωνευθήκαμε	=	συγχωνεύω
συγχωνευθήκαν	=	συγχωνεύω
συγχωνευθήκανε	=	συγχωνεύω
συγχωνευθήκατε	=	συγχωνεύω
συγχωνευθεί	=	συγχωνεύω
συγχωνευθείς	=	συγχωνεύω
συγχωνευθείτε	=	συγχωνεύω
συγχωνευθούμε	=	συγχωνεύω
συγχωνευθούν	=	συγχωνεύω
συγχωνευθούνε	=	συγχωνεύω
συγχωνευθώ	=	συγχωνεύομαι
συγχωνευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωνευμένο
συγχωνευμένε	verb	κλητική ενικού του συγχωνευμένος
συγχωνευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωνευμένη
συγχωνευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχωνευμένος
συγχωνευμένης	verb	γενική ενικού του συγχωνευμένη
συγχωνευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγχωνευμένος
συγχωνευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχωνευμένος
συγχωνευμένος	=	συγχωνεύω
συγχωνευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχωνευμένος
συγχωνευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχωνευμένος
συγχωνευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχωνευμένος
συγχωνευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτήκαν	=	συγχωνεύω
συγχωνευτήκανε	=	συγχωνεύω
συγχωνευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτής	noun|rare	πρόσωπο ή μηχάνημα που συμβάλλει στη συγχώνευση
συγχωνευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευτούνε	=	συγχωνεύω
συγχωνευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνευόμασταν	=	συγχωνεύω
συγχωνευόμαστε	=	συγχωνεύω
συγχωνευόμενος	=	συγχωνεύω
συγχωνευόμουν	=	συγχωνεύομαι
συγχωνευόμουνα	=	συγχωνεύω
συγχωνευόντουσαν	=	συγχωνεύω
συγχωνευόσασταν	=	συγχωνεύω
συγχωνευόσαστε	=	συγχωνεύω
συγχωνευόσουν	=	συγχωνεύω
συγχωνευόσουνα	=	συγχωνεύω
συγχωνευόταν	=	συγχωνεύω
συγχωνευότανε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύαμε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύαν	=	συγχωνεύω
συγχωνεύανε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύατε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύει	=	συγχωνεύω
συγχωνεύεις	=	συγχωνεύω
συγχωνεύεσαι	=	συγχωνεύω
συγχωνεύεστε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύεται	=	συγχωνεύω
συγχωνεύετε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύθηκα	=	συγχωνεύομαι
συγχωνεύθηκαν	=	συγχωνεύω
συγχωνεύθηκε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύθηκες	=	συγχωνεύω
συγχωνεύομαι	verb	ενοποιούμαι μαζί με άλλα όμοια στοιχεία σε ένα ενιαίο σύνολο
συγχωνεύομε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύονται	=	συγχωνεύω
συγχωνεύονταν	=	συγχωνεύω
συγχωνεύοντας	=	συγχωνεύω
συγχωνεύουμε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύουν	=	συγχωνεύω
συγχωνεύουνε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσαν	=	συγχωνεύω
συγχωνεύσανε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχώνευση
συγχωνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του συγχώνευση
συγχωνεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του συγχώνευση
συγχωνεύσομε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύσου	=	συγχωνεύω
συγχωνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσουνε	=	συγχωνεύω
συγχωνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχωνεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύομαι
συγχωνεύω	verb	ενώνω όμοια στοιχεία σε ένα ενιαίο σύνολο
συγχωράω	=	συγχωρώ
συγχωρέθηκα	=	συγχωρώ
συγχωρέθηκαν	=	συγχωρώ
συγχωρέθηκε	=	συγχωρώ
συγχωρέθηκες	=	συγχωρώ
συγχωρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσαν	=	συγχωρώ
συγχωρέσανε	=	συγχωρώ
συγχωρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχώρεση
συγχωρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσεων	=	συγχώρεση
συγχωρέσου	=	συγχωρώ
συγχωρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσουνε	=	συγχωρώ
συγχωρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχωρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρήσαμε	=	συγχωρώ
συγχωρήσαν	=	συγχωρώ
συγχωρήσανε	=	συγχωρώ
συγχωρήσατε	=	συγχωρώ
συγχωρήσει	=	συγχωρώ
συγχωρήσεις	=	συγχώρηση
συγχωρήσετε	=	συγχωρώ
συγχωρήσεων	=	συγχώρηση
συγχωρήσου	=	συγχωρώ
συγχωρήσουμε	=	συγχωρώ
συγχωρήσουν	=	συγχωρώ
συγχωρήσουνε	=	συγχωρώ
συγχωρήστε	=	συγχωρώ
συγχωρήσω	=	συγχωρώ
συγχωρεί	=	συγχωρώ
συγχωρείς	=	συγχωρώ
συγχωρείσαι	=	συγχωρώ
συγχωρείσθε	=	συγχωρώ
συγχωρείστε	=	συγχωρώ
συγχωρείται	=	συγχωρώ
συγχωρείτε	=	συγχωρώ
συγχωρείτο	=	συγχωρώ
συγχωρεθήκαμε	=	συγχωρώ
συγχωρεθήκαν	=	συγχωρώ
συγχωρεθήκανε	=	συγχωρώ
συγχωρεθήκατε	=	συγχωρώ
συγχωρεθεί	=	συγχωρώ
συγχωρεθείς	=	συγχωρώ
συγχωρεθείτε	=	συγχωρώ
συγχωρεθούμε	=	συγχωρώ
συγχωρεθούν	=	συγχωρώ
συγχωρεθούνε	=	συγχωρώ
συγχωρεθώ	=	συγχωρώ
συγχωρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωρεμένο
συγχωρεμένε	verb	κλητική ενικού του συγχωρεμένος
συγχωρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωρεμένη
συγχωρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχωρεμένος
συγχωρεμένης	verb	γενική ενικού του συγχωρεμένη
συγχωρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συγχωρεμένος
συγχωρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχωρεμένος
συγχωρεμένος	verb	άλλη γραφή του συχωρεμένος
συγχωρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχωρεμένος
συγχωρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχωρεμένος
συγχωρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχωρεμένος
συγχωρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθήκαν	=	συγχωρώ
συγχωρηθήκανε	=	συγχωρώ
συγχωρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρηθούνε	=	συγχωρώ
συγχωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχωρούμαι
συγχωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωρημένο
συγχωρημένε	verb	κλητική ενικού του συγχωρημένος
συγχωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωρημένη
συγχωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχωρημένος
συγχωρημένης	verb	γενική ενικού του συγχωρημένη
συγχωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του συγχωρημένος
συγχωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχωρημένος
συγχωρημένος	verb	άλλη γραφή του συχωρεμένος
συγχωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συγχωρημένος
συγχωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συγχωρημένος
συγχωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συγχωρημένος
συγχωρητέα	=	συγχωρητέος
συγχωρητέας	=	συγχωρητέος
συγχωρητέε	=	συγχωρητέος
συγχωρητέες	=	συγχωρητέος
συγχωρητέο	=	συγχωρητέος
συγχωρητέοι	=	συγχωρητέος
συγχωρητέος	adj	που υπάρχει η δυνατότητα να συγχωρηθεί, να μην τιμωρηθεί, που ίσως θα ήταν καλό να συγχωρηθεί, που δεν έχει κάνει κάτι ασυγχώρητο ή χωρίς δικαιολογία
συγχωρητέου	=	συγχωρητέος
συγχωρητέους	=	συγχωρητέος
συγχωρητέων	=	συγχωρητέος
συγχωρητήρια	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριας	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριε	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριες	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριο	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριοι	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριος	adj	συγχωρητήριο: το συγχωροχάρτι
συγχωρητήριου	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριους	=	συγχωρητήριος
συγχωρητήριων	=	συγχωρητήριος
συγχωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωρητικό
συγχωρητικέ	adj	κλητική ενικού του συγχωρητικός
συγχωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωρητική
συγχωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συγχωρητικός
συγχωρητικής	adj	γενική ενικού του συγχωρητική
συγχωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχωρητικός
συγχωρητικοτήτων	=	συγχωρητικότητα
συγχωρητικού	adj	γενική ενικού του συγχωρητικός
συγχωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγχωρητικός
συγχωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του συγχωρητικός
συγχωρητικός	adj	αυτός που συγχωρεί
συγχωρητικότητα	noun|formal	η ιδιότητα και ικανότητα του συγχωρητικού, το να μπορεί κάποιος να συγχωρεί
συγχωρητικότητας	=	συγχωρητικότητα
συγχωρητικότητες	=	συγχωρητικότητα
συγχωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του συγχωρητικός
συγχωριέμαι	=	συγχωρούμαι
συγχωριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (συγχωριανό) του συγχωριανός
συγχωριανέ	adj	κλητική ενικού του συγχωριανός
συγχωριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωριανή
συγχωριανή	noun	αυτή που μένει στο ίδιο χωριό ή κατάγεται από αυτό
συγχωριανής	adj	γενική ενικού του συγχωριανή
συγχωριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συγχωριανός
συγχωριανού	adj	γενική ενικού του συγχωριανός
συγχωριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συγχωριανός
συγχωριανό	adj	αιτιατική ενικού του συγχωριανός
συγχωριανός	noun	αυτός που μένει ή κατάγεται από το ίδιο χωριό
συγχωριανών	adj	γενική πληθυντικού του συγχωριανός
συγχωροχάρτι	noun	έγγραφη άφεση αμαρτιών που έδινε η Καθολική Εκκλησία έναντι χρηματικού ποσού
συγχωροχάρτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγχωροχάρτι
συγχωροχαρτιού	=	συγχωροχάρτι
συγχωροχαρτιών	=	συγχωροχάρτι
συγχωρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συγχωρώ
συγχωρούμασταν	=	συγχωρώ
συγχωρούμαστε	=	συγχωρώ
συγχωρούμε	=	συγχωρώ
συγχωρούμενος	=	συγχωρώ
συγχωρούμουν	=	συγχωρώ
συγχωρούμουνα	=	συγχωρώ
συγχωρούν	=	συγχωρώ
συγχωρούνε	=	συγχωρώ
συγχωρούνται	=	συγχωρώ
συγχωρούνταν	=	συγχωρώ
συγχωρούντο	=	συγχωρώ
συγχωρούσα	=	συγχωρώ
συγχωρούσαμε	=	συγχωρώ
συγχωρούσαν	=	συγχωρώ
συγχωρούσανε	=	συγχωρώ
συγχωρούσατε	=	συγχωρώ
συγχωρούσε	=	συγχωρώ
συγχωρούσες	=	συγχωρώ
συγχωρούσουν	=	συγχωρώ
συγχωρούσουνα	=	συγχωρώ
συγχωρώ	verb	παύω να έχω αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε κάποιον που έκανε ένα σφάλμα
συγχωρώντας	=	συγχωρώ
συγχύζαμε	=	συγχύζω
συγχύζαν	=	συγχύζω
συγχύζανε	=	συγχύζω
συγχύζατε	=	συγχύζω
συγχύζει	=	συγχύζω
συγχύζεις	=	συγχύζω
συγχύζεσαι	=	συγχύζω
συγχύζεστε	=	συγχύζω
συγχύζεται	=	συγχύζω
συγχύζετε	=	συγχύζω
συγχύζομαι	verb	ταράζομαι τόσο πολύ που τα χάνω, νιώθω σύγχυση, με συγχύζει κάποιος ή κάτι
συγχύζομε	=	συγχύζω
συγχύζονται	=	συγχύζω
συγχύζονταν	=	συγχύζω
συγχύζοντας	=	συγχύζω
συγχύζουμε	=	συγχύζω
συγχύζουν	=	συγχύζω
συγχύζουνε	=	συγχύζω
συγχύζω	verb	ταράζω κάποιον έντονα, του ανεβάζω το αίμα στο κεφάλι, τον φουντώνω, τον στενοχωρώ πολύ, του προκαλώ τέτοια αναστάτωση, που αισθάνεται σύγχυση, τα χάνει
συγχύθηκα	=	συγχέω
συγχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύσαν	=	συγχύζω
συγχύσανε	=	συγχύζω
συγχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγχυση
συγχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύγχυση
συγχύσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύγχυση
συγχύσομε	=	συγχύζω
συγχύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύσουνε	=	συγχύζω
συγχύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχύστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχύστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχύστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχύστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζομαι
συγχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
συγχώνευα	=	συγχωνεύω
συγχώνευαν	=	συγχωνεύω
συγχώνευε	=	συγχωνεύω
συγχώνευες	=	συγχωνεύω
συγχώνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχώνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχώνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχώνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωνεύω
συγχώνευση	noun	η ένωση δύο στοιχείων ή συνόλων σε ένα νέο καινούριο ομογενές σύνολο
συγχώνευσης	noun	γενική ενικού του συγχώνευση
συγχώρα	=	συγχωρώ
συγχώρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχώρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχώρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχώρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχωρώ
συγχώρεση	noun	άλλη μορφή του συγχώρηση
συγχώρεσης	=	συγχώρεση
συγχώρησα	=	συγχωρώ
συγχώρησαν	=	συγχωρώ
συγχώρησε	=	συγχωρώ
συγχώρησες	=	συγχωρώ
συγχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγχωρώ
συγχώρησης	=	συγχώρηση
συγύρια	=	συγύριο
συγύριζα	=	συγυρίζω
συγύριζαν	=	συγυρίζω
συγύριζε	=	συγυρίζω
συγύριζες	=	συγυρίζω
συγύριο	noun	συγύρισμα
συγύριου	=	συγύριο
συγύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγυρίζω
συγύρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγυρίζω
συγύριων	=	συγύριο
συδαυλίζαμε	=	συδαυλίζω
συδαυλίζαν	=	συδαυλίζω
συδαυλίζανε	=	συδαυλίζω
συδαυλίζατε	=	συδαυλίζω
συδαυλίζει	=	συδαυλίζω
συδαυλίζεις	=	συδαυλίζω
συδαυλίζεσαι	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίζεστε	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίζεται	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίζετε	=	συδαυλίζω
συδαυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίζονται	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίζονταν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίζοντας	=	συδαυλίζω
συδαυλίζου	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίζουμε	=	συδαυλίζω
συδαυλίζουν	=	συδαυλίζω
συδαυλίζουνε	=	συδαυλίζω
συδαυλίζω	verb	άλλη μορφή του συνδαυλίζω
συδαυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίσαν	=	συδαυλίζω
συδαυλίσανε	=	συδαυλίζω
συδαυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συδαύλιση
συδαυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίσεων	=	συδαύλιση
συδαυλίσματα	=	συδαύλισμα
συδαυλίσματος	=	συδαύλισμα
συδαυλίσου	=	συδαυλίζομαι
συδαυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλιζόμασταν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόμαστε	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόμουν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόμουνα	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόντουσαν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόσασταν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόσαστε	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόσουν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόσουνα	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζόταν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιζότανε	=	συδαυλίζομαι
συδαυλισμάτων	=	συδαύλισμα
συδαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συδαυλισμένο
συδαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του συδαυλισμένος
συδαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συδαυλισμένη
συδαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συδαυλισμένος
συδαυλισμένης	verb	γενική ενικού του συδαυλισμένη
συδαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συδαυλισμένος
συδαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συδαυλισμένος
συδαυλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συδαυλίζω
συδαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συδαυλισμένος
συδαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συδαυλισμένος
συδαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συδαυλισμένος
συδαυλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστήκαν	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιστήκανε	=	συδαυλίζομαι
συδαυλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαυλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
συδαύλιζα	=	συδαυλίζω
συδαύλιζαν	=	συδαυλίζω
συδαύλιζε	=	συδαυλίζω
συδαύλιζες	=	συδαυλίζω
συδαύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζω
συδαύλιση	noun	η ενέργεια του συδαυλίζω
συδαύλισης	=	συδαύλιση
συδαύλισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδαυλίζω
συζήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζώ
συζήτα	=	συζητώ
συζήταγα	=	συζητώ
συζήταγαν	=	συζητώ
συζήταγε	=	συζητώ
συζήταγες	=	συζητώ
συζήτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζήτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζήτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζήτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζήτηση	noun	η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών για ένα θέμα και η ανάλυσή του, συνήθως προφορικά
συζήτησης	noun	γενική ενικού του συζήτηση
συζευγμάτων	=	σύζευγμα
συζευγμένα	=	συζευγμένος
συζευγμένε	=	συζευγμένος
συζευγμένες	=	συζευγμένος
συζευγμένη	=	συζευγμένος
συζευγμένης	=	συζευγμένος
συζευγμένο	=	συζευγμένος
συζευγμένοι	=	συζευγμένος
συζευγμένος	verb	παντρεμένος
συζευγμένου	=	συζευγμένος
συζευγμένους	=	συζευγμένος
συζευγμένων	=	συζευγμένος
συζευγνυόμασταν	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόμαστε	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόμουν	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόμουνα	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόντουσαν	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόσασταν	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόσαστε	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόσουν	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόσουνα	=	συζευγνύομαι
συζευγνυόταν	=	συζευγνύομαι
συζευγνυότανε	=	συζευγνύομαι
συζευγνύεσαι	=	συζευγνύομαι
συζευγνύεστε	=	συζευγνύομαι
συζευγνύεται	=	συζευγνύομαι
συζευγνύομαι	verb	συνδέομαι από δυο πράγματα
συζευγνύονται	=	συζευγνύομαι
συζευγνύονταν	=	συζευγνύομαι
συζευγνύου	=	συζευγνύομαι
συζευγνύω	verb	συνδέω, προκαλώ τη σύζευξη δύο πραγμάτων
συζευκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συζευκτικός	adv	με συζευκτικό τρόπο
συζευκτικέ	adj	κλητική ενικού του συζευκτικός
συζευκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζευκτική
συζευκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συζευκτικός
συζευκτικής	adj	γενική ενικού του συζευκτική
συζευκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συζευκτικός
συζευκτικού	adj	γενική ενικού του συζευκτικός
συζευκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συζευκτικός
συζευκτικό	adj	αιτιατική ενικού του συζευκτικός
συζευκτικός	adj	που έχει σχέση με σύζευξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
συζευκτικών	adj	γενική πληθυντικού του συζευκτικός
συζευκτικώς	adv	με συζευκτικό τρόπο
συζευχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθήκαν	=	συζευγνύομαι
συζευχθήκανε	=	συζευγνύομαι
συζευχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζευχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζεύγματα	=	σύζευγμα
συζεύγματος	=	σύζευγμα
συζεύγνυμαι	verb|formal	παντρεύομαι
συζεύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύζευξη
συζεύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύζευξη
συζεύξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύζευξη
συζεύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συζεύχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζεύχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζεύχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζεύχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύομαι
συζητά	=	συζητώ
συζητάγαμε	=	συζητώ
συζητάγανε	=	συζητώ
συζητάγατε	=	συζητώ
συζητάει	=	συζητώ
συζητάμε	=	συζητώ
συζητάν	=	συζητώ
συζητάνε	=	συζητώ
συζητάς	=	συζητώ
συζητάτε	=	συζητώ
συζητάω	verb	ασυναίρετη μορφή του συζητώ
συζητήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσαν	=	συζητώ
συζητήσανε	=	συζητώ
συζητήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζήτηση
συζητήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συζήτηση
συζητήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συζήτηση
συζητήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητήσιμο
συζητήσιμε	adj	κλητική ενικού του συζητήσιμος
συζητήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητήσιμη
συζητήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συζητήσιμος
συζητήσιμης	adj	γενική ενικού του συζητήσιμη
συζητήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του συζητήσιμος
συζητήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συζητήσιμος
συζητήσιμος	adj	που είναι δυνατό κάποιος να συζητήσει και να συνεννοηθεί μαζί του· που επιδέχεται διάλογο
συζητήσιμου	adj	γενική ενικού του συζητήσιμος
συζητήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συζητήσιμος
συζητήσιμων	adj	γενική πληθυντικού του συζητήσιμος
συζητήσου	=	συζητώ
συζητήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσουνε	=	συζητάω
συζητήστε	verb	β' πληθυντικό πρόσωπο προστακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητώ
συζητήτρια	noun	θηλυκό του συζητητής
συζητήτριας	=	συζητήτρια
συζητήτριες	=	συζητήτρια
συζητεί	=	συζητώ
συζητείς	=	συζητώ
συζητείσαι	=	συζητώ
συζητείσθε	=	συζητάω
συζητείστε	=	συζητώ
συζητείται	=	συζητώ
συζητείτε	=	συζητώ
συζητείτο	=	συζητάω
συζητηθέν	=	συζητηθείς
συζητηθέντα	=	συζητηθείς
συζητηθέντας	=	συζητηθείς
συζητηθέντες	=	συζητηθείς
συζητηθέντος	=	συζητηθείς
συζητηθέντων	=	συζητηθείς
συζητηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητηθήκαν	=	συζητώ
συζητηθήκανε	=	συζητώ
συζητηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητηθείς	verb	που συζητήθηκε, που έγινε αντικείμενο συζήτησης, διαπραγμάτευσης, που τέθηκε ωσ θέμα επί τάπητος, που εξετάσθηκε
συζητηθείσα	=	συζητηθείς
συζητηθείσας	=	συζητηθείς
συζητηθείσες	=	συζητηθείς
συζητηθείσης	=	συζητηθείς
συζητηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητηθεισών	=	συζητηθείς
συζητηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητηθούνε	=	συζητάω
συζητηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συζητιέμαι
συζητημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητημένο
συζητημένε	verb	κλητική ενικού του συζητημένος
συζητημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του συζητημένος
συζητημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συζητημένος
συζητημένης	verb	γενική ενικού του συζητημένη
συζητημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συζητημένος
συζητημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συζητημένος
συζητημένος	=	συζητώ
συζητημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συζητημένος
συζητημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συζητημένος
συζητημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συζητημένος
συζητητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητητής
συζητητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συζητητής
συζητητής	noun	αυτός που συζητάει κάτι
συζητητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητητικό	adv|formal	όσον αφορά τη συζήτηση
συζητητικέ	adj	κλητική ενικού του συζητητικός
συζητητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητητική
συζητητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συζητητικός
συζητητικής	adj	γενική ενικού του συζητητική
συζητητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συζητητικός
συζητητικού	adj	γενική ενικού του συζητητικός
συζητητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συζητητικός
συζητητικό	adj	αιτιατική ενικού του συζητητικός
συζητητικός	adj	που έχει σχέση με τη συζήτηση ή αναφέρεται σ' αυτή, διαλεκτικός, που αφορά διάλογο ή διαλεκτική
συζητητικών	adj	γενική πληθυντικού του συζητητικός
συζητητριών	=	συζητήτρια
συζητητών	noun	γενική πληθυντικού του συζητητής
συζητιέμαι	verb	γίνομαι θέμα συζήτησης (χρησιμοποιείται κυρίως στο γ' πρόσωπο)
συζητιέσαι	=	συζητώ
συζητιέστε	=	συζητώ
συζητιέται	=	συζητώ
συζητιούνται	=	συζητώ
συζητιούνταν	=	συζητώ
συζητιόμασταν	=	συζητώ
συζητιόμαστε	=	συζητώ
συζητιόμουν	=	συζητώ
συζητιόμουνα	=	συζητώ
συζητιόνται	=	συζητώ
συζητιόνταν	=	συζητώ
συζητιόντανε	=	συζητώ
συζητιόντουσαν	=	συζητώ
συζητιόσασταν	=	συζητώ
συζητιόσαστε	=	συζητώ
συζητιόσουν	=	συζητώ
συζητιόσουνα	=	συζητώ
συζητιόταν	=	συζητώ
συζητιότανε	=	συζητώ
συζητούμαι	=	συζητώ
συζητούμαστε	=	συζητώ
συζητούμε	=	συζητώ
συζητούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητούμενο
συζητούμενε	verb	κλητική ενικού του συζητούμενος
συζητούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζητούμενη
συζητούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συζητούμενος
συζητούμενης	verb	γενική ενικού του συζητούμενη
συζητούμενο	verb	αιτιατική ενικού του συζητούμενος
συζητούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συζητούμενος
συζητούμενος	verb	εκείνος που τον συζητούν αυτή τη στιγμή, αυτή την περίοδο
συζητούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συζητούμενος
συζητούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συζητούμενος
συζητούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συζητούμενος
συζητούν	=	συζητώ
συζητούνε	=	συζητώ
συζητούνεν	=	συζητάω
συζητούνενε	=	συζητάω
συζητούνται	=	συζητώ
συζητούνταν	=	συζητώ
συζητούντο	=	συζητάω
συζητούσα	=	συζητώ
συζητούσαμε	=	συζητώ
συζητούσαν	=	συζητώ
συζητούσανε	=	συζητώ
συζητούσατε	=	συζητώ
συζητούσε	=	συζητώ
συζητούσες	=	συζητώ
συζητώ	verb	αναλύω μέσω του διαλόγου μαζί με άλλους κάτι ή αναζητώ τη λύση ενός προβλήματος
συζητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συζητάω / συζητώ
συζυγές	=	συζυγής
συζυγή	=	συζυγής
συζυγής	adj	που έχει το ίδιο πραγματικό μέρος αλλά αντίθετο φανταστικό μέρος
συζυγία	noun	ομάδα ρημάτων που κλίνονται με όμοιο τρόπο
συζυγίας	noun	γενική ενικού του συζυγία
συζυγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζυγία
συζυγαρχία	noun	Στρατιωτική μονάδα του πυροβολικού που έχει ως έργο τον εφοδιασμό των διαφόρων μονάδων σε πυρομαχικά.
συζυγαρχίας	=	συζυγαρχία
συζυγαρχίες	=	συζυγαρχία
συζυγαρχιών	=	συζυγαρχία
συζυγείς	=	συζυγής
συζυγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζυγικό
συζυγικέ	adj	κλητική ενικού του συζυγικός
συζυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συζυγική
συζυγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συζυγικός
συζυγικής	adj	γενική ενικού του συζυγική
συζυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συζυγικός
συζυγικού	adj	γενική ενικού του συζυγικός
συζυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συζυγικός
συζυγικό	adj	αιτιατική ενικού του συζυγικός
συζυγικός	adj	που έχει σχέση με το σύζυγο ή τη σύζυγο, ανήκει σ’ αυτούς, αναφέρεται σ’ αυτούς ή έχει να κάνει με τον έγγαμο βίο
συζυγικών	adj	γενική πληθυντικού του συζυγικός
συζυγιών	noun	γενική πληθυντικού του συζυγία
συζυγοκτονία	noun	το σκότωμα της ή του συζύγου
συζυγοκτονίας	=	συζυγοκτονία
συζυγοκτονίες	=	συζυγοκτονία
συζυγοκτονιών	=	συζυγοκτονία
συζυγοκτόνε	=	συζυγοκτόνος
συζυγοκτόνο	=	συζυγοκτόνος
συζυγοκτόνοι	=	συζυγοκτόνος
συζυγοκτόνος	noun	που διαπράττει συζυγοκτονία
συζυγοκτόνου	=	συζυγοκτόνος
συζυγοκτόνους	=	συζυγοκτόνος
συζυγοκτόνων	=	συζυγοκτόνος
συζυγούς	=	συζυγής
συζυγών	=	συζυγής
συζύγου	noun	γενική ενικού του σύζυγος
συζύγους	=	σύζυγος
συζύγων	=	σύζυγος
συζώ	verb	ζω μαζί, μοιράζομαι την ίδια στέγη με τον άνθρωπο με τον οποίο έχω ερωτική σχέση
συζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συζώ
συηνίτες	=	συηνίτης
συηνίτη	=	συηνίτης
συηνίτης	noun|dated	παλιότερη μορφή σιενίτης διατηρώντας το αρχαίο θέμα συην-
συηνιτών	=	συηνίτης
συθέμελα	adv	από και με τα θεμέλια, από τη βάση, ολόκληρος
συθέμελε	=	συθέμελος
συθέμελες	=	συθέμελος
συθέμελη	=	συθέμελος
συθέμελης	=	συθέμελος
συθέμελο	=	συθέμελος
συθέμελοι	=	συθέμελος
συθέμελος	adj	από και με τα θεμέλια, μαζί με ή από τη βάση, ολόκληρος
συθέμελου	=	συθέμελος
συθέμελους	=	συθέμελος
συθέμελων	=	συθέμελος
συκάμινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκάμινο
συκάμινο	noun	μούρο
συκάμινου	noun	γενική ενικού του συκάμινο
συκάμινων	noun	γενική πληθυντικού του συκάμινο
συκαμιά	noun	άλλη μορφή του συκαμινιά
συκαμιάς	=	συκαμιά
συκαμιές	=	συκαμιά
συκαμινιά	noun	δέντρο της οικογένειας Moraceae με την επιστημονική ονομασία Morus alba
συκαμινιάς	=	συκαμινιά
συκαμινιές	=	συκαμινιά
συκαμινιών	=	συκαμινιά
συκαμιών	=	συκαμιά
συκαμνιά	noun	άλλη μορφή του συκαμινιά
συκαμνιάς	=	συκαμνιά
συκαμνιές	=	συκαμνιά
συκαμνιών	=	συκαμνιά
συκιά	noun	Ficus carica δέντρο που κατάγεται από την νοτιοδυτική Ασία και την ανατολική μεσογειακή περιοχή· έχει πλατιά τρίλοβα ή πεντάλοβα φύλλα και πρασινοκόκκινους εδώδιμους καρπούς, τα σύκα
συκιάς	noun	γενική ενικού του συκιά
συκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκιά
συκιών	=	συκιά
συκομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση φύλλων συκιάς πάνω στα οποία έγραφαν ερωτήσεις
συκομαντείας	=	συκομαντεία
συκομαντείες	=	συκομαντεία
συκομαντειών	=	συκομαντεία
συκομουριά	noun	δέντρο του γένους Ficus (του είδους: Ficus sycomorus) με καρδιοειδή φύλλα που μοιάζουν με αυτά της μουριάς· κατάγεται από τη Αφρική και παράγει καρπούς που μοιάζουν με σύκα
συκομουριάς	noun	γενική ενικού του συκομουριά
συκομουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκομουριά
συκομουριών	=	συκομουριά
συκοπερίβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοπερίβολο
συκοπερίβολο	noun	τόπος κατάφυτος από συκιές
συκοπερίβολου	noun	γενική ενικού του συκοπερίβολο
συκοπερίβολων	noun	γενική πληθυντικού του συκοπερίβολο
συκοπιταρίδα	noun	πίτα από σύκα
συκοπιταρίδας	=	συκοπιταρίδα
συκοπιταρίδες	=	συκοπιταρίδα
συκοπιταρίδων	=	συκοπιταρίδα
συκοφάγε	noun	κλητική ενικού του συκοφάγος
συκοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του συκοφάγος
συκοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συκοφάγος
συκοφάγος	noun	πτηνό της οικογενείας των Οριολιδών (Χλωριονιδών), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο
συκοφάγου	noun	γενική ενικού του συκοφάγος
συκοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συκοφάγος
συκοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του συκοφάγος
συκοφάντες	=	συκοφάντης
συκοφάντη	=	συκοφάντης
συκοφάντης	noun	αυτός που εν γνώσει του εξαπολύει μια ψευδή κατηγορία εναντίον κάποιου
συκοφάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφάντηση	noun	η ενέργεια του συκοφαντώ, η διασπορά συκοφαντιών
συκοφάντησης	=	συκοφάντηση
συκοφάντισσα	=	συκοφάντης
συκοφάντισσας	noun	γενική ενικού του συκοφάντισσα
συκοφάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοφάντισσα
συκοφάντρια	noun	θηλυκό του συκοφάντης
συκοφάντριας	=	συκοφάντρια
συκοφάντριες	=	συκοφάντρια
συκοφαντήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσαν	=	συκοφαντώ
συκοφαντήσανε	=	συκοφαντώ
συκοφαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοφάντηση
συκοφαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσεων	=	συκοφάντηση
συκοφαντήσου	=	συκοφαντώ
συκοφαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσουνε	=	συκοφαντώ
συκοφαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντώ
συκοφαντία	noun	ψευδής κατηγορία που εκτοξεύεται ηθελημένα εναντίον κάποιου με σκοπό να τον βλάψει
συκοφαντίας	noun	γενική ενικού του συκοφαντία
συκοφαντίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοφαντία
συκοφαντεί	=	συκοφαντώ
συκοφαντείς	=	συκοφαντώ
συκοφαντείσαι	=	συκοφαντώ
συκοφαντείστε	=	συκοφαντώ
συκοφαντείται	=	συκοφαντώ
συκοφαντείτε	=	συκοφαντώ
συκοφαντείτο	=	συκοφαντώ
συκοφαντηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθήκαν	=	συκοφαντώ
συκοφαντηθήκανε	=	συκοφαντώ
συκοφαντηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντηθούνε	=	συκοφαντώ
συκοφαντηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
συκοφαντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοφαντημένο
συκοφαντημένε	verb	κλητική ενικού του συκοφαντημένος
συκοφαντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοφαντημένη
συκοφαντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συκοφαντημένος
συκοφαντημένης	verb	γενική ενικού του συκοφαντημένη
συκοφαντημένο	verb	αιτιατική ενικού του συκοφαντημένος
συκοφαντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συκοφαντημένος
συκοφαντημένος	=	συκοφαντώ
συκοφαντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συκοφαντημένος
συκοφαντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συκοφαντημένος
συκοφαντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συκοφαντημένος
συκοφαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συκοφαντικός	adv	με συκοφαντικό τρόπο
συκοφαντικέ	adj	κλητική ενικού του συκοφαντικός
συκοφαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκοφαντική
συκοφαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συκοφαντικός
συκοφαντικής	adj	γενική ενικού του συκοφαντική
συκοφαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συκοφαντικός
συκοφαντικού	adj	γενική ενικού του συκοφαντικός
συκοφαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συκοφαντικός
συκοφαντικό	adj	αιτιατική ενικού του συκοφαντικός
συκοφαντικός	adj	που συκοφαντεί
συκοφαντικών	adj	γενική πληθυντικού του συκοφαντικός
συκοφαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του συκοφάντισσα
συκοφαντιών	noun	γενική πληθυντικού του συκοφαντία
συκοφαντούμαι	=	συκοφαντώ
συκοφαντούμασταν	=	συκοφαντώ
συκοφαντούμαστε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούμε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούμενος	=	συκοφαντώ
συκοφαντούμουν	=	συκοφαντώ
συκοφαντούμουνα	=	συκοφαντώ
συκοφαντούν	=	συκοφαντώ
συκοφαντούνε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούνται	=	συκοφαντώ
συκοφαντούνταν	=	συκοφαντώ
συκοφαντούντο	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσα	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσαμε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσαν	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσανε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσατε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσε	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσες	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσουν	=	συκοφαντώ
συκοφαντούσουνα	=	συκοφαντώ
συκοφαντριών	=	συκοφάντρια
συκοφαντώ	verb	κατηγορώ δημοσίως κάποιον άδικα, ψευδώς, ανακριβώς, για κάτι που δεν φταίει, τον διασύρω (συνήθως εν γνώσει μου για το αναληθές της καταγγελίας), τον δυσφημίζω
συκοφαντών	=	συκοφάντης
συκοφαντώντας	=	συκοφαντώ
συκωτάκι	noun	υποκοριστικό του συκώτι
συκωτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκωτάκι
συκωταριά	noun|vulgar	το συκώτι μαζί με τα πνευμόνια και άλλα εντόσθια από σφάγιο
συκωταριάς	noun	γενική ενικού του συκωταριά
συκωταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκωταριά
συκωταριών	=	συκωταριά
συκωτιού	=	συκώτι
συκωτιών	=	συκώτι
συκόμουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκόμουρο
συκόμουρο	noun	ο καρπός της συκομουριάς
συκόμουρου	noun	γενική ενικού του συκόμουρο
συκόμουρων	noun	γενική πληθυντικού του συκόμουρο
συκόφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκόφυλλο
συκόφυλλο	noun	φύλλο συκιάς
συκόφυλλου	noun	γενική ενικού του συκόφυλλο
συκόφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του συκόφυλλο
συκώτι	noun	μεγάλος αδένας, στον άνθρωπο και στα άλλα σπονδυλωτά, στο επάνω δεξιό τμήμα της κοιλιακής χώρας, που εκκρίνει τη χολή και εκτελεί τις λειτουργίες του μεταβολισμού και της αποτοξίνωσης του αίματος
συκώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συκώτι
συλήθηκα	=	συλούμαι
συλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλούμαι
συλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλούμαι
συλήθηκες	=	συλούμαι
συλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλήσαν	=	συλώ
συλήσανε	=	συλώ
συλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλώ
συλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύληση
συλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύληση
συλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύληση
συλήσου	=	συλούμαι
συλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλώ
συλεί	=	συλώ
συλείς	=	συλώ
συλείσαι	=	συλούμαι
συλείστε	=	συλούμαι
συλείται	=	συλούμαι
συλείτε	=	συλώ
συληθήκαμε	=	συλούμαι
συληθήκαν	=	συλούμαι
συληθήκανε	=	συλούμαι
συληθήκατε	=	συλούμαι
συληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλούμαι
συληθείτε	=	συλούμαι
συληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλούμαι
συλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλημένο
συλημένε	verb	κλητική ενικού του συλημένος
συλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλημένη
συλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλημένος
συλημένης	verb	γενική ενικού του συλημένη
συλημένο	verb	αιτιατική ενικού του συλημένος
συλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλημένος
συλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συλώ
συλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συλημένος
συλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συλημένος
συλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συλημένος
συλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλητής
συλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συλητής
συλητής	noun	αυτός που συλεί
συλητών	noun	γενική πληθυντικού του συλητής
συλλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβανε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβιζα	=	συλλαβίζω
συλλάβιζαν	=	συλλαβίζω
συλλάβιζε	=	συλλαβίζω
συλλάβιζες	=	συλλαβίζω
συλλάβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλάβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλάβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλάβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλάβου	=	σύλλαβος
συλλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβους	=	σύλλαβος
συλλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συλλάβων	=	σύλλαβος
συλλέγαμε	=	συλλέγω
συλλέγαν	=	συλλέγω
συλλέγανε	=	συλλέγω
συλλέγατε	=	συλλέγω
συλλέγει	=	συλλέγω
συλλέγεις	=	συλλέγω
συλλέγεσαι	=	συλλέγω
συλλέγεσθε	=	συλλέγω
συλλέγεστε	=	συλλέγω
συλλέγεται	=	συλλέγω
συλλέγετε	=	συλλέγω
συλλέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συλλέγω
συλλέγομε	=	συλλέγω
συλλέγονται	=	συλλέγω
συλλέγονταν	=	συλλέγω
συλλέγοντας	=	συλλέγω
συλλέγουμε	=	συλλέγω
συλλέγουν	=	συλλέγω
συλλέγουνε	=	συλλέγω
συλλέγω	verb	μαζεύω
συλλέκτες	=	συλλέκτης
συλλέκτη	=	συλλέκτης
συλλέκτης	noun	κάτι ή κάποιος που συλλέγει
συλλέκτρια	noun	θηλυκό του συλλέκτης
συλλέκτριας	noun	γενική ενικού του συλλέκτρια
συλλέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλέκτρια
συλλέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξαν	=	συλλέγω
συλλέξανε	=	συλλέγω
συλλέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξομε	=	συλλέγω
συλλέξου	=	συλλέγω
συλλέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξουνε	=	συλλέγω
συλλέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συλλέχθηκα	=	συλλέγω
συλλέχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγομαι
συλλέχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγομαι
συλλέχθηκες	=	συλλέγω
συλλέχτες	=	συλλέχτης
συλλέχτη	=	συλλέχτης
συλλέχτηκα	=	συλλέγω
συλλέχτηκαν	=	συλλέγω
συλλέχτηκε	=	συλλέγω
συλλέχτηκες	=	συλλέγω
συλλέχτης	noun	άλλη μορφή του συλλέκτης
συλλέχτρια	noun	άλλη μορφή του συλλέκτρια
συλλέχτριας	noun	γενική ενικού του συλλέχτρια
συλλέχτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλέχτρια
συλλήβδην	adv|formal	εξ ολοκλήρου, γενικά, χωρίς καμιά εξαίρεση
συλλήφθηκα	=	συλλαμβάνω
συλλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύλληψη
συλλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του σύλληψη
συλλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του σύλληψη
συλλαβάρια	=	συλλαβάριο
συλλαβάριο	noun	σύστημα γραφής όπου τα σημεία αντιπροσωπεύουν συλλαβές
συλλαβάριου	=	συλλαβάριο
συλλαβάριων	=	συλλαβάριο
συλλαβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβή
συλλαβή	noun	το τμήμα της λέξης που τα στοιχεία του προφέρονται μαζί και ακούγονται σαν ένας φθόγγος.
συλλαβής	=	συλλαβή
συλλαβίζαμε	=	συλλαβίζω
συλλαβίζαν	=	συλλαβίζω
συλλαβίζανε	=	συλλαβίζω
συλλαβίζατε	=	συλλαβίζω
συλλαβίζει	=	συλλαβίζω
συλλαβίζεις	=	συλλαβίζω
συλλαβίζετε	=	συλλαβίζω
συλλαβίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίζουμε	=	συλλαβίζω
συλλαβίζουν	=	συλλαβίζω
συλλαβίζουνε	=	συλλαβίζω
συλλαβίζω	verb	χωρίζω σε συλλαβές
συλλαβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίσαν	=	συλλαβίζω
συλλαβίσανε	=	συλλαβίζω
συλλαβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζομαι
συλλαβίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζομαι
συλλαβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζω
συλλαβαίνω	verb|dated	άλλη μορφή του συλλαμβάνω
συλλαβαρίου	=	συλλαβάριο
συλλαβαρίων	=	συλλαβάριο
συλλαβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβικό
συλλαβικέ	adj	κλητική ενικού του συλλαβικός
συλλαβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβική
συλλαβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλαβικός
συλλαβικής	adj	γενική ενικού του συλλαβική
συλλαβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλαβικός
συλλαβικού	adj	γενική ενικού του συλλαβικός
συλλαβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλαβικός
συλλαβικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλαβικός
συλλαβικός	adj	σχετικός με τη συλλαβή
συλλαβικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλαβικός
συλλαβισμέ	noun	κλητική ενικού του συλλαβισμός
συλλαβισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβισμένο
συλλαβισμένε	verb	κλητική ενικού του συλλαβισμένος
συλλαβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβισμένη
συλλαβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλαβισμένος
συλλαβισμένης	verb	γενική ενικού του συλλαβισμένη
συλλαβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συλλαβισμένος
συλλαβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλαβισμένος
συλλαβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συλλαβισμένος
συλλαβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συλλαβισμένος
συλλαβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συλλαβισμένος
συλλαβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλαβισμός
συλλαβισμού	noun	γενική ενικού του συλλαβισμός
συλλαβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συλλαβισμός
συλλαβισμό	noun	αιτιατική ενικού του συλλαβισμός
συλλαβισμός	noun	η διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές στη γραπτή της μορφή ή η εκφώνησή τους
συλλαβισμών	noun	γενική πληθυντικού του συλλαβισμός
συλλαβιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συλλαβοστός	adv	με συλλαβιστό τρόπο, συλλαβίζοντας
συλλαβιστέ	adj	κλητική ενικού του συλλαβιστός
συλλαβιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβιστή
συλλαβιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλαβιστός
συλλαβιστής	adj	γενική ενικού του συλλαβιστή
συλλαβιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλαβίζομαι
συλλαβιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβιστικό
συλλαβιστικέ	adj	κλητική ενικού του συλλαβιστικός
συλλαβιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβιστική
συλλαβιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλαβιστικός
συλλαβιστικής	adj	γενική ενικού του συλλαβιστική
συλλαβιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλαβιστικός
συλλαβιστικού	adj	γενική ενικού του συλλαβιστικός
συλλαβιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλαβιστικός
συλλαβιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλαβιστικός
συλλαβιστικός	adj	που έχει σχέση με τον συλλαβισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συλλαβιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλαβιστικός
συλλαβιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλαβιστός
συλλαβιστού	adj	γενική ενικού του συλλαβιστός
συλλαβιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαβίζομαι
συλλαβιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλαβιστός
συλλαβιστό	adj	αιτιατική ενικού του συλλαβιστός
συλλαβιστός	adj	που διαβάζεται ή προφέρεται κατά συλλαβή
συλλαβιστών	adj	γενική πληθυντικού του συλλαβιστός
συλλαβογραφία	noun	σύστημα γραφής όπου κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μία συλλαβή αντί για έναν μεμονωμένο φθόγγο ή γράμμα
συλλαβογραφίας	noun	γενική ενικού του συλλαβογραφία
συλλαβογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβογραφία
συλλαβογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβογραφικό
συλλαβογραφικέ	adj	κλητική ενικού του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαβογραφική
συλλαβογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφικής	adj	γενική ενικού του συλλαβογραφική
συλλαβογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφικού	adj	γενική ενικού του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη συλλαβογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συλλαβογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλαβογραφικός
συλλαβογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του συλλαβογραφία
συλλαβοποίησα	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποίησαν	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποίησε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποίησες	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συλλαβοποιώ
συλλαβοποίησης	=	συλλαβοποίηση
συλλαβοποιήθηκα	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιήσαμε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιήσαν	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιήσανε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιήσατε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιήσει	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιήσεις	=	συλλαβοποίηση
συλλαβοποιήσεων	=	συλλαβοποίηση
συλλαβοποιήστε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιεί	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιείς	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιείτε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιημένος	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούμαι	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούμε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούν	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούνε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσα	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσαμε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσαν	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσανε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσατε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσε	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιούσες	=	συλλαβοποιώ
συλλαβοποιώ	verb	χωρίζω μια λέξη σε συλλαβές
συλλαβοποιώντας	=	συλλαβοποιώ
συλλαβόγριφε	=	συλλαβόγριφος
συλλαβόγριφο	=	συλλαβόγριφος
συλλαβόγριφοι	=	συλλαβόγριφος
συλλαβόγριφος	noun	είδος παιχνιδιού με επίλυση γρίφων και σχηματισμό λέξεων από τις συλλαβές των λέξεων που προκύπτουν από την επίλυση γρίφων
συλλαβόγριφου	=	συλλαβόγριφος
συλλαβόγριφους	=	συλλαβόγριφος
συλλαβόγριφων	=	συλλαβόγριφος
συλλαβών	noun	γενική πληθυντικού του συλλαβή
συλλαλητήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλαλητήριο
συλλαλητήριο	noun	δημόσια συγκέντρωση πολιτών για διαμαρτυρία, προβολή αιτημάτων κ.λπ.
συλλαλητήριον	noun	το συλλαλητήριο
συλλαλητήριου	=	συλλαλητήριο
συλλαλητηρίου	noun	γενική ενικού του συλλαλητήριο
συλλαλητηρίων	noun	γενική πληθυντικού του συλλαλητήριο
συλλαμβάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συλλαμβάνω
συλλαμβάνω	verb	πιάνω κάποιον ύποπτο ή κατηγορούμενο για παράνομη πράξη και τον εμποδίζω να φύγει για να τον οδηγήσω στο αστυνομικό τμήμα ή στη φυλακή
συλλείτουργα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλείτουργο
συλλείτουργο	noun	η συμμετοχή περισσοτέρων τού ενός κληρικών στη Θεία Λειτουργία
συλλείτουργου	noun	γενική ενικού του συλλείτουργο
συλλείτουργων	noun	γενική πληθυντικού του συλλείτουργο
συλλεγεί	=	συλλέγω
συλλεγείς	=	συλλέγω
συλλεγείτε	=	συλλέγω
συλλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλεγμένο
συλλεγμένε	verb	κλητική ενικού του συλλεγμένος
συλλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλεγμένη
συλλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλεγμένος
συλλεγμένης	verb	γενική ενικού του συλλεγμένη
συλλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συλλεγμένος
συλλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλεγμένος
συλλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συλλεγμένος
συλλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συλλεγμένος
συλλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συλλεγμένος
συλλεγούμε	=	συλλέγω
συλλεγούν	=	συλλέγω
συλλεγόμασταν	=	συλλέγω
συλλεγόμαστε	=	συλλέγω
συλλεγόμουν	=	συλλέγω
συλλεγόμουνα	=	συλλέγω
συλλεγόντουσαν	=	συλλέγω
συλλεγόσασταν	=	συλλέγω
συλλεγόσαστε	=	συλλέγω
συλλεγόσουν	=	συλλέγω
συλλεγόσουνα	=	συλλέγω
συλλεγόταν	=	συλλέγω
συλλεγότανε	=	συλλέγω
συλλεγώ	=	συλλέγω
συλλειτουργέ	noun	κλητική ενικού του συλλειτουργός
συλλειτουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσαν	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργήσανε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτουργία	noun	άλλη μορφή του συλλείτουργο
συλλειτουργίας	=	συλλειτουργία
συλλειτουργίες	=	συλλειτουργία
συλλειτουργεί	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργείς	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργείτε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργικά	noun	ειδικό ιερατικό ή ψαλτικό βιβλίο για συλλειτουργίες και άλλες περιστάσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συλλειτουργικός
συλλειτουργικέ	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργικές	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργική	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργικής	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργικοί	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργικού	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργικούς	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συλλειτουργικός
συλλειτουργικός	adj	που έχει σχέση με συλλειτουργό, συλλειτουργία ή συλλείτουργο ή αναφέρεται σ’ αυτά
συλλειτουργικών	=	συλλειτουργικός
συλλειτουργιών	=	συλλειτουργία
συλλειτουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλειτουργός
συλλειτουργού	noun	γενική ενικού του συλλειτουργός
συλλειτουργούμε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούν	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούνε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συλλειτουργός
συλλειτουργούσα	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούσαμε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούσαν	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούσανε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούσατε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούσε	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργούσες	=	συλλειτουργώ
συλλειτουργό	noun	αιτιατική ενικού του συλλειτουργός
συλλειτουργός	noun	κληρικός που μαζί με άλλους τελεί τη Θεία Λειτουργία
συλλειτουργώ	verb	είμαι συλλειτουργός
συλλειτουργών	noun	γενική πληθυντικού του συλλειτουργός
συλλειτουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτούργει	=	συλλειτουργώ
συλλειτούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλειτούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλειτουργώ
συλλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλεκτικό
συλλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του συλλεκτικός
συλλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλεκτική
συλλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλεκτικός
συλλεκτικής	adj	γενική ενικού του συλλεκτική
συλλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλεκτικός
συλλεκτικού	adj	γενική ενικού του συλλεκτικός
συλλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλεκτικός
συλλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλεκτικός
συλλεκτικός	adj	που σχετίζεται με τη συγκέντρωση πραγμάτων
συλλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλεκτικός
συλλεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του συλλέκτρια
συλλεκτών	=	συλλέκτης
συλλεχθήκαμε	=	συλλέγω
συλλεχθήκατε	=	συλλέγω
συλλεχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλέγομαι
συλλεχθείς	=	συλλέγω
συλλεχθείτε	=	συλλέγω
συλλεχθούμε	=	συλλέγω
συλλεχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγομαι
συλλεχθώ	=	συλλέγω
συλλεχτήκαμε	=	συλλέγω
συλλεχτήκανε	=	συλλέγω
συλλεχτήκατε	=	συλλέγω
συλλεχτεί	=	συλλέγω
συλλεχτείς	=	συλλέγω
συλλεχτείτε	=	συλλέγω
συλλεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλεχτικό
συλλεχτικέ	adj	κλητική ενικού του συλλεχτικός
συλλεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλεχτική
συλλεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλεχτικός
συλλεχτικής	adj	γενική ενικού του συλλεχτική
συλλεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλεχτικός
συλλεχτικού	adj	γενική ενικού του συλλεχτικός
συλλεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλεχτικός
συλλεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλεχτικός
συλλεχτικός	noun	άλλη μορφή του συλλεκτικός
συλλεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλεχτικός
συλλεχτούμε	=	συλλέγω
συλλεχτούν	=	συλλέγω
συλλεχτούνε	=	συλλέγω
συλλεχτριών	noun	γενική πληθυντικού του συλλέχτρια
συλλεχτώ	=	συλλέγω
συλλεχτών	=	συλλέχτης
συλληπτήρια	=	συλληπτήριος
συλληπτήριας	=	συλληπτήριος
συλληπτήριε	=	συλληπτήριος
συλληπτήριες	=	συλληπτήριος
συλληπτήριο	=	συλληπτήριος
συλληπτήριοι	=	συλληπτήριος
συλληπτήριος	adj	άλλη μορφή του συλληπτικός
συλληπτήριου	=	συλληπτήριος
συλληπτήριους	=	συλληπτήριος
συλληπτήριων	=	συλληπτήριος
συλληπτικά	=	συλληπτικός
συλληπτικέ	=	συλληπτικός
συλληπτικές	=	συλληπτικός
συλληπτική	=	συλληπτικός
συλληπτικής	=	συλληπτικός
συλληπτικοί	=	συλληπτικός
συλληπτικού	=	συλληπτικός
συλληπτικούς	=	συλληπτικός
συλληπτικό	=	συλληπτικός
συλληπτικός	adj|formal	που μπορεί να συλλάβει, που έχει τέτοια ικανότητα
συλληπτικών	=	συλληπτικός
συλληφθέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συλληφθείς
συλληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλληφθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου (συλλήφθηκα) του ρήματος συλλαμβάνω: που έχει συλληφθεί
συλληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συλλοίμωξη	noun	η λοίμωξη που οφείλεται σε δύο ταυτόχρονους νοσογόνους παράγοντες
συλλοίμωξης	=	συλλοίμωξη
συλλογέα	=	συλλογέας
συλλογέας	noun|formal	που συλλέγει, που ερευνά και συγκροτεί συλλογές
συλλογές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλογή
συλλογέων	=	συλλογέας
συλλογέως	=	συλλογέας
συλλογή	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω
συλλογής	=	συλλογή
συλλογίζεσαι	=	συλλογίζομαι
συλλογίζεστε	=	συλλογίζομαι
συλλογίζεται	=	συλλογίζομαι
συλλογίζομαι	verb	σκέφτομαι, αναλογίζομαι
συλλογίζονται	=	συλλογίζομαι
συλλογίζονταν	=	συλλογίζομαι
συλλογίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογείς	=	συλλογέας
συλλογεύς	noun	συλλογέας
συλλογιέμαι	verb|literary	άλλη μορφή του συλλογίζομαι: σκέφτομαι]
συλλογιζόμασταν	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόμαστε	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόμουν	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόμουνα	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόντουσαν	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόσασταν	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόσαστε	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόσουν	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόσουνα	=	συλλογίζομαι
συλλογιζόταν	=	συλλογίζομαι
συλλογιζότανε	=	συλλογίζομαι
συλλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλογικό	adv	με συλλογικό τρόπο
συλλογικέ	adj	κλητική ενικού του συλλογικός
συλλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλογική
συλλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλογικός
συλλογικής	adj	γενική ενικού του συλλογική
συλλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλογικός
συλλογικοποίηση	noun|formal	η μετατροπή μιας δραστηριότητας, ιδιοκτησίας ή ευθύνης από ατομική σε συλλογική / κοινή, ώστε να ανήκει ή να διαχειρίζεται από ομάδα ή σύνολο
συλλογικοποίησης	=	συλλογικοποίηση
συλλογικοποιήσεις	=	συλλογικοποίηση
συλλογικοποιήσεων	=	συλλογικοποίηση
συλλογικοτήτων	=	συλλογικότητα
συλλογικού	adj	γενική ενικού του συλλογικός
συλλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλογικός
συλλογικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλογικός
συλλογικός	adj	που αφορά πολλούς ανθρώπους
συλλογικότητα	noun	το να είναι κάτι συλλογικό, η ιδιότητα του συλλογικού
συλλογικότητας	=	συλλογικότητα
συλλογικότητες	=	συλλογικότητα
συλλογικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλογικός
συλλογισμέ	noun	κλητική ενικού του συλλογισμός
συλλογισμένα	=	συλλογισμένος
συλλογισμένε	=	συλλογισμένος
συλλογισμένες	=	συλλογισμένος
συλλογισμένη	=	συλλογισμένος
συλλογισμένης	=	συλλογισμένος
συλλογισμένο	=	συλλογισμένος
συλλογισμένοι	=	συλλογισμένος
συλλογισμένος	verb	αυτός που συλλογίζεται έντονα κάτι
συλλογισμένου	=	συλλογισμένος
συλλογισμένους	=	συλλογισμένος
συλλογισμένων	=	συλλογισμένος
συλλογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλογισμός
συλλογισμού	noun	γενική ενικού του συλλογισμός
συλλογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συλλογισμός
συλλογισμό	noun	αιτιατική ενικού του συλλογισμός
συλλογισμός	noun	η λογική σκέψη που μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα
συλλογισμών	noun	γενική πληθυντικού του συλλογισμός
συλλογιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστήκαν	=	συλλογίζομαι
συλλογιστήκανε	=	συλλογίζομαι
συλλογιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλογιστικό
συλλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του συλλογιστικός
συλλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συλλογιστική
συλλογιστική	noun	η διαδικασία με την οποία κάποιος κάνει συλλογισμούς που τον οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλογιστικός
συλλογιστικής	adj	γενική ενικού του συλλογιστική
συλλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συλλογιστικός
συλλογιστικού	adj	γενική ενικού του συλλογιστικός
συλλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συλλογιστικός
συλλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συλλογιστικός
συλλογιστικός	adj	που έχει σχέση με τον συλλογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συλλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συλλογιστικός
συλλογιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογιστούνε	=	συλλογίζομαι
συλλογιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλογίζομαι
συλλογούμαι	verb	άλλη μορφή του συλλογίζομαι
συλλογών	=	συλλογή
συλλοιμώξεις	=	συλλοίμωξη
συλλοιμώξεων	=	συλλοίμωξη
συλλοχίτες	=	συλλοχίτης
συλλοχίτη	=	συλλοχίτης
συλλοχίτης	noun	που είναι από τον ίδιο λόχο
συλλοχιτών	=	συλλοχίτης
συλλυπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπείσαι	=	συλλυπούμαι
συλλυπείστε	=	συλλυπούμαι
συλλυπείται	=	συλλυπούμαι
συλλυπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθήκαν	=	συλλυπούμαι
συλλυπηθήκανε	=	συλλυπούμαι
συλλυπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
συλλυπημένος	=	συλλυπούμαι
συλλυπητήρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συλλυπητήριος	noun	έκφραση που λέγεται προς κάποιον που πενθεί τον πρόσφατο θάνατο οικείου, αγαπημένου προσώπου
συλλυπητήριας	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριε	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριες	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριο	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριοι	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριος	adj|formal	που έχει σχέση με συλλυπητήρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα εκφράζει
συλλυπητήριου	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριους	=	συλλυπητήριος
συλλυπητήριων	=	συλλυπητήριος
συλλυπητηρίων	=	συλλυπητήρια
συλλυπούμαι	verb	εκφράζω τη λύπη μου σε κάποιον για κάτι κακό που τον βρήκε
συλλυπούμασταν	=	συλλυπούμαι
συλλυπούμαστε	=	συλλυπούμαι
συλλυπούμουν	=	συλλυπούμαι
συλλυπούνται	=	συλλυπούμαι
συλλυπούνταν	=	συλλυπούμαι
συλλυπούσασταν	=	συλλυπούμαι
συλλυπούσαστε	=	συλλυπούμαι
συλλυπούσουν	=	συλλυπούμαι
συλλόγου	noun	γενική ενικού του σύλλογος
συλλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύλλογος
συλλόγων	noun	γενική πληθυντικού του σύλλογος
συλούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συλώ
συλούμασταν	=	συλούμαι
συλούμαστε	=	συλούμαι
συλούμε	=	συλώ
συλούμουν	=	συλούμαι
συλούν	=	συλώ
συλούνε	=	συλώ
συλούνται	=	συλούμαι
συλούνταν	=	συλούμαι
συλούσα	=	συλώ
συλούσαμε	=	συλώ
συλούσαν	=	συλώ
συλούσανε	=	συλώ
συλούσασταν	=	συλούμαι
συλούσαστε	=	συλούμαι
συλούσατε	=	συλώ
συλούσε	=	συλώ
συλούσες	=	συλώ
συλούσουν	=	συλούμαι
συλφίδα	noun	σύλφη, νεράιδα της κελτικής μυθολογίας
συλφίδας	=	συλφίδα
συλφίδες	=	συλφίδα
συλφίδων	=	συλφίδα
συλφίς	noun	συλφίδα
συλφών	=	σύλφη
συλώ	verb	κλέβω πράγματα πολύτιμα ή ιερά
συλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συλώ
συμάζωξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμάζωξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμάζωξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμάζωξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμαζώξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
συμβάδιζα	=	συμβαδίζω
συμβάδιζαν	=	συμβαδίζω
συμβάδιζε	=	συμβαδίζω
συμβάδιζες	=	συμβαδίζω
συμβάδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβάδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβάδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβάδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συμβάλλω
συμβάλλομαι	verb	υπογράφω συμβόλαιο, κλείνω μια εμπορική συμφωνία
συμβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμβάλλω
συμβάλλουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συμβάλλω
συμβάλλω	verb	ενώνομαι
συμβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συμβάν	noun	το περιστατικό, το γεγονός
συμβάντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβάν
συμβάντος	=	συμβάν
συμβάντων	noun	γενική πληθυντικού του συμβάν
συμβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμβαση
συμβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμβαση
συμβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμβαση
συμβία	noun	η σύζυγος
συμβίας	noun	γενική ενικού του συμβία
συμβίβαζα	=	συμβιβάζω
συμβίβαζαν	=	συμβιβάζω
συμβίβαζε	=	συμβιβάζω
συμβίβαζες	=	συμβιβάζω
συμβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβία
συμβίωνα	=	συμβιώνω
συμβίωναν	=	συμβιώνω
συμβίωνε	=	συμβιώνω
συμβίωνες	=	συμβιώνω
συμβίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμβιώνω
συμβίωσης	noun	γενική ενικού του συμβίωση
συμβαίνει	verb	γίνεται (για ένα γεγονός, πράξη, συμβάν, περιστατικό) απροσδόκητο ή συμπτωματικό
συμβαδίζαμε	=	συμβαδίζω
συμβαδίζαν	=	συμβαδίζω
συμβαδίζανε	=	συμβαδίζω
συμβαδίζατε	=	συμβαδίζω
συμβαδίζει	=	συμβαδίζω
συμβαδίζεις	=	συμβαδίζω
συμβαδίζετε	=	συμβαδίζω
συμβαδίζοντας	=	συμβαδίζω
συμβαδίζουμε	=	συμβαδίζω
συμβαδίζουν	=	συμβαδίζω
συμβαδίζουνε	=	συμβαδίζω
συμβαδίζω	verb|formal	περπατώ μαζί με κάποιον (συμπορεύομαι)
συμβαδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσαν	=	συμβαδίζω
συμβαδίσανε	=	συμβαδίζω
συμβαδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβαδίζω
συμβαλλομένη	=	συμβαλλόμενος
συμβαλλομένης	=	συμβαλλόμενος
συμβαλλομένου	=	συμβαλλόμενος
συμβαλλομένους	=	συμβαλλόμενος
συμβαλλομένων	=	συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβαλλόμενο
συμβαλλόμενε	verb	κλητική ενικού του συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβαλλόμενη
συμβαλλόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενης	verb	γενική ενικού του συμβαλλόμενη
συμβαλλόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενος	verb|formal	ένας από δύο ή περισσότερους (συνήθως άτομα ή φυσικά πρόσωπα ή και εταιρείες) που συμφωνούν σε κάτι
συμβαλλόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμβαλλόμενος
συμβαλλόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμβαλλόμενος
συμβασίλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασίλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασίλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασίλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασίλισσα	noun	θηλυκό του συμβασιλέας
συμβασίλισσας	=	συμβασίλισσα
συμβασίλισσες	=	συμβασίλισσα
συμβασιλέα	=	συμβασιλέας
συμβασιλέας	noun	κάποιος που είναι βασιλιάς μαζί με κάποιον άλλο, που βασιλεύουν μαζί
συμβασιλέων	=	συμβασιλέας
συμβασιλεία	noun	η βασιλική εξουσία που ασκείται από δύο ή περισσότερους βασιλείς ταυτόχρονα
συμβασιλείας	=	συμβασιλεία
συμβασιλείες	=	συμβασιλεία
συμβασιλείς	=	συμβασιλέας
συμβασιλειών	=	συμβασιλεία
συμβασιλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβασιλεύω
συμβασιλεύω	verb	είμαι συμβασιλέας
συμβασιλισσών	=	συμβασίλισσα
συμβασιοκράτες	=	συμβασιοκράτης
συμβασιοκράτη	=	συμβασιοκράτης
συμβασιοκράτης	noun	οπαδός της συμβασιοκρατίας
συμβασιοκρατία	noun	φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι πολλές από τις θεμελιώδεις αρχές, νόρμες και έννοιες, όπως οι μαθηματικές αλήθειες ή οι ηθικοί κανόνες, βασίζονται σε κοινωνικές συμφωνίες και συμβάσεις, αντί να είναι αντικειμενικά αληθείς ή εγγενώς σωστές
συμβασιοκρατίας	=	συμβασιοκρατία
συμβασιοκρατίες	=	συμβασιοκρατία
συμβασιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβασιοκρατικό
συμβασιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβασιοκρατική
συμβασιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατικής	adj	γενική ενικού του συμβασιοκρατική
συμβασιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατικού	adj	γενική ενικού του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατικός	adj	που έχει σχέση με τη συμβασιοκρατία ή τον συμβασιοκράτη ή αναφέρεται σ’ αυτά
συμβασιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβασιοκρατικός
συμβασιοκρατιών	=	συμβασιοκρατία
συμβασιοκρατών	=	συμβασιοκράτης
συμβασιοποίηση	noun	δημιουργία και υπογραφή σύμβασης για την υλοποίηση έργου
συμβασιοποίησης	=	συμβασιοποίηση
συμβασιοποιήθηκα	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιήθηκαν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιήθηκε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιήθηκες	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιήσεις	=	συμβασιοποίηση
συμβασιοποιήσεων	=	συμβασιοποίηση
συμβασιοποιήσου	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιείσαι	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιείστε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιείται	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιηθήκαμε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιηθήκαν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιηθήκανε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιηθήκατε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιηθεί	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιηθείτε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιημένος	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμβασιοποιώ
συμβασιοποιούμασταν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούμαστε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούμουν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούνται	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούνταν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούσασταν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούσαστε	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιούσουν	=	συμβασιοποιούμαι
συμβασιοποιώ	verb	δημιουργώ σύμβαση ανάθεσης ενός έργου σε κάποιον
συμβασιουχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμβασιουχικός
συμβασιουχικέ	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικές	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχική	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικής	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικοί	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικού	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικούς	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικό	=	συμβασιουχικός
συμβασιουχικός	adv	που έχει σχέση με συμβασιούχους ή αναφέρεται σ’ αυτούς
συμβασιουχικών	=	συμβασιουχικός
συμβασιούχα	noun	θηλυκό του συμβασιούχος
συμβασιούχας	=	συμβασιούχος
συμβασιούχε	=	συμβασιούχος
συμβασιούχες	=	συμβασιούχος
συμβασιούχο	=	συμβασιούχος
συμβασιούχοι	=	συμβασιούχος
συμβασιούχος	adj	εργαζόμενος με ορισμένη σύμβαση εργασίας
συμβασιούχου	=	συμβασιούχος
συμβασιούχους	=	συμβασιούχος
συμβασιούχων	=	συμβασιούχος
συμβατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβατό	adv	με συμβατό τρόπο
συμβατέ	adj	κλητική ενικού του συμβατός
συμβατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβατή
συμβατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβατός
συμβατής	adj	γενική ενικού του συμβατή
συμβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμβατικός	adv	με συμβατικό τρόπο
συμβατικέ	adj	κλητική ενικού του συμβατικός
συμβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβατική
συμβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβατικός
συμβατικής	adj	γενική ενικού του συμβατική
συμβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβατικός
συμβατικοτήτων	=	συμβατικότητα
συμβατικού	adj	γενική ενικού του συμβατικός
συμβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβατικός
συμβατικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβατικός
συμβατικός	adj	συμπεφωνημένος
συμβατικότης	noun	η συμβατικότητα
συμβατικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι συμβατικό(ς), η ιδιότητα του συμβατικού
συμβατικότητας	noun	γενική ενικού του συμβατικότητα
συμβατικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβατικότητα
συμβατικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβατικός
συμβατικώς	adv|dated	συμβατικά
συμβατισμέ	noun	κλητική ενικού του συμβατισμός
συμβατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβατισμός
συμβατισμού	noun	γενική ενικού του συμβατισμός
συμβατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμβατισμός
συμβατισμό	noun	αιτιατική ενικού του συμβατισμός
συμβατισμός	noun	η συμβασιοκρατία
συμβατισμών	noun	γενική πληθυντικού του συμβατισμός
συμβατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβατός
συμβατοτήτων	=	συμβατότητα
συμβατού	adj	γενική ενικού του συμβατός
συμβατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβατός
συμβατό	adj	αιτιατική ενικού του συμβατός
συμβατός	adj	που καθορίζεται από σύμβαση
συμβατότης	noun	η συμβατότητα
συμβατότητα	noun	το να είναι κάτι συμβατό με κάτι άλλο, η ιδιότητα του συμβατού
συμβατότητας	noun	γενική ενικού του συμβατότητα
συμβατότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβατότητα
συμβατών	adj	γενική πληθυντικού του συμβατός
συμβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβαίνει
συμβεβηκός	noun|archaic	τυχαίο, απρόβλεπτο γεγονός
συμβεβηκότα	=	συμβεβηκός
συμβεβηκότος	=	συμβεβηκός
συμβεβηκότων	=	συμβεβηκός
συμβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβεβλημένο
συμβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του συμβεβλημένος
συμβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβεβλημένη
συμβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβεβλημένος
συμβεβλημένης	verb	γενική ενικού του συμβεβλημένη
συμβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του συμβεβλημένος
συμβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβεβλημένος
συμβεβλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος συμβάλλω
συμβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμβεβλημένος
συμβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμβεβλημένος
συμβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμβεβλημένος
συμβιβάζαμε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζαν	=	συμβιβάζω
συμβιβάζανε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζατε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζει	=	συμβιβάζω
συμβιβάζεις	=	συμβιβάζω
συμβιβάζεσαι	=	συμβιβάζω
συμβιβάζεστε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζεται	=	συμβιβάζω
συμβιβάζετε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάζονται	=	συμβιβάζω
συμβιβάζονταν	=	συμβιβάζω
συμβιβάζοντας	=	συμβιβάζω
συμβιβάζουμε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζουν	=	συμβιβάζω
συμβιβάζουνε	=	συμβιβάζω
συμβιβάζω	verb	συμβάλλω στη μείωση ή εξάλειψη των διαφορών δύο μερών με διάφορους τρόπους
συμβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάσαν	=	συμβιβάζω
συμβιβάσανε	=	συμβιβάζω
συμβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάσιμα	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμε	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμες	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμη	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμης	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμο	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμοι	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμος	adj	που είναι δυνατόν να συμβιβαστεί
συμβιβάσιμου	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμους	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσιμων	=	συμβιβάσιμος
συμβιβάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβάστρια	noun	θηλυκό του συμβιβαστής
συμβιβάστριας	=	συμβιβάστρια
συμβιβάστριες	=	συμβιβάστρια
συμβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζω
συμβιβαζόμασταν	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόμαστε	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαζόμενο
συμβιβαζόμενε	verb	κλητική ενικού του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαζόμενη
συμβιβαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμενης	verb	γενική ενικού του συμβιβαζόμενη
συμβιβαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμενος	verb	που κάνει ένα συμβιβασμό αυτή τη στιγμή ή την ώρα που έκανε κάτι άλλο, που μπορεί να συμβιβαστεί στο μέλλον, με το να συμβιβάζεται (τροπική), επειδή συμβιβάζεται
συμβιβαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμβιβαζόμενος
συμβιβαζόμουν	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόμουνα	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόντουσαν	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόσασταν	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόσαστε	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόσουν	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόσουνα	=	συμβιβάζω
συμβιβαζόταν	=	συμβιβάζω
συμβιβαζότανε	=	συμβιβάζω
συμβιβασμέ	noun	κλητική ενικού του συμβιβασμός
συμβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβασμένο
συμβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του συμβιβασμένος
συμβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβασμένη
συμβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβιβασμένος
συμβιβασμένης	verb	γενική ενικού του συμβιβασμένη
συμβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμβιβασμένος
συμβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβιβασμένος
συμβιβασμένος	verb	που έχει συμβιβαστεί
συμβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμβιβασμένος
συμβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμβιβασμένος
συμβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμβιβασμένος
συμβιβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβιβασμός
συμβιβασμού	noun	γενική ενικού του συμβιβασμός
συμβιβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμβιβασμός
συμβιβασμό	noun	αιτιατική ενικού του συμβιβασμός
συμβιβασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμβιβάζω
συμβιβασμών	noun	γενική πληθυντικού του συμβιβασμός
συμβιβαστές	=	συμβιβαστής
συμβιβαστή	=	συμβιβαστής
συμβιβαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστήκαν	=	συμβιβάζω
συμβιβαστήκανε	=	συμβιβάζω
συμβιβαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστής	noun	αυτός που συμβιβάζει
συμβιβαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαστικό	adv	προσπαθώντας να επιτευχθεί συμβιβασμός
συμβιβαστικέ	adj	κλητική ενικού του συμβιβαστικός
συμβιβαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαστική
συμβιβαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβιβαστικός
συμβιβαστικής	adj	γενική ενικού του συμβιβαστική
συμβιβαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαστικός
συμβιβαστικοτήτων	=	συμβιβαστικότητα
συμβιβαστικού	adj	γενική ενικού του συμβιβαστικός
συμβιβαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβιβαστικός
συμβιβαστικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβιβαστικός
συμβιβαστικός	adj	που τείνει προς το συμβιβασμό
συμβιβαστικότης	noun	η συμβιβαστικότητα
συμβιβαστικότητα	noun	το να είναι κάποιος συμβιβαστικός, η ιδιότητα του συμβιβαστικού
συμβιβαστικότητας	noun	γενική ενικού του συμβιβαστικότητα
συμβιβαστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιβαστικότητα
συμβιβαστικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβιβαστικός
συμβιβαστικώς	adv|formal	άλλη μορφή του συμβιβαστικά
συμβιβαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστριών	=	συμβιβάστρια
συμβιβαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιβάζομαι
συμβιβαστών	=	συμβιβαστής
συμβιωτές	=	συμβιωτής
συμβιωτή	=	συμβιωτής
συμβιωτής	noun	οργανισμός που συμβιώνει με άλλους
συμβιωτικά	adv	με συμβίωση, με συνύπαρξη
συμβιωτικέ	adj	κλητική ενικού του συμβιωτικός
συμβιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβιωτική
συμβιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβιωτικός
συμβιωτικής	adj	γενική ενικού του συμβιωτική
συμβιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβιωτικός
συμβιωτικού	adj	γενική ενικού του συμβιωτικός
συμβιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβιωτικός
συμβιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβιωτικός
συμβιωτικός	adj	για οργανισμό που ζει συμβιώνοντας με άλλα είδη, συνήθως αλλά όχι πάντα, προς αμοιβαίο όφελος
συμβιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβιωτικός
συμβιωτών	=	συμβιωτής
συμβιώναμε	=	συμβιώνω
συμβιώναν	=	συμβιώνω
συμβιώνανε	=	συμβιώνω
συμβιώνατε	=	συμβιώνω
συμβιώνει	=	συμβιώνω
συμβιώνεις	=	συμβιώνω
συμβιώνετε	=	συμβιώνω
συμβιώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμβιώνω
συμβιώνουμε	=	συμβιώνω
συμβιώνουν	=	συμβιώνω
συμβιώνουνε	=	συμβιώνω
συμβιώνω	verb	βιώνω / ζω μαζί με κάποιον ή κάποιους άλλους, ή στην ίδια κατοικία ή στο ίδιο περιβάλλον
συμβιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώσαν	=	συμβιώνω
συμβιώσανε	=	συμβιώνω
συμβιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβίωση
συμβιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμβίωση
συμβιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμβίωση
συμβιώσιμα	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμε	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμες	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμη	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμης	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμο	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμοι	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμος	adj	με τον οποίο είναι δυνατόν να συμβιώσει κάποιος, είναι δυνατή η συμβίωση
συμβιώσιμου	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμους	=	συμβιώσιμος
συμβιώσιμων	=	συμβιώσιμος
συμβιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβιώνω
συμβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλομαι
συμβλημένος	=	συμβάλλω
συμβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολή
συμβολή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμβάλλω, το πνευματικό ή υλικό έργο που κάποιος έκανε στα πλαίσια μιας κοινής ενέργειας ή προσπάθειας
συμβολής	=	συμβολή
συμβολίζαμε	=	συμβολίζω
συμβολίζαν	=	συμβολίζω
συμβολίζανε	=	συμβολίζω
συμβολίζατε	=	συμβολίζω
συμβολίζει	=	συμβολίζω
συμβολίζεις	=	συμβολίζω
συμβολίζεσαι	=	συμβολίζω
συμβολίζεστε	=	συμβολίζω
συμβολίζεται	=	συμβολίζω
συμβολίζετε	=	συμβολίζω
συμβολίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμβολίζω
συμβολίζομε	=	συμβολίζω
συμβολίζονται	=	συμβολίζω
συμβολίζονταν	=	συμβολίζω
συμβολίζοντας	=	συμβολίζω
συμβολίζουμε	=	συμβολίζω
συμβολίζουν	=	συμβολίζω
συμβολίζουνε	=	συμβολίζω
συμβολίζω	verb	εκφράζω με ένα σύμβολο
συμβολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσαν	=	συμβολίζω
συμβολίσανε	=	συμβολίζω
συμβολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσομε	=	συμβολίζω
συμβολίσου	=	συμβολίζω
συμβολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίσουνε	=	συμβολίζω
συμβολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολίστηκα	=	συμβολίζω
συμβολίστηκαν	=	συμβολίζω
συμβολίστηκε	=	συμβολίζω
συμβολίστηκες	=	συμβολίζω
συμβολίστρια	noun	θηλυκό του συμβολιστής
συμβολίστριας	=	συμβολίστρια
συμβολίστριες	=	συμβολίστρια
συμβολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβολαίου	noun	γενική ενικού του συμβόλαιο
συμβολαίων	noun	γενική πληθυντικού του συμβόλαιο
συμβολαιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιακό
συμβολαιακέ	adj	κλητική ενικού του συμβολαιακός
συμβολαιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιακή
συμβολαιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβολαιακός
συμβολαιακής	adj	γενική ενικού του συμβολαιακή
συμβολαιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιακός
συμβολαιακού	adj	γενική ενικού του συμβολαιακός
συμβολαιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβολαιακός
συμβολαιακό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συμβολαιακός
συμβολαιακός	adj	που γίνεται κατόπιν υπογραφής συμβολαίου
συμβολαιακών	adj	γενική πληθυντικού του συμβολαιακός
συμβολαιογράφε	noun	κλητική ενικού του συμβολαιογράφος
συμβολαιογράφει	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογράφησα	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογράφησαν	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογράφησε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογράφησες	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του συμβολαιογράφος
συμβολαιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιογράφος
συμβολαιογράφος	noun	επαγγελματίας με νομική κατάρτιση, ελεγχόμενος από το κράτος, που συντάσσει και διατηρεί στο αρχείο του συμβόλαια και άλλα (δημόσια) έγγραφα νομικής φύσης και εκτελεί κάποιες δικαστικές ενέργειες (π.χ. πλειστηριασμούς)
συμβολαιογράφου	noun	γενική ενικού του συμβολαιογράφος
συμβολαιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμβολαιογράφος
συμβολαιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του συμβολαιογράφος
συμβολαιογραφήσαμε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφήσαν	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφήσανε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφήσατε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφήσει	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφήστε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφία	noun	το επάγγελμα ενός συμβολαιογράφου καθώς και (κατ’ επέκταση) η χρονική περίοδος που το εξασκεί
συμβολαιογραφίας	noun	γενική ενικού του συμβολαιογραφία
συμβολαιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιογραφία
συμβολαιογραφεί	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιογραφείο
συμβολαιογραφείο	noun	το γραφείο ενός συμβολαιογράφου
συμβολαιογραφείου	noun	γενική ενικού του συμβολαιογραφείο
συμβολαιογραφείς	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφείτε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφείων	noun	γενική πληθυντικού του συμβολαιογραφείο
συμβολαιογραφεῖον	noun	το συμβολαιογραφείο
συμβολαιογραφικά	noun	τα έξοδα που βαρύνουν τους συμβαλλόμενους κατά τη σύναψη ενός συμβολαίου για την αμοιβή του συμβολαιογράφου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιογραφικό, ουδέτερο του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιογραφική
συμβολαιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικής	adj	γενική ενικού του συμβολαιογραφική
συμβολαιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικού	adj	γενική ενικού του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικός	adj	που έχει σχέση με συμβολαιογράφο ή το επάγγελμά του ή αναφέρεται σ’ αυτά
συμβολαιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβολαιογραφικός
συμβολαιογραφικώς	adv	από συμβολαιογραφική άποψη, κατά τρόπο που σχετίζεται με τη σύνταξη ενός συμβολαίου
συμβολαιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του συμβολαιογραφία
συμβολαιογραφούμε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούν	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούνε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσα	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσαμε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσαν	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσανε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσατε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσε	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφούσες	=	συμβολαιογραφώ
συμβολαιογραφώ	verb	είμαι συμβολαιογράφος, εργάζομαι ως συμβολαιογράφος
συμβολαιογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμβολαιογραφώ
συμβολαιοποίηση	noun	η υπογραφή ενός συμβολαίου
συμβολαιοποίησης	=	συμβολαιοποίηση
συμβολαιοποιήσεις	=	συμβολαιοποίηση
συμβολαιοποιήσεων	=	συμβολαιοποίηση
συμβολιζόμασταν	=	συμβολίζω
συμβολιζόμαστε	=	συμβολίζω
συμβολιζόμουν	=	συμβολίζω
συμβολιζόμουνα	=	συμβολίζω
συμβολιζόντουσαν	=	συμβολίζω
συμβολιζόσασταν	=	συμβολίζω
συμβολιζόσαστε	=	συμβολίζω
συμβολιζόσουν	=	συμβολίζω
συμβολιζόσουνα	=	συμβολίζω
συμβολιζόταν	=	συμβολίζω
συμβολιζότανε	=	συμβολίζω
συμβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολικό	adv	κατά συμβολικό τρόπο
συμβολικέ	adj	κλητική ενικού του συμβολικός
συμβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολική
συμβολική	noun	η μελέτη και προσπάθεια κατανόησης και ερμηνείας των συμβόλων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβολικός
συμβολικής	adj	γενική ενικού του συμβολική
συμβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβολικός
συμβολικοτήτων	=	συμβολικότητα
συμβολικού	adj	γενική ενικού του συμβολικός
συμβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβολικός
συμβολικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβολικός
συμβολικός	adj	που αποτελεί σύμβολο ή το χρησιμοποιεί
συμβολικότητα	noun	η ιδιότητα του συμβολικού
συμβολικότητας	=	συμβολικότητα
συμβολικότητες	=	συμβολικότητα
συμβολικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβολικός
συμβολικώς	adv|dated	συμβολικά
συμβολισμέ	noun	κλητική ενικού του συμβολισμός
συμβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολισμένο
συμβολισμένε	verb	κλητική ενικού του συμβολισμένος
συμβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολισμένη
συμβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβολισμένος
συμβολισμένης	verb	γενική ενικού του συμβολισμένη
συμβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμβολισμένος
συμβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβολισμένος
συμβολισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συμβολίζω
συμβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμβολισμένος
συμβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμβολισμένος
συμβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμβολισμένος
συμβολισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβολισμός
συμβολισμού	noun	γενική ενικού του συμβολισμός
συμβολισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμβολισμός
συμβολισμό	noun	αιτιατική ενικού του συμβολισμός
συμβολισμός	noun	η έκφραση με σύμβολα κάποιων αφηρημένων εννοιών
συμβολισμών	noun	γενική πληθυντικού του συμβολισμός
συμβολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολιστής
συμβολιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμβολιστής
συμβολιστήκαμε	=	συμβολίζω
συμβολιστήκαν	=	συμβολίζω
συμβολιστήκανε	=	συμβολίζω
συμβολιστήκατε	=	συμβολίζω
συμβολιστής	noun	καλλιτέχνης (ζωγράφος, λογοτέχνης κ.λπ.) που ακολουθεί τον συμβολισμό
συμβολιστεί	=	συμβολίζω
συμβολιστείς	=	συμβολίζω
συμβολιστείτε	=	συμβολίζω
συμβολιστικά	adv	με συμβολιστικό τρόπο
συμβολιστικέ	=	συμβολιστικός
συμβολιστικές	=	συμβολιστικός
συμβολιστική	=	συμβολιστικός
συμβολιστικής	=	συμβολιστικός
συμβολιστικοί	=	συμβολιστικός
συμβολιστικού	=	συμβολιστικός
συμβολιστικούς	=	συμβολιστικός
συμβολιστικό	=	συμβολιστικός
συμβολιστικός	adj	που έχει σχέση με τον συμβολισμό ή τον συμβολιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
συμβολιστικών	=	συμβολιστικός
συμβολιστικώς	adv	με συμβολιστικό τρόπο
συμβολιστούμε	=	συμβολίζω
συμβολιστούν	=	συμβολίζω
συμβολιστούνε	=	συμβολίζω
συμβολιστριών	=	συμβολίστρια
συμβολιστώ	=	συμβολίζω
συμβολιστών	noun	γενική πληθυντικού του συμβολιστής
συμβολογία	noun	η μελέτη των συμβόλων, των συστημάτων συμβολισμού και της σημασίας τους
συμβολογίας	=	συμβολογία
συμβολογίες	=	συμβολογία
συμβολογιών	=	συμβολογία
συμβολογλωσσών	=	συμβολόγλωσσα
συμβολομεταφραστές	=	συμβολομεταφραστής
συμβολομεταφραστή	=	συμβολομεταφραστής
συμβολομεταφραστής	noun	ο μεταγλωττιστής από συμβολική γλώσσα σε γλώσσα μηχανής
συμβολομεταφραστών	=	συμβολομεταφραστής
συμβολομετρία	noun	τεχνική που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της απόστασης, της θέσης ή των μικρών μεταβολών σε φυσικά αντικείμενα και φαινόμενα μέσω της συμβολής κυμάτων, συνήθως ηλεκτρομαγνητικών, όπως το φως ή τα ραδιοκύματα
συμβολομετρίας	=	συμβολομετρία
συμβολομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβολομετρία
συμβολομετριών	noun	γενική πληθυντικού του συμβολομετρία
συμβολοποίει	=	συμβολοποιώ
συμβολοποίησα	=	συμβολοποιώ
συμβολοποίησαν	=	συμβολοποιώ
συμβολοποίησε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποίησες	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιήσαμε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιήσαν	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιήσανε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιήσατε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιήσει	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιήστε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιεί	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιείς	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιείτε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμβολοποιώ
συμβολοποιούμε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούν	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούνε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσα	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσαμε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσαν	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσανε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσατε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσε	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιούσες	=	συμβολοποιώ
συμβολοποιώ	verb	θωρώ κάποιον ή κάτι ως σύμβολο
συμβολοποιώντας	=	συμβολοποιώ
συμβολοσειρά	noun	string: σειρά (ή ακολουθία) διαδοχικών στοιχείων (οποιουδήποτε μήκους) ενός πεπερασμένου σύνολου ή αλφάβητου.
συμβολοσειράς	=	συμβολοσειρά
συμβολοσειρές	=	συμβολοσειρά
συμβολοσειρών	=	συμβολοσειρά
συμβολόγλωσσα	noun	η συμβολική γλώσσα
συμβολόγλωσσας	=	συμβολόγλωσσα
συμβολόγλωσσες	=	συμβολόγλωσσα
συμβολόμετρα	=	συμβολόμετρο
συμβολόμετρο	noun	μετρητικό όργανο που λειτουργεί βάσει της ενισχυτικής και καταστρεπτικής συμβολής των κυμάτων (συνήθως ηλεκτρομαγνητικών, βαρυτικών)
συμβολόμετρου	=	συμβολόμετρο
συμβολόμετρων	=	συμβολόμετρο
συμβολών	=	συμβολή
συμβουλάς	=	συμβουλή
συμβουλάτορα	=	συμβουλάτορας
συμβουλάτορας	noun	κάποιος που καθοδηγεί και συμβουλεύει
συμβουλάτορες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλάτορας
συμβουλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλή
συμβουλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψαν	=	συμβουλεύω
συμβουλέψανε	=	συμβουλεύω
συμβουλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψομε	=	συμβουλεύω
συμβουλέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψουνε	=	συμβουλεύω
συμβουλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβουλή	noun	η γνώμη ή η άποψη που διατυπώνει ένα άτομο, συνήθως με περισσότερες γνώσεις ή εμπειρία, προς κάποιο άλλο λιγότερο έμπειρο ή ειδικό, με σκοπό να το καθοδηγήσει στον τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης, δράσης ή συμπεριφοράς
συμβουλήν	=	συμβουλή
συμβουλής	noun	γενική ενικού του συμβουλή
συμβουλίου	noun	γενική ενικού του συμβούλιο
συμβουλίων	noun	γενική πληθυντικού του συμβούλιο
συμβουλαί	=	συμβουλή
συμβουλατόρων	=	συμβουλάτορας
συμβουλαῖς	=	συμβουλή
συμβουλεμένος	=	συμβουλεύω
συμβουλευθήκαμε	=	συμβουλεύω
συμβουλευθήκαν	=	συμβουλεύω
συμβουλευθήκανε	=	συμβουλεύω
συμβουλευθήκατε	=	συμβουλεύω
συμβουλευθεί	=	συμβουλεύω
συμβουλευθείς	=	συμβουλεύω
συμβουλευθείτε	=	συμβουλεύω
συμβουλευθούμε	=	συμβουλεύω
συμβουλευθούν	=	συμβουλεύω
συμβουλευθούνε	=	συμβουλεύω
συμβουλευθώ	=	συμβουλεύω
συμβουλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευμένο
συμβουλευμένε	verb	κλητική ενικού του συμβουλευμένος
συμβουλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευμένη
συμβουλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβουλευμένος
συμβουλευμένης	verb	γενική ενικού του συμβουλευμένη
συμβουλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμβουλευμένος
συμβουλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευμένος
συμβουλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμβουλευμένος
συμβουλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμβουλευμένος
συμβουλευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμβουλευμένος
συμβουλευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευτής
συμβουλευτή	noun	συμβουλευτής, στη γενική του ενικού
συμβουλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτήκαν	=	συμβουλεύω
συμβουλευτήκανε	=	συμβουλεύω
συμβουλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτής	noun|formal	αυτός που συμβουλεύει
συμβουλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευτικό
συμβουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του συμβουλευτικός
συμβουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευτική
συμβουλευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμβουλευτικός
συμβουλευτικής	adj	γενική ενικού του συμβουλευτική
συμβουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμβουλευτικός
συμβουλευτικού	adj	γενική ενικού του συμβουλευτικός
συμβουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμβουλευτικός
συμβουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμβουλευτικός
συμβουλευτικός	adj	που δίνει συμβουλές
συμβουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμβουλευτικός
συμβουλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτούνε	=	συμβουλεύω
συμβουλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλευτών	noun	γενική πληθυντικού του συμβουλευτής
συμβουλευόμασταν	=	συμβουλεύω
συμβουλευόμαστε	=	συμβουλεύω
συμβουλευόμενος	=	συμβουλεύω
συμβουλευόμουν	=	συμβουλεύω
συμβουλευόμουνα	=	συμβουλεύω
συμβουλευόντουσαν	=	συμβουλεύω
συμβουλευόσασταν	=	συμβουλεύω
συμβουλευόσαστε	=	συμβουλεύω
συμβουλευόσουν	=	συμβουλεύω
συμβουλευόσουνα	=	συμβουλεύω
συμβουλευόταν	=	συμβουλεύω
συμβουλευότανε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύαμε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύαν	=	συμβουλεύω
συμβουλεύανε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύατε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύει	=	συμβουλεύω
συμβουλεύεις	=	συμβουλεύω
συμβουλεύεσαι	=	συμβουλεύω
συμβουλεύεστε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύεται	=	συμβουλεύω
συμβουλεύετε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύθηκα	=	συμβουλεύω
συμβουλεύθηκαν	=	συμβουλεύω
συμβουλεύθηκε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύθηκες	=	συμβουλεύω
συμβουλεύομαι	verb	ρωτώ τη συμβουλή κάποιου
συμβουλεύομε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύονται	=	συμβουλεύω
συμβουλεύονταν	=	συμβουλεύω
συμβουλεύοντας	=	συμβουλεύω
συμβουλεύου	=	συμβουλεύω
συμβουλεύουμε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύουν	=	συμβουλεύω
συμβουλεύουνε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσαμε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσατε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσει	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσεις	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσετε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσομε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσου	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσουμε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσουν	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσουνε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύστε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύσω	=	συμβουλεύω
συμβουλεύτε	=	συμβουλεύω
συμβουλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύομαι
συμβουλεύω	verb	διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή
συμβουλών	noun	γενική πληθυντικού του συμβουλή
συμβουλῆς	=	συμβουλή
συμβουλῇ	=	συμβουλή
συμβουλῶν	=	συμβουλή
συμβούλευα	=	συμβουλεύω
συμβούλευαν	=	συμβουλεύω
συμβούλευε	=	συμβουλεύω
συμβούλευες	=	συμβουλεύω
συμβούλευσα	=	συμβουλεύω
συμβούλευσαν	=	συμβουλεύω
συμβούλευσε	=	συμβουλεύω
συμβούλευσες	=	συμβουλεύω
συμβούλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβούλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβούλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβούλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβουλεύω
συμβούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβούλιο
συμβούλιο	noun	συνάθροιση ατόμων, που έχουν οριστεί ή εκλεγεί, προκειμένου να αποφασίσουν, μετά από συζήτηση, για διάφορα θέματα
συμβούλιου	=	συμβούλιο
συμβούλου	noun	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σύμβουλος
συμβούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύμβουλος
συμβούλων	noun	γενική πληθυντικού του σύμβουλος
συμβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει
συμβόλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμβόλαιο
συμβόλαιο	noun	η γραπτή συμφωνία με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις το ένα απέναντι στο άλλο
συμβόλαιου	=	συμβόλαιο
συμβόλιζα	=	συμβολίζω
συμβόλιζαν	=	συμβολίζω
συμβόλιζε	=	συμβολίζω
συμβόλιζες	=	συμβολίζω
συμβόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβολίζω
συμβόλου	noun	γενική ενικού του σύμβολο
συμβόλων	noun	γενική πληθυντικού του σύμβολο
συμιακέ	=	συμιακός
συμιακιά	=	συμιακός
συμιακοί	=	συμιακός
συμιακού	=	συμιακός
συμιακούς	=	συμιακός
συμιακό	=	συμιακός
συμιακός	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Σύμη
συμιακών	=	συμιακός
συμμάζεμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του συμμαζεύω
συμμάζευα	=	συμμαζεύω
συμμάζεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμάζεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμάζεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμάζεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμάζωμα	noun|rare	άλλη μορφή του συμμάζεμα
συμμάζωνα	=	συμμαζώνω
συμμάζωναν	=	συμμαζώνω
συμμάζωνε	=	συμμαζώνω
συμμάζωνες	=	συμμαζώνω
συμμάζωσα	=	συμμαζώνω
συμμάζωσαν	=	συμμαζώνω
συμμάζωσε	=	συμμαζώνω
συμμάζωσες	=	συμμαζώνω
συμμάχει	=	συμμαχώ
συμμάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμάχου	noun	γενική ενικού του σύμμαχος
συμμάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύμμαχος
συμμάχων	noun	γενική πληθυντικού του σύμμαχος
συμμέτοχε	noun	κλητική ενικού του συμμέτοχος
συμμέτοχο	noun	αιτιατική ενικού του συμμέτοχος
συμμέτοχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμέτοχος
συμμέτοχος	noun	που μετέχει, παίρνει μέρος ή μερίδιο
συμμέτοχου	=	συμμέτοχος
συμμέτοχους	=	συμμέτοχος
συμμίγδην	adv|archaic	μαζί με
συμμαζέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμάζεμα
συμμαζέματος	noun	γενική ενικού του συμμάζεμα
συμμαζέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύω
συμμαζεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμμάζεμα
συμμαζεμέ	noun	κλητική ενικού του συμμαζεμός
συμμαζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαζεμένο
συμμαζεμένε	verb	κλητική ενικού του συμμαζεμένος
συμμαζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαζεμένη
συμμαζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμαζεμένος
συμμαζεμένης	verb	γενική ενικού του συμμαζεμένη
συμμαζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμμαζεμένος
συμμαζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμαζεμένος
συμμαζεμένος	verb	που έχει συμμαζευτεί
συμμαζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμμαζεμένος
συμμαζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμμαζεμένος
συμμαζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμαζεμένος
συμμαζεμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμαζεμός
συμμαζεμού	noun	γενική ενικού του συμμαζεμός
συμμαζεμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμμαζεμός
συμμαζεμό	noun	αιτιατική ενικού του συμμαζεμός
συμμαζεμός	noun|rare	άλλη μορφή του συμμάζεμα
συμμαζεμών	noun	γενική πληθυντικού του συμμαζεμός
συμμαζευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτήκαν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευτήκανε	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζευόμασταν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόμαστε	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόμουν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόμουνα	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόντουσαν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόσασταν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόσαστε	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόσουν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόσουνα	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευόταν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζευότανε	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύεσαι	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύεστε	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύεται	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύομαι	verb	περιορίζω τις υπερβολές ή τις εξαλλοσύνες
συμμαζεύονται	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύονταν	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύου	=	συμμαζεύομαι
συμμαζεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαζεύομαι
συμμαζεύω	verb	συγκεντρώνω σε ένα σημείο σκόρπια πράγματα
συμμαζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμμάζωμα
συμμαζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαζωμένο
συμμαζωμένε	verb	κλητική ενικού του συμμαζωμένος
συμμαζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαζωμένη
συμμαζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμαζωμένος
συμμαζωμένης	verb	γενική ενικού του συμμαζωμένη
συμμαζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμμαζωμένος
συμμαζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμαζωμένος
συμμαζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμμαζωμένος
συμμαζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμμαζωμένος
συμμαζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμαζωμένος
συμμαζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμάζωμα
συμμαζώματος	noun	γενική ενικού του συμμάζωμα
συμμαζώναμε	=	συμμαζώνω
συμμαζώναν	=	συμμαζώνω
συμμαζώνανε	=	συμμαζώνω
συμμαζώνατε	=	συμμαζώνω
συμμαζώνει	=	συμμαζώνω
συμμαζώνεις	=	συμμαζώνω
συμμαζώνετε	=	συμμαζώνω
συμμαζώνοντας	=	συμμαζώνω
συμμαζώνουμε	=	συμμαζώνω
συμμαζώνουν	=	συμμαζώνω
συμμαζώνουνε	=	συμμαζώνω
συμμαζώνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του συμμαζεύω
συμμαζώσαμε	=	συμμαζώνω
συμμαζώσαν	=	συμμαζώνω
συμμαζώσανε	=	συμμαζώνω
συμμαζώσατε	=	συμμαζώνω
συμμαζώσει	=	συμμαζώνω
συμμαζώστε	=	συμμαζώνω
συμμαθήτρα	=	συμμαθητής
συμμαθήτρια	noun	θηλυκό του συμμαθητής
συμμαθήτριας	noun	γενική ενικού του συμμαθήτρια
συμμαθήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαθήτρια
συμμαθητάκος	noun|rare	υποκοριστικό του συμμαθητής
συμμαθητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαθητής
συμμαθητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμμαθητής
συμμαθητής	noun	αυτός που είναι μαθητής στην ίδια τάξη με κάποιον ή στο ίδιο σχολείο με κάποιον
συμμαθητεία	noun|formal	το να είναι κάποιος συμμαθητής, η ιδιότητα του συμμαθητή
συμμαθητεύω	verb|formal	είμαι συμμαθητής
συμμαθητικός	adj|rare	που έχει σχέση με συμμαθητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συμμαθητριών	noun	γενική πληθυντικού του συμμαθήτρια
συμμαθητών	noun	γενική πληθυντικού του συμμαθητής
συμμαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
συμμαχήτρια	noun	θηλυκό του συμμαχητής
συμμαχήτριας	noun	γενική ενικού του συμμαχήτρια
συμμαχήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαχήτρια
συμμαχία	noun	συμφωνία κρατών ή συνασπισμών που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση εχθρικής απειλής
συμμαχίας	noun	γενική ενικού του συμμαχία
συμμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαχία
συμμαχεί	=	συμμαχώ
συμμαχείς	=	συμμαχώ
συμμαχείτε	=	συμμαχώ
συμμαχητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαχητής
συμμαχητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμμαχητής
συμμαχητής	noun|figurative	κάποιος που μάχεται μαζί με κάποιον άλλον
συμμαχητριών	noun	γενική πληθυντικού του συμμαχήτρια
συμμαχητών	noun	γενική πληθυντικού του συμμαχητής
συμμαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμμαχικός	adv	από συμμαχικής απόψεως
συμμαχικέ	adj	κλητική ενικού του συμμαχικός
συμμαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμαχική
συμμαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμαχικός
συμμαχικής	adj	γενική ενικού του συμμαχική
συμμαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμαχικός
συμμαχικού	adj	γενική ενικού του συμμαχικός
συμμαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμαχικός
συμμαχικό	adj	αιτιατική ενικού του συμμαχικός
συμμαχικός	adj	που έχει σχέση με συμμάχους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς ή αποτελείται από συμμάχους
συμμαχικών	adj	γενική πληθυντικού του συμμαχικός
συμμαχικώς	adv	άλλη μορφή του συμμαχικά
συμμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του συμμαχία
συμμαχούμε	=	συμμαχώ
συμμαχούν	=	συμμαχώ
συμμαχούσα	=	συμμαχώ
συμμαχούσαμε	=	συμμαχώ
συμμαχούσαν	=	συμμαχώ
συμμαχούσατε	=	συμμαχώ
συμμαχούσε	=	συμμαχώ
συμμαχούσες	=	συμμαχώ
συμμαχώ	verb	συνάπτω συμμαχία, γίνομαι σύμμαχος με κάποιον
συμμαχώντας	=	συμμαχώ
συμμείγματα	=	σύμμειγμα
συμμείγματος	=	σύμμειγμα
συμμείξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμμειξη
συμμείξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμμειξη
συμμείξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμμειξη
συμμειγμάτων	=	σύμμειγμα
συμμειγνύω	verb|formal	πραγματοποιώ σύμμειξη
συμμερίζεσαι	=	συμμερίζομαι
συμμερίζεστε	=	συμμερίζομαι
συμμερίζεται	=	συμμερίζομαι
συμμερίζομαι	verb	συμμετέχω, δέχομαι κάτι μαζί με κάποιους άλλους
συμμερίζονται	=	συμμερίζομαι
συμμερίζονταν	=	συμμερίζομαι
συμμερίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριζόμασταν	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόμαστε	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόμουν	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόμουνα	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόντουσαν	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόσασταν	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόσαστε	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόσουν	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόσουνα	=	συμμερίζομαι
συμμεριζόταν	=	συμμερίζομαι
συμμεριζότανε	=	συμμερίζομαι
συμμερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμερισμένο
συμμερισμένε	verb	κλητική ενικού του συμμερισμένος
συμμερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμερισμένη
συμμερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμερισμένος
συμμερισμένης	verb	γενική ενικού του συμμερισμένη
συμμερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμμερισμένος
συμμερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμερισμένος
συμμερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμμερισμένος
συμμερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμμερισμένος
συμμερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμερισμένος
συμμεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστήκαν	=	συμμερίζομαι
συμμεριστήκανε	=	συμμερίζομαι
συμμεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμερίζομαι
συμμετάσχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχομε	=	συμμετέχω
συμμετάσχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετάσχτε	=	συμμετέχω
συμμετάσχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετέσχον	verb|formal	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμετέχω
συμμετέχαμε	=	συμμετέχω
συμμετέχατε	=	συμμετέχω
συμμετέχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συμμετέχω
συμμετέχεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συμμετέχω
συμμετέχετε	=	συμμετέχω
συμμετέχομε	=	συμμετέχω
συμμετέχον	=	συμμετέχων
συμμετέχοντα	=	συμμετέχων
συμμετέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμμετέχω
συμμετέχοντες	=	συμμετέχων
συμμετέχοντος	=	συμμετέχων
συμμετέχουμε	=	συμμετέχω
συμμετέχουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συμμετέχω
συμμετέχουνε	=	συμμετέχω
συμμετέχουσα	=	συμμετέχων
συμμετέχουσας	=	συμμετέχων
συμμετέχουσες	=	συμμετέχων
συμμετέχω	verb	παίρνω μέρος σε κάτι μαζί με άλλους
συμμετέχων	verb|formal	που συμμετέχει, που παίρνει μέρος σε κάτι
συμμεταβλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμεταβλητό
συμμεταβλητέ	adj	κλητική ενικού του συμμεταβλητός
συμμεταβλητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμεταβλητή
συμμεταβλητή	=	συμμεταβλητός
συμμεταβλητής	adj	γενική ενικού του συμμεταβλητή
συμμεταβλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμεταβλητός
συμμεταβλητοτήτων	=	συμμεταβλητότητα
συμμεταβλητού	adj	γενική ενικού του συμμεταβλητός
συμμεταβλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμεταβλητός
συμμεταβλητό	adj	αιτιατική ενικού του συμμεταβλητός
συμμεταβλητός	adj	που είναι ή έχει συσχετισμένη μεταβλητή (συμμεταβλητή (ουσιαστικοποιημένο))
συμμεταβλητότητα	noun	στατιστικό μέτρο που δείχνει τον βαθμό στον οποίο δύο μεταβλητές αλλάζουν μαζί: αν οι τιμές των δύο μεταβλητών τείνουν να αυξάνονται ή να μειώνονται ταυτόχρονα, η συμμεταβλητότητα είναι θετική, ενώ αν η μία μεταβλητή αυξάνεται ενώ η άλλη μειώνεται, η συμμεταβλητότητα είναι αρνητική
συμμεταβλητότητας	=	συμμεταβλητότητα
συμμεταβλητότητες	=	συμμεταβλητότητα
συμμεταβλητών	adj	γενική πληθυντικού του συμμεταβλητός
συμμετείχα	=	συμμετέχω
συμμετείχαν	=	συμμετέχω
συμμετείχανε	=	συμμετέχω
συμμετείχε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του συμμετέχω
συμμετείχες	=	συμμετέχω
συμμετεχουσών	=	συμμετέχων
συμμετεχούσης	=	συμμετέχων
συμμετεχόντων	=	συμμετέχων
συμμετοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμετοχή
συμμετοχή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμμετέχω
συμμετοχής	=	συμμετοχή
συμμετοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμμετοχικός	adv	με συμμετοχικό τρόπο, με συμμετοχικότητα
συμμετοχικέ	adj	κλητική ενικού του συμμετοχικός
συμμετοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμετοχική
συμμετοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμετοχικός
συμμετοχικής	adj	γενική ενικού του συμμετοχική
συμμετοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμετοχικός
συμμετοχικοτήτων	=	συμμετοχικότητα
συμμετοχικού	adj	γενική ενικού του συμμετοχικός
συμμετοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμετοχικός
συμμετοχικό	adj	αιτιατική ενικού του συμμετοχικός
συμμετοχικός	adj	που έχει σχέση με συμμετοχή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προϋποθέτει
συμμετοχικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συμμετοχικού, η επιθυμία ή τάση για συμμετοχή
συμμετοχικότητας	=	συμμετοχικότητα
συμμετοχικότητες	=	συμμετοχικότητα
συμμετοχικών	adj	γενική πληθυντικού του συμμετοχικός
συμμετοχών	=	συμμετοχή
συμμετρία	noun	η πλήρης αντιστοιχία όλων των σημείων ενός σχήματος ή στερεού σε σχέση με κάποιον νοητό άξονα, σημείο ή επίπεδο αναφοράς
συμμετρίας	noun	γενική ενικού του συμμετρία
συμμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμετρία
συμμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμμετρικός	adv	με συμμετρικό τρόπο
συμμετρικέ	adj	κλητική ενικού του συμμετρικός
συμμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμετρική
συμμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμετρικός
συμμετρικής	adj	γενική ενικού του συμμετρική
συμμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμετρικός
συμμετρικοτήτων	=	συμμετρικότητα
συμμετρικού	adj	γενική ενικού του συμμετρικός
συμμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμετρικός
συμμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του συμμετρικός
συμμετρικός	adj	που έχει σχέση με τη συμμετρία, αναφέρεται σ’ αυτή ή βρίσκεται σε συμμετρία όσον αφορά κάτι άλλο
συμμετρικότης	noun	η συμμετρικότητα
συμμετρικότητα	noun	η ιδιότητα του συμμετρικού
συμμετρικότητας	noun	γενική ενικού του συμμετρικότητα
συμμετρικότητες	=	συμμετρικότητα
συμμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του συμμετρικός
συμμετρικώς	adv|dated	συμμετρικά
συμμετριών	noun	γενική πληθυντικού του συμμετρία
συμμετόχου	noun	γενική ενικού του συμμέτοχος
συμμετόχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμμέτοχος
συμμετόχων	noun	γενική πληθυντικού του συμμέτοχος
συμμιγές	=	συμμιγής
συμμιγή	=	συμμιγής
συμμιγής	adj	που αποτελείται από δύο ή περισσότερα τμήματα σε διαφορετικές μονάδες μετρήσεως, οι οποίες αναφέρονται στο ίδιο φυσικό μέγεθος
συμμιγείς	=	συμμιγής
συμμιγούς	=	συμμιγής
συμμιγών	=	συμμιγής
συμμμετείχε	=	συμμετέχω
συμμορία	noun	ομάδα κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια και ανήθικα προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους
συμμορίας	noun	γενική ενικού του συμμορία
συμμορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορία
συμμορίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορίτης
συμμορίτη	=	συμμορίτης
συμμορίτης	noun	μέλος συμμορίας
συμμορίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορίτικο
συμμορίτικε	adj	κλητική ενικού του συμμορίτικος
συμμορίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορίτικη
συμμορίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμορίτικος
συμμορίτικης	adj	γενική ενικού του συμμορίτικη
συμμορίτικο	adj	αιτιατική ενικού του συμμορίτικος
συμμορίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμορίτικος
συμμορίτικος	adj	που έχει σχέση με την συμμορία ή τον συμμορίτη ή αναφέρεται σ' αυτά
συμμορίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμμορίτικος
συμμορίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμορίτικος
συμμορίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμορίτικος
συμμορίτισσα	noun	θηλυκό του συμμορίτης
συμμορίτισσας	noun	γενική ενικού του συμμορίτισσα
συμμορίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορίτισσα
συμμοριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμοριτικό
συμμοριτικέ	adj	κλητική ενικού του συμμοριτικός
συμμοριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμοριτική
συμμοριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμοριτικός
συμμοριτικής	adj	γενική ενικού του συμμοριτική
συμμοριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμοριτικός
συμμοριτικού	adj	γενική ενικού του συμμοριτικός
συμμοριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμοριτικός
συμμοριτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμμοριτικός
συμμοριτικός	adj|rare	άλλη μορφή του συμμορίτικος
συμμοριτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμμοριτικός
συμμοριτισμέ	=	συμμοριτισμός
συμμοριτισμοί	=	συμμοριτισμός
συμμοριτισμού	=	συμμοριτισμός
συμμοριτισμούς	=	συμμοριτισμός
συμμοριτισμό	=	συμμοριτισμός
συμμοριτισμός	noun	το σύνολο των συμμοριτών και η δράση τους
συμμοριτισμών	=	συμμοριτισμός
συμμοριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συμμορίτισσα
συμμοριτοπολέμου	noun	γενική ενικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπολέμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπολέμων	noun	γενική πληθυντικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπόλεμε	noun	κλητική ενικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπόλεμος	noun|dated	ο ανταρτοπόλεμος κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949)
συμμοριτοπόλεμου	noun	γενική ενικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπόλεμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτοπόλεμων	noun	γενική πληθυντικού του συμμοριτοπόλεμος
συμμοριτών	noun	γενική πληθυντικού του συμμορίτης
συμμοριόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμοριόπληκτο
συμμοριόπληκτε	adj	κλητική ενικού του συμμοριόπληκτος
συμμοριόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμοριόπληκτη
συμμοριόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμοριόπληκτος
συμμοριόπληκτης	adj	γενική ενικού του συμμοριόπληκτη
συμμοριόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του συμμοριόπληκτος
συμμοριόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμοριόπληκτος
συμμοριόπληκτος	adj	που έχει πληγεί από συμμορίες ή (παρωχημένο) από τον συμμοριτοπόλεμο
συμμοριόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμμοριόπληκτος
συμμοριόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμμοριόπληκτος
συμμοριόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμοριόπληκτος
συμμοριών	noun	γενική πληθυντικού του συμμορία
συμμορφούμενα	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενε	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενες	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενη	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενης	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενο	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενοι	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενος	verb	εκείνος ο οποίος συμμορφώνεται, που ευπειθεί
συμμορφούμενου	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενους	=	συμμορφούμενος
συμμορφούμενων	=	συμμορφούμενος
συμμορφωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθήκαν	=	συμμορφώνω
συμμορφωθήκανε	=	συμμορφώνω
συμμορφωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωθούνε	=	συμμορφώνω
συμμορφωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορφωμένο
συμμορφωμένε	verb	κλητική ενικού του συμμορφωμένος
συμμορφωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμορφωμένη
συμμορφωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμμορφωμένος
συμμορφωμένης	verb	γενική ενικού του συμμορφωμένη
συμμορφωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμμορφωμένος
συμμορφωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμμορφωμένος
συμμορφωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμμορφωμένος
συμμορφωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμμορφωμένος
συμμορφωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμορφωμένος
συμμορφωνόμασταν	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόμαστε	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόμουν	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόμουνα	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόντουσαν	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόσασταν	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόσαστε	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόσουν	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόσουνα	=	συμμορφώνω
συμμορφωνόταν	=	συμμορφώνω
συμμορφωνότανε	=	συμμορφώνω
συμμορφώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφώναμε	=	συμμορφώνω
συμμορφώναν	=	συμμορφώνω
συμμορφώνανε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνατε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνει	=	συμμορφώνω
συμμορφώνεις	=	συμμορφώνω
συμμορφώνεσαι	=	συμμορφώνω
συμμορφώνεστε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνεται	=	συμμορφώνω
συμμορφώνετε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώνομε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνονται	=	συμμορφώνω
συμμορφώνονταν	=	συμμορφώνω
συμμορφώνοντας	=	συμμορφώνω
συμμορφώνουμε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνουν	=	συμμορφώνω
συμμορφώνουνε	=	συμμορφώνω
συμμορφώνω	verb	κάνω τη συμπεριφορά κάποιου να εναρμονιστεί με κάποιο υπόδειγμα, κανόνα ή υπόδειξη και να διορθωθεί
συμμορφώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσαν	=	συμμορφώνω
συμμορφώσανε	=	συμμορφώνω
συμμορφώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμμόρφωση
συμμορφώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμμόρφωση
συμμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμμόρφωση
συμμορφώσομε	=	συμμορφώνω
συμμορφώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
συμμορφώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσουνε	=	συμμορφώνω
συμμορφώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμορφώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμόρφου	=	σύμμορφος
συμμόρφους	=	σύμμορφος
συμμόρφων	=	σύμμορφος
συμμόρφωνα	=	συμμορφώνω
συμμόρφωναν	=	συμμορφώνω
συμμόρφωνε	=	συμμορφώνω
συμμόρφωνες	=	συμμορφώνω
συμμόρφωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμόρφωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμόρφωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμόρφωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνω
συμμόρφωση	noun	η προσαρμογή σε κανόνες ή υποδείγματα
συμμόρφωσης	noun	γενική ενικού του συμμόρφωση
συμπάθα	=	συμπαθώ
συμπάθαγα	=	συμπαθάω
συμπάθαγαν	=	συμπαθώ
συμπάθαγε	=	συμπαθώ
συμπάθαγες	=	συμπαθώ
συμπάθει	=	συμπαθώ
συμπάθεια	noun	θετική, συναισθηματικά, στάση απέναντι σε κάτι ή κάποιον
συμπάθειας	noun	συμπάθεια, στη γενική του ενικού
συμπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπάθεια
συμπάθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπάθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπάθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπάθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπάθιο	noun	συγγνώμη, σχώρα με: χρησιμοποιείται μόνο στην έκφραση: με το συμπάθιο
συμπάθιου	noun	γενική ενικού του συμπάθιο
συμπάθιων	noun	γενική πληθυντικού του συμπάθιο
συμπάντων	=	σύμπαν
συμπάσης	=	σύμπας
συμπάσχον	=	συμπάσχων
συμπάσχοντα	=	συμπάσχων
συμπάσχοντας	=	συμπάσχων
συμπάσχοντες	=	συμπάσχων
συμπάσχοντος	=	συμπάσχων
συμπάσχουσα	=	συμπάσχων
συμπάσχουσας	=	συμπάσχων
συμπάσχουσες	=	συμπάσχων
συμπάσχω	verb	πάσχω μαζί με άλλους ή για ένα πάθημά τους και συμμερίζομαι τον πόνο τους ή για ένα κοινό πάθημα που αφορά άμεσα και εμένα
συμπάσχων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπάσχω
συμπέθερε	=	συμπέθερος
συμπέθερο	=	συμπέθερος
συμπέθεροι	=	συμπέθερος
συμπέθερος	noun	ο πεθερός του παιδιού μου
συμπέθερου	=	συμπέθερος
συμπέθερους	=	συμπέθερος
συμπέθερων	=	συμπέθερος
συμπέραινα	=	συμπεραίνω
συμπέραιναν	=	συμπεραίνω
συμπέραινε	=	συμπεραίνω
συμπέραινες	=	συμπεραίνω
συμπέρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπέραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπέρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπέρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπέρασμα	noun	το αποτέλεσμα ενός συλλογισμού ή μιας συλλογιστικής πορείας
συμπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συμπέταλα	=	συμπέταλος
συμπέταλε	=	συμπέταλος
συμπέταλες	=	συμπέταλος
συμπέταλη	=	συμπέταλος
συμπέταλης	=	συμπέταλος
συμπέταλο	=	συμπέταλος
συμπέταλοι	=	συμπέταλος
συμπέταλος	adj	ο μονοπέταλος
συμπέταλου	=	συμπέταλος
συμπέταλους	=	συμπέταλος
συμπέταλων	=	συμπέταλος
συμπήκτου	=	σύμπηκτος
συμπήκτους	=	σύμπηκτος
συμπήκτων	=	σύμπηκτος
συμπήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπηξη
συμπήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξεων	=	σύμπηξη
συμπήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συμπήχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύομαι
συμπήχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύομαι
συμπίεζα	=	συμπιέζω
συμπίεζαν	=	συμπιέζω
συμπίεζε	=	συμπιέζω
συμπίεζες	=	συμπιέζω
συμπίεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπίεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπίεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπίεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπίεση	noun	η ενέργεια του συμπιέζω
συμπίεσης	noun	γενική ενικού του συμπίεση
συμπίλημα	noun	βιβλίο ή κείμενο φτιαγμένο από ένα σύνολο αποσπασμάτων διαφόρων πηγών, χωρίς πρωτοτυπία
συμπίληση	noun	άτεχνη ανάμειξη περικοπών από διάφορες πηγές
συμπίλησης	=	συμπίληση
συμπίνω	verb	πίνω μαζί με άλλον
συμπίπτον	=	συμπίπτων
συμπίπτοντα	=	συμπίπτων
συμπίπτοντες	=	συμπίπτων
συμπίπτοντος	=	συμπίπτων
συμπίπτουσα	=	συμπίπτων
συμπίπτουσας	=	συμπίπτων
συμπίπτουσες	=	συμπίπτων
συμπίπτω	verb	όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
συμπίπτων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπίπτω: που συμπίπτει
συμπαίκτες	=	συμπαίκτης
συμπαίκτη	=	συμπαίκτης
συμπαίκτης	noun	αυτός που παίζει μαζί με κάποιον ή κάποιους άλλους, που συμμετέχει μαζί τους σε κάποιο παιχνίδι
συμπαίκτρια	noun	θηλυκό του συμπαίκτης
συμπαίκτριας	noun	γενική ενικού του συμπαίκτρια
συμπαίκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαίκτρια
συμπαίχτες	=	συμπαίχτης
συμπαίχτη	=	συμπαίχτης
συμπαίχτης	noun	άλλη μορφή του συμπαίκτης
συμπαίχτρια	noun	άλλη μορφή του συμπαίκτρια
συμπαίχτριας	noun	γενική ενικού του συμπαίχτρια
συμπαίχτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαίχτρια
συμπαγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συμπαγής
συμπαγέστατα	=	συμπαγής
συμπαγέστατε	=	συμπαγής
συμπαγέστατες	=	συμπαγής
συμπαγέστατη	=	συμπαγής
συμπαγέστατης	=	συμπαγής
συμπαγέστατο	=	συμπαγής
συμπαγέστατοι	=	συμπαγής
συμπαγέστατος	=	συμπαγής
συμπαγέστατου	=	συμπαγής
συμπαγέστατους	=	συμπαγής
συμπαγέστατων	=	συμπαγής
συμπαγέστερα	=	συμπαγής
συμπαγέστερε	=	συμπαγής
συμπαγέστερες	=	συμπαγής
συμπαγέστερη	=	συμπαγής
συμπαγέστερης	=	συμπαγής
συμπαγέστερο	=	συμπαγής
συμπαγέστεροι	=	συμπαγής
συμπαγέστερος	=	συμπαγής
συμπαγέστερου	=	συμπαγής
συμπαγέστερους	=	συμπαγής
συμπαγέστερων	=	συμπαγής
συμπαγή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συμπαγής
συμπαγής	adj	που τα επιμέρους στοιχεία του είναι στενά ενωμένα μεταξύ τους, σε πυκνή διάταξη και χαμηλή έως ανύπαρκτη διαπερατότητα
συμπαγείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαγής
συμπαγούς	adj	γενική ενικού του συμπαγής
συμπαγών	adj	γενική πληθυντικού του συμπαγής
συμπαγώς	adv|formal	με συμπαγή τρόπο
συμπαθάγαμε	=	συμπαθώ
συμπαθάγανε	=	συμπαθώ
συμπαθάγατε	=	συμπαθώ
συμπαθάν	=	συμπαθώ
συμπαθάω	verb	άλλη μορφή του συμπαθώ
συμπαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συμπαθής
συμπαθή	adj	αιτιατική ενικού του συμπαθής
συμπαθήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθήθηκε	=	συμπαθώ
συμπαθήθηκες	=	συμπαθώ
συμπαθής	adj	που κερδίζει τη συμπάθεια των άλλων, που γίνεται ευχαρίστως αποδεκτός
συμπαθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσαν	=	συμπαθώ
συμπαθήσανε	=	συμπαθώ
συμπαθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσου	=	συμπαθώ
συμπαθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσουνε	=	συμπαθώ
συμπαθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθώ
συμπαθεί	=	συμπαθώ
συμπαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθής
συμπαθείτε	=	συμπαθώ
συμπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του συμπάθεια
συμπαθεκτομές	=	συμπαθεκτομή
συμπαθεκτομή	noun	χειρουργική διατομή και διακοπή της συμπαθητικής κεντρικής αλυσίδας (μέθοδος για αντιμετώπιση υπεριδρωσίας)
συμπαθεκτομής	=	συμπαθεκτομή
συμπαθεκτομών	=	συμπαθεκτομή
συμπαθηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθηθήκαν	=	συμπαθώ
συμπαθηθήκανε	=	συμπαθώ
συμπαθηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθηθείς	=	συμπαθώ
συμπαθηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαθιέμαι
συμπαθηθούνε	=	συμπαθώ
συμπαθηθώ	=	συμπαθώ
συμπαθημένος	=	συμπαθώ
συμπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητικό	adv	με συμπαθητικό τρόπο
συμπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του συμπαθητικός
συμπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητική
συμπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαθητικός
συμπαθητικής	adj	γενική ενικού του συμπαθητική
συμπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητικός
συμπαθητικομιμητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητικομιμητικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητικομιμητικό, ουδέτερο του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικομιμητικέ	adj	κλητική ενικού του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικομιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητικομιμητική
συμπαθητικομιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικομιμητικής	adj	γενική ενικού του συμπαθητικομιμητική
συμπαθητικομιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικομιμητικού	adj	γενική ενικού του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικομιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικομιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπαθητικομιμητικός	noun	ονομασία κατηγορίας φαρμάκου με συμπαθητικομιμητική δράση
συμπαθητικομιμητικός	adj	που διεγείρει τις νευρικές απολήξεις του συμπαθητικού συστήματος
συμπαθητικομιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπαθητικομιμητικός
συμπαθητικοτήτων	=	συμπαθητικότητα
συμπαθητικού	adj	γενική ενικού του συμπαθητικός
συμπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπαθητικός
συμπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπαθητικός
συμπαθητικός	adj	για πρόσωπο προς το οποίο δείχνουμε συμπάθεια, διότι κάποια χαρακτηριστικά του μας αρέσουν ή τα εκτιμούμε, συμπαθής
συμπαθητικότης	noun	η συμπαθητικότητα
συμπαθητικότητα	noun	η ιδιότητα των σημασιών της λέξης συμπαθητικός
συμπαθητικότητας	=	συμπαθητικότητα
συμπαθητικότητες	=	συμπαθητικότητα
συμπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπαθητικός
συμπαθιέμαι	=	συμπαθώ
συμπαθιέσαι	=	συμπαθώ
συμπαθιέστε	=	συμπαθώ
συμπαθιέται	=	συμπαθώ
συμπαθιούνται	=	συμπαθώ
συμπαθιούνταν	=	συμπαθώ
συμπαθιόμασταν	=	συμπαθώ
συμπαθιόμαστε	=	συμπαθώ
συμπαθιόμουν	=	συμπαθώ
συμπαθιόμουνα	=	συμπαθώ
συμπαθιόνταν	=	συμπαθώ
συμπαθιόντανε	=	συμπαθώ
συμπαθιόντουσαν	=	συμπαθώ
συμπαθιόσασταν	=	συμπαθώ
συμπαθιόσουν	=	συμπαθώ
συμπαθιόσουνα	=	συμπαθώ
συμπαθιόταν	=	συμπαθώ
συμπαθιότανε	=	συμπαθώ
συμπαθουσών	=	συμπαθών
συμπαθούμε	=	συμπαθώ
συμπαθούν	=	συμπαθώ
συμπαθούνε	=	συμπαθώ
συμπαθούντα	=	συμπαθών
συμπαθούντες	=	συμπαθών
συμπαθούντος	=	συμπαθών
συμπαθούντων	=	συμπαθών
συμπαθούς	adj	γενική ενικού του συμπαθής
συμπαθούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαθών
συμπαθούσαμε	=	συμπαθώ
συμπαθούσαν	=	συμπαθώ
συμπαθούσανε	=	συμπαθώ
συμπαθούσας	=	συμπαθών
συμπαθούσατε	=	συμπαθώ
συμπαθούσε	=	συμπαθώ
συμπαθούσες	=	συμπαθώ
συμπαθούσης	=	συμπαθών
συμπαθώ	verb	αισθάνομαι ή εκφράζω συμπάθεια για κάποιο πρόσωπο
συμπαθών	adj	γενική πληθυντικού του συμπαθής, αρσενικό ή θηλυκό	verb|formal	που συμπαθεί, που είναι φιλικά διακείμενος
συμπαθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπαθώ
συμπαθώς	adv|formal	με συμπάθεια
συμπαιγνία	noun	συντονισμένη εξαπάτηση από ομάδα ατόμων· το τέχνασμα που δημιουργεί ψεύτικη εικόνα της πραγματικότητας αποβλέποντας στην ενοχοποίηση ή παραπλάνηση τρίτων
συμπαιγνίας	noun	γενική ενικού του συμπαιγνία
συμπαιγνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαιγνία
συμπαιγνιών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαιγνία
συμπαικτριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαίκτρια
συμπαικτών	=	συμπαίκτης
συμπαιχτριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαίχτρια
συμπαιχτών	=	συμπαίχτης
συμπανηγυρίζαμε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζανε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζατε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζει	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζεις	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζεσαι	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζεστε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζεται	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζετε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζομαι	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζονται	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζονταν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζοντας	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζουμε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζουν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζουνε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίζω	verb	πανηγυρίζω μαζί με άλλους, συμμετέχω σε πανηγύρι, γιορτή ή, απλά, στη χαρά άλλων
συμπανηγυρίσαμε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίσαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίσανε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίσατε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίσει	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίσου	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίστε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίστηκα	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίστηκαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίστηκε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυρίστηκες	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόμασταν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόμαστε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόμουν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόμουνα	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόντουσαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόσασταν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόσαστε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόσουν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόσουνα	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζόταν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριζότανε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριστήκαμε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριστήκαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριστήκανε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριστήκατε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριστεί	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγυριστείτε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύριζα	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύριζαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύριζε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύριζες	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύρισα	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύρισαν	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύρισε	=	συμπανηγυρίζω
συμπανηγύρισες	=	συμπανηγυρίζω
συμπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαντικό
συμπαντικέ	adj	κλητική ενικού του συμπαντικός
συμπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαντική
συμπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαντικός
συμπαντικής	adj	γενική ενικού του συμπαντική
συμπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπαντικός
συμπαντικού	adj	γενική ενικού του συμπαντικός
συμπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπαντικός
συμπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπαντικός
συμπαντικός	adj	που αναφέρεται ή προέρχεται από το σύμπαν
συμπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπαντικός
συμπαντογένεση	noun	η γέννηση ενός νέου σύμπαντος
συμπαντογένεσης	noun	γενική ενικού του συμπαντογένεση
συμπαντογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαντογένεση
συμπαντογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπαντογένεση
συμπαντογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπαντογένεση
συμπαντογονία	noun	η συμπαντογένεση
συμπαντογονίας	noun	γενική ενικού του συμπαντογονία
συμπαντογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαντογονία
συμπαντογονιών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαντογονία
συμπαντολογία	noun	η ενασχόληση με το σύμπαν από διάφορες σκοπιές, φιλοσοφική, υπαρξιακή, ανορθολογική, αποκρυφιστική κ.λπ., και η διαμόρφωση αντίστοιχων αντιλήψεων και θεωρήσεων
συμπαντολογίας	noun	γενική ενικού του συμπαντολογία
συμπαντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαντολογία
συμπαντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαντολογία
συμπαράγοντα	=	συμπαράγοντας
συμπαράγοντας	noun	μικρή, μη πρωτεϊνική ένωση που προσδένεται σε ένζυμο και είναι απαραίτητη, για να ενεργοποιηθεί ή να ολοκληρώσει τη λειτουργία του
συμπαράγοντες	=	συμπαράγοντας
συμπαράγωγα	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγε	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγες	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγη	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγης	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγο	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγοι	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγος	adj	που παράγεται μαζί με άλλον
συμπαράγωγου	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγους	=	συμπαράγωγος
συμπαράγωγων	=	συμπαράγωγος
συμπαράσταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπαρίσταμαι / συμπαραστέκομαι
συμπαράστασης	noun	γενική ενικού του συμπαράσταση
συμπαράστασις	noun	η συμπαράσταση
συμπαράταξη	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπαρατάσσω
συμπαράταξης	=	συμπαράταξη
συμπαρέσυρα	=	συμπαρασύρω
συμπαρίσταμαι	verb|formal	άλλη μορφή του συμπαραστέκομαι
συμπαραγωγέ	noun	κλητική ενικού του συμπαραγωγός
συμπαραγωγές	=	συμπαραγωγή
συμπαραγωγή	noun	προϊόν, συνήθως βιομηχανικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό, που προκύπτει ως απότοκος συνεργασίας δύο ή περισσοτέρων παραγωγών.
συμπαραγωγής	=	συμπαραγωγή
συμπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπαραγωγός
συμπαραγωγού	noun	γενική ενικού του συμπαραγωγός
συμπαραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμπαραγωγός
συμπαραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του συμπαραγωγός
συμπαραγωγός	noun	παραγωγός, συνήθως βιομηχανικός, κινηματογραφικός ή τηλεοπτικός, που συμβάλλει ή συνεργάζεται με άλλους για τη παραγωγή ενός προϊόντος
συμπαραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαραγωγός
συμπαραγόντων	=	συμπαράγοντας
συμπαραθέτω	verb	τοποθετώ δίπλα δίπλα
συμπαρασέρνω	verb	άλλη μορφή του συμπαρασύρω
συμπαραστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαραστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαραστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαραστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαραστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαράσταση
συμπαραστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπαράσταση
συμπαραστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπαράσταση
συμπαραστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαραστάτης
συμπαραστάτη	=	συμπαραστάτης
συμπαραστάτης	noun	που συμπαρίσταται, που συμπαραστέκεται
συμπαραστάτισσας	noun	γενική ενικού του συμπαραστάτισσα
συμπαραστάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαραστάτισσα
συμπαραστάτρια	noun	θηλυκό του συμπαραστάτης
συμπαραστάτριας	=	συμπαραστάτρια
συμπαραστάτριες	=	συμπαραστάτρια
συμπαραστέκομαι	verb	βοηθώ και υποστηρίζω κάποιον υλικά και ηθικά
συμπαραστέκω	verb	στέκομαι κοντά σε κάποιον την ώρα της δύσκολης στιγμής και τον υποστηρίζω υλικά ή ηθικά
συμπαρασταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαρασταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαραστέκομαι
συμπαραστατισσών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαραστάτισσα
συμπαραστατουμένη	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατουμένης	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατουμένου	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατουμένους	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατουμένων	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενα	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενε	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενες	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενη	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενης	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενο	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενοι	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενος	verb|formal	που έχει άλλους κοντά του, συνήθως που τον βοηθούν τρόπον τινά
συμπαραστατούμενου	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενους	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατούμενων	=	συμπαραστατούμενος
συμπαραστατριών	=	συμπαραστάτρια
συμπαραστατών	=	συμπαραστάτης
συμπαρασύρθηκα	=	συμπαρασύρω
συμπαρασύρομαι	=	συμπαρασύρω
συμπαρασύροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπαρασύρω
συμπαρασύρω	verb|figurative	παρασύρω μαζί με κάτι άλλο
συμπαρατάξεις	=	συμπαράταξη
συμπαρατάξεων	=	συμπαράταξη
συμπαρατάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμπαρατάσσω
συμπαρατάσσω	verb	παρατάσσω πολεμιστές σε παράταξη μάχης
συμπαρατάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαραταγμένο
συμπαραταγμένε	verb	κλητική ενικού του συμπαραταγμένος
συμπαραταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαραταγμένη
συμπαραταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαραταγμένος
συμπαραταγμένης	verb	γενική ενικού του συμπαραταγμένη
συμπαραταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπαραταγμένος
συμπαραταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπαραταγμένος
συμπαραταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπαραταγμένος
συμπαραταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπαραταγμένος
συμπαραταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπαραταγμένος
συμπαραταξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαραταξικό
συμπαραταξικέ	adj	κλητική ενικού του συμπαραταξικός
συμπαραταξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαραταξική
συμπαραταξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπαραταξικός
συμπαραταξικής	adj	γενική ενικού του συμπαραταξική
συμπαραταξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπαραταξικός
συμπαραταξικού	adj	γενική ενικού του συμπαραταξικός
συμπαραταξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπαραταξικός
συμπαραταξικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπαραταξικός
συμπαραταξικός	adj	ο σχετικός με συμπαράταξη οποιασδήποτε μορφής
συμπαραταξικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπαραταξικός
συμπαρατασσόμενα	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενε	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενες	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενη	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενης	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενο	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενοι	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συμπαρατάσσω
συμπαρατασσόμενου	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενους	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαρατασσόμενων	=	συμπαρατασσόμενος
συμπαραταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαραταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπαρατάσσομαι
συμπαρομαρτούντα	noun|formal	ό,τι ακολουθεί μετά από μια ενέργεια, πράξη ή λόγο, ό,τι τα συνοδεύει
συμπαρομαρτούντων	noun	γενική πληθυντικού του συμπαρομαρτούντο
συμπαρομαρτώ	verb|formal	επακολουθώ
συμπαρομαρτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπαρομαρτώ
συμπαρουσίαζα	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίαζαν	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίαζε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίαζες	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίασα	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίασαν	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίασε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσίασες	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζαμε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζαν	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζανε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζατε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζει	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζεις	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζετε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζομαι	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζοντας	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζουμε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζουν	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζουνε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάζω	verb	παρουσιάζω κάτι μαζί με κάποιον άλλον ή άλλους, από κοινού
συμπαρουσιάσαμε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάσαν	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάσανε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάσατε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάσει	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάστε	=	συμπαρουσιάζω
συμπαρουσιάστρια	noun	θηλυκό του συμπαρουσιαστής
συμπαρουσιάστριας	noun	γενική ενικού του συμπαρουσιάστρια
συμπαρουσιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπαρουσιάστρια
συμπαρουσιαστές	=	συμπαρουσιαστής
συμπαρουσιαστή	=	συμπαρουσιαστής
συμπαρουσιαστής	noun	αυτός που παρουσιάζει κάτι μαζί με άλλον ή άλλους
συμπαρουσιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπαρουσιάστρια
συμπαρουσιαστών	=	συμπαρουσιαστής
συμπασχουσών	=	συμπάσχων
συμπασχούσης	=	συμπάσχων
συμπασχόντων	=	συμπάσχων
συμπασών	=	σύμπας
συμπατριωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συμπατριώτισσα
συμπατριωτών	=	συμπατριώτης
συμπατριώτες	=	συμπατριώτης
συμπατριώτη	=	συμπατριώτης
συμπατριώτης	noun	που είναι από την ίδια χώρα
συμπατριώτισσα	noun	συμπατριώτης
συμπατριώτισσας	noun	γενική ενικού του συμπατριώτισσα
συμπατριώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπατριώτισσα
συμπεθέρα	noun	η πεθερά κάποιου σε σχέση με τους δικούς του γονείς ή γενικότερα τους συγγενείς του
συμπεθέρας	noun	γενική ενικού του συμπεθέρα
συμπεθέρεμα	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του συμπεθερεύω
συμπεθέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεθέρα
συμπεθέρευα	=	συμπεθερεύω
συμπεθέρευαν	=	συμπεθερεύω
συμπεθέρευε	=	συμπεθερεύω
συμπεθέρευες	=	συμπεθερεύω
συμπεθέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθέρια	noun|vulgar	οι συμπέθεροι
συμπεθέριαζα	=	συμπεθεριάζω
συμπεθέριαζαν	=	συμπεθεριάζω
συμπεθέριαζε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθέριαζες	=	συμπεθεριάζω
συμπεθέριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθέριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθέριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθέριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθέριασμα	noun	άλλη μορφή του συμπεθέρεμα
συμπεθέρου	=	συμπέθερος
συμπεθέρους	=	συμπέθερος
συμπεθέρων	=	συμπέθερος
συμπεθερέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεθέρεμα
συμπεθερέματος	noun	γενική ενικού του συμπεθέρεμα
συμπεθερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψαν	=	συμπεθερεύω
συμπεθερέψανε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψομε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψουνε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθερεύω
συμπεθερεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμπεθέρεμα
συμπεθερεύαμε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύαν	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύανε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύατε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύει	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύεις	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύετε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύομε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύοντας	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύουμε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύουν	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύουνε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύτε	=	συμπεθερεύω
συμπεθερεύω	verb	άλλη μορφή του συμπεθεριάζω
συμπεθεριά	noun	η συγγενική σχέση που συνδέει τους συμπεθέρους ή (κατ’ επέκταση) τις οικογένειες των δύο συζύγων
συμπεθεριάζαμε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζαν	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζανε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζατε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζει	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζεις	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζετε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζοντας	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζουμε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζουν	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζουνε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάζω	verb	γίνομαι συμπέθερος με κάποιον, που τα παιδιά μας παντρεύονται
συμπεθεριάς	noun	γενική ενικού του συμπεθεριά
συμπεθεριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσαν	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσανε	=	συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεθέριασμα
συμπεθεριάσματος	noun	γενική ενικού του συμπεθέριασμα
συμπεθεριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεθεριάζω
συμπεθεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεθεριά
συμπεθεριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμπεθέριασμα
συμπεθερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεθερικό
συμπεθερικέ	adj	κλητική ενικού του συμπεθερικός
συμπεθερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεθερική
συμπεθερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπεθερικός
συμπεθερικής	adj	γενική ενικού του συμπεθερική
συμπεθερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπεθερικός
συμπεθερικού	adj	γενική ενικού του συμπεθερικός
συμπεθερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπεθερικός
συμπεθερικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπεθερικός
συμπεθερικός	adj	που έχει σχέση με τον συμπέθερο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συμπεθερικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπεθερικός
συμπεθεριού	noun	γενική ενικού του συμπεθεριό
συμπεθεριό	noun	η συμπεθεριά
συμπεθεριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπεθεριό
συμπεπραγμένος	=	συμπράττω
συμπεράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράναν	=	συμπεραίνω
συμπεράνανε	=	συμπεραίνω
συμπεράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεραίνω
συμπεράσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπέρασμα
συμπεράσματος	noun	γενική ενικού του συμπέρασμα
συμπερίλαβε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπερίληψη	noun	η ενέργεια του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπερίληψης	noun	γενική ενικού του συμπερίληψη
συμπεραίναμε	=	συμπεραίνω
συμπεραίναν	=	συμπεραίνω
συμπεραίνανε	=	συμπεραίνω
συμπεραίνατε	=	συμπεραίνω
συμπεραίνει	=	συμπεραίνω
συμπεραίνεις	=	συμπεραίνω
συμπεραίνετε	=	συμπεραίνω
συμπεραίνοντας	=	συμπεραίνω
συμπεραίνουμε	=	συμπεραίνω
συμπεραίνουν	=	συμπεραίνω
συμπεραίνουνε	=	συμπεραίνω
συμπεραίνω	verb	βγάζω ένα συμπέρασμα
συμπερασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμπέρασμα
συμπερασμέ	noun	κλητική ενικού του συμπερασμός
συμπερασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμπερασματικός	adv	συνεπώς, ως συμπέρασμα
συμπερασματικέ	adj	κλητική ενικού του συμπερασματικός
συμπερασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπερασματική
συμπερασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπερασματικός
συμπερασματικής	adj	γενική ενικού του συμπερασματική
συμπερασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπερασματικός
συμπερασματικού	adj	γενική ενικού του συμπερασματικός
συμπερασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπερασματικός
συμπερασματικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπερασματικός
συμπερασματικός	adj	που έχει σχέση με συμπέρασμα, αναφέρεται σ’ αυτό, περιέχει ή δηλώνει συμπέρασμα
συμπερασματικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπερασματικός
συμπερασματικώς	adv|dated	συμπερασματικά
συμπερασματολογία	noun|rare	η συστηματική μελέτη και εφαρμογή αρχών, κανόνων και μεθόδων για την ορθή εξαγωγή λογικών και τεκμηριωμένων συμπερασμάτων
συμπερασματολογώ	verb	οδηγούμαι σε συμπέρασμα το οποίο εκφέρω ή αναπτύσσω γραπτώς
συμπερασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπερασμός
συμπερασμού	noun	γενική ενικού του συμπερασμός
συμπερασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμπερασμός
συμπερασμό	noun	αιτιατική ενικού του συμπερασμός
συμπερασμός	noun|rare	άλλη μορφή του συμπέρασμα, εικασία
συμπερασμών	noun	γενική πληθυντικού του συμπερασμός
συμπεριέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριελήφθη	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριελήφθησαν	=	συμπεριλαμβάνω
συμπερικυκλωσιά	noun	άλλη μορφή του περικύκλωση
συμπερικυκλωσιάς	=	συμπερικυκλωσιά
συμπερικυκλωσιές	=	συμπερικυκλωσιά
συμπερικυκλωσιών	=	συμπερικυκλωσιά
συμπεριλάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβαν	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβανε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβομε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβουνε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάμβανα	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάμβαναν	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάμβανε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλάμβανες	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπερίληψη
συμπεριλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπερίληψη
συμπεριλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπερίληψη
συμπεριλαμβάναμε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάναν	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνανε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνατε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνει	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνεις	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνεσαι	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβάνεσθε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνεστε	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβάνεται	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβάνετε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνομαι	verb	περιλαμβάνομαι, σε κάτι μαζί με άλλους ή άλλα
συμπεριλαμβάνομε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνονται	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβάνονταν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβάνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνου	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβάνουμε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνουν	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνουνε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριλαμβάνω	verb	περιλαμβάνω κάτι μαζί με άλλα, περιέχω κάτι επιπλέον
συμπεριλαμβανημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριλαμβανημένο
συμπεριλαμβανημένε	verb	κλητική ενικού του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριλαμβανημένη
συμπεριλαμβανημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανημένης	verb	γενική ενικού του συμπεριλαμβανημένη
συμπεριλαμβανημένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπεριλαμβανημένος
συμπεριλαμβανομένη	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανομένης	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανομένου	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανομένους	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανομένων	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμασταν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμαστε	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενα	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενε	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενες	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενη	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενης	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συμπεριλαμβανόμενος
συμπεριλαμβανόμενοι	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενος	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενου	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενους	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμενων	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμουν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόμουνα	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόντουσαν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόσασταν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόσαστε	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόσουν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόσουνα	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανόταν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριλαμβανότανε	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληπτικά	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικέ	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικές	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτική	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικής	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικοί	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικοτήτων	=	συμπεριληπτικότητα
συμπεριληπτικού	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικούς	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικό	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληπτικός	adj|formal	που συμπεριλαμβάνει
συμπεριληπτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συμπεριληπτικού· η έλλειψη αποκλεισμών, διακρίσεων, η συμμετοχή και συνεργασία όλων ανεξαιρέτως
συμπεριληπτικότητας	=	συμπεριληπτικότητα
συμπεριληπτικότητες	=	συμπεριληπτικότητα
συμπεριληπτικών	=	συμπεριληπτικός
συμπεριληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθήκαν	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθήκανε	=	συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριληφθούνε	=	συμπεριλαμβάνω
συμπεριληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
συμπεριφέρεσαι	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρεστε	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρεται	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρομαι	verb	αντιδρώ με συγκεκριμένο τρόπο
συμπεριφέρονται	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρονταν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφέρσου	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθήκαν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθήκανε	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθούνε	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόμασταν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόμαστε	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόμουν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόμουνα	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόντουσαν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόσασταν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόσαστε	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόσουν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόσουνα	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερόταν	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφερότανε	=	συμπεριφέρομαι
συμπεριφορά	noun	ο τρόπος με τον οποίο κάποιος αντιμετωπίζει τους άλλους
συμπεριφοράς	noun	γενική ενικού του συμπεριφορά
συμπεριφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφορά
συμπεριφορίστρια	noun	θηλυκό του συμπεριφοριστής
συμπεριφορίστριας	=	συμπεριφορίστρια
συμπεριφορίστριες	=	συμπεριφορίστρια
συμπεριφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφορικό
συμπεριφορικέ	adj	κλητική ενικού του συμπεριφορικός
συμπεριφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφορική
συμπεριφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπεριφορικός
συμπεριφορικής	adj	γενική ενικού του συμπεριφορική
συμπεριφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφορικός
συμπεριφορικού	adj	γενική ενικού του συμπεριφορικός
συμπεριφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπεριφορικός
συμπεριφορικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπεριφορικός
συμπεριφορικός	adj	που έχει σχέση με την συμπεριφορά ή αναφέρεται σ’ αυτή
συμπεριφορικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπεριφορικός
συμπεριφορισμέ	noun	κλητική ενικού του συμπεριφορισμός
συμπεριφορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφορισμός
συμπεριφορισμού	noun	γενική ενικού του συμπεριφορισμός
συμπεριφορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμπεριφορισμός
συμπεριφορισμό	noun	αιτιατική ενικού του συμπεριφορισμός
συμπεριφορισμός	noun	θεωρία μελέτης της συμπεριφοράς ως αντίδρασης σε διάφορα εξωγενή ερεθίσματα
συμπεριφορισμών	noun	γενική πληθυντικού του συμπεριφορισμός
συμπεριφοριστές	=	συμπεριφοριστής
συμπεριφοριστή	=	συμπεριφοριστής
συμπεριφοριστής	noun	που ασχολείται με τον συμπεριφορισμό, τον μελετά ή τον εφαρμόζει
συμπεριφοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφοριστικό
συμπεριφοριστικέ	adj	κλητική ενικού του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφοριστική
συμπεριφοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστικής	adj	γενική ενικού του συμπεριφοριστική
συμπεριφοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστικού	adj	γενική ενικού του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστικός	adj	που έχει σχέση με τον συμπεριφορισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συμπεριφοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπεριφοριστικός
συμπεριφοριστριών	=	συμπεριφορίστρια
συμπεριφοριστών	=	συμπεριφοριστής
συμπεριφορών	=	συμπεριφορά
συμπεφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεφωνημένο
συμπεφωνημένε	verb	κλητική ενικού του συμπεφωνημένος
συμπεφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπεφωνημένη
συμπεφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπεφωνημένος
συμπεφωνημένης	verb	γενική ενικού του συμπεφωνημένη
συμπεφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπεφωνημένος
συμπεφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπεφωνημένος
συμπεφωνημένος	verb|formal	που έχει συμφωνηθεί, οριστικοποιηθεί με συμφωνία
συμπεφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπεφωνημένος
συμπεφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπεφωνημένος
συμπεφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπεφωνημένος
συμπηγνύω	verb|formal	σταθεροποιώ, καθιστώ κάτι συμπαγές
συμπηχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπηγνύομαι
συμπηχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύομαι
συμπηχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύομαι
συμπηχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύομαι
συμπιάνω	verb|rare	συνδέω ράβοντας
συμπιέζαμε	=	συμπιέζω
συμπιέζαν	=	συμπιέζω
συμπιέζανε	=	συμπιέζω
συμπιέζατε	=	συμπιέζω
συμπιέζει	=	συμπιέζω
συμπιέζεις	=	συμπιέζω
συμπιέζεσαι	=	συμπιέζω
συμπιέζεστε	=	συμπιέζω
συμπιέζεται	=	συμπιέζω
συμπιέζετε	=	συμπιέζω
συμπιέζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμπιέζω
συμπιέζονται	=	συμπιέζω
συμπιέζονταν	=	συμπιέζω
συμπιέζοντας	=	συμπιέζω
συμπιέζουμε	=	συμπιέζω
συμπιέζουν	=	συμπιέζω
συμπιέζουνε	=	συμπιέζω
συμπιέζω	verb	πιέζω και μειώνω τον όγκο υλικού
συμπιέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέσαν	=	συμπιέζω
συμπιέσανε	=	συμπιέζω
συμπιέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπίεση
συμπιέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπίεση
συμπιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπίεση
συμπιέσου	=	συμπιέζω
συμπιέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζω
συμπιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπιασμένο
συμπιασμένε	verb	κλητική ενικού του συμπιασμένος
συμπιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπιασμένη
συμπιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπιασμένος
συμπιασμένης	verb	γενική ενικού του συμπιασμένη
συμπιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπιασμένος
συμπιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπιασμένος
συμπιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπιασμένος
συμπιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπιασμένος
συμπιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπιασμένος
συμπιεζόμασταν	=	συμπιέζω
συμπιεζόμαστε	=	συμπιέζω
συμπιεζόμενος	=	συμπιέζω
συμπιεζόμουν	=	συμπιέζω
συμπιεζόμουνα	=	συμπιέζω
συμπιεζόντουσαν	=	συμπιέζω
συμπιεζόσασταν	=	συμπιέζω
συμπιεζόσαστε	=	συμπιέζω
συμπιεζόσουν	=	συμπιέζω
συμπιεζόσουνα	=	συμπιέζω
συμπιεζόταν	=	συμπιέζω
συμπιεζότανε	=	συμπιέζω
συμπιεσμένα	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένε	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένες	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένη	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένης	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένο	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένοι	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένος	verb	που βρίσκεται σε κατάσταση συμπίεσης
συμπιεσμένου	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένους	=	συμπιεσμένος
συμπιεσμένων	=	συμπιεσμένος
συμπιεστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμπιεστός	adv|rare	με συμπιεστό τρόπο
συμπιεστέ	adj	κλητική ενικού του συμπιεστός
συμπιεστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπιεστή
συμπιεστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπιεστός
συμπιεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστήκαν	=	συμπιέζω
συμπιεστήκανε	=	συμπιέζω
συμπιεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστής	noun	κεντρική μονάδα συμπίεσης αέρα κομπρεσέρ	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του συμπιεστός
συμπιεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμπιεστικός	adv	με συμπιεστικό τρόπο, με συμπίεση
συμπιεστικέ	adj	κλητική ενικού του συμπιεστικός
συμπιεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπιεστική
συμπιεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπιεστικός
συμπιεστικής	adj	γενική ενικού του συμπιεστική
συμπιεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπιεστικός
συμπιεστικοτήτων	=	συμπιεστικότητα
συμπιεστικού	adj	γενική ενικού του συμπιεστικός
συμπιεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπιεστικός
συμπιεστικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπιεστικός
συμπιεστικός	adj	που έχει σχέση με τη συμπίεση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
συμπιεστικότητα	noun	άλλη μορφή του συμπιεστότητα
συμπιεστικότητας	=	συμπιεστικότητα
συμπιεστικότητες	=	συμπιεστικότητα
συμπιεστικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπιεστικός
συμπιεστικώς	adv|dated	συμπιεστικά, με συμπίεση
συμπιεστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπιεστός
συμπιεστοτήτων	=	συμπιεστότητα
συμπιεστού	adj	γενική ενικού του συμπιεστός
συμπιεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπιεστός
συμπιεστό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συμπιεστός	noun	συνώνυμο του συμπιεστότητα, η ιδιότητα του συμπιέσιμου
συμπιεστόν	noun	το συμπιεστό, η συμπιεστότητα
συμπιεστός	adj	που μπορεί να συμπιεστεί ώστε να μειωθεί ο όγκος του χωρίς να μειωθει και η μάζα του
συμπιεστότης	noun	η συμπιεστότητα
συμπιεστότητα	noun	η ιδιότητα των υλικών να μειώνουν τον όγκο τους, να είναι συμπιέσιμα
συμπιεστότητας	noun	γενική ενικού του συμπιεστότητα
συμπιεστότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπιεστότητα
συμπιεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπιέζομαι
συμπιεστών	adj	γενική πληθυντικού του συμπιεστός
συμπιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπίλημα
συμπιλήματος	noun	γενική ενικού του συμπίλημα
συμπιλήσεις	=	συμπίληση
συμπιλήσεων	=	συμπίληση
συμπιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμπίλημα
συμπιλητές	=	συμπιλητής
συμπιλητή	=	συμπιλητής
συμπιλητής	noun	αυτός που συνδυάζοντας κείμενα από διάφορες πηγές παρουσιάζει μια σύνθεσή τους, χωρίς όμως να προσφέρει κάτι το πρωτότυπο
συμπιλητών	=	συμπιλητής
συμπιλώ	verb|rare	γράφω κάτι χρησιμοποιώντας κυρίως αποσπάσματα έργων άλλων συγγραφέων
συμπιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπιλώ
συμπιπτουσών	=	συμπίπτων
συμπιπτούσης	=	συμπίπτων
συμπιπτόντων	=	συμπίπτων
συμπλέαμε	=	συμπλέω
συμπλέαν	=	συμπλέω
συμπλέανε	=	συμπλέω
συμπλέατε	=	συμπλέω
συμπλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπλεγμα
συμπλέγματος	noun	γενική ενικού του σύμπλεγμα
συμπλέει	=	συμπλέω
συμπλέεις	=	συμπλέω
συμπλέετε	=	συμπλέω
συμπλέκομαι	verb	έρχομαι στα χέρια, συγκρούομαι
συμπλέκτες	=	συμπλέκτης
συμπλέκτη	=	συμπλέκτης
συμπλέκτης	noun	μηχανισμός των οχημάτων για τη σύνδεση (σύμπλεξη) και αποσύνδεση (αποσύμπλεξη) των ομοαξονικών μερών του συστήματος που χρησιμεύει στη μετάδοση της περιστροφικής κίνησης
συμπλέκω	verb	συνδέω μαζί, συνενώνω, αλληλοεξαρτώ, δημιουργώ σύμπλεγμα
συμπλέξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπλεξη
συμπλέξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπλεξη
συμπλέξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμπλεξη
συμπλέομε	=	συμπλέω
συμπλέοντας	=	συμπλέω
συμπλέουμε	=	συμπλέω
συμπλέουν	=	συμπλέω
συμπλέουνε	=	συμπλέω
συμπλέω	verb	πλέω προς την ίδια κατεύθυνση μαζί με άλλο πλοίο
συμπλήρωμα	noun	η ενέργεια του συμπληρώνω
συμπλήρωνα	=	συμπληρώνω
συμπλήρωναν	=	συμπληρώνω
συμπλήρωνε	=	συμπληρώνω
συμπλήρωνες	=	συμπληρώνω
συμπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπλήρωση	noun	η ενέργεια με την οποία συμπληρώνω κάτι, προσθέτω κάτι παραπάνω
συμπλήρωσης	=	συμπλήρωση
συμπλακήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλακώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συμπλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπλεγμα
συμπλεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεγμένο
συμπλεγμένε	verb	κλητική ενικού του συμπλεγμένος
συμπλεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεγμένη
συμπλεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπλεγμένος
συμπλεγμένης	verb	γενική ενικού του συμπλεγμένη
συμπλεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπλεγμένος
συμπλεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπλεγμένος
συμπλεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμπλέκω
συμπλεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπλεγμένος
συμπλεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπλεγμένος
συμπλεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπλεγμένος
συμπλεγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεγματικό
συμπλεγματικέ	adj	κλητική ενικού του συμπλεγματικός
συμπλεγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεγματική
συμπλεγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπλεγματικός
συμπλεγματικής	adj	γενική ενικού του συμπλεγματική
συμπλεγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπλεγματικός
συμπλεγματικού	adj	γενική ενικού του συμπλεγματικός
συμπλεγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπλεγματικός
συμπλεγματικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπλεγματικός
συμπλεγματικός	adj	κομπλεξικός
συμπλεγματικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπλεγματικός
συμπλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμπλεκτικός	adv	με συμπλεκτικό τρόπο
συμπλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του συμπλεκτικός
συμπλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεκτική
συμπλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπλεκτικός
συμπλεκτικής	adj	γενική ενικού του συμπλεκτική
συμπλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπλεκτικός
συμπλεκτικού	adj	γενική ενικού του συμπλεκτικός
συμπλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπλεκτικός
συμπλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπλεκτικός
συμπλεκτικός	adj	που συμπλέκει, που συνδέει πράγματα το ένα με το άλλο
συμπλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπλεκτικός
συμπλεκτικώς	adv	με συμπλεκτικό τρόπο
συμπλεκτών	=	συμπλέκτης
συμπλεχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεχτικό	adv	συμπλεκτικά
συμπλεχτικέ	adj	κλητική ενικού του συμπλεχτικός
συμπλεχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλεχτική
συμπλεχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπλεχτικός
συμπλεχτικής	adj	γενική ενικού του συμπλεχτική
συμπλεχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπλεχτικός
συμπλεχτικού	adj	γενική ενικού του συμπλεχτικός
συμπλεχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπλεχτικός
συμπλεχτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπλεχτικός
συμπλεχτικός	adj	άλλη μορφή του συμπλεκτικός
συμπλεχτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπλεχτικός
συμπλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσαν	=	συμπλέω
συμπλεύσανε	=	συμπλέω
συμπλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπλευση
συμπλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπλευση
συμπλεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμπλευση
συμπλεύσομε	=	συμπλέω
συμπλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσουνε	=	συμπλέω
συμπλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συμπληγάδες	noun	μυθολογικοί βράχοι στις ακτές του Βοσπόρου που κατέστρεφαν πλοία καθώς αυτά περνούσαν ανάμεσά τους
συμπληγάδων	=	συμπληγάδες
συμπληρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθήκαν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωθήκανε	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωθούνε	=	συμπληρώνω
συμπληρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συμπλήρωμα
συμπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωμένο
συμπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του συμπληρωμένος
συμπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωμένη
συμπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπληρωμένος
συμπληρωμένης	verb	γενική ενικού του συμπληρωμένη
συμπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπληρωμένος
συμπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωμένος
συμπληρωμένος	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπληρωμένος
συμπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπληρωμένος
συμπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπληρωμένος
συμπληρωματικά	adj	αιτιατική ενικού του συμπληρωματικός, αρσενικό	adv	με συμπληρωματικό τρόπο
συμπληρωματικέ	adj	κλητική ενικού του συμπληρωματικός
συμπληρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωματική
συμπληρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπληρωματικός
συμπληρωματικής	adj	γενική ενικού του συμπληρωματική
συμπληρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωματικός
συμπληρωματικοτήτων	=	συμπληρωματικότητα
συμπληρωματικού	adj	γενική ενικού του συμπληρωματικός
συμπληρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπληρωματικός
συμπληρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπληρωματικός
συμπληρωματικός	adj	που συμπληρώνει κάτι άλλο
συμπληρωματικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι συμπληρωματικό(ς), η ιδιότητα του συμπληρωματικού
συμπληρωματικότητας	=	συμπληρωματικότητα
συμπληρωματικότητες	=	συμπληρωματικότητα
συμπληρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπληρωματικός
συμπληρωματικώς	adv|dated	συμπληρωματικά
συμπληρωνόμασταν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόμαστε	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόμουν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόμουνα	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόντουσαν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόσασταν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόσαστε	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόσουν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόσουνα	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνόταν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωνότανε	=	συμπληρώνομαι
συμπληρωτές	=	συμπληρωτής
συμπληρωτή	=	συμπληρωτής
συμπληρωτής	noun	κάποιος που συμπληρώνει κάτι
συμπληρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωτικό
συμπληρωτικέ	adj	κλητική ενικού του συμπληρωτικός
συμπληρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωτική
συμπληρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπληρωτικός
συμπληρωτικής	adj	γενική ενικού του συμπληρωτική
συμπληρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπληρωτικός
συμπληρωτικού	adj	γενική ενικού του συμπληρωτικός
συμπληρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπληρωτικός
συμπληρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπληρωτικός
συμπληρωτικός	adj|rare	άλλη μορφή του συμπληρωματικός
συμπληρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπληρωτικός
συμπληρωτών	=	συμπληρωτής
συμπληρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνομαι
συμπληρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλήρωμα
συμπληρώματος	noun	γενική ενικού του συμπλήρωμα
συμπληρώναμε	=	συμπληρώνω
συμπληρώναν	=	συμπληρώνω
συμπληρώνανε	=	συμπληρώνω
συμπληρώνατε	=	συμπληρώνω
συμπληρώνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συμπληρώνω
συμπληρώνεις	=	συμπληρώνω
συμπληρώνεσαι	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώνεστε	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώνεται	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώνετε	=	συμπληρώνω
συμπληρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώνομε	=	συμπληρώνω
συμπληρώνονται	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώνονταν	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώνοντας	=	συμπληρώνω
συμπληρώνου	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώνουμε	=	συμπληρώνω
συμπληρώνουν	=	συμπληρώνω
συμπληρώνουνε	=	συμπληρώνω
συμπληρώνω	verb	προσθέτω περιεχόμενο σε κάτι ελλιπές, ώστε να ολοκληρωθεί
συμπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσαν	=	συμπληρώνω
συμπληρώσανε	=	συμπληρώνω
συμπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλήρωση
συμπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσεων	=	συμπλήρωση
συμπληρώσομε	=	συμπληρώνω
συμπληρώσου	=	συμπληρώνομαι
συμπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσουνε	=	συμπληρώνω
συμπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπληρώνω
συμπλησιασμέ	noun	κλητική ενικού του συμπλησιασμός
συμπλησιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπλησιασμός
συμπλησιασμού	noun	γενική ενικού του συμπλησιασμός
συμπλησιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμπλησιασμός
συμπλησιασμό	noun	αιτιατική ενικού του συμπλησιασμός
συμπλησιασμός	noun|formal	το πλησίασμα ενός με κάτι ή με κάποιον, η ένωση, η ολοκλήρωση
συμπλησιασμών	noun	γενική πληθυντικού του συμπλησιασμός
συμπλοιοκτήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλοιοκτήτης
συμπλοιοκτήτη	=	συμπλοιοκτήτης
συμπλοιοκτήτης	noun	ο συνιδιοκτήτης πλοίου ή πλοίων
συμπλοιοκτήτριας	noun	γενική ενικού του συμπλοιοκτήτρια
συμπλοιοκτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλοιοκτήτρια
συμπλοιοκτησία	noun	η από κοινού κυριότητα και εκμετάλλευση πλοίου από δύο ή περισσότερους συμπλοιοκτήτες
συμπλοιοκτησίας	noun	γενική ενικού του συμπλοιοκτησία
συμπλοιοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπλοιοκτησία
συμπλοιοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του συμπλοιοκτησία
συμπλοιοκτητριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπλοιοκτήτρια
συμπλοιοκτητών	=	συμπλοιοκτήτης
συμπλοκές	=	συμπλοκή
συμπλοκή	noun	ο καυγάς και συνήθως ξυλοδαρμοί
συμπλοκής	=	συμπλοκή
συμπλοκοποιητές	=	συμπλοκοποιητής
συμπλοκοποιητή	=	συμπλοκοποιητής
συμπλοκοποιητής	noun	υλικό το οποίο καταλύει / επιταχύνει ή προκαλεί αντιδράσεις σχηματισμού συμπλόκων
συμπλοκοποιητών	=	συμπλοκοποιητής
συμπλοκών	=	συμπλοκή
συμπλόκου	=	σύμπλοκο
συμπλόκων	=	σύμπλοκο
συμπνοιών	noun	γενική πληθυντικού του σύμπνοια
συμπολέμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολέμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολέμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολέμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολίτες	=	συμπολίτης
συμπολίτευση	noun	το σύνολο των βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ή του κυβερνητικού σχηματισμού που συμμετέχουν στην κυβέρνηση.
συμπολίτευσης	noun	γενική ενικού του συμπολίτευση
συμπολίτη	=	συμπολίτης
συμπολίτης	noun	ο καταγόμενος από την ίδια πόλη ή αυτός που μένει στην ίδια πόλη
συμπολίτις	=	συμπολίτης
συμπολίτισσα	noun	θηλυκό του συμπολίτης
συμπολίτισσας	noun	γενική ενικού του συμπολίτισσα
συμπολίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολίτισσα
συμπολεμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
συμπολεμίστρια	noun	θηλυκό του συμπολεμιστής
συμπολεμίστριας	noun	γενική ενικού του συμπολεμίστρια
συμπολεμίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολεμίστρια
συμπολεμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολεμιστής
συμπολεμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμπολεμιστής
συμπολεμιστής	noun|figurative	κάποιος που συμπολεμά, που πολεμά μαζί με άλλον ή άλλους
συμπολεμιστριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπολεμίστρια
συμπολεμιστών	noun	γενική πληθυντικού του συμπολεμιστής
συμπολεμώ	verb|formal	πολεμώ μαζί με άλλους
συμπολεμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπολεμώ
συμπολιτεία	noun	η πολιτική ένωση πόλεων κρατών στην αρχαία Ελλάδα συστείνοντας μια πρώιμη μορφή συνομοσπονδίωσης
συμπολιτείας	noun	γενική ενικού του συμπολιτεία
συμπολιτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολιτεία
συμπολιτειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμπολιτειακός	adv	σε συμπολιτειακό επίπεδο
συμπολιτειακέ	adj	κλητική ενικού του συμπολιτειακός
συμπολιτειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολιτειακή
συμπολιτειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπολιτειακός
συμπολιτειακής	adj	γενική ενικού του συμπολιτειακή
συμπολιτειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπολιτειακός
συμπολιτειακού	adj	γενική ενικού του συμπολιτειακός
συμπολιτειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπολιτειακός
συμπολιτειακό	adj	αιτιατική ενικού του συμπολιτειακός
συμπολιτειακός	adj	που έχει σχέση με συμπολιτεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συμπολιτειακών	adj	γενική πληθυντικού του συμπολιτειακός
συμπολιτειών	noun	γενική πληθυντικού του συμπολιτεία
συμπολιτευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτήκαν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτήκανε	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόμασταν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόμαστε	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολιτευόμενο
συμπολιτευόμενε	verb	κλητική ενικού του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολιτευόμενη
συμπολιτευόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμενης	verb	γενική ενικού του συμπολιτευόμενη
συμπολιτευόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμενος	verb	που συμπολιτεύευται, που ανήκει στην ίδια πολιτική παράταξη
συμπολιτευόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπολιτευόμενος
συμπολιτευόμουν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόμουνα	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόντουσαν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόσασταν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόσαστε	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόσουν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόσουνα	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευόταν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτευότανε	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύεσαι	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύεστε	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύεται	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύομαι	verb	ανήκω ή στηρίζω πολιτική παράταξη που κυβερνά
συμπολιτεύονται	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύονταν	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύου	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπολίτευση
συμπολιτεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπολίτευση
συμπολιτεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπολίτευση
συμπολιτεύσου	=	συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπολιτεύομαι
συμπολιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συμπολίτισσα
συμπολιτών	=	συμπολίτης
συμπολυμερές	=	συμπολυμερής
συμπολυμερή	=	συμπολυμερής
συμπολυμερής	adj	που προήλθε από σύζευξη δύο ή περισσότερων μονομερών
συμπολυμερείς	=	συμπολυμερής
συμπολυμερισμέ	=	συμπολυμερισμός
συμπολυμερισμοί	=	συμπολυμερισμός
συμπολυμερισμού	=	συμπολυμερισμός
συμπολυμερισμούς	=	συμπολυμερισμός
συμπολυμερισμό	=	συμπολυμερισμός
συμπολυμερισμός	noun	η διαδικασία δημιουργίας ενός συμπολυμερούς προϊόντος
συμπολυμερισμών	=	συμπολυμερισμός
συμπολυμερούς	=	συμπολυμερής
συμπολυμερών	=	συμπολυμερής
συμπονάω	verb	άλλη μορφή του συμπονώ
συμπονέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσαν	=	συμπονώ
συμπονέσανε	=	συμπονώ
συμπονέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπονεί	=	συμπονώ
συμπονείς	=	συμπονώ
συμπονείτε	=	συμπονώ
συμπονεμάρα	noun|rare	άλλη μορφή του συμπόνια
συμπονεσιά	noun	(σπάνιο, λαϊκότροπο άλλη μορφή του συμπόνια
συμπονεσιάς	=	συμπονεσιά
συμπονεσιές	=	συμπονεσιά
συμπονεσιών	=	συμπονεσιά
συμπονετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπονετικό	adv	με συμπόνια, συμπονώντας
συμπονετικέ	adj	κλητική ενικού του συμπονετικός
συμπονετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπονετική
συμπονετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπονετικός
συμπονετικής	adj	γενική ενικού του συμπονετική
συμπονετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπονετικός
συμπονετικού	adj	γενική ενικού του συμπονετικός
συμπονετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπονετικός
συμπονετικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπονετικός
συμπονετικός	adj	που συμμερίζεται τον πόνο κάποιου, κατανοεί την ψυχική του κατάσταση
συμπονετικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπονετικός
συμπονεύω	verb	άλλη μορφή του συμπονώ
συμπονιέμαι	verb|vulgar	παθητική φωνή του ρήματος συμπονώ
συμπονούμαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος συμπονώ
συμπονούμε	=	συμπονώ
συμπονούν	=	συμπονώ
συμπονούνε	=	συμπονώ
συμπονούσα	=	συμπονώ
συμπονούσαμε	=	συμπονώ
συμπονούσαν	=	συμπονώ
συμπονούσανε	=	συμπονώ
συμπονούσατε	=	συμπονώ
συμπονούσε	=	συμπονώ
συμπονούσες	=	συμπονώ
συμπονώ	verb	αντιλαμβάνομαι τον πόνο κάποιου (ψυχικό, συναισθηματικό, σωματικό), πάσχω μαζί του και αποπειρώμαι να του συμπαρασταθώ ή να τον ανακουφίσω
συμπονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπονάω / συμπονώ
συμπορευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορεύομαι	verb|figurative	πορεύομαι μαζί με κάποιον άλλο και συνεργάζομαι μαζί του
συμπορεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπόρευση
συμπορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπόρευση
συμπορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπόρευση
συμπορεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμπορεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
συμποσίαζα	=	συμποσιάζω
συμποσίαζαν	=	συμποσιάζω
συμποσίαζε	=	συμποσιάζω
συμποσίαζες	=	συμποσιάζω
συμποσίαρχε	noun	κλητική ενικού του συμποσίαρχος
συμποσίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του συμποσίαρχος
συμποσίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμποσίαρχος
συμποσίαρχος	noun	ο επικεφαλής και υπεύθυνος οργάνωσης συμποσίου
συμποσίαρχου	=	συμποσίαρχος
συμποσίαρχους	=	συμποσίαρχος
συμποσίαρχων	=	συμποσίαρχος
συμποσίασα	=	συμποσιάζω
συμποσίασαν	=	συμποσιάζω
συμποσίασε	=	συμποσιάζω
συμποσίασες	=	συμποσιάζω
συμποσίου	noun	γενική ενικού του συμπόσιο
συμποσίων	noun	γενική πληθυντικού του συμπόσιο
συμποσιάζαμε	=	συμποσιάζω
συμποσιάζαν	=	συμποσιάζω
συμποσιάζανε	=	συμποσιάζω
συμποσιάζατε	=	συμποσιάζω
συμποσιάζει	=	συμποσιάζω
συμποσιάζεις	=	συμποσιάζω
συμποσιάζετε	=	συμποσιάζω
συμποσιάζοντας	=	συμποσιάζω
συμποσιάζουμε	=	συμποσιάζω
συμποσιάζουν	=	συμποσιάζω
συμποσιάζουνε	=	συμποσιάζω
συμποσιάζω	verb|formal	είμαι συμποσιαστής
συμποσιάρχες	=	συμποσιάρχης
συμποσιάρχη	=	συμποσιάρχης
συμποσιάρχης	noun	ο επικεφαλής και υπεύθυνος οργάνωσης συμποσίου
συμποσιάρχου	noun	γενική ενικού του συμποσίαρχος
συμποσιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμποσίαρχος
συμποσιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του συμποσίαρχος
συμποσιάσαμε	=	συμποσιάζω
συμποσιάσαν	=	συμποσιάζω
συμποσιάσανε	=	συμποσιάζω
συμποσιάσατε	=	συμποσιάζω
συμποσιάσει	=	συμποσιάζω
συμποσιάστε	=	συμποσιάζω
συμποσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμποσιακός	adv	με συμποσιακό τρόπο
συμποσιακέ	adj	κλητική ενικού του συμποσιακός
συμποσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμποσιακή
συμποσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμποσιακός
συμποσιακής	adj	γενική ενικού του συμποσιακή
συμποσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμποσιακός
συμποσιακού	adj	γενική ενικού του συμποσιακός
συμποσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμποσιακός
συμποσιακό	adj	αιτιατική ενικού του συμποσιακός
συμποσιακός	adj	που έχει σχέση με συμπόσιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
συμποσιακών	adj	γενική πληθυντικού του συμποσιακός
συμποσιαρχών	=	συμποσιάρχης
συμποσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμποσιαστής
συμποσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμποσιαστής
συμποσιαστής	noun	αυτός που παίρνει μέρος σε συμπόσιο
συμποσιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμποσιαστικό
συμποσιαστικέ	adj	κλητική ενικού του συμποσιαστικός
συμποσιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμποσιαστική
συμποσιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμποσιαστικός
συμποσιαστικής	adj	γενική ενικού του συμποσιαστική
συμποσιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμποσιαστικός
συμποσιαστικού	adj	γενική ενικού του συμποσιαστικός
συμποσιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμποσιαστικός
συμποσιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του συμποσιαστικός
συμποσιαστικός	adj	που έχει σχέση με συμπόσιο ή συμποσιαστές ή αναφέρεται σ’ αυτά
συμποσιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του συμποσιαστικός
συμποσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του συμποσιαστής
συμποσούμαι	verb|formal	ανέρχομαι, φτάνω σε κάποιο ποσό
συμποτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμποτικό
συμποτικέ	adj	κλητική ενικού του συμποτικός
συμποτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμποτική
συμποτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμποτικός
συμποτικής	adj	γενική ενικού του συμποτική
συμποτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμποτικός
συμποτικού	adj	γενική ενικού του συμποτικός
συμποτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμποτικός
συμποτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμποτικός
συμποτικός	adj	που έχει σχέση με συμπόσιο ή συμπότες ή αναφέρεται σ’ αυτά
συμποτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμποτικός
συμποτών	=	συμπότης
συμπράγκαλα	noun|vulgar	πλήθος μικροπραγμάτων που με δυσκολία ή δυσφορία τα μεταφέρουμε
συμπράγκαλου	noun	γενική ενικού του συμπράγκαλο
συμπράγκαλων	noun	γενική πληθυντικού του συμπράγκαλο
συμπράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπράττω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπραξη
συμπράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπραξη
συμπράξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμπραξη
συμπράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συμπράττω	verb	συνεργάζομαι με κάποιον, συμμετέχω σε μια δραστηριότητα
συμπραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπραγμένο
συμπραγμένε	verb	κλητική ενικού του συμπραγμένος
συμπραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπραγμένη
συμπραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπραγμένος
συμπραγμένης	verb	γενική ενικού του συμπραγμένη
συμπραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπραγμένος
συμπραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπραγμένος
συμπραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπραγμένος
συμπραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπραγμένος
συμπραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπραγμένος
συμπροέδρου	noun	γενική ενικού του συμπρόεδρος
συμπροέδρους	=	συμπρόεδρος
συμπροέδρων	=	συμπρόεδρος
συμπροεδρία	noun	η ιδιότητα του συμπροέδρου ή το χρονικό διάστημα της θητείας του
συμπροεδρίας	=	συμπροεδρία
συμπροεδρίες	=	συμπροεδρία
συμπροεδρεύω	verb|formal	είμαι συμπρόεδρος
συμπροεδριών	=	συμπροεδρία
συμπροφέρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμπροφέρω
συμπροφέρω	verb	προφέρω δύο ή περισσότερους φθόγγους μαζί
συμπροφορά	noun	η προφορά φωνηέντων ή συμφώνων διαδοχικά, χωρίς παύση
συμπροφοράς	noun	γενική ενικού του συμπροφορά
συμπροφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπροφορά
συμπροφορών	=	συμπροφορά
συμπρωταγνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπρωταγνιστής
συμπρωταγνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμπρωταγνιστής
συμπρωταγνιστών	noun	γενική πληθυντικού του συμπρωταγνιστής
συμπρωταγωνίστει	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνίστρια	noun	θηλυκό του συμπρωταγωνιστής
συμπρωταγωνίστριας	noun	γενική ενικού του συμπρωταγωνίστρια
συμπρωταγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπρωταγωνίστρια
συμπρωταγωνιστές	=	συμπρωταγωνιστής
συμπρωταγωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμπρωταγωνιστής
συμπρωταγωνιστής	noun	ηθοποιός που είναι πρωταγωνιστής μαζί με κάποιον άλλον, που έχει τον κύριο ρόλο σε ένα (θεατρικό, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό κ.λπ.) έργο
συμπρωταγωνιστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσαν	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσανε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστεί	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστείς	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστείτε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμπρωταγωνιστικός	adv	με συμπρωταγωνιστικό τρόπο, με τον τρόπο του συμπρωταγωνιστή
συμπρωταγωνιστικέ	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικές	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστική	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικής	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικοί	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικού	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικούς	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστικός	adj	που έχει σχέση με συμπρωταγωνιστή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συμπρωταγωνιστικών	=	συμπρωταγωνιστικός
συμπρωταγωνιστούμε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούν	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούνε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσα	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσαμε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσαν	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσανε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσατε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσε	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστούσες	=	συμπρωταγωνιστώ
συμπρωταγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του συμπρωταγωνίστρια
συμπρωταγωνιστώ	verb|figurative	είμαι συμπρωταγωνιστής
συμπρωταγωνιστών	=	συμπρωταγωνιστής
συμπρωταγωνιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμπρωταγωνιστώ
συμπρωτευουσών	noun	γενική πληθυντικού του συμπρωτεύουσα
συμπρωτεύουσα	noun	η δεύτερη σε πληθυσμιακό μέγεθος, αλλά και διοικητικά, πόλη μιας χώρας
συμπρωτεύουσας	noun	γενική ενικού του συμπρωτεύουσα
συμπρωτεύουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπρωτεύουσα
συμπρόεδρε	=	συμπρόεδρος
συμπρόεδρο	=	συμπρόεδρος
συμπρόεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπρόεδρος
συμπρόεδρος	noun	που είναι πρόεδρος μαζί με κάποιον άλλον
συμπρόεδρου	=	συμπρόεδρος
συμπρόεδρους	=	συμπρόεδρος
συμπτυγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπτυγμα
συμπτυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτυγμένο
συμπτυγμένε	verb	κλητική ενικού του συμπτυγμένος
συμπτυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτυγμένη
συμπτυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπτυγμένος
συμπτυγμένης	verb	γενική ενικού του συμπτυγμένη
συμπτυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπτυγμένος
συμπτυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπτυγμένος
συμπτυγμένος	verb	που έχει συμπτυχθεί
συμπτυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπτυγμένος
συμπτυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπτυγμένος
συμπτυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπτυγμένος
συμπτυχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτυχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπτωμα
συμπτωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματικό	adv	κατά τύχη, τυχαία
συμπτωματικέ	adj	κλητική ενικού του συμπτωματικός
συμπτωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματική
συμπτωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπτωματικός
συμπτωματικής	adj	γενική ενικού του συμπτωματική
συμπτωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματικός
συμπτωματικού	adj	γενική ενικού του συμπτωματικός
συμπτωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπτωματικός
συμπτωματικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπτωματικός
συμπτωματικός	adj	που έχει σχέση με σύμπτωση, αναφέρεται ή οφείλεται σ’ αυτή
συμπτωματικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπτωματικός
συμπτωματικώς	=	συμπτωματικά
συμπτωματολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που ερευνά και μελετά τα συμπτώματα των ασθενειών
συμπτωματολογίας	noun	γενική ενικού του συμπτωματολογία
συμπτωματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματολογία
συμπτωματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματολογικό
συμπτωματολογικέ	adj	κλητική ενικού του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματολογική
συμπτωματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικής	adj	γενική ενικού του συμπτωματολογική
συμπτωματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικού	adj	γενική ενικού του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικός	adj	σχετικός με την συμπτωματολογία
συμπτωματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπτωματολογικός
συμπτωματολογικώς	adv|dated	συμπτωματολογικά
συμπτωματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συμπτωματολογία
συμπτύγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπτυγμα
συμπτύγματος	noun	γενική ενικού του σύμπτυγμα
συμπτύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξαν	=	συμπτύσσω
συμπτύξανε	=	συμπτύσσω
συμπτύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπτυξη
συμπτύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμπτυξη
συμπτύξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμπτυξη
συμπτύξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύσσαμε	=	συμπτύσσω
συμπτύσσαν	=	συμπτύσσω
συμπτύσσανε	=	συμπτύσσω
συμπτύσσατε	=	συμπτύσσω
συμπτύσσει	=	συμπτύσσω
συμπτύσσεις	=	συμπτύσσω
συμπτύσσετε	=	συμπτύσσω
συμπτύσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμπτύσσω
συμπτύσσοντας	=	συμπτύσσω
συμπτύσσουμε	=	συμπτύσσω
συμπτύσσουν	=	συμπτύσσω
συμπτύσσουνε	=	συμπτύσσω
συμπτύσσω	verb	μειώνω τον κενό χώρο ανάμεσα σε πρόσωπα ή πράγματα, ώστε να πετύχω εξοικονόμηση χώρου
συμπτύχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτύχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτύχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτύχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσομαι
συμπτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπτωμα
συμπτώματος	noun	γενική ενικού του σύμπτωμα
συμπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπτωση
συμπτώσεων	=	σύμπτωση
συμπυκνωμάτων	=	συμπύκνωμα
συμπυκνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωμένο
συμπυκνωμένε	verb	κλητική ενικού του συμπυκνωμένος
συμπυκνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωμένη
συμπυκνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπυκνωμένος
συμπυκνωμένης	verb	γενική ενικού του συμπυκνωμένη
συμπυκνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμπυκνωμένος
συμπυκνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωμένος
συμπυκνωμένος	verb	που έχει συμπυκνωθεί
συμπυκνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμπυκνωμένος
συμπυκνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμπυκνωμένος
συμπυκνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμπυκνωμένος
συμπυκνωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωτής
συμπυκνωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμπυκνωτής
συμπυκνωτής	noun	συσκευή που πραγματοποιεί συμπύκνωση
συμπυκνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωτικό
συμπυκνωτικέ	adj	κλητική ενικού του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωτική
συμπυκνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτικής	adj	γενική ενικού του συμπυκνωτική
συμπυκνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτικού	adj	γενική ενικού του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτικός	adj	που έχει σχέση με συμπύκνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
συμπυκνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμπυκνωτικός
συμπυκνωτών	noun	γενική πληθυντικού του συμπυκνωτής
συμπυκνώματα	=	συμπύκνωμα
συμπυκνώματος	=	συμπύκνωμα
συμπυκνώναμε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώναν	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνανε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνατε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνει	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνεις	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνετε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμπυκνώνω, γίνομαι πιο πυκνός, αυξάνεται η πυκνότητά μου
συμπυκνώνοντας	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνουμε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνουν	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνουνε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώνω	verb	μειώνω τη ποσότητα υγρού ενός πράγματος ώστε να γίνει πιο πυκνό
συμπυκνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώσαν	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώσανε	=	συμπυκνώνω
συμπυκνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπύκνωση
συμπυκνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμπύκνωση
συμπυκνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμπύκνωση
συμπυκνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπυκνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπόνει	=	συμπονώ
συμπόνεμα	noun|rare	άλλη μορφή του συμπόνια
συμπόνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπόνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπόνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπόνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπονώ
συμπόνεση	noun|rare	άλλη μορφή του συμπόνια
συμπόνια	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπονώ, η συναίσθηση του πόνου που νιώθει κάποιος άλλος ή των δεινών που πλήττουν κάποιον άλλο σε συνδυασμό με την επιθυμία να τον ανακουφίσεις από αυτά
συμπόνιας	noun	γενική ενικού του συμπόνια
συμπόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπόνια
συμπόρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπορεύομαι
συμπόρευσης	noun	γενική ενικού του συμπόρευση
συμπόσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμπόσιο
συμπόσιο	noun	συνάντηση σε κάποιο σπίτι που περιλάμβανε συχνά, εκτός από το φαγητό και την οινοποσία, ψυχαγωγικά θεάματα και συζήτηση για κάποιο φιλοσοφικό θέμα
συμπόσιου	=	συμπόσιο
συμπότες	=	συμπότης
συμπότη	=	συμπότης
συμπότης	noun	αυτός που πίνει οινοπνευματώδη ποτά μαζί με έναν άλλον (συμποσιάζεται)
συμπύκνωμα	noun	το αποτέλεσμα της συμπύκνωσης
συμπύκνωνα	=	συμπυκνώνω
συμπύκνωναν	=	συμπυκνώνω
συμπύκνωνε	=	συμπυκνώνω
συμπύκνωνες	=	συμπυκνώνω
συμπύκνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπύκνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπύκνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπύκνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπυκνώνω
συμπύκνωση	noun	το αποτέλεσμα του συμπυκνώνω
συμπύκνωσης	noun	γενική ενικού του συμπύκνωση
συμπύκνωσις	noun	η συμπύκνωση
συμπύρηνα	=	συμπύρηνος
συμπύρηνε	=	συμπύρηνος
συμπύρηνες	=	συμπύρηνος
συμπύρηνη	=	συμπύρηνος
συμπύρηνης	=	συμπύρηνος
συμπύρηνο	=	συμπύρηνος
συμπύρηνοι	=	συμπύρηνος
συμπύρηνος	adj	που έχει πυρήνα / κουκούτσι που δύσκολα αποκολλάται (για καρπούς)
συμπύρηνου	=	συμπύρηνος
συμπύρηνους	=	συμπύρηνος
συμπύρηνων	=	συμπύρηνος
συμφάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντρώγω
συμφάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συμφάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συμφάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συμφάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συμφάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συμφάσεις	=	σύμφαση
συμφάσεων	=	σύμφαση
συμφέρει	verb	μου είναι σύμφορο, με βολεύει και με εξυπηρετεί
συμφέρον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συμφέρων	noun	αυτό που αποφέρει κέρδος ή ωφέλεια, ηθικού, συναισθηματικού και υλικού περιεχομένου
συμφέροντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφέρον
συμφέροντας	=	συμφέρων
συμφέροντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφέρων
συμφέροντος	=	συμφέρον
συμφέρουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφέρων
συμφέρουσας	=	συμφέρων
συμφέρουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφέρουσα
συμφέρω	verb	είμαι προς το συμφέρον κάποιου, είμαι ωφέλιμος
συμφέρων	verb	που συμφέρει οικονομικά, ηθικά, πρακτικά
συμφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφαγωμένο
συμφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του συμφαγωμένος
συμφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφαγωμένη
συμφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφαγωμένος
συμφαγωμένης	verb	γενική ενικού του συμφαγωμένη
συμφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμφαγωμένος
συμφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφαγωμένος
συμφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμφαγωμένος
συμφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμφαγωμένος
συμφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμφαγωμένος
συμφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφασικό
συμφασικέ	adj	κλητική ενικού του συμφασικός
συμφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφασική
συμφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφασικός
συμφασικής	adj	γενική ενικού του συμφασική
συμφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφασικός
συμφασικού	adj	γενική ενικού του συμφασικός
συμφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφασικός
συμφασικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφασικός
συμφασικός	adj	που έχει την ίδια φάση με κάποιο άλλο
συμφασικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφασικός
συμφεροντολογήσαμε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογήσαν	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογήσανε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογήσατε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογήσει	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογήστε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογία	noun	η ιδιότητα του συμφεροντολόγου
συμφεροντολογίας	noun	γενική ενικού του συμφεροντολογία
συμφεροντολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφεροντολογία
συμφεροντολογεί	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογείς	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογείτε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφεροντολογικό
συμφεροντολογικέ	adj	κλητική ενικού του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφεροντολογική
συμφεροντολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικής	adj	γενική ενικού του συμφεροντολογική
συμφεροντολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικού	adj	γενική ενικού του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικός	adj	που εξυπηρετεί το συμφέρον
συμφεροντολογικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφεροντολογικός
συμφεροντολογικώς	adv|dated	συμφεροντολογικά
συμφεροντολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συμφεροντολογία
συμφεροντολογούμε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούν	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούνε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσα	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσαμε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσαν	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσανε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσατε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογούσες	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολογώ	verb	είμαι συμφεροντολόγος
συμφεροντολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμφεροντολογώ
συμφεροντολόγα	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγας	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγε	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγει	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολόγες	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγησα	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολόγησαν	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολόγησε	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολόγησες	=	συμφεροντολογώ
συμφεροντολόγο	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγοι	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγος	adj	που αποβλέπει αποκλειστικά στο προσωπικό του όφελος
συμφεροντολόγου	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγους	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντολόγων	=	συμφεροντολόγος
συμφεροντούχε	=	συμφεροντούχος
συμφεροντούχο	=	συμφεροντούχος
συμφεροντούχοι	=	συμφεροντούχος
συμφεροντούχος	noun	πρόσωπο ή οργανισμός που μπορεί να επηρεάσει ή να επηρεαστεί ή θεωρεί ότι επηρεάζεται από μια απόφαση ή δραστηριότητα
συμφεροντούχου	=	συμφεροντούχος
συμφεροντούχους	=	συμφεροντούχος
συμφεροντούχων	=	συμφεροντούχος
συμφερουσών	=	συμφέρων
συμφερούσης	=	συμφέρων
συμφερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφερτικό
συμφερτικέ	adj	κλητική ενικού του συμφερτικός
συμφερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφερτική
συμφερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφερτικός
συμφερτικής	adj	γενική ενικού του συμφερτική
συμφερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφερτικός
συμφερτικού	adj	γενική ενικού του συμφερτικός
συμφερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφερτικός
συμφερτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφερτικός
συμφερτικός	adj	που συμφέρει
συμφερτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφερτικός
συμφερόντων	noun	γενική πληθυντικού του συμφέρον
συμφιλίωνα	=	συμφιλιώνω
συμφιλίωναν	=	συμφιλιώνω
συμφιλίωνε	=	συμφιλιώνω
συμφιλίωνες	=	συμφιλιώνω
συμφιλίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλίωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμφιλιώνω, η αποκατάσταση καλών σχέσεων μεταξύ κάποιων.
συμφιλίωσης	noun	γενική ενικού του συμφιλίωση
συμφιλίωσις	noun	συμφιλίωση
συμφιλιωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθήκαν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθήκανε	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφιλιωμένο
συμφιλιωμένε	verb	κλητική ενικού του συμφιλιωμένος
συμφιλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφιλιωμένη
συμφιλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφιλιωμένος
συμφιλιωμένης	verb	γενική ενικού του συμφιλιωμένη
συμφιλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμφιλιωμένος
συμφιλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφιλιωμένος
συμφιλιωμένος	=	συμφιλιώνω
συμφιλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμφιλιωμένος
συμφιλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμφιλιωμένος
συμφιλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμφιλιωμένος
συμφιλιωνόμασταν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόμαστε	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόμουν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόμουνα	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόντουσαν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόσασταν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόσαστε	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόσουν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόσουνα	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνόταν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωνότανε	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιωτές	=	συμφιλιωτής
συμφιλιωτή	=	συμφιλιωτής
συμφιλιωτής	noun	αυτός που συμφιλιώνει
συμφιλιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμφιλιωτικός	adv	με συμφιλιωτικό τρόπο
συμφιλιωτικέ	adj	κλητική ενικού του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφιλιωτική
συμφιλιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτικής	adj	γενική ενικού του συμφιλιωτική
συμφιλιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτικού	adj	γενική ενικού του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτικός	adj	που συμβάλλει στη συμφιλίωση
συμφιλιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφιλιωτικός
συμφιλιωτριών	=	συμφιλιώτρια
συμφιλιωτών	=	συμφιλιωτής
συμφιλιώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιώναμε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώναν	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνανε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνατε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνει	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνεις	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνεσαι	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιώνεστε	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιώνεται	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιώνετε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώνονται	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιώνονταν	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιώνοντας	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνου	=	συμφιλιώνομαι
συμφιλιώνουμε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνουν	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνουνε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώνω	verb	τερματίζω μια εχθρότητα, ενεργώ έτσι, ώστε δύο άτομα ή σύνολα που είχαν έρθει σε ρήξη μεταξύ τους να γίνουν φίλοι
συμφιλιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώσαν	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώσανε	=	συμφιλιώνω
συμφιλιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφιλίωση
συμφιλιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμφιλίωση
συμφιλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμφιλίωση
συμφιλιώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνομαι
συμφιλιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφιλιώνω
συμφιλιώτρια	noun	θηλυκό του συμφιλιωτής
συμφιλιώτριας	=	συμφιλιώτρια
συμφιλιώτριες	=	συμφιλιώτρια
συμφοίτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμφοιτώ
συμφοίτησης	=	συμφοίτηση
συμφοιτήσεις	=	συμφοίτηση
συμφοιτήσεων	=	συμφοίτηση
συμφοιτήτρια	noun	θηλυκό του συμφοιτητής
συμφοιτήτριας	noun	γενική ενικού του συμφοιτήτρια
συμφοιτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφοιτήτρια
συμφοιτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφοιτητής
συμφοιτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συμφοιτητής
συμφοιτητής	noun	αυτός που συμφοιτά, που φοιτά μαζί με κάποιον άλλο στην ίδια (πανεπιστημιακή) σχολή
συμφοιτητριών	noun	γενική πληθυντικού του συμφοιτήτρια
συμφοιτητών	noun	γενική πληθυντικού του συμφοιτητής
συμφοιτώ	verb	φοιτώ μαζί με κάποιον άλλο στην ίδια (πανεπιστημιακή) σχολή, είμαι συμφοιτητής
συμφοιτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμφοιτώ
συμφορά	noun	πολύ κακό συμβάν, δυστύχημα, καταστροφή
συμφοράς	noun	γενική ενικού του συμφορά
συμφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφορά
συμφορήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφόρηση
συμφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συμφόρηση
συμφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συμφόρηση
συμφορητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμφορητικός	adv	με συμφορητικό τρόπο
συμφορητικέ	adj	κλητική ενικού του συμφορητικός
συμφορητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφορητική
συμφορητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφορητικός
συμφορητικής	adj	γενική ενικού του συμφορητική
συμφορητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφορητικός
συμφορητικού	adj	γενική ενικού του συμφορητικός
συμφορητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφορητικός
συμφορητικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφορητικός
συμφορητικός	adj	που έχει σχέση με συμφόρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
συμφορητικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφορητικός
συμφοριασμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφοριασμένη
συμφοριασμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφοριασμένος
συμφορών	noun	γενική πληθυντικού του συμφορά
συμφράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφραση
συμφράσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμφραση
συμφράσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμφραση
συμφραζομένων	noun	γενική πληθυντικού του συμφραζόμενο
συμφραζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφραζόμενος	noun	αυτά που συναποτελούν ένα κείμενο
συμφραζόμενε	verb	κλητική ενικού του συμφραζόμενος
συμφραζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφραζόμενη
συμφραζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφραζόμενος
συμφραζόμενης	verb	γενική ενικού του συμφραζόμενη
συμφραζόμενο	=	συμφραζόμενος
συμφραζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφραζόμενος
συμφραζόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του ρήματος συμφράζομαι
συμφραζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμφραζόμενος
συμφραζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμφραζόμενος
συμφραζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμφραζόμενος
συμφραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφραστικό
συμφραστικέ	adj	κλητική ενικού του συμφραστικός
συμφραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφραστική
συμφραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφραστικός
συμφραστικής	adj	γενική ενικού του συμφραστική
συμφραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφραστικός
συμφραστικού	adj	γενική ενικού του συμφραστικός
συμφραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφραστικός
συμφραστικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφραστικός
συμφραστικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφραστικός
συμφυΐα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του συμφυούς
συμφυΐας	=	συμφυΐα
συμφυΐες	=	συμφυΐα
συμφυές	=	συμφυής
συμφυή	=	συμφυής
συμφυής	adj	που έχει φυτρώσει μαζί με κάτι άλλο
συμφυείς	=	συμφυής
συμφυούς	=	συμφυής
συμφυρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύμφυρμα
συμφυρμέ	noun	κλητική ενικού του συμφυρμός
συμφυρματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφυρματικό
συμφυρματικέ	adj	κλητική ενικού του συμφυρματικός
συμφυρματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφυρματική
συμφυρματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφυρματικός
συμφυρματικής	adj	γενική ενικού του συμφυρματική
συμφυρματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφυρματικός
συμφυρματικού	adj	γενική ενικού του συμφυρματικός
συμφυρματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφυρματικός
συμφυρματικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφυρματικός
συμφυρματικός	adj	που έχει σχέση με συμφυρμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συμφυρματικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφυρματικός
συμφυρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφυρμός
συμφυρμού	noun	γενική ενικού του συμφυρμός
συμφυρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμφυρμός
συμφυρμό	noun	αιτιατική ενικού του συμφυρμός
συμφυρμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμφύρω
συμφυρμών	noun	γενική πληθυντικού του συμφυρμός
συμφυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφυτικό
συμφυτικέ	adj	κλητική ενικού του συμφυτικός
συμφυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφυτική
συμφυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφυτικός
συμφυτικής	adj	γενική ενικού του συμφυτική
συμφυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφυτικός
συμφυτικού	adj	γενική ενικού του συμφυτικός
συμφυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφυτικός
συμφυτικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφυτικός
συμφυτικός	adj	που έχει σχέση με τη σύμφυση ή αναφέρεται σ’ αυτή
συμφυτικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφυτικός
συμφυϊών	=	συμφυΐα
συμφυόμασταν	=	συμφύομαι
συμφυόμαστε	=	συμφύομαι
συμφυόμουν	=	συμφύομαι
συμφυόσασταν	=	συμφύομαι
συμφυόσαστε	=	συμφύομαι
συμφυόσουν	=	συμφύομαι
συμφυών	=	συμφυής
συμφυώς	adv	αποτελώντας μέρος από κάτι
συμφωνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσαν	=	συμφωνώ
συμφωνήσανε	=	συμφωνώ
συμφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσου	=	συμφωνώ
συμφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσουνε	=	συμφωνώ
συμφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνία	noun	η κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες
συμφωνίας	noun	γενική ενικού του συμφωνία
συμφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνία
συμφωνεί	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος συμφωνώ
συμφωνείς	=	συμφωνώ
συμφωνείσαι	=	συμφωνώ
συμφωνείστε	=	συμφωνώ
συμφωνείται	=	συμφωνώ
συμφωνείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του συμφωνώ
συμφωνείτο	=	συμφωνώ
συμφωνηθέν	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθέντα	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθέντες	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθέντος	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθέντων	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνηθήκαν	=	συμφωνώ
συμφωνηθήκανε	=	συμφωνώ
συμφωνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνηθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνηθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφωνηθείς
συμφωνηθείσας	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθείσες	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθείσης	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνηθεισών	=	συμφωνηθείς
συμφωνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνηθούνε	=	συμφωνώ
συμφωνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμφωνούμαι
συμφωνημένα	=	συμφωνημένος
συμφωνημένε	=	συμφωνημένος
συμφωνημένες	=	συμφωνημένος
συμφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφωνημένος
συμφωνημένης	=	συμφωνημένος
συμφωνημένο	=	συμφωνημένος
συμφωνημένοι	=	συμφωνημένος
συμφωνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμφωνώ
συμφωνημένου	=	συμφωνημένος
συμφωνημένους	=	συμφωνημένος
συμφωνημένων	=	συμφωνημένος
συμφωνητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνητικό
συμφωνητικού	noun	γενική ενικού του συμφωνητικό
συμφωνητικό	noun	έγγραφο όπου γράφονται τα στοιχεία] δύο ή περισσότερων συμβαλλόμενων μερών και οι όροι μιας συμφωνίας μεταξύ τους
συμφωνητικών	noun	γενική πληθυντικού του συμφωνητικό
συμφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνικό
συμφωνικέ	adj	κλητική ενικού του συμφωνικός
συμφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνική
συμφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφωνικός
συμφωνικής	adj	γενική ενικού του συμφωνική
συμφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφωνικός
συμφωνικού	adj	γενική ενικού του συμφωνικός
συμφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφωνικός
συμφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του συμφωνικός
συμφωνικός	adj	που αναφέρεται στα σύμφωνα
συμφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του συμφωνικός
συμφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του συμφωνία
συμφωνογραφικά	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικέ	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικές	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφική	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικής	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικοί	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικού	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικούς	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικό	=	συμφωνογραφικός
συμφωνογραφικός	adj	που γράφεται μόνο με σύμφωνα
συμφωνογραφικών	=	συμφωνογραφικός
συμφωνούμαι	=	συμφωνώ
συμφωνούμασταν	=	συμφωνώ
συμφωνούμαστε	=	συμφωνώ
συμφωνούμε	=	συμφωνώ
συμφωνούμενος	=	συμφωνώ
συμφωνούμουν	=	συμφωνώ
συμφωνούμουνα	=	συμφωνώ
συμφωνούν	=	συμφωνώ
συμφωνούνε	=	συμφωνώ
συμφωνούνται	=	συμφωνώ
συμφωνούνταν	=	συμφωνώ
συμφωνούντο	=	συμφωνώ
συμφωνούσα	=	συμφωνώ
συμφωνούσαμε	=	συμφωνώ
συμφωνούσαν	=	συμφωνώ
συμφωνούσανε	=	συμφωνώ
συμφωνούσασταν	=	συμφωνώ
συμφωνούσαστε	=	συμφωνώ
συμφωνούσατε	=	συμφωνώ
συμφωνούσε	=	συμφωνώ
συμφωνούσες	=	συμφωνώ
συμφωνούσουν	=	συμφωνώ
συμφωνούσουνα	=	συμφωνώ
συμφωνόληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνόληκτο
συμφωνόληκτε	adj	κλητική ενικού του συμφωνόληκτος
συμφωνόληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμφωνόληκτη
συμφωνόληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμφωνόληκτος
συμφωνόληκτης	adj	γενική ενικού του συμφωνόληκτη
συμφωνόληκτο	adj	αιτιατική ενικού του συμφωνόληκτος
συμφωνόληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμφωνόληκτος
συμφωνόληκτος	adj	που το θέμα του λήγει σε σύμφωνο
συμφωνόληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμφωνόληκτος
συμφωνόληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμφωνόληκτος
συμφωνόληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμφωνόληκτος
συμφωνώ	verb	έχω την ίδια γνώμη
συμφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμφωνώ
συμφόρηση	noun	η μεγάλη και απότομη συγκέντρωση αίματος σε κάποιο όργανο
συμφόρησης	noun	γενική ενικού του συμφόρηση
συμφύεσαι	=	συμφύομαι
συμφύεστε	=	συμφύομαι
συμφύεται	=	συμφύομαι
συμφύομαι	verb	είμαι συμφυής
συμφύονται	=	συμφύομαι
συμφύονταν	=	συμφύομαι
συμφύρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφυρμα
συμφύρματος	noun	γενική ενικού του σύμφυρμα
συμφύρομαι	verb	συναναστρέφομαι με άτομα αμφιβόλου ποιότητας
συμφύρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφυρση
συμφύρσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμφυρση
συμφύρσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμφυρση
συμφύρω	verb	ανακατώνω
συμφύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφυση
συμφύσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύμφυση
συμφύσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύμφυση
συμφύτου	=	σύμφυτο
συμφύτων	=	σύμφυτο
συμφώνει	=	συμφωνώ
συμφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμφωνώ
συμφώνου	noun	γενική ενικού του σύμφωνο
συμφώνων	noun	γενική πληθυντικού του σύμφωνο
συμφώνως	adv|obsolete	σύμφωνα
συμψήφιζα	=	συμψηφίζω
συμψήφιζαν	=	συμψηφίζω
συμψήφιζε	=	συμψηφίζω
συμψήφιζες	=	συμψηφίζω
συμψήφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψήφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψήφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψήφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίζαμε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζαν	=	συμψηφίζω
συμψηφίζανε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζατε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζει	=	συμψηφίζω
συμψηφίζεις	=	συμψηφίζω
συμψηφίζεσαι	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίζεστε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίζεται	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίζετε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίζομε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζονται	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίζονταν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίζου	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίζουμε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζουν	=	συμψηφίζω
συμψηφίζουνε	=	συμψηφίζω
συμψηφίζω	verb	υπολογίζω το τελικό ποσό που προκύπτει από τα χρέη του καθενός προς τον άλλο
συμψηφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσαν	=	συμψηφίζω
συμψηφίσανε	=	συμψηφίζω
συμψηφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσομε	=	συμψηφίζω
συμψηφίσου	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίσουνε	=	συμψηφίζω
συμψηφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφίστηκα	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζομαι
συμψηφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζομαι
συμψηφίστηκες	=	συμψηφίζομαι
συμψηφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφιζόμασταν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόμαστε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόμενος	=	συμψηφίζω
συμψηφιζόμουν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόμουνα	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόντουσαν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόσασταν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόσαστε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόσουν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόσουνα	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζόταν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιζότανε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφισθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος συμψηφίζω
συμψηφισμέ	noun	κλητική ενικού του συμψηφισμός
συμψηφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμψηφισμένο
συμψηφισμένε	verb	κλητική ενικού του συμψηφισμένος
συμψηφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμψηφισμένη
συμψηφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμψηφισμένος
συμψηφισμένης	verb	γενική ενικού του συμψηφισμένη
συμψηφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συμψηφισμένος
συμψηφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμψηφισμένος
συμψηφισμένος	verb	που έχει συμψηφιστεί
συμψηφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συμψηφισμένος
συμψηφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συμψηφισμένος
συμψηφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμψηφισμένος
συμψηφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμψηφισμός
συμψηφισμού	noun	γενική ενικού του συμψηφισμός
συμψηφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συμψηφισμός
συμψηφισμό	noun	αιτιατική ενικού του συμψηφισμός
συμψηφισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμψηφίζω
συμψηφισμών	noun	γενική πληθυντικού του συμψηφισμός
συμψηφιστήκαμε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιστήκαν	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιστήκανε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιστήκατε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμψηφίζομαι
συμψηφιστείς	=	συμψηφίζω
συμψηφιστείτε	=	συμψηφίζομαι
συμψηφιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμψηφιστικός	adv	με συμψηφιστικό τρόπο, συμψηφίζοντας
συμψηφιστικέ	adj	κλητική ενικού του συμψηφιστικός
συμψηφιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συμψηφιστική
συμψηφιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συμψηφιστικός
συμψηφιστικής	adj	γενική ενικού του συμψηφιστική
συμψηφιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συμψηφιστικός
συμψηφιστικού	adj	γενική ενικού του συμψηφιστικός
συμψηφιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συμψηφιστικός
συμψηφιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συμψηφιστικός
συμψηφιστικός	adj	που έχει σχέση με συμψηφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συμψηφιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συμψηφιστικός
συμψηφιστικώς	adv|dated	συμψηφιστικά
συμψηφιστούμε	=	συμψηφίζω
συμψηφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμψηφίζομαι
συμψηφιστούνε	=	συμψηφίζω
συμψηφιστώ	=	συμψηφίζω
συν	prep	πρόθεση που σημαινει μαζί και με και η οποία σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως ως πρώτο συνθετικό σύνθετων λέξεων, όπως π.χ. συμμαχώ, συναγωνίζομαι, συγχωρώ, συμπυκνώνω, συλλογίζομαι κ.λπ.
συνάγω	verb	συγκεντρώνω
συνάδει	verb|formal	κάτι αρμόζει, ταιριάζει, συμφωνεί με κάτι άλλο
συνάδελφε	noun	κλητική ενικού του συνάδελφος
συνάδελφο	noun	αιτιατική ενικού του συνάδελφος
συνάδελφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνάδελφος
συνάδελφος	noun	πού έχει το ίδιο επάγγελμα ή, σπανιότερα, το ίδιο αξίωμα
συνάδελφου	noun	γενική ενικού του συνάδελφος
συνάδελφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνάδελφος
συνάδελφων	noun	γενική πληθυντικού του συνάδελφος
συνάδερφε	=	συνάδερφος
συνάδερφο	=	συνάδερφος
συνάδερφοι	=	συνάδερφος
συνάδερφος	noun	άλλη μορφή του συνάδελφος
συνάδερφου	=	συνάδερφος
συνάδερφους	=	συνάδερφος
συνάδερφων	=	συνάδερφος
συνάζω	verb|vulgar	συναθροίζω, συλλέγω, συγκεντρώνω
συνάθροιζα	=	συναθροίζω
συνάθροιζαν	=	συναθροίζω
συνάθροιζε	=	συναθροίζω
συνάθροιζες	=	συναθροίζω
συνάθροισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συνάθροισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συνάθροισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συνάθροισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συνάθροιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναθροίζω, συγκέντρωση, μάζωξη πολλών ατόμων
συνάθροισης	noun	γενική ενικού του συνάθροιση
συνάλλαγμα	noun	χρηματικό ποσό που το έχουμε μετατρέψει σε νόμισμα άλλης χώρας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε συναλλαγές στη χώρα αυτή ή σε διεθνείς συναλλαγές
συνάλλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συνάλλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συνάλλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συνάλλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συνάλληλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνάλληλος	adv	με συνάλληλο τρόπο, με συναλληλία
συνάλληλε	=	συνάλληλος
συνάλληλες	=	συνάλληλος
συνάλληλη	=	συνάλληλος
συνάλληλης	=	συνάλληλος
συνάλληλο	=	συνάλληλος
συνάλληλοι	=	συνάλληλος
συνάλληλος	adj	που αφορά έννοιες που υπάγονται σε άλλη γενικότερη και ανώτερη, την υπερκείμενη
συνάλληλου	=	συνάλληλος
συνάλληλους	=	συνάλληλος
συνάλληλων	=	συνάλληλος
συνάμα	adv	συγχρόνως, ταυτόχρονα
συνάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του συνάνθρωπος
συνάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του συνάνθρωπος
συνάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνάνθρωπος
συνάνθρωπος	noun	ο άνθρωπος σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους
συνάνθρωπου	=	συνάνθρωπος
συνάντα	=	συναντάω
συνάνταγα	=	συναντάω
συνάνταγαν	=	συναντάω
συνάνταγε	=	συναντάω
συνάνταγες	=	συναντάω
συνάντησα	verb	α΄ ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συνάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συνάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συνάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συνάντηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναντώ, το αντάμωμα
συνάντησης	noun	γενική ενικού του συνάντηση
συνάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύναξη
συνάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύναξη
συνάξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύναξη
συνάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάζω
συνάπταμε	=	συνάπτω
συνάπτατε	=	συνάπτω
συνάπτει	=	συνάπτω
συνάπτεις	=	συνάπτω
συνάπτεσαι	=	συνάπτω
συνάπτεσθε	=	συνάπτω
συνάπτεστε	=	συνάπτω
συνάπτεται	=	συνάπτω
συνάπτετε	=	συνάπτω
συνάπτομαι	=	συνάπτω
συνάπτομε	=	συνάπτω
συνάπτονται	=	συνάπτω
συνάπτονταν	=	συνάπτω
συνάπτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνάπτω
συνάπτουμε	=	συνάπτω
συνάπτω	verb	συνενώνω, συνδέω
συνάρθρωνα	=	συναρθρώνω
συνάρθρωναν	=	συναρθρώνω
συνάρθρωνε	=	συναρθρώνω
συνάρθρωνες	=	συναρθρώνω
συνάρθρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συνάρθρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συνάρθρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συνάρθρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συνάρθρωση	noun	σύνδεση με άρθρωση
συνάρθρωσης	noun	γενική ενικού του συνάρθρωση
συνάρμοζα	=	συναρμόζω
συνάρμοζαν	=	συναρμόζω
συνάρμοζε	=	συναρμόζω
συνάρμοζες	=	συναρμόζω
συνάρμοσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συνάρμοσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συνάρμοσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συνάρμοσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συνάρμοση	noun	συναρμολόγηση
συνάρμοσης	=	συνάρμοση
συνάρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάρχω
συνάρπαζα	=	συναρπάζω
συνάρπαζαν	=	συναρπάζω
συνάρπαζε	=	συναρπάζω
συνάρπαζες	=	συναρπάζω
συνάρπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συνάρπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συνάρπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συνάρπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συνάρτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συνάρτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συνάρτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συνάρτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συνάρτηση	noun	η αλληλεξάρτηση ενός στοιχείου από κάποιο άλλο
συνάρτησης	noun	γενική ενικού του συνάρτηση
συνάρχοντα	=	συνάρχοντας
συνάρχοντας	noun	κάποιος που συνάρχει, που ασκεί συναρχία
συνάρχοντες	=	συνάρχοντας
συνάρχω	verb|formal	έχω την αρχή / εξουσία από κοινού με κάποιον άλλον
συνάσκηση	noun	η από κοινού άσκηση ενός δικαιώματος, καθήκοντος ή λειτουργίας από δύο ή περισσότερα πρόσωπα
συνάσκησης	=	συνάσκηση
συνάσπιζα	=	συνασπίζω
συνάσπιζαν	=	συνασπίζω
συνάσπιζε	=	συνασπίζω
συνάσπιζες	=	συνασπίζω
συνάσπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνάσπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνάσπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνάσπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνάφεια	noun	άμεση σχέση, αλληλεξάρτηση, συγγένεια
συνάφειας	noun	γενική ενικού του συνάφεια
συνάφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάφεια
συνάφθηκα	=	συνάπτω
συνάφθηκαν	=	συνάπτω
συνάφθηκε	=	συνάπτω
συνάφθηκες	=	συνάπτω
συνάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγομαι
συνάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγομαι
συνάχι	noun	η φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου
συνάχια	=	συνάχι
συνάχωμα	noun	το αποτέλεσμα του συναχώνω
συνάχωνα	=	συναχώνω
συνάχωναν	=	συναχώνω
συνάχωνε	=	συναχώνω
συνάχωνες	=	συναχώνω
συνάχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συνάχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συνάχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συνάχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συνάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύναψη
συνάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψεων	noun	γενική πληθυντικού του σύναψη
συνάψεως	noun|formal	γενική ενικού του σύναψη
συνάψομε	=	συνάπτω
συνάψου	=	συνάπτω
συνάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνάω	verb	μαζεύω
συνέβαινε	=	συμβαίνει
συνέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συνέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συνέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συνέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
συνέβαλλα	=	συμβάλλω
συνέβη	verb	γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει
συνέβηκε	=	συμβαίνει
συνέβην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνω
συνέβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμβαίνει
συνέγερση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεγείρω
συνέγερσης	=	συνέγερση
συνέγραφα	=	συγγράφω
συνέγραφαν	=	συγγράφω
συνέγραφε	=	συγγράφω
συνέγραφες	=	συγγράφω
συνέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συνέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συνέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συνέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
συνέδεα	=	συνδέω
συνέδεαν	=	συνδέω
συνέδεε	=	συνδέω
συνέδεες	=	συνδέω
συνέδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνέδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνέδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνέδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνέδραμα	=	συνδράμω
συνέδραμαν	=	συνδράμω
συνέδραμε	=	συνδράμω
συνέδραμες	=	συνδράμω
συνέδρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέδριο
συνέδριο	noun	συγκέντρωση / συνεδρίαση εκπροσώπων συγκροτημένων ομάδων (επιστήμονες, μέλη κομμάτων κ.ά.), κατά την οποία συζητιούνται και εξετάζονται θέματα που τους αφορούν
συνέδριου	=	συνέδριο
συνέδριων	=	συνέδριο
συνέδρου	noun	γενική ενικού του σύνεδρος
συνέδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύνεδρος
συνέδρων	noun	γενική πληθυντικού του σύνεδρος
συνέζευξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συνέζευξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συνέζευξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συνέζευξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζευγνύω
συνέζησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζώ
συνέζησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζώ
συνέζησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζώ
συνέζησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συζώ
συνέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνέθετα	=	συνθέτω
συνέθεταν	=	συνθέτω
συνέθετε	=	συνθέτω
συνέθετες	=	συνθέτω
συνέθλιβα	=	συνθλίβω
συνέθλιβαν	=	συνθλίβω
συνέθλιβε	=	συνθλίβω
συνέθλιβες	=	συνθλίβω
συνέθλιψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνέθλιψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνέθλιψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνέθλιψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνέκδημε	=	συνέκδημος
συνέκδημο	=	συνέκδημος
συνέκδημοι	=	συνέκδημος
συνέκδημος	noun	τίτλος εκκλησιαστικού βιβλίου που περιέχει σύντομες προσευχές, ψαλμούς κ.ά.
συνέκδημου	=	συνέκδημος
συνέκδημους	=	συνέκδημος
συνέκδημων	=	συνέκδημος
συνέκλινα	=	συγκλίνω
συνέκρινα	=	συγκρίνω
συνέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συνέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συνέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συνέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
συνέλεγα	=	συλλέγω
συνέλεγαν	=	συλλέγω
συνέλεγε	=	συλλέγω
συνέλεγες	=	συλλέγω
συνέλεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συνέλεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συνέλεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συνέλεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
συνέλευση	noun	η οργανωμένη συγκέντρωση και συνεδρίαση προσώπων που ανήκουν σε ένα οργανωμένο σύνολο, με σκοπό τη συζήτηση και πιθανόν τη λήψη αποφάσεων
συνέλευσης	noun	γενική ενικού του συνέλευση
συνέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνέλθουνε	=	συνέρχομαι
συνέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνέλιξη	noun	πράξη που ορίζεται στον χώρο των ολοκληρώσιμων συναρτήσεων και παρουσιάζει αλγεβρικές ιδιότητες ανάλογες με εκείνες του πολλαπλασιασμού
συνέλιξης	noun	γενική ενικού του συνέλιξη
συνέλκω	verb|formal	μαζεύω, συστέλλω
συνένζυμα	=	συνένζυμο
συνένζυμο	noun	οργανικός συμπαράγοντας που συνδέεται παροδικά με το ένζυμο και συμμετέχει άμεσα στη χημική αντίδραση μεταφέροντας ομάδες ή ηλεκτρόνια
συνένζυμου	=	συνένζυμο
συνένζυμων	=	συνένζυμο
συνένοχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνένοχο
συνένοχε	adj	κλητική ενικού του συνένοχος
συνένοχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνένοχη
συνένοχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνένοχος
συνένοχης	adj	γενική ενικού του συνένοχη
συνένοχο	adj	αιτιατική ενικού του συνένοχος
συνένοχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνένοχος
συνένοχος	adj	που είναι εξίσου ένοχος για κάποια αξιόποινη πράξη
συνένοχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνένοχος
συνένοχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνένοχος
συνένοχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνένοχος
συνέντευξη	noun	διαδικασία κατά την οποία ένας δημοσιογράφος θέτει ερωτήσεις προφορικά σε κάποιον για να μάθει την άποψή του για διάφορα θέματα, να μάθει προσωπικές πληροφορίες, κλπ., και οι απαντήσεις γνωστοποιούνται σε ευρύτερο κοινό
συνέντευξης	=	συνέντευξη
συνένωνα	=	συνενώνω
συνένωναν	=	συνενώνω
συνένωνε	=	συνενώνω
συνένωνες	=	συνενώνω
συνένωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνένωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνένωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνένωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνένωση	noun	η ένωση δύο ή περισσότερων ανεξάρτητων στοιχείων που δημιουργεί ένα νέο οργανικό σύνολο
συνένωσης	noun	γενική ενικού του συνένωση
συνέπασχα	=	συμπάσχω
συνέπεια	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του συνεπούς
συνέπειας	noun	γενική ενικού του συνέπεια
συνέπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέπεια
συνέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συνέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συνέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συνέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπίπτω
συνέπηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συνέπηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συνέπηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συνέπηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπηγνύω
συνέπλεα	=	συμπλέω
συνέπλεαν	=	συμπλέω
συνέπλεε	=	συμπλέω
συνέπλεες	=	συμπλέω
συνέπλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συνέπλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συνέπλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συνέπλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέω
συνέπραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συνέπραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συνέπραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συνέπραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπράττω
συνέπραττα	=	συμπράττω
συνέπτυξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συνέπτυξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συνέπτυξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συνέπτυξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
συνέπτυσσα	=	συμπτύσσω
συνέπτυσσαν	=	συμπτύσσω
συνέπτυσσε	=	συμπτύσσω
συνέπτυσσες	=	συμπτύσσω
συνέργει	=	συνεργώ
συνέργεια	noun	επικουρική συμβολή σε αξιόποινη πράξη
συνέργειας	noun	γενική ενικού του συνέργεια
συνέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέργεια
συνέργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνέργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνέργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνέργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνέργια	noun	η σύμπραξη, η συμμετοχή ή η βοήθεια σε κάποια ενέργεια
συνέργων	=	σύνεργα
συνέρθει	=	συνέρχομαι
συνέρθεις	=	συνέρχομαι
συνέρθετε	=	συνέρχομαι
συνέρθουμε	=	συνέρχομαι
συνέρθουν	=	συνέρχομαι
συνέρθουνε	=	συνέρχομαι
συνέρθω	=	συνέρχομαι
συνέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέριο
συνέριο	noun|vulgar	άλλη μορφή του συνέρισμα
συνέριου	noun	γενική ενικού του συνέριο
συνέρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνερίζομαι
συνέριων	noun	γενική πληθυντικού του συνέριο
συνέρραπτα	=	συρράπτω
συνέρραπταν	=	συρράπτω
συνέρραπτε	=	συρράπτω
συνέρραπτες	=	συρράπτω
συνέρραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συνέρραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συνέρραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συνέρραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συνέρρεα	=	συρρέω
συνέρρεαν	=	συρρέω
συνέρρεε	=	συρρέω
συνέρρεες	=	συρρέω
συνέρρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συνέρρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συνέρρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συνέρρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συνέρχεσαι	=	συνέρχομαι
συνέρχεσθε	=	συνέρχομαι
συνέρχεστε	=	συνέρχομαι
συνέρχεται	=	συνέρχομαι
συνέρχομαι	verb	ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου μετά από λιποθυμία
συνέρχονται	=	συνέρχομαι
συνέρχονταν	=	συνέρχομαι
συνέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνεση
συνέσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύνεση
συνέσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύνεση
συνέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συνέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συνέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συνέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συνέστελλα	=	συστέλλω
συνέστελλαν	=	συστέλλω
συνέστελλε	=	συστέλλω
συνέστελλες	=	συστέλλω
συνέστησα	=	συνιστώ
συνέστρεφα	=	συστρέφω
συνέστρεφαν	=	συστρέφω
συνέστρεφε	=	συστρέφω
συνέστρεφες	=	συστρέφω
συνέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συνέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συνέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συνέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συνέσφιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συνέσφιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συνέσφιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συνέσφιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συνέταιρε	noun	κλητική ενικού του συνέταιρος
συνέταιρο	noun	αιτιατική ενικού του συνέταιρος
συνέταιροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνέταιρος
συνέταιρος	noun	συμμέτοχος σε επιχείρηση
συνέταιρου	noun	γενική ενικού του συνέταιρος
συνέταιρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνέταιρος
συνέταιρων	noun	γενική πληθυντικού του συνέταιρος
συνέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συνέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συνέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συνέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συνέτασσα	=	συντάσσω
συνέτασσαν	=	συντάσσω
συνέτασσε	=	συντάσσω
συνέτασσες	=	συντάσσω
συνέτεμνα	=	συντέμνω
συνέτιζα	=	συνετίζω
συνέτιζαν	=	συνετίζω
συνέτιζε	=	συνετίζω
συνέτιζες	=	συνετίζω
συνέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνέτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνετίζω
συνέτισης	=	συνέτιση
συνέτισις	noun	συνέτιση
συνέτμησα	=	συντέμνω
συνέτρεξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συνέτρεξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συνέτρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συνέτρεξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συνέτρεχα	=	συντρέχω
συνέτρεχαν	=	συντρέχω
συνέτρεχε	=	συντρέχω
συνέτρεχες	=	συντρέχω
συνέτριβα	=	συντρίβω
συνέτριβαν	=	συντρίβω
συνέτριβε	=	συντρίβω
συνέτριβες	=	συντρίβω
συνέτριψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συνέτριψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συνέτριψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συνέτριψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συνέφαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συνέφαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συνέφαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συνέφαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συνέφερα	=	συμφέρω
συνέχαιρα	=	συγχαίρω
συνέχαιραν	=	συγχαίρω
συνέχαιρε	=	συγχαίρω
συνέχαιρες	=	συγχαίρω
συνέχεα	=	συγχέω
συνέχεια	noun	η έλλειψη διακοπής	adv	άλλη μορφή του συνεχώς
συνέχειας	noun	γενική ενικού του συνέχεια
συνέχειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέχεια
συνέχιζα	=	συνεχίζω
συνέχιζαν	=	συνεχίζω
συνέχιζε	=	συνεχίζω
συνέχιζες	=	συνεχίζω
συνέχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνέχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνέχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνέχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνέχιση	noun	ενέργεια του συνεχίζω
συνέχισης	=	συνέχιση
συνέχομαι	verb	εξαρτώμαι, συνδέομαι, συμπλέκομαι από τη σχέση με κάτι άλλο ή άλλον
συνέχυσα	=	συγχέω
συνέχω	verb	συνδέω, κρατώ κάποια πράγματα συνδεμένα, συγκρατώ
συνήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συνήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συνήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συνήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συνήγορε	noun	κλητική ενικού του συνήγορος
συνήγορο	noun	αιτιατική ενικού του συνήγορος
συνήγοροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνήγορος
συνήγορος	noun	ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο
συνήγορου	=	συνήγορος
συνήγορους	=	συνήγορος
συνήθεια	noun	συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα και, συνήθως, όχι συνειδητά
συνήθειας	=	συνήθεια
συνήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνήθεια
συνήθειο	noun|vulgar	άλλη μορφή του συνήθεια
συνήθειου	noun	γενική ενικού του συνήθειο
συνήθεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συνήθης
συνήθειων	noun	γενική πληθυντικού του συνήθειο
συνήθη	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του συνήθης
συνήθης	adj	συνηθισμένος
συνήθιζα	=	συνηθίζω
συνήθιζαν	=	συνηθίζω
συνήθιζε	=	συνηθίζω
συνήθιζες	=	συνηθίζω
συνήθισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνήθισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνήθισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνήθισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνήθους	=	συνήθης
συνήθων	adj	γενική πληθυντικού του συνήθης
συνήθως	adv	τις περισσότερες φορές (όχι όμως πάντα) (για κάτι που συμβαίνει συχνά ή που συνηθίζεται)
συνήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνήλθανε	=	συνέρχομαι
συνήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
συνήπτα	=	συνάπτω
συνήπταν	=	συνάπτω
συνήπτε	=	συνάπτω
συνήπτες	=	συνάπτω
συνήρθα	=	συνέρχομαι
συνήρθαμε	=	συνέρχομαι
συνήρθαν	=	συνέρχομαι
συνήρθανε	=	συνέρχομαι
συνήρθατε	=	συνέρχομαι
συνήρθε	=	συνέρχομαι
συνήρθες	=	συνέρχομαι
συνήφθη	=	συνάπτω
συνήφθησαν	=	συνάπτω
συνήχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνήχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνήχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνήχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνήχηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνηχώ
συνήχησης	=	συνήχηση
συνήψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνήψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνήψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνήψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
συνίζανα	=	συνιζάνω
συνίζαναν	=	συνιζάνω
συνίζανε	=	συνιζάνω
συνίζανες	=	συνιζάνω
συνίζηση	noun	η συνεκφορά δύο γειτονικών φωνηέντων σε μια συλλαβή για αποφυγή της χασμωδίας
συνίζησης	noun	γενική ενικού του συνίζηση
συνίσταμαι	verb	αποτελούμαι
συνίσταται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνίσταμαι
συναίνει	=	συναινώ
συναίνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναίνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναίνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναίνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναίνεση	noun	συγκατάθεση, αποδοχή
συναίνεσης	noun	γενική ενικού του συναίνεση
συναίρει	=	συναιρώ
συναίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναίρεση	noun	η ένωση δύο γειτονικών φωνηέντων ή διφθόγγων μέσα σε μία λέξη σε ένα φωνήεν ή μία δίφθογγο
συναίρεσης	noun	γενική ενικού του συναίρεση
συναίσθημα	noun	η ψυχική κατάσταση, ευχάριστη ή δυσάρεστη που συνδέεται με τα αισθήματα (τις εντυπώσεις που έχουμε απ' τις αισθήσεις μας) ή σκέψεις
συναίσθηση	noun	η πλήρης επίγνωση και συνείδηση μιας κατάστασης
συναίσθησης	=	συναίσθηση
συναίτια	=	συναίτιος
συναίτιας	=	συναίτιος
συναίτιε	=	συναίτιος
συναίτιες	=	συναίτιος
συναίτιο	=	συναίτιος
συναίτιοι	=	συναίτιος
συναίτιος	adj	αυτός ο οποίος ευθύνεται μαζί με κάποιον άλλο για ένα θέμα
συναίτιου	=	συναίτιος
συναίτιους	=	συναίτιος
συναίτιων	=	συναίτιος
συναγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάγω
συναγάλλομαι	verb|archaic	αγάλλομαι μαζί με άλλους
συναγείρω	verb	ξεσηκώνω, κινητοποιώ
συναγελάζεσαι	=	συναγελάζομαι
συναγελάζεστε	=	συναγελάζομαι
συναγελάζεται	=	συναγελάζομαι
συναγελάζομαι	verb	που ζουν σε αγέλη
συναγελάζονται	=	συναγελάζομαι
συναγελάζονταν	=	συναγελάζομαι
συναγελάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαζόμασταν	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόμαστε	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόμουν	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόμουνα	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόντουσαν	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόσασταν	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόσαστε	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόσουν	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόσουνα	=	συναγελάζομαι
συναγελαζόταν	=	συναγελάζομαι
συναγελαζότανε	=	συναγελάζομαι
συναγελασμέ	noun	κλητική ενικού του συναγελασμός
συναγελασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγελασμένο
συναγελασμένε	verb	κλητική ενικού του συναγελασμένος
συναγελασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγελασμένη
συναγελασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναγελασμένος
συναγελασμένης	verb	γενική ενικού του συναγελασμένη
συναγελασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναγελασμένος
συναγελασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναγελασμένος
συναγελασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναγελασμένος
συναγελασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναγελασμένος
συναγελασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναγελασμένος
συναγελασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναγελασμός
συναγελασμού	noun	γενική ενικού του συναγελασμός
συναγελασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συναγελασμός
συναγελασμό	noun	αιτιατική ενικού του συναγελασμός
συναγελασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναγελάζομαι
συναγελασμών	noun	γενική πληθυντικού του συναγελασμός
συναγελαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστήκαν	=	συναγελάζομαι
συναγελαστήκανε	=	συναγελάζομαι
συναγελαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγελαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγελάζομαι
συναγερμέ	noun	κλητική ενικού του συναγερμός
συναγερμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναγερμός
συναγερμού	noun	γενική ενικού του συναγερμός
συναγερμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συναγερμός
συναγερμό	noun	αιτιατική ενικού του συναγερμός
συναγερμός	noun	κάλεσμα και κινητοποίηση ατόμων ή ειδικών ομάδων λόγω κάποιας έκτακτης ανάγκης
συναγερμών	noun	γενική πληθυντικού του συναγερμός
συναγρίδα	noun	ψάρι που συνήθως αλιεύεται με συρτή ή παραγάδια, με επιστημονική ονομασία Dentex dentex
συναγρίδας	=	συναγρίδα
συναγρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγρίδα
συναγρίδων	=	συναγρίδα
συναγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωγή
συναγωγή	noun	η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο
συναγωγής	=	συναγωγή
συναγωγών	=	συναγωγή
συναγωνίζεσαι	=	συναγωνίζομαι
συναγωνίζεστε	=	συναγωνίζομαι
συναγωνίζεται	=	συναγωνίζομαι
συναγωνίζομαι	verb	αγωνίζομαι σε κοινό αγώνισμα με κάποιον άλλον ή αγωνίζομαι από κοινού με κάποιον άλλο για μια ιδέα ή ένα στόχο
συναγωνίζονται	=	συναγωνίζομαι
συναγωνίζονταν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνίζου	=	συναγωνίζομαι
συναγωνίσιμα	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμε	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμες	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμη	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμης	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμο	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμοι	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να τον συναγωνιστεί
συναγωνίσιμου	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμους	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσιμων	=	συναγωνίσιμος
συναγωνίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνίστρια	noun	θηλυκό του συναγωνιστής
συναγωνίστριας	noun	γενική ενικού του συναγωνίστρια
συναγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωνίστρια
συναγωνιζόμασταν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόμαστε	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόμουν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόμουνα	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόντουσαν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόσασταν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόσαστε	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόσουν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόσουνα	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζόταν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιζότανε	=	συναγωνίζομαι
συναγωνισμέ	noun	κλητική ενικού του συναγωνισμός
συναγωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωνισμένο
συναγωνισμένε	verb	κλητική ενικού του συναγωνισμένος
συναγωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωνισμένη
συναγωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναγωνισμένος
συναγωνισμένης	verb	γενική ενικού του συναγωνισμένη
συναγωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναγωνισμένος
συναγωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναγωνισμένος
συναγωνισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συναγωνίζομαι
συναγωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναγωνισμένος
συναγωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναγωνισμένος
συναγωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναγωνισμένος
συναγωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναγωνισμός
συναγωνισμού	noun	γενική ενικού του συναγωνισμός
συναγωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συναγωνισμός
συναγωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του συναγωνισμός
συναγωνισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναγωνίζομαι
συναγωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του συναγωνισμός
συναγωνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωνιστής
συναγωνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συναγωνιστής
συναγωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστήκαν	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιστήκανε	=	συναγωνίζομαι
συναγωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστής	noun	αυτός που συναγωνίζεται
συναγωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωνιστικό	adv	με συναγωνιστικό τρόπο
συναγωνιστικέ	adj	κλητική ενικού του συναγωνιστικός
συναγωνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναγωνιστική
συναγωνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναγωνιστικός
συναγωνιστικής	adj	γενική ενικού του συναγωνιστική
συναγωνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναγωνιστικός
συναγωνιστικοτήτων	=	συναγωνιστικότητα
συναγωνιστικού	adj	γενική ενικού του συναγωνιστικός
συναγωνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναγωνιστικός
συναγωνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συναγωνιστικός
συναγωνιστικός	adj	που έχει σχέση με συναγωνισμό ή συναγωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
συναγωνιστικότητα	noun	η ιδιότητα του συναγωνιστικού
συναγωνιστικότητας	noun	γενική ενικού του συναγωνιστικότητα
συναγωνιστικότητες	=	συναγωνιστικότητα
συναγωνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συναγωνιστικός
συναγωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του συναγωνίστρια
συναγωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναγωνίζομαι
συναγωνιστών	noun	γενική πληθυντικού του συναγωνιστής
συναδέλφισσα	=	συνάδελφος
συναδέλφου	noun	γενική ενικού του συνάδελφος
συναδέλφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνάδελφος
συναδέλφων	noun	γενική πληθυντικού του συνάδελφος
συναδέλφωνα	=	συναδελφώνω
συναδέλφωναν	=	συναδελφώνω
συναδέλφωνε	=	συναδελφώνω
συναδέλφωνες	=	συναδελφώνω
συναδέλφωσα	=	συναδελφώνω
συναδέλφωσαν	=	συναδελφώνω
συναδέλφωσε	=	συναδελφώνω
συναδέλφωσες	=	συναδελφώνω
συναδέλφωση	noun	η καλλιέργεια και ανάπτυξη δεσμών φιλίας και αγάπης ανάμεσα σε ανθρώπους και λαούς
συναδέλφωσης	=	συναδέλφωση
συναδέρφου	=	συνάδερφος
συναδέρφους	=	συνάδερφος
συναδέρφων	=	συνάδερφος
συναδέρφωνα	=	συναδερφώνω
συναδέρφωναν	=	συναδερφώνω
συναδέρφωνε	=	συναδερφώνω
συναδέρφωνες	=	συναδερφώνω
συναδέρφωσα	=	συναδερφώνω
συναδέρφωσαν	=	συναδερφώνω
συναδέρφωσε	=	συναδερφώνω
συναδέρφωσες	=	συναδερφώνω
συναδέρφωση	noun	άλλη μορφή του συναδέλφωση
συναδέρφωσης	=	συναδέρφωση
συναδελφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συναδελφικός	adv	με συναδελφικότητα, με συναδελφικό τρόπο
συναδελφικέ	adj	κλητική ενικού του συναδελφικός
συναδελφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναδελφική
συναδελφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναδελφικός
συναδελφικής	adj	γενική ενικού του συναδελφική
συναδελφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναδελφικός
συναδελφικοτήτων	=	συναδελφικότητα
συναδελφικού	adj	γενική ενικού του συναδελφικός
συναδελφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναδελφικός
συναδελφικό	adj	αιτιατική ενικού του συναδελφικός
συναδελφικός	adj	που έχει σχέση με συνάδελφο ή συναδέλφους, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτούς
συναδελφικότης	noun	η συναδελφικότητα
συναδελφικότητα	noun	η φιλικότητα, η αλληλεγγύη μεταξύ συναδέλφων
συναδελφικότητας	noun	γενική ενικού του συναδελφικότητα
συναδελφικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναδελφικότητα
συναδελφικών	adj	γενική πληθυντικού του συναδελφικός
συναδελφικώς	adv|dated	συναδελφικά
συναδελφοσυνών	=	συναδελφοσύνη
συναδελφοσύνες	=	συναδελφοσύνη
συναδελφοσύνη	noun	η σωστή συναδελφική σχέση και η εφαρμογή αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας
συναδελφοσύνης	=	συναδελφοσύνη
συναδελφοτήτων	=	συναδελφότητα
συναδελφωθήκαμε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωθήκαν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωθήκανε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωθήκατε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωθεί	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωθείτε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωμένα	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένε	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένες	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένη	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένης	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένο	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένοι	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναδελφώνω
συναδελφωμένου	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένους	=	συναδελφωμένος
συναδελφωμένων	=	συναδελφωμένος
συναδελφωνόμασταν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόμαστε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόμουν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόμουνα	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόντουσαν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόσασταν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόσαστε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόσουν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόσουνα	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνόταν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφωνότανε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφότης	noun	συναδελφότητα
συναδελφότητα	noun	η ιδιότητα των συναδέλφων, το να είμαστε συνάδελφοι
συναδελφότητας	=	συναδελφότητα
συναδελφότητες	=	συναδελφότητα
συναδελφώθηκα	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώθηκαν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώθηκε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώθηκες	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώναμε	=	συναδελφώνω
συναδελφώναν	=	συναδελφώνω
συναδελφώνανε	=	συναδελφώνω
συναδελφώνατε	=	συναδελφώνω
συναδελφώνει	=	συναδελφώνω
συναδελφώνεις	=	συναδελφώνω
συναδελφώνεσαι	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώνεστε	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώνεται	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώνετε	=	συναδελφώνω
συναδελφώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναδελφώνω
συναδελφώνονται	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώνονταν	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώνοντας	=	συναδελφώνω
συναδελφώνου	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώνουμε	=	συναδελφώνω
συναδελφώνουν	=	συναδελφώνω
συναδελφώνουνε	=	συναδελφώνω
συναδελφώνω	verb	προωθώ τη συναδέλφωση
συναδελφώσαμε	=	συναδελφώνω
συναδελφώσαν	=	συναδελφώνω
συναδελφώσανε	=	συναδελφώνω
συναδελφώσατε	=	συναδελφώνω
συναδελφώσει	=	συναδελφώνω
συναδελφώσεις	=	συναδέλφωση
συναδελφώσεων	=	συναδέλφωση
συναδελφώσου	=	συναδελφώνομαι
συναδελφώστε	=	συναδελφώνω
συναδερφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συναδερφικός	adv	άλλη μορφή του συναδελφικά
συναδερφικέ	=	συναδερφικός
συναδερφικές	=	συναδερφικός
συναδερφική	=	συναδερφικός
συναδερφικής	=	συναδερφικός
συναδερφικοί	=	συναδερφικός
συναδερφικοτήτων	=	συναδερφικότητα
συναδερφικού	=	συναδερφικός
συναδερφικούς	=	συναδερφικός
συναδερφικό	=	συναδερφικός
συναδερφικός	adj	που έχει σχέση με συνάδερφο ή συναδέρφους, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτούς
συναδερφικότητα	noun	άλλη μορφή του συναδελφικότητα
συναδερφικότητας	=	συναδερφικότητα
συναδερφικότητες	=	συναδερφικότητα
συναδερφικών	=	συναδερφικός
συναδερφωθήκαμε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωθήκαν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωθήκανε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωθήκατε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωθεί	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωθείτε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωμένα	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένε	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένες	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένη	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένης	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένο	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένοι	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναδερφώνω
συναδερφωμένου	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένους	=	συναδερφωμένος
συναδερφωμένων	=	συναδερφωμένος
συναδερφωνόμασταν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόμαστε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόμουν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόμουνα	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόντουσαν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόσασταν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόσαστε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόσουν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόσουνα	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνόταν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφωνότανε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώθηκα	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώθηκαν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώθηκε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώθηκες	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώναμε	=	συναδερφώνω
συναδερφώναν	=	συναδερφώνω
συναδερφώνανε	=	συναδερφώνω
συναδερφώνατε	=	συναδερφώνω
συναδερφώνει	=	συναδερφώνω
συναδερφώνεις	=	συναδερφώνω
συναδερφώνεσαι	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώνεστε	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώνεται	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώνετε	=	συναδερφώνω
συναδερφώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναδερφώνω
συναδερφώνονται	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώνονταν	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώνοντας	=	συναδερφώνω
συναδερφώνου	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώνουμε	=	συναδερφώνω
συναδερφώνουν	=	συναδερφώνω
συναδερφώνουνε	=	συναδερφώνω
συναδερφώνω	verb	προωθώ τη συναδέρφωση
συναδερφώσαμε	=	συναδερφώνω
συναδερφώσαν	=	συναδερφώνω
συναδερφώσανε	=	συναδερφώνω
συναδερφώσατε	=	συναδερφώνω
συναδερφώσει	=	συναδερφώνω
συναδερφώσεις	=	συναδέρφωση
συναδερφώσεων	=	συναδέρφωση
συναδερφώσου	=	συναδερφώνομαι
συναδερφώστε	=	συναδερφώνω
συναθλήτρια	noun	συναθλητής
συναθλήτριας	noun	γενική ενικού του συναθλήτρια
συναθλήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναθλήτρια
συναθλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναθλητής
συναθλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συναθλητής
συναθλητής	noun	αθλητής που αγωνίζεται στο ίδιο άθλημα με κάποιον άλλον
συναθλητριών	noun	γενική πληθυντικού του συναθλήτρια
συναθλητών	noun	γενική πληθυντικού του συναθλητής
συναθλούμαι	verb|rare	αθλούμαι μαζί με κάποιον άλλον, είμαι συναθλητής
συναθροίζαμε	=	συναθροίζω
συναθροίζαν	=	συναθροίζω
συναθροίζανε	=	συναθροίζω
συναθροίζατε	=	συναθροίζω
συναθροίζει	=	συναθροίζω
συναθροίζεις	=	συναθροίζω
συναθροίζεσαι	=	συναθροίζομαι
συναθροίζεστε	=	συναθροίζομαι
συναθροίζεται	=	συναθροίζομαι
συναθροίζετε	=	συναθροίζω
συναθροίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναθροίζω
συναθροίζονται	=	συναθροίζομαι
συναθροίζονταν	=	συναθροίζομαι
συναθροίζοντας	=	συναθροίζω
συναθροίζου	=	συναθροίζομαι
συναθροίζουμε	=	συναθροίζω
συναθροίζουν	=	συναθροίζω
συναθροίζουνε	=	συναθροίζω
συναθροίζω	verb	μαζεύω κάποιο πλήθος σ’ ένα τόπο
συναθροίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίσαν	=	συναθροίζω
συναθροίσανε	=	συναθροίζω
συναθροίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάθροιση
συναθροίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνάθροιση
συναθροίσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνάθροιση
συναθροίσου	=	συναθροίζομαι
συναθροίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζω
συναθροιζόμασταν	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόμαστε	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόμουν	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόμουνα	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόντουσαν	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόσασταν	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόσαστε	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόσουν	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόσουνα	=	συναθροίζομαι
συναθροιζόταν	=	συναθροίζομαι
συναθροιζότανε	=	συναθροίζομαι
συναθροισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναθροισμένο
συναθροισμένε	verb	κλητική ενικού του συναθροισμένος
συναθροισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναθροισμένη
συναθροισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναθροισμένος
συναθροισμένης	verb	γενική ενικού του συναθροισμένη
συναθροισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναθροισμένος
συναθροισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναθροισμένος
συναθροισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συναθροίζω
συναθροισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναθροισμένος
συναθροισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναθροισμένος
συναθροισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναθροισμένος
συναθροιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστήκαν	=	συναθροίζομαι
συναθροιστήκανε	=	συναθροίζομαι
συναθροιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναθροιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναθροίζομαι
συναινέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέσαν	=	συναινώ
συναινέσανε	=	συναινώ
συναινέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναίνεση
συναινέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέσεων	noun	γενική πληθυντικού του συναίνεση
συναινέσεως	noun|formal	γενική ενικού του συναίνεση
συναινέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναινώ
συναινεί	=	συναινώ
συναινείς	=	συναινώ
συναινείτε	=	συναινώ
συναινετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναινετικό	adv	επιδιώκοντας τη συναίνεση, με συναινετικό τρόπο
συναινετικέ	adj	κλητική ενικού του συναινετικός
συναινετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναινετική
συναινετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναινετικός
συναινετικής	adj	γενική ενικού του συναινετική
συναινετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναινετικός
συναινετικού	adj	γενική ενικού του συναινετικός
συναινετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναινετικός
συναινετικό	adj	αιτιατική ενικού του συναινετικός
συναινετικός	adj	που γίνεται με συναίνεση όλων των ενδιαφερομένων
συναινετικών	adj	γενική πληθυντικού του συναινετικός
συναινούμε	=	συναινώ
συναινούν	=	συναινώ
συναινούνε	=	συναινώ
συναινούσα	=	συναινώ
συναινούσαμε	=	συναινώ
συναινούσαν	=	συναινώ
συναινούσανε	=	συναινώ
συναινούσατε	=	συναινώ
συναινούσε	=	συναινώ
συναινούσες	=	συναινώ
συναινώ	verb|formal	συμφωνώ, συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω
συναινώντας	=	συναινώ
συναιρέθηκα	=	συναιρώ
συναιρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρούμαι
συναιρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρούμαι
συναιρέθηκες	=	συναιρώ
συναιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέσαν	=	συναιρώ
συναιρέσανε	=	συναιρώ
συναιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναίρεση
συναιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του συναίρεση
συναιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του συναίρεση
συναιρέσου	=	συναιρώ
συναιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναιρώ
συναιρεί	=	συναιρώ
συναιρείς	=	συναιρώ
συναιρείσαι	=	συναιρώ
συναιρείστε	=	συναιρώ
συναιρείται	=	συναιρώ
συναιρείτε	=	συναιρώ
συναιρεθήκαμε	=	συναιρώ
συναιρεθήκαν	=	συναιρώ
συναιρεθήκανε	=	συναιρώ
συναιρεθήκατε	=	συναιρώ
συναιρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναιρούμαι
συναιρεθείτε	=	συναιρώ
συναιρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναιρούμαι
συναιρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναιρεμένο
συναιρεμένε	verb	κλητική ενικού του συναιρεμένος
συναιρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναιρεμένη
συναιρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναιρεμένος
συναιρεμένης	verb	γενική ενικού του συναιρεμένη
συναιρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναιρεμένος
συναιρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναιρεμένος
συναιρεμένος	verb	άλλη μορφή του συνηρημένος
συναιρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναιρεμένος
συναιρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναιρεμένος
συναιρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναιρεμένος
συναιρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναιρώ
συναιρούμασταν	=	συναιρώ
συναιρούμαστε	=	συναιρώ
συναιρούμε	=	συναιρώ
συναιρούμουν	=	συναιρώ
συναιρούν	=	συναιρώ
συναιρούνε	=	συναιρώ
συναιρούνται	=	συναιρώ
συναιρούνταν	=	συναιρώ
συναιρούσα	=	συναιρώ
συναιρούσαμε	=	συναιρώ
συναιρούσαν	=	συναιρώ
συναιρούσανε	=	συναιρώ
συναιρούσασταν	=	συναιρώ
συναιρούσαστε	=	συναιρώ
συναιρούσατε	=	συναιρώ
συναιρούσε	=	συναιρώ
συναιρούσες	=	συναιρώ
συναιρούσουν	=	συναιρώ
συναιρώ	verb	επιφέρω συναίρεση
συναιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συναιρώ
συναισθάνεσαι	=	συναισθάνομαι
συναισθάνεστε	=	συναισθάνομαι
συναισθάνεται	=	συναισθάνομαι
συναισθάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθάνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθάνομαι	verb	αισθάνομαι πλήρως μια (συνήθως δυσάρεστη) κατάσταση που αφορά εμένα ή κάποιον άλλο, την αντιλαμβάνομαι και τη νιώθω
συναισθάνονται	=	συναισθάνομαι
συναισθάνονταν	=	συναισθάνομαι
συναισθάνσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναίσθημα
συναισθήματος	noun	γενική ενικού του συναίσθημα
συναισθήσεις	=	συναίσθηση
συναισθήσεων	=	συναίσθηση
συναισθανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθήκαν	=	συναισθάνομαι
συναισθανθήκανε	=	συναισθάνομαι
συναισθανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανόμασταν	=	συναισθάνομαι
συναισθανόμαστε	=	συναισθάνομαι
συναισθανόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθανόμενο
συναισθανόμενε	verb	κλητική ενικού του συναισθανόμενος
συναισθανόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθανόμενη
συναισθανόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναισθανόμενος
συναισθανόμενης	verb	γενική ενικού του συναισθανόμενη
συναισθανόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συναισθανόμενος
συναισθανόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναισθανόμενος
συναισθανόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του ρήματος συναισθάνομαι
συναισθανόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναισθανόμενος
συναισθανόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναισθανόμενος
συναισθανόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναισθανόμενος
συναισθανόμουν	=	συναισθάνομαι
συναισθανόμουνα	=	συναισθάνομαι
συναισθανόντουσαν	=	συναισθάνομαι
συναισθανόσασταν	=	συναισθάνομαι
συναισθανόσαστε	=	συναισθάνομαι
συναισθανόσουν	=	συναισθάνομαι
συναισθανόσουνα	=	συναισθάνομαι
συναισθανόταν	=	συναισθάνομαι
συναισθανότανε	=	συναισθάνομαι
συναισθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του συναίσθημα
συναισθηματικά	adv	με συναισθηματικό τρόπο	noun	άλλη μορφή του αισθηματικά
συναισθηματικέ	adj	κλητική ενικού του συναισθηματικός
συναισθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθηματική
συναισθηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναισθηματικός
συναισθηματικής	adj	γενική ενικού του συναισθηματική
συναισθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναισθηματικός
συναισθηματικοτήτων	=	συναισθηματικότητα
συναισθηματικού	adj	γενική ενικού του συναισθηματικός
συναισθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναισθηματικός
συναισθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του συναισθηματικός
συναισθηματικός	adj	που έχει σχέση με διάφορα συναισθήματα, αναφέρεται σ’ αυτά ή προκαλείται απ’ αυτά
συναισθηματικότατα	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατε	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατες	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατη	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατης	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατο	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατοι	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατος	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατου	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατους	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότατων	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερα	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερε	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερες	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερη	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερης	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερο	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότεροι	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερος	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερου	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερους	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότερων	=	συναισθηματικός
συναισθηματικότης	noun	η συναισθηματικότητα
συναισθηματικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συναισθηματικού, που κυριαρχείται από διάφορα συναισθήματα κι ευαισθησίες
συναισθηματικότητας	noun	γενική ενικού του συναισθηματικότητα
συναισθηματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθηματικότητα
συναισθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του συναισθηματικός
συναισθηματικώς	adv|dated	συναισθηματικά
συναισθηματισμέ	noun	κλητική ενικού του συναισθηματισμός
συναισθηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναισθηματισμός
συναισθηματισμού	noun	γενική ενικού του συναισθηματισμός
συναισθηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συναισθηματισμός
συναισθηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του συναισθηματισμός
συναισθηματισμός	noun	η αντιμετώπιση καταστάσεων με το θυμικό κι όχι ρεαλιστικά
συναισθηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του συναισθηματισμός
συναισθησία	noun	νευρολογική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται ανάμειξη των αισθήσεων, για παράδειγμα όταν όταν ο εγκέφαλος αποδίδει ένα συγκεκριμένο ήχο σε μια οσμή
συναισθησίας	noun	γενική ενικού του συναισθησία
συναισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθησία
συναισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του συναισθησία
συναισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθητικό
συναισθητικέ	adj	κλητική ενικού του συναισθητικός
συναισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναισθητική
συναισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναισθητικός
συναισθητικής	adj	γενική ενικού του συναισθητική
συναισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναισθητικός
συναισθητικού	adj	γενική ενικού του συναισθητικός
συναισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναισθητικός
συναισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του συναισθητικός
συναισθητικός	adj	ο πάσχων (ο έχων σε ηπιότερες ή ερμηνευτικά ουδέτερες ή θετικές μορφές) από συναισθησία
συναισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του συναισθητικός
συναιτιοτήτων	=	συναιτιότητα
συναιτιότης	noun	η συναιτιότητα
συναιτιότητα	noun	συνώνυμο του συνυπευθυνότητα
συναιτιότητας	noun	γενική ενικού του συναιτιότητα
συναιτιότητες	=	συναιτιότητα
συνακολουθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολουθία	noun|archaic	το να είναι κάτι συνακόλουθο, η ιδιότητα του συνακόλουθου, αλληλουχία γεγονότων, καταστάσεων ή φαινομένων, όπου το ένα επακολουθεί φυσικά ή λογικά το άλλο, δημιουργώντας μια αδιάσπαστη συνέχεια
συνακολουθίας	=	συνακολουθία
συνακολουθίες	=	συνακολουθία
συνακολουθιών	=	συνακολουθία
συνακολουθώ	verb|archaic	ακολουθώ μαζί με άλλους
συνακολουθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνακολουθώ
συνακολούθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολούθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολούθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολούθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακολουθώ
συνακολούθως	adv|dated	συνακόλουθα
συνακροάσεις	=	συνακρόαση
συνακροάσεων	=	συνακρόαση
συνακροάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροάτρια	noun	θηλυκό του συνακροατής
συνακροάτριας	=	συνακροάτρια
συνακροάτριες	=	συνακροάτρια
συνακροαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνακροώμαι
συνακροατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνακροατής
συνακροατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνακροατής
συνακροατής	noun	που συμμετέχει, που ακούει ταυτόχρονα με άλλους κάτι
συνακροατριών	=	συνακροάτρια
συνακροατών	noun	γενική πληθυντικού του συνακροατής
συνακροώμαι	verb|archaic	ακροώμαι / ακούω μαζί με άλλους
συνακρόαση	noun	όταν κάποιος παρακολουθεί τηλεφωνική συνομιλία χωρίς να γίνει αντιληπτός
συνακρόασης	=	συνακρόαση
συνακόλουθα	adv	για γεγονός ή για φαινόμενο που είναι επακόλουθο άλλου γεγονότος
συνακόλουθε	=	συνακόλουθος
συνακόλουθες	=	συνακόλουθος
συνακόλουθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνακόλουθος
συνακόλουθης	=	συνακόλουθος
συνακόλουθο	=	συνακόλουθος
συνακόλουθοι	=	συνακόλουθος
συνακόλουθος	adj	που ακολουθεί ως συνέπεια
συνακόλουθου	=	συνακόλουθος
συνακόλουθους	=	συνακόλουθος
συνακόλουθων	=	συνακόλουθος
συναλγία	noun	πόνος ο οποίος εμφανίζεται σε διαφορετικό σημείο από αυτό στο οποίο οφείλεται (π.χ. πόνος σε δόντι στην επάνω γνάθο, όταν το πρόβλημα βρίσκεται σε δόντι στην κάτω γνάθο)
συναλγίας	noun	γενική ενικού του συναλγία
συναλγίες	=	συναλγία
συναλγιών	noun	γενική πληθυντικού του συναλγία
συναλλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάλλαγμα
συναλλάγματος	noun	γενική ενικού του συνάλλαγμα
συναλλάζω	verb	χρησιμοποιώ κάτι εναλλάξ με κάτι άλλο
συναλλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλάξιμο
συναλλάξιμε	adj	κλητική ενικού του συναλλάξιμος
συναλλάξιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλάξιμη
συναλλάξιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναλλάξιμος
συναλλάξιμης	adj	γενική ενικού του συναλλάξιμη
συναλλάξιμο	adj	αιτιατική ενικού του συναλλάξιμος
συναλλάξιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναλλάξιμος
συναλλάξιμος	adj	που δύναται να συναλλαχθεί
συναλλάξιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναλλάξιμος
συναλλάξιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναλλάξιμος
συναλλάξιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναλλάξιμος
συναλλάξου	=	συναλλάσσομαι
συναλλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναλλάζω
συναλλάσσεσαι	=	συναλλάσσομαι
συναλλάσσεστε	=	συναλλάσσομαι
συναλλάσσεται	=	συναλλάσσομαι
συναλλάσσομαι	verb	κάνω (εμπορικές ή γενικότερα οικονομικές —ή και άλλες—) συναλλαγές
συναλλάσσονται	=	συναλλάσσομαι
συναλλάσσονταν	=	συναλλάσσομαι
συναλλάσσου	=	συναλλάσσομαι
συναλλάσσω	verb	άλλη μορφή του ανταλλάσσω
συναλλάχτηκα	=	συναλλάσσομαι
συναλλάχτηκαν	=	συναλλάσσομαι
συναλλάχτηκε	=	συναλλάσσομαι
συναλλάχτηκες	=	συναλλάσσομαι
συναλλήλου	=	συνάλληλος
συναλλήλους	=	συνάλληλος
συναλλήλων	=	συνάλληλος
συναλλήλως	adv	με συνάλληλο τρόπο, με συναλληλία
συναλλαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγή
συναλλαγή	noun	σχεδόν οποιαδήποτε χρηματική ή τραπεζική ενέργεια
συναλλαγής	=	συναλλαγή
συναλλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνάλλαγμα
συναλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγμένο
συναλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του συναλλαγμένος
συναλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγμένη
συναλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναλλαγμένος
συναλλαγμένης	verb	γενική ενικού του συναλλαγμένη
συναλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναλλαγμένος
συναλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγμένος
συναλλαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συναλλάσσω και συναλλάζω
συναλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναλλαγμένος
συναλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναλλαγμένος
συναλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναλλαγμένος
συναλλαγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγματικό
συναλλαγματικέ	adj	κλητική ενικού του συναλλαγματικός
συναλλαγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγματική
συναλλαγματική	noun	έγγραφη εντολή που συντάσσεται με ορισμένο τύπο, κατά την οποία ένα πρόσωπο (ο εκδότης) διατάσσει ένα άλλο πρόσωπο (τον αποδέκτη) να πληρώσει σε ορισμένο τόπο και χρόνο ένα ορισμένο χρηματικό ποσό σε ένα τρίτο πρόσωπο (τον κομιστή της συναλλαγματικής).	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναλλαγματικός
συναλλαγματικής	adj	γενική ενικού του συναλλαγματική
συναλλαγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναλλαγματικός
συναλλαγματικού	adj	γενική ενικού του συναλλαγματικός
συναλλαγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναλλαγματικός
συναλλαγματικό	adj	αιτιατική ενικού του συναλλαγματικός
συναλλαγματικός	adj	που έχει σχέση με το συνάλλαγμα ή τη συναλλαγματική, αναφέρεται σ’ αυτά ή αποτελείται από συνάλλαγμα
συναλλαγματικών	adj	γενική πληθυντικού του συναλλαγματικός
συναλλαγματοφόρα	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρας	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρε	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρες	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρο	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόροι	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρος	adj	που αποδίδει εισόδημα (συνάλλαγμα)
συναλλαγματοφόρου	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρους	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγματοφόρων	=	συναλλαγματοφόρος
συναλλαγών	noun	γενική πληθυντικού του συναλλαγή
συναλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλακτικό
συναλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του συναλλακτικός
συναλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλλακτική
συναλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναλλακτικός
συναλλακτικής	adj	γενική ενικού του συναλλακτική
συναλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναλλακτικός
συναλλακτικού	adj	γενική ενικού του συναλλακτικός
συναλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναλλακτικός
συναλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του συναλλακτικός
συναλλακτικός	adj	που έχει σχέση με συναλλαγές ή αναφέρεται σ’ αυτές
συναλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του συναλλακτικός
συναλλασσόμασταν	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόμαστε	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόμενα	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενε	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενες	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενη	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενης	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενο	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενοι	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συναλλάσσομαι
συναλλασσόμενου	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενους	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμενων	=	συναλλασσόμενος
συναλλασσόμουν	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόμουνα	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόντουσαν	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόσασταν	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόσαστε	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόσουν	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόσουνα	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσόταν	=	συναλλάσσομαι
συναλλασσότανε	=	συναλλάσσομαι
συναλλαχτήκαμε	=	συναλλάσσομαι
συναλλαχτήκαν	=	συναλλάσσομαι
συναλλαχτήκανε	=	συναλλάσσομαι
συναλλαχτήκατε	=	συναλλάσσομαι
συναλλαχτεί	=	συναλλάσσομαι
συναλλαχτείτε	=	συναλλάσσομαι
συναλληλία	noun	η ιδιότητα του συνάλληλου, που αφορά έννοιες που υπάγονται σε άλλη γενικότερη και ανώτερη, την υπερκείμενη
συναλληλίας	noun	γενική ενικού του συναλληλία
συναλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναλληλία
συναλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του συναλληλία
συναλοιφές	=	συναλοιφή
συναλοιφή	noun	φωνολογική διαδικασία κατά την οποία δύο διαδοχικά φωνήεντα ενώνονται σε ένα, μέσω συναίρεσης, κράσης ή συνίζησης, με σκοπό την ευφωνία και την αποφυγή χασμωδίας
συναλοιφής	=	συναλοιφή
συναλοιφών	=	συναλοιφή
συναμετάξυ	adv|rare	άλλη μορφή του αναμεταξύ
συναμεταξύ	adv|rare	άλλη μορφή του αναμεταξύ
συνανάπτυξη	noun|formal	η από κοινού ανάπτυξη
συνανήκω	verb	ανήκω επίσης μαζί με κάποιον ή κάτι
συναναστράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστρέφεσαι	=	συναναστρέφομαι
συναναστρέφεστε	=	συναναστρέφομαι
συναναστρέφεται	=	συναναστρέφομαι
συναναστρέφομαι	verb	έχω κοινωνικές σχέσεις, κάνω παρέα
συναναστρέφονται	=	συναναστρέφομαι
συναναστρέφονταν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφέν	=	συναναστραφείς
συναναστραφέντα	=	συναναστραφείς
συναναστραφέντες	=	συναναστραφείς
συναναστραφέντος	=	συναναστραφείς
συναναστραφέντων	=	συναναστραφείς
συναναστραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφήκαν	=	συναναστρέφομαι
συναναστραφήκανε	=	συναναστρέφομαι
συναναστραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφείσα	=	συναναστραφείς
συναναστραφείσας	=	συναναστραφείς
συναναστραφείσες	=	συναναστραφείς
συναναστραφείσης	=	συναναστραφείς
συναναστραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφεισών	=	συναναστραφείς
συναναστραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστραφούνε	=	συναναστρέφομαι
συναναστραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναναστρέφομαι
συναναστρεφόμασταν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόμαστε	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόμουν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόμουνα	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόντουσαν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόσασταν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόσαστε	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόσουν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόσουνα	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφόταν	=	συναναστρέφομαι
συναναστρεφότανε	=	συναναστρέφομαι
συναναστροφές	=	συναναστροφή
συναναστροφή	noun	η ύπαρξη σχέσης με άλλο ή άλλα άτομα και η συχνή συνεύρεση με αυτά
συναναστροφής	=	συναναστροφή
συναναστροφών	=	συναναστροφή
συνανατρέφω	verb|rare	ανατρέφω μαζί με κάποιον άλλον
συνανατραφέν	=	συνανατραφείς
συνανατραφέντα	=	συνανατραφείς
συνανατραφέντες	=	συνανατραφείς
συνανατραφέντος	=	συνανατραφείς
συνανατραφέντων	=	συνανατραφείς
συνανατραφείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος συνανατρέφω
συνανατραφείσα	=	συνανατραφείς
συνανατραφείσας	=	συνανατραφείς
συνανατραφείσες	=	συνανατραφείς
συνανατραφείσης	=	συνανατραφείς
συνανατραφεισών	=	συνανατραφείς
συνανθρώπου	noun	γενική ενικού του συνάνθρωπος
συνανθρώπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνάνθρωπος
συνανθρώπων	noun	γενική πληθυντικού του συνάνθρωπος
συνανστρέψου	=	συναναστρέφομαι
συναντά	=	συναντάω
συναντάγαμε	=	συναντάω
συναντάγανε	=	συναντάω
συναντάγατε	=	συναντάω
συναντάει	=	συναντάω
συναντάμε	=	συναντάω
συναντάν	=	συναντάω
συναντάνε	=	συναντάω
συναντάς	=	συναντάω
συναντάσαι	=	συναντάω
συναντάσθε	=	συναντάω
συναντάστε	=	συναντάω
συναντάται	=	συναντάω
συναντάτε	=	συναντάω
συναντάω	verb	βρίσκω κάποιον ή κάτι τυχαία
συναντήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι, παθητικού του συναντώ
συναντήθηκαζ	=	συναντάω
συναντήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσαν	=	συναντάω
συναντήσανε	=	συναντάω
συναντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάντηση
συναντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνάντηση
συναντήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνάντηση
συναντήσομε	=	συναντάω
συναντήσου	=	συναντάω
συναντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσουνε	=	συναντάω
συναντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντώ
συναντίληψη	noun|formal	βοήθεια, συμπαράσταση, από κοινού υποστήριξη, αλληλεγγύη
συναντίληψης	noun	γενική ενικού του συναντίληψη
συναντηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθήκαν	=	συναντάω
συναντηθήκανε	=	συναντάω
συναντηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντηθούνε	=	συναντάω
συναντηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναντιέμαι
συναντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναντημένο
συναντημένε	verb	κλητική ενικού του συναντημένος
συναντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναντημένη
συναντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναντημένος
συναντημένης	verb	γενική ενικού του συναντημένη
συναντημένο	verb	αιτιατική ενικού του συναντημένος
συναντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναντημένος
συναντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναντάω / συναντώ
συναντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναντημένος
συναντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναντημένος
συναντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναντημένος
συναντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναντώ, συναντάω
συναντιέσαι	=	συναντάω
συναντιέστε	=	συναντάω
συναντιέται	=	συναντάω
συναντιλήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναντίληψη
συναντιλήψεων	noun	γενική πληθυντικού του συναντίληψη
συναντιλήψεως	noun|formal	γενική ενικού του συναντίληψη
συναντιούνται	=	συναντάω
συναντιούνταν	=	συναντάω
συναντιόμασταν	=	συναντάω
συναντιόμαστε	=	συναντάω
συναντιόμουν	=	συναντάω
συναντιόμουνα	=	συναντάω
συναντιόνταν	=	συναντάω
συναντιόντανε	=	συναντάω
συναντιόντουσαν	=	συναντάω
συναντιόσασταν	=	συναντάω
συναντιόσαστε	=	συναντάω
συναντιόσουν	=	συναντάω
συναντιόσουνα	=	συναντάω
συναντιόταν	=	συναντάω
συναντιότανε	=	συναντάω
συναντούμε	=	συναντάω
συναντούν	=	συναντάω
συναντούνε	=	συναντάω
συναντούσα	=	συναντάω
συναντούσαμε	=	συναντάω
συναντούσαν	=	συναντάω
συναντούσανε	=	συναντάω
συναντούσατε	=	συναντάω
συναντούσε	=	συναντάω
συναντούσες	=	συναντάω
συναντόμασταν	=	συναντάω
συναντόμαστε	=	συναντάω
συναντόμουν	=	συναντάω
συναντόνταν	=	συναντάω
συναντόντουσαν	=	συναντάω
συναντόσασταν	=	συναντάω
συναντόσουν	=	συναντάω
συναντόταν	=	συναντάω
συναντώ	verb	άλλη μορφή του συναντάω
συναντώμαι	=	συναντάω
συναντώμεθα	=	συναντάω
συναντώνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα μέσης φωνής του συναντώ
συναντώντας	=	συναντάω
συναξάρι	noun	συλλογή διηγήσεων βίων αγίων καθώς και το εκκλησιαστικό βιβλίο που τις περιέχει
συναξάρια	=	συναξάρι
συναξάριο	noun|figurative	άλλη μορφή του συναξάρι
συναξάριου	=	συναξάριο
συναξάριων	=	συναξάριο
συναξαρίου	=	συναξάριο
συναξαρίων	=	συναξάριο
συναξαριού	=	συναξάρι
συναξαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναξαριστής
συναξαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συναξαριστής
συναξαριστής	noun	συγγραφέας ή συλλογέας συναξαρίων
συναξαριστών	noun	γενική πληθυντικού του συναξαριστής
συναξαριών	=	συναξάρι
συναπάντα	=	συναπαντώ
συναπάντημα	noun	η τυχαία και συνήθως μάλλον δυσάρεστη συνάντηση
συναπάντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπάντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπάντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπάντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπάρτιζα	=	συναπαρτίζω
συναπάρτιζαν	=	συναπαρτίζω
συναπάρτιζε	=	συναπαρτίζω
συναπάρτιζες	=	συναπαρτίζω
συναπάρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπάρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπάρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπάρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπάρτιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναπαρτίζω
συναπάρτισης	=	συναπάρτιση
συναπάρτισμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναπαρτίζω
συναπαντά	=	συναπαντώ
συναπαντάει	=	συναπαντώ
συναπαντάμε	=	συναπαντώ
συναπαντάν	=	συναπαντώ
συναπαντάνε	=	συναπαντώ
συναπαντάς	=	συναπαντώ
συναπαντάτε	=	συναπαντώ
συναπαντάω	verb	άλλη μορφή του συναπαντώ
συναπαντήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπάντημα
συναπαντήματος	noun	γενική ενικού του συναπάντημα
συναπαντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσαν	=	συναπαντώ
συναπαντήσανε	=	συναπαντώ
συναπαντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσου	=	συναπαντώ
συναπαντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντώ
συναπαντηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθήκαν	=	συναπαντώ
συναπαντηθήκανε	=	συναπαντώ
συναπαντηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαντιέμαι
συναπαντημάτων	noun	γενική πληθυντικού του συναπάντημα
συναπαντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπαντημένο
συναπαντημένε	verb	κλητική ενικού του συναπαντημένος
συναπαντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπαντημένη
συναπαντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναπαντημένος
συναπαντημένης	verb	γενική ενικού του συναπαντημένη
συναπαντημένο	verb	αιτιατική ενικού του συναπαντημένος
συναπαντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναπαντημένος
συναπαντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναπαντάω / συναπαντώ
συναπαντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναπαντημένος
συναπαντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναπαντημένος
συναπαντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναπαντημένος
συναπαντιέμαι	=	συναπαντώ
συναπαντιέσαι	=	συναπαντώ
συναπαντιέστε	=	συναπαντώ
συναπαντιέται	=	συναπαντώ
συναπαντιούνται	=	συναπαντώ
συναπαντιούνταν	=	συναπαντώ
συναπαντιόμασταν	=	συναπαντώ
συναπαντιόμαστε	=	συναπαντώ
συναπαντιόμουν	=	συναπαντώ
συναπαντιόμουνα	=	συναπαντώ
συναπαντιόνταν	=	συναπαντώ
συναπαντιόντανε	=	συναπαντώ
συναπαντιόντουσαν	=	συναπαντώ
συναπαντιόσασταν	=	συναπαντώ
συναπαντιόσαστε	=	συναπαντώ
συναπαντιόσουν	=	συναπαντώ
συναπαντιόσουνα	=	συναπαντώ
συναπαντιόταν	=	συναπαντώ
συναπαντιότανε	=	συναπαντώ
συναπαντούμε	=	συναπαντώ
συναπαντούν	=	συναπαντώ
συναπαντούνε	=	συναπαντώ
συναπαντούσα	=	συναπαντώ
συναπαντούσαμε	=	συναπαντώ
συναπαντούσαν	=	συναπαντώ
συναπαντούσανε	=	συναπαντώ
συναπαντούσατε	=	συναπαντώ
συναπαντούσε	=	συναπαντώ
συναπαντούσες	=	συναπαντώ
συναπαντώ	verb|vulgar	συναντώ τυχαία
συναπαντώμαι	verb	βρίσκομαι μαζί με κάποιον ή κάτι άλλο
συναπαντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συναπαντάω / συναπαντώ
συναπαντῶ	verb	πολυτονική γραφή του συναπαντώ
συναπαρτίζαμε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζαν	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζανε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζατε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζει	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζεις	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζεσαι	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίζεστε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίζεται	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίζετε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίζονται	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίζονταν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίζοντας	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζου	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίζουμε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζουν	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζουνε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίζω	verb|formal	απαρτίζω από κοινού με άλλα ή άλλους
συναπαρτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίσαν	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίσανε	=	συναπαρτίζω
συναπαρτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίσεων	=	συναπάρτιση
συναπαρτίσματα	=	συναπάρτισμα
συναπαρτίσματος	=	συναπάρτισμα
συναπαρτίσου	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτίστηκα	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίστηκαν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίστηκε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίστηκες	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναπαρτίζω
συναπαρτιζόμασταν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόμαστε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόμουν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόμουνα	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόντουσαν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόσασταν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόσαστε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόσουν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόσουνα	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζόταν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιζότανε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτισμάτων	=	συναπάρτισμα
συναπαρτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπαρτισμένο
συναπαρτισμένε	verb	κλητική ενικού του συναπαρτισμένος
συναπαρτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπαρτισμένη
συναπαρτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναπαρτισμένος
συναπαρτισμένης	verb	γενική ενικού του συναπαρτισμένη
συναπαρτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναπαρτισμένος
συναπαρτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναπαρτισμένος
συναπαρτισμένος	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναπαρτισμένος
συναπαρτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναπαρτισμένος
συναπαρτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναπαρτισμένος
συναπαρτιστήκαμε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιστήκαν	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιστήκανε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιστήκατε	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιστεί	=	συναπαρτίζομαι
συναπαρτιστείτε	=	συναπαρτίζομαι
συναποθάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναποθνήσκω	verb|formal	πεθαίνω μαζί με κάποιον άλλον
συναποκομίζαμε	=	συναποκομίζω
συναποκομίζαν	=	συναποκομίζω
συναποκομίζανε	=	συναποκομίζω
συναποκομίζατε	=	συναποκομίζω
συναποκομίζει	=	συναποκομίζω
συναποκομίζεις	=	συναποκομίζω
συναποκομίζετε	=	συναποκομίζω
συναποκομίζοντας	=	συναποκομίζω
συναποκομίζουμε	=	συναποκομίζω
συναποκομίζουν	=	συναποκομίζω
συναποκομίζουνε	=	συναποκομίζω
συναποκομίζω	verb|figurative	αποκομίζω κάτι επιπλέον ή μαζί με κάτι άλλο ή κάποιον άλλο
συναποκομίσαμε	=	συναποκομίζω
συναποκομίσαν	=	συναποκομίζω
συναποκομίσανε	=	συναποκομίζω
συναποκομίσατε	=	συναποκομίζω
συναποκομίσει	=	συναποκομίζω
συναποκομίστε	=	συναποκομίζω
συναποκόμιζα	=	συναποκομίζω
συναποκόμιζαν	=	συναποκομίζω
συναποκόμιζε	=	συναποκομίζω
συναποκόμιζες	=	συναποκομίζω
συναποκόμισα	=	συναποκομίζω
συναποκόμισαν	=	συναποκομίζω
συναποκόμισε	=	συναποκομίζω
συναποκόμισες	=	συναποκομίζω
συναποτέλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτέλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποτελώ
συναποτελούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναποτελώ
συναποτελούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναποτελούμενο
συναποτελούμενε	verb	κλητική ενικού του συναποτελούμενος
συναποτελούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναποτελούμενη
συναποτελούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναποτελούμενος
συναποτελούμενης	verb	γενική ενικού του συναποτελούμενη
συναποτελούμενο	verb	αιτιατική ενικού του συναποτελούμενος
συναποτελούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναποτελούμενος
συναποτελούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συναποτελώ
συναποτελούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναποτελούμενος
συναποτελούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναποτελούμενος
συναποτελούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναποτελούμενος
συναποτελώ	verb	αποτελώ σύνολο μαζί με άλλους
συναποτελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συναποτελώ
συναποφάσεις	=	συναπόφαση
συναποφάσεων	=	συναπόφαση
συναποφάσιζα	=	συναποφασίζω
συναποφάσιζαν	=	συναποφασίζω
συναποφάσιζε	=	συναποφασίζω
συναποφάσιζες	=	συναποφασίζω
συναποφάσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφάσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφάσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφάσισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίζαμε	=	συναποφασίζω
συναποφασίζαν	=	συναποφασίζω
συναποφασίζανε	=	συναποφασίζω
συναποφασίζατε	=	συναποφασίζω
συναποφασίζει	=	συναποφασίζω
συναποφασίζεις	=	συναποφασίζω
συναποφασίζετε	=	συναποφασίζω
συναποφασίζοντας	=	συναποφασίζω
συναποφασίζουμε	=	συναποφασίζω
συναποφασίζουν	=	συναποφασίζω
συναποφασίζουνε	=	συναποφασίζω
συναποφασίζω	verb	αποφασίζω κάτι από κοινού με κάποιον άλλο
συναποφασίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσαν	=	συναποφασίζω
συναποφασίσανε	=	συναποφασίζω
συναποφασίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναποφασίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναποφασίζω
συναπτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συναπτός	adv|rare	με συναπτό τρόπο
συναπτέ	adj	κλητική ενικού του συναπτός
συναπτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπτή
συναπτή	noun	σύνολο σύντομων ευχών που εκφωνούνται συναπτώς από διάκονο ή ιερέα και καταλήγουν με τη φράση «τοῡ Κυρίου δεηθῶμεν»	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναπτός
συναπτής	adj	γενική ενικού του συναπτή
συναπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπτικό
συναπτικέ	adj	κλητική ενικού του συναπτικός
συναπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναπτική
συναπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναπτικός
συναπτικής	adj	γενική ενικού του συναπτική
συναπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναπτικός
συναπτικού	adj	γενική ενικού του συναπτικός
συναπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναπτικός
συναπτικό	adj	αιτιατική ενικού του συναπτικός
συναπτικός	adj	σχετικός με τη σύναψη
συναπτικών	adj	γενική πληθυντικού του συναπτικός
συναπτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναπτός
συναπτού	adj	γενική ενικού του συναπτός
συναπτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναπτός
συναπτό	adj	αιτιατική ενικού του συναπτός
συναπτόμασταν	=	συνάπτω
συναπτόμαστε	=	συνάπτω
συναπτός	adj|formal	συνεχής, αδιάλειπτος, αλλεπάλληλος
συναπτόσασταν	=	συνάπτω
συναπτόσαστε	=	συνάπτω
συναπτόταν	=	συνάπτω
συναπτών	adj	γενική πληθυντικού του συναπτός
συναπόθανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναπόθαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναπόθανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναπόθανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναποθνήσκω
συναπόφαση	noun	απόφαση που λαμβάνεται από κοινού με κάποιον άλλον
συναπόφασης	=	συναπόφαση
συναρίθμει	=	συναριθμώ
συναρίθμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναρίθμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναρίθμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναρίθμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναρίθμηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναριθμώ
συναρίθμησης	=	συναρίθμηση
συναρθρωθήκαμε	=	συναρθρώνω
συναρθρωθήκαν	=	συναρθρώνω
συναρθρωθήκανε	=	συναρθρώνω
συναρθρωθήκατε	=	συναρθρώνω
συναρθρωθεί	=	συναρθρώνω
συναρθρωθείτε	=	συναρθρώνω
συναρθρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρθρωμένο
συναρθρωμένε	verb	κλητική ενικού του συναρθρωμένος
συναρθρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρθρωμένη
συναρθρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρθρωμένος
συναρθρωμένης	verb	γενική ενικού του συναρθρωμένη
συναρθρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναρθρωμένος
συναρθρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρθρωμένος
συναρθρωμένος	=	συναρθρώνω
συναρθρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναρθρωμένος
συναρθρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναρθρωμένος
συναρθρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναρθρωμένος
συναρθρωνόμασταν	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόμαστε	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόμουν	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόμουνα	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόντουσαν	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόσασταν	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόσαστε	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόσουν	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόσουνα	=	συναρθρώνω
συναρθρωνόταν	=	συναρθρώνω
συναρθρωνότανε	=	συναρθρώνω
συναρθρώθηκα	=	συναρθρώνω
συναρθρώθηκαν	=	συναρθρώνω
συναρθρώθηκε	=	συναρθρώνω
συναρθρώθηκες	=	συναρθρώνω
συναρθρώναμε	=	συναρθρώνω
συναρθρώναν	=	συναρθρώνω
συναρθρώνανε	=	συναρθρώνω
συναρθρώνατε	=	συναρθρώνω
συναρθρώνει	=	συναρθρώνω
συναρθρώνεις	=	συναρθρώνω
συναρθρώνεσαι	=	συναρθρώνω
συναρθρώνεστε	=	συναρθρώνω
συναρθρώνεται	=	συναρθρώνω
συναρθρώνετε	=	συναρθρώνω
συναρθρώνομαι	=	συναρθρώνω
συναρθρώνονται	=	συναρθρώνω
συναρθρώνονταν	=	συναρθρώνω
συναρθρώνοντας	=	συναρθρώνω
συναρθρώνου	=	συναρθρώνω
συναρθρώνουμε	=	συναρθρώνω
συναρθρώνουν	=	συναρθρώνω
συναρθρώνουνε	=	συναρθρώνω
συναρθρώνω	verb	ενώνω με άρθρωση, συνδέω
συναρθρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώσαν	=	συναρθρώνω
συναρθρώσανε	=	συναρθρώνω
συναρθρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάρθρωση
συναρθρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνάρθρωση
συναρθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνάρθρωση
συναρθρώσου	=	συναρθρώνω
συναρθρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναρθρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρθρώνω
συναριθμήθηκα	=	συναριθμώ
συναριθμήθηκαν	=	συναριθμώ
συναριθμήθηκε	=	συναριθμώ
συναριθμήθηκες	=	συναριθμώ
συναριθμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσαν	=	συναριθμώ
συναριθμήσανε	=	συναριθμώ
συναριθμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσεων	=	συναρίθμηση
συναριθμήσου	=	συναριθμώ
συναριθμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναριθμώ
συναριθμεί	=	συναριθμώ
συναριθμείς	=	συναριθμώ
συναριθμείσαι	=	συναριθμώ
συναριθμείστε	=	συναριθμώ
συναριθμείται	=	συναριθμώ
συναριθμείτε	=	συναριθμώ
συναριθμηθήκαμε	=	συναριθμώ
συναριθμηθήκαν	=	συναριθμώ
συναριθμηθήκανε	=	συναριθμώ
συναριθμηθήκατε	=	συναριθμώ
συναριθμηθεί	=	συναριθμώ
συναριθμηθείτε	=	συναριθμώ
συναριθμημένος	=	συναριθμώ
συναριθμούμαι	=	συναριθμώ
συναριθμούμασταν	=	συναριθμώ
συναριθμούμαστε	=	συναριθμώ
συναριθμούμε	=	συναριθμώ
συναριθμούμουν	=	συναριθμώ
συναριθμούν	=	συναριθμώ
συναριθμούνε	=	συναριθμώ
συναριθμούνται	=	συναριθμώ
συναριθμούνταν	=	συναριθμώ
συναριθμούσα	=	συναριθμώ
συναριθμούσαμε	=	συναριθμώ
συναριθμούσαν	=	συναριθμώ
συναριθμούσανε	=	συναριθμώ
συναριθμούσασταν	=	συναριθμώ
συναριθμούσαστε	=	συναριθμώ
συναριθμούσατε	=	συναριθμώ
συναριθμούσε	=	συναριθμώ
συναριθμούσες	=	συναριθμώ
συναριθμούσουν	=	συναριθμώ
συναριθμώ	verb|formal	αριθμώ μαζί με άλλα
συναριθμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συναριθμώ
συναρμογές	=	συναρμογή
συναρμογή	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναρμόζω, η συνένωση με απόλυτη ακρίβεια για τη δημιουργία ενιαίου και στερεού συνόλου
συναρμογής	=	συναρμογή
συναρμογών	=	συναρμογή
συναρμοδιοτήτων	=	συναρμοδιότητα
συναρμοδιότητα	noun	η από κοινού αρμοδιότητα
συναρμοδιότητας	=	συναρμοδιότητα
συναρμοδιότητες	=	συναρμοδιότητα
συναρμολογήθηκα	=	συναρμολογώ
συναρμολογήθηκαν	=	συναρμολογώ
συναρμολογήθηκε	=	συναρμολογώ
συναρμολογήθηκες	=	συναρμολογώ
συναρμολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμολόγημα
συναρμολογήματος	noun	γενική ενικού του συναρμολόγημα
συναρμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήσαν	=	συναρμολογώ
συναρμολογήσανε	=	συναρμολογώ
συναρμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήσεις	=	συναρμολόγηση
συναρμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήσεων	=	συναρμολόγηση
συναρμολογήσου	=	συναρμολογώ
συναρμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογήτρια	noun	θηλυκό του συναρμολογητής
συναρμολογήτριας	=	συναρμολογήτρια
συναρμολογήτριες	=	συναρμολογήτρια
συναρμολογεί	=	συναρμολογώ
συναρμολογείς	=	συναρμολογώ
συναρμολογείσαι	=	συναρμολογώ
συναρμολογείστε	=	συναρμολογώ
συναρμολογείται	=	συναρμολογώ
συναρμολογείτε	=	συναρμολογώ
συναρμολογηθήκαμε	=	συναρμολογώ
συναρμολογηθήκαν	=	συναρμολογώ
συναρμολογηθήκανε	=	συναρμολογώ
συναρμολογηθήκατε	=	συναρμολογώ
συναρμολογηθεί	=	συναρμολογώ
συναρμολογηθείτε	=	συναρμολογώ
συναρμολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του συναρμολόγημα
συναρμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμολογημένο
συναρμολογημένε	verb	κλητική ενικού του συναρμολογημένος
συναρμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμολογημένη
συναρμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρμολογημένος
συναρμολογημένης	verb	γενική ενικού του συναρμολογημένη
συναρμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του συναρμολογημένος
συναρμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρμολογημένος
συναρμολογημένος	verb	που έχει συναρμολογηθεί
συναρμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναρμολογημένος
συναρμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναρμολογημένος
συναρμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναρμολογημένος
συναρμολογητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμολογητής
συναρμολογητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συναρμολογητής
συναρμολογητής	noun	αυτός που συναρμολογεί
συναρμολογητριών	=	συναρμολογήτρια
συναρμολογητών	noun	γενική πληθυντικού του συναρμολογητής
συναρμολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογούμασταν	=	συναρμολογώ
συναρμολογούμαστε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούμε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμολογούμενο
συναρμολογούμενε	=	συναρμολογούμενος
συναρμολογούμενες	=	συναρμολογούμενος
συναρμολογούμενη	=	συναρμολογούμενος
συναρμολογούμενης	=	συναρμολογούμενος
συναρμολογούμενο	noun	αντικείμενο για χομπίστες που αποτελείται από ξεχωριστά τμήματα τα οποία πρέπει ο χομπίστας να ενώσει
συναρμολογούμενοι	=	συναρμολογούμενος
συναρμολογούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολογούμενου	noun	γενική ενικού του συναρμολογούμενο
συναρμολογούμενους	=	συναρμολογούμενος
συναρμολογούμενων	noun	γενική πληθυντικού του συναρμολογούμενο
συναρμολογούμουν	=	συναρμολογώ
συναρμολογούν	=	συναρμολογώ
συναρμολογούνε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούνται	=	συναρμολογώ
συναρμολογούνταν	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσα	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσαμε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσαν	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσανε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσασταν	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσαστε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσατε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσε	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσες	=	συναρμολογώ
συναρμολογούσουν	=	συναρμολογώ
συναρμολογώ	verb	συνταιριάζω και συνδέω τα κομμάτια ή τμήματα ενός πράγματος / αντικειμένου, ώστε να το καταστήσω ένα ολοκληρωμένο λειτουργικό (και αρμονικό) σύνολο
συναρμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολόγημα	noun	το αποτέλεσμα του συναρμολογώ
συναρμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
συναρμολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συναρμολογώ
συναρμολόγησης	=	συναρμολόγηση
συναρμολόγησις	noun	συναρμολόγηση
συναρμοσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμοσμένο
συναρμοσμένε	verb	κλητική ενικού του συναρμοσμένος
συναρμοσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρμοσμένη
συναρμοσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρμοσμένος
συναρμοσμένης	verb	γενική ενικού του συναρμοσμένη
συναρμοσμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναρμοσμένος
συναρμοσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρμοσμένος
συναρμοσμένος	verb	που έχει συναρμοστεί
συναρμοσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναρμοσμένος
συναρμοσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναρμοσμένος
συναρμοσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναρμοσμένος
συναρμοστής	noun|formal	κάποιος που συναρμόζει
συναρμόδια	=	συναρμόδιος
συναρμόδιας	=	συναρμόδιος
συναρμόδιε	=	συναρμόδιος
συναρμόδιες	=	συναρμόδιος
συναρμόδιο	=	συναρμόδιος
συναρμόδιοι	=	συναρμόδιος
συναρμόδιος	adj	που έχει τις ίδιες αρμοδιότητες με κάποιον άλλον
συναρμόδιου	=	συναρμόδιος
συναρμόδιους	=	συναρμόδιος
συναρμόδιων	=	συναρμόδιος
συναρμόζαμε	=	συναρμόζω
συναρμόζαν	=	συναρμόζω
συναρμόζανε	=	συναρμόζω
συναρμόζατε	=	συναρμόζω
συναρμόζει	=	συναρμόζω
συναρμόζεις	=	συναρμόζω
συναρμόζετε	=	συναρμόζω
συναρμόζομαι	=	συναρμόζω
συναρμόζοντας	=	συναρμόζω
συναρμόζουμε	=	συναρμόζω
συναρμόζουν	=	συναρμόζω
συναρμόζουνε	=	συναρμόζω
συναρμόζω	verb|formal	συνταιριάζω με μεγάλη ακρίβεια
συναρμόσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσαν	=	συναρμόζω
συναρμόσανε	=	συναρμόζω
συναρμόσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσεων	=	συνάρμοση
συναρμόσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρμόσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμόζω
συναρπάζαμε	=	συναρπάζω
συναρπάζαν	=	συναρπάζω
συναρπάζανε	=	συναρπάζω
συναρπάζατε	=	συναρπάζω
συναρπάζει	=	συναρπάζω
συναρπάζεις	=	συναρπάζω
συναρπάζεσαι	=	συναρπάζω
συναρπάζεστε	=	συναρπάζω
συναρπάζεται	=	συναρπάζω
συναρπάζετε	=	συναρπάζω
συναρπάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συναρπάζω
συναρπάζομε	=	συναρπάζω
συναρπάζονται	=	συναρπάζω
συναρπάζονταν	=	συναρπάζω
συναρπάζοντας	=	συναρπάζω
συναρπάζουμε	=	συναρπάζω
συναρπάζουν	=	συναρπάζω
συναρπάζουνε	=	συναρπάζω
συναρπάζω	verb	γοητεύω κάποιον σε μεγάλο βαθμό, τον συνεπαίρνω και τον ενθουσιάζω τόσο, ώστε να προσέχει μόνο κάποιο θέμα ή αντικείμενο που βλέπει, ακούει ή διαβάζει, και τίποτε άλλο
συναρπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσαν	=	συναρπάζω
συναρπάσανε	=	συναρπάζω
συναρπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσομε	=	συναρπάζω
συναρπάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάσουνε	=	συναρπάζω
συναρπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζω
συναρπαγές	=	συναρπαγή
συναρπαγή	noun	η αρπαγή κάποιου πράγματος μαζί με κάτι άλλο
συναρπαγής	=	συναρπαγή
συναρπαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρπαγμένο
συναρπαγμένε	verb	κλητική ενικού του συναρπαγμένος
συναρπαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρπαγμένη
συναρπαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρπαγμένος
συναρπαγμένης	verb	γενική ενικού του συναρπαγμένη
συναρπαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναρπαγμένος
συναρπαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρπαγμένος
συναρπαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συναρπάζω
συναρπαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναρπαγμένος
συναρπαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναρπαγμένος
συναρπαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναρπαγμένος
συναρπαγών	=	συναρπαγή
συναρπαζόμασταν	=	συναρπάζω
συναρπαζόμαστε	=	συναρπάζω
συναρπαζόμενος	=	συναρπάζω
συναρπαζόμουν	=	συναρπάζω
συναρπαζόμουνα	=	συναρπάζω
συναρπαζόντουσαν	=	συναρπάζω
συναρπαζόσασταν	=	συναρπάζω
συναρπαζόσαστε	=	συναρπάζω
συναρπαζόσουν	=	συναρπάζω
συναρπαζόσουνα	=	συναρπάζω
συναρπαζόταν	=	συναρπάζω
συναρπαζότανε	=	συναρπάζω
συναρπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρπασμένο
συναρπασμένε	verb	κλητική ενικού του συναρπασμένος
συναρπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρπασμένη
συναρπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρπασμένος
συναρπασμένης	verb	γενική ενικού του συναρπασμένη
συναρπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναρπασμένος
συναρπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρπασμένος
συναρπασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναρπάζω
συναρπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναρπασμένος
συναρπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναρπασμένος
συναρπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναρπασμένος
συναρπαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστήκαν	=	συναρπάζω
συναρπαστήκανε	=	συναρπάζω
συναρπαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρπαστικό	adv	με συναρπαστικό τρόπο
συναρπαστικέ	adj	κλητική ενικού του συναρπαστικός
συναρπαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρπαστική
συναρπαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρπαστικός
συναρπαστικής	adj	γενική ενικού του συναρπαστική
συναρπαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρπαστικός
συναρπαστικού	adj	γενική ενικού του συναρπαστικός
συναρπαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συναρπαστικός
συναρπαστικό	adj	αιτιατική ενικού του συναρπαστικός
συναρπαστικός	adj	που συναρπάζει, προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον και (μεταφορικά) αιχμαλωτίζει
συναρπαστικών	adj	γενική πληθυντικού του συναρπαστικός
συναρπαστικώς	adv|dated	συναρπαστικά
συναρπαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρπαστούνε	=	συναρπάζω
συναρπαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
συναρτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάρτηση
συναρτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνάρτηση
συναρτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνάρτηση
συναρτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώ
συναρτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρτώμαι
συναρτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρτημένο
συναρτημένε	verb	κλητική ενικού του συναρτημένος
συναρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρτημένη
συναρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναρτημένος
συναρτημένης	verb	γενική ενικού του συναρτημένη
συναρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του συναρτημένος
συναρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναρτημένος
συναρτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναρτώ
συναρτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναρτημένος
συναρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναρτημένος
συναρτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναρτημένος
συναρτησιακά	=	συναρτησιακός
συναρτησιακέ	=	συναρτησιακός
συναρτησιακές	=	συναρτησιακός
συναρτησιακή	=	συναρτησιακός
συναρτησιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (συναρτησιακή) του συναρτησιακός
συναρτησιακοί	=	συναρτησιακός
συναρτησιακού	=	συναρτησιακός
συναρτησιακούς	=	συναρτησιακός
συναρτησιακό	=	συναρτησιακός
συναρτησιακός	adj	που αναφέρεται σε συνάρτηση
συναρτησιακών	=	συναρτησιακός
συναρτώ	verb	συνδέω ένα στοιχείο με κάποιο άλλο, το συσχετίζω αλλά με εξάρτηση (αν γίνει το Β, τότε θα γίνει το Α), συνάπτω δύο ή περισσότερα στοιχεία, τα εμπλέκω, τα συμπλέκω, τα αντιστοιχίζω
συναρτώμαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του συναρτώ
συναρχία	noun|formal	το να είναι κάποιος συνάρχοντας, να συνάρχει
συναρχίας	noun	γενική ενικού του συναρχία
συναρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναρχία
συναρχιών	noun	γενική πληθυντικού του συναρχία
συναρχόντων	=	συνάρχοντας
συνασκήσεις	=	συνάσκηση
συνασκήσεων	=	συνάσκηση
συνασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασμένο
συνασμένε	verb	κλητική ενικού του συνασμένος
συνασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασμένη
συνασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνασμένος
συνασμένης	verb	γενική ενικού του συνασμένη
συνασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνασμένος
συνασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνασμένος
συνασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνασμένος
συνασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνασμένος
συνασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνασμένος
συνασπίζαμε	=	συνασπίζω
συνασπίζαν	=	συνασπίζω
συνασπίζανε	=	συνασπίζω
συνασπίζατε	=	συνασπίζω
συνασπίζει	=	συνασπίζω
συνασπίζεις	=	συνασπίζω
συνασπίζετε	=	συνασπίζω
συνασπίζομαι	verb	ενώνω τις δυνάμεις μου σε μια κοινή προσπάθεια, σε έναν συνασπισμό
συνασπίζοντας	=	συνασπίζω
συνασπίζουμε	=	συνασπίζω
συνασπίζουν	=	συνασπίζω
συνασπίζουνε	=	συνασπίζω
συνασπίζω	verb	συγκεντρώνω διάφορες δυνάμεις για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού
συνασπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσαν	=	συνασπίζω
συνασπίσανε	=	συνασπίζω
συνασπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνασπίζω
συνασπισμέ	noun	κλητική ενικού του συνασπισμός
συνασπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασπισμένο
συνασπισμένε	verb	κλητική ενικού του συνασπισμένος
συνασπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασπισμένη
συνασπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνασπισμένος
συνασπισμένης	verb	γενική ενικού του συνασπισμένη
συνασπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνασπισμένος
συνασπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνασπισμένος
συνασπισμένος	verb	που έχει συνασπισθεί, έχει ενώσει τις δυνάμεις του με άλλων
συνασπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνασπισμένος
συνασπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνασπισμένος
συνασπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνασπισμένος
συνασπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνασπισμός
συνασπισμού	noun	γενική ενικού του συνασπισμός
συνασπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνασπισμός
συνασπισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνασπισμός
συνασπισμός	noun	η συμμαχία κρατών σε πολιτικό ή/και στρατιωτικό επίπεδο
συνασπισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνασπισμός
συνασπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασπιστικό
συνασπιστικέ	adj	κλητική ενικού του συνασπιστικός
συνασπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασπιστική
συνασπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνασπιστικός
συνασπιστικής	adj	γενική ενικού του συνασπιστική
συνασπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνασπιστικός
συνασπιστικού	adj	γενική ενικού του συνασπιστικός
συνασπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνασπιστικός
συνασπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συνασπιστικός
συνασπιστικός	adj	που γίνεται για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού
συνασπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συνασπιστικός
συνασφάλιση	noun	η ασφάλιση ενός αντικειμένου για τον ίδιο κίνδυνο και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα σε περισσότερες από μία ασφαλιστικές εταιρείες· η κατανομή του ρίσκου της ασφάλισης σε δύο ή περισσότερα μέρη
συνασφάλισης	noun	γενική ενικού του συνασφάλιση
συνασφαλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνασφάλιση
συνασφαλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνασφάλιση
συνασφαλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνασφάλιση
συναυλία	noun	εκτέλεση μουσικού κομματιού μπροστά σε κοινό
συναυλίας	noun	γενική ενικού του συναυλία
συναυλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναυλία
συναυλιακά	=	συναυλιακός
συναυλιακέ	=	συναυλιακός
συναυλιακές	=	συναυλιακός
συναυλιακή	=	συναυλιακός
συναυλιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (συναυλιακή) του συναυλιακός
συναυλιακοί	=	συναυλιακός
συναυλιακού	=	συναυλιακός
συναυλιακούς	=	συναυλιακός
συναυλιακό	=	συναυλιακός
συναυλιακός	adj	που έχει σχέση με συναυλία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συναυλιακών	=	συναυλιακός
συναυλιών	noun	γενική πληθυντικού του συναυλία
συναυτοκράτορα	=	συναυτοκράτορας
συναυτοκράτορας	noun	αυτοκράτορας που βασιλεύει μαζί με άλλον
συναυτοκράτορες	=	συναυτοκράτορας
συναυτοκρατόρων	=	συναυτοκράτορας
συναυτουργέ	noun	κλητική ενικού του συναυτουργός
συναυτουργία	noun	η σύμπραξη στον σχεδιασμό και την εκτέλεση αξιόποινης πράξης
συναυτουργίας	noun	γενική ενικού του συναυτουργία
συναυτουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναυτουργία
συναυτουργιών	noun	γενική πληθυντικού του συναυτουργία
συναυτουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναυτουργός
συναυτουργού	noun	γενική ενικού του συναυτουργός
συναυτουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συναυτουργός
συναυτουργό	noun	αιτιατική ενικού του συναυτουργός
συναυτουργός	noun	αυτός ή αυτή που μετέχουν σε κάποια εγκληματική πράξη ή ποινικό αδίκημα μαζί με κάποιους άλλους ως αυτουργοί από κοινού
συναυτουργών	noun	γενική πληθυντικού του συναυτουργός
συναφές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συναφής
συναφή	adj	αιτιατική ενικού του συναφής
συναφής	adj	που συνδέεται λογικά, έχει σχέση (συνάφεια) με κάτι
συναφείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναφής
συναφειών	noun	γενική πληθυντικού του συνάφεια
συναφθήκαμε	=	συνάπτω
συναφθήκατε	=	συνάπτω
συναφθεί	=	συνάπτω
συναφθείς	=	συνάπτω
συναφθείτε	=	συνάπτω
συναφθούμε	=	συνάπτω
συναφθώ	=	συνάπτω
συναφούς	adj	γενική ενικού του συναφής
συναφών	adj	γενική πληθυντικού του συναφής
συναφώς	adv|archaic	με συνάφεια, με συναφή τρόπο
συναχάκι	noun	υποκοριστικό του συνάχι
συναχάκια	=	συναχάκι
συναχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγομαι
συναχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάγομαι
συναχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνάγομαι
συναχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνάγομαι
συναχιού	=	συνάχι
συναχιών	=	συνάχι
συναχωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθήκαν	=	συναχώνομαι
συναχωθήκανε	=	συναχώνομαι
συναχωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνάχωμα
συναχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναχωμένο
συναχωμένε	verb	κλητική ενικού του συναχωμένος
συναχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συναχωμένη
συναχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συναχωμένος
συναχωμένης	verb	γενική ενικού του συναχωμένη
συναχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συναχωμένος
συναχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συναχωμένος
συναχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συναχώνω, συναχώνομαι
συναχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συναχωμένος
συναχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συναχωμένος
συναχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συναχωμένος
συναχωνόμασταν	=	συναχώνομαι
συναχωνόμαστε	=	συναχώνομαι
συναχωνόμουν	=	συναχώνομαι
συναχωνόμουνα	=	συναχώνομαι
συναχωνόντουσαν	=	συναχώνομαι
συναχωνόσασταν	=	συναχώνομαι
συναχωνόσαστε	=	συναχώνομαι
συναχωνόσουν	=	συναχώνομαι
συναχωνόσουνα	=	συναχώνομαι
συναχωνόταν	=	συναχώνομαι
συναχωνότανε	=	συναχώνομαι
συναχώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνομαι
συναχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνάχωμα
συναχώματος	noun	γενική ενικού του συνάχωμα
συναχώναμε	=	συναχώνω
συναχώναν	=	συναχώνω
συναχώνανε	=	συναχώνω
συναχώνατε	=	συναχώνω
συναχώνει	=	συναχώνω
συναχώνεις	=	συναχώνω
συναχώνεσαι	=	συναχώνομαι
συναχώνεστε	=	συναχώνομαι
συναχώνεται	=	συναχώνομαι
συναχώνετε	=	συναχώνω
συναχώνομαι	verb	παθαίνω συνάχι
συναχώνονται	=	συναχώνομαι
συναχώνονταν	=	συναχώνομαι
συναχώνοντας	=	συναχώνω
συναχώνου	=	συναχώνομαι
συναχώνουμε	=	συναχώνω
συναχώνουν	=	συναχώνω
συναχώνουνε	=	συναχώνω
συναχώνω	verb	κάνω κάποιον να αρρωστήσει από συνάχι
συναχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσαν	=	συναχώνω
συναχώσανε	=	συναχώνω
συναχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσου	=	συναχώνομαι
συναχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συναχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναχώνω
συνδέαμε	=	συνδέω
συνδέαν	=	συνδέω
συνδέανε	=	συνδέω
συνδέατε	=	συνδέω
συνδέει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνδέω
συνδέεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνδέω
συνδέεσαι	=	συνδέω
συνδέεστε	=	συνδέω
συνδέεται	=	συνδέω
συνδέετε	=	συνδέω
συνδέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδέομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνδέω
συνδέομε	=	συνδέω
συνδέονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνδέομαι
συνδέονταν	=	συνδέω
συνδέοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνδέω
συνδέουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνδέω
συνδέουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνδέω
συνδέουνε	=	συνδέω
συνδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσαν	=	συνδέω
συνδέσανε	=	συνδέω
συνδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνδεση
συνδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύνδεση
συνδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύνδεση
συνδέσμου	noun	γενική ενικού του σύνδεσμος
συνδέσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύνδεσμος
συνδέσμων	noun	γενική πληθυντικού του σύνδεσμος
συνδέσμωση	noun	είδος (χαλαρής) σύνδεσης / συνάρθρωσης γειτονικών οστικών επιφανειών
συνδέσμωσης	=	συνδέσμωση
συνδέσομε	=	συνδέω
συνδέσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσουνε	=	συνδέω
συνδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέω
συνδέω	verb	ενώνω δύο πράγματα με υλικό ή άυλο δεσμό, ώστε να αποτελέσουν ένα σύνολο ή να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
συνδήλωση	noun	η συναισθηματική διέγερση που προκαλείται από τη χρήση μιας λέξης ή φράσης ή άλλες δευτερεύουσες σημασίες που ανακύπτουν από την εκφορά ή χρήση της
συνδήλωσης	noun	γενική ενικού του συνδήλωση
συνδίκαζα	=	συνδικάζω
συνδίκαζαν	=	συνδικάζω
συνδίκαζε	=	συνδικάζω
συνδίκαζες	=	συνδικάζω
συνδίκασα	=	συνδικάζω
συνδίκασαν	=	συνδικάζω
συνδίκασε	=	συνδικάζω
συνδίκασες	=	συνδικάζω
συνδίκου	noun	γενική ενικού του σύνδικος
συνδίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύνδικος
συνδίκων	noun	γενική πληθυντικού του σύνδικος
συνδαιτυμόνα	=	συνδαιτυμόνας
συνδαιτυμόνας	noun	που τρώει στο ίδιο τραπέζι με άλλους, συχνά σε επίσημο γεύμα
συνδαιτυμόνες	=	συνδαιτυμόνας
συνδαιτυμόνος	=	συνδαιτυμόνας
συνδαιτυμόνων	=	συνδαιτυμόνας
συνδακτυλία	noun	συγγενής ανωμαλία κατά την οποία δύο ή περισσότερα δάχτυλα των άνω ή κάτω άκρων είναι ενωμένα μεταξύ τους
συνδακτυλίας	=	συνδακτυλία
συνδακτυλίες	=	συνδακτυλία
συνδακτυλιών	=	συνδακτυλία
συνδαυλίζαμε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζαν	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζανε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζατε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζει	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζεις	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζεσαι	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίζεστε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίζεται	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίζετε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίζονται	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίζονταν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίζοντας	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζου	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίζουμε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζουν	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζουνε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίζω	verb	ανακατεύω ή ανακινώ τα ξύλα (σε τζάκι, σόμπα κ.λπ.), προκειμένου να δυναμώσω τη φωτιά
συνδαυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίσαν	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίσανε	=	συνδαυλίζω
συνδαυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίσεων	=	συνδαύλιση
συνδαυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδαύλισμα
συνδαυλίσματος	noun	γενική ενικού του συνδαύλισμα
συνδαυλίσου	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλίστηκα	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίστηκαν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίστηκε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίστηκες	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλιζόμασταν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόμαστε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόμουν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόμουνα	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόντουσαν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόσασταν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόσαστε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόσουν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόσουνα	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζόταν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιζότανε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνδαύλισμα
συνδαυλισμέ	=	συνδαυλισμός
συνδαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδαυλισμένο
συνδαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδαυλισμένη
συνδαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμένης	verb	γενική ενικού του συνδαυλισμένη
συνδαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδαυλισμένος
συνδαυλισμοί	=	συνδαυλισμός
συνδαυλισμού	=	συνδαυλισμός
συνδαυλισμούς	=	συνδαυλισμός
συνδαυλισμό	=	συνδαυλισμός
συνδαυλισμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδαυλίζω
συνδαυλισμών	=	συνδαυλισμός
συνδαυλιστήκαμε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιστήκαν	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιστήκανε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιστήκατε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιστεί	=	συνδαυλίζομαι
συνδαυλιστείτε	=	συνδαυλίζομαι
συνδαύλιζα	=	συνδαυλίζω
συνδαύλιζαν	=	συνδαυλίζω
συνδαύλιζε	=	συνδαυλίζω
συνδαύλιζες	=	συνδαυλίζω
συνδαύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδαυλίζω
συνδαύλιση	noun	συνώνυμο του συνδαύλισμα / συδαύλισμα
συνδαύλισης	=	συνδαύλιση
συνδαύλισις	noun	η συνδαύλιση
συνδαύλισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδαυλίζω
συνδείπνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδείπνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδείπνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδείπνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδείπνηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδειπνώ
συνδείπνησης	=	συνδείπνηση
συνδείπνου	=	σύνδειπνος
συνδείπνους	=	σύνδειπνος
συνδείπνων	=	σύνδειπνος
συνδεδεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεδεμένο
συνδεδεμένε	adj	κλητική ενικού του συνδεδεμένος
συνδεδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεδεμένη
συνδεδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδεδεμένος
συνδεδεμένης	adj	γενική ενικού του συνδεδεμένη
συνδεδεμένο	adj	αιτιατική ενικού του συνδεδεμένος
συνδεδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδεδεμένος
συνδεδεμένος	verb	που έχει συνδεθεί ή εξαρτάται από κάποιον ή κάτι
συνδεδεμένου	verb	γενική ενικού του συνδεδεμένος
συνδεδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδεδεμένος
συνδεδεμένων	adj	γενική πληθυντικού του συνδεδεμένος
συνδεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθήκαν	=	συνδέω
συνδεθήκανε	=	συνδέω
συνδεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδεθούνε	=	συνδέω
συνδεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδέομαι
συνδειπνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσεων	=	συνδείπνηση
συνδειπνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδειπνώ
συνδειπνώ	verb|archaic	δειπνώ μαζί με κάποιον άλλο
συνδειπνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνδειπνώ
συνδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεμένο
συνδεμένε	verb	κλητική ενικού του συνδεμένος
συνδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεμένη
συνδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδεμένος
συνδεμένης	verb	γενική ενικού του συνδεμένη
συνδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνδεμένος
συνδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδεμένος
συνδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνδέω
συνδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδεμένος
συνδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδεμένος
συνδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδεμένος
συνδεσιμοτήτων	=	συνδεσιμότητα
συνδεσιμότητα	noun	η κατάσταση της σύνδεσης
συνδεσιμότητας	=	συνδεσιμότητα
συνδεσιμότητες	=	συνδεσιμότητα
συνδεσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμικό
συνδεσμικέ	adj	κλητική ενικού του συνδεσμικός
συνδεσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμική
συνδεσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδεσμικός
συνδεσμικής	adj	γενική ενικού του συνδεσμική
συνδεσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμικός
συνδεσμικού	adj	γενική ενικού του συνδεσμικός
συνδεσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδεσμικός
συνδεσμικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδεσμικός
συνδεσμικός	adj	σχετικός με έναν σύνδεσμο
συνδεσμικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδεσμικός
συνδεσμολογία	noun	τρόπος / μέθοδος σύνδεσης, κυρίως με αναφορά σε κυκλώματα (π.χ. ηλεκτρικά / υδραυλικά κυκλώματα) ή κατασκευές
συνδεσμολογίας	noun	γενική ενικού του συνδεσμολογία
συνδεσμολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμολογία
συνδεσμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συνδεσμολογία
συνδεσμοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμοπλαστικό
συνδεσμοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμοπλαστική
συνδεσμοπλαστική	noun	χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης ή αντικατάστασης ενός συνδέσμου, συχνά λόγω τραυματισμού ή εκφύλισης, με σκοπό την αποκατάσταση της σταθερότητας και της λειτουργικότητας της άρθρωσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμοπλαστικής	adj	γενική ενικού του συνδεσμοπλαστική
συνδεσμοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμοπλαστικού	adj	γενική ενικού του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με τη συνδεσμοπλαστική ή αναφέρεται σʼ αυτή
συνδεσμοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδεσμοπλαστικός
συνδεσμώσεις	=	συνδέσμωση
συνδεσμώσεων	=	συνδέσμωση
συνδεσμώτης	noun|formal	που είναι φυλακισμένος ή αιχμάλωτος μαζί με κάποιον άλλον
συνδετήρ	noun	ο συνδετήρας
συνδετήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνδετήρας
συνδετήρας	noun	εξάρτημα που συνδέει δύο τμήματα μιας κατασκευής
συνδετήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδετήρας
συνδετήρια	=	συνδετήριος
συνδετήριας	=	συνδετήριος
συνδετήριε	=	συνδετήριος
συνδετήριες	=	συνδετήριος
συνδετήριο	=	συνδετήριος
συνδετήριοι	=	συνδετήριος
συνδετήριος	adj|formal	που συμβάλλει στη σύνδεση, που συνδέει
συνδετήριου	=	συνδετήριος
συνδετήριους	=	συνδετήριος
συνδετήριων	=	συνδετήριος
συνδετήρων	noun	γενική πληθυντικού του συνδετήρας
συνδετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδετικό
συνδετικέ	adj	κλητική ενικού του συνδετικός
συνδετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδετική
συνδετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδετικός
συνδετικής	adj	γενική ενικού του συνδετική
συνδετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδετικός
συνδετικοτήτων	=	συνδετικότητα
συνδετικού	adj	γενική ενικού του συνδετικός
συνδετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδετικός
συνδετικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδετικός
συνδετικός	adj	που έχει σχέση με σύνδεση ή είναι κατάλληλος γι’ αυτή
συνδετικότητα	noun	η ιδιότητα του συνδετικού
συνδετικότητας	=	συνδετικότητα
συνδετικότητες	=	συνδετικότητα
συνδετικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδετικός
συνδεόμασταν	=	συνδέω
συνδεόμαστε	=	συνδέω
συνδεόμουν	=	συνδέω
συνδεόμουνα	=	συνδέω
συνδεόντουσαν	=	συνδέω
συνδεόσασταν	=	συνδέω
συνδεόσαστε	=	συνδέω
συνδεόσουν	=	συνδέω
συνδεόσουνα	=	συνδέω
συνδεόταν	=	συνδέω
συνδεότανε	=	συνδέω
συνδηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδήλωση
συνδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνδήλωση
συνδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνδήλωση
συνδημιουργέ	=	συνδημιουργός
συνδημιουργοί	=	συνδημιουργός
συνδημιουργού	=	συνδημιουργός
συνδημιουργούς	=	συνδημιουργός
συνδημιουργό	=	συνδημιουργός
συνδημιουργός	noun	άτομο που δημιουργεί ένα έργο από κοινού με άλλον
συνδημιουργών	=	συνδημιουργός
συνδημοτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνδημότισσα
συνδημοτών	=	συνδημότης
συνδημότες	=	συνδημότης
συνδημότη	=	συνδημότης
συνδημότης	noun	αυτός που είναι από τον ίδιο δήμο
συνδημότις	noun	συνδημότισσα
συνδημότισσα	noun	συνδημότης
συνδημότισσας	noun	γενική ενικού του συνδημότισσα
συνδημότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδημότισσα
συνδιάλεξη	noun	η συνομιλία, κυρίως μέσω τηλεφώνου
συνδιάλεξης	=	συνδιάλεξη
συνδιάλεξις	noun	η συνδιάλεξη
συνδιάσκεψη	noun	η διάσκεψη διαφόρων πολιτικών ή διπλωματών για τη συζήτηση διακρατικών ή διεθνών ζητημάτων
συνδιάσκεψης	noun	γενική ενικού του συνδιάσκεψη
συνδιακονητής	noun|rare	από κοινού διακονητής
συνδιακυμάνσεις	=	συνδιακύμανση
συνδιακυμάνσεων	=	συνδιακύμανση
συνδιακύμανση	noun	η συμμεταβλητότητα
συνδιακύμανσης	=	συνδιακύμανση
συνδιαλέγομαι	verb	συνομιλώ, συναναστρέφομαι
συνδιαλέξεις	=	συνδιάλεξη
συνδιαλέξεων	=	συνδιάλεξη
συνδιαλέξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλέχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλέχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλέχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλέχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλεγόμενο
συνδιαλεγόμενε	verb	κλητική ενικού του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλεγόμενη
συνδιαλεγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεγόμενης	verb	γενική ενικού του συνδιαλεγόμενη
συνδιαλεγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεγόμενος	verb	συνομιλητής, συνομιλήτρια
συνδιαλεγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδιαλεγόμενος
συνδιαλεχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλεχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλέγομαι
συνδιαλλάξου	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσεσαι	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσεστε	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσεται	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνδιαλλάσσω
συνδιαλλάσσονται	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσονταν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσου	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάσσω	verb	συμφιλιώνω άλλους, συμβιβάζω καταστάσεις
συνδιαλλάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγές	=	συνδιαλλαγή
συνδιαλλαγή	noun	η αποκατάσταση των φιλικών, αρμονικών σχέσεων
συνδιαλλαγήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγής	=	συνδιαλλαγή
συνδιαλλαγεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλαγμένο
συνδιαλλαγμένε	verb	κλητική ενικού του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλαγμένη
συνδιαλλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγμένης	verb	γενική ενικού του συνδιαλλαγμένη
συνδιαλλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγμένος	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδιαλλαγμένος
συνδιαλλαγούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαγών	=	συνδιαλλαγή
συνδιαλλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλακτικό
συνδιαλλακτικέ	adj	κλητική ενικού του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλακτική
συνδιαλλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλακτικής	adj	γενική ενικού του συνδιαλλακτική
συνδιαλλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλακτικού	adj	γενική ενικού του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλακτικός	adj	διαλλακτικός, συμβιβαστικός
συνδιαλλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλασσόμασταν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόμαστε	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόμενος	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόμουν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόμουνα	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόντουσαν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόσασταν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόσαστε	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόσουν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόσουνα	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσόταν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλασσότανε	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτήκαν	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτήκανε	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτεί	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτείτε	=	συνδιαλλάσσομαι
συνδιαλλαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλαχτικό
συνδιαλλαχτικέ	adj	κλητική ενικού του συνδιαλλαχτικός
συνδιαλλαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλαχτική
συνδιαλλαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδιαλλαχτικός
συνδιαλλαχτικής	adj	γενική ενικού του συνδιαλλαχτική
συνδιαλλαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδιαλλαχτικός
συνδιαλλαχτικού	adj	γενική ενικού του συνδιαλλαχτικός
συνδιαλλαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδιαλλαχτικός
συνδιαλλαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδιαλλαχτικός
συνδιαλλαχτικός	adj	άλλη μορφή του συνδιαλλακτικός
συνδιαλλαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδιαλλαχτικός
συνδιαμορφωτές	=	συνδιαμορφωτής
συνδιαμορφωτή	=	συνδιαμορφωτής
συνδιαμορφωτής	noun	άτομο που διαμορφώνει από κοινού με κάποιον άλλον
συνδιαμορφωτών	=	συνδιαμορφωτής
συνδιαμορφώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιαμόρφωση
συνδιαμορφώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνδιαμόρφωση
συνδιαμορφώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνδιαμόρφωση
συνδιαμόρφωση	noun	η από κοινού διαμόρφωση
συνδιαμόρφωσης	noun	γενική ενικού του συνδιαμόρφωση
συνδιασκέπτεσαι	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέπτεσθε	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέπτεστε	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέπτεται	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέπτομαι	verb	μετέχω σε συνδιάσκεψη
συνδιασκέπτονται	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέπτονταν	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιάσκεψη
συνδιασκέψεων	noun	γενική πληθυντικού του συνδιάσκεψη
συνδιασκέψεως	noun|formal	γενική ενικού του συνδιάσκεψη
συνδιασκέψου	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόμασταν	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόμαστε	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόμουν	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόσασταν	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόσαστε	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόσουν	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεπτόταν	=	συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιασκεφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδιασκέπτομαι
συνδιαφήμιση	noun|rare	η από κοινού διαφήμιση δύο ή περισσότερων φορέων, εταιρειών κ.λπ.
συνδιαχείριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχείρισης	=	συνδιαχείριση
συνδιαχειρίζεσαι	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίζεστε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίζεται	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίζομαι	verb|formal	διαχειρίζομαι από κοινού, μαζί με άλλον
συνδιαχειρίζονται	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίζονταν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίζου	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίσεις	=	συνδιαχείριση
συνδιαχειρίσεων	=	συνδιαχείριση
συνδιαχειρίσου	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίστηκα	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίστηκαν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίστηκε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίστηκες	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρίστρια	noun	θηλυκό του συνδιαχειριστής
συνδιαχειρίστριας	=	συνδιαχειρίστρια
συνδιαχειρίστριες	=	συνδιαχειρίστρια
συνδιαχειριζόμασταν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόμαστε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόμουν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόμουνα	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόντουσαν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόσασταν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόσαστε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόσουν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόσουνα	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζόταν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριζότανε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειρισμένος	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστές	=	συνδιαχειριστής
συνδιαχειριστή	=	συνδιαχειριστής
συνδιαχειριστήκαμε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστήκαν	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστήκανε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστήκατε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστής	noun	κάποιος που συνδιαχειρίζεται κάτι με κάποιον άλλον
συνδιαχειριστεί	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστείτε	=	συνδιαχειρίζομαι
συνδιαχειριστριών	=	συνδιαχειρίστρια
συνδιαχειριστών	=	συνδιαχειριστής
συνδιδάσκαλε	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδάσκαλο	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδάσκαλοι	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδάσκαλος	noun	κάποιος που συνδιδάσκει, που εφαρμόζει συνδιδασκαλία
συνδιδάσκαλου	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδάσκαλους	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδάσκαλων	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδάσκω	verb	εφαρμόζω συνδιδασκαλία
συνδιδασκάλου	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδασκάλους	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδασκάλων	=	συνδιδάσκαλος
συνδιδασκαλία	noun	η διδασκαλία δύο ή περισσότερων καθηγητών σε ένα τμήμα μαθητών
συνδιδασκαλίας	noun	γενική ενικού του συνδιδασκαλία
συνδιδασκαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδιδασκαλία
συνδιδασκαλικά	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικέ	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικές	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλική	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικής	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικοί	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικού	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικούς	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικό	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλικός	adj	που έχει σχέση με συνδιδασκαλία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συνδιδασκαλικών	=	συνδιδασκαλικός
συνδιδασκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του συνδιδασκαλία
συνδιευθυντές	=	συνδιευθυντής
συνδιευθυντή	=	συνδιευθυντής
συνδιευθυντής	noun	αυτός που διευθύνει κάτι μαζί με άλλους
συνδιευθυντών	=	συνδιευθυντής
συνδικάζαμε	=	συνδικάζω
συνδικάζαν	=	συνδικάζω
συνδικάζανε	=	συνδικάζω
συνδικάζατε	=	συνδικάζω
συνδικάζει	=	συνδικάζω
συνδικάζεις	=	συνδικάζω
συνδικάζετε	=	συνδικάζω
συνδικάζοντας	=	συνδικάζω
συνδικάζουμε	=	συνδικάζω
συνδικάζουν	=	συνδικάζω
συνδικάζουνε	=	συνδικάζω
συνδικάζω	verb|archaic	δικάζω μαζί με άλλον δικαστή, από κοινού
συνδικάλιζα	=	συνδικαλίζω
συνδικάλιζαν	=	συνδικαλίζω
συνδικάλιζε	=	συνδικαλίζω
συνδικάλιζες	=	συνδικαλίζω
συνδικάλισα	=	συνδικαλίζω
συνδικάλισαν	=	συνδικαλίζω
συνδικάλισε	=	συνδικαλίζω
συνδικάλισες	=	συνδικαλίζω
συνδικάσαμε	=	συνδικάζω
συνδικάσαν	=	συνδικάζω
συνδικάσανε	=	συνδικάζω
συνδικάσατε	=	συνδικάζω
συνδικάσει	=	συνδικάζω
συνδικάστε	=	συνδικάζω
συνδικάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικάτο
συνδικάτο	noun	ένωση ή κοινοπραξία φυσικών ή νομικών προσώπων για επίτευξη κοινών συμφερόντων και στόχων
συνδικάτον	noun	συνδικάτο
συνδικάτου	noun	γενική ενικού του συνδικάτο
συνδικάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνδικάτο
συνδικία	noun	το να είναι κάποιος σύνδικος
συνδικίας	=	συνδικία
συνδικίες	=	συνδικία
συνδικαιούχε	=	συνδικαιούχος
συνδικαιούχο	=	συνδικαιούχος
συνδικαιούχοι	=	συνδικαιούχος
συνδικαιούχος	noun	πρόσωπο που κατέχει ένα δικαίωμα (π.χ. κυριότητα, απαίτηση) από κοινού με ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα
συνδικαιούχου	=	συνδικαιούχος
συνδικαιούχους	=	συνδικαιούχος
συνδικαιούχων	=	συνδικαιούχος
συνδικαλίζαμε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζαν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζανε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζατε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζει	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζεις	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζεσαι	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζεστε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζεται	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζετε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζομαι	verb	αποθετικό ρήμα ή παθητική φωνή του ρήματος συνδικαλίζω (προφορικό, σπάνια στην ενεργητική φωνή)
συνδικαλίζονται	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζονταν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζοντας	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζουμε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζουν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζουνε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίζω	verb	γίνομαι μέλος σε συνδικαλιστική οργάνωση
συνδικαλίσαμε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίσαν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίσανε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίσατε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίσει	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλίστε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλίστρια	noun	θηλυκό του συνδικαλιστής
συνδικαλίστριας	noun	γενική ενικού του συνδικαλίστρια
συνδικαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλίστρια
συνδικαλιζόμασταν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόμαστε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόμουν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόμουνα	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόντουσαν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόσασταν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόσαστε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόσουν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόσουνα	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζόταν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιζότανε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλισμέ	noun	κλητική ενικού του συνδικαλισμός
συνδικαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλισμένο
συνδικαλισμένε	verb	κλητική ενικού του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλισμένη
συνδικαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμένης	verb	γενική ενικού του συνδικαλισμένη
συνδικαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του ρήματος συνδικαλίζομαι ή μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνδικαλίζω
συνδικαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδικαλισμένος
συνδικαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλισμός
συνδικαλισμού	noun	γενική ενικού του συνδικαλισμός
συνδικαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνδικαλισμός
συνδικαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνδικαλισμός
συνδικαλισμός	noun	η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή
συνδικαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνδικαλισμός
συνδικαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλιστής
συνδικαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνδικαλιστής
συνδικαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστήκαν	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιστήκανε	=	συνδικαλίζω
συνδικαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστής	noun	μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης
συνδικαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλιστικό
συνδικαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλιστική
συνδικαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστικής	adj	γενική ενικού του συνδικαλιστική
συνδικαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστικού	adj	γενική ενικού του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστικός	adj	που έχει σχέση με συνδικαλιστή, συνδικαλισμό ή συνδικάτο ή αναφέρεται σ’ αυτά
συνδικαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδικαλιστικός
συνδικαλιστοπατέρα	=	συνδικαλιστοπατέρας
συνδικαλιστοπατέρας	noun	άτομο, που μπορεί να είναι (ή και όχι) συνδικαλιστής, που προσεταιρίζεται τους εκπροσώπους ή επικεφαλής των συνδικαλιστών εξυπηρετώντας τους ή δεχόμενο εξυπηρετήσεις
συνδικαλιστοπατέρες	=	συνδικαλιστοπατέρας
συνδικαλιστοπατέρων	=	συνδικαλιστοπατέρας
συνδικαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του συνδικαλίστρια
συνδικαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδικαλίζομαι
συνδικαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του συνδικαλιστής
συνδικασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικασμένο
συνδικασμένε	verb	κλητική ενικού του συνδικασμένος
συνδικασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδικασμένη
συνδικασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδικασμένος
συνδικασμένης	verb	γενική ενικού του συνδικασμένη
συνδικασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνδικασμένος
συνδικασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδικασμένος
συνδικασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδικασμένος
συνδικασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδικασμένος
συνδικασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδικασμένος
συνδικιών	=	συνδικία
συνδιοργάνωση	noun	η από κοινού διοργάνωση
συνδιοργάνωσης	=	συνδιοργάνωση
συνδιοργανώσεις	=	συνδιοργάνωση
συνδιοργανώσεων	=	συνδιοργάνωση
συνδράμαμε	=	συνδράμω
συνδράμαν	=	συνδράμω
συνδράμανε	=	συνδράμω
συνδράματε	=	συνδράμω
συνδράμει	=	συνδράμω
συνδράμεις	=	συνδράμω
συνδράμετε	=	συνδράμω
συνδράμομε	=	συντρέχω
συνδράμοντας	=	συνδράμω
συνδράμουμε	=	συνδράμω
συνδράμουν	=	συνδράμω
συνδράμουνε	=	συνδράμω
συνδράμτε	=	συνδράμω
συνδράμω	verb	βοηθώ κάποιον, του δίνω την συνδρομή μου, την αρωγή, τον ενισχύω υλικά ή συναισθηματικά, του συμπαραστέκομαι
συνδρομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδρομή
συνδρομή	noun	η αρωγή, η βοήθεια προς κάποιον
συνδρομής	=	συνδρομή
συνδρομήτρια	noun	συνδρομητής
συνδρομήτριας	noun	γενική ενικού του συνδρομήτρια
συνδρομήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδρομήτρια
συνδρομητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδρομητής
συνδρομητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνδρομητής
συνδρομητής	noun	κάποιος που λαμβάνει τακτικά ή συνεχώς ένα προϊόν ή μια υπηρεσία έναντι αντίστοιχης πληρωμής.
συνδρομητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδρομητικό
συνδρομητικέ	adj	κλητική ενικού του συνδρομητικός
συνδρομητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδρομητική
συνδρομητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδρομητικός
συνδρομητικής	adj	γενική ενικού του συνδρομητική
συνδρομητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδρομητικός
συνδρομητικού	adj	γενική ενικού του συνδρομητικός
συνδρομητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδρομητικός
συνδρομητικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδρομητικός
συνδρομητικός	adj	η υπηρεσία που παρέχεται με καταβολή συνδρομής, επιχείρηση (κυρίως τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας) που απαιτεί καταβολή συνδρομής για παροχή υπηρεσιών
συνδρομητικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδρομητικός
συνδρομητριών	noun	γενική πληθυντικού του συνδρομήτρια
συνδρομητών	noun	γενική πληθυντικού του συνδρομητής
συνδρομών	=	συνδρομή
συνδρόμου	noun	γενική ενικού του σύνδρομο
συνδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του σύνδρομο
συνδυάζαμε	=	συνδυάζω
συνδυάζαν	=	συνδυάζω
συνδυάζανε	=	συνδυάζω
συνδυάζατε	=	συνδυάζω
συνδυάζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνδυάζω
συνδυάζεις	=	συνδυάζω
συνδυάζεσαι	=	συνδυάζω
συνδυάζεστε	=	συνδυάζω
συνδυάζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνδυάζομαι
συνδυάζετε	=	συνδυάζω
συνδυάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνδυάζω
συνδυάζομε	=	συνδυάζω
συνδυάζονται	=	συνδυάζω
συνδυάζονταν	=	συνδυάζω
συνδυάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνδυάζω
συνδυάζουμε	=	συνδυάζω
συνδυάζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνδυάζω
συνδυάζουνε	=	συνδυάζω
συνδυάζω	verb	ταιριάζω ή ενώνω μεταξύ τους ή τοποθετώ μαζί δύο (ή περισσότερα) στοιχεία που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα
συνδυάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσαν	=	συνδυάζω
συνδυάσανε	=	συνδυάζω
συνδυάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσθηκα	=	συνδυάζω
συνδυάσθηκαν	=	συνδυάζω
συνδυάσθηκε	=	συνδυάζω
συνδυάσθηκες	=	συνδυάζω
συνδυάσομε	=	συνδυάζω
συνδυάσου	=	συνδυάζω
συνδυάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάσουνε	=	συνδυάζω
συνδυάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυάστηκα	=	συνδυάζω
συνδυάστηκαν	=	συνδυάζω
συνδυάστηκε	=	συνδυάζω
συνδυάστηκες	=	συνδυάζω
συνδυάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδυαζόμασταν	=	συνδυάζω
συνδυαζόμαστε	=	συνδυάζω
συνδυαζόμουν	=	συνδυάζω
συνδυαζόμουνα	=	συνδυάζω
συνδυαζόντουσαν	=	συνδυάζω
συνδυαζόσασταν	=	συνδυάζω
συνδυαζόσαστε	=	συνδυάζω
συνδυαζόσουν	=	συνδυάζω
συνδυαζόσουνα	=	συνδυάζω
συνδυαζόταν	=	συνδυάζω
συνδυαζότανε	=	συνδυάζω
συνδυασθήκαμε	=	συνδυάζω
συνδυασθήκαν	=	συνδυάζω
συνδυασθήκανε	=	συνδυάζω
συνδυασθήκατε	=	συνδυάζω
συνδυασθεί	=	συνδυάζω
συνδυασθείς	=	συνδυάζω
συνδυασθείτε	=	συνδυάζω
συνδυασθούμε	=	συνδυάζω
συνδυασθούν	=	συνδυάζω
συνδυασθούνε	=	συνδυάζω
συνδυασθώ	=	συνδυάζω
συνδυασμέ	noun	κλητική ενικού του συνδυασμός
συνδυασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνδυασμένος	adv	με συνδυασμένο τρόπο, με το να συνδυάζονται
συνδυασμένε	verb	κλητική ενικού του συνδυασμένος
συνδυασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδυασμένη
συνδυασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδυασμένος
συνδυασμένης	verb	γενική ενικού του συνδυασμένη
συνδυασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνδυασμένος
συνδυασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδυασμένος
συνδυασμένος	=	συνδυάζω
συνδυασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνδυασμένος
συνδυασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνδυασμένος
συνδυασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνδυασμένος
συνδυασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδυασμός
συνδυασμού	noun	γενική ενικού του συνδυασμός
συνδυασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνδυασμός
συνδυασμό	noun	αιτιατική ενικού του συνδυασμός
συνδυασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδυάζω
συνδυασμών	noun	γενική πληθυντικού του συνδυασμός
συνδυαστήκαμε	=	συνδυάζω
συνδυαστήκαν	=	συνδυάζω
συνδυαστήκανε	=	συνδυάζω
συνδυαστήκατε	=	συνδυάζω
συνδυαστεί	=	συνδυάζω
συνδυαστείς	=	συνδυάζω
συνδυαστείτε	=	συνδυάζω
συνδυαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνδυαστικός	adv	με συνδυαστικό τρόπο, συνδυάζοντας
συνδυαστικέ	adj	κλητική ενικού του συνδυαστικός
συνδυαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνδυαστική
συνδυαστική	noun	κλάδος των μαθηματικών που ασχολείται με τη μελέτη των πεπερασμένων και των άπειρων αλλά μετρήσιμων διακριτών δομών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνδυαστικός
συνδυαστικής	adj	γενική ενικού του συνδυαστική
συνδυαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνδυαστικός
συνδυαστικού	adj	γενική ενικού του συνδυαστικός
συνδυαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνδυαστικός
συνδυαστικό	adj	αιτιατική ενικού του συνδυαστικός
συνδυαστικός	adj	που έχει σχέση με συνδυασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συνδυαστικών	adj	γενική πληθυντικού του συνδυαστικός
συνδυαστικώς	adv|dated	συνδυαστικά
συνδυαστούμε	=	συνδυάζω
συνδυαστούν	=	συνδυάζω
συνδυαστούνε	=	συνδυάζω
συνδυαστώ	=	συνδυάζω
συνδύαζα	=	συνδυάζω
συνδύαζαν	=	συνδυάζω
συνδύαζε	=	συνδυάζω
συνδύαζες	=	συνδυάζω
συνδύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνδύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδυάζω
συνείδηση	noun	η επίγνωση του εαυτού, του περιβάλλοντος, της πραγματικότητας
συνείδησης	noun	γενική ενικού του συνείδηση
συνείσφερε	=	συνεισφέρω
συνεβλήθην	=	συμβάλλω
συνεβούλευσα	=	συμβουλεύω
συνεβούλευσαν	=	συμβουλεύω
συνεβούλευσε	=	συμβουλεύω
συνεβούλευσες	=	συμβουλεύω
συνεγέρσεις	=	συνέγερση
συνεγέρσεων	=	συνέγερση
συνεγγυήτρια	noun	θηλυκό του συνεγγυητής
συνεγγυήτριας	noun	γενική ενικού του συνεγγυήτρια
συνεγγυήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεγγυήτρια
συνεγγυητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεγγυητής
συνεγγυητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνεγγυητής
συνεγγυητής	noun|formal	κάποιος που προσφέρει εγγύηση μαζί με κάποιον άλλον
συνεγγυητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεγγυητικό
συνεγγυητικέ	adj	κλητική ενικού του συνεγγυητικός
συνεγγυητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεγγυητική
συνεγγυητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεγγυητικός
συνεγγυητικής	adj	γενική ενικού του συνεγγυητική
συνεγγυητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεγγυητικός
συνεγγυητικού	adj	γενική ενικού του συνεγγυητικός
συνεγγυητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεγγυητικός
συνεγγυητικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεγγυητικός
συνεγγυητικός	adj	που έχει σχέση με συνεγγυητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συνεγγυητικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεγγυητικός
συνεγγυητριών	noun	γενική πληθυντικού του συνεγγυήτρια
συνεγγυητών	noun	γενική πληθυντικού του συνεγγυητής
συνεγείρω	verb|formal	ξεσηκώνω, αφυπνίζω, κινητοποιώ
συνεγερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεγερμένο
συνεγερμένε	verb	κλητική ενικού του συνεγερμένος
συνεγερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεγερμένη
συνεγερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεγερμένος
συνεγερμένης	verb	γενική ενικού του συνεγερμένη
συνεγερμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεγερμένος
συνεγερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεγερμένος
συνεγερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεγερμένος
συνεγερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεγερμένος
συνεγερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεγερμένος
συνεγράφη	=	συγγράφω
συνεγράφησαν	=	συγγράφω
συνεδρία	noun	session: η ακολουθία των διεργασιών που εκτελούνται μεταξύ προγράμματος πελάτη (client) και διακομιστή (server) ή χρήστη (user) και συστήματος, στη διάρκεια από την έναρξη έως την λήξη αυτής της αλληλεπίδρασης
συνεδρίαζα	=	συνεδριάζω
συνεδρίαζαν	=	συνεδριάζω
συνεδρίαζε	=	συνεδριάζω
συνεδρίαζες	=	συνεδριάζω
συνεδρίας	noun	γενική ενικού του συνεδρία
συνεδρίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδρίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδρίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδρίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδρίαση	noun	συγκέντρωση επίσημου χαρακτήρα ατόμων-μελών μιας συγκροτημένης ή άτυπης ομάδας, κατά την οποία συζητιούνται θέματα που τους αφορούν και λαμβάνονται αποφάσεις
συνεδρίασης	noun	γενική ενικού του συνεδρίαση
συνεδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεδρία
συνεδρίου	noun	γενική ενικού του συνέδριο
συνεδρίων	noun	γενική πληθυντικού του συνέδριο
συνεδριάζαμε	=	συνεδριάζω
συνεδριάζαν	=	συνεδριάζω
συνεδριάζανε	=	συνεδριάζω
συνεδριάζατε	=	συνεδριάζω
συνεδριάζει	=	συνεδριάζω
συνεδριάζεις	=	συνεδριάζω
συνεδριάζετε	=	συνεδριάζω
συνεδριάζοντας	=	συνεδριάζω
συνεδριάζουμε	=	συνεδριάζω
συνεδριάζουν	=	συνεδριάζω
συνεδριάζουνε	=	συνεδριάζω
συνεδριάζω	verb	μετέχω σε συγκέντρωση επίσημου χαρακτήρα ατόμων–μελών μιας συγκροτημένης ή άτυπης ομάδας, κατά την οποία συζητιούνται θέματα που τους αφορούν και λαμβάνονται αποφάσεις
συνεδριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάσαν	=	συνεδριάζω
συνεδριάσανε	=	συνεδριάζω
συνεδριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεδρίαση
συνεδριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνεδρίαση
συνεδριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνεδρίαση
συνεδριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεδριάζω
συνεδριακά	=	συνεδριακός
συνεδριακέ	=	συνεδριακός
συνεδριακές	=	συνεδριακός
συνεδριακή	=	συνεδριακός
συνεδριακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (συνεδριακή) του συνεδριακός
συνεδριακοί	=	συνεδριακός
συνεδριακού	=	συνεδριακός
συνεδριακούς	=	συνεδριακός
συνεδριακό	=	συνεδριακός
συνεδριακός	adj	που σχετίζεται με το συνέδριο
συνεδριακών	=	συνεδριακός
συνεδριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεδριασμένο
συνεδριασμένε	verb	κλητική ενικού του συνεδριασμένος
συνεδριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεδριασμένη
συνεδριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεδριασμένος
συνεδριασμένης	verb	γενική ενικού του συνεδριασμένη
συνεδριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεδριασμένος
συνεδριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεδριασμένος
συνεδριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεδριασμένος
συνεδριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεδριασμένος
συνεδριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεδριασμένος
συνεδριών	noun	γενική πληθυντικού του συνεδρία
συνεδύαζα	=	συνδυάζω
συνεδύαζαν	=	συνδυάζω
συνεδύαζε	=	συνδυάζω
συνεδύαζες	=	συνδυάζω
συνεδύασα	=	συνδυάζω
συνεδύασαν	=	συνδυάζω
συνεδύασε	=	συνδυάζω
συνεδύασες	=	συνδυάζω
συνεθλίβη	=	συνθλίβω
συνεθλίβην	=	συνθλίβομαι
συνεθλίβησαν	=	συνθλίβω
συνειδήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνείδηση
συνειδήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνείδηση
συνειδήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνείδηση
συνειδησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνειδησιακός	adv	ως προς τη συνείδηση
συνειδησιακέ	adj	κλητική ενικού του συνειδησιακός
συνειδησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνειδησιακή
συνειδησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνειδησιακός
συνειδησιακής	adj	γενική ενικού του συνειδησιακή
συνειδησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνειδησιακός
συνειδησιακού	adj	γενική ενικού του συνειδησιακός
συνειδησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνειδησιακός
συνειδησιακό	adj	αιτιατική ενικού του συνειδησιακός
συνειδησιακός	adj	που έχει σχέση με τη συνείδηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
συνειδησιακών	adj	γενική πληθυντικού του συνειδησιακός
συνειδησιακώς	adv	άλλη μορφή του συνειδησιακά
συνειδητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνειδητός	adv	έχοντας πλήρη επίγνωση μιας πράξης και των συνεπειών της
συνειδητέ	adj	κλητική ενικού του συνειδητός
συνειδητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνειδητή
συνειδητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνειδητός
συνειδητής	adj	γενική ενικού του συνειδητή
συνειδητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνειδητός
συνειδητοποίει	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνειδητοποιώ
συνειδητοποίησης	noun	γενική ενικού του συνειδητοποίηση
συνειδητοποιήθηκα	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιήθηκαν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιήθηκε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιήθηκες	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσαν	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσανε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνειδητοποίηση
συνειδητοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνειδητοποίηση
συνειδητοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνειδητοποίηση
συνειδητοποιήσου	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσουνε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνειδητοποιώ
συνειδητοποιεί	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιείς	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιείσαι	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιείστε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιείται	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιείτε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιηθήκαμε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιηθήκαν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιηθήκανε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιηθήκατε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιηθεί	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιηθείτε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνειδητοποιημένο
συνειδητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνειδητοποιημένη
συνειδητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιημένης	verb	γενική ενικού του συνειδητοποιημένη
συνειδητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιημένος	verb	που έχει επίγνωση των συνεπειών των πράξεων και αποφάσεών του
συνειδητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνειδητοποιημένος
συνειδητοποιούμαι	verb	αποκτώ μια συγκεκριμένη μορφή συνειδησης
συνειδητοποιούμασταν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούμαστε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούμε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούμουν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούν	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούνε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούνται	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούνταν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούσα	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσαμε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσαν	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσανε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσασταν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούσαστε	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιούσατε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσε	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσες	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοποιούσουν	=	συνειδητοποιούμαι
συνειδητοποιώ	verb	αντιλαμβάνομαι (καλά) κάτι που με αφορά ή υπάρχει γύρω μου, αποκτώ τη σχετική συνείδηση
συνειδητοποιώντας	=	συνειδητοποιώ
συνειδητοτήτων	=	συνειδητότητα
συνειδητού	adj	γενική ενικού του συνειδητός
συνειδητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνειδητός
συνειδητό	adj	αιτιατική ενικού του συνειδητός
συνειδητός	adj	που γίνεται έχοντας συνείδηση αυτού που συμβαίνει, με επίγνωση, αντίληψη και ηθελημένα
συνειδητότητα	noun	κατάσταση επίγνωσης, το χαρακτηριστικό της επίγνωσης
συνειδητότητας	=	συνειδητότητα
συνειδητότητες	=	συνειδητότητα
συνειδητών	adj	γενική πληθυντικού του συνειδητός
συνειδητώς	adv|dated	συνειδητά
συνειδός	noun|formal	συνώνυμο του συνείδηση
συνειδότα	=	συνειδός
συνειδότος	=	συνειδός
συνειδότων	=	συνειδός
συνειρμέ	noun	κλητική ενικού του συνειρμός
συνειρμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (συνειρμικό) του συνειρμικός	adv	με συνειρμικό τρόπο
συνειρμικέ	adj	κλητική ενικού του συνειρμικός
συνειρμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνειρμική
συνειρμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνειρμικός
συνειρμικής	adj	γενική ενικού του συνειρμική
συνειρμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνειρμικός
συνειρμικού	adj	γενική ενικού του συνειρμικός
συνειρμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνειρμικός
συνειρμικό	adj	αιτιατική ενικού του συνειρμικός
συνειρμικός	adj	που έχει σχέση με τον συνειρμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συνειρμικών	adj	γενική πληθυντικού του συνειρμικός
συνειρμικώς	adv|dated	συνειρμικά
συνειρμισμέ	noun	κλητική ενικού του συνειρμισμός
συνειρμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνειρμισμός
συνειρμισμού	noun	γενική ενικού του συνειρμισμός
συνειρμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνειρμισμός
συνειρμισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνειρμισμός
συνειρμισμός	noun	ψυχολογική θεωρία που υποστηρίζει ότι οι ψυχικές διεργασίες βασίζονται στη δημιουργία συνδέσεων (συνειρμών) μεταξύ ιδεών, εντυπώσεων ή εμπειριών
συνειρμισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνειρμισμός
συνειρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνειρμός
συνειρμού	noun	γενική ενικού του συνειρμός
συνειρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνειρμός
συνειρμό	noun	αιτιατική ενικού του συνειρμός
συνειρμός	noun	η σειρά των παραστάσεων που ανακαλούνται από τη μνήμη, αφού έχουν συνδεθεί με μια πρώτη παράσταση
συνειρμών	noun	γενική πληθυντικού του συνειρμός
συνεισέφερα	=	συνεισφέρω
συνεισέφεραν	=	συνεισφέρω
συνεισέφερε	=	συνεισφέρω
συνεισέφερες	=	συνεισφέρω
συνεισπράξιμος	adj|rare	που είναι δυνατόν να συνεισπραχθεί
συνεισπράττομαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος συνεισπράττω
συνεισπράττω	verb|rare	εισπράττω από κοινού με κάποιον άλλον
συνεισπραττόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεισπραττόμενο
συνεισπραττόμενε	verb	κλητική ενικού του συνεισπραττόμενος
συνεισπραττόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεισπραττόμενη
συνεισπραττόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεισπραττόμενος
συνεισπραττόμενης	verb	γενική ενικού του συνεισπραττόμενη
συνεισπραττόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συνεισπραττόμενος
συνεισπραττόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεισπραττόμενος
συνεισπραττόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνεισπράττω
συνεισπραττόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεισπραττόμενος
συνεισπραττόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεισπραττόμενος
συνεισπραττόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεισπραττόμενος
συνεισφέραμε	=	συνεισφέρω
συνεισφέραν	=	συνεισφέρω
συνεισφέρανε	=	συνεισφέρω
συνεισφέρατε	=	συνεισφέρω
συνεισφέρει	=	συνεισφέρω
συνεισφέρεις	=	συνεισφέρω
συνεισφέρετε	=	συνεισφέρω
συνεισφέροντας	=	συνεισφέρω
συνεισφέρουμε	=	συνεισφέρω
συνεισφέρουν	=	συνεισφέρω
συνεισφέρουνε	=	συνεισφέρω
συνεισφέρω	verb	συμμετέχω υλικά ή ηθικά σ΄έναν κοινό σκοπό
συνεισφορά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεισφέρω
συνεισφοράς	noun	γενική ενικού του συνεισφορά
συνεισφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεισφορά
συνεισφορών	=	συνεισφορά
συνεκάλεσα	=	συγκαλώ
συνεκδήμου	=	συνέκδημος
συνεκδήμους	=	συνέκδημος
συνεκδήμων	=	συνέκδημος
συνεκδίκαζα	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκαζαν	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκαζε	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκαζες	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκασα	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκασαν	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκασε	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκασες	=	συνεκδικάζω
συνεκδίκαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεκδικάζω
συνεκδίκασης	=	συνεκδίκαση
συνεκδικάζαμε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζαν	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζανε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζατε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζει	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζεις	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζετε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζοντας	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζουμε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζουν	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζουνε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάζω	verb	εξετάζω και κρίνω περισσότερες από μία υποθέσεις ταυτόχρονα στο ίδιο δικαστήριο και κατά την ίδια διαδικασία για διάφορους λόγους (συνάφεια, ομοδικία, συναιτιότητα) με σκοπό τη διευκόλυνση, την επιτάχυνση της δίκης ή τη μείωση των εξόδων
συνεκδικάσαμε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάσαν	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάσανε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάσατε	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάσει	=	συνεκδικάζω
συνεκδικάσεις	=	συνεκδίκαση
συνεκδικάσεων	=	συνεκδίκαση
συνεκδικάστε	=	συνεκδικάζω
συνεκδοχές	=	συνεκδοχή
συνεκδοχή	noun	η ερμηνεία μιας λέξης με διευρυμένη ή πλατύτερη ερμηνεία από την πραγματική της εκδοχή (ειδικό προς γενικό)
συνεκδοχής	=	συνεκδοχή
συνεκδοχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκδοχικό
συνεκδοχικέ	adj	κλητική ενικού του συνεκδοχικός
συνεκδοχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκδοχική
συνεκδοχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεκδοχικός
συνεκδοχικής	adj	γενική ενικού του συνεκδοχική
συνεκδοχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεκδοχικός
συνεκδοχικού	adj	γενική ενικού του συνεκδοχικός
συνεκδοχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεκδοχικός
συνεκδοχικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεκδοχικός
συνεκδοχικός	adj	Αυτός που αναφέρεται στην συνεκδοχή, που λέγεται κατά συνεκδοχή.
συνεκδοχικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεκδοχικός
συνεκδοχών	=	συνεκδοχή
συνεκινείτο	=	συγκινώ
συνεκινούντο	=	συγκινώ
συνεκλήθη	=	συγκαλώ
συνεκλήθησαν	=	συγκαλώ
συνεκπαίδευα	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευαν	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευες	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευσα	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευσαν	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευσε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευσες	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαίδευση	noun	η εκπαίδευση από κοινού, η κοινή εκπαίδευση
συνεκπαίδευσης	=	συνεκπαίδευση
συνεκπαιδεύαμε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύαν	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύανε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύατε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύει	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύεις	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύετε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύομαι	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύοντας	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύουμε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύουν	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύουνε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύσαμε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύσαν	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύσανε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύσατε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύσει	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύσεις	=	συνεκπαίδευση
συνεκπαιδεύσεων	=	συνεκπαίδευση
συνεκπαιδεύστε	=	συνεκπαιδεύω
συνεκπαιδεύω	verb	εκπαιδεύω από κοινού, μαζί με άλλους
συνεκπονητές	=	συνεκπονητής
συνεκπονητή	=	συνεκπονητής
συνεκπονητής	noun	άτομο που συμμετέχει στην συγγραφή ενός πονήματος, βιβλίου ή κάποιας επιστημονικής δημοσίευσης
συνεκπονητών	=	συνεκπονητής
συνεκροτείτο	=	συγκροτώ
συνεκροτούντο	=	συγκροτώ
συνεκτίμα	=	συνεκτιμώ
συνεκτίμαγε	=	συνεκτιμώ
συνεκτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτίμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεκτιμώ
συνεκτίμησης	=	συνεκτίμηση
συνεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκτικό
συνεκτικέ	adj	κλητική ενικού του συνεκτικός
συνεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκτική
συνεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεκτικός
συνεκτικής	adj	γενική ενικού του συνεκτική
συνεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεκτικός
συνεκτικοτήτων	=	συνεκτικότητα
συνεκτικού	adj	γενική ενικού του συνεκτικός
συνεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεκτικός
συνεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεκτικός
συνεκτικός	adj	που έχει συνοχή
συνεκτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συνεκτικού, η εσωτερική συνοχή
συνεκτικότητας	noun	γενική ενικού του συνεκτικότητα
συνεκτικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκτικότητα
συνεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεκτικός
συνεκτικώς	adv|formal	συνεκτικά
συνεκτιμά	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάει	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάμε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάν	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάνε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάς	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάτε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμάω	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήσαν	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμήσανε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήσεις	=	συνεκτίμηση
συνεκτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήσεων	=	συνεκτίμηση
συνεκτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκτιμούμε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούν	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούνε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσα	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσαμε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσαν	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσανε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσατε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσε	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμούσες	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμώ	verb	συμπεριλαμβάνω ένα στοιχείο στην εκτίμηση ενός πράγματος, καθώς προσπαθώ να διαμορφώσω άποψη για κάτι
συνεκτιμώμαι	=	συνεκτιμώ
συνεκτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνεκτιμώ
συνεκφέρω	verb	συμπροφέρω
συνεκφορά	noun	συνώνυμο του συμπροφορά
συνεκφοράς	noun	γενική ενικού του συνεκφορά
συνεκφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκφορά
συνεκφορών	=	συνεκφορά
συνεκφωνήθηκα	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνήθηκαν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνήθηκε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνήθηκες	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνήσαμε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνήσαν	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνήσανε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνήσατε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνήσει	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνήσεις	=	συνεκφώνηση
συνεκφωνήσεων	=	συνεκφώνηση
συνεκφωνήσου	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνήστε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνεί	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνείς	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνείσαι	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνείστε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνείται	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνείτε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνηθήκαμε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνηθήκαν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνηθήκανε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνηθήκατε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνηθεί	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνηθείτε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκφωνημένο
συνεκφωνημένε	verb	κλητική ενικού του συνεκφωνημένος
συνεκφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεκφωνημένη
συνεκφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεκφωνημένος
συνεκφωνημένης	verb	γενική ενικού του συνεκφωνημένη
συνεκφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεκφωνημένος
συνεκφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεκφωνημένος
συνεκφωνημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνεκφωνώ
συνεκφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεκφωνημένος
συνεκφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεκφωνημένος
συνεκφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεκφωνημένος
συνεκφωνούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνεκφωνώ
συνεκφωνούμασταν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούμαστε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούμε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούμουν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούν	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούνε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούνται	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούνταν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούσα	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσαμε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσαν	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσανε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσασταν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούσαστε	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνούσατε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσε	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσες	=	συνεκφωνώ
συνεκφωνούσουν	=	συνεκφωνούμαι
συνεκφωνώ	verb	συμπροφέρω, συνεκφέρω
συνεκφωνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνεκφωνώ
συνεκφώνει	=	συνεκφωνώ
συνεκφώνησα	=	συνεκφωνώ
συνεκφώνησαν	=	συνεκφωνώ
συνεκφώνησε	=	συνεκφωνώ
συνεκφώνησες	=	συνεκφωνώ
συνεκφώνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεκφωνώ
συνεκφώνησης	=	συνεκφώνηση
συνελέγη	=	συλλέγω
συνελέγην	=	συλλέγομαι
συνελέγησαν	=	συλλέγω
συνελήφθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του συλλαμβάνω
συνελήφθην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συνελήφθης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συνελήφθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
συνελίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέλιξη
συνελίξεων	noun	γενική πληθυντικού του συνέλιξη
συνελίξεως	noun|formal	γενική ενικού του συνέλιξη
συνελεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέλευση
συνελεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνέλευση
συνελεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνέλευση
συνενζύμου	=	συνένζυμο
συνενζύμων	=	συνένζυμο
συνεννοήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεννόηση
συνεννοήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνεννόηση
συνεννοήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνεννόηση
συνεννοήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεννοήσιμο
συνεννοήσιμε	adj	κλητική ενικού του συνεννοήσιμος
συνεννοήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεννοήσιμη
συνεννοήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεννοήσιμος
συνεννοήσιμης	adj	γενική ενικού του συνεννοήσιμη
συνεννοήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του συνεννοήσιμος
συνεννοήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεννοήσιμος
συνεννοήσιμος	adj	αυτός με τον οποίο μπορεί κανείς να συνεννοηθεί
συνεννοήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεννοήσιμος
συνεννοήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεννοήσιμος
συνεννοήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεννοήσιμος
συνεννοήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννογιέμαι	=	συνεννοούμαι
συνεννοείσαι	=	συνεννοούμαι
συνεννοείσθε	=	συνεννοούμαι
συνεννοείστε	=	συνεννοούμαι
συνεννοείται	=	συνεννοούμαι
συνεννοείτο	=	συνεννοούμαι
συνεννοηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθήκαν	=	συνεννοούμαι
συνεννοηθήκανε	=	συνεννοούμαι
συνεννοηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοηθούνε	=	συνεννοούμαι
συνεννοηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεννοούμαι
συνεννοημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεννοημένο
συνεννοημένε	adj	κλητική ενικού του συνεννοημένος
συνεννοημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεννοημένη
συνεννοημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεννοημένος
συνεννοημένης	adj	γενική ενικού του συνεννοημένη
συνεννοημένο	adj	αιτιατική ενικού του συνεννοημένος
συνεννοημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεννοημένος
συνεννοημένος	verb	που έχει συνεννοηθεί με κάποιον
συνεννοημένου	verb	γενική ενικού του συνεννοημένος
συνεννοημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεννοημένος
συνεννοημένων	adj	γενική πληθυντικού του συνεννοημένος
συνεννοούμαι	verb	συνομιλώ με κάποιον, για να βρούμε μια λύση
συνεννοούμασταν	=	συνεννοούμαι
συνεννοούμαστε	=	συνεννοούμαι
συνεννοούμεθα	=	συνεννοούμαι
συνεννοούμενος	=	συνεννοούμαι
συνεννοούμουν	=	συνεννοούμαι
συνεννοούμουνα	=	συνεννοούμαι
συνεννοούνται	=	συνεννοούμαι
συνεννοούνταν	=	συνεννοούμαι
συνεννοούντο	=	συνεννοούμαι
συνεννοούσασταν	=	συνεννοούμαι
συνεννοούσαστε	=	συνεννοούμαι
συνεννοούσουν	=	συνεννοούμαι
συνεννοούσουνα	=	συνεννοούμαι
συνεννόηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνεννοούμαι
συνεννόησης	noun	γενική ενικού του συνεννόηση
συνενοχές	=	συνενοχή
συνενοχή	noun	το να είναι κάποιος συνένοχος, η ιδιότητα του συνένοχου
συνενοχής	=	συνενοχή
συνενοχών	=	συνενοχή
συνεντευξιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεντευξιαζόμενο
συνεντευξιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του συνεντευξιαζόμενος
συνεντευξιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεντευξιαζόμενη
συνεντευξιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεντευξιαζόμενος
συνεντευξιαζόμενης	verb	γενική ενικού του συνεντευξιαζόμενη
συνεντευξιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συνεντευξιαζόμενος
συνεντευξιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεντευξιαζόμενος
συνεντευξιαζόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος συνεντευξιάζομαι: που παραχωρεί συνέντευξη σε δημοσιογράφο ή σε εργοδότη	noun	αυτός που δίνει συνέντευξη
συνεντευξιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεντευξιαζόμενος
συνεντευξιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεντευξιαζόμενος
συνεντευξιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεντευξιαζόμενος
συνεντεύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέντευξη
συνεντεύξεων	=	συνέντευξη
συνενωθήκαμε	=	συνενώνω
συνενωθήκαν	=	συνενώνω
συνενωθήκανε	=	συνενώνω
συνενωθήκατε	=	συνενώνω
συνενωθεί	=	συνενώνω
συνενωθείτε	=	συνενώνω
συνενωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνενωμένο
συνενωμένε	verb	κλητική ενικού του συνενωμένος
συνενωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνενωμένη
συνενωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνενωμένος
συνενωμένης	verb	γενική ενικού του συνενωμένη
συνενωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνενωμένος
συνενωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνενωμένος
συνενωμένος	verb	που έχει συνενωθεί
συνενωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνενωμένος
συνενωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνενωμένος
συνενωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνενωμένος
συνενωνόμασταν	=	συνενώνω
συνενωνόμαστε	=	συνενώνω
συνενωνόμουν	=	συνενώνω
συνενωνόμουνα	=	συνενώνω
συνενωνόντουσαν	=	συνενώνω
συνενωνόσασταν	=	συνενώνω
συνενωνόσαστε	=	συνενώνω
συνενωνόσουν	=	συνενώνω
συνενωνόσουνα	=	συνενώνω
συνενωνόταν	=	συνενώνω
συνενωνότανε	=	συνενώνω
συνενωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνενωτικός	adv	με συνενωτικό τρόπο
συνενωτικέ	adj	κλητική ενικού του συνενωτικός
συνενωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνενωτική
συνενωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνενωτικός
συνενωτικής	adj	γενική ενικού του συνενωτική
συνενωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνενωτικός
συνενωτικού	adj	γενική ενικού του συνενωτικός
συνενωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνενωτικός
συνενωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνενωτικός
συνενωτικός	adj	που έχει σχέση με τη συνένωση ή συμβάλλει σ' αυτή
συνενωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνενωτικός
συνενώθηκα	=	συνενώνω
συνενώθηκαν	=	συνενώνω
συνενώθηκε	=	συνενώνω
συνενώθηκες	=	συνενώνω
συνενώναμε	=	συνενώνω
συνενώναν	=	συνενώνω
συνενώνανε	=	συνενώνω
συνενώνατε	=	συνενώνω
συνενώνει	=	συνενώνω
συνενώνεις	=	συνενώνω
συνενώνεσαι	=	συνενώνω
συνενώνεστε	=	συνενώνω
συνενώνεται	=	συνενώνω
συνενώνετε	=	συνενώνω
συνενώνομαι	=	συνενώνω
συνενώνονται	=	συνενώνω
συνενώνονταν	=	συνενώνω
συνενώνοντας	=	συνενώνω
συνενώνου	=	συνενώνω
συνενώνουμε	=	συνενώνω
συνενώνουν	=	συνενώνω
συνενώνουνε	=	συνενώνω
συνενώνω	verb	ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα, πρόσωπα ή άλλα, δημιουργώντας ένα σύνολο
συνενώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώσαν	=	συνενώνω
συνενώσανε	=	συνενώνω
συνενώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνένωση
συνενώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνένωση
συνενώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνένωση
συνενώσου	=	συνενώνω
συνενώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνενώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνενώνω
συνεξέταζα	=	συνεξετάζω
συνεξέταζαν	=	συνεξετάζω
συνεξέταζε	=	συνεξετάζω
συνεξέταζες	=	συνεξετάζω
συνεξέτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξέτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξέτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξέτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξέταση	noun|formal	η ενέργεια του συνεξετάζω, η από κοινού εξέταση
συνεξέτασης	=	συνεξέταση
συνεξετάζαμε	=	συνεξετάζω
συνεξετάζαν	=	συνεξετάζω
συνεξετάζανε	=	συνεξετάζω
συνεξετάζατε	=	συνεξετάζω
συνεξετάζει	=	συνεξετάζω
συνεξετάζεις	=	συνεξετάζω
συνεξετάζετε	=	συνεξετάζω
συνεξετάζομαι	=	συνεξετάζω
συνεξετάζοντας	=	συνεξετάζω
συνεξετάζουμε	=	συνεξετάζω
συνεξετάζουν	=	συνεξετάζω
συνεξετάζουνε	=	συνεξετάζω
συνεξετάζω	verb	εξετάζω κάποιον μαζί με κάποιον άλλο (εξεταστή ή εξεταζόμενο), την ίδια στιγμή, συγχρόνως
συνεξετάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάσαν	=	συνεξετάζω
συνεξετάσανε	=	συνεξετάζω
συνεξετάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάσεων	=	συνεξέταση
συνεξετάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετάστρια	noun	θηλυκό του συνεξεταστής
συνεξετάστριας	noun	γενική ενικού του συνεξετάστρια
συνεξετάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεξετάστρια
συνεξετάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεξετάζω
συνεξετασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεξετασμένο
συνεξετασμένε	verb	κλητική ενικού του συνεξετασμένος
συνεξετασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεξετασμένη
συνεξετασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεξετασμένος
συνεξετασμένης	verb	γενική ενικού του συνεξετασμένη
συνεξετασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεξετασμένος
συνεξετασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεξετασμένος
συνεξετασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεξετασμένος
συνεξετασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεξετασμένος
συνεξετασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεξετασμένος
συνεξεταστές	=	συνεξεταστής
συνεξεταστή	=	συνεξεταστής
συνεξεταστής	noun	αυτός που συνεξετάζει
συνεξεταστριών	noun	γενική πληθυντικού του συνεξετάστρια
συνεξεταστών	=	συνεξεταστής
συνεορτάζαμε	=	συνεορτάζω
συνεορτάζαν	=	συνεορτάζω
συνεορτάζανε	=	συνεορτάζω
συνεορτάζατε	=	συνεορτάζω
συνεορτάζει	=	συνεορτάζω
συνεορτάζεις	=	συνεορτάζω
συνεορτάζετε	=	συνεορτάζω
συνεορτάζοντας	=	συνεορτάζω
συνεορτάζουμε	=	συνεορτάζω
συνεορτάζουν	=	συνεορτάζω
συνεορτάζουνε	=	συνεορτάζω
συνεορτάζω	verb	εορτάζω μαζί με άλλους
συνεορτάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσαν	=	συνεορτάζω
συνεορτάσανε	=	συνεορτάζω
συνεορτάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεορτασμέ	noun	κλητική ενικού του συνεορτασμός
συνεορτασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεορτασμένο
συνεορτασμένε	verb	κλητική ενικού του συνεορτασμένος
συνεορτασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεορτασμένη
συνεορτασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεορτασμένος
συνεορτασμένης	verb	γενική ενικού του συνεορτασμένη
συνεορτασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεορτασμένος
συνεορτασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεορτασμένος
συνεορτασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεορτασμένος
συνεορτασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεορτασμένος
συνεορτασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεορτασμένος
συνεορτασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεορτασμός
συνεορτασμού	noun	γενική ενικού του συνεορτασμός
συνεορτασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνεορτασμός
συνεορτασμό	noun	αιτιατική ενικού του συνεορτασμός
συνεορτασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεορτάζω, ο από κοινού εορτασμός
συνεορτασμών	noun	γενική πληθυντικού του συνεορτασμός
συνεπάγεται	=	συνεπάγομαι
συνεπάγομαι	verb	έχω ως συνέπεια, ως επακόλουθο
συνεπάρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπάγομαι
συνεπάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπάγομαι
συνεπένδυση	noun	η επένδυση που γίνεται από κοινού με κάποιον άλλον
συνεπένδυσης	noun	γενική ενικού του συνεπένδυση
συνεπές	=	συνεπής
συνεπέστατα	=	συνεπής
συνεπέστατε	=	συνεπής
συνεπέστατες	=	συνεπής
συνεπέστατη	=	συνεπής
συνεπέστατης	=	συνεπής
συνεπέστατο	=	συνεπής
συνεπέστατοι	=	συνεπής
συνεπέστατος	=	συνεπής
συνεπέστατου	=	συνεπής
συνεπέστατους	=	συνεπής
συνεπέστατων	=	συνεπής
συνεπέστερα	=	συνεπέστερος
συνεπέστερε	=	συνεπέστερος
συνεπέστερες	=	συνεπέστερος
συνεπέστερη	=	συνεπέστερος
συνεπέστερης	=	συνεπέστερος
συνεπέστερο	=	συνεπέστερος
συνεπέστεροι	=	συνεπέστερος
συνεπέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του συνεπής
συνεπέστερου	=	συνεπέστερος
συνεπέστερους	=	συνεπέστερος
συνεπέστερων	=	συνεπέστερος
συνεπή	=	συνεπής
συνεπήρα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπήραν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπήρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπήρε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπήρες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεπαίρνω
συνεπής	adj	που ακολουθεί απαρέγκλιτα τα ιδανικά, τις ιδέες και τα πιστεύω του και φέρεται και ενεργεί βάσει αυτών
συνεπίκουρή	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνεπίκουρος	adv	με συνεπίκουρο τρόπο, με συνεπικουρία
συνεπίκουρε	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρες	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρη	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρης	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρο	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουροι	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρος	adj	που επικουρεί μαζί με άλλον ή άλλους
συνεπίκουρου	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρους	=	συνεπίκουρος
συνεπίκουρων	=	συνεπίκουρος
συνεπίπεδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπίπεδο
συνεπίπεδε	adj	κλητική ενικού του συνεπίπεδος
συνεπίπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπίπεδη
συνεπίπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεπίπεδος
συνεπίπεδης	adj	γενική ενικού του συνεπίπεδη
συνεπίπεδο	adj	αιτιατική ενικού του συνεπίπεδος
συνεπίπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεπίπεδος
συνεπίπεδος	adj	που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο
συνεπίπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεπίπεδος
συνεπίπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεπίπεδος
συνεπίπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεπίπεδος
συνεπίσημα	=	συνεπίσημος
συνεπίσημε	=	συνεπίσημος
συνεπίσημες	=	συνεπίσημος
συνεπίσημη	=	συνεπίσημος
συνεπίσημης	=	συνεπίσημος
συνεπίσημο	=	συνεπίσημος
συνεπίσημοι	=	συνεπίσημος
συνεπίσημος	adj	που είναι ή θεωρείται επίσημος μαζί με κάτι άλλο
συνεπίσημου	=	συνεπίσημος
συνεπίσημους	=	συνεπίσημος
συνεπίσημων	=	συνεπίσημος
συνεπαίρνω	verb	παρασύρω
συνεπαγωγές	=	συνεπαγωγή
συνεπαγωγή	noun	συμπέρασμα που προκύπτει από δεδομένο ή προηγούμενο συμπέρασμα ή θεώρηση
συνεπαγωγής	=	συνεπαγωγή
συνεπαγωγών	=	συνεπαγωγή
συνεπαγόμενα	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενε	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενες	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενη	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενης	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενο	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενοι	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα παθητικής φωνής όπως στο συνεπάγεται, από την αρχαία ελληνική συνεπάγομαι
συνεπαγόμενου	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενους	=	συνεπαγόμενος
συνεπαγόμενων	=	συνεπαγόμενος
συνεπακόλουθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπακόλουθο
συνεπακόλουθο	noun	συνέπεια ή αποτέλεσμα που προκύπτει μαζί με κάτι άλλο
συνεπακόλουθου	noun	γενική ενικού του συνεπακόλουθο
συνεπακόλουθων	noun	γενική πληθυντικού του συνεπακόλουθο
συνεπαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπαρμένο
συνεπαρμένε	verb	κλητική ενικού του συνεπαρμένος
συνεπαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπαρμένη
συνεπαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεπαρμένος
συνεπαρμένης	verb	γενική ενικού του συνεπαρμένη
συνεπαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεπαρμένος
συνεπαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεπαρμένος
συνεπαρμένος	verb	βυθισμένος, απορροφημένος, εκστατικός
συνεπαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεπαρμένος
συνεπαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεπαρμένος
συνεπαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεπαρμένος
συνεπαρχιωτισσών	=	συνεπαρχιώτισσα
συνεπαρχιωτών	=	συνεπαρχιώτης
συνεπαρχιώτες	=	συνεπαρχιώτης
συνεπαρχιώτη	=	συνεπαρχιώτης
συνεπαρχιώτης	noun	που κατάγεται από την ίδια επαρχία με κάποιον άλλο
συνεπαρχιώτισσα	noun	θηλυκό του συνεπαρχιώτης
συνεπαρχιώτισσας	=	συνεπαρχιώτισσα
συνεπαρχιώτισσες	=	συνεπαρχιώτισσα
συνεπαχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεπάγομαι
συνεπαχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεπάγομαι
συνεπείς	=	συνεπής
συνεπειοκρατία	noun	η πεποίθηση ότι η αξιολόγηση των επιλογών πρέπει να γίνεται ανάλογα με το αν οι συνέπειές τους είναι αγαθές ή μη
συνεπειοκρατίας	noun	γενική ενικού του συνεπειοκρατία
συνεπειοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπειοκρατία
συνεπειοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του συνεπειοκρατία
συνεπειών	noun	γενική πληθυντικού του συνέπεια
συνεπενδύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπένδυση
συνεπενδύσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνεπένδυση
συνεπενδύσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνεπένδυση
συνεπιβάτες	=	συνεπιβάτης
συνεπιβάτη	=	συνεπιβάτης
συνεπιβάτης	noun	πρόσωπο που επιβαίνει στο ίδιο μεταφορικό μέσο με άλλο πρόσωπο
συνεπιβάτιδα	noun	συνεπιβάτης
συνεπιβάτιδας	=	συνεπιβάτιδα
συνεπιβάτιδες	=	συνεπιβάτιδα
συνεπιβάτιδων	=	συνεπιβάτιδα
συνεπιβάτισσα	noun	συνεπιβάτης
συνεπιβάτισσας	noun	γενική ενικού του συνεπιβάτισσα
συνεπιβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπιβάτισσα
συνεπιβάτρια	noun	θηλυκό του συνεπιβάτης
συνεπιβάτριας	=	συνεπιβάτρια
συνεπιβάτριες	=	συνεπιβάτρια
συνεπιβατισμέ	noun	κλητική ενικού του συνεπιβατισμός
συνεπιβατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεπιβατισμός
συνεπιβατισμού	noun	γενική ενικού του συνεπιβατισμός
συνεπιβατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνεπιβατισμός
συνεπιβατισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνεπιβατισμός
συνεπιβατισμός	noun	η πρακτική δύο ή περισσοτέρων ατόμων να μοιράζονται κάποιο όχημα και να επιμερίζουν αναλογικά τα έξοδα που τους αναλογούν, προκειμένου να μεταβούν στον προορισμό τους
συνεπιβατισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνεπιβατισμός
συνεπιβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνεπιβάτισσα
συνεπιβατριών	=	συνεπιβάτρια
συνεπιβατών	=	συνεπιβάτης
συνεπικουρήθηκα	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρήθηκαν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρήθηκε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρήθηκες	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρήματα	=	συνεπικούρημα
συνεπικουρήματος	=	συνεπικούρημα
συνεπικουρήσαμε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρήσαν	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρήσανε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρήσατε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρήσει	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρήσου	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρήστε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρία	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνεπικουρώ
συνεπικουρίας	=	συνεπικουρία
συνεπικουρίες	=	συνεπικουρία
συνεπικουρεί	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρείς	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρείσαι	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρείστε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρείται	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρείτε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρηθήκαμε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρηθήκαν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρηθήκανε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρηθήκατε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρηθεί	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρηθείτε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρημάτων	=	συνεπικούρημα
συνεπικουρημένος	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουριών	=	συνεπικουρία
συνεπικουρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνεπικουρώ
συνεπικουρούμασταν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούμαστε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούμε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούμενα	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενε	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενες	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενη	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενης	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενο	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενοι	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνεπικουρώ
συνεπικουρούμενου	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενους	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμενων	=	συνεπικουρούμενος
συνεπικουρούμουν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούν	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούνε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούνται	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούνταν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούσα	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσαμε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσαν	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσανε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσασταν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούσαστε	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρούσατε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσε	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσες	=	συνεπικουρώ
συνεπικουρούσουν	=	συνεπικουρούμαι
συνεπικουρώ	verb|formal	είμαι συνεπίκουρος
συνεπικουρώντας	=	συνεπικουρώ
συνεπικούρει	=	συνεπικουρώ
συνεπικούρημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του συνεπικουρώ
συνεπικούρησα	=	συνεπικουρώ
συνεπικούρησαν	=	συνεπικουρώ
συνεπικούρησε	=	συνεπικουρώ
συνεπικούρησες	=	συνεπικουρώ
συνεπικρατουσών	=	συνεπικρατών
συνεπικρατούσα	=	συνεπικρατών
συνεπικρατούσας	=	συνεπικρατών
συνεπικρατούσες	=	συνεπικρατών
συνεπικρατούσης	=	συνεπικρατών
συνεπικρατόν	=	συνεπικρατών
συνεπικρατόντα	=	συνεπικρατών
συνεπικρατόντας	=	συνεπικρατών
συνεπικρατόντες	=	συνεπικρατών
συνεπικρατόντος	=	συνεπικρατών
συνεπικρατόντων	=	συνεπικρατών
συνεπικρατών	verb	για αλλία που εμφανίζονται φαινοτυπικά χωρίς να αποτρέπουν συγκεκριμένα ομόλογά τους
συνεπιμέλεια	noun	η από κοινού επιμέλεια κάποιων για κάτι
συνεπιμέλειας	=	συνεπιμέλεια
συνεπιμέλειες	=	συνεπιμέλεια
συνεπιμελειών	=	συνεπιμέλεια
συνεπιμελούμαι	verb|formal	επιμελούμαι κάτι από κοινού με κάποιον άλλον
συνεπιτροπεία	noun	η άσκηση επιτροπείας από περισσότερα τους ενός πρόσωπα ή φορείς
συνεπιτροπείας	=	συνεπιτροπεία
συνεπιτροπείες	=	συνεπιτροπεία
συνεπιτροπειών	=	συνεπιτροπεία
συνεπιφέρω	verb	έχω ως αποτέλεσμα, συνεπάγομαι, είμαι η αιτία και δημιουργώ, προξενώ μια κατάσταση
συνεπλάκη	verb|formal	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συνεπλάκην	verb|formal	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συνεπλάκησαν	verb|formal	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συμπλέκομαι
συνεπούς	=	συνεπής
συνεπτυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπτυγμένο
συνεπτυγμένε	verb	κλητική ενικού του συνεπτυγμένος
συνεπτυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεπτυγμένη
συνεπτυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεπτυγμένος
συνεπτυγμένης	verb	γενική ενικού του συνεπτυγμένη
συνεπτυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεπτυγμένος
συνεπτυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεπτυγμένος
συνεπτυγμένος	=	συμπτύσσω
συνεπτυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεπτυγμένος
συνεπτυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεπτυγμένος
συνεπτυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεπτυγμένος
συνεπών	=	συνεπής
συνεπώνυμα	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμε	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμες	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμη	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμης	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμο	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμοι	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμος	adj	που έχει το ίδιο επώνυμο (για ανθρώπους) ή την ίδια επωνυμία (για εταιρείες, επιχειρήσεις)
συνεπώνυμου	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμους	=	συνεπώνυμος
συνεπώνυμων	=	συνεπώνυμος
συνεπώς	adv	με συνέπεια
συνερίζεσαι	=	συνερίζομαι
συνερίζεστε	=	συνερίζομαι
συνερίζεται	=	συνερίζομαι
συνερίζομαι	verb	άλλη μορφή του ξεσυνερίζομαι
συνερίζονται	=	συνερίζομαι
συνερίζονταν	=	συνερίζομαι
συνερίζου	=	συνερίζομαι
συνερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνέρισμα
συνερίσματος	noun	γενική ενικού του συνέρισμα
συνερίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεργάζεσαι	=	συνεργάζομαι
συνεργάζεστε	=	συνεργάζομαι
συνεργάζεται	=	συνεργάζομαι
συνεργάζομαι	verb	εργάζομαι μαζί με κάποιον
συνεργάζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συνεργάζομαι
συνεργάζονταν	=	συνεργάζομαι
συνεργάσιμα	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμε	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμες	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμη	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμης	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμο	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμοι	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμος	adj	που έχει διάθεση για συνεργασία, που με τον οποίον μπορεί κάποιος να συμμετέχει σε κοινή προσπάθεια ή να δουλεύει με κοινό σκοπό εύκολα
συνεργάσιμου	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμους	=	συνεργάσιμος
συνεργάσιμων	=	συνεργάσιμος
συνεργάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργάτες	=	συνεργάτης
συνεργάτη	=	συνεργάτης
συνεργάτης	noun	που εργάζεται μαζί με κάποιον άλλο ή άλλους
συνεργάτι	=	συνεργάτης
συνεργάτιδα	noun	θηλυκό του συνεργάτης
συνεργάτιδας	=	συνεργάτης
συνεργάτιδες	=	συνεργάτης
συνεργάτιδος	=	συνεργάτης
συνεργάτιδων	=	συνεργάτης
συνεργάτις	=	συνεργάτης
συνεργάτισσας	noun	γενική ενικού του συνεργάτισσα
συνεργάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργάτισσα
συνεργάτρια	noun	θηλυκό του συνεργάτης
συνεργάτριας	noun	γενική ενικού του συνεργάτρια
συνεργάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργάτρια
συνεργέ	noun	κλητική ενικού του συνεργός
συνεργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσαν	=	συνεργώ
συνεργήσανε	=	συνεργώ
συνεργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργώ
συνεργία	noun	άλλη μορφή του συνέργεια
συνεργίας	noun	γενική ενικού του συνεργία
συνεργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργία
συνεργαζόμασταν	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόμαστε	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργαζόμενο
συνεργαζόμενε	verb	κλητική ενικού του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργαζόμενη
συνεργαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμενης	verb	γενική ενικού του συνεργαζόμενη
συνεργαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεργαζόμενος
συνεργαζόμουν	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόμουνα	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόντουσαν	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόσασταν	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόσαστε	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόσουν	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόσουνα	=	συνεργάζομαι
συνεργαζόταν	=	συνεργάζομαι
συνεργαζότανε	=	συνεργάζομαι
συνεργασία	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνεργάζομαι
συνεργασίας	noun	γενική ενικού του συνεργασία
συνεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργασία
συνεργασιμοτήτων	=	συνεργασιμότητα
συνεργασιμότητα	noun|formal	η ικανότητα ή η διάθεση κάποιου να συνεργάζεται
συνεργασιμότητας	=	συνεργασιμότητα
συνεργασιμότητες	=	συνεργασιμότητα
συνεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του συνεργασία
συνεργασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργασμένο
συνεργασμένε	verb	κλητική ενικού του συνεργασμένος
συνεργασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργασμένη
συνεργασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεργασμένος
συνεργασμένης	verb	γενική ενικού του συνεργασμένη
συνεργασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεργασμένος
συνεργασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεργασμένος
συνεργασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεργασμένος
συνεργασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεργασμένος
συνεργασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεργασμένος
συνεργαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστήκαν	=	συνεργάζομαι
συνεργαστήκανε	=	συνεργάζομαι
συνεργαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργαστούνε	=	συνεργάζομαι
συνεργαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεργάζομαι
συνεργατίδων	noun	γενική πληθυντικού του συνεργάτιδα
συνεργατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργατικό
συνεργατικέ	adj	κλητική ενικού του συνεργατικός
συνεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργατική
συνεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεργατικός
συνεργατικής	adj	γενική ενικού του συνεργατική
συνεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεργατικός
συνεργατικοτήτων	=	συνεργατικότητα
συνεργατικού	adj	γενική ενικού του συνεργατικός
συνεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεργατικός
συνεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεργατικός
συνεργατικός	adj	που έχει σχέση με συνεργάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συνεργατικότητα	noun	η ιδιότητα του συνεργατικού
συνεργατικότητας	=	συνεργατικότητα
συνεργατικότητες	=	συνεργατικότητα
συνεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεργατικός
συνεργατισμέ	noun	κλητική ενικού του συνεργατισμός
συνεργατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεργατισμός
συνεργατισμού	noun	γενική ενικού του συνεργατισμός
συνεργατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνεργατισμός
συνεργατισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνεργατισμός
συνεργατισμός	noun	οικονομική θεωρία που περιγράφει την συνεργασία μεταξύ ατόμων, μέσω τον συνεταιρισμών, για να επιτευχθούν οι κοινοί τους στόχοι
συνεργατισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνεργατισμός
συνεργατισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνεργάτισσα
συνεργατριών	noun	γενική πληθυντικού του συνεργάτρια
συνεργατών	=	συνεργάτης
συνεργεί	=	συνεργώ
συνεργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργείο
συνεργείο	noun	η ομάδα ανθρώπων σε κοινή τεχνική εργασία
συνεργείου	noun	γενική ενικού του συνεργείο
συνεργείς	=	συνεργώ
συνεργείτε	=	συνεργώ
συνεργείων	noun	γενική πληθυντικού του συνεργείο
συνεργειών	noun	γενική πληθυντικού του συνέργεια
συνεργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργικό
συνεργικέ	adj	κλητική ενικού του συνεργικός
συνεργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεργική
συνεργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεργικός
συνεργικής	adj	γενική ενικού του συνεργική
συνεργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεργικός
συνεργικού	adj	γενική ενικού του συνεργικός
συνεργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεργικός
συνεργικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεργικός
συνεργικός	adj	που έχει σχέση με τη συνεργία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συνεργικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεργικός
συνεργισμέ	=	συνεργισμός
συνεργισμοί	=	συνεργισμός
συνεργισμού	=	συνεργισμός
συνεργισμούς	=	συνεργισμός
συνεργισμό	=	συνεργισμός
συνεργισμός	noun	η ταυτόχρονη δράση δύο ή και περισσοτέρων διαφορετικών συντελεστών, που εργάζονται μαζί για να φέρουν το μεγαλύτερο δυνατό ομαδικό αποτέλεσμα της ατομικής τους προσπάθειας.
συνεργισμών	=	συνεργισμός
συνεργιών	noun	γενική πληθυντικού του συνεργία
συνεργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεργός
συνεργού	noun	γενική ενικού του συνεργός
συνεργούμε	=	συνεργώ
συνεργούν	=	συνεργώ
συνεργούνε	=	συνεργώ
συνεργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνεργός
συνεργούσα	=	συνεργώ
συνεργούσαμε	=	συνεργώ
συνεργούσαν	=	συνεργώ
συνεργούσανε	=	συνεργώ
συνεργούσατε	=	συνεργώ
συνεργούσε	=	συνεργώ
συνεργούσες	=	συνεργώ
συνεργό	noun	αιτιατική ενικού του συνεργός
συνεργός	noun	που συνεργάστηκε, συμμετείχε στο σχεδιασμό ή/και στην εκτέλεση ενός αδικήματος
συνεργώ	verb	είμαι συνεργός…
συνεργών	noun	γενική πληθυντικού του συνεργός
συνεργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνεργώ
συνεριζόμασταν	=	συνερίζομαι
συνεριζόμαστε	=	συνερίζομαι
συνεριζόμουν	=	συνερίζομαι
συνεριζόμουνα	=	συνερίζομαι
συνεριζόντουσαν	=	συνερίζομαι
συνεριζόσασταν	=	συνερίζομαι
συνεριζόσαστε	=	συνερίζομαι
συνεριζόσουν	=	συνερίζομαι
συνεριζόσουνα	=	συνερίζομαι
συνεριζόταν	=	συνερίζομαι
συνεριζότανε	=	συνερίζομαι
συνερισιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του συνέρισμα
συνερισιάς	noun	γενική ενικού του συνερισιά
συνερισιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνερισιά
συνερισιών	=	συνερισιά
συνερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνέρισμα
συνερισμένος	=	συνερίζομαι
συνεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστήκαν	=	συνερίζομαι
συνεριστήκανε	=	συνερίζομαι
συνεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνεριστούνε	=	συνερίζομαι
συνεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνερίζομαι
συνερχόμασταν	=	συνέρχομαι
συνερχόμαστε	=	συνέρχομαι
συνερχόμενος	=	συνέρχομαι
συνερχόμουν	=	συνέρχομαι
συνερχόμουνα	=	συνέρχομαι
συνερχόντουσαν	=	συνέρχομαι
συνερχόσασταν	=	συνέρχομαι
συνερχόσαστε	=	συνέρχομαι
συνερχόσουν	=	συνέρχομαι
συνερχόσουνα	=	συνέρχομαι
συνερχόταν	=	συνέρχομαι
συνερχότανε	=	συνέρχομαι
συνεστάθη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνίσταμαι και συνίστημι (συνήθως με την έννοια του συγκροτήθηκε στη νεοελληνική)
συνεστάλη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συνεστάλην	=	συστέλλω
συνεστάλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συνεστήθην	=	συνιστώ
συνεστίαση	noun	συγκέντρωση ατόμων με κοινά ενδιαφέροντα, χαρακτηριστικά ή ασχολίες (συνάδελφοι, μέλη συλλόγων κ.λπ.), με παράθεση κοινού γεύματος
συνεστίασης	noun	γενική ενικού του συνεστίαση
συνεσταλμένα	adv	ντροπαλά, μαζεμένα, χωρίς θάρρος ή αλαζονεία, με συστολή, με αιδώ, άτολμα
συνεσταλμένε	verb	κλητική ενικού του συνεσταλμένος
συνεσταλμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του συνεσταλμένος
συνεσταλμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεσταλμένος
συνεσταλμένης	verb	γενική ενικού του συνεσταλμένη
συνεσταλμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεσταλμένος
συνεσταλμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεσταλμένος
συνεσταλμένος	verb	λυγισμένος και μαζεμένος προς το σώμα
συνεσταλμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεσταλμένος
συνεσταλμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεσταλμένος
συνεσταλμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεσταλμένος
συνεστιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεστίαση
συνεστιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνεστίαση
συνεστιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνεστίαση
συνεστραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεστραμμένο
συνεστραμμένε	verb	κλητική ενικού του συνεστραμμένος
συνεστραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεστραμμένη
συνεστραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεστραμμένος
συνεστραμμένης	verb	γενική ενικού του συνεστραμμένη
συνεστραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεστραμμένος
συνεστραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεστραμμένος
συνεστραμμένος	verb	που έχει συστραφεί
συνεστραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεστραμμένος
συνεστραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεστραμμένος
συνεστραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεστραμμένος
συνεσφιγμένα	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένε	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένες	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένη	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένης	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένο	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένοι	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένος	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένου	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένους	=	συσφίγγω
συνεσφιγμένων	=	συσφίγγω
συνετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνετό	adv	με σύνεση
συνετέ	adj	κλητική ενικού του συνετός
συνετέθην	=	συνθέτω
συνετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνετή
συνετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνετός
συνετής	adj	γενική ενικού του συνετή
συνετίζαμε	=	συνετίζω
συνετίζαν	=	συνετίζω
συνετίζανε	=	συνετίζω
συνετίζατε	=	συνετίζω
συνετίζει	=	συνετίζω
συνετίζεις	=	συνετίζω
συνετίζετε	=	συνετίζω
συνετίζοντας	=	συνετίζω
συνετίζουμε	=	συνετίζω
συνετίζουν	=	συνετίζω
συνετίζουνε	=	συνετίζω
συνετίζω	verb	δίνω σε κάποιον συμβουλές, για να τον σωφρονίσω, να τον επαναφέρω στην τάξη
συνετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσαν	=	συνετίζω
συνετίσανε	=	συνετίζω
συνετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσεων	=	συνέτιση
συνετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνετίζω
συνεταίρε	=	συνεταίρος
συνεταίρο	noun	αιτιατική ενικού του συνεταίρος
συνεταίροι	=	συνεταίρος
συνεταίρος	noun	συνέταιρος
συνεταίρου	noun	γενική ενικού του συνέταιρος
συνεταίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνέταιρος
συνεταίρων	noun	γενική πληθυντικού του συνέταιρος
συνεταιράκι	noun	ο συνέταιρος
συνεταιράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιράκι
συνεταιρίζεσαι	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρίζεστε	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρίζεται	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρίζομαι	verb	δημιουργώ μαζί με άλλους συνεταίρους μια κοινή επιχείρηση
συνεταιρίζονται	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρίζονταν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρίζου	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιρίστρια	noun	συνεταιριστής
συνεταιρίστριας	=	συνεταιρίστρια
συνεταιρίστριες	=	συνεταιρίστρια
συνεταιριζόμασταν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόμαστε	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόμενος	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόμουν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόμουνα	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόντουσαν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόσασταν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόσαστε	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόσουν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόσουνα	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζόταν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριζότανε	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνεταιρικός	adv	με συνεταιρικό τρόπο
συνεταιρικέ	adj	κλητική ενικού του συνεταιρικός
συνεταιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιρική
συνεταιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεταιρικός
συνεταιρικής	adj	γενική ενικού του συνεταιρική
συνεταιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεταιρικός
συνεταιρικού	adj	γενική ενικού του συνεταιρικός
συνεταιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεταιρικός
συνεταιρικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεταιρικός
συνεταιρικός	adj	που έχει σχέση με συνεταίρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
συνεταιρικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεταιρικός
συνεταιρικώς	adv|formal	συνεταιρικά
συνεταιρισμέ	adj	συνεταιρισμός, στην κλητική του ενικού
συνεταιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιρισμένο
συνεταιρισμένε	verb	κλητική ενικού του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιρισμένη
συνεταιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμένης	verb	γενική ενικού του συνεταιρισμένη
συνεταιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμένος	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεταιρισμένος
συνεταιρισμοί	noun	συνεταιρισμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
συνεταιρισμού	adj	γενική ενικού του συνεταιρισμός
συνεταιρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνεταιρισμός
συνεταιρισμό	adj	συνεταιρισμός, στην αιτιατική του ενικού
συνεταιρισμός	noun	σύλλογος ατόμων, συνήθως εργάτες του πρωτογενούς τομέα, που συνεργάζονται ώστε να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους
συνεταιρισμών	noun	συνεταιρισμός, στη γενική του πληθυντικού
συνεταιριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιριστής
συνεταιριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνεταιριστής
συνεταιριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστήκαν	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριστήκανε	=	συνεταιρίζομαι
συνεταιριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστής	noun	που είναι μέλος ενός συνεταιρισμού
συνεταιριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιριστικό
συνεταιριστικέ	adj	κλητική ενικού του συνεταιριστικός
συνεταιριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεταιριστική
συνεταιριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεταιριστικός
συνεταιριστικής	adj	γενική ενικού του συνεταιριστική
συνεταιριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεταιριστικός
συνεταιριστικοτήτων	=	συνεταιριστικότητα
συνεταιριστικού	adj	γενική ενικού του συνεταιριστικός
συνεταιριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνεταιριστικός
συνεταιριστικό	adj	αιτιατική ενικού του συνεταιριστικός
συνεταιριστικός	adj	που έχει σχέση με έναν συνεταιρισμό
συνεταιριστικότητα	noun	σοσιαλιστική θεωρία κατά την οποία τα κοινωνικά προβλήματα λύνονται με την εθελοντική συνεργασία μικρών ομάδων παραγωγών
συνεταιριστικότητας	=	συνεταιριστικότητα
συνεταιριστικότητες	=	συνεταιριστικότητα
συνεταιριστικών	adj	γενική πληθυντικού του συνεταιριστικός
συνεταιριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστριών	=	συνεταιρίστρια
συνεταιριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεταιρίζομαι
συνεταιριστών	noun	γενική πληθυντικού του συνεταιριστής
συνετισμέ	noun	κλητική ενικού του συνετισμός
συνετισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνετισμένο
συνετισμένε	verb	κλητική ενικού του συνετισμένος
συνετισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνετισμένη
συνετισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνετισμένος
συνετισμένης	verb	γενική ενικού του συνετισμένη
συνετισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνετισμένος
συνετισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνετισμένος
συνετισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνετισμένος
συνετισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνετισμένος
συνετισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνετισμένος
συνετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνετισμός
συνετισμού	noun	γενική ενικού του συνετισμός
συνετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνετισμός
συνετισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνετισμός
συνετισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνετίζω
συνετισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνετισμός
συνετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνετός
συνετού	adj	γενική ενικού του συνετός
συνετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνετός
συνετρίβη	=	συντρίβω
συνετρίβην	=	συντρίβομαι
συνετρίβησαν	=	συντρίβω
συνετό	adj	αιτιατική ενικού του συνετός
συνετός	adj	που ενεργεί αφού πρώτα σκεφτεί λογικά και με αυτοσυγκράτηση, που δεν προβαίνει σε ακραίες ενέργειες, που έχει σύνεση
συνετών	adj	γενική πληθυντικού του συνετός
συνετώς	adv|dated	συνετά
συνευθύνη	noun	η από κοινού ευθύνη, η ευθύνη που ασκείται μαζί με κάποιον άλλον
συνευθύνομαι	verb|formal	ευθύνομαι εξίσου
συνευρέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεύρεση
συνευρέσεων	=	συνεύρεση
συνευρήματα	=	συνεύρημα
συνευρήματος	=	συνεύρημα
συνευρίσκομαι	verb	συναντιέμαι κοινωνικά με άλλους ανθρώπους
συνευρεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνευρίσκομαι
συνευρημάτων	=	συνεύρημα
συνεφέλκω	verb	σέρνω κάποιον ή κάτι μαζί με άλλο(ν)
συνεφέρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφέρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφέρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφέρνω	verb	βοηθώ κάποιον να ξαναβρεί τις αισθήσεις του ή να επανέλθει στην προτεραία (ακμαία) κατάστασή του
συνεφέρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφέρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφέρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφέρω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεφέρνω
συνεφαπτομένες	=	συνεφαπτομένη
συνεφαπτομένη	noun	τριγωνομετρικός αριθμός μιας γωνίας που ισούται με τον λόγο του μήκους της προσκείμενης προς τη γωνία κάθετης πλευράς ορθογωνίου τριγώνου προς το μήκος της απέναντι από αυτήν κάθετης πλευράς ή αλλιώς ως ο αντίστροφος της εφαπτομένης
συνεφαπτομένης	=	συνεφαπτομένη
συνεφαπτομένων	=	συνεφαπτομένη
συνεφαπτόμενες	=	συνεφαπτομένη
συνεφελκύω	verb	ρυμουλκώ
συνεφημέρευση	noun	η από κοινού εφημέρευση
συνεφημέρευσης	=	συνεφημέρευση
συνεφημερεύσεις	=	συνεφημέρευση
συνεφημερεύσεων	=	συνεφημέρευση
συνεχάρη	=	συγχαίρω
συνεχάρην	=	συγχαίρω
συνεχάρησαν	=	συγχαίρω
συνεχές	noun|formal	συνέχεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνεχής
συνεχή	=	συνεχής
συνεχής	adj	αυτός που δεν έχει διακοπές, αυτός που συμβαίνει αδιαλείπτως.
συνεχίζαμε	=	συνεχίζω
συνεχίζαν	=	συνεχίζω
συνεχίζανε	=	συνεχίζω
συνεχίζατε	=	συνεχίζω
συνεχίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνεχίζω
συνεχίζεις	=	συνεχίζω
συνεχίζεσαι	=	συνεχίζω
συνεχίζεστε	=	συνεχίζω
συνεχίζεται	=	συνεχίζω
συνεχίζετε	=	συνεχίζω
συνεχίζομαι	=	συνεχίζω
συνεχίζομε	=	συνεχίζω
συνεχίζονται	=	συνεχίζω
συνεχίζονταν	=	συνεχίζω
συνεχίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνεχίζω
συνεχίζουμε	=	συνεχίζω
συνεχίζουν	=	συνεχίζω
συνεχίζουνε	=	συνεχίζω
συνεχίζω	verb	υπάρχω χωρίς διακοπή, χωρίς παύσεις
συνεχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσαν	=	συνεχίζω
συνεχίσανε	=	συνεχίζω
συνεχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσεων	=	συνέχιση
συνεχίσθηκα	=	συνεχίζω
συνεχίσθηκαν	=	συνεχίζω
συνεχίσθηκε	=	συνεχίζω
συνεχίσθηκες	=	συνεχίζω
συνεχίσομε	=	συνεχίζω
συνεχίσου	=	συνεχίζω
συνεχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίσουνε	=	συνεχίζω
συνεχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχίστηκα	=	συνεχίζω
συνεχίστηκαν	=	συνεχίζω
συνεχίστηκε	=	συνεχίζω
συνεχίστηκες	=	συνεχίζω
συνεχίστρια	noun	θηλυκό του συνεχιστής
συνεχίστριας	=	συνεχίστρια
συνεχίστριες	=	συνεχίστρια
συνεχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνεχίζω
συνεχείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεχής
συνεχειών	noun	γενική πληθυντικού του συνέχεια
συνεχιζόμασταν	=	συνεχίζω
συνεχιζόμαστε	=	συνεχίζω
συνεχιζόμενα	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενε	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενες	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενη	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενης	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενο	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενοι	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνεχίζω
συνεχιζόμενου	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενους	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμενων	=	συνεχιζόμενος
συνεχιζόμουν	=	συνεχίζω
συνεχιζόμουνα	=	συνεχίζω
συνεχιζόντουσαν	=	συνεχίζω
συνεχιζόσασταν	=	συνεχίζω
συνεχιζόσαστε	=	συνεχίζω
συνεχιζόσουν	=	συνεχίζω
συνεχιζόσουνα	=	συνεχίζω
συνεχιζόταν	=	συνεχίζω
συνεχιζότανε	=	συνεχίζω
συνεχισθήκαμε	=	συνεχίζω
συνεχισθήκαν	=	συνεχίζω
συνεχισθήκανε	=	συνεχίζω
συνεχισθήκατε	=	συνεχίζω
συνεχισθεί	=	συνεχίζω
συνεχισθείς	=	συνεχίζω
συνεχισθείτε	=	συνεχίζω
συνεχισθούμε	=	συνεχίζω
συνεχισθούν	=	συνεχίζω
συνεχισθούνε	=	συνεχίζω
συνεχισθώ	=	συνεχίζω
συνεχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεχισμένο
συνεχισμένε	verb	κλητική ενικού του συνεχισμένος
συνεχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεχισμένη
συνεχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνεχισμένος
συνεχισμένης	verb	γενική ενικού του συνεχισμένη
συνεχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνεχισμένος
συνεχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνεχισμένος
συνεχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνεχισμένος
συνεχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνεχισμένος
συνεχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνεχισμένος
συνεχιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνεχιστής
συνεχιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνεχιστής
συνεχιστήκαμε	=	συνεχίζω
συνεχιστήκαν	=	συνεχίζω
συνεχιστήκανε	=	συνεχίζω
συνεχιστήκατε	=	συνεχίζω
συνεχιστής	noun	κάποιος που συνεχίζει κάτι, ιδίως κάτι σπουδαίο ή σημαντικό
συνεχιστεί	=	συνεχίζω
συνεχιστείς	=	συνεχίζω
συνεχιστείτε	=	συνεχίζω
συνεχιστούμε	=	συνεχίζω
συνεχιστούν	=	συνεχίζω
συνεχιστούνε	=	συνεχίζω
συνεχιστριών	=	συνεχίστρια
συνεχιστώ	=	συνεχίζω
συνεχιστών	noun	γενική πληθυντικού του συνεχιστής
συνεχούς	adj	γενική ενικού του συνεχής, αρσενικό ή θηλυκό
συνεχόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνεχόμενος	adv	με συνεχόμνο τρόπο
συνεχόμενε	=	συνεχόμενος
συνεχόμενες	=	συνεχόμενος
συνεχόμενη	=	συνεχόμενος
συνεχόμενης	=	συνεχόμενος
συνεχόμενο	=	συνεχόμενος
συνεχόμενοι	=	συνεχόμενος
συνεχόμενος	verb	που συνεχίζει χωρίς να διασπάται η συνέχεια
συνεχόμενου	=	συνεχόμενος
συνεχόμενους	=	συνεχόμενος
συνεχόμενων	=	συνεχόμενος
συνεχών	adj	γενική πληθυντικού του συνεχής, αρσενικό ή θηλυκό
συνεχώς	adv	διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα, ασταμάτητα
συνεόρταζα	=	συνεορτάζω
συνεόρταζαν	=	συνεορτάζω
συνεόρταζε	=	συνεορτάζω
συνεόρταζες	=	συνεορτάζω
συνεόρτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεόρτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεόρτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεόρτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνεορτάζω
συνεύρεση	noun|formal	σαρκική σεξουαλική πράξη
συνεύρεσης	=	συνεύρεση
συνεύρημα	noun	εύρημα που εντοπίζεται μαζί με άλλα
συνηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηγμένο
συνηγμένε	verb	κλητική ενικού του συνηγμένος
συνηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηγμένη
συνηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνηγμένος
συνηγμένης	verb	γενική ενικού του συνηγμένη
συνηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνηγμένος
συνηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνηγμένος
συνηγμένος	verb	συσσωρευμένος
συνηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνηγμένος
συνηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνηγμένος
συνηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνηγμένος
συνηγορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγορία	noun	το να είναι κάποιος συνήγορος σε δικαστήριο
συνηγορίας	noun	γενική ενικού του συνηγορία
συνηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηγορία
συνηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του συνηγορία
συνηγορώ	verb	αγορεύω υπέρ κάποιου κατηγορουμένου στο δικαστήριο ως συνήγορός του (ως δικηγόρος του)
συνηγόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηγορώ
συνηγόρου	noun	γενική ενικού του συνήγορος
συνηγόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνήγορος
συνηγόρων	noun	γενική πληθυντικού του συνήγορος
συνηθέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνηθέστερος	adv	συγκριτικός βαθμός του συνήθως
συνηθέστερε	adj	κλητική ενικού του συνηθέστερος
συνηθέστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηθέστερη
συνηθέστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνηθέστερος
συνηθέστερης	adj	γενική ενικού του συνηθέστερη
συνηθέστερο	adj	αιτιατική ενικού του συνηθέστερος
συνηθέστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνηθέστερος
συνηθέστερος	adj	συγκριτικός βαθμός του συνήθης: πιο συνηθισμένος
συνηθέστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνηθέστερος
συνηθέστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνηθέστερος
συνηθέστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνηθέστερος
συνηθίζαμε	=	συνηθίζω
συνηθίζαν	=	συνηθίζω
συνηθίζανε	=	συνηθίζω
συνηθίζατε	=	συνηθίζω
συνηθίζει	=	συνηθίζω
συνηθίζεις	=	συνηθίζω
συνηθίζεσαι	=	συνηθίζω
συνηθίζεστε	=	συνηθίζω
συνηθίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του συνηθίζω
συνηθίζετε	=	συνηθίζω
συνηθίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνηθίζω
συνηθίζομε	=	συνηθίζω
συνηθίζονται	=	συνηθίζω
συνηθίζονταν	=	συνηθίζω
συνηθίζοντας	=	συνηθίζω
συνηθίζουμε	=	συνηθίζω
συνηθίζουν	=	συνηθίζω
συνηθίζουνε	=	συνηθίζω
συνηθίζω	verb	αποκτώ ή έχω ήδη τη συνήθεια να κάνω κάτι
συνηθίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσαν	=	συνηθίζω
συνηθίσανε	=	συνηθίζω
συνηθίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσομε	=	συνηθίζω
συνηθίσου	=	συνηθίζω
συνηθίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίσουνε	=	συνηθίζω
συνηθίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθίστηκα	=	συνηθίζω
συνηθίστηκαν	=	συνηθίζω
συνηθίστηκε	=	συνηθίζω
συνηθίστηκες	=	συνηθίζω
συνηθίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
συνηθειών	noun	γενική πληθυντικού του συνήθεια
συνηθιζόμασταν	=	συνηθίζω
συνηθιζόμαστε	=	συνηθίζω
συνηθιζόμενος	=	συνηθίζω
συνηθιζόμουν	=	συνηθίζω
συνηθιζόμουνα	=	συνηθίζω
συνηθιζόντουσαν	=	συνηθίζω
συνηθιζόσασταν	=	συνηθίζω
συνηθιζόσαστε	=	συνηθίζω
συνηθιζόσουν	=	συνηθίζω
συνηθιζόσουνα	=	συνηθίζω
συνηθιζόταν	=	συνηθίζω
συνηθιζότανε	=	συνηθίζω
συνηθισμένα	=	συνηθισμένος
συνηθισμένε	=	συνηθισμένος
συνηθισμένες	=	συνηθισμένος
συνηθισμένη	=	συνηθισμένος
συνηθισμένης	=	συνηθισμένος
συνηθισμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συνηθισμένος
συνηθισμένοι	=	συνηθισμένος
συνηθισμένος	verb	που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
συνηθισμένου	=	συνηθισμένος
συνηθισμένους	=	συνηθισμένος
συνηθισμένων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του συνηθισμένος
συνηθιστήκαμε	=	συνηθίζω
συνηθιστήκαν	=	συνηθίζω
συνηθιστήκανε	=	συνηθίζω
συνηθιστήκατε	=	συνηθίζω
συνηθιστεί	=	συνηθίζω
συνηθιστείς	=	συνηθίζω
συνηθιστείτε	=	συνηθίζω
συνηθιστούμε	=	συνηθίζω
συνηθιστούν	=	συνηθίζω
συνηθιστούνε	=	συνηθίζω
συνηθιστώ	=	συνηθίζω
συνηλικιωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνηλικιώτισσα
συνηλικιωτών	=	συνηλικιώτης
συνηλικιώτες	=	συνηλικιώτης
συνηλικιώτη	=	συνηλικιώτης
συνηλικιώτης	noun|archaic	συνομήλικος
συνηλικιώτισσα	noun|archaic	συνομήλικη
συνηλικιώτισσας	noun	γενική ενικού του συνηλικιώτισσα
συνηλικιώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηλικιώτισσα
συνημίτονα	=	συνημίτονο
συνημίτονο	noun	τριγωνομετρικός αριθμός μιας γωνίας που ισούται με τον λόγο του μήκους της προσκείμενης προς τη γωνία κάθετης πλευράς ορθογωνίου τριγώνου προς το μήκος της υποτείνουσας
συνημίτονον	noun	το συνημίτονο
συνημίτονου	=	συνημίτονο
συνημίτονων	=	συνημίτονο
συνημιτόνου	=	συνημίτονο
συνημιτόνων	=	συνημίτονο
συνημμένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνημμένο	adv	άλλη γραφή του συνημμένως
συνημμένε	verb	κλητική ενικού του συνημμένος
συνημμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνημμένη
συνημμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνημμένος
συνημμένης	verb	γενική ενικού του συνημμένη
συνημμένο	noun	έγγραφο ή δικαιολογητικό που συνοδεύει μία αίτηση ή μία επίσημη αναφορά	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνημμένος
συνημμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνημμένος
συνημμένος	verb	που (επι)συνάπτεται μαζί με κάτι άλλο, που υποβάλλεται ή στέλνεται μαζί
συνημμένου	noun	γενική ενικού του συνημμένο
συνημμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνημμένος
συνημμένων	noun	γενική πληθυντικού του συνημμένο
συνημμένως	adv	σε επισύναψη, με επισύναψη
συνηρημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηρημένο
συνηρημένε	adj	κλητική ενικού του συνηρημένος
συνηρημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηρημένη
συνηρημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνηρημένος
συνηρημένης	adj	γενική ενικού του συνηρημένη
συνηρημένο	adj	αιτιατική ενικού του συνηρημένος
συνηρημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνηρημένος
συνηρημένος	verb	που έχει προκύψει από συναίρεση
συνηρημένου	verb	γενική ενικού του συνηρημένος
συνηρημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνηρημένος
συνηρημένων	verb	γενική πληθυντικού του συνηρημένος
συνηχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήσεις	=	συνήχηση
συνηχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήσεων	=	συνήχηση
συνηχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνηχώ
συνηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηχητικό
συνηχητικέ	adj	κλητική ενικού του συνηχητικός
συνηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνηχητική
συνηχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνηχητικός
συνηχητικής	adj	γενική ενικού του συνηχητική
συνηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνηχητικός
συνηχητικού	adj	γενική ενικού του συνηχητικός
συνηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνηχητικός
συνηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του συνηχητικός
συνηχητικός	adj	που έχει σχέση με συνήχηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
συνηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του συνηχητικός
συνηχουσών	=	συνηχών
συνηχούμενα	=	συνηχούμενος
συνηχούμενε	=	συνηχούμενος
συνηχούμενες	=	συνηχούμενος
συνηχούμενη	=	συνηχούμενος
συνηχούμενης	=	συνηχούμενος
συνηχούμενο	=	συνηχούμενος
συνηχούμενοι	=	συνηχούμενος
συνηχούμενος	verb	που ακούγεται μαζί, ο συνηχών
συνηχούμενου	=	συνηχούμενος
συνηχούμενους	=	συνηχούμενος
συνηχούμενων	=	συνηχούμενος
συνηχούν	=	συνηχών
συνηχούντα	=	συνηχών
συνηχούντες	=	συνηχών
συνηχούντος	=	συνηχών
συνηχούντων	=	συνηχών
συνηχούσα	=	συνηχών
συνηχούσας	=	συνηχών
συνηχούσες	=	συνηχών
συνηχούσης	=	συνηχών
συνηχώ	verb	κάνω ή δημιουργώ συνήχηση
συνηχών	verb	που συνηχεί, αυτός που ακούγεται μαζί
συνηχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνηχώ
συνθέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθεμα
συνθέματος	noun	γενική ενικού του σύνθεμα
συνθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσαν	=	συνθέτω
συνθέσανε	=	συνθέτω
συνθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσε	=	συνθέτω
συνθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθεση
συνθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύνθεση
συνθέσεως	noun	γενική ενικού του σύνθεση
συνθέσομε	=	συνθέτω
συνθέσου	=	συνθέτω
συνθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσουνε	=	συνθέτω
συνθέστατα	=	συνήθης
συνθέστατε	=	συνήθης
συνθέστατες	=	συνήθης
συνθέστατη	=	συνήθης
συνθέστατης	=	συνήθης
συνθέστατο	=	συνήθης
συνθέστατοι	=	συνήθης
συνθέστατος	=	συνήθης
συνθέστατου	=	συνήθης
συνθέστατους	=	συνήθης
συνθέστατων	=	συνήθης
συνθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
συνθέταμε	=	συνθέτω
συνθέταν	=	συνθέτω
συνθέτανε	=	συνθέτω
συνθέτατε	=	συνθέτω
συνθέτε	=	συνθέτω
συνθέτει	=	συνθέτω
συνθέτεις	=	συνθέτω
συνθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθέτης
συνθέτεσαι	=	συνθέτω
συνθέτεστε	=	συνθέτω
συνθέτεται	=	συνθέτω
συνθέτετε	=	συνθέτω
συνθέτη	=	συνθέτης
συνθέτης	noun	αυτός που συνθέτει, ιδίως μουσική
συνθέτιδα	noun	θηλυκό του συνθέτης
συνθέτιδας	=	συνθέτιδα
συνθέτιδες	=	συνθέτιδα
συνθέτιδων	=	συνθέτιδα
συνθέτις	noun	συνθέτρια, συνθέτιδα
συνθέτομαι	=	συνθέτω
συνθέτομε	=	συνθέτω
συνθέτονται	=	συνθέτω
συνθέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνθέτω
συνθέτου	=	σύνθετο
συνθέτουμε	=	συνθέτω
συνθέτουν	=	συνθέτω
συνθέτουνε	=	συνθέτω
συνθέτρια	noun	θηλυκό του συνθέτης
συνθέτριας	noun	γενική ενικού του συνθέτρια
συνθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθέτρια
συνθέτω	verb	χρησιμοποιώ ή συγκεντρώνω επιμέρους στοιχεία για να σχηματίσω ένα ολοκληρωμένο σύνολο
συνθέτων	=	σύνθετο
συνθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθήκη
συνθήκη	noun	μια συμφωνία ανάμεσα σε χώρες, μια σύμβαση
συνθήκης	noun	γενική ενικού του συνθήκη
συνθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθημα
συνθήματος	noun	γενική ενικού του σύνθημα
συνθεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύνθεμα
συνθεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθεμένο
συνθεμένε	verb	κλητική ενικού του συνθεμένος
συνθεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθεμένη
συνθεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνθεμένος
συνθεμένης	verb	γενική ενικού του συνθεμένη
συνθεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνθεμένος
συνθεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνθεμένος
συνθεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνθεμένος
συνθεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνθεμένος
συνθεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνθεμένος
συνθεσάιζερ	noun	ηλεκτρονικό μουσικό όργανο που συνθέτει τους ήχους.
συνθετήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθετήριο
συνθετήριο	noun|dated	εργαλείο τυπογραφίας, συνήθως μεταλλικό, που χρησιμοποιείται για τη σύνθεση ή τη στοιχειοθέτηση τυπογραφικών στοιχείων, είτε ως κανόνας με ρυθμιζόμενα περιθώρια είτε ως θήκη για τμηματική εργασία
συνθετήριον	noun	το συνθετήριο
συνθετήριου	=	συνθετήριο
συνθετίδων	=	συνθέτιδα
συνθετηρίου	noun	γενική ενικού του συνθετήριο
συνθετηρίων	noun	γενική πληθυντικού του συνθετήριο
συνθετικά	adv	με συνθετικό τρόπο	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθετικό
συνθετικέ	adj	κλητική ενικού του συνθετικός
συνθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθετική
συνθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνθετικός
συνθετικής	adj	γενική ενικού του συνθετική
συνθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνθετικός
συνθετικού	adj	γενική ενικού του συνθετικός
συνθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνθετικός
συνθετικό	noun	λέξη ή λεξικό επίθημα που βρίσκεται σε σύνθεση με άλλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συνθετικός
συνθετικός	adj	που κατασκευάζεται με τεχνητό τρόπο, μέσω ανθρώπινης παρέμβασης, συνθέτοντας χημικά ή άλλα στοιχεία
συνθετικών	adj	γενική πληθυντικού του συνθετικός
συνθετριών	noun	γενική πληθυντικού του συνθέτρια
συνθετών	=	συνθέτης
συνθηκολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθηκολόγηση
συνθηκολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνθηκολόγηση
συνθηκολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνθηκολόγηση
συνθηκολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολογώ	verb	παύω να αντιστέκομαι στον αντίπαλο
συνθηκολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηκολογώ
συνθηκολόγηση	noun	η σύναψη συνθήκης, κυρίως μετά από εμπόλεμη κατάσταση
συνθηκολόγησης	noun	γενική ενικού του συνθηκολόγηση
συνθηκολόγησις	noun	η συνθηκολόγηση
συνθηκών	noun	γενική πληθυντικού του συνθήκη
συνθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύνθημα
συνθηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνθηματικός	adv	με συνθηματικό τρόπο
συνθηματικέ	adj	κλητική ενικού του συνθηματικός
συνθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθηματική
συνθηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνθηματικός
συνθηματικής	adj	γενική ενικού του συνθηματική
συνθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνθηματικός
συνθηματικού	adj	γενική ενικού του συνθηματικός
συνθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνθηματικός
συνθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του συνθηματικός
συνθηματικός	adj	που σχετίζεται με ή βασίζεται σε συνθήματα, δηλαδή σε συμφωνημένα σήματα ή κώδικες που χρησιμοποιούνται για επικοινωνία
συνθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του συνθηματικός
συνθηματικώς	adv|dated	συνθηματικά
συνθηματολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσαν	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογήσανε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολογία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνθηματολογώ
συνθηματολογίας	noun	γενική ενικού του συνθηματολογία
συνθηματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθηματολογία
συνθηματολογεί	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογείς	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογείτε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνθηματολογικός	adv	με συνθηματολογικό τρόπο
συνθηματολογικέ	adj	κλητική ενικού του συνθηματολογικός
συνθηματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθηματολογική
συνθηματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνθηματολογικός
συνθηματολογικής	adj	γενική ενικού του συνθηματολογική
συνθηματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνθηματολογικός
συνθηματολογικού	adj	γενική ενικού του συνθηματολογικός
συνθηματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνθηματολογικός
συνθηματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του συνθηματολογικός
συνθηματολογικός	adj	που έχει σχέση με την συνθηματολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συνθηματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του συνθηματολογικός
συνθηματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συνθηματολογία
συνθηματολογούμε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούν	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούνε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσα	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσαμε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσαν	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσανε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσατε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσε	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογούσες	=	συνθηματολογώ
συνθηματολογώ	verb	λέω συνθήματα
συνθηματολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολόγει	=	συνθηματολογώ
συνθηματολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθηματολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθηματολογώ
συνθιασωτισσών	=	συνθιασώτισσα
συνθιασωτριών	=	συνθιασώτρια
συνθιασωτών	=	συνθιασώτης
συνθιασώτες	=	συνθιασώτης
συνθιασώτη	=	συνθιασώτης
συνθιασώτης	noun|archaic	που είναι θιασώτης από κοινού με κάποιον άλλον
συνθιασώτις	noun	θηλυκό του συνθιασώτης
συνθιασώτισσα	noun	θηλυκό του συνθιασώτης
συνθιασώτισσας	=	συνθιασώτισσα
συνθιασώτισσες	=	συνθιασώτισσα
συνθιασώτρια	noun	θηλυκό του συνθιασώτης
συνθιασώτριας	=	συνθιασώτρια
συνθιασώτριες	=	συνθιασώτρια
συνθλίβαμε	=	συνθλίβω
συνθλίβαν	=	συνθλίβω
συνθλίβανε	=	συνθλίβω
συνθλίβατε	=	συνθλίβω
συνθλίβει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συνθλίβω
συνθλίβεις	=	συνθλίβω
συνθλίβεσαι	=	συνθλίβομαι
συνθλίβεσθε	=	συνθλίβω
συνθλίβεστε	=	συνθλίβομαι
συνθλίβεται	=	συνθλίβομαι
συνθλίβετε	=	συνθλίβω
συνθλίβομαι	verb	συμπιέζομαι αφόρητα μεταξύ ισχυρότερων δυνάμεων
συνθλίβομε	=	συνθλίβω
συνθλίβονται	=	συνθλίβομαι
συνθλίβονταν	=	συνθλίβομαι
συνθλίβοντας	=	συνθλίβω
συνθλίβου	=	συνθλίβομαι
συνθλίβουμε	=	συνθλίβω
συνθλίβουν	=	συνθλίβω
συνθλίβουνε	=	συνθλίβω
συνθλίβω	verb	πιέζω, λιώνω, διαλύω, πολτοποιώ
συνθλίφτηκα	=	συνθλίβομαι
συνθλίφτηκαν	=	συνθλίβομαι
συνθλίφτηκε	=	συνθλίβομαι
συνθλίφτηκες	=	συνθλίβομαι
συνθλίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψαν	=	συνθλίβω
συνθλίψανε	=	συνθλίβω
συνθλίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθλιψη
συνθλίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψεων	noun	γενική πληθυντικού του σύνθλιψη
συνθλίψεως	noun|formal	γενική ενικού του σύνθλιψη
συνθλίψομε	=	συνθλίβω
συνθλίψου	=	συνθλίβομαι
συνθλίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψουνε	=	συνθλίβω
συνθλίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνθλίβω
συνθλιβεί	=	συνθλίβω
συνθλιβείς	=	συνθλίβω
συνθλιβείτε	=	συνθλίβω
συνθλιβούμε	=	συνθλίβω
συνθλιβούν	=	συνθλίβω
συνθλιβόμασταν	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόμαστε	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόμενος	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόμουν	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόμουνα	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόντουσαν	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόσασταν	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόσαστε	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόσουν	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόσουνα	=	συνθλίβομαι
συνθλιβόταν	=	συνθλίβομαι
συνθλιβότανε	=	συνθλίβομαι
συνθλιβώ	=	συνθλίβω
συνθλιμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθλιμμένο
συνθλιμμένε	verb	κλητική ενικού του συνθλιμμένος
συνθλιμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνθλιμμένη
συνθλιμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνθλιμμένος
συνθλιμμένης	verb	γενική ενικού του συνθλιμμένη
συνθλιμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνθλιμμένος
συνθλιμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνθλιμμένος
συνθλιμμένος	=	συνθλίβομαι
συνθλιμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνθλιμμένος
συνθλιμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνθλιμμένος
συνθλιμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνθλιμμένος
συνθλιφτήκαμε	=	συνθλίβομαι
συνθλιφτήκαν	=	συνθλίβομαι
συνθλιφτήκανε	=	συνθλίβομαι
συνθλιφτήκατε	=	συνθλίβομαι
συνθλιφτεί	=	συνθλίβομαι
συνθλιφτείς	=	συνθλίβω
συνθλιφτείτε	=	συνθλίβομαι
συνθλιφτούμε	=	συνθλίβω
συνθλιφτούν	=	συνθλίβω
συνθλιφτούνε	=	συνθλίβω
συνθλιφτώ	=	συνθλίβω
συνθρόνου	=	σύνθρονο
συνθρόνων	=	σύνθρονο
συνιδιοκτήτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιδιοκτήτης
συνιδιοκτήτη	=	συνιδιοκτήτης
συνιδιοκτήτης	noun	ιδιοκτήτης ενός πράγματος από κοινού με κάποιον άλλον ή κάποιους άλλους
συνιδιοκτήτρια	noun	συνιδιοκτήτης
συνιδιοκτήτριας	noun	γενική ενικού του συνιδιοκτήτρια
συνιδιοκτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιδιοκτήτρια
συνιδιοκτησία	noun	η από κοινού ιδιοκτησία ενός πράγματος
συνιδιοκτησίας	noun	γενική ενικού του συνιδιοκτησία
συνιδιοκτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιδιοκτησία
συνιδιοκτησιών	noun	γενική πληθυντικού του συνιδιοκτησία
συνιδιοκτητριών	noun	γενική πληθυντικού του συνιδιοκτήτρια
συνιδιοκτητών	=	συνιδιοκτήτης
συνιζάναμε	=	συνιζάνω
συνιζάναν	=	συνιζάνω
συνιζάνανε	=	συνιζάνω
συνιζάνατε	=	συνιζάνω
συνιζάνει	=	συνιζάνω
συνιζάνεις	=	συνιζάνω
συνιζάνεσαι	=	συνιζάνω
συνιζάνεστε	=	συνιζάνω
συνιζάνεται	=	συνιζάνω
συνιζάνετε	=	συνιζάνω
συνιζάνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνιζάνω
συνιζάνονται	=	συνιζάνω
συνιζάνονταν	=	συνιζάνω
συνιζάνοντας	=	συνιζάνω
συνιζάνουμε	=	συνιζάνω
συνιζάνουν	=	συνιζάνω
συνιζάνουνε	=	συνιζάνω
συνιζάνω	verb	επιφέρω συνίζηση
συνιζήθηκα	=	συνιζάνω
συνιζήθηκαν	=	συνιζάνω
συνιζήθηκε	=	συνιζάνω
συνιζήθηκες	=	συνιζάνω
συνιζήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνίζηση
συνιζήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνίζηση
συνιζήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνίζηση
συνιζήσου	=	συνιζάνω
συνιζανόμασταν	=	συνιζάνω
συνιζανόμαστε	=	συνιζάνω
συνιζανόμουν	=	συνιζάνω
συνιζανόμουνα	=	συνιζάνω
συνιζανόντουσαν	=	συνιζάνω
συνιζανόσασταν	=	συνιζάνω
συνιζανόσαστε	=	συνιζάνω
συνιζανόσουν	=	συνιζάνω
συνιζανόσουνα	=	συνιζάνω
συνιζανόταν	=	συνιζάνω
συνιζανότανε	=	συνιζάνω
συνιζηθήκαμε	=	συνιζάνω
συνιζηθήκαν	=	συνιζάνω
συνιζηθήκανε	=	συνιζάνω
συνιζηθήκατε	=	συνιζάνω
συνιζηθεί	=	συνιζάνω
συνιζηθείτε	=	συνιζάνω
συνιζημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιζημένο
συνιζημένε	verb	κλητική ενικού του συνιζημένος
συνιζημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιζημένη
συνιζημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνιζημένος
συνιζημένης	verb	γενική ενικού του συνιζημένη
συνιζημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνιζημένος
συνιζημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνιζημένος
συνιζημένος	verb	που έχει υποστεί συνίζηση
συνιζημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνιζημένος
συνιζημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνιζημένος
συνιζημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνιζημένος
συνιστάμενα	=	συνιστάμενος
συνιστάμενε	=	συνιστάμενος
συνιστάμενες	=	συνιστάμενος
συνιστάμενη	=	συνισταμένη
συνιστάμενης	=	συνιστάμενος
συνιστάμενο	=	συνιστάμενος
συνιστάμενοι	=	συνιστάμενος
συνιστάμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνίσταμαι
συνιστάμενου	=	συνιστάμενος
συνιστάμενους	=	συνιστάμενος
συνιστάμενων	=	συνιστάμενος
συνιστάται	verb	γ' ενικό ενεστώτα του ρήματος συνιστώμαι
συνισταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνισταμένη
συνισταμένη	noun	το διάνυσμα που αποτελεί το άθροισμα δύο διανυσμάτων	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνιστάμενος
συνιστωσών	noun	γενική πληθυντικού του συνιστώσα
συνιστώ	verb	ιδρύω, εγκαθιδρύω, εδραιώνω, συγκροτώ, θεσμοθετώ
συνιστώμαι	verb	συγκροτούμαι, συστήνομαι, ιδρύομαι
συνιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνιστώ
συνιστώντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιστών
συνιστώσα	noun	η δύναμη (ή άλλο διανυσματικό μέγεθος) που επηρεάζει την κατάσταση ενός σώματος.
συνιστώσας	noun	γενική ενικού του συνιστώσα
συνιστώσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνιστώσα
συννέφιαζα	=	συννεφιάζω
συννέφιαζαν	=	συννεφιάζω
συννέφιαζε	=	συννεφιάζω
συννέφιαζες	=	συννεφιάζω
συννέφιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννέφιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννέφιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννέφιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφάκι	noun	υποκοριστικό του: σύννεφο
συννεφάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συννεφάκι
συννεφένιος	adj|rare	φτιαγμένος από σύννεφα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
συννεφιά	noun	η παρουσία πολλών σύννεφων στον ουρανό
συννεφιάζαμε	=	συννεφιάζω
συννεφιάζαν	=	συννεφιάζω
συννεφιάζανε	=	συννεφιάζω
συννεφιάζατε	=	συννεφιάζω
συννεφιάζει	=	συννεφιάζω
συννεφιάζεις	=	συννεφιάζω
συννεφιάζετε	=	συννεφιάζω
συννεφιάζοντας	=	συννεφιάζω
συννεφιάζουμε	=	συννεφιάζω
συννεφιάζουν	=	συννεφιάζω
συννεφιάζουνε	=	συννεφιάζω
συννεφιάζω	verb	γεμίζω σύννεφα, σκεπάζομαι από σύννεφα
συννεφιάς	noun	γενική ενικού του συννεφιά
συννεφιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσαν	=	συννεφιάζω
συννεφιάσανε	=	συννεφιάζω
συννεφιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συννεφιάζω
συννεφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συννεφιά
συννεφιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συννεφιασμένο
συννεφιασμένε	verb	κλητική ενικού του συννεφιασμένος
συννεφιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συννεφιασμένη
συννεφιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συννεφιασμένος
συννεφιασμένης	verb	γενική ενικού του συννεφιασμένη
συννεφιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συννεφιασμένος
συννεφιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συννεφιασμένος
συννεφιασμένος	verb	που καλύπτεται κατά ένα μεγάλο μέρος από σύννεφα
συννεφιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συννεφιασμένος
συννεφιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συννεφιασμένος
συννεφιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συννεφιασμένος
συννεφιών	=	συννεφιά
συννεφοσκέπαστα	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστε	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστες	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστη	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστης	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστο	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστοι	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστος	adj	σκεπασμένος με σύννεφα
συννεφοσκέπαστου	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστους	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφοσκέπαστων	=	συννεφοσκέπαστος
συννεφούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συννεφούλα
συννεφωδών	=	συννεφώδης
συννεφόκαμα	noun|vulgar	αποπνικτική ζέστη συννεφιασμένης ημέρας, κουφόβραση
συννεφώδεις	=	συννεφώδης
συννεφώδες	=	συννεφώδης
συννεφώδη	=	συννεφώδης
συννεφώδης	adj	ο γεμάτος σύννεφα
συννεφώδους	=	συννεφώδης
συννοιών	=	σύννοια
συννοσηροτήτων	=	συννοσηρότητα
συννοσηρότητα	noun	η συνύπαρξη δυο παθολογικών καταστάσεων ή νόσων στον ίδιο ασθενή
συννοσηρότητας	=	συννοσηρότητα
συννοσηρότητες	=	συννοσηρότητα
συννυφάδα	noun	γυναίκα που συνδέεται με εξ αγχιστείας συγγένεια με άλλη γυναίκα, ως σύζυγοι δύο ανδρών που είναι αδέλφια
συννυφάδας	=	συννυφάδα
συννυφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συννυφάδα
συννυφάδων	=	συννυφάδα
συννόων	=	σύννους
συνοίκησα	=	συνοικώ
συνοίκησαν	=	συνοικώ
συνοίκησε	=	συνοικώ
συνοίκησες	=	συνοικώ
συνοίκηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνοικώ
συνοίκησης	=	συνοίκηση
συνοίκιζα	=	συνοικίζω
συνοίκιζαν	=	συνοικίζω
συνοίκιζε	=	συνοικίζω
συνοίκιζες	=	συνοικίζω
συνοίκισα	=	συνοικίζω
συνοίκισαν	=	συνοικίζω
συνοίκισε	=	συνοικίζω
συνοίκισες	=	συνοικίζω
συνοίκου	noun	γενική ενικού του σύνοικος
συνοίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύνοικος
συνοίκων	noun	γενική πληθυντικού του σύνοικος
συνοδά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδό
συνοδέ	adj	κλητική ενικού του συνοδός
συνοδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδή
συνοδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδέψει	=	συνοδεύω
συνοδέψεις	=	συνοδεύω
συνοδέψετε	=	συνοδεύω
συνοδέψομε	=	συνοδεύω
συνοδέψου	=	συνοδεύω
συνοδέψουμε	=	συνοδεύω
συνοδέψουν	=	συνοδεύω
συνοδέψουνε	=	συνοδεύω
συνοδέψτε	=	συνοδεύω
συνοδέψω	=	συνοδεύω
συνοδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοδός
συνοδής	adj	γενική ενικού του συνοδή
συνοδία	noun	άλλη γραφή του συνοδεία
συνοδίας	=	συνοδία
συνοδίες	=	συνοδία
συνοδίτες	=	συνοδίτης
συνοδίτη	=	συνοδίτης
συνοδίτης	noun	ο συνοδοιπόρος, ο ακόλουθος
συνοδεία	noun	η ενέργεια το ρήματος συνοδεύω, η κίνηση ενός ή περισσότερων ατόμων, οχημάτων, σκαφών κ.λπ., που ακολουθούν, προπορεύονται ή προχωρούν δίπλα σε άλλο άτομο, όχημα κ.λπ., συχνά με σκοπό την προστασία του ή την επίβλεψή του	adv	Η αρχαία δοτική ενικού της λέξης (συνοδείᾳ) χρησιμοποιείται και σήμερα επιρρηματικά (χωρίς να σημειώνεται η υπογεγραμμένη): με συνοδεία
συνοδείας	noun	γενική ενικού του συνοδεία
συνοδείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδεία
συνοδειά	noun	άλλη μορφή του συνοδεία
συνοδειάς	=	συνοδειά
συνοδειές	=	συνοδειά
συνοδειών	noun	γενική πληθυντικού του συνοδεία
συνοδευθήκαμε	=	συνοδεύω
συνοδευθήκαν	=	συνοδεύω
συνοδευθήκανε	=	συνοδεύω
συνοδευθήκατε	=	συνοδεύω
συνοδευθεί	=	συνοδεύω
συνοδευθείς	=	συνοδεύω
συνοδευθείτε	=	συνοδεύω
συνοδευθούμε	=	συνοδεύω
συνοδευθούν	=	συνοδεύω
συνοδευθούνε	=	συνοδεύω
συνοδευθώ	=	συνοδεύω
συνοδευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδευμένο
συνοδευμένε	verb	κλητική ενικού του συνοδευμένος
συνοδευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδευμένη
συνοδευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοδευμένος
συνοδευμένης	verb	γενική ενικού του συνοδευμένη
συνοδευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνοδευμένος
συνοδευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοδευμένος
συνοδευμένος	=	συνοδεύω
συνοδευμένοςς	=	συνοδεύω
συνοδευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνοδευμένος
συνοδευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνοδευμένος
συνοδευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνοδευμένος
συνοδευτήκαμε	=	συνοδεύω
συνοδευτήκαν	=	συνοδεύω
συνοδευτήκανε	=	συνοδεύω
συνοδευτήκατε	=	συνοδεύω
συνοδευτεί	=	συνοδεύω
συνοδευτείς	=	συνοδεύω
συνοδευτείτε	=	συνοδεύω
συνοδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδευτικό	adv	με συνοδευτικό τρόπο, συνοδεύοντας
συνοδευτικέ	adj	κλητική ενικού του συνοδευτικός
συνοδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδευτική
συνοδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοδευτικός
συνοδευτικής	adj	γενική ενικού του συνοδευτική
συνοδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοδευτικός
συνοδευτικού	adj	γενική ενικού του συνοδευτικός
συνοδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοδευτικός
συνοδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνοδευτικός
συνοδευτικός	adj	που συνοδεύει κάτι
συνοδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνοδευτικός
συνοδευτούμε	=	συνοδεύω
συνοδευτούν	=	συνοδεύω
συνοδευτούνε	=	συνοδεύω
συνοδευτώ	=	συνοδεύω
συνοδευόμασταν	=	συνοδεύω
συνοδευόμαστε	=	συνοδεύω
συνοδευόμενα	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενε	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενες	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενη	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενης	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενο	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενοι	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνοδεύω
συνοδευόμενου	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενους	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμενων	=	συνοδευόμενος
συνοδευόμουν	=	συνοδεύω
συνοδευόμουνα	=	συνοδεύω
συνοδευόντουσαν	=	συνοδεύω
συνοδευόσασταν	=	συνοδεύω
συνοδευόσαστε	=	συνοδεύω
συνοδευόσουν	=	συνοδεύω
συνοδευόσουνα	=	συνοδεύω
συνοδευόταν	=	συνοδεύω
συνοδευότανε	=	συνοδεύω
συνοδεύαμε	=	συνοδεύω
συνοδεύαν	=	συνοδεύω
συνοδεύανε	=	συνοδεύω
συνοδεύατε	=	συνοδεύω
συνοδεύει	=	συνοδεύω
συνοδεύεις	=	συνοδεύω
συνοδεύεσαι	=	συνοδεύω
συνοδεύεστε	=	συνοδεύω
συνοδεύεται	=	συνοδεύω
συνοδεύετε	=	συνοδεύω
συνοδεύθηκα	=	συνοδεύω
συνοδεύθηκαν	=	συνοδεύω
συνοδεύθηκε	=	συνοδεύω
συνοδεύθηκες	=	συνοδεύω
συνοδεύομαι	verb	με συνοδεύουν
συνοδεύομε	=	συνοδεύω
συνοδεύονται	=	συνοδεύω
συνοδεύονταν	=	συνοδεύω
συνοδεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύουμε	=	συνοδεύω
συνοδεύουν	=	συνοδεύω
συνοδεύουνε	=	συνοδεύω
συνοδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσαν	=	συνοδεύω
συνοδεύσανε	=	συνοδεύω
συνοδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσομε	=	συνοδεύω
συνοδεύσου	=	συνοδεύω
συνοδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσουνε	=	συνοδεύω
συνοδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνοδεύτε	=	συνοδεύω
συνοδεύτηκα	=	συνοδεύω
συνοδεύτηκαν	=	συνοδεύω
συνοδεύτηκε	=	συνοδεύω
συνοδεύτηκες	=	συνοδεύω
συνοδεύω	verb	περπατώ, ταξιδεύω ή βρίσκομαι μαζί με κάποιον άλλο, τον ακολουθώ
συνοδηγέ	noun	κλητική ενικού του συνοδηγός
συνοδηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοδηγός
συνοδηγού	noun	γενική ενικού του συνοδηγός
συνοδηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνοδηγός
συνοδηγό	noun	αιτιατική ενικού του συνοδηγός
συνοδηγός	noun	επιβάτης οχήματος που αναλαμβάνει την οδήγηση εφόσον χρειαστεί, ο οποίος κατά κανόνα κάθεται στη διπλανή θέση από εκείνη του οδηγού
συνοδηγών	noun	γενική πληθυντικού του συνοδηγός
συνοδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδικό
συνοδικέ	adj	κλητική ενικού του συνοδικός
συνοδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδική
συνοδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοδικός
συνοδικής	adj	γενική ενικού του συνοδική
συνοδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοδικός
συνοδικού	adj	γενική ενικού του συνοδικός
συνοδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοδικός
συνοδικό	adj	αιτιατική ενικού του συνοδικός
συνοδικός	adj	που σχετίζεται με κάποια εκκλησιαστική σύνοδο	noun	μέλος της Ιεράς Συνόδου
συνοδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδικότητα
συνοδικών	adj	γενική πληθυντικού του συνοδικός
συνοδιτών	=	συνοδίτης
συνοδιών	=	συνοδία
συνοδοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοδός
συνοδοιπορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσαν	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσανε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπορία	noun|figurative	το να είναι κάποιος συνοδοιπόρος, να συνοδοιπορεί
συνοδοιπορίας	noun	γενική ενικού του συνοδοιπορία
συνοδοιπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοδοιπορία
συνοδοιπορεί	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορείς	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορείτε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιποριών	noun	γενική πληθυντικού του συνοδοιπορία
συνοδοιπορούμε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούν	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούνε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσα	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσαμε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσαν	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσανε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσατε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσε	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορούσες	=	συνοδοιπορώ
συνοδοιπορώ	verb	έχω τις ίδιες αντιλήψεις με κάποιον, ακολουθώ την ιδεολογία του
συνοδοιπορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπόρε	noun	κλητική ενικού του συνοδοιπόρος
συνοδοιπόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδοιπορώ
συνοδοιπόρο	noun	αιτιατική ενικού του συνοδοιπόρος
συνοδοιπόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοδοιπόρος
συνοδοιπόρος	noun|figurative	αυτός με τον οποίο βαδίζεις μαζί, ο σύντροφος σε μια διαδρομή
συνοδοιπόρου	noun	γενική ενικού του συνοδοιπόρος
συνοδοιπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνοδοιπόρος
συνοδοιπόρων	noun	γενική πληθυντικού του συνοδοιπόρος
συνοδού	adj	γενική ενικού του συνοδός
συνοδούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοδός
συνοδό	adj	αιτιατική ενικού του συνοδός
συνοδός	noun	που συνοδεύει άλλο άτομο	adj|formal	που συνοδεύει, που βρίσκεται δίπλα
συνοδών	adj	γενική πληθυντικού του συνοδός
συνοικέσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοικέσιο
συνοικέσιο	noun	η μεσολάβηση τρίτου και οι συναφείς συμφωνίες για σύναψη γάμου
συνοικέσιου	=	συνοικέσιο
συνοικήσαμε	=	συνοικώ
συνοικήσαν	=	συνοικώ
συνοικήσανε	=	συνοικώ
συνοικήσατε	=	συνοικώ
συνοικήσει	=	συνοικώ
συνοικήσεις	=	συνοίκηση
συνοικήσεων	=	συνοίκηση
συνοικήστε	=	συνοικώ
συνοικία	noun	τμήμα ενός οικισμού (πόλης, κωμόπολης κ.λπ.) με συγκεκριμένα όρια και χαρακτηριστικά
συνοικίας	noun	γενική ενικού του συνοικία
συνοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοικία
συνοικίζαμε	=	συνοικίζω
συνοικίζαν	=	συνοικίζω
συνοικίζανε	=	συνοικίζω
συνοικίζατε	=	συνοικίζω
συνοικίζει	=	συνοικίζω
συνοικίζεις	=	συνοικίζω
συνοικίζετε	=	συνοικίζω
συνοικίζοντας	=	συνοικίζω
συνοικίζουμε	=	συνοικίζω
συνοικίζουν	=	συνοικίζω
συνοικίζουνε	=	συνοικίζω
συνοικίζω	verb	δημιουργώ συνοικισμό
συνοικίσαμε	=	συνοικίζω
συνοικίσαν	=	συνοικίζω
συνοικίσανε	=	συνοικίζω
συνοικίσατε	=	συνοικίζω
συνοικίσει	=	συνοικίζω
συνοικίστε	=	συνοικίζω
συνοικεί	=	συνοικώ
συνοικείς	=	συνοικώ
συνοικείτε	=	συνοικώ
συνοικεσίου	noun	γενική ενικού του συνοικέσιο
συνοικεσίων	noun	γενική πληθυντικού του συνοικέσιο
συνοικιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνοικιακός	adv	σε συνοικιακό επίπεδο
συνοικιακέ	adj	κλητική ενικού του συνοικιακός
συνοικιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοικιακή
συνοικιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοικιακός
συνοικιακής	adj	γενική ενικού του συνοικιακή
συνοικιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοικιακός
συνοικιακού	adj	γενική ενικού του συνοικιακός
συνοικιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοικιακός
συνοικιακό	adj	αιτιατική ενικού του συνοικιακός
συνοικιακός	adj	που βρίσκεται σε συνοικία, αναφέρεται, ή έχει σχέση με αυτή
συνοικιακών	adj	γενική πληθυντικού του συνοικιακός
συνοικισμέ	noun	κλητική ενικού του συνοικισμός
συνοικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοικισμός
συνοικισμού	noun	γενική ενικού του συνοικισμός
συνοικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνοικισμός
συνοικισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνοικισμός
συνοικισμός	noun	ομάδα σπιτιών σε μια περιοχή, όπου προηγουμένως δεν υπήρχαν άλλα
συνοικισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνοικισμός
συνοικιών	noun	γενική πληθυντικού του συνοικία
συνοικολογία	noun	κλάδος της οικολογίας που μελετά τη δομή και τη λειτουργία οικοσυστημάτων
συνοικολογίας	=	συνοικολογία
συνοικολογίες	=	συνοικολογία
συνοικολογιών	=	συνοικολογία
συνοικούμε	=	συνοικώ
συνοικούν	=	συνοικώ
συνοικούνε	=	συνοικώ
συνοικούσα	=	συνοικώ
συνοικούσαμε	=	συνοικώ
συνοικούσαν	=	συνοικώ
συνοικούσανε	=	συνοικώ
συνοικούσατε	=	συνοικώ
συνοικούσε	=	συνοικώ
συνοικούσες	=	συνοικώ
συνοικώ	verb|formal	συγκατοικώ
συνοικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνοικώ
συνολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνολικός	adv	στο σύνολο
συνολικέ	adj	κλητική ενικού του συνολικός
συνολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνολική
συνολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνολικός
συνολικής	adj	γενική ενικού του συνολική
συνολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνολικός
συνολικού	adj	γενική ενικού του συνολικός
συνολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνολικός
συνολικό	adj	αιτιατική ενικού του συνολικός
συνολικός	adj	που αφορά στο σύνολο και όχι μόνο σε ένα μέρος
συνολικών	adj	γενική πληθυντικού του συνολικός
συνολικώς	adv|dated	συνολικά
συνολκές	=	συνολκή
συνολκή	noun|formal	μάζεμα, συστολή
συνολκής	=	συνολκή
συνολκών	=	συνολκή
συνολοκλήρωση	noun	έννοια (χρήσιμη στα οικονομικά και τις κοινωνικές επιστήμες για την ανάλυση μακροχρόνιων σχέσεων μεταξύ χρονοσειρών) που περιγράφει μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων μη στάσιμων χρονοσειρών, οι οποίες θεωρούνται συνολοκληρωμένες, όταν ορισμένος γραμμικός συνδυασμός τους είναι στάσιμος, παρόλο που οι ίδιες δεν είναι
συνολοκλήρωσης	=	συνολοκλήρωση
συνολοκληρώσεις	=	συνολοκλήρωση
συνολοκληρώσεων	=	συνολοκλήρωση
συνολοσυνάρτηση	noun	μαθηματική συνάρτηση, της οποίας η είσοδος είναι ένα σύνολο (συνήθως από πραγματικούς αριθμούς ή σημεία σε ευκλείδειο ή άλλο μετρικό χώρο), και η έξοδος είναι συνήθως ένας αριθμός
συνολοσυνάρτησης	=	συνολοσυνάρτηση
συνολοσυναρτήσεις	=	συνολοσυνάρτηση
συνολοσυναρτήσεων	=	συνολοσυνάρτηση
συνομάδωση	noun	συνάρθωση πλήθους ατόμων-μονάδων σε ενιαίο ή οργανωμένο σύνολο ή και η πρόσληψή τους ως ενιαίας ομάδας από τρίτους
συνομάδωσης	=	συνομάδωση
συνομήλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομήλικο
συνομήλικε	adj	κλητική ενικού του συνομήλικος
συνομήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομήλικη
συνομήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνομήλικος
συνομήλικης	adj	γενική ενικού του συνομήλικη
συνομήλικο	adj	αιτιατική ενικού του συνομήλικος
συνομήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνομήλικος
συνομήλικος	adj	που έχει την ίδια ηλικία με το άτομο στο οποίο αναφέρεται
συνομήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνομήλικος
συνομήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνομήλικος
συνομήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνομήλικος
συνομίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομαδώνω	verb|rare	τοποθετώ μαζί, βάζω στην ίδια ομάδα
συνομαδώσεις	=	συνομάδωση
συνομαδώσεων	=	συνομάδωση
συνομιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσαν	=	συνομιλώ
συνομιλήσανε	=	συνομιλώ
συνομιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσουνε	=	συνομιλώ
συνομιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομιλώ
συνομιλήτρια	noun	θηλυκό του συνομιλητής
συνομιλήτριας	=	συνομιλήτρια
συνομιλήτριες	=	συνομιλήτρια
συνομιλία	noun	διάλογος ανάμεσα σε δυο πρόσωπα ή δυο συνδιαλεγόμενα μέρη
συνομιλίας	noun	γενική ενικού του συνομιλία
συνομιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομιλία
συνομιλεί	=	συνομιλώ
συνομιλείς	=	συνομιλώ
συνομιλείτε	=	συνομιλώ
συνομιλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομιλητής
συνομιλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνομιλητής
συνομιλητής	noun	το δεύτερο πρόσωπο που συμμετέχει σε μια συνομιλία ή διάλογο
συνομιλητριών	=	συνομιλήτρια
συνομιλητών	noun	γενική πληθυντικού του συνομιλητής
συνομιλιά	noun|literary	συνομιλία, συναναστροφή
συνομιλιάς	=	συνομιλιά
συνομιλιές	=	συνομιλιά
συνομιλιακός	adj|formal	που έχει σχέση με συνομιλία ή αναφέρεται σʼ αυτή
συνομιλιών	noun	γενική πληθυντικού του συνομιλία
συνομιλούμε	=	συνομιλώ
συνομιλούν	=	συνομιλώ
συνομιλούνε	=	συνομιλώ
συνομιλούσα	=	συνομιλώ
συνομιλούσαμε	=	συνομιλώ
συνομιλούσαν	=	συνομιλώ
συνομιλούσανε	=	συνομιλώ
συνομιλούσατε	=	συνομιλώ
συνομιλούσε	=	συνομιλώ
συνομιλούσες	=	συνομιλώ
συνομιλώ	verb	μιλάω με κάποιον άλλον ή άλλους, ανταλλάσσουμε απόψεις για κάποια θέματα
συνομιλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνομιλώ
συνομολογήθηκα	=	συνομολογούμαι
συνομολογήθηκαν	=	συνομολογούμαι
συνομολογήθηκε	=	συνομολογούμαι
συνομολογήθηκες	=	συνομολογούμαι
συνομολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήσαν	=	συνομολογώ
συνομολογήσανε	=	συνομολογώ
συνομολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομολόγηση
συνομολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνομολόγηση
συνομολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνομολόγηση
συνομολογήσου	=	συνομολογούμαι
συνομολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολογία	noun|dated	η κοινή ομολογία, η ρητή συμφωνία
συνομολογίας	noun	γενική ενικού του συνομολογία
συνομολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομολογία
συνομολογεί	=	συνομολογώ
συνομολογείς	=	συνομολογώ
συνομολογείσαι	=	συνομολογούμαι
συνομολογείστε	=	συνομολογούμαι
συνομολογείται	=	συνομολογούμαι
συνομολογείτε	=	συνομολογώ
συνομολογηθέν	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθέντα	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθέντας	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθέντες	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθέντος	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθέντων	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθήκαμε	=	συνομολογούμαι
συνομολογηθήκαν	=	συνομολογούμαι
συνομολογηθήκανε	=	συνομολογούμαι
συνομολογηθήκατε	=	συνομολογούμαι
συνομολογηθεί	=	συνομολογούμαι
συνομολογηθείς	verb	που έχει συμφωνηθεί, λόγια λέξη συνώνυμη του συνομολογημένος
συνομολογηθείσα	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθείσας	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθείσες	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθείσης	=	συνομολογηθείς
συνομολογηθείτε	=	συνομολογούμαι
συνομολογηθεισών	=	συνομολογηθείς
συνομολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομολογημένο
συνομολογημένε	verb	κλητική ενικού του συνομολογημένος
συνομολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομολογημένη
συνομολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνομολογημένος
συνομολογημένης	verb	γενική ενικού του συνομολογημένη
συνομολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνομολογημένος
συνομολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνομολογημένος
συνομολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου συνομολογώ
συνομολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνομολογημένος
συνομολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνομολογημένος
συνομολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνομολογημένος
συνομολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συνομολογία
συνομολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνομολογώ
συνομολογούμασταν	=	συνομολογούμαι
συνομολογούμαστε	=	συνομολογούμαι
συνομολογούμε	=	συνομολογώ
συνομολογούμουν	=	συνομολογούμαι
συνομολογούν	=	συνομολογώ
συνομολογούνε	=	συνομολογώ
συνομολογούνται	=	συνομολογούμαι
συνομολογούνταν	=	συνομολογούμαι
συνομολογούσα	=	συνομολογώ
συνομολογούσαμε	=	συνομολογώ
συνομολογούσαν	=	συνομολογώ
συνομολογούσανε	=	συνομολογώ
συνομολογούσασταν	=	συνομολογούμαι
συνομολογούσαστε	=	συνομολογούμαι
συνομολογούσατε	=	συνομολογώ
συνομολογούσε	=	συνομολογώ
συνομολογούσες	=	συνομολογώ
συνομολογούσουν	=	συνομολογούμαι
συνομολογώ	verb|formal	συμφωνώ και παραδέχομαι τα ίδια πράγματα με κάποιον άλλο
συνομολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνομολογώ
συνομολόγει	=	συνομολογώ
συνομολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνομολογώ
συνομολόγηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνομολογώ
συνομολόγησης	noun	γενική ενικού του συνομολόγηση
συνομολόγησις	noun	η συνομολόγηση
συνομοσπονδία	noun	ένωση ομοσπονδιών
συνομοσπονδίας	noun	γενική ενικού του συνομοσπονδία
συνομοσπονδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομοσπονδία
συνομοσπονδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνομοσπονδιακός	adv	σε συνομοσπονδιακό επίπεδο
συνομοσπονδιακέ	adj	κλητική ενικού του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομοσπονδιακή
συνομοσπονδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιακής	adj	γενική ενικού του συνομοσπονδιακή
συνομοσπονδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιακού	adj	γενική ενικού του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιακό	adj	αιτιατική ενικού του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιακός	adj	που έχει σχέση με συνομοσπονδία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συνομοσπονδιακών	adj	γενική πληθυντικού του συνομοσπονδιακός
συνομοσπονδιών	noun	γενική πληθυντικού του συνομοσπονδία
συνομοταξία	noun	ταξινομική βαθμίδα που αποτελείται από συγγενείς μεταξύ τους ομοταξίες
συνομοταξίας	noun	γενική ενικού του συνομοταξία
συνομοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνομοταξία
συνομοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του συνομοταξία
συνονθυλευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνονθύλευμα
συνονθυλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονθυλευμένο
συνονθυλευμένε	verb	κλητική ενικού του συνονθυλευμένος
συνονθυλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονθυλευμένη
συνονθυλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνονθυλευμένος
συνονθυλευμένης	verb	γενική ενικού του συνονθυλευμένη
συνονθυλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνονθυλευμένος
συνονθυλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνονθυλευμένος
συνονθυλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνονθυλευμένος
συνονθυλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνονθυλευμένος
συνονθυλευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνονθυλευμένος
συνονθυλεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονθύλευμα
συνονθυλεύματος	noun	γενική ενικού του συνονθύλευμα
συνονθυλεύω	verb|archaic	δημιουργώ ανομοιογενές σύνολο από ετερόκλητα πράγματα
συνονθύλευμα	noun	μείγμα, ανομοιογενές σύνολο από ετερόκλητα πράγματα
συνονθύλευση	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνονθυλεύω
συνονθύλευσις	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνονθυλεύω
συνονοματεπώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονοματεπώνυμο
συνονοματεπώνυμε	adj	κλητική ενικού του συνονοματεπώνυμος
συνονοματεπώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονοματεπώνυμη
συνονοματεπώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνονοματεπώνυμος
συνονοματεπώνυμης	adj	γενική ενικού του συνονοματεπώνυμη
συνονοματεπώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του συνονοματεπώνυμος
συνονοματεπώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνονοματεπώνυμος
συνονοματεπώνυμος	adj	που έχει το ίδιο όνομα και το ίδιο επώνυμο
συνονοματεπώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνονοματεπώνυμος
συνονοματεπώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνονοματεπώνυμος
συνονοματεπώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνονοματεπώνυμος
συνονόματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονόματο
συνονόματε	adj	κλητική ενικού του συνονόματος
συνονόματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνονόματη
συνονόματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνονόματος
συνονόματης	adj	γενική ενικού του συνονόματη
συνονόματο	adj	αιτιατική ενικού του συνονόματος
συνονόματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνονόματος
συνονόματος	noun	συνονόματος	adj	που έχει το ίδιο όνομα ή επώνυμο με το άτομο στο οποίο αναφέρεται
συνονόματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνονόματος
συνονόματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνονόματος
συνονόματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνονόματος
συνοπτικά	adv	χωρίς λεπτομέρειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συνοπτικός
συνοπτικέ	adj	κλητική ενικού του συνοπτικός
συνοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοπτική
συνοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοπτικός
συνοπτικής	adj	γενική ενικού του συνοπτική
συνοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοπτικός
συνοπτικοτήτων	=	συνοπτικότητα
συνοπτικού	adj	γενική ενικού του συνοπτικός
συνοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοπτικός
συνοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνοπτικός
συνοπτικός	adj	που συνοψίζει, που εκθέτει με λίγα λόγια το συμπέρασμα μιας συζήτησης ή ενός κειμένου που προηγήθηκε
συνοπτικότης	noun	η συνοπτικότητα
συνοπτικότητα	noun	η ιδιότητα του συνοπτικού
συνοπτικότητας	=	συνοπτικότητα
συνοπτικότητες	=	συνοπτικότητα
συνοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνοπτικός
συνοπτικώς	adv|dated	συνοπτικά
συνορίζομαι	verb	άλλη μορφή του συνερίζομαι
συνορίτες	=	συνορίτης
συνορίτη	=	συνορίτης
συνορίτης	noun|vulgar	αυτός που συνορεύει με κάποιον άλλο
συνορίτισσα	=	συνορίτης
συνορίτισσας	noun	γενική ενικού του συνορίτισσα
συνορίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνορίτισσα
συνορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνορεμένο
συνορεμένε	verb	κλητική ενικού του συνορεμένος
συνορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνορεμένη
συνορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνορεμένος
συνορεμένης	verb	γενική ενικού του συνορεμένη
συνορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνορεμένος
συνορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνορεμένος
συνορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνορεμένος
συνορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνορεμένος
συνορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνορεμένος
συνορεύαμε	=	συνορεύω
συνορεύαν	=	συνορεύω
συνορεύανε	=	συνορεύω
συνορεύατε	=	συνορεύω
συνορεύει	=	συνορεύω
συνορεύεις	=	συνορεύω
συνορεύετε	=	συνορεύω
συνορεύομε	=	συνορεύω
συνορεύοντας	=	συνορεύω
συνορεύουμε	=	συνορεύω
συνορεύουν	=	συνορεύω
συνορεύουνε	=	συνορεύω
συνορεύω	verb	έχω τα ίδια σύνορα με άλλον
συνοριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοριακό	adv	σε συνοριακή θέση
συνοριακέ	adj	κλητική ενικού του συνοριακός
συνοριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοριακή
συνοριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοριακός
συνοριακής	adj	γενική ενικού του συνοριακή
συνοριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοριακός
συνοριακού	adj	γενική ενικού του συνοριακός
συνοριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοριακός
συνοριακό	adj	αιτιατική ενικού του συνοριακός
συνοριακός	adj	που βρίσκεται στα σύνορα ή συμβαίνει σ' εκείνη την περιοχή
συνοριακών	adj	γενική πληθυντικού του συνοριακός
συνοριογραμμές	=	συνοριογραμμή
συνοριογραμμή	noun	πραγματική ή νοητή γραμμή που ορίζει τα σύνορα μεταξύ κρατών
συνοριογραμμής	=	συνοριογραμμή
συνοριογραμμών	=	συνοριογραμμή
συνοριοφυλάκων	=	συνοριοφύλακας
συνοριοφυλακές	=	συνοριοφυλακή
συνοριοφυλακή	noun	άλλη μορφή του συνοροφυλακή
συνοριοφυλακής	=	συνοριοφυλακή
συνοριοφυλακών	=	συνοριοφυλακή
συνοριοφύλακα	=	συνοριοφύλακας
συνοριοφύλακας	noun	αστυνομικός επιφορτισμένος με την φύλαξη συνόρων προς αποτροπή παράνομης εισόδου λαθρομεταναστών
συνοριοφύλακες	=	συνοριοφύλακας
συνορισιά	noun|dated	άλλη μορφή του συνερισιά
συνορισιάς	=	συνορισιά
συνορισιές	=	συνορισιά
συνορισιών	=	συνορισιά
συνοριτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνορίτισσα
συνοριτών	=	συνορίτης
συνοροφυλάκων	=	συνοροφύλακας
συνοροφυλακές	=	συνοροφυλακή
συνοροφυλακή	noun	αστυνομική μονάδα περιφρούρησης των συνόρων μιας χώρας
συνοροφυλακής	=	συνοροφυλακή
συνοροφυλακών	=	συνοροφυλακή
συνοροφύλακα	=	συνοροφύλακας
συνοροφύλακας	noun	άλλη μορφή του συνοριοφύλακας
συνοροφύλακες	=	συνοροφύλακας
συνοστέωση	noun	συνάρθρωση δύο ή περισσότερων οστών
συνοστέωσης	=	συνοστέωση
συνοστεώσεις	=	συνοστέωση
συνοστεώσεων	=	συνοστέωση
συνουσία	noun	η σεξουαλική πράξη
συνουσίας	noun	γενική ενικού του συνουσία
συνουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνουσία
συνουσιάζεσαι	=	συνουσιάζομαι
συνουσιάζεστε	=	συνουσιάζομαι
συνουσιάζεται	=	συνουσιάζομαι
συνουσιάζομαι	verb	έρχομαι σε ερωτική επαφή
συνουσιάζονται	=	συνουσιάζομαι
συνουσιάζονταν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιάζου	=	συνουσιάζομαι
συνουσιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαζόμασταν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόμαστε	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνουσιαζόμενο
συνουσιαζόμενε	verb	κλητική ενικού του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνουσιαζόμενη
συνουσιαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμενης	verb	γενική ενικού του συνουσιαζόμενη
συνουσιαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμενος	verb	ο μετέχων σε συνουσία
συνουσιαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνουσιαζόμενος
συνουσιαζόμουν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόμουνα	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόντουσαν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόσασταν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόσαστε	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόσουν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόσουνα	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζόταν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαζότανε	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστήκαν	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαστήκανε	=	συνουσιάζομαι
συνουσιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνουσιάζομαι
συνουσιών	noun	γενική πληθυντικού του συνουσία
συνοφρυωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοφρυωμένο
συνοφρυωμένε	adj	κλητική ενικού του συνοφρυωμένος
συνοφρυωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοφρυωμένη
συνοφρυωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοφρυωμένος
συνοφρυωμένης	adj	γενική ενικού του συνοφρυωμένη
συνοφρυωμένο	adj	αιτιατική ενικού του συνοφρυωμένος
συνοφρυωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοφρυωμένος
συνοφρυωμένος	verb	μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος συνοφρυώνομαι: που δείχνει σκεφτικός και προβληματισμένος
συνοφρυωμένου	verb	γενική ενικού του συνοφρυωμένος
συνοφρυωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνοφρυωμένος
συνοφρυωμένων	adj	γενική πληθυντικού του συνοφρυωμένος
συνοφρυώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρυώνομαι	verb	μαζεύω τα φρύδια μου και εκφράζω μ’ αυτόν τον τρόπο διάφορα συναισθήματα (θυμό, απογοήτευση, δυσαρέσκεια κ.ά.)
συνοφρυώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοφρύωση
συνοφρυώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνοφρύωση
συνοφρυώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνοφρύωση
συνοφρυώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνοφρυώνομαι
συνοφρύωμα	noun|formal	άλλη μορφή του συνοφρύωση
συνοφρύωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνοφρυώνομαι
συνοφρύωσης	noun	γενική ενικού του συνοφρύωση
συνοφρύωσις	noun	η συνοφρύωση
συνοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοχή
συνοχή	noun	η σύνδεση, η συνέχεια, χωρίς κενά
συνοχής	=	συνοχή
συνοχεύς	noun	→ ζητούμενο λήμμα
συνοχών	=	συνοχή
συνοψίζαμε	=	συνοψίζω
συνοψίζαν	=	συνοψίζω
συνοψίζανε	=	συνοψίζω
συνοψίζατε	=	συνοψίζω
συνοψίζει	=	συνοψίζω
συνοψίζεις	=	συνοψίζω
συνοψίζετε	=	συνοψίζω
συνοψίζομαι	=	συνοψίζω
συνοψίζοντας	=	συνοψίζω
συνοψίζουμε	=	συνοψίζω
συνοψίζουν	=	συνοψίζω
συνοψίζουνε	=	συνοψίζω
συνοψίζω	verb	εκθέτω συνοπτικά, συγκεφαλαιώνω
συνοψίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίσαν	=	συνοψίζω
συνοψίσανε	=	συνοψίζω
συνοψίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνόψιση
συνοψίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνόψιση
συνοψίσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνόψιση
συνοψίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνοψισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοψισμένο
συνοψισμένε	verb	κλητική ενικού του συνοψισμένος
συνοψισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνοψισμένη
συνοψισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνοψισμένος
συνοψισμένης	verb	γενική ενικού του συνοψισμένη
συνοψισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνοψισμένος
συνοψισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνοψισμένος
συνοψισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνοψισμένος
συνοψισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνοψισμένος
συνοψισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνοψισμένος
συνσεναριογράφε	=	συνσεναριογράφος
συνσεναριογράφο	=	συνσεναριογράφος
συνσεναριογράφοι	=	συνσεναριογράφος
συνσεναριογράφος	noun	δεύτερος σεναριογράφος, που γράφει ένα σενάριο μαζί με κάποιον άλλο
συνσεναριογράφου	=	συνσεναριογράφος
συνσεναριογράφους	=	συνσεναριογράφος
συνσεναριογράφων	=	συνσεναριογράφος
συντάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνταγμα
συντάγματος	noun	γενική ενικού του σύνταγμα
συντάκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντάκτης
συντάκτη	=	συντάκτης
συντάκτης	noun	το άτομο που ασχολείται με τη σύνταξη κειμένου είτε μικρής έκτασης και εντός συγκεκριμένου πλαισίου (π.χ. ο συντάκτης μιας προκήρυξης), είτε συστηματικά και καθημερινά ως επαγγελματίας (ο,η δημοσιογράφος)
συντάκτις	noun	συντάκτρια, συντάχτρια
συντάκτρια	noun	θηλυκό του συντάκτης
συντάκτριας	=	συντάκτρια
συντάκτριες	=	συντάκτρια
συντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξαν	=	συντάσσω
συντάξανε	=	συντάσσω
συντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνταξη
συντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύνταξη
συντάξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύνταξη
συντάξιμα	=	συντάξιμος
συντάξιμε	=	συντάξιμος
συντάξιμες	=	συντάξιμος
συντάξιμη	=	συντάξιμος
συντάξιμης	=	συντάξιμος
συντάξιμο	=	συντάξιμος
συντάξιμοι	=	συντάξιμος
συντάξιμος	adj	που αναφέρεται ή συσχετίζεται με τη σύνταξη, με την αποχώρηση από την αγορά εργασίας μετά από ορισμένη ηλικία
συντάξιμου	=	συντάξιμος
συντάξιμους	=	συντάξιμος
συντάξιμων	=	συντάξιμος
συντάξομε	=	συντάσσω
συντάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξουνε	=	συντάσσω
συντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
συντάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συντάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συντάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συντάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συντάραξη	noun	ο συγκλονισμός, το τράνταγμα
συντάραξης	=	συντάραξη
συντάσσαμε	=	συντάσσω
συντάσσαν	=	συντάσσω
συντάσσανε	=	συντάσσω
συντάσσατε	=	συντάσσω
συντάσσει	=	συντάσσω
συντάσσεις	=	συντάσσω
συντάσσεσαι	=	συντάσσω
συντάσσεστε	=	συντάσσω
συντάσσεται	=	συντάσσω
συντάσσετε	=	συντάσσω
συντάσσομαι	verb	τάσσομαι στο πλευρό κάποιου, συμφωνώ με τη γνώμη του
συντάσσομε	=	συντάσσω
συντάσσονται	=	συντάσσω
συντάσσονταν	=	συντάσσω
συντάσσοντας	=	συντάσσω
συντάσσου	=	συντάσσω
συντάσσουμε	=	συντάσσω
συντάσσουν	=	συντάσσω
συντάσσουνε	=	συντάσσω
συντάσσω	verb	τοποθετώ στην κατάλληλη σειρά τα τυπικά στοιχεία του λόγου, σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας
συντάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συντάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συντάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συντάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συντάχτες	=	συντάχτης
συντάχτη	=	συντάχτης
συντάχτηκα	=	συντάσσω
συντάχτηκαν	=	συντάσσω
συντάχτηκε	=	συντάσσω
συντάχτηκες	=	συντάσσω
συντάχτης	noun|vulgar	άλλη γραφή του συντάκτης
συντάχτρια	=	συντάχτης
συντάχτριας	=	συντάχτης
συντάχτριες	=	συντάχτης
συντέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντέκνισσα	noun	θηλυκό του σύντεκνος
συντέκνισσας	noun	γενική ενικού του συντέκνισσα
συντέκνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντέκνισσα
συντέκνου	=	σύντεκνος
συντέκνους	=	σύντεκνος
συντέκνων	=	σύντεκνος
συντέλει	=	συντελώ
συντέλεια	noun	το τέλος στις εκφράσεις
συντέλειας	noun	γενική ενικού του συντέλεια
συντέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντέλεια
συντέλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντέλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντέλεση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντελώ
συντέλεσης	=	συντέλεση
συντέμνομαι	=	συντέμνω
συντέμνω	verb	περικόπτω, συγκόπτω ,περιορίζω, μικραίνω
συντέχνου	noun	γενική ενικού του σύντεχνος
συντέχνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύντεχνος
συντέχνων	noun	γενική πληθυντικού του σύντεχνος
συντήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύντηγμα
συντήγματος	noun	γενική ενικού του σύντηγμα
συντήκω	verb	τήκω διάφορα υλικά μαζί, δημιουργώντας κράμα, εκτελώ σύντηξη
συντήξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύντηξη
συντήξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύντηξη
συντήξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύντηξη
συντήρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντήρηση	noun	διατήρηση πράγματος σε καλή κατάσταση
συντήρησης	noun	γενική ενικού του συντήρηση
συντήρησις	=	συντήρηση
συντίθεμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνθέτω
συνταίριαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταίριαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταίριαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταίριαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταίριασα	=	συνταιριάζω
συνταίριασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνταιριάζω
συνταγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγή
συνταγή	noun	οδηγίες παρασκευής φαγητού, γλυκού, ποτού κ.λπ.: υλικά, ποσότητα, τρόπος παρασκευής κ.ά.
συνταγής	noun	γενική ενικού του συνταγή
συνταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύνταγμα
συνταγμένος	=	συντάσσω
συνταγματάρχα	=	συνταγματάρχης
συνταγματάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγματάρχης
συνταγματάρχη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συνταγματάρχης
συνταγματάρχης	noun	ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του αντισυνταγματάρχη και κατώτερο του ταξίαρχου.
συνταγματάρχου	=	συνταγματάρχης
συνταγματαρχίνα	=	συνταγματάρχης
συνταγματαρχών	=	συνταγματάρχης
συνταγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγματικό	adv	από συνταγματική άποψη, σύμφωνα με το σύνταγμα
συνταγματικέ	adj	κλητική ενικού του συνταγματικός
συνταγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγματική
συνταγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταγματικός
συνταγματικής	adj	γενική ενικού του συνταγματική
συνταγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταγματικός
συνταγματικοτήτων	=	συνταγματικότητα
συνταγματικού	adj	γενική ενικού του συνταγματικός
συνταγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταγματικός
συνταγματικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταγματικός
συνταγματικός	adj	ο σχετικός με το σύνταγμα
συνταγματικότης	noun	η συνταγματικότητα
συνταγματικότητα	noun	η συμφωνία ενός νόμου, ενός διατάγματος ή ενός διαβουλεύματος προς το σύνταγμα
συνταγματικότητας	noun	γενική ενικού του συνταγματικότητα
συνταγματικότητες	=	συνταγματικότητα
συνταγματικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταγματικός
συνταγματικώς	adv|dated	συνταγματικά
συνταγματισμέ	=	συνταγματισμός
συνταγματισμοί	=	συνταγματισμός
συνταγματισμού	=	συνταγματισμός
συνταγματισμούς	=	συνταγματισμός
συνταγματισμό	=	συνταγματισμός
συνταγματισμός	noun|dated	η πλήρης συμμόρφωση με το σύνταγμα και η υπακοή σ’ αυτό
συνταγματισμών	=	συνταγματισμός
συνταγματολόγε	noun	κλητική ενικού του συνταγματολόγος
συνταγματολόγο	noun	αιτιατική ενικού του συνταγματολόγος
συνταγματολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταγματολόγος
συνταγματολόγος	noun	νομικός επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στο συνταγματικό δίκαιο
συνταγματολόγου	noun	γενική ενικού του συνταγματολόγος
συνταγματολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνταγματολόγος
συνταγματολόγων	noun	γενική πληθυντικού του συνταγματολόγος
συνταγογράφει	=	συνταγογραφώ
συνταγογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογράφηση	noun	η συγγραφή ιατρικών συνταγών
συνταγογράφησης	noun	γενική ενικού του συνταγογράφηση
συνταγογραφήθηκα	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφήθηκαν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφήθηκε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφήθηκες	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήσαν	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφήσανε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογράφηση
συνταγογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνταγογράφηση
συνταγογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνταγογράφηση
συνταγογραφήσου	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφία	noun	άλλη μορφή του συνταγογράφηση
συνταγογραφίας	noun	γενική ενικού του συνταγογραφία
συνταγογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφία
συνταγογραφεί	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφείς	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφείσαι	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφείστε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφείται	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφείτε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφηθήκαμε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφηθήκαν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφηθήκανε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφηθήκατε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφηθεί	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφηθείτε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφημένο
συνταγογραφημένε	verb	κλητική ενικού του συνταγογραφημένος
συνταγογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφημένη
συνταγογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταγογραφημένος
συνταγογραφημένης	verb	γενική ενικού του συνταγογραφημένη
συνταγογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνταγογραφημένος
συνταγογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφημένος
συνταγογραφημένος	verb	που έχει συνταγογραφηθεί
συνταγογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνταγογραφημένος
συνταγογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνταγογραφημένος
συνταγογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνταγογραφημένος
συνταγογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφικό
συνταγογραφικέ	adj	κλητική ενικού του συνταγογραφικός
συνταγογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφική
συνταγογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταγογραφικός
συνταγογραφικής	adj	γενική ενικού του συνταγογραφική
συνταγογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφικός
συνταγογραφικού	adj	γενική ενικού του συνταγογραφικός
συνταγογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταγογραφικός
συνταγογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταγογραφικός
συνταγογραφικός	adj	που σχετίζεται με τη συνταγογραφία ή την ενέργεια του συνταγογραφώ
συνταγογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταγογραφικός
συνταγογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του συνταγογραφία
συνταγογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφούμασταν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούμαστε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούμε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφούμενο
συνταγογραφούμενε	verb	κλητική ενικού του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφούμενη
συνταγογραφούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμενης	verb	γενική ενικού του συνταγογραφούμενη
συνταγογραφούμενο	verb	αιτιατική ενικού του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμενος	verb	που συνταγογραφείται
συνταγογραφούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνταγογραφούμενος
συνταγογραφούμουν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούν	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούνε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούνται	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούνταν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούσα	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσαμε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσαν	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσανε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσασταν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούσαστε	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφούσατε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσε	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσες	=	συνταγογραφώ
συνταγογραφούσουν	=	συνταγογραφούμαι
συνταγογραφώ	verb	συντάσσω συνταγή
συνταγογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγολογία	noun	κλάδος της φαρμακολογίας σχετικός με τη σύνταξη και εκτέλεση φαρμακευτικών συνταγών
συνταγολογίας	noun	γενική ενικού του συνταγολογία
συνταγολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγολογία
συνταγολογίου	noun	γενική ενικού του συνταγολόγιο
συνταγολογίων	noun	γενική πληθυντικού του συνταγολόγιο
συνταγολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συνταγολογία
συνταγολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγολόγιο
συνταγολόγιο	noun	το βιβλίο που τηρεί ο φαρμακοποιός και στο οποίο καταχωρεί τις συνταγές που εκτελεί καθημερινά
συνταγολόγιον	noun	το συνταγολόγιο
συνταγολόγιου	=	συνταγολόγιο
συνταγολόγιων	=	συνταγολόγιο
συνταγούλα	noun	υποκοριστικό του συνταγή
συνταγούλας	noun	γενική ενικού του συνταγούλα
συνταγούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταγούλα
συνταγών	noun	γενική πληθυντικού του συνταγή
συνταιριάζομαι	=	συνταιριάζω
συνταιριάζω	verb	συνδυάζω μεταξύ τους ανόμοια πράγματα, πρόσωπα ώστε να δίνουν αρμονικό αποτέλεσμα
συνταιριάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταιριάζω
συνταιριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταίριασμα
συνταιριάσματος	noun	γενική ενικού του συνταίριασμα
συνταιριάστηκα	=	συνταιριάζω
συνταιριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συνταίριασμα
συνταιριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταιριασμένο
συνταιριασμένε	verb	κλητική ενικού του συνταιριασμένος
συνταιριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταιριασμένη
συνταιριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταιριασμένος
συνταιριασμένης	verb	γενική ενικού του συνταιριασμένη
συνταιριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνταιριασμένος
συνταιριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταιριασμένος
συνταιριασμένος	=	συνταιριάζω
συνταιριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνταιριασμένος
συνταιριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνταιριασμένος
συνταιριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνταιριασμένος
συντακτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντακτικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συντακτικός
συντακτικέ	adj	κλητική ενικού του συντακτικός
συντακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντακτική
συντακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντακτικός
συντακτικής	adj	γενική ενικού του συντακτική
συντακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντακτικός
συντακτικού	adj	γενική ενικού του συντακτικός
συντακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντακτικός
συντακτικό	noun	το τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας	adj	αιτιατική ενικού του συντακτικός
συντακτικός	adj	που έχει σχέση με τη σύνταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
συντακτικών	adj	γενική πληθυντικού του συντακτικός
συντακτικώς	adv|dated	συντακτικά
συντακτριών	=	συντάκτρια
συντακτών	=	συντάκτης
συνταξίδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξίδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξίδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξίδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιδεύω
συνταξιδεύω	verb	ταξιδεύω μαζί με άλλον ή άλλους
συνταξιδιωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνταξιδιώτισσα
συνταξιδιωτών	=	συνταξιδιώτης
συνταξιδιώτες	=	συνταξιδιώτης
συνταξιδιώτη	=	συνταξιδιώτης
συνταξιδιώτης	noun	που ταξιδεύει μαζί με άλλους
συνταξιδιώτισσα	noun	συνταξιδιώτης
συνταξιδιώτισσας	noun	γενική ενικού του συνταξιδιώτισσα
συνταξιδιώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξιδιώτισσα
συνταξιδιῶτις	noun	συνταξιδιώτισσα, θηλυκό του συνταξιδιώτης
συνταξιοδοτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδότηση
συνταξιοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήσεων	=	συνταξιοδότηση
συνταξιοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτούμαι
συνταξιοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδοτημένο
συνταξιοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδοτημένη
συνταξιοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτημένης	verb	γενική ενικού του συνταξιοδοτημένη
συνταξιοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνταξιοδοτημένος
συνταξιοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδοτικό
συνταξιοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδοτική
συνταξιοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικής	adj	γενική ενικού του συνταξιοδοτική
συνταξιοδοτικη	=	συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικο	=	συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικού	adj	γενική ενικού του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικός	adj	που αναφέρεται στη συνταξιοδότηση
συνταξιοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτούμαι	verb	παίρνω σύνταξη
συνταξιοδοτώ	verb	χορηγώ σύνταξη
συνταξιοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταξιοδοτώ
συνταξιοδότηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνταξιοδοτώ
συνταξιοδότησης	=	συνταξιοδότηση
συνταξιοδότησις	noun	η συνταξιοδότηση
συνταξιούχε	noun	κλητική ενικού του συνταξιούχος
συνταξιούχο	noun	αιτιατική ενικού του συνταξιούχος
συνταξιούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταξιούχος
συνταξιούχος	noun	που έχει βγει στη σύνταξη, που έχει πάρει σύνταξη
συνταξιούχου	noun	γενική ενικού του συνταξιούχος
συνταξιούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνταξιούχος
συνταξιούχων	noun	γενική πληθυντικού του συνταξιούχος
συνταξιοῦχος	noun	συνταξιούχος
συνταξούλα	noun	υποκοριστικό του σύνταξη
συνταξούλας	noun	γενική ενικού του συνταξούλα
συνταξούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταξούλα
συνταράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνταράζω
συνταράζω	verb	ταράζω ή τραντάζω έντονα κάποιον
συνταράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξεων	=	συντάραξη
συνταράξου	=	συνταράσσομαι
συνταράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταράζω
συνταράσσεσαι	=	συνταράσσομαι
συνταράσσεστε	=	συνταράσσομαι
συνταράσσεται	=	συνταράσσομαι
συνταράσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνταράσσω
συνταράσσονται	=	συνταράσσομαι
συνταράσσονταν	=	συνταράσσομαι
συνταράσσου	=	συνταράσσομαι
συνταράσσω	verb|formal	άλλη μορφή του συνταράζω
συνταράχτηκα	=	συνταράσσομαι
συνταράχτηκαν	=	συνταράσσομαι
συνταράχτηκε	=	συνταράσσομαι
συνταράχτηκες	=	συνταράσσομαι
συνταραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταραγμένο
συνταραγμένε	verb	κλητική ενικού του συνταραγμένος
συνταραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταραγμένη
συνταραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταραγμένος
συνταραγμένης	verb	γενική ενικού του συνταραγμένη
συνταραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνταραγμένος
συνταραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταραγμένος
συνταραγμένος	=	συνταράσσομαι
συνταραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνταραγμένος
συνταραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνταραγμένος
συνταραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνταραγμένος
συνταρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταρακτικό
συνταρακτικέ	adj	κλητική ενικού του συνταρακτικός
συνταρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταρακτική
συνταρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταρακτικός
συνταρακτικής	adj	γενική ενικού του συνταρακτική
συνταρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταρακτικός
συνταρακτικού	adj	γενική ενικού του συνταρακτικός
συνταρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταρακτικός
συνταρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταρακτικός
συνταρακτικός	adj	αυτός που ταράζει και σοκάρει, ο συγκλονιστικός, ο σοκαριστικός
συνταρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταρακτικός
συνταρασσόμασταν	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόμαστε	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόμενος	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόμουν	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόμουνα	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόντουσαν	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόσασταν	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόσαστε	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόσουν	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόσουνα	=	συνταράσσομαι
συνταρασσόταν	=	συνταράσσομαι
συνταρασσότανε	=	συνταράσσομαι
συνταραχές	=	συνταραχή
συνταραχή	noun|literary	το αποτέλεσμα του συνταράζω
συνταραχής	=	συνταραχή
συνταραχτήκαμε	=	συνταράσσομαι
συνταραχτήκαν	=	συνταράσσομαι
συνταραχτήκανε	=	συνταράσσομαι
συνταραχτήκατε	=	συνταράσσομαι
συνταραχτεί	=	συνταράσσομαι
συνταραχτείτε	=	συνταράσσομαι
συνταραχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταραχτικό	adv	συνταρακτικά
συνταραχτικέ	adj	κλητική ενικού του συνταραχτικός
συνταραχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταραχτική
συνταραχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταραχτικός
συνταραχτικής	adj	γενική ενικού του συνταραχτική
συνταραχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταραχτικός
συνταραχτικού	adj	γενική ενικού του συνταραχτικός
συνταραχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταραχτικός
συνταραχτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταραχτικός
συνταραχτικός	adj	συνταρακτικός
συνταραχτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταραχτικός
συνταραχών	=	συνταραχή
συντασσόμασταν	=	συντάσσω
συντασσόμαστε	=	συντάσσω
συντασσόμενα	=	συντάσσω
συντασσόμενε	=	συντάσσω
συντασσόμενες	=	συντάσσω
συντασσόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντασσόμενος
συντασσόμενης	=	συντάσσω
συντασσόμενο	=	συντάσσω
συντασσόμενοι	=	συντάσσω
συντασσόμενος	=	συντάσσω
συντασσόμενου	=	συντάσσω
συντασσόμενους	=	συντάσσω
συντασσόμενων	=	συντάσσω
συντασσόμουν	=	συντάσσω
συντασσόμουνα	=	συντάσσω
συντασσόντουσαν	=	συντάσσω
συντασσόσασταν	=	συντάσσω
συντασσόσαστε	=	συντάσσω
συντασσόσουν	=	συντάσσω
συντασσόσουνα	=	συντάσσω
συντασσόταν	=	συντάσσω
συντασσότανε	=	συντάσσω
συνταυλίζω	verb	συνδαυλίζω
συνταυτίζαμε	=	συνταυτίζω
συνταυτίζαν	=	συνταυτίζω
συνταυτίζανε	=	συνταυτίζω
συνταυτίζατε	=	συνταυτίζω
συνταυτίζει	=	συνταυτίζω
συνταυτίζεις	=	συνταυτίζω
συνταυτίζεσαι	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίζεστε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίζεται	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίζετε	=	συνταυτίζω
συνταυτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίζονται	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίζονταν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίζοντας	=	συνταυτίζω
συνταυτίζου	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίζουμε	=	συνταυτίζω
συνταυτίζουν	=	συνταυτίζω
συνταυτίζουνε	=	συνταυτίζω
συνταυτίζω	verb	ταυτίζω κάποιον ή κάτι με κάποιον άλλον ή κάτι άλλο
συνταυτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίσαν	=	συνταυτίζω
συνταυτίσανε	=	συνταυτίζω
συνταυτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταύτιση
συνταυτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίσεων	=	συνταύτιση
συνταυτίσου	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτίστηκα	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίστηκαν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίστηκε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίστηκες	=	συνταυτίζομαι
συνταυτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταυτιζόμασταν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόμαστε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόμουν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόμουνα	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόντουσαν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόσασταν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόσαστε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόσουν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόσουνα	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζόταν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιζότανε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτισμέ	=	συνταυτισμός
συνταυτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταυτισμένο
συνταυτισμένε	verb	κλητική ενικού του συνταυτισμένος
συνταυτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταυτισμένη
συνταυτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταυτισμένος
συνταυτισμένης	verb	γενική ενικού του συνταυτισμένη
συνταυτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνταυτισμένος
συνταυτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταυτισμένος
συνταυτισμένος	=	συνταυτίζομαι
συνταυτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνταυτισμένος
συνταυτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνταυτισμένος
συνταυτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνταυτισμένος
συνταυτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταυτισμός
συνταυτισμού	=	συνταυτισμός
συνταυτισμούς	=	συνταυτισμός
συνταυτισμό	=	συνταυτισμός
συνταυτισμός	noun	απόλυτη ταύτιση
συνταυτισμών	=	συνταυτισμός
συνταυτιστήκαμε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιστήκαν	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιστήκανε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιστήκατε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιστεί	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιστείτε	=	συνταυτίζομαι
συνταυτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταυτιστικό
συνταυτιστικέ	adj	κλητική ενικού του συνταυτιστικός
συνταυτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταυτιστική
συνταυτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταυτιστικός
συνταυτιστικής	adj	γενική ενικού του συνταυτιστική
συνταυτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταυτιστικός
συνταυτιστικού	adj	γενική ενικού του συνταυτιστικός
συνταυτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταυτιστικός
συνταυτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταυτιστικός
συνταυτιστικός	adj	αυτός που συνταυτίζεται
συνταυτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταυτιστικός
συνταχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθήκαν	=	συντάσσω
συνταχθήκανε	=	συντάσσω
συνταχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχθούνε	=	συντάσσω
συνταχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσομαι
συνταχτήκαμε	=	συντάσσω
συνταχτήκαν	=	συντάσσω
συνταχτήκανε	=	συντάσσω
συνταχτήκατε	=	συντάσσω
συνταχτεί	=	συντάσσω
συνταχτείς	=	συντάσσω
συνταχτείτε	=	συντάσσω
συνταχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταχτικό
συνταχτικέ	adj	κλητική ενικού του συνταχτικός
συνταχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνταχτική
συνταχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνταχτικός
συνταχτικής	adj	γενική ενικού του συνταχτική
συνταχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνταχτικός
συνταχτικού	adj	γενική ενικού του συνταχτικός
συνταχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνταχτικός
συνταχτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνταχτικός	noun	άλλη μορφή του συντακτικό
συνταχτικός	adj	άλλη μορφή του συντακτικός
συνταχτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνταχτικός
συνταχτούμε	=	συντάσσω
συνταχτούν	=	συντάσσω
συνταχτούνε	=	συντάσσω
συνταχτριών	=	συντάχτης
συνταχτώ	=	συντάσσω
συνταχτών	=	συντάχτης
συνταύτιζα	=	συνταυτίζω
συνταύτιζαν	=	συνταυτίζω
συνταύτιζε	=	συνταυτίζω
συνταύτιζες	=	συνταυτίζω
συνταύτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταύτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταύτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταύτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταυτίζω
συνταύτιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνταυτίζομαι
συνταύτισης	=	συνταύτιση
συνταύτισις	noun	η συνταύτιση
συντείνω	verb	υποβοηθώ, συμβάλλω, συνεισφέρω, συντελώ
συντεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθήκαν	=	συνθέτω
συντεθήκανε	=	συνθέτω
συντεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθειμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεθειμένο
συντεθειμένε	verb	κλητική ενικού του συντεθειμένος
συντεθειμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεθειμένη
συντεθειμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντεθειμένος
συντεθειμένης	verb	γενική ενικού του συντεθειμένη
συντεθειμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντεθειμένος
συντεθειμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντεθειμένος
συντεθειμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνθέτω
συντεθειμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντεθειμένος
συντεθειμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντεθειμένος
συντεθειμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντεθειμένος
συντεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεθούνε	=	συνθέτω
συντεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντίθεμαι
συντεκνία	noun	το να είναι κάποιος σύντεκνος
συντεκνίας	=	συντεκνία
συντεκνίες	=	συντεκνία
συντεκνιά	noun	το να είναι κάποιος σύντεκνος
συντεκνιάς	=	συντεκνιά
συντεκνιές	=	συντεκνιά
συντεκνισσών	noun	γενική πληθυντικού του συντέκνισσα
συντεκνιών	=	συντεκνία
συντελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέσαν	=	συντελώ
συντελέσανε	=	συντελώ
συντελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντέλεση
συντελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέσεων	=	συντέλεση
συντελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντελώ
συντελεί	=	συντελώ
συντελείς	=	συντελώ
συντελείτε	=	συντελώ
συντελειών	noun	γενική πληθυντικού του συντέλεια
συντελεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελεσμένο
συντελεσμένε	verb	κλητική ενικού του συντελεσμένος
συντελεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελεσμένη
συντελεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντελεσμένος
συντελεσμένης	verb	γενική ενικού του συντελεσμένη
συντελεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντελεσμένος
συντελεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντελεσμένος
συντελεσμένος	=	συντελώ
συντελεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντελεσμένος
συντελεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντελεσμένος
συντελεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντελεσμένος
συντελεστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελεστής
συντελεστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συντελεστής
συντελεστής	noun	οποιοδήποτε πρόσωπο, αντικείμενο ή κατάσταση που συντελεί σε κάτι
συντελεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελεστικό
συντελεστικέ	adj	κλητική ενικού του συντελεστικός
συντελεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελεστική
συντελεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντελεστικός
συντελεστικής	adj	γενική ενικού του συντελεστική
συντελεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντελεστικός
συντελεστικού	adj	γενική ενικού του συντελεστικός
συντελεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντελεστικός
συντελεστικό	adj	αιτιατική ενικού του συντελεστικός
συντελεστικός	adj|formal	που συμβάλλει στη συντέλεση, που συντελεί
συντελεστικών	adj	γενική πληθυντικού του συντελεστικός
συντελεστού	=	συντελεστής
συντελεστών	noun	γενική πληθυντικού του συντελεστής
συντελεύω	verb|rare	αποτελειώνω κάτι
συντελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελικό
συντελικέ	adj	κλητική ενικού του συντελικός
συντελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντελική
συντελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντελικός
συντελικής	adj	γενική ενικού του συντελική
συντελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντελικός
συντελικού	adj	γενική ενικού του συντελικός
συντελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντελικός
συντελικό	adj	αιτιατική ενικού του συντελικός
συντελικός	adj	άλλη μορφή του συντελεσμένος
συντελικών	adj	γενική πληθυντικού του συντελικός
συντελούμαι	verb	πραγματοποιούμαι
συντελούμε	=	συντελώ
συντελούν	=	συντελώ
συντελούνε	=	συντελώ
συντελούσα	=	συντελώ
συντελούσαμε	=	συντελώ
συντελούσαν	=	συντελώ
συντελούσανε	=	συντελώ
συντελούσατε	=	συντελώ
συντελούσε	=	συντελώ
συντελούσες	=	συντελώ
συντελώ	verb	συμβάλλω
συντελώντας	=	συντελώ
συντεταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (συντεταγμένο) του συντεταγμένος	adv	με τάξη, όχι άτακτα, με στυντεταγμένο τρόπο
συντεταγμένε	verb	κλητική ενικού του συντεταγμένος
συντεταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (συντεταγμένη) του συντεταγμένος	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεταγμένη
συντεταγμένη	noun	λόγια μορφή του συνταγμένος	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντεταγμένος
συντεταγμένης	verb	γενική ενικού του συντεταγμένη
συντεταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντεταγμένος
συντεταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντεταγμένος
συντεταγμένος	verb	αυτός που βρίσκεται σε τάξη (συχνά για στρατιωτικές μονάδες ή για συγκεντρωμένα πλήθη που κινούνται όχι άτακτα, αλλά με πειθαρχία ή ομαδικά)
συντεταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντεταγμένος
συντεταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντεταγμένος
συντεταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντεταγμένος
συντετμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντετμημένο
συντετμημένε	verb	κλητική ενικού του συντετμημένος
συντετμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντετμημένη
συντετμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντετμημένος
συντετμημένης	verb	γενική ενικού του συντετμημένη
συντετμημένο	verb	αιτιατική ενικού του συντετμημένος
συντετμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντετμημένος
συντετμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συντέμνω
συντετμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντετμημένος
συντετμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντετμημένος
συντετμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντετμημένος
συντετριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντετριμμένο
συντετριμμένε	verb	κλητική ενικού του συντετριμμένος
συντετριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντετριμμένη
συντετριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντετριμμένος
συντετριμμένης	verb	γενική ενικού του συντετριμμένη
συντετριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντετριμμένος
συντετριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντετριμμένος
συντετριμμένος	verb	που έχει συντριβεί, που έχει υποστεί συντριβή
συντετριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντετριμμένος
συντετριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντετριμμένος
συντετριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντετριμμένος
συντεχνία	noun	ένωση επαγγελματιών, που κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα αποσκοπούσε στην προάσπιση των δικαιωμάτων των μελών της
συντεχνίας	noun	γενική ενικού του συντεχνία
συντεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεχνία
συντεχνίτες	=	συντεχνίτης
συντεχνίτη	=	συντεχνίτης
συντεχνίτης	noun	συνώνυμο του ομότεχνος
συντεχνίτισσα	=	σύντεχνος
συντεχνίτισσας	noun	γενική ενικού του συντεχνίτισσα
συντεχνίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεχνίτισσα
συντεχνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συντεχνιακός	adv	με συντεχνιακό τρόπο
συντεχνιακέ	adj	κλητική ενικού του συντεχνιακός
συντεχνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντεχνιακή
συντεχνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντεχνιακός
συντεχνιακής	adj	γενική ενικού του συντεχνιακή
συντεχνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντεχνιακός
συντεχνιακού	adj	γενική ενικού του συντεχνιακός
συντεχνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντεχνιακός
συντεχνιακό	adj	αιτιατική ενικού του συντεχνιακός
συντεχνιακών	adj	γενική πληθυντικού του συντεχνιακός
συντεχνιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συντεχνίτισσα
συντεχνιτών	=	συντεχνίτης
συντεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του συντεχνία
συντηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύντηγμα
συντηρήθηκα	=	συντηρώ
συντηρήθηκαν	=	συντηρώ
συντηρήθηκε	=	συντηρώ
συντηρήθηκες	=	συντηρώ
συντηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσαν	=	συντηρώ
συντηρήσανε	=	συντηρώ
συντηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντήρηση
συντηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του συντήρηση
συντηρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του συντήρηση
συντηρήσου	=	συντηρώ
συντηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσουνε	=	συντηρώ
συντηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντηρώ
συντηρήτρια	noun	θηλυκό του συντηρητής
συντηρήτριας	=	συντηρήτρια
συντηρήτριες	=	συντηρήτρια
συντηρεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συντηρώ
συντηρείς	=	συντηρώ
συντηρείσαι	=	συντηρώ
συντηρείστε	=	συντηρώ
συντηρείται	=	συντηρώ
συντηρείτε	=	συντηρώ
συντηρείτο	=	συντηρώ
συντηρηθήκαμε	=	συντηρώ
συντηρηθήκαν	=	συντηρώ
συντηρηθήκανε	=	συντηρώ
συντηρηθήκατε	=	συντηρώ
συντηρηθεί	=	συντηρώ
συντηρηθείς	=	συντηρώ
συντηρηθείτε	=	συντηρώ
συντηρηθούμε	=	συντηρώ
συντηρηθούν	=	συντηρώ
συντηρηθούνε	=	συντηρώ
συντηρηθώ	=	συντηρώ
συντηρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρημένο
συντηρημένε	verb	κλητική ενικού του συντηρημένος
συντηρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρημένη
συντηρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντηρημένος
συντηρημένης	verb	γενική ενικού του συντηρημένη
συντηρημένο	verb	αιτιατική ενικού του συντηρημένος
συντηρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντηρημένος
συντηρημένος	=	συντηρώ
συντηρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντηρημένος
συντηρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντηρημένος
συντηρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντηρημένος
συντηρητές	=	συντηρητής
συντηρητή	=	συντηρητής
συντηρητής	noun	αυτός που συντηρεί κάτι (ανελκυστήρες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, έργα τέχνης κλπ)
συντηρητικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρητικό (περιληπτικό)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρητικό
συντηρητικέ	adj	κλητική ενικού του συντηρητικός
συντηρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρητική
συντηρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντηρητικός
συντηρητικής	adj	γενική ενικού του συντηρητική
συντηρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντηρητικός
συντηρητικοτήτων	=	συντηρητικότητα
συντηρητικού	adj	γενική ενικού του συντηρητικός
συντηρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντηρητικός
συντηρητικό	adj	αιτιατική ενικού του συντηρητικός	noun	η ουσία που βοηθά στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλει στη διατήρησή τους ώστε να μην αλλοιωθούν
συντηρητικός	adj	που δεν αγαπά τους νεωτερισμούς
συντηρητικότης	noun	συντηρητικότητα
συντηρητικότητα	noun	η ιδιότητα του συντηρητικού
συντηρητικότητας	noun	γενική ενικού του συντηρητικότητα
συντηρητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρητικότητα
συντηρητικών	adj	γενική πληθυντικού του συντηρητικός
συντηρητικώς	adv|dated	συντηρητικά
συντηρητισμέ	noun	κλητική ενικού του συντηρητισμός
συντηρητισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντηρητισμός
συντηρητισμού	noun	γενική ενικού του συντηρητισμός
συντηρητισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συντηρητισμός
συντηρητισμό	noun	αιτιατική ενικού του συντηρητισμός
συντηρητισμός	noun	απόψεις ή ενέργειες ενός συντηρητικού ατόμου ή συνόλου κυρίως στον πολιτικό ή κοινωνικό τομέα
συντηρητισμών	noun	γενική πληθυντικού του συντηρητισμός
συντηρητριών	=	συντηρήτρια
συντηρητών	=	συντηρητής
συντηρούμαι	verb	διατηρώ τον εαυτό μου σε καλή κατάσταση
συντηρούμασταν	=	συντηρώ
συντηρούμαστε	=	συντηρώ
συντηρούμε	=	συντηρώ
συντηρούμενος	=	συντηρώ
συντηρούμουν	=	συντηρώ
συντηρούμουνα	=	συντηρώ
συντηρούν	=	συντηρώ
συντηρούνε	=	συντηρώ
συντηρούνται	=	συντηρώ
συντηρούνταν	=	συντηρώ
συντηρούντο	=	συντηρώ
συντηρούσα	=	συντηρώ
συντηρούσαμε	=	συντηρώ
συντηρούσαν	=	συντηρώ
συντηρούσανε	=	συντηρώ
συντηρούσασταν	=	συντηρώ
συντηρούσαστε	=	συντηρώ
συντηρούσατε	=	συντηρώ
συντηρούσε	=	συντηρώ
συντηρούσες	=	συντηρώ
συντηρούσουν	=	συντηρώ
συντηρούσουνα	=	συντηρώ
συντηρώ	verb	διατηρώ ένα αντικείμενο (όπως τρόφιμα ή μηχανή) σε καλή κατάσταση
συντηρώντας	=	συντηρώ
συντμήθηκα	=	συντέμνω
συντμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύντμηση
συντμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύντμηση
συντμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύντμηση
συντομέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψαν	=	συντομεύω
συντομέψανε	=	συντομεύω
συντομέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψομε	=	συντομεύω
συντομέψου	=	συντομεύω
συντομέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψουνε	=	συντομεύω
συντομέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντομία	noun	η ιδιότητα του σύντομου, για ενέργεια σε σύντομο χρόνο
συντομίας	noun	γενική ενικού του συντομία
συντομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομία
συντομευθήκαμε	=	συντομεύω
συντομευθήκαν	=	συντομεύω
συντομευθήκανε	=	συντομεύω
συντομευθήκατε	=	συντομεύω
συντομευθεί	=	συντομεύω
συντομευθείς	=	συντομεύω
συντομευθείτε	=	συντομεύω
συντομευθούμε	=	συντομεύω
συντομευθούν	=	συντομεύω
συντομευθούνε	=	συντομεύω
συντομευθώ	=	συντομεύω
συντομευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομευμένο
συντομευμένε	verb	κλητική ενικού του συντομευμένος
συντομευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομευμένη
συντομευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντομευμένος
συντομευμένης	verb	γενική ενικού του συντομευμένη
συντομευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντομευμένος
συντομευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντομευμένος
συντομευμένος	verb	που προκύπτει από συντόμευση
συντομευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντομευμένος
συντομευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντομευμένος
συντομευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντομευμένος
συντομευτήκαμε	=	συντομεύω
συντομευτήκαν	=	συντομεύω
συντομευτήκανε	=	συντομεύω
συντομευτήκατε	=	συντομεύω
συντομευτεί	=	συντομεύω
συντομευτείς	=	συντομεύω
συντομευτείτε	=	συντομεύω
συντομευτούμε	=	συντομεύω
συντομευτούν	=	συντομεύω
συντομευτούνε	=	συντομεύω
συντομευτώ	=	συντομεύω
συντομευόμασταν	=	συντομεύω
συντομευόμαστε	=	συντομεύω
συντομευόμουν	=	συντομεύω
συντομευόμουνα	=	συντομεύω
συντομευόντουσαν	=	συντομεύω
συντομευόσασταν	=	συντομεύω
συντομευόσαστε	=	συντομεύω
συντομευόσουν	=	συντομεύω
συντομευόσουνα	=	συντομεύω
συντομευόταν	=	συντομεύω
συντομευότανε	=	συντομεύω
συντομεύαμε	=	συντομεύω
συντομεύαν	=	συντομεύω
συντομεύανε	=	συντομεύω
συντομεύατε	=	συντομεύω
συντομεύει	=	συντομεύω
συντομεύεις	=	συντομεύω
συντομεύεσαι	=	συντομεύω
συντομεύεστε	=	συντομεύω
συντομεύεται	=	συντομεύω
συντομεύετε	=	συντομεύω
συντομεύθηκα	=	συντομεύω
συντομεύθηκαν	=	συντομεύω
συντομεύθηκε	=	συντομεύω
συντομεύθηκες	=	συντομεύω
συντομεύομαι	=	συντομεύω
συντομεύομε	=	συντομεύω
συντομεύονται	=	συντομεύω
συντομεύονταν	=	συντομεύω
συντομεύοντας	=	συντομεύω
συντομεύουμε	=	συντομεύω
συντομεύουν	=	συντομεύω
συντομεύουνε	=	συντομεύω
συντομεύσαμε	=	συντομεύω
συντομεύσαν	=	συντομεύω
συντομεύσανε	=	συντομεύω
συντομεύσατε	=	συντομεύω
συντομεύσει	=	συντομεύω
συντομεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντόμευση
συντομεύσετε	=	συντομεύω
συντομεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του συντόμευση
συντομεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του συντόμευση
συντομεύσομε	=	συντομεύω
συντομεύσου	=	συντομεύω
συντομεύσουμε	=	συντομεύω
συντομεύσουν	=	συντομεύω
συντομεύσουνε	=	συντομεύω
συντομεύστε	=	συντομεύω
συντομεύσω	=	συντομεύω
συντομεύτε	=	συντομεύω
συντομεύτηκα	=	συντομεύω
συντομεύτηκαν	=	συντομεύω
συντομεύτηκε	=	συντομεύω
συντομεύτηκες	=	συντομεύω
συντομεύω	verb	μειώνω τη χρονική διάρκεια
συντομιών	noun	γενική πληθυντικού του συντομία
συντομογραφία	noun	σύντμηση μιας λέξης ή μιας έκφρασης με αφαίρεση γραμμάτων που επιτρέπει την πιο γρήγορη γραφή και την εξοικονόμηση χώρου
συντομογραφίας	noun	γενική ενικού του συντομογραφία
συντομογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομογραφία
συντομογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συντομογραφικός	adv	με συντομογραφικό τρόπο, χρησιμοποιώντας μια συντομογραφία
συντομογραφικέ	adj	κλητική ενικού του συντομογραφικός
συντομογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομογραφική
συντομογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντομογραφικός
συντομογραφικής	adj	γενική ενικού του συντομογραφική
συντομογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντομογραφικός
συντομογραφικού	adj	γενική ενικού του συντομογραφικός
συντομογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντομογραφικός
συντομογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του συντομογραφικός
συντομογραφικός	adj	που έχει σχέση με συντομογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
συντομογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του συντομογραφικός
συντομογραφικώς	adv|dated	συντομογραφικά
συντομογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του συντομογραφία
συντομομορφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομομορφή
συντομομορφή	noun	συντομευμένη μορφή ενός όρου, που μπορεί να είναι αρκτικόλεξο, ακρωνύμιο ή συντομογραφία
συντομομορφής	=	συντομομορφή
συντομομορφών	=	συντομομορφή
συντομότατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομότατο
συντομότατε	adj	κλητική ενικού του συντομότατος
συντομότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομότατη
συντομότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντομότατος
συντομότατης	adj	γενική ενικού του συντομότατη
συντομότατο	adj	αιτιατική ενικού του συντομότατος
συντομότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντομότατος
συντομότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του σύντομος
συντομότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντομότατος
συντομότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντομότατος
συντομότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντομότατος
συντομότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομότερο
συντομότερε	adj	κλητική ενικού του συντομότερος
συντομότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντομότερη
συντομότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντομότερος
συντομότερης	adj	γενική ενικού του συντομότερη
συντομότερο	adj	αιτιατική ενικού του συντομότερος
συντομότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντομότερος
συντομότερος	adj	που είναι πιο κοντινός, πιο σύντομος, που κρατάει λιγότερο χρόνο ή καλύπτει μικρότερη απόσταση ή και τα δύο
συντομότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντομότερος
συντομότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντομότερος
συντομότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντομότερος
συντονίζαμε	=	συντονίζω
συντονίζαν	=	συντονίζω
συντονίζανε	=	συντονίζω
συντονίζατε	=	συντονίζω
συντονίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συντονίζω
συντονίζεις	=	συντονίζω
συντονίζεσαι	=	συντονίζομαι
συντονίζεστε	=	συντονίζομαι
συντονίζεται	=	συντονίζομαι
συντονίζετε	=	συντονίζω
συντονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συντονίζω
συντονίζομε	=	συντονίζω
συντονίζονται	=	συντονίζομαι
συντονίζονταν	=	συντονίζομαι
συντονίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συντονίζω
συντονίζου	=	συντονίζομαι
συντονίζουμε	=	συντονίζω
συντονίζουν	=	συντονίζω
συντονίζουνε	=	συντονίζω
συντονίζω	verb	οργανώνω τις προσπάθειες ή ενέργειες ποικίλων φορέων ή ατόμων, ώστε να επιτευχθεί κάποιος σκοπός
συντονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσαν	=	συντονίζω
συντονίσανε	=	συντονίζω
συντονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσομε	=	συντονίζω
συντονίσου	=	συντονίζομαι
συντονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίσουνε	=	συντονίζω
συντονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονίστηκα	=	συντονίζομαι
συντονίστηκαν	=	συντονίζομαι
συντονίστηκε	=	συντονίζομαι
συντονίστηκες	=	συντονίζομαι
συντονίστρια	noun	θηλυκό του συντονιστής
συντονίστριας	noun	γενική ενικού του συντονίστρια
συντονίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντονίστρια
συντονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντονιζόμασταν	=	συντονίζομαι
συντονιζόμαστε	=	συντονίζομαι
συντονιζόμενος	=	συντονίζω
συντονιζόμουν	=	συντονίζομαι
συντονιζόμουνα	=	συντονίζομαι
συντονιζόντουσαν	=	συντονίζομαι
συντονιζόσασταν	=	συντονίζομαι
συντονιζόσαστε	=	συντονίζομαι
συντονιζόσουν	=	συντονίζομαι
συντονιζόσουνα	=	συντονίζομαι
συντονιζόταν	=	συντονίζομαι
συντονιζότανε	=	συντονίζομαι
συντονισμέ	noun	κλητική ενικού του συντονισμός
συντονισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συντονισμένος	adv	με συντονισμένο τρόπο
συντονισμένε	verb	κλητική ενικού του συντονισμένος
συντονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντονισμένη
συντονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντονισμένος
συντονισμένης	verb	γενική ενικού του συντονισμένη
συντονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντονισμένος
συντονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντονισμένος
συντονισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συντονίζω
συντονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντονισμένος
συντονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντονισμένος
συντονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντονισμένος
συντονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντονισμός
συντονισμού	noun	γενική ενικού του συντονισμός
συντονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συντονισμός
συντονισμό	noun	αιτιατική ενικού του συντονισμός
συντονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντονίζω
συντονισμών	noun	γενική πληθυντικού του συντονισμός
συντονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντονιστής
συντονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συντονιστής
συντονιστήκαμε	=	συντονίζομαι
συντονιστήκαν	=	συντονίζομαι
συντονιστήκανε	=	συντονίζομαι
συντονιστήκατε	=	συντονίζομαι
συντονιστής	noun	αυτός που συντονίζει
συντονιστεί	=	συντονίζομαι
συντονιστείς	=	συντονίζω
συντονιστείτε	=	συντονίζομαι
συντονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συντονιστικός	adv	με συντονιστικό τρόπο, με συντονισμό
συντονιστικέ	adj	κλητική ενικού του συντονιστικός
συντονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντονιστική
συντονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντονιστικός
συντονιστικής	adj	γενική ενικού του συντονιστική
συντονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντονιστικός
συντονιστικού	adj	γενική ενικού του συντονιστικός
συντονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντονιστικός
συντονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συντονιστικός
συντονιστικός	adj	που έχει σχέση με συντονισμό, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτόν
συντονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συντονιστικός
συντονιστούμε	=	συντονίζω
συντονιστούν	=	συντονίζω
συντονιστούνε	=	συντονίζω
συντονιστριών	noun	γενική πληθυντικού του συντονίστρια
συντονιστώ	=	συντονίζω
συντονιστών	noun	γενική πληθυντικού του συντονιστής
συντοπίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντοπίτης
συντοπίτη	=	συντοπίτης
συντοπίτης	noun	αυτός που κατάγεται από τον ίδιο τόπο με κάποιον άλλον
συντοπίτισσα	noun	συντοπίτης
συντοπίτισσας	noun	γενική ενικού του συντοπίτισσα
συντοπίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντοπίτισσα
συντοπιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συντοπίτισσα
συντοπιτών	=	συντοπίτης
συντρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξαν	=	συντρέχω
συντρέξανε	=	συντρέχω
συντρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξομε	=	συντρέχω
συντρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξουνε	=	συντρέχω
συντρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
συντρέχαμε	=	συντρέχω
συντρέχαν	=	συντρέχω
συντρέχανε	=	συντρέχω
συντρέχατε	=	συντρέχω
συντρέχει	=	συντρέχω
συντρέχεις	=	συντρέχω
συντρέχετε	=	συντρέχω
συντρέχομε	=	συντρέχω
συντρέχοντας	=	συντρέχω
συντρέχουμε	=	συντρέχω
συντρέχουν	=	συντρέχω
συντρέχουνε	=	συντρέχω
συντρέχω	verb	βοηθώ, επικουρώ
συντρίβαμε	=	συντρίβω
συντρίβαν	=	συντρίβω
συντρίβανε	=	συντρίβω
συντρίβατε	=	συντρίβω
συντρίβει	=	συντρίβω
συντρίβεις	=	συντρίβω
συντρίβεσαι	=	συντρίβω
συντρίβεσθε	=	συντρίβω
συντρίβεστε	=	συντρίβω
συντρίβεται	=	συντρίβω
συντρίβετε	=	συντρίβω
συντρίβομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συντρίβω
συντρίβομε	=	συντρίβω
συντρίβονται	=	συντρίβω
συντρίβονταν	=	συντρίβω
συντρίβοντας	=	συντρίβω
συντρίβουμε	=	συντρίβω
συντρίβουν	=	συντρίβω
συντρίβουνε	=	συντρίβω
συντρίβω	verb	σπάω και διαλύω κάτι σε μικρά κομμάτια, πιέζοντάς το
συντρίμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύντριμμα
συντρίμματος	noun	γενική ενικού του σύντριμμα
συντρίμμι	noun	αυτό που απομένει από τη συντριβή ή την κατάρρευση ενός πράγματος
συντρίμμια	=	συντρίμμι
συντρίφθηκα	=	συντρίβω
συντρίφθηκαν	=	συντρίβω
συντρίφθηκε	=	συντρίβω
συντρίφθηκες	=	συντρίβω
συντρίφτηκα	=	συντρίβω
συντρίφτηκαν	=	συντρίβω
συντρίφτηκε	=	συντρίβω
συντρίφτηκες	=	συντρίβω
συντρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψαν	=	συντρίβω
συντρίψανε	=	συντρίβω
συντρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψεων	=	σύντριψη
συντρίψομε	=	συντρίβω
συντρίψου	=	συντρίβω
συντρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψουνε	=	συντρίβω
συντρίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
συντρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρεγμένο
συντρεγμένε	verb	κλητική ενικού του συντρεγμένος
συντρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρεγμένη
συντρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντρεγμένος
συντρεγμένης	verb	γενική ενικού του συντρεγμένη
συντρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντρεγμένος
συντρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντρεγμένος
συντρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντρεγμένος
συντρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντρεγμένος
συντρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντρεγμένος
συντριβάνι	=	σιντριβάνι
συντριβές	=	συντριβή
συντριβή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντρίβω
συντριβής	=	συντριβή
συντριβεί	=	συντρίβω
συντριβείς	=	συντρίβω
συντριβείτε	=	συντρίβω
συντριβούμε	=	συντρίβω
συντριβούν	=	συντρίβω
συντριβόμασταν	=	συντρίβω
συντριβόμαστε	=	συντρίβω
συντριβόμενος	=	συντρίβω
συντριβόμουν	=	συντρίβω
συντριβόμουνα	=	συντρίβω
συντριβόντουσαν	=	συντρίβω
συντριβόσασταν	=	συντρίβω
συντριβόσαστε	=	συντρίβω
συντριβόσουν	=	συντρίβω
συντριβόσουνα	=	συντρίβω
συντριβόταν	=	συντρίβω
συντριβότανε	=	συντρίβω
συντριβώ	=	συντρίβω
συντριβών	=	συντριβή
συντριμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύντριμμα
συντριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντριμμένο
συντριμμένε	verb	κλητική ενικού του συντριμμένος
συντριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντριμμένη
συντριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντριμμένος
συντριμμένης	verb	γενική ενικού του συντριμμένη
συντριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντριμμένος
συντριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντριμμένος
συντριμμένος	=	συντρίβω
συντριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντριμμένος
συντριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντριμμένος
συντριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντριμμένος
συντριμμιού	=	συντρίμμι
συντριμμιών	=	συντρίμμι
συντριπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντριπτικό	adv	με συντριπτικό τρόπο
συντριπτικέ	adj	κλητική ενικού του συντριπτικός
συντριπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντριπτική
συντριπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντριπτικός
συντριπτικής	adj	γενική ενικού του συντριπτική
συντριπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντριπτικός
συντριπτικού	adj	γενική ενικού του συντριπτικός
συντριπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντριπτικός
συντριπτικό	adj	αιτιατική ενικού του συντριπτικός
συντριπτικός	adj	που έχει τόσο μεγάλη έκταση ή ισχύ, ώστε να συντρίβει
συντριπτικών	adj	γενική πληθυντικού του συντριπτικός
συντριφθήκαμε	=	συντρίβω
συντριφθήκατε	=	συντρίβω
συντριφθεί	=	συντρίβω
συντριφθείς	=	συντρίβω
συντριφθείτε	=	συντρίβω
συντριφθούμε	=	συντρίβω
συντριφθούν	=	συντρίβω
συντριφθώ	=	συντρίβω
συντριφτήκαμε	=	συντρίβω
συντριφτήκαν	=	συντρίβομαι
συντριφτήκανε	=	συντρίβω
συντριφτήκατε	=	συντρίβω
συντριφτεί	=	συντρίβω
συντριφτείς	=	συντρίβω
συντριφτείτε	=	συντρίβω
συντριφτούμε	=	συντρίβω
συντριφτούν	=	συντρίβω
συντριφτούνε	=	συντρίβω
συντριφτώ	=	συντρίβω
συντροφέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρόφεμα
συντροφέματος	noun	γενική ενικού του συντρόφεμα
συντροφέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψαν	=	συντροφεύω
συντροφέψανε	=	συντροφεύω
συντροφέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψου	=	συντροφεύω
συντροφέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντροφία	noun|dated	εμπορική εταιρεία ή σχήμα οικονομικής συνεργασίας
συντροφίας	=	συντροφία
συντροφίες	=	συντροφία
συντροφεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συντρόφεμα
συντροφευθήκαμε	=	συντροφεύω
συντροφευθήκαν	=	συντροφεύω
συντροφευθήκανε	=	συντροφεύω
συντροφευθήκατε	=	συντροφεύω
συντροφευθεί	=	συντροφεύω
συντροφευθείτε	=	συντροφεύω
συντροφευμάτων	=	συντρόφευμα
συντροφευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφευμένο
συντροφευμένε	verb	κλητική ενικού του συντροφευμένος
συντροφευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφευμένη
συντροφευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντροφευμένος
συντροφευμένης	verb	γενική ενικού του συντροφευμένη
συντροφευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συντροφευμένος
συντροφευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντροφευμένος
συντροφευμένος	=	συντροφεύω
συντροφευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συντροφευμένος
συντροφευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συντροφευμένος
συντροφευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συντροφευμένος
συντροφευτήκαμε	=	συντροφεύω
συντροφευτήκαν	=	συντροφεύω
συντροφευτήκανε	=	συντροφεύω
συντροφευτήκατε	=	συντροφεύω
συντροφευτεί	=	συντροφεύω
συντροφευτείτε	=	συντροφεύω
συντροφευόμασταν	=	συντροφεύω
συντροφευόμαστε	=	συντροφεύω
συντροφευόμουν	=	συντροφεύω
συντροφευόμουνα	=	συντροφεύω
συντροφευόντουσαν	=	συντροφεύω
συντροφευόσασταν	=	συντροφεύω
συντροφευόσαστε	=	συντροφεύω
συντροφευόσουν	=	συντροφεύω
συντροφευόσουνα	=	συντροφεύω
συντροφευόταν	=	συντροφεύω
συντροφευότανε	=	συντροφεύω
συντροφεύαμε	=	συντροφεύω
συντροφεύαν	=	συντροφεύω
συντροφεύανε	=	συντροφεύω
συντροφεύατε	=	συντροφεύω
συντροφεύει	=	συντροφεύω
συντροφεύεις	=	συντροφεύω
συντροφεύεσαι	=	συντροφεύω
συντροφεύεστε	=	συντροφεύω
συντροφεύεται	=	συντροφεύω
συντροφεύετε	=	συντροφεύω
συντροφεύθηκα	=	συντροφεύω
συντροφεύθηκαν	=	συντροφεύω
συντροφεύθηκε	=	συντροφεύω
συντροφεύθηκες	=	συντροφεύω
συντροφεύματα	=	συντρόφευμα
συντροφεύματος	=	συντρόφευμα
συντροφεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συντροφεύω
συντροφεύονται	=	συντροφεύω
συντροφεύονταν	=	συντροφεύω
συντροφεύοντας	=	συντροφεύω
συντροφεύουμε	=	συντροφεύω
συντροφεύουν	=	συντροφεύω
συντροφεύουνε	=	συντροφεύω
συντροφεύσαμε	=	συντροφεύω
συντροφεύσαν	=	συντροφεύω
συντροφεύσανε	=	συντροφεύω
συντροφεύσατε	=	συντροφεύω
συντροφεύσει	=	συντροφεύω
συντροφεύσεις	=	συντρόφευση
συντροφεύσεων	=	συντρόφευση
συντροφεύσου	=	συντροφεύω
συντροφεύστε	=	συντροφεύω
συντροφεύτηκα	=	συντροφεύω
συντροφεύτηκαν	=	συντροφεύω
συντροφεύτηκε	=	συντροφεύω
συντροφεύτηκες	=	συντροφεύω
συντροφεύω	verb	είμαι σύντροφος κάποιου, του κρατώ συντροφιά, τον ακολουθώ, του συμπαραστέκομαι
συντροφιά	noun	η συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ.	adv	μαζί
συντροφιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του συντροφεύω
συντροφιάς	noun	γενική ενικού του συντροφιά
συντροφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφιά
συντροφιασμένα	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένε	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένες	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένη	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένης	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένο	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένοι	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συντροφιάζω
συντροφιασμένου	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένους	=	συντροφιασμένος
συντροφιασμένων	=	συντροφιασμένος
συντροφιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συντροφιαστός	adv	με συντροφιαστό τρόπο, έχοντας συντροφιά
συντροφιαστέ	adj	κλητική ενικού του συντροφιαστός
συντροφιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφιαστή
συντροφιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντροφιαστός
συντροφιαστής	adj	γενική ενικού του συντροφιαστή
συντροφιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντροφιαστός
συντροφιαστού	adj	γενική ενικού του συντροφιαστός
συντροφιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντροφιαστός
συντροφιαστό	adj	αιτιατική ενικού του συντροφιαστός
συντροφιαστός	adj	που είναι συντροφιά με κάποιον
συντροφιαστών	adj	γενική πληθυντικού του συντροφιαστός
συντροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφικό	adv	με συντροφικότητα, ως σύντροφος
συντροφικάτα	adv	συντροφικά
συντροφικέ	adj	κλητική ενικού του συντροφικός
συντροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφική
συντροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συντροφικός
συντροφικής	adj	γενική ενικού του συντροφική
συντροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συντροφικός
συντροφικοτήτων	=	συντροφικότητα
συντροφικού	adj	γενική ενικού του συντροφικός
συντροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συντροφικός
συντροφικό	adj	αιτιατική ενικού του συντροφικός
συντροφικός	adj	που έχει σχέση με τον σύντροφο ή τη συντροφιά ή αναφέρεται σ’ αυτά
συντροφικότητα	noun	η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων συντρόφων
συντροφικότητας	noun	γενική ενικού του συντροφικότητα
συντροφικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφικότητα
συντροφικών	adj	γενική πληθυντικού του συντροφικός
συντροφικώς	adv|dated	συντροφικά
συντροφισμέ	=	συντροφισμός
συντροφισμοί	=	συντροφισμός
συντροφισμού	=	συντροφισμός
συντροφισμούς	=	συντροφισμός
συντροφισμό	=	συντροφισμός
συντροφισμός	noun|dated	άλλη μορφή του συντροφικότητα
συντροφισμών	=	συντροφισμός
συντροφισσών	noun	γενική πληθυντικού του συντρόφισσα
συντροφιών	=	συντροφιά
συντροφοναύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντροφοναύτης
συντρόφεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντροφεύω
συντρόφευα	=	συντροφεύω
συντρόφευαν	=	συντροφεύω
συντρόφευε	=	συντροφεύω
συντρόφευες	=	συντροφεύω
συντρόφευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντροφεύω
συντρόφευσα	=	συντροφεύω
συντρόφευσαν	=	συντροφεύω
συντρόφευσε	=	συντροφεύω
συντρόφευσες	=	συντροφεύω
συντρόφευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντροφεύω
συντρόφευσης	=	συντρόφευση
συντρόφεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντρόφεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντρόφεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντρόφεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
συντρόφι	noun	σύντροφος (ιδίως στην πολιτική σημασία)
συντρόφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρόφι
συντρόφισσα	noun	θηλυκό του σύντροφος
συντρόφισσας	noun	γενική ενικού του συντρόφισσα
συντρόφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντρόφισσα
συντρόφου	=	σύντροφος
συντρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύντροφος
συντρόφων	=	σύντροφος
συντρώγω	verb|formal	τρώγω μαζί με κάποιον
συντυχάννω	verb	συνομιλώ, ομιλώ, κουβεντιάζω
συντυχία	noun	τυχαία συνάντηση
συντυχίας	=	συντυχία
συντυχίες	=	συντυχία
συντυχαίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του συντυχαίνω
συντυχαίνω	verb|literary	συναντώ
συντυχιά	noun|literary	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντυχαίνω
συντυχιάς	noun	γενική ενικού του συντυχιά
συντυχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντυχιά
συντυχιών	=	συντυχία
συντόμευα	=	συντομεύω
συντόμευαν	=	συντομεύω
συντόμευε	=	συντομεύω
συντόμευες	=	συντομεύω
συντόμευσα	=	συντομεύω
συντόμευσαν	=	συντομεύω
συντόμευσε	=	συντομεύω
συντόμευσες	=	συντομεύω
συντόμευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συντομεύω
συντόμευσης	noun	γενική ενικού του συντόμευση
συντόμευσις	noun	η συντόμευση
συντόμεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντόμεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντόμεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντόμεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντομεύω
συντόμως	adv|formal	σύντομα
συντόνιζα	=	συντονίζω
συντόνιζαν	=	συντονίζω
συντόνιζε	=	συντονίζω
συντόνιζες	=	συντονίζω
συντόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντονίζω
συντύχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντυχαίνω
συντύχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντυχαίνω
συντύχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντυχαίνω
συντύχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντυχαίνω
συντύχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντυχαίνω
συντύχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντυχαίνω
συνυπάρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπάρξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνύπαρξη
συνυπάρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπάρξεων	noun	γενική πληθυντικού του συνύπαρξη
συνυπάρξεως	noun|formal	γενική ενικού του συνύπαρξη
συνυπάρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπάρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπάρξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπάρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπάρχον	=	συνυπάρχων
συνυπάρχοντα	=	συνυπάρχων
συνυπάρχοντες	=	συνυπάρχων
συνυπάρχοντος	=	συνυπάρχων
συνυπάρχουσα	=	συνυπάρχων
συνυπάρχουσας	=	συνυπάρχων
συνυπάρχουσες	=	συνυπάρχων
συνυπάρχω	verb	υπάρχω, βρίσκομαι ή ζω μαζί με κάποιον ή κάτι άλλο
συνυπάρχων	verb|formal	που συνυπάρχει
συνυπέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυπέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυπέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυπέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυπέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπήρξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπήρξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπήρξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπήρξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπήρξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπήρξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπάρχω
συνυπήρχα	=	συνυπάρχω
συνυπαρχουσών	=	συνυπάρχων
συνυπαρχούσης	=	συνυπάρχων
συνυπαρχόντων	=	συνυπάρχων
συνυπευθυνοτήτων	=	συνυπευθυνότητα
συνυπευθυνότητα	noun|formal	η ιδιότητα του συνυπεύθυνου· η από κοινού ευθύνη δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή παραγόντων
συνυπευθυνότητας	noun	γενική ενικού του συνυπευθυνότητα
συνυπευθυνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυπευθυνότητα
συνυπεύθυνα	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνε	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνες	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνη	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνης	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνο	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνοι	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνος	adj	που είναι εξίσου υπεύθυνος με κάποιον άλλον
συνυπεύθυνου	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνους	=	συνυπεύθυνος
συνυπεύθυνων	=	συνυπεύθυνος
συνυπηρέτει	=	συνυπηρετώ
συνυπηρέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρέτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνυπηρετώ
συνυπηρέτησης	=	συνυπηρέτηση
συνυπηρετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήσαν	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετήσανε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήσεις	=	συνυπηρέτηση
συνυπηρετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήσεων	=	συνυπηρέτηση
συνυπηρετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
συνυπηρετεί	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετείς	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετείτε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούμε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούν	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούνε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσα	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσαμε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσαν	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσανε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσατε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσε	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετούσες	=	συνυπηρετώ
συνυπηρετώ	verb	υπηρετώ, εργάζομαι ή είμαι στρατιώτης (κατά της διάρκεια της στρατιωτικής μου θητεία) μαζί με κάποιον άλλον
συνυπηρετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνυπηρετώ
συνυποβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλλω	verb	υποβάλλω δύο ή περισσότερα μαζί
συνυποβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυποβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυποβεβλημένο
συνυποβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του συνυποβεβλημένος
συνυποβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυποβεβλημένη
συνυποβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνυποβεβλημένος
συνυποβεβλημένης	verb	γενική ενικού του συνυποβεβλημένη
συνυποβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του συνυποβεβλημένος
συνυποβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνυποβεβλημένος
συνυποβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνυποβεβλημένος
συνυποβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνυποβεβλημένος
συνυποβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνυποβεβλημένος
συνυποβολές	=	συνυποβολή
συνυποβολή	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του συνυποβάλλω
συνυποβολής	=	συνυποβολή
συνυποβολών	=	συνυποβολή
συνυπογεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυπογεγραμμένο
συνυπογεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του συνυπογεγραμμένος
συνυπογεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυπογεγραμμένη
συνυπογεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνυπογεγραμμένος
συνυπογεγραμμένης	verb	γενική ενικού του συνυπογεγραμμένη
συνυπογεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνυπογεγραμμένος
συνυπογεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνυπογεγραμμένος
συνυπογεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνυπογεγραμμένος
συνυπογεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνυπογεγραμμένος
συνυπογεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνυπογεγραμμένος
συνυπογράφομαι	=	συνυπογράφω
συνυπογράφω	verb	υπογράφω μαζί με άλλον, από κοινού
συνυπογράφων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπογραφές	=	συνυπογραφή
συνυπογραφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνυπογράφω
συνυπογραφής	=	συνυπογραφή
συνυπογραφών	=	συνυπογραφή
συνυποδήλωση	noun	συνώνυμο του συνδήλωση
συνυποδήλωσης	noun	γενική ενικού του συνυποδήλωση
συνυποδηλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυποδήλωση
συνυποδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνυποδήλωση
συνυποδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνυποδήλωση
συνυπολογίζαμε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζαν	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζανε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζατε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζει	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζεις	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζεσαι	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίζεστε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίζεται	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίζετε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζομαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίζομε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζονται	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίζονταν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίζοντας	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζου	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίζουμε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζουν	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζουνε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίζω	verb	υπολογίζω κάτι μαζί με κάτι άλλο
συνυπολογίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσαν	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίσανε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσομε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίσου	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίσουνε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογίστηκα	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίστηκαν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίστηκε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίστηκες	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολογιζόμασταν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόμαστε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόμενος	=	συνυπολογίζω
συνυπολογιζόμουν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόμουνα	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόντουσαν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόσασταν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόσαστε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόσουν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόσουνα	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζόταν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιζότανε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογισμέ	noun	κλητική ενικού του συνυπολογισμός
συνυπολογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυπολογισμένο
συνυπολογισμένε	verb	κλητική ενικού του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυπολογισμένη
συνυπολογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμένης	verb	γενική ενικού του συνυπολογισμένη
συνυπολογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμένος	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνυπολογισμένος
συνυπολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνυπολογισμός
συνυπολογισμού	noun	γενική ενικού του συνυπολογισμός
συνυπολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνυπολογισμός
συνυπολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνυπολογισμός
συνυπολογισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνυπολογίζω
συνυπολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνυπολογισμός
συνυπολογιστήκαμε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιστήκαν	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιστήκανε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιστήκατε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιστεί	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιστείς	=	συνυπολογίζω
συνυπολογιστείτε	=	συνυπολογίζομαι
συνυπολογιστούμε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογιστούν	=	συνυπολογίζω
συνυπολογιστούνε	=	συνυπολογίζω
συνυπολογιστώ	=	συνυπολογίζω
συνυπολόγιζα	=	συνυπολογίζω
συνυπολόγιζαν	=	συνυπολογίζω
συνυπολόγιζε	=	συνυπολογίζω
συνυπολόγιζες	=	συνυπολογίζω
συνυπολόγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολόγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολόγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυπολόγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπολογίζω
συνυποσχέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπόσχομαι
συνυποσχετικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυποσχετικό
συνυποσχετικού	noun	γενική ενικού του συνυποσχετικό
συνυποσχετικό	noun	συμφωνητικό, η έγγραφη διαβεβαίωση ή υπόσχεση από δύο ή περισσότερα πρόσωπα για την τήρηση κάποιων συμφωνηθέντων, τα οποία συμφωνήθηκαν εκείνη ή κάποια προγενέστερη στιγμή.
συνυποσχετικόν	noun	το συνυποσχετικό
συνυποσχετικών	noun	γενική πληθυντικού του συνυποσχετικό
συνυποψήφια	noun	μία από τους υποψήφιους για μια θέση ή αξίωμα
συνυποψήφιας	=	συνυποψήφια
συνυποψήφιε	=	συνυποψήφιος
συνυποψήφιες	=	συνυποψήφια
συνυποψήφιο	=	συνυποψήφιος
συνυποψήφιοι	=	συνυποψήφιος
συνυποψήφιος	noun	ένας από τους υποψήφιους για μια θέση ή αξίωμα
συνυποψήφιου	=	συνυποψήφιος
συνυποψήφιους	=	συνυποψήφιος
συνυποψήφιων	=	συνυποψήφιος
συνυποψηφίου	=	συνυποψήφιος
συνυποψηφίους	=	συνυποψήφιος
συνυποψηφίων	=	συνυποψήφιος
συνυποψηφιοτήτων	=	συνυποψηφιότητα
συνυποψηφιότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος συνυποψήφιος για κάποια θέση, αξίωμα κ.λπ.
συνυποψηφιότητας	=	συνυποψηφιότητα
συνυποψηφιότητες	=	συνυποψηφιότητα
συνυπωνύμου	noun	γενική ενικού του συνυπώνυμο
συνυπωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του συνυπώνυμο
συνυπόβαλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνυποβάλλω
συνυπόγραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνυπογράφω
συνυπόσχομαι	verb|formal	υπόσχομαι κάτι μαζί με κάποιον άλλον, από κοινού
συνυπώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυπώνυμο
συνυπώνυμο	noun	όρος (λέξη ή ονοματική φράση) που μοιράζεται ένα υπερώνυμο με κάποιον άλλον, δηλαδή ονομάζει ένα είδος) μέσα στην ίδια κατηγορία
συνυπώνυμου	noun	γενική ενικού του συνυπώνυμο
συνυπώνυμων	=	συνυπώνυμο
συνυφάδα	noun	απλοποιημένη γραφή του συννυφάδα
συνυφάδας	=	συνυφάδα
συνυφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυφάδα
συνυφάδων	=	συνυφάδα
συνυφάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάναν	=	συνυφαίνω
συνυφάνανε	=	συνυφαίνω
συνυφάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάνθηκα	=	συνυφαίνω
συνυφάνθηκαν	=	συνυφαίνω
συνυφάνθηκε	=	συνυφαίνω
συνυφάνθηκες	=	συνυφαίνω
συνυφάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνύφανση
συνυφάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του συνύφανση
συνυφάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του συνύφανση
συνυφάνσου	=	συνυφαίνω
συνυφάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνυφαίναμε	=	συνυφαίνω
συνυφαίναν	=	συνυφαίνω
συνυφαίνανε	=	συνυφαίνω
συνυφαίνατε	=	συνυφαίνω
συνυφαίνει	=	συνυφαίνω
συνυφαίνεις	=	συνυφαίνω
συνυφαίνεσαι	=	συνυφαίνω
συνυφαίνεστε	=	συνυφαίνω
συνυφαίνεται	=	συνυφαίνω
συνυφαίνετε	=	συνυφαίνω
συνυφαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνυφαίνω
συνυφαίνονται	=	συνυφαίνω
συνυφαίνονταν	=	συνυφαίνω
συνυφαίνοντας	=	συνυφαίνω
συνυφαίνουμε	=	συνυφαίνω
συνυφαίνουν	=	συνυφαίνω
συνυφαίνουνε	=	συνυφαίνω
συνυφαίνω	verb	υφαίνω κάτι μαζί με κάτι άλλο
συνυφαινόμασταν	=	συνυφαίνω
συνυφαινόμαστε	=	συνυφαίνω
συνυφαινόμουν	=	συνυφαίνω
συνυφαινόμουνα	=	συνυφαίνω
συνυφαινόντουσαν	=	συνυφαίνω
συνυφαινόσασταν	=	συνυφαίνω
συνυφαινόσαστε	=	συνυφαίνω
συνυφαινόσουν	=	συνυφαίνω
συνυφαινόσουνα	=	συνυφαίνω
συνυφαινόταν	=	συνυφαίνω
συνυφαινότανε	=	συνυφαίνω
συνυφανθήκαμε	=	συνυφαίνω
συνυφανθήκαν	=	συνυφαίνω
συνυφανθήκανε	=	συνυφαίνω
συνυφανθήκατε	=	συνυφαίνω
συνυφανθεί	=	συνυφαίνω
συνυφανθείτε	=	συνυφαίνω
συνυφασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυφασμένο
συνυφασμένε	verb	κλητική ενικού του συνυφασμένος
συνυφασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνυφασμένη
συνυφασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνυφασμένος
συνυφασμένης	verb	γενική ενικού του συνυφασμένη
συνυφασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνυφασμένος
συνυφασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνυφασμένος
συνυφασμένος	verb	συνδεδεμένος στενά, με έναν άρρηκτο τρόπο
συνυφασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνυφασμένος
συνυφασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνυφασμένος
συνυφασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνυφασμένος
συνφάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συνφάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντρώγω
συνωδά	adv|archaic	σύμφωνα, βάσει
συνωθήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθήσαμε	=	συνωθώ
συνωθήσαν	=	συνωθώ
συνωθήσανε	=	συνωθώ
συνωθήσατε	=	συνωθώ
συνωθήσει	=	συνωθώ
συνωθήσου	=	συνωθούμαι
συνωθήστε	=	συνωθώ
συνωθεί	=	συνωθώ
συνωθείς	=	συνωθώ
συνωθείσαι	=	συνωθούμαι
συνωθείστε	=	συνωθούμαι
συνωθείται	=	συνωθούμαι
συνωθείτε	=	συνωθώ
συνωθηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθήκαν	=	συνωθούμαι
συνωθηθήκανε	=	συνωθούμαι
συνωθηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωθούμαι
συνωθημένος	=	συνωθούμαι
συνωθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συνωθώ
συνωθούμασταν	=	συνωθούμαι
συνωθούμαστε	=	συνωθούμαι
συνωθούμε	=	συνωθώ
συνωθούμουν	=	συνωθούμαι
συνωθούν	=	συνωθώ
συνωθούνε	=	συνωθώ
συνωθούνται	=	συνωθούμαι
συνωθούνταν	=	συνωθούμαι
συνωθούσα	=	συνωθώ
συνωθούσαμε	=	συνωθώ
συνωθούσαν	=	συνωθώ
συνωθούσανε	=	συνωθώ
συνωθούσασταν	=	συνωθούμαι
συνωθούσαστε	=	συνωθούμαι
συνωθούσατε	=	συνωθώ
συνωθούσε	=	συνωθώ
συνωθούσες	=	συνωθώ
συνωθούσουν	=	συνωθούμαι
συνωθώ	verb	σπρώχνω
συνωθώντας	=	συνωθώ
συνωμοσία	noun	μυστικό σχέδιο που υλοποιείται στα κρυφά από μια ομάδα ατόμων, συνήθως για κακούς σκοπούς
συνωμοσίας	noun	γενική ενικού του συνωμοσία
συνωμοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμοσία
συνωμοσιολαγνικός	adj|rare	που αφορά την πρόθυμη υιοθέτηση ή τη σκόπιμη διασπορά θεωριών συνωμοσίας, ή αναφέρεται σε αυτές
συνωμοσιολογία	noun	η διατύπωση υποθέσεων ότι πίσω από μια πολιτική ή άλλου είδους εξέλιξη βρίσκεται κρυμμένη μια συνωμοσία
συνωμοσιολογίας	noun	γενική ενικού του συνωμοσιολογία
συνωμοσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμοσιολογία
συνωμοσιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμοσιολογικό
συνωμοσιολογικέ	adj	κλητική ενικού του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμοσιολογική
συνωμοσιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογικής	adj	γενική ενικού του συνωμοσιολογική
συνωμοσιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογικού	adj	γενική ενικού του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογικός	adj	που έχει σχέση με τη συνωμοσιολογία ή τον συνωμοσιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά
συνωμοσιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του συνωμοσιολογικός
συνωμοσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του συνωμοσιολογία
συνωμοσιολόγε	=	συνωμοσιολόγος
συνωμοσιολόγο	=	συνωμοσιολόγος
συνωμοσιολόγοι	=	συνωμοσιολόγος
συνωμοσιολόγος	noun	που ασχολείται επισταμένως με συνωμοσίες ή θεωρίες συνωμοσίας ή αναφέρεται συχνά σε σχετικά ζητήματα, συνήθως για εμπορικούς ή πολιτικούς λόγους
συνωμοσιολόγου	=	συνωμοσιολόγος
συνωμοσιολόγους	=	συνωμοσιολόγος
συνωμοσιολόγων	=	συνωμοσιολόγος
συνωμοσιών	noun	γενική πληθυντικού του συνωμοσία
συνωμοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσαν	=	συνωμοτώ
συνωμοτήσανε	=	συνωμοτώ
συνωμοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσουνε	=	συνωμοτώ
συνωμοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμοτεί	=	συνωμοτώ
συνωμοτείς	=	συνωμοτώ
συνωμοτείτε	=	συνωμοτώ
συνωμοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμοτικό	adv	με συνωμοτικό τρόπο
συνωμοτικέ	adj	κλητική ενικού του συνωμοτικός
συνωμοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμοτική
συνωμοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνωμοτικός
συνωμοτικής	adj	γενική ενικού του συνωμοτική
συνωμοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνωμοτικός
συνωμοτικοτήτων	=	συνωμοτικότητα
συνωμοτικού	adj	γενική ενικού του συνωμοτικός
συνωμοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνωμοτικός
συνωμοτικό	adj	αιτιατική ενικού του συνωμοτικός
συνωμοτικός	adj	που έχει σχέση με τους συνωμότες και τη συνωμοσία ή αναφέρεται σ’ αυτά
συνωμοτικότητα	noun|formal	το να είναι κάποιος ή κάτι συνωμοτικό(ς), η ιδιότητα του συνωμοτικού ή η συμπεριφορά του συνωμότη
συνωμοτικότητας	=	συνωμοτικότητα
συνωμοτικότητες	=	συνωμοτικότητα
συνωμοτικών	adj	γενική πληθυντικού του συνωμοτικός
συνωμοτικώς	adv|dated	συνωμοτικά
συνωμοτισμέ	=	συνωμοτισμός
συνωμοτισμοί	=	συνωμοτισμός
συνωμοτισμού	=	συνωμοτισμός
συνωμοτισμούς	=	συνωμοτισμός
συνωμοτισμό	=	συνωμοτισμός
συνωμοτισμός	noun|formal	άλλη μορφή του συνωμοτικότητα
συνωμοτισμών	=	συνωμοτισμός
συνωμοτισσών	noun	γενική πληθυντικού του συνωμότισσα
συνωμοτούμε	=	συνωμοτώ
συνωμοτούν	=	συνωμοτώ
συνωμοτούνε	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσα	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσαμε	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσαν	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσανε	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσατε	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσε	=	συνωμοτώ
συνωμοτούσες	=	συνωμοτώ
συνωμοτριών	noun	γενική πληθυντικού του συνωμότρια
συνωμοτώ	verb	συμμετέχω ή οργανώνω μια συνωμοσία, σχεδιάζω κάτι μυστικά μαζί με άλλους
συνωμοτών	=	συνωμότης
συνωμοτώντας	=	συνωμοτώ
συνωμότες	=	συνωμότης
συνωμότη	=	συνωμότης
συνωμότης	noun	αυτός που συμμετέχει σε μια συνωμοσία, που σχεδιάζει κάτι μυστικά μαζί με άλλους
συνωμότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
συνωμότις	noun	θηλυκό του συνωμότης: η συνωμότισσα
συνωμότισσα	noun	θηλυκό του συνωμότης
συνωμότισσας	noun	γενική ενικού του συνωμότισσα
συνωμότισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμότισσα
συνωμότρια	noun	θηλυκό του συνωμότης
συνωμότριας	noun	γενική ενικού του συνωμότρια
συνωμότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωμότρια
συνωνυμία	noun	η ιδιότητα του συνώνυμου
συνωνυμίας	noun	γενική ενικού του συνωνυμία
συνωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωνυμία
συνωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωνυμικό
συνωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του συνωνυμικός
συνωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωνυμική
συνωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνωνυμικός
συνωνυμικής	adj	γενική ενικού του συνωνυμική
συνωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνωνυμικός
συνωνυμικού	adj	γενική ενικού του συνωνυμικός
συνωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνωνυμικός
συνωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του συνωνυμικός
συνωνυμικός	adj	που έχει σχέση με συνώνυμο ή συνωνυμία ή αναφέρεται σ’ αυτά
συνωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του συνωνυμικός
συνωνυμικώς	adv|dated	συνωνυμικά
συνωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του συνωνυμία
συνωνυμώ	verb	είμαι συνώνυμος
συνωνύμου	=	συνώνυμο
συνωνύμων	=	συνώνυμο
συνωρίδα	noun|archaic	ζεύγος αλόγων
συνωρίδας	=	συνωρίδα
συνωρίδες	=	συνωρίδα
συνωρίδων	=	συνωρίδα
συνωρίμαζα	=	συνωριμάζω
συνωρίμαζαν	=	συνωριμάζω
συνωρίμαζε	=	συνωριμάζω
συνωρίμαζες	=	συνωριμάζω
συνωρίμασα	=	συνωριμάζω
συνωρίμασαν	=	συνωριμάζω
συνωρίμασε	=	συνωριμάζω
συνωρίμασες	=	συνωριμάζω
συνωριμάζαμε	=	συνωριμάζω
συνωριμάζαν	=	συνωριμάζω
συνωριμάζανε	=	συνωριμάζω
συνωριμάζατε	=	συνωριμάζω
συνωριμάζει	=	συνωριμάζω
συνωριμάζεις	=	συνωριμάζω
συνωριμάζετε	=	συνωριμάζω
συνωριμάζοντας	=	συνωριμάζω
συνωριμάζουμε	=	συνωριμάζω
συνωριμάζουν	=	συνωριμάζω
συνωριμάζουνε	=	συνωριμάζω
συνωριμάζω	verb	ωριμάζω μαζί με κάτι άλλο, την ίδια περίοδο
συνωριμάσαμε	=	συνωριμάζω
συνωριμάσαν	=	συνωριμάζω
συνωριμάσανε	=	συνωριμάζω
συνωριμάσατε	=	συνωριμάζω
συνωριμάσει	=	συνωριμάζω
συνωριμάστε	=	συνωριμάζω
συνωστίζεσαι	=	συνωστίζομαι
συνωστίζεστε	=	συνωστίζομαι
συνωστίζεται	=	συνωστίζομαι
συνωστίζομαι	verb	στριμώχνομαι σ’ έναν περιορισμένο σχετικά χώρο σπρώχνοντας άλλους και δεχόμενος σπρωξιές
συνωστίζονται	=	συνωστίζομαι
συνωστίζονταν	=	συνωστίζομαι
συνωστίζου	=	συνωστίζομαι
συνωστίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιζόμασταν	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόμαστε	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόμενος	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόμουν	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόμουνα	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόντουσαν	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόσασταν	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόσαστε	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόσουν	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόσουνα	=	συνωστίζομαι
συνωστιζόταν	=	συνωστίζομαι
συνωστιζότανε	=	συνωστίζομαι
συνωστισμέ	noun	κλητική ενικού του συνωστισμός
συνωστισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωστισμένο
συνωστισμένε	verb	κλητική ενικού του συνωστισμένος
συνωστισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνωστισμένη
συνωστισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνωστισμένος
συνωστισμένης	verb	γενική ενικού του συνωστισμένη
συνωστισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συνωστισμένος
συνωστισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνωστισμένος
συνωστισμένος	=	συνωστίζομαι
συνωστισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συνωστισμένος
συνωστισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συνωστισμένος
συνωστισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συνωστισμένος
συνωστισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνωστισμός
συνωστισμού	noun	γενική ενικού του συνωστισμός
συνωστισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συνωστισμός
συνωστισμό	noun	αιτιατική ενικού του συνωστισμός
συνωστισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνωστίζομαι, το να στριμώχνονται πολλοί σε σχετικά περιορισμένο χώρο
συνωστισμών	noun	γενική πληθυντικού του συνωστισμός
συνωστιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστήκαν	=	συνωστίζομαι
συνωστιστήκανε	=	συνωστίζομαι
συνωστιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνωστιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωστίζομαι
συνόδευα	=	συνοδεύω
συνόδευαν	=	συνοδεύω
συνόδευε	=	συνοδεύω
συνόδευες	=	συνοδεύω
συνόδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοδεύω
συνόδου	=	σύνοδος
συνόδους	=	σύνοδος
συνόδων	=	σύνοδος
συνόλου	noun	γενική ενικού του σύνολο
συνόλους	=	σύνολος
συνόλων	noun	γενική πληθυντικού του σύνολο
συνόρευα	=	συνορεύω
συνόρευαν	=	συνορεύω
συνόρευε	=	συνορεύω
συνόρευες	=	συνορεύω
συνόρου	noun	γενική ενικού του σύνορο
συνόρων	noun	γενική πληθυντικού του σύνορο
συνόψεις	=	σύνοψη
συνόψεων	=	σύνοψη
συνόψεως	=	σύνοψη
συνόψιζα	=	συνοψίζω
συνόψιζαν	=	συνοψίζω
συνόψιζε	=	συνοψίζω
συνόψιζες	=	συνοψίζω
συνόψισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνόψισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνόψισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνόψισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνοψίζω
συνόψιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνοψίζω, το να εκφράζεται κάτι συνοπτικά
συνόψισης	noun	γενική ενικού του συνόψιση
συνύπαρξη	noun	η ταυτόχρονη ύπαρξη
συνύπαρξης	noun	γενική ενικού του συνύπαρξη
συνύφαινα	=	συνυφαίνω
συνύφαιναν	=	συνυφαίνω
συνύφαινε	=	συνυφαίνω
συνύφαινες	=	συνυφαίνω
συνύφανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνύφαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνύφανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνύφανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνυφαίνω
συνύφανση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνυφαίνω
συνύφανσης	noun	γενική ενικού του συνύφανση
συνώθει	=	συνωθώ
συνώθησα	=	συνωθώ
συνώθησαν	=	συνωθώ
συνώθησε	=	συνωθώ
συνώθησες	=	συνωθώ
συνώθηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνωθώ
συνώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνώνυμο
συνώνυμε	adj	κλητική ενικού του συνώνυμος
συνώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συνώνυμη
συνώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συνώνυμος
συνώνυμης	adj	γενική ενικού του συνώνυμη
συνώνυμο	noun	λέξη, που έχει την ίδια σημασία με μια άλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνώνυμος
συνώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συνώνυμος
συνώνυμος	adj	που έχει την ίδια, ή περίπου την ίδια, σημασία
συνώνυμου	adj	γενική ενικού του συνώνυμος
συνώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συνώνυμος
συνώνυμων	adj	γενική πληθυντικού του συνώνυμος
συρίγγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρίγγιο
συρίγγιο	noun	παθολογικός πόρος με πύον ή υγρά
συρίγγιου	=	συρίγγιο
συρίγγων	=	σύριγγα
συρίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύριγμα
συρίγματος	=	σύριγμα
συρίζαμε	=	συρίζω
συρίζαν	=	συρίζω
συρίζανε	=	συρίζω
συρίζατε	=	συρίζω
συρίζει	=	συρίζω
συρίζεις	=	συρίζω
συρίζετε	=	συρίζω
συρίζοντας	=	συρίζω
συρίζουμε	=	συρίζω
συρίζουν	=	συρίζω
συρίζουνε	=	συρίζω
συρίζω	verb	σφυρίζω
συρίου	=	σύριος
συρίους	=	σύριος
συρίπιανι	=	σουρουπώνει
συρίσαμε	=	συρίζω
συρίσαν	=	συρίζω
συρίσανε	=	συρίζω
συρίσατε	=	συρίζω
συρίσει	=	συρίζω
συρίστε	=	συρίζω
συρίων	=	σύριος
συραγώγι	noun|literary	ο ιμάντας για το σύρσιμο του αλόγου
συρθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθήκαν	=	σέρνω
συρθήκανε	=	σέρνω
συρθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συρθούνε	=	σέρνω
συρθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
συριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριακό	adv	διάλεκτος της μέσης αραμαϊκής που εμφανίστηκε τον 1ο αιώνα και μιλήθηκε στη Μέση Ανατολή περίπου από τον 4ο έως τον 8ο αιώνα.
συριακέ	adj	κλητική ενικού του συριακός
συριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριακή
συριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συριακός
συριακής	adj	γενική ενικού του συριακή
συριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συριακός
συριακού	adj	γενική ενικού του συριακός
συριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συριακός
συριακό	adj	αιτιατική ενικού του συριακός
συριακός	adj	που προέρχεται από τη Συρία ή ανήκει ή αναφέρεται στη χώρα αυτή
συριακών	adj	γενική πληθυντικού του συριακός
συριανά	noun	το ιδίωμα των Συριανών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συριανός
συριανέ	adj	κλητική ενικού του συριανός
συριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριανή
συριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συριανός
συριανής	adj	γενική ενικού του συριανή
συριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συριανός
συριανού	adj	γενική ενικού του συριανός
συριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συριανός
συριανό	adj	αιτιατική ενικού του συριανός
συριανός	adj	που προέρχεται από το νησί της Σύρου
συριανών	adj	γενική πληθυντικού του συριανός
συριγγίου	noun	γενική ενικού του συρίγγιο
συριγγίων	noun	γενική πληθυντικού του συρίγγιο
συριγγωδών	=	συριγγώδης
συριγγώδεις	=	συριγγώδης
συριγγώδες	=	συριγγώδης
συριγγώδη	=	συριγγώδης
συριγγώδης	adj	που μοιάζει με συρίγγιο
συριγγώδους	=	συριγγώδης
συριγμάτων	=	σύριγμα
συριγμέ	noun	κλητική ενικού του συριγμός
συριγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συριγμός
συριγμού	noun	γενική ενικού του συριγμός
συριγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συριγμός
συριγμό	noun	αιτιατική ενικού του συριγμός
συριγμός	noun	οποιοσδήποτε συριστικός ήχος
συριγμών	noun	γενική πληθυντικού του συριγμός
συριζα	abbrev	ελληνικό πολιτικό κόμμα, Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς
συριζαία	=	συριζαίος
συριζαίε	=	συριζαίος
συριζαίο	=	συριζαίος
συριζαίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συριζαίος
συριζαίος	noun	οπαδός, υποστηρικτής ή βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ
συριζαίου	=	συριζαίος
συριζαίους	=	συριζαίος
συριζαίων	=	συριζαίος
συριζαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριζαϊκό
συριζαϊκέ	adj	κλητική ενικού του συριζαϊκός
συριζαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριζαϊκή
συριζαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συριζαϊκός
συριζαϊκής	adj	γενική ενικού του συριζαϊκή
συριζαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συριζαϊκός
συριζαϊκού	adj	γενική ενικού του συριζαϊκός
συριζαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συριζαϊκός
συριζαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του συριζαϊκός
συριζαϊκός	adj	σχετικά με το πολιτικό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ
συριζαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του συριζαϊκός
συριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριστικό
συριστικέ	adj	κλητική ενικού του συριστικός
συριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συριστική
συριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συριστικός
συριστικής	adj	γενική ενικού του συριστική
συριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συριστικός
συριστικοποίηση	noun	η μετατροπή του "τ", που βρίσκεται μέσα σε μία λέξη, σε "σ", συνήθως για λόγους ευφωνίας
συριστικοποίησης	=	συριστικοποίηση
συριστικοποιήσεις	=	συριστικοποίηση
συριστικοποιήσεων	=	συριστικοποίηση
συριστικού	adj	γενική ενικού του συριστικός
συριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συριστικός
συριστικό	adj	αιτιατική ενικού του συριστικός
συριστικός	adj	που ακούγεται σαν συριγμός
συριστικών	adj	γενική πληθυντικού του συριστικός
συρμάτινα	=	συρμάτινος
συρμάτινε	=	συρμάτινος
συρμάτινες	=	συρμάτινος
συρμάτινη	=	συρμάτινος
συρμάτινης	=	συρμάτινος
συρμάτινο	=	συρμάτινος
συρμάτινοι	=	συρμάτινος
συρμάτινος	adj	που έχει σχέση με σύρμα ή αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει κατασκευαστεί από σύρμα
συρμάτινου	=	συρμάτινος
συρμάτινους	=	συρμάτινος
συρμάτινων	=	συρμάτινος
συρμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύρμα
συρμέ	noun	κλητική ενικού του συρμός
συρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρμένο
συρμένε	verb	κλητική ενικού του συρμένος
συρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρμένη
συρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συρμένος
συρμένης	verb	γενική ενικού του συρμένη
συρμένο	verb	αιτιατική ενικού του συρμένος
συρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρμένος
συρμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σύρω / σέρνω
συρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συρμένος
συρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συρμένος
συρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συρμένος
συρμές	=	συρμή
συρμή	noun	συνώνυμο του νεροσυρμή
συρμής	=	συρμή
συρμακέζη	=	συρμακέζης
συρμακέζηδες	=	συρμακέζης
συρμακέζηδων	=	συρμακέζης
συρμακέζης	noun	ειδικευμένος τεχνίτης στο κέντημα] υφασμάτων με χρυσές ή ασημένιες κλωστές
συρμακέση	=	συρμακέσης
συρμακέσηδες	=	συρμακέσης
συρμακέσηδων	=	συρμακέσης
συρμακέσης	noun	άλλη μορφή του συρμακέζης
συρματάκι	noun	μικρό σύρμα
συρματάκια	=	συρματάκι
συρματένια	=	συρματένιος
συρματένιας	=	συρματένιος
συρματένιε	=	συρματένιος
συρματένιες	=	συρματένιος
συρματένιο	=	συρματένιος
συρματένιοι	=	συρματένιος
συρματένιος	adj	συνώνυμο του συρμάτινος
συρματένιου	=	συρματένιος
συρματένιους	=	συρματένιος
συρματένιων	=	συρματένιος
συρματοβουρτσών	noun	γενική πληθυντικού του συρματόβουρτσα
συρματοκιβωτίου	=	συρματοκιβώτιο
συρματοκιβωτίων	=	συρματοκιβώτιο
συρματοκιβώτια	=	συρματοκιβώτιο
συρματοκιβώτιο	noun	κατασκευή με συρματόπλεγμα που συγκρατεί πέτρες και σχηματίζει σταθερά δομικά στοιχεία, με τα οποία δημιουργούνται τοίχοι συγκράτησης πρανών
συρματοκιβώτιου	=	συρματοκιβώτιο
συρματοπλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματόπλεγμα
συρματοπλέγματος	noun	γενική ενικού του συρματόπλεγμα
συρματοπλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συρματόπλεγμα
συρματοποίει	=	συρματοποιώ
συρματοποίησα	=	συρματοποιώ
συρματοποίησαν	=	συρματοποιώ
συρματοποίησε	=	συρματοποιώ
συρματοποίησες	=	συρματοποιώ
συρματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συρματοποιώ
συρματοποίησης	=	συρματοποίηση
συρματοποίησις	noun	συρματοποίηση
συρματοποιέ	=	συρματοποιός
συρματοποιήσαμε	=	συρματοποιώ
συρματοποιήσαν	=	συρματοποιώ
συρματοποιήσανε	=	συρματοποιώ
συρματοποιήσατε	=	συρματοποιώ
συρματοποιήσει	=	συρματοποιώ
συρματοποιήσεις	=	συρματοποίηση
συρματοποιήσεων	=	συρματοποίηση
συρματοποιήστε	=	συρματοποιώ
συρματοποιία	noun	εργοστάσιο ή εργαστήριο που κατασκευάζει σύρμα
συρματοποιίας	noun	γενική ενικού του συρματοποιία
συρματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματοποιία
συρματοποιεί	=	συρματοποιώ
συρματοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματοποιείο
συρματοποιείο	noun	εργοστάσιο παραγωγής συρμάτων
συρματοποιείου	noun	γενική ενικού του συρματοποιείο
συρματοποιείς	=	συρματοποιώ
συρματοποιείτε	=	συρματοποιώ
συρματοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του συρματοποιείο
συρματοποιεῖον	noun	συρματοποιείο
συρματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματοποιημένο
συρματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του συρματοποιημένος
συρματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματοποιημένη
συρματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συρματοποιημένος
συρματοποιημένης	verb	γενική ενικού του συρματοποιημένη
συρματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του συρματοποιημένος
συρματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρματοποιημένος
συρματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συρματοποιημένος
συρματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συρματοποιημένος
συρματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συρματοποιημένος
συρματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του συρματοποιία
συρματοποιοί	=	συρματοποιός
συρματοποιού	=	συρματοποιός
συρματοποιούμαι	=	συρματοποιώ
συρματοποιούμε	=	συρματοποιώ
συρματοποιούν	=	συρματοποιώ
συρματοποιούνε	=	συρματοποιώ
συρματοποιούς	=	συρματοποιός
συρματοποιούσα	=	συρματοποιώ
συρματοποιούσαμε	=	συρματοποιώ
συρματοποιούσαν	=	συρματοποιώ
συρματοποιούσανε	=	συρματοποιώ
συρματοποιούσατε	=	συρματοποιώ
συρματοποιούσε	=	συρματοποιώ
συρματοποιούσες	=	συρματοποιώ
συρματοποιό	=	συρματοποιός
συρματοποιός	noun	παραγωγός συρμάτων
συρματοποιώ	verb	κατασκευάζω (με εφελκυσμό) σύρμα
συρματοποιών	=	συρματοποιός
συρματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συρματοποιώ
συρματοσχοίνου	=	συρματόσχοινο
συρματοσχοίνων	=	συρματόσχοινο
συρματουργέ	=	συρματουργός
συρματουργία	noun	η συρματοποιία
συρματουργίας	=	συρματουργία
συρματουργίες	=	συρματουργία
συρματουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματουργείο
συρματουργείο	noun	συνώνυμο του συρματοποιείο
συρματουργείου	noun	γενική ενικού του συρματουργείο
συρματουργείων	noun	γενική πληθυντικού του συρματουργείο
συρματουργεῖον	noun	συρματουργείο, συρματοποιείο
συρματουργικά	=	συρματουργικός
συρματουργικέ	=	συρματουργικός
συρματουργικές	=	συρματουργικός
συρματουργική	=	συρματουργικός
συρματουργικής	=	συρματουργικός
συρματουργικοί	=	συρματουργικός
συρματουργικού	=	συρματουργικός
συρματουργικούς	=	συρματουργικός
συρματουργικό	=	συρματουργικός
συρματουργικός	adj	που έχει σχέση με συρματουργό ή συρματουργία ή αναφέρεται σ’ αυτόά
συρματουργικών	=	συρματουργικός
συρματουργιών	=	συρματουργία
συρματουργοί	=	συρματουργός
συρματουργού	=	συρματουργός
συρματουργούς	=	συρματουργός
συρματουργό	=	συρματουργός
συρματουργός	noun	που εργάζεται σε συρματουργία
συρματουργών	=	συρματουργός
συρματοφράχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματοφράχτης
συρματόβουρτσα	noun	οποιαδήποτε βούρτσα που φέρει μεταλλικές "τρίχες" συνήθως από ανοξείδωτο χάλυβα ή ορειχάλκινες για αποφυγή σπινθήρων.
συρματόβουρτσας	noun	γενική ενικού του συρματόβουρτσα
συρματόβουρτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματόβουρτσα
συρματόπλεγμα	noun	οχυρωμ. πλέγμα από ακιδωτά σύρματα που συγκρατούνται από πασσάλους για το απροσπέλαστο μιας τοποθεσίας.
συρματόπλεκτα	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτε	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτες	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτη	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτης	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτο	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτοι	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτος	adj	πλεγμένος με σύρμα
συρματόπλεκτου	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτους	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεκτων	=	συρματόπλεκτος
συρματόπλεχτα	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτε	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτες	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτη	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτης	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτο	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτοι	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτος	adj	πλεγμένος με σύρμα
συρματόπλεχτου	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτους	=	συρματόπλεχτος
συρματόπλεχτων	=	συρματόπλεχτος
συρματόσκοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματόσκοινο
συρματόσκοινο	noun	γερό σκοινί από σύρμα ή μεταλλικές ίνες για την ανύψωση μεγάλων βαρών
συρματόσκοινου	noun	γενική ενικού του συρματόσκοινο
συρματόσκοινων	noun	γενική πληθυντικού του συρματόσκοινο
συρματόσχοινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρματόσχοινο
συρματόσχοινο	noun	λογιότερη μορφή του συρματόσκοινο
συρματόσχοινον	noun	το συρματόσκοινο, συρματόσχοινο
συρματόσχοινου	noun	γενική ενικού του συρματόσχοινο
συρματόσχοινων	noun	γενική πληθυντικού του συρματόσχοινο
συρμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρμός
συρμού	noun	γενική ενικού του συρμός
συρμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συρμός
συρμό	noun	αιτιατική ενικού του συρμός
συρμός	noun	το τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια
συρμών	noun	γενική πληθυντικού του συρμός
συρράξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύρραξη
συρράξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύρραξη
συρράξεως	noun	γενική ενικού του σύρραξη
συρράπταμε	=	συρράπτω
συρράπταν	=	συρράπτω
συρράπτανε	=	συρράπτω
συρράπτατε	=	συρράπτω
συρράπτει	=	συρράπτω
συρράπτεις	=	συρράπτω
συρράπτεσαι	=	συρράπτω
συρράπτεσθε	=	συρράπτω
συρράπτεστε	=	συρράπτω
συρράπτεται	=	συρράπτω
συρράπτετε	=	συρράπτω
συρράπτομαι	=	συρράπτω
συρράπτομε	=	συρράπτω
συρράπτονται	=	συρράπτω
συρράπτονταν	=	συρράπτω
συρράπτοντας	=	συρράπτω
συρράπτουμε	=	συρράπτω
συρράπτουν	=	συρράπτω
συρράπτουνε	=	συρράπτω
συρράπτω	verb	ράβω και συνδέω μεταξύ τους διαφορετικά κομμάτια είτε από αντικείμενα (όπως υφάσματα), είτε από τμήματα κειμένων
συρράφηκα	=	συρράπτω
συρράφηκαν	=	συρράπτω
συρράφηκε	=	συρράπτω
συρράφηκες	=	συρράπτω
συρράφθηκα	=	συρράπτω
συρράφθηκαν	=	συρράπτω
συρράφθηκε	=	συρράπτω
συρράφθηκες	=	συρράπτω
συρράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψαν	=	συρράπτω
συρράψανε	=	συρράπτω
συρράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψομε	=	συρράπτω
συρράψου	=	συρράπτω
συρράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψουνε	=	συρράπτω
συρράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
συρρέαμε	=	συρρέω
συρρέαν	=	συρρέω
συρρέανε	=	συρρέω
συρρέατε	=	συρρέω
συρρέει	=	συρρέω
συρρέεις	=	συρρέω
συρρέετε	=	συρρέω
συρρέομε	=	συρρέω
συρρέοντας	=	συρρέω
συρρέουμε	=	συρρέω
συρρέουν	=	συρρέω
συρρέουνε	=	συρρέω
συρρέω	verb	ρέω ή κινούμαι από διάφορες κατευθύνσεις και συγκεντρώνομαι σε ένα μέρος
συρρίκνωμα	noun	το αποτέλεσμα του συρρικνώνω, η σμίκρυνση κυριολεκτικά και μεταφορικά, η περικοπή, η μείωση σε υπερβολικό βαθμό
συρρίκνωνα	=	συρρικνώνω
συρρίκνωναν	=	συρρικνώνω
συρρίκνωνε	=	συρρικνώνω
συρρίκνωνες	=	συρρικνώνω
συρρίκνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρίκνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρίκνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρίκνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρίκνωση	noun	κάνω κάτι πιο μικρό, συμπυκνώνω ένα αντικείμενο
συρρίκνωσης	noun	γενική ενικού του συρρίκνωση
συρρίκνωσις	noun	συρρίκνωση
συρραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρραμμένο
συρραμμένε	verb	κλητική ενικού του συρραμμένος
συρραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρραμμένη
συρραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συρραμμένος
συρραμμένης	verb	γενική ενικού του συρραμμένη
συρραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συρραμμένος
συρραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρραμμένος
συρραμμένος	=	συρράπτω
συρραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συρραμμένος
συρραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συρραμμένος
συρραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συρραμμένος
συρραπτικά	=	συρραπτικό
συρραπτικού	=	συρραπτικό
συρραπτικό	noun	ο φορητός ή επιτραπέζιος μηχανικός μηχανισμός που χρησιμοποιεί συρματάκια σχήματος Π για να συνδέσει μεταξύ τους φύλλα χαρτιού
συρραπτικών	=	συρραπτικό
συρραπτόμασταν	=	συρράπτω
συρραπτόμαστε	=	συρράπτω
συρραπτόμενος	=	συρράπτω
συρραπτόμουν	=	συρράπτω
συρραπτόμουνα	=	συρράπτω
συρραπτόντουσαν	=	συρράπτω
συρραπτόσασταν	=	συρράπτω
συρραπτόσαστε	=	συρράπτω
συρραπτόσουν	=	συρράπτω
συρραπτόσουνα	=	συρράπτω
συρραπτόταν	=	συρράπτω
συρραπτότανε	=	συρράπτω
συρραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρραφή
συρραφή	noun	ένωση δύο ή περισσότερων πραγμάτων με ραφή
συρραφήκαμε	=	συρράπτω
συρραφήκαν	=	συρράπτω
συρραφήκανε	=	συρράπτω
συρραφήκατε	=	συρράπτω
συρραφής	=	συρραφή
συρραφεί	=	συρράπτω
συρραφείς	=	συρράπτω
συρραφείτε	=	συρράπτω
συρραφθήκαμε	=	συρράπτω
συρραφθήκατε	=	συρράπτω
συρραφθεί	=	συρράπτω
συρραφθείς	=	συρράπτω
συρραφθείτε	=	συρράπτω
συρραφθούμε	=	συρράπτω
συρραφθούν	=	συρράπτω
συρραφθούνε	=	συρράπτω
συρραφθώ	=	συρράπτω
συρραφούμε	=	συρράπτω
συρραφούν	=	συρράπτω
συρραφώ	=	συρράπτω
συρραφών	=	συρραφή
συρρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσαν	=	συρρέω
συρρεύσανε	=	συρρέω
συρρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσομε	=	συρρέω
συρρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσουνε	=	συρρέω
συρρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρέω
συρρικνωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθήκαν	=	συρρικνώνω
συρρικνωθήκανε	=	συρρικνώνω
συρρικνωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συρρίκνωμα
συρρικνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρρικνωμένο
συρρικνωμένε	verb	κλητική ενικού του συρρικνωμένος
συρρικνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρρικνωμένη
συρρικνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συρρικνωμένος
συρρικνωμένης	verb	γενική ενικού του συρρικνωμένη
συρρικνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συρρικνωμένος
συρρικνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρρικνωμένος
συρρικνωμένος	verb	που έχει συρρικνωθεί
συρρικνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συρρικνωμένος
συρρικνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συρρικνωμένος
συρρικνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συρρικνωμένος
συρρικνωνόμασταν	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόμαστε	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόμουν	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόμουνα	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόντουσαν	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόσασταν	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόσαστε	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόσουν	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόσουνα	=	συρρικνώνω
συρρικνωνόταν	=	συρρικνώνω
συρρικνωνότανε	=	συρρικνώνω
συρρικνώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρρίκνωμα
συρρικνώματος	noun	γενική ενικού του συρρίκνωμα
συρρικνώναμε	=	συρρικνώνω
συρρικνώναν	=	συρρικνώνω
συρρικνώνανε	=	συρρικνώνω
συρρικνώνατε	=	συρρικνώνω
συρρικνώνει	=	συρρικνώνω
συρρικνώνεις	=	συρρικνώνω
συρρικνώνεσαι	=	συρρικνώνω
συρρικνώνεστε	=	συρρικνώνω
συρρικνώνεται	=	συρρικνώνω
συρρικνώνετε	=	συρρικνώνω
συρρικνώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώνονται	=	συρρικνώνω
συρρικνώνονταν	=	συρρικνώνω
συρρικνώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώνουμε	=	συρρικνώνω
συρρικνώνουν	=	συρρικνώνω
συρρικνώνουνε	=	συρρικνώνω
συρρικνώνω	verb	κάνω κάτι να ζαρώσει, να μαζέψει, να μικρύνει σημαντικά
συρρικνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώσαν	=	συρρικνώνω
συρρικνώσανε	=	συρρικνώνω
συρρικνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρρίκνωση
συρρικνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συρρίκνωση
συρρικνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συρρίκνωση
συρρικνώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνομαι
συρρικνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρρικνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συρρικνώνω
συρροές	=	συρροή
συρροή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συρρέω
συρροής	=	συρροή
συρροών	=	συρροή
συρσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύρσιμο
συρσίματος	noun	γενική ενικού του σύρσιμο
συρσιμάτων	=	σύρσιμο
συρτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συρτός	adv	με συρτό τρόπο
συρτάκι	noun	διάσημος ελληνικός χορός που χορεύεται με αργές κινήσεις του χασάπικου και στη συνέχεια με προοδευτικά πιο γρήγορες κινήσεις.
συρτάκια	=	συρτάκι
συρτάρι	noun	ειδικό κουτί (με χερούλι ή λαβή) που τοποθετείται σε ειδικούς χώρους ενός επίπλου και σύρεται προς τα έξω, για να προσθέσουμε πράγματα για αποθήκευση ή να τα πάρουμε
συρτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρτάρι
συρτέ	adj	κλητική ενικού του συρτός
συρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρτή
συρτή	noun	αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από πετονιά με αγκίστρια και ομοίωμα ψαριού στο άκρο του	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συρτός
συρτής	adj	γενική ενικού του συρτή
συρταράκι	noun	υποκοριστικό του συρτάρι
συρταράκια	=	συρταράκι
συρταριέρα	noun	ξεχωριστό έπιπλο ή πρόσθετο τμήμα επίπλου που αποτελείται μόνο από συρτάρια
συρταριέρας	=	συρταριέρα
συρταριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρταριέρα
συρταριού	=	συρτάρι
συρταριών	=	συρτάρι
συρταρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρταρωτό
συρταρωτέ	adj	κλητική ενικού του συρταρωτός
συρταρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συρταρωτή
συρταρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συρταρωτός
συρταρωτής	adj	γενική ενικού του συρταρωτή
συρταρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρταρωτός
συρταρωτού	adj	γενική ενικού του συρταρωτός
συρταρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συρταρωτός
συρταρωτό	adj	αιτιατική ενικού του συρταρωτός
συρταρωτός	adj	που σύρεται (σε ράγες) και ανοιγοκλείνει
συρταρωτών	adj	γενική πληθυντικού του συρταρωτός
συρτη	=	συρτός
συρτο	=	συρτός
συρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρτός
συρτού	adj	γενική ενικού του συρτός
συρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συρτός
συρτό	adj	αιτιατική ενικού του συρτός
συρτός	noun	παραδοσιακός χορός με συρτά βήματα	adj	που σύρεται / σέρνεται
συρτών	adj	γενική πληθυντικού του συρτός
συρφετέ	noun	κλητική ενικού του συρφετός
συρφετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συρφετός
συρφετού	noun	γενική ενικού του συρφετός
συρφετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συρφετός
συρφετωδών	=	συρφετώδης
συρφετό	noun	αιτιατική ενικού του συρφετός
συρφετός	noun	ασύνταχτο πλήθος, τσούρμο, όχλος
συρφετώδεις	=	συρφετώδης
συρφετώδες	=	συρφετώδης
συρφετώδη	=	συρφετώδης
συρφετώδης	adj	που μοιάζει με συρφετό ή σχετίζεται με αυτόν
συρφετώδους	=	συρφετώδης
συρφετών	noun	γενική πληθυντικού του συρφετός
συρόμασταν	=	σύρω
συρόμαστε	=	σύρω
συρόμενα	=	συρόμενος
συρόμενε	=	συρόμενος
συρόμενες	=	συρόμενος
συρόμενη	=	συρόμενος
συρόμενης	=	συρόμενος
συρόμενο	=	συρόμενος
συρόμενοι	=	συρόμενος
συρόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος σύρω
συρόμενου	=	συρόμενος
συρόμενους	=	συρόμενος
συρόμενων	=	συρόμενος
συρόμουν	=	σύρω
συρόμουνα	=	σύρω
συρόντουσαν	=	σύρω
συρόσασταν	=	σύρω
συρόσαστε	=	σύρω
συρόσουν	=	σύρω
συρόσουνα	=	σύρω
συρόταν	=	σύρω
συρότανε	=	σύρω
συς	noun|archaic	γουρούνι, χοίρος
συσκέπτεσαι	=	συσκέπτομαι
συσκέπτεστε	=	συσκέπτομαι
συσκέπτεται	=	συσκέπτομαι
συσκέπτομαι	verb	μετέχω σε συνάντηση στην οποία συζητιέται κάποιο ζήτημα και λαμβάνεται κάποια απόφαση απ’ όσους μετέχουν στη σύσκεψη
συσκέπτονται	=	συσκέπτομαι
συσκέπτονταν	=	συσκέπτομαι
συσκέφθηκα	=	συσκέπτομαι
συσκέφθηκαν	=	συσκέπτομαι
συσκέφθηκε	=	συσκέπτομαι
συσκέφθηκες	=	συσκέπτομαι
συσκέφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκέφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκέφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκέφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύσκεψη
συσκέψεων	noun	γενική πληθυντικού του σύσκεψη
συσκέψεως	noun|formal	γενική ενικού του σύσκεψη
συσκέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεπτόμασταν	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόμαστε	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκεπτόμενο
συσκεπτόμενε	verb	κλητική ενικού του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκεπτόμενη
συσκεπτόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμενης	verb	γενική ενικού του συσκεπτόμενη
συσκεπτόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεπτόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσκεπτόμενος
συσκεπτόμουν	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόμουνα	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόντουσαν	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόσασταν	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόσαστε	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόσουν	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόσουνα	=	συσκέπτομαι
συσκεπτόταν	=	συσκέπτομαι
συσκεπτότανε	=	συσκέπτομαι
συσκευάζαμε	=	συσκευάζω
συσκευάζαν	=	συσκευάζω
συσκευάζανε	=	συσκευάζω
συσκευάζατε	=	συσκευάζω
συσκευάζει	=	συσκευάζω
συσκευάζεις	=	συσκευάζω
συσκευάζεσαι	=	συσκευάζω
συσκευάζεστε	=	συσκευάζω
συσκευάζεται	=	συσκευάζω
συσκευάζετε	=	συσκευάζω
συσκευάζομαι	=	συσκευάζω
συσκευάζονται	=	συσκευάζω
συσκευάζονταν	=	συσκευάζω
συσκευάζοντας	=	συσκευάζω
συσκευάζουμε	=	συσκευάζω
συσκευάζουν	=	συσκευάζω
συσκευάζουνε	=	συσκευάζω
συσκευάζω	verb	τοποθετώ με τάξη αντικείμενα μέσα σε κιβώτιο, κουτί, φάκελο κλπ ή τα τυλίγω με χαρτί ή άλλο παρόμοιο υλικό και στη συνέχεια ασφαλίζω το δέμα πριν το μεταφέρω ή το στείλω ταχυδρομικώς κάπου
συσκευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάσαν	=	συσκευάζω
συσκευάσανε	=	συσκευάζω
συσκευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάσου	=	συσκευάζω
συσκευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευάστηκα	=	συσκευάζω
συσκευάστηκαν	=	συσκευάζω
συσκευάστηκε	=	συσκευάζω
συσκευάστηκες	=	συσκευάζω
συσκευάστρια	noun	θηλυκό του συσκευαστής
συσκευάστριας	=	συσκευάστρια
συσκευάστριες	=	συσκευάστρια
συσκευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευή
συσκευή	noun	κατασκευή που αποτελείται από διάφορα επιμέρους εξαρτήματα ή μηχανισμούς και εκτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία ή εργασία
συσκευής	=	συσκευή
συσκευαζόμασταν	=	συσκευάζω
συσκευαζόμαστε	=	συσκευάζω
συσκευαζόμουν	=	συσκευάζω
συσκευαζόμουνα	=	συσκευάζω
συσκευαζόντουσαν	=	συσκευάζω
συσκευαζόσασταν	=	συσκευάζω
συσκευαζόσαστε	=	συσκευάζω
συσκευαζόσουν	=	συσκευάζω
συσκευαζόσουνα	=	συσκευάζω
συσκευαζόταν	=	συσκευάζω
συσκευαζότανε	=	συσκευάζω
συσκευασία	noun	η ενέργεια του συσκευάζω
συσκευασίας	noun	γενική ενικού του συσκευασία
συσκευασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευασία
συσκευασιών	noun	γενική πληθυντικού του συσκευασία
συσκευασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευασμένο
συσκευασμένε	adj	κλητική ενικού του συσκευασμένος
συσκευασμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευασμένη
συσκευασμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσκευασμένος
συσκευασμένης	adj	γενική ενικού του συσκευασμένη
συσκευασμένο	adj	αιτιατική ενικού του συσκευασμένος
συσκευασμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσκευασμένος
συσκευασμένος	verb	πακεταρισμένος, τοποθετημένος σε μια συσκευασία για πώληση, αποστολή, μεταφορά
συσκευασμένου	verb	γενική ενικού του συσκευασμένος
συσκευασμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσκευασμένος
συσκευασμένων	adj	γενική πληθυντικού του συσκευασμένος
συσκευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκευαστής
συσκευαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συσκευαστής
συσκευαστήκαμε	=	συσκευάζω
συσκευαστήκαν	=	συσκευάζω
συσκευαστήκανε	=	συσκευάζω
συσκευαστήκατε	=	συσκευάζω
συσκευαστήρι	noun	άλλη μορφή της λέξης συσκευαστήριο
συσκευαστήρια	=	συσκευαστήρι
συσκευαστής	noun	κάποιος που συσκευάζει
συσκευαστεί	=	συσκευάζω
συσκευαστείτε	=	συσκευάζω
συσκευαστηριού	=	συσκευαστήρι
συσκευαστηριών	=	συσκευαστήρι
συσκευαστριών	=	συσκευάστρια
συσκευαστών	noun	γενική πληθυντικού του συσκευαστής
συσκευών	noun	γενική πληθυντικού του συσκευή
συσκεφθήκαμε	=	συσκέπτομαι
συσκεφθήκαν	=	συσκέπτομαι
συσκεφθήκανε	=	συσκέπτομαι
συσκεφθήκατε	=	συσκέπτομαι
συσκεφθεί	=	συσκέπτομαι
συσκεφθείς	=	συσκέπτομαι
συσκεφθείτε	=	συσκέπτομαι
συσκεφθούμε	=	συσκέπτομαι
συσκεφθούν	=	συσκέπτομαι
συσκεφθούνε	=	συσκέπτομαι
συσκεφθώ	=	συσκέπτομαι
συσκεφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκέπτομαι
συσκεύαζα	=	συσκευάζω
συσκεύαζαν	=	συσκευάζω
συσκεύαζε	=	συσκευάζω
συσκεύαζες	=	συσκευάζω
συσκεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
συσκοτίζαμε	=	συσκοτίζω
συσκοτίζαν	=	συσκοτίζω
συσκοτίζανε	=	συσκοτίζω
συσκοτίζατε	=	συσκοτίζω
συσκοτίζει	=	συσκοτίζω
συσκοτίζεις	=	συσκοτίζω
συσκοτίζεσαι	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίζεστε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίζεται	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίζετε	=	συσκοτίζω
συσκοτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίζονται	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίζονταν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίζοντας	=	συσκοτίζω
συσκοτίζου	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίζουμε	=	συσκοτίζω
συσκοτίζουν	=	συσκοτίζω
συσκοτίζουνε	=	συσκοτίζω
συσκοτίζω	verb	κάνω πιο σκοτεινό ένα χώρο μειώνοντας το (φυσικό ή τεχνητό) φως
συσκοτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίσαν	=	συσκοτίζω
συσκοτίσανε	=	συσκοτίζω
συσκοτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκότιση
συσκοτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του συσκότιση
συσκοτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του συσκότιση
συσκοτίσου	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτίστηκα	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίστηκαν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίστηκε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίστηκες	=	συσκοτίζομαι
συσκοτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκοτιζόμασταν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόμαστε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόμουν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόμουνα	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόντουσαν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόσασταν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόσαστε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόσουν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόσουνα	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζόταν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιζότανε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτισμέ	=	συσκοτισμός
συσκοτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκοτισμένο
συσκοτισμένε	verb	κλητική ενικού του συσκοτισμένος
συσκοτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσκοτισμένη
συσκοτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσκοτισμένος
συσκοτισμένης	verb	γενική ενικού του συσκοτισμένη
συσκοτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσκοτισμένος
συσκοτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσκοτισμένος
συσκοτισμένος	=	συσκοτίζομαι
συσκοτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσκοτισμένος
συσκοτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσκοτισμένος
συσκοτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσκοτισμένος
συσκοτισμοί	=	συσκοτισμός
συσκοτισμού	=	συσκοτισμός
συσκοτισμούς	=	συσκοτισμός
συσκοτισμό	=	συσκοτισμός
συσκοτισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσκοτίζω
συσκοτισμών	=	συσκοτισμός
συσκοτιστήκαμε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιστήκαν	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιστήκανε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιστήκατε	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιστεί	=	συσκοτίζομαι
συσκοτιστείτε	=	συσκοτίζομαι
συσκότιζα	=	συσκοτίζω
συσκότιζαν	=	συσκοτίζω
συσκότιζε	=	συσκοτίζω
συσκότιζες	=	συσκοτίζω
συσκότισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκότισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκότισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκότισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσκοτίζω
συσκότιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συσκοτίζω
συσκότισης	noun	γενική ενικού του συσκότιση
συσκότισις	noun	η συσκότιση
συσπάσεις	=	σύσπαση
συσπάσεων	=	σύσπαση
συσπάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπανσιόν	noun	μη απλοποιημένη γραφή του σισπανσιόν
συσπαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπώμαι
συσπείρωνα	=	συσπειρώνω
συσπείρωναν	=	συσπειρώνω
συσπείρωνε	=	συσπειρώνω
συσπείρωνες	=	συσπειρώνω
συσπείρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπείρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπείρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπείρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπείρωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσπειρώνω
συσπείρωσης	noun	γενική ενικού του συσπείρωση
συσπείρωσις	noun	η συσπείρωση
συσπειρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπειρωμένο
συσπειρωμένε	verb	κλητική ενικού του συσπειρωμένος
συσπειρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπειρωμένη
συσπειρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσπειρωμένος
συσπειρωμένης	verb	γενική ενικού του συσπειρωμένη
συσπειρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσπειρωμένος
συσπειρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσπειρωμένος
συσπειρωμένος	=	συσπειρώνω
συσπειρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσπειρωμένος
συσπειρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσπειρωμένος
συσπειρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσπειρωμένος
συσπειρωτικά	=	συσπειρωτικός
συσπειρωτικέ	adj	κλητική ενικού του συσπειρωτικός
συσπειρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπειρωτική
συσπειρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσπειρωτικός
συσπειρωτικής	adj	γενική ενικού του συσπειρωτική
συσπειρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσπειρωτικός
συσπειρωτικού	adj	γενική ενικού του συσπειρωτικός
συσπειρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσπειρωτικός
συσπειρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του συσπειρωτικός
συσπειρωτικός	adj	που έχει σχέση με συσπείρωση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή
συσπειρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του συσπειρωτικός
συσπειρώθηκα	=	συσπειρώνω
συσπειρώναμε	=	συσπειρώνω
συσπειρώναν	=	συσπειρώνω
συσπειρώνανε	=	συσπειρώνω
συσπειρώνατε	=	συσπειρώνω
συσπειρώνει	=	συσπειρώνω
συσπειρώνεις	=	συσπειρώνω
συσπειρώνετε	=	συσπειρώνω
συσπειρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώνουμε	=	συσπειρώνω
συσπειρώνουν	=	συσπειρώνω
συσπειρώνουνε	=	συσπειρώνω
συσπειρώνω	verb|formal	τυλίγω κάτι σε σχήμα σπείρας
συσπειρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώσαν	=	συσπειρώνω
συσπειρώσανε	=	συσπειρώνω
συσπειρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπείρωση
συσπειρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του συσπείρωση
συσπειρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του συσπείρωση
συσπειρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπειρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπειρώνω
συσπουδάζαμε	=	συσπουδάζω
συσπουδάζαν	=	συσπουδάζω
συσπουδάζανε	=	συσπουδάζω
συσπουδάζατε	=	συσπουδάζω
συσπουδάζει	=	συσπουδάζω
συσπουδάζεις	=	συσπουδάζω
συσπουδάζετε	=	συσπουδάζω
συσπουδάζοντας	=	συσπουδάζω
συσπουδάζουμε	=	συσπουδάζω
συσπουδάζουν	=	συσπουδάζω
συσπουδάζουνε	=	συσπουδάζω
συσπουδάζω	verb|archaic	σπουδάζω μαζί με κάποιον άλλον
συσπουδάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάσαν	=	συσπουδάζω
συσπουδάσανε	=	συσπουδάζω
συσπουδάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδάστε	=	συσπουδάζω
συσπουδάστρια	noun	θηλυκό του συσπουδαστής
συσπουδάστριας	=	συσπουδάστρια
συσπουδάστριες	=	συσπουδάστρια
συσπουδάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπουδασμένο
συσπουδασμένε	verb	κλητική ενικού του συσπουδασμένος
συσπουδασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπουδασμένη
συσπουδασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσπουδασμένος
συσπουδασμένης	verb	γενική ενικού του συσπουδασμένη
συσπουδασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσπουδασμένος
συσπουδασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσπουδασμένος
συσπουδασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συσπουδάζω
συσπουδασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσπουδασμένος
συσπουδασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσπουδασμένος
συσπουδασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσπουδασμένος
συσπουδαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσπουδαστής
συσπουδαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συσπουδαστής
συσπουδαστής	noun	αυτός που συσπουδάζει, που σπουδάζει μαζί με κάποιον άλλο ή άλλους
συσπουδαστριών	=	συσπουδάστρια
συσπουδαστών	noun	γενική πληθυντικού του συσπουδαστής
συσπούδαζα	=	συσπουδάζω
συσπούδαζαν	=	συσπουδάζω
συσπούδαζε	=	συσπουδάζω
συσπούδαζες	=	συσπουδάζω
συσπούδασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπούδασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπούδασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπούδασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
συσπώ	verb	προκαλώ κάποια σύσπαση
συσπώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συσπώ
συσσίτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσίτιο
συσσίτιο	noun	φαγητό που ετοιμάζεται σε μεγάλες ποσότητες και μοιράζεται σε άτομα που ζουν ομαδικά ή που ανήκουν στην ίδια κατηγορία
συσσίτιου	=	συσσίτιο
συσσιτίου	noun	γενική ενικού του συσσίτιο
συσσιτίων	noun	γενική πληθυντικού του συσσίτιο
συσσιτιάρχες	=	συσσιτιάρχης
συσσιτιάρχη	=	συσσιτιάρχης
συσσιτιάρχης	noun	ο υπεύθυνος του συσσιτίου
συσσιτιαρχών	=	συσσιτιάρχης
συσσυγγραφέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συσσυγγραφέας
συσσυγγραφέας	noun	αυτός που συγγράφει ένα βιβλίο από κοινού με άλλον συγγραφέα
συσσυγγραφέων	noun	γενική πληθυντικού του συσσυγγραφέας
συσσυγγραφέως	=	συσσυγγραφέας
συσσυγγραφείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσυγγραφέας
συσσωμάτωμα	noun	το αποτέλεσμα του συσσωματώνω
συσσωμάτωνα	=	συσσωματώνω
συσσωμάτωναν	=	συσσωματώνω
συσσωμάτωνε	=	συσσωματώνω
συσσωμάτωνες	=	συσσωματώνω
συσσωμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωμάτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσσωματώνω, η συνένωση δύο ή περισσότερων (ετερόκλιτων) σωμάτων σ’ ένα ενιαίο σύνολο
συσσωμάτωσης	=	συσσωμάτωση
συσσωμάτωσις	noun	η συσσωμάτωση
συσσωματικά	=	συσσωματικός
συσσωματικέ	=	συσσωματικός
συσσωματικές	=	συσσωματικός
συσσωματική	=	συσσωματικός
συσσωματικής	=	συσσωματικός
συσσωματικοί	=	συσσωματικός
συσσωματικού	=	συσσωματικός
συσσωματικούς	=	συσσωματικός
συσσωματικό	=	συσσωματικός
συσσωματικός	adj	που έχει σχέση με συσσωμάτωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
συσσωματικών	=	συσσωματικός
συσσωματωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του συσσωμάτωμα
συσσωματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωματωμένο
συσσωματωμένε	verb	κλητική ενικού του συσσωματωμένος
συσσωματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωματωμένη
συσσωματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσσωματωμένος
συσσωματωμένης	verb	γενική ενικού του συσσωματωμένη
συσσωματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσσωματωμένος
συσσωματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσσωματωμένος
συσσωματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσσωματωμένος
συσσωματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσσωματωμένος
συσσωματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσσωματωμένος
συσσωματώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωμάτωμα
συσσωματώματος	noun	γενική ενικού του συσσωμάτωμα
συσσωματώναμε	=	συσσωματώνω
συσσωματώναν	=	συσσωματώνω
συσσωματώνανε	=	συσσωματώνω
συσσωματώνατε	=	συσσωματώνω
συσσωματώνει	=	συσσωματώνω
συσσωματώνεις	=	συσσωματώνω
συσσωματώνετε	=	συσσωματώνω
συσσωματώνομαι	=	συσσωματώνω
συσσωματώνοντας	=	συσσωματώνω
συσσωματώνουμε	=	συσσωματώνω
συσσωματώνουν	=	συσσωματώνω
συσσωματώνουνε	=	συσσωματώνω
συσσωματώνω	verb	συνενώνω δύο ή περισσότερα (ετερόκλιτα) σώματα σ’ ένα ενιαίο σύνολο
συσσωματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώσαν	=	συσσωματώνω
συσσωματώσανε	=	συσσωματώνω
συσσωματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώσεις	=	συσσωμάτωση
συσσωματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώσεων	=	συσσωμάτωση
συσσωματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
συσσωρευθήκαμε	=	συσσωρεύω
συσσωρευθήκαν	=	συσσωρεύω
συσσωρευθήκανε	=	συσσωρεύω
συσσωρευθήκατε	=	συσσωρεύω
συσσωρευθεί	=	συσσωρεύω
συσσωρευθείς	=	συσσωρεύω
συσσωρευθείτε	=	συσσωρεύω
συσσωρευθούμε	=	συσσωρεύω
συσσωρευθούν	=	συσσωρεύω
συσσωρευθούνε	=	συσσωρεύω
συσσωρευθώ	=	συσσωρεύω
συσσωρευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωρευμένο
συσσωρευμένε	verb	κλητική ενικού του συσσωρευμένος
συσσωρευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωρευμένη
συσσωρευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσσωρευμένος
συσσωρευμένης	verb	γενική ενικού του συσσωρευμένη
συσσωρευμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσσωρευμένος
συσσωρευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσσωρευμένος
συσσωρευμένος	=	συσσωρεύομαι
συσσωρευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσσωρευμένος
συσσωρευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσσωρευμένος
συσσωρευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσσωρευμένος
συσσωρευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωρευτής
συσσωρευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του συσσωρευτής
συσσωρευτήκαμε	=	συσσωρεύω
συσσωρευτήκαν	=	συσσωρεύω
συσσωρευτήκανε	=	συσσωρεύω
συσσωρευτήκατε	=	συσσωρεύω
συσσωρευτής	noun	οποιαδήποτε συσκευή που αποταμιεύει ενέργεια, όπως π.χ. ηλεκτρική, χημική, θερμική ενέργεια, προκειμένου να την αποδώσει αργότερα. λαμβάνοντας ανάλογα επιπρόσθετο χαρακτηρισμό ή σύνθετη ονομασία
συσσωρευτεί	=	συσσωρεύω
συσσωρευτείς	=	συσσωρεύω
συσσωρευτείτε	=	συσσωρεύω
συσσωρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συσσωρευτικός	adv	με συσσωρευτικό τρόπο
συσσωρευτικέ	adj	κλητική ενικού του συσσωρευτικός
συσσωρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσωρευτική
συσσωρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσσωρευτικός
συσσωρευτικής	adj	γενική ενικού του συσσωρευτική
συσσωρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσσωρευτικός
συσσωρευτικού	adj	γενική ενικού του συσσωρευτικός
συσσωρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσσωρευτικός
συσσωρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του συσσωρευτικός
συσσωρευτικός	adj|formal	που έχει σχέση με συσσώρευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι αποτέλεσμά της
συσσωρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του συσσωρευτικός
συσσωρευτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του συσσωρευτικά
συσσωρευτούμε	=	συσσωρεύω
συσσωρευτούν	=	συσσωρεύω
συσσωρευτούνε	=	συσσωρεύω
συσσωρευτώ	=	συσσωρεύω
συσσωρευτών	noun	γενική πληθυντικού του συσσωρευτής
συσσωρευόμασταν	=	συσσωρεύω
συσσωρευόμαστε	=	συσσωρεύω
συσσωρευόμενος	=	συσσωρεύω
συσσωρευόμουν	=	συσσωρεύω
συσσωρευόμουνα	=	συσσωρεύω
συσσωρευόντουσαν	=	συσσωρεύω
συσσωρευόσασταν	=	συσσωρεύω
συσσωρευόσαστε	=	συσσωρεύω
συσσωρευόσουν	=	συσσωρεύω
συσσωρευόσουνα	=	συσσωρεύω
συσσωρευόταν	=	συσσωρεύω
συσσωρευότανε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύαμε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύαν	=	συσσωρεύω
συσσωρεύανε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύατε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύει	=	συσσωρεύω
συσσωρεύεις	=	συσσωρεύω
συσσωρεύεσαι	=	συσσωρεύω
συσσωρεύεστε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύεται	=	συσσωρεύω
συσσωρεύετε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύθηκα	=	συσσωρεύομαι
συσσωρεύθηκαν	=	συσσωρεύω
συσσωρεύθηκε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύθηκες	=	συσσωρεύω
συσσωρεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύομε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύονται	=	συσσωρεύω
συσσωρεύονταν	=	συσσωρεύω
συσσωρεύοντας	=	συσσωρεύω
συσσωρεύουμε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύουν	=	συσσωρεύω
συσσωρεύουνε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσαν	=	συσσωρεύω
συσσωρεύσανε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσσώρευση
συσσωρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσεων	=	συσσώρευση
συσσωρεύσομε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύσου	=	συσσωρεύω
συσσωρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσουνε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσωρεύτηκα	=	συσσωρεύομαι
συσσωρεύτηκαν	=	συσσωρεύω
συσσωρεύτηκε	=	συσσωρεύω
συσσωρεύτηκες	=	συσσωρεύω
συσσωρεύω	verb	συγκεντρώνω σε ένα σημείο, σε υπερβολική ποσότητα, συνήθως ομοειδή αντικείμενα
συσσώματος	adj|archaic	που είναι δούλος μαζί με κάποιον άλλον
συσσώρευα	=	συσσωρεύω
συσσώρευαν	=	συσσωρεύω
συσσώρευε	=	συσσωρεύω
συσσώρευες	=	συσσωρεύω
συσσώρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσώρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσώρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσώρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωρεύω
συσσώρευση	noun	η συγκέντρωση υπερβολικής ποσότητας σε ένα σημείο,συνήθως ομοειδών αντικειμένων
συσσώρευσης	=	συσσώρευση
συσσώρευσις	noun	η συσσώρευση
συστάδα	noun	η πυκνή ομάδα όμοιων πραγμάτων (δέντρων ή νησιών) στην ίδια περιοχή
συστάδας	=	συστάδα
συστάδες	=	συστάδα
συστάδην	adv	από κοντά
συστάδων	=	συστάδα
συστάθηκα	=	συνιστώ
συστάθηκαν	=	συστήνομαι
συστάθηκε	=	συστήνομαι
συστάθηκες	=	συστήνομαι
συστάλθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συστάλθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συστάλθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συστάλθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύσταση
συστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του σύσταση
συστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του σύσταση
συστάσου	=	συστήνομαι
συστάχωνα	=	συσταχώνω
συστάχωναν	=	συσταχώνω
συστάχωνε	=	συσταχώνω
συστάχωνες	=	συσταχώνω
συστάχωσα	=	συσταχώνω
συστάχωσαν	=	συσταχώνω
συστάχωσε	=	συσταχώνω
συστάχωσες	=	συσταχώνω
συστέγαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συστεγάζομαι
συστέγασης	=	συστέγαση
συστέγασις	noun	η συστέγαση
συστέλλαμε	=	συστέλλω
συστέλλαν	=	συστέλλω
συστέλλανε	=	συστέλλω
συστέλλατε	=	συστέλλω
συστέλλει	=	συστέλλω
συστέλλεις	=	συστέλλω
συστέλλεσαι	=	συστέλλω
συστέλλεστε	=	συστέλλω
συστέλλεται	=	συστέλλω
συστέλλετε	=	συστέλλω
συστέλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συστέλλω
συστέλλονται	=	συστέλλω
συστέλλονταν	=	συστέλλω
συστέλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συστέλλω
συστέλλουμε	=	συστέλλω
συστέλλουν	=	συστέλλω
συστέλλουνε	=	συστέλλω
συστέλλω	verb	περιορίζω τον όγκο ή την έκταση ενός πράγματος
συστήθηκα	=	συστήνομαι
συστήθηκαν	=	συστήνομαι
συστήθηκε	=	συστήνομαι
συστήθηκες	=	συστήνομαι
συστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύστημα
συστήματος	noun	γενική ενικού του σύστημα
συστήναμε	=	συστήνω
συστήναν	=	συστήνω
συστήνανε	=	συστήνω
συστήνατε	=	συστήνω
συστήνει	=	συστήνω
συστήνεις	=	συστήνω
συστήνεσαι	=	συστήνομαι
συστήνεστε	=	συστήνομαι
συστήνεται	=	συστήνομαι
συστήνετε	=	συστήνω
συστήνομαι	verb	με συστήνουν
συστήνομε	=	συστήνω
συστήνονται	=	συστήνομαι
συστήνονταν	=	συστήνομαι
συστήνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συστήνω
συστήνου	=	συστήνομαι
συστήνουμε	=	συστήνω
συστήνουν	=	συστήνω
συστήνουνε	=	συστήνω
συστήνω	verb	συνιστώ, προτείνω, υποδείχνω κάτι ως καλό
συστήσαμε	=	συστήνω
συστήσαν	=	συστήνω
συστήσανε	=	συστήνω
συστήσατε	=	συστήνω
συστήσει	=	συστήνω
συστήσεις	=	συστήνω
συστήσετε	=	συστήνω
συστήσομε	=	συστήνω
συστήσου	=	συστήνομαι
συστήσουμε	=	συστήνω
συστήσουν	=	συστήνω
συστήσουνε	=	συστήνω
συστήστε	=	συστήνω
συστήσω	=	συστήνω
συσταίνω	=	συστήνω
συσταθήκαμε	=	συστήνομαι
συσταθήκαν	=	συστήνομαι
συσταθήκανε	=	συστήνομαι
συσταθήκατε	=	συστήνομαι
συσταθεί	=	συστήνομαι
συσταθείς	=	συστήνω
συσταθείτε	=	συστήνομαι
συσταθησόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταθησόμενο
συσταθησόμενε	verb	κλητική ενικού του συσταθησόμενος
συσταθησόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταθησόμενη
συσταθησόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσταθησόμενος
συσταθησόμενης	verb	γενική ενικού του συσταθησόμενη
συσταθησόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συσταθησόμενος
συσταθησόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσταθησόμενος
συσταθησόμενος	verb	που θα συσταθεί
συσταθησόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσταθησόμενος
συσταθησόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσταθησόμενος
συσταθησόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσταθησόμενος
συσταθούμε	=	συστήνω
συσταθούν	=	συστήνω
συσταθούνε	=	συστήνω
συσταθώ	=	συστήνομαι
συσταλήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλθήκαμε	=	συστέλλω
συσταλθήκαν	=	συστέλλω
συσταλθήκανε	=	συστέλλω
συσταλθήκατε	=	συστέλλω
συσταλθεί	=	συστέλλω
συσταλθείτε	=	συστέλλω
συσταλούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συσταλτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συσταλτός	adv|rare	με συσταλτό τρόπο
συσταλτέ	adj	κλητική ενικού του συσταλτός
συσταλτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταλτή
συσταλτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσταλτός
συσταλτής	adj	γενική ενικού του συσταλτή
συσταλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταλτικό
συσταλτικέ	adj	κλητική ενικού του συσταλτικός
συσταλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταλτική
συσταλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσταλτικός
συσταλτικής	adj	γενική ενικού του συσταλτική
συσταλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσταλτικός
συσταλτικού	adj	γενική ενικού του συσταλτικός
συσταλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσταλτικός
συσταλτικό	adj	αιτιατική ενικού του συσταλτικός
συσταλτικός	adj	που μπορεί να συστείλει
συσταλτικότητα	noun|rare	η ιδιότητα του συσταλτικού, που έχει την ιδιότητα να συστέλλεται
συσταλτικότητας	noun	γενική ενικού του συσταλτικότητα
συσταλτικών	adj	γενική πληθυντικού του συσταλτικός
συσταλτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσταλτός
συσταλτού	adj	γενική ενικού του συσταλτός
συσταλτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσταλτός
συσταλτό	adj	αιτιατική ενικού του συσταλτός
συσταλτός	adj	που έχει την ιδιότητα να συστέλλεται, που μπορεί να μειώνει τις διαστάσεις του
συσταλτών	adj	γενική πληθυντικού του συσταλτός
συσταλώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
συστασιωτών	=	συστασιώτης
συστασιώτες	=	συστασιώτης
συστασιώτη	=	συστασιώτης
συστασιώτης	noun|archaic	κάποιος που στασιάζει μαζί με άλλους
συστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστατικό
συστατικέ	adj	κλητική ενικού του συστατικός
συστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστατική
συστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστατικός
συστατικής	adj	γενική ενικού του συστατική
συστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστατικός
συστατικού	adj	γενική ενικού του συστατικός
συστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συστατικός
συστατικό	noun	στοιχείο ενός συνόλου	adj	αιτιατική ενικού του συστατικός
συστατικός	adj	για κάτι που αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου συνόλου
συστατικών	adj	γενική πληθυντικού του συστατικός
συσταχωθήκαμε	=	συσταχώνομαι
συσταχωθήκαν	=	συσταχώνομαι
συσταχωθήκανε	=	συσταχώνομαι
συσταχωθήκατε	=	συσταχώνομαι
συσταχωθεί	=	συσταχώνομαι
συσταχωθείτε	=	συσταχώνομαι
συσταχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταχωμένο
συσταχωμένε	verb	κλητική ενικού του συσταχωμένος
συσταχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσταχωμένη
συσταχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσταχωμένος
συσταχωμένης	verb	γενική ενικού του συσταχωμένη
συσταχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσταχωμένος
συσταχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσταχωμένος
συσταχωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συσταχώνω: βιβλιοδετημένος μαζί
συσταχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσταχωμένος
συσταχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσταχωμένος
συσταχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσταχωμένος
συσταχωνόμασταν	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόμαστε	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόμουν	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόμουνα	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόντουσαν	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόσασταν	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόσαστε	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόσουν	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόσουνα	=	συσταχώνομαι
συσταχωνόταν	=	συσταχώνομαι
συσταχωνότανε	=	συσταχώνομαι
συσταχώθηκα	=	συσταχώνομαι
συσταχώθηκαν	=	συσταχώνομαι
συσταχώθηκε	=	συσταχώνομαι
συσταχώθηκες	=	συσταχώνομαι
συσταχώναμε	=	συσταχώνω
συσταχώναν	=	συσταχώνω
συσταχώνανε	=	συσταχώνω
συσταχώνατε	=	συσταχώνω
συσταχώνει	=	συσταχώνω
συσταχώνεις	=	συσταχώνω
συσταχώνεσαι	=	συσταχώνομαι
συσταχώνεστε	=	συσταχώνομαι
συσταχώνεται	=	συσταχώνομαι
συσταχώνετε	=	συσταχώνω
συσταχώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συσταχώνω
συσταχώνονται	=	συσταχώνομαι
συσταχώνονταν	=	συσταχώνομαι
συσταχώνοντας	=	συσταχώνω
συσταχώνου	=	συσταχώνομαι
συσταχώνουμε	=	συσταχώνω
συσταχώνουν	=	συσταχώνω
συσταχώνουνε	=	συσταχώνω
συσταχώνω	verb|dated	βιβλιοδετώ μαζί
συσταχώσαμε	=	συσταχώνω
συσταχώσαν	=	συσταχώνω
συσταχώσανε	=	συσταχώνω
συσταχώσατε	=	συσταχώνω
συσταχώσει	=	συσταχώνω
συσταχώσου	=	συσταχώνομαι
συσταχώστε	=	συσταχώνω
συστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλαν	=	συστέλλω
συστείλανε	=	συστέλλω
συστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστείλτε	=	συστέλλω
συστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλω
συστεγάζεσαι	=	συστεγάζομαι
συστεγάζεστε	=	συστεγάζομαι
συστεγάζεται	=	συστεγάζομαι
συστεγάζομαι	verb	βρίσκομαι κάτω από την ίδια στέγη με άλλους, στο ίδιο κτήριο
συστεγάζονται	=	συστεγάζομαι
συστεγάζονταν	=	συστεγάζομαι
συστεγάζου	=	συστεγάζομαι
συστεγάζω	verb|rare	ενεργητική φωνή τού συστεγάζομαι
συστεγάσεις	=	συστέγαση
συστεγάσεων	=	συστέγαση
συστεγάσου	=	συστεγάζομαι
συστεγάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαζόμασταν	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόμαστε	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστεγαζόμενο
συστεγαζόμενε	verb	κλητική ενικού του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστεγαζόμενη
συστεγαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμενης	verb	γενική ενικού του συστεγαζόμενη
συστεγαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συστεγαζόμενος
συστεγαζόμουν	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόμουνα	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόντουσαν	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόσασταν	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόσαστε	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόσουν	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόσουνα	=	συστεγάζομαι
συστεγαζόταν	=	συστεγάζομαι
συστεγαζότανε	=	συστεγάζομαι
συστεγασμέ	=	συστεγασμός
συστεγασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστεγασμένο
συστεγασμένε	verb	κλητική ενικού του συστεγασμένος
συστεγασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστεγασμένη
συστεγασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστεγασμένος
συστεγασμένης	verb	γενική ενικού του συστεγασμένη
συστεγασμένο	verb	αιτιατική ενικού του συστεγασμένος
συστεγασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστεγασμένος
συστεγασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συστεγασμένος
συστεγασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συστεγασμένος
συστεγασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συστεγασμένος
συστεγασμοί	=	συστεγασμός
συστεγασμού	=	συστεγασμός
συστεγασμούς	=	συστεγασμός
συστεγασμό	=	συστεγασμός
συστεγασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συστεγάζομαι
συστεγασμών	=	συστεγασμός
συστεγαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστήκαν	=	συστεγάζομαι
συστεγαστήκανε	=	συστεγάζομαι
συστεγαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστεγαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστεγάζομαι
συστελλόμασταν	=	συστέλλω
συστελλόμαστε	=	συστέλλω
συστελλόμουν	=	συστέλλω
συστελλόμουνα	=	συστέλλω
συστελλόντουσαν	=	συστέλλω
συστελλόσασταν	=	συστέλλω
συστελλόσαστε	=	συστέλλω
συστελλόσουν	=	συστέλλω
συστελλόσουνα	=	συστέλλω
συστελλόταν	=	συστέλλω
συστελλότανε	=	συστέλλω
συστηθήκαμε	=	συστήνομαι
συστηθήκαν	=	συστήνομαι
συστηθήκανε	=	συστήνομαι
συστηθήκατε	=	συστήνομαι
συστηθεί	=	συστήνομαι
συστηθείς	=	συστήνω
συστηθείτε	=	συστήνομαι
συστηθούμε	=	συστήνω
συστηθούν	=	συστήνω
συστηθούνε	=	συστήνω
συστηθώ	=	συστήνομαι
συστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σύστημα
συστημένα	=	συστημένος
συστημένε	=	συστημένος
συστημένες	=	συστημένος
συστημένη	=	συστημένος
συστημένης	=	συστημένος
συστημένο	=	συστημένος
συστημένοι	=	συστημένος
συστημένος	verb	που έχει συσταθεί ως φορέας κάποιας υπηρεσίας, μιας επιχείρησης ή για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού
συστημένου	=	συστημένος
συστημένους	=	συστημένος
συστημένων	=	συστημένος
συστηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστηματικό	adv	με συστηματικότητα
συστηματικέ	adj	κλητική ενικού του συστηματικός
συστηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστηματική
συστηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστηματικός
συστηματικής	adj	γενική ενικού του συστηματική
συστηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστηματικός
συστηματικοτήτων	=	συστηματικότητα
συστηματικού	adj	γενική ενικού του συστηματικός
συστηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συστηματικός
συστηματικό	adj	αιτιατική ενικού του συστηματικός
συστηματικός	adj	αυτός που έχει οργάνωση, τάξη, σύστημα, ο οργανωμένος και τακτικός που ενεργεί με σχεδιασμό και όχι αυθόρμητα, παρορμητικά ή τυχαία
συστηματικότης	noun	η συστηματικότητα
συστηματικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι συστηματικό(ς), η ιδιότητα του συστηματικού
συστηματικότητας	noun	γενική ενικού του συστηματικότητα
συστηματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστηματικότητα
συστηματικών	adj	γενική πληθυντικού του συστηματικός
συστηματικώς	adv|dated	συστηματικά
συστηματοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποίηση	noun	η ενέργεια του συστηματοποιώ
συστηματοποίησης	=	συστηματοποίηση
συστηματοποίησις	noun	η συστηματοποίηση
συστηματοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήσεις	=	συστηματοποίηση
συστηματοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήσεων	=	συστηματοποίηση
συστηματοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστηματοποιώ
συστηματοποιημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστηματοποιημένο
συστηματοποιημένε	adj	κλητική ενικού του συστηματοποιημένος
συστηματοποιημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστηματοποιημένη
συστηματοποιημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστηματοποιημένος
συστηματοποιημένης	adj	γενική ενικού του συστηματοποιημένη
συστηματοποιημένο	adj	αιτιατική ενικού του συστηματοποιημένος
συστηματοποιημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστηματοποιημένος
συστηματοποιημένος	verb	που έχει οργανωθεί με ένα ορισμένο κώδικα, σύστημα, αρχές, οργανωμένος, τακτοποιημένος
συστηματοποιημένου	verb	γενική ενικού του συστηματοποιημένος
συστηματοποιημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συστηματοποιημένος
συστηματοποιημένων	adj	γενική πληθυντικού του συστηματοποιημένος
συστηματοποιώ	verb	τακτοποιώ και οργανώνω κάτι με βάση ένα συγκεκριμένο σύστημα, με ειδική οργάνωση, τάξη ή κώδικα, ώστε να είναι πιο λειτουργικό
συστηματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συστηματοποιώ
συστημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστημικό
συστημικέ	adj	κλητική ενικού του συστημικός
συστημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστημική
συστημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστημικός
συστημικής	adj	γενική ενικού του συστημική
συστημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστημικός
συστημικού	adj	γενική ενικού του συστημικός
συστημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συστημικός
συστημικό	adj	αιτιατική ενικού του συστημικός
συστημικός	adj	που αναφέρεται και χαρακτηρίζει ένα ολόκληρο σύστημα ή δίκτυο συστημάτων που συνδέονται και αλληλεξαρτώνται, που οφείλεται στο σύστημα, απορρέει από αυτό
συστημικών	adj	γενική πληθυντικού του συστημικός
συστηνόμασταν	=	συστήνομαι
συστηνόμαστε	=	συστήνομαι
συστηνόμουν	=	συστήνομαι
συστηνόμουνα	=	συστήνομαι
συστηνόντουσαν	=	συστήνομαι
συστηνόσασταν	=	συστήνομαι
συστηνόσαστε	=	συστήνομαι
συστηνόσουν	=	συστήνομαι
συστηνόσουνα	=	συστήνομαι
συστηνόταν	=	συστήνομαι
συστηνότανε	=	συστήνομαι
συστοίχει	=	συστοιχώ
συστοίχησα	=	συστοιχώ
συστοίχησαν	=	συστοιχώ
συστοίχησε	=	συστοιχώ
συστοίχησες	=	συστοιχώ
συστοιχήσαμε	=	συστοιχώ
συστοιχήσαν	=	συστοιχώ
συστοιχήσανε	=	συστοιχώ
συστοιχήσατε	=	συστοιχώ
συστοιχήσει	=	συστοιχώ
συστοιχήστε	=	συστοιχώ
συστοιχία	noun	σύνολο ομοειδών αντικειμένων ή γεγονότων τοποθετημένα σε ορισμένη τάξη στο χώρο ή το χρόνο
συστοιχίας	noun	γενική ενικού του συστοιχία
συστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστοιχία
συστοιχεί	=	συστοιχώ
συστοιχείς	=	συστοιχώ
συστοιχείτε	=	συστοιχώ
συστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του συστοιχία
συστοιχούμε	=	συστοιχώ
συστοιχούν	=	συστοιχώ
συστοιχούνε	=	συστοιχώ
συστοιχούσα	=	συστοιχώ
συστοιχούσαμε	=	συστοιχώ
συστοιχούσαν	=	συστοιχώ
συστοιχούσανε	=	συστοιχώ
συστοιχούσατε	=	συστοιχώ
συστοιχούσε	=	συστοιχώ
συστοιχούσες	=	συστοιχώ
συστοιχώ	verb	είμαι σύστοιχος (με κάτι)
συστοιχώντας	=	συστοιχώ
συστολέα	=	συστολέας
συστολέας	noun	όργανο με το οποίο γίνεται συστολή
συστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστολή
συστολέων	=	συστολέας
συστολή	noun	η ρυθμική σύσπαση της καρδιάς, που έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του αίματος (που περιέχεται στις κοιλότητες της καρδιάς) προς τις αρτηρίες
συστολής	=	συστολή
συστολείς	=	συστολέας
συστολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συστολικός	adv	με συστολικό τρόπο, με συστολή
συστολικέ	adj	κλητική ενικού του συστολικός
συστολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστολική
συστολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λογικός
συστολικής	adj	γενική ενικού του συστολική
συστολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστολικός
συστολικού	adj	γενική ενικού του συστολικός
συστολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συστολικός
συστολικό	adj	αιτιατική ενικού του συστολικός
συστολικός	adj	που έχει σχέση με τη συστολή ή αναφέρεται σ' αυτή
συστολικών	adj	γενική πληθυντικού του συστολικός
συστολών	noun	γενική πληθυντικού του συστολή
συστράτευση	noun	συνεργασία ατόμων για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινών στόχων
συστράτευσης	=	συστράτευση
συστρέφαμε	=	συστρέφω
συστρέφαν	=	συστρέφω
συστρέφανε	=	συστρέφω
συστρέφατε	=	συστρέφω
συστρέφει	=	συστρέφω
συστρέφεις	=	συστρέφω
συστρέφετε	=	συστρέφω
συστρέφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συστρέφω
συστρέφοντας	=	συστρέφω
συστρέφουμε	=	συστρέφω
συστρέφουν	=	συστρέφω
συστρέφουνε	=	συστρέφω
συστρέφω	verb	στρέφω κάτι γύρω από έναν άξονα
συστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψαν	=	συστρέφω
συστρέψανε	=	συστρέφω
συστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστρέφω
συστραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστραμμένο
συστραμμένε	verb	κλητική ενικού του συστραμμένος
συστραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συστραμμένη
συστραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συστραμμένος
συστραμμένης	verb	γενική ενικού του συστραμμένη
συστραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του συστραμμένος
συστραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συστραμμένος
συστραμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συστρέφω
συστραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συστραμμένος
συστραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συστραμμένος
συστραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συστραμμένος
συστρατευμένος	=	συστρατεύομαι
συστρατευτήκαμε	=	συστρατεύομαι
συστρατευτήκαν	=	συστρατεύομαι
συστρατευτήκανε	=	συστρατεύομαι
συστρατευτήκατε	=	συστρατεύομαι
συστρατευτεί	=	συστρατεύομαι
συστρατευτείτε	=	συστρατεύομαι
συστρατευόμασταν	=	συστρατεύομαι
συστρατευόμαστε	=	συστρατεύομαι
συστρατευόμουν	=	συστρατεύομαι
συστρατευόμουνα	=	συστρατεύομαι
συστρατευόντουσαν	=	συστρατεύομαι
συστρατευόσασταν	=	συστρατεύομαι
συστρατευόσαστε	=	συστρατεύομαι
συστρατευόσουν	=	συστρατεύομαι
συστρατευόσουνα	=	συστρατεύομαι
συστρατευόταν	=	συστρατεύομαι
συστρατευότανε	=	συστρατεύομαι
συστρατεύεσαι	=	συστρατεύομαι
συστρατεύεστε	=	συστρατεύομαι
συστρατεύεται	=	συστρατεύομαι
συστρατεύομαι	verb	ενώνω τις δυνάμεις μου, συμπαρατάσσομαι με κάποιον σε κάποιον αγώνα πολεμικό, πολιτικό, κοινωνικό, εκλογικό κλπ
συστρατεύονται	=	συστρατεύομαι
συστρατεύονταν	=	συστρατεύομαι
συστρατεύου	=	συστρατεύομαι
συστρατεύσεις	=	συστράτευση
συστρατεύσεων	=	συστράτευση
συστρατεύσου	=	συστρατεύομαι
συστρατεύτηκα	=	συστρατεύομαι
συστρατεύτηκαν	=	συστρατεύομαι
συστρατεύτηκε	=	συστρατεύομαι
συστρατεύτηκες	=	συστρατεύομαι
συστρατιωτών	=	συστρατιώτης
συστρατιώτες	=	συστρατιώτης
συστρατιώτη	=	συστρατιώτης
συστρατιώτης	noun	συνάδελφος στρατιώτης
συστροφές	=	συστροφή
συστροφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συστρέφω
συστροφής	=	συστροφή
συστροφών	=	συστροφή
συσφίγγεσαι	=	συσφίγγω
συσφίγγεστε	=	συσφίγγω
συσφίγγεται	=	συσφίγγω
συσφίγγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος συσφίγγω
συσφίγγονται	=	συσφίγγω
συσφίγγονταν	=	συσφίγγω
συσφίγγω	verb	σφίγγω και συνδέω γερά δυο πράγματα
συσφίγξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύσφιγξη
συσφίγξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύσφιγξη
συσφίγξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύσφιγξη
συσφίγξου	=	συσφίγγω
συσφίγχτηκα	=	συσφίγγω
συσφίγχτηκαν	=	συσφίγγω
συσφίγχτηκε	=	συσφίγγω
συσφίγχτηκες	=	συσφίγγω
συσφίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύσφιξη
συσφίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξεων	noun	γενική πληθυντικού του σύσφιξη
συσφίξεως	noun|formal	γενική ενικού του σύσφιξη
συσφίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
συσφίχθηκα	=	συσφίγγω
συσφίχτηκα	=	συσφίγγομαι
συσφαίρωμα	noun|formal	μετατροπή σε σφαιροειδή μάζα, σε σφαίρα
συσφαιρωμάτων	=	συσφαίρωμα
συσφαιρώματα	=	συσφαίρωμα
συσφαιρώματος	=	συσφαίρωμα
συσφιγγμένος	=	συσφίγγω
συσφιγγόμασταν	=	συσφίγγω
συσφιγγόμαστε	=	συσφίγγω
συσφιγγόμουν	=	συσφίγγω
συσφιγγόμουνα	=	συσφίγγω
συσφιγγόντουσαν	=	συσφίγγω
συσφιγγόσασταν	=	συσφίγγω
συσφιγγόσαστε	=	συσφίγγω
συσφιγγόσουν	=	συσφίγγω
συσφιγγόσουνα	=	συσφίγγω
συσφιγγόταν	=	συσφίγγω
συσφιγγότανε	=	συσφίγγω
συσφιγκτήρα	noun	άλλη μορφή του συσφικτήρας
συσφιγκτήρας	noun	άλλη μορφή του συσφικτήρας
συσφιγκτήρες	=	συσφιγκτήρας
συσφιγκτήρων	=	συσφιγκτήρας
συσφιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσφιγμένο
συσφιγμένε	verb	κλητική ενικού του συσφιγμένος
συσφιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσφιγμένη
συσφιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσφιγμένος
συσφιγμένης	verb	γενική ενικού του συσφιγμένη
συσφιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσφιγμένος
συσφιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσφιγμένος
συσφιγμένος	=	συσφίγγω
συσφιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσφιγμένος
συσφιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσφιγμένος
συσφιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσφιγμένος
συσφιγχτήκαμε	=	συσφίγγω
συσφιγχτήκαν	=	συσφίγγω
συσφιγχτήκανε	=	συσφίγγω
συσφιγχτήκατε	=	συσφίγγω
συσφιγχτεί	=	συσφίγγω
συσφιγχτείτε	=	συσφίγγω
συσφικτήρα	noun	άλλη μορφή του συσφικτήρας
συσφικτήρας	noun	αυτό που χρησιμοποιούμε για να συσφίξουμε δύο πράγματα ή αντικείμενα
συσφικτήρες	=	συσφικτήρας
συσφικτήρων	=	συσφικτήρας
συσχέτιζα	=	συσχετίζω
συσχέτιζαν	=	συσχετίζω
συσχέτιζε	=	συσχετίζω
συσχέτιζες	=	συσχετίζω
συσχέτισα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχέτιση	noun	η ενέργεια του συσχετίζω, ο προσδιορισμός της σχέσης που συνδέει δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα
συσχέτισης	noun	γενική ενικού του συσχέτιση
συσχετίζαμε	=	συσχετίζω
συσχετίζαν	=	συσχετίζω
συσχετίζανε	=	συσχετίζω
συσχετίζατε	=	συσχετίζω
συσχετίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συσχετίζω
συσχετίζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του συσχετίζω
συσχετίζεσαι	=	συσχετίζω
συσχετίζεστε	=	συσχετίζω
συσχετίζεται	=	συσχετίζω
συσχετίζετε	=	συσχετίζω
συσχετίζομαι	verb	θεωρούμαι από κάποιον ότι συνδέομαι με κάτι άλλο μέσω κάποιας σχέσης.
συσχετίζομε	=	συσχετίζω
συσχετίζονται	=	συσχετίζω
συσχετίζονταν	=	συσχετίζω
συσχετίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συσχετίζω
συσχετίζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του συσχετίζω
συσχετίζουν	=	συσχετίζω
συσχετίζουνε	=	συσχετίζω
συσχετίζω	verb	υποθέτω ή δείχνω ή φανερώνω την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ δύο στοιχείων
συσχετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίσαν	=	συσχετίζω
συσχετίσανε	=	συσχετίζω
συσχετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχέτιση
συσχετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίσεων	noun	γενική πληθυντικού του συσχέτιση
συσχετίσεως	noun|formal	γενική ενικού του συσχέτιση
συσχετίσθηκα	=	συσχετίζω
συσχετίσομε	=	συσχετίζω
συσχετίσου	=	συσχετίζω
συσχετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίσουνε	=	συσχετίζω
συσχετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετίστηκα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζω
συσχετιζόμασταν	=	συσχετίζω
συσχετιζόμαστε	=	συσχετίζω
συσχετιζόμενα	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενε	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενες	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενη	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενης	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενο	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενοι	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενος	verb	ο σχετικός με κάποιον ή κάτι
συσχετιζόμενου	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενους	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμενων	=	συσχετιζόμενος
συσχετιζόμουν	=	συσχετίζω
συσχετιζόμουνα	=	συσχετίζω
συσχετιζόντουσαν	=	συσχετίζω
συσχετιζόσασταν	=	συσχετίζω
συσχετιζόσαστε	=	συσχετίζω
συσχετιζόσουν	=	συσχετίζω
συσχετιζόσουνα	=	συσχετίζω
συσχετιζόταν	=	συσχετίζω
συσχετιζότανε	=	συσχετίζω
συσχετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχετικό
συσχετικέ	adj	κλητική ενικού του συσχετικός
συσχετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχετική
συσχετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσχετικός
συσχετικής	adj	γενική ενικού του συσχετική
συσχετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσχετικός
συσχετικού	adj	γενική ενικού του συσχετικός
συσχετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσχετικός
συσχετικό	adj	αιτιατική ενικού του συσχετικός
συσχετικός	adj	που είναι σε αμοιβαία σχέση με κάτι άλλο
συσχετικών	adj	γενική πληθυντικού του συσχετικός
συσχετισμέ	noun	κλητική ενικού του συσχετισμός
συσχετισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχετισμένο
συσχετισμένε	verb	κλητική ενικού του συσχετισμένος
συσχετισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχετισμένη
συσχετισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσχετισμένος
συσχετισμένης	verb	γενική ενικού του συσχετισμένη
συσχετισμένο	verb	αιτιατική ενικού του συσχετισμένος
συσχετισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσχετισμένος
συσχετισμένος	verb	που έχει συσχετιστεί με κάτι άλλο
συσχετισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συσχετισμένος
συσχετισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συσχετισμένος
συσχετισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συσχετισμένος
συσχετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσχετισμός
συσχετισμού	noun	γενική ενικού του συσχετισμός
συσχετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του συσχετισμός
συσχετισμό	noun	αιτιατική ενικού του συσχετισμός
συσχετισμός	noun	ο καθορισμός της σχέσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων
συσχετισμών	noun	γενική πληθυντικού του συσχετισμός
συσχετιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστήκαν	=	συσχετίζω
συσχετιστήκανε	=	συσχετίζω
συσχετιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχετιστικό
συσχετιστικέ	adj	κλητική ενικού του συσχετιστικός
συσχετιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συσχετιστική
συσχετιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συσχετιστικός
συσχετιστικής	adj	γενική ενικού του συσχετιστική
συσχετιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συσχετιστικός
συσχετιστικού	adj	γενική ενικού του συσχετιστικός
συσχετιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συσχετιστικός
συσχετιστικό	adj	αιτιατική ενικού του συσχετιστικός
συσχετιστικός	adj	που έχει σχέση με συσχέτιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
συσχετιστικών	adj	γενική πληθυντικού του συσχετιστικός
συσχετιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συσχετιστούνε	=	συσχετίζω
συσχετιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσχετίζομαι
συφέρει	verb|vulgar	άλλη μορφή του συμφέρει
συφέρο	noun|dated	άλλη μορφή του συμφέρον
συφέρου	=	συφέρο
συφίλιαζα	=	συφιλιάζω
συφίλιαζαν	=	συφιλιάζω
συφίλιαζε	=	συφιλιάζω
συφίλιαζες	=	συφιλιάζω
συφίλιασα	=	συφιλιάζω
συφίλιασαν	=	συφιλιάζω
συφίλιασε	=	συφιλιάζω
συφίλιασες	=	συφιλιάζω
συφίλιζα	=	συφιλίζω
συφίλιζαν	=	συφιλίζω
συφίλιζε	=	συφιλίζω
συφίλιζες	=	συφιλίζω
συφίλισα	=	συφιλίζω
συφίλισαν	=	συφιλίζω
συφίλισε	=	συφιλίζω
συφίλισες	=	συφιλίζω
συφερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συφερτικό
συφερτικέ	adj	κλητική ενικού του συφερτικός
συφερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συφερτική
συφερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συφερτικός
συφερτικής	adj	γενική ενικού του συφερτική
συφερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συφερτικός
συφερτικού	adj	γενική ενικού του συφερτικός
συφερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συφερτικός
συφερτικό	adj	αιτιατική ενικού του συφερτικός
συφερτικός	adj|dated	άλλη μορφή του συμφερτικός
συφερτικών	adj	γενική πληθυντικού του συφερτικός
συφιλίζαμε	=	συφιλίζω
συφιλίζαν	=	συφιλίζω
συφιλίζανε	=	συφιλίζω
συφιλίζατε	=	συφιλίζω
συφιλίζει	=	συφιλίζω
συφιλίζεις	=	συφιλίζω
συφιλίζετε	=	συφιλίζω
συφιλίζοντας	=	συφιλίζω
συφιλίζουμε	=	συφιλίζω
συφιλίζουν	=	συφιλίζω
συφιλίζουνε	=	συφιλίζω
συφιλίζω	verb|dated	εφαρμόζω πειραματικό εμβολιασμό για τη σύφιλη
συφιλίσαμε	=	συφιλίζω
συφιλίσαν	=	συφιλίζω
συφιλίσανε	=	συφιλίζω
συφιλίσατε	=	συφιλίζω
συφιλίσει	=	συφιλίζω
συφιλίστε	=	συφιλίζω
συφιλιάζαμε	=	συφιλιάζω
συφιλιάζαν	=	συφιλιάζω
συφιλιάζανε	=	συφιλιάζω
συφιλιάζατε	=	συφιλιάζω
συφιλιάζει	=	συφιλιάζω
συφιλιάζεις	=	συφιλιάζω
συφιλιάζετε	=	συφιλιάζω
συφιλιάζομαι	=	συφιλιάζω
συφιλιάζοντας	=	συφιλιάζω
συφιλιάζουμε	=	συφιλιάζω
συφιλιάζουν	=	συφιλιάζω
συφιλιάζουνε	=	συφιλιάζω
συφιλιάζω	verb	δυσανασχετώ, εκνευρίζομαι, σκάω απ' το κακό μου
συφιλιάρα	noun	η γυναίκα που έχει προσβληθεί από σύφιλη, το σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα
συφιλιάρας	noun	γενική ενικού του συφιλιάρα
συφιλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συφιλιάρα
συφιλιάσαμε	=	συφιλιάζω
συφιλιάσαν	=	συφιλιάζω
συφιλιάσανε	=	συφιλιάζω
συφιλιάσατε	=	συφιλιάζω
συφιλιάσει	=	συφιλιάζω
συφιλιάστε	=	συφιλιάζω
συφιλιασμένος	=	συφιλιάζω
συφιλιδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συφιλιδικό
συφιλιδικέ	adj	κλητική ενικού του συφιλιδικός
συφιλιδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συφιλιδική
συφιλιδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συφιλιδικός
συφιλιδικής	adj	γενική ενικού του συφιλιδική
συφιλιδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συφιλιδικός
συφιλιδικού	adj	γενική ενικού του συφιλιδικός
συφιλιδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συφιλιδικός
συφιλιδικό	adj	αιτιατική ενικού του συφιλιδικός
συφιλιδικός	adj	που έχει σχέση με τη σύφιλη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
συφιλιδικών	adj	γενική πληθυντικού του συφιλιδικός
συφιλισμέ	=	συφιλισμός
συφιλισμοί	=	συφιλισμός
συφιλισμού	=	συφιλισμός
συφιλισμούς	=	συφιλισμός
συφιλισμό	=	συφιλισμός
συφιλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συφιλίζω
συφιλισμών	=	συφιλισμός
συφορά	noun	άλλη γραφή του συμφορά
συφοράς	noun	γενική ενικού του συφορά
συφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συφορά
συφοριασμένα	=	συφοριασμένος
συφοριασμένε	=	συφοριασμένος
συφοριασμένες	=	συφοριασμένος
συφοριασμένη	=	συφοριασμένος
συφοριασμένης	=	συφοριασμένος
συφοριασμένο	=	συφοριασμένος
συφοριασμένοι	=	συφοριασμένος
συφοριασμένος	verb	που έχει δεχτεί συμφορές στη ζωή του, δυστυχισμένος
συφοριασμένου	=	συφοριασμένος
συφοριασμένους	=	συφοριασμένος
συφοριασμένων	=	συφοριασμένος
συφορών	=	συφορά
συχαρίκι	noun|dated	χαρμόσυνη είδηση, συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό: συχαρίκια / συγχαρίκια
συχαρίκια	noun	άλλη μορφή του συγχαρίκια
συχαρικιού	=	συχαρίκι
συχαρικιών	=	συχαρίκι
συχνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνό	adv	με μεγάλη συχνότητα· πολλές φορές
συχνάζαμε	=	συχνάζω
συχνάζαν	=	συχνάζω
συχνάζανε	=	συχνάζω
συχνάζατε	=	συχνάζω
συχνάζει	=	συχνάζω
συχνάζεις	=	συχνάζω
συχνάζετε	=	συχνάζω
συχνάζοντας	=	συχνάζω
συχνάζουμε	=	συχνάζω
συχνάζουν	=	συχνάζω
συχνάζουνε	=	συχνάζω
συχνάζω	verb	πάω κάπου συχνά
συχνάκις	adv|formal	συχνά
συχνάσαμε	=	συχνάζω
συχνάσαν	=	συχνάζω
συχνάσανε	=	συχνάζω
συχνάσατε	=	συχνάζω
συχνάσει	=	συχνάζω
συχνάστε	=	συχνάζω
συχνέ	adj	κλητική ενικού του συχνός
συχνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνή
συχνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συχνός
συχνής	adj	γενική ενικού του συχνή
συχνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συχνός
συχνοβλέπω	verb	βλέπω συχνά
συχνονευριασμένος	verb|rare	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συχνονευριάζω
συχνοουρία	noun	άλλη μορφή του συχνουρία
συχνοουρίας	noun	γενική ενικού του συχνοουρία
συχνοουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνοουρία
συχνοουριών	noun	γενική πληθυντικού του συχνοουρία
συχνορωτάω	verb	υπαβάλλω ερωτήσεις για ένα ή πολλά θέματα που με ενδιαφέρουν επανειλημμένως
συχνοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του συχνότητα
συχνοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνοτικό
συχνοτικέ	adj	κλητική ενικού του συχνοτικός
συχνοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνοτική
συχνοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συχνοτικός
συχνοτικής	adj	γενική ενικού του συχνοτική
συχνοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συχνοτικός
συχνοτικού	adj	γενική ενικού του συχνοτικός
συχνοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συχνοτικός
συχνοτικό	adj	αιτιατική ενικού του συχνοτικός
συχνοτικός	adj	που έχει σχέση με τις συχνότητες ή αναφέρεται σ’ αυτές
συχνοτικών	adj	γενική πληθυντικού του συχνοτικός
συχνοτισμέ	=	συχνοτισμός
συχνοτισμοί	=	συχνοτισμός
συχνοτισμού	=	συχνοτισμός
συχνοτισμούς	=	συχνοτισμός
συχνοτισμό	=	συχνοτισμός
συχνοτισμός	noun	η ερμηνεία της πιθανότητας ως το ποσοστό εμφάνισης ενός γεγονότος σε αμέτρητες επαναλήψεις ενός πειράματος, κάτω από τις ίδιες συνθήκες
συχνοτισμών	=	συχνοτισμός
συχνουρία	noun	η ούρηση σε συχνά χρονικά διαστήματα
συχνουρίας	noun	γενική ενικού του συχνουρία
συχνουρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνουρία
συχνουριών	noun	γενική πληθυντικού του συχνουρία
συχνού	adj	γενική ενικού του συχνός
συχνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συχνός
συχνό	adj	αιτιατική ενικού του συχνός
συχνός	adj	που συνήθως συμβαίνει ή εμφανίζεται πολλές φορές μέσα σε ένα χρονικό διάστημα
συχνότατα	=	συχνός
συχνότατε	=	συχνός
συχνότατες	=	συχνός
συχνότατη	=	συχνός
συχνότατης	=	συχνός
συχνότατο	=	συχνός
συχνότατοι	=	συχνός
συχνότατος	=	συχνός
συχνότατου	=	συχνός
συχνότατους	=	συχνός
συχνότατων	=	συχνός
συχνότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνότερο, ουδέτερο του συχνότερος	adv	συγκριτικός βαθμός του συχνά για κάτι που γίνεται όλο και πιο συχνά ή πάντως πιο συχνά από κάτι άλλο
συχνότερε	adj	κλητική ενικού του συχνότερος
συχνότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνότερη
συχνότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συχνότερος
συχνότερης	adj	γενική ενικού του συχνότερη
συχνότερο	adj	αιτιατική ενικού του συχνότερος
συχνότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συχνότερος
συχνότερος	adj	που είναι πιο συχνός από κάποιον ή κάτι άλλο
συχνότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συχνότερος
συχνότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του συχνότερος
συχνότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συχνότερος
συχνότητα	noun	ο αριθμός των εμφανίσεων ενός γεγονότος σε ένα χρονικό διάστημα
συχνότητας	noun	γενική ενικού του συχνότητα
συχνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχνότητα
συχνών	adj	γενική πληθυντικού του συχνός
συχωρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσεων	=	συχώρεση
συχωρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχωρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχωρεμένο
συχωρεμένε	verb	κλητική ενικού του συχωρεμένος
συχωρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχωρεμένη
συχωρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συχωρεμένος
συχωρεμένης	verb	γενική ενικού του συχωρεμένη
συχωρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του συχωρεμένος
συχωρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συχωρεμένος
συχωρεμένος	verb	που έχει συγχωρηθεί
συχωρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του συχωρεμένος
συχωρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του συχωρεμένος
συχωρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συχωρεμένος
συχωριανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συχωριανός
συχωριανέ	adj	κλητική ενικού του συχωριανός
συχωριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχωριανή
συχωριανή	noun	αυτή που μένει στο ίδιο χωριό ή κατάγεται από αυτό
συχωριανής	adj	γενική ενικού του συχωριανή
συχωριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του συχωριανός
συχωριανού	adj	γενική ενικού του συχωριανός
συχωριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του συχωριανός
συχωριανό	adj	αιτιατική ενικού του συχωριανός
συχωριανός	noun	αυτός που μένει ή κατάγεται από το ίδιο χωριό
συχωριανών	adj	γενική πληθυντικού του συχωριανός
συχωρνώ	verb	άλλη μορφή του συγχωρώ
συχωρνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συχωρνάω / (συχωρνώ)
συχωρώ	verb	πιο απλή και εύκολη εκφορά του συγχωρώ, συνηθισμένη κυρίως στον προφορικό και σπάνια στο γραπτό λόγο, σε φράσεις όπως
συχύζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του συγχύζω
συχώρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχώρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχώρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχώρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συχωρώ
συχώρεση	noun|vulgar	άλλη μορφή του συγχώρηση
συχώρεσης	=	συχώρεση
συχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συχώριο
συχώριο	noun	η συγχώρεση
συχώριου	noun	γενική ενικού του συχώριο
συχώριων	noun	γενική πληθυντικού του συχώριο
σφάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάγιο
σφάγιο	noun	ζώο σφαγμένο για το κρέας του
σφάγιου	=	σφάγιο
σφάγνα	=	σφάγνο
σφάγνο	noun	είδος βρύου (Sphagnum) που χρησιμοποιείται συχνά ως ένα από τα βασικά υποστρώματα καλλιέργειας της ορχιδέας
σφάγνου	=	σφάγνο
σφάγνων	=	σφάγνο
σφάδαζα	=	σφαδάζω
σφάδαζαν	=	σφαδάζω
σφάδαζε	=	σφαδάζω
σφάδαζες	=	σφαδάζω
σφάδαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφάδαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφάδαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφάδαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφάδασα	=	σφαδάζω
σφάδασαν	=	σφαδάζω
σφάδασε	=	σφαδάζω
σφάδασες	=	σφαδάζω
σφάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σφάζω
σφάζω	verb	σκοτώνω άνθρωπο ή ζώο συνήθως χρησιμοποιώντας μαχαίρι
σφάκα	noun	η κοινή ονομασία για το φυτό ελελίφασκος
σφάκας	=	σφάκα
σφάκελα	=	σφάκελο
σφάκελο	noun|dated	άλλη μορφή του φάσκελο
σφάκελου	=	σφάκελο
σφάκελων	=	σφάκελο
σφάκες	=	σφάκα
σφάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλαν	=	σφάλλω
σφάλανε	=	σφάλλω
σφάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλιζα	=	σφαλίζω
σφάλιζαν	=	σφαλίζω
σφάλιζε	=	σφαλίζω
σφάλιζες	=	σφαλίζω
σφάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφάλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφαλίζω
σφάλλαμε	=	σφάλλω
σφάλλαν	=	σφάλλω
σφάλλανε	=	σφάλλω
σφάλλατε	=	σφάλλω
σφάλλε	=	σφάλλω
σφάλλει	=	σφάλλω
σφάλλεις	=	σφάλλω
σφάλλετε	=	σφάλλω
σφάλλοντας	=	σφάλλω
σφάλλουμε	=	σφάλλω
σφάλλουν	=	σφάλλω
σφάλλουνε	=	σφάλλω
σφάλλω	verb	κάνω λάθος ή αποκτώ λανθασμένη γνώμη
σφάλμα	noun	καθετί εσφαλμένο, που δε γίνεται σωστά
σφάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάλμα
σφάλματος	noun	γενική ενικού του σφάλμα
σφάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
σφάντζικα	noun	άλλη μορφή του σφάντζικο
σφάντζικας	=	σφάντζικα
σφάντζικες	=	σφάντζικα
σφάντζικο	noun	εικοσάρι, αυστριακό νόμισμα των 20 που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επί Καποδίστρια προς 95 χρυσά λεπτά
σφάντζικου	noun	γενική ενικού του σφάντζικο
σφάντζικων	noun	γενική πληθυντικού του σφάντζικο
σφάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξιμο	noun	η ενέργεια του σφάζω, η σφαγή
σφάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάζω
σφάχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάχτης
σφάχτη	=	σφάχτης
σφάχτηκα	=	σφάζομαι
σφάχτης	noun	ο σφαγέας, το άτομο που σφάζει ζώα σε σφαγείο
σφέλα	noun	ελληνικό λευκό τυρί άλμης Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης από τους νομούς Μεσσηνίας και Λακωνίας
σφέλας	=	σφέλα
σφέλες	=	σφέλα
σφέλτσα	noun	ερωμένη, αγαπητικιά
σφέλτσας	=	σφέλτσα
σφέλτσες	=	σφέλτσα
σφένδαμε	=	σφένδαμος
σφένδαμνος	=	σφενδάμι
σφένδαμο	=	σφένδαμος
σφένδαμοι	=	σφένδαμος
σφένδαμος	noun	είδος άγριου δένδρου
σφένδαμου	=	σφένδαμος
σφένδαμους	=	σφένδαμος
σφέντονισμα	=	σφεντόνισμα
σφέντονισμαν	=	σφεντόνισμα
σφέντονισμε	=	σφεντόνισμα
σφέντονισμες	=	σφεντόνισμα
σφέντονισσα	=	σφεντόνισμα
σφέντονισσαν	=	σφεντόνισμα
σφέντονισσε	=	σφεντόνισμα
σφέντονισσες	=	σφεντόνισμα
σφήγκα	noun	άλλη μορφή του σφήκα
σφήγκας	noun	γενική ενικού του σφήγκα
σφήγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφήγκα
σφήκα	noun	είδος εντόμου της τάξης Υμενόπτερα (λατινικά: Hymenoptera) με φαρμακερό κεντρί και με κίτρινες και μαύρες ρίγες
σφήκας	=	σφήκα
σφήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφήκα
σφήνα	noun	το εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα
σφήνας	noun	γενική ενικού του σφήνα
σφήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφήνα
σφήνωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφηνώνω
σφήνωνα	=	σφηνώνω
σφήνωναν	=	σφηνώνω
σφήνωνε	=	σφηνώνω
σφήνωνες	=	σφηνώνω
σφήνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφήνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφήνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφήνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφήνωση	noun	στερέωση με την χρήση σφήνας
σφήνωσης	=	σφήνωση
σφίγγα	noun|figurative	άνθρωπος που δεν εκφράζει καθαρά τις απόψεις του
σφίγγαμε	=	σφίγγω
σφίγγαν	=	σφίγγω
σφίγγανε	=	σφίγγω
σφίγγας	noun	γενική ενικού του σφίγγα
σφίγγατε	=	σφίγγω
σφίγγε	=	σφίγγω
σφίγγει	=	σφίγγω
σφίγγεις	=	σφίγγω
σφίγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφίγγα
σφίγγετε	=	σφίγγω
σφίγγομαι	=	σφίγγω
σφίγγοντας	=	σφίγγω
σφίγγουμε	=	σφίγγω
σφίγγουν	=	σφίγγω
σφίγγουνε	=	σφίγγω
σφίγγω	verb	πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
σφίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξαν	=	σφίγγω
σφίξανε	=	σφίγγω
σφίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξεις	=	σφίξη
σφίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξεων	=	σφίξη
σφίξη	noun|figurative	άλλη μορφή του σφίξιμο
σφίξης	=	σφίξη
σφίξιμο	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφίγγω
σφίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφίγγω
σφίχτερ	noun	που έχει πολλούς μύωνες / που επιδεικνύει τους μύωνές του/της σφίγγοντάς τους
σφίχτες	=	σφίχτης
σφίχτη	=	σφίχτης
σφίχτηκα	=	σφίγγω
σφίχτης	noun	γυμνασμένος, που σφίγγει τους μυς του για να τους επιδεικνύει
σφαίρα	noun	το γεωμετρικό στερεό στο οποίο όλα τα σημεία της επιφάνειας ισαπέχουν από το κέντρο του
σφαίρας	noun	γενική ενικού του σφαίρα
σφαίρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαίρα
σφαίριση	noun	το μπιλιάρδο
σφαίρισης	noun	γενική ενικού του σφαίριση
σφαίρωμα	noun	καθετί με στρογγυλό, σφαιρικό σχήμα
σφαγάδι	noun	άλλη μορφή του σφάγιο / σφαχτάρι
σφαγάδια	=	σφαγάδι
σφαγάρι	noun	άλλη μορφή του σφαχτάρι / σφάγιο
σφαγάρια	=	σφαγάρι
σφαγέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σφαγέας
σφαγέας	noun	που ασχολείται επαγγελματικά με τη σφαγή ζώων ή γενικότερα δουλεύει σε σφαγείο
σφαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγή
σφαγέων	=	σφαγέας
σφαγέως	=	σφαγέας
σφαγή	noun	η ενέργεια του ρήματος σφάζω, η θανάτωση ζώου συνήθως ή και ανθρώπου με μαχαίρι
σφαγής	=	σφαγή
σφαγίαζα	=	σφαγιάζω
σφαγίαζαν	=	σφαγιάζω
σφαγίαζε	=	σφαγιάζω
σφαγίαζες	=	σφαγιάζω
σφαγίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγίου	noun	γενική ενικού του σφάγιο
σφαγίτιδα	noun	οι μεγάλες φλέβες που μεταφέρουν το αίμα από το κεφάλι προς την καρδιά μέσω του τραχήλου, ενωνόμενες με την υποκλείδια φλέβα
σφαγίτιδας	=	σφαγίτιδα
σφαγίτιδες	=	σφαγίτιδα
σφαγίτιδων	=	σφαγίτιδα
σφαγίων	noun	γενική πληθυντικού του σφάγιο
σφαγαδιού	=	σφαγάδι
σφαγαδιών	=	σφαγάδι
σφαγαριού	=	σφαγάρι
σφαγαριών	=	σφαγάρι
σφαγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγείο
σφαγείο	noun	χώρος όπου σφάζονται τα ζώα
σφαγείου	noun	γενική ενικού του σφαγείο
σφαγείς	=	σφαγέας
σφαγείων	noun	γενική πληθυντικού του σφαγείο
σφαγιάζαμε	=	σφαγιάζω
σφαγιάζαν	=	σφαγιάζω
σφαγιάζανε	=	σφαγιάζω
σφαγιάζατε	=	σφαγιάζω
σφαγιάζει	=	σφαγιάζω
σφαγιάζεις	=	σφαγιάζω
σφαγιάζεσαι	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάζεστε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάζεται	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάζετε	=	σφαγιάζω
σφαγιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάζονται	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάζονταν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάζοντας	=	σφαγιάζω
σφαγιάζου	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάζουμε	=	σφαγιάζω
σφαγιάζουν	=	σφαγιάζω
σφαγιάζουνε	=	σφαγιάζω
σφαγιάζω	verb|formal	άλλη μορφή του σφάζω
σφαγιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάσαν	=	σφαγιάζω
σφαγιάσανε	=	σφαγιάζω
σφαγιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάσου	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάστηκα	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάστηκαν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάστηκε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάστηκες	=	σφαγιάζομαι
σφαγιάστρια	noun|figurative	κάποια που σφαγιάζει
σφαγιάστριας	=	σφαγιάστρια
σφαγιάστριες	=	σφαγιάστρια
σφαγιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιάτικα	noun|dated	η αμοιβή για τις υπηρεσίες ενός σφαγέα
σφαγιάτικο	=	σφαγιάτικα
σφαγιάτικου	=	σφαγιάτικα
σφαγιαζόμασταν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόμαστε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόμουν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόμουνα	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόντουσαν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόσασταν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόσαστε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόσουν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόσουνα	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζόταν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαζότανε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιασθέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σφαγιασθείς
σφαγιασθέντα	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθέντες	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθέντος	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθέντων	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθείς	verb	μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιασθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαγιασθείς
σφαγιασθείσας	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθείσες	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθείσης	=	σφαγιασθείς
σφαγιασθεισών	=	σφαγιασθείς
σφαγιασμέ	noun	κλητική ενικού του σφαγιασμός
σφαγιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγιασμένο
σφαγιασμένε	verb	κλητική ενικού του σφαγιασμένος
σφαγιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγιασμένη
σφαγιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαγιασμένος
σφαγιασμένης	verb	γενική ενικού του σφαγιασμένη
σφαγιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφαγιασμένος
σφαγιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαγιασμένος
σφαγιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σφαγιάζω
σφαγιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφαγιασμένος
σφαγιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφαγιασμένος
σφαγιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφαγιασμένος
σφαγιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαγιασμός
σφαγιασμού	noun	γενική ενικού του σφαγιασμός
σφαγιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφαγιασμός
σφαγιασμό	noun	αιτιατική ενικού του σφαγιασμός
σφαγιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφαγιάζω
σφαγιασμών	noun	γενική πληθυντικού του σφαγιασμός
σφαγιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγιαστής
σφαγιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σφαγιαστής
σφαγιαστήκαμε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαστήκαν	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαστήκανε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαστήκατε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαστήρια	=	σφαγιαστήριο
σφαγιαστήριο	noun|formal	άλλη μορφή του σφαγείο
σφαγιαστήριου	=	σφαγιαστήριο
σφαγιαστήριων	=	σφαγιαστήριο
σφαγιαστής	noun|figurative	κάποιος που σφαγιάζει
σφαγιαστεί	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαστείτε	=	σφαγιάζομαι
σφαγιαστηρίου	=	σφαγιαστήριο
σφαγιαστηρίων	=	σφαγιαστήριο
σφαγιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγιαστικό
σφαγιαστικέ	adj	κλητική ενικού του σφαγιαστικός
σφαγιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγιαστική
σφαγιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαγιαστικός
σφαγιαστικής	adj	γενική ενικού του σφαγιαστική
σφαγιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαγιαστικός
σφαγιαστικού	adj	γενική ενικού του σφαγιαστικός
σφαγιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφαγιαστικός
σφαγιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σφαγιαστικός
σφαγιαστικός	adj	που έχει σχέση με σφαγιασμό ή σφαγιαστή αναφέρεται σ’ αυτά
σφαγιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σφαγιαστικός
σφαγιαστριών	=	σφαγιάστρια
σφαγιαστών	noun	γενική πληθυντικού του σφαγιαστής
σφαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγμένο
σφαγμένε	verb	κλητική ενικού του σφαγμένος
σφαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαγμένη
σφαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαγμένος
σφαγμένης	verb	γενική ενικού του σφαγμένη
σφαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφαγμένος
σφαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαγμένος
σφαγμένος	verb	συνειδητά σκοτωμένο ζώο (ή σπανιότερα άνθρωπος, όχι φυτό τουλάχιστον κυριολεκτικά) με σκοπό την κατανάλωσή του ως τρόφιμο
σφαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφαγμένος
σφαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφαγμένος
σφαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφαγμένος
σφαγών	=	σφαγή
σφαδάζαμε	=	σφαδάζω
σφαδάζαν	=	σφαδάζω
σφαδάζανε	=	σφαδάζω
σφαδάζατε	=	σφαδάζω
σφαδάζει	=	σφαδάζω
σφαδάζεις	=	σφαδάζω
σφαδάζετε	=	σφαδάζω
σφαδάζομε	=	σφαδάζω
σφαδάζοντας	=	σφαδάζω
σφαδάζουμε	=	σφαδάζω
σφαδάζουν	=	σφαδάζω
σφαδάζουνε	=	σφαδάζω
σφαδάζω	verb	σπαρταρώ, τραντάζομαι από μεγάλο πόνο
σφαδάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαδάζω
σφαδάσαμε	=	σφαδάζω
σφαδάσαν	=	σφαδάζω
σφαδάσανε	=	σφαδάζω
σφαδάσατε	=	σφαδάζω
σφαδάσει	=	σφαδάζω
σφαδάσεις	=	σφαδάζω
σφαδάσετε	=	σφαδάζω
σφαδάσομε	=	σφαδάζω
σφαδάσουμε	=	σφαδάζω
σφαδάσουν	=	σφαδάζω
σφαδάσουνε	=	σφαδάζω
σφαδάστε	=	σφαδάζω
σφαδάσω	=	σφαδάζω
σφαδασμέ	noun	κλητική ενικού του σφαδασμός
σφαδασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαδασμός
σφαδασμού	noun	γενική ενικού του σφαδασμός
σφαδασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφαδασμός
σφαδασμό	noun	αιτιατική ενικού του σφαδασμός
σφαδασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφαδάζω
σφαδασμών	noun	γενική πληθυντικού του σφαδασμός
σφαδαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαδαστικό
σφαδαστικέ	adj	κλητική ενικού του σφαδαστικός
σφαδαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαδαστική
σφαδαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαδαστικός
σφαδαστικής	adj	γενική ενικού του σφαδαστική
σφαδαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαδαστικός
σφαδαστικού	adj	γενική ενικού του σφαδαστικός
σφαδαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφαδαστικός
σφαδαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σφαδαστικός
σφαδαστικός	adj	που έχει σχέση με σφαδασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σφαδαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σφαδαστικός
σφαιρίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαιρίδιο
σφαιρίδιο	noun	αντικείμενο με σχήμα μικρής σφαίρας
σφαιρίδιου	=	σφαιρίδιο
σφαιρίδιων	=	σφαιρίδιο
σφαιρίνες	=	σφαιρίνη
σφαιρίνη	noun	σφαιρική πρωτεΐνη που παράγεται από το ήπαρ ή από το ανοσοποιητικό σύστημα
σφαιρίνης	=	σφαιρίνη
σφαιρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαίριση
σφαιρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του σφαίριση
σφαιρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του σφαίριση
σφαιριδίου	=	σφαιρίδιο
σφαιριδίων	=	σφαιρίδιο
σφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαιρικό	adv	γενικά, από όλες τις απόψεις, συνολικά
σφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του σφαιρικός
σφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαιρική
σφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαιρικός
σφαιρικής	adj	γενική ενικού του σφαιρική
σφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαιρικός
σφαιρικοτήτων	=	σφαιρικότητα
σφαιρικού	adj	γενική ενικού του σφαιρικός
σφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφαιρικός
σφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του σφαιρικός
σφαιρικός	adj	που έχει σχέση με σφαίρα ή που έχει παρόμοιο σχήμα
σφαιρικότατα	=	σφαιρικός
σφαιρικότατε	=	σφαιρικός
σφαιρικότατες	=	σφαιρικός
σφαιρικότατη	=	σφαιρικός
σφαιρικότατης	=	σφαιρικός
σφαιρικότατο	=	σφαιρικός
σφαιρικότατοι	=	σφαιρικός
σφαιρικότατος	=	σφαιρικός
σφαιρικότατου	=	σφαιρικός
σφαιρικότατους	=	σφαιρικός
σφαιρικότατων	=	σφαιρικός
σφαιρικότερα	=	σφαιρικός
σφαιρικότερε	=	σφαιρικός
σφαιρικότερες	=	σφαιρικός
σφαιρικότερη	=	σφαιρικός
σφαιρικότερης	=	σφαιρικός
σφαιρικότερο	=	σφαιρικός
σφαιρικότεροι	=	σφαιρικός
σφαιρικότερος	=	σφαιρικός
σφαιρικότερου	=	σφαιρικός
σφαιρικότερους	=	σφαιρικός
σφαιρικότερων	=	σφαιρικός
σφαιρικότητα	noun	ο βαθμός κατά τον οποίον κάτι έχει σφαιρικό σχήμα
σφαιρικότητας	noun	γενική ενικού του σφαιρικότητα
σφαιρικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαιρικότητα
σφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του σφαιρικός
σφαιρινών	=	σφαιρίνη
σφαιριστήρια	=	σφαιριστήριο
σφαιριστήριο	noun	αίθουσα, κατάστημα ή άλλος ειδικός χώρος στον οποίον παίζεται το μπιλιάρδο
σφαιριστήριου	=	σφαιριστήριο
σφαιριστήριων	=	σφαιριστήριο
σφαιριστηρίου	=	σφαιριστήριο
σφαιριστηρίων	=	σφαιριστήριο
σφαιριστική	noun	η αντισφαίριση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαιριστικός
σφαιριστικής	=	σφαιριστική
σφαιροβολία	noun	άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής προσπαθεί να ρίξει όσο μακρύτερο δυνατόν μια σιδερένια σφαίρα με βάρος 4 έως 8 χιλιόγραμμα
σφαιροβολίας	noun	γενική ενικού του σφαιροβολία
σφαιροβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαιροβολία
σφαιροβολιών	noun	γενική πληθυντικού του σφαιροβολία
σφαιροβόλε	noun	κλητική ενικού του σφαιροβόλος
σφαιροβόλο	noun	αιτιατική ενικού του σφαιροβόλος
σφαιροβόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαιροβόλος
σφαιροβόλος	noun	ο αθλητής που ασχολείται με την σφαιροβολία, με την ρίψη μιας σιδερένιας σφαίρας όσο πιο μακριά μπορεί
σφαιροβόλου	noun	γενική ενικού του σφαιροβόλος
σφαιροβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφαιροβόλος
σφαιροβόλων	noun	γενική πληθυντικού του σφαιροβόλος
σφαιροειδές	=	σφαιροειδής
σφαιροειδή	=	σφαιροειδής
σφαιροειδής	adj	που μοιάζει με σφαίρα, που έχει παρόμοιο σχήμα
σφαιροειδείς	=	σφαιροειδής
σφαιροειδούς	=	σφαιροειδής
σφαιροειδών	=	σφαιροειδής
σφαιρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφαίρωμα
σφαιρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαίρωμα
σφαιρώματος	noun	γενική ενικού του σφαίρωμα
σφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του σφαίρα
σφακελισμέ	=	σφακελισμός
σφακελισμοί	=	σφακελισμός
σφακελισμού	=	σφακελισμός
σφακελισμούς	=	σφακελισμός
σφακελισμό	=	σφακελισμός
σφακελισμός	noun	ασθένεια που πλήττει κυρίως φυτά και προκαλεί σήψη στη ρίζα τους, κιτρίνισμα των φύλλων και τέλος οδηγεί στον θάνατο
σφακελισμών	=	σφακελισμός
σφακιανά	=	σφακιανός
σφακιανέ	=	σφακιανός
σφακιανές	=	σφακιανός
σφακιανή	=	σφακιανός
σφακιανής	=	σφακιανός
σφακιανοί	=	σφακιανός
σφακιανοπιτάκι	noun	σφακιανό πιτάκι
σφακιανοπιτάκια	=	σφακιανοπιτάκι
σφακιανοπιτών	=	σφακιανόπιτα
σφακιανού	=	σφακιανός
σφακιανούς	=	σφακιανός
σφακιανό	=	σφακιανός
σφακιανόπιτα	noun	πίτα με μυζήθρα και ρακί, συνταγή που προέρχεται από τα Σφακιά της Κρήτης
σφακιανόπιτας	=	σφακιανόπιτα
σφακιανόπιτες	=	σφακιανόπιτα
σφακιανός	adj	που έχει σχέση με τα Σφακιά ή τους Σφακιανούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
σφακιανών	=	σφακιανός
σφακιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφακιώτικο
σφακιώτικε	adj	κλητική ενικού του σφακιώτικος
σφακιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφακιώτικη
σφακιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφακιώτικος
σφακιώτικης	adj	γενική ενικού του σφακιώτικη
σφακιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του σφακιώτικος
σφακιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφακιώτικος
σφακιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Σφακιά και τους κατοίκους
σφακιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφακιώτικος
σφακιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφακιώτικος
σφακιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφακιώτικος
σφακομηλιά	noun|dated	άλλη μορφή του φασκομηλιά
σφακομηλιάς	=	σφακομηλιά
σφακομηλιές	=	σφακομηλιά
σφακομηλιών	=	σφακομηλιά
σφακών	=	σφάκα
σφαλάγγι	noun	είδος αράχνης
σφαλάγγια	=	σφαλάγγι
σφαλίζαμε	=	σφαλίζω
σφαλίζαν	=	σφαλίζω
σφαλίζανε	=	σφαλίζω
σφαλίζατε	=	σφαλίζω
σφαλίζει	=	σφαλίζω
σφαλίζεις	=	σφαλίζω
σφαλίζεσαι	=	σφαλίζομαι
σφαλίζεστε	=	σφαλίζομαι
σφαλίζεται	=	σφαλίζομαι
σφαλίζετε	=	σφαλίζω
σφαλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σφαλίζω
σφαλίζονται	=	σφαλίζομαι
σφαλίζονταν	=	σφαλίζομαι
σφαλίζοντας	=	σφαλίζω
σφαλίζου	=	σφαλίζομαι
σφαλίζουμε	=	σφαλίζω
σφαλίζουν	=	σφαλίζω
σφαλίζουνε	=	σφαλίζω
σφαλίζω	verb	κλείνω εντελώς, κλείνω πολύ καλά
σφαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίσαν	=	σφαλίζω
σφαλίσανε	=	σφαλίζω
σφαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάλισμα
σφαλίσματος	noun	γενική ενικού του σφάλισμα
σφαλίσου	=	σφαλίζομαι
σφαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλίστηκα	=	σφαλίζομαι
σφαλίστηκαν	=	σφαλίζομαι
σφαλίστηκε	=	σφαλίζομαι
σφαλίστηκες	=	σφαλίζομαι
σφαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφαλίζω
σφαλαγγιού	=	σφαλάγγι
σφαλαγγιών	=	σφαλάγγι
σφαλαγγουδιά	noun	ιστός σφαλαγγίδας (αράχνης), αραχνιά
σφαλαγγουδιάς	=	σφαλαγγουδιά
σφαλαγγουδιές	=	σφαλαγγουδιά
σφαλαγγουδιών	=	σφαλαγγουδιά
σφαλερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφαλερός	adv	με σφαλερό τρόπο
σφαλερέ	adj	κλητική ενικού του σφαλερός
σφαλερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαλερή
σφαλερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαλερός
σφαλερής	adj	γενική ενικού του σφαλερή
σφαλερίτες	=	σφαλερίτης
σφαλερίτη	=	σφαλερίτης
σφαλερίτης	noun	ορυκτό του ψευδαργύρου το οποίο αποτελεί το κύριο μετάλλευμα του ψευδαργύρου
σφαλεριτών	=	σφαλερίτης
σφαλεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαλερός
σφαλερού	adj	γενική ενικού του σφαλερός
σφαλερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφαλερός
σφαλερό	adj	αιτιατική ενικού του σφαλερός
σφαλερός	adj	λαθεμένος, λανθασμένος, εσφαλμένος
σφαλερών	adj	γενική πληθυντικού του σφαλερός
σφαλερώς	adv|dated	σφαλερά
σφαλιάρα	noun	χτύπημα στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού
σφαλιάρας	noun	γενική ενικού του σφαλιάρα
σφαλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαλιάρα
σφαλιάριζα	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάριζαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάριζε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάριζες	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάρισα	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάρισαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάρισε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιάρισες	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζαμε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζανε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζατε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζει	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζεις	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζεσαι	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζεστε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζεται	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζετε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζομαι	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζομε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζονται	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζονταν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζοντας	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζουμε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζουν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζουνε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίζω	verb	χαστουκίζω, καρπαζώνω, ρίχνω/βαρώ μάπες (με την έννοια σφαλιάρα), σβουρώ/σβουρίζω σφαλιάρα, -ες
σφαλιαρίσαμε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσανε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσατε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσει	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσεις	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσετε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσομε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσου	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσουμε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσουν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσουνε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίστε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίστηκα	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίστηκαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίστηκε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίστηκες	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίσω	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρίτσα	=	σφαλιάρα
σφαλιαριζόμασταν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόμαστε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόμουν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόμουνα	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόντουσαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόσασταν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόσαστε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόσουν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόσουνα	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζόταν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριζότανε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστήκαμε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστήκαν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστήκανε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστήκατε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστεί	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστείς	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστείτε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστούμε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστούν	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστούνε	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαριστώ	=	σφαλιαρίζω
σφαλιαρών	=	σφαλιάρα
σφαλιζόμασταν	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόμαστε	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόμουν	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόμουνα	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόντουσαν	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόσασταν	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόσαστε	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόσουν	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόσουνα	=	σφαλίζομαι
σφαλιζόταν	=	σφαλίζομαι
σφαλιζότανε	=	σφαλίζομαι
σφαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφάλισμα
σφαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαλισμένο
σφαλισμένε	verb	κλητική ενικού του σφαλισμένος
σφαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαλισμένη
σφαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαλισμένος
σφαλισμένης	verb	γενική ενικού του σφαλισμένη
σφαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφαλισμένος
σφαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαλισμένος
σφαλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σφαλίζω και σφαλώ ή σφαλνώ
σφαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφαλισμένος
σφαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφαλισμένος
σφαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφαλισμένος
σφαλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφαλιστός	adv	με σφαλιστό τρόπο
σφαλιστάρι	noun|dated	εικόνα / αγιογραφία σε τρίπτυχο
σφαλιστάρια	=	σφαλιστάρι
σφαλιστέ	adj	κλητική ενικού του σφαλιστός
σφαλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαλιστή
σφαλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαλιστός
σφαλιστήκαμε	=	σφαλίζομαι
σφαλιστήκαν	=	σφαλίζομαι
σφαλιστήκανε	=	σφαλίζομαι
σφαλιστήκατε	=	σφαλίζομαι
σφαλιστής	adj	γενική ενικού του σφαλιστή
σφαλισταριού	=	σφαλιστάρι
σφαλισταριών	=	σφαλιστάρι
σφαλιστεί	=	σφαλίζομαι
σφαλιστείτε	=	σφαλίζομαι
σφαλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαλιστός
σφαλιστού	adj	γενική ενικού του σφαλιστός
σφαλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφαλιστός
σφαλιστό	adj	αιτιατική ενικού του σφαλιστός
σφαλιστός	adj	που τον έχουν σφαλίσει
σφαλιστών	adj	γενική πληθυντικού του σφαλιστός
σφαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφάλμα
σφαλνώ	verb	άλλη μορφή του σφαλίζω
σφαλνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σφαλνάω / σφαλνώ
σφαλώ	verb	άλλη μορφή του σφαλίζω
σφαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σφαλάω / σφαλώ
σφαξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφάξιμο
σφαξίματος	noun	γενική ενικού του σφάξιμο
σφαξιμάτων	=	σφάξιμο
σφαχτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαχτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφαχτός
σφαχτάρι	noun	ζώο σφαγμένο για το κρέας του
σφαχτάρια	=	σφαχτάρι
σφαχτέ	adj	κλητική ενικού του σφαχτός
σφαχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφαχτή
σφαχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαχτός
σφαχτής	adj	γενική ενικού του σφαχτή
σφαχταριού	=	σφαχτάρι
σφαχταριών	=	σφαχτάρι
σφαχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφαχτός
σφαχτού	adj	γενική ενικού του σφαχτός
σφαχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφαχτός
σφαχτό	adj	αιτιατική ενικού του σφαχτός	noun	ζώο σφαγμένο για το κρέας του
σφαχτός	adj	άλλη μορφή του σφαγμένος
σφαχτών	adj	γενική πληθυντικού του σφαχτός
σφελίδα	noun	φέτα (π.χ. από ψωμί, τυρί, πίτα ή γλυκό)
σφελίδας	=	σφελίδα
σφελίδες	=	σφελίδα
σφελίδων	=	σφελίδα
σφελτσών	=	σφέλτσα
σφελών	=	σφέλα
σφενδάμι	noun	σφεντάμι
σφενδάμια	=	σφενδάμι
σφενδάμου	=	σφένδαμος
σφενδάμους	=	σφένδαμος
σφενδάμων	=	σφένδαμος
σφενδαμιού	=	σφενδάμι
σφενδαμιών	=	σφενδάμι
σφενδονήτες	=	σφενδονήτης
σφενδονήτη	=	σφενδονήτης
σφενδονήτης	noun	ο στρατιώτης στην αρχαιότητα που πολεμούσε εκτοξεύοντας πέτρες ή μολύβδινες σφαίρες με τη χρήση σφενδόνης
σφενδονητών	=	σφενδονήτης
σφενδονών	=	σφενδόνη
σφενδόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφενδόνη
σφενδόνη	noun	η αρχαία σφενδόνη, διαφορετική από την απλούστερη σύγχρονη σφεντόνα
σφενδόνης	=	σφενδόνη
σφεντάμι	noun	δέντρο του γένους Acer, με πλατιά φύλλα που έχουν 3 με 5 μυτερούς λοβούς· το μαλακό ξανθό ξύλο του χρησιμοποιείται για έπιπλα και μουσικά όργανα
σφεντάμια	=	σφεντάμι
σφενταμιού	=	σφεντάμι
σφενταμιών	=	σφεντάμι
σφεντονίζαμε	=	σφεντονίζω
σφεντονίζαν	=	σφεντονίζω
σφεντονίζανε	=	σφεντονίζω
σφεντονίζατε	=	σφεντονίζω
σφεντονίζει	=	σφεντονίζω
σφεντονίζεις	=	σφεντονίζω
σφεντονίζετε	=	σφεντονίζω
σφεντονίζοντας	=	σφεντονίζω
σφεντονίζουμε	=	σφεντονίζω
σφεντονίζουν	=	σφεντονίζω
σφεντονίζουνε	=	σφεντονίζω
σφεντονίζω	verb	ρίχνω με τη σφεντόνα
σφεντονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσαν	=	σφεντονίζω
σφεντονίσανε	=	σφεντονίζω
σφεντονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσματα	=	σφεντόνισμα
σφεντονίσματος	=	σφεντόνισμα
σφεντονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντονιά	noun	ρίψη με σφεντόνα
σφεντονιάς	noun	γενική ενικού του σφεντονιά
σφεντονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφεντονιά
σφεντονισμάτων	=	σφεντόνισμα
σφεντονιών	=	σφεντονιά
σφεντονών	=	σφεντόνα
σφεντόνα	noun	πρωτόγονο όπλο κατασκευασμένο από ιμάντες που χρησιμεύει για τη ρίψη πετρών
σφεντόνας	=	σφεντόνα
σφεντόνες	=	σφεντόνα
σφεντόνιζα	=	σφεντονίζω
σφεντόνιζαν	=	σφεντονίζω
σφεντόνιζε	=	σφεντονίζω
σφεντόνιζες	=	σφεντονίζω
σφεντόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφεντονίζω
σφεντόνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφεντονίζω
σφεντόνισμαμε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμαν	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμανε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισματε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμει	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμεις	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμετε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμοντας	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμουμε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμουν	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμουνε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισμω	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισσαμε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισσαν	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισσανε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισσατε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισσει	=	σφεντόνισμα
σφεντόνισστε	=	σφεντόνισμα
σφεντόνων	=	σφεντόνα
σφερδουκλιού	=	σφερδούκλι
σφερδουκλιών	=	σφερδούκλι
σφερδουλάκων	=	σφερδούλακας
σφερδούκλας	noun	το φυτό ασφόδελος
σφερδούκλι	noun	άλλη μορφή του σπερδούκλι
σφερδούκλια	=	σφερδούκλι
σφερδούλακα	=	σφερδούλακας
σφερδούλακας	noun	το φυτό ασφόδελος
σφερδούλακες	=	σφερδούλακας
σφετερίζεσαι	=	σφετερίζομαι
σφετερίζεστε	=	σφετερίζομαι
σφετερίζεται	=	σφετερίζομαι
σφετερίζομαι	verb	οικειοποιούμαι πράγματα ή ιδέες που δεν μου ανήκουν
σφετερίζονται	=	σφετερίζομαι
σφετερίζονταν	=	σφετερίζομαι
σφετερίζου	=	σφετερίζομαι
σφετερίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετερίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετερίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετερίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετερίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετερίστρια	noun	σφετεριστής
σφετερίστριας	=	σφετερίστρια
σφετερίστριες	=	σφετερίστρια
σφετεριζόμασταν	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόμαστε	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόμενος	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόμουν	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόμουνα	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόντουσαν	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόσασταν	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόσαστε	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόσουν	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόσουνα	=	σφετερίζομαι
σφετεριζόταν	=	σφετερίζομαι
σφετεριζότανε	=	σφετερίζομαι
σφετερισμέ	noun	κλητική ενικού του σφετερισμός
σφετερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφετερισμένο
σφετερισμένε	verb	κλητική ενικού του σφετερισμένος
σφετερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφετερισμένη
σφετερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφετερισμένος
σφετερισμένης	verb	γενική ενικού του σφετερισμένη
σφετερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφετερισμένος
σφετερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφετερισμένος
σφετερισμένος	=	σφετερίζομαι
σφετερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφετερισμένος
σφετερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφετερισμένος
σφετερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφετερισμένος
σφετερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφετερισμός
σφετερισμού	noun	γενική ενικού του σφετερισμός
σφετερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφετερισμός
σφετερισμό	noun	αιτιατική ενικού του σφετερισμός
σφετερισμός	noun	η επιδίωξη απόκτησης ή / και οικειοποίησης ξένων πραγμάτων με αθέμιτο τρόπο
σφετερισμών	noun	γενική πληθυντικού του σφετερισμός
σφετεριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφετεριστής
σφετεριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σφετεριστής
σφετεριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστήκαν	=	σφετερίζομαι
σφετεριστήκανε	=	σφετερίζομαι
σφετεριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστής	noun	αυτός που σφετερίζεται
σφετεριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστριών	=	σφετερίστρια
σφετεριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφετερίζομαι
σφετεριστών	noun	γενική πληθυντικού του σφετεριστής
σφηγκών	noun	γενική πληθυντικού του σφήγκα
σφηκίσκε	=	σφηκίσκος
σφηκίσκο	=	σφηκίσκος
σφηκίσκοι	=	σφηκίσκος
σφηκίσκος	noun	εφεδρικός κορμός δένδρου που φέρεται στα ιστιοφόρα για αντικατάσταση αντένας καταρτιού
σφηκίσκου	=	σφηκίσκος
σφηκίσκους	=	σφηκίσκος
σφηκίσκων	=	σφηκίσκος
σφηκιάρη	=	σφηκιάρης
σφηκιάρηδες	=	σφηκιάρης
σφηκιάρηδων	=	σφηκιάρης
σφηκιάρης	noun	είδος πουλιού
σφηκοφωλεά	noun	σφηκοφωλιά
σφηκοφωλιά	noun	φωλιά την οποία οι σφήκες φτιάχνουν από φυτικές ίνες, κυρίως μασημένο ξύλο
σφηκοφωλιάς	noun	γενική ενικού του σφηκοφωλιά
σφηκοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηκοφωλιά
σφηκοφωλιών	=	σφηκοφωλιά
σφηκωτήρα	=	σφηκωτήρας
σφηκωτήρας	noun	σπείρα από χαλκό ή χρυσό που χρησιμοποιούνταν για την διακόσμηση των μαλλιών
σφηκωτήρες	=	σφηκωτήρας
σφηκωτήρων	=	σφηκωτήρας
σφηκών	noun	γενική πληθυντικού του σφήκα
σφηνάκι	noun	μικρό ποτηράκι με δυνατό (αλκοολούχο) ποτό
σφηνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνάκι
σφηνεκτομές	=	σφηνεκτομή
σφηνεκτομή	noun	εκτομή σε σχήμα σφήνας
σφηνεκτομής	=	σφηνεκτομή
σφηνεκτομών	=	σφηνεκτομή
σφηνοειδές	=	σφηνοειδής
σφηνοειδή	=	σφηνοειδής
σφηνοειδής	adj	που μοιάζει με σφήνα ή καταλήγει σε αιχμή
σφηνοειδείς	=	σφηνοειδής
σφηνοειδούς	=	σφηνοειδής
σφηνοειδών	=	σφηνοειδής
σφηνοπουτσών	noun	γενική πληθυντικού του σφηνόπουτσα
σφηνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφήνωμα
σφηνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνωμένο
σφηνωμένε	verb	κλητική ενικού του σφηνωμένος
σφηνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνωμένη
σφηνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφηνωμένος
σφηνωμένης	verb	γενική ενικού του σφηνωμένη
σφηνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφηνωμένος
σφηνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφηνωμένος
σφηνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφηνωμένος
σφηνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφηνωμένος
σφηνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφηνωμένος
σφηνωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνωτό
σφηνωτέ	adj	κλητική ενικού του σφηνωτός
σφηνωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνωτή
σφηνωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφηνωτός
σφηνωτής	adj	γενική ενικού του σφηνωτή
σφηνωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφηνωτός
σφηνωτού	adj	γενική ενικού του σφηνωτός
σφηνωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφηνωτός
σφηνωτό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σφηνωτός
σφηνωτός	adj	που μοιάζει με σφήνα, που έχει σχήμα σφήνας
σφηνωτών	adj	γενική πληθυντικού του σφηνωτός
σφηνόλιθε	=	σφηνόλιθος
σφηνόλιθο	=	σφηνόλιθος
σφηνόλιθοι	=	σφηνόλιθος
σφηνόλιθος	noun	ο θολίτης
σφηνόλιθου	=	σφηνόλιθος
σφηνόλιθους	=	σφηνόλιθος
σφηνόλιθων	=	σφηνόλιθος
σφηνόπουτσας	noun	γενική ενικού του σφηνόπουτσα
σφηνόπουτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφηνόπουτσα
σφηνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφήνωμα
σφηνώματος	noun	γενική ενικού του σφήνωμα
σφηνών	noun	γενική πληθυντικού του σφήνα
σφηνώναμε	=	σφηνώνω
σφηνώναν	=	σφηνώνω
σφηνώνανε	=	σφηνώνω
σφηνώνατε	=	σφηνώνω
σφηνώνει	=	σφηνώνω
σφηνώνεις	=	σφηνώνω
σφηνώνετε	=	σφηνώνω
σφηνώνοντας	=	σφηνώνω
σφηνώνουμε	=	σφηνώνω
σφηνώνουν	=	σφηνώνω
σφηνώνουνε	=	σφηνώνω
σφηνώνω	verb	τοποθετώ σφήνα, για να στερεώσω κάτι
σφηνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσαν	=	σφηνώνω
σφηνώσανε	=	σφηνώνω
σφηνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσεων	=	σφήνωση
σφηνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφηνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφηνώνω
σφιγγών	noun	γενική πληθυντικού του σφίγγα
σφιγκτήρα	=	σφιγκτήρας
σφιγκτήρας	noun	συσταλτικός μυς που κλείνει το στόμιο κάποιας κοιλότητας
σφιγκτήρες	=	σφιγκτήρας
σφιγκτήρων	=	σφιγκτήρας
σφιγκτηροτομές	=	σφιγκτηροτομή
σφιγκτηροτομή	noun	διατομή στον σφιγκτήρα
σφιγκτηροτομής	=	σφιγκτηροτομή
σφιγκτηροτομών	=	σφιγκτηροτομή
σφιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφιγμένος	adv	άλλη μορφή του σφιχτά
σφιγμένε	verb	κλητική ενικού του σφιγμένος
σφιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιγμένη
σφιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφιγμένος
σφιγμένης	verb	γενική ενικού του σφιγμένη
σφιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφιγμένος
σφιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφιγμένος
σφιγμένος	=	σφίγγω
σφιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφιγμένος
σφιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφιγμένος
σφιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφιγμένος
σφικτός	=	σφιχτός
σφιξίματα	=	σφίξιμο
σφιξίματος	=	σφίξιμο
σφιξιμάτων	=	σφίξιμο
σφιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιχτό, ουδέτερο του σφιχτός	adv	σφίγγοντας
σφιχτέ	adj	κλητική ενικού του σφιχτός
σφιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιχτή
σφιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφιχτός
σφιχτής	adj	γενική ενικού του σφιχτή
σφιχταγκάλιαζα	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιαζαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιαζε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιαζες	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιασα	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιασαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιασε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιασες	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκάλιασμα	noun	η ενέργεια του σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζαμε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζανε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζατε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζει	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζεις	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζεσαι	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζεστε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζεται	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζετε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζομαι	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζομε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζονται	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζονταν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζοντας	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζουμε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζουν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζουνε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάζω	verb	αγκαλιάζω σφιχτά κάποιο άτομο ως ένδειξη αγάπης
σφιχταγκαλιάσαμε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσανε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσατε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσει	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσεις	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσετε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσματα	=	σφιχταγκάλιασμα
σφιχταγκαλιάσματος	=	σφιχταγκάλιασμα
σφιχταγκαλιάσομε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσου	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσουμε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσουν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσουνε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάστε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάστηκα	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάστηκαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάστηκε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάστηκες	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιάσω	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόμασταν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόμαστε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόμουν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόμουνα	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόντουσαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόσασταν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόσαστε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόσουν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόσουνα	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζόταν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαζότανε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιασμάτων	=	σφιχταγκάλιασμα
σφιχταγκαλιασμένος	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστήκαμε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστήκαν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστήκανε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστήκατε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστεί	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστείς	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστείτε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστούμε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστούν	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστούνε	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχταγκαλιαστώ	=	σφιχταγκαλιάζω
σφιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφιχτός
σφιχτοδένομαι	=	σφιχτοδένω
σφιχτοδένω	verb	δένω σφιχτά
σφιχτοδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιχτοδεμένο
σφιχτοδεμένε	verb	κλητική ενικού του σφιχτοδεμένος
σφιχτοδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφιχτοδεμένη
σφιχτοδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφιχτοδεμένος
σφιχτοδεμένης	verb	γενική ενικού του σφιχτοδεμένη
σφιχτοδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφιχτοδεμένος
σφιχτοδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφιχτοδεμένος
σφιχτοδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτοδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφιχτοδεμένος
σφιχτοδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφιχτοδεμένος
σφιχτοδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφιχτοδεμένος
σφιχτοχέρα	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρας	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρες	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρηδες	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρηδων	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρης	adj	φιλάργυρος, τσιγκούνης
σφιχτοχέρικα	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρικε	=	σφιχτοχέρικος
σφιχτοχέρικες	=	σφιχτοχέρικος
σφιχτοχέρικη	=	σφιχτοχέρικος
σφιχτοχέρικης	=	σφιχτοχέρικος
σφιχτοχέρικο	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρικοι	=	σφιχτοχέρικος
σφιχτοχέρικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με σφιχτοχέρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σφιχτοχέρικου	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχέρικους	=	σφιχτοχέρικος
σφιχτοχέρικων	=	σφιχτοχέρης
σφιχτοχεριά	noun|vulgar	το να είναι κάποιος σφιχτοχέρης, η ιδιότητα του σφιχτοχέρη
σφιχτοχεριάς	=	σφιχτοχεριά
σφιχτοχεριές	=	σφιχτοχεριά
σφιχτοχεριών	=	σφιχτοχεριά
σφιχτού	adj	γενική ενικού του σφιχτός
σφιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφιχτός
σφιχτό	adj	αιτιατική ενικού του σφιχτός
σφιχτόδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτόδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτόδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτόδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφιχτοδένω
σφιχτόκωλα	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλε	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλες	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλη	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλης	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλο	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλοι	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλος	adj	που έχει σφιχτό κώλο
σφιχτόκωλου	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλους	=	σφιχτόκωλος
σφιχτόκωλων	=	σφιχτόκωλος
σφιχτός	adj	που περιβάλλει και κρατά κάτι ή κάποιον δυνατά, πιέζοντας, ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
σφιχτότατα	=	σφιχτός
σφιχτότατε	=	σφιχτός
σφιχτότατες	=	σφιχτός
σφιχτότατη	=	σφιχτός
σφιχτότατης	=	σφιχτός
σφιχτότατο	=	σφιχτός
σφιχτότατοι	=	σφιχτός
σφιχτότατος	=	σφιχτός
σφιχτότατου	=	σφιχτός
σφιχτότατους	=	σφιχτός
σφιχτότατων	=	σφιχτός
σφιχτότερα	=	σφιχτός
σφιχτότερε	=	σφιχτός
σφιχτότερες	=	σφιχτός
σφιχτότερη	=	σφιχτός
σφιχτότερης	=	σφιχτός
σφιχτότερο	=	σφιχτός
σφιχτότεροι	=	σφιχτός
σφιχτότερος	=	σφιχτός
σφιχτότερου	=	σφιχτός
σφιχτότερους	=	σφιχτός
σφιχτότερων	=	σφιχτός
σφιχτών	adj	γενική πληθυντικού του σφιχτός
σφογγοκωλάριε	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλάριο	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλάριοι	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλάριος	noun	άλλη μορφή του σφουγγοκωλάριος
σφογγοκωλάριου	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλάριους	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλάριων	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλαρίου	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλαρίους	=	σφογγοκωλάριος
σφογγοκωλαρίων	=	σφογγοκωλάριος
σφοδρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφοδρό	adv	με σφοδρό τρόπο, με σφοδρότητα
σφοδρέ	adj	κλητική ενικού του σφοδρός
σφοδρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφοδρή
σφοδρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφοδρός
σφοδρής	adj	γενική ενικού του σφοδρή
σφοδροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφοδρός
σφοδροτήτων	=	σφοδρότητα
σφοδρού	adj	γενική ενικού του σφοδρός
σφοδρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφοδρός
σφοδρό	adj	αιτιατική ενικού του σφοδρός
σφοδρός	adj	που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ορμητικότητα και δύναμη, ισχυρός, βίαιος
σφοδρότατα	=	σφοδρός
σφοδρότατε	=	σφοδρός
σφοδρότατες	=	σφοδρός
σφοδρότατη	=	σφοδρός
σφοδρότατης	=	σφοδρός
σφοδρότατο	=	σφοδρός
σφοδρότατοι	=	σφοδρός
σφοδρότατος	=	σφοδρός
σφοδρότατου	=	σφοδρός
σφοδρότατους	=	σφοδρός
σφοδρότατων	=	σφοδρός
σφοδρότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφοδρότερο
σφοδρότερε	adj	κλητική ενικού του σφοδρότερος
σφοδρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφοδρότερη
σφοδρότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφοδρότερος
σφοδρότερης	adj	γενική ενικού του σφοδρότερη
σφοδρότερο	adj	αιτιατική ενικού του σφοδρότερος
σφοδρότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφοδρότερος
σφοδρότερος	adj	που είναι πιο σφοδρός, δυνατός από κάποιον ή κάτι άλλο
σφοδρότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφοδρότερος
σφοδρότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφοδρότερος
σφοδρότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφοδρότερος
σφοδρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι σφοδρό(ς), να εκδηλώνεται με ένταση, η ιδιότητα του σφοδρού
σφοδρότητας	noun	γενική ενικού του σφοδρότητα
σφοδρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφοδρότητα
σφοδρών	adj	γενική πληθυντικού του σφοδρός
σφοδρώς	adv|dated	σφοδρά, πολύ δυνατά
σφολιάτα	noun	είδος πίτας που παρασκευάζεται με αυγά και βούτυρο και κατά το ψήσιμο χωρίζεται σε αλλεπάλληλα λεπτά φύλλα
σφολιάτας	noun	γενική ενικού του σφολιάτα
σφολιάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφολιάτα
σφολιατομηχανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφολιατομηχανή
σφολιατομηχανή	noun	μηχανή αρτοποιίας που παρασκευάζει σφολιάτες και ντόνατς
σφολιατομηχανής	=	σφολιατομηχανή
σφολιατομηχανών	=	σφολιατομηχανή
σφολιατών	noun	γενική πληθυντικού του σφολιάτα
σφονδύλι	=	σφοντύλι
σφονδύλου	noun	γενική ενικού του σφόνδυλος
σφονδύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφόνδυλος
σφονδύλων	noun	γενική πληθυντικού του σφόνδυλος
σφοντυλιού	=	σφοντύλι
σφοντυλιών	=	σφοντύλι
σφοντύλι	noun	κυλινδρικό και σχετικά βαρύ αντικείμενο που μπαίνει στη βάση του αδραχτιού
σφοντύλια	=	σφοντύλι
σφορτσάντο	adv	με μεγαλύτερη ένταση από τους περιβάλλοντες φθόγγους (νότες)
σφουγγάρι	noun	ζώο που ζει στο βυθό της θάλασσας
σφουγγάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγάρι
σφουγγάριζα	=	σφουγγαρίζω
σφουγγάριζαν	=	σφουγγαρίζω
σφουγγάριζε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγάριζες	=	σφουγγαρίζω
σφουγγάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγάρισμα	noun	η ενέργεια τού σφουγγαρίζω
σφουγγάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγάτο
σφουγγάτο	noun	είδος ομελέτας με λαχανικά
σφουγγάτου	noun	γενική ενικού του σφουγγάτο
σφουγγάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγάτο
σφουγγίζω	verb	απομακρύνω τα υγρά ή/και τη βρομιά από μια επιφάνεια χρησιμοποιώντας ένα απορροφητικό υλικό, σφουγγάρι, πανί, πετσέτα κλπ
σφουγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφουγγαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σφουγγαράς
σφουγγαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαράς
σφουγγαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαράδικο
σφουγγαράδικε	adj	κλητική ενικού του σφουγγαράδικος
σφουγγαράδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαράδικη
σφουγγαράδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφουγγαράδικος
σφουγγαράδικης	adj	γενική ενικού του σφουγγαράδικη
σφουγγαράδικο	noun	εξειδικευμένο σκάφος με ανάλογο εξοπλισμό για διενέργεια αλιείας σφουγγαριών, σπογγαλιείας
σφουγγαράδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαράδικος
σφουγγαράδικος	adj	που έχει σχέση με σφουγγαρά ή σφουγγαράδικο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
σφουγγαράδικου	noun	γενική ενικού του σφουγγαράδικο
σφουγγαράδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφουγγαράδικος
σφουγγαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγαράδικο
σφουγγαράδων	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγαράς
σφουγγαράς	noun	δύτης που μαζεύει σφουγγάρια από το βυθό της θάλασσας
σφουγγαρίζαμε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζαν	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζανε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζατε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζει	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζεις	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζετε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζοντας	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζουμε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζουν	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζουνε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίζω	verb	καθαρίζω μια επιφάνεια (π.χ. πάτωμα) με σφουγγαρόπανο ή σφουγγαρίστρα που τα έχω βουτήξει σε μείγμα νερού με απορρυπαντικό ή απολυμαντικό
σφουγγαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσαν	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσανε	=	σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγάρισμα
σφουγγαρίσματος	noun	γενική ενικού του σφουγγάρισμα
σφουγγαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαρίστρα	noun	εργαλείο με το οποίο σφουγγαρίζουμε
σφουγγαρίστρας	noun	γενική ενικού του σφουγγαρίστρα
σφουγγαρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαρίστρα
σφουγγαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφουγγαρίζω
σφουγγαριού	noun	γενική ενικού του σφουγγάρι
σφουγγαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγάρισμα
σφουγγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφουγγαρισμένος	adv	έχοντας σφουγγαρίσει
σφουγγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του σφουγγαρισμένος
σφουγγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαρισμένη
σφουγγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφουγγαρισμένος
σφουγγαρισμένης	verb	γενική ενικού του σφουγγαρισμένη
σφουγγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφουγγαρισμένος
σφουγγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαρισμένος
σφουγγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφουγγαρισμένος
σφουγγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφουγγαρισμένος
σφουγγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφουγγαρισμένος
σφουγγαριστρών	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγαρίστρα
σφουγγαριών	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγάρι
σφουγγαρόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγαρόπανο
σφουγγαρόπανο	noun	χοντρό πανί για σφουγγάρισμα
σφουγγαρόπανου	noun	γενική ενικού του σφουγγαρόπανο
σφουγγαρόπανων	noun	γενική πληθυντικού του σφουγγαρόπανο
σφουγγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγισμένο
σφουγγισμένε	verb	κλητική ενικού του σφουγγισμένος
σφουγγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφουγγισμένη
σφουγγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφουγγισμένος
σφουγγισμένης	verb	γενική ενικού του σφουγγισμένη
σφουγγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφουγγισμένος
σφουγγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφουγγισμένος
σφουγγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφουγγισμένος
σφουγγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφουγγισμένος
σφουγγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφουγγισμένος
σφουγγοκωλάριε	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλάριο	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλάριοι	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλάριος	noun	εκείνος που καθαρίζει τον πισινό των ισχυρών προσώπων απο τις βρωμιές που παράγουν και (κατ’ επέκταση) ο γλείφτης, ο χαμερπής, ο κόλακας, το καρφί, το τσιράκι, ο αχυράνθρωπος που εκπροσωπεί τα αφεντικά, το παιδί για όλες τις δουλειές, αλλά μόνον εκείνων που είναι ισχυροί ή πλούσιοι
σφουγγοκωλάριου	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλάριους	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλάριων	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλαρίου	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλαρίους	=	σφουγγοκωλάριος
σφουγγοκωλαρίων	=	σφουγγοκωλάριος
σφουρίζω	verb|dated	άλλη μορφή του σφυρίζω
σφούγγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφούγγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφούγγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφούγγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφουγγίζω
σφούγγισμα	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφουγγίζω
σφράγιζα	=	σφραγίζω
σφράγιζαν	=	σφραγίζω
σφράγιζε	=	σφραγίζω
σφράγιζες	=	σφραγίζω
σφράγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφράγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφράγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφράγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφράγιση	noun	άλλη μορφή του σφράγισμα
σφράγισης	noun	γενική ενικού του σφράγιση
σφράγισις	noun	σφράγιση
σφράγισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφραγίζω
σφρίγη	=	σφρίγος
σφρίγος	noun	σωματική και πνευματική ακμή και δύναμη, ζωντάνια, υγεία
σφρίγους	=	σφρίγος
σφραγίδα	noun	αντικείμενο με έκτυπη παράσταση ή/και επιγραφή η οποία μελανώνεται και αποτυπώνεται με πίεση πάνω σε έγγραφο ή αντίστοιχο ηλεκτρονικό έντυπο
σφραγίδας	noun	γενική ενικού του σφραγίδα
σφραγίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφραγίδα
σφραγίδων	noun	γενική πληθυντικού του σφραγίδα
σφραγίζαμε	=	σφραγίζω
σφραγίζαν	=	σφραγίζω
σφραγίζανε	=	σφραγίζω
σφραγίζατε	=	σφραγίζω
σφραγίζει	=	σφραγίζω
σφραγίζεις	=	σφραγίζω
σφραγίζεσαι	=	σφραγίζω
σφραγίζεστε	=	σφραγίζω
σφραγίζεται	=	σφραγίζω
σφραγίζετε	=	σφραγίζω
σφραγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σφραγίζω
σφραγίζομε	=	σφραγίζω
σφραγίζονται	=	σφραγίζω
σφραγίζονταν	=	σφραγίζω
σφραγίζοντας	=	σφραγίζω
σφραγίζου	=	σφραγίζω
σφραγίζουμε	=	σφραγίζω
σφραγίζουν	=	σφραγίζω
σφραγίζουνε	=	σφραγίζω
σφραγίζω	verb	βάζω, επιθέτω σφραγίδα επάνω σε έγγραφο ή αντικείμενο, βουλώνω
σφραγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσαν	=	σφραγίζω
σφραγίσανε	=	σφραγίζω
σφραγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του σφράγιση
σφραγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του σφράγιση
σφραγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφράγισμα
σφραγίσματος	noun	γενική ενικού του σφράγισμα
σφραγίσομε	=	σφραγίζω
σφραγίσου	=	σφραγίζω
σφραγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίσουνε	=	σφραγίζω
σφραγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγίστηκα	=	σφραγίζω
σφραγίστηκαν	=	σφραγίζω
σφραγίστηκε	=	σφραγίζω
σφραγίστηκες	=	σφραγίζω
σφραγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω
σφραγιδογλυφία	noun	η τεχνική κατασκευής διάφορων σφραγίδων
σφραγιδογλυφίας	=	σφραγιδογλυφία
σφραγιδογλυφίες	=	σφραγιδογλυφία
σφραγιδογλυφιών	=	σφραγιδογλυφία
σφραγιδογραφία	noun	ταυτόσημο με σιγιλλογραφία
σφραγιδογραφίας	=	σφραγιδογραφία
σφραγιδογραφίες	=	σφραγιδογραφία
σφραγιδογραφιών	=	σφραγιδογραφία
σφραγιδοκράτης	noun|rare	κάποιος που είναι υπεύθυνος για τις σφραγίδες και εν γένει για τη γραφειοκρατία
σφραγιδολίθου	noun	γενική ενικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδολίθων	noun	γενική πληθυντικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδομάνι	noun	γραφειοκρατική κυριαρχία που εκδηλώνεται με χρήση πολλών σφραγίδων και σφραγισμάτων σε έγγραφα
σφραγιδομάνια	=	σφραγιδομάνι
σφραγιδοφυλάκων	=	σφραγιδοφύλακας
σφραγιδοφύλακα	=	σφραγιδοφύλακας
σφραγιδοφύλακας	noun	αξίωμα προσώπου που έχει υπό την ευθύνη του τη φύλαξη της κρατικής ή αυτοκρατορικής σφραγίδας
σφραγιδοφύλακες	=	σφραγιδοφύλακας
σφραγιδόκηρε	=	σφραγιδόκηρος
σφραγιδόκηρο	=	σφραγιδόκηρος
σφραγιδόκηροι	=	σφραγιδόκηρος
σφραγιδόκηρος	noun|dated	το βουλοκέρι
σφραγιδόκηρου	=	σφραγιδόκηρος
σφραγιδόκηρους	=	σφραγιδόκηρος
σφραγιδόκηρων	=	σφραγιδόκηρος
σφραγιδόλιθε	noun	κλητική ενικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδόλιθος	noun	πολύτιμος ή ημιπολύτιμος λίθος με εγχάρακτες ή ανάγλυφες παραστάσεις, τοποθετημένος συνήθως σε δαχτυλίδι, που χρησίμευε ως σφραγίδα για την αποτύπωση εικόνας ή γραμμάτων σε μαλακό υλικό
σφραγιδόλιθου	noun	γενική ενικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδόλιθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιδόλιθων	noun	γενική πληθυντικού του σφραγιδόλιθος
σφραγιζόμασταν	=	σφραγίζω
σφραγιζόμαστε	=	σφραγίζω
σφραγιζόμουν	=	σφραγίζω
σφραγιζόμουνα	=	σφραγίζω
σφραγιζόντουσαν	=	σφραγίζω
σφραγιζόσασταν	=	σφραγίζω
σφραγιζόσαστε	=	σφραγίζω
σφραγιζόσουν	=	σφραγίζω
σφραγιζόσουνα	=	σφραγίζω
σφραγιζόταν	=	σφραγίζω
σφραγιζότανε	=	σφραγίζω
σφραγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφράγισμα
σφραγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφραγισμένο
σφραγισμένε	verb	κλητική ενικού του σφραγισμένος
σφραγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφραγισμένη
σφραγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφραγισμένος
σφραγισμένης	verb	γενική ενικού του σφραγισμένη
σφραγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφραγισμένος
σφραγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφραγισμένος
σφραγισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σφραγίζω
σφραγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφραγισμένος
σφραγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφραγισμένος
σφραγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφραγισμένος
σφραγιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφραγιστός	adv	με σφραγιστό τρόπο
σφραγιστέ	adj	κλητική ενικού του σφραγιστός
σφραγιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφραγιστή
σφραγιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφραγιστός
σφραγιστήκαμε	=	σφραγίζω
σφραγιστήκαν	=	σφραγίζω
σφραγιστήκανε	=	σφραγίζω
σφραγιστήκατε	=	σφραγίζω
σφραγιστήρια	=	σφραγιστήριο
σφραγιστήριο	noun	δημόσια υπηρεσία όπου σφραγίζονται έγγραφα ή αντικείμενα
σφραγιστήριου	=	σφραγιστήριο
σφραγιστήριων	=	σφραγιστήριο
σφραγιστής	adj	γενική ενικού του σφραγιστή
σφραγιστεί	=	σφραγίζω
σφραγιστείς	=	σφραγίζω
σφραγιστείτε	=	σφραγίζω
σφραγιστηρίου	=	σφραγιστήριο
σφραγιστηρίων	=	σφραγιστήριο
σφραγιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφραγιστικό
σφραγιστικέ	adj	κλητική ενικού του σφραγιστικός
σφραγιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφραγιστική
σφραγιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφραγιστικός
σφραγιστικής	adj	γενική ενικού του σφραγιστική
σφραγιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφραγιστικός
σφραγιστικού	adj	γενική ενικού του σφραγιστικός
σφραγιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφραγιστικός
σφραγιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σφραγιστικός
σφραγιστικός	adj	που έχει σχέση με τη σφράγιση ή το σφράγισμα, αναφέρεται σ’ αυτά ή συντελεί σ’ αυτά
σφραγιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σφραγιστικός
σφραγιστο	=	σφραγιστός
σφραγιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφραγιστός
σφραγιστού	adj	γενική ενικού του σφραγιστός
σφραγιστούμε	=	σφραγίζω
σφραγιστούν	=	σφραγίζω
σφραγιστούνε	=	σφραγίζω
σφραγιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφραγιστός
σφραγιστό	adj	αιτιατική ενικού του σφραγιστός
σφραγιστός	adj	που έχει κλειστεί και σφραγιστεί
σφραγιστώ	=	σφραγίζω
σφραγιστών	adj	γενική πληθυντικού του σφραγιστός
σφραγῖσιν	noun	δοτική πληθυντικού του σφραγίς
σφριγηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφριγηλός	adv	με σφριγηλό τρόπο, με σφριγηλότητα
σφριγηλέ	adj	κλητική ενικού του σφριγηλός
σφριγηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφριγηλή
σφριγηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφριγηλός
σφριγηλής	adj	γενική ενικού του σφριγηλή
σφριγηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφριγηλός
σφριγηλοτήτων	=	σφριγηλότητα
σφριγηλού	adj	γενική ενικού του σφριγηλός
σφριγηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφριγηλός
σφριγηλό	adj	αιτιατική ενικού του σφριγηλός
σφριγηλός	adj|formal	που έχει σφρίγος, σωματική και πνευματική ακμή και δύναμη
σφριγηλότητα	noun|formal	η ιδιότητα του σφριγηλού
σφριγηλότητας	=	σφριγηλότητα
σφριγηλότητες	=	σφριγηλότητα
σφριγηλών	adj	γενική πληθυντικού του σφριγηλός
σφριγώ	verb|formal	είμαι σφριγηλός, γεμάτος σφρίγος
σφριγών	=	σφρίγος
σφριγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σφριγώ
σφυγμέ	noun	κλητική ενικού του σφυγμός
σφυγμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυγμικό
σφυγμικέ	adj	κλητική ενικού του σφυγμικός
σφυγμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυγμική
σφυγμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυγμικός
σφυγμικής	adj	γενική ενικού του σφυγμική
σφυγμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυγμικός
σφυγμικού	adj	γενική ενικού του σφυγμικός
σφυγμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφυγμικός
σφυγμικό	adj	αιτιατική ενικού του σφυγμικός
σφυγμικός	adj	που έχει σχέση με σφυγμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
σφυγμικών	adj	γενική πληθυντικού του σφυγμικός
σφυγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυγμός
σφυγμογράφε	=	σφυγμογράφος
σφυγμογράφημα	noun	η καταγραφή από σφυγμογράφο
σφυγμογράφο	=	σφυγμογράφος
σφυγμογράφοι	=	σφυγμογράφος
σφυγμογράφος	noun	συσκευή με την οποία γίνεται η σφυγμογραφία
σφυγμογράφου	=	σφυγμογράφος
σφυγμογράφους	=	σφυγμογράφος
σφυγμογράφων	=	σφυγμογράφος
σφυγμογραφήματα	=	σφυγμογράφημα
σφυγμογραφήματος	=	σφυγμογράφημα
σφυγμογραφία	noun	καταγραφή του σφυγμού, δηλαδή των παλμών της καρδιάς, συνήθως μέσω ενός ειδικού οργάνου που ονομάζεται σφυγμογράφος
σφυγμογραφίας	=	σφυγμογραφία
σφυγμογραφίες	=	σφυγμογραφία
σφυγμογραφημάτων	=	σφυγμογράφημα
σφυγμογραφικά	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικέ	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικές	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφική	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικής	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικοί	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικού	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικούς	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικό	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφικός	adj	που έχει σχέση με σφυγμογραφία ή σφυγμογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
σφυγμογραφικών	=	σφυγμογραφικός
σφυγμογραφιών	=	σφυγμογραφία
σφυγμομέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομέτρηση	noun	η μέτρηση των σφυγμών (των καρδιακών παλμών)
σφυγμομέτρησης	=	σφυγμομέτρηση
σφυγμομέτρησις	noun	η σφυγμομέτρηση
σφυγμομέτρου	noun	γενική ενικού του σφυγμόμετρο
σφυγμομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του σφυγμόμετρο
σφυγμομανομέτρου	=	σφυγμομανόμετρο
σφυγμομανομέτρων	=	σφυγμομανόμετρο
σφυγμομανόμετρα	=	σφυγμομανόμετρο
σφυγμομανόμετρο	noun	άλλη εκδοχή για το σφυγμόμετρο
σφυγμομανόμετρου	=	σφυγμομανόμετρο
σφυγμομανόμετρων	=	σφυγμομανόμετρο
σφυγμομετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήσεις	=	σφυγμομέτρηση
σφυγμομετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήσεων	=	σφυγμομέτρηση
σφυγμομετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
σφυγμομετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυγμομετρημένο
σφυγμομετρημένε	verb	κλητική ενικού του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυγμομετρημένη
σφυγμομετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρημένης	verb	γενική ενικού του σφυγμομετρημένη
σφυγμομετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφυγμομετρημένος
σφυγμομετρώ	verb	μετρώ τους σφυγμούς κάποιου σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
σφυγμού	noun	γενική ενικού του σφυγμός
σφυγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφυγμός
σφυγμό	noun	αιτιατική ενικού του σφυγμός
σφυγμόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυγμόμετρο
σφυγμόμετρο	noun	όργανο για τη μέτρηση των σφυγμών της καρδιάς
σφυγμόμετρον	noun	σφυγμόμετρο
σφυγμόμετρου	=	σφυγμόμετρο
σφυγμός	noun	ο παλμός μιας αρτηρίας που γίνεται αισθητός με την ψηλάφησή της
σφυγμών	noun	γενική πληθυντικού του σφυγμός
σφυζουσών	=	σφύζων
σφυζούσης	=	σφύζων
σφυζόντων	=	σφύζων
σφυρά	=	σφυρό
σφυράκι	noun	υποκοριστικό του σφυρί
σφυράκια	=	σφυράκι
σφυράω	verb	άλλη μορφή του σφυρίζω
σφυρήλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρήλατο
σφυρήλατε	adj	κλητική ενικού του σφυρήλατος
σφυρήλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρήλατη
σφυρήλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυρήλατος
σφυρήλατης	adj	γενική ενικού του σφυρήλατη
σφυρήλατο	adj	αιτιατική ενικού του σφυρήλατος
σφυρήλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυρήλατος
σφυρήλατος	adj	που έχει σφυρηλατηθεί.
σφυρήλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφυρήλατος
σφυρήλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφυρήλατος
σφυρήλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφυρήλατος
σφυρί	noun	εργαλείο ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα
σφυρίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφύριγμα
σφυρίγματος	noun	γενική ενικού του σφύριγμα
σφυρίδα	noun	μεγάλο ψάρι (Επινέφελος ο χαλκούς, Epinephelus Aeneus) με νόστιμο κρέας
σφυρίδας	=	σφυρίδα
σφυρίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρίδα
σφυρίδων	=	σφυρίδα
σφυρίζαμε	=	σφυρίζω
σφυρίζαν	=	σφυρίζω
σφυρίζανε	=	σφυρίζω
σφυρίζατε	=	σφυρίζω
σφυρίζει	=	σφυρίζω
σφυρίζεις	=	σφυρίζω
σφυρίζεσαι	=	σφυρίζω
σφυρίζεστε	=	σφυρίζω
σφυρίζεται	=	σφυρίζω
σφυρίζετε	=	σφυρίζω
σφυρίζομαι	=	σφυρίζω
σφυρίζομε	=	σφυρίζω
σφυρίζονται	=	σφυρίζω
σφυρίζονταν	=	σφυρίζω
σφυρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σφυρίζω
σφυρίζουμε	=	σφυρίζω
σφυρίζουν	=	σφυρίζω
σφυρίζουνε	=	σφυρίζω
σφυρίζω	verb	κάνω συριστικό ήχο με το στόμα μου χρησιμοποιώντας τα χείλη ή και τα δάχτυλα
σφυρίκτρα	noun	σφυρίχτρα
σφυρίκτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρίκτρα
σφυρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξαν	=	σφυρίζω
σφυρίξανε	=	σφυρίζω
σφυρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξομε	=	σφυρίζω
σφυρίξου	=	σφυρίζω
σφυρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξουνε	=	σφυρίζω
σφυρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφυρίχτε	=	σφυρίζω
σφυρίχτηκα	=	σφυρίζω
σφυρίχτηκαν	=	σφυρίζω
σφυρίχτηκε	=	σφυρίζω
σφυρίχτηκες	=	σφυρίζω
σφυρίχτρα	noun	συσκευή που σφυρίζει, βγάζει έναν οξύ και διαπεραστικό ήχο
σφυρίχτρας	noun	γενική ενικού του σφυρίχτρα
σφυρίχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρίχτρα
σφυρηλάτει	=	σφυρηλατώ
σφυρηλάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλάτηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφυρηλατώ
σφυρηλάτησης	noun	γενική ενικού του σφυρηλάτηση
σφυρηλάτου	=	σφυρήλατος
σφυρηλάτους	=	σφυρήλατος
σφυρηλάτων	=	σφυρήλατος
σφυρηλασία	noun	άλλη μορφή του σφυρηλάτηση
σφυρηλασίας	noun	γενική ενικού του σφυρηλασία
σφυρηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρηλασία
σφυρηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του σφυρηλασία
σφυρηλατήθηκα	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήσαν	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατήσανε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρηλάτηση
σφυρηλατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σφυρηλάτηση
σφυρηλατήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σφυρηλάτηση
σφυρηλατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυρηλατώ
σφυρηλατεί	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατείς	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατείτε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρηλατημένο
σφυρηλατημένε	verb	κλητική ενικού του σφυρηλατημένος
σφυρηλατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυρηλατημένη
σφυρηλατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυρηλατημένος
σφυρηλατημένης	verb	γενική ενικού του σφυρηλατημένη
σφυρηλατημένο	verb	αιτιατική ενικού του σφυρηλατημένος
σφυρηλατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυρηλατημένος
σφυρηλατημένος	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφυρηλατημένος
σφυρηλατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφυρηλατημένος
σφυρηλατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφυρηλατημένος
σφυρηλατούμαι	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούμε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούν	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούνε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσα	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσαμε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσαν	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσανε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσατε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσε	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατούσες	=	σφυρηλατώ
σφυρηλατώ	verb	κατεργάζομαι (μηχανικά ή χειρωνακτικά) κάποιο σφυρηλατήσιμο μέταλλο με σφυρί
σφυρηλατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σφυρηλατώ
σφυριά	noun	χτύπημα με σφυρί
σφυριάς	=	σφυριά
σφυριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυριά
σφυριγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφύριγμα
σφυριγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυριγμένο
σφυριγμένε	verb	κλητική ενικού του σφυριγμένος
σφυριγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυριγμένη
σφυριγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυριγμένος
σφυριγμένης	verb	γενική ενικού του σφυριγμένη
σφυριγμένο	verb	αιτιατική ενικού του σφυριγμένος
σφυριγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυριγμένος
σφυριγμένος	=	σφυρίζω
σφυριγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφυριγμένος
σφυριγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφυριγμένος
σφυριγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφυριγμένος
σφυριζόμασταν	=	σφυρίζω
σφυριζόμαστε	=	σφυρίζω
σφυριζόμουν	=	σφυρίζω
σφυριζόμουνα	=	σφυρίζω
σφυριζόντουσαν	=	σφυρίζω
σφυριζόσασταν	=	σφυρίζω
σφυριζόσαστε	=	σφυρίζω
σφυριζόσουν	=	σφυρίζω
σφυριζόσουνα	=	σφυρίζω
σφυριζόταν	=	σφυρίζω
σφυριζότανε	=	σφυρίζω
σφυριού	=	σφυρί
σφυριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σφυριχτός	adv	με σφυριχτό τρόπο, με σφύριγμα
σφυριχτάρι	noun	είδος πάπιας
σφυριχτάρια	=	σφυριχτάρι
σφυριχτέ	adj	κλητική ενικού του σφυριχτός
σφυριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυριχτή
σφυριχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυριχτός
σφυριχτήκαμε	=	σφυρίζω
σφυριχτήκαν	=	σφυρίζω
σφυριχτήκανε	=	σφυρίζω
σφυριχτήκατε	=	σφυρίζω
σφυριχτής	adj	γενική ενικού του σφυριχτή
σφυριχταριού	=	σφυριχτάρι
σφυριχταριών	=	σφυριχτάρι
σφυριχτεί	=	σφυρίζω
σφυριχτείς	=	σφυρίζω
σφυριχτείτε	=	σφυρίζω
σφυριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυριχτός
σφυριχτού	adj	γενική ενικού του σφυριχτός
σφυριχτούμε	=	σφυρίζω
σφυριχτούν	=	σφυρίζω
σφυριχτούνε	=	σφυρίζω
σφυριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σφυριχτός
σφυριχτρών	noun	γενική πληθυντικού του σφυρίχτρα
σφυριχτό	adj	αιτιατική ενικού του σφυριχτός
σφυριχτός	adj	που είναι όμοιος με σφύριγμα ή παράγεται σφυρίζοντας
σφυριχτώ	=	σφυρίζω
σφυριχτών	adj	γενική πληθυντικού του σφυριχτός
σφυριών	=	σφυρί
σφυροβολία	noun	αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο σφυροβόλος προσπαθεί να ρίξει τη σφύρα όσο πιο μακριά μπορεί
σφυροβολίας	noun	γενική ενικού του σφυροβολία
σφυροβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυροβολία
σφυροβολιών	noun	γενική πληθυντικού του σφυροβολία
σφυροβόλε	=	σφυροβόλος
σφυροβόλο	=	σφυροβόλος
σφυροβόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυροβόλος
σφυροβόλος	noun	αθλητής ή αθλήτρια της σφυροβολίας
σφυροβόλου	noun	γενική ενικού του σφυροβόλος
σφυροβόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σφυροβόλος
σφυροβόλων	noun	γενική πληθυντικού του σφυροβόλος
σφυροδακτυλία	noun	παραμόρφωση των δακτύλων, κυρίως των ποδιών, κατά την οποία το δάκτυλο κάμπτεται μόνιμα στη μεσαία άρθρωση, παίρνοντας σχήμα σφυριού, η οποία συνήθως επηρεάζει το δεύτερο, τρίτο ή τέταρτο δάκτυλο και μπορεί να προκληθεί από στενά παπούτσια, αρθρίτιδα ή μυϊκή ανισορροπία
σφυροδακτυλίας	=	σφυροδακτυλία
σφυροδακτυλίες	=	σφυροδακτυλία
σφυροδακτυλιών	=	σφυροδακτυλία
σφυροδράπανα	=	σφυροδράπανο
σφυροδράπανο	noun	ταλαντούμενη σφύρα, ταλαντευόμενη ηλεκτρική (χαμηλής ισχύος) ή υδραυλική (υψηλής ισχύος) σφύρα
σφυροδράπανου	=	σφυροδράπανο
σφυροδράπανων	=	σφυροδράπανο
σφυροδρέπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυροδρέπανο
σφυροδρέπανο	noun	σύμβολο των κομμουνιστικών κομμάτων που σχηματίζεται από ένα σφυρί και ένα δρεπάνι που διασταυρώνονται
σφυροδρέπανον	noun	σφυροδρέπανο
σφυροδρέπανου	noun	γενική ενικού του σφυροδρέπανο
σφυροδρέπανων	noun	γενική πληθυντικού του σφυροδρέπανο
σφυροδραπάνου	=	σφυροδράπανο
σφυροδραπάνων	=	σφυροδράπανο
σφυροκάλεμα	=	σφυροκάλεμο
σφυροκάλεμο	noun	εργαλείο που συνδυάζει τη λειτουργία ενός σφυριού και ενός καλεμιού και χρησιμοποιείται κυρίως για τη λάξευση ή το σπάσιμο σκληρών υλικών, όπως η πέτρα, καθώς το ένα άκρο του λειτουργεί ως σφυρί, ενώ το άλλο έχει την αιχμηρή λεπίδα του καλεμιού
σφυροκάλεμου	=	σφυροκάλεμο
σφυροκάλεμων	=	σφυροκάλεμο
σφυροκοπάω	=	σφυροκοπώ
σφυροκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυροκόπημα
σφυροκοπήματος	noun	γενική ενικού του σφυροκόπημα
σφυροκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σφυροκόπημα
σφυροκοπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυροκοπημένο
σφυροκοπημένε	verb	κλητική ενικού του σφυροκοπημένος
σφυροκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφυροκοπημένη
σφυροκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφυροκοπημένος
σφυροκοπημένης	verb	γενική ενικού του σφυροκοπημένη
σφυροκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του σφυροκοπημένος
σφυροκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφυροκοπημένος
σφυροκοπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σφυροκοπημένος
σφυροκοπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σφυροκοπημένος
σφυροκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σφυροκοπημένος
σφυροκοπιέμαι	=	σφυροκοπώ
σφυροκοπούμαι	=	σφυροκοπώ
σφυροκοπώ	verb	σφυρηλατώ
σφυροκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκόπημα	noun|formal	η ενέργεια του σφυροκοπώ, σφυρηλασία
σφυροκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυροκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυροκοπώ
σφυρού	=	σφυρό
σφυρό	noun|formal	ο αστράγαλος και η γύρω περιοχή
σφυρώ	verb	άλλη μορφή του σφυρίζω
σφυρών	noun	γενική πληθυντικού του σφύρα
σφόδρα	adv|archaic	πάρα πολύ
σφόνδυλε	noun	κλητική ενικού του σφόνδυλος
σφόνδυλο	noun	αιτιατική ενικού του σφόνδυλος
σφόνδυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σφόνδυλος
σφόνδυλος	noun	σπόνδυλος
σφόνδυλου	=	σφόνδυλος
σφόνδυλους	=	σφόνδυλος
σφόνδυλων	=	σφόνδυλος
σφύζαμε	=	σφύζω
σφύζαν	=	σφύζω
σφύζανε	=	σφύζω
σφύζατε	=	σφύζω
σφύζε	=	σφύζω
σφύζει	=	σφύζω
σφύζεις	=	σφύζω
σφύζετε	=	σφύζω
σφύζομε	=	σφύζω
σφύζον	=	σφύζων
σφύζοντα	=	σφύζων
σφύζοντας	=	σφύζων
σφύζοντες	=	σφύζων
σφύζοντος	=	σφύζων
σφύζουμε	=	σφύζω
σφύζουν	=	σφύζω
σφύζουνε	=	σφύζω
σφύζουσα	=	σφύζων
σφύζουσας	=	σφύζων
σφύζουσες	=	σφύζων
σφύζω	verb	πάλλομαι, χτυπώ δυνατά
σφύζων	verb|formal	που σφύζει, είναι γεμάτος
σφύξεις	=	σφύξη
σφύξεων	=	σφύξη
σφύξη	noun	άλλη μορφή του σφυγμός
σφύξης	=	σφύξη
σφύρα	noun|archaic	άλλη μορφή του σφυρί
σφύρας	noun	γενική ενικού του σφύρα
σφύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σφύρα
σφύριγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σφυρίζω
σφύριζα	=	σφυρίζω
σφύριζαν	=	σφυρίζω
σφύριζε	=	σφυρίζω
σφύριζες	=	σφυρίζω
σφύριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφύριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφύριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σφύριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφυρίζω
σχάζω	verb	ανοίγω κάτι σε δύο κομμάτια, σχίζω στα δύο
σχάρα	noun	το επίπεδο σκεύος, αποτελούμενο από παράλληλες μεταλλικές ράβδους, το οποίο τοποθετείται πάνω από θερμαντική εστία και πάνω σε αυτό τοποθετούνται τα υλικά που θα ψηθούν
σχάρας	noun	γενική ενικού του σχάρα
σχάρες	=	σχάρα
σχάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχάση
σχάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσεων	noun	γενική πληθυντικού του σχάση
σχάσεως	noun|formal	γενική ενικού του σχάση
σχάση	noun	η διάσπαση του πυρήνα του ατόμου ενός στοιχείου από την οποία προκύπτουν δύο πυρήνες ελαφρότερων στοιχείων με την ταυτόχρονη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας και ακτινοβολίας (ραδιενέργειας)
σχάσης	noun	γενική ενικού του σχάση
σχάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχάζω
σχέδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχέδιο
σχέδιο	noun	αναπαράσταση ενός αντικειμένου πάνω σε χαρτί ή άλλη επιφάνεια με τη χρήση γραμμών, συνήθως υπό κλίμακα
σχέδιου	=	σχέδιο
σχέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχέση
σχέσεων	noun	γενική πληθυντικού του σχέση
σχέσεως	noun|formal	γενική ενικού του σχέση
σχέση	noun	ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους
σχέσης	noun	γενική ενικού του σχέση
σχέτιζα	=	σχετίζω
σχέτιζαν	=	σχετίζω
σχέτιζε	=	σχετίζω
σχέτιζες	=	σχετίζω
σχέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχήμα	noun	η μορφή ενός πράγματος ή σώματος, το εξωτερικό του περίγραμμα
σχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχήμα
σχήματος	noun	γενική ενικού του σχήμα
σχίζα	noun	κομματάκι από ξύλο που έχει σχιστεί, με αιχμηρές άκρες
σχίζαμε	=	σχίζω
σχίζαν	=	σχίζω
σχίζανε	=	σχίζω
σχίζας	noun	γενική ενικού του σχίζα
σχίζατε	=	σχίζω
σχίζε	=	σχίζω
σχίζει	=	σχίζω
σχίζεις	=	σχίζω
σχίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχίζα
σχίζεσαι	=	σχίζω
σχίζεστε	=	σχίζω
σχίζεται	=	σχίζω
σχίζετε	=	σχίζω
σχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σχίζω
σχίζομε	=	σχίζω
σχίζονται	=	σχίζω
σχίζονταν	=	σχίζω
σχίζοντας	=	σχίζω
σχίζουμε	=	σχίζω
σχίζουν	=	σχίζω
σχίζουνε	=	σχίζω
σχίζω	verb	κόβω σε δύο κομμάτια με μια απότομη κίνηση ένα αντικείμενο με μικρό πάχος, (πχ. χαρτί ή ύφασμα)
σχίνε	=	σχίνος
σχίνο	=	σχίνος
σχίνοι	=	σχίνος
σχίνος	noun	το μαστιχόδεντρο
σχίνου	=	σχίνος
σχίνους	=	σχίνος
σχίνων	=	σχίνος
σχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσαν	=	σχίζω
σχίσανε	=	σχίζω
σχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσθηκα	=	σχίζω
σχίσιμο	noun	άλλη μορφή του σκίσιμο
σχίσμα	noun	ο διαχωρισμός μιας ενιαίας Εκκλησίας σε δύο τμήματα που δεν κοινωνούν εκκλησιαστικά μεταξύ τους
σχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχίσμα
σχίσματος	noun	γενική ενικού του σχίσμα
σχίσομε	=	σχίζω
σχίσου	=	σχίζω
σχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίσουνε	=	σχίζω
σχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχίστηκα	=	σχίζω
σχίστηκαν	=	σχίζω
σχίστηκε	=	σχίζω
σχίστηκες	=	σχίζω
σχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχίζω
σχαροτήγανα	=	σχαροτήγανο
σχαροτήγανο	noun	είδος τηγανιού με ραβδωτή επιφάνεια και αντικολλητική επίστρωση ιδανικό γιά ψήσιμο κρέατος, ψαριών, λαχανικών
σχαροτήγανου	=	σχαροτήγανο
σχαροτήγανων	=	σχαροτήγανο
σχεδία	noun	επίπεδο μικρό πλεούμενο χωρίς δωμάτια
σχεδίαζα	=	σχεδιάζω
σχεδίαζαν	=	σχεδιάζω
σχεδίαζε	=	σχεδιάζω
σχεδίαζες	=	σχεδιάζω
σχεδίας	noun	γενική ενικού του σχεδία
σχεδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδίαση	noun	η ενέργεια του σχεδιάζω
σχεδίασης	=	σχεδίαση
σχεδίασμα	noun	η γραφική απεικόνιση
σχεδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδία
σχεδίου	noun	γενική ενικού του σχέδιο
σχεδίων	noun	γενική πληθυντικού του σχέδιο
σχεδιάγραμμα	noun	γραφική παράσταση, υπό κλίμακα, ενός ανοιχτού ή κλειστού χώρου
σχεδιάζαμε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζαν	=	σχεδιάζω
σχεδιάζανε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζατε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζει	=	σχεδιάζω
σχεδιάζεις	=	σχεδιάζω
σχεδιάζεσαι	=	σχεδιάζω
σχεδιάζεστε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζεται	=	σχεδιάζω
σχεδιάζετε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζομαι	=	σχεδιάζω
σχεδιάζομε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζονται	=	σχεδιάζω
σχεδιάζονταν	=	σχεδιάζω
σχεδιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάζουμε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζουν	=	σχεδιάζω
σχεδιάζουνε	=	σχεδιάζω
σχεδιάζω	verb	απεικονίζω κάτι με ακρίβεια
σχεδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάσαν	=	σχεδιάζω
σχεδιάσανε	=	σχεδιάζω
σχεδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάσεις	=	σχεδίαση
σχεδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάσεων	=	σχεδίαση
σχεδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδίασμα
σχεδιάσματος	noun	γενική ενικού του σχεδίασμα
σχεδιάσομε	=	σχεδιάζω
σχεδιάσου	=	σχεδιάζω
σχεδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάσουνε	=	σχεδιάζω
σχεδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιάστηκα	=	σχεδιάζω
σχεδιάστηκαν	=	σχεδιάζω
σχεδιάστηκε	=	σχεδιάζω
σχεδιάστηκες	=	σχεδιάζω
σχεδιάστρα	=	σχεδιάστρια
σχεδιάστρας	=	σχεδιάστρια
σχεδιάστρες	=	σχεδιάστρια
σχεδιάστρια	noun	θηλυκό του σχεδιαστής
σχεδιάστριας	noun	γενική ενικού του σχεδιάστρια
σχεδιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιάστρια
σχεδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχεδιάζω
σχεδιαγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιάγραμμα
σχεδιαγράμματος	noun	γενική ενικού του σχεδιάγραμμα
σχεδιαγράφηση	noun	άλλη μορφή του σχεδιογράφηση
σχεδιαγράφησης	=	σχεδιαγράφηση
σχεδιαγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σχεδιάγραμμα
σχεδιαγραφήσεις	=	σχεδιαγράφηση
σχεδιαγραφήσεων	=	σχεδιαγράφηση
σχεδιαγραφώ	verb	άλλη μορφή του σχεδιογραφώ
σχεδιαγραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχεδιαγραφώ
σχεδιαζόμασταν	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόμαστε	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόμενος	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόμουν	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόμουνα	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόντουσαν	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόσασταν	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόσαστε	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόσουν	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόσουνα	=	σχεδιάζω
σχεδιαζόταν	=	σχεδιάζω
σχεδιαζότανε	=	σχεδιάζω
σχεδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σχεδίασμα
σχεδιασμέ	noun	κλητική ενικού του σχεδιασμός
σχεδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιασμένο
σχεδιασμένε	verb	κλητική ενικού του σχεδιασμένος
σχεδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιασμένη
σχεδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχεδιασμένος
σχεδιασμένης	verb	γενική ενικού του σχεδιασμένη
σχεδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σχεδιασμένος
σχεδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχεδιασμένος
σχεδιασμένος	verb	απεικονισμένος με σχέδιο
σχεδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σχεδιασμένος
σχεδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σχεδιασμένος
σχεδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σχεδιασμένος
σχεδιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχεδιασμός
σχεδιασμού	noun	γενική ενικού του σχεδιασμός
σχεδιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχεδιασμός
σχεδιασμό	noun	αιτιατική ενικού του σχεδιασμός
σχεδιασμός	noun	(οικονομία): η διαδικασία προκαθορισμού σειράς ενεργειών κατ' αλληλουχία και συνάφεια προς επίτευξη αντικειμενικών σκοπών (συνηθέστερα μακροχρόνια)
σχεδιασμών	noun	γενική πληθυντικού του σχεδιασμός
σχεδιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιαστής
σχεδιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σχεδιαστής
σχεδιαστήκαμε	=	σχεδιάζω
σχεδιαστήκαν	=	σχεδιάζω
σχεδιαστήκανε	=	σχεδιάζω
σχεδιαστήκατε	=	σχεδιάζω
σχεδιαστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιαστήριο
σχεδιαστήριο	noun	ο χώρος σχεδιασμού αρχιτεκτονικού βιομηχανικού η γραφιστικού σχεδίου
σχεδιαστήριον	noun	το σχεδιαστήριο
σχεδιαστήριου	=	σχεδιαστήριο
σχεδιαστής	noun	κάποιος που κατ’ επάγγελμα δημιουργεί σχέδια ή ασχολείται με τη σχεδίαση
σχεδιαστεί	=	σχεδιάζω
σχεδιαστείς	=	σχεδιάζω
σχεδιαστείτε	=	σχεδιάζω
σχεδιαστηρίου	noun	γενική ενικού του σχεδιαστήριο
σχεδιαστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του σχεδιαστήριο
σχεδιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιαστικό
σχεδιαστικέ	adj	κλητική ενικού του σχεδιαστικός
σχεδιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχεδιαστική
σχεδιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχεδιαστικός
σχεδιαστικής	adj	γενική ενικού του σχεδιαστική
σχεδιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχεδιαστικός
σχεδιαστικού	adj	γενική ενικού του σχεδιαστικός
σχεδιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχεδιαστικός
σχεδιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σχεδιαστικός
σχεδιαστικός	adj	που έχει σχέση με σχεδίαση, σχεδιαστή ή σχέδιο ή αναφέρεται σ’ αυτά
σχεδιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σχεδιαστικός
σχεδιαστούμε	=	σχεδιάζω
σχεδιαστούν	=	σχεδιάζω
σχεδιαστούνε	=	σχεδιάζω
σχεδιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του σχεδιάστρια
σχεδιαστρών	=	σχεδιάστρια
σχεδιαστώ	=	σχεδιάζω
σχεδιαστών	noun	γενική πληθυντικού του σχεδιαστής
σχεδιογράφε	=	σχεδιογράφος
σχεδιογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του σχεδιογραφώ
σχεδιογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σχεδιογραφώ
σχεδιογράφησης	=	σχεδιογράφηση
σχεδιογράφο	=	σχεδιογράφος
σχεδιογράφοι	=	σχεδιογράφος
σχεδιογράφος	noun	το πλότερ
σχεδιογράφου	=	σχεδιογράφος
σχεδιογράφους	=	σχεδιογράφος
σχεδιογράφων	=	σχεδιογράφος
σχεδιογραφήματα	=	σχεδιογράφημα
σχεδιογραφήματος	=	σχεδιογράφημα
σχεδιογραφήσεις	=	σχεδιογράφηση
σχεδιογραφήσεων	=	σχεδιογράφηση
σχεδιογραφημάτων	=	σχεδιογράφημα
σχεδιογραφώ	verb	σχεδιάζω κάτι σε χαρτί (ή άλλη επιφάνεια) με προβολή
σχεδιογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχεδιογραφώ
σχεδιοκίνηση	noun	τα κινούμενα σχέδια, τα καρτούν
σχεδιοκίνησης	=	σχεδιοκίνηση
σχεδιοκινήσεις	=	σχεδιοκίνηση
σχεδιοκινήσεων	=	σχεδιοκίνηση
σχεδιοποιημένος	verb|rare	δομημένος βάσει σχεδίου
σχεδιών	noun	γενική πληθυντικού του σχεδία
σχεδόν	adv	εξαιρουμένων μικρών λεπτομερειών
σχεσιακά	=	σχεσιακός
σχεσιακέ	=	σχεσιακός
σχεσιακές	=	σχεσιακός
σχεσιακή	=	σχεσιακός
σχεσιακής	=	σχεσιακός
σχεσιακοί	=	σχεσιακός
σχεσιακού	=	σχεσιακός
σχεσιακούς	=	σχεσιακός
σχεσιακό	=	σχεσιακός
σχεσιακός	adj	κατηγορία βάσεων δεδομένων (βλ. σχεσιακή βάση δεδομένων) ή ότι αναφέρεται στο σχεσιακό μοντέλο
σχεσιακών	=	σχεσιακός
σχετίζαμε	=	σχετίζω
σχετίζαν	=	σχετίζω
σχετίζανε	=	σχετίζω
σχετίζατε	=	σχετίζω
σχετίζει	=	σχετίζω
σχετίζεις	=	σχετίζω
σχετίζεσαι	=	σχετίζομαι
σχετίζεστε	=	σχετίζομαι
σχετίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σχετίζομαι
σχετίζετε	=	σχετίζω
σχετίζομαι	verb	συνδέομαι λογικά ή αιτιολογικά με κάτι, έχω σχέση
σχετίζομε	=	σχετίζω
σχετίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του σχετίζομαι
σχετίζονταν	=	σχετίζομαι
σχετίζοντας	=	σχετίζω
σχετίζου	=	σχετίζομαι
σχετίζουμε	=	σχετίζω
σχετίζουν	=	σχετίζω
σχετίζουνε	=	σχετίζω
σχετίζω	verb	άλλη μορφή του συσχετίζω
σχετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσαν	=	σχετίζω
σχετίσανε	=	σχετίζω
σχετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσομε	=	σχετίζω
σχετίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίσουνε	=	σχετίζω
σχετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζω
σχετιζόμασταν	=	σχετίζομαι
σχετιζόμαστε	=	σχετίζομαι
σχετιζόμενα	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενε	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενες	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενη	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενης	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενο	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενοι	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος σχετίζομαι
σχετιζόμενου	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενους	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμενων	=	σχετιζόμενος
σχετιζόμουν	=	σχετίζομαι
σχετιζόμουνα	=	σχετίζομαι
σχετιζόντουσαν	=	σχετίζομαι
σχετιζόσασταν	=	σχετίζομαι
σχετιζόσαστε	=	σχετίζομαι
σχετιζόσουν	=	σχετίζομαι
σχετιζόσουνα	=	σχετίζομαι
σχετιζόταν	=	σχετίζομαι
σχετιζότανε	=	σχετίζομαι
σχετικά	adv	σε σχέση με κάτι ή κάποιον	noun	ό,τι σχετίζεται με όσα πριν συζητήθηκαν ή αναφέρθηκαν
σχετικέ	adj	κλητική ενικού του σχετικός
σχετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετική
σχετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχετικός
σχετικής	adj	γενική ενικού του σχετική
σχετικισμέ	noun	κλητική ενικού του σχετικισμός
σχετικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετικισμός
σχετικισμού	noun	γενική ενικού του σχετικισμός
σχετικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχετικισμός
σχετικισμό	noun	αιτιατική ενικού του σχετικισμός
σχετικισμός	noun	βλέπε: σχετισμός ⁽ᵉˡ⁾
σχετικισμών	noun	γενική πληθυντικού του σχετικισμός
σχετικιστής	noun	(παρωχημένο) φυσικός που αποδέχεται πλήρως την γενική αϊνστάινια σχετικότητα
σχετικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σχετικιστικός
σχετικιστικέ	adj	κλητική ενικού του σχετικιστικός
σχετικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετικιστική
σχετικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχετικιστικός
σχετικιστικής	adj	γενική ενικού του σχετικιστική
σχετικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετικιστικός
σχετικιστικού	adj	γενική ενικού του σχετικιστικός
σχετικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχετικιστικός
σχετικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σχετικιστικός
σχετικιστικός	adj	που αναφέρεται στον σχετικισμό ή τον σχετικιστή ή έχει σχέση με αυτούς
σχετικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σχετικιστικός
σχετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετικός
σχετικοκρατία	noun	θεωρία κατά την οποία προκρίνεται η σχετική και όχι η απόλυτη / αντικειμενική γνώση
σχετικοκρατίας	noun	γενική ενικού του σχετικοκρατία
σχετικοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετικοκρατία
σχετικοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του σχετικοκρατία
σχετικοποίηση	noun	η απώλεια του απόλυτου χαρακτήρα μιας ιδέας, ενός αντικειμένου, κ.α. και η σύγκρισή του με κάτι παρεμφερές, παρόμοιο ή με την τοποθέτησή του σε ένα γενικότερο πλαίσιο
σχετικοποίησης	=	σχετικοποίηση
σχετικοποιήσεις	=	σχετικοποίηση
σχετικοποιήσεων	=	σχετικοποίηση
σχετικοτήτων	=	σχετικότητα
σχετικού	adj	γενική ενικού του σχετικός
σχετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχετικός
σχετικό	adj	αιτιατική ενικού του σχετικός
σχετικός	adj	που έχει σχέση με άλλο ή άλλα πράγματα
σχετικότατα	=	σχετικός
σχετικότατε	=	σχετικός
σχετικότατες	=	σχετικός
σχετικότατη	=	σχετικός
σχετικότατης	=	σχετικός
σχετικότατο	=	σχετικός
σχετικότατοι	=	σχετικός
σχετικότατος	=	σχετικός
σχετικότατου	=	σχετικός
σχετικότατους	=	σχετικός
σχετικότατων	=	σχετικός
σχετικότερα	=	σχετικός
σχετικότερε	=	σχετικός
σχετικότερες	=	σχετικός
σχετικότερη	=	σχετικός
σχετικότερης	=	σχετικός
σχετικότερο	=	σχετικός
σχετικότεροι	=	σχετικός
σχετικότερος	=	σχετικός
σχετικότερου	=	σχετικός
σχετικότερους	=	σχετικός
σχετικότερων	=	σχετικός
σχετικότης	noun	σχετικότητα
σχετικότητα	noun	η ιδιότητα του σχετικού
σχετικότητας	noun	γενική ενικού του σχετικότητα
σχετικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετικότητα
σχετικών	adj	γενική πληθυντικού του σχετικός
σχετικώς	adv|formal	σχετικά
σχετισμέ	noun	κλητική ενικού του σχετισμός
σχετισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετισμένο
σχετισμένε	verb	κλητική ενικού του σχετισμένος
σχετισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετισμένη
σχετισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχετισμένος
σχετισμένης	verb	γενική ενικού του σχετισμένη
σχετισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σχετισμένος
σχετισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετισμένος
σχετισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σχετίζω
σχετισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σχετισμένος
σχετισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σχετισμένος
σχετισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σχετισμένος
σχετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετισμός
σχετισμού	noun	γενική ενικού του σχετισμός
σχετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχετισμός
σχετισμό	noun	αιτιατική ενικού του σχετισμός
σχετισμός	noun	το να θεωρείς ότι όλες οι ιδιότητες προκύπτουν και ορίζονται πάντα και μόνο σε σχέση με άλλες
σχετισμών	noun	γενική πληθυντικού του σχετισμός
σχετιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστήκαν	=	σχετίζομαι
σχετιστήκανε	=	σχετίζομαι
σχετιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετιστούνε	=	σχετίζω
σχετιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχετίζομαι
σχετλίαζα	=	σχετλιάζω
σχετλίαζαν	=	σχετλιάζω
σχετλίαζε	=	σχετλιάζω
σχετλίαζες	=	σχετλιάζω
σχετλιάζαμε	=	σχετλιάζω
σχετλιάζαν	=	σχετλιάζω
σχετλιάζανε	=	σχετλιάζω
σχετλιάζατε	=	σχετλιάζω
σχετλιάζει	=	σχετλιάζω
σχετλιάζεις	=	σχετλιάζω
σχετλιάζετε	=	σχετλιάζω
σχετλιάζοντας	=	σχετλιάζω
σχετλιάζουμε	=	σχετλιάζω
σχετλιάζουν	=	σχετλιάζω
σχετλιάζουνε	=	σχετλιάζω
σχετλιάζω	verb|formal	μεμψιμοιρώ, παραπονιέμαι
σχετλιασμέ	noun	κλητική ενικού του σχετλιασμός
σχετλιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετλιασμός
σχετλιασμού	noun	γενική ενικού του σχετλιασμός
σχετλιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχετλιασμός
σχετλιασμό	noun	αιτιατική ενικού του σχετλιασμός
σχετλιασμός	noun	έκφραση αγανάκτησης ή παραπόνου
σχετλιασμών	noun	γενική πληθυντικού του σχετλιασμός
σχετλιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σχετλιαστικός	adv	με σχετλιαστικό τρόπο
σχετλιαστικέ	adj	κλητική ενικού του σχετλιαστικός
σχετλιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχετλιαστική
σχετλιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχετλιαστικός
σχετλιαστικής	adj	γενική ενικού του σχετλιαστική
σχετλιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχετλιαστικός
σχετλιαστικού	adj	γενική ενικού του σχετλιαστικός
σχετλιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχετλιαστικός
σχετλιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σχετλιαστικός
σχετλιαστικός	adj	σχετλιαστικά επιφωνήματα στην αρχαία ελληνική ήταν όσα εξέφραζαν αγανάκτηση ή μεγάλη θλίψη (ἰώ! ἰού! οὐαί! οἴμοι! φεῦ! και παπαῖ!)
σχετλιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σχετλιαστικός
σχημάτιζα	=	σχηματίζω
σχημάτιζαν	=	σχηματίζω
σχημάτιζε	=	σχηματίζω
σχημάτιζες	=	σχηματίζω
σχημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχημάτισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σχηματίζω
σχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του σχήμα
σχηματίζαμε	=	σχηματίζω
σχηματίζαν	=	σχηματίζω
σχηματίζανε	=	σχηματίζω
σχηματίζατε	=	σχηματίζω
σχηματίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σχηματίζω
σχηματίζεις	=	σχηματίζω
σχηματίζεσαι	=	σχηματίζω
σχηματίζεστε	=	σχηματίζω
σχηματίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σχηματίζομαι
σχηματίζετε	=	σχηματίζω
σχηματίζομαι	verb	παίρνω κυριολεκτικά ένα σχήμα
σχηματίζομε	=	σχηματίζω
σχηματίζονται	=	σχηματίζω
σχηματίζονταν	=	σχηματίζω
σχηματίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχηματίζω
σχηματίζουμε	=	σχηματίζω
σχηματίζουν	=	σχηματίζω
σχηματίζουνε	=	σχηματίζω
σχηματίζω	verb	δημιουργώ κάτι ολοκληρωμένο από επιμέρους στοιχεία, φτιάχνω κάτι
σχηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσαν	=	σχηματίζω
σχηματίσανε	=	σχηματίζω
σχηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσθηκα	=	σχηματίζω
σχηματίσθηκαν	=	σχηματίζω
σχηματίσθηκε	=	σχηματίζω
σχηματίσθηκες	=	σχηματίζω
σχηματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχημάτισμα
σχηματίσματος	noun	γενική ενικού του σχημάτισμα
σχηματίσομε	=	σχηματίζω
σχηματίσου	=	σχηματίζω
σχηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίσουνε	=	σχηματίζω
σχηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματίστηκα	=	σχηματίζω
σχηματίστηκαν	=	σχηματίζω
σχηματίστηκε	=	σχηματίζω
σχηματίστηκες	=	σχηματίζω
σχηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχηματίζω
σχηματιζόμασταν	=	σχηματίζω
σχηματιζόμαστε	=	σχηματίζω
σχηματιζόμουν	=	σχηματίζω
σχηματιζόμουνα	=	σχηματίζω
σχηματιζόντουσαν	=	σχηματίζω
σχηματιζόσασταν	=	σχηματίζω
σχηματιζόσαστε	=	σχηματίζω
σχηματιζόσουν	=	σχηματίζω
σχηματιζόσουνα	=	σχηματίζω
σχηματιζόταν	=	σχηματίζω
σχηματιζότανε	=	σχηματίζω
σχηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σχηματικός	adv	με σχηματικό τρόπο
σχηματικέ	adj	κλητική ενικού του σχηματικός
σχηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχηματική
σχηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχηματικός
σχηματικής	adj	γενική ενικού του σχηματική
σχηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχηματικός
σχηματικού	adj	γενική ενικού του σχηματικός
σχηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχηματικός
σχηματικό	adj	αιτιατική ενικού του σχηματικός
σχηματικός	adj	γραμμικός
σχηματικών	adj	γενική πληθυντικού του σχηματικός
σχηματικώς	adv|dated	σχηματικά, εικονικά
σχηματισθήκαμε	=	σχηματίζω
σχηματισθήκαν	=	σχηματίζω
σχηματισθήκανε	=	σχηματίζω
σχηματισθήκατε	=	σχηματίζω
σχηματισθεί	=	σχηματίζω
σχηματισθείς	=	σχηματίζω
σχηματισθείτε	=	σχηματίζω
σχηματισθούμε	=	σχηματίζω
σχηματισθούν	=	σχηματίζω
σχηματισθούνε	=	σχηματίζω
σχηματισθώ	=	σχηματίζω
σχηματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σχημάτισμα
σχηματισμέ	noun	κλητική ενικού του σχηματισμός
σχηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχηματισμένο
σχηματισμένε	verb	κλητική ενικού του σχηματισμένος
σχηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχηματισμένη
σχηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχηματισμένος
σχηματισμένης	verb	γενική ενικού του σχηματισμένη
σχηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σχηματισμένος
σχηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχηματισμένος
σχηματισμένος	=	σχηματίζω
σχηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σχηματισμένος
σχηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σχηματισμένος
σχηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σχηματισμένος
σχηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχηματισμός
σχηματισμού	noun	γενική ενικού του σχηματισμός
σχηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχηματισμός
σχηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του σχηματισμός
σχηματισμός	noun	η δημιουργία σχήματος, αντικειμένου, κτλ.
σχηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του σχηματισμός
σχηματιστήκαμε	=	σχηματίζω
σχηματιστήκαν	=	σχηματίζω
σχηματιστήκανε	=	σχηματίζω
σχηματιστήκατε	=	σχηματίζω
σχηματιστεί	=	σχηματίζω
σχηματιστείς	=	σχηματίζω
σχηματιστείτε	=	σχηματίζω
σχηματιστούμε	=	σχηματίζω
σχηματιστούν	=	σχηματίζω
σχηματιστούνε	=	σχηματίζω
σχηματιστώ	=	σχηματίζω
σχηματογραφία	noun	η απεικόνιση δεδομένων, μαθηματικών σχέσεων ή φυσικών φαινομένων με τη χρήση γραφημάτων, σχημάτων ή διαγραμμάτων, με στόχο την κατανόηση και την ανάλυση της δομής ή της σχέσης των στοιχείων που μελετώνται
σχηματογραφίας	=	σχηματογραφία
σχηματογραφίες	=	σχηματογραφία
σχηματογραφιών	=	σχηματογραφία
σχηματοποίει	=	σχηματοποιώ
σχηματοποίησα	=	σχηματοποιώ
σχηματοποίησαν	=	σχηματοποιώ
σχηματοποίησε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποίησες	=	σχηματοποιώ
σχηματοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σχηματοποιώ
σχηματοποίησης	=	σχηματοποίηση
σχηματοποίησις	noun	η σχηματοποίηση
σχηματοποιήσαμε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιήσαν	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιήσανε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιήσατε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιήσει	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιήσεις	=	σχηματοποίηση
σχηματοποιήσεων	=	σχηματοποίηση
σχηματοποιήστε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιεί	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιείς	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιείτε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχηματοποιημένο
σχηματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του σχηματοποιημένος
σχηματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχηματοποιημένη
σχηματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχηματοποιημένος
σχηματοποιημένης	verb	γενική ενικού του σχηματοποιημένη
σχηματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του σχηματοποιημένος
σχηματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχηματοποιημένος
σχηματοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σχηματοποιώ
σχηματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σχηματοποιημένος
σχηματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σχηματοποιημένος
σχηματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σχηματοποιημένος
σχηματοποιούμαι	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούμε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούν	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούνε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσα	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσαμε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσαν	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσανε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσατε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσε	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιούσες	=	σχηματοποιώ
σχηματοποιώ	verb	διαμορφώνω κάτι σε ένα συγκεκριμένο σχήμα ή σύστημα, οργανώνω ή απεικονίζω με βάση κάποιο σχήμα ή σχέδιο
σχηματοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχηματοποιώ
σχης	abbrev	συνταγματάρχης
σχιζοειδές	=	σχιζοειδής
σχιζοειδή	=	σχιζοειδής
σχιζοειδής	adj	που έχει ψυχικά χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται με τρόπο που δημιουργεί δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή, χωρίς όμως τις διαταραχές της σχιζοφρένειας
σχιζοειδείς	=	σχιζοειδής
σχιζοειδούς	=	σχιζοειδής
σχιζοειδών	=	σχιζοειδής
σχιζοφασία	noun	τύπος αποδιοργανωμένου λόγου που χαρακτηρίζεται από ασύνδετες, χωρίς συνοχή ή ασυνάρτητες φράσεις, συνήθως σχετιζόμενος με σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές
σχιζοφασίας	=	σχιζοφασία
σχιζοφασίες	=	σχιζοφασία
σχιζοφασιών	=	σχιζοφασία
σχιζοφρένεια	noun	νευροψυχιατρική νόσος που χαρακτηρίζεται από διαταραχές στην αντίληψη της πραγματικότητας, παράδοξη συμπεριφορά κ.λπ.
σχιζοφρένειας	noun	γενική ενικού του σχιζοφρένεια
σχιζοφρένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχιζοφρένεια
σχιζοφρένια	noun	βλέπε σχιζοφρένεια
σχιζοφρένιας	=	σχιζοφρένια
σχιζοφρένιες	=	σχιζοφρένια
σχιζοφρενές	=	σχιζοφρενής
σχιζοφρενή	=	σχιζοφρενής
σχιζοφρενής	noun	που πάσχει από σχιζοφρένεια	adj	που πάσχει από σχιζοφρένεια
σχιζοφρενία	noun|rare	άλλη μορφή του σχιζοφρένεια
σχιζοφρενείς	=	σχιζοφρενής
σχιζοφρενειών	noun	γενική πληθυντικού του σχιζοφρένεια
σχιζοφρενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχιζοφρενικό	adv	με σχιζοφρενικό τρόπο, με τον τρόπο σχιζοφρενούς
σχιζοφρενικέ	adj	κλητική ενικού του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχιζοφρενική
σχιζοφρενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενικής	adj	γενική ενικού του σχιζοφρενική
σχιζοφρενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενικού	adj	γενική ενικού του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενικό	adj	αιτιατική ενικού του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενικός	adj	που έχει σχέση με την σχιζοφρένεια ή τον σχιζοφρενή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
σχιζοφρενικών	adj	γενική πληθυντικού του σχιζοφρενικός
σχιζοφρενιών	=	σχιζοφρένια
σχιζοφρενούς	=	σχιζοφρενής
σχιζοφρενών	=	σχιζοφρενής
σχιζόμασταν	=	σχίζω
σχιζόμαστε	=	σχίζω
σχιζόμουν	=	σχίζω
σχιζόμουνα	=	σχίζω
σχιζόντουσαν	=	σχίζω
σχιζόσασταν	=	σχίζω
σχιζόσαστε	=	σχίζω
σχιζόσουν	=	σχίζω
σχιζόσουνα	=	σχίζω
σχιζόταν	=	σχίζω
σχιζότανε	=	σχίζω
σχιζών	noun	γενική πληθυντικού του σχίζα
σχινοχωμάτων	=	σχινόχωμα
σχινοχώματα	=	σχινόχωμα
σχινοχώματος	=	σχινόχωμα
σχινόχωμα	noun	χώμα που συλλέγεται από την περιοχή των ριζών σχίνου, καθώς θεωρείται ιδανικό για την καλλιέργεια λουλουδιών
σχισίματα	=	σχίσιμο
σχισίματος	=	σχίσιμο
σχισιμάτων	=	σχίσιμο
σχισμάδα	noun|literary	άλλη μορφή του σχισμή
σχισμάδας	=	σχισμάδα
σχισμάδες	=	σχισμάδα
σχισμάδων	=	σχισμάδα
σχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σχίσμα
σχισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχισμένο
σχισμένε	adj	κλητική ενικού του σχισμένος
σχισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχισμένη
σχισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχισμένος
σχισμένης	adj	γενική ενικού του σχισμένη
σχισμένο	adj	αιτιατική ενικού του σχισμένος
σχισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχισμένος
σχισμένος	verb	που έχει σκιστεί κατά λάθος ή επίτηδες
σχισμένου	verb	γενική ενικού του σχισμένος
σχισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχισμένος
σχισμένων	adj	γενική πληθυντικού του σχισμένος
σχισμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχισμή
σχισμή	noun	το αποτέλεσμα του σχίζω, η διάρρηξη της συνέχειας μιας επιφάνειας που δημιουργεί ένα στενό επίμηκες άνοιγμα
σχισμής	noun	γενική ενικού του σχισμή
σχισματιά	noun	σκισιματιά
σχισματιάς	noun	γενική ενικού του σχισματιά
σχισματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχισματιά
σχισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχισματικό
σχισματικέ	adj	κλητική ενικού του σχισματικός
σχισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχισματική
σχισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχισματικός
σχισματικής	adj	γενική ενικού του σχισματική
σχισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχισματικός
σχισματικού	adj	γενική ενικού του σχισματικός
σχισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχισματικός
σχισματικό	adj	αιτιατική ενικού του σχισματικός
σχισματικός	adj	που έχει σχέση με το σχίσμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
σχισματικών	adj	γενική πληθυντικού του σχισματικός
σχισματιών	=	σχισματιά
σχισμοειδές	=	σχισμοειδής
σχισμοειδή	=	σχισμοειδής
σχισμοειδής	adj	που έχει τη μορφή σχισμής
σχισμοειδείς	=	σχισμοειδής
σχισμοειδούς	=	σχισμοειδής
σχισμοειδών	=	σχισμοειδής
σχισμών	noun	γενική πληθυντικού του σχισμή
σχιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκιστός	adv	με σχιστό τρόπο
σχιστέ	adj	κλητική ενικού του σχιστός
σχιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχιστή
σχιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχιστός
σχιστήκαμε	=	σχίζω
σχιστήκαν	=	σχίζω
σχιστήκανε	=	σχίζω
σχιστήκατε	=	σχίζω
σχιστής	adj	γενική ενικού του σχιστή
σχιστία	noun	δυσπλασία στη στοματική ή ρινική κοιλότητα που αφορά ατελή σύγκλιση τμημάτων
σχιστίας	noun	γενική ενικού του σχιστία
σχιστίες	=	σχιστία
σχιστεί	=	σχίζω
σχιστείς	=	σχίζω
σχιστείτε	=	σχίζω
σχιστικότητα	noun|rare	η τάση να σχίζεται κάτι
σχιστιών	noun	γενική πληθυντικού του σχιστία
σχιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχιστός
σχιστολίθου	noun	γενική ενικού του σχιστόλιθος
σχιστολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχιστόλιθος
σχιστολίθων	noun	γενική πληθυντικού του σχιστόλιθος
σχιστολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχιστολιθικό
σχιστολιθικέ	adj	κλητική ενικού του σχιστολιθικός
σχιστολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχιστολιθική
σχιστολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχιστολιθικός
σχιστολιθικής	adj	γενική ενικού του σχιστολιθική
σχιστολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχιστολιθικός
σχιστολιθικού	adj	γενική ενικού του σχιστολιθικός
σχιστολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχιστολιθικός
σχιστολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του σχιστολιθικός
σχιστολιθικός	adj	που έχει σχέση με τον σχιστόλιθο, προέρχεται απ’ αυτόν ή αποτελείται από σχιστόλιθους
σχιστολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του σχιστολιθικός
σχιστομάτα	=	σχιστομάτης
σχιστομάτας	=	σχιστομάτης
σχιστομάτες	=	σχιστομάτης
σχιστομάτη	=	σχιστομάτης
σχιστομάτηδες	=	σχιστομάτης
σχιστομάτηδων	=	σχιστομάτης
σχιστομάτης	adj	που έχει σχιστά μάτια, που έχει μάτια μακρόστενα όπως οι προερχόμενοι από τα έθνη της ανατολικής Ασίας
σχιστομάτικα	=	σχιστομάτης
σχιστομάτικο	=	σχιστομάτης
σχιστομάτικου	=	σχιστομάτης
σχιστομάτικων	=	σχιστομάτης
σχιστοπλακών	=	σχιστόπλακα
σχιστοσωμίαση	noun	λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από το παρασιτικό σκουλήκι του γένους Schistosoma
σχιστοσωμίασης	=	σχιστοσωμίαση
σχιστοσωρείτης	noun|rare	χαμηλά νέφη σε θραύσματα, που συνήθως εμφανίζονται κάτω από μεγαλύτερα σύννεφα και σχηματίζονται σε συνθήκες αστάθειας και ισχυρών ανέμων
σχιστοφυές	=	σχιστοφυής
σχιστοφυή	=	σχιστοφυής
σχιστοφυής	adj	χαρακτηρισμός πετρωμάτων τα οποία έχουν την ιδιότητα της σχιστότητας
σχιστοφυείς	=	σχιστοφυής
σχιστοφυούς	=	σχιστοφυής
σχιστοφυών	=	σχιστοφυής
σχιστού	adj	γενική ενικού του σχιστός
σχιστούμε	=	σχίζω
σχιστούν	=	σχίζω
σχιστούνε	=	σχίζω
σχιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχιστός
σχιστό	adj	αιτιατική ενικού του σχιστός
σχιστόλιθε	noun	κλητική ενικού του σχιστόλιθος
σχιστόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του σχιστόλιθος
σχιστόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχιστόλιθος
σχιστόλιθος	noun	κρυσταλλικό πέτρωμα που έχει την τάση αποχωρισμού σε λεπτά φύλλα
σχιστόλιθου	noun	γενική ενικού του σχιστόλιθος
σχιστόλιθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχιστόλιθος
σχιστόλιθων	noun	γενική πληθυντικού του σχιστόλιθος
σχιστόπλακα	noun	πλάκα από σχιστόλιθο οι οποίες τοποθετούνται σε δάπεδα και στέγες
σχιστόπλακας	=	σχιστόπλακα
σχιστόπλακες	=	σχιστόπλακα
σχιστός	adj	που έχει σχιστεί
σχιστώ	=	σχίζω
σχιστών	adj	γενική πληθυντικού του σχιστός
σχοίνε	=	σχοίνος
σχοίνινα	=	σχοίνινος
σχοίνινε	=	σχοίνινος
σχοίνινες	=	σχοίνινος
σχοίνινη	=	σχοίνινος
σχοίνινης	=	σχοίνινος
σχοίνινο	=	σχοίνινος
σχοίνινοι	=	σχοίνινος
σχοίνινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από σχοινί
σχοίνινου	=	σχοίνινος
σχοίνινους	=	σχοίνινος
σχοίνινων	=	σχοίνινος
σχοίνο	=	σχοίνος
σχοίνοι	=	σχοίνος
σχοίνος	noun	το βούρλο
σχοίνου	=	σχοίνος
σχοίνους	=	σχοίνος
σχοίνων	=	σχοίνος
σχοινά	=	σχοινάς
σχοινάδες	=	σχοινάς
σχοινάδων	=	σχοινάς
σχοινάκι	noun	υποκοριστικό του: σχοινί
σχοινάκια	=	σχοινάκι
σχοινάς	noun	ο κατασκευαστής και πωλητής σχοινιών
σχοινένιος	=	σκοινένιος
σχοινί	noun	λογιότερη μορφή του σκοινί
σχοινία	=	σχοινίο
σχοινίο	noun	άλλη μορφή του σχοινί
σχοινίου	=	σχοινίο
σχοινίων	=	σχοινίο
σχοινιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινί
σχοινιού	noun	γενική ενικού του σχοινί
σχοινιών	noun	γενική πληθυντικού του σχοινί
σχοινοβάτες	=	σχοινοβάτης
σχοινοβάτη	=	σχοινοβάτης
σχοινοβάτης	noun	ο ακροβάτης που ισορροπεί προχωρώντας πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί
σχοινοβάτις	noun	η σχοινοβάτισσα
σχοινοβάτισσα	noun	σχοινοβάτης
σχοινοβάτισσας	noun	γενική ενικού του σχοινοβάτισσα
σχοινοβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινοβάτισσα
σχοινοβασία	noun	το περπάτημα πάνω σε τεντωμένο σχοινί ως ακροβατική παράσταση
σχοινοβασίας	noun	γενική ενικού του σχοινοβασία
σχοινοβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινοβασία
σχοινοβασιών	noun	γενική πληθυντικού του σχοινοβασία
σχοινοβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινοβατικό
σχοινοβατικέ	adj	κλητική ενικού του σχοινοβατικός
σχοινοβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινοβατική
σχοινοβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχοινοβατικός
σχοινοβατικής	adj	γενική ενικού του σχοινοβατική
σχοινοβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχοινοβατικός
σχοινοβατικού	adj	γενική ενικού του σχοινοβατικός
σχοινοβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχοινοβατικός
σχοινοβατικό	adj	αιτιατική ενικού του σχοινοβατικός
σχοινοβατικός	adj	που έχει σχέση με σχοινοβάτη ή σχοινοβασία, ανήκει αναφέρεται σ’ αυτά
σχοινοβατικών	adj	γενική πληθυντικού του σχοινοβατικός
σχοινοβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του σχοινοβάτισσα
σχοινοβατώ	verb	ισορροπώ
σχοινοβατών	=	σχοινοβάτης
σχοινοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχοινοβατώ
σχοινοκίνητα	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητε	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητες	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητη	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητης	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητο	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητοι	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητος	adj	που κινείται με σχοινί
σχοινοκίνητου	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητους	=	σχοινοκίνητος
σχοινοκίνητων	=	σχοινοκίνητος
σχοινομετρώ	verb|dated	μετρώ χρησιμοποιώντας σχοινί
σχοινοποιέ	noun	κλητική ενικού του σχοινοποιός
σχοινοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχοινοποιός
σχοινοποιού	noun	γενική ενικού του σχοινοποιός
σχοινοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχοινοποιός
σχοινοποιό	noun	αιτιατική ενικού του σχοινοποιός
σχοινοποιός	noun	που κατασκευάζει σχοινί
σχοινοποιών	noun	γενική πληθυντικού του σχοινοποιός
σχοινοσυντροφισσών	noun	γενική πληθυντικού του σχοινοσυντρόφισσα
σχοινοσυντρόφισσα	noun	θηλυκό του σχοινοσύντροφος
σχοινοσυντρόφισσας	noun	γενική ενικού του σχοινοσυντρόφισσα
σχοινοσυντρόφισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχοινοσυντρόφισσα
σχοινοσυντρόφου	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσυντρόφους	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσυντρόφων	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσύντροφε	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσύντροφο	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσύντροφοι	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσύντροφος	noun	που ασχολείται μαζί με κάποιον άλλο σε δραστηριότητες ορειβασίας ή αναρρίχησης (ή άλλες που γίνεται χρήση σχοινιού)
σχοινοσύντροφου	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσύντροφους	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοσύντροφων	=	σχοινοσύντροφος
σχοινοτενές	=	σχοινοτενής
σχοινοτενή	=	σχοινοτενής
σχοινοτενής	adj	διεξοδικός, αναλυτικός, εκτενής, λεπτομερειακός, μακροσκελής, εκτεταμένος, τεντωμένος σα σχοινί, μακρύς
σχοινοτενείς	=	σχοινοτενής
σχοινοτενούς	=	σχοινοτενής
σχοινοτενών	=	σχοινοτενής
σχοινοτενώς	adv	διεξοδικά, εκτενώς
σχοινουσιωτών	=	σχοινουσιώτης
σχοινουσιώτες	=	σχοινουσιώτης
σχοινουσιώτη	=	σχοινουσιώτης
σχοινουσιώτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Σχοινούσα
σχοινουσιώτισσα	=	σχοινουσιώτης
σχοινόπρασα	=	σχοινόπρασο
σχοινόπρασο	noun	η πρασουλίδα
σχοινόπρασου	=	σχοινόπρασο
σχοινόπρασων	=	σχοινόπρασο
σχολάζον	=	σχολάζων
σχολάζοντα	=	σχολάζων
σχολάζοντες	=	σχολάζων
σχολάζοντος	=	σχολάζων
σχολάζουσα	=	σχολάζων
σχολάζουσας	=	σχολάζων
σχολάζουσες	=	σχολάζων
σχολάζω	verb|formal	αργώ, καθυστερώ, εκκρεμώ συνήθως στη μετοχή ενεργητικού αορίστου σχολάζων, σχολάζουσα, σχολάζον (νομικός όρος)
σχολάζων	adj	που σχολάζει
σχολάριε	=	σχολάριος
σχολάριο	=	σχολάριος
σχολάριοι	=	σχολάριος
σχολάριος	noun	ο στρατιώτης που λόγω ανδρείας ή καταγωγής έμπαινε στην αυτοκρατορική φρουρά του Βυζαντίου η οποία συνεστήθη από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και ονομάστηκε Σχολαί, προκειμένου να αποδυναμώσει τους Πραιτωριανούς που τον αντιπολιτεύονταν
σχολάριου	=	σχολάριος
σχολάριους	=	σχολάριος
σχολάριων	=	σχολάριος
σχολάρχα	=	σχολάρχης
σχολάρχες	=	σχολάρχης
σχολάρχη	=	σχολάρχης
σχολάρχης	noun	υπεύθυνος / διευθυντής σχολείου
σχολάρχου	=	σχολάρχης
σχολάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχόλασμα
σχολάσματος	noun	γενική ενικού του σχόλασμα
σχολάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάστηκε	=	σχολάω
σχολάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχολάω	verb	(αμετάβατο) τελειώνω την καθημερινή δουλειά μου ή το μάθημά μου
σχολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολή
σχολή	noun	εκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει σπουδές
σχολής	noun	γενική ενικού του σχολή
σχολίαζα	=	σχολιάζω
σχολίαζαν	=	σχολιάζω
σχολίαζε	=	σχολιάζω
σχολίαζες	=	σχολιάζω
σχολίασα	=	σχολιάζω
σχολίασαν	=	σχολιάζω
σχολίασε	=	σχολιάζω
σχολίασες	=	σχολιάζω
σχολίατρε	noun	κλητική ενικού του σχολίατρος
σχολίατρο	noun	αιτιατική ενικού του σχολίατρος
σχολίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολίατρος
σχολίατρος	noun	γιατρός αρμόδιος να αντιμετωπίσει υγειονομικής φύσεως προβλήματα σχετικά με τα σχολεία
σχολίατρου	=	σχολίατρος
σχολίατρους	=	σχολίατρος
σχολίατρων	=	σχολίατρος
σχολίου	=	σχόλιο
σχολίων	noun	γενική πληθυντικού του σχόλιο
σχολαζουσών	=	σχολάζων
σχολαζούσης	=	σχολάζων
σχολαζόντων	=	σχολάζων
σχολαρίου	=	σχολάριος
σχολαρίους	=	σχολάριος
σχολαρίων	=	σχολάριος
σχολαρικά	=	σχολαρικός
σχολαρικέ	=	σχολαρικός
σχολαρικές	=	σχολαρικός
σχολαρική	=	σχολαρικός
σχολαρικής	=	σχολαρικός
σχολαρικοί	=	σχολαρικός
σχολαρικού	=	σχολαρικός
σχολαρικούς	=	σχολαρικός
σχολαρικό	=	σχολαρικός
σχολαρικός	adj	που σχετίζεται με τον σχολάριο ή αναφέρεται σε αυτόν
σχολαρικών	=	σχολαρικός
σχολαρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολαρχείο
σχολαρχείο	noun	παλιότερος τύπος σχολείου που κάλυπτε τις δύο τελευταίες τάξεις του σημερινού δημοτικού και την πρώτη τάξη του σημερινού γυμνασίου
σχολαρχείου	noun	γενική ενικού του σχολαρχείο
σχολαρχείων	noun	γενική πληθυντικού του σχολαρχείο
σχολαρχεῖον	noun	το σχολαρχείο
σχολαρχών	=	σχολάρχης
σχολασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σχόλασμα
σχολασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολασμένο
σχολασμένε	verb	κλητική ενικού του σχολασμένος
σχολασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολασμένη
σχολασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολασμένος
σχολασμένης	verb	γενική ενικού του σχολασμένη
σχολασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σχολασμένος
σχολασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολασμένος
σχολασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σχολάω / σχολώ & σχολνάω
σχολασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σχολασμένος
σχολασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σχολασμένος
σχολασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σχολασμένος
σχολαστίκιζα	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκιζαν	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκιζε	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκιζες	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκισα	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκισαν	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκισε	=	σχολαστικίζω
σχολαστίκισες	=	σχολαστικίζω
σχολαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολαστικό	adv	με επιμονή και προσοχή και στην τελευταία λεπτομέρεια, με σχολαστικότητα
σχολαστικέ	adj	κλητική ενικού του σχολαστικός
σχολαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολαστική
σχολαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολαστικός
σχολαστικής	adj	γενική ενικού του σχολαστική
σχολαστικίζαμε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζαν	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζανε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζατε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζει	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζεις	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζετε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζοντας	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζουμε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζουν	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζουνε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίζω	verb|formal	είμαι σχολαστικός ή ρέπω προς τον σχολαστικισμό
σχολαστικίσαμε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίσαν	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίσανε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίσατε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίσει	=	σχολαστικίζω
σχολαστικίστε	=	σχολαστικίζω
σχολαστικισμέ	noun	κλητική ενικού του σχολαστικισμός
σχολαστικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολαστικισμός
σχολαστικισμού	noun	γενική ενικού του σχολαστικισμός
σχολαστικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχολαστικισμός
σχολαστικισμό	noun	αιτιατική ενικού του σχολαστικισμός
σχολαστικισμός	noun	η εμμονή στους τύπους και τις λεπτομέρειες (και όχι στην ουσία), ιδιαίτερα όσον αφορά σε γλωσσικά ζητήματα
σχολαστικισμών	noun	γενική πληθυντικού του σχολαστικισμός
σχολαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολαστικός
σχολαστικοτήτων	=	σχολαστικότητα
σχολαστικού	adj	γενική ενικού του σχολαστικός
σχολαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχολαστικός
σχολαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σχολαστικός
σχολαστικός	adj	που έχει σχέση με το θεολογικό και φιλοσοφικό τρόπο σκέψης του Μεσαίωνα, με τον οποίο επιδιωκόταν η θεμελίωση των χριστιανικών αντιλήψεων και δογμάτων στη φιλοσοφία και τη λογική, κυρίως με βάση τις πλατωνικές, νεοπλατωνικές και αριστοτελικές αρχές	noun	ο θεολόγος, ο μελετητής ή ο φιλόσοφος που υιοθετεί τον παραπάνω τρόπο σκέψης
σχολαστικότης	noun	η σχολαστικότητα
σχολαστικότητα	noun	η ιδιότητα του σχολαστικού, η επιμονή στην εξέταση και τακτοποίηση και της παραμικρής λεπτομέρειας
σχολαστικότητας	noun	γενική ενικού του σχολαστικότητα
σχολαστικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολαστικότητα
σχολαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σχολαστικός
σχολαστικώς	adv|dated	σχολαστικά
σχολεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολείο
σχολείο	noun	εκπαιδευτικός θεσμός με σκοπό την παροχή μόρφωσης στα παιδιά μέσω της συστηματικής διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων
σχολείου	noun	γενική ενικού του σχολείο
σχολείων	noun	γενική πληθυντικού του σχολείο
σχολειά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολειό
σχολειαρούδι	noun|dated	ένας μικρός μαθητής
σχολειαρούδια	=	σχολειαρούδι
σχολειαρόπαιδα	=	σχολειαρόπαιδο
σχολειαρόπαιδο	noun|dated	μαθητούδι
σχολειαρόπαιδου	=	σχολειαρόπαιδο
σχολειαρόπαιδων	=	σχολειαρόπαιδο
σχολειού	noun	γενική ενικού του σχολειό
σχολειό	noun|vulgar	άλλη μορφή του σχολείο
σχολειών	noun	γενική πληθυντικού του σχολειό
σχολιάζαμε	=	σχολιάζω
σχολιάζαν	=	σχολιάζω
σχολιάζανε	=	σχολιάζω
σχολιάζατε	=	σχολιάζω
σχολιάζει	=	σχολιάζω
σχολιάζεις	=	σχολιάζω
σχολιάζεσαι	=	σχολιάζομαι
σχολιάζεστε	=	σχολιάζομαι
σχολιάζεται	=	σχολιάζομαι
σχολιάζετε	=	σχολιάζω
σχολιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σχολιάζω
σχολιάζομε	=	σχολιάζω
σχολιάζονται	=	σχολιάζομαι
σχολιάζονταν	=	σχολιάζομαι
σχολιάζοντας	=	σχολιάζω
σχολιάζου	=	σχολιάζομαι
σχολιάζουμε	=	σχολιάζω
σχολιάζουν	=	σχολιάζω
σχολιάζουνε	=	σχολιάζω
σχολιάζω	verb	διατυπώνω την άποψή μου για ένα γεγονός, πρόσωπο, κατάσταση κ.λπ. με θετικές ή αρνητικές κρίσεις
σχολιάσαμε	=	σχολιάζω
σχολιάσαν	=	σχολιάζω
σχολιάσανε	=	σχολιάζω
σχολιάσατε	=	σχολιάζω
σχολιάσει	=	σχολιάζω
σχολιάσεις	=	σχολιάζω
σχολιάσετε	=	σχολιάζω
σχολιάσομε	=	σχολιάζω
σχολιάσου	=	σχολιάζομαι
σχολιάσουμε	=	σχολιάζω
σχολιάσουν	=	σχολιάζω
σχολιάσουνε	=	σχολιάζω
σχολιάστε	=	σχολιάζω
σχολιάστηκα	=	σχολιάζομαι
σχολιάστηκαν	=	σχολιάζομαι
σχολιάστηκε	=	σχολιάζομαι
σχολιάστηκες	=	σχολιάζομαι
σχολιάστρια	noun	θηλυκό του σχολιαστής
σχολιάστριας	noun	γενική ενικού του σχολιάστρια
σχολιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολιάστρια
σχολιάσω	=	σχολιάζω
σχολιάτρου	=	σχολίατρος
σχολιάτρους	=	σχολίατρος
σχολιάτρων	=	σχολίατρος
σχολιαζόμασταν	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόμαστε	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόμουν	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόμουνα	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόντουσαν	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόσασταν	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόσαστε	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόσουν	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόσουνα	=	σχολιάζομαι
σχολιαζόταν	=	σχολιάζομαι
σχολιαζότανε	=	σχολιάζομαι
σχολιανά	noun	μόνο στη φράση: ακούω τα σχολιανά μου
σχολιανέ	=	σχολιανός
σχολιανές	=	σχολιανός
σχολιανή	=	σχολιανός
σχολιανής	=	σχολιανός
σχολιανοί	=	σχολιανός
σχολιανού	=	σχολιανός
σχολιανούς	=	σχολιανός
σχολιανό	=	σχολιανός
σχολιανός	adj	μόνο στη φράση: ακούω τα σχολιανά μου
σχολιανών	=	σχολιανός
σχολιαρούδι	noun|dated	άλλη μορφή του σχολειαρούδι
σχολιαρούδια	=	σχολιαρούδι
σχολιαρόπαιδα	=	σχολιαρόπαιδο
σχολιαρόπαιδο	noun|dated	άλλη μορφή του σχολειαρόπαιδο
σχολιαρόπαιδου	=	σχολιαρόπαιδο
σχολιαρόπαιδων	=	σχολιαρόπαιδο
σχολιασμέ	noun	κλητική ενικού του σχολιασμός
σχολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολιασμένο
σχολιασμένε	verb	κλητική ενικού του σχολιασμένος
σχολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολιασμένη
σχολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολιασμένος
σχολιασμένης	verb	γενική ενικού του σχολιασμένη
σχολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σχολιασμένος
σχολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολιασμένος
σχολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου σχολιάζω
σχολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σχολιασμένος
σχολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σχολιασμένος
σχολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σχολιασμένος
σχολιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολιασμός
σχολιασμού	noun	γενική ενικού του σχολιασμός
σχολιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σχολιασμός
σχολιασμό	noun	αιτιατική ενικού του σχολιασμός
σχολιασμός	noun	η διατύπωση ή εκφορά σχολίων για κάποιο ζήτημα ή γεγονός
σχολιασμών	noun	γενική πληθυντικού του σχολιασμός
σχολιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολιαστής
σχολιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σχολιαστής
σχολιαστήκαμε	=	σχολιάζομαι
σχολιαστήκαν	=	σχολιάζομαι
σχολιαστήκανε	=	σχολιάζομαι
σχολιαστήκατε	=	σχολιάζομαι
σχολιαστής	noun	αυτός που σχολιάζει, που γράφει ή εκφέρει σχόλια
σχολιαστεί	=	σχολιάζομαι
σχολιαστείς	=	σχολιάζω
σχολιαστείτε	=	σχολιάζομαι
σχολιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολιαστικό
σχολιαστικέ	adj	κλητική ενικού του σχολιαστικός
σχολιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολιαστική
σχολιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολιαστικός
σχολιαστικής	adj	γενική ενικού του σχολιαστική
σχολιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολιαστικός
σχολιαστικού	adj	γενική ενικού του σχολιαστικός
σχολιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχολιαστικός
σχολιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του σχολιαστικός
σχολιαστικός	adj	που έχει σχέση με σχολιαστή ή σχολιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
σχολιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του σχολιαστικός
σχολιαστούμε	=	σχολιάζω
σχολιαστούν	=	σχολιάζω
σχολιαστούνε	=	σχολιάζω
σχολιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του σχολιάστρια
σχολιαστώ	=	σχολιάζω
σχολιαστών	noun	γενική πληθυντικού του σχολιαστής
σχολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολικό
σχολικέ	adj	κλητική ενικού του σχολικός
σχολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχολική
σχολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχολικός
σχολικής	adj	γενική ενικού του σχολική
σχολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχολικός
σχολικού	adj	γενική ενικού του σχολικός
σχολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχολικός
σχολικό	adj	αιτιατική ενικού του σχολικός	noun	ειδικό αυτοκίνητο κίτρινου χρώματος το οποίο μεταφέρει μαθητές σχολείων απ' τα σπίτια τους στο σχολείο και αντίστροφα
σχολικός	adj	σχετικός με το σχολείο ή τους μαθητές
σχολικών	adj	γενική πληθυντικού του σχολικός
σχολιογράφε	=	σχολιογράφος
σχολιογράφο	=	σχολιογράφος
σχολιογράφοι	=	σχολιογράφος
σχολιογράφος	noun|formal	που δημοσιεύει σχόλια σε έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.
σχολιογράφου	noun	γενική ενικού του σχολιογράφος
σχολιογράφους	=	σχολιογράφος
σχολιογράφων	=	σχολιογράφος
σχολιογραφία	noun|formal	η ενασχόληση ή το επάγγελμα του σχολιογράφου
σχολιογραφίας	=	σχολιογραφία
σχολιογραφίες	=	σχολιογραφία
σχολιογραφιών	=	σχολιογραφία
σχολνάω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σχολάω
σχολνώ	verb	μορφή του σχολνάω
σχολνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχολνάω / σχολνώ
σχολώ	verb	παρωχημένη μορφή του σχολάω
σχολών	=	σχολή
σχολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος σχολάω
σχωρεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχωρεμένο
σχωρεμένε	adj	κλητική ενικού του σχωρεμένος
σχωρεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχωρεμένη
σχωρεμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σχωρεμένος
σχωρεμένης	adj	γενική ενικού του σχωρεμένη
σχωρεμένο	adj	αιτιατική ενικού του σχωρεμένος
σχωρεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σχωρεμένος
σχωρεμένος	verb	άλλη γραφή του συχωρεμένος
σχωρεμένου	verb	γενική ενικού του σχωρεμένος
σχωρεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σχωρεμένος
σχωρεμένων	adj	γενική πληθυντικού του σχωρεμένος
σχόλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχόλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχόλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχόλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σχολώ
σχόλασμα	noun	το τέλος της εργασίας και η αποχώρηση από τον τόπο της δουλειάς
σχόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχόλη
σχόλη	noun	ημέρα αργίας, αργία
σχόλης	=	σχόλη
σχόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχόλιο
σχόλιο	noun	παρατήρηση σχετική με ένα θέμα, διατύπωση μιας άποψης με τρόπο συνήθως σύντομο και όχι ολοκληρωμένο
σχόλιου	=	σχόλιο
σχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σχώριο
σω	noun	γράμμα της βακτριανής γλώσσας, όταν γραφόταν με ελληνικά γράμματα
σωβάστικα	noun	Ο αριστερόστροφος αγκυλωτός σταυρός (卍).
σωβινίστρια	noun	παρωχημένη γραφή του σοβινίστρια
σωβινίστριας	=	σωβινίστρια
σωβινίστριες	=	σωβινίστρια
σωβινισμέ	noun	κλητική ενικού του σωβινισμός
σωβινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωβινισμός
σωβινισμού	noun	γενική ενικού του σωβινισμός
σωβινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σωβινισμός
σωβινισμό	noun	αιτιατική ενικού του σωβινισμός
σωβινισμός	noun	άλλη μορφή του σοβινισμός
σωβινισμών	noun	γενική πληθυντικού του σωβινισμός
σωβινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωβινιστής
σωβινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σωβινιστής
σωβινιστής	noun	άλλη μορφή του σοβινιστής
σωβινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωβινιστικό
σωβινιστικέ	adj	κλητική ενικού του σωβινιστικός
σωβινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωβινιστική
σωβινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωβινιστικός
σωβινιστικής	adj	γενική ενικού του σωβινιστική
σωβινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωβινιστικός
σωβινιστικού	adj	γενική ενικού του σωβινιστικός
σωβινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωβινιστικός
σωβινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σωβινιστικός
σωβινιστικός	adj	άλλη μορφή του σοβινιστικός
σωβινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σωβινιστικός
σωβινιστριών	=	σωβινίστρια
σωβινιστών	noun	γενική πληθυντικού του σωβινιστής
σωβράκου	=	σώβρακο
σωβράκων	=	σώβρακο
σωβρακοφανέλα	noun	παλαιού τύπου ανδρικό εσώρουχο
σωβρακοφανέλας	noun	γενική ενικού του σωβρακοφανέλα
σωβρακοφανέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωβρακοφανέλα
σωβρακοφανελών	noun	γενική πληθυντικού του σωβρακοφανέλα
σωζόμασταν	=	σώζομαι
σωζόμαστε	=	σώζομαι
σωζόμενα	=	σωζόμενος
σωζόμενε	=	σωζόμενος
σωζόμενες	=	σωζόμενος
σωζόμενη	=	σωζόμενος
σωζόμενης	=	σωζόμενος
σωζόμενο	=	σωζόμενος
σωζόμενοι	=	σωζόμενος
σωζόμενος	verb	που σώζεται, που έχει σωθεί
σωζόμενου	=	σωζόμενος
σωζόμενους	=	σωζόμενος
σωζόμενων	=	σωζόμενος
σωζόμουν	=	σώζομαι
σωζόμουνα	=	σώζομαι
σωζόντουσαν	=	σώζομαι
σωζόσασταν	=	σώζομαι
σωζόσαστε	=	σώζομαι
σωζόσουν	=	σώζομαι
σωζόσουνα	=	σώζομαι
σωζόταν	=	σώζομαι
σωζότανε	=	σώζομαι
σωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθήκαν	=	σώζομαι
σωθήκανε	=	σώζομαι
σωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθικά	noun	τα εντόσθια, τα σπλάχνα και (γενικότερα) τα μέσα
σωθικών	=	σωθικά
σωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωθούνε	=	σώζω
σωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σωκάρδι	noun	άλλη μορφή του εσωκάρδιο
σωκάρδια	=	σωκάρδι
σωκαρδιού	=	σωκάρδι
σωκαρδιών	=	σωκάρδι
σωκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωκρατικό
σωκρατικέ	adj	κλητική ενικού του σωκρατικός
σωκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωκρατική
σωκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωκρατικός
σωκρατικής	adj	γενική ενικού του σωκρατική
σωκρατικοί	noun	φιλόσοφοι που μελετούν τη σωκρατική φιλοσοφία ή είναι οπαδοί της	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωκρατικός
σωκρατικού	adj	γενική ενικού του σωκρατικός
σωκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωκρατικός
σωκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του σωκρατικός
σωκρατικός	adj	που έχει σχέση με τον Σωκράτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν	noun	φιλόσοφος που μελετά τη σωκρατική φιλοσοφία ή είναι οπαδός της
σωκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του σωκρατικός
σωλήνα	noun	άλλη μορφή του σωλήνας
σωλήνας	noun	κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο κατασκευασμένο συνήθως από μέταλλο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών (π.χ. νερού) ή αερίων (π.χ. φυσικό αέριο) ή για την τοποθέτηση ηλεκτρικών ή τηλεφωνικών καλωδίων
σωλήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωλήνας
σωλήνων	noun	γενική πληθυντικού του σωλήνας
σωλήνωνα	=	σωληνώνω
σωλήνωναν	=	σωληνώνω
σωλήνωνε	=	σωληνώνω
σωλήνωνες	=	σωληνώνω
σωλήνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωλήνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωλήνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωλήνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωλήνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σωληνώνω
σωλήνωσης	noun	γενική ενικού του σωλήνωση
σωλήνωσις	noun	σωλήνωση
σωληνάκι	noun	σωλήνας με μικρό μήκος και συνήθως μικρή διάμετρο
σωληνάκια	=	σωληνάκι
σωληνάρι	noun	άλλη μορφή του σωληνάριο
σωληνάρια	=	σωληνάριο
σωληνάριο	noun	μικρός σωλήνας, συνήθως από γυαλί, ο οποίος χρησιμοποιείται για την αποθήκευση χαπιών ή ταμπλετών
σωληνάριου	=	σωληνάριο
σωληνάριων	=	σωληνάριο
σωληνίσκε	=	σωληνίσκος
σωληνίσκο	=	σωληνίσκος
σωληνίσκοι	=	σωληνίσκος
σωληνίσκος	noun	υποκοριστικό του σωλήνας, ο μικρός σωλήνας
σωληνίσκου	=	σωληνίσκος
σωληνίσκους	=	σωληνίσκος
σωληνίσκων	noun	γενική πληθυντικού του σωληνίσκος
σωληναρίου	=	σωληνάριο
σωληναρίων	=	σωληνάριο
σωληνοειδές	=	σωληνοειδής
σωληνοειδή	=	σωληνοειδής
σωληνοειδής	noun	τύπος μαγνητοεπαγωγέα	adj	που έχει σχήμα σωλήνα
σωληνοειδείς	=	σωληνοειδής
σωληνοειδούς	=	σωληνοειδής
σωληνοειδών	=	σωληνοειδής
σωληνοκάβουρα	=	σωληνοκάβουρας
σωληνοκάβουρας	noun	κλειδί με ρυθμιζόμενο άνοιγμα, που χρησιμοποιείται κυρίως σε υδραυλικές εργασίες για το βίδωμα και ξεβίδωμα σωλήνων
σωληνοκάβουρες	=	σωληνοκάβουρας
σωληνοκάβουρων	=	σωληνοκάβουρας
σωληνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωληνωμένο
σωληνωμένε	verb	κλητική ενικού του σωληνωμένος
σωληνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωληνωμένη
σωληνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωληνωμένος
σωληνωμένης	verb	γενική ενικού του σωληνωμένη
σωληνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωληνωμένος
σωληνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωληνωμένος
σωληνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωληνωμένος
σωληνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωληνωμένος
σωληνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωληνωμένος
σωληνωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωληνωτός
σωληνωτέ	adj	κλητική ενικού του σωληνωτός
σωληνωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωληνωτή
σωληνωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωληνωτός
σωληνωτής	adj	γενική ενικού του σωληνωτή
σωληνωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωληνωτός
σωληνωτού	adj	γενική ενικού του σωληνωτός
σωληνωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωληνωτός
σωληνωτό	adj	αιτιατική ενικού του σωληνωτός	noun	είδος κλειδιού, συνήθως τύπου εξάγωνου άλλεν, το οποίο είναι μακρόστενο σαν σωλήνας και κενό στο εσωτερικό ώστε να περιβάλλει τη βίδα την οποία πρόκειται να βιδώσει ή ξεβιδώσει, ενώ συχνά περιέχει δύο τρύπες για να μπορεί να μπει άλλο μακρόστενο εργαλείο και να χρησιμοποιηθεί σαν μοχλός για το στρίψιμο
σωληνωτός	adj	που έχει τη μορφή σωλήνα
σωληνωτών	adj	γενική πληθυντικού του σωληνωτός
σωληνώναμε	=	σωληνώνω
σωληνώναν	=	σωληνώνω
σωληνώνανε	=	σωληνώνω
σωληνώνατε	=	σωληνώνω
σωληνώνει	=	σωληνώνω
σωληνώνεις	=	σωληνώνω
σωληνώνετε	=	σωληνώνω
σωληνώνομαι	=	σωληνώνω
σωληνώνοντας	=	σωληνώνω
σωληνώνουμε	=	σωληνώνω
σωληνώνουν	=	σωληνώνω
σωληνώνουνε	=	σωληνώνω
σωληνώνω	verb	εγκαθιστώ σύστημα σωληνώσεων
σωληνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώσαν	=	σωληνώνω
σωληνώσανε	=	σωληνώνω
σωληνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωλήνωση
σωληνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του σωλήνωση
σωληνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του σωλήνωση
σωληνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωληνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωληνώνω
σωμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωμάτιο
σωμάτιο	noun	άλλη μορφή του σωματίδιο
σωμάτιου	=	σωμάτιο
σωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σώμα
σωμέ	=	σωμός
σωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωμένο
σωμένε	verb	κλητική ενικού του σωμένος
σωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωμένη
σωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωμένος
σωμένης	verb	γενική ενικού του σωμένη
σωμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωμένος
σωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωμένος
σωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωμένος
σωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωμένος
σωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωμένος
σωμασκία	noun|archaic	η σωματική άσκηση και γύμναση, η γυμναστική
σωμασκίας	noun	γενική ενικού του σωμασκία
σωμασκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωμασκία
σωμασκιών	noun	γενική πληθυντικού του σωμασκία
σωματάκι	noun	υποκοριστικό του σώμα
σωματάκια	=	σωματάκι
σωματάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματάρχης
σωματάρχη	=	σωματάρχης
σωματάρχης	noun	Ο διοικητής ενός σώματος στρατού.
σωματέμπορα	=	σωματέμπορας
σωματέμπορας	noun|vulgar	σωματέμπορος
σωματέμπορε	noun	κλητική ενικού του σωματέμπορος
σωματέμπορες	=	σωματέμπορας
σωματέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του σωματέμπορος
σωματέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματέμπορος
σωματέμπορος	noun	αυτός που κάνει σωματεμπόριο, ο «έμπορος λευκής σαρκός»
σωματέμπορου	noun	γενική ενικού του σωματέμπορος
σωματέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σωματέμπορος
σωματέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του σωματέμπορος
σωματίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματίδιο
σωματίδιο	noun	μικροσκοπικό σώμα, δομικό συστατικό της ύλης
σωματίδιου	=	σωματίδιο
σωματίδιων	=	σωματίδιο
σωματίου	noun	γενική ενικού του σωμάτιο
σωματίων	noun	γενική πληθυντικού του σωμάτιο
σωματαρχών	=	σωματάρχης
σωματεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματείο
σωματείο	noun	το νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα
σωματείου	noun	γενική ενικού του σωματείο
σωματείων	noun	γενική πληθυντικού του σωματείο
σωματειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωματειακός	adv	ως προς το σωματείο
σωματειακέ	adj	κλητική ενικού του σωματειακός
σωματειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματειακή
σωματειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματειακός
σωματειακής	adj	γενική ενικού του σωματειακή
σωματειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματειακός
σωματειακού	adj	γενική ενικού του σωματειακός
σωματειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωματειακός
σωματειακό	adj	αιτιατική ενικού του σωματειακός
σωματειακός	adj	που έχει σχέση με σωματείο ή αναφέρεται σ’ αυτό
σωματειακών	adj	γενική πληθυντικού του σωματειακός
σωματεμπορία	noun|formal	το αδίκημα του εξαναγκασμού (με βία ή απειλές ή εξαπάτηση) μιας γυναίκας να εκδίδεται ως πόρνη.
σωματεμπορίας	noun	γενική ενικού του σωματεμπορία
σωματεμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματεμπορία
σωματεμπορίου	noun	γενική ενικού του σωματεμπόριο
σωματεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του σωματεμπόριο
σωματεμποριών	noun	γενική πληθυντικού του σωματεμπορία
σωματεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματεμπόριο
σωματεμπόριο	noun	σωματεμπορία
σωματεμπόριου	=	σωματεμπόριο
σωματεμπόρου	noun	γενική ενικού του σωματέμπορος
σωματεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σωματέμπορος
σωματεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του σωματέμπορος
σωματιδίου	noun	γενική ενικού του σωματίδιο
σωματιδίων	noun	γενική πληθυντικού του σωματίδιο
σωματιδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματιδιακό
σωματιδιακέ	adj	κλητική ενικού του σωματιδιακός
σωματιδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματιδιακή
σωματιδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματιδιακός
σωματιδιακής	adj	γενική ενικού του σωματιδιακή
σωματιδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματιδιακός
σωματιδιακού	adj	γενική ενικού του σωματιδιακός
σωματιδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωματιδιακός
σωματιδιακό	adj	αιτιατική ενικού του σωματιδιακός
σωματιδιακός	adj	που αφορά σωματίδιο, -α
σωματιδιακών	adj	γενική πληθυντικού του σωματιδιακός
σωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματικό	adv	ως προς το σώμα
σωματικέ	adj	κλητική ενικού του σωματικός
σωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματική
σωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματικός
σωματικής	adj	γενική ενικού του σωματική
σωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματικός
σωματικοτήτων	=	σωματικότητα
σωματικού	adj	γενική ενικού του σωματικός
σωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωματικός
σωματικό	adj	αιτιατική ενικού του σωματικός
σωματικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στο σώμα έμβιου όντος
σωματικότητα	noun	ο τρόπος εσωτερικής αντίληψης του σώματος από το ίδιο το άτομο
σωματικότητας	=	σωματικότητα
σωματικότητες	=	σωματικότητα
σωματικών	adj	γενική πληθυντικού του σωματικός
σωματικώς	adv|dated	σωματικά
σωματοδομές	=	σωματοδομή
σωματοδομή	noun|formal	η μορφή του σώματος
σωματοδομής	=	σωματοδομή
σωματοδομήσεις	=	σωματοδόμηση
σωματοδομήσεων	=	σωματοδόμηση
σωματοδομήσεως	=	σωματοδόμηση
σωματοδομών	=	σωματοδομή
σωματοδόμηση	noun	διαδικασία αύξησης της μυϊκής μάζας και ελάττωσης του σωματικού λίπους με συνδυασμό άρσης βαρών, επαρκούς πρόσληψης θερμίδων και θρεπτικών συστατικών, καθώς και ξεκούρασης
σωματοδόμησης	=	σωματοδόμηση
σωματολογία	noun	ανθρωπολογικός κλάδος που μελετά το ανθρώπινο σώμα από φυσιολογική και ανατομική άποψη, εξετάζει τη δομή, τη λειτουργία και τη μορφολογία του, τις αλληλεπιδράσεις των διαφόρων συστημάτων και οργάνων καθώς και τη φυσική ανάπτυξη, τις διαφορές στη σωματική διάπλαση και τις επιδράσεις του περιβάλλοντος στο σώμα
σωματολογίας	noun	γενική ενικού του σωματολογία
σωματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματολογία
σωματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωματολογικός	adv	από σωματολογικής απόψεως
σωματολογικέ	adj	κλητική ενικού του σωματολογικός
σωματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματολογική
σωματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματολογικός
σωματολογικής	adj	γενική ενικού του σωματολογική
σωματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματολογικός
σωματολογικού	adj	γενική ενικού του σωματολογικός
σωματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωματολογικός
σωματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σωματολογικός
σωματολογικός	adj	σχετικός με την σωματολογία
σωματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σωματολογικός
σωματολογικώς	adv|dated	σωματολογικά
σωματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του σωματολογία
σωματομετρία	noun	κλάδος της ανθρωπομετρίας που ασχολείται με τη μέτρηση και την ανάλυση των φυσικών διαστάσεων και αναλογιών του ανθρώπινου σώματος και χρησιμοποιείται συχνά σε τομείς όπως η βιολογία, η ιατρική, η ανθρωπολογία και η εργονομία, για να κατανοηθούν οι φυσιολογικές διαφορές μεταξύ ατόμων ή πληθυσμών
σωματομετρίας	noun	γενική ενικού του σωματομετρία
σωματομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματομετρία
σωματομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωματομετρικός	adv	από σωματομετρικής απόψεως
σωματομετρικέ	adj	κλητική ενικού του σωματομετρικός
σωματομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματομετρική
σωματομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματομετρικός
σωματομετρικής	adj	γενική ενικού του σωματομετρική
σωματομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματομετρικός
σωματομετρικού	adj	γενική ενικού του σωματομετρικός
σωματομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωματομετρικός
σωματομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του σωματομετρικός
σωματομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη σωματομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
σωματομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του σωματομετρικός
σωματομετριών	noun	γενική πληθυντικού του σωματομετρία
σωματοποίηση	noun	το να σωματοποιώ
σωματοποίησης	noun	γενική ενικού του σωματοποίηση
σωματοποιήθηκα	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιήθηκαν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιήθηκε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιήθηκες	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματοποίηση
σωματοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του σωματοποίηση
σωματοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του σωματοποίηση
σωματοποιήσου	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιείσαι	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιείστε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιείται	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιηθήκαμε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιηθήκαν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιηθήκανε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιηθήκατε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιηθεί	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιηθείτε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματοποιημένο
σωματοποιημένε	verb	κλητική ενικού του σωματοποιημένος
σωματοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωματοποιημένη
σωματοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωματοποιημένος
σωματοποιημένης	verb	γενική ενικού του σωματοποιημένη
σωματοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του σωματοποιημένος
σωματοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματοποιημένος
σωματοποιημένος	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωματοποιημένος
σωματοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωματοποιημένος
σωματοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωματοποιημένος
σωματοποιούμαι	verb	επηρεάζω το σώμα, εκδηλωνομαι με ένα σωματικό σύμπτωμα
σωματοποιούμασταν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούμαστε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούμουν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούνται	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούνταν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούσασταν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούσαστε	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιούσουν	=	σωματοποιούμαι
σωματοποιώ	verb|formal	προσδίδω σωματικότητα / σωματική υπόσταση, αποτυπώνω σωματικά ψυχικές καταστάσεις
σωματοτροπίνες	=	σωματοτροπίνη
σωματοτροπίνη	noun	αυξητική ορμόνη (growth hormone – GH) που παράγεται από την υπόφυση και παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του σώματος, ειδικά στα οστά και στους μυς ενώ συμμετέχει και στη ρύθμιση του μεταβολισμού, επηρεάζοντας την πρόληψη / χρήση λιπών, υδατανθράκων και πρωτεϊνών από τον οργανισμό
σωματοτροπίνης	=	σωματοτροπίνη
σωματοτροπινών	=	σωματοτροπίνη
σωματοτρόπα	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπας	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπε	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπες	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπο	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόποι	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπος	adj	που σχετίζεται με την ανάπτυξη του σώματος, ιδιαίτερα μέσω της ορμόνης σωματοτροπίνης (αυξητική ορμόνη)
σωματοτρόπου	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπους	=	σωματοτρόπος
σωματοτρόπων	=	σωματοτρόπος
σωματοφυλάκων	=	σωματοφύλακας
σωματοφυλακές	=	σωματοφυλακή
σωματοφυλακή	noun	ομάδα αποτελούμενη από σωματοφύλακες καθώς και η προστασία που παρέχει
σωματοφυλακής	=	σωματοφυλακή
σωματοφυλακών	=	σωματοφυλακή
σωματοφύλακα	=	σωματοφύλακας
σωματοφύλακας	noun	μέλος ένοπλης ομάδας η οποία είναι επιφορτισμένη με την προστασία ενός υψηλού ή διάσημου ατόμου
σωματοφύλακες	=	σωματοφύλακας
σωματωδών	=	σωματώδης
σωματότυπε	=	σωματότυπος
σωματότυπο	=	σωματότυπος
σωματότυποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωματότυπος
σωματότυπος	noun	η μελέτη για το σχήμα και τη μορφή του ανθρώπινου σώματος και η κατάταξή του σε κατηγορίες, τύπων
σωματότυπου	=	σωματότυπος
σωματότυπους	=	σωματότυπος
σωματότυπων	=	σωματότυπος
σωματώδεις	=	σωματώδης
σωματώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σωματώδης
σωματώδη	=	σωματώδης
σωματώδης	adj	ο εύσωμος, ο μεγαλόσωμος
σωματώδους	adj	γενική ενικού του σωματώδης
σωμοί	=	σωμός
σωμού	=	σωμός
σωμούς	=	σωμός
σωμό	=	σωμός
σωμός	noun	άλλη μορφή του σωσμός
σωμών	=	σωμός
σωπάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσαν	=	σωπαίνω
σωπάσανε	=	σωπαίνω
σωπάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσομε	=	σωπαίνω
σωπάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσουνε	=	σωπαίνω
σωπάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σωπαίναμε	=	σωπαίνω
σωπαίναν	=	σωπαίνω
σωπαίνανε	=	σωπαίνω
σωπαίνατε	=	σωπαίνω
σωπαίνει	=	σωπαίνω
σωπαίνεις	=	σωπαίνω
σωπαίνετε	=	σωπαίνω
σωπαίνομε	=	σωπαίνω
σωπαίνοντας	=	σωπαίνω
σωπαίνουμε	=	σωπαίνω
σωπαίνουν	=	σωπαίνω
σωπαίνουνε	=	σωπαίνω
σωπαίνω	verb	δεν μιλώ, δεν βγάζω κάποιον ήχο
σωπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωπασμένο
σωπασμένε	verb	κλητική ενικού του σωπασμένος
σωπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωπασμένη
σωπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωπασμένος
σωπασμένης	verb	γενική ενικού του σωπασμένη
σωπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωπασμένος
σωπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωπασμένος
σωπασμένος	verb|rare	που έχει σωπάσει
σωπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωπασμένος
σωπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωπασμένος
σωπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωπασμένος
σωρέ	noun	κλητική ενικού του σωρός
σωραία	intj	προσφώνηση που δηλώνει επιδοκιμασία ή θαυμασμό προς κάποια η οποία είπε κάτι ευφυές ή φέρθηκε με σωστό τρόπο
σωραίος	intj	προσφώνηση επιδοκιμασίας ή θαυμασμού προς κάποιον που είπε κάτι έξυπνο ή έκανε κάτι σωστό· επιτατικό της απλούστερης αναφώνησης ωραίος!
σωρεία	noun	η μεγάλη ποσότητα
σωρείας	noun	γενική ενικού του σωρεία
σωρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωρεία
σωρείτες	=	σωρείτης
σωρείτη	=	σωρείτης
σωρείτης	noun	είδος μεγάλου πυκνού, λευκού κυρίως, νέφους
σωρειτομελανία	=	σωρειτομελανίας
σωρειτομελανίας	noun	είδος νέφους, το οποίο είναι πυκνό και ογκώδες, φτάνει σχεδόν έως το έδαφος και συνήθως προκαλεί καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις
σωρειτομελανίες	=	σωρειτομελανίας
σωρειτομελανιών	=	σωρειτομελανίας
σωρειτών	=	σωρείτης
σωρειών	noun	γενική πληθυντικού του σωρεία
σωρευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωρευμένο
σωρευμένε	verb	κλητική ενικού του σωρευμένος
σωρευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωρευμένη
σωρευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωρευμένος
σωρευμένης	verb	γενική ενικού του σωρευμένη
σωρευμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωρευμένος
σωρευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωρευμένος
σωρευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωρευμένος
σωρευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωρευμένος
σωρευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωρευμένος
σωρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωρευτικός	adv	με σωρευτικό τρόπο
σωρευτικέ	adj	κλητική ενικού του σωρευτικός
σωρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωρευτική
σωρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωρευτικός
σωρευτικής	adj	γενική ενικού του σωρευτική
σωρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωρευτικός
σωρευτικού	adj	γενική ενικού του σωρευτικός
σωρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωρευτικός
σωρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του σωρευτικός
σωρευτικός	adj|formal	άλλη μορφή του συσσωρευτικός
σωρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του σωρευτικός
σωρευτικώς	adv|formal	άλλη μορφή του σωρευτικά
σωρεύομαι	verb	μαζεύομαι, συσσωρεύομαι, συγκεντρώνομαι
σωρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύσεις	=	σώρευση
σωρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύσεων	=	σώρευση
σωρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σωρηδόν	adv	κατά σωρούς, άτακτα και σε ποσότητες
σωριάζαμε	=	σωριάζω
σωριάζαν	=	σωριάζω
σωριάζανε	=	σωριάζω
σωριάζατε	=	σωριάζω
σωριάζει	=	σωριάζω
σωριάζεις	=	σωριάζω
σωριάζετε	=	σωριάζω
σωριάζομαι	verb|figurative	καταρρέω
σωριάζοντας	=	σωριάζω
σωριάζουμε	=	σωριάζω
σωριάζουν	=	σωριάζω
σωριάζουνε	=	σωριάζω
σωριάζω	verb	βάζω κάποια πράγματα έτσι, ώστε να σχηματιστεί σωρός
σωριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσαν	=	σωριάζω
σωριάσανε	=	σωριάζω
σωριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σώριασμα
σωριάσματος	noun	γενική ενικού του σώριασμα
σωριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σωριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σώριασμα
σωριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωριασμένο
σωριασμένε	verb	κλητική ενικού του σωριασμένος
σωριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωριασμένη
σωριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωριασμένος
σωριασμένης	verb	γενική ενικού του σωριασμένη
σωριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωριασμένος
σωριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωριασμένος
σωριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωριασμένος
σωριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωριασμένος
σωριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωριασμένος
σωριαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωριαστός	adv	με σωριαστό τρόπο
σωριαστέ	adj	κλητική ενικού του σωριαστός
σωριαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωριαστή
σωριαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωριαστός
σωριαστής	adj	γενική ενικού του σωριαστή
σωριαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωριαστός
σωριαστού	adj	γενική ενικού του σωριαστός
σωριαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωριαστός
σωριαστό	adj	αιτιατική ενικού του σωριαστός
σωριαστός	adj	που τον έχουν τοποθετήσει σε σωρό, τον έχουν ρίξει με τρόπο που να σχηματίζει σωρό
σωριαστών	adj	γενική πληθυντικού του σωριαστός
σωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωρός
σωροβολιάζομαι	verb|dated	πέφτω κάτω αναίσθητος ή εξαιτίας της κούρασης
σωροβολιάσματα	=	σωροβόλιασμα
σωροβολιάσματος	=	σωροβόλιασμα
σωροβολιασμάτων	=	σωροβόλιασμα
σωροβολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωροβολιασμένο
σωροβολιασμένε	verb	κλητική ενικού του σωροβολιασμένος
σωροβολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωροβολιασμένη
σωροβολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωροβολιασμένος
σωροβολιασμένης	verb	γενική ενικού του σωροβολιασμένη
σωροβολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωροβολιασμένος
σωροβολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωροβολιασμένος
σωροβολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σωροβολιάζομαι
σωροβολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωροβολιασμένος
σωροβολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωροβολιασμένος
σωροβολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωροβολιασμένος
σωροβόλιασμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σωροβολιάζομαι
σωροπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωροπυριτικό
σωροπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του σωροπυριτικός
σωροπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωροπυριτική
σωροπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωροπυριτικός
σωροπυριτικής	adj	γενική ενικού του σωροπυριτική
σωροπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωροπυριτικός
σωροπυριτικού	adj	γενική ενικού του σωροπυριτικός
σωροπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωροπυριτικός
σωροπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του σωροπυριτικός
σωροπυριτικός	adj	χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 3,5
σωροπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του σωροπυριτικός
σωρού	noun	γενική ενικού του σωρός
σωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σωρός
σωρραίε	=	σωρραίος
σωρραίο	=	σωρραίος
σωρραίοι	=	σωρραίος
σωρραίος	noun	ο οπαδός ή υποστηρικτής του Αρτέμη Σώρρα, του αμφιλεγόμενου προσώπου που ισχυριζόταν πως είχε τα μέσα για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της Ελλάδας κατά την κρίση που εκδηλώθηκε στη χώρα από το 2009 κι έπειτα
σωρραίου	=	σωρραίος
σωρραίους	=	σωρραίος
σωρραίων	=	σωρραίος
σωρό	noun	αιτιατική ενικού του σωρός
σωρός	noun	το σύνολο από πράγματα που είναι συγκεντρωμένα αλλά τοποθετημένα άτακτα
σωρών	noun	γενική πληθυντικού του σωρός
σως	noun	μη απλοποιημένη γραφή του σος, η σάλτσα
σωσία	=	σωσίας
σωσίας	noun	που μοιάζει καταπληκτικά ή είναι ακριβώς ίδιος με άλλο πρόσωπο
σωσίβια	=	σωσίβιο
σωσίβιας	=	σωσίβιος
σωσίβιε	=	σωσίβιος
σωσίβιες	=	σωσίβιος
σωσίβιο	noun	το αντικείμενο με ικανότητα να επιπλέει όταν το φοράει άνθρωπος και άλλα εξαρτήματα και χαρακτηριστικά με σκοπό τη διάσωσή του
σωσίβιοι	=	σωσίβιος
σωσίβιος	adj|formal	που χρησιμοποιείται για να σώζονται ανθρώπινες ζωές
σωσίβιου	=	σωσίβιο
σωσίβιους	=	σωσίβιος
σωσίβιων	=	σωσίβιος
σωσίες	=	σωσίας
σωσίματα	=	σώσιμο
σωσίματος	=	σώσιμο
σωσιβίου	=	σωσίβιο
σωσιβίων	=	σωσίβιο
σωσιμάτων	=	σώσιμο
σωσιών	=	σωσίας
σωσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του σώσμα
σωσμέ	noun	κλητική ενικού του σωσμός
σωσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωσμένο
σωσμένε	verb	κλητική ενικού του σωσμένος
σωσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωσμένη
σωσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωσμένος
σωσμένης	verb	γενική ενικού του σωσμένη
σωσμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωσμένος
σωσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωσμένος
σωσμένος	=	σώζω
σωσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωσμένος
σωσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωσμένος
σωσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωσμένος
σωσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωσμός
σωσμού	noun	γενική ενικού του σωσμός
σωσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σωσμός
σωσμό	noun	αιτιατική ενικού του σωσμός
σωσμός	noun|vulgar	η σωτηρία, το σώσιμο
σωσμών	noun	γενική πληθυντικού του σωσμός
σωστά	adv	με σωστό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωστό
σωστέ	adj	κλητική ενικού του σωστός
σωστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του σωστός
σωστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωστός
σωστής	adj	γενική ενικού του σωστή
σωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωστικός	adv	με σωστικό τρόπο
σωστικέ	adj	κλητική ενικού του σωστικός
σωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωστική
σωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωστικός
σωστικής	adj	γενική ενικού του σωστική
σωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωστικός
σωστικού	adj	γενική ενικού του σωστικός
σωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωστικός
σωστικό	adj	αιτιατική ενικού του σωστικός
σωστικός	adj	αυτός που είναι κατάλληλος για τη διάσωση ανθρώπων που κινδυνεύουν
σωστικών	adj	γενική πληθυντικού του σωστικός
σωστικώς	adv|dated	σωστικά
σωστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωστός
σωστού	adj	γενική ενικού του σωστός
σωστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωστός
σωστό	adj	αιτιατική ενικού του σωστός
σωστός	adj	που ανταποκρίνεται στην αλήθεια
σωστότατα	=	σωστός
σωστότατε	=	σωστός
σωστότατες	=	σωστός
σωστότατη	=	σωστός
σωστότατης	=	σωστός
σωστότατο	=	σωστός
σωστότατοι	=	σωστός
σωστότατος	=	σωστός
σωστότατου	=	σωστός
σωστότατους	=	σωστός
σωστότατων	=	σωστός
σωστότερα	=	σωστός
σωστότερε	=	σωστός
σωστότερες	=	σωστός
σωστότερη	=	σωστός
σωστότερης	=	σωστός
σωστότερο	=	σωστός
σωστότεροι	=	σωστός
σωστότερος	=	σωστός
σωστότερου	=	σωστός
σωστότερους	=	σωστός
σωστότερων	=	σωστός
σωστών	adj	γενική πληθυντικού του σωστός
σωτήρα	=	σωτήρας
σωτήρας	noun	αυτός που σώζει
σωτήρες	=	σωτήρας
σωτήρια	=	σωτήριος
σωτήριας	=	σωτήριος
σωτήριε	=	σωτήριος
σωτήριες	=	σωτήριος
σωτήριο	=	σωτήριος
σωτήριοι	=	σωτήριος
σωτήριος	adj	που έσωσε
σωτήριου	=	σωτήριος
σωτήριους	=	σωτήριος
σωτήριων	=	σωτήριος
σωτήρων	=	σωτήρας
σωτηρία	noun	απαλλαγή, απελευθέρωση από δύσκολη κατάσταση, κίνδυνο ή ασθένεια
σωτηρίας	noun	γενική ενικού του σωτηρία
σωτηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωτηρία
σωτηριολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωτηριολογικό
σωτηριολογικέ	adj	κλητική ενικού του σωτηριολογικός
σωτηριολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωτηριολογική
σωτηριολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωτηριολογικός
σωτηριολογικής	adj	γενική ενικού του σωτηριολογική
σωτηριολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωτηριολογικός
σωτηριολογικού	adj	γενική ενικού του σωτηριολογικός
σωτηριολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωτηριολογικός
σωτηριολογικό	adj	αιτιατική ενικού του σωτηριολογικός
σωτηριολογικός	adj	σχετικός με την σωτηριολογία
σωτηριολογικών	adj	γενική πληθυντικού του σωτηριολογικός
σωτηριών	noun	γενική πληθυντικού του σωτηρία
σωτηρών	=	σωτήρας
σωτροπιού	noun	γενική ενικού του σωτρόπι
σωτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του σωτρόπι
σωτρόπι	noun	(ιδιωματικό): εσωτρόπιο
σωτρόπια	=	σωτρόπι
σωφέρ	noun	εναλλακτική ορθογραφία του απλογραφημένου σοφέρ
σωφρονίζαμε	=	σωφρονίζω
σωφρονίζαν	=	σωφρονίζω
σωφρονίζανε	=	σωφρονίζω
σωφρονίζατε	=	σωφρονίζω
σωφρονίζει	=	σωφρονίζω
σωφρονίζεις	=	σωφρονίζω
σωφρονίζεσαι	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίζεστε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίζεται	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίζετε	=	σωφρονίζω
σωφρονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίζονται	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίζονταν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίζοντας	=	σωφρονίζω
σωφρονίζου	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίζουμε	=	σωφρονίζω
σωφρονίζουν	=	σωφρονίζω
σωφρονίζουνε	=	σωφρονίζω
σωφρονίζω	verb	συνετίζω κάποιον που έχει διαπράξει ένα αδίκημα ή παράπτωμα, επιβάλλοντάς του ποινές ή με άλλα μέσα
σωφρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίσαν	=	σωφρονίζω
σωφρονίσανε	=	σωφρονίζω
σωφρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίσου	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονίστηκα	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίστηκαν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίστηκε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίστηκες	=	σωφρονίζομαι
σωφρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρονιζόμασταν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόμαστε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόμουν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόμουνα	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόντουσαν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόσασταν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόσαστε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόσουν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόσουνα	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζόταν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιζότανε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονισμέ	noun	κλητική ενικού του σωφρονισμός
σωφρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωφρονισμένο
σωφρονισμένε	verb	κλητική ενικού του σωφρονισμένος
σωφρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωφρονισμένη
σωφρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωφρονισμένος
σωφρονισμένης	verb	γενική ενικού του σωφρονισμένη
σωφρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του σωφρονισμένος
σωφρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωφρονισμένος
σωφρονισμένος	=	σωφρονίζομαι
σωφρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σωφρονισμένος
σωφρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του σωφρονισμένος
σωφρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωφρονισμένος
σωφρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σωφρονισμός
σωφρονισμού	noun	γενική ενικού του σωφρονισμός
σωφρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του σωφρονισμός
σωφρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του σωφρονισμός
σωφρονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σωφρονίζω
σωφρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του σωφρονισμός
σωφρονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωφρονιστής
σωφρονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σωφρονιστής
σωφρονιστήκαμε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιστήκαν	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιστήκανε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιστήκατε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιστήρα	=	σωφρονιστήρας
σωφρονιστήρας	noun	ο φρονιμίτης
σωφρονιστήρες	=	σωφρονιστήρας
σωφρονιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωφρονιστήριο
σωφρονιστήριο	noun	τοίδρυμα όπου περιορίζονται ανήλικοι που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα
σωφρονιστήριου	=	σωφρονιστήριο
σωφρονιστήρων	=	σωφρονιστήρας
σωφρονιστής	noun|rare	κάποιος που σωφρονίζει ή τιμωρεί προς σωφρονισμό
σωφρονιστεί	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιστείτε	=	σωφρονίζομαι
σωφρονιστηρίου	noun	γενική ενικού του σωφρονιστήριο
σωφρονιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του σωφρονιστήριο
σωφρονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σωφρονιστικός
σωφρονιστικέ	adj	κλητική ενικού του σωφρονιστικός
σωφρονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωφρονιστική
σωφρονιστική	noun	κλάδος της εγκληματολογίας που μελετά τα σωφρονιστικά συστήματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σωφρονιστικός
σωφρονιστικής	adj	γενική ενικού του σωφρονιστική
σωφρονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σωφρονιστικός
σωφρονιστικού	adj	γενική ενικού του σωφρονιστικός
σωφρονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του σωφρονιστικός
σωφρονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του σωφρονιστικός
σωφρονιστικός	adj	που έχει σχέση με τον σωφρονισμό ή αναφέρεται σε αυτόν (ιδίως αναφορικά με τις φυλακές)
σωφρονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του σωφρονιστικός
σωφρονιστών	noun	γενική πληθυντικού του σωφρονιστής
σωφροσυνών	=	σωφροσύνη
σωφροσύνες	=	σωφροσύνη
σωφροσύνη	noun	η ιδιότητα του σώφρονος, το να είναι κάποιος συνετός, φρόνιμος
σωφροσύνης	=	σωφροσύνη
σωφρόνιζα	=	σωφρονίζω
σωφρόνιζαν	=	σωφρονίζω
σωφρόνιζε	=	σωφρονίζω
σωφρόνιζες	=	σωφρονίζω
σωφρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωφρονίζω
σωφρόνων	adj	γενική πληθυντικού του σώφρων
σωφρόνως	adv|formal	με σώφρονα τρόπο
σόγια	noun	το φυτό Γλυκίνη η μαξ (Glycine max)
σόγιας	noun	γενική ενικού του σόγια
σόγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόγια
σόγκουν	noun	τίτλος που είχε ο ανώτερος στρατιωτικός ηγέτης κατά τον Ιαπωνικό μεσαίωνα
σόδα	noun	η κοινή ονομασία του υδρογονανθρακικού ανθρακικού
σόδας	noun	γενική ενικού του σόδα
σόδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόδα
σόδια	=	σόδιο
σόδιαζα	=	σοδιάζω
σόδιαζαν	=	σοδιάζω
σόδιαζε	=	σοδιάζω
σόδιαζες	=	σοδιάζω
σόδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σόδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σόδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σόδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σοδιάζω
σόδιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σοδιάζω
σόδιο	noun|dated	παλιότερο συνώνυμο για το νάτριο (Na)
σόδιου	=	σόδιο
σόδων	=	σόδα
σόι	noun	η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος
σόκα	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος σοκάρω
σόκαρα	=	σοκάρω
σόκαραν	=	σοκάρω
σόκαρε	=	σοκάρω
σόκαρες	=	σοκάρω
σόκιν	adj	που μπορεί να σοκάρει επειδή είναι πολύ τολμηρός από σεξουαλική άποψη
σόλα	noun	το πέλμα του παπουτσιού
σόλας	noun	γενική ενικού του σόλα
σόλδια	=	σόλδιο
σόλδιο	noun	άλλη γραφή του σολδίο
σόλδιου	=	σόλδιο
σόλδιων	=	σόλδιο
σόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόλα
σόλιαζα	=	σολιάζω
σόλιαζαν	=	σολιάζω
σόλιαζε	=	σολιάζω
σόλιαζες	=	σολιάζω
σόλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σόλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σόλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σόλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σολιάζω
σόλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σολιάζω
σόλιδε	=	σόλιδος
σόλιδο	=	σόλιδος
σόλιδοι	=	σόλιδος
σόλιδος	noun	βυζαντινό νόμισμα, το οποίο κόπηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και χρησιμοποιήθηκε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα.
σόλο	noun	το μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο	adj	μόνος
σόλοικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόλοικο
σόλοικε	adj	κλητική ενικού του σόλοικος
σόλοικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόλοικη
σόλοικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σόλοικος
σόλοικης	adj	γενική ενικού του σόλοικη
σόλοικο	adj	αιτιατική ενικού του σόλοικος
σόλοικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σόλοικος
σόλοικος	adj|formal	λανθασμένος (για ό,τι αφορά τη χρήση της γλώσσας, κυρίως συντακτικά)
σόλοικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σόλοικος
σόλοικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σόλοικος
σόλοικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σόλοικος
σόμα	noun	ιερό ποτό
σόμπα	noun	ιαπωνικά νουντλ από φαγόπυρο
σόμπας	noun	γενική ενικού του σόμπα
σόμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόμπα
σόνα	noun	επίσημη γλώσσα στη Ζιμπάμπουε, ανήκει στην οικογένεια μπαντού
σόναρ	noun	ηχοβολιστικό
σόου	noun	θεαματική παράσταση ή παραγωγή με θεατρικά ή/και μουσικοχορευτικά στοιχεία
σόουμαν	noun	αυτός που παρουσιάζει κάποιο σόου
σόπατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόπατο
σόπατο	noun	επίπεδο έδαφος
σόπατου	noun	γενική ενικού του σόπατο
σόπατων	noun	γενική πληθυντικού του σόπατο
σόργα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόργο
σόργε	=	σόργος
σόργο	noun	που ανήκει στο γένος Σόργος, μονοκότυλο αγγειόσπερμο φυτό που ανήκει στα αγρωστώδη
σόργοι	=	σόργος
σόργος	noun	άλλη μορφή του σόργο
σόργου	noun	γενική ενικού του σόργο
σόργους	=	σόργος
σόργων	noun	γενική πληθυντικού του σόργο
σόφισμα	noun	επιχείρημα ή συλλογισμός που, αν και φαίνεται σωστός, είναι λανθασμένος και γίνεται συνήθως με κακοπιστία με σκοπό την εξαπάτηση του συνομιλητή
σόφτμπολ	noun	παιχνίδι παρόμοιο με το μπέιζμπολ
σύ	=	τα
σύβαση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συβάζω
σύγαμβρος	=	σύγαμπρος
σύγαμπρε	=	σύγαμπρος
σύγαμπρο	=	σύγαμπρος
σύγαμπροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύγαμπρος
σύγαμπρος	noun	ο καθένας από τους συζύγους δύο γυναικών αδερφών
σύγαμπρου	=	σύγαμπρος
σύγαμπρους	=	σύγαμπρος
σύγαμπρων	=	σύγαμπρος
σύγγαμβρος	noun	σύγαμπρος
σύγγλινα	=	σύγγλινο
σύγγλινο	noun	χοιρινό κρέας όπως παρασκευάζεται παραδοσιακά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
σύγγλινου	=	σύγγλινο
σύγγλινων	=	σύγγλινο
σύγγραμμα	noun	επιστημονικό βιβλίο, δοκίμιο, διατριβή, γνωστικό εγχειρίδιο, πνευματικό έργο
σύγγραφε	=	συγγράφω
σύγγραψε	=	συγγράφω
σύγκαιρα	adv	εγκαίρως, τη σωστή ώρα
σύγκαιρε	=	σύγκαιρος
σύγκαιρες	=	σύγκαιρος
σύγκαιρη	=	σύγκαιρος
σύγκαιρης	=	σύγκαιρος
σύγκαιρο	=	σύγκαιρος
σύγκαιροι	=	σύγκαιρος
σύγκαιρος	adj	λογιότερη μορφή του συγκαιρινός
σύγκαιρου	=	σύγκαιρος
σύγκαιρους	=	σύγκαιρος
σύγκαιρων	=	σύγκαιρος
σύγκαλα	noun	άλλη μορφή του συγκαλά
σύγκαμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συγκαίω / συγκαίγομαι, δερματικός ερεθισμός σε μέρη που τρίβονται μεταξύ τους
σύγκαυση	noun	η χρήση διαφορετικών καυσίμων ταυτόχρονα στον ίδιο θάλαμο καύσης
σύγκαυσης	=	σύγκαυση
σύγκειμαι	verb|archaic	συνίσταμαι, συναποτελούμαι
σύγκερα	=	σύγκερος
σύγκερε	=	σύγκερος
σύγκερες	=	σύγκερος
σύγκερη	=	σύγκερος
σύγκερης	=	σύγκερος
σύγκερο	=	σύγκερος
σύγκεροι	=	σύγκερος
σύγκερος	adj	που είναι ή πωλείται μαζί με την κηρήθρα
σύγκερου	=	σύγκερος
σύγκερους	=	σύγκερος
σύγκερων	=	σύγκερος
σύγκλειση	noun	επαφή των δοντιών της άνω και της κάτω γνάθου
σύγκλεισης	noun	γενική ενικού του σύγκλειση
σύγκληση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκαλώ
σύγκλησης	noun	γενική ενικού του σύγκληση
σύγκλησις	noun	η σύγκληση
σύγκλητε	=	σύγκλητος
σύγκλητο	noun	αιτιατική ενικού του σύγκλητος
σύγκλητοι	=	σύγκλητος
σύγκλητον	=	σύγκλητο
σύγκλητος	noun	το ανώτερο διοικητικό όργανο ενός πανεπιστημίου
σύγκλινο	noun	η προς τα κάτω καμπή του εδάφους σε σημείο που τα πετρώματα είναι κυρτά
σύγκλινον	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του σύγκλινος	noun	σύγκλινο (γεωλογία)
σύγκλιση	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συγκλίνω
σύγκλισης	noun	γενική ενικού του σύγκλιση
σύγκλυση	noun	πλημμύρα
σύγκλυσης	noun	γενική ενικού του σύγκλυση
σύγκορμα	adv	σε όλο το κορμί, σε όλο το σώμα
σύγκορμε	=	σύγκορμος
σύγκορμες	=	σύγκορμος
σύγκορμη	=	σύγκορμος
σύγκορμης	=	σύγκορμος
σύγκορμο	=	σύγκορμος
σύγκορμοι	=	σύγκορμος
σύγκορμος	adj	που έχει σχέση με ολόκληρο το κορμί, όλο το σώμα, ή το αφορά
σύγκορμου	=	σύγκορμος
σύγκορμους	=	σύγκορμος
σύγκορμων	=	σύγκορμος
σύγκρια	noun|dated	η δεύτερη άτυπη «σύζυγος» / σύντροφος ενός νυμφευμένου άντρα, όταν η πρώτη επίσημη / νόμιμη σύζυγος δεν του γεννούσε παιδιά
σύγκριας	=	σύγκρια
σύγκριες	=	σύγκρια
σύγκριμα	noun	στερεό σώμα που σχηματίζεται με φυσικές ή παθολογικές διαδικασίες, είτε μέσω καθίζησης διαλυμάτων είτε μέσω συσσώρευσης υλικού, αποκτώντας συγκεκριμένη δομή ή μορφή
σύγκρινα	=	συγκρίνω
σύγκρινε	verb	β' πρόσωπο ενικού στην προστακτική ενεργητικού ενεστώτα/αορίστου του ρήματος συγκρίνω
σύγκριση	noun	ποιοτική και ποσοτική εκτίμηση-αποτίμηση διαφορών ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα σύνολα
σύγκρισης	noun	γενική ενικού του σύγκριση
σύγκριων	=	σύγκρια
σύγκρουση	noun	ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο
σύγκρουσης	noun	γενική ενικού του σύγκρουση
σύγκρυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγκρυο
σύγκρυας	=	σύγκρυος
σύγκρυε	=	σύγκρυος
σύγκρυες	=	σύγκρυος
σύγκρυο	noun	ανατριχίλα, τρεμούλα, ρίγος
σύγκρυοι	=	σύγκρυος
σύγκρυος	adj	που συνοδεύεται από ανατριχίλα, τρεμούλα ή ρίγος
σύγκρυου	noun	γενική ενικού του σύγκρυο
σύγκρυους	=	σύγκρυος
σύγκρυων	noun	γενική πληθυντικού του σύγκρυο
σύγλινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγλινο
σύγλινο	noun	αλλαντικό της Μάνης
σύγλινου	noun	γενική ενικού του σύγλινο
σύγλινων	noun	γενική πληθυντικού του σύγλινο
σύγνεφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγνεφο
σύγνεφο	noun	ποιητική, κυρίως, μορφή της λέξης: σύννεφο
σύγνεφου	noun	γενική ενικού του σύγνεφο
σύγνεφων	noun	γενική πληθυντικού του σύγνεφο
σύγχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σύγχρονος	adv	ασυνήθιστη μορφή του συγχρόνως: ταυτόχρονα
σύγχρονε	adj	κλητική ενικού του σύγχρονος
σύγχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύγχρονη
σύγχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύγχρονος
σύγχρονης	adj	γενική ενικού του σύγχρονη
σύγχρονο	adj	αιτιατική ενικού του σύγχρονος
σύγχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύγχρονος
σύγχρονος	adj	της ίδιας χρονικής περιόδου ή ηλικίας
σύγχρονου	adj	γενική ενικού του σύγχρονος
σύγχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σύγχρονος
σύγχρονων	adj	γενική πληθυντικού του σύγχρονος
σύγχυζα	=	συγχύζω
σύγχυζαν	=	συγχύζω
σύγχυζε	=	συγχύζω
σύγχυζες	=	συγχύζω
σύγχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
σύγχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
σύγχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
σύγχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συγχύζω
σύγχυση	noun	μπερδεμένη κατάσταση ή αντίληψη της κατάστασης, που προκύπτει από άγνοια, ασάφεια, αταξία κ.λπ.
σύγχυσης	noun	γενική ενικού του σύγχυση
σύδενδρο	noun|rare	άλλη μορφή του σύδεντρο
σύδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύδεντρο
σύδεντρο	noun	συστάδα δέντρων
σύδεντρου	noun	γενική ενικού του σύδεντρο
σύδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του σύδεντρο
σύζευγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συζευγνύω
σύζευξη	noun	το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ.
σύζευξης	noun	γενική ενικού του σύζευξη
σύζυγε	noun	κλητική ενικού του σύζυγος
σύζυγο	=	σύζυγος
σύζυγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύζυγος
σύζυγος	noun	ο άντρας ή η γυναίκα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι
σύζυγου	=	σύζυγος
σύθαμπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύθαμπο
σύθαμπο	noun|literary	το σούρουπο
σύθαμπου	noun	γενική ενικού του σύθαμπο
σύθαμπων	noun	γενική πληθυντικού του σύθαμπο
σύθεσις	=	σύνθεση
σύκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύκο
σύκινα	=	σύκινος
σύκινε	=	σύκινος
σύκινες	=	σύκινος
σύκινη	=	σύκινος
σύκινης	=	σύκινος
σύκινο	=	σύκινος
σύκινοι	=	σύκινος
σύκινος	adj	που είναι κατασκευασμένος από ξύλο συκίας
σύκινου	=	σύκινος
σύκινους	=	σύκινος
σύκινων	=	σύκινος
σύκο	noun	ο καρπός της συκιάς
σύκου	noun	γενική ενικού του σύκο
σύκων	noun	γενική πληθυντικού του σύκο
σύλει	=	συλώ
σύλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλώ
σύλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλώ
σύλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλώ
σύλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συλώ
σύληση	noun	η διαρπαγή αντικειμένων από τάφο
σύλησης	noun	γενική ενικού του σύληση
σύλλαβε	=	σύλλαβος
σύλλαβο	=	σύλλαβος
σύλλαβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύλλαβος
σύλλαβος	noun	ευρετήριο
σύλλαβων	noun	γενική πληθυντικού του σύλλαβος
σύλλεγε	=	συλλέγω
σύλλεξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλέγω
σύλληπτρα	noun|rare	αμοιβή για την πραγματοποίηση σύλληψης
σύλληψη	noun	η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο
σύλληψης	noun	γενική ενικού του σύλληψη
σύλλογε	noun	κλητική ενικού του σύλλογος
σύλλογο	noun	αιτιατική ενικού του σύλλογος
σύλλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύλλογος
σύλλογος	noun	το νομικό πρόσωπο που λειτουργεί επιδιώκοντας την επίτευξη κοινών στόχων που καθορίζονται στο καταστατικό του
σύλλογου	=	σύλλογος
σύλφα	=	σύλφη
σύλφας	=	σύλφη
σύλφες	=	σύλφη
σύλφη	noun	νεράιδα της κελτικής μυθολογίας
σύμβαλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμβάλλω
σύμβαση	noun	η γραπτή ή άγραφη συμφωνία μεταξύ των μελών μιας ομάδας ή κοινωνίας ότι θα υιοθετήσουν ορισμένες συνήθειες ή πρακτικές
σύμβασης	noun	γενική ενικού του σύμβαση
σύμβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμβολο
σύμβολο	noun	αντικείμενο, πρόσωπο, λέξη / έκφραση που φέρνει στο μυαλό μια ιδέα / με μια έννοια, που συνδέεται με αυτήν
σύμβολου	=	σύμβολο
σύμβουλε	noun	κλητική ενικού του σύμβουλος
σύμβουλο	noun	αιτιατική ενικού του σύμβουλος
σύμβουλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύμβουλος
σύμβουλος	noun	που δίνει συμβουλές
σύμμαχα	=	σύμμαχος
σύμμαχε	noun	κλητική ενικού του σύμμαχος
σύμμαχες	=	σύμμαχος
σύμμαχη	=	σύμμαχος
σύμμαχης	=	σύμμαχος
σύμμαχο	noun	αιτιατική ενικού του σύμμαχος
σύμμαχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύμμαχος
σύμμαχος	noun	που έχει συνάψει συμμαχία με άλλο κράτος είτε σε καιρό πολέμου είτε ειρήνης	adj	που είναι σύμμαχος
σύμμαχου	=	σύμμαχος
σύμμαχους	=	σύμμαχος
σύμμαχων	=	σύμμαχος
σύμμειγμα	noun	συνώνυμο του συμφυρμός
σύμμεικτα	=	σύμμεικτος
σύμμεικτε	=	σύμμεικτος
σύμμεικτες	=	σύμμεικτος
σύμμεικτη	=	σύμμεικτος
σύμμεικτης	=	σύμμεικτος
σύμμεικτο	=	σύμμεικτος
σύμμεικτοι	=	σύμμεικτος
σύμμεικτος	adj|formal	που αποτελείται από μείξη παρόμοιων στοιχείων ή υλικών
σύμμεικτου	=	σύμμεικτος
σύμμεικτους	=	σύμμεικτος
σύμμεικτων	=	σύμμεικτος
σύμμειξη	noun	ανάμειξη, ανακάτωμα, συνένωση (διαφορετικών πραγμάτων μεταξύ τους)
σύμμειξης	noun	γενική ενικού του σύμμειξη
σύμμειχτα	=	σύμμειχτος
σύμμειχτε	=	σύμμειχτος
σύμμειχτες	=	σύμμειχτος
σύμμειχτη	=	σύμμειχτος
σύμμειχτης	=	σύμμειχτος
σύμμειχτο	=	σύμμειχτος
σύμμειχτοι	=	σύμμειχτος
σύμμειχτος	adj	άλλη γραφή του σύμμεικτος
σύμμειχτου	=	σύμμειχτος
σύμμειχτους	=	σύμμειχτος
σύμμειχτων	=	σύμμειχτος
σύμμετρα	adv	με σύμμετρο τρόπο
σύμμετρε	=	σύμμετρος
σύμμετρες	=	σύμμετρος
σύμμετρη	=	σύμμετρος
σύμμετρης	=	σύμμετρος
σύμμετρο	=	σύμμετρος
σύμμετροι	=	σύμμετρος
σύμμετρος	adj	που έχει αναλογία, που έχει συμμετρία, ο κανονικός στις αναλογίες
σύμμετρου	=	σύμμετρος
σύμμετρους	=	σύμμετρος
σύμμετρων	=	σύμμετρος
σύμμικτα	=	σύμμικτος
σύμμικτε	=	σύμμικτος
σύμμικτες	=	σύμμικτος
σύμμικτη	=	σύμμικτος
σύμμικτης	=	σύμμικτος
σύμμικτο	=	σύμμικτος
σύμμικτοι	=	σύμμικτος
σύμμικτος	adj|formal	άλλη μορφή του σύμμεικτος
σύμμικτου	=	σύμμικτος
σύμμικτους	=	σύμμικτος
σύμμικτων	=	σύμμικτος
σύμμορφα	=	σύμμορφος
σύμμορφε	=	σύμμορφος
σύμμορφες	=	σύμμορφος
σύμμορφη	=	σύμμορφος
σύμμορφης	=	σύμμορφος
σύμμορφο	=	σύμμορφος
σύμμορφοι	=	σύμμορφος
σύμμορφος	adj	ο ομοιόμορφος προς κάτι
σύμμορφου	=	σύμμορφος
σύμμορφους	=	σύμμορφος
σύμμορφων	=	σύμμορφος
σύμπαν	noun	ολόκληρος ο κόσμος, το διάστημα και τα ουράνια σώματα
σύμπαντα	=	σύμπαν
σύμπαντες	=	σύμπας
σύμπαντο	noun|dated	μορφή του σύμπαν που πλάστηκε από δημοτικιστές για την προσαρμογή στο κλιτικό σύστημα της δημοτικής
σύμπαντος	adj	γενική ενικού του σύμπας	noun	γενική ενικού του σύμπαν
σύμπαντου	=	σύμπαντο
σύμπαντων	=	σύμπαντο
σύμπας	adj|formal	ολόκληρος, χωρίς εξαιρέσεις
σύμπασα	=	σύμπας
σύμπασας	=	σύμπας
σύμπασες	=	σύμπας
σύμπηκτα	=	σύμπηκτος
σύμπηκτε	=	σύμπηκτος
σύμπηκτες	=	σύμπηκτος
σύμπηκτη	=	σύμπηκτος
σύμπηκτης	=	σύμπηκτος
σύμπηκτο	=	σύμπηκτος
σύμπηκτοι	=	σύμπηκτος
σύμπηκτος	adj	πηχτός
σύμπηκτου	=	σύμπηκτος
σύμπηκτους	=	σύμπηκτος
σύμπηκτων	=	σύμπηκτος
σύμπηξη	noun	από κοινού δημιουργία, κοινή ενέργεια δύο ή περισσότερων μερών που οδηγεί στη δημιουργία σταθερών δεσμών μεταξύ τους
σύμπηξης	=	σύμπηξη
σύμπηξις	noun	η σύμπηξη
σύμπλεγμα	noun	ενιαίο σύνολο ετερόκλητων στοιχείων συνδεμένων μεταξύ τους
σύμπλεε	=	συμπλέω
σύμπλεξη	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του συμπλέκω
σύμπλεξης	noun	γενική ενικού του σύμπλεξη
σύμπλευσε	=	συμπλέω
σύμπλευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπλέω
σύμπλευσης	noun	γενική ενικού του σύμπλευση
σύμπλοκα	=	σύμπλοκο
σύμπλοκε	=	σύμπλοκος
σύμπλοκες	=	σύμπλοκος
σύμπλοκη	=	σύμπλοκος
σύμπλοκης	=	σύμπλοκος
σύμπλοκο	noun	σταθερό συγκρότημα από άτομα που έχει σαν κέντρο ένα μεταλλικό, συνήθως, ιόν και γύρω του δεσμευμένα μόρια ή ιόντα τα οποία ονομάζονται υποκαταστάτες ή συναρμοτές
σύμπλοκοι	=	σύμπλοκος
σύμπλοκος	adj|formal	που είναι σύνθετος
σύμπλοκου	=	σύμπλοκο
σύμπλοκους	=	σύμπλοκος
σύμπλοκων	=	σύμπλοκο
σύμπνοια	noun	η ταύτιση απόψεων και στάσεων ανάμεσα σε ανθρώπους που τους ενώνουν κοινοί δεσμοί ή επιδιώξεις
σύμπνοιας	noun	γενική ενικού του σύμπνοια
σύμπνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμπνοια
σύμπονα	adv|rare	με σύμπονο τρόπο, συμπονώντας
σύμπραξη	noun	η συνεργασία, η κοινή ενέργεια για την επίτευξη ενός κοινού έργου
σύμπραξης	noun	γενική ενικού του σύμπραξη
σύμπτυγμα	noun|rare	άλλη μορφή του σύμπτυξη
σύμπτυξα	=	συμπτύσσω
σύμπτυξαν	=	συμπτύσσω
σύμπτυξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συμπτύσσω
σύμπτυξες	=	συμπτύσσω
σύμπτυξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπτύσσω
σύμπτυξης	noun	γενική ενικού του σύμπτυξη
σύμπτυσσα	=	συμπτύσσω
σύμπτυσσαν	=	συμπτύσσω
σύμπτυσσε	=	συμπτύσσω
σύμπτυσσες	=	συμπτύσσω
σύμπτωμα	noun	παλιότερα χρησιμοποιείτο ως όρος για κάποιο τυχαίο περιστατικό που οφειλόταν σε σύμπτωση, αλλά σήμερα πια ο όρος είναι κυρίως ιατρικός και σημαίνει τις ενδείξεις, εξωτερικές και μη, μιας ασθένειας
σύμπτωση	noun	η τυχαία, αναπάντεχη ταυτόχρονη εμφάνιση δύο γεγονότων
σύμπτωσης	=	σύμπτωση
σύμπτωσις	noun	ταυτόχρονη πτώση
σύμφαση	noun	η ταυτόχρονη εμφάνιση (κυρίως για κομήτες )
σύμφασης	=	σύμφαση
σύμφορα	=	σύμφορος
σύμφορε	=	σύμφορος
σύμφορες	=	σύμφορος
σύμφορη	=	σύμφορος
σύμφορης	=	σύμφορος
σύμφορο	=	σύμφορος
σύμφοροι	=	σύμφορος
σύμφορος	adj|formal	που συμφέρει
σύμφορου	=	σύμφορος
σύμφορους	=	σύμφορος
σύμφορων	=	σύμφορος
σύμφραση	noun	ο πολυλεκτικός όρος
σύμφρασης	noun	γενική ενικού του σύμφραση
σύμφυρμα	noun	άλλη μορφή του σύμφυρση
σύμφυρση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συμφύρω, η άτακτης ανάμειξης στοιχείων χωρίς ουσιαστική σύνδεση
σύμφυρσης	noun	γενική ενικού του σύμφυρση
σύμφυρτα	=	σύμφυρτος
σύμφυρτε	=	σύμφυρτος
σύμφυρτες	=	σύμφυρτος
σύμφυρτη	=	σύμφυρτος
σύμφυρτης	=	σύμφυρτος
σύμφυρτο	=	σύμφυρτος
σύμφυρτοι	=	σύμφυρτος
σύμφυρτος	adj|archaic	ανάμεικτος, σύμμεικτος
σύμφυρτου	=	σύμφυρτος
σύμφυρτους	=	σύμφυρτος
σύμφυρτων	=	σύμφυρτος
σύμφυση	noun	η ένωση σ’ ένα ενιαίο σώμα με φυσικό τρόπο
σύμφυσης	noun	γενική ενικού του σύμφυση
σύμφυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφυτο
σύμφυτε	adj	κλητική ενικού του σύμφυτος
σύμφυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφυτη
σύμφυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύμφυτος
σύμφυτης	adj	γενική ενικού του σύμφυτη
σύμφυτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σύμφυτος	noun	οποιοδήποτε από πολλά είδη πολυετών φυτών του γένους Symphytum (π.χ.
σύμφυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύμφυτος
σύμφυτος	adj	που ανήκει στη φύση κάποιου, που αποτελεί φυσικό χαρακτηριστικό του
σύμφυτου	adj	γενική ενικού του σύμφυτος
σύμφυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σύμφυτος
σύμφυτων	adj	γενική πληθυντικού του σύμφυτος
σύμφωνα	adj	αιτιατική ενικού του σύμφωνος, αρσενικό	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφωνο
σύμφωνε	=	σύμφωνος
σύμφωνες	=	σύμφωνος
σύμφωνη	=	σύμφωνος
σύμφωνης	=	σύμφωνος
σύμφωνο	noun	φθόγγος που παράγεται από το στένεμα ή τη φραγή του αέρα από τα φωνητικά όργανα
σύμφωνοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύμφωνος
σύμφωνος	adj	που έχει την ίδια γνώμη με κάποιον άλλον
σύμφωνου	=	σύμφωνο
σύμφωνους	=	σύμφωνος
σύμφωνων	=	σύμφωνος
σύμψυχα	=	σύμψυχος
σύμψυχε	=	σύμψυχος
σύμψυχες	=	σύμψυχος
σύμψυχη	=	σύμψυχος
σύμψυχης	=	σύμψυχος
σύμψυχο	=	σύμψυχος
σύμψυχοι	=	σύμψυχος
σύμψυχος	adj	άλλη μορφή του ολόψυχος
σύμψυχου	=	σύμψυχος
σύμψυχους	=	σύμψυχος
σύμψυχων	=	σύμψυχος
σύναγμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνάγω / συνάζω
σύναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάζω
σύναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάζω
σύναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάζω
σύναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνάζω
σύναξη	noun	συγκέντρωση ανθρώπων
σύναξης	noun	γενική ενικού του σύναξη
σύναπτα	=	συνάπτω
σύναπταν	=	συνάπτω
σύναπτε	=	συνάπτω
σύναπτες	=	συνάπτω
σύναρθρα	adv	με άρθρο
σύναρθρε	=	σύναρθρος
σύναρθρες	=	σύναρθρος
σύναρθρη	=	σύναρθρος
σύναρθρης	=	σύναρθρος
σύναρθρο	=	σύναρθρος
σύναρθροι	=	σύναρθρος
σύναρθρος	adj	που εκφέρεται με άρθρο
σύναρθρου	=	σύναρθρος
σύναρθρους	=	σύναρθρος
σύναρθρων	=	σύναρθρος
σύναυγα	adv|literary	νωρίς την αυγή, μόλις ξημερώσει
σύναψα	=	συνάπτω
σύναψαν	=	συνάπτω
σύναψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνάπτω
σύναψες	=	συνάπτω
σύναψη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνάπτω
σύναψης	noun	γενική ενικού του σύναψη
σύνδεα	=	συνδέω
σύνδεαν	=	συνδέω
σύνδεε	=	συνδέω
σύνδεες	=	συνδέω
σύνδειπνε	=	σύνδειπνος
σύνδειπνο	=	σύνδειπνος
σύνδειπνοι	=	σύνδειπνος
σύνδειπνος	noun|formal	που συνδειπνεί, που δειπνεί μαζί με κάποιον άλλον
σύνδειπνου	=	σύνδειπνος
σύνδειπνους	=	σύνδειπνος
σύνδειπνων	=	σύνδειπνος
σύνδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνδέω
σύνδεσαν	=	συνδέω
σύνδεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνδέω
σύνδεσες	=	συνδέω
σύνδεση	noun	η ένωση δυο ή περισσότερων πραγμάτων
σύνδεσης	noun	γενική ενικού του σύνδεση
σύνδεσμε	noun	κλητική ενικού του σύνδεσμος
σύνδεσμο	noun	αιτιατική ενικού του σύνδεσμος
σύνδεσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύνδεσμος
σύνδεσμος	noun	άκλιτη λέξη που συνδέει λέξεις ή φράσεις
σύνδεσμου	=	σύνδεσμος
σύνδεσμους	=	σύνδεσμος
σύνδικε	noun	κλητική ενικού του σύνδικος
σύνδικο	noun	αιτιατική ενικού του σύνδικος
σύνδικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύνδικος
σύνδικος	noun	εκπρόσωπος εταιρείας, σωματείου σε μία δίκη
σύνδικου	=	σύνδικος
σύνδικους	=	σύνδικος
σύνδραμε	=	συνδράμω
σύνδρομα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνδρομο
σύνδρομο	noun	αναγνωρίσιμο σύνολο συμπτωμάτων και διαταραχών
σύνδρομον	noun	σύνδρομο
σύνδρομου	=	σύνδρομο
σύνεγγυς	adv|archaic	στην έκφραση: εκ του σύνεγγυς: από πολύ κοντά
σύνεδρε	noun	κλητική ενικού του σύνεδρος
σύνεδρο	noun	αιτιατική ενικού του σύνεδρος
σύνεδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύνεδρος
σύνεδρος	noun	μέλος συνεδρίου
σύνεδρου	=	σύνεδρος
σύνεδρους	=	σύνεδρος
σύνελθε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνέρχομαι
σύνεργα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνεργο
σύνεργο	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται από τεχνίτη ή επαγγελματία στη δουλειά του
σύνεργου	noun	γενική ενικού του σύνεργο
σύνεργων	noun	γενική πληθυντικού του σύνεργο
σύνερθε	=	συνέρχομαι
σύνεση	noun	η ιδιότητα του συνετού
σύνεσης	noun	γενική ενικού του σύνεση
σύνευνε	=	σύνευνος
σύνευνο	=	σύνευνος
σύνευνοι	=	σύνευνος
σύνευνος	noun|archaic	σύζυγος
σύνευνου	=	σύνευνος
σύνευνους	=	σύνευνος
σύνευνων	=	σύνευνος
σύνηθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνήθης
σύνθεμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνθέτω
σύνθεσα	=	συνθέτω
σύνθεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνθέτω
σύνθεση	noun	ο σχηματισμός συνθετότερων από τον συνδυασμό των απλούστερων
σύνθεσης	noun	γενική ενικού του σύνθεση
σύνθετα	noun	σύνθετα: κατηγορία λέξεων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνθετο
σύνθετε	adj	κλητική ενικού του σύνθετος
σύνθετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του σύνθετος
σύνθετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύνθετος
σύνθετης	adj	γενική ενικού του σύνθετη
σύνθετο	noun	σύνθετη λέξη που δημιουργείται με τη διαδικασία της σύνθεσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύνθετος
σύνθετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύνθετος
σύνθετος	adj	που αποτελείται από περισσότερα από ένα μέρη
σύνθετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του σύνθετος
σύνθετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σύνθετος
σύνθετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του σύνθετος
σύνθημα	noun	φράση με πολιτικό περιεχόμενο που τη φωνάζουν ρυθμικά οι συγκεντρωμένοι σε μια πολιτική συγκέντρωση
σύνθλιβε	=	συνθλίβω
σύνθλιψα	=	συνθλίβω
σύνθλιψαν	=	συνθλίβω
σύνθλιψε	=	συνθλίβω
σύνθλιψες	=	συνθλίβω
σύνθλιψη	noun|figurative	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συνθλίβω
σύνθλιψης	noun	γενική ενικού του σύνθλιψη
σύνθρονα	=	σύνθρονο
σύνθρονο	noun	σειρά καθισμάτων σε ημικυκλική διάταξη μέσα στο ιερό του ναού και πίσω από την Aγία Tράπεζα που προορίζονταν για τους επισκόπους που παρακολουθούσαν την ακολουθία
σύνθρονου	=	σύνθρονο
σύνθρονων	=	σύνθρονο
σύννεφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύννεφο
σύννεφο	noun	ορατή μάζα συμπυκνωμένων υδρατμών που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος
σύννεφου	noun	γενική ενικού του σύννεφο
σύννεφων	noun	γενική πληθυντικού του σύννεφο
σύννοα	=	σύννους
σύννοες	=	σύννους
σύννοια	noun	βαθιά σκέψη
σύννοιας	=	σύννοια
σύννοιες	=	σύννοια
σύννομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σύννομος	adv	με σύννομο τρόπο
σύννομος	adj	ο νόμιμος, αυτός που είναι σύμφωνος με τους νόμους
σύννου	=	σύννους
σύννουν	=	σύννους
σύννους	adj|archaic	βυθισμένος σε σκέψη
σύνοδε	noun	κλητική ενικού του σύνοδος
σύνοδο	noun	αιτιατική ενικού του σύνοδος
σύνοδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύνοδος
σύνοδος	noun	περίοδος λειτουργίας ενός συλλογικού θεσμού
σύνοικε	noun	κλητική ενικού του σύνοικος
σύνοικο	noun	αιτιατική ενικού του σύνοικος
σύνοικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύνοικος
σύνοικος	noun	συγκάτοικος
σύνοικου	=	σύνοικος
σύνοικους	=	σύνοικος
σύνολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνολο
σύνολε	=	σύνολος
σύνολες	=	σύνολος
σύνολη	=	σύνολος
σύνολης	=	σύνολος
σύνολο	noun	η συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύνολος
σύνολοι	=	σύνολος
σύνολος	adj|archaic	ολόκληρος
σύνολου	=	σύνολο
σύνολους	=	σύνολος
σύνολων	=	σύνολος
σύνορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύνορο	adv|rare	μέχρι τα σύνορα
σύνορο	noun	φράχτης, άλλο διαχωριστικό ή νοητή γραμμή που χωρίζει δύο κτήματα, ιδιοκτησίες ή διοικητικές οντότητες μεταξύ τους
σύνορον	=	σύνορο
σύνορου	=	σύνορο
σύνοφρυς	adj|archaic	σκυθρωπός, κατσούφης
σύνοψη	noun	σύντομη (συνοπτική) μορφή ενός κειμένου ή συγγράμματος
σύνοψης	=	σύνοψη
σύνταγμα	noun	ο θεμελιώδης νόμος μιας δημοκρατικής πολιτείας
σύνταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
σύνταξαν	=	συντάσσω
σύνταξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντάσσω
σύνταξες	=	συντάσσω
σύνταξη	noun	η εκφορά του γραπτού ή προφορικού λόγου με συγκεκριμένους κανόνες στη χρήση, θέση και σχέση των λέξεων μιας φράσης
σύνταξης	noun	γενική ενικού του σύνταξη
σύντασσε	=	συντάσσω
σύνταχα	adv	νωρίς το πρωί, ξημερώματα, μόλις φέξει
σύντεκνε	=	σύντεκνος
σύντεκνο	=	σύντεκνος
σύντεκνοι	=	σύντεκνος
σύντεκνος	noun	ο κουμπάρος, νονός παιδιού
σύντεκνου	=	σύντεκνος
σύντεκνους	=	σύντεκνος
σύντεκνων	=	σύντεκνος
σύντεχνε	noun	κλητική ενικού του σύντεχνος
σύντεχνο	noun	αιτιατική ενικού του σύντεχνος
σύντεχνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύντεχνος
σύντεχνος	noun|formal	ο ομότεχνος
σύντεχνου	noun	γενική ενικού του σύντεχνος
σύντεχνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του σύντεχνος
σύντεχνων	noun	γενική πληθυντικού του σύντεχνος
σύντηγμα	noun	το αποτέλεσμα του συντήκω
σύντηξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντήκω
σύντηξης	noun	γενική ενικού του σύντηξη
σύντμηση	noun	η παράλειψη του μεσαίου τμήματος μιας λέξης
σύντμησης	noun	γενική ενικού του σύντμηση
σύντομα	adv	σε σύντομο χρονικό διάστημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σύντομος
σύντομε	adj	κλητική ενικού του σύντομος
σύντομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύντομη
σύντομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σύντομος
σύντομης	adj	γενική ενικού του σύντομη
σύντομο	adj	αιτιατική ενικού του σύντομος
σύντομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύντομος
σύντομος	adj	που έχει μικρή διάρκεια
σύντομου	adj	γενική ενικού του σύντομος
σύντομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του σύντομος
σύντομων	adj	γενική πληθυντικού του σύντομος
σύντονα	=	σύντονος
σύντονε	=	σύντονος
σύντονες	=	σύντονος
σύντονη	=	σύντονος
σύντονης	=	σύντονος
σύντονο	=	σύντονος
σύντονοι	=	σύντονος
σύντονος	adj|formal	έντονος, εντατικός
σύντονου	=	σύντονος
σύντονους	=	σύντονος
σύντονων	=	σύντονος
σύντραφλος	noun	μακρύ ξύλο στην άκρη του οποίου τοποθετούνταν πανιά για τον καθαρισμό της στάχτης από τον φούρνο
σύντρεξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντρέχω
σύντρεχε	=	συντρέχω
σύντριβε	=	συντρίβω
σύντριμμα	noun	συντρίμμι
σύντριψα	=	συντρίβω
σύντριψαν	=	συντρίβω
σύντριψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συντρίβω
σύντριψες	=	συντρίβω
σύντριψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντρίβω
σύντριψης	=	σύντριψη
σύντροφε	noun	κλητική ενικού του σύντροφος
σύντροφο	noun	αιτιατική ενικού του σύντροφος
σύντροφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σύντροφος
σύντροφος	noun	που συζεί με κάποιον, που είναι μαζί με κάποιον
σύντροφου	=	σύντροφος
σύντροφους	=	σύντροφος
σύντυχα	=	συντυχαίνω
σύνωρα	=	σύνωρος
σύνωρε	=	σύνωρος
σύνωρες	=	σύνωρος
σύνωρη	=	σύνωρος
σύνωρης	=	σύνωρος
σύνωρο	=	σύνωρος
σύνωροι	=	σύνωρος
σύνωρος	adj|dated	νέος, φρέσκος
σύνωρου	=	σύνωρος
σύνωρους	=	σύνωρος
σύνωρων	=	σύνωρος
σύξυλα	=	σύξυλος
σύξυλε	=	σύξυλος
σύξυλες	=	σύξυλος
σύξυλη	=	σύξυλος
σύξυλης	=	σύξυλος
σύξυλο	=	σύξυλος
σύξυλοι	=	σύξυλος
σύξυλος	adj	εμβρόντητος, άναυδος, ενεός, άφωνος από δυσάρεστη έκπληξη
σύξυλου	=	σύξυλος
σύξυλους	=	σύξυλος
σύξυλων	=	σύξυλος
σύραμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύραν	=	σέρνω
σύρανε	=	σέρνω
σύρατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρεσαι	=	σύρω
σύρεστε	=	σύρω
σύρεται	=	σύρω
σύρετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρη	noun|rare	αυτή που κατάγεται από τη Συρία
σύρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
σύρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
σύρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
σύρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
σύρια	=	σύριος
σύριγγα	noun	συσκευή για την εισαγωγή ενέσεων, με κύλινδρο που περιέχει το υγρό και μια βελόνα στην άκρη του
σύριγγας	=	σύριγγα
σύριγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύριγγα
σύριγμα	noun	άλλη μορφή του συριγμός
σύριγξ	=	σύριγγα
σύριε	=	σύριος
σύριζα	verb	α’ ενικό πρόσωπο οριστικής παρατατικού του ρήματος συρίζω
σύριζαν	=	συρίζω
σύριζε	=	συρίζω
σύριζες	=	συρίζω
σύριο	=	σύριος
σύριοι	=	σύριος
σύριος	noun	ο κάτοικος του νησιού Σύρος
σύριου	=	σύριος
σύριους	=	σύριος
σύρισα	=	συρίζω
σύρισαν	=	συρίζω
σύρισε	=	συρίζω
σύρισες	=	συρίζω
σύριων	=	σύριος
σύρμα	noun	εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος.
σύρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύρμα
σύρματος	noun	γενική ενικού του σύρμα
σύρνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του σέρνω
σύρομαι	=	σύρω
σύρομε	=	σέρνω
σύρονται	=	σύρω
σύρονταν	=	σύρω
σύροντας	=	σύρω
σύρουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρουνε	=	σέρνω
σύρουπα	=	σούρουπα
σύρπα	=	σούρουπα
σύρραξη	noun	σύγκρουση
σύρραξης	noun	γενική ενικού του σύρραξη
σύρραπτε	=	συρράπτω
σύρραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συρράπτω
σύρρεε	=	συρρέω
σύρρευσε	=	συρρέω
σύρριζα	adv	από τη ρίζα, από τη βάση
σύρριζε	=	σύρριζος
σύρριζες	=	σύρριζος
σύρριζη	=	σύρριζος
σύρριζης	=	σύρριζος
σύρριζο	=	σύρριζος
σύρριζοι	=	σύρριζος
σύρριζος	adj	ενωμένος με τη ρίζα
σύρριζου	=	σύρριζος
σύρριζους	=	σύρριζος
σύρριζων	=	σύρριζος
σύρσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σέρνω
σύρσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σέρνομαι
σύρτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σέρνω
σύρτες	=	σύρτης
σύρτη	noun	λόφος άμμου στο βυθό της θάλασσας, που μεταβάλλεται ως προς το σχήμα και τη θέση του από την επίδραση των υποθαλάσσιων ρευμάτων
σύρτης	noun	το μάνταλο
σύρτις	noun	λόφος άμμου στο βυθό της θάλασσας, που μεταβάλλεται ως προς το σχήμα και τη θέση του από την επίδραση των υποθαλάσσιων ρευμάτων
σύρω	verb|formal	άλλη μορφή του σέρνω
σύσκεψη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσκέπτομαι
σύσκεψης	noun	γενική ενικού του σύσκεψη
σύσκια	=	σύσκιος
σύσκιας	=	σύσκιος
σύσκιε	=	σύσκιος
σύσκιες	=	σύσκιος
σύσκιο	adj	αιτιατική ενικού του σύσκιος	noun	μέρος σκιερό, σύσκιος τόπος
σύσκιοι	=	σύσκιος
σύσκιος	adj	πολύ σκιερός
σύσκιου	=	σύσκιος
σύσκιους	=	σύσκιος
σύσκιων	=	σύσκιος
σύσπαση	noun	ακούσια συστολή μυών ή νεύρων
σύσπασης	=	σύσπαση
σύσπαστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σύσπαστο
σύσπαστε	=	σύσπαστος
σύσπαστες	=	σύσπαστος
σύσπαστη	=	σύσπαστος
σύσπαστης	=	σύσπαστος
σύσπαστο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σύσπαστος	noun	απλό είδος πολύσπαστου, συνδυασμός μιας ακίνητης και μιας κινητής τροχαλίας
σύσπαστοι	=	σύσπαστος
σύσπαστος	adj	που μπορεί να μαζεύεται, να συμπτύσσεται ή να κλείνει με σύσπαση
σύσπαστου	noun	γενική ενικού του σύσπαστο
σύσπαστους	=	σύσπαστος
σύσπαστων	noun	γενική πληθυντικού του σύσπαστο
σύσσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σύσσωμος
σύσσωμε	=	σύσσωμος
σύσσωμες	=	σύσσωμος
σύσσωμη	=	σύσσωμος
σύσσωμης	=	σύσσωμος
σύσσωμο	=	σύσσωμος
σύσσωμοι	=	σύσσωμος
σύσσωμος	adj	για σύνολο ατόμων που ενεργούν μαζικά και σαν να είναι ένας
σύσσωμου	=	σύσσωμος
σύσσωμους	=	σύσσωμος
σύσσωμων	=	σύσσωμος
σύσταλθε	=	συστέλλω
σύσταση	noun	το υλικό ή οι ουσίες από τις οποίες αποτελείται κάτι
σύστασης	noun	γενική ενικού του σύσταση
σύστειλε	=	συστέλλω
σύστελλε	=	συστέλλω
σύστημα	noun	σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπίας.
σύστηνα	=	συστήνω
σύστηναν	=	συστήνω
σύστηνε	=	συστήνω
σύστηνες	=	συστήνω
σύστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συστήνω
σύστησαν	=	συστήνω
σύστησε	=	συστήνω
σύστησες	=	συστήνω
σύστοιχα	=	σύστοιχος
σύστοιχε	=	σύστοιχος
σύστοιχες	=	σύστοιχος
σύστοιχη	=	σύστοιχος
σύστοιχης	=	σύστοιχος
σύστοιχο	=	σύστοιχος
σύστοιχοι	=	σύστοιχος
σύστοιχος	adj	που είναι παρατεταγμένος ή εγκατεστημένος στην ίδια σειρά
σύστοιχου	=	σύστοιχος
σύστοιχους	=	σύστοιχος
σύστοιχων	=	σύστοιχος
σύστρεφε	=	συστρέφω
σύστρεψε	=	συστρέφω
σύστριγγλο	noun	άλλη γραφή του σύστριγκλο
σύστριγκλο	noun|rare	θόρυβος, φωνές, φασαρία ή τσακωμός
σύσφιγξη	noun|formal	λόγια προφορά του σύσφιξη
σύσφιγξης	noun	γενική ενικού του σύσφιγξη
σύσφιξα	=	συσφίγγω
σύσφιξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσφίγγω
σύσφιξη	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συσφίγγω
σύσφιξης	noun	γενική ενικού του σύσφιξη
σύφιλες	=	σύφιλη
σύφιλη	noun	λοιμώδες αφροδίσιο νόσημα που προκαλείται από το μικρόβιο ωχρά σπειροχαίτη με εξάνθημα κατά τη δευτερογενή και τριτογενή περίοδο
σύφιλης	=	σύφιλη
σύχναζα	=	συχνάζω
σύχναζαν	=	συχνάζω
σύχναζε	=	συχνάζω
σύχναζες	=	συχνάζω
σύχνασα	=	συχνάζω
σύχνασαν	=	συχνάζω
σύχνασε	=	συχνάζω
σύχνασες	=	συχνάζω
σύψυχα	=	σύψυχος
σύψυχε	=	σύψυχος
σύψυχες	=	σύψυχος
σύψυχη	=	σύψυχος
σύψυχης	=	σύψυχος
σύψυχο	=	σύψυχος
σύψυχοι	=	σύψυχος
σύψυχος	adj	άλλη μορφή του σύμψυχος
σύψυχου	=	σύψυχος
σύψυχους	=	σύψυχος
σύψυχων	=	σύψυχος
σώα	=	σώος
σώας	=	σώος
σώβρακα	=	σώβρακο
σώβρακο	noun	ανδρικό εσώρουχο που καλύπτει τη λεκάνη
σώβρακου	=	σώβρακο
σώβρακων	=	σώβρακο
σώγαμπρε	=	σώγαμπρος
σώγαμπρο	=	σώγαμπρος
σώγαμπροι	=	σώγαμπρος
σώγαμπρος	noun	παντρεμένος άντρας ο οποίος μένει με τη γυναίκα του και τα πεθερικά του στο σπίτι τους
σώγαμπρου	=	σώγαμπρος
σώγαμπρους	=	σώγαμπρος
σώγαμπρων	=	σώγαμπρος
σώε	=	σώος
σώες	=	σώος
σώζαμε	=	σώζω
σώζαν	=	σώζω
σώζανε	=	σώζω
σώζατε	=	σώζω
σώζε	=	σώζω
σώζει	=	σώζω
σώζεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του σώζω
σώζεσαι	=	σώζομαι
σώζεστε	=	σώζομαι
σώζεται	=	σώζομαι
σώζετε	=	σώζω
σώζομαι	verb	με σώζουν, βρίσκω τη σωτηρία μου
σώζομε	=	σώζω
σώζονται	=	σώζομαι
σώζονταν	=	σώζομαι
σώζοντας	=	σώζω
σώζου	=	σώζομαι
σώζουμε	=	σώζω
σώζουν	=	σώζω
σώζουνε	=	σώζω
σώζω	verb	αποτρέπω ή αποφεύγω μία άσχημη εξέλιξη, μια καταστροφή, ένα ατύχημα
σώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σώθηκαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του σώζω
σώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σώμα	noun	οργανισμός
σώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σώμα
σώματος	noun	γενική ενικού του σώμα
σώνει	=	σώνω
σώνω	verb	αποθηκεύω, φυλάσσω ένα κείμενο στον υπολογιστή ώστε να μην το χάσω σε περίπτωση βλάβης ή για να το έχω διαθέσιμο στο μέλλον
σώο	=	σώος
σώοι	=	σώος
σώος	adj	που έχει σωθεί από κίνδυνο, που δεν έπαθε κάτι σοβαρό, πχ δεν τραυματίστηκε
σώου	=	σώος
σώους	=	σώος
σώπα	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σώπαινα	=	σωπαίνω
σώπαιναν	=	σωπαίνω
σώπαινε	=	σωπαίνω
σώπαινες	=	σωπαίνω
σώπασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σώπασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σώπασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σώπασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
σώρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σώρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σώρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σώρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωρεύω
σώρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σωρεύω
σώρευσης	=	σώρευση
σώριαζα	=	σωριάζω
σώριαζαν	=	σωριάζω
σώριαζε	=	σωριάζω
σώριαζες	=	σωριάζω
σώριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σώριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σώριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σώριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σωριάζω
σώριασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σωριάζω
σώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσαν	=	σώζω
σώσανε	=	σώζω
σώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σώζω
σώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σώζω
σώσμα	noun	το τελευταίο κρασί που περίσσεψε στο βαρέλι.
σώσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σώσμα
σώσματος	noun	γενική ενικού του σώσμα
σώσομε	=	σώζω
σώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σώζομαι
σώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώσουνε	=	σώζω
σώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώστρα	noun	η αμοιβή που δίδεται σε όποιον σώζει πλοίο που έχει ναυαγήσει, το φορτίο, το ναύλο του κ.λπ.
σώστρας	=	σώστρα
σώστρες	=	σώστρα
σώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σώζω
σώτειρα	=	σωτήρας
σώτρα	=	σώτρο
σώτρο	noun|archaic	η ζάντα
σώτρου	=	σώτρο
σώτρων	=	σώτρο
σώφρον	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σώφρων
σώφρονα	=	σώφρων
σώφρονας	=	σώφρων
σώφρονες	=	σώφρων
σώφρονος	=	σώφρων
σώφρων	adj	συνετός, με λογική, προνοητικός, μετρημένος
σώψυχα	noun	άλλη μορφή του εσώψυχα
σώψυχων	=	σώψυχα
σώων	=	σώος
τάβανε	=	τάβανος
τάβανο	=	τάβανος
τάβανοι	=	τάβανος
τάβανος	noun	άλλη μορφή του ντάβανος και του νταβάνι
τάβανου	=	τάβανος
τάβανους	=	τάβανος
τάβανων	=	τάβανος
τάβλα	noun	σανίδα (σχετικά χοντρή)	adv	πολύ, τελείως
τάβλας	noun	γενική ενικού του τάβλα
τάβλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάβλα
τάβλι	noun	επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο παίκτες που παίζεται με δύο ζάρια και 15 πούλια για τον κάθε παίκτη καθώς και ο δίφυλλος (ξύλινος) άβακας στον οποίο παίζεται το παιχνίδι
τάβλια	=	τάβλι
τάγια	noun	άλλη μορφή του τάλια
τάγιας	=	τάγια
τάγιες	=	τάγια
τάγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταγίζω
τάγισμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του τάισμα
τάγιστρα	=	τάγιστρο
τάγιστρο	noun	σακίδιο με τροφή κρεμασμένο από το λαιμό ενός ζώου (αλόγου κ.λπ.
τάγιστρου	=	τάγιστρο
τάγιστρων	=	τάγιστρο
τάγκαρα	=	ταγκάρω
τάγκαραν	=	ταγκάρω
τάγκαρε	=	ταγκάρω
τάγκαρες	=	ταγκάρω
τάγκιαζα	=	ταγκιάζω
τάγκιαζαν	=	ταγκιάζω
τάγκιαζε	=	ταγκιάζω
τάγκιαζες	=	ταγκιάζω
τάγκιασα	=	ταγκιάζω
τάγκιασαν	=	ταγκιάζω
τάγκιασε	=	ταγκιάζω
τάγκιασες	=	ταγκιάζω
τάγκιασμα	noun	η αλλοίωση της γεύσης ή/και της οσμής
τάγκιν	noun	δεξαμενή υγρού
τάγκο	noun	άλλη μορφή του ταγκό
τάγμα	noun	μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη και αριθμεί περίπου 300 άνδρες
τάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάγμα
τάγματος	noun	γενική ενικού του τάγμα
τάδε	pron	για να δηλωθεί ένα πρόσωπο ή κάποιο χαρακτηριστικό αντικειμένου χωρίς να αναφερθεί το όνομά του
τάζαμε	=	τάζω
τάζαν	=	τάζω
τάζανε	=	τάζω
τάζατε	=	τάζω
τάζε	=	τάζω
τάζει	=	τάζω
τάζεις	=	τάζω
τάζεσαι	=	τάζω
τάζεστε	=	τάζω
τάζεται	=	τάζω
τάζετε	=	τάζω
τάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τάζω
τάζονται	=	τάζω
τάζονταν	=	τάζω
τάζοντας	=	τάζω
τάζουμε	=	τάζω
τάζουν	=	τάζω
τάζουνε	=	τάζω
τάζω	verb	κάνω ένα τάμα
τάθηκα	=	τείνω
τάθηκαν	=	τείνω
τάθηκε	=	τείνω
τάθηκες	=	τείνω
τάιγκα	noun	μεγαοικοσύστημα που αποτελείται από δάση κωνοφόρων στο βόρειο ημισφαίριο της Γης
τάιγκας	noun	γενική ενικού του τάιγκα
τάιγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάιγκα
τάιζα	=	ταΐζω
τάιζαν	=	ταΐζω
τάιζε	=	ταΐζω
τάιζες	=	ταΐζω
τάισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
τάισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
τάισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
τάισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
τάισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταΐζω
τάιστρα	=	τάιστρο
τάιστρο	noun	άλλη μορφή του τάγιστρο
τάιστρου	=	τάιστρο
τάιστρων	=	τάιστρο
τάκα	noun	το νόμισμα του Μπανγκλαντές
τάκε	noun	κλητική ενικού του τάκος
τάκκος	noun	τάκος
τάκλιν	noun	ελιγμός με το οποίο κάποιος παίκτης διεκδικεί ή αφαιρεί την μπάλα από αντίπαλο με προβολή του ποδιού και τρόπο σκληρό αλλά επιτρεπόμενο
τάκο	noun	αιτιατική ενικού του τάκος
τάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τάκος
τάκος	noun	κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται για υποστήριξη
τάκου	noun	γενική ενικού του τάκος
τάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τάκος
τάκων	noun	γενική πληθυντικού του τάκος
τάλαντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάλαντο
τάλαντο	noun	μονάδα βάρους κατά την αρχαιότητα, καθώς και το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε χρυσό ή ασήμι αυτού του βάρους (το ακριβές βάρος διέφερε ανάλογα με την εποχή και την περιοχή)
τάλαντου	=	τάλαντο
τάλαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάλαρο
τάλαρο	noun|vulgar	άλλη γραφή του τάλιρο
τάλαρου	noun	γενική ενικού του τάλαρο
τάλαρων	noun	γενική πληθυντικού του τάλαρο
τάληρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάληρο
τάληρο	noun	άλλη γραφή του τάλιρο
τάληρου	noun	γενική ενικού του τάληρο
τάληρων	noun	γενική πληθυντικού του τάληρο
τάλια	noun	το επάνω μέρος του σώματος και του ρούχου (από τους γοφούς μέχρι τους ώμους)
τάλιας	=	τάλια
τάλιες	=	τάλια
τάλιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάλιρο
τάλιρο	noun	νoμισματική μονάδα διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών κατά το παρελθόν
τάλιρου	noun	γενική ενικού του τάλιρο
τάλιρων	noun	γενική πληθυντικού του τάλιρο
τάλκες	=	τάλκης
τάλκη	=	τάλκης
τάλκης	noun	πυριτικό ορυκτό του μαγνησίου (Mg₃Si₄O₁₀(OH)₂)
τάλληρο	=	τάλιρο
τάμα	noun	το τάξιμο, η υπόσχεση που δίνεται σε κάποια ανώτερη δύναμη, προκειμένου να μας εκπληρώσει μια επιθυμία μας
τάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάμα
τάματος	noun	γενική ενικού του τάμα
τάμπλετ	noun	είδος φορητού υπολογιστή, μικρών διαστάσεων, χωρίς πληκτρολόγιο και με οθόνη αφής
τάνκερ	noun	δεξαμενόπλοιο
τάνυα	=	τανύω
τάνυαν	=	τανύω
τάνυε	=	τανύω
τάνυες	=	τανύω
τάνυζα	=	τανύζω
τάνυζαν	=	τανύζω
τάνυζε	=	τανύζω
τάνυζες	=	τανύζω
τάνυσα	=	τανύζω
τάνυσαν	=	τανύζω
τάνυσε	=	τανύζω
τάνυσες	=	τανύζω
τάνυση	noun|formal	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τανύω / τανύζω
τάνυσης	=	τάνυση
τάνυσμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τανύζω
τάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξαν	=	τάζω
τάξανε	=	τάζω
τάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάζω
τάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάξη
τάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξεων	noun	γενική πληθυντικού του τάξη
τάξεως	noun|formal	γενική ενικού του τάξη
τάξη	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του
τάξης	noun	γενική ενικού του τάξη
τάξιμαν	noun	οδηγός ταξί
τάξιμεν	=	τάξιμαν
τάξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τάζω
τάξος	noun	ίταμος, ήμερο έλατο, σμίλαξ
τάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
τάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζω
τάπα	noun	το πώμα
τάπας	noun	γενική ενικού του τάπα
τάπερ	noun	γενική ονομασία για πλαστικά δοχεία φύλαξης τροφίμων τα οποία έχουν καπάκι που κλείνει με ερμητικό τρόπο
τάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάπα
τάπης	noun	ο τάπητας μόνο στην έκφραση θέτω επί τάπητος
τάπητα	noun	αιτιατική ενικού του τάπητας
τάπητας	noun	μάλλινο χαλί για το στρώσιμο του δαπέδου ή των τοιχών
τάπητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάπητας
τάπια	noun|dated	προμαχώνας
τάπιας	noun	γενική ενικού του τάπια
τάπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάπια
τάπωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταπώνω
τάπωνα	=	ταπώνω
τάπωναν	=	ταπώνω
τάπωνε	=	ταπώνω
τάπωνες	=	ταπώνω
τάπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
τάπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
τάπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
τάπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
τάρα	noun	το απόβαρο
τάραγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταράζω / ταράσσω
τάραζα	=	ταράζω
τάραζαν	=	ταράζω
τάραζε	=	ταράζω
τάραζες	=	ταράζω
τάραμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταράζω / ταράσσω
τάρανδε	noun	κλητική ενικού του τάρανδος
τάρανδο	noun	αιτιατική ενικού του τάρανδος
τάρανδοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τάρανδος
τάρανδος	noun	ελάφι που ζει σε αρκτικές περιοχές
τάρανδου	=	τάρανδος
τάρανδους	=	τάρανδος
τάρανδων	=	τάρανδος
τάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζω
τάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζω
τάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζω
τάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζω
τάρας	noun	γενική ενικού του τάρα
τάρασσα	=	ταράσσω
τάρασσαν	=	ταράσσω
τάρασσε	=	ταράσσω
τάρασσες	=	ταράσσω
τάραχος	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταράζω / ταράσσω
τάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάρα
τάρσωμα	noun	στοίβα από πλεγμένα κλαδιά ή καλάμια, που συγκρατεί τις πτώσεις χώματος από τις κατολισθήσεις
τάρτα	noun	είδος γλυκού με ζύμη και κρέμα, γαρνιρισμένο με μαρμελάδα, φρούτα ή άλλα υλικά
τάρταρα	noun	πληθυντικός αριθμός του τάρταρος (γένους αρσενικού)
τάρταρε	=	τάρταρα
τάρταρο	=	τάρταρα
τάρταρος	noun	συνηθίζεται στον πληθυντικό: τα τάρταρα
τάρτας	noun	γενική ενικού του τάρτα
τάρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάρτα
τάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάση
τάσεων	noun	γενική πληθυντικού του τάση
τάσεως	noun|formal	γενική ενικού του τάση
τάση	noun	εξέλιξη προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση
τάσης	noun	γενική ενικού του τάση
τάσι	noun	είδος κύπελλου με πλατύ στόμιο
τάσια	=	τάσι
τάσσαμε	=	τάσσω
τάσσαν	=	τάσσω
τάσσανε	=	τάσσω
τάσσατε	=	τάσσω
τάσσε	=	τάσσω
τάσσει	=	τάσσω
τάσσεις	=	τάσσω
τάσσεσαι	=	τάσσω
τάσσεστε	=	τάσσω
τάσσεται	=	τάσσω
τάσσετε	=	τάσσω
τάσσιμο	noun	το τάμα
τάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τάσσω
τάσσονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του τάσσω
τάσσονταν	=	τάσσω
τάσσοντας	=	τάσσω
τάσσουμε	=	τάσσω
τάσσουν	=	τάσσω
τάσσουνε	=	τάσσω
τάσσω	verb	ορίζω, καθορίζω
τάστα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάστο
τάστο	noun	καθένα από τα παράλληλα, συνήθως μεταλλικά, χωρίσματα στο μπράτσο εγχόρδων οργάνων.
τάστου	noun	γενική ενικού του τάστο
τάστων	noun	γενική πληθυντικού του τάστο
τάφε	noun	κλητική ενικού του τάφος
τάφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
τάφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
τάφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
τάφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
τάφο	noun	αιτιατική ενικού του τάφος
τάφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τάφος
τάφος	noun	o τόπος όπου θάβεται ο νεκρός
τάφου	noun	γενική ενικού του τάφος
τάφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τάφος
τάφρε	noun	κλητική ενικού του τάφρος
τάφρο	noun	αιτιατική ενικού του τάφρος
τάφροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τάφρος
τάφρος	noun	μεγάλο χαντάκι, άνοιγμα
τάφρου	noun	γενική ενικού του τάφρος
τάφρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τάφρος
τάφρων	noun	γενική πληθυντικού του τάφρος
τάφων	noun	γενική πληθυντικού του τάφος
τάχα	adv	άραγε (εκφράζει απορία)
τάχαμου	adv	τάχα
τάχατε	adv|vulgar	άλλη μορφή του τάχα
τάχατες	adv|vulgar	άλλη μορφή του τάχα
τάχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
τάχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
τάχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
τάχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
τάχιστα	=	τάχιστος
τάχιστε	=	τάχιστος
τάχιστες	=	τάχιστος
τάχιστη	=	τάχιστος
τάχιστης	=	τάχιστος
τάχιστο	=	τάχιστος
τάχιστοι	=	τάχιστος
τάχιστος	adj	πάρα πολύ γρήγορος
τάχιστου	=	τάχιστος
τάχιστους	=	τάχιστος
τάχιστων	=	τάχιστος
τάχος	noun|archaic	η ταχύτητα, στην έκφραση εν τάχει
τάχτε	=	τάζω
τάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
τάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
τάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
τάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
τάχυνση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταχύνω
τάχυνσης	=	τάχυνση
τέζα	adv	τεντωμένος, τσιτωμένος
τέζαρα	=	τεζάρω
τέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τέθριππα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέθριππο
τέθριππο	noun	άρμα με τέσσερα άλογα
τέθριππου	=	τέθριππο
τέθωρα	=	τέθωρας
τέθωρας	noun|slang	χειριστής τανκ
τέθωρες	=	τέθωρας
τέια	=	τέιο
τέιο	noun|formal	το τσάι
τέιου	=	τέιο
τέιων	=	τέιο
τέκνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέκνο
τέκνο	noun	παιδί
τέκνου	noun	γενική ενικού του τέκνο
τέκνων	noun	γενική πληθυντικού του τέκνο
τέκτονα	=	τέκτονας
τέκτονας	noun|dated	κτίστης, αρχιτέκτονας
τέκτονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέκτονας
τέκτων	noun|formal	άλλη μορφή του τέκτονας
τέλα	noun	είδος γάζας που χρησιμοποιείται στη βιβλιοδεσία
τέλει	=	τελώ
τέλεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τέλειος	adv	κατά τρόπο τέλειο, ολοκληρωμένα και χωρίς ελάττωμα
τέλειας	=	τέλειος
τέλειε	=	τέλειος
τέλειες	=	τέλειος
τέλειο	=	τέλειος
τέλειοι	=	τέλειος
τέλειος	adj	που έχει φτάσει στην τελειότητα· ιδανικός, ολοκληρωμένος, χωρίς ελάττωμα, αψεγάδιαστος, άψογος
τέλειου	=	τέλειος
τέλειους	=	τέλειος
τέλειωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τελειώνω
τέλειων	=	τέλειος
τέλειωνα	=	τελειώνω
τέλειωναν	=	τελειώνω
τέλειωνε	=	τελειώνω
τέλειωνες	=	τελειώνω
τέλειωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τέλειωσαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του τελειώνω
τέλειωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τέλειωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τέλεξ	noun	δίκτυο για την μετάδοση μηνυμάτων μέσω τηλετύπων
τέλεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελώ
τέλεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελώ
τέλεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελώ
τέλεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελώ
τέλεση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τελώ
τέλεσης	noun	γενική ενικού του τέλεση
τέλεστρα	noun	εισφορές των ιερέων κατά την είσοδό τους στο ιερατικό στάδιο
τέλεστρων	=	τέλεστρα
τέλευα	=	τελεύω
τέλευαν	=	τελεύω
τέλευε	=	τελεύω
τέλευες	=	τελεύω
τέλεφαξ	noun	φαξ
τέλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τέλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τέλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τέλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τέλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέλος
τέλι	noun	λεπτό μεταλλικό σύρμα
τέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέλι
τέλμα	noun	η έκταση με λιμνάζοντα νερά
τέλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέλμα
τέλματος	noun	γενική ενικού του τέλμα
τέλος	noun	το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας
τέλους	noun	γενική ενικού του τέλος
τέμενος	noun	ο αρχαίος χώρος και έδαφος για τη λατρεία θεού ή ήρωα
τέμνομαι	verb	υφίσταμαι κάποια τομή
τέμνον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τέμνων
τέμνοντα	=	τέμνων
τέμνοντες	=	τέμνων
τέμνοντος	=	τέμνων
τέμνουσα	=	τέμνων
τέμνουσας	=	τέμνων
τέμνουσες	=	τέμνων
τέμνω	verb	κόβω, σχίζω, χωρίζω
τέμνων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τέμνω
τέμπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέμπο
τέμπερα	noun	υδατοδιαλυτό χρώμα (στο οποίο έχει προστεθεί αβγό ή άλλη ουσία)
τέμπερας	noun	γενική ενικού του τέμπερα
τέμπερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέμπερα
τέμπλα	noun	λεπτό μακρύ ξύλο, ραβδί, δοκάρι
τέμπλας	=	τέμπλα
τέμπλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέμπλα
τέμπλο	noun	το προσκυνητάριο / εικονοστάσιο που στους ναούς των Ανατολικών Χριστιανικών Εκκλησιών διαχωρίζει το ιερό (βήμα) από τον υπόλοιπο ναό
τέμπλου	noun	γενική ενικού του τέμπλο
τέμπλων	noun	γενική του =α=π
τέμπο	noun	η ταχύτητα εκτέλεσης ενός μουσικού κομματιού ή τραγουδιού
τέμπου	noun	γενική ενικού του τέμπο
τέμπων	noun	γενική πληθυντικού του τέμπο
τέναγος	noun|formal	τόπος με στάσιμα νερά
τένερη	=	τένερος
τένερο	=	τένερος
τένερος	adj	μαλακός, τρυφερός, αδύνατος
τένις	noun	παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες (ή τέσσερις σε ομάδες των δύο), στο οποίο οι παίκτες χτυπούν την μπάλα πάνω από ένα δίχτυ προς την περιοχή του αντιπάλου με τρόπο που ο αντίπαλος να μην μπορέσει να την επαναφέρει στη δική τους περιοχή
τένοντα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τένοντας
τένοντας	noun	δέσμες σκληρού κι εύκαμπτου ιστού, ινώδους υφής, που συνδέουν τους μύες με τα οστά
τένοντες	=	τένοντας
τέντα	noun	κομμάτι, συνήθως από ειδικό ύφασμα ή πλαστικό, μαζί με έναν ειδικό μηχανισμό, για να ανοίγει και να κλείνει, που τοποθετείται μπροστά από ανοίγματα ή πάνω από χώρους ξεκούρασης και χρησιμοποιείται για προστασία από τον ήλιο ή και την βροχή	adv	ορθάνοιχτα
τέντας	noun	γενική ενικού του τέντα
τέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέντα
τέντζερη	=	τέντζερης
τέντζερης	noun|dated	χάλκινη κατσαρόλα
τέντωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τεντώνω
τέντωνα	=	τεντώνω
τέντωναν	=	τεντώνω
τέντωνε	=	τεντώνω
τέντωνες	=	τεντώνω
τέντωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τέντωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τέντωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τέντωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τέρας	noun	ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση
τέρατα	=	τέρας
τέρατος	=	τέρας
τέρβιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 65 και χημικό σύμβολο το Tb
τέρετρα	=	τέρετρο
τέρετρο	noun	τρυπάνι στην άκρη της κοιλιάς των θηλυκών υμενόπτερων με το οποίο ανοίγουν τρύπες όπου εναποθέτουν τ' αβγά τους
τέρετρου	=	τέρετρο
τέρμα	noun	το τέλος μιας διαδρομής
τέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέρμα
τέρματος	noun	γενική ενικού του τέρμα
τέρμινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέρμινο
τέρμινθε	=	τέρμινθος
τέρμινθο	=	τέρμινθος
τέρμινθοι	=	τέρμινθος
τέρμινθος	noun	ιογενής δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με μικρούς όγκους
τέρμινο	noun	απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα
τέρμινου	noun	γενική ενικού του τέρμινο
τέρμινων	noun	γενική πληθυντικού του τέρμινο
τέρπαμε	=	τέρπω
τέρπαν	=	τέρπω
τέρπανε	=	τέρπω
τέρπατε	=	τέρπω
τέρπε	=	τέρπω
τέρπει	=	τέρπω
τέρπεις	=	τέρπω
τέρπεσαι	=	τέρπω
τέρπεσθε	=	τέρπω
τέρπεστε	=	τέρπω
τέρπεται	=	τέρπω
τέρπετε	=	τέρπω
τέρπομαι	verb	παίρνω ευχαρίστηση
τέρπομε	=	τέρπω
τέρπονται	=	τέρπω
τέρπονταν	=	τέρπω
τέρποντας	=	τέρπω
τέρπουμε	=	τέρπω
τέρπουν	=	τέρπω
τέρπουνε	=	τέρπω
τέρπω	verb	διασκεδάζω, ευχαριστώ (κυρίως αισθητικά)
τέρψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψαν	=	τέρπω
τέρψανε	=	τέρπω
τέρψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέρψη
τέρψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψεων	=	τέρψη
τέρψεως	=	τέρψη
τέρψη	noun	ευχαρίστηση, ηδονή, διασκέδαση, ψυχαγωγία
τέρψης	=	τέρψη
τέρψομε	=	τέρπω
τέρψου	=	τέρπω
τέρψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέρψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
τέσλα	noun	{φυσική, μονάδα μέτρησης) μονάδα μαγνητικής επαγωγής καθώς και μονάδα πυκνότητας μαγνητικής δέσμης στο διεθνές μετρικό σύστημα
τέσπα	abbrev	τέλος πάντων
τέσσαρα	num	άλλη μορφή του τέσσερα
τέσσαρες	num	τέσσερις
τέσσερα	adj	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τέσσερις	num	το απόλυτο αριθμητικό (4) που ακολουθεί το τρία και προηγείται του πέντε
τέσσερεις	=	τέσσερις
τέσσερις	num	κλιτή μορφή του αριθμητικού τέσσερα
τέτα	noun	η θεία
τέτανε	noun	κλητική ενικού του τέτανος
τέτανο	noun	αιτιατική ενικού του τέτανος
τέτανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τέτανος
τέτανος	noun	λοιμώδες νόσημα χωρίς εξάνθημα.
τέτανου	=	τέτανος
τέτανους	=	τέτανος
τέταρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέταρτο
τέταρτε	=	τέταρτος
τέταρτες	=	τέταρτος
τέταρτη	=	τέταρτος
τέταρτης	=	τέταρτος
τέταρτο	noun	το ένα από τα τέσσερα ίσα μέρη ενός συνόλου
τέταρτοι	=	τέταρτος
τέταρτος	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό τέσσερα· που ακολουθεί τον τρίτο και προηγείται του πέμπτου· στο γραπτό λόγο αποδίδεται και με το 4ος ή Δ΄
τέταρτου	=	τέταρτο
τέταρτους	=	τέταρτος
τέταρτων	=	τέταρτο
τέτοια	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τέτοιος
τέτοιας	=	τέτοιος
τέτοιε	=	τέτοιος
τέτοιες	=	τέτοιος
τέτοιο	=	τέτοιος
τέτοιοι	=	τέτοιος
τέτοιον	pron	αιτιατική ενικού του τέτοιος
τέτοιος	pron	για να περιγραφεί κάτι ως προς την ποιότητά του
τέτοιου	=	τέτοιος
τέτοιους	=	τέτοιος
τέτοιων	=	τέτοιος
τέτοιωνα	=	τετοιώνω
τέτοιωναν	=	τετοιώνω
τέτοιωνε	=	τετοιώνω
τέτοιωνες	=	τετοιώνω
τέτοιωσα	=	τετοιώνω
τέτοιωσαν	=	τετοιώνω
τέτοιωσε	=	τετοιώνω
τέτοιωσες	=	τετοιώνω
τέτραρχε	=	τέτραρχος
τέτραρχο	=	τέτραρχος
τέτραρχοι	=	τέτραρχος
τέτραρχος	noun	άλλη μορφή του τετράρχης, διοικητής τετραρχίας
τέτραρχου	=	τέτραρχος
τέτραρχους	=	τέτραρχος
τέτραρχων	=	τέτραρχος
τέφρα	noun	η στάχτη
τέφρας	noun	γενική ενικού του τέφρα
τέφρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέφρα
τέχνασμα	noun	επινόηση, κόλπο, πονηριά, πανουργία
τέχνεργα	=	τέχνεργο
τέχνεργο	noun	αντικείμενο κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, προϊόν του τεχνικού πολιτισμού του, που ταυτόχρονα αποτελεί αρχαιολογική μαρτυρία ή τμήμα της
τέχνεργου	=	τέχνεργο
τέχνεργων	=	τέχνεργο
τέχνες	=	τέχνη
τέχνη	noun	ανθρώπινη δραστηριότητα που οδηγεί στην παραγωγή έργων αισθητικά άρτιων
τέχνημα	noun	καθετί που γίνεται δημιούργημα τέχνης
τέχνης	noun	γενική ενικού του τέχνη
τέως	adj	που κατείχε την ιδιότητα ή το αξίωμα αμέσως πριν από τον σημερινό κάτοχο ή είναι ο τελευταίος που το κατείχε
τέϊον	noun	το τσάι
τή	article	πολυτονική γραφή του τη
τήβεννε	=	τήβεννος
τήβεννο	=	τήβεννος
τήβεννοι	=	τήβεννος
τήβεννος	noun	η ρωμαϊκή τόγα
τήγμα	noun	προϊόν που ακολουθεί της τήξης, τηγμένο, λειωμένο στερεό σώμα
τήγματα	=	τήγμα
τήγματος	=	τήγμα
τήδε	adv|archaic	εδώ
τήκω	verb	λιώνω
τήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τήκω
τήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τήκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τήξη
τήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήξεων	noun	γενική πληθυντικού του τήξη
τήξεως	noun|formal	γενική ενικού του τήξη
τήξη	noun	η μεταβολή της φάσης ενός υλικού από τη στερεή στην υγρή κατάσταση
τήξης	noun	γενική ενικού του τήξη
τήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τήκω
τήραγα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του τηράω
τήραγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τηράω
τήραξα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του τηράω
τήραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηράω
τήραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηράω
τήραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηράω
τήρησα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του τηρώ
τήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τήρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τηρώ
τήρησης	=	τήρηση
τί	pron	άλλη γραφή του τι
τίγαρις	adv|dated	μήπως, μη τάχα
τίγκα	adv	εντελώς γεμάτο, φίσκα, κάργα
τίγρεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίγρη
τίγρεων	noun	γενική πληθυντικού του τίγρη
τίγρεως	noun|formal	γενική ενικού του τίγρη & του τίγρις
τίγρη	noun	σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών.
τίγρης	noun	η αρσενική τίγρη
τίγρις	=	τίγρη
τίθεμαι	=	θέτω
τίθενται	=	θέτω
τίθεσαι	=	θέτω
τίθεσθε	=	θέτω
τίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τίθεμαι
τίθονταν	=	θέτω
τίθοταν	=	θέτω
τίκτω	verb|obsolete	το αρχαίο τίκτω (γεννάω) σε εκκλησιαστικά ή παλιότερα κείμενα
τίλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίλιο
τίλιο	noun	το φλαμούρι
τίλιου	noun	γενική ενικού του τίλιο
τίλιων	noun	γενική πληθυντικού του τίλιο
τίλλω	verb	μαδάω
τίλμα	noun	το στουπί στη ναυτική γλώσσα
τίμα	=	τιμάω
τίμαγα	=	τιμάω
τίμαγαν	=	τιμάω
τίμαγε	=	τιμάω
τίμαγες	=	τιμάω
τίμημα	noun	το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος για να αγοράσει ή να κατασκευάσει κάτι, το κόστος, η τιμή
τίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τίμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τιμώ
τίμησης	=	τίμηση
τίμια	adv	με τίμιο τρόπο, με τιμιότητα
τίμιας	=	τίμιος
τίμιε	=	τίμιος
τίμιες	=	τίμιος
τίμιο	=	τίμιος
τίμιοι	=	τίμιος
τίμιος	adj	έντιμος, ηθικός, ευσυνείδητος
τίμιου	=	τίμιος
τίμιους	=	τίμιος
τίμιων	=	τίμιος
τίνα	=	τις
τίναγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τινάζω
τίναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τίναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τίναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τίναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τίνας	=	τις
τίνες	=	τις
τίνος	pron	γενική ενικού του τις
τίντα	noun	οι φωτεινές αποχρώσεις ενός χρώματος.
τίντας	noun	γενική ενικού του τίντα
τίντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίντα
τίνων	=	τις
τίποτα	pron	ούτε το παραμικρό, ούτε το ελάχιστο, το αντίθετο του κάτι
τίποτε	pron	άλλη μορφή του τίποτα
τίποτες	pron|vulgar	τίποτα
τίποτις	=	τίποτα
τίς	=	τις
τίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίση
τίσερτ	noun	άλλη μορφή του τι σερτ
τίσεων	noun	γενική πληθυντικού του τίση
τίσεως	noun|formal	γενική ενικού του τίση
τίση	noun	η τιμωρία που επέφερε η αρχαιοελληνική ύβρις
τίσης	noun	γενική ενικού του τίση
τίτανε	=	τίτανος
τίτανο	=	τίτανος
τίτανοι	=	τίτανος
τίτανος	noun|archaic	ασβέστης
τίτλε	noun	κλητική ενικού του τίτλος
τίτλο	noun	αιτιατική ενικού του τίτλος
τίτλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τίτλος
τίτλος	noun	φράση ή λέξη που καθορίζει κάποιο βιβλίο ή, γενικά, κάποιο έργο
τίτλου	noun	γενική ενικού του τίτλος
τίτλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τίτλος
τίτλων	noun	γενική πληθυντικού του τίτλος
τα	pron	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τος	article	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ο
ταΐζαμε	=	ταΐζω
ταΐζαν	=	ταΐζω
ταΐζανε	=	ταΐζω
ταΐζατε	=	ταΐζω
ταΐζει	=	ταΐζω
ταΐζεις	=	ταΐζω
ταΐζεσαι	=	ταΐζω
ταΐζεστε	=	ταΐζω
ταΐζεται	=	ταΐζω
ταΐζετε	=	ταΐζω
ταΐζομαι	=	ταΐζω
ταΐζομε	=	ταΐζω
ταΐζονται	=	ταΐζω
ταΐζονταν	=	ταΐζω
ταΐζοντας	=	ταΐζω
ταΐζουμε	=	ταΐζω
ταΐζουν	=	ταΐζω
ταΐζουνε	=	ταΐζω
ταΐζω	verb	δίνω σε κάποιον τροφή μεταφέροντάς την ως το στόμα του
ταΐνο	noun	ιθαγενείς λαοί της Καραϊβικής
ταΐσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσαν	=	ταΐζω
ταΐσανε	=	ταΐζω
ταΐσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάισμα
ταΐσματος	noun	γενική ενικού του τάισμα
ταΐσομε	=	ταΐζω
ταΐσου	=	ταΐζω
ταΐσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐσουνε	=	ταΐζω
ταΐστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταΐστηκα	=	ταΐζω
ταΐστηκαν	=	ταΐζω
ταΐστηκε	=	ταΐζω
ταΐστηκες	=	ταΐζω
ταΐστρα	noun	ειδική συσκευή ή σύστημα (ή απλώς κάποιο μέρος) όπου τοποθετούμε την τροφή ζώων ή πουλιών
ταΐστρας	noun	γενική ενικού του ταΐστρα
ταΐστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταΐστρα
ταΐσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταΐζω
ταές	=	ταή
ταή	noun|vulgar	άλλη μορφή του ταγή
ταής	=	ταή
ταίραξα	=	ταιριάζω
ταίρι	noun	κάτι/κάποιος που ταιριάζει με κάτι άλλο/ κάποιον άλλον
ταίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταίρι
ταίριαζα	=	ταιριάζω
ταίριαζαν	=	ταιριάζω
ταίριαζε	=	ταιριάζω
ταίριαζες	=	ταιριάζω
ταίριαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταίριαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταίριαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταίριαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταίριασα	=	ταιριάζω
ταίριασαν	=	ταιριάζω
ταίριασε	=	ταιριάζω
ταίριασες	=	ταιριάζω
ταίριασμα	noun	το να ταιριάζω κάτι με κάτι άλλο
ταας	abbrev	Τακτική Άσκηση Άνευ Στρατευμάτων
ταβά	=	ταβάς
ταβάδες	=	ταβάς
ταβάδων	=	ταβάς
ταβάνι	noun	η οροφή ενός δωματίου από την οπτική γωνία αυτού που βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο
ταβάνια	=	ταβάνι
ταβάνωμα	noun	η ενέργεια του ταβανώνω
ταβάνωνα	=	ταβανώνω
ταβάνωναν	=	ταβανώνω
ταβάνωνε	=	ταβανώνω
ταβάνωνες	=	ταβανώνω
ταβάνωσα	=	ταβανώνω
ταβάνωσαν	=	ταβανώνω
ταβάνωσε	=	ταβανώνω
ταβάνωσες	=	ταβανώνω
ταβάς	noun	βαθύ ταψί με καπάκι και χερούλια
ταβέρνα	noun	λαϊκό εστιατόριο ελληνικής κουζίνας που συχνά προσφέρει και κρασί βαρελίσιο
ταβέρνας	noun	γενική ενικού του ταβέρνα
ταβέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβέρνα
ταβανιού	=	ταβάνι
ταβανιών	=	ταβάνι
ταβανοπροκών	=	ταβανόπροκα
ταβανοσάνιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβανοσάνιδο
ταβανοσάνιδο	noun	σανίδι που χρησιμοποιείται για επένδυση ταβανιού / οροφής
ταβανοσάνιδου	noun	γενική ενικού του ταβανοσάνιδο
ταβανοσάνιδων	noun	γενική πληθυντικού του ταβανοσάνιδο
ταβανωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταβάνωμα
ταβανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβανωμένο
ταβανωμένε	verb	κλητική ενικού του ταβανωμένος
ταβανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβανωμένη
ταβανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταβανωμένος
ταβανωμένης	verb	γενική ενικού του ταβανωμένη
ταβανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταβανωμένος
ταβανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταβανωμένος
ταβανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταβανωμένος
ταβανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταβανωμένος
ταβανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταβανωμένος
ταβανόπροκα	noun	μεγάλη και ανθεκτική πρόκα, κατάλληλη για τρύπημα πολύ σκληρών επιφανειών (όπως τα ταβάνια, που συνήθως είναι κατασκευασμένα από μπετόν)
ταβανόπροκας	=	ταβανόπροκα
ταβανόπροκες	=	ταβανόπροκα
ταβανόσκουπα	noun	σκούπα με κοντάρι αρκετά μακρύ ώστε να φτάνει στο ταβάνι
ταβανόσκουπας	noun	γενική ενικού του ταβανόσκουπα
ταβανόσκουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβανόσκουπα
ταβανώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβάνωμα
ταβανώματος	noun	γενική ενικού του ταβάνωμα
ταβανώναμε	=	ταβανώνω
ταβανώναν	=	ταβανώνω
ταβανώνανε	=	ταβανώνω
ταβανώνατε	=	ταβανώνω
ταβανώνει	=	ταβανώνω
ταβανώνεις	=	ταβανώνω
ταβανώνετε	=	ταβανώνω
ταβανώνοντας	=	ταβανώνω
ταβανώνουμε	=	ταβανώνω
ταβανώνουν	=	ταβανώνω
ταβανώνουνε	=	ταβανώνω
ταβανώνω	verb	καλύπτω εσωτερικά την επιφάνεια της οροφής ενός δωματίου με κονίαμα ή ξύλινο ταβάνι
ταβανώσαμε	=	ταβανώνω
ταβανώσαν	=	ταβανώνω
ταβανώσανε	=	ταβανώνω
ταβανώσατε	=	ταβανώνω
ταβανώσει	=	ταβανώνω
ταβανώστε	=	ταβανώνω
ταβατουριού	=	ταβατούρι
ταβατουριών	=	ταβατούρι
ταβατούρι	noun	θόρυβος, σύγχυση
ταβατούρια	=	ταβατούρι
ταβερνάκι	noun	μικρή ή γραφική ταβέρνα
ταβερνάκια	=	ταβερνάκι
ταβερνάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταβερνάρης, άλλη μορφή του ταβερνιάρη
ταβερνάρηδες	=	ταβερνάρης
ταβερνάρηδων	=	ταβερνάρης
ταβερνάρης	noun	άλλη μορφή του ταβερνιάρης
ταβερνάρισσα	noun	θηλυκό του ταβερνάρης, άλλη μορφή του ταβερνιάρισσα
ταβερνάρισσας	=	ταβερνάρισσα
ταβερνάρισσες	=	ταβερνάρισσα
ταβερνίτσα	noun	μικρή ταβέρνα
ταβερνίτσας	noun	γενική ενικού του ταβερνίτσα
ταβερνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβερνίτσα
ταβερνεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβερνείο
ταβερνείο	noun	ταβέρνα
ταβερνείου	noun	γενική ενικού του ταβερνείο
ταβερνείων	noun	γενική πληθυντικού του ταβερνείο
ταβερνιάρες	=	ταβερνιάρης
ταβερνιάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταβερνιάρης
ταβερνιάρηδες	noun	ταβερνιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
ταβερνιάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του ταβερνιάρης
ταβερνιάρης	noun	ο ιδιοκτήτης μιας ταβέρνας
ταβερνιάρισσα	noun	θηλυκό του ταβερνιάρης
ταβερνιάρισσας	noun	γενική ενικού του ταβερνιάρισσα
ταβερνιάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβερνιάρισσα
ταβερνούλα	noun	μικρή ταβέρνα
ταβερνούλας	=	ταβερνούλα
ταβερνούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβερνούλα
ταβερνόβια	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιας	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιε	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιες	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιο	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιοι	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιος	adj	εκείνος που του αρέσει να πηγαίνει πολύ συχνότερα από το σύνηθες στις ταβέρνες
ταβερνόβιου	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιους	=	ταβερνόβιος
ταβερνόβιων	=	ταβερνόβιος
ταβερνών	noun	γενική πληθυντικού του ταβέρνα
ταβλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταβλάς
ταβλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταβλάς
ταβλάδων	noun	γενική πληθυντικού του ταβλάς
ταβλάκι	noun	υποκοριστικό του τάβλι
ταβλάκια	=	ταβλάκι
ταβλάς	noun	ο μεγάλος (ξύλινος) δίσκος πάνω στον οποίο παρουσιάζουν οι πλανόδιοι μικροπωλητές το εμπόρευμά τους
ταβλαδόρε	noun	κλητική ενικού του ταβλαδόρος
ταβλαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του ταβλαδόρος
ταβλαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταβλαδόρος
ταβλαδόρος	noun	αυτός που παίζει τάβλι (κυρίως ο έμπειρος παίκτης)
ταβλαδόρου	noun	γενική ενικού του ταβλαδόρος
ταβλαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταβλαδόρος
ταβλαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του ταβλαδόρος
ταβλιού	=	τάβλι
ταβλιών	=	τάβλι
ταβλών	noun	γενική πληθυντικού του τάβλα
ταβουλιού	=	ταβούλι
ταβουλιών	=	ταβούλι
ταβούλι	noun	άλλη προφορά του νταβούλι
ταβούλια	=	ταβούλι
ταγάρι	noun	υφασμάτινος σάκος, συνήθως πολύχρωμος, που κρεμιέται από τον ώμο
ταγάρια	=	ταγάρι
ταγέ	noun	κλητική ενικού του ταγός	adj	συνώνυμο του ταγιαρισμένος, σκαλιστός (ιδίως για κρύσταλλα)
ταγέρ	noun	γυναικείο ένδυμα, αποτελούμενο από σακάκι (όπως του κοστουμιού) και φούστα ή παντελόνι του ίδιου υφάσματος και στιλ
ταγές	=	ταγή
ταγή	noun|vulgar	η τροφή ή το τάισμα των (οικόσιτων) ζώων
ταγήνι	noun	μερίδα τροφής ζώων
ταγής	=	ταγή
ταγία	noun	άλλη μορφή του ταγεία
ταγίας	noun	γενική ενικού του ταγία
ταγίες	=	ταγία
ταγίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του ταΐζω
ταγίνι	noun	άλλη μορφή του ταγήνι
ταγίσματα	=	τάγισμα
ταγίσματος	=	τάγισμα
ταγίστρα	noun	άλλη μορφή του ταΐστρα
ταγίστρας	noun	γενική ενικού του ταγίστρα
ταγίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγίστρα
ταγαριού	=	ταγάρι
ταγαριών	=	ταγάρι
ταγγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγγό
ταγγέ	adj	κλητική ενικού του ταγγός
ταγγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγγή
ταγγή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγγός
ταγγής	adj	γενική ενικού του ταγγή
ταγγίζω	verb	αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση
ταγγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγγός
ταγγού	adj	γενική ενικού του ταγγός
ταγγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταγγός
ταγγό	adj	αιτιατική ενικού του ταγγός
ταγγός	adj	λέγεται για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίες που έχουν αλλοιωθεί και έχουν βαριά οσμή και πικρή γεύση
ταγγών	adj	γενική πληθυντικού του ταγγός
ταγεία	noun	το αξίωμα του ταγού ή το χρονικό διάστημα που κατέχει το αξίωμα αυτό, η διοίκηση, η αρχηγία
ταγείας	noun	γενική ενικού του ταγεία
ταγείες	=	ταγεία
ταγειών	noun	γενική πληθυντικού του ταγεία
ταγεράκι	noun	υποκοριστικό του ταγέρ
ταγεράκια	=	ταγεράκι
ταγιάρισα	=	ταγιάρω
ταγιάρομαι	=	ταγιάρω
ταγιάρω	verb	επεξεργάζομαι ή διακοσμώ επιφάνεια κρύσταλλου ή πολύτιμου λίθου χαράζοντάς τον
ταγιαδόρε	=	ταγιαδόρος
ταγιαδόρο	=	ταγιαδόρος
ταγιαδόροι	=	ταγιαδόρος
ταγιαδόρος	noun	άλλη μορφή του ταλιαδόρος
ταγιαδόρου	=	ταγιαδόρος
ταγιαδόρους	=	ταγιαδόρος
ταγιαδόρων	=	ταγιαδόρος
ταγιαρίστηκα	=	ταγιάρω
ταγιαρισμένος	=	ταγιάρω
ταγιεράκι	noun	άλλη μορφή του ταγεράκι
ταγιεράκια	=	ταγιεράκι
ταγισμάτων	=	τάγισμα
ταγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγισμένο
ταγισμένε	verb	κλητική ενικού του ταγισμένος
ταγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγισμένη
ταγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγισμένος
ταγισμένης	verb	γενική ενικού του ταγισμένη
ταγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταγισμένος
ταγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγισμένος
ταγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταγισμένος
ταγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταγισμένος
ταγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταγισμένος
ταγιστρών	noun	γενική πληθυντικού του ταγίστρα
ταγιών	noun	γενική πληθυντικού του ταγία
ταγκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκό
ταγκάδα	noun	η ιδιότητα του ταγκού
ταγκάδας	=	ταγκάδα
ταγκάδες	=	ταγκάδα
ταγκάδων	=	ταγκάδα
ταγκάραμε	=	ταγκάρω
ταγκάραν	=	ταγκάρω
ταγκάρανε	=	ταγκάρω
ταγκάρατε	=	ταγκάρω
ταγκάρει	=	ταγκάρω
ταγκάρεις	=	ταγκάρω
ταγκάρετε	=	ταγκάρω
ταγκάρισμα	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του ταγκάρω
ταγκάροντας	=	ταγκάρω
ταγκάρουμε	=	ταγκάρω
ταγκάρουν	=	ταγκάρω
ταγκάρουνε	=	ταγκάρω
ταγκάρω	verb	προσθέτω μια ετικέτα σε μια ανάρτηση σε ένα κοινωνικό δίκτυο
ταγκέ	adj	κλητική ενικού του ταγκός
ταγκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκή
ταγκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγκός
ταγκής	adj	γενική ενικού του ταγκή
ταγκίζω	verb	αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση
ταγκίλα	noun	η ταγκάδα
ταγκίλας	noun	γενική ενικού του ταγκίλα
ταγκίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκίλα
ταγκαλόγκ	noun	που μιλιέται στη νοτιο-ανατολική Ασία, στις Φιλιππίνες
ταγκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκάρισμα
ταγκαρίσματος	noun	γενική ενικού του ταγκάρισμα
ταγκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταγκάρισμα
ταγκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκαρισμένο
ταγκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του ταγκαρισμένος
ταγκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκαρισμένη
ταγκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγκαρισμένος
ταγκαρισμένης	verb	γενική ενικού του ταγκαρισμένη
ταγκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταγκαρισμένος
ταγκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγκαρισμένος
ταγκαρισμένος	verb	που έχει ταγκαριστεί
ταγκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταγκαρισμένος
ταγκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταγκαρισμένος
ταγκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταγκαρισμένος
ταγκιάζαμε	=	ταγκιάζω
ταγκιάζαν	=	ταγκιάζω
ταγκιάζανε	=	ταγκιάζω
ταγκιάζατε	=	ταγκιάζω
ταγκιάζει	=	ταγκιάζω
ταγκιάζεις	=	ταγκιάζω
ταγκιάζετε	=	ταγκιάζω
ταγκιάζοντας	=	ταγκιάζω
ταγκιάζουμε	=	ταγκιάζω
ταγκιάζουν	=	ταγκιάζω
ταγκιάζουνε	=	ταγκιάζω
ταγκιάζω	verb	αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση
ταγκιάσαμε	=	ταγκιάζω
ταγκιάσαν	=	ταγκιάζω
ταγκιάσανε	=	ταγκιάζω
ταγκιάσατε	=	ταγκιάζω
ταγκιάσει	=	ταγκιάζω
ταγκιάσματα	=	τάγκιασμα
ταγκιάσματος	=	τάγκιασμα
ταγκιάστε	=	ταγκιάζω
ταγκιασμάτων	=	τάγκιασμα
ταγκισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκισμένο
ταγκισμένε	adj	κλητική ενικού του ταγκισμένος
ταγκισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγκισμένη
ταγκισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγκισμένος
ταγκισμένης	adj	γενική ενικού του ταγκισμένη
ταγκισμένο	adj	αιτιατική ενικού του ταγκισμένος
ταγκισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγκισμένος
ταγκισμένος	verb	του οποίου η γεύση και η οσμή έχουν αλλοιωθεί
ταγκισμένου	verb	γενική ενικού του ταγκισμένος
ταγκισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταγκισμένος
ταγκισμένων	adj	γενική πληθυντικού του ταγκισμένος
ταγκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγκός
ταγκού	adj	γενική ενικού του ταγκός
ταγκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταγκός
ταγκό	noun	είδος χορού που προέρχεται από την Λατινική Αμερική, σε ρυθμό 2/4 ή 4/4	adj	αιτιατική ενικού του ταγκός
ταγκός	adj	λέγεται για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίες που έχουν αλλοιωθεί και έχουν βαριά οσμή και πικρή γεύση
ταγκών	adj	γενική πληθυντικού του ταγκός
ταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τάγμα
ταγμένα	=	ταγμένος
ταγμένε	=	ταγμένος
ταγμένες	=	ταγμένος
ταγμένη	=	ταγμένος
ταγμένης	=	ταγμένος
ταγμένο	=	ταγμένος
ταγμένοι	=	ταγμένος
ταγμένος	verb	αυτός που αποτελεί αντικείμενο τάματος στο Θεό η σε άγιο
ταγμένου	=	ταγμένος
ταγμένους	=	ταγμένος
ταγμένων	=	ταγμένος
ταγματάρχα	=	ταγματάρχης
ταγματάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγματάρχης
ταγματάρχη	=	ταγματάρχης
ταγματάρχης	noun	ανώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του λοχαγού και κατώτερο του αντισυνταγματάρχη.
ταγματάρχου	=	ταγματάρχης
ταγματαρχών	=	ταγματάρχης
ταγματασφαλίτες	=	ταγματασφαλίτης
ταγματασφαλίτη	=	ταγματασφαλίτης
ταγματασφαλίτης	noun	μέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας (ή Ταγμάτων Ευζώνων), στρατιωτικής δομής που έδρασε επί γερμανικής Κατοχής στο πλευρό των κατακτητών
ταγματασφαλιτών	=	ταγματασφαλίτης
ταγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγματικό
ταγματικέ	adj	κλητική ενικού του ταγματικός
ταγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταγματική
ταγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγματικός
ταγματικής	adj	γενική ενικού του ταγματική
ταγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγματικός
ταγματικού	adj	γενική ενικού του ταγματικός
ταγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταγματικός
ταγματικό	adj	αιτιατική ενικού του ταγματικός
ταγματικός	adj	που σχετίζεται με, ανήκει σε ή αφορά τάγμα
ταγματικών	adj	γενική πληθυντικού του ταγματικός
ταγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταγός
ταγού	noun	γενική ενικού του ταγός
ταγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταγός
ταγό	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταγός
ταγός	noun	ανώτατος πολιτικός και στρατιωτικός άρχοντας στην αρχαία Θεσσαλία
ταγών	noun	γενική πληθυντικού του ταγός
ταζέδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταζέδικο
ταζέδικε	adj	κλητική ενικού του ταζέδικος
ταζέδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταζέδικη
ταζέδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταζέδικος
ταζέδικης	adj	γενική ενικού του ταζέδικη
ταζέδικο	adj	αιτιατική ενικού του ταζέδικος
ταζέδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταζέδικος
ταζέδικος	adj|dated	νέος, πρόσφατος
ταζέδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταζέδικος
ταζέδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταζέδικος
ταζέδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταζέδικος
ταζέτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταζέτικο
ταζέτικε	adj	κλητική ενικού του ταζέτικος
ταζέτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταζέτικη
ταζέτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταζέτικος
ταζέτικης	adj	γενική ενικού του ταζέτικη
ταζέτικο	adj	αιτιατική ενικού του ταζέτικος
ταζέτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταζέτικος
ταζέτικος	adj|dated	άλλη μορφή του ταζέδικος
ταζέτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταζέτικος
ταζέτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταζέτικος
ταζέτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταζέτικος
ταζόμασταν	=	τάζω
ταζόμαστε	=	τάζω
ταζόμουν	=	τάζω
ταζόμουνα	=	τάζω
ταζόντουσαν	=	τάζω
ταζόσασταν	=	τάζω
ταζόσαστε	=	τάζω
ταζόσουν	=	τάζω
ταζόσουνα	=	τάζω
ταζόταν	=	τάζω
ταζότανε	=	τάζω
ταηιθετών	=	ταξιθέτης
ταθήκαμε	=	τείνω
ταθήκαν	=	τείνω
ταθήκανε	=	τείνω
ταθήκατε	=	τείνω
ταθεί	=	τείνω
ταθείς	=	τείνω
ταθείτε	=	τείνω
ταθούμε	=	τείνω
ταθούν	=	τείνω
ταθούνε	=	τείνω
ταθώ	=	τείνω
ταινία	noun	στενή λωρίδα από ύφασμα ή άλλο υλικό που μπορεί και να τυλιχτεί σε ρολό
ταινίας	noun	γενική ενικού του ταινία
ταινίαση	noun	μόλυνση των εντέρων από την ταινία (είδος παράσιτου)
ταινίασης	=	ταινίαση
ταινίες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταινία
ταινιάσεις	=	ταινίαση
ταινιάσεων	=	ταινίαση
ταινιοειδές	=	ταινιοειδής
ταινιοειδή	=	ταινιοειδής
ταινιοειδής	adj	που έχει σχήμα ταινίας
ταινιοειδείς	=	ταινιοειδής
ταινιοειδούς	=	ταινιοειδής
ταινιοειδών	=	ταινιοειδής
ταινιοθήκες	=	ταινιοθήκη
ταινιοθήκη	noun	χώρος φύλαξης συλλογής κινηματογραφικών ταινιών, βιντεοεγγραφών, DVD, αλλά και γενικά οπτικοακουστικού υλικού
ταινιοθήκης	=	ταινιοθήκη
ταινιοθηκών	=	ταινιοθήκη
ταινιοπλέγματα	=	ταινιόπλεγμα
ταινιοπλέγματος	=	ταινιόπλεγμα
ταινιοπλεγμάτων	=	ταινιόπλεγμα
ταινιωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταινιωτός	adv	με ταινιωτό τρόπο
ταινιωτέ	adj	κλητική ενικού του ταινιωτός
ταινιωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταινιωτή
ταινιωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταινιωτός
ταινιωτής	adj	γενική ενικού του ταινιωτή
ταινιωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταινιωτός
ταινιωτού	adj	γενική ενικού του ταινιωτός
ταινιωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταινιωτός
ταινιωτό	adj	αιτιατική ενικού του ταινιωτός
ταινιωτός	adj|formal	που έχει τη μορφή ταινίας
ταινιωτών	adj	γενική πληθυντικού του ταινιωτός
ταινιόδρομε	=	ταινιόδρομος
ταινιόδρομο	=	ταινιόδρομος
ταινιόδρομοι	=	ταινιόδρομος
ταινιόδρομος	noun	βιομηχανικός μηχανισμός μετακίνησης υλικού
ταινιόδρομου	=	ταινιόδρομος
ταινιόδρομους	=	ταινιόδρομος
ταινιόδρομων	=	ταινιόδρομος
ταινιόμορφα	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφε	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφες	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφη	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφης	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφο	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφοι	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφος	adj	που έχει μορφή ταινίας
ταινιόμορφου	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφους	=	ταινιόμορφος
ταινιόμορφων	=	ταινιόμορφος
ταινιόπλεγμα	noun	πλέγμα από ταινίες
ταινιόπλεκτα	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτε	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτες	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτη	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτης	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτο	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτοι	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτος	adj	που τον έχουν πλέξει με ταινίες
ταινιόπλεκτου	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτους	=	ταινιόπλεκτος
ταινιόπλεκτων	=	ταινιόπλεκτος
ταινιών	noun	γενική πληθυντικού του ταινία
ταιριάζαμε	=	ταιριάζω
ταιριάζαν	=	ταιριάζω
ταιριάζανε	=	ταιριάζω
ταιριάζατε	=	ταιριάζω
ταιριάζει	verb	αρμόζει, πρέπει, βολεύει, εξυπηρετεί
ταιριάζεις	=	ταιριάζω
ταιριάζετε	=	ταιριάζω
ταιριάζομαι	=	ταιριάζω
ταιριάζομε	=	ταιριάζω
ταιριάζοντας	=	ταιριάζω
ταιριάζουμε	=	ταιριάζω
ταιριάζουν	=	ταιριάζω
ταιριάζουνε	=	ταιριάζω
ταιριάζω	verb	συνδέω δύο πράγματα σε ζευγάρι
ταιριάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξαν	=	ταιριάζω
ταιριάξανε	=	ταιριάζω
ταιριάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξομε	=	ταιριάζω
ταιριάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξουνε	=	ταιριάζω
ταιριάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
ταιριάσαμε	=	ταιριάζω
ταιριάσατε	=	ταιριάζω
ταιριάσει	=	ταιριάζω
ταιριάσεις	=	ταιριάζω
ταιριάσετε	=	ταιριάζω
ταιριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταίριασμα
ταιριάσματος	noun	γενική ενικού του ταίριασμα
ταιριάσομε	=	ταιριάζω
ταιριάσουμε	=	ταιριάζω
ταιριάσουν	=	ταιριάζω
ταιριάσουνε	=	ταιριάζω
ταιριάσω	=	ταιριάζω
ταιριάχτε	=	ταιριάζω
ταιριάχτηκα	=	ταιριάζω
ταιριαγμένος	=	ταιριάζω
ταιριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταίριασμα
ταιριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταιριασμένο
ταιριασμένε	verb	κλητική ενικού του ταιριασμένος
ταιριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταιριασμένη
ταιριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταιριασμένος
ταιριασμένης	verb	γενική ενικού του ταιριασμένη
ταιριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταιριασμένος
ταιριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταιριασμένος
ταιριασμένος	verb	→ λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
ταιριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταιριασμένος
ταιριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταιριασμένος
ταιριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταιριασμένος
ταιριαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταιριαστό	adv	με ταιριαστό τρόπο
ταιριαστέ	adj	κλητική ενικού του ταιριαστός
ταιριαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταιριαστή
ταιριαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταιριαστός
ταιριαστής	adj	γενική ενικού του ταιριαστή
ταιριαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταιριαστός
ταιριαστού	adj	γενική ενικού του ταιριαστός
ταιριαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταιριαστός
ταιριαστό	adj	αιτιατική ενικού του ταιριαστός
ταιριαστός	adj	που ταιριάζει με κάποιον άλλο
ταιριαστών	adj	γενική πληθυντικού του ταιριαστός
ταιριού	=	ταίρι
ταιριών	=	ταίρι
τακ	noun	όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα
τακάκι	noun	τακάκι των φρένων· μικρό αναλώσιμο κομμάτι τριβής των φρένων
τακάκια	=	τακάκι
τακάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τακάρω
τακάρω	verb	τοποθετώ κάτι πάνω σε τάκους
τακάτι	noun|dated	δύναμη
τακάτια	=	τακάτι
τακίμι	noun	σύνολο αντικειμένων που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό· εξοπλισμός, εργαλεία, σύνεργα
τακίμια	=	τακίμι
τακαρίσματα	=	τακάρισμα
τακαρίσματος	=	τακάρισμα
τακαρισμάτων	=	τακάρισμα
τακατιού	=	τακάτι
τακατιών	=	τακάτι
τακερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τακερός	adv|rare	με τακερό τρόπο
τακερέ	adj	κλητική ενικού του τακερός
τακερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακερή
τακερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακερός
τακερής	adj	γενική ενικού του τακερή
τακεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακερός
τακερού	adj	γενική ενικού του τακερός
τακερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τακερός
τακερό	adj	αιτιατική ενικού του τακερός
τακερός	adj	που τήκεται εύκολα
τακερών	adj	γενική πληθυντικού του τακερός
τακιμιού	=	τακίμι
τακιμιών	=	τακίμι
τακλά	=	τακλάς
τακλάδες	=	τακλάς
τακλάδων	=	τακλάς
τακλάς	noun	ανάποδη τούμπα των ακροβατών, σάλτο
τακουί	noun	πορτοφόλι
τακουνάκι	noun	υποκοριστικό του τακούνι
τακουνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακουνάκι
τακουνιά	noun	χτύπημα με το τακούνι
τακουνιάς	=	τακουνιά
τακουνιές	=	τακουνιά
τακουνιού	=	τακούνι
τακουνιών	=	τακούνι
τακούνι	noun	το τμήμα του παπουτσιού ακριβώς κάτω από τη φτέρνα
τακούνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακούνι
τακτ	noun	διακριτικός τρόπος συμπεριφοράς
τακτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτό
τακτέ	adj	κλητική ενικού του τακτός
τακτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτή
τακτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακτός
τακτής	adj	γενική ενικού του τακτή
τακτικά	adv	με τάξη, με τακτικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτικό
τακτικέ	adj	κλητική ενικού του τακτικός
τακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτική
τακτική	noun	συντονισμένες (και προσχεδιασμένες) ενέργειες που αποσκοπούν στην επίτευξη κάποιου στόχου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακτικός
τακτικής	adj	γενική ενικού του τακτική
τακτικίστρια	noun	θηλυκό του τακτικιστής
τακτικίστριας	noun	γενική ενικού του τακτικίστρια
τακτικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτικίστρια
τακτικισμέ	noun	κλητική ενικού του τακτικισμός
τακτικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακτικισμός
τακτικισμού	noun	γενική ενικού του τακτικισμός
τακτικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τακτικισμός
τακτικισμό	noun	αιτιατική ενικού του τακτικισμός
τακτικισμός	noun	το σύνολο των ενεργειών και των (πολιτικών) συμπεριφορών που βασίζονται στην τακτική και τακτικούς ελιγμούς για την επίτευξη κάποιων επιμέρους στόχων, η κοντόφθαλμη πολιτική χωρίς μακροπρόθεσμη στόχευση και χωρίς στρατηγική
τακτικισμών	noun	γενική πληθυντικού του τακτικισμός
τακτικιστές	=	τακτικιστής
τακτικιστή	=	τακτικιστής
τακτικιστής	noun	αυτός που φέρεται με τακτικισμό
τακτικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τακτικιστικός	adv	με τακτικιστικό τρόπο
τακτικιστικέ	adj	κλητική ενικού του τακτικιστικός
τακτικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτικιστική
τακτικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακτικιστικός
τακτικιστικής	adj	γενική ενικού του τακτικιστική
τακτικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακτικιστικός
τακτικιστικού	adj	γενική ενικού του τακτικιστικός
τακτικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τακτικιστικός
τακτικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του τακτικιστικός
τακτικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον τακτικιστή ή τον τακτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
τακτικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του τακτικιστικός
τακτικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τακτικίστρια
τακτικιστών	=	τακτικιστής
τακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακτικός
τακτικοτήτων	=	τακτικότητα
τακτικού	adj	γενική ενικού του τακτικός
τακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τακτικός
τακτικό	adj	αιτιατική ενικού του τακτικός
τακτικός	adj	που του αρέσει η τάξη
τακτικότατα	=	τακτικός
τακτικότατε	=	τακτικός
τακτικότατες	=	τακτικός
τακτικότατη	=	τακτικός
τακτικότατης	=	τακτικός
τακτικότατο	=	τακτικός
τακτικότατοι	=	τακτικός
τακτικότατος	=	τακτικός
τακτικότατου	=	τακτικός
τακτικότατους	=	τακτικός
τακτικότατων	=	τακτικός
τακτικότερα	adv	συχνότερα, πιο συχνά, πιο τακτικά, σε πυκνότερα χρονικά διαστήματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτικότερο
τακτικότερε	adj	κλητική ενικού του τακτικότερος
τακτικότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτικότερη
τακτικότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακτικότερος
τακτικότερης	adj	γενική ενικού του τακτικότερη
τακτικότερο	adj	αιτιατική ενικού του τακτικότερος
τακτικότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακτικότερος
τακτικότερος	adj	που χαρακτηρίζεται από περισσότερη ευταξία, τάξη, στην τακτοποίηση αντικειμένων ή λογαριασμών
τακτικότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τακτικότερος
τακτικότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τακτικότερος
τακτικότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τακτικότερος
τακτικότης	noun	τακτικότητα
τακτικότητα	noun|formal	η κανονικότητα
τακτικότητας	=	τακτικότητα
τακτικότητες	=	τακτικότητα
τακτικών	adj	γενική πληθυντικού του τακτικός
τακτικώς	adv|dated	τακτικά
τακτισμέ	=	τακτισμός
τακτισμοί	=	τακτισμός
τακτισμού	=	τακτισμός
τακτισμούς	=	τακτισμός
τακτισμό	=	τακτισμός
τακτισμός	noun	συνώνυμο του τροπισμός
τακτισμών	=	τακτισμός
τακτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακτός
τακτοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού τακτοποιώ
τακτοποίησης	=	τακτοποίηση
τακτοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσαν	=	τακτοποιώ
τακτοποιήσανε	=	τακτοποιώ
τακτοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτοποίηση
τακτοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσεων	=	τακτοποίηση
τακτοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσουνε	=	τακτοποιώ
τακτοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιώ
τακτοποιεί	=	τακτοποιώ
τακτοποιείς	=	τακτοποιώ
τακτοποιείσαι	=	τακτοποιώ
τακτοποιείστε	=	τακτοποιώ
τακτοποιείται	=	τακτοποιώ
τακτοποιείτε	=	τακτοποιώ
τακτοποιείτο	=	τακτοποιώ
τακτοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθήκαν	=	τακτοποιώ
τακτοποιηθήκανε	=	τακτοποιώ
τακτοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιηθούνε	=	τακτοποιώ
τακτοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τακτοποιούμαι
τακτοποιημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τακτοποιημένος	adv	με τακτοποιημένο τρόπο, με τάξη
τακτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του τακτοποιημένος
τακτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τακτοποιημένη
τακτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τακτοποιημένος
τακτοποιημένης	verb	γενική ενικού του τακτοποιημένη
τακτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του τακτοποιημένος
τακτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τακτοποιημένος
τακτοποιημένος	verb	που έχει τακτοποιηθεί
τακτοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τακτοποιημένος
τακτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τακτοποιημένος
τακτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τακτοποιημένος
τακτοποιούμαι	verb	βάζω τον εαυτό μου σε τάξη
τακτοποιούμασταν	=	τακτοποιώ
τακτοποιούμαστε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούμε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούμενος	=	τακτοποιώ
τακτοποιούμουν	=	τακτοποιώ
τακτοποιούμουνα	=	τακτοποιώ
τακτοποιούν	=	τακτοποιώ
τακτοποιούνε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούνται	=	τακτοποιώ
τακτοποιούνταν	=	τακτοποιώ
τακτοποιούντο	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσα	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσαμε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσαν	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσανε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσατε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσε	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσες	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσουν	=	τακτοποιώ
τακτοποιούσουνα	=	τακτοποιώ
τακτοποιόμασταν	=	τακτοποιώ
τακτοποιόμαστε	=	τακτοποιώ
τακτοποιόμουν	=	τακτοποιώ
τακτοποιόμουνα	=	τακτοποιώ
τακτοποιόνταν	=	τακτοποιώ
τακτοποιόντανε	=	τακτοποιώ
τακτοποιόντουσαν	=	τακτοποιώ
τακτοποιόσασταν	=	τακτοποιώ
τακτοποιόσαστε	=	τακτοποιώ
τακτοποιόσουν	=	τακτοποιώ
τακτοποιόσουνα	=	τακτοποιώ
τακτοποιόταν	=	τακτοποιώ
τακτοποιότανε	=	τακτοποιώ
τακτοποιώ	verb	βάζω σε τάξη αντικείμενα
τακτοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τακτοποιώ
τακτού	adj	γενική ενικού του τακτός
τακτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τακτός
τακτό	adj	αιτιατική ενικού του τακτός
τακτός	adj	που έχει καθοριστεί να γίνει σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που είναι σε ορισμένη ώρα
τακτών	adj	γενική πληθυντικού του τακτός
ταλάνιζα	=	ταλανίζω
ταλάνιζαν	=	ταλανίζω
ταλάνιζε	=	ταλανίζω
ταλάνιζες	=	ταλανίζω
ταλάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλάντευα	=	ταλαντεύω
ταλάντευαν	=	ταλαντεύω
ταλάντευε	=	ταλαντεύω
ταλάντευες	=	ταλαντεύω
ταλάντευσα	=	ταλαντεύω
ταλάντευσαν	=	ταλαντεύω
ταλάντευσε	=	ταλαντεύω
ταλάντευσες	=	ταλαντεύω
ταλάντευση	noun	το να ταλαντεύεται κάποιος
ταλάντευσης	noun	γενική ενικού του ταλάντευση
ταλάντου	noun	γενική ενικού του τάλαντο
ταλάντων	noun	γενική πληθυντικού του τάλαντο
ταλάντωση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταλαντώνομαι
ταλάντωσης	noun	γενική ενικού του ταλάντωση
ταλέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλέντο
ταλέντο	noun	το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής τους με αυτόν
ταλέντου	noun	γενική ενικού του ταλέντο
ταλέντων	noun	γενική πληθυντικού του ταλέντο
ταλίμι	noun	ικανότητα, ταλέντο
ταλαίπωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαίπωρο
ταλαίπωρε	adj	κλητική ενικού του ταλαίπωρος
ταλαίπωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαίπωρη
ταλαίπωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλαίπωρος
ταλαίπωρης	adj	γενική ενικού του ταλαίπωρη
ταλαίπωρο	adj	αιτιατική ενικού του ταλαίπωρος
ταλαίπωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλαίπωρος
ταλαίπωρος	adj	καταπονημένος σωματικά ή ψυχικά
ταλαίπωρου	adj	γενική ενικού του ταλαίπωρος
ταλαίπωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταλαίπωρος
ταλαίπωρων	adj	γενική πληθυντικού του ταλαίπωρος
ταλαγάνι	noun	χοντρό μάλλινο πανωφόρι των βοσκών
ταλαγάνια	=	ταλαγάνι
ταλαγανιού	=	ταλαγάνι
ταλαγανιών	=	ταλαγάνι
ταλαιπωρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσαν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσανε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσουνε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπωρία	noun	η σωματική ή ψυχική καταπόνηση
ταλαιπωρίας	noun	γενική ενικού του ταλαιπωρία
ταλαιπωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαιπωρία
ταλαιπωρεί	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρείς	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρείτε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθήκαν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρηθήκανε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρηθούνε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρούμαι
ταλαιπωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαιπωρημένο
ταλαιπωρημένε	adj	κλητική ενικού του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαιπωρημένη
ταλαιπωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένης	adj	γενική ενικού του ταλαιπωρημένη
ταλαιπωρημένο	adj	αιτιατική ενικού του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένος	verb	που έχει ταλαιπωρηθεί
ταλαιπωρημένου	verb	γενική ενικού του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωρημένων	adj	γενική πληθυντικού του ταλαιπωρημένος
ταλαιπωριέμαι	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωριόνται	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωριόντουσαν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωριόσαστε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωριών	noun	γενική πληθυντικού του ταλαιπωρία
ταλαιπωρούμαι	verb	κουράζομαι πολύ, σωματικά ή ψυχικά
ταλαιπωρούμασταν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούμε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούμενος	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούνε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούνταν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσα	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσαμε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσαν	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσανε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσατε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσε	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρούσες	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπωρώ	verb	κουράζω, σωματικά ή ψυχικά, κάποιον ιδιαίτερα, τόσο πολύ που έχει ως με αποτέλεσμα να υποφέρει ή να δυσανασχετεί έντονα
ταλαιπωρώντας	=	ταλαιπωρώ
ταλαιπώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλαιπώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαιπωρώ
ταλανίζαμε	=	ταλανίζω
ταλανίζαν	=	ταλανίζω
ταλανίζανε	=	ταλανίζω
ταλανίζατε	=	ταλανίζω
ταλανίζει	=	ταλανίζω
ταλανίζεις	=	ταλανίζω
ταλανίζεσαι	=	ταλανίζω
ταλανίζεστε	=	ταλανίζω
ταλανίζεται	=	ταλανίζω
ταλανίζετε	=	ταλανίζω
ταλανίζομαι	=	ταλανίζω
ταλανίζονται	=	ταλανίζω
ταλανίζονταν	=	ταλανίζω
ταλανίζοντας	=	ταλανίζω
ταλανίζου	=	ταλανίζω
ταλανίζουμε	=	ταλανίζω
ταλανίζουν	=	ταλανίζω
ταλανίζουνε	=	ταλανίζω
ταλανίζω	verb|formal	ταλαιπωρώ, βασανίζω
ταλανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίσαν	=	ταλανίζω
ταλανίσανε	=	ταλανίζω
ταλανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλάνισμα
ταλανίσου	=	ταλανίζω
ταλανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανίστηκα	=	ταλανίζω
ταλανίστηκαν	=	ταλανίζω
ταλανίστηκε	=	ταλανίζω
ταλανίστηκες	=	ταλανίζω
ταλανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλανίζω
ταλανιζόμασταν	=	ταλανίζω
ταλανιζόμαστε	=	ταλανίζω
ταλανιζόμουν	=	ταλανίζω
ταλανιζόμουνα	=	ταλανίζω
ταλανιζόντουσαν	=	ταλανίζω
ταλανιζόσασταν	=	ταλανίζω
ταλανιζόσαστε	=	ταλανίζω
ταλανιζόσουν	=	ταλανίζω
ταλανιζόσουνα	=	ταλανίζω
ταλανιζόταν	=	ταλανίζω
ταλανιζότανε	=	ταλανίζω
ταλανισμέ	=	ταλανισμός
ταλανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλανισμένο
ταλανισμένε	verb	κλητική ενικού του ταλανισμένος
ταλανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλανισμένη
ταλανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλανισμένος
ταλανισμένης	verb	γενική ενικού του ταλανισμένη
ταλανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταλανισμένος
ταλανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλανισμένος
ταλανισμένος	=	ταλανίζω
ταλανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταλανισμένος
ταλανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταλανισμένος
ταλανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταλανισμένος
ταλανισμοί	=	ταλανισμός
ταλανισμού	=	ταλανισμός
ταλανισμούς	=	ταλανισμός
ταλανισμό	=	ταλανισμός
ταλανισμός	noun|formal	βασανισμός, ταλαιπωρία
ταλανισμών	=	ταλανισμός
ταλανιστήκαμε	=	ταλανίζω
ταλανιστήκαν	=	ταλανίζω
ταλανιστήκανε	=	ταλανίζω
ταλανιστήκατε	=	ταλανίζω
ταλανιστεί	=	ταλανίζω
ταλανιστείτε	=	ταλανίζω
ταλαντευθήκαμε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθήκαν	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθήκανε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθήκατε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθεί	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθείς	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθείτε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθούμε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθούν	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθούνε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευθώ	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευμένο
ταλαντευμένε	verb	κλητική ενικού του ταλαντευμένος
ταλαντευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευμένη
ταλαντευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλαντευμένος
ταλαντευμένης	verb	γενική ενικού του ταλαντευμένη
ταλαντευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταλαντευμένος
ταλαντευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευμένος
ταλαντευμένος	=	ταλαντεύω
ταλαντευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταλαντευμένος
ταλαντευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταλαντευμένος
ταλαντευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταλαντευμένος
ταλαντευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτήκαν	=	ταλαντεύω
ταλαντευτήκανε	=	ταλαντεύω
ταλαντευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευτικό
ταλαντευτικέ	adj	κλητική ενικού του ταλαντευτικός
ταλαντευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευτική
ταλαντευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλαντευτικός
ταλαντευτικής	adj	γενική ενικού του ταλαντευτική
ταλαντευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευτικός
ταλαντευτικού	adj	γενική ενικού του ταλαντευτικός
ταλαντευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταλαντευτικός
ταλαντευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ταλαντευτικός
ταλαντευτικός	adj	που έχει σχέση με ταλάντευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
ταλαντευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ταλαντευτικός
ταλαντευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευτούνε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντευόμασταν	=	ταλαντεύω
ταλαντευόμαστε	=	ταλαντεύω
ταλαντευόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευόμενο
ταλαντευόμενε	adj	κλητική ενικού του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευόμενη
ταλαντευόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμενης	adj	γενική ενικού του ταλαντευόμενη
ταλαντευόμενο	adj	αιτιατική ενικού του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμενος	verb	που παρουσιάζει ταλάντωση
ταλαντευόμενου	verb	γενική ενικού του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμενων	adj	γενική πληθυντικού του ταλαντευόμενος
ταλαντευόμουν	=	ταλαντεύω
ταλαντευόμουνα	=	ταλαντεύω
ταλαντευόντουσαν	=	ταλαντεύω
ταλαντευόσασταν	=	ταλαντεύω
ταλαντευόσαστε	=	ταλαντεύω
ταλαντευόσουν	=	ταλαντεύω
ταλαντευόσουνα	=	ταλαντεύω
ταλαντευόταν	=	ταλαντεύω
ταλαντευότανε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύαμε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύαν	=	ταλαντεύω
ταλαντεύανε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύατε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύει	=	ταλαντεύω
ταλαντεύεις	=	ταλαντεύω
ταλαντεύεσαι	=	ταλαντεύω
ταλαντεύεστε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύεται	=	ταλαντεύω
ταλαντεύετε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύθηκα	=	ταλαντεύομαι
ταλαντεύθηκαν	=	ταλαντεύομαι
ταλαντεύθηκε	=	ταλαντεύομαι
ταλαντεύθηκες	=	ταλαντεύομαι
ταλαντεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ταλαντεύω
ταλαντεύονται	=	ταλαντεύω
ταλαντεύονταν	=	ταλαντεύω
ταλαντεύοντας	=	ταλαντεύω
ταλαντεύου	=	ταλαντεύω
ταλαντεύουμε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύουν	=	ταλαντεύω
ταλαντεύουνε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσαμε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσαν	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσανε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσατε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσει	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλάντευση
ταλαντεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταλάντευση
ταλαντεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταλάντευση
ταλαντεύσου	=	ταλαντεύω
ταλαντεύστε	=	ταλαντεύω
ταλαντεύσω	=	ταλαντεύω
ταλαντεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταλαντεύομαι
ταλαντεύω	verb|formal	προκαλώ ταλάντωση
ταλαντοσκόπιο	noun|rare	ο παλμογράφος
ταλαντούμενα	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενε	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενες	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενη	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενης	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενο	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενοι	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ταλαντώνομαι
ταλαντούμενου	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενους	=	ταλαντούμενος
ταλαντούμενων	=	ταλαντούμενος
ταλαντούχα	=	ταλαντούχος
ταλαντούχας	=	ταλαντούχος
ταλαντούχε	=	ταλαντούχος
ταλαντούχες	=	ταλαντούχος
ταλαντούχη	=	ταλαντούχος
ταλαντούχο	=	ταλαντούχος
ταλαντούχοι	=	ταλαντούχος
ταλαντούχος	adj	που έχει τάλαντο, ταλέντο, έμφυτη ικανότητα σε κάποιο τομέα
ταλαντούχου	=	ταλαντούχος
ταλαντούχους	=	ταλαντούχος
ταλαντούχων	=	ταλαντούχος
ταλαντωθήκαμε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωθήκαν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωθήκανε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωθήκατε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωθεί	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωθείτε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωμένος	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόμασταν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόμαστε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόμουν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόμουνα	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόντουσαν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόσασταν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόσαστε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόσουν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόσουνα	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνόταν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωνότανε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντωτής
ταλαντωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταλαντωτής
ταλαντωτής	noun	συσκευή που δημιουργεί / παράγει (ηλεκτρικές) ταλαντώσεις
ταλαντωτικά	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικέ	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικές	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτική	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικής	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικοί	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικού	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικούς	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικό	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτικός	adj	που έχει σχέση με ταλάντωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
ταλαντωτικών	=	ταλαντωτικός
ταλαντωτριών	noun	γενική πληθυντικού του ταλαντώτρια
ταλαντωτών	noun	γενική πληθυντικού του ταλαντωτής
ταλαντώθηκα	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώθηκαν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώθηκε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώθηκες	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώνεσαι	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώνεστε	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώνεται	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώνομαι	verb	κινούμαι ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα από τη μια μεριά στην άλλη και εναλλάξ
ταλαντώνονται	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώνονταν	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώνου	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλάντωση
ταλαντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταλάντωση
ταλαντώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταλάντωση
ταλαντώσου	=	ταλαντώνομαι
ταλαντώτρια	noun	ηλεκτρική λυχνία
ταλαντώτριας	noun	γενική ενικού του ταλαντώτρια
ταλαντώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλαντώτρια
ταλατούρι	noun	ορεκτικό που παρασκευάζεται με γιαούρτι στην Κύπρο, παραπλήσιο με το τζατζίκι
ταλιάνι	noun	άλλη μορφή του νταλιάνι
ταλιάνια	=	ταλιάνι
ταλιαδόρε	=	ταλιαδόρος
ταλιαδόρο	=	ταλιαδόρος
ταλιαδόροι	=	ταλιαδόρος
ταλιαδόρος	noun|vulgar	αυτός που επεξεργάζεται το ξύλο και δημιουργεί ξύλινα αντικείμενα, χρηστικά ή διακοσμητικά
ταλιαδόρου	=	ταλιαδόρος
ταλιαδόρους	=	ταλιαδόρος
ταλιαδόρων	=	ταλιαδόρος
ταλιανιού	=	ταλιάνι
ταλιανιών	=	ταλιάνι
ταλιαρίζω	verb	κόβω, κομματιάζω, τεμαχίζω
ταλιατέλα	noun	είδος μακρού ζυμαρικού που θυμίζει λαζάνι κομμένο σε λωρίδες
ταλιατέλας	=	ταλιατέλα
ταλιατέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλιατέλα
ταλιατέλων	=	ταλιατέλα
ταλιμπάν	noun	μέλος θρησκευτικού και πολιτικού κινήματος, που για κάποιο διάστημα δημιούργησε θεοκρατικό καθεστώς στο Αφγανιστάν
ταλιμπανάκι	noun	υποκοριστικό του Ταλιμπάν ή μικρής ηλικίας Ταλιμπάν
ταλιμπανάκια	=	ταλιμπανάκι
ταλιμπανέζος	noun	ο ταλιμπάν
ταλιράκι	noun	υποκοριστικό του τάλιρο
ταλιράκια	=	ταλιράκι
ταλιροφονιά	=	ταλιροφονιάς
ταλιροφονιάδες	=	ταλιροφονιάς
ταλιροφονιάδων	=	ταλιροφονιάς
ταλιροφονιάς	noun	ο τσιγκούνης
ταλκ	noun	άσπρη σκόνη από τάλκη ή καλαμποκάλευρο που χρησιμοποιείται κυρίως για προστασία του δέρματος από ερεθισμούς λόγω ιδρώτα
ταλκών	=	τάλκης
ταλμουδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλμουδικό
ταλμουδικέ	adj	κλητική ενικού του ταλμουδικός
ταλμουδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταλμουδική
ταλμουδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταλμουδικός
ταλμουδικής	adj	γενική ενικού του ταλμουδική
ταλμουδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταλμουδικός
ταλμουδικού	adj	γενική ενικού του ταλμουδικός
ταλμουδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταλμουδικός
ταλμουδικό	adj	αιτιατική ενικού του ταλμουδικός
ταλμουδικός	adj	σχετικός με το Ταλμούδ
ταλμουδικών	adj	γενική πληθυντικού του ταλμουδικός
ταμάμ	adv	ακριβώς
ταμάρινδε	=	ταμάρινδος
ταμάρινδο	=	ταμάρινδος
ταμάρινδοι	=	ταμάρινδος
ταμάρινδος	noun	είδος δέντρου, ιθαγενές της τροπικής Αφρικής, με καρπούς σε σχήμα λοβού
ταμάρινδου	=	ταμάρινδος
ταμάρινδους	=	ταμάρινδος
ταμάρινδων	=	ταμάρινδος
ταμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τάμα
ταμάχι	noun|vulgar	το να είναι κανείς αχόρταγος, η λαιμαργία, η απληστία, η πλεονεξία
ταμάχια	=	ταμάχι
ταμάχιαζα	=	ταμαχιάζω
ταμάχιαζαν	=	ταμαχιάζω
ταμάχιαζε	=	ταμαχιάζω
ταμάχιαζες	=	ταμαχιάζω
ταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμένο
ταμένε	verb	κλητική ενικού του ταμένος
ταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμένη
ταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμένος
ταμένης	verb	γενική ενικού του ταμένη
ταμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταμένος
ταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμένος
ταμένος	verb	αυτός που αποτελεί αντικείμενο τάματος στο Θεό η σε άγιο
ταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταμένος
ταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταμένος
ταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταμένος
ταμία	=	ταμίας
ταμίας	noun	το πρόσωπο που κρατά ή διευθύνει το ταμείο, διενεργώντας εισπράξεις και πληρωμές
ταμίες	=	ταμίας
ταμίευα	=	ταμιεύω
ταμίευαν	=	ταμιεύω
ταμίευε	=	ταμιεύω
ταμίευες	=	ταμιεύω
ταμίευμα	noun|archaic	το (οικονομικό, ενεργειακό κ.λπ.) απόθεμα
ταμίευσα	=	ταμιεύω
ταμίευσαν	=	ταμιεύω
ταμίευσε	=	ταμιεύω
ταμίευσες	=	ταμιεύω
ταμίευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταμιεύω
ταμίευσης	noun	γενική ενικού του ταμίευση
ταμίλ	noun	που μιλιέται στη νότια Ινδία, στη Σρι Λάνκα και στη Σιγκαπούρη
ταμακιάρης	=	ταμαχιάρης
ταμαχιάζαμε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζαν	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζανε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζατε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζει	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζεις	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζετε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζοντας	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζουμε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζουν	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζουνε	=	ταμαχιάζω
ταμαχιάζω	verb	γίνομαι ταμάχι
ταμαχιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμαχιάρης
ταμαχιάρας	adj	γενική ενικού του ταμαχιάρα
ταμαχιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμαχιάρα
ταμαχιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταμαχιάρης
ταμαχιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμαχιάρης
ταμαχιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ταμαχιάρης
ταμαχιάρης	adj	αυτός που επιζητεί επίμονα αγαθά και χρήματα
ταμαχιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμαχιάρικο
ταμαχιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταμαχιάρης
ταμαχιάρικου	adj	γενική ενικού του ταμαχιάρικο
ταμαχιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ταμαχιάρικο
ταμαχιού	=	ταμάχι
ταμαχιών	=	ταμάχι
ταμαχκιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμαχκιάρης
ταμαχκιάρας	adj	γενική ενικού του ταμαχκιάρα
ταμαχκιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμαχκιάρα
ταμαχκιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταμαχκιάρης
ταμαχκιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμαχκιάρης
ταμαχκιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ταμαχκιάρης
ταμαχκιάρης	adj	ταμαχιάρης
ταμαχκιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμαχκιάρικο
ταμαχκιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταμαχκιάρης
ταμαχκιάρικου	adj	γενική ενικού του ταμαχκιάρικο
ταμαχκιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ταμαχκιάρικο
ταμεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμείο
ταμείο	noun	συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις
ταμείου	noun	γενική ενικού του ταμείο
ταμείων	noun	γενική πληθυντικού του ταμείο
ταμειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμειακό	adv	από ταμειακή άποψη
ταμειακέ	adj	κλητική ενικού του ταμειακός
ταμειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμειακή
ταμειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμειακός
ταμειακής	adj	γενική ενικού του ταμειακή
ταμειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμειακός
ταμειακού	adj	γενική ενικού του ταμειακός
ταμειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταμειακός
ταμειακό	adj	αιτιατική ενικού του ταμειακός
ταμειακός	adj	που έχει σχέση με το ταμείο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ταμειακών	adj	γενική πληθυντικού του ταμειακός
ταμειολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμειολογιστικό
ταμειολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμειολογιστική
ταμειολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικής	adj	γενική ενικού του ταμειολογιστική
ταμειολογιστικη	=	ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικο	=	ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικού	adj	γενική ενικού του ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ταμειολογιστικός
ταμειολογιστικός	adj	που αναφέρεται στο ταμείο και στον λογιστή
ταμειολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ταμειολογιστικός
ταμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμιακό	adv	από ταμιακή άποψη
ταμιακέ	adj	κλητική ενικού του ταμιακός
ταμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμιακή
ταμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμιακός
ταμιακής	adj	γενική ενικού του ταμιακή
ταμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμιακός
ταμιακού	adj	γενική ενικού του ταμιακός
ταμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταμιακός
ταμιακό	adj	αιτιατική ενικού του ταμιακός
ταμιακός	adj	που έχει σχέση με τον ταμία ή αναφέρεται σ' αυτόν
ταμιακών	adj	γενική πληθυντικού του ταμιακός
ταμιακώς	=	ταμιακά
ταμιευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμιευμένο
ταμιευμένε	verb	κλητική ενικού του ταμιευμένος
ταμιευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμιευμένη
ταμιευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμιευμένος
ταμιευμένης	verb	γενική ενικού του ταμιευμένη
ταμιευμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταμιευμένος
ταμιευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμιευμένος
ταμιευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταμιευμένος
ταμιευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταμιευμένος
ταμιευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταμιευμένος
ταμιευτήρα	=	ταμιευτήρας
ταμιευτήρας	noun	τεχνητή λίμνη, μεγάλη δεξαμενή για την συγκέντρωση νερού ύδρευσης ή άρδευσης
ταμιευτήρες	=	ταμιευτήρας
ταμιευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμιευτήριο
ταμιευτήριο	noun	τράπεζα όπου οι καταθέσεις επενδύονται στο δημόσιο
ταμιευτήριου	=	ταμιευτήριο
ταμιευτήρων	=	ταμιευτήρας
ταμιευτηρίου	noun	γενική ενικού του ταμιευτήριο
ταμιευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ταμιευτήριο
ταμιευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταμιευτικός	adv	όσον αφορά στην ταμίευση
ταμιευτικέ	adj	κλητική ενικού του ταμιευτικός
ταμιευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμιευτική
ταμιευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμιευτικός
ταμιευτικής	adj	γενική ενικού του ταμιευτική
ταμιευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμιευτικός
ταμιευτικού	adj	γενική ενικού του ταμιευτικός
ταμιευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταμιευτικός
ταμιευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ταμιευτικός
ταμιευτικός	adj	που έχει σχέση με την ταμίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
ταμιευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ταμιευτικός
ταμιεύαμε	=	ταμιεύω
ταμιεύαν	=	ταμιεύω
ταμιεύανε	=	ταμιεύω
ταμιεύατε	=	ταμιεύω
ταμιεύει	=	ταμιεύω
ταμιεύεις	=	ταμιεύω
ταμιεύετε	=	ταμιεύω
ταμιεύοντας	=	ταμιεύω
ταμιεύουμε	=	ταμιεύω
ταμιεύουν	=	ταμιεύω
ταμιεύουνε	=	ταμιεύω
ταμιεύσαμε	=	ταμιεύω
ταμιεύσαν	=	ταμιεύω
ταμιεύσανε	=	ταμιεύω
ταμιεύσατε	=	ταμιεύω
ταμιεύσει	=	ταμιεύω
ταμιεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμίευση
ταμιεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταμίευση
ταμιεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταμίευση
ταμιεύστε	=	ταμιεύω
ταμιεύω	verb	άλλη μορφή του αποταμιεύω
ταμιών	noun	γενική πληθυντικού του ταμίας
ταμούλ	noun	γλώσσα της νότιας Ινδίας και της βόρειας Σρι Λάνκα
ταμπά	noun	που έχει αποχρώσεις του (ανοιχτού) καφέ	adj	που έχει αποχρώσεις του (ανοιχτού) καφέ
ταμπάκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπάκο
ταμπάκε	noun	κλητική ενικού του ταμπάκος
ταμπάκη	=	ταμπάκης
ταμπάκηδες	=	ταμπάκης
ταμπάκηδων	=	ταμπάκης
ταμπάκης	noun|vulgar	ο βυρσοδέψης
ταμπάκικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπάκικο
ταμπάκικο	noun	το βυρσοδεψείο
ταμπάκικου	noun	γενική ενικού του ταμπάκικο
ταμπάκικων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπάκικο
ταμπάκο	noun	ο καπνός, αποξηραμένα λεπτοκομμένα φύλλα καπνού
ταμπάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμπάκος
ταμπάκος	noun	σκόνη λεπτοκομμένων φύλλων καπνού που ρουφούσαν από τη μύτη
ταμπάκου	noun	γενική ενικού του ταμπάκος
ταμπάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταμπάκος
ταμπάκων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπάκος
ταμπάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπάρο
ταμπάρο	noun	το χοντρό πανωφόρι
ταμπάρου	noun	γενική ενικού του ταμπάρο
ταμπάρων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπάρο
ταμπάχανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπάχανο
ταμπάχανο	noun	το βυρσοδεψείο
ταμπάχανου	noun	γενική ενικού του ταμπάχανο
ταμπάχανων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπάχανο
ταμπέλα	noun	μεταλλικό, πλαστικό ή ξύλινο επίπεδο φύλλο συνήθως στηριζόμενο με έναν ή δύο στύλους που έχει σήμα ή σύνθημα
ταμπέλας	noun	γενική ενικού του ταμπέλα
ταμπέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπέλα
ταμπακιέρα	noun	μικρή μεταλλική ή δερμάτινη θήκη για τσιγάρα, τσιγαροθήκη
ταμπακιέρας	noun	γενική ενικού του ταμπακιέρα
ταμπακιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπακιέρα
ταμπακοθήκες	=	ταμπακοθήκη
ταμπακοθήκη	noun	θήκη για ταμπάκο, για καπνό
ταμπακοθήκης	=	ταμπακοθήκη
ταμπακοθηκών	=	ταμπακοθήκη
ταμπελάκι	noun	μικρή ταμπέλα που στηρίζεται με βελόνα ή ραφή στο ρούχο ή στον τοίχο
ταμπελάκια	=	ταμπελάκι
ταμπελογράφος	=	ταπελλογράφος
ταμπελών	noun	γενική πληθυντικού του ταμπέλα
ταμπεραμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπεραμέντο
ταμπεραμέντο	noun	η ιδιοσυγκρασία, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας κάποιου
ταμπεραμέντου	noun	γενική ενικού του ταμπεραμέντο
ταμπεραμέντων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπεραμέντο
ταμπλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταμπλάς
ταμπλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπλάς
ταμπλάδων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπλάς
ταμπλάς	noun|vulgar	η αποπληξία
ταμπλέτα	noun	χάπι, δισκίο φαρμάκου
ταμπλέτας	noun	γενική ενικού του ταμπλέτα
ταμπλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπλέτα
ταμπλίστα	=	ταμπλίστας
ταμπλίστας	noun	ειδικότητα σε εστιατόρια, το πρόσωπο που χρεώνει σε κάθε τραπέζι τα φαγητά που παραδίδονται σε αυτό
ταμπλίστες	=	ταμπλίστας
ταμπλίστρια	noun	θηλυκό του ταμπλίστας
ταμπλίστριας	noun	γενική ενικού του ταμπλίστρια
ταμπλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπλίστρια
ταμπλετών	noun	γενική πληθυντικού του ταμπλέτα
ταμπλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ταμπλίστρια
ταμπλιστών	=	ταμπλίστας
ταμπλό	noun	η μεγάλη ορθογώνια επιφάνεια, ο πίνακας
ταμπλόιντ	noun	εφημερίδα μικρού μεγέθους που στοχεύει στον εντυπωσιασμό
ταμπλώ	=	ταμπλό
ταμπονάκι	noun	υποκοριστικό του ταμπόν
ταμπονάκια	=	ταμπονάκι
ταμπονάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταμπονάρω
ταμπονάρω	verb	χρησιμοποιώντας ταμπόν (ή γάζα) πιέζω για να σταματήσω αιμορραγία, να καθαρίσω πληγή, την επιδερμίδα κ.λπ.
ταμποναρίσματα	=	ταμπονάρισμα
ταμποναρίσματος	=	ταμπονάρισμα
ταμποναρισμάτων	=	ταμπονάρισμα
ταμποναρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμποναρισμένο
ταμποναρισμένε	verb	κλητική ενικού του ταμποναρισμένος
ταμποναρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμποναρισμένη
ταμποναρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμποναρισμένος
ταμποναρισμένης	verb	γενική ενικού του ταμποναρισμένη
ταμποναρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταμποναρισμένος
ταμποναρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμποναρισμένος
ταμποναρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταμποναρισμένος
ταμποναρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταμποναρισμένος
ταμποναρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταμποναρισμένος
ταμποναριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταμποναριστός	adv	με ταμποναριστό τρόπο
ταμποναριστέ	=	ταμποναριστός
ταμποναριστές	=	ταμποναριστός
ταμποναριστή	=	ταμποναριστός
ταμποναριστής	=	ταμποναριστός
ταμποναριστοί	=	ταμποναριστός
ταμποναριστού	=	ταμποναριστός
ταμποναριστούς	=	ταμποναριστός
ταμποναριστό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ταμποναριστός
ταμποναριστός	adj	που έχει σχέση με ταμπονάρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
ταμποναριστών	=	ταμποναριστός
ταμπουλέ	noun	αραβικής καταγωγής σαλάτα με πλιγούρι, μαϊντανό και άλλα υλικά
ταμπουρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταμπουράς
ταμπουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπουράς
ταμπουράδων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπουράς
ταμπουράς	noun	επτάχορδο ανατολίτικο μουσικό όργανο
ταμπουρέ	noun	χαμηλό κάθισμα σαλονιού χωρίς πλάτη
ταμπουριού	=	ταμπούρι
ταμπουριωτών	=	ταμπουριώτης
ταμπουριών	=	ταμπούρι
ταμπουριώτες	=	ταμπουριώτης
ταμπουριώτη	=	ταμπουριώτης
ταμπουριώτης	noun	ο καταγόμενος ή κάτοικος της συνοικίας Ταμπούρια στον Πειραιά.
ταμπουριώτικα	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικε	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικες	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικη	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικης	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικο	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικοι	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικος	adj	ο σχετικός με τα Ταμπούρια ή τους κατοίκους τους
ταμπουριώτικου	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικους	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτικων	=	ταμπουριώτικος
ταμπουριώτισσα	=	ταμπουριώτης
ταμπουρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθήκαν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθήκανε	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπουρωμένο
ταμπουρωμένε	verb	κλητική ενικού του ταμπουρωμένος
ταμπουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπουρωμένη
ταμπουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταμπουρωμένος
ταμπουρωμένης	verb	γενική ενικού του ταμπουρωμένη
ταμπουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταμπουρωμένος
ταμπουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταμπουρωμένος
ταμπουρωμένος	verb	που έχει ταμπουρωθεί
ταμπουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταμπουρωμένος
ταμπουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταμπουρωμένος
ταμπουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταμπουρωμένος
ταμπουρωνόμασταν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόμαστε	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόμουν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόμουνα	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόντουσαν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόσασταν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόσαστε	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόσουν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόσουνα	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνόταν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρωνότανε	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρώναμε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώναν	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνανε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνατε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνει	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνεις	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνεσαι	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώνεστε	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώνεται	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώνετε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνομαι	verb	κρύβομαι πίσω από μια αμυντική κατασκευή
ταμπουρώνονται	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώνονταν	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώνοντας	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνου	=	ταμπουρώνομαι
ταμπουρώνουμε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνουν	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνουνε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώνω	verb|vulgar	φτιάχνω ταμπούρια, προκειμένου ν’ αποκρούω εχθρικές επιθέσεις
ταμπουρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσαν	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώσανε	=	ταμπουρώνω
ταμπουρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνομαι
ταμπουρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπουτιού	=	ταμπούτι
ταμπουτιών	=	ταμπούτι
ταμπού	noun	πρόσωπο ή αντικείμενο ιερό (ή μολυσμένο, μιαρό), που δεν επιτρέπεται να το πλησιάσουμε ή να το χρησιμοποιήσουμε
ταμπούρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπούρο
ταμπούρι	noun|dated	αμυντικό προπέτασμα, χαράκωμα, οχύρωμα, προμαχώνας
ταμπούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπούρι
ταμπούρλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταμπούρλο
ταμπούρλο	noun	είδος μικρού τυμπάνου
ταμπούρλου	noun	γενική ενικού του ταμπούρλο
ταμπούρλων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπούρλο
ταμπούρο	noun	τύμπανο με ειδικό έλασμα, ταμπούρλο
ταμπούρου	noun	γενική ενικού του ταμπούρο
ταμπούρων	noun	γενική πληθυντικού του ταμπούρο
ταμπούρωνα	=	ταμπουρώνω
ταμπούρωναν	=	ταμπουρώνω
ταμπούρωνε	=	ταμπουρώνω
ταμπούρωνες	=	ταμπουρώνω
ταμπούρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπούρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπούρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπούρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταμπουρώνω
ταμπούτι	noun|dated	φέρετρο
ταμπούτια	=	ταμπούτι
ταμπόν	noun	βύσμα, τάπα
ταμπόνι	noun|rare	άλλη μορφή του ταμπόν
ταμς	abbrev	στρατιωτική άσκηση με στρατιώτες η οποία πραγματοποιείται σε τακτική βάση
τανάλια	noun	μεταλλικό εργαλείο εξαγωγής καρφιών
τανάλιας	noun	γενική ενικού του τανάλια
τανάλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τανάλια
τανάπαλιν	adv	και αντιστρόφως
τανίνες	=	τανίνη
τανίνη	noun	κατηγορία φυσικών πολυφαινολικών ενώσεων που βρίσκονται σε διάφορα φυτά, φρούτα και ξύλα, έχουν στυπτικές ιδιότητες, προσδίδουν πικρή ή ξηρή γεύση (π.χ. στο κρασί ή στο τσάι) και χρησιμοποιούνται στη βυρσοδεψία (για το μαύρισμα δερμάτων) και ως αντιοξειδωτικά
τανίνης	=	τανίνη
τανίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
ταναγραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταναγραίος
ταναγραίας	adj	γενική ενικού του ταναγραία
ταναγραίε	noun	κλητική ενικού του ταναγραίος
ταναγραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταναγραία
ταναγραίο	noun	αιτιατική ενικού του ταναγραίος
ταναγραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταναγραίος
ταναγραίος	noun	ο Ταναγραίος
ταναγραίου	noun	γενική ενικού του ταναγραίος
ταναγραίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταναγραίος
ταναγραίων	=	ταναγραίος
ταναλιών	noun	γενική πληθυντικού του τανάλια
τανζανικά	=	τανζανικός
τανζανικέ	=	τανζανικός
τανζανικές	=	τανζανικός
τανζανική	=	τανζανικός
τανζανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (τανζανική) του τανζανικός
τανζανικοί	=	τανζανικός
τανζανικού	=	τανζανικός
τανζανικούς	=	τανζανικός
τανζανικό	=	τανζανικός
τανζανικός	adj	σχετικός με την Τανζανία και τους Τανζανούς
τανζανικών	=	τανζανικός
τανζιμάτ	noun	μια σειρά από μεταρρυθμίσεις με στόχο την αναδιοργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε επίπεδο διοίκησης, οικονομίας και σχέσεών της με τους υπηκόους της, στο διάστημα 1839-1876
τανιέμαι	verb	άλλη μορφή του τανύζομαι: τεντώνομαι
τανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τανικό
τανικέ	adj	κλητική ενικού του τανικός
τανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τανική
τανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τανικός
τανικής	adj	γενική ενικού του τανική
τανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τανικός
τανικού	adj	γενική ενικού του τανικός
τανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τανικός
τανικό	adj	αιτιατική ενικού του τανικός
τανικός	adj	που έχει αρκετές τανίνες
τανικών	adj	γενική πληθυντικού του τανικός
τανινών	=	τανίνη
τανιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τανιέμαι
τανκ	noun	άρμα μάχης
τανκς	noun	πληθυντικός του τανκ
ταννίνες	=	ταννίνη
ταννίνη	noun	άλλη μορφή του τανίνη
ταννίνης	=	ταννίνη
ταννινών	=	ταννίνη
τανξ	noun	άλλη μορφή του τανκ
ταντάλιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 73 και χημικό σύμβολο το Ta
ταντέλα	noun	άλλη μορφή του δαντέλα
ταντέλας	noun	γενική ενικού του ταντέλα
ταντέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταντέλα
τανταλίου	=	ταντάλιο
τανταλιούχα	=	τανταλιούχος
τανταλιούχας	=	τανταλιούχος
τανταλιούχε	=	τανταλιούχος
τανταλιούχες	=	τανταλιούχος
τανταλιούχο	=	τανταλιούχος
τανταλιούχοι	=	τανταλιούχος
τανταλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο τανταλίου
τανταλιούχου	=	τανταλιούχος
τανταλιούχους	=	τανταλιούχος
τανταλιούχων	=	τανταλιούχος
ταντελών	noun	γενική πληθυντικού του ταντέλα
ταντουριού	=	ταντούρι
ταντουριών	=	ταντούρι
ταντούρι	noun	ένας πήλινος φούρνος
ταντούρια	=	ταντούρι
τανυέμαι	verb	άλλη μορφή του τανύομαι
τανυζόμασταν	=	τανύζω
τανυζόμαστε	=	τανύζω
τανυζόμουν	=	τανύζω
τανυζόμουνα	=	τανύζω
τανυζόντουσαν	=	τανύζω
τανυζόσασταν	=	τανύζω
τανυζόσαστε	=	τανύζω
τανυζόσουν	=	τανύζω
τανυζόσουνα	=	τανύζω
τανυζόταν	=	τανύζω
τανυζότανε	=	τανύζω
τανυούμαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος τανύω / τανύζω
τανυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τάνυσμα
τανυσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τανυσμένο
τανυσμένε	verb	κλητική ενικού του τανυσμένος
τανυσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τανυσμένη
τανυσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τανυσμένος
τανυσμένης	verb	γενική ενικού του τανυσμένη
τανυσμένο	verb	αιτιατική ενικού του τανυσμένος
τανυσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τανυσμένος
τανυσμένος	=	τανύζω
τανυσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τανυσμένος
τανυσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τανυσμένος
τανυσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τανυσμένος
τανυστήκαμε	=	τανύζω
τανυστήκαν	=	τανύζω
τανυστήκανε	=	τανύζω
τανυστήκατε	=	τανύζω
τανυστεί	=	τανύζω
τανυστείτε	=	τανύζω
τανύαμε	=	τανύω
τανύαν	=	τανύω
τανύανε	=	τανύω
τανύατε	=	τανύω
τανύει	=	τανύω
τανύεις	=	τανύω
τανύετε	=	τανύω
τανύζαμε	=	τανύζω
τανύζαν	=	τανύζω
τανύζανε	=	τανύζω
τανύζατε	=	τανύζω
τανύζει	=	τανύζω
τανύζεις	=	τανύζω
τανύζεσαι	=	τανύζω
τανύζεστε	=	τανύζω
τανύζεται	=	τανύζω
τανύζετε	=	τανύζω
τανύζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τανύζω
τανύζονται	=	τανύζω
τανύζονταν	=	τανύζω
τανύζοντας	=	τανύζω
τανύζου	=	τανύζω
τανύζουμε	=	τανύζω
τανύζουν	=	τανύζω
τανύζουνε	=	τανύζω
τανύζω	verb|literary	τεντώνω
τανύομαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικής φωνής του τανύω
τανύοντας	=	τανύω
τανύουμε	=	τανύω
τανύουν	=	τανύω
τανύουνε	=	τανύω
τανύσα	=	τανύω
τανύσαμε	=	τανύζω
τανύσαν	=	τανύζω
τανύσανε	=	τανύζω
τανύσατε	=	τανύζω
τανύσει	=	τανύζω
τανύσεις	=	τάνυση
τανύσεων	=	τάνυση
τανύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάνυσμα
τανύσματος	noun	γενική ενικού του τάνυσμα
τανύσου	=	τανύζω
τανύστε	=	τανύζω
τανύστηκα	=	τανύζω
τανύστηκαν	=	τανύζω
τανύστηκε	=	τανύζω
τανύστηκες	=	τανύζω
τανύω	verb|archaic	άλλη μορφή του τανύζω
ταξάκι	noun	υποκοριστικό του ταξί
ταξάκια	=	ταξάκι
ταξί	noun	αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ταξίμετρο που μεταφέρει επιβάτες (συνήθως μέσα στην πόλη) έναντι κομίστρου
ταξίαρχε	noun	κλητική ενικού του ταξίαρχος
ταξίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ταξίαρχος
ταξίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξίαρχος
ταξίαρχος	noun	ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του συνταγματάρχη και κατώτερο του υποστράτηγου.
ταξίαρχου	noun	γενική ενικού του ταξίαρχος
ταξίαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταξίαρχος
ταξίαρχων	noun	γενική πληθυντικού του ταξίαρχος
ταξίδευα	=	ταξιδεύω
ταξίδευαν	=	ταξιδεύω
ταξίδευε	=	ταξιδεύω
ταξίδευες	=	ταξιδεύω
ταξίδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξίδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξίδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξίδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξίδι	noun	μετακίνηση σε έναν προορισμό και παραμονή σ' αυτόν για κάποιο διάστημα
ταξίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξίδι
ταξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάξιμο
ταξίματος	noun	γενική ενικού του τάξιμο
ταξίμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξίμετρο
ταξίμετρο	noun	μετρητής που είναι εγκατεστημένος σε ταξί και καταγράφει την απόσταση που διανύθηκε και το ποσό που θα πληρώσει ο επιβάτης
ταξίμετρον	noun	το ταξίμετρο
ταξίμετρου	noun	γενική ενικού του ταξίμετρο
ταξίμετρων	noun	γενική πληθυντικού του ταξίμετρο
ταξίμι	noun	αυτοσχεδιασμός ενός μουσικού κομματιού σε όποια φάση του
ταξίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξίμι
ταξείδι	noun	παρωχημένη γραφή του ταξίδι
ταξείδια	=	ταξείδι
ταξειδιού	=	ταξείδι
ταξειδιών	=	ταξείδι
ταξιά	noun|vulgar	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξί
ταξιάρχου	noun	γενική ενικού του ταξίαρχος
ταξιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταξίαρχος
ταξιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του ταξίαρχος
ταξιανθία	noun	η διάταξη των ανθών ενός φυτού στα κλαδιά του, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο φύονται στο βλαστό
ταξιανθίας	noun	γενική ενικού του ταξιανθία
ταξιανθίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιανθία
ταξιανθιών	noun	γενική πληθυντικού του ταξιανθία
ταξιαρχία	noun	στρατιωτική μονάδα, υπομονάδα της μεραρχίας, που διοικείται από ταξίαρχο, και περιλαμβάνει υπό ενιαία διοίκηση μονάδες και υπομονάδες διαφόρων όπλων
ταξιαρχίας	noun	γενική ενικού του ταξιαρχία
ταξιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιαρχία
ταξιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του ταξιαρχία
ταξιαρχούλας	noun	γενική ενικού του Ταξιαρχούλα
ταξιδάκι	noun	υποκοριστικό του ταξίδι
ταξιδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδάκι
ταξιδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψαν	=	ταξιδεύω
ταξιδέψανε	=	ταξιδεύω
ταξιδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψομε	=	ταξιδεύω
ταξιδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψουνε	=	ταξιδεύω
ταξιδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδεμένο
ταξιδεμένε	verb	κλητική ενικού του ταξιδεμένος
ταξιδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδεμένη
ταξιδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξιδεμένος
ταξιδεμένης	verb	γενική ενικού του ταξιδεμένη
ταξιδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταξιδεμένος
ταξιδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξιδεμένος
ταξιδεμένος	verb	που έχει ταξιδέψει.
ταξιδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταξιδεμένος
ταξιδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταξιδεμένος
ταξιδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταξιδεμένος
ταξιδευουσών	=	ταξιδεύων
ταξιδευούσης	=	ταξιδεύων
ταξιδευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδευτής
ταξιδευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταξιδευτής
ταξιδευτής	noun	οποιοσδήποτε ταξιδεύει
ταξιδευτριών	=	ταξιδεύτρια
ταξιδευτών	noun	γενική πληθυντικού του ταξιδευτής
ταξιδευόντων	=	ταξιδεύων
ταξιδεύαμε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύαν	=	ταξιδεύω
ταξιδεύανε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύατε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύει	=	ταξιδεύω
ταξιδεύεις	=	ταξιδεύω
ταξιδεύετε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύομε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύον	=	ταξιδεύων
ταξιδεύοντα	=	ταξιδεύων
ταξιδεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταξιδεύω
ταξιδεύοντες	=	ταξιδεύων
ταξιδεύοντος	=	ταξιδεύων
ταξιδεύουμε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύουν	=	ταξιδεύω
ταξιδεύουνε	=	ταξιδεύω
ταξιδεύουσα	=	ταξιδεύων
ταξιδεύουσας	=	ταξιδεύων
ταξιδεύουσες	=	ταξιδεύων
ταξιδεύτρα	noun	θηλυκό του ταξιδευτής
ταξιδεύτρας	noun	γενική ενικού του ταξιδεύτρα
ταξιδεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδεύτρα
ταξιδεύτρια	noun	θηλυκό του ταξιδευτής
ταξιδεύτριας	=	ταξιδεύτρια
ταξιδεύτριες	=	ταξιδεύτρια
ταξιδεύω	verb	πηγαίνω κάπου με αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ.
ταξιδεύων	verb|archaic	εκείνος που κάνει ταξίδι, ενώ ταξιδεύει, με το να κάνει ταξίδι
ταξιδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξιδιάρης
ταξιδιάρας	adj	γενική ενικού του ταξιδιάρα
ταξιδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιάρα
ταξιδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταξιδιάρης
ταξιδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιάρης
ταξιδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ταξιδιάρης
ταξιδιάρης	adj	που αγαπάει τα ταξίδια
ταξιδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιάρικο
ταξιδιάρικε	adj	κλητική ενικού του ταξιδιάρικος
ταξιδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιάρικη
ταξιδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξιδιάρικος
ταξιδιάρικης	adj	γενική ενικού του ταξιδιάρικη
ταξιδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταξιδιάρης
ταξιδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιάρικος
ταξιδιάρικος	adj	άλλη μορφή του ταξιδιάρης, με τρυφερότητα για άνθρωπο ή για καραβάκι, για αυτοκίνητο, για πουλάκι κ.λπ.
ταξιδιάρικου	adj	γενική ενικού του ταξιδιάρικο
ταξιδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταξιδιάρικος
ταξιδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ταξιδιάρικο
ταξιδιού	noun	γενική ενικού του ταξίδι
ταξιδιωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιωτικό
ταξιδιωτικέ	adj	κλητική ενικού του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιωτική
ταξιδιωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτικής	adj	γενική ενικού του ταξιδιωτική
ταξιδιωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτικού	adj	γενική ενικού του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτικός	adj	που έχει σχέση με ταξίδι, αναφέρεται σ’ αυτό, συμβάλλει σ’ αυτό ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό
ταξιδιωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ταξιδιωτικός
ταξιδιωτισσών	noun	γενική πληθυντικού του ταξιδιώτισσα
ταξιδιωτών	=	ταξιδιώτης
ταξιδιών	=	ταξίδι
ταξιδιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιώτης
ταξιδιώτη	=	ταξιδιώτης
ταξιδιώτης	noun	εκείνος που ταξιδεύει ως επιβάτης ή και πεζός
ταξιδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιώτικο
ταξιδιώτικε	adj	κλητική ενικού του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιώτικη
ταξιδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτικης	adj	γενική ενικού του ταξιδιώτικη
ταξιδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταξιδιώτικος
ταξιδιώτισσα	noun	θηλυκό του ταξιδιώτης
ταξιδιώτισσας	noun	γενική ενικού του ταξιδιώτισσα
ταξιδιώτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιδιώτισσα
ταξιδιῶτις	noun	ταξιδιώτισσα, θηλυκό του ταξιδιώτης
ταξιθέτει	=	ταξιθετώ
ταξιθέτες	=	ταξιθέτης
ταξιθέτη	=	ταξιθέτης
ταξιθέτης	noun	υπάλληλος σε χώρους θεαμάτων, που συνοδεύει τους θεατές και τους δείχνει πού είναι οι θέσεις τους
ταξιθέτησα	=	ταξιθετώ
ταξιθέτησαν	=	ταξιθετώ
ταξιθέτησε	=	ταξιθετώ
ταξιθέτησες	=	ταξιθετώ
ταξιθέτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταξιθετώ
ταξιθέτησης	=	ταξιθέτηση
ταξιθέτησις	noun	η ταξιθέτηση
ταξιθέτις	noun	η ταξιθέτρια
ταξιθέτρια	noun	θηλυκό του ταξιθέτης
ταξιθέτριας	noun	γενική ενικού του ταξιθέτρια
ταξιθέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιθέτρια
ταξιθεσία	noun	άλλη μορφή του ταξιθέτηση
ταξιθεσίας	=	ταξιθεσία
ταξιθεσίες	=	ταξιθεσία
ταξιθεσιών	=	ταξιθεσία
ταξιθετήθηκα	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετήθηκαν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετήθηκε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετήθηκες	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετήσαμε	=	ταξιθετώ
ταξιθετήσαν	=	ταξιθετώ
ταξιθετήσανε	=	ταξιθετώ
ταξιθετήσατε	=	ταξιθετώ
ταξιθετήσει	=	ταξιθετώ
ταξιθετήσεις	=	ταξιθέτηση
ταξιθετήσεων	=	ταξιθέτηση
ταξιθετήσου	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετήστε	=	ταξιθετώ
ταξιθετεί	=	ταξιθετώ
ταξιθετείς	=	ταξιθετώ
ταξιθετείσαι	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετείστε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετείται	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετείτε	=	ταξιθετώ
ταξιθετηθήκαμε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετηθήκαν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετηθήκανε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετηθήκατε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετηθεί	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετηθείτε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιθετημένο
ταξιθετημένε	verb	κλητική ενικού του ταξιθετημένος
ταξιθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιθετημένη
ταξιθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξιθετημένος
ταξιθετημένης	verb	γενική ενικού του ταξιθετημένη
ταξιθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταξιθετημένος
ταξιθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξιθετημένος
ταξιθετημένος	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταξιθετημένος
ταξιθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταξιθετημένος
ταξιθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταξιθετημένος
ταξιθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ταξιθετώ
ταξιθετούμασταν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούμαστε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούμε	=	ταξιθετώ
ταξιθετούμουν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούν	=	ταξιθετώ
ταξιθετούνε	=	ταξιθετώ
ταξιθετούνται	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούνταν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούσα	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσαμε	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσαν	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσανε	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσασταν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούσαστε	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετούσατε	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσε	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσες	=	ταξιθετώ
ταξιθετούσουν	=	ταξιθετούμαι
ταξιθετριών	noun	γενική πληθυντικού του ταξιθέτρια
ταξιθετώ	verb	τακτοποιώ κάποια πράγματα (ή πρόσωπα) στη σωστή θέση, τα διευθετώ
ταξιθετών	=	ταξιθέτης
ταξιθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταξιθετώ
ταξικά	adv	όσον αφορά στις κοινωνικές τάξεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξικό
ταξικέ	adj	κλητική ενικού του ταξικός
ταξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξική
ταξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξικός
ταξικής	adj	γενική ενικού του ταξική
ταξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξικός
ταξικού	adj	γενική ενικού του ταξικός
ταξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταξικός
ταξικό	adj	αιτιατική ενικού του ταξικός
ταξικός	adj	ο σχετικός με τις κοινωνικές τάξεις
ταξικών	adj	γενική πληθυντικού του ταξικός
ταξιμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιμάκι
ταξιμάτων	=	τάξιμο
ταξιμιού	=	ταξίμι
ταξιμιών	=	ταξίμι
ταξινομήθηκα	=	ταξινομώ
ταξινομήθηκαν	=	ταξινομώ
ταξινομήθηκε	=	ταξινομώ
ταξινομήθηκες	=	ταξινομώ
ταξινομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήσαν	=	ταξινομώ
ταξινομήσανε	=	ταξινομώ
ταξινομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξινόμηση
ταξινομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταξινόμηση
ταξινομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταξινόμηση
ταξινομήσου	=	ταξινομώ
ταξινομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινομήτρια	=	ταξινομητής
ταξινομία	noun	ταξινόμηση
ταξινομίας	noun	γενική ενικού του ταξινομία
ταξινομίες	=	ταξινομία
ταξινομεί	=	ταξινομώ
ταξινομείς	=	ταξινομώ
ταξινομείσαι	=	ταξινομώ
ταξινομείστε	=	ταξινομώ
ταξινομείται	=	ταξινομώ
ταξινομείτε	=	ταξινομώ
ταξινομηθήκαμε	=	ταξινομώ
ταξινομηθήκαν	=	ταξινομώ
ταξινομηθήκανε	=	ταξινομώ
ταξινομηθήκατε	=	ταξινομώ
ταξινομηθεί	=	ταξινομώ
ταξινομηθείτε	=	ταξινομώ
ταξινομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξινομημένο
ταξινομημένε	verb	κλητική ενικού του ταξινομημένος
ταξινομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξινομημένη
ταξινομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξινομημένος
ταξινομημένης	verb	γενική ενικού του ταξινομημένη
ταξινομημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταξινομημένος
ταξινομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξινομημένος
ταξινομημένος	=	ταξινομώ
ταξινομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταξινομημένος
ταξινομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταξινομημένος
ταξινομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταξινομημένος
ταξινομητές	=	ταξινομητής
ταξινομητή	=	ταξινομητής
ταξινομητής	noun	που εκτελεί μια ταξινόμηση
ταξινομητών	=	ταξινομητής
ταξινομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξινομικό	adv	από ταξινομική άποψη
ταξινομικέ	adj	κλητική ενικού του ταξινομικός
ταξινομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξινομική
ταξινομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταξινομικός
ταξινομικής	adj	γενική ενικού του ταξινομική
ταξινομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξινομικός
ταξινομικού	adj	γενική ενικού του ταξινομικός
ταξινομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταξινομικός
ταξινομικό	adj	αιτιατική ενικού του ταξινομικός
ταξινομικός	adj	ο σχετικός με την ταξινόμηση
ταξινομικών	adj	γενική πληθυντικού του ταξινομικός
ταξινομιών	noun	γενική πληθυντικού του ταξινομία
ταξινομούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ταξινομώ
ταξινομούμασταν	=	ταξινομώ
ταξινομούμαστε	=	ταξινομώ
ταξινομούμε	=	ταξινομώ
ταξινομούμενος	=	ταξινομώ
ταξινομούμουν	=	ταξινομώ
ταξινομούν	=	ταξινομώ
ταξινομούνε	=	ταξινομώ
ταξινομούνται	=	ταξινομώ
ταξινομούνταν	=	ταξινομώ
ταξινομούσα	=	ταξινομώ
ταξινομούσαμε	=	ταξινομώ
ταξινομούσαν	=	ταξινομώ
ταξινομούσανε	=	ταξινομώ
ταξινομούσασταν	=	ταξινομώ
ταξινομούσαστε	=	ταξινομώ
ταξινομούσατε	=	ταξινομώ
ταξινομούσε	=	ταξινομώ
ταξινομούσες	=	ταξινομώ
ταξινομούσουν	=	ταξινομώ
ταξινομώ	verb	τακτοποιώ κάποια πράγματα σε μία σειρά βάσει κάποιων χαρακτηριστικών τους
ταξινομώντας	=	ταξινομώ
ταξινόμε	noun	κλητική ενικού του ταξινόμος
ταξινόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταξινομώ
ταξινόμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταξινομώ, η τακτοποίηση κάποιων πραγμάτων σε μία σειρά βάσει κάποιων χαρακτηριστικών τους
ταξινόμησης	noun	γενική ενικού του ταξινόμηση
ταξινόμησις	noun	η ταξινόμηση
ταξινόμο	noun	αιτιατική ενικού του ταξινόμος
ταξινόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταξινόμος
ταξινόμος	noun	που ταξινομεί
ταξινόμου	noun	γενική ενικού του ταξινόμος
ταξινόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταξινόμος
ταξινόμων	noun	γενική πληθυντικού του ταξινόμος
ταξιτζή	=	ταξιτζής
ταξιτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιτζής
ταξιτζήδων	=	ταξιτζής
ταξιτζής	noun	ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης ταξί
ταξιτζίνα	noun	θηλυκό του ταξιτζής
ταξιτζίνας	=	ταξιτζίνα
ταξιτζίνες	=	ταξιτζίνα
ταξιτζίνων	=	ταξιτζίνα
ταξιτζού	noun	θηλυκό του ταξιτζής
ταξιτζούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταξιτζού
ταξιτζούδων	=	ταξιτζού
ταξιτζούς	=	ταξιτζού
ταξχος	abbrev	ταξίαρχος
ταοϊσμέ	noun	κλητική ενικού του ταοϊσμός
ταοϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταοϊσμός
ταοϊσμού	noun	γενική ενικού του ταοϊσμός
ταοϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταοϊσμός
ταοϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του ταοϊσμός
ταοϊσμός	noun	κινεζικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα που αναπτύχθηκε από τη διδασκαλία τού Λάο Τσε και εστιάζει στη ζωή σε αρμονία με το ταό, προωθεί την απλότητα, τη μη–βίαιη δράση και τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, θεωρώντας ότι η εσωτερική ισορροπία και η κατανόηση της μεταβολής οδηγούν σε ορθή στάση απέναντι στον κόσμο
ταοϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του ταοϊσμός
ταπ	abbrev	υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας (ΥΠΠΟ) η οποία εκμεταλλεύεται τη χρήση των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, πρώην ονομασία των ΤΑΠΑ και ΟΔΑΠ.
ταπάκι	noun|vulgar	το χαλί, το πατάκι
ταπάκια	=	ταπάκι
ταπέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπέτο
ταπέτο	noun|dated	το χαλί, το πατάκι, το ταπάκι
ταπέτου	noun	γενική ενικού του ταπέτο
ταπέτων	noun	γενική πληθυντικού του ταπέτο
ταπήτων	noun	γενική πληθυντικού του τάπητας
ταπί	adv	έχοντας ξοδέψει όλα μου τα χρήματα, είμαι πλέον άφραγκος, χωρίς φράγκο
ταπίδι	noun	τάπα
ταπίον	noun|dated	επίσημος οθωμανικός τίτλος, συμβόλαιο κατοχής γης ή εκχώρησης γης για καλλιέργεια
ταπίρ	noun	άλλη μορφή του τάπιρος
ταπίστομα	adv|vulgar	άλλη μορφή του επίστομα: μπρούμυτα
ταπα	abbrev	Ν.Π.Δ.Δ. που ασχολείται με τη διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων και το οποίο μετονομάστηκε σε «Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων» (Ο.Δ.Α.Π.) με το Ν. 4761/ 2020
ταπείνωμα	noun	η ταπείνωση
ταπείνωνα	=	ταπεινώνω
ταπείνωναν	=	ταπεινώνω
ταπείνωνε	=	ταπεινώνω
ταπείνωνες	=	ταπεινώνω
ταπείνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπείνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπείνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπείνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπείνωση	noun	η ηθική μείωση της αξιοπρέπειας κάποιου
ταπείνωσης	noun	γενική ενικού του ταπείνωση
ταπεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινό	adv	με ταπεινό τρόπο
ταπεινέ	adj	κλητική ενικού του ταπεινός
ταπεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινή
ταπεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταπεινός
ταπεινής	adj	γενική ενικού του ταπεινή
ταπεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταπεινός
ταπεινοσυνών	=	ταπεινοσύνη
ταπεινοσύνες	=	ταπεινοσύνη
ταπεινοσύνη	noun	συνώνυμο του ταπεινότητα
ταπεινοσύνης	=	ταπεινοσύνη
ταπεινοτήτων	=	ταπεινότητα
ταπεινοφροσυνών	=	ταπεινοφροσύνη
ταπεινοφροσύνες	=	ταπεινοφροσύνη
ταπεινοφροσύνη	noun	η ιδιότητα αυτού που είναι εκ πεποιθήσεως ταπεινός
ταπεινοφροσύνης	=	ταπεινοφροσύνη
ταπεινοφρόνων	=	ταπεινόφρονας
ταπεινού	adj	γενική ενικού του ταπεινός
ταπεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταπεινός
ταπεινωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθήκαν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωθήκανε	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωθούνε	=	ταπεινώνω
ταπεινωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινωμάτων	=	ταπείνωμα
ταπεινωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινωμένο
ταπεινωμένε	verb	κλητική ενικού του ταπεινωμένος
ταπεινωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινωμένη
ταπεινωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταπεινωμένος
ταπεινωμένης	verb	γενική ενικού του ταπεινωμένη
ταπεινωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταπεινωμένος
ταπεινωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταπεινωμένος
ταπεινωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταπεινωμένος
ταπεινωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταπεινωμένος
ταπεινωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταπεινωμένος
ταπεινωνόμασταν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόμαστε	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόμουν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόμουνα	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόντουσαν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόσασταν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόσαστε	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόσουν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόσουνα	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνόταν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωνότανε	=	ταπεινώνομαι
ταπεινωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινωτικό	adv	με τρόπο που προκαλεί ταπείνωση κι εξευτελισμό
ταπεινωτικέ	adj	κλητική ενικού του ταπεινωτικός
ταπεινωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινωτική
ταπεινωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταπεινωτικός
ταπεινωτικής	adj	γενική ενικού του ταπεινωτική
ταπεινωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταπεινωτικός
ταπεινωτικού	adj	γενική ενικού του ταπεινωτικός
ταπεινωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταπεινωτικός
ταπεινωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ταπεινωτικός
ταπεινωτικός	adj	του οποίου η δράση έχει σαν αποτέλεσμα την ταπείνωση κάποιου
ταπεινωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ταπεινωτικός
ταπεινωτικώς	adv|dated	ταπεινωτικά
ταπεινό	adj	αιτιατική ενικού του ταπεινός
ταπεινός	adj	που έχει επίγνωση των δυνατοτήτων του, που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
ταπεινότητα	noun	το να είναι κάποιος ταπεινός, η ιδιότητα του ταπεινού
ταπεινότητας	noun	γενική ενικού του ταπεινότητα
ταπεινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπεινότητα
ταπεινόφρον	=	ταπεινόφρονας
ταπεινόφρονα	=	ταπεινόφρονας
ταπεινόφρονας	noun	άλλη μορφή του ταπεινόφρων
ταπεινόφρονες	=	ταπεινόφρονας
ταπεινόφρονος	=	ταπεινόφρονας
ταπεινόφρων	=	ταπεινόφρονας
ταπεινώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινώματα	=	ταπείνωμα
ταπεινώματος	=	ταπείνωμα
ταπεινών	adj	γενική πληθυντικού του ταπεινός
ταπεινώναμε	=	ταπεινώνω
ταπεινώναν	=	ταπεινώνω
ταπεινώνανε	=	ταπεινώνω
ταπεινώνατε	=	ταπεινώνω
ταπεινώνει	=	ταπεινώνω
ταπεινώνεις	=	ταπεινώνω
ταπεινώνεσαι	=	ταπεινώνομαι
ταπεινώνεστε	=	ταπεινώνομαι
ταπεινώνεται	=	ταπεινώνομαι
ταπεινώνετε	=	ταπεινώνω
ταπεινώνομαι	verb	εξευτελίζομαι
ταπεινώνομε	=	ταπεινώνω
ταπεινώνονται	=	ταπεινώνομαι
ταπεινώνονταν	=	ταπεινώνομαι
ταπεινώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώνου	=	ταπεινώνομαι
ταπεινώνουμε	=	ταπεινώνω
ταπεινώνουν	=	ταπεινώνω
ταπεινώνουνε	=	ταπεινώνω
ταπεινώνω	verb	με τη συμπεριφορά μου, μειώνω την αξιοπρέπεια κάποιου
ταπεινώς	adv|dated	ταπεινά
ταπεινώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσαν	=	ταπεινώνω
ταπεινώσανε	=	ταπεινώνω
ταπεινώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπείνωση
ταπεινώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταπείνωση
ταπεινώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταπείνωση
ταπεινώσομε	=	ταπεινώνω
ταπεινώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
ταπεινώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσουνε	=	ταπεινώνω
ταπεινώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπεινώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνω
ταπελλογράφε	=	ταπελλογράφος
ταπελλογράφο	=	ταπελλογράφος
ταπελλογράφοι	=	ταπελλογράφος
ταπελλογράφος	noun	(επάγγελμα) αυτός που φτιάχνει ταμπέλες, ο επιγραφοποιός
ταπελλογράφου	=	ταπελλογράφος
ταπελλογράφους	=	ταπελλογράφος
ταπελλογράφων	=	ταπελλογράφος
ταπεράκι	noun	μικρό τάπερ
ταπεράκια	=	ταπεράκι
ταπεραμέντο	=	ταμπεραμέντο
ταπετσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταπετσάρω
ταπετσάρω	verb	καλύπτω έναν τοίχο με χαρτί, ξύλο, πλαστικό, ύφασμα, κ.α.
ταπετσέρη	=	ταπετσέρης
ταπετσέρηδες	=	ταπετσέρης
ταπετσέρηδων	=	ταπετσέρης
ταπετσέρης	noun	άλλη μορφή του ταπετσιέρης
ταπετσαρία	noun	ύφασμα, χαρτί ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν εσωτερικούς τοίχους, χώρους μέσα σε ένα όχημα κ.λπ.
ταπετσαρίας	noun	γενική ενικού του ταπετσαρία
ταπετσαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπετσαρία
ταπετσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπετσάρισμα
ταπετσαρίσματος	noun	γενική ενικού του ταπετσάρισμα
ταπετσαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπετσάρομαι
ταπετσαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπετσάρομαι
ταπετσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταπετσάρισμα
ταπετσαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταπετσάρομαι
ταπετσαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπετσάρομαι
ταπετσαριών	noun	γενική πληθυντικού του ταπετσαρία
ταπετσιέρη	=	ταπετσιέρης
ταπετσιέρηδες	=	ταπετσιέρης
ταπετσιέρηδων	=	ταπετσιέρης
ταπετσιέρης	noun	τεχνίτης που κατασκευάζει και τοποθετεί ταπετσαρίες σε έπιπλα (και εσωτερικά αυτοκινήτων) και τοίχους
ταπητοκαθαριστήρια	=	ταπητοκαθαριστήριο
ταπητοκαθαριστήριο	noun	κατάστημα εξειδικευμένο στο καθάρισμα ταπήτων (χαλιών)
ταπητοκαθαριστήριου	=	ταπητοκαθαριστήριο
ταπητοκαθαριστηρίου	=	ταπητοκαθαριστήριο
ταπητοκαθαριστηρίων	=	ταπητοκαθαριστήριο
ταπητοστρώνω	verb	καλύπτω, στρώνω μια επιφάνεια με τάπητα
ταπητοστρώσεις	=	ταπητόστρωση
ταπητοστρώσεων	=	ταπητόστρωση
ταπητουργέ	noun	κλητική ενικού του ταπητουργός
ταπητουργία	noun	ο παραγωγικός κλάδος που ασχολείται με την ύφανση χαλιών
ταπητουργίας	noun	γενική ενικού του ταπητουργία
ταπητουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπητουργία
ταπητουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπητουργείο
ταπητουργείο	noun	το εργαστήριο του ταπητουργού, παραγωγική μονάδα ύφανσης χαλιών
ταπητουργείου	noun	γενική ενικού του ταπητουργείο
ταπητουργείων	noun	γενική πληθυντικού του ταπητουργείο
ταπητουργεῖον	noun	ταπητουργείο
ταπητουργικά	=	ταπητουργικός
ταπητουργικέ	=	ταπητουργικός
ταπητουργικές	=	ταπητουργικός
ταπητουργική	=	ταπητουργικός
ταπητουργικής	=	ταπητουργικός
ταπητουργικοί	=	ταπητουργικός
ταπητουργικού	=	ταπητουργικός
ταπητουργικούς	=	ταπητουργικός
ταπητουργικό	=	ταπητουργικός
ταπητουργικός	adj	σχετικός με την ταπητουργία
ταπητουργικών	=	ταπητουργικός
ταπητουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ταπητουργία
ταπητουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταπητουργός
ταπητουργού	noun	γενική ενικού του ταπητουργός
ταπητουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταπητουργός
ταπητουργό	noun	αιτιατική ενικού του ταπητουργός
ταπητουργός	noun	ο κατασκευαστής χαλιών
ταπητουργών	noun	γενική πληθυντικού του ταπητουργός
ταπητόστρωση	noun	η κάλυψη μιας επιφάνειας με τάπητα
ταπητόστρωσης	=	ταπητόστρωση
ταπητόστρωτα	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτε	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτες	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτη	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτης	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτο	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτοι	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτος	adj	ο στρωμένος με τάπητα, χαλί
ταπητόστρωτου	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτους	=	ταπητόστρωτος
ταπητόστρωτων	=	ταπητόστρωτος
ταπισερί	noun	υφαντό ή κεντητό ύφασμα, συνήθως μεγάλων διαστάσεων, που κρεμιέται στον τοίχο
ταπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τάπωμα
ταπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπωμένο
ταπωμένε	verb	κλητική ενικού του ταπωμένος
ταπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταπωμένη
ταπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταπωμένος
ταπωμένης	verb	γενική ενικού του ταπωμένη
ταπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταπωμένος
ταπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταπωμένος
ταπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταπωμένος
ταπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταπωμένος
ταπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταπωμένος
ταπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάπωμα
ταπώματος	noun	γενική ενικού του τάπωμα
ταπώναμε	=	ταπώνω
ταπώναν	=	ταπώνω
ταπώνανε	=	ταπώνω
ταπώνατε	=	ταπώνω
ταπώνει	=	ταπώνω
ταπώνεις	=	ταπώνω
ταπώνετε	=	ταπώνω
ταπώνοντας	=	ταπώνω
ταπώνουμε	=	ταπώνω
ταπώνουν	=	ταπώνω
ταπώνουνε	=	ταπώνω
ταπώνω	verb	κλείνω ένα δοχείο με τάπα
ταπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσαν	=	ταπώνω
ταπώσανε	=	ταπώνω
ταπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπώνω
ταράγματα	=	τάραγμα
ταράγματος	=	τάραγμα
ταράζαμε	=	ταράζω
ταράζαν	=	ταράζω
ταράζανε	=	ταράζω
ταράζατε	=	ταράζω
ταράζει	=	ταράζω
ταράζεις	=	ταράζω
ταράζεσαι	=	ταράζω
ταράζεστε	=	ταράζω
ταράζεται	=	ταράζω
ταράζετε	=	ταράζω
ταράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ταράζω
ταράζομε	=	ταράζω
ταράζονται	=	ταράζω
ταράζονταν	=	ταράζω
ταράζοντας	=	ταράζω
ταράζουμε	=	ταράζω
ταράζουν	=	ταράζω
ταράζουνε	=	ταράζω
ταράζω	verb	προκαλώ ταραχή ή αναταραχή
ταράκουλα	=	ταράκουλο
ταράκουλο	noun	μεγάλη ψυχική ταραχή· κυρίως στην ονομαστική του ενικού σε εκφράσεις όπως: με πιάνει / μού 'ρθε / παθαίνω ταράκουλο
ταράκουλου	=	ταράκουλο
ταράκουλων	=	ταράκουλο
ταράματα	=	τάραμα
ταράματος	=	τάραμα
ταράνδου	noun	γενική ενικού του τάρανδος
ταράνδους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τάρανδος
ταράνδων	noun	γενική πληθυντικού του τάρανδος
ταράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξαν	=	ταράζω
ταράξανε	=	ταράζω
ταράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξομε	=	ταράζω
ταράξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξουνε	=	ταράζω
ταράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζω
ταράσσαμε	=	ταράσσω
ταράσσαν	=	ταράσσω
ταράσσανε	=	ταράσσω
ταράσσατε	=	ταράσσω
ταράσσει	=	ταράσσω
ταράσσεις	=	ταράσσω
ταράσσεσαι	=	ταράσσομαι
ταράσσεστε	=	ταράσσομαι
ταράσσεται	=	ταράσσομαι
ταράσσετε	=	ταράσσω
ταράσσομαι	verb|formal	παθητική φωνή του ρήματος ταράσσω
ταράσσονται	=	ταράσσομαι
ταράσσονταν	=	ταράσσομαι
ταράσσοντας	=	ταράσσω
ταράσσου	=	ταράσσομαι
ταράσσουμε	=	ταράσσω
ταράσσουν	=	ταράσσω
ταράσσουνε	=	ταράσσω
ταράσσω	verb|formal	άλλη μορφή του ταράζω
ταράτσα	noun	η επίπεδη στέγη ενός σπιτιού
ταράτσας	noun	γενική ενικού του ταράτσα
ταράτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταράτσα
ταράτσωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταρατσώνω
ταράτσωνα	=	ταρατσώνω
ταράτσωναν	=	ταρατσώνω
ταράτσωνε	=	ταρατσώνω
ταράτσωνες	=	ταρατσώνω
ταράτσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταράτσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταράτσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταράτσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταράττω	=	ταράζω
ταράχθηκα	=	ταράχτηκα
ταράχοςτα	=	τάραχος
ταράχοςτος	=	τάραχος
ταράχτε	=	ταράζω
ταράχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταράχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταράχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταράχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταρίφα	noun	χρονοχρέωση
ταρίφας	=	ταρίφα
ταρίφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρίφα
ταρίχευα	=	ταριχεύω
ταρίχευαν	=	ταριχεύω
ταρίχευε	=	ταριχεύω
ταρίχευες	=	ταριχεύω
ταρίχευμα	noun|rare	το αποτέλεσμα του ταριχεύω
ταρίχευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταρίχευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταρίχευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταρίχευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταρίχευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταριχεύω
ταρίχευσης	=	ταρίχευση
ταρίχεψα	=	ταριχεύω
ταρίχεψαν	=	ταριχεύω
ταρίχεψε	=	ταριχεύω
ταρίχεψες	=	ταριχεύω
ταραγμάτων	=	τάραγμα
ταραγμέ	=	ταραγμός
ταραγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταραγμένος	adv	με ταραχή
ταραγμένε	verb	κλητική ενικού του ταραγμένος
ταραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραγμένη
ταραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταραγμένος
ταραγμένης	verb	γενική ενικού του ταραγμένη
ταραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταραγμένος
ταραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταραγμένος
ταραγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ταράζω
ταραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταραγμένος
ταραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταραγμένος
ταραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταραγμένος
ταραγμοί	=	ταραγμός
ταραγμού	=	ταραγμός
ταραγμούς	=	ταραγμός
ταραγμό	=	ταραγμός
ταραγμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ταράζω / ταράσσω
ταραγμών	=	ταραγμός
ταραζόμασταν	=	ταράζω
ταραζόμαστε	=	ταράζω
ταραζόμουν	=	ταράζω
ταραζόμουνα	=	ταράζω
ταραζόντουσαν	=	ταράζω
ταραζόσασταν	=	ταράζω
ταραζόσαστε	=	ταράζω
ταραζόσουν	=	ταράζω
ταραζόσουνα	=	ταράζω
ταραζόταν	=	ταράζω
ταραζότανε	=	ταράζω
ταρακουνά	=	ταρακουνώ
ταρακουνάει	=	ταρακουνώ
ταρακουνάμε	=	ταρακουνώ
ταρακουνάν	=	ταρακουνώ
ταρακουνάνε	=	ταρακουνώ
ταρακουνάς	=	ταρακουνώ
ταρακουνάτε	=	ταρακουνώ
ταρακουνάω	=	ταρακουνώ
ταρακουνήθηκα	=	ταρακουνώ
ταρακουνήθηκαν	=	ταρακουνώ
ταρακουνήθηκε	=	ταρακουνώ
ταρακουνήθηκες	=	ταρακουνώ
ταρακουνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρακούνημα
ταρακουνήματος	noun	γενική ενικού του ταρακούνημα
ταρακουνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσαν	=	ταρακουνώ
ταρακουνήσανε	=	ταρακουνώ
ταρακουνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσου	=	ταρακουνώ
ταρακουνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακουνηθήκαμε	=	ταρακουνώ
ταρακουνηθήκαν	=	ταρακουνώ
ταρακουνηθήκανε	=	ταρακουνώ
ταρακουνηθήκατε	=	ταρακουνώ
ταρακουνηθεί	=	ταρακουνώ
ταρακουνηθείτε	=	ταρακουνώ
ταρακουνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταρακούνημα
ταρακουνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρακουνημένο
ταρακουνημένε	verb	κλητική ενικού του ταρακουνημένος
ταρακουνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρακουνημένη
ταρακουνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταρακουνημένος
ταρακουνημένης	verb	γενική ενικού του ταρακουνημένη
ταρακουνημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταρακουνημένος
ταρακουνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταρακουνημένος
ταρακουνημένος	=	ταρακουνώ
ταρακουνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταρακουνημένος
ταρακουνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταρακουνημένος
ταρακουνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταρακουνημένος
ταρακουνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ταρακουνώ, ταρακουνάω
ταρακουνιέσαι	=	ταρακουνώ
ταρακουνιέστε	=	ταρακουνώ
ταρακουνιέται	=	ταρακουνώ
ταρακουνιούνται	=	ταρακουνώ
ταρακουνιούνταν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόμασταν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόμαστε	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόμουν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόμουνα	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόνταν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόντανε	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόντουσαν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόσασταν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόσαστε	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόσουν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόσουνα	=	ταρακουνώ
ταρακουνιόταν	=	ταρακουνώ
ταρακουνιότανε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούμε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούν	=	ταρακουνώ
ταρακουνούνε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσα	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσαμε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσαν	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσανε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσατε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσε	=	ταρακουνώ
ταρακουνούσες	=	ταρακουνώ
ταρακουνώ	verb	κουνάω κάποιον με δύναμη
ταρακουνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταρακουνάω / ταρακουνώ
ταρακούνα	=	ταρακουνώ
ταρακούναγα	=	ταρακουνώ
ταρακούναγε	=	ταρακουνώ
ταρακούνημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταρακουνώ
ταρακούνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακούνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακούνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακούνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρακουνώ
ταρακτός	adj|formal	που ταράσσεται, δημιουργείται με ανατάραξη ή υπόκειται σʼ αυτή
ταραμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταραμάς
ταραμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραμάς
ταραμάδων	noun	γενική πληθυντικού του ταραμάς
ταραμάς	noun	αβγά ψαριού συνήθως κυπρίνου
ταραμάτων	=	τάραμα
ταραμοκεφτέ	=	ταραμοκεφτές
ταραμοκεφτέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραμοκεφτές
ταραμοκεφτέδων	=	ταραμοκεφτές
ταραμοκεφτές	noun	κεφτές με βασικό υλικό τον ταραμά
ταραμοκεφτεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραμοκεφτεδάκι
ταραμοσαλάτα	noun	φαγητό με κρεμώδη υφή που καταναλώνεται κυρίως στην Ελλάδα και στην Τουρκία με βασικό συστατικό τον ταραμά
ταραμοσαλάτας	noun	γενική ενικού του ταραμοσαλάτα
ταραμοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραμοσαλάτα
ταραμοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του ταραμοσαλάτα
ταραντέλα	noun	παραδοσιακός χορός με γρήγορο ρυθμό, καθώς και η αντίστοιχη μελωδία, από τη Νότιο Ιταλία, που σχετίζεται με την διονυσιακής υφής τελετουργία του ταραντισμού της Απουλίας
ταραντέλας	noun	γενική ενικού του ταραντέλα
ταραντέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραντέλα
ταραντίνο	noun	που μιλιέται στην Σικελία, στην Ιταλία
ταραντελών	noun	γενική πληθυντικού του ταραντέλα
ταραντισμέ	noun	κλητική ενικού του ταραντισμός
ταραντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταραντισμός
ταραντισμού	noun	γενική ενικού του ταραντισμός
ταραντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταραντισμός
ταραντισμό	noun	αιτιατική ενικού του ταραντισμός
ταραντισμός	noun	παλαιό, παραδοσιακό διονυσιακού τύπου δρώμενο κυρίως της Νοτίου Ιταλίας, με επίκεντρο μια δαιμονική κατάσταση (έκσταση), που αποδιδόταν σε τσίμπημα της αράχνης taranta (η Lycosa tarantula), κατά το κοινώς λεγόμενο ταραντούλα
ταραντισμών	noun	γενική πληθυντικού του ταραντισμός
ταραντουλισμέ	noun	κλητική ενικού του ταραντουλισμός
ταραντουλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταραντουλισμός
ταραντουλισμού	noun	γενική ενικού του ταραντουλισμός
ταραντουλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταραντουλισμός
ταραντουλισμό	noun	αιτιατική ενικού του ταραντουλισμός
ταραντουλισμός	noun|rare	άλλη μορφή του ταραντισμός
ταραντουλισμών	noun	γενική πληθυντικού του ταραντουλισμός
ταραντουλών	noun	γενική πληθυντικού του ταραντούλα
ταραντούλα	noun	αράχνη του είδους Lycosa tarentula της οικογένειας των λυκωσιδών (Lycosidae) ή της οικογένειας Theraphosidae, συνήθως -ελαφρά- δηλητηριώδης και με χαρακτηριστικά μεγάλο -για αράχνες- μέγεθος
ταραντούλας	noun	γενική ενικού του ταραντούλα
ταραντούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραντούλα
ταραξάκα	=	ταραξάκο
ταραξάκε	=	ταραξάκος
ταραξάκο	noun	πολυετές ποώδες φυτό της οικογένειας των Αστεροειδών, με χαρακτηριστικά κίτρινα άνθη, που χρησιμοποιείται τόσο ως βρώσιμο χόρτο όσο και στη λαϊκή και φαρμακευτική βοτανοθεραπεία
ταραξάκοι	=	ταραξάκος
ταραξάκος	noun	άλλη μορφή του ταραξάκο
ταραξάκου	=	ταραξάκο
ταραξάκους	=	ταραξάκος
ταραξάκων	=	ταραξάκο
ταραξία	=	ταραξίας
ταραξίας	noun	που προκαλεί φασαρίες
ταραξίες	=	ταραξίας
ταραξιών	=	ταραξίας
ταρασσόμασταν	=	ταράσσομαι
ταρασσόμαστε	=	ταράσσομαι
ταρασσόμενος	=	ταράσσομαι
ταρασσόμουν	=	ταράσσομαι
ταρασσόμουνα	=	ταράσσομαι
ταρασσόντουσαν	=	ταράσσομαι
ταρασσόσασταν	=	ταράσσομαι
ταρασσόσαστε	=	ταράσσομαι
ταρασσόσουν	=	ταράσσομαι
ταρασσόσουνα	=	ταράσσομαι
ταρασσόταν	=	ταράσσομαι
ταρασσότανε	=	ταράσσομαι
ταρατατζούμ	noun	ο ήχος του τύμπανου, ιδίως στρατιωτικού
ταρατσάκι	noun	υποκοριστικό του ταράτσα
ταρατσάκια	=	ταρατσάκι
ταρατσούλα	noun	υποκοριστικό του ταράτσα
ταρατσούλας	noun	γενική ενικού του ταρατσούλα
ταρατσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρατσούλα
ταρατσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταράτσωμα
ταρατσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρατσωμένο
ταρατσωμένε	verb	κλητική ενικού του ταρατσωμένος
ταρατσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρατσωμένη
ταρατσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταρατσωμένος
ταρατσωμένης	verb	γενική ενικού του ταρατσωμένη
ταρατσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταρατσωμένος
ταρατσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταρατσωμένος
ταρατσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταρατσωμένος
ταρατσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταρατσωμένος
ταρατσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταρατσωμένος
ταρατσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταράτσωμα
ταρατσώματος	noun	γενική ενικού του ταράτσωμα
ταρατσών	noun	γενική πληθυντικού του ταράτσα
ταρατσώναμε	=	ταρατσώνω
ταρατσώναν	=	ταρατσώνω
ταρατσώνανε	=	ταρατσώνω
ταρατσώνατε	=	ταρατσώνω
ταρατσώνει	=	ταρατσώνω
ταρατσώνεις	=	ταρατσώνω
ταρατσώνετε	=	ταρατσώνω
ταρατσώνοντας	=	ταρατσώνω
ταρατσώνουμε	=	ταρατσώνω
ταρατσώνουν	=	ταρατσώνω
ταρατσώνουνε	=	ταρατσώνω
ταρατσώνω	verb	πατάω το χώμα για να γίνει επίπεδο
ταρατσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσαν	=	ταρατσώνω
ταρατσώσανε	=	ταρατσώνω
ταρατσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταρατσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταρατσώνω
ταραχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταραχή
ταραχή	noun	ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση
ταραχής	=	ταραχή
ταραχίζω	verb	στενοχωρώ
ταραχοποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταραχοποιός	adv|rare	με ταραχοποιό τρόπο
ταραχοποιάς	=	ταραχοποιός
ταραχοποιέ	adj	κλητική ενικού του ταραχοποιός
ταραχοποιές	=	ταραχοποιός
ταραχοποιή	=	ταραχοποιός
ταραχοποιής	=	ταραχοποιός
ταραχοποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταραχοποιός
ταραχοποιού	adj	γενική ενικού του ταραχοποιός
ταραχοποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταραχοποιός
ταραχοποιό	adj	αιτιατική ενικού του ταραχοποιός
ταραχοποιός	noun|formal	που είναι ταραχοποιός	adj|formal	που προκαλεί ταραχές, αναταραχή, έκτροπα
ταραχοποιών	adj	γενική πληθυντικού του ταραχοποιός
ταραχτά	=	ταραχτάς
ταραχτάδες	=	ταραχτάς
ταραχτάδων	=	ταραχτάς
ταραχτάς	noun	φασαρία, ταραχή
ταραχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτήκαν	=	ταράζω
ταραχτήκανε	=	ταράζω
ταραχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχτούνε	=	ταράζω
ταραχτός	adj|rare	άλλη μορφή του ταρακτός
ταραχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταράζομαι
ταραχωδών	=	ταραχώδης
ταραχόςτων	=	τάραχος
ταραχώδεις	=	ταραχώδης
ταραχώδες	=	ταραχώδης
ταραχώδη	=	ταραχώδης
ταραχώδης	adj	που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πολλής ταραχής, αναστάτωσης, περιπετειών και αναπάντεχων εξελίξεων
ταραχώδους	=	ταραχώδης
ταραχών	=	ταραχή
ταρζανιά	noun	ενέργεια που θεωρείται παράτολμη
ταριφών	noun	γενική πληθυντικού του ταρίφα
ταριχέψαμε	=	ταριχεύω
ταριχέψατε	=	ταριχεύω
ταριχέψει	=	ταριχεύω
ταριχέψεις	=	ταριχεύω
ταριχέψετε	=	ταριχεύω
ταριχέψομε	=	ταριχεύω
ταριχέψου	=	ταριχεύω
ταριχέψουμε	=	ταριχεύω
ταριχέψουν	=	ταριχεύω
ταριχέψουνε	=	ταριχεύω
ταριχέψτε	=	ταριχεύω
ταριχέψω	=	ταριχεύω
ταριχευθήκαμε	=	ταριχεύω
ταριχευθήκαν	=	ταριχεύω
ταριχευθήκανε	=	ταριχεύω
ταριχευθήκατε	=	ταριχεύω
ταριχευθεί	=	ταριχεύω
ταριχευθείς	=	ταριχεύω
ταριχευθείτε	=	ταριχεύω
ταριχευθούμε	=	ταριχεύω
ταριχευθούν	=	ταριχεύω
ταριχευθούνε	=	ταριχεύω
ταριχευθώ	=	ταριχεύω
ταριχευμένα	=	ταριχευμένος
ταριχευμένε	=	ταριχευμένος
ταριχευμένες	=	ταριχευμένος
ταριχευμένη	=	ταριχευμένος
ταριχευμένης	=	ταριχευμένος
ταριχευμένο	=	ταριχευμένος
ταριχευμένοι	=	ταριχευμένος
ταριχευμένος	verb	που έχει ταριχευτεί
ταριχευμένου	=	ταριχευμένος
ταριχευμένους	=	ταριχευμένος
ταριχευμένων	=	ταριχευμένος
ταριχευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταριχευτός	adv	με ταριχευτό τρόπο
ταριχευτέ	adj	κλητική ενικού του ταριχευτός
ταριχευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταριχευτή
ταριχευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταριχευτός
ταριχευτήκαμε	=	ταριχεύομαι
ταριχευτήκαν	=	ταριχεύομαι
ταριχευτήκανε	=	ταριχεύομαι
ταριχευτήκατε	=	ταριχεύομαι
ταριχευτής	noun	αυτός που ταριχεύει νεκρούς ανθρώπους ή ζώα	adj	γενική ενικού του ταριχευτή
ταριχευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταριχεύομαι
ταριχευτείς	=	ταριχεύω
ταριχευτείτε	=	ταριχεύομαι
ταριχευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταριχευτικό
ταριχευτικέ	adj	κλητική ενικού του ταριχευτικός
ταριχευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταριχευτική
ταριχευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταριχευτικός
ταριχευτικής	adj	γενική ενικού του ταριχευτική
ταριχευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταριχευτικός
ταριχευτικού	adj	γενική ενικού του ταριχευτικός
ταριχευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταριχευτικός
ταριχευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ταριχευτικός
ταριχευτικός	adj	σχετικός με την ταρίχευση
ταριχευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ταριχευτικός
ταριχευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταριχευτός
ταριχευτού	adj	γενική ενικού του ταριχευτός
ταριχευτούμε	=	ταριχεύω
ταριχευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύομαι
ταριχευτούνε	=	ταριχεύω
ταριχευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταριχευτός
ταριχευτριών	=	ταριχεύτρια
ταριχευτό	adj	αιτιατική ενικού του ταριχευτός
ταριχευτός	adj	άλλη μορφή του ταριχευμένος
ταριχευτώ	=	ταριχεύω
ταριχευτών	adj	γενική πληθυντικού του ταριχευτός
ταριχευόμασταν	=	ταριχεύομαι
ταριχευόμαστε	=	ταριχεύομαι
ταριχευόμουν	=	ταριχεύομαι
ταριχευόμουνα	=	ταριχεύομαι
ταριχευόντουσαν	=	ταριχεύομαι
ταριχευόσασταν	=	ταριχεύομαι
ταριχευόσαστε	=	ταριχεύομαι
ταριχευόσουν	=	ταριχεύομαι
ταριχευόσουνα	=	ταριχεύομαι
ταριχευόταν	=	ταριχεύομαι
ταριχευότανε	=	ταριχεύομαι
ταριχεύαμε	=	ταριχεύω
ταριχεύαν	=	ταριχεύω
ταριχεύανε	=	ταριχεύω
ταριχεύατε	=	ταριχεύω
ταριχεύει	=	ταριχεύω
ταριχεύεις	=	ταριχεύω
ταριχεύεσαι	=	ταριχεύομαι
ταριχεύεστε	=	ταριχεύομαι
ταριχεύεται	=	ταριχεύομαι
ταριχεύετε	=	ταριχεύω
ταριχεύθηκα	=	ταριχεύω
ταριχεύθηκαν	=	ταριχεύω
ταριχεύθηκε	=	ταριχεύω
ταριχεύθηκες	=	ταριχεύω
ταριχεύομαι	verb	υφίσταμαι ταρίχευση
ταριχεύομε	=	ταριχεύω
ταριχεύονται	=	ταριχεύομαι
ταριχεύονταν	=	ταριχεύομαι
ταριχεύοντας	=	ταριχεύω
ταριχεύου	=	ταριχεύομαι
ταριχεύουμε	=	ταριχεύω
ταριχεύουν	=	ταριχεύω
ταριχεύουνε	=	ταριχεύω
ταριχεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσαν	=	ταριχεύω
ταριχεύσανε	=	ταριχεύω
ταριχεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρίχευση
ταριχεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσεων	=	ταρίχευση
ταριχεύσομε	=	ταριχεύω
ταριχεύσου	=	ταριχεύομαι
ταριχεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσουνε	=	ταριχεύω
ταριχεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταριχεύω
ταριχεύτε	=	ταριχεύω
ταριχεύτηκα	=	ταριχεύομαι
ταριχεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύομαι
ταριχεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταριχεύομαι
ταριχεύτηκες	=	ταριχεύομαι
ταριχεύτρια	noun	θηλυκό του ταριχευτής
ταριχεύτριας	=	ταριχεύτρια
ταριχεύτριες	=	ταριχεύτρια
ταριχεύω	verb	επεξεργάζομαι ένα νεκρό σώμα με ειδικές χημικές ουσίες ώστε να μείνει αναλλοίωτο στο χρόνο
ταρσέ	noun	κλητική ενικού του ταρσός
ταρσανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταρσανάς
ταρσανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρσανάς
ταρσανάδων	noun	γενική πληθυντικού του ταρσανάς
ταρσανάς	noun	ναυπηγείο
ταρσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρσικό
ταρσικέ	adj	κλητική ενικού του ταρσικός
ταρσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταρσική
ταρσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταρσικός
ταρσικής	adj	γενική ενικού του ταρσική
ταρσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταρσικός
ταρσικού	adj	γενική ενικού του ταρσικός
ταρσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταρσικός
ταρσικό	adj	αιτιατική ενικού του ταρσικός
ταρσικός	adj	που αποτελεί τον ταρσό ή αναφέρεται σε αυτόν
ταρσικών	adj	γενική πληθυντικού του ταρσικός
ταρσοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταρσός
ταρσού	noun	γενική ενικού του ταρσός
ταρσούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταρσός
ταρσωμάτων	=	τάρσωμα
ταρσό	noun	αιτιατική ενικού του ταρσός
ταρσός	noun	ο σκελετός του πίσω άκρου ποδιού, που αποτελείται από επτά μικρά οστά σε τρεις σειρές
ταρσώματα	=	τάρσωμα
ταρσώματος	=	τάρσωμα
ταρσών	noun	γενική πληθυντικού του ταρσός
ταρτάκι	noun	υποκοριστικό του τάρτα
ταρτάκια	=	ταρτάκι
ταρτάν	noun	συνθετικός τάπητας φτιαγμένος από πολυουρεθάνη ή άλλα υλικά που στρώνεται σε αθλητική εγκατάσταση για αγώνες στίβου, ώστε να διευκολύνει τους αθλητές, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών (αν πρόκειται για ανοιχτό στίβο)
ταρτάρ	adj	ωμός	adv	με ταρτάρ τρόπο, ωμά
ταρτάρου	=	τάρταρα
ταρτάρων	noun	γενική πληθυντικού του τάρταρα
ταρταρίνε	=	ταρταρίνος
ταρταρίνο	=	ταρταρίνος
ταρταρίνοι	=	ταρταρίνος
ταρταρίνος	noun	που προσποιείται τον λεβέντη και καυχέται πολύ για αυτό
ταρταρίνου	=	ταρταρίνος
ταρταρίνους	=	ταρταρίνος
ταρταρίνων	=	ταρταρίνος
ταρταρινισμέ	=	ταρταρινισμός
ταρταρινισμοί	=	ταρταρινισμός
ταρταρινισμού	=	ταρταρινισμός
ταρταρινισμούς	=	ταρταρινισμός
ταρταρινισμό	=	ταρταρινισμός
ταρταρινισμός	noun	η ιδιοσυγκρασία του ταρταρίνου
ταρταρινισμών	=	ταρταρινισμός
ταρταρούγα	noun	το κόκαλο της χελώνας ως υλικό κατασκευής κοκάλινων αντικειμένων
ταρταρούγας	=	ταρταρούγα
ταρταρούγες	=	ταρταρούγα
ταρταρούγων	=	ταρταρούγα
ταρτουφισμέ	noun	κλητική ενικού του ταρτουφισμός
ταρτουφισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταρτουφισμός
ταρτουφισμού	noun	γενική ενικού του ταρτουφισμός
ταρτουφισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταρτουφισμός
ταρτουφισμό	noun	αιτιατική ενικού του ταρτουφισμός
ταρτουφισμός	noun	απατεωνισμός
ταρτουφισμών	noun	γενική πληθυντικού του ταρτουφισμός
ταρτούφε	=	ταρτούφος
ταρτούφο	=	ταρτούφος
ταρτούφοι	=	ταρτούφος
ταρτούφος	noun	(με κεφαλαίο κύριο πρόσωπο της ομώνυμης κωμωδίας (1664) του Μολιέρου, που έμεινε παροιμιώδες για την υποκρισία, απληστία και λαγνεία του
ταρτούφου	=	ταρτούφος
ταρτούφους	=	ταρτούφος
ταρτούφων	=	ταρτούφος
ταρτών	noun	γενική πληθυντικού του τάρτα
ταρών	noun	γενική πληθυντικού του τάρα
τας	abbrev	υπηρεσία που ελέγχει τις αιτήσεις σεισμοπλήκτων και εγκρίνει δάνεια
τασάκι	noun	το σταχτοδοχείο
τασάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τασάκι
τασίας	noun	γενική ενικού του Τασία
τασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τασία
τασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τασικό
τασικέ	adj	κλητική ενικού του τασικός
τασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τασική
τασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τασικός
τασικής	adj	γενική ενικού του τασική
τασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τασικός
τασικού	adj	γενική ενικού του τασικός
τασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τασικός
τασικό	adj	αιτιατική ενικού του τασικός
τασικός	adj	που αφορά τάση
τασικών	adj	γενική πληθυντικού του τασικός
τασιού	=	τάσι
τασισμέ	=	τασισμός
τασισμοί	=	τασισμός
τασισμού	=	τασισμός
τασισμούς	=	τασισμός
τασισμό	=	τασισμός
τασισμός	noun	τεχνική ζωγραφικής στην οποία ο καλλιτέχνης δημιουργεί κηλίδες στον καμβά μέσα από αυθόρμητες χειρονομίες
τασισμών	=	τασισμός
τασιών	noun	γενική πληθυντικού του Τασία
τασκεμπάπ	noun	άλλη γραφή του τας κεμπάπ
τασμανέ	=	τασμανός
τασμανή	=	τασμανός
τασμανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τασμανικό
τασμανικέ	adj	κλητική ενικού του τασμανικός
τασμανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τασμανική
τασμανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τασμανικός
τασμανικής	adj	γενική ενικού του τασμανική
τασμανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τασμανικός
τασμανικού	adj	γενική ενικού του τασμανικός
τασμανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τασμανικός
τασμανικό	adj	αιτιατική ενικού του τασμανικός
τασμανικός	adj	ο σχετικός με την Τασμανία
τασμανικών	adj	γενική πληθυντικού του τασμανικός
τασμανοί	=	τασμανός
τασμανού	=	τασμανός
τασμανούς	=	τασμανός
τασμανό	=	τασμανός
τασμανός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Τασμανία
τασμανών	=	τασμανός
τασσίματα	=	τάσσιμο
τασσίματος	=	τάσσιμο
τασσιμάτων	=	τάσσιμο
τασσόμασταν	=	τάσσω
τασσόμαστε	=	τάσσω
τασσόμουν	=	τάσσω
τασσόμουνα	=	τάσσω
τασσόντουσαν	=	τάσσω
τασσόσασταν	=	τάσσω
τασσόσαστε	=	τάσσω
τασσόσουν	=	τάσσω
τασσόσουνα	=	τάσσω
τασσόταν	=	τάσσω
τασσότανε	=	τάσσω
ταστιέρα	noun	μπράτσο ή βραχίονας έγχορδου μουσικού οργάνου που έχει τάστα
ταστιέρας	=	ταστιέρα
ταστιέρες	=	ταστιέρα
ταστιέρων	=	ταστιέρα
τατάς	noun	ο νονός
ταταρικά	noun	τουρκική γλώσσα που μιλιέται στην Ανατολική Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία.
ταταρικέ	adj	κλητική ενικού του ταταρικός
ταταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταταρική
ταταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταταρικός
ταταρικής	adj	γενική ενικού του ταταρική
ταταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταταρικός
ταταρικού	adj	γενική ενικού του ταταρικός
ταταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταταρικός
ταταρικό	adj	αιτιατική ενικού του ταταρικός
ταταρικός	adj	που έχει σχέση με τους Τατάρους, ανήκει σ' αυτούς ή αναφέρεται σ' αυτούς
ταταρικών	adj	γενική πληθυντικού του ταταρικός
τατζικικά	noun	ιρανική γλώσσα που μιλιέται στην Κεντρική Ασία
τατζικικών	=	τατζικικά
τατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τατικό
τατικέ	adj	κλητική ενικού του τατικός
τατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τατική
τατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τατικός
τατικής	adj	γενική ενικού του τατική
τατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τατικός
τατικού	adj	γενική ενικού του τατικός
τατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τατικός
τατικό	adj	αιτιατική ενικού του τατικός
τατικών	adj	γενική πληθυντικού του τατικός
τατουάζ	noun	η χάραξη της επιδερμίδας με ειδικά εργαλεία, που με μικρά τσιμπήματα εκχύουν χρωστικές ουσίες, ώστε να δημιουργούνται ανεξίτηλα σχέδια
τατουάζια	=	τατουάζ
τατουέρ	noun	αυτός που κάνει τατουάζ στο δέρμα άλλων ανθρώπων, ο δερματοστίκτης
ταυ	noun	Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (Ν.Ελληνικής)
ταυράκι	noun	μικρός ταύρος, αρσενικό μοσχάρι
ταυράκια	=	ταυράκι
ταυρί	noun	νεαρός ταύρος
ταυρίνες	=	ταυρίνη
ταυρίνη	noun	αμινοξύ που βρίσκεται στο κρέας και τα οστρακοειδή και προστίθεται συχνά σε ενεργειακά ποτά ως συμπλήρωμα
ταυρίνης	=	ταυρίνη
ταυρίνων	=	ταυρίνη
ταυριά	=	ταυρί
ταυριάρη	=	ταυριάρης
ταυριάρηδες	=	ταυριάρης
ταυριάρηδων	=	ταυριάρης
ταυριάρης	noun	ο μοναχός που φροντίζει τα ζώα (κυρίως τα βόδια)
ταυριαραίοι	=	ταυριάρης
ταυριαραίους	=	ταυριάρης
ταυριαραίων	=	ταυριάρης
ταυρινών	=	ταυρίνη
ταυριού	=	ταυρί
ταυριωτών	=	ταυριώτης
ταυριών	=	ταυρί
ταυριώτες	=	ταυριώτης
ταυριώτη	=	ταυριώτης
ταυριώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τον Ταύρο
ταυριώτικα	=	ταυριώτικος
ταυριώτικε	=	ταυριώτικος
ταυριώτικες	=	ταυριώτικος
ταυριώτικη	=	ταυριώτικος
ταυριώτικης	=	ταυριώτικος
ταυριώτικο	=	ταυριώτικος
ταυριώτικοι	=	ταυριώτικος
ταυριώτικος	adj	ο σχετικός με τον Ταύρο ή τους κατοίκους του
ταυριώτικου	=	ταυριώτικος
ταυριώτικους	=	ταυριώτικος
ταυριώτικων	=	ταυριώτικος
ταυριώτισσα	=	ταυριώτης
ταυροδρόμιον	noun|dated	στάδιο όπου διεξάγονται ταυρομαχίες
ταυροειδές	=	ταυροειδής
ταυροειδή	=	ταυροειδής
ταυροειδής	adj	που μοιάζει με ταύρο
ταυροειδείς	=	ταυροειδής
ταυροειδούς	=	ταυροειδής
ταυροειδών	=	ταυροειδής
ταυροκαθάπτες	=	ταυροκαθάπτης
ταυροκαθάπτη	=	ταυροκαθάπτης
ταυροκαθάπτης	noun	αυτός που ιππεύει ταύρους, ως μέρος αγωνίσματος με ταύρους (ταυροκαθάψια)
ταυροκαθάψια	noun	«άθλημα» στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών κατά το οποίο τολμηροί νέοι αντιμετώπιζαν κάποιον ταύρο, προσπαθώντας να τον πιάσουν ή να κάνουν διάφορα ακροβατικά νούμερα ή άλματα πάνω του ή κοντά του
ταυροκαθάψιων	=	ταυροκαθάψια
ταυροκαθαπτών	=	ταυροκαθάπτης
ταυροκαθαψίων	=	ταυροκαθάψια
ταυρομάχε	noun	κλητική ενικού του ταυρομάχος
ταυρομάχο	noun	αιτιατική ενικού του ταυρομάχος
ταυρομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυρομάχος
ταυρομάχος	noun	στις ταυρομαχίες, αυτός που αγωνίζεται απέναντι σε ταύρους
ταυρομάχου	noun	γενική ενικού του ταυρομάχος
ταυρομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταυρομάχος
ταυρομάχων	noun	γενική πληθυντικού του ταυρομάχος
ταυρομαχία	noun	το θέαμα κατά το οποίο μία ομάδα ταυρομάχων αντιμετωπίζει έναν ταύρο σε κλειστή αρένα και τελικά τον σκοτώνει
ταυρομαχίας	noun	γενική ενικού του ταυρομαχία
ταυρομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυρομαχία
ταυρομαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυρομαχικό
ταυρομαχικέ	adj	κλητική ενικού του ταυρομαχικός
ταυρομαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυρομαχική
ταυρομαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυρομαχικός
ταυρομαχικής	adj	γενική ενικού του ταυρομαχική
ταυρομαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυρομαχικός
ταυρομαχικού	adj	γενική ενικού του ταυρομαχικός
ταυρομαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταυρομαχικός
ταυρομαχικό	adj	αιτιατική ενικού του ταυρομαχικός
ταυρομαχικός	adj	σχετικός με τους ταυρομάχους και τις ταυρομαχίες
ταυρομαχικών	adj	γενική πληθυντικού του ταυρομαχικός
ταυρομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του ταυρομαχία
ταυρόμορφα	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφε	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφες	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφη	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφης	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφο	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφοι	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφος	adj	που έχει τη μορφή ταύρου
ταυρόμορφου	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφους	=	ταυρόμορφος
ταυρόμορφων	=	ταυρόμορφος
ταυτάριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτάριθμο
ταυτάριθμε	adj	κλητική ενικού του ταυτάριθμος
ταυτάριθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτάριθμη
ταυτάριθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτάριθμος
ταυτάριθμης	adj	γενική ενικού του ταυτάριθμη
ταυτάριθμο	adj	αιτιατική ενικού του ταυτάριθμος
ταυτάριθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτάριθμος
ταυτάριθμος	adj	που έχει τον ίδιο αριθμό με κάποιον άλλο
ταυτάριθμου	adj	γενική ενικού του ταυτάριθμος
ταυτάριθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταυτάριθμος
ταυτάριθμων	adj	γενική πληθυντικού του ταυτάριθμος
ταυτίζαμε	=	ταυτίζω
ταυτίζαν	=	ταυτίζω
ταυτίζανε	=	ταυτίζω
ταυτίζατε	=	ταυτίζω
ταυτίζει	=	ταυτίζω
ταυτίζεις	=	ταυτίζω
ταυτίζεσαι	=	ταυτίζομαι
ταυτίζεστε	=	ταυτίζομαι
ταυτίζεται	=	ταυτίζομαι
ταυτίζετε	=	ταυτίζω
ταυτίζομαι	verb	με ταυτίζουν
ταυτίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ταυτίζομαι
ταυτίζονταν	=	ταυτίζομαι
ταυτίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταυτίζω
ταυτίζου	=	ταυτίζομαι
ταυτίζουμε	=	ταυτίζω
ταυτίζουν	=	ταυτίζω
ταυτίζουνε	=	ταυτίζω
ταυτίζω	verb	θεωρώ κάποιον ή κάτι ισότιμο ή ισάξιο με κάποιον άλλον ή κάτι
ταυτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίσαν	=	ταυτίζω
ταυτίσανε	=	ταυτίζω
ταυτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταύτιση
ταυτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταύτιση
ταυτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταύτιση
ταυτίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταυτιζόμασταν	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόμαστε	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόμουν	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόμουνα	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόντουσαν	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόσασταν	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόσαστε	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόσουν	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόσουνα	=	ταυτίζομαι
ταυτιζόταν	=	ταυτίζομαι
ταυτιζότανε	=	ταυτίζομαι
ταυτισμέ	=	ταυτισμός
ταυτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτισμένο
ταυτισμένε	verb	κλητική ενικού του ταυτισμένος
ταυτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτισμένη
ταυτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτισμένος
ταυτισμένης	verb	γενική ενικού του ταυτισμένη
ταυτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταυτισμένος
ταυτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτισμένος
ταυτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ταυτίζω
ταυτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτισμένος
ταυτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταυτισμένος
ταυτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτισμένος
ταυτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτισμός
ταυτισμού	=	ταυτισμός
ταυτισμούς	=	ταυτισμός
ταυτισμό	=	ταυτισμός
ταυτισμός	noun	η ταύτιση, το να ταυτίζεται κάποιος με κάτι
ταυτισμών	=	ταυτισμός
ταυτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστήκαν	=	ταυτίζομαι
ταυτιστήκανε	=	ταυτίζομαι
ταυτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
ταυτοβουλία	noun	η ύπαρξη κοινής βούλησης, κοινή θέλησης
ταυτοβουλίας	=	ταυτοβουλία
ταυτοβουλίες	=	ταυτοβουλία
ταυτοβουλιών	=	ταυτοβουλία
ταυτογνωμονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτογνωμονημένο
ταυτογνωμονημένε	verb	κλητική ενικού του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτογνωμονημένη
ταυτογνωμονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονημένης	verb	γενική ενικού του ταυτογνωμονημένη
ταυτογνωμονημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτογνωμονημένος
ταυτογνωμονώ	verb	εκφράζω την ίδια γνώμη, συμφωνώ
ταυτογνωμονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταυτογνωμονώ
ταυτογνωμώ	verb|formal	έχω την ίδια γνώμη, συμφωνώ
ταυτογνωμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταυτογνωμώ
ταυτογράμματα	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματε	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματες	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματη	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματης	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματο	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματοι	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματος	adj	που εμφανίζει ταυτόγραμμο
ταυτογράμματου	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματους	=	ταυτογράμματος
ταυτογράμματων	=	ταυτογράμματος
ταυτολογία	noun	η επανάληψη του ίδιου νοήματος με διαφορετικές λέξεις
ταυτολογίας	noun	γενική ενικού του ταυτολογία
ταυτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογία
ταυτολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογημένο
ταυτολογημένε	verb	κλητική ενικού του ταυτολογημένος
ταυτολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογημένη
ταυτολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτολογημένος
ταυτολογημένης	verb	γενική ενικού του ταυτολογημένη
ταυτολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταυτολογημένος
ταυτολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογημένος
ταυτολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτολογημένος
ταυτολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταυτολογημένος
ταυτολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτολογημένος
ταυτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογικό
ταυτολογικέ	adj	κλητική ενικού του ταυτολογικός
ταυτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογική
ταυτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτολογικός
ταυτολογικής	adj	γενική ενικού του ταυτολογική
ταυτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτολογικός
ταυτολογικού	adj	γενική ενικού του ταυτολογικός
ταυτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταυτολογικός
ταυτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ταυτολογικός
ταυτολογικός	adj	που χαρακτηρίζει την ταυτολογία
ταυτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ταυτολογικός
ταυτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ταυτολογία
ταυτολογώ	verb	λέω τα ίδια πράγματα, επαναλαμβάνω κάτι που έχω ήδη πει
ταυτολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταυτολογώ
ταυτολόγο	=	ταυτολόγος
ταυτολόγος	adj	που εκφράζει, που λέει τα ίδια πράγματα
ταυτομέρεια	noun	φαινόμενο στο οποίο δύο ή περισσότερες ενώσεις βρίσκονται σε χημική ισορροπία και μετατρέπονται η μία στην άλλη με μετακίνηση ενός ατόμου (συνήθως υδρογόνου) και ανακατανομή των ηλεκτρονίων
ταυτομέρειας	=	ταυτομέρεια
ταυτομέρειες	=	ταυτομέρεια
ταυτομερές	noun	τα ταυτομερή είναι συστατικά-δομικά ισομερή (= χημικά μόρια με την ίδια μοριακή φόρμουλα [τον ίδιο αριθμό ανά όνομα χημικών στοιχείων] όμως με διαφορετική διασύνδεση) των οργανικών χημικών ενώσεων που διασχηματίζονται (= μετασχηματίζεται το ένα στο άλλο) εύκολα.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ταυτομερής
ταυτομερή	=	ταυτομερές
ταυτομερειών	=	ταυτομέρεια
ταυτομερισμέ	=	ταυτομερισμός
ταυτομερισμοί	=	ταυτομερισμός
ταυτομερισμού	=	ταυτομερισμός
ταυτομερισμούς	=	ταυτομερισμός
ταυτομερισμό	=	ταυτομερισμός
ταυτομερισμός	noun	άλλη μορφή του ταυτομέρεια
ταυτομερισμών	=	ταυτομερισμός
ταυτομερούς	=	ταυτομερές
ταυτομερών	=	ταυτομερές
ταυτοπάθεια	noun	το να πάσχει κάποιος από την ίδια πάθηση με κάποιον άλλο
ταυτοπάθειας	=	ταυτοπάθεια
ταυτοπάθειες	=	ταυτοπάθεια
ταυτοπαθές	=	ταυτοπαθής
ταυτοπαθή	=	ταυτοπαθής
ταυτοπαθής	adj	που έχει ταυτοπάθεια
ταυτοπαθείς	=	ταυτοπαθής
ταυτοπαθειών	=	ταυτοπάθεια
ταυτοπαθες	=	ταυτοπαθής
ταυτοπαθης	=	ταυτοπαθής
ταυτοπαθούς	=	ταυτοπαθής
ταυτοπαθών	=	ταυτοπαθής
ταυτοποίει	=	ταυτοποιώ
ταυτοποίησα	=	ταυτοποιώ
ταυτοποίησαν	=	ταυτοποιώ
ταυτοποίησε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποίησες	=	ταυτοποιώ
ταυτοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ταυτοποιώ
ταυτοποίησης	noun	γενική ενικού του ταυτοποίηση
ταυτοποιήσαμε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιήσαν	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιήσανε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιήσατε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιήσει	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτοποίηση
ταυτοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ταυτοποίηση
ταυτοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ταυτοποίηση
ταυτοποιήστε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιεί	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιείς	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιείτε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτοποιημένο
ταυτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ταυτοποιημένος
ταυτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτοποιημένη
ταυτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτοποιημένος
ταυτοποιημένης	verb	γενική ενικού του ταυτοποιημένη
ταυτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταυτοποιημένος
ταυτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτοποιημένος
ταυτοποιημένος	verb	που έχει ταυτοποιηθεί, έχει εξακριβωθεί ότι κάτι όντως είναι αυτό που δηλώνεται ότι είναι
ταυτοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτοποιημένος
ταυτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταυτοποιημένος
ταυτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτοποιημένος
ταυτοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ταυτοποιώ
ταυτοποιούμε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούν	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούνε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσα	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσαμε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσαν	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσανε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσατε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσε	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιούσες	=	ταυτοποιώ
ταυτοποιώ	verb	αναγνωρίζω κάποιον, πιστοποιώ την ταυτότητά του
ταυτοποιώντας	=	ταυτοποιώ
ταυτοπροσωπία	noun	το σύνολο των ιδιοτήτων η χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν κάποιο μέλος ενός συνόλου από τα υπόλοιπα και προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου ή συνόλου
ταυτοπροσωπίας	noun	γενική ενικού του ταυτοπροσωπία
ταυτοπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτοπροσωπία
ταυτοπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ταυτοπροσωπία
ταυτοπρόσωπα	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπε	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπες	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπη	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπης	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπο	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωποι	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπος	adj	που έχει σχέση με την ταυτοπροσωπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ταυτοπρόσωπου	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπους	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοπρόσωπων	=	ταυτοπρόσωπος
ταυτοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ταυτότητα
ταυτοτικά	=	ταυτοτικός
ταυτοτικέ	=	ταυτοτικός
ταυτοτικές	=	ταυτοτικός
ταυτοτική	=	ταυτοτικός
ταυτοτικής	=	ταυτοτικός
ταυτοτικοί	=	ταυτοτικός
ταυτοτικού	=	ταυτοτικός
ταυτοτικούς	=	ταυτοτικός
ταυτοτικό	=	ταυτοτικός
ταυτοτικός	adj|formal	που έχει σχέση με την ταυτότητα κάποιου, την διάκρισή του από άλλα όμοια, την αναγνώριση βάσει μοναδικών χαρακτηριστικών
ταυτοτικών	=	ταυτοτικός
ταυτοφωνήσαμε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνήσαν	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνήσανε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνήσατε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνήσει	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνήστε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνία	noun	όρος που γενικά σημαίνει τη συνήχηση, στο ίδιο τονικό ύψος, δύο ή περισσότερων φωνών ή μουσικών οργάνων
ταυτοφωνίας	noun	γενική ενικού του ταυτοφωνία
ταυτοφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτοφωνία
ταυτοφωνεί	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνείς	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνείτε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του ταυτοφωνία
ταυτοφωνούμε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούν	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούνε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσα	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσαμε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσαν	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσανε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσατε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνούσες	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφωνώ	verb	είμαι ταυτόφωνος
ταυτοφωνώντας	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφώνει	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφώνησα	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφώνησαν	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφώνησε	=	ταυτοφωνώ
ταυτοφώνησες	=	ταυτοφωνώ
ταυτοχρονία	noun	ο ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονίας	=	ταυτοχρονία
ταυτοχρονίες	=	ταυτοχρονία
ταυτοχρονισμέ	=	ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονισμοί	=	ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονισμού	=	ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονισμούς	=	ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονισμό	=	ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονισμός	noun	η κατάσταση ενός υπολογιστικού συστήματος, στο οποίο εκτελούνται ταυτόχρονα πολλές διεργασίες (processes), που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας τους κοινούς πόρους (resources) τού συστήματος
ταυτοχρονισμών	=	ταυτοχρονισμός
ταυτοχρονιών	=	ταυτοχρονία
ταυτοχρόνως	=	ταυτόχρονα
ταυτωνυμία	noun	Ταύτιση του ονόματος υποκειμένων
ταυτωνυμίας	=	ταυτωνυμία
ταυτωνυμίες	=	ταυτωνυμία
ταυτωνυμιών	=	ταυτωνυμία
ταυτόαιμα	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμε	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμες	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμη	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμης	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμο	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμοι	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμος	adj|formal	ο συγγενής εξ αίματος
ταυτόαιμου	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμους	=	ταυτόαιμος
ταυτόαιμων	=	ταυτόαιμος
ταυτόσημα	=	ταυτόσημος
ταυτόσημε	adj	κλητική ενικού του ταυτόσημος
ταυτόσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτόσημη
ταυτόσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτόσημος
ταυτόσημης	adj	γενική ενικού του ταυτόσημη
ταυτόσημο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτόσημος
ταυτόσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτόσημος
ταυτόσημος	adj	με την ίδια ακριβώς σημασία
ταυτόσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτόσημος
ταυτόσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταυτόσημος
ταυτόσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτόσημος
ταυτότητα	noun	το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου ή συνόλου
ταυτότητας	noun	γενική ενικού του ταυτότητα
ταυτότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτότητα
ταυτόφωνα	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνε	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνες	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνη	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνης	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνο	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνοι	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνος	adj	που αποδίδεται με ταυτοφωνία
ταυτόφωνου	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνους	=	ταυτόφωνος
ταυτόφωνων	=	ταυτόφωνος
ταυτόχρονα	adv	την ίδια στιγμή, σε παράλληλο χρόνο
ταυτόχρονε	=	ταυτόχρονος
ταυτόχρονες	=	ταυτόχρονος
ταυτόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτόχρονος
ταυτόχρονης	=	ταυτόχρονος
ταυτόχρονο	=	ταυτόχρονος
ταυτόχρονοι	=	ταυτόχρονος
ταυτόχρονος	adj	που συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με κάτι άλλο
ταυτόχρονου	=	ταυτόχρονος
ταυτόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτόχρονος
ταυτόχρονων	=	ταυτόχρονος
ταυτώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτώνυμο
ταυτώνυμε	adj	κλητική ενικού του ταυτώνυμος
ταυτώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταυτώνυμη
ταυτώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταυτώνυμος
ταυτώνυμης	adj	γενική ενικού του ταυτώνυμη
ταυτώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του ταυτώνυμος
ταυτώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταυτώνυμος
ταυτώνυμος	adj	χαρακτηρισμός για διώνυμο (διπλό ταξινομικό όνομα) είδους ζώου με επανάληψη της ίδιας λέξης π.χ.
ταυτώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταυτώνυμος
ταυτώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταυτώνυμος
ταυτώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταυτώνυμος
ταφές	=	ταφή
ταφή	noun	η τελετουργική τοποθέτηση ενός νεκρού στο χώμα
ταφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
ταφήκαν	=	θάβω
ταφήκανε	=	θάβω
ταφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος θάβομαι
ταφής	=	ταφή
ταφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
ταφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
ταφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
ταφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταφικό
ταφικέ	adj	κλητική ενικού του ταφικός
ταφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταφική
ταφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταφικός
ταφικής	adj	γενική ενικού του ταφική
ταφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταφικός
ταφικού	adj	γενική ενικού του ταφικός
ταφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταφικός
ταφικό	adj	αιτιατική ενικού του ταφικός
ταφικός	adj	που αναφέρεται στον τάφο ή στην ταφή
ταφικών	adj	γενική πληθυντικού του ταφικός
ταφλάνι	noun	Ευώνυμος (Euonymus japonicus, Ευώνυμος ιαπωνικός)
ταφλάνια	=	ταφλάνι
ταφλανιού	=	ταφλάνι
ταφλανιών	=	ταφλάνι
ταφοφοβία	noun	η φοβία για τους τάφους
ταφοφοβίας	noun	γενική ενικού του ταφοφοβία
ταφοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταφοφοβία
ταφοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του ταφοφοβία
ταφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
ταφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
ταφούνε	=	θάβω
ταφτά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ταφτάς
ταφτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταφτάς
ταφτάδων	noun	γενική πληθυντικού του ταφτάς
ταφτάς	noun	μεταξένιο ύφασμα από λεπτό νήμα και πυκνή ύφανση
ταφταδένια	=	ταφταδένιος
ταφταδένιας	=	ταφταδένιος
ταφταδένιε	=	ταφταδένιος
ταφταδένιες	=	ταφταδένιος
ταφταδένιο	=	ταφταδένιος
ταφταδένιοι	=	ταφταδένιος
ταφταδένιος	adj	φτιαγμένος από ταφτά
ταφταδένιου	=	ταφταδένιος
ταφταδένιους	=	ταφταδένιος
ταφταδένιων	=	ταφταδένιος
ταφόπετρα	noun	συνώνυμο του ταφόπλακα
ταφόπετρας	noun	γενική ενικού του ταφόπετρα
ταφόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταφόπετρα
ταφόπλακα	noun	η πλάκα που σκεπάζει έναν τάφο, η ταφόπετρα
ταφόπλακας	noun	γενική ενικού του ταφόπλακα
ταφόπλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταφόπλακα
ταφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θάβομαι και θάπτομαι
ταφών	noun	γενική πληθυντικού του ταφή
ταφώνα	=	ταφώνας
ταφώνας	noun	χώρος με πολλούς τάφους λόγω μιας πανδημίας
ταφώνες	=	ταφώνας
ταφώνων	=	ταφώνας
ταχέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχύ
ταχέος	=	ταχύς
ταχέων	=	ταχύς
ταχέως	adv|formal	με ταχύτητα, γρήγορα
ταχίνι	noun	μάζα από αλεσμένο σουσάμι, που χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή χαλβά
ταχίνια	=	ταχίνι
ταχεία	noun	το δρομολόγιο και το τρένο κατά τη διαδρομή του οποίου δεν γίνεται στάση σε όλους τους σταθμούς με αποτέλεσμα να φτάνει γρηγορότερα στους επιμέρους προορισμούς του	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχύς
ταχείας	noun	γενική ενικού του ταχεία
ταχείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχεία
ταχείς	=	ταχύς
ταχειών	noun	γενική πληθυντικού του ταχεία
ταχθέν	=	ταχθείς
ταχθέντα	=	ταχθείς
ταχθέντες	=	ταχθείς
ταχθέντος	=	ταχθείς
ταχθέντων	=	ταχθείς
ταχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχθήκαν	=	τάσσω
ταχθήκανε	=	τάσσω
ταχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχθείς	verb	που έχει ταχθεί υπέρ κάποιου ή μιας ιδέας, που είναι ταγμένος εναντίον κάποιου
ταχθείσα	=	ταχθείς
ταχθείσας	=	ταχθείς
ταχθείσες	=	ταχθείς
ταχθείσης	=	ταχθείς
ταχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχθεισών	=	ταχθείς
ταχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
ταχιά	adv	νωρίς αύριο το πρωί
ταχινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταχινός	adv|rare	πρωί, πρωινιάτικα
ταχινέ	adj	κλητική ενικού του ταχινός
ταχινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχινή
ταχινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχινός	noun|rare	πρωί
ταχινής	adj	γενική ενικού του ταχινή
ταχινιού	=	ταχίνι
ταχινιών	=	ταχίνι
ταχινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχινός
ταχινοπιτών	=	ταχινόπιτα
ταχινού	adj	γενική ενικού του ταχινός
ταχινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχινός
ταχινό	adj	αιτιατική ενικού του ταχινός
ταχινόπιτα	noun	πίτα με ταχίνι, σερβίρεται με μέλι
ταχινόπιτας	=	ταχινόπιτα
ταχινόπιτες	=	ταχινόπιτα
ταχινόπιττα	noun	η ταχινόπιτα
ταχινός	adj	ο Αυγερινός
ταχινόσουπα	noun	σούπα νηστίσιμη με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το ταχίνι
ταχινόσουπας	=	ταχινόσουπα
ταχινόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχινόσουπα
ταχινών	adj	γενική πληθυντικού του ταχινός
ταχογράφε	noun	κλητική ενικού του ταχογράφος
ταχογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ταχογράφος
ταχογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχογράφος
ταχογράφος	noun	όργανο που καταγράφει την ταχύτητα, την απόσταση και το χρόνο που κινήθηκε ένα όχημα (ιδίως ένα φορτηγό ή πούλμαν)
ταχογράφου	noun	γενική ενικού του ταχογράφος
ταχογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταχογράφος
ταχογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ταχογράφος
ταχογραφικά	=	ταχογραφικός
ταχογραφικέ	=	ταχογραφικός
ταχογραφικές	=	ταχογραφικός
ταχογραφική	=	ταχογραφικός
ταχογραφικής	=	ταχογραφικός
ταχογραφικοί	=	ταχογραφικός
ταχογραφικού	=	ταχογραφικός
ταχογραφικούς	=	ταχογραφικός
ταχογραφικό	=	ταχογραφικός
ταχογραφικός	adj	που έχει σχέση με ταχογράφο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ταχογραφικών	=	ταχογραφικός
ταχομέτρου	=	ταχόμετρο
ταχομέτρων	=	ταχόμετρο
ταχτάριζα	=	ταχταρίζω
ταχτάριζαν	=	ταχταρίζω
ταχτάριζε	=	ταχταρίζω
ταχτάριζες	=	ταχταρίζω
ταχτάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχτάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχτάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχτάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχτάρισμα	noun	το να χορεύεις ένα βρέφος στην αγκαλιά σου
ταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχτήκαν	=	τάζω
ταχτήκανε	=	τάζω
ταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχταρίζαμε	=	ταχταρίζω
ταχταρίζαν	=	ταχταρίζω
ταχταρίζανε	=	ταχταρίζω
ταχταρίζατε	=	ταχταρίζω
ταχταρίζει	=	ταχταρίζω
ταχταρίζεις	=	ταχταρίζω
ταχταρίζετε	=	ταχταρίζω
ταχταρίζοντας	=	ταχταρίζω
ταχταρίζουμε	=	ταχταρίζω
ταχταρίζουν	=	ταχταρίζω
ταχταρίζουνε	=	ταχταρίζω
ταχταρίζω	verb|vulgar	χορεύω ένα μωρό κρατώντας στα χέρια μου ή την αγκαλιά μου
ταχταρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσαν	=	ταχταρίζω
ταχταρίσανε	=	ταχταρίζω
ταχταρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχτάρισμα
ταχταρίσματος	noun	γενική ενικού του ταχτάρισμα
ταχταρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχταρίζω
ταχταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ταχτάρισμα
ταχταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχταρισμένο
ταχταρισμένε	verb	κλητική ενικού του ταχταρισμένος
ταχταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχταρισμένη
ταχταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχταρισμένος
ταχταρισμένης	verb	γενική ενικού του ταχταρισμένη
ταχταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταχταρισμένος
ταχταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχταρισμένος
ταχταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχταρισμένος
ταχταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταχταρισμένος
ταχταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταχταρισμένος
ταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχτικό	adv	τακτικά
ταχτικέ	adj	κλητική ενικού του ταχτικός
ταχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχτική
ταχτική	noun	τακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχτικός
ταχτικής	adj	γενική ενικού του ταχτική
ταχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχτικός
ταχτικού	adj	γενική ενικού του ταχτικός
ταχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχτικός
ταχτικό	adj	αιτιατική ενικού του ταχτικός
ταχτικός	adj	τακτικός
ταχτικότατα	=	ταχτικός
ταχτικότατε	=	ταχτικός
ταχτικότατες	=	ταχτικός
ταχτικότατη	=	ταχτικός
ταχτικότατης	=	ταχτικός
ταχτικότατο	=	ταχτικός
ταχτικότατοι	=	ταχτικός
ταχτικότατος	=	ταχτικός
ταχτικότατου	=	ταχτικός
ταχτικότατους	=	ταχτικός
ταχτικότατων	=	ταχτικός
ταχτικότερα	=	ταχτικός
ταχτικότερε	=	ταχτικός
ταχτικότερες	=	ταχτικός
ταχτικότερη	=	ταχτικός
ταχτικότερης	=	ταχτικός
ταχτικότερο	=	ταχτικός
ταχτικότεροι	=	ταχτικός
ταχτικότερος	=	ταχτικός
ταχτικότερου	=	ταχτικός
ταχτικότερους	=	ταχτικός
ταχτικότερων	=	ταχτικός
ταχτικών	adj	γενική πληθυντικού του ταχτικός
ταχτοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού ταχτοποιώ
ταχτοποίησης	=	ταχτοποίηση
ταχτοποιήθηκα	=	τακτοποιήθηκα
ταχτοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχτοποίηση
ταχτοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήσεων	=	ταχτοποίηση
ταχτοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχτοποιημένο
ταχτοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ταχτοποιημένος
ταχτοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχτοποιημένη
ταχτοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχτοποιημένος
ταχτοποιημένης	verb	γενική ενικού του ταχτοποιημένη
ταχτοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταχτοποιημένος
ταχτοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχτοποιημένος
ταχτοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχτοποιημένος
ταχτοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταχτοποιημένος
ταχτοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταχτοποιημένος
ταχτοποιούμαι	=	τακτοποιούμαι
ταχτοποιώ	=	τακτοποιώ
ταχτοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταχτοποιώ
ταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
ταχυβολία	noun	η συμπεριφορά ή οι ιδιότητα ενός ταχυβόλου όπλου
ταχυβολίας	noun	γενική ενικού του ταχυβολία
ταχυβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυβολία
ταχυβολιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυβολία
ταχυβραστήρα	=	ταχυβραστήρας
ταχυβραστήρας	noun	συσκευή που βράζει γρήγορα νερό
ταχυβραστήρες	=	ταχυβραστήρας
ταχυβραστήρων	=	ταχυβραστήρας
ταχυβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυβόλο
ταχυβόλας	=	ταχυβόλος
ταχυβόλε	=	ταχυβόλος
ταχυβόλες	=	ταχυβόλος
ταχυβόλο	noun	όπλο που βάλλει γρήγορα τη μία βολή μετά την άλλη
ταχυβόλοι	=	ταχυβόλος
ταχυβόλος	adj	που βάλλει / ρίχνει γρήγορα τη μία βολή μετά την άλλη
ταχυβόλου	noun	γενική ενικού του ταχυβόλο
ταχυβόλους	=	ταχυβόλος
ταχυβόλων	noun	γενική πληθυντικού του ταχυβόλο
ταχυγένεση	noun	ταχεία ανάπτυξη του εμβρύου ή επιτάχυνση της εμβρυϊκής ανάπτυξης
ταχυγένεσης	=	ταχυγένεση
ταχυγενέσεις	=	ταχυγένεση
ταχυγενέσεων	=	ταχυγένεση
ταχυγενεσία	noun	άλλη μορφή του ταχυγένεση
ταχυγενεσίας	=	ταχυγενεσία
ταχυγενεσίες	=	ταχυγενεσία
ταχυγενεσιών	=	ταχυγενεσία
ταχυγλωσσία	noun	η ιδιότητα του ταχύγλωσσου
ταχυγλωσσίας	=	ταχυγλωσσία
ταχυγλωσσίες	=	ταχυγλωσσία
ταχυγλωσσιών	=	ταχυγλωσσία
ταχυγράφε	noun	κλητική ενικού του ταχυγράφος
ταχυγράφο	noun	αιτιατική ενικού του ταχυγράφος
ταχυγράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυγράφος
ταχυγράφος	noun	που γράφει ταχύτατα
ταχυγράφου	noun	γενική ενικού του ταχυγράφος
ταχυγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταχυγράφος
ταχυγράφων	noun	γενική πληθυντικού του ταχυγράφος
ταχυγραφία	noun	η ιδιότητα ή η πρακτική του ταχυγράφου
ταχυγραφίας	noun	γενική ενικού του ταχυγραφία
ταχυγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυγραφία
ταχυγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυγραφικό
ταχυγραφικέ	adj	κλητική ενικού του ταχυγραφικός
ταχυγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυγραφική
ταχυγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυγραφικός
ταχυγραφικής	adj	γενική ενικού του ταχυγραφική
ταχυγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυγραφικός
ταχυγραφικού	adj	γενική ενικού του ταχυγραφικός
ταχυγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχυγραφικός
ταχυγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ταχυγραφικός
ταχυγραφικός	adj	που έχει σχέση με τον ταχυγράφο ή την ταχυγραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ταχυγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ταχυγραφικός
ταχυγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυγραφία
ταχυδακτυλουργέ	noun	κλητική ενικού του ταχυδακτυλουργός
ταχυδακτυλουργία	noun	το να είναι κάποιος ταχυδακτυλουργός
ταχυδακτυλουργίας	noun	γενική ενικού του ταχυδακτυλουργία
ταχυδακτυλουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργία
ταχυδακτυλουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργικό	adv	με ταχυδακτυλουργικό τρόπο, ταχυδακτυλουργώντας
ταχυδακτυλουργικέ	adj	κλητική ενικού του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργική
ταχυδακτυλουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικής	adj	γενική ενικού του ταχυδακτυλουργική
ταχυδακτυλουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικού	adj	γενική ενικού του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικό	adj	αιτιατική ενικού του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικός	adj	που έχει σχέση με τον ταχυδακτυλουργό ή την ταχυδακτυλουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ταχυδακτυλουργικών	adj	γενική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργικός
ταχυδακτυλουργικώς	adv|dated	ταχυδακτυλουργικά
ταχυδακτυλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργία
ταχυδακτυλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργός
ταχυδακτυλουργού	noun	γενική ενικού του ταχυδακτυλουργός
ταχυδακτυλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργός
ταχυδακτυλουργό	noun	αιτιατική ενικού του ταχυδακτυλουργός
ταχυδακτυλουργός	noun	που με επιδέξιες κινήσεις των δακτύλων μετακινεί, εξαφανίζει ή εμφανίζει αντικείμενα ή έμψυχα όντα
ταχυδακτυλουργών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυδακτυλουργός
ταχυδιανομέα	=	ταχυδιανομέας
ταχυδιανομέας	noun	ο υπεύθυνος της ταχυδιανομής
ταχυδιανομές	=	ταχυδιανομή
ταχυδιανομέων	=	ταχυδιανομέας
ταχυδιανομή	noun	η γρήγορη μεταφορά και διανομή δεμάτων, γραμμάτων και άλλων αντικειμένων
ταχυδιανομής	=	ταχυδιανομή
ταχυδιανομείς	=	ταχυδιανομέας
ταχυδιανομών	=	ταχυδιανομή
ταχυδρομήθηκα	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήθηκαν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήθηκε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήθηκες	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσαν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήσανε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρόμηση
ταχυδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσεων	=	ταχυδρόμηση
ταχυδρομήσου	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσουνε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρομίας	noun	γενική ενικού του ταχυδρομία
ταχυδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομία
ταχυδρομεί	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομείο
ταχυδρομείο	noun	η κρατική ή δημόσια υπηρεσία που παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει επιστολές και δέματα
ταχυδρομείου	noun	γενική ενικού του ταχυδρομείο
ταχυδρομείς	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομείσαι	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομείστε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομείται	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομείτε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομείτο	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομείων	noun	γενική πληθυντικού του ταχυδρομείο
ταχυδρομεῖον	noun	ταχυδρομείο
ταχυδρομηθήκαμε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθήκαν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθήκανε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθήκατε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθεί	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθείς	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθείτε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθούμε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθούν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθούνε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομηθώ	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομημένο
ταχυδρομημένε	verb	κλητική ενικού του ταχυδρομημένος
ταχυδρομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομημένη
ταχυδρομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυδρομημένος
ταχυδρομημένης	verb	γενική ενικού του ταχυδρομημένη
ταχυδρομημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταχυδρομημένος
ταχυδρομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομημένος
ταχυδρομημένος	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχυδρομημένος
ταχυδρομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταχυδρομημένος
ταχυδρομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταχυδρομημένος
ταχυδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ταχυδρομικό) του ταχυδρομικός	adv	με το ταχυδρομείο, μέσω ταχυδρομείου
ταχυδρομικέ	adj	κλητική ενικού του ταχυδρομικός
ταχυδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομική
ταχυδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυδρομικός
ταχυδρομικής	adj	γενική ενικού του ταχυδρομική
ταχυδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρομικός
ταχυδρομικού	adj	γενική ενικού του ταχυδρομικός
ταχυδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχυδρομικός
ταχυδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του ταχυδρομικός
ταχυδρομικός	noun	ταχυδρομικός υπάλληλος, υπάλληλος ταχυδρομείου	adj	που ανήκει ή σχετίζεται με το ταχυδρομείο ή με ταχυδρόμηση
ταχυδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του ταχυδρομικός
ταχυδρομικώς	adv|formal	ταχυδρομικά
ταχυδρομικῶς	adv	ταχυδρομικώς, ταχυδρομικά
ταχυδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυδρομία
ταχυδρομούμαι	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούμασταν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούμαστε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούμε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούμενος	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούμουν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούμουνα	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούνε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούνται	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούνταν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούντο	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσα	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσαμε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσαν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσανε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσατε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσε	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσες	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσουν	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομούσουνα	=	ταχυδρομώ
ταχυδρομώ	verb	παραδίδω επιστολή ή δέμα στο ταχυδρομείο (ή το ρίχνω στο ταχυδρομικό κουτί) για να αποσταλεί
ταχυδρομώντας	=	ταχυδρομώ
ταχυδρόμε	=	ταχυδρόμος
ταχυδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταχυδρομώ
ταχυδρόμηση	noun	η ενέργεια του ταχυδρομώ
ταχυδρόμησης	=	ταχυδρόμηση
ταχυδρόμο	=	ταχυδρόμος
ταχυδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυδρόμος
ταχυδρόμος	noun	υπάλληλος του ταχυδρομείου που παραδίδει την αλληλογραφία στους παραλήπτες στο σπίτι τους ή την έδρα τους
ταχυδρόμου	noun	γενική ενικού του ταχυδρόμος
ταχυδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταχυδρόμος
ταχυδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του ταχυδρόμος
ταχυεπίδεσμος	noun|rare	εξελληνισμένη ονομασία για αυτοκόλλητο επίθεμα για μικρά τραύματα (είτε συγκεκριμένου μεγέθους, είτε σε ρολό που κόβεται στο επιθυμητό μήκος - πλάτος)
ταχυεργά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταχυεργός	adv	με ταχυεργό τρόπο
ταχυεργέ	adj	κλητική ενικού του ταχυεργός
ταχυεργές	adj	ουδέτερο του ταχυεργής
ταχυεργή	=	ταχυεργός
ταχυεργής	=	ταχυεργός
ταχυεργία	noun|formal	η γρήγορη διεκπεραίωση κάποιου έργου, η εργασία με γρήγορο ρυθμό
ταχυεργίας	=	ταχυεργία
ταχυεργίες	=	ταχυεργία
ταχυεργείς	=	ταχυεργός
ταχυεργιών	=	ταχυεργία
ταχυεργοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυεργός
ταχυεργού	adj	γενική ενικού του ταχυεργός
ταχυεργούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχυεργός
ταχυεργό	adj	αιτιατική ενικού του ταχυεργός
ταχυεργός	adj|formal	που διεκπεραιώνει γρήγορα κάποιο έργο, που εργάζεται με γρήγορο ρυθμό
ταχυεργών	adj	γενική πληθυντικού του ταχυεργός
ταχυθάνατος	adj|formal	ο βραχύβιος
ταχυθερμοσίφωνα	=	ταχυθερμοσίφωνας
ταχυθερμοσίφωνας	noun	θερμοσίφωνας ταχείας απόδοσης
ταχυθερμοσίφωνες	=	ταχυθερμοσίφωνας
ταχυθερμοσιφώνων	=	ταχυθερμοσίφωνας
ταχυκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυκίνητο
ταχυκίνητε	adj	κλητική ενικού του ταχυκίνητος
ταχυκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυκίνητη
ταχυκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυκίνητος
ταχυκίνητης	adj	γενική ενικού του ταχυκίνητη
ταχυκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του ταχυκίνητος
ταχυκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυκίνητος
ταχυκίνητος	adj	αυτός που κινείται με μεγαλύτερη ταχύτητα από άλλη συμβατική
ταχυκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχυκίνητος
ταχυκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχυκίνητος
ταχυκίνητων	adj	ταχυκίνητος, στη γενική του πληθυντικού
ταχυκαές	=	ταχυκαής
ταχυκαή	=	ταχυκαής
ταχυκαής	adj	που είναι εύφλεκτος
ταχυκαείς	=	ταχυκαής
ταχυκαες	=	ταχυκαής
ταχυκαης	=	ταχυκαής
ταχυκαούς	=	ταχυκαής
ταχυκαρδία	noun	η παθολογική αύξηση της συχνότητας των παλμών της καρδιάς πέρα από τους 90 παλμούς ανά λεπτό
ταχυκαρδίας	noun	γενική ενικού του ταχυκαρδία
ταχυκαρδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυκαρδία
ταχυκαρδιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυκαρδία
ταχυκαών	=	ταχυκαής
ταχυμέτρου	=	ταχύμετρο
ταχυμέτρων	=	ταχύμετρο
ταχυμεταφορά	noun	η γρήγορη μεταφορά και διανομή δεμάτων, γραμμάτων και άλλων αντικειμένων
ταχυμεταφοράς	=	ταχυμεταφορά
ταχυμεταφορέα	=	ταχυμεταφορέας
ταχυμεταφορέας	noun	ο υπεύθυνος της ταχυμεταφοράς
ταχυμεταφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυμεταφορά
ταχυμεταφορέων	=	ταχυμεταφορέας
ταχυμεταφορείς	=	ταχυμεταφορέας
ταχυμεταφορών	=	ταχυμεταφορά
ταχυμετρία	noun	Στην τοπογραφία / γεωδαισία: Η γρήγορη και μονή μέτρηση σημείων στον χώρο μέσω θεοδόλιχου ή ολοκληρωμένου γεωδαιτικού σταθμού
ταχυμετρίας	=	ταχυμετρία
ταχυμετρίες	=	ταχυμετρία
ταχυμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταχυμετρικός	adv	με ταχύμετρο
ταχυμετρικέ	adj	κλητική ενικού του ταχυμετρικός
ταχυμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυμετρική
ταχυμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυμετρικός
ταχυμετρικής	adj	γενική ενικού του ταχυμετρική
ταχυμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυμετρικός
ταχυμετρικού	adj	γενική ενικού του ταχυμετρικός
ταχυμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχυμετρικός
ταχυμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ταχυμετρικός
ταχυμετρικός	adj	που έχει σχέση με το ταχύμετρο ή την ταχυμετρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
ταχυμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ταχυμετρικός
ταχυμετρικώς	adv	με ταχύμετρο
ταχυμετριών	=	ταχυμετρία
ταχυνή	noun	το πρωί
ταχυνοιών	=	ταχύνοια
ταχυνόων	=	ταχύνους
ταχυονίου	=	ταχυόνιο
ταχυονίων	=	ταχυόνιο
ταχυπαλμία	noun	αύξηση των παλμών της καρδιάς πάνω από τους συνηθισμένους, ενώ βρίσκεται κανείς σε κατάσταση ηρεμίας
ταχυπαλμίας	noun	γενική ενικού του ταχυπαλμία
ταχυπαλμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυπαλμία
ταχυπαλμιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυπαλμία
ταχυπιεστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυπιεστήριο
ταχυπιεστήριο	noun	τυπογραφικό πιεστήριο με μηχανοκίνητη λειτουργία, το οποίο επιτρέπει την ταχύτατη εκτύπωση μεγάλου αριθμού αντιτύπων
ταχυπιεστήριου	=	ταχυπιεστήριο
ταχυπιεστηρίου	noun	γενική ενικού του ταχυπιεστήριο
ταχυπιεστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ταχυπιεστήριο
ταχυπλοΐα	noun	αγώνας ταχύτητας στη θάλασσα μεταξύ ταχύπλοων
ταχυπλοΐας	=	ταχυπλοΐα
ταχυπλοΐες	=	ταχυπλοΐα
ταχυπλοϊών	=	ταχυπλοΐα
ταχυπλόου	=	ταχύπλοο
ταχυπλόων	=	ταχύπλοο
ταχυπνοιών	=	ταχύπνοια
ταχυποδία	noun|formal	το τρέξιμο με μεγάλη ταχύτητα
ταχυποδίας	=	ταχυποδία
ταχυποδίες	=	ταχυποδία
ταχυποδιών	=	ταχυποδία
ταχυπορήσαμε	=	ταχυπορώ
ταχυπορήσαν	=	ταχυπορώ
ταχυπορήσανε	=	ταχυπορώ
ταχυπορήσατε	=	ταχυπορώ
ταχυπορήσει	=	ταχυπορώ
ταχυπορήστε	=	ταχυπορώ
ταχυπορία	noun|formal	η ιδιότητα του ταχυπόρου
ταχυπορίας	=	ταχυπορία
ταχυπορίες	=	ταχυπορία
ταχυπορεί	=	ταχυπορώ
ταχυπορείς	=	ταχυπορώ
ταχυπορείτε	=	ταχυπορώ
ταχυπορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυπορημένο
ταχυπορημένε	verb	κλητική ενικού του ταχυπορημένος
ταχυπορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυπορημένη
ταχυπορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχυπορημένος
ταχυπορημένης	verb	γενική ενικού του ταχυπορημένη
ταχυπορημένο	verb	αιτιατική ενικού του ταχυπορημένος
ταχυπορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχυπορημένος
ταχυπορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχυπορημένος
ταχυπορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταχυπορημένος
ταχυπορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταχυπορημένος
ταχυποριών	=	ταχυπορία
ταχυπορούμε	=	ταχυπορώ
ταχυπορούν	=	ταχυπορώ
ταχυπορούνε	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσα	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσαμε	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσαν	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσανε	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσατε	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσε	=	ταχυπορώ
ταχυπορούσες	=	ταχυπορώ
ταχυπορώ	verb|formal	είμαι ταχυπόρος / ταχύπορος
ταχυπορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ταχυπορώ
ταχυπόδων	=	ταχύπους
ταχυπόρει	=	ταχυπορώ
ταχυπόρησα	=	ταχυπορώ
ταχυπόρησαν	=	ταχυπορώ
ταχυπόρησε	=	ταχυπορώ
ταχυπόρησες	=	ταχυπορώ
ταχυπόρος	adj|formal	άλλη μορφή του ταχύπορος
ταχυρρυθμία	noun	καρδιακή αρρυθμία που εκδηλώνεται με ταχυκαρδία / ταχυπαλμία
ταχυρρυθμίας	=	ταχυρρυθμία
ταχυρρυθμίες	=	ταχυρρυθμία
ταχυρρυθμιών	=	ταχυρρυθμία
ταχυστέγνωτα	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτε	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτες	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτη	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτης	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτο	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτοι	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτος	adj|formal	που στεγνώνει πολύ γρήγορα
ταχυστέγνωτου	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτους	=	ταχυστέγνωτος
ταχυστέγνωτων	=	ταχυστέγνωτος
ταχυσφυγμία	noun	κατάσταση κατά την οποία η καρδιά χτυπά με πολλούς σφυγμούς ανά λεπτό (> 100 bpm)
ταχυσφυγμίας	=	ταχυσφυγμία
ταχυσφυγμίες	=	ταχυσφυγμία
ταχυσφυγμιών	=	ταχυσφυγμία
ταχυτέρου	adv	αύριο
ταχυτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ταχύτητα
ταχυφαγία	noun	η κατανάλωση γρήγορου φαγητού, φαγητού που παρασκευάζεται σε ταχυφαγεία
ταχυφαγίας	noun	γενική ενικού του ταχυφαγία
ταχυφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυφαγία
ταχυφαγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχυφαγείο
ταχυφαγείο	noun	το εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης
ταχυφαγείου	noun	γενική ενικού του ταχυφαγείο
ταχυφαγείων	noun	γενική πληθυντικού του ταχυφαγείο
ταχυφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ταχυφαγία
ταχυφημία	noun	συνώνυμο του ταχυγλωσσία
ταχυφημίας	=	ταχυφημία
ταχυφημίες	=	ταχυφημία
ταχυφημιών	=	ταχυφημία
ταχυφορτίσεις	=	ταχυφόρτιση
ταχυφορτίσεων	=	ταχυφόρτιση
ταχυφορτιστές	=	ταχυφορτιστής
ταχυφορτιστή	=	ταχυφορτιστής
ταχυφορτιστής	noun	συσκευή ταχείας φόρτισης
ταχυφορτιστών	=	ταχυφορτιστής
ταχυφόρτιση	noun	η ενέργεια ή διαδικασία της γρήγορης φόρτισης μηχανημάτων, συσκευών ή εξαρτημάτων
ταχυφόρτισης	=	ταχυφόρτιση
ταχυόνια	=	ταχυόνιο
ταχυόνιο	noun	το υπερφωτόνιο, υποθετικό σωματίδιο που θεωρείται ότι μετακινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός στο κενό
ταχυόνιου	=	ταχυόνιο
ταχυόνιων	=	ταχυόνιο
ταχόμετρα	=	ταχόμετρο
ταχόμετρο	noun	όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα ενός οχήματος (καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν)
ταχόμετρου	=	ταχόμετρο
ταχόμετρων	=	ταχόμετρο
ταχύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ταχύς	adv	γρήγορα
ταχύγλωσσα	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσε	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσες	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσση	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσης	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσο	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσοι	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσος	adj	αυτός που μιλάει ταχέως, γρήγορα
ταχύγλωσσου	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσους	=	ταχύγλωσσος
ταχύγλωσσων	=	ταχύγλωσσος
ταχύμετρα	=	ταχύμετρο
ταχύμετρο	noun	όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα ενός οχήματος (καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν)
ταχύμετρου	=	ταχύμετρο
ταχύμετρων	=	ταχύμετρο
ταχύνοα	=	ταχύνους
ταχύνοες	=	ταχύνους
ταχύνοια	noun|archaic	η αγχίνοια, η οξύνοια
ταχύνοιας	=	ταχύνοια
ταχύνοιες	=	ταχύνοια
ταχύνου	=	ταχύνους
ταχύνουν	=	ταχύνους
ταχύνους	adj|archaic	ο αγχίνους, ο οξύνους
ταχύνσεις	=	τάχυνση
ταχύνσεων	=	τάχυνση
ταχύνω	verb	αυξάνω την ταχύτητα από κάτι, το κάνω πιο ταχύ / γρήγορο
ταχύπλοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχύπλοο
ταχύπλοε	adj	κλητική ενικού του ταχύπλοος
ταχύπλοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχύπλοη
ταχύπλοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχύπλοος
ταχύπλοης	adj	γενική ενικού του ταχύπλοη
ταχύπλοο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ταχύπλοος	noun	το σκάφος που μπορεί να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα πλέοντας στο νερό
ταχύπλοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχύπλοος
ταχύπλοος	adj	που μπορεί να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα πλέοντας στο νερό
ταχύπλοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχύπλοος
ταχύπλοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχύπλοος
ταχύπλοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταχύπλοος
ταχύπνοια	noun	το ν’ αναπνέει κάποιος ταχύτερα ή βαθύτερα απ’ όσο χρειάζεται
ταχύπνοιας	=	ταχύπνοια
ταχύπνοιες	=	ταχύπνοια
ταχύποδα	=	ταχύπους
ταχύποδες	=	ταχύπους
ταχύποδος	=	ταχύπους
ταχύπορα	=	ταχύπορος
ταχύπορε	=	ταχύπορος
ταχύπορες	=	ταχύπορος
ταχύπορη	=	ταχύπορος
ταχύπορης	=	ταχύπορος
ταχύπορο	=	ταχύπορος
ταχύποροι	=	ταχύπορος
ταχύπορος	adj|formal	που πορεύεται με ταχύτητα
ταχύπορου	=	ταχύπορος
ταχύπορους	=	ταχύπορος
ταχύπορων	=	ταχύπορος
ταχύπουν	=	ταχύπους
ταχύπους	adj|formal	ο γοργός στα πόδια, ο γοργοπόδαρος, για άνθρωπο ή ζώο, κυρίως το πρώτο
ταχύρρευμα	noun|rare	ο αεροχείμαρρος
ταχύρρυθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταχύρρυθμος	adv	με ταχύρρυθμο τρόπο
ταχύρρυθμε	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμες	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμη	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμης	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμο	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμοι	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμος	adj	που γίνεται ή αναπτύσσεται σε σχετικά γρήγορο ρυθμό
ταχύρρυθμου	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμους	=	ταχύρρυθμος
ταχύρρυθμων	=	ταχύρρυθμος
ταχύρυθμα	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμε	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμες	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμη	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμης	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμο	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμοι	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμος	adj	άλλη γραφή του ταχύρρυθμος
ταχύρυθμου	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμους	=	ταχύρυθμος
ταχύρυθμων	=	ταχύρυθμος
ταχύς	adj	γρήγορος
ταχύτατα	adv	υπερθετικός βαθμός του ταχέως, πάρα πολύ γρήγορα
ταχύτατε	=	ταχύς
ταχύτατες	=	ταχύς
ταχύτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχύτατος
ταχύτατης	=	ταχύς
ταχύτατο	=	ταχύς
ταχύτατοι	=	ταχύς
ταχύτατος	=	ταχύς
ταχύτατου	=	ταχύς
ταχύτατους	=	ταχύς
ταχύτατων	=	ταχύς
ταχύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταχύτερος	adv	συγκριτικός βαθμός του ταχέως: πιο γρήγορα, με πιο γρήγορο ρυθμό
ταχύτερε	adj	κλητική ενικού του ταχύτερος
ταχύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχύτερη
ταχύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταχύτερος
ταχύτερης	adj	γενική ενικού του ταχύτερη
ταχύτερο	adj	αιτιατική ενικού του ταχύτερος
ταχύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταχύτερος
ταχύτερος	adj	που είναι πιο ταχύς, πιο γρήγορος
ταχύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταχύτερος
ταχύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταχύτερος
ταχύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταχύτερος
ταχύτης	noun	ταχύτητα
ταχύτητα	noun	διανυσματικό φυσικό μέγεθος που ισούται με την απόσταση που διανύει ένα κινούμενο σώμα στη μονάδα του χρόνου
ταχύτητας	=	ταχύτητα
ταχύτητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταχύτητα
ταψί	noun	σκεύος για μαγείρεμα στο φούρνο, συχνά μεταλλικό ή γυάλινο
ταψιά	=	ταψί
ταψιού	=	ταψί
ταψιών	=	ταψί
ταϊβανέζικα	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικε	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικες	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικη	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικης	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικο	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικοι	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικος	adj	που προέρχεται από την Ταϊβάν ή αναφέρεται στο λαό της, στη γλώσσα και τον πολιτισμό της
ταϊβανέζικου	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικους	=	ταϊβανέζικος
ταϊβανέζικων	=	ταϊβανέζικος
ταϊζόμασταν	=	ταΐζω
ταϊζόμαστε	=	ταΐζω
ταϊζόμενος	=	ταΐζω
ταϊζόμουν	=	ταΐζω
ταϊζόμουνα	=	ταΐζω
ταϊζόντουσαν	=	ταΐζω
ταϊζόσασταν	=	ταΐζω
ταϊζόσαστε	=	ταΐζω
ταϊζόσουν	=	ταΐζω
ταϊζόσουνα	=	ταΐζω
ταϊζόταν	=	ταΐζω
ταϊζότανε	=	ταΐζω
ταϊλανδικά	noun	η ταϊλανδική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Ταϊλάνδη
ταϊλανδικέ	adj	κλητική ενικού του ταϊλανδικός
ταϊλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταϊλανδική
ταϊλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταϊλανδικός
ταϊλανδικής	adj	γενική ενικού του ταϊλανδική
ταϊλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταϊλανδικός
ταϊλανδικού	adj	γενική ενικού του ταϊλανδικός
ταϊλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ταϊλανδικός
ταϊλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του ταϊλανδικός
ταϊλανδικός	adj	ο σχετικός με την Ταϊλάνδη
ταϊλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του ταϊλανδικός
ταϊσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τάισμα
ταϊσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταϊσμένο
ταϊσμένε	verb	κλητική ενικού του ταϊσμένος
ταϊσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ταϊσμένη
ταϊσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταϊσμένος
ταϊσμένης	verb	γενική ενικού του ταϊσμένη
ταϊσμένο	verb	αιτιατική ενικού του ταϊσμένος
ταϊσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταϊσμένος
ταϊσμένος	=	ταΐζω
ταϊσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ταϊσμένος
ταϊσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ταϊσμένος
ταϊσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταϊσμένος
ταϊστήκαμε	=	ταΐζω
ταϊστήκαν	=	ταΐζω
ταϊστήκανε	=	ταΐζω
ταϊστήκατε	=	ταΐζω
ταϊστεί	=	ταΐζω
ταϊστείς	=	ταΐζω
ταϊστείτε	=	ταΐζω
ταϊστούμε	=	ταΐζω
ταϊστούν	=	ταΐζω
ταϊστούνε	=	ταΐζω
ταϊστρών	noun	γενική πληθυντικού του ταΐστρα
ταϊστώ	=	ταΐζω
ταϊτιανά	noun	μία από τις δύο κύριες γλώσσες της Ταϊτής (μαζί με τα γαλλικά)
ταϊτιανών	=	ταϊτιανά
ταϊφά	=	ταϊφάς
ταϊφάδες	=	ταϊφάς
ταϊφάδων	=	ταϊφάς
ταϊφάς	noun	το τσούρμο
ταό	noun	θεμελιώδης έννοια της κινεζικής φιλοσοφίας, που δηλώνει την πρωταρχική αρχή και την «τάξη» του κόσμου: την απρόσωπη, αυθύπαρκτη και αυτορρυθμιζόμενη διαδικασία από την οποία προκύπτουν και στην οποία υπάγονται όλα τα φαινόμενα, υλικά καιάυλα, χωρίς να ταυτίζεται με θεότητα και λειτουργώντας ως κοσμικός νόμος που διέπει την ισορροπία και τη μεταβολή
ταύρε	noun	κλητική ενικού του ταύρος
ταύρεια	=	ταύρειος
ταύρειας	=	ταύρειος
ταύρειε	=	ταύρειος
ταύρειες	=	ταύρειος
ταύρειο	=	ταύρειος
ταύρειοι	=	ταύρειος
ταύρειος	adj	που αναφέρεται στον ταύρο
ταύρειου	=	ταύρειος
ταύρειους	=	ταύρειος
ταύρειων	=	ταύρειος
ταύρο	noun	αιτιατική ενικού του ταύρος
ταύροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ταύρος
ταύρος	noun	θηλαστικό: αρσενικό βόδι, ικανό προς αναπαραγωγή
ταύρου	noun	γενική ενικού του ταύρος
ταύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ταύρος
ταύρων	noun	γενική πληθυντικού του ταύρος
ταύτα	pron|dated	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (τούτο) του ούτος / τούτος - στην κοινή νεοελληνική: τούτα, αυτά(σε χρήση μόνο σε παγιωμένες λόγιες εκφράσεις)
ταύτιζα	=	ταυτίζω
ταύτιζαν	=	ταυτίζω
ταύτιζε	=	ταυτίζω
ταύτιζες	=	ταυτίζω
ταύτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταύτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταύτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταύτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ταυτίζω
ταύτιση	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος ταυτίζει κάποιον/κάτι με κάποιον/κάτι άλλο· το να είναι ή να θεωρείται ή να αναγνωρίζεται κάτι ως ίδιο με κάτι άλλο
ταύτισης	noun	γενική ενικού του ταύτιση
ταών	=	ταή
ταῖς	=	γωνιακός
τεΐνες	=	τεΐνη
τεΐνη	noun|dated	η καφεΐνη, όταν βρίσκεται στο τσάι
τεΐνης	noun	γενική ενικού του τεΐνη
τεΐου	=	τέιο
τεΐων	=	τέιο
τείναμε	=	τείνω
τείναν	=	τείνω
τείνανε	=	τείνω
τείνατε	=	τείνω
τείνε	=	τείνω
τείνει	=	τείνω
τείνεις	=	τείνω
τείνεσαι	=	τείνω
τείνεστε	=	τείνω
τείνεται	=	τείνω
τείνετε	=	τείνω
τείνομαι	=	τείνω
τείνομε	=	τείνω
τείνονται	=	τείνω
τείνονταν	=	τείνω
τείνοντας	=	τείνω
τείνουμε	=	τείνω
τείνουν	=	τείνω
τείνουνε	=	τείνω
τείνω	verb	απλώνω, τεντώνω
τείχη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τείχος
τείχιζα	=	τειχίζω
τείχιζαν	=	τειχίζω
τείχιζε	=	τειχίζω
τείχιζες	=	τειχίζω
τείχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τείχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τείχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τείχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τείχιση	noun	η ενέργεια του τειχίζω, η ανέγερση τείχους
τείχισης	=	τείχιση
τείχισμα	noun	το αποτέλεσμα του τειχίζω
τείχος	noun	αμυντική κατασκευή, μόνιμη ή πρόχειρα φτιαγμένη· συνήθως περιβάλλει μία πόλη και αποτελείται από ψηλά και γερά τοιχώματα που συνοδεύονται από πύργους, προμαχώνες και επάλξεις (η λέξη χρησιμοποιείται συχνά και στον πληθυντικό)
τείχους	=	τείχος
τεβα	abbrev	ειδικό επισιτιστικό ταμείο για άπορους
τεβε	abbrev	ασφαλιστικός φορέας επαγγελματιών και βιοτεχνών.
τεγίδα	noun	δευτερεύοντα στοιχεία κατασκευής στέγης, μικρής διατομής ξύλινοι δοκοί (ή αντίστοιχα μεταλλικά στοιχεία) που διατρέχουν παράλληλα με τον άξονα της στέγης και συνδέουν τα ζευκτά μεταξύ τους
τεγίδας	=	τεγίδα
τεγίδες	=	τεγίδα
τεγίδων	=	τεγίδα
τεδ	abbrev	πρώην ελληνικός κρατικός τηλεοπτικός σταθμός
τεζάκι	noun	ο πάγκος του μαγαζάτορα σε παντοπωλείο ή καφενείο, ο μπουφές
τεζάκια	=	τεζάκι
τεζάρισα	=	τεζάρω
τεζάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τεζάρω
τεζάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τεζάρω
τεζάρω	verb	τεντώνω, τσιτώνω
τεζέκα	noun	χωμάτινος σβώλος
τεζέκας	=	τεζέκα
τεζέκες	=	τεζέκα
τεζακιού	=	τεζάκι
τεζακιών	=	τεζάκι
τεζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεζάρισμα
τεζαρίσματος	noun	γενική ενικού του τεζάρισμα
τεζαρίστηκα	=	τεζάρω
τεζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τεζάρισμα
τεζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεζαρισμένο
τεζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τεζαρισμένος
τεζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεζαρισμένη
τεζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεζαρισμένος
τεζαρισμένης	verb	γενική ενικού του τεζαρισμένη
τεζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τεζαρισμένος
τεζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεζαρισμένος
τεζαρισμένος	=	τεζάρω
τεζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεζαρισμένος
τεζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεζαρισμένος
τεζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεζαρισμένος
τεζαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεζαριστός	adv	με τεζαριστό τρόπο
τεζαριστέ	adj	κλητική ενικού του τεζαριστός
τεζαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεζαριστή
τεζαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεζαριστός
τεζαριστής	adj	γενική ενικού του τεζαριστή
τεζαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεζαριστός
τεζαριστού	adj	γενική ενικού του τεζαριστός
τεζαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεζαριστός
τεζαριστό	adj	αιτιατική ενικού του τεζαριστός
τεζαριστός	adj	που έχει τεζαριστεί, που έχει τεντωθεί
τεζαριστών	adj	γενική πληθυντικού του τεζαριστός
τεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθήκαν	=	θέτω
τεθήκανε	=	θέτω
τεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθλασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεθλασμένο
τεθλασμένε	adj	κλητική ενικού του τεθλασμένος
τεθλασμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεθλασμένη
τεθλασμένη	noun	η γραμμή που αποτελείται από διαδοχικά ευθύγραμμα τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία
τεθλασμένης	adj	γενική ενικού του τεθλασμένη
τεθλασμένο	adj	αιτιατική ενικού του τεθλασμένος
τεθλασμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεθλασμένος
τεθλασμένος	verb	που έχει το σχήμα της τεθλασμένης, της γραμμής που αποτελείται από διαδοχικά ευθύγραμμα τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία
τεθλασμένου	verb	γενική ενικού του τεθλασμένος
τεθλασμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεθλασμένος
τεθλασμένων	adj	γενική πληθυντικού του τεθλασμένος
τεθλιμμένα	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένε	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένες	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένη	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένης	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένο	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένοι	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένος	adj|formal	ο θλιμμένος (συνήθως σε αγγελτήρια θανάτων ή κηδειών)
τεθλιμμένου	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένους	=	τεθλιμμένος
τεθλιμμένων	=	τεθλιμμένος
τεθνεός	=	τεθνεώς
τεθνεώς	verb|archaic	ο νεκρός
τεθνεώσα	=	τεθνεώς
τεθνεώτων	adj	γενική πληθυντικού του τεθνεώς
τεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τεθούνε	=	θέτω
τεθρίππου	noun	γενική ενικού του τέθριππο
τεθρίππων	noun	γενική πληθυντικού του τέθριππο
τεθωρακισμένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεθωρακισμένο
τεθωρακισμένε	adj	κλητική ενικού του τεθωρακισμένος
τεθωρακισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεθωρακισμένη
τεθωρακισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεθωρακισμένος
τεθωρακισμένης	adj	γενική ενικού του τεθωρακισμένη
τεθωρακισμένο	noun	άρμα μάχης, τανκ
τεθωρακισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεθωρακισμένος
τεθωρακισμένος	verb	που έχει θωράκιση, προστατευτική επένδυση, συνήθως χαλύβδινη ώστε να μην τον διαπερνούν βλήματα
τεθωρακισμένου	noun	γενική ενικού του τεθωρακισμένο
τεθωρακισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεθωρακισμένος
τεθωρακισμένων	noun	γενική πληθυντικού του τεθωρακισμένο
τεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τίθεμαι
τει	abbrev|dated	δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα τεχνολογικού τομέα που είχαν την ονομασία αυτή μετά το 1983
τεινεσμέ	noun	κλητική ενικού του τεινεσμός
τεινεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεινεσμός
τεινεσμού	noun	γενική ενικού του τεινεσμός
τεινεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεινεσμός
τεινεσμό	noun	αιτιατική ενικού του τεινεσμός
τεινεσμός	noun	Το σφίξιμο, η τάνυση κατά την αποπάτηση
τεινεσμών	noun	γενική πληθυντικού του τεινεσμός
τεινόμασταν	=	τείνω
τεινόμαστε	=	τείνω
τεινόμουν	=	τείνω
τεινόμουνα	=	τείνω
τεινόντουσαν	=	τείνω
τεινόσασταν	=	τείνω
τεινόσαστε	=	τείνω
τεινόσουν	=	τείνω
τεινόσουνα	=	τείνω
τεινόταν	=	τείνω
τεινότανε	=	τείνω
τειχία	=	τειχίο
τειχίζαμε	=	τειχίζω
τειχίζαν	=	τειχίζω
τειχίζανε	=	τειχίζω
τειχίζατε	=	τειχίζω
τειχίζει	=	τειχίζω
τειχίζεις	=	τειχίζω
τειχίζετε	=	τειχίζω
τειχίζοντας	=	τειχίζω
τειχίζουμε	=	τειχίζω
τειχίζουν	=	τειχίζω
τειχίζουνε	=	τειχίζω
τειχίζω	verb	προστατεύω μία πόλη ή άλλο μέρος χτίζοντας τείχος
τειχίο	noun	μικρός τοίχος από μπετόν, το τοιχίο
τειχίου	=	τειχίο
τειχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίσαν	=	τειχίζω
τειχίσανε	=	τειχίζω
τειχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τείχιση
τειχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίσεων	=	τείχιση
τειχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τείχισμα
τειχίσματος	noun	γενική ενικού του τείχισμα
τειχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζομαι
τειχίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τειχίζομαι
τειχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζω
τειχίων	=	τειχίο
τειχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τείχισμα
τειχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τειχισμένο
τειχισμένε	verb	κλητική ενικού του τειχισμένος
τειχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τειχισμένη
τειχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τειχισμένος
τειχισμένης	verb	γενική ενικού του τειχισμένη
τειχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τειχισμένος
τειχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τειχισμένος
τειχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τειχισμένος
τειχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τειχισμένος
τειχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τειχισμένος
τειχιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τειχίζομαι
τειχιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τειχίζομαι
τειχοδομία	noun	η τειχοποιία
τειχοδομίας	noun	γενική ενικού του τειχοδομία
τειχοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τειχοδομία
τειχοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του τειχοδομία
τειχομάχησα	=	τειχομαχώ
τειχομάχησαν	=	τειχομαχώ
τειχομάχησε	=	τειχομαχώ
τειχομάχησες	=	τειχομαχώ
τειχομαχήσαμε	=	τειχομαχώ
τειχομαχήσαν	=	τειχομαχώ
τειχομαχήσανε	=	τειχομαχώ
τειχομαχήσατε	=	τειχομαχώ
τειχομαχήσει	=	τειχομαχώ
τειχομαχήστε	=	τειχομαχώ
τειχομαχία	noun	η μάχη (πάνω) στα τείχη
τειχομαχίας	noun	γενική ενικού του τειχομαχία
τειχομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τειχομαχία
τειχομαχεί	=	τειχομαχώ
τειχομαχείς	=	τειχομαχώ
τειχομαχείτε	=	τειχομαχώ
τειχομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του τειχομαχία
τειχομαχούμε	=	τειχομαχώ
τειχομαχούν	=	τειχομαχώ
τειχομαχούνε	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσα	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσαμε	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσαν	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσανε	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσατε	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσε	=	τειχομαχώ
τειχομαχούσες	=	τειχομαχώ
τειχομαχώ	verb|dated	πολεμάω γύρα από τα τείχη
τειχομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τειχομαχώ
τειχοποιέ	=	τειχοποιός
τειχοποιία	noun	η κατασκευή τείχους καθώς και οι σχετικές γνώσεις και η τεχνική που απαιτούνται
τειχοποιίας	noun	γενική ενικού του τειχοποιία
τειχοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τειχοποιία
τειχοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του τειχοποιία
τειχοποιοί	=	τειχοποιός
τειχοποιού	=	τειχοποιός
τειχοποιούς	=	τειχοποιός
τειχοποιό	=	τειχοποιός
τειχοποιός	noun	που κατασκευάζει τείχος
τειχοποιών	=	τειχοποιός
τειχών	=	τείχος
τεκέ	=	τεκές
τεκέδες	=	τεκές
τεκέδων	=	τεκές
τεκές	noun	μουσουλμανικό μοναστήρι δερβίσηδων
τεκε	abbrev	ταμείο εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων
τεκετζή	=	τεκετζής
τεκετζήδες	=	τεκετζής
τεκετζήδων	=	τεκετζής
τεκετζής	noun	υπάλληλος σε τεκέ ή ιδιοκτήτης τεκέ
τεκμήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμήριο
τεκμήριο	noun	συμπέρασμα βάσει αποδεικτικών στοιχείων
τεκμήριου	=	τεκμήριο
τεκμαίρομαι	verb	από ορισμένες ενδείξεις, σχηματίζω γνώμη, συμπεραίνω
τεκμαιρόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμαιρόμενο
τεκμαιρόμενε	verb	κλητική ενικού του τεκμαιρόμενος
τεκμαιρόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμαιρόμενη
τεκμαιρόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκμαιρόμενος
τεκμαιρόμενης	verb	γενική ενικού του τεκμαιρόμενη
τεκμαιρόμενο	verb	αιτιατική ενικού του τεκμαιρόμενος
τεκμαιρόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκμαιρόμενος
τεκμαιρόμενος	verb	[ Σημειώσεις: τεκμαρτός του τεκμαίρω]
τεκμαιρόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεκμαιρόμενος
τεκμαιρόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεκμαιρόμενος
τεκμαιρόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεκμαιρόμενος
τεκμαρτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεκμαρτός	adv	με τεκμαρτό τρόπο
τεκμαρτέ	adj	κλητική ενικού του τεκμαρτός
τεκμαρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμαρτή
τεκμαρτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκμαρτός
τεκμαρτής	adj	γενική ενικού του τεκμαρτή
τεκμαρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκμαρτός
τεκμαρτού	adj	γενική ενικού του τεκμαρτός
τεκμαρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεκμαρτός
τεκμαρτό	adj	αιτιατική ενικού του τεκμαρτός
τεκμαρτός	adj	που εξάγεται και βεβαιώνεται από τεκμήρια
τεκμαρτών	adj	γενική πληθυντικού του τεκμαρτός
τεκμηρίου	noun	γενική ενικού του τεκμήριο
τεκμηρίων	noun	γενική πληθυντικού του τεκμήριο
τεκμηρίωνα	=	τεκμηριώνω
τεκμηρίωναν	=	τεκμηριώνω
τεκμηρίωνε	=	τεκμηριώνω
τεκμηρίωνες	=	τεκμηριώνω
τεκμηρίωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηρίωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηρίωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηρίωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηρίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τεκμηριώνω
τεκμηρίωσης	noun	γενική ενικού του τεκμηρίωση
τεκμηριωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεκμηριώνομαι
τεκμηριωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνομαι
τεκμηριωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμηριωμένο	adv	με τεκμηριωμένο τρόπο, με τρόπο που να μην επιδέχεται επιστημονική αμφισβήτηση, με στοιχεία και ντοκουμέντα, με τεκμηρίωση
τεκμηριωμένε	verb	κλητική ενικού του τεκμηριωμένος
τεκμηριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμηριωμένη
τεκμηριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκμηριωμένος
τεκμηριωμένης	verb	γενική ενικού του τεκμηριωμένη
τεκμηριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τεκμηριωμένος
τεκμηριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκμηριωμένος
τεκμηριωμένος	verb	που αποδεικνύεται, στηρίζεται σε αδιάσειστα στοιχεία, σε ντοκουμέντα
τεκμηριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεκμηριωμένος
τεκμηριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεκμηριωμένος
τεκμηριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεκμηριωμένος
τεκμηριωνόταν	=	τεκμηριώνομαι
τεκμηριωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμηριωτικό
τεκμηριωτικέ	adj	κλητική ενικού του τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμηριωτική
τεκμηριωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικής	adj	γενική ενικού του τεκμηριωτική
τεκμηριωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικού	adj	γενική ενικού του τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικό	adj	αιτιατική ενικού του τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικός	adj	που συμβάλλει στην τεκμηρίωση, έχει σχέση με την τεκμηρίωση ή τα τεκμήρια ή αναφέρεται σ’ αυτά
τεκμηριωτικών	adj	γενική πληθυντικού του τεκμηριωτικός
τεκμηριώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνομαι
τεκμηριώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνομαι
τεκμηριώναμε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώναν	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνανε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνατε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνει	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνεις	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνετε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνομαι	verb	αποδεικνύεται η αλήθειά τους
τεκμηριώνοντας	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνουμε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνουν	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνουνε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώνω	verb	προσφέρω τεκμήρια για μία άποψη, θέση ή ισχυρισμό μου, αποδεικνύω του λόγου το αληθές με ντοκουμέντα, με αδιάσειστα στοιχεία
τεκμηριώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώσαν	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώσανε	=	τεκμηριώνω
τεκμηριώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκμηρίωση
τεκμηριώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τεκμηρίωση
τεκμηριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τεκμηρίωση
τεκμηριώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκμηριώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκμηριώνω
τεκνά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνό
τεκνατζού	noun|slang	γυναίκα που θέλει να έχει σεξουαλικές ή ερωτικές σχέσεις με νεαρούς, πιο μικρούς απ’ αυτήν, στην ηλικία
τεκνατζούδες	=	τεκνατζού
τεκνατζούδων	=	τεκνατζού
τεκνατζούς	=	τεκνατζού
τεκνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνικό
τεκνικέ	adj	κλητική ενικού του τεκνικός
τεκνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνική
τεκνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκνικός
τεκνικής	adj	γενική ενικού του τεκνική
τεκνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκνικός
τεκνικού	adj	γενική ενικού του τεκνικός
τεκνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεκνικός
τεκνικό	adj	αιτιατική ενικού του τεκνικός
τεκνικών	adj	γενική πληθυντικού του τεκνικός
τεκνογονία	noun	η γέννηση τέκνου, παιδιού
τεκνογονίας	noun	γενική ενικού του τεκνογονία
τεκνογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνογονία
τεκνογονιών	noun	γενική πληθυντικού του τεκνογονία
τεκνοθέτει	=	τεκνοθετώ
τεκνοθέτησα	=	τεκνοθετώ
τεκνοθέτησαν	=	τεκνοθετώ
τεκνοθέτησε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθέτησες	=	τεκνοθετώ
τεκνοθεσία	noun	η υιοθεσία
τεκνοθεσίας	noun	γενική ενικού του τεκνοθεσία
τεκνοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνοθεσία
τεκνοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του τεκνοθεσία
τεκνοθετήθηκα	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετήθηκαν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετήθηκε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετήθηκες	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετήσαμε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετήσαν	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετήσανε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετήσατε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετήσει	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετήσου	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετήστε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετεί	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετείς	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετείσαι	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετείστε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετείται	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετείτε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετηθήκαμε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετηθήκαν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετηθήκανε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετηθήκατε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετηθεί	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετηθείτε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετημένος	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τεκνοθετώ
τεκνοθετούμασταν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούμαστε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούμε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούμουν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούν	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούνε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούνται	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούνταν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούσα	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσαμε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσαν	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσανε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσασταν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούσαστε	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετούσατε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσε	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσες	=	τεκνοθετώ
τεκνοθετούσουν	=	τεκνοθετούμαι
τεκνοθετώ	verb	υιοθετώ
τεκνοθετώντας	=	τεκνοθετώ
τεκνοποίει	=	τεκνοποιώ
τεκνοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποίηση	noun|formal	η απόκτηση παιδιών, η γέννηση
τεκνοποίησης	noun	γενική ενικού του τεκνοποίηση
τεκνοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήσαν	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιήσανε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνοποίηση
τεκνοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τεκνοποίηση
τεκνοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τεκνοποίηση
τεκνοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνοποιία	noun|formal	άλλη μορφή του τεκνοποίηση
τεκνοποιίας	noun	γενική ενικού του τεκνοποιία
τεκνοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνοποιία
τεκνοποιεί	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιείς	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιείτε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνοποιητικό
τεκνοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκνοποιητική
τεκνοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικής	adj	γενική ενικού του τεκνοποιητική
τεκνοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικού	adj	γενική ενικού του τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικός	adj	που έχει σχέση με την τεκνοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
τεκνοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του τεκνοποιητικός
τεκνοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του τεκνοποιία
τεκνοποιούμε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούν	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούνε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσα	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσαμε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσαν	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσανε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσατε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσε	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιούσες	=	τεκνοποιώ
τεκνοποιώ	verb|formal	γενώ, αποκτώ τέκνα
τεκνοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τεκνοποιώ
τεκνού	noun	γενική ενικού του τεκνό
τεκνό	noun|vulgar	όμορφο αγόρι νεαρής ηλικίας
τεκνών	noun	γενική πληθυντικού του τεκνό
τεκταίνομαι	verb|formal	σχεδιάζω πράγματα (ενίοτε με ύπουλο τρόπο), ώστε να συμβούν δυσάρεστα γεγονότα
τεκταινομένων	=	τεκταινόμενα
τεκταινόμενα	noun|formal	το αποτέλεσμα του τεκταίνομαι, αυτά που προετοιμάζονται, συνήθως δυσάρεστα
τεκταινόμενων	=	τεκταινόμενα
τεκτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκτονικό
τεκτονικέ	adj	κλητική ενικού του τεκτονικός
τεκτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκτονική
τεκτονική	noun	η μελέτη της δομής και των ιδιοτήτων του φλοιού της Γης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκτονικός
τεκτονικής	adj	γενική ενικού του τεκτονική
τεκτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκτονικός
τεκτονικού	adj	γενική ενικού του τεκτονικός
τεκτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεκτονικός
τεκτονικό	adj	αιτιατική ενικού του τεκτονικός
τεκτονικός	adj	που έχει σχέση με τον τέκτονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τεκτονικών	adj	γενική πληθυντικού του τεκτονικός
τεκτονισμέ	noun	κλητική ενικού του τεκτονισμός
τεκτονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκτονισμός
τεκτονισμού	noun	γενική ενικού του τεκτονισμός
τεκτονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεκτονισμός
τεκτονισμό	noun	αιτιατική ενικού του τεκτονισμός
τεκτονισμός	noun	παγκόσμια μυστική αδελφότητα της οποίας τα μέλη ανήκουν σε κατά τόπους τεκτονικές Στοές, έχουν κοινές ηθικές και μεταφυσικές απόψεις και αλληλοϋποστηρίζονται
τεκτονισμών	noun	γενική πληθυντικού του τεκτονισμός
τεκτοπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκτοπυριτικό
τεκτοπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του τεκτοπυριτικός
τεκτοπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεκτοπυριτική
τεκτοπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεκτοπυριτικός
τεκτοπυριτικής	adj	γενική ενικού του τεκτοπυριτική
τεκτοπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεκτοπυριτικός
τεκτοπυριτικού	adj	γενική ενικού του τεκτοπυριτικός
τεκτοπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεκτοπυριτικός
τεκτοπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του τεκτοπυριτικός
τεκτοπυριτικός	adj	χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία το κρυσταλλικό πλέγμα των τετραέδρων πυριτίου έχει οξυγόνα καθένα από τα οποία ανήκουν σε όλα τα γειτονικά τετράεδρα
τεκτοπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του τεκτοπυριτικός
τεκτόνων	=	τέκτονας
τελάκι	noun	υποκοριστικό του τέλι
τελάκια	=	τελάκι
τελάλη	=	τελάλης
τελάληδες	=	τελάλης
τελάληδων	=	τελάλης
τελάλης	noun	άλλη μορφή του ντελάλης
τελάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελάρο
τελάρο	noun	το ανοιχτό κιβώτιο για τη μεταφορά φρούτων και λαχανικών ή μπουκαλιών
τελάρου	noun	γενική ενικού του τελάρο
τελάρων	noun	γενική πληθυντικού του τελάρο
τελέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέσαν	=	τελώ
τελέσανε	=	τελώ
τελέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελώ
τελέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέλεση
τελέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέσεων	noun	γενική πληθυντικού του τέλεση
τελέσεως	noun|formal	γενική ενικού του τέλεση
τελέσου	=	τελώ
τελέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέσουνε	=	τελώ
τελέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέστηκα	=	τελώ
τελέστηκαν	=	τελώ
τελέστηκε	=	τελώ
τελέστηκες	=	τελώ
τελέστρια	noun|archaic	κάποια που τελεί αρχαία μυστήρια ή είναι υπεύθυνη σε σχετική τελετή
τελέστριας	=	τελέστρια
τελέστριες	=	τελέστρια
τελέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελώ
τελέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψαν	=	τελεύω
τελέψανε	=	τελεύω
τελέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεύω
τελίτσα	noun	μικρή τελεία
τελίτσας	noun	γενική ενικού του τελίτσα
τελίτσες	noun	παιχνίδι σκέψης στο οποίο ο σκοπός είναι να ενωθούν τελείες ομοιόμορφα κατανεμημένες
τελαλώ	verb	είμαι τελάλης
τελαμώνα	noun	ο τελαμώνας
τελαμώνας	noun	ζωνάρι που περνιέται στον ώμο και περιέχει θήκες για σφαίρες
τελαμώνες	=	τελαμώνας
τελαμώνων	=	τελαμώνας
τελαράκι	noun	μικρό τελάρο
τελαράκια	=	τελαράκι
τελατίνι	noun	κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού
τελατίνια	=	τελατίνι
τελατινιού	=	τελατίνι
τελατινιών	=	τελατίνι
τελεί	=	τελώ
τελεία	noun	σημείο στίξης που σηματοδοτεί το τέλος μιας πρότασης
τελείας	noun	γενική ενικού του τελεία
τελείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεία
τελείς	=	τελώ
τελείσαι	=	τελώ
τελείσθε	=	τελώ
τελείστε	=	τελώ
τελείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τελούμαι
τελείτε	=	τελώ
τελείωμα	noun	άλλη γραφή του τέλειωμα
τελείωνα	=	τελειώνω
τελείωναν	=	τελειώνω
τελείωνε	=	τελειώνω
τελείωνες	=	τελειώνω
τελείως	adv	ολοκληρωτικά, εντελώς, παντελώς, ολοσχερώς, πέρα για πέρα
τελείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελείωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελειώνομαι, το να γίνεται κάποιος τέλειος
τελείωσης	noun	γενική ενικού του τελείωση
τελειοθηρία	noun	η επιδίωξη του τέλειου αποτελέσματος
τελειοθηρίας	=	τελειοθηρία
τελειοθηρίες	=	τελειοθηρία
τελειοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοθηρικό
τελειοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του τελειοθηρικός
τελειοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοθηρική
τελειοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελειοθηρικός
τελειοθηρικής	adj	γενική ενικού του τελειοθηρική
τελειοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειοθηρικός
τελειοθηρικού	adj	γενική ενικού του τελειοθηρικός
τελειοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελειοθηρικός
τελειοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του τελειοθηρικός
τελειοθηρικός	adj	που αναφέρεται στον τελειοθήρα και την τελειοθηρία
τελειοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του τελειοθηρικός
τελειοθηριών	=	τελειοθηρία
τελειομανές	=	τελειομανής
τελειομανή	=	τελειομανής
τελειομανής	noun	που έχει μανία με την τελειότητα, που την επιδιώκει σε κάθε του έργο
τελειομανία	noun	η μανία για τελειότητα
τελειομανίας	=	τελειομανία
τελειομανίες	=	τελειομανία
τελειομανείς	=	τελειομανής
τελειομανιών	=	τελειομανία
τελειομανούς	=	τελειομανής
τελειομανών	=	τελειομανής
τελειοποίει	=	τελειοποιώ
τελειοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελειοποιώ
τελειοποίησης	noun	γενική ενικού του τελειοποίηση
τελειοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσαν	=	τελειοποιώ
τελειοποιήσανε	=	τελειοποιώ
τελειοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποίηση
τελειοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τελειοποίηση
τελειοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τελειοποίηση
τελειοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιήσιμο
τελειοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιήσιμη
τελειοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του τελειοποιήσιμη
τελειοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να τελειοποιηθεί
τελειοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελειοποιήσιμος
τελειοποιήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσουνε	=	τελειοποιώ
τελειοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιεί	=	τελειοποιώ
τελειοποιείς	=	τελειοποιώ
τελειοποιείσαι	=	τελειοποιώ
τελειοποιείστε	=	τελειοποιώ
τελειοποιείται	=	τελειοποιώ
τελειοποιείτε	=	τελειοποιώ
τελειοποιείτο	=	τελειοποιώ
τελειοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθήκαν	=	τελειοποιώ
τελειοποιηθήκανε	=	τελειοποιώ
τελειοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιηθούνε	=	τελειοποιώ
τελειοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειοποιούμαι
τελειοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιημένο
τελειοποιημένε	verb	κλητική ενικού του τελειοποιημένος
τελειοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιημένη
τελειοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελειοποιημένος
τελειοποιημένης	verb	γενική ενικού του τελειοποιημένη
τελειοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του τελειοποιημένος
τελειοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιημένος
τελειοποιημένος	verb	που έχει τελειοποιηθεί, που δεν παρουσιάζει ατέλειες
τελειοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελειοποιημένος
τελειοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τελειοποιημένος
τελειοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελειοποιημένος
τελειοποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιητικό
τελειοποιητικέ	adj	κλητική ενικού του τελειοποιητικός
τελειοποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιητική
τελειοποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελειοποιητικός
τελειοποιητικής	adj	γενική ενικού του τελειοποιητική
τελειοποιητικη	=	τελειοποιητικός
τελειοποιητικο	=	τελειοποιητικός
τελειοποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειοποιητικός
τελειοποιητικού	adj	γενική ενικού του τελειοποιητικός
τελειοποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελειοποιητικός
τελειοποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του τελειοποιητικός
τελειοποιητικός	adj	που είναι δυνατόν να τελειοποιήσει κάποιον ή κάτι
τελειοποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του τελειοποιητικός
τελειοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τελειοποιώ
τελειοποιούμασταν	=	τελειοποιώ
τελειοποιούμαστε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούμε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούμενος	=	τελειοποιώ
τελειοποιούμουν	=	τελειοποιώ
τελειοποιούμουνα	=	τελειοποιώ
τελειοποιούν	=	τελειοποιώ
τελειοποιούνε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούνται	=	τελειοποιώ
τελειοποιούνταν	=	τελειοποιώ
τελειοποιούντο	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσα	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσαμε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσαν	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσανε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσατε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσε	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσες	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσουν	=	τελειοποιώ
τελειοποιούσουνα	=	τελειοποιώ
τελειοποιόμασταν	=	τελειοποιώ
τελειοποιόμαστε	=	τελειοποιώ
τελειοποιόμουν	=	τελειοποιώ
τελειοποιόμουνα	=	τελειοποιώ
τελειοποιόνταν	=	τελειοποιώ
τελειοποιόντανε	=	τελειοποιώ
τελειοποιόντουσαν	=	τελειοποιώ
τελειοποιόσασταν	=	τελειοποιώ
τελειοποιόσαστε	=	τελειοποιώ
τελειοποιόσουν	=	τελειοποιώ
τελειοποιόσουνα	=	τελειοποιώ
τελειοποιόταν	=	τελειοποιώ
τελειοποιότανε	=	τελειοποιώ
τελειοποιώ	verb	κάνω κάτι τέλειο
τελειοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τελειοποιώ
τελειοτήτων	=	τελειότητα
τελειοφοίτου	=	τελειόφοιτος
τελειοφοίτους	=	τελειόφοιτος
τελειοφοίτων	=	τελειόφοιτος
τελειωθήκαμε	=	τελειώνω
τελειωθήκαν	=	τελειώνω
τελειωθήκανε	=	τελειώνω
τελειωθήκατε	=	τελειώνω
τελειωθεί	=	τελειώνω
τελειωθείς	=	τελειώνω
τελειωθείτε	=	τελειώνω
τελειωθούμε	=	τελειώνω
τελειωθούν	=	τελειώνω
τελειωθούνε	=	τελειώνω
τελειωθώ	=	τελειώνω
τελειωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τελείωμα
τελειωμέ	noun	κλητική ενικού του τελειωμός
τελειωμένα	=	τελειωμένος
τελειωμένε	=	τελειωμένος
τελειωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειωμένη
τελειωμένη	=	τελειωμένος
τελειωμένης	=	τελειωμένος
τελειωμένο	=	τελειωμένος
τελειωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειωμένος
τελειωμένος	verb	που έχει τελειώσει, έχει φτάσει στο τέλος του
τελειωμένου	=	τελειωμένος
τελειωμένους	=	τελειωμένος
τελειωμένων	=	τελειωμένος
τελειωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειωμός
τελειωμού	noun	γενική ενικού του τελειωμός
τελειωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τελειωμός
τελειωμό	noun	αιτιατική ενικού του τελειωμός
τελειωμός	noun	η ολοκλήρωση
τελειωμών	noun	γενική πληθυντικού του τελειωμός
τελειωνόμασταν	=	τελειώνω
τελειωνόμαστε	=	τελειώνω
τελειωνόμουν	=	τελειώνω
τελειωνόμουνα	=	τελειώνω
τελειωνόντουσαν	=	τελειώνω
τελειωνόσασταν	=	τελειώνω
τελειωνόσαστε	=	τελειώνω
τελειωνόσουν	=	τελειώνω
τελειωνόσουνα	=	τελειώνω
τελειωνόταν	=	τελειώνω
τελειωνότανε	=	τελειώνω
τελειωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειωτικό	adv	οριστικά
τελειωτικέ	adj	κλητική ενικού του τελειωτικός
τελειωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειωτική
τελειωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελειωτικός
τελειωτικής	adj	γενική ενικού του τελειωτική
τελειωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελειωτικός
τελειωτικοτήτων	=	τελειωτικότητα
τελειωτικού	adj	γενική ενικού του τελειωτικός
τελειωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελειωτικός
τελειωτικό	adj	αιτιατική ενικού του τελειωτικός
τελειωτικός	adj	που ολοκληρώνει κάτι, οδηγώντας το σε ένα τέλος
τελειωτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή η κατάσταση τού να είναι κάτι ολοκληρωμένο, περατωμένο ή να έχει φτάσει στο τέλος του
τελειωτικότητας	=	τελειωτικότητα
τελειωτικότητες	=	τελειωτικότητα
τελειωτικών	adj	γενική πληθυντικού του τελειωτικός
τελειωτικώς	adv|dated	τελειωτικά
τελειότατα	=	τέλειος
τελειότατε	=	τέλειος
τελειότατες	=	τέλειος
τελειότατη	=	τέλειος
τελειότατης	=	τέλειος
τελειότατο	=	τέλειος
τελειότατοι	=	τέλειος
τελειότατος	=	τέλειος
τελειότατου	=	τέλειος
τελειότατους	=	τέλειος
τελειότατων	=	τέλειος
τελειότερα	=	τέλειος
τελειότερε	=	τέλειος
τελειότερες	=	τέλειος
τελειότερη	=	τέλειος
τελειότερης	=	τέλειος
τελειότερο	=	τέλειος
τελειότεροι	=	τέλειος
τελειότερος	=	τέλειος
τελειότερου	=	τέλειος
τελειότερους	=	τέλειος
τελειότερων	=	τέλειος
τελειότητα	noun	η ιδιότητα του τέλειου, αυτού που είναι ολοκληρωμένος και χωρίς ψεγάδια
τελειότητας	noun	γενική ενικού του τελειότητα
τελειότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελειότητα
τελειόφοιτα	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτε	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτες	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτη	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτης	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτο	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτοι	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτον	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτος	noun	τελειόφοιτος	adj	που φοιτά στην τελευταία τάξη του σχολείου ή στον τελευταίο χρόνο μιας σχολής
τελειόφοιτου	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτους	=	τελειόφοιτος
τελειόφοιτων	=	τελειόφοιτος
τελειώθηκα	=	τελειώνω
τελειώθηκαν	=	τελειώνω
τελειώθηκε	=	τελειώνω
τελειώθηκες	=	τελειώνω
τελειώματα	noun	για κάτι που βρίσκεται στη φάση ολοκλήρωσης, είναι σχεδόν έτοιμο
τελειώματος	noun	γενική ενικού του τελείωμα
τελειών	noun	γενική πληθυντικού του τελεία
τελειώναμε	=	τελειώνω
τελειώναν	=	τελειώνω
τελειώνανε	=	τελειώνω
τελειώνατε	=	τελειώνω
τελειώνει	=	τελειώνω
τελειώνεις	=	τελειώνω
τελειώνεσαι	=	τελειώνω
τελειώνεστε	=	τελειώνω
τελειώνεται	=	τελειώνω
τελειώνετε	=	τελειώνω
τελειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τελειώνω με διαφορετική σημασία: γίνομαι τέλειος (κυρίως από πλευράς ηθικής)
τελειώνομε	=	τελειώνω
τελειώνονται	=	τελειώνω
τελειώνονταν	=	τελειώνω
τελειώνοντας	=	τελειώνω
τελειώνουμε	=	τελειώνω
τελειώνουν	=	τελειώνω
τελειώνουνε	=	τελειώνω
τελειώνω	verb	ολοκληρώνω μια εργασία
τελειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσαν	=	τελειώνω
τελειώσανε	=	τελειώνω
τελειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελείωση
τελειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τελείωση
τελειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τελείωση
τελειώσομε	=	τελειώνω
τελειώσου	=	τελειώνω
τελειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσουνε	=	τελειώνω
τελειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελειώνω
τελεμέ	=	τελεμές
τελεμέδες	=	τελεμές
τελεμέδων	=	τελεμές
τελεμές	noun	μαλακό λευκό τυρί με τρύπες που μοιάζει με τη φέτα, αλλά παρασκευάζεται διαφορετικά όσον αφορά στο αλάτισμα και το στράγγισμα
τελεολογία	noun	η αντίληψη ότι καθετί έχει κάποιο σκοπό, τον οποίο και τείνει να εκπληρώσει
τελεολογίας	noun	γενική ενικού του τελεολογία
τελεολογίες	=	τελεολογία
τελεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεολογικό	adv	με τελεολογικό τρόπο
τελεολογικέ	adj	κλητική ενικού του τελεολογικός
τελεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεολογική
τελεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελεολογικός
τελεολογικής	adj	γενική ενικού του τελεολογική
τελεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελεολογικός
τελεολογικού	adj	γενική ενικού του τελεολογικός
τελεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελεολογικός
τελεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τελεολογικός
τελεολογικός	adj	που σχετίζεται με την τελεολογία (η αντίληψη ότι τα πάντα στο κόσμο διέπονται από ένα σκοπό, προς την εκπλήρωση του οποίου τείνουν)
τελεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τελεολογικός
τελεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τελεολογία
τελεσίγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσίγραφο
τελεσίγραφο	noun	έσχατο, οριστικό έγγραφο, διατύπωση όρων τελειωτικών και αμετάβλητων
τελεσίγραφου	=	τελεσίγραφο
τελεσίδικα	adv	με τελεσίδικο τρόπο
τελεσίδικε	adj	κλητική ενικού του τελεσίδικος
τελεσίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσίδικη
τελεσίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελεσίδικος
τελεσίδικης	adj	γενική ενικού του τελεσίδικη
τελεσίδικο	adj	αιτιατική ενικού του τελεσίδικος
τελεσίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελεσίδικος
τελεσίδικος	adj	που δεν μπορεί να επανακριθεί, που δεν επιδέχεται αναθεώρηση
τελεσίδικου	adj	γενική ενικού του τελεσίδικος
τελεσίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελεσίδικος
τελεσίδικων	adj	γενική πληθυντικού του τελεσίδικος
τελεσίμι	noun	στοιχειό, φάντασμα, πνεύμα
τελεσίμια	=	τελεσίμι
τελεσιγράφου	noun	γενική ενικού του τελεσίγραφο
τελεσιγράφων	noun	γενική πληθυντικού του τελεσίγραφο
τελεσιγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τελεσιγραφικός	adv	ως τελεσίγραφο
τελεσιγραφικέ	adj	κλητική ενικού του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσιγραφική
τελεσιγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικής	adj	γενική ενικού του τελεσιγραφική
τελεσιγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικού	adj	γενική ενικού του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικός	adj	που έχει σχέση με τελεσίγραφο ή αναφέρεται σʼ αυτό
τελεσιγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τελεσιγραφικός
τελεσιγραφικώς	adv|dated	τελεσιγραφικά
τελεσιδίκει	=	τελεσιδικώ
τελεσιδίκησα	=	τελεσιδικώ
τελεσιδίκησαν	=	τελεσιδικώ
τελεσιδίκησε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδίκησες	=	τελεσιδικώ
τελεσιδίκως	adv|dated	τελεσίδικα
τελεσιδικήσαμε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικήσαν	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικήσανε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικήσατε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικήσει	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικήστε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικία	noun	το οριστικό τέλος μιας δικαστικής υπόθεσης που επέρχεται με την οριστική και αμετάκλητη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ή αφού παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση των τακτικών ένδικων μέσων (άρθρο 321 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)
τελεσιδικίας	noun	γενική ενικού του τελεσιδικία
τελεσιδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσιδικία
τελεσιδικεί	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικείς	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικείτε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικιών	noun	γενική πληθυντικού του τελεσιδικία
τελεσιδικούμε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούν	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούνε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσα	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσαμε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσαν	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσανε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσατε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσε	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικούσες	=	τελεσιδικώ
τελεσιδικώ	verb	είμαι ή γίνομαι τελεσίδικος
τελεσιδικώντας	=	τελεσιδικώ
τελεσιμιού	=	τελεσίμι
τελεσιμιών	=	τελεσίμι
τελεσκί	noun	σύστημα ανέλκυσης χιονοδρόμων.
τελεσμένος	=	τελώ
τελεστέος	noun	Μία τιμή σε μία έκφραση εύρεσης που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με έναν τελεστή.
τελεστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεστής
τελεστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τελεστής
τελεστήκαμε	=	τελώ
τελεστήκαν	=	τελώ
τελεστήκανε	=	τελώ
τελεστήκατε	=	τελώ
τελεστήρια	=	τελεστήριο
τελεστήριο	noun	ο χώρος στον οποίο τελείται κάποιο μυστήριο
τελεστήριου	=	τελεστήριο
τελεστής	noun	κάποιο σύμβολο που δείχνει ότι (πρέπει να) σχηματίζονται καινούργιες προτάσεις, σχετικές αλλά και διαφορετικές απ' αυτές που έχουν δοθεί
τελεστεί	=	τελώ
τελεστείς	=	τελώ
τελεστείτε	=	τελώ
τελεστηρίου	=	τελεστήριο
τελεστηρίων	=	τελεστήριο
τελεστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεστικό
τελεστικέ	adj	κλητική ενικού του τελεστικός
τελεστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεστική
τελεστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελεστικός
τελεστικής	adj	γενική ενικού του τελεστική
τελεστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελεστικός
τελεστικοποίηση	noun	η διαδικασία καθορισμού μετρήσιμων και συγκεκριμένων κριτηρίων για αφηρημένες έννοιες και φαινόμενα που δεν είναι άμεσα μετρήσιμα, καθιστώντας μια ασαφή έννοια διακριτή, μετρήσιμη και κατανοητή μέσω εμπειρικής παρατήρησης
τελεστικοποίησης	=	τελεστικοποίηση
τελεστικοποιήσεις	=	τελεστικοποίηση
τελεστικοποιήσεων	=	τελεστικοποίηση
τελεστικού	adj	γενική ενικού του τελεστικός
τελεστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελεστικός
τελεστικό	adj	αιτιατική ενικού του τελεστικός
τελεστικός	adj	που έχει σχέση με την τέλεση, αναφέρεται σ’ αυτή, συμβάλλει σ’ αυτή ή είναι αρμόδιος γι’ αυτή
τελεστικών	adj	γενική πληθυντικού του τελεστικός
τελεστούμε	=	τελώ
τελεστούν	=	τελώ
τελεστούνε	=	τελώ
τελεστριών	=	τελέστρια
τελεστώ	=	τελώ
τελεστών	noun	γενική πληθυντικού του τελεστής
τελεσφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήσαν	=	τελεσφορώ
τελεσφορήσανε	=	τελεσφορώ
τελεσφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσφόρηση
τελεσφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τελεσφόρηση
τελεσφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τελεσφόρηση
τελεσφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφορεί	=	τελεσφορώ
τελεσφορείς	=	τελεσφορώ
τελεσφορείτε	=	τελεσφορώ
τελεσφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσφορημένο
τελεσφορημένε	verb	κλητική ενικού του τελεσφορημένος
τελεσφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελεσφορημένη
τελεσφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελεσφορημένος
τελεσφορημένης	verb	γενική ενικού του τελεσφορημένη
τελεσφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του τελεσφορημένος
τελεσφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελεσφορημένος
τελεσφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελεσφορημένος
τελεσφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τελεσφορημένος
τελεσφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελεσφορημένος
τελεσφορούμε	=	τελεσφορώ
τελεσφορούν	=	τελεσφορώ
τελεσφορούνε	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσα	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσαμε	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσαν	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσανε	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσατε	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσε	=	τελεσφορώ
τελεσφορούσες	=	τελεσφορώ
τελεσφορώ	verb|formal	ολοκληρώνομαι με επιθυμητό αποτέλεσμα, καταλήγω σε επιτυχία
τελεσφορώντας	=	τελεσφορώ
τελεσφόρα	=	τελεσφόρος
τελεσφόρας	=	τελεσφόρος
τελεσφόρε	=	τελεσφόρος
τελεσφόρει	=	τελεσφορώ
τελεσφόρες	=	τελεσφόρος
τελεσφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελεσφορώ
τελεσφόρηση	noun	το αποτέλεσμα του τελεσφορώ, η επιτυχής ολοκλήρωση
τελεσφόρησης	noun	γενική ενικού του τελεσφόρηση
τελεσφόρο	=	τελεσφόρος
τελεσφόροι	=	τελεσφόρος
τελεσφόρος	adj	που καταλήγει σε επιτυχία, που τελεσφορεί
τελεσφόρου	=	τελεσφόρος
τελεσφόρους	=	τελεσφόρος
τελεσφόρων	=	τελεσφόρος
τελετάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετάρχης
τελετάρχη	=	τελετάρχης
τελετάρχης	noun	αυτός που έχει το γενικό πρόσταγμα σε μια τελετή
τελετέξτ	noun	σύστημα μετάδοσης πληροφοριών, με βάση το κείμενο, σε τηλεοράσεις που διαθέτουν τον κατάλληλο αποκωδικοποιητή.
τελετές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετή
τελετή	noun	ο εορτασμός μιας επετείου ή ενός γεγονότος με επισημότητα και κάποιο τελετουργικό
τελετής	=	τελετή
τελεταρχών	=	τελετάρχης
τελετουργήσαμε	=	τελετουργώ
τελετουργήσαν	=	τελετουργώ
τελετουργήσανε	=	τελετουργώ
τελετουργήσατε	=	τελετουργώ
τελετουργήσει	=	τελετουργώ
τελετουργήστε	=	τελετουργώ
τελετουργία	noun	το σύνολο των επίσημων-συμβολικών πράξεων που γίνονται με καθορισμένη τάξη όταν τελείται μια θρησκευτική ή άλλη τελετή
τελετουργίας	noun	γενική ενικού του τελετουργία
τελετουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετουργία
τελετουργεί	=	τελετουργώ
τελετουργείς	=	τελετουργώ
τελετουργείτε	=	τελετουργώ
τελετουργημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετουργημένο
τελετουργημένε	verb	κλητική ενικού του τελετουργημένος
τελετουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετουργημένη
τελετουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελετουργημένος
τελετουργημένης	verb	γενική ενικού του τελετουργημένη
τελετουργημένο	verb	αιτιατική ενικού του τελετουργημένος
τελετουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελετουργημένος
τελετουργημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελετουργημένος
τελετουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τελετουργημένος
τελετουργημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελετουργημένος
τελετουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετουργικό	adv	με τελετουργικό τρόπο
τελετουργικέ	adj	κλητική ενικού του τελετουργικός
τελετουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελετουργική
τελετουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελετουργικός
τελετουργικής	adj	γενική ενικού του τελετουργική
τελετουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελετουργικός
τελετουργικού	adj	γενική ενικού του τελετουργικός
τελετουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελετουργικός
τελετουργικό	adj	αιτιατική ενικού του τελετουργικός	noun	η αυστηρά καθορισμένη διαδικασία που ακολουθείται σε μια τελετή
τελετουργικός	adj	που αναφέρεται στην ή έχει το χαρακτήρα της τελετουργίας
τελετουργικών	adj	γενική πληθυντικού του τελετουργικός
τελετουργιών	noun	γενική πληθυντικού του τελετουργία
τελετουργούμε	=	τελετουργώ
τελετουργούν	=	τελετουργώ
τελετουργούνε	=	τελετουργώ
τελετουργούσα	=	τελετουργώ
τελετουργούσαμε	=	τελετουργώ
τελετουργούσαν	=	τελετουργώ
τελετουργούσανε	=	τελετουργώ
τελετουργούσατε	=	τελετουργώ
τελετουργούσε	=	τελετουργώ
τελετουργούσες	=	τελετουργώ
τελετουργώ	verb|formal	εκτελώ τελετουργίες
τελετουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τελετουργώ
τελετούργει	=	τελετουργώ
τελετούργησα	=	τελετουργώ
τελετούργησαν	=	τελετουργώ
τελετούργησε	=	τελετουργώ
τελετούργησες	=	τελετουργώ
τελετών	=	τελετή
τελευτά	=	τελευτώ
τελευτάει	=	τελευτώ
τελευτάμε	=	τελευτώ
τελευτάν	=	τελευτώ
τελευτάνε	=	τελευτώ
τελευτάς	=	τελευτώ
τελευτάτε	=	τελευτώ
τελευτάω	=	τελευτώ
τελευτές	=	τελευτή
τελευτή	noun|formal	το τέλος της ζωής, ο θάνατος
τελευτής	=	τελευτή
τελευτήσαμε	=	τελευτώ
τελευτήσαν	=	τελευτώ
τελευτήσανε	=	τελευτώ
τελευτήσατε	=	τελευτώ
τελευτήσει	=	τελευτώ
τελευτήστε	=	τελευτώ
τελευταία	adv	κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα
τελευταίας	adj	γενική ενικού του τελευταία
τελευταίε	adj	τελευταίος, στην κλητική του ενικού
τελευταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελευταία
τελευταίο	adj	τελευταίος, στην αιτιατική του ενικού
τελευταίοι	adj	τελευταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τελευταίος	adj	που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας
τελευταίου	adj	γενική ενικού του τελευταίος
τελευταίους	adj	τελευταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τελευταίων	adj	γενική πληθυντικού του τελευταίος
τελευταίως	adv|formal	άλλη μορφή του τελευταία
τελευτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελευτημένο
τελευτημένε	verb	κλητική ενικού του τελευτημένος
τελευτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελευτημένη
τελευτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελευτημένος
τελευτημένης	verb	γενική ενικού του τελευτημένη
τελευτημένο	verb	αιτιατική ενικού του τελευτημένος
τελευτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελευτημένος
τελευτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελευτημένος
τελευτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τελευτημένος
τελευτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελευτημένος
τελευτούμε	=	τελευτώ
τελευτούν	=	τελευτώ
τελευτούνε	=	τελευτώ
τελευτούσα	=	τελευτώ
τελευτούσαμε	=	τελευτώ
τελευτούσαν	=	τελευτώ
τελευτούσανε	=	τελευτώ
τελευτούσατε	=	τελευτώ
τελευτούσε	=	τελευτώ
τελευτούσες	=	τελευτώ
τελευτώ	verb|formal	πεθαίνω
τελευτών	=	τελευτή
τελευτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τελευτώ
τελεφερίκ	noun	μέσο μεταφορών με θαλαμίσκους
τελεύαμε	=	τελεύω
τελεύαν	=	τελεύω
τελεύανε	=	τελεύω
τελεύατε	=	τελεύω
τελεύει	=	τελεύω
τελεύεις	=	τελεύω
τελεύετε	=	τελεύω
τελεύοντας	=	τελεύω
τελεύουμε	=	τελεύω
τελεύουν	=	τελεύω
τελεύουνε	=	τελεύω
τελεύτα	=	τελευτώ
τελεύταγε	=	τελευτώ
τελεύτησα	=	τελευτώ
τελεύτησαν	=	τελευτώ
τελεύτησε	=	τελευτώ
τελεύτησες	=	τελευτώ
τελεύω	verb|vulgar	τελειώνω
τελικά	adv	στο τέλος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελικό
τελικέ	adj	κλητική ενικού του τελικός
τελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελική
τελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελικός
τελικής	adj	γενική ενικού του τελική
τελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελικός
τελικού	adj	γενική ενικού του τελικός
τελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελικός
τελικό	adj	αιτιατική ενικού του τελικός
τελικός	noun	(σε αθλήματα) ο τελευταίος αγώνας που θα κρίνει τον πρώτο από τον δεύτερο	adj	που είναι στο τέλος, ο τελευταίος
τελικών	adj	γενική πληθυντικού του τελικός
τελικώς	adv|formal	τελικά
τελιού	=	τέλι
τελιών	=	τέλι
τελλουρίου	noun	γενική ενικού του τελλούριο
τελλούριο	noun	χημικό στοιχείο που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομικό αριθμό 52 και χημικό σύμβολο το Te
τελμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τέλμα
τελμάτωνα	=	τελματώνω
τελμάτωναν	=	τελματώνω
τελμάτωνε	=	τελματώνω
τελμάτωνες	=	τελματώνω
τελμάτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελμάτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελμάτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελμάτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελμάτωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελματώνω
τελμάτωσης	noun	γενική ενικού του τελμάτωση
τελματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελματικό
τελματικέ	adj	κλητική ενικού του τελματικός
τελματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελματική
τελματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελματικός
τελματικής	adj	γενική ενικού του τελματική
τελματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελματικός
τελματικού	adj	γενική ενικού του τελματικός
τελματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελματικός
τελματικό	adj	αιτιατική ενικού του τελματικός
τελματικός	adj	που έχει σχέση με το τέλμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
τελματικών	adj	γενική πληθυντικού του τελματικός
τελματοδίαιτα	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτε	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτες	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτη	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτης	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτο	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτοι	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτος	adj	που ζει σε τέλματα
τελματοδίαιτου	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτους	=	τελματοδίαιτος
τελματοδίαιτων	=	τελματοδίαιτος
τελματωδών	=	τελματώδης
τελματωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθήκαν	=	τελματώνω
τελματωθήκανε	=	τελματώνω
τελματωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελματωμένο
τελματωμένε	verb	κλητική ενικού του τελματωμένος
τελματωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελματωμένη
τελματωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελματωμένος
τελματωμένης	verb	γενική ενικού του τελματωμένη
τελματωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τελματωμένος
τελματωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελματωμένος
τελματωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τελματώνω
τελματωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελματωμένος
τελματωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τελματωμένος
τελματωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελματωμένος
τελματωνόμασταν	=	τελματώνω
τελματωνόμαστε	=	τελματώνω
τελματωνόμουν	=	τελματώνω
τελματωνόμουνα	=	τελματώνω
τελματωνόντουσαν	=	τελματώνω
τελματωνόσασταν	=	τελματώνω
τελματωνόσαστε	=	τελματώνω
τελματωνόσουν	=	τελματώνω
τελματωνόσουνα	=	τελματώνω
τελματωνόταν	=	τελματώνω
τελματωνότανε	=	τελματώνω
τελματόβια	=	τελματόβιος
τελματόβιας	=	τελματόβιος
τελματόβιε	=	τελματόβιος
τελματόβιες	=	τελματόβιος
τελματόβιο	=	τελματόβιος
τελματόβιοι	=	τελματόβιος
τελματόβιος	adj	που ζει στο τέλμα
τελματόβιου	=	τελματόβιος
τελματόβιους	=	τελματόβιος
τελματόβιων	=	τελματόβιος
τελματώδεις	=	τελματώδης
τελματώδες	=	τελματώδης
τελματώδη	=	τελματώδης
τελματώδης	adj	που είναι γεμάτη τέλματα
τελματώδους	=	τελματώδης
τελματώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνομαι
τελματώναμε	=	τελματώνω
τελματώναν	=	τελματώνω
τελματώνανε	=	τελματώνω
τελματώνατε	=	τελματώνω
τελματώνει	=	τελματώνω
τελματώνεις	=	τελματώνω
τελματώνεσαι	=	τελματώνω
τελματώνεστε	=	τελματώνω
τελματώνεται	=	τελματώνω
τελματώνετε	=	τελματώνω
τελματώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τελματώνω
τελματώνονται	=	τελματώνω
τελματώνονταν	=	τελματώνω
τελματώνοντας	=	τελματώνω
τελματώνουμε	=	τελματώνω
τελματώνουν	=	τελματώνω
τελματώνουνε	=	τελματώνω
τελματώνω	verb	μετατρέπομαι σε τέλμα
τελματώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώσαν	=	τελματώνω
τελματώσανε	=	τελματώνω
τελματώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελμάτωση
τελματώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τελμάτωση
τελματώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τελμάτωση
τελματώσου	=	τελματώνω
τελματώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελματώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
τελοκρατία	noun	οργάνωση ή σύστημα διακυβέρνησης που υπάρχει για έναν συγκεκριμένο σκοπό
τελοκρατίας	=	τελοκρατία
τελοκρατίες	=	τελοκρατία
τελοκρατιών	=	τελοκρατία
τελολογία	noun	άλλη μορφή του τελεολογία
τελολογίας	noun	γενική ενικού του τελολογία
τελολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελολογία
τελολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τελολογικός	adv	με τελεολογικό τρόπο
τελολογικέ	adj	κλητική ενικού του τελολογικός
τελολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελολογική
τελολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελολογικός
τελολογικής	adj	γενική ενικού του τελολογική
τελολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελολογικός
τελολογικού	adj	γενική ενικού του τελολογικός
τελολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελολογικός
τελολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τελολογικός
τελολογικός	adj	άλλη μορφή του τελεολογικός
τελολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τελολογικός
τελολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τελολογία
τελοσπάντων	adv	άλλη μορφή του τέλος πάντων
τελουρίου	=	τελούριο
τελοφάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελόφαση
τελοφάσεων	noun	γενική πληθυντικού του τελόφαση
τελοφάσεως	noun|formal	γενική ενικού του τελόφαση
τελούγκου	noun	γλώσσα που μιλιέται στη νότια Ινδία
τελούμαι	=	τελώ
τελούμασταν	=	τελώ
τελούμαστε	=	τελώ
τελούμε	=	τελώ
τελούμεθα	=	τελώ
τελούμενος	=	τελώ
τελούμουν	=	τελώ
τελούν	=	τελώ
τελούνε	=	τελώ
τελούνται	=	τελώ
τελούνταν	=	τελώ
τελούρια	=	τελούριο
τελούριο	noun	απλοποιημένη γραφή του τελλούριο
τελούριου	=	τελούριο
τελούριων	=	τελούριο
τελούσα	=	τελώ
τελούσαμε	=	τελώ
τελούσαν	=	τελώ
τελούσανε	=	τελώ
τελούσασταν	=	τελώ
τελούσαστε	=	τελώ
τελούσατε	=	τελώ
τελούσε	=	τελώ
τελούσες	=	τελώ
τελούσουν	=	τελώ
τελωνίζαμε	=	τελωνίζω
τελωνίζαν	=	τελωνίζω
τελωνίζανε	=	τελωνίζω
τελωνίζατε	=	τελωνίζω
τελωνίζει	=	τελωνίζω
τελωνίζεις	=	τελωνίζω
τελωνίζετε	=	τελωνίζω
τελωνίζοντας	=	τελωνίζω
τελωνίζουμε	=	τελωνίζω
τελωνίζουν	=	τελωνίζω
τελωνίζουνε	=	τελωνίζω
τελωνίζω	verb	άλλη μορφή του εκτελωνίζω
τελωνίσαμε	=	τελωνίζω
τελωνίσαν	=	τελωνίζω
τελωνίσανε	=	τελωνίζω
τελωνίσατε	=	τελωνίζω
τελωνίσει	=	τελωνίζω
τελωνίστε	=	τελωνίζω
τελωνεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελωνείο
τελωνείο	noun	κρατική υπηρεσία, εγκατεστημένη συνήθως στα σημεία εισόδου σε μια χώρα, η οποία ελέγχει τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα και επιβάλλει τους ανάλογους δασμούς (τέλη) καθώς και το κτήριο που αυτή στεγάζεται
τελωνείου	noun	γενική ενικού του τελωνείο
τελωνείων	noun	γενική πληθυντικού του τελωνείο
τελωνειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τελωνειακός	adv	από τελωνειακής πλευράς
τελωνειακέ	adj	κλητική ενικού του τελωνειακός
τελωνειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελωνειακή
τελωνειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελωνειακός
τελωνειακής	adj	γενική ενικού του τελωνειακή
τελωνειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελωνειακός
τελωνειακού	adj	γενική ενικού του τελωνειακός
τελωνειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τελωνειακός
τελωνειακό	adj	αιτιατική ενικού του τελωνειακός
τελωνειακός	noun	που εργάζεται σε τελωνείο	adj	που έχει σχέση με το τελωνείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
τελωνειακών	adj	γενική πληθυντικού του τελωνειακός
τελωνειακώς	adv|formal	τελωνειακά, μέσω τελωνείου
τελωνισμέ	=	τελωνισμός
τελωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελωνισμένο
τελωνισμένε	verb	κλητική ενικού του τελωνισμένος
τελωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελωνισμένη
τελωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τελωνισμένος
τελωνισμένης	verb	γενική ενικού του τελωνισμένη
τελωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τελωνισμένος
τελωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τελωνισμένος
τελωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τελωνισμένος
τελωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τελωνισμένος
τελωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τελωνισμένος
τελωνισμοί	=	τελωνισμός
τελωνισμού	=	τελωνισμός
τελωνισμούς	=	τελωνισμός
τελωνισμό	=	τελωνισμός
τελωνισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελωνίζω
τελωνισμών	=	τελωνισμός
τελωνοσταθμάρχες	=	τελωνοσταθμάρχης
τελωνοσταθμάρχη	=	τελωνοσταθμάρχης
τελωνοσταθμάρχης	noun|dated	ο προϊστάμενος ενός τελωνειακού σταθμού
τελωνοσταθμαρχών	=	τελωνοσταθμάρχης
τελωνοφυλάκων	=	τελωνοφύλακας
τελωνοφυλακές	=	τελωνοφυλακή
τελωνοφυλακή	noun	υπηρεσία ασφαλείας που βρίσκεται σε τελωνεία και διώκει τους λαθρεμπόρους και το λαθρεμπόριο
τελωνοφυλακής	=	τελωνοφυλακή
τελωνοφυλακών	=	τελωνοφυλακή
τελωνοφύλακα	=	τελωνοφύλακας
τελωνοφύλακας	noun	υπάλληλος της τελωνοφυλακής
τελωνοφύλακες	=	τελωνοφύλακας
τελωνοφύλαξ	noun	ο τελωνοφύλακας
τελωνών	=	τελώνης
τελόφαση	noun	στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μια φορά κατά τη μίτωση και δύο φορές κατά τη μείωση.
τελόφασης	noun	γενική ενικού του τελόφαση
τελώ	verb	κάνω (για τελετή, διοργάνωση)
τελών	=	τέλος
τελώνες	=	τελώνης
τελώνη	=	τελώνης
τελώνης	noun	ο προϊστάμενος του τελωνείου
τελώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τελώνιο
τελώνιζα	=	τελωνίζω
τελώνιζαν	=	τελωνίζω
τελώνιζε	=	τελωνίζω
τελώνιζες	=	τελωνίζω
τελώνιο	noun	κακοποιό πνεύμα
τελώνιου	noun	γενική ενικού του τελώνιο
τελώνισα	=	τελωνίζω
τελώνισαν	=	τελωνίζω
τελώνισε	=	τελωνίζω
τελώνισες	=	τελωνίζω
τελώνιων	noun	γενική πληθυντικού του τελώνιο
τελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τελώ
τεμάχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμάχιο
τεμάχιζα	=	τεμαχίζω
τεμάχιζαν	=	τεμαχίζω
τεμάχιζε	=	τεμαχίζω
τεμάχιζες	=	τεμαχίζω
τεμάχιο	noun	ένα τμήμα ενός συνόλου
τεμάχιου	=	τεμάχιο
τεμάχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμάχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμάχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμάχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμάχισμα	noun	η διαίρεση σε τεμάχια
τεμένη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέμενος
τεμένους	=	τέμενος
τεμαχίδια	=	τεμαχίδιο
τεμαχίδιο	noun	μικρό τεμάχιο
τεμαχίδιου	=	τεμαχίδιο
τεμαχίδιων	=	τεμαχίδιο
τεμαχίζαμε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζαν	=	τεμαχίζω
τεμαχίζανε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζατε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζει	=	τεμαχίζω
τεμαχίζεις	=	τεμαχίζω
τεμαχίζεσαι	=	τεμαχίζω
τεμαχίζεστε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζεται	=	τεμαχίζω
τεμαχίζετε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζομαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του τεμαχίζω
τεμαχίζομε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζονται	=	τεμαχίζω
τεμαχίζονταν	=	τεμαχίζω
τεμαχίζοντας	=	τεμαχίζω
τεμαχίζουμε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζουν	=	τεμαχίζω
τεμαχίζουνε	=	τεμαχίζω
τεμαχίζω	verb	κόβω ένα αντικείμενο σε τεμάχια
τεμαχίου	noun	γενική ενικού του τεμάχιο
τεμαχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσαν	=	τεμαχίζω
τεμαχίσανε	=	τεμαχίζω
τεμαχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμάχισμα
τεμαχίσματος	noun	γενική ενικού του τεμάχισμα
τεμαχίσομε	=	τεμαχίζω
τεμαχίσου	=	τεμαχίζω
τεμαχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίσουνε	=	τεμαχίζω
τεμαχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίστηκα	=	τεμαχίζω
τεμαχίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζομαι
τεμαχίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζομαι
τεμαχίστηκες	=	τεμαχίζω
τεμαχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζω
τεμαχίων	noun	γενική πληθυντικού του τεμάχιο
τεμαχηδόν	adv	σε τεμάχια, σε κομμάτια
τεμαχιδίου	=	τεμαχίδιο
τεμαχιδίων	=	τεμαχίδιο
τεμαχιζόμασταν	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόμαστε	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόμουν	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόμουνα	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόντουσαν	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόσασταν	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόσαστε	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόσουν	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόσουνα	=	τεμαχίζω
τεμαχιζόταν	=	τεμαχίζω
τεμαχιζότανε	=	τεμαχίζω
τεμαχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τεμάχισμα
τεμαχισμέ	noun	κλητική ενικού του τεμαχισμός
τεμαχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμαχισμένο
τεμαχισμένε	verb	κλητική ενικού του τεμαχισμένος
τεμαχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμαχισμένη
τεμαχισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεμαχισμένος
τεμαχισμένης	verb	γενική ενικού του τεμαχισμένη
τεμαχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τεμαχισμένος
τεμαχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεμαχισμένος
τεμαχισμένος	verb	που έχει διαιρεθεί σε τεμάχια
τεμαχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεμαχισμένος
τεμαχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεμαχισμένος
τεμαχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεμαχισμένος
τεμαχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεμαχισμός
τεμαχισμού	noun	γενική ενικού του τεμαχισμός
τεμαχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεμαχισμός
τεμαχισμό	noun	τεμαχισμός, στην αιτιατική του ενικού
τεμαχισμός	noun	η διαίρεση σε τεμάχια
τεμαχισμών	noun	γενική πληθυντικού του τεμαχισμός
τεμαχιστά	=	τεμαχιστός
τεμαχιστέ	=	τεμαχιστός
τεμαχιστές	=	τεμαχιστός
τεμαχιστή	=	τεμαχιστός
τεμαχιστήκαμε	=	τεμαχίζω
τεμαχιστήκαν	=	τεμαχίζω
τεμαχιστήκανε	=	τεμαχίζω
τεμαχιστήκατε	=	τεμαχίζω
τεμαχιστής	=	τεμαχιστός
τεμαχιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεμαχίζομαι
τεμαχιστείς	=	τεμαχίζω
τεμαχιστείτε	=	τεμαχίζω
τεμαχιστοί	=	τεμαχιστός
τεμαχιστού	=	τεμαχιστός
τεμαχιστούμε	=	τεμαχίζω
τεμαχιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμαχίζομαι
τεμαχιστούνε	=	τεμαχίζω
τεμαχιστούς	=	τεμαχιστός
τεμαχιστό	=	τεμαχιστός
τεμαχιστός	adj	διαιρεμένος σε τεμάχια
τεμαχιστώ	=	τεμαχίζω
τεμαχιστών	=	τεμαχιστός
τεμενά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τεμενάς
τεμενάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμενάς
τεμενάδων	noun	γενική πληθυντικού του τεμενάς
τεμενάς	noun	η τουρκική υπόκλιση για χαιρετισμό ή σε ένδειξη σεβασμού ή και δουλοπρέπειας
τεμενών	=	τέμενος
τεμνουσών	=	τέμνων
τεμνούσης	=	τέμνων
τεμνόντων	=	τέμνων
τεμπάλιασα	=	τεμπελιάζω
τεμπάλιασαν	=	τεμπελιάζω
τεμπάλιασε	=	τεμπελιάζω
τεμπάλιασες	=	τεμπελιάζω
τεμπέλα	noun	θηλυκό του τεμπέλης
τεμπέλαρε	=	τεμπέλαρος
τεμπέλαρο	=	τεμπέλαρος
τεμπέλαροι	=	τεμπέλαρος
τεμπέλαρος	noun	ο μεγάλος τεμπέλης, αυτός που δεν κάνει τίποτα που θέλει κόπο
τεμπέλαρου	=	τεμπέλαρος
τεμπέλαρους	=	τεμπέλαρος
τεμπέλαρων	=	τεμπέλαρος
τεμπέλας	noun	γενική ενικού του τεμπέλα
τεμπέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπέλα
τεμπέλη	=	τεμπέλης
τεμπέληδες	=	τεμπέλης
τεμπέληδων	=	τεμπέλης
τεμπέλης	noun	που είναι τεμπέλης - (θηλυκό τεμπέλα)	adj	που δε θέλει να κουράζεται ποτέ και αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε δουλειά
τεμπέλιαζα	=	τεμπελιάζω
τεμπέλιαζαν	=	τεμπελιάζω
τεμπέλιαζε	=	τεμπελιάζω
τεμπέλιαζες	=	τεμπελιάζω
τεμπέλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπέλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπέλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπέλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπέλιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τεμπελιάζω
τεμπέλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεμπέλικος	adv	με τεμπέλικο τρόπο, αργά, χωρίς βιασύνη
τεμπέλικε	adj	κλητική ενικού του τεμπέλικος
τεμπέλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπέλικη
τεμπέλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεμπέλικος
τεμπέλικης	adj	γενική ενικού του τεμπέλικη
τεμπέλικο	adj	αιτιατική ενικού του τεμπέλικος
τεμπέλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεμπέλικος
τεμπέλικος	adj	ο σχετικός με τον τεμπέλη
τεμπέλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεμπέλικος
τεμπέλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεμπέλικος
τεμπέλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεμπέλικος
τεμπίχι	noun|dated	απειλητική προειδοποίηση, σύσταση
τεμπίχια	=	τεμπίχι
τεμπαλιάσαμε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσαν	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσανε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσατε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσει	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσεις	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσετε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσομε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσουμε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσουν	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσουνε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάστε	=	τεμπελιάζω
τεμπαλιάσω	=	τεμπελιάζω
τεμπελάκο	=	τεμπελάκος
τεμπελάκοι	=	τεμπελάκος
τεμπελάκος	noun	υποκοριστικό του τεμπέλης
τεμπελάκου	=	τεμπελάκος
τεμπελάκους	=	τεμπελάκος
τεμπελάκων	=	τεμπελάκος
τεμπελιά	noun	η ιδιότητα του τεμπέλη, η οκνηρία, η μόνιμη σχόλη, η απροθυμία να διεκπεραιώσει κάποιος οιαδήποτε υποχρέωση
τεμπελιάζαμε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζαν	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζανε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζατε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζει	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζεις	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζετε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζομε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζοντας	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζουμε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζουν	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζουνε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάζω	verb	φέρομαι τεμπέλικα
τεμπελιάς	noun	γενική ενικού του τεμπελιά
τεμπελιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσαν	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάσανε	=	τεμπελιάζω
τεμπελιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπέλιασμα
τεμπελιάσματος	noun	γενική ενικού του τεμπέλιασμα
τεμπελιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεμπελιάζω
τεμπελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελιά
τεμπελιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τεμπέλιασμα
τεμπελιών	=	τεμπελιά
τεμπελοδουλειά	noun	δουλειά εύκολη και τεμπέλικη
τεμπελοδουλειάς	=	τεμπελοδουλειά
τεμπελοδουλειές	=	τεμπελοδουλειά
τεμπελοδουλειών	=	τεμπελοδουλειά
τεμπελοχανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελοχανάς
τεμπελοχανεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελοχανείο
τεμπελχανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τεμπελχανάς
τεμπελχανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελχανάς
τεμπελχανάδων	noun	γενική πληθυντικού του τεμπελχανάς
τεμπελχανάς	noun	ο πολύ τεμπέλης, ο τεμπέλαρος
τεμπελχανεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελχανείο
τεμπελχανείο	noun	τόπος, μέρος με πολλούς τεμπέληδες
τεμπελχανείου	noun	γενική ενικού του τεμπελχανείο
τεμπελχανείων	noun	γενική πληθυντικού του τεμπελχανείο
τεμπελχανειά	=	τεμπελχανειό
τεμπελχανειού	=	τεμπελχανειό
τεμπελχανειό	noun	άλλη μορφή του τεμπελχανείο
τεμπελχανειών	=	τεμπελχανειό
τεμπελχανιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελχανιό
τεμπελχανιού	noun	γενική ενικού του τεμπελχανιό
τεμπελχανιό	noun	άλλη μορφή του τεμπελχανείο
τεμπελχανιών	=	τεμπελχανιό
τεμπελχανού	noun	θηλυκό του τεμπελχανάς
τεμπελχανούδες	=	τεμπελχανού
τεμπελχανούδων	=	τεμπελχανού
τεμπελχανούς	=	τεμπελχανού
τεμπελόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεμπελόσκυλο
τεμπελόσκυλο	noun	τεμπέλικο σκυλί
τεμπελόσκυλου	noun	γενική ενικού του τεμπελόσκυλο
τεμπελόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του τεμπελόσκυλο
τεμπεσίρι	noun	η κιμωλία
τεμπεσίρια	=	τεμπεσίρι
τεμπεσιριού	=	τεμπεσίρι
τεμπεσιριών	=	τεμπεσίρι
τεμπηχιάζω	verb	επαναλαμβάνω κάτι με αυστηρό ύφος
τεμπιχιού	=	τεμπίχι
τεμπιχιών	=	τεμπίχι
τεμπλών	noun	γενική πληθυντικού του τέμπλα
τενάγη	=	τέναγος
τενάγους	=	τέναγος
τενέσιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 117 και χημικό σύμβολο το Ts
τενίστα	=	τενίστας
τενίστας	noun	ο παίκτης του τένις
τενίστες	=	τενίστας
τενίστρια	noun	θηλυκό του τενίστας
τενίστριας	noun	γενική ενικού του τενίστρια
τενίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τενίστρια
τεναγωδών	=	τεναγώδης
τεναγώδεις	=	τεναγώδης
τεναγώδες	=	τεναγώδης
τεναγώδη	=	τεναγώδης
τεναγώδης	adj|archaic	ελώδης, βαλτώδης
τεναγώδους	=	τεναγώδης
τεναγών	=	τέναγος
τενεκέ	=	τενεκές
τενεκέδες	=	τενεκές
τενεκέδων	=	τενεκές
τενεκές	noun	ο λευκοσίδηρος (επικασσιτερωμένος σίδηρος)
τενεκεδάκι	noun	υποκοριστικό του τενεκές
τενεκεδάκια	=	τενεκεδάκι
τενεκεδένια	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιας	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιε	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιες	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιο	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιοι	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από τενεκέ
τενεκεδένιου	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιους	=	τενεκεδένιος
τενεκεδένιων	=	τενεκεδένιος
τενεκεδοκρουσία	noun	το χτύπημα τενεκέ ή τενεκέδων για την παραγωγή θορύβου
τενεκεδοκρουσίας	noun	γενική ενικού του τενεκεδοκρουσία
τενεκεδοκρουσίες	=	τενεκεδοκρουσία
τενεκεδοκρουσιών	noun	γενική πληθυντικού του τενεκεδοκρουσία
τενεκετζή	=	τενεκετζής
τενεκετζήδες	=	τενεκετζής
τενεκετζήδων	=	τενεκετζής
τενεκετζής	noun	ο λευκοσιδηρουργός
τενεκετζίδικα	=	τενεκετζίδικο
τενεκετζίδικο	noun|dated	το εργαστήριο ενός τενεκετζή
τενεκετζίδικου	=	τενεκετζίδικο
τενεκετζίδικων	=	τενεκετζίδικο
τενεμπρισμέ	=	τενεμπρισμός
τενεμπρισμοί	=	τενεμπρισμός
τενεμπρισμού	=	τενεμπρισμός
τενεμπρισμούς	=	τενεμπρισμός
τενεμπρισμό	=	τενεμπρισμός
τενεμπρισμός	noun	η ιδιαίτερη φωτοσκίαση (κιαρασκούρο) όπου εκείνο που βασιλεύει είναι το σκούρο και σχεδόν απομονώνεται από «τα φώτα», δηλαδή τα ανοιχτά χρώματα του πίνακα
τενεμπρισμών	=	τενεμπρισμός
τενεσίου	=	τενέσιο
τενιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τενιστικό
τενιστικέ	adj	κλητική ενικού του τενιστικός
τενιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τενιστική
τενιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τενιστικός
τενιστικής	adj	γενική ενικού του τενιστική
τενιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τενιστικός
τενιστικού	adj	γενική ενικού του τενιστικός
τενιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τενιστικός
τενιστικό	adj	αιτιατική ενικού του τενιστικός
τενιστικός	adj	που έχει σχέση με το τένις ή αναφέρεται σ’ αυτό
τενιστικών	adj	γενική πληθυντικού του τενιστικός
τενιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τενίστρια
τενιστών	=	τενίστας
τενξ	abbrev	ειδική στρατιωτική μονάδα του όπλου του Μηχανικού του Ελληνικού Στρατού, που ειδικεύεται στην ανίχνευση και εξουδετέρωση των ναρκών ξηράς αλλά και στη συντήρηση των ναρκοπεδίων
τενοντίτιδα	noun	φλεγμονή των τενόντων του μυοσκελετικού συστήματος του ανθρώπου, που προκαλεί μεγάλη μείωση της κινητικότητας και της ισχύος των μυών, αφαιρώντας την ικανότητα από τον ασθενή να επιτελέσει τις καθημερινές του δραστηριότητες
τενοντίτιδας	=	τενοντίτιδα
τενοντίτιδες	=	τενοντίτιδα
τενοντιτίδων	=	τενοντίτιδα
τενοντομετάθεση	noun	χειρουργική επέμβαση κατά την οποία μεταφέρεται ένας τένοντας από τη φυσική του θέση σε μια άλλη, ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργία ενός μυός ή μιας άρθρωσης
τενοντομετάθεσης	=	τενοντομετάθεση
τενοντομεταθέσεις	=	τενοντομετάθεση
τενοντομεταθέσεων	=	τενοντομετάθεση
τενούτο	adv	τρόπος παιξίματος όπου κάθε φθόγγος διατηρείται με την ίδια ένταση καθ' όλη τη διάρκειά του
τεντζέρηδες	=	τέντζερης
τεντζέρηδων	=	τέντζερης
τεντζερέ	=	τεντζερές
τεντζερέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεντζερές
τεντζερέδια	noun|dated	κατσαρολικά
τεντζερέδων	=	τεντζερές
τεντζερές	noun	άλλη μορφή του τέντζερης
τεντιμποϊσμέ	noun	κλητική ενικού του τεντιμποϊσμός
τεντιμποϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεντιμποϊσμός
τεντιμποϊσμού	noun	γενική ενικού του τεντιμποϊσμός
τεντιμποϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεντιμποϊσμός
τεντιμποϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του τεντιμποϊσμός
τεντιμποϊσμός	noun	η συμπεριφορά του τεντημπόη, των επαναστατημένων νεαρών της εποχής του 1950 και 1960 που καμιά φορά γιαούρτωναν καθηγητές ή εκπροσώπους του κατεστημένου (με αποτέλεσμα να ψηφιστεί και ειδικός νόμος, 3/9/1958, ο 4000, "περί τεντυμποϊσμού")
τεντιμποϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του τεντιμποϊσμός
τεντιμπόη	=	τεντιμπόης
τεντιμπόηδες	=	τεντιμπόης
τεντιμπόηδων	=	τεντιμπόης
τεντιμπόης	noun	χαρακτηρισμός 16χρονων έως και 20χρονων κατά μέσο όρο αγοριών το 1950 και 1960, που επειδή γιαούρτωναν ή γενικά προκαλούσαν όσους θεωρούσαν κατεστημένο, συλλαμβάνονταν, κουρεύονταν με την ψιλή, τους έκοβαν τα ρεβέρ από τα παντελόνια και τους διαπόμπευαν στους δρόμους κρεμώντας στο λαιμό τους ταμπέλες "είμαι γάιδαρος" κ.λπ. (με το νόμο 4000 του 1958 περί "τεντυμποϊσμού")
τεντούρα	noun	παραδοσιακό ηδύποτο της Πάτρας, από απόσταγμα κανέλας και γαρίφαλου
τεντούρας	=	τεντούρα
τεντούρες	=	τεντούρα
τεντούρων	=	τεντούρα
τεντυμπόης	=	τεντιμπόης
τεντωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθήκαν	=	τεντώνω
τεντωθήκανε	=	τεντώνω
τεντωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τέντωμα
τεντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεντωμένος
τεντωμένε	verb	κλητική ενικού του τεντωμένος
τεντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεντωμένη
τεντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεντωμένος
τεντωμένης	verb	γενική ενικού του τεντωμένη
τεντωμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τεντωμένος
τεντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεντωμένος
τεντωμένος	verb	που έχει τεντωθεί
τεντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεντωμένος
τεντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεντωμένος
τεντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεντωμένος
τεντωνόμασταν	=	τεντώνω
τεντωνόμαστε	=	τεντώνω
τεντωνόμουν	=	τεντώνω
τεντωνόμουνα	=	τεντώνω
τεντωνόντουσαν	=	τεντώνω
τεντωνόσασταν	=	τεντώνω
τεντωνόσαστε	=	τεντώνω
τεντωνόσουν	=	τεντώνω
τεντωνόσουνα	=	τεντώνω
τεντωνόταν	=	τεντώνω
τεντωνότανε	=	τεντώνω
τεντωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεντωτός	adv	με τεντωτό τρόπο
τεντωτέ	adj	κλητική ενικού του τεντωτός
τεντωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεντωτή
τεντωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεντωτός
τεντωτήρα	=	τεντωτήρας
τεντωτήρας	noun	συσκευή, εξάρτημα ή μηχάνημα (σε μηχανή αυτοκινήτου ή αλλού) που συμβάλλει στο να κρατάει κάτι (π.χ. έναν ιμάντα) τεντωμένο
τεντωτήρες	=	τεντωτήρας
τεντωτήρων	=	τεντωτήρας
τεντωτής	adj	γενική ενικού του τεντωτή
τεντωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεντωτός
τεντωτού	adj	γενική ενικού του τεντωτός
τεντωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεντωτός
τεντωτό	adj	αιτιατική ενικού του τεντωτός
τεντωτός	adj	που μπορεί να τεντωθεί
τεντωτών	adj	γενική πληθυντικού του τεντωτός
τεντόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεντόπανο
τεντόπανο	noun	ειδικό ανθεκτικό πανί που τοποθετείται στις τέντες
τεντόπανου	=	τεντόπανο
τεντόπανων	=	τεντόπανο
τεντώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέντωμα
τεντώματος	noun	γενική ενικού του τέντωμα
τεντών	noun	γενική πληθυντικού του τέντα
τεντώναμε	=	τεντώνω
τεντώναν	=	τεντώνω
τεντώνανε	=	τεντώνω
τεντώνατε	=	τεντώνω
τεντώνει	=	τεντώνω
τεντώνεις	=	τεντώνω
τεντώνεσαι	=	τεντώνω
τεντώνεστε	=	τεντώνω
τεντώνεται	=	τεντώνω
τεντώνετε	=	τεντώνω
τεντώνομαι	verb	με τεντώνουν
τεντώνονται	=	τεντώνω
τεντώνονταν	=	τεντώνω
τεντώνοντας	=	τεντώνω
τεντώνουμε	=	τεντώνω
τεντώνουν	=	τεντώνω
τεντώνουνε	=	τεντώνω
τεντώνω	verb	τραβώ κάτι έτσι, ώστε να έχει το μεγαλύτερο δυνατό μέγεθος
τεντώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσαν	=	τεντώνω
τεντώσανε	=	τεντώνω
τεντώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεντώσιμο
τεντώσιμε	adj	κλητική ενικού του τεντώσιμος
τεντώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεντώσιμη
τεντώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεντώσιμος
τεντώσιμης	adj	γενική ενικού του τεντώσιμη
τεντώσιμο	adj	αιτιατική ενικού του τεντώσιμος
τεντώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεντώσιμος
τεντώσιμος	adj	που μπορεί να τεντωθεί (συνήθως για ελαστικά)
τεντώσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεντώσιμος
τεντώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεντώσιμος
τεντώσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεντώσιμος
τεντώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνομαι
τεντώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τεντώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεντώνω
τενόντια	=	τενόντιος
τενόντιο	=	τενόντιος
τενόντιος	adj	σχετικός με τους τένοντες
τενόντων	noun	γενική πληθυντικού του τένοντας
τενόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τενόρο
τενόρε	noun	κλητική ενικού του τενόρος
τενόρο	noun	αιτιατική ενικού του τενόρος
τενόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τενόρος
τενόρος	noun	ερμηνευτής της εκκλησιαστικής μουσικής και του λυρικού θεάτρου, του οποίου η φυσική φωνή εκτείνεται σε οκτάβες υψηλότερες από του βαρυτόνου, αλλά χαμηλότερες από του κόντρα τενόρου (και παλαιότερα του καστράτου)
τενόρου	noun	γενική ενικού του τενόρος
τενόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τενόρος
τενόρων	noun	γενική πληθυντικού του τενόρος
τεξανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεξανό
τεξανέ	adj	κλητική ενικού του τεξανός
τεξανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τεξανός
τεξανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεξανός
τεξανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του τεξανός
τεξανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεξανός
τεξανού	adj	γενική ενικού του τεξανός
τεξανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεξανός
τεξανό	adj	αιτιατική ενικού του τεξανός
τεξανός	adj	ο Τεξανός, ο σχετικός με το Τέξας
τεξανών	adj	γενική πληθυντικού του τεξανός
τεπ	abbrev	τμήμα νοσοκομείου το οποίο υποδέχεται ασθενείς σε επείγουσα κατάσταση
τεπέ	noun	άλλη μορφή του τεπές (στη σημασία: λόφος, κορυφή)
τεπέδες	=	τεπές
τεπέδων	=	τεπές
τεπές	noun|vulgar	το ημισφαιρικό τμήμα καπέλου
τεπελίκι	noun	στρογγυλό κόσμημα κεφαλής που σκεπάζει το επάνω μέρος του φεσιού
τεπόζιτα	=	τεπόζιτο
τεπόζιτο	noun	ντεπόζιτο
τεπόζιτου	=	τεπόζιτο
τεπόζιτων	=	τεπόζιτο
τεράστια	adv	σε τεράστιες διαστάσεις ή βαθμό
τεράστιας	=	τεράστιος
τεράστιε	=	τεράστιος
τεράστιες	=	τεράστιος
τεράστιο	=	τεράστιος
τεράστιοι	=	τεράστιος
τεράστιος	adj	πολύ μεγάλος
τεράστιου	=	τεράστιος
τεράστιους	=	τεράστιος
τεράστιων	=	τεράστιος
τεράτων	=	τέρας
τερέβινθε	=	τερέβινθος
τερέβινθο	=	τερέβινθος
τερέβινθοι	=	τερέβινθος
τερέβινθος	noun	χαρακτηρισμός είδους κωνοφόρου δέντρου (Πιστακιά η τερέβινθος, Pistacia terebinthus) που φύεται γύρω από τη Μεσόγειο, συγγενές με τη φιστικιά (Pistacia vera) και το σχίνο (Pistacia lentiscus).
τερέν	noun	αγωνιστικός χώρος (π.χ. τένις, γήπεδο ποδοσφαίρου κ.ά.)
τερέτιζα	=	τερετίζω
τερέτιζαν	=	τερετίζω
τερέτιζε	=	τερετίζω
τερέτιζες	=	τερετίζω
τερέτισα	=	τερετίζω
τερέτισαν	=	τερετίζω
τερέτισε	=	τερετίζω
τερέτισες	=	τερετίζω
τερέτισμα	noun	ο λαρυγγισμός ή το (σιγανό) κελάηδημα ή τιτίβισμα (χελιδονιού, αηδονιού κ.λπ.)
τερέτρου	=	τέρετρο
τερέτρων	=	τέρετρο
τεραβατωρών	=	τεραβατώρα
τεραβατώρα	noun	μονάδα μέτρησης της ενέργειας· εκφράζει την ενέργεια που παράγεται ή καταναλώνεται σε μία ώρα από μηχανή ισχύος ενός τεραβάτ
τεραβατώρας	=	τεραβατώρα
τεραβατώρες	=	τεραβατώρα
τερακότα	noun	είδος κατεργασμένου πηλού
τερακότας	noun	γενική ενικού του τερακότα
τερακότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερακότα
τεραμπάιτ	noun	συνήθως μονάδα μέτρησης μέσου αποθήκευσης (μνήμη) και είναι ίσο με 2⁴⁰ = 1.099.511.627.776 bytes
τεραμυκίνες	=	τεραμυκίνη
τεραμυκίνη	noun	είδος αντιβιοτικού
τεραμυκίνης	=	τεραμυκίνη
τεραμυκινών	=	τεραμυκίνη
τερατάκι	noun	υποκοριστικό του τέρας
τερατάκια	=	τερατάκι
τερατογένεση	noun	η δημιουργία ενός τέρατος
τερατογένεσης	noun	γενική ενικού του τερατογένεση
τερατογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τερατογενής
τερατογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατογένεση
τερατογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του τερατογένεση
τερατογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του τερατογένεση
τερατογενής	adj	που σχετίζεται με ή αναφέρεται σε διαμαρτίες ή ελαττώματα ενός εμβρύου
τερατογενούς	=	τερατογενές
τερατογονία	noun	η γέννηση ενός τέρατος ή το σύνολο των διεργασιών ή παραγόντων που συντελούν σε κάτι τέτοιο
τερατογονίας	noun	γενική ενικού του τερατογονία
τερατογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατογονία
τερατογονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατογονικό
τερατογονικέ	adj	κλητική ενικού του τερατογονικός
τερατογονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατογονική
τερατογονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερατογονικός
τερατογονικής	adj	γενική ενικού του τερατογονική
τερατογονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερατογονικός
τερατογονικού	adj	γενική ενικού του τερατογονικός
τερατογονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερατογονικός
τερατογονικό	adj	αιτιατική ενικού του τερατογονικός
τερατογονικός	adj	που έχει σχέση με την τερατογονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τερατογονικών	adj	γενική πληθυντικού του τερατογονικός
τερατογονιών	noun	γενική πληθυντικού του τερατογονία
τερατογόνα	=	τερατογόνος
τερατογόνας	=	τερατογόνος
τερατογόνε	=	τερατογόνος
τερατογόνες	=	τερατογόνος
τερατογόνο	=	τερατογόνος
τερατογόνοι	=	τερατογόνος
τερατογόνος	adj	αυτός που γεννάει, παράγει τέρατα
τερατογόνου	=	τερατογόνος
τερατογόνους	=	τερατογόνος
τερατογόνων	=	τερατογόνος
τερατοειδές	=	τερατοειδής
τερατοειδή	=	τερατοειδής
τερατοειδής	adj|formal	που είναι όμοιος με τέρας ή έχει ανάλογα χαρακτηριστικά
τερατοειδείς	=	τερατοειδής
τερατοειδούς	=	τερατοειδής
τερατοειδών	=	τερατοειδής
τερατοειδώς	adv|archaic	με τερατοειδή μορφή ήταν τρόπο
τερατολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατολόγημα
τερατολογήματος	noun	γενική ενικού του τερατολόγημα
τερατολογήσαμε	=	τερατολογώ
τερατολογήσαν	=	τερατολογώ
τερατολογήσανε	=	τερατολογώ
τερατολογήσατε	=	τερατολογώ
τερατολογήσει	=	τερατολογώ
τερατολογήστε	=	τερατολογώ
τερατολογία	noun	απαίσια, χυδαία, υβριστικά, συκοφαντικά ή μειωτικά λόγια
τερατολογίας	noun	γενική ενικού του τερατολογία
τερατολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατολογία
τερατολογεί	=	τερατολογώ
τερατολογείς	=	τερατολογώ
τερατολογείτε	=	τερατολογώ
τερατολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τερατολόγημα
τερατολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατολογημένο
τερατολογημένε	verb	κλητική ενικού του τερατολογημένος
τερατολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατολογημένη
τερατολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερατολογημένος
τερατολογημένης	verb	γενική ενικού του τερατολογημένη
τερατολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του τερατολογημένος
τερατολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερατολογημένος
τερατολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τερατολογημένος
τερατολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τερατολογημένος
τερατολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τερατολογημένος
τερατολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατολογικό
τερατολογικέ	adj	κλητική ενικού του τερατολογικός
τερατολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατολογική
τερατολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερατολογικός
τερατολογικής	adj	γενική ενικού του τερατολογική
τερατολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερατολογικός
τερατολογικού	adj	γενική ενικού του τερατολογικός
τερατολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερατολογικός
τερατολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τερατολογικός
τερατολογικός	adj	σχετικός με την τερατολογία
τερατολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τερατολογικός
τερατολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τερατολογία
τερατολογούμε	=	τερατολογώ
τερατολογούν	=	τερατολογώ
τερατολογούνε	=	τερατολογώ
τερατολογούσα	=	τερατολογώ
τερατολογούσαμε	=	τερατολογώ
τερατολογούσαν	=	τερατολογώ
τερατολογούσανε	=	τερατολογώ
τερατολογούσατε	=	τερατολογώ
τερατολογούσε	=	τερατολογώ
τερατολογούσες	=	τερατολογώ
τερατολογώ	verb	λέω τερατολογίες
τερατολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τερατολογώ
τερατολόγε	=	τερατολόγος
τερατολόγει	=	τερατολογώ
τερατολόγησα	=	τερατολογώ
τερατολόγησαν	=	τερατολογώ
τερατολόγησε	=	τερατολογώ
τερατολόγησες	=	τερατολογώ
τερατολόγο	=	τερατολόγος
τερατολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερατολόγος
τερατολόγος	noun	που λέει μεγάλα ψέματα, τερατολογίες
τερατολόγου	noun	γενική ενικού του τερατολόγος
τερατολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τερατολόγος
τερατολόγων	noun	γενική πληθυντικού του τερατολόγος
τερατομορφία	noun	η εμφάνιση ή η ιδιότητα του τερατόμορφου
τερατομορφίας	noun	γενική ενικού του τερατομορφία
τερατομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατομορφία
τερατομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του τερατομορφία
τερατοπλασία	noun	η ανώμαλη ανάπτυξη κατά τη διαδικασία σχηματισμού ενός οργανισμού, η οποία οδηγεί στη δημιουργία τερατωδών χαρακτηριστικών ή δυσμορφιών
τερατοπλασίας	=	τερατοπλασία
τερατοπλασίες	=	τερατοπλασία
τερατοπλασιών	=	τερατοπλασία
τερατοπλαστία	noun	άλλη μορφή του τερατοπλασία
τερατοπλαστίας	=	τερατοπλαστία
τερατοπλαστίες	=	τερατοπλαστία
τερατοπλαστιών	=	τερατοπλαστία
τερατοτοκία	noun	άλλη μορφή του τερατογονία
τερατοτοκίας	=	τερατοτοκία
τερατοτοκίες	=	τερατοτοκία
τερατοτοκιών	=	τερατοτοκία
τερατουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερατούργημα
τερατουργήματος	noun	γενική ενικού του τερατούργημα
τερατουργήσαμε	=	τερατουργώ
τερατουργήσαν	=	τερατουργώ
τερατουργήσανε	=	τερατουργώ
τερατουργήσατε	=	τερατουργώ
τερατουργήσει	=	τερατουργώ
τερατουργήστε	=	τερατουργώ
τερατουργία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τερατουργώ
τερατουργίας	=	τερατουργία
τερατουργίες	=	τερατουργία
τερατουργεί	=	τερατουργώ
τερατουργείς	=	τερατουργώ
τερατουργείτε	=	τερατουργώ
τερατουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τερατούργημα
τερατουργιών	=	τερατουργία
τερατουργούμε	=	τερατουργώ
τερατουργούν	=	τερατουργώ
τερατουργούνε	=	τερατουργώ
τερατουργούσα	=	τερατουργώ
τερατουργούσαμε	=	τερατουργώ
τερατουργούσαν	=	τερατουργώ
τερατουργούσανε	=	τερατουργώ
τερατουργούσατε	=	τερατουργώ
τερατουργούσε	=	τερατουργώ
τερατουργούσες	=	τερατουργώ
τερατουργώ	verb	διαπράττω τερατουργήματα / τερατουργίες
τερατουργώντας	=	τερατουργώ
τερατούργει	=	τερατουργώ
τερατούργημα	noun	ανθρώπινο κατασκεύασμα που προκαλεί αποστροφή με την ασχήμια του ή τη δυσλειτουργικότητά του
τερατούργησα	=	τερατουργώ
τερατούργησαν	=	τερατουργώ
τερατούργησε	=	τερατουργώ
τερατούργησες	=	τερατουργώ
τερατωδία	noun|formal	κάτι (πράξη, λόγος κ.λπ.) που είναι τερατώδες
τερατωδών	adj	γενική πληθυντικού του τερατώδης
τερατωδώς	adv	με τερατώδη τρόπο
τερατόμορφα	=	τερατόμορφος
τερατόμορφε	=	τερατόμορφος
τερατόμορφες	=	τερατόμορφος
τερατόμορφη	=	τερατόμορφος
τερατόμορφης	=	τερατόμορφος
τερατόμορφο	=	τερατόμορφος
τερατόμορφοι	=	τερατόμορφος
τερατόμορφος	adj	που είναι όμοιος με τέρας
τερατόμορφου	=	τερατόμορφος
τερατόμορφους	=	τερατόμορφος
τερατόμορφων	=	τερατόμορφος
τερατώδεις	=	τερατώδης
τερατώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τερατώδης
τερατώδη	=	τερατώδης
τερατώδης	adj	που έχει μη αρμονική και υπερφυσική διάπλαση, που μοιάζει με τέρας
τερατώδους	adj	γενική ενικού του τερατώδης
τερβίου	=	τέρβιο
τερβιούχα	=	τερβιούχος
τερβιούχας	=	τερβιούχος
τερβιούχε	=	τερβιούχος
τερβιούχες	=	τερβιούχος
τερβιούχο	=	τερβιούχος
τερβιούχοι	=	τερβιούχος
τερβιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο τερβίου
τερβιούχου	=	τερβιούχος
τερβιούχους	=	τερβιούχος
τερβιούχων	=	τερβιούχος
τερεβίνθου	=	τερέβινθος
τερεβίνθους	=	τερέβινθος
τερεβίνθων	=	τερέβινθος
τερεβινθέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερεβινθέλαιο
τερεβινθέλαιο	noun	αιθέριο έλαιο, παράγεται από την απόσταξη της τερεβινθίνης, χρησιμοποιείται κυρίως σαν καθαριστικό και διαλυτικό χρωμάτων
τερεβινθέλαιου	=	τερεβινθέλαιο
τερεβινθίνες	=	τερεβινθίνη
τερεβινθίνη	noun	έκκριμα του τερέβινθου και άλλων κωνοφόρων δέντρων, συλλέγεται με χάραξη ή διάτρηση
τερεβινθίνης	=	τερεβινθίνη
τερεβινθελαίου	noun	γενική ενικού του τερεβινθέλαιο
τερεβινθελαίων	noun	γενική πληθυντικού του τερεβινθέλαιο
τερεβινθινών	=	τερεβινθίνη
τερερέμ	noun	άλλη μορφή του τεριρέμ
τερερίζω	verb	ψάλλω μια μελωδία χρησιμοποιώντας (ή σα να χρησιμοποιεί κανείς) το τερερέμ (επαναλαμβανόμενη λέξη χωρίς νόημα)
τερετίζαμε	=	τερετίζω
τερετίζαν	=	τερετίζω
τερετίζανε	=	τερετίζω
τερετίζατε	=	τερετίζω
τερετίζει	=	τερετίζω
τερετίζεις	=	τερετίζω
τερετίζετε	=	τερετίζω
τερετίζοντας	=	τερετίζω
τερετίζουμε	=	τερετίζω
τερετίζουν	=	τερετίζω
τερετίζουνε	=	τερετίζω
τερετίζω	verb	παράγω τερέτισμα
τερετίσαμε	=	τερετίζω
τερετίσαν	=	τερετίζω
τερετίσανε	=	τερετίζω
τερετίσατε	=	τερετίζω
τερετίσει	=	τερετίζω
τερετίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερέτισμα
τερετίσματος	noun	γενική ενικού του τερέτισμα
τερετίστε	=	τερετίζω
τερετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τερέτισμα
τερετισμέ	noun	κλητική ενικού του τερετισμός
τερετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερετισμός
τερετισμού	noun	γενική ενικού του τερετισμός
τερετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τερετισμός
τερετισμό	noun	αιτιατική ενικού του τερετισμός
τερετισμός	noun	άλλη μορφή του τερέτισμα
τερετισμών	noun	γενική πληθυντικού του τερετισμός
τερεφθαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερεφθαλικό
τερεφθαλικέ	adj	κλητική ενικού του τερεφθαλικός
τερεφθαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερεφθαλική
τερεφθαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερεφθαλικός
τερεφθαλικής	adj	γενική ενικού του τερεφθαλική
τερεφθαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερεφθαλικός
τερεφθαλικού	adj	γενική ενικού του τερεφθαλικός
τερεφθαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερεφθαλικός
τερεφθαλικό	adj	αιτιατική ενικού του τερεφθαλικός
τερεφθαλικός	adj	το πρώτο συνθετικό από την ένωση τερεφθαλικό οξύ
τερεφθαλικών	adj	γενική πληθυντικού του τερεφθαλικός
τερζή	=	τερζής
τερζήδες	=	τερζής
τερζήδων	=	τερζής
τερζής	noun|dated	ράφτης
τερηδονίζομαι	verb|archaic	σήπομαι, σαρακιάζω
τερηδονισμέ	=	τερηδονισμός
τερηδονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερηδονισμένο
τερηδονισμένε	verb	κλητική ενικού του τερηδονισμένος
τερηδονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερηδονισμένη
τερηδονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερηδονισμένος
τερηδονισμένης	verb	γενική ενικού του τερηδονισμένη
τερηδονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τερηδονισμένος
τερηδονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερηδονισμένος
τερηδονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τερηδονισμένος
τερηδονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τερηδονισμένος
τερηδονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τερηδονισμένος
τερηδονισμοί	=	τερηδονισμός
τερηδονισμού	=	τερηδονισμός
τερηδονισμούς	=	τερηδονισμός
τερηδονισμό	=	τερηδονισμός
τερηδονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τερηδονίζομαι
τερηδονισμών	=	τερηδονισμός
τερηδόνα	noun	πάθηση που διαβρώνει τα δόντια
τερηδόνας	=	τερηδόνα
τερηδόνες	=	τερηδόνα
τερηδόνων	=	τερηδόνα
τεριγιάκι	noun	κρέας ή ψάρι, τηγανισμένο ή ψημένο σε μια γλυκιά σάλτσα από σόγια με μιρίν
τεριλέν	noun	τύπος πολυεστερικής ίνας, γνωστής για την αντοχή της, την ελαστικότητα και την ανθεκτικότητα στις τσακίσεις και τους λεκέδες, που χρησιμοποιείται ευρέως στην κλωστοϋφαντουργία
τεριρέμ	noun	λέξη χωρίς σημαινόμενο που επαναλαμβάνεται με παραλλαγές σε μια εκκλησιαστική ακολουθία, προκειμένου αυτή η τελευταία να παραταθεί, δημιουργώντας ευχάριστα ακούσματα και βιώματα
τερλίκι	noun	κάλτσα που φοριέται μέσα στο σπίτι αντί για παντόφλα, πάνινα παπούτσια για το σπίτι
τερλίκια	=	τερλίκι
τερλικιού	=	τερλίκι
τερλικιών	=	τερλίκι
τερμάτιζα	=	τερματίζω
τερμάτιζαν	=	τερματίζω
τερμάτιζε	=	τερματίζω
τερμάτιζες	=	τερματίζω
τερμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τέρμα
τερμίνθου	=	τέρμινθος
τερμίνθους	=	τέρμινθος
τερμίνθων	=	τέρμινθος
τερμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερμίτης
τερμίτη	noun	γενική ενικού του τερμίτης
τερμίτης	noun	ονομασία εντόμων με το επιτημονικό όνομα Ισόπτερα, που μοιάζουν με άσπρα μυρμήγκια και τρέφονται με ξύλο
τερματάκι	noun	υποκοριστικό του τέρμα
τερματάκια	=	τερματάκι
τερματίζαμε	=	τερματίζω
τερματίζαν	=	τερματίζω
τερματίζανε	=	τερματίζω
τερματίζατε	=	τερματίζω
τερματίζει	=	τερματίζω
τερματίζεις	=	τερματίζω
τερματίζεσαι	=	τερματίζω
τερματίζεστε	=	τερματίζω
τερματίζεται	=	τερματίζω
τερματίζετε	=	τερματίζω
τερματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τερματίζω
τερματίζομε	=	τερματίζω
τερματίζονται	=	τερματίζω
τερματίζονταν	=	τερματίζω
τερματίζοντας	=	τερματίζω
τερματίζουμε	=	τερματίζω
τερματίζουν	=	τερματίζω
τερματίζουνε	=	τερματίζω
τερματίζω	verb	δίνω τέλος σε κάτι, σταματώ, ολοκληρώνω
τερματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσαν	=	τερματίζω
τερματίσανε	=	τερματίζω
τερματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσομε	=	τερματίζω
τερματίσου	=	τερματίζω
τερματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίσουνε	=	τερματίζω
τερματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματίστηκα	=	τερματίζω
τερματίστηκαν	=	τερματίζω
τερματίστηκε	=	τερματίζω
τερματίστηκες	=	τερματίζω
τερματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τερματίζω
τερματιζόμασταν	=	τερματίζω
τερματιζόμαστε	=	τερματίζω
τερματιζόμουν	=	τερματίζω
τερματιζόμουνα	=	τερματίζω
τερματιζόντουσαν	=	τερματίζω
τερματιζόσασταν	=	τερματίζω
τερματιζόσαστε	=	τερματίζω
τερματιζόσουν	=	τερματίζω
τερματιζόσουνα	=	τερματίζω
τερματιζόταν	=	τερματίζω
τερματιζότανε	=	τερματίζω
τερματικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερματικό
τερματικέ	adj	κλητική ενικού του τερματικός
τερματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερματική
τερματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερματικός
τερματικής	adj	γενική ενικού του τερματική
τερματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερματικός
τερματικού	noun	γενική ενικού του τερματικό
τερματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερματικός
τερματικό	noun	ο ακραίος κόμβος (node) σε ένα δίκτυο όπου εισάγονται ή εξάγονται πληροφορίες και ηλεκτρικά σήματα, όπως ένα τηλέφωνο, ένας υπολογιστής, ένα ΑΤΜ τράπεζας, ένας εκτυπωτής, κλπ.
τερματικός	adj	που αναφέρεται στο τέρμα, στο σημείο όπου τερματίζει ένα συγκοινωνιακό μέσο
τερματικών	noun	γενική πληθυντικού του τερματικό
τερματισμέ	noun	κλητική ενικού του τερματισμός
τερματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερματισμένο
τερματισμένε	verb	κλητική ενικού του τερματισμένος
τερματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερματισμένη
τερματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερματισμένος
τερματισμένης	verb	γενική ενικού του τερματισμένη
τερματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τερματισμένος
τερματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερματισμένος
τερματισμένος	=	τερματίζω
τερματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τερματισμένος
τερματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τερματισμένος
τερματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τερματισμένος
τερματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερματισμός
τερματισμού	noun	γενική ενικού του τερματισμός
τερματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τερματισμός
τερματισμό	noun	αιτιατική ενικού του τερματισμός
τερματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τερματίζω
τερματισμών	noun	γενική πληθυντικού του τερματισμός
τερματιστήκαμε	=	τερματίζω
τερματιστήκαν	=	τερματίζω
τερματιστήκανε	=	τερματίζω
τερματιστήκατε	=	τερματίζω
τερματιστεί	=	τερματίζω
τερματιστείς	=	τερματίζω
τερματιστείτε	=	τερματίζω
τερματιστούμε	=	τερματίζω
τερματιστούν	=	τερματίζω
τερματιστούνε	=	τερματίζω
τερματιστώ	=	τερματίζω
τερματοφυλάκων	=	τερματοφύλακας
τερματοφύλακα	=	τερματοφύλακας
τερματοφύλακας	noun	σε διάφορα ομαδικά αθλήματα, παίκτης του οποίου ο ρόλος είναι να προφυλάγει ένα τέρμα (εστία) από παραβίαση, εμποδίζοντας τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας να επιτύχουν γκολ (τέρμα)
τερματοφύλακες	=	τερματοφύλακας
τερματοφύλακος	=	τερματοφύλακας
τερματοφύλαξ	noun	ο τερματοφύλακας
τερμιτοξενία	noun|dated	η τερμιτοφιλία
τερμιτοξενίας	noun	γενική ενικού του τερμιτοξενία
τερμιτοξενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερμιτοξενία
τερμιτοξενιών	noun	γενική πληθυντικού του τερμιτοξενία
τερμιτοφιλία	noun	η συνοίκηση με τερμίτες στην τερμιτοφωλιά
τερμιτοφιλίας	noun	γενική ενικού του τερμιτοφιλία
τερμιτοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερμιτοφιλία
τερμιτοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του τερμιτοφιλία
τερμιτοφωλιά	noun	φωλιά τερμιτών
τερμιτοφωλιάς	=	τερμιτοφωλιά
τερμιτοφωλιές	=	τερμιτοφωλιά
τερμιτοφωλιών	=	τερμιτοφωλιά
τερμιτόξενα	noun	έντομα (όπως η οικογένεια Σταφυλινίδες, της τάξης των Κολεόπτερων που συνοικούν με τερμίτες στην τερμιτοφωλιά
τερμιτόξενε	adj	κλητική ενικού του τερμιτόξενος
τερμιτόξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερμιτόξενη
τερμιτόξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερμιτόξενος
τερμιτόξενης	adj	γενική ενικού του τερμιτόξενη
τερμιτόξενο	adj	αιτιατική ενικού του τερμιτόξενος
τερμιτόξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερμιτόξενος
τερμιτόξενος	adj	ο τερμιτόφιλος
τερμιτόξενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τερμιτόξενος
τερμιτόξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερμιτόξενος
τερμιτόξενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τερμιτόξενος
τερμιτόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερμιτόφιλο
τερμιτόφιλε	adj	κλητική ενικού του τερμιτόφιλος
τερμιτόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερμιτόφιλη
τερμιτόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερμιτόφιλος
τερμιτόφιλης	adj	γενική ενικού του τερμιτόφιλη
τερμιτόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του τερμιτόφιλος
τερμιτόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερμιτόφιλος
τερμιτόφιλος	adj	που συνοικεί με τερμίτες στην τερμιτοφωλιά
τερμιτόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τερμιτόφιλος
τερμιτόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερμιτόφιλος
τερμιτόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τερμιτόφιλος
τερμιτών	noun	γενική πληθυντικού του τερμίτης
τερνερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερνερικό
τερορισμέ	=	τερορισμός
τερορισμοί	=	τερορισμός
τερορισμού	=	τερορισμός
τερορισμούς	=	τερορισμός
τερορισμό	=	τερορισμός
τερορισμός	noun	η τρομοκρατία
τερορισμών	=	τερορισμός
τερπένη	=	τερπένιο
τερπένια	=	τερπένιο
τερπένιο	noun	μεγάλη κατηγορία φυσικών ή τεχνητών υδρογονανθράκων, που χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία, σε τρόφιμα κ.λπ.
τερπένιου	=	τερπένιο
τερπένιων	=	τερπένιο
τερπενίου	=	τερπένιο
τερπενίων	=	τερπένιο
τερπενικά	=	τερπενικός
τερπενικέ	=	τερπενικός
τερπενικές	=	τερπενικός
τερπενική	=	τερπενικός
τερπενικής	=	τερπενικός
τερπενικοί	=	τερπενικός
τερπενικού	=	τερπενικός
τερπενικούς	=	τερπενικός
τερπενικό	=	τερπενικός
τερπενικός	adj	που έχει σχέση με το τερπένιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
τερπενικών	=	τερπενικός
τερπνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερπνό	adv	με ευχάριστο, τερπνό τρόπο
τερπνέ	adj	κλητική ενικού του τερπνός
τερπνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερπνή
τερπνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τερπνός
τερπνής	adj	γενική ενικού του τερπνή
τερπνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τερπνός
τερπνοτήτων	=	τερπνότητα
τερπνού	adj	γενική ενικού του τερπνός
τερπνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τερπνός
τερπνό	adj	αιτιατική ενικού του τερπνός
τερπνός	adj	που προκαλεί ευχαρίστηση
τερπνότητα	noun|formal	η ιδιότητα του τερπνού, το να είναι κάποιος ή κάτι τερπνό
τερπνότητας	=	τερπνότητα
τερπνότητες	=	τερπνότητα
τερπνών	adj	γενική πληθυντικού του τερπνός
τερπόμασταν	=	τέρπω
τερπόμαστε	=	τέρπω
τερπόντουσαν	=	τέρπω
τερπόσασταν	=	τέρπω
τερπόσαστε	=	τέρπω
τερτίπι	noun	το τέχνασμα
τερτίπια	=	τερτίπι
τερτιπιού	=	τερτίπι
τερτιπιών	=	τερτίπι
τερτσέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τερτσέτο
τερτσέτο	noun	μουσικό κομμάτι γραμμένο για να τραγουδηθεί από τρία άτομα
τερτσέτου	noun	γενική ενικού του τερτσέτο
τερτσέτων	noun	γενική πληθυντικού του τερτσέτο
τερψίθυμα	=	τερψίθυμος
τερψίθυμε	=	τερψίθυμος
τερψίθυμες	=	τερψίθυμος
τερψίθυμη	=	τερψίθυμος
τερψίθυμης	=	τερψίθυμος
τερψίθυμο	=	τερψίθυμος
τερψίθυμοι	=	τερψίθυμος
τερψίθυμος	adj|archaic	ευχάριστος, που τέρπει (εφραίνει, ευχαριστεί) την ψυχή
τερψίθυμου	=	τερψίθυμος
τερψίθυμους	=	τερψίθυμος
τερψίθυμων	=	τερψίθυμος
τερψιθυμία	noun	Η τέρψη (ευχαρίστηση) της ψυχής.
τερψιθυμίας	=	τερψιθυμία
τερψιθυμίες	=	τερψιθυμία
τερψιθυμιών	=	τερψιθυμία
τερψιθύμου	=	τερψίθυμος
τερψιθύμους	=	τερψίθυμος
τερψιθύμων	=	τερψίθυμος
τερψιλαρύγγια	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιας	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιε	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιες	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιο	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιοι	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιον	noun|formal	άλλη μορφή του τερψιλαρύγγιο
τερψιλαρύγγιος	adj|formal	που έχει ωραία γεύση
τερψιλαρύγγιου	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιους	=	τερψιλαρύγγιος
τερψιλαρύγγιων	=	τερψιλαρύγγιος
τες	pron	Αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού.	article	μορφή του τις (τοπική, ποιητική, ομοιοκαταληκτική)
τεσκερέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τεσκερές
τεσκερέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσκερές
τεσκερέδων	noun	γενική πληθυντικού του τεσκερές
τεσκερές	noun	κοινοποίηση
τεσλίμι	noun|dated	προσφορά, παράδοση
τεσλίμια	=	τεσλίμι
τεσσάρα	noun|vulgar	επίτευξη τεσσάρων γκολ από μια ομάδα
τεσσάρας	noun	γενική ενικού του τεσσάρα
τεσσάρες	noun	όταν και τα δύο ζάρια μιας ζαριάς δείχνουν τέσσερα
τεσσάρι	noun	το ψηφίο τέσσερα
τεσσάρια	=	τεσσάρι
τεσσάρων	num	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του τέσσερις
τεσσαράγωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαράγωνο
τεσσαράγωνε	adj	κλητική ενικού του τεσσαράγωνος
τεσσαράγωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαράγωνη
τεσσαράγωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεσσαράγωνος
τεσσαράγωνης	adj	γενική ενικού του τεσσαράγωνη
τεσσαράγωνο	adj	αιτιατική ενικού του τεσσαράγωνος
τεσσαράγωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεσσαράγωνος
τεσσαράγωνος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις γωνίες
τεσσαράγωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεσσαράγωνος
τεσσαράγωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεσσαράγωνος
τεσσαράγωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεσσαράγωνος
τεσσαράκοντα	num|formal	σαράντα
τεσσαρακάντουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακάντουνο
τεσσαρακάντουνε	adj	κλητική ενικού του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακάντουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακάντουνη
τεσσαρακάντουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακάντουνης	adj	γενική ενικού του τεσσαρακάντουνη
τεσσαρακάντουνο	adj	αιτιατική ενικού του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακάντουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακάντουνος	adj	αυτός /-η /-ο που έχει ή φέρεται σε τέσσερα καντούνια
τεσσαρακάντουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακάντουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακάντουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεσσαρακάντουνος
τεσσαρακονθήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακονθήμερο
τεσσαρακονθήμερε	adj	κλητική ενικού του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακονθήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακονθήμερη
τεσσαρακονθήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακονθήμερης	adj	γενική ενικού του τεσσαρακονθήμερη
τεσσαρακονθήμερο	adj	αιτιατική ενικού του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακονθήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακονθήμερος	adj|formal	που κρατά σαράντα ημέρες
τεσσαρακονθήμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακονθήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακονθήμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεσσαρακονθήμερος
τεσσαρακοντάκις	adv|formal	σαράντα φορές
τεσσαρακονταετές	=	τεσσαρακονταετής
τεσσαρακονταετή	=	τεσσαρακονταετής
τεσσαρακονταετής	adj|formal	σαραντάχρονος
τεσσαρακονταετία	noun	διάστημα χρόνου σαράντα ετών
τεσσαρακονταετίας	noun	γενική ενικού του τεσσαρακονταετία
τεσσαρακονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακονταετία
τεσσαρακονταετείς	=	τεσσαρακονταετής
τεσσαρακονταετηρίδα	noun	η συμπλήρωση σαράντα ετών από τη συμπλήρωση κάποιου (σημαντικού) γεγονότος και οι σχετικοί εορτασμοί
τεσσαρακονταετηρίδας	=	τεσσαρακονταετηρίδα
τεσσαρακονταετηρίδες	=	τεσσαρακονταετηρίδα
τεσσαρακονταετηρίδων	=	τεσσαρακονταετηρίδα
τεσσαρακονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του τεσσαρακονταετία
τεσσαρακονταετούς	=	τεσσαρακονταετής
τεσσαρακονταετών	=	τεσσαρακονταετής
τεσσαρακονταπλάσια	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιας	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιε	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιες	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιο	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιοι	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιος	adj|formal	που είναι μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάτι άλλο κατά σαράντα φορές
τεσσαρακονταπλάσιου	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιους	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλάσιων	=	τεσσαρακονταπλάσιος
τεσσαρακονταπλασίως	adv|archaic	σε τεσσαρακονταπλάσια ποσότητα ή βαθμό
τεσσαρακοντούτη	=	τεσσαρακοντούτης
τεσσαρακοντούτηδες	=	τεσσαρακοντούτης
τεσσαρακοντούτηδων	=	τεσσαρακοντούτης
τεσσαρακοντούτης	noun	άλλη μορφή του τεσσαρακονταετής
τεσσαρακοντούτις	noun|archaic	σαραντάχρονη, σαραντάρα
τεσσαρακοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστέ	adj	κλητική ενικού του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακοστή
τεσσαρακοστή	noun	η κατά τον χριστιανισμό σαρανταήμερη περίοδος της νηστείας πριν την Ανάσταση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστής	adj	γενική ενικού του τεσσαρακοστή
τεσσαρακοστίζω	verb	ακολουθώ τη νηστεία της τεσσαρακοστής
τεσσαρακοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστού	adj	γενική ενικού του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστό	adj	αιτιατική ενικού του τεσσαρακοστός
τεσσαρακοστός	adj	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό σαράντα (40)
τεσσαρακοστών	adj	γενική πληθυντικού του τεσσαρακοστός
τεσσαριού	=	τεσσάρι
τεσσαριών	=	τεσσάρι
τεσσαροχάλη	=	τεσσαροχάλης
τεσσαροχάληδες	=	τεσσαροχάλης
τεσσαροχάληδων	=	τεσσαροχάλης
τεσσαροχάλης	noun	συνώνυμο του τετράχηλο
τεσσαροχάλι	noun	(ναυτικός όρος, δημοτική άλλη μορφή του τεσσαροχάλης
τεσσαροχάλια	=	τεσσαροχάλι
τεσσαροχαλιού	=	τεσσαροχάλι
τεσσαροχαλιών	=	τεσσαροχάλι
τεσσεράμισι	num	τέσσερις / τέσσερα και μισό
τεσσερισήμισι	num	αυτό που είναι ανάμεσα στο τέσσερα και στο πέντε.
τεσσεροκάντουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσεροκάντουνο
τεσσεροκάντουνε	adj	κλητική ενικού του τεσσεροκάντουνος
τεσσεροκάντουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεσσεροκάντουνη
τεσσεροκάντουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεσσεροκάντουνος
τεσσεροκάντουνης	adj	γενική ενικού του τεσσεροκάντουνη
τεσσεροκάντουνο	adj	αιτιατική ενικού του τεσσεροκάντουνος
τεσσεροκάντουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεσσεροκάντουνος
τεσσεροκάντουνος	adj	αυτός/-η/-ο που έχει ή φέρεται σε τέσσερα καντούνια
τεσσεροκάντουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεσσεροκάντουνος
τεσσεροκάντουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεσσεροκάντουνος
τεσσεροκάντουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεσσεροκάντουνος
τεσσερσήμισι	num	τεσσερισήμισι
τεστ	noun	δοκιμασία, έλεγχος, εξέταση π.χ. της αξιοπιστίας μιας μηχανής ή της λειτουργικότητας ενός συστήματος
τεστάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τεστάρω
τεστάρω	verb	κάνω κάποιο τεστ, δοκιμάζω, υποβάλλω σε διαγνωστικές δοκιμασίες, εξετάζω
τεστοστερονών	=	τεστοστερόνη
τεστοστερόνες	=	τεστοστερόνη
τεστοστερόνη	noun	στεροειδές ανδρογόνο που παράγεται στους όρχεις
τεστοστερόνης	=	τεστοστερόνη
τετ-α-κε	noun|slang	άλλη μορφή του τετακέ
τετ-α-τετ	adv	άλλη μορφή του τετ α τετ με ενωτικά κατά τη γαλλική γραφή tête-à-tête
τετάνου	noun	γενική ενικού του τέτανος
τετάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τέτανος
τετάνων	noun	γενική πληθυντικού του τέτανος
τετάρτου	noun	γενική ενικού του τέταρτο
τετάρτων	noun	γενική πληθυντικού του τέταρτο
τετέλεσται	intj|formal	για δραματική δήλωση του τέλους ή του επικείμενου θανάτου
τεταγμένα	=	τεταγμένος
τεταγμένε	=	τεταγμένος
τεταγμένες	=	τεταγμένος
τεταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεταγμένος	noun	η δεύτερη παράμετρος διατεταγμένου ζεύγου σε καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων και συγκεκριμένα, η κατακόρυφη
τεταγμένης	=	τεταγμένος
τεταγμένο	=	τεταγμένος
τεταγμένοι	=	τεταγμένος
τεταγμένος	verb|formal	μετοχή παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό του ρήματος τάσσω, άλλη μορφή του ταγμένος
τεταγμένου	=	τεταγμένος
τεταγμένους	=	τεταγμένος
τεταγμένων	=	τεταγμένος
τετακέ	noun	αλλαγή κατεύθυνσης εκατόν ογδόντα μοιρών ενός οχήματος με απότομο τρόπο και πλαγιολίσθηση
τεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταμένο
τεταμένε	verb	κλητική ενικού του τεταμένος
τεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταμένη
τεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεταμένος
τεταμένης	verb	γενική ενικού του τεταμένη
τεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του τεταμένος
τεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεταμένος
τεταμένος	verb	τεντωμένος
τεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεταμένος
τεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεταμένος
τεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεταμένος
τετανία	noun	σύνδρομο νευρομυϊκής υπερδιεγερσιμότητας που χαρακτηρίζεται από οδυνηρές συσπάσεις.
τετανίας	noun	γενική ενικού του τετανία
τετανίες	=	τετανία
τετανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετανικό
τετανικέ	adj	κλητική ενικού του τετανικός
τετανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετανική
τετανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετανικός
τετανικής	adj	γενική ενικού του τετανική
τετανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετανικός
τετανικού	adj	γενική ενικού του τετανικός
τετανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετανικός
τετανικό	adj	αιτιατική ενικού του τετανικός
τετανικός	adj	που έχει σχέση με τον τέτανο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τετανικών	adj	γενική πληθυντικού του τετανικός
τετανιών	noun	γενική πληθυντικού του τετανία
τετανοειδές	=	τετανοειδής
τετανοειδή	=	τετανοειδής
τετανοειδής	adj	όμοιος με τέτανο
τετανοειδείς	=	τετανοειδής
τετανοειδούς	=	τετανοειδής
τετανοειδών	=	τετανοειδής
τεταρτάκι	noun	χρονικό διάστημα, κατά προσέγγιση ίσο με 15 λεπτά της ώρας
τεταρτάκια	=	τεταρτάκι
τεταρτίδεες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τεταρτίδες
τεταρταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεταρταίος
τεταρταίας	adj	γενική ενικού του τεταρταία
τεταρταίε	adj	τεταρταίος, στην κλητική του ενικού
τεταρταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταρταία
τεταρταίο	adj	τεταρταίος, στην αιτιατική του ενικού
τεταρταίοι	adj	τεταρταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τεταρταίος	adj	που γίνεται κάθε τέσσερεις περιόδους
τεταρταίου	adj	γενική ενικού του τεταρταίος
τεταρταίους	adj	τεταρταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τεταρταίων	=	τεταρταίος
τεταρτημορίου	noun	γενική ενικού του τεταρτημόριο
τεταρτημορίων	noun	γενική πληθυντικού του τεταρτημόριο
τεταρτημόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταρτημόριο
τεταρτημόριο	noun	το ένα από τα τέσσερα μέρη διαιρεμένου συνόλου-όλου
τεταρτημόριου	=	τεταρτημόριο
τεταρτιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταρτιάτικο
τεταρτιάτικε	adj	κλητική ενικού του τεταρτιάτικος
τεταρτιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταρτιάτικη
τεταρτιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεταρτιάτικος
τεταρτιάτικης	adj	γενική ενικού του τεταρτιάτικη
τεταρτιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του τεταρτιάτικος
τεταρτιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεταρτιάτικος
τεταρτιάτικος	adj	που αναφέρεται στην ημέρα της Τετάρτης
τεταρτιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεταρτιάτικος
τεταρτιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεταρτιάτικος
τεταρτιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεταρτιάτικος
τεταρτιασμέ	=	τεταρτιασμός
τεταρτιασμοί	=	τεταρτιασμός
τεταρτιασμού	=	τεταρτιασμός
τεταρτιασμούς	=	τεταρτιασμός
τεταρτιασμό	=	τεταρτιασμός
τεταρτιασμός	noun	είδος θανατικής ποινής, στην οποία τέσσερα ζώα τραβούσαν σε αντίθετες κατευθύνσεις τα μέλη ενός ανθρώπου, με αποτέλεσμα τον διαμελισμό
τεταρτιασμών	=	τεταρτιασμός
τεταρτιδεών	noun	γενική πληθυντικού του Τεταρτίδες
τεταρτογαμία	noun	η τέλεση τέταρτου γάμου από το ίδιο άτομο, πράξη καταδικαστέα από την χριστιανική εκκλησία
τεταρτογαμίας	=	τεταρτογαμία
τεταρτογαμίες	=	τεταρτογαμία
τεταρτογαμιών	=	τεταρτογαμία
τεταρτογενές	=	τεταρτογενής
τεταρτογενή	=	τεταρτογενής
τεταρτογενής	adj	που σχετίζεται με την τέταρτη φάση μιας εξελικτικής διαδικασίας
τεταρτογενείς	=	τεταρτογενής
τεταρτογενούς	=	τεταρτογενής
τεταρτογενών	=	τεταρτογενής
τεταρτοετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τεταρτοετής
τεταρτοετούς	adj	γενική ενικού του τεταρτοετής
τεταρτοετών	adj	γενική πληθυντικού του τεταρτοετής
τεταρτοκυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταρτοκυκλικό
τεταρτοκυκλικέ	adj	κλητική ενικού του τεταρτοκυκλικός
τεταρτοκυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεταρτοκυκλική
τεταρτοκυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεταρτοκυκλικός
τεταρτοκυκλικής	adj	γενική ενικού του τεταρτοκυκλική
τεταρτοκυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεταρτοκυκλικός
τεταρτοκυκλικού	adj	γενική ενικού του τεταρτοκυκλικός
τεταρτοκυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεταρτοκυκλικός
τεταρτοκυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του τεταρτοκυκλικός
τεταρτοκυκλικός	adj	ο σχετικός με τέταρτο κύκλου
τεταρτοκυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του τεταρτοκυκλικός
τετελεσμένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετελεσμένο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τετελεσμένος
τετελεσμένε	verb	κλητική ενικού του τετελεσμένος
τετελεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετελεσμένη
τετελεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετελεσμένος
τετελεσμένης	verb	γενική ενικού του τετελεσμένη
τετελεσμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τετελεσμένος	noun|formal	ό,τι έχει συντελεσθεί
τετελεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετελεσμένος
τετελεσμένος	verb	λόγιο συνώνυμο του τελειωμένος: που έχει ήδη γίνει, που έχει ήδη πραγματοποιηθεί και οριστικοποιηθεί
τετελεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετελεσμένος
τετελεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετελεσμένος
τετελεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετελεσμένος
τετηγμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετηγμένο
τετηγμένε	adj	κλητική ενικού του τετηγμένος
τετηγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετηγμένη
τετηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετηγμένος
τετηγμένης	adj	γενική ενικού του τετηγμένη
τετηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετηγμένος
τετηγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετηγμένος
τετηγμένος	verb	που έχει λιώσει, έχει υποστεί τήξη, όρος που προτιμάται σε επιστημονικές ορολογίες αντί του λιωμένος
τετηγμένου	verb	γενική ενικού του τετηγμένος
τετηγμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετηγμένος
τετηγμένων	adj	γενική πληθυντικού του τετηγμένος
τετμημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετμημένο
τετμημένε	adj	κλητική ενικού του τετμημένος
τετμημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετμημένη
τετμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετμημένος	noun	η πρώτη παράμετρος διατεταγμένου ζεύγους σε καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων - είναι το σημείο που έρχεται από τον οριζόντιο άξονα
τετμημένης	adj	γενική ενικού του τετμημένη
τετμημένο	adj	αιτιατική ενικού του τετμημένος
τετμημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετμημένος
τετμημένος	verb	που έχει τμηθεί
τετμημένου	verb	γενική ενικού του τετμημένος
τετμημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετμημένος
τετμημένων	adj	γενική πληθυντικού του τετμημένος
τετοιώναμε	=	τετοιώνω
τετοιώναν	=	τετοιώνω
τετοιώνανε	=	τετοιώνω
τετοιώνατε	=	τετοιώνω
τετοιώνει	=	τετοιώνω
τετοιώνεις	=	τετοιώνω
τετοιώνετε	=	τετοιώνω
τετοιώνοντας	=	τετοιώνω
τετοιώνουμε	=	τετοιώνω
τετοιώνουν	=	τετοιώνω
τετοιώνουνε	=	τετοιώνω
τετοιώνω	verb	συνουσιάζομαι
τετοιώσαμε	=	τετοιώνω
τετοιώσαν	=	τετοιώνω
τετοιώσανε	=	τετοιώνω
τετοιώσατε	=	τετοιώνω
τετοιώσει	=	τετοιώνω
τετοιώστε	=	τετοιώνω
τετράβαθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράβαθμο
τετράβαθμε	adj	κλητική ενικού του τετράβαθμος
τετράβαθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράβαθμη
τετράβαθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράβαθμος
τετράβαθμης	adj	γενική ενικού του τετράβαθμη
τετράβαθμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράβαθμος
τετράβαθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράβαθμος
τετράβαθμος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις βαθμούς κλίμακας, ή βαθμίδες δράσης
τετράβαθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράβαθμος
τετράβαθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράβαθμος
τετράβαθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράβαθμος
τετράβηλα	=	τετράβηλο
τετράβηλο	noun	το πέπλο που φέρεται στο κυβώριο πάνω από την αγία τράπεζα
τετράβηλου	=	τετράβηλο
τετράβιβλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράβιβλο
τετράβιβλε	adj	κλητική ενικού του τετράβιβλος
τετράβιβλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράβιβλη
τετράβιβλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράβιβλος
τετράβιβλης	adj	γενική ενικού του τετράβιβλη
τετράβιβλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράβιβλος
τετράβιβλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράβιβλος
τετράβιβλος	adj	αυτός/η/ο που αποτελείται από τέσσερα βιβλία
τετράβιβλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράβιβλος
τετράβιβλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράβιβλος
τετράβιβλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράβιβλος
τετράγγουρα	=	τετράγγουρο
τετράγγουρο	noun	κοινή ονομασία είδους του φυτού πεπονιά
τετράγγουρου	=	τετράγγουρο
τετράγγουρων	=	τετράγγουρο
τετράγκαθα	=	τετράγκαθο
τετράγκαθο	noun	κοινή ονομασία του φυτού αστράγαλος
τετράγκαθου	=	τετράγκαθο
τετράγκιστρα	=	τετράγκιστρο
τετράγκιστρο	noun	αλιευτικό εργαλείο που φέρει τέσσερα αγκίστρια σε σταυροειδή διάταξη
τετράγκιστρου	=	τετράγκιστρο
τετράγκιστρων	=	τετράγκιστρο
τετράγκωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγκωνο
τετράγκωνε	adj	κλητική ενικού του τετράγκωνος
τετράγκωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγκωνη
τετράγκωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράγκωνος
τετράγκωνης	adj	γενική ενικού του τετράγκωνη
τετράγκωνο	adj	αιτιατική ενικού του τετράγκωνος
τετράγκωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράγκωνος
τετράγκωνος	adj	αυτός που φέρει κατασκευαστικά τέσσερις αγκώνες, ή βραχίονες
τετράγκωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράγκωνος
τετράγκωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράγκωνος
τετράγκωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράγκωνος
τετράγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγλωσσο
τετράγλωσσε	adj	κλητική ενικού του τετράγλωσσος
τετράγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγλωσση
τετράγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράγλωσσος
τετράγλωσσης	adj	γενική ενικού του τετράγλωσση
τετράγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του τετράγλωσσος
τετράγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράγλωσσος
τετράγλωσσος	adj	αυτός που είναι γραμμένος σε τέσσερις γλώσσες
τετράγλωσσου	adj	γενική ενικού του τετράγλωσσος
τετράγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράγλωσσος
τετράγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού του τετράγλωσσος
τετράγναθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγναθο
τετράγναθε	adj	κλητική ενικού του τετράγναθος
τετράγναθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγναθη
τετράγναθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράγναθος
τετράγναθης	adj	γενική ενικού του τετράγναθη
τετράγναθο	adj	αιτιατική ενικού του τετράγναθος
τετράγναθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράγναθος
τετράγναθος	noun	αντιπροσωπευτικό είδος αράχνης της ομώνυμης οικογένειας των τετραγνάθων	adj	αυτός που φέρει τέσσερις γνάθούς (σαγόνια)
τετράγναθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράγναθος
τετράγναθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράγναθος
τετράγναθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράγναθος
τετράγραμμα	=	τετράγραμμος
τετράγραμμε	=	τετράγραμμος
τετράγραμμες	=	τετράγραμμος
τετράγραμμη	=	τετράγραμμος
τετράγραμμης	=	τετράγραμμος
τετράγραμμο	=	τετράγραμμος
τετράγραμμοι	=	τετράγραμμος
τετράγραμμος	adj	αυτός/η/ο που φέρει τέσσερις γραμμές
τετράγραμμου	=	τετράγραμμος
τετράγραμμους	=	τετράγραμμος
τετράγραμμων	=	τετράγραμμος
τετράγωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγωνο
τετράγωνε	adj	κλητική ενικού του τετράγωνος
τετράγωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράγωνη
τετράγωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράγωνος
τετράγωνης	adj	γενική ενικού του τετράγωνη
τετράγωνο	noun	παραλληλόγραμμο που είναι ορθογώνιο και ρόμβος, έχει δηλαδή τέσσερις ίσες πλευρές και τέσσερις ορθές γωνίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τετράγωνος
τετράγωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράγωνος
τετράγωνος	adj	που έχει το σχήμα του τετραγώνου
τετράγωνου	adj	γενική ενικού του τετράγωνος
τετράγωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράγωνος
τετράγωνων	adj	γενική πληθυντικού του τετράγωνος
τετράδα	noun	σύνολο από τέσσερα όμοια στοιχεία
τετράδας	=	τετράδα
τετράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράδα
τετράδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράδιο
τετράδιο	noun	σύνολο από συρραμμένα φύλλα χαρτιού (λευκά ή με τυπωμένες γραμμές) με προστατευτικό εξώφυλλο που χρησιμοποιούνται για γράψιμο
τετράδιου	=	τετράδιο
τετράδιπλα	=	τετράδιπλος
τετράδιπλε	=	τετράδιπλος
τετράδιπλες	=	τετράδιπλος
τετράδιπλη	=	τετράδιπλος
τετράδιπλης	=	τετράδιπλος
τετράδιπλο	=	τετράδιπλος
τετράδιπλοι	=	τετράδιπλος
τετράδιπλος	adj	που έχει διπλωθεί στα τέσσερα
τετράδιπλου	=	τετράδιπλος
τετράδιπλους	=	τετράδιπλος
τετράδιπλων	=	τετράδιπλος
τετράδραχμα	=	τετράδραχμος
τετράδραχμε	=	τετράδραχμος
τετράδραχμες	=	τετράδραχμος
τετράδραχμη	=	τετράδραχμος
τετράδραχμης	=	τετράδραχμος
τετράδραχμο	=	τετράδραχμος
τετράδραχμοι	=	τετράδραχμος
τετράδραχμος	adj	που αξίζει τέσσερις δραχμές
τετράδραχμου	=	τετράδραχμος
τετράδραχμους	=	τετράδραχμος
τετράδραχμων	=	τετράδραχμος
τετράδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τετράδυμος
τετράδυμε	adj	κλητική ενικού του τετράδυμος
τετράδυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράδυμη
τετράδυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράδυμος
τετράδυμης	adj	γενική ενικού του τετράδυμη
τετράδυμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράδυμος
τετράδυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράδυμος
τετράδυμος	noun	ένα από τα τετράδυμα αδέλφια	adj	που έχει γεννηθεί με άλλα τρία αδέλφια από την ίδια εγκυμοσύνη
τετράδυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράδυμος
τετράδυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράδυμος
τετράδυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράδυμος
τετράδων	=	τετράδα
τετράεδρα	=	τετράεδρος
τετράεδρε	=	τετράεδρος
τετράεδρες	=	τετράεδρος
τετράεδρη	=	τετράεδρος
τετράεδρης	=	τετράεδρος
τετράεδρο	noun	γεωμετρικό στερεό που έχει τέσσερις έδρες
τετράεδροι	=	τετράεδρος
τετράεδρος	adj	που έχει τέσσερις έδρες
τετράεδρου	=	τετράεδρος
τετράεδρους	=	τετράεδρος
τετράεδρων	=	τετράεδρος
τετράζωτα	=	τετράζωτο
τετράζωτο	noun	ασταθής πολυαζωτούχα χημική ένωση που φέρει τέσσερα άτομα αζώτου, με χημικό τύπο N₄ και με διάρκεια ζωής μόλις ένα μικροδευτερόλεπτο
τετράζωτου	=	τετράζωτο
τετράθυρα	=	τετράθυρος
τετράθυρε	=	τετράθυρος
τετράθυρες	=	τετράθυρος
τετράθυρη	=	τετράθυρος
τετράθυρης	=	τετράθυρος
τετράθυρο	=	τετράθυρος
τετράθυροι	=	τετράθυρος
τετράθυρος	adj	αυτός/η/ο που φέρει τέσσερις θύρες
τετράθυρου	=	τετράθυρος
τετράθυρους	=	τετράθυρος
τετράθυρων	=	τετράθυρος
τετράιππα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράιππο
τετράιππε	adj	κλητική ενικού του τετράιππος
τετράιππες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράιππη
τετράιππη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράιππος
τετράιππης	adj	γενική ενικού του τετράιππη
τετράιππο	adj	αιτιατική ενικού του τετράιππος
τετράιπποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράιππος
τετράιππος	adj	αυτός που έχει τέσσερα άλογα
τετράιππου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράιππος
τετράιππους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράιππος
τετράιππων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράιππος
τετράιχνα	=	τετράιχνος
τετράιχνε	=	τετράιχνος
τετράιχνες	=	τετράιχνος
τετράιχνη	=	τετράιχνος
τετράιχνης	=	τετράιχνος
τετράιχνο	=	τετράιχνος
τετράιχνοι	=	τετράιχνος
τετράιχνος	adj	που χωρίζεται ή διαρθρώνεται σε τέσσερις διακριτές γραμμές ή διαδρομές
τετράιχνου	=	τετράιχνος
τετράιχνους	=	τετράιχνος
τετράιχνων	=	τετράιχνος
τετράκαννα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκαννο
τετράκαννε	adj	κλητική ενικού του τετράκαννος
τετράκαννες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκαννη
τετράκαννη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκαννος
τετράκαννης	adj	γενική ενικού του τετράκαννη
τετράκαννο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκαννος
τετράκαννοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκαννος
τετράκαννος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κάννες (όπλο ή οπλικό σύστημα)
τετράκαννου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκαννος
τετράκαννους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκαννος
τετράκαννων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκαννος
τετράκερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκερο
τετράκερε	adj	κλητική ενικού του τετράκερος
τετράκερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκερη
τετράκερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκερος
τετράκερης	adj	γενική ενικού του τετράκερη
τετράκερο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκερος
τετράκεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκερος
τετράκερος	adj	που φέρει τέσσερα κέρατα
τετράκερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκερος
τετράκερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκερος
τετράκερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκερος
τετράκηρος	=	τετράκερος
τετράκιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκιλο
τετράκιλε	adj	κλητική ενικού του τετράκιλος
τετράκιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκιλη
τετράκιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκιλος
τετράκιλης	adj	γενική ενικού του τετράκιλη
τετράκιλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκιλος
τετράκιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκιλος
τετράκιλος	adj	αυτός που έχει βάρος τεσσάρων κιλών ή χιλιόγραμμων
τετράκιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκιλος
τετράκιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκιλος
τετράκιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκιλος
τετράκις	adv	τέσσερις φορές
τετράκλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλαστο
τετράκλαστε	adj	κλητική ενικού του τετράκλαστος
τετράκλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλαστη
τετράκλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκλαστος
τετράκλαστης	adj	γενική ενικού του τετράκλαστη
τετράκλαστο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκλαστος
τετράκλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκλαστος
τετράκλαστος	adj	αυτός που έχει τεμαχιστεί στα τέσσερα
τετράκλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκλαστος
τετράκλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκλαστος
τετράκλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκλαστος
τετράκλιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλιμο
τετράκλιμε	adj	κλητική ενικού του τετράκλιμος
τετράκλιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλιμη
τετράκλιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκλιμος
τετράκλιμης	adj	γενική ενικού του τετράκλιμη
τετράκλιμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκλιμος
τετράκλιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκλιμος
τετράκλιμος	adj	αυτός που παρουσιάζει έντονα τη διαφορετικότητα των τεσσάρων εποχών, ή τέσσερις κλιματικές αλλαγές
τετράκλιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκλιμος
τετράκλιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκλιμος
τετράκλιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκλιμος
τετράκλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλινο
τετράκλινε	adj	κλητική ενικού του τετράκλινος
τετράκλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλινη
τετράκλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκλινος
τετράκλινης	adj	γενική ενικού του τετράκλινη
τετράκλινο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκλινος
τετράκλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκλινος
τετράκλινος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κλίνες (κρεβάτια)
τετράκλινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκλινος
τετράκλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκλινος
τετράκλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκλινος
τετράκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλιτο
τετράκλιτε	adj	κλητική ενικού του τετράκλιτος
τετράκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλιτη
τετράκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκλιτος
τετράκλιτης	adj	γενική ενικού του τετράκλιτη
τετράκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκλιτος
τετράκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκλιτος
τετράκλιτος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα κλίτη
τετράκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκλιτος
τετράκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκλιτος
τετράκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκλιτος
τετράκλωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλωνο
τετράκλωνε	adj	κλητική ενικού του τετράκλωνος
τετράκλωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκλωνη
τετράκλωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκλωνος
τετράκλωνης	adj	γενική ενικού του τετράκλωνη
τετράκλωνο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκλωνος
τετράκλωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκλωνος
τετράκλωνος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κλώνους
τετράκλωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκλωνος
τετράκλωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκλωνος
τετράκλωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκλωνος
τετράκνημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκνημο
τετράκνημε	adj	κλητική ενικού του τετράκνημος
τετράκνημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκνημη
τετράκνημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκνημος
τετράκνημης	adj	γενική ενικού του τετράκνημη
τετράκνημο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκνημος
τετράκνημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκνημος
τετράκνημος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κνήμες, ή ακτίνες, ή ακμές
τετράκνημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκνημος
τετράκνημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκνημος
τετράκνημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκνημος
τετράκογχα	=	τετράκογχος
τετράκογχε	=	τετράκογχος
τετράκογχες	=	τετράκογχος
τετράκογχη	=	τετράκογχος
τετράκογχης	=	τετράκογχος
τετράκογχο	=	τετράκογχος
τετράκογχοι	=	τετράκογχος
τετράκογχος	adj	που έχει τέσσερεις κόγχες
τετράκογχου	=	τετράκογχος
τετράκογχους	=	τετράκογχος
τετράκογχων	=	τετράκογχος
τετράκολπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκολπο
τετράκολπε	adj	κλητική ενικού του τετράκολπος
τετράκολπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκολπη
τετράκολπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκολπος
τετράκολπης	adj	γενική ενικού του τετράκολπη
τετράκολπο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκολπος
τετράκολποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκολπος
τετράκολπος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κόλπους
τετράκολπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκολπος
τετράκολπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκολπος
τετράκολπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκολπος
τετράκορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκορφο
τετράκορφε	adj	κλητική ενικού του τετράκορφος
τετράκορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκορφη
τετράκορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκορφος
τετράκορφης	adj	γενική ενικού του τετράκορφη
τετράκορφο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκορφος
τετράκορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκορφος
τετράκορφος	adj	αυτός {πόλη, ακτή, χερσόνησος, νησί) που φέρει τέσσερις κόλπους
τετράκορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκορφος
τετράκορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκορφος
τετράκορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκορφος
τετράκρουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκρουνο
τετράκρουνε	adj	κλητική ενικού του τετράκρουνος
τετράκρουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκρουνη
τετράκρουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκρουνος
τετράκρουνης	adj	γενική ενικού του τετράκρουνη
τετράκρουνο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκρουνος
τετράκρουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκρουνος
τετράκρουνος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κρουνούς
τετράκρουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκρουνος
τετράκρουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκρουνος
τετράκρουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκρουνος
τετράκτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκτινο
τετράκτινε	adj	κλητική ενικού του τετράκτινος
τετράκτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκτινη
τετράκτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκτινος
τετράκτινης	adj	γενική ενικού του τετράκτινη
τετράκτινο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκτινος
τετράκτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκτινος
τετράκτινος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις ακτίνες
τετράκτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκτινος
τετράκτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκτινος
τετράκτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκτινος
τετράκυκλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκυκλο
τετράκυκλε	adj	κλητική ενικού του τετράκυκλος
τετράκυκλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράκυκλη
τετράκυκλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράκυκλος
τετράκυκλης	adj	γενική ενικού του τετράκυκλη
τετράκυκλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράκυκλος
τετράκυκλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράκυκλος
τετράκυκλος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις τροχούς
τετράκυκλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράκυκλος
τετράκυκλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράκυκλος
τετράκυκλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράκυκλος
τετράκωπη	=	τετράκωπος
τετράκωπο	=	τετράκωπος
τετράκωπος	adj	αυτός/ή/ό που φέρει τέσσερα κουπιά
τετράλεκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλεκτο
τετράλεκτε	adj	κλητική ενικού του τετράλεκτος
τετράλεκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλεκτη
τετράλεκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράλεκτος
τετράλεκτης	adj	γενική ενικού του τετράλεκτη
τετράλεκτο	adj	αιτιατική ενικού του τετράλεκτος
τετράλεκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράλεκτος
τετράλεκτος	adj	αυτός που επαναλαμβάνεται σε λόγο τέσσερις φορές
τετράλεκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράλεκτος
τετράλεκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράλεκτος
τετράλεκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράλεκτος
τετράλιτρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλιτρο
τετράλιτρε	adj	κλητική ενικού του τετράλιτρος
τετράλιτρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλιτρη
τετράλιτρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράλιτρος
τετράλιτρης	adj	γενική ενικού του τετράλιτρη
τετράλιτρο	adj	αιτιατική ενικού του τετράλιτρος
τετράλιτροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράλιτρος
τετράλιτρος	adj	αυτός που έχει βάρος τεσσάρων λίτρων
τετράλιτρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράλιτρος
τετράλιτρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράλιτρος
τετράλιτρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράλιτρος
τετράλμπουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλμπουρο
τετράλμπουρο	noun	πλοίο που φέρει τέσσερα άλμπουρα
τετράλμπουρου	noun	γενική ενικού του τετράλμπουρο
τετράλμπουρων	noun	γενική πληθυντικού του τετράλμπουρο
τετράλοβα	=	τετράλοβος
τετράλοβε	=	τετράλοβος
τετράλοβες	=	τετράλοβος
τετράλοβη	=	τετράλοβος
τετράλοβης	=	τετράλοβος
τετράλοβο	=	τετράλοβος
τετράλοβοι	=	τετράλοβος
τετράλοβος	adj	που εχει τέσσερις λοβούς
τετράλοβου	=	τετράλοβος
τετράλοβους	=	τετράλοβος
τετράλοβων	=	τετράλοβος
τετράλοφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλοφο
τετράλοφε	adj	κλητική ενικού του τετράλοφος
τετράλοφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράλοφη
τετράλοφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράλοφος
τετράλοφης	adj	γενική ενικού του τετράλοφη
τετράλοφο	adj	αιτιατική ενικού του τετράλοφος
τετράλοφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράλοφος
τετράλοφος	adj	έκταση που φέρει τέσσερις λόφους
τετράλοφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράλοφος
τετράλοφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράλοφος
τετράλοφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράλοφος
τετράμετρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμετρο
τετράμετρε	adj	κλητική ενικού του τετράμετρος
τετράμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμετρη
τετράμετρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράμετρος
τετράμετρης	adj	γενική ενικού του τετράμετρη
τετράμετρο	noun	ποίημα που έχει στίχους με τέσσερις μετρικούς πόδες
τετράμετροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράμετρος
τετράμετρος	adj	αυτός που έχει διάσταση τεσσάρων μέτρων.
τετράμετρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράμετρος
τετράμετρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράμετρος
τετράμετρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράμετρος
τετράμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμηνο
τετράμηνε	=	τετράμηνος
τετράμηνες	=	τετράμηνος
τετράμηνη	=	τετράμηνος
τετράμηνης	=	τετράμηνος
τετράμηνο	noun	χρονική περίοδος τεσσάρων μηνών
τετράμηνοι	=	τετράμηνος
τετράμηνος	adj	που διαρκεί τέσσερις μήνες
τετράμηνου	=	τετράμηνος
τετράμηνους	=	τετράμηνος
τετράμηνων	=	τετράμηνος
τετράμοιρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμοιρο
τετράμοιρε	adj	κλητική ενικού του τετράμοιρος
τετράμοιρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμοιρη
τετράμοιρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράμοιρος
τετράμοιρης	adj	γενική ενικού του τετράμοιρη
τετράμοιρο	adj	αιτιατική ενικού του τετράμοιρος
τετράμοιροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράμοιρος
τετράμοιρος	adj	αυτός που ανήκει στη τέταρτη μοίρα
τετράμοιρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράμοιρος
τετράμοιρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράμοιρος
τετράμοιρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράμοιρος
τετράμορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμορο
τετράμορε	adj	κλητική ενικού του τετράμορος
τετράμορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμορη
τετράμορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράμορος
τετράμορης	adj	γενική ενικού του τετράμορη
τετράμορο	adj	αιτιατική ενικού του τετράμορος
τετράμοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράμορος
τετράμορος	adj	αυτός που ανήκει στη τέταρτη μοίρα
τετράμορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράμορος
τετράμορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράμορος
τετράμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμορφο
τετράμορφε	adj	κλητική ενικού του τετράμορφος
τετράμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμορφη
τετράμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράμορφος
τετράμορφης	adj	γενική ενικού του τετράμορφη
τετράμορφο	adj	αιτιατική ενικού του τετράμορφος
τετράμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράμορφος
τετράμορφος	adj	αυτός που έχει, ή αλλάζει τέσσερις μορφές
τετράμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράμορφος
τετράμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράμορφος
τετράμορφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράμορφος
τετράμορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράμορος
τετράμπαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμπαρο
τετράμπαρο	noun	φορτηγό πλοίο που διαθέτει τέσσερα αμπάρια
τετράμπαρου	noun	γενική ενικού του τετράμπαρο
τετράμπαρων	noun	γενική ενικού του τετράμπαρο
τετράμπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράμπουλο
τετράμπουλο	noun	ονομασία ναυτικού σχοινιού που φέρει τέσσερα έμπολα που συστρέφονται γύρω από τη μήτρα
τετράμπουλου	noun	γενική ενικού του τετράμπουλο
τετράμπουλων	noun	γενική πληθυντικού του τετράμπουλο
τετράμυρα	=	τετράμυρο
τετράμυρο	noun	φάρμακο παρασκευασμένο από τέσσερα μύρα
τετράμυρου	=	τετράμυρο
τετράνευρα	=	τετράνευρος
τετράνευρε	=	τετράνευρος
τετράνευρες	=	τετράνευρος
τετράνευρη	=	τετράνευρος
τετράνευρης	=	τετράνευρος
τετράνευρο	=	τετράνευρος
τετράνευροι	=	τετράνευρος
τετράνευρος	noun	γένος εντόμων που καταστρέφουν τα φύλλα φτελιάς
τετράνευρου	=	τετράνευρος
τετράνευρους	=	τετράνευρος
τετράνευρων	=	τετράνευρος
τετράνιτρα	=	τετράνιτρο
τετράνιτρο	noun	ασταθής πολυαζωτούχα χημική ένωση, αλλότροπο, που φέρει τέσσερα άτομα αζώτου, με χημικό τύπο N₄ και με διάρκεια ζωής μόλις ένα μικροδευτερόλεπτο
τετράνιτρου	=	τετράνιτρο
τετράντα	=	τετράντας
τετράντας	noun	αρχαίο όργανο μέτρησης γωνιών, καθέτων (δηλαδή υψών), και οριζοντίων (ήτοι αποστάσεων), που φέρεται να είχε εφεύρει ο Έλληνας μαθηματικός και αστρονόμος Ίππαρχος, και που χρησιμοποιούταν ιδιαίτερα στη ναυτιλία
τετράντες	=	τετράντας
τετράντων	=	τετράντας
τετράνυμφα	=	τετράνυμφο
τετράνυμφο	noun	κρήνη με τέσσερα στόμια νερού
τετράνυμφου	=	τετράνυμφο
τετράνυχε	=	τετράνυχος
τετράνυχο	=	τετράνυχος
τετράνυχοι	=	τετράνυχος
τετράνυχος	noun	που ανήκει στο γένος Τετράνυχος μικροσκοπικών ακάρεων, αντιπρόσωπος της οικογένειας των Τετρανυχιδών
τετράνυχου	=	τετράνυχος
τετράνυχους	=	τετράνυχος
τετράνυχων	=	τετράνυχος
τετράξανθα	=	τετράξανθος
τετράξανθε	=	τετράξανθος
τετράξανθες	=	τετράξανθος
τετράξανθη	=	τετράξανθος
τετράξανθης	=	τετράξανθος
τετράξανθο	=	τετράξανθος
τετράξανθοι	=	τετράξανθος
τετράξανθος	adj	πάρα πολύ ξανθός
τετράξανθου	=	τετράξανθος
τετράξανθους	=	τετράξανθος
τετράξανθων	=	τετράξανθος
τετράξονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράξονο
τετράξονε	adj	κλητική ενικού του τετράξονος
τετράξονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράξονη
τετράξονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράξονος
τετράξονης	adj	γενική ενικού του τετράξονη
τετράξονο	adj	αιτιατική ενικού του τετράξονος
τετράξονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράξονος
τετράξονος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις άξονες
τετράξονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράξονος
τετράξονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράξονος
τετράξονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράξονος
τετράξυλα	=	τετράξυλο
τετράξυλο	noun	το ξύλινο τετράπλευρο πλαίσιο των παραθύρων, πατζουριών κ.λπ.
τετράξυλου	=	τετράξυλο
τετράοδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράοδο
τετράοδε	adj	κλητική ενικού του τετράοδος
τετράοδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράοδη
τετράοδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράοδος
τετράοδης	adj	γενική ενικού του τετράοδη
τετράοδο	adj	αιτιατική ενικού του τετράοδος
τετράοδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράοδος
τετράοδος	adj	σημείο ένωσης τεσσάρων δρόμων
τετράοδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράοδος
τετράοδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράοδος
τετράοδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράοδος
τετράορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράορο
τετράορε	adj	κλητική ενικού του τετράορος
τετράορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράορη
τετράορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράορος
τετράορης	adj	γενική ενικού του τετράορη
τετράορο	adj	αιτιατική ενικού του τετράορος
τετράοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράορος
τετράορος	adj	ο ζεμένος με τέσσερα άλογα
τετράορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράορος
τετράορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράορος
τετράορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράορος
τετράπατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπατο
τετράπατε	adj	κλητική ενικού του τετράπατος
τετράπατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπατη
τετράπατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπατος
τετράπατης	adj	γενική ενικού του τετράπατη
τετράπατο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπατος
τετράπατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπατος
τετράπατος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα πατώματα
τετράπατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπατος
τετράπατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπατος
τετράπατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπατος
τετράπαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπαχο
τετράπαχε	adj	κλητική ενικού του τετράπαχος
τετράπαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπαχη
τετράπαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπαχος
τετράπαχης	adj	γενική ενικού του τετράπαχη
τετράπαχο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπαχος
τετράπαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπαχος
τετράπαχος	adj	πάρα πολύ παχύς
τετράπαχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπαχος
τετράπαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπαχος
τετράπαχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπαχος
τετράπεδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπεδο
τετράπεδε	adj	κλητική ενικού του τετράπεδος
τετράπεδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπεδη
τετράπεδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπεδος
τετράπεδης	adj	γενική ενικού του τετράπεδη
τετράπεδο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπεδος
τετράπεδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπεδος
τετράπεδος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα επίπεδα ή επιφάνειες
τετράπεδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπεδος
τετράπεδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπεδος
τετράπεδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπεδος
τετράπηχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπηχο
τετράπηχε	adj	κλητική ενικού του τετράπηχος
τετράπηχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπηχη
τετράπηχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπηχος
τετράπηχης	adj	γενική ενικού του τετράπηχη
τετράπηχο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπηχος
τετράπηχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπηχος
τετράπηχος	adj	αυτός που έχει διάσταση τεσσάρων πήχεων
τετράπηχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπηχος
τετράπηχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπηχος
τετράπηχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπηχος
τετράπλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπλαστο
τετράπλαστε	adj	κλητική ενικού του τετράπλαστος
τετράπλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπλαστη
τετράπλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπλαστος
τετράπλαστης	adj	γενική ενικού του τετράπλαστη
τετράπλαστο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπλαστος
τετράπλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπλαστος
τετράπλαστος	adj	αυτός που έχει πλαστεί (λαξευτεί, πελεκηθεί κ.λπ.) από τέσσερις πλευρές
τετράπλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπλαστος
τετράπλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπλαστος
τετράπλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπλαστος
τετράπλατα	=	τετράπλατος
τετράπλατε	=	τετράπλατος
τετράπλατες	=	τετράπλατος
τετράπλατη	=	τετράπλατος
τετράπλατης	=	τετράπλατος
τετράπλατο	=	τετράπλατος
τετράπλατοι	=	τετράπλατος
τετράπλατος	adj	πάρα πολύ πλατύς
τετράπλατου	=	τετράπλατος
τετράπλατους	=	τετράπλατος
τετράπλατων	=	τετράπλατος
τετράπλεθρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπλεθρο
τετράπλεθρε	adj	κλητική ενικού του τετράπλεθρος
τετράπλεθρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπλεθρη
τετράπλεθρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπλεθρος
τετράπλεθρης	adj	γενική ενικού του τετράπλεθρη
τετράπλεθρο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπλεθρος
τετράπλεθροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπλεθρος
τετράπλεθρος	adj	αυτός που έχει έκταση τεσσάρων πλέθρων
τετράπλεθρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπλεθρος
τετράπλεθρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπλεθρος
τετράπλεθρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπλεθρος
τετράπλευρα	=	τετράπλευρος
τετράπλευρε	=	τετράπλευρος
τετράπλευρες	=	τετράπλευρος
τετράπλευρη	=	τετράπλευρος
τετράπλευρης	=	τετράπλευρος
τετράπλευρο	noun	γεωμετρικό σχήμα με τέσσερις πλευρές
τετράπλευροι	=	τετράπλευρος
τετράπλευρος	adj	που έχει τέσσερις πλευρές
τετράπλευρου	=	τετράπλευρος
τετράπλευρους	=	τετράπλευρος
τετράπλευρων	=	τετράπλευρος
τετράπλοκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπλοκο
τετράπλοκε	adj	κλητική ενικού του τετράπλοκος
τετράπλοκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπλοκη
τετράπλοκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπλοκος
τετράπλοκης	adj	γενική ενικού του τετράπλοκη
τετράπλοκο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπλοκος
τετράπλοκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπλοκος
τετράπλοκος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις πλόκους, ή πλεξίματα
τετράπλοκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπλοκος
τετράπλοκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπλοκος
τετράπλοκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπλοκος
τετράποδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράποδο
τετράποδε	=	τετράποδος
τετράποδες	=	τετράποδος
τετράποδη	=	τετράποδος
τετράποδης	=	τετράποδος
τετράποδο	noun	κάθε ζώο που είναι μέλος της υπερομοταξίας των Τετραπόδων, χορδωτό ζώο που έχει τέσσερα άκρα	adj	αιτιατική ενικού του τετράποδος
τετράποδοι	=	τετράποδος
τετράποδος	adj	που έχει τέσσερα πόδια
τετράποδου	noun	γενική ενικού του τετράποδο
τετράποδους	=	τετράποδος
τετράποδων	noun	γενική πληθυντικού του τετράποδο
τετράπολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπολο
τετράπολε	adj	κλητική ενικού του τετράπολος
τετράπολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπολη
τετράπολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπολος
τετράπολης	adj	γενική ενικού του τετράπολη
τετράπολο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπολος
τετράπολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπολος
τετράπολος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις πόλους
τετράπολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπολος
τετράπολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπολος
τετράπολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπολος
τετράπορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπορο
τετράπορε	adj	κλητική ενικού του τετράπορος
τετράπορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπορη
τετράπορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπορος
τετράπορης	adj	γενική ενικού του τετράπορη
τετράπορο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπορος
τετράποροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπορος
τετράπορος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις πόρους - ανοίγματα, ή περάσματα (εισόδους - εξόδους)
τετράπορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπορος
τετράπορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπορος
τετράπορτα	=	τετράπορτος
τετράπορτε	=	τετράπορτος
τετράπορτες	=	τετράπορτος
τετράπορτη	=	τετράπορτος
τετράπορτης	=	τετράπορτος
τετράπορτο	=	τετράπορτος
τετράπορτοι	=	τετράπορτος
τετράπορτος	adj	αυτός/η/ο που φέρει τέσσερις πόρτες
τετράπορτου	=	τετράπορτος
τετράπορτους	=	τετράπορτος
τετράπορτων	=	τετράπορτος
τετράπορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπορος
τετράπρακτα	=	τετράπρακτος
τετράπρακτε	=	τετράπρακτος
τετράπρακτες	=	τετράπρακτος
τετράπρακτη	=	τετράπρακτος
τετράπρακτης	=	τετράπρακτος
τετράπρακτο	=	τετράπρακτος
τετράπρακτοι	=	τετράπρακτος
τετράπρακτος	adj	που αποτελείται από τέσσερις πράξεις
τετράπρακτου	=	τετράπρακτος
τετράπρακτους	=	τετράπρακτος
τετράπρακτων	=	τετράπρακτος
τετράπραχτα	=	τετράπραχτος
τετράπραχτε	=	τετράπραχτος
τετράπραχτες	=	τετράπραχτος
τετράπραχτη	=	τετράπραχτος
τετράπραχτης	=	τετράπραχτος
τετράπραχτο	=	τετράπραχτος
τετράπραχτοι	=	τετράπραχτος
τετράπραχτος	adj	που αποτελείται από τέσσερις πράξεις
τετράπραχτου	=	τετράπραχτος
τετράπραχτους	=	τετράπραχτος
τετράπραχτων	=	τετράπραχτος
τετράπτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτερο
τετράπτερε	adj	κλητική ενικού του τετράπτερος
τετράπτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτερη
τετράπτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπτερος
τετράπτερης	adj	γενική ενικού του τετράπτερη
τετράπτερο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπτερος
τετράπτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπτερος
τετράπτερος	adj	αυτός που έχει, ή φέρει, τέσσερα φτερά ή φτερούγες, όπως π.χ. έντομα
τετράπτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπτερος
τετράπτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπτερος
τετράπτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπτερος
τετράπτιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτιλο
τετράπτιλε	adj	κλητική ενικού του τετράπτιλος
τετράπτιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτιλη
τετράπτιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπτιλος
τετράπτιλης	adj	γενική ενικού του τετράπτιλη
τετράπτιλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπτιλος
τετράπτιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπτιλος
τετράπτιλος	adj|formal	αυτός που φέρει τέσσερις πτέρυγες
τετράπτιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπτιλος
τετράπτιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπτιλος
τετράπτιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπτιλος
τετράπτυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτυχο
τετράπτυχε	adj	κλητική ενικού του τετράπτυχος
τετράπτυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτυχη
τετράπτυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπτυχος
τετράπτυχης	adj	γενική ενικού του τετράπτυχη
τετράπτυχο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπτυχος
τετράπτυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπτυχος
τετράπτυχος	adj	αυτός που έχει τέσσερις πτυχές
τετράπτυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπτυχος
τετράπτυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπτυχος
τετράπτυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπτυχος
τετράπτωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτωτο
τετράπτωτε	adj	κλητική ενικού του τετράπτωτος
τετράπτωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπτωτη
τετράπτωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπτωτος
τετράπτωτης	adj	γενική ενικού του τετράπτωτη
τετράπτωτο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπτωτος
τετράπτωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπτωτος
τετράπτωτος	adj	αυτός που έχει υποστεί τέσσερις πτώσεις
τετράπτωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπτωτος
τετράπτωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπτωτος
τετράπτωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπτωτος
τετράπυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπυλο
τετράπυλε	adj	κλητική ενικού του τετράπυλος
τετράπυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπυλη
τετράπυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπυλος
τετράπυλης	adj	γενική ενικού του τετράπυλη
τετράπυλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπυλος
τετράπυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπυλος
τετράπυλος	adj	αυτός που φερει τέσσερις πύλες
τετράπυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπυλος
τετράπυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπυλος
τετράπυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπυλος
τετράπυργα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπυργο
τετράπυργε	adj	κλητική ενικού του τετράπυργος
τετράπυργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπυργη
τετράπυργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπυργος
τετράπυργης	adj	γενική ενικού του τετράπυργη
τετράπυργο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπυργος
τετράπυργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπυργος
τετράπυργος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις πύργους
τετράπυργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπυργος
τετράπυργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπυργος
τετράπυργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπυργος
τετράπωλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπωλο
τετράπωλε	adj	κλητική ενικού του τετράπωλος
τετράπωλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράπωλη
τετράπωλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράπωλος
τετράπωλης	adj	γενική ενικού του τετράπωλη
τετράπωλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράπωλος
τετράπωλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράπωλος
τετράπωλος	adj	αυτός που έχει τέσσερα άλογα
τετράπωλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράπωλος
τετράπωλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράπωλος
τετράπωλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράπωλος
τετράργυρε	=	τετράργυρος
τετράργυρο	=	τετράργυρος
τετράργυροι	=	τετράργυρος
τετράργυρος	noun	ομάδα τεσσάρων ατόμων αργύρου από την οποία και λαμβάνεται ως πρώτο ή δεύτερο προσδιοριστικό όνομα μια χημική ένω
τετράργυρου	=	τετράργυρος
τετράργυρους	=	τετράργυρος
τετράργυρων	=	τετράργυρος
τετράριθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράριθμο
τετράριθμε	adj	κλητική ενικού του τετράριθμος
τετράριθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράριθμη
τετράριθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράριθμος
τετράριθμης	adj	γενική ενικού του τετράριθμη
τετράριθμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράριθμος
τετράριθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράριθμος
τετράριθμος	adj	αυτός που έχει τετραγωνικό αριθμό
τετράριθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράριθμος
τετράριθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράριθμος
τετράριθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράριθμος
τετράριχτα	=	τετράριχτος
τετράριχτε	=	τετράριχτος
τετράριχτες	=	τετράριχτος
τετράριχτη	=	τετράριχτος
τετράριχτης	=	τετράριχτος
τετράριχτο	=	τετράριχτος
τετράριχτοι	=	τετράριχτος
τετράριχτος	adj	αυτός που έχει αναπτυχθεί με τέσσερις ρίψεις
τετράριχτου	=	τετράριχτος
τετράριχτους	=	τετράριχτος
τετράριχτων	=	τετράριχτος
τετράρμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρμενο
τετράρμενο	noun	ιστιοφόρο πλοίο ή σκάφος που φέρει τέσσερα άρμενα (κατάρτια με πανιά}
τετράρμενου	noun	γενική ενικού του τετράρμενο
τετράρμενων	noun	γενική πληθυντικού του τετράρμενο
τετράρμπουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρμπουρο
τετράρμπουρο	noun	πλοίο που φέρει τέσσερα άρμπουρα
τετράρμπουρου	noun	γενική ενικού του τετράρμπουρο
τετράρμπουρων	noun	γενική πληθυντικού του τετράρμπουρο
τετράρραβδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρραβδο
τετράρραβδε	adj	κλητική ενικού του τετράρραβδος
τετράρραβδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρραβδη
τετράρραβδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράρραβδος
τετράρραβδης	adj	γενική ενικού του τετράρραβδη
τετράρραβδο	adj	αιτιατική ενικού του τετράρραβδος
τετράρραβδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράρραβδος
τετράρραβδος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις ράβδους, ή ακτίνες τροχού
τετράρραβδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράρραβδος
τετράρραβδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράρραβδος
τετράρραβδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράρραβδος
τετράρριζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρριζο
τετράρριζε	adj	κλητική ενικού του τετράρριζος
τετράρριζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρριζη
τετράρριζη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράρριζος
τετράρριζης	adj	γενική ενικού του τετράρριζη
τετράρριζο	adj	αιτιατική ενικού του τετράρριζος
τετράρριζοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράρριζος
τετράρριζος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις ρίζες
τετράρριζου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράρριζος
τετράρριζους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράρριζος
τετράρριζων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράρριζος
τετράρρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρρινο
τετράρρινε	adj	κλητική ενικού του τετράρρινος
τετράρρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρρινη
τετράρρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράρρινος
τετράρρινης	adj	γενική ενικού του τετράρρινη
τετράρρινο	adj	αιτιατική ενικού του τετράρρινος
τετράρρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράρρινος
τετράρρινος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις ρίνες ή ρώθωνες
τετράρρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράρρινος
τετράρρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράρρινος
τετράρρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράρρινος
τετράρριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρριχτο
τετράρριχτε	adj	κλητική ενικού του τετράρριχτος
τετράρριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρριχτη
τετράρριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράρριχτος
τετράρριχτης	adj	γενική ενικού του τετράρριχτη
τετράρριχτο	adj	αιτιατική ενικού του τετράρριχτος
τετράρριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράρριχτος
τετράρριχτος	adj	άλλη γραφή του τετράριχτος
τετράρριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράρριχτος
τετράρριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράρριχτος
τετράρριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράρριχτος
τετράρρυγχε	=	τετράρρυγχος
τετράρρυγχο	=	τετράρρυγχος
τετράρρυγχοι	=	τετράρρυγχος
τετράρρυγχος	noun	γένος παράσιτων σκωλήκων που φέρουν τέσσερις ρυγχοειδείς προβοσκίδες και ζουν στο πεπτικό σωλήνα του καρχαρία καθώς και της νάρκης
τετράρρυγχου	=	τετράρρυγχος
τετράρρυγχους	=	τετράρρυγχος
τετράρρυγχων	=	τετράρρυγχος
τετράρρυθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρρυθμο
τετράρρυθμε	adj	κλητική ενικού του τετράρρυθμος
τετράρρυθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρρυθμη
τετράρρυθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράρρυθμος
τετράρρυθμης	adj	γενική ενικού του τετράρρυθμη
τετράρρυθμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράρρυθμος
τετράρρυθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράρρυθμος
τετράρρυθμος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις ρυθμούς
τετράρρυθμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράρρυθμος
τετράρρυθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράρρυθμος
τετράρρυθμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράρρυθμος
τετράρρυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρρυμο
τετράρρυμε	adj	κλητική ενικού του τετράρρυμος
τετράρρυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράρρυμη
τετράρρυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράρρυμος
τετράρρυμης	adj	γενική ενικού του τετράρρυμη
τετράρρυμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράρρυμος
τετράρρυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράρρυμος
τετράρρυμος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις ρυμούς
τετράρρυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράρρυμος
τετράρρυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράρρυμος
τετράρρυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράρρυμος
τετράρχες	=	τετράρχης
τετράρχη	=	τετράρχης
τετράρχης	noun	μέλος τετραρχίας, ο ένας από τους τέσσερις επικεφαλής
τετράρχου	=	τέτραρχος
τετράρχους	=	τέτραρχος
τετράρχων	=	τέτραρχος
τετράσαρα	=	τετράσαρο
τετράσαρο	noun	τετραώροφη κατοικία, ή πολυκατοικία
τετράσαρου	=	τετράσαρο
τετράσειρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσειρο
τετράσειρε	adj	κλητική ενικού του τετράσειρος
τετράσειρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσειρη
τετράσειρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράσειρος
τετράσειρης	adj	γενική ενικού του τετράσειρη
τετράσειρο	adj	αιτιατική ενικού του τετράσειρος
τετράσειροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράσειρος
τετράσειρος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις σειρές
τετράσειρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράσειρος
τετράσειρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράσειρος
τετράσειρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράσειρος
τετράσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσημο
τετράσημε	adj	κλητική ενικού του τετράσημος
τετράσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσημη
τετράσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράσημος
τετράσημης	adj	γενική ενικού του τετράσημη
τετράσημο	noun	τετραμερές μουσικό μέτρο, ή τετραμερής ρυθμός
τετράσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράσημος
τετράσημος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερα σημεία
τετράσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράσημος
τετράσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράσημος
τετράσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράσημος
τετράσκαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσκαλμο
τετράσκαλμε	adj	κλητική ενικού του τετράσκαλμος
τετράσκαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσκαλμη
τετράσκαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράσκαλμος
τετράσκαλμης	adj	γενική ενικού του τετράσκαλμη
τετράσκαλμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράσκαλμος
τετράσκαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράσκαλμος
τετράσκαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράσκαλμος
τετράσκαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράσκαλμος
τετράσκαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράσκαλμος
τετράσκαλος	adj|rare	που έχει τέσσερα σκαλιά
τετράστεγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστεγο
τετράστεγε	adj	κλητική ενικού του τετράστεγος
τετράστεγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστεγη
τετράστεγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράστεγος
τετράστεγης	adj	γενική ενικού του τετράστεγη
τετράστεγο	adj	αιτιατική ενικού του τετράστεγος
τετράστεγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράστεγος
τετράστεγος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις στέγες, ή πατώματα
τετράστεγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράστεγος
τετράστεγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράστεγος
τετράστεγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράστεγος
τετράστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστερο
τετράστερε	adj	κλητική ενικού του τετράστερος
τετράστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστερη
τετράστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράστερος
τετράστερης	adj	γενική ενικού του τετράστερη
τετράστερο	adj	αιτιατική ενικού του τετράστερος
τετράστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράστερος
τετράστερος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα αστέρια
τετράστερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράστερος
τετράστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράστερος
τετράστερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράστερος
τετράστηλα	=	τετράστηλος
τετράστηλε	=	τετράστηλος
τετράστηλες	=	τετράστηλος
τετράστηλη	=	τετράστηλος
τετράστηλης	=	τετράστηλος
τετράστηλο	=	τετράστηλος
τετράστηλοι	=	τετράστηλος
τετράστηλος	adj	που καταλαμβάνει τέσσερις στήλες
τετράστηλου	=	τετράστηλος
τετράστηλους	=	τετράστηλος
τετράστηλων	=	τετράστηλος
τετράστιγμα	noun	θαμνώδες φυτό της κεντρικής Ασίας
τετράστιχα	=	τετράστιχος
τετράστιχε	=	τετράστιχος
τετράστιχες	=	τετράστιχος
τετράστιχη	=	τετράστιχος
τετράστιχης	=	τετράστιχος
τετράστιχο	noun	ποίημα που φέρει τέσσερις στίχους
τετράστιχοι	=	τετράστιχος
τετράστιχος	adj	που αποτελείται από τέσσερις στίχους
τετράστιχου	=	τετράστιχος
τετράστιχους	=	τετράστιχος
τετράστιχων	=	τετράστιχος
τετράστοα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστοο
τετράστοε	adj	κλητική ενικού του τετράστοος
τετράστοες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστοη
τετράστοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράστοος
τετράστοης	adj	γενική ενικού του τετράστοη
τετράστοιχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστοιχο
τετράστοιχε	adj	κλητική ενικού του τετράστοιχος
τετράστοιχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστοιχη
τετράστοιχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράστοιχος
τετράστοιχης	adj	γενική ενικού του τετράστοιχη
τετράστοιχο	adj	αιτιατική ενικού του τετράστοιχος
τετράστοιχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράστοιχος
τετράστοιχος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις στοίχους, ή σειρές
τετράστοιχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράστοιχος
τετράστοιχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράστοιχος
τετράστοιχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράστοιχος
τετράστομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστομο
τετράστομε	adj	κλητική ενικού του τετράστομος
τετράστομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστομη
τετράστομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράστομος
τετράστομης	adj	γενική ενικού του τετράστομη
τετράστομο	adj	αιτιατική ενικού του τετράστομος
τετράστομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράστομος
τετράστομος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα στόματα, ή εισόδους - εξόδους
τετράστομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράστομος
τετράστομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράστομος
τετράστομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράστομος
τετράστοο	noun	τετράπλευρο αίθριο, κάθε πλευρά του οποίου φέρει στοά
τετράστοοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράστοος
τετράστοος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις στοές
τετράστοου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράστοος
τετράστοους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράστοος
τετράστοων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράστοος
τετράστρεμμα	noun	έκταση τεσσάρων στρεμμάτων
τετράστροφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστροφο
τετράστροφε	adj	κλητική ενικού του τετράστροφος
τετράστροφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστροφη
τετράστροφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράστροφος
τετράστροφης	adj	γενική ενικού του τετράστροφη
τετράστροφο	adj	αιτιατική ενικού του τετράστροφος
τετράστροφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράστροφος
τετράστροφος	adj	αυτός που αποτελείται από τέσσερις στροφές
τετράστροφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράστροφος
τετράστροφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράστροφος
τετράστροφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράστροφος
τετράστυλα	=	τετράστυλος
τετράστυλε	=	τετράστυλος
τετράστυλες	=	τετράστυλος
τετράστυλη	=	τετράστυλος
τετράστυλης	=	τετράστυλος
τετράστυλο	=	τετράστυλος
τετράστυλοι	=	τετράστυλος
τετράστυλος	adj	που υποστηρίζεται από τέσσερις στύλους
τετράστυλου	=	τετράστυλος
τετράστυλους	=	τετράστυλος
τετράστυλων	=	τετράστυλος
τετράσχιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσχιστο
τετράσχιστε	adj	κλητική ενικού του τετράσχιστος
τετράσχιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσχιστη
τετράσχιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράσχιστος
τετράσχιστης	adj	γενική ενικού του τετράσχιστη
τετράσχιστο	adj	αιτιατική ενικού του τετράσχιστος
τετράσχιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράσχιστος
τετράσχιστος	adj	αυτός που έχει σχιστεί στα τέσσερα
τετράσχιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράσχιστος
τετράσχιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράσχιστος
τετράσχιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράσχιστος
τετράσχοινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσχοινο
τετράσχοινε	adj	κλητική ενικού του τετράσχοινος
τετράσχοινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσχοινη
τετράσχοινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράσχοινος
τετράσχοινης	adj	γενική ενικού του τετράσχοινη
τετράσχοινο	adj	αιτιατική ενικού του τετράσχοινος
τετράσχοινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράσχοινος
τετράσχοινος	adj	αυτός έχει μήκος τεσσάρων σχοίνων
τετράσχοινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράσχοινος
τετράσχοινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράσχοινος
τετράσχοινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράσχοινος
τετράσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσωμο
τετράσωμε	adj	κλητική ενικού του τετράσωμος
τετράσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράσωμη
τετράσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράσωμος
τετράσωμης	adj	γενική ενικού του τετράσωμη
τετράσωμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράσωμος
τετράσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράσωμος
τετράσωμος	adj	αυτός που έχει ή μπορεί να περιλάβει τέσσερα σώματα
τετράσωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράσωμος
τετράσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράσωμος
τετράσωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράσωμος
τετράτεκνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτεκνο
τετράτεκνε	adj	κλητική ενικού του τετράτεκνος
τετράτεκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτεκνη
τετράτεκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράτεκνος
τετράτεκνης	adj	γενική ενικού του τετράτεκνη
τετράτεκνο	adj	αιτιατική ενικού του τετράτεκνος
τετράτεκνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράτεκνος
τετράτεκνος	adj	αυτός/αυτή που έχει τέσσερα τέκνα (παιδιά)
τετράτεκνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράτεκνος
τετράτεκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράτεκνος
τετράτεκνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράτεκνος
τετράτομα	=	τετράτομος
τετράτομε	=	τετράτομος
τετράτομες	=	τετράτομος
τετράτομη	=	τετράτομος
τετράτομης	=	τετράτομος
τετράτομο	=	τετράτομος
τετράτομοι	=	τετράτομος
τετράτομος	adj	που δημοσιεύτηκε σε τέσσερις τόμους
τετράτομου	=	τετράτομος
τετράτομους	=	τετράτομος
τετράτομων	=	τετράτομος
τετράτονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτονο
τετράτονε	adj	κλητική ενικού του τετράτονος
τετράτονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτονη
τετράτονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράτονος
τετράτονης	adj	γενική ενικού του τετράτονη
τετράτονο	adj	αιτιατική ενικού του τετράτονος
τετράτονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράτονος
τετράτονος	adj	αυτός που έχει μάζα ή βάρος τεσσάρων τόνων
τετράτονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράτονος
τετράτονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράτονος
τετράτονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράτονος
τετράτροπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτροπο
τετράτροπε	adj	κλητική ενικού του τετράτροπος
τετράτροπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτροπη
τετράτροπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράτροπος
τετράτροπης	adj	γενική ενικού του τετράτροπη
τετράτροπο	adj	αιτιατική ενικού του τετράτροπος
τετράτροποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράτροπος
τετράτροπος	adj	ο τετραπλός
τετράτροπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράτροπος
τετράτροπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράτροπος
τετράτροπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράτροπος
τετράτροχα	=	τετράτροχος
τετράτροχε	=	τετράτροχος
τετράτροχες	=	τετράτροχος
τετράτροχη	=	τετράτροχος
τετράτροχης	=	τετράτροχος
τετράτροχο	=	τετράτροχος
τετράτροχοι	=	τετράτροχος
τετράτροχος	adj	που έχει τέσσερις τροχούς
τετράτροχου	=	τετράτροχος
τετράτροχους	=	τετράτροχος
τετράτροχων	=	τετράτροχος
τετράτρυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτρυφο
τετράτρυφε	adj	κλητική ενικού του τετράτρυφος
τετράτρυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράτρυφη
τετράτρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράτρυφος
τετράτρυφης	adj	γενική ενικού του τετράτρυφη
τετράτρυφο	adj	αιτιατική ενικού του τετράτρυφος
τετράτρυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράτρυφος
τετράτρυφος	adj	αυτός που έχει τεμαχιστεί στα τέσσερα
τετράτρυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράτρυφος
τετράτρυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράτρυφος
τετράτρυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράτρυφος
τετράυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράυνο
τετράυνε	adj	κλητική ενικού του τετράυνος
τετράυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράυνη
τετράυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράυνος
τετράυνης	adj	γενική ενικού του τετράυνη
τετράυνο	adj	αιτιατική ενικού του τετράυνος
τετράυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράυνος
τετράυνος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τέσσερα υνία
τετράυνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράυνος
τετράυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράυνος
τετράυνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράυνος
τετράφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφαλο
τετράφαλε	adj	κλητική ενικού του τετράφαλος
τετράφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφαλη
τετράφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράφαλος
τετράφαλης	adj	γενική ενικού του τετράφαλη
τετράφαλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράφαλος
τετράφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράφαλος
τετράφαλος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις μεταλλικές προεξοχές στη περικεφαλαία.
τετράφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράφαλος
τετράφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράφαλος
τετράφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράφαλος
τετράφατσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφατσο
τετράφατσε	adj	κλητική ενικού του τετράφατσος
τετράφατσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφατση
τετράφατση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράφατσος
τετράφατσης	adj	γενική ενικού του τετράφατση
τετράφατσο	adj	αιτιατική ενικού του τετράφατσος
τετράφατσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράφατσος
τετράφατσος	adj|vulgar	που έχει τέσσερις φάτσες, τέσσερις προσόψεις, «βλέπει» σε τέσσερις δρόμους (για οικόπεδο)
τετράφατσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράφατσος
τετράφατσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράφατσος
τετράφατσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράφατσος
τετράφθαλμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφθαλμο
τετράφθαλμε	adj	κλητική ενικού του τετράφθαλμος
τετράφθαλμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφθαλμη
τετράφθαλμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράφθαλμος
τετράφθαλμης	adj	γενική ενικού του τετράφθαλμη
τετράφθαλμο	adj	αιτιατική ενικού του τετράφθαλμος
τετράφθαλμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράφθαλμος
τετράφθαλμος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τέσσερις οφθαλμούς
τετράφθαλμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράφθαλμος
τετράφθαλμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράφθαλμος
τετράφθαλμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράφθαλμος
τετράφορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφορο
τετράφορε	adj	κλητική ενικού του τετράφορος
τετράφορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφορη
τετράφορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράφορος
τετράφορης	adj	γενική ενικού του τετράφορη
τετράφορο	adj	αιτιατική ενικού του τετράφορος
τετράφοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράφορος
τετράφορος	adj	ο τετραπλός
τετράφορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράφορος
τετράφορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράφορος
τετράφορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράφορος
τετράφυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφυλο
τετράφυλε	adj	κλητική ενικού του τετράφυλος
τετράφυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφυλη
τετράφυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράφυλος
τετράφυλης	adj	γενική ενικού του τετράφυλη
τετράφυλλα	=	τετράφυλλος
τετράφυλλε	=	τετράφυλλος
τετράφυλλες	=	τετράφυλλος
τετράφυλλη	=	τετράφυλλος
τετράφυλλης	=	τετράφυλλος
τετράφυλλο	noun	σύνθετο φύλλο που καταλήγει σε τέσσερα επιμέρους φύλλα
τετράφυλλοι	=	τετράφυλλος
τετράφυλλος	adj	που έχει τέσσερα φύλλα
τετράφυλλου	=	τετράφυλλος
τετράφυλλους	=	τετράφυλλος
τετράφυλλων	=	τετράφυλλος
τετράφυλο	adj	αιτιατική ενικού του τετράφυλος
τετράφυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράφυλος
τετράφυλος	adj	αυτός που περιλαμβάνει τέσσερις φυλές
τετράφυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράφυλος
τετράφυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράφυλος
τετράφυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράφυλος
τετράφωνα	=	τετράφωνος
τετράφωνε	=	τετράφωνος
τετράφωνες	=	τετράφωνος
τετράφωνη	=	τετράφωνος
τετράφωνης	=	τετράφωνος
τετράφωνο	=	τετράφωνος
τετράφωνοι	=	τετράφωνος
τετράφωνος	adj	τετραφωνικός
τετράφωνου	=	τετράφωνος
τετράφωνους	=	τετράφωνος
τετράφωνων	=	τετράφωνος
τετράφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφωτο
τετράφωτε	adj	κλητική ενικού του τετράφωτος
τετράφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράφωτη
τετράφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράφωτος
τετράφωτης	adj	γενική ενικού του τετράφωτη
τετράφωτο	adj	αιτιατική ενικού του τετράφωτος
τετράφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράφωτος
τετράφωτος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τέσσερα φώτα (λάμπες, ή κεριά)
τετράφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράφωτος
τετράφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράφωτος
τετράφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράφωτος
τετράχειρα	=	τετράχειρος
τετράχειρε	=	τετράχειρος
τετράχειρες	=	τετράχειρος
τετράχειρη	=	τετράχειρος
τετράχειρης	=	τετράχειρος
τετράχειρο	=	τετράχειρος
τετράχειροι	=	τετράχειρος
τετράχειρος	adj	που έχει τέσσερα χέρια
τετράχειρου	=	τετράχειρος
τετράχειρους	=	τετράχειρος
τετράχειρων	=	τετράχειρος
τετράχηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχηλο
τετράχηλε	adj	κλητική ενικού του τετράχηλος
τετράχηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχηλη
τετράχηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράχηλος
τετράχηλης	adj	γενική ενικού του τετράχηλη
τετράχηλο	noun	τύπος μικρής άγκυρας με τέσσερις όνυχες (νύχια) σε ισάριθμους βραχίονες σε κάθετη διάταξη μεταξύ τους
τετράχηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράχηλος
τετράχηλος	adj	αυτός που φέρεται με τέσσερις οπλές
τετράχηλου	noun	γενική ενικού του τετράχηλο
τετράχηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράχηλος
τετράχηλων	noun	γενική πληθυντικού του τετράχηλο
τετράχορδα	=	τετράχορδος
τετράχορδε	=	τετράχορδος
τετράχορδες	=	τετράχορδος
τετράχορδη	=	τετράχορδος
τετράχορδης	=	τετράχορδος
τετράχορδο	noun	βιολί με τέσσερις χορδές
τετράχορδοι	=	τετράχορδος
τετράχορδος	adj	που έχει τέσσερις χορδές
τετράχορδου	=	τετράχορδος
τετράχορδους	=	τετράχορδος
τετράχορδων	=	τετράχορδος
τετράχορε	=	τετράχορος
τετράχορο	=	τετράχορος
τετράχοροι	=	τετράχορος
τετράχορος	noun	είδος ευρωπαϊκού χορού, οι καντρίλιες όπως αποδόθηκαν στην ελληνική
τετράχορου	=	τετράχορος
τετράχορους	=	τετράχορος
τετράχορων	=	τετράχορος
τετράχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχρονο
τετράχρονε	adj	κλητική ενικού του τετράχρονος
τετράχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχρονη
τετράχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράχρονος
τετράχρονης	adj	γενική ενικού του τετράχρονη
τετράχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τετράχρονος
τετράχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράχρονος
τετράχρονος	adj	που είναι τεσσάρων χρονών
τετράχρονου	adj	γενική ενικού του τετράχρονος
τετράχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράχρονος
τετράχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράχρονος
τετράχρωμα	=	τετράχρωμος
τετράχρωμε	=	τετράχρωμος
τετράχρωμες	=	τετράχρωμος
τετράχρωμη	=	τετράχρωμος
τετράχρωμης	=	τετράχρωμος
τετράχρωμο	=	τετράχρωμος
τετράχρωμοι	=	τετράχρωμος
τετράχρωμος	adj	που έχει τέσσερα χρώματα
τετράχρωμου	=	τετράχρωμος
τετράχρωμους	=	τετράχρωμος
τετράχρωμων	=	τετράχρωμος
τετράχυτρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχυτρο
τετράχυτρε	adj	κλητική ενικού του τετράχυτρος
τετράχυτρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχυτρη
τετράχυτρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράχυτρος
τετράχυτρης	adj	γενική ενικού του τετράχυτρη
τετράχυτρο	adj	αιτιατική ενικού του τετράχυτρος
τετράχυτροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράχυτρος
τετράχυτρος	adj	αυτός που έχει χωρητικότητα τεσσάρων χυτρών
τετράχυτρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράχυτρος
τετράχυτρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράχυτρος
τετράχυτρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράχυτρος
τετράχωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχωρο
τετράχωρε	adj	κλητική ενικού του τετράχωρος
τετράχωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράχωρη
τετράχωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράχωρος
τετράχωρης	adj	γενική ενικού του τετράχωρη
τετράχωρο	adj	αιτιατική ενικού του τετράχωρος
τετράχωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράχωρος
τετράχωρος	adj	αυτός που καταλαμβάνει τέσσερα μέρη, ή διακρίνεται σε τέσσερα μέρη
τετράχωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράχωρος
τετράχωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράχωρος
τετράχωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράχωρος
τετράψηλα	=	τετράψηλος
τετράψηλε	=	τετράψηλος
τετράψηλες	=	τετράψηλος
τετράψηλη	=	τετράψηλος
τετράψηλης	=	τετράψηλος
τετράψηλο	=	τετράψηλος
τετράψηλοι	=	τετράψηλος
τετράψηλος	adj	πάρα πολύ ψηλός, πανύψηλος
τετράψηλου	=	τετράψηλος
τετράψηλους	=	τετράψηλος
τετράψηλων	=	τετράψηλος
τετράψιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράψιδο
τετράψιδε	adj	κλητική ενικού του τετράψιδος
τετράψιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράψιδη
τετράψιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράψιδος
τετράψιδης	adj	γενική ενικού του τετράψιδη
τετράψιδο	noun	τετράπλευρο, θριαμβικό ή μνημειακό οικοδόμημα, που φέρει μία αψίδα ανά πλευρά
τετράψιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράψιδος
τετράψιδος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις αψίδες
τετράψιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράψιδος
τετράψιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράψιδος
τετράψιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράψιδος
τετράωδα	=	τετράωδο
τετράωδο	noun	εκκλησιαστικός ύμνος που φέρει τέσσερις ωδές
τετράωδου	=	τετράωδο
τετράωδων	=	τετράωδο
τετράωρα	=	τετράωρος
τετράωρε	=	τετράωρος
τετράωρες	=	τετράωρος
τετράωρη	=	τετράωρος
τετράωρης	=	τετράωρος
τετράωρο	noun	διάρκεια τεσσάρων ωρών
τετράωροι	=	τετράωρος
τετράωρος	adj	που διαρκεί τέσσερις ώρες
τετράωρου	=	τετράωρος
τετράωρους	=	τετράωρος
τετράωρων	=	τετράωρος
τετράωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράωτο
τετράωτε	adj	κλητική ενικού του τετράωτος
τετράωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράωτη
τετράωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετράωτος
τετράωτης	adj	γενική ενικού του τετράωτη
τετράωτο	adj	αιτιατική ενικού του τετράωτος
τετράωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετράωτος
τετράωτος	adj	αυτός που έχει τέσσερα ώτα (αφτιά)
τετράωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετράωτος
τετράωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετράωτος
τετράωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετράωτος
τετραέδρου	=	τετράεδρο
τετραέδρων	=	τετράεδρο
τετραέμβολα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραέμβολο
τετραέμβολε	adj	κλητική ενικού του τετραέμβολος
τετραέμβολες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραέμβολη
τετραέμβολη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραέμβολος
τετραέμβολης	adj	γενική ενικού του τετραέμβολη
τετραέμβολο	adj	αιτιατική ενικού του τετραέμβολος
τετραέμβολοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραέμβολος
τετραέμβολος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα έμβολα
τετραέμβολου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραέμβολος
τετραέμβολους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραέμβολος
τετραέμβολων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραέμβολος
τετραέτις	noun	κοριτσάκι τεσσάρων ετών
τετραήμερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραήμερο
τετραήμερε	=	τετραήμερος
τετραήμερες	=	τετραήμερος
τετραήμερη	=	τετραήμερος
τετραήμερης	=	τετραήμερος
τετραήμερο	=	τετραήμερος
τετραήμεροι	=	τετραήμερος
τετραήμερος	adj	που διαρκεί τέσσερις μέρες
τετραήμερου	=	τετραήμερος
τετραήμερους	=	τετραήμερος
τετραήμερων	=	τετραήμερος
τετραΰφαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραΰφαντο
τετραΰφαντε	adj	κλητική ενικού του τετραΰφαντος
τετραΰφαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραΰφαντη
τετραΰφαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραΰφαντος
τετραΰφαντης	adj	γενική ενικού του τετραΰφαντη
τετραΰφαντο	adj	αιτιατική ενικού του τετραΰφαντος
τετραΰφαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραΰφαντος
τετραΰφαντος	adj	αυτός που έχει πλεχτεί με τέσσερις διαφορετικούς χειρισμούς πλέξης
τετραΰφαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραΰφαντος
τετραΰφαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραΰφαντος
τετραΰφαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραΰφαντος
τετρααιθυλίου	=	τετρααιθύλιο
τετρααιθυλίων	=	τετρααιθύλιο
τετρααιθυλαμμωνίου	=	τετρααιθυλαμμώνιο
τετρααιθυλαμμωνίων	=	τετρααιθυλαμμώνιο
τετρααιθυλαμμώνια	=	τετρααιθυλαμμώνιο
τετρααιθυλαμμώνιο	noun	οργανική ένωση που χρησιμοποιείται στη νευροφυσιολογία
τετρααιθυλαμμώνιου	=	τετρααιθυλαμμώνιο
τετρααιθυλεστέρα	=	τετρααιθυλεστέρας
τετρααιθυλεστέρας	noun	χημική ένωση, αιθυλεστέρας με τέσσερις ομάδες αιθυλίου
τετρααιθυλεστέρες	=	τετρααιθυλεστέρας
τετρααιθυλεστέρων	=	τετρααιθυλεστέρας
τετρααιθυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρααιθυλικό
τετρααιθυλικέ	adj	κλητική ενικού του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρααιθυλική
τετρααιθυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικής	adj	γενική ενικού του τετρααιθυλική
τετρααιθυλικη	=	τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικο	=	τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικού	adj	γενική ενικού του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικό	adj	αιτιατική ενικού του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλικός	adj	χημική ένωση τεσσάρων ομάδων αιθυλίου του μολύβδου, που χρησιμοποιείται στη βενζίνη ως αντικροτικό πρόσθετο.
τετρααιθυλικών	adj	γενική πληθυντικού του τετρααιθυλικός
τετρααιθυλιούχα	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχας	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχε	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχες	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχη	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχο	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχοι	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχος	adj	χημική ένωση που περιλαμβάνει τέσσερις ομάδες αιθυλίου, ιδιαίτερα του μολύβδου.
τετρααιθυλιούχου	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχους	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλιούχων	=	τετρααιθυλιούχος
τετρααιθυλομολύβδου	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομολύβδους	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομολύβδων	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομόλυβδε	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομόλυβδο	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομόλυβδοι	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομόλυβδος	noun	χημική ένωση μολύβδου που περιλαμβάνει τέσσερις ομάδες αιθυλίου
τετρααιθυλομόλυβδου	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομόλυβδους	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθυλομόλυβδων	=	τετρααιθυλομόλυβδος
τετρααιθύλια	=	τετρααιθύλιο
τετρααιθύλιο	noun	οργανικό παράγωγο του μολύβδου, που χρησιμοποιείται στη βενζίνη
τετρααιθύλιου	=	τετρααιθύλιο
τετρααλογονούχα	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχας	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχε	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχες	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχο	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχοι	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα αλογόνου
τετρααλογονούχου	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχους	=	τετρααλογονούχος
τετρααλογονούχων	=	τετρααλογονούχος
τετρααντιμονίου	=	τετρααντιμόνιο
τετρααντιμονίων	=	τετρααντιμόνιο
τετρααντιμονιούχα	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχας	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχε	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχες	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχο	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχοι	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα αντιμονίου
τετρααντιμονιούχου	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχους	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμονιούχων	=	τετρααντιμονιούχος
τετρααντιμόνια	=	τετρααντιμόνιο
τετρααντιμόνιο	noun	αλλότροπο του αντιμονίου όπου παρουσιάζεται ως μόριο με τέσσερα άτομα σε τετραεδρική δομή και με χημικό τύπο Sb₄
τετρααντιμόνιου	=	τετρααντιμόνιο
τετρααρσενικά	=	τετρααρσενικό
τετρααρσενικού	=	τετρααρσενικό
τετρααρσενικούχα	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχας	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχε	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχες	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχο	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχοι	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα αρσενικού
τετρααρσενικούχου	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχους	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικούχων	=	τετρααρσενικούχος
τετρααρσενικό	noun	αλλότροπο του στοιχείου αρσενικό όπου παρουσιάζεται ως μόριο με τέσσερα άτομα σε τετραεδρική δομή και με χημικό τύπο As₄
τετρααρσενικών	=	τετρααρσενικό
τετραβάγγελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβάγγελο
τετραβάγγελο	noun|vulgar	άλλη μορφή του τετραευαγγέλιο
τετραβάγγελου	noun	γενική ενικού του τετραβάγγελο
τετραβάγγελων	noun	γενική πληθυντικού του τετραβάγγελο
τετραβάθμιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβάθμιδο
τετραβάθμιδε	adj	κλητική ενικού του τετραβάθμιδος
τετραβάθμιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβάθμιδη
τετραβάθμιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραβάθμιδος
τετραβάθμιδης	adj	γενική ενικού του τετραβάθμιδη
τετραβάθμιδο	adj	αιτιατική ενικού του τετραβάθμιδος
τετραβάθμιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραβάθμιδος
τετραβάθμιδος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις βαθμίδες διάκρισης, ενέργειας ή αξιολόγησης
τετραβάθμιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραβάθμιδος
τετραβάθμιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραβάθμιδος
τετραβάθμιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραβάθμιδος
τετραβάλβιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβάλβιδο
τετραβάλβιδε	adj	κλητική ενικού του τετραβάλβιδος
τετραβάλβιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβάλβιδη
τετραβάλβιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραβάλβιδος
τετραβάλβιδης	adj	γενική ενικού του τετραβάλβιδη
τετραβάλβιδο	adj	αιτιατική ενικού του τετραβάλβιδος
τετραβάλβιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραβάλβιδος
τετραβάλβιδος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις βαλβίδες
τετραβάλβιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραβάλβιδος
τετραβάλβιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραβάλβιδος
τετραβάλβιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραβάλβιδος
τετραβήλου	=	τετράβηλο
τετραβήλων	=	τετράβηλο
τετραβαρές	=	τετραβαρής
τετραβαρή	=	τετραβαρής
τετραβαρής	adj	ο τέσσερις φορές βαρύτερος
τετραβαρείς	=	τετραβαρής
τετραβαρούς	=	τετραβαρής
τετραβαρών	=	τετραβαρής
τετραβασίλεια	=	τετραβασίλειο
τετραβασίλειο	noun	συμμαχία ή συνένωση τεσσάρων βασιλείων
τετραβασίλειου	=	τετραβασίλειο
τετραβασιλείου	=	τετραβασίλειο
τετραβασιλείων	=	τετραβασίλειο
τετραβορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβορικό
τετραβορικέ	adj	κλητική ενικού του τετραβορικός
τετραβορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβορική
τετραβορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραβορικός
τετραβορικής	adj	γενική ενικού του τετραβορική
τετραβορικη	=	τετραβορικός
τετραβορικο	=	τετραβορικός
τετραβορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραβορικός
τετραβορικού	adj	γενική ενικού του τετραβορικός
τετραβορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραβορικός
τετραβορικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραβορικός
τετραβορικός	adj	τετραπλό ένυδρο άλας
τετραβορικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραβορικός
τετραβράγχια	noun	(ζωολογία): υφομοταξία κεφαλόποδων μαλακίων
τετραβρωμάνθρακα	=	τετραβρωμάνθρακας
τετραβρωμάνθρακας	noun	→ λείπει η ετυμολογία
τετραβρωμάνθρακες	=	τετραβρωμάνθρακας
τετραβρωμίδιο	noun|rare	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται τέσσερα άτομα βρωμίου
τετραβρωμίου	=	τετραβρώμιο
τετραβρωμίων	=	τετραβρώμιο
τετραβρωμανθράκων	=	τετραβρωμάνθρακας
τετραβρωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβρωμικό
τετραβρωμικέ	adj	κλητική ενικού του τετραβρωμικός
τετραβρωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραβρωμική
τετραβρωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραβρωμικός
τετραβρωμικής	adj	γενική ενικού του τετραβρωμική
τετραβρωμικη	=	τετραβρωμικός
τετραβρωμικο	=	τετραβρωμικός
τετραβρωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραβρωμικός
τετραβρωμικού	adj	γενική ενικού του τετραβρωμικός
τετραβρωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραβρωμικός
τετραβρωμικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραβρωμικός
τετραβρωμικός	adj	αυτός που φέρει στο μόριό του τέσσερα άτομα βρωμίου
τετραβρωμικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραβρωμικός
τετραβρωμιούχα	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχας	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχε	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχες	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχο	adj	αιτιατική ενικού του τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχοι	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχος	adj	αυτός {ένωση} που περιλαμβάνει στο μόριό του/της τέσσερα άτομα βρωμίου
τετραβρωμιούχου	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχους	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμιούχων	=	τετραβρωμιούχος
τετραβρωμομεθάνια	=	τετραβρωμομεθάνιο
τετραβρωμομεθάνιο	noun	→ λείπει η ετυμολογία
τετραβρωμομεθάνιου	=	τετραβρωμομεθάνιο
τετραβρωμομεθανίου	=	τετραβρωμομεθάνιο
τετραβρωμομεθανίων	=	τετραβρωμομεθάνιο
τετραβρώμια	=	τετραβρώμιο
τετραβρώμιο	noun	ομάδα τεσσάρων ατόμων βρωμίου από την οποία και λαμβάνεται ως πρώτο ή δεύτερο προσδιοριστικό όνομα μια χημική ένωση
τετραβρώμιου	=	τετραβρώμιο
τετραγαμία	noun	τέταρτος γάμος
τετραγαμίας	=	τετραγαμία
τετραγαμίες	=	τετραγαμία
τετραγαμιών	=	τετραγαμία
τετραγερμάνια	=	τετραγερμάνιο
τετραγερμάνιο	noun	αλλότροπο του γερμανίου όπου παρουσιάζεται ως μόριο με τέσσερα άτομα σε τετραεδρική δομή
τετραγερμάνιου	=	τετραγερμάνιο
τετραγερμανίου	=	τετραγερμάνιο
τετραγερμανίων	=	τετραγερμάνιο
τετραγκάθου	=	τετράγκαθο
τετραγκάθων	=	τετράγκαθο
τετραγκαθιά	noun	κοινή ονομασία του φυτού αστράγαλος
τετραγκαθιάς	=	τετραγκαθιά
τετραγκαθιές	=	τετραγκαθιά
τετραγκαθιών	=	τετραγκαθιά
τετραγονία	noun	τέταρτη γενεά
τετραγονίας	=	τετραγονία
τετραγονίες	=	τετραγονία
τετραγονιών	=	τετραγονία
τετραγράμματα	=	τετραγράμματος
τετραγράμματε	=	τετραγράμματος
τετραγράμματες	=	τετραγράμματος
τετραγράμματη	=	τετραγράμματος
τετραγράμματης	=	τετραγράμματος
τετραγράμματο	adj	αιτιατική ενικού του τετραγράμματος	noun	το ιερό προσωπικό και κύριο όνομα του Θεού της Βίβλου, το οποίο στην εβραϊκή γλώσσα γράφεται με τέσσερα γράμματα (γιώδ, χε, βαβ, χε).
τετραγράμματοι	=	τετραγράμματος
τετραγράμματος	adj	αυτός/η/ο που φέρει τέσσερα γράμματα π.χ.
τετραγράμματου	=	τετραγράμματος
τετραγράμματους	=	τετραγράμματος
τετραγράμματων	=	τετραγράμματος
τετραγυνία	noun	η κατάσταση ανθέων που φέρουν τέσσερις υπέρους, τέσσερις στύλους, ή στίγματα
τετραγυνίας	noun	γενική ενικού του τετραγυνία
τετραγυνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγυνία
τετραγυνιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραγυνία
τετραγωνάκι	noun	μικρό τετράγωνο
τετραγωνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνάκι
τετραγωνίδια	=	τετραγωνίδιο
τετραγωνίδιο	noun	μικρό τετράγωνο
τετραγωνίδιου	=	τετραγωνίδιο
τετραγωνίδιων	=	τετραγωνίδιο
τετραγωνίζαμε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζαν	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζανε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζατε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζει	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζεις	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζεσαι	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίζεστε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίζεται	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίζετε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίζομε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζονται	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίζονταν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίζου	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίζουμε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζουν	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζουνε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίζω	verb	δίνω σε κάτι τετράγωνο σχήμα (ενδεχομένως διατηρώντας το εμβαδόν που είχε
τετραγωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσαν	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίσανε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγώνισμα
τετραγωνίσματος	noun	γενική ενικού του τετραγώνισμα
τετραγωνίσομε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίσου	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίσουνε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνίστηκα	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζομαι
τετραγωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζομαι
τετραγωνίστηκες	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγωνιδίου	=	τετραγωνίδιο
τετραγωνιδίων	=	τετραγωνίδιο
τετραγωνιζόμασταν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόμαστε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόμουν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόμουνα	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόντουσαν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόσασταν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόσαστε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόσουν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόσουνα	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζόταν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιζότανε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τετραγωνικός	adv|rare	με τετραγωνικό τρόπο
τετραγωνικέ	adj	κλητική ενικού του τετραγωνικός
τετραγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνική
τετραγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραγωνικός
τετραγωνικής	adj	γενική ενικού του τετραγωνική
τετραγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνικός
τετραγωνικού	adj	γενική ενικού του τετραγωνικός
τετραγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραγωνικός
τετραγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραγωνικός
τετραγωνικός	adj	ο σχετικός με τετράγωνο, ή που ανάγεται σε μέτρηση κατά τετράγωνο
τετραγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραγωνικός
τετραγωνικώς	adv|dated	τετραγωνικά
τετραγωνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τετραγώνισμα
τετραγωνισμέ	noun	κλητική ενικού του τετραγωνισμός
τετραγωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνισμένο
τετραγωνισμένε	verb	κλητική ενικού του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνισμένη
τετραγωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμένης	verb	γενική ενικού του τετραγωνισμένη
τετραγωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμένος	verb	που έχει αποκτήσει σχήμα με ορθές γωνίες (σχήμα ορθογώνιο)
τετραγωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραγωνισμένος
τετραγωνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνισμός
τετραγωνισμού	noun	γενική ενικού του τετραγωνισμός
τετραγωνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τετραγωνισμός
τετραγωνισμό	noun	αιτιατική ενικού του τετραγωνισμός
τετραγωνισμός	noun	η κατασκευή τετραγώνου, που έχει ίδιο εμβαδόν με άλλο σχήμα, μόνο με τη χρήση χάρακα και διαβήτη
τετραγωνισμών	noun	γενική πληθυντικού του τετραγωνισμός
τετραγωνιστήκαμε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστήκαν	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστήκανε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστήκατε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστείς	=	τετραγωνίζω
τετραγωνιστείτε	=	τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστούμε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζομαι
τετραγωνιστούνε	=	τετραγωνίζω
τετραγωνιστώ	=	τετραγωνίζω
τετραγωνοπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνοπρόσωπο
τετραγωνοπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγωνοπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνοπρόσωπη
τετραγωνοπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγωνοπρόσωπης	adj	γενική ενικού του τετραγωνοπρόσωπη
τετραγωνοπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγωνοπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγωνοπρόσωπος	adj	αυτός που έχει τετράγωνο πρόσωπο
τετραγωνοπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγωνοπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγωνοπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραγωνοπρόσωπος
τετραγώνιζα	=	τετραγωνίζω
τετραγώνιζαν	=	τετραγωνίζω
τετραγώνιζε	=	τετραγωνίζω
τετραγώνιζες	=	τετραγωνίζω
τετραγώνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραγωνίζω
τετραγώνισμα	noun	άλλη μορφή του τετραγωνισμός
τετραγώνου	noun	γενική ενικού του τετράγωνο
τετραγώνων	noun	γενική πληθυντικού του τετράγωνο
τετραδάκτυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδάκτυλο
τετραδάκτυλε	adj	κλητική ενικού του τετραδάκτυλος
τετραδάκτυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδάκτυλη
τετραδάκτυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραδάκτυλος
τετραδάκτυλης	adj	γενική ενικού του τετραδάκτυλη
τετραδάκτυλο	adj	αιτιατική ενικού του τετραδάκτυλος
τετραδάκτυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραδάκτυλος
τετραδάκτυλος	adj	αυτός που έχει διάσταση το πλάτος τεσσάρων δακτύλων χειρός ενήλικου ατόμου, δηλαδή μιας παλαιστής, ή 8,2 εκατοστά (κατά βυζαντινή μετρολογία)
τετραδάκτυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραδάκτυλος
τετραδάκτυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραδάκτυλος
τετραδάκτυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραδάκτυλος
τετραδάχτυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδάχτυλο
τετραδάχτυλε	adj	κλητική ενικού του τετραδάχτυλος
τετραδάχτυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδάχτυλη
τετραδάχτυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραδάχτυλος
τετραδάχτυλης	adj	γενική ενικού του τετραδάχτυλη
τετραδάχτυλο	adj	αιτιατική ενικού του τετραδάχτυλος
τετραδάχτυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραδάχτυλος
τετραδάχτυλος	adj	αυτός που έχει διάσταση τεσσάρων δαχτύλων
τετραδάχτυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραδάχτυλος
τετραδάχτυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραδάχτυλος
τετραδάχτυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραδάχτυλος
τετραδίου	noun	γενική ενικού του τετράδιο
τετραδίων	noun	γενική πληθυντικού του τετράδιο
τετραδιάκι	noun	μικρό τετράδιο
τετραδιάκια	=	τετραδιάκι
τετραδιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδιάτικο
τετραδιάτικε	adj	κλητική ενικού του τετραδιάτικος
τετραδιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδιάτικη
τετραδιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραδιάτικος
τετραδιάτικης	adj	γενική ενικού του τετραδιάτικη
τετραδιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του τετραδιάτικος
τετραδιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραδιάτικος
τετραδιάτικος	adj	που αναφέρεται στην ημέρα της Τετάρτης
τετραδιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραδιάτικος
τετραδιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραδιάτικος
τετραδιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραδιάτικος
τετραδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδικό
τετραδικέ	adj	κλητική ενικού του τετραδικός
τετραδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδική
τετραδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραδικός
τετραδικής	adj	γενική ενικού του τετραδική
τετραδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραδικός
τετραδικού	adj	γενική ενικού του τετραδικός
τετραδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραδικός
τετραδικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραδικός
τετραδικός	adj	που αποτελείται από τέσσερα μέρη
τετραδικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραδικός
τετραδονίου	=	τετραδόνιο
τετραδονίων	=	τετραδόνιο
τετραδυμία	noun	η κύηση και γέννηση τετράδυμων
τετραδυμίας	noun	γενική ενικού του τετραδυμία
τετραδυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδυμία
τετραδυμιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραδυμία
τετραδυναμία	noun	η συνύπαρξη τεσσάρων δυνάμεων
τετραδυναμίας	noun	γενική ενικού του τετραδυναμία
τετραδυναμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδυναμία
τετραδυναμιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραδυναμία
τετραδόνια	=	τετραδόνιο
τετραδόνιο	noun	μία μη-αντιμεταθετική επέκταση της θεωρίας των μιγαδικών αριθμών
τετραδόνιου	=	τετραδόνιο
τετραδύστυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδύστυχο
τετραδύστυχε	adj	κλητική ενικού του τετραδύστυχος
τετραδύστυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραδύστυχη
τετραδύστυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραδύστυχος
τετραδύστυχης	adj	γενική ενικού του τετραδύστυχη
τετραδύστυχο	adj	αιτιατική ενικού του τετραδύστυχος
τετραδύστυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραδύστυχος
τετραδύστυχος	adj	ο πολύ δυστυχισμένος
τετραδύστυχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραδύστυχος
τετραδύστυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραδύστυχος
τετραδύστυχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραδύστυχος
τετραεδρία	noun	ύπαρξη ή καθορισμός τεσσάρων εδρών
τετραεδρίας	noun	γενική ενικού του τετραεδρία
τετραεδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραεδρία
τετραεδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραεδρικό
τετραεδρικέ	adj	κλητική ενικού του τετραεδρικός
τετραεδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραεδρική
τετραεδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραεδρικός
τετραεδρικής	adj	γενική ενικού του τετραεδρική
τετραεδρικη	=	τετραεδρικός
τετραεδρικο	=	τετραεδρικός
τετραεδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραεδρικός
τετραεδρικού	adj	γενική ενικού του τετραεδρικός
τετραεδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραεδρικός
τετραεδρικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραεδρικός
τετραεδρικός	adj	ο σχετικός με τετράεδρο
τετραεδρικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραεδρικός
τετραεδριών	noun	γενική πληθυντικού του τετραεδρία
τετραεθνές	=	τετραεθνής
τετραεθνή	=	τετραεθνής
τετραεθνής	adj	ο σχετικός με τέσσερα έθνη
τετραεθνείς	=	τετραεθνής
τετραεθνούς	=	τετραεθνής
τετραεθνών	=	τετραεθνής
τετραετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τετραετής
τετραετή	=	τετραετής
τετραετής	adj	που διαρκεί τέσσερα έτη
τετραετία	noun	χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών
τετραετίας	noun	γενική ενικού του τετραετία
τετραετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραετία
τετραετείς	=	τετραετής
τετραετηρίδα	noun	η τέταρτη επέτειος
τετραετηρίδας	=	τετραετηρίδα
τετραετηρίδες	=	τετραετηρίδα
τετραετηρίδων	=	τετραετηρίδα
τετραετηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραετηρικό
τετραετηρικέ	adj	κλητική ενικού του τετραετηρικός
τετραετηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραετηρική
τετραετηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραετηρικός
τετραετηρικής	adj	γενική ενικού του τετραετηρική
τετραετηρικη	=	τετραετηρικός
τετραετηρικο	=	τετραετηρικός
τετραετηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραετηρικός
τετραετηρικού	adj	γενική ενικού του τετραετηρικός
τετραετηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραετηρικός
τετραετηρικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραετηρικός
τετραετηρικός	adj	αυτός που σχετίζεται ή αναφέρεται σε τετραετηρίδα ή που επαναλαμβάνεται ανά τετραετία
τετραετηρικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραετηρικός
τετραετιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραετία
τετραετούς	=	τετραετής
τετραετών	=	τετραετής
τετραευαγγέλια	=	τετραευαγγέλιο
τετραευαγγέλιο	noun|vulgar	βιβλίο της εκκλησίας που περιλαμβάνει τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια των ευαγγελιστών
τετραευαγγέλιου	=	τετραευαγγέλιο
τετραευαγγελίου	=	τετραευαγγέλιο
τετραευαγγελίων	=	τετραευαγγέλιο
τετραζάνια	noun	συνοπτική ονομασία χημικών ενώσεων
τετραζένια	noun	συνοπτική ονομασία χημικών ενώσεων
τετραζίνες	noun	συνοπτική ονομασία χημικών ενώσεων
τετραζίνια	noun	συνοπτική ονομασία χημικών ενώσεων
τετραζολίου	=	τετραζόλιο
τετραζολίων	=	τετραζόλιο
τετραζυγές	=	τετραζυγής
τετραζυγή	=	τετραζυγής
τετραζυγής	adj	τετράζυγος
τετραζυγία	noun	η συνύπαρξη τεσσάρων ζυγών
τετραζυγίας	noun	γενική ενικού του τετραζυγία
τετραζυγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραζυγία
τετραζυγείς	=	τετραζυγής
τετραζυγιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραζυγία
τετραζυγούς	=	τετραζυγής
τετραζυγών	=	τετραζυγής
τετραζωτούχα	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχας	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχε	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχες	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχο	adj	αιτιατική ενικού του τετραζωτούχος
τετραζωτούχοι	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα αζώτου
τετραζωτούχου	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχους	=	τετραζωτούχος
τετραζωτούχων	=	τετραζωτούχος
τετραζόλια	=	τετραζόλιο
τετραζόλιο	noun	αζωτούχα οργανική χημική ένωση που παρασκευάζεται από το υδραζωτικό οξύ υπό την επίδραση υδροκυανίου
τετραζόλιου	=	τετραζόλιο
τετραζώτου	=	τετράζωτο
τετραζώτων	=	τετράζωτο
τετραημερία	noun	διάρκεια τεσσάρων ημερών
τετραημερίας	=	τετραημερία
τετραημερίες	=	τετραημερία
τετραημεριών	=	τετραημερία
τετραθέσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραθέσιο
τετραθέσιε	adj	κλητική ενικού του τετραθέσιος
τετραθέσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραθέσιη
τετραθέσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραθέσιος
τετραθέσιης	adj	γενική ενικού του τετραθέσιη
τετραθέσιο	adj	αιτιατική ενικού του τετραθέσιος
τετραθέσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραθέσιος
τετραθέσιος	adj	που περιλαμβάνει τέσσερις θέσεις
τετραθέσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραθέσιος
τετραθέσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραθέσιος
τετραθέσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραθέσιος
τετραθεΐα	noun	η θρησκευτική αποδοχή και πίστη σε τέσσερις θεούς, ή θεότητες
τετραθεΐας	noun	γενική ενικού του τετραθεΐα
τετραθεΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραθεΐα
τετραθειονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραθειονικό
τετραθειονικέ	adj	κλητική ενικού του τετραθειονικός
τετραθειονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραθειονική
τετραθειονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραθειονικός
τετραθειονικής	adj	γενική ενικού του τετραθειονική
τετραθειονικη	=	τετραθειονικός
τετραθειονικο	=	τετραθειονικός
τετραθειονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραθειονικός
τετραθειονικού	adj	γενική ενικού του τετραθειονικός
τετραθειονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραθειονικός
τετραθειονικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραθειονικός
τετραθειονικός	adj	χαρακτηρισμός χημικής ένωσης που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα θείου
τετραθειονικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραθειονικός
τετραθειούχα	=	τετραθειούχος
τετραθειούχας	=	τετραθειούχος
τετραθειούχε	=	τετραθειούχος
τετραθειούχες	=	τετραθειούχος
τετραθειούχο	adj	αιτιατική ενικού του τετραθειούχος
τετραθειούχοι	=	τετραθειούχος
τετραθειούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα θείου
τετραθειούχου	=	τετραθειούχος
τετραθειούχους	=	τετραθειούχος
τετραθειούχων	=	τετραθειούχος
τετραθεϊών	noun	γενική πληθυντικού του τετραθεΐα
τετρακάλια	=	τετρακάλιο
τετρακάλιο	noun	ομάδα τεσσάρων ατόμων καλίου από την οποία και λαμβάνεται ως πρώτο ή δεύτερο προσδιοριστικό όνομα μια χημική ένωση
τετρακάλιου	=	τετρακάλιο
τετρακάμαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακάμαρο
τετρακάμαρε	adj	κλητική ενικού του τετρακάμαρος
τετρακάμαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακάμαρη
τετρακάμαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακάμαρος
τετρακάμαρης	adj	γενική ενικού του τετρακάμαρη
τετρακάμαρο	adj	αιτιατική ενικού του τετρακάμαρος
τετρακάμαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακάμαρος
τετρακάμαρος	adj	αυτός που έχει τέσσερις καμάρες, ή θόλους
τετρακάμαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακάμαρος
τετρακάμαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακάμαρος
τετρακάμαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακάμαρος
τετρακάναλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακάναλο
τετρακάναλε	adj	κλητική ενικού του τετρακάναλος
τετρακάναλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακάναλη
τετρακάναλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακάναλος
τετρακάναλης	adj	γενική ενικού του τετρακάναλη
τετρακάναλο	adj	αιτιατική ενικού του τετρακάναλος
τετρακάναλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακάναλος
τετρακάναλος	adj	αυτός που φέρει ή λειτουργεί σε τέσσερα κανάλια συχνότητας
τετρακάναλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακάναλος
τετρακάναλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακάναλος
τετρακάναλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακάναλος
τετρακάταρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακάταρτο
τετρακάταρτο	noun	πλοίο που φέρει τέσσερα όρθια κατάρτια (εκτός του προβόλου)
τετρακάταρτου	noun	γενική ενικού του τετρακάταρτο
τετρακάταρτων	noun	γενική πληθυντικού του τετρακάταρτο
τετρακέρατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακέρατο
τετρακέρατε	adj	κλητική ενικού του τετρακέρατος
τετρακέρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακέρατη
τετρακέρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακέρατος
τετρακέρατης	adj	γενική ενικού του τετρακέρατη
τετρακέρατο	adj	αιτιατική ενικού του τετρακέρατος
τετρακέρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακέρατος
τετρακέρατος	adj	αυτός που έχει τέσσερα κέρατα, ή κεράτια, ή κεραίες
τετρακέρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακέρατος
τετρακέρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακέρατος
τετρακέρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακέρατος
τετρακέφαλα	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλε	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλες	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλη	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλης	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλο	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλοι	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλος	adj	που έχει τέσσερα κεφάλια
τετρακέφαλου	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλους	=	τετρακέφαλος
τετρακέφαλων	=	τετρακέφαλος
τετρακίνηση	noun	η τετραπλή κίνηση
τετρακίνησης	noun	γενική ενικού του τετρακίνηση
τετρακίνητα	=	τετρακίνητος
τετρακίνητε	=	τετρακίνητος
τετρακίνητες	=	τετρακίνητος
τετρακίνητη	=	τετρακίνητος
τετρακίνητης	=	τετρακίνητος
τετρακίνητο	=	τετρακίνητος
τετρακίνητοι	=	τετρακίνητος
τετρακίνητος	adj	που διαθέτει τετρακίνηση
τετρακίνητου	=	τετρακίνητος
τετρακίνητους	=	τετρακίνητος
τετρακίνητων	=	τετρακίνητος
τετρακαλίου	=	τετρακάλιο
τετρακαλίων	=	τετρακάλιο
τετρακηροπήγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακηροπήγιο
τετρακηροπήγιο	noun	τετραπλό κηροπήγιο
τετρακηροπήγιου	noun	γενική ενικού του τετρακηροπήγιο
τετρακηροπήγιων	noun	γενική πληθυντικού του τετρακηροπήγιο
τετρακινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακίνηση
τετρακινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετρακίνηση
τετρακινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετρακίνηση
τετρακινητήρια	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριας	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριε	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριες	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριο	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριοι	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριος	adj	που έχει τέσσερις κινητήρες
τετρακινητήριου	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριους	=	τετρακινητήριος
τετρακινητήριων	=	τετρακινητήριος
τετρακισχίλιοι	adj	τέσσερις χιλιάδες
τετρακλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακλαδικό
τετρακλαδικέ	adj	κλητική ενικού του τετρακλαδικός
τετρακλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακλαδική
τετρακλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακλαδικός
τετρακλαδικής	adj	γενική ενικού του τετρακλαδική
τετρακλαδικη	=	τετρακλαδικός
τετρακλαδικο	=	τετρακλαδικός
τετρακλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακλαδικός
τετρακλαδικού	adj	γενική ενικού του τετρακλαδικός
τετρακλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακλαδικός
τετρακλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του τετρακλαδικός
τετρακλαδικός	adj	αυτός που φέρει ή ανήκει σε τέσσερις κλάδους (διοικητικούς, μορφωτικούς κ.λπ.)
τετρακλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του τετρακλαδικός
τετρακοσαριά	noun	πλήθος περίπου τετρακοσίων μονάδων
τετρακοσαριάς	noun	γενική ενικού του τετρακοσαριά
τετρακοσαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακοσαριά
τετρακοσαριών	=	τετρακοσαριά
τετρακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακοσιοστή
τετρακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστής	adj	γενική ενικού του τετρακοσιοστή
τετρακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστού	adj	γενική ενικού του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του τετρακοσιοστός
τετρακοσιοστός	adj	που έχει τον αριθμό τετρακόσια σε κάποια σειρά
τετρακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του τετρακοσιοστός
τετρακτινωτά	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτέ	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτές	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτή	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτής	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακτινωτό
τετρακτινωτε	adj	κλητική ενικού του τετρακτινωτός
τετρακτινωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακτινωτη
τετρακτινωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακτινωτός
τετρακτινωτης	adj	γενική ενικού του τετρακτινωτη
τετρακτινωτο	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτοί	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακτινωτός
τετρακτινωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακτινωτός
τετρακτινωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακτινωτός
τετρακτινωτού	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτούς	=	τετρακτινωτός
τετρακτινωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακτινωτός
τετρακτινωτό	adj	αιτιατική ενικού του τετρακτινωτός
τετρακτινωτός	adj	αυτός που φέρεται με τέσσερις ακτίνες
τετρακτινωτών	=	τετρακτινωτός
τετρακυκλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακυκλίνη
τετρακυκλίνη	noun|dated	αντιβιοτικό φάρμακο με αντιβακτηριακή δράση έναντι πολλών τύπων βακτηρίων
τετρακυκλίνης	noun	γενική ενικού του τετρακυκλίνη
τετρακυκλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακυκλικό
τετρακυκλικέ	adj	κλητική ενικού του τετρακυκλικός
τετρακυκλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακυκλική
τετρακυκλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακυκλικός
τετρακυκλικής	adj	γενική ενικού του τετρακυκλική
τετρακυκλικη	=	τετρακυκλικός
τετρακυκλικο	=	τετρακυκλικός
τετρακυκλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακυκλικός
τετρακυκλικού	adj	γενική ενικού του τετρακυκλικός
τετρακυκλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακυκλικός
τετρακυκλικό	adj	αιτιατική ενικού του τετρακυκλικός
τετρακυκλικός	adj	άνθος που αποτελείται από τέσσερα σπονδυλώματα ή κύκλους μορίων
τετρακυκλικών	adj	γενική πληθυντικού του τετρακυκλικός
τετρακυκλινών	=	τετρακυκλίνη
τετρακυμίας	noun	γενική ενικού του τετρακυμία
τετρακυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακυμία
τετρακυμιών	noun	γενική πληθυντικού του τετρακυμία
τετρακωμία	noun	η ύπαρξη ή ένωση τεσσάρων δήμων ή χωριών
τετρακωμίας	noun	γενική ενικού του τετρακωμία
τετρακωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακωμία
τετρακωμιών	noun	γενική πληθυντικού του τετρακωμία
τετρακόπτερο	noun	ελικόπτερο με τέσσερις έλικες, κυρίως αναφερόμενο σε drones (μη επανδρωμένα αεροσκάφη)
τετρακόρυφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακόρυφο
τετρακόρυφε	adj	κλητική ενικού του τετρακόρυφος
τετρακόρυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακόρυφη
τετρακόρυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακόρυφος
τετρακόρυφης	adj	γενική ενικού του τετρακόρυφη
τετρακόρυφο	adj	αιτιατική ενικού του τετρακόρυφος
τετρακόρυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακόρυφος
τετρακόρυφος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κορυφές
τετρακόρυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακόρυφος
τετρακόρυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακόρυφος
τετρακόρυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακόρυφος
τετρακόρωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακόρωνο
τετρακόρωνε	adj	κλητική ενικού του τετρακόρωνος
τετρακόρωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακόρωνη
τετρακόρωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακόρωνος
τετρακόρωνης	adj	γενική ενικού του τετρακόρωνη
τετρακόρωνο	adj	αιτιατική ενικού του τετρακόρωνος
τετρακόρωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακόρωνος
τετρακόρωνος	adj	αυτός που ζει τέσσερις φορές περισσότερο από την κουρούνα
τετρακόρωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακόρωνος
τετρακόρωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακόρωνος
τετρακόρωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακόρωνος
τετρακόσα	num	άλλη μορφή του τετρακόσια
τετρακόσες	=	τετρακόσοι
τετρακόσια	num	· έπεται του τριακόσια ενενήντα εννέα (399) και προηγείται του τετρακόσια ένα (401)
τετρακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε τέσσερις εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 400
τετρακόσοι	adj	τετρακόσιοι
τετρακόχλια	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιας	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιε	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιες	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιη	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιο	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιοι	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κοχλίες
τετρακόχλιου	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιους	=	τετρακόχλιος
τετρακόχλιων	=	τετρακόχλιος
τετρακύλινδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακύλινδρο
τετρακύλινδρε	adj	κλητική ενικού του τετρακύλινδρος
τετρακύλινδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρακύλινδρη
τετρακύλινδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρακύλινδρος
τετρακύλινδρης	adj	γενική ενικού του τετρακύλινδρη
τετρακύλινδρο	adj	αιτιατική ενικού του τετρακύλινδρος
τετρακύλινδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρακύλινδρος
τετρακύλινδρος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις κυλίνδρους
τετρακύλινδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρακύλινδρος
τετρακύλινδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρακύλινδρος
τετρακύλινδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρακύλινδρος
τετραλίνες	=	τετραλίνη
τετραλίνη	noun	έτερη ονομασία του τετραλινίου
τετραλίνης	noun	γενική ενικού του τετραλίνη
τετραλίνια	=	τετραλίνιο
τετραλίνιο	noun	υγρή οργανική ουσία, υδρογονάνθρακας, με μοριακό τύπο C₁₀H₁₂, που παράγεται από το ναφθαλίνιο με καταλυτική υδρογόνωση
τετραλίνιου	=	τετραλίνιο
τετραλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραλεκτικό
τετραλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του τετραλεκτικός
τετραλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραλεκτική
τετραλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραλεκτικός
τετραλεκτικής	adj	γενική ενικού του τετραλεκτική
τετραλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραλεκτικός
τετραλεκτικού	adj	γενική ενικού του τετραλεκτικός
τετραλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραλεκτικός
τετραλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραλεκτικός
τετραλεκτικός	adj	αποτελούμενος από τέσσερις λέξεις
τετραλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραλεκτικός
τετραλινίου	noun	γενική ενικού του τετραλίνιο
τετραλινίων	=	τετραλίνιο
τετραλινών	=	τετραλίνη
τετραλογία	noun	στην αρχαία Αθήνα, σύνολο από τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα τα οποία παρουσίαζαν στις γιορτές προς τιμήν του Διονύσου
τετραλογίας	noun	γενική ενικού του τετραλογία
τετραλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραλογία
τετραλογιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραλογία
τετραμέρεια	noun	η διαίρεση σε τέσσερα μέρη
τετραμέρειας	noun	γενική ενικού του τετραμέρεια
τετραμέρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμέρεια
τετραμέτρου	=	τετράμετρο
τετραμέτρων	=	τετράμετρο
τετραμήνου	=	τετράμηνο
τετραμήνων	=	τετράμηνο
τετραμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμίνες
τετραμίνη	noun	οποιαδήποτε χημική ένωση στο μόριο της οποίας υφίστανται τέσσερις αμινομάδες
τετραμίνης	noun	γενική ενικού του τετραμίνη
τετραμεθυλένια	=	τετραμεθυλένιο
τετραμεθυλένιο	noun	δισθενής οργανική ρίζα
τετραμεθυλένιου	=	τετραμεθυλένιο
τετραμεθυλένιων	=	τετραμεθυλένιο
τετραμεθυλίου	=	τετραμεθύλιο
τετραμεθυλίων	=	τετραμεθύλιο
τετραμεθυλενίου	=	τετραμεθυλένιο
τετραμεθυλενίων	=	τετραμεθυλένιο
τετραμεθυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμεθυλικό
τετραμεθυλικέ	adj	κλητική ενικού του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμεθυλική
τετραμεθυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικής	adj	γενική ενικού του τετραμεθυλική
τετραμεθυλικη	=	τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικο	=	τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικού	adj	γενική ενικού του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλικός	adj	ο σχετικός με την τετραπλή παρουσία της αλκυλικής ρίζας του μεθυλίου
τετραμεθυλικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραμεθυλικός
τετραμεθυλιούχα	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχας	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχε	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχες	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχο	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχοι	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχος	adj	αυτός {ένωση} που περιλαμβάνει στο μόριό του/της τέσσερις αλκυλικές ρίζες μεθυλίου
τετραμεθυλιούχου	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχους	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλιούχων	=	τετραμεθυλιούχος
τετραμεθυλοβενζολίου	=	τετραμεθυλοβενζόλιο
τετραμεθυλοβενζολίων	=	τετραμεθυλοβενζόλιο
τετραμεθυλοβενζόλια	=	τετραμεθυλοβενζόλιο
τετραμεθυλοβενζόλιο	noun	χημική ένωση περισσότερο γνωστή με το όνομα δουρόλιο
τετραμεθυλοβενζόλιου	=	τετραμεθυλοβενζόλιο
τετραμεθυλομεθάνια	=	τετραμεθυλομεθάνιο
τετραμεθυλομεθάνιο	noun	οργανική χημική ένωση, παράγωγη του πετρελαίου, περισσότερο γνωστή με το όνομα νεοπεντάνιο
τετραμεθυλομεθάνιου	=	τετραμεθυλομεθάνιο
τετραμεθυλομεθανίου	=	τετραμεθυλομεθάνιο
τετραμεθυλομεθανίων	=	τετραμεθυλομεθάνιο
τετραμεθύλια	=	τετραμεθύλιο
τετραμεθύλιο	noun	οργανικό παράγωγο του μολύβδου, που χρησιμοποιείται στη βενζίνη
τετραμεθύλιου	=	τετραμεθύλιο
τετραμελές	=	τετραμελής
τετραμελή	=	τετραμελής
τετραμελής	adj	που αποτελείται από τέσσερα μέλη
τετραμελείς	=	τετραμελής
τετραμελούς	=	τετραμελής
τετραμελών	=	τετραμελής
τετραμερές	=	τετραμερής
τετραμερή	=	τετραμερής
τετραμερής	adj	που αποτελείται από τέσσερα μέρη
τετραμερία	noun	η δημιουργία τεσσάρων μερών, ή ομάδων
τετραμερίας	noun	γενική ενικού του τετραμερία
τετραμερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμερία
τετραμερείς	=	τετραμερής
τετραμερειών	noun	γενική πληθυντικού του τετραμέρεια
τετραμεριών	noun	γενική πληθυντικού του τετραμερία
τετραμερούς	=	τετραμερής
τετραμερών	=	τετραμερής
τετραμηνία	noun	διάρκεια τεσσάρων μηνών
τετραμηνίας	noun	γενική ενικού του τετραμηνία
τετραμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμηνία
τετραμηναία	=	τετραμηναίος
τετραμηναίας	=	τετραμηναίος
τετραμηναίε	=	τετραμηναίος
τετραμηναίες	=	τετραμηναίος
τετραμηναίο	=	τετραμηναίος
τετραμηναίοι	=	τετραμηναίος
τετραμηναίος	adj	τετραμηνιαίος
τετραμηναίου	=	τετραμηναίος
τετραμηναίους	=	τετραμηναίος
τετραμηναίων	=	τετραμηναίος
τετραμηνιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμηνιάτικο
τετραμηνιάτικε	adj	κλητική ενικού του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμηνιάτικη
τετραμηνιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιάτικης	adj	γενική ενικού του τετραμηνιάτικη
τετραμηνιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιάτικος	adj	ο σχετικός με τετραμηνία
τετραμηνιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραμηνιάτικος
τετραμηνιαία	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίας	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίε	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίες	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίο	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίοι	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίος	adj	που γίνεται κάθε τέσσερις μήνες
τετραμηνιαίου	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίους	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιαίων	=	τετραμηνιαίος
τετραμηνιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραμηνία
τετραμιγές	=	τετραμιγής
τετραμιγή	=	τετραμιγής
τετραμιγής	adj	αυτός που προέρχεται από μίξη τεσσάρων ουσιών
τετραμιγείς	=	τετραμιγής
τετραμιγούς	=	τετραμιγής
τετραμιγών	=	τετραμιγής
τετραμινών	=	τετραμίνη
τετραμοιρία	noun	τετραπλή μοίρα
τετραμοιρίας	noun	γενική ενικού του τετραμοιρία
τετραμοιρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμοιρία
τετραμοιριών	noun	γενική πληθυντικού του τετραμοιρία
τετραμορφία	noun	η ιδιότητα του τετράμορφου
τετραμορφίας	noun	γενική ενικού του τετραμορφία
τετραμορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραμορφία
τετραμορφιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραμορφία
τετραμύρου	=	τετράμυρο
τετραμύρων	=	τετράμυρο
τετρανάτρια	=	τετρανάτριο
τετρανάτριο	noun	ομάδα τεσσάρων ατόμων νατρίου από την οποία και λαμβάνεται ως πρώτο ή δεύτερο προσδιοριστικό όνομα μια χημική ένωση
τετρανάτριου	=	τετρανάτριο
τετρανίτρου	=	τετράνιτρο
τετρανίτρων	=	τετράνιτρο
τετρανίτρωση	noun	η με χημική αντίδραση αντικατάσταση - προσθήκη τεσσάρων ατόμων νίτρου (ή αζώτου) στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τετρανίτρωσης	noun	γενική ενικού του τετρανίτρωση
τετρανατρίου	=	τετρανάτριο
τετρανατρίων	=	τετρανάτριο
τετρανδρία	noun	ομάδα τεσσάρων ανδρών
τετρανδρίας	noun	γενική ενικού του τετρανδρία
τετρανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανδρία
τετρανδριών	noun	γενική πληθυντικού του τετρανδρία
τετρανιτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανιτρικό
τετρανιτρικέ	adj	κλητική ενικού του τετρανιτρικός
τετρανιτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανιτρική
τετρανιτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρανιτρικός
τετρανιτρικής	adj	γενική ενικού του τετρανιτρική
τετρανιτρικη	=	τετρανιτρικός
τετρανιτρικο	=	τετρανιτρικός
τετρανιτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρανιτρικός
τετρανιτρικού	adj	γενική ενικού του τετρανιτρικός
τετρανιτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρανιτρικός
τετρανιτρικό	adj	αιτιατική ενικού του τετρανιτρικός
τετρανιτρικός	adj	χαρακτηρισμός χημικής ένωσης που φέρει στο μόριό της τέσσερις νιτροομάδες
τετρανιτρικών	adj	γενική πληθυντικού του τετρανιτρικός
τετρανιτρομεθάνια	=	τετρανιτρομεθάνιο
τετρανιτρομεθάνιο	noun	τετρανιτρωμένο μεθάνιο το μόριο του οποίου συνδέεται με ένα άτομο άνθρακα.
τετρανιτρομεθάνιου	=	τετρανιτρομεθάνιο
τετρανιτρομεθανίου	=	τετρανιτρομεθάνιο
τετρανιτρομεθανίων	=	τετρανιτρομεθάνιο
τετρανιτρομεθυλανιλίνες	=	τετρανιτρομεθυλανιλίνη
τετρανιτρομεθυλανιλίνη	noun	χημική ένωση τετρανιτρωμένης αζωτομεθυλανιλίνης, πρόκειται για εκρηκτική ουσία περισσότερο γνωστή με το όνομα τετρύλη
τετρανιτρομεθυλανιλίνης	=	τετρανιτρομεθυλανιλίνη
τετρανιτρομεθυλανιλινών	=	τετρανιτρομεθυλανιλίνη
τετρανιτρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανιτρωμένο
τετρανιτρωμένε	verb	κλητική ενικού του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανιτρωμένη
τετρανιτρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρωμένης	verb	γενική ενικού του τετρανιτρωμένη
τετρανιτρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρωμένος	verb	αυτός που φέρει στο μόριό του τετράνιτρο, (ή τετράζωτο)
τετρανιτρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρανιτρωμένος
τετρανιτρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανίτρωση
τετρανιτρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετρανίτρωση
τετρανιτρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετρανίτρωση
τετρανομαρχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανομαρχιακό
τετρανομαρχιακέ	adj	κλητική ενικού του τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανομαρχιακή
τετρανομαρχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακής	adj	γενική ενικού του τετρανομαρχιακή
τετρανομαρχιακη	=	τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακο	=	τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακού	adj	γενική ενικού του τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακό	adj	αιτιατική ενικού του τετρανομαρχιακός
τετρανομαρχιακός	adj	ο σχετικός με τέσσερις νομούς
τετρανομαρχιακών	adj	γενική πληθυντικού του τετρανομαρχιακός
τετρανυκτία	noun	η χρονική διάρκεια τεσσάρων νυκτών
τετρανυκτίας	noun	γενική ενικού του τετρανυκτία
τετρανυκτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρανυκτία
τετρανυκτιών	noun	γενική πληθυντικού του τετρανυκτία
τετρανύκτια	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιας	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιε	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιες	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιο	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιοι	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιος	adj	ο σχετικός με τετρανυκτία
τετρανύκτιου	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιους	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιων	=	τετρανύκτιος
τετρανύκτιό	=	τετρανύκτιος
τετρανύμφου	=	τετράνυμφο
τετρανύμφων	=	τετράνυμφο
τετραξονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραξονικό
τετραξονικέ	adj	κλητική ενικού του τετραξονικός
τετραξονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραξονική
τετραξονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραξονικός
τετραξονικής	adj	γενική ενικού του τετραξονική
τετραξονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραξονικός
τετραξονικού	adj	γενική ενικού του τετραξονικός
τετραξονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραξονικός
τετραξονικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραξονικός
τετραξονικός	adj	αυτός που φέρει τέσσερις άξονες
τετραξονικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραξονικός
τετραξωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραξωνικό
τετραξωνικέ	adj	κλητική ενικού του τετραξωνικός
τετραξωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραξωνική
τετραξωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραξωνικός
τετραξωνικής	adj	γενική ενικού του τετραξωνική
τετραξωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραξωνικός
τετραξωνικού	adj	γενική ενικού του τετραξωνικός
τετραξωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραξωνικός
τετραξωνικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραξωνικός
τετραξωνικός	adj	αυτός που φέρει τέσσερις άξονες
τετραξωνικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραξωνικός
τετραξύλου	=	τετράξυλο
τετραξύλων	=	τετράξυλο
τετραοίδια	=	τετραοίδιος
τετραοίδιας	=	τετραοίδιος
τετραοίδιε	=	τετραοίδιος
τετραοίδιες	=	τετραοίδιος
τετραοίδιο	=	τετραοίδιος
τετραοίδιοι	=	τετραοίδιος
τετραοίδιος	adj	αυτός/ή/ό που έχει τετράρρυθμη μελωδία
τετραοίδιου	=	τετραοίδιος
τετραοίδιους	=	τετραοίδιος
τετραοίδιων	=	τετραοίδιος
τετραοβόλου	=	τετραόβολο
τετραοβόλων	=	τετραόβολο
τετραοδία	noun	συνώνυμο του τετράοδος
τετραοδίας	noun	γενική ενικού του τετραοδία
τετραοδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραοδία
τετραοδιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραοδία
τετραονία	noun	ομάδα τεσσάρων όνων
τετραονίας	noun	γενική ενικού του τετραονία
τετραονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραονία
τετραονιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραονία
τετραορία	noun	ζεύξη τεσσάρων αλόγων σε άρμα
τετραορίας	noun	γενική ενικού του τετραορία
τετραορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραορία
τετραοριών	noun	γενική πληθυντικού του τετραορία
τετραορμές	=	τετραορμή
τετραορμή	noun	Η τετραορμή είναι το γινόμενο της μάζας ηρεμίας επί την τετραταχύτητα. pµ = muµ = m. dxµ dτ.
τετραορμής	=	τετραορμή
τετραορμών	=	τετραορμή
τετραπάλαιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαιστο
τετραπάλαιστε	adj	κλητική ενικού του τετραπάλαιστος
τετραπάλαιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαιστη
τετραπάλαιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπάλαιστος
τετραπάλαιστης	adj	γενική ενικού του τετραπάλαιστη
τετραπάλαιστο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπάλαιστος
τετραπάλαιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαιστος
τετραπάλαιστος	adj	αυτός που έχει μήκος τεσσάρων παλαιστών
τετραπάλαιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπάλαιστος
τετραπάλαιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπάλαιστος
τετραπάλαιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπάλαιστος
τετραπάλαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαμο
τετραπάλαμε	adj	κλητική ενικού του τετραπάλαμος
τετραπάλαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαμη
τετραπάλαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπάλαμος
τετραπάλαμης	adj	γενική ενικού του τετραπάλαμη
τετραπάλαμο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπάλαμος
τετραπάλαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαμος
τετραπάλαμος	adj	αυτός που έχει διάσταση τέσσερις παλάμες
τετραπάλαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπάλαμος
τετραπάλαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπάλαμος
τετραπάλαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπάλαμος
τετραπάλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαστο
τετραπάλαστε	adj	κλητική ενικού του τετραπάλαστος
τετραπάλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαστη
τετραπάλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπάλαστος
τετραπάλαστης	adj	γενική ενικού του τετραπάλαστη
τετραπάλαστο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπάλαστος
τετραπάλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπάλαστος
τετραπάλαστος	adj	αυτός που έχει διάσταση τεσσάρων παλαιστών
τετραπάλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπάλαστος
τετραπάλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπάλαστος
τετραπάλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπάλαστος
τετραπάρεση	noun	μερική τετραπληγία, μερική παράλυση των άνω και κάτω άκρων
τετραπάρεσης	noun	γενική ενικού του τετραπάρεση
τετραπέδιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπέδιλο
τετραπέδιλε	adj	κλητική ενικού του τετραπέδιλος
τετραπέδιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπέδιλη
τετραπέδιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπέδιλος
τετραπέδιλης	adj	γενική ενικού του τετραπέδιλη
τετραπέδιλο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπέδιλος
τετραπέδιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπέδιλος
τετραπέδιλος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα πέδιλα
τετραπέδιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπέδιλος
τετραπέδιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπέδιλος
τετραπέδιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπέδιλος
τετραπέρατα	noun	τα τέσσερα άκρα του κόσμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τετραπέρατος
τετραπέρατε	adj	κλητική ενικού του τετραπέρατος
τετραπέρατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπέρατη
τετραπέρατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπέρατος
τετραπέρατης	adj	γενική ενικού του τετραπέρατη
τετραπέρατο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπέρατος
τετραπέρατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπέρατος
τετραπέρατος	adj	πανέξυπνος, ικανός να βρίσκει λύσεις σε οποιοδήποτε πρόβλημα
τετραπέρατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπέρατος
τετραπέρατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπέρατος
τετραπέρατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπέρατος
τετραπέταλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπέταλο
τετραπέταλε	adj	κλητική ενικού του τετραπέταλος
τετραπέταλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπέταλη
τετραπέταλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπέταλος
τετραπέταλης	adj	γενική ενικού του τετραπέταλη
τετραπέταλο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπέταλος
τετραπέταλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπέταλος
τετραπέταλος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα πέταλα
τετραπέταλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπέταλος
τετραπέταλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπέταλος
τετραπέταλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπέταλος
τετραπήχες	=	τετραπήχης
τετραπήχης	adj	τετράπηχος
τετραπίστονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπίστονο
τετραπίστονε	adj	κλητική ενικού του τετραπίστονος
τετραπίστονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπίστονη
τετραπίστονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπίστονος
τετραπίστονης	adj	γενική ενικού του τετραπίστονη
τετραπίστονο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπίστονος
τετραπίστονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπίστονος
τετραπίστονος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα πιστόνια
τετραπίστονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπίστονος
τετραπίστονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπίστονος
τετραπίστονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπίστονος
τετραπαλαιστιαία	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίας	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίε	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίες	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίο	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίοι	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίος	adj	τετραπάλαιστος
τετραπαλαιστιαίου	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίους	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαλαιστιαίων	=	τετραπαλαιστιαίος
τετραπαρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπάρεση
τετραπαρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετραπάρεση
τετραπαρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετραπάρεση
τετραπερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπερασμένο
τετραπερασμένε	verb	κλητική ενικού του τετραπερασμένος
τετραπερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπερασμένη
τετραπερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπερασμένος
τετραπερασμένης	verb	γενική ενικού του τετραπερασμένη
τετραπερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετραπερασμένος
τετραπερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπερασμένος
τετραπερασμένος	verb	άλλη μορφή του τετραπέρατος
τετραπερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπερασμένος
τετραπερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετραπερασμένος
τετραπερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπερασμένος
τετραπετάλουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπετάλουδο
τετραπετάλουδο	noun	μηχανικό εξάρτημα ελέγχου εισαγωγής αέρα τετρακύλινδρων μηχανών με το οποίο αυξάνονται οι εργοστασιακές επιδόσεις τους
τετραπετάλουδου	noun	γενική ενικού του τετραπετάλουδο
τετραπετάλουδων	noun	γενική πληθυντικού του τετραπετάλουδο
τετραπηχυαία	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίας	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίε	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίες	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίο	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίοι	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίος	adj	αυτός που έχει μήκος τεσσάρων πήχαιων
τετραπηχυαίου	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίους	=	τετραπηχυαίος
τετραπηχυαίων	=	τετραπηχυαίος
τετραπλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλό	adv	τέσσερις φορές ή με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους ή για τέσσερις διαφορετικούς λόγους
τετραπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπλάσιος	adv	τέσσερις φορές περισσότερο
τετραπλάσιας	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιε	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιες	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιο	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιοι	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιος	adj	τέσσερις φορές μεγαλύτερος
τετραπλάσιου	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιους	=	τετραπλάσιος
τετραπλάσιων	=	τετραπλάσιος
τετραπλέ	adj	κλητική ενικού του τετραπλός
τετραπλέλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλέλικο
τετραπλέλικε	adj	κλητική ενικού του τετραπλέλικος
τετραπλέλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλέλικη
τετραπλέλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπλέλικος
τετραπλέλικης	adj	γενική ενικού του τετραπλέλικη
τετραπλέλικο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπλέλικος
τετραπλέλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπλέλικος
τετραπλέλικος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις έλικες
τετραπλέλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπλέλικος
τετραπλέλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπλέλικος
τετραπλέλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπλέλικος
τετραπλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλή
τετραπλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπλός
τετραπλής	adj	γενική ενικού του τετραπλή
τετραπλασίαζα	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασίαζαν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασίαζε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασίαζες	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασίαση	noun	ο τετραπλασιασμός
τετραπλασίασης	=	τετραπλασίαση
τετραπλασίασις	noun	τετραπλασίαση
τετραπλασιάζαμε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζαν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζανε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζατε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζει	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζεις	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζεσαι	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζεστε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζεται	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζετε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζονται	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζονταν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζοντας	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζουμε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζουν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζουνε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάζω	verb	πολλαπλασιάζω επί τέσσερα, κάνω κάτι να αυξηθεί έως και τέσσερις φορές την αρχική του αξία
τετραπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσαν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσανε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσεων	=	τετραπλασίαση
τετραπλασιάσου	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόμασταν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόμαστε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόμουν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόμουνα	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόντουσαν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόσασταν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόσαστε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόσουν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόσουνα	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζόταν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαζότανε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του τετραπλασιασμός
τετραπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλασιασμένο
τετραπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλασιασμένη
τετραπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του τετραπλασιασμένη
τετραπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμένος	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπλασιασμένος
τετραπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπλασιασμός
τετραπλασιασμού	noun	γενική ενικού του τετραπλασιασμός
τετραπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τετραπλασιασμός
τετραπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του τετραπλασιασμός
τετραπλασιασμός	noun	ο πολλαπλασιασμός επί τέσσερα
τετραπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπλασιασμός
τετραπλασιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστήκαν	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαστήκανε	=	τετραπλασιάζω
τετραπλασιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλασιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
τετραπλατεία	noun	πλατεία διασταύρωσης τεσσάρων δρόμων, ή στοών
τετραπλατείας	noun	γενική ενικού του τετραπλατεία
τετραπλατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλατεία
τετραπλατειών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπλατεία
τετραπλεθρία	noun	έκταση τεσσάρων πλέθρων
τετραπλεθρίας	noun	γενική ενικού του τετραπλεθρία
τετραπλεθρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλεθρία
τετραπλεθριών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπλεθρία
τετραπληγία	noun	πάθηση της άνω μοίρας της σπονδυλικής στήλης, συνηθέστερα από κάκωση, με συνέπεια την παράλυση των άνω και κάτω άκρων (χεριών και ποδιών)
τετραπληγίας	noun	γενική ενικού του τετραπληγία
τετραπληγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπληγία
τετραπληγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπληγικό
τετραπληγικέ	adj	κλητική ενικού του τετραπληγικός
τετραπληγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπληγική
τετραπληγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπληγικός
τετραπληγικής	adj	γενική ενικού του τετραπληγική
τετραπληγικη	=	τετραπληγικός
τετραπληγικο	=	τετραπληγικός
τετραπληγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπληγικός
τετραπληγικού	adj	γενική ενικού του τετραπληγικός
τετραπληγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπληγικός
τετραπληγικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραπληγικός
τετραπληγικός	adj	αυτός που έχει υποστεί τετραπληγία
τετραπληγικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραπληγικός
τετραπληγιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπληγία
τετραπλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπλός
τετραπλοειδές	=	τετραπλοειδής
τετραπλοειδή	=	τετραπλοειδής
τετραπλοειδής	adj	κυτταρικός πυρήνας ή κύτταρο που φέρει τέσσερις φορές τον απλοειδή αριθμό των χρωματοσωμάτων, σε αντίθεση με τον διπλοειδή πυρήνα της φυσιολογικής κατάστασης
τετραπλοειδία	noun	η κατάσταση των τετραπλοειδών κυττάρων
τετραπλοειδίας	noun	γενική ενικού του τετραπλοειδία
τετραπλοειδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπλοειδία
τετραπλοειδείς	=	τετραπλοειδής
τετραπλοειδιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπλοειδία
τετραπλοειδούς	=	τετραπλοειδής
τετραπλοειδών	=	τετραπλοειδής
τετραπλού	adj	γενική ενικού του τετραπλός
τετραπλούν	=	τετραπλούς
τετραπλούς	adj	μονοτονική γραφή του τετραπλοῦς, ο τετραπλός
τετραπλό	adj	αιτιατική ενικού του τετραπλός
τετραπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
τετραπλών	adj	γενική πληθυντικού του τετραπλός
τετραποδία	noun	ποιητικό μέτρο τεσσάρων ποδών
τετραποδίας	=	τετραποδία
τετραποδίες	=	τετραποδία
τετραποδίζαμε	=	τετραποδίζω
τετραποδίζαν	=	τετραποδίζω
τετραποδίζανε	=	τετραποδίζω
τετραποδίζατε	=	τετραποδίζω
τετραποδίζει	=	τετραποδίζω
τετραποδίζεις	=	τετραποδίζω
τετραποδίζετε	=	τετραποδίζω
τετραποδίζοντας	=	τετραποδίζω
τετραποδίζουμε	=	τετραποδίζω
τετραποδίζουν	=	τετραποδίζω
τετραποδίζουνε	=	τετραποδίζω
τετραποδίζω	verb|archaic	μπουσουλώ
τετραποδίου	=	τετραπόδιο
τετραποδίσαμε	=	τετραποδίζω
τετραποδίσαν	=	τετραποδίζω
τετραποδίσανε	=	τετραποδίζω
τετραποδίσατε	=	τετραποδίζω
τετραποδίσει	=	τετραποδίζω
τετραποδίστε	=	τετραποδίζω
τετραποδίων	=	τετραπόδιο
τετραποδητί	adv	με μπουσούλημα, στα τέσσερα
τετραποδισμέ	noun	κλητική ενικού του τετραποδισμός
τετραποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραποδισμένο
τετραποδισμένε	verb	κλητική ενικού του τετραποδισμένος
τετραποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραποδισμένη
τετραποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραποδισμένος
τετραποδισμένης	verb	γενική ενικού του τετραποδισμένη
τετραποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετραποδισμένος
τετραποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραποδισμένος
τετραποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραποδισμένος
τετραποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετραποδισμένος
τετραποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραποδισμένος
τετραποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραποδισμός
τετραποδισμού	noun	γενική ενικού του τετραποδισμός
τετραποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τετραποδισμός
τετραποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του τετραποδισμός
τετραποδισμός	noun	βάδισμα σε τέσσερα άκρα
τετραποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του τετραποδισμός
τετραποδιών	=	τετραποδία
τετραπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπολικό
τετραπολικέ	adj	κλητική ενικού του τετραπολικός
τετραπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπολική
τετραπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπολικός
τετραπολικής	adj	γενική ενικού του τετραπολική
τετραπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπολικός
τετραπολικού	adj	γενική ενικού του τετραπολικός
τετραπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπολικός
τετραπολικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραπολικός
τετραπολικός	adj	αυτός που αναφέρεται σε τετράπολο
τετραπολικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραπολικός
τετραπολιτειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπολιτειακό
τετραπολιτειακέ	adj	κλητική ενικού του τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπολιτειακή
τετραπολιτειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακής	adj	γενική ενικού του τετραπολιτειακή
τετραπολιτειακη	=	τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακο	=	τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακού	adj	γενική ενικού του τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακό	adj	αιτιατική ενικού του τετραπολιτειακός
τετραπολιτειακός	adj	αυτός που αναφέρεται σε τέσσερις πολιτείες
τετραπολιτειακών	adj	γενική πληθυντικού του τετραπολιτειακός
τετραπροπένια	=	τετραπροπένιο
τετραπροπένιο	noun	οργανική χημική ένωση που φέρει τέσσερα μόρια προπενίου
τετραπροπένιου	=	τετραπροπένιο
τετραπροπενίου	=	τετραπροπένιο
τετραπροπενίων	=	τετραπροπένιο
τετραπροπυλένια	=	τετραπροπυλένιο
τετραπροπυλένιο	noun	οργανική χημική ένωση γνωστή και ως δωδεκένιο
τετραπροπυλένιου	=	τετραπροπυλένιο
τετραπροπυλενίου	=	τετραπροπυλένιο
τετραπροπυλενίων	=	τετραπροπυλένιο
τετραπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπρόσωπο
τετραπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του τετραπρόσωπος
τετραπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπρόσωπη
τετραπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπρόσωπος
τετραπρόσωπης	adj	γενική ενικού του τετραπρόσωπη
τετραπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπρόσωπος
τετραπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπρόσωπος
τετραπρόσωπος	adj	αυτός που έχει ή παρουσιάζεται με τέσσερα πρόσωπα
τετραπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπρόσωπος
τετραπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπρόσωπος
τετραπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπρόσωπος
τετραπτέρυγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπτέρυγο
τετραπτέρυγε	adj	κλητική ενικού του τετραπτέρυγος
τετραπτέρυγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπτέρυγη
τετραπτέρυγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπτέρυγος
τετραπτέρυγης	adj	γενική ενικού του τετραπτέρυγη
τετραπτέρυγο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπτέρυγος
τετραπτέρυγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπτέρυγος
τετραπτέρυγος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις πτέρυγες
τετραπτέρυγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπτέρυγος
τετραπτέρυγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπτέρυγος
τετραπτέρυγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπτέρυγος
τετραπτερυγωτά	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτέ	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτές	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτή	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτής	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπτερυγωτό
τετραπτερυγωτε	adj	κλητική ενικού του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπτερυγωτη
τετραπτερυγωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτης	adj	γενική ενικού του τετραπτερυγωτη
τετραπτερυγωτο	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτοί	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτος	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτού	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτούς	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτό	adj	αιτιατική ενικού του τετραπτερυγωτός
τετραπτερυγωτός	adj	αυτός που φέρει τέσσερις πτέρυγες ή δύο ζεύγη πτερύγων, επάλληλα ή κάθετα μεταξύ τους
τετραπτερυγωτών	=	τετραπτερυγωτός
τετραπτερύγια	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιας	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιε	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιες	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιο	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιοι	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα πτερύγια
τετραπτερύγιου	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιους	=	τετραπτερύγιος
τετραπτερύγιων	=	τετραπτερύγιος
τετραπυργία	noun	περιοχή που υφίστανται τέσσερις πύργοι
τετραπυργίας	noun	γενική ενικού του τετραπυργία
τετραπυργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπυργία
τετραπυργιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπυργία
τετραπυρολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπυρολικό
τετραπυρολικέ	adj	κλητική ενικού του τετραπυρολικός
τετραπυρολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπυρολική
τετραπυρολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπυρολικός
τετραπυρολικής	adj	γενική ενικού του τετραπυρολική
τετραπυρολικη	=	τετραπυρολικός
τετραπυρολικο	=	τετραπυρολικός
τετραπυρολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπυρολικός
τετραπυρολικού	adj	γενική ενικού του τετραπυρολικός
τετραπυρολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπυρολικός
τετραπυρολικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραπυρολικός
τετραπυρολικός	adj	χαρακτηρισμός χημικής ένωσης που φέρει στο μόριό της τέσσερις πυρολικούς δακτυλίους, (ή πυρολικούς πυρήνες)
τετραπυρολικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραπυρολικός
τετραπωλία	noun	η ζεύξη τεσσάρων αλόγων σε άρμα
τετραπωλίας	noun	γενική ενικού του τετραπωλία
τετραπωλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπωλία
τετραπωλιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραπωλία
τετραπόδια	=	τετραπόδιο
τετραπόδιζα	=	τετραποδίζω
τετραπόδιζαν	=	τετραποδίζω
τετραπόδιζε	=	τετραποδίζω
τετραπόδιζες	=	τετραποδίζω
τετραπόδιο	noun	τραπέζι με τέσσερα πόδια
τετραπόδιου	=	τετραπόδιο
τετραπόδισα	=	τετραποδίζω
τετραπόδισαν	=	τετραποδίζω
τετραπόδισε	=	τετραποδίζω
τετραπόδισες	=	τετραποδίζω
τετραπόταμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπόταμο
τετραπόταμε	adj	κλητική ενικού του τετραπόταμος
τετραπόταμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπόταμη
τετραπόταμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπόταμος
τετραπόταμης	adj	γενική ενικού του τετραπόταμη
τετραπόταμο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπόταμος
τετραπόταμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπόταμος
τετραπόταμος	adj	ποταμός που προέρχεται από συμβολή τεσσάρων ποταμών
τετραπόταμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπόταμος
τετραπόταμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπόταμος
τετραπόταμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπόταμος
τετραπύργια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπύργιο
τετραπύργιε	adj	κλητική ενικού του τετραπύργιος
τετραπύργιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπύργιη
τετραπύργιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπύργιος
τετραπύργιης	adj	γενική ενικού του τετραπύργιη
τετραπύργιο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπύργιος
τετραπύργιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπύργιος
τετραπύργιος	adj	αυτός που έχει τέσσερις πύργους
τετραπύργιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπύργιος
τετραπύργιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπύργιος
τετραπύργιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπύργιος
τετραπύρηνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπύρηνο
τετραπύρηνε	adj	κλητική ενικού του τετραπύρηνος
τετραπύρηνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραπύρηνη
τετραπύρηνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραπύρηνος
τετραπύρηνης	adj	γενική ενικού του τετραπύρηνη
τετραπύρηνο	adj	αιτιατική ενικού του τετραπύρηνος
τετραπύρηνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραπύρηνος
τετραπύρηνος	adj	που έχει τέσσερις πυρήνες
τετραπύρηνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραπύρηνος
τετραπύρηνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραπύρηνος
τετραπύρηνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραπύρηνος
τετραργύρου	=	τετράργυρος
τετραργύρους	=	τετράργυρος
τετραργύρων	=	τετράργυρος
τετραρεία	noun	αρχαία πολεμική μηχανή (καταπέλτης) που εκτόξευε πέτρες
τετραρείας	noun	γενική ενικού του τετραρεία
τετραρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραρεία
τετραρειών	noun	γενική πληθυντικού του τετραρεία
τετραρρύγχου	=	τετράρρυγχος
τετραρρύγχους	=	τετράρρυγχος
τετραρρύγχων	=	τετράρρυγχος
τετραρχία	noun	σύστημα διοίκησης με χώρα ή τόπο διαιρεμένο σε τέσσερα μέρη ή επαρχίες με ξεχωριστή διοίκηση
τετραρχίας	noun	γενική ενικού του τετραρχία
τετραρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραρχία
τετραρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραρχικό
τετραρχικέ	adj	κλητική ενικού του τετραρχικός
τετραρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραρχική
τετραρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραρχικός
τετραρχικής	adj	γενική ενικού του τετραρχική
τετραρχικη	=	τετραρχικός
τετραρχικο	=	τετραρχικός
τετραρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραρχικός
τετραρχικού	adj	γενική ενικού του τετραρχικός
τετραρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραρχικός
τετραρχικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραρχικός
τετραρχικός	adj	ο σχετικός με τετραρχία
τετραρχικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραρχικός
τετραρχιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραρχία
τετραρχών	=	τετράρχης
τετρασάρου	=	τετράσαρο
τετρασάρων	=	τετράσαρο
τετρασέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασέλιδο
τετρασέλιδε	adj	κλητική ενικού του τετρασέλιδος
τετρασέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασέλιδη
τετρασέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρασέλιδος
τετρασέλιδης	adj	γενική ενικού του τετρασέλιδη
τετρασέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του τετρασέλιδος
τετρασέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρασέλιδος
τετρασέλιδος	adj	που αποτελείται ή καταλαμβάνει τέσσερις σελίδες
τετρασέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρασέλιδος
τετρασέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρασέλιδος
τετρασέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρασέλιδος
τετρασέλινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασέλινο
τετρασέλινο	noun	παλιό κέρμα της Κύπρου, ισοδυναμούσε με τέσσερα σελίνια, ή 20 σεντ.
τετρασέλινου	noun	γενική ενικού του τετρασέλινο
τετρασέλινων	noun	γενική πληθυντικού του τετρασέλινο
τετρασέπαλος	adj	που έχει τέσσερα σέπαλα
τετρασήμου	=	τετράσημο
τετρασήμων	=	τετράσημο
τετρασίρια	=	τετρασίριο
τετρασίριο	noun	τετράγωνη σιταποθήκη
τετρασίριου	=	τετρασίριο
τετρασθενές	=	τετρασθενής
τετρασθενή	=	τετρασθενής
τετρασθενής	adj	που έχει τιμή σθένους τέσσερα
τετρασθενείς	=	τετρασθενής
τετρασθενούς	=	τετρασθενής
τετρασθενών	=	τετρασθενής
τετρασιρίου	=	τετρασίριο
τετρασιρίων	=	τετρασίριο
τετρασκελές	=	τετρασκελής
τετρασκελή	=	τετρασκελής
τετρασκελής	adj	αυτός που φέρει τέσσερα σκέλη
τετρασκελείς	=	τετρασκελής
τετρασκελες	=	τετρασκελής
τετρασκελης	=	τετρασκελής
τετρασκελούς	=	τετρασκελής
τετρασκελών	=	τετρασκελής
τετρασπίθαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασπίθαμο
τετρασπίθαμε	adj	κλητική ενικού του τετρασπίθαμος
τετρασπίθαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασπίθαμη
τετρασπίθαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρασπίθαμος
τετρασπίθαμης	adj	γενική ενικού του τετρασπίθαμη
τετρασπίθαμο	adj	αιτιατική ενικού του τετρασπίθαμος
τετρασπίθαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρασπίθαμος
τετρασπίθαμος	adj	αυτός έχει μήκος τεσσάρων σπιθαμών
τετρασπίθαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρασπίθαμος
τετρασπίθαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρασπίθαμος
τετρασπίθαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρασπίθαμος
τετρασπορίου	=	τετρασπόριο
τετρασπορίων	=	τετρασπόριο
τετρασποριάγγεια	=	τετρασποριάγγειο
τετρασποριάγγειο	noun	σποριάγγειο του οποίου τα σπόρια αναπτύσσονται σε τετραμελείς ομάδες
τετρασποριάγγειου	=	τετρασποριάγγειο
τετρασποριαγγείου	=	τετρασποριάγγειο
τετρασποριαγγείων	=	τετρασποριάγγειο
τετρασπόρια	=	τετρασπόριο
τετρασπόριο	noun	το κάθε ένα από τα τέσσερα σπόρια του τετρασποριαγγείου, που παράγονται κατά τη μειωτική διαίρεση
τετρασπόριου	=	τετρασπόριο
τετραστάδια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστάδιο
τετραστάδιε	adj	κλητική ενικού του τετραστάδιος
τετραστάδιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστάδιη
τετραστάδιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραστάδιος
τετραστάδιης	adj	γενική ενικού του τετραστάδιη
τετραστάδιο	noun	αρχαία μονάδα μήκους ίση με το μήκος τεσσάρων σταδίων
τετραστάδιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραστάδιος
τετραστάδιος	adj	αυτός που έχει έκταση τεσσάρων σταδίων
τετραστάδιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραστάδιος
τετραστάδιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραστάδιος
τετραστάδιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραστάδιος
τετραστάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστάσιο
τετραστάσιε	adj	κλητική ενικού του τετραστάσιος
τετραστάσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστάσιη
τετραστάσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραστάσιος
τετραστάσιης	adj	γενική ενικού του τετραστάσιη
τετραστάσιο	adj	αιτιατική ενικού του τετραστάσιος
τετραστάσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραστάσιος
τετραστάσιος	adj	αυτός που φέρεται με τετραπλάσιο βάρος
τετραστάσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραστάσιος
τετραστάσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραστάσιος
τετραστάσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραστάσιος
τετραστίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετράστιγμα
τετραστίγματος	noun	γενική ενικού του τετράστιγμα
τετρασταδίου	=	τετραστάδιο
τετρασταδίων	=	τετραστάδιο
τετραστιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τετράστιγμα
τετραστιχία	noun	η δημιουργία τεσσάρων στίχων
τετραστιχίας	noun	γενική ενικού του τετραστιχία
τετραστιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστιχία
τετραστιχιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραστιχία
τετραστοιχία	noun	η διάταξη σε τέσσερις στοίχους
τετραστοιχίας	noun	γενική ενικού του τετραστοιχία
τετραστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστοιχία
τετραστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραστοιχία
τετραστρέμματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστρέμματο
τετραστρέμματε	adj	κλητική ενικού του τετραστρέμματος
τετραστρέμματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραστρέμματη
τετραστρέμματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραστρέμματος
τετραστρέμματης	adj	γενική ενικού του τετραστρέμματη
τετραστρέμματο	adj	αιτιατική ενικού του τετραστρέμματος
τετραστρέμματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραστρέμματος
τετραστρέμματος	adj	ο σχετικός με τετράστρεμμα
τετραστρέμματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραστρέμματος
τετραστρέμματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραστρέμματος
τετραστρέμματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραστρέμματος
τετραστρεμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τετράστρεμμα
τετραστόου	=	τετράστοο
τετραστόων	=	τετράστοο
τετρασυλλαβία	noun	η παρουσία, ή δημιουργία τετρασύλλαβου
τετρασυλλαβίας	noun	γενική ενικού του τετρασυλλαβία
τετρασυλλαβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασυλλαβία
τετρασυλλαβιών	noun	γενική πληθυντικού του τετρασυλλαβία
τετρασυντονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασυντονισμένο
τετρασυντονισμένε	verb	κλητική ενικού του τετρασυντονισμένος
τετρασυντονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασυντονισμένη
τετρασυντονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρασυντονισμένος
τετρασυντονισμένης	verb	γενική ενικού του τετρασυντονισμένη
τετρασυντονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετρασυντονισμένος
τετρασυντονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρασυντονισμένος
τετρασυντονισμένος	verb	που βρίσκεται σε τετραπλό συντονισμό
τετρασυντονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρασυντονισμένος
τετρασυντονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετρασυντονισμένος
τετρασυντονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρασυντονισμένος
τετρασυστοιχία	noun	τετραπλή συστοιχία
τετρασυστοιχίας	noun	γενική ενικού του τετρασυστοιχία
τετρασυστοιχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασυστοιχία
τετρασυστοιχιών	noun	γενική πληθυντικού του τετρασυστοιχία
τετρασωμία	noun	κράμα τεσσάρων μετάλλων
τετρασωμίας	noun	γενική ενικού του τετρασωμία
τετρασωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασωμία
τετρασωμιών	noun	γενική πληθυντικού του τετρασωμία
τετρασύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασύλλαβο
τετρασύλλαβε	adj	κλητική ενικού του τετρασύλλαβος
τετρασύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασύλλαβη
τετρασύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρασύλλαβος
τετρασύλλαβης	adj	γενική ενικού του τετρασύλλαβη
τετρασύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του τετρασύλλαβος
τετρασύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρασύλλαβος
τετρασύλλαβος	adj	που αποτελείται από τέσσερις συλλαβές
τετρασύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρασύλλαβος
τετρασύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρασύλλαβος
τετρασύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρασύλλαβος
τετρασώματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασώματο
τετρασώματε	adj	κλητική ενικού του τετρασώματος
τετρασώματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρασώματη
τετρασώματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρασώματος
τετρασώματης	adj	γενική ενικού του τετρασώματη
τετρασώματο	adj	αιτιατική ενικού του τετρασώματος
τετρασώματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρασώματος
τετρασώματος	adj	αυτός που φέρει τέσσερα σώματα, ή κύρια μέρη
τετρασώματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετρασώματος
τετρασώματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρασώματος
τετρασώματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετρασώματος
τετρατάξια	=	τετρατάξιος
τετρατάξιας	=	τετρατάξιος
τετρατάξιε	=	τετρατάξιος
τετρατάξιες	=	τετρατάξιος
τετρατάξιο	=	τετρατάξιος
τετρατάξιοι	=	τετρατάξιος
τετρατάξιος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τέσσερις τάξεις ή αίθουσες διδασκαλίας
τετρατάξιου	=	τετρατάξιος
τετρατάξιους	=	τετρατάξιος
τετρατάξιων	=	τετρατάξιος
τετρατάχυτα	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτε	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτες	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτη	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτης	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτο	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτοι	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτος	adj	που διαθέτει ή λειτουργεί με τέσσερις ταχύτητες
τετρατάχυτου	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτους	=	τετρατάχυτος
τετρατάχυτων	=	τετρατάχυτος
τετρατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρατομικό
τετρατομικέ	adj	κλητική ενικού του τετρατομικός
τετρατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετρατομική
τετρατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετρατομικός
τετρατομικής	adj	γενική ενικού του τετρατομική
τετρατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετρατομικός
τετρατομικοτήτων	=	τετρατομικότητα
τετρατομικού	adj	γενική ενικού του τετρατομικός
τετρατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετρατομικός
τετρατομικό	adj	αιτιατική ενικού του τετρατομικός
τετρατομικός	adj	που έχει τέσσερα άτομα
τετρατομικότητα	noun	η ιδιότητα των τετρατομικών, ή τετρασθενών χημικών ενώσεων
τετρατομικότητας	=	τετρατομικότητα
τετρατομικότητες	=	τετρατομικότητα
τετρατομικών	adj	γενική πληθυντικού του τετρατομικός
τετρατομώ	verb|formal	διαιρώ σε τέσσερα μέρη
τετραυγές	=	τετραυγής
τετραυγή	=	τετραυγής
τετραυγής	adj	αυτός που ακτινοβολεί τέσσερα χρώματα
τετραυγείς	=	τετραυγής
τετραυγουστιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραυγουστιανό
τετραυγουστιανέ	adj	κλητική ενικού του τετραυγουστιανός
τετραυγουστιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραυγουστιανή
τετραυγουστιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραυγουστιανός
τετραυγουστιανής	adj	γενική ενικού του τετραυγουστιανή
τετραυγουστιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραυγουστιανός
τετραυγουστιανού	adj	γενική ενικού του τετραυγουστιανός
τετραυγουστιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραυγουστιανός
τετραυγουστιανό	adj	αιτιατική ενικού του τετραυγουστιανός
τετραυγουστιανός	adj	που αφορά το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ή αναφέρεται σ’ αυτό
τετραυγουστιανών	adj	γενική πληθυντικού του τετραυγουστιανός
τετραυγούς	=	τετραυγής
τετραυγών	=	τετραυγής
τετραφάληρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφάληρο
τετραφάληρε	adj	κλητική ενικού του τετραφάληρος
τετραφάληρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφάληρη
τετραφάληρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφάληρος
τετραφάληρης	adj	γενική ενικού του τετραφάληρη
τετραφάληρο	adj	αιτιατική ενικού του τετραφάληρος
τετραφάληροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφάληρος
τετραφάληρος	adj	αυτός που φέρει τέσσερις μεταλλικές προεξοχές στη περικεφαλαία.
τετραφάληρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραφάληρος
τετραφάληρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφάληρος
τετραφάληρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραφάληρος
τετραφάρμακα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφάρμακο
τετραφάρμακε	adj	κλητική ενικού του τετραφάρμακος
τετραφάρμακες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφάρμακη
τετραφάρμακη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφάρμακος
τετραφάρμακης	adj	γενική ενικού του τετραφάρμακη
τετραφάρμακο	noun	παλαιό είδος έμπλαστρου που παρασκευαζόταν από κερί, στέαρ, πίσσα και ρητίνη
τετραφάρμακοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφάρμακος
τετραφάρμακον	=	τετραφάρμακος
τετραφάρμακος	adj	αυτός που παρασκευάζεται από τέσσερα φάρμακα
τετραφάρμακου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραφάρμακος
τετραφάρμακους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφάρμακος
τετραφάρμακων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραφάρμακος
τετραφαινυλένια	=	τετραφαινυλένιο
τετραφαινυλένιο	noun	στερεά οργανική χημική ένωση της κατηγορίας των πολυκυκλικών υδρογονανθράκων, φέροντας τέσσερις δακτυλίους στο μόριό της
τετραφαινυλένιου	=	τετραφαινυλένιο
τετραφαινυλενίου	=	τετραφαινυλένιο
τετραφαινυλενίων	=	τετραφαινυλένιο
τετραφαλαγγάρχες	=	τετραφαλαγγάρχης
τετραφαλαγγάρχη	=	τετραφαλαγγάρχης
τετραφαλαγγάρχης	noun	ο διοικητής μιας τετραφαλαγγίας
τετραφαλαγγία	noun	στρατιωτικός σχηματισμός από τέσσερις φάλαγγες
τετραφαλαγγίας	noun	γενική ενικού του τετραφαλαγγία
τετραφαλαγγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφαλαγγία
τετραφαλαγγαρχία	noun	αξίωμα και διοίκηση του τετραφαλαγγάρχη
τετραφαλαγγαρχίας	noun	γενική ενικού του τετραφαλαγγαρχία
τετραφαλαγγαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφαλαγγαρχία
τετραφαλαγγαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραφαλαγγαρχία
τετραφαλαγγαρχών	=	τετραφαλαγγάρχης
τετραφαλαγγιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραφαλαγγία
τετραφαρμάκου	=	τετραφάρμακο
τετραφαρμάκων	=	τετραφάρμακο
τετραφθοράφνια	=	τετραφθοράφνιο
τετραφθοράφνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του αφνίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο άφνιο
τετραφθοράφνιου	=	τετραφθοράφνιο
τετραφθορίδια	=	τετραφθορίδιο
τετραφθορίδιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται τέσσερα άτομα φθορίου
τετραφθορίδιου	=	τετραφθορίδιο
τετραφθορίου	=	τετραφθόριο
τετραφθορίων	=	τετραφθόριο
τετραφθορίωση	noun	η αντικατάσταση, ή προσθήκη, με χημική αντίδραση τεσσάρων ατόμων φθορίου στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τετραφθορίωσης	noun	γενική ενικού του τετραφθορίωση
τετραφθοραφνίου	=	τετραφθοράφνιο
τετραφθοραφνίων	=	τετραφθοράφνιο
τετραφθοριδίου	=	τετραφθορίδιο
τετραφθοριδίων	=	τετραφθορίδιο
τετραφθορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφθορικό
τετραφθορικέ	adj	κλητική ενικού του τετραφθορικός
τετραφθορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφθορική
τετραφθορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφθορικός
τετραφθορικής	adj	γενική ενικού του τετραφθορική
τετραφθορικη	=	τετραφθορικός
τετραφθορικο	=	τετραφθορικός
τετραφθορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφθορικός
τετραφθορικού	adj	γενική ενικού του τετραφθορικός
τετραφθορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφθορικός
τετραφθορικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραφθορικός
τετραφθορικός	adj	αυτός που φέρει στο μόριό του τέσσερα άτομα φθορίου
τετραφθορικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραφθορικός
τετραφθοριούχα	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχας	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχε	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχες	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχο	adj	αιτιατική ενικού του τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχοι	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα φθορίου
τετραφθοριούχου	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχους	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριούχων	=	τετραφθοριούχος
τετραφθοριρίδιο	=	τετραφθοροϊρίδιο
τετραφθοριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφθορίωση
τετραφθοριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετραφθορίωση
τετραφθοριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετραφθορίωση
τετραφθοροαιθάνια	=	τετραφθοροαιθάνιο
τετραφθοροαιθάνιο	noun	τετραφθοροπαράγωγο του αιθανίου
τετραφθοροαιθάνιου	=	τετραφθοροαιθάνιο
τετραφθοροαιθανίου	=	τετραφθοροαιθάνιο
τετραφθοροαιθανίων	=	τετραφθοροαιθάνιο
τετραφθοροαιθυλένια	=	τετραφθοροαιθυλένιο
τετραφθοροαιθυλένιο	noun	άκυκλη οργανική χημική ένωση τετραφθοροπαράγωγο του αιθυλενίου
τετραφθοροαιθυλένιου	=	τετραφθοροαιθυλένιο
τετραφθοροαιθυλενίου	=	τετραφθοροαιθυλένιο
τετραφθοροαιθυλενίων	=	τετραφθοροαιθυλένιο
τετραφθοροβανάδια	=	τετραφθοροβανάδιο
τετραφθοροβανάδιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του βαναδίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο βανάδιο
τετραφθοροβανάδιου	=	τετραφθοροβανάδιο
τετραφθοροβαναδίου	=	τετραφθοροβανάδιο
τετραφθοροβαναδίων	=	τετραφθοροβανάδιο
τετραφθορογερμάνια	=	τετραφθορογερμάνιο
τετραφθορογερμάνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του γερμανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο γερμάνιο
τετραφθορογερμάνιου	=	τετραφθορογερμάνιο
τετραφθορογερμανίου	=	τετραφθορογερμάνιο
τετραφθορογερμανίων	=	τετραφθορογερμάνιο
τετραφθοροδιάζωτα	=	τετραφθοροδιάζωτο
τετραφθοροδιάζωτο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του διαζώτου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο διάζωτο
τετραφθοροδιάζωτου	=	τετραφθοροδιάζωτο
τετραφθοροδιαζώτου	=	τετραφθοροδιάζωτο
τετραφθοροδιαζώτων	=	τετραφθοροδιάζωτο
τετραφθοροδιβοράνια	=	τετραφθοροδιβοράνιο
τετραφθοροδιβοράνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του διβορανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο διβοράνιο
τετραφθοροδιβοράνιου	=	τετραφθοροδιβοράνιο
τετραφθοροδιβορανίου	=	τετραφθοροδιβοράνιο
τετραφθοροδιβορανίων	=	τετραφθοροδιβοράνιο
τετραφθοροζιρκονίου	=	τετραφθοροζιρκόνιο
τετραφθοροζιρκονίων	=	τετραφθοροζιρκόνιο
τετραφθοροζιρκόνια	=	τετραφθοροζιρκόνιο
τετραφθοροζιρκόνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του ζιρκονίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο ζιρκόνιο
τετραφθοροζιρκόνιου	=	τετραφθοροζιρκόνιο
τετραφθοροθεία	=	τετραφθοροθείο
τετραφθοροθείο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του θείου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο θείο
τετραφθοροθείου	=	τετραφθοροθείο
τετραφθοροθείων	=	τετραφθοροθείο
τετραφθοροθορίου	=	τετραφθοροθόριο
τετραφθοροθορίων	=	τετραφθοροθόριο
τετραφθοροθόρια	=	τετραφθοροθόριο
τετραφθοροθόριο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του θορίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο θόριο
τετραφθοροθόριου	=	τετραφθοροθόριο
τετραφθορομαγγάνια	=	τετραφθορομαγγάνιο
τετραφθορομαγγάνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του μαγγανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο μαγγάνιο
τετραφθορομαγγάνιου	=	τετραφθορομαγγάνιο
τετραφθορομαγγανίου	=	τετραφθορομαγγάνιο
τετραφθορομαγγανίων	=	τετραφθορομαγγάνιο
τετραφθορομεθάνια	=	τετραφθορομεθάνιο
τετραφθορομεθάνιο	noun	άκυκλη οργανική χημική ένωση του μεθανίου που σχηματίζεται με τετραπλή ένωση ατόμων άνθρακα με άτομα φθορίου
τετραφθορομεθάνιου	=	τετραφθορομεθάνιο
τετραφθορομεθανίου	=	τετραφθορομεθάνιο
τετραφθορομεθανίων	=	τετραφθορομεθάνιο
τετραφθορομολύβδου	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομολύβδους	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομολύβδων	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομόλυβδε	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομόλυβδο	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομόλυβδοι	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομόλυβδος	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του μολύβδου, με ονομασία τετραφθοριούχος μόλυβδος
τετραφθορομόλυβδου	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομόλυβδους	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορομόλυβδων	=	τετραφθορομόλυβδος
τετραφθορονιοβίου	=	τετραφθορονιόβιο
τετραφθορονιοβίων	=	τετραφθορονιόβιο
τετραφθορονιόβια	=	τετραφθορονιόβιο
τετραφθορονιόβιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του νιοβίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο νιόβιο
τετραφθορονιόβιου	=	τετραφθορονιόβιο
τετραφθοροξένα	=	τετραφθοροξένο
τετραφθοροξένο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του ξένου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο ξένο
τετραφθοροξένου	=	τετραφθοροξένο
τετραφθοροξένων	=	τετραφθοροξένο
τετραφθοροουράνια	=	τετραφθοροουράνιο
τετραφθοροουράνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του ουρανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο ουράνιο
τετραφθοροουράνιου	=	τετραφθοροουράνιο
τετραφθοροουρανίου	=	τετραφθοροουράνιο
τετραφθοροουρανίων	=	τετραφθοροουράνιο
τετραφθοροπαλλάδια	=	τετραφθοροπαλλάδιο
τετραφθοροπαλλάδιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του παλλαδίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο παλλάδιο
τετραφθοροπαλλάδιου	=	τετραφθοροπαλλάδιο
τετραφθοροπαλλαδίου	=	τετραφθοροπαλλάδιο
τετραφθοροπαλλαδίων	=	τετραφθοροπαλλάδιο
τετραφθοροπαράγωγα	=	τετραφθοροπαράγωγο
τετραφθοροπαράγωγο	noun	χαρακτηρίζεται το παράγωγο χημικής ένωσης όταν στο μόριό της αντικαθίστανται τέσσερα άτομα υδρογόνου από ισάριθμα φθορίου
τετραφθοροπαράγωγου	=	τετραφθοροπαράγωγο
τετραφθοροπαράγωγων	=	τετραφθοροπαράγωγο
τετραφθοροπαραγώγου	=	τετραφθοροπαράγωγο
τετραφθοροπαραγώγων	=	τετραφθοροπαράγωγο
τετραφθοροπλατίνια	=	τετραφθοροπλατίνιο
τετραφθοροπλατίνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του πλατινίου (λευκοχρύσου), όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο πλατίνιο
τετραφθοροπλατίνιου	=	τετραφθοροπλατίνιο
τετραφθοροπλατινίου	=	τετραφθοροπλατίνιο
τετραφθοροπλατινίων	=	τετραφθοροπλατίνιο
τετραφθοροπλουτωνίου	=	τετραφθοροπλουτώνιο
τετραφθοροπλουτωνίων	=	τετραφθοροπλουτώνιο
τετραφθοροπλουτώνια	=	τετραφθοροπλουτώνιο
τετραφθοροπλουτώνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του πλουτωνίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο πλουτώνιο
τετραφθοροπλουτώνιου	=	τετραφθοροπλουτώνιο
τετραφθοροπυρίτια	=	τετραφθοροπυρίτιο
τετραφθοροπυρίτιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του πυριτίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο πυρίτιο
τετραφθοροπυρίτιου	=	τετραφθοροπυρίτιο
τετραφθοροπυριτίου	=	τετραφθοροπυρίτιο
τετραφθοροπυριτίων	=	τετραφθοροπυρίτιο
τετραφθοροτελλουρίου	=	τετραφθοροτελλούριο
τετραφθοροτελλουρίων	=	τετραφθοροτελλούριο
τετραφθοροτελλούρια	=	τετραφθοροτελλούριο
τετραφθοροτελλούριο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του τελλουρίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο τελλούριο
τετραφθοροτελλούριου	=	τετραφθοροτελλούριο
τετραφθοροτιτάνια	=	τετραφθοροτιτάνιο
τετραφθοροτιτάνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του τιτανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο τιτάνιο
τετραφθοροτιτάνιου	=	τετραφθοροτιτάνιο
τετραφθοροτιτανίου	=	τετραφθοροτιτάνιο
τετραφθοροτιτανίων	=	τετραφθοροτιτάνιο
τετραφθοροϊρίδια	=	τετραφθοροϊρίδιο
τετραφθοροϊρίδιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο του ιριδίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχο ιρίδιο
τετραφθοροϊρίδιου	=	τετραφθοροϊρίδιο
τετραφθοροϊριδίου	=	τετραφθοροϊρίδιο
τετραφθοροϊριδίων	=	τετραφθοροϊρίδιο
τετραφθοροϋδραζίνες	=	τετραφθοροϋδραζίνη
τετραφθοροϋδραζίνη	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραφθοροπαράγωγο της υδραζίνης, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραφθοριούχα υδραζίνη
τετραφθοροϋδραζίνης	=	τετραφθοροϋδραζίνη
τετραφθοροϋδραζινών	=	τετραφθοροϋδραζίνη
τετραφθόρια	=	τετραφθόριο
τετραφθόριο	noun	το φθορίδιο, (ή φθοριούχος ουσία), που περιέχει στο μόριό της τέσσερα άτομα φθορίου
τετραφθόριου	=	τετραφθόριο
τετραφτέρουγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφτέρουγο
τετραφτέρουγε	adj	κλητική ενικού του τετραφτέρουγος
τετραφτέρουγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφτέρουγη
τετραφτέρουγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφτέρουγος
τετραφτέρουγης	adj	γενική ενικού του τετραφτέρουγη
τετραφτέρουγο	adj	αιτιατική ενικού του τετραφτέρουγος
τετραφτέρουγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφτέρουγος
τετραφτέρουγος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τέσσερις φτερούγες
τετραφτέρουγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραφτέρουγος
τετραφτέρουγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφτέρουγος
τετραφτέρουγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραφτέρουγος
τετραφυές	=	τετραφυής
τετραφυή	=	τετραφυής
τετραφυής	adj	αυτός που φέρει τέσσερις φύσεις
τετραφυείς	=	τετραφυής
τετραφυούς	=	τετραφυής
τετραφυών	=	τετραφυής
τετραφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με τέσσερις φωνές
τετραφωνίας	noun	γενική ενικού του τετραφωνία
τετραφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωνία
τετραφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωνικό
τετραφωνικέ	adj	κλητική ενικού του τετραφωνικός
τετραφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωνική
τετραφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφωνικός
τετραφωνικής	adj	γενική ενικού του τετραφωνική
τετραφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφωνικός
τετραφωνικού	adj	γενική ενικού του τετραφωνικός
τετραφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφωνικός
τετραφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραφωνικός
τετραφωνικός	adj	σχετικός με την τετραφωνία
τετραφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραφωνικός
τετραφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραφωνία
τετραφωσφοπαράγωγα	=	τετραφωσφοπαράγωγο
τετραφωσφοπαράγωγο	noun	χαρακτηρίζεται το παράγωγο χημικής αντίδρασης (τετραφωσφορίωσης), όπου στο μόριό της χημικής ένωσης φέρονται (μετά από αντικατάσταση, συμπλήρωση ή προσθήκη) τέσσερα άτομα φωσφόρου
τετραφωσφοπαράγωγου	=	τετραφωσφοπαράγωγο
τετραφωσφοπαράγωγων	=	τετραφωσφοπαράγωγο
τετραφωσφοπαραγώγου	=	τετραφωσφοπαράγωγο
τετραφωσφοπαραγώγων	=	τετραφωσφοπαράγωγο
τετραφωσφορίωση	noun	η με χημική αντίδραση αντικατάσταση, ή προσθήκη τεσσάρων ατόμων φωσφόρου στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τετραφωσφορίωσης	noun	γενική ενικού του τετραφωσφορίωση
τετραφωσφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορικό
τετραφωσφορικέ	adj	κλητική ενικού του τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορική
τετραφωσφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικής	adj	γενική ενικού του τετραφωσφορική
τετραφωσφορικη	=	τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικο	=	τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικού	adj	γενική ενικού του τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραφωσφορικός
τετραφωσφορικός	adj	αυτός που φέρει στο μόριό του τέσσερα άτομα φωσφόρου
τετραφωσφορικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραφωσφορικός
τετραφωσφοριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορίωση
τετραφωσφοριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετραφωσφορίωση
τετραφωσφοριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετραφωσφορίωση
τετραφωσφορούχα	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχας	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχε	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχες	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχο	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχοι	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα φωσφόρου
τετραφωσφορούχου	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχους	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορούχων	=	τετραφωσφορούχος
τετραφωσφορυλίου	=	τετραφωσφορύλιο
τετραφωσφορυλίων	=	τετραφωσφορύλιο
τετραφωσφορυλίωση	noun	η με χημική αντίδραση προσθήκη τεσσάρων φωσφορυλομάδων στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τετραφωσφορυλίωσης	noun	γενική ενικού του τετραφωσφορυλίωση
τετραφωσφορυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορυλικό
τετραφωσφορυλικέ	adj	κλητική ενικού του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορυλική
τετραφωσφορυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικής	adj	γενική ενικού του τετραφωσφορυλική
τετραφωσφορυλικη	=	τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικο	=	τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικού	adj	γενική ενικού του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλικός	adj	ο σχετικός με τετραφωσφορύλιο ή τετραφωσφορυλίωση
τετραφωσφορυλικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραφωσφορυλικός
τετραφωσφορυλιούχα	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχας	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχε	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχες	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχο	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχοι	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερις φωσφορυλομάδες
τετραφωσφορυλιούχου	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχους	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιούχων	=	τετραφωσφορυλιούχος
τετραφωσφορυλιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραφωσφορυλίωση
τετραφωσφορυλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετραφωσφορυλίωση
τετραφωσφορυλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετραφωσφορυλίωση
τετραφωσφορύλια	=	τετραφωσφορύλιο
τετραφωσφορύλιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται τέσσερις φωσφορυλομάδες
τετραφωσφορύλιου	=	τετραφωσφορύλιο
τετραφωσφόρε	=	τετραφωσφόρος
τετραφωσφόρο	=	τετραφωσφόρος
τετραφωσφόροι	=	τετραφωσφόρος
τετραφωσφόρος	noun	αλλότροπο του φωσφόρου όπου παρουσιάζεται ως μόριο με τέσσερα άτομα σε τετραεδρική δομή και με χημικό τύπο P₄
τετραφωσφόρου	=	τετραφωσφόρος
τετραφωσφόρους	=	τετραφωσφόρος
τετραφωσφόρων	=	τετραφωσφόρος
τετραφύλλου	=	τετράφυλλο
τετραφύλλων	=	τετράφυλλο
τετραχάρακα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχάρακο
τετραχάρακε	adj	κλητική ενικού του τετραχάρακος
τετραχάρακες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχάρακη
τετραχάρακη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραχάρακος
τετραχάρακης	adj	γενική ενικού του τετραχάρακη
τετραχάρακο	adj	αιτιατική ενικού του τετραχάρακος
τετραχάρακοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραχάρακος
τετραχάρακος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τετραγραμμώσεις παρουσιάζοντας τετραγωνίδια
τετραχάρακου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραχάρακος
τετραχάρακους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραχάρακος
τετραχάρακων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραχάρακος
τετραχηλισμένα	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένε	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένες	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένη	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένης	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένο	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένοι	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένος	adj|archaic	ξεσκεπασμένος, ακάλυπτος, φανερωμένος, ανοιγμένος
τετραχηλισμένου	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένους	=	τετραχηλισμένος
τετραχηλισμένων	=	τετραχηλισμένος
τετραχισμέ	=	τετραχισμός
τετραχισμοί	=	τετραχισμός
τετραχισμού	=	τετραχισμός
τετραχισμούς	=	τετραχισμός
τετραχισμό	=	τετραχισμός
τετραχισμός	noun|dated	ο διαμελισμός ενός καταδικασμένου σε θάνατο σε τέσσερα κομμάτια, με τα τέσσερα άκρα να δένονται σε τέσσερα ζώα (π.χ. άλογα) και τραβιούνται προς τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις
τετραχισμών	=	τετραχισμός
τετραχλωράνθρακα	=	τετραχλωράνθρακας
τετραχλωράνθρακας	noun	Χημική ένωση με τύπο CCl₄.
τετραχλωράνθρακες	=	τετραχλωράνθρακας
τετραχλωρίδια	=	τετραχλωρίδιο
τετραχλωρίδιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται τέσσερα άτομα χλωρίου
τετραχλωρίδιου	=	τετραχλωρίδιο
τετραχλωρίου	=	τετραχλώριο
τετραχλωρίων	=	τετραχλώριο
τετραχλωρίωση	noun	η με χημική αντίδραση αντικατάστασης, ή προσθήκης τεσσάρων ατόμων χλωρίου στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τετραχλωρίωσης	noun	γενική ενικού του τετραχλωρίωση
τετραχλωραιθυλένια	=	τετραχλωραιθυλένιο
τετραχλωραιθυλένιο	noun	ακόρεστη, άχρωμη και μη εύφλεκτη οργανική ένωση, με τύπο C₂Cl₄, χλωριωμένος διαλύτης που χρησιμοποιείται κυρίως για τον καθαρισμό ρούχων (στεγνό καθάρισμα) και ως απολιπαντικό σε βιομηχανικές διαδικασίες
τετραχλωραιθυλένιου	=	τετραχλωραιθυλένιο
τετραχλωραιθυλενίου	=	τετραχλωραιθυλένιο
τετραχλωραιθυλενίων	=	τετραχλωραιθυλένιο
τετραχλωρανθράκων	=	τετραχλωράνθρακας
τετραχλωριδίου	=	τετραχλωρίδιο
τετραχλωριδίων	=	τετραχλωρίδιο
τετραχλωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχλωρικό
τετραχλωρικέ	adj	κλητική ενικού του τετραχλωρικός
τετραχλωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχλωρική
τετραχλωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραχλωρικός
τετραχλωρικής	adj	γενική ενικού του τετραχλωρική
τετραχλωρικη	=	τετραχλωρικός
τετραχλωρικο	=	τετραχλωρικός
τετραχλωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραχλωρικός
τετραχλωρικού	adj	γενική ενικού του τετραχλωρικός
τετραχλωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραχλωρικός
τετραχλωρικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραχλωρικός
τετραχλωρικός	adj	αυτός που φέρει στο μόριό του τέσσερα άτομα χλωρίου
τετραχλωρικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραχλωρικός
τετραχλωριούχα	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχας	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχε	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχες	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχο	adj	αιτιατική ενικού του τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχοι	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τέσσερα άτομα χλωρίου
τετραχλωριούχου	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχους	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριούχων	=	τετραχλωριούχος
τετραχλωριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχλωρίωση
τετραχλωριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετραχλωρίωση
τετραχλωριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετραχλωρίωση
τετραχλωροαιθάνια	=	τετραχλωροαιθάνιο
τετραχλωροαιθάνιο	noun	κορεσμένη οργανική χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του αιθανίου
τετραχλωροαιθάνιου	=	τετραχλωροαιθάνιο
τετραχλωροαιθανίου	=	τετραχλωροαιθάνιο
τετραχλωροαιθανίων	=	τετραχλωροαιθάνιο
τετραχλωροαιθυλένια	=	τετραχλωροαιθυλένιο
τετραχλωροαιθυλένιο	noun	άλλη μορφή του τετραχλωραιθυλένιο
τετραχλωροαιθυλένιου	=	τετραχλωροαιθυλένιο
τετραχλωροαιθυλενίου	=	τετραχλωροαιθυλένιο
τετραχλωροαιθυλενίων	=	τετραχλωροαιθυλένιο
τετραχλωροβανάδια	=	τετραχλωροβανάδιο
τετραχλωροβανάδιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του βαναδίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο βανάδιο
τετραχλωροβανάδιου	=	τετραχλωροβανάδιο
τετραχλωροβαναδίου	=	τετραχλωροβανάδιο
τετραχλωροβαναδίων	=	τετραχλωροβανάδιο
τετραχλωρογερμάνια	=	τετραχλωρογερμάνιο
τετραχλωρογερμάνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του γερμανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο γερμάνιο
τετραχλωρογερμάνιου	=	τετραχλωρογερμάνιο
τετραχλωρογερμανίου	=	τετραχλωρογερμάνιο
τετραχλωρογερμανίων	=	τετραχλωρογερμάνιο
τετραχλωροζιρκονίου	=	τετραχλωροζιρκόνιο
τετραχλωροζιρκονίων	=	τετραχλωροζιρκόνιο
τετραχλωροζιρκόνια	=	τετραχλωροζιρκόνιο
τετραχλωροζιρκόνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του ζιρκονίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο ζιρκόνιο
τετραχλωροζιρκόνιου	=	τετραχλωροζιρκόνιο
τετραχλωροκασσίτερε	=	τετραχλωροκασσίτερος
τετραχλωροκασσίτερο	=	τετραχλωροκασσίτερος
τετραχλωροκασσίτεροι	=	τετραχλωροκασσίτερος
τετραχλωροκασσίτερος	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του κασσιτέρου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχος κασσίτερος
τετραχλωροκασσίτερου	=	τετραχλωροκασσίτερος
τετραχλωροκασσίτερους	=	τετραχλωροκασσίτερος
τετραχλωροκασσίτερων	=	τετραχλωροκασσίτερος
τετραχλωρομεθάνια	=	τετραχλωρομεθάνιο
τετραχλωρομεθάνιο	noun	άκυκλη οργανική χημική ένωση τετραχλωροπαράγωγο του μεθανίου, που είναι τοξική ουσία
τετραχλωρομεθάνιου	=	τετραχλωρομεθάνιο
τετραχλωρομεθανίου	=	τετραχλωρομεθάνιο
τετραχλωρομεθανίων	=	τετραχλωρομεθάνιο
τετραχλωρομολύβδου	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομολύβδους	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομολύβδων	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδε	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδο	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδοι	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδος	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του μολύβδου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχος μόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδου	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδους	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωρομόλυβδων	=	τετραχλωρομόλυβδος
τετραχλωροναφθαλίνια	=	τετραχλωροναφθαλίνιο
τετραχλωροναφθαλίνιο	noun	οργανική χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του ναφθαλινίου
τετραχλωροναφθαλίνιου	=	τετραχλωροναφθαλίνιο
τετραχλωροναφθαλινίου	=	τετραχλωροναφθαλίνιο
τετραχλωροναφθαλινίων	=	τετραχλωροναφθαλίνιο
τετραχλωροουράνια	=	τετραχλωροουράνιο
τετραχλωροουράνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του ουρανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο ουράνιο
τετραχλωροουράνιου	=	τετραχλωροουράνιο
τετραχλωροουρανίου	=	τετραχλωροουράνιο
τετραχλωροουρανίων	=	τετραχλωροουράνιο
τετραχλωροπαράγωγα	=	τετραχλωροπαράγωγο
τετραχλωροπαράγωγο	noun	χαρακτηρίζεται το παράγωγο χημικής αντίδρασης όπου στο μόριό μιας χημικής ένωσης φέρονται (μετά από αντικατάσταση, συμπλήρωση ή προσθήκη) τέσσερα άτομα χλωρίου
τετραχλωροπαράγωγου	=	τετραχλωροπαράγωγο
τετραχλωροπαράγωγων	=	τετραχλωροπαράγωγο
τετραχλωροπαραγώγου	=	τετραχλωροπαράγωγο
τετραχλωροπαραγώγων	=	τετραχλωροπαράγωγο
τετραχλωροπυρίτια	=	τετραχλωροπυρίτιο
τετραχλωροπυρίτιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του πυριτίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο πυρίτιο
τετραχλωροπυρίτιου	=	τετραχλωροπυρίτιο
τετραχλωροπυριτίου	=	τετραχλωροπυρίτιο
τετραχλωροπυριτίων	=	τετραχλωροπυρίτιο
τετραχλωροσελήνια	=	τετραχλωροσελήνιο
τετραχλωροσελήνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του σεληνίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο σελήνιο
τετραχλωροσελήνιου	=	τετραχλωροσελήνιο
τετραχλωροσεληνίου	=	τετραχλωροσελήνιο
τετραχλωροσεληνίων	=	τετραχλωροσελήνιο
τετραχλωροτελλουρίου	=	τετραχλωροτελλούριο
τετραχλωροτελλουρίων	=	τετραχλωροτελλούριο
τετραχλωροτελλούρια	=	τετραχλωροτελλούριο
τετραχλωροτελλούριο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του τελλουρίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο τελλούριο
τετραχλωροτελλούριου	=	τετραχλωροτελλούριο
τετραχλωροτιτάνια	=	τετραχλωροτιτάνιο
τετραχλωροτιτάνιο	noun	ανόργανη χημική ένωση, τετραχλωροπαράγωγο του τιτανίου, όπου και η ορθότερη ονομασία της είναι τετραχλωριούχο τιτάνιο
τετραχλωροτιτάνιου	=	τετραχλωροτιτάνιο
τετραχλωροτιτανίου	=	τετραχλωροτιτάνιο
τετραχλωροτιτανίων	=	τετραχλωροτιτάνιο
τετραχλώρια	=	τετραχλώριο
τετραχλώριο	noun	το χλωρίδιο, (ή χλωριούχος ουσία), που περιέχει στο μόριό της τέσσερα άτομα χλωρίου
τετραχλώριου	=	τετραχλώριο
τετραχορδία	noun	ομάδα τεσσάρων χορδών
τετραχορδίας	noun	γενική ενικού του τετραχορδία
τετραχορδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχορδία
τετραχορδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχορδικό
τετραχορδικέ	adj	κλητική ενικού του τετραχορδικός
τετραχορδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχορδική
τετραχορδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραχορδικός
τετραχορδικής	adj	γενική ενικού του τετραχορδική
τετραχορδικη	=	τετραχορδικός
τετραχορδικο	=	τετραχορδικός
τετραχορδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραχορδικός
τετραχορδικού	adj	γενική ενικού του τετραχορδικός
τετραχορδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραχορδικός
τετραχορδικό	adj	αιτιατική ενικού του τετραχορδικός
τετραχορδικός	adj	ο σχετικός με τετράχορδο
τετραχορδικών	adj	γενική πληθυντικού του τετραχορδικός
τετραχορδιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραχορδία
τετραχρονία	noun	σύνθεση τεσσάρων χρόνων
τετραχρονίας	noun	γενική ενικού του τετραχρονία
τετραχρονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχρονία
τετραχρονιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραχρονία
τετραχρονώ	verb	περιλαμβάνω τέσσερις χρόνους
τετραχρωμία	noun	η μέθοδος τυπογραφικής ανατύπωσης εικόνων με τέσσερις πλάκες διαφορετικού χρώματος (κίτρινο, κόκκινο, μπλε και μαύρο)
τετραχρωμίας	noun	γενική ενικού του τετραχρωμία
τετραχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραχρωμία
τετραχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραχρωμία
τετραχόθεν	adv|formal	από τέσσερις μεριές
τετραχόρου	=	τετράχορος
τετραχόρους	=	τετράχορος
τετραχόρων	=	τετράχορος
τετραψήφια	=	τετραψήφιος
τετραψήφιας	=	τετραψήφιος
τετραψήφιε	=	τετραψήφιος
τετραψήφιες	=	τετραψήφιος
τετραψήφιο	=	τετραψήφιος
τετραψήφιοι	=	τετραψήφιος
τετραψήφιος	adj	που αποτελείται από τέσσερα ψηφία, τέσσερις αριθμούς
τετραψήφιου	=	τετραψήφιος
τετραψήφιους	=	τετραψήφιος
τετραψήφιων	=	τετραψήφιος
τετραψίδου	=	τετράψιδο
τετραψίδων	=	τετράψιδο
τετραωδία	noun	μουσική σύνθεση για τέσσερις φωνές
τετραωδίας	noun	γενική ενικού του τετραωδία
τετραωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραωδία
τετραωδίου	=	τετραώδιο
τετραωδίων	=	τετραώδιο
τετραωδιών	noun	γενική πληθυντικού του τετραωδία
τετραωρία	noun	η χρονική διάρκεια τεσσάρων ωρών
τετραωρίας	noun	γενική ενικού του τετραωρία
τετραωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραωρία
τετραωριών	noun	γενική πληθυντικού του τετραωρία
τετραωρόφου	=	τετραώροφο
τετραωρόφων	=	τετραώροφο
τετραϋδρογονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραϋδρογονωμένο
τετραϋδρογονωμένε	verb	κλητική ενικού του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραϋδρογονωμένη
τετραϋδρογονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονωμένης	verb	γενική ενικού του τετραϋδρογονωμένη
τετραϋδρογονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονωμένος	verb	που στο μόριό του φέρει πρόσθετα τέσσερα άτομα υδρογόνου μετά από σχετική χημική αντίδραση
τετραϋδρογονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραϋδρογονωμένος
τετραϋδρογονώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραϋδρογόνωση
τετραϋδρογονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τετραϋδρογόνωση
τετραϋδρογονώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τετραϋδρογόνωση
τετραϋδρογόνωση	noun	η με χημική αντίδραση προσθήκη τεσσάρων ατόμων υδρογόνου στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τετραϋδρογόνωσης	noun	γενική ενικού του τετραϋδρογόνωση
τετραϋδροζολίνες	=	τετραϋδροζολίνη
τετραϋδροζολίνη	noun	τετραϋδρογονωμένο ετεροκυκλικό παράγωγο της ημιδαζολίνης, από την αιθυλενοδιαμίνη, που χρησιμοποιείται στην οφθαλμολογία σε σταγόνες ή ως ρινικό σπρέυ
τετραϋδροζολίνης	=	τετραϋδροζολίνη
τετραϋδροζολινών	=	τετραϋδροζολίνη
τετραϋδροκανναβινολών	=	τετραϋδροκανναβινόλη
τετραϋδροκανναβινόλες	=	τετραϋδροκανναβινόλη
τετραϋδροκανναβινόλη	noun	χημική ένωση την οποία περιέχουν τα αποξηραμένα άνθη μαριχουάνας και το χασίς
τετραϋδροκανναβινόλης	=	τετραϋδροκανναβινόλη
τετραϋδροναφθαλίνια	=	τετραϋδροναφθαλίνιο
τετραϋδροναφθαλίνιο	noun	τετραϋδρογονωμένο ναφθαλίνιο
τετραϋδροναφθαλίνιου	=	τετραϋδροναφθαλίνιο
τετραϋδροναφθαλινίου	=	τετραϋδροναφθαλίνιο
τετραϋδροναφθαλινίων	=	τετραϋδροναφθαλίνιο
τετραϋδροπυράνια	=	τετραϋδροπυράνιο
τετραϋδροπυράνιο	noun	τετραϋδρογονωμένο πυράνιο, ετεροκυκλική οργανική χημική ένωση σε υγρή μορφή που χρησιμοποιείται ως διαλύτης
τετραϋδροπυράνιου	=	τετραϋδροπυράνιο
τετραϋδροπυρανίου	=	τετραϋδροπυράνιο
τετραϋδροπυρανίων	=	τετραϋδροπυράνιο
τετραϋδροφολικά	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικέ	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικές	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολική	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικής	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικοί	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικού	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικούς	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικό	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικόα	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικόο	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικόου	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικός	adj	τετραϋδρογονωμένο παράγωγο του φολικού οξέος
τετραϋδροφολικόων	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφολικών	=	τετραϋδροφολικός
τετραϋδροφουράνια	=	τετραϋδροφουράνιο
τετραϋδροφουράνιο	noun	τετραυδρογονωμένο φουράνιο
τετραϋδροφουράνιου	=	τετραϋδροφουράνιο
τετραϋδροφουρανίου	=	τετραϋδροφουράνιο
τετραϋδροφουρανίων	=	τετραϋδροφουράνιο
τετραϋπόστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραϋπόστατο
τετραϋπόστατε	adj	κλητική ενικού του τετραϋπόστατος
τετραϋπόστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραϋπόστατη
τετραϋπόστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραϋπόστατος
τετραϋπόστατης	adj	γενική ενικού του τετραϋπόστατη
τετραϋπόστατο	adj	αιτιατική ενικού του τετραϋπόστατος
τετραϋπόστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραϋπόστατος
τετραϋπόστατος	adj	αυτός που αποτελείται από τέσσερα στοιχεία
τετραϋπόστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραϋπόστατος
τετραϋπόστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραϋπόστατος
τετραϋπόστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραϋπόστατος
τετραόβολα	=	τετραόβολο
τετραόβολο	noun	αρχαίο νόμισμα αξίας τεσσάρων οβολών, ή ίσο με δύο τρίτα της δραχμής
τετραόβολου	=	τετραόβολο
τετραόργυια	=	τετραόργυιος
τετραόργυιας	=	τετραόργυιος
τετραόργυιε	=	τετραόργυιος
τετραόργυιες	=	τετραόργυιος
τετραόργυιο	=	τετραόργυιος
τετραόργυιοι	=	τετραόργυιος
τετραόργυιος	adj	αυτός που έχει βάθος (ή πλάτος, ή μήκος) τεσσερις οργιές
τετραόργυιου	=	τετραόργυιος
τετραόργυιους	=	τετραόργυιος
τετραόργυιων	=	τετραόργυιος
τετραώδια	=	τετραώδιο
τετραώδιο	noun	εκκλησιαστικός ύμνος που φέρει τέσσερις ωδές
τετραώδιου	=	τετραώδιο
τετραώδιων	=	τετραώδιο
τετραώδου	=	τετράωδο
τετραώδων	=	τετράωδο
τετραώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραώνυμο
τετραώνυμε	adj	κλητική ενικού του τετραώνυμος
τετραώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετραώνυμη
τετραώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετραώνυμος
τετραώνυμης	adj	γενική ενικού του τετραώνυμη
τετραώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του τετραώνυμος
τετραώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετραώνυμος
τετραώνυμος	adj	αυτός που έχει, ή φέρεται με τέσσερις επωνυμίες
τετραώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετραώνυμος
τετραώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τετραώνυμος
τετραώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετραώνυμος
τετραώροφα	=	τετραώροφος
τετραώροφε	=	τετραώροφος
τετραώροφες	=	τετραώροφος
τετραώροφη	=	τετραώροφος
τετραώροφης	=	τετραώροφος
τετραώροφο	noun	οικοδόμημα που φέρει τέσσερις ορόφους
τετραώροφοι	=	τετραώροφος
τετραώροφος	adj	που αποτελείται από τέσσερις ορόφους
τετραώροφου	=	τετραώροφος
τετραώροφους	=	τετραώροφος
τετραώροφων	=	τετραώροφος
τετριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετριμμένο
τετριμμέναι	=	τετριμμένος
τετριμμένας	=	τετριμμένος
τετριμμένε	verb	κλητική ενικού του τετριμμένος
τετριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τετριμμένη
τετριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετριμμένος
τετριμμένην	=	τετριμμένος
τετριμμένης	verb	γενική ενικού του τετριμμένη
τετριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του τετριμμένος
τετριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τετριμμένος
τετριμμένος	verb	συνηθισμένος, κοινότοπος, καθόλου πρωτότυπος
τετριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τετριμμένος
τετριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τετριμμένος
τετριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τετριμμένος
τετροδοτοξίνες	=	τετροδοτοξίνη
τετροδοτοξίνη	noun	ισχυρή νευροτοξίνη φυσικής προέλευσης, η οποία εμποδίζει τη μετάδοση των νευρικών ώσεων και μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα, παράλυση των μυών και, σε σοβαρές περιπτώσεις, αναπνευστική ανεπάρκεια και θάνατο (απαντά κυρίως σε ορισμένα είδη τετραοδοντόμορφων ψαριών, όπως ο λαγοκέφαλος)
τετροδοτοξίνης	=	τετροδοτοξίνη
τετροδοτοξινών	=	τετροδοτοξίνη
τετροξείδια	=	τετροξείδιο
τετροξείδιο	noun	οξείδιο στο μόριο του οποίου περιέχονται τέσσερα άτομα οξυγόνου
τετροξείδιου	=	τετροξείδιο
τετροξειδίου	noun	γενική ενικού του τετροξείδιο
τετροξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του τετροξείδιο
τευτέρι	noun	σημειωματάριο, τεφτέρι
τευτέρια	=	τευτέρι
τευτεριού	=	τευτέρι
τευτεριών	=	τευτέρι
τευτλοκαλλιέργεια	noun	καλλιέργεια τεύτλων
τευτλοκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του τευτλοκαλλιέργεια
τευτλοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τευτλοκαλλιέργεια
τευτλοκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του τευτλοκαλλιέργεια
τευτλοπαραγωγά	=	τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγέ	noun	κλητική ενικού του τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγο	=	τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγος	=	τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγού	noun	γενική ενικού του τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του τευτλοπαραγωγός
τευτλοπαραγωγός	noun	ο άνθρωπος που παράγει τεύτλα	adj	που παράγει τεύτλα
τευτλοπαραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του τευτλοπαραγωγός
τευτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τευτονικό
τευτονικέ	adj	κλητική ενικού του τευτονικός
τευτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τευτονική
τευτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τευτονικός
τευτονικής	adj	γενική ενικού του τευτονική
τευτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τευτονικός
τευτονικού	adj	γενική ενικού του τευτονικός
τευτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τευτονικός
τευτονικό	adj	αιτιατική ενικού του τευτονικός
τευτονικός	adj	που σχετίζεται με τους Τεύτονες
τευτονικών	adj	γενική πληθυντικού του τευτονικός
τευτόνων	=	τεύτονας
τευχών	=	τεύχος
τεφαα	abbrev	τμήμα σε ορισμένα πανεπιστήμια που ασχολείται με την επιστήμη του αθλητισμού
τεφαρίκι	noun	το πολύ καλής ποιότητας πράγμα (λέγεται και ειρωνικά)
τεφαρίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεφαρίκι
τεφαρικιού	=	τεφαρίκι
τεφαρικιών	=	τεφαρίκι
τεφλόν	noun	κοινή και εμπορική ονομασία της πολυμερούς ένωσης πολυτετραφθοροαιθυλένιο
τεφρά	=	τεφρός
τεφράς	=	τεφρός
τεφρέ	adj	κλητική ενικού του τεφρός
τεφρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεφρή
τεφρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεφρός
τεφρής	adj	γενική ενικού του τεφρή
τεφροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεφρός
τεφροδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεφροδοχείο
τεφροδοχείο	noun	άλλη μορφή του τεφροδόχος
τεφροδοχείου	noun	γενική ενικού του τεφροδοχείο
τεφροδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του τεφροδοχείο
τεφροδοχών	=	τεφροδόχη
τεφροδόχε	=	τεφροδόχος
τεφροδόχες	=	τεφροδόχη
τεφροδόχη	noun	χώρος που δέχεται τη στάχτη από καμένα υλικά
τεφροδόχης	=	τεφροδόχη
τεφροδόχο	=	τεφροδόχος
τεφροδόχοι	=	τεφροδόχος
τεφροδόχος	noun	το δοχείο που περιέχει τη στάχτη ενός νεκρού που αποτεφρώθηκε
τεφροδόχου	=	τεφροδόχος
τεφροδόχους	=	τεφροδόχος
τεφροδόχων	=	τεφροδόχος
τεφροειδές	=	τεφροειδής
τεφροειδή	=	τεφροειδής
τεφροειδής	adj	άλλη μορφή του τεφρώδης
τεφροειδείς	=	τεφροειδής
τεφροειδούς	=	τεφροειδής
τεφροειδών	=	τεφροειδής
τεφρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση της στάχτης (τέφρας)
τεφρομαντείας	=	τεφρομαντεία
τεφρομαντείες	=	τεφρομαντεία
τεφρομαντειών	=	τεφρομαντεία
τεφρού	adj	γενική ενικού του τεφρός
τεφρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεφρός
τεφρωδών	=	τεφρώδης
τεφρό	adj	αιτιατική ενικού του τεφρός
τεφρόλευκος	adj|rare	που το χρώμα του είναι ανάμεσα στο χρώμα της τέφρας και το λευκό
τεφρόμαυρος	adj|rare	που το χρώμα του είναι ανάμεσα στο χρώμα της τέφρας και το μαύρο
τεφρός	adj|archaic	σταχτής, με το χρώμα της τέφρας
τεφρώδεις	=	τεφρώδης
τεφρώδες	=	τεφρώδης
τεφρώδη	=	τεφρώδης
τεφρώδης	adj	που μοιάζει με την τέφρα ως προς το χρώμα ή τη σύσταση
τεφρώδους	=	τεφρώδης
τεφρών	adj	γενική πληθυντικού του τεφρός	noun	γενική πληθυντικού του τέφρα
τεφτέρι	noun|dated	το σημειωματάριο
τεφτέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεφτέρι
τεφτεριού	=	τεφτέρι
τεφτεριών	=	τεφτέρι
τεχνάζεσαι	=	τεχνάζομαι
τεχνάζεστε	=	τεχνάζομαι
τεχνάζεται	=	τεχνάζομαι
τεχνάζομαι	verb	επινοώ πονηρό ή έξυπνο τέχνασμα
τεχνάζονται	=	τεχνάζομαι
τεχνάζονταν	=	τεχνάζομαι
τεχνάζου	=	τεχνάζομαι
τεχνάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέχνασμα
τεχνάσματος	noun	γενική ενικού του τέχνασμα
τεχνάσου	=	τεχνάζομαι
τεχνάστηκα	=	τεχνάζομαι
τεχνάστηκαν	=	τεχνάζομαι
τεχνάστηκε	=	τεχνάζομαι
τεχνάστηκες	=	τεχνάζομαι
τεχνέργου	=	τέχνεργο
τεχνέργων	=	τέχνεργο
τεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τέχνημα
τεχνήματος	noun	γενική ενικού του τέχνημα
τεχνήτιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 43 και χημικό σύμβολο το Tc
τεχνίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνίτης
τεχνίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τεχνίτης
τεχνίτης	noun	ο επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση
τεχνίτρα	noun	η επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση
τεχνίτρας	noun	γενική ενικού του τεχνίτρα
τεχνίτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνίτρα
τεχνίτρια	noun	η επαγγελματίας ×που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση
τεχνίτριας	noun	γενική ενικού του τεχνίτρια
τεχνίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνίτρια
τεχναζόμασταν	=	τεχνάζομαι
τεχναζόμαστε	=	τεχνάζομαι
τεχναζόμουν	=	τεχνάζομαι
τεχναζόμουνα	=	τεχνάζομαι
τεχναζόντουσαν	=	τεχνάζομαι
τεχναζόσασταν	=	τεχνάζομαι
τεχναζόσαστε	=	τεχνάζομαι
τεχναζόσουν	=	τεχνάζομαι
τεχναζόσουνα	=	τεχνάζομαι
τεχναζόταν	=	τεχνάζομαι
τεχναζότανε	=	τεχνάζομαι
τεχνασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τέχνασμα
τεχνασμένος	=	τεχνάζομαι
τεχναστήκαμε	=	τεχνάζομαι
τεχναστήκαν	=	τεχνάζομαι
τεχναστήκανε	=	τεχνάζομαι
τεχναστήκατε	=	τεχνάζομαι
τεχναστεί	=	τεχνάζομαι
τεχναστείτε	=	τεχνάζομαι
τεχνηέντως	adv	με επιδέξιο τρόπο, έντεχνα
τεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τέχνημα
τεχνητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεχνητός	adv	με τεχνητό τρόπο
τεχνητέ	adj	κλητική ενικού του τεχνητός
τεχνητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνητή
τεχνητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνητός
τεχνητής	adj	γενική ενικού του τεχνητή
τεχνητίου	=	τεχνήτιο
τεχνητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνητός
τεχνητού	adj	γενική ενικού του τεχνητός
τεχνητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνητός
τεχνητό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνητός
τεχνητός	adj	που είναι κατασκευασμένος με τεχνικά μέσα και μοιάζει στην λειτουργία με κάτι φυσικό
τεχνητών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνητός
τεχνητώς	adv|dated	τεχνητά
τεχνικά	adv	με τεχνικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεχνικός
τεχνικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνικός
τεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνική
τεχνική	noun	οι εμπειρικές ή / και επιστημονικές μέθοδοι εκτέλεσης μιας εργασίας, ενός έργου, και επίτευξης κάποιου στόχου ή ενός αποτελέσματος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνικός
τεχνικής	adj	γενική ενικού του τεχνική
τεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνικός
τεχνικογεωλογικά	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικέ	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικές	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογική	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικής	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικοί	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικού	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικούς	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικό	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικογεωλογικός	adj	που είναι τεχνικός και γεωλογικός
τεχνικογεωλογικών	=	τεχνικογεωλογικός
τεχνικοεπισκευαστικά	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικέ	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικές	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστική	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικής	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικοί	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικού	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικούς	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικό	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεπισκευαστικός	adj	που έχει σχέση με την συντήρηση και την αποκατάσταση βλαβών και απαιτείται συνδυασμός τεχνικών εργασιών και επισκευών
τεχνικοεπισκευαστικών	=	τεχνικοεπισκευαστικός
τεχνικοεφοδιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνικοεφοδιαστικό
τεχνικοεφοδιαστικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικοεφοδιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνικοεφοδιαστική
τεχνικοεφοδιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικοεφοδιαστικής	adj	γενική ενικού του τεχνικοεφοδιαστική
τεχνικοεφοδιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικοεφοδιαστικού	adj	γενική ενικού του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικοεφοδιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικοεφοδιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικοεφοδιαστικός	adj	σχετικός με την παροχή, τον εξοπλισμό και την υποστήριξη τεχνικών ή υλικών μέσων, ιδίως για επιχειρησιακούς ή βιομηχανικούς σκοπούς
τεχνικοεφοδιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνικοεφοδιαστικός
τεχνικολειτουργικά	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικέ	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικές	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργική	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικής	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικοί	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικού	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικούς	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικό	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικολειτουργικός	adj	που είναι τεχνικός και λειτουργικός ταυτόχρονα
τεχνικολειτουργικών	=	τεχνικολειτουργικός
τεχνικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της μετατροπής κάποιου ή κάτι σε τεχνικό
τεχνικοποίησης	=	τεχνικοποίηση
τεχνικοποιήσεις	=	τεχνικοποίηση
τεχνικοποιήσεων	=	τεχνικοποίηση
τεχνικοτήτων	=	τεχνικότητα
τεχνικού	adj	γενική ενικού του τεχνικός
τεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνικός
τεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνικός
τεχνικός	adj	σχετικός με την πρακτική εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων	noun	επιστήμονας που ειδικεύεται στην πρακτική εφαρμογή θεωρητικών επιστημών
τεχνικότατα	=	τεχνικός
τεχνικότατε	=	τεχνικός
τεχνικότατες	=	τεχνικός
τεχνικότατη	=	τεχνικός
τεχνικότατης	=	τεχνικός
τεχνικότατο	=	τεχνικός
τεχνικότατοι	=	τεχνικός
τεχνικότατος	=	τεχνικός
τεχνικότατου	=	τεχνικός
τεχνικότατους	=	τεχνικός
τεχνικότατων	=	τεχνικός
τεχνικότερα	=	τεχνικός
τεχνικότερε	=	τεχνικός
τεχνικότερες	=	τεχνικός
τεχνικότερη	=	τεχνικός
τεχνικότερης	=	τεχνικός
τεχνικότερο	=	τεχνικός
τεχνικότεροι	=	τεχνικός
τεχνικότερος	=	τεχνικός
τεχνικότερου	=	τεχνικός
τεχνικότερους	=	τεχνικός
τεχνικότερων	=	τεχνικός
τεχνικότης	noun	τεχνικότητα
τεχνικότητα	noun	τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός έργου
τεχνικότητας	=	τεχνικότητα
τεχνικότητες	=	τεχνικότητα
τεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνικός
τεχνικώς	adv|formal	τεχνικά
τεχνιτριών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνίτρια
τεχνιτρών	=	τεχνίτρα
τεχνιτών	=	τεχνίτης
τεχνοβλαστέ	=	τεχνοβλαστός
τεχνοβλαστοί	=	τεχνοβλαστός
τεχνοβλαστού	=	τεχνοβλαστός
τεχνοβλαστούς	=	τεχνοβλαστός
τεχνοβλαστό	=	τεχνοβλαστός
τεχνοβλαστός	noun	νέα εταιρεία που δημιουργείται μέσω απόσχισης από έναν υπάρχοντα οργανισμό (π.χ. πανεπιστήμιο, ερευνητικό κέντρο ή μεγάλη επιχείρηση) με στόχο την εμπορική αξιοποίηση καινοτόμων ιδεών, τεχνολογιών ή ερευνητικών αποτελεσμάτων, ενώ, αν και συνδέεται στενά με τον φορέα προέλευσής της, λειτουργεί ανεξάρτητα, για να αναπτύξει και να διαθέσει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της στην αγορά
τεχνοβλαστών	=	τεχνοβλαστός
τεχνογνωσία	noun	ένα σύνολο τεχνικών γνώσεων, σχετικών με ένα ορισμένο πεδίο
τεχνογνωσίας	noun	γενική ενικού του τεχνογνωσία
τεχνογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνογνωσία
τεχνογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνογνωσία
τεχνογραφία	noun	η μελέτη, περιγραφή ή καταγραφή των τεχνών, των τεχνικών και των πρακτικών που χρησιμοποιούνται από διάφορες κοινωνίες ή λαούς, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της παραδοσιακής τέχνης και χειροτεχνίας
τεχνογραφίας	=	τεχνογραφία
τεχνογραφίες	=	τεχνογραφία
τεχνογραφιών	=	τεχνογραφία
τεχνοδίκης	noun|rare	κριτής ή βαθμολογητής σε καλλιτεχνικό διαγωνισμό ή διαγωνισμό τεχνουργημάτων
τεχνοδομές	=	τεχνοδομή
τεχνοδομή	noun	οι εξειδικευμένοι επιστήμονες και στελέχη με εμπειρία, τεχνογνωσία, με τεχνικά μέσα και εργαλεία καθώς και συμμετοχή στη λήψη (κρίσιμων) αποφάσεων
τεχνοδομής	=	τεχνοδομή
τεχνοδομών	=	τεχνοδομή
τεχνοηθική	noun	κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τα ηθικά ζητήματα και τις αξιακές προκλήσεις που προκύπτουν από την ανάπτυξη και τη χρήση της τεχνολογίας, εξετάζει πώς η τεχνολογία επηρεάζει τις κοινωνικές δομές, την ατομική ηθική, και θέματα όπως η ιδιωτικότητα, η ασφάλεια, η δικαιοσύνη και αντιμετωπίζει ερωτήματα σχετικά με το πώς πρέπει να χρησιμοποιούμε νέες τεχνολογίες (τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία) και πώς αυτές μπορούν να ωφελήσουν ή να βλάψουν τον άνθρωπο και την κοινωνία
τεχνοηθικής	=	τεχνοηθική
τεχνοκάπηλε	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκάπηλο	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκάπηλοι	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκάπηλος	noun|formal	που χρησιμοποιεί ή αντιμετωπίζει την τέχνη και τα καλλιτεχνήματα ως εμπορεύσιμο είδος για την προσπόριση οικονομικού οφέλους
τεχνοκάπηλου	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκάπηλους	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκάπηλων	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκαπήλου	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκαπήλους	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκαπήλων	=	τεχνοκάπηλος
τεχνοκαπηλία	noun|formal	η χρησιμοποίηση ή η αντιμετώπιση της τέχνης και των καλλιτεχνημάτων ως εμπορεύσιμου είδους για τον προσπορισμό οικονομικού οφέλους
τεχνοκαπηλίας	=	τεχνοκαπηλία
τεχνοκαπηλίες	=	τεχνοκαπηλία
τεχνοκαπηλιών	=	τεχνοκαπηλία
τεχνοκοινωνικά	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικέ	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικές	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνική	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικής	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικοί	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικού	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικούς	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικό	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκοινωνικός	adj	που αφορά την κοινωνία υπό τεχνολογική άποψη
τεχνοκοινωνικών	=	τεχνοκοινωνικός
τεχνοκουλτούρα	noun	ο πολιτισμός όπως επηρεάζεται από την τεχνολογία, ιδίως από την τεχνολογία των υπολογιστών και το διαδίκτυο
τεχνοκουλτούρας	=	τεχνοκουλτούρα
τεχνοκουλτούρες	=	τεχνοκουλτούρα
τεχνοκράτες	=	τεχνοκράτης
τεχνοκράτη	=	τεχνοκράτης
τεχνοκράτης	noun	στέλεχος του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα με ανώτατη κατάρτιση και εμπειρία σε συγκεκριμένο τεχνικό τομέα
τεχνοκράτισσας	noun	γενική ενικού του τεχνοκράτισσα
τεχνοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκράτισσα
τεχνοκρίτες	=	τεχνοκρίτης
τεχνοκρίτη	=	τεχνοκρίτης
τεχνοκρίτης	noun	κριτικός έργων τέχνης
τεχνοκρίτου	=	τεχνοκρίτης
τεχνοκρατία	noun	πολιτικοοικονομική θεωρία ή σύστημα που δίνει έμφαση στην τεχνολογία ως παράγοντα προόδου και ευημερίας
τεχνοκρατίας	noun	γενική ενικού του τεχνοκρατία
τεχνοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκρατία
τεχνοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκρατικό
τεχνοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκρατική
τεχνοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατικής	adj	γενική ενικού του τεχνοκρατική
τεχνοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατικού	adj	γενική ενικού του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατικός	adj	που αναφέρεται στην τεχνοκρατία ή τη χαρακτηρίζει
τεχνοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνοκρατικός
τεχνοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνοκράτισσα
τεχνοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνοκρατία
τεχνοκρατών	=	τεχνοκράτης
τεχνοκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκριτικό
τεχνοκριτικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκριτική
τεχνοκριτική	noun	η ενασχόληση (επαγγελματική ή μη) με την κρίση και τον σχολιασμό έργων τέχνης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικής	adj	γενική ενικού του τεχνοκριτική
τεχνοκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικού	adj	γενική ενικού του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτικός	adj	που έχει σχέση με την τεχνοκριτική (την κριτική έργων τέχνης) ή αναφέρεται σ’ αυτή	noun	άλλη μορφή του τεχνοκρίτης
τεχνοκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνοκριτικός
τεχνοκριτών	=	τεχνοκρίτης
τεχνολογήσαμε	=	τεχνολογώ
τεχνολογήσαν	=	τεχνολογώ
τεχνολογήσανε	=	τεχνολογώ
τεχνολογήσατε	=	τεχνολογώ
τεχνολογήσει	=	τεχνολογώ
τεχνολογήστε	=	τεχνολογώ
τεχνολογία	noun	το σύνολο των δραστηριοτήτων που αφορούν στην τεχνική εφαρμογή της (θεωρητικής) επιστημονικής γνώσης με στόχο τη δημιουργία αντικειμένων με πρακτικό όφελος
τεχνολογίας	noun	γενική ενικού του τεχνολογία
τεχνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνολογία
τεχνολογεί	=	τεχνολογώ
τεχνολογείς	=	τεχνολογώ
τεχνολογείτε	=	τεχνολογώ
τεχνολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνολογημένο
τεχνολογημένε	verb	κλητική ενικού του τεχνολογημένος
τεχνολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνολογημένη
τεχνολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνολογημένος
τεχνολογημένης	verb	γενική ενικού του τεχνολογημένη
τεχνολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του τεχνολογημένος
τεχνολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνολογημένος
τεχνολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τεχνολογημένος
τεχνολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τεχνολογημένος
τεχνολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τεχνολογημένος
τεχνολογικά	adv	με τεχνολογικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεχνολογικός
τεχνολογικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνολογικός
τεχνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνολογική
τεχνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνολογικός
τεχνολογικής	adj	γενική ενικού του τεχνολογική
τεχνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνολογικός
τεχνολογικού	adj	γενική ενικού του τεχνολογικός
τεχνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνολογικός
τεχνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνολογικός
τεχνολογικός	adj	που έχει σχέση με την τεχνολογία, βασίζεται ή αναφέρεται σ’ αυτή
τεχνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνολογικός
τεχνολογισμέ	=	τεχνολογισμός
τεχνολογισμοί	=	τεχνολογισμός
τεχνολογισμού	=	τεχνολογισμός
τεχνολογισμούς	=	τεχνολογισμός
τεχνολογισμό	=	τεχνολογισμός
τεχνολογισμός	noun	η θεωρία ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας
τεχνολογισμών	=	τεχνολογισμός
τεχνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνολογία
τεχνολογούμαι	=	τεχνολογώ
τεχνολογούμε	=	τεχνολογώ
τεχνολογούν	=	τεχνολογώ
τεχνολογούνε	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσα	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσαμε	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσαν	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσανε	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσατε	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσε	=	τεχνολογώ
τεχνολογούσες	=	τεχνολογώ
τεχνολογώ	verb	προβαίνω σε γραμματική ανάλυση λέξης
τεχνολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τεχνολογώ
τεχνολόγε	noun	κλητική ενικού του τεχνολόγος
τεχνολόγει	=	τεχνολογώ
τεχνολόγησα	=	τεχνολογώ
τεχνολόγησαν	=	τεχνολογώ
τεχνολόγησε	=	τεχνολογώ
τεχνολόγησες	=	τεχνολογώ
τεχνολόγο	noun	αιτιατική ενικού του τεχνολόγος
τεχνολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνολόγος
τεχνολόγος	noun	ειδικός στην τεχνολογία κάποιου αντικειμένου
τεχνολόγου	noun	γενική ενικού του τεχνολόγος
τεχνολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεχνολόγος
τεχνολόγων	noun	γενική πληθυντικού του τεχνολόγος
τεχνοοικονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοοικονομικό
τεχνοοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνοοικονομικός
τεχνοοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοοικονομική
τεχνοοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνοοικονομικός
τεχνοοικονομικής	adj	γενική ενικού του τεχνοοικονομική
τεχνοοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνοοικονομικός
τεχνοοικονομικού	adj	γενική ενικού του τεχνοοικονομικός
τεχνοοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνοοικονομικός
τεχνοοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνοοικονομικός
τεχνοοικονομικός	adj	που σχετίζεται με την ταυτόχρονη εξέταση τεχνολογικών και οικονομικών παραμέτρων για τη λήψη αποφάσεων ή την αξιολόγηση έργων και διαδικασιών
τεχνοοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνοοικονομικός
τεχνοσφαιρών	=	τεχνόσφαιρα
τεχνοτροπία	noun	οι εκφραστικοί και λοιποί καλλιτεχνικοί τρόποι και μέσα που χρησιμοποιούνται από κάποιο καλλιτέχνη, προκειμένου να ολοκληρώσει το καλλιτεχνικό του δημιούργημα
τεχνοτροπίας	noun	γενική ενικού του τεχνοτροπία
τεχνοτροπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοτροπία
τεχνοτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τεχνοτροπικός	adv	από τεχνοτροπικής απόψεως
τεχνοτροπικέ	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικές	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπική	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικής	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικοί	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικού	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικούς	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικό	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπικός	adj	που έχει σχέση με την τεχνοτροπία ή αναφέρεται σʼ αυτή
τεχνοτροπικών	=	τεχνοτροπικός
τεχνοτροπιών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνοτροπία
τεχνουργέ	noun	κλητική ενικού του τεχνουργός
τεχνουργήθηκα	=	τεχνουργώ
τεχνουργήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργούμαι
τεχνουργήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργούμαι
τεχνουργήθηκες	=	τεχνουργώ
τεχνουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνούργημα
τεχνουργήματος	noun	γενική ενικού του τεχνούργημα
τεχνουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσαν	=	τεχνουργώ
τεχνουργήσανε	=	τεχνουργώ
τεχνουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσεων	=	τεχνούργηση
τεχνουργήσου	=	τεχνουργώ
τεχνουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τεχνουργώ
τεχνουργίας	=	τεχνουργία
τεχνουργίες	=	τεχνουργία
τεχνουργεί	=	τεχνουργώ
τεχνουργείς	=	τεχνουργώ
τεχνουργείσαι	=	τεχνουργώ
τεχνουργείστε	=	τεχνουργώ
τεχνουργείται	=	τεχνουργώ
τεχνουργείτε	=	τεχνουργώ
τεχνουργηθήκαμε	=	τεχνουργώ
τεχνουργηθήκαν	=	τεχνουργώ
τεχνουργηθήκανε	=	τεχνουργώ
τεχνουργηθήκατε	=	τεχνουργώ
τεχνουργηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεχνουργούμαι
τεχνουργηθείτε	=	τεχνουργώ
τεχνουργηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεχνουργούμαι
τεχνουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τεχνούργημα
τεχνουργημένος	=	τεχνουργώ
τεχνουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνουργικό	adv	με τεχνουργικό τρόπο
τεχνουργικέ	adj	κλητική ενικού του τεχνουργικός
τεχνουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνουργική
τεχνουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τεχνουργικός
τεχνουργικής	adj	γενική ενικού του τεχνουργική
τεχνουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνουργικός
τεχνουργικού	adj	γενική ενικού του τεχνουργικός
τεχνουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τεχνουργικός
τεχνουργικό	adj	αιτιατική ενικού του τεχνουργικός
τεχνουργικός	adj	που έχει σχέση με τον τεχνουργό ή την τεχνουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά
τεχνουργικών	adj	γενική πληθυντικού του τεχνουργικός
τεχνουργικώς	adv|formal	με τεχνουργικό τρόπο
τεχνουργιών	=	τεχνουργία
τεχνουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεχνουργός
τεχνουργού	noun	γενική ενικού του τεχνουργός
τεχνουργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τεχνουργώ
τεχνουργούμασταν	=	τεχνουργώ
τεχνουργούμαστε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούμε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούμουν	=	τεχνουργώ
τεχνουργούν	=	τεχνουργώ
τεχνουργούνε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούνται	=	τεχνουργώ
τεχνουργούνταν	=	τεχνουργώ
τεχνουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεχνουργός
τεχνουργούσα	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσαμε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσαν	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσανε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσασταν	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσαστε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσατε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσε	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσες	=	τεχνουργώ
τεχνουργούσουν	=	τεχνουργώ
τεχνουργό	noun	αιτιατική ενικού του τεχνουργός
τεχνουργός	noun	που τεχνουργεί
τεχνουργώ	verb	δημιουργώ κάτι με τέχνη ή με καλλιτεχνικό τρόπο, με καλλιτεχνικότητα
τεχνουργών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνουργός
τεχνουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τεχνουργώ
τεχνοφοβία	noun	ο φόβος ή / και το άγχος προς τις νέες τεχνολογίες, για παράδειγμα προς τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές
τεχνοφοβίας	noun	γενική ενικού του τεχνοφοβία
τεχνοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεχνοφοβία
τεχνοφοβικά	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικέ	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικές	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβική	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικής	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικοί	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικού	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικούς	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικό	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβικός	adj	που διακατέχεται από τεχνοφοβία ή σχετίζεται με αυτήν
τεχνοφοβικών	=	τεχνοφοβικός
τεχνοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του τεχνοφοβία
τεχνούργημα	noun	έργο τέχνης, τεχνικό κατασκεύασμα
τεχνούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τεχνουργώ
τεχνούργηση	noun	η ενέργεια του τεχνουργώ, η κατασκευή ενός έργου τέχνης
τεχνούργησης	=	τεχνούργηση
τεχνόμορφα	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφε	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφες	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφη	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφης	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφο	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφοι	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφος	adj	που αφορά κάτι που έχει σχήμα, μορφή ή χαρακτηριστικά εμπνευσμένα από την τεχνολογία ή τα τεχνητά αντικείμενα
τεχνόμορφου	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφους	=	τεχνόμορφος
τεχνόμορφων	=	τεχνόμορφος
τεχνόσφαιρα	noun	το σύνολο των τεχνητών κατασκευών, δομών και υλικών που έχουν δημιουργηθεί από τον άνθρωπο στη γη, όπως κτήρια, δρόμοι, μηχανήματα και υποδομές
τεχνόσφαιρας	=	τεχνόσφαιρα
τεχνόσφαιρες	=	τεχνόσφαιρα
τεχνών	noun	γενική πληθυντικού του τέχνη
τεχνῖτις	noun	τεχνίτρια
τεϊλορισμέ	noun	κλητική ενικού του τεϊλορισμός
τεϊλορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τεϊλορισμός
τεϊλορισμού	noun	γενική ενικού του τεϊλορισμός
τεϊλορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τεϊλορισμός
τεϊλορισμό	noun	αιτιατική ενικού του τεϊλορισμός
τεϊλορισμός	noun	σύστημα επιστημονικής διαχείρισης της εργασίας (που ανέπτυξε ο Frederick Winslow Taylor στις αρχές τού 20ού αιώνα) με στόχο τη βελτιστοποίηση της παραγωγικότητας μέσω του καταμερισμού εργασίας, της τυποποίησης διαδικασιών και της στενής επίβλεψης των εργαζομένων
τεϊλορισμών	noun	γενική πληθυντικού του τεϊλορισμός
τεϊνών	=	τεΐνη
τεϊοδοχών	=	τεϊοδόχη
τεϊοδόχες	=	τεϊοδόχη
τεϊοδόχη	noun|dated	η τσαγιέρα
τεϊοδόχης	=	τεϊοδόχη
τεϊοποσία	noun	η πόση τέιου, το να πίνει κάποιος τσάι
τεϊοποσίας	noun	γενική ενικού του τεϊοποσία
τεϊοποσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεϊοποσία
τεϊοποσιών	noun	γενική πληθυντικού του τεϊοποσία
τεϊοποτεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεϊοποτείο
τεϊοποτείο	noun	χώρος αναψυχής, κατάστημα που ορίζεται για το σερβίρισμα και την πόση τέιου, τσαγιού
τεϊοποτείου	noun	γενική ενικού του τεϊοποτείο
τεϊοποτείων	noun	γενική πληθυντικού του τεϊοποτείο
τεϊοποτών	=	τεϊοπότης
τεϊοπωλεία	=	τεϊοπωλείο
τεϊοπωλείο	noun	κατάστημα όπου πωλείται τσάι (τέιο), φύλλα τσαγιού και άλλα συναφή
τεϊοπωλείου	=	τεϊοπωλείο
τεϊοπωλείων	=	τεϊοπωλείο
τεϊοπότες	=	τεϊοπότης
τεϊοπότη	=	τεϊοπότης
τεϊοπότης	noun	αυτός που πίνει τέιο / τσάι
τεϊοπότισσα	=	τεϊοπότης
τεϊόδενδρα	=	τεϊόδενδρο
τεϊόδενδρο	noun	άλλη μορφή του τεϊόδεντρο
τεϊόδενδρου	=	τεϊόδενδρο
τεϊόδενδρων	=	τεϊόδενδρο
τεϊόδεντρα	=	τεϊόδεντρο
τεϊόδεντρο	noun	αειθαλές τροπικό φυτό (Camellia sinensis, γένος Καμέλια της οικογένειας Τεΐδες Theaceae), από τα νεαρά φύλλα και τους οφθαλμούς του οποίου παρασκευάζεται το αφέψημα τσάι
τεϊόδεντρου	=	τεϊόδεντρο
τεϊόδεντρων	=	τεϊόδεντρο
τεύτλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τεύτλο
τεύτλο	noun	γένος εδώδιμων, ποωδών φυτών, όπως το ζαχαρότευτλο, το σέσκουλο, το παντζάρι ή κοκκινογούλι κ.ά.
τεύτλου	noun	γενική ενικού του τεύτλο
τεύτλων	noun	γενική πληθυντικού του τεύτλο
τεύτονα	=	τεύτονας
τεύτονας	noun	μέλος των Τευτόνων, μια γερμανική φυλή που καταγόταν από τη Γιουτλάνδη
τεύτονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τεύτονας
τεύτων	noun	ο Τεύτονας
τεύχη	=	τεύχος
τεύχος	noun	κάθε έκδοση ενός περιοδικού, ένθετου, κ.λπ. που κυκλοφορεί σε τακτά χρονικά διαστήματα (εβδομαδιαίο, μηνιαίο κ.ο.κ.)
τεύχους	=	τεύχος
τζάγκουαρ	noun	ο ιαγουάρος
τζάζαμε	=	τζάζω
τζάζαν	=	τζάζω
τζάζανε	=	τζάζω
τζάζατε	=	τζάζω
τζάζε	=	τζάζω
τζάζει	=	τζάζω
τζάζεις	=	τζάζω
τζάζετε	=	τζάζω
τζάζοντας	=	τζάζω
τζάζουμε	=	τζάζω
τζάζουν	=	τζάζω
τζάζουνε	=	τζάζω
τζάζω	verb|slang	διώχνω (συνήθως κάποιον ανεπιθύμητο), ξεφορτώνομαι
τζάκα	noun	άλλη μορφή του τσάκα
τζάκας	noun	γενική ενικού του τζάκα
τζάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζάκα
τζάκετ	noun	είδος πανωφοριού (συνήθως στρατιωτικό)
τζάκι	noun	η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο
τζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζάκι
τζάμαρα	=	τζαμάρω
τζάμαραν	=	τζαμάρω
τζάμαρε	=	τζαμάρω
τζάμαρες	=	τζαμάρω
τζάμι	noun	λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί ή άλλο παρεμφερές υλικό που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα)
τζάμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζάμι
τζάμπα	adv	δωρεάν
τζάμπολ	noun|informal	· ξεκίνημα αγώνα ή φάσης του αγώνα με πέταγμα της μπάλας ψηλά και δύο παίκτες από τις αντίπαλες ομάδες να πηδάνε για να τη διεκδικήσουν
τζάμωνα	=	τζαμώνω
τζάμωναν	=	τζαμώνω
τζάμωνε	=	τζαμώνω
τζάμωνες	=	τζαμώνω
τζάμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζάμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζάμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζάμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζάνεμ	intj	αγαπημένε (αγαπημένη) μου!, αγάπη μου! λατρεμένε (λατρεμένη) μου!, μάτια μου! κ.ο.κ.
τζάνεμου	intj	άλλη μορφή του τζάνεμ
τζάνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζάνερο
τζάνερο	noun	το κορόμηλο
τζάνερου	noun	γενική ενικού του τζάνερο
τζάνερων	noun	γενική πληθυντικού του τζάνερο
τζάνουμ	intj	άλλη προφορά του τζάνεμ
τζάντζαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζάντζαλο
τζάντζαλο	noun|vulgar	το κουρέλι
τζάντζαλου	noun	γενική ενικού του τζάντζαλο
τζάντζαλων	noun	γενική πληθυντικού του τζάντζαλο
τζάουλ	noun	μονάδα μέτρησης της ενέργειας, του έργου ή της θερμότητας, ισούται με την ενέργεια δύναμης 1 νιούτον για απόσταση 1 μέτρου
τζάργκον	=	ζαργκόν
τζάρουκας	noun	λάρυγγας, οισοφάγος
τζάσαμε	=	τζάζω
τζάσαν	=	τζάζω
τζάσανε	=	τζάζω
τζάσατε	=	τζάζω
τζάσε	=	τζάζω
τζάσει	=	τζάζω
τζάστε	=	τζάζω
τζάτζαλα	=	τζάτζαλο
τζάτζαλο	noun	άλλη προφορά του τζάντζαλο
τζάτζαλου	=	τζάτζαλο
τζάτζαλων	=	τζάτζαλο
τζένερα	=	τζένερο
τζένερο	noun	άλλη γραφή του τζάνερο
τζένερου	=	τζένερο
τζένερων	=	τζένερο
τζένοα	noun	μεγάλο τριγωνικό πανί που σηκώνεται μπροστά από το κατάρτι και αποτελεί το δευτερεύον πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους μετά τη μαΐστρα
τζέντλεμαν	noun	o ευγενικός και έντιμος, αυτός που είναι πραγματικός κύριος
τζέρτζελα	=	τζέρτζελο
τζέρτζελο	noun|vulgar	άλλη μορφή του τζερτζελές
τζέρτζελου	=	τζέρτζελο
τζέρτζελων	=	τζέρτζελο
τζίβα	noun	είδος άγριου και ψιλού χορταριού, με το οποίο παλαιότερα γέμιζαν μαξιλάρια και στρώματα ή από το οποίο κατασκεύαζαν σχοινί)
τζίβας	noun	γενική ενικού του τζίβα
τζίβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζίβα
τζίκλα	noun|vulgar	η τσίχλα
τζίκλας	=	τζίκλα
τζίκλες	=	τζίκλα
τζίνι	noun	υπερφυσικό πνεύμα, υποδεέστερο των αγγέλων, με την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε οποιοδήποτε ζώο ή άνθρωπο
τζίνια	=	τζίνι
τζίντζερ	noun	η πιπερόριζα
τζίραρα	=	τζιράρω
τζίρε	noun	κλητική ενικού του τζίρος
τζίρο	noun	αιτιατική ενικού του τζίρος
τζίροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζίρος
τζίρος	noun	το ποσό που εισέπραξε μια επιχείρηση (π.χ. ένα εμπορικό κατάστημα) σε ένα χρονικό διάστημα
τζίρου	noun	γενική ενικού του τζίρος
τζίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τζίρος
τζίρων	noun	γενική πληθυντικού του τζίρος
τζίτζικα	=	τζίτζικας
τζίτζικας	noun	έντομο ημερόβιο που ανήκει στα ημίπτερα και το καλοκαίρι κάνει τον χαρακτηριστικό επαναλαμβανόμενο ήχο "τζι-τζι-τζι..."
τζίτζικες	=	τζίτζικας
τζίτζιρα	=	τζίτζιρας
τζίτζιρας	noun	άλλη μορφή του τζίτζικας
τζίτζιρες	=	τζίτζιρας
τζίτζιφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζίτζιφο
τζίτζιφο	noun	μικρός εδώδιμος καρπός της τζιτζιφιάς
τζίτζιφου	noun	γενική ενικού του τζίτζιφο
τζίτζιφων	noun	γενική πληθυντικού του τζίτζιφο
τζίφε	noun	κλητική ενικού του τζίφος
τζίφο	noun	αιτιατική ενικού του τζίφος
τζίφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζίφος
τζίφος	intj	αποτυχημένη προσπάθεια, χωρίς αποτέλεσμα
τζίφου	noun	γενική ενικού του τζίφος
τζίφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τζίφος
τζίφρα	noun|vulgar	η υπογραφή με μονοκοντυλιά (ενίοτε δυσανάγνωστη)
τζίφρας	noun	γενική ενικού του τζίφρα
τζίφρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζίφρα
τζίφων	noun	γενική πληθυντικού του τζίφος
τζα	adv	ήδη	intj	επιφώνημα στο κρυφτό με μωρά και νήπια, όταν ο κρυμμένος βγάζει την παλάμη του μπροστά απ' το πρόσωπο αποκαλύπτοντάς το, απαντητικό του κούκου
τζαγκάρη	=	τζαγκάρης
τζαγκάρηδες	=	τζαγκάρης
τζαγκάρηδων	=	τζαγκάρης
τζαγκάρης	noun	άλλη μορφή του τσαγκάρης
τζαζ	noun	είδος αφρο-αμερικανικής μουσικής.
τζαζεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαζεμένο
τζαζεμένε	verb	κλητική ενικού του τζαζεμένος
τζαζεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαζεμένη
τζαζεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τζαζεμένος
τζαζεμένης	verb	γενική ενικού του τζαζεμένη
τζαζεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τζαζεμένος
τζαζεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζαζεμένος
τζαζεμένος	verb|slang	που έχει τζαζέψει, που τον χαρακτηρίζει η αλλοφροσύνη· που είναι αλλόκοτος, ανισόρροπος, περίεργος
τζαζεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τζαζεμένος
τζαζεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τζαζεμένος
τζαζεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τζαζεμένος
τζαζεύω	verb|slang	έχω αλλόκοτη συμπεριφορά, τρελαίνομαι, χαζεύω
τζαζλός	noun	ο τρελός, παλαβιάρης
τζακαράντα	noun	φυλλοβόλο δέντρο τροπικής προέλευσης με σύνθετα, λεπτά φύλλα και εντυπωσιακές κυανές–μοβ ταξιανθίες την άνοιξη, που χρησιμοποιείται κυρίως ως καλλωπιστικό σε θερμά κλίματα
τζακαράντας	=	τζακαράντα
τζακαράντες	=	τζακαράντα
τζακαράντων	=	τζακαράντα
τζακιού	=	τζάκι
τζακιών	=	τζάκι
τζακούζι	noun	ειδικού τύπου λουτήρας ή μικρή δεξαμενή με ενσωματωμένα ακροφύσια, όπου θερμαινόμενο νερό και αέρας κυκλοφορούν υπό πίεση, προσφέροντας υδρομασάζ για χαλάρωση ή ευεξία
τζαμά	=	τζαμάς
τζαμάδες	=	τζαμάς
τζαμάδων	=	τζαμάς
τζαμάλα	noun	μεγάλη υπαίθρια αποκριάτικη φωτιά που ανάβεται συλλογικά —κυρίως στην Ήπειρο— και γύρω από την οποία συγκεντρώνεται ο κόσμος για χορό και γλέντι, αποτελώντας στοιχείο τοπικού εθιμικού εορτασμού με συμβολισμό κοινοτικής σύναξης και εξαγνισμού
τζαμάλας	=	τζαμάλα
τζαμάλες	noun	συνοικιακός εορτασμός της αποκριάς που αναβιώνει κάθε χρόνο στα Γιάννενα
τζαμάρα	noun	πνευστό μουσικό όργανο με ανοιχτό επιστόμιο (ίδιο επιστόμιο με τη φλογέρα) αλλά μεγαλύτεροσε μήκος)
τζαμάραμε	=	τζαμάρω
τζαμάραν	=	τζαμάρω
τζαμάρανε	=	τζαμάρω
τζαμάρας	=	τζαμάρα
τζαμάρατε	=	τζαμάρω
τζαμάρει	=	τζαμάρω
τζαμάρεις	=	τζαμάρω
τζαμάρες	=	τζαμάρα
τζαμάρετε	=	τζαμάρω
τζαμάρισμα	noun	μουσικός αυτοσχεδιασμός συγκροτήματος
τζαμάροντας	=	τζαμάρω
τζαμάρουμε	=	τζαμάρω
τζαμάρουν	=	τζαμάρω
τζαμάρουνε	=	τζαμάρω
τζαμάρω	verb	παίζω μουσική με άλλα πρόσωπα χωρίς να έχει προηγηθεί πρόβα, αυτοσχεδιαστικά
τζαμάς	noun	ο τεχνίτης που τοποθετεί τζάμια σε παράθυρα
τζαμένια	=	τζαμένιος
τζαμένιας	=	τζαμένιος
τζαμένιε	=	τζαμένιος
τζαμένιες	=	τζαμένιος
τζαμένιο	=	τζαμένιος
τζαμένιοι	=	τζαμένιος
τζαμένιος	adj	που αποτελείται κυρίως από τζάμι
τζαμένιου	=	τζαμένιος
τζαμένιους	=	τζαμένιος
τζαμένιων	=	τζαμένιος
τζαμί	noun	μουσουλμανικός ναός, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν.
τζαμαλών	=	τζαμάλα
τζαμαρία	noun	σύνολο τζαμιών σχετικά μεγάλης επιφάνειας που οριοθετεί έναν χώρο ή / και τον διαχωρίζει, τον προστατεύει, τον διακοσμεί κ.λπ.
τζαμαρίας	noun	γενική ενικού του τζαμαρία
τζαμαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμαρία
τζαμαρίσματα	=	τζαμάρισμα
τζαμαρίσματος	=	τζαμάρισμα
τζαμαρισμάτων	=	τζαμάρισμα
τζαμαριών	noun	γενική πληθυντικού του τζαμαρία
τζαμαϊκανά	=	τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανέ	=	τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανές	=	τζαμαϊκανή
τζαμαϊκανή	noun	θηλυκό του Τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανής	=	τζαμαϊκανή
τζαμαϊκανοί	=	τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανού	=	τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανούς	=	τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανό	=	τζαμαϊκανός
τζαμαϊκανός	noun	ο κάτοικος της Τζαμάικας ή αυτός που κατάγεται από την Τζαμάικα
τζαμαϊκανών	=	τζαμαϊκανός
τζαμιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμί
τζαμιλίκι	noun	άλλη μορφή του τζαμλίκι
τζαμιλίκια	=	τζαμιλίκι
τζαμιλικιού	=	τζαμιλίκι
τζαμιλικιών	=	τζαμιλίκι
τζαμιού	=	τζάμι
τζαμιτζή	=	τζαμιτζής
τζαμιτζήδες	=	τζαμιτζής
τζαμιτζήδων	=	τζαμιτζής
τζαμιτζής	noun	ο τζαμάς
τζαμιών	=	τζάμι
τζαμλίκι	noun	κάσωμα στο οποίο στερεώνονται οι υαλοπίνακες (τα τζάμια)
τζαμλίκια	=	τζαμλίκι
τζαμλικιού	=	τζαμλίκι
τζαμλικιών	=	τζαμλίκι
τζαμοπορτών	noun	γενική πληθυντικού του τζαμόπορτα
τζαμπάζη	=	τζαμπάζης
τζαμπάζηδες	=	τζαμπάζης
τζαμπάζηδων	=	τζαμπάζης
τζαμπάζης	noun|dated	μεταπωλητής αλόγων, μουλαριών και γαϊδουριών
τζαμπέ	adj	ο, η, το δωρεάν	adv	τζάμπα
τζαμπατζή	=	τζαμπατζής
τζαμπατζήδες	=	τζαμπατζής
τζαμπατζήδων	=	τζαμπατζής
τζαμπατζής	noun	που συστηματικά προσπαθεί να αποκτήσει ή να απολαύσει κάτι δωρεάν, τζάμπα, χωρίς να πληρώσει
τζαμπατζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμπατζίδικο
τζαμπατζίδικε	adj	κλητική ενικού του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμπατζίδικη
τζαμπατζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδικης	adj	γενική ενικού του τζαμπατζίδικη
τζαμπατζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδικος	adj	που έχει σχέση με τζαμπατζή ή αναφέρεται σ’ αυτόν και την συμπεριφορά του
τζαμπατζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τζαμπατζίδικος
τζαμπατζίδισσα	noun|rare	συνώνυμο του τζαμπατζού
τζαμπατζού	noun	θηλυκό του τζαμπατζής
τζαμπατζούδες	=	τζαμπατζού
τζαμπατζούδων	=	τζαμπατζού
τζαμπατζούς	=	τζαμπατζού
τζαμπεράκι	noun	βλ. συνώνυμο: βραχυκυκλωτήρας ακίδων
τζαμπεράκια	=	τζαμπεράκι
τζαμπορέτο	noun	προσκοπική συνάντηση
τζαμπουνών	noun	γενική πληθυντικού του τζαμπούνα
τζαμπούνα	noun	άλλη μορφή του τσαμπούνα
τζαμπούνας	noun	γενική ενικού του τζαμπούνα
τζαμπούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμπούνα
τζαμτζή	=	τζαμτζής
τζαμτζήδες	=	τζαμτζής
τζαμτζήδων	=	τζαμτζής
τζαμτζής	noun	τεχνίτης που κόβει, πουλά ή τοποθετεί τζάμια σε πόρτες, παράθυρα και φωταγωγούς
τζαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμωμένο
τζαμωμένε	verb	κλητική ενικού του τζαμωμένος
τζαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμωμένη
τζαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τζαμωμένος
τζαμωμένης	verb	γενική ενικού του τζαμωμένη
τζαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τζαμωμένος
τζαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζαμωμένος
τζαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τζαμωμένος
τζαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τζαμωμένος
τζαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τζαμωμένος
τζαμωτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμωτό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τζαμωτός
τζαμωτέ	adj	κλητική ενικού του τζαμωτός
τζαμωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμωτή
τζαμωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τζαμωτός
τζαμωτής	adj	γενική ενικού του τζαμωτή
τζαμωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζαμωτός
τζαμωτού	adj	γενική ενικού του τζαμωτός
τζαμωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τζαμωτός
τζαμωτό	adj	αιτιατική ενικού του τζαμωτός	noun	χώρος που τον περιβάλλουν τζάμια
τζαμωτός	adj	που αποτελείται ή καλύπτεται από τζάμι(α)
τζαμωτών	adj	γενική πληθυντικού του τζαμωτός
τζαμόπορτα	noun	πόρτα που έχει τζάμια σε ειδικά πλαίσια πάνω της
τζαμόπορτας	noun	γενική ενικού του τζαμόπορτα
τζαμόπορτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαμόπορτα
τζαμώναμε	=	τζαμώνω
τζαμώναν	=	τζαμώνω
τζαμώνανε	=	τζαμώνω
τζαμώνατε	=	τζαμώνω
τζαμώνει	=	τζαμώνω
τζαμώνεις	=	τζαμώνω
τζαμώνετε	=	τζαμώνω
τζαμώνοντας	=	τζαμώνω
τζαμώνουμε	=	τζαμώνω
τζαμώνουν	=	τζαμώνω
τζαμώνουνε	=	τζαμώνω
τζαμώνω	verb	τοποθετώ τζάμι σε μια επιφάνεια
τζαμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσαν	=	τζαμώνω
τζαμώσανε	=	τζαμώνω
τζαμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τζαμώνω
τζαναμπέτα	adj	θηλυκό του τζαναμπέτης
τζαναμπέτας	=	τζαναμπέτα
τζαναμπέτες	=	τζαναμπέτα
τζαναμπέτης	noun	δύστροπος, στριμμένος
τζαναμπέτισσα	=	τζαναμπέτης
τζαναμπέτισσας	noun	γενική ενικού του τζαναμπέτισσα
τζαναμπέτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαναμπέτισσα
τζαναμπετιά	noun	η συμπεριφορά του τζαναμπέτη, αθλιότητα
τζαναμπετιάς	noun	γενική ενικού του τζαναμπετιά
τζαναμπετιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαναμπετιά
τζαναμπετισσών	noun	γενική πληθυντικού του τζαναμπέτισσα
τζαναμπετιών	=	τζαναμπετιά
τζανερίκι	=	τζάνερο
τζανεριά	noun	κορομηλιά
τζανεριάς	noun	γενική ενικού του τζανεριά
τζανεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζανεριά
τζανεριών	=	τζανεριά
τζανταρμά	=	τζανταρμάς
τζανταρμάδες	=	τζανταρμάς
τζανταρμάδων	=	τζανταρμάς
τζανταρμάς	noun|dated	χωροφύλακας, στρατοχωροφύλακας, ιδιαίτερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
τζαρτζάρισμα	noun	εφόρμηση, παρενόχληση του αντιπάλου με σωματική επαφή (ποδόσφαιρο)
τζαρτζάρω	verb	επιτίθεμαι, εφορμώ, παρενοχλώ τον αντίπαλο με σωματική επαφή (ποδόσφαιρο)
τζαρτζαρίσματα	=	τζαρτζάρισμα
τζαρτζαρίσματος	=	τζαρτζάρισμα
τζαρτζαρισμάτων	=	τζαρτζάρισμα
τζαρτζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαρτζαρισμένο
τζαρτζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τζαρτζαρισμένος
τζαρτζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζαρτζαρισμένη
τζαρτζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τζαρτζαρισμένος
τζαρτζαρισμένης	verb	γενική ενικού του τζαρτζαρισμένη
τζαρτζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τζαρτζαρισμένος
τζαρτζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζαρτζαρισμένος
τζαρτζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τζαρτζαρισμένος
τζαρτζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τζαρτζαρισμένος
τζαρτζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τζαρτζαρισμένος
τζατζίκι	noun	ορεκτικό που παρασκευάζεται με γιαούρτι, τριμμένο αγγούρι, σκόρδο, λάδι, ξύδι, αλάτι και πιπέρι και συνοδεύει κρέας, λαχανικά ή απλώς μια φέτα ψωμί
τζατζίκια	=	τζατζίκι
τζατζικάκι	noun	υποκοριστικό του τζατζίκι
τζατζικάκια	=	τζατζικάκι
τζατζικιού	=	τζατζίκι
τζατζικιών	=	τζατζίκι
τζαχίλη	=	τζαχίλης
τζαχίληδες	=	τζαχίλης
τζαχίληδων	=	τζαχίλης
τζαχίλης	noun	αυτός που είναι αμαθής, αγράμματος
τζαχίλικα	=	τζαχίλικος
τζαχίλικε	=	τζαχίλικος
τζαχίλικες	=	τζαχίλικος
τζαχίλικη	=	τζαχίλικος
τζαχίλικης	=	τζαχίλικος
τζαχίλικο	=	τζαχίλικος
τζαχίλικοι	=	τζαχίλικος
τζαχίλικος	adj	αμαθής, αγράμματος άσχετος, που δε γνωρίζει τίποτα
τζαχίλικου	=	τζαχίλικος
τζαχίλικους	=	τζαχίλικος
τζαχίλικων	=	τζαχίλικος
τζαϊνισμέ	=	τζαϊνισμός
τζαϊνισμοί	=	τζαϊνισμός
τζαϊνισμού	=	τζαϊνισμός
τζαϊνισμούς	=	τζαϊνισμός
τζαϊνισμό	=	τζαϊνισμός
τζαϊνισμός	noun	άλλη μορφή του ζαϊνισμός
τζαϊνισμών	=	τζαϊνισμός
τζεβάπι	noun|dated	απάντηση
τζεβάπια	=	τζεβάπι
τζεζβέ	=	τζεζβές
τζεζβέδες	=	τζεζβές
τζεζβέδων	=	τζεζβές
τζεζβές	noun|dated	το κατακάθι του καφέ σε ένα μπρίκι ή φλυτζάνι
τζελ	noun	ημίρρευστη ουσία με παχύρρευστη ή κολλώδη υφή, που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό, φαρμακευτικό ή τεχνικό μέσο σταθεροποίησης, επάλειψης ή προστασίας
τζελάτης	noun	δήμιος
τζελέπη	=	τζελέπης
τζελέπηδες	=	τζελέπης
τζελέπηδων	=	τζελέπης
τζελέπης	noun|dated	ζωέμπορος
τζελατίνα	noun	άλλη μορφή του ζελατίνα
τζελατίνας	noun	γενική ενικού του τζελατίνα
τζελατίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζελατίνα
τζεμάλι	noun|dated	άλλη μορφή του τζιμάνι
τζεμάλια	=	τζεμάλι
τζεμαέτι	noun|dated	λαός, πρόκριτοι
τζεμαέτια	=	τζεμαέτι
τζεμαετιού	=	τζεμαέτι
τζεμαετιών	=	τζεμαέτι
τζεμαλιού	=	τζεμάλι
τζεμαλιών	=	τζεμάλι
τζενεριά	noun	άλλη γραφή του τζανεριά, κορομηλιά
τζενεριάς	=	τζενεριά
τζενεριές	=	τζενεριά
τζενεριών	=	τζενεριά
τζεπχανέ	=	τζεπχανές
τζεπχανέδες	=	τζεπχανές
τζεπχανέδων	=	τζεπχανές
τζεπχανές	noun	άλλη γραφή του τσεπχανές
τζερεμέ	=	τζερεμές
τζερεμέδες	=	τζερεμές
τζερεμέδων	=	τζερεμές
τζερεμές	noun	τα χρήματα που πληρώνει κάποιος για να αποκαταστήσει ζημιές, το πρόστιμο
τζερτζελέ	=	τζερτζελές
τζερτζελέδες	=	τζερτζελές
τζερτζελέδων	=	τζερτζελές
τζερτζελές	noun|vulgar	διασκεδαστική φασαρία, αναταραχή, αναστάτωση
τζεσβέ	=	τζεσβές
τζεσβέδες	=	τζεσβές
τζεσβέδων	=	τζεσβές
τζεσβές	noun	άλλη γραφή του τζεζβές
τζετ	noun	αεριωθούμενο	adv|slang	πολύ ωραία, τέλεια
τζιέρι	noun|dated	εντόσθιο, σπλάχνο, συκώτι
τζιέρια	=	τζιέρι
τζιαλορόσι	noun	οι παίκτες της ιταλικής ομάδας Ρόμα (που φορούν τα χρώματα της ομάδας, κίτρινο και κόκκινο)
τζιαντούγια	noun	παρασκεύασμα σοκολάτας από το Πεδεμόντιο που περιέχει πάστα φουντουκιού
τζιαντούγιας	=	τζιαντούγια
τζιαντούγιες	=	τζιαντούγια
τζιβαέρι	noun	ένας πολύτιμος λίθος
τζιβαέρια	=	τζιβαέρι
τζιβαεριού	=	τζιβαέρι
τζιβαεριών	=	τζιβαέρι
τζιβιτζιλίκι	noun|slang	μπιχλιμπίδι
τζιβιτζιλίκια	=	τζιβιτζιλίκι
τζιβιτζιλού	noun|slang	η λεσβία
τζιβιτζιλούδες	=	τζιβιτζιλού
τζιβιτζιλούδων	=	τζιβιτζιλού
τζιβιτζιλούς	=	τζιβιτζιλού
τζιγέρι	noun|dated	άλλη προφορά του τζιέρι
τζιγέρια	=	τζιγέρι
τζιγεριού	=	τζιγέρι
τζιγεριών	=	τζιγέρι
τζιγεροσαρμά	=	τζιγεροσαρμάς
τζιγεροσαρμάδες	=	τζιγεροσαρμάς
τζιγεροσαρμάδων	=	τζιγεροσαρμάς
τζιγεροσαρμάς	noun	σαρμάς που φτιάχνεται με κομμάτια αρνιού (συκωταριά, μπόλιες κ.ά.) τυλιγμένα με σκέπη
τζιγιέρι	noun|dated	άλλη μορφή του τζιέρι
τζιγιέρια	=	τζιγιέρι
τζιγιεριού	=	τζιγιέρι
τζιγιεριών	=	τζιγιέρι
τζιεριού	=	τζιέρι
τζιεριών	=	τζιέρι
τζιζ	noun	κάτι που καίει ή που (κατ’ επέκταση) είναι επικίνδυνο	intj	επιφώνημα που λέγεται όταν βλέπουμε κάτι που καίει ή είναι επικίνδυνο
τζικλών	=	τζίκλα
τζιμάλι	noun|dated	άλλη μορφή του τζιμάνι
τζιμάλια	=	τζιμάλι
τζιμάνι	noun|vulgar	έξυπνος, ικανός και καταφερτζής άνθρωπος
τζιμάνια	=	τζιμάνι
τζιμαλιού	=	τζιμάλι
τζιμαλιών	=	τζιμάλι
τζιμανιού	=	τζιμάνι
τζιμανιών	=	τζιμάνι
τζιν	noun	βαμβακερό ύφασμα με χαρακτηριστική διαγώνια ύφανση	adj	ρούχο, ένδυμα φτιαγμένο από το παραπάνω βαμβακερό ύφασμα
τζινιού	=	τζίνι
τζινιών	=	τζίνι
τζινς	=	τζιν
τζιντζερέλα	noun	τζιτζιμπίρα ή τσιτσιμπίρα (όπως στα Επτάνησα), αεριούχο αναψυκτικό ποτό φτιαγμένο από πιπερόριζα
τζιντζερόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο βραστές ρίζες πιπερόριζας και άλλα λαχανικά
τζιντζερόσουπας	noun	γενική ενικού του τζιντζερόσουπα
τζιντζερόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιντζερόσουπα
τζιορβά	=	τζιορβάς
τζιορβάδες	=	τζιορβάς
τζιορβάδων	=	τζιορβάς
τζιορβάς	noun|figurative	άλλη μορφή του τσορβάς
τζιπ	noun	επιβατικό (στρατιωτικό ή πολιτικό) όχημα με (συνήθως) τετρακίνηση για ευκολότερη μετακίνηση σε ανώμαλους δρόμους
τζιπάκι	noun	υποκοριστικό του τζιπ
τζιπάκια	=	τζιπάκι
τζιπάρα	noun	μεγάλο, εντυπωσιακό, πολύ ακριβό τζιπ
τζιπάρας	noun	γενική ενικού του τζιπάρα
τζιπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιπάρα
τζιράριζα	=	τζιράρω
τζιράρισα	=	τζιράρω
τζιράρω	verb	κινώ τα χρήματά μου με πολλαπλές εμπορικές συναλλαγές
τζιρέκι	noun|dated	τέταρτο (¼)
τζιρέκια	=	τζιρέκι
τζιρακλίκι	noun|dated	έμμισθη μαθητεία, εργασία ως μαθητευόμενος (τζιράκι)
τζιριτζάντζουλα	noun	στροφή, στριφογύρισμα, ελιγμός
τζιριτζάντζουλας	noun	γενική ενικού του τζιριτζάντζουλα
τζιριτζάντζουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιριτζάντζουλα
τζιριτζάντζουλων	=	τζιριτζάντζουλα
τζιριτώ	verb	περιφέρομαι
τζιριτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τζιριτώ
τζισβέ	=	τζισβές
τζισβέδες	=	τζισβές
τζισβέδων	=	τζισβές
τζισβές	noun	άλλη γραφή του τζεζβές
τζιτζί	noun|slang	όμορφο	adv|slang	όμορφα, ωραία, τέλεια
τζιτζίκι	noun	άλλη μορφή του τζίτζικας
τζιτζίκια	=	τζιτζίκι
τζιτζίκων	=	τζίτζικας
τζιτζίνα	noun	το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη
τζιτζίνας	=	τζιτζίνα
τζιτζίνες	=	τζιτζίνα
τζιτζίνων	=	τζιτζίνα
τζιτζιά	=	τζιτζί
τζιτζικάκι	=	τζίτζικας
τζιτζικιού	=	τζιτζίκι
τζιτζικιών	=	τζιτζίκι
τζιτζιλονιού	=	τζιτζιλόνι
τζιτζιλονιών	=	τζιτζιλόνι
τζιτζιλόνι	noun|dated	μικρός σε μέγεθος γυάλινος λαμπερός (και ενίοτε χρωματιστός) βώλος με τον οποίο παίζαν τα παιδιά
τζιτζιλόνια	=	τζιτζιλόνι
τζιτζιμπίρα	noun	μη αλκοολούχο ανθρακούχο αναψυκτικό που έχει αρωματιστεί με πιπερόριζα (τζίντζερ)
τζιτζιμπίρας	=	τζιτζιμπίρα
τζιτζιμπίρες	=	τζιτζιμπίρα
τζιτζιμπίρων	=	τζιτζιμπίρα
τζιτζιού	=	τζιτζί
τζιτζιφιά	noun	θάμνος ή μικρό φυλλοβόλο δέντρο με μικρούς εδώδιμους καρπούς (επιστημονική ονομασία: Ziziphus jujuba) του γένους Ζίζιφος της οικογένειας Ραμνίδες
τζιτζιφιάς	noun	γενική ενικού του τζιτζιφιά
τζιτζιφιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιτζιφιά
τζιτζιφιωτών	=	τζιτζιφιώτης
τζιτζιφιόγκε	noun	κλητική ενικού του τζιτζιφιόγκος
τζιτζιφιόγκο	noun	αιτιατική ενικού του τζιτζιφιόγκος
τζιτζιφιόγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζιτζιφιόγκος
τζιτζιφιόγκος	noun|dated	μειωτικός χαρακτηρισμός άντρα, συνήθως νεαρής ηλικίας, που ντύνεται και συμπεριφέρεται με υπερβολική κομψότητα και παριστάνει τον γόη· λιμοκοντόρος, δανδής, κομψευόμενος, φλώρος
τζιτζιφιόγκου	noun	γενική ενικού του τζιτζιφιόγκος
τζιτζιφιόγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τζιτζιφιόγκος
τζιτζιφιόγκων	noun	γενική πληθυντικού του τζιτζιφιόγκος
τζιτζιφιών	=	τζιτζιφιά
τζιτζιφιώτες	=	τζιτζιφιώτης
τζιτζιφιώτη	=	τζιτζιφιώτης
τζιτζιφιώτης	noun	αυτός που κατοικεί ή κατάγεται από τις Τζιτζιφιές
τζιτζιφιώτικα	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικε	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικες	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικη	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικης	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικο	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικοι	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικος	adj	ο σχετικός με τις Τζιτζιφιές ή τους κατοίκους τους
τζιτζιφιώτικου	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικους	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτικων	=	τζιτζιφιώτικος
τζιτζιφιώτισσα	=	τζιτζιφιώτης
τζιφρών	noun	γενική πληθυντικού του τζίφρα
τζιχάντ	noun	μουσουλμανική θρησκευτική υποχρέωση για τη διάδοση της ισλαμικής πίστης ή θρησκείας, ακόμα και με ιερό πόλεμο
τζιχαντιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιχαντιστής
τζιχαντιστή	=	τζιχαντιστής
τζιχαντιστής	noun	μουσουλμάνος που επιδιώκει τη τζιχάντ
τζιχαντιστών	=	τζιχαντιστής
τζιωτισσών	=	τζιώτισσα
τζιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιώτικο
τζιώτικε	adj	κλητική ενικού του τζιώτικος
τζιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζιώτικη
τζιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τζιώτικος
τζιώτικης	adj	γενική ενικού του τζιώτικη
τζιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του τζιώτικος
τζιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζιώτικος
τζιώτικος	adj	που έχει σχέση με τη Τζια (Κέα) ή τους Τζιώτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
τζιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τζιώτικος
τζιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τζιώτικος
τζιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τζιώτικος
τζιώτισσα	noun	αυτή που κατοικεί στη Τζιά ή κατάγεται από το νησί αυτό
τζιώτισσας	=	τζιώτισσα
τζιώτισσες	=	τζιώτισσα
τζοβαΐρι	noun	ένας πολύτιμος λίθος
τζοβαΐρια	=	τζοβαΐρι
τζοβαϊρικά	=	τζοβαϊρικό
τζοβαϊρικού	=	τζοβαϊρικό
τζοβαϊρικό	noun|dated	άλλη μορφή του τζοβαΐρι
τζοβαϊρικών	=	τζοβαϊρικό
τζοβαϊριού	=	τζοβαΐρι
τζοβαϊριών	=	τζοβαΐρι
τζογάρω	verb	παίζω μανιωδώς χαρτιά
τζογαδόρε	noun	κλητική ενικού του τζογαδόρος
τζογαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του τζογαδόρος
τζογαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζογαδόρος
τζογαδόρος	noun	αυτός που τζογάρει
τζογαδόρου	noun	γενική ενικού του τζογαδόρος
τζογαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τζογαδόρος
τζογαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του τζογαδόρος
τζογιά	noun|slang	ένας γύρος παιξίματος στο χαρτοπαίγνιο
τζογιάς	=	τζογιά
τζογιές	=	τζογιά
τζογιών	=	τζογιά
τζορβά	=	τζορβάς
τζορβάδες	=	τζορβάς
τζορβάδων	=	τζορβάς
τζορβάς	noun|figurative	άλλη μορφή του τσορβάς
τζορμπά	=	τζορμπάς
τζορμπάδες	=	τζορμπάς
τζορμπάδων	=	τζορμπάς
τζορμπάς	noun|figurative	άλλη μορφή του τσορβάς
τζουβάς	noun	τσιμούχα
τζουμερκιώτικα	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικε	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικες	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικη	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικης	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικο	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικοι	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικος	adj	που έχει σχέση με τα Τζουμέρκα ή τους Τζουμερκιώτες ή αναφέρεται σʼ αυτά
τζουμερκιώτικου	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικους	=	τζουμερκιώτικος
τζουμερκιώτικων	=	τζουμερκιώτικος
τζουμπέ	=	τζουμπές
τζουμπέδες	=	τζουμπές
τζουμπέδων	=	τζουμπές
τζουμπές	noun	μακρύ πανωφόρι, με ή χωρίς μανίκια, κυρίως των πρόκριτων (κοτζαμπάσηδων) και των υψηλόβαθμων ιερωμένων
τζουμπλέκι	noun	σκεύος κουζίνας
τζουμπλέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζουμπλέκι
τζουμπούσι	noun	η διασκέδαση
τζουρά	=	τζουράς
τζουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζουράς
τζουράδων	=	τζουράς
τζουράρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζουράρης
τζουράς	noun	παραδοσιακό νυκτό έγχορδο μουσικό όργανο
τζουρίτσα	noun	υποκοριστικό του τζούρα
τζουρίτσας	=	τζουρίτσα
τζουρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζουρίτσα
τζους	intj|slang	ουστ, φύγε
τζουτζέ	=	τζουτζές
τζουτζέδες	=	τζουτζές
τζουτζέδων	=	τζουτζές
τζουτζές	noun	γελωτοποιός
τζουτζούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζουτζούκα
τζουτζούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζουτζούκος
τζουτζούκος	noun	χαϊδευτικό προσωνύμιο για άντρα, που εκλαμβάνεται όμως ως μειωτικός χαρακτηρισμός έξω από το στενό πλαίσιο μιας σχέσης οικειότητας.
τζοχανταραίε	=	τζοχανταραίος
τζοχανταραίο	=	τζοχανταραίος
τζοχανταραίοι	=	τζοχανταραίος
τζοχανταραίος	noun	επίλεκτος σωματοφύλακας
τζοχανταραίου	=	τζοχανταραίος
τζοχανταραίους	=	τζοχανταραίος
τζοχανταραίων	=	τζοχανταραίος
τζούνα	noun	το ακανθώδες περίβλημα του κάστανου
τζούνας	=	τζούνα
τζούνες	=	τζούνα
τζούντο	noun	πολεμική τέχνη ιαπωνικής προέλευσης, με σκοπό την εξουδετέρωση του αντιπάλου, χωρίς χτυπήματα και μόνο με τα χέρια
τζούνων	=	τζούνα
τζούρα	noun|vulgar	ρουφηξιά από τσιγάρο ή ναρκωτικό
τζούρας	noun	γενική ενικού του τζούρα
τζούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζούρα
τζούφια	=	τζούφιος
τζούφιας	=	τζούφιος
τζούφιε	=	τζούφιος
τζούφιες	=	τζούφιος
τζούφιο	=	τζούφιος
τζούφιοι	=	τζούφιος
τζούφιος	adj|figurative	που στο εσωτερικό του δεν έχει τίποτα ή αυτό που έχει είναι κούφιο ή ζαρωμένο
τζούφιου	=	τζούφιος
τζούφιους	=	τζούφιος
τζούφιων	=	τζούφιος
τζυμπραγά	=	τζυμπραγός
τζυμπραγέ	=	τζυμπραγός
τζυμπραγές	=	τζυμπραγός
τζυμπραγή	=	τζυμπραγός
τζυμπραγής	=	τζυμπραγός
τζυμπραγοί	=	τζυμπραγός
τζυμπραγού	=	τζυμπραγός
τζυμπραγούς	=	τζυμπραγός
τζυμπραγό	=	τζυμπραγός
τζυμπραγός	adj	δίδυμος
τζυμπραγών	=	τζυμπραγός
τζόβενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζόβενο
τζόβενο	noun	νεαρός
τζόβενος	=	τζόβενο
τζόβενου	noun	γενική ενικού του τζόβενο
τζόβενων	noun	γενική πληθυντικού του τζόβενο
τζόβινα	=	τζόβινο
τζόβινο	noun	πρωτόμπαρκος ναυτικός (βλέπε τζόβενο)
τζόβινου	=	τζόβινο
τζόβινων	=	τζόβινο
τζόγε	noun	κλητική ενικού του τζόγος
τζόγια	noun	χαρά
τζόγιας	noun	γενική ενικού του τζόγια
τζόγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τζόγια
τζόγκινγκ	noun	χαλαρό τρέξιμο για άσκηση
τζόγο	noun	αιτιατική ενικού του τζόγος
τζόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τζόγος
τζόγος	noun	χαρτοπαιξία
τζόγου	noun	γενική ενικού του τζόγος
τζόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τζόγος
τζόγων	noun	γενική πληθυντικού του τζόγος
τζόκεϊ	noun	επαγγελματίας αναβάτης ενός αλόγου
τζόκιν	noun	άλλη γραφή του τζόγκινγκ
τζόνγκα	noun	επίσημη γλώσσα του Μπουτάν.
τζόρας	noun	άνθρωπος με μεγάλο πείσμα, ξεροκέφαλος, πεισματάρης
τη	article	άλλη μορφή του την
τηβέννου	=	τήβεννος
τηβέννους	=	τήβεννος
τηβέννων	=	τήβεννος
τηγάνι	noun	οικιακό σκεύος που χρησιμοποιείται για τηγάνισμα ή σοτάρισμα
τηγάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγάνι
τηγάνιζα	=	τηγανίζω
τηγάνιζαν	=	τηγανίζω
τηγάνιζε	=	τηγανίζω
τηγάνιζες	=	τηγανίζω
τηγάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγάνισμα	noun	μαγείρεμα σε τηγάνι, συνήθως με τη χρήση λαδιού και σε υψηλή θερμοκρασία
τηγανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανάκι
τηγανίζαμε	=	τηγανίζω
τηγανίζαν	=	τηγανίζω
τηγανίζανε	=	τηγανίζω
τηγανίζατε	=	τηγανίζω
τηγανίζει	=	τηγανίζω
τηγανίζεις	=	τηγανίζω
τηγανίζεσαι	=	τηγανίζω
τηγανίζεστε	=	τηγανίζω
τηγανίζεται	=	τηγανίζω
τηγανίζετε	=	τηγανίζω
τηγανίζομαι	=	τηγανίζω
τηγανίζομε	=	τηγανίζω
τηγανίζονται	=	τηγανίζω
τηγανίζονταν	=	τηγανίζω
τηγανίζοντας	=	τηγανίζω
τηγανίζουμε	=	τηγανίζω
τηγανίζουν	=	τηγανίζω
τηγανίζουνε	=	τηγανίζω
τηγανίζω	verb	μαγειρεύω σε τηγάνι, συνήθως με τη χρήση λαδιού και σε υψηλή θερμοκρασία
τηγανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσαν	=	τηγανίζω
τηγανίσανε	=	τηγανίζω
τηγανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγάνισμα
τηγανίσματος	noun	γενική ενικού του τηγάνισμα
τηγανίσομε	=	τηγανίζω
τηγανίσου	=	τηγανίζω
τηγανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίσουνε	=	τηγανίζω
τηγανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίστηκα	=	τηγανίζω
τηγανίστηκαν	=	τηγανίζω
τηγανίστηκε	=	τηγανίζω
τηγανίστηκες	=	τηγανίζω
τηγανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηγανίζω
τηγανίτα	noun	τρόφιμο (αλμυρό ή γλυκό) φτιαγμένο από χυλό που περιέχει διάφορα υλικά και τηγανισμένο σε καυτό λάδι
τηγανίτας	noun	γενική ενικού του τηγανίτα
τηγανίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανίτα
τηγανητά	noun	φαγητά που τα έχουν τηγανίσει	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τηγανητός
τηγανητέ	adj	κλητική ενικού του τηγανητός
τηγανητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανητή
τηγανητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηγανητός
τηγανητής	adj	γενική ενικού του τηγανητή
τηγανητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηγανητός
τηγανητού	adj	γενική ενικού του τηγανητός
τηγανητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηγανητός
τηγανητό	adj	αιτιατική ενικού του τηγανητός
τηγανητός	adj	για συνταγή που εκτελείται με τηγάνισμα
τηγανητών	adj	γενική πληθυντικού του τηγανητός
τηγανιά	noun	ποσότητα φαγητού που παρασκευάζεται τηγανίζοντας μια φορά
τηγανιάς	noun	γενική ενικού του τηγανιά
τηγανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανιά
τηγανιζόμασταν	=	τηγανίζω
τηγανιζόμαστε	=	τηγανίζω
τηγανιζόμουν	=	τηγανίζω
τηγανιζόμουνα	=	τηγανίζω
τηγανιζόντουσαν	=	τηγανίζω
τηγανιζόσασταν	=	τηγανίζω
τηγανιζόσαστε	=	τηγανίζω
τηγανιζόσουν	=	τηγανίζω
τηγανιζόσουνα	=	τηγανίζω
τηγανιζόταν	=	τηγανίζω
τηγανιζότανε	=	τηγανίζω
τηγανιού	=	τηγάνι
τηγανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τηγάνισμα
τηγανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανισμένο
τηγανισμένε	verb	κλητική ενικού του τηγανισμένος
τηγανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανισμένη
τηγανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηγανισμένος
τηγανισμένης	verb	γενική ενικού του τηγανισμένη
τηγανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τηγανισμένος
τηγανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηγανισμένος
τηγανισμένος	=	τηγανίζω
τηγανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τηγανισμένος
τηγανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τηγανισμένος
τηγανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τηγανισμένος
τηγανιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανιστό	adv	με τηγανιστό τρόπο
τηγανιστέ	adj	κλητική ενικού του τηγανιστός
τηγανιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηγανιστή
τηγανιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηγανιστός
τηγανιστήκαμε	=	τηγανίζω
τηγανιστήκαν	=	τηγανίζω
τηγανιστήκανε	=	τηγανίζω
τηγανιστήκατε	=	τηγανίζω
τηγανιστής	adj	γενική ενικού του τηγανιστή
τηγανιστεί	=	τηγανίζω
τηγανιστείς	=	τηγανίζω
τηγανιστείτε	=	τηγανίζω
τηγανιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηγανιστός
τηγανιστού	adj	γενική ενικού του τηγανιστός
τηγανιστούμε	=	τηγανίζω
τηγανιστούν	=	τηγανίζω
τηγανιστούνε	=	τηγανίζω
τηγανιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηγανιστός
τηγανιστό	adj	αιτιατική ενικού του τηγανιστός
τηγανιστός	adj	άλλη μορφή του τηγανητός
τηγανιστώ	=	τηγανίζω
τηγανιστών	adj	γενική πληθυντικού του τηγανιστός
τηγανιτών	=	τηγανίτα
τηγανιών	=	τηγάνι
τηγανοκέφαλα	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλε	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλες	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλη	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλης	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλο	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλοι	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλος	adj|slang	ρατσιστικός χαρακτηρισμός για τους Αλβανούς
τηγανοκέφαλου	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλους	=	τηγανοκέφαλος
τηγανοκέφαλων	=	τηγανοκέφαλος
τηγανόσχημα	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημε	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημες	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημη	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημης	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τηγανόσχημος	noun	τηγανόσχημο κυκλαδικό σκεύος
τηγανόσχημοι	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημος	adj	που έχει σχήμα τηγανιού
τηγανόσχημου	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημους	=	τηγανόσχημος
τηγανόσχημων	=	τηγανόσχημος
τηγανόψωμα	=	τηγανόψωμο
τηγανόψωμο	noun	μικρό ψωμάκι, σε μορφή πίτας, που τρώγεται σκέτο ή με μέλι, τυρί, καρύδια, ζάχαρη, ή οτιδήποτε άλλο
τηγανόψωμου	=	τηγανόψωμο
τηγανόψωμων	=	τηγανόψωμο
τηγμάτων	=	τήγμα
τηκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηκτικό
τηκτικέ	adj	κλητική ενικού του τηκτικός
τηκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηκτική
τηκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηκτικός
τηκτικής	adj	γενική ενικού του τηκτική
τηκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηκτικός
τηκτικού	adj	γενική ενικού του τηκτικός
τηκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηκτικός
τηκτικό	adj	αιτιατική ενικού του τηκτικός
τηκτικός	adj	που έχει σχέση με την τήξη, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηκτικών	adj	γενική πληθυντικού του τηκτικός
τηλέγραφε	noun	κλητική ενικού του τηλέγραφος
τηλέγραφο	noun	αιτιατική ενικού του τηλέγραφος
τηλέγραφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλέγραφος
τηλέγραφος	noun	σύστημα επικοινωνίας που μεταδίδει γραπτά μηνύματα κωδικοποιημένα με το αλφάβητο Μορς και λειτουργεί με την αποστολή ηλεκτρικών σημάτων μεταξύ δύο σταθμών
τηλέγραφου	noun	γενική ενικού του τηλέγραφος
τηλέγραφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τηλέγραφος
τηλέγραφων	noun	γενική πληθυντικού του τηλέγραφος
τηλέλεγχε	=	τηλέλεγχος
τηλέλεγχο	=	τηλέλεγχος
τηλέλεγχοι	=	τηλέλεγχος
τηλέλεγχος	noun	άλλη μορφή του τηλεέλεγχος
τηλέλεγχου	=	τηλέλεγχος
τηλέλεγχους	=	τηλέλεγχος
τηλέλεγχων	=	τηλέλεγχος
τηλέμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλέμετρο
τηλέμετρο	noun	όργανο, που χρησιμοποιείται στη ναυσιπλοΐα, τοπογραφία κ.λπ., και με το οποίο μετρούμε (μεγάλες) αποστάσεις με διάφορες μεθόδους (ραδιοηλεκτρικές, ακουστικές κ.λπ.)
τηλέμετρου	=	τηλέμετρο
τηλέτυπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλέτυπο
τηλέτυπο	noun	είδος γραφομηχανής που μετατρέπει σε ψηφιακή μορφή ένα δακτυλογραφημένο μήνυμα και το μεταδίδει στον/στους παραλήπτη/ες του
τηλέτυπου	=	τηλέτυπο
τηλέφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλέφωνο
τηλέφωνο	noun	ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
τηλέφωνου	=	τηλέφωνο
τηλέφωνων	=	τηλέφωνο
τηλαισθησία	noun	παραψυχολογική έννοια που αναφέρεται στην ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος γεγονότα ή πληροφορίες που συμβαίνουν σε μεγάλη απόσταση, χωρίς τη χρήση των γνωστών αισθητηρίων οργάνων
τηλαισθησίας	noun	γενική ενικού του τηλαισθησία
τηλαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλαισθησία
τηλαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλαισθησία
τηλαισθητικά	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικέ	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικές	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητική	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικής	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικοί	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικού	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικούς	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικό	=	τηλαισθητικός
τηλαισθητικός	adj	που έχει σχέση με την τηλαισθησία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηλαισθητικών	=	τηλαισθητικός
τηλαυγές	=	τηλαυγής
τηλαυγή	=	τηλαυγής
τηλαυγής	adj|formal	αυτός που εκπέμπει φωτεινή ακτινοβολία, που φέγγει από μακριά
τηλαυγείς	=	τηλαυγής
τηλαυγούς	=	τηλαυγής
τηλαυγών	=	τηλαυγής
τηλε-εκπαίδευση	=	τηλεκπαίδευση
τηλεέλεγχε	=	τηλεέλεγχος
τηλεέλεγχο	=	τηλεέλεγχος
τηλεέλεγχοι	=	τηλεέλεγχος
τηλεέλεγχος	noun	έλεγχος από μακριά, από απόσταση, με ηλεκτρονικά μέσα
τηλεέλεγχου	=	τηλεέλεγχος
τηλεέλεγχους	=	τηλεέλεγχος
τηλεέλεγχων	=	τηλεέλεγχος
τηλεαγγελία	noun	αγγελία που μεταδίδεται από την τηλεόραση ή μέσω διαδικτύου
τηλεαγγελίας	=	τηλεαγγελία
τηλεαγγελίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεαγγελία
τηλεαγγελιών	=	τηλεαγγελία
τηλεαγορά	noun	η αγορά ή πώληση προϊόντων με προώθηση μέσω τηλεόρασης, διαδικτύου, τηλεφώνου κ.λπ.
τηλεαγοράς	=	τηλεαγορά
τηλεαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεαγορά
τηλεαγορών	=	τηλεαγορά
τηλεακτινογραφία	noun|dated	τεχνική ακτινολογικής απεικόνισης που χρησιμοποιεί μεγάλη απόσταση μεταξύ της πηγής ακτινοβολίας και του αντικειμένου ή του σώματος, για την παραγωγή εικόνων με μειωμένη παραμόρφωση και μεγαλύτερη ακρίβεια στη μέτρηση ανατομικών δομών
τηλεακτινογραφίας	=	τηλεακτινογραφία
τηλεακτινογραφίες	=	τηλεακτινογραφία
τηλεακτινογραφιών	=	τηλεακτινογραφία
τηλεανίχνευση	noun	η συλλογή πληροφοριών σχετικά με την επιφάνεια της γης με τη χρήση οργάνων που βρίσκονται σε απόσταση, όπως δορυφόροι ή αεροπλάνα
τηλεανίχνευσης	=	τηλεανίχνευση
τηλεανακριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεανακριτής
τηλεανιχνεύσεις	=	τηλεανίχνευση
τηλεανιχνεύσεων	=	τηλεανίχνευση
τηλεαστέρες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεαστέρας
τηλεβαρομέτρου	=	τηλεβαρόμετρο
τηλεβαρομέτρων	=	τηλεβαρόμετρο
τηλεβαρόμετρα	=	τηλεβαρόμετρο
τηλεβαρόμετρο	noun	καταγραφή της τηλεθέασης των τηλεοπτικών προγραμμάτων η οποία δημοσιοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα
τηλεβαρόμετρου	=	τηλεβαρόμετρο
τηλεβαρόμετρων	=	τηλεβαρόμετρο
τηλεβολοστάσια	=	τηλεβολοστάσιο
τηλεβολοστάσιο	noun	το πυροβολείο, το οχύρωμα απ' όπου βάλλουν τα πυροβόλα
τηλεβολοστάσιου	=	τηλεβολοστάσιο
τηλεβολοστασίου	=	τηλεβολοστάσιο
τηλεβολοστασίων	=	τηλεβολοστάσιο
τηλεβομβών	=	τηλεβόμβα
τηλεβόα	=	τηλεβόας
τηλεβόας	noun	όργανο σε σχήμα χωνιού, το οποίο αυξάνει την ένταση της φωνής του ατόμου που το χρησιμοποιεί, βοηθώντας σε ανακοινώσεις και αναγγελίες σε μεγάλο αριθμό ατόμων
τηλεβόες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεβόας
τηλεβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεβόλο
τηλεβόλο	noun	το πυροβόλο όπλο που μπορεί να κτυπήσει μακρινούς στόχους εκτοξεύοντας βαριά βλήματα, το κανόνι, το τόπι
τηλεβόλου	noun	γενική ενικού του τηλεβόλο
τηλεβόλων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεβόλο
τηλεβόμβα	noun	βόμβα που κάποιος την πυροδοτεί από απόσταση
τηλεβόμβας	=	τηλεβόμβα
τηλεβόμβες	=	τηλεβόμβα
τηλεβόων	=	τηλεβόας
τηλεγράφει	=	τηλεγραφώ
τηλεγράφημα	noun	μήνυμα που μεταβιβάζεται μέσω τηλεγράφου
τηλεγράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγράφου	noun	γενική ενικού του τηλέγραφος
τηλεγράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τηλέγραφος
τηλεγράφων	noun	γενική πληθυντικού του τηλέγραφος
τηλεγραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγράφημα
τηλεγραφήματος	noun	γενική ενικού του τηλεγράφημα
τηλεγραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσαν	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφήσανε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεγραφήτρια	noun	τηλεγραφητής
τηλεγραφήτριας	noun	γενική ενικού του τηλεγραφήτρια
τηλεγραφήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφήτρια
τηλεγραφία	noun	η τεχνική της μεταβίβασης μηνυμάτων μέσω του τηλεγράφου
τηλεγραφίας	noun	γενική ενικού του τηλεγραφία
τηλεγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφία
τηλεγραφίστρια	=	τηλεγραφητής
τηλεγραφεί	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφείο
τηλεγραφείο	noun	το κτήριο στο οποίο λειτουργεί τηλέγραφος και η σχετική υπηρεσία αποστολής και λήψης τηλεγραφημάτων
τηλεγραφείου	noun	γενική ενικού του τηλεγραφείο
τηλεγραφείς	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφείτε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφείων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεγραφείο
τηλεγραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεγράφημα
τηλεγραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφημένο
τηλεγραφημένε	verb	κλητική ενικού του τηλεγραφημένος
τηλεγραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφημένη
τηλεγραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεγραφημένος
τηλεγραφημένης	verb	γενική ενικού του τηλεγραφημένη
τηλεγραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του τηλεγραφημένος
τηλεγραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφημένος
τηλεγραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου τηλεγραφώ
τηλεγραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τηλεγραφημένος
τηλεγραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τηλεγραφημένος
τηλεγραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τηλεγραφημένος
τηλεγραφητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφητής
τηλεγραφητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηλεγραφητής
τηλεγραφητής	noun	ο χειριστής τηλεγράφου
τηλεγραφητριών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεγραφήτρια
τηλεγραφητών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεγραφητής
τηλεγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφικό	adv	με πολύ μεγάλη συντομία, σαν τηλεγράφημα
τηλεγραφικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεγραφικός
τηλεγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφική
τηλεγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεγραφικός
τηλεγραφικής	adj	γενική ενικού του τηλεγραφική
τηλεγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφικός
τηλεγραφικού	adj	γενική ενικού του τηλεγραφικός
τηλεγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεγραφικός
τηλεγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεγραφικός
τηλεγραφικός	adj	σχετικός με τον τηλέγραφος· που μεταβιβάζεται μέσω τηλεγράφου
τηλεγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεγραφικός
τηλεγραφικώς	adv|formal	άλλη μορφή του τηλεγραφικά
τηλεγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεγραφία
τηλεγραφούμε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούν	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούνε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσα	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσαμε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσαν	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσανε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσατε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσε	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφούσες	=	τηλεγραφώ
τηλεγραφόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεγραφόξυλο
τηλεγραφόξυλο	noun	ξύλινο, συνήθως, στήριγμα των καλωδίων του τηλεγράφου
τηλεγραφόξυλου	noun	γενική ενικού του τηλεγραφόξυλο
τηλεγραφόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεγραφόξυλο
τηλεγραφώ	verb	μεταβιβάζω ένα μήνυμα μέσω τηλεγράφου
τηλεγραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τηλεγραφώ
τηλεδίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεδίκη
τηλεδίκη	noun	επίσημα χαρακτηρίζεται η δυνατότητα της εικονοτηλεκατάθεσης μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, αποδεικτικών μέσων κ.λπ. κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας μιας δίκης
τηλεδίκης	=	τηλεδίκη
τηλεδημοπρασία	noun	δημοπρασία από μακριά, από απόσταση, με ηλεκτρονικά μέσα
τηλεδημοπρασίας	=	τηλεδημοπρασία
τηλεδημοπρασίες	=	τηλεδημοπρασία
τηλεδημοπρασιών	=	τηλεδημοπρασία
τηλεδημοσιογράφε	=	τηλεδημοσιογράφος
τηλεδημοσιογράφο	=	τηλεδημοσιογράφος
τηλεδημοσιογράφοι	=	τηλεδημοσιογράφος
τηλεδημοσιογράφος	noun	δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό κανάλι
τηλεδημοσιογράφου	=	τηλεδημοσιογράφος
τηλεδημοσιογράφους	=	τηλεδημοσιογράφος
τηλεδημοσιογράφων	=	τηλεδημοσιογράφος
τηλεδιάγνωση	noun	διάγνωση που γίνεται από μακριά, από απόσταση, με τη βοήθεια της τεχνολογίας ή άλλων μέσων
τηλεδιάγνωσης	noun	γενική ενικού του τηλεδιάγνωση
τηλεδιάσκεψη	noun	η διάσκεψη που πραγματοποιείται με την αποστολή ήχου και εικόνας μέσω διαδικτύου
τηλεδιάσκεψης	noun	γενική ενικού του τηλεδιάσκεψη
τηλεδιαβουλεύσεις	=	τηλεδιαβούλευση
τηλεδιαβουλεύσεων	=	τηλεδιαβούλευση
τηλεδιαβούλευση	noun	η διαδικασία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως, συνήθως μέσω τεχνολογιών τηλεπικοινωνίας, όπως βιντεοκλήσεις ή τηλεφωνικές συνομιλίες, που χρησιμοποιείται ευρέως στον τομέα της υγείας και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς
τηλεδιαβούλευσης	=	τηλεδιαβούλευση
τηλεδιαγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεδιάγνωση
τηλεδιαγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεδιάγνωση
τηλεδιαγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τηλεδιάγνωση
τηλεδιακυβέρνηση	noun	η επίσημη ηλεκτρονική καταγραφή, μεταφορά, αναζήτηση ή μεταβολή δεδομένων κρατικού χαρακτήρα, με χρήση κωδικών από τον πολίτη και ρυθμιζόμενα όρια προσβασιμότητας σε αυτά από δημοσίους υπαλλήλους, ανάλογα με τον τομέα της υπηρεσίας τους ή τον βαθμό τους
τηλεδιακυβέρνησης	noun	γενική ενικού του τηλεδιακυβέρνηση
τηλεδιακυβερνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεδιακυβέρνηση
τηλεδιακυβερνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεδιακυβέρνηση
τηλεδιακυβερνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τηλεδιακυβέρνηση
τηλεδιασκέψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεδιάσκεψη
τηλεδιασκέψεων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεδιάσκεψη
τηλεδιασκέψεως	noun|formal	γενική ενικού του τηλεδιάσκεψη
τηλεδιαχείριση	noun	διαχείριση από μακριά, από απόσταση, με ηλεκτρονικά μέσα
τηλεδιαχείρισης	=	τηλεδιαχείριση
τηλεδιαχειρίσεις	=	τηλεδιαχείριση
τηλεδιαχειρίσεων	=	τηλεδιαχείριση
τηλεδιδασκαλία	noun	διδασκαλία ατόμων από απόσταση
τηλεδιδασκαλίας	noun	γενική ενικού του τηλεδιδασκαλία
τηλεδιδασκαλίες	=	τηλεδιδασκαλία
τηλεδιδασκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεδιδασκαλία
τηλεδικαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεδικαστής
τηλεδικών	=	τηλεδίκη
τηλεδιοίκηση	noun	η απομακρυσμένη διαχείριση, ο τηλεχειρισμός και ο έλεγχος ενός συστήματος μέσω υπολογιστών, τηλεπικοινωνιών
τηλεδιοίκησης	=	τηλεδιοίκηση
τηλεδιοδίου	=	τηλεδιόδιο
τηλεδιοδίων	=	τηλεδιόδιο
τηλεδιοικήσεις	=	τηλεδιοίκηση
τηλεδιοικήσεων	=	τηλεδιοίκηση
τηλεδιόδια	=	τηλεδιόδιο
τηλεδιόδιο	noun	διόδιο που πληρώνεται από απόσταση, χωρίς να χρειαστεί να ακινητοποιηθεί το όχημα
τηλεδιόδιου	=	τηλεδιόδιο
τηλεειδήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεείδηση
τηλεειδοποίηση	noun	η εξ αποστάσεως ειδοποίηση
τηλεειδοποίησης	=	τηλεειδοποίηση
τηλεειδοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεειδοποίηση
τηλεειδοποιήσεων	=	τηλεειδοποίηση
τηλεειδοποιητές	=	τηλεειδοποιητής
τηλεειδοποιητή	=	τηλεειδοποιητής
τηλεειδοποιητής	noun	συσκευή που πραγματοποιεί τηλεειδοποίηση
τηλεειδοποιητών	=	τηλεειδοποιητής
τηλεεικονογραφία	noun|dated	το βιντεοτέξ
τηλεεικονογραφίας	noun	γενική ενικού του τηλεεικονογραφία
τηλεεικονογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεεικονογραφία
τηλεεικονογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεεικονογραφία
τηλεεκπαίδευση	=	τηλεκπαίδευση
τηλεελέγχου	=	τηλεέλεγχος
τηλεελέγχους	=	τηλεέλεγχος
τηλεελέγχων	=	τηλεέλεγχος
τηλεεργάζεσαι	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάζεστε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάζεται	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάζομαι	verb	εκτελώ τηλεργασία
τηλεεργάζονται	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάζονταν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάζου	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάσου	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάστηκα	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάστηκαν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάστηκε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργάστηκες	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόμασταν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόμαστε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόμενα	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενε	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενες	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενη	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενης	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενο	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενοι	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενος	verb	που τηλεργάζεται
τηλεεργαζόμενου	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενους	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμενων	=	τηλεεργαζόμενος
τηλεεργαζόμουν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόμουνα	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόντουσαν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόσασταν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόσαστε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόσουν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόσουνα	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζόταν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαζότανε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργασία	noun	άλλη μορφή του τηλεργασία
τηλεεργασίας	noun	γενική ενικού του τηλεεργασία
τηλεεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεεργασία
τηλεεργασιακά	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακέ	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακές	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακή	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακής	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακοί	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακού	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακούς	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακό	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιακός	adj	άλλη μορφή του τηλεργασιακός
τηλεεργασιακών	=	τηλεεργασιακός
τηλεεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεεργασία
τηλεεργασμένος	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαστήκαμε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαστήκαν	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαστήκανε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαστήκατε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαστεί	=	τηλεεργάζομαι
τηλεεργαστείτε	=	τηλεεργάζομαι
τηλεθέαση	noun	το να παρακολουθεί κάποιος τηλεοπτικά προγράμματα
τηλεθέασης	noun	γενική ενικού του τηλεθέαση
τηλεθέρμανση	noun	σύστημα θέρμανσης με ειδικό δίκτυο αγωγών που μεταφέρουν ζεστό νερό σε μεγάλες αποστάσεις
τηλεθέρμανσης	=	τηλεθέρμανση
τηλεθεάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεθέαση
τηλεθεάσεων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεθέαση
τηλεθεάσεως	noun|formal	γενική ενικού του τηλεθέαση
τηλεθεάτρια	noun	θηλυκό του τηλεθεατής
τηλεθεάτριας	noun	γενική ενικού του τηλεθεάτρια
τηλεθεάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεθεάτρια
τηλεθεαματικοτήτων	=	τηλεθεαματικότητα
τηλεθεαματικότητα	noun	η θεαματικότητα που έχει κάποιο τηλεοπτικό πρόγραμμα
τηλεθεαματικότητας	noun	γενική ενικού του τηλεθεαματικότητα
τηλεθεαματικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεθεαματικότητα
τηλεθεατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεθεατής
τηλεθεατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηλεθεατής
τηλεθεατής	noun	αυτός που παρακολουθεί τηλεοπτικά προγράμματα
τηλεθεατριών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεθεάτρια
τηλεθεατών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεθεατής
τηλεθερμάνσεις	=	τηλεθέρμανση
τηλεθερμάνσεων	=	τηλεθέρμανση
τηλεθερμομέτρου	=	τηλεθερμόμετρο
τηλεθερμομέτρων	=	τηλεθερμόμετρο
τηλεθερμόμετρα	=	τηλεθερμόμετρο
τηλεθερμόμετρο	noun	θερμόμετρο που μετρά τη θερμοκρασία από μακριά, ανέπαφα
τηλεθερμόμετρου	=	τηλεθερμόμετρο
τηλεθερμόμετρων	=	τηλεθερμόμετρο
τηλεκάμερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκάμερα
τηλεκάρτα	noun	κάρτα με ειδικό τσιπάκι και φορτωμένη με συγκεκριμένο αριθμό τηλεφωνικών μονάδων, που επιτρέπει σε κάποιον να τηλεφωνεί από ειδικά καρτοτηλέφωνα
τηλεκάρτας	noun	γενική ενικού του τηλεκάρτα
τηλεκάρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκάρτα
τηλεκίνηση	noun	η (υποθετική) ικανότητα των ανθρώπων να μετακινούν αντικείμενα αποκλειστικά με τη δύναμη του μυαλού τους
τηλεκίνησης	=	τηλεκίνηση
τηλεκαθοδήγηση	noun	η καθοδήγηση εξ αποστάσεως
τηλεκαθοδήγησης	=	τηλεκαθοδήγηση
τηλεκαθοδήγησις	noun	τηλεκαθοδήγηση
τηλεκαθοδηγήσεις	=	τηλεκαθοδήγηση
τηλεκαθοδηγήσεων	=	τηλεκαθοδήγηση
τηλεκαρδιογραφία	noun	η χρήση τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών για τη μετάδοση ηλεκτροκαρδιογραφικών δεδομένων (ΗΚΓ) από έναν ασθενή σε απομακρυσμένο ιατρικό κέντρο ή γιατρό
τηλεκαρδιογραφίας	=	τηλεκαρδιογραφία
τηλεκαρδιογραφίες	=	τηλεκαρδιογραφία
τηλεκαρδιογραφιών	=	τηλεκαρδιογραφία
τηλεκαρτών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεκάρτα
τηλεκαταγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκαταγραφικό
τηλεκαταγραφικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεκαταγραφικός
τηλεκαταγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκαταγραφική
τηλεκαταγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεκαταγραφικός
τηλεκαταγραφικής	adj	γενική ενικού του τηλεκαταγραφική
τηλεκαταγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεκαταγραφικός
τηλεκαταγραφικού	adj	γενική ενικού του τηλεκαταγραφικός
τηλεκαταγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεκαταγραφικός
τηλεκαταγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεκαταγραφικός
τηλεκαταγραφικός	adj	που έχει σχέση με καταγραφή από μακριά ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηλεκαταγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεκαταγραφικός
τηλεκατευθυνόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκατευθυνόμενο
τηλεκατευθυνόμενε	verb	κλητική ενικού του τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθυνόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκατευθυνόμενη
τηλεκατευθυνόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθυνόμενης	verb	γενική ενικού του τηλεκατευθυνόμενη
τηλεκατευθυνόμενο	noun	συσκευή που την τηλεκατευθύνουν
τηλεκατευθυνόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθυνόμενος	verb	που (τίθεται σε λειτουργία και) κατευθύνεται από απόσταση
τηλεκατευθυνόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθυνόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθυνόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τηλεκατευθυνόμενος
τηλεκατευθύνομαι	=	τηλεκατευθύνω
τηλεκατευθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκατεύθυνση
τηλεκατευθύνσεων	=	τηλεκατεύθυνση
τηλεκατευθύνω	verb	κατευθύνω από μακριά
τηλεκατεύθυνση	noun	το να κατευθύνει κάποιος ένα όχημα ή ένα βλήμα από μακριά με συσκευή τηλεχειρισμού
τηλεκατεύθυνσης	=	τηλεκατεύθυνση
τηλεκατεύθυνσις	noun	τηλεκατεύθυνση
τηλεκινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκίνηση
τηλεκινήσεων	=	τηλεκίνηση
τηλεκινηματογράφε	=	τηλεκινηματογράφος
τηλεκινηματογράφο	=	τηλεκινηματογράφος
τηλεκινηματογράφοι	=	τηλεκινηματογράφος
τηλεκινηματογράφος	noun	μηχάνημα προβολής κινηματογραφικών ταινιών στην τηλεόραση ή μετατροπής τους (π.χ. από φιλμ 35mm ή 16mm) σε ψηφιακή μορφή ή σε μορφή κατάλληλη για τηλεοπτική μετάδοση, ώστε να μπορεί να προβληθεί σε τηλεόραση, να υποστεί επεξεργασία ή να ψηφιοποιηθεί
τηλεκινηματογράφου	=	τηλεκινηματογράφος
τηλεκινηματογράφους	=	τηλεκινηματογράφος
τηλεκινηματογράφων	=	τηλεκινηματογράφος
τηλεκινηματογραφία	noun	η διαδικασία μετατροπής κινηματογραφικών ταινιών (π.χ. από φιλμ 35mm ή 16mm) σε ψηφιακή μορφή ή σε μορφή κατάλληλη για τηλεοπτική μετάδοση, ώστε να μπορεί να προβληθεί σε τηλεόραση, να υποστεί επεξεργασία ή να ψηφιοποιηθεί
τηλεκινηματογραφίας	=	τηλεκινηματογραφία
τηλεκινηματογραφίες	=	τηλεκινηματογραφία
τηλεκινηματογραφιών	=	τηλεκινηματογραφία
τηλεκινησία	noun	άλλη μορφή του τηλεκίνηση
τηλεκινησίας	noun	γενική ενικού του τηλεκινησία
τηλεκινησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκινησία
τηλεκινησιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεκινησία
τηλεκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τηλεκινητικός	adv	με τηλεκινητικό τρόπο
τηλεκινητικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεκινητικός
τηλεκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεκινητική
τηλεκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεκινητικός
τηλεκινητικής	adj	γενική ενικού του τηλεκινητική
τηλεκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεκινητικός
τηλεκινητικού	adj	γενική ενικού του τηλεκινητικός
τηλεκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεκινητικός
τηλεκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεκινητικός
τηλεκινητικός	adj	που έχει σχέση με την τηλεκίνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηλεκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεκινητικός
τηλεκοντρόλ	noun	το τηλεχειριστήριο
τηλεκπαίδευση	noun	εκπαίδευση ατόμων από απόσταση
τηλεκπαίδευσης	=	τηλεκπαίδευση
τηλεκπαιδεύσεις	=	τηλεκπαίδευση
τηλεκπαιδεύσεων	=	τηλεκπαίδευση
τηλεκριτικέ	=	τηλεκριτικός
τηλεκριτικές	=	τηλεκριτική
τηλεκριτική	noun	η κριτική τηλεοπτικών έργων και σειρών, γενικά περιεχομένου που παίζεται στην τηλεόραση
τηλεκριτικής	=	τηλεκριτική
τηλεκριτικοί	=	τηλεκριτικός
τηλεκριτικού	=	τηλεκριτικός
τηλεκριτικούς	=	τηλεκριτικός
τηλεκριτικό	=	τηλεκριτικός
τηλεκριτικός	noun	που είναι κριτικός τηλεοπτικών εκπομπών	adj	που έχει σχέση με την τηλεκριτική ή τους τηλεκριτικούς ή αναφέρεται σ’ αυτά
τηλεκριτικών	=	τηλεκριτική
τηλελέγχου	=	τηλέλεγχος
τηλελέγχους	=	τηλέλεγχος
τηλελέγχων	=	τηλέλεγχος
τηλεμάθημα	noun	η διδασκαλία ενός μαθήματος χρησιμοποιώντας ψηφιακά μέσα από απόσταση
τηλεμάρκετινγκ	noun	η τηλεαγορά
τηλεμέτρηση	noun	η συγκέντρωση από απόσταση των αποτελεσμάτων μιας μέτρησης
τηλεμέτρησης	=	τηλεμέτρηση
τηλεμέτρου	noun	γενική ενικού του τηλέμετρο
τηλεμέτρων	noun	γενική πληθυντικού του τηλέμετρο
τηλεμαγκαζίνα	=	τηλεμαγκαζίνο
τηλεμαγκαζίνο	noun	το τηλεπεριοδικό
τηλεμαγκαζίνου	=	τηλεμαγκαζίνο
τηλεμαγκαζίνων	=	τηλεμαγκαζίνο
τηλεμαθήματα	=	τηλεμάθημα
τηλεμαθήματος	=	τηλεμάθημα
τηλεμαθημάτων	=	τηλεμάθημα
τηλεμαραθώνιε	=	τηλεμαραθώνιος
τηλεμαραθώνιο	=	τηλεμαραθώνιος
τηλεμαραθώνιοι	=	τηλεμαραθώνιος
τηλεμαραθώνιος	noun	τηλεοπτικός μαραθώνιος, με φιλανθρωπικό συνήθως σκοπό, όπου οι τηλεθεατές καλούνται να συμβάλουν, καταθέτοντας χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς που δημιουργούνται για τις συγκεκριμένες φιλανθρωπικές ανάγκες
τηλεμαραθώνιου	=	τηλεμαραθώνιος
τηλεμαραθώνιους	=	τηλεμαραθώνιος
τηλεμαραθώνιων	=	τηλεμαραθώνιος
τηλεματικές	=	τηλεματική
τηλεματική	noun	ο συνδυασμός τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής για την έγκαιρη διακίνηση κάθε είδους πληροφορίας, όπως μετάδοση ήχου, εικόνας δεδομένων, κλπ., σε πραγματικό χρόνο
τηλεματικής	=	τηλεματική
τηλεματικών	=	τηλεματική
τηλεμαχία	noun	τηλεοπτικός διάλογος μεταξύ δύο ή περισσότερων πολιτικών αντιπάλων, πριν από μια εκλογική αναμέτρηση
τηλεμαχίας	noun	γενική ενικού του τηλεμαχία
τηλεμαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμαχία
τηλεμαχιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεμαχία
τηλεμαϊντανέ	noun	κλητική ενικού του τηλεμαϊντανός
τηλεμαϊντανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεμαϊντανός
τηλεμαϊντανού	noun	γενική ενικού του τηλεμαϊντανός
τηλεμαϊντανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τηλεμαϊντανός
τηλεμαϊντανό	noun	αιτιατική ενικού του τηλεμαϊντανός
τηλεμαϊντανός	noun	άτομο που εμφανίζεται πολύ συχνά σε τηλεοπτικές εκπομπές, ενίοτε χωρίς να έχει σχέση με το θέμα που συζητείται
τηλεμαϊντανών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεμαϊντανός
τηλεμετάδοση	noun	μεταφορά δεδομένων με ηλεκτρονικό τρόπο
τηλεμετάδοσης	=	τηλεμετάδοση
τηλεμεταδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμετάδοση
τηλεμεταδόσεων	=	τηλεμετάδοση
τηλεμεταφορά	noun	μεταφορά κβαντικής πληροφορίας από ένα σημείο σε άλλο με αυτόματη καταστροφή της αρχικής πληροφορίας
τηλεμεταφοράς	=	τηλεμεταφορά
τηλεμεταφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμεταφορά
τηλεμεταφορών	=	τηλεμεταφορά
τηλεμετρήσεις	=	τηλεμέτρηση
τηλεμετρήσεων	=	τηλεμέτρηση
τηλεμετρία	noun	η συγκέντρωση από απόσταση των αποτελεσμάτων μιας μέτρησης
τηλεμετρίας	noun	γενική ενικού του τηλεμετρία
τηλεμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμετρία
τηλεμετρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμετρητής
τηλεμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμετρικό
τηλεμετρικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεμετρικός
τηλεμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεμετρική
τηλεμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεμετρικός
τηλεμετρικής	adj	γενική ενικού του τηλεμετρική
τηλεμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεμετρικός
τηλεμετρικού	adj	γενική ενικού του τηλεμετρικός
τηλεμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεμετρικός
τηλεμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεμετρικός
τηλεμετρικός	adj	που έχει σχέση με την τηλεμετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηλεμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεμετρικός
τηλεμετριών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεμετρία
τηλεμηχανικές	=	τηλεμηχανική
τηλεμηχανική	noun	ο τηλεχειρισμός μηχανών
τηλεμηχανικής	=	τηλεμηχανική
τηλεμηχανικών	=	τηλεμηχανική
τηλενέργεια	noun	η υποτιθέμενη ικανότητα κάποιων ατόμων να επηρεάζουν φυσικά αντικείμενα ή φαινόμενα από απόσταση, μέσω μιας αδιευκρίνιστης ψυχικής δύναμης
τηλενέργειας	=	τηλενέργεια
τηλενέργειες	=	τηλενέργεια
τηλενεργειών	=	τηλενέργεια
τηλενεργοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλενεργοποίηση
τηλενουβέλα	noun	καθημερινή τηλεοπτική σειρά με προέλευση συνήθως τη Λατινική Αμερική, παρόμοια σε περιεχόμενο με τις σαπουνόπερες
τηλενουβέλας	=	τηλενουβέλα
τηλενουβέλες	=	τηλενουβέλα
τηλεομοιοτυπία	noun	διαδικασία διακίνησης εγγράφων μέσω τηλεομοιοτυπικών συσκευών
τηλεομοιοτυπίας	=	τηλεομοιοτυπία
τηλεομοιοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεομοιοτυπία
τηλεομοιοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεομοιοτυπικό	adv	μέσω τηλεομοιοτυπίας, με φαξ
τηλεομοιοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεομοιοτυπικός
τηλεομοιοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεομοιοτυπική
τηλεομοιοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεομοιοτυπικός
τηλεομοιοτυπικής	adj	γενική ενικού του τηλεομοιοτυπική
τηλεομοιοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεομοιοτυπικός
τηλεομοιοτυπικού	adj	γενική ενικού του τηλεομοιοτυπικός
τηλεομοιοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεομοιοτυπικός
τηλεομοιοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεομοιοτυπικός	noun	άλλη μορφή του τηλεομοιότυπο
τηλεομοιοτυπικός	adj	που έχει σχέση με την τηλεομοιοτυπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηλεομοιοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεομοιοτυπικός
τηλεομοιοτυπιών	=	τηλεομοιοτυπία
τηλεομοιοτυπώ	verb|rare	στέλνω τηλεομοιοτυπία
τηλεομοιοτύπημα	noun|rare	άλλη μορφή του τηλεομοιότυπο
τηλεομοιοτύπου	=	τηλεομοιότυπο
τηλεομοιοτύπων	=	τηλεομοιότυπο
τηλεομοιότυπα	=	τηλεομοιότυπο
τηλεομοιότυπο	noun	συσκευή με την οποία στέλνονται φαξ / τηλεομοιοτυπίες, συσκευή που σαρώνει έγγραφα και τα αποστέλλει μέσω του τηλεφωνικού δικτύου ή λαμβάνει και τυπώνει έγγραφα που έχουν αποσταλεί, συνήθως αναφέρεται ως «φαξ»
τηλεομοιότυπου	=	τηλεομοιότυπο
τηλεομοιότυπων	=	τηλεομοιότυπο
τηλεοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεοπτικό	adv	από την τηλεόραση, διά της τηλεοράσεως
τηλεοπτικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεοπτικός
τηλεοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεοπτική
τηλεοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεοπτικός
τηλεοπτικής	adj	γενική ενικού του τηλεοπτική
τηλεοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεοπτικός
τηλεοπτικού	adj	γενική ενικού του τηλεοπτικός
τηλεοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεοπτικός
τηλεοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεοπτικός
τηλεοπτικός	adj	σχετικός με την τηλεόραση
τηλεοπτικότατα	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατε	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατες	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατη	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατης	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατο	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατοι	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατος	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατου	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατους	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότατων	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερα	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερε	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερες	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερη	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερης	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερο	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότεροι	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερος	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερου	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερους	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικότερων	=	τηλεοπτικός
τηλεοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεοπτικός
τηλεοράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεόραση
τηλεοράσεων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεόραση
τηλεοράσεως	noun|formal	γενική ενικού του τηλεόραση
τηλεορασάκηδες	=	τηλεορασάκιας
τηλεορασάκηδων	=	τηλεορασάκιας
τηλεορασάκια	=	τηλεορασάκιας
τηλεορασάκιας	noun	αυτός που του αρέσει να βλέπει πολλές ώρες τηλεόραση
τηλεορασίτσα	noun	υποκοριστικό του τηλεόραση
τηλεορασίτσας	noun	γενική ενικού του τηλεορασίτσα
τηλεορασίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεορασίτσα
τηλεορασούλα	noun	υποκοριστικό του τηλεόραση
τηλεορασούλας	noun	γενική ενικού του τηλεορασούλα
τηλεορασούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεορασούλα
τηλεορασόπληκτα	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτε	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτες	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτη	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτης	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτο	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτοι	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτος	adj	πρόσωπο που βλέπει συνεχώς τηλεόραση
τηλεορασόπληκτου	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτους	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεορασόπληκτων	=	τηλεορασόπληκτος
τηλεπάθεια	noun	η υποτιθέμενη δυνατότητα ψυχικής επικοινωνίας συναισθημάτων, σκέψεων ή αισθήσεων από απόσταση, χωρίς το συνηθισμένο τρόπο επικοινωνίας
τηλεπάθειας	noun	γενική ενικού του τηλεπάθεια
τηλεπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπάθεια
τηλεπαίκτες	=	τηλεπαίκτης
τηλεπαίκτη	=	τηλεπαίκτης
τηλεπαίκτης	noun	ο συμμετέχων παίκτης σε τηλεπαιχνίδι
τηλεπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεπάθεια
τηλεπαθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαθητικό	adv	με τηλεπαθητικό τρόπο
τηλεπαθητικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεπαθητικός
τηλεπαθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαθητική
τηλεπαθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεπαθητικός
τηλεπαθητικής	adj	γενική ενικού του τηλεπαθητική
τηλεπαθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαθητικός
τηλεπαθητικού	adj	γενική ενικού του τηλεπαθητικός
τηλεπαθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεπαθητικός
τηλεπαθητικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεπαθητικός
τηλεπαθητικός	adj	που έχει σχέση με την τηλεπάθεια, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται μέσω αυτής
τηλεπαθητικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεπαθητικός
τηλεπαθολογία	noun	ιατρική διάγνωση ασθενειών με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών μέσων
τηλεπαθολογίας	noun	γενική ενικού του τηλεπαθολογία
τηλεπαθολογίες	=	τηλεπαθολογία
τηλεπαθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεπαθολογία
τηλεπαικτών	=	τηλεπαίκτης
τηλεπαιχνίδι	noun	παιχνίδι (τύχης, γνώσεων κ.λπ.) που κινηματογραφείται και μεταδίδεται τηλεοπτικά
τηλεπαιχνίδια	=	τηλεπαιχνίδι
τηλεπαιχνιδιού	=	τηλεπαιχνίδι
τηλεπαιχνιδιών	=	τηλεπαιχνίδι
τηλεπαράθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαράθυρο
τηλεπαράθυρο	noun	τμήμα της τηλεοπτικής οθόνης στην οποία εμφανίζονται ομιλητές κατά τη διάρκεια εκπομπών
τηλεπαράθυρου	=	τηλεπαράθυρο
τηλεπαράθυρων	=	τηλεπαράθυρο
τηλεπαραγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαραγωγή
τηλεπαραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαραγωγός
τηλεπαραθύρου	=	τηλεπαράθυρο
τηλεπαραθύρων	=	τηλεπαράθυρο
τηλεπαρακολουθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαρακολούθηση
τηλεπαρουσία	noun	εικονική παρουσία σε άλλη φυσική τοποθεσία με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών μέσων
τηλεπαρουσίας	=	τηλεπαρουσία
τηλεπαρουσίες	=	τηλεπαρουσία
τηλεπαρουσιάστρια	noun	θηλυκό του τηλεπαρουσιαστής
τηλεπαρουσιάστριας	noun	γενική ενικού του τηλεπαρουσιάστρια
τηλεπαρουσιάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαρουσιάστρια
τηλεπαρουσιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπαρουσιαστής
τηλεπαρουσιαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηλεπαρουσιαστής
τηλεπαρουσιαστής	noun	αυτός που παρουσιάζει προγράμματα στην τηλεόραση
τηλεπαρουσιαστριών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεπαρουσιάστρια
τηλεπαρουσιαστών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεπαρουσιαστής
τηλεπαρουσιών	=	τηλεπαρουσία
τηλεπειρατεία	noun	παράνομη εκπομπή ή λήψη σήματος ή αποκωδικοποίησή του για ακρόαση ή θέαση έργων χωρίς πληρωμή αντιτίμου
τηλεπειρατείας	=	τηλεπειρατεία
τηλεπειρατείες	=	τηλεπειρατεία
τηλεπειρατειών	=	τηλεπειρατεία
τηλεπεριοδικά	=	τηλεπεριοδικό
τηλεπεριοδικού	=	τηλεπεριοδικό
τηλεπεριοδικό	noun	περιοδικό που αφορά τηλεοπτικές εκπομπές
τηλεπεριοδικών	=	τηλεπεριοδικό
τηλεπερσόνα	noun	άτομο που θεωρείται ότι αποτελεί τηλεοπτική προσωπικότητα
τηλεπερσόνας	=	τηλεπερσόνα
τηλεπερσόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπερσόνα
τηλεπερσόνων	=	τηλεπερσόνα
τηλεπικοινωνία	noun	μεταφορά πληροφοριών σε απόσταση με ηλεκτρική, ηλεκτρομαγνητική, ραδιοηλεκτρική, ή οπτική μέθοδο
τηλεπικοινωνίας	noun	γενική ενικού του τηλεπικοινωνία
τηλεπικοινωνίες	noun	τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών, τηλεπικοινωνιακά δικτύα
τηλεπικοινωνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τηλεπικοινωνιακός	adv	με τηλεπικοινωνιακό τρόπο
τηλεπικοινωνιακέ	adj	κλητική ενικού του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεπικοινωνιακή
τηλεπικοινωνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιακής	adj	γενική ενικού του τηλεπικοινωνιακή
τηλεπικοινωνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιακού	adj	γενική ενικού του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιακό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιακός	noun	επαγγελματίας που ασχολείται με τις τηλεπικοινωνίες	adj	που αφορά την τηλεπικοινωνία
τηλεπικοινωνιακών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεπικοινωνιακός
τηλεπικοινωνιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεπικοινωνία
τηλεπισκοπήσεις	=	τηλεπισκόπηση
τηλεπισκοπήσεων	=	τηλεπισκόπηση
τηλεπισκοπίστρια	noun	θηλυκό του τηλεπισκοπιστής
τηλεπισκοπίστριας	=	τηλεπισκοπίστρια
τηλεπισκοπίστριες	=	τηλεπισκοπίστρια
τηλεπισκοπιστές	=	τηλεπισκοπιστής
τηλεπισκοπιστή	=	τηλεπισκοπιστής
τηλεπισκοπιστής	noun	άτομο που πραγματοποιεί τηλεπισκόπηση
τηλεπισκοπιστριών	=	τηλεπισκοπίστρια
τηλεπισκοπιστών	=	τηλεπισκοπιστής
τηλεπισκόπηση	noun	η συλλογή πληροφοριών σχετικά με την επιφάνεια της γης με τη χρήση οργάνων που βρίσκονται σε απόσταση, όπως δορυφόροι ή αεροπλάνα
τηλεπισκόπησης	=	τηλεπισκόπηση
τηλεπληροφορικές	=	τηλεπληροφορική
τηλεπληροφορική	noun	telematics: βλ. συνώνυμο τηλεματική
τηλεπληροφορικής	=	τηλεπληροφορική
τηλεπληροφορικών	=	τηλεπληροφορική
τηλεποπτεία	noun	η απομακρυσμένη παρακολούθηση ή εποπτεία
τηλεποπτείας	=	τηλεποπτεία
τηλεποπτείες	=	τηλεποπτεία
τηλεποπτειών	=	τηλεποπτεία
τηλεργάζεσαι	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάζεστε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάζεται	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάζομαι	verb	εκτελώ τηλεργασία
τηλεργάζονται	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάζονταν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάζου	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάσου	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάστηκα	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάστηκαν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάστηκε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργάστηκες	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόμασταν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόμαστε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόμενα	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενε	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενες	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενη	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενης	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενο	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενοι	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενος	verb	που τηλεργάζεται
τηλεργαζόμενου	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενους	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμενων	=	τηλεργαζόμενος
τηλεργαζόμουν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόμουνα	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόντουσαν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόσασταν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόσαστε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόσουν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόσουνα	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζόταν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαζότανε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργασία	noun	η εργασία για έναν εργοδότη ή έναν πελάτη που εκτελείται / γίνεται εκτός του παραδοσιακού εργασιακού χώρου (γραφείο, εταιρεία κ.λπ.), μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων και τεχνολογικών εργαλείων
τηλεργασίας	noun	γενική ενικού του τηλεργασία
τηλεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεργασία
τηλεργασιακά	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακέ	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακές	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακή	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακής	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακοί	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακού	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακούς	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακό	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιακός	adj	που έχει σχέση με την τηλεργασία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τηλεργασιακών	=	τηλεργασιακός
τηλεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεργασία
τηλεργασμένος	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαστήκαμε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαστήκαν	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαστήκανε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαστήκατε	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαστεί	=	τηλεργάζομαι
τηλεργαστείτε	=	τηλεργάζομαι
τηλεσημία	noun	η μετάδοση σημάτων σε μεγάλη απόσταση, η επικοινωνία με σήματα από μεγάλη απόσταση
τηλεσημίας	noun	γενική ενικού του τηλεσημία
τηλεσημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσημία
τηλεσημιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεσημία
τηλεσκάφος	noun|rare	τηλεκατευθυνόμενο μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα
τηλεσκηνοθέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσκηνοθέτης
τηλεσκηνοθέτη	=	τηλεσκηνοθέτης
τηλεσκηνοθέτης	noun	το άτομο που επιλέγει και εναλλάσσει τα πλάνα που προβάλλονται σε τηλεοπτικά προγράμματα και εκπομπές
τηλεσκηνοθέτρια	noun	θηλυκό του τηλεσκηνοθέτης
τηλεσκηνοθέτριας	=	τηλεσκηνοθέτρια
τηλεσκηνοθέτριες	=	τηλεσκηνοθέτρια
τηλεσκηνοθεσία	noun	η επιλογή και εναλλαγή των πλάνων που θα προβληθούν σε τηλεοπτικά προγράμματα κι εκπομπές
τηλεσκηνοθεσίας	noun	γενική ενικού του τηλεσκηνοθεσία
τηλεσκηνοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσκηνοθεσία
τηλεσκηνοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεσκηνοθεσία
τηλεσκηνοθετριών	=	τηλεσκηνοθέτρια
τηλεσκηνοθετών	=	τηλεσκηνοθέτης
τηλεσκοπία	noun	παρατήρηση με τηλεσκόπιο
τηλεσκοπίας	=	τηλεσκοπία
τηλεσκοπίες	=	τηλεσκοπία
τηλεσκοπίου	noun	γενική ενικού του τηλεσκόπιο
τηλεσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεσκόπιο
τηλεσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τηλεσκοπικός	adv	με τηλεσκοπικό τρόπο
τηλεσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσκοπική
τηλεσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικής	adj	γενική ενικού του τηλεσκοπική
τηλεσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικού	adj	γενική ενικού του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικός	adj	σχετικός με το τηλεσκόπιο
τηλεσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεσκοπικός
τηλεσκοπικῶς	adv	τηλεσκοπικά
τηλεσκοπιών	=	τηλεσκοπία
τηλεσκουπίδι	noun	τηλεοπτική εκπομπή πολύ χαμηλής ποιότητας
τηλεσκουπίδια	=	τηλεσκουπίδι
τηλεσκουπιδιού	=	τηλεσκουπίδι
τηλεσκουπιδιών	=	τηλεσκουπίδι
τηλεσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσκόπιο
τηλεσκόπιο	noun	οπτικό όργανο για την παρατήρηση απομακρυσμένων αντικειμένων
τηλεσκόπιου	=	τηλεσκόπιο
τηλεστερεοσκοπία	noun	τεχνική που με τη χρήση τηλεστερεοσκόπιου επιτρέπει την αναπαραγωγή στερεοσκοπικών εικόνων (με βάθος πεδίου) από απόσταση, δίνοντας την αίσθηση ότι τα αντικείμενα βρίσκονται πιο μακριά ή πιο κοντά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα
τηλεστερεοσκοπίας	=	τηλεστερεοσκοπία
τηλεστερεοσκοπίες	=	τηλεστερεοσκοπία
τηλεστερεοσκοπίου	=	τηλεστερεοσκόπιο
τηλεστερεοσκοπίων	=	τηλεστερεοσκόπιο
τηλεστερεοσκοπιών	=	τηλεστερεοσκοπία
τηλεστερεοσκόπια	=	τηλεστερεοσκόπιο
τηλεστερεοσκόπιο	noun	συσκευή που εφαρμόζει την τεχνική της τηλεστερεοσκοπίας, η οποία αποτελείται συνήθως από έναν συνδυασμό κατόπτρων ή φακών, που τροποποιούν την κανονική αντίληψη του βάθους ενός παρατηρητή, αυξάνοντας την απόσταση μεταξύ των ματιών, κάτι που επιτρέπει την παρατήρηση αντικειμένων με ενισχυμένο βάθος
τηλεστερεοσκόπιου	=	τηλεστερεοσκόπιο
τηλεστερεοσκόπιων	=	τηλεστερεοσκόπιο
τηλεσυμβουλευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσυμβουλευτικό
τηλεσυμβουλευτικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυμβουλευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεσυμβουλευτική
τηλεσυμβουλευτική	noun	η εξ αποστάσεως παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυμβουλευτικής	adj	γενική ενικού του τηλεσυμβουλευτική
τηλεσυμβουλευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυμβουλευτικού	adj	γενική ενικού του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυμβουλευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυμβουλευτικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυμβουλευτικός	adj	αναφορικός με τη συμβουλευτική εξ αποστάσεως
τηλεσυμβουλευτικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεσυμβουλευτικός
τηλεσυνδέσεις	=	τηλεσύνδεση
τηλεσυνδέσεων	=	τηλεσύνδεση
τηλεσυνδιάσκεψη	noun	συνδιάσκεψη που γίνεται από το διαδίκτυο
τηλεσυνδιάσκεψης	=	τηλεσυνδιάσκεψη
τηλεσυνδιασκέψεις	=	τηλεσυνδιάσκεψη
τηλεσυνδιασκέψεων	=	τηλεσυνδιάσκεψη
τηλεσυνεδρίαση	noun	συνεδρίαση ή γενικότερα συνάντηση κάποιων ανθρώπων (μελών ομάδας ή όχι) μέσω διαδικτύου ή άλλου δικτύου
τηλεσυνεδρίασης	=	τηλεσυνεδρίαση
τηλεσυνεδριάσεις	=	τηλεσυνεδρίαση
τηλεσυνεδριάσεων	=	τηλεσυνεδρίαση
τηλεσυνεργασία	noun	η συνεργασία που πραγματοποιείται εξ αποστάσεως, συχνά μέσω ψηφιακών μέσων και τεχνολογιών, όπως το διαδίκτυο ή τα συστήματα τηλεδιάσκεψης.
τηλεσυνεργασίας	=	τηλεσυνεργασία
τηλεσυνεργασίες	=	τηλεσυνεργασία
τηλεσυνεργασιών	=	τηλεσυνεργασία
τηλεσύνδεση	noun	η εξ αποστάσεως σύνδεση ενός χρήστη σε δίκτυο υπολογιστών
τηλεσύνδεσης	=	τηλεσύνδεση
τηλεταινία	noun	ταινία γυρισμένη για να προβληθεί από τηλεοπτικό σταθμό
τηλεταινίας	noun	γενική ενικού του τηλεταινία
τηλεταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεταινία
τηλεταινιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεταινία
τηλεταχυμέτρου	=	τηλεταχύμετρο
τηλεταχυμέτρων	=	τηλεταχύμετρο
τηλεταχύμετρα	=	τηλεταχύμετρο
τηλεταχύμετρο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της ταχύτητας περιστροφής ενός κινητήρα ή άλλου μηχανισμού εξ αποστάσεως, χωρίς να απαιτείται άμεση σύνδεση με το αντικείμενο που μετράται
τηλεταχύμετρου	=	τηλεταχύμετρο
τηλεταχύμετρων	=	τηλεταχύμετρο
τηλετράπεζα	noun	υπηρεσία που παρέχεται από τράπεζες και επιτρέπει στους πελάτες να πραγματοποιούν τραπεζικές συναλλαγές ή να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες των λογαριασμών τους μέσω τηλεφώνου ή δικτύου υπολογιστών, χωρίς να χρειάζεται να επισκεφθούν κάποιο τραπεζικό κατάστημα
τηλετράπεζας	=	τηλετράπεζα
τηλετράπεζες	=	τηλετράπεζα
τηλετραπεζών	=	τηλετράπεζα
τηλετυπία	noun	* μήνυμα που μεταβιβάζεται μέσω τηλετύπου
τηλετυπίας	=	τηλετυπία
τηλετυπίες	=	τηλετυπία
τηλετυπιών	=	τηλετυπία
τηλετύπημα	noun|formal	τέλεξ
τηλετύπου	noun	γενική ενικού του τηλέτυπο
τηλετύπων	noun	γενική πληθυντικού του τηλέτυπο
τηλεφακέ	noun	κλητική ενικού του τηλεφακός
τηλεφακοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεφακός
τηλεφακού	noun	γενική ενικού του τηλεφακός
τηλεφακούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τηλεφακός
τηλεφακό	noun	αιτιατική ενικού του τηλεφακός
τηλεφακός	noun	ο φακός φωτογραφικής μηχανής που δίνει μεγάλη μεγέθυνση στα μακρινά αντικείμενα
τηλεφακών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφακός
τηλεφημερίδα	noun	το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων
τηλεφημερίδας	=	τηλεφημερίδα
τηλεφημερίδες	=	τηλεφημερίδα
τηλεφημερίδων	=	τηλεφημερίδα
τηλεφορτώνω	verb	μεταφέρω δεδομένα μέσω ενός τηλεπικοινωνιακού δικτύου προς τον υπολογιστή μου κάνοντας αποστολή και λήψη δεδομένων
τηλεφροντίδα	noun	παροχή υπηρεσιών υγείας από απόσταση
τηλεφροντίδας	=	τηλεφροντίδα
τηλεφροντίδες	=	τηλεφροντίδα
τηλεφροντίδων	=	τηλεφροντίδα
τηλεφωνά	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάγαμε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάγανε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάγατε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάει	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνάκι
τηλεφωνάμε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάνε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάς	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάτε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνάω	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφώνημα
τηλεφωνήματος	noun	γενική ενικού του τηλεφώνημα
τηλεφωνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσαν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνήσανε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσουνε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνήτρια	noun	θηλυκό του τηλεφωνητής
τηλεφωνήτριας	noun	γενική ενικού του τηλεφωνήτρια
τηλεφωνήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνήτρια
τηλεφωνία	noun	οι επιστημονικές, τεχνικές, εμπορικές και εφαρμοστικές γνώσεις γύρω από την χρήση τηλεφώνου
τηλεφωνίας	noun	γενική ενικού του τηλεφωνία
τηλεφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνία
τηλεφωνεί	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνείο
τηλεφωνείο	noun	γραφείο ή άλλος ειδικός χώρος όπου γίνονται τηλεφωνήματα
τηλεφωνείου	noun	γενική ενικού του τηλεφωνείο
τηλεφωνείς	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνείσαι	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνείστε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνείται	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνείτε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνείων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφωνείο
τηλεφωνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθήκαν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνηθήκανε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνηθούνε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνιέμαι
τηλεφωνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφώνημα
τηλεφωνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνημένο
τηλεφωνημένε	verb	κλητική ενικού του τηλεφωνημένος
τηλεφωνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνημένη
τηλεφωνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεφωνημένος
τηλεφωνημένης	verb	γενική ενικού του τηλεφωνημένη
τηλεφωνημένο	verb	αιτιατική ενικού του τηλεφωνημένος
τηλεφωνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνημένος
τηλεφωνημένος	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τηλεφωνημένος
τηλεφωνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τηλεφωνημένος
τηλεφωνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τηλεφωνημένος
τηλεφωνηματάκι	noun	υποκοριστικό του τηλεφώνημα
τηλεφωνηματάκια	=	τηλεφωνηματάκι
τηλεφωνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνητής
τηλεφωνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηλεφωνητής
τηλεφωνητής	noun	διεκπεραιωτής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων
τηλεφωνητριών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφωνήτρια
τηλεφωνητών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφωνητής
τηλεφωνιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνιέσαι	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιέστε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιέται	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνικό	adv	απ’ το τηλέφωνο, με το τηλέφωνο
τηλεφωνικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεφωνικός
τηλεφωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνική
τηλεφωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεφωνικός
τηλεφωνικής	adj	γενική ενικού του τηλεφωνική
τηλεφωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωνικός
τηλεφωνικού	adj	γενική ενικού του τηλεφωνικός
τηλεφωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεφωνικός
τηλεφωνικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεφωνικός
τηλεφωνικός	adj	που έχει σχέση με το τηλέφωνο, αναφέρεται σ’ αυτό ή γίνεται μ’ αυτό
τηλεφωνικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεφωνικός
τηλεφωνικώς	adv|formal	τηλεφωνικά
τηλεφωνιούνται	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιούνταν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόμασταν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόμαστε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόμουν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόμουνα	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόνται	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόνταν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόντανε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόντουσαν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόσασταν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόσαστε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόσουν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόσουνα	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιόταν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιότανε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφωνία
τηλεφωνοδότηση	noun|rare	η παροχή τηλεφωνικής γραμμής, ώστε να εξυπηρετείται κάποιος με σταθερό τηλέφωνο και να έχει ενσύρματη πρόσβαση στο διαδίκτυο
τηλεφωνούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφωνούμασταν	=	τηλεφωνούμαι
τηλεφωνούμαστε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούμε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούμενος	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούμουν	=	τηλεφωνούμαι
τηλεφωνούν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούνε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούνται	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούνταν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσα	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσαμε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσαν	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσανε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσασταν	=	τηλεφωνούμαι
τηλεφωνούσαστε	=	τηλεφωνούμαι
τηλεφωνούσατε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσε	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσες	=	τηλεφωνώ
τηλεφωνούσουν	=	τηλεφωνούμαι
τηλεφωνώ	verb	καλώ κάποιον στο τηλέφωνο (και μιλώ μαζί του)
τηλεφωνώντας	=	τηλεφωνώ
τηλεφωτογραφία	noun	τεχνική φωτογράφισης μακρινών αντικειμένων ή τοπίων με τη χρήση τηλεφακού για τη μεγέθυνση της εικόνας
τηλεφωτογραφίας	noun	γενική ενικού του τηλεφωτογραφία
τηλεφωτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωτογραφία
τηλεφωτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωτογραφικό
τηλεφωτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωτογραφική
τηλεφωτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφικής	adj	γενική ενικού του τηλεφωτογραφική
τηλεφωτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφικού	adj	γενική ενικού του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφικός	adj	που έχει σχέση με την τηλεφωτογραφία ή αναφέρεται σʼ αυτή
τηλεφωτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τηλεφωτογραφικός
τηλεφωτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεφωτογραφία
τηλεφώνα	=	τηλεφωνώ
τηλεφώναγα	=	τηλεφωνώ
τηλεφώναγαν	=	τηλεφωνώ
τηλεφώναγε	=	τηλεφωνώ
τηλεφώναγες	=	τηλεφωνώ
τηλεφώνημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τηλεφωνώ
τηλεφώνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφώνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφώνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφώνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηλεφωνώ
τηλεφώνου	noun	γενική ενικού του τηλέφωνο
τηλεφώνων	noun	γενική πληθυντικού του τηλέφωνο
τηλεχειρίζομαι	verb	χειρίζομαι από μακριά
τηλεχειριζόμενα	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενε	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενες	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενη	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενης	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενο	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τηλεχειρίζομαι
τηλεχειριζόμενου	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενους	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειριζόμενων	=	τηλεχειριζόμενος
τηλεχειρισμέ	noun	κλητική ενικού του τηλεχειρισμός
τηλεχειρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηλεχειρισμός
τηλεχειρισμού	noun	γενική ενικού του τηλεχειρισμός
τηλεχειρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τηλεχειρισμός
τηλεχειρισμό	noun	αιτιατική ενικού του τηλεχειρισμός
τηλεχειρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τηλεχειρίζομαι
τηλεχειρισμών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεχειρισμός
τηλεχειριστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεχειριστήριο
τηλεχειριστήριο	noun	μικρή συσκευή με την οποία μπορείς να χειριστείς από απόσταση μια τηλεόραση ή παρόμοιες συσκευές
τηλεχειριστήριου	noun	γενική ενικού του τηλεχειριστήριο
τηλεχειριστήριων	noun	γενική πληθυντικού του τηλεχειριστήριο
τηλεψήφε	=	τηλεψήφος
τηλεψήφιζα	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφιζαν	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφιζε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφιζες	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφισα	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφισαν	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφισε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφισες	=	τηλεψηφίζω
τηλεψήφο	=	τηλεψήφος
τηλεψήφοι	=	τηλεψήφος
τηλεψήφος	noun	η τηλεψηφοφορία
τηλεψήφου	=	τηλεψήφος
τηλεψήφους	=	τηλεψήφος
τηλεψήφων	=	τηλεψήφος
τηλεψηφίζαμε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζαν	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζανε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζατε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζει	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζεις	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζετε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζοντας	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζουμε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζουν	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζουνε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίζω	verb	συμμετέχω σε τηλεψηφοφορία
τηλεψηφίσαμε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίσαν	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίσανε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίσατε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίσει	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφίστε	=	τηλεψηφίζω
τηλεψηφοφορία	noun	διαδικασία ψηφοφορίας που επιτρέπει σε τηλεθεατές να επιλέγουν τηλεφωνικώς ή με sms ποιοι διαγωνιζόμενοι θα προχωρήσουν σε επόμενη φάση κάποιου τηλεοπτικού σόου και ποιοι όχι
τηλεψηφοφορίας	noun	γενική ενικού του τηλεψηφοφορία
τηλεψηφοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεψηφοφορία
τηλεψηφοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεψηφοφορία
τηλεψυχία	noun|rare	η τηλεπάθεια
τηλεψυχίας	noun	γενική ενικού του τηλεψυχία
τηλεψυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλεψυχία
τηλεψυχιατρικές	=	τηλεψυχιατρική
τηλεψυχιατρική	noun	η παροχή υπηρεσιών ψυχιατρικής με τη χρήση οπτικοακουστικών τεχνολογία μεταξύ του ιατρού και του ασθενή
τηλεψυχιατρικής	=	τηλεψυχιατρική
τηλεψυχιατρικών	=	τηλεψυχιατρική
τηλεψυχιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλεψυχία
τηλεϊατρική	noun	η χρησιμοποίηση της τεχνολογίας, της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών για ιατρικούς σκοπούς
τηλεϊατρικής	=	τηλεϊατρική
τηλεόραση	noun	η τεχνολογία και το σύνολο των υποδομών που επιτρέπουν την ασύρματη εκπομπή κινούμενων εικόνων και ήχου και την λήψη και αναπαραγωγή τους από κατάλληλους δέκτες
τηλεόρασης	noun	γενική ενικού του τηλεόραση
τηλιακέ	=	τηλιακός
τηλιακή	=	τηλιακός
τηλιακοί	=	τηλιακός
τηλιακού	=	τηλιακός
τηλιακούς	=	τηλιακός
τηλιακό	=	τηλιακός
τηλιακός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Τήλο
τηλιακών	=	τηλιακός
τηλοψία	noun	η τηλεόραση (το μέσο)
τηλοψίας	noun	γενική ενικού του τηλοψία
τηλοψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηλοψία
τηλοψιών	noun	γενική πληθυντικού του τηλοψία
τημμυ	abbrev	Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου
την	article	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του ο
τηνε	pron|vulgar	ιδιωματική μορφή της αντωνυμίας την συνήθως όταν προηγείται και ακολουθεί σύμφωνο, (αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου ενικού, θηλυκό)
τηνιακά	adv	με τον τρόπο των Τηνίων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τηνιακός
τηνιακέ	adj	κλητική ενικού του τηνιακός
τηνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηνιακή
τηνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τηνιακός
τηνιακής	adj	γενική ενικού του τηνιακή
τηνιακιά	=	τηνιακός
τηνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τηνιακός
τηνιακού	adj	γενική ενικού του τηνιακός
τηνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τηνιακός
τηνιακό	adj	αιτιατική ενικού του τηνιακός
τηνιακός	adj	που έχει σχέση με την Τήνο ή τους Τηνίους ή αναφέρεται σ’ αυτά
τηνιακών	adj	γενική πληθυντικού του τηνιακός
τηράγματα	=	τήραγμα
τηράγματος	=	τήραγμα
τηράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηράω
τηράω	verb|literary	κοιτάζω με ένταση, σαν το παρατηρώ, βλέπω
τηρήθηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του τηρώ
τηρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρούμαι
τηρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρούμαι
τηρήθηκες	=	τηρώ
τηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσαν	=	τηρώ
τηρήσανε	=	τηρώ
τηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τήρηση
τηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσεων	=	τήρηση
τηρήσου	=	τηρώ
τηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσουνε	=	τηρώ
τηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηρώ
τηρήτρια	noun	θηλυκό του τηρητής
τηρήτριας	=	τηρήτρια
τηρήτριες	=	τηρήτρια
τηραγμάτων	=	τήραγμα
τηρεί	=	τηρώ
τηρείς	=	τηρώ
τηρείσαι	=	τηρώ
τηρείστε	=	τηρώ
τηρείται	=	τηρώ
τηρείτε	=	τηρώ
τηρείτο	=	τηρώ
τηρηθήκαμε	=	τηρώ
τηρηθήκαν	=	τηρώ
τηρηθήκανε	=	τηρώ
τηρηθήκατε	=	τηρώ
τηρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τηρούμαι
τηρηθείς	=	τηρώ
τηρηθείτε	=	τηρώ
τηρηθούμε	=	τηρώ
τηρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τηρούμαι
τηρηθούνε	=	τηρώ
τηρηθώ	=	τηρώ
τηρημένα	=	τηρημένος
τηρημένε	=	τηρημένος
τηρημένες	=	τηρημένος
τηρημένη	=	τηρημένος
τηρημένης	=	τηρημένος
τηρημένο	=	τηρημένος
τηρημένοι	=	τηρημένος
τηρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τηρώ
τηρημένου	=	τηρημένος
τηρημένους	=	τηρημένος
τηρημένων	=	τηρημένος
τηρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τηρητής
τηρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τηρητής
τηρητής	noun	αυτός που τηρεί κάτι
τηρητριών	=	τηρήτρια
τηρητών	noun	γενική πληθυντικού του τηρητής
τηρουσών	=	τηρών
τηρούμαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του τηρώ
τηρούμασταν	=	τηρώ
τηρούμαστε	=	τηρώ
τηρούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τηρώ
τηρούμενος	=	τηρώ
τηρούμουν	=	τηρώ
τηρούμουνα	=	τηρώ
τηρούν	=	τηρών
τηρούνε	=	τηρώ
τηρούντα	=	τηρών
τηρούνται	=	τηρώ
τηρούνταν	=	τηρώ
τηρούντες	=	τηρών
τηρούντο	=	τηρώ
τηρούντος	=	τηρών
τηρούντων	=	τηρών
τηρούσα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του τηρώ
τηρούσαμε	=	τηρώ
τηρούσαν	=	τηρώ
τηρούσανε	=	τηρώ
τηρούσας	=	τηρών
τηρούσατε	=	τηρώ
τηρούσε	=	τηρώ
τηρούσες	=	τηρών
τηρούσης	=	τηρών
τηρούσουν	=	τηρώ
τηρούσουνα	=	τηρώ
τηρώ	verb	κρατώ, εφαρμόζω, συμμορφώνομαι με
τηρών	verb|formal	που τηρεί
τηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τηρώ
τηρῶ	verb	το τηρώ πριν τη μονοτονική γραφή
της	pron	σε αυτήν	article	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ο
τθ	abbrev	η ταχυδρομική θυρίδα
τι	pron	ερωτηματική αντωνυμία	conj|literary	διότι
τιάρα	noun	κάλυμμα κεφαλής που φέρει ο πάπας στο κεφάλι του σε επίσημες εκδηλώσεις
τιάρας	noun	γενική ενικού του τιάρα
τιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιάρα
τιαρών	=	τιάρα
τιγράκι	noun	υποκοριστικό του τίγρη
τιγράκια	=	τιγράκι
τιγροειδές	=	τιγροειδής
τιγροειδή	=	τιγροειδής
τιγροειδής	adj	αυτός που μοιάζει ή έχει τις ιδιότητες της τίγρης
τιγροειδείς	=	τιγροειδής
τιγροειδούς	=	τιγροειδής
τιγροειδών	=	τιγροειδής
τιγρόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιγρόψαρο
τιγρόψαρο	noun	ονομασία από πολλών ειδών ψαριών, που συνήθως έχουν ριγωτό σώμα, άγρια όψη και επιθετική συμπεριφορά
τιγρόψαρου	noun	γενική ενικού του τιγρόψαρο
τιγρόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του τιγρόψαρο
τιθάσευα	=	τιθασεύω
τιθάσευαν	=	τιθασεύω
τιθάσευε	=	τιθασεύω
τιθάσευες	=	τιθασεύω
τιθάσευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσευση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τιθασεύω
τιθάσευσης	=	τιθάσευση
τιθάσεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθάσεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθέμεθα	=	θέτω
τιθασέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψαν	=	τιθασεύω
τιθασέψανε	=	τιθασεύω
τιθασέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψου	=	τιθασεύω
τιθασέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεμένος	=	τιθασεύω
τιθασευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιθασευμένο
τιθασευμένε	verb	κλητική ενικού του τιθασευμένος
τιθασευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιθασευμένη
τιθασευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιθασευμένος
τιθασευμένης	verb	γενική ενικού του τιθασευμένη
τιθασευμένο	verb	αιτιατική ενικού του τιθασευμένος
τιθασευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιθασευμένος
τιθασευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιθασευμένος
τιθασευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιθασευμένος
τιθασευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιθασευμένος
τιθασευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιθασευτής
τιθασευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τιθασευτής
τιθασευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτήκαν	=	τιθασεύω
τιθασευτήκανε	=	τιθασεύω
τιθασευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτής	noun	αυτός που τιθασεύει
τιθασευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτριών	=	τιθασεύτρια
τιθασευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασευτών	noun	γενική πληθυντικού του τιθασευτής
τιθασευόμασταν	=	τιθασεύω
τιθασευόμαστε	=	τιθασεύω
τιθασευόμουν	=	τιθασεύω
τιθασευόμουνα	=	τιθασεύω
τιθασευόντουσαν	=	τιθασεύω
τιθασευόσασταν	=	τιθασεύω
τιθασευόσαστε	=	τιθασεύω
τιθασευόσουν	=	τιθασεύω
τιθασευόσουνα	=	τιθασεύω
τιθασευόταν	=	τιθασεύω
τιθασευότανε	=	τιθασεύω
τιθασεύαμε	=	τιθασεύω
τιθασεύαν	=	τιθασεύω
τιθασεύανε	=	τιθασεύω
τιθασεύατε	=	τιθασεύω
τιθασεύει	=	τιθασεύω
τιθασεύεις	=	τιθασεύω
τιθασεύεσαι	=	τιθασεύω
τιθασεύεστε	=	τιθασεύω
τιθασεύεται	=	τιθασεύω
τιθασεύετε	=	τιθασεύω
τιθασεύομαι	=	τιθασεύω
τιθασεύονται	=	τιθασεύω
τιθασεύονταν	=	τιθασεύω
τιθασεύοντας	=	τιθασεύω
τιθασεύου	=	τιθασεύω
τιθασεύουμε	=	τιθασεύω
τιθασεύουν	=	τιθασεύω
τιθασεύουνε	=	τιθασεύω
τιθασεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσεων	=	τιθάσευση
τιθασεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιθασεύω
τιθασεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιθασεύομαι
τιθασεύτρια	noun	θηλυκό του τιθασευτής
τιθασεύτριας	=	τιθασεύτρια
τιθασεύτριες	=	τιθασεύτρια
τιθασεύω	verb	εξημερώνω άγριο ζώο
τιθόμουν	=	θέτω
τιθόμουνα	=	θέτω
τιθόνταν	=	θέτω
τιθόντανε	=	θέτω
τιθόσουν	=	θέτω
τιθόσουνα	=	θέτω
τιθόταν	=	θέτω
τιθότανε	=	θέτω
τικ	noun	είδος τροπικού δένδρου, του γένους Tectona grandis, εγγενές στην νότια και νοτιο-ανατολική Ασία
τικάλ	noun	το παλιότερο νόμισμα της Ταϊλάνδης
τικέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τικέτο
τικέτο	noun	κλήση ή πρόστιμο για τροχαία παράβαση, παράνομη στάθμευση, παραβίαση δημοτικών κανονισμών, κ.λπ.
τικέτου	noun	γενική ενικού του τικέτο
τικέτων	noun	γενική πληθυντικού του τικέτο
τιλιά	noun	η φλαμουριά
τιλιάς	=	τιλιά
τιλιές	=	τιλιά
τιλιών	=	τιλιά
τιλτ	noun|slang	στις φράσεις βγαίνω τιλτ, είμαι τιλτ, κάνω τιλτ, χτυπώ τιλτ κ.λπ.: χάνω, εγκαταλείπω
τιμά	=	τιμάω
τιμάγαμε	=	τιμάω
τιμάγανε	=	τιμάω
τιμάγατε	=	τιμάω
τιμάει	=	τιμάω
τιμάμε	=	τιμάω
τιμάν	=	τιμάω
τιμάνε	=	τιμάω
τιμάρεμα	noun|dated	άλλη μορφή του τιμάρευμα
τιμάρευμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τιμαρεύω
τιμάρι	noun|dated	περιποίηση υποζυγίου, ξύστρισμα
τιμάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμάριο
τιμάριθμε	noun	κλητική ενικού του τιμάριθμος
τιμάριθμο	noun	αιτιατική ενικού του τιμάριθμος
τιμάριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμάριθμος
τιμάριθμος	noun	δείκτης για τη μέτρηση του κόστους της διαβίωσης, που βασίζεται στις μεταβολές των τιμών των αγαθών ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους
τιμάριθμου	noun	γενική ενικού του τιμάριθμος
τιμάριθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιμάριθμος
τιμάριθμων	noun	γενική πληθυντικού του τιμάριθμος
τιμάριο	noun	τσιφλίκι, μεγάλη έκταση γης που άλλοτε δινόταν σε αξιωματούχους ή σε επικεφαλής στρατιωτικών μονάδων της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε αντάλλαγμα παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών ή ως ανταμοιβή για όσες είχαν ήδη παρασχεθεί.
τιμάριου	=	τιμάριο
τιμάς	=	τιμάω
τιμάσαι	=	τιμάω
τιμάσθε	=	τιμάω
τιμάστε	=	τιμάω
τιμάται	=	τιμάω
τιμάτε	=	τιμάω
τιμάω	verb	προσφέρω τιμές, σέβομαι
τιμές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμή
τιμή	noun	το χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για να αποκτήσει ένα ορισμένο πράγμα ή υπηρεσία
τιμήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίμημα
τιμήματος	noun	γενική ενικού του τίμημα
τιμής	noun	γενική ενικού του τιμή
τιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσαν	=	τιμάω
τιμήσανε	=	τιμάω
τιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσεων	=	τίμηση
τιμήσου	=	τιμάω
τιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσουνε	=	τιμάω
τιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώ
τιμαλφές	=	τιμαλφής
τιμαλφή	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του τιμαλφής	noun	χρυσαφικά, κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι ή γενικότερα μικροαντικείμενα που θεωρούνται πολύτιμα, εκτός από χρήματα
τιμαλφής	adj|formal	αυτός που αξίζει πολύ, συνώνυμο του πολύτιμος
τιμαλφείς	=	τιμαλφής
τιμαλφούς	=	τιμαλφής
τιμαλφών	=	τιμαλφής
τιμαρίθμου	noun	γενική ενικού του τιμάριθμος
τιμαρίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιμάριθμος
τιμαρίθμων	noun	γενική πληθυντικού του τιμάριθμος
τιμαρίου	noun	γενική ενικού του τιμάριο
τιμαρίων	noun	γενική πληθυντικού του τιμάριο
τιμαρεύω	verb|dated	ξυστρίζω το άλογο, το περιποιούμαι
τιμαριθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τιμαριθμικός	adv	με τιμαριθμικό τρόπο
τιμαριθμικέ	adj	κλητική ενικού του τιμαριθμικός
τιμαριθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμαριθμική
τιμαριθμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμαριθμικός
τιμαριθμικής	adj	γενική ενικού του τιμαριθμική
τιμαριθμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμαριθμικός
τιμαριθμικού	adj	γενική ενικού του τιμαριθμικός
τιμαριθμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τιμαριθμικός
τιμαριθμικό	adj	αιτιατική ενικού του τιμαριθμικός
τιμαριθμικός	adj	που έχει σχέση με τον τιμάριθμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τιμαριθμικών	adj	γενική πληθυντικού του τιμαριθμικός
τιμαριθμικώς	adv|dated	τιμαριθμικά
τιμαριθμοποίει	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποίησα	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποίησαν	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποίησε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποίησες	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποίηση	noun	η προσαρμογή οικονομικών μεγεθών στον τιμάριθμο, μια τεχνική για την αναπροσαρμογή των πληρωμών του εισοδήματος προκειμένου να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη
τιμαριθμοποίησης	noun	γενική ενικού του τιμαριθμοποίηση
τιμαριθμοποίησις	noun	τιμαριθμοποίηση
τιμαριθμοποιήσαμε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιήσαν	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιήσανε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιήσατε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιήσει	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμαριθμοποίηση
τιμαριθμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τιμαριθμοποίηση
τιμαριθμοποιήστε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιεί	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιείς	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιείτε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούμαι	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούμε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούν	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούνε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσα	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσαμε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσαν	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσανε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσατε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσε	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιούσες	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριθμοποιώ	verb	κάνω τιμαριθμοποίηση
τιμαριθμοποιώντας	=	τιμαριθμοποιώ
τιμαριού	=	τιμάρι
τιμαριούχε	noun	κλητική ενικού του τιμαριούχος
τιμαριούχο	noun	αιτιατική ενικού του τιμαριούχος
τιμαριούχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμαριούχος
τιμαριούχος	noun	ο κάτοχος τιμαρίου, τσιφλικιού στην οθωμανική αυτοκρατορία, ο μεγαλοϊδιοκτήτης που αρχικά ήταν μόνον στρατιωτικός.
τιμαριούχου	noun	γενική ενικού του τιμαριούχος
τιμαριούχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιμαριούχος
τιμαριούχων	noun	γενική πληθυντικού του τιμαριούχος
τιμαριωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμαριωτικό
τιμαριωτικέ	adj	κλητική ενικού του τιμαριωτικός
τιμαριωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμαριωτική
τιμαριωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμαριωτικός
τιμαριωτικής	adj	γενική ενικού του τιμαριωτική
τιμαριωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμαριωτικός
τιμαριωτικού	adj	γενική ενικού του τιμαριωτικός
τιμαριωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τιμαριωτικός
τιμαριωτικό	adj	αιτιατική ενικού του τιμαριωτικός
τιμαριωτικός	adj	ο σχετικός με το διοικητικό και στρατιωτικό σύστημα του τιμαριωτισμού που αναπτύχθηκε κυρίως στην οθωμανική αυτοκρατορία
τιμαριωτικών	adj	γενική πληθυντικού του τιμαριωτικός
τιμαριωτισμέ	noun	κλητική ενικού του τιμαριωτισμός
τιμαριωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμαριωτισμός
τιμαριωτισμού	noun	γενική ενικού του τιμαριωτισμός
τιμαριωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιμαριωτισμός
τιμαριωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του τιμαριωτισμός
τιμαριωτισμός	noun	παλιό σύστημα πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης με βάση τα τιμάρια
τιμαριωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του τιμαριωτισμός
τιμαριωτών	=	τιμαριώτης
τιμαριών	=	τιμάρι
τιμαριώτες	=	τιμαριώτης
τιμαριώτη	=	τιμαριώτης
τιμαριώτης	noun	άλλη μορφή του τιμαριούχος
τιμηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθήκαν	=	τιμάω
τιμηθήκανε	=	τιμάω
τιμηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμηθούνε	=	τιμάω
τιμηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμώμαι
τιμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τίμημα
τιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμημένο
τιμημένε	verb	κλητική ενικού του τιμημένος
τιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμημένη
τιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμημένος
τιμημένης	verb	γενική ενικού του τιμημένη
τιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του τιμημένος
τιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμημένος
τιμημένος	=	τιμάω
τιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιμημένος
τιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιμημένος
τιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιμημένος
τιμητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμητής
τιμητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τιμητής
τιμητής	noun	ρωμαίος αξιωματούχος, που είχε την αρμοδιότητα εκτίμησης της περιουσίας των πολιτών και ελέγχου του ήθους τους
τιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμητικό	adv	με τιμητικό τρόπο
τιμητικέ	adj	κλητική ενικού του τιμητικός
τιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμητική
τιμητική	noun	εκδήλωση που πραγματοποιείται προκειμένου να τιμηθεί κάποιος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμητικός
τιμητικής	adj	γενική ενικού του τιμητική
τιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμητικός
τιμητικού	adj	γενική ενικού του τιμητικός
τιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τιμητικός
τιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του τιμητικός
τιμητικός	adj	που πραγματοποιείται ή υφίσταται για να αποδοθεί τιμή σε κάποιον
τιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του τιμητικός
τιμητικώς	adv|dated	τιμητικά
τιμητών	noun	γενική πληθυντικού του τιμητής
τιμιοτήτων	=	τιμιότητα
τιμιότατα	=	τίμιος
τιμιότατε	=	τίμιος
τιμιότατες	=	τίμιος
τιμιότατη	=	τίμιος
τιμιότατης	=	τίμιος
τιμιότατο	=	τίμιος
τιμιότατοι	=	τίμιος
τιμιότατος	=	τίμιος
τιμιότατου	=	τίμιος
τιμιότατους	=	τίμιος
τιμιότατων	=	τίμιος
τιμιότερα	=	τίμιος
τιμιότερε	=	τίμιος
τιμιότερες	=	τίμιος
τιμιότερη	=	τίμιος
τιμιότερης	=	τίμιος
τιμιότερο	=	τίμιος
τιμιότεροι	=	τίμιος
τιμιότερος	=	τίμιος
τιμιότερου	=	τίμιος
τιμιότερους	=	τίμιος
τιμιότερων	=	τίμιος
τιμιότητα	noun	η ιδιότητα του τίμιου
τιμιότητας	noun	γενική ενικού του τιμιότητα
τιμιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμιότητα
τιμοδοσία	noun	ή αλλιώς τιμοδότηση η ανάθεση τιμής
τιμοδοσίας	=	τιμοδοσία
τιμοδοσίες	=	τιμοδοσία
τιμοδοσιών	=	τιμοδοσία
τιμοδοτήσεις	=	τιμοδότηση
τιμοδοτήσεων	=	τιμοδότηση
τιμοδότηση	noun	ή αλλιώς τιμοδοσία, η ανάθεση τιμής
τιμοδότησης	=	τιμοδότηση
τιμοκατάλογε	noun	κλητική ενικού του τιμοκατάλογος
τιμοκατάλογο	noun	αιτιατική ενικού του τιμοκατάλογος
τιμοκατάλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμοκατάλογος
τιμοκατάλογος	noun	ο κατάλογος των τιμών, της αξίας των εμπορευμάτων
τιμοκατάλογου	=	τιμοκατάλογος
τιμοκατάλογους	=	τιμοκατάλογος
τιμοκαταλόγου	noun	γενική ενικού του τιμοκατάλογος
τιμοκαταλόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιμοκατάλογος
τιμοκαταλόγων	noun	γενική πληθυντικού του τιμοκατάλογος
τιμοκρατία	noun	ολιγαρχία στην οποία η εξουσία διανέμεται με βάση τον πλούτο
τιμοκρατίας	noun	γενική ενικού του τιμοκρατία
τιμοκρατίες	=	τιμοκρατία
τιμοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμοκρατικό
τιμοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του τιμοκρατικός
τιμοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμοκρατική
τιμοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμοκρατικός
τιμοκρατικής	adj	γενική ενικού του τιμοκρατική
τιμοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμοκρατικός
τιμοκρατικού	adj	γενική ενικού του τιμοκρατικός
τιμοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τιμοκρατικός
τιμοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του τιμοκρατικός
τιμοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την τιμοκρατία ή αναφέρεται σ' αυτή
τιμοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του τιμοκρατικός
τιμοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του τιμοκρατία
τιμοληψία	noun	η διαδικασία συλλογής και καταγραφής των τιμών προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά σε μια δεδομένη χρονική στιγμή από αρμόδια υπηρεσία
τιμοληψίας	=	τιμοληψία
τιμοληψίες	=	τιμοληψία
τιμοληψιών	=	τιμοληψία
τιμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμολόγηση
τιμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήσεων	=	τιμολόγηση
τιμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολογίου	noun	γενική ενικού του τιμολόγιο
τιμολογίων	noun	γενική πληθυντικού του τιμολόγιο
τιμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμολογημένο
τιμολογημένε	verb	κλητική ενικού του τιμολογημένος
τιμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμολογημένη
τιμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμολογημένος
τιμολογημένης	verb	γενική ενικού του τιμολογημένη
τιμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του τιμολογημένος
τιμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμολογημένος
τιμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιμολογημένος
τιμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιμολογημένος
τιμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιμολογημένος
τιμολογιακά	=	τιμολογιακός
τιμολογιακέ	=	τιμολογιακός
τιμολογιακές	=	τιμολογιακός
τιμολογιακή	=	τιμολογιακός
τιμολογιακής	=	τιμολογιακός
τιμολογιακοί	=	τιμολογιακός
τιμολογιακού	=	τιμολογιακός
τιμολογιακούς	=	τιμολογιακός
τιμολογιακό	=	τιμολογιακός
τιμολογιακός	adj	σχετικός με την απόδοση τιμών σε προϊόντα
τιμολογιακών	=	τιμολογιακός
τιμολογώ	verb	ορίζω την τιμή πώλησης κάποιου εμπορεύματος
τιμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμολογώ
τιμολόγηση	noun	ο καθορισμός της τιμής προϊόντος
τιμολόγησης	=	τιμολόγηση
τιμολόγησις	noun	τιμολόγηση
τιμολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμολόγιο
τιμολόγιο	noun	παραστατικό που εκδίδεται κατά την πώληση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών και περιγράφει αναλυτικά τα στοιχεία του πωλητή και του αγοραστή, τα εμπορεύματα (ή / και τις παρεχόμενες υπηρεσίες) και την τιμή του καθενός καθώς και το ΦΠΑ που αναλογεί
τιμολόγιου	=	τιμολόγιο
τιμολόγιων	=	τιμολόγιο
τιμονάκι	noun	υποκοριστικό του τιμόνι
τιμονάκια	=	τιμονάκι
τιμονεύω	verb	κρατώ το τιμόνι μέσου μεταφοράς
τιμονιά	noun	ο στιγμιαίος (συνήθως απότομος ή βίαιος) χειρισμός του τιμονιού.
τιμονιάζαμε	=	τιμονιάζω
τιμονιάζαν	=	τιμονιάζω
τιμονιάζανε	=	τιμονιάζω
τιμονιάζατε	=	τιμονιάζω
τιμονιάζει	=	τιμονιάζω
τιμονιάζεις	=	τιμονιάζω
τιμονιάζετε	=	τιμονιάζω
τιμονιάζοντας	=	τιμονιάζω
τιμονιάζουμε	=	τιμονιάζω
τιμονιάζουν	=	τιμονιάζω
τιμονιάζουνε	=	τιμονιάζω
τιμονιάζω	verb	κρατώ το τιμόνι μέσου μεταφοράς
τιμονιάς	noun	γενική ενικού του τιμονιά
τιμονιάσαμε	=	τιμονιάζω
τιμονιάσαν	=	τιμονιάζω
τιμονιάσανε	=	τιμονιάζω
τιμονιάσατε	=	τιμονιάζω
τιμονιάσει	=	τιμονιάζω
τιμονιάστε	=	τιμονιάζω
τιμονιέρα	noun	χώρος από τον οποίο ελέγχεται το πλοίο
τιμονιέρας	=	τιμονιέρα
τιμονιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμονιέρα
τιμονιέρη	=	τιμονιέρης
τιμονιέρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμονιέρης
τιμονιέρηδων	=	τιμονιέρης
τιμονιέρης	noun	που κρατάει το τιμόνι και οδηγεί, ιδίως κάποιο σκάφος
τιμονιέρισσα	noun	θηλυκό του τιμονιέρης
τιμονιέρισσας	noun	γενική ενικού του τιμονιέρισσα
τιμονιέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμονιέρισσα
τιμονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμονιά
τιμονιερισσών	noun	γενική πληθυντικού του τιμονιέρισσα
τιμονιού	noun	γενική ενικού του τιμόνι
τιμονιών	noun	γενική πληθυντικού του τιμονιά
τιμούμε	=	τιμάω
τιμούν	=	τιμάω
τιμούνε	=	τιμάω
τιμούσα	=	τιμάω
τιμούσαμε	=	τιμάω
τιμούσαν	=	τιμάω
τιμούσανε	=	τιμάω
τιμούσατε	=	τιμάω
τιμούσε	=	τιμάω
τιμούσες	=	τιμάω
τιμωρέ	noun	κλητική ενικού του τιμωρός
τιμωρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσαν	=	τιμωρώ
τιμωρήσανε	=	τιμωρώ
τιμωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσουνε	=	τιμωρώ
τιμωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμωρία	noun	η ποινή
τιμωρίας	noun	γενική ενικού του τιμωρία
τιμωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμωρία
τιμωρεί	=	τιμωρώ
τιμωρείς	=	τιμωρώ
τιμωρείσαι	=	τιμωρούμαι
τιμωρείστε	=	τιμωρούμαι
τιμωρείται	=	τιμωρούμαι
τιμωρείτε	=	τιμωρώ
τιμωρείτο	=	τιμωρώ
τιμωρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθήκαν	=	τιμωρούμαι
τιμωρηθήκανε	=	τιμωρούμαι
τιμωρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρηθούνε	=	τιμωρώ
τιμωρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιμωρούμαι
τιμωρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμωρημένο
τιμωρημένε	verb	κλητική ενικού του τιμωρημένος
τιμωρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμωρημένη
τιμωρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμωρημένος
τιμωρημένης	verb	γενική ενικού του τιμωρημένη
τιμωρημένο	verb	αιτιατική ενικού του τιμωρημένος
τιμωρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμωρημένος
τιμωρημένος	verb	που έχει τιμωρηθεί και παραμένει υπό καθεστώς τιμωρίας ή κάποιας ποινής η οποία συνήθως δεν έχει επιβληθεί από ποινικό δικαστήριο
τιμωρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιμωρημένος
τιμωρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιμωρημένος
τιμωρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιμωρημένος
τιμωρητέα	=	τιμωρητέος
τιμωρητέας	=	τιμωρητέος
τιμωρητέε	=	τιμωρητέος
τιμωρητέες	=	τιμωρητέος
τιμωρητέο	=	τιμωρητέος
τιμωρητέοι	=	τιμωρητέος
τιμωρητέος	adj	που υπόκειται σε τιμωρία
τιμωρητέου	=	τιμωρητέος
τιμωρητέους	=	τιμωρητέος
τιμωρητέων	=	τιμωρητέος
τιμωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τιμωρητικός	adv	με τιμωρητικό τρόπο, εκδικητικά
τιμωρητικέ	adj	κλητική ενικού του τιμωρητικός
τιμωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμωρητική
τιμωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμωρητικός
τιμωρητικής	adj	γενική ενικού του τιμωρητική
τιμωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμωρητικός
τιμωρητικού	adj	γενική ενικού του τιμωρητικός
τιμωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τιμωρητικός
τιμωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του τιμωρητικός
τιμωρητικός	adj	που έχει την τάση να τιμωρεί, να εκδικείται
τιμωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του τιμωρητικός
τιμωριών	noun	γενική πληθυντικού του τιμωρία
τιμωροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμωρός
τιμωρού	noun	γενική ενικού του τιμωρός
τιμωρούμαι	verb	παθαίνω κάτι κακό από κάποιον άλλον ως συνέπεια των σφαλμάτων μου
τιμωρούμασταν	=	τιμωρούμαι
τιμωρούμαστε	=	τιμωρούμαι
τιμωρούμε	=	τιμωρώ
τιμωρούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμωρούμενο
τιμωρούμενε	verb	κλητική ενικού του τιμωρούμενος
τιμωρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμωρούμενη
τιμωρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιμωρούμενος
τιμωρούμενης	verb	γενική ενικού του τιμωρούμενη
τιμωρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του τιμωρούμενος
τιμωρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιμωρούμενος
τιμωρούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τιμωρώ
τιμωρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιμωρούμενος
τιμωρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιμωρούμενος
τιμωρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιμωρούμενος
τιμωρούμουν	=	τιμωρούμαι
τιμωρούμουνα	=	τιμωρώ
τιμωρούν	=	τιμωρώ
τιμωρούνε	=	τιμωρώ
τιμωρούνται	=	τιμωρούμαι
τιμωρούνταν	=	τιμωρούμαι
τιμωρούντο	=	τιμωρώ
τιμωρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιμωρός
τιμωρούσα	=	τιμωρώ
τιμωρούσαμε	=	τιμωρώ
τιμωρούσαν	=	τιμωρώ
τιμωρούσανε	=	τιμωρώ
τιμωρούσασταν	=	τιμωρούμαι
τιμωρούσαστε	=	τιμωρούμαι
τιμωρούσατε	=	τιμωρώ
τιμωρούσε	=	τιμωρώ
τιμωρούσες	=	τιμωρώ
τιμωρούσουν	=	τιμωρούμαι
τιμωρούσουνα	=	τιμωρώ
τιμωρό	noun	αιτιατική ενικού του τιμωρός
τιμωρός	noun	που τιμωρεί
τιμωρώ	verb	επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι δυσάρεστο σε αυτόν επειδή έκανε κάτι κακό σύμφωνα με τη δική μου άποψη
τιμωρών	noun	γενική πληθυντικού του τιμωρός
τιμωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τιμωρώ
τιμόμασταν	=	τιμάω
τιμόμαστε	=	τιμάω
τιμόμουν	=	τιμάω
τιμόνι	noun	όργανο του συστήματος διεύθυνσης των μεταφορικών μέσων, (εκτός ειδικών οχημάτων σκαπτικών, ερπυστριοφόρων, τρένων, τραμ και τελεφερίκ) το οποίο χειρίζεται ο οδηγός σε κάθε αλλαγή κατεύθυνσης ή διατήρησή της
τιμόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιμόνι
τιμόνιαζα	=	τιμονιάζω
τιμόνιαζαν	=	τιμονιάζω
τιμόνιαζε	=	τιμονιάζω
τιμόνιαζες	=	τιμονιάζω
τιμόνιασα	=	τιμονιάζω
τιμόνιασαν	=	τιμονιάζω
τιμόνιασε	=	τιμονιάζω
τιμόνιασες	=	τιμονιάζω
τιμόνταν	=	τιμάω
τιμόντουσαν	=	τιμάω
τιμόσασταν	=	τιμάω
τιμόσουν	=	τιμάω
τιμόταν	=	τιμάω
τιμώ	verb	άλλη μορφή του τιμάω
τιμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τιμώ
τιμώμεθα	=	τιμάω
τιμώμενα	=	τιμώμενος
τιμώμενε	=	τιμώμενος
τιμώμενες	=	τιμώμενος
τιμώμενη	=	τιμώμενος
τιμώμενης	=	τιμώμενος
τιμώμενο	=	τιμώμενος
τιμώμενοι	=	τιμώμενος
τιμώμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τιμώ/τιμάω
τιμώμενου	=	τιμώμενος
τιμώμενους	=	τιμώμενος
τιμώμενων	=	τιμώμενος
τιμών	noun	γενική πληθυντικού του τιμή
τιμώνται	=	τιμάω
τιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τιμάω / τιμώ
τιμώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τιμώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιμωρώ
τινάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίναγμα
τινάγματος	noun	γενική ενικού του τίναγμα
τινάζεσαι	=	τινάζομαι
τινάζεστε	=	τινάζομαι
τινάζεται	=	τινάζομαι
τινάζομαι	verb	πετιέμαι, αναπηδώ
τινάζονται	=	τινάζομαι
τινάζονταν	=	τινάζομαι
τινάζου	=	τινάζομαι
τινάζω	verb	εξαναγκάζω ένα εύκαμπτο αντικείμενο να παραμορφωθεί κυματικά για την απομάκρυνση των σωματιδίων πάνω του
τινάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τινάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζω
τινάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τινάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τινάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τινάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τίναγμα
τιναγμέ	=	τιναγμός
τιναγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιναγμένο
τιναγμένε	verb	κλητική ενικού του τιναγμένος
τιναγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιναγμένη
τιναγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιναγμένος
τιναγμένης	verb	γενική ενικού του τιναγμένη
τιναγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τιναγμένος
τιναγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιναγμένος
τιναγμένος	=	τινάζω
τιναγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιναγμένος
τιναγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιναγμένος
τιναγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιναγμένος
τιναγμοί	=	τιναγμός
τιναγμού	=	τιναγμός
τιναγμούς	=	τιναγμός
τιναγμό	=	τιναγμός
τιναγμός	noun	άλλη μορφή του τίναγμα
τιναγμών	=	τιναγμός
τιναζόμασταν	=	τινάζομαι
τιναζόμαστε	=	τινάζομαι
τιναζόμουν	=	τινάζομαι
τιναζόμουνα	=	τινάζομαι
τιναζόντουσαν	=	τινάζομαι
τιναζόσασταν	=	τινάζομαι
τιναζόσαστε	=	τινάζομαι
τιναζόσουν	=	τινάζομαι
τιναζόσουνα	=	τινάζομαι
τιναζόταν	=	τινάζομαι
τιναζότανε	=	τινάζομαι
τιναχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτήκαν	=	τινάζομαι
τιναχτήκανε	=	τινάζομαι
τιναχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιναχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τινάζομαι
τιποτένια	=	τιποτένιος
τιποτένιας	=	τιποτένιος
τιποτένιε	=	τιποτένιος
τιποτένιες	=	τιποτένιος
τιποτένιο	=	τιποτένιος
τιποτένιοι	=	τιποτένιος
τιποτένιος	noun	άνθρωπος χαμηλής υποστάθμης	adj	που δεν αξίζει τίποτα
τιποτένιου	=	τιποτένιος
τιποτένιους	=	τιποτένιος
τιποτένιων	=	τιποτένιος
τιπούκειτος	noun	νομικό έργο της μέσης βυζαντινής περιόδου που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το ευρετήριο για τη συλλογή νόμων "Βασιλικά", που εκδόθηκαν επί βασιλείας του Λέοντος ΣΤ΄
τιράγια	=	τιράγιο
τιράγιο	noun|dated	βίαιος ελκυσμός ατμολέβητα λόγω της πίεσης του ατμού
τιράγιου	=	τιράγιο
τιράγιων	=	τιράγιο
τιράζ	noun	ο αριθμός των αντιτύπων ενός εντύπου
τιράντα	noun	λουρίδα από ύφασμα ή λάστιχο που περνάει πάνω από τον ώμο για την συγκράτηση ρούχου
τιράντας	noun	γενική ενικού του τιράντα
τιράντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιράντα
τιραμισού	noun	ιταλικό γλύκισμα με μπισκότο, κακάο, τυρί μασκαρπόνε, κρασί, αβγά, ζάχαρη και καφέ εσπρέσο
τιραντών	noun	γενική πληθυντικού του τιράντα
τιρζεπατίδες	=	τιρζεπατίδη
τιρζεπατίδη	noun	φαρμακευτικό πεπτίδιο που ρυθμίζει το σάκχαρο και μειώνει την όρεξη, χρησιμοποιούμενο κυρίως για τον διαβήτη τύπου 2 και την παχυσαρκία
τιρζεπατίδης	=	τιρζεπατίδη
τιρζεπατιδών	=	τιρζεπατίδη
τιρκουάζ	noun	είδος πολύτομου λίθου με χρώμα γαλάζιο προς το πρασινωπό	adj	που έχει τιρκουάζ χρώμα
τιρλίκι	noun	δερμάτινες εμβάδες
τιρμπάν	noun	άλλη μορφή του τουρμπάν
τιρμπουσόν	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για την αφαίρεση του φελλού από τα μπουκάλια
τιρτίρι	noun	νήμα επίχρυσο ή χρυσού χρώματος, με χρήσεις όπως στο κέντημα, στα άμφια και στα κρόσσια
τιρτίρια	=	τιρτίρι
τιρτιριού	=	τιρτίρι
τιρτιριών	=	τιρτίρι
τις	pron|archaic	μονοτονική γραφή του τίς, αρσενικού γένους: κάποιος (αόριστη), ποιος; (ερωτηματική αντωνυμία)	article	αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ο
τιτάν	=	τιτάνας
τιτάνα	=	τιτάνας
τιτάνας	noun	χαρακτηρισμός σημαντικού προσώπου που έχει κάνει κάτι σπουδαίο
τιτάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτάνας
τιτάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτάνιο
τιτάνιας	=	τιτάνιος
τιτάνιε	=	τιτάνιος
τιτάνιες	=	τιτάνιος
τιτάνιη	=	τιτάνιος
τιτάνιης	=	τιτάνιος
τιτάνιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 22 και χημικό σύμβολο το Ti
τιτάνιοι	=	τιτάνιος
τιτάνιος	adj	που χαρακτηρίζει τους Τιτάνες
τιτάνιου	=	τιτάνιος
τιτάνιους	=	τιτάνιος
τιτάνιων	=	τιτάνιος
τιτάνου	=	τίτανος
τιτάνους	=	τίτανος
τιτάνων	=	τιτάνας
τιτάνωση	noun	επίχριση με τίτανο, ασβέστωμα
τιτάνωσης	=	τιτάνωση
τιτίβιζα	=	τιτιβίζω
τιτίβιζαν	=	τιτιβίζω
τιτίβιζε	=	τιτιβίζω
τιτίβιζες	=	τιτιβίζω
τιτίβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτίβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτίβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτίβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτίβισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τιτιβίζω
τιτίζα	=	τιτίζης
τιτίζας	=	τιτίζης
τιτίζε	=	τιτίζος
τιτίζες	=	τιτίζης
τιτίζη	=	τιτίζης
τιτίζηδες	=	τιτίζης
τιτίζηδων	=	τιτίζης
τιτίζης	noun|dated	σχολαστικός και λεπτολόγος, τελειομανής
τιτίζο	=	τιτίζος
τιτίζοι	=	τιτίζος
τιτίζος	noun|dated	άλλη μορφή του τιτίζης
τιτίζου	=	τιτίζος
τιτίζους	=	τιτίζος
τιτίζων	=	τιτίζος
τιτίνες	=	τιτίνη
τιτίνη	noun	άλλη μορφή του τιτανίνη: πρωτεΐνη, η κωδικοποίηση της οποίας γίνεται από το γονίδιο TTN
τιτίνης	=	τιτίνη
τιτανίνη	=	τιτίνη
τιτανίου	adj	γενική ενικού του τιτάνιος	noun	γενική ενικού του τιτάνιο
τιτανίτες	=	τιτανίτης
τιτανίτη	=	τιτανίτης
τιτανίτης	noun	φωσφορίζον μεταλλικό ορυκτό του ασβεστίου και του τιτανίου, που ανήκει στην ομάδα των πυριτικών, με χαρακτηριστικό μονοκλινές κρυσταλλικό σύστημα και συχνά εντυπωσιακές αποχρώσεις, όπως πράσινο, κίτρινο ή καφέ
τιτανίων	noun	γενική πληθυντικού του τιτάνιο
τιτανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτανικό
τιτανικέ	adj	κλητική ενικού του τιτανικός
τιτανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτανική
τιτανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιτανικός
τιτανικής	adj	γενική ενικού του τιτανική
τιτανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιτανικός
τιτανικού	adj	γενική ενικού του τιτανικός
τιτανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τιτανικός
τιτανικό	adj	αιτιατική ενικού του τιτανικός
τιτανικός	adj	που αναφέρει στους Τιτάνες
τιτανικών	adj	γενική πληθυντικού του τιτανικός
τιτανιούχα	=	τιτανιούχος
τιτανιούχε	=	τιτανιούχος
τιτανιούχο	=	τιτανιούχος
τιτανιούχοι	=	τιτανιούχος
τιτανιούχος	adj	που περιέχει τιτάνιο
τιτανιούχου	=	τιτανιούχος
τιτανιούχους	=	τιτανιούχος
τιτανιούχων	=	τιτανιούχος
τιτανιτών	=	τιτανίτης
τιτανομαχία	noun	ο πόλεμος στην ελληνική μυθολογία μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων θεών
τιτανομαχίας	noun	γενική ενικού του τιτανομαχία
τιτανομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτανομαχία
τιτανομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του τιτανομαχία
τιτανόλιθε	=	τιτανόλιθος
τιτανόλιθο	=	τιτανόλιθος
τιτανόλιθοι	=	τιτανόλιθος
τιτανόλιθος	noun	ο ασβεστόλιθος
τιτανόλιθου	=	τιτανόλιθος
τιτανόλιθους	=	τιτανόλιθος
τιτανόλιθων	=	τιτανόλιθος
τιτανώσεις	=	τιτάνωση
τιτανώσεων	=	τιτάνωση
τιτιβίζαμε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζαν	=	τιτιβίζω
τιτιβίζανε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζατε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζει	=	τιτιβίζω
τιτιβίζεις	=	τιτιβίζω
τιτιβίζετε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζομε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζοντας	=	τιτιβίζω
τιτιβίζουμε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζουν	=	τιτιβίζω
τιτιβίζουνε	=	τιτιβίζω
τιτιβίζω	verb	εκφέρω έναν σύντομο και χαρακτηριστικό ήχο
τιτιβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσαν	=	τιτιβίζω
τιτιβίσανε	=	τιτιβίζω
τιτιβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτίβισμα
τιτιβίσματος	noun	γενική ενικού του τιτίβισμα
τιτιβίσομε	=	τιτιβίζω
τιτιβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσουνε	=	τιτιβίζω
τιτιβίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτιβίζω
τιτιβισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τιτίβισμα
τιτιβισμέ	=	τιτιβισμός
τιτιβισμοί	=	τιτιβισμός
τιτιβισμού	=	τιτιβισμός
τιτιβισμούς	=	τιτιβισμός
τιτιβισμό	=	τιτιβισμός
τιτιβισμός	noun	άλλη μορφή του τιτίβισμα
τιτιβισμών	=	τιτιβισμός
τιτιβιστά	=	τιτιβιστός
τιτιβιστέ	=	τιτιβιστός
τιτιβιστές	=	τιτιβιστός
τιτιβιστή	=	τιτιβιστός
τιτιβιστής	=	τιτιβιστός
τιτιβιστοί	=	τιτιβιστός
τιτιβιστού	=	τιτιβιστός
τιτιβιστούς	=	τιτιβιστός
τιτιβιστό	=	τιτιβιστός
τιτιβιστός	adj	που γίνεται με τιτιβίσματα
τιτιβιστών	=	τιτιβιστός
τιτινών	=	τιτίνη
τιτλοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτούμαι
τιτλοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτούμαι
τιτλοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτλοδότηση
τιτλοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήσεων	=	τιτλοδότηση
τιτλοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιτλοδοτούμαι
τιτλοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτούμαι
τιτλοδοτώ	verb	το όνομά μου χρησιμοποιείται για τίτλος ή για να παράγει τον τίτλο
τιτλοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοδοτώ
τιτλοδότηση	noun	η τιτλοδοσία, η επιλογή ή/και η απόδοση τίτλου
τιτλοδότησης	=	τιτλοδότηση
τιτλομανές	=	τιτλομανής
τιτλομανή	=	τιτλομανής
τιτλομανής	adj	που έχει μανία απόκτησης τίτλων
τιτλομανία	noun	η έντονη επιθυμία για απόκτηση τίτλων
τιτλομανίας	=	τιτλομανία
τιτλομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτλομανία
τιτλομανείς	=	τιτλομανής
τιτλομανιών	=	τιτλομανία
τιτλομανούς	=	τιτλομανής
τιτλομανών	=	τιτλομανής
τιτλοποίηση	noun	πρόκειται για τραπεζικό ορισμό και αφορά την έκδοση χρεογράφων από διάφορες απαιτήσεις του ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος (παραδείγματος χάριν, δάνεια, υποθήκες και άλλα σχετικά εργαλεία) και καλύπτονται εφεξής από τις ταμειακές ροές.
τιτλοποίησης	=	τιτλοποίηση
τιτλοποιήσεις	=	τιτλοποίηση
τιτλοποιήσεων	=	τιτλοποίηση
τιτλοφορήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορούμαι
τιτλοφορήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορούμαι
τιτλοφορήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτλοφόρηση
τιτλοφορήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τιτλοφόρηση
τιτλοφορήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τιτλοφόρηση
τιτλοφορήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τιτλοφορούμαι
τιτλοφορηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορούμαι
τιτλοφορημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτλοφορημένο
τιτλοφορημένε	verb	κλητική ενικού του τιτλοφορημένος
τιτλοφορημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τιτλοφορημένη
τιτλοφορημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τιτλοφορημένος
τιτλοφορημένης	verb	γενική ενικού του τιτλοφορημένη
τιτλοφορημένο	verb	αιτιατική ενικού του τιτλοφορημένος
τιτλοφορημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιτλοφορημένος
τιτλοφορημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου τιτλοφορώ
τιτλοφορημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τιτλοφορημένος
τιτλοφορημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τιτλοφορημένος
τιτλοφορημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τιτλοφορημένος
τιτλοφορούμαι	=	τιτλοφορώ
τιτλοφορούμενα	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενε	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενες	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενη	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενης	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενο	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενοι	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφορούμενου	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενους	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορούμενων	=	τιτλοφορούμενος
τιτλοφορώ	verb	γράφω έναν τίτλο και τον αποδίδω σε κάποιο γραπτό, βιβλίο, έργο τέχνης κ.λπ.
τιτλοφόρα	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρας	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρε	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρες	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφόρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφόρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφόρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τιτλοφορώ
τιτλοφόρηση	noun	ονοματοδοσία
τιτλοφόρησης	noun	γενική ενικού του τιτλοφόρηση
τιτλοφόρο	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόροι	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρος	adj|dated	που φέρει τίτλο
τιτλοφόρου	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρους	=	τιτλοφόρος
τιτλοφόρων	=	τιτλοφόρος
τιτλούχε	=	τιτλούχος
τιτλούχο	=	τιτλούχος
τιτλούχοι	=	τιτλούχος
τιτλούχος	adj	που κατέχει τίτλου ευγενείας ή κατέχει αξίωμα
τιτλούχου	=	τιτλούχος
τιτλούχους	=	τιτλούχος
τιτλούχων	=	τιτλούχος
τιτουλάριε	noun	κλητική ενικού του τιτουλάριος
τιτουλάριο	noun	αιτιατική ενικού του τιτουλάριος
τιτουλάριοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τιτουλάριος
τιτουλάριος	noun	βοηθός επίσκοπος που χειροτονείται με τον τίτλο επισκοπής που έχει καταργηθεί
τιτουλάριου	noun	γενική ενικού του τιτουλάριος
τιτουλάριους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιτουλάριος
τιτουλάριων	noun	γενική πληθυντικού του τιτουλάριος
τιτουλαρίου	noun	γενική ενικού του τιτουλάριος
τιτουλαρίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τιτουλάριος
τιτουλαρίων	noun	γενική πληθυντικού του τιτουλάριος
τιτοϊσμέ	=	τιτοϊσμός
τιτοϊσμοί	=	τιτοϊσμός
τιτοϊσμού	=	τιτοϊσμός
τιτοϊσμούς	=	τιτοϊσμός
τιτοϊσμό	=	τιτοϊσμός
τιτοϊσμός	noun|dated	η πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση που ανέπτυξε ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, βασισμένη σε ανεξάρτητη σοσιαλιστική πορεία, αποστασιοποιημένη τόσο από τη Σοβιετική Ένωση όσο και από τη Δύση
τιτοϊσμών	=	τιτοϊσμός
τκ	abbrev	ταχυδρομικός κώδικας
τκε	abbrev	Αιματολογική εξέταση κατά την οποία ορισμένη ποσότητα αίματος τοποθετείται σε ειδικούς δοκιμαστικούς σωλήνες και υπολογίζεται η ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών αιμοσφαιρίων σε χιλιοστά ανά ώρα.
τλεσιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τλεσιγραφική
τλεσιγραφικής	adj	γενική ενικού του τλεσιγραφική
τλμ	abbrev|informal	σύντμηση του τα λέμε
τμήμα	noun	μέρος ή υποδιαίρεση ενός συνόλου
τμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμήμα
τμήματος	noun	γενική ενικού του τμήμα
τμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του τμήση
τμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τμήση
τμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τμήση
τμήση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τέμνω
τμήσης	noun	γενική ενικού του τμήση
τμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τμήμα
τμηματάρχα	=	τμηματάρχης
τμηματάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμηματάρχης
τμηματάρχη	=	τμηματάρχης
τμηματάρχης	noun	προϊστάμενος ενός διοικητικού τμήματος σε δημόσια ή ιδιωτική εταιρεία
τμηματάρχισσα	noun	θηλυκό του τμηματάρχης
τμηματάρχισσας	noun	γενική ενικού του τμηματάρχισσα
τμηματάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμηματάρχισσα
τμηματάρχου	=	τμηματάρχης
τμηματαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του τμηματάρχισσα
τμηματαρχών	=	τμηματάρχης
τμηματεκτομές	=	τμηματεκτομή
τμηματεκτομή	noun	αφαίρεση τμήματος όγκου
τμηματεκτομής	=	τμηματεκτομή
τμηματεκτομών	=	τμηματεκτομή
τμηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τμηματικός	adv	κατά τμήματα
τμηματικέ	adj	κλητική ενικού του τμηματικός
τμηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμηματική
τμηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τμηματικός
τμηματικής	adj	γενική ενικού του τμηματική
τμηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τμηματικός
τμηματικού	adj	γενική ενικού του τμηματικός
τμηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τμηματικός
τμηματικό	adj	αιτιατική ενικού του τμηματικός
τμηματικός	adj	που έχει σχέση με κάποιο τμήμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
τμηματικών	adj	γενική πληθυντικού του τμηματικός
τμηματικώς	adv|formal	άλλη μορφή του τμηματικά
τμηματοποίηση	noun|formal	ο χωρισμός σε τμήματα
τμηματοποίησης	=	τμηματοποίηση
τμηματοποιήσεις	=	τμηματοποίηση
τμηματοποιήσεων	=	τμηματοποίηση
τμητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τμητός
τμητέ	adj	κλητική ενικού του τμητός
τμητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμητή
τμητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τμητός
τμητής	adj	γενική ενικού του τμητή
τμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμητικό
τμητικέ	adj	κλητική ενικού του τμητικός
τμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τμητική
τμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τμητικός
τμητικής	adj	γενική ενικού του τμητική
τμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τμητικός
τμητικού	adj	γενική ενικού του τμητικός
τμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τμητικός
τμητικό	adj	αιτιατική ενικού του τμητικός
τμητικός	adj	που αφορά τομή ή κοπή
τμητικών	adj	γενική πληθυντικού του τμητικός
τμητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τμητός
τμητού	adj	γενική ενικού του τμητός
τμητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τμητός
τμητό	adj	αιτιατική ενικού του τμητός
τμητός	adj|archaic	που είναι δυνατόν να τμηθεί, που μπορεί να κοπεί
τμητών	adj	γενική πληθυντικού του τμητός
τμτς	abbrev	τράπεζα του ελληνικού ασφαλιστικού φορέα των βαθμοφόρων του στρατού
τν	abbrev	η τεχνητή νοημοσύνη
τξχος	abbrev	άλλη μορφή του Ταξχος
το	article	ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ο	pron	αυτό
τοίχε	noun	κλητική ενικού του τοίχος
τοίχια	=	τοίχιος
τοίχιας	=	τοίχιος
τοίχιε	=	τοίχιος
τοίχιες	=	τοίχιος
τοίχιζα	=	τοιχίζω
τοίχιζαν	=	τοιχίζω
τοίχιζε	=	τοιχίζω
τοίχιζες	=	τοιχίζω
τοίχιο	=	τοίχιος
τοίχιοι	=	τοίχιος
τοίχιος	adj	που έχει σχέση με τον τοίχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τοίχιου	=	τοίχιος
τοίχιους	=	τοίχιος
τοίχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοίχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοίχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοίχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοίχιση	noun	ο τοίχος, ο τρόπος με τον οποίο περιβάλλεται κάτι από τοίχο
τοίχισης	=	τοίχιση
τοίχιων	=	τοίχιος
τοίχο	noun	αιτιατική ενικού του τοίχος
τοίχοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοίχος
τοίχος	noun	κατασκεύασμα από διάφορα δομικά υλικά, π.χ. πέτρες, τούβλα κ.λπ., τα οποία τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο, περιβάλλοντας εξωτερικά ένα κτίσμα ή χωρίζοντάς το εσωτερικά
τοίχου	noun	γενική ενικού του τοίχος
τοίχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοίχος
τοίχωμα	noun	το περίβλημα
τοίχων	noun	γενική πληθυντικού του τοίχος
τογών	noun	γενική πληθυντικού του τόγα
τοι	=	εσύ
τοιαύτη	=	τοιούτος
τοιουτοτρόπως	adv|dated	μ' αυτόν τον τρόπο, κατ' αυτόν τον τρόπο, έτσι
τοιούτε	noun	κλητική ενικού του τοιούτος
τοιούτο	noun	αιτιατική ενικού του τοιούτος
τοιούτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιούτος
τοιούτος	noun	ο ομοφυλόφιλος άντρας	adj	τέτοιος (μόνο σε παγιωμένες εκφράσεις από τα αρχαία ελληνικά ή την καθαρεύουσα)
τοιούτου	noun	γενική ενικού του τοιούτος
τοιούτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοιούτος
τοιούτων	noun	γενική πληθυντικού του τοιούτος
τοιοῦτος	=	τοιούτος
τοις	article	στους (αρσενικό) / στα (ουδέτερο) (χρησιμοποιείται σε εκφράσεις με δοτική πτώση από τα αρχαία ελληνική ή την καθαρεύουσα που επιβιώνουν στα νέα ελληνικά)
τοιχάκι	noun	υποκοριστικό του τοίχος
τοιχάκια	=	τοιχάκι
τοιχία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχίο
τοιχίζαμε	=	τοιχίζω
τοιχίζαν	=	τοιχίζω
τοιχίζανε	=	τοιχίζω
τοιχίζατε	=	τοιχίζω
τοιχίζει	=	τοιχίζω
τοιχίζεις	=	τοιχίζω
τοιχίζεσαι	=	τοιχίζομαι
τοιχίζεστε	=	τοιχίζομαι
τοιχίζεται	=	τοιχίζομαι
τοιχίζετε	=	τοιχίζω
τοιχίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τοιχίζω
τοιχίζονται	=	τοιχίζομαι
τοιχίζονταν	=	τοιχίζομαι
τοιχίζοντας	=	τοιχίζω
τοιχίζου	=	τοιχίζομαι
τοιχίζουμε	=	τοιχίζω
τοιχίζουν	=	τοιχίζω
τοιχίζουνε	=	τοιχίζω
τοιχίζω	verb	φτιάχνω (γύρω–γύρω) τοίχο
τοιχίο	noun	υποκοριστικό του τοίχος, μικρός τοίχος για ενίσχυση στατικής αντοχής
τοιχίου	noun	γενική ενικού του τοιχίο
τοιχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίσαν	=	τοιχίζω
τοιχίσανε	=	τοιχίζω
τοιχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίσεις	=	τοίχιση
τοιχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίσεων	=	τοίχιση
τοιχίσου	=	τοιχίζομαι
τοιχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίστηκα	=	τοιχίζομαι
τοιχίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζομαι
τοιχίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχίζομαι
τοιχίστηκες	=	τοιχίζομαι
τοιχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχίζω
τοιχίων	noun	γενική πληθυντικού του τοιχίο
τοιχαρχία	noun|dated	τμήμα του πληρώματος ενός (πολεμικού) πλοίου, που εκ περιτροπής εκτελεί τις υπηρεσίες και τις εργασίες στο πλοίο
τοιχαρχίας	noun	γενική ενικού του τοιχαρχία
τοιχαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχαρχία
τοιχαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του τοιχαρχία
τοιχιζόμασταν	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόμαστε	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόμουν	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόμουνα	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόντουσαν	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόσασταν	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόσαστε	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόσουν	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόσουνα	=	τοιχίζομαι
τοιχιζόταν	=	τοιχίζομαι
τοιχιζότανε	=	τοιχίζομαι
τοιχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχισμένο
τοιχισμένε	verb	κλητική ενικού του τοιχισμένος
τοιχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχισμένη
τοιχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοιχισμένος
τοιχισμένης	verb	γενική ενικού του τοιχισμένη
τοιχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τοιχισμένος
τοιχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχισμένος
τοιχισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τοιχίζω
τοιχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοιχισμένος
τοιχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοιχισμένος
τοιχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοιχισμένος
τοιχιστήκαμε	=	τοιχίζομαι
τοιχιστήκαν	=	τοιχίζομαι
τοιχιστήκανε	=	τοιχίζομαι
τοιχιστήκατε	=	τοιχίζομαι
τοιχιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοιχίζομαι
τοιχιστείτε	=	τοιχίζομαι
τοιχιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχίζομαι
τοιχοβάτες	=	τοιχοβάτης
τοιχοβάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τοιχοβάτης
τοιχοβάτης	noun	η βάση στην οποία στηρίζεται ο τοίχος των οικοδομημάτων
τοιχοβατών	=	τοιχοβάτης
τοιχογράφε	=	τοιχογράφος
τοιχογράφει	=	τοιχογραφώ
τοιχογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του τοιχογραφώ
τοιχογράφησα	=	τοιχογραφώ
τοιχογράφησαν	=	τοιχογραφώ
τοιχογράφησε	=	τοιχογραφώ
τοιχογράφησες	=	τοιχογραφώ
τοιχογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοιχογραφώ
τοιχογράφησης	=	τοιχογράφηση
τοιχογράφο	=	τοιχογράφος
τοιχογράφοι	=	τοιχογράφος
τοιχογράφος	noun	που κάνει τοιχογραφίες
τοιχογράφου	=	τοιχογράφος
τοιχογράφους	=	τοιχογράφος
τοιχογράφων	=	τοιχογράφος
τοιχογραφήματα	=	τοιχογράφημα
τοιχογραφήματος	=	τοιχογράφημα
τοιχογραφήσαμε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφήσαν	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφήσανε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφήσατε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφήσει	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφήσεις	=	τοιχογράφηση
τοιχογραφήσεων	=	τοιχογράφηση
τοιχογραφήστε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοιχογραφώ, ζωγραφική που γίνεται πάνω σε τοίχο ή οροφή
τοιχογραφίας	noun	γενική ενικού του τοιχογραφία
τοιχογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχογραφία
τοιχογραφεί	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφείς	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφείτε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφημάτων	=	τοιχογράφημα
τοιχογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχογραφημένο
τοιχογραφημένε	verb	κλητική ενικού του τοιχογραφημένος
τοιχογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχογραφημένη
τοιχογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοιχογραφημένος
τοιχογραφημένης	verb	γενική ενικού του τοιχογραφημένη
τοιχογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοιχογραφημένος
τοιχογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχογραφημένος
τοιχογραφημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου τοιχογραφώ
τοιχογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοιχογραφημένος
τοιχογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοιχογραφημένος
τοιχογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοιχογραφημένος
τοιχογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τοιχογραφικός	adv	με τοιχογραφικό τρόπο, σε τοιχογραφία
τοιχογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τοιχογραφικός
τοιχογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχογραφική
τοιχογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοιχογραφικός
τοιχογραφικής	adj	γενική ενικού του τοιχογραφική
τοιχογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχογραφικός
τοιχογραφικού	adj	γενική ενικού του τοιχογραφικός
τοιχογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοιχογραφικός
τοιχογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τοιχογραφικός
τοιχογραφικός	adj	που έχει σχέση με τοιχογραφία ή τοιχογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
τοιχογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τοιχογραφικός
τοιχογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τοιχογραφία
τοιχογραφούμε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούν	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούνε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσα	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσαμε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσαν	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσανε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσατε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσε	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφούσες	=	τοιχογραφώ
τοιχογραφώ	verb	κάνω τοιχογραφίες
τοιχογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τοιχογραφώ
τοιχογυρίζω	verb|dated	περιτοιχίζω
τοιχογυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχογυρισμένο
τοιχογυρισμένε	verb	κλητική ενικού του τοιχογυρισμένος
τοιχογυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχογυρισμένη
τοιχογυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοιχογυρισμένος
τοιχογυρισμένης	verb	γενική ενικού του τοιχογυρισμένη
τοιχογυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τοιχογυρισμένος
τοιχογυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχογυρισμένος
τοιχογυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοιχογυρισμένος
τοιχογυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοιχογυρισμένος
τοιχογυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοιχογυρισμένος
τοιχογύρισμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοιχογυρίζω
τοιχοδομές	=	τοιχοδομή
τοιχοδομή	noun	λιθόκτιστη ή πλινθόκτιστη κατασκευή
τοιχοδομήθηκα	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήθηκαν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήθηκε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήθηκες	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομής	=	τοιχοδομή
τοιχοδομήσαμε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήσαν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήσανε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήσατε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήσει	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήσεις	=	τοιχοδόμηση
τοιχοδομήσεων	=	τοιχοδόμηση
τοιχοδομήσου	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομήστε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομία	noun	η τοιχοποιία
τοιχοδομίας	noun	γενική ενικού του τοιχοδομία
τοιχοδομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοδομία
τοιχοδομεί	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομείς	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομείσαι	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομείστε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομείται	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομείτε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομηθήκαμε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομηθήκαν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομηθήκανε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομηθήκατε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομηθεί	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομηθείτε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοδομημένο
τοιχοδομημένε	verb	κλητική ενικού του τοιχοδομημένος
τοιχοδομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοδομημένη
τοιχοδομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοιχοδομημένος
τοιχοδομημένης	verb	γενική ενικού του τοιχοδομημένη
τοιχοδομημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοιχοδομημένος
τοιχοδομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχοδομημένος
τοιχοδομημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τοιχοδομώ
τοιχοδομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοιχοδομημένος
τοιχοδομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοιχοδομημένος
τοιχοδομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοιχοδομημένος
τοιχοδομιών	noun	γενική πληθυντικού του τοιχοδομία
τοιχοδομούμαι	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούμασταν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούμαστε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούμε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούμουν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούνε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούνται	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούνταν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσα	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσαμε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσαν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσανε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσασταν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσαστε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσατε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσες	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομούσουν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδομώ	verb|formal	δομώ / κτίζω τοίχο
τοιχοδομών	=	τοιχοδομή
τοιχοδομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τοιχοδομώ
τοιχοδόμε	=	τοιχοδόμος
τοιχοδόμει	=	τοιχοδομώ
τοιχοδόμησα	=	τοιχοδομώ
τοιχοδόμησαν	=	τοιχοδομώ
τοιχοδόμησε	=	τοιχοδομώ
τοιχοδόμησες	=	τοιχοδομώ
τοιχοδόμηση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοιχοδομώ
τοιχοδόμησης	=	τοιχοδόμηση
τοιχοδόμο	=	τοιχοδόμος
τοιχοδόμοι	=	τοιχοδόμος
τοιχοδόμος	noun|formal	που τοιχοδομεί
τοιχοδόμου	=	τοιχοδόμος
τοιχοδόμους	=	τοιχοδόμος
τοιχοδόμων	=	τοιχοδόμος
τοιχοκολλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλούμαι
τοιχοκολλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλούμαι
τοιχοκολλήματα	=	τοιχοκόλλημα
τοιχοκολλήματος	=	τοιχοκόλλημα
τοιχοκολλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσαν	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσανε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκόλληση
τοιχοκολλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσεων	=	τοιχοκόλληση
τοιχοκολλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκολλήτρα	noun	θηλυκό του τοιχοκολλητής
τοιχοκολλήτρας	=	τοιχοκολλήτρα
τοιχοκολλήτρες	=	τοιχοκολλήτρα
τοιχοκολλεί	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλείς	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλείτε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοιχοκολλούμαι
τοιχοκολληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλούμαι
τοιχοκολλημάτων	=	τοιχοκόλλημα
τοιχοκολλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκολλημένο
τοιχοκολλημένε	verb	κλητική ενικού του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκολλημένη
τοιχοκολλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλημένης	verb	γενική ενικού του τοιχοκολλημένη
τοιχοκολλημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου τοιχοκολλώ
τοιχοκολλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοιχοκολλημένος
τοιχοκολλητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκολλητό
τοιχοκολλητέ	adj	κλητική ενικού του τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκολλητής
τοιχοκολλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τοιχοκολλητής
τοιχοκολλητής	=	τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητη	=	τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητο	=	τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητού	adj	γενική ενικού του τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητρών	=	τοιχοκολλήτρα
τοιχοκολλητό	adj	αιτιατική ενικού του τοιχοκολλητός
τοιχοκολλητός	adj	που έχει τοιχοκολληθεί ή μπορεί να τοιχοκολληθεί
τοιχοκολλητών	noun	γενική πληθυντικού του τοιχοκολλητής
τοιχοκολλούμαι	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούμε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούν	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούνε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσα	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσαμε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσαν	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσανε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσατε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσε	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλούσες	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκολλώ	verb	κολλάω σε τοίχους κάποια ανακοίνωση, αναγγελία κ.λπ. ή αφίσες διαφημιστικού, πολιτικού ή άλλου περιεχομένου
τοιχοκολλώντας	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλει	=	τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλημα	noun	το αποτέλεσμα του τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοιχοκολλώ
τοιχοκόλληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοιχοκολλώ
τοιχοκόλλησης	=	τοιχοκόλληση
τοιχοποιία	noun	το χτίσιμο τοίχων
τοιχοποιίας	noun	γενική ενικού του τοιχοποιία
τοιχοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχοποιία
τοιχοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του τοιχοποιία
τοιχοσφαίριση	noun	το σκουός
τοιχοσφαίρισης	=	τοιχοσφαίριση
τοιχοσφαιρίσεις	=	τοιχοσφαίριση
τοιχοσφαιρίσεων	=	τοιχοσφαίριση
τοιχοτάπητα	=	τοιχοτάπητας
τοιχοτάπητας	noun	η ταπισερί
τοιχοτάπητες	=	τοιχοτάπητας
τοιχοταπήτων	=	τοιχοτάπητας
τοιχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τοίχωμα
τοιχωματικά	=	τοιχωματικός
τοιχωματικέ	=	τοιχωματικός
τοιχωματικές	=	τοιχωματικός
τοιχωματική	=	τοιχωματικός
τοιχωματικής	=	τοιχωματικός
τοιχωματικοί	=	τοιχωματικός
τοιχωματικού	=	τοιχωματικός
τοιχωματικούς	=	τοιχωματικός
τοιχωματικό	=	τοιχωματικός
τοιχωματικός	adj	που έχει σχέση με τοίχωμα, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
τοιχωματικών	=	τοιχωματικός
τοιχόστρωση	noun|rare	η επίστρωση ενός τοίχου με ταπετσαρία ή άλλο υλικό
τοιχόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοιχόχαρτο
τοιχόχαρτο	noun|rare	ταπετσαρία
τοιχόχαρτου	noun	γενική ενικού του τοιχόχαρτο
τοιχόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του τοιχόχαρτο
τοιχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοίχωμα
τοιχώματος	noun	γενική ενικού του τοίχωμα
τοκά	=	τοκάς
τοκάδες	=	τοκάς
τοκάδων	=	τοκάς
τοκάριθμε	noun	κλητική ενικού του τοκάριθμος
τοκάριθμο	noun	αιτιατική ενικού του τοκάριθμος
τοκάριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκάριθμος
τοκάριθμος	noun|dated	αριθμητική τιμή που χρησιμοποιείται σε χρηματοοικονομικούς πίνακες για τον υπολογισμό των τόκων, συνήθως σε σχέση με επιτόκια και χρονικές περιόδους
τοκάς	noun	άλλη μορφή του τόκα (θηλυκό)
τοκάτα	noun	σύνθεση (συνήθως για πληκτροφόρο όργανο) που δίνει έμφαση στη δεξιοτεχνία του ερμηνευτή
τοκίζαμε	=	τοκίζω
τοκίζαν	=	τοκίζω
τοκίζανε	=	τοκίζω
τοκίζατε	=	τοκίζω
τοκίζει	=	τοκίζω
τοκίζεις	=	τοκίζω
τοκίζεσαι	=	τοκίζομαι
τοκίζεστε	=	τοκίζομαι
τοκίζεται	=	τοκίζομαι
τοκίζετε	=	τοκίζω
τοκίζομαι	verb	προστίθεμαι ως τόκος σε κάποιο χρηματικό κεφάλαιο
τοκίζονται	=	τοκίζομαι
τοκίζονταν	=	τοκίζομαι
τοκίζοντας	=	τοκίζω
τοκίζου	=	τοκίζομαι
τοκίζουμε	=	τοκίζω
τοκίζουν	=	τοκίζω
τοκίζουνε	=	τοκίζω
τοκίζω	verb	δανείζω κάποιο χρηματικό ποσό προσθέτοντας τόκο
τοκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίσαν	=	τοκίζω
τοκίσανε	=	τοκίζω
τοκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίσου	=	τοκίζομαι
τοκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκίστηκα	=	τοκίζομαι
τοκίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζομαι
τοκίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζομαι
τοκίστηκες	=	τοκίζομαι
τοκίστρια	noun	θηλυκό του τοκιστής
τοκίστριας	=	τοκίστρια
τοκίστριες	=	τοκίστρια
τοκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τοκαρίθμου	noun	γενική ενικού του τοκάριθμος
τοκαρίθμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοκάριθμος
τοκαρίθμων	noun	γενική πληθυντικού του τοκάριθμος
τοκετέ	noun	κλητική ενικού του τοκετός
τοκετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκετός
τοκετοομάδα	noun	η ομάδα των νεογνών που γεννιούνται σε έναν τοκετό σε πολύτοκα θηλαστικά
τοκετού	noun	γενική ενικού του τοκετός
τοκετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοκετός
τοκετό	noun	αιτιατική ενικού του τοκετός
τοκετός	noun	η διαδικασία με την οποία γεννιέται ένα παιδί, καθώς εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του με τις εξωθήσεις της μήτρας, η γέννα
τοκετών	noun	γενική πληθυντικού του τοκετός
τοκιζόμασταν	=	τοκίζομαι
τοκιζόμαστε	=	τοκίζομαι
τοκιζόμουν	=	τοκίζομαι
τοκιζόμουνα	=	τοκίζομαι
τοκιζόντουσαν	=	τοκίζομαι
τοκιζόσασταν	=	τοκίζομαι
τοκιζόσαστε	=	τοκίζομαι
τοκιζόσουν	=	τοκίζομαι
τοκιζόσουνα	=	τοκίζομαι
τοκιζόταν	=	τοκίζομαι
τοκιζότανε	=	τοκίζομαι
τοκισμέ	noun	κλητική ενικού του τοκισμός
τοκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκισμένο
τοκισμένε	verb	κλητική ενικού του τοκισμένος
τοκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκισμένη
τοκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοκισμένος
τοκισμένης	verb	γενική ενικού του τοκισμένη
τοκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τοκισμένος
τοκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκισμένος
τοκισμένος	=	τοκίζομαι
τοκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοκισμένος
τοκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοκισμένος
τοκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοκισμένος
τοκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκισμός
τοκισμού	noun	γενική ενικού του τοκισμός
τοκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοκισμός
τοκισμό	noun	αιτιατική ενικού του τοκισμός
τοκισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοκίζω
τοκισμών	noun	γενική πληθυντικού του τοκισμός
τοκιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκιστής
τοκιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τοκιστής
τοκιστήκαμε	=	τοκίζομαι
τοκιστήκαν	=	τοκίζομαι
τοκιστήκανε	=	τοκίζομαι
τοκιστήκατε	=	τοκίζομαι
τοκιστής	noun	αυτός που τοκίζει
τοκιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοκίζομαι
τοκιστείτε	=	τοκίζομαι
τοκιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοκίζομαι
τοκιστριών	=	τοκίστρια
τοκιστών	noun	γενική πληθυντικού του τοκιστής
τοκμάκι	noun	ματσόλα
τοκμάκια	=	τοκμάκι
τοκογλυφία	noun	ο δανεισμός χρημάτων με επιτόκιο υψηλότερο του νόμιμου
τοκογλυφίας	noun	γενική ενικού του τοκογλυφία
τοκογλυφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκογλυφία
τοκογλυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκογλυφικό
τοκογλυφικέ	adj	κλητική ενικού του τοκογλυφικός
τοκογλυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκογλυφική
τοκογλυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοκογλυφικός
τοκογλυφικής	adj	γενική ενικού του τοκογλυφική
τοκογλυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκογλυφικός
τοκογλυφικού	adj	γενική ενικού του τοκογλυφικός
τοκογλυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοκογλυφικός
τοκογλυφικό	adj	αιτιατική ενικού του τοκογλυφικός
τοκογλυφικός	adj	που έχει σχέση με την τοκογλυφία ή τον τοκογλύφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
τοκογλυφικών	adj	γενική πληθυντικού του τοκογλυφικός
τοκογλυφιών	noun	γενική πληθυντικού του τοκογλυφία
τοκογλύφε	noun	κλητική ενικού του τοκογλύφος
τοκογλύφο	noun	αιτιατική ενικού του τοκογλύφος
τοκογλύφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκογλύφος
τοκογλύφος	noun	κάποιος που κατ’ επάγγελμα δανείζει παρανόμως χρήματα με πολύ υψηλό τόκο
τοκογλύφου	noun	γενική ενικού του τοκογλύφος
τοκογλύφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοκογλύφος
τοκογλύφων	noun	γενική πληθυντικού του τοκογλύφος
τοκογονία	noun	η γέννηση απαίτησης τόκων.
τοκογονίας	noun	γενική ενικού του τοκογονία
τοκογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκογονία
τοκογονιών	noun	γενική πληθυντικού του τοκογονία
τοκολογίου	noun	γενική ενικού του τοκολόγιο
τοκολογίων	noun	γενική πληθυντικού του τοκολόγιο
τοκολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκολόγιο
τοκολόγιο	noun	πίνακας στον οποίο φαίνονται οι τόκοι για συγκεκριμένο κεφάλαιο και επιτόκιο για τακτικές χρονικές περιόδους
τοκολόγιου	=	τοκολόγιο
τοκολόγιων	=	τοκολόγιο
τοκομερίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκομερίδιο
τοκομερίδιο	noun	απόδειξη που έχει προσαρτηθεί σε ανώνυμο χρεώγραφο (ομολογία) και με την οποία ο κομιστής μπορεί να εισπράξει τον τόκο ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος
τοκομερίδιου	=	τοκομερίδιο
τοκομεριδίου	noun	γενική ενικού του τοκομερίδιο
τοκομεριδίων	noun	γενική πληθυντικού του τοκομερίδιο
τοκοσήμου	noun	γενική ενικού του τοκόσημο
τοκοσήμων	noun	γενική πληθυντικού του τοκόσημο
τοκοφορία	noun	η απόδοση τόκου
τοκοφορίας	noun	γενική ενικού του τοκοφορία
τοκοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκοφορία
τοκοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του τοκοφορία
τοκοφόρα	=	τοκοφόρος
τοκοφόρας	=	τοκοφόρος
τοκοφόρε	=	τοκοφόρος
τοκοφόρες	=	τοκοφόρος
τοκοφόρο	=	τοκοφόρος
τοκοφόροι	=	τοκοφόρος
τοκοφόρος	adj	που φέρει τόκο
τοκοφόρου	=	τοκοφόρος
τοκοφόρους	=	τοκοφόρος
τοκοφόρων	=	τοκοφόρος
τοκοχρεολυσίου	noun	γενική ενικού του τοκοχρεολύσιο
τοκοχρεολυσίων	noun	γενική πληθυντικού του τοκοχρεολύσιο
τοκοχρεολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεολυτικό
τοκοχρεολυτικέ	adj	κλητική ενικού του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεολυτική
τοκοχρεολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολυτικής	adj	γενική ενικού του τοκοχρεολυτική
τοκοχρεολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολυτικού	adj	γενική ενικού του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολυτικός	adj	που έχει σχέση με το τοκοχρεολύσιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
τοκοχρεολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεολύσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεολύσιο
τοκοχρεολύσιο	noun	το ποσό (η πρόβλεψη) που καταβάλλει ο δανειζόμενος (οφειλέτης) στον δανειστή (πιστωτής) σε τακτά χρονικά διαστήματα για την εξόφληση του δανεισθέντος κεφαλαίου (της έκδοσης) συν τους επιβαλλόμενους τόκους σε αυτό.
τοκοχρεολύσιου	=	τοκοχρεολύσιο
τοκοχρεωλυσίου	=	τοκοχρεωλύσιο
τοκοχρεωλυσίων	=	τοκοχρεωλύσιο
τοκοχρεωλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεωλυτικό
τοκοχρεωλυτικέ	adj	κλητική ενικού του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεωλυτική
τοκοχρεωλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλυτικής	adj	γενική ενικού του τοκοχρεωλυτική
τοκοχρεωλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλυτικού	adj	γενική ενικού του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλυτικός	adj	άλλη γραφή του τοκοχρεολυτικός
τοκοχρεωλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του τοκοχρεωλυτικός
τοκοχρεωλύσια	=	τοκοχρεωλύσιο
τοκοχρεωλύσιο	noun	άλλη γραφή του τοκοχρεολύσιο
τοκοχρεωλύσιου	=	τοκοχρεωλύσιο
τοκόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοκόσημο
τοκόσημο	noun	ένσημο ή φορολογικό τέλος που επιβάλλεται για την είσπραξη φόρου επί των τόκων χρηματοοικονομικών τίτλων
τοκόσημου	=	τοκόσημο
τοκών	=	τόκα
τολ	noun	κυλινδρικός μεταλλικός χώρος στέγασης ή αποθήκευσης
τολμά	=	τολμάω
τολμάει	=	τολμάω
τολμάμε	=	τολμάω
τολμάν	=	τολμάω
τολμάνε	=	τολμάω
τολμάς	=	τολμάω
τολμάσαι	=	τολμάω
τολμάσθε	=	τολμάω
τολμάστε	=	τολμάω
τολμάται	=	τολμάω
τολμάτε	=	τολμάω
τολμάω	verb	ενεργώ χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς, κάνω κάτι με τόλμη
τολμήθηκα	=	τολμάω
τολμήθηκαν	=	τολμάω
τολμήθηκε	=	τολμάω
τολμήθηκες	=	τολμάω
τολμήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόλμημα
τολμήματος	noun	γενική ενικού του τόλμημα
τολμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσαν	=	τολμάω
τολμήσανε	=	τολμάω
τολμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσου	=	τολμάω
τολμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσουνε	=	τολμάω
τολμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τολμηθήκαμε	=	τολμάω
τολμηθήκαν	=	τολμάω
τολμηθήκανε	=	τολμάω
τολμηθήκατε	=	τολμάω
τολμηθεί	=	τολμάω
τολμηθείς	=	τολμάω
τολμηθείτε	=	τολμάω
τολμηθούμε	=	τολμάω
τολμηθούν	=	τολμάω
τολμηθούνε	=	τολμάω
τολμηθώ	=	τολμάω
τολμημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τόλμημα
τολμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τολμημένο
τολμημένε	verb	κλητική ενικού του τολμημένος
τολμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τολμημένη
τολμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τολμημένος
τολμημένης	verb	γενική ενικού του τολμημένη
τολμημένο	verb	αιτιατική ενικού του τολμημένος
τολμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τολμημένος
τολμημένος	=	τολμάω
τολμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τολμημένος
τολμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τολμημένος
τολμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τολμημένος
τολμηρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τολμηρό	adv	προκλητικά
τολμηρέ	adj	κλητική ενικού του τολμηρός
τολμηρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τολμηρή
τολμηρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τολμηρός
τολμηρής	adj	γενική ενικού του τολμηρή
τολμηροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τολμηρός
τολμηροτήτων	=	τολμηρότητα
τολμηρού	adj	γενική ενικού του τολμηρός
τολμηρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τολμηρός
τολμηρό	adj	αιτιατική ενικού του τολμηρός
τολμηρός	adj	που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια
τολμηρότατα	=	τολμηρός
τολμηρότατε	=	τολμηρός
τολμηρότατες	=	τολμηρός
τολμηρότατη	=	τολμηρός
τολμηρότατης	=	τολμηρός
τολμηρότατο	=	τολμηρός
τολμηρότατοι	=	τολμηρός
τολμηρότατος	=	τολμηρός
τολμηρότατου	=	τολμηρός
τολμηρότατους	=	τολμηρός
τολμηρότατων	=	τολμηρός
τολμηρότερα	=	τολμηρός
τολμηρότερε	=	τολμηρός
τολμηρότερες	=	τολμηρός
τολμηρότερη	=	τολμηρός
τολμηρότερης	=	τολμηρός
τολμηρότερο	=	τολμηρός
τολμηρότεροι	=	τολμηρός
τολμηρότερος	=	τολμηρός
τολμηρότερου	=	τολμηρός
τολμηρότερους	=	τολμηρός
τολμηρότερων	=	τολμηρός
τολμηρότης	noun	η τολμηρότητα
τολμηρότητα	noun	η ιδιότητα του τολμηρού
τολμηρότητας	noun	γενική ενικού του τολμηρότητα
τολμηρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τολμηρότητα
τολμηρών	adj	γενική πληθυντικού του τολμηρός
τολμηρώς	adv|dated	τολμηρά
τολμητία	=	τολμητίας
τολμητίας	noun	τολμηρός άνθρωπος
τολμητίες	=	τολμητίας
τολμητίων	=	τολμητίας
τολμιέμαι	=	τολμάω
τολμούμε	=	τολμάω
τολμούν	=	τολμάω
τολμούνε	=	τολμάω
τολμούσα	=	τολμάω
τολμούσαμε	=	τολμάω
τολμούσαν	=	τολμάω
τολμούσανε	=	τολμάω
τολμούσατε	=	τολμάω
τολμούσε	=	τολμάω
τολμούσες	=	τολμάω
τολμόμαστε	=	τολμάω
τολμώ	verb	λογιότερη μορφή του τολμάω
τολμώμαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικής φωνής του τολμώ
τολμώμενος	=	τολμάω
τολμώνται	=	τολμάω
τολμώντας	=	τολμάω
τολουένια	=	τολουένιο
τολουένιο	noun	άλλη μορφή του τολουόλιο
τολουένιου	=	τολουένιο
τολουένιων	=	τολουένιο
τολουενίου	=	τολουένιο
τολουενίων	=	τολουένιο
τολουολίου	=	τολουόλιο
τολουολίων	=	τολουόλιο
τολουολών	=	τολουόλη
τολουόλες	=	τολουόλη
τολουόλη	noun	άλλη μορφή του τολουόλιο
τολουόλης	=	τολουόλη
τολουόλια	=	τολουόλιο
τολουόλιο	noun	οργανική ένωση η οποία ανήκει στις αρωματικές ενώσεις και ο χημικός τύπος της είναι C₇H₈
τολουόλιου	=	τολουόλιο
τολύπη	noun|formal	τουλούπα, τούφα από κατεργασμένο μαλλί ή βαμβάκι
τομάρι	noun	το δέρμα, το πετσί
τομάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομάρι
τομάτα	noun	άλλη γραφή του ντομάτα
τομάτας	=	τομάτα
τομάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομάτα
τομέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τομέας
τομέας	noun	μέρος από ένα έργο, μια δραστηριότητα ή μια υπηρεσία
τομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομή
τομέων	noun	γενική πληθυντικού του τομέας
τομή	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω
τομής	noun	γενική ενικού του τομή
τομία	=	τομίας
τομίας	noun	συνώνυμο του ευνούχος, αυτός του οποίου έχουν αφαιρεθεί οι γεννητικοί αδένες
τομίδια	=	τομίδιο
τομίδιο	noun	μικρός τόμος
τομίδιου	=	τομίδιο
τομίδιων	=	τομίδιο
τομίες	=	τομίας
τομαρένια	=	τομαρένιος
τομαρένιας	=	τομαρένιος
τομαρένιε	=	τομαρένιος
τομαρένιες	=	τομαρένιος
τομαρένιο	=	τομαρένιος
τομαρένιοι	=	τομαρένιος
τομαρένιος	adj	ο δερμάτινος
τομαρένιου	=	τομαρένιος
τομαρένιους	=	τομαρένιος
τομαρένιων	=	τομαρένιος
τομαριού	=	τομάρι
τομαριών	=	τομάρι
τοματάκι	=	ντοματάκι
τοματίνι	noun	ντομάτα νάνος, είδος ντομάτας που παραμένει μικρή, ακόμη και στην ωριμότητά της
τοματίνια	=	τοματίνι
τοματιά	noun	άλλη μορφή του ντοματιά
τοματιάς	=	τοματιά
τοματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοματιά
τοματινιού	=	τοματίνι
τοματινιών	=	τοματίνι
τοματιών	=	τοματιά
τοματοπολτέ	=	τοματοπολτός
τοματοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοματοπολτός
τοματοπολτού	=	τοματοπολτός
τοματοπολτούς	=	τοματοπολτός
τοματοπολτό	=	τοματοπολτός
τοματοπολτός	noun	πολτός από ντομάτα
τοματοπολτών	=	τοματοπολτός
τοματοσαλάτα	noun	ντοματοσαλάτα
τοματοσαλάτας	=	τοματοσαλάτα
τοματοσαλάτες	=	τοματοσαλάτα
τοματοσαλατών	=	τοματοσαλάτα
τοματοχυμέ	noun	κλητική ενικού του τοματοχυμός
τοματοχυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοματοχυμός
τοματοχυμού	noun	γενική ενικού του τοματοχυμός
τοματοχυμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοματοχυμός
τοματοχυμό	noun	αιτιατική ενικού του τοματοχυμός
τοματοχυμός	noun	ο χυμός της ντομάτας.
τοματοχυμών	noun	γενική πληθυντικού του τοματοχυμός
τοματόσουπα	noun	άλλη μορφή του ντοματόσουπα
τοματόσουπας	=	τοματόσουπα
τοματόσουπες	=	τοματόσουπα
τοματών	=	τομάτα
τομεάρχα	=	τομεάρχης
τομεάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομεάρχης
τομεάρχη	=	τομεάρχης
τομεάρχης	noun	διευθυντής ενός τομέα ή ενός κλάδου (επιχείρησης, διοίκησης, κλπ.)
τομεάρχισσα	noun	θηλυκό του τομεάρχης
τομεάρχισσας	noun	γενική ενικού του τομεάρχισσα
τομεάρχισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομεάρχισσα
τομεάρχου	=	τομεάρχης
τομείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομέας
τομεακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομεακό
τομεακέ	adj	κλητική ενικού του τομεακός
τομεακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομεακή
τομεακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τομεακός
τομεακής	adj	γενική ενικού του τομεακή
τομεακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τομεακός
τομεακού	adj	γενική ενικού του τομεακός
τομεακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τομεακός
τομεακό	adj	αιτιατική ενικού του τομεακός
τομεακός	adj	σχετικός με έναν τομέα
τομεακών	adj	γενική πληθυντικού του τομεακός
τομεαρχισσών	noun	γενική πληθυντικού του τομεάρχισσα
τομεαρχών	=	τομεάρχης
τομεοποίει	=	τομεοποιώ
τομεοποίησα	=	τομεοποιώ
τομεοποίησαν	=	τομεοποιώ
τομεοποίησε	=	τομεοποιώ
τομεοποίησες	=	τομεοποιώ
τομεοποίηση	noun|formal	ο χωρισμός σε τομείς
τομεοποίησης	=	τομεοποίηση
τομεοποιήσαμε	=	τομεοποιώ
τομεοποιήσαν	=	τομεοποιώ
τομεοποιήσανε	=	τομεοποιώ
τομεοποιήσατε	=	τομεοποιώ
τομεοποιήσει	=	τομεοποιώ
τομεοποιήσεις	=	τομεοποίηση
τομεοποιήσεων	=	τομεοποίηση
τομεοποιήστε	=	τομεοποιώ
τομεοποιεί	=	τομεοποιώ
τομεοποιείς	=	τομεοποιώ
τομεοποιείτε	=	τομεοποιώ
τομεοποιημένα	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένε	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένες	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένη	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένης	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένο	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένοι	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τομεοποιώ
τομεοποιημένου	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένους	=	τομεοποιημένος
τομεοποιημένων	=	τομεοποιημένος
τομεοποιούμε	=	τομεοποιώ
τομεοποιούν	=	τομεοποιώ
τομεοποιούνε	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσα	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσαμε	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσαν	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσανε	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσατε	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσε	=	τομεοποιώ
τομεοποιούσες	=	τομεοποιώ
τομεοποιώ	verb|formal	χωρίζω σε τομείς
τομεοποιώντας	=	τομεοποιώ
τομεύς	noun	κάτι που κόβει, τέμνει (όωπς μαχαίρι, πέλεκυς)
τομιδίου	=	τομίδιο
τομιδίων	=	τομίδιο
τομιών	=	τομίας
τομογράφε	noun	κλητική ενικού του τομογράφος
τομογράφο	noun	αιτιατική ενικού του τομογράφος
τομογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τομογράφος
τομογράφος	noun	μηχάνημα με το οποίο γίνονται τομογραφίες
τομογράφου	noun	γενική ενικού του τομογράφος
τομογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τομογράφος
τομογράφων	noun	γενική πληθυντικού του τομογράφος
τομογραφία	noun	διαγνωστική μέθοδος με τρισδιάστατη απεικόνιση ενός οργάνου ή μιας περιοχής του ανθρώπινου σώματος
τομογραφίας	noun	γενική ενικού του τομογραφία
τομογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομογραφία
τομογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομογραφικό
τομογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τομογραφικός
τομογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομογραφική
τομογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τομογραφικός
τομογραφικής	adj	γενική ενικού του τομογραφική
τομογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τομογραφικός
τομογραφικού	adj	γενική ενικού του τομογραφικός
τομογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τομογραφικός
τομογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τομογραφικός
τομογραφικός	adj	σχετικός με την εξέταση της τομογραφίας
τομογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τομογραφικός
τομογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τομογραφία
τομπ	abbrev	στρατιωτικό τεθωρακισμένο όχημα για μεταφορά οπλιτών
τομπολών	noun	γενική πληθυντικού του τόμπολα
τομών	noun	γενική ενικού του τομή
τον	pron	αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου: αυτόν	article	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο
τονάζ	noun	η χωρητικότητα σε τόννους
τονίζαμε	=	τονίζω
τονίζαν	=	τονίζω
τονίζανε	=	τονίζω
τονίζατε	=	τονίζω
τονίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τονίζω
τονίζεις	=	τονίζω
τονίζεσαι	=	τονίζω
τονίζεστε	=	τονίζω
τονίζεται	=	τονίζω
τονίζετε	=	τονίζω
τονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τονίζω
τονίζομε	=	τονίζω
τονίζονται	=	τονίζω
τονίζονταν	=	τονίζω
τονίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τονίζω
τονίζου	=	τονίζομαι
τονίζουμε	=	τονίζω
τονίζουν	=	τονίζω
τονίζουνε	=	τονίζω
τονίζω	verb	βάζω τον τόνο σε μια λέξη
τονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσαν	=	τονίζω
τονίσανε	=	τονίζω
τονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσομε	=	τονίζω
τονίσου	=	τονίζω
τονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίσουνε	=	τονίζω
τονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονίστηκα	=	τονίζω
τονίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζομαι
τονίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζομαι
τονίστηκες	=	τονίζω
τονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τονε	pron|vulgar	ιδιωματική μορφή της αντωνυμίας τον συνήθως όταν προηγείται και ακολουθεί σύμφωνο (αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου ενικού, αρσενικό)
τονιζόμασταν	=	τονίζω
τονιζόμαστε	=	τονίζω
τονιζόμουν	=	τονίζω
τονιζόμουνα	=	τονίζω
τονιζόντουσαν	=	τονίζω
τονιζόσασταν	=	τονίζω
τονιζόσαστε	=	τονίζω
τονιζόσουν	=	τονίζω
τονιζόσουνα	=	τονίζω
τονιζόταν	=	τονίζω
τονιζότανε	=	τονίζω
τονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονικό
τονικέ	adj	κλητική ενικού του τονικός
τονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονική
τονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τονικός
τονικής	adj	γενική ενικού του τονική
τονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τονικός
τονικοτήτων	=	τονικότητα
τονικού	adj	γενική ενικού του τονικός
τονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τονικός
τονικό	adj	αιτιατική ενικού του τονικός
τονικός	adj	των λέξεων
τονικότης	noun	η τονικότητα
τονικότητα	noun	μουσικό σύστημα που βασίζεται σε μια κεντρική νότα, ένα τονικό κέντρο, γύρω από τα οποία οργανώνονται οι υπόλοιπες νότες ενός μουσικού έργου, καθορίζοντας τη σχέση μεταξύ των νοτών και των συγχορδιών και δίνοντας μια αίσθηση σταθερότητας και κατεύθυνσης στη μελωδία
τονικότητας	noun	γενική ενικού του τονικότητα
τονικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονικότητα
τονικών	adj	γενική πληθυντικού του τονικός
τονισμέ	noun	κλητική ενικού του τονισμός
τονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονισμένο
τονισμένε	verb	κλητική ενικού του τονισμένος
τονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονισμένη
τονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τονισμένος
τονισμένης	verb	γενική ενικού του τονισμένη
τονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τονισμένος
τονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τονισμένος
τονισμένος	=	τονίζω
τονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τονισμένος
τονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τονισμένος
τονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τονισμένος
τονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τονισμός
τονισμού	noun	γενική ενικού του τονισμός
τονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τονισμός
τονισμό	noun	αιτιατική ενικού του τονισμός
τονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τονίζω
τονισμών	noun	γενική πληθυντικού του τονισμός
τονιστήκαμε	=	τονίζω
τονιστήκαν	=	τονίζω
τονιστήκανε	=	τονίζω
τονιστήκατε	=	τονίζω
τονιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τονίζομαι
τονιστείς	=	τονίζω
τονιστείτε	=	τονίζω
τονιστούμε	=	τονίζω
τονιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονίζομαι
τονιστούνε	=	τονίζω
τονιστώ	=	τονίζω
τονοσαλάτα	noun	σαλάτα από τόνο
τονοσαλάτας	=	τονοσαλάτα
τονοσαλάτες	=	τονοσαλάτα
τονοσαλατών	=	τονοσαλάτα
τονοσκοπίου	=	τονοσκόπιο
τονοσκοπίων	=	τονοσκόπιο
τονοσκόπια	=	τονοσκόπιο
τονοσκόπιο	noun	συσκευή που μετατρέπει ηχητικά κύματα σε οπτικά μοτίβα, επιτρέποντας τη μελέτη της σχέσης μεταξύ ήχου και δόνησης
τονοσκόπιου	=	τονοσκόπιο
τονοσκόπιων	=	τονοσκόπιο
τονούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονούμενο
τονούμενε	verb	κλητική ενικού του τονούμενος
τονούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονούμενη
τονούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τονούμενος
τονούμενης	verb	γενική ενικού του τονούμενη
τονούμενο	verb	αιτιατική ενικού του τονούμενος
τονούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τονούμενος
τονούμενος	verb	που τονίζεται, που παίρνει τόνο
τονούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τονούμενος
τονούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τονούμενος
τονούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τονούμενος
τονωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθήκαν	=	τονώνομαι
τονωθήκανε	=	τονώνομαι
τονωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονωμένο
τονωμένε	verb	κλητική ενικού του τονωμένος
τονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονωμένη
τονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τονωμένος
τονωμένης	verb	γενική ενικού του τονωμένη
τονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τονωμένος
τονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τονωμένος
τονωμένος	=	τονώνομαι
τονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τονωμένος
τονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τονωμένος
τονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τονωμένος
τονωνόμασταν	=	τονώνομαι
τονωνόμαστε	=	τονώνομαι
τονωνόμουν	=	τονώνομαι
τονωνόμουνα	=	τονώνομαι
τονωνόντουσαν	=	τονώνομαι
τονωνόσασταν	=	τονώνομαι
τονωνόσαστε	=	τονώνομαι
τονωνόσουν	=	τονώνομαι
τονωνόσουνα	=	τονώνομαι
τονωνόταν	=	τονώνομαι
τονωνότανε	=	τονώνομαι
τονωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονωτικό
τονωτικέ	adj	κλητική ενικού του τονωτικός
τονωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τονωτική
τονωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τονωτικός
τονωτικής	adj	γενική ενικού του τονωτική
τονωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τονωτικός
τονωτικού	adj	γενική ενικού του τονωτικός
τονωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τονωτικός
τονωτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τονωτικός	noun	φάρμακο ή σκεύασμα που συμβάλλει στην τόνωση
τονωτικός	adj	που συμβάλλει στην τόνωση, την ενίσχυση, την ενδυνάμωση
τονωτικών	adj	γενική πληθυντικού του τονωτικός
τονώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονώναμε	=	τονώνω
τονώναν	=	τονώνω
τονώνανε	=	τονώνω
τονώνατε	=	τονώνω
τονώνει	=	τονώνω
τονώνεις	=	τονώνω
τονώνεσαι	=	τονώνομαι
τονώνεστε	=	τονώνομαι
τονώνεται	=	τονώνομαι
τονώνετε	=	τονώνω
τονώνομαι	verb	δυναμώνω, αναζωογονούμαι
τονώνονται	=	τονώνομαι
τονώνονταν	=	τονώνομαι
τονώνοντας	=	τονώνω
τονώνου	=	τονώνομαι
τονώνουμε	=	τονώνω
τονώνουν	=	τονώνω
τονώνουνε	=	τονώνω
τονώνω	verb	ενδυναμώνω, αυξάνω τη ζωντάνια και την ενεργητικότητα
τονώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώσαν	=	τονώνω
τονώσανε	=	τονώνω
τονώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόνωση
τονώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώσεων	=	τόνωση
τονώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τονώνομαι
τονώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τονώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τοξέματα	=	τόξεμα
τοξέματος	=	τόξεμα
τοξέψαμε	=	τοξεύω
τοξέψαν	=	τοξεύω
τοξέψανε	=	τοξεύω
τοξέψατε	=	τοξεύω
τοξέψει	=	τοξεύω
τοξέψτε	=	τοξεύω
τοξίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξίνη
τοξίνη	noun	δηλητηριώδης ουσία που εισχωρεί σε κύτταρα ή οργανισμούς μολύνοντάς τους και προκαλώντας αντιδράσεις
τοξίνης	=	τοξίνη
τοξίνωση	noun	ασθένεια ή παθολογική κατάσταση που προκαλείται από τη δράση τοξινών
τοξίνωσης	=	τοξίνωση
τοξίνωσις	noun	τοξίνωση
τοξαιμία	noun	άλλη μορφή του τοξιναιμία
τοξαιμίας	=	τοξαιμία
τοξαιμίες	=	τοξαιμία
τοξαιμιών	=	τοξαιμία
τοξεμάτων	=	τόξεμα
τοξεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξεμένο
τοξεμένε	verb	κλητική ενικού του τοξεμένος
τοξεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξεμένη
τοξεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοξεμένος
τοξεμένης	verb	γενική ενικού του τοξεμένη
τοξεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τοξεμένος
τοξεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοξεμένος
τοξεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοξεμένος
τοξεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοξεμένος
τοξεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοξεμένος
τοξευθήκαμε	=	τοξεύω
τοξευθήκαν	=	τοξεύω
τοξευθήκανε	=	τοξεύω
τοξευθήκατε	=	τοξεύω
τοξευθεί	=	τοξεύω
τοξευθείτε	=	τοξεύω
τοξευμάτων	=	τόξευμα
τοξευμένος	=	τοξεύω
τοξευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξευτής
τοξευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τοξευτής
τοξευτής	noun	άλλη μορφή του τοξότης
τοξευτριών	=	τοξεύτρια
τοξευτών	noun	γενική πληθυντικού του τοξευτής
τοξευόμασταν	=	τοξεύω
τοξευόμαστε	=	τοξεύω
τοξευόμουν	=	τοξεύω
τοξευόμουνα	=	τοξεύω
τοξευόντουσαν	=	τοξεύω
τοξευόσασταν	=	τοξεύω
τοξευόσαστε	=	τοξεύω
τοξευόσουν	=	τοξεύω
τοξευόσουνα	=	τοξεύω
τοξευόταν	=	τοξεύω
τοξευότανε	=	τοξεύω
τοξεύαμε	=	τοξεύω
τοξεύαν	=	τοξεύω
τοξεύανε	=	τοξεύω
τοξεύατε	=	τοξεύω
τοξεύει	=	τοξεύω
τοξεύεις	=	τοξεύω
τοξεύεσαι	=	τοξεύω
τοξεύεστε	=	τοξεύω
τοξεύεται	=	τοξεύω
τοξεύετε	=	τοξεύω
τοξεύθηκα	=	τοξεύω
τοξεύθηκαν	=	τοξεύω
τοξεύθηκε	=	τοξεύω
τοξεύθηκες	=	τοξεύω
τοξεύματα	=	τόξευμα
τοξεύματος	=	τόξευμα
τοξεύομαι	=	τοξεύω
τοξεύονται	=	τοξεύω
τοξεύονταν	=	τοξεύω
τοξεύοντας	=	τοξεύω
τοξεύουμε	=	τοξεύω
τοξεύουν	=	τοξεύω
τοξεύουνε	=	τοξεύω
τοξεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοξεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόξευση
τοξεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύσου	=	τοξεύω
τοξεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τοξεύτρα	noun	θηλυκό του τοξευτής
τοξεύτρας	noun	γενική ενικού του τοξεύτρα
τοξεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξεύτρα
τοξεύτρια	noun	θηλυκό του τοξευτής
τοξεύτριας	=	τοξεύτρια
τοξεύτριες	=	τοξεύτρια
τοξεύω	verb	ρίχνω τόξο, στοχεύω κάποιον ή κάτι με το τόξο
τοξιδερμία	noun|rare	ερεθισμός του δέρματος οφειλόμενος σε τοξίνες ή αλλεργιογόνα
τοξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικό
τοξικέ	adj	κλητική ενικού του τοξικός
τοξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξική
τοξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοξικός
τοξικής	adj	γενική ενικού του τοξική
τοξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοξικός
τοξικοεξαρτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικοεξαρτημένο
τοξικοεξαρτημένε	verb	κλητική ενικού του τοξικοεξαρτημένος
τοξικοεξαρτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικοεξαρτημένη
τοξικοεξαρτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοξικοεξαρτημένος
τοξικοεξαρτημένης	verb	γενική ενικού του τοξικοεξαρτημένη
τοξικοεξαρτημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοξικοεξαρτημένος
τοξικοεξαρτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοξικοεξαρτημένος
τοξικοεξαρτημένος	verb	εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες
τοξικοεξαρτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοξικοεξαρτημένος
τοξικοεξαρτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοξικοεξαρτημένος
τοξικοεξαρτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοξικοεξαρτημένος
τοξικολογία	noun	ο κλάδος που μελετά την επίδραση των τοξικών ουσιών στον οργανισμό και αναζητεί μεθόδους για την εξουδετέρωσή τους
τοξικολογίας	noun	γενική ενικού του τοξικολογία
τοξικολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικολογία
τοξικολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τοξικολογικός	adv	από τοξικολογικής απόψεως
τοξικολογικέ	adj	κλητική ενικού του τοξικολογικός
τοξικολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικολογική
τοξικολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοξικολογικός
τοξικολογικής	adj	γενική ενικού του τοξικολογική
τοξικολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοξικολογικός
τοξικολογικού	adj	γενική ενικού του τοξικολογικός
τοξικολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοξικολογικός
τοξικολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τοξικολογικός
τοξικολογικός	adj	σχετικός με την τοξικολογία
τοξικολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τοξικολογικός
τοξικολογικώς	adv|formal	από τοξικολογικής απόψεως
τοξικολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τοξικολογία
τοξικολόγε	=	τοξικολόγος
τοξικολόγο	=	τοξικολόγος
τοξικολόγοι	=	τοξικολόγος
τοξικολόγος	noun	ιατρός με ειδίκευση στην τοξικολογία
τοξικολόγου	=	τοξικολόγος
τοξικολόγους	=	τοξικολόγος
τοξικολόγων	=	τοξικολόγος
τοξικομανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τοξικομανής
τοξικομανή	adj	αιτιατική ενικού του τοξικομανής
τοξικομανής	adj	εθισμένος, εξαρτημένος από τοξικές ουσίες (ναρκωτικά)
τοξικομανία	noun	παθολογική κατάσταση λόγω της παρατεταμένης χρήσης τοξικών ουσιών (φαρμάκων ή ναρκωτικών) που προκαλούν σωματική και ψυχική εξάρτηση από αυτές
τοξικομανίας	noun	γενική ενικού του τοξικομανία
τοξικομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικομανία
τοξικομανείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικομανής
τοξικομανιών	noun	γενική πληθυντικού του τοξικομανία
τοξικομανούς	adj	γενική ενικού του τοξικομανής
τοξικομανών	adj	γενική πληθυντικού του τοξικομανής
τοξικοτήτων	=	τοξικότητα
τοξικοφοβία	noun	φοβία για πιθανή επαφή με τοξικές ουσίες
τοξικοφοβίας	noun	γενική ενικού του τοξικοφοβία
τοξικοφοβίες	=	τοξικοφοβία
τοξικοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του τοξικοφοβία
τοξικοφόρα	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρας	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρε	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρες	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρο	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόροι	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρος	adj	που φέρει/έχει τοξικότητα
τοξικοφόρου	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρους	=	τοξικοφόρος
τοξικοφόρων	=	τοξικοφόρος
τοξικού	adj	γενική ενικού του τοξικός
τοξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοξικός
τοξικό	adj	αιτιατική ενικού του τοξικός
τοξικός	adj	που δηλητηριάζει τον οργανισμό
τοξικότερα	=	τοξικός
τοξικότερε	=	τοξικός
τοξικότερες	=	τοξικός
τοξικότερη	=	τοξικός
τοξικότερης	=	τοξικός
τοξικότερο	=	τοξικός
τοξικότεροι	=	τοξικός
τοξικότερος	=	τοξικός
τοξικότερου	=	τοξικός
τοξικότερους	=	τοξικός
τοξικότερων	=	τοξικός
τοξικότης	noun	η τοξικότητα
τοξικότητα	noun	η ιδιότητα του τοξικού
τοξικότητας	noun	γενική ενικού του τοξικότητα
τοξικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξικότητα
τοξικών	adj	γενική πληθυντικού του τοξικός
τοξιναιμία	noun	η παρουσία τοξινών στο αίμα, συνήθως λόγω κάποιας λοίμωξης ή φλεγμονής
τοξιναιμίας	noun	γενική ενικού του τοξιναιμία
τοξιναιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξιναιμία
τοξιναιμιών	noun	γενική πληθυντικού του τοξιναιμία
τοξινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξινικό
τοξινικέ	adj	κλητική ενικού του τοξινικός
τοξινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξινική
τοξινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοξινικός
τοξινικής	adj	γενική ενικού του τοξινική
τοξινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοξινικός
τοξινικού	adj	γενική ενικού του τοξινικός
τοξινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοξινικός
τοξινικό	adj	αιτιατική ενικού του τοξινικός
τοξινικός	adj	που έχει σχέση με τις τοξίνες ή αναφέρεται σʼ αυτές
τοξινικών	adj	γενική πληθυντικού του τοξινικός
τοξινοειδές	noun	ανενεργή μορφή μιας τοξίνης, η οποία έχει χάσει την τοξικότητά της, αλλά διατηρεί την ικανότητά της να διεγείρει την ανοσολογική απόκριση
τοξινοειδή	=	τοξινοειδής
τοξινοειδής	adj	που μοιάζει με τοξίνη
τοξινοειδείς	=	τοξινοειδής
τοξινοειδούς	=	τοξινοειδής
τοξινοειδών	=	τοξινοειδής
τοξινοθεραπεία	noun	θεραπεία με χρήση τοξινών
τοξινοθεραπείας	noun	γενική ενικού του τοξινοθεραπεία
τοξινοθεραπείες	=	τοξινοθεραπεία
τοξινοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του τοξινοθεραπεία
τοξινοφόρα	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρας	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρε	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρες	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρο	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόροι	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρος	adj	που έχει ή περιέχει τοξίνη
τοξινοφόρου	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρους	=	τοξινοφόρος
τοξινοφόρων	=	τοξινοφόρος
τοξινών	=	τοξίνη
τοξινώσεις	=	τοξίνωση
τοξινώσεων	=	τοξίνωση
τοξοβολία	noun	άθλημα κατά το οποίο ρίπτεται βέλος σε καθορισμένο στόχο
τοξοβολίας	noun	γενική ενικού του τοξοβολία
τοξοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξοβολία
τοξοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του τοξοβολία
τοξοβόλε	=	τοξοβόλος
τοξοβόλο	=	τοξοβόλος
τοξοβόλοι	=	τοξοβόλος
τοξοβόλος	noun	που ασχολείται με την τοξοβολία
τοξοβόλου	=	τοξοβόλος
τοξοβόλους	=	τοξοβόλος
τοξοβόλων	=	τοξοβόλος
τοξοειδές	=	τοξοειδής
τοξοειδή	=	τοξοειδής
τοξοειδής	adj	άλλη μορφή του τοξωτός
τοξοειδείς	=	τοξοειδής
τοξοειδούς	=	τοξοειδής
τοξοειδών	=	τοξοειδής
τοξοειδώς	adv|archaic	με τοξοειδή τρόπο
τοξοπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξόπλασμα
τοξοπλάσματος	noun	γενική ενικού του τοξόπλασμα
τοξοπλάσμωση	noun	ασθένεια που προκαλείται από το πρωτόζωο Toxoplasma gondii
τοξοπλάσμωσης	=	τοξοπλάσμωση
τοξοπλάσμωσις	noun	τοξοπλάσμωση
τοξοπλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τοξόπλασμα
τοξοπλασμώσεις	=	τοξοπλάσμωση
τοξοπλασμώσεων	=	τοξοπλάσμωση
τοξοτριών	=	τοξότρια
τοξοτρύπανα	=	τοξοτρύπανο
τοξοτρύπανο	noun	χειροκίνητο τρυπάνι για το τρύπημα σκληρών επιφανειών
τοξοτρύπανου	=	τοξοτρύπανο
τοξοτρύπανων	=	τοξοτρύπανο
τοξοτών	=	τοξότης
τοξοφόρα	=	τοξοφόρος
τοξοφόρας	=	τοξοφόρος
τοξοφόρε	=	τοξοφόρος
τοξοφόρες	=	τοξοφόρος
τοξοφόρο	=	τοξοφόρος
τοξοφόροι	=	τοξοφόρος
τοξοφόρος	adj	που φέρει τόξο
τοξοφόρου	=	τοξοφόρος
τοξοφόρους	=	τοξοφόρος
τοξοφόρων	=	τοξοφόρος
τοξυλίου	=	τοξύλιο
τοξυλίων	=	τοξύλιο
τοξωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τοξωτός	adv	με τοξωτό τρόπο
τοξωτέ	adj	κλητική ενικού του τοξωτός
τοξωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοξωτή
τοξωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοξωτός
τοξωτής	adj	γενική ενικού του τοξωτή
τοξωτη	=	τοξωτός
τοξωτο	=	τοξωτός
τοξωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοξωτός
τοξωτού	adj	γενική ενικού του τοξωτός
τοξωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοξωτός
τοξωτό	adj	αιτιατική ενικού του τοξωτός
τοξωτός	adj	που έχει καμπύλο σχήμα μορφής τόξου που εκτείνεται είτε σε τέταρτο κύκλου είτε περισσότερο, μη υπερβαίνοντας την ημιπεριφέρεια
τοξωτών	adj	γενική πληθυντικού του τοξωτός
τοξόπλασμα	noun	γένος πρωτοζώων τα οποία προκαλούν ασθένεια σε θηλαστικά και πτηνά
τοξότες	=	τοξότης
τοξότη	=	τοξότης
τοξότης	noun	πολεμιστής οπλισμένος με τόξο
τοξότρια	noun	θηλυκό του τοξότης
τοξότριας	=	τοξότρια
τοξότριες	=	τοξότρια
τοξύλια	=	τοξύλιο
τοξύλιο	noun	μικρό τόξο (τοξοειδής καμπύλη κατασκευή) κάτω από γείσο
τοξύλιου	=	τοξύλιο
τοξύλιων	=	τοξύλιο
τοπάζι	noun	είδος πολύτιμου λίθου (πυριτικό / φθοριούχο ορυκτό του αργιλίου: Al₂SiO₄(F,OH)₂)
τοπάζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπάζι
τοπάζιο	noun	άλλη μορφή του τοπάζι
τοπάζιου	=	τοπάζιο
τοπάκων	=	τόπακας
τοπάρχες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπάρχης
τοπάρχη	=	τοπάρχης
τοπάρχης	noun|dated	διοικητής συγκεκριμένης περιφέρειας, επαρχίας
τοπία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπίο
τοπίο	noun	τόπος / έκταση που θεωρείται ως μια ενότητα από κάποιον παρατηρητή
τοπίου	noun	γενική ενικού του τοπίο
τοπίων	noun	γενική πληθυντικού του τοπίο
τοπαζίου	=	τοπάζιο
τοπαζίων	=	τοπάζιο
τοπαζιού	=	τοπάζι
τοπαζιών	=	τοπάζι
τοπαρχία	noun|dated	η διοικητική περιοχή ενός τοπάρχη
τοπαρχίας	noun	γενική ενικού του τοπαρχία
τοπαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπαρχία
τοπαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του τοπαρχία
τοπαρχών	=	τοπάρχης
τοπειογραφία	noun	πίνακας ζωγραφικής που παριστάνει ένα τοπίο
τοπειογραφίας	=	τοπειογραφία
τοπειογραφίες	=	τοπειογραφία
τοπειογραφιών	=	τοπειογραφία
τοπιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιακό
τοπιακέ	adj	κλητική ενικού του τοπιακός
τοπιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιακή
τοπιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπιακός
τοπιακής	adj	γενική ενικού του τοπιακή
τοπιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπιακός
τοπιακού	adj	γενική ενικού του τοπιακός
τοπιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπιακός
τοπιακό	adj	αιτιατική ενικού του τοπιακός
τοπιακός	adj	που έχει σχέση με το τοπίο (ή κάποιον τόπο) ή αναφέρεται σ' αυτό
τοπιακών	adj	γενική πληθυντικού του τοπιακός
τοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπικό	adv	σε έναν τόπο ή κατά τόπους
τοπικέ	adj	κλητική ενικού του τοπικός
τοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπική
τοπική	noun	η πτώση που δηλώνει κατεύθυνση προς τόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπικός
τοπικής	adj	γενική ενικού του τοπική
τοπικίστρια	noun	θηλυκό του τοπικιστής
τοπικίστριας	noun	γενική ενικού του τοπικίστρια
τοπικίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπικίστρια
τοπικισμέ	noun	κλητική ενικού του τοπικισμός
τοπικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπικισμός
τοπικισμού	noun	γενική ενικού του τοπικισμός
τοπικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοπικισμός
τοπικισμό	noun	αιτιατική ενικού του τοπικισμός
τοπικισμός	noun	η προσκόλληση στα συμφέροντα της ιδιαίτερης πατρίδας, του τόπου κάποιου, και η αδιαφορία για τα ευρύτερα εθνικά ή υπερεθνικά / υπερτοπικά συμφέροντα
τοπικισμών	noun	γενική πληθυντικού του τοπικισμός
τοπικιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπικιστής
τοπικιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τοπικιστής
τοπικιστής	noun	που τον διακατέχει τοπικισμός
τοπικιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπικιστικό	adv	με τοπικιστικό τρόπο
τοπικιστικέ	adj	κλητική ενικού του τοπικιστικός
τοπικιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπικιστική
τοπικιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπικιστικός
τοπικιστικής	adj	γενική ενικού του τοπικιστική
τοπικιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπικιστικός
τοπικιστικού	adj	γενική ενικού του τοπικιστικός
τοπικιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπικιστικός
τοπικιστικό	adj	αιτιατική ενικού του τοπικιστικός
τοπικιστικός	adj	που έχει σχέση με τον τοπικισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν
τοπικιστικών	adj	γενική πληθυντικού του τοπικιστικός
τοπικιστικώς	adv|dated	τοπικιστικά
τοπικιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τοπικίστρια
τοπικιστών	noun	γενική πληθυντικού του τοπικιστής
τοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπικός
τοπικοτήτων	=	τοπικότητα
τοπικού	adj	γενική ενικού του τοπικός
τοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπικός
τοπικό	adj	αιτιατική ενικού του τοπικός
τοπικός	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
τοπικότητα	noun	ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός τόπου
τοπικότητας	=	τοπικότητα
τοπικότητες	=	τοπικότητα
τοπικών	adj	γενική πληθυντικού του τοπικός
τοπικώς	adv|dated	τοπικά
τοπιογράφε	noun	κλητική ενικού του τοπιογράφος
τοπιογράφο	noun	αιτιατική ενικού του τοπιογράφος
τοπιογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπιογράφος
τοπιογράφος	noun	ζωγράφος που ζωγραφίζει τοπιογραφίες
τοπιογράφου	noun	γενική ενικού του τοπιογράφος
τοπιογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοπιογράφος
τοπιογράφων	noun	γενική πληθυντικού του τοπιογράφος
τοπιογραφία	noun	πίνακας ζωγραφικής που παριστάνει ένα τοπίο
τοπιογραφίας	noun	γενική ενικού του τοπιογραφία
τοπιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιογραφία
τοπιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιογραφικό
τοπιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τοπιογραφικός
τοπιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιογραφική
τοπιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπιογραφικός
τοπιογραφικής	adj	γενική ενικού του τοπιογραφική
τοπιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπιογραφικός
τοπιογραφικού	adj	γενική ενικού του τοπιογραφικός
τοπιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπιογραφικός
τοπιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τοπιογραφικός
τοπιογραφικός	adj	που έχει σχέση με την τοπιογραφία ή τον τοπιογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
τοπιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τοπιογραφικός
τοπιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τοπιογραφία
τοπιοτεχνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιοτεχνημένο
τοπιοτεχνημένε	verb	κλητική ενικού του τοπιοτεχνημένος
τοπιοτεχνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπιοτεχνημένη
τοπιοτεχνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπιοτεχνημένος
τοπιοτεχνημένης	verb	γενική ενικού του τοπιοτεχνημένη
τοπιοτεχνημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοπιοτεχνημένος
τοπιοτεχνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπιοτεχνημένος
τοπιοτεχνημένος	verb|rare	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τοπιοτεχνώ: που έχει υποστεί τοπιοτέχνηση, δηλαδή μελετημένη διαμόρφωση και αισθητική οργάνωση ενός υπαίθριου χώρου —όπως κήπος, πάρκο ή αυλή— μέσω φυτεύσεων, δομικών στοιχείων και άλλων φυσικών ή τεχνητών υλικών, με στόχο τη λειτουργικότητα, την ομορφιά και την αρμονία με το περιβάλλον
τοπιοτεχνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοπιοτεχνημένος
τοπιοτεχνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοπιοτεχνημένος
τοπιοτεχνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοπιοτεχνημένος
τοπιού	=	τόπι
τοπιών	=	τόπι
τοπογράφε	noun	κλητική ενικού του τοπογράφος
τοπογράφει	=	τοπογραφώ
τοπογράφησα	=	τοπογραφώ
τοπογράφησαν	=	τοπογραφώ
τοπογράφησε	=	τοπογραφώ
τοπογράφησες	=	τοπογραφώ
τοπογράφηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοπογραφώ
τοπογράφησης	=	τοπογράφηση
τοπογράφο	noun	αιτιατική ενικού του τοπογράφος
τοπογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπογράφος
τοπογράφος	noun	επιστήμονας που ασκεί την τοπογραφία
τοπογράφου	noun	γενική ενικού του τοπογράφος
τοπογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοπογράφος
τοπογράφων	noun	γενική πληθυντικού του τοπογράφος
τοπογραφήσαμε	=	τοπογραφώ
τοπογραφήσαν	=	τοπογραφώ
τοπογραφήσανε	=	τοπογραφώ
τοπογραφήσατε	=	τοπογραφώ
τοπογραφήσει	=	τοπογραφώ
τοπογραφήσεις	=	τοπογράφηση
τοπογραφήσεων	=	τοπογράφηση
τοπογραφήστε	=	τοπογραφώ
τοπογραφία	noun	η μορφή και τα (φυσικά ή τεχνητά) χαρακτηριστικά ενός τόπου
τοπογραφίας	noun	γενική ενικού του τοπογραφία
τοπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφία
τοπογραφεί	=	τοπογραφώ
τοπογραφείς	=	τοπογραφώ
τοπογραφείτε	=	τοπογραφώ
τοπογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφημένο
τοπογραφημένε	verb	κλητική ενικού του τοπογραφημένος
τοπογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφημένη
τοπογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπογραφημένος
τοπογραφημένης	verb	γενική ενικού του τοπογραφημένη
τοπογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοπογραφημένος
τοπογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφημένος
τοπογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοπογραφημένος
τοπογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοπογραφημένος
τοπογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοπογραφημένος
τοπογραφικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφικό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τοπογραφικός
τοπογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τοπογραφικός
τοπογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφική
τοπογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπογραφικός
τοπογραφικής	adj	γενική ενικού του τοπογραφική
τοπογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπογραφικός
τοπογραφικού	adj	γενική ενικού του τοπογραφικός
τοπογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπογραφικός
τοπογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τοπογραφικός	noun	σχεδιαστική απεικόνιση τοπογραφικών χαρακτηριστικών
τοπογραφικός	adj	που έχει σχέση με την τοπογραφία ή τον τοπογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
τοπογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τοπογραφικός
τοπογραφικώς	adv|dated	τοπογραφικά
τοπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τοπογραφία
τοπογραφούμε	=	τοπογραφώ
τοπογραφούν	=	τοπογραφώ
τοπογραφούνε	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσα	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσαμε	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσαν	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσανε	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσατε	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσε	=	τοπογραφώ
τοπογραφούσες	=	τοπογραφώ
τοπογραφώ	verb	διενεργώ τοπογραφία
τοπογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τοπογραφώ
τοποθέτει	=	τοποθετώ
τοποθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθέτηση	noun	αποτέλεσμα ή ενέργεια του ρήματος τοποθετώ
τοποθέτησης	noun	γενική ενικού του τοποθέτηση
τοποθέτησις	noun	η τοποθέτηση
τοποθεσία	noun	η θέση ενός αντικειμένου σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς του χώρου
τοποθεσίας	noun	γενική ενικού του τοποθεσία
τοποθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποθεσία
τοποθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του τοποθεσία
τοποθετήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσαν	=	τοποθετώ
τοποθετήσανε	=	τοποθετώ
τοποθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποθέτηση
τοποθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τοποθέτηση
τοποθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τοποθέτηση
τοποθετήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσουνε	=	τοποθετώ
τοποθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετώ
τοποθετεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τοποθετώ
τοποθετείς	=	τοποθετώ
τοποθετείσαι	=	τοποθετώ
τοποθετείστε	=	τοποθετώ
τοποθετείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τοποθετούμαι
τοποθετείτε	=	τοποθετώ
τοποθετείτο	=	τοποθετώ
τοποθετηθέν	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθέντα	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθέντας	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθέντες	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθέντος	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθέντων	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθήκαν	=	τοποθετώ
τοποθετηθήκανε	=	τοποθετώ
τοποθετηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθείσα	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθείσας	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθείσες	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθείσης	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθεισών	=	τοποθετηθείς
τοποθετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετηθούνε	=	τοποθετώ
τοποθετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τοποθετούμαι
τοποθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποθετημένο
τοποθετημένε	verb	κλητική ενικού του τοποθετημένος
τοποθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποθετημένη
τοποθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοποθετημένος
τοποθετημένης	verb	γενική ενικού του τοποθετημένη
τοποθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του τοποθετημένος
τοποθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοποθετημένος
τοποθετημένος	verb	που έχει τοποθετηθεί
τοποθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοποθετημένος
τοποθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τοποθετημένος
τοποθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοποθετημένος
τοποθετούμαι	verb	με τοποθετούν (μπαίνω) σε κατάλληλη θέση
τοποθετούμασταν	=	τοποθετώ
τοποθετούμαστε	=	τοποθετώ
τοποθετούμε	=	τοποθετώ
τοποθετούμενος	=	τοποθετώ
τοποθετούμουν	=	τοποθετώ
τοποθετούμουνα	=	τοποθετώ
τοποθετούν	=	τοποθετώ
τοποθετούνε	=	τοποθετώ
τοποθετούνται	=	τοποθετώ
τοποθετούνταν	=	τοποθετώ
τοποθετούντο	=	τοποθετώ
τοποθετούσα	=	τοποθετώ
τοποθετούσαμε	=	τοποθετώ
τοποθετούσαν	=	τοποθετώ
τοποθετούσανε	=	τοποθετώ
τοποθετούσασταν	=	τοποθετώ
τοποθετούσαστε	=	τοποθετώ
τοποθετούσατε	=	τοποθετώ
τοποθετούσε	=	τοποθετώ
τοποθετούσες	=	τοποθετώ
τοποθετούσουν	=	τοποθετώ
τοποθετούσουνα	=	τοποθετώ
τοποθετώ	verb	βάζω κάποιον ή κάτι σε κατάλληλη θέση
τοποθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τοποθετώ
τοποκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποκεντρικό
τοποκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του τοποκεντρικός
τοποκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποκεντρική
τοποκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοποκεντρικός
τοποκεντρικής	adj	γενική ενικού του τοποκεντρική
τοποκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοποκεντρικός
τοποκεντρικού	adj	γενική ενικού του τοποκεντρικός
τοποκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοποκεντρικός
τοποκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του τοποκεντρικός
τοποκεντρικός	adj	που έχει σαν προτεραιότητα τον τόπο ή το τοπικό
τοποκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του τοποκεντρικός
τοπολογία	noun	η μελέτη ενός τόπου (ως προς τη γεωγραφία του, την ιστορία του, τις ιδιότητές του κ.α.).
τοπολογίας	noun	γενική ενικού του τοπολογία
τοπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπολογία
τοπολογικά	=	τοπολογικός
τοπολογικέ	=	τοπολογικός
τοπολογικές	=	τοπολογικός
τοπολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπολογικός
τοπολογικής	=	τοπολογικός
τοπολογικοί	=	τοπολογικός
τοπολογικού	=	τοπολογικός
τοπολογικούς	=	τοπολογικός
τοπολογικό	=	τοπολογικός
τοπολογικός	adj	που έχει σχέση με την τοπολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τοπολογικών	=	τοπολογικός
τοπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τοπολογία
τοπομαχία	noun	η μάχη από οχυρωμένη θέση
τοπομαχίας	=	τοπομαχία
τοπομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπομαχία
τοπομαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπομαχικό
τοπομαχικέ	adj	κλητική ενικού του τοπομαχικός
τοπομαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπομαχική
τοπομαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπομαχικός
τοπομαχικής	adj	γενική ενικού του τοπομαχική
τοπομαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπομαχικός
τοπομαχικού	adj	γενική ενικού του τοπομαχικός
τοπομαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπομαχικός
τοπομαχικό	adj	αιτιατική ενικού του τοπομαχικός
τοπομαχικός	adj	που έχει σχέση με την τοπομαχία ή αναφέρεται σʼ αυτή
τοπομαχικών	adj	γενική πληθυντικού του τοπομαχικός
τοπομαχιών	=	τοπομαχία
τοπομαχώ	verb|formal	διεξάγω τοπομαχία
τοπομετρία	noun	ο κλάδος της τοπογραφίας που εστιάζει στη μέτρηση και την επίπεδη αποτύπωση των θέσεων και των αποστάσεων μεταξύ σημείων μιας περιοχής
τοπομετρίας	=	τοπομετρία
τοπομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπομετρία
τοπομετριών	=	τοπομετρία
τοποσήμου	=	τοπόσημο
τοποσήμων	=	τοπόσημο
τοποτηρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποτηρητής
τοποτηρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τοποτηρητής
τοποτηρητής	noun	επίσκοπος που κατέχει προσωρινά την επισκοπική θέση και εκτελεί τα σχετικά καθήκοντα σε χηρεύουσα θέση άλλης επισκοπής
τοποτηρητία	noun	το να είναι κάποιος τοποτηρητής, η ιδιότητα του τοποτηρητή, καθώς και η χρονική διάρκεια της άσκησης του αξιώματος
τοποτηρητίας	=	τοποτηρητία
τοποτηρητίες	=	τοποτηρητία
τοποτηρητεία	noun	άλλη μορφή του τοποτηρητία
τοποτηρητείας	=	τοποτηρητεία
τοποτηρητείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοποτηρητεία
τοποτηρητειών	=	τοποτηρητεία
τοποτηρητιών	=	τοποτηρητία
τοποτηρητών	noun	γενική πληθυντικού του τοποτηρητής
τοπουζιού	=	τοπούζι
τοπουζιών	=	τοπούζι
τοποφαγία	noun	η κατανάλωση φαγητού από την ευρύτερη περιοχή στην οποία καταναλώνεται
τοποφαγίας	noun	γενική ενικού του τοποφαγία
τοποφαγίες	=	τοποφαγία
τοποφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του τοποφαγία
τοποφιλία	noun	η συναισθηματική σύνδεση και η αγάπη ενός ατόμου για έναν συγκεκριμένο τόπο, που προκύπτει από προσωπικές εμπειρίες, μνήμες και αισθητηριακές εντυπώσεις
τοποφιλίας	=	τοποφιλία
τοποφιλίες	=	τοποφιλία
τοποφιλιών	=	τοποφιλία
τοπούζι	noun	Ροπαλοειδές όπλο (φτιαγμένο συνήθως από ξύλο ή μέταλλο) που απολήγει σε σφαιρική κεφαλή.
τοπούζια	=	τοπούζι
τοπωνυμία	noun	άλλη μορφή του τοπωνύμιο
τοπωνυμίας	noun	γενική ενικού του τοπωνυμία
τοπωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπωνυμία
τοπωνυμίου	noun	γενική ενικού του τοπωνύμιο
τοπωνυμίων	noun	γενική πληθυντικού του τοπωνύμιο
τοπωνυμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπωνυμικό
τοπωνυμικέ	adj	κλητική ενικού του τοπωνυμικός
τοπωνυμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπωνυμική
τοπωνυμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοπωνυμικός
τοπωνυμικής	adj	γενική ενικού του τοπωνυμική
τοπωνυμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοπωνυμικός
τοπωνυμικού	adj	γενική ενικού του τοπωνυμικός
τοπωνυμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοπωνυμικός
τοπωνυμικό	adj	αιτιατική ενικού του τοπωνυμικός
τοπωνυμικός	adj	που έχει σχέση με τοπωνύμιο ή τοπωνυμία ή αναφέρεται σ' αυτά
τοπωνυμικών	adj	γενική πληθυντικού του τοπωνυμικός
τοπωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του τοπωνυμία
τοπωνύμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοπωνύμιο
τοπωνύμιο	noun	η γεωγραφική ονομασία ενός τόπου (χώρα, πόλη, βουνό, ποταμός, κλπ.)
τοπωνύμιου	=	τοπωνύμιο
τοπωνύμου	=	τοπώνυμο
τοπωνύμων	=	τοπώνυμο
τοπόσημα	=	τοπόσημο
τοπόσημο	noun	το χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς σε μια περιοχή ή έναν τόπο
τοπόσημου	=	τοπόσημο
τοπόσημων	=	τοπόσημο
τοπώνυμα	=	τοπώνυμο
τοπώνυμο	noun	τοπωνύμιο (χρησιμοποιείται σπάνια, κύρια χρήση έχει το τοπωνύμιο)
τοπώνυμου	=	τοπώνυμο
τορέ	noun	κλητική ενικού του τορός
τορίκι	noun	είδος παλαμίδας (Palemye sarda)
τορίκια	=	τορίκι
τορβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τορβάς
τορβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορβάς
τορβάδων	noun	γενική πληθυντικού του τορβάς
τορβάς	noun	σακίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο για τη μεταφορά τροφίμων στην εργασία ή κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας
τορευμάτων	=	τόρευμα
τορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορευμένο
τορευμένε	verb	κλητική ενικού του τορευμένος
τορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορευμένη
τορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορευμένος
τορευμένης	verb	γενική ενικού του τορευμένη
τορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του τορευμένος
τορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορευμένος
τορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τορευμένος
τορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τορευμένος
τορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τορευμένος
τορευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τορευτός	adv	με τορευτό τρόπο
τορευτέ	adj	κλητική ενικού του τορευτός
τορευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορευτή
τορευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορευτός
τορευτής	noun	τεχνίτης που τορεύει	adj	γενική ενικού του τορευτή
τορευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορευτικό
τορευτικέ	adj	κλητική ενικού του τορευτικός
τορευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορευτική
τορευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορευτικός
τορευτικής	adj	γενική ενικού του τορευτική
τορευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορευτικός
τορευτικού	adj	γενική ενικού του τορευτικός
τορευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορευτικός
τορευτικό	adj	αιτιατική ενικού του τορευτικός
τορευτικός	adj	που έχει σχέση με τόρευση ή τορευτή ή αναφέρεται σ’ αυτά
τορευτικών	adj	γενική πληθυντικού του τορευτικός
τορευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορευτός
τορευτού	adj	γενική ενικού του τορευτός
τορευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορευτός
τορευτό	adj	αιτιατική ενικού του τορευτός
τορευτός	adj	που έχει γίνει με τόρευση
τορευτών	adj	γενική πληθυντικού του τορευτός
τορεύματα	=	τόρευμα
τορεύματος	=	τόρευμα
τορεύς	noun	αυτός ή κάτι που διατρυπάει
τορεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόρευση
τορεύσεων	=	τόρευση
τορεύω	verb|formal	σμιλεύω, γλύφω ή σφυρηλατώ σχέδια σε μέταλλο ή άλλο υλικό
τορικιού	=	τορίκι
τορικιών	=	τορίκι
τορμίσκε	=	τορμίσκος
τορμίσκο	=	τορμίσκος
τορμίσκοι	=	τορμίσκος
τορμίσκος	noun	ο μικρός τόρμος (προεξοχή / δοντάκι), υποκοριστικό του τόρμος
τορμίσκου	=	τορμίσκος
τορμίσκους	=	τορμίσκος
τορμίσκων	=	τορμίσκος
τορμοσυνάπτης	noun|rare	λέξη που επινοήθηκε για το φερμουάρ (δεν είναι σε χρήση)
τορνάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τορνάρω
τορνάρω	verb	άλλη μορφή του τορνεύω
τορνέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόρνεμα
τορνέματος	=	τόρνεμα
τορνέψαμε	=	τορνεύω
τορνέψαν	=	τορνεύω
τορνέψανε	=	τορνεύω
τορνέψατε	=	τορνεύω
τορνέψει	=	τορνεύω
τορνέψτε	=	τορνεύω
τορναδόρε	noun	κλητική ενικού του τορναδόρος
τορναδόρο	noun	αιτιατική ενικού του τορναδόρος
τορναδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορναδόρος
τορναδόρος	noun	χειριστής τόρνου, τεχνίτης
τορναδόρου	noun	γενική ενικού του τορναδόρος
τορναδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τορναδόρος
τορναδόρων	noun	γενική πληθυντικού του τορναδόρος
τορναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνάρισμα
τορναρίσματος	=	τορνάρισμα
τορναρισμάτων	=	τορνάρισμα
τορνεμάτων	=	τόρνεμα
τορνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνεμένο
τορνεμένε	verb	κλητική ενικού του τορνεμένος
τορνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνεμένη
τορνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορνεμένος
τορνεμένης	verb	γενική ενικού του τορνεμένη
τορνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τορνεμένος
τορνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορνεμένος
τορνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τορνεμένος
τορνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τορνεμένος
τορνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τορνεμένος
τορνευμάτων	=	τόρνευμα
τορνευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τορνευτός	adv	με τορνευτό τρόπο
τορνευτέ	adj	κλητική ενικού του τορνευτός
τορνευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνευτή
τορνευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορνευτός
τορνευτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνευτήριο
τορνευτήριο	noun	εργαστήριο τόρνευσης
τορνευτήριου	=	τορνευτήριο
τορνευτής	noun	άλλη μορφή του τορναδόρος	adj	γενική ενικού του τορνευτή
τορνευτηρίου	noun	γενική ενικού του τορνευτήριο
τορνευτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του τορνευτήριο
τορνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνευτικό
τορνευτικέ	adj	κλητική ενικού του τορνευτικός
τορνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορνευτική
τορνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορνευτικός
τορνευτικής	adj	γενική ενικού του τορνευτική
τορνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορνευτικός
τορνευτικού	adj	γενική ενικού του τορνευτικός
τορνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορνευτικός
τορνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του τορνευτικός
τορνευτικός	adj	που έχει σχέση με τόρνευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
τορνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του τορνευτικός
τορνευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορνευτός
τορνευτού	adj	γενική ενικού του τορνευτός
τορνευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορνευτός
τορνευτό	adj	αιτιατική ενικού του τορνευτός
τορνευτός	adj	που τον έχουν επεξεργαστεί με τον τόρνο
τορνευτών	adj	γενική πληθυντικού του τορνευτός
τορνεύαμε	=	τορνεύω
τορνεύαν	=	τορνεύω
τορνεύανε	=	τορνεύω
τορνεύατε	=	τορνεύω
τορνεύει	=	τορνεύω
τορνεύεις	=	τορνεύω
τορνεύετε	=	τορνεύω
τορνεύματα	=	τόρνευμα
τορνεύματος	=	τόρνευμα
τορνεύοντας	=	τορνεύω
τορνεύουμε	=	τορνεύω
τορνεύουν	=	τορνεύω
τορνεύουνε	=	τορνεύω
τορνεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορνεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόρνευση
τορνεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύσεων	=	τόρνευση
τορνεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τορνεύω	verb	κατεργάζομαι σκληρής φύσης υλικά χρησιμοποιώντας τόρνο
τοροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορός
τορού	noun	γενική ενικού του τορός
τορούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τορός
τορπίλα	noun	άλλη μορφή του τορπίλη
τορπίλας	noun	γενική ενικού του τορπίλα
τορπίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπίλη
τορπίλη	noun	υποβρύχιο βλήμα που εκτοξεύεται από υποβρύχια ή πλοία επιφανείας με σκοπό την ανατίναξη εχθρικών πλοίων
τορπίλης	noun	γενική ενικού του τορπίλη
τορπίλιζα	=	τορπιλίζω
τορπίλιζαν	=	τορπιλίζω
τορπίλιζε	=	τορπιλίζω
τορπίλιζες	=	τορπιλίζω
τορπίλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπίλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπίλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπίλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπίλλες	=	τορπίλλη
τορπίλλη	noun	μη απλοποιημένη γραφή του τορπίλη
τορπίλλης	=	τορπίλλη
τορπιλάκατε	=	τορπιλάκατος
τορπιλάκατο	=	τορπιλάκατος
τορπιλάκατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορπιλάκατος
τορπιλάκατος	noun	τύπος πολεμικού πλοίου μάχης, ελαφρύ ταχύπλοο, με κύριο οπλισμό τορπίλες που βάλλει από τορπιλοσωλήνες που φέρει αμφίπλευρα στο κατάστρωμα.
τορπιλίζαμε	=	τορπιλίζω
τορπιλίζαν	=	τορπιλίζω
τορπιλίζανε	=	τορπιλίζω
τορπιλίζατε	=	τορπιλίζω
τορπιλίζει	=	τορπιλίζω
τορπιλίζεις	=	τορπιλίζω
τορπιλίζετε	=	τορπιλίζω
τορπιλίζομαι	=	τορπιλίζω
τορπιλίζοντας	=	τορπιλίζω
τορπιλίζουμε	=	τορπιλίζω
τορπιλίζουν	=	τορπιλίζω
τορπιλίζουνε	=	τορπιλίζω
τορπιλίζω	verb	χτυπώ χρησιμοποιώντας τορπίλη
τορπιλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσαν	=	τορπιλίζω
τορπιλίσανε	=	τορπιλίζω
τορπιλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τορπιλίζω
τορπιλακάτου	=	τορπιλάκατος
τορπιλακάτους	=	τορπιλάκατος
τορπιλακάτων	=	τορπιλάκατος
τορπιλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλητής
τορπιλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τορπιλητής
τορπιλητής	noun	ειδικός στην εκτόξευση τορπιλών ή υπεύθυνος γι’ αυτή
τορπιλητών	noun	γενική πληθυντικού του τορπιλητής
τορπιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλικό
τορπιλικέ	adj	κλητική ενικού του τορπιλικός
τορπιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλική
τορπιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορπιλικός
τορπιλικής	adj	γενική ενικού του τορπιλική
τορπιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορπιλικός
τορπιλικού	adj	γενική ενικού του τορπιλικός
τορπιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορπιλικός
τορπιλικό	adj	αιτιατική ενικού του τορπιλικός
τορπιλικός	adj	που έχει σχέση με τορπίλη ή αναφέρεται σ’ αυτή
τορπιλικών	adj	γενική πληθυντικού του τορπιλικός
τορπιλισμέ	noun	κλητική ενικού του τορπιλισμός
τορπιλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλισμένο
τορπιλισμένε	verb	κλητική ενικού του τορπιλισμένος
τορπιλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλισμένη
τορπιλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορπιλισμένος
τορπιλισμένης	verb	γενική ενικού του τορπιλισμένη
τορπιλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τορπιλισμένος
τορπιλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορπιλισμένος
τορπιλισμένος	=	τορπιλίζω
τορπιλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τορπιλισμένος
τορπιλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τορπιλισμένος
τορπιλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τορπιλισμένος
τορπιλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορπιλισμός
τορπιλισμού	noun	γενική ενικού του τορπιλισμός
τορπιλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τορπιλισμός
τορπιλισμό	noun	αιτιατική ενικού του τορπιλισμός
τορπιλισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τορπιλίζω
τορπιλισμών	noun	γενική πληθυντικού του τορπιλισμός
τορπιλλάκατε	=	τορπιλλάκατος
τορπιλλάκατο	=	τορπιλλάκατος
τορπιλλάκατοι	=	τορπιλλάκατος
τορπιλλάκατος	noun	μη απλοποιημένη γραφή του τορπιλάκατος
τορπιλλακάτου	=	τορπιλλάκατος
τορπιλλακάτους	=	τορπιλλάκατος
τορπιλλακάτων	=	τορπιλλάκατος
τορπιλλητής	noun	μη απλοποιημένη γραφή του τορπιλητής
τορπιλλισμέ	=	τορπιλλισμός
τορπιλλισμοί	=	τορπιλλισμός
τορπιλλισμού	=	τορπιλλισμός
τορπιλλισμούς	=	τορπιλλισμός
τορπιλλισμό	=	τορπιλλισμός
τορπιλλισμός	noun	μη απλοποιημένη γραφή του τορπιλισμός
τορπιλλισμών	=	τορπιλλισμός
τορπιλλοβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλλοβλητικό
τορπιλλοβλητικέ	adj	κλητική ενικού του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλλοβλητική
τορπιλλοβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβλητικής	adj	γενική ενικού του τορπιλλοβλητική
τορπιλλοβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβλητικού	adj	γενική ενικού του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του τορπιλλοβλητικός
τορπιλλοβόλον	noun	τορπιλοβόλο
τορπιλλοσωλήν	noun	τορπιλοσωλήνας
τορπιλλών	=	τορπίλλη
τορπιλοβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλοβλητικό
τορπιλοβλητικέ	adj	κλητική ενικού του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλοβλητική
τορπιλοβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβλητικής	adj	γενική ενικού του τορπιλοβλητική
τορπιλοβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβλητικού	adj	γενική ενικού του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβλητικός	adj	που είναι κατάλληλος για την εκτόξευση τορπιλών
τορπιλοβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του τορπιλοβλητικός
τορπιλοβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλοβόλο
τορπιλοβόλο	noun	χαρακτηρισμός οποιουδήποτε πολεμικού πλοίου, ή πολεμικού αεροσκάφους που φέρει τορπίλες και τον κατάλληλο εξοπλισμένο εξακόντισης, ή ρίψης τους.
τορπιλοβόλου	noun	γενική ενικού του τορπιλοβόλο
τορπιλοβόλων	noun	γενική πληθυντικού του τορπιλοβόλο
τορπιλοειδές	=	τορπιλοειδής
τορπιλοειδή	=	τορπιλοειδής
τορπιλοειδής	adj	που μοιάζει με τορπίλη, που έχει παρόμοιο σχήμα
τορπιλοειδείς	=	τορπιλοειδής
τορπιλοειδούς	=	τορπιλοειδής
τορπιλοειδών	=	τορπιλοειδής
τορπιλοπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλοπλάνο
τορπιλοπλάνο	noun	αεροσκάφος ικανό να εκτοξεύει τορπίλες
τορπιλοπλάνου	=	τορπιλοπλάνο
τορπιλοπλάνων	=	τορπιλοπλάνο
τορπιλοσωλήνα	=	τορπιλοσωλήνας
τορπιλοσωλήνας	noun	τορπιλοβλητικός σωλήνας, σωλήνας απ’ τον οποίο βάλλονται τορπίλες
τορπιλοσωλήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τορπιλοσωλήνας
τορπιλοσωλήνων	=	τορπιλοσωλήνας
τορπιλοφόρα	=	τορπιλοφόρο
τορπιλοφόρας	=	τορπιλοφόρος
τορπιλοφόρε	=	τορπιλοφόρος
τορπιλοφόρες	=	τορπιλοφόρος
τορπιλοφόρο	noun	το τορπιλοβόλο
τορπιλοφόροι	=	τορπιλοφόρος
τορπιλοφόρος	adj	αυτός που φέρει τορπίλη ή τορπίλες
τορπιλοφόρου	=	τορπιλοφόρο
τορπιλοφόρους	=	τορπιλοφόρος
τορπιλοφόρων	=	τορπιλοφόρο
τορπιλών	noun	γενική πληθυντικού του τορπίλα
τορτίγια	noun	επίπεδο στρογγυλό ψωμί από καλαμποκάλευρο ή αλεύρι
τορτίγιας	noun	γενική ενικού του τορτίγια
τορτίγιες	=	τορτίγια
τορτελίνι	noun	είδος γεμιστού ζυμαρικού
τορτελίνια	=	τορτελίνι
τορτελινιού	=	τορτελίνι
τορτελινιών	=	τορτελίνι
τορυισμέ	noun	κλητική ενικού του τορυισμός
τορυισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τορυισμός
τορυισμού	noun	γενική ενικού του τορυισμός
τορυισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τορυισμός
τορυισμό	noun	αιτιατική ενικού του τορυισμός
τορυισμός	noun	πολιτική φιλοσοφία, η οποία βασίζεται στην παραδοσιοκρατία και τον συντηρητισμό, εμφανής στην πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου και σε τμήματα της Κοινοπολιτείας, ιδιαίτερα στον Καναδά
τορυισμών	noun	γενική πληθυντικού του τορυισμός
τορό	noun	αιτιατική ενικού του τορός
τορός	noun|vulgar	άλλη μορφή του ντορός
τορών	noun	γενική πληθυντικού του τορός
τος	pron	αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτός γ΄ προσώπου, αρσενικού γένους, ονομαστικής ενικού.
τοσάκις	adv|formal	τόσες φορές, πάρα πολλές φορές
τοσαύτη	=	τοσούτος
τοσηδά	=	τοσοσδά
τοσοδά	=	τοσοσδά
τοσοδούλα	=	τοσοδούλης
τοσοδούλας	noun	γενική ενικού του Τοσοδούλα
τοσοδούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τοσοδούλα
τοσοδούλη	=	τοσοδούλης
τοσοδούληδες	=	τοσοδούλης
τοσοδούληδων	=	τοσοδούλης
τοσοδούλης	adj	πάρα πολύ μικρός (επιτατικό επίθετο)
τοσοδούλι	=	τοσοδούλης
τοσοδούλια	=	τοσοδούλης
τοσοδούλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοσοδούλικο
τοσοδούλικε	adj	κλητική ενικού του τοσοδούλικος
τοσοδούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοσοδούλικη
τοσοδούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοσοδούλικος
τοσοδούλικης	adj	γενική ενικού του τοσοδούλικη
τοσοδούλικο	adj	βλέπε τοσοδούλικος
τοσοδούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοσοδούλικος
τοσοδούλικος	adj|rare	υποκοριστικό του τόσος
τοσοδούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοσοδούλικος
τοσοδούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοσοδούλικος
τοσοδούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοσοδούλικος
τοσοδούτσικος	adj|rare	υποκοριστικό του τόσος
τοσοσδά	pron	άλλη μορφή του τοσοδούλης
τοσουλάκης	adj|rare	υποκοριστικό του τόσος
τοσούλης	adj|rare	υποκοριστικό του τόσος
τοσούτον	=	τοσούτος
τοσούτος	pron	δεικτική: τόσο μεγάλος, τόσο πολύς
τοσούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοσούτσικο
τοσούτσικε	adj	κλητική ενικού του τοσούτσικος
τοσούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοσούτσικη
τοσούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοσούτσικος
τοσούτσικης	adj	γενική ενικού του τοσούτσικη
τοσούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του τοσούτσικος
τοσούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοσούτσικος
τοσούτσικος	adj|rare	υποκοριστικό του τόσος
τοσούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τοσούτσικος
τοσούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοσούτσικος
τοσούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τοσούτσικος
τοστ	noun	πρόχειρο φαγητό από δύο φέτες ψωμί όχι απαραίτητα τετράγωνου σχήματος γεμισμένες με φέτες από τυρί, ζαμπόν ή κάτι άλλο· ψήνεται σε συσκευή με δύο μαντεμένιες πλάκες (τοστιέρα)
τοστάδικα	=	τοστάδικο
τοστάδικο	noun	μαγαζί που παρασκευάζει και πουλά τοστ
τοστάδικου	=	τοστάδικο
τοστάδικων	=	τοστάδικο
τοστάκι	noun	υποκοριστικό του τοστ
τοστάκια	=	τοστάκι
τοστιέρα	noun	ηλεκτρική οικιακή συσκευή που αποτελείται από δύο συνδεδεμένες μέσω άρθρωσης θερμαινόμενες πλάκες για να ψήνουν ότι βρίσκεται ανάμεσά τους όταν κλείνουν (συνήθως φέτες ψωμιού για την παρασκευή τοστ)
τοστιέρας	noun	γενική ενικού του τοστιέρα
τοστιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοστιέρα
τοτέμ	noun	σύμβολο ή αντικείμενο που αντιπροσωπεύει μια ομάδα ανθρώπων, συνήθως φυλή ή οικογένεια, και θεωρείται φορέας πνευματικής δύναμης ή ιερότητας, συχνά συνδεδεμένο με έναν πρόγονο, ζώο ή φυσικό φαινόμενο
τοτεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοτεμικό
τοτεμικέ	adj	κλητική ενικού του τοτεμικός
τοτεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοτεμική
τοτεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοτεμικός
τοτεμικής	adj	γενική ενικού του τοτεμική
τοτεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοτεμικός
τοτεμικού	adj	γενική ενικού του τοτεμικός
τοτεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοτεμικός
τοτεμικό	adj	αιτιατική ενικού του τοτεμικός
τοτεμικός	adj	που έχει σχέση με τοτέμ, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
τοτεμικών	adj	γενική πληθυντικού του τοτεμικός
τοτεμισμέ	noun	κλητική ενικού του τοτεμισμός
τοτεμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοτεμισμός
τοτεμισμού	noun	γενική ενικού του τοτεμισμός
τοτεμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τοτεμισμός
τοτεμισμό	noun	αιτιατική ενικού του τοτεμισμός
τοτεμισμός	noun	η θρησκευτική λατρεία των τοτέμ και τα έθιμα που βασίζονται σε αυτή
τοτεμισμών	noun	γενική πληθυντικού του τοτεμισμός
τοτινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τοτινός
τοτινέ	=	τοτινός
τοτινές	=	τοτινός
τοτινή	=	τοτινός
τοτινής	=	τοτινός
τοτινοί	=	τοτινός
τοτινού	=	τοτινός
τοτινούς	=	τοτινός
τοτινό	=	τοτινός
τοτινός	adj	που έχει σχέση με το τότε (το παρελθόν, την παλαιότερη εποχή), ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
τοτινών	=	τοτινός
του	pron	σε αυτόν, σε αυτό	article	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ο
τουίντ	noun	χοντρό ύφασμα από μαλλί το οποίο διαθέτει ανάγλυφους κόμπους, κατάλληλο για αθλητικά ρούχα	adj	που είναι φτιαγμένο από το παραπάνω ύφασμα
τουίστ	noun	χορός γρήγορου ρυθμού, δημοφιλής τη δεκαετία τού 1960
τουίτ	noun	μήνυμα που στέλνεται στο δίκτυο τουίτερ· αποτελείται από έως και 140 χαρακτήρες
τουίτερ	noun	μέσο κοινωνικής δικτύωσης που χρησιμοποιεί σύντομα μηνύματα, με μέγεθος έως και 280 χαρακτήρες
τουαλέτα	noun	ονομασία για επίσημο, πολυτελές γυναικείο φόρεμα
τουαλέτας	noun	γενική ενικού του τουαλέτα
τουαλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουαλέτα
τουαλετάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τουαλεταρίζομαι
τουαλεταρίζομαι	verb	κάνω την ατομική μου τουαλέτα, την προσωπική μου σωματική υγιεινή
τουαλεταρίσματα	=	τουαλετάρισμα
τουαλεταρίσματος	=	τουαλετάρισμα
τουαλεταρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταρισμάτων	=	τουαλετάρισμα
τουαλεταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουαλεταρισμένο
τουαλεταρισμένε	verb	κλητική ενικού του τουαλεταρισμένος
τουαλεταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουαλεταρισμένη
τουαλεταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουαλεταρισμένος
τουαλεταρισμένης	verb	γενική ενικού του τουαλεταρισμένη
τουαλεταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουαλεταρισμένος
τουαλεταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουαλεταρισμένος
τουαλεταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουαλεταρισμένος
τουαλεταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουαλεταρισμένος
τουαλεταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουαλεταρισμένος
τουαλεταριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλεταριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουαλεταρίζομαι
τουαλετών	noun	γενική πληθυντικού του τουαλέτα
τουβλάκι	noun	μικρό τούβλο
τουβλάκια	=	τουβλάκι
τουβλόκτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουβλόκτιστο
τουβλόκτιστε	adj	κλητική ενικού του τουβλόκτιστος
τουβλόκτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουβλόκτιστη
τουβλόκτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουβλόκτιστος
τουβλόκτιστης	adj	γενική ενικού του τουβλόκτιστη
τουβλόκτιστο	adj	αιτιατική ενικού του τουβλόκτιστος
τουβλόκτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουβλόκτιστος
τουβλόκτιστος	adj	κτίσμα, τοίχος, δομημένος από τούβλα
τουβλόκτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουβλόκτιστος
τουβλόκτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουβλόκτιστος
τουβλόκτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουβλόκτιστος
τουβλότοιχε	=	τουβλότοιχος
τουβλότοιχο	=	τουβλότοιχος
τουβλότοιχοι	=	τουβλότοιχος
τουβλότοιχος	noun	τοίχος χτισμένος από τούβλα
τουβλότοιχου	=	τουβλότοιχος
τουβλότοιχους	=	τουβλότοιχος
τουβλότοιχων	=	τουβλότοιχος
τουγκστένια	=	τουγκστένιο
τουγκστένιο	noun	το χημικό στοιχείο βολφράμιο
τουγκστένιου	=	τουγκστένιο
τουγκστενίου	=	τουγκστένιο
τουγκστενίων	=	τουγκστένιο
τουγρά	noun	άλλη μορφή του τουρά
τουγράδες	=	τουγράς
τουγράδων	=	τουγράς
τουγράς	noun	άλλη μορφή του τουρά
τουγρές	=	τουγρά
τουγρών	=	τουγρά
τουζλουκιού	=	τουζλούκι
τουζλουκιών	=	τουζλούκι
τουζλούκι	noun	προστατευτικό κάλυμμα που καλύπτει τη κνήμη από το πάνω μέρος του υποδύματος έως το γόνατο
τουζλούκια	=	τουζλούκι
τουθόπερ	pron|dated	το οποίο
τουιτάρω	verb	γράφω στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter
τουκάν	noun	τροπικό πουλί της Νότιας Αμερικής με μεγάλη πολύχρωμη μύτη
τουλάχιστο	adv	άλλη μορφή του τουλάχιστον
τουλάχιστον	adv	το ελάχιστο, το λιγότερο
τουλίπα	noun	βολβόριζο διακοσμητικό φυτό με μακρύ βλαστό, μακρόστενα φύλλα και ένα μόνο άνθος που βγαίνει στην αρχή της άνοιξης
τουλίπας	noun	γενική ενικού του τουλίπα
τουλίπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουλίπα
τουλιού	=	τούλι
τουλιπομανία	noun	ο υπερβολικός ενθουσιασμός για τις τουλίπες, κυρίως την περίοδο της Ολλανδικής Χρυσής Εποχής κατά την οποία οι συμβατικές τιμές για τους βολβούς της τουλίπας που εισήχθη πρόσφατα έφτασαν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και στη συνέχεια κατέρρευσαν ξαφνικά
τουλιπομανίας	=	τουλιπομανία
τουλιπομανίες	=	τουλιπομανία
τουλιπομανιών	=	τουλιπομανία
τουλιπών	noun	γενική πληθυντικού του τουλίπα
τουλιών	=	τούλι
τουλουμίσια	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιας	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιε	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιες	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιο	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιοι	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιος	adj	που διατηρείται σε τουλούμι
τουλουμίσιου	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιους	=	τουλουμίσιος
τουλουμίσιων	=	τουλουμίσιος
τουλουμιάζαμε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζαν	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζανε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζατε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζει	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζεις	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζετε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζοντας	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζουμε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζουν	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζουνε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάζω	verb	τοποθετώ μέσα σε τουλούμι
τουλουμιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσαν	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάσανε	=	τουλουμιάζω
τουλουμιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσματα	=	τουλούμιασμα
τουλουμιάσματος	=	τουλούμιασμα
τουλουμιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλουμιασμάτων	=	τουλούμιασμα
τουλουμιού	=	τουλούμι
τουλουμιών	=	τουλούμι
τουλουμοτυριού	=	τουλουμοτύρι
τουλουμοτυριών	=	τουλουμοτύρι
τουλουμοτύρι	noun	μαλακό, πικάντικο τυρί από γάλα αιγοπροβάτων που παρασκευάζεται όπως η φέτα και αποθηκεύεται σε τουλούμια για την καλύτερη συντήρηση του τυριού
τουλουμοτύρια	=	τουλουμοτύρι
τουλουμπατζή	=	τουλουμπατζής
τουλουμπατζήδες	=	τουλουμπατζής
τουλουμπατζήδων	=	τουλουμπατζής
τουλουμπατζής	noun|dated	άτομα που εκτελούσαν χρέη πυροσβεστών (σε πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας)
τουλουπάνι	noun	κομμάτι ύφασμα με αραιή ύφανση που μπορεί και να χρησιμοποιηθεί ως φίλτρο για να στραγγίξει κάτι, π.χ. το τυρί
τουλουπάνια	=	τουλουπάνι
τουλουπανιού	=	τουλουπάνι
τουλουπανιών	=	τουλουπάνι
τουλουππίζω	verb	φασκιώνω (βρέφος, μωρό)
τουλουππίστρα	noun	συνώνυμο του τουλούππιν (με σημασία: φασκιές)
τουλουππαρκάζω	verb	σφιχταγκαλιάζω
τουλουπποδκιαρτίζω	verb	ζυμώνω κάτι δυο ή περισσότερες φορές
τουλουππών	=	τουλούππα
τουλουππώνω	verb	συνώνυμο του τουλουππίζω
τουλουπών	noun	γενική πληθυντικού του τουλούπα
τουλούμι	noun	ασκί από δέρμα
τουλούμια	=	τουλούμι
τουλούμιαζα	=	τουλουμιάζω
τουλούμιαζαν	=	τουλουμιάζω
τουλούμιαζε	=	τουλουμιάζω
τουλούμιαζες	=	τουλουμιάζω
τουλούμιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλούμιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλούμιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλούμιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουλουμιάζω
τουλούμιασμα	noun	το αποτέλεσμα τού τουλουμιάζω
τουλούμπα	noun|dated	αντλία, τρόμπα
τουλούμπας	noun	γενική ενικού του τουλούμπα
τουλούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουλούμπα
τουλούπα	noun	άγνεστη τούφα από βαμβάκι ή μαλλί
τουλούπας	noun	γενική ενικού του τουλούπα
τουλούπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουλούπα
τουλούπκια	noun	πληθυντικός αριθμός του τουλούππιν
τουλούππα	noun	τουλούπα· ειδικότερα, οι τουλούπες χιονιού, οι χιονονιφάδες
τουλούππας	noun	το άσπρο βαμβάκι
τουλούππες	=	τουλούππα
τουλούππιν	noun	φασκιές, σπάργανα
τουλπάνι	noun	τούλι
τουλπάνια	=	τουλπάνι
τουλπανιού	=	τουλπάνι
τουλπανιών	=	τουλπάνι
τουμβεκίον	noun	το τουμπεκί, καπνός για ναργιλέ
τουμπάνιαζα	=	τουμπανιάζω
τουμπάνιαζαν	=	τουμπανιάζω
τουμπάνιαζε	=	τουμπανιάζω
τουμπάνιαζες	=	τουμπανιάζω
τουμπάνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπάνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπάνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπάνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπάνιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τουμπανιάζω
τουμπάνιζα	=	τουμπανίζω
τουμπάνιζαν	=	τουμπανίζω
τουμπάνιζε	=	τουμπανίζω
τουμπάνιζες	=	τουμπανίζω
τουμπάνισα	=	τουμπανίζω
τουμπάνισαν	=	τουμπανίζω
τουμπάνισε	=	τουμπανίζω
τουμπάνισες	=	τουμπανίζω
τουμπάνου	=	τούμπανο
τουμπάνων	=	τούμπανο
τουμπάρισμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τουμπάρω
τουμπάρω	verb	αναποδογυρίζω μετά από τούμπα
τουμπίτσα	noun	μικρή τούμπα
τουμπίτσας	=	τουμπίτσα
τουμπίτσες	=	τουμπίτσα
τουμπανίζαμε	=	τουμπανίζω
τουμπανίζαν	=	τουμπανίζω
τουμπανίζανε	=	τουμπανίζω
τουμπανίζατε	=	τουμπανίζω
τουμπανίζει	=	τουμπανίζω
τουμπανίζεις	=	τουμπανίζω
τουμπανίζετε	=	τουμπανίζω
τουμπανίζοντας	=	τουμπανίζω
τουμπανίζουμε	=	τουμπανίζω
τουμπανίζουν	=	τουμπανίζω
τουμπανίζουνε	=	τουμπανίζω
τουμπανίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του τυμπανίζω
τουμπανίσαμε	=	τουμπανίζω
τουμπανίσαν	=	τουμπανίζω
τουμπανίσανε	=	τουμπανίζω
τουμπανίσατε	=	τουμπανίζω
τουμπανίσει	=	τουμπανίζω
τουμπανίστε	=	τουμπανίζω
τουμπανιάζαμε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζαν	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζανε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζατε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζει	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζεις	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζετε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζοντας	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζουμε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζουν	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζουνε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάζω	verb	προκαλώ πρήξιμο σε κάποιον
τουμπανιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσαν	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάσανε	=	τουμπανιάζω
τουμπανιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπάνιασμα
τουμπανιάσματος	noun	γενική ενικού του τουμπάνιασμα
τουμπανιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τουμπάνιασμα
τουμπανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπανιασμένο
τουμπανιασμένε	verb	κλητική ενικού του τουμπανιασμένος
τουμπανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπανιασμένη
τουμπανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουμπανιασμένος
τουμπανιασμένης	verb	γενική ενικού του τουμπανιασμένη
τουμπανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουμπανιασμένος
τουμπανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουμπανιασμένος
τουμπανιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τουμπανιάζω
τουμπανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουμπανιασμένος
τουμπανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουμπανιασμένος
τουμπανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουμπανιασμένος
τουμπανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπανισμένο
τουμπανισμένε	verb	κλητική ενικού του τουμπανισμένος
τουμπανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπανισμένη
τουμπανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουμπανισμένος
τουμπανισμένης	verb	γενική ενικού του τουμπανισμένη
τουμπανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουμπανισμένος
τουμπανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουμπανισμένος
τουμπανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουμπανισμένος
τουμπανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουμπανισμένος
τουμπανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουμπανισμένος
τουμπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπάρισμα
τουμπαρίσματος	noun	γενική ενικού του τουμπάρισμα
τουμπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τουμπάρισμα
τουμπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπαρισμένο
τουμπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τουμπαρισμένος
τουμπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπαρισμένη
τουμπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουμπαρισμένος
τουμπαρισμένης	verb	γενική ενικού του τουμπαρισμένη
τουμπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουμπαρισμένος
τουμπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουμπαρισμένος
τουμπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουμπαρισμένος
τουμπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουμπαρισμένος
τουμπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουμπαρισμένος
τουμπεκί	noun	ποικιλία καπνού που χρησιμοποιείται για κάπνισμα σε ναργιλέ
τουμπεκιά	=	τουμπεκί
τουμπεκιού	=	τουμπεκί
τουμπεκιών	=	τουμπεκί
τουμπελέκι	noun	παραδοσιακό κρουστό όργανο χωρίς λαβή, είδος τυμπάνου
τουμπελέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουμπελέκι
τουμπελεκιού	=	τουμπελέκι
τουμπελεκιών	=	τουμπελέκι
τουμπερλέκι	=	τουμπελέκι
τουμποράματα	=	τουμπόραμα
τουμποράματος	=	τουμπόραμα
τουμποραμάτων	=	τουμπόραμα
τουμπόραμα	noun	σωλήνας από πολυαιθυλένιο που χρησιμοποιείται στην ύδρευση
τουνέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουνέλι
τουνίκ	noun	φαρδύ, άνετο και ριχτό γυναικείο ρούχο, με μανίκια ή αμάνικο και με διάφορα μήκη που φτάνουν από τους γοφούς μέχρι τους αστραγάλους
τουναντίον	adv|formal	αντιθέτως
τουνγκουζικές	=	τουνγκουζική
τουνγκουζική	noun	γλωσσική ομάδα, που θεωρείται τμήμα των αλταϊκών γλωσσών και μιλιέται στην ανατολική Σιβηρία και τη Μαντζουρία από τουνγκουζικούς πληθυσμούς
τουνγκουζικής	=	τουνγκουζική
τουνγκουζικόές	=	τουνγκουζικός
τουνγκουζικόή	=	τουνγκουζικός
τουνγκουζικόής	=	τουνγκουζικός
τουνγκουζικός	noun	που έχει σχέση με την εθνογλωσσική ομάδα που κατοικεί κυρίως στη Σιβηρία, τη Μαντζουρία και τη βόρεια Κίνα και μιλά την τουνγκουζική
τουνγκουζικόών	=	τουνγκουζικός
τουνγκουζικών	=	τουνγκουζική
τουνδρών	noun	γενική πληθυντικού του τούνδρα
τουνουζλίδικη	=	τουνουζλίδικος
τουνουζλίδικο	=	τουνουζλίδικος
τουνουζλίδικος	adj|dated	που προέρχεται από την Τυνησία ή σχετίζεται με αυτήν
τουντρών	noun	γενική πληθυντικού του τούντρα
τουπέ	noun	ύφος που δείχνει αυτοπεποίθηση, υπεροψία και θράσος
τουπεδάκι	noun	υπεροπτικό ύφος, τουπέ (χαϊδευτικό)
τουπινάμπα	noun	άλλη μορφή του τούπι
τουρ	noun	περιήγηση
τουρά	noun	καλλιγραφικό έμβλημα και μονόγραμμα / υπογραφή των Τούρκων ηγεμόνων
τουράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουράς
τουράδων	=	τουράς
τουράς	noun	άλλη μορφή του τουρά
τουρέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρέλο
τουρέλο	noun	μαδέρι του πετσώματος πλοίου (το πρώτο, ξεκινώντας από την καρένα)
τουρέλου	noun	γενική ενικού του τουρέλο
τουρέλων	noun	γενική πληθυντικού του τουρέλο
τουρές	=	τουρά
τουρίστα	=	τουρίστας
τουρίστας	noun	αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά
τουρίστες	noun	αιτιατική πληθυντικού του τουρίστας
τουρίστρια	noun	θηλυκό του τουρίστας
τουρίστριας	noun	γενική ενικού του τουρίστρια
τουρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρίστρια
τουρανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρανικό
τουρανικέ	adj	κλητική ενικού του τουρανικός
τουρανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρανική
τουρανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρανικός
τουρανικής	adj	γενική ενικού του τουρανική
τουρανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρανικός
τουρανικού	adj	γενική ενικού του τουρανικός
τουρανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουρανικός
τουρανικό	adj	αιτιατική ενικού του τουρανικός
τουρανικός	adj	ο σχετικός με Τουράν
τουρανικών	adj	γενική πληθυντικού του τουρανικός
τουρβά	=	τουρβάς
τουρβάδες	=	τουρβάς
τουρβάδων	=	τουρβάς
τουρβάς	noun	άλλη μορφή του τορβάς
τουρισμέ	noun	κλητική ενικού του τουρισμός
τουρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρισμός
τουρισμού	noun	γενική ενικού του τουρισμός
τουρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τουρισμός
τουρισμό	noun	αιτιατική ενικού του τουρισμός
τουρισμός	noun	το ταξίδι στο εσωτερικό ή το εξωτερικό που έχει σκοπό την περιήγηση στα αξιοθέατα και την αναψυχή
τουρισμών	noun	γενική πληθυντικού του τουρισμός
τουριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουριστικό	adv	από τουριστικής απόψεως ή πλευράς
τουριστικέ	adj	κλητική ενικού του τουριστικός
τουριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουριστική
τουριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουριστικός
τουριστικής	adj	γενική ενικού του τουριστική
τουριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουριστικός
τουριστικού	adj	γενική ενικού του τουριστικός
τουριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουριστικός
τουριστικό	adj	αιτιατική ενικού του τουριστικός
τουριστικός	adj	που έχει σχέση με τους τουρίστες ή τον τουρισμό
τουριστικών	adj	γενική πληθυντικού του τουριστικός
τουριστριούλα	noun	νεαρή τουρίστρια
τουριστριούλας	=	τουριστριούλα
τουριστριούλες	=	τουριστριούλα
τουριστριών	noun	γενική πληθυντικού του τουρίστρια
τουριστών	noun	γενική πληθυντικού του τουρίστας
τουρκάκι	noun	μικρής ηλικίας Τούρκος, ή Τουρκάλα
τουρκάκια	=	τουρκάκι
τουρκέματα	=	τούρκεμα
τουρκέματος	=	τούρκεμα
τουρκέτες	=	τουρκέτης
τουρκέτη	=	τουρκέτης
τουρκέτης	noun	το πρωραίο κατάρτι ιστιοφόρου πλοίου (εφόσον υφίστανται περισσότεροι του ενός)
τουρκέτο	noun	το πρωραίο κατάρτι ιστιοφόρου πλοίου (εφόσον υφίστανται περισσότεροι του ενός)
τουρκέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τουρκακιού	=	τουρκάκι
τουρκακιών	=	τουρκάκι
τουρκαλβανέ	noun	κλητική ενικού του Τουρκαλβανός
τουρκαλβανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Τουρκαλβανός
τουρκαλβανού	noun	γενική ενικού του Τουρκαλβανός
τουρκαλβανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του Τουρκαλβανός
τουρκαλβανό	noun	αιτιατική ενικού του Τουρκαλβανός
τουρκαλβανών	noun	γενική πληθυντικού του Τουρκαλβανός
τουρκανάκατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκανάκατος
τουρκεμάτων	=	τούρκεμα
τουρκεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκεμένο
τουρκεμένε	verb	κλητική ενικού του τουρκεμένος
τουρκεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκεμένη
τουρκεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκεμένος
τουρκεμένης	verb	γενική ενικού του τουρκεμένη
τουρκεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουρκεμένος
τουρκεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκεμένος
τουρκεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουρκεμένος
τουρκεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουρκεμένος
τουρκεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουρκεμένος
τουρκετίνα	noun	πανί ιστιοφόρου πλοίου που φέρεται στον πρόβολο
τουρκετίνας	noun	γενική ενικού του τουρκετίνα
τουρκετίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκετίνα
τουρκετινών	noun	γενική πληθυντικού του τουρκετίνα
τουρκετών	=	τουρκέτης
τουρκεύω	verb	αλλάζω θρησκεία από Χριστιανός σε Τούρκος (που στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ο υπήκοος της Τουρκίας, αλλά ο μωαμεθανός Τούρκος), εξισλαμίζομαι, αλλαξοπιστώ, ασπάζομαι το Ισλάμ
τουρκιά	noun	το τουρκικό έθνος
τουρκιάς	=	τουρκιά
τουρκικά	adv	χρησιμοποιώντας την τουρκική γλώσσα	noun	η τουρκική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται κυρίως στην Τουρκία
τουρκικέ	adj	κλητική ενικού του τουρκικός
τουρκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκική
τουρκική	noun	η τουρκική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκικός
τουρκικής	adj	γενική ενικού του τουρκική
τουρκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκικός
τουρκικού	adj	γενική ενικού του τουρκικός
τουρκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουρκικός
τουρκικό	adj	αιτιατική ενικού του τουρκικός
τουρκικός	adj	ο σχετικός με την Τουρκία και τους Τούρκους
τουρκικών	adj	γενική πληθυντικού του τουρκικός
τουρκιστί	adv	στα τουρκικά, στην τουρκική γλώσσα
τουρκμενικά	noun	που ανήκει στην ομάδα των τουρκικών γλωσσών της οικογένειας των αλταϊκών γλωσσών.
τουρκμενικέ	adj	κλητική ενικού του τουρκμενικός
τουρκμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκμενική
τουρκμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκμενικός
τουρκμενικής	adj	γενική ενικού του τουρκμενική
τουρκμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκμενικός
τουρκμενικού	adj	γενική ενικού του τουρκμενικός
τουρκμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουρκμενικός
τουρκμενικό	adj	αιτιατική ενικού του τουρκμενικός
τουρκμενικός	adj	ο σχετικός με Τουρκμενιστάν
τουρκμενικών	adj	γενική πληθυντικού του τουρκμενικός
τουρκογενές	=	τουρκογενής
τουρκογενή	=	τουρκογενής
τουρκογενής	adj	που είναι τουρκικής καταγωγής
τουρκογενείς	=	τουρκογενής
τουρκογενούς	=	τουρκογενής
τουρκογενών	=	τουρκογενής
τουρκογύφτισσα	noun	θηλυκό του τουρκόγυφτος
τουρκογύφτισσας	noun	γενική ενικού του τουρκογύφτισσα
τουρκογύφτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκογύφτισσα
τουρκοεβραίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Τουρκοεβραίος
τουρκοκρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατία	noun	η επικράτηση των Τούρκων σε μια χώρα, πολιτισμό
τουρκοκρατίας	noun	γενική ενικού του τουρκοκρατία
τουρκοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατία
τουρκοκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκοκρατούμαι
τουρκοκρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατημένο
τουρκοκρατημένε	verb	κλητική ενικού του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατημένη
τουρκοκρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατημένης	verb	γενική ενικού του τουρκοκρατημένη
τουρκοκρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουρκοκρατημένος
τουρκοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του τουρκοκρατία
τουρκοκρατούμαι	verb	κυριαρχούμαι από Τούρκους, κατέχομαι απʼ αυτούς ή είμαι υπόδουλός τους
τουρκοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατούμενο
τουρκοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του τουρκοκρατούμενος
τουρκοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατούμενη
τουρκοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκοκρατούμενος
τουρκοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του τουρκοκρατούμενη
τουρκοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του τουρκοκρατούμενος
τουρκοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκοκρατούμενος
τουρκοκρατούμενος	verb	που τουρκοκρατείται , που την/τον έχουν στην κατοχή τους Τούρκοι
τουρκοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουρκοκρατούμενος
τουρκοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουρκοκρατούμενος
τουρκοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουρκοκρατούμενος
τουρκολάγνα	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνας	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνε	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνες	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνο	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνοι	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνος	adj	αυτός που εκφράζεται ή συμπεριφέρεται με τουρκολαγνεία
τουρκολάγνου	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνους	=	τουρκολάγνος
τουρκολάγνων	=	τουρκολάγνος
τουρκολαγνεία	noun	ο έντονος φιλοτουρκισμός με φιλήδονη προέκταση
τουρκολαγνείας	noun	γενική ενικού του τουρκολαγνεία
τουρκολαγνείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκολαγνεία
τουρκολαγνειών	noun	γενική πληθυντικού του τουρκολαγνεία
τουρκολογία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με την ιστορία των Τούρκων (ή αλλων συγγενικών λαών) ή με τη γλώσσα, τα έθιμα, τον πολιτισμό κ.λπ.
τουρκολογίας	noun	γενική ενικού του τουρκολογία
τουρκολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκολογία
τουρκολογιά	noun|rare	οι Τούρκοι (ως πλήθος), ο τουρκικός λαός
τουρκολογικά	=	τουρκολογικός
τουρκολογικέ	=	τουρκολογικός
τουρκολογικές	=	τουρκολογικός
τουρκολογική	=	τουρκολογικός
τουρκολογικής	=	τουρκολογικός
τουρκολογικοί	=	τουρκολογικός
τουρκολογικού	=	τουρκολογικός
τουρκολογικούς	=	τουρκολογικός
τουρκολογικό	=	τουρκολογικός
τουρκολογικός	adj	σχετικός με την επιστήμη της τουρκολογίας
τουρκολογικών	=	τουρκολογικός
τουρκολογιού	=	τουρκολόι
τουρκολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τουρκολογία
τουρκολόγε	noun	κλητική ενικού του τουρκολόγος
τουρκολόγια	=	τουρκολόι
τουρκολόγο	noun	αιτιατική ενικού του τουρκολόγος
τουρκολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκολόγος
τουρκολόγος	noun	που ειδικεύεται στην τουρκολογία
τουρκολόγου	noun	γενική ενικού του τουρκολόγος
τουρκολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τουρκολόγος
τουρκολόγων	noun	γενική πληθυντικού του τουρκολόγος
τουρκολόι	noun	σύνολο / ομάδα Τούρκων
τουρκομάχε	=	τουρκομάχος
τουρκομάχο	=	τουρκομάχος
τουρκομάχοι	=	τουρκομάχος
τουρκομάχος	noun|dated	αυτός που πολεμά Τούρκους, κυρίως στην Ελληνική Επανάσταση του 1821	adj|dated	χαρακτηρισμός κάποιου που πολεμά με Τούρκους
τουρκομάχου	=	τουρκομάχος
τουρκομάχους	=	τουρκομάχος
τουρκομάχων	=	τουρκομάχος
τουρκομαθές	=	τουρκομαθής
τουρκομαθή	=	τουρκομαθής
τουρκομαθής	adj	που γνωρίζει την τουρκική γλώσσα
τουρκομαθείς	=	τουρκομαθής
τουρκομαθούς	=	τουρκομαθής
τουρκομαθών	=	τουρκομαθής
τουρκομερίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τουρκομερίτης
τουρκομερίτη	=	τουρκομερίτης
τουρκομερίτης	noun|dated	Έλληνας προερχόμενος από τουρκοκρατούμενες περιοχές
τουρκομερίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκομερίτικο
τουρκομερίτικε	adj	κλητική ενικού του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκομερίτικη
τουρκομερίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτικης	adj	γενική ενικού του τουρκομερίτικη
τουρκομερίτικο	adj	αιτιατική ενικού του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτικος	adj	που έχει σχέση με τουρκομερίτες ή αναφέρεται σ’ αυτούς
τουρκομερίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουρκομερίτικος
τουρκομερίτισσα	noun	θηλυκό του τουρκομερίτης
τουρκομερίτισσας	noun	γενική ενικού του τουρκομερίτισσα
τουρκομερίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκομερίτισσα
τουρκομεριτών	=	τουρκομερίτης
τουρκοπατημένα	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένε	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένες	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένη	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένης	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένο	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένοι	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τουρκοπατιέμαι (κυριευμένος από Τούρκους)
τουρκοπατημένου	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένους	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατημένων	=	τουρκοπατημένος
τουρκοπατιέμαι	verb	κυριεύομαι από Τούρκους
τουρκοπιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκόπιασμα
τουρκοπιάσματος	=	τουρκόπιασμα
τουρκοπιασμάτων	=	τουρκόπιασμα
τουρκοπουλιέρη	=	τουρκοπουλιέρης
τουρκοπουλιέρηδες	=	τουρκοπουλιέρης
τουρκοπουλιέρηδων	=	τουρκοπουλιέρης
τουρκοπουλιέρης	noun	ο Φράγκος επικεφαλής ειδικού σώματος ανδρών μουσουλμανικής καταγωγής, των τουρκόπουλων, την εποχή της φραγκοκρατίας στην Κύπρο
τουρκοπούλα	noun	νεαρή γυναίκα με τουρκική καταγωγή, νεαρή Τουρκάλα
τουρκοπούλας	noun	γενική ενικού του τουρκοπούλα
τουρκοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοπούλα
τουρκοπόλεις	=	τουρκόπολη
τουρκοπόλεων	=	τουρκόπολη
τουρκοσπέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκόσπερμα
τουρκοσπέρματος	=	τουρκόσπερμα
τουρκοσπερμάτων	=	τουρκόσπερμα
τουρκοσπορίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοσπορίτης
τουρκοσπορίτη	=	τουρκοσπορίτης
τουρκοσπορίτης	noun	γεννημένος από Τούρκο (μουσουλμάνο) πατέρα και χριστιανή μητέρα, ή αντίστροφα
τουρκοσπορίτισσα	=	τουρκοσπορίτης
τουρκοσποριτών	=	τουρκοσπορίτης
τουρκοτέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοτέλι
τουρκουάζ	noun	το τιρκουάζ
τουρκοφάγε	noun	κλητική ενικού του τουρκοφάγος
τουρκοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του τουρκοφάγος
τουρκοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκοφάγος
τουρκοφάγος	noun	κατά την Επανάσταση του '21, χαρακτηρισμός για πολεμιστή που σκοτώνει πολλούς Τούρκους
τουρκοφάγου	noun	γενική ενικού του τουρκοφάγος
τουρκοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τουρκοφάγος
τουρκοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του τουρκοφάγος
τουρκοφάσουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοφάσουλο
τουρκοφάσουλο	noun	το αμπελοφάσουλο
τουρκοφάσουλου	noun	γενική ενικού του τουρκοφάσουλο
τουρκοφάσουλων	noun	γενική πληθυντικού του τουρκοφάσουλο
τουρκοφονιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκοφονιάς
τουρκοχριστιανέ	=	τουρκοχριστιανός
τουρκοχριστιανοί	=	τουρκοχριστιανός
τουρκοχριστιανού	=	τουρκοχριστιανός
τουρκοχριστιανούς	=	τουρκοχριστιανός
τουρκοχριστιανό	=	τουρκοχριστιανός
τουρκοχριστιανός	noun|dated	χαρακτηρισμός για εκείνους τους Έλληνες τοπικούς άρχοντες, προεστούς, κατά την Τουρκοκρατία οι οποίοι μιμούνταν τους τρόπους των Τούρκων και φέρονταν σκληρά, ως πραγματικοί δυνάστες, στους ομόθρησκους / ομοεθνείς τους χωρικούς που είχαν υπό την εξουσία τους στο πλαίσιο της κοινοτικής διοίκησης
τουρκοχριστιανών	=	τουρκοχριστιανός
τουρκόγερε	=	τουρκόγερος
τουρκόγερο	=	τουρκόγερος
τουρκόγεροι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκόγερος
τουρκόγερος	noun|dated	άρχοντας (προύχοντας) ελληνικής καταγωγής αλλά μεγάλης (τουρκικής) αγριότητας
τουρκόγερου	=	τουρκόγερος
τουρκόγερους	=	τουρκόγερος
τουρκόγερων	=	τουρκόγερος
τουρκόγυφτε	=	τουρκόγυφτος
τουρκόγυφτο	=	τουρκόγυφτος
τουρκόγυφτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκόγυφτος
τουρκόγυφτος	noun	ο Ρομά τουρκικής καταγωγής
τουρκόγυφτου	=	τουρκόγυφτος
τουρκόγυφτους	=	τουρκόγυφτος
τουρκόγυφτων	=	τουρκόγυφτος
τουρκόπιασμα	noun|dated	ο τουρκόσπορος / τουρκόσπερμα
τουρκόπολη	noun	πόλη στην οποία κατοικούν Τούρκοι και έχει τουρκικά αρχιτεκτονικά στοιχεία
τουρκόπολης	=	τουρκόπολη
τουρκόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκόπουλο
τουρκόπουλο	noun	ο μικρός Τούρκος
τουρκόπουλοι	noun	μισθοφόροι των Βυζαντινών που ήταν παιδιά από μητέρες χριστιανές και πατεράδες Τούρκους, μουσουλμάνους
τουρκόπουλου	noun	γενική ενικού του τουρκόπουλο
τουρκόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του τουρκόπουλο
τουρκόσπερμα	noun	γεννημένος από Τούρκο (μουσουλμάνο) πατέρα και χριστιανή μητέρα
τουρκόσπορε	=	τουρκόσπορος
τουρκόσπορο	=	τουρκόσπορος
τουρκόσποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκόσπορος
τουρκόσπορος	noun	γεννημένος από Τούρκο (μουσουλμάνο) πατέρα και χριστιανή μητέρα, ή αντίστροφα.
τουρκόσπορου	=	τουρκόσπορος
τουρκόσπορους	=	τουρκόσπορος
τουρκόσπορων	=	τουρκόσπορος
τουρκόφιλα	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλε	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλες	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλη	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλης	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλο	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκόφιλος
τουρκόφιλος	adj	που είναι φίλος της Τουρκίας, που υποστηρίζει πολιτικά τις τουρκικές θέσεις ή έχει μεγάλη εκτίμηση για οτιδήποτε το τουρκικό
τουρκόφιλου	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλους	=	τουρκόφιλος
τουρκόφιλων	=	τουρκόφιλος
τουρκόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκόφωνο
τουρκόφωνε	adj	κλητική ενικού του τουρκόφωνος
τουρκόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρκόφωνη
τουρκόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρκόφωνος
τουρκόφωνης	adj	γενική ενικού του τουρκόφωνη
τουρκόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του τουρκόφωνος
τουρκόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρκόφωνος
τουρκόφωνος	adj	που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα τουρκικά	noun	αυτός που μιλάει τουρκικά
τουρκόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουρκόφωνος
τουρκόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουρκόφωνος
τουρκόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουρκόφωνος
τουρλίδα	noun	είδος πουλιού
τουρλίδας	=	τουρλίδα
τουρλίδες	=	τουρλίδα
τουρλιδών	=	τουρλίδα
τουρλοπαπάδες	=	τουρλόπαπας
τουρλοπαπάδων	=	τουρλόπαπας
τουρλουμπουκιού	=	τουρλουμπούκι
τουρλουμπουκιών	=	τουρλουμπούκι
τουρλουμπούκι	noun	μπάχαλο, ανακάτεμα, πλήθος χωρίς συνοχή
τουρλουμπούκια	=	τουρλουμπούκι
τουρλού	noun	είδος λαδερού φαγητού (φούρνου ή κατσαρόλας), παρόμοιο με το μπριάμ, με κύρια συστατικά για την παρασκευή του διάφορα μεσογειακά, καλοκαιρινά λαχανικά όπως μελιτζάνες, κολοκύθια κλπ.
τουρλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τούρλωμα
τουρλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρλωμένο
τουρλωμένε	verb	κλητική ενικού του τουρλωμένος
τουρλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρλωμένη
τουρλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρλωμένος
τουρλωμένης	verb	γενική ενικού του τουρλωμένη
τουρλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουρλωμένος
τουρλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρλωμένος
τουρλωμένος	=	τουρλώνω
τουρλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουρλωμένος
τουρλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουρλωμένος
τουρλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουρλωμένος
τουρλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τουρλωτός	adv	με τουρλωτό τρόπο
τουρλωτέ	adj	κλητική ενικού του τουρλωτός
τουρλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρλωτή
τουρλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρλωτός
τουρλωτής	adj	γενική ενικού του τουρλωτή
τουρλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουρλωτός
τουρλωτού	adj	γενική ενικού του τουρλωτός
τουρλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουρλωτός
τουρλωτό	adj	αιτιατική ενικού του τουρλωτός
τουρλωτός	adj|vulgar	που το σχήμα του είναι φουσκωτό και στρογγυλό
τουρλωτών	adj	γενική πληθυντικού του τουρλωτός
τουρλόπαπα	=	τουρλόπαπας
τουρλόπαπας	noun|vulgar	χοντρός παπάς
τουρλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούρλωμα
τουρλώματος	noun	γενική ενικού του τούρλωμα
τουρλώνομαι	=	τουρλώνω
τουρλώνω	verb	προτείνω ή προεκτείνω, ώστε να πάρει περίπου σφαιρικό σχήμα
τουρλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τουρμπάν	noun	είδος υφασμάτινου καπέλου για γυναίκες
τουρμπάνι	noun	λωρίδα λεπτού υφάσματος που τυλίγουν μουσουλμάνοι γύρω από το κεφάλι τους
τουρμπάνια	=	τουρμπάνι
τουρμπές	noun	ταφικό μνημείο (μαυσωλείο) οθωμανικής περιόδου
τουρμπίνα	noun	ο στρόβιλος
τουρμπίνας	noun	γενική ενικού του τουρμπίνα
τουρμπίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρμπίνα
τουρμπανιού	=	τουρμπάνι
τουρμπανιών	=	τουρμπάνι
τουρμπελέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρμπελέκι
τουρμπιγιόν	noun	ονομασία περιστρεφόμενου μηχανισμού σε ρολόγια για αύξηση της ακρίβειάς τους που κατατέθηκε ως ευρεσιτεχνία το 1801 από τον Ελβετό-Γάλλο ωρολογοποιό Abraham-Louis Breguet
τουρμπινών	noun	γενική πληθυντικού του τουρμπίνα
τουρμπουλέ	noun	εργαλείο μέτρησης μεγέθους δαχτυλιδιών
τουρμπουλέδες	=	τουρμπουλές
τουρμπουλέδων	=	τουρμπουλές
τουρμπουλές	noun	άλλη γραφή του τουρμπουλέ
τουρνέ	noun	καλλιτεχνική περιοδεία
τουρναράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρναράκι
τουρνικέ	noun	συσκευή που περιστρέφεται από μια δύναμη αντίδρασης
τουρνουά	noun	διαγωνισμός σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο
τουρνών	noun	γενική πληθυντικού του τούρνα
τουρσί	noun	σκεύασμα λαχανικών συντηρημένο κυρίως με ξύδι και πιθανώς αλάτι (π.χ. λάχανο, πιπεριές, μελιτζάνες)
τουρσιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρσί
τουρσιού	=	τουρσί
τουρσιών	=	τουρσί
τουρτίτσα	noun	υποκοριστικό του τούρτα
τουρτίτσας	noun	γενική ενικού του τουρτίτσα
τουρτίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρτίτσα
τουρτουρίζαμε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζαν	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζανε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζατε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζει	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζεις	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζετε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζοντας	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζουμε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζουν	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζουνε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίζω	verb	τρέμω εξαιτίας του κρύου
τουρτουρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσαν	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίσανε	=	τουρτουρίζω
τουρτουρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρτούρισμα
τουρτουρίσματος	noun	γενική ενικού του τουρτούρισμα
τουρτουρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτουριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουρτουριάρης
τουρτουριάρας	adj	γενική ενικού του τουρτουριάρα
τουρτουριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρτουριάρα
τουρτουριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τουρτουριάρης
τουρτουριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρτουριάρης
τουρτουριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του τουρτουριάρης
τουρτουριάρης	adj	που τουρτουρίζει
τουρτουριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρτουριάρικο
τουρτουριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του τουρτουριάρης
τουρτουριάρικου	adj	γενική ενικού του τουρτουριάρικο
τουρτουριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του τουρτουριάρικο
τουρτουρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τουρτούρισμα
τουρτούρα	noun|vulgar	το να τουρτουρίζει κάποιος
τουρτούρας	noun	γενική ενικού του τουρτούρα
τουρτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουρτούρα
τουρτούριζα	=	τουρτουρίζω
τουρτούριζαν	=	τουρτουρίζω
τουρτούριζε	=	τουρτουρίζω
τουρτούριζες	=	τουρτουρίζω
τουρτούρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτούρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτούρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτούρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρτουρίζω
τουρτούρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τουρτουρίζω
τουρτών	=	τούρτα
τουρών	=	τουρά
τους	pron	αδύνατος τύπος της προσωπικής ή δεικτικής αντωνυμίας	article	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο
τουσέ	adv	τεχνική παιξίματος οργάνου που βασίζεται στο άγγιγμα
τουτέστι	conj|formal	δηλαδή, ήτοι
τουτέστιν	conj|formal	δηλαδή, ήτοι
τουτού	noun	αυτοκίνητο
τουφάνι	noun|dated	ανεμοστρόβιλος
τουφάνια	=	τουφάνι
τουφέκι	noun	φορητό πυροβόλο όπλο με στενόμακρη κάννη
τουφέκια	=	τουφέκι
τουφέκιζα	=	τουφεκίζω
τουφέκιζαν	=	τουφεκίζω
τουφέκιζε	=	τουφεκίζω
τουφέκιζες	=	τουφεκίζω
τουφέκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφέκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφέκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφέκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφέκισμα	noun	το αποτέλεσμα τού τουφεκίζω
τουφίτσα	noun	υποκοριστικό του τούφα
τουφίτσας	noun	γενική ενικού του τουφίτσα
τουφίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφίτσα
τουφανιού	=	τουφάνι
τουφανιών	=	τουφάνι
τουφεκήθρα	noun	άλλη μορφή του τουφεκίστρα
τουφεκήθρας	noun	γενική ενικού του τουφεκήθρα
τουφεκήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφεκήθρα
τουφεκίδι	noun|vulgar	ομοβροντία πυροβολισμών με τουφέκια
τουφεκίδια	=	τουφεκίδι
τουφεκίζαμε	=	τουφεκίζω
τουφεκίζαν	=	τουφεκίζω
τουφεκίζανε	=	τουφεκίζω
τουφεκίζατε	=	τουφεκίζω
τουφεκίζει	=	τουφεκίζω
τουφεκίζεις	=	τουφεκίζω
τουφεκίζετε	=	τουφεκίζω
τουφεκίζομαι	=	τουφεκίζω
τουφεκίζοντας	=	τουφεκίζω
τουφεκίζουμε	=	τουφεκίζω
τουφεκίζουν	=	τουφεκίζω
τουφεκίζουνε	=	τουφεκίζω
τουφεκίζω	verb	πυροβολώ
τουφεκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίσαν	=	τουφεκίζω
τουφεκίσανε	=	τουφεκίζω
τουφεκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφέκισμα
τουφεκίσματος	noun	γενική ενικού του τουφέκισμα
τουφεκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκίστρα	noun	μέρος απ’ όπου κάποιος βάλλει με τουφέκι
τουφεκίστρας	noun	γενική ενικού του τουφεκίστρα
τουφεκίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφεκίστρα
τουφεκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
τουφεκιά	noun	ο πυροβολισμός με τουφέκι
τουφεκιάς	noun	γενική ενικού του τουφεκιά
τουφεκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφεκιά
τουφεκιδιού	=	τουφεκίδι
τουφεκιδιών	=	τουφεκίδι
τουφεκιοφόρε	=	τουφεκιοφόρος
τουφεκιοφόρο	=	τουφεκιοφόρος
τουφεκιοφόροι	=	τουφεκιοφόρος
τουφεκιοφόρος	noun	άλλη μορφή του τυφεκιοφόρος
τουφεκιοφόρου	=	τουφεκιοφόρος
τουφεκιοφόρους	=	τουφεκιοφόρος
τουφεκιοφόρων	=	τουφεκιοφόρος
τουφεκιού	=	τουφέκι
τουφεκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τουφέκισμα
τουφεκισμέ	noun	κλητική ενικού του τουφεκισμός
τουφεκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφεκισμένο
τουφεκισμένε	verb	κλητική ενικού του τουφεκισμένος
τουφεκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφεκισμένη
τουφεκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουφεκισμένος
τουφεκισμένης	verb	γενική ενικού του τουφεκισμένη
τουφεκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τουφεκισμένος
τουφεκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουφεκισμένος
τουφεκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τουφεκισμένος
τουφεκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τουφεκισμένος
τουφεκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουφεκισμένος
τουφεκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουφεκισμός
τουφεκισμού	noun	γενική ενικού του τουφεκισμός
τουφεκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τουφεκισμός
τουφεκισμό	noun	αιτιατική ενικού του τουφεκισμός
τουφεκισμός	noun	η εκτέλεση θανατικής ποινής με τουφέκια από εκτελεστικό απόσπασμα
τουφεκισμών	noun	γενική πληθυντικού του τουφεκισμός
τουφεκιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζομαι
τουφεκιών	=	τουφέκι
τουφεξή	=	τουφεξής
τουφεξήδες	=	τουφεξής
τουφεξήδων	=	τουφεξής
τουφεξής	noun	ο κατασκευαστής και πωλητής τουφεκιών
τουφωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τουφωτός	adv	με τουφωτό τρόπο
τουφωτέ	adj	κλητική ενικού του τουφωτός
τουφωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τουφωτή
τουφωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τουφωτός
τουφωτής	adj	γενική ενικού του τουφωτή
τουφωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τουφωτός
τουφωτού	adj	γενική ενικού του τουφωτός
τουφωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τουφωτός
τουφωτό	adj	αιτιατική ενικού του τουφωτός
τουφωτός	adj	που μοιάζει με τούφα ή έχει τούφες
τουφωτών	adj	γενική πληθυντικού του τουφωτός
τουφών	=	τούφα
τοχαρικά	noun	γλώσσα ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, που ανακαλύφθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τοχαρικός
τοχαρικέ	adj	κλητική ενικού του τοχαρικός
τοχαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τοχαρική
τοχαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τοχαρικός
τοχαρικής	adj	γενική ενικού του τοχαρική
τοχαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τοχαρικός
τοχαρικού	adj	γενική ενικού του τοχαρικός
τοχαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τοχαρικός
τοχαρικό	adj	αιτιατική ενικού του τοχαρικός
τοχαρικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην τοχαρική γλώσσα
τοχαρικών	adj	γενική πληθυντικού του τοχαρικός
τούβλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούβλο
τούβλο	noun	αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
τούβλου	noun	τούβλο, στη γενική του ενικού
τούβλων	noun	γενική πληθυντικού του τούβλο
τούγια	noun	αειθαλές κωνοφόρο δέντρο, με λεπιδωτά φύλλα
τούγιας	noun	γενική ενικού του τούγια
τούγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούγια
τούλι	noun	διάφανο ύφασμα, όπως για παράδειγμα μπουμπουνιέρας που το δένουμε σαν ασκό και μέσα του βάζουμε κουφέτα
τούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούλι
τούλινα	=	τούλινος
τούλινε	=	τούλινος
τούλινες	=	τούλινος
τούλινη	=	τούλινος
τούλινης	=	τούλινος
τούλινο	=	τούλινος
τούλινοι	=	τούλινος
τούλινος	adj	που έχει φτιαχτεί από τούλι
τούλινου	=	τούλινος
τούλινους	=	τούλινος
τούλινων	=	τούλινος
τούλουππος	adj	ο ασπρομάλλης
τούμπα	noun	μικρό ύψωμα, μερικών μέτρων, που προέκυψε από συσσώρευση χωμάτων
τούμπαλιν	adv	τανάπαλιν, πάλι από την αρχή με την ανάποδη φορά, και αντιστρόφως
τούμπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούμπανο
τούμπανο	noun	το νταούλι
τούμπανου	noun	γενική ενικού του τούμπανο
τούμπανων	noun	γενική πληθυντικού του τούμπανο
τούμπας	noun	γενική ενικού του τούμπα
τούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούμπα
τούμπο	noun	αυλός του ατμολέβητα
τούνδρα	noun	μεγαοικοσύστημα της Αρκτικής και της Ανταρκτικής, με χαμηλή βλάστηση και απουσία δέντρων
τούνδρας	noun	γενική ενικού του τούνδρα
τούνδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούνδρα
τούνελ	noun	τεχνητό υπόγειο ή υποθαλάσσιο όρυγμα, που ανοίγεται για να επιτρέψει τη διάβαση ενός αυτοκινητοδρόμου ή μιας σιδηροδρομικής γραμμής
τούντρα	noun	άλλη μορφή του τούνδρα
τούντρας	noun	γενική ενικού του τούντρα
τούντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούντρα
τούπι	noun	γλώσσα ιθαγενών της Νότιας Αμερικής που μιλιέται στη Βραζιλία, το Περού και την Κολομβία
τούρκεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τουρκεύω
τούρκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τούρκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τούρκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τούρκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
τούρκικα	adv	χρησιμοποιώντας την τούρκικη γλώσσα	noun	η τουρκική γλώσσα
τούρκικε	adj	κλητική ενικού του τούρκικος
τούρκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούρκικη
τούρκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τούρκικος
τούρκικης	adj	γενική ενικού του τούρκικη
τούρκικο	adj	αιτιατική ενικού του τούρκικος
τούρκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τούρκικος
τούρκικος	noun	αλεσμένος καφές που έχει βραστεί σε μπρίκι	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στους Τούρκους ή την Τουρκία
τούρκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τούρκικος
τούρκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τούρκικος
τούρκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τούρκικος
τούρλα	noun|vulgar	οτιδήποτε έχει σφαιρικό σχήμα θόλου, τρούλου
τούρλας	noun	γενική ενικού του τούρλα
τούρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούρλα
τούρλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τουρλώνω
τούρλωνα	=	τουρλώνω
τούρλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τούρλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τούρλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τούρλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τουρλώνω
τούρμπο	adj	δυνατός, έντονος, καταπληκτικός	noun	τουρμπίνα
τούρνα	noun	σαρκοφάγο ψάρι (επιστημονική ονομασία Esox lucius), που ζει σε γλυκά νερά
τούρνας	noun	γενική ενικού του τούρνα
τούρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούρνα
τούρτα	noun	γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στο φούρνο· σερβίρεται ειδικά σε γενέθλια, ονομαστικές γιορτές κ.λπ.
τούρτας	noun	γενική ενικού του τούρτα
τούρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούρτα
τούρτουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούρτουρο
τούρτουρο	noun	το τουρτούρισμα
τούρτουρου	noun	γενική ενικού του τούρτουρο
τούρτουρων	noun	γενική πληθυντικού του τούρτουρο
τούς	pron	τους με τόνο: αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτός, στην αιτιατική του πληθυντικού του αρσενικού γένους
τούτα	=	τούτος
τούτε	=	τούτος
τούτες	=	τούτος
τούτη	=	τούτος
τούτης	=	τούτος
τούτο	pron	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τούτος
τούτοι	=	τούτος
τούτοις	=	τούτος
τούτος	pron	αυτός που βρίσκεται εδώ κοντά μας / μπροστά μας, που τον δείχνουμε με το χέρι ή το βλέμμα
τούτου	pron	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του τούτος
τούτους	=	τούτος
τούτων	pron	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του τούτος
τούφα	noun	το σύνολο τριχών
τούφας	noun	γενική ενικού του τούφα
τούφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τούφα
τοὺς	=	γωνιακός
τοῖς	=	γωνιακός
τοῦ	=	γωνιακός
τπδ	abbrev	συντομογραφία του Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
τπε	abbrev	Τεχνολογία Πληροφοριών και Επικοινωνιών
τπτ	abbrev	σύντμηση του τίποτα
τράβα	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος τραβάω	noun	υποστήριγμα - δοκός στέγης, τεγίδα
τράβαγα	=	τραβάω
τράβαγαν	=	τραβάω
τράβαγε	=	τραβάω
τράβαγες	=	τραβάω
τράβαλα	noun	άλλη μορφή του ντράβαλα
τράβαλων	=	τράβαλα
τράβας	=	τράβα
τράβελινγκ	noun	κινηματογραφικός όρος που σημαίνει την κίνηση της κάμερας πάνω σε ράγες
τράβελινκ	noun	κινηματογραφικός όρος που σημαίνει την κίνηση της κάμερας πάνω σε ράγες
τράβες	=	τράβα
τράβηγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ
τράβηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τράβηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τράβηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τράβηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τράγε	noun	κλητική ενικού του τράγος
τράγεια	=	τράγειος
τράγειας	=	τράγειος
τράγειε	=	τράγειος
τράγειες	=	τράγειος
τράγειο	=	τράγειος
τράγειοι	=	τράγειος
τράγειος	adj|formal	άλλη μορφή του τράγιος
τράγειου	=	τράγειος
τράγειους	=	τράγειος
τράγειων	=	τράγειος
τράγια	=	τράγιος
τράγιας	=	τράγιος
τράγιε	=	τράγιος
τράγιες	=	τράγιος
τράγιο	=	τράγιος
τράγιοι	=	τράγιος
τράγιος	adj|vulgar	τραγίσιος
τράγιου	=	τράγιος
τράγιους	=	τράγιος
τράγιων	=	τράγιος
τράγο	noun	αιτιατική ενικού του τράγος
τράγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τράγος
τράγος	noun	ενήλικο αρσενικό κατσίκι
τράγου	noun	γενική ενικού του τράγος
τράγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τράγος
τράγων	noun	γενική πληθυντικού του τράγος
τράι	noun	τρόπος σκοραρίσματος στο ράγκμπι όπου ένας επιθετικός ακουμπάει την μπάλα στο έδαφος πίσω από την τελική γραμμή του αντιπάλου
τράκα	noun	τρακάρισμα, σύγκρουση οχημάτων
τράκαρα	=	τρακάρω
τράκαραν	=	τρακάρω
τράκαρε	=	τρακάρω
τράκαρες	=	τρακάρω
τράκας	noun	γενική ενικού του τράκα
τράκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράκα
τράκο	noun	τρακάρισμα, σύγκρουση
τράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τράκος
τράκου	noun	γενική ενικού του τράκος
τράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τράκος
τράκων	noun	γενική πληθυντικού του τράκος
τράμπα	noun	η ανταλλαγή δύο πραγμάτων
τράμπας	noun	γενική ενικού του τράμπα
τράμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράμπα
τράνεμα	noun	μεγάλωμα, αύξηση
τράνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τράνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τράνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τράνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τράνζιτ	noun	η διαμετακόμιση εμπορευμάτων
τράνζιτο	noun	άλλη μορφή του τράνζιτ
τράνταγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραντάζω
τράνταζα	=	τραντάζω
τράνταζαν	=	τραντάζω
τράνταζε	=	τραντάζω
τράνταζες	=	τραντάζω
τράνταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τράνταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τράνταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τράνταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τράνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τράνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τράνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τράνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τράοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τράος
τράος	noun	ο τράγος
τράπεζα	noun	τραπέζι, συνήθως για τελετουργική χρήση
τράπεζας	noun	γενική ενικού του τράπεζα
τράπεζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράπεζα
τράπηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τράπηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τράπηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τράπηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τράπουλα	noun	ένα σύνολο από 52 (ή άλλον αριθμό) καρτών / τραπουλόχαρτων, με τα οποία παίζονται διάφορα παιχνίδια (τύχης ή ικανοτήτων) ή χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς
τράπουλας	noun	γενική ενικού του τράπουλα
τράπουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράπουλα
τράστο	noun	σακίδιο - ταγάρι βοσκών
τράτα	noun	το αλιευτικό δίχτυ σχήματος κώνου, που ρίχνεται στα βαθιά της θάλασσας
τράτας	noun	γενική ενικού του τράτα
τράτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράτα
τράτο	noun	διάστημα, περιθώριο χρόνου ή απόστασης.
τράτου	noun	γενική ενικού του τράτο
τράτων	noun	γενική πληθυντικού του τράτο
τράφηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τράφηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τράφηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τράφηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τράφθηκα	=	τρέφω
τράφικιν	noun	άλλη μορφή του τράφικινγκ
τράφικινγκ	noun	παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων
τράφος	noun	πέτρινο χώρισμα αγροτεμαχίων
τράχηλε	noun	κλητική ενικού του τράχηλος
τράχηλο	noun	αιτιατική ενικού του τράχηλος
τράχηλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τράχηλος
τράχηλος	noun	ο λαιμός
τράχηλου	=	τράχηλος
τράχηλους	=	τράχηλος
τράχυνση	noun	το αποτέλεσμα τού τραχύνω
τράχυνσης	=	τράχυνση
τράχυνσις	noun	τράχυνση, η εκτράχυνση
τράχωμα	noun	η μολυσματική ασθένεια των ματιών, η οποία προκαλεί φλεγμονή στον επιπεφυκότα των βλεφάρων και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια όρασης και τύφλωση
τρέιλερ	noun	ενημερωτική παρουσίαση που περιέχει σκηνές από εκπομπή που θα προβληθεί στο εγγύς μέλλον
τρέκερ	noun	τρέκι
τρέκι	noun	φανατικός οπαδός της τηλεοπτικής σειράς Σταρ Τρεκ
τρέκις	=	τρέκι
τρέκκερς	=	τρέκερ
τρέκλιζα	=	τρεκλίζω
τρέκλιζαν	=	τρεκλίζω
τρέκλιζε	=	τρεκλίζω
τρέκλιζες	=	τρεκλίζω
τρέκλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρέκλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρέκλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρέκλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρέκλισμα	noun	άλλη μορφή του τρίκλισμα
τρέλα	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου	adv	εξαιρετικά, θαυμάσια
τρέλαινα	=	τρελαίνω
τρέλαιναν	=	τρελαίνω
τρέλαινε	=	τρελαίνω
τρέλαινες	=	τρελαίνω
τρέλανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρέλαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρέλανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρέλανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρέλας	noun	γενική ενικού του τρέλα
τρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρέλα
τρέλλα	=	τρέλα
τρέμαμε	=	τρέμω
τρέμαν	=	τρέμω
τρέμανε	=	τρέμω
τρέματε	=	τρέμω
τρέμει	=	τρέμω
τρέμεις	=	τρέμω
τρέμετε	=	τρέμω
τρέμολο	noun	ταχύτατη επανάληψη ενός ή εναλλαγή περισσότερων ήχων με διάφορες τεχνικές
τρέμομε	=	τρέμω
τρέμοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέμω
τρέμουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρέμουλο
τρέμουλο	noun	το αποτέλεσμα του τρέμω, ιδίως με τρόπο ακούσιο και ανεξέλεγκτο
τρέμουλου	noun	γενική ενικού του τρέμουλο
τρέμουλων	noun	γενική πληθυντικού του τρέμουλο
τρέμουμε	=	τρέμω
τρέμουν	=	τρέμω
τρέμουνε	=	τρέμω
τρέμω	verb	εμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αίτια
τρένα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρένο
τρέναρα	=	τρενάρω
τρένο	noun	μέσο μαζικής μεταφοράς σταθερής τροχιάς, αποτελούμενο από ένα ή περισσότερα βαγόνια και μια μηχανή που τα ελκύει.
τρένου	noun	γενική ενικού του τρένο
τρέντι	adj	μοδάτος, λουσάτος
τρένων	noun	γενική πληθυντικού του τρένο
τρέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξαν	=	τρέχω
τρέξανε	=	τρέχω
τρέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξιμο	noun	η ενέργεια του τρέχω
τρέξομε	=	τρέχω
τρέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξουνε	=	τρέχω
τρέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέχω
τρέπαμε	=	τρέπω
τρέπαν	=	τρέπω
τρέπανε	=	τρέπω
τρέπατε	=	τρέπω
τρέπε	=	τρέπω
τρέπει	=	τρέπω
τρέπεις	=	τρέπω
τρέπεσαι	=	τρέπω
τρέπεστε	=	τρέπω
τρέπεται	=	τρέπω
τρέπετε	=	τρέπω
τρέπομαι	verb	στρέφομαι, αλλάζω κατεύθυνση
τρέπομε	=	τρέπω
τρέπονται	=	τρέπω
τρέπονταν	=	τρέπω
τρέποντας	=	τρέπω
τρέπου	=	τρέπω
τρέπουμε	=	τρέπω
τρέπουν	=	τρέπω
τρέπουνε	=	τρέπω
τρέπω	verb	στρέφω, γυρίζω προς, διευθύνω προς
τρέσας	noun	γενική ενικού του τρέσα
τρέσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρέσα
τρέφαμε	=	τρέφω
τρέφαν	=	τρέφω
τρέφανε	=	τρέφω
τρέφατε	=	τρέφω
τρέφε	=	τρέφω
τρέφει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τρέφω
τρέφεις	=	τρέφω
τρέφεσαι	=	τρέφω
τρέφεστε	=	τρέφω
τρέφεται	=	τρέφω
τρέφετε	=	τρέφω
τρέφομαι	verb	λαμβάνω τροφή, τρώω
τρέφομε	=	τρέφω
τρέφονται	=	τρέφω
τρέφονταν	=	τρέφω
τρέφοντας	=	τρέφω
τρέφουμε	=	τρέφω
τρέφουν	=	τρέφω
τρέφουνε	=	τρέφω
τρέφω	verb	παρέχω σε κάποιον τροφή, φαγητό
τρέχα	=	τρέχω
τρέχαμε	=	τρέχω
τρέχαν	=	τρέχω
τρέχανε	=	τρέχω
τρέχατε	=	τρέχω
τρέχε	=	τρέχω
τρέχει	=	τρέχω
τρέχεις	=	τρέχω
τρέχετε	=	τρέχω
τρέχομε	=	τρέχω
τρέχον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρέχων
τρέχοντα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρέχων
τρέχοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω
τρέχοντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρέχων
τρέχοντος	verb	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του τρέχων
τρέχουμε	=	τρέχω
τρέχουν	=	τρέχω
τρέχουνε	=	τρέχω
τρέχουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρέχων
τρέχουσας	verb	γενική ενικού, θηλυκού γένους του τρέχων
τρέχουσες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τρέχων
τρέχω	verb	χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ γρήγορα
τρέχων	verb	που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα
τρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψαν	=	τρέπω
τρέψανε	=	τρέπω
τρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψομε	=	τρέπω
τρέψου	=	τρέπω
τρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψουνε	=	τρέπω
τρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπω
τρήμα	noun	οπή του σώματος, δίαυλος για νεύρα, αγγεία, κ.α.
τρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρήμα
τρήματος	noun	γενική ενικού του τρήμα
τρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρήση
τρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τρήση
τρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τρήση
τρήση	noun|formal	τρύπημα, διάτρηση
τρήσης	noun	γενική ενικού του τρήση
τρήσις	noun|formal	άλλη μορφή του τρήση
τρία	num	το απόλυτο αριθμητικό (3) που ακολουθεί το δυο και προηγείται του τέσσερα
τρίαινα	noun	καμάκι με τρείς αιχμές, τρία δόντια
τρίαινας	noun	γενική ενικού του τρίαινα
τρίαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίαινα
τρίβαμε	=	τρίβω
τρίβαν	=	τρίβω
τρίβανε	=	τρίβω
τρίβατε	=	τρίβω
τρίβε	=	τρίβω
τρίβει	=	τρίβω
τρίβεις	=	τρίβω
τρίβεσαι	=	τρίβω
τρίβεστε	=	τρίβω
τρίβεται	=	τρίβω
τρίβετε	=	τρίβω
τρίβηλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίβηλο
τρίβηλε	adj	κλητική ενικού του τρίβηλος
τρίβηλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίβηλη
τρίβηλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίβηλος
τρίβηλης	adj	γενική ενικού του τρίβηλη
τρίβηλο	noun	τριπλό (τοξωτό) άνοιγμα
τρίβηλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίβηλος
τρίβηλος	adj|dated	που έχει τριπλό (τοξωτό) άνοιγμα
τρίβηλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίβηλος
τρίβηλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίβηλος
τρίβηλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίβηλος
τρίβομαι	verb	με τρίβουν
τρίβομε	=	τρίβω
τρίβονται	=	τρίβω
τρίβονταν	=	τρίβω
τρίβοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρίβω
τρίβουμε	=	τρίβω
τρίβουν	=	τρίβω
τρίβουνε	=	τρίβω
τρίβραχυ	=	τρίβραχυς
τρίβραχυς	adj	μετρικός πόδας αποτελούμενος από τρεις διαδοχικές βραχείες συλλαβές (∪∪∪), δημιουργώντας ταχύ και ελαφρύ ρυθμό
τρίβω	verb	μετακινώ κυκλικά ή παλινδρομικά ένα αντικείμενο πάνω σε μια επιφάνεια (η επιφάνεια είναι το αντικείμενο του ρήματος)
τρίβωνα	=	τρίβωνας
τρίβωνας	noun	ράσο, δείγμα ασκητισμού
τρίβωνες	=	τρίβωνας
τρίγαμα	=	τρίγαμος
τρίγαμε	=	τρίγαμος
τρίγαμες	=	τρίγαμος
τρίγαμη	=	τρίγαμος
τρίγαμης	=	τρίγαμος
τρίγαμο	=	τρίγαμος
τρίγαμοι	=	τρίγαμος
τρίγαμος	adj	που έχει παντρευτεί την τρίτη σύζυγο, αφού έχουν διαλυθεί οι δύο προγούμενοι γάμοι του
τρίγαμου	=	τρίγαμος
τρίγαμους	=	τρίγαμος
τρίγαμων	=	τρίγαμος
τρίγλυφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίγλυφο
τρίγλυφε	adj	κλητική ενικού του τρίγλυφος
τρίγλυφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίγλυφη
τρίγλυφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίγλυφος
τρίγλυφης	adj	γενική ενικού του τρίγλυφη
τρίγλυφο	noun	διακοσμητική πλάκα με τρεις παράλληλες κάθετες εξοχές και εσοχές, που βρίσκεται σε (αρχαία) οικοδομήματα μεταξύ δύο μετοπών
τρίγλυφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίγλυφος
τρίγλυφος	noun	άλλη μορφή του τρίγλυφο	adj	που έχει τρεις γλυφές, τρία σκαλίσματα
τρίγλυφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίγλυφος
τρίγλυφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίγλυφος
τρίγλυφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίγλυφος
τρίγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίγλωσσο
τρίγλωσσε	adj	κλητική ενικού του τρίγλωσσος
τρίγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίγλωσση
τρίγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίγλωσσος
τρίγλωσσης	adj	γενική ενικού του τρίγλωσση
τρίγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του τρίγλωσσος
τρίγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίγλωσσος
τρίγλωσσος	adj	που είναι γραμμένος σε τρεις γλώσσες
τρίγλωσσου	adj	γενική ενικού του τρίγλωσσος
τρίγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίγλωσσος
τρίγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού του τρίγλωσσος
τρίγωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίγωνο
τρίγωνε	=	τρίγωνος
τρίγωνες	=	τρίγωνος
τρίγωνη	=	τρίγωνος
τρίγωνης	=	τρίγωνος
τρίγωνο	noun	επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που σχηματίζεται από τρία ευθύγραμμα τμήματα των οποίων και οι δύο άκρες βρίσκονται ενωμένες μεταξύ τους, διαδοχικά του ενός με του άλλου
τρίγωνοι	=	τρίγωνος
τρίγωνος	adj	που έχει τρεις γωνίες
τρίγωνου	noun	γενική ενικού του τρίγωνο
τρίγωνους	=	τρίγωνος
τρίγωνων	=	τρίγωνος
τρίδιπλα	=	τρίδιπλος
τρίδιπλε	=	τρίδιπλος
τρίδιπλες	=	τρίδιπλος
τρίδιπλη	=	τρίδιπλος
τρίδιπλης	=	τρίδιπλος
τρίδιπλο	=	τρίδιπλος
τρίδιπλοι	=	τρίδιπλος
τρίδιπλος	adj	που έχει διπλωθεί τρεις φορές
τρίδιπλου	=	τρίδιπλος
τρίδιπλους	=	τρίδιπλος
τρίδιπλων	=	τρίδιπλος
τρίδυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρίδυμο
τρίδυμε	adj	κλητική ενικού του τρίδυμος
τρίδυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίδυμη
τρίδυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίδυμος
τρίδυμης	adj	γενική ενικού του τρίδυμη
τρίδυμο	adj	αιτιατική ενικού του τρίδυμος
τρίδυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίδυμος
τρίδυμος	adj	που έχει γεννηθεί με άλλα δυο αδέλφια από την ίδια εγκυμοσύνη
τρίδυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίδυμος
τρίδυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίδυμος
τρίδυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίδυμος
τρίεδρα	=	τρίεδρος
τρίεδρε	=	τρίεδρος
τρίεδρες	=	τρίεδρος
τρίεδρη	=	τρίεδρος
τρίεδρης	=	τρίεδρος
τρίεδρο	noun	γεωμετρικό σχήμα που αποτελείται από τρεις έδρες που έχουν μια κοινή κορυφή
τρίεδροι	=	τρίεδρος
τρίεδρος	adj	που έχει τρεις έδρες
τρίεδρου	=	τρίεδρος
τρίεδρους	=	τρίεδρος
τρίεδρων	=	τρίεδρος
τρίζαμε	=	τρίζω
τρίζαν	=	τρίζω
τρίζανε	=	τρίζω
τρίζατε	=	τρίζω
τρίζε	=	τρίζω
τρίζει	=	τρίζω
τρίζεις	=	τρίζω
τρίζετε	=	τρίζω
τρίζομε	=	τρίζω
τρίζοντας	=	τρίζω
τρίζουμε	=	τρίζω
τρίζουν	=	τρίζω
τρίζουνε	=	τρίζω
τρίζω	verb	βγάζω λεπτό, ξερό και τρεμουλιαστό ήχο
τρίηχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίηχο
τρίηχο	noun	τρεις φθόγγοι ίδιας αξίας ενωμένοι με μία γραμμή, καμπύλη ή αγκύλη, πάνω ή κάτω από αυτές και/ή με τον αριθμό 3, που είναι ίσοι σε αξία με το άθροισμα δύο από αυτών
τρίηχον	noun	το τρίηχο
τρίηχου	noun	γενική ενικού του τρίηχο
τρίηχων	noun	γενική πληθυντικού του τρίηχο
τρίκερα	=	τρίκερο
τρίκερκε	=	τρίκερκος
τρίκερκο	=	τρίκερκος
τρίκερκοι	=	τρίκερκος
τρίκερκος	noun	μανάτος
τρίκερκου	=	τρίκερκος
τρίκερκους	=	τρίκερκος
τρίκερκων	=	τρίκερκος
τρίκερο	noun	άλλη μορφή του τρικέρι
τρίκερου	=	τρίκερο
τρίκερων	=	τρίκερο
τρίκιλα	=	τρίκιλος
τρίκιλε	=	τρίκιλος
τρίκιλες	=	τρίκιλος
τρίκιλη	=	τρίκιλος
τρίκιλης	=	τρίκιλος
τρίκιλο	=	τρίκιλος
τρίκιλοι	=	τρίκιλος
τρίκιλος	adj	που ζυγίζει τρία κιλά
τρίκιλου	=	τρίκιλος
τρίκιλους	=	τρίκιλος
τρίκιλων	=	τρίκιλος
τρίκλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίκλινο
τρίκλινε	adj	κλητική ενικού του τρίκλινος
τρίκλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίκλινη
τρίκλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίκλινος
τρίκλινης	adj	γενική ενικού του τρίκλινη
τρίκλινο	adj	αιτιατική ενικού του τρίκλινος
τρίκλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίκλινος
τρίκλινος	adj	που έχει τρεις κλίνες, τρία κρεβάτια
τρίκλινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίκλινος
τρίκλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίκλινος
τρίκλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίκλινος
τρίκλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρίκλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρίκλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρίκλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρίκλισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρικλίζω
τρίκλιτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίκλιτο
τρίκλιτε	adj	κλητική ενικού του τρίκλιτος
τρίκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίκλιτη
τρίκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίκλιτος
τρίκλιτης	adj	γενική ενικού του τρίκλιτη
τρίκλιτο	adj	αιτιατική ενικού του τρίκλιτος
τρίκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίκλιτος
τρίκλιτος	adj	που έχει τρία κλίτη
τρίκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίκλιτος
τρίκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίκλιτος
τρίκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίκλιτος
τρίκλωνα	=	τρίκλωνος
τρίκλωνε	=	τρίκλωνος
τρίκλωνες	=	τρίκλωνος
τρίκλωνη	=	τρίκλωνος
τρίκλωνης	=	τρίκλωνος
τρίκλωνο	=	τρίκλωνος
τρίκλωνοι	=	τρίκλωνος
τρίκλωνος	adj	που έχει τρεις κλώνους
τρίκλωνου	=	τρίκλωνος
τρίκλωνους	=	τρίκλωνος
τρίκλωνων	=	τρίκλωνος
τρίκογχα	=	τρίκογχος
τρίκογχε	=	τρίκογχος
τρίκογχες	=	τρίκογχος
τρίκογχη	=	τρίκογχος
τρίκογχης	=	τρίκογχος
τρίκογχο	=	τρίκογχος
τρίκογχοι	=	τρίκογχος
τρίκογχος	adj	που έχει τρεις κόγχες
τρίκογχου	=	τρίκογχος
τρίκογχους	=	τρίκογχος
τρίκογχων	=	τρίκογχος
τρίκορφα	=	τρίκορφος
τρίκορφε	=	τρίκορφος
τρίκορφες	=	τρίκορφος
τρίκορφη	=	τρίκορφος
τρίκορφης	=	τρίκορφος
τρίκορφο	=	τρίκορφος
τρίκορφοι	=	τρίκορφος
τρίκορφος	adj	που έχει τρεις κορυφές
τρίκορφου	=	τρίκορφος
τρίκορφους	=	τρίκορφος
τρίκορφων	=	τρίκορφος
τρίκοχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίκοχο
τρίκοχε	=	τρίκοχος
τρίκοχες	=	τρίκοχος
τρίκοχη	=	τρίκοχος
τρίκοχης	=	τρίκοχος
τρίκοχο	noun	επίσημο καπέλο με τρεις γωνίες ή κόχες, που φορούσαν συνήθως οι αξιωματικοί του στρατού, του ναυτικού ή και της αστυνομίας δυτικοευρωπαϊκών χωρών
τρίκοχοι	=	τρίκοχος
τρίκοχος	adj	που έχει τρεις κόχες
τρίκοχου	noun	γενική ενικού του τρίκοχο
τρίκοχους	=	τρίκοχος
τρίκοχων	noun	γενική πληθυντικού του τρίκοχο
τρίκροτα	=	τρίκροτο
τρίκροτε	=	τρίκροτος
τρίκροτες	=	τρίκροτος
τρίκροτη	=	τρίκροτος
τρίκροτης	=	τρίκροτος
τρίκροτο	noun	πολεμικό ιστιοφόρο πλοίο πριν από τον 19ο αιώνα με τρεις σειρές πυροβόλων
τρίκροτοι	=	τρίκροτος
τρίκροτος	adj	που εμφανίζει στον σφυγμογράφο μία κορυφή και δύο ανάρσεις στη γραμμή της καθόδου
τρίκροτου	=	τρίκροτο
τρίκροτους	=	τρίκροτος
τρίκροτων	=	τρίκροτο
τρίκυκλα	=	τρίκυκλο
τρίκυκλο	noun	το όχημα που έχει τρεις τροχούς, τρεις ρόδες
τρίκυκλον	noun	το τρίκυκλο
τρίκυκλου	=	τρίκυκλο
τρίκυκλων	=	τρίκυκλο
τρίλεπτα	=	τρίλεπτος
τρίλεπτε	=	τρίλεπτος
τρίλεπτες	=	τρίλεπτος
τρίλεπτη	=	τρίλεπτος
τρίλεπτης	=	τρίλεπτος
τρίλεπτο	=	τρίλεπτος
τρίλεπτοι	=	τρίλεπτος
τρίλεπτος	adj	που διαρκεί τρία λεπτά
τρίλεπτου	=	τρίλεπτος
τρίλεπτους	=	τρίλεπτος
τρίλεπτων	=	τρίλεπτος
τρίλημμα	noun	κατάσταση ή πρόβλημα που περιλαμβάνει τρεις επιλογές ή δυνατότητες, από τις οποίες καμία δεν είναι απολύτως ικανοποιητική ή εύκολα επιτεύξιμη, οδηγώντας σε λήψη δύσκολων αποφάσεων
τρίλια	noun	τρίλιζα
τρίλιας	noun	γενική ενικού του τρίλια
τρίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίλια
τρίλιζα	noun	παιχνίδι στη διάρκεια του οποίου κάθε παίχτης μετακινεί πιόνια σε μια τετράγωνη επιφάνεια με γραμμές (ή σχεδιάζει στα τετραγωνάκια που δημιουργούνται κάποιο σχήμα: κύκλο, Χ κ.λπ.), ώστε να σχηματίσει μια τριάδα από (σχήματα ή) πούλια (οριζόντια, κάθετα ή διαγώνια)
τρίλιζας	noun	γενική ενικού του τρίλιζα
τρίλιζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίλιζα
τρίλοβή	=	τρίλοβος
τρίλοβα	=	τρίλοβος
τρίλοβε	=	τρίλοβος
τρίλοβες	=	τρίλοβος
τρίλοβη	=	τρίλοβος
τρίλοβης	=	τρίλοβος
τρίλοβο	=	τρίλοβος
τρίλοβοι	=	τρίλοβος
τρίλοβος	adj	που διαθέτει τρεις λοβούς
τρίλοβου	=	τρίλοβος
τρίλοβους	=	τρίλοβος
τρίλοβων	=	τρίλοβος
τρίλοβό	=	τρίλοβος
τρίλογε	=	τρίλογος
τρίλογο	=	τρίλογος
τρίλογοι	=	τρίλογος
τρίλογος	noun	τριμερής διάλογος.
τρίμερα	=	τρίμερος
τρίμερε	=	τρίμερος
τρίμερες	=	τρίμερος
τρίμερη	=	τρίμερος
τρίμερης	=	τρίμερος
τρίμερο	=	τρίμερος
τρίμεροι	=	τρίμερος
τρίμερος	adj	που διαρκεί τρεις μέρες
τρίμερου	=	τρίμερος
τρίμερους	=	τρίμερος
τρίμερων	=	τρίμερος
τρίμετρα	=	τρίμετρος
τρίμετρε	=	τρίμετρος
τρίμετρες	=	τρίμετρος
τρίμετρη	=	τρίμετρος
τρίμετρης	=	τρίμετρος
τρίμετρο	noun	κάτι που έχει μήκος τριών μέτρων
τρίμετροι	=	τρίμετρος
τρίμετρος	adj	που έχει μήκος (ύψος, πλάτος, κ.λπ.) τριών μέτρων
τρίμετρου	=	τρίμετρος
τρίμετρους	=	τρίμετρος
τρίμετρων	=	τρίμετρος
τρίμηνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίμηνο
τρίμηνε	=	τρίμηνος
τρίμηνες	=	τρίμηνος
τρίμηνη	=	τρίμηνος
τρίμηνης	=	τρίμηνος
τρίμηνο	noun	χρονική διάρκεια τριών μηνών
τρίμηνοι	=	τρίμηνος
τρίμηνος	adj	που διαρκεί τρεις μήνες
τρίμηνου	=	τρίμηνο
τρίμηνους	=	τρίμηνος
τρίμηνων	=	τρίμηνο
τρίμμα	noun	κομματάκι προερχόμενο από τρίψιμο
τρίμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίμμα
τρίμματος	noun	γενική ενικού του τρίμμα
τρίμορφος	adj|rare	που έχει τρεις μορφές
τρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξαν	=	τρίζω
τρίξανε	=	τρίζω
τρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξιμο	adj|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρίζω
τρίξομε	=	τρίζω
τρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξουνε	=	τρίζω
τρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίζω
τρίο	noun	άλλη μορφή του τρία
τρίοδε	=	τρίοδος
τρίοδο	=	τρίοδος
τρίοδοι	=	τρίοδος
τρίοδος	noun	η τρίοδος λυχνία κενού
τρίορχις	noun|dated	είδος φυτού
τρίπατα	=	τρίπατος
τρίπατε	=	τρίπατος
τρίπατες	=	τρίπατος
τρίπατη	=	τρίπατος
τρίπατης	=	τρίπατος
τρίπατο	=	τρίπατος
τρίπατοι	=	τρίπατος
τρίπατος	adj	που έχει τρία πατώματα
τρίπατου	=	τρίπατος
τρίπατους	=	τρίπατος
τρίπατων	=	τρίπατος
τρίπλα	noun	κίνηση με την οποία ο αθλητής μπερδεύει και αποφεύγει τον αντίπαλο διατηρώντας τη μπάλα
τρίπλας	=	τρίπλα
τρίπλες	=	τρίπλα
τρίπλευρα	=	τρίπλευρος
τρίπλευρε	=	τρίπλευρος
τρίπλευρες	=	τρίπλευρος
τρίπλευρη	=	τρίπλευρος
τρίπλευρης	=	τρίπλευρος
τρίπλευρο	=	τρίπλευρος
τρίπλευροι	=	τρίπλευρος
τρίπλευρος	adj	που έχει τρεις πλευρές
τρίπλευρου	=	τρίπλευρος
τρίπλευρους	=	τρίπλευρος
τρίπλευρων	=	τρίπλευρος
τρίποδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίποδο
τρίποδας	noun	στήριγμα με τρία πόδια
τρίποδε	=	τρίποδος
τρίποδες	=	τρίποδος
τρίποδη	=	τρίποδος
τρίποδης	=	τρίποδος
τρίποδο	noun	συσκευή ή εξάρτημα που στηρίζεται σε τρία πόδια
τρίποδοι	=	τρίποδος
τρίποδος	adj	που έχει τρία πόδια
τρίποδου	noun	γενική ενικού του τρίποδο
τρίποδους	=	τρίποδος
τρίποδων	noun	γενική πληθυντικού του τρίποδο
τρίπολης	noun	γενική ενικού του Τρίπολη
τρίποντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίποντο
τρίποντε	=	τρίποντος
τρίποντες	=	τρίποντος
τρίποντη	=	τρίποντος
τρίποντης	=	τρίποντος
τρίποντο	noun	επιτυχημένο σουτ σ’ ένα παιχνίδι μπάσκετ αξίας τριών πόντων, που επιτυγχάνεται από τον παίκτη, όταν έχει και τα δύο πόδια έξω από την γραμμή των τριών πόντων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρίποντος
τρίποντοι	=	τρίποντος
τρίποντος	adj	που έχει τρεις πόντους
τρίποντου	noun	γενική ενικού του τρίποντο
τρίποντους	=	τρίποντος
τρίποντων	noun	γενική πληθυντικού του τρίποντο
τρίπρακτα	=	τρίπρακτος
τρίπρακτε	=	τρίπρακτος
τρίπρακτες	=	τρίπρακτος
τρίπρακτη	=	τρίπρακτος
τρίπρακτης	=	τρίπρακτος
τρίπρακτο	=	τρίπρακτος
τρίπρακτοι	=	τρίπρακτος
τρίπρακτος	adj	που αποτελείται από τρεις πράξεις
τρίπρακτου	=	τρίπρακτος
τρίπρακτους	=	τρίπρακτος
τρίπρακτων	=	τρίπρακτος
τρίπραχτα	=	τρίπραχτος
τρίπραχτε	=	τρίπραχτος
τρίπραχτες	=	τρίπραχτος
τρίπραχτη	=	τρίπραχτος
τρίπραχτης	=	τρίπραχτος
τρίπραχτο	=	τρίπραχτος
τρίπραχτοι	=	τρίπραχτος
τρίπραχτος	adj	που αποτελείται από τρεις πράξεις
τρίπραχτου	=	τρίπραχτος
τρίπραχτους	=	τρίπραχτος
τρίπραχτων	=	τρίπραχτος
τρίπτυχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίπτυχο
τρίπτυχο	noun	εικόνα ή σειρά εικόνων ζωγραφισμένη σε τρία τμήματα, εκ των οποίων τα δύο εξωτερικά συνδέονται με μεντεσέδες και διπλώνουν / κλείνουν πάνω στο μεσαίο
τρίπτυχου	=	τρίπτυχο
τρίριχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίριχτο
τρίριχτε	adj	κλητική ενικού του τρίριχτος
τρίριχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίριχτη
τρίριχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίριχτος
τρίριχτης	adj	γενική ενικού του τρίριχτη
τρίριχτο	adj	αιτιατική ενικού του τρίριχτος
τρίριχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίριχτος
τρίριχτος	adj	που είναι φτιαγμένος με τρία κεκλιμένα επίπεδα
τρίριχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίριχτος
τρίριχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίριχτος
τρίριχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίριχτος
τρίσβαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίσβαθο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρίσβαθος
τρίσβαθε	=	τρίσβαθος
τρίσβαθες	=	τρίσβαθος
τρίσβαθη	=	τρίσβαθος
τρίσβαθης	=	τρίσβαθος
τρίσβαθο	noun	εξαιρετικά βαθύ σημείο
τρίσβαθοι	=	τρίσβαθος
τρίσβαθος	adj	εξαιρετικά βαθύς
τρίσβαθου	=	τρίσβαθος
τρίσβαθους	=	τρίσβαθος
τρίσβαθων	=	τρίσβαθος
τρίσημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίσημο
τρίσημε	adj	κλητική ενικού του τρίσημος
τρίσημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίσημη
τρίσημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίσημος
τρίσημης	adj	γενική ενικού του τρίσημη
τρίσημο	adj	αιτιατική ενικού του τρίσημος
τρίσημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίσημος
τρίσημος	adj	που αποτελείται από τρεις χρόνους ή εκτελείται σε τρεις χρόνους
τρίσημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίσημος
τρίσημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίσημος
τρίσημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίσημος
τρίστηλα	=	τρίστηλος
τρίστηλε	=	τρίστηλος
τρίστηλες	=	τρίστηλος
τρίστηλη	=	τρίστηλος
τρίστηλης	=	τρίστηλος
τρίστηλο	noun	άρθρο εφημερίδας ή περιοδικού σε τρεις στήλες
τρίστηλοι	=	τρίστηλος
τρίστηλος	adj	που χωρίζεται σε τρεις στήλες ή (γενικότερα) σε τρία τμήματα
τρίστηλου	=	τρίστηλος
τρίστηλους	=	τρίστηλος
τρίστηλων	=	τρίστηλος
τρίστιχα	=	τρίστιχος
τρίστιχε	=	τρίστιχος
τρίστιχες	=	τρίστιχος
τρίστιχη	=	τρίστιχος
τρίστιχης	=	τρίστιχος
τρίστιχο	noun	ποιητική στροφή από τρεις στίχους
τρίστιχοι	=	τρίστιχος
τρίστιχος	adj	που αποτελείται από τρεις στίχους
τρίστιχου	=	τρίστιχος
τρίστιχους	=	τρίστιχος
τρίστιχων	=	τρίστιχος
τρίστρατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίστρατο
τρίστρατο	noun	σημείο συνάντησης τριών δρόμων
τρίστρατου	noun	γενική ενικού του τρίστρατο
τρίστρατων	noun	γενική πληθυντικού του τρίστρατο
τρίτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίτο
τρίτε	=	τρίτος
τρίτεκνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίτεκνο
τρίτεκνε	adj	κλητική ενικού του τρίτεκνος
τρίτεκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίτεκνη
τρίτεκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίτεκνος
τρίτεκνης	adj	γενική ενικού του τρίτεκνη
τρίτεκνο	adj	αιτιατική ενικού του τρίτεκνος
τρίτεκνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίτεκνος
τρίτεκνος	adj	που έχει τρία παιδιά
τρίτεκνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίτεκνος
τρίτεκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίτεκνος
τρίτεκνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίτεκνος
τρίτες	=	τρίτος
τρίτη	noun	η τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν, η «Ηρωική»	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίτος
τρίτης	=	τρίτος
τρίτο	noun	κάθε ένα από τα τρία ίσα μέρη ενός συνόλου
τρίτοι	=	τρίτος
τρίτομα	=	τρίτομος
τρίτομε	=	τρίτομος
τρίτομες	=	τρίτομος
τρίτομη	=	τρίτομος
τρίτομης	=	τρίτομος
τρίτομο	=	τρίτομος
τρίτομοι	=	τρίτομος
τρίτομος	adj	που αποτελείται από τρεις τόμους
τρίτομου	=	τρίτομος
τρίτομους	=	τρίτομος
τρίτομων	=	τρίτομος
τρίτος	noun	κάποιος που δεν εμπλέκεται άμεσα σε μια υπόθεση ή δεν έχει άμεση σχέση με κάποιο πρόσωπο	adj	που ακολουθεί τον δεύτερο και προηγείται του τετάρτου· που αντιστοιχεί στην θέση υπ' αριθμόν τρία (3)
τρίτου	noun	γενική ενικού του τρίτο
τρίτους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίτος
τρίτροχα	=	τρίτροχος
τρίτροχε	=	τρίτροχος
τρίτροχες	=	τρίτροχος
τρίτροχη	=	τρίτροχος
τρίτροχης	=	τρίτροχος
τρίτροχο	=	τρίτροχος
τρίτροχοι	=	τρίτροχος
τρίτροχος	adj	που έχει τρεις τροχούς, τρεις ρόδες
τρίτροχου	=	τρίτροχος
τρίτροχους	=	τρίτροχος
τρίτροχων	=	τρίτροχος
τρίτων	noun	άλλη μορφή του τρίτωνας
τρίτωνα	=	τρίτωνας
τρίτωνας	noun	μικρό υδρόβιο αμφίβιο του γένους Triturus, με ουρά και τέσσερα πόδια, συγγενικό της σαλαμάνδρας, που περνά μέρος της ζωής του μέσα στο νερό
τρίτωνες	=	τρίτωνας
τρίτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τρίτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τρίτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τρίτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τρίφατσα	=	τρίφατσος
τρίφατσε	=	τρίφατσος
τρίφατσες	=	τρίφατσος
τρίφατση	=	τρίφατσος
τρίφατσης	=	τρίφατσος
τρίφατσο	=	τρίφατσος
τρίφατσοι	=	τρίφατσος
τρίφατσος	adj|vulgar	που έχει τρείς φάτσες, τρεις προσόψεις, «βλέπει» σε τρεις δρόμους (για οικόπεδο)
τρίφατσου	=	τρίφατσος
τρίφατσους	=	τρίφατσος
τρίφατσων	=	τρίφατσος
τρίφτε	=	τρίβω
τρίφτες	=	τρίφτης
τρίφτη	=	τρίφτης
τρίφτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τρίφτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τρίφτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τρίφτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τρίφτης	noun	σκεύος για το τρίψιμο του τυριού, της ντομάτας κλπ
τρίφυλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίφυλλο
τρίφυλλε	adj	κλητική ενικού του τρίφυλλος
τρίφυλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίφυλλη
τρίφυλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίφυλλος
τρίφυλλης	adj	γενική ενικού του τρίφυλλη
τρίφυλλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τρίφυλλος	noun	τρία χαρτιά του ίδιου χρώματος (συμβόλου) που έχουν διανεμηθεί σε ένα χέρι
τρίφυλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίφυλλος
τρίφυλλος	adj	που έχει τρία φύλλα
τρίφυλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίφυλλος
τρίφυλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίφυλλος
τρίφυλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίφυλλος
τρίφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίφωνο
τρίφωνε	adj	κλητική ενικού του τρίφωνος
τρίφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίφωνη
τρίφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίφωνος
τρίφωνης	adj	γενική ενικού του τρίφωνη
τρίφωνο	adj	αιτιατική ενικού του τρίφωνος
τρίφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίφωνος
τρίφωνος	adj	αυτός που απαγγέλλεται ή τραγουδιέται από τρεις φωνές
τρίφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρίφωνος
τρίφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίφωνος
τρίφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρίφωνος
τρίχα	noun	νηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών
τρίχαπτον	noun	η δαντέλα
τρίχας	noun	χαρακτηρισμός ατόμου που δεν θεωρούμε αξιόλογο
τρίχες	noun	μπούρδες, ανοησίες, βλακείες
τρίχινα	=	τρίχινος
τρίχινε	=	τρίχινος
τρίχινες	=	τρίχινος
τρίχινη	=	τρίχινος
τρίχινης	=	τρίχινος
τρίχινο	=	τρίχινος
τρίχινοι	=	τρίχινος
τρίχινος	adj	φτιαγμένος από τρίχες ζώων ή τριχοειδές υλικό
τρίχινου	=	τρίχινος
τρίχινους	=	τρίχινος
τρίχινων	=	τρίχινος
τρίχορδα	=	τρίχορδος
τρίχορδε	=	τρίχορδος
τρίχορδες	=	τρίχορδος
τρίχορδη	=	τρίχορδος
τρίχορδης	=	τρίχορδος
τρίχορδο	=	τρίχορδος
τρίχορδοι	=	τρίχορδος
τρίχορδος	adj	που έχει τρεις χορδές
τρίχορδου	=	τρίχορδος
τρίχορδους	=	τρίχορδος
τρίχορδων	=	τρίχορδος
τρίχρονα	noun	το μνημόσυνο που γίνεται στα τρία χρόνια μετά το θάνατο κάποιου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρίχρονος
τρίχρονε	adj	κλητική ενικού του τρίχρονος
τρίχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίχρονη
τρίχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρίχρονος
τρίχρονης	adj	γενική ενικού του τρίχρονη
τρίχρονο	noun	παιδί που είναι τριών χρονών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τρίχρονος
τρίχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρίχρονος
τρίχρονος	adj	που είναι τριών χρονών
τρίχρονου	adj	γενική ενικού του τρίχρονος
τρίχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρίχρονος
τρίχρονων	adj	γενική πληθυντικού του τρίχρονος
τρίχρωμα	=	τρίχρωμος
τρίχρωμε	=	τρίχρωμος
τρίχρωμες	=	τρίχρωμος
τρίχρωμη	=	τρίχρωμος
τρίχρωμης	=	τρίχρωμος
τρίχρωμο	=	τρίχρωμος
τρίχρωμοι	=	τρίχρωμος
τρίχρωμος	adj	αυτός που φέρει τρία χρώματα
τρίχρωμου	=	τρίχρωμος
τρίχρωμους	=	τρίχρωμος
τρίχρωμων	=	τρίχρωμος
τρίχτε	=	τρίζω
τρίχωμα	noun	το σύνολο των τριχών από ορισμένα μέρη του σώματος (για ανθρώπους) ή από όλο το σώμα (για ζώα)
τρίχωση	noun	φύτρωμα τριχών, τριχοφυΐα
τρίχωσης	=	τρίχωση
τρίψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψαν	=	τρίβω
τρίψανε	=	τρίβω
τρίψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψιμο	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τρίβω
τρίψομε	=	τρίβω
τρίψου	=	τρίβω
τρίψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψουνε	=	τρίβω
τρίψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
τρίωρα	=	τρίωρος
τρίωρε	=	τρίωρος
τρίωρες	=	τρίωρος
τρίωρη	=	τρίωρος
τρίωρης	=	τρίωρος
τρίωρο	=	τρίωρος
τρίωροι	=	τρίωρος
τρίωρος	adj	που διαρκεί τρεις ώρες
τρίωρου	=	τρίωρος
τρίωρους	=	τρίωρος
τρίωρων	=	τρίωρος
τραΐ	noun	άλλη μορφή του τραγί
τραίνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραίνο
τραίναρα	=	τραινάρω
τραίνο	noun|dated	άλλη γραφή του τρένο
τραίνου	noun	γενική ενικού του τραίνο
τραίνων	noun	γενική πληθυντικού του τραίνο
τραβά	=	τραβάω
τραβάγαμε	=	τραβάω
τραβάγανε	=	τραβάω
τραβάγατε	=	τραβάω
τραβάγια	noun	φασαρία
τραβάγιας	=	τραβάγια
τραβάγιες	=	τραβάγια
τραβάει	=	τραβάω
τραβάκα	noun	σκεπή
τραβάμε	=	τραβάω
τραβάν	=	τραβάω
τραβάνε	=	τραβάω
τραβάς	=	τραβάω
τραβάτε	=	τραβάω
τραβάω	verb	προσπαθώ να μετακινήσω κάτι προς το μέρος μου ασκώντας δύναμη είτε εξ επαφής είτε μέσω ενός σχοινιού, αλυσίδας κ.λπ
τραβέλι	noun|slang	τραβεστί
τραβέλια	=	τραβέλι
τραβέρσα	noun	δοκάρι που χρησιμοποιείται σταυρωτά με κάποιο άλλο σε κατασκευές
τραβέρσας	noun	γενική ενικού του τραβέρσα
τραβέρσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβέρσα
τραβέρσο	noun	η θέση πλοίου κατά την οποία πλέει, καθώς δέχεται τον άνεμο ή το κύμα από τα πλάγια μπροστά.
τραβήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράβηγμα
τραβήγματος	=	τράβηγμα
τραβήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξαν	=	τραβάω
τραβήξανε	=	τραβάω
τραβήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξομε	=	τραβάω
τραβήξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξουνε	=	τραβάω
τραβήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβώ
τραβήχτε	=	τραβάω
τραβήχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβήχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβήχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβήχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβαγιών	=	τραβάγια
τραβατζάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβατζάρω
τραβατζάρω	verb|dated	μεταγγίζω
τραβατζαρίσματα	=	τραβατζάρισμα
τραβατζαρίσματος	=	τραβατζάρισμα
τραβατζαρισμάτων	=	τραβατζάρισμα
τραβατζαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβατζαρισμένο
τραβατζαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τραβατζαρισμένος
τραβατζαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβατζαρισμένη
τραβατζαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραβατζαρισμένος
τραβατζαρισμένης	verb	γενική ενικού του τραβατζαρισμένη
τραβατζαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραβατζαρισμένος
τραβατζαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραβατζαρισμένος
τραβατζαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραβατζαρισμένος
τραβατζαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραβατζαρισμένος
τραβατζαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραβατζαρισμένος
τραβελιού	=	τραβέλι
τραβελιών	=	τραβέλι
τραβερσάδα	noun	περιστασιακό θαλάσσιο δρομολόγιο
τραβερσάδας	=	τραβερσάδα
τραβερσάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβερσάδα
τραβερσάρω	verb|vulgar	πλέω εκτελώντας τραβέρσο ή τραβερσάδα
τραβερσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβερσωμένο
τραβερσωμένε	verb	κλητική ενικού του τραβερσωμένος
τραβερσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβερσωμένη
τραβερσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραβερσωμένος
τραβερσωμένης	verb	γενική ενικού του τραβερσωμένη
τραβερσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραβερσωμένος
τραβερσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραβερσωμένος
τραβερσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραβερσωμένος
τραβερσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραβερσωμένος
τραβερσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραβερσωμένος
τραβερσών	=	τραβέρσα
τραβερσώνω	verb|vulgar	πλέω εκτελώντας τραβέρσο ή τραβερσάδα
τραβερτίνες	=	τραβερτίνη
τραβερτίνη	noun	άλλη γραφή του τραβερτίνης
τραβερτίνης	noun	ασβεστολιθικό πορώδες πέτρωμα που έχει σχηματιστεί από απόθεση σε περιοχές θερμών πηγών
τραβερτινών	=	τραβερτίνη
τραβεστί	noun	άτομο αρσενικού φύλου που ντύνεται με γυναικεία ρούχα	adj|figurative	ο ψεύτικος, ο πλαστός, ο κίβδηλος, που μεταμφιέζεται (συνήθως για να αποκρύψει κάτι)
τραβηγμάτων	=	τράβηγμα
τραβηγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβηγμένο
τραβηγμένε	verb	κλητική ενικού του τραβηγμένος
τραβηγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβηγμένη
τραβηγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραβηγμένος
τραβηγμένης	verb	γενική ενικού του τραβηγμένη
τραβηγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραβηγμένος
τραβηγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραβηγμένος
τραβηγμένος	verb	που έχει τραβηχτεί
τραβηγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραβηγμένος
τραβηγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραβηγμένος
τραβηγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραβηγμένος
τραβηξιά	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβώ, το τράβηγμα
τραβηξιάς	noun	γενική ενικού του τραβηξιά
τραβηξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβηξιά
τραβηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραβηχτός	adv	με τραβηχτό τρόπο
τραβηχτέ	adj	κλητική ενικού του τραβηχτός
τραβηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβηχτή
τραβηχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραβηχτός
τραβηχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτήκαν	=	τραβάω
τραβηχτήκανε	=	τραβάω
τραβηχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτής	adj	γενική ενικού του τραβηχτή
τραβηχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβηχτικό
τραβηχτικέ	adj	κλητική ενικού του τραβηχτικός
τραβηχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβηχτική
τραβηχτική	noun	η συναλλαγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραβηχτικός
τραβηχτικής	adj	γενική ενικού του τραβηχτική
τραβηχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραβηχτικός
τραβηχτικού	adj	γενική ενικού του τραβηχτικός
τραβηχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραβηχτικός
τραβηχτικό	adj	αιτιατική ενικού του τραβηχτικός
τραβηχτικός	adj	που τραβάει το ενδιαφέρον
τραβηχτικών	adj	γενική πληθυντικού του τραβηχτικός
τραβηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραβηχτός
τραβηχτού	adj	γενική ενικού του τραβηχτός
τραβηχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτούνε	=	τραβάω
τραβηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραβηχτός
τραβηχτό	adj	αιτιατική ενικού του τραβηχτός
τραβηχτός	adj	που πραγματοποιείται με τράβηγμα
τραβηχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβιέμαι
τραβηχτών	adj	γενική πληθυντικού του τραβηχτός
τραβιέμαι	verb	με τραβούν
τραβιέσαι	=	τραβάω
τραβιέστε	=	τραβάω
τραβιέται	=	τραβάω
τραβιούνται	=	τραβάω
τραβιούνταν	=	τραβάω
τραβιόμασταν	=	τραβάω
τραβιόμαστε	=	τραβάω
τραβιόμουν	=	τραβάω
τραβιόμουνα	=	τραβάω
τραβιόνται	=	τραβάω
τραβιόνταν	=	τραβάω
τραβιόντανε	=	τραβάω
τραβιόντουσαν	=	τραβάω
τραβιόσασταν	=	τραβάω
τραβιόσαστε	=	τραβάω
τραβιόσουν	=	τραβάω
τραβιόσουνα	=	τραβάω
τραβιόταν	=	τραβάω
τραβιότανε	=	τραβάω
τραβολογάω	=	τραβολογώ
τραβολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβολόγημα
τραβολογήματος	noun	γενική ενικού του τραβολόγημα
τραβολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τραβολόγημα
τραβολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβολογημένο
τραβολογημένε	verb	κλητική ενικού του τραβολογημένος
τραβολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραβολογημένη
τραβολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραβολογημένος
τραβολογημένης	verb	γενική ενικού του τραβολογημένη
τραβολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του τραβολογημένος
τραβολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραβολογημένος
τραβολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τραβολογώ
τραβολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραβολογημένος
τραβολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραβολογημένος
τραβολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραβολογημένος
τραβολογιέμαι	=	τραβολογώ
τραβολογούσα	=	τραβολογώ
τραβολογώ	verb	τραβάω κάποιο άτομο, συνήθως με άσχημο τρόπο
τραβολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραβολογώ
τραβολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραβολογάω
τραβούμε	=	τραβάω
τραβούν	=	τραβάω
τραβούνε	=	τραβάω
τραβούσα	=	τραβάω
τραβούσαμε	=	τραβάω
τραβούσαν	=	τραβάω
τραβούσανε	=	τραβάω
τραβούσατε	=	τραβάω
τραβούσε	=	τραβάω
τραβούσες	=	τραβάω
τραβώ	verb	άλλη μορφή του τραβάω
τραβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τραβάω / τραβώ
τραγάκι	noun	μικρός τράγος
τραγάκια	=	τραγάκι
τραγάνα	noun|vulgar	τραγανό σταφύλι
τραγάνας	=	τραγάνα
τραγάνες	=	τραγάνα
τραγάνιζα	=	τραγανίζω
τραγάνιζαν	=	τραγανίζω
τραγάνιζε	=	τραγανίζω
τραγάνιζες	=	τραγανίζω
τραγάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραγανίζω
τραγέλαφε	=	τραγέλαφος
τραγέλαφο	=	τραγέλαφος
τραγέλαφοι	=	τραγέλαφος
τραγέλαφος	noun	μυθικό ζώο
τραγέλαφου	=	τραγέλαφος
τραγέλαφους	=	τραγέλαφος
τραγέλαφων	=	τραγέλαφος
τραγές	=	τραγή
τραγή	noun|formal	τραγίσιο δέρμα
τραγής	=	τραγή
τραγί	noun	νεαρός τράγος
τραγίλα	noun	βαρβατίλα
τραγίλας	noun	γενική ενικού του τραγίλα
τραγίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγίλα
τραγίσια	=	τραγίσιος
τραγίσιας	=	τραγίσιος
τραγίσιε	=	τραγίσιος
τραγίσιες	=	τραγίσιος
τραγίσιο	=	τραγίσιος
τραγίσιοι	=	τραγίσιος
τραγίσιος	adj	που έχει σχέση με τράγο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τραγίσιου	=	τραγίσιος
τραγίσιους	=	τραγίσιος
τραγίσιων	=	τραγίσιος
τραγανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (τραγανό) του τραγανός
τραγανάδι	noun	άλλη μορφή του τραγανίδι: το ριζάρι
τραγανάδια	=	τραγανάδι
τραγανέ	adj	κλητική ενικού του τραγανός
τραγανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγανή
τραγανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγανός
τραγανής	adj	γενική ενικού του τραγανή
τραγανίδι	noun	το ριζάρι
τραγανίδια	=	τραγανίδι
τραγανίζαμε	=	τραγανίζω
τραγανίζαν	=	τραγανίζω
τραγανίζανε	=	τραγανίζω
τραγανίζατε	=	τραγανίζω
τραγανίζει	=	τραγανίζω
τραγανίζεις	=	τραγανίζω
τραγανίζετε	=	τραγανίζω
τραγανίζομαι	=	τραγανίζω
τραγανίζοντας	=	τραγανίζω
τραγανίζουμε	=	τραγανίζω
τραγανίζουν	=	τραγανίζω
τραγανίζουνε	=	τραγανίζω
τραγανίζω	verb	τρώω κάτι τραγανό παράγοντας κατά το μάσημα χαρακτηριστικό θόρυβο κατά το θρυμμάτισμά του
τραγανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσαν	=	τραγανίζω
τραγανίσανε	=	τραγανίζω
τραγανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγάνισμα
τραγανίσματος	noun	γενική ενικού του τραγάνισμα
τραγανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγανίζω
τραγαναδιού	=	τραγανάδι
τραγαναδιών	=	τραγανάδι
τραγανερά	=	τραγανερός
τραγανερέ	=	τραγανερός
τραγανερές	=	τραγανερός
τραγανερή	=	τραγανερός
τραγανερής	=	τραγανερός
τραγανεροί	=	τραγανερός
τραγανερού	=	τραγανερός
τραγανερούς	=	τραγανερός
τραγανερό	=	τραγανερός
τραγανερός	adj	άλλη μορφή του τραγανός
τραγανερών	=	τραγανερός
τραγανιδιού	=	τραγανίδι
τραγανιδιών	=	τραγανίδι
τραγανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τραγάνισμα
τραγανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγανισμένο
τραγανισμένε	verb	κλητική ενικού του τραγανισμένος
τραγανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγανισμένη
τραγανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγανισμένος
τραγανισμένης	verb	γενική ενικού του τραγανισμένη
τραγανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραγανισμένος
τραγανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγανισμένος
τραγανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραγανισμένος
τραγανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραγανισμένος
τραγανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραγανισμένος
τραγανιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραγανιστός	adv	με τραγανιστό τρόπο
τραγανιστέ	adj	κλητική ενικού του τραγανιστός
τραγανιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγανιστή
τραγανιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγανιστός
τραγανιστής	adj	γενική ενικού του τραγανιστή
τραγανιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγανιστός
τραγανιστού	adj	γενική ενικού του τραγανιστός
τραγανιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραγανιστός
τραγανιστό	adj	αιτιατική ενικού του τραγανιστός
τραγανιστός	adj	ο τραγανός με έμφαση περισσότερο στον ήχο παρά την σύσταση/υφή
τραγανιστών	adj	γενική πληθυντικού του τραγανιστός
τραγανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγανός
τραγανοχείλα	noun	θηλυκό του τραγανόχειλος
τραγανοχείλας	=	τραγανοχείλα
τραγανοχείλες	=	τραγανοχείλα
τραγανοχειλών	=	τραγανοχείλα
τραγανού	adj	γενική ενικού του τραγανός
τραγανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραγανός
τραγανό	adj	αιτιατική ενικού του τραγανός	noun	χόνδρος (στο αφτί, τη μύτη κ.α.)
τραγανός	adj	που έχει ξεροψηθεί κι, όταν το το μασάς, τρίζει
τραγανότητα	noun|rare	η ιδιότητα του τραγανού, το να είναι κάποιος τραγανός
τραγανόχειλα	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλε	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλες	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλη	noun	θηλυκό του τραγανόχειλος
τραγανόχειλης	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλο	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλοι	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλος	adj	που έχει τραγανά / ποθητά / όμορφα χείλη
τραγανόχειλου	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλους	=	τραγανόχειλος
τραγανόχειλων	=	τραγανόχειλος
τραγανών	adj	γενική πληθυντικού του τραγανός
τραγελαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγελαφικό
τραγελαφικέ	adj	κλητική ενικού του τραγελαφικός
τραγελαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγελαφική
τραγελαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγελαφικός
τραγελαφικής	adj	γενική ενικού του τραγελαφική
τραγελαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγελαφικός
τραγελαφικού	adj	γενική ενικού του τραγελαφικός
τραγελαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραγελαφικός
τραγελαφικό	adj	αιτιατική ενικού του τραγελαφικός
τραγελαφικός	adj	που είναι πάρα πολύ παράξενος και ανεξήγητος και προκαλεί μεγάλη σύγχυση
τραγελαφικών	adj	γενική πληθυντικού του τραγελαφικός
τραγιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγί
τραγιάσκα	noun	είδος κασκέτου, χαμηλό καπέλο με γείσο από μαλακό υλικό
τραγιάσκας	noun	γενική ενικού του τραγιάσκα
τραγιάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγιάσκα
τραγιασκών	=	τραγιάσκα
τραγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραγικός	adv	με τραγικό τρόπο, με τραγικότητα
τραγικέ	adj	κλητική ενικού του τραγικός
τραγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγική
τραγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγικός
τραγικής	adj	γενική ενικού του τραγική
τραγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγικός
τραγικοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραγικοποιώ
τραγικοποίησης	=	τραγικοποίηση
τραγικοποιήθηκα	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιήθηκαν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιήθηκε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιήθηκες	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγικοποίηση
τραγικοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήσεων	=	τραγικοποίηση
τραγικοποιήσου	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοποιείσαι	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιείστε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιείται	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιηθήκαμε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιηθήκαν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιηθήκανε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιηθήκατε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιηθεί	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιηθείτε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιημένος	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούμαι	verb	με παρουσιάζουν ή με βιώνουν σε τραγικότερες διαστάσεις από εκείνες που έχω στην πραγματικότητα, υπερβάλλουν στα δραματικά στοιχεία που με χαρακτηρίζουν
τραγικοποιούμασταν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούμαστε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούμουν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούνται	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούνταν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούσασταν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούσαστε	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιούσουν	=	τραγικοποιούμαι
τραγικοποιώ	verb	παρουσιάζω κάτι περισσότερο τραγικό απ' όσο είναι στην πραγματικότητα
τραγικοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τραγικοποιώ
τραγικοτήτων	=	τραγικότητα
τραγικού	adj	γενική ενικού του τραγικός
τραγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραγικός
τραγικωμωδία	noun	θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο στο οποίο συνδυάζονται στοιχεία από τραγωδία και κωμωδία
τραγικωμωδίας	=	τραγικωμωδία
τραγικωμωδίες	=	τραγικωμωδία
τραγικωμωδιών	=	τραγικωμωδία
τραγικό	adj	αιτιατική ενικού του τραγικός
τραγικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία
τραγικότατα	=	τραγικός
τραγικότατε	=	τραγικός
τραγικότατες	=	τραγικός
τραγικότατη	=	τραγικός
τραγικότατης	=	τραγικός
τραγικότατο	=	τραγικός
τραγικότατοι	=	τραγικός
τραγικότατος	=	τραγικός
τραγικότατου	=	τραγικός
τραγικότατους	=	τραγικός
τραγικότατων	=	τραγικός
τραγικότερα	=	τραγικός
τραγικότερε	=	τραγικός
τραγικότερες	=	τραγικός
τραγικότερη	=	τραγικός
τραγικότερης	=	τραγικός
τραγικότερο	=	τραγικός
τραγικότεροι	=	τραγικός
τραγικότερος	=	τραγικός
τραγικότερου	=	τραγικός
τραγικότερους	=	τραγικός
τραγικότερων	=	τραγικός
τραγικότητα	noun|formal	το να είναι κάτι τραγικό, η ιδιότητα του τραγικού
τραγικότητας	noun	γενική ενικού του τραγικότητα
τραγικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγικότητα
τραγικών	adj	γενική πληθυντικού του τραγικός
τραγιού	=	τραγί
τραγισμέ	=	τραγισμός
τραγισμοί	=	τραγισμός
τραγισμού	=	τραγισμός
τραγισμούς	=	τραγισμός
τραγισμό	=	τραγισμός
τραγισμός	noun	διαταραχή της φωνής που γίνεται πιο τραχιά, βραχνή.
τραγισμών	=	τραγισμός
τραγιών	=	τραγί
τραγογένη	=	τραγογένης
τραγογένηδες	=	τραγογένης
τραγογένηδων	=	τραγογένης
τραγογένης	noun	που έχει μυτερό γένι σαν του τράγου
τραγοδέρματα	=	τραγόδερμα
τραγοδέρματος	=	τραγόδερμα
τραγοδερμάτων	=	τραγόδερμα
τραγοειδές	=	τραγοειδής
τραγοειδή	=	τραγοειδής
τραγοειδής	adj	ο τραγόμορφος
τραγοειδείς	=	τραγοειδής
τραγοειδούς	=	τραγοειδής
τραγοειδών	=	τραγοειδής
τραγοπαπάδες	=	τραγόπαπας
τραγοπαπάδων	=	τραγόπαπας
τραγοπόδαρα	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρε	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρες	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρη	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρης	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρο	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαροι	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρος	adj	άλλη μορφή του τραγοπόδης
τραγοπόδαρου	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρους	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδαρων	=	τραγοπόδαρος
τραγοπόδη	=	τραγοπόδης
τραγοπόδηδες	=	τραγοπόδης
τραγοπόδηδων	=	τραγοπόδης
τραγοπόδης	noun	κάποιος που έχει πόδια τράγου
τραγουδά	=	τραγουδάω
τραγουδάγαμε	=	τραγουδάω
τραγουδάγανε	=	τραγουδάω
τραγουδάγατε	=	τραγουδάω
τραγουδάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τραγουδάω
τραγουδάκι	noun	σύντομο τραγούδι
τραγουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδάκι
τραγουδάμε	=	τραγουδάω
τραγουδάν	=	τραγουδάω
τραγουδάνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τραγουδάω
τραγουδάρα	noun	πολύ καλό, σπουδαίο τραγούδι
τραγουδάρας	noun	γενική ενικού του τραγουδάρα
τραγουδάρες	=	τραγουδάρα
τραγουδάς	=	τραγουδάω
τραγουδάτε	=	τραγουδάω
τραγουδάω	verb	αρθρώνω λέξεις ή ήχους με ορισμένο ρυθμό και αλλαγές στη συχνότητα του ήχου, ακολουθώ μια μελωδία
τραγουδήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγούδημα
τραγουδήματος	noun	γενική ενικού του τραγούδημα
τραγουδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσαν	=	τραγουδάω
τραγουδήσανε	=	τραγουδάω
τραγουδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσομε	=	τραγουδάω
τραγουδήσου	=	τραγουδιέμαι
τραγουδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσουνε	=	τραγουδάω
τραγουδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγουδίσματα	=	τραγούδισμα
τραγουδίσματος	=	τραγούδισμα
τραγουδίστηκα	=	τραγουδάω
τραγουδίστρια	noun	αυτή που τραγουδά, ιδιαίτερα επαγγελματικά
τραγουδίστριας	noun	γενική ενικού του τραγουδίστρια
τραγουδίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδίστρια
τραγουδηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθήκαν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδηθήκανε	=	τραγουδιέμαι
τραγουδηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδηθούνε	=	τραγουδάω
τραγουδηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδιέμαι
τραγουδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τραγούδημα
τραγουδημένος	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδιάρα
τραγουδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδιάρης
τραγουδιέμαι	verb	για ένα τραγούδι που ερμηνεύεται από κάποιον
τραγουδιέσαι	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιέστε	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιέται	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιού	noun	γενική ενικού του τραγούδι
τραγουδιούνται	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιούνταν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδισμάτων	=	τραγούδισμα
τραγουδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδισμένο
τραγουδισμένε	verb	κλητική ενικού του τραγουδισμένος
τραγουδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδισμένη
τραγουδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγουδισμένος
τραγουδισμένης	verb	γενική ενικού του τραγουδισμένη
τραγουδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραγουδισμένος
τραγουδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγουδισμένος
τραγουδισμένος	verb	που τον έχουν τραγουδήσει
τραγουδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραγουδισμένος
τραγουδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραγουδισμένος
τραγουδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραγουδισμένος
τραγουδιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραγουδιστός	adv	με τραγουδιστό τρόπο
τραγουδιστέ	adj	κλητική ενικού του τραγουδιστός
τραγουδιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδιστή
τραγουδιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγουδιστός
τραγουδιστής	noun	πρόσωπο που τραγουδά, ιδιαίτερα επαγγελματικά	adj	γενική ενικού του τραγουδιστή, θηλυκό του τραγουδιστός
τραγουδιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραγουδιστικός	adv	με τραγουδιστικό τρόπο
τραγουδιστικέ	adj	κλητική ενικού του τραγουδιστικός
τραγουδιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγουδιστική
τραγουδιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγουδιστικός
τραγουδιστικής	adj	γενική ενικού του τραγουδιστική
τραγουδιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγουδιστικός
τραγουδιστικού	adj	γενική ενικού του τραγουδιστικός
τραγουδιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραγουδιστικός
τραγουδιστικό	adj	αιτιατική ενικού του τραγουδιστικός
τραγουδιστικός	adj	που έχει σχέση με τον τραγουδιστή (ή το τραγούδι) ή αναφέρεται σ’ αυτά
τραγουδιστικών	adj	γενική πληθυντικού του τραγουδιστικός
τραγουδιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγουδιστός
τραγουδιστού	adj	γενική ενικού του τραγουδιστός
τραγουδιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραγουδιστός
τραγουδιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τραγουδίστρια
τραγουδιστό	adj	αιτιατική ενικού του τραγουδιστός
τραγουδιστός	adj	που έχει σχέση με το τραγούδι ή αναφέρεται σ’ αυτό
τραγουδιστών	adj	γενική πληθυντικού του τραγουδιστός
τραγουδιόμασταν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόμαστε	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόμουν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόμουνα	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόνται	=	τραγουδάω
τραγουδιόνταν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόντανε	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόντουσαν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόσασταν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόσαστε	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόσουν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόσουνα	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιόταν	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιότανε	=	τραγουδιέμαι
τραγουδιών	noun	γενική πληθυντικού του τραγούδι
τραγουδοποιέ	=	τραγουδοποιός
τραγουδοποιία	noun	η εργασία του τραγουδοποιού, η σύνθεση ή (γενικότερα) η δημιουργία τραγουδιών
τραγουδοποιίας	=	τραγουδοποιία
τραγουδοποιίες	=	τραγουδοποιία
τραγουδοποιιών	=	τραγουδοποιία
τραγουδοποιοί	=	τραγουδοποιός
τραγουδοποιού	=	τραγουδοποιός
τραγουδοποιούς	=	τραγουδοποιός
τραγουδοποιό	=	τραγουδοποιός
τραγουδοποιός	noun	που συνθέτει τραγούδια και συχνά τα τραγουδάει ο ίδιος
τραγουδοποιών	=	τραγουδοποιός
τραγουδούμε	=	τραγουδάω
τραγουδούν	=	τραγουδάω
τραγουδούνε	=	τραγουδάω
τραγουδούσα	=	τραγουδάω
τραγουδούσαμε	=	τραγουδάω
τραγουδούσαν	=	τραγουδάω
τραγουδούσανε	=	τραγουδάω
τραγουδούσατε	=	τραγουδάω
τραγουδούσε	=	τραγουδάω
τραγουδούσες	=	τραγουδάω
τραγουδώ	verb	άλλη μορφή του τραγουδάω
τραγουδώντας	=	τραγουδάω
τραγούδα	=	τραγουδάω
τραγούδαγα	=	τραγουδάω
τραγούδαγαν	=	τραγουδάω
τραγούδαγε	=	τραγουδάω
τραγούδαγες	=	τραγουδάω
τραγούδημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραγουδώ
τραγούδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγούδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγούδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγούδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
τραγούδι	noun	ποίημα ή κείμενο που τραγουδιέται
τραγούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγούδι
τραγούδισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραγουδώ
τραγωδέ	noun	κλητική ενικού του τραγωδός
τραγωδία	noun	είδος της αρχαίας δραματικής ποίησης, το σοβαρό δράμα που παρουσιάζει συνήθως ένα μύθο ή σπανιότερα ένα ιστορικό γεγονός με εκφραστικό όργανο τον ποιητικό λόγο και αποσκοπεί στο να συγκινήσει και να διδάξει
τραγωδίας	noun	γενική ενικού του τραγωδία
τραγωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγωδία
τραγωδιογράφε	=	τραγωδιογράφος
τραγωδιογράφο	=	τραγωδιογράφος
τραγωδιογράφοι	=	τραγωδιογράφος
τραγωδιογράφος	noun	ο τραγικός ποιητής, ο τραγωδός
τραγωδιογράφου	=	τραγωδιογράφος
τραγωδιογράφους	=	τραγωδιογράφος
τραγωδιογράφων	=	τραγωδιογράφος
τραγωδιοποιός	noun|rare	ο τραγικός ποιητής, ο τραγωδός
τραγωδιών	noun	γενική πληθυντικού του τραγωδία
τραγωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγωδός
τραγωδοδιδάσκαλε	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδάσκαλο	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδάσκαλοι	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδάσκαλος	noun	ο τραγικός ποιητής, ο τραγωδός, που διδάσκει τους ηθοποιούς και τον χορό της αρχαίας τραγωδίας
τραγωδοδιδάσκαλου	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδάσκαλους	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδάσκαλων	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδασκάλου	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδασκάλους	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοδιδασκάλων	=	τραγωδοδιδάσκαλος
τραγωδοποιία	noun	η τέχνη του τραγωδού
τραγωδοποιίας	noun	γενική ενικού του τραγωδοποιία
τραγωδοποιίες	=	τραγωδοποιία
τραγωδοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγωδοποιημένο
τραγωδοποιημένε	verb	κλητική ενικού του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραγωδοποιημένη
τραγωδοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιημένης	verb	γενική ενικού του τραγωδοποιημένη
τραγωδοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραγωδοποιημένος
τραγωδοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του τραγωδοποιία
τραγωδοποιός	noun|rare	μορφή του τραγωδιοποιός: ο τραγικός ποιητής, ο τραγωδός
τραγωδοποιώ	verb	είμαι τραγωδός, συγγράφω τραγωδίες
τραγωδοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τραγωδοποιώ
τραγωδού	noun	γενική ενικού του τραγωδός
τραγωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραγωδός
τραγωδό	noun	αιτιατική ενικού του τραγωδός
τραγωδός	noun	ηθοποιός που (συνηθίζει να) υποδύεται ρόλους σε τραγωδίες
τραγωδώ	verb	είμαι τραγωδός (ποιητής ή ηθοποιός)
τραγωδών	noun	γενική πληθυντικού του τραγωδός
τραγόδερμα	noun	δέρμα τράγου
τραγόμορφα	=	τραγόμορφος
τραγόμορφε	=	τραγόμορφος
τραγόμορφες	=	τραγόμορφος
τραγόμορφη	=	τραγόμορφος
τραγόμορφης	=	τραγόμορφος
τραγόμορφο	=	τραγόμορφος
τραγόμορφοι	=	τραγόμορφος
τραγόμορφος	adj	που έχει τη μορφή τράγου
τραγόμορφου	=	τραγόμορφος
τραγόμορφους	=	τραγόμορφος
τραγόμορφων	=	τραγόμορφος
τραγόπαπα	=	τραγόπαπας
τραγόπαπας	noun	ιερέας που δεν τηρεί τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται στο σχήμα του· ο παπάς που μεταφορικά έχει κέρατα τράγου όπως ο διάβολος
τραγόπαππας	=	τραγόπαπας
τραγόπους	adj	άλλη μορφή του τραγοπόδης
τραγών	=	τραγή
τραινάριζα	=	τραινάρω
τραινάρισα	=	τραινάρω
τραινάρισμα	noun	άλλη γραφή του τρενάρισμα
τραινάρω	verb|dated	άλλη γραφή του τρενάρω
τραιναρίσματα	=	τραινάρισμα
τραιναρίσματος	=	τραινάρισμα
τραιναρισμάτων	=	τραινάρισμα
τραινοδηγός	=	τρενοδηγός
τρακ	noun	το άγχος
τρακάραμε	=	τρακάρω
τρακάραν	=	τρακάρω
τρακάρανε	=	τρακάρω
τρακάρατε	=	τρακάρω
τρακάρει	=	τρακάρω
τρακάρεις	=	τρακάρω
τρακάρεσαι	=	τρακάρω
τρακάρεστε	=	τρακάρω
τρακάρεται	=	τρακάρω
τρακάρετε	=	τρακάρω
τρακάριζα	=	τρακάρω
τρακάριζαν	=	τρακάρω
τρακάριζε	=	τρακάρω
τρακάριζες	=	τρακάρω
τρακάρισα	=	τρακάρω
τρακάρισαν	=	τρακάρω
τρακάρισε	=	τρακάρω
τρακάρισες	=	τρακάρω
τρακάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρακάρω
τρακάρομαι	=	τρακάρω
τρακάρομε	=	τρακάρω
τρακάρονται	=	τρακάρω
τρακάρονταν	=	τρακάρω
τρακάροντας	=	τρακάρω
τρακάρουμε	=	τρακάρω
τρακάρουν	=	τρακάρω
τρακάρουνε	=	τρακάρω
τρακάρω	verb	συγκρούομαι
τρακέρνω	verb	τρακάρω
τρακαδορισσών	noun	γενική πληθυντικού του τρακαδόρισσα
τρακαδόρε	noun	κλητική ενικού του τρακαδόρος
τρακαδόρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακαδόρικο
τρακαδόρικε	adj	κλητική ενικού του τρακαδόρικος
τρακαδόρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακαδόρικη
τρακαδόρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρακαδόρικος
τρακαδόρικης	adj	γενική ενικού του τρακαδόρικη
τρακαδόρικο	adj	αιτιατική ενικού του τρακαδόρικος
τρακαδόρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρακαδόρικος
τρακαδόρικος	adj	που είναι σχετικό με τρακαδόρο
τρακαδόρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρακαδόρικος
τρακαδόρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρακαδόρικος
τρακαδόρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρακαδόρικος
τρακαδόρισσας	noun	γενική ενικού του τρακαδόρισσα
τρακαδόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακαδόρισσα
τρακαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του τρακαδόρος
τρακαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρακαδόρος
τρακαδόρος	noun	αυτός που ζει κάνοντας τράκες, με δανεικά
τρακαδόρου	noun	γενική ενικού του τρακαδόρος
τρακαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρακαδόρος
τρακαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του τρακαδόρος
τρακαρίζομαι	=	τρακάρω
τρακαρίσματα	=	τρακάρισμα
τρακαρίσματος	=	τρακάρισμα
τρακαρίσου	=	τρακάρω
τρακαρίστηκα	=	τρακάρω
τρακαρίστηκαν	=	τρακάρω
τρακαρίστηκε	=	τρακάρω
τρακαρίστηκες	=	τρακάρω
τρακαριζόμασταν	=	τρακάρω
τρακαριζόμαστε	=	τρακάρω
τρακαριζόμουν	=	τρακάρω
τρακαριζόμουνα	=	τρακάρω
τρακαριζόντουσαν	=	τρακάρω
τρακαριζόσασταν	=	τρακάρω
τρακαριζόσαστε	=	τρακάρω
τρακαριζόσουν	=	τρακάρω
τρακαριζόσουνα	=	τρακάρω
τρακαριζόταν	=	τρακάρω
τρακαριζότανε	=	τρακάρω
τρακαρισμάτων	=	τρακάρισμα
τρακαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακαρισμένο
τρακαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τρακαρισμένος
τρακαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακαρισμένη
τρακαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρακαρισμένος
τρακαρισμένης	verb	γενική ενικού του τρακαρισμένη
τρακαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρακαρισμένος
τρακαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρακαρισμένος
τρακαρισμένος	verb	που έχει υποστεί τράκα, ()
τρακαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρακαρισμένος
τρακαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρακαρισμένος
τρακαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρακαρισμένος
τρακαριστήκαμε	=	τρακάρω
τρακαριστήκαν	=	τρακάρω
τρακαριστήκανε	=	τρακάρω
τρακαριστήκατε	=	τρακάρω
τρακαριστεί	=	τρακάρω
τρακαριστείς	=	τρακάρω
τρακαριστείτε	=	τρακάρω
τρακαριστούμε	=	τρακάρω
τρακαριστούν	=	τρακάρω
τρακαριστούνε	=	τρακάρω
τρακαριστώ	=	τρακάρω
τρακατζής	noun	αυτός που επιχειρεί συνέχεια τράκες, ιδιαίτερα σε τσιγάρα
τρακατζού	=	τρακατζής
τρακατρούκα	noun	είδος μικρής κροτίδας
τρακατρούκας	noun	γενική ενικού του τρακατρούκα
τρακατρούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακατρούκα
τρακατρούκικα	noun	νοτιοσλαβικό γλωσσικό ιδίωμα κατοίκων της Μακεδονίας που κατάγονται από το χωριό Kizdervent της Τουρκίας
τρακικοκωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακικοκωμικό
τρακικοκωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακικοκωμική
τρακικοκωμικής	adj	γενική ενικού του τρακικοκωμική
τρακοσαριά	noun	περίπου τριακόσια
τρακοσαριάς	=	τρακοσαριά
τρακοσαριές	=	τρακοσαριά
τρακοσαριών	=	τρακοσαριά
τρακτέρ	noun	αυτοκινούμενος γεωργικός ελκυστήρας που, χάρη στην ισχυρή πρόσφυση και την προσαρμογή του σε ανώμαλα εδάφη, χρησιμοποιείται για τη ρυμούλκηση ή την κίνηση διαφόρων αγροτικών μηχανημάτων και ποικίλες αγροτικές εργασίες
τρακτέρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του τρακτέρ
τρακτέρια	=	τρακτέρι
τρακτεράκι	noun	μικρό τρακτέρ
τρακτεράκια	=	τρακτεράκι
τρακτεριού	=	τρακτέρι
τρακτεριτζής	noun	ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης τρακτέρ
τρακτεριών	=	τρακτέρι
τρακτερωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακτερωτό
τρακτερωτέ	adj	κλητική ενικού του τρακτερωτός
τρακτερωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρακτερωτή
τρακτερωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρακτερωτός
τρακτερωτής	adj	γενική ενικού του τρακτερωτή
τρακτερωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρακτερωτός
τρακτερωτού	adj	γενική ενικού του τρακτερωτός
τρακτερωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρακτερωτός
τρακτερωτό	adj	αιτιατική ενικού του τρακτερωτός
τρακτερωτός	adj	που έχει προεξοχές ή εγκοπές
τρακτερωτών	adj	γενική πληθυντικού του τρακτερωτός
τρακόσα	num	μορφή του τριακόσια
τρακόσια	=	τριακόσια
τρακόσοι	num	τριακόσιοι
τραλαλά	adj	χαζοχαρούμενος, άσχετος, επιπόλαιος	intj	(λέξη χωρίς νόημα) τραγουδιστή αντικατάσταση στίχων τραγουδιού
τραμ	noun	μεταφορικό μέσο των αστικών κέντρων που κινείται με ηλεκτρισμό επάνω σε σιδηροτροχιές
τραμβάι	noun|dated	το τραμ
τραμβαγέρη	=	τραμβαγέρης
τραμβαγέρηδες	=	τραμβαγέρης
τραμβαγέρηδων	=	τραμβαγέρης
τραμβαγέρης	noun	ο οδηγός του τραμ
τραμουντάνα	noun	ο βόρειος άνεμος, ο βοριάς
τραμουντάνας	noun	γενική ενικού του τραμουντάνα
τραμουντάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμουντάνα
τραμουντάνων	=	τραμουντάνα
τραμπάκισσα	=	τραμπάκουλας
τραμπάκουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπάκουλο
τραμπάκουλας	noun	κυρίως για ιδιοκτήτη πλοίου ή καπετάνιο, ο πλοίαρχος, δευτερογενώς ο ναυτικός, ο μούτσος
τραμπάκουλες	=	τραμπάκουλας
τραμπάκουλο	noun	είδος πλοίου της Αδριατικής Θάλασσας με δύο κατάρτια
τραμπάκουλου	noun	γενική ενικού του τραμπάκουλο
τραμπάκουλων	noun	γενική πληθυντικού του τραμπάκουλο
τραμπάλα	noun	παιδικό παιχνίδι το οποίο αποτελείται από ένα οριζόντιο ξύλινο ή μεταλλικό στέλεχος που εκτελεί κυκλική κίνηση στο κατακόρυφο επίπεδο γύρω από το μέσον του, ενώ οι δύο παίκτες κάθονται στα άκρα του· όταν ο ένας ανεβαίνει τότε ο άλλος κατεβαίνει και αντιστρόφως
τραμπάλας	noun	γενική ενικού του τραμπάλα
τραμπάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπάλα
τραμπάλων	=	τραμπάλα
τραμπαλίζομαι	verb	κάνω τραμπάλα
τραμπαλίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλισμέ	=	τραμπαλισμός
τραμπαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπαλισμένο
τραμπαλισμένε	verb	κλητική ενικού του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπαλισμένη
τραμπαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμένης	verb	γενική ενικού του τραμπαλισμένη
τραμπαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραμπαλισμένος
τραμπαλισμοί	=	τραμπαλισμός
τραμπαλισμού	=	τραμπαλισμός
τραμπαλισμούς	=	τραμπαλισμός
τραμπαλισμό	=	τραμπαλισμός
τραμπαλισμός	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τραμπαλίζομαι
τραμπαλισμών	=	τραμπαλισμός
τραμπαλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραμπαλίζομαι
τραμπαλών	=	τραμπάλα
τραμπαρίφας	noun|rare	αυτός που κάνει ανοησίες ή βλακείες
τραμπικά	=	τραμπικός
τραμπικέ	=	τραμπικός
τραμπικές	=	τραμπικός
τραμπική	=	τραμπικός
τραμπικής	=	τραμπικός
τραμπικοί	=	τραμπικός
τραμπικού	=	τραμπικός
τραμπικούς	=	τραμπικός
τραμπικό	=	τραμπικός
τραμπικός	adj	που έχει σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρεται σʼ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
τραμπικών	=	τραμπικός
τραμπισμέ	=	τραμπισμός
τραμπισμοί	=	τραμπισμός
τραμπισμού	=	τραμπισμός
τραμπισμούς	=	τραμπισμός
τραμπισμό	=	τραμπισμός
τραμπισμός	noun	πολιτικό, ιδεολογικό και επικοινωνιακό στιλ που συνδέεται με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και τις πολιτικές, τακτικές και ρητορικές του: λαϊκισμός, εθνοκεντρισμός, προστατευτισμός, αντίσταση στο κατεστημένο, δημαγωγική ρητορική
τραμπισμών	=	τραμπισμός
τραμπιστέ	=	τραμπιστής
τραμπιστής	noun	οπαδός του Ντόναλντ Τραμπ και του τραμπισμού
τραμπιστοί	=	τραμπιστής
τραμπιστού	=	τραμπιστής
τραμπιστούς	=	τραμπιστής
τραμπιστό	=	τραμπιστής
τραμπιστός	=	τραμπιστής
τραμπιστών	=	τραμπιστής
τραμπολίνα	=	τραμπολίνο
τραμπολίνο	noun	όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ελαστικό και ανθεκτικό ύφασμα πάνω στο οποίο εκτελούνται ακροβατικές ασκήσεις
τραμπολίνου	=	τραμπολίνο
τραμπολίνων	=	τραμπολίνο
τραμπουκάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραμπουκάρω
τραμπουκάρω	verb	κλυδωνίζομαι
τραμπουκέτα	=	τραμπουκέτο
τραμπουκέτο	noun	θεατρικός μηχανισμός —συχνά καταπακτή ή κρυφό άνοιγμα— που επιτρέπει την αιφνίδια εμφάνιση ή εξαφάνιση προσώπων και αντικειμένων στη σκηνή, ενισχύοντας την αίσθηση του απρόβλεπτου ή του μυστηρίου
τραμπουκέτου	=	τραμπουκέτο
τραμπουκέτων	=	τραμπουκέτο
τραμπουκαρία	noun	σύνολο τραμπούκων
τραμπουκαρίας	=	τραμπουκαρία
τραμπουκαρίες	=	τραμπουκαρία
τραμπουκαρίσματα	=	τραμπουκάρισμα
τραμπουκαρίσματος	=	τραμπουκάρισμα
τραμπουκαριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκαριό
τραμπουκαριού	noun	γενική ενικού του τραμπουκαριό
τραμπουκαρισμάτων	=	τραμπουκάρισμα
τραμπουκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκαρισμένο
τραμπουκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκαρισμένη
τραμπουκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαρισμένης	verb	γενική ενικού του τραμπουκαρισμένη
τραμπουκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραμπουκαρισμένος
τραμπουκαριό	noun	συνώνυμο του τραμπουκαρία
τραμπουκαριών	noun	γενική πληθυντικού του τραμπουκαριό
τραμπουκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκικό
τραμπουκικέ	adj	κλητική ενικού του τραμπουκικός
τραμπουκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκική
τραμπουκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραμπουκικός
τραμπουκικής	adj	γενική ενικού του τραμπουκική
τραμπουκικη	=	τραμπουκικός
τραμπουκικο	=	τραμπουκικός
τραμπουκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκικός
τραμπουκικού	adj	γενική ενικού του τραμπουκικός
τραμπουκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραμπουκικός
τραμπουκικό	adj	αιτιατική ενικού του τραμπουκικός
τραμπουκικός	adj	που έχει σχέση με τραμπούκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τραμπουκικών	adj	γενική πληθυντικού του τραμπουκικός
τραμπουκισμέ	noun	κλητική ενικού του τραμπουκισμός
τραμπουκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραμπουκισμός
τραμπουκισμού	noun	γενική ενικού του τραμπουκισμός
τραμπουκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραμπουκισμός
τραμπουκισμό	noun	αιτιατική ενικού του τραμπουκισμός
τραμπουκισμός	noun	η θρασύτατη και βίαια συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον τραμπούκο
τραμπουκισμών	noun	γενική πληθυντικού του τραμπουκισμός
τραμπουκοκρατία	noun	επικράτηση των τραμπούκων, της πρακτικής και των μεθόδων εκφοβισμού στην πολιτική ή κοινωνική ζωή
τραμπουκοκρατίας	noun	γενική ενικού του τραμπουκοκρατία
τραμπουκοκρατίες	=	τραμπουκοκρατία
τραμπουκοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του τραμπουκοκρατία
τραμπούκα	=	τραμπούκος
τραμπούκε	noun	κλητική ενικού του τραμπούκος
τραμπούκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπούκικο
τραμπούκικε	adj	κλητική ενικού του τραμπούκικος
τραμπούκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραμπούκικη
τραμπούκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραμπούκικος
τραμπούκικης	adj	γενική ενικού του τραμπούκικη
τραμπούκικο	adj	αιτιατική ενικού του τραμπούκικος
τραμπούκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραμπούκικος
τραμπούκικος	adj	που έχει σχέση με τραμπούκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τραμπούκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραμπούκικος
τραμπούκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραμπούκικος
τραμπούκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραμπούκικος
τραμπούκο	=	τραμπούκος
τραμπούκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραμπούκος
τραμπούκος	noun	άτομο που ανήκει σε παρακρατική οργάνωση ή σε κομματική παράταξη και δημιουργεί επεισόδια ή προβαίνει σε βιαιοπραγίες, συνήθως επί πληρωμή
τραμπούκου	noun	γενική ενικού του τραμπούκος
τραμπούκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραμπούκος
τραμπούκων	noun	γενική πληθυντικού του τραμπούκος
τρανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρανός	adv	με τρανότητα
τρανέ	adj	κλητική ενικού του τρανός
τρανέματα	=	τράνεμα
τρανέματος	=	τράνεμα
τρανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανή
τρανέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανεύω
τρανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρανός
τρανής	adj	γενική ενικού του τρανή
τρανεμάτων	=	τράνεμα
τρανεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανεμένο
τρανεμένε	verb	κλητική ενικού του τρανεμένος
τρανεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανεμένη
τρανεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρανεμένος
τρανεμένης	verb	γενική ενικού του τρανεμένη
τρανεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρανεμένος
τρανεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρανεμένος
τρανεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρανεμένος
τρανεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρανεμένος
τρανεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρανεμένος
τρανεύω	verb|literary	γίνομαι τρανός, ωριμάζω
τρανζίστορ	noun	κρυσταλλοτρίοδος
τρανζιστοράκι	noun	ραδιοφωνάκι
τρανζιστοράκια	=	τρανζιστοράκι
τρανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρανός
τρανοτήτων	=	τρανότητα
τρανού	adj	γενική ενικού του τρανός
τρανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρανός
τρανς	noun	άλλη μορφή του τρανσέξουαλ	adj	άλλη μορφή του τρανσέξουαλ, διεμφυλικός
τρανσέξουαλ	noun	άτομο που δεν ταυτίζεται ή δεν είναι ικανοποιημένο με το φύλο του και επιθυμεί να μεταβεί μόνιμα σε άλλο φύλο (εξωτερικά ή εσωτερικά / λειτουργικά)	adj	τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανσεξουαλικό
τρανσεξουαλικέ	adj	κλητική ενικού του τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανσεξουαλική
τρανσεξουαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικής	adj	γενική ενικού του τρανσεξουαλική
τρανσεξουαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικοτήτων	=	τρανσεξουαλικότητα
τρανσεξουαλικού	adj	γενική ενικού του τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικό	adj	αιτιατική ενικού του τρανσεξουαλικός
τρανσεξουαλικός	noun	τρανσέξουαλ	adj	που αναφέρεται σε τρανσέξουαλ
τρανσεξουαλικότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του τρανσέξουαλ
τρανσεξουαλικότητας	=	τρανσεξουαλικότητα
τρανσεξουαλικότητες	=	τρανσεξουαλικότητα
τρανσεξουαλικών	adj	γενική πληθυντικού του τρανσεξουαλικός
τρανσουμανισμέ	=	τρανσουμανισμός
τρανσουμανισμοί	=	τρανσουμανισμός
τρανσουμανισμού	=	τρανσουμανισμός
τρανσουμανισμούς	=	τρανσουμανισμός
τρανσουμανισμό	=	τρανσουμανισμός
τρανσουμανισμός	noun	η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό του, εξελισσόμενος βιολογικά και τεχνολογικά
τρανσουμανισμών	=	τρανσουμανισμός
τρανσπαράν	adj	διαφανής
τρανσφεμινισμέ	=	τρανσφεμινισμός
τρανσφεμινισμοί	=	τρανσφεμινισμός
τρανσφεμινισμού	=	τρανσφεμινισμός
τρανσφεμινισμούς	=	τρανσφεμινισμός
τρανσφεμινισμό	=	τρανσφεμινισμός
τρανσφεμινισμός	noun	προσέγγιση του φεμινισμού που λαμβάνει υπόψη του το κίνημα των τρανς γυναικών
τρανσφεμινισμών	=	τρανσφεμινισμός
τρανσφοβία	noun	η φοβία ή η αποστροφή προς την τρανσεξουαλικότητα ή προς τα τρανς άτομα
τρανσφοβίας	noun	γενική ενικού του τρανσφοβία
τρανσφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανσφοβία
τρανσφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του τρανσφοβία
τραντάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράνταγμα
τραντάγματος	noun	γενική ενικού του τράνταγμα
τραντάζαμε	=	τραντάζω
τραντάζαν	=	τραντάζω
τραντάζανε	=	τραντάζω
τραντάζατε	=	τραντάζω
τραντάζει	=	τραντάζω
τραντάζεις	=	τραντάζω
τραντάζεσαι	=	τραντάζω
τραντάζεστε	=	τραντάζω
τραντάζεται	=	τραντάζω
τραντάζετε	=	τραντάζω
τραντάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τραντάζω
τραντάζονται	=	τραντάζω
τραντάζονταν	=	τραντάζω
τραντάζοντας	=	τραντάζω
τραντάζου	=	τραντάζομαι
τραντάζουμε	=	τραντάζω
τραντάζουν	=	τραντάζω
τραντάζουνε	=	τραντάζω
τραντάζω	verb	κουνώ με δύναμη και βία
τραντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξαν	=	τραντάζω
τραντάξανε	=	τραντάζω
τραντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξου	=	τραντάζω
τραντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραντάζω
τραντάχτηκα	=	τραντάζω
τραντάχτηκαν	=	τραντάζω
τραντάχτηκε	=	τραντάζω
τραντάχτηκες	=	τραντάζω
τραντέ	=	τραντές
τραντέδες	=	τραντές
τραντέδων	=	τραντές
τραντές	noun	άλλη μορφή του αντραντές
τρανταγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τράνταγμα
τρανταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανταγμένο
τρανταγμένε	verb	κλητική ενικού του τρανταγμένος
τρανταγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανταγμένη
τρανταγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρανταγμένος
τρανταγμένης	verb	γενική ενικού του τρανταγμένη
τρανταγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρανταγμένος
τρανταγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρανταγμένος
τρανταγμένος	verb	που έχει τρανταχτεί
τρανταγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρανταγμένος
τρανταγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρανταγμένος
τρανταγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρανταγμένος
τρανταζόμασταν	=	τραντάζω
τρανταζόμαστε	=	τραντάζω
τρανταζόμουν	=	τραντάζω
τρανταζόμουνα	=	τραντάζω
τρανταζόντουσαν	=	τραντάζω
τρανταζόσασταν	=	τραντάζω
τρανταζόσαστε	=	τραντάζω
τρανταζόσουν	=	τραντάζω
τρανταζόσουνα	=	τραντάζω
τρανταζόταν	=	τραντάζω
τρανταζότανε	=	τραντάζω
τρανταχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανταχτό	adv	με τρανταχτό τρόπο
τρανταχτέ	adj	κλητική ενικού του τρανταχτός
τρανταχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανταχτή
τρανταχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρανταχτός
τρανταχτήκαμε	=	τραντάζω
τρανταχτήκαν	=	τραντάζω
τρανταχτήκανε	=	τραντάζω
τρανταχτήκατε	=	τραντάζω
τρανταχτής	adj	γενική ενικού του τρανταχτή
τρανταχτεί	=	τραντάζω
τρανταχτείτε	=	τραντάζω
τρανταχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρανταχτός
τρανταχτού	adj	γενική ενικού του τρανταχτός
τρανταχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρανταχτός
τρανταχτό	adj	αιτιατική ενικού του τρανταχτός
τρανταχτός	adj	αυτός που τραντάζεται, δονείται
τρανταχτών	adj	γενική πληθυντικού του τρανταχτός
τραντισιοναλισμέ	=	τραντισιοναλισμός
τραντισιοναλισμοί	=	τραντισιοναλισμός
τραντισιοναλισμού	=	τραντισιοναλισμός
τραντισιοναλισμούς	=	τραντισιοναλισμός
τραντισιοναλισμό	=	τραντισιοναλισμός
τραντισιοναλισμός	noun	η παραδοσιοκρατία
τραντισιοναλισμών	=	τραντισιοναλισμός
τρανφοβία	noun	άλλη μορφή του τρανσφοβία
τρανφοβίας	noun	γενική ενικού του τρανφοβία
τρανφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανφοβία
τρανφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του τρανφοβία
τρανωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανωμένο
τρανωμένε	verb	κλητική ενικού του τρανωμένος
τρανωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρανωμένη
τρανωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρανωμένος
τρανωμένης	verb	γενική ενικού του τρανωμένη
τρανωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρανωμένος
τρανωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρανωμένος
τρανωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρανωμένος
τρανωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρανωμένος
τρανωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρανωμένος
τρανό	adj	αιτιατική ενικού του τρανός
τρανός	adj	μεγάλος, ισχυρός, δυνατός, φημισμένος
τρανότατα	=	τρανός
τρανότατε	=	τρανός
τρανότατες	=	τρανός
τρανότατη	=	τρανός
τρανότατης	=	τρανός
τρανότατο	=	τρανός
τρανότατοι	=	τρανός
τρανότατος	=	τρανός
τρανότατου	=	τρανός
τρανότατους	=	τρανός
τρανότατων	=	τρανός
τρανότερα	=	τρανός
τρανότερε	=	τρανός
τρανότερες	=	τρανός
τρανότερη	=	τρανός
τρανότερης	=	τρανός
τρανότερο	=	τρανός
τρανότεροι	=	τρανός
τρανότερος	=	τρανός
τρανότερου	=	τρανός
τρανότερους	=	τρανός
τρανότερων	=	τρανός
τρανότητα	noun	το να είναι κάποιος τρανός, η ιδιότητα του τρανού
τρανότητας	=	τρανότητα
τρανότητες	=	τρανότητα
τρανών	adj	γενική πληθυντικού του τρανός
τρανώνω	verb|rare	άλλη μορφή του τρανεύω
τρανώς	adv|formal	με τρανό τρόπο
τρανώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τρανώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρανώνω
τραπ	noun	υποείδος της χιπ χοπ μουσικής, που προέκυψε από τον συνδυασμό της με την ηλεκτρονική μουσική, και χαρακτηρίζεται από απειλητικούς στίχους με συχνές αναφορές σε βία, ναρκωτικά και σεξ, ήχο που ενσωματώνει μισές ή τριπλές διαιρέσεις του χρόνου, βαριά μπάσα κ.λπ.
τραπέζης	=	τράπεζα
τραπέζι	noun	έπιπλο με τέσσερα, συνήθως, πόδια
τραπέζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπέζι
τραπέζιο	noun	γεωμετρικό τετράπλευρο με δύο από τις απέναντι πλευρές του παράλληλες μεταξύ τους
τραπέζιον	=	τραπέζι
τραπέζιου	=	τραπέζιο
τραπέζωμα	noun	η διοργάνωση γεύματος προς κάποιον / κάποιους, η λέξη δείχνει ότι προκαλεί κόπο / ότι έχει κάποια υποχρεωτικότητα, π.χ. για τιμητικούς λόγους
τραπέζωνα	=	τραπεζώνω
τραπέζωναν	=	τραπεζώνω
τραπέζωνε	=	τραπεζώνω
τραπέζωνες	=	τραπεζώνω
τραπέζωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπέζωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπέζωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπέζωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπήκαν	=	τρέπω
τραπήκανε	=	τρέπω
τραπήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπεζάκι	noun	μικρό τραπέζι
τραπεζάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζάκι
τραπεζάρη	noun	τραπεζάρης, στη γενική του ενικού
τραπεζάρηδες	noun	τραπεζάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
τραπεζάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζάρης
τραπεζάρης	noun	ο τραπεζοκόμος
τραπεζάρισσας	noun	γενική ενικού του τραπεζάρισσα
τραπεζάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζάρισσα
τραπεζίου	noun	γενική ενικού του τραπέζιο
τραπεζίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζίτης
τραπεζίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τραπεζίτης
τραπεζίτης	noun	ιδιοκτήτης τράπεζας (θηλυκό τραπεζίτρια)
τραπεζίων	noun	γενική πληθυντικού του τραπέζιο
τραπεζαρία	noun	δωμάτιο ενός διαμερίσματος με μεγάλο τραπέζι, που χρησιμεύει στην υποδοχή καλεσμένων
τραπεζαρίας	noun	γενική ενικού του τραπεζαρία
τραπεζαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζαρία
τραπεζαρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζαρείο
τραπεζαρείο	noun|rare	η τραπεζαρία μονής
τραπεζαρείου	noun	γενική ενικού του τραπεζαρείο
τραπεζαρείων	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζαρείο
τραπεζαρισσών	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζάρισσα
τραπεζαριών	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζαρία
τραπεζιέρα	noun	τραπεζιέρης
τραπεζιέρας	noun	γενική ενικού του τραπεζιέρα
τραπεζιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζιέρα
τραπεζιέρη	=	τραπεζιέρης
τραπεζιέρηδες	=	τραπεζιέρης
τραπεζιέρηδων	=	τραπεζιέρης
τραπεζιέρης	noun	αυτός που υπηρετεί, που σερβίρει τους γευματίζοντες
τραπεζικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζικό
τραπεζικέ	adj	κλητική ενικού του τραπεζικός
τραπεζικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζική
τραπεζική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραπεζικός
τραπεζικής	adj	γενική ενικού του τραπεζική
τραπεζικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζικός
τραπεζικού	adj	γενική ενικού του τραπεζικός
τραπεζικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζικός
τραπεζικό	adj	αιτιατική ενικού του τραπεζικός
τραπεζικός	noun	ο εργαζόμενος σε τράπεζα	adj	ο σχετικός με τράπεζα, ή συναλλαγή μ΄ αυτή
τραπεζικών	adj	γενική πληθυντικού του τραπεζικός
τραπεζιοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τραπεζιοειδής
τραπεζιοειδή	=	τραπεζιοειδής
τραπεζιοειδής	adj	που έχει σχήμα τραπεζίου
τραπεζιοειδείς	=	τραπεζιοειδής
τραπεζιοειδούς	=	τραπεζιοειδής
τραπεζιοειδών	=	τραπεζιοειδής
τραπεζιού	noun	γενική ενικού του τραπέζι
τραπεζιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζιτικό
τραπεζιτικέ	adj	κλητική ενικού του τραπεζιτικός
τραπεζιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζιτική
τραπεζιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραπεζιτικός
τραπεζιτικής	adj	γενική ενικού του τραπεζιτική
τραπεζιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζιτικός
τραπεζιτικού	adj	γενική ενικού του τραπεζιτικός
τραπεζιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζιτικός
τραπεζιτικό	adj	αιτιατική ενικού του τραπεζιτικός
τραπεζιτικός	adj	που έχει σχέση με τραπεζίτη ή υπάλληλο τράπεζας ή αναφέρεται σ’ αυτούς
τραπεζιτικών	adj	γενική πληθυντικού του τραπεζιτικός
τραπεζιτών	=	τραπεζίτης
τραπεζιόσχημα	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημε	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημες	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημη	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημης	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημο	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημοι	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημος	adj	που έχει σχήμα τραπεζίου
τραπεζιόσχημου	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημους	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιόσχημων	=	τραπεζιόσχημος
τραπεζιών	=	τραπέζι
τραπεζοασφάλεια	noun	κάθε είδος ασφαλιστικού και επενδυτικού προϊόντος που προωθείται από τραπεζικά ιδρύματα
τραπεζοασφάλειας	=	τραπεζοασφάλεια
τραπεζοασφάλειες	=	τραπεζοασφάλεια
τραπεζοασφαλειών	=	τραπεζοασφάλεια
τραπεζοασφαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοασφαλιστικό
τραπεζοασφαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζοασφαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοασφαλιστική
τραπεζοασφαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζοασφαλιστικής	adj	γενική ενικού του τραπεζοασφαλιστική
τραπεζοασφαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζοασφαλιστικού	adj	γενική ενικού του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζοασφαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζοασφαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζοασφαλιστικός	adj	που σχετίζεται με τις τραπεζοασφάλειες
τραπεζοασφαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του τραπεζοασφαλιστικός
τραπεζογραμμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζογραμμάτιο
τραπεζογραμμάτιο	noun	γραμμάτιο που εκδίδει η κεντρική τράπεζα κάθε χώρας για να χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές, το οποίο έχει αντίκρυσμα ή κάλυμμα στα αποθεματικά τής τράπεζας σε πολύτιμους λίθους· με την αναγκαστική κυκλοφορία και τη μη μετατρεψιμότητα των τραπεζογραματίων σε χρυσό ή οτιδήποτε άλλο αντιπροσωπεύουν, εξομοιώνονται με χαρτονομίσματα
τραπεζογραμμάτιον	noun	το τραπεζογραμμάτιο
τραπεζογραμμάτιου	=	τραπεζογραμμάτιο
τραπεζογραμματίου	noun	γενική ενικού του τραπεζογραμμάτιο
τραπεζογραμματίων	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζογραμμάτιο
τραπεζοειδές	=	τραπεζοειδής
τραπεζοειδή	=	τραπεζοειδής
τραπεζοειδής	adj|formal	που είναι επίπεδος (όπως η επιφάνεια των τραπεζιών)
τραπεζοειδείς	=	τραπεζοειδής
τραπεζοειδούς	=	τραπεζοειδής
τραπεζοειδών	=	τραπεζοειδής
τραπεζοκάθισμα	noun	ένα κάθισμα και ένα τραπέζι ενός μαγαζιού
τραπεζοκαθίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοκάθισμα
τραπεζοκαθίσματος	=	τραπεζοκάθισμα
τραπεζοκαθισμάτων	=	τραπεζοκάθισμα
τραπεζοκρατία	noun	σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο οι τράπεζες έχουν τον πρώτο λόγο
τραπεζοκρατίας	noun	γενική ενικού του τραπεζοκρατία
τραπεζοκρατίες	=	τραπεζοκρατία
τραπεζοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζοκρατία
τραπεζοκόμα	noun	θηλυκό του τραπεζοκόμος
τραπεζοκόμας	=	τραπεζοκόμα
τραπεζοκόμε	noun	κλητική ενικού του τραπεζοκόμος
τραπεζοκόμες	=	τραπεζοκόμα
τραπεζοκόμο	noun	αιτιατική ενικού του τραπεζοκόμος
τραπεζοκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοκόμος
τραπεζοκόμος	noun	πρόσωπο που στρώνει τα τραπέζια και εξυπηρετεί όσους κάθονται σε αυτό (συνήθως σε φορείς, όπως ιδρύματα, στρατώνες, τον ΟΑΕΔ ως λόγια επιλογή αντί για τη λέξη σερβιτόρος)
τραπεζοκόμου	noun	γενική ενικού του τραπεζοκόμος
τραπεζοκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζοκόμος
τραπεζοκόμων	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζοκόμος
τραπεζομάνδηλον	noun	το τραπεζομάντιλο
τραπεζομάντηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζομάντηλο
τραπεζομάντηλο	noun	άλλη γραφή του τραπεζομάντιλο
τραπεζομάντηλου	=	τραπεζομάντηλο
τραπεζομάντηλων	=	τραπεζομάντηλο
τραπεζομάντιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζομάντιλο
τραπεζομάντιλο	noun	ένα κομμάτι ύφασμα με το οποίο καλύπτεται το τραπέζι
τραπεζομάντιλου	noun	γενική ενικού του τραπεζομάντιλο
τραπεζομάντιλων	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζομάντιλο
τραπεζομάχαιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζομάχαιρο
τραπεζομάχαιρο	noun	μαχαίρι που χρησιμοποιείται στο τραπέζι κατά τη διάρκεια του φαγητού
τραπεζομάχαιρου	noun	γενική ενικού του τραπεζομάχαιρο
τραπεζομάχαιρων	noun	γενική πληθυντικού του τραπεζομάχαιρο
τραπεζομεσίτες	=	τραπεζομεσίτης
τραπεζομεσίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τραπεζομεσίτης
τραπεζομεσίτης	noun	ο μεσίτης συναλλάγματος και λοιπών τραπεζικών συναλλαγών
τραπεζομεσιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζομεσιτικό
τραπεζομεσιτικέ	adj	κλητική ενικού του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζομεσιτική
τραπεζομεσιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτικής	adj	γενική ενικού του τραπεζομεσιτική
τραπεζομεσιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτικού	adj	γενική ενικού του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτικό	adj	αιτιατική ενικού του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτικός	adj	που έχει σχέση με τραπεζομεσίτη και τα σχετικά με το επάγγελμά του ή αναφέρεται σ’ αυτά
τραπεζομεσιτικών	adj	γενική πληθυντικού του τραπεζομεσιτικός
τραπεζομεσιτών	=	τραπεζομεσίτης
τραπεζοσοβιετία	noun	δημώδης - δημοσιογραφικός σκωπτικός χαρακτηρισμός, με σοβιετικούς συνειρμούς, της υφιστάμενης σήμερα οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα σχετικά με κατασχέσεις ακινήτων που πρωτοστατούν οι τράπεζες.
τραπεζοσοβιετίας	=	τραπεζοσοβιετία
τραπεζοσοβιετίες	=	τραπεζοσοβιετία
τραπεζοσοβιετιών	=	τραπεζοσοβιετία
τραπεζοϋπάλληλε	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπάλληλο	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπάλληλοι	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπάλληλος	noun	ο υπάλληλος τράπεζας
τραπεζοϋπάλληλου	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπάλληλους	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπαλλήλου	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπαλλήλους	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπαλλήλων	=	τραπεζοϋπάλληλος
τραπεζοϋπαλληλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοϋπαλληλικό
τραπεζοϋπαλληλικέ	adj	κλητική ενικού του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζοϋπαλληλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοϋπαλληλική
τραπεζοϋπαλληλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζοϋπαλληλικής	adj	γενική ενικού του τραπεζοϋπαλληλική
τραπεζοϋπαλληλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζοϋπαλληλικού	adj	γενική ενικού του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζοϋπαλληλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζοϋπαλληλικό	adj	αιτιατική ενικού του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζοϋπαλληλικός	adj	ο σχετικός με τραπεζοϋπάλληλο
τραπεζοϋπαλληλικών	adj	γενική πληθυντικού του τραπεζοϋπαλληλικός
τραπεζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τραπέζωμα
τραπεζωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζωμένο
τραπεζωμένε	verb	κλητική ενικού του τραπεζωμένος
τραπεζωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπεζωμένη
τραπεζωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραπεζωμένος
τραπεζωμένης	verb	γενική ενικού του τραπεζωμένη
τραπεζωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραπεζωμένος
τραπεζωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραπεζωμένος
τραπεζωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραπεζωμένος
τραπεζωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραπεζωμένος
τραπεζωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραπεζωμένος
τραπεζόεδρα	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρε	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρες	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρη	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρης	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρο	noun	πολύεδρο με έδρες σχήματος τραπεζίου
τραπεζόεδροι	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρος	adj	που έχει σχέση με τραπεζόεδρο (πολύεδρο με έδρες σχήματος τραπεζίου) ή αναφέρεται σʼ αυτό
τραπεζόεδρου	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρους	=	τραπεζόεδρος
τραπεζόεδρων	=	τραπεζόεδρος
τραπεζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπέζωμα
τραπεζώματος	noun	γενική ενικού του τραπέζωμα
τραπεζών	noun	γενική πληθυντικού του τράπεζα
τραπεζώναμε	=	τραπεζώνω
τραπεζώναν	=	τραπεζώνω
τραπεζώνανε	=	τραπεζώνω
τραπεζώνατε	=	τραπεζώνω
τραπεζώνει	=	τραπεζώνω
τραπεζώνεις	=	τραπεζώνω
τραπεζώνετε	=	τραπεζώνω
τραπεζώνοντας	=	τραπεζώνω
τραπεζώνουμε	=	τραπεζώνω
τραπεζώνουν	=	τραπεζώνω
τραπεζώνουνε	=	τραπεζώνω
τραπεζώνω	verb	προσκαλώ κάποιον σε γεύμα για τιμητικούς λόγους
τραπεζώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσαν	=	τραπεζώνω
τραπεζώσανε	=	τραπεζώνω
τραπεζώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπεζώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω
τραπουλόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραπουλόχαρτο
τραπουλόχαρτο	noun	ένα φύλλο, χαρτί της τράπουλας
τραπουλόχαρτου	noun	γενική ενικού του τραπουλόχαρτο
τραπουλόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του τραπουλόχαρτο
τραπουλών	noun	γενική πληθυντικού του τράπουλα
τραπούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τραπούνε	=	τρέπω
τραπώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέπομαι
τρασέζ	noun	αθλήτρια του παρκούρ
τρασέρ	noun	αθλητής του παρκούρ
τρασαδούρα	noun	ο σχετικός με σκουπίδια
τρασαδούρας	=	τρασαδούρα
τρασαδούρες	=	τρασαδούρα
τραστ	noun	μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός
τρατάρη	noun	τρατάρης, στη γενική του ενικού
τρατάρηδες	noun	τρατάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
τρατάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του τρατάρης
τρατάρης	noun	κάποιος που εργάζεται σε τράτα ή είναι ιδιοκτήτης της
τρατάρισμα	noun	το κέρασμα όταν έχει κάποιος ξένους στο σπίτι
τρατάρω	verb	κερνάω (ειδικότερα για γλυκό ή ποτό)
τρατέρνω	verb	φιλοδωρώ, κερνώ
τραταμέντο	noun	κέρασμα, φίλεμα
τραταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρατάρισμα
τραταρίσματος	noun	γενική ενικού του τρατάρισμα
τραταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρατάρισμα
τραταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραταρισμένο
τραταρισμένε	verb	κλητική ενικού του τραταρισμένος
τραταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραταρισμένη
τραταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραταρισμένος
τραταρισμένης	verb	γενική ενικού του τραταρισμένη
τραταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραταρισμένος
τραταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραταρισμένος
τραταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραταρισμένος
τραταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραταρισμένος
τραταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραταρισμένος
τρατών	noun	γενική πληθυντικού του τράτα
τραυλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραυλός	adv	με τραυλότητα, με τραυλό τρόπο
τραυλέ	adj	κλητική ενικού του τραυλός
τραυλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυλή
τραυλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραυλός
τραυλής	adj	γενική ενικού του τραυλή
τραυλίζαμε	=	τραυλίζω
τραυλίζαν	=	τραυλίζω
τραυλίζανε	=	τραυλίζω
τραυλίζατε	=	τραυλίζω
τραυλίζει	=	τραυλίζω
τραυλίζεις	=	τραυλίζω
τραυλίζετε	=	τραυλίζω
τραυλίζον	=	τραυλίζων
τραυλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τραυλίζω
τραυλίζουμε	=	τραυλίζω
τραυλίζουν	=	τραυλίζω
τραυλίζουνε	=	τραυλίζω
τραυλίζουσα	verb	που τραυλίζει
τραυλίζουσες	verb	που τραυλίζουν
τραυλίζω	verb	πάσχω από τραυλισμό
τραυλίζων	verb	που τραυλίζει
τραυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσαν	=	τραυλίζω
τραυλίσανε	=	τραυλίζω
τραυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραύλισμα
τραυλίσματος	noun	γενική ενικού του τραύλισμα
τραυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραυλη	=	τραυλός
τραυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τραύλισμα
τραυλισμέ	noun	κλητική ενικού του τραυλισμός
τραυλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραυλισμός
τραυλισμού	noun	γενική ενικού του τραυλισμός
τραυλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραυλισμός
τραυλισμό	noun	αιτιατική ενικού του τραυλισμός
τραυλισμός	noun	λεκτική διαταραχή κατά την οποία το άτομο δυσκολεύεται να εκφέρει λόγο, συλλαβές ή λέξεις, επαναλαμβάνει σπασμωδικά φθόγγους και παρατείνει ακούσια τη διάρκεια της ομιλίας του
τραυλισμών	noun	γενική πληθυντικού του τραυλισμός
τραυλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραυλός
τραυλοτήτων	=	τραυλότητα
τραυλού	adj	γενική ενικού του τραυλός
τραυλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραυλός
τραυλό	adj	αιτιατική ενικού του τραυλός
τραυλός	adj	που τραυλίζει
τραυλότητα	noun	η διαταραχή της ομιλίας ενός τραυλού ατόμου
τραυλότητας	noun	γενική ενικού του τραυλότητα
τραυλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυλότητα
τραυλών	adj	γενική πληθυντικού του τραυλός
τραυμάτιζα	=	τραυματίζω
τραυμάτιζαν	=	τραυματίζω
τραυμάτιζε	=	τραυματίζω
τραυμάτιζες	=	τραυματίζω
τραυμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τραύμα
τραυματία	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τραυματίας
τραυματίας	noun	που έχει υποστεί τραυματισμό, ο τραυματισμένος
τραυματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματίας
τραυματίζαμε	=	τραυματίζω
τραυματίζαν	=	τραυματίζω
τραυματίζανε	=	τραυματίζω
τραυματίζατε	=	τραυματίζω
τραυματίζει	=	τραυματίζω
τραυματίζεις	=	τραυματίζω
τραυματίζεσαι	=	τραυματίζω
τραυματίζεστε	=	τραυματίζω
τραυματίζεται	=	τραυματίζω
τραυματίζετε	=	τραυματίζω
τραυματίζομαι	verb	υφίσταμαι τραυματισμό εξαιτίας ενέργειας/αμέλειας άλλου ή δικής μου
τραυματίζομε	=	τραυματίζω
τραυματίζονται	=	τραυματίζω
τραυματίζονταν	=	τραυματίζω
τραυματίζοντας	=	τραυματίζω
τραυματίζουμε	=	τραυματίζω
τραυματίζουν	=	τραυματίζω
τραυματίζουνε	=	τραυματίζω
τραυματίζω	verb	προκαλώ τραυματισμό
τραυματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσαν	=	τραυματίζω
τραυματίσανε	=	τραυματίζω
τραυματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσομε	=	τραυματίζω
τραυματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίσουνε	=	τραυματίζω
τραυματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
τραυματιζόμασταν	=	τραυματίζω
τραυματιζόμαστε	=	τραυματίζω
τραυματιζόμουν	=	τραυματίζω
τραυματιζόμουνα	=	τραυματίζω
τραυματιζόντουσαν	=	τραυματίζω
τραυματιζόσασταν	=	τραυματίζω
τραυματιζόσαστε	=	τραυματίζω
τραυματιζόσουν	=	τραυματίζω
τραυματιζόσουνα	=	τραυματίζω
τραυματιζόταν	=	τραυματίζω
τραυματιζότανε	=	τραυματίζω
τραυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραυματικός	adv	με τραυματικό τρόπο
τραυματικέ	adj	κλητική ενικού του τραυματικός
τραυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματική
τραυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραυματικός
τραυματικής	adj	γενική ενικού του τραυματική
τραυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραυματικός
τραυματικού	adj	γενική ενικού του τραυματικός
τραυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραυματικός
τραυματικό	adj	αιτιατική ενικού του τραυματικός
τραυματικός	adj	που έχει σχέση με τραύμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό
τραυματικών	adj	γενική πληθυντικού του τραυματικός
τραυματιολογία	noun	άλλη μορφή του τραυματολογία
τραυματιολογίας	=	τραυματιολογία
τραυματιολογίες	=	τραυματιολογία
τραυματιολογιών	=	τραυματιολογία
τραυματιοφορέα	=	τραυματιοφορέας
τραυματιοφορέας	noun	στρατιώτης που μεταφέρει τραυματισμένους
τραυματιοφορέων	=	τραυματιοφορέας
τραυματιοφορέως	=	τραυματιοφορέας
τραυματιοφορείς	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματιοφορέας
τραυματιοφορεύς	noun	τραυματιοφορέας
τραυματισμέ	noun	κλητική ενικού του τραυματισμός
τραυματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματισμένο
τραυματισμένε	verb	κλητική ενικού του τραυματισμένος
τραυματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματισμένη
τραυματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραυματισμένος
τραυματισμένης	verb	γενική ενικού του τραυματισμένη
τραυματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τραυματισμένος
τραυματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραυματισμένος
τραυματισμένος	verb	που τον έχουν τραυματίσει
τραυματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τραυματισμένος
τραυματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τραυματισμένος
τραυματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τραυματισμένος
τραυματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραυματισμός
τραυματισμού	noun	γενική ενικού του τραυματισμός
τραυματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραυματισμός
τραυματισμό	noun	αιτιατική ενικού του τραυματισμός
τραυματισμός	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τραυματίζω
τραυματισμών	noun	γενική πληθυντικού του τραυματισμός
τραυματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστήκαν	=	τραυματίζω
τραυματιστήκανε	=	τραυματίζω
τραυματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιστούνε	=	τραυματίζω
τραυματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζομαι
τραυματιών	=	τραυματίας
τραυματολογία	noun	τμήμα της ιατρικής επιστήμης, συνήθως της ορθοπαιδικής, που ασχολείται με τη διάγνωση και τη θεραπεία των σωματικών τραυματισμών
τραυματολογίας	noun	γενική ενικού του τραυματολογία
τραυματολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματολογία
τραυματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματολογικό
τραυματολογικέ	adj	κλητική ενικού του τραυματολογικός
τραυματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραυματολογική
τραυματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραυματολογικός
τραυματολογικής	adj	γενική ενικού του τραυματολογική
τραυματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραυματολογικός
τραυματολογικού	adj	γενική ενικού του τραυματολογικός
τραυματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραυματολογικός
τραυματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τραυματολογικός
τραυματολογικός	adj	σχετικός με την τραυματολογία
τραυματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τραυματολογικός
τραυματολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τραυματολογία
τραυματολόγε	=	τραυματολόγος
τραυματολόγο	=	τραυματολόγος
τραυματολόγοι	=	τραυματολόγος
τραυματολόγος	noun	ειδικός στην τραυματολογία
τραυματολόγου	=	τραυματολόγος
τραυματολόγους	=	τραυματολόγος
τραυματολόγων	=	τραυματολόγος
τραφέν	=	τραφείς
τραφέντα	=	τραφείς
τραφέντας	=	τραφείς
τραφέντες	=	τραφείς
τραφέντος	=	τραφείς
τραφέντων	=	τραφείς
τραφήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφήκαν	=	τρέφω
τραφήκανε	=	τρέφω
τραφήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφείσα	=	τραφείς
τραφείσας	=	τραφείς
τραφείσες	=	τραφείς
τραφείσης	=	τραφείς
τραφείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφεισών	=	τραφείς
τραφικέιτορ	noun	ο δείκτης του αυτοκινήτου/μοτοσυκλέτας
τραφούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραφούνε	=	τρέφω
τραφώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφομαι
τραχέα	=	τραχύς
τραχέος	=	τραχύς
τραχέων	=	τραχύς
τραχήλου	noun	γενική ενικού του τράχηλος
τραχήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τράχηλος
τραχήλων	noun	γενική πληθυντικού του τράχηλος
τραχανά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τραχανάς
τραχανάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχανάς
τραχανάδων	noun	γενική πληθυντικού του τραχανάς
τραχανάς	noun	ζυμαρικό για σούπα φτιαγμένο από αλεύρι, γάλα και αβγά καθώς και η ίδια η σούπα
τραχανολαχανόσουπα	noun	λαχανόσουπα που παρασκευάζεται μαζί με τραχανά
τραχανολαχανόσουπας	noun	γενική ενικού του τραχανολαχανόσουπα
τραχανολαχανόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχανολαχανόσουπα
τραχανόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχανόπιτα
τραχανόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής τον τραχανά
τραχανόσουπας	noun	γενική ενικού του τραχανόσουπα
τραχανόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχανόσουπα
τραχεία	noun	αναπνευστικός σωλήνας που συνδέει τον λάρυγγα με τους βρόγχους
τραχείας	noun	γενική ενικού του τραχεία
τραχείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχεία
τραχείς	=	τραχύς
τραχειίτιδα	noun	φλεγμονή της τραχείας
τραχειίτιδας	=	τραχειίτιδα
τραχειίτιδες	=	τραχειίτιδα
τραχειίτιδων	=	τραχειίτιδα
τραχειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τραχειακός	adv	στην τραχειακή περιοχή
τραχειακέ	adj	κλητική ενικού του τραχειακός
τραχειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχειακή
τραχειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραχειακός
τραχειακής	adj	γενική ενικού του τραχειακή
τραχειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραχειακός
τραχειακού	adj	γενική ενικού του τραχειακός
τραχειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραχειακός
τραχειακό	adj	αιτιατική ενικού του τραχειακός
τραχειακός	adj	που σχετίζεται με την τραχεία
τραχειακών	adj	γενική πληθυντικού του τραχειακός
τραχειοβρογχίτιδα	noun	φλεγμονή της τραχείας και των βρόγχων
τραχειοβρογχίτιδας	=	τραχειοβρογχίτιδα
τραχειοβρογχίτιδες	=	τραχειοβρογχίτιδα
τραχειοβρογχίτιδων	=	τραχειοβρογχίτιδα
τραχειοβρογχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχειοβρογχικό
τραχειοβρογχικέ	adj	κλητική ενικού του τραχειοβρογχικός
τραχειοβρογχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχειοβρογχική
τραχειοβρογχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραχειοβρογχικός
τραχειοβρογχικής	adj	γενική ενικού του τραχειοβρογχική
τραχειοβρογχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραχειοβρογχικός
τραχειοβρογχικού	adj	γενική ενικού του τραχειοβρογχικός
τραχειοβρογχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραχειοβρογχικός
τραχειοβρογχικό	adj	αιτιατική ενικού του τραχειοβρογχικός
τραχειοβρογχικός	adj	που σχετίζεται με την τραχεία και τους βρόγχους
τραχειοβρογχικών	adj	γενική πληθυντικού του τραχειοβρογχικός
τραχειοοισοφαγικά	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικέ	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικές	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγική	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικής	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικοί	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικού	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικούς	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικό	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειοοισοφαγικός	adj	σχετικός με την τραχεία και τον οισοφάγο
τραχειοοισοφαγικών	=	τραχειοοισοφαγικός
τραχειορραγία	noun	αιμορραγία της τραχείας
τραχειορραγίας	noun	γενική ενικού του τραχειορραγία
τραχειορραγίες	=	τραχειορραγία
τραχειορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του τραχειορραγία
τραχειοσκοπήσεις	=	τραχειοσκόπηση
τραχειοσκοπήσεων	=	τραχειοσκόπηση
τραχειοσκόπηση	noun	εξέταση της τραχείας με το λαρυγγοσκόπιο
τραχειοσκόπησης	=	τραχειοσκόπηση
τραχειοστομία	noun	διάνοιξη / δημιουργία στομίας χειρουργικά στην τραχεία (άνοιγμα στο λαιμό) για να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αέρα οι πνεύμονες, για να μπορεί να αναπνεύσει κάποιος όταν αυτό δεν είναι δυνατόν από τη μύτη ή το στόμα λόγω ασθενείας
τραχειοστομίας	noun	γενική ενικού του τραχειοστομία
τραχειοστομίες	=	τραχειοστομία
τραχειοστομιών	noun	γενική πληθυντικού του τραχειοστομία
τραχειοτομές	=	τραχειοτομή
τραχειοτομή	noun	τομή στην τραχεία, ώστε να περάσει αέρας στα πνευμόνια όταν υπάρχει κάποια απόφραξη στη διαδρομή από το στόμα έως την τραχεία
τραχειοτομής	=	τραχειοτομή
τραχειοτομία	noun	διάνοιξη της τραχείας, σε περίπτωση απόφραξης του λάρυγγα
τραχειοτομίας	noun	γενική ενικού του τραχειοτομία
τραχειοτομίες	=	τραχειοτομία
τραχειοτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχειοτομικό
τραχειοτομικέ	adj	κλητική ενικού του τραχειοτομικός
τραχειοτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχειοτομική
τραχειοτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραχειοτομικός
τραχειοτομικής	adj	γενική ενικού του τραχειοτομική
τραχειοτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραχειοτομικός
τραχειοτομικού	adj	γενική ενικού του τραχειοτομικός
τραχειοτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραχειοτομικός
τραχειοτομικό	adj	αιτιατική ενικού του τραχειοτομικός
τραχειοτομικός	adj	που σχετίζεται με την τραχειοτομία
τραχειοτομικών	adj	γενική πληθυντικού του τραχειοτομικός
τραχειοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του τραχειοτομία
τραχειοτομών	=	τραχειοτομή
τραχειών	noun	γενική πληθυντικού του τραχεία
τραχηλάτα	=	τραχηλάτος
τραχηλάτε	=	τραχηλάτος
τραχηλάτες	=	τραχηλάτος
τραχηλάτη	=	τραχηλάτος
τραχηλάτης	=	τραχηλάτος
τραχηλάτο	=	τραχηλάτος
τραχηλάτοι	=	τραχηλάτος
τραχηλάτος	adj	που έχει μεγάλο τράχηλο
τραχηλάτου	=	τραχηλάτος
τραχηλάτους	=	τραχηλάτος
τραχηλάτων	=	τραχηλάτος
τραχηλίζω	verb	στρίβω τον τράχηλο ζώου, για να διευκολύνω την σφαγή του
τραχηλίτιδα	noun	φλεγμονή του τραχήλου
τραχηλίτιδας	=	τραχηλίτιδα
τραχηλίτιδες	=	τραχηλίτιδα
τραχηλίτιδων	=	τραχηλίτιδα
τραχηλιά	noun	ο πλατύς πρόσθετος γιακάς που φοριέται πάνω από φόρεμα ή πουκάμισο και συνηθίζεται στις παραδοσιακές ενδυμασίες
τραχηλιάς	noun	γενική ενικού του τραχηλιά
τραχηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχηλιά
τραχηλιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραχηλιαίος
τραχηλιαίας	adj	γενική ενικού του τραχηλιαία
τραχηλιαίε	adj	τραχηλιαίος, στην κλητική του ενικού
τραχηλιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχηλιαία
τραχηλιαίο	adj	τραχηλιαίος, στην αιτιατική του ενικού
τραχηλιαίοι	adj	τραχηλιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τραχηλιαίος	adj	σχετικός με τον τράχηλο
τραχηλιαίου	adj	γενική ενικού του τραχηλιαίος
τραχηλιαίους	adj	τραχηλιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τραχηλιαίων	=	τραχηλιαίος
τραχηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχηλικό
τραχηλικέ	adj	κλητική ενικού του τραχηλικός
τραχηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχηλική
τραχηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραχηλικός
τραχηλικής	adj	γενική ενικού του τραχηλική
τραχηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραχηλικός
τραχηλικού	adj	γενική ενικού του τραχηλικός
τραχηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραχηλικός
τραχηλικό	adj	αιτιατική ενικού του τραχηλικός
τραχηλικός	adj	που έχει σχέση με τον τράχηλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τραχηλικών	adj	γενική πληθυντικού του τραχηλικός
τραχηλισμά	=	τραχηλισμός
τραχηλισμέ	adj	τραχηλισμός, στην κλητική του ενικού
τραχηλισμές	=	τραχηλισμός
τραχηλισμή	=	τραχηλισμός
τραχηλισμής	=	τραχηλισμός
τραχηλισμοί	adj	τραχηλισμός, στην ονομαστική του πληθυντικού
τραχηλισμού	adj	γενική ενικού του τραχηλισμός
τραχηλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τραχηλισμός
τραχηλισμό	adj	τραχηλισμός, στην αιτιατική του ενικού
τραχηλισμός	adj	κατάσταση όπου, κατά τη διάρκεια ενός επιληπτικού επεισοδίου, ο τράχηλος συστέλλεται με σπασμωδικό τρόπο, πράγμα που δυσκολεύει την κυκλοφορία του αίματος στις φλέβες
τραχηλισμών	adj	γενική πληθυντικού του τραχηλισμός
τραχηλιών	=	τραχηλιά
τραχηλοτομία	noun	χειρουργική τομή του τραχήλου της μήτρας
τραχηλοτομίας	noun	γενική ενικού του τραχηλοτομία
τραχηλοτομίες	=	τραχηλοτομία
τραχηλοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του τραχηλοτομία
τραχιά	=	τραχύς
τραχιάς	=	τραχύς
τραχιές	=	τραχύς
τραχιοί	=	τραχύς
τραχιού	=	τραχύς
τραχιούς	=	τραχύς
τραχιών	=	τραχύς
τραχυδερμία	noun|rare	η ιδιότητα του τραχύδερμου
τραχυτήτων	=	τραχύτητα
τραχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τράχωμα
τραχωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχωματικό
τραχωματικέ	adj	κλητική ενικού του τραχωματικός
τραχωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραχωματική
τραχωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τραχωματικός
τραχωματικής	adj	γενική ενικού του τραχωματική
τραχωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τραχωματικός
τραχωματικού	adj	γενική ενικού του τραχωματικός
τραχωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τραχωματικός
τραχωματικό	adj	αιτιατική ενικού του τραχωματικός
τραχωματικός	adj|dated	που αναφέρεται στο τράχωμα ή σχετίζεται με αυτό· πρόσωπο που πάσχει από τράχωμα (ουσιαστικοποιημένο)
τραχωματικών	adj	γενική πληθυντικού του τραχωματικός
τραχύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του τραχύς
τραχύδερμος	adj|rare	που το δέρμα του είναι τραχύ
τραχύνομαι	=	τραχύνω
τραχύνσεις	=	τράχυνση
τραχύνσεων	=	τράχυνση
τραχύνω	verb	σκληραίνω κάτι
τραχύς	adj	με ανώμαλη επιφάνεια, όχι λείος
τραχύτατα	=	τραχύς
τραχύτατε	=	τραχύς
τραχύτατες	=	τραχύς
τραχύτατη	=	τραχύς
τραχύτατης	=	τραχύς
τραχύτατο	=	τραχύς
τραχύτατοι	=	τραχύς
τραχύτατος	=	τραχύς
τραχύτατου	=	τραχύς
τραχύτατους	=	τραχύς
τραχύτατων	=	τραχύς
τραχύτερα	=	τραχύς
τραχύτερε	=	τραχύς
τραχύτερες	=	τραχύς
τραχύτερη	=	τραχύς
τραχύτερης	=	τραχύς
τραχύτερο	=	τραχύς
τραχύτεροι	=	τραχύς
τραχύτερος	=	τραχύς
τραχύτερου	=	τραχύς
τραχύτερους	=	τραχύς
τραχύτερων	=	τραχύς
τραχύτητα	noun|figurative	η ιδιότητα του τραχιού, η σκληρότητα
τραχύτητας	=	τραχύτητα
τραχύτητες	=	τραχύτητα
τραχύφωνα	=	τραχύφωνος
τραχύφωνε	=	τραχύφωνος
τραχύφωνες	=	τραχύφωνος
τραχύφωνη	=	τραχύφωνος
τραχύφωνης	=	τραχύφωνος
τραχύφωνο	=	τραχύφωνος
τραχύφωνοι	=	τραχύφωνος
τραχύφωνος	adj	που έχει τραχιά φωνή
τραχύφωνου	=	τραχύφωνος
τραχύφωνους	=	τραχύφωνος
τραχύφωνων	=	τραχύφωνος
τραχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τράχωμα
τραχώματος	noun	γενική ενικού του τράχωμα
τραϊχάρνταρα	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχάρνταραν	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχάρνταρε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχάρνταρες	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάραμε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάραν	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρανε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρατε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρει	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρεις	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρετε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρισα	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρισαν	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρισε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρισες	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάροντας	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρουμε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρουν	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρουνε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρντάρω	verb|informal	είμαι τράιχαρντ, προσπαθώ πάση θυσία να νικήσω σε διαδικτυακό παιχνίδι με αποτελέσμα τον εκνευρισμό άλλων παικτών
τραϊχαρνταρίσαμε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρνταρίσαν	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρνταρίσανε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρνταρίσατε	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρνταρίσει	=	τραϊχαρντάρω
τραϊχαρνταρίστε	=	τραϊχαρντάρω
τραύλιζα	=	τραυλίζω
τραύλιζαν	=	τραυλίζω
τραύλιζε	=	τραυλίζω
τραύλιζες	=	τραυλίζω
τραύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυλίζω
τραύλισμα	noun	το αποτέλεσμα του τραυλίζω
τραύμα	noun	οποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση, πρόσκρουση, είσοδο ξένου σώματος κλπ)
τραύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τραύμα
τραύματος	noun	γενική ενικού του τραύμα
τρεγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεγμένο
τρεγμένε	verb	κλητική ενικού του τρεγμένος
τρεγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεγμένη
τρεγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεγμένος
τρεγμένης	verb	γενική ενικού του τρεγμένη
τρεγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρεγμένος
τρεγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεγμένος
τρεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τρέχω
τρεγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρεγμένος
τρεγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρεγμένος
τρεγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρεγμένος
τρεις	adj	το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού επιθέτου τρία
τρεισήμισι	num	τρεις και μισό
τρεκά	=	τρεκάς
τρεκάδες	=	τρεκάς
τρεκάδων	=	τρεκάς
τρεκάς	noun	τρέκι
τρεκλίζαμε	=	τρεκλίζω
τρεκλίζαν	=	τρεκλίζω
τρεκλίζανε	=	τρεκλίζω
τρεκλίζατε	=	τρεκλίζω
τρεκλίζει	=	τρεκλίζω
τρεκλίζεις	=	τρεκλίζω
τρεκλίζετε	=	τρεκλίζω
τρεκλίζοντας	=	τρεκλίζω
τρεκλίζουμε	=	τρεκλίζω
τρεκλίζουν	=	τρεκλίζω
τρεκλίζουνε	=	τρεκλίζω
τρεκλίζω	verb	βαδίζω παραπατώντας και κρατώντας με δυσκολία την ισορροπία μου,π.χ. λόγω μέθης
τρεκλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσαν	=	τρεκλίζω
τρεκλίσανε	=	τρεκλίζω
τρεκλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρέκλισμα
τρεκλίσματος	noun	γενική ενικού του τρέκλισμα
τρεκλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεκλίζω
τρεκλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρέκλισμα
τρεκλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεκλισμένο
τρεκλισμένε	verb	κλητική ενικού του τρεκλισμένος
τρεκλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεκλισμένη
τρεκλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεκλισμένος
τρεκλισμένης	verb	γενική ενικού του τρεκλισμένη
τρεκλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρεκλισμένος
τρεκλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεκλισμένος
τρεκλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρεκλισμένος
τρεκλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρεκλισμένος
τρεκλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρεκλισμένος
τρεκού	=	τρεκάς
τρελά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρελός	adv	με τρελό τρόπο
τρελάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελάδικο
τρελάδικο	noun|vulgar	τρελοκομείο
τρελάδικου	noun	γενική ενικού του τρελάδικο
τρελάδικων	noun	γενική πληθυντικού του τρελάδικο
τρελάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάναν	=	τρελαίνω
τρελάνανε	=	τρελαίνω
τρελάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνομε	=	τρελαίνω
τρελάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνουνε	=	τρελαίνω
τρελάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
τρελάρα	noun	μεγεθυντικό του τρέλα
τρελάρας	noun	σε σχέση με χαρακτήρα: ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, παράξενος, ακραίος
τρελάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελάρα
τρελάρων	=	τρελάρας
τρελέ	adj	κλητική ενικού του τρελός
τρελέγκες	=	τρελέγκω
τρελέγκω	noun	γυναίκα που φέρεται έξαλλα ή ιδιόρρυθμα, τρελούτσικα
τρελέγκων	=	τρελέγκω
τρελέγκως	=	τρελέγκω
τρελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελή
τρελή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρελός
τρελής	adj	γενική ενικού του τρελή
τρελαίναμε	=	τρελαίνω
τρελαίναν	=	τρελαίνω
τρελαίνανε	=	τρελαίνω
τρελαίνατε	=	τρελαίνω
τρελαίνει	=	τρελαίνω
τρελαίνεις	=	τρελαίνω
τρελαίνεσαι	=	τρελαίνω
τρελαίνεστε	=	τρελαίνω
τρελαίνεται	=	τρελαίνω
τρελαίνετε	=	τρελαίνω
τρελαίνομαι	verb	γίνομαι τρελός, χάνω προσωρινά ή μόνιμα την ικανότητα να σκέφτομαι λογικά, παθαίνω ψυχολογική διαταραχή
τρελαίνομε	=	τρελαίνω
τρελαίνονται	=	τρελαίνω
τρελαίνονταν	=	τρελαίνω
τρελαίνοντας	=	τρελαίνω
τρελαίνου	=	τρελαίνω
τρελαίνουμε	=	τρελαίνω
τρελαίνουν	=	τρελαίνω
τρελαίνουνε	=	τρελαίνω
τρελαίνω	verb	οδηγώ κάποιον στην τρέλα, τον κάνω να γίνει τρελός
τρελαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθήκαν	=	τρελαίνω
τρελαθήκανε	=	τρελαίνω
τρελαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαθούνε	=	τρελαίνω
τρελαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
τρελαινόμασταν	=	τρελαίνω
τρελαινόμαστε	=	τρελαίνω
τρελαινόμουν	=	τρελαίνω
τρελαινόμουνα	=	τρελαίνω
τρελαινόντουσαν	=	τρελαίνω
τρελαινόσασταν	=	τρελαίνω
τρελαινόσαστε	=	τρελαίνω
τρελαινόσουν	=	τρελαίνω
τρελαινόσουνα	=	τρελαίνω
τρελαινόταν	=	τρελαίνω
τρελαινότανε	=	τρελαίνω
τρελαμάρα	noun	παλαβωμάρα, τρέλα
τρελαμάρας	noun	γενική ενικού του τρελαμάρα
τρελαμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελαμάρα
τρελαμέ	=	τρελαμός
τρελαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελαμένο
τρελαμένε	verb	κλητική ενικού του τρελαμένος
τρελαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελαμένη
τρελαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρελαμένος
τρελαμένης	verb	γενική ενικού του τρελαμένη
τρελαμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρελαμένος
τρελαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρελαμένος
τρελαμένος	verb	που τα έχει χαμένα, που δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει
τρελαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρελαμένος
τρελαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρελαμένος
τρελαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρελαμένος
τρελαμοί	=	τρελαμός
τρελαμού	=	τρελαμός
τρελαμούς	=	τρελαμός
τρελαμό	=	τρελαμός
τρελαμός	noun	παλαβωμάρα, τρέλα
τρελαμών	=	τρελαμός
τρελιάρα	=	τρελιάρης
τρελιάρας	=	τρελιάρης
τρελιάρες	=	τρελιάρης
τρελιάρη	=	τρελιάρης
τρελιάρηδες	=	τρελιάρης
τρελιάρηδων	=	τρελιάρης
τρελιάρης	adj	τρελούτσικος
τρελιάρικα	=	τρελιάρης
τρελιάρικο	=	τρελιάρης
τρελιάρικου	=	τρελιάρης
τρελιάρικων	=	τρελιάρης
τρελλά	=	τρελλός
τρελλέ	=	τρελλός
τρελλές	=	τρελλός
τρελλή	=	τρελλός
τρελλής	=	τρελλός
τρελλη	=	τρελλός
τρελλο	=	τρελλός
τρελλοί	=	τρελλός
τρελλού	=	τρελλός
τρελλούς	=	τρελλός
τρελλό	=	τρελλός
τρελλός	adj|dated	άλλη γραφή του τρελός
τρελλών	=	τρελλός
τρελοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρελός
τρελογιατρέ	noun	κλητική ενικού του τρελογιατρός
τρελογιατροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρελογιατρός
τρελογιατρού	noun	γενική ενικού του τρελογιατρός
τρελογιατρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρελογιατρός
τρελογιατρό	noun	αιτιατική ενικού του τρελογιατρός
τρελογιατρός	noun	ιδιόρρυθμος γιατρός
τρελογιατρών	noun	γενική πληθυντικού του τρελογιατρός
τρελοκαμπέρες	=	τρελοκαμπέρω
τρελοκαμπέρω	noun|vulgar	γυναίκα που έχει ζωηρό και απερίσκεπτο χαρακτήρα
τρελοκαμπέρων	=	τρελοκαμπέρω
τρελοκαμπέρως	=	τρελοκαμπέρω
τρελοκατάσταση	noun	μια κατάσταση μπερδεμένη, κωμική
τρελοκατάστασης	=	τρελοκατάσταση
τρελοκαταστάσεις	=	τρελοκατάσταση
τρελοκαταστάσεων	=	τρελοκατάσταση
τρελοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελοκομείο
τρελοκομείο	noun|vulgar	ίδρυμα που φιλοξενεί άτομα με ψυχικές παθήσεις
τρελοκομείου	noun	γενική ενικού του τρελοκομείο
τρελοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του τρελοκομείο
τρελοκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελοκόριτσο
τρελοκόριτσο	noun	ζωηρό και επιπόλαιο κορίτσι
τρελοκόριτσου	noun	γενική ενικού του τρελοκόριτσο
τρελοκόριτσων	noun	γενική πληθυντικού του τρελοκόριτσο
τρελοπαντιέρα	noun|vulgar	τρελοκαμπέρω
τρελοπαντιέρας	noun	γενική ενικού του τρελοπαντιέρα
τρελοπαντιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελοπαντιέρα
τρελοπαρέα	noun	ανέμελη παρέα ανθρώπων που διασκεδάζουν και χαίρονται, κάνοντας συχνά και "τρέλες"
τρελοπαρέας	=	τρελοπαρέα
τρελοπαρέες	=	τρελοπαρέα
τρελού	adj	γενική ενικού του τρελός
τρελούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρελός
τρελούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρελούτσικος	adv	με τρελούτσικο τρόπο
τρελούτσικε	adj	κλητική ενικού του τρελούτσικος
τρελούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελούτσικη
τρελούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρελούτσικος
τρελούτσικης	adj	γενική ενικού του τρελούτσικη
τρελούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του τρελούτσικος
τρελούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρελούτσικος
τρελούτσικος	adj	υποκοριστικό του τρελός
τρελούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρελούτσικος
τρελούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρελούτσικος
τρελούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρελούτσικος
τρελό	adj	αιτιατική ενικού του τρελός
τρελόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελόπαιδο
τρελόπαιδο	noun	ζωηρό και άτακτο παιδί
τρελόπαιδου	noun	γενική ενικού του τρελόπαιδο
τρελόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του τρελόπαιδο
τρελός	adj	που έχει τρελαθεί	noun	ο φρενοβλαβής (θηλυκό τρελή)
τρελόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρελόχαρτο
τρελόχαρτο	noun|slang	έγγραφο που απαλλάσσει από τη στράτευση, που επικυρώνει την ακαταλληλότητα ενός προσώπου να υπηρετήσει τη θητεία του στον στρατό (της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας) λόγω ψυχικής ασθένειας, το «Ι5 Ψυχολογικό»
τρελόχαρτου	noun	γενική ενικού του τρελόχαρτο
τρελόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του τρελόχαρτο
τρελών	adj	γενική πληθυντικού του τρελός	noun	γενική πληθυντικού του τρέλα
τρεμάμενα	=	τρεμάμενος
τρεμάμενε	=	τρεμάμενος
τρεμάμενες	=	τρεμάμενος
τρεμάμενη	=	τρεμάμενος
τρεμάμενης	=	τρεμάμενος
τρεμάμενο	=	τρεμάμενος
τρεμάμενοι	=	τρεμάμενος
τρεμάμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τρέμω
τρεμάμενου	=	τρεμάμενος
τρεμάμενους	=	τρεμάμενος
τρεμάμενων	=	τρεμάμενος
τρεμεντίνα	noun	η ρητίνη των κωνοφόρων δεντρών, το ρετσίνι
τρεμεντίνας	=	τρεμεντίνα
τρεμεντίνες	=	τρεμεντίνα
τρεμιθιά	noun	είδος φυστικιάς
τρεμιθιάς	=	τρεμιθιά
τρεμιθιές	=	τρεμιθιά
τρεμιθιών	=	τρεμιθιά
τρεμολάντο	adv	τρέμοντας, δίνοντας στον ήχο έναν τρεμουλιαστό, παλλόμενο τόνο
τρεμομανιάζω	verb|dated	τρέμω από τη μανία μου
τρεμομανιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμομανιασμένο
τρεμομανιασμένε	verb	κλητική ενικού του τρεμομανιασμένος
τρεμομανιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμομανιασμένη
τρεμομανιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεμομανιασμένος
τρεμομανιασμένης	verb	γενική ενικού του τρεμομανιασμένη
τρεμομανιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρεμομανιασμένος
τρεμομανιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεμομανιασμένος
τρεμομανιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρεμομανιασμένος
τρεμομανιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρεμομανιασμένος
τρεμομανιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρεμομανιασμένος
τρεμοπαίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμόπαιγμα
τρεμοπαίγματος	noun	γενική ενικού του τρεμόπαιγμα
τρεμοπαίζω	verb	τρεμοσβήνω
τρεμοπαίξιμο	noun	η αλλοίωση της εικόνας που οφείλεται σε προβλήματα λογισμικού (software), εσφαλμένες ρυθμίσεις ή βλάβες στο υλικό (hardware)
τρεμοπαιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρεμόπαιγμα
τρεμοπαιξίματα	=	τρεμοπαίξιμο
τρεμοπαιξίματος	=	τρεμοπαίξιμο
τρεμοπαιξιμάτων	=	τρεμοπαίξιμο
τρεμοσβήνω	verb	για φως ή λάμψη που μειώνεται και αυξάνει για λίγο, περιοδικά, η έντασή τους
τρεμοσβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμοσβησμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμοσβησμένο
τρεμοσβησμένε	verb	κλητική ενικού του τρεμοσβησμένος
τρεμοσβησμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμοσβησμένη
τρεμοσβησμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεμοσβησμένος
τρεμοσβησμένης	verb	γενική ενικού του τρεμοσβησμένη
τρεμοσβησμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρεμοσβησμένος
τρεμοσβησμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεμοσβησμένος
τρεμοσβησμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρεμοσβησμένος
τρεμοσβησμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρεμοσβησμένος
τρεμοσβησμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρεμοσβησμένος
τρεμουλιάζαμε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζαν	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζανε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζατε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζει	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζεις	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζετε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζοντας	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζουμε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζουν	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζουνε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάζω	verb	τρέμω (ελαφρά)
τρεμουλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεμουλιάρης
τρεμουλιάρας	adj	γενική ενικού του τρεμουλιάρα
τρεμουλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιάρα
τρεμουλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τρεμουλιάρης
τρεμουλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιάρης
τρεμουλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του τρεμουλιάρης
τρεμουλιάρης	adj	που τρεμουλιάζει (απ’ το κρύο, τον φόβο κ.λπ.)
τρεμουλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιάρικο
τρεμουλιάρικε	adj	κλητική ενικού του τρεμουλιάρικος
τρεμουλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιάρικη
τρεμουλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεμουλιάρικος
τρεμουλιάρικης	adj	γενική ενικού του τρεμουλιάρικη
τρεμουλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του τρεμουλιάρης
τρεμουλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιάρικος
τρεμουλιάρικος	adj	άλλη μορφή του τρεμουλιάρης
τρεμουλιάρικου	adj	γενική ενικού του τρεμουλιάρικο
τρεμουλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρεμουλιάρικος
τρεμουλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του τρεμουλιάρικο
τρεμουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσαν	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσανε	=	τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμούλιασμα
τρεμουλιάσματος	noun	γενική ενικού του τρεμούλιασμα
τρεμουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρεμούλιασμα
τρεμουλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιασμένο
τρεμουλιασμένε	verb	κλητική ενικού του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιασμένη
τρεμουλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιασμένης	verb	γενική ενικού του τρεμουλιασμένη
τρεμουλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρεμουλιασμένος
τρεμουλιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιαστό	adv	με τρεμουλιαστό τρόπο
τρεμουλιαστέ	adj	κλητική ενικού του τρεμουλιαστός
τρεμουλιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιαστή
τρεμουλιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεμουλιαστός
τρεμουλιαστής	adj	γενική ενικού του τρεμουλιαστή
τρεμουλιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεμουλιαστός
τρεμουλιαστού	adj	γενική ενικού του τρεμουλιαστός
τρεμουλιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρεμουλιαστός
τρεμουλιαστό	adj	αιτιατική ενικού του τρεμουλιαστός
τρεμουλιαστός	adj	που τρεμουλιάζει
τρεμουλιαστών	adj	γενική πληθυντικού του τρεμουλιαστός
τρεμοφέγγισμα	noun	το να τρεμοφέγγει κάτι
τρεμοφέγγω	verb	φέγγω και η λάμψη μου κάπως τρέμει
τρεμοφεγγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμοφέγγισμα
τρεμοφεγγίσματος	noun	γενική ενικού του τρεμοφέγγισμα
τρεμοφεγγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρεμοφέγγισμα
τρεμούλα	noun	άλλη μορφή του τρέμουλο
τρεμούλας	noun	γενική ενικού του τρεμούλα
τρεμούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεμούλα
τρεμούλιαζα	=	τρεμουλιάζω
τρεμούλιαζαν	=	τρεμουλιάζω
τρεμούλιαζε	=	τρεμουλιάζω
τρεμούλιαζες	=	τρεμουλιάζω
τρεμούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμουλιάζω
τρεμούλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του τρεμουλιάζω
τρεμπουσέ	noun	πολιορκητική μηχανή του μεσαίωνα, με περιστρεφόμενο βραχίονα με αντίβαρα στο ένα άκρο του
τρεμόπαιγμα	noun	ασταθής ακούσια κίνηση, ένδειξη, απόδοση κτλ.
τρεμόσβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμόσβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμόσβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρεμόσβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρεμοσβήνω
τρενάκι	noun	μικρό τρένο
τρενάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρενάκι
τρενάριζα	=	τρενάρω
τρενάρισα	=	τρενάρω
τρενάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρενάρω, επιβράδυνση με αναβολές
τρενάρω	verb	κάνω κάτι με πολύ αργούς ρυθμούς, τραβώ σε διάρκεια
τρεναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρενάρισμα
τρεναρίσματος	noun	γενική ενικού του τρενάρισμα
τρεναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρενάρισμα
τρενοδηγέ	noun	κλητική ενικού του τρενοδηγός
τρενοδηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρενοδηγός
τρενοδηγού	noun	γενική ενικού του τρενοδηγός
τρενοδηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρενοδηγός
τρενοδηγό	noun	αιτιατική ενικού του τρενοδηγός
τρενοδηγός	noun	μηχανοδηγός τρένου
τρενοδηγών	noun	γενική πληθυντικού του τρενοδηγός
τρενοποδήλατα	=	τρενοποδήλατο
τρενοποδήλατο	noun	ειδικό ποδήλατο (ή άλλη ποδοκίνητη ή χειροκίνητη κατασκευή) που προσαρμόζεται και κινείται στο σιδηροδρομικό δίκτυο
τρενοποδήλατου	=	τρενοποδήλατο
τρενοποδήλατων	=	τρενοποδήλατο
τρενοποδηλάτου	=	τρενοποδήλατο
τρενοποδηλάτων	=	τρενοποδήλατο
τρεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρέξιμο
τρεξίματος	=	τρέξιμο
τρεξιμάτων	=	τρέξιμο
τρεπονήματα	=	τρεπόνημα
τρεπονήματος	=	τρεπόνημα
τρεπονημάτων	=	τρεπόνημα
τρεπονημάτωση	noun	νόσος που προέρχεται από το τρεπόνημα και το βακτήριο Treponema pallidum, όπως η σύφιλη
τρεπονημάτωσης	=	τρεπονημάτωση
τρεπονημάτωσις	noun	τρεπονημάτωση
τρεπονηματώσεις	=	τρεπονημάτωση
τρεπονηματώσεων	=	τρεπονημάτωση
τρεπόμασταν	=	τρέπω
τρεπόμαστε	=	τρέπω
τρεπόμενος	=	τρέπομαι
τρεπόμουν	=	τρέπω
τρεπόμουνα	=	τρέπω
τρεπόνημα	noun	ονομασία διαφόρων ειδών σπειροχαιτών
τρεπόντουσαν	=	τρέπω
τρεπόσασταν	=	τρέπω
τρεπόσαστε	=	τρέπω
τρεπόσουν	=	τρέπω
τρεπόσουνα	=	τρέπω
τρεπόταν	=	τρέπω
τρεπότανε	=	τρέπω
τρεφόμασταν	=	τρέφω
τρεφόμαστε	=	τρέφω
τρεφόμουν	=	τρέφομαι
τρεφόμουνα	=	τρέφω
τρεφόντουσαν	=	τρέφω
τρεφόσασταν	=	τρέφω
τρεφόσαστε	=	τρέφω
τρεφόσουν	=	τρέφω
τρεφόσουνα	=	τρέφω
τρεφόταν	=	τρέφω
τρεφότανε	=	τρέφω
τρεχάλα	noun	το τρέξιμο	adv	τρέχοντας
τρεχάλας	noun	γενική ενικού του τρεχάλα
τρεχάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεχάλα
τρεχάματα	noun	το αδιάκοπο τρέξιμο
τρεχάμενα	=	τρεχάμενος
τρεχάμενε	=	τρεχάμενος
τρεχάμενες	=	τρεχάμενος
τρεχάμενη	=	τρεχάμενος
τρεχάμενης	=	τρεχάμενος
τρεχάμενο	=	τρεχάμενος
τρεχάμενοι	=	τρεχάμενος
τρεχάμενος	verb	τρέχων, που τρέχει
τρεχάμενου	=	τρεχάμενος
τρεχάμενους	=	τρεχάμενος
τρεχάμενων	=	τρεχάμενος
τρεχάτα	adv	τρέχοντας
τρεχάτε	adj	κλητική ενικού του τρεχάτος
τρεχάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεχάτη
τρεχάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρεχάτος
τρεχάτης	adj	γενική ενικού του τρεχάτη
τρεχάτο	adj	αιτιατική ενικού του τρεχάτος
τρεχάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρεχάτος
τρεχάτος	adj	αυτός που βιάζεται και πάει γρήγορα κάπου
τρεχάτου	adj	γενική ενικού του τρεχάτος
τρεχάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρεχάτος
τρεχάτων	adj	γενική πληθυντικού του τρεχάτος
τρεχαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεχαλητό
τρεχαλητού	noun	γενική ενικού του τρεχαλητό
τρεχαλητό	noun	το τρέξιμο
τρεχαλητών	noun	γενική πληθυντικού του τρεχαλητό
τρεχαμάτων	=	τρεχάματα
τρεχαντήρα	noun	άλλη μορφή του τρεχαντήρι
τρεχαντήρας	noun	γενική ενικού του τρεχαντήρα
τρεχαντήρες	=	τρεχαντήρα
τρεχαντήρι	noun	ιστιοφόρο πλοιάριο, ιδίως αλιευτικό
τρεχαντήρια	=	τρεχαντήρι
τρεχαντήρων	=	τρεχαντήρα
τρεχαντηράκι	noun	υποκοριστικό του τρεχαντήρι
τρεχαντηράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρεχαντηράκι
τρεχαντηριού	=	τρεχαντήρι
τρεχαντηριών	=	τρεχαντήρι
τρεχουσών	verb	γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τρέχων
τρεχούμενα	=	τρεχούμενος
τρεχούμενε	=	τρεχούμενος
τρεχούμενες	=	τρεχούμενος
τρεχούμενη	=	τρεχούμενος
τρεχούμενης	=	τρεχούμενος
τρεχούμενο	=	τρεχούμενος
τρεχούμενοι	=	τρεχούμενος
τρεχούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω
τρεχούμενου	=	τρεχούμενος
τρεχούμενους	=	τρεχούμενος
τρεχούμενων	=	τρεχούμενος
τρεχούσης	=	τρέχων
τρεχόντων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του τρέχων
τρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρήμα
τρηματωδών	=	τρηματώδης
τρηματώδεις	=	τρηματώδης
τρηματώδες	=	τρηματώδης
τρηματώδη	=	τρηματώδης
τρηματώδης	adj	γεμάτος τρήματα
τρηματώδους	=	τρηματώδης
τριάδα	noun	σύνολο τριών προσώπων ή πραγμάτων
τριάδας	=	τριάδα
τριάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριάδα
τριάδων	=	τριάδα
τριάζ	noun	η διαδικασία επιλογής ή απόρριψης ασθενών, θυμάτων κ.λπ., προς περίθαλψη, νοσηλεία, παροχή βοήθειας κ.λπ.
τριάκις	adv	τρεις φορές
τριάκοντα	num|dated	τριάντα (μόνο σε σύνθετα και σε παγιωμένες εκφράσεις από τα αρχαία ελληνικά ή την καθαρεύσουα)
τριάμισι	num	τρία και μισό
τριάντα	num	ο αριθμός 30, αυτός που ακολουθεί το είκοσι εννιά· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται λ΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XXX
τριάρα	noun	ποινή (αποβολή, φυλάκιση κ.λπ.) τριών ημερών
τριάρας	noun	γενική ενικού του τριάρα
τριάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριάρα
τριάρι	noun	το ψηφίο τρία
τριάρια	=	τριάρι
τριάρμενα	=	τριάρμενος
τριάρμενε	=	τριάρμενος
τριάρμενες	=	τριάρμενος
τριάρμενη	=	τριάρμενος
τριάρμενης	=	τριάρμενος
τριάρμενο	=	τριάρμενος
τριάρμενοι	=	τριάρμενος
τριάρμενος	adj	που έχει τρία άρμενα, πανιά, κατάρτια
τριάρμενου	=	τριάρμενος
τριάρμενους	=	τριάρμενος
τριάρμενων	=	τριάρμενος
τριήμερα	noun	σύντομη εκκλησιαστική ακολουθία (τρισάγιο κι άλλες ευχές) που πραγματοποιείται στον τάφο την τρίτη ημέρα από τον θάνατο χριστιανού
τριήμερε	=	τριήμερος
τριήμερες	=	τριήμερος
τριήμερη	=	τριήμερος
τριήμερης	=	τριήμερος
τριήμερο	noun	χρονικό διάστημα τριών ημερών
τριήμεροι	=	τριήμερος
τριήμερος	adj	που διαρκεί τρεις μέρες
τριήμερου	=	τριήμερος
τριήμερους	=	τριήμερος
τριήμερων	=	τριήμερος
τριήραρχε	noun	κλητική ενικού του τριήραρχος
τριήραρχο	noun	αιτιατική ενικού του τριήραρχος
τριήραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριήραρχος
τριήραρχος	noun	ο κυβερνήτης μιας τριήρους
τριήραρχου	=	τριήραρχος
τριήραρχους	=	τριήραρχος
τριήραρχων	=	τριήραρχος
τριήρης	noun	αρχαίο πολεμικό πλοίο με τρεις σειρές κουπιών και κωπηλατών εκατέρωθεν, δηλαδή συνολικά έξι· υπήρχαν όμως και τριήρεις με λιγότερες σειρές
τριίστια	=	τριίστιος
τριίστιας	=	τριίστιος
τριίστιε	=	τριίστιος
τριίστιες	=	τριίστιος
τριίστιο	=	τριίστιος
τριίστιοι	=	τριίστιος
τριίστιος	adj	σκάφος ή πλοίο που έχει τρεις ιστούς, τρία κατάρτια
τριίστιου	=	τριίστιος
τριίστιους	=	τριίστιος
τριίστιων	=	τριίστιος
τριαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαδικό
τριαδικέ	adj	κλητική ενικού του τριαδικός
τριαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαδική
τριαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριαδικός
τριαδικής	adj	γενική ενικού του τριαδική
τριαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριαδικός
τριαδικοτήτων	=	τριαδικότητα
τριαδικού	adj	γενική ενικού του τριαδικός
τριαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριαδικός
τριαδικό	adj	αιτιατική ενικού του τριαδικός
τριαδικός	adj	που αναφέρεται σε τριάδα
τριαδικότης	noun	η τριαδικότητα
τριαδικότητα	noun	το να είναι κάποιος τριαδικός, η ιδιότητα του τριαδικού
τριαδικότητας	noun	γενική ενικού του τριαδικότητα
τριαδικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαδικότητα
τριαδικών	adj	γενική πληθυντικού του τριαδικός
τριαινοειδές	=	τριαινοειδής
τριαινοειδή	=	τριαινοειδής
τριαινοειδής	adj	που έχει μορφή τρίαινας
τριαινοειδείς	=	τριαινοειδής
τριαινοειδούς	=	τριαινοειδής
τριαινοειδών	=	τριαινοειδής
τριαινών	noun	γενική πληθυντικού του τρίαινα
τριακονθήμερα	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερε	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερες	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερη	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερης	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερο	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμεροι	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερος	adj	που διαρκεί τριάντα μέρες
τριακονθήμερου	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερους	=	τριακονθήμερος
τριακονθήμερων	=	τριακονθήμερος
τριακοντάκις	adv	τριάντα φορές
τριακοντάσχοινα	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινε	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινες	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινη	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινης	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινο	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινοι	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινος	noun	γεωγραφικός προσδιορισμός σε χρήση στην ελληνιστική Αίγυπτο, και μετέπειτα και από την ρωμαϊκή Αίγυπτο ως triakontaschoenus, ο οποίος αντιστοιχούσε στην περιοχή της κάτω Νουβίας μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου καταρράκτη του Νείλου
τριακοντάσχοινου	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινους	=	τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινων	=	τριακοντάσχοινος
τριακονταετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριακονταετής
τριακονταετή	=	τριακονταετής
τριακονταετής	adj	που έχει διάρκεια τριάντα ετών
τριακονταετία	noun	χρονικό διάστημα τριάντα ετών
τριακονταετίας	noun	γενική ενικού του τριακονταετία
τριακονταετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριακονταετία
τριακονταετείς	=	τριακονταετής
τριακονταετηρίδα	noun	χρονικό διάστημα τριάντα ετών
τριακονταετηρίδας	=	τριακονταετηρίδα
τριακονταετηρίδες	=	τριακονταετηρίδα
τριακονταετηρίδων	=	τριακονταετηρίδα
τριακονταετιών	noun	γενική πληθυντικού του τριακονταετία
τριακονταετούς	=	τριακονταετής
τριακονταετών	=	τριακονταετής
τριακονταπλάσια	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιας	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιε	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιες	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιο	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιοι	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιος	adj	τριάντα φορές μεγαλύτερος
τριακονταπλάσιου	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιους	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιων	=	τριακονταπλάσιος
τριακονταπλή	=	τριακονταπλούς
τριακονταπλούν	=	τριακονταπλούς
τριακονταπλούς	adj	τριάντα φορές μεγαλύτερος
τριακοντούτη	=	τριακοντούτης
τριακοντούτηδες	=	τριακοντούτης
τριακοντούτηδων	=	τριακοντούτης
τριακοντούτης	noun	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς τριάντα ετών
τριακοντούτις	noun	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς τριάντα ετών
τριακοντόρου	=	τριακόντορος
τριακοντόρους	=	τριακόντορος
τριακοντόρων	=	τριακόντορος
τριακοσιομέδιμνε	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομέδιμνο	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομέδιμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομέδιμνος	noun	Αθηναίος πολίτης ιδιοκτήτης γης που αποφέρει τριακόσιους μεδίμνους ετησίως, μέλος της μεσαίας τάξης (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι / ιππείς, διακοσιομέδιμνοι / ζευγίτες, θήτες), όπως ορίστηκε με την σολώνια μεταρρύθμιση τον 6ο αιώνα π.Χ.
τριακοσιομέδιμνου	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομέδιμνους	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομέδιμνων	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομεδίμνου	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομεδίμνους	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιομεδίμνων	=	τριακοσιομέδιμνος
τριακοσιοπλάσια	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιας	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιε	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιες	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιο	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιοι	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιος	adj	τριακόσιες φορές μεγαλύτερος
τριακοσιοπλάσιου	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιους	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοπλάσιων	=	τριακοσιοπλάσιος
τριακοσιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριακοσιοστός
τριακοσιοστέ	adj	κλητική ενικού του τριακοσιοστός
τριακοσιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριακοσιοστή
τριακοσιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριακοσιοστός
τριακοσιοστής	adj	γενική ενικού του τριακοσιοστή
τριακοσιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριακοσιοστός
τριακοσιοστού	adj	γενική ενικού του τριακοσιοστός
τριακοσιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριακοσιοστός
τριακοσιοστό	adj	αιτιατική ενικού του τριακοσιοστός
τριακοσιοστός	adj	που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν τριακόσια (300)
τριακοσιοστών	adj	γενική πληθυντικού του τριακοσιοστός
τριακοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριακοστός
τριακοστέ	adj	κλητική ενικού του τριακοστός
τριακοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριακοστή
τριακοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριακοστός
τριακοστής	adj	γενική ενικού του τριακοστή
τριακοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριακοστός
τριακοστού	adj	γενική ενικού του τριακοστός
τριακοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριακοστός
τριακοστό	adj	αιτιατική ενικού του τριακοστός
τριακοστός	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στο απόλυτο τριάντα (30)
τριακοστών	adj	γενική πληθυντικού του τριακοστός
τριακόντορε	=	τριακόντορος
τριακόντορο	=	τριακόντορος
τριακόντοροι	=	τριακόντορος
τριακόντορος	noun	τύπος αρχαίου πλοίου
τριακόσα	=	τριακόσια
τριακόσια	num	απόλυτο αριθμητικό (300)· έπεται του διακόσια ενενήντα εννέα (299) και προηγείται του τριακόσια ένα (301)
τριακόσιοι	adj	που ανέρχονται σε τρεις εκατοντάδες, των οποίων ο αριθμός είναι 300
τριακόσοι	adj	τριακόσιοι
τριαμίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαμίνη
τριαμίνη	noun	οποιαδήποτε χημική ένωση στο μόριο της οποίας υφίστανται τρεις αμινομάδες
τριαμίνης	noun	γενική ενικού του τριαμίνη
τριαμινών	=	τριαμίνη
τριανδρία	noun	όρος της πολιτικής στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία για την τριαρχία.
τριανδρίας	noun	γενική ενικού του τριανδρία
τριανδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριανδρία
τριανδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριανδρικό
τριανδρικέ	adj	κλητική ενικού του τριανδρικός
τριανδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριανδρική
τριανδρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριανδρικός
τριανδρικής	adj	γενική ενικού του τριανδρική
τριανδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριανδρικός
τριανδρικού	adj	γενική ενικού του τριανδρικός
τριανδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριανδρικός
τριανδρικό	adj	αιτιατική ενικού του τριανδρικός
τριανδρικός	adj	που έχει σχέση με το τριανδρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
τριανδρικών	adj	γενική πληθυντικού του τριανδρικός
τριανδριών	noun	γενική πληθυντικού του τριανδρία
τριαντάδα	noun	σύνολο, υποσύνολο, ή ενότητα τριάντα μονάδων (προσώπων, πραγμάτων ή συναφών εννοιών)
τριαντάδας	=	τριαντάδα
τριαντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάδα
τριαντάδραχμα	=	τριαντάδραχμο
τριαντάδραχμο	noun	επετειακό ασημένιο κέρμα του 1963 και (δεύτερο) του 1964, ονομαστικής αξίας τριάντα δραχμών
τριαντάδραχμου	=	τριαντάδραχμο
τριαντάδραχμων	=	τριαντάδραχμο
τριαντάδων	=	τριαντάδα
τριαντάλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάλιτρο
τριαντάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριαντάρης
τριαντάρας	adj	γενική ενικού του τριαντάρα
τριαντάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάρα
τριαντάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τριαντάρης
τριαντάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάρης
τριαντάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του τριαντάρης
τριαντάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς τριάντα ετών
τριαντάρι	noun	ένα σύνολο από 30 (ή 30.000) όμοια πράγματα
τριαντάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάρι
τριαντάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάρικο
τριαντάρικο	noun	συνώνυμο του τριαντάδραχμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριαντάρης
τριαντάρικου	adj	γενική ενικού του τριαντάρικο
τριαντάρικων	adj	γενική πληθυντικού του τριαντάρικο
τριαντάφυλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάφυλλο
τριαντάφυλλο	noun	το λουλούδι της τριανταφυλλιάς
τριαντάφυλλου	noun	γενική ενικού του τριαντάφυλλο
τριαντάφυλλων	noun	γενική πληθυντικού του τριαντάφυλλο
τριαντάχρονα	noun	συμπλήρωση τριάντα χρόνων από κάποιο γεγονός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριαντάχρονος
τριαντάχρονε	adj	κλητική ενικού του τριαντάχρονος
τριαντάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαντάχρονη
τριαντάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριαντάχρονος
τριαντάχρονης	adj	γενική ενικού του τριαντάχρονη
τριαντάχρονο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριαντάχρονος
τριαντάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριαντάχρονος
τριαντάχρονος	adj	που είναι τριάντα χρονών
τριαντάχρονου	adj	γενική ενικού του τριαντάχρονος
τριαντάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριαντάχρονος
τριαντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριαντάχρονος
τριανταένα	noun	ο αριθμός 31, αυτός που ακολουθεί το τριάντα και προηγείται του τριάντα δύο
τριανταμία	noun	είδος χαρτοπαιγνίου που παίρνει το όνομά του από το άθροισμα της αξίας των παιγνιοχάρτων που όταν συγκεντρώσει ένας παίκτης κερδίζει	num	αριθμητικό αμέσως μετά το τριάντα και αμέσως πριν το τριάντα δύο
τριανταπεντάρα	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρας	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρες	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρη	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρηδες	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρηδων	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρης	adj	που έχει ηλικία περίπου ή ακριβώς τριανταπέντε ετών
τριανταπεντάρικα	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρικο	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρικου	=	τριανταπεντάρης
τριανταπεντάρικων	=	τριανταπεντάρης
τριανταριά	noun	περίπου τριάντα (από κάτι)
τριανταριάς	noun	γενική ενικού του τριανταριά
τριανταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριανταριά
τριανταριού	=	τριαντάρι
τριανταριών	=	τριαντάρι
τριανταφυλλάκι	noun	μικρό τριαντάφυλλο
τριανταφυλλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριανταφυλλάκι
τριανταφυλλένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιας	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιε	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιες	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιο	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιοι	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιος	adj	φτιαγμένος από τριαντάφυλλο
τριανταφυλλένιου	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιους	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλένιων	=	τριανταφυλλένιος
τριανταφυλλή	=	τριανταφυλλής
τριανταφυλλής	adj	που έχει το χρώμα του τριαντάφυλλου
τριανταφυλλί	noun	το χρώμα του τριαντάφυλλου	adj	άκλιτος τύπος του τριανταφυλλής για όλα τα γένη
τριανταφυλλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριανταφυλλής	noun	φυλλοβόλος καλλωπιστικός θάμνος ή αναρριχώμενο φυτό του γένους Rosa με αγκάθια, ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και εύοσμα μεγάλα άνθη σε διάφορα χρώματα όπως άσπρο, ροζ, κόκκινο ή κίτρινο
τριανταφυλλιάς	noun	γενική ενικού του τριανταφυλλιά
τριανταφυλλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριανταφυλλιά
τριανταφυλλιοί	=	τριανταφυλλής
τριανταφυλλιού	=	τριανταφυλλής
τριανταφυλλιούς	=	τριανταφυλλής
τριανταφυλλιών	=	τριανταφυλλιά
τριανταφυλλόνερα	=	τριανταφυλλόνερο
τριανταφυλλόνερο	noun	συνώνυμο με το ροδόνερο
τριανταφυλλόνερου	=	τριανταφυλλόνερο
τριανταφυλλόνερων	=	τριανταφυλλόνερο
τριανταφυλλόξιδα	=	τριανταφυλλόξιδο
τριανταφυλλόξιδο	noun	συνώνυμο με το ροδόξιδο
τριανταφυλλόξιδου	=	τριανταφυλλόξιδο
τριανταφυλλόξιδων	=	τριανταφυλλόξιδο
τριαξονικά	=	τριαξονικό
τριαξονικέ	=	τριαξονικός
τριαξονικές	=	τριαξονικός
τριαξονική	=	τριαξονικός
τριαξονικής	=	τριαξονικός
τριαξονικοί	=	τριαξονικός
τριαξονικού	=	τριαξονικό
τριαξονικούς	=	τριαξονικός
τριαξονικό	noun	όχημα (π.χ. φορτηγό) που διαθέτει τρεις άξονες, δηλαδή τρία συστήματα τροχών που στηρίζουν και κινούν το όχημα, γεγονός που αυξάνει τη σταθερότητα και τη δυνατότητα μεταφοράς μεγαλύτερου βάρους
τριαξονικός	adj	που αφορά όχημα (π.χ. φορτηγό) που διαθέτει τρεις άξονες, δηλαδή τρία συστήματα τροχών που στηρίζουν και κινούν το όχημα, γεγονός που αυξάνει τη σταθερότητα και τη δυνατότητα μεταφοράς μεγαλύτερου βάρους
τριαξονικών	=	τριαξονικό
τριαριού	=	τριάρι
τριαριών	=	τριάρι
τριαρχία	noun	η διεύθυνση ή η διοίκηση που αποτελείται από τρία άτομα
τριαρχίας	noun	γενική ενικού του τριαρχία
τριαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριαρχία
τριαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του τριαρχία
τριβάς	noun|formal	ομοφυλόφιλη
τριβέα	=	τριβέας
τριβέας	noun	αυτός που τρίβει επιφάνειες
τριβέλα	noun	το τρυπάνι
τριβέλας	=	τριβέλα
τριβέλες	=	τριβέλα
τριβέλι	noun|dated	τρυπάνι
τριβέλια	=	τριβέλι
τριβέλιζα	=	τριβελίζω
τριβέλιζαν	=	τριβελίζω
τριβέλιζε	=	τριβελίζω
τριβέλιζες	=	τριβελίζω
τριβέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβέλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριβελίζω
τριβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριβή
τριβέων	=	τριβέας
τριβή	noun	η αντίσταση στη κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια, ή μέσα σ΄ ένα ρευστό μέσον
τριβής	=	τριβή
τριβίδα	noun	θαλάσσιο χαλίκι ή κροκάλα με στρογγυλεμένη / λεία επιφάνεια, αποτέλεσμα παρατεταμένης τριβής με νερό, άμμο και άλλα πετρώματα
τριβίδας	=	τριβίδα
τριβίδες	=	τριβίδα
τριβίδων	=	τριβίδα
τριβαδισμέ	=	τριβαδισμός
τριβαδισμοί	=	τριβαδισμός
τριβαδισμού	=	τριβαδισμός
τριβαδισμούς	=	τριβαδισμός
τριβαδισμό	=	τριβαδισμός
τριβαδισμός	noun	η γυναικεία ομοφυλοφιλία, ο λεσβιασμός
τριβαδισμών	=	τριβαδισμός
τριβεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριβείο
τριβείο	noun	χειροκίνητο εργαλείο, ή ηλεκτρική συσκευή απόξεσης ή λείανσης
τριβείου	noun	γενική ενικού του τριβείο
τριβείς	=	τριβέας
τριβείων	noun	γενική πληθυντικού του τριβείο
τριβελίζαμε	=	τριβελίζω
τριβελίζαν	=	τριβελίζω
τριβελίζανε	=	τριβελίζω
τριβελίζατε	=	τριβελίζω
τριβελίζει	=	τριβελίζω
τριβελίζεις	=	τριβελίζω
τριβελίζετε	=	τριβελίζω
τριβελίζοντας	=	τριβελίζω
τριβελίζουμε	=	τριβελίζω
τριβελίζουν	=	τριβελίζω
τριβελίζουνε	=	τριβελίζω
τριβελίζω	verb|dated	ανοίγω τρύπες με τρυπάνι (τριβέλι)
τριβελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσαν	=	τριβελίζω
τριβελίσανε	=	τριβελίζω
τριβελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριβέλισμα
τριβελίσματος	noun	γενική ενικού του τριβέλισμα
τριβελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριβελίζω
τριβελιού	=	τριβέλι
τριβελισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τριβέλισμα
τριβελιών	=	τριβέλι
τριβολίζαμε	=	τριβολίζω
τριβολίζαν	=	τριβολίζω
τριβολίζανε	=	τριβολίζω
τριβολίζατε	=	τριβολίζω
τριβολίζει	=	τριβολίζω
τριβολίζεις	=	τριβολίζω
τριβολίζετε	=	τριβολίζω
τριβολίζοντας	=	τριβολίζω
τριβολίζουμε	=	τριβολίζω
τριβολίζουν	=	τριβολίζω
τριβολίζουνε	=	τριβολίζω
τριβολίζω	verb	οργώνω για τρίτη φορά κάποιο χωράφι
τριβολίσαμε	=	τριβολίζω
τριβολίσαν	=	τριβολίζω
τριβολίσανε	=	τριβολίζω
τριβολίσατε	=	τριβολίζω
τριβολίσει	=	τριβολίζω
τριβολίσματα	=	τριβόλισμα
τριβολίσματος	=	τριβόλισμα
τριβολίστε	=	τριβολίζω
τριβολιού	=	τριβόλι
τριβολισμάτων	=	τριβόλισμα
τριβολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριβολισμένο
τριβολισμένε	verb	κλητική ενικού του τριβολισμένος
τριβολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριβολισμένη
τριβολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριβολισμένος
τριβολισμένης	verb	γενική ενικού του τριβολισμένη
τριβολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τριβολισμένος
τριβολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριβολισμένος
τριβολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριβολισμένος
τριβολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριβολισμένος
τριβολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριβολισμένος
τριβολιών	=	τριβόλι
τριβολογικά	=	τριβολογικός
τριβολογικέ	=	τριβολογικός
τριβολογικές	=	τριβολογικός
τριβολογική	=	τριβολογικός
τριβολογικής	=	τριβολογικός
τριβολογικοί	=	τριβολογικός
τριβολογικού	=	τριβολογικός
τριβολογικούς	=	τριβολογικός
τριβολογικό	=	τριβολογικός
τριβολογικός	adj	σχετικός με την τριβολογία
τριβολογικών	=	τριβολογικός
τριβοποίηση	noun	η τροπή κλειστού άηχου συμφώνου σε τριβόμενο άηχο σύμφωνο
τριβοποίησης	=	τριβοποίηση
τριβοποιήσεις	=	τριβοποίηση
τριβοποιήσεων	=	τριβοποίηση
τριβοφωταυγειών	=	τριβοφωταύγεια
τριβοφωταύγεια	noun	φωταύγεια που προκαλείται από την τριβή ενός σώματος
τριβοφωταύγειας	=	τριβοφωταύγεια
τριβοφωταύγειες	=	τριβοφωταύγεια
τριβρωμιούχα	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχας	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχε	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχες	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχο	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχοι	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχος	adj	αυτός {ένωση} που περιλαμβάνει στο μόριό του/της τρία άτομα βρωμίου
τριβρωμιούχου	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχους	=	τριβρωμιούχος
τριβρωμιούχων	=	τριβρωμιούχος
τριβόλι	noun	είδος ζιζανίου (με αγκάθια)
τριβόλια	=	τριβόλι
τριβόλιζα	=	τριβολίζω
τριβόλιζαν	=	τριβολίζω
τριβόλιζε	=	τριβολίζω
τριβόλιζες	=	τριβολίζω
τριβόλισα	=	τριβολίζω
τριβόλισαν	=	τριβολίζω
τριβόλισε	=	τριβολίζω
τριβόλισες	=	τριβολίζω
τριβόλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριβολίζω
τριβόμασταν	=	τρίβω
τριβόμαστε	=	τρίβω
τριβόμενα	=	τριβόμενος
τριβόμενε	=	τριβόμενος
τριβόμενες	=	τριβόμενος
τριβόμενη	=	τριβόμενος
τριβόμενης	=	τριβόμενος
τριβόμενο	=	τριβόμενος
τριβόμενοι	=	τριβόμενος
τριβόμενος	verb	που τρίβεται
τριβόμενου	=	τριβόμενος
τριβόμενους	=	τριβόμενος
τριβόμενων	=	τριβόμενος
τριβόμουν	=	τρίβω
τριβόμουνα	=	τρίβω
τριβόντουσαν	=	τρίβω
τριβόσασταν	=	τρίβω
τριβόσαστε	=	τρίβω
τριβόσουν	=	τρίβω
τριβόσουνα	=	τρίβω
τριβόταν	=	τρίβω
τριβότανε	=	τρίβω
τριβών	=	τριβή
τριβώνιον	noun|literary	μικρό ιμάτιο
τριβώνων	=	τρίβωνας
τριγαμία	noun	το να είναι κάποιος τρίγαμος, η ιδιότητα του τρίγαμου
τριγαμίας	=	τριγαμία
τριγαμίες	=	τριγαμία
τριγαμιών	=	τριγαμία
τριγενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριγενής
τριγενή	=	τριγενής
τριγενής	adj	που έχει και τα τρία γραμματικά γένη: (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο)
τριγενείς	=	τριγενής
τριγενες	=	τριγενής
τριγενης	=	τριγενής
τριγενούς	adj	γενική ενικού του τριγενής
τριγενών	=	τριγενής
τριγλί	noun	μπαρμπούνι
τριγλυκερίδια	=	τριγλυκερίδιο
τριγλυκερίδιο	noun	εστέρας γλυκερόλης (γλυκερίνης) με λιπαρά οξέα
τριγλυκερίδιου	=	τριγλυκερίδιο
τριγλυκερίδιων	=	τριγλυκερίδιο
τριγλυκεριδίου	=	τριγλυκερίδιο
τριγλυκεριδίων	=	τριγλυκερίδιο
τριγλωχινών	=	τριγλώχινα
τριγλύφου	noun	γενική ενικού του τρίγλυφο
τριγλύφων	noun	γενική πληθυντικού του τρίγλυφο
τριγλώχιν	adj	άλλη μορφή του τριγλώχινα
τριγλώχινα	noun	καρδιακή βαλβίδα με τρεις γλωχίνες, που ρυθμίζει τη ροή του αίματος μεταξύ δεξιού κόλπου και δεξιάς κοιλίας, αποτρέποντας την παλινδρόμηση κατά τη συστολή
τριγλώχινας	=	τριγλώχινα
τριγλώχινε	=	τριγλώχινος
τριγλώχινες	=	τριγλώχινος
τριγλώχινη	=	τριγλώχινος
τριγλώχινης	=	τριγλώχινος
τριγλώχινο	=	τριγλώχινος
τριγλώχινοι	=	τριγλώχινος
τριγλώχινος	adj	που έχει τρεις ακμές / γωνίες / ακίδες
τριγλώχινου	=	τριγλώχινος
τριγλώχινους	=	τριγλώχινος
τριγλώχινων	=	τριγλώχινος
τριγμέ	noun	κλητική ενικού του τριγμός
τριγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγμένο
τριγμένε	verb	κλητική ενικού του τριγμένος
τριγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγμένη
τριγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριγμένος
τριγμένης	verb	γενική ενικού του τριγμένη
τριγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τριγμένος
τριγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγμένος
τριγμένος	=	τρίζω
τριγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριγμένος
τριγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριγμένος
τριγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριγμένος
τριγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγμός
τριγμού	noun	γενική ενικού του τριγμός
τριγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τριγμός
τριγμό	noun	αιτιατική ενικού του τριγμός
τριγμός	noun	ο ήχος που ακούγεται όταν κάτι τρίζει
τριγμών	noun	γενική πληθυντικού του τριγμός
τριγράμματα	=	τριγράμματος
τριγράμματε	=	τριγράμματος
τριγράμματες	=	τριγράμματος
τριγράμματη	=	τριγράμματος
τριγράμματης	=	τριγράμματος
τριγράμματο	=	τριγράμματος
τριγράμματοι	=	τριγράμματος
τριγράμματος	adj	που έχει τρία γράμματα
τριγράμματου	=	τριγράμματος
τριγράμματους	=	τριγράμματος
τριγράμματων	=	τριγράμματος
τριγυρίζαμε	=	τριγυρίζω
τριγυρίζαν	=	τριγυρίζω
τριγυρίζανε	=	τριγυρίζω
τριγυρίζατε	=	τριγυρίζω
τριγυρίζει	=	τριγυρίζω
τριγυρίζεις	=	τριγυρίζω
τριγυρίζετε	=	τριγυρίζω
τριγυρίζοντας	=	τριγυρίζω
τριγυρίζουμε	=	τριγυρίζω
τριγυρίζουν	=	τριγυρίζω
τριγυρίζουνε	=	τριγυρίζω
τριγυρίζω	verb	περιφέρομαι, γυρνάω γύρω γύρω σε ένα μέρος χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση
τριγυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίσαν	=	τριγυρίζω
τριγυρίσανε	=	τριγυρίζω
τριγυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγύρισμα
τριγυρίσματος	noun	γενική ενικού του τριγύρισμα
τριγυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρίστρα	noun	κάποια (αργόσχολη) που τριγυρίζει
τριγυρίστρας	noun	γενική ενικού του τριγυρίστρα
τριγυρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγυρίστρα
τριγυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγυρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριγυρινός	adv	σε τριγυρινή έκταση
τριγυρινέ	adj	κλητική ενικού του τριγυρινός
τριγυρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγυρινή
τριγυρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριγυρινός
τριγυρινής	adj	γενική ενικού του τριγυρινή
τριγυρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγυρινός
τριγυρινού	adj	γενική ενικού του τριγυρινός
τριγυρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριγυρινός
τριγυρινό	adj	αιτιατική ενικού του τριγυρινός
τριγυρινός	adj	που βρίσκεται τριγύρω, κοντά, γύρω από κάτι, γειτονικός
τριγυρινών	adj	γενική πληθυντικού του τριγυρινός
τριγυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τριγύρισμα
τριγυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγυρισμένο
τριγυρισμένε	verb	κλητική ενικού του τριγυρισμένος
τριγυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγυρισμένη
τριγυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριγυρισμένος
τριγυρισμένης	verb	γενική ενικού του τριγυρισμένη
τριγυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τριγυρισμένος
τριγυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγυρισμένος
τριγυρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τριγυρίζω και τριγυρνάω / τριγυρνώ
τριγυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριγυρισμένος
τριγυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριγυρισμένος
τριγυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριγυρισμένος
τριγυρνά	=	τριγυρνώ
τριγυρνάγαμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνάγανε	=	τριγυρνώ
τριγυρνάγατε	=	τριγυρνώ
τριγυρνάει	=	τριγυρνώ
τριγυρνάμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνάν	=	τριγυρνώ
τριγυρνάνε	=	τριγυρνώ
τριγυρνάς	=	τριγυρνώ
τριγυρνάτε	=	τριγυρνώ
τριγυρνάω	verb	άλλη μορφή του τριγυρνώ
τριγυρνήθηκα	=	τριγυρνώ
τριγυρνήθηκαν	=	τριγυρνώ
τριγυρνήθηκε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήθηκες	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσαμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσαν	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσανε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσατε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσει	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσεις	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσετε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσομε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσου	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσουμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσουν	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσουνε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήστε	=	τριγυρνώ
τριγυρνήσω	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθήκαμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθήκαν	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθήκανε	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθήκατε	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθεί	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθείς	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθείτε	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθούμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθούν	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθούνε	=	τριγυρνώ
τριγυρνηθώ	=	τριγυρνώ
τριγυρνημένος	=	τριγυρνώ
τριγυρνιέμαι	=	τριγυρνώ
τριγυρνιέσαι	=	τριγυρνώ
τριγυρνιέστε	=	τριγυρνώ
τριγυρνιέται	=	τριγυρνώ
τριγυρνιούνται	=	τριγυρνώ
τριγυρνιούνταν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόμασταν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόμαστε	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόμουν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόμουνα	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόνται	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόνταν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόντανε	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόντουσαν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόσασταν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόσαστε	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόσουν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόσουνα	=	τριγυρνώ
τριγυρνιόταν	=	τριγυρνώ
τριγυρνιότανε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούν	=	τριγυρνώ
τριγυρνούνε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσα	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσαμε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσαν	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσανε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσατε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσε	=	τριγυρνώ
τριγυρνούσες	=	τριγυρνώ
τριγυρνώ	verb	άλλη μορφή του τριγυρίζω
τριγυρνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τριγυρνάω / τριγυρνώ
τριγωνάκι	noun	μικρό τρίγωνο
τριγωνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνάκι
τριγωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνικό
τριγωνικέ	adj	κλητική ενικού του τριγωνικός
τριγωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνική
τριγωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριγωνικός
τριγωνικής	adj	γενική ενικού του τριγωνική
τριγωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγωνικός
τριγωνικού	adj	γενική ενικού του τριγωνικός
τριγωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριγωνικός
τριγωνικό	adj	αιτιατική ενικού του τριγωνικός
τριγωνικός	adj	που έχει σχήμα τριγώνου
τριγωνικών	adj	γενική πληθυντικού του τριγωνικός
τριγωνισμέ	=	τριγωνισμός
τριγωνισμοί	=	τριγωνισμός
τριγωνισμού	=	τριγωνισμός
τριγωνισμούς	=	τριγωνισμός
τριγωνισμό	=	τριγωνισμός
τριγωνισμός	noun	διαίρεση επιφάνειας σε τρίγωνα ώστε να χαρτογραφηθεί
τριγωνισμών	=	τριγωνισμός
τριγωνομέτρει	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομέτρες	=	τριγωνομέτρης
τριγωνομέτρη	=	τριγωνομέτρης
τριγωνομέτρης	noun	τοπογράφος ή γεωδαίτης που εφαρμόζει τριγωνισμούς
τριγωνομέτρησα	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομέτρησαν	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομέτρησε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομέτρησες	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομέτρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριγωνομετρώ
τριγωνομέτρησης	=	τριγωνομέτρηση
τριγωνομέτρησις	noun	η τριγωνομέτρηση
τριγωνομετρήθηκα	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρήθηκαν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρήθηκε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρήθηκες	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρήσαμε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρήσαν	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρήσανε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρήσατε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρήσει	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρήσεις	=	τριγωνομέτρηση
τριγωνομετρήσεων	=	τριγωνομέτρηση
τριγωνομετρήσου	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρήστε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρία	noun	τομέας των μαθηματικών που μελετά τις ιδιότητες των τριγώνων και τις μετρήσεις που τα αφορούν
τριγωνομετρίας	noun	γενική ενικού του τριγωνομετρία
τριγωνομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνομετρία
τριγωνομετρεί	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρείς	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρείσαι	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρείστε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρείται	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρείτε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρηθήκαμε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρηθήκαν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρηθήκανε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρηθήκατε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρηθεί	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρηθείτε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνομετρημένο
τριγωνομετρημένε	verb	κλητική ενικού του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνομετρημένη
τριγωνομετρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρημένης	verb	γενική ενικού του τριγωνομετρημένη
τριγωνομετρημένο	verb	αιτιατική ενικού του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τριγωνομετρώ
τριγωνομετρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριγωνομετρημένος
τριγωνομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριγωνομετρικός	adv	με τριγωνομετρικό τρόπο
τριγωνομετρικέ	adj	κλητική ενικού του τριγωνομετρικός
τριγωνομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριγωνομετρική
τριγωνομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριγωνομετρικός
τριγωνομετρικής	adj	γενική ενικού του τριγωνομετρική
τριγωνομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριγωνομετρικός
τριγωνομετρικού	adj	γενική ενικού του τριγωνομετρικός
τριγωνομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριγωνομετρικός
τριγωνομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του τριγωνομετρικός
τριγωνομετρικός	adj	που αφορά την τριγωνομετρία
τριγωνομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του τριγωνομετρικός
τριγωνομετριών	noun	γενική πληθυντικού του τριγωνομετρία
τριγωνομετρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούμασταν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούμαστε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούμε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούμουν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούν	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούνε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούνται	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούνταν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούσα	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσαμε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσαν	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσανε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσασταν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούσαστε	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρούσατε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσε	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσες	=	τριγωνομετρώ
τριγωνομετρούσουν	=	τριγωνομετρούμαι
τριγωνομετρώ	verb	μετρώ εφαρμόζοντας τριγωνισμό
τριγωνομετρών	=	τριγωνομέτρης
τριγωνομετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τριγωνομετρώ
τριγύρα	adv	άλλη γραφή του τριγύρω
τριγύριζα	=	τριγυρίζω
τριγύριζαν	=	τριγυρίζω
τριγύριζε	=	τριγυρίζω
τριγύριζες	=	τριγυρίζω
τριγύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριγυρίζω
τριγύρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριγυρίζω
τριγύρνα	=	τριγυρνώ
τριγύρναγα	=	τριγυρνώ
τριγύρναγαν	=	τριγυρνώ
τριγύρναγε	=	τριγυρνώ
τριγύρναγες	=	τριγυρνώ
τριγύρνησα	=	τριγυρνώ
τριγύρνησαν	=	τριγυρνώ
τριγύρνησε	=	τριγυρνώ
τριγύρνησες	=	τριγυρνώ
τριγύρω	noun	οι γείτονες, οι περίοικοι	adj	οι γειτονικοί
τριγώνου	noun	γενική ενικού του τρίγωνο
τριγώνων	noun	γενική πληθυντικού του τρίγωνο
τριεθνές	=	τριεθνής
τριεθνή	=	τριεθνής
τριεθνής	adj	που αναφέρεται ή αφορά τρία έθνη ή κράτη
τριεθνείς	=	τριεθνής
τριεθνούς	=	τριεθνής
τριεθνών	=	τριεθνής
τριετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριετής
τριετή	=	τριετής
τριετής	adj	αυτός που διαρκεί τρία έτη (τρία χρόνια), τρίχρονος
τριετία	noun	χρονικό διάστημα τριών χρόνων
τριετίας	noun	γενική ενικού του τριετία
τριετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριετία
τριετείς	=	τριετής
τριετηρίδα	noun|formal	η τρίτη επέτειος ενός (σημαντικού) γεγονότος
τριετηρίδας	=	τριετηρίδα
τριετηρίδες	=	τριετηρίδα
τριετηρίδων	=	τριετηρίδα
τριετιών	noun	γενική πληθυντικού του τριετία
τριετούς	=	τριετής
τριετών	adj	γενική πληθυντικού του τριετής
τριεψιλίτες	=	τριεψιλίτης
τριεψιλίτη	=	τριεψιλίτης
τριεψιλίτης	noun|dated	μέλος της παρακρατικής ακροδεξιάς οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς)
τριεψιλιτών	=	τριεψιλίτης
τριζάλη	=	τριζάλης
τριζάληδες	=	τριζάλης
τριζάληδων	=	τριζάλης
τριζάλης	noun	παραδοσιακός κρητικός γυναικείος χορός ο οποίος αποτελεί παραλλαγή του πεντοζαλίου
τριζάτα	=	τριζάτος
τριζάτε	=	τριζάτος
τριζάτες	=	τριζάτος
τριζάτη	=	τριζάτος
τριζάτης	=	τριζάτος
τριζάτο	=	τριζάτος
τριζάτοι	=	τριζάτος
τριζάτος	adj	που τρίζει
τριζάτου	=	τριζάτος
τριζάτους	=	τριζάτος
τριζάτων	=	τριζάτος
τριζοβολά	=	τριζοβολώ
τριζοβολάει	=	τριζοβολώ
τριζοβολάμε	=	τριζοβολώ
τριζοβολάν	=	τριζοβολώ
τριζοβολάνε	=	τριζοβολώ
τριζοβολάς	=	τριζοβολώ
τριζοβολάτε	=	τριζοβολώ
τριζοβολάω	verb	άλλη μορφή του τριζοβολώ
τριζοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριζοβόλημα
τριζοβολήματος	noun	γενική ενικού του τριζοβόλημα
τριζοβολήσαμε	=	τριζοβολώ
τριζοβολήσαν	=	τριζοβολώ
τριζοβολήσανε	=	τριζοβολώ
τριζοβολήσατε	=	τριζοβολώ
τριζοβολήσει	=	τριζοβολώ
τριζοβολήστε	=	τριζοβολώ
τριζοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τριζοβόλημα
τριζοβολούμε	=	τριζοβολώ
τριζοβολούν	=	τριζοβολώ
τριζοβολούνε	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσα	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσαμε	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσαν	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσανε	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσατε	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσε	=	τριζοβολώ
τριζοβολούσες	=	τριζοβολώ
τριζοβολώ	verb	τρίζω πολύ κι εξακολουθητικά
τριζοβολώντας	=	τριζοβολώ
τριζοβόλα	=	τριζοβολώ
τριζοβόλαγε	=	τριζοβολώ
τριζοβόλημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριζοβολώ
τριζοβόλησα	=	τριζοβολώ
τριζοβόλησαν	=	τριζοβολώ
τριζοβόλησε	=	τριζοβολώ
τριζοβόλησες	=	τριζοβολώ
τριζοκοπά	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάει	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάμε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάν	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάνε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάς	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάτε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπάω	verb	άλλη μορφή του τριζοκοπώ
τριζοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριζοκόπημα
τριζοκοπήματος	noun	γενική ενικού του τριζοκόπημα
τριζοκοπήσαμε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπήσαν	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπήσανε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπήσατε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπήσει	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπήστε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τριζοκόπημα
τριζοκοπούμε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούν	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούνε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσα	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσαμε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσαν	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσανε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσατε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσε	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπούσες	=	τριζοκοπώ
τριζοκοπώ	verb	τρίζω πολύ κι εξακολουθητικά
τριζοκοπώντας	=	τριζοκοπώ
τριζοκόπα	=	τριζοκοπώ
τριζοκόπαγε	=	τριζοκοπώ
τριζοκόπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριζοκοπώ
τριζοκόπησα	=	τριζοκοπώ
τριζοκόπησαν	=	τριζοκοπώ
τριζοκόπησε	=	τριζοκοπώ
τριζοκόπησες	=	τριζοκοπώ
τριζονιού	=	τριζόνι
τριζονιών	=	τριζόνι
τριζόνι	noun	ο γρύλος
τριζόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριζόνι
τριημερία	noun	χρονικό διάστημα τριών ημερών
τριημερίας	=	τριημερία
τριημερίες	=	τριημερία
τριημεριών	=	τριημερία
τριημιτόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριημιτόνιο
τριημιτόνιο	noun	η απόσταση τριών ημιτονίων μεταξύ δύο διαδοχικών φθόγγων, πχ μεταξύ του φα και του σολ δίεση
τριημιτόνιου	noun	γενική ενικού του τριημιτόνιο
τριημιτόνιων	noun	γενική πληθυντικού του τριημιτόνιο
τριηράρχου	noun	γενική ενικού του τριήραρχος
τριηράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τριήραρχος
τριηράρχων	noun	γενική πληθυντικού του τριήραρχος
τριηραρχία	noun	το να είναι κάποιος τριήραρχος καθώς και η σχετική λειτουργία στην αρχαία Αθήνα
τριηραρχίας	noun	γενική ενικού του τριηραρχία
τριηραρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριηραρχία
τριηραρχιών	noun	γενική πληθυντικού του τριηραρχία
τριηραρχώ	verb	είμαι τριήραρχος
τριηραρχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τριηραρχώ
τριθέσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριθέσιο
τριθέσιας	=	τριθέσιος
τριθέσιε	adj	κλητική ενικού του τριθέσιος
τριθέσιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριθέσιη
τριθέσιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριθέσιος
τριθέσιης	adj	γενική ενικού του τριθέσιη
τριθέσιο	adj	αιτιατική ενικού του τριθέσιος
τριθέσιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριθέσιος
τριθέσιος	adj	που περιλαμβάνει τρεις θέσεις
τριθέσιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριθέσιος
τριθέσιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριθέσιος
τριθέσιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριθέσιος
τρικ	noun	ενα τέχνασμα
τρικάζ	noun	χρήση τρικ και εφέ, ειδικών τεχνασμάτων που είναι χρήσιμα για την αισθητική ενός φιλμ
τρικάκι	noun	μικρό κομμάτι χαρτιού με διαφημιστικό περιεχόμενο ή πολιτικό σύνθημα
τρικάκια	=	τρικάκι
τρικάμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικάμερο
τρικάμερε	adj	κλητική ενικού του τρικάμερος
τρικάμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικάμερη
τρικάμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικάμερος
τρικάμερης	adj	γενική ενικού του τρικάμερη
τρικάμερο	noun	για κινητό ή άλλη συσκευή που έχει τρεις κάμερες για φωτογράφιση ή λήψη βίντεο
τρικάμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικάμερος
τρικάμερος	adj	για κινητό ή άλλη συσκευή που έχει τρεις κάμερες για φωτογράφιση ή λήψη βίντεο
τρικάμερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρικάμερος
τρικάμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρικάμερος
τρικάμερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρικάμερος
τρικάταρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικάταρτο
τρικάταρτε	=	τρικάταρτος
τρικάταρτες	=	τρικάταρτος
τρικάταρτη	=	τρικάταρτος
τρικάταρτης	=	τρικάταρτος
τρικάταρτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τρικάταρτος	noun	το ιστιοφόρο που φέρει τρία κατάρτια
τρικάταρτοι	=	τρικάταρτος
τρικάταρτος	adj	που έχει τρία κατάρτια
τρικάταρτου	noun	γενική ενικού του τρικάταρτο
τρικάταρτους	=	τρικάταρτος
τρικάταρτων	noun	γενική πληθυντικού του τρικάταρτο
τρικέζα	noun	ειδικό μηχάνημα λήψης μεμονωμένων φωτογραφιών που χρησιμοποιείται στη δημιουργία εφέ ή τρικ σε κινηματογραφική ταινία
τρικέζας	=	τρικέζα
τρικέζες	=	τρικέζα
τρικέρατα	=	τρικέρατος
τρικέρατε	=	τρικέρατος
τρικέρατες	=	τρικέρατος
τρικέρατη	=	τρικέρατος
τρικέρατης	=	τρικέρατος
τρικέρατο	=	τρικέρατος
τρικέρατοι	=	τρικέρατος
τρικέρατος	adj	αυτός που έχει τρία κέρατα
τρικέρατου	=	τρικέρατος
τρικέρατους	=	τρικέρατος
τρικέρατων	=	τρικέρατος
τρικέρη	=	τρικέρης
τρικέρηδες	=	τρικέρης
τρικέρηδων	=	τρικέρης
τρικέρης	noun	χαρακτηρισμός του διαβόλου
τρικέρι	noun	κηροπήγιο για τρία κεριά
τρικέρια	=	τρικέρι
τρικέφαλα	=	τρικέφαλος
τρικέφαλε	=	τρικέφαλος
τρικέφαλες	=	τρικέφαλος
τρικέφαλη	=	τρικέφαλος
τρικέφαλης	=	τρικέφαλος
τρικέφαλο	=	τρικέφαλος
τρικέφαλοι	=	τρικέφαλος
τρικέφαλος	adj	που έχει τρία κεφάλια
τρικέφαλου	=	τρικέφαλος
τρικέφαλους	=	τρικέφαλος
τρικέφαλων	=	τρικέφαλος
τρικαλινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικαλινό
τρικαλινέ	adj	κλητική ενικού του τρικαλινός
τρικαλινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικαλινή
τρικαλινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικαλινός
τρικαλινής	adj	γενική ενικού του τρικαλινή
τρικαλινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικαλινός
τρικαλινού	adj	γενική ενικού του τρικαλινός
τρικαλινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρικαλινός
τρικαλινό	adj	αιτιατική ενικού του τρικαλινός
τρικαλινός	adj	που ανήκει στα Τρίκαλα ή αναφέρεται σ’ αυτά
τρικαλινών	adj	γενική πληθυντικού του τρικαλινός
τρικαλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικαλιώτικο
τρικαλιώτικε	adj	κλητική ενικού του τρικαλιώτικος
τρικαλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικαλιώτικη
τρικαλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικαλιώτικος
τρικαλιώτικης	adj	γενική ενικού του τρικαλιώτικη
τρικαλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του τρικαλιώτικος
τρικαλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικαλιώτικος
τρικαλιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Τρίκαλα ή τους κατοίκους τους
τρικαλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρικαλιώτικος
τρικαλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρικαλιώτικος
τρικαλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρικαλιώτικος
τρικαντό	noun	τρίκοχο καπέλο φτιαγμένο από μαύρο ύφασμα, με ανεστραμμένο γείσο και φτερά
τρικατάληκτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικατάληκτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρικατάληκτος
τρικατάληκτε	adj	κλητική ενικού του τρικατάληκτος
τρικατάληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικατάληκτη
τρικατάληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικατάληκτος
τρικατάληκτης	adj	γενική ενικού του τρικατάληκτη
τρικατάληκτο	noun	που έχει τρεις καταλήξεις
τρικατάληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικατάληκτος
τρικατάληκτος	adj	που έχει τρεις διαφορετικές καταλήξεις για τα τρία γένη
τρικατάληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρικατάληκτος
τρικατάληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρικατάληκτος
τρικατάληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρικατάληκτος
τρικεζών	=	τρικέζα
τρικεριού	=	τρικέρι
τρικεριών	=	τρικέρι
τρικινητήρια	=	τρικινητήριος
τρικινητήριας	=	τρικινητήριος
τρικινητήριε	=	τρικινητήριος
τρικινητήριες	=	τρικινητήριος
τρικινητήριο	=	τρικινητήριος
τρικινητήριοι	=	τρικινητήριος
τρικινητήριος	adj	αυτός που φέρει ή λειτουργεί με τρεις κινητήρες
τρικινητήριου	=	τρικινητήριος
τρικινητήριους	=	τρικινητήριος
τρικινητήριων	=	τρικινητήριος
τρικλίζω	verb	τρεκλίζω
τρικλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίκλισμα
τρικλίσματος	noun	γενική ενικού του τρίκλισμα
τρικλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρικλίζω
τρικλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρίκλισμα
τρικλοποδιά	noun	η εσκεμμένη τοποθέτηση του ποδιού (ή άλλου μέσου: π.χ. ραβδιού) ανάμεσα από τα πόδια άλλου, προκειμένου να πέσει
τρικλοποδιάς	noun	γενική ενικού του τρικλοποδιά
τρικλοποδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικλοποδιά
τρικλοποδιών	=	τρικλοποδιά
τρικολόρ	noun	η τρίχρωμη γαλλική σημαία
τρικολόρε	adj	τρίχρωμος, που έχει τρία χρώματα αποτελούμενος από τρία χρώματα
τρικομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικομματικό
τρικομματικέ	adj	κλητική ενικού του τρικομματικός
τρικομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικομματική
τρικομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικομματικός
τρικομματικής	adj	γενική ενικού του τρικομματική
τρικομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικομματικός
τρικομματικού	adj	γενική ενικού του τρικομματικός
τρικομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρικομματικός
τρικομματικό	adj	αιτιατική ενικού του τρικομματικός
τρικομματικός	adj	που έχει σχέση με τρία κόμματα ή αναφέρεται σ' αυτά
τρικομματικών	adj	γενική πληθυντικού του τρικομματικός
τρικουπικά	=	τρικουπικός
τρικουπικέ	=	τρικουπικός
τρικουπικές	=	τρικουπικός
τρικουπική	=	τρικουπικός
τρικουπικής	=	τρικουπικός
τρικουπικοί	=	τρικουπικός
τρικουπικού	=	τρικουπικός
τρικουπικούς	=	τρικουπικός
τρικουπικό	=	τρικουπικός
τρικουπικός	noun	ο υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη	adj	ο σχετικός με τον Χαρίλαο Τρικούπη
τρικουπικών	=	τρικουπικός
τρικούβερτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρικούβερτος	adv	με τρικούβερτο τρόπο
τρικούβερτε	adj	κλητική ενικού του τρικούβερτος
τρικούβερτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικούβερτη
τρικούβερτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικούβερτος
τρικούβερτης	adj	γενική ενικού του τρικούβερτη
τρικούβερτο	adj	αιτιατική ενικού του τρικούβερτος
τρικούβερτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικούβερτος
τρικούβερτος	adj	που έχει τρία καταστρώματα (= κουβέρτες)
τρικούβερτου	adj	γενική ενικού του τρικούβερτος
τρικούβερτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρικούβερτος
τρικούβερτων	adj	γενική πληθυντικού του τρικούβερτος
τρικράνι	noun	γεωργικό εργαλείο με τρεις μυτερές άκρες
τρικράνια	=	τρικράνι
τρικρανιού	=	τρικράνι
τρικρανιών	=	τρικράνι
τρικρότου	=	τρίκροτο
τρικρότων	=	τρίκροτο
τρικυκλατζή	=	τρικυκλατζής
τρικυκλατζήδες	=	τρικυκλατζής
τρικυκλατζήδων	=	τρικυκλατζής
τρικυκλατζής	noun|vulgar	ο ιδιοκτήτης ή / και οδηγός τρίκυκλου
τρικυμία	noun	μεγάλη θαλασσοταραχή
τρικυμίας	noun	γενική ενικού του τρικυμία
τρικυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικυμία
τρικυμίζαμε	=	τρικυμίζω
τρικυμίζαν	=	τρικυμίζω
τρικυμίζανε	=	τρικυμίζω
τρικυμίζατε	=	τρικυμίζω
τρικυμίζει	=	τρικυμίζω
τρικυμίζεις	=	τρικυμίζω
τρικυμίζετε	=	τρικυμίζω
τρικυμίζοντας	=	τρικυμίζω
τρικυμίζουμε	=	τρικυμίζω
τρικυμίζουν	=	τρικυμίζω
τρικυμίζουνε	=	τρικυμίζω
τρικυμίζω	verb	προκαλώ τρικυμία
τρικυμίσαμε	=	τρικυμίζω
τρικυμίσαν	=	τρικυμίζω
τρικυμίσανε	=	τρικυμίζω
τρικυμίσατε	=	τρικυμίζω
τρικυμίσει	=	τρικυμίζω
τρικυμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικύμισμα
τρικυμίσματος	noun	γενική ενικού του τρικύμισμα
τρικυμίστε	=	τρικυμίζω
τρικυμιά	noun	άλλη μορφή του τρικυμία
τρικυμιάς	=	τρικυμιά
τρικυμιές	=	τρικυμιά
τρικυμισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρικύμισμα
τρικυμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικυμισμένο
τρικυμισμένε	verb	κλητική ενικού του τρικυμισμένος
τρικυμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρικυμισμένη
τρικυμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρικυμισμένος
τρικυμισμένης	verb	γενική ενικού του τρικυμισμένη
τρικυμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρικυμισμένος
τρικυμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρικυμισμένος
τρικυμισμένος	verb	που έχει τρικυμία
τρικυμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρικυμισμένος
τρικυμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρικυμισμένος
τρικυμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρικυμισμένος
τρικυμιωδών	=	τρικυμιώδης
τρικυμιωδώς	adv|figurative	με τρικυμιώδη τρόπο
τρικυμιώδεις	=	τρικυμιώδης
τρικυμιώδες	=	τρικυμιώδης
τρικυμιώδη	=	τρικυμιώδης
τρικυμιώδης	adj	φουρτουνιασμένη θάλασσα.
τρικυμιώδους	=	τρικυμιώδης
τρικυμιών	noun	γενική πληθυντικού του τρικυμία
τρικό	noun	πλεκτό ρούχο
τρικόρυφα	=	τρικόρυφος
τρικόρυφε	=	τρικόρυφος
τρικόρυφες	=	τρικόρυφος
τρικόρυφη	=	τρικόρυφος
τρικόρυφης	=	τρικόρυφος
τρικόρυφο	=	τρικόρυφος
τρικόρυφοι	=	τρικόρυφος
τρικόρυφος	adj	που έχει τρεις κορυφές
τρικόρυφου	=	τρικόρυφος
τρικόρυφους	=	τρικόρυφος
τρικόρυφων	=	τρικόρυφος
τρικύκλου	=	τρίκυκλο
τρικύκλων	=	τρίκυκλο
τρικύμιζα	=	τρικυμίζω
τρικύμιζαν	=	τρικυμίζω
τρικύμιζε	=	τρικυμίζω
τρικύμιζες	=	τρικυμίζω
τρικύμισα	=	τρικυμίζω
τρικύμισαν	=	τρικυμίζω
τρικύμισε	=	τρικυμίζω
τρικύμισες	=	τρικυμίζω
τρικύμισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρικυμίζω
τριλήμματα	=	τρίλημμα
τριλήμματος	=	τρίλημμα
τριλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριλεκτικό
τριλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του τριλεκτικός
τριλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριλεκτική
τριλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριλεκτικός
τριλεκτικής	adj	γενική ενικού του τριλεκτική
τριλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριλεκτικός
τριλεκτικού	adj	γενική ενικού του τριλεκτικός
τριλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριλεκτικός
τριλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του τριλεκτικός
τριλεκτικός	adj	αποτελούμενος από τρεις λέξεις
τριλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του τριλεκτικός
τριλημμάτων	=	τρίλημμα
τριλιζών	noun	γενική πληθυντικού του τρίλιζα
τριλογία	noun	μια ιστορία που έχει χωριστεί σε τρία μέρη
τριλογίας	noun	γενική ενικού του τριλογία
τριλογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριλογία
τριλογιών	noun	γενική πληθυντικού του τριλογία
τριλόγου	=	τρίλογος
τριλόγους	=	τρίλογος
τριλόγων	=	τρίλογος
τριμέτρου	=	τρίμετρο
τριμέτρων	=	τρίμετρο
τριμήνι	noun	Είδος σιταριού που ωριμάζει και θερίζεται τρεις μήνες μετά τη σπορά του.
τριμήνου	=	τρίμηνο
τριμήνων	=	τρίμηνο
τριμελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριμελής
τριμελή	=	τριμελής
τριμελής	adj	που αποτελείται από τρία μέλη
τριμελείς	=	τριμελής
τριμελούς	=	τριμελής
τριμελών	=	τριμελής
τριμερές	=	τριμερής
τριμερή	=	τριμερής
τριμερής	adj	που αποτελείται από τρία μέρη
τριμερείς	=	τριμερής
τριμερούς	=	τριμερής
τριμερών	=	τριμερής
τριμηνία	noun	άλλη μορφή του τρίμηνο
τριμηνίας	noun	γενική ενικού του τριμηνία
τριμηνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριμηνία
τριμηνιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριμηνιαίος
τριμηνιαίας	adj	γενική ενικού του τριμηνιαία
τριμηνιαίε	adj	τριμηνιαίος, στην κλητική του ενικού
τριμηνιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριμηνιαία
τριμηνιαίο	adj	τριμηνιαίος, στην αιτιατική του ενικού
τριμηνιαίοι	adj	τριμηνιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τριμηνιαίος	adj	που συμβαίνει κάθε τρεις μήνες
τριμηνιαίου	adj	γενική ενικού του τριμηνιαίος
τριμηνιαίους	adj	τριμηνιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τριμηνιαίων	=	τριμηνιαίος
τριμηνιών	noun	γενική πληθυντικού του τριμηνία
τριμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρίμμα
τριμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριμμένο
τριμμένε	verb	κλητική ενικού του τριμμένος
τριμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριμμένη
τριμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριμμένος
τριμμένης	verb	γενική ενικού του τριμμένη
τριμμένο	verb	αιτιατική ενικού του τριμμένος
τριμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριμμένος
τριμμένος	verb	που έχει τριφτεί στον τρίφτη ώστε να μετατραπεί σε μικρά κομματάκια
τριμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριμμένος
τριμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριμμένος
τριμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριμμένος
τριμορφία	noun	η δυνατότητα εμφάνισης με τρεις διαφορετικές μορφές
τριμορφίας	=	τριμορφία
τριμορφίες	=	τριμορφία
τριμορφισμέ	=	τριμορφισμός
τριμορφισμοί	=	τριμορφισμός
τριμορφισμού	=	τριμορφισμός
τριμορφισμούς	=	τριμορφισμός
τριμορφισμό	=	τριμορφισμός
τριμορφισμός	noun	η ταυτόχρονη ύπαρξη τριών διαφορετικών μορφών ή καταστάσεων σε ένα σύστημα, οργανισμό ή δομή, σε βιολογικό, χημικό, φιλοσοφικό ή άλλο επίπεδο
τριμορφισμών	=	τριμορφισμός
τριμορφιών	=	τριμορφία
τριμπουλέ	noun	άλλη γραφή του τουρμπουλέ
τριμπουλέδες	=	τριμπουλές
τριμπουλέδων	=	τριμπουλές
τριμπουλές	noun	άλλη γραφή του τουρμπουλέ
τρινήσια	=	τρινήσιος
τρινήσιας	=	τρινήσιος
τρινήσιε	=	τρινήσιος
τρινήσιες	=	τρινήσιος
τρινήσιο	=	τρινήσιος
τρινήσιοι	=	τρινήσιος
τρινήσιος	adj	που ανήκει σε τρία νησιά
τρινήσιου	=	τρινήσιος
τρινήσιους	=	τρινήσιος
τρινήσιων	=	τρινήσιος
τρινιτροτολουολίου	=	τρινιτροτολουόλιο
τρινιτροτολουολίων	=	τρινιτροτολουόλιο
τρινιτροτολουολών	=	τρινιτροτολουόλη
τρινιτροτολουόλες	=	τρινιτροτολουόλη
τρινιτροτολουόλη	noun	χημική ένωση (CH₃C₆H₂(NO₂)₃) που χρησιμοποιείται κυρίως ως εκρηκτική ύλη και είναι γνωστή για την υψηλή ευαισθησία και ισχύ της
τρινιτροτολουόλης	=	τρινιτροτολουόλη
τρινιτροτολουόλια	=	τρινιτροτολουόλιο
τρινιτροτολουόλιο	noun	χημική ένωση με τύπο C₆H₂(NO₂)₃CH₃ που χρησιμοποιείται ως εκρηκτικό
τρινιτροτολουόλιου	=	τρινιτροτολουόλιο
τριξίματα	=	τρίξιμο
τριξίματος	=	τρίξιμο
τριξαλούδα	noun	το τριζόνι
τριξαλούδας	=	τριξαλούδα
τριξαλούδες	=	τριξαλούδα
τριξαλούδων	=	τριξαλούδα
τριξιμάτων	=	τρίξιμο
τριοδίτες	=	τριοδίτης
τριοδίτη	=	τριοδίτης
τριοδίτης	noun	κάποιος που βρίσκεται στις τριόδους
τριοδίτις	noun	πόρνη ή γενικά άσεμνη γυναίκα
τριοδίτισσα	noun	πόρνη ή γενικά άσεμνη γυναίκα
τριοδίτισσας	=	τριοδίτισσα
τριοδίτισσες	=	τριοδίτισσα
τριοδίων	=	τριόδια
τριοδιού	=	τριόδι
τριοδιτισσών	=	τριοδίτισσα
τριοδιτών	=	τριοδίτης
τριοδιών	=	τριόδι
τριολέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριολέτο
τριολέτο	noun|literary	σύντομο ποίημα οκτώ στίχων, σε ιαμβικό τετράμετρο, με συγκεκριμένο σχήμα ομοιοκαταληξίας (ABaAabAB), όπου οι πρώτοι δύο και ο τελευταίος επαναλαμβάνονται, δημιουργώντας κυκλικό ρυθμό και μουσικότητα
τριολέτου	noun	γενική ενικού του τριολέτο
τριολέτων	noun	γενική πληθυντικού του τριολέτο
τριοξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριοξείδιο
τριοξείδιο	noun	οξείδιο με τρία άτομα οξυγόνου
τριοξείδιου	=	τριοξείδιο
τριοξειδίου	noun	γενική ενικού του τριοξείδιο
τριοξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του τριοξείδιο
τριπάκι	noun	Η μαστούρα, το μαστούρωμα, η ψυχεδελική εμπειρία, η φαρμακευτική παραίσθηση
τριπάκια	=	τριπάκι
τριπάλαιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπάλαιστο
τριπάλαιστε	adj	κλητική ενικού του τριπάλαιστος
τριπάλαιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπάλαιστη
τριπάλαιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπάλαιστος
τριπάλαιστης	adj	γενική ενικού του τριπάλαιστη
τριπάλαιστο	adj	αιτιατική ενικού του τριπάλαιστος
τριπάλαιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπάλαιστος
τριπάλαιστος	adj	αυτός που έχει μήκος τριών παλαιστών
τριπάλαιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριπάλαιστος
τριπάλαιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριπάλαιστος
τριπάλαιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριπάλαιστος
τριπάλαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπάλαστο
τριπάλαστε	adj	κλητική ενικού του τριπάλαστος
τριπάλαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπάλαστη
τριπάλαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπάλαστος
τριπάλαστης	adj	γενική ενικού του τριπάλαστη
τριπάλαστο	adj	αιτιατική ενικού του τριπάλαστος
τριπάλαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπάλαστος
τριπάλαστος	adj	αυτός που έχει μήκος τριών παλαιστών
τριπάλαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριπάλαστος
τριπάλαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριπάλαστος
τριπάλαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριπάλαστος
τριπίθαμα	=	τριπίθαμος
τριπίθαμε	=	τριπίθαμος
τριπίθαμες	=	τριπίθαμος
τριπίθαμη	=	τριπίθαμος
τριπίθαμης	=	τριπίθαμος
τριπίθαμο	=	τριπίθαμος
τριπίθαμοι	=	τριπίθαμος
τριπίθαμος	adj	άλλη μορφή του τρισπίθαμος
τριπίθαμου	=	τριπίθαμος
τριπίθαμους	=	τριπίθαμος
τριπίθαμων	=	τριπίθαμος
τριπαλαιστιαία	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίας	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίε	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίες	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίο	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίοι	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίος	adj	τριπάλαιστος
τριπαλαιστιαίου	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίους	=	τριπαλαιστιαίος
τριπαλαιστιαίων	=	τριπαλαιστιαίος
τριπλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλό	adv	τρεις φορές ή με τρεις διαφορετικούς τρόπους ή για τρεις διαφορετικούς λόγους
τριπλάροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τριπλάρω
τριπλάρω	verb	κάνω τρίπλα
τριπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπλάσιος	adv	τρεις φορές περισσότερο
τριπλάσιας	=	τριπλάσιος
τριπλάσιε	=	τριπλάσιος
τριπλάσιες	=	τριπλάσιος
τριπλάσιια	=	τριπλάσιος
τριπλάσιιο	=	τριπλάσιος
τριπλάσιο	=	τριπλάσιος
τριπλάσιοι	=	τριπλάσιος
τριπλάσιος	adj	που είναι τρεις φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάποιον άλλον
τριπλάσιου	=	τριπλάσιος
τριπλάσιους	=	τριπλάσιος
τριπλάσιων	=	τριπλάσιος
τριπλέ	adj	κλητική ενικού του τριπλός
τριπλέλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλέλικο
τριπλέλικε	adj	κλητική ενικού του τριπλέλικος
τριπλέλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλέλικη
τριπλέλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπλέλικος
τριπλέλικης	adj	γενική ενικού του τριπλέλικη
τριπλέλικο	adj	αιτιατική ενικού του τριπλέλικος
τριπλέλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπλέλικος
τριπλέλικος	adj	αυτός που φέρει τρεις έλικες
τριπλέλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριπλέλικος
τριπλέλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριπλέλικος
τριπλέλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριπλέλικος
τριπλέρ	noun	άλλη μορφή του ντριμπλέρ
τριπλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλή
τριπλέτα	noun	ομάδα τριών προσώπων ή πραγμάτων
τριπλέτας	noun	γενική ενικού του τριπλέτα
τριπλέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλέτα
τριπλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπλός
τριπλής	adj	γενική ενικού του τριπλή
τριπλαδόρε	=	τριπλαδόρος
τριπλαδόρο	=	τριπλαδόρος
τριπλαδόροι	=	τριπλαδόρος
τριπλαδόρος	noun	που κάνει τρίπλες
τριπλαδόρου	=	τριπλαδόρος
τριπλαδόρους	=	τριπλαδόρος
τριπλαδόρων	=	τριπλαδόρος
τριπλασίαζα	=	τριπλασιάζω
τριπλασίαζαν	=	τριπλασιάζω
τριπλασίαζε	=	τριπλασιάζω
τριπλασίαζες	=	τριπλασιάζω
τριπλασίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασίασμα	noun|vulgar	ο τριπλασιασμός
τριπλασιάζαμε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζαν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζανε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζατε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζει	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζεις	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζεσαι	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζεστε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζεται	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζετε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάζονται	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζονταν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζοντας	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζουμε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζουν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζουνε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάζω	verb	πολλαπλασιάζω επί τρία
τριπλασιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάσαν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάσανε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάσματα	=	τριπλασίασμα
τριπλασιάσματος	=	τριπλασίασμα
τριπλασιάσου	=	τριπλασιάζω
τριπλασιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
τριπλασιαζόμασταν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόμαστε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόμουν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόμουνα	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόντουσαν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόσασταν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόσαστε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόσουν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόσουνα	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζόταν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαζότανε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιασμάτων	=	τριπλασίασμα
τριπλασιασμέ	noun	κλητική ενικού του τριπλασιασμός
τριπλασιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλασιασμένο
τριπλασιασμένε	verb	κλητική ενικού του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλασιασμένη
τριπλασιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμένης	verb	γενική ενικού του τριπλασιασμένη
τριπλασιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμένος	=	τριπλασιάζω
τριπλασιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριπλασιασμένος
τριπλασιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπλασιασμός
τριπλασιασμού	noun	γενική ενικού του τριπλασιασμός
τριπλασιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τριπλασιασμός
τριπλασιασμό	noun	αιτιατική ενικού του τριπλασιασμός
τριπλασιασμός	noun	ο πολλαπλασιασμός επί τρία
τριπλασιασμών	noun	γενική πληθυντικού του τριπλασιασμός
τριπλασιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιαστήκαν	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαστήκανε	=	τριπλασιάζω
τριπλασιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλασιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζομαι
τριπλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπλός
τριπλοεμβολιασμένα	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένε	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένες	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένη	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένης	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένο	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένοι	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένος	adj	που έχει εμβολιαστεί τρεις φορές με κάποιο εμβόλιο
τριπλοεμβολιασμένου	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένους	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοεμβολιασμένων	=	τριπλοεμβολιασμένος
τριπλοκατοικία	noun	κτίριο με τρεις κατοικίες
τριπλοκατοικίας	noun	γενική ενικού του τριπλοκατοικία
τριπλοκατοικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπλοκατοικία
τριπλοκατοικιών	noun	γενική πληθυντικού του τριπλοκατοικία
τριπλοτύπου	=	τριπλότυπο
τριπλοτύπων	=	τριπλότυπο
τριπλουνίστα	=	τριπλουνίστας
τριπλουνίστας	noun	αθλητής του αθλήματος εις τριπλούν
τριπλουνίστες	=	τριπλουνίστας
τριπλουνιστών	=	τριπλουνίστας
τριπλού	adj	γενική ενικού του τριπλός
τριπλούν	noun	ονομασία αθλήματος του στίβου όπου ο αθλητής δικαιούται να κάνει δύο άλματα και στο τρίτο να καταλήξει στο σκάμμα
τριπλούς	=	τριπλός
τριπλοῦς	=	τριπλός
τριπλωπία	noun	διαταραχή της όρασης (οφθαλμολογικής ή νευρολογικής φύσης) κατά την οποία ένα αντικείμενο εμφανίζεται ως τρεις ξεχωριστές εικόνες
τριπλωπίας	=	τριπλωπία
τριπλωπίες	=	τριπλωπία
τριπλωπιών	=	τριπλωπία
τριπλό	adj	αιτιατική ενικού του τριπλός
τριπλός	adj	πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
τριπλότυπα	=	τριπλότυπος
τριπλότυπε	=	τριπλότυπος
τριπλότυπες	=	τριπλότυπος
τριπλότυπη	=	τριπλότυπος
τριπλότυπης	=	τριπλότυπος
τριπλότυπο	noun	που είναι σε τρία αντίγραφα, που είναι τριπλότυπος
τριπλότυποι	=	τριπλότυπος
τριπλότυπον	noun	το τριπλότυπο
τριπλότυπος	adj	που αναπαράχθηκε / τυπώθηκε σε τρία αντίτυπα
τριπλότυπου	=	τριπλότυπος
τριπλότυπους	=	τριπλότυπος
τριπλότυπων	=	τριπλότυπος
τριπλών	adj	γενική πληθυντικού του τριπλός
τριποδίζαμε	=	τριποδίζω
τριποδίζαν	=	τριποδίζω
τριποδίζανε	=	τριποδίζω
τριποδίζατε	=	τριποδίζω
τριποδίζει	=	τριποδίζω
τριποδίζεις	=	τριποδίζω
τριποδίζετε	=	τριποδίζω
τριποδίζοντας	=	τριποδίζω
τριποδίζουμε	=	τριποδίζω
τριποδίζουν	=	τριποδίζω
τριποδίζουνε	=	τριποδίζω
τριποδίζω	verb	πηγαίνω με τριποδισμό
τριποδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσαν	=	τριποδίζω
τριποδίσανε	=	τριποδίζω
τριποδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριποδικά	=	τριποδικός
τριποδικέ	=	τριποδικός
τριποδικές	=	τριποδικός
τριποδική	=	τριποδικός
τριποδικής	=	τριποδικός
τριποδικοί	=	τριποδικός
τριποδικού	=	τριποδικός
τριποδικούς	=	τριποδικός
τριποδικό	=	τριποδικός
τριποδικός	adj	που στηρίζεται πάνω σε τρία πόδια
τριποδικών	=	τριποδικός
τριποδισμέ	noun	κλητική ενικού του τριποδισμός
τριποδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριποδισμένο
τριποδισμένε	verb	κλητική ενικού του τριποδισμένος
τριποδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριποδισμένη
τριποδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριποδισμένος
τριποδισμένης	verb	γενική ενικού του τριποδισμένη
τριποδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τριποδισμένος
τριποδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριποδισμένος
τριποδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριποδισμένος
τριποδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριποδισμένος
τριποδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριποδισμένος
τριποδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριποδισμός
τριποδισμού	noun	γενική ενικού του τριποδισμός
τριποδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τριποδισμός
τριποδισμό	noun	αιτιατική ενικού του τριποδισμός
τριποδισμός	noun	είδος βηματισμού των αλόγων
τριποδισμών	noun	γενική πληθυντικού του τριποδισμός
τριποδιωτισσών	=	τριποδιώτισσα
τριποδιώτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τριποδιώτης
τριποδιώτισσα	noun	η Ναξιώτισσα που κατοικεί στις Τρίποδες ή κατάγεται από το χωριό αυτό
τριποδιώτισσας	=	τριποδιώτισσα
τριποδιώτισσες	=	τριποδιώτισσα
τριπολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπολικό
τριπολικέ	adj	κλητική ενικού του τριπολικός
τριπολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπολική
τριπολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπολικός
τριπολικής	adj	γενική ενικού του τριπολική
τριπολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπολικός
τριπολικού	adj	γενική ενικού του τριπολικός
τριπολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριπολικός
τριπολικό	adj	αιτιατική ενικού του τριπολικός
τριπολικός	adj	που έχει τρεις πόλους
τριπολικών	adj	γενική πληθυντικού του τριπολικός
τριπολιτσιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπολιτσιώτικο
τριπολιτσιώτικε	adj	κλητική ενικού του τριπολιτσιώτικος
τριπολιτσιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπολιτσιώτικη
τριπολιτσιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπολιτσιώτικος
τριπολιτσιώτικης	adj	γενική ενικού του τριπολιτσιώτικη
τριπολιτσιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του τριπολιτσιώτικος
τριπολιτσιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπολιτσιώτικος
τριπολιτσιώτικος	adj	που σχετίζεται με την Τρίπολη ή αναφέρεται σ’ αυτή
τριπολιτσιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριπολιτσιώτικος
τριπολιτσιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριπολιτσιώτικος
τριπολιτσιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριπολιτσιώτικος
τριπολῖτις	noun	ιζηματογενές πέτρωμα που γίνεται εύκολα σκόνη σαν κιμωλία, το οποίο προέρχεται από κελύφη πυριτίου των μονοκύτταρων υδρόβιων οργανισμών που ονομάζονται διάτομα· ο διατομίτης, η γη διατόμων (ή διατομική γη)
τριποντά	=	τριποντάς
τριποντάδες	=	τριποντάς
τριποντάδων	=	τριποντάς
τριποντάκηδες	=	τριποντάκιας
τριποντάκηδων	=	τριποντάκιας
τριποντάκια	=	τριποντάκιας
τριποντάκιας	noun|slang	μπασκετμπολίστας που επιτυγχάνει πολλά τρίποντα και με μεγάλη ευστοχία
τριποντάς	noun|slang	μπασκετμπολίστας που επιτυγχάνει πολλά τρίποντα και με μεγάλη ευστοχία
τριπρόσωπα	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπε	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπες	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπη	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπης	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπο	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωποι	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπος	adj|formal	που έχει ή περιλαμβάνει τρία πρόσωπα ή μορφές
τριπρόσωπου	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπους	=	τριπρόσωπος
τριπρόσωπων	=	τριπρόσωπος
τριπτέρυγα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπτέρυγο
τριπτέρυγε	adj	κλητική ενικού του τριπτέρυγος
τριπτέρυγες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριπτέρυγη
τριπτέρυγη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριπτέρυγος
τριπτέρυγης	adj	γενική ενικού του τριπτέρυγη
τριπτέρυγο	adj	αιτιατική ενικού του τριπτέρυγος
τριπτέρυγοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριπτέρυγος
τριπτέρυγος	adj	αυτός που φέρει τρεις πτέρυγες
τριπτέρυγου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριπτέρυγος
τριπτέρυγους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριπτέρυγος
τριπτέρυγων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριπτέρυγος
τριπτύχου	noun	γενική ενικού του τρίπτυχο
τριπτύχων	noun	γενική πληθυντικού του τρίπτυχο
τριπόδιζα	=	τριποδίζω
τριπόδιζαν	=	τριποδίζω
τριπόδιζε	=	τριποδίζω
τριπόδιζες	=	τριποδίζω
τριπόδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριπόδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριπόδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριπόδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριποδίζω
τριπόδων	=	τρίποδας
τριπόλεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τρίπολη
τριπόλεων	noun	γενική πληθυντικού του Τρίπολη
τριπόλεως	noun|formal	γενική ενικού του Τρίπολη
τριπόλιον	noun|rare	πυριτικό πορώδες πέτρωμα που τρίβεται εύκολα, το οποίο χρησιμοποιείται ως πληρωτικό υλικό σε πλαστικά, ελαστικά και χρώματα· επίσης, στο στίλβωμα μεταλλικών αντικειμένων, ή στον καθαρισμό υφασμάτων
τρις	adv	τρεις φορές
τρισάγια	=	τρισάγιος
τρισάγιας	=	τρισάγιος
τρισάγιε	=	τρισάγιος
τρισάγιες	=	τρισάγιος
τρισάγιο	noun	o ύμνος στην Αγία Τριάδα
τρισάγιοι	=	τρισάγιος
τρισάγιος	adj	πολύ άγιος
τρισάγιου	=	τρισάγιος
τρισάγιους	=	τρισάγιος
τρισάγιων	=	τρισάγιος
τρισάθλια	=	τρισάθλιος
τρισάθλιας	=	τρισάθλιος
τρισάθλιε	=	τρισάθλιος
τρισάθλιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισάθλια
τρισάθλιο	=	τρισάθλιος
τρισάθλιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρισάθλιος
τρισάθλιος	adj	πολύ φτωχός
τρισάθλιου	=	τρισάθλιος
τρισάθλιους	=	τρισάθλιος
τρισάθλιων	=	τρισάθλιος
τρισέγγονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισέγγονο
τρισέγγονε	=	τρισέγγονος
τρισέγγονο	noun	παιδί του δισέγγονου
τρισέγγονοι	=	τρισέγγονος
τρισέγγονος	noun	το εγγόνι του εγγονού μας ή της εγγονής μας
τρισέγγονου	=	τρισέγγονος
τρισέγγονους	=	τρισέγγονος
τρισέγγονων	=	τρισέγγονος
τρισέλιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισέλιδο
τρισέλιδε	adj	κλητική ενικού του τρισέλιδος
τρισέλιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισέλιδη
τρισέλιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρισέλιδος
τρισέλιδης	adj	γενική ενικού του τρισέλιδη
τρισέλιδο	adj	αιτιατική ενικού του τρισέλιδος
τρισέλιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρισέλιδος
τρισέλιδος	adj	που καταλαμβάνει τρεις σελίδες
τρισέλιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρισέλιδος
τρισέλιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρισέλιδος
τρισέλιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρισέλιδος
τρισένδοξα	=	τρισένδοξος
τρισένδοξε	=	τρισένδοξος
τρισένδοξες	=	τρισένδοξος
τρισένδοξη	=	τρισένδοξος
τρισένδοξης	=	τρισένδοξος
τρισένδοξο	=	τρισένδοξος
τρισένδοξοι	=	τρισένδοξος
τρισένδοξος	adj	πάρα πολύ ένδοξος
τρισένδοξου	=	τρισένδοξος
τρισένδοξους	=	τρισένδοξος
τρισένδοξων	=	τρισένδοξος
τρισαλί	intj	επιτείνει την έννοια τού αλί
τρισαλίμονο	intj	αλίμονο (για πολύ μεγάλο πόνο ή δυστυχία)
τρισβάρβαρος	adj|rare	που είναι πάρα πολύ βάρβαρος
τρισδιάστατα	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατε	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατες	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατη	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατης	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατο	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατοι	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατος	adj	που έχει τρεις διαστάσεις: μήκος, πλάτος, ύψος
τρισδιάστατου	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατους	=	τρισδιάστατος
τρισδιάστατων	=	τρισδιάστατος
τρισεκατομμυρίου	=	τρισεκατομμύριο
τρισεκατομμυρίων	=	τρισεκατομμύριο
τρισεκατομμύρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισεκατομμύριο
τρισεκατομμύριο	noun	χρηματικό ποσό του ενός τρισεκατομμυρίου	num	το 1 ακολουθούμενο από 12 μηδενικά (1.000.000.000.000), 10¹²
τρισεκατομμύριου	=	τρισεκατομμύριο
τρισεκατομμύριων	=	τρισεκατομμύριο
τρισευγενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισευγενικό
τρισευγενικέ	adj	κλητική ενικού του τρισευγενικός
τρισευγενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισευγενική
τρισευγενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρισευγενικός
τρισευγενικής	adj	γενική ενικού του τρισευγενική
τρισευγενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρισευγενικός
τρισευγενικού	adj	γενική ενικού του τρισευγενικός
τρισευγενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρισευγενικός
τρισευγενικό	adj	αιτιατική ενικού του τρισευγενικός
τρισευγενικός	adj	πάρα πολύ ευγενικός
τρισευγενικών	adj	γενική πληθυντικού του τρισευγενικός
τρισευδαίμον	=	τρισευδαίμων
τρισευδαίμων	adj	πάρα πολύ ευτυχισμένος
τρισευτυχισμένα	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένε	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένες	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένη	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένης	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένο	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένοι	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένος	verb	πάρα πολύ ευτυχισμένος
τρισευτυχισμένου	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένους	=	τρισευτυχισμένος
τρισευτυχισμένων	=	τρισευτυχισμένος
τρισεύγενα	=	τρισεύγενος
τρισεύγενε	=	τρισεύγενος
τρισεύγενες	=	τρισεύγενος
τρισεύγενη	=	τρισεύγενος
τρισεύγενης	=	τρισεύγενος
τρισεύγενο	=	τρισεύγενος
τρισεύγενοι	=	τρισεύγενος
τρισεύγενος	adj	πάρα πολύ ευγενικός
τρισεύγενου	=	τρισεύγενος
τρισεύγενους	=	τρισεύγενος
τρισεύγενων	=	τρισεύγενος
τρισθενές	=	τρισθενής
τρισθενή	=	τρισθενής
τρισθενής	adj	που έχει τιμή σθένους τρία
τρισθενείς	=	τρισθενής
τρισθενούς	=	τρισθενής
τρισθενών	=	τρισθενής
τρισκατάρατα	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατε	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατες	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατη	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατης	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατο	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατοι	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατος	noun	ο διάβολος	adj	που είναι πάρα πολύ μισητός, πολύ καταραμένος
τρισκατάρατου	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατους	=	τρισκατάρατος
τρισκατάρατων	=	τρισκατάρατος
τρισκόταδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισκόταδο
τρισκόταδο	noun|literary	απόλυτο σκοτάδι, βαθύ σκότος
τρισκόταδου	noun	γενική ενικού του τρισκόταδο
τρισκόταδων	noun	γενική πληθυντικού του τρισκόταδο
τρισκότεινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισκότεινο
τρισκότεινε	adj	κλητική ενικού του τρισκότεινος
τρισκότεινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισκότεινη
τρισκότεινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρισκότεινος
τρισκότεινης	adj	γενική ενικού του τρισκότεινη
τρισκότεινο	adj	αιτιατική ενικού του τρισκότεινος
τρισκότεινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρισκότεινος
τρισκότεινος	adj	πάρα πολύ σκοτεινός
τρισκότεινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρισκότεινος
τρισκότεινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρισκότεινος
τρισκότεινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρισκότεινος
τρισμέγιστα	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστε	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστες	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστη	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστης	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστο	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστοι	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστος	adj	πάρα πολύ μεγάλος
τρισμέγιστου	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστους	=	τρισμέγιστος
τρισμέγιστων	=	τρισμέγιστος
τρισμακάριστα	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστε	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστες	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστη	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστης	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστο	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστοι	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστος	adj	πάρα πολύ ευτυχισμένος, που τον μακαρίζουν πολύ
τρισμακάριστου	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστους	=	τρισμακάριστος
τρισμακάριστων	=	τρισμακάριστος
τρισμυρίους	=	τρισμύριοι
τρισμυρίων	=	τρισμύριοι
τρισμύρια	=	τρισμύριοι
τρισμύριες	=	τρισμύριοι
τρισμύριοι	num|archaic	τριάντα χιλιάδες (30.000)
τρισμύριους	=	τρισμύριοι
τρισμύριων	=	τρισμύριοι
τρισπήλαια	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιας	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιε	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιες	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιο	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιοι	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιος	adj|formal	που έχει τρεις σπηλιές ή αποτελείται από τρεις σπηλιές
τρισπήλαιου	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιους	=	τρισπήλαιος
τρισπήλαιων	=	τρισπήλαιος
τρισπίθαμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισπίθαμο
τρισπίθαμε	adj	κλητική ενικού του τρισπίθαμος
τρισπίθαμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισπίθαμη
τρισπίθαμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρισπίθαμος
τρισπίθαμης	adj	γενική ενικού του τρισπίθαμη
τρισπίθαμο	adj	αιτιατική ενικού του τρισπίθαμος
τρισπίθαμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρισπίθαμος
τρισπίθαμος	adj	που έχει μήκος τριών πιθαμών / σπιθαμών
τρισπίθαμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρισπίθαμος
τρισπίθαμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρισπίθαμος
τρισπίθαμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρισπίθαμος
τρισταυρία	noun	δυνατότητα ψηφοφόρου να σημειώσει έως τρεις σταυρούς προτίμησης σε έναν κατάλογο υποψηφίων ή σε ψηφοδέλτιο, ώστε να εκφράσει τις προτιμήσεις του για συγκεκριμένους υποψήφιους
τρισταυρίας	noun	γενική ενικού του τρισταυρία
τρισταυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρισταυρία
τρισταυριών	noun	γενική πληθυντικού του τρισταυρία
τριστρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριστρωματικό
τριστρωματικέ	adj	κλητική ενικού του τριστρωματικός
τριστρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριστρωματική
τριστρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριστρωματικός
τριστρωματικής	adj	γενική ενικού του τριστρωματική
τριστρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριστρωματικός
τριστρωματικού	adj	γενική ενικού του τριστρωματικός
τριστρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριστρωματικός
τριστρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του τριστρωματικός
τριστρωματικός	adj	που περιέχει τρία στρώματα ή έχει διαμορφωθεί σε τρεις στρώσεις
τριστρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του τριστρωματικός
τρισυπόστατα	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατε	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατες	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατη	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατης	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατο	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατοι	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατος	adj	που έχει τρεις υποστάσεις
τρισυπόστατου	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατους	=	τρισυπόστατος
τρισυπόστατων	=	τρισυπόστατος
τρισχίλιοι	num|dated	οι τρεις χιλιάδες
τρισχειρότερα	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερε	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερες	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερη	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερης	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερο	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότεροι	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερος	adj	πολύ χειρότερος
τρισχειρότερου	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερους	=	τρισχειρότερος
τρισχειρότερων	=	τρισχειρότερος
τρισχιδές	=	τρισχιδής
τρισχιδή	=	τρισχιδής
τρισχιδής	adj	που έχει σχιστεί / χωριστεί / διαιρεθεί σε τρία μέρη
τρισχιδείς	=	τρισχιδής
τρισχιδούς	=	τρισχιδής
τρισχιδών	=	τρισχιδής
τρισχιλιετές	=	τρισχιλιετής
τρισχιλιετή	=	τρισχιλιετής
τρισχιλιετής	adj	που διαρκεί τρεις χιλιάδες χρόνια
τρισχιλιετείς	=	τρισχιλιετής
τρισχιλιετούς	=	τρισχιλιετής
τρισχιλιετών	=	τρισχιλιετής
τρισόλβιος	adj	τρισευτυχισμένος
τρισύλλαβα	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβε	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβες	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβη	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβης	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβο	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβοι	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβος	adj	που έχει τρεις συλλαβές
τρισύλλαβου	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβους	=	τρισύλλαβος
τρισύλλαβων	=	τρισύλλαβος
τριτάξια	=	τριτάξιος
τριτάξιας	=	τριτάξιος
τριτάξιε	=	τριτάξιος
τριτάξιες	=	τριτάξιος
τριτάξιο	=	τριτάξιος
τριτάξιοι	=	τριτάξιος
τριτάξιος	adj	που έχει τρεις τάξεις
τριτάξιου	=	τριτάξιος
τριτάξιους	=	τριτάξιος
τριτάξιων	=	τριτάξιος
τριταία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριταίος
τριταίας	adj	γενική ενικού του τριταία
τριταίε	adj	τριταίος, στην κλητική του ενικού
τριταίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριταία
τριταίο	adj	τριταίος, στην αιτιατική του ενικού
τριταίοι	adj	τριταίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τριταίος	adj	που συμβαίνει κάθε τρίτη μέρα, μέρα παρά μέρα, χωρίς να έχει συμβεί στο μεσοδιάστημα των 24 ωρών
τριταίου	adj	γενική ενικού του τριταίος
τριταίους	adj	τριταίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τριταίων	=	τριταίος
τριταγωνίστρια	noun	θηλυκό του τριταγωνιστής
τριταγωνίστριας	noun	γενική ενικού του τριταγωνίστρια
τριταγωνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριταγωνίστρια
τριταγωνιστές	=	τριταγωνιστής
τριταγωνιστή	=	τριταγωνιστής
τριταγωνιστής	noun	ηθοποιός του οποίου οι ρόλοι είναι τριτεύοντες, ελάχιστα σημαντικοί
τριταγωνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τριταγωνίστρια
τριταγωνιστώ	verb|figurative	είμαι τριταγωνιστής
τριταγωνιστών	=	τριταγωνιστής
τριταγωνιστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τριταγωνιστώ
τριτανακοπές	=	τριτανακοπή
τριτανακοπή	noun	Δικαίωμα που μπορεί να ασκήσει τρίτος που δεν είχε συμμετάσχει, ούτε είχε προσκληθεί να συμμετάσχει σε ορισμένη δίκη και δεν είχε καταστεί έτσι διάδικος κατά της οριστικής απόφασης, αν η απόφαση αυτή βλάπτει, ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του, η βλάβη δε αυτή μπορεί να είναι άμεση, έμμεση ή και ενδεχόμενη και μπορεί να απορρέει από το διατακτικό, ή το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης. (Χρειάζεται επεξεργασία)
τριτανακοπής	=	τριτανακοπή
τριτανακοπών	=	τριτανακοπή
τριτεγγυήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτεγγύηση
τριτεγγυήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τριτεγγύηση
τριτεγγυήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τριτεγγύηση
τριτεγγυήτρια	noun	θηλυκό του τριτεγγυητής
τριτεγγυήτριας	noun	γενική ενικού του τριτεγγυήτρια
τριτεγγυήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτεγγυήτρια
τριτεγγυηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
τριτεγγυημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτεγγυημένο
τριτεγγυημένε	verb	κλητική ενικού του τριτεγγυημένος
τριτεγγυημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτεγγυημένη
τριτεγγυημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριτεγγυημένος
τριτεγγυημένης	verb	γενική ενικού του τριτεγγυημένη
τριτεγγυημένο	verb	αιτιατική ενικού του τριτεγγυημένος
τριτεγγυημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριτεγγυημένος
τριτεγγυημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριτεγγυημένος
τριτεγγυημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριτεγγυημένος
τριτεγγυημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριτεγγυημένος
τριτεγγυητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτεγγυητής
τριτεγγυητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τριτεγγυητής
τριτεγγυητής	noun	τρίτο πρόσωπο που εγγυάται την πληρωμή (ενός γραμματίου, συναλλαγματικής κ.λπ.) σε κάποιον
τριτεγγυητριών	noun	γενική πληθυντικού του τριτεγγυήτρια
τριτεγγυητών	noun	γενική πληθυντικού του τριτεγγυητής
τριτεγγυώμαι	verb	γίνομαι τριτεγγυητής, παρέχω τριτεγγύηση
τριτεγγύηση	noun	η εγγύηση ενός τριτεγγυητή
τριτεγγύησης	noun	γενική ενικού του τριτεγγύηση
τριτεγγύησις	noun	η τριτεγγύηση
τριτενέργεια	noun	η ανάπτυξη ενέργειας έναντι τρίτων
τριτενέργειας	=	τριτενέργεια
τριτενέργειες	=	τριτενέργεια
τριτενεργειών	=	τριτενέργεια
τριτεξάδελφε	=	τριτεξάδελφος
τριτεξάδελφο	=	τριτεξάδελφος
τριτεξάδελφοι	=	τριτεξάδελφος
τριτεξάδελφος	noun	που είναι τρίτος εξάδελφος κάποιου, που οι γονείς τους είναι δεύτερα ξαδέρφια, οι παππούδες τους πρώτα και οι προπαππούδες τους αδέρφια
τριτεξάδελφου	=	τριτεξάδελφος
τριτεξάδελφους	=	τριτεξάδελφος
τριτεξαδέλφες	=	τριτεξαδέλφη
τριτεξαδέλφη	noun	θηλυκό του τριτεξάδελφος
τριτεξαδέλφης	=	τριτεξαδέλφη
τριτεξαδέλφου	=	τριτεξάδελφος
τριτεξαδέλφους	=	τριτεξάδελφος
τριτεξαδέλφων	=	τριτεξάδελφος
τριτεξαδελφών	=	τριτεξαδέλφη
τριτευουσών	=	τριτεύων
τριτευούσης	=	τριτεύων
τριτευόντων	=	τριτεύων
τριτευόντως	adv	με τριτεύουσα σημασία, επικουρικά
τριτεύον	=	τριτεύων
τριτεύοντα	=	τριτεύων
τριτεύοντας	=	τριτεύων
τριτεύοντες	=	τριτεύων
τριτεύοντος	=	τριτεύων
τριτεύουσα	=	τριτεύων
τριτεύουσας	=	τριτεύων
τριτεύουσες	=	τριτεύων
τριτεύω	verb	βρίσκομαι στην τρίτη θέση ή την καταλαμβάνω
τριτεύων	adj	που είναι ελάχιστα σημαντικός
τριτημορίου	=	τριτημόριο
τριτημορίων	=	τριτημόριο
τριτημόρια	=	τριτημόριο
τριτημόριο	noun	το ένα από τα τρία μέρη διαιρεμένου συνόλου-όλου
τριτημόριου	=	τριτημόριο
τριτοβάθμια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιας	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιε	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιες	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιο	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιοι	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιος	adj	που λειτουργεί ως η τρίτη βαθμίδα ενός συστήματος
τριτοβάθμιου	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιους	=	τριτοβάθμιος
τριτοβάθμιων	=	τριτοβάθμιος
τριτογενές	=	τριτογενής
τριτογενή	=	τριτογενής
τριτογενής	adj	τρίτος σε μια σειρά εξέλιξης
τριτογενείς	=	τριτογενής
τριτογενούς	=	τριτογενής
τριτογενών	=	τριτογενής
τριτογενώς	adv|formal	σε τριτογενή σειρά ή περίοδο
τριτοετές	=	τριτοετής
τριτοετή	=	τριτοετής
τριτοετής	adj	που βρίσκεται στο τρίτο έτος των σπουδών του
τριτοετείς	=	τριτοετής
τριτοετούς	=	τριτοετής
τριτοετών	=	τριτοετής
τριτοκοσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτοκοσμικό	adv	με τριτοκοσμικό τρόπο
τριτοκοσμικέ	adj	κλητική ενικού του τριτοκοσμικός
τριτοκοσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτοκοσμική
τριτοκοσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριτοκοσμικός
τριτοκοσμικής	adj	γενική ενικού του τριτοκοσμική
τριτοκοσμικισμέ	=	τριτοκοσμικισμός
τριτοκοσμικισμοί	=	τριτοκοσμικισμός
τριτοκοσμικισμού	=	τριτοκοσμικισμός
τριτοκοσμικισμούς	=	τριτοκοσμικισμός
τριτοκοσμικισμό	=	τριτοκοσμικισμός
τριτοκοσμικισμός	noun	πολιτική ιδεολογία του 1940-1950 που προσπάθησε να συνασπίσει τα κράτη που δεν ήθελαν να συνταχθούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Σοβιετική Ένωση, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου
τριτοκοσμικισμών	=	τριτοκοσμικισμός
τριτοκοσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριτοκοσμικός
τριτοκοσμικοτήτων	=	τριτοκοσμικότητα
τριτοκοσμικού	adj	γενική ενικού του τριτοκοσμικός
τριτοκοσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριτοκοσμικός
τριτοκοσμικό	adj	αιτιατική ενικού του τριτοκοσμικός
τριτοκοσμικός	adj	που σχετίζεται με τον Τρίτο Κόσμο, αναφέρεται σ’ αυτόν, ανήκει ή ταιριάζει σ’ αυτόν
τριτοκοσμικότητα	noun	η ιδιότητα του τριτοκοσμικού
τριτοκοσμικότητας	=	τριτοκοσμικότητα
τριτοκοσμικότητες	=	τριτοκοσμικότητα
τριτοκοσμικών	adj	γενική πληθυντικού του τριτοκοσμικός
τριτοπροσώπως	adv	με τριτοπρόσωπο τρόπο, σε τρίτο πρόσωπο
τριτοπρόσωπα	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπε	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπες	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπη	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπης	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπο	noun	ρήμα που απαντά στο γʹ (ενικού ή πληθυντικού) πρόσωπο
τριτοπρόσωποι	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπος	adj	που εμφανίζεται στο τρίτο πρόσωπο
τριτοπρόσωπου	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπους	=	τριτοπρόσωπος
τριτοπρόσωπων	=	τριτοπρόσωπος
τριτόκλιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτόκλιτο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριτόκλιτος
τριτόκλιτε	adj	κλητική ενικού του τριτόκλιτος
τριτόκλιτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριτόκλιτη
τριτόκλιτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριτόκλιτος
τριτόκλιτης	adj	γενική ενικού του τριτόκλιτη
τριτόκλιτο	noun	που κλίνεται κατά την τρίτη κλίση
τριτόκλιτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριτόκλιτος
τριτόκλιτος	adj	που κλίνεται κατά την τρίτη κλίση
τριτόκλιτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριτόκλιτος
τριτόκλιτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριτόκλιτος
τριτόκλιτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριτόκλιτος
τριτότοκα	=	τριτότοκος
τριτότοκε	=	τριτότοκος
τριτότοκες	=	τριτότοκος
τριτότοκη	=	τριτότοκος
τριτότοκης	=	τριτότοκος
τριτότοκο	=	τριτότοκος
τριτότοκοι	=	τριτότοκος
τριτότοκος	adj	που έχει γεννηθεί τρίτος στη σειρά, μετά τον δευτερότοκο
τριτότοκου	=	τριτότοκος
τριτότοκους	=	τριτότοκος
τριτότοκων	=	τριτότοκος
τριτώνω	verb	επαναλαμβάνω ή επαναλαμβάνομαι για τρίτη συνεχόμενη φορά
τριτώνων	=	τρίτωνας
τριτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτώνω
τριφαινυλένια	=	τριφαινυλένιο
τριφαινυλένιο	noun	οργανική χημική ένωση της κατηγορίας των πολυκυκλικών υδρογονανθράκων, φέροντας τρεις δακτυλίους στο μόριό της
τριφαινυλένιου	=	τριφαινυλένιο
τριφαινυλενίου	=	τριφαινυλένιο
τριφαινυλενίων	=	τριφαινυλένιο
τριφασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφασικό
τριφασικέ	adj	κλητική ενικού του τριφασικός
τριφασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφασική
τριφασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριφασικός
τριφασικής	adj	γενική ενικού του τριφασική
τριφασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριφασικός
τριφασικού	adj	γενική ενικού του τριφασικός
τριφασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριφασικός
τριφασικό	adj	αιτιατική ενικού του τριφασικός
τριφασικός	adj	που έχει τρεις φάσεις
τριφασικών	adj	γενική πληθυντικού του τριφασικός
τριφτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριφτός	adv	με τριφτό τρόπο
τριφτέ	adj	κλητική ενικού του τριφτός
τριφτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφτή
τριφτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριφτός
τριφτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτήκαν	=	τρίβω
τριφτήκανε	=	τρίβω
τριφτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτής	adj	γενική ενικού του τριφτή
τριφτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριφτός
τριφτού	adj	γενική ενικού του τριφτός
τριφτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτούνε	=	τρίβω
τριφτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριφτός
τριφτό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τριφτός	noun	γλυκό του κουταλιού με τριμμένα κομμάτια από κυδώνι
τριφτός	adj	άλλη μορφή του τριμμένος
τριφτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρίβομαι
τριφτών	adj	γενική πληθυντικού του τριφτός
τριφυλλιού	=	τριφύλλι
τριφυλλιών	=	τριφύλλι
τριφυλλόσχημα	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημε	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημες	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημη	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημης	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημο	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημοι	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημος	adj	που έχει σχήμα τριφυλλιού
τριφυλλόσχημου	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημους	=	τριφυλλόσχημος
τριφυλλόσχημων	=	τριφυλλόσχημος
τριφωνία	noun	το να τραγουδιέται ένα τραγούδι με τρεις φωνές
τριφωνίας	noun	γενική ενικού του τριφωνία
τριφωνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφωνία
τριφωνιών	noun	γενική πληθυντικού του τριφωνία
τριφωσφορικά	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικέ	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικές	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορική	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικής	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικοί	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικού	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικούς	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικό	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορικός	adj	που αναφέρεται σε χημική ένωση ή ανιόν που περιέχει τρεις ομάδες φωσφορικών ιόντων (PO₄³⁻) συνδεδεμένες μεταξύ τους μέσω οξυγόνου και συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει ενώσεις όπως το τριφωσφορικό οξύ ή τα άλατά του, τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο σε βιολογικές διεργασίες, όπως η αποθήκευση και η μεταφορά ενέργειας στα κύτταρα [τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP)]
τριφωσφορικών	=	τριφωσφορικός
τριφωσφορυλίου	=	τριφωσφορύλιο
τριφωσφορυλίων	=	τριφωσφορύλιο
τριφωσφορυλίωση	noun	προσθήκη τριών φωσφορυλομάδων με χημική αντίδραση στο μόριο μιας χημικής ένωσης
τριφωσφορυλίωσης	noun	γενική ενικού του τριφωσφορυλίωση
τριφωσφορυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφωσφορυλικό
τριφωσφορυλικέ	adj	κλητική ενικού του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφωσφορυλική
τριφωσφορυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικής	adj	γενική ενικού του τριφωσφορυλική
τριφωσφορυλικη	=	τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικο	=	τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικού	adj	γενική ενικού του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικό	adj	αιτιατική ενικού του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλικός	adj	ο σχετικός με τριφωσφορύλιο ή τριφωσφορυλίωση
τριφωσφορυλικών	adj	γενική πληθυντικού του τριφωσφορυλικός
τριφωσφορυλιούχα	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχας	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχε	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχες	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχο	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχοι	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της τρεις φωσφορυλομάδες
τριφωσφορυλιούχου	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχους	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιούχων	=	τριφωσφορυλιούχος
τριφωσφορυλιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριφωσφορυλίωση
τριφωσφορυλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του τριφωσφορυλίωση
τριφωσφορυλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του τριφωσφορυλίωση
τριφωσφορύλια	=	τριφωσφορύλιο
τριφωσφορύλιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται τρεις φωσφορυλομάδες
τριφωσφορύλιου	=	τριφωσφορύλιο
τριφύλλι	noun	ποώδες φυτό χαμηλού ύψους, του οποίου το φύλλο αποτελείται από τρία μικρότερα
τριφύλλια	=	τριφύλλι
τριχάρα	noun	μεγάλη ή χοντρή τρίχα
τριχάρας	=	τριχάρα
τριχάρες	=	τριχάρα
τριχίας	noun|archaic	άλλη μορφή του τριχωτός
τριχίαση	noun	ιατρική πάθηση κατά την οποία οι βλεφαρίδες αναπτύσσονται ή στρέφονται προς το εσωτερικό του βλεφάρου, προκαλώντας τριβή στον κερατοειδή και τον επιπεφυκότα, με συνέπεια ερεθισμό ή τραυματισμό
τριχίασης	=	τριχίαση
τριχίτσα	noun	μικρή τρίχα
τριχίτσας	=	τριχίτσα
τριχίτσες	=	τριχίτσα
τριχιά	noun	το τρίχινο σχοινί, σχοινί που έχει φτιαχτεί από πλέξιμο τριχών
τριχιάς	noun	γενική ενικού του τριχιά
τριχιάσεις	=	τριχίαση
τριχιάσεων	=	τριχίαση
τριχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχιά
τριχιών	=	τριχιά
τριχλωρίδια	=	τριχλωρίδιο
τριχλωρίδιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρονται τρία άτομα χλωρίου
τριχλωρίδιου	=	τριχλωρίδιο
τριχλωριδίου	=	τριχλωρίδιο
τριχλωριδίων	=	τριχλωρίδιο
τριχοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τριχοειδής
τριχοειδή	=	τριχοειδής
τριχοειδής	adj	που είναι όμοιος με τρίχα (σε διάμετρο, υφή κ.λπ.)
τριχοειδείς	=	τριχοειδής
τριχοειδούς	=	τριχοειδής
τριχοειδών	=	τριχοειδής
τριχομονάδα	noun	μονοκύτταρος παρασιτικός οργανισμός που προσβάλλει τον ανθρώπινο οργανισμό, στο ουρογεννητικό σύστημα ανδρών και γυναικών
τριχομονάδας	=	τριχομονάδα
τριχομονάδες	=	τριχομονάδα
τριχομονάδων	=	τριχομονάδα
τριχομονάς	noun	τριχομονάδα
τριχοπτώσεις	=	τριχόπτωση
τριχοπτώσεων	=	τριχόπτωση
τριχοτιλλομανία	noun	ψυχιατρική διαταραχή κατά την οποία εκδηλώνεται καταναγκασμός σχετικός με την απόσπαση των τριχών από διάφορα μέρη του σώματος, ιδίως των μαλλιών της κεφαλής
τριχοτιλλομανίας	noun	γενική ενικού του τριχοτιλλομανία
τριχοτιλλομανίες	=	τριχοτιλλομανία
τριχοτιλλομανιών	noun	γενική πληθυντικού του τριχοτιλλομανία
τριχοτομήσαμε	=	τριχοτομώ
τριχοτομήσαν	=	τριχοτομώ
τριχοτομήσανε	=	τριχοτομώ
τριχοτομήσατε	=	τριχοτομώ
τριχοτομήσει	=	τριχοτομώ
τριχοτομήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχοτόμηση
τριχοτομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τριχοτόμηση
τριχοτομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τριχοτόμηση
τριχοτομήστε	=	τριχοτομώ
τριχοτομία	noun|rare	και σε αρκετές περιπτώσεις (παρωχημένο): η διαίρεση σε τρία μέρη
τριχοτομίας	noun	γενική ενικού του τριχοτομία
τριχοτομεί	=	τριχοτομώ
τριχοτομείς	=	τριχοτομώ
τριχοτομείτε	=	τριχοτομώ
τριχοτομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχοτομημένο
τριχοτομημένε	verb	κλητική ενικού του τριχοτομημένος
τριχοτομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχοτομημένη
τριχοτομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριχοτομημένος
τριχοτομημένης	verb	γενική ενικού του τριχοτομημένη
τριχοτομημένο	verb	αιτιατική ενικού του τριχοτομημένος
τριχοτομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριχοτομημένος
τριχοτομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τριχοτομημένος
τριχοτομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τριχοτομημένος
τριχοτομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τριχοτομημένος
τριχοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του τριχοτομία
τριχοτομούμαι	=	τριχοτομώ
τριχοτομούμε	=	τριχοτομώ
τριχοτομούν	=	τριχοτομώ
τριχοτομούνε	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσα	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσαμε	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσαν	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσανε	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσατε	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσε	=	τριχοτομώ
τριχοτομούσες	=	τριχοτομώ
τριχοτομώ	verb	χωρίζω σε τρία (ίσα ή ισότιμα) μέρη
τριχοτομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τριχοτομώ
τριχοτόμει	=	τριχοτομώ
τριχοτόμησα	=	τριχοτομώ
τριχοτόμησαν	=	τριχοτομώ
τριχοτόμησε	=	τριχοτομώ
τριχοτόμησες	=	τριχοτομώ
τριχοτόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριχοτομώ
τριχοτόμησης	noun	γενική ενικού του τριχοτόμηση
τριχοτόμησις	noun	τριχοτόμηση
τριχοφάγε	noun	κλητική ενικού του τριχοφάγος
τριχοφάγο	noun	αιτιατική ενικού του τριχοφάγος
τριχοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριχοφάγος
τριχοφάγος	noun	ασθένεια του τριχωτού της κεφαλής
τριχοφάγου	noun	γενική ενικού του τριχοφάγος
τριχοφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τριχοφάγος
τριχοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του τριχοφάγος
τριχοφυΐα	noun	η εμφάνιση τριχών σε κάποια σημεία του σώματος των έμβιων όντων
τριχοφυΐας	noun	γενική ενικού του τριχοφυΐα
τριχοφυΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχοφυΐα
τριχοφυτία	noun	μυκητιασική λοίμωξη του δέρματος ή των τριχών, που προκαλείται από δερματόφυτα του γένους Trichophyton, συχνά μεταδοτική και συνοδευόμενη από κνησμό
τριχοφυτίας	=	τριχοφυτία
τριχοφυτίες	=	τριχοφυτία
τριχοφυτιών	=	τριχοφυτία
τριχοφυϊών	noun	γενική πληθυντικού του τριχοφυΐα
τριχούλα	noun	μικρή τρίχα
τριχούλας	=	τριχούλα
τριχούλες	=	τριχούλα
τριχρωμία	noun	το να είναι κάποιος τρίχρωμος, η ιδιότητα του τρίχρωμου
τριχρωμίας	noun	γενική ενικού του τριχρωμία
τριχρωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχρωμία
τριχρωμιών	noun	γενική πληθυντικού του τριχρωμία
τριχτά	=	τριχτός
τριχτέ	=	τριχτός
τριχτές	=	τριχτός
τριχτή	=	τριχτός
τριχτής	=	τριχτός
τριχτοί	=	τριχτός
τριχτού	=	τριχτός
τριχτούς	=	τριχτός
τριχτό	=	τριχτός
τριχτός	adj	που βγάζει ήχο τριγμού
τριχτών	=	τριχτός
τριχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρίχωμα
τριχωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τριχωτός
τριχωτέ	adj	κλητική ενικού του τριχωτός
τριχωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριχωτή
τριχωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τριχωτός
τριχωτής	adj	γενική ενικού του τριχωτή
τριχωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τριχωτός
τριχωτού	adj	γενική ενικού του τριχωτός
τριχωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τριχωτός
τριχωτό	adj	αιτιατική ενικού του τριχωτός
τριχωτός	adj	που έχει πολλές τρίχες, πυκνό τρίχωμα
τριχωτών	adj	γενική πληθυντικού του τριχωτός
τριχόμπαλα	noun	μπάλα από τρίχες που σχηματίζεται στο στομάχι των ζώων (ή σπανιότερα των ανθρώπων) και αποβάλλεται είτε από το στόμα, είτε με τα κόπρανα.
τριχόμπαλας	=	τριχόμπαλα
τριχόμπαλες	=	τριχόμπαλα
τριχόμπαλων	=	τριχόμπαλα
τριχόπτωση	noun	η οριστική πτώση των τριχών από το σώμα· συνήθως των μαλλιών με τη δημιουργία φαλάκρας
τριχόπτωσης	=	τριχόπτωση
τριχόπτωσις	noun	η τριχόπτωση
τριχόφυτα	=	τριχόφυτο
τριχόφυτο	noun	γένος ατελών νηματωδών μυκήτων που παρασιτούν σε ανθρώπους και ζώα, προσβάλλοντας το δέρμα, τις τρίχες και τα νύχια και προκαλώντας δερματομυκητιάσεις, όπως οι τριχοφυτίες
τριχόφυτου	=	τριχόφυτο
τριχόφυτων	=	τριχόφυτο
τριχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίχωμα
τριχώματος	noun	γενική ενικού του τρίχωμα
τριχών	noun	γενική πληθυντικού του τρίχα
τριχώσεις	=	τρίχωση
τριχώσεων	=	τρίχωση
τριψήφια	=	τριψήφιος
τριψήφιας	=	τριψήφιος
τριψήφιε	=	τριψήφιος
τριψήφιες	=	τριψήφιος
τριψήφιο	=	τριψήφιος
τριψήφιοι	=	τριψήφιος
τριψήφιος	adj	που αποτελείται από τρία ψηφία, τρεις αριθμούς
τριψήφιου	=	τριψήφιος
τριψήφιους	=	τριψήφιος
τριψήφιων	=	τριψήφιος
τριψίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίψιμο
τριψίματος	noun	γενική ενικού του τρίψιμο
τριψιάνα	noun	ψωμί τριμμένο σε γάλα
τριψιάνας	=	τριψιάνα
τριψιάνες	=	τριψιάνα
τριψιλίτες	=	τριψιλίτης
τριψιλίτη	=	τριψιλίτης
τριψιλίτης	noun|dated	άλλη μορφή του τριεψιλίτης
τριψιλιτών	=	τριψιλίτης
τριψιμάτων	=	τρίψιμο
τριωδία	noun	μουσική σύνθεση για τρεις φωνές
τριωδίας	noun	γενική ενικού του τριωδία
τριωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριωδία
τριωδίου	=	τριώδιο
τριωδίων	=	τριώδιο
τριωδιών	noun	γενική πληθυντικού του τριωδία
τριωνυμία	noun|rare	η ιδιότητα του τριώνυμου
τριωνύμου	noun	γενική ενικού του τριώνυμο
τριωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του τριώνυμο
τριωρόφου	=	τριώροφο
τριωρόφων	=	τριώροφο
τριόδι	noun	είδος παιχνιδιού που παίζεται με εννιά πέτρες, παρόμοιο με τον γραμμισμό, διαγραμμισμό των αρχαίων παρόλο που εκείνο το παιχνίδι παιζόταν με 60 ψήφους
τριόδια	noun	εορτή που γινόταν στις τριόδους της αρχαίας Ρώμης προς τιμήν των Λαρήτων τη δεύτερη μέρα του Ιανουαρίου
τριόδου	=	τρίοδος
τριόδους	=	τρίοδος
τριόδων	=	τρίοδος
τριόμφος	noun	κόλαφος, χαστούκι
τριώδια	=	τριώδιο
τριώδιο	noun	περίοδος του εκκλησιαστικού έτους που εκτείνεται από την Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι το Μέγα Σάββατο
τριώδιου	=	τριώδιο
τριώδιων	=	τριώδιο
τριών	num	γενική πληθυντικού του τρεις
τριώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τριώνυμο
τριώνυμο	noun	άθροισμα τριών μονωνύμων
τριώνυμον	noun	τριώνυμο
τριώνυμος	adj|rare	που έχει τρία ονόματα
τριώνυμου	=	τριώνυμο
τριώροφα	=	τριώροφο
τριώροφε	=	τριώροφος
τριώροφες	=	τριώροφος
τριώροφη	=	τριώροφος
τριώροφης	=	τριώροφος
τριώροφο	noun	οικοδόμημα που φέρει τρεις ορόφους
τριώροφοι	=	τριώροφος
τριώροφος	adj	που έχει τρεις ορόφους
τριώροφου	=	τριώροφο
τριώροφους	=	τριώροφος
τριώροφων	=	τριώροφος
τροίας	noun	γενική ενικού του Τροία
τροίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τροία
τροβά	=	τροβάς
τροβάδες	=	τροβάς
τροβάδων	=	τροβάς
τροβάς	noun	άλλη μορφή του τορβάς
τροβαδούρε	noun	κλητική ενικού του τροβαδούρος
τροβαδούρο	noun	αιτιατική ενικού του τροβαδούρος
τροβαδούροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροβαδούρος
τροβαδούρος	noun	περιπλανώμενος τραγουδιστής λυρικών και ιπποτικών τραγουδιών στις ηγεμονικές αυλές τον Μεσαίωνα (συνήθως στο ιδίωμα langue d'oc)
τροβαδούρου	noun	γενική ενικού του τροβαδούρος
τροβαδούρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροβαδούρος
τροβαδούρων	noun	γενική πληθυντικού του τροβαδούρος
τροιών	noun	γενική πληθυντικού του Τροία
τροκάνα	noun	μεγάλο και χονδρό κουδούνι για ζώα (γίδια, πρόβατα) για να μπορούν να τα εντοπίσουν οι βοσκοί αν απομακρυνθούν από το κοπάδι
τροκάνας	noun	γενική ενικού του τροκάνα
τροκάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροκάνα
τροκάνι	noun	μικρή τροκάνα, κουδουνάκι που κρεμούν στα μικρά ζώα
τροκάνια	=	τροκάνι
τροκανιού	=	τροκάνι
τροκανιών	=	τροκάνι
τροκανών	=	τροκάνα
τρολ	noun	υπερφυσικό πλάσμα με παραμορφωμένα ανθρώπινα χαρακτηριστικά
τρολά	=	τρολάς
τρολάδες	=	τρολάς
τρολάδων	=	τρολάς
τρολάραμε	=	τρολάρω
τρολάραν	=	τρολάρω
τρολάρανε	=	τρολάρω
τρολάρατε	=	τρολάρω
τρολάρει	=	τρολάρω
τρολάρεις	=	τρολάρω
τρολάρεσαι	=	τρολάρω
τρολάρεστε	=	τρολάρω
τρολάρεται	=	τρολάρω
τρολάρετε	=	τρολάρω
τρολάρισα	=	τρολάρω
τρολάρισαν	=	τρολάρω
τρολάρισε	=	τρολάρω
τρολάρισες	=	τρολάρω
τρολάρισμα	noun	(πληροφορική) οι ενέργειες που κάνει ένα τρολ και το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών
τρολάρομαι	=	τρολάρω
τρολάρονται	=	τρολάρω
τρολάρονταν	=	τρολάρω
τρολάροντας	=	τρολάρω
τρολάρου	=	τρολάρω
τρολάρουμε	=	τρολάρω
τρολάρουν	=	τρολάρω
τρολάρουνε	=	τρολάρω
τρολάρω	verb	γίνομαι τρολ
τρολάς	noun|informal	αυτός που τρολάρει, το διαδικτυακό τρολ
τρολέ	=	τρολές
τρολέδες	=	τρολές
τρολέδων	=	τρολές
τρολές	noun	το ένα από τα δύο μεταλλικά εξαρτήματα που βρίσκονται στη σκεπή του τρόλεϊ και το συνδέουν με την παροχή του ρεύματος
τρολαρίσαμε	=	τρολάρω
τρολαρίσαν	=	τρολάρω
τρολαρίσανε	=	τρολάρω
τρολαρίσατε	=	τρολάρω
τρολαρίσει	=	τρολάρω
τρολαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρολάρισμα
τρολαρίσματος	noun	γενική ενικού του τρολάρισμα
τρολαρίσου	=	τρολάρω
τρολαρίστε	=	τρολάρω
τρολαρίστηκα	=	τρολάρω
τρολαρίστηκαν	=	τρολάρω
τρολαρίστηκε	=	τρολάρω
τρολαρίστηκες	=	τρολάρω
τρολαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρολάρισμα
τρολαρισμένος	=	τρολάρω
τρολαριστές	=	τρολαριστής
τρολαριστή	=	τρολαριστής
τρολαριστήκαμε	=	τρολάρω
τρολαριστήκαν	=	τρολάρω
τρολαριστήκανε	=	τρολάρω
τρολαριστήκατε	=	τρολάρω
τρολαριστής	noun|informal	αυτός που τρολάρει, το διαδικτυακό τρολ
τρολαριστεί	=	τρολάρω
τρολαριστείτε	=	τρολάρω
τρολαριστών	=	τρολαριστής
τρολαρόμασταν	=	τρολάρω
τρολαρόμαστε	=	τρολάρω
τρολαρόμουν	=	τρολάρω
τρολαρόμουνα	=	τρολάρω
τρολαρόντουσαν	=	τρολάρω
τρολαρόσασταν	=	τρολάρω
τρολαρόσαστε	=	τρολάρω
τρολαρόσουν	=	τρολάρω
τρολαρόσουνα	=	τρολάρω
τρολαρόταν	=	τρολάρω
τρολαρότανε	=	τρολάρω
τρολατζή	=	τρολατζής
τρολατζήδες	=	τρολατζής
τρολατζήδων	=	τρολατζής
τρολατζής	noun|slang	το διαδικτυακό τρολ
τρολεατζής	noun|rare	ο οδηγός τρόλεϊ
τρολιά	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρολιάζω
τρολιάς	=	τρολιά
τρολιές	=	τρολιά
τρολιών	=	τρολιά
τρολλ	noun	ετυμολογική γραφή του τρολ
τρολλάραμε	=	τρολλάρω
τρολλάραν	=	τρολλάρω
τρολλάρανε	=	τρολλάρω
τρολλάρατε	=	τρολλάρω
τρολλάρει	=	τρολλάρω
τρολλάρεις	=	τρολλάρω
τρολλάρεσαι	=	τρολλάρω
τρολλάρεστε	=	τρολλάρω
τρολλάρεται	=	τρολλάρω
τρολλάρετε	=	τρολλάρω
τρολλάρισα	=	τρολλάρω
τρολλάρισαν	=	τρολλάρω
τρολλάρισε	=	τρολλάρω
τρολλάρισες	=	τρολλάρω
τρολλάρομαι	=	τρολλάρω
τρολλάρονται	=	τρολλάρω
τρολλάρονταν	=	τρολλάρω
τρολλάροντας	=	τρολλάρω
τρολλάρου	=	τρολλάρω
τρολλάρουμε	=	τρολλάρω
τρολλάρουν	=	τρολλάρω
τρολλάρουνε	=	τρολλάρω
τρολλάρω	verb	ετυμολογική γραφή του τρολάρω
τρολλαρίσαμε	=	τρολλάρω
τρολλαρίσαν	=	τρολλάρω
τρολλαρίσανε	=	τρολλάρω
τρολλαρίσατε	=	τρολλάρω
τρολλαρίσει	=	τρολλάρω
τρολλαρίσου	=	τρολλάρω
τρολλαρίστε	=	τρολλάρω
τρολλαρίστηκα	=	τρολλάρω
τρολλαρίστηκαν	=	τρολλάρω
τρολλαρίστηκε	=	τρολλάρω
τρολλαρίστηκες	=	τρολλάρω
τρολλαρισμένος	=	τρολλάρω
τρολλαριστήκαμε	=	τρολλάρω
τρολλαριστήκαν	=	τρολλάρω
τρολλαριστήκανε	=	τρολλάρω
τρολλαριστήκατε	=	τρολλάρω
τρολλαριστεί	=	τρολλάρω
τρολλαριστείτε	=	τρολλάρω
τρολλαρόμασταν	=	τρολλάρω
τρολλαρόμαστε	=	τρολλάρω
τρολλαρόμουν	=	τρολλάρω
τρολλαρόμουνα	=	τρολλάρω
τρολλαρόντουσαν	=	τρολλάρω
τρολλαρόσασταν	=	τρολλάρω
τρολλαρόσαστε	=	τρολλάρω
τρολλαρόσουν	=	τρολλάρω
τρολλαρόσουνα	=	τρολλάρω
τρολλαρόταν	=	τρολλάρω
τρολλαρότανε	=	τρολλάρω
τρολοκομείο	noun|rare	ιστοσελίδα που έχει γεμίσει με τρολ
τρομάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόμαγμα
τρομάγματος	noun	γενική ενικού του τρόμαγμα
τρομάζαμε	=	τρομάζω
τρομάζαν	=	τρομάζω
τρομάζανε	=	τρομάζω
τρομάζατε	=	τρομάζω
τρομάζει	=	τρομάζω
τρομάζεις	=	τρομάζω
τρομάζετε	=	τρομάζω
τρομάζομε	=	τρομάζω
τρομάζοντας	=	τρομάζω
τρομάζουμε	=	τρομάζω
τρομάζουν	=	τρομάζω
τρομάζουνε	=	τρομάζω
τρομάζω	verb	καταλαμβάνομαι από τρόμο, φοβάμαι
τρομάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξαν	=	τρομάζω
τρομάξανε	=	τρομάζω
τρομάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξομε	=	τρομάζω
τρομάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξουνε	=	τρομάζω
τρομάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρομάρα	noun	μεγάλος τρόμος, λαχτάρα
τρομάρας	noun	γενική ενικού του τρομάρα
τρομάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομάρα
τρομάχτε	=	τρομάζω
τρομαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρόμαγμα
τρομαγμένα	adv	με τρόπο που να φανερώνει φόβο
τρομαγμένε	verb	κλητική ενικού του τρομαγμένος
τρομαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομαγμένη
τρομαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομαγμένος
τρομαγμένης	verb	γενική ενικού του τρομαγμένη
τρομαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρομαγμένος
τρομαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομαγμένος
τρομαγμένος	verb	αυτός που έχει τρομάξει, φοβισμένος
τρομαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρομαγμένος
τρομαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρομαγμένος
τρομαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρομαγμένος
τρομακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρομακτικός	adv	με τρομακτικό τρόπο
τρομακτικέ	adj	κλητική ενικού του τρομακτικός
τρομακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομακτική
τρομακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομακτικός
τρομακτικής	adj	γενική ενικού του τρομακτική
τρομακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομακτικός
τρομακτικού	adj	γενική ενικού του τρομακτικός
τρομακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρομακτικός
τρομακτικό	adj	αιτιατική ενικού του τρομακτικός
τρομακτικός	adj	τρομαχτικός
τρομακτικότατα	=	τρομακτικός
τρομακτικότατε	=	τρομακτικός
τρομακτικότατες	=	τρομακτικός
τρομακτικότατη	=	τρομακτικός
τρομακτικότατης	=	τρομακτικός
τρομακτικότατο	=	τρομακτικός
τρομακτικότατοι	=	τρομακτικός
τρομακτικότατος	=	τρομακτικός
τρομακτικότατου	=	τρομακτικός
τρομακτικότατους	=	τρομακτικός
τρομακτικότατων	=	τρομακτικός
τρομακτικότερα	=	τρομακτικός
τρομακτικότερε	=	τρομακτικός
τρομακτικότερες	=	τρομακτικός
τρομακτικότερη	=	τρομακτικός
τρομακτικότερης	=	τρομακτικός
τρομακτικότερο	=	τρομακτικός
τρομακτικότεροι	=	τρομακτικός
τρομακτικότερος	=	τρομακτικός
τρομακτικότερου	=	τρομακτικός
τρομακτικότερους	=	τρομακτικός
τρομακτικότερων	=	τρομακτικός
τρομακτικών	adj	γενική πληθυντικού του τρομακτικός
τρομακτικώς	adv|dated	τρομακτικά
τρομαχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομαχτικό	adv	τρομακτικά
τρομαχτικέ	adj	κλητική ενικού του τρομαχτικός
τρομαχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομαχτική
τρομαχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομαχτικός
τρομαχτικής	adj	γενική ενικού του τρομαχτική
τρομαχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομαχτικός
τρομαχτικού	adj	γενική ενικού του τρομαχτικός
τρομαχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρομαχτικός
τρομαχτικό	adj	αιτιατική ενικού του τρομαχτικός
τρομαχτικός	adj	που προκαλεί τον τρόμο, που σε κάνει να τρομάζεις
τρομαχτικών	adj	γενική πληθυντικού του τρομαχτικός
τρομερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρομερός	adv	πάρα πολύ, έντονα
τρομερέ	adj	κλητική ενικού του τρομερός
τρομερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομερή
τρομερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομερός
τρομερής	adj	γενική ενικού του τρομερή
τρομεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομερός
τρομερού	adj	γενική ενικού του τρομερός
τρομερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρομερός
τρομερό	adj	αιτιατική ενικού του τρομερός
τρομερός	adj	που προκαλεί τρόμο, φοβερός, απαίσιος
τρομερότατα	=	τρομερός
τρομερότατε	=	τρομερός
τρομερότατες	=	τρομερός
τρομερότατη	=	τρομερός
τρομερότατης	=	τρομερός
τρομερότατο	=	τρομερός
τρομερότατοι	=	τρομερός
τρομερότατος	=	τρομερός
τρομερότατου	=	τρομερός
τρομερότατους	=	τρομερός
τρομερότατων	=	τρομερός
τρομερότερα	=	τρομερός
τρομερότερε	=	τρομερός
τρομερότερες	=	τρομερός
τρομερότερη	=	τρομερός
τρομερότερης	=	τρομερός
τρομερότερο	=	τρομερός
τρομερότεροι	=	τρομερός
τρομερότερος	=	τρομερός
τρομερότερου	=	τρομερός
τρομερότερους	=	τρομερός
τρομερότερων	=	τρομερός
τρομερών	adj	γενική πληθυντικού του τρομερός
τρομοδέμα	noun	δέμα που δημιουργείται και αποστέλλεται από τρομοκράτες, για λόγους που έχουν να κάνουν με την τρομοκρατία
τρομοδέματα	=	τρομοδέμα
τρομοδέματος	=	τρομοδέμα
τρομοδεμάτων	=	τρομοδέμα
τρομοκαπηλεία	noun	εκμετάλλευση του τρόμου
τρομοκαπηλείας	noun	γενική ενικού του τρομοκαπηλεία
τρομοκαπηλείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκαπηλεία
τρομοκαπηλειών	noun	γενική πληθυντικού του τρομοκαπηλεία
τρομοκράτει	=	τρομοκρατώ
τρομοκράτες	=	τρομοκράτης
τρομοκράτη	=	τρομοκράτης
τρομοκράτης	noun	άτομο (συχνά μέλος τρομοκρατικής ομάδας) που για διάφορους λόγους τρομοκρατεί ή / και τραυματίζει / σκοτώνει ανθρώπους
τρομοκράτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκράτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκράτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκράτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκράτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρομοκρατώ
τρομοκράτησης	=	τρομοκράτηση
τρομοκράτησις	noun	τρομοκράτηση
τρομοκράτισσα	noun	θηλυκό του τρομοκράτης
τρομοκράτισσας	noun	γενική ενικού του τρομοκράτισσα
τρομοκράτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκράτισσα
τρομοκρατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσαν	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατήσανε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσεων	=	τρομοκράτηση
τρομοκρατήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσουνε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατία	noun	το σύνολο βίαιων ενεργειών και πράξεων εναντίον ατόμων ή κοινωνιών
τρομοκρατίας	noun	γενική ενικού του τρομοκρατία
τρομοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατία
τρομοκρατεί	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατείς	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατείσαι	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατείστε	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατείται	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατείτε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατείτο	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθήκαν	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθήκανε	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατηθούνε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατούμαι
τρομοκρατημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατημένο
τρομοκρατημένε	verb	κλητική ενικού του τρομοκρατημένος
τρομοκρατημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατημένη
τρομοκρατημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομοκρατημένος
τρομοκρατημένης	verb	γενική ενικού του τρομοκρατημένη
τρομοκρατημένο	verb	αιτιατική ενικού του τρομοκρατημένος
τρομοκρατημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατημένος
τρομοκρατημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τρομοκρατώ
τρομοκρατημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρομοκρατημένος
τρομοκρατημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρομοκρατημένος
τρομοκρατημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρομοκρατημένος
τρομοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατικό	adv	με τρομοκρατικό τρόπο, τρομοκρατώντας
τρομοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του τρομοκρατικός
τρομοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατική
τρομοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομοκρατικός
τρομοκρατικής	adj	γενική ενικού του τρομοκρατική
τρομοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομοκρατικός
τρομοκρατικού	adj	γενική ενικού του τρομοκρατικός
τρομοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρομοκρατικός
τρομοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του τρομοκρατικός
τρομοκρατικός	adj	που έχει σχέση με την τρομοκρατία ή τους τρομοκράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά
τρομοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του τρομοκρατικός
τρομοκρατικῶς	adv	τρομοκρατικά
τρομοκρατισσών	noun	γενική πληθυντικού του τρομοκράτισσα
τρομοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του τρομοκρατία
τρομοκρατούμαι	verb	φοβάμαι πολύ από τις ενέργειες κάποιου, διακατέχομαι από τρόμο
τρομοκρατούμασταν	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούμαστε	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούμε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούμενος	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούμουν	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούμουνα	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούν	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούνε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούνται	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούνταν	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούντο	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσα	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσαμε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσαν	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσανε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσασταν	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούσαστε	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούσατε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσε	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσες	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατούσουν	=	τρομοκρατούμαι
τρομοκρατούσουνα	=	τρομοκρατώ
τρομοκρατώ	verb	είμαι τρομοκράτης και φέρομαι με ανάλογο τρόπο
τρομοκρατών	=	τρομοκράτης
τρομοκρατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρομοκρατώ
τρομπάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρομπάρω
τρομπάρω	verb	χρησιμοποιώ την τρόμπα
τρομπέτα	noun	αερόφωνο μουσικό όργανο με μεταλλικό επιστόμιο σε σχήμα κούπας, που ανήκει στην οικογένεια των χάλκινων πνευστών
τρομπέτας	noun	γενική ενικού του τρομπέτα
τρομπέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομπέτα
τρομπαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομπάρισμα
τρομπαρίσματος	noun	γενική ενικού του τρομπάρισμα
τρομπαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρομπάρισμα
τρομπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομπαρισμένο
τρομπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τρομπαρισμένος
τρομπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομπαρισμένη
τρομπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρομπαρισμένος
τρομπαρισμένης	verb	γενική ενικού του τρομπαρισμένη
τρομπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρομπαρισμένος
τρομπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρομπαρισμένος
τρομπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρομπαρισμένος
τρομπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρομπαρισμένος
τρομπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρομπαρισμένος
τρομπετίστα	noun	θηλυκό του τρομπετίστας
τρομπετίστας	noun	μουσικός που μελετά και παίζει τρομπέτα
τρομπετίστες	=	τρομπετίστας
τρομπετίστρια	noun	θηλυκό του τρομπετίστας
τρομπετίστριας	=	τρομπετίστρια
τρομπετίστριες	=	τρομπετίστρια
τρομπετιστριών	=	τρομπετίστρια
τρομπετιστών	=	τρομπετίστας
τρομπετών	noun	γενική πληθυντικού του τρομπέτα
τρομπονίστα	noun	κάποια που παίζει τρομπόνι
τρομπονίστας	noun	κάποιος που παίζει τρομπόνι
τρομπονίστες	=	τρομπονίστας
τρομπονίστρια	noun	κάποια που παίζει τρομπόνι
τρομπονίστριας	=	τρομπονίστρια
τρομπονίστριες	=	τρομπονίστρια
τρομπονιά	noun	τουφεκιά με (το όπλο) τρομπόνι
τρομπονιάς	=	τρομπονιά
τρομπονιές	=	τρομπονιά
τρομπονιού	noun	γενική ενικού του τρομπόνι
τρομπονιστριών	=	τρομπονίστρια
τρομπονιστών	=	τρομπονίστας
τρομπονιών	noun	γενική πληθυντικού του τρομπόνι
τρομπόνι	noun	χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο με χαρακτηριστικό συρόμενο σωλήνα, με ή χωρίς κλειδιά (πιστόνια)
τρομπόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρομπόνι
τρομπών	=	τρόμπα
τρομωδών	=	τρομώδης
τρομώδεις	=	τρομώδης
τρομώδες	=	τρομώδης
τρομώδη	=	τρομώδης
τρομώδης	adj	νόσος με επίπτωση ή σύμπτωμα την τρεμούλα
τρομώδους	=	τρομώδης
τροπάρι	noun	άλλη μορφή του τροπάριο, συνήθως μόνο προφορικά ή σε εκφράσεις με τη μεταφορική του έννοια
τροπάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπάριο
τροπάριο	noun	σύντομος εκκλησιαστικός ύμνος που αναφέρεται σε τιμώμενο πρόσωπο ή γεγονός
τροπάριου	noun	γενική ενικού του τροπάριο
τροπάριων	=	τροπάριο
τροπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπή
τροπή	noun	η μεταβολή σε κάτι άλλο
τροπής	=	τροπή
τροπίδων	=	τρόπιδα
τροπαίου	noun	γενική ενικού του τρόπαιο
τροπαίων	noun	γενική πληθυντικού του τρόπαιο
τροπαιοφόρα	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρας	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρε	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρες	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρο	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόροι	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρος	adj	ο νικητής, αυτός που φέρει τρόπαιο
τροπαιοφόρου	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρους	=	τροπαιοφόρος
τροπαιοφόρων	=	τροπαιοφόρος
τροπαιούχα	=	τροπαιούχος
τροπαιούχε	=	τροπαιούχος
τροπαιούχο	=	τροπαιούχος
τροπαιούχοι	=	τροπαιούχος
τροπαιούχος	adj	που έχει κατακτήσει κάποιο τρόπαιο, νικητής
τροπαιούχου	=	τροπαιούχος
τροπαιούχους	=	τροπαιούχος
τροπαιούχων	=	τροπαιούχος
τροπαράκι	noun	υποκοριστικό του τροπάριο
τροπαράκια	=	τροπαράκι
τροπαρίου	noun	γενική ενικού του τροπάριο
τροπαρίων	noun	γενική πληθυντικού του τροπάριο
τροπεία	=	τροπείο
τροπείο	noun	είδος μύλου για το άλεσμα ή την σύνθλιψη των ελιών
τροπείου	=	τροπείο
τροπείων	=	τροπείο
τροπιδοειδής	adj|rare	που μοιάζει με τρόπιδα
τροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπικό
τροπικέ	adj	κλητική ενικού του τροπικός
τροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπική
τροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροπικός
τροπικής	adj	γενική ενικού του τροπική
τροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροπικός
τροπικοποίηση	noun	η διαδικασία μεταβολής (αύξηση της θερμοκρασίας, μεταβολή στα μοτίβα βροχόπτωσης, αλλαγή στη χλωρίδα και πανίδα) του κλίματος μιας περιοχής προς το τροπικό κλίμα
τροπικοποίησης	=	τροπικοποίηση
τροπικοποιήσεις	=	τροπικοποίηση
τροπικοποιήσεων	=	τροπικοποίηση
τροπικοτήτων	=	τροπικότητα
τροπικού	adj	γενική ενικού του τροπικός
τροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροπικός
τροπικό	adj	αιτιατική ενικού του τροπικός
τροπικός	adj	που σχετίζεται με τα ηλιοστάσια, τις τροπές του ήλιου
τροπικότητα	noun	ο τρόπος που γίνεται κάτι
τροπικότητας	=	τροπικότητα
τροπικότητες	=	τροπικότητα
τροπικών	adj	γενική πληθυντικού του τροπικός
τροπισμέ	noun	κλητική ενικού του τροπισμός
τροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροπισμός
τροπισμού	noun	γενική ενικού του τροπισμός
τροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροπισμός
τροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του τροπισμός
τροπισμός	noun	φαινόμενο που παρουσιάζουν τα φυτά, ή επιμέρους όργανά τους, καθώς προσανατολίζονται κάμπτοντας, θετικά ή αρνητικά, όταν επιδρούν πάνω σ' αυτά εξωτερικά ερεθίσματα κατεύθυνσης
τροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του τροπισμός
τροπολογία	noun	η διατύπωση με διαφορετικό λεκτικό ή με διαφορετικές λεπτομέρειες
τροπολογίας	noun	γενική ενικού του τροπολογία
τροπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπολογία
τροπολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπολογημένο
τροπολογημένε	verb	κλητική ενικού του τροπολογημένος
τροπολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπολογημένη
τροπολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροπολογημένος
τροπολογημένης	verb	γενική ενικού του τροπολογημένη
τροπολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του τροπολογημένος
τροπολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροπολογημένος
τροπολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροπολογημένος
τροπολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροπολογημένος
τροπολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροπολογημένος
τροπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τροπολογία
τροπολογώ	verb|rare	εφαρμόζω / επιφέρω τροπολογίες
τροπολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τροπολογώ
τροπονίνες	=	τροπονίνη
τροπονίνη	noun	σύμπλεγμα τριών ρυθμιστικών πρωτεϊνών που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μυϊκής συστολής στους σκελετικούς μύες και τον καρδιακό μυ.
τροπονίνης	=	τροπονίνη
τροπονινών	=	τροπονίνη
τροποποίει	=	τροποποιώ
τροποποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τροποποιώ, μερική μεταβολή, αλλαγή
τροποποίησης	noun	γενική ενικού του τροποποίηση
τροποποίησις	noun	τροποποίηση
τροποποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιούμαι
τροποποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιούμαι
τροποποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιούμαι
τροποποιήθηκες	=	τροποποιούμαι
τροποποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήσαν	=	τροποποιώ
τροποποιήσανε	=	τροποποιώ
τροποποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποίηση
τροποποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τροποποίηση
τροποποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τροποποίηση
τροποποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποιήσιμο
τροποποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του τροποποιήσιμος
τροποποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποιήσιμη
τροποποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροποποιήσιμος
τροποποιήσιμης	adj	γενική ενικού του τροποποιήσιμη
τροποποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του τροποποιήσιμος
τροποποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροποποιήσιμος
τροποποιήσιμος	adj	που μπορεί να τροποποιηθεί
τροποποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροποποιήσιμος
τροποποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροποποιήσιμος
τροποποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροποποιήσιμος
τροποποιήσου	=	τροποποιούμαι
τροποποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιεί	=	τροποποιώ
τροποποιείς	=	τροποποιώ
τροποποιείσαι	=	τροποποιούμαι
τροποποιείστε	=	τροποποιούμαι
τροποποιείται	=	τροποποιούμαι
τροποποιείτε	=	τροποποιώ
τροποποιηθήκαμε	=	τροποποιούμαι
τροποποιηθήκαν	=	τροποποιούμαι
τροποποιηθήκανε	=	τροποποιούμαι
τροποποιηθήκατε	=	τροποποιούμαι
τροποποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροποποιούμαι
τροποποιηθείτε	=	τροποποιούμαι
τροποποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροποποιούμαι
τροποποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποιημένο
τροποποιημένε	verb	κλητική ενικού του τροποποιημένος
τροποποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποιημένη
τροποποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροποποιημένος
τροποποιημένης	verb	γενική ενικού του τροποποιημένη
τροποποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του τροποποιημένος
τροποποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροποποιημένος
τροποποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τροποποιώ
τροποποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροποποιημένος
τροποποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροποποιημένος
τροποποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροποποιημένος
τροποποιητές	=	τροποποιητής
τροποποιητή	=	τροποποιητής
τροποποιητής	noun	κάποιος ή κάτι που τροποποιεί
τροποποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποιητικό	adv	με τροποποιητικό τρόπο
τροποποιητικέ	adj	κλητική ενικού του τροποποιητικός
τροποποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροποποιητική
τροποποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροποποιητικός
τροποποιητικής	adj	γενική ενικού του τροποποιητική
τροποποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροποποιητικός
τροποποιητικού	adj	γενική ενικού του τροποποιητικός
τροποποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροποποιητικός
τροποποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του τροποποιητικός
τροποποιητικός	adj	που έχει σχέση με την τροποποίηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή
τροποποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του τροποποιητικός
τροποποιητών	=	τροποποιητής
τροποποιούμαι	verb	με αλλάζουν ή αλλάζω, υφίσταμαι τροποποιήσεις, μεταβολές
τροποποιούμασταν	=	τροποποιούμαι
τροποποιούμαστε	=	τροποποιούμαι
τροποποιούμε	=	τροποποιώ
τροποποιούμουν	=	τροποποιούμαι
τροποποιούν	=	τροποποιώ
τροποποιούνε	=	τροποποιώ
τροποποιούνται	=	τροποποιούμαι
τροποποιούνταν	=	τροποποιούμαι
τροποποιούσα	=	τροποποιώ
τροποποιούσαμε	=	τροποποιώ
τροποποιούσαν	=	τροποποιώ
τροποποιούσανε	=	τροποποιώ
τροποποιούσασταν	=	τροποποιούμαι
τροποποιούσαστε	=	τροποποιούμαι
τροποποιούσατε	=	τροποποιώ
τροποποιούσε	=	τροποποιώ
τροποποιούσες	=	τροποποιώ
τροποποιούσουν	=	τροποποιούμαι
τροποποιώ	verb	επιφέρω μικρές ή επουσιώδεις αλλαγές
τροποποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τροποποιώ
τροποσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του τροπόσφαιρα
τροπωτήρα	noun	ιμάντας ή σκοινί που συγκρατεί το κουπί στον σκαλμό
τροπωτήρας	=	τροπωτήρα
τροπωτήρες	=	τροπωτήρα
τροπωτήρων	=	τροπωτήρα
τροπόπαυση	noun	ζώνη της ατμόσφαιρας μεταξύ τροπόσφαιρας και στρατόσφαιρας
τροπόπαυσης	=	τροπόπαυση
τροπόσφαιρα	noun	η πρώτη ζώνη της ατμόσφαιρας που εκτείνεται μέχρι το ύψος περίπου των 10 χλμ από την επιφάνεια της Γης· μέσα σε αυτήν συμβαίνουν όλα τα καιρικά φαινόμενα
τροπόσφαιρας	noun	γενική ενικού του τροπόσφαιρα
τροπόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροπόσφαιρα
τροπών	=	τροπή
τροτέζα	noun	γυναίκα που εκδίδεται στον δρόμο, πόρνη, καλντεριμιτζού
τροτέζας	noun	γενική ενικού του τροτέζα
τροτέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροτέζα
τροτσκίστρια	noun	θηλυκό του τροτσκιστής
τροτσκίστριας	noun	γενική ενικού του τροτσκίστρια
τροτσκίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροτσκίστρια
τροτσκισμέ	noun	κλητική ενικού του τροτσκισμός
τροτσκισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροτσκισμός
τροτσκισμού	noun	γενική ενικού του τροτσκισμός
τροτσκισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροτσκισμός
τροτσκισμό	noun	αιτιατική ενικού του τροτσκισμός
τροτσκισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία και πρακτική του Ρώσου επαναστάτη και μαρξιστή Λέοντα Τρότσκι με χαρακτηριστικά την πίστη στη διαρκή επανάσταση, τον διεθνισμό, την αντιπαράθεση με τον σταλινισμό και την γραφειοκρατική ελίτ στη Σοβιετική Ένωση
τροτσκισμών	noun	γενική πληθυντικού του τροτσκισμός
τροτσκιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροτσκιστής
τροτσκιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τροτσκιστής
τροτσκιστής	noun	ο υποστηρικτής του τροτσκισμού
τροτσκιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τροτσκίστρια
τροτσκιστών	noun	γενική πληθυντικού του τροτσκιστής
τρουβά	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τρουβάς
τρουβάδες	=	τρουβάς
τρουβάδων	=	τρουβάς
τρουβάς	noun	άλλη μορφή του τορβάς
τρουλίσκε	=	τρουλίσκος
τρουλίσκο	=	τρουλίσκος
τρουλίσκοι	=	τρουλίσκος
τρουλίσκος	noun	μικρός τρούλος, συχνά σε κτίσμα που έχει και έναν μεγαλύτερο τρούλο
τρουλίσκου	=	τρουλίσκος
τρουλίσκους	=	τρουλίσκος
τρουλίσκων	=	τρουλίσκος
τρουλαία	=	τρουλαίος
τρουλαίας	=	τρουλαίος
τρουλαίε	=	τρουλαίος
τρουλαίες	=	τρουλαίος
τρουλαίο	=	τρουλαίος
τρουλαίοι	=	τρουλαίος
τρουλαίος	adj	που έχει τρούλο
τρουλαίου	=	τρουλαίος
τρουλαίους	=	τρουλαίος
τρουλαίων	=	τρουλαίος
τρουλλωτά	=	τρουλλωτός
τρουλλωτέ	=	τρουλλωτός
τρουλλωτές	=	τρουλλωτός
τρουλλωτή	=	τρουλλωτός
τρουλλωτής	=	τρουλλωτός
τρουλλωτοί	=	τρουλλωτός
τρουλλωτού	=	τρουλλωτός
τρουλλωτούς	=	τρουλλωτός
τρουλλωτό	=	τρουλλωτός
τρουλλωτός	adj	παρωχημένη γραφή του τρουλωτός κατά το μεσαιωνικό τροῦλλος
τρουλλωτών	=	τρουλλωτός
τρουλοσκεπές	=	τρουλοσκεπής
τρουλοσκεπή	=	τρουλοσκεπής
τρουλοσκεπής	adj	που έχει στην στέγη του τρούλο (όρος για βυζαντινούς ναούς κυρίως)
τρουλοσκεπείς	=	τρουλοσκεπής
τρουλοσκεπούς	=	τρουλοσκεπής
τρουλοσκεπών	=	τρουλοσκεπής
τρουλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρουλωτός	adv	με τρουλωτό τρόπο
τρουλωτέ	adj	κλητική ενικού του τρουλωτός
τρουλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρουλωτή
τρουλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρουλωτός
τρουλωτής	adj	γενική ενικού του τρουλωτή
τρουλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρουλωτός
τρουλωτού	adj	γενική ενικού του τρουλωτός
τρουλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρουλωτός
τρουλωτό	adj	αιτιατική ενικού του τρουλωτός
τρουλωτός	adj	θολοσκεπής
τρουλωτών	adj	γενική πληθυντικού του τρουλωτός
τρουμπάραμε	=	τρουμπάρω
τρουμπάραν	=	τρουμπάρω
τρουμπάρανε	=	τρουμπάρω
τρουμπάρατε	=	τρουμπάρω
τρουμπάρει	=	τρουμπάρω
τρουμπάρεις	=	τρουμπάρω
τρουμπάρετε	=	τρουμπάρω
τρουμπάροντας	=	τρουμπάρω
τρουμπάρουμε	=	τρουμπάρω
τρουμπάρουν	=	τρουμπάρω
τρουμπάρουνε	=	τρουμπάρω
τρουμπάρω	verb|vulgar	αντλώ
τρουμπέτα	noun|rare	άλλη μορφή του τρομπέτα
τρουμπέτας	noun	γενική ενικού του τρουμπέτα
τρουμπέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρουμπέτα
τρουμπετών	noun	γενική πληθυντικού του τρουμπέτα
τρουμπουλέ	=	τρουμπουλές
τρουμπουλέδες	=	τρουμπουλές
τρουμπουλέδων	=	τρουμπουλές
τρουμπουλές	noun	άλλη γραφή του τουρμπουλέ
τρουμπών	=	τρούμπα
τρουπών	=	τρούπα
τρουφάκι	noun	μικρό γλυκό από κρέμα κακάο / σοκολάτα, σφαιρικού σχήματος, με επικάλυψη τρούφας
τρουφάκια	=	τρουφάκι
τρουφίτσα	noun	υποκοριστικό του τρούφα
τρουφίτσας	=	τρουφίτσα
τρουφίτσες	=	τρουφίτσα
τρουφών	noun	γενική πληθυντικού του τρούφα
τροφέ	=	τροφός
τροφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφή
τροφή	noun	ουσία που καταναλώνεται από ένα οργανισμό για να διατηρηθεί αυτός στη ζωή
τροφής	=	τροφή
τροφίμου	noun	γενική ενικού του τρόφιμος
τροφίμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρόφιμος
τροφίμων	noun	γενική πληθυντικού του τρόφιμος
τροφαλλαγές	=	τροφαλλαγή
τροφαλλαγή	noun	(ζωολογία): η ανταλλαγή αναμασημένης τροφής μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, που παρατηρείται ιδιαίτερα σε πτηνά και σε αποικίες εντόμων, που ζουν κοινωνικά.
τροφαλλαγής	=	τροφαλλαγή
τροφαλλαγών	=	τροφαλλαγή
τροφαντά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τροφαντός
τροφαντέ	adj	κλητική ενικού του τροφαντός
τροφαντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφαντή
τροφαντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροφαντός
τροφαντής	adj	γενική ενικού του τροφαντή
τροφαντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροφαντός
τροφαντού	adj	γενική ενικού του τροφαντός
τροφαντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροφαντός
τροφαντό	adj	αιτιατική ενικού του τροφαντός
τροφαντός	adj	που ωριμάζει πριν την κανονική του ώρα, πρώιμος
τροφαντών	adj	γενική πληθυντικού του τροφαντός
τροφαποθήκες	=	τροφαποθήκη
τροφαποθήκη	noun	έπιπλο ή χώρος που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση τροφίμων
τροφαποθήκης	=	τροφαποθήκη
τροφαποθηκών	=	τροφαποθήκη
τροφεία	noun	το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για την κάλυψη εξόδων διατροφής και, συχνά, διαμονής σε ιδρύματα ή φορείς που φιλοξενούν άτομα, όπως σχολεία, νοσηλευτήρια ή ξενώνες
τροφείων	=	τροφεία
τροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφικό
τροφικέ	adj	κλητική ενικού του τροφικός
τροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφική
τροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροφικός
τροφικής	adj	γενική ενικού του τροφική
τροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροφικός
τροφικού	adj	γενική ενικού του τροφικός
τροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροφικός
τροφικό	adj	αιτιατική ενικού του τροφικός
τροφικός	adj	που έχει σχέση με την τροφή ή αναφέρεται σ’ αυτή
τροφικών	adj	γενική πληθυντικού του τροφικός
τροφιμογενές	=	τροφιμογενής
τροφιμογενή	=	τροφιμογενής
τροφιμογενής	adj	που είναι αποτέλεσμα της κατανάλωσης συγκεκριμένων (μολυσμένων) τροφίμων
τροφιμογενείς	=	τροφιμογενής
τροφιμογενούς	=	τροφιμογενής
τροφιμογενών	=	τροφιμογενής
τροφοί	=	τροφός
τροφοβλάστες	=	τροφοβλάστης
τροφοβλάστη	=	τροφοβλάστης
τροφοβλάστης	noun	το εξωτερικό στρώμα κυττάρων που περιβάλλουν το βλαστικό κυστίδιο
τροφοβλαστών	=	τροφοβλάστης
τροφοδιανομές	=	τροφοδιανομή
τροφοδιανομή	noun	η μεταφορά τροφίμων από το κατάστημα που τα πουλάει στο χώρο του αγοραστή
τροφοδιανομής	=	τροφοδιανομή
τροφοδιανομών	=	τροφοδιανομή
τροφοδοσία	noun	η παροχή τροφίμων
τροφοδοσίας	noun	γενική ενικού του τροφοδοσία
τροφοδοσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοσία
τροφοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του τροφοδοσία
τροφοδοτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσαν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτήσανε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τροφοδότηση
τροφοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τροφοδότηση
τροφοδοτήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσουνε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτεί	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτείς	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτείσαι	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτείστε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτείται	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτείτε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτείτο	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθήκαν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτηθήκανε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτηθούνε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτούμαι
τροφοδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτημένο
τροφοδοτημένε	verb	κλητική ενικού του τροφοδοτημένος
τροφοδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτημένη
τροφοδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροφοδοτημένος
τροφοδοτημένης	verb	γενική ενικού του τροφοδοτημένη
τροφοδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του τροφοδοτημένος
τροφοδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτημένος
τροφοδοτημένος	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροφοδοτημένος
τροφοδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροφοδοτημένος
τροφοδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροφοδοτημένος
τροφοδοτικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτικό
τροφοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του τροφοδοτικός
τροφοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτική
τροφοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροφοδοτικός
τροφοδοτικής	adj	γενική ενικού του τροφοδοτική
τροφοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτικός
τροφοδοτικού	noun	γενική ενικού του τροφοδοτικό
τροφοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροφοδοτικός
τροφοδοτικό	noun	κάθε εξάρτημα συσκευής (ή μεμονωμένη συσκευή) που παρέχει ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία της	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τροφοδοτικός
τροφοδοτικός	adj	που τροφοδοτεί, έχει σχέση με την τροφοδοσία, τον τροφοδότη ή το τροφοδοτικό ή αναφέρεται σ’ αυτά
τροφοδοτικών	noun	γενική πληθυντικού του τροφοδοτικό
τροφοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτούμασταν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούμαστε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούμε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτούμενο
τροφοδοτούμενε	verb	κλητική ενικού του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτούμενη
τροφοδοτούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμενης	verb	γενική ενικού του τροφοδοτούμενη
τροφοδοτούμενο	verb	αιτιατική ενικού του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδοτούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροφοδοτούμενος
τροφοδοτούμουν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούμουνα	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούνε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούνται	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούνταν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούντο	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσα	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσαμε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσαν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσανε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσασταν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσαστε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσατε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσε	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσες	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσουν	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτούσουνα	=	τροφοδοτώ
τροφοδοτριών	noun	γενική πληθυντικού του τροφοδότρια
τροφοδοτώ	verb	δίνω τροφή
τροφοδοτών	=	τροφοδότης
τροφοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδότες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδότης
τροφοδότη	=	τροφοδότης
τροφοδότης	noun|dated	αυτός που τροφοδοτεί, που είναι υπεύθυνος για την τροφοδοσία / τροφοδότηση, την εξασφάλιση των αναγκαίων για τη διατροφή
τροφοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροφοδοτώ
τροφοδότηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τροφοδοτώ
τροφοδότησης	noun	γενική ενικού του τροφοδότηση
τροφοδότησις	noun	η τροφοδότηση
τροφοδότρα	noun	θηλυκό του τροφοδότης
τροφοδότρας	noun	γενική ενικού του τροφοδότρα
τροφοδότρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδότρα
τροφοδότρια	noun	θηλυκό του τροφοδότης
τροφοδότριας	noun	γενική ενικού του τροφοδότρια
τροφοδότριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφοδότρια
τροφοεφοδίου	=	τροφοεφόδιο
τροφοεφοδίων	=	τροφοεφόδιο
τροφοεφόδια	=	τροφοεφόδιο
τροφοεφόδιο	noun	η προμήθεια τροφίμων ή άλλων απαραίτητων εφοδίων για σίτιση, ιδίως σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, πλοία ή σε συνθήκες οργανωμένης μετακίνησης
τροφοεφόδιου	=	τροφοεφόδιο
τροφολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη διατροφή
τροφολογίας	=	τροφολογία
τροφολογίες	=	τροφολογία
τροφολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφολογικό
τροφολογικέ	adj	κλητική ενικού του τροφολογικός
τροφολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροφολογική
τροφολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροφολογικός
τροφολογικής	adj	γενική ενικού του τροφολογική
τροφολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροφολογικός
τροφολογικού	adj	γενική ενικού του τροφολογικός
τροφολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροφολογικός
τροφολογικό	adj	αιτιατική ενικού του τροφολογικός
τροφολογικός	adj	σχετικός με την τροφολογία
τροφολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τροφολογικός
τροφολογιών	=	τροφολογία
τροφοπενία	noun	παθολογική κατάσταση στα φυτά που προέρχεται από την έλλειψη θρεπτικών στοιχείων
τροφοπενίας	=	τροφοπενία
τροφοπενίες	=	τροφοπενία
τροφοπενιών	=	τροφοπενία
τροφοσυλλέκτες	=	τροφοσυλλέκτης
τροφοσυλλέκτη	=	τροφοσυλλέκτης
τροφοσυλλέκτης	noun	άνθρωπος που ζει συλλέγοντας την τροφή του (σε αντίθεση με τον καλλιεργητή, ο οποίος καλλιεργεί την τροφή του)
τροφοσυλλέκτρια	=	τροφοσυλλέκτης
τροφοσυλλεκτών	=	τροφοσυλλέκτης
τροφοτροπισμέ	=	τροφοτροπισμός
τροφοτροπισμοί	=	τροφοτροπισμός
τροφοτροπισμού	=	τροφοτροπισμός
τροφοτροπισμούς	=	τροφοτροπισμός
τροφοτροπισμό	=	τροφοτροπισμός
τροφοτροπισμός	noun	βιολογικός μηχανισμός προσανατολισμού ορισμένων οργανισμών —ιδίως ζώων, αλλά και φυτών— προς πηγές τροφής, ως αντίδραση σε χημικά ή άλλα ερεθίσματα που υποδηλώνουν την παρουσία της
τροφοτροπισμών	=	τροφοτροπισμός
τροφοφάσεις	=	τροφόφαση
τροφοφάσεων	=	τροφόφαση
τροφού	=	τροφός
τροφούς	=	τροφός
τροφό	=	τροφός
τροφός	noun	γυναίκα που θηλάζει μωρό που δεν είναι δικό της
τροφόφαση	noun	η κύρια φάση της ανάπτυξης μιας καλλιέργειας μικροβίων
τροφόφασης	=	τροφόφαση
τροφών	noun	γενική πληθυντικού του τροφή
τροχάδην	adv	τρέχοντας	intj	γυμναστικό παράγγελμα για τρέξιμο με μέτρια ταχύτητα
τροχάζαμε	=	τροχάζω
τροχάζαν	=	τροχάζω
τροχάζανε	=	τροχάζω
τροχάζατε	=	τροχάζω
τροχάζει	=	τροχάζω
τροχάζεις	=	τροχάζω
τροχάζετε	=	τροχάζω
τροχάζοντας	=	τροχάζω
τροχάζουμε	=	τροχάζω
τροχάζουν	=	τροχάζω
τροχάζουνε	=	τροχάζω
τροχάζω	verb	εφαρμόζω τροχασμό
τροχάσαμε	=	τροχάζω
τροχάσαν	=	τροχάζω
τροχάσανε	=	τροχάζω
τροχάσατε	=	τροχάζω
τροχάσει	=	τροχάζω
τροχάστε	=	τροχάζω
τροχέ	noun	κλητική ενικού του τροχός
τροχήλατα	=	τροχήλατος
τροχήλατε	=	τροχήλατος
τροχήλατες	=	τροχήλατος
τροχήλατη	=	τροχήλατος
τροχήλατης	=	τροχήλατος
τροχήλατο	=	τροχήλατος
τροχήλατοι	=	τροχήλατος
τροχήλατος	adj	που κινείται με τροχούς
τροχήλατου	=	τροχήλατος
τροχήλατους	=	τροχήλατος
τροχήλατων	=	τροχήλατος
τροχίζω	verb|dated	ακονίζω σε τροχό
τροχίλε	noun	κλητική ενικού του τροχίλος
τροχίλο	noun	αιτιατική ενικού του τροχίλος
τροχίλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχίλος
τροχίλος	noun	τροχός με αυλακώσεις που χρησιμοποιείται για να ανυψώνονται βάρη ή να μεταδίδεται η κίνηση μέσω ιμάντων
τροχίλου	noun	γενική ενικού του τροχίλος
τροχίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροχίλος
τροχίλων	noun	γενική πληθυντικού του τροχίλος
τροχίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίσκε	=	τροχίσκος
τροχίσκο	=	τροχίσκος
τροχίσκοι	=	τροχίσκος
τροχίσκος	noun	κάθε μικρή ρόδα ή τροχός (οχήματος ή εξάρτημα μηχανής ή συσκευής)
τροχίσκου	=	τροχίσκος
τροχίσκους	=	τροχίσκος
τροχίσκων	=	τροχίσκος
τροχίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόχισμα
τροχίσματος	noun	γενική ενικού του τρόχισμα
τροχίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζομαι
τροχίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζομαι
τροχίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζομαι
τροχίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τροχαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχαίος	noun	το τμήμα αυτό της αστυνομίας που είναι υπεύθυνο για την κίνηση των τροχοφόρων στους δρόμους
τροχαίας	adj	γενική ενικού του τροχαία
τροχαίε	adj	τροχαίος, στην κλητική του ενικού
τροχαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχαία
τροχαίο	adj	τροχαίος, στην αιτιατική του ενικού	noun	ατύχημα από σύγκρουση με τροχοφόρο
τροχαίοι	adj	τροχαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τροχαίος	noun	ο τροχονόμος, αστυνομικός που υπηρετεί στην τροχαία	adj	που αναφέρεται, αφορά ή είναι σχετικός με την κίνηση των τροχοφόρων στους δημόσιους χώρους
τροχαίου	adj	γενική ενικού του τροχαίος
τροχαίους	adj	τροχαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τροχαίων	noun	γενική πληθυντικού του τροχαίος
τροχαδάκι	noun	τρέξιμο με μέτρια ταχύτητα
τροχαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχαδάκι
τροχαλία	noun	τροχός του οποίου η στεφάνη έχει αύλακα κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμόσει σε αυτήν ένα σχοινί· χρησιμοποιείται για την ανύψωση βαρών
τροχαλίας	noun	γενική ενικού του τροχαλία
τροχαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχαλία
τροχαλιών	noun	γενική πληθυντικού του τροχαλία
τροχασμέ	noun	κλητική ενικού του τροχασμός
τροχασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχασμένο
τροχασμένε	verb	κλητική ενικού του τροχασμένος
τροχασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχασμένη
τροχασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχασμένος
τροχασμένης	verb	γενική ενικού του τροχασμένη
τροχασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τροχασμένος
τροχασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχασμένος
τροχασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροχασμένος
τροχασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροχασμένος
τροχασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροχασμένος
τροχασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχασμός
τροχασμού	noun	γενική ενικού του τροχασμός
τροχασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροχασμός
τροχασμό	noun	αιτιατική ενικού του τροχασμός
τροχασμός	noun	είδος βηματισμού των αλόγων κατά τον οποίο το άλογο κινεί τα δύο διαγώνια πόδια του ταυτόχρονα
τροχασμών	noun	γενική πληθυντικού του τροχασμός
τροχαϊκά	=	τροχαϊκός
τροχαϊκέ	=	τροχαϊκός
τροχαϊκές	=	τροχαϊκός
τροχαϊκή	=	τροχαϊκός
τροχαϊκής	=	τροχαϊκός
τροχαϊκοί	=	τροχαϊκός
τροχαϊκού	=	τροχαϊκός
τροχαϊκούς	=	τροχαϊκός
τροχαϊκό	=	τροχαϊκός
τροχαϊκός	adj	που έχει σχέση με τον τροχαίο μετρικό πόδα
τροχαϊκών	=	τροχαϊκός
τροχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχείο
τροχείο	noun|formal	εργαστήρι στο οποίο ακονίζονται εργαλεία κοπής
τροχείου	noun	γενική ενικού του τροχείο
τροχείων	noun	γενική πληθυντικού του τροχείο
τροχιά	noun	η διαδρομή που ακολουθεί ένα ουράνιο σώμα καθώς περιφέρεται, λόγω βαρύτητας, γύρω από ένα άλλο σώμα με μεγαλύτερη μάζα
τροχιάς	noun	γενική ενικού του τροχιά
τροχιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιά
τροχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιακό
τροχιακέ	adj	κλητική ενικού του τροχιακός
τροχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιακή
τροχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχιακός
τροχιακής	adj	γενική ενικού του τροχιακή
τροχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχιακός
τροχιακού	adj	γενική ενικού του τροχιακός
τροχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροχιακός
τροχιακό	noun	σχήμα ηλεκτρονιακού νέφους πιθανοτήτων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τροχιακός
τροχιακός	adj	ο σχετικός με τροχιά
τροχιακών	adj	γενική πληθυντικού του τροχιακός
τροχιογέφυρα	noun	γέφυρα επί της οποίας υπάρχουν σιδηροδρομικές τροχιές για τη διέλευση τρένου
τροχιογέφυρας	=	τροχιογέφυρα
τροχιογέφυρες	=	τροχιογέφυρα
τροχιογεφυρών	=	τροχιογέφυρα
τροχιογράφε	=	τροχιογράφος
τροχιογράφο	=	τροχιογράφος
τροχιογράφοι	=	τροχιογράφος
τροχιογράφος	noun	όργανο που καταγράφει την τροχιά (μιας τορπίλης κ.λπ.)
τροχιογράφου	=	τροχιογράφος
τροχιογράφους	=	τροχιογράφος
τροχιογράφων	=	τροχιογράφος
τροχιοδείκτες	=	τροχιοδείκτης
τροχιοδείκτη	=	τροχιοδείκτης
τροχιοδείκτης	noun	ειδικός μηχανισμός σε βλήματα που εκπέμπει φωτεινά σήματα ή σήματα καπνού, χαράσσοντας οπτικά την πορεία τους και διευκολύνοντας την παρακολούθηση της τροχιάς τους κατά την πτήση
τροχιοδείχτες	=	τροχιοδείχτης
τροχιοδείχτη	=	τροχιοδείχτης
τροχιοδείχτης	noun	άλλη μορφή του τροχιοδείκτης
τροχιοδεικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιοδεικτικό
τροχιοδεικτικέ	adj	κλητική ενικού του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιοδεικτική
τροχιοδεικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτικής	adj	γενική ενικού του τροχιοδεικτική
τροχιοδεικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτικού	adj	γενική ενικού του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτικό	adj	αιτιατική ενικού του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτικός	adj	που έχει σχέση με τροχιοδείκτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τροχιοδεικτικών	adj	γενική πληθυντικού του τροχιοδεικτικός
τροχιοδεικτών	=	τροχιοδείκτης
τροχιοδειχτών	=	τροχιοδείχτης
τροχιοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τροχιοδρομικός	adv	με τροχιοδρομικό τρόπο
τροχιοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιοδρομική
τροχιοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικής	adj	γενική ενικού του τροχιοδρομική
τροχιοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικού	adj	γενική ενικού του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικό	adj	αιτιατική ενικού του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικός	adj	που έχει σχέση με τον τροχιόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τροχιοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του τροχιοδρομικός
τροχιοδρομικώς	adv|dated	τροχιοδρομικά
τροχιοδρόμου	noun	γενική ενικού του τροχιόδρομος
τροχιοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροχιόδρομος
τροχιοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του τροχιόδρομος
τροχισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρόχισμα
τροχισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχισμένο
τροχισμένε	verb	κλητική ενικού του τροχισμένος
τροχισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχισμένη
τροχισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχισμένος
τροχισμένης	verb	γενική ενικού του τροχισμένη
τροχισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τροχισμένος
τροχισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχισμένος
τροχισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροχισμένος
τροχισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροχισμένος
τροχισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροχισμένος
τροχιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιστής
τροχιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τροχιστής
τροχιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχιστήριο
τροχιστήριο	noun	εργαστήρι που ακονίζονται κοπτικά και άλλα εργαλεία
τροχιστήριον	noun	το τροχιστήριο
τροχιστήριου	=	τροχιστήριο
τροχιστής	noun	εκείνος που τροχίζει, ο ακονιστής
τροχιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροχίζομαι
τροχιστηρίου	noun	γενική ενικού του τροχιστήριο
τροχιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του τροχιστήριο
τροχιστικά	noun	τα έξοδα για το τρόχισμα, η αμοιβή ενός τροχιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τροχιστικός
τροχιστικέ	=	τροχιστικός
τροχιστικές	=	τροχιστικός
τροχιστική	=	τροχιστικός
τροχιστικής	=	τροχιστικός
τροχιστικοί	=	τροχιστικός
τροχιστικού	=	τροχιστικός
τροχιστικούς	=	τροχιστικός
τροχιστικό	=	τροχιστικός
τροχιστικός	adj	που έχει σχέση με τροχιστή ή τρόχισμα ή αναφέρεται σʼ αυτά
τροχιστικών	=	τροχιστικά
τροχιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζομαι
τροχιστών	noun	γενική πληθυντικού του τροχιστής
τροχιτζής	noun	αυτός που τροχίζει εργαλεία, μαχαίρια, ψαλίδια, κ.λ.π.
τροχιόδρομε	noun	κλητική ενικού του τροχιόδρομος
τροχιόδρομο	noun	αιτιατική ενικού του τροχιόδρομος
τροχιόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχιόδρομος
τροχιόδρομος	noun|dated	το τραμ
τροχιόδρομου	=	τροχιόδρομος
τροχιόδρομους	=	τροχιόδρομος
τροχιόδρομων	=	τροχιόδρομος
τροχιών	=	τροχιά
τροχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχός
τροχοβίλα	noun	το τροχόσπιτο
τροχοβίλας	noun	γενική ενικού του τροχοβίλα
τροχοβίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοβίλα
τροχοβιλών	noun	γενική πληθυντικού του τροχοβίλα
τροχοδίοδε	=	τροχοδίοδος
τροχοδίοδο	=	τροχοδίοδος
τροχοδίοδοι	=	τροχοδίοδος
τροχοδίοδος	noun	λωρίδα τροχοδρόμησης εντός περιοχής στάθμευσης αεροσκαφών
τροχοδιόδου	=	τροχοδίοδος
τροχοδιόδους	=	τροχοδίοδος
τροχοδιόδων	=	τροχοδίοδος
τροχοδρομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσαν	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομήσανε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τροχοδρόμηση
τροχοδρομήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τροχοδρόμηση
τροχοδρομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρομεί	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομείς	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομείτε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοδρομημένο
τροχοδρομημένε	verb	κλητική ενικού του τροχοδρομημένος
τροχοδρομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοδρομημένη
τροχοδρομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχοδρομημένος
τροχοδρομημένης	verb	γενική ενικού του τροχοδρομημένη
τροχοδρομημένο	verb	αιτιατική ενικού του τροχοδρομημένος
τροχοδρομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχοδρομημένος
τροχοδρομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροχοδρομημένος
τροχοδρομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροχοδρομημένος
τροχοδρομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροχοδρομημένος
τροχοδρομούμε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούν	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούνε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσα	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσαμε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσαν	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσανε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσατε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσε	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομούσες	=	τροχοδρομώ
τροχοδρομώ	verb	μετακινούμαι σε ειδικούς τροχόδρομους σε κάποιο αεροδρόμιο ή κάνω σχετικούς ελιγμούς για προσγείωση, απογείωση κ.λπ.
τροχοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρόμει	=	τροχοδρομώ
τροχοδρόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχοδρομώ
τροχοδρόμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τροχοδρομώ
τροχοδρόμησης	noun	γενική ενικού του τροχοδρόμηση
τροχοδρόμου	=	τροχόδρομος
τροχοδρόμους	=	τροχόδρομος
τροχοδρόμων	=	τροχόδρομος
τροχοειδές	=	τροχοειδής
τροχοειδή	=	τροχοειδής
τροχοειδής	adj	που είναι όμοιος, ως προς το σχήμα του, με τροχό
τροχοειδείς	=	τροχοειδής
τροχοειδούς	=	τροχοειδής
τροχοειδών	=	τροχοειδής
τροχοεμποδιστήρας	noun|rare	συνώνυμο του τσοκ, τάκος ακινητοποίησης τροχών σταθμευμένων αεροπλάνων
τροχοεμποδιστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοεμποδιστήρας
τροχονόμε	noun	κλητική ενικού του τροχονόμος
τροχονόμο	noun	αιτιατική ενικού του τροχονόμος
τροχονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχονόμος
τροχονόμος	noun	μέλος του τμήματος τροχαίας της αστυνομίας, ένστολος επιφορτισμένος με το έργο της τήρησης της κίνησης στους δημόσιους δρόμους
τροχονόμου	noun	γενική ενικού του τροχονόμος
τροχονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροχονόμος
τροχονόμων	noun	γενική πληθυντικού του τροχονόμος
τροχοπέδες	=	τροχοπέδη
τροχοπέδη	noun	μηχανισμός που επιβραδύνει την ταχύτητα τροχού που περιστρέφεται, ιδίως στο τρένο
τροχοπέδης	=	τροχοπέδη
τροχοπέδηση	noun	η ελάττωση της ταχύτητας του τροχού που περιστρέφεται
τροχοπέδησης	=	τροχοπέδηση
τροχοπέδησις	noun	τροχοπέδηση
τροχοπέδιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοπέδιλο
τροχοπέδιλο	noun	πέδιλο που του έχουν προσαρμόσει τροχούς, για να κυλά σε μια λεία επιφάνεια
τροχοπέδιλον	noun	τροχοπέδιλο
τροχοπέδιλου	noun	γενική ενικού του τροχοπέδιλο
τροχοπέδιλων	noun	γενική πληθυντικού του τροχοπέδιλο
τροχοπεδήσεις	=	τροχοπέδηση
τροχοπεδήσεων	=	τροχοπέδηση
τροχοπεδημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοπεδημένο
τροχοπεδημένε	verb	κλητική ενικού του τροχοπεδημένος
τροχοπεδημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοπεδημένη
τροχοπεδημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τροχοπεδημένος
τροχοπεδημένης	verb	γενική ενικού του τροχοπεδημένη
τροχοπεδημένο	verb	αιτιατική ενικού του τροχοπεδημένος
τροχοπεδημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροχοπεδημένος
τροχοπεδημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τροχοπεδημένος
τροχοπεδημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τροχοπεδημένος
τροχοπεδημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τροχοπεδημένος
τροχοπεδητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοπεδητής
τροχοπεδητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τροχοπεδητής
τροχοπεδητής	noun|dated	υπάλληλος σιδηροδρόμων που χειριζόταν την τροχοπέδη για την επιβράδυνση ή το σταμάτημα της κίνησης των τροχών ενός τρένου
τροχοπεδητών	noun	γενική πληθυντικού του τροχοπεδητής
τροχοπεδικά	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικέ	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικές	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδική	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικής	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικοί	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικού	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικούς	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικό	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδικός	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στην τροχοπέδη
τροχοπεδικών	=	τροχοπεδικός
τροχοπεδιλοδρομήσαμε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομήσαν	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομήσανε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομήσατε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομήσει	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομήστε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομία	noun	το πατινάζ
τροχοπεδιλοδρομίας	noun	γενική ενικού του τροχοπεδιλοδρομία
τροχοπεδιλοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχοπεδιλοδρομία
τροχοπεδιλοδρομεί	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομείς	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομείτε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του τροχοπεδιλοδρομία
τροχοπεδιλοδρομούμε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούν	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούνε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσα	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσαμε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσαν	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσανε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσατε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομούσες	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρομώ	verb	κάνω πατινάζ
τροχοπεδιλοδρομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρόμει	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρόμησα	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρόμησαν	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρόμησε	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδιλοδρόμησες	=	τροχοπεδιλοδρομώ
τροχοπεδώ	verb|dated	εργάζομαι ως τροχοπεδητής, χειρίζομαι την τροχοπέδη για την επιβράδυνση ή το σταμάτημα της κίνησης των τροχών ενός τρένου
τροχοπεδών	=	τροχοπέδη
τροχοπεδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τροχοπεδώ
τροχοποιέ	=	τροχοποιός
τροχοποιοί	=	τροχοποιός
τροχοποιού	=	τροχοποιός
τροχοποιούς	=	τροχοποιός
τροχοποιό	=	τροχοποιός
τροχοποιός	noun	κατασκευαστής τροχών
τροχοποιών	=	τροχοποιός
τροχοφόρα	=	τροχοφόρο
τροχοφόρας	=	τροχοφόρος
τροχοφόρε	=	τροχοφόρος
τροχοφόρες	=	τροχοφόρος
τροχοφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τροχοφόρος	noun	κάθε όχημα που κινείται πάνω σε τροχούς, εκτός από το σιδηρόδρομο
τροχοφόροι	=	τροχοφόρος
τροχοφόρον	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του τροχοφόρος	noun	το τροχοφόρο
τροχοφόρος	adj	που κινείται με τροχούς (μη σιδηροδρομικούς)
τροχοφόρου	=	τροχοφόρο
τροχοφόρους	=	τροχοφόρος
τροχοφόρων	=	τροχοφόρο
τροχού	noun	γενική ενικού του τροχός
τροχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τροχός
τροχό	noun	αιτιατική ενικού του τροχός
τροχόδρομε	=	τροχόδρομος
τροχόδρομο	=	τροχόδρομος
τροχόδρομοι	=	τροχόδρομος
τροχόδρομος	noun	διάδρομος όπου τροχοδρομεί ένα ιπτάμενο μέσο
τροχόδρομου	=	τροχόδρομος
τροχόδρομους	=	τροχόδρομος
τροχόδρομων	=	τροχόδρομος
τροχός	noun	κυκλικό όργανο (ελαστικό, ξύλινο, μεταλλικό ή πλαστικό) που διαθέτει κεντρικό άξονα γυρω από τον οποίο περιστρέφεται και κινείται, μεταδίδοντας τη δική του κίνηση και σε άλλο αντικείμενο ή μηχανισμό
τροχόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τροχόσπιτο
τροχόσπιτο	noun	αυτοκίνητο μεγάλου μεγέθους ή φορτηγό ή ρυμουλκούμενο όχημα που περιλαμβάνει χώρο διαβίωσης, καθίσματα, χώρο για ύπνο, τουαλέτα, ντους και κουζίνα, ένα μικρό, αλλά πλήρες σπίτι σε τροχούς
τροχόσπιτου	noun	γενική ενικού του τροχόσπιτο
τροχόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του τροχόσπιτο
τροχών	noun	γενική πληθυντικού του τροχός
τροϊκανά	=	τροϊκανός
τροϊκανέ	=	τροϊκανός
τροϊκανές	=	τροϊκανός
τροϊκανή	=	τροϊκανός
τροϊκανής	=	τροϊκανός
τροϊκανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τροϊκανός
τροϊκανού	=	τροϊκανός
τροϊκανούς	=	τροϊκανός
τροϊκανό	=	τροϊκανός
τροϊκανός	noun	συμμέτοχο φυσικό πρόσωπο, ή φορέας (νομικό πρόσωπο), ή εκπρόσωπος, τρόικας
τροϊκανών	=	τροϊκανός
τρούλα	noun	η κορυφή
τρούλε	noun	κλητική ενικού του τρούλος
τρούλο	noun	αιτιατική ενικού του τρούλος
τρούλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρούλος
τρούλος	noun	ημισφαιρικός θόλος που καλύπτει το κεντρικό τμήμα ναού
τρούλου	noun	γενική ενικού του τρούλος
τρούλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρούλος
τρούλων	noun	γενική πληθυντικού του τρούλος
τρούμπα	noun|vulgar	η αντλία, η τρόμπα
τρούμπαρα	=	τρουμπάρω
τρούμπαραν	=	τρουμπάρω
τρούμπαρε	=	τρουμπάρω
τρούμπαρες	=	τρουμπάρω
τρούμπας	=	τρούμπα
τρούμπες	=	τρούμπα
τρούπα	noun	η τρύπα
τρούπας	=	τρούπα
τρούπες	=	τρούπα
τρούφα	noun	οποιοσδήποτε από τους διάφορους βρώσιμους μύκητες / μανιτάρια, του γένους Tuber, που αναπτύσσεται σε εδάφη στη νότια Ευρώπη
τρούφας	noun	γενική ενικού του τρούφα
τρούφες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρούφα
τρυβλία	=	τρυβλίο
τρυβλίο	noun|formal	άλλη μορφή του τρύβλιο
τρυβλίου	=	τρυβλίο
τρυβλίων	=	τρυβλίο
τρυγά	=	τρυγώ
τρυγάει	=	τρυγώ
τρυγάμε	=	τρυγώ
τρυγάν	=	τρυγώ
τρυγάνε	=	τρυγώ
τρυγάς	=	τρυγώ
τρυγάτε	=	τρυγώ
τρυγάω	=	τρυγώ
τρυγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρύγημα
τρυγήματος	noun	γενική ενικού του τρύγημα
τρυγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσαν	=	τρυγώ
τρυγήσανε	=	τρυγώ
τρυγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσητα	=	τρύγηση
τρυγήσητος	=	τρύγηση
τρυγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρυγήτρα	=	τρυγητής
τρυγία	noun	κατακάθι του κρασιού εκεί όπου έχει αποθηκευτεί (όπως βαρέλι ή δεξαμενή
τρυγίας	=	τρυγία
τρυγίες	=	τρυγία
τρυγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυγιέμαι
τρυγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρύγημα
τρυγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγημένο
τρυγημένε	verb	κλητική ενικού του τρυγημένος
τρυγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγημένη
τρυγημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυγημένος
τρυγημένης	verb	γενική ενικού του τρυγημένη
τρυγημένο	verb	αιτιατική ενικού του τρυγημένος
τρυγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυγημένος
τρυγημένος	=	τρυγώ
τρυγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρυγημένος
τρυγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρυγημένος
τρυγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρυγημένος
τρυγησήτων	=	τρύγηση
τρυγητάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγητής (λαϊκότροπο)
τρυγητάδων	=	τρυγητής
τρυγητέ	noun	κλητική ενικού του τρυγητός
τρυγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγητής
τρυγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τρυγητής
τρυγητής	noun	αυτός που τρυγά καρπούς, ειδικότερα, σταφύλια, καθώς επίσης και μέλι
τρυγητοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυγητός
τρυγητού	noun	γενική ενικού του τρυγητός
τρυγητούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρυγητός
τρυγητό	noun	αιτιατική ενικού του τρυγητός
τρυγητός	noun	ο τρύγος, η συγκομιδή των σταφυλιών
τρυγητών	noun	γενική πληθυντικού του τρυγητής
τρυγιά	noun|vulgar	λαϊκότροπη μορφή του τρυγία
τρυγιάς	noun	γενική ενικού του τρυγιά
τρυγιέμαι	=	τρυγώ
τρυγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγιά
τρυγιών	=	τρυγιά
τρυγλοδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγλοδυτικό
τρυγλοδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυγλοδυτική
τρυγλοδυτικής	adj	γενική ενικού του τρυγλοδυτική
τρυγλοδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του τρυγλοδυτικός
τρυγονάκι	noun	μικρό τρυγόνι
τρυγονάκια	noun	αγαπημένο ζευγάρι
τρυγονιού	=	τρυγόνι
τρυγονιών	=	τρυγόνι
τρυγονοκράχτες	=	τρυγονοκράχτης
τρυγονοκράχτη	=	τρυγονοκράχτης
τρυγονοκράχτης	noun|vulgar	ο ερωδιός
τρυγονοκραχτών	=	τρυγονοκράχτης
τρυγούμε	=	τρυγώ
τρυγούν	=	τρυγώ
τρυγούνε	=	τρυγώ
τρυγούσα	=	τρυγώ
τρυγούσαμε	=	τρυγώ
τρυγούσαν	=	τρυγώ
τρυγούσανε	=	τρυγώ
τρυγούσατε	=	τρυγώ
τρυγούσε	=	τρυγώ
τρυγούσες	=	τρυγώ
τρυγόνα	noun	αποδημητικό πουλί με το επιστημονικό όνομα Streptopelia turtur
τρυγόνας	=	τρυγόνα
τρυγόνες	=	τρυγόνα
τρυγόνι	noun	αποδημητικό πουλί του είδους Streptopelia turtur
τρυγόνια	=	τρυγόνι
τρυγόνων	=	τρυγόνα
τρυγώ	verb	συλλέγω τα σταφύλια που έχουν ωριμάσει από τα αμπέλια
τρυγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρυγάω / τρυγώ
τρυκ	noun	παρωχημένη γραφή του τρικ, μη απλοποιημένη
τρυπά	=	τρυπώ
τρυπάγαμε	=	τρυπώ
τρυπάγανε	=	τρυπώ
τρυπάγατε	=	τρυπώ
τρυπάει	=	τρυπώ
τρυπάκι	noun	διαδικασία, φάση ή κατάσταση
τρυπάκια	=	τρυπάκι
τρυπάμε	=	τρυπώ
τρυπάν	=	τρυπώ
τρυπάνε	=	τρυπώ
τρυπάνι	noun	εργαλείο που τρυπάει / ανοίγει τρύπες σε τοίχους ή άλλες σκληρές επιφάνειες
τρυπάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπάνι
τρυπάνιζα	=	τρυπανίζω
τρυπάνιζαν	=	τρυπανίζω
τρυπάνιζε	=	τρυπανίζω
τρυπάνιζες	=	τρυπανίζω
τρυπάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπάνισμα	noun	η ενέργεια του τρυπανίζω, το να κάνω τρύπα με τρυπάνι
τρυπάς	=	τρυπώ
τρυπάτε	=	τρυπώ
τρυπάω	verb	άλλη μορφή του τρυπώ
τρυπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρύπημα
τρυπήματος	noun	γενική ενικού του τρύπημα
τρυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσαν	=	τρυπώ
τρυπήσανε	=	τρυπώ
τρυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσομε	=	τρυπάω
τρυπήσου	=	τρυπώ
τρυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσουνε	=	τρυπάω
τρυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρυπίτσα	noun	υποκοριστικό του τρύπα
τρυπίτσας	noun	γενική ενικού του τρυπίτσα
τρυπίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπίτσα
τρυπαλάκι	noun	μικρή τρύπα, ιδίως στο έδαφος που δημιουργούν διάφορα μικρόσωμα ζώα του δάσους, π.χ. τα μιαρά (στη κρητική διάλεκτο)
τρυπαλάκια	=	τρυπαλάκι
τρυπαλακιού	=	τρυπαλάκι
τρυπαλακιών	=	τρυπαλάκι
τρυπανίζαμε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζαν	=	τρυπανίζω
τρυπανίζανε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζατε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζει	=	τρυπανίζω
τρυπανίζεις	=	τρυπανίζω
τρυπανίζεσαι	=	τρυπανίζω
τρυπανίζεστε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζεται	=	τρυπανίζω
τρυπανίζετε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίζονται	=	τρυπανίζω
τρυπανίζονταν	=	τρυπανίζω
τρυπανίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίζουμε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζουν	=	τρυπανίζω
τρυπανίζουνε	=	τρυπανίζω
τρυπανίζω	verb	ανοίγω τρύπα, τρυπάω με τρυπάνι
τρυπανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίσαν	=	τρυπανίζω
τρυπανίσανε	=	τρυπανίζω
τρυπανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίσματα	=	τρυπάνισμα
τρυπανίσματος	=	τρυπάνισμα
τρυπανίσου	=	τρυπανίζω
τρυπανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανίστηκα	=	τρυπανίζω
τρυπανίστηκαν	=	τρυπανίζω
τρυπανίστηκε	=	τρυπανίζω
τρυπανίστηκες	=	τρυπανίζω
τρυπανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπανίζω
τρυπανιζόμασταν	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόμαστε	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόμουν	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόμουνα	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόντουσαν	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόσασταν	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόσαστε	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόσουν	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόσουνα	=	τρυπανίζω
τρυπανιζόταν	=	τρυπανίζω
τρυπανιζότανε	=	τρυπανίζω
τρυπανιού	=	τρυπάνι
τρυπανισμάτων	=	τρυπάνισμα
τρυπανισμέ	=	τρυπανισμός
τρυπανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπανισμένο
τρυπανισμένε	verb	κλητική ενικού του τρυπανισμένος
τρυπανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπανισμένη
τρυπανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυπανισμένος
τρυπανισμένης	verb	γενική ενικού του τρυπανισμένη
τρυπανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρυπανισμένος
τρυπανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυπανισμένος
τρυπανισμένος	=	τρυπανίζω
τρυπανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρυπανισμένος
τρυπανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρυπανισμένος
τρυπανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρυπανισμένος
τρυπανισμοί	=	τρυπανισμός
τρυπανισμού	=	τρυπανισμός
τρυπανισμούς	=	τρυπανισμός
τρυπανισμό	=	τρυπανισμός
τρυπανισμός	noun	η διάτρηση του κρανίου με εργαλεία χειρουργικής χρήσης και μεθόδους για ιατρικούς ή θεραπευτικούς λόγους
τρυπανισμών	=	τρυπανισμός
τρυπανιστήκαμε	=	τρυπανίζω
τρυπανιστήκαν	=	τρυπανίζω
τρυπανιστήκανε	=	τρυπανίζω
τρυπανιστήκατε	=	τρυπανίζω
τρυπανιστεί	=	τρυπανίζω
τρυπανιστείτε	=	τρυπανίζω
τρυπανιών	=	τρυπάνι
τρυπανοφόρα	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρας	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρε	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρες	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρο	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόροι	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρος	adj	αυτός που φέρει τρυπάνι ή τρυπάνια
τρυπανοφόρου	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρους	=	τρυπανοφόρος
τρυπανοφόρων	=	τρυπανοφόρος
τρυπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθήκαν	=	τρυπώ
τρυπηθήκανε	=	τρυπώ
τρυπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπηθούνε	=	τρυπάω
τρυπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπιέμαι
τρυπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τρύπημα
τρυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπημένο
τρυπημένε	verb	κλητική ενικού του τρυπημένος
τρυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπημένη
τρυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυπημένος
τρυπημένης	verb	γενική ενικού του τρυπημένη
τρυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του τρυπημένος
τρυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυπημένος
τρυπημένος	=	τρυπώ
τρυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρυπημένος
τρυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρυπημένος
τρυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρυπημένος
τρυπητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρυπητός	adv|rare	με τρυπητό τρόπο
τρυπητέ	adj	κλητική ενικού του τρυπητός
τρυπητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπητή
τρυπητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυπητός
τρυπητήρι	noun	εργαλείο που χρησιμοποιείται για να κάνει τρύπες
τρυπητήρια	=	τρυπητήρι
τρυπητής	adj	γενική ενικού του τρυπητή
τρυπητη	=	τρυπητός
τρυπητηριού	=	τρυπητήρι
τρυπητηριών	=	τρυπητήρι
τρυπητο	=	τρυπητός
τρυπητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυπητός
τρυπητού	adj	γενική ενικού του τρυπητός
τρυπητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρυπητός
τρυπητό	noun	μαγειρικό σκεύος που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα κατά την παρασκευή φαγητού	adj	αιτιατική ενικού του τρυπητός
τρυπητός	adj	γεμάτος τρύπες, πιο λόγια: ο διάτρητος
τρυπητών	adj	γενική πληθυντικού του τρυπητός
τρυπιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τρυπώ
τρυπιέσαι	=	τρυπώ
τρυπιέστε	=	τρυπώ
τρυπιέται	=	τρυπώ
τρυπιοχέρα	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρας	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρες	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρη	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρηδες	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρηδων	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρης	adj	που έχουν τρύπες τα χέρια του και αδειάζουν συνέχεια από χρήμα, δεν μπορεί να κάνει οικονομία, ο σπάταλος, όχι απλά ο ανοιχτοχέρης ή ο απλοχέρης
τρυπιοχέρικα	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρικο	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρικου	=	τρυπιοχέρης
τρυπιοχέρικων	=	τρυπιοχέρης
τρυπιούνται	=	τρυπώ
τρυπιούνταν	=	τρυπώ
τρυπιόμασταν	=	τρυπώ
τρυπιόμαστε	=	τρυπώ
τρυπιόμουν	=	τρυπώ
τρυπιόμουνα	=	τρυπώ
τρυπιόνται	=	τρυπάω
τρυπιόνταν	=	τρυπώ
τρυπιόντανε	=	τρυπώ
τρυπιόντουσαν	=	τρυπώ
τρυπιόσασταν	=	τρυπώ
τρυπιόσαστε	=	τρυπώ
τρυπιόσουν	=	τρυπώ
τρυπιόσουνα	=	τρυπώ
τρυπιόταν	=	τρυπώ
τρυπιότανε	=	τρυπώ
τρυπογάζι	noun	είδος πρόχειρου και αραιού γαζιού / γαζώματος
τρυπογάζια	=	τρυπογάζι
τρυπογαζιού	=	τρυπογάζι
τρυπογαζιών	=	τρυπογάζι
τρυποκάρυδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυποκάρυδο
τρυποκάρυδε	=	τρυποκάρυδος
τρυποκάρυδο	noun	μικρό στρουθιόμορφο πτηνό (Troglodytes troglodytes) με κοντή ουρά, ζωηρή κίνηση και χαρακτηριστικό τραγούδι, που συναντάται σε ποικίλα οικοσυστήματα του βόρειου ημισφαιρίου
τρυποκάρυδοι	=	τρυποκάρυδος
τρυποκάρυδος	noun|figurative	άλλη μορφή του τρυποκάρυδο
τρυποκάρυδου	noun	γενική ενικού του τρυποκάρυδο
τρυποκάρυδους	=	τρυποκάρυδος
τρυποκάρυδων	noun	γενική πληθυντικού του τρυποκάρυδο
τρυποφοβία	noun	φοβία για τις τρύπες
τρυποφοβίας	noun	γενική ενικού του τρυποφοβία
τρυποφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυποφοβία
τρυποφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του τρυποφοβία
τρυποφράκτες	=	τρυποφράκτης
τρυποφράκτη	=	τρυποφράκτης
τρυποφράκτης	noun	άλλη μορφή του τρυποφράχτης
τρυποφράχτες	=	τρυποφράχτης
τρυποφράχτη	=	τρυποφράχτης
τρυποφράχτης	noun	στρουθιόμορφο πτηνό της οικογένειας των Τρωγλοδυτιδών (Troglodytes troglodytes)
τρυποφρακτών	=	τρυποφράκτης
τρυποφραχτών	=	τρυποφράχτης
τρυπούλα	noun	υποκοριστικό του τρύπα
τρυπούλας	noun	γενική ενικού του τρυπούλα
τρυπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπούλα
τρυπούμε	=	τρυπώ
τρυπούν	=	τρυπώ
τρυπούνε	=	τρυπώ
τρυπούσα	=	τρυπώ
τρυπούσαμε	=	τρυπώ
τρυπούσαν	=	τρυπώ
τρυπούσανε	=	τρυπώ
τρυπούσατε	=	τρυπώ
τρυπούσε	=	τρυπώ
τρυπούσες	=	τρυπώ
τρυπτοφάνες	=	τρυπτοφάνη
τρυπτοφάνη	noun	ένα από τα είκοσι αμινοξέα που βρίσκονται συνήθως στην πρωτεΐνη
τρυπτοφάνης	=	τρυπτοφάνη
τρυπτοφανών	=	τρυπτοφάνη
τρυπωμάτων	=	τρύπωμα
τρυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπωμένο
τρυπωμένε	verb	κλητική ενικού του τρυπωμένος
τρυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυπωμένη
τρυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυπωμένος
τρυπωμένης	verb	γενική ενικού του τρυπωμένη
τρυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τρυπωμένος
τρυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυπωμένος
τρυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρυπωμένος
τρυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τρυπωμένος
τρυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρυπωμένος
τρυπώ	verb	ανοίγω τρύπα σε κάποιο μέρος
τρυπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρύπωμα
τρυπώματος	=	τρύπωμα
τρυπών	noun	γενική πληθυντικού του τρύπα
τρυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρυπώ
τρυπώνω	verb	μπαίνω σε κάποιο μέρος, προκειμένου να κρυφτώ
τρυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρυφέραινα	=	τρυφεραίνω
τρυφέραιναν	=	τρυφεραίνω
τρυφέραινε	=	τρυφεραίνω
τρυφέραινες	=	τρυφεραίνω
τρυφέρανα	=	τρυφεραίνω
τρυφέραναν	=	τρυφεραίνω
τρυφέρανε	=	τρυφεραίνω
τρυφέρανες	=	τρυφεραίνω
τρυφές	=	τρυφή
τρυφή	noun	το να ζει κάποιος πλούσια, με μεγάλη μαλθακότητα, πολυτέλεια και άνεση
τρυφής	=	τρυφή
τρυφερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρυφερός	adv	με τρυφερό τρόπο
τρυφεράδα	noun	το να είναι κάτι τρυφερό, η ιδιότητα του τρυφερού
τρυφεράδας	=	τρυφεράδα
τρυφεράδες	=	τρυφεράδα
τρυφεράδων	=	τρυφεράδα
τρυφεράναμε	=	τρυφεραίνω
τρυφεράναν	=	τρυφεραίνω
τρυφεράνανε	=	τρυφεραίνω
τρυφεράνατε	=	τρυφεραίνω
τρυφεράνει	=	τρυφεραίνω
τρυφεράνετε	=	τρυφεραίνω
τρυφερέ	adj	κλητική ενικού του τρυφερός
τρυφερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυφερή
τρυφερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυφερός
τρυφερής	adj	γενική ενικού του τρυφερή
τρυφερίτσα	noun	θηραϊκά: κοινωνία (βγαίνω στην τρυφερίτσα = βγαίνω στην κοινωνία), και για παιδιά που μπαίνουν από την παιδική στην εφηβική ηλικία
τρυφερίτσας	=	τρυφερίτσα
τρυφερίτσες	=	τρυφερίτσα
τρυφεραίναμε	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίναν	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνανε	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνατε	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνει	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνεις	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνετε	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνοντας	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνουμε	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνουν	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνουνε	=	τρυφεραίνω
τρυφεραίνω	verb	κάνω κάτι τρυφερό
τρυφεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυφερός
τρυφεροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του τρυφερότητα
τρυφερού	adj	γενική ενικού του τρυφερός
τρυφερούδι	noun	πολύ μικρό παιδί ή ζώο
τρυφερούδια	=	τρυφερούδι
τρυφερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρυφερός
τρυφερό	adj	αιτιατική ενικού του τρυφερός
τρυφερός	adj	ευγενικός και ευαίσθητος, λεπτός, γλυκός
τρυφερότητα	noun	η ιδιότητα του τρυφερού, η ευαισθησία, η συμπεριφορά με στοργή και ευαισθησία
τρυφερότητας	noun	γενική ενικού του τρυφερότητα
τρυφερότητες	noun	εκδηλώσεις τρυφερότητας, αγάπης και έρωτα
τρυφερών	adj	γενική πληθυντικού του τρυφερός
τρυφηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρυφηλός	adv	με τρυφηλό τρόπο, με τρυφηλότητα
τρυφηλέ	adj	κλητική ενικού του τρυφηλός
τρυφηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυφηλή
τρυφηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρυφηλός
τρυφηλής	adj	γενική ενικού του τρυφηλή
τρυφηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρυφηλός
τρυφηλοτήτων	=	τρυφηλότητα
τρυφηλού	adj	γενική ενικού του τρυφηλός
τρυφηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρυφηλός
τρυφηλό	adj	αιτιατική ενικού του τρυφηλός
τρυφηλός	adj	αυτός που αρέσκεται στην χλιδή και στην καλοπέραση
τρυφηλότης	noun	η τρυφηλότητα
τρυφηλότητα	noun	η ιδιότητα του τρυφηλού, αυτού που χαρακτηρίζεται από τρυφή· το χαρακτηριστικό του μαλθακού και ηδυπαθούς βίου
τρυφηλότητας	noun	γενική ενικού του τρυφηλότητα
τρυφηλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρυφηλότητα
τρυφηλών	adj	γενική πληθυντικού του τρυφηλός
τρυφηλώς	adv|formal	με τρυφηλό τρόπο, με τρυφηλότητα
τρυφών	=	τρυφή
τρωάδα	noun	η αρχαία χώρα των Τρώων, στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, με πρωτεύουσά της την Τροία -γνωστή και ως Ίλιον, εξ ου και η ονομασία Ιλιάδα του ομηρικού έπους
τρωάδας	=	τρωάδα
τρωάδες	=	τρωάδα
τρωάδος	=	τρωάδα
τρωάδων	=	τρωάδα
τρωίρο	adv	γύρω
τρωαδίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωαδίτικο
τρωαδίτικε	adj	κλητική ενικού του τρωαδίτικος
τρωαδίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωαδίτικη
τρωαδίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρωαδίτικος
τρωαδίτικης	adj	γενική ενικού του τρωαδίτικη
τρωαδίτικο	adj	αιτιατική ενικού του τρωαδίτικος
τρωαδίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρωαδίτικος
τρωαδίτικος	adj	που έχει σχέση με τους Τρώες ή την Τροία ή αναφέρεται σ’ αυτά
τρωαδίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τρωαδίτικος
τρωαδίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρωαδίτικος
τρωαδίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τρωαδίτικος
τρωαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωαδικό
τρωαδικέ	adj	κλητική ενικού του τρωαδικός
τρωαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωαδική
τρωαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρωαδικός
τρωαδικής	adj	γενική ενικού του τρωαδική
τρωαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρωαδικός
τρωαδικού	adj	γενική ενικού του τρωαδικός
τρωαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρωαδικός
τρωαδικό	adj	αιτιατική ενικού του τρωαδικός
τρωαδικός	adj	που έχει σχέση με τους Τρώες ή την Τροία ή αναφέρεται σ’ αυτά
τρωαδικών	adj	γενική πληθυντικού του τρωαδικός
τρωγάλια	noun	φρούτα και ξηροί καρποί που τρώγονταν ως επιδόρπιο από τους αρχαίους
τρωγάλιζα	=	τρωγαλίζω
τρωγάλιζαν	=	τρωγαλίζω
τρωγάλιζε	=	τρωγαλίζω
τρωγάλιζες	=	τρωγαλίζω
τρωγάλισα	=	τρωγαλίζω
τρωγάλισαν	=	τρωγαλίζω
τρωγάλισε	=	τρωγαλίζω
τρωγάλισες	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζαμε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζαν	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζανε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζατε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζει	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζεις	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζετε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζοντας	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζουμε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζουν	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζουνε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίζω	verb	μασουλάω κάτι κάνοντας φασαρία με τα δόντια
τρωγαλίσαμε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίσαν	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίσανε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίσατε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίσει	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίστε	=	τρωγαλίζω
τρωγαλίων	=	τρωγάλια
τρωγλοδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωγλοδυτικό
τρωγλοδυτικέ	adj	κλητική ενικού του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωγλοδυτική
τρωγλοδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικής	adj	γενική ενικού του τρωγλοδυτική
τρωγλοδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικού	adj	γενική ενικού του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτικός	adj	σχετικός με τρωγλοδύτες
τρωγλοδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του τρωγλοδυτικός
τρωγλοδυτισσών	noun	γενική πληθυντικού του τρωγλοδύτισσα
τρωγλοδυτών	=	τρωγλοδύτης
τρωγλοδύτες	=	τρωγλοδύτης
τρωγλοδύτη	=	τρωγλοδύτης
τρωγλοδύτης	noun	άνθρωπος που κατοικεί μέσα σε σπηλιά, τρώγλη
τρωγλοδύτισσα	noun	τρωγλοδύτης
τρωγλοδύτισσας	noun	γενική ενικού του τρωγλοδύτισσα
τρωγλοδύτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωγλοδύτισσα
τρωγλών	=	τρώγλη
τρωγοπίνω	verb	τρώω και πίνω, διασκεδάζω και ευωχούμαι τρώγοντας και πίνοντας
τρωγόμασταν	=	τρώω
τρωγόμαστε	=	τρώω
τρωγόμουν	=	τρώω
τρωγόμουνα	=	τρώω
τρωγόντουσαν	=	τρώω
τρωγόσασταν	=	τρώω
τρωγόσαστε	=	τρώω
τρωγόσουν	=	τρώω
τρωγόσουνα	=	τρώω
τρωγόταν	=	τρώω
τρωγότανε	=	τρώω
τρωθεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου αορίστου του ρήματος (στον παθητικό αόριστο) τρώθηκα
τρωθείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου αορίστου του ρήματος (στον παθητικό αόριστο) τρώθηκα
τρωθεῖ	verb	πολυτονική γραφή του τρωθεί
τρωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωικό
τρωικέ	adj	κλητική ενικού του τρωικός
τρωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωική
τρωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρωικός
τρωικής	adj	γενική ενικού του τρωική
τρωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρωικός
τρωικού	adj	γενική ενικού του τρωικός
τρωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρωικός
τρωικό	adj	αιτιατική ενικού του τρωικός
τρωικός	adj	που σχετίζεται με την αρχαία πόλη της Τροίας και τη χώρα της Τρωάδας, συνήθως αναφερόμενος όμως είναι ο δεκαετής "Τρωικός πόλεμος" (η γη της Τρωάδας ή των Τρώων και όχι η "τρωική χώρα")
τρωικών	adj	γενική πληθυντικού του τρωικός
τρωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωκτικό
τρωκτικέ	adj	κλητική ενικού του τρωκτικός
τρωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωκτική
τρωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρωκτικός
τρωκτικής	adj	γενική ενικού του τρωκτική
τρωκτικη	=	τρωκτικός
τρωκτικο	=	τρωκτικός
τρωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρωκτικός
τρωκτικοκτόνα	=	τρωκτικοκτόνο
τρωκτικοκτόνο	noun	παρασιτοκτόνος χημική ουσία που προορίζεται για εξόντωση των τρωκτικών, ποντικοφάρμακο
τρωκτικοκτόνου	=	τρωκτικοκτόνο
τρωκτικοκτόνων	=	τρωκτικοκτόνο
τρωκτικού	adj	γενική ενικού του τρωκτικός
τρωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρωκτικός
τρωκτικό	noun	είδος θηλαστικού μικρόσωμου ζώου, που χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατούς κοπτήρες που του χρησιμεύουν στο ροκάνισμα της τροφής	adj	αιτιατική ενικού του τρωκτικός
τρωκτικός	adj	αδηφάγος, λαίμαργος, άπληστος
τρωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του τρωκτικός
τρων	=	τρώγω
τρως	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του τρώω
τρωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρωτός	adv	με τρωτό τρόπο, με τρωτότητα
τρωτέ	adj	κλητική ενικού του τρωτός
τρωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρωτή
τρωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τρωτός
τρωτής	adj	γενική ενικού του τρωτή
τρωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρωτός
τρωτοτήτων	=	τρωτότητα
τρωτού	adj	γενική ενικού του τρωτός
τρωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τρωτός
τρωτό	adj	αιτιατική ενικού του τρωτός
τρωτός	adj	ευάλωτος, ευπρόσβλητος, εκτεθειμένος σε κινδύνους
τρωτότητα	noun	η ιδιότητα του τρωτού, το να είναι κάποιος τρωτός
τρωτότητας	=	τρωτότητα
τρωτότητες	=	τρωτότητα
τρωτών	adj	γενική πληθυντικού του τρωτός
τρόικα	noun	μεγάλο ρωσικό έλκηθρο ή άμαξα που τη σέρνουν τρία άλογα
τρόικας	noun	γενική ενικού του τρόικα
τρόικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόικα
τρόκι	noun	φορτηγό αυτοκίνητο
τρόλαρα	=	τρολάρω
τρόλαραν	=	τρολάρω
τρόλαρε	=	τρολάρω
τρόλαρες	=	τρολάρω
τρόλεϊ	noun	ηλεκτροκίνητο λεωφορείο των αστικών συγκοινωνιών που ρευματοδοτείται μέσω δύο κεραιών από εναέρια σύρματα
τρόλεϋ	noun	άλλη γραφή του τρόλεϊ
τρόλλαρα	=	τρολλάρω
τρόλλαραν	=	τρολλάρω
τρόλλαρε	=	τρολλάρω
τρόλλαρες	=	τρολλάρω
τρόλλεϋ	noun	άλλη γραφή του τρόλεϊ
τρόμαγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρομάζω
τρόμαζα	=	τρομάζω
τρόμαζαν	=	τρομάζω
τρόμαζε	=	τρομάζω
τρόμαζες	=	τρομάζω
τρόμαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρόμαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρόμαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρόμαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
τρόμε	noun	κλητική ενικού του τρόμος
τρόμο	noun	αιτιατική ενικού του τρόμος
τρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρόμος
τρόμος	noun	πολύ ισχυρός φόβος
τρόμου	noun	γενική ενικού του τρόμος
τρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρόμος
τρόμπα	noun	η αντλία
τρόμπας	noun	ανόητος
τρόμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόμπα
τρόμων	noun	γενική πληθυντικού του τρόμος
τρόπαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόπαιο
τρόπαιο	noun	στην αρχαιότητα, μνημείο που στηνόταν από τους νικητές στον τόπο της μάχης, συνήθως ένας σωρός από λάφυρα
τρόπαιου	=	τρόπαιο
τρόπε	noun	κλητική ενικού του τρόπος
τρόπιδα	noun	η κεντρική διαμήκης δοκός (ξύλινη ή μεταλλική) στον πυθμένα του σκάφους που εκτείνεται προς μεν την πλώρη καταλήγοντας στην στείρα, προς δε την πρύμνη, στο ποδόστημα.
τρόπιδας	noun	γενική ενικού του τρόπιδα
τρόπιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόπις
τρόπιδων	noun	γενική πληθυντικού του τρόπιδα
τρόπο	noun	αιτιατική ενικού του τρόπος
τρόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρόπος
τρόπος	noun	το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι
τρόπου	noun	γενική ενικού του τρόπος
τρόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρόπος
τρόπων	noun	γενική πληθυντικού του τρόπος
τρόφιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόφιμο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τρόφιμος
τρόφιμε	noun	κλητική ενικού του τρόφιμος
τρόφιμο	noun	οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ
τρόφιμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρόφιμος
τρόφιμος	noun	που ζει έγκλειστος ή υπό προστασία σε φυλακή, ίδρυμα, άσυλο
τρόφιμου	=	τρόφιμο
τρόφιμους	=	τρόφιμος
τρόχαζα	=	τροχάζω
τρόχαζαν	=	τροχάζω
τρόχαζε	=	τροχάζω
τρόχαζες	=	τροχάζω
τρόχαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρόχαλο
τρόχαλε	=	τρόχαλος
τρόχαλο	noun	χοντρό χαλίκι, κομμάτι σπασμένης πέτρας ακανόνιστου σχήματος
τρόχαλοι	=	τρόχαλος
τρόχαλος	noun	λιθοσωρός
τρόχαλου	noun	γενική ενικού του τρόχαλο
τρόχαλους	=	τρόχαλος
τρόχαλων	noun	γενική πληθυντικού του τρόχαλο
τρόχασα	=	τροχάζω
τρόχασαν	=	τροχάζω
τρόχασε	=	τροχάζω
τρόχασες	=	τροχάζω
τρόχιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρόχιλος
τρόχιλος	noun	άλλη μορφή του τροχίλος
τρόχισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τρόχισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τρόχισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τρόχισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
τρόχισμα	noun	η ενέργεια του τροχίζω
τρόχος	noun|rare	το θηλαστικό ζώο ασβός
τρύβλια	=	τρύβλιο
τρύβλιο	noun|formal	πιατάκι· πορσελάνινο, γυάλινο ή πλαστικό δοχείο του χημικού εργαστηρίου για την κατεργασία ουσιών, όπως για φάρμακα
τρύβλιου	=	τρύβλιο
τρύγα	=	τρυγώ
τρύγαγε	=	τρυγώ
τρύγε	noun	κλητική ενικού του τρύγος
τρύγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρυγώ
τρύγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρύγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρύγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρύγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυγώ
τρύγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρυγώ
τρύγο	noun	αιτιατική ενικού του τρύγος
τρύγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τρύγος
τρύγος	noun	η συγκομιδή των σταφυλιών από το αμπέλι
τρύγου	noun	γενική ενικού του τρύγος
τρύγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τρύγος
τρύγων	noun	γενική πληθυντικού του τρύγος
τρύπα	noun	κενός χώρος, κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα στερεό σώμα
τρύπαγα	=	τρυπώ
τρύπαγαν	=	τρυπώ
τρύπαγε	=	τρυπώ
τρύπαγες	=	τρυπώ
τρύπας	noun	γενική ενικού του τρύπα
τρύπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρύπα
τρύπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρυπώ, η διάνοιξη μιας τρύπας
τρύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώ
τρύπια	=	τρύπιος
τρύπιας	=	τρύπιος
τρύπιε	=	τρύπιος
τρύπιες	=	τρύπιος
τρύπιο	=	τρύπιος
τρύπιοι	=	τρύπιος
τρύπιος	adj	που είναι τρυπημένος, που έχει τρυπήσει
τρύπιου	=	τρύπιος
τρύπιους	=	τρύπιος
τρύπιων	=	τρύπιος
τρύπωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρυπώνω
τρύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρυπώνω
τρώας	noun	που είχε καταγωγή από την Τροία
τρώγαμε	=	τρώω
τρώγαν	=	τρώγω
τρώγανε	=	τρώω
τρώγατε	=	τρώω
τρώγε	=	τρώω
τρώγει	=	τρώγω
τρώγεις	=	τρώγω
τρώγεσαι	=	τρώω
τρώγεστε	=	τρώω
τρώγεται	=	τρώω
τρώγετε	=	τρώω
τρώγλες	=	τρώγλη
τρώγλη	noun	σπηλιά στην οποία κατοικούσαν άνθρωποι χωρίς άλλη κατοικία
τρώγλης	=	τρώγλη
τρώγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω
τρώγομε	=	τρώγω
τρώγονται	=	τρώω
τρώγονταν	=	τρώω
τρώγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρώω, τρώγω
τρώγου	=	τρώω
τρώγουμε	=	τρώγω
τρώγουν	=	τρώγω
τρώγουνε	=	τρώγω
τρώγω	verb	άλλη μορφή του τρώω
τρώε	=	τρώγω
τρώει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τρώω
τρώετε	=	τρώγω
τρώθηκα	verb|figurative	δέχτηκα ισχυρό πλήγμα, μειώθηκε το κύρος μου
τρώμε	=	τρώω
τρώνε	=	τρώω
τρώσεις	=	τρώση
τρώσεων	=	τρώση
τρώση	adj|formal	τραυματισμός, πλήγμα, λάβωμα
τρώσης	=	τρώση
τρώτε	=	τρώω
τρώω	verb	μασώ και καταπίνω τροφή
τσάγαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάγαλο
τσάγαλο	noun	χλωρό αμύγδαλο
τσάγαλου	noun	αμύγδαλο
τσάγαλων	noun	γενική πληθυντικού του τσάγαλο
τσάγι	noun	στρογγυλό πετραδάκι, πεντόβολα που παίζουν τα παιδιά
τσάγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάι	intj|slang	γεια, αντίο
τσάι	noun	το φυτό Camellia sinensis, το τεϊόδεντρο
τσάκα	noun	παγίδα, δόκανο
τσάκας	noun	γενική ενικού του τσάκα
τσάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάκα
τσάκιζα	=	τσακίζω
τσάκιζαν	=	τσακίζω
τσάκιζε	=	τσακίζω
τσάκιζες	=	τσακίζω
τσάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσάκιση	noun	το σημείο που τσακίζει ύφασμα ή ενδυμασία\
τσάκισης	noun	γενική ενικού του τσάκιση
τσάκισμα	noun	η συνέπεια του τσακίζω
τσάκνα	=	τσάκνο
τσάκνο	noun	ξερό κλαδάκι ή φλούδα κλαδιού
τσάκνου	=	τσάκνο
τσάκνων	=	τσάκνο
τσάκρα	noun	θεωρητικά κέντρα πνευματικής ενέργειας του σώματος, σύμφωνα με τον Ινδουισμό και το Βουδισμό, παραδοσιακά (τουλάχιστον) επτά στον αριθμό
τσάκρισμα	noun	το χτύπημα των δακτύλων (του αντίχειρα με τον μέσο και το δείκτη)
τσάκωμα	noun	η ενέργεια του τσακώνω, το να κάνεις κάποιον τσακωτό
τσάκωνα	=	τσακώνω
τσάκωναν	=	τσακώνω
τσάκωνε	=	τσακώνω
τσάκωνες	=	τσακώνω
τσάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσάμι	noun	πεύκο
τσάμια	=	τσάμι
τσάμικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάμικο
τσάμικε	adj	κλητική ενικού του τσάμικος
τσάμικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάμικη
τσάμικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσάμικος
τσάμικης	adj	γενική ενικού του τσάμικη
τσάμικο	noun	ο τσάμικος ⁽ᵉˡ⁾ χορός	adj	βλ. τσάμικος ⁽ᵉˡ⁾
τσάμικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσάμικος
τσάμικος	noun	ελληνικός παραδοσιακός χορός ιδιαίτερα δημοφιλής στην ηπειρωτική Ελλάδα	adj	ο σχετικός με τους Τσάμηδες
τσάμικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσάμικος
τσάμικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσάμικος
τσάμικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσάμικος
τσάμπα	adv	άλλη μορφή του τζάμπα
τσάμπουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάμπουρο
τσάμπουρο	noun	το τσαμπί των σταφυλιών απογυμνωμένο από ρώγες, ή το κοτσάνι του σταφυλιού δίχως τον καρπό
τσάμπουρου	noun	γενική ενικού του τσάμπουρο
τσάμπουρων	noun	γενική πληθυντικού του τσάμπουρο
τσάντα	noun	φορητή θήκη για πράγματα, συνήθως από δέρμα ή ύφασμα, με χερούλια ή χωρίς
τσάντας	noun	γενική ενικού του τσάντα
τσάντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάντα
τσάντιζα	=	τσαντίζω
τσάντιζαν	=	τσαντίζω
τσάντιζε	=	τσαντίζω
τσάντιζες	=	τσαντίζω
τσάντισα	=	τσαντίζω
τσάντισαν	=	τσαντίζω
τσάντισε	=	τσαντίζω
τσάντισες	=	τσαντίζω
τσάντισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσαντίζω
τσάπα	noun	εργαλείο για σκάψιμο που έχει ξύλινη λαβή και κάθετα σ’ αυτήν ένα πλατύ και ελαφρά κυρτό μεταλλικό κοφτερό εξάρτημα
τσάπας	noun	γενική ενικού του τσάπα
τσάπερο	noun	χωράφι με σκληρό χώμα που το έσκαβαν με την τσάπα
τσάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάπα
τσάπιζα	=	τσαπίζω
τσάπιζαν	=	τσαπίζω
τσάπιζε	=	τσαπίζω
τσάπιζες	=	τσαπίζω
τσάπινγκ	noun|slang	η αποψίλωση (καθαρισμός) μίας περιοχής από χόρτα
τσάπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσάπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσάπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσάπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσάπισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσαπίζω
τσάπων	=	τσάπα
τσάρε	noun	κλητική ενικού του τσάρος
τσάρεβιτς	noun	ο γιος του τσάρου
τσάρκα	noun	το περπάτημα για την ευχαρίστηση
τσάρκας	noun	γενική ενικού του τσάρκα
τσάρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάρκα
τσάρλεστον	noun	δημοφιλής χορός της δεκαετίας του 1920, που χαρακτηρίζεται από ζωηρές κινήσεις ποδιών και γρήγορο ρυθμό, ξεκίνησε από τις αφροαμερικανικές κοινότητες των ΗΠΑ και έγινε σύμβολο της εποχής τού «Jazz Age»
τσάρο	noun	αιτιατική ενικού του τσάρος
τσάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσάρος
τσάρος	noun	τίτλος των πρώην ηγεμόνων της Βουλγαρίας (από 893 έως 1422 και από 1908 έως το 1946), Σερβίας (από το 1346 έως το 1371) και Ρωσίας (από το 1472 έως το 1917)
τσάρου	noun	γενική ενικού του τσάρος
τσάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσάρος
τσάρτερ	noun	έκτακτη αεροπορική πτήση, ναυλωμένη από ταξιδιωτική εταιρία για ομαδικές μετακινήσεις
τσάρων	noun	γενική πληθυντικού του τσάρος
τσάσκα	noun|dated	κούπα, φλιτζάνι
τσάσκας	noun	γενική ενικού του τσάσκα
τσάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάσκα
τσάταλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάταλο
τσάταλο	noun	άλλη μορφή του τσατάλι
τσάταλου	noun	γενική ενικού του τσάταλο
τσάταλων	noun	γενική πληθυντικού του τσάταλο
τσάταρα	=	τσατάρω
τσάταραν	=	τσατάρω
τσάταρε	=	τσατάρω
τσάταρες	=	τσατάρω
τσάτιζα	=	τσατίζω
τσάτιζαν	=	τσατίζω
τσάτιζε	=	τσατίζω
τσάτιζες	=	τσατίζω
τσάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσατίζω
τσάτνεϊ	noun	γλυκό ή αλμυρό αλλά συνήθως πικάντικο καρύκευμα, με προέλευση από την ανατολική Ινδία, το οποίο παρασκευάζεται από διάφορα φρούτα ή/και λαχανικά και συνήθως περιέχει σημαντικές ποσότητες φρέσκων πράσινων ή αποξηραμένων κόκκινων πιπεριών τσίλι
τσάτσα	noun	ηλικιωμένη γυναίκα
τσάτσας	noun	γενική ενικού του τσάτσα
τσάτσε	noun	κλητική ενικού του τσάτσος
τσάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάτσα
τσάτσο	noun	αιτιατική ενικού του τσάτσος
τσάτσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσάτσος
τσάτσος	noun	ο χαφιές, ο ρουφιάνος, που χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να πετύχει κάτι
τσάτσου	noun	γενική ενικού του τσάτσος
τσάτσους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσάτσος
τσάτσων	noun	γενική πληθυντικού του τσάτσος
τσάφκα	noun	κούπα
τσάφκας	noun	γενική ενικού του τσάφκα
τσάφκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάφκα
τσάχαλα	=	τσάχαλο
τσάχαλο	noun|vulgar	σκουπιδάκι
τσάχαλου	=	τσάχαλο
τσάχαλων	=	τσάχαλο
τσέβδισα	=	τσευδίζω
τσέκαρα	=	τσεκάρω
τσέκαραν	=	τσεκάρω
τσέκαρε	=	τσεκάρω
τσέκαρες	=	τσεκάρω
τσέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέλο
τσέλιγκα	=	τσέλιγκας
τσέλιγκας	noun	αυτός που έχει στην κατοχή του πολλά αιγοπρόβατα (συνήθως πάνω από πεντακόσια)
τσέλιγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέλιγκας
τσέλο	noun	συντετμημένη μορφή του βιολοντσέλο
τσέλου	noun	γενική ενικού του τσέλο
τσέλων	noun	γενική πληθυντικού του τσέλο
τσέμπαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέμπαλο
τσέμπαλο	noun	πληκτροφόρο μουσικό όργανο, που μοιάζει με πιάνο, αλλά είναι νυκτό, έχει συνήθως δύο κλαβιέ.
τσέμπαλου	noun	γενική ενικού του τσέμπαλο
τσέμπαλων	noun	γενική πληθυντικού του τσέμπαλο
τσένταρ	noun	είδος τυριού που παράγεται στην περιοχή Τσένταρ, στο Σόμερσετ της Αγγλίας
τσέπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέπη
τσέπη	noun	μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...)
τσέπης	=	τσέπη
τσέπωμα	noun|figurative	η είσπραξη
τσέπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσέπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσέπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσέπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσέρι	noun	ηδύποτο (λικέρ) που παρασκευάζεται από κεράσια
τσέρκι	noun	μεταλλικό στεφάνι που συγκρατεί τα ξύλα των βαρελιών
τσέρκια	=	τσέρκι
τσέτες	=	τσέτης
τσέτη	=	τσέτης
τσέτης	noun	Τούρκος άτακτος πολιτοφύλακας κατά τη μικρασιατική εκστρατεία που πολεμούσε εναντίον του ελληνικού στρατού
τσέτλα	noun	λοξό κόψιμο με ψαλίδι
τσέτλας	=	τσέτλα
τσέτλες	=	τσέτλα
τσέτολα	noun|dated	άλλη μορφή του τσέτουλα
τσέτουλα	noun	κομμάτι ξύλου όπου χάραζαν με εγκοπές τις αγορές επί πιστώσει, τα χρέη των πελατών	adv	χωρίς πληρωμή, χωρίς να πληρώσω, δωρεάν (το ουσιαστικό τσέτουλα ως επίρρημα) )
τσέτουλας	=	τσέτουλα
τσέτουλες	=	τσέτουλα
τσέτουλος	adj	αδέκαρος, άφραγκος
τσέχικα	noun	η τσεχική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέχικο
τσέχικε	adj	κλητική ενικού του τσέχικος
τσέχικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέχικη
τσέχικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσέχικος
τσέχικης	adj	γενική ενικού του τσέχικη
τσέχικο	adj	αιτιατική ενικού του τσέχικος
τσέχικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσέχικος
τσέχικος	adj	τσεχικός
τσέχικου	adj	γενική ενικού του τσέχικος
τσέχικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσέχικος
τσέχικων	adj	γενική πληθυντικού του τσέχικος
τσίγκε	noun	κλητική ενικού του τσίγκος
τσίγκινα	=	τσίγκινος
τσίγκινε	=	τσίγκινος
τσίγκινες	=	τσίγκινος
τσίγκινη	=	τσίγκινος
τσίγκινης	=	τσίγκινος
τσίγκινο	=	τσίγκινος
τσίγκινοι	=	τσίγκινος
τσίγκινος	adj	φτιαγμένος από τσίγκο
τσίγκινου	=	τσίγκινος
τσίγκινους	=	τσίγκινος
τσίγκινων	=	τσίγκινος
τσίγκλα	=	τσιγκλάω
τσίγκλαγε	=	τσιγκλάω
τσίγκλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσίγκλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσίγκλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσίγκλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσίγκλιζα	=	τσιγκλίζω
τσίγκλιζαν	=	τσιγκλίζω
τσίγκλιζε	=	τσιγκλίζω
τσίγκλιζες	=	τσιγκλίζω
τσίγκλισα	=	τσιγκλίζω
τσίγκλισαν	=	τσιγκλίζω
τσίγκλισε	=	τσιγκλίζω
τσίγκλισες	=	τσιγκλίζω
τσίγκο	noun	αιτιατική ενικού του τσίγκος
τσίγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσίγκος
τσίγκος	noun	ο ψευδάργυρος
τσίγκου	noun	γενική ενικού του τσίγκος
τσίγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσίγκος
τσίγκων	noun	γενική πληθυντικού του τσίγκος
τσίκας	noun	είδος φοίνικα αργής ανάπτυξης με καταγωγή από την Ιαπωνία και την Κίνα (Cycas revoluta)
τσίκλα	noun	άλλη μορφή του τσίχλα
τσίκλας	noun	γενική ενικού του τσίκλα
τσίκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίκλα
τσίκνά	=	τσίκνα
τσίκνάς	=	τσίκνα
τσίκνές	=	τσίκνα
τσίκνα	noun	η χαρακτηριστική μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται στα κάρβουνα (ή που έχει καεί)
τσίκνας	noun	γενική ενικού του τσίκνα
τσίκνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίκνα
τσίκνιζα	=	τσικνίζω
τσίκνιζαν	=	τσικνίζω
τσίκνιζε	=	τσικνίζω
τσίκνιζες	=	τσικνίζω
τσίκνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσίκνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσίκνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσίκνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσίκνισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσικνίζω
τσίκνών	=	τσίκνα
τσίκο	noun	ο μικρός, ο νεαρός, το πιτσιρίκι
τσίκουδα	=	τσίκουδο
τσίκουδο	noun	ο καρπός της τσικουδιάς, του τερέβινθου
τσίκουδου	=	τσίκουδο
τσίκουδων	=	τσίκουδο
τσίλι	noun	το τσίλι (είδος καυτερής πιπεριάς)
τσίλια	noun	συνήθως στις φράσεις «είμαι στην τσίλια» και «κρατάω τσίλιες» (βλ. εκφράσεις)
τσίλιας	noun	γενική ενικού του τσίλια
τσίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίλια
τσίλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίλικο
τσίλικε	adj	κλητική ενικού του τσίλικος
τσίλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίλικη
τσίλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσίλικος
τσίλικης	adj	γενική ενικού του τσίλικη
τσίλικο	adj	αιτιατική ενικού του τσίλικος
τσίλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσίλικος
τσίλικος	adj|vulgar	ολοκαίνουργος και γυαλιστερός
τσίλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσίλικος
τσίλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσίλικος
τσίλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσίλικος
τσίμα	adv	τη φράση τσίμα τσίμα
τσίμπα	=	τσιμπάω
τσίμπαγα	=	τσιμπάω
τσίμπαγαν	=	τσιμπάω
τσίμπαγε	=	τσιμπάω
τσίμπαγες	=	τσιμπάω
τσίμπημα	noun	το άγγιγμα με μυτερό αντικείμενο, ο νυγμός
τσίμπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσίμπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσίμπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσίμπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσίμπλα	noun	λιπώδης έκκριση στην άκρη του ματιού, η οποία μπορεί να έχει στερεοποιηθεί με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να μην μπορεί κάποιος να ανοίξει το μάτι, αν δεν την αφαιρέσει
τσίμπλας	noun	γενική ενικού του τσίμπλα
τσίμπλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίμπλα
τσίμπλιαζα	=	τσιμπλιάζω
τσίμπλιαζαν	=	τσιμπλιάζω
τσίμπλιαζε	=	τσιμπλιάζω
τσίμπλιαζες	=	τσιμπλιάζω
τσίμπλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσίμπλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσίμπλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσίμπλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσίμπλιασμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιμπλιάζω, ο σχηματισμός τσίμπλας
τσίνα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
τσίναγε	=	τσινάω
τσίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσίνισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσινάω (τσινώ)
τσίνορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίνορο
τσίνορο	noun	άλλη μορφή του ματοτσίνορο και του τσίνουρο
τσίνορου	noun	γενική ενικού του τσίνορο
τσίνορων	noun	γενική πληθυντικού του τσίνορο
τσίνουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίνουρο
τσίνουρο	noun	βλεφαρίδα
τσίνουρου	noun	γενική ενικού του τσίνουρο
τσίνουρων	noun	γενική πληθυντικού του τσίνουρο
τσίπα	noun	η πέτσα
τσίπας	noun	γενική ενικού του τσίπα
τσίπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίπα
τσίπη	noun	γενική ενικού του τσίπης
τσίπηδες	=	τσίπης
τσίπηδων	=	τσίπης
τσίπης	noun|slang	που αγοράζει μόνο φτηνά, και συνήθως χαμηλής ποιότητας, πράγματα· φτηνιάρης, τσιγκούνης
τσίπικα	=	τσίπικος
τσίπικε	=	τσίπικος
τσίπικες	=	τσίπικος
τσίπικη	=	τσίπικος
τσίπικης	=	τσίπικος
τσίπικο	=	τσίπικος
τσίπικοι	=	τσίπικος
τσίπικος	adj|slang	που αναφέρεται στη συμπεριφορά του τσίπη ή σχετίζεται με αυτήν· φτηνιάρικος, τσιγκούνικος
τσίπικου	=	τσίπικος
τσίπικους	=	τσίπικος
τσίπικων	=	τσίπικος
τσίπισσα	=	τσίπης
τσίπουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίπουρο
τσίπουρο	noun	οινοπνευματώδες άχρωμο ποτό που παρασκευάζεται με ζύμωση και απόσταξη στέμφυλων
τσίπουρου	noun	γενική ενικού του τσίπουρο
τσίπουρων	noun	γενική πληθυντικού του τσίπουρο
τσίπρα	noun	τσίπουρα
τσίπσετ	noun	chipset: σύνολο ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, που χρησιμοποιούνται στον συντονισμό και την συνεργασία της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU) με τα άλλα υποσυστήματα του υπολογιστή
τσίρε	noun	κλητική ενικού του τσίρος
τσίριγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιρίζω, η κραυγή σε οξείς τόνους, το διαπεραστικό ξεφωνητό
τσίριζα	=	τσιρίζω
τσίριζαν	=	τσιρίζω
τσίριζε	=	τσιρίζω
τσίριζες	=	τσιρίζω
τσίριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσίριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσίριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσίριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσίρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιρίζω
τσίρκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίρκο
τσίρκο	noun	περιοδεύων θίασος με ακροβάτες, ταχυδακτυλουργούς, κλόουν, εκπαιδευμένα ζώα κ.ά. που δίνει παραστάσεις για το κοινό
τσίρκου	noun	γενική ενικού του τσίρκο
τσίρκουλα	=	τσίρκουλο
τσίρκουλο	noun	γελοίος
τσίρκουλου	=	τσίρκουλο
τσίρκουλων	=	τσίρκουλο
τσίρκων	noun	γενική πληθυντικού του τσίρκο
τσίρλα	noun|vulgar	η διάρροια
τσίρλας	noun	γενική ενικού του τσίρλα
τσίρλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίρλα
τσίρλισμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του τσίρλα: η διάρροια
τσίρο	noun	αιτιατική ενικού του τσίρος
τσίροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσίρος
τσίρος	noun	το αδυνατισμένο σκουμπρί που αλιεύεται την άνοιξη· αφήνεται συνήθως στον ήλιο να λιαστεί ή να αποξηρανθεί
τσίρου	noun	γενική ενικού του τσίρος
τσίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσίρος
τσίρων	noun	γενική πληθυντικού του τσίρος
τσίσα	noun	άλλη μορφή του τσίσια
τσίσι	=	τσίσια
τσίσια	noun	τα ούρα
τσίτα	noun|figurative	εγρήγορση, ετοιμότητα, διαρκής ένταση	adv	τεντωτά, σφιχτά
τσίτας	noun	γενική ενικού του τσίτα
τσίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίτα
τσίτι	noun	απλό βαμβακερό ύφασμα τυπωμένο με ζωηρόχρωμο σχέδιο
τσίτια	=	τσίτι
τσίτσα	noun|rare	είδος ξύλινου φλασκιού για κρασί
τσίτσας	noun	γενική ενικού του τσίτσα
τσίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίτσα
τσίτσιδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίτσιδο
τσίτσιδε	adj	κλητική ενικού του τσίτσιδος
τσίτσιδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίτσιδη
τσίτσιδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσίτσιδος
τσίτσιδης	adj	γενική ενικού του τσίτσιδη
τσίτσιδο	adj	αιτιατική ενικού του τσίτσιδος
τσίτσιδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσίτσιδος
τσίτσιδος	adj	που δεν φορά ρούχα, τελείως γυμνός
τσίτσιδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσίτσιδος
τσίτσιδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσίτσιδος
τσίτσιδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσίτσιδος
τσίτωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιτώνω
τσίτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσίτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσίτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσίτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσίφτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσίφτης
τσίφτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίφτης
τσίφτηδων	noun	γενική πληθυντικού του τσίφτης
τσίφτης	noun|vulgar	άνθρωπος έξυπνος
τσίφτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσίφτικος	adv	κατά τη συμπεριφορά του τσίφτη, έξυπνα, αλλά και μαγκιόρικα και μπεσαλίδικα
τσίφτικε	adj	κλητική ενικού του τσίφτικος
τσίφτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίφτικη
τσίφτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσίφτικος
τσίφτικης	adj	γενική ενικού του τσίφτικη
τσίφτικο	adj	αιτιατική ενικού του τσίφτικος
τσίφτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσίφτικος
τσίφτικος	adj	που έχει σχέση με τσίφτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τσίφτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσίφτικος
τσίφτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσίφτικος
τσίφτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσίφτικος
τσίφτισσα	=	τσίφτης
τσίφτισσας	noun	γενική ενικού του τσίφτισσα
τσίφτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίφτισσα
τσίχλα	noun	κοινή ονομασία για διάφορα είδη στρουθιόμορφων πουλιών του γένους Turdus
τσίχλας	noun	γενική ενικού του τσίχλα
τσίχλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίχλα
τσα	intj	νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου
τσα-τσα-τσά	noun	κλασικός λατινοαμερικάνικος χορός κουβανικής προέλευσης
τσαΐρι	noun	λιβάδι
τσαΐρια	=	τσαΐρι
τσαγάκι	noun	υποκοριστικό του τσάι
τσαγάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγάκι
τσαγανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγανό	adv|rare	με τσαγανό
τσαγανέ	adj	κλητική ενικού του τσαγανός
τσαγανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγανή
τσαγανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαγανός
τσαγανής	adj	γενική ενικού του τσαγανή
τσαγανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαγανός
τσαγανού	adj	γενική ενικού του τσαγανός
τσαγανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαγανός
τσαγανό	noun	δυναμισμός, θάρρος, νεύρο, ενεργητικότητα στη φράση έχω τσαγανό
τσαγανός	noun|dated	ο κάβουρας
τσαγανών	adj	γενική πληθυντικού του τσαγανός
τσαγερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγερό
τσαγερού	noun	γενική ενικού του τσαγερό
τσαγερό	noun	η τσαγιέρα
τσαγερών	noun	γενική πληθυντικού του τσαγερό
τσαγιέρα	noun	σκεύος που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα τσαγιού ή άλλου ζεστού ροφήματος
τσαγιέρας	noun	γενική ενικού του τσαγιέρα
τσαγιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγιέρα
τσαγιερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγιερό
τσαγιερού	=	τσαγιερό
τσαγιερό	noun	τσαγερό
τσαγιερών	=	τσαγιερό
τσαγιού	noun	γενική ενικού του τσάι
τσαγιρό	noun	τσαγιέρα, τσαγερό
τσαγιών	noun	γενική πληθυντικού του τσάι
τσαγκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσαγκός
τσαγκάρη	noun	τσαγκάρης, στη γενική του ενικού
τσαγκάρηδες	noun	τσαγκάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
τσαγκάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του τσαγκάρης
τσαγκάρης	noun	αυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα
τσαγκάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκάρικο
τσαγκάρικο	noun|vulgar	υποδηματοποιείο
τσαγκάρικου	noun	γενική ενικού του τσαγκάρικο
τσαγκάρικων	noun	γενική πληθυντικού του τσαγκάρικο
τσαγκάρισσα	noun	θηλυκό του τσαγκάρης
τσαγκάρισσας	=	τσαγκάρισσα
τσαγκάρισσες	=	τσαγκάρισσα
τσαγκέ	adj	κλητική ενικού του τσαγκός
τσαγκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκή
τσαγκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαγκός
τσαγκής	adj	γενική ενικού του τσαγκή
τσαγκαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκαράδικο
τσαγκαράδικο	noun	το εργαστήριο και μαγαζί του τσαγκάρη
τσαγκαράδικου	noun	γενική ενικού του τσαγκαράδικο
τσαγκαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του τσαγκαράδικο
τσαγκαροδευτέρα	noun	τη Δευτέρα είχαν καθιερώσει ως αργία οι τσαγκάρηδες από τον 2ο αιώνα (πηγή: εφημερίδα επτά)
τσαγκαροδευτέρας	noun	γενική ενικού του τσαγκαροδευτέρα
τσαγκαροδευτέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκαροδευτέρα
τσαγκαρσουλιού	=	τσαγκαρσούλι
τσαγκαρσουλιών	=	τσαγκαρσούλι
τσαγκαρσούλι	noun|dated	μυτερό εργαλείο με το οποίο ο τσαγκάρης άνοιγε τρύπες στο δέρμα των παπουτσιών κατά τη διαδικασία κατασκευής ή επιδιόρθωσης παπουτσιών
τσαγκαρσούλια	=	τσαγκαρσούλι
τσαγκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαγκός
τσαγκού	adj	γενική ενικού του τσαγκός
τσαγκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαγκός
τσαγκρασουλιού	=	τσαγκρασούλι
τσαγκρασουλιών	=	τσαγκρασούλι
τσαγκρασούλι	noun|dated	άλλη μορφή του τσαγκαρσούλι
τσαγκρασούλια	=	τσαγκρασούλι
τσαγκρουνίζομαι	=	τσαγκρουνίζω
τσαγκρουνίζω	verb	άλλη μορφή του γρατσουνάω
τσαγκρουνίσματα	=	τσαγκρούνισμα
τσαγκρουνίσματος	=	τσαγκρούνισμα
τσαγκρουνιά	noun	άλλη μορφή του γρατσουνιά
τσαγκρουνιάς	noun	γενική ενικού του τσαγκρουνιά
τσαγκρουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκρουνιά
τσαγκρουνισμάτων	=	τσαγκρούνισμα
τσαγκρουνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκρουνισμένο
τσαγκρουνισμένε	verb	κλητική ενικού του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαγκρουνισμένη
τσαγκρουνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνισμένης	verb	γενική ενικού του τσαγκρουνισμένη
τσαγκρουνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαγκρουνισμένος
τσαγκρουνιών	=	τσαγκρουνιά
τσαγκρούνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσαγκρουνίζω
τσαγκό	adj	αιτιατική ενικού του τσαγκός
τσαγκός	adj	ταγκός
τσαγκών	adj	γενική πληθυντικού του τσαγκός
τσαι	conj	και
τσακ	noun	λέξη για την απόδοση του ήχου της θραύσης αντικειμένων
τσακάλι	noun	σαρκοβόρο θηλαστικό του γένους Canis (οικογένεια Canidae), μικρότερο από το λύκο
τσακάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακάλι
τσακίδια	noun|rare	το μέρος που υπάρχει κίνδυνος να τσακιστεί κάποιος
τσακίζαμε	=	τσακίζω
τσακίζαν	=	τσακίζω
τσακίζανε	=	τσακίζω
τσακίζατε	=	τσακίζω
τσακίζει	=	τσακίζω
τσακίζεις	=	τσακίζω
τσακίζεσαι	=	τσακίζω
τσακίζεστε	=	τσακίζω
τσακίζεται	=	τσακίζω
τσακίζετε	=	τσακίζω
τσακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσακίζω
τσακίζομε	=	τσακίζω
τσακίζονται	=	τσακίζω
τσακίζονταν	=	τσακίζω
τσακίζοντας	=	τσακίζω
τσακίζουμε	=	τσακίζω
τσακίζουν	=	τσακίζω
τσακίζουνε	=	τσακίζω
τσακίζω	verb	διπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση
τσακίρ	noun	μόνη χρήση στη φράση τσακίρ κέφι
τσακίρη	=	τσακίρης
τσακίρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακίρης
τσακίρηδων	=	τσακίρης
τσακίρης	noun	ο γαλανομάτης
τσακίρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακίρικο
τσακίρικε	adj	κλητική ενικού του τσακίρικος
τσακίρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακίρικη
τσακίρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακίρικος
τσακίρικης	adj	γενική ενικού του τσακίρικη
τσακίρικο	adj	αιτιατική ενικού του τσακίρικος
τσακίρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακίρικοι
τσακίρικος	adj|dated	που έχει σχέση με τσακίρη / γαλανομάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τσακίρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσακίρικος
τσακίρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακίρικος
τσακίρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσακίρικος
τσακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίσαν	=	τσακίζω
τσακίσανε	=	τσακίζω
τσακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάκιση
τσακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίσεων	noun	γενική πληθυντικού του τσάκιση
τσακίσματα	noun	λίκνισμα ή έντονα κουνήματα του σώματος στον χορό
τσακίσματος	noun	γενική ενικού του τσάκισμα
τσακίσομε	=	τσακίζω
τσακίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίσουνε	=	τσακίζω
τσακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακίστρα	noun	ναζιάρα
τσακίστρας	noun	γενική ενικού του τσακίστρα
τσακίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακίστρα
τσακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
τσακαλιού	=	τσακάλι
τσακαλιών	=	τσακάλι
τσακαλόλυκε	=	τσακαλόλυκος
τσακαλόλυκο	=	τσακαλόλυκος
τσακαλόλυκοι	=	τσακαλόλυκος
τσακαλόλυκος	noun	σαρκοφάγοπου προέρχεται από τη διασταύρωση τσακαλιού και λύκου, συνδυάζοντας χαρακτηριστικά και των δύο ειδών στη μορφολογία και τη συμπεριφορά του
τσακαλόλυκου	=	τσακαλόλυκος
τσακαλόλυκους	=	τσακαλόλυκος
τσακαλόλυκων	=	τσακαλόλυκος
τσακιζόμασταν	=	τσακίζω
τσακιζόμαστε	=	τσακίζω
τσακιζόμουν	=	τσακίζω
τσακιζόμουνα	=	τσακίζω
τσακιζόντουσαν	=	τσακίζω
τσακιζόσασταν	=	τσακίζω
τσακιζόσαστε	=	τσακίζω
τσακιζόσουν	=	τσακίζω
τσακιζόσουνα	=	τσακίζω
τσακιζόταν	=	τσακίζω
τσακιζότανε	=	τσακίζω
τσακισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσάκισμα
τσακισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακισμένο
τσακισμένε	verb	κλητική ενικού του τσακισμένος
τσακισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακισμένη
τσακισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακισμένος
τσακισμένης	verb	γενική ενικού του τσακισμένη
τσακισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσακισμένος
τσακισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακισμένος
τσακισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσακίζω
τσακισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσακισμένος
τσακισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσακισμένος
τσακισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσακισμένος
τσακιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσακιστός	adv	με τσακιστό τρόπο
τσακιστέ	adj	κλητική ενικού του τσακιστός
τσακιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακιστή
τσακιστή	noun|informal	ο ποδόδεσμος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακιστός
τσακιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστήκαν	=	τσακίζω
τσακιστήκανε	=	τσακίζω
τσακιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστής	adj	γενική ενικού του τσακιστή
τσακιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακιστός
τσακιστού	adj	γενική ενικού του τσακιστός
τσακιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστούνε	=	τσακίζω
τσακιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακιστός
τσακιστό	adj	αιτιατική ενικού του τσακιστός
τσακιστός	adj	που έχει κοπανηθεί, που έχει τσακιστεί (χτυπηθεί)
τσακιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζομαι
τσακιστών	adj	γενική πληθυντικού του τσακιστός
τσακμάκι	noun	είδος αναπτήρα που χρησιμοποιεί τσακμακόπετρα
τσακμάκια	=	τσακμάκι
τσακμακιού	=	τσακμάκι
τσακμακιών	=	τσακμάκι
τσακμακόπετρα	noun|vulgar	η πέτρα του τσακμακιού
τσακμακόπετρας	noun	γενική ενικού του τσακμακόπετρα
τσακμακόπετρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακμακόπετρα
τσακνάκι	noun|figurative	υποκοριστικό του τσάκνο
τσακνάκια	=	τσακνάκι
τσακνοπόδαρα	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρε	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρες	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρη	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρης	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρο	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαροι	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρος	adj	που έχει πόδια λεπτά ή ίσια σαν τσάκνα
τσακνοπόδαρου	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρους	=	τσακνοπόδαρος
τσακνοπόδαρων	=	τσακνοπόδαρος
τσακονικά	noun	άλλη γραφή του τσακωνικά (βλ.σημειώσεις)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσακονικός, άλλη γραφή του τσακωνικά
τσακονικέ	adj	κλητική ενικού του τσακονικός
τσακονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακονική
τσακονική	noun	άλλη μορφή του τσακωνική
τσακονικής	adj	γενική ενικού του τσακονική
τσακονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακονικός
τσακονικού	adj	γενική ενικού του τσακονικός
τσακονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακονικός
τσακονικό	adj	αιτιατική ενικού του τσακονικός
τσακονικός	adj	άλλη γραφή του τσακωνικός (βλ.σημειώσεις)
τσακονικών	adj	γενική πληθυντικού του τσακονικός
τσακουμάκι	noun	αναπτήρας
τσακουμάκια	=	τσακουμάκι
τσακρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάκρισμα
τσακρίσματος	noun	γενική ενικού του τσάκρισμα
τσακρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσάκρισμα
τσακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθήκαν	=	τσακώνομαι
τσακωθήκανε	=	τσακώνομαι
τσακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωθούνε	=	τσακώνω
τσακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακωμάτων	=	τσάκωμα
τσακωμέ	noun	κλητική ενικού του τσακωμός
τσακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακωμένο
τσακωμένε	verb	κλητική ενικού του τσακωμένος
τσακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακωμένη
τσακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακωμένος
τσακωμένης	verb	γενική ενικού του τσακωμένη
τσακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσακωμένος
τσακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακωμένος
τσακωμένος	=	τσακώνομαι
τσακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσακωμένος
τσακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσακωμένος
τσακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσακωμένος
τσακωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακωμός
τσακωμού	noun	γενική ενικού του τσακωμός
τσακωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσακωμός
τσακωμό	noun	αιτιατική ενικού του τσακωμός
τσακωμός	noun	η ενέργεια του τσακώνομαι
τσακωμών	noun	γενική πληθυντικού του τσακωμός
τσακωνικά	noun	άλλη μορφή του τσακώνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακωνικό
τσακωνικέ	adj	κλητική ενικού του τσακωνικός
τσακωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακωνική
τσακωνική	noun	άλλη μορφή του τσακώνικη -	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακωνικός
τσακωνικής	adj	γενική ενικού του τσακωνική
τσακωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακωνικός
τσακωνικού	adj	γενική ενικού του τσακωνικός
τσακωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακωνικός
τσακωνικό	adj	αιτιατική ενικού του τσακωνικός
τσακωνικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στους Τσάκωνες
τσακωνικών	adj	γενική πληθυντικού του τσακωνικός
τσακωνοχωριού	=	τσακωνοχώρι
τσακωνοχωριών	=	τσακωνοχώρι
τσακωνοχώρι	noun	χωριό Τσακώνων
τσακωνοχώρια	=	τσακωνοχώρι
τσακωνόμασταν	=	τσακώνομαι
τσακωνόμαστε	=	τσακώνομαι
τσακωνόμουν	=	τσακώνομαι
τσακωνόμουνα	=	τσακώνομαι
τσακωνόντουσαν	=	τσακώνομαι
τσακωνόσασταν	=	τσακώνομαι
τσακωνόσαστε	=	τσακώνομαι
τσακωνόσουν	=	τσακώνομαι
τσακωνόσουνα	=	τσακώνομαι
τσακωνόταν	=	τσακώνομαι
τσακωνότανε	=	τσακώνομαι
τσακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσακωτός	adv	με τσακωτό τρόπο
τσακωτέ	adj	κλητική ενικού του τσακωτός
τσακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακωτή
τσακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακωτός
τσακωτής	adj	γενική ενικού του τσακωτή
τσακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακωτός
τσακωτού	adj	γενική ενικού του τσακωτός
τσακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακωτός
τσακωτό	adj	αιτιατική ενικού του τσακωτός
τσακωτός	adj|vulgar	που συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω, που πιάνεται στα πράσα
τσακωτών	adj	γενική πληθυντικού του τσακωτός
τσακόνικα	noun	άλλη γραφή του τσακώνικα (δείτε σημειώσεις)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσακόνικος, άλλη γραφή του τσακώνικα
τσακόνικε	adj	κλητική ενικού του τσακόνικος
τσακόνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακόνικη
τσακόνικη	noun	άλλη γραφή του τσακώνικη (βλ.σημειώσεις)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσακόνικος, άλλη γραφή του τσακώνικη
τσακόνικης	adj	γενική ενικού του τσακόνικη
τσακόνικο	adj	αιτιατική ενικού του τσακόνικος
τσακόνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακόνικος
τσακόνικος	adj	άλλη γραφή του τσακώνικος (βλ. σημειώσεις)
τσακόνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσακόνικος
τσακόνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακόνικος
τσακόνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσακόνικος
τσακόνισσας	noun	γενική ενικού του Τσακόνισσα
τσακόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τσακόνισσα
τσακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάκωμα
τσακώματος	=	τσάκωμα
τσακώναμε	=	τσακώνω
τσακώναν	=	τσακώνω
τσακώνανε	=	τσακώνω
τσακώνατε	=	τσακώνω
τσακώνει	=	τσακώνω
τσακώνεις	=	τσακώνω
τσακώνεσαι	=	τσακώνομαι
τσακώνεστε	=	τσακώνομαι
τσακώνεται	=	τσακώνομαι
τσακώνετε	=	τσακώνω
τσακώνικα	noun	η γλώσσα ή διάλεκτος των Τσακώνων.
τσακώνικε	adj	κλητική ενικού του τσακώνικος
τσακώνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσακώνικη
τσακώνικη	noun	εννοείται διάλεκτος ή γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τσακώνικος
τσακώνικης	adj	γενική ενικού του τσακώνικη
τσακώνικο	adj	αιτιατική ενικού του τσακώνικος
τσακώνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσακώνικος
τσακώνικος	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην Τσακωνιά και τους Τσάκωνες
τσακώνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσακώνικος
τσακώνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσακώνικος
τσακώνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσακώνικος
τσακώνισσας	noun	γενική ενικού του Τσακώνισσα
τσακώνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Τσακώνισσα
τσακώνομαι	verb	μαλώνω, καβγαδίζω, διακόπτω σχέσεις
τσακώνομε	=	τσακώνω
τσακώνονται	=	τσακώνομαι
τσακώνονταν	=	τσακώνομαι
τσακώνοντας	=	τσακώνω
τσακώνουμε	=	τσακώνω
τσακώνουν	=	τσακώνω
τσακώνουνε	=	τσακώνω
τσακώνω	verb|vulgar	συλλαμβάνω κάποιον παράνομο, συνήθως επ' αυτοφώρω
τσακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσαν	=	τσακώνω
τσακώσανε	=	τσακώνω
τσακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσομε	=	τσακώνω
τσακώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνομαι
τσακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσουνε	=	τσακώνω
τσακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακώνω
τσαλάκωμα	noun	η ενέργεια του τσαλακώνω
τσαλάκωνα	=	τσαλακώνω
τσαλάκωναν	=	τσαλακώνω
τσαλάκωνε	=	τσαλακώνω
τσαλάκωνες	=	τσαλακώνω
τσαλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλί	noun	αγκαθωτός θάμνος
τσαλίμι	noun	επιδέξια κίνηση (σε χορό, πάλη κ.λπ.)
τσαλίμια	=	τσαλίμι
τσαλαβουτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλαβούτημα
τσαλαβουτήματος	noun	γενική ενικού του τσαλαβούτημα
τσαλαβουτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβουτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσαλαβούτημα
τσαλαβουτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλαβουτημένο
τσαλαβουτημένε	verb	κλητική ενικού του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλαβουτημένη
τσαλαβουτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτημένης	verb	γενική ενικού του τσαλαβουτημένη
τσαλαβουτημένο	verb	αιτιατική ενικού του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαλαβουτημένος
τσαλαβουτώ	verb	δρασκελίζω ή βουτάω σε ρηχά νερά
τσαλαβουτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσαλαβουτάω / τσαλαβουτώ
τσαλαβούτα	=	τσαλαβούτας
τσαλαβούτας	noun	άτομο που περπατάει με άτσαλο τρόπο σε νερά και λάσπες
τσαλαβούτες	=	τσαλαβούτας
τσαλαβούτημα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσαλαβουτώ
τσαλαβούτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβούτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβούτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβούτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ
τσαλαβούτι	noun	κολυμπώ παιδιάστικα πιτσιλώντας
τσαλακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσαλάκωμα
τσαλακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλακωμένο
τσαλακωμένε	verb	κλητική ενικού του τσαλακωμένος
τσαλακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλακωμένη
τσαλακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαλακωμένος
τσαλακωμένης	verb	γενική ενικού του τσαλακωμένη
τσαλακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσαλακωμένος
τσαλακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαλακωμένος
τσαλακωμένος	=	τσαλακώνω
τσαλακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαλακωμένος
τσαλακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσαλακωμένος
τσαλακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαλακωμένος
τσαλακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλάκωμα
τσαλακώματος	noun	γενική ενικού του τσαλάκωμα
τσαλακώναμε	=	τσαλακώνω
τσαλακώναν	=	τσαλακώνω
τσαλακώνανε	=	τσαλακώνω
τσαλακώνατε	=	τσαλακώνω
τσαλακώνει	=	τσαλακώνω
τσαλακώνεις	=	τσαλακώνω
τσαλακώνετε	=	τσαλακώνω
τσαλακώνομαι	=	τσαλακώνω
τσαλακώνοντας	=	τσαλακώνω
τσαλακώνουμε	=	τσαλακώνω
τσαλακώνουν	=	τσαλακώνω
τσαλακώνουνε	=	τσαλακώνω
τσαλακώνω	verb	διπλώνω χωρίς προσοχή κάτι σε μία ή περισσότερες μεριές, με αποτέλεσμα να μείνει ένα ορατό άσχημο σημάδι
τσαλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσαν	=	τσαλακώνω
τσαλακώσανε	=	τσαλακώνω
τσαλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνομαι
τσαλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλακώνω
τσαλαπάτημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσαλαπατώ
τσαλαπάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλαπάτημα
τσαλαπατήματος	noun	γενική ενικού του τσαλαπάτημα
τσαλαπατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατώ
τσαλαπατηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαπατιέμαι
τσαλαπατημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσαλαπάτημα
τσαλαπατημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλαπατημένο
τσαλαπατημένε	adj	κλητική ενικού του τσαλαπατημένος
τσαλαπατημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλαπατημένη
τσαλαπατημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαλαπατημένος
τσαλαπατημένης	adj	γενική ενικού του τσαλαπατημένη
τσαλαπατημένο	adj	αιτιατική ενικού του τσαλαπατημένος
τσαλαπατημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαλαπατημένος
τσαλαπατημένος	verb	που έχει τσαλαπατηθεί
τσαλαπατημένου	verb	γενική ενικού του τσαλαπατημένος
τσαλαπατημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαλαπατημένος
τσαλαπατημένων	adj	γενική πληθυντικού του τσαλαπατημένος
τσαλαπατώ	verb	καταστρέφω κάτι πατώντας πάνω του με βία
τσαλαπετεινέ	noun	κλητική ενικού του τσαλαπετεινός
τσαλαπετεινοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαλαπετεινός
τσαλαπετεινού	noun	γενική ενικού του τσαλαπετεινός
τσαλαπετεινούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσαλαπετεινός
τσαλαπετεινό	noun	αιτιατική ενικού του τσαλαπετεινός
τσαλαπετεινός	noun	μεταναστευτικό εντομοφάγο πτηνό με μακρύ κυρτό ράμφος και χαρακτηριστικό ανεγειρόμενο λοφίο στο κεφάλι, που του προσδίδει εύκολα αναγνωρίσιμη όψη
τσαλαπετεινών	noun	γενική πληθυντικού του τσαλαπετεινός
τσαλαφουτιού	=	τσαλαφούτι
τσαλαφουτιών	=	τσαλαφούτι
τσαλαφούτι	noun	μαλακό κρεμώδες τυρί από πρόβειο γάλα από τη Στερεά Ελλάδα
τσαλαφούτια	=	τσαλαφούτι
τσαλιά	=	τσαλί
τσαλιμάκι	noun	υποκοριστικό του τσαλίμι
τσαλιμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαλιμάκι
τσαλιμιού	=	τσαλίμι
τσαλιμιών	=	τσαλίμι
τσαλιού	=	τσαλί
τσαλιών	=	τσαλί
τσαμαδουρών	=	τσαμαδούρα
τσαμαδούρα	noun	η σημαδούρα
τσαμαδούρας	=	τσαμαδούρα
τσαμαδούρες	=	τσαμαδούρα
τσαμασίρια	noun|dated	άπλυτα
τσαμασιριών	=	τσαμασίρια
τσαμπά	=	τσαμπάς
τσαμπάδες	=	τσαμπάς
τσαμπάδων	=	τσαμπάς
τσαμπάζη	=	τσαμπάζης
τσαμπάζηδες	=	τσαμπάζης
τσαμπάζηδων	=	τσαμπάζης
τσαμπάζης	noun	άλλη μορφή του τζαμπάζης
τσαμπάκι	noun	υποκοριστικό του τσαμπί
τσαμπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπάκι
τσαμπάς	noun	ηπειρώτικη λέξη για το μακρύ μαλλί
τσαμπέ	=	τζαμπέ
τσαμπί	noun	ο μίσχος (κοτσάνι) αμπέλου με τις ρώγες σταφυλιών
τσαμπατζή	=	τσαμπατζής
τσαμπατζήδες	=	τσαμπατζής
τσαμπατζήδων	=	τσαμπατζής
τσαμπατζής	adj|vulgar	άλλη μορφή του τζαμπατζής
τσαμπιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπί
τσαμπιού	=	τσαμπί
τσαμπιών	=	τσαμπί
τσαμπουκά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσαμπουκάς
τσαμπουκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκάς
τσαμπουκάδων	noun	γενική πληθυντικού του τσαμπουκάς
τσαμπουκάς	noun	ο τσακωμός, ο καβγάς, η φασαρία
τσαμπουκαλή	=	τσαμπουκαλής
τσαμπουκαλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλής
τσαμπουκαλήδων	=	τσαμπουκαλής
τσαμπουκαλής	noun|vulgar	αυτός που φέρεται με τσαμπουκά
τσαμπουκαλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλίδικο
τσαμπουκαλίδικε	adj	κλητική ενικού του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλίδικη
τσαμπουκαλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίδικης	adj	γενική ενικού του τσαμπουκαλίδικη
τσαμπουκαλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίδικος	adj	που έχει σχέση με τσαμπουκαλή ή αναφέρεται σʼ αυτόν
τσαμπουκαλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαμπουκαλίδικος
τσαμπουκαλίκι	noun|vulgar	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του τσαμπουκαλή
τσαμπουκαλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλίκι
τσαμπουκαλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλεμένο
τσαμπουκαλεμένε	verb	κλητική ενικού του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλεμένη
τσαμπουκαλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλεμένης	verb	γενική ενικού του τσαμπουκαλεμένη
τσαμπουκαλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλεμένος	verb	που έχει διάθεση για τσαμπουκά
τσαμπουκαλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαμπουκαλεμένος
τσαμπουκαλευτήκαμε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευτήκαν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευτήκανε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευτήκατε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευτεί	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευτείτε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόμασταν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόμαστε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόμενος	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόμουν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόμουνα	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόντουσαν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόσασταν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόσαστε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόσουν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόσουνα	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευόταν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλευότανε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύεσαι	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύεστε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύεται	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύομαι	verb|slang	γίνομαι τσαμπουκάς, νταής
τσαμπουκαλεύονται	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύονταν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύου	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύσου	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύτηκα	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύτηκαν	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύτηκε	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλεύτηκες	=	τσαμπουκαλεύομαι
τσαμπουκαλού	=	τσαμπουκαλής
τσαμπουκαλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουκαλού
τσαμπουκαλούδων	=	τσαμπουκαλής
τσαμπουκαλούς	=	τσαμπουκαλής
τσαμπουνάγαμε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάγανε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάγατε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάει	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάμε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάν	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάνε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάς	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάτε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνάω	verb	παίζω την τσαμπούνα
τσαμπουνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπούνημα
τσαμπουνήματος	noun	γενική ενικού του τσαμπούνημα
τσαμπουνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσαν	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνήσανε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσουνε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπουνίζαμε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζαν	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζανε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζατε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζει	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζεις	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζετε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζοντας	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζουμε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζουν	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζουνε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του τσαμπουνάω
τσαμπουνίσαμε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίσαν	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίσανε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίσατε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίσει	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπούνισμα
τσαμπουνίσματος	noun	γενική ενικού του τσαμπούνισμα
τσαμπουνίστε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπουνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσαμπούνημα
τσαμπουνιέρη	=	τσαμπουνιέρης
τσαμπουνιέρηδες	=	τσαμπουνιέρης
τσαμπουνιέρηδων	=	τσαμπουνιέρης
τσαμπουνιέρης	noun	ο οργανοπαίκτης της τσαμπούνας
τσαμπουνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσαμπούνισμα
τσαμπουνούσα	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνούσαμε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνούσαν	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνούσανε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνούσατε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνούσε	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνούσες	=	τσαμπουνάω
τσαμπουνώ	verb	σπάνιος ή παρωχημένος τύπος του τσαμπουνάω
τσαμπουνών	noun	γενική πληθυντικού του τσαμπούνα
τσαμπουνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσαμπουνάω / (τσαμπουνώ)
τσαμπουράκι	noun	το μικρό τσάμπουρο
τσαμπουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπουράκι
τσαμπουρακιού	=	τσαμπουράκι
τσαμπουρακιών	=	τσαμπουράκι
τσαμπούνα	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεστώτα του ρήματος τσαμπουνάω	noun	είδος παραδοσιακού πνευστού μουσικού οργάνου με ασκό αντίστοιχο με τον αρχαίο άσκαυλο
τσαμπούναγα	=	τσαμπουνάω
τσαμπούναγαν	=	τσαμπουνάω
τσαμπούναγε	=	τσαμπουνάω
τσαμπούναγες	=	τσαμπουνάω
τσαμπούνας	noun	γενική ενικού του τσαμπούνα
τσαμπούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαμπούνα
τσαμπούνημα	noun|vulgar	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσαμπουνώ
τσαμπούνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπούνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπούνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπούνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαμπουνάω
τσαμπούνιζα	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνιζαν	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνιζε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνιζες	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνισα	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνισαν	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνισε	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνισες	=	τσαμπουνίζω
τσαμπούνισμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του τσαμπούνημα
τσαμόρο	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Γκουάμ και τις Βόρειες Νήσους Μαριάνα
τσανάκα	noun	μεγάλο τσανάκι, π.χ. για γιαούρτι
τσανάκας	noun	γενική ενικού του τσανάκα
τσανάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσανάκα
τσανάκι	noun	πήλινο πιάτο
τσανάκια	=	τσανάκι
τσανακαλιώτικα	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικε	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικες	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικη	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικης	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικο	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικοι	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικος	adj	ο σχετικός με το Τσανάκκαλε ή τους κατοίκους του
τσανακαλιώτικου	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικους	=	τσανακαλιώτικος
τσανακαλιώτικων	=	τσανακαλιώτικος
τσανακιού	=	τσανάκι
τσανακιών	=	τσανάκι
τσανακογλείφτες	=	τσανακογλείφτης
τσανακογλείφτη	=	τσανακογλείφτης
τσανακογλείφτης	noun	αυτός που γλείφει τα τσανάκια
τσανακογλειφτών	=	τσανακογλείφτης
τσαντάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαντάδικο
τσαντάκηδες	=	τσαντάκιας
τσαντάκηδων	=	τσαντάκιας
τσαντάκι	noun	μικρή τσάντα
τσαντάκια	=	τσαντάκι
τσαντάκιας	noun	κλέφτης που αρπάζει τσάντες από περαστικούς, ή οχήματα στο δρόμο
τσαντίζαμε	=	τσαντίζω
τσαντίζαν	=	τσαντίζω
τσαντίζανε	=	τσαντίζω
τσαντίζατε	=	τσαντίζω
τσαντίζει	=	τσαντίζω
τσαντίζεις	=	τσαντίζω
τσαντίζεσαι	=	τσαντίζω
τσαντίζεστε	=	τσαντίζω
τσαντίζεται	=	τσαντίζω
τσαντίζετε	=	τσαντίζω
τσαντίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσαντίζω
τσαντίζομε	=	τσαντίζω
τσαντίζονται	=	τσαντίζω
τσαντίζονταν	=	τσαντίζω
τσαντίζοντας	=	τσαντίζω
τσαντίζουμε	=	τσαντίζω
τσαντίζουν	=	τσαντίζω
τσαντίζουνε	=	τσαντίζω
τσαντίζω	verb	άλλη μορφή του τσατίζω
τσαντίλα	noun	άλλη μορφή του τσατίλα
τσαντίλας	noun	τσατίλας
τσαντίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαντίλα
τσαντίρι	noun	σκηνή (αναφέρεται συνήθως σε σκηνή στην οποία μένουν τσιγγάνοι)
τσαντίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαντίρι
τσαντίσαμε	=	τσαντίζω
τσαντίσαν	=	τσαντίζω
τσαντίσανε	=	τσαντίζω
τσαντίσατε	=	τσαντίζω
τσαντίσει	=	τσαντίζω
τσαντίσεις	=	τσαντίζω
τσαντίσετε	=	τσαντίζω
τσαντίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάντισμα
τσαντίσματος	=	τσάντισμα
τσαντίσομε	=	τσαντίζω
τσαντίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντίσουμε	=	τσαντίζω
τσαντίσουν	=	τσαντίζω
τσαντίσουνε	=	τσαντίζω
τσαντίστε	=	τσαντίζω
τσαντίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντίσω	=	τσαντίζω
τσαντιά	noun	χτύπημα με τσάντα
τσαντιάς	=	τσαντιά
τσαντιές	=	τσαντιά
τσαντιζόμασταν	=	τσαντίζω
τσαντιζόμαστε	=	τσαντίζω
τσαντιζόμουν	=	τσαντίζω
τσαντιζόμουνα	=	τσαντίζω
τσαντιζόντουσαν	=	τσαντίζω
τσαντιζόσασταν	=	τσαντίζω
τσαντιζόσαστε	=	τσαντίζω
τσαντιζόσουν	=	τσαντίζω
τσαντιζόσουνα	=	τσαντίζω
τσαντιζόταν	=	τσαντίζω
τσαντιζότανε	=	τσαντίζω
τσαντιλών	noun	γενική πληθυντικού του τσαντίλα
τσαντιράκι	noun	υποκοριστικό του τσαντίρι
τσαντιράκια	=	τσαντιράκι
τσαντιριού	=	τσαντίρι
τσαντιριών	=	τσαντίρι
τσαντιρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαντιρμάς
τσαντισμάτων	=	τσάντισμα
τσαντισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαντισμένος
τσαντισμένος	=	τσαντίζομαι
τσαντιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστήκαν	=	τσαντίζω
τσαντιστήκανε	=	τσαντίζω
τσαντιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιστούνε	=	τσαντίζω
τσαντιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαντίζομαι
τσαντιών	=	τσαντιά
τσαντούλα	noun	υποκοριστικό του τσάντα
τσαντούλας	=	τσαντούλα
τσαντούλες	=	τσαντούλα
τσαντόρ	noun	ένδυμα σαν μανδύας που φορούν σε δημόσιους χώρους οι γυναίκες στο Ιράν πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα τους, για να καλύψουν το κεφάλι και το σώμα τους
τσαντών	noun	γενική πληθυντικού του τσάντα
τσαουλί	noun	ο καρπός της τσαουλιάς
τσαουλιά	noun	είδος φασολιάς
τσαουλιάς	=	τσαουλιά
τσαουλιές	=	τσαουλιά
τσαουλιού	=	τσαουλί
τσαουλιών	=	τσαουλί
τσαούλι	noun	το σαγόνι
τσαούλια	=	τσαούλι
τσαούσα	noun	δυναμική και πεισματάρα γυναίκα
τσαούση	=	τσαούσης
τσαούσηδες	=	τσαούσης
τσαούσηδων	=	τσαούσης
τσαούσης	noun|dated	λοχίας του οθωμανικού στρατού
τσαούσω	=	τσαούσα
τσαπέλα	noun	αρμαθιά από αποξηραμένα σύκα
τσαπέλας	noun	γενική ενικού του τσαπέλα
τσαπέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαπέλα
τσαπί	noun	σκαπτικό εργαλείο με μακρόστενο, κοφτερό, μεταλλικό εξάρτημα πεπλατυσμένο στα δύο άκρα και προσαρμοσμένο σε ξύλινο στέλεχος
τσαπίζαμε	=	τσαπίζω
τσαπίζαν	=	τσαπίζω
τσαπίζανε	=	τσαπίζω
τσαπίζατε	=	τσαπίζω
τσαπίζει	=	τσαπίζω
τσαπίζεις	=	τσαπίζω
τσαπίζεσαι	=	τσαπίζομαι
τσαπίζεστε	=	τσαπίζομαι
τσαπίζεται	=	τσαπίζομαι
τσαπίζετε	=	τσαπίζω
τσαπίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσαπίζω
τσαπίζονται	=	τσαπίζομαι
τσαπίζονταν	=	τσαπίζομαι
τσαπίζοντας	=	τσαπίζω
τσαπίζου	=	τσαπίζομαι
τσαπίζουμε	=	τσαπίζω
τσαπίζουν	=	τσαπίζω
τσαπίζουνε	=	τσαπίζω
τσαπίζω	verb	σκάβω ή σκαλίζω το έδαφος με τσάπα
τσαπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίσαν	=	τσαπίζω
τσαπίσανε	=	τσαπίζω
τσαπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάπισμα
τσαπίσματος	noun	γενική ενικού του τσάπισμα
τσαπίσου	=	τσαπίζομαι
τσαπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπίστηκα	=	τσαπίζομαι
τσαπίστηκαν	=	τσαπίζομαι
τσαπίστηκε	=	τσαπίζομαι
τσαπίστηκες	=	τσαπίζομαι
τσαπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσαπίζω
τσαπαρί	noun	πετονιά με πολλά αγκίστρια που χρησιμοποιείται για το ψάρεμα αφρόψαρων
τσαπαριά	=	τσαπαρί
τσαπαριού	=	τσαπαρί
τσαπαριών	=	τσαπαρί
τσαπατσουλιά	noun	η έλλειψη οργάνωσης
τσαπατσουλιάς	noun	γενική ενικού του τσαπατσουλιά
τσαπατσουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαπατσουλιά
τσαπατσουλιών	=	τσαπατσουλιά
τσαπατσούλα	noun	θηλυκό του τσαπατσούλης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαπατσούλης
τσαπατσούλας	=	τσαπατσούλης
τσαπατσούλες	=	τσαπατσούλης
τσαπατσούλη	=	τσαπατσούλης
τσαπατσούληδες	=	τσαπατσούλης
τσαπατσούληδων	=	τσαπατσούλης
τσαπατσούλης	adj	που δεν τακτοποιεί τα πράγματά του
τσαπατσούλικα	adv	με τσαπατσούλικο τρόπο
τσαπατσούλικε	adj	κλητική ενικού του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαπατσούλικη
τσαπατσούλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλικης	adj	γενική ενικού του τσαπατσούλικη
τσαπατσούλικο	adj	αιτιατική ενικού του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλικος	adj	χαρακτηριστικός του τσαπατσούλη
τσαπατσούλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαπατσούλικος
τσαπατσούλων	=	τσαπατσούλα
τσαπελών	noun	γενική πληθυντικού του τσαπέλα
τσαπερδόνα	noun|dated	σαύρα (Podarcis peloponnesiacus)
τσαπερδόνας	noun	γενική ενικού του τσαπερδόνα
τσαπερδόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαπερδόνα
τσαπιά	=	τσαπί
τσαπιζόμασταν	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόμαστε	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόμουν	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόμουνα	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόντουσαν	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόσασταν	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόσαστε	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόσουν	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόσουνα	=	τσαπίζομαι
τσαπιζόταν	=	τσαπίζομαι
τσαπιζότανε	=	τσαπίζομαι
τσαπιού	=	τσαπί
τσαπισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσάπισμα
τσαπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαπισμένο
τσαπισμένε	verb	κλητική ενικού του τσαπισμένος
τσαπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαπισμένη
τσαπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαπισμένος
τσαπισμένης	verb	γενική ενικού του τσαπισμένη
τσαπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσαπισμένος
τσαπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαπισμένος
τσαπισμένος	verb	που έχει τσαπιστεί
τσαπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσαπισμένος
τσαπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσαπισμένος
τσαπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσαπισμένος
τσαπιστήκαμε	=	τσαπίζομαι
τσαπιστήκαν	=	τσαπίζομαι
τσαπιστήκανε	=	τσαπίζομαι
τσαπιστήκατε	=	τσαπίζομαι
τσαπιστεί	=	τσαπίζομαι
τσαπιστείτε	=	τσαπίζομαι
τσαπιών	=	τσαπί
τσαπουρνιά	noun	κοινή ονομασία του φυτού κράταιγος
τσαπουρνιάς	=	τσαπουρνιά
τσαπουρνιές	=	τσαπουρνιά
τσαπουρνιών	=	τσαπουρνιά
τσαπράζι	noun	κοσμήματα ανδρικά στην Κρήτη (παλιότερα στο Σούλι, στολίδια πολεμιστών), σύμβολα παλικαριάς, ηρωισμού ή πλούτου, συμπλέγματα ασημένιων ή και επίχρυσων αλυσίδων που τα φέρουν από τη μια ωμοπλάτη έως την άλλη και που συχνά διασταυρώνονται στο στήθος, συνδεόμενα καμιά φορά και με το ζωνάρι
τσαπράζια	=	τσαπράζι
τσαπραζιού	=	τσαπράζι
τσαπραζιών	=	τσαπράζι
τσαπραζολόγε	=	τσαπραζολόγος
τσαπραζολόγο	=	τσαπραζολόγος
τσαπραζολόγοι	=	τσαπραζολόγος
τσαπραζολόγος	noun	εργαλείο με το οποίο προκαλούμε ελαφριά κάμψη των δοντιών ενός πριονιού
τσαπραζολόγου	=	τσαπραζολόγος
τσαπραζολόγους	=	τσαπραζολόγος
τσαπραζολόγων	=	τσαπραζολόγος
τσαπρουνιά	noun	άλλη μορφή του τσαπουρνιά
τσαπρουνιάς	=	τσαπρουνιά
τσαπρουνιές	=	τσαπρουνιά
τσαπρουνιών	=	τσαπρουνιά
τσαπών	noun	γενική πληθυντικού του τσάπα
τσαρέ	=	τσαρές
τσαρέβνα	=	τσάρεβιτς
τσαρέδες	=	τσαρές
τσαρέδων	=	τσαρές
τσαρές	noun	θεραπεία
τσαρίνα	noun	γυναίκα που έχει το αξίωμα του τσάρου
τσαρίνας	=	τσαρίνα
τσαρίνες	=	τσαρίνα
τσαρίνων	=	τσαρίνα
τσαρδάκι	noun	υποκοριστικό του τσαρδί
τσαρδάκια	=	τσαρδάκι
τσαρδί	noun	πρόχειρο παράπηγμα
τσαρδιά	=	τσαρδί
τσαρδιού	=	τσαρδί
τσαρδιών	=	τσαρδί
τσαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαρικό
τσαρικέ	adj	κλητική ενικού του τσαρικός
τσαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαρική
τσαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαρικός
τσαρικής	adj	γενική ενικού του τσαρική
τσαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαρικός
τσαρικού	adj	γενική ενικού του τσαρικός
τσαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαρικός
τσαρικό	adj	αιτιατική ενικού του τσαρικός
τσαρικός	adj	σχετικός με τον τσάρο	noun	οπαδός των τσάρων και του τσαρικού καθεστώτος
τσαρικών	adj	γενική πληθυντικού του τσαρικός
τσαρισμέ	=	τσαρισμός
τσαρισμοί	=	τσαρισμός
τσαρισμού	=	τσαρισμός
τσαρισμούς	=	τσαρισμός
τσαρισμό	=	τσαρισμός
τσαρισμός	noun	ο αυταρχισμός τον Ρώσων τσάρων
τσαρισμών	=	τσαρισμός
τσαριτσάνη	noun	κωμόπολη της Ελλάδας στον νομό Λαρίσης
τσαριτσάνης	=	τσαριτσάνη
τσαρλατάνα	noun	θηλυκό του τσαρλατάνος
τσαρλατάνας	noun	γενική ενικού του τσαρλατάνα
τσαρλατάνε	noun	κλητική ενικού του τσαρλατάνος
τσαρλατάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαρλατάνα
τσαρλατάνο	noun	αιτιατική ενικού του τσαρλατάνος
τσαρλατάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαρλατάνος
τσαρλατάνος	noun	αυτός που προσποιείται ότι έχει μαγικές ικανότητες ή γνώσεις γύρω από τη θεραπεία ασθενειών
τσαρλατάνου	noun	γενική ενικού του τσαρλατάνος
τσαρλατάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσαρλατάνος
τσαρλατάνων	noun	γενική πληθυντικού του τσαρλατάνος
τσαρλατανιά	noun	άλλη μορφή του τσαρλατανισμός
τσαρλατανιάς	=	τσαρλατανιά
τσαρλατανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαρλατανιά
τσαρλατανισμέ	noun	κλητική ενικού του τσαρλατανισμός
τσαρλατανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαρλατανισμός
τσαρλατανισμού	noun	γενική ενικού του τσαρλατανισμός
τσαρλατανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσαρλατανισμός
τσαρλατανισμό	noun	αιτιατική ενικού του τσαρλατανισμός
τσαρλατανισμός	noun	η συμπεριφορά ενός τσαρλατάνου
τσαρλατανισμών	noun	γενική πληθυντικού του τσαρλατανισμός
τσαρλατανιών	=	τσαρλατανιά
τσαρουχά	noun	γενική ενικού του τσαρουχάς
τσαρουχάδες	=	τσαρουχάς
τσαρουχάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαρουχάδικο
τσαρουχάδικο	noun	το εργαστήριο του τσαρουχά, το μέρος όπου κατασκευάζονται τα τσαρούχια
τσαρουχάδικου	noun	γενική ενικού του τσαρουχάδικο
τσαρουχάδικων	noun	γενική πληθυντικού του τσαρουχάδικο
τσαρουχάδων	=	τσαρουχάς
τσαρουχάς	noun	αυτός που κατασκευάζει τσαρούχια
τσαρουχιού	=	τσαρούχι
τσαρουχιών	=	τσαρούχι
τσαρούχι	noun	υπόδημα, συνήθως με φούντα, που φορούσαν οι Έλληνες χωρικοί και οι τσολιάδες
τσαρούχια	=	τσαρούχι
τσαρσί	noun|dated	αγορά, παζάρι
τσαρσιά	=	τσαρσί
τσαρσιού	=	τσαρσί
τσαρσιών	=	τσαρσί
τσασκών	noun	γενική πληθυντικού του τσάσκα
τσατ	noun|informal	η επιγραμμική συνομιλία
τσατάλι	noun	διχάλα, φούρκα
τσατάλια	=	τσατάλι
τσατάραμε	=	τσατάρω
τσατάραν	=	τσατάρω
τσατάρανε	=	τσατάρω
τσατάρατε	=	τσατάρω
τσατάρει	=	τσατάρω
τσατάρεις	=	τσατάρω
τσατάρετε	=	τσατάρω
τσατάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσατάρω, άμεση γραπτή επικοινωνία με άλλα άτομα μέσα σε εικονικές αίθουσες
τσατάροντας	=	τσατάρω
τσατάρουμε	=	τσατάρω
τσατάρουν	=	τσατάρω
τσατάρουνε	=	τσατάρω
τσατάρω	verb|informal	πληκτρολογώ, συζητώ με κάποιον γραπτώς στο διαδίκτυο
τσατίζαμε	=	τσατίζω
τσατίζαν	=	τσατίζω
τσατίζανε	=	τσατίζω
τσατίζατε	=	τσατίζω
τσατίζει	=	τσατίζω
τσατίζεις	=	τσατίζω
τσατίζεσαι	=	τσατίζω
τσατίζεστε	=	τσατίζω
τσατίζεται	=	τσατίζω
τσατίζετε	=	τσατίζω
τσατίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσατίζω
τσατίζομε	=	τσατίζω
τσατίζονται	=	τσατίζω
τσατίζονταν	=	τσατίζω
τσατίζοντας	=	τσατίζω
τσατίζουμε	=	τσατίζω
τσατίζουν	=	τσατίζω
τσατίζουνε	=	τσατίζω
τσατίζω	verb	εκνευρίζω, νευριάζω
τσατίλα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσατίζω
τσατίλας	noun	άνθρωπος που θυμώνει εύκολα
τσατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσατίλα
τσατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσαν	=	τσατίζω
τσατίσανε	=	τσατίζω
τσατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσάτισμα
τσατίσματος	noun	γενική ενικού του τσάτισμα
τσατίσομε	=	τσατίζω
τσατίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίσουνε	=	τσατίζω
τσατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσατίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζω
τσαταλιού	=	τσατάλι
τσαταλιών	=	τσατάλι
τσαταρίσματα	=	τσατάρισμα
τσαταρίσματος	=	τσατάρισμα
τσαταρισμάτων	=	τσατάρισμα
τσατιζόμασταν	=	τσατίζω
τσατιζόμαστε	=	τσατίζω
τσατιζόμουν	=	τσατίζω
τσατιζόμουνα	=	τσατίζω
τσατιζόντουσαν	=	τσατίζω
τσατιζόσασταν	=	τσατίζω
τσατιζόσαστε	=	τσατίζω
τσατιζόσουν	=	τσατίζω
τσατιζόσουνα	=	τσατίζω
τσατιζόταν	=	τσατίζω
τσατιζότανε	=	τσατίζω
τσατισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσάτισμα
τσατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσατισμένο
τσατισμένε	verb	κλητική ενικού του τσατισμένος
τσατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσατισμένη
τσατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσατισμένος
τσατισμένης	verb	γενική ενικού του τσατισμένη
τσατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσατισμένος
τσατισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσατισμένος
τσατισμένος	verb	θυμωμένος με κάτι ή με κάποιον, εξοργισμένος από κάτι που συνέβη, φουρκισμένος
τσατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσατισμένος
τσατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσατισμένος
τσατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσατισμένος
τσατιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστήκαν	=	τσατίζω
τσατιστήκανε	=	τσατίζω
τσατιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατιστούνε	=	τσατίζω
τσατιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσατίζομαι
τσατμά	=	τσατμάς
τσατμάδες	=	τσατμάς
τσατμάδων	=	τσατμάς
τσατμάς	noun|dated	δομική κατασκευή (είδος τοιχοποιίας), στην οποία πρώτα κατασκευάζεται ένας ξύλινος σκελετός και στη συνέχεια τα κενά γεμίζονται με λιθαράκια, κλαδιά, καλάμια κ.ά. και καλύπτονταν με σοβά
τσατσά	noun	αυτή που προΐσταται σε πορνείο ή είναι ιδιοκτήτριά του, η προαγωγός
τσατσάδες	=	τσατσά
τσατσάδων	=	τσατσά
τσατσάρα	noun	αντικείμενο για να χτενίζουμε τα μαλλιά μας
τσατσάρας	noun	γενική ενικού του τσατσάρα
τσατσάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσατσάρα
τσατσάς	=	τσατσά
τσατσές	=	τσατσά
τσατσαρών	=	τσατσάρα
τσατσιά	noun	ύπουλη ενέργεια, μπινιά
τσατσιάς	=	τσατσιά
τσατσιές	=	τσατσιά
τσατσιών	=	τσατσιά
τσατσοπαναγιά	noun	γυναίκα που παριστάνει τη σεμνή ενώ είναι ανήθικη
τσατσοπαναγιάς	noun	γενική ενικού του τσατσοπαναγιά
τσατσοπαναγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσατσοπαναγιά
τσατσοπαναγιών	=	τσατσοπαναγιά
τσαυ	abbrev	το ασφαλιστικό ταμείο των υγειονομικών
τσαφκών	noun	γενική πληθυντικού του τσάφκα
τσαχπίνα	noun	θηλυκό του τσαχπίνης
τσαχπίνας	=	τσαχπίνης
τσαχπίνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαχπίνα
τσαχπίνη	=	τσαχπίνης
τσαχπίνηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαχπίνης
τσαχπίνηδων	=	τσαχπίνης
τσαχπίνης	adj	ναζιάρης, σκερτσόζος, ερωτιάρης
τσαχπίνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαχπίνικο
τσαχπίνικε	adj	κλητική ενικού του τσαχπίνικος
τσαχπίνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαχπίνικη
τσαχπίνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσαχπίνικος
τσαχπίνικης	adj	γενική ενικού του τσαχπίνικη
τσαχπίνικο	adj	αιτιατική ενικού του τσαχπίνικος
τσαχπίνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσαχπίνικος
τσαχπίνικος	adj	πονηρός, κατεργάρης
τσαχπίνικου	adj	γενική ενικού του τσαχπίνικος
τσαχπίνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσαχπίνικος
τσαχπίνικων	adj	γενική πληθυντικού του τσαχπίνικος
τσαχπίνων	=	τσαχπίνα
τσαχπινιά	noun	επιτηδευμένη, φιλάρεσκη συμπεριφορά, κυρίως γυναίκας, με σκοπό να προκαλέσει το (ερωτικό) ενδιαφέρον.
τσαχπινιάς	noun	γενική ενικού του τσαχπινιά
τσαχπινιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσαχπινιά
τσαχπινιών	=	τσαχπινιά
τσαχπινογαργαλιάρα	=	τσαχπινογαργαλιάρης
τσαχπινογαργαλιάρη	=	τσαχπινογαργαλιάρης
τσαχπινογαργαλιάρηδες	=	τσαχπινογαργαλιάρης
τσαχπινογαργαλιάρηδων	=	τσαχπινογαργαλιάρης
τσαχπινογαργαλιάρης	noun	άτομο που είναι παιχνιδιάρης, ιδιαίτερα τσαχπίνης
τσαϊριού	=	τσαΐρι
τσαϊριών	=	τσαΐρι
τσεβδά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσεβδός	adv	με τσεβδό τρόπο
τσεβδέ	adj	κλητική ενικού του τσεβδός
τσεβδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεβδή
τσεβδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεβδός
τσεβδής	adj	γενική ενικού του τσεβδή
τσεβδοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεβδός
τσεβδού	adj	γενική ενικού του τσεβδός
τσεβδούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσεβδός
τσεβδό	adj	αιτιατική ενικού του τσεβδός
τσεβδός	adj	άλλη γραφή του τσευδός
τσεβδών	adj	γενική πληθυντικού του τσεβδός
τσεβρέ	=	τσεβρές
τσεβρέδες	=	τσεβρές
τσεβρέδων	=	τσεβρές
τσεβρές	noun	χρυσοκέντητο και μεταξοκέντητο υφασμάτινο εργόχειρο
τσεγιέν	noun	γλώσσα που μιλιέται από τους ινδιάνους της Αμερικής Τσεγιέν
τσεκ	noun	ειδική και επίσημη έντυπη φόρμα που δίνει το δικαίωμα στον κομιστή να εισπράξει το ποσό που αναγράφεται
τσεκάπ	noun	συστηματικός έλεγχος της υγείας που επαναλαμβάνεται για προληπτικους λόγους σε τακτά χρονικά διαστήματα
τσεκάραμε	=	τσεκάρω
τσεκάραν	=	τσεκάρω
τσεκάρανε	=	τσεκάρω
τσεκάρατε	=	τσεκάρω
τσεκάρει	=	τσεκάρω
τσεκάρεις	=	τσεκάρω
τσεκάρεσαι	=	τσεκάρω
τσεκάρεστε	=	τσεκάρω
τσεκάρεται	=	τσεκάρω
τσεκάρετε	=	τσεκάρω
τσεκάριζα	=	τσεκάρω
τσεκάριζαν	=	τσεκάρω
τσεκάριζε	=	τσεκάρω
τσεκάριζες	=	τσεκάρω
τσεκάρισα	=	τσεκάρω
τσεκάρισαν	=	τσεκάρω
τσεκάρισε	=	τσεκάρω
τσεκάρισες	=	τσεκάρω
τσεκάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσεκάρω
τσεκάρομαι	=	τσεκάρω
τσεκάρονται	=	τσεκάρω
τσεκάρονταν	=	τσεκάρω
τσεκάροντας	=	τσεκάρω
τσεκάρουμε	=	τσεκάρω
τσεκάρουν	=	τσεκάρω
τσεκάρουνε	=	τσεκάρω
τσεκάρω	verb|informal	ελέγχω, εξελέγχω
τσεκίνι	noun	χρυσό βενετσιάνικο νόμισμα
τσεκίνια	=	τσεκίνι
τσεκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκάρισμα
τσεκαρίσματος	noun	γενική ενικού του τσεκάρισμα
τσεκαρίσου	=	τσεκάρω
τσεκαρίστηκα	=	τσεκάρω
τσεκαρίστηκαν	=	τσεκάρω
τσεκαρίστηκε	=	τσεκάρω
τσεκαρίστηκες	=	τσεκάρω
τσεκαριζόμασταν	=	τσεκάρω
τσεκαριζόμαστε	=	τσεκάρω
τσεκαριζόμουν	=	τσεκάρω
τσεκαριζόμουνα	=	τσεκάρω
τσεκαριζόντουσαν	=	τσεκάρω
τσεκαριζόσασταν	=	τσεκάρω
τσεκαριζόσαστε	=	τσεκάρω
τσεκαριζόσουν	=	τσεκάρω
τσεκαριζόσουνα	=	τσεκάρω
τσεκαριζόταν	=	τσεκάρω
τσεκαριζότανε	=	τσεκάρω
τσεκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσεκάρισμα
τσεκαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκαρισμένο
τσεκαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τσεκαρισμένος
τσεκαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκαρισμένη
τσεκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεκαρισμένος
τσεκαρισμένης	verb	γενική ενικού του τσεκαρισμένη
τσεκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσεκαρισμένος
τσεκαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεκαρισμένος
τσεκαρισμένος	=	τσεκάρω
τσεκαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσεκαρισμένος
τσεκαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσεκαρισμένος
τσεκαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσεκαρισμένος
τσεκαριστήκαμε	=	τσεκάρω
τσεκαριστήκαν	=	τσεκάρω
τσεκαριστήκανε	=	τσεκάρω
τσεκαριστήκατε	=	τσεκάρω
τσεκαριστεί	=	τσεκάρω
τσεκαριστείς	=	τσεκάρω
τσεκαριστείτε	=	τσεκάρω
τσεκαριστούμε	=	τσεκάρω
τσεκαριστούν	=	τσεκάρω
τσεκαριστούνε	=	τσεκάρω
τσεκαριστώ	=	τσεκάρω
τσεκινιού	=	τσεκίνι
τσεκινιών	=	τσεκίνι
τσεκουλατούρα	noun	σοβατεπί
τσεκουλατούρας	=	τσεκουλατούρα
τσεκουλατούρες	=	τσεκουλατούρα
τσεκουλατούρων	=	τσεκουλατούρα
τσεκουράκι	noun	υποκοριστικό του τσεκούρι, μικρό τσεκούρι
τσεκουράκια	=	τσεκουράκι
τσεκουράτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσεκουράτος	adv	με τσεκουράτο τρόπο
τσεκουράτε	adj	κλητική ενικού του τσεκουράτος
τσεκουράτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκουράτη
τσεκουράτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεκουράτος
τσεκουράτης	adj	γενική ενικού του τσεκουράτη
τσεκουράτο	adj	αιτιατική ενικού του τσεκουράτος
τσεκουράτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεκουράτος
τσεκουράτος	adj	κοφτερός σαν τσεκούρι
τσεκουράτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσεκουράτος
τσεκουράτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσεκουράτος
τσεκουράτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσεκουράτος
τσεκουριά	noun	ένα χτύπημα με τσεκούρι
τσεκουριάς	noun	γενική ενικού του τσεκουριά
τσεκουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκουριά
τσεκουριού	=	τσεκούρι
τσεκουριών	=	τσεκούρι
τσεκουρωθήκαμε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωθήκαν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωθήκανε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωθήκατε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωθεί	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωθείτε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωμάτων	=	τσεκούρωμα
τσεκουρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκουρωμένο
τσεκουρωμένε	verb	κλητική ενικού του τσεκουρωμένος
τσεκουρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκουρωμένη
τσεκουρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεκουρωμένος
τσεκουρωμένης	verb	γενική ενικού του τσεκουρωμένη
τσεκουρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσεκουρωμένος
τσεκουρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεκουρωμένος
τσεκουρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσεκουρωμένος
τσεκουρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσεκουρωμένος
τσεκουρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσεκουρωμένος
τσεκουρωνόμασταν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόμαστε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόμουν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόμουνα	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόντουσαν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόσασταν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόσαστε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόσουν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόσουνα	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνόταν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρωνότανε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώθηκα	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώθηκαν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώθηκε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώθηκες	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώματα	=	τσεκούρωμα
τσεκουρώματος	=	τσεκούρωμα
τσεκουρώναμε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώναν	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνανε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνατε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνει	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνεις	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνεσαι	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώνεστε	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώνεται	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώνετε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώνονται	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώνονταν	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώνοντας	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνου	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώνουμε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνουν	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνουνε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώνω	verb	χτυπώ με τσεκούρι
τσεκουρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσαν	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώσανε	=	τσεκουρώνω
τσεκουρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσου	=	τσεκουρώνομαι
τσεκουρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκουρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκούρι	noun	εργαλείο κοπής ξύλου, αποτελούμενο από ξύλινη ή μεταλλική λαβή και βαριά μεταλλική κεφαλή με κοφτερή λεπίδα, που χρησιμοπεύει κυρίως στο κόψιμο ή το πελέκημα δέντρων και ξύλων
τσεκούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεκούρι
τσεκούρωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσεκουρώνω
τσεκούρωνα	=	τσεκουρώνω
τσεκούρωναν	=	τσεκουρώνω
τσεκούρωνε	=	τσεκουρώνω
τσεκούρωνες	=	τσεκουρώνω
τσεκούρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκούρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκούρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσεκούρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεκουρώνω
τσελίκι	noun|dated	ατσάλι, χάλυβας
τσελίκια	=	τσελίκι
τσελίστα	=	τσελίστας
τσελίστας	noun	άλλη μορφή του βιολοντσελίστας
τσελίστες	=	τσελίστας
τσελεμεντέ	=	τσελεμεντές
τσελεμεντέδες	=	τσελεμεντές
τσελεμεντέδων	=	τσελεμεντές
τσελεμεντές	noun	βιβλίο με συνταγές μαγειρικής ή/και ζαχαροπλαστικής
τσελεμπή	=	τσελεμπής
τσελεμπήδες	=	τσελεμπής
τσελεμπήδων	=	τσελεμπής
τσελεμπής	noun	τίτλος των παιδιών ενός ευγενούς (σουλτάνου -çelebi sultan-, αμιρά κ.λπ.) ή του μεγάλου δερβίση του τάγματος των Μεβλεβήδων
τσελεπή	=	τσελεπής
τσελεπήδες	=	τσελεπής
τσελεπήδων	=	τσελεπής
τσελεπής	noun	άλλη μορφή του τσελεμπής
τσελιγκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέλιγκας
τσελιγκάδων	=	τσέλιγκας
τσελιγκάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσελιγκάτο
τσελιγκάτο	noun	παλαιάς μορφής κοινωνικοοικονομική οργάνωση των τσοπάνων οι οποίοι ζούσαν νομαδικό ή ημινομαδικό βίο, μετακινούμενοι με τα κοπάδια τους, αναζητώντας βοσκοτόπια υπό την αρχηγία ενος τσέλιγκα.
τσελιγκάτου	noun	γενική ενικού του τσελιγκάτο
τσελιγκάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσελιγκάτο
τσελιγκοπούλα	noun	κόρη τσέλιγκα, θηλυκό του τσελιγκόπουλο
τσελιγκοπούλας	=	τσελιγκοπούλα
τσελιγκοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσελιγκοπούλα
τσελιγκόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσελιγκόπουλο
τσελιγκόπουλο	noun	νεαρός τσέλιγκας (θηλυκό τσελιγκοπούλα)
τσελιγκόπουλου	=	τσελιγκόπουλο
τσελιγκόπουλων	=	τσελιγκόπουλο
τσελικιού	=	τσελίκι
τσελικιών	=	τσελίκι
τσελιστών	=	τσελίστας
τσεμπέρι	noun	ονομασία που χρησιμοποιείται για μαντίλι το οποίο φοριέται στο κεφάλι
τσεμπέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεμπέρι
τσεμπαλίστα	=	τσεμπαλίστας
τσεμπαλίστας	noun	ο μουσικός που παίζει τσέμπαλο
τσεμπαλίστες	=	τσεμπαλίστας
τσεμπαλιστών	=	τσεμπαλίστας
τσεμπεριού	=	τσεμπέρι
τσεμπεριών	=	τσεμπέρι
τσεμπεροφορεμένα	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένε	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένες	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένη	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένης	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένο	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένοι	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένος	verb	που φοράει τσεμπέρι
τσεμπεροφορεμένου	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένους	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεμπεροφορεμένων	=	τσεμπεροφορεμένος
τσεπάκι	noun	υποκοριστικό του τσέπη
τσεπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεπάκι
τσεπάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεπάρα
τσεπχανέ	=	τσεπχανές
τσεπχανέδες	=	τσεπχανές
τσεπχανέδων	=	τσεπχανές
τσεπχανές	noun|dated	πολεμοφόδια, πυρομαχικά
τσεπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσέπωμα
τσεπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεπωμένο
τσεπωμένε	verb	κλητική ενικού του τσεπωμένος
τσεπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεπωμένη
τσεπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεπωμένος
τσεπωμένης	verb	γενική ενικού του τσεπωμένη
τσεπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσεπωμένος
τσεπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεπωμένος
τσεπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσεπωμένος
τσεπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσεπωμένος
τσεπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσεπωμένος
τσεπόφρονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεπόφρονας
τσεπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσέπωμα
τσεπώματος	noun	γενική ενικού του τσέπωμα
τσεπών	=	τσέπη
τσεπώνω	verb	βάζω στην τσέπη
τσεπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσεπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω
τσερβέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσερβέλο
τσερβέλο	noun	το μυαλό
τσερβέλου	noun	γενική ενικού του τσερβέλο
τσερβέλων	noun	γενική πληθυντικού του τσερβέλο
τσερκένι	noun	ο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή της Σμύρνης
τσερκένια	=	τσερκένι
τσερκενιού	=	τσερκένι
τσερκενιών	=	τσερκένι
τσερκιού	=	τσέρκι
τσερκιών	=	τσέρκι
τσερτσεβέ	=	τσερτσεβές
τσερτσεβέδες	=	τσερτσεβές
τσερτσεβέδων	=	τσερτσεβές
τσερτσεβές	noun	πλαίσιο παράθυρου
τσερόκι	noun	γλώσσα της ομώνυμης φυλής Ινδιάνων των ΗΠΑ
τσεσμέ	=	τσεσμές
τσεσμέδες	=	τσεσμές
τσεσμέδων	=	τσεσμές
τσεσμές	noun	δημόσια κρήνη, βρύση
τσετσένα	=	τσετσένος
τσετσένε	=	τσετσένος
τσετσένο	=	τσετσένος
τσετσένοι	=	τσετσένος
τσετσένος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Τσετσενία
τσετσένου	=	τσετσένος
τσετσένους	=	τσετσένος
τσετσένων	=	τσετσένος
τσετσενικά	noun	η επίσημη γλώσσα της Τσετσενίας
τσετσενικέ	=	τσετσενικός
τσετσενικές	=	τσετσενικός
τσετσενική	=	τσετσενικός
τσετσενικής	=	τσετσενικός
τσετσενικοί	=	τσετσενικός
τσετσενικού	=	τσετσενικός
τσετσενικούς	=	τσετσενικός
τσετσενικό	=	τσετσενικός
τσετσενικός	adj	ο σχετικός με την Τσετσενία ή τους Τσετσένους
τσετσενικών	=	τσετσενικά
τσετών	=	τσέτης
τσευδά	=	τσευδός
τσευδέ	=	τσευδός
τσευδές	=	τσευδός
τσευδή	=	τσευδός
τσευδής	=	τσευδός
τσευδίζαμε	=	τσευδίζω
τσευδίζαν	=	τσευδίζω
τσευδίζανε	=	τσευδίζω
τσευδίζατε	=	τσευδίζω
τσευδίζει	=	τσευδίζω
τσευδίζεις	=	τσευδίζω
τσευδίζετε	=	τσευδίζω
τσευδίζοντας	=	τσευδίζω
τσευδίζουμε	=	τσευδίζω
τσευδίζουν	=	τσευδίζω
τσευδίζουνε	=	τσευδίζω
τσευδίζω	verb	άλλη μορφή του ψευδίζω
τσευδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσαν	=	τσευδίζω
τσευδίσανε	=	τσευδίζω
τσευδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσματα	=	τσεύδισμα
τσευδίσματος	=	τσεύδισμα
τσευδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσευδισμάτων	=	τσεύδισμα
τσευδοί	=	τσευδός
τσευδού	=	τσευδός
τσευδούς	=	τσευδός
τσευδό	=	τσευδός
τσευδός	adj	άλλη μορφή του ψευδός
τσευδών	=	τσευδός
τσεχικά	noun	σλαβική γλώσσα που μιλιέται στην Τσεχία, μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεχικό
τσεχικέ	adj	κλητική ενικού του τσεχικός
τσεχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεχική
τσεχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεχικός
τσεχικής	adj	γενική ενικού του τσεχική
τσεχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεχικός
τσεχικού	adj	γενική ενικού του τσεχικός
τσεχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσεχικός
τσεχικό	adj	αιτιατική ενικού του τσεχικός
τσεχικός	adj	που έχει σχέση ή ανήκει ή αναφέρεται στην Τσεχία ή τους Τσέχους
τσεχικών	adj	γενική πληθυντικού του τσεχικός
τσεχοσλοβάκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεχοσλοβάκικο
τσεχοσλοβάκικε	adj	κλητική ενικού του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβάκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεχοσλοβάκικη
τσεχοσλοβάκικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβάκικης	adj	γενική ενικού του τσεχοσλοβάκικη
τσεχοσλοβάκικο	adj	αιτιατική ενικού του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβάκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβάκικος	adj	που σχετίζεται με την Τσεχοσλοβακία
τσεχοσλοβάκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβάκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβάκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσεχοσλοβάκικος
τσεχοσλοβακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεχοσλοβακικό
τσεχοσλοβακικέ	adj	κλητική ενικού του τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσεχοσλοβακική
τσεχοσλοβακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικής	adj	γενική ενικού του τσεχοσλοβακική
τσεχοσλοβακικη	=	τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικο	=	τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικού	adj	γενική ενικού του τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικό	adj	αιτιατική ενικού του τσεχοσλοβακικός
τσεχοσλοβακικός	adj	που αφορά στην Τσεχοσλοβακία και τους Τσεχοσλοβάκους
τσεχοσλοβακικών	adj	γενική πληθυντικού του τσεχοσλοβακικός
τσεύδιζα	=	τσευδίζω
τσεύδιζαν	=	τσευδίζω
τσεύδιζε	=	τσευδίζω
τσεύδιζες	=	τσευδίζω
τσεύδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσεύδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσεύδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσεύδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσευδίζω
τσεύδισμα	noun	η μη καλή άρθρωση, συνήθως η μη τέλεια προφορά του "σίγμα" ή και άλλων συμφώνων
τση	pron	της
τσηρώτα	=	τσηρώτο
τσηρώτο	noun	άλλη γραφή του τσιρότο (ετυμολογική γραφή κατά τον Μπαμπινιώτη)
τσηρώτου	=	τσηρώτο
τσηρώτων	=	τσηρώτο
τσι	article|vulgar	προφορική, κυρίως, μορφή μερικών πτώσεων του οριστικού άρθρου σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας
τσιάπος	noun	μεγάλος τράγος
τσιάφκα	noun	κούπα
τσιάφκας	noun	γενική ενικού του τσιάφκα
τσιάφκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιάφκα
τσιαμπά	=	τσιαμπάς
τσιαμπάδες	=	τσιαμπάς
τσιαμπάδων	=	τσιαμπάς
τσιαμπάς	noun|dated	μακριά μαλλιά ριγμένα στις πλάτες, φούντα μαλλιών στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού των ανδρών ή αγοριών
τσιαφκών	noun	γενική πληθυντικού του τσιάφκα
τσιβί	noun	το ξυλόκαρφο που τοποθετείται στην οπή του βαρελιού κρασιού
τσιβιά	=	τσιβί
τσιβιού	=	τσιβί
τσιβιών	=	τσιβί
τσιγάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγάρο
τσιγάριζα	=	τσιγαρίζω
τσιγάριζαν	=	τσιγαρίζω
τσιγάριζε	=	τσιγαρίζω
τσιγάριζες	=	τσιγαρίζω
τσιγάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιγαρίζω
τσιγάρο	noun	καπνός τυλιγμένος με χαρτί σε μορφή λεπτού κυλίνδρου
τσιγάρου	noun	γενική ενικού του τσιγάρο
τσιγάρων	noun	γενική πληθυντικού του τσιγάρο
τσιγαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαράδικο
τσιγαράδικο	noun	πλοίο που μεταφέρει λαθραία τσιγάρα
τσιγαράδικου	noun	γενική ενικού του τσιγαράδικο
τσιγαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του τσιγαράδικο
τσιγαράκι	noun	υποκοριστικό του τσιγάρο
τσιγαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαράκι
τσιγαρίδα	noun	είδος φαγητού από τηγανισμένο χοιρινό λίπος ή κρέας
τσιγαρίδας	=	τσιγαρίδα
τσιγαρίδες	noun	μικρά κομμάτια χοιρινού κρέατος που διατηρούνται σε λίπος
τσιγαρίδων	=	τσιγαρίδες
τσιγαρίζαμε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζαν	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζανε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζατε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζει	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζεις	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζεσαι	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίζεστε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίζεται	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίζετε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίζονται	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίζονταν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίζου	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίζουμε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζουν	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζουνε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίζω	verb	ψήνω τροφές μαζί με λάδι σε τηγάνι ή κατσαρόλα για λίγα λεπτά
τσιγαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίσαν	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίσανε	=	τσιγαρίζω
τσιγαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγάρισμα
τσιγαρίσματος	noun	γενική ενικού του τσιγάρισμα
τσιγαρίσου	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζομαι
τσιγαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζομαι
τσιγαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζομαι
τσιγαρίστηκες	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζω
τσιγαριζόμασταν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόμαστε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόμουν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόμουνα	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόντουσαν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόσασταν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόσαστε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόσουν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόσουνα	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζόταν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριζότανε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριλίκι	noun|slang	τσιγάρο με χασίς
τσιγαριλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαριλίκι
τσιγαριλικιού	=	τσιγαριλίκι
τσιγαριλικιών	=	τσιγαριλίκι
τσιγαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιγάρισμα
τσιγαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαρισμένο
τσιγαρισμένε	verb	κλητική ενικού του τσιγαρισμένος
τσιγαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαρισμένη
τσιγαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγαρισμένος
τσιγαρισμένης	verb	γενική ενικού του τσιγαρισμένη
τσιγαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιγαρισμένος
τσιγαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγαρισμένος
τσιγαρισμένος	verb	που έχει τσιγαριστεί
τσιγαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιγαρισμένος
τσιγαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιγαρισμένος
τσιγαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιγαρισμένος
τσιγαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαριστό	adv	με τσιγάρισμα, τσιγαρίζοντας
τσιγαριστέ	adj	κλητική ενικού του τσιγαριστός
τσιγαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαριστή
τσιγαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγαριστός
τσιγαριστήκαμε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριστήκαν	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριστήκανε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριστήκατε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριστής	adj	γενική ενικού του τσιγαριστή
τσιγαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιγαρίζομαι
τσιγαριστείτε	=	τσιγαρίζομαι
τσιγαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγαριστός
τσιγαριστού	adj	γενική ενικού του τσιγαριστός
τσιγαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγαρίζομαι
τσιγαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιγαριστός
τσιγαριστό	adj	αιτιατική ενικού του τσιγαριστός
τσιγαριστός	adj	που έχει τσιγαριστεί, που έχει παρασκευαστεί με τσιγάρισμα
τσιγαριστών	adj	γενική πληθυντικού του τσιγαριστός
τσιγαρλίκι	=	τσιγαριλίκι
τσιγαροθήκες	=	τσιγαροθήκη
τσιγαροθήκη	noun	μικρή θήκη (συνήθως δερμάτινη ή μεταλλική), για τσιγάρα
τσιγαροθήκης	=	τσιγαροθήκη
τσιγαροθηκών	=	τσιγαροθήκη
τσιγαρούμπα	noun|slang	το απολαυστικό τσιγάρο
τσιγαρούμπας	=	τσιγαρούμπα
τσιγαρούμπες	=	τσιγαρούμπα
τσιγαρόβηχα	=	τσιγαρόβηχας
τσιγαρόβηχας	noun	βήχας που θεωρητικά προέρχεται από το κάπνισμα
τσιγαρόβηχες	=	τσιγαρόβηχας
τσιγαρόβηχων	=	τσιγαρόβηχας
τσιγαρόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγαρόχαρτο
τσιγαρόχαρτο	noun	το λεπτό χαρτί που χρησιμοποιείται για το στρίψιμο τσιγάρων
τσιγαρόχαρτου	noun	γενική ενικού του τσιγαρόχαρτο
τσιγαρόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιγαρόχαρτο
τσιγγάνα	noun	θηλυκό του τσιγγάνος
τσιγγάνας	=	τσιγγάνα
τσιγγάνε	noun	κλητική ενικού του τσιγγάνος
τσιγγάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγγάνα
τσιγγάνικα	noun	ινδοάρια γλώσσα που ομιλείται από τις κοινότητες των Ρομά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσιγγάνικος
τσιγγάνικε	adj	κλητική ενικού του τσιγγάνικος
τσιγγάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγγάνικη
τσιγγάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγγάνικος
τσιγγάνικης	adj	γενική ενικού του τσιγγάνικη
τσιγγάνικο	adj	αιτιατική ενικού του τσιγγάνικος
τσιγγάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγγάνικος
τσιγγάνικος	adj	ο σχετικός με τους τσιγγάνους
τσιγγάνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιγγάνικος
τσιγγάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιγγάνικος
τσιγγάνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιγγάνικος
τσιγγάνο	noun	αιτιατική ενικού του τσιγγάνος
τσιγγάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγγάνος
τσιγγάνος	noun	άτομο της νομαδικής φυλής των αθίγγανων
τσιγγάνου	noun	γενική ενικού του τσιγγάνος
τσιγγάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσιγγάνος
τσιγγάνων	noun	γενική πληθυντικού του τσιγγάνος
τσιγγανάκι	noun	μικρής ηλικίας τσιγγάνος, ή τσιγγάνα
τσιγγανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγγανάκι
τσιγγανακιού	=	τσιγγανάκι
τσιγγανακιών	=	τσιγγανάκι
τσιγγαναριά	=	τσιγγαναριό
τσιγγαναριού	=	τσιγγαναριό
τσιγγαναριό	noun	σύνολο τσιγγάνων
τσιγγαναριών	=	τσιγγαναριό
τσιγγούνα	=	τσιγγούνης
τσιγγούνας	=	τσιγγούνης
τσιγγούνες	=	τσιγγούνης
τσιγγούνη	=	τσιγγούνης
τσιγγούνηδες	=	τσιγγούνης
τσιγγούνηδων	=	τσιγγούνης
τσιγγούνης	adj	άλλη γραφή του τσιγκούνης
τσιγγούνικα	=	τσιγγούνης
τσιγγούνικε	adj	κλητική ενικού του τσιγγούνικος
τσιγγούνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγγούνικη
τσιγγούνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγγούνικος
τσιγγούνικης	adj	γενική ενικού του τσιγγούνικη
τσιγγούνικο	adj	αιτιατική ενικού του τσιγγούνικος
τσιγγούνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγγούνικος
τσιγγούνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιγγούνικος
τσιγγούνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιγγούνικος
τσιγγούνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιγγούνικος
τσιγκέλι	noun	ο γάντζος που στερεώνεται στον τοίχο ή στο ταβάνι και χρησιμοποιείται συνήθως για το κρέμασμα κρεάτος
τσιγκέλια	=	τσιγκέλι
τσιγκελιού	=	τσιγκέλι
τσιγκελιών	=	τσιγκέλι
τσιγκλά	=	τσιγκλάω
τσιγκλάει	=	τσιγκλάω
τσιγκλάμε	=	τσιγκλάω
τσιγκλάν	=	τσιγκλάω
τσιγκλάνε	=	τσιγκλάω
τσιγκλάς	=	τσιγκλάω
τσιγκλάτε	=	τσιγκλάω
τσιγκλάω	verb	κεντρίζω ένα ζώο με αιχμηρό αντικείμενο
τσιγκλήθηκα	=	τσιγκλάω
τσιγκλήθηκαν	=	τσιγκλάω
τσιγκλήθηκε	=	τσιγκλάω
τσιγκλήθηκες	=	τσιγκλάω
τσιγκλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσαν	=	τσιγκλάω
τσιγκλήσανε	=	τσιγκλάω
τσιγκλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσου	=	τσιγκλάω
τσιγκλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκλώ
τσιγκλίζαμε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζαν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζανε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζατε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζει	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζεις	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζεσαι	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζεστε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζεται	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζετε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζομαι	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζονται	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζονταν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιγκλίζω
τσιγκλίζουμε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζουν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζουνε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίζω	verb	άλλη μορφή του τσιγκλάω
τσιγκλίσαμε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίσαν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίσανε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίσατε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίσει	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίσου	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίστε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίστηκα	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίστηκαν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίστηκε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλίστηκες	=	τσιγκλίζω
τσιγκληθήκαμε	=	τσιγκλάω
τσιγκληθήκαν	=	τσιγκλάω
τσιγκληθήκανε	=	τσιγκλάω
τσιγκληθήκατε	=	τσιγκλάω
τσιγκληθεί	=	τσιγκλάω
τσιγκληθείτε	=	τσιγκλάω
τσιγκλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκλημένο
τσιγκλημένε	verb	κλητική ενικού του τσιγκλημένος
τσιγκλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκλημένη
τσιγκλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγκλημένος
τσιγκλημένης	verb	γενική ενικού του τσιγκλημένη
τσιγκλημένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιγκλημένος
τσιγκλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγκλημένος
τσιγκλημένος	verb	Συχνότερη η χρήση του τσιγκλισμένος από το τσιγκλίζω
τσιγκλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιγκλημένος
τσιγκλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιγκλημένος
τσιγκλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιγκλημένος
τσιγκλιέμαι	=	τσιγκλάω
τσιγκλιέσαι	=	τσιγκλάω
τσιγκλιέστε	=	τσιγκλάω
τσιγκλιέται	=	τσιγκλάω
τσιγκλιζόμασταν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόμαστε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόμουν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόμουνα	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόντουσαν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόσασταν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόσαστε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόσουν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόσουνα	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζόταν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιζότανε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιούνται	=	τσιγκλάω
τσιγκλιούνταν	=	τσιγκλάω
τσιγκλισμένα	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένε	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένες	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένη	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένης	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένο	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένοι	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένος	verb	που έχει τσιγκλιστεί
τσιγκλισμένου	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένους	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλισμένων	=	τσιγκλισμένος
τσιγκλιστήκαμε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιστήκαν	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιστήκανε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιστήκατε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιστεί	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιστείτε	=	τσιγκλίζω
τσιγκλιόμασταν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόμαστε	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόμουν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόμουνα	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόνταν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόντανε	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόντουσαν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόσασταν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόσαστε	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόσουν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόσουνα	=	τσιγκλάω
τσιγκλιόταν	=	τσιγκλάω
τσιγκλιότανε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούμε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούν	=	τσιγκλάω
τσιγκλούνε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσα	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσαμε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσαν	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσανε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσατε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσε	=	τσιγκλάω
τσιγκλούσες	=	τσιγκλάω
τσιγκλώ	verb	σπανιότερη μορφή του τσιγκλάω
τσιγκλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιγκλάω / (τσιγκλώ)
τσιγκογράφε	noun	κλητική ενικού του τσιγκογράφος
τσιγκογράφο	noun	αιτιατική ενικού του τσιγκογράφος
τσιγκογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγκογράφος
τσιγκογράφος	noun	τυπογράφος που τυπώνει με τη μέθοδο της τσιγκογραφίας
τσιγκογράφου	noun	γενική ενικού του τσιγκογράφος
τσιγκογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσιγκογράφος
τσιγκογράφων	noun	γενική πληθυντικού του τσιγκογράφος
τσιγκογραφία	noun|dated	λιθογραφική διαδικασία εκτύπωσης που χρησιμοποιεί πλάκες ψευδαργύρου, πάνω στις οποίες σχεδιάζεται ή χαράσσεται η εικόνα, η οποία στη συνέχεια υγραίνεται και καλύπτεται με μελάνι, έτσι ώστε να μεταφερθεί σε χαρτί
τσιγκογραφίας	noun	γενική ενικού του τσιγκογραφία
τσιγκογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκογραφία
τσιγκογραφεία	=	τσιγκογραφείο
τσιγκογραφείο	noun|dated	τυπογραφείο που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της τσιγκογραφίας
τσιγκογραφείου	=	τσιγκογραφείο
τσιγκογραφείων	=	τσιγκογραφείο
τσιγκογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τσιγκογραφία
τσιγκολελέτα	noun	ψευδολέξη που συμπληρώνει ιαμβικά και καταληκτικά το παιδικό τραγούδι "ένα φράγκο η βιολέτα"
τσιγκολελέτας	noun	γενική ενικού του τσιγκολελέτα
τσιγκολελέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκολελέτα
τσιγκολελετών	noun	γενική πληθυντικού του τσιγκολελέτα
τσιγκουνέψου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκουνεμένο
τσιγκουνεμένε	verb	κλητική ενικού του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκουνεμένη
τσιγκουνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνεμένης	verb	γενική ενικού του τσιγκουνεμένη
τσιγκουνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνεμένος	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιγκουνεμένος
τσιγκουνευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτήκαν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτήκανε	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόμασταν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόμαστε	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόμουν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόμουνα	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόντουσαν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόσασταν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόσαστε	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόσουν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόσουνα	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευόταν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνευότανε	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύεσαι	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύεστε	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύεται	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύομαι	verb|figurative	είμαι τσιγκούνης και επιδεικνύω σχετική συμπεριφορά
τσιγκουνεύονται	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύονταν	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύου	=	τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιγκουνεύομαι
τσιγκουνιά	noun	το να είναι κάποιος τσιγκούνης, η ιδιότητα του τσιγκούνη
τσιγκουνιάς	noun	γενική ενικού του τσιγκουνιά
τσιγκουνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκουνιά
τσιγκουνιών	=	τσιγκουνιά
τσιγκούνα	=	τσιγκούνης
τσιγκούναρε	=	τσιγκούναρος
τσιγκούναρο	=	τσιγκούναρος
τσιγκούναροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγκούναρος
τσιγκούναρος	noun	ο πολύ μεγάλος τσιγκούνης
τσιγκούναρου	=	τσιγκούναρος
τσιγκούναρους	=	τσιγκούναρος
τσιγκούναρων	=	τσιγκούναρος
τσιγκούνας	=	τσιγκούνης
τσιγκούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκούνα
τσιγκούνη	=	τσιγκούνης
τσιγκούνηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκούνης
τσιγκούνηδων	=	τσιγκούνης
τσιγκούνης	adj	που δε θέλει να ξοδεύει καθόλου δικά του λεφτά και τα σκέφτεται συνέχεια
τσιγκούνικα	adv	με τσιγκουνιά
τσιγκούνικε	adj	κλητική ενικού του τσιγκούνικος
τσιγκούνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιγκούνικη
τσιγκούνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιγκούνικος
τσιγκούνικης	adj	γενική ενικού του τσιγκούνικη
τσιγκούνικο	adj	αιτιατική ενικού του τσιγκούνικος
τσιγκούνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιγκούνικος
τσιγκούνικος	adj	ταιριαστός σε τσιγκούνη, με τσιγκουνιά
τσιγκούνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιγκούνικος
τσιγκούνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιγκούνικος
τσιγκούνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιγκούνικος
τσικάλι	noun	άλλη μορφή του τσουκάλι
τσικάλια	=	τσικάλι
τσικαλαριά	=	τσικαλαριό
τσικαλαριού	=	τσικαλαριό
τσικαλαριό	noun	άλλη μορφή του τσουκαλαριό
τσικαλαριών	=	τσικαλαριό
τσικαλιού	=	τσικάλι
τσικαλιών	=	τσικάλι
τσικιρικιτζή	=	τσικιρικιτζής
τσικιρικιτζήδες	=	τσικιρικιτζής
τσικιρικιτζήδων	=	τσικιρικιτζής
τσικιρικιτζής	noun	ψιλικατζής
τσικιρικιτζού	=	τσικιρικιτζής
τσικλών	noun	γενική πληθυντικού του τσίκλα
τσικνίζαμε	=	τσικνίζω
τσικνίζαν	=	τσικνίζω
τσικνίζανε	=	τσικνίζω
τσικνίζατε	=	τσικνίζω
τσικνίζει	=	τσικνίζω
τσικνίζεις	=	τσικνίζω
τσικνίζετε	=	τσικνίζω
τσικνίζοντας	=	τσικνίζω
τσικνίζουμε	=	τσικνίζω
τσικνίζουν	=	τσικνίζω
τσικνίζουνε	=	τσικνίζω
τσικνίζω	verb	ψήνω περισσότερο απ’ όσο πρέπει το φαγητό, το «καίω», ώσπου να αναδυθεί τσίκνα
τσικνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσαν	=	τσικνίζω
τσικνίσανε	=	τσικνίζω
τσικνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίκνισμα
τσικνίσματος	noun	γενική ενικού του τσίκνισμα
τσικνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσικνίζω
τσικνιά	=	τσικνιάς
τσικνιάδες	=	τσικνιάς
τσικνιάδων	=	τσικνιάς
τσικνιάς	noun	είδος ερωδιού
τσικνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίκνισμα
τσικνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσικνισμένο
τσικνισμένε	verb	κλητική ενικού του τσικνισμένος
τσικνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσικνισμένη
τσικνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσικνισμένος
τσικνισμένης	verb	γενική ενικού του τσικνισμένη
τσικνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσικνισμένος
τσικνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσικνισμένος
τσικνισμένος	verb	που έχει τσικνιστεί (ή έχει τσικνίσει)
τσικνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσικνισμένος
τσικνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσικνισμένος
τσικνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσικνισμένος
τσικνών	=	τσίκνα
τσικουδιά	noun	παραδοσιακό κρητικό οινοπνευματώδες ποτό (ρακή στεμφύλων σταφυλής), παρόμοιο με το τσίπουρο
τσικουδιάς	noun	γενική ενικού του τσικουδιά
τσικουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσικουδιά
τσικουδιών	=	τσικουδιά
τσικουνγκούνια	noun	ιογενής νόσος που μεταδίδεται κυρίως μέσω κουνουπιών του γένους Aedes, προκαλώντας αιφνίδια πυρετό και έντονους, παρατεταμένους πόνους στις αρθρώσεις
τσικρίκι	noun|vulgar	είδος ρόκας για το στρίψιμο του νήματος
τσικρίκια	=	τσικρίκι
τσικρικιού	=	τσικρίκι
τσικρικιών	=	τσικρίκι
τσιλέ	=	τσιλές
τσιλέδες	=	τσιλές
τσιλέδων	=	τσιλές
τσιλές	noun	συνώνυμο του κούκλα (συσκευασία νήματος)
τσιλίκα	noun|dated	άλλη μορφή του τσελίκι
τσιλίκας	noun	γενική ενικού του τσιλίκα
τσιλίκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιλίκα
τσιλίκι	noun|dated	άλλη μορφή του τσελίκι
τσιλίκια	=	τσιλίκι
τσιλημπουρδάω	verb	ερωτοτροπώ, συνήθως εξωσυζυγικά
τσιλημπουρδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιλημπούρδημα
τσιλημπουρδήματος	noun	γενική ενικού του τσιλημπούρδημα
τσιλημπουρδίζαμε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζαν	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζανε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζατε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζει	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζεις	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζετε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζουμε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζουν	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζουνε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίζω	verb	ερωτοτροπώ, συνήθως εξωσυζυγικά
τσιλημπουρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσαν	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσανε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιλημπούρδισμα
τσιλημπουρδίσματος	noun	γενική ενικού του τσιλημπούρδισμα
τσιλημπουρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιλημπούρδημα
τσιλημπουρδισα	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπουρδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιλημπούρδισμα
τσιλημπουρδώ	verb	σπανιότερος τύπος του τσιλημπουρδάω
τσιλημπουρδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιλημπουρδάω / (τσιλημπουρδώ)
τσιλημπούρδημα	noun	η (συνήθως εξωσυζυγική) ερωτοτροπία
τσιλημπούρδιζα	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδιζαν	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδιζε	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδιζες	=	τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδισμα	noun	η (συνήθως εξωσυζυγική) ερωτοτροπία
τσιληπουρδάω	verb	παραλλαγή του τσιλημπρουρδάω
τσιληπουρδήματα	=	τσιληπούρδημα
τσιληπουρδήματος	=	τσιληπούρδημα
τσιληπουρδίζαμε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζαν	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζανε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζατε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζει	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζεις	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζετε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζοντας	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζουμε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζουν	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζουνε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίζω	verb	άλλη μορφή του τσιλημπουρδίζω
τσιληπουρδίσαμε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίσαν	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίσανε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίσατε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίσει	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιληπούρδισμα
τσιληπουρδίσματος	noun	γενική ενικού του τσιληπούρδισμα
τσιληπουρδίστε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπουρδημάτων	=	τσιληπούρδημα
τσιληπουρδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιληπούρδισμα
τσιληπουρδώ	verb	σπανιότερος τύπος του τσιληπουρδάω, παραλλαγή του τσιλημπουρδώ
τσιληπουρδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιληπουρδάω / τσιληπουρδώ
τσιληπούρδημα	noun	άλλη μορφή του τσιλημπούρδισμα
τσιληπούρδιζα	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδιζαν	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδιζε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδιζες	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδισα	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδισαν	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδισε	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδισες	=	τσιληπουρδίζω
τσιληπούρδισμα	noun	με την ορθογραφία τσιληπούρδισμα η λέξη απαντάται στο βυζαντινό κείμενο «Διήγηση των τετραπόδων ζώων»
τσιλιαδόρα	=	τσιλιαδόρος
τσιλιαδόρε	noun	κλητική ενικού του τσιλιαδόρος
τσιλιαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του τσιλιαδόρος
τσιλιαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιλιαδόρος
τσιλιαδόρος	noun	άτομο που κρατάει τσίλιες
τσιλιαδόρου	noun	γενική ενικού του τσιλιαδόρος
τσιλιαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσιλιαδόρος
τσιλιαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του τσιλιαδόρος
τσιλιβήθρα	noun	άλλη ονομασία του πουλιού σουσουράδα
τσιλιβήθρας	noun	γενική ενικού του τσιλιβήθρα
τσιλιβήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιλιβήθρα
τσιλιβηθρών	=	τσιλιβήθρα
τσιλιγκρά	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρέ	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρές	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρή	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρής	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκροί	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρού	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρούς	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρό	=	τσιλιγκρός
τσιλιγκρός	adj	Ο αδύνατος και ψηλός
τσιλιγκρών	=	τσιλιγκρός
τσιλικιού	=	τσιλίκι
τσιλικιών	=	τσιλίκι
τσιλικών	noun	γενική πληθυντικού του τσιλίκα
τσιλιμπουρδίζω	verb	ερωτοτροπώ ελεύθερα με διάφορους ερωτικούς συντρόφους
τσιλιμπουρδιάρη	=	τσιλιμπουρδιάρης
τσιλιμπουρδιάρηδες	=	τσιλιμπουρδιάρης
τσιλιμπουρδιάρηδων	=	τσιλιμπουρδιάρης
τσιλιμπουρδιάρης	noun	που συχνά τσιλιμπουρδίζει
τσιλλώ	verb	πιέζω, πλακώνω
τσιλλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιλλώ
τσιμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμέντο
τσιμέντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμέντινο
τσιμέντινε	adj	κλητική ενικού του τσιμέντινος
τσιμέντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμέντινη
τσιμέντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιμέντινος
τσιμέντινης	adj	γενική ενικού του τσιμέντινη
τσιμέντινια	=	τσιμέντινος
τσιμέντινιο	=	τσιμέντινος
τσιμέντινο	adj	αιτιατική ενικού του τσιμέντινος
τσιμέντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμέντινος
τσιμέντινος	adj	φτιαγμένος από τσιμέντο
τσιμέντινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιμέντινος
τσιμέντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιμέντινος
τσιμέντινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιμέντινος
τσιμέντο	noun	συνδετικό δομικό υλικό, που αποτελείται από λεπτή ασβεστολιθική ή αργιλική σκόνη, που σε ανάμειξη με νερό σχηματίζει παχύρρευστο μείγμα, που αργότερα στερεοποιείται
τσιμέντου	noun	γενική ενικού του τσιμέντο
τσιμέντων	noun	γενική πληθυντικού του τσιμέντο
τσιμίσκι	noun	χειροποίητο κυλινδρικό καλαθάκι διαφόρων μεγεθών από πλέξη ξερών βούρλων που χρησιμοποιείται στη στράγγιση τυροκομικών προϊόντων στη Νάξο και ευρύτερα στις Κυκλάδες ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
τσιμίσκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμίσκι
τσιμεντά	=	τσιμεντάς
τσιμεντάδες	=	τσιμεντάς
τσιμεντάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντάδικο
τσιμεντάδικο	noun	εργοστάσιο που παράγει τσιμέντο
τσιμεντάδικου	=	τσιμεντάδικο
τσιμεντάδικων	=	τσιμεντάδικο
τσιμεντάδων	=	τσιμεντάς
τσιμεντάκι	noun	μικρή κατασκευή από τσιμέντο
τσιμεντάκια	=	τσιμεντάκι
τσιμεντάρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσιμεντάρω
τσιμεντάρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσιμεντάρω
τσιμεντάρω	verb	στρώνω μια επιφάνεια με τσιμέντο ή καλύπτω μια τρύπα ή ένα άνοιγμα
τσιμεντάς	noun	αυτός που φτιάχνει τσιμέντο ή καλύπτει μια επιφάνεια μ’ αυτό
τσιμεντένεση	noun	η μηχανική εισαγωγή τσιμέντου σε ρευστή μορφή, σε σημεία της λιθοδομής ή του εδάφους
τσιμεντένεσης	noun	γενική ενικού του τσιμεντένεση
τσιμεντένια	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιας	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιε	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιες	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιο	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοι	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιος	adj	φτιαγμένος από τσιμέντο
τσιμεντένιοςα	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςε	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςες	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςη	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςης	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςο	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςοι	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςος	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςου	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςους	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιοςων	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιου	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιους	=	τσιμεντένιος
τσιμεντένιων	=	τσιμεντένιος
τσιμενταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντάρισμα
τσιμενταρίσματος	noun	γενική ενικού του τσιμεντάρισμα
τσιμενταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιμεντάρισμα
τσιμενταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμενταρισμένο
τσιμενταρισμένε	verb	κλητική ενικού του τσιμενταρισμένος
τσιμενταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμενταρισμένη
τσιμενταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιμενταρισμένος
τσιμενταρισμένης	verb	γενική ενικού του τσιμενταρισμένη
τσιμενταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιμενταρισμένος
τσιμενταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμενταρισμένος
τσιμενταρισμένος	verb|figurative	που τον έχουν τσιμεντάρει
τσιμενταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιμενταρισμένος
τσιμενταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιμενταρισμένος
τσιμενταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιμενταρισμένος
τσιμενταυλάκι	noun	αυλάκι φτιαγμένο από τσιμέντο
τσιμενταυλάκια	=	τσιμενταυλάκι
τσιμενταυλάκων	=	τσιμενταύλακας
τσιμενταυλακιού	=	τσιμενταυλάκι
τσιμενταυλακιών	=	τσιμενταυλάκι
τσιμενταύλακα	=	τσιμενταύλακας
τσιμενταύλακας	noun	αύλακας φτιαγμένος από τσιμέντο
τσιμενταύλακες	=	τσιμενταύλακας
τσιμεντενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντένεση
τσιμεντενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του τσιμεντένεση
τσιμεντενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του τσιμεντένεση
τσιμεντοένεση	noun	άλλη μορφή του τσιμεντένεση
τσιμεντοένεσης	noun	γενική ενικού του τσιμεντοένεση
τσιμεντοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής τσιμέντου
τσιμεντοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του τσιμεντοβιομηχανία
τσιμεντοβιομηχανίες	=	τσιμεντοβιομηχανία
τσιμεντοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του τσιμεντοβιομηχανία
τσιμεντοενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντοένεση
τσιμεντοενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του τσιμεντοένεση
τσιμεντοενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του τσιμεντοένεση
τσιμεντοκατασκευές	=	τσιμεντοκατασκευή
τσιμεντοκατασκευή	noun	κατασκευή (οικοδομική ή καλλιτεχνική - διακοσμητική) από τσιμέντο
τσιμεντοκατασκευής	=	τσιμεντοκατασκευή
τσιμεντοκατασκευών	=	τσιμεντοκατασκευή
τσιμεντοκολόνα	noun	κολόνα από τσιμέντο
τσιμεντοκολόνας	=	τσιμεντοκολόνα
τσιμεντοκολόνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντοκολόνα
τσιμεντοκολόνων	=	τσιμεντοκολόνα
τσιμεντοκονία	noun	κονίαμα με βασικό υλικό το τσιμέντο
τσιμεντοκονίαμα	noun	κονίαμα με κύριο συστατικό του τσιμέντο που χρησιμοποιείται σε οικοδομικές εργασίες
τσιμεντοκονίας	noun	γενική ενικού του τσιμεντοκονία
τσιμεντοκονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντοκονία
τσιμεντοκονίων	=	τσιμεντοκονία
τσιμεντοκονιάματα	=	τσιμεντοκονίαμα
τσιμεντοκονιάματος	=	τσιμεντοκονίαμα
τσιμεντοκονιαμάτων	=	τσιμεντοκονίαμα
τσιμεντοκονιών	noun	γενική πληθυντικού του τσιμεντοκονία
τσιμεντολίθου	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντολίθους	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντολίθων	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντοπλακών	=	τσιμεντόπλακα
τσιμεντοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσιμεντοποιώ
τσιμεντοποίησης	=	τσιμεντοποίηση
τσιμεντοποιήσεις	=	τσιμεντοποίηση
τσιμεντοποιήσεων	=	τσιμεντοποίηση
τσιμεντοσανίδα	noun	δομικό υλικό σε μορφή επίπεδου φύλλου, φτιαγμένο από τσιμεντοκονίαμα, που χρησιμεύει στην κατασκευή τοιχοποιίας
τσιμεντοσανίδας	=	τσιμεντοσανίδα
τσιμεντοσανίδες	=	τσιμεντοσανίδα
τσιμεντοσανίδων	=	τσιμεντοσανίδα
τσιμεντοστρώσεις	=	τσιμεντόστρωση
τσιμεντοστρώσεων	=	τσιμεντόστρωση
τσιμεντοσωλήνα	=	τσιμεντοσωλήνας
τσιμεντοσωλήνας	noun	σωλήνας από τσιμέντο
τσιμεντοσωλήνες	=	τσιμεντοσωλήνας
τσιμεντοσωλήνων	=	τσιμεντοσωλήνας
τσιμεντόλιθε	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντόλιθο	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντόλιθος
τσιμεντόλιθος	noun	οικοδομικό υλικό από τσιμέντο, άμμο και ελαφρόπετρα ή, σπανιότερα, άλλο αδρανές, σε σχήμα μεγάλου τούβλου
τσιμεντόλιθου	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντόλιθους	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντόλιθων	=	τσιμεντόλιθος
τσιμεντόπλακα	noun	πλάκα για επίστρωση πεζοδρομίου ή άλλων μεγάλων επιφανειών, που είναι εμφανώς κατασκευασμένη από τσιμέντο
τσιμεντόπλακας	=	τσιμεντόπλακα
τσιμεντόπλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμεντόπλακα
τσιμεντόστρωση	noun	κάλυψη μιας επιφάνειας με τσιμέντο
τσιμεντόστρωσης	=	τσιμεντόστρωση
τσιμινιά	noun	το τζάκι
τσιμινιέρα	noun	καπνοδόχος σε πλοίο ή εργοστάσιο
τσιμινιέρας	noun	γενική ενικού του τσιμινιέρα
τσιμινιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμινιέρα
τσιμινιερών	=	τσιμινιέρα
τσιμισκάκι	noun	αλμυρό τυρί από παστεριωμένο κατσικίσιο ή αιγοπρόβειο γάλα από την Νάξο
τσιμισκάκια	=	τσιμισκάκι
τσιμισκιού	=	τσιμίσκι
τσιμισκιών	=	τσιμίσκι
τσιμουδιά	noun	πολύ σιγανός ψίθυρος	intj	ησυχία, σιωπή, ούτε λέξη
τσιμουδιάς	noun	γενική ενικού του τσιμουδιά
τσιμουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμουδιά
τσιμουδιών	=	τσιμουδιά
τσιμουχών	noun	γενική πληθυντικού του τσιμούχα
τσιμούχα	noun	εξάρτημα που τοποθετείται ανάμεσα σε δύο επιφάνειες για στεγανοποίηση
τσιμούχας	noun	γενική ενικού του τσιμούχα
τσιμούχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμούχα
τσιμπά	=	τσιμπάω
τσιμπάγαμε	=	τσιμπάω
τσιμπάγανε	=	τσιμπάω
τσιμπάγατε	=	τσιμπάω
τσιμπάει	=	τσιμπάω
τσιμπάμε	=	τσιμπάω
τσιμπάν	=	τσιμπάω
τσιμπάνε	=	τσιμπάω
τσιμπάς	=	τσιμπάω
τσιμπάτε	=	τσιμπάω
τσιμπάω	verb	πιέζω με ένα μυτερό όργανο
τσιμπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίμπημα
τσιμπήματος	noun	γενική ενικού του τσίμπημα
τσιμπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσαν	=	τσιμπάω
τσιμπήσανε	=	τσιμπάω
τσιμπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσομε	=	τσιμπάω
τσιμπήσου	=	τσιμπάω
τσιμπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσουνε	=	τσιμπάω
τσιμπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπίδα	noun	εργαλείο για το πιάσιμο και το τράβηγμα αντικειμένων
τσιμπίδας	noun	γενική ενικού του τσιμπίδα
τσιμπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπίδα
τσιμπίδι	noun	μικρή τσιμπίδα, τσιμπιδάκι
τσιμπίδια	=	τσιμπίδι
τσιμπίδων	noun	γενική πληθυντικού του τσιμπίδα
τσιμπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθήκαν	=	τσιμπάω
τσιμπηθήκανε	=	τσιμπάω
τσιμπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπηθούνε	=	τσιμπάω
τσιμπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπιέμαι
τσιμπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίμπημα
τσιμπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπημένο
τσιμπημένε	verb	κλητική ενικού του τσιμπημένος
τσιμπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπημένη
τσιμπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιμπημένος
τσιμπημένης	verb	γενική ενικού του τσιμπημένη
τσιμπημένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιμπημένος
τσιμπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμπημένος
τσιμπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσιμπώ
τσιμπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιμπημένος
τσιμπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιμπημένος
τσιμπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιμπημένος
τσιμπηματάκι	noun	το τσίμπημα που διαρκεί λίγο ή δεν πονάει πολύ
τσιμπηματάκια	=	τσιμπηματάκι
τσιμπηματιά	noun	άλλη μορφή του τσιμπιά
τσιμπηματιάς	noun	γενική ενικού του τσιμπηματιά
τσιμπηματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπηματιά
τσιμπηματιών	=	τσιμπηματιά
τσιμπιά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιμπώ
τσιμπιάς	noun	γενική ενικού του τσιμπιά
τσιμπιέμαι	verb	παθητικές σημασίες του τσιμπάω
τσιμπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπιά
τσιμπιέσαι	=	τσιμπάω
τσιμπιέστε	=	τσιμπάω
τσιμπιέται	=	τσιμπάω
τσιμπιδάκι	noun	μικρή λαβίδα για το βγάλσιμο των φρυδιών
τσιμπιδάκια	=	τσιμπιδάκι
τσιμπιδιού	=	τσιμπίδι
τσιμπιδιών	=	τσιμπίδι
τσιμπιούνται	=	τσιμπάω
τσιμπιούνταν	=	τσιμπάω
τσιμπιόμασταν	=	τσιμπάω
τσιμπιόμαστε	=	τσιμπάω
τσιμπιόμουν	=	τσιμπάω
τσιμπιόμουνα	=	τσιμπάω
τσιμπιόνται	=	τσιμπάω
τσιμπιόνταν	=	τσιμπάω
τσιμπιόντανε	=	τσιμπάω
τσιμπιόντουσαν	=	τσιμπάω
τσιμπιόσασταν	=	τσιμπάω
τσιμπιόσαστε	=	τσιμπάω
τσιμπιόσουν	=	τσιμπάω
τσιμπιόσουνα	=	τσιμπάω
τσιμπιόταν	=	τσιμπάω
τσιμπιότανε	=	τσιμπάω
τσιμπιών	=	τσιμπιά
τσιμπλιάζαμε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζαν	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζανε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζατε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζει	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζεις	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζετε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζοντας	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζουμε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζουν	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζουνε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάζω	verb	έχω τσίμπλες στα μάτια
τσιμπλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιμπλιάρης
τσιμπλιάρας	adj	γενική ενικού του τσιμπλιάρα
τσιμπλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιάρα
τσιμπλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσιμπλιάρης
τσιμπλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιάρης
τσιμπλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του τσιμπλιάρης
τσιμπλιάρης	adj	που έχει τσίμπλες
τσιμπλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιάρικο
τσιμπλιάρικε	adj	κλητική ενικού του τσιμπλιάρικος
τσιμπλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιάρικη
τσιμπλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιμπλιάρικος
τσιμπλιάρικης	adj	γενική ενικού του τσιμπλιάρικη
τσιμπλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσιμπλιάρης
τσιμπλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιάρικος
τσιμπλιάρικος	adj|vulgar	που έχει σχέση με τσιμπλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τσιμπλιάρικου	adj	γενική ενικού του τσιμπλιάρικο
τσιμπλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιμπλιάρικος
τσιμπλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του τσιμπλιάρικο
τσιμπλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσαν	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσανε	=	τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίμπλιασμα
τσιμπλιάσματος	noun	γενική ενικού του τσίμπλιασμα
τσιμπλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπλιάζω
τσιμπλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίμπλιασμα
τσιμπλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιασμένο
τσιμπλιασμένε	verb	κλητική ενικού του τσιμπλιασμένος
τσιμπλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιασμένη
τσιμπλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιμπλιασμένος
τσιμπλιασμένης	verb	γενική ενικού του τσιμπλιασμένη
τσιμπλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιμπλιασμένος
τσιμπλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιμπλιασμένος
τσιμπλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιμπλιασμένος
τσιμπλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιμπλιασμένος
τσιμπλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιμπλιασμένος
τσιμπλών	=	τσίμπλα
τσιμπολογά	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάει	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάμε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάν	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάνε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάς	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάτε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογάω	verb	άλλη μορφή του τσιμπολογώ
τσιμπολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπολόγημα
τσιμπολογήματος	noun	γενική ενικού του τσιμπολόγημα
τσιμπολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσαν	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογήσανε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιμπολόγημα
τσιμπολογούμε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούν	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούνε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσα	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσαμε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσαν	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσανε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσατε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογούσες	=	τσιμπολογώ
τσιμπολογώ	verb	τρώω λίγο και πρόχειρα
τσιμπολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιμπολογάω / τσιμπολογώ
τσιμπολόγα	=	τσιμπολογώ
τσιμπολόγαγε	=	τσιμπολογώ
τσιμπολόγημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσιμπολογώ
τσιμπολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπολογώ
τσιμπουκάκι	noun	το μικρό τσιμπούκι ή το τσιμπούκι με οικείο τρόπο
τσιμπουκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπουκάκι
τσιμπουκιού	=	τσιμπούκι
τσιμπουκιών	=	τσιμπούκι
τσιμπουκλή	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκλήδες	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκλήδων	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκλής	noun|dated	αυτός που καπνίζει τσιμπούκι
τσιμπουκλού	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκλούδες	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκλούδων	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκλούς	=	τσιμπουκλής
τσιμπουκωθήκαμε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθήκαν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθήκανε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθήκατε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθεί	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθείς	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθείτε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθούμε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθούν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθούνε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωθώ	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωμένος	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόμασταν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόμαστε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόμουν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόμουνα	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόντουσαν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόσασταν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόσαστε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόσουν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόσουνα	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνόταν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκωνότανε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκόχειλα	=	τσιμπουκόχειλο
τσιμπουκόχειλο	noun|vulgar	ιδιαίτερα παχύ, σαρκώδες χείλος, συνήθως στον πληθυντικό (τσιμπουκόχειλα)
τσιμπουκόχειλου	=	τσιμπουκόχειλο
τσιμπουκόχειλων	=	τσιμπουκόχειλο
τσιμπουκώθηκα	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώθηκαν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώθηκε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώθηκες	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώναμε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώναν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνανε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνατε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνει	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνεις	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνεσαι	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνεστε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνεται	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνετε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνομαι	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνομε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνονται	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνονταν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνοντας	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνουμε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνουν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνουνε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώνω	verb	παίρνω πίπα, επιδίδομαι σε πεολειχία
τσιμπουκώσαμε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσαν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσανε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσατε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσει	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσεις	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσετε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσομε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσου	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσουμε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσουν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσουνε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώστε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουκώσω	=	τσιμπουκώνω
τσιμπουριού	=	τσιμπούρι
τσιμπουριών	=	τσιμπούρι
τσιμπουσάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπουσάκι
τσιμπουσιού	=	τσιμπούσι
τσιμπουσιών	=	τσιμπούσι
τσιμπούκι	noun	είδος πίπας για καπνό
τσιμπούκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπούκι
τσιμπούκωνα	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωναν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωνε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωνες	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωσα	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωσαν	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωσε	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούκωσες	=	τσιμπουκώνω
τσιμπούμε	=	τσιμπάω
τσιμπούν	=	τσιμπάω
τσιμπούνε	=	τσιμπάω
τσιμπούρι	noun	κοινή ονομασία του παρασιτικού Αρθρόποδου που ονομάζεται ιξώδης ο κρότων
τσιμπούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπούρι
τσιμπούσα	=	τσιμπάω
τσιμπούσαμε	=	τσιμπάω
τσιμπούσαν	=	τσιμπάω
τσιμπούσανε	=	τσιμπάω
τσιμπούσατε	=	τσιμπάω
τσιμπούσε	=	τσιμπάω
τσιμπούσες	=	τσιμπάω
τσιμπούσι	noun	το γεύμα, το συμπόσιο, το τραπέζι
τσιμπούσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιμπούσι
τσιμπώ	verb	άλλη μορφή του τσιμπάω
τσιμπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιμπάω / τσιμπώ
τσινά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
τσινάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
τσινάμε	=	τσινάω
τσινάν	=	τσινάω
τσινάνε	=	τσινάω
τσινάρι	noun	ο πλάτανος
τσινάρια	=	τσινάρι
τσινάς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
τσινάτε	=	τσινάω
τσινάω	verb	κλοτσάω, αντιδρώ απότομα, δυστροπώ
τσινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσαν	=	τσινάω
τσινήσανε	=	τσινάω
τσινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσινώ
τσινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίνισμα
τσινίσματος	noun	γενική ενικού του τσίνισμα
τσιναριού	=	τσινάρι
τσιναριών	=	τσινάρι
τσινιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσινιάρης
τσινιάρας	adj	γενική ενικού του τσινιάρα
τσινιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσινιάρα
τσινιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσινιάρης
τσινιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσινιάρης
τσινιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του τσινιάρης
τσινιάρης	adj	που έχει σχέση με ζώο που δυστροπεί και τσινάει ή αναφέρεται σʼ αυτό
τσινιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσινιάρικο
τσινιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσινιάρης
τσινιάρικου	adj	γενική ενικού του τσινιάρικο
τσινιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του τσινιάρικο
τσινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίνισμα
τσινισμένος	=	τσινάω
τσινκουετσέντο	noun	περίοδος της ιταλικής Αναγέννησης που αντιστοιχεί στον 16ο αιώνα (1500–1599), κατά την οποία σημειώθηκε ακμή στις τέχνες (ζωγραφική, μουσική, λογοτεχνία, αρχιτεκτονική)
τσινούμε	=	τσινάω
τσινούν	=	τσινάω
τσινούνε	=	τσινάω
τσινούσα	=	τσινάω
τσινούσαμε	=	τσινάω
τσινούσαν	=	τσινάω
τσινούσανε	=	τσινάω
τσινούσατε	=	τσινάω
τσινούσε	=	τσινάω
τσινούσες	=	τσινάω
τσιντσιλά	noun	μικρό φυτοφάγο θηλαστικό τρωκτικό από τη Νότια Αμερική, γνωστό για τη μαλακή, πυκνή γούνα του, που το προστατεύει από το κρύο
τσινώ	=	τσινάω
τσινώντας	=	τσινάω
τσιουάουα	noun	ράτσα μικρόσωμων σκύλων με προέλευση από το Μεξικό
τσιούκα	=	τσούκα
τσιπ	noun	μικρό κομμάτι ημιαγωγού στο οποίο έχουν αποτυπωθεί χιλιάδες λογικές πύλες.
τσιπάκι	noun	υποκοριστικό του τσιπ
τσιπάκια	=	τσιπάκι
τσιπάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιπάρω
τσιπάρω	verb	τοποθετώ τσιπ σε κάτι
τσιπαρίσματα	=	τσιπάρισμα
τσιπαρίσματος	=	τσιπάρισμα
τσιπαρισμάτων	=	τσιπάρισμα
τσιπαρισμένα	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένε	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένες	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένη	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένης	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένο	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένοι	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσιπάρω, που έχει τσιπ
τσιπαρισμένου	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένους	=	τσιπαρισμένος
τσιπαρισμένων	=	τσιπαρισμένος
τσιπλάκη	=	τσιπλάκης
τσιπλάκηδες	=	τσιπλάκης
τσιπλάκηδων	=	τσιπλάκης
τσιπλάκης	noun	ο γυμνός
τσιπουράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιπουράδικο
τσιπουράδικο	noun	ταβέρνα όπου τα φαγητά σερβίρονται κυρίως μαζί με τσίπουρο
τσιπουράδικου	=	τσιπουράδικο
τσιπουράδικων	=	τσιπουράδικο
τσιπουράκι	noun	υποκοριστικό του τσίπουρο
τσιπουράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιπουράκι
τσιπουρίτσα	noun	υποκοριστικό του τσιπούρα
τσιπουρίτσας	noun	γενική ενικού του τσιπουρίτσα
τσιπουρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιπουρίτσα
τσιπουροκατάνυξη	=	τσιπροκατάνυξη
τσιπουροκατάνυξης	noun	γενική ενικού του τσιπουροκατάνυξη
τσιπουροκατανύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιπουροκατάνυξη
τσιπουροκατανύξεων	noun	γενική πληθυντικού του τσιπουροκατάνυξη
τσιπουρομεζέ	=	τσιπουρομεζές
τσιπουρομεζέδες	=	τσιπουρομεζές
τσιπουρομεζέδων	=	τσιπουρομεζές
τσιπουρομεζές	noun	μεζές κατάλληλος για να συνοδεύσει κατανάλωση τσίπουρου
τσιπούρα	noun	θαλασσινό ψάρι (Sparus aurata - Σπάρος ο χρυσόχρους) της οικογένειας των Σπαριδών
τσιπούρας	noun	γενική ενικού του τσιπούρα
τσιπούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιπούρα
τσιπροκατάνυξη	noun	άλλη μορφή του τσιπουροκατάνυξη
τσιπροκατάνυξης	noun	γενική ενικού του τσιπροκατάνυξη
τσιπροκατανύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιπροκατάνυξη
τσιπροκατανύξεων	noun	γενική πληθυντικού του τσιπροκατάνυξη
τσιπρομεζέ	=	τσιπρομεζές
τσιπρομεζέδες	=	τσιπρομεζές
τσιπρομεζέδων	=	τσιπρομεζές
τσιπρομεζές	noun	τσιπουρομεζές
τσιπροφονιά	=	τσιπροφονιάς
τσιπροφονιάδες	=	τσιπροφονιάς
τσιπροφονιάδων	=	τσιπροφονιάς
τσιπροφονιάς	noun	που καταναλώνει μεγάλες ποσότητες τσίπουρου
τσιπς	=	τσιπ
τσιράκι	noun	ακόλουθος κάποιου ανώτερου που προσφέρει υπηρεσίες με ανταλλάγματα
τσιράκια	=	τσιράκι
τσιρίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίριγμα
τσιρίγματος	noun	γενική ενικού του τσίριγμα
τσιρίδα	noun	οξεία κραυγή, αυτή που βγάζει κάποιος όταν τσιρίζει
τσιρίδας	=	τσιρίδα
τσιρίδες	=	τσιρίδα
τσιρίδων	=	τσιρίδα
τσιρίζαμε	=	τσιρίζω
τσιρίζαν	=	τσιρίζω
τσιρίζανε	=	τσιρίζω
τσιρίζατε	=	τσιρίζω
τσιρίζει	=	τσιρίζω
τσιρίζεις	=	τσιρίζω
τσιρίζετε	=	τσιρίζω
τσιρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιρίζω
τσιρίζουμε	=	τσιρίζω
τσιρίζουν	=	τσιρίζω
τσιρίζουνε	=	τσιρίζω
τσιρίζω	verb	φωνάζω δυνατά και διαπεραστικά
τσιρίμπαση	=	τσιρίμπασης
τσιρίμπασης	noun|dated	ο άτυπος αρχηγός ή επικεφαλής σε χώρο παράνομων δραστηριοτήτων (π.χ. φυλακή, χαρτοπαιχτική λέσχη)
τσιρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξαν	=	τσιρίζω
τσιρίξανε	=	τσιρίζω
τσιρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιρίζω
τσιρίσι	noun	είδος κόλλας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή και επιδιόρθωση παπουτσιών
τσιρίσια	=	τσιρίσι
τσιρίσματα	=	τσίρισμα
τσιρίσματος	=	τσίρισμα
τσιρακιού	=	τσιράκι
τσιρακιών	=	τσιράκι
τσιρι-βάρβαρα	noun	τοπικό-παραδοσιακό έθιμο το οποίο αναβιώνει κάθε χρόνο στις 3 Δεκεμβρίου στο Αμύνταιο της Φλώρινας
τσιριγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίριγμα
τσιριγμέ	=	τσιριγμός
τσιριγμοί	=	τσιριγμός
τσιριγμού	=	τσιριγμός
τσιριγμούς	=	τσιριγμός
τσιριγμό	=	τσιριγμός
τσιριγμός	noun	άλλη μορφή του τσίριγμα
τσιριγμών	=	τσιριγμός
τσιριγώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιριγώτικο
τσιριγώτικε	adj	κλητική ενικού του τσιριγώτικος
τσιριγώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιριγώτικη
τσιριγώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιριγώτικος
τσιριγώτικης	adj	γενική ενικού του τσιριγώτικη
τσιριγώτικο	adj	αιτιατική ενικού του τσιριγώτικος
τσιριγώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιριγώτικος
τσιριγώτικος	adj	ο σχετικός με το Τσιρίγο (Κύθηρα) ή τους κατοίκους του
τσιριγώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιριγώτικος
τσιριγώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιριγώτικος
τσιριγώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιριγώτικος
τσιριμπάσηδες	=	τσιρίμπασης
τσιριμπάσηδων	=	τσιρίμπασης
τσιριμόνια	noun	συμπεριφορά προσποιητά ευγενική με υστερόβουλο και ιδιοτελή στόχο
τσιριμόνιας	noun	γενική ενικού του τσιριμόνια
τσιριμόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιριμόνια
τσιριξιά	noun	άλλη μορφή του τσίριγμα
τσιριξιάς	=	τσιριξιά
τσιριξιές	=	τσιριξιά
τσιριξιών	=	τσιριξιά
τσιρισιού	=	τσιρίσι
τσιρισιών	=	τσιρίσι
τσιρισμάτων	=	τσίρισμα
τσιριτρί	intj	απαντητικός - αποκριτικός ή πρόδρομος ήχος του τσιριτρό
τσιριτρό	intj	λέξη παιδικών τραγουδιών
τσιριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιριχτό	adv	με τσιριχτό τρόπο, τσιρίζοντας
τσιριχτέ	adj	κλητική ενικού του τσιριχτός
τσιριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιριχτή
τσιριχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιριχτός
τσιριχτής	adj	γενική ενικού του τσιριχτή
τσιριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιριχτός
τσιριχτού	adj	γενική ενικού του τσιριχτός
τσιριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιριχτός
τσιριχτό	adj	αιτιατική ενικού του τσιριχτός	noun	άλλη μορφή του τσίριγμα
τσιριχτός	adj	που έχει σχέση με το τσίριγμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
τσιριχτών	adj	γενική πληθυντικού του τσιριχτός
τσιρλί	noun|vulgar	άλλη μορφή του τσίρλα: η διάρροια
τσιρλίζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του τσιρλώ: έχω διάρροια
τσιρλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίρλισμα
τσιρλίσματος	noun	γενική ενικού του τσίρλισμα
τσιρλητά	=	τσιρλητό
τσιρλητού	noun	γενική ενικού του τσιρλητό
τσιρλητό	noun|vulgar	άλλη μορφή του τσίρλα: η διάρροια
τσιρλητών	=	τσιρλητό
τσιρλιά	=	τσιρλιό
τσιρλιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιρλιάρης
τσιρλιάρας	adj	γενική ενικού του τσιρλιάρα
τσιρλιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιρλιάρα
τσιρλιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσιρλιάρης
τσιρλιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιρλιάρης
τσιρλιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του τσιρλιάρης
τσιρλιάρης	adj	που παθαίνει συχνά διάρροια, ευκοίλια, κόψιμο, τσιρλιακό ή τσιρλητό
τσιρλιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιρλιάρικο
τσιρλιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσιρλιάρης
τσιρλιάρικου	adj	γενική ενικού του τσιρλιάρικο
τσιρλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του τσιρλιάρικο
τσιρλιέμαι	verb|rare	παθητική φωνή του ρήματος τσιρλώ
τσιρλιού	=	τσιρλιό
τσιρλιπιπί	noun|vulgar	η επιτακτική ανάγκη για αφόδευση και ούρηση ταυτόχρονα
τσιρλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίρλισμα
τσιρλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιρλισμένο
τσιρλισμένε	verb	κλητική ενικού του τσιρλισμένος
τσιρλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιρλισμένη
τσιρλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιρλισμένος
τσιρλισμένης	verb	γενική ενικού του τσιρλισμένη
τσιρλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιρλισμένος
τσιρλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιρλισμένος
τσιρλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσιρλίζω: που έχει κάνει διάρροια, που έχει τσιρλίσει
τσιρλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιρλισμένος
τσιρλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιρλισμένος
τσιρλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιρλισμένος
τσιρλιό	noun|vulgar	η διάρροια
τσιρλιών	=	τσιρλιό
τσιρλώ	verb|vulgar	έχω διάρροια
τσιρλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσιρλώ
τσιρτσιπλάκη	=	τσιρτσιπλάκης
τσιρτσιπλάκηδες	=	τσιρτσιπλάκης
τσιρτσιπλάκηδων	=	τσιρτσιπλάκης
τσιρτσιπλάκης	noun	πάμφτωχος
τσιρότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιρότο
τσιρότο	noun	είδος λεπτού, αυτοκόλλητου επιδέσμου / έμπλαστρου
τσιρότου	noun	γενική ενικού του τσιρότο
τσιρότων	noun	γενική πληθυντικού του τσιρότο
τσισάκια	noun	τα ούρα
τσιτάκι	noun	ευτελές φόρεμα, από κακής ποιότητας ύφασμα, ιδιαίτερα και εμφανώς φτηνό
τσιτάκια	=	τσιτάκι
τσιτάρω	verb|rare	παραθέτω επακριβώς κάποιο σπουδαίο απόσπασμα γραπτού ή προφορικού λόγου, συνήθως για να ενισχύσω ένα επιχείρημα ή να προσδώσω κύρος στη θέση μου
τσιτάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιτάτο
τσιτάτο	noun	το σπάραγμα, η κατά λέξη επανάληψη αποσπάσματος από κείμενο ή λόγο σημαντικού προσώπου που παρατίθεται από κάποιον για να υποστηρίξει τις απόψεις του.
τσιτάτου	noun	γενική ενικού του τσιτάτο
τσιτάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιτάτο
τσιτάχ	noun	ο γατόπαρδος ή τσίτα
τσιτακισμέ	noun	κλητική ενικού του τσιτακισμός
τσιτακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιτακισμός
τσιτακισμού	noun	γενική ενικού του τσιτακισμός
τσιτακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσιτακισμός
τσιτακισμό	noun	αιτιατική ενικού του τσιτακισμός
τσιτακισμός	noun	το φαινόμενο ουράνωσης υπερωικών συμφώνων, όπου το σύμφωνο [k] ή [c] προφέρεται ως [t͡s] και το [ɡ] ή [ɟ] ως [d͡z] όταν ακολουθεί [e], [i] ή [ʝ]
τσιτακισμών	noun	γενική πληθυντικού του τσιτακισμός
τσιτιού	=	τσίτι
τσιτιών	=	τσίτι
τσιτσέκι	noun|vulgar	το λουλούδι, το άνθος
τσιτσέκια	=	τσιτσέκι
τσιτσί	noun	το κρέας
τσιτσίδι	adv	τελείως γυμνός, χωρίς κανένα ρούχο
τσιτσίριζα	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίριζαν	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίριζε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίριζες	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίρισα	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίρισαν	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίρισε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίρισες	=	τσιτσιρίζω
τσιτσίρισμα	noun	το αποτέλεσμα του τσιτσιρίζω
τσιτσιμπίρα	noun	άλλη μορφή του τζιτζιμπίρα
τσιτσιμπίρας	=	τσιτσιμπίρα
τσιτσιμπίρες	=	τσιτσιμπίρα
τσιτσιμπίρων	=	τσιτσιμπίρα
τσιτσιρίζαμε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζαν	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζανε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζατε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζει	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζεις	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζετε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζοντας	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζουμε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζουν	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζουνε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίζω	verb	παράγω χαρακτηριστικό τσιριχτό ήχο σαν συριγμό
τσιτσιρίσαμε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίσαν	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίσανε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίσατε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίσει	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιτσίρισμα
τσιτσιρίσματος	noun	γενική ενικού του τσιτσίρισμα
τσιτσιρίστε	=	τσιτσιρίζω
τσιτσιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσιτσίρισμα
τσιτωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσίτωμα
τσιτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιτωμένο
τσιτωμένε	verb	κλητική ενικού του τσιτωμένος
τσιτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιτωμένη
τσιτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιτωμένος
τσιτωμένης	verb	γενική ενικού του τσιτωμένη
τσιτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσιτωμένος
τσιτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιτωμένος
τσιτωμένος	=	τσιτώνομαι
τσιτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιτωμένος
τσιτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσιτωμένος
τσιτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιτωμένος
τσιτωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσιτωτός	adv	με τσιτωτό τρόπο
τσιτωτέ	adj	κλητική ενικού του τσιτωτός
τσιτωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιτωτή
τσιτωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιτωτός
τσιτωτής	adj	γενική ενικού του τσιτωτή
τσιτωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιτωτός
τσιτωτού	adj	γενική ενικού του τσιτωτός
τσιτωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιτωτός
τσιτωτό	adj	αιτιατική ενικού του τσιτωτός
τσιτωτός	adj|rare	άλλη μορφή του τσιτωμένος
τσιτωτών	adj	γενική πληθυντικού του τσιτωτός
τσιτώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσίτωμα
τσιτώματος	noun	γενική ενικού του τσίτωμα
τσιτών	=	τσίτα
τσιτώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσιτώνω
τσιτώνω	verb	τεντώνω κάτι πολύ καλά
τσιτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνομαι
τσιτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιτώνω
τσιφ	noun	εμπορικός όρος που στην τιμή του εμπορεύματος συμπεριλαμβάνονται και τα ασφάλιστρα και τα ναύλα
τσιφλίκι	noun	το αγρόκτημα μεγάλης εκτάσεως που ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη (μεγαλογαιοκτήμονα) και το καλλιεργούσαν με υποχρεωτική εργασία χωρικοί (κολίγοι)
τσιφλίκια	=	τσιφλίκι
τσιφλικά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσιφλικάς
τσιφλικάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιφλικάς
τσιφλικάδων	noun	γενική πληθυντικού του τσιφλικάς
τσιφλικάς	noun	ο ιδιοκτήτης ενός τσιφλικιού
τσιφλικικά	=	τσιφλικικός
τσιφλικικέ	=	τσιφλικικός
τσιφλικικές	=	τσιφλικικός
τσιφλικική	=	τσιφλικικός
τσιφλικικής	=	τσιφλικικός
τσιφλικικοί	=	τσιφλικικός
τσιφλικικού	=	τσιφλικικός
τσιφλικικούς	=	τσιφλικικός
τσιφλικικό	=	τσιφλικικός
τσιφλικικός	adj	που έχει σχέση με τσιφλίκι ή αναφέρεται σʼ αυτό
τσιφλικικών	=	τσιφλικικός
τσιφλικιού	noun	γενική ενικού του τσιφλίκι
τσιφλικιών	=	τσιφλίκι
τσιφλικούχε	=	τσιφλικούχος
τσιφλικούχο	=	τσιφλικούχος
τσιφλικούχοι	=	τσιφλικούχος
τσιφλικούχος	noun	που έχει στην κατοχή του τσιφλίκι
τσιφλικούχου	=	τσιφλικούχος
τσιφλικούχους	=	τσιφλικούχος
τσιφλικούχων	=	τσιφλικούχος
τσιφουτιά	noun|vulgar	η συμπεριφορά ή η ιδιότητα του τσιφούτη
τσιφουτιάς	noun	γενική ενικού του τσιφουτιά
τσιφουτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιφουτιά
τσιφουτιών	=	τσιφουτιά
τσιφούτα	noun	θηλυκό του τσιφούτης
τσιφούτας	noun	γενική ενικού του τσιφούτα
τσιφούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιφούτα
τσιφούτη	=	τσιφούτης
τσιφούτηδες	=	τσιφούτης
τσιφούτηδων	=	τσιφούτης
τσιφούτης	noun	ο τσιγκούνης, που θέλει μόνο να μαζεύει λεφτά εκμεταλλευόμενος τους άλλους
τσιφούτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσιφούτικος	adv	με τσιφούτικο τρόπο
τσιφούτικε	adj	κλητική ενικού του τσιφούτικος
τσιφούτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιφούτικη
τσιφούτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσιφούτικος
τσιφούτικης	adj	γενική ενικού του τσιφούτικη
τσιφούτικο	adj	αιτιατική ενικού του τσιφούτικος
τσιφούτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσιφούτικος
τσιφούτικος	adj	που έχει σχέση με τσιφούτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τσιφούτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσιφούτικος
τσιφούτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσιφούτικος
τσιφούτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσιφούτικος
τσιφούτισσα	noun	θηλυκό του τσιφούτης
τσιφούτισσας	noun	γενική ενικού του τσιφούτισσα
τσιφούτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιφούτισσα
τσιφτέ	=	τσιφτές
τσιφτέδες	=	τσιφτές
τσιφτέδων	=	τσιφτές
τσιφτές	noun	κρητικά (οπλισμός) δίκαννο κυνηγετικό όπλο
τσιφτετέλι	noun	χορός της κοιλιάς και το είδος της μουσικής που τον συνοδεύει
τσιφτετέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσιφτετέλι
τσιφτετελιού	=	τσιφτετέλι
τσιφτετελιών	=	τσιφτετέλι
τσιχλίτσα	noun	μικρή τσίχλα
τσιχλίτσας	=	τσιχλίτσα
τσιχλίτσες	=	τσιχλίτσα
τσιχλοποταμίδα	noun	το πουλί Acrocephalus arundinaceus
τσιχλοποταμίδας	=	τσιχλοποταμίδα
τσιχλοποταμίδες	=	τσιχλοποταμίδα
τσιχλοποταμίδων	=	τσιχλοποταμίδα
τσιχλόφουσκα	noun	τσίχλα η οποία έχει τα κατάλληλα χαρακτηριστικά ώστε, όταν τη μασήσουμε, να μπορούμε να κάνουμε εύκολα φούσκες
τσιχλόφουσκας	=	τσιχλόφουσκα
τσιχλόφουσκες	=	τσιχλόφουσκα
τσιχλόφουσκων	=	τσιχλόφουσκα
τσιχλών	noun	γενική πληθυντικού του τσίχλα
τσιόφτα	noun	η σαχλαμάρα
τσμεδε	abbrev	το ασφαλιστικό ταμείο των μηχανικών και εργοληπτών
τσογλάνι	noun	άτομο νεαρής ηλικίας
τσογλάνια	=	τσογλάνι
τσογλανάκι	noun	υποκοριστικό του τσογλάνι
τσογλανάκια	=	τσογλανάκι
τσογλαναρά	=	τσογλαναράς
τσογλαναράδες	=	τσογλαναράς
τσογλαναράδων	=	τσογλαναράς
τσογλαναράς	noun	μεγεθυντικό του τσογλάνι
τσογλαναρία	noun	ομάδα από τσογλάνια
τσογλαναρίας	=	τσογλαναρία
τσογλαναρίες	=	τσογλαναρία
τσογλαναριών	=	τσογλαναρία
τσογλανιού	=	τσογλάνι
τσογλανιών	=	τσογλάνι
τσοι	pron	τους (Κρήτη, Νάξος)
τσοκ	noun	παλαιότερο εξάρτημα (είδος κλαπέτου) οχημάτων με μηχανή εσωτερικής καύσης που ρυθμίζει το μείγμα καυσίμου - αέρα στο καρμπυρατέρ· το χρησιμοποιούσαν για να βοηθήσουν την εκκίνηση του κινητήρα τις κρύες μέρες κλείνοντας την παροχή αέρα και τροφοδοτώντας έτσι τη μηχανή με πλουσιότερο μείγμα
τσοκάνι	noun	άλλη μορφή του τσουκάνι
τσοκαρία	noun	γυναίκα που έχει φτηνή συμπεριφορά αλλά και γενική εμφάνιση και στάση
τσοκαρίας	=	τσοκαρία
τσοκαρίες	=	τσοκαρία
τσοκαριών	=	τσοκαρία
τσολιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσολιάς
τσολιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσολιάς
τσολιάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσολιάδικο
τσολιάδικε	adj	κλητική ενικού του τσολιάδικος
τσολιάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσολιάδικη
τσολιάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσολιάδικος
τσολιάδικης	adj	γενική ενικού του τσολιάδικη
τσολιάδικο	adj	αιτιατική ενικού του τσολιάδικος
τσολιάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσολιάδικος
τσολιάδικος	adj	άλλη μορφή του τσολιαδίστικος
τσολιάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσολιάδικος
τσολιάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσολιάδικος
τσολιάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσολιάδικος
τσολιάδων	noun	γενική πληθυντικού του τσολιάς
τσολιάς	noun	ο εύζωνος / εύζωνας
τσολιαδίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσολιαδίστικο
τσολιαδίστικε	adj	κλητική ενικού του τσολιαδίστικος
τσολιαδίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσολιαδίστικη
τσολιαδίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσολιαδίστικος
τσολιαδίστικης	adj	γενική ενικού του τσολιαδίστικη
τσολιαδίστικο	adj	αιτιατική ενικού του τσολιαδίστικος
τσολιαδίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσολιαδίστικος
τσολιαδίστικος	adj	που έχει σχέση με τσολιάδες ή ή αναφέρεται σ’ αυτούς
τσολιαδίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσολιαδίστικος
τσολιαδίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσολιαδίστικος
τσολιαδίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσολιαδίστικος
τσολιού	=	τσόλι
τσολιών	=	τσόλι
τσομπάνα	=	τσοπάνης
τσομπάνε	=	τσομπάνος
τσομπάνη	=	τσομπάνης
τσομπάνηδες	=	τσομπάνης
τσομπάνηδων	=	τσομπάνης
τσομπάνης	noun	άλλη μορφή του τσοπάνης
τσομπάνισσα	noun	άλλη μορφή του τσοπάνισσα
τσομπάνισσας	=	τσομπάνισσα
τσομπάνισσες	=	τσομπάνισσα
τσομπάνο	=	τσομπάνος
τσομπάνοι	=	τσομπάνος
τσομπάνος	noun	άλλη μορφή του τσοπάνος
τσομπάνου	=	τσομπάνος
τσομπάνους	=	τσομπάνος
τσομπάνων	=	τσομπάνος
τσομπαναραίοι	=	τσομπάνης
τσομπαναραίους	=	τσομπάνης
τσομπαναραίων	=	τσομπάνης
τσομπανισσών	=	τσομπάνισσα
τσομπανοπούλα	=	τσομπανόπουλο
τσομπανόπουλα	=	τσομπανόπουλο
τσομπανόπουλο	noun	άλλη μορφή του τσοπανόπουλο
τσομπανόπουλου	=	τσομπανόπουλο
τσομπανόπουλων	=	τσομπανόπουλο
τσομπανόσκυλα	=	τσομπανόσκυλο
τσομπανόσκυλο	noun	άλλη μορφή του τσοπανόσκυλο
τσομπανόσκυλου	=	τσομπανόσκυλο
τσομπανόσκυλων	=	τσομπανόσκυλο
τσονιού	=	τσόνι
τσονιών	=	τσόνι
τσοντάραμε	=	τσοντάρω
τσοντάραν	=	τσοντάρω
τσοντάρανε	=	τσοντάρω
τσοντάρατε	=	τσοντάρω
τσοντάρει	=	τσοντάρω
τσοντάρεις	=	τσοντάρω
τσοντάρετε	=	τσοντάρω
τσοντάρισα	=	τσοντάρω
τσοντάρισαν	=	τσοντάρω
τσοντάρισε	=	τσοντάρω
τσοντάρισες	=	τσοντάρω
τσοντάρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσοντάρω
τσοντάροντας	=	τσοντάρω
τσοντάρουμε	=	τσοντάρω
τσοντάρουν	=	τσοντάρω
τσοντάρουνε	=	τσοντάρω
τσοντάρω	verb	προσθέτοντας ύφασμα ή άλλο υλικό σε άλλο όμοιο για να το μακρύνω ή φαρδύνω
τσοντέρνω	verb	άλλη μορφή του τσοντάρω
τσονταρίσαμε	=	τσοντάρω
τσονταρίσαν	=	τσοντάρω
τσονταρίσανε	=	τσοντάρω
τσονταρίσατε	=	τσοντάρω
τσονταρίσει	=	τσοντάρω
τσονταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοντάρισμα
τσονταρίσματος	noun	γενική ενικού του τσοντάρισμα
τσονταρίστε	=	τσοντάρω
τσονταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσοντάρισμα
τσονταρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσονταρισμένο
τσονταρισμένε	verb	κλητική ενικού του τσονταρισμένος
τσονταρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσονταρισμένη
τσονταρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσονταρισμένος
τσονταρισμένης	verb	γενική ενικού του τσονταρισμένη
τσονταρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσονταρισμένος
τσονταρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσονταρισμένος
τσονταρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσονταρισμένος
τσονταρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσονταρισμένος
τσονταρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσονταρισμένος
τσοντοκάναλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοντοκάναλο
τσοπάνε	noun	κλητική ενικού του τσοπάνος
τσοπάνη	=	τσοπάνης
τσοπάνηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοπάνης
τσοπάνηδων	=	τσοπάνης
τσοπάνης	noun	εκείνος που βόσκει ή / και φυλάει ένα κοπάδι από γίδια και πρόβατα
τσοπάνισσα	noun	θηλυκό του τσοπάνης
τσοπάνισσας	noun	γενική ενικού του τσοπάνισσα
τσοπάνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοπάνισσα
τσοπάνο	noun	αιτιατική ενικού του τσοπάνος
τσοπάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσοπάνης
τσοπάνος	noun	άλλη μορφή του τσοπάνης
τσοπάνου	noun	γενική ενικού του τσοπάνης
τσοπάνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσοπάνης
τσοπάνων	noun	γενική πληθυντικού του τσοπάνης
τσοπανάκο	noun	αιτιατική ενικού του τσοπανάκος
τσοπανάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσοπανάκος
τσοπανάκος	noun	νεαρός βοσκός
τσοπανάκου	noun	γενική ενικού του τσοπανάκος
τσοπανάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τσοπανάκος
τσοπανάκων	noun	γενική πληθυντικού του τσοπανάκος
τσοπαναραίοι	=	τσοπάνης
τσοπαναραίους	=	τσοπάνης
τσοπαναραίων	=	τσοπάνης
τσοπανισσών	noun	γενική πληθυντικού του τσοπάνισσα
τσοπανοπούλα	noun	νεαρή τσοπάνισσα
τσοπανοπούλας	noun	γενική ενικού του τσοπανοπούλα
τσοπανοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοπανοπούλα
τσοπανόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοπανόπουλο
τσοπανόπουλο	noun	νεαρός τσοπάνης (θηλυκό τσοπανοπούλα)
τσοπανόπουλου	noun	γενική ενικού του τσοπανόπουλο
τσοπανόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του τσοπανόπουλο
τσοπανόσκυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσοπανόσκυλο
τσοπανόσκυλο	noun	σκύλος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη κοπαδιού κυρίως από πρόβατα και κατσίκια
τσοπανόσκυλου	noun	γενική ενικού του τσοπανόσκυλο
τσοπανόσκυλων	noun	γενική πληθυντικού του τσοπανόσκυλο
τσοπερά	=	τσοπεράς
τσοπεράδες	=	τσοπεράς
τσοπεράδων	=	τσοπεράς
τσοπεράκι	noun	υποκοριστικό του τσόπερ
τσοπεράκια	=	τσοπεράκι
τσοπεράς	noun|slang	κάποιος που οδηγεί μηχανή τσόπερ ή έχει πάθος μʼ αυτές
τσορβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσορβάς
τσορβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσορβάς
τσορβάδων	noun	γενική πληθυντικού του τσορβάς
τσορβάς	noun|dated	είδος (πηχτής) σούπας
τσορμπά	=	τσορμπάς
τσορμπάδες	=	τσορμπάς
τσορμπάδων	=	τσορμπάς
τσορμπάς	noun|figurative	άλλη μορφή του τσορβάς
τσορμπατζή	=	τσορμπατζής
τσορμπατζήδες	=	τσορμπατζής
τσορμπατζήδων	=	τσορμπατζής
τσορμπατζής	noun	ευκατάστατος, νοικοκύρης
τσου	intj	δήλωση άρνησης, όχι	article	άλλη μορφή του τσι, με τη σημασία τους
τσουάνα	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Μποτσουάνα και στη Νότια Αφρική
τσουανγκ	noun	ομάδα κινεζικών γλωσσών τάι της νότιας Κίνας
τσουβάλι	noun	μεγάλος σάκος από κάνναβη ή άλλο υλικό, για αποθήκευση ή μεταφορά πραγμάτων
τσουβάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουβάλι
τσουβάλιαζα	=	τσουβαλιάζω
τσουβάλιαζαν	=	τσουβαλιάζω
τσουβάλιαζε	=	τσουβαλιάζω
τσουβάλιαζες	=	τσουβαλιάζω
τσουβάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβάλιασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσουβαλιάζω
τσουβαλάκι	noun	υποκοριστικό του τσουβάλι
τσουβαλάκια	=	τσουβαλάκι
τσουβαλάτα	adv	στη φράση χύμα και τσουβαλάτα
τσουβαλιά	noun	το περιεχόμενο ενός τσουβαλιού ή η ποσότητα που χωράει σ’ ένα τσουβάλι
τσουβαλιάζαμε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζαν	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζανε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζατε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζει	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζεις	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζετε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζοντας	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζουμε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζουν	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζουνε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάζω	verb	τοποθετώ κάτι σε τσουβάλι
τσουβαλιάς	=	τσουβαλιά
τσουβαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσαν	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσανε	=	τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουβάλιασμα
τσουβαλιάσματος	noun	γενική ενικού του τσουβάλιασμα
τσουβαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζω
τσουβαλιές	=	τσουβαλιά
τσουβαλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσουβάλιασμα
τσουβαλιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουβαλιασμένο
τσουβαλιασμένε	verb	κλητική ενικού του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουβαλιασμένη
τσουβαλιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιασμένης	verb	γενική ενικού του τσουβαλιασμένη
τσουβαλιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσουβαλιασμένος
τσουβαλιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουβαλιάζομαι
τσουβαλιού	=	τσουβάλι
τσουβαλιών	=	τσουβάλι
τσουβασικά	noun	τουρκική γλώσσα της Τσουβασίας στη Ρωσική Ομοσπονδία.
τσουβασικών	=	τσουβασικά
τσουγκάνι	noun	απότομη πλαγιά βράχου ή βουνού
τσουγκάνια	=	τσουγκάνι
τσουγκανιού	=	τσουγκάνι
τσουγκανιών	=	τσουγκάνι
τσουγκράνα	noun	εργαλείο με μακριά λαβή και μεταλλικά δόντια που χρησιμοποιείται για το μάζεμα των πεσμένων φύλλων, για ένα ελαφρό σκάψιμο του επιφανειακού χώματος και άλλες εργασίες
τσουγκράνας	noun	γενική ενικού του τσουγκράνα
τσουγκράνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουγκράνα
τσουγκράνιζα	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνιζαν	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνιζε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνιζες	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνισα	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνισαν	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνισε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνισες	=	τσουγκρανίζω
τσουγκράνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τσουγκρανίζω
τσουγκρίζαμε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζαν	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζανε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζατε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζει	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζεις	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζεσαι	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζεστε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζεται	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζετε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίζομε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζονται	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζονταν	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζοντας	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζου	=	τσουγκρίζομαι
τσουγκρίζουμε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζουν	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζουνε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίζω	verb	χτυπώ ένα αντικείμενο με κάποιο άλλο
τσουγκρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσαν	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίσανε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούγκρισμα
τσουγκρίσματος	noun	γενική ενικού του τσούγκρισμα
τσουγκρίσομε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίσου	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίσουνε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρίστηκα	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίστηκαν	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίστηκε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίστηκες	=	τσουγκρίζω
τσουγκρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσουγκρανίζαμε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζαν	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζανε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζατε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζει	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζεις	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζετε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζομε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζοντας	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζουμε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζουν	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζουνε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίζω	verb	σκαλίζω ή καθαρίζω με μία τσουγκράνα
τσουγκρανίσαμε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσαν	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσανε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσατε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσει	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσεις	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσετε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουγκράνισμα
τσουγκρανίσματος	noun	γενική ενικού του τσουγκράνισμα
τσουγκρανίσομε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσουμε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσουν	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσουνε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίστε	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανίσω	=	τσουγκρανίζω
τσουγκρανιά	noun	ένα τράβηγμα ή χτύπημα με μια τσουγκράνα
τσουγκρανιάς	=	τσουγκρανιά
τσουγκρανιές	=	τσουγκρανιά
τσουγκρανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσουγκράνισμα
τσουγκρανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουγκρανισμένο
τσουγκρανισμένε	verb	κλητική ενικού του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουγκρανισμένη
τσουγκρανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανισμένης	verb	γενική ενικού του τσουγκρανισμένη
τσουγκρανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσουγκρανισμένος
τσουγκρανιών	=	τσουγκρανιά
τσουγκρανών	noun	γενική πληθυντικού του τσουγκράνα
τσουγκριζόμασταν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόμαστε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόμουν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόμουνα	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόντουσαν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόσασταν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόσαστε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόσουν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόσουνα	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζόταν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριζότανε	=	τσουγκρίζω
τσουγκρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσούγκρισμα
τσουγκρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουγκρισμένο
τσουγκρισμένε	verb	κλητική ενικού του τσουγκρισμένος
τσουγκρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουγκρισμένη
τσουγκρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουγκρισμένος
τσουγκρισμένης	verb	γενική ενικού του τσουγκρισμένη
τσουγκρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσουγκρισμένος
τσουγκρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουγκρισμένος
τσουγκρισμένος	=	τσουγκρίζω
τσουγκρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσουγκρισμένος
τσουγκρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσουγκρισμένος
τσουγκρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσουγκρισμένος
τσουγκριστήκαμε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστήκαν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστήκανε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστήκατε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστεί	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστείς	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστείτε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστούμε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστούν	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστούνε	=	τσουγκρίζω
τσουγκριστώ	=	τσουγκρίζω
τσουκ	noun	ο παραπάνω ήχος	intj	λεκτική μίμηση ήχου (συνήθως μη ισχυρής) κρούσης
τσουκάλι	noun	το πήλινο σκεύος, στο οποίο τοποθετούμε φαγητό ή και το μαγειρεύουμε
τσουκάλια	=	τσουκάλι
τσουκάνι	noun	κουδούνι ζώου
τσουκάνια	=	τσουκάνι
τσουκαλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τσουκαλάς
τσουκαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουκαλάς
τσουκαλάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουκαλάδικο
τσουκαλάδικο	noun	το εργαστήριο ή το κατάστημα ενός τσουκαλά
τσουκαλάδικου	noun	γενική ενικού του τσουκαλάδικο
τσουκαλάδικων	noun	γενική πληθυντικού του τσουκαλάδικο
τσουκαλάδων	noun	γενική πληθυντικού του τσουκαλάς
τσουκαλάκι	noun	υποκοριστικό του τσουκάλι
τσουκαλάκια	=	τσουκαλάκι
τσουκαλάς	noun|vulgar	τεχνίτης πήλινων ή κεραμικών αντικειμένων, αγγειοπλάστης
τσουκαλαριά	=	τσουκαλαριό
τσουκαλαριού	=	τσουκαλαριό
τσουκαλαριό	noun|informal	εργαστήριο κεραμικής
τσουκαλαριών	=	τσουκαλαριό
τσουκαλιά	noun	όση ποσότητα χωρά ένα τσουκάλι
τσουκαλιάς	=	τσουκαλιά
τσουκαλιές	=	τσουκαλιά
τσουκαλιού	=	τσουκάλι
τσουκαλιών	=	τσουκάλι
τσουκανιού	=	τσουκάνι
τσουκανιών	=	τσουκάνι
τσουκνίδα	noun	ονομασία πολλών κοινών αγριόχορτων του γένους Κνίδη (Urtica) τα οποία καλύπτονται από μικροσκοπικές βελόνες με δηλητήριο που ερεθίζει άμεσα το δέρμα του ανθρώπου
τσουκνίδας	=	τσουκνίδα
τσουκνίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουκνίδα
τσουκνίδων	=	τσουκνίδα
τσουκνιδόπιτα	noun	πίτα με βασικό υλικό την τσουκνίδα
τσουκνιδόπιτας	=	τσουκνιδόπιτα
τσουκνιδόπιτες	=	τσουκνιδόπιτα
τσουκνιδόπιτων	=	τσουκνιδόπιτα
τσουκνιδόσουπα	noun	σούπα που παρασκευάζεται από βραστές τσουκνίδες
τσουκνιδόσουπας	noun	γενική ενικού του τσουκνιδόσουπα
τσουκνιδόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουκνιδόσουπα
τσουκτρών	noun	γενική πληθυντικού του τσούκτρα
τσουκών	=	τσούκα
τσουλά	=	τσουλάω
τσουλάει	=	τσουλάω
τσουλάκι	noun	υποκοριστικό του τσούλα
τσουλάκια	=	τσουλάκι
τσουλάμε	=	τσουλάω
τσουλάν	=	τσουλάω
τσουλάνε	=	τσουλάω
τσουλάρα	noun	πολύ τσούλα
τσουλάρας	noun	γενική ενικού του τσουλάρα
τσουλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουλάρα
τσουλάς	=	τσουλάω
τσουλάτε	=	τσουλάω
τσουλάω	verb	κινούμαι σιγά πάνω σε τροχούς
τσουλήθρα	noun	παιχνίδι στις κούνιες που αποτελείται από ένα λείο κεκλιμένο διάδρομο, στον οποίο γλιστρούν τα παιδιά προς τα κάτω
τσουλήθρας	noun	γενική ενικού του τσουλήθρα
τσουλήθρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουλήθρα
τσουλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσαν	=	τσουλάω
τσουλήσανε	=	τσουλάω
τσουλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσουλί	noun	η τσούλα
τσουλίστικα	adv	με τσουλίστικο τρόπο
τσουλίστικε	adj	κλητική ενικού του τσουλίστικος
τσουλίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουλίστικη
τσουλίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουλίστικος
τσουλίστικης	adj	γενική ενικού του τσουλίστικη
τσουλίστικο	adj	αιτιατική ενικού του τσουλίστικος
τσουλίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουλίστικος
τσουλίστικος	adj	που έχει σχέση με τσούλα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
τσουλίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσουλίστικος
τσουλίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσουλίστικος
τσουλίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσουλίστικος
τσουλίτσα	noun	υποκοριστικό του τσούλα
τσουλίτσας	noun	γενική ενικού του τσουλίτσα
τσουλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουλίτσα
τσουληθρών	noun	γενική πληθυντικού του τσουλήθρα
τσουλιά	=	τσουλί
τσουλιού	=	τσουλί
τσουλιών	=	τσουλί
τσουλουφιού	=	τσουλούφι
τσουλουφιών	=	τσουλούφι
τσουλούμε	=	τσουλάω
τσουλούν	=	τσουλάω
τσουλούνε	=	τσουλάω
τσουλούσα	=	τσουλάω
τσουλούσαμε	=	τσουλάω
τσουλούσαν	=	τσουλάω
τσουλούσανε	=	τσουλάω
τσουλούσατε	=	τσουλάω
τσουλούσε	=	τσουλάω
τσουλούσες	=	τσουλάω
τσουλούφι	noun	μπούκλα μαλλιών που πετάει, συνήθως μπροστά στο μέτωπο και πάνω από τα μάτια
τσουλούφια	=	τσουλούφι
τσουλώ	=	τσουλάω
τσουλών	=	τσούλα
τσουλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τσουλάω / τσουλώ
τσουμπλέκι	noun|dated	σκεύος, συνήθως κατώτερης ποιότητας
τσουμπλέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουμπλέκι
τσουμπλεκιού	=	τσουμπλέκι
τσουμπλεκιών	=	τσουμπλέκι
τσουμπρίτσα	noun	ετήσιο φυτό με θαμνώδη εμφάνιση
τσουμπρίτσας	noun	γενική ενικού του τσουμπρίτσα
τσουμπρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουμπρίτσα
τσουμπριτσών	noun	γενική πληθυντικού του τσουμπρίτσα
τσουνάμι	noun	παλιρροϊκό κύμα που εκδηλώνεται μετά από σεισμό στη θάλασσα
τσουνί	noun	κοτσάνι
τσουνιά	=	τσουνί
τσουνιού	=	τσουνί
τσουνιών	=	τσουνί
τσουξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούξιμο
τσουξίματος	noun	γενική ενικού του τσούξιμο
τσουξιμάτων	=	τσούξιμο
τσουπ	intj	δηλώνει ότι κάτι ή κάποιος εμφανίστηκε ξαφνικά
τσουπωτά	=	τσουπωτός
τσουπωτέ	=	τσουπωτός
τσουπωτές	=	τσουπωτός
τσουπωτή	=	τσουπωτός
τσουπωτής	=	τσουπωτός
τσουπωτοί	=	τσουπωτός
τσουπωτού	=	τσουπωτός
τσουπωτούς	=	τσουπωτός
τσουπωτό	=	τσουπωτός
τσουπωτός	adj	με σφιχτή σάρκα, που δεν είναι πλαδαρή
τσουπωτών	=	τσουπωτός
τσουράπα	noun	χοντρό τσουβάλι που χρησιμοποιείται στα ελαιοτριβεία στη στύψη των ελαιοπυρήνων^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
τσουράπας	noun	γενική ενικού του τσουράπα
τσουράπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουράπα
τσουράπι	noun	κοντή και χοντρή, μάλλινη κάλτσα των χωρικών
τσουράπια	noun	ελληνικός παραδοσιακός μικτός χορός της βόρειας Ελλάδας, Μακεδονίας και Θράκης
τσουράπω	noun|vulgar	άξεστη γυναίκα και ατημέλητη
τσουράπων	=	τσουράπω
τσουράπως	=	τσουράπω
τσουρέκι	noun	το είδος αφράτου γλυκίσματος, που ζυμώνεται κυρίως σε εορταστικές περιόδους και ιδίως το Πάσχα, και περιέχει αλεύρι, βούτυρο, αβγά, γάλα, ζάχαρη και διάφορες αρωματικές ουσίες
τσουρέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρέκι
τσουραπά	=	τσουραπάς
τσουραπάδες	=	τσουραπάς
τσουραπάδων	=	τσουραπάς
τσουραπάς	noun|dated	αυτός που φοράει τσουράπια
τσουραπιού	=	τσουράπι
τσουραπιών	=	τσουράπι
τσουραπών	noun	γενική πληθυντικού του τσουράπα
τσουρεκάκι	noun	υποκοριστικό του τσουρέκι
τσουρεκάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρεκάκι
τσουρεκιού	=	τσουρέκι
τσουρεκιών	=	τσουρέκι
τσουρλώ	verb	γλιστρώ
τσουρμάρω	verb|dated	καταρτίζω / συγκεντρώνω τσούρμο / πλήρωμα για πλοίο
τσουρομάδημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσουρομαδώ
τσουρομαδήματα	=	τσουρομάδημα
τσουρομαδήματος	=	τσουρομάδημα
τσουρομαδημάτων	=	τσουρομάδημα
τσουρουφλίζαμε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζαν	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζανε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζατε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζει	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζεις	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζετε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζοντας	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζουμε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζουν	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζουνε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίζω	verb	καίω κάτι στην επιφάνειά του κι όχι σε βάθος
τσουρουφλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσαν	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσανε	=	τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρούφλισμα
τσουρουφλίσματος	noun	γενική ενικού του τσουρούφλισμα
τσουρουφλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρουφλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τσουρούφλισμα
τσουρουφλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρουφλισμένο
τσουρουφλισμένε	verb	κλητική ενικού του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρουφλισμένη
τσουρουφλισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλισμένης	verb	γενική ενικού του τσουρουφλισμένη
τσουρουφλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου τσουρουφλίζω
τσουρουφλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσουρουφλισμένος
τσουρουφλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρουφλιστό
τσουρουφλιστέ	adj	κλητική ενικού του τσουρουφλιστός
τσουρουφλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρουφλιστή
τσουρουφλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουρουφλιστός
τσουρουφλιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστής	adj	γενική ενικού του τσουρουφλιστή
τσουρουφλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουρουφλιστός
τσουρουφλιστού	adj	γενική ενικού του τσουρουφλιστός
τσουρουφλιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσουρουφλιστός
τσουρουφλιστό	adj	αιτιατική ενικού του τσουρουφλιστός
τσουρουφλιστός	adj	που έχει τσουρουφλιστεί
τσουρουφλιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζομαι
τσουρουφλιστών	adj	γενική πληθυντικού του τσουρουφλιστός
τσουρούκη	=	τσουρούκης
τσουρούκηδες	=	τσουρούκης
τσουρούκηδων	=	τσουρούκης
τσουρούκης	adj	κακός μάστορας, ανίκανος, κακοτεχνίτης (για άνθρωπο)
τσουρούλι	noun	κομμάτι ψωμιού
τσουρούτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρούτικο
τσουρούτικε	adj	κλητική ενικού του τσουρούτικος
τσουρούτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουρούτικη
τσουρούτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουρούτικος
τσουρούτικης	adj	γενική ενικού του τσουρούτικη
τσουρούτικο	adj	αιτιατική ενικού του τσουρούτικος
τσουρούτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουρούτικος
τσουρούτικος	adj	για ρούχο που είναι στενό ή κοντό, σε σχέση με αυτόν που το φορά
τσουρούτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τσουρούτικος
τσουρούτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσουρούτικος
τσουρούτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τσουρούτικος
τσουρούφλιζα	=	τσουρουφλίζω
τσουρούφλιζαν	=	τσουρουφλίζω
τσουρούφλιζε	=	τσουρουφλίζω
τσουρούφλιζες	=	τσουρουφλίζω
τσουρούφλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρούφλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρούφλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρούφλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουρουφλίζω
τσουρούφλισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσουρουφλίζω
τσουτσέκι	noun|slang	περιφρονητική προσφώνηση για άτομο που θεωρούμε ποταπό και ασήμαντο
τσουτσέκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουτσέκι
τσουτσουνιού	=	τσουτσούνι
τσουτσουνιών	=	τσουτσούνι
τσουτσουνών	noun	γενική πληθυντικού του τσουτσούνα
τσουτσουρώναμε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώναν	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνανε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνατε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνει	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνεις	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνετε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνοντας	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνουμε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνουν	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνουνε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώνω	verb|vulgar	ανατριχιάζω, αναριγώ
τσουτσουρώσαμε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώσαν	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώσανε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώσατε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώσει	=	τσουτσουρώνω
τσουτσουρώστε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσού	noun	το τσουτσούνι
τσουτσούνα	noun	άλλη μορφή του τσουτσούνι
τσουτσούνας	noun	γενική ενικού του τσουτσούνα
τσουτσούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουτσούνα
τσουτσούνι	noun|vulgar	το πέος
τσουτσούνια	=	τσουτσούνι
τσουτσούρωνα	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωναν	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωνε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωνες	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωσα	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωσαν	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωσε	=	τσουτσουρώνω
τσουτσούρωσες	=	τσουτσουρώνω
τσουχτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τσουχτερός	adv	με τσουχτερό τρόπο
τσουχτερέ	adj	κλητική ενικού του τσουχτερός
τσουχτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσουχτερή
τσουχτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τσουχτερός
τσουχτερής	adj	γενική ενικού του τσουχτερή
τσουχτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τσουχτερός
τσουχτερού	adj	γενική ενικού του τσουχτερός
τσουχτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τσουχτερός
τσουχτερό	adj	αιτιατική ενικού του τσουχτερός
τσουχτερός	adj	που τσούζει
τσουχτερών	adj	γενική πληθυντικού του τσουχτερός
τσουχτρών	noun	γενική πληθυντικού του τσούχτρα
τσοφλιού	=	τσόφλι
τσοφλιών	=	τσόφλι
τσοχανταραίε	=	τσοχανταραίος
τσοχανταραίο	=	τσοχανταραίος
τσοχανταραίοι	=	τσοχανταραίος
τσοχανταραίος	noun|dated	άλλη μορφή του τζοχανταραίος
τσοχανταραίου	=	τσοχανταραίος
τσοχανταραίους	=	τσοχανταραίος
τσοχανταραίων	=	τσοχανταραίος
τσοχών	=	τσόχα
τσούγκριζα	=	τσουγκρίζω
τσούγκριζαν	=	τσουγκρίζω
τσούγκριζε	=	τσουγκρίζω
τσούγκριζες	=	τσουγκρίζω
τσούγκρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσούγκρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσούγκρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσούγκρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουγκρίζω
τσούγκρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τσουγκρίζω
τσούζαμε	=	τσούζω
τσούζαν	=	τσούζω
τσούζανε	=	τσούζω
τσούζατε	=	τσούζω
τσούζει	=	τσούζω
τσούζεις	=	τσούζω
τσούζετε	=	τσούζω
τσούζομε	=	τσούζω
τσούζοντας	=	τσούζω
τσούζουμε	=	τσούζω
τσούζουν	=	τσούζω
τσούζουνε	=	τσούζω
τσούζω	verb	προκαλώ πόνο που μοιάζει με κάψιμο
τσούκα	noun|literary	η τσουκάλα
τσούκας	=	τσούκα
τσούκες	=	τσούκα
τσούκτρα	noun|vulgar	άλλη μορφή του τσούχτρα
τσούκτρας	noun	γενική ενικού του τσούκτρα
τσούκτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούκτρα
τσούλα	verb	β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος τσουλώ
τσούλαγε	=	τσουλάω
τσούλας	noun	γενική ενικού του τσούλα
τσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούλα
τσούλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσούλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσούλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσούλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσουλώ
τσούλι	noun	φτηνό ή παλιό στρωσίδι
τσούλια	=	τσούλι
τσούξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξαν	=	τσούζω
τσούξανε	=	τσούζω
τσούξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξιμο	noun	οξύς πόνος• συχνά επιφανειακός
τσούξομε	=	τσούζω
τσούξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξουνε	=	τσούζω
τσούξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσούζω
τσούπα	noun|vulgar	το κορίτσι
τσούπρα	noun	το κορίτσι, η κοπέλα
τσούπρας	noun	γενική ενικού του τσούπρα
τσούπρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούπρα
τσούρα	noun	η κατσίκα, η αίγα
τσούρας	=	τσούρα
τσούρες	=	τσούρα
τσούρμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούρμο
τσούρμο	noun	το πλήρωμα ενός πλοίου (επί τουρκοκρατίας), όρος που υφίσταται και σήμερα για πλήρωμα αλιευτικού
τσούρμου	noun	γενική ενικού του τσούρμο
τσούρμων	noun	γενική πληθυντικού του τσούρμο
τσούρων	=	τσούρα
τσούχτρα	noun|vulgar	η μέδουσα, η σαλούφα
τσούχτρας	noun	γενική ενικού του τσούχτρα
τσούχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσούχτρα
τσυρ	noun	ο κυρ (κύριος)
τσυρά	noun	αλλιώς η κυρά
τσόγλανε	=	τσόγλανος
τσόγλανο	=	τσόγλανος
τσόγλανοι	=	τσόγλανος
τσόγλανος	noun	μεγεθυντικό του τσογλάνι
τσόγλανου	=	τσόγλανος
τσόγλανους	=	τσόγλανος
τσόγλανων	=	τσόγλανος
τσόκαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσόκαρο
τσόκαρο	noun	πέδιλο ή παντόφλα με ξύλινο πέλμα
τσόκαρου	noun	γενική ενικού του τσόκαρο
τσόκαρων	noun	γενική πληθυντικού του τσόκαρο
τσόκι	noun|dated	σφυρί
τσόκια	=	τσόκι
τσόλι	noun	φτηνό ρούχο ή ύφασμα
τσόλια	=	τσόλι
τσόνγκα	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Νότια Αφρική
τσόνι	noun	ο σπίνος
τσόνια	=	τσόνι
τσόντα	noun	μικρό κομμάτι υφάσματος που ράβεται σε άλλο όμοιο, και το συμπληρώνει, φαρδύνοντας ή μακρύοντάς το
τσόνταρα	=	τσοντάρω
τσόνταραν	=	τσοντάρω
τσόνταρε	=	τσοντάρω
τσόνταρες	=	τσοντάρω
τσόντας	noun	γενική ενικού του τσόντα
τσόντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσόντα
τσόπερ	noun	μοτοσικλέτα ειδικά διαμορφωμένη με μακρύ μπροστινό μέρος, χαμηλή θέση οδήγησης και χαρακτηριστική εμφάνιση που δίνει έμφαση στο στιλ και την άνετη οδήγηση
τσόπστικ	noun	λεπτή ράβδος (συνήθως σε ζευγάρι) από ξύλο ή άλλο υλικό που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία για τη λήψη του φαγητού
τσόπστικς	=	τσόπστικ
τσότρα	noun	ξύλινη κανάτα για κρασί ή νερό
τσότρας	noun	γενική ενικού του τσότρα
τσότρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσότρα
τσόφλι	noun	το σκληρό εξωτερικό μέρος του αβγού
τσόφλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσόφλι
τσόχα	noun	ένα μαλακό μάλλινο ύφασμα
τσόχας	noun	γενική ενικού του τσόχα
τσόχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τσόχα
τσόχινα	=	τσόχινος
τσόχινε	=	τσόχινος
τσόχινες	=	τσόχινος
τσόχινη	=	τσόχινος
τσόχινης	=	τσόχινος
τσόχινο	=	τσόχινος
τσόχινοι	=	τσόχινος
τσόχινος	adj	που έχει κατασκευαστεί από τσόχα
τσόχινου	=	τσόχινος
τσόχινους	=	τσόχινος
τσόχινων	=	τσόχινος
τταβά	=	τταβάς
τταβάδες	=	τταβάς
τταβάδων	=	τταβάς
τταβάς	noun	μαγειρικό στρόγγυλο σκεύος
ττλπ	abbrev	τεχνικό τμήμα υποδομών του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας
τττ	abbrev	εταιρεία η οποία παρείχε υπηρεσίες ταχυδρομείου, τηλέγραφου και τηλεφώνου στην Ελλάδα
τυγχάνω	verb|formal	τυχαίνω
τυκλωμένος	=	τυκλώνω
τυκλώνω	verb	θολώνω
τυκλώσω	=	τυκλώνω
τυλίγαμε	=	τυλίγω
τυλίγαν	=	τυλίγω
τυλίγανε	=	τυλίγω
τυλίγατε	=	τυλίγω
τυλίγει	=	τυλίγω
τυλίγεις	=	τυλίγω
τυλίγεσαι	=	τυλίγω
τυλίγεστε	=	τυλίγω
τυλίγεται	=	τυλίγω
τυλίγετε	=	τυλίγω
τυλίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύλιγμα
τυλίγματος	noun	γενική ενικού του τύλιγμα
τυλίγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος τυλίγω, με τυλίγουν, τυλίγομαι μόνος μου
τυλίγομε	=	τυλίγω
τυλίγονται	=	τυλίγω
τυλίγονταν	=	τυλίγω
τυλίγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τυλίγω
τυλίγουμε	=	τυλίγω
τυλίγουν	=	τυλίγω
τυλίγουνε	=	τυλίγω
τυλίγω	verb	περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται
τυλίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξαν	=	τυλίγω
τυλίξανε	=	τυλίγω
τυλίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξεων	=	τύλιξη
τυλίξομε	=	τυλίγω
τυλίξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξουνε	=	τυλίγω
τυλίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τυλίσσω	verb	τυλίγω
τυλίχτε	=	τυλίγω
τυλίχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλίχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλίχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλίχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιγάδι	noun	ξύλινη ράβδος με τη βοήθεια της οποίας τυλίγεται το νήμα
τυλιγάδια	=	τυλιγάδι
τυλιγάδιαζα	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιαζαν	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιαζε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιαζες	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιασα	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιασαν	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιασε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιασες	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγάδιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζαμε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζαν	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζανε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζατε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζει	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζεις	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζετε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζοντας	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζουμε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζουν	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζουνε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάζω	verb	τυλίγω νήμα σε τυλιγάδι
τυλιγαδιάσαμε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάσαν	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάσανε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάσατε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάσει	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιάσματα	=	τυλιγάδιασμα
τυλιγαδιάσματος	=	τυλιγάδιασμα
τυλιγαδιάστε	=	τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιασμάτων	=	τυλιγάδιασμα
τυλιγαδιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλιγαδιασμένο
τυλιγαδιασμένε	verb	κλητική ενικού του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλιγαδιασμένη
τυλιγαδιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιασμένης	verb	γενική ενικού του τυλιγαδιασμένη
τυλιγαδιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου τυλιγαδιάζω
τυλιγαδιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυλιγαδιασμένος
τυλιγαδιού	=	τυλιγάδι
τυλιγαδιών	=	τυλιγάδι
τυλιγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τύλιγμα
τυλιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλιγμένο
τυλιγμένε	verb	κλητική ενικού του τυλιγμένος
τυλιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλιγμένη
τυλιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυλιγμένος
τυλιγμένης	verb	γενική ενικού του τυλιγμένη
τυλιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυλιγμένος
τυλιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυλιγμένος
τυλιγμένος	=	τυλίγω
τυλιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυλιγμένος
τυλιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυλιγμένος
τυλιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυλιγμένος
τυλιγόμασταν	=	τυλίγω
τυλιγόμαστε	=	τυλίγω
τυλιγόμουν	=	τυλίγω
τυλιγόμουνα	=	τυλίγω
τυλιγόντουσαν	=	τυλίγω
τυλιγόσασταν	=	τυλίγω
τυλιγόσαστε	=	τυλίγω
τυλιγόσουν	=	τυλίγω
τυλιγόσουνα	=	τυλίγω
τυλιγόταν	=	τυλίγω
τυλιγότανε	=	τυλίγω
τυλικτήρα	=	τυλικτήρας
τυλικτήρας	noun	συσκευή ή κατασκευή που χρησιμοποιείται για να τυλίξουμε κάτι
τυλικτήρες	=	τυλικτήρας
τυλικτήρων	=	τυλικτήρας
τυλιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τυλιχτός	adv	με τυλιχτό τρόπο
τυλιχτάρι	noun	ταυτόσημο με το τυλιγάδι
τυλιχτάρια	=	τυλιχτάρι
τυλιχτέ	adj	κλητική ενικού του τυλιχτός
τυλιχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλιχτή
τυλιχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυλιχτός
τυλιχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτήκαν	=	τυλίγω
τυλιχτήκανε	=	τυλίγω
τυλιχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτήρα	=	τυλιχτήρας
τυλιχτήρας	noun	άλλη μορφή του τυλικτήρας
τυλιχτήρες	=	τυλιχτήρας
τυλιχτήρων	=	τυλιχτήρας
τυλιχτής	adj	γενική ενικού του τυλιχτή
τυλιχταριού	=	τυλιχτάρι
τυλιχταριών	=	τυλιχτάρι
τυλιχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυλιχτός
τυλιχτού	adj	γενική ενικού του τυλιχτός
τυλιχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτούνε	=	τυλίγω
τυλιχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυλιχτός
τυλιχτό	adj	αιτιατική ενικού του τυλιχτός
τυλιχτός	adj	που τον έχουν τυλίξει
τυλιχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλίγομαι
τυλιχτών	adj	γενική πληθυντικού του τυλιχτός
τυλοφθόρος	adj|formal	που συμβάλλει στην εξάλειψη κάλων / τύλων
τυλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τύλωμα
τυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλωμένο
τυλωμένε	verb	κλητική ενικού του τυλωμένος
τυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυλωμένη
τυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυλωμένος
τυλωμένης	verb	γενική ενικού του τυλωμένη
τυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυλωμένος
τυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυλωμένος
τυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυλωμένος
τυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυλωμένος
τυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυλωμένος
τυλώδες	=	τυλώδης
τυλώδης	adj	με τύλους, κάλους
τυλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύλωμα
τυλώματος	noun	γενική ενικού του τύλωμα
τυλώνω	verb	τρώω τόσο πολύ που φουσκώνει η κοιλιά μου
τυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνομαι
τυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τυμβωρυχία	noun	η σύληση, η λεηλάτηση τάφου ή μνήματος
τυμβωρυχίας	noun	γενική ενικού του τυμβωρυχία
τυμβωρυχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμβωρυχία
τυμβωρυχιών	noun	γενική πληθυντικού του τυμβωρυχία
τυμβωρύχε	noun	κλητική ενικού του τυμβωρύχος
τυμβωρύχο	noun	αιτιατική ενικού του τυμβωρύχος
τυμβωρύχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυμβωρύχος
τυμβωρύχος	noun	αυτός που παραβιάζει αρχαίους τάφους για να συλήσει το περιεχόμενό τους
τυμβωρύχου	noun	γενική ενικού του τυμβωρύχος
τυμβωρύχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυμβωρύχος
τυμβωρύχων	noun	γενική πληθυντικού του τυμβωρύχος
τυμπάνιζα	=	τυμπανίζω
τυμπάνιζαν	=	τυμπανίζω
τυμπάνιζε	=	τυμπανίζω
τυμπάνιζες	=	τυμπανίζω
τυμπάνισα	=	τυμπανίζω
τυμπάνισαν	=	τυμπανίζω
τυμπάνισε	=	τυμπανίζω
τυμπάνισες	=	τυμπανίζω
τυμπάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τυμπανίζω
τυμπάνου	noun	γενική ενικού του τύμπανο
τυμπάνων	noun	γενική πληθυντικού του τύμπανο
τυμπάνωση	noun	ο τυμπανισμός
τυμπάνωσης	=	τυμπάνωση
τυμπανίζαμε	=	τυμπανίζω
τυμπανίζαν	=	τυμπανίζω
τυμπανίζανε	=	τυμπανίζω
τυμπανίζατε	=	τυμπανίζω
τυμπανίζει	=	τυμπανίζω
τυμπανίζεις	=	τυμπανίζω
τυμπανίζετε	=	τυμπανίζω
τυμπανίζοντας	=	τυμπανίζω
τυμπανίζουμε	=	τυμπανίζω
τυμπανίζουν	=	τυμπανίζω
τυμπανίζουνε	=	τυμπανίζω
τυμπανίζω	verb	παίζω τύμπανο
τυμπανίσαμε	=	τυμπανίζω
τυμπανίσαν	=	τυμπανίζω
τυμπανίσανε	=	τυμπανίζω
τυμπανίσατε	=	τυμπανίζω
τυμπανίσει	=	τυμπανίζω
τυμπανίσματα	=	τυμπάνισμα
τυμπανίσματος	=	τυμπάνισμα
τυμπανίστε	=	τυμπανίζω
τυμπανίστρια	noun	γυναίκα μουσικός που παίζει τύμπανο
τυμπανίστριας	noun	γενική ενικού του τυμπανίστρια
τυμπανίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανίστρια
τυμπανίτιδα	noun	τυμπανισμός
τυμπανίτιδας	=	τυμπανίτιδα
τυμπανίτιδες	=	τυμπανίτιδα
τυμπανίτιδων	=	τυμπανίτιδα
τυμπανιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυμπανιαίος
τυμπανιαίας	adj	γενική ενικού του τυμπανιαία
τυμπανιαίε	adj	τυμπανιαίος, στην κλητική του ενικού
τυμπανιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανιαία
τυμπανιαίο	adj	τυμπανιαίος, στην αιτιατική του ενικού
τυμπανιαίοι	adj	τυμπανιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τυμπανιαίος	adj|formal	που είναι πολύ πρησμένος σαν τύμπανο
τυμπανιαίου	adj	γενική ενικού του τυμπανιαίος
τυμπανιαίους	adj	τυμπανιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τυμπανιαίων	=	τυμπανιαίος
τυμπανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανικό
τυμπανικέ	adj	κλητική ενικού του τυμπανικός
τυμπανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανική
τυμπανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυμπανικός
τυμπανικής	adj	γενική ενικού του τυμπανική
τυμπανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυμπανικός
τυμπανικού	adj	γενική ενικού του τυμπανικός
τυμπανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυμπανικός
τυμπανικό	adj	αιτιατική ενικού του τυμπανικός
τυμπανικός	adj	που έχει σχέση με το τύμπανο του αφτιού, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό
τυμπανικών	adj	γενική πληθυντικού του τυμπανικός
τυμπανισμάτων	=	τυμπάνισμα
τυμπανισμέ	noun	κλητική ενικού του τυμπανισμός
τυμπανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανισμένο
τυμπανισμένε	verb	κλητική ενικού του τυμπανισμένος
τυμπανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανισμένη
τυμπανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυμπανισμένος
τυμπανισμένης	verb	γενική ενικού του τυμπανισμένη
τυμπανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυμπανισμένος
τυμπανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυμπανισμένος
τυμπανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυμπανισμένος
τυμπανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυμπανισμένος
τυμπανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυμπανισμένος
τυμπανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυμπανισμός
τυμπανισμού	noun	γενική ενικού του τυμπανισμός
τυμπανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυμπανισμός
τυμπανισμό	noun	αιτιατική ενικού του τυμπανισμός
τυμπανισμός	noun	η εξόγκωση της κοιλιάς λόγω αερίων που συσσωρεύονται στα έντερα ή το στομάχι
τυμπανισμών	noun	γενική πληθυντικού του τυμπανισμός
τυμπανιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανιστής
τυμπανιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τυμπανιστής
τυμπανιστής	noun	αυτός που παίζει τύμπανο
τυμπανιστριών	noun	γενική πληθυντικού του τυμπανίστρια
τυμπανιστών	noun	γενική πληθυντικού του τυμπανιστής
τυμπανογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανογραφικό
τυμπανογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τυμπανογραφικός
τυμπανογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανογραφική
τυμπανογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυμπανογραφικός
τυμπανογραφικής	adj	γενική ενικού του τυμπανογραφική
τυμπανογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυμπανογραφικός
τυμπανογραφικού	adj	γενική ενικού του τυμπανογραφικός
τυμπανογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυμπανογραφικός
τυμπανογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τυμπανογραφικός
τυμπανογραφικός	adj	που έχει σχέση με τυμπανογράφημα / τυμπανόγραμμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
τυμπανογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τυμπανογραφικός
τυμπανοειδές	=	τυμπανοειδής
τυμπανοειδή	=	τυμπανοειδής
τυμπανοειδής	adj	που έχει σχήμα σαν τύμπανο
τυμπανοειδείς	=	τυμπανοειδής
τυμπανοειδούς	=	τυμπανοειδής
τυμπανοειδών	=	τυμπανοειδής
τυμπανοκρουσία	noun	το χτύπημα τυμπάνου ή τυμπάνων και ο ήχος που παράγεται (ιδίως σε -στρατιωτικές- παρελάσεις κ.λπ.)
τυμπανοκρουσίας	noun	γενική ενικού του τυμπανοκρουσία
τυμπανοκρουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυμπανοκρουσία
τυμπανοκρουσιών	noun	γενική πληθυντικού του τυμπανοκρουσία
τυμπανοκρουστών	=	τυμπανοκρούστης
τυμπανοκρούστες	=	τυμπανοκρούστης
τυμπανοκρούστη	=	τυμπανοκρούστης
τυμπανοκρούστης	noun|dated	ταυτόσημο με το τυμπανιστής
τυμπανοπλαστικές	=	τυμπανοπλαστική
τυμπανοπλαστική	noun	επανορθωτική μικροχειρουργική επέμβαση στο τύμπανο του αυτιού για την αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας και ανατομίας του μέσου ωτός και την αποφυγή λοιμώξεων
τυμπανοπλαστικής	=	τυμπανοπλαστική
τυμπανοπλαστικών	=	τυμπανοπλαστική
τυμπανοσκλήρωση	noun	επιπλοκή της χρόνιας ωτίτιδας
τυμπανοσκλήρωσης	=	τυμπανοσκλήρωση
τυμπανοσκληρώσεις	=	τυμπανοσκλήρωση
τυμπανοσκληρώσεων	=	τυμπανοσκλήρωση
τυμπανώσεις	=	τυμπάνωση
τυμπανώσεων	=	τυμπάνωση
τυνησιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυνησιακό
τυνησιακέ	adj	κλητική ενικού του τυνησιακός
τυνησιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυνησιακή
τυνησιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυνησιακός
τυνησιακής	adj	γενική ενικού του τυνησιακή
τυνησιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυνησιακός
τυνησιακού	adj	γενική ενικού του τυνησιακός
τυνησιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυνησιακός
τυνησιακό	adj	αιτιατική ενικού του τυνησιακός
τυνησιακός	adj	ο σχετικός με την Τυνησία
τυνησιακών	adj	γενική πληθυντικού του τυνησιακός
τυπά	=	τυπάς
τυπάδες	=	τυπάς
τυπάδων	=	τυπάς
τυπάζω	verb|rare	καλουπώνω
τυπάκο	noun	αιτιατική ενικού του τυπάκος
τυπάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπάκος
τυπάκος	noun	υποκοριστικό του τύπος
τυπάκου	noun	γενική ενικού του τυπάκος
τυπάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυπάκος
τυπάκων	noun	γενική πληθυντικού του τυπάκος
τυπάς	noun|vulgar	άνθρωπος με χαρακτηριστικό στιλ και προσωπικότητα
τυπασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπασμένο
τυπασμένε	verb	κλητική ενικού του τυπασμένος
τυπασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπασμένη
τυπασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπασμένος
τυπασμένης	verb	γενική ενικού του τυπασμένη
τυπασμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυπασμένος
τυπασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπασμένος
τυπασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυπασμένος
τυπασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυπασμένος
τυπασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυπασμένος
τυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπικό	adv	με τυπικό τρόπο, τηρώντας τους τύπους
τυπικάρη	noun	τυπικάρης, στη γενική του ενικού
τυπικάρηδες	noun	τυπικάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού
τυπικάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του τυπικάρης
τυπικάρης	noun	μοναχός που είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του τυπικού της μονής
τυπικέ	adj	κλητική ενικού του τυπικός
τυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπική
τυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπικός
τυπικής	adj	γενική ενικού του τυπική
τυπικαριά	=	τυπικαριό
τυπικαριού	=	τυπικαριό
τυπικαριό	noun	χώρος φύλαξης του τυπικού κι άλλων εκκλησιαστικών βιβλίων
τυπικαριών	=	τυπικαριό
τυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπικός
τυπικοτήτων	=	τυπικότητα
τυπικού	adj	γενική ενικού του τυπικός
τυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυπικός
τυπικό	noun	το κομμάτι της γραμματικής το οποίο έχει ως ασχολία τους τύπους των λέξεων, δηλαδή την κλίση των ουσιαστικών, των αντωνυμιών, των αριθμητικών και των ρημάτων	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τυπικός
τυπικός	adj	ο αυστηρός (ακριβής) και χωρίς παρερμηνείες στη διατύπωσή του
τυπικότης	noun	η τυπικότητα
τυπικότητα	noun	οι ιδιότητες ενος τυπικού ατόμου
τυπικότητας	noun	γενική ενικού του τυπικότητα
τυπικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπικότητα
τυπικών	adj	γενική πληθυντικού του τυπικός
τυπικώς	adv|dated	τυπικά
τυπισσών	noun	γενική πληθυντικού του τύπισσα
τυποβαφές	=	τυποβαφή
τυποβαφή	noun	η διεργασία εκτύπωσης σχεδίων σε ύφασμα
τυποβαφής	=	τυποβαφή
τυποβαφία	noun	μέθοδος βαφής υφασμάτων κατά την οποία το χρώμα εφαρμόζεται επιλεκτικά σε ορισμένα τμήματα ή σε ολόκληρη την επιφάνεια με διαφορετικές αποχρώσεις, σχηματίζοντας διάφορα σχέδια
τυποβαφίας	=	τυποβαφία
τυποβαφίες	=	τυποβαφία
τυποβαφιών	=	τυποβαφία
τυποβαφών	=	τυποβαφή
τυπογράφε	noun	κλητική ενικού του τυπογράφος
τυπογράφο	noun	αιτιατική ενικού του τυπογράφος
τυπογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπογράφος
τυπογράφος	noun	που ασχολείται επαγγελματικά με την τυπογραφία, δουλεύει σε τυπογραφείο ή είναι ιδιοκτήτης του
τυπογράφου	noun	γενική ενικού του τυπογράφος
τυπογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυπογράφος
τυπογράφων	noun	γενική πληθυντικού του τυπογράφος
τυπογραφία	noun	η τέχνη και το σύνολο των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία πρωτοτύπων και την αναπαραγωγή πολλαπλών αντιγράφων κειμένου ή εικόνας με τη χρησιμοποίηση πιεστηρίου και μελανιού
τυπογραφίας	noun	γενική ενικού του τυπογραφία
τυπογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπογραφία
τυπογραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπογραφείο
τυπογραφείο	noun	ο χώρος όπου τυπώνονται έντυπα
τυπογραφείου	noun	γενική ενικού του τυπογραφείο
τυπογραφείων	noun	γενική πληθυντικού του τυπογραφείο
τυπογραφεῖα	=	τυπογραφεῖον
τυπογραφεῖον	noun	τυπογραφείο
τυπογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπογραφικό
τυπογραφικέ	adj	κλητική ενικού του τυπογραφικός
τυπογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπογραφική
τυπογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπογραφικός
τυπογραφικής	adj	γενική ενικού του τυπογραφική
τυπογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπογραφικός
τυπογραφικού	adj	γενική ενικού του τυπογραφικός
τυπογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυπογραφικός
τυπογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του τυπογραφικός	noun	(βιβλιοδεσία) φύλλο χαρτιού το οποίο αποτελεί ένα ενιαίο τμήμα προς επεξεργασία
τυπογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον τυπογράφο ή την τυπογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
τυπογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του τυπογραφικός
τυπογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του τυπογραφία
τυποκλοπία	noun|rare	η κλεψιτυπία
τυποκλοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυποκλοπικό
τυποκλοπικέ	adj	κλητική ενικού του τυποκλοπικός
τυποκλοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυποκλοπική
τυποκλοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυποκλοπικός
τυποκλοπικής	adj	γενική ενικού του τυποκλοπική
τυποκλοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυποκλοπικός
τυποκλοπικού	adj	γενική ενικού του τυποκλοπικός
τυποκλοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυποκλοπικός
τυποκλοπικό	adj	αιτιατική ενικού του τυποκλοπικός
τυποκλοπικός	adj|dated	που έχει σχέση με την τυποκλοπία ή αναφέρεται σʼ αυτή
τυποκλοπικών	adj	γενική πληθυντικού του τυποκλοπικός
τυποκλοπώ	verb	διαπράττω τυποκλοπία
τυποκλοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τυποκλοπώ
τυποκλόπε	=	τυποκλόπος
τυποκλόπο	=	τυποκλόπος
τυποκλόποι	=	τυποκλόπος
τυποκλόπος	noun	που διαπράττει τυποκλοπία
τυποκλόπου	=	τυποκλόπος
τυποκλόπους	=	τυποκλόπος
τυποκλόπων	=	τυποκλόπος
τυποκρατία	noun|formal	ο φορμαλισμός
τυποκρατίας	=	τυποκρατία
τυποκρατίες	=	τυποκρατία
τυποκρατιών	=	τυποκρατία
τυποκτόνα	=	τυποκτόνος
τυποκτόνας	=	τυποκτόνος
τυποκτόνε	=	τυποκτόνος
τυποκτόνες	=	τυποκτόνος
τυποκτόνο	=	τυποκτόνος
τυποκτόνοι	=	τυποκτόνος
τυποκτόνος	adj	χρησιμοποιείται για νόμους που σκοπό έχουν να σταματήσουν δημοσιεύσεις εντύπων.
τυποκτόνου	=	τυποκτόνος
τυποκτόνους	=	τυποκτόνος
τυποκτόνων	=	τυποκτόνος
τυπολάτρες	=	τυπολάτρης
τυπολάτρη	=	τυπολάτρης
τυπολάτρης	noun	αυτός που δίνει υπερβολική σημασία στους τύπους και συνήθως αδιαφορεί για την ουσία
τυπολάτρις	noun	η τυπολάτρισσα
τυπολάτρισσα	noun	θηλυκό του τυπολάτρης
τυπολάτρισσας	noun	γενική ενικού του τυπολάτρισσα
τυπολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπολάτρισσα
τυπολατρία	noun	το να είναι κάποιος τυπολάτρης, να μένει στους τύπους κι όχι στην ουσία
τυπολατρίας	noun	γενική ενικού του τυπολατρία
τυπολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπολατρία
τυπολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τυπολατρικός	adv	με τυπολατρικό τρόπο
τυπολατρικέ	adj	κλητική ενικού του τυπολατρικός
τυπολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπολατρική
τυπολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπολατρικός
τυπολατρικής	adj	γενική ενικού του τυπολατρική
τυπολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπολατρικός
τυπολατρικού	adj	γενική ενικού του τυπολατρικός
τυπολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυπολατρικός
τυπολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του τυπολατρικός
τυπολατρικός	adj	που έχει σχέση με την τυπολατρία ή τον τυπολάτρη ή αναφέρεται σ' αυτά
τυπολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του τυπολατρικός
τυπολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του τυπολάτρισσα
τυπολατριών	noun	γενική πληθυντικού του τυπολατρία
τυπολατρών	=	τυπολάτρης
τυπολογία	noun	η συστηματική μελέτη και κατάταξη αντικειμένων, φαινομένων ή καταστάσεων σε τύπους και κατηγορίες με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους
τυπολογίας	noun	γενική ενικού του τυπολογία
τυπολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπολογία
τυπολογίου	=	τυπολόγιο
τυπολογίων	=	τυπολόγιο
τυπολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπολογικό
τυπολογικέ	adj	κλητική ενικού του τυπολογικός
τυπολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπολογική
τυπολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπολογικός
τυπολογικής	adj	γενική ενικού του τυπολογική
τυπολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπολογικός
τυπολογικού	adj	γενική ενικού του τυπολογικός
τυπολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυπολογικός
τυπολογικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τυπολογικός	noun	το μορφολογικό
τυπολογικός	adj	σχετικός με την τυπολογία
τυπολογικών	adj	γενική πληθυντικού του τυπολογικός
τυπολογιών	noun	γενική πληθυντικού του τυπολογία
τυπολόγια	=	τυπολόγιο
τυπολόγιο	noun	λίστα με συγκεντρωμένες μαθηματικές σχέσεις
τυπολόγιου	=	τυπολόγιο
τυπολόγιων	=	τυπολόγιο
τυπομάχε	=	τυπομάχος
τυπομάχο	=	τυπομάχος
τυπομάχοι	=	τυπομάχος
τυπομάχος	noun|formal	κάποιος που μάχεται εναντίον του τύπου (των εφημερίδων κ.λπ.)
τυπομάχου	=	τυπομάχος
τυπομάχους	=	τυπομάχος
τυπομάχων	=	τυπομάχος
τυποποίει	=	τυποποιώ
τυποποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποίηση	noun	η συμμόρφωση με έναν ορισμένο τύπο, πρότυπο
τυποποίησης	noun	γενική ενικού του τυποποίηση
τυποποίησις	noun	τυποποίηση
τυποποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήσαν	=	τυποποιώ
τυποποιήσανε	=	τυποποιώ
τυποποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυποποίηση
τυποποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του τυποποίηση
τυποποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του τυποποίηση
τυποποιήσου	=	τυποποιούμαι
τυποποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιώ
τυποποιεί	=	τυποποιώ
τυποποιείς	=	τυποποιώ
τυποποιείσαι	=	τυποποιούμαι
τυποποιείστε	=	τυποποιούμαι
τυποποιείται	=	τυποποιούμαι
τυποποιείτε	=	τυποποιώ
τυποποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθήκαν	=	τυποποιούμαι
τυποποιηθήκανε	=	τυποποιούμαι
τυποποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυποποιούμαι
τυποποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυποποιημένο
τυποποιημένε	verb	κλητική ενικού του τυποποιημένος
τυποποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυποποιημένη
τυποποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυποποιημένος
τυποποιημένης	verb	γενική ενικού του τυποποιημένη
τυποποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του τυποποιημένος
τυποποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυποποιημένος
τυποποιημένος	verb	που έχει τυποποιηθεί
τυποποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυποποιημένος
τυποποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυποποιημένος
τυποποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυποποιημένος
τυποποιητήρια	=	τυποποιητήριο
τυποποιητήριο	noun	εργαστήριο ή χώρος όπου γίνεται η τυποποίηση
τυποποιητήριου	=	τυποποιητήριο
τυποποιητήριων	=	τυποποιητήριο
τυποποιητηρίου	=	τυποποιητήριο
τυποποιητηρίων	=	τυποποιητήριο
τυποποιούμαι	verb	διαμορφώνομαι σύμφωνα με ένα ορισμένο πρότυπο
τυποποιούμασταν	=	τυποποιούμαι
τυποποιούμαστε	=	τυποποιούμαι
τυποποιούμε	=	τυποποιώ
τυποποιούμουν	=	τυποποιούμαι
τυποποιούν	=	τυποποιώ
τυποποιούνε	=	τυποποιώ
τυποποιούνται	=	τυποποιούμαι
τυποποιούνταν	=	τυποποιούμαι
τυποποιούσα	=	τυποποιώ
τυποποιούσαμε	=	τυποποιώ
τυποποιούσαν	=	τυποποιώ
τυποποιούσανε	=	τυποποιώ
τυποποιούσασταν	=	τυποποιούμαι
τυποποιούσαστε	=	τυποποιούμαι
τυποποιούσατε	=	τυποποιώ
τυποποιούσε	=	τυποποιώ
τυποποιούσες	=	τυποποιώ
τυποποιούσουν	=	τυποποιούμαι
τυποποιώ	verb	διαμορφώνω σύμφωνα με ένα ορισμένο πρότυπο
τυποποιώντας	=	τυποποιώ
τυποσκοπίου	=	τυποσκόπιο
τυποσκοπίων	=	τυποσκόπιο
τυποσκόπια	=	τυποσκόπιο
τυποσκόπιο	noun|dated	είδος φακού που λειτουργεί ως μικροσκόπιο ή για τη λεπτομερή θέαση αντικειμένων
τυποσκόπιου	=	τυποσκόπιο
τυποσκόπιων	=	τυποσκόπιο
τυπωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθήκαν	=	τυπώνομαι
τυπωθήκανε	=	τυπώνομαι
τυπωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθήτω	noun|formal	άδεια εκτύπωσης ενός κειμένου, η τελική έγκριση για να εκτυπωθεί κάτι
τυπωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τύπωμα
τυπωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπωμένο
τυπωμένε	verb	κλητική ενικού του τυπωμένος
τυπωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπωμένη
τυπωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπωμένος
τυπωμένης	verb	γενική ενικού του τυπωμένη
τυπωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυπωμένος
τυπωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπωμένος
τυπωμένος	=	τυπώνομαι
τυπωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυπωμένος
τυπωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυπωμένος
τυπωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυπωμένος
τυπωνόμασταν	=	τυπώνομαι
τυπωνόμαστε	=	τυπώνομαι
τυπωνόμουν	=	τυπώνομαι
τυπωνόμουνα	=	τυπώνομαι
τυπωνόντουσαν	=	τυπώνομαι
τυπωνόσασταν	=	τυπώνομαι
τυπωνόσαστε	=	τυπώνομαι
τυπωνόσουν	=	τυπώνομαι
τυπωνόσουνα	=	τυπώνομαι
τυπωνόταν	=	τυπώνομαι
τυπωνότανε	=	τυπώνομαι
τυπωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπωτής
τυπωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τυπωτής
τυπωτής	noun	κάποιος που έχει ειδίκευση την εκτύπωση
τυπωτικά	noun	έξοδα εκτύπωσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τυπωτικός
τυπωτικέ	adj	κλητική ενικού του τυπωτικός
τυπωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυπωτική
τυπωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυπωτικός
τυπωτικής	adj	γενική ενικού του τυπωτική
τυπωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυπωτικός
τυπωτικού	adj	γενική ενικού του τυπωτικός
τυπωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυπωτικός
τυπωτικό	adj	αιτιατική ενικού του τυπωτικός
τυπωτικός	adj	που έχει σχέση με το τύπωμα / εκτύπωση ή αναφέρεται σʼ αυτά
τυπωτικών	adj	γενική πληθυντικού του τυπωτικός
τυπωτριών	=	τυπώτρια
τυπωτών	noun	γενική πληθυντικού του τυπωτής
τυπώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνομαι
τυπώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύπωμα
τυπώματος	noun	γενική ενικού του τύπωμα
τυπώναμε	=	τυπώνω
τυπώναν	=	τυπώνω
τυπώνανε	=	τυπώνω
τυπώνατε	=	τυπώνω
τυπώνει	=	τυπώνω
τυπώνεις	=	τυπώνω
τυπώνεσαι	=	τυπώνομαι
τυπώνεστε	=	τυπώνομαι
τυπώνεται	=	τυπώνομαι
τυπώνετε	=	τυπώνω
τυπώνομαι	verb	μεταφέρομαι πάνω σε χαρτί σε μορφή κειμένου ή εικόνων (χρησιμοποιείται κυρίως στο γ' πρόσωπο)
τυπώνονται	=	τυπώνομαι
τυπώνονταν	=	τυπώνομαι
τυπώνοντας	=	τυπώνω
τυπώνου	=	τυπώνομαι
τυπώνουμε	=	τυπώνω
τυπώνουν	=	τυπώνω
τυπώνουνε	=	τυπώνω
τυπώνω	verb	αναπαράγω μια εικόνα, ένα κείμενο κ.λπ. με τυπογραφικό τρόπο
τυπώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσαν	=	τυπώνω
τυπώσανε	=	τυπώνω
τυπώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσεων	=	τύπωση
τυπώσου	=	τυπώνομαι
τυπώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τυπώτρια	noun	θηλυκό του τυπωτής
τυπώτριας	=	τυπώτρια
τυπώτριες	=	τυπώτρια
τυρά	=	τυράς
τυράγνια	noun	άλλη μορφή του τυραννία
τυράγνιας	=	τυράγνια
τυράγνιες	=	τυράγνια
τυράγνισμα	noun|vulgar	άλλη μορφή του τυράννισμα
τυράδες	=	τυράς
τυράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυράδικο
τυράδικο	noun	το κατάστημα που πουλάει τυριά
τυράδικου	noun	γενική ενικού του τυράδικο
τυράδικων	noun	γενική πληθυντικού του τυράδικο
τυράδων	=	τυράς
τυράκι	noun	υποκοριστικό του τυρί
τυράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυράκι
τυράννησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυράννησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυράννησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυράννησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυράννισμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τυραννώ
τυράννου	noun	γενική ενικού του τύραννος
τυράννους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τύραννος
τυράννων	noun	γενική πληθυντικού του τύραννος
τυράς	noun|vulgar	ο τυροπώλης
τυρέ	noun	κλητική ενικού του τυρός
τυρέμπορα	=	τυρέμπορας
τυρέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του τυρέμπορος
τυρέμπορε	noun	κλητική ενικού του τυρέμπορος
τυρέμπορες	=	τυρέμπορας
τυρέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του τυρέμπορος
τυρέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυρέμπορος
τυρέμπορος	noun	έμπορος προϊόντων τυριού
τυρέμπορου	noun	γενική ενικού του τυρέμπορος
τυρέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυρέμπορος
τυρέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του τυρέμπορος
τυρί	noun	τροφικό παρασκεύασμα που φτιάχνεται σε εκμαγείο από την πήξη του γάλακτος με ή χωρίς ζύμωση
τυρίλα	noun	δυσάρεστη, έντονη μυρωδιά από τυρί
τυρίλας	=	τυρίλα
τυρίλες	=	τυρίλα
τυρίνες	=	τυρίνη
τυρίνη	noun	η καζεΐνη
τυρίνης	=	τυρίνη
τυραγνίσματα	=	τυράγνισμα
τυραγνίσματος	=	τυράγνισμα
τυραγνίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνισμάτων	=	τυράγνισμα
τυραγνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραγνιέμαι
τυραγνιών	=	τυράγνια
τυραγνώ	verb|vulgar	άλλη μορφή του τυραννώ
τυραγνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τυραγνάω / τυραγνώ
τυραννήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυραννώ
τυραννία	noun	το πολίτευμα κατά το οποίο την εξουσία ασκεί ένας τύραννος, η τυραννίδα
τυραννίας	noun	γενική ενικού του τυραννία
τυραννίδα	noun	πολίτευμα της ελληνικής αρχαιότητας, με την εξουσία στα χέρια ενός τυράννου
τυραννίδας	=	τυραννίδα
τυραννίδες	=	τυραννίδα
τυραννίδων	=	τυραννίδα
τυραννίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννία
τυραννίζομαι	=	τυραννίζω
τυραννίζω	verb	βασανίζω κάποιον για να κάνει κάτι αυτός ή προκειμένου να εκπληρώσω εγώ μια δική μου υποχρέωση.
τυραννίσκε	=	τυραννίσκος
τυραννίσκο	=	τυραννίσκος
τυραννίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυραννίσκος
τυραννίσκος	noun	ο μικρής αξίας τύραννος
τυραννίσκου	=	τυραννίσκος
τυραννίσκους	=	τυραννίσκος
τυραννίσκων	=	τυραννίσκος
τυραννίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυράννισμα
τυραννίσματος	noun	γενική ενικού του τυράννισμα
τυραννημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννημένο
τυραννημένε	verb	κλητική ενικού του τυραννημένος
τυραννημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννημένη
τυραννημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυραννημένος
τυραννημένης	verb	γενική ενικού του τυραννημένη
τυραννημένο	verb	αιτιατική ενικού του τυραννημένος
τυραννημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυραννημένος
τυραννημένος	verb	ταλαιπωρημένος, βασανισμένος, κατατρεγμένος, κυνηγημένος
τυραννημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυραννημένος
τυραννημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυραννημένος
τυραννημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυραννημένος
τυραννικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννικό	adv	με τυραννικό τρόπο
τυραννικέ	adj	κλητική ενικού του τυραννικός
τυραννικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννική
τυραννική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυραννικός
τυραννικής	adj	γενική ενικού του τυραννική
τυραννικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυραννικός
τυραννικού	adj	γενική ενικού του τυραννικός
τυραννικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυραννικός
τυραννικό	adj	αιτιατική ενικού του τυραννικός
τυραννικός	adj	που είχε σχέση με την τυραννία, με έναν τυράννου
τυραννικών	adj	γενική πληθυντικού του τυραννικός
τυραννισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τυράννισμα
τυραννισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννισμένο
τυραννισμένε	verb	κλητική ενικού του τυραννισμένος
τυραννισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυραννισμένη
τυραννισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυραννισμένος
τυραννισμένης	verb	γενική ενικού του τυραννισμένη
τυραννισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυραννισμένος
τυραννισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυραννισμένος
τυραννισμένος	verb	που έχει τυραννιστεί, βασανισμένος, κατατρεγμένος, κυνηγημένος
τυραννισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυραννισμένος
τυραννισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυραννισμένος
τυραννισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυραννισμένος
τυραννιών	noun	γενική πληθυντικού του τυραννία
τυραννοκτονία	noun	ο φόνος ενός τυράννου
τυραννοκτονίας	=	τυραννοκτονία
τυραννοκτονίες	=	τυραννοκτονία
τυραννοκτονιών	=	τυραννοκτονία
τυραννοκτόνε	noun	κλητική ενικού του τυραννοκτόνος
τυραννοκτόνο	noun	αιτιατική ενικού του τυραννοκτόνος
τυραννοκτόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυραννοκτόνος
τυραννοκτόνος	noun	εκείνος που σκοτώνει τυράννους, καταπιεστικούς ηγέτες
τυραννοκτόνου	noun	γενική ενικού του τυραννοκτόνος
τυραννοκτόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυραννοκτόνος
τυραννοκτόνων	noun	γενική πληθυντικού του τυραννοκτόνος
τυραννομάχε	=	τυραννομάχος
τυραννομάχο	=	τυραννομάχος
τυραννομάχοι	=	τυραννομάχος
τυραννομάχος	noun	που μάχεται ενάντια στην τυραννία ή τους τυράννους	adj	χαρακτηρισμός ατόμου που πολεμά την τυραννία ή τους τυράννους
τυραννομάχου	=	τυραννομάχος
τυραννομάχους	=	τυραννομάχος
τυραννομάχων	=	τυραννομάχος
τυραννοσαύρου	noun	γενική ενικού του τυραννόσαυρος
τυραννοσαύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυραννόσαυρος
τυραννοσαύρων	noun	γενική πληθυντικού του τυραννόσαυρος
τυραννούμαι	=	τυραννώ
τυραννόσαυρε	noun	κλητική ενικού του τυραννόσαυρος
τυραννόσαυρο	noun	αιτιατική ενικού του τυραννόσαυρος
τυραννόσαυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυραννόσαυρος
τυραννόσαυρου	noun	γενική ενικού του τυραννόσαυρος
τυραννόσαυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυραννόσαυρος
τυραννόσαυρων	noun	γενική πληθυντικού του τυραννόσαυρος
τυραννώ	verb	επιβάλλω τη θέλησή μου με βίαιο ή καταπιεστικό τρόπο
τυραννώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τυραννάω / τυραννώ
τυρβάζω	verb	ασχολούμαι με κάτι, ανακατώνομαι σε κάτι
τυρβών	=	τύρβη
τυρεμπορίου	=	τυρεμπόριο
τυρεμπορίων	=	τυρεμπόριο
τυρεμπόρια	=	τυρεμπόριο
τυρεμπόριο	noun	εμπόριο τυριών
τυρεμπόριον	noun	το τυρεμπόριο
τυρεμπόριου	=	τυρεμπόριο
τυρεμπόρου	noun	γενική ενικού του τυρέμπορος
τυρεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυρέμπορος
τυρεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του τυρέμπορος
τυριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρί
τυριέρα	noun	σκεύος για το τυρί, στο τραπέζι ή στο ψυγείο
τυριέρας	noun	γενική ενικού του τυριέρα
τυριέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυριέρα
τυρινών	=	τυρίνη
τυριού	noun	γενική ενικού του τυρί
τυριών	noun	γενική πληθυντικού του τυρί
τυροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυρός
τυροβολιού	=	τυροβόλι
τυροβολιών	=	τυροβόλι
τυροβούτυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροβούτυρο
τυροβούτυρο	noun	βούτυρο από το τυρόγαλα των σκληρών τυριών (κασέρι, κεφαλοτύρι) και στο οποίο παλιά αναμίγνυαν και φυσικό γάλα, που το έλεγαν πρόσγαλα
τυροβούτυρου	noun	γενική ενικού του τυροβούτυρο
τυροβούτυρων	noun	γενική πληθυντικού του τυροβούτυρο
τυροβόλι	noun	χειροποίητο κυλινδρικό καλαθάκι διαφόρων μεγεθών από πλέξη ξερών βούρλων για τη στράγγιση τυροκομικών προϊόντων, (τυρόπηγμα)
τυροβόλια	=	τυροβόλι
τυρογάλατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρόγαλα
τυρογάλατος	noun	γενική ενικού του τυρόγαλα
τυρογαλάτων	noun	γενική πληθυντικού του τυρόγαλα
τυρογαριδάκι	noun	γαριδάκι με γεύση τυριού
τυρογαριδάκια	=	τυρογαριδάκι
τυροδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροδοχείο
τυροδοχείο	noun|rare	δοχείο για τυρί
τυροδοχείου	noun	γενική ενικού του τυροδοχείο
τυροδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του τυροδοχείο
τυροδόχη	noun|rare	δοχείο για τυρί
τυροθήκη	noun|rare	δοχείο για τυρί
τυροκαυτερές	=	τυροκαυτερή
τυροκαυτερή	noun	σαλάτα από λευκό τυρί (π.χ. φέτα) και καυτερή πιπεριά
τυροκαυτερής	=	τυροκαυτερή
τυροκαυτερών	=	τυροκαυτερή
τυροκομάω	=	τυροκομώ
τυροκομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσεων	=	τυροκόμηση
τυροκομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκομία	noun	η παραγωγή τυριού
τυροκομίας	noun	γενική ενικού του τυροκομία
τυροκομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροκομία
τυροκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροκομείο
τυροκομείο	noun	χώρος όπου παρασκευάζεται το τυρί
τυροκομείου	noun	γενική ενικού του τυροκομείο
τυροκομείων	noun	γενική πληθυντικού του τυροκομείο
τυροκομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροκομημένο
τυροκομημένε	verb	κλητική ενικού του τυροκομημένος
τυροκομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροκομημένη
τυροκομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυροκομημένος
τυροκομημένης	verb	γενική ενικού του τυροκομημένη
τυροκομημένο	verb	αιτιατική ενικού του τυροκομημένος
τυροκομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυροκομημένος
τυροκομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυροκομημένος
τυροκομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυροκομημένος
τυροκομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυροκομημένος
τυροκομικά	noun	τα τυροκομικά προϊόντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τυροκομικός
τυροκομικέ	adj	κλητική ενικού του τυροκομικός
τυροκομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροκομική
τυροκομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυροκομικός
τυροκομικής	adj	γενική ενικού του τυροκομική
τυροκομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυροκομικός
τυροκομικού	adj	γενική ενικού του τυροκομικός
τυροκομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυροκομικός
τυροκομικό	adj	αιτιατική ενικού του τυροκομικός
τυροκομικός	adj	που έχει σχέση με τον τυροκόμο ή την τυροκομία ή αναφέρεται σ’ αυτά
τυροκομικών	adj	γενική πληθυντικού του τυροκομικός
τυροκομιών	noun	γενική πληθυντικού του τυροκομία
τυροκομώ	verb	πήζω τυρί
τυροκομώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τυροκομώ
τυροκοφτών	=	τυροκόφτης
τυροκροκέτα	noun	κροκέτα με βασικό υλικό το τυρί
τυροκροκέτας	noun	γενική ενικού του τυροκροκέτα
τυροκροκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροκροκέτα
τυροκροκετών	noun	γενική πληθυντικού του τυροκροκέτα
τυροκόμε	noun	κλητική ενικού του τυροκόμος
τυροκόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυροκομώ
τυροκόμηση	noun	η ενέργεια του τυροκομώ
τυροκόμησης	=	τυροκόμηση
τυροκόμο	noun	αιτιατική ενικού του τυροκόμος
τυροκόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυροκόμος
τυροκόμος	noun	που ασχολείται με την τυροκομία
τυροκόμου	noun	γενική ενικού του τυροκόμος
τυροκόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυροκόμος
τυροκόμων	noun	γενική πληθυντικού του τυροκόμος
τυροκόπτης	=	τυροκόφτης
τυροκόφτες	=	τυροκόφτης
τυροκόφτη	=	τυροκόφτης
τυροκόφτης	noun	εργαλείο για τον τεμαχισμό τυριού
τυρομάλαμα	noun	μίγμα από γάλα και τυρί μαλάκα (τυρομαλάκα), το οποίο τρώγεται συνήθως το Πάσχα στην Κρήτη
τυρομαλάκα	noun	τοπική, κρητική, ονομασία μαλακού τυριού, αναφέρεται και ως μαλάκα ή τυρομάλαμα
τυρομαλάματα	=	τυρομάλαμα
τυρομαλάματος	=	τυρομάλαμα
τυρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στην παρατήρηση του τυριού
τυρομαντείας	=	τυρομαντεία
τυρομαντείες	=	τυρομαντεία
τυρομαντειών	=	τυρομαντεία
τυρομεζέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρομεζές
τυροπήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρόπηγμα
τυροπήγματος	noun	γενική ενικού του τυρόπηγμα
τυροπηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του τυρόπηγμα
τυροπιτά	=	τυροπιτάς
τυροπιτάδες	=	τυροπιτάς
τυροπιτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροπιτάδικο
τυροπιτάδικο	noun	μαγαζί που πουλάει (ή και παρασκευάζει) τυρόπιτες
τυροπιτάδικου	noun	γενική ενικού του τυροπιτάδικο
τυροπιτάδικων	noun	γενική πληθυντικού του τυροπιτάδικο
τυροπιτάδων	=	τυροπιτάς
τυροπιτάκι	noun	μικρή τυρόπιτα
τυροπιτάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροπιτάκι
τυροπιτάς	noun	κάποιος που παρασκευάζει ή πουλάει τυρόπιτες
τυροπιτούλα	=	τυρόπιτα
τυροπιτών	noun	γενική πληθυντικού του τυρόπιτα
τυροπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυροπωλείο
τυροπωλείο	noun	το κατάστημα που πουλά τυρί
τυροπωλείου	noun	γενική ενικού του τυροπωλείο
τυροπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του τυροπωλείο
τυροπωλών	=	τυροπώλης
τυροπώλες	=	τυροπώλης
τυροπώλη	=	τυροπώλης
τυροπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει τυρί
τυροσίνες	=	τυροσίνη
τυροσίνη	noun	μη απαραίτητο αμινοξύ με τύπο HO-p-Ph-CH₂-CH(NH₂)-COOH και σύμβολο Tyr ή Y
τυροσίνης	=	τυροσίνη
τυροσαλάτα	noun	σαλάτα που βασίζεται σε μείγμα τυριού και συνήθως πιπεριάς.
τυροσαλάτας	=	τυροσαλάτα
τυροσαλάτες	=	τυροσαλάτα
τυροσινών	=	τυροσίνη
τυροφάγα	=	τυροφάγος
τυροφάγας	=	τυροφάγος
τυροφάγε	noun	κλητική ενικού του τυροφάγος
τυροφάγες	=	τυροφάγος
τυροφάγο	noun	αιτιατική ενικού του τυροφάγος
τυροφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυροφάγος
τυροφάγος	adj	εκείνος ο οποίος τρέφεται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με τυρί.
τυροφάγου	noun	γενική ενικού του τυροφάγος
τυροφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυροφάγος
τυροφάγων	noun	γενική πληθυντικού του τυροφάγος
τυροφαγία	noun	η κατανάλωση τυριού σε μεγάλες ποσότητες
τυροφαγίας	noun	γενική ενικού του τυροφαγία
τυροφαγίες	=	τυροφαγία
τυροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του τυροφαγία
τυροψώμου	=	τυρόψωμο
τυροψώμων	=	τυρόψωμο
τυρού	noun	γενική ενικού του τυρός
τυρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυρός
τυρρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρρηνικό
τυρρηνικέ	adj	κλητική ενικού του τυρρηνικός
τυρρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρρηνική
τυρρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυρρηνικός
τυρρηνικής	adj	γενική ενικού του τυρρηνική
τυρρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυρρηνικός
τυρρηνικού	adj	γενική ενικού του τυρρηνικός
τυρρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυρρηνικός
τυρρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του τυρρηνικός
τυρρηνικός	adj	που σχετίζεται με ή αναφέρεται στους Τυρρηνούς ή στην Τυρρηνία
τυρρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του τυρρηνικός
τυρφογένεση	noun	η διαδικασία σχηματισμού τύρφης / τυρφώνα
τυρφογένεσης	=	τυρφογένεση
τυρφογενέσεις	=	τυρφογένεση
τυρφογενέσεων	=	τυρφογένεση
τυρφωδών	=	τυρφώδης
τυρφώδεις	=	τυρφώδης
τυρφώδες	=	τυρφώδης
τυρφώδη	=	τυρφώδης
τυρφώδης	adj	που μοιάζει με τύρφη
τυρφώδους	=	τυρφώδης
τυρφών	=	τύρφη
τυρφώνα	=	τυρφώνας
τυρφώνας	noun	περιοχή / υγρότοπος με πολλή τύρφη
τυρφώνες	=	τυρφώνας
τυρφώνων	=	τυρφώνας
τυρωμένος	=	τυρώνω
τυρό	noun	αιτιατική ενικού του τυρός
τυρόβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρόβολο
τυρόβολο	noun	άλλη μορφή του τυροβόλι
τυρόβολου	noun	γενική ενικού του τυρόβολο
τυρόβολων	noun	γενική πληθυντικού του τυρόβολο
τυρόγαλα	noun	άλλη μορφή του τυρόγαλο
τυρόγαλο	noun	το διάλυμα που απομένει μετά την πήξη του γάλακτος και την απομάκρυνση του στερεού πήγματος
τυρόγαλου	noun	γενική ενικού του τυρόγαλο
τυρόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του τυρόγαλο
τυρόπηγμα	noun	το γάλα που έχει πήξει και λίγο πριν μετατραπεί σε τυρί
τυρόπιτα	noun	πίτα που φτιάχνεται με φύλλο κρούστας ή σφολιάτας και με γέμιση τυρί φέτα ή κασέρι, ή με ιδιαίτερη ποικιλία τυριών
τυρόπιτας	noun	γενική ενικού του τυρόπιτα
τυρόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρόπιτα
τυρός	noun|obsolete	τυρί (μόνο σε παγιωμένες λόγιες εκφράσεις ή σε σύνθετα)
τυρόσουπα	noun	σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής το τυρί σε διάφορα είδη αυτού
τυρόσουπας	noun	γενική ενικού του τυρόσουπα
τυρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρόσουπα
τυρόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυρόψωμο
τυρόψωμο	noun	ψωμί με διάσπαρτα τεμάχια τυριού που προστίθεται στο ζύμωμα
τυρόψωμου	=	τυρόψωμο
τυρών	noun	γενική πληθυντικού του τυρός
τυρώνω	verb	ρίχνω τριμμένο τυρί σε φαγητό, κυρίως μακαρόνια
τυρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τυτούς	=	τυτώ
τυτώ	noun	νυκτόβιο αρπακτικό πτηνό (είδος Tyto alba / λευκή τυτώ) με χαρακτηριστικό ολόλευκο πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και αθόρυβες πτήσεις, που συνδέεται λαογραφικά με οιωνούς
τυτώς	=	τυτώ
τυφέκια	=	τυφέκιον
τυφέκιον	noun	το ντουφέκι
τυφεκήθρα	noun	έτσι λεγόταν το μικρό άνοιγμα, συνήθως σαν ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, οριζόντιο ή κατακόρυφο, στις αμυντικές οχυρώσεις, για να μπορούν οι στρατιώτες να στοχεύουν με τα τουφέκια τους χωρίς να μπορούν να τους πετύχουν εύκολα οι επιτιθέμενοι -αντίστοιχο της ακόμα αρχαιότερης πολεμίστρας
τυφεκήθρας	=	τυφεκήθρα
τυφεκήθρες	=	τυφεκήθρα
τυφεκήθρων	=	τυφεκήθρα
τυφεκίζω	verb	τουφεκίζω, ντουφεκίζω
τυφεκιοφόρε	noun	κλητική ενικού του τυφεκιοφόρος
τυφεκιοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του τυφεκιοφόρος
τυφεκιοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυφεκιοφόρος
τυφεκιοφόρος	noun	ο στρατιώτης που φέρει τουφέκι
τυφεκιοφόρου	noun	γενική ενικού του τυφεκιοφόρος
τυφεκιοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυφεκιοφόρος
τυφεκιοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του τυφεκιοφόρος
τυφεκισμέ	=	τυφεκισμός
τυφεκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφεκισμένο
τυφεκισμένε	verb	κλητική ενικού του τυφεκισμένος
τυφεκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφεκισμένη
τυφεκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφεκισμένος
τυφεκισμένης	verb	γενική ενικού του τυφεκισμένη
τυφεκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυφεκισμένος
τυφεκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυφεκισμένος
τυφεκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυφεκισμένος
τυφεκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυφεκισμένος
τυφεκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυφεκισμένος
τυφεκισμοί	=	τυφεκισμός
τυφεκισμού	=	τυφεκισμός
τυφεκισμούς	=	τυφεκισμός
τυφεκισμό	=	τυφεκισμός
τυφεκισμός	noun	η τουφεκιά
τυφεκισμών	=	τυφεκισμός
τυφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφικό
τυφικέ	adj	κλητική ενικού του τυφικός
τυφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφική
τυφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφικός
τυφικής	adj	γενική ενικού του τυφική
τυφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυφικός
τυφικού	adj	γενική ενικού του τυφικός
τυφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυφικός
τυφικό	adj	αιτιατική ενικού του τυφικός
τυφικός	noun	κάποιος που πάσχει από τύφο	adj	που έχει σχέση με τον τύφο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
τυφικών	adj	γενική πληθυντικού του τυφικός
τυφλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (τυφλό) του τυφλός
τυφλέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του τυφλός
τυφλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλή
τυφλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός
τυφλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (τυφλή) του τυφλός
τυφλίνε	=	τυφλίνος
τυφλίνο	=	τυφλίνος
τυφλίνοι	=	τυφλίνος
τυφλίνος	noun	είδος πολύ μικρού φιδιού, το οποίο είναι τυφλό
τυφλίνου	=	τυφλίνος
τυφλίνους	=	τυφλίνος
τυφλίνων	=	τυφλίνος
τυφλίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλίτης
τυφλίτη	=	τυφλίτης
τυφλίτης	noun	μικρό ερπετό, ωοζωοτόκο, χωρίς πόδια, που μοιάζει με φίδι
τυφλαμάρα	noun|vulgar	η τύφλα
τυφλαμάρας	=	τυφλαμάρα
τυφλαμάρες	=	τυφλαμάρα
τυφλιτών	=	τυφλίτης
τυφλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυφλός
τυφλοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλοκομείο
τυφλοκομείο	noun	άσυλο ή ίδρυμα όπου ζουν τυφλοί
τυφλοκομείου	noun	γενική ενικού του τυφλοκομείο
τυφλοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του τυφλοκομείο
τυφλοκομεῖον	noun	τυφλοκομείο
τυφλοκούναβα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλοκούναβο
τυφλονόων	=	τυφλόνους
τυφλοπόντικα	=	τυφλοπόντικας
τυφλοπόντικας	noun	το είδος Talpa europea: τρωκτικό μικρού μεγέθους που ζει σε υπόγειες στοές.
τυφλοπόντικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλοπόντικας
τυφλοπόντικων	=	τυφλοπόντικας
τυφλοσουρτών	=	τυφλοσούρτης
τυφλοσούρτες	=	τυφλοσούρτης
τυφλοσούρτη	=	τυφλοσούρτης
τυφλοσούρτης	noun	οδηγός / βοήθημα με πρακτικές λύσεις, βήμα προς βήμα, που απευθύνεται σε ερασιτέχνες ή άπειρους
τυφλοτήτων	=	τυφλότητα
τυφλού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυφλός
τυφλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυφλός
τυφλωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθήκαν	=	τυφλώνω
τυφλωθήκανε	=	τυφλώνω
τυφλωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωθούνε	=	τυφλώνω
τυφλωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλωμένο
τυφλωμένε	verb	κλητική ενικού του τυφλωμένος
τυφλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλωμένη
τυφλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλωμένος
τυφλωμένης	verb	γενική ενικού του τυφλωμένη
τυφλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του τυφλωμένος
τυφλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυφλωμένος
τυφλωμένος	=	τυφλώνω
τυφλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του τυφλωμένος
τυφλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του τυφλωμένος
τυφλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τυφλωμένος
τυφλωνόμασταν	=	τυφλώνω
τυφλωνόμαστε	=	τυφλώνω
τυφλωνόμουν	=	τυφλώνω
τυφλωνόμουνα	=	τυφλώνω
τυφλωνόντουσαν	=	τυφλώνω
τυφλωνόσασταν	=	τυφλώνω
τυφλωνόσαστε	=	τυφλώνω
τυφλωνόσουν	=	τυφλώνω
τυφλωνόσουνα	=	τυφλώνω
τυφλωνόταν	=	τυφλώνω
τυφλωνότανε	=	τυφλώνω
τυφλό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του τυφλός
τυφλόμυγα	noun	παιδικό παιχνίδι κατά τη διάρκεια του οποίου δένονται τα μάτια ενός παίκτη μ’ ένα μαντίλι, κι αυτός προσπαθεί να πιάσει κάποιον συμπαίκτη του και με ψηλάφιση να τον αναγνωρίσει
τυφλόμυγας	noun	γενική ενικού του τυφλόμυγα
τυφλόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλόμυγα
τυφλόνοα	=	τυφλόνους
τυφλόνοες	=	τυφλόνους
τυφλόνου	=	τυφλόνους
τυφλόνουν	=	τυφλόνους
τυφλόνους	adj|archaic	που είναι «τυφλός» στο μυαλό του, ανόητος, ηλίθιος
τυφλός	adj	που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη
τυφλότερα	=	τυφλός
τυφλότερε	=	τυφλός
τυφλότερες	=	τυφλός
τυφλότερη	=	τυφλός
τυφλότερης	=	τυφλός
τυφλότερο	=	τυφλός
τυφλότεροι	=	τυφλός
τυφλότερος	=	τυφλός
τυφλότερου	=	τυφλός
τυφλότερους	=	τυφλός
τυφλότερων	=	τυφλός
τυφλότητα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του τυφλού
τυφλότητας	noun	γενική ενικού του τυφλότητα
τυφλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφλότητα
τυφλώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνομαι
τυφλών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του τυφλός
τυφλώναμε	=	τυφλώνω
τυφλώναν	=	τυφλώνω
τυφλώνανε	=	τυφλώνω
τυφλώνατε	=	τυφλώνω
τυφλώνει	=	τυφλώνω
τυφλώνεις	=	τυφλώνω
τυφλώνεσαι	=	τυφλώνω
τυφλώνεστε	=	τυφλώνω
τυφλώνεται	=	τυφλώνω
τυφλώνετε	=	τυφλώνω
τυφλώνομαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του τυφλώνω
τυφλώνομε	=	τυφλώνω
τυφλώνονται	=	τυφλώνω
τυφλώνονταν	=	τυφλώνω
τυφλώνοντας	=	τυφλώνω
τυφλώνου	=	τυφλώνω
τυφλώνουμε	=	τυφλώνω
τυφλώνουν	=	τυφλώνω
τυφλώνουνε	=	τυφλώνω
τυφλώνω	verb	αφαιρώ την όραση ενός ατόμου
τυφλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσαν	=	τυφλώνω
τυφλώσανε	=	τυφλώνω
τυφλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύφλωση
τυφλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσεων	=	τύφλωση
τυφλώσομε	=	τυφλώνω
τυφλώσου	=	τυφλώνω
τυφλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσουνε	=	τυφλώνω
τυφλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τυφοειδές	=	τυφοειδής
τυφοειδή	=	τυφοειδής
τυφοειδής	adj	αυτός που έχει τη μορφή τύφου
τυφοειδείς	=	τυφοειδής
τυφοειδούς	=	τυφοειδής
τυφοειδών	=	τυφοειδής
τυφώνα	=	τυφώνας
τυφώνας	noun	τροπικός κυκλώνας εξαιρετικής έντασης (με ανέμους που ξεπερνούν τα 200-300 km/h)
τυφώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυφώνας
τυφώνων	=	τυφώνας
τυφώσεις	=	τύφωση
τυφώσεων	=	τύφωση
τυχάρπαστα	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστε	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστες	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστη	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστης	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστο	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστοι	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστος	adj	που κατέχει μια θέση χωρίς να έχει τα προσόντα (τυπικά ή ουσιαστικά) και βρέθηκε στη θέση αυτή από τύχη.
τυχάρπαστου	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστους	=	τυχάρπαστος
τυχάρπαστων	=	τυχάρπαστος
τυχαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχαίος	adv	κατά τυχαίο τρόπο, στην τύχη
τυχαίας	adj	γενική ενικού του τυχαία
τυχαίε	adj	τυχαίος, στην κλητική του ενικού
τυχαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχαία
τυχαίναμε	=	τυχαίνω
τυχαίναν	=	τυχαίνω
τυχαίνανε	=	τυχαίνω
τυχαίνατε	=	τυχαίνω
τυχαίνει	=	τυχαίνω
τυχαίνεις	=	τυχαίνω
τυχαίνετε	=	τυχαίνω
τυχαίνοντας	=	τυχαίνω
τυχαίνουμε	=	τυχαίνω
τυχαίνουν	=	τυχαίνω
τυχαίνουνε	=	τυχαίνω
τυχαίνω	verb	συμβαίνει κάτι κατά τύχη
τυχαίο	adj	τυχαίος, στην αιτιατική του ενικού	noun	η εμφάνιση γεγονότων που οφείλονται στην τύχη και όχι σε σκόπιμη ενέργεια
τυχαίοι	adj	τυχαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
τυχαίος	adj	που συμβαίνει ως αποτέλεσμα της τύχης και όχι σκόπιμης ενέργειας
τυχαίου	adj	γενική ενικού του τυχαίος
τυχαίους	adj	τυχαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
τυχαίων	=	τυχαίος
τυχαίως	adv|formal	τυχαία
τυχαιοτήτων	=	τυχαιότητα
τυχαιότητα	noun	η απουσία προβλέψιμου σχεδίου ή αιτιώδους συσχέτισης στα φαινόμενα, όπου τα αποτελέσματα καθορίζονται από μεταβλητούς ή άγνωστους παράγοντες
τυχαιότητας	noun	γενική ενικού του τυχαιότητα
τυχαιότητες	=	τυχαιότητα
τυχερά	noun	η άτυπη αμοιβή ιερέως για τέλεση μυστηρίου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τυχερός
τυχεράκηδες	=	τυχεράκιας
τυχεράκηδων	=	τυχεράκιας
τυχεράκια	=	τυχεράκιας
τυχεράκιας	noun	αυτός που έχει μεγάλη τύχη
τυχερέ	adj	κλητική ενικού του τυχερός
τυχερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχερή
τυχερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχερός
τυχερής	adj	γενική ενικού του τυχερή
τυχεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυχερός
τυχερού	adj	γενική ενικού του τυχερός
τυχερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυχερός
τυχερό	noun	κάτι που θεωρείται καλοτυχία	adj	αιτιατική ενικού του τυχερός
τυχερός	adj	που έχει καλή τύχη
τυχερότατα	=	τυχερός
τυχερότατε	=	τυχερός
τυχερότατες	=	τυχερός
τυχερότατη	=	τυχερός
τυχερότατης	=	τυχερός
τυχερότατο	=	τυχερός
τυχερότατοι	=	τυχερός
τυχερότατος	=	τυχερός
τυχερότατου	=	τυχερός
τυχερότατους	=	τυχερός
τυχερότατων	=	τυχερός
τυχερότερα	=	τυχερός
τυχερότερε	=	τυχερός
τυχερότερες	=	τυχερός
τυχερότερη	=	τυχερός
τυχερότερης	=	τυχερός
τυχερότερο	=	τυχερός
τυχερότεροι	=	τυχερός
τυχερότερος	=	τυχερός
τυχερότερου	=	τυχερός
τυχερότερους	=	τυχερός
τυχερότερων	=	τυχερός
τυχερών	adj	γενική πληθυντικού του τυχερός
τυχηροπαιξία	noun	συνώνυμο της λέξης τυχοπαιξία
τυχηροπαιξίας	noun	γενική ενικού του τυχηροπαιξία
τυχηροπαιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχηροπαιξία
τυχηροπαιξιών	noun	γενική πληθυντικού του τυχηροπαιξία
τυχοδιωκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωκτικό	adv	με τυχοδιωκτικό τρόπο, σαν τυχοδιώκτης
τυχοδιωκτικέ	adj	κλητική ενικού του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωκτική
τυχοδιωκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικής	adj	γενική ενικού του τυχοδιωκτική
τυχοδιωκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικού	adj	γενική ενικού του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικό	adj	αιτιατική ενικού του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικός	adj	που έχει σχέση με τυχοδιώκτη ή αρμόζει σ’ αυτόν
τυχοδιωκτικών	adj	γενική πληθυντικού του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτισμέ	noun	κλητική ενικού του τυχοδιωκτισμός
τυχοδιωκτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωκτισμός
τυχοδιωκτισμού	noun	γενική ενικού του τυχοδιωκτισμός
τυχοδιωκτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του τυχοδιωκτισμός
τυχοδιωκτισμό	noun	αιτιατική ενικού του τυχοδιωκτισμός
τυχοδιωκτισμός	noun	το να είναι κάποιος τυχοδιώκτης
τυχοδιωκτισμών	noun	γενική πληθυντικού του τυχοδιωκτισμός
τυχοδιωκτριών	=	τυχοδιώκτρια
τυχοδιωκτών	=	τυχοδιώκτης
τυχοδιωχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωχτικό	adv	τυχοδιωκτικά
τυχοδιωχτικέ	adj	κλητική ενικού του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωχτική
τυχοδιωχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτικής	adj	γενική ενικού του τυχοδιωχτική
τυχοδιωχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτικού	adj	γενική ενικού του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτικό	adj	αιτιατική ενικού του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτικός	adj	άλλη μορφή του τυχοδιωκτικός
τυχοδιωχτικών	adj	γενική πληθυντικού του τυχοδιωχτικός
τυχοδιωχτριών	=	τυχοδιώχτρια
τυχοδιωχτών	=	τυχοδιώχτης
τυχοδιώκτες	=	τυχοδιώκτης
τυχοδιώκτη	=	τυχοδιώκτης
τυχοδιώκτης	noun	αυτός που εκμεταλλεύεται όλες τις περιστάσεις συχνά παίρνοντας μεγάλα ρίσκα, για να πετύχει στη ζωή του
τυχοδιώκτρια	noun	τυχοδιώκτης
τυχοδιώκτριας	=	τυχοδιώκτρια
τυχοδιώκτριες	=	τυχοδιώκτρια
τυχοδιώχτες	=	τυχοδιώχτης
τυχοδιώχτη	=	τυχοδιώχτης
τυχοδιώχτης	noun	μορφή του τυχοδιώκτης
τυχοδιώχτρια	noun	μορφή του: τυχοδιώκτρια
τυχοδιώχτριας	=	τυχοδιώχτρια
τυχοδιώχτριες	=	τυχοδιώχτρια
τυχοδιῶκτις	noun	θηλυκό του τυχοδιώκτης: η τυχοδιώκτρια
τυχοπαιξία	noun	η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια
τυχοπαιξίας	noun	γενική ενικού του τυχοπαιξία
τυχοπαιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τυχοπαιξία
τυχοπαιξιών	noun	γενική πληθυντικού του τυχοπαιξία
τυχουσών	=	τύχη
τυχούσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυχών
τυχούσας	=	τύχη
τυχούσες	=	τύχη
τυχούσης	=	τύχη
τυχόν	adv	μικρής πιθανότητας
τυχόντα	=	τύχη
τυχόντας	verb	μορφή του τυχών με νεότερες καταλήξεις
τυχόντες	=	τύχη
τυχόντος	=	τύχη
τυχόντούσα	=	τυχόντας
τυχόντων	=	τύχη
τυχόντόν	=	τυχόντας
τυχών	=	τύχη
τχης	abbrev	ταγματάρχης
των	article	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ο
τωρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τωρινός	adv|rare	σε τωρινή στιγμή
τωρινέ	adj	κλητική ενικού του τωρινός
τωρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τωρινή
τωρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τωρινός
τωρινής	adj	γενική ενικού του τωρινή
τωρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τωρινός
τωρινού	adj	γενική ενικού του τωρινός
τωρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του τωρινός
τωρινό	adj	αιτιατική ενικού του τωρινός
τωρινός	adj	που γίνεται τώρα, αυτό το χρονικό διάστημα, ή που αναφέρεται στην τρέχουσα στιγμή
τωρινών	adj	γενική πληθυντικού του τωρινός
τωόντι	adv|formal	όντως, πράγματι, αληθινά
τόγα	noun	το κύριο ένδυμα που φορούσαν οι Ρωμαίοι πολίτες, αποτελούμενο από ένα ιμάτιο με πολλές πτυχώσεις γύρω από το σώμα
τόγας	noun	γενική ενικού του τόγα
τόγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόγα
τόκα	noun	αγκράφα (όπως μιας ζώνης), είδος μεταλλικής πόρπης, όπως το κούμπωμα σε λουράκι (συνήθως ρολογιού)	intj|vulgar	επιφώνημα που λέγεται όταν κάποιος δίνει το χέρι του σε χαιρετισμό, όταν κλείνει κάποια συμφωνία ή πριν τσουγκρίσει το ποτήρι του με κάποιον πριν πιει
τόκας	=	τόκα
τόκε	noun	κλητική ενικού του τόκος
τόκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόκα
τόκιζα	=	τοκίζω
τόκιζαν	=	τοκίζω
τόκιζε	=	τοκίζω
τόκιζες	=	τοκίζω
τόκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τόκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τόκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τόκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοκίζω
τόκο	noun	αιτιατική ενικού του τόκος
τόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόκος
τόκος	noun	το κέρδος που προκύπτει για το δανειστή ή πιστωτή από το κεφάλαιο που δανείζει στον δανειζόμενο ή δανειολήπτη και το οποίο καθορίζεται με διμερή συμφωνία άλλοτε στο πλαίσιο του νόμου και άλλοτε παράνομα
τόκου	noun	γενική ενικού του τόκος
τόκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τόκος
τόκων	noun	γενική πληθυντικού του τόκος
τόλμα	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τολμάω / τολμώ
τόλμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόλμη
τόλμη	noun	το ξεπέρασμα του φόβου του κινδύνου και η αποφασιστική δράση
τόλμημα	noun	τολμηρή πράξη
τόλμης	=	τόλμη
τόλμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τόλμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τόλμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τόλμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τολμώ
τόμαχοκ	noun	τσεκούρι των ινδιάνων με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι η κεφαλή είναι δεμένη στο κοντάρι
τόμε	noun	κλητική ενικού του τόμος
τόμο	noun	αιτιατική ενικού του τόμος
τόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόμος
τόμος	noun	το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ)
τόμου	noun	γενική ενικού του τόμος
τόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τόμος
τόμπολα	intj|dated	νίκη, ζήτω	noun	παλαιότερο τυχερό παιχνίδι
τόμπολας	noun	γενική ενικού του τόμπολα
τόμπολες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόμπολα
τόμων	noun	γενική ενικού του τόμος
τόνγκα	noun	πολυνησιακή γλώσσα που μιλιέται στις νήσους Τόνγκα
τόνε	noun	κλητική ενικού του τόνος
τόνιζα	=	τονίζω
τόνιζαν	=	τονίζω
τόνιζε	=	τονίζω
τόνιζες	=	τονίζω
τόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονίζω
τόννος	=	τόνος
τόνο	noun	αιτιατική ενικού του τόνος
τόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόνος
τόνος	noun	ο βαθμός ύψωσης ή έντασης της φωνής
τόνου	noun	γενική ενικού του τόνος
τόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τόνος
τόνων	noun	γενική πληθυντικού του τόνος
τόνωνα	=	τονώνω
τόνωναν	=	τονώνω
τόνωνε	=	τονώνω
τόνωνες	=	τονώνω
τόνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τόνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τόνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τόνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τονώνω
τόνωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τονώνω
τόνωσης	=	τόνωση
τόξα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόξο
τόξεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοξεύω
τόξευα	=	τοξεύω
τόξευαν	=	τοξεύω
τόξευε	=	τοξεύω
τόξευες	=	τοξεύω
τόξευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τοξεύω
τόξευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τόξευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τόξευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τόξευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τοξεύω
τόξεψα	=	τοξεύω
τόξεψαν	=	τοξεύω
τόξεψε	=	τοξεύω
τόξεψες	=	τοξεύω
τόξο	noun	το όπλο για την εκτόξευση βελών· αποτελείται από ένα καμπύλο κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού, στις δύο άκρες του οποίου δένεται μία χορδή
τόξου	noun	γενική ενικού του τόξο
τόξων	noun	γενική πληθυντικού του τόξο
τόπακα	=	τόπακας
τόπακας	noun	ο σαπίτης
τόπακες	=	τόπακας
τόπε	noun	κλητική ενικού του τόπος
τόπι	noun	η μικρή μπάλα (παιχνίδι)
τόπια	=	τόπι
τόπλες	noun	ένδυμα που αφήνει ακάλυπτο το στήθος	adj	γυμνόστηθος
τόπο	noun	αιτιατική ενικού του τόπος
τόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόπος
τόπος	noun	μέρος, χώρος
τόπου	noun	γενική ενικού του τόπος
τόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τόπος
τόπων	noun	γενική πληθυντικού του τόπος
τόρα	adv|dated	άλλη γραφή του τώρα
τόρευμα	noun	το αποτέλεσμα του τορεύω
τόρευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τορεύω
τόρευσης	=	τόρευση
τόρη	=	τόρης
τόρηδες	=	τόρης
τόρηδων	=	τόρης
τόρης	noun	οπαδός, υποστηρικτής ή βουλευτής του κόμματος των Συντηρητικών του Ηνωμένου Βασιλείου
τόρμε	=	τόρμος
τόρμο	=	τόρμος
τόρμοι	=	τόρμος
τόρμος	noun|formal	μικρή προεξοχή
τόρμου	=	τόρμος
τόρμους	=	τόρμος
τόρμων	=	τόρμος
τόρνε	noun	κλητική ενικού του τόρνος
τόρνεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τορνεύω
τόρνευα	=	τορνεύω
τόρνευαν	=	τορνεύω
τόρνευε	=	τορνεύω
τόρνευες	=	τορνεύω
τόρνευμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τορνεύω
τόρνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τόρνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τόρνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τόρνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τορνεύω
τόρνευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τορνεύω
τόρνευσης	=	τόρνευση
τόρνεψα	=	τορνεύω
τόρνεψαν	=	τορνεύω
τόρνεψε	=	τορνεύω
τόρνεψες	=	τορνεύω
τόρνο	noun	αιτιατική ενικού του τόρνος
τόρνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόρνος
τόρνος	noun	μηχανή που χρησιμοποιείται για τη μορφοποίηση ενός κομματιού (μετάλλου, ξύλου) με τη σύσφιξή του σε συσκευή συγκράτησης και με την περιστροφή του κάτω από ισχύ κατάλληλου εργαλείου κοπής για περιστροφή, διάτρηση, διαμόρφωση πρόσοψης, κατασκευή σπειρώματος κ.λπ.
τόρνου	noun	γενική ενικού του τόρνος
τόρνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τόρνος
τόρνων	noun	γενική πληθυντικού του τόρνος
τόσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόσο
τόσε	adj	κλητική ενικού του τόσος
τόσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τόση
τόση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τόσος
τόσης	adj	γενική ενικού του τόση
τόσο	adv	επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά
τόσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόσος
τόσος	pron	ίδιος ή όμοιος σε σχέση με το μέγεθος, την ένταση, τη διάρκεια ή την ποσότητα
τόσου	adj	γενική ενικού του τόσος
τόσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του τόσος
τόσων	adj	γενική πληθυντικού του τόσος
τότε	adv	το χρονικό διάστημα το οποίο αναφέρθηκε προηγούμενα στην πρόταση	adj	εκείνης της περιόδου
τότες	adv	άλλη μορφή του τότε
τόφαλος	adj|figurative	πολύ δυνατός και μεγαλόσωμος άντρας, θηριώδης
τόφε	=	τόφος
τόφο	=	τόφος
τόφοι	=	τόφος
τόφος	noun	ηφαιστειακό ιζηματογενές πέτρωμα προερχόμενο από αποθέσεις στερεών αναβλημάτων των ηφαιστείων των οποίων το μέγεθος και η σύσταση ποικίλλουν
τόφου	noun	προϊόν που φτιάχνεται από το γάλα σόγιας παρομοίως με το τυρί από το γάλα αγελάδας, κατσίκας, κλπ., και που χρησιμοποιείται ευρεία στην κινέζικη κι ιαπωνική κουζίνα
τόφους	=	τόφος
τόφων	=	τόφος
τύκλωνα	=	τυκλώνω
τύκλωσα	=	τυκλώνω
τύλε	noun	κλητική ενικού του τύλος
τύλιγα	=	τυλίγω
τύλιγαν	=	τυλίγω
τύλιγε	=	τυλίγω
τύλιγες	=	τυλίγω
τύλιγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τυλίγω
τύλιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τύλιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τύλιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τύλιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλίγω
τύλιξη	noun	τύλιγμα
τύλιξης	=	τύλιξη
τύλιξις	noun	τύλιξη
τύλο	noun	αιτιατική ενικού του τύλος
τύλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύλος
τύλος	noun	ο κάλος (σκληρός και με εσωτερικό πάσχοντα ιστό)
τύλου	noun	γενική ενικού του τύλος
τύλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τύλος
τύλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τυλώνω
τύλων	noun	γενική πληθυντικού του τύλος
τύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυλώνω
τύμβε	noun	κλητική ενικού του τύμβος
τύμβο	noun	αιτιατική ενικού του τύμβος
τύμβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύμβος
τύμβος	noun	τεχνητός λόφος που σχηματίζεται πάνω από τάφο νεκρού
τύμβου	noun	γενική ενικού του τύμβος
τύμβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τύμβος
τύμβων	noun	γενική πληθυντικού του τύμβος
τύμπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύμπανο
τύμπανο	noun	κυλινδρικό κρουστό όργανο που παράγει ήχο από τον παλμό μεμβράνης στερεωμένης σε μεταλλικό ή άλλο κοίλο αντηχείο
τύμπανου	=	τύμπανο
τύμπανων	=	τύμπανο
τύπε	noun	κλητική ενικού του τύπος
τύπισσα	noun	τύπος
τύπισσας	noun	γενική ενικού του τύπισσα
τύπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύπισσα
τύπο	noun	αιτιατική ενικού του τύπος
τύποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύπος
τύποις	adv	τυπικά, όχι ουσιαστικά, ίσως φαινομενικά, επιφανειακά, όχι όμως στην πραγματικότητα, όχι κατά βάθος
τύπος	noun	οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα μέσα ενημέρωσης ως σύνολο
τύπου	noun	γενική ενικού του τύπος
τύπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τύπος
τύπτω	verb|formal	χτυπώ
τύπωμα	noun	η εκτύπωση
τύπων	noun	γενική πληθυντικού του τύπος
τύπωνα	=	τυπώνω
τύπωναν	=	τυπώνω
τύπωνε	=	τυπώνω
τύπωνες	=	τυπώνω
τύπωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τύπωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τύπωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τύπωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυπώνω
τύπωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τυπώνω
τύπωσης	=	τύπωση
τύραννε	noun	κλητική ενικού του τύραννος
τύραννο	noun	αιτιατική ενικού του τύραννος
τύραννοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύραννος
τύραννος	noun	άτομο που κυβερνά ή γενικά ασκεί εξουσία με αυταρχισμό, σκληρότητα, αυθαιρεσία
τύραννου	=	τύραννος
τύραννους	=	τύραννος
τύρβες	=	τύρβη
τύρβη	noun	ο θόρυβος, η βαβούρα, η φασαρία από πλήθος ανθρώπων
τύρβης	=	τύρβη
τύρφες	=	τύρφη
τύρφη	noun	σπογγώδης ελαφριά ύλη που προέρχεται από μερική αποσύνθεση / απανθράκωση φυτικών οργανισμών και χρησιμοποιείται σαν καύσιμο
τύρφης	=	τύρφη
τύρωνα	=	τυρώνω
τύρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τύρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τύρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τύρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυρώνω
τύφε	noun	κλητική ενικού του τύφος
τύφη	noun	το φυτό που συχνά ονομαζόταν στην Ελλάδα ψαθί ή ψάθα ή ράπη ή ρένα.
τύφλα	noun	η έλλειψη όρασης
τύφλας	noun	γενική ενικού του τύφλα
τύφλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύφλα
τύφλωνα	=	τυφλώνω
τύφλωναν	=	τυφλώνω
τύφλωνε	=	τυφλώνω
τύφλωνες	=	τυφλώνω
τύφλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τύφλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τύφλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τύφλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυφλώνω
τύφλωση	noun	η κατάσταση στην οποία ένα άτομο έχει χάσει την αίσθηση της όρασης εξαιτίας ψυχολογικών ή νευρολογικών παραγόντων
τύφλωσης	=	τύφλωση
τύφο	noun	αιτιατική ενικού του τύφος
τύφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τύφος
τύφος	noun	η βαριά λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από βακτήρια του γένους Rickettsia
τύφου	noun	γενική ενικού του τύφος
τύφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του τύφος
τύφων	noun	γενική πληθυντικού του τύφος
τύφωση	noun|dated	η εμπύρετη κατάσταση σε κάποιες μορφές σύφιλης
τύφωσης	=	τύφωση
τύχαινα	=	τυχαίνω
τύχαιναν	=	τυχαίνω
τύχαινε	=	τυχαίνω
τύχαινες	=	τυχαίνω
τύχαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχαν	=	τυχαίνω
τύχανε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχε	=	τυχαίνω
τύχει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύχη
τύχετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχη	noun	η δύναμη που υποτίθεται ότι επηρεάζει τα γεγονότα είτε προς μια θετική κατάληξη είτε προς μια αρνητική
τύχης	=	τύχη
τύχουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύχω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τυχαίνω
τύψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τύψη
τύψεων	noun	γενική πληθυντικού του τύψη
τύψεως	noun|formal	γενική ενικού του τύψη
τύψη	noun	η έντονη ψυχική κατάσταση που νιώθει όποιος αντιλαμβάνεται την ενοχή του για κάτι και κατηγορεί τον εαυτό του
τύψης	noun	γενική ενικού του τύψη
τώντις	adv|rare	άλλη μορφή του τωόντι
τώρα	adv	αυτή τη στιγμή που μιλώ	noun	το παρόν, η συγκεκριμένη χρονική στιγμή
τὰ	=	γωνιακός
τὰς	=	γωνιακός
τὴν	=	γωνιακός
τὸ	=	γωνιακός
τὸν	=	γωνιακός
τῆς	=	γωνιακός
τῇ	=	γωνιακός
τῶν	=	γωνιακός
τῷ	=	γωνιακός
υ	=	ένδακρυς
υάκινθε	noun	κλητική ενικού του υάκινθος
υάκινθο	noun	αιτιατική ενικού του υάκινθος
υάκινθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υάκινθος
υάκινθος	noun	βολβώδες μονοκοτυλήδονο καλλωπιστικό φυτό της οικογένειας των λιλιδών.
υάκινθου	noun	γενική ενικού του υάκινθος
υάκινθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υάκινθος
υάκινθων	noun	γενική πληθυντικού του υάκινθος
υάλινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υάλινο
υάλινε	adj	κλητική ενικού του υάλινος
υάλινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υάλινη
υάλινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υάλινος
υάλινης	adj	γενική ενικού του υάλινη
υάλινο	adj	αιτιατική ενικού του υάλινος
υάλινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υάλινος
υάλινος	adj|formal	γυάλινος
υάλινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υάλινος
υάλινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υάλινος
υάλινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υάλινος
υάλου	=	ύαλος
υάλους	=	ύαλος
υάλωμα	noun	η διαδικασία μετατροπής μιας ύλης σε γυαλί μέσω χημικής ή φυσικής αλλαγής, συχνά σε υψηλές θερμοκρασίες
υάλων	=	ύαλος
υάρδα	noun|dated	μονάδα μήκους ίση με 0.9144 μέτρα
υάρδας	=	υάρδα
υάρδες	=	υάρδα
υέλου	=	ύελος
υέλους	=	ύελος
υέλων	=	ύελος
υαινών	noun	γενική πληθυντικού του ύαινα
υακίνθου	noun	γενική ενικού του υάκινθος
υακίνθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υάκινθος
υακίνθων	noun	γενική πληθυντικού του υάκινθος
υαλικά	noun|dated	τα γυαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλικό, ουδέτερο του υαλικός
υαλικέ	adj	κλητική ενικού του υαλικός
υαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλική
υαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλικός
υαλικής	adj	γενική ενικού του υαλική
υαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλικός
υαλικού	adj	γενική ενικού του υαλικός
υαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλικός
υαλικό	adj	αιτιατική ενικού του υαλικός	noun	το γυάλινο σκεύος
υαλικός	adj|dated	γυάλινος
υαλικών	adj	γενική πληθυντικού του υαλικός
υαλοβάμβακα	=	υαλοβάμβακας
υαλοβάμβακας	noun	μονωτικό υλικό από πολύ λεπτές ίνες γυαλιού
υαλοβάμβακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοβάμβακας
υαλοβαμβάκων	=	υαλοβάμβακας
υαλοβερνίκωμα	noun	υαλώδης ουσία που χρησιμοποιείται για αδιαβροχοποίηση (αντικειμένων από τερακότα κ.λπ.)
υαλοβερνίκωση	noun	η διαδικασία αδιαβροχοποίησης (αντικειμένων από τερακότα κ.λπ.) με υαλοβερνίκωμα
υαλοβερνίκωσης	=	υαλοβερνίκωση
υαλοβερνικωμάτων	=	υαλοβερνίκωμα
υαλοβερνικώματα	=	υαλοβερνίκωμα
υαλοβερνικώματος	=	υαλοβερνίκωμα
υαλοβερνικώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοβερνίκωση
υαλοβερνικώσεων	=	υαλοβερνίκωση
υαλοβολές	=	υαλοβολή
υαλοβολή	noun	παραλλαγή της αμμοβολής, όπου γίνεται χρήση υαλοσφαιριδίων αντί άμμου
υαλοβολής	=	υαλοβολή
υαλοβολών	=	υαλοβολή
υαλογράφε	noun	κλητική ενικού του υαλογράφος
υαλογράφει	=	υαλογραφώ
υαλογράφημα	noun	διακοσμητικός πίνακας που αποτελείται από κομμάτια γυαλιού, συνήθως χρωματιστά ταινίες
υαλογράφησα	=	υαλογραφώ
υαλογράφησαν	=	υαλογραφώ
υαλογράφησε	=	υαλογραφώ
υαλογράφησες	=	υαλογραφώ
υαλογράφο	noun	αιτιατική ενικού του υαλογράφος
υαλογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλογράφος
υαλογράφος	noun	καλλιτέχνης ειδικευμένος στην υαλογραφία
υαλογράφου	noun	γενική ενικού του υαλογράφος
υαλογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υαλογράφος
υαλογράφων	noun	γενική πληθυντικού του υαλογράφος
υαλογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλογράφημα
υαλογραφήματος	noun	γενική ενικού του υαλογράφημα
υαλογραφήσαμε	=	υαλογραφώ
υαλογραφήσαν	=	υαλογραφώ
υαλογραφήσανε	=	υαλογραφώ
υαλογραφήσατε	=	υαλογραφώ
υαλογραφήσει	=	υαλογραφώ
υαλογραφήστε	=	υαλογραφώ
υαλογραφία	noun	η τέχνη της σύνθεσης υαλογραφημάτων
υαλογραφίας	noun	γενική ενικού του υαλογραφία
υαλογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφία
υαλογραφεί	=	υαλογραφώ
υαλογραφείς	=	υαλογραφώ
υαλογραφείτε	=	υαλογραφώ
υαλογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υαλογράφημα
υαλογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφημένο
υαλογραφημένε	verb	κλητική ενικού του υαλογραφημένος
υαλογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφημένη
υαλογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλογραφημένος
υαλογραφημένης	verb	γενική ενικού του υαλογραφημένη
υαλογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του υαλογραφημένος
υαλογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφημένος
υαλογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υαλογραφημένος
υαλογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υαλογραφημένος
υαλογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υαλογραφημένος
υαλογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφικό
υαλογραφικέ	adj	κλητική ενικού του υαλογραφικός
υαλογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφική
υαλογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλογραφικός
υαλογραφικής	adj	γενική ενικού του υαλογραφική
υαλογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλογραφικός
υαλογραφικού	adj	γενική ενικού του υαλογραφικός
υαλογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλογραφικός
υαλογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του υαλογραφικός
υαλογραφικός	adj	σχετικός με την υαλογραφία
υαλογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του υαλογραφικός
υαλογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του υαλογραφία
υαλογραφούμε	=	υαλογραφώ
υαλογραφούν	=	υαλογραφώ
υαλογραφούνε	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσα	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσαμε	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσαν	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσανε	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσατε	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσε	=	υαλογραφώ
υαλογραφούσες	=	υαλογραφώ
υαλογραφώ	verb	διακοσμώ κάτι με υαλογραφήματα
υαλογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υαλογραφώ
υαλοειδές	=	υαλοειδής
υαλοειδή	=	υαλοειδής
υαλοειδής	adj|formal	που είναι σαν γυαλί, που μοιάζει με γυαλί
υαλοειδείς	=	υαλοειδής
υαλοειδεκτομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοειδεκτομή
υαλοειδεκτομή	noun	χειρουργική αφαίρεση του υαλοειδούς, της διαφανούς ουσίας που βρίσκεται ανάμεσα στο φακό και στον αμφιβληστροειδή
υαλοειδεκτομής	=	υαλοειδεκτομή
υαλοειδεκτομών	=	υαλοειδεκτομή
υαλοειδούς	=	υαλοειδής
υαλοειδών	=	υαλοειδής
υαλοθέτημα	noun	διακοσμητικό αρχιτεκτονικό ή εικαστικό στοιχείο κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από γυάλινες ψηφίδες ή ενθέσεις, όπως ένας πίνακας ή επιτοίχιος διάκοσμος
υαλοθέτης	noun|rare	ο τζαμάς
υαλοθετήματα	=	υαλοθέτημα
υαλοθετήματος	=	υαλοθέτημα
υαλοθετημάτων	=	υαλοθέτημα
υαλοκαθαριστήρα	=	υαλοκαθαριστήρας
υαλοκαθαριστήρας	noun	το μηχανικό εξάρτημα του αυτοκινήτου που απομακρύνει το νερό της βροχής από το παρμπρίζ
υαλοκαθαριστήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοκαθαριστήρας
υαλοκαθαριστήρων	=	υαλοκαθαριστήρας
υαλοκατασκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοκατασκευή
υαλοκατασκευή	noun	κατασκευή από γυαλί
υαλοκατασκευής	=	υαλοκατασκευή
υαλοκατασκευών	=	υαλοκατασκευή
υαλοκόπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοκόπτης
υαλοκόρδονα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοκόρδονο
υαλομέταξα	noun|formal	ο υαλοβάμβακας
υαλομέταξας	=	υαλομέταξα
υαλομέταξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλομέταξα
υαλομεταξών	=	υαλομέταξα
υαλομονώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλομόνωση
υαλοπέτασμα	noun	πέτασμα από γυαλί που χρησιμοποιείται ως δομικό στοιχείο στις εξωτερικές όψεις κτηρίων
υαλοπίλημα	noun|formal	υλικό που κατασκευάζεται από ίνες γυαλιού με τη μορφή στρώσεων ή φύλλων, συνήθως για μονωτικούς σκοπούς
υαλοπίνακα	=	υαλοπίνακας
υαλοπίνακας	noun|formal	λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα), το γυάλινο τζάμι
υαλοπίνακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοπίνακας
υαλοπετάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοπέτασμα
υαλοπετάσματος	=	υαλοπέτασμα
υαλοπετασμάτων	=	υαλοπέτασμα
υαλοπιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοπίλημα
υαλοπινάκων	noun	γενική πληθυντικού του υαλοπίνακας
υαλοπλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόπλασμα
υαλοπλάσματος	=	υαλόπλασμα
υαλοπλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόπλεγμα
υαλοπλασμάτων	=	υαλόπλασμα
υαλοποίει	=	υαλοποιώ
υαλοποίησα	=	υαλοποιώ
υαλοποίησαν	=	υαλοποιώ
υαλοποίησε	=	υαλοποιώ
υαλοποίησες	=	υαλοποιώ
υαλοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υαλοποιώ
υαλοποίησης	=	υαλοποίηση
υαλοποιήσαμε	=	υαλοποιώ
υαλοποιήσαν	=	υαλοποιώ
υαλοποιήσανε	=	υαλοποιώ
υαλοποιήσατε	=	υαλοποιώ
υαλοποιήσει	=	υαλοποιώ
υαλοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοποίηση
υαλοποιήσεων	=	υαλοποίηση
υαλοποιήσιμα	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμε	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμες	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμη	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμης	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμο	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμοι	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να υαλοποιηθεί
υαλοποιήσιμου	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμους	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμων	=	υαλοποιήσιμος
υαλοποιήστε	=	υαλοποιώ
υαλοποιία	noun|formal	η υαλουργία
υαλοποιίας	=	υαλοποιία
υαλοποιίες	=	υαλοποιία
υαλοποιεί	=	υαλοποιώ
υαλοποιεία	=	υαλοποιείο
υαλοποιείο	noun	εργαστήριο όπου γίνεται η υαλοποίηση
υαλοποιείου	=	υαλοποιείο
υαλοποιείς	=	υαλοποιώ
υαλοποιείτε	=	υαλοποιώ
υαλοποιείων	=	υαλοποιείο
υαλοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοποιημένο
υαλοποιημένε	verb	κλητική ενικού του υαλοποιημένος
υαλοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοποιημένη
υαλοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλοποιημένος
υαλοποιημένης	verb	γενική ενικού του υαλοποιημένη
υαλοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του υαλοποιημένος
υαλοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλοποιημένος
υαλοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υαλοποιημένος
υαλοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υαλοποιημένος
υαλοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υαλοποιημένος
υαλοποιιών	=	υαλοποιία
υαλοποιούμε	=	υαλοποιώ
υαλοποιούν	=	υαλοποιώ
υαλοποιούνε	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσα	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσαμε	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσαν	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσανε	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσατε	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσε	=	υαλοποιώ
υαλοποιούσες	=	υαλοποιώ
υαλοποιώ	verb	μετατρέπω σε γυαλί ή σε κάτι που μοιάζει με γυαλί με τη χρήση υψηλής θερμοκρασίας και τήξης
υαλοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υαλοποιώ
υαλοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοπωλείο
υαλοπωλείο	noun	κατάστημα στο οποίο πωλούνται οικιακά γυάλινα είδη
υαλοπωλείου	noun	γενική ενικού του υαλοπωλείο
υαλοπωλείω	=	υαλοπωλείο
υαλοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του υαλοπωλείο
υαλοπωλών	=	υαλοπώλης
υαλοπώλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοπώλης
υαλοπώλη	=	υαλοπώλης
υαλοπώλης	noun	ο έμπορος γυαλικών, γυάλινων σκευών
υαλοπώλισσα	=	υαλοπώλης
υαλοσαλαμάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοσαλαμάστρα
υαλοσκεπές	=	υαλοσκεπής
υαλοσκεπή	=	υαλοσκεπής
υαλοσκεπής	adj	που η σκεπή του είναι γυάλινη, σκεπασμένος με υλικό γυάλινο (για να μπαίνει συνήθως περισσότερο φως)
υαλοσκεπείς	=	υαλοσκεπής
υαλοσκεπούς	=	υαλοσκεπής
υαλοσκεπών	=	υαλοσκεπής
υαλοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοστάσιο
υαλοστάσιο	noun	κατασκευή πάνω στην οποία στηρίζονται υαλοπίνακες ή πλαίσια υαλοπινάκων
υαλοστάσιου	=	υαλοστάσιο
υαλοστάσιων	=	υαλοστάσιο
υαλοστασίου	=	υαλοστάσιο
υαλοστασίων	=	υαλοστάσιο
υαλοσφαιρίδια	=	υαλοσφαιρίδιο
υαλοσφαιρίδιο	noun	σφαιρίδιο κατασκευασμένο από γυαλί
υαλοσφαιρίδιου	=	υαλοσφαιρίδιο
υαλοσφαιρίδιων	=	υαλοσφαιρίδιο
υαλοσφαιριδίου	=	υαλοσφαιρίδιο
υαλοσφαιριδίων	=	υαλοσφαιρίδιο
υαλοσωλήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοσωλήνας
υαλοτέχνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοτέχνης
υαλοτέχνη	=	υαλοτέχνης
υαλοτέχνης	noun	ο υαλουργός
υαλοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοταινία
υαλοτεχνία	noun	η υαλουργία
υαλοτεχνίας	=	υαλοτεχνία
υαλοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοτεχνία
υαλοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοτεχνικό
υαλοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοτεχνική
υαλοτεχνική	noun	άλλη μορφή του υαλοτεχνία, η υαλουργία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνικής	adj	γενική ενικού του υαλοτεχνική
υαλοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνικού	adj	γενική ενικού του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνικός	adj	σχετικός με την υαλοτεχνία
υαλοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του υαλοτεχνικός
υαλοτεχνιών	=	υαλοτεχνία
υαλοτεχνών	=	υαλοτέχνης
υαλουργέ	noun	κλητική ενικού του υαλουργός
υαλουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλούργημα
υαλουργήματος	noun	γενική ενικού του υαλούργημα
υαλουργία	noun	το να κατασκευάζει κάποιος διάφορα πράγματα από γυαλί
υαλουργίας	noun	γενική ενικού του υαλουργία
υαλουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλουργία
υαλουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλουργείο
υαλουργείο	noun	εργαστήριο (ή εργοστάσιο) όπου κατασκευάζονται υαλικά
υαλουργείου	noun	γενική ενικού του υαλουργείο
υαλουργείων	noun	γενική πληθυντικού του υαλουργείο
υαλουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υαλούργημα
υαλουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλουργικό
υαλουργικέ	adj	κλητική ενικού του υαλουργικός
υαλουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλουργική
υαλουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλουργικός
υαλουργικής	adj	γενική ενικού του υαλουργική
υαλουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλουργικός
υαλουργικού	adj	γενική ενικού του υαλουργικός
υαλουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλουργικός
υαλουργικό	adj	αιτιατική ενικού του υαλουργικός
υαλουργικός	adj	σχετικός με την υαλουργία
υαλουργικών	adj	γενική πληθυντικού του υαλουργικός
υαλουργιών	noun	γενική πληθυντικού του υαλουργία
υαλουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλουργός
υαλουργού	noun	γενική ενικού του υαλουργός
υαλουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υαλουργός
υαλουργό	noun	αιτιατική ενικού του υαλουργός
υαλουργός	noun	που κατασκευάζει γυάλινα αντικείμενα ή πράγματα
υαλουργών	noun	γενική πληθυντικού του υαλουργός
υαλουρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλουρονικό
υαλουρονικέ	adj	κλητική ενικού του υαλουρονικός
υαλουρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλουρονική
υαλουρονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλουρονικός
υαλουρονικής	adj	γενική ενικού του υαλουρονική
υαλουρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλουρονικός
υαλουρονικού	adj	γενική ενικού του υαλουρονικός
υαλουρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλουρονικός
υαλουρονικό	adj	αιτιατική ενικού του υαλουρονικός
υαλουρονικός	adj	που έχει σχέση με το υαλουρονικό οξύ ή αναφέρεται σʼ αυτό
υαλουρονικών	adj	γενική πληθυντικού του υαλουρονικός
υαλοφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόφραγμα
υαλοφράξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόφραξη
υαλοφυσητές	=	υαλοφυσητής
υαλοφυσητή	=	υαλοφυσητής
υαλοφυσητής	noun	τεχνίτης που φυσά το γυαλί για να φτιάξει διάφορα αντικείμενα
υαλοφυσητών	=	υαλοφυσητής
υαλοχρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόχρωμα
υαλοϋφάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλοΰφασμα
υαλούργημα	noun	ό,τι κατασκευάζει κάποιος υαλουργός
υαλωδών	=	υαλώδης
υαλωμάτων	=	υάλωμα
υαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλωτό
υαλωτέ	adj	κλητική ενικού του υαλωτός
υαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλωτή
υαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλωτός
υαλωτής	adj	γενική ενικού του υαλωτή
υαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλωτός
υαλωτού	adj	γενική ενικού του υαλωτός
υαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλωτός
υαλωτό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υαλωτός	noun	υαλοστάσιο
υαλωτός	adj|formal	γυάλινος
υαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του υαλωτός
υαλόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλόλιθος
υαλόλιθος	noun|rare	μάζα φτιαγμένη από γυαλί, όπως ο υαλόπλινθος, αλλά μικρότερου σχετικά όγκου
υαλόπαγε	=	υαλόπαγος
υαλόπαγο	=	υαλόπαγος
υαλόπαγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλόπαγος
υαλόπαγος	noun	λεπτό και συχνά αόρατο στρώμα πάγου που δημιουργείται με βροχόπτωση σε παγωμένο έδαφος
υαλόπαγου	=	υαλόπαγος
υαλόπαγους	=	υαλόπαγος
υαλόπαγων	=	υαλόπαγος
υαλόπανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόπανο
υαλόπλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόπλακα
υαλόπλασμα	noun	η διαφανής, ημίρρευστη θεμέλια ουσία του κυτταροπλάσματος, όπου βρίσκονται τα οργανίδια και λαμβάνουν χώρα κυτταρικές διεργασίες
υαλόπλινθος	noun|rare	πλίνθος φτιαγμένη από γυαλί, το υαλότουβλο
υαλότοιχε	=	υαλότοιχος
υαλότοιχο	=	υαλότοιχος
υαλότοιχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλότοιχος
υαλότοιχος	noun	τοίχος από υαλότουβλα
υαλότοιχου	=	υαλότοιχος
υαλότοιχους	=	υαλότοιχος
υαλότοιχων	=	υαλότοιχος
υαλότουβλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλότουβλο
υαλότουβλο	noun	τούβλο από γυαλί ή παρόμοιο ημιδιαφανές υλικό, που χρησιμοποιείται ως δομικό ή διακοσμητικό στοιχείο
υαλότουβλου	=	υαλότουβλο
υαλότουβλων	=	υαλότουβλο
υαλόφρακτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόφρακτο
υαλόφρακτε	adj	κλητική ενικού του υαλόφρακτος
υαλόφρακτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υαλόφρακτη
υαλόφρακτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υαλόφρακτος
υαλόφρακτης	adj	γενική ενικού του υαλόφρακτη
υαλόφρακτο	adj	αιτιατική ενικού του υαλόφρακτος
υαλόφρακτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υαλόφρακτος
υαλόφρακτος	adj	που περιβάλλεται ή καλύπτεται από υαλοπίνακες, από τζάμια
υαλόφρακτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υαλόφρακτος
υαλόφρακτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υαλόφρακτος
υαλόφρακτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υαλόφρακτος
υαλόφραχτα	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτε	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτες	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτη	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτης	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτο	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτοι	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτος	adj	που είναι φραγμένος, περικλείεται από γυαλί (κατασκευή φτιαγμένη κυρίως από γυαλί)
υαλόφραχτου	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτους	=	υαλόφραχτος
υαλόφραχτων	=	υαλόφραχτος
υαλώδές	=	υαλώδης
υαλώδής	=	υαλώδης
υαλώδεις	=	υαλώδης
υαλώδες	=	υαλώδης
υαλώδη	=	υαλώδης
υαλώδης	adj|formal	που είναι σαν γυαλί, που μοιάζει με γυαλί
υαλώδους	=	υαλώδης
υαλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υάλωμα
υαλώματος	=	υάλωμα
υαρδών	=	υάρδα
υβά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβό
υβέ	adj	κλητική ενικού του υβός
υβές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβή
υβή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υβός
υβής	adj	γενική ενικού του υβή
υβε	abbrev	αρχική ονομασία της ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση)
υβοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υβός
υβού	adj	γενική ενικού του υβός
υβούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υβός
υβρίδια	=	υβρίδιο
υβρίδιο	noun	ον που έχει δημιουργηθεί με την διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικά ανόμοια
υβρίδιου	=	υβρίδιο
υβρίδιων	=	υβρίδιο
υβρίζαμε	=	υβρίζω
υβρίζαν	=	υβρίζω
υβρίζανε	=	υβρίζω
υβρίζατε	=	υβρίζω
υβρίζει	=	υβρίζω
υβρίζεις	=	υβρίζω
υβρίζετε	=	υβρίζω
υβρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υβρίζω
υβρίζοντας	=	υβρίζω
υβρίζουμε	=	υβρίζω
υβρίζουν	=	υβρίζω
υβρίζουνε	=	υβρίζω
υβρίζω	verb|formal	βρίζω
υβρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίσαν	=	υβρίζω
υβρίσανε	=	υβρίζω
υβρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίσθηκα	=	υβρίζω
υβρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρίστρια	noun	θηλυκό του υβριστής
υβρίστριας	=	υβρίστρια
υβρίστριες	=	υβρίστρια
υβρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
υβρεολογία	noun	αναφορά σε ύβρεις
υβρεολογίας	noun	γενική ενικού του υβρεολογία
υβρεολογίες	=	υβρεολογία
υβρεολογίου	noun	γενική ενικού του υβρεολόγιο
υβρεολογίων	noun	γενική πληθυντικού του υβρεολόγιο
υβρεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υβρεολογία
υβρεολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβρεολόγιο
υβρεολόγιο	noun	οι βρισιές που εκτοξεύονται από κάποιον εναντίον άλλου
υβρεολόγιου	=	υβρεολόγιο
υβρεολόγιων	=	υβρεολόγιο
υβριδίζω	verb|rare	δημιουργώ υβρίδιο
υβριδίου	=	υβρίδιο
υβριδίων	=	υβρίδιο
υβριδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβριδικό
υβριδικέ	adj	κλητική ενικού του υβριδικός
υβριδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβριδική
υβριδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υβριδικός
υβριδικής	adj	γενική ενικού του υβριδική
υβριδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υβριδικός
υβριδικοτήτων	=	υβριδικότητα
υβριδικού	adj	γενική ενικού του υβριδικός
υβριδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υβριδικός
υβριδικό	adj	αιτιατική ενικού του υβριδικός
υβριδικός	adj	που προέρχεται, δημιουργείται ή σχετίζεται με υβρίδιο ή υβριδισμό μεταξύ διαφορετικών οργανισμών
υβριδικότητα	noun	η ιδιότητα του υβριδικού
υβριδικότητας	=	υβριδικότητα
υβριδικότητες	=	υβριδικότητα
υβριδικών	adj	γενική πληθυντικού του υβριδικός
υβριδισμέ	noun	κλητική ενικού του υβριδισμός
υβριδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υβριδισμός
υβριδισμού	noun	γενική ενικού του υβριδισμός
υβριδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υβριδισμός
υβριδισμό	noun	αιτιατική ενικού του υβριδισμός
υβριδισμός	noun	αποτέλεσμα συνένωσης δύο (ή περισσότερων) στοιχείων
υβριδισμών	noun	γενική πληθυντικού του υβριδισμός
υβριδοποίηση	noun	η διασταύρωση δύο διαφορετικών ειδών ή ποικιλιών για να παραχθεί ένας υβριδικός οργανισμός με χαρακτηριστικά από αμφότερους τους γονείς
υβριδοποίησης	=	υβριδοποίηση
υβριδοποιήσεις	=	υβριδοποίηση
υβριδοποιήσεων	=	υβριδοποίηση
υβριδοποιώ	verb|rare	δημιουργώ υβρίδιο
υβρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβρισμένο
υβρισμένε	verb	κλητική ενικού του υβρισμένος
υβρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβρισμένη
υβρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υβρισμένος
υβρισμένης	verb	γενική ενικού του υβρισμένη
υβρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υβρισμένος
υβρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υβρισμένος
υβρισμένος	=	υβρίζω
υβρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υβρισμένος
υβρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υβρισμένος
υβρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υβρισμένος
υβριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβριστής
υβριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υβριστής
υβριστής	noun	αυτός που εκτοξεύει ύβρεις εναντίον άλλων ή υβρίζει τα θεία
υβριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβριστικό	adv	κατά τρόπο υβριστικό
υβριστικέ	adj	κλητική ενικού του υβριστικός
υβριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υβριστική
υβριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υβριστικός
υβριστικής	adj	γενική ενικού του υβριστική
υβριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υβριστικός
υβριστικού	adj	γενική ενικού του υβριστικός
υβριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υβριστικός
υβριστικό	adj	αιτιατική ενικού του υβριστικός
υβριστικός	adj	που περιέχει βρισιές
υβριστικών	adj	γενική πληθυντικού του υβριστικός
υβριστριών	=	υβρίστρια
υβριστών	noun	γενική πληθυντικού του υβριστής
υβωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ύβωμα
υβό	adj	αιτιατική ενικού του υβός
υβόν	=	υβός
υβός	adj|formal	καμπούρης
υβώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύβωμα
υβώματος	noun	γενική ενικού του ύβωμα
υβών	adj	γενική πληθυντικού του υβός
υγ	abbrev	άλλη γραφή του ΥΓ.
υγεία	noun	η καλή κατάσταση και φυσιολογική λειτουργία ενός οργανισμού, η απουσία αρρώστιας
υγείας	noun	γενική ενικού του υγεία
υγείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγεία
υγειά	noun	η υγεία
υγειάς	noun	γενική ενικού του υγειά
υγειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγειά
υγειολογία	noun	ο κλάδος της ιατρικής που μελετά την υγεία
υγειολογίας	noun	γενική ενικού του υγειολογία
υγειολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγειολογία
υγειολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υγειολογία
υγειονολογία	noun	επιστημονικός κλάδος που μελετά τα μέσα για τη διατήρηση της υγείας
υγειονολογίας	noun	γενική ενικού του υγειονολογία
υγειονολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγειονολογία
υγειονολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υγειονολογία
υγειονολόγε	noun	κλητική ενικού του υγειονολόγος
υγειονολόγο	noun	αιτιατική ενικού του υγειονολόγος
υγειονολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγειονολόγος
υγειονολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην υγιεινή (ή υγειονολογία)
υγειονολόγου	noun	γενική ενικού του υγειονολόγος
υγειονολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υγειονολόγος
υγειονολόγων	noun	γενική πληθυντικού του υγειονολόγος
υγειονομία	noun	η μελέτη και η προαγωγή της δημόσιας υγείας
υγειονομίας	=	υγειονομία
υγειονομίες	=	υγειονομία
υγειονομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγειονομείο
υγειονομείο	noun	το γραφείο του υγειονόμου
υγειονομείου	noun	γενική ενικού του υγειονομείο
υγειονομείων	noun	γενική πληθυντικού του υγειονομείο
υγειονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγειονομικό
υγειονομικέ	adj	κλητική ενικού του υγειονομικός
υγειονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγειονομική
υγειονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγειονομικός
υγειονομικής	adj	γενική ενικού του υγειονομική
υγειονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγειονομικός
υγειονομικού	adj	γενική ενικού του υγειονομικός
υγειονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγειονομικός
υγειονομικό	noun	η υπηρεσία που ασχολείται με τη δημόσια υγεία	adj	αιτιατική ενικού του υγειονομικός
υγειονομικός	noun	υπάλληλος μιας υγειονομικής υπηρεσίας	adj	σχετικός με τη δημόσια υγεία
υγειονομικών	adj	γενική πληθυντικού του υγειονομικός
υγειονομιών	=	υγειονομία
υγειονόμε	noun	κλητική ενικού του υγειονόμος
υγειονόμο	noun	αιτιατική ενικού του υγειονόμος
υγειονόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγειονόμος
υγειονόμος	noun	ο προϊστάμενος μιας υγειονομικής υπηρεσίας
υγειονόμου	noun	γενική ενικού του υγειονόμος
υγειονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υγειονόμος
υγειονόμων	noun	γενική πληθυντικού του υγειονόμος
υγειών	=	υγειά
υγιέ	=	υγιός
υγιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υγιής
υγιέστατα	=	υγιέστατος
υγιέστατε	=	υγιέστατος
υγιέστατες	=	υγιέστατος
υγιέστατη	=	υγιέστατος
υγιέστατης	=	υγιέστατος
υγιέστατο	=	υγιέστατος
υγιέστατοι	=	υγιέστατος
υγιέστατος	adj	υπερθετικός βαθμός του υγιής
υγιέστατου	=	υγιέστατος
υγιέστατους	=	υγιέστατος
υγιέστατων	=	υγιέστατος
υγιέστερα	=	υγιής
υγιέστερε	=	υγιής
υγιέστερες	=	υγιής
υγιέστερη	=	υγιής
υγιέστερης	=	υγιής
υγιέστερο	=	υγιής
υγιέστεροι	=	υγιής
υγιέστερος	=	υγιής
υγιέστερου	=	υγιής
υγιέστερους	=	υγιής
υγιέστερων	=	υγιής
υγιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (υγιές) του υγιής
υγιής	adj	που δεν ασθενεί σωματικά ή ψυχικά
υγιαίνω	verb|formal	είμαι καλά στην υγεία μου
υγιείς	=	υγιής
υγιεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγιεινό	adv	με τρόπο που συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας
υγιεινέ	adj	κλητική ενικού του υγιεινός
υγιεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγιεινή
υγιεινή	noun	το σύνολο των ενεργειών και των κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας του οργανισμού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγιεινός
υγιεινής	adj	γενική ενικού του υγιεινή
υγιεινίστρια	noun	θηλυκό του υγιεινιστής
υγιεινίστριας	=	υγιεινίστρια
υγιεινίστριες	=	υγιεινίστρια
υγιεινιστές	=	υγιεινιστής
υγιεινιστή	=	υγιεινιστής
υγιεινιστής	noun	ο υποστηρικτής του υγιεινού τρόπου ζωής
υγιεινιστριών	=	υγιεινίστρια
υγιεινιστών	=	υγιεινιστής
υγιεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγιεινός
υγιεινολογία	noun	κλάδος της ιατρικής με αντικείμενο τη δημόσια υγεία (όπως, την υγιεινή αποχετεύσεων, τις επιδημίες)
υγιεινολογίας	noun	γενική ενικού του υγιεινολογία
υγιεινολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγιεινολογία
υγιεινολογικά	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικέ	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικές	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογική	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υγιεινολογική) του υγιεινολογικός
υγιεινολογικοί	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικού	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικούς	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικό	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογικός	adj	σχετικός με την υγιεινολογία
υγιεινολογικών	=	υγιεινολογικός
υγιεινολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υγιεινολογία
υγιεινολόγε	noun	κλητική ενικού του υγιεινολόγος
υγιεινολόγο	noun	αιτιατική ενικού του υγιεινολόγος
υγιεινολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγιεινολόγος
υγιεινολόγος	noun	γιατρός που ειδικεύεται στην υγιεινολογία
υγιεινολόγου	noun	γενική ενικού του υγιεινολόγος
υγιεινολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υγιεινολόγος
υγιεινολόγων	noun	γενική πληθυντικού του υγιεινολόγος
υγιεινού	adj	γενική ενικού του υγιεινός
υγιεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγιεινός
υγιεινό	adj	αιτιατική ενικού του υγιεινός
υγιεινός	adj	που συμβάλλει στην προστασία της υγείας του οργανισμού
υγιεινότατα	=	υγιεινός
υγιεινότατε	=	υγιεινός
υγιεινότατες	=	υγιεινός
υγιεινότατη	=	υγιεινός
υγιεινότατης	=	υγιεινός
υγιεινότατο	=	υγιεινός
υγιεινότατοι	=	υγιεινός
υγιεινότατος	=	υγιεινός
υγιεινότατου	=	υγιεινός
υγιεινότατους	=	υγιεινός
υγιεινότατων	=	υγιεινός
υγιεινότερα	=	υγιεινός
υγιεινότερε	=	υγιεινός
υγιεινότερες	=	υγιεινός
υγιεινότερη	=	υγιεινός
υγιεινότερης	=	υγιεινός
υγιεινότερο	=	υγιεινός
υγιεινότεροι	=	υγιεινός
υγιεινότερος	=	υγιεινός
υγιεινότερου	=	υγιεινός
υγιεινότερους	=	υγιεινός
υγιεινότερων	=	υγιεινός
υγιεινών	adj	γενική πληθυντικού του υγιεινός
υγιοί	=	υγιός
υγιού	=	υγιός
υγιούς	=	υγιής
υγιό	=	υγιός
υγιός	noun	γιος
υγιών	adj	γενική πληθυντικού του υγιής
υγιώς	adv	κατά τρόπο υγιή
υγρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρό
υγράλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγράλατο
υγράλατε	adj	κλητική ενικού του υγράλατος
υγράλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγράλατη
υγράλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγράλατος
υγράλατης	adj	γενική ενικού του υγράλατη
υγράλατο	adj	αιτιατική ενικού του υγράλατος
υγράλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγράλατος
υγράλατος	adj	που διατηρείται σε υγρή άλμη
υγράλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υγράλατος
υγράλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγράλατος
υγράλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υγράλατος
υγράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράναν	=	υγραίνω
υγράνανε	=	υγραίνω
υγράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγράνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγράνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγράνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύγρανση
υγράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ύγρανση
υγράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ύγρανση
υγράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
υγρέ	adj	κλητική ενικού του υγρός
υγρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρή
υγρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγρός
υγρής	adj	γενική ενικού του υγρή
υγραέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραέριο
υγραέριο	noun	καύσιμη ύλη που διατηρείται σε ειδικά δοχεία υπό πίεση και σε υγρή μορφή, ενώ μετατρέπεται σε αέριο αμέσως μετά την έξοδό του από το δοχείο
υγραέριου	=	υγραέριο
υγραίναμε	=	υγραίνω
υγραίναν	=	υγραίνω
υγραίνανε	=	υγραίνω
υγραίνατε	=	υγραίνω
υγραίνει	=	υγραίνω
υγραίνεις	=	υγραίνω
υγραίνετε	=	υγραίνω
υγραίνομαι	verb	γίνομαι επιφανειακά υγρός, καλύπτομαι με μια υγρή ουσία
υγραίνοντας	=	υγραίνω
υγραίνουμε	=	υγραίνω
υγραίνουν	=	υγραίνω
υγραίνουνε	=	υγραίνω
υγραίνω	verb	κάνω κάτι περισσότερο υγρό, προσθέτω μια μικρή ποσότητα υγρού στην επιφάνειά του
υγραερίου	noun	γενική ενικού του υγραέριο
υγραερίων	noun	γενική πληθυντικού του υγραέριο
υγραεριοκίνηση	noun	η κίνηση ενός οχήματος με υγραέριο
υγραεριοκίνησης	noun	γενική ενικού του υγραεριοκίνηση
υγραεριοκινήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραεριοκίνηση
υγραεριοκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υγραεριοκίνηση
υγραεριοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραεριοφόρο
υγραεριοφόρας	=	υγραεριοφόρος
υγραεριοφόρε	=	υγραεριοφόρος
υγραεριοφόρες	=	υγραεριοφόρος
υγραεριοφόρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υγραεριοφόρος	noun	ειδικός τύπος δεξαμενόπλοιου μεταφοράς αερίων σε υγρή μορφή
υγραεριοφόροι	=	υγραεριοφόρος
υγραεριοφόρος	adj	που φέρει, ή μεταφέρει υγραέριο
υγραεριοφόρου	noun	γενική ενικού του υγραεριοφόρο
υγραεριοφόρους	=	υγραεριοφόρος
υγραεριοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του υγραεριοφόρο
υγραινόμουν	=	υγραίνομαι
υγραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραμένο
υγραμένε	verb	κλητική ενικού του υγραμένος
υγραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραμένη
υγραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγραμένος
υγραμένης	verb	γενική ενικού του υγραμένη
υγραμένο	verb	αιτιατική ενικού του υγραμένος
υγραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγραμένος
υγραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υγραμένος
υγραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υγραμένος
υγραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υγραμένος
υγρανθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγρανθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγραίνομαι
υγραντήρα	=	υγραντήρας
υγραντήρας	noun	συσκευή που αυξάνει την ατμοσφαιρική υγρασία
υγραντήρες	=	υγραντήρας
υγραντήρων	=	υγραντήρας
υγραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραντικό
υγραντικέ	adj	κλητική ενικού του υγραντικός
υγραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγραντική
υγραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγραντικός
υγραντικής	adj	γενική ενικού του υγραντική
υγραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγραντικός
υγραντικού	adj	γενική ενικού του υγραντικός
υγραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγραντικός
υγραντικό	adj	αιτιατική ενικού του υγραντικός
υγραντικός	adj	που υγραίνει
υγραντικών	adj	γενική πληθυντικού του υγραντικός
υγρασία	noun	η αυξημένη ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα
υγρασίας	noun	γενική ενικού του υγρασία
υγρασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρασία
υγρασιών	noun	γενική πληθυντικού του υγρασία
υγροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγρός
υγροβιοτόπου	=	υγροβιότοπος
υγροβιοτόπους	=	υγροβιότοπος
υγροβιοτόπων	=	υγροβιότοπος
υγροβιότοπε	=	υγροβιότοπος
υγροβιότοπο	=	υγροβιότοπος
υγροβιότοποι	=	υγροβιότοπος
υγροβιότοπος	noun	υγρότοπος όπου αναπτύσσονται αρμονικά διάφορα είδη χλωρίδας και πανίδας
υγροβιότοπου	=	υγροβιότοπος
υγροβιότοπους	=	υγροβιότοπος
υγροβιότοπων	=	υγροβιότοπος
υγρογράφε	=	υγρογράφος
υγρογράφο	=	υγρογράφος
υγρογράφοι	=	υγρογράφος
υγρογράφος	noun	συσκευή για την μέτρηση και καταγραφή της υγρασίας της ατμόσφαιρας
υγρογράφου	=	υγρογράφος
υγρογράφους	=	υγρογράφος
υγρογράφων	=	υγρογράφος
υγροηλεκτρισμέ	=	υγροηλεκτρισμός
υγροηλεκτρισμοί	=	υγροηλεκτρισμός
υγροηλεκτρισμού	=	υγροηλεκτρισμός
υγροηλεκτρισμούς	=	υγροηλεκτρισμός
υγροηλεκτρισμό	=	υγροηλεκτρισμός
υγροηλεκτρισμός	noun	τεχνολογία που χρησιμοποιεί την υγρασία της ατμόσφαιρας για την παραγωγή ηλεκτρισμού
υγροηλεκτρισμών	=	υγροηλεκτρισμός
υγρολογία	noun|dated	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των υγρών του οργανισμού, όπως το αίμα, η λέμφος και άλλα βιολογικά ρευστά, εστιάζοντας στις ιδιότητές τους και τον ρόλο τους στη φυσιολογία και τις ασθένειες
υγρολογίας	=	υγρολογία
υγρολογίες	=	υγρολογία
υγρολογιών	=	υγρολογία
υγρομέτρου	noun	γενική ενικού του υγρόμετρο
υγρομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του υγρόμετρο
υγρομετρία	noun	προσδιορισμός της υγρασίας γενικά, καθώς και της περιεκτικότητας σε υδρατμούς του αέρα ειδικότερα
υγρομετρίας	=	υγρομετρία
υγρομετρίες	=	υγρομετρία
υγρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρομετρικό
υγρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του υγρομετρικός
υγρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρομετρική
υγρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγρομετρικός
υγρομετρικής	adj	γενική ενικού του υγρομετρική
υγρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγρομετρικός
υγρομετρικού	adj	γενική ενικού του υγρομετρικός
υγρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγρομετρικός
υγρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του υγρομετρικός
υγρομετρικός	adj	σχετικός με την υγρομετρία
υγρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του υγρομετρικός
υγρομετριών	=	υγρομετρία
υγρομονώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρομόνωση
υγρομονώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υγρομόνωση
υγρομονώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υγρομόνωση
υγρομόνωση	noun	η μόνωση επιφανειών με μη υδροπερατά υλικά με σκοπό τη στεγανοποίηση των μερών ενός κτίσματος, τα οποία είναι εκτεθειμένα σε νερά και υγρασία
υγρομόνωσης	noun	γενική ενικού του υγρομόνωση
υγροπισσών	=	υγρόπισσα
υγροποίει	=	υγροποιώ
υγροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υγροποιώ
υγροποίησης	noun	γενική ενικού του υγροποίηση
υγροποιήθηκα	=	υγροποιούμαι
υγροποιήθηκαν	=	υγροποιώ
υγροποιήθηκε	=	υγροποιώ
υγροποιήθηκες	=	υγροποιώ
υγροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσαν	=	υγροποιώ
υγροποιήσανε	=	υγροποιώ
υγροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροποίηση
υγροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υγροποίηση
υγροποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υγροποίηση
υγροποιήσιμα	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμε	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμες	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμη	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμης	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμο	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμοι	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμος	adj	που μπορεί να υγροποιηθεί
υγροποιήσιμου	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμους	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσιμων	=	υγροποιήσιμος
υγροποιήσου	=	υγροποιώ
υγροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσουνε	=	υγροποιώ
υγροποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υγροποιώ
υγροποιεί	=	υγροποιώ
υγροποιείς	=	υγροποιώ
υγροποιείσαι	=	υγροποιώ
υγροποιείστε	=	υγροποιώ
υγροποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υγροποιούμαι
υγροποιείτε	=	υγροποιώ
υγροποιείτο	=	υγροποιώ
υγροποιηθήκαμε	=	υγροποιώ
υγροποιηθήκαν	=	υγροποιώ
υγροποιηθήκανε	=	υγροποιώ
υγροποιηθήκατε	=	υγροποιώ
υγροποιηθεί	=	υγροποιώ
υγροποιηθείς	=	υγροποιώ
υγροποιηθείτε	=	υγροποιώ
υγροποιηθούμε	=	υγροποιώ
υγροποιηθούν	=	υγροποιώ
υγροποιηθούνε	=	υγροποιώ
υγροποιηθώ	=	υγροποιώ
υγροποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροποιημένο
υγροποιημένε	verb	κλητική ενικού του υγροποιημένος
υγροποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροποιημένη
υγροποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγροποιημένος
υγροποιημένης	verb	γενική ενικού του υγροποιημένη
υγροποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του υγροποιημένος
υγροποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγροποιημένος
υγροποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υγροποιώ
υγροποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υγροποιημένος
υγροποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υγροποιημένος
υγροποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υγροποιημένος
υγροποιητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροποιητικό
υγροποιητικέ	adj	κλητική ενικού του υγροποιητικός
υγροποιητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροποιητική
υγροποιητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγροποιητικός
υγροποιητικής	adj	γενική ενικού του υγροποιητική
υγροποιητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγροποιητικός
υγροποιητικού	adj	γενική ενικού του υγροποιητικός
υγροποιητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγροποιητικός
υγροποιητικό	adj	αιτιατική ενικού του υγροποιητικός
υγροποιητικός	adj	που υγροποιεί, σχετίζεται με την υγροποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
υγροποιητικών	adj	γενική πληθυντικού του υγροποιητικός
υγροποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υγροποιώ
υγροποιούμασταν	=	υγροποιώ
υγροποιούμαστε	=	υγροποιώ
υγροποιούμε	=	υγροποιώ
υγροποιούμενος	=	υγροποιώ
υγροποιούμουν	=	υγροποιώ
υγροποιούμουνα	=	υγροποιώ
υγροποιούν	=	υγροποιώ
υγροποιούνε	=	υγροποιώ
υγροποιούνται	=	υγροποιώ
υγροποιούνταν	=	υγροποιώ
υγροποιούντο	=	υγροποιώ
υγροποιούσα	=	υγροποιώ
υγροποιούσαμε	=	υγροποιώ
υγροποιούσαν	=	υγροποιώ
υγροποιούσανε	=	υγροποιώ
υγροποιούσατε	=	υγροποιώ
υγροποιούσε	=	υγροποιώ
υγροποιούσες	=	υγροποιώ
υγροποιούσουν	=	υγροποιώ
υγροποιούσουνα	=	υγροποιώ
υγροποιόμασταν	=	υγροποιώ
υγροποιόμαστε	=	υγροποιώ
υγροποιόμουν	=	υγροποιώ
υγροποιόμουνα	=	υγροποιώ
υγροποιόνταν	=	υγροποιώ
υγροποιόντανε	=	υγροποιώ
υγροποιόντουσαν	=	υγροποιώ
υγροποιόσασταν	=	υγροποιώ
υγροποιόσαστε	=	υγροποιώ
υγροποιόσουν	=	υγροποιώ
υγροποιόσουνα	=	υγροποιώ
υγροποιόταν	=	υγροποιώ
υγροποιότανε	=	υγροποιώ
υγροποιώ	verb	μετατρέπω κάτι σε υγρό
υγροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υγροποιώ
υγροσκοπία	noun	η ιδιότητα ή η ικανότητα μέτρησης της υγρασίας
υγροσκοπίας	noun	γενική ενικού του υγροσκοπία
υγροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροσκοπία
υγροσκοπίου	noun	γενική ενικού του υγροσκόπιο
υγροσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του υγροσκόπιο
υγροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροσκοπικό
υγροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του υγροσκοπικός
υγροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροσκοπική
υγροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγροσκοπικός
υγροσκοπικής	adj	γενική ενικού του υγροσκοπική
υγροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγροσκοπικός
υγροσκοπικού	adj	γενική ενικού του υγροσκοπικός
υγροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγροσκοπικός
υγροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του υγροσκοπικός
υγροσκοπικός	adj	σχετικός με την υγροσκοπία
υγροσκοπικότητα	noun|rare	η ιδιότητα του υγροσκοπικού, του σχετικού με την υγροσκοπία
υγροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του υγροσκοπικός
υγροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του υγροσκοπία
υγροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγροσκόπιο
υγροσκόπιο	noun	όργανο που μετρά την υγρασία
υγροσκόπιου	=	υγροσκόπιο
υγροστάτες	=	υγροστάτης
υγροστάτη	=	υγροστάτης
υγροστάτης	noun	συσκευή που ανιχνεύει και ρυθμίζει το επίπεδο υγρασίας σε έναν χώρο, ενεργοποιώντας ή απενεργοποιώντας συστήματα όπως αφυγραντήρες ή υγραντήρες για τη διατήρηση σταθερών συνθηκών
υγροστατών	=	υγροστάτης
υγροτήτων	=	υγρότητα
υγροταξία	noun	η κατευθυνόμενη κίνηση ενός οργανισμού ως απόκριση σε μεταβολές της υγρασίας του περιβάλλοντος
υγροταξίας	=	υγροταξία
υγροταξίες	=	υγροταξία
υγροταξιών	=	υγροταξία
υγροτροπισμέ	=	υγροτροπισμός
υγροτροπισμοί	=	υγροτροπισμός
υγροτροπισμού	=	υγροτροπισμός
υγροτροπισμούς	=	υγροτροπισμός
υγροτροπισμό	=	υγροτροπισμός
υγροτροπισμός	noun	η κατευθυνόμενη ανάπτυξη ενός φυτικού οργάνου ως αντίδραση σε διαφορές υγρασίας στο περιβάλλον
υγροτροπισμών	=	υγροτροπισμός
υγροτόπου	=	υγρότοπος
υγροτόπους	=	υγρότοπος
υγροτόπων	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υγρότοπος
υγρού	adj	γενική ενικού του υγρός
υγρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγρός
υγρό	adj	αιτιατική ενικού του υγρός	noun	ρευστό με επιφανειακή τάση
υγρόληκτα	=	υγρόληκτος
υγρόληκτε	=	υγρόληκτος
υγρόληκτες	=	υγρόληκτος
υγρόληκτη	=	υγρόληκτος
υγρόληκτης	=	υγρόληκτος
υγρόληκτο	=	υγρόληκτος
υγρόληκτοι	=	υγρόληκτος
υγρόληκτος	adj	για λέξη με χαρακτήρα υγρό σύμφωνο, λ ή ρ
υγρόληκτου	=	υγρόληκτος
υγρόληκτους	=	υγρόληκτος
υγρόληκτων	=	υγρόληκτος
υγρόληχτα	=	υγρόληχτος
υγρόληχτε	=	υγρόληχτος
υγρόληχτες	=	υγρόληχτος
υγρόληχτη	=	υγρόληχτος
υγρόληχτης	=	υγρόληχτος
υγρόληχτο	=	υγρόληχτος
υγρόληχτοι	=	υγρόληχτος
υγρόληχτος	adj	υγρόληκτος
υγρόληχτου	=	υγρόληχτος
υγρόληχτους	=	υγρόληχτος
υγρόληχτων	=	υγρόληχτος
υγρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρόμετρο
υγρόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής υγρασίας
υγρόμετρου	=	υγρόμετρο
υγρόπισσα	noun	υγρό υπόλειμμα της απόσταξης της πίσσας
υγρόπισσας	=	υγρόπισσα
υγρόπισσες	=	υγρόπισσα
υγρός	adj	σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει.
υγρότητα	noun	η ιδιότητα του υγρού
υγρότητας	noun	γενική ενικού του υγρότητα
υγρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρότητα
υγρότοπε	=	υγρότοπος
υγρότοπο	=	υγρότοπος
υγρότοποι	=	υγρότοπος
υγρότοπος	noun	το μέρος όπου βρίσκονται εκτάσεις με νερό (σχετικά μικρού βάθους)
υγρότοπου	=	υγρότοπος
υγρότοπους	=	υγρότοπος
υγρότοπων	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υγρότοπος
υγρόφιλή	=	υγρόφιλος
υγρόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρόφιλο
υγρόφιλε	adj	κλητική ενικού του υγρόφιλος
υγρόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υγρόφιλη
υγρόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υγρόφιλος
υγρόφιλης	adj	γενική ενικού του υγρόφιλη
υγρόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του υγρόφιλος
υγρόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υγρόφιλος
υγρόφιλος	adj	άλλη μορφή του υδρόφιλος
υγρόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υγρόφιλος
υγρόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υγρόφιλος
υγρόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υγρόφιλος
υγρόψυκτα	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτε	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτες	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτη	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτης	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτο	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτοι	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτος	adj	άλλη μορφή του υδρόψυκτος
υγρόψυκτου	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτους	=	υγρόψυκτος
υγρόψυκτων	=	υγρόψυκτος
υγρών	adj	γενική πληθυντικού του υγρός
υδάτινα	=	υδάτινος
υδάτινε	=	υδάτινος
υδάτινες	=	υδάτινος
υδάτινη	=	υδάτινος
υδάτινης	=	υδάτινος
υδάτινο	=	υδάτινος
υδάτινοι	=	υδάτινος
υδάτινος	adj	που αποτελείται από νερό
υδάτινου	adj	γενική ενικού του υδάτινος
υδάτινους	=	υδάτινος
υδάτινων	adj	γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υδάτινος
υδάτων	noun	γενική πληθυντικού του ύδωρ
υδαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υδαρής
υδαρή	=	υδαρής
υδαρής	adj	νερουλός, ρευστός
υδαρείς	=	υδαρής
υδαρούς	=	υδαρής
υδαρών	=	υδαρής
υδατάνθρακα	=	υδατάνθρακας
υδατάνθρακας	noun	κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιλαμβάνει πολυυδροξυλιωμένα παράγωγα των αλδεϋδών και των κετονών (το μόριό τους περιέχει αλδεϋδική ή κετονική ομάδα και 1-5 αλκοολικά υδροξύλια).
υδατάνθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατάνθρακας
υδατάνθραξ	noun	μονοτονική γραφή του ὑδατάνθραξ
υδαταέρια	=	υδαταέριο
υδαταέριο	noun	αέριο που αποτελεί μείγμα μονοξειδίου του άνθρακα και υδρογόνου, παράγεται από την αντίδραση υδρατμών με θερμαινόμενο άνθρακα και χρησιμοποιείται ως καύσιμο ή ως πρώτη ύλη σε χημικές συνθέσεις
υδαταέριου	=	υδαταέριο
υδαταέριων	=	υδαταέριο
υδαταγωγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδαταγωγό
υδαταγωγέ	adj	κλητική ενικού του υδαταγωγός
υδαταγωγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδαταγωγός
υδαταγωγού	adj	γενική ενικού του υδαταγωγός
υδαταγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδαταγωγός
υδαταγωγό	adj	αιτιατική ενικού του υδαταγωγός
υδαταγωγός	noun	αγωγός νερού, σωλήνας για τη μεταφορά του νερού	adj	που επιτρέπει τη μεταφορά του νερού
υδαταγωγών	adj	γενική πληθυντικού του υδαταγωγός
υδαταερίου	=	υδαταέριο
υδαταερίων	=	υδαταέριο
υδατανθράκων	noun	γενική πληθυντικού του υδατάνθρακας
υδαταποθήκες	=	υδαταποθήκη
υδαταποθήκη	noun	τόπος αποθήκευσης νερού
υδαταποθήκης	=	υδαταποθήκη
υδαταποθηκών	=	υδαταποθήκη
υδατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατικό
υδατικέ	adj	κλητική ενικού του υδατικός
υδατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατική
υδατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατικός
υδατικής	adj	γενική ενικού του υδατική
υδατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατικός
υδατικού	adj	γενική ενικού του υδατικός
υδατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδατικός
υδατικό	adj	αιτιατική ενικού του υδατικός
υδατικός	adj	σχετικός με το νερό
υδατικών	adj	γενική πληθυντικού του υδατικός
υδατογράφε	=	υδατογράφος
υδατογράφημα	noun	το υδατόσημο
υδατογράφο	=	υδατογράφος
υδατογράφοι	=	υδατογράφος
υδατογράφος	noun	ζωγράφος που χρησιμοποιεί την υδατογραφία
υδατογράφου	=	υδατογράφος
υδατογράφους	=	υδατογράφος
υδατογράφων	=	υδατογράφος
υδατογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατογράφημα
υδατογραφήματος	noun	γενική ενικού του υδατογράφημα
υδατογραφία	noun	μέθοδος ζωγραφικής που χρησιμοποιεί χρώματα διαλυτά μέσα στο νερό
υδατογραφίας	noun	γενική ενικού του υδατογραφία
υδατογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφία
υδατογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υδατογράφημα
υδατογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφημένο
υδατογραφημένε	verb	κλητική ενικού του υδατογραφημένος
υδατογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφημένη
υδατογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατογραφημένος
υδατογραφημένης	verb	γενική ενικού του υδατογραφημένη
υδατογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του υδατογραφημένος
υδατογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφημένος
υδατογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδατογραφημένος
υδατογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υδατογραφημένος
υδατογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδατογραφημένος
υδατογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφικό
υδατογραφικέ	adj	κλητική ενικού του υδατογραφικός
υδατογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφική
υδατογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατογραφικός
υδατογραφικής	adj	γενική ενικού του υδατογραφική
υδατογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατογραφικός
υδατογραφικού	adj	γενική ενικού του υδατογραφικός
υδατογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδατογραφικός
υδατογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του υδατογραφικός
υδατογραφικός	adj	σχετικός με την υδατογραφία
υδατογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του υδατογραφικός
υδατογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του υδατογραφία
υδατογραφώ	verb	ζωγραφίζω με την τεχνική της υδατογραφίας, χρησιμοποιώντας χρώματα διαλυτά μέσα στο νερό
υδατογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υδατογραφώ
υδατοδεξαμενές	=	υδατοδεξαμενή
υδατοδεξαμενή	noun	δεξαμενή που περιέχει νερό κυρίως για τροφοδοσία
υδατοδεξαμενής	=	υδατοδεξαμενή
υδατοδεξαμενών	=	υδατοδεξαμενή
υδατοδιαλυτά	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτέ	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτές	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υδατοδιαλυτή) του υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτοί	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτού	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτούς	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτό	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαλυτός	adj	που διαλύεται στο νερό ή μπορεί να διαλυθεί σ’ αυτό
υδατοδιαλυτών	=	υδατοδιαλυτός
υδατοδιαπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατοδιαπερατό
υδατοδιαπερατέ	adj	κλητική ενικού του υδατοδιαπερατός
υδατοδιαπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατοδιαπερατή
υδατοδιαπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατοδιαπερατός
υδατοδιαπερατής	adj	γενική ενικού του υδατοδιαπερατή
υδατοδιαπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατοδιαπερατός
υδατοδιαπερατού	adj	γενική ενικού του υδατοδιαπερατός
υδατοδιαπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδατοδιαπερατός
υδατοδιαπερατό	adj	αιτιατική ενικού του υδατοδιαπερατός
υδατοδιαπερατός	adj	που είναι δυνατόν να τον διαπεράσει το νερό
υδατοδιαπερατών	adj	γενική πληθυντικού του υδατοδιαπερατός
υδατοδρομίου	=	υδατοδρόμιο
υδατοδρομίων	=	υδατοδρόμιο
υδατοδρόμια	=	υδατοδρόμιο
υδατοδρόμιο	noun	χώρος (σε θάλασσα, λίμνη, ποτάμι κ.λπ.) οριοθετημένος και κατάλληλος για την προσυδάτωση ενός ιπτάμενου οχήματος (αεροπλάνου, ελικοπτέρου κ.ά.)
υδατοδρόμιου	=	υδατοδρόμιο
υδατοδρόμιων	=	υδατοδρόμιο
υδατοειδές	=	υδατοειδής
υδατοειδή	=	υδατοειδής
υδατοειδής	adj	που μοιάζει με νερό
υδατοειδείς	=	υδατοειδής
υδατοειδούς	=	υδατοειδής
υδατοειδών	=	υδατοειδής
υδατοκαθαρισμέ	noun	κλητική ενικού του υδατοκαθαρισμός
υδατοκαθαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατοκαθαρισμός
υδατοκαθαρισμού	noun	γενική ενικού του υδατοκαθαρισμός
υδατοκαθαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδατοκαθαρισμός
υδατοκαθαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του υδατοκαθαρισμός
υδατοκαθαρισμός	noun	καθαρισμός του νερού
υδατοκαθαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του υδατοκαθαρισμός
υδατοκαλλιέργεια	noun	εκτροφή υδρόβιων οργανισμών με στόχο τη μελέτη τους ή την πώλησή τους
υδατοκαλλιέργειας	=	υδατοκαλλιέργεια
υδατοκαλλιέργειες	=	υδατοκαλλιέργεια
υδατοκαλλιεργειών	=	υδατοκαλλιέργεια
υδατοκαλλιεργητές	=	υδατοκαλλιεργητής
υδατοκαλλιεργητή	=	υδατοκαλλιεργητής
υδατοκαλλιεργητής	noun	αυτός που ασχολείται με την υδατοκαλλιέργεια
υδατοκαλλιεργητικά	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικέ	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικές	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητική	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικής	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικοί	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικού	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικούς	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικό	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητικός	noun	που έχει σχέση με την υδατοκαλλιέργεια ή τον υδατοκαλλιεργητή ή αναφέρεται σ’ αυτά
υδατοκαλλιεργητικών	=	υδατοκαλλιεργητικός
υδατοκαλλιεργητών	=	υδατοκαλλιεργητής
υδατοκομία	noun	η εκτροφή υδρόβιων οργανισμών σε εργαστήρια με στόχο τον πολλαπλασιασμό τους
υδατοκομίας	noun	γενική ενικού του υδατοκομία
υδατοκομίες	=	υδατοκομία
υδατοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του υδατοκομία
υδατολογία	noun	Ταυτόσημα: η υδρολογία
υδατολογίας	=	υδατολογία
υδατολογίες	=	υδατολογία
υδατολογιών	=	υδατολογία
υδατομέτρηση	noun	η υδατομετρία
υδατομέτρησης	=	υδατομέτρηση
υδατομέτρου	=	υδατόμετρο
υδατομέτρων	=	υδατόμετρο
υδατομαντεία	noun	η μαντεία που επιτυγχάνεται με την βοήθεια «μορφών» που εμφανίζονται σε ύδατα
υδατομαντείας	noun	γενική ενικού του υδατομαντεία
υδατομαντείες	=	υδατομαντεία
υδατομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του υδατομαντεία
υδατομετρήσεις	=	υδατομέτρηση
υδατομετρήσεων	=	υδατομέτρηση
υδατομετρία	noun	μέθοδος με την οποία προσδιορίζεται η σκληρότητα του νερού
υδατομετρίας	=	υδατομετρία
υδατομετρίες	=	υδατομετρία
υδατομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατομετρικό
υδατομετρικέ	adj	κλητική ενικού του υδατομετρικός
υδατομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατομετρική
υδατομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατομετρικός
υδατομετρικής	adj	γενική ενικού του υδατομετρική
υδατομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατομετρικός
υδατομετρικού	adj	γενική ενικού του υδατομετρικός
υδατομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδατομετρικός
υδατομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του υδατομετρικός
υδατομετρικός	adj	σχετικός με την υδατομετρία
υδατομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του υδατομετρικός
υδατομετριών	=	υδατομετρία
υδατοπέδια	=	υδατοπέδιο
υδατοπέδιο	noun	περιοχή με συγκεντρωμένα επιφανειακά ή υπόγεια ύδατα που τροφοδοτούν έναν ποταμό ή υδάτινο σύστημα
υδατοπέδιου	=	υδατοπέδιο
υδατοπέδιων	=	υδατοπέδιο
υδατοπαγίδα	noun	παγίδα που κατακρατά το νερό (αναφέρεται σε κύκλωμα λαδιού, σε μηχανές)
υδατοπαγίδας	=	υδατοπαγίδα
υδατοπαγίδες	=	υδατοπαγίδα
υδατοπαγίδων	=	υδατοπαγίδα
υδατοπεδίου	=	υδατοπέδιο
υδατοπεδίων	=	υδατοπέδιο
υδατοποσία	noun|formal	η πόση ύδατος
υδατοποσίας	=	υδατοποσία
υδατοποσίες	=	υδατοποσία
υδατοποσιών	=	υδατοποσία
υδατοπρομήθεια	noun|formal	η οργανωμένη διαδικασία παροχής και διανομής νερού για κατανάλωση, άρδευση ή άλλες χρήσεις
υδατοπρομήθειας	=	υδατοπρομήθεια
υδατοπρομήθειες	=	υδατοπρομήθεια
υδατοπρομηθειών	=	υδατοπρομήθεια
υδατοπτώσεις	=	υδατόπτωση
υδατοπτώσεων	=	υδατόπτωση
υδατοπύργου	=	υδατόπυργος
υδατοπύργους	=	υδατόπυργος
υδατοπύργων	=	υδατόπυργος
υδατορέματα	=	υδατόρεμα
υδατορέματος	=	υδατόρεμα
υδατορεμάτων	=	υδατόρεμα
υδατορευμάτων	=	υδατόρευμα
υδατορεύματα	=	υδατόρευμα
υδατορεύματος	=	υδατόρευμα
υδατορρευμάτων	=	υδατορρεύμα
υδατορρεύμα	noun	άλλη μορφή του υδατόρεμα
υδατορρεύματα	=	υδατορρεύμα
υδατορρεύματος	=	υδατορρεύμα
υδατοσήμου	noun	γενική ενικού του υδατόσημο
υδατοσήμων	noun	γενική πληθυντικού του υδατόσημο
υδατοσκοπία	noun|dated	η υδροσκοπία
υδατοσκοπίας	=	υδατοσκοπία
υδατοσκοπίες	=	υδατοσκοπία
υδατοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατοσκοπικό
υδατοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατοσκοπική
υδατοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπικής	adj	γενική ενικού του υδατοσκοπική
υδατοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπικού	adj	γενική ενικού του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπικός	adj	υδροσκοπικός
υδατοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του υδατοσκοπικός
υδατοσκοπιών	=	υδατοσκοπία
υδατοστεγές	=	υδατοστεγής
υδατοστεγή	=	υδατοστεγής
υδατοστεγής	adj	αδιαπέραστος από το νερό
υδατοστεγανοτήτων	=	υδατοστεγανότητα
υδατοστεγανότητα	noun	που στεγανοποιεί από το νερό
υδατοστεγανότητας	=	υδατοστεγανότητα
υδατοστεγανότητες	=	υδατοστεγανότητα
υδατοστεγείς	=	υδατοστεγής
υδατοστεγούς	=	υδατοστεγής
υδατοστεγών	=	υδατοστεγής
υδατοστεγώς	adv|formal	χωρίς να διαπερνιέται από νερό
υδατοστροβίλου	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστροβίλους	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστροβίλων	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρωμάτων	=	υδατόστρωμα
υδατοστρόβιλε	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρόβιλο	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρόβιλοι	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρόβιλος	noun	στρόβιλος, δίνη νερού
υδατοστρόβιλου	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρόβιλους	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρόβιλων	=	υδατοστρόβιλος
υδατοστρώματα	=	υδατόστρωμα
υδατοστρώματος	=	υδατόστρωμα
υδατοσυλλογές	=	υδατοσυλλογή
υδατοσυλλογή	noun|formal	χώρος (φυσικός ή τεχνητός) για τη συγκέντρωση ποσοτήτων ύδατος
υδατοσυλλογής	=	υδατοσυλλογή
υδατοσυλλογών	=	υδατοσυλλογή
υδατοσφαίριση	noun|formal	σπορ που παίζεται μέσα στο νερό ανάμεσα σε δύο ομάδες με εφτά παίχτες η καθεμιά
υδατοσφαίρισης	noun	γενική ενικού του υδατοσφαίριση
υδατοσφαιρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατοσφαίριση
υδατοσφαιρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υδατοσφαίριση
υδατοσφαιρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υδατοσφαίριση
υδατοσφαιριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατοσφαιριστής
υδατοσφαιριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υδατοσφαιριστής
υδατοσφαιριστής	noun	ο αθλητής της υδατοσφαίρισης (πόλο)
υδατοσφαιριστών	noun	γενική πληθυντικού του υδατοσφαιριστής
υδατοσφαιρών	=	υδατόσφαιρα
υδατοφράκτες	=	υδατοφράκτης
υδατοφράκτη	=	υδατοφράκτης
υδατοφράκτης	noun	φράγμα σε υδάτινο ρεύμα
υδατοφράχτες	=	υδατοφράχτης
υδατοφράχτη	=	υδατοφράχτης
υδατοφράχτης	noun	άλλη μορφή του υδατοφράκτης
υδατοφρακτών	=	υδατοφράκτης
υδατοφραχτών	=	υδατοφράχτης
υδατοφρκτών	=	υδατοφράκτης
υδατοφρχτών	=	υδατοφράχτης
υδατωδών	=	υδατώδης
υδατόμετρα	=	υδατόμετρο
υδατόμετρο	noun	το υδρόμετρο
υδατόμετρου	=	υδατόμετρο
υδατόμετρων	=	υδατόμετρο
υδατόπτωση	noun	η πτώση νερού από μεγάλο ύψος, χρησιμοποιούμενη στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος
υδατόπτωσης	=	υδατόπτωση
υδατόπυργε	=	υδατόπυργος
υδατόπυργο	=	υδατόπυργος
υδατόπυργοι	=	υδατόπυργος
υδατόπυργος	noun	υπερυψωμένο κτίσμα το οποίο χρησιμοποιείται για την αποθήκευση νερού και τη διανομή του στις γύρω περιοχές
υδατόρεμα	noun	ένα ρέμα / μια ροή ύδατος (ποτάμι, ρυάκι κ.λπ.)
υδατόρευμα	noun	άλλη μορφή του υδατόρεμα
υδατόσημα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδατόσημο
υδατόσημο	noun	σχέδιο ή εικόνα που έχουν αποτυπωθεί σε κάποιο χαρτί με κατάλληλη διάταξη των ινών στο στάδιο κατασκευής του χαρτιού και που είναι ορατά όταν πίσω από το χαρτί υπάρχει φωτεινή πηγή
υδατόσημου	=	υδατόσημο
υδατόστρωμα	noun	στρώμα νερού
υδατόσφαιρα	noun	η υδατοσφαίριση
υδατόσφαιρας	=	υδατόσφαιρα
υδατόσφαιρες	=	υδατόσφαιρα
υδατώδεις	=	υδατώδης
υδατώδες	=	υδατώδης
υδατώδη	=	υδατώδης
υδατώδης	adj	που μοιάζει με νερό
υδατώδους	=	υδατώδης
υδατώνω	verb|rare	ενυδατώνω
υδνέας	abbrev	υποδεκανέας
υδράργυρε	noun	κλητική ενικού του υδράργυρος
υδράργυρο	noun	αιτιατική ενικού του υδράργυρος
υδράργυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδράργυρος
υδράργυρος	noun	υγρό μεταλλικό χημικό στοιχείο με αργυρό χρώμα, ατομικό αριθμό 80 και χημικό σύμβολο το Hg
υδράργυρου	=	υδράργυρος
υδράργυρους	=	υδράργυρος
υδρία	noun	μεγάλο αγγείο με λαβές για τη μεταφορά (και το σερβίρισμα) νερού
υδρίας	noun	γενική ενικού του υδρία
υδρίδια	=	υδρίδιο
υδρίδιο	noun	κάθε δυαδική χημική ένωση του υδρογόνου με μέταλλο ή μεταλλοειδές, εκτός από τα ευγενή αέρια
υδρίδιου	=	υδρίδιο
υδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρία
υδραέρια	=	υδραέριο
υδραέριο	noun	αέριο που αποτελεί μείγμα μονοξειδίου του άνθρακα και υδρογόνου, παράγεται από την αντίδραση υδρατμών με θερμαινόμενο άνθρακα και χρησιμοποιείται ως καύσιμο ή ως πρώτη ύλη σε χημικές συνθέσεις
υδραέριου	=	υδραέριο
υδραέριων	=	υδραέριο
υδραίικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραίικο
υδραίικε	adj	κλητική ενικού του υδραίικος
υδραίικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραίικη
υδραίικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδραίικος
υδραίικης	adj	γενική ενικού του υδραίικη
υδραίικο	adj	αιτιατική ενικού του υδραίικος
υδραίικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδραίικος
υδραίικος	adj	ο σχετικός με το νησί Ύδρα ή τους κατοίκους της
υδραίικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδραίικος
υδραίικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδραίικος
υδραίικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδραίικος
υδραγωγέ	noun	κλητική ενικού του υδραγωγός
υδραγωγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραγωγείο
υδραγωγείο	noun	η τοξωτή κατασκευή που χρησίμευε ως αγωγός για τη μεταφορά νερού και την υδροδότηση πόλεων
υδραγωγείου	noun	γενική ενικού του υδραγωγείο
υδραγωγείων	noun	γενική πληθυντικού του υδραγωγείο
υδραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδραγωγός
υδραγωγού	noun	γενική ενικού του υδραγωγός
υδραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδραγωγός
υδραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του υδραγωγός
υδραγωγός	noun|formal	αγωγός ή σωλήνας με τον οποίο μεταφέρεται νερό
υδραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του υδραγωγός
υδραερίου	=	υδραέριο
υδραερίων	=	υδραέριο
υδραζίνες	=	υδραζίνη
υδραζίνη	noun	ανόργανη χημική ένωση υδρογόνου και αζώτου με μοριακό τύπο N₂H₄, σε υγρή μορφή τοξική και εύφλεκτη
υδραζίνης	noun	γενική ενικού του υδραζίνη
υδραζίνιο	=	υδραζίνη
υδραζινών	=	υδραζίνη
υδραιμία	noun	είδος αναιμίας, αύξηση του ποσοστού του νερού στο πλάσμα του αίματος
υδραιμίας	=	υδραιμία
υδραιμίες	=	υδραιμία
υδραιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραιμικό
υδραιμικέ	adj	κλητική ενικού του υδραιμικός
υδραιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραιμική
υδραιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδραιμικός
υδραιμικής	adj	γενική ενικού του υδραιμική
υδραιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδραιμικός
υδραιμικού	adj	γενική ενικού του υδραιμικός
υδραιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδραιμικός
υδραιμικό	adj	αιτιατική ενικού του υδραιμικός
υδραιμικός	adj	σχετικός με την υδραιμία
υδραιμικών	adj	γενική πληθυντικού του υδραιμικός
υδραιμιών	=	υδραιμία
υδραιοσπετσιώτικα	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικε	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικες	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικη	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικης	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικο	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικοι	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικος	adj	που έχει σχέση με την Ύδρα και τις Σπέτσες, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτές
υδραιοσπετσιώτικου	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικους	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραιοσπετσιώτικων	=	υδραιοσπετσιώτικος
υδραντλία	noun	αντλία νερού, συσκευή που αναρροφά νερό και το μεταφέρει αλλού για χρήση, για να στεγνώσει ένας χώρος, κλπ.
υδραντλίας	noun	γενική ενικού του υδραντλία
υδραντλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραντλία
υδραντλιών	noun	γενική πληθυντικού του υδραντλία
υδραργυρίαση	noun	η αργή δηλητηρίαση από υδράργυρο
υδραργυρίασης	=	υδραργυρίαση
υδραργυραλοιφές	=	υδραργυραλοιφή
υδραργυραλοιφή	noun	αλοιφή που περιέχει υδράργυρο ή υδραργυρικές ενώσεις και χρησιμοποιόταν παλαιότερα για την καταπολέμηση των ψειρών
υδραργυραλοιφής	=	υδραργυραλοιφή
υδραργυραλοιφών	=	υδραργυραλοιφή
υδραργυριάσεις	=	υδραργυρίαση
υδραργυριάσεων	=	υδραργυρίαση
υδραργυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραργυρικό
υδραργυρικέ	adj	κλητική ενικού του υδραργυρικός
υδραργυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραργυρική
υδραργυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδραργυρικός
υδραργυρικής	adj	γενική ενικού του υδραργυρική
υδραργυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδραργυρικός
υδραργυρικού	adj	γενική ενικού του υδραργυρικός
υδραργυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδραργυρικός
υδραργυρικό	adj	αιτιατική ενικού του υδραργυρικός
υδραργυρικός	adj	για ουσία που περιέχει ως συστατικό τον υδράργυρο
υδραργυρικών	adj	γενική πληθυντικού του υδραργυρικός
υδραργυρούχα	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχας	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχε	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχες	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχο	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχοι	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχος	adj	που περιέχει υδράργυρο
υδραργυρούχου	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχους	=	υδραργυρούχος
υδραργυρούχων	=	υδραργυρούχος
υδραργυρωμάτων	=	υδραργύρωμα
υδραργυρώματα	=	υδραργύρωμα
υδραργυρώματος	=	υδραργύρωμα
υδραργυρώσεις	=	υδραργύρωση
υδραργυρώσεων	=	υδραργύρωση
υδραργύρου	noun	γενική ενικού του υδράργυρος
υδραργύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδράργυρος
υδραργύρωμα	noun	αμάλγαμα μετάλλου με υδράργυρο
υδραργύρων	noun	γενική πληθυντικού του υδράργυρος
υδραργύρωση	noun	επίχριση ενός αντικειμένου με υδράργυρο
υδραργύρωσης	=	υδραργύρωση
υδρατμέ	noun	κλητική ενικού του υδρατμός
υδρατμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρατμός
υδρατμού	noun	γενική ενικού του υδρατμός
υδρατμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδρατμός
υδρατμό	noun	αιτιατική ενικού του υδρατμός
υδρατμός	noun	ατμός νερού
υδρατμών	noun	γενική πληθυντικού του υδρατμός
υδραυλάκων	=	υδραύλακας
υδραυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραυλικό
υδραυλικέ	adj	κλητική ενικού του υδραυλικός
υδραυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδραυλική
υδραυλική	noun	η μελέτη ή η επιστήμη και η θεωρία της συμπεριφοράς των ρευστών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδραυλικός
υδραυλικής	adj	γενική ενικού του υδραυλική
υδραυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδραυλικός
υδραυλικού	adj	γενική ενικού του υδραυλικός
υδραυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδραυλικός
υδραυλικό	adj	αιτιατική ενικού του υδραυλικός
υδραυλικός	adj	σχετικός με την παροχή και τη διοχέτευση του νερού	noun	τεχνίτης που ασχολείται με εργασίες υδραυλικών εγκαταστάσεων
υδραυλικών	adj	γενική πληθυντικού του υδραυλικός
υδραϊκά	=	υδραϊκός
υδραϊκέ	=	υδραϊκός
υδραϊκές	=	υδραϊκός
υδραϊκή	=	υδραϊκός
υδραϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υδραϊκή) του υδραϊκός
υδραϊκοί	=	υδραϊκός
υδραϊκού	=	υδραϊκός
υδραϊκούς	=	υδραϊκός
υδραϊκό	=	υδραϊκός
υδραϊκός	adj	άλλη μορφή του υδραίικος
υδραϊκών	=	υδραϊκός
υδραύλακα	noun	άλλη μορφή του υδραύλακας
υδραύλακας	noun	αυλάκι (από τσιμέντο ή άλλο υλικό) μέσα από το οποίο μεταφέρεται νερό
υδραύλακες	=	υδραύλακας
υδρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρείο
υδρείο	noun|archaic	κουβάς άντλησης ύδατος
υδρείου	noun	γενική ενικού του υδρείο
υδρείων	noun	γενική πληθυντικού του υδρείο
υδρενεργειακός	adj|formal	σχετικός με την παραγωγή ενέργειας από την εκμετάλλευση της κινητικής ή δυναμικής ενέργειας του νερού, συνήθως μέσω υδροηλεκτρικών σταθμών
υδρευθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρευμένο
υδρευμένε	verb	κλητική ενικού του υδρευμένος
υδρευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρευμένη
υδρευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρευμένος
υδρευμένης	verb	γενική ενικού του υδρευμένη
υδρευμένο	verb	αιτιατική ενικού του υδρευμένος
υδρευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρευμένος
υδρευμένος	=	υδρεύομαι
υδρευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδρευμένος
υδρευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υδρευμένος
υδρευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδρευμένος
υδρευτήκαμε	=	υδρεύομαι
υδρευτήκαν	=	υδρεύομαι
υδρευτήκανε	=	υδρεύομαι
υδρευτήκατε	=	υδρεύομαι
υδρευτεί	=	υδρεύομαι
υδρευτείτε	=	υδρεύομαι
υδρευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρευτικό
υδρευτικέ	adj	κλητική ενικού του υδρευτικός
υδρευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρευτική
υδρευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρευτικός
υδρευτικής	adj	γενική ενικού του υδρευτική
υδρευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρευτικός
υδρευτικού	adj	γενική ενικού του υδρευτικός
υδρευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρευτικός
υδρευτικό	adj	αιτιατική ενικού του υδρευτικός
υδρευτικός	adj	σχετικός με την ύδρευση
υδρευτικών	adj	γενική πληθυντικού του υδρευτικός
υδρευόμασταν	=	υδρεύομαι
υδρευόμαστε	=	υδρεύομαι
υδρευόμουν	=	υδρεύομαι
υδρευόμουνα	=	υδρεύομαι
υδρευόντουσαν	=	υδρεύομαι
υδρευόσασταν	=	υδρεύομαι
υδρευόσαστε	=	υδρεύομαι
υδρευόσουν	=	υδρεύομαι
υδρευόσουνα	=	υδρεύομαι
υδρευόταν	=	υδρεύομαι
υδρευότανε	=	υδρεύομαι
υδρεύαμε	=	υδρεύω
υδρεύαν	=	υδρεύω
υδρεύανε	=	υδρεύω
υδρεύατε	=	υδρεύω
υδρεύει	=	υδρεύω
υδρεύεις	=	υδρεύω
υδρεύεσαι	=	υδρεύομαι
υδρεύεστε	=	υδρεύομαι
υδρεύεται	=	υδρεύομαι
υδρεύετε	=	υδρεύω
υδρεύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρεύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρεύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρεύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρεύομαι
υδρεύομαι	verb	εξασφαλίζω το απαραίτητο για τις ανάγκες μιας οικογένειας ή μιας πόλης νερό
υδρεύονται	=	υδρεύομαι
υδρεύονταν	=	υδρεύομαι
υδρεύοντας	=	υδρεύω
υδρεύου	=	υδρεύομαι
υδρεύουμε	=	υδρεύω
υδρεύουν	=	υδρεύω
υδρεύουνε	=	υδρεύω
υδρεύσαμε	=	υδρεύω
υδρεύσαν	=	υδρεύω
υδρεύσανε	=	υδρεύω
υδρεύσατε	=	υδρεύω
υδρεύσει	=	υδρεύω
υδρεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύδρευση
υδρεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ύδρευση
υδρεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ύδρευση
υδρεύσου	=	υδρεύομαι
υδρεύστε	=	υδρεύω
υδρεύτηκα	=	υδρεύομαι
υδρεύτηκαν	=	υδρεύομαι
υδρεύτηκε	=	υδρεύομαι
υδρεύτηκες	=	υδρεύομαι
υδρεύω	verb	παρέχω το απαραίτητο νερό
υδριδίου	=	υδρίδιο
υδριδίων	=	υδρίδιο
υδριών	noun	γενική πληθυντικού του υδρία
υδροβάτες	=	υδροβάτης
υδροβάτη	=	υδροβάτης
υδροβάτης	noun	είδος πουλιού
υδροβίου	=	υδρόβιος
υδροβίους	=	υδρόβιος
υδροβίων	=	υδρόβιος
υδροβατών	=	υδροβάτης
υδροβιολογία	noun	κλάδος της βιολογίας ειδικευμένος στη μελέτη των υδρόβιων οργανισμών
υδροβιολογίας	noun	γενική ενικού του υδροβιολογία
υδροβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροβιολογία
υδροβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροβιολογικό
υδροβιολογικέ	adj	κλητική ενικού του υδροβιολογικός
υδροβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροβιολογική
υδροβιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροβιολογικός
υδροβιολογικής	adj	γενική ενικού του υδροβιολογική
υδροβιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροβιολογικός
υδροβιολογικού	adj	γενική ενικού του υδροβιολογικός
υδροβιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροβιολογικός
υδροβιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροβιολογικός
υδροβιολογικός	adj	σχετικός με την υδροβιολογία
υδροβιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροβιολογικός
υδροβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροβιολογία
υδροβιότοπε	=	υδροβιότοπος
υδροβιότοπο	=	υδροβιότοπος
υδροβιότοποι	=	υδροβιότοπος
υδροβιότοπος	noun	άλλη μορφή του υγροβιότοπος
υδροβιότοπου	=	υδροβιότοπος
υδροβιότοπους	=	υδροβιότοπος
υδροβιότοπων	=	υδροβιότοπος
υδροβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροβολή
υδροβολή	noun	βολή νερού
υδροβολής	=	υδροβολή
υδροβολιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροβολιστής
υδροβολταϊκά	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκέ	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκές	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκή	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκής	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκοί	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκού	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκούς	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκό	=	υδροβολταϊκός
υδροβολταϊκός	adj	που αφορά τεχνολογία που αξιοποιεί την αλληλεπίδραση ή την κίνηση του νερού πάνω σε ειδικές συλλεκτικές επιφάνειες για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, συνήθως σε μικρή —μέχρι στιγμής— κλίμακα
υδροβολταϊκών	=	υδροβολταϊκός
υδροβολών	=	υδροβολή
υδροβόλα	=	υδροβόλος
υδροβόλας	=	υδροβόλος
υδροβόλε	=	υδροβόλος
υδροβόλες	=	υδροβόλος
υδροβόλο	=	υδροβόλος
υδροβόλοι	=	υδροβόλος
υδροβόλος	adj	που πετάει νερό
υδροβόλου	=	υδροβόλος
υδροβόλους	=	υδροβόλος
υδροβόλων	=	υδροβόλος
υδρογέλες	=	υδρογέλη
υδρογέλη	noun	ημίρρευστη κολλώδης ουσία με βάση το νερό, που χρησιμοποιείται σε ιατρικές, βιομηχανικές και τεχνολογικές εφαρμογές λόγω της ικανότητάς της να συγκρατεί μεγάλες ποσότητες υγρασίας
υδρογέλης	=	υδρογέλη
υδρογέφυρα	noun	γέφυρα που επιτρέπει το πέρασμα ενός αγωγού νερού
υδρογέφυρας	noun	γενική ενικού του υδρογέφυρα
υδρογέφυρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογέφυρα
υδρογείου	=	υδρόγειος
υδρογείους	=	υδρόγειος
υδρογείων	=	υδρόγειος
υδρογελών	=	υδρογέλη
υδρογεννήτρια	noun	γεννήτρια που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα χάρη στην κίνηση του νερού
υδρογεννήτριας	=	υδρογεννήτρια
υδρογεννήτριες	=	υδρογεννήτρια
υδρογεννητριών	=	υδρογεννήτρια
υδρογεφυρών	noun	γενική πληθυντικού του υδρογέφυρα
υδρογεωλογία	noun	κλάδος της γεωλογίας που μελετά την κυκλοφορία, την έρευνα και την άντληση των υπόγειων νερών
υδρογεωλογίας	=	υδρογεωλογία
υδρογεωλογίες	=	υδρογεωλογία
υδρογεωλογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογεωλογικό
υδρογεωλογικέ	adj	κλητική ενικού του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογεωλογική
υδρογεωλογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογικής	adj	γενική ενικού του υδρογεωλογική
υδρογεωλογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογικού	adj	γενική ενικού του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογικό	adj	αιτιατική ενικού του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογικός	adj	σχετικός με την υδρογεωλογία
υδρογεωλογικών	adj	γενική πληθυντικού του υδρογεωλογικός
υδρογεωλογιών	=	υδρογεωλογία
υδρογνώμων	noun|archaic	κάποιος που εντοπίζει μέρη όπου μπορεί να βρεθεί νερό, ώστε να φτιαχτεί πηγάδι
υδρογονάνθρακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υδρογονάνθρακας
υδρογονάνθρακας	noun	χημική ένωση που αποτελείται από άτομα άνθρακα και υδρογόνου· περιέχεται στο αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο
υδρογονάνθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογονάνθρακας
υδρογονανθράκων	noun	γενική πληθυντικού του υδρογονάνθρακας
υδρογονοβομβών	noun	γενική πληθυντικού του υδρογονοβόμβα
υδρογονοβόμβα	noun	σύγχρονο θερμοπυρηνικό όπλο, που η λειτουργία του βασίζεται στη σύντηξη πυρήνων βαρέων ισοτόπων του υδρογόνου (δευτερίου και τριτίου) σε πυρήνες ηλίου.
υδρογονοβόμβας	noun	γενική ενικού του υδρογονοβόμβα
υδρογονοβόμβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογονοβόμβα
υδρογονοκίνηση	noun	η κίνηση οχημάτων με υδρογόνο
υδρογονοκίνησης	=	υδρογονοκίνηση
υδρογονοκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογονοκίνητο
υδρογονοκίνητε	adj	κλητική ενικού του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογονοκίνητη
υδρογονοκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκίνητης	adj	γενική ενικού του υδρογονοκίνητη
υδρογονοκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκίνητος	adj	που κινείται με υδρογόνο
υδρογονοκίνητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκίνητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδρογονοκίνητος
υδρογονοκινήσεις	=	υδρογονοκίνηση
υδρογονοκινήσεων	=	υδρογονοκίνηση
υδρογονοπυρολύσεις	=	υδρογονοπυρόλυση
υδρογονοπυρολύσεων	=	υδρογονοπυρόλυση
υδρογονοπυρόλυση	noun	χημική διεργασία κατά την οποία σύνθετες οργανικές ενώσεις διασπώνται σε μικρότερα μόρια με την παρουσία υδρογόνου, συνήθως υπό υψηλή θερμοκρασία και πίεση, με σκοπό την παραγωγή καυσίμων ή άλλων χρήσιμων προϊόντων
υδρογονοπυρόλυσης	=	υδρογονοπυρόλυση
υδρογονούχα	=	υδρογονούχος
υδρογονούχας	=	υδρογονούχος
υδρογονούχε	=	υδρογονούχος
υδρογονούχες	=	υδρογονούχος
υδρογονούχο	=	υδρογονούχος
υδρογονούχοι	=	υδρογονούχος
υδρογονούχος	adj	που περιέχει υδρογόνο
υδρογονούχου	=	υδρογονούχος
υδρογονούχους	=	υδρογονούχος
υδρογονούχων	=	υδρογονούχος
υδρογονωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογονωμένο
υδρογονωμένε	verb	κλητική ενικού του υδρογονωμένος
υδρογονωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογονωμένη
υδρογονωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρογονωμένος
υδρογονωμένης	verb	γενική ενικού του υδρογονωμένη
υδρογονωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υδρογονωμένος
υδρογονωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρογονωμένος
υδρογονωμένος	verb	που έχει υποστεί υδρογόνωση
υδρογονωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδρογονωμένος
υδρογονωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υδρογονωμένος
υδρογονωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδρογονωμένος
υδρογονώναμε	=	υδρογονώνω
υδρογονώναν	=	υδρογονώνω
υδρογονώνανε	=	υδρογονώνω
υδρογονώνατε	=	υδρογονώνω
υδρογονώνει	=	υδρογονώνω
υδρογονώνεις	=	υδρογονώνω
υδρογονώνετε	=	υδρογονώνω
υδρογονώνοντας	=	υδρογονώνω
υδρογονώνουμε	=	υδρογονώνω
υδρογονώνουν	=	υδρογονώνω
υδρογονώνουνε	=	υδρογονώνω
υδρογονώνω	verb	πραγματοποιώ υδρογόνωση
υδρογονώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώσαν	=	υδρογονώνω
υδρογονώσανε	=	υδρογονώνω
υδρογονώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογόνωση
υδρογονώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώσεων	=	υδρογόνωση
υδρογονώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογονώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογραφία	noun	κλάδος της επιστήμης που ασχολείται με την μέτρηση του βάθους των νερών στην επιφάνεια της γης και την καταγραφή των γενικών χαρακτηριστικών τους, ώστε να χρησιμοποιούνται αυτές οι πληροφορίες κυρίως στην ναυτιλία
υδρογραφίας	noun	γενική ενικού του υδρογραφία
υδρογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογραφία
υδρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογραφικό
υδρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του υδρογραφικός
υδρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογραφική
υδρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρογραφικός
υδρογραφικής	adj	γενική ενικού του υδρογραφική
υδρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρογραφικός
υδρογραφικού	adj	γενική ενικού του υδρογραφικός
υδρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρογραφικός
υδρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του υδρογραφικός
υδρογραφικός	adj	σχετικός με την υδρογραφία
υδρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του υδρογραφικός
υδρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του υδρογραφία
υδρογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρογόνο
υδρογόνο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 1 και χημικό σύμβολο το H
υδρογόνου	noun	γενική ενικού του υδρογόνο
υδρογόνων	noun	γενική πληθυντικού του υδρογόνο
υδρογόνωνα	=	υδρογονώνω
υδρογόνωναν	=	υδρογονώνω
υδρογόνωνε	=	υδρογονώνω
υδρογόνωνες	=	υδρογονώνω
υδρογόνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογόνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογόνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογόνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδρογονώνω
υδρογόνωση	noun	χημική αντίδραση κατά την οποία γίνεται προσθήκη υδρογόνου σε μόρια μιας οργανικής ένωσης
υδρογόνωσης	=	υδρογόνωση
υδροδίαιτα	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτε	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτες	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτη	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτης	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτο	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτοι	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτος	adj	που ζει στο νερό
υδροδίαιτου	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτους	=	υδροδίαιτος
υδροδίαιτων	=	υδροδίαιτος
υδροδείκτες	=	υδροδείκτης
υδροδείκτη	=	υδροδείκτης
υδροδείκτης	noun	γυάλινος ή πλαστικός βαθμονομημένος σωλήνας, με τον οποίο ελέγχεται η στάθμη του ύδατος (ή άλλου υγρού) σε δεξαμενή, λέβητα κ.λπ.
υδροδείχτες	=	υδροδείχτης
υδροδείχτη	=	υδροδείχτης
υδροδείχτης	noun	άλλη μορφή του υδροδείκτης
υδροδεικτών	=	υδροδείκτης
υδροδειχτών	=	υδροδείχτης
υδροδιάλυση	noun	η διαδικασία διάλυσης μιας ουσίας στο νερό, κατά την οποία τα μόρια του διαλύτη περικλείουν και διαχωρίζουν τα μόρια ή ιόντα της ουσίας
υδροδιάλυσης	=	υδροδιάλυση
υδροδιαλυτά	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτέ	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτές	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτή	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υδροδιαλυτή) του υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτοί	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτού	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτούς	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτό	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλυτός	adj	που διαλύεται στο νερό ή μπορεί να διαλυθεί σ’ αυτό
υδροδιαλυτών	=	υδροδιαλυτός
υδροδιαλύσεις	=	υδροδιάλυση
υδροδιαλύσεων	=	υδροδιάλυση
υδροδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδότηση
υδροδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήσεων	=	υδροδότηση
υδροδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοτημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδοτημένο
υδροδοτημένε	verb	κλητική ενικού του υδροδοτημένος
υδροδοτημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδοτημένη
υδροδοτημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροδοτημένος
υδροδοτημένης	verb	γενική ενικού του υδροδοτημένη
υδροδοτημένο	verb	αιτιατική ενικού του υδροδοτημένος
υδροδοτημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροδοτημένος
υδροδοτημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδροδοτημένος
υδροδοτημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υδροδοτημένος
υδροδοτημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδροδοτημένος
υδροδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδοτικό
υδροδοτικέ	adj	κλητική ενικού του υδροδοτικός
υδροδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδοτική
υδροδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροδοτικός
υδροδοτικής	adj	γενική ενικού του υδροδοτική
υδροδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροδοτικός
υδροδοτικού	adj	γενική ενικού του υδροδοτικός
υδροδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροδοτικός
υδροδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροδοτικός
υδροδοτικός	adj	υδρευτικός
υδροδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροδοτικός
υδροδοτώ	verb	παρέχω νερό μέσω ειδικού δικτύου που προορίζεται για την μεταφορά και παροχή νερού σε διάφορα μέρη
υδροδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υδροδοτώ
υδροδοχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδοχείο
υδροδοχείο	noun	μικρό δοχείο με πόσιμο νερό που το φέρνει κάποιος μαζί του για προσωπική χρήση, παγούρι
υδροδοχείου	noun	γενική ενικού του υδροδοχείο
υδροδοχείων	noun	γενική πληθυντικού του υδροδοχείο
υδροδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υδροδυναμικός	adv	με υδροδυναμικό τρόπο
υδροδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του υδροδυναμικός
υδροδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροδυναμική
υδροδυναμική	noun	κλάδος της επιστήμης που εξετάζει την κίνηση των υγρών και τους φυσικούς νόμους που περιγράφουν τις κινήσεις αυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροδυναμικός
υδροδυναμικής	adj	γενική ενικού του υδροδυναμική
υδροδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροδυναμικός
υδροδυναμικού	adj	γενική ενικού του υδροδυναμικός
υδροδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροδυναμικός
υδροδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροδυναμικός
υδροδυναμικός	adj	σχετικός με την κίνηση των υγρών
υδροδυναμικότητα	noun|rare	η ικανότητα ενός αντικειμένου ή σώματος να μειώνει την αντίσταση που συναντά κατά την κίνησή του μέσα στο νερό
υδροδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροδυναμικός
υδροδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υδροδοτώ
υδροδότηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υδροδοτώ, η παροχή νερού μέσω ειδικού δικτύου που προορίζεται για την μεταφορά και παροχή νερού σε διάφορα μέρη
υδροδότησης	=	υδροδότηση
υδροηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροηλεκτρικό
υδροηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροηλεκτρική
υδροηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του υδροηλεκτρική
υδροηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρικός	adj	σχετικός με την εκμετάλλευση των υδατοπτώσεων για την παραγωγή ηλεκτρισμού
υδροηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροηλεκτρικός
υδροηλεκτρισμέ	=	υδροηλεκτρισμός
υδροηλεκτρισμοί	=	υδροηλεκτρισμός
υδροηλεκτρισμού	=	υδροηλεκτρισμός
υδροηλεκτρισμούς	=	υδροηλεκτρισμός
υδροηλεκτρισμό	=	υδροηλεκτρισμός
υδροηλεκτρισμός	noun	η παραγωγή ηλεκτρισμού μέσω της κίνησης του νερού
υδροηλεκτρισμών	=	υδροηλεκτρισμός
υδροηλεκτροπαραγωγικά	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικέ	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικές	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγική	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υδροηλεκτροπαραγωγική) του υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικοί	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικού	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικούς	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικό	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροηλεκτροπαραγωγικός	adj	σχετικός με την υδροηλεκτροπαραγωγή
υδροηλεκτροπαραγωγικών	=	υδροηλεκτροπαραγωγικός
υδροθάλαμε	=	υδροθάλαμος
υδροθάλαμο	=	υδροθάλαμος
υδροθάλαμοι	=	υδροθάλαμος
υδροθάλαμος	noun	θάλαμος ατμολέβητα στον οποίο εξατμίζεται το νερό αφού διοχετευτεί
υδροθάλαμου	=	υδροθάλαμος
υδροθήκες	=	υδροθήκη
υδροθήκη	noun|dated	δεξαμενή νερού, στέρνα
υδροθήκης	=	υδροθήκη
υδροθαλάμου	=	υδροθάλαμος
υδροθαλάμους	=	υδροθάλαμος
υδροθαλάμων	=	υδροθάλαμος
υδροθείου	=	υδρόθειο
υδροθείων	=	υδρόθειο
υδροθειικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθειικό
υδροθειικέ	adj	κλητική ενικού του υδροθειικός
υδροθειικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθειική
υδροθειική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροθειικός
υδροθειικής	adj	γενική ενικού του υδροθειική
υδροθειικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροθειικός
υδροθειικού	adj	γενική ενικού του υδροθειικός
υδροθειικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροθειικός
υδροθειικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροθειικός
υδροθειικός	adj	αποτελούμενος από θείο και υδρογόνο
υδροθειικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροθειικός
υδροθειούχα	=	υδροθειούχος
υδροθειούχε	=	υδροθειούχος
υδροθειούχο	=	υδροθειούχος
υδροθειούχοι	=	υδροθειούχος
υδροθειούχος	adj	που περιέχει υδρόθειο
υδροθειούχου	=	υδροθειούχος
υδροθειούχους	=	υδροθειούχος
υδροθειούχων	=	υδροθειούχος
υδροθεραπεία	noun	το συνολο των θεραπευτικών μεθόδων που αξιοποιούν τις φυσικές και χημικές ιδιότητες του νερού
υδροθεραπείας	noun	γενική ενικού του υδροθεραπεία
υδροθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθεραπεία
υδροθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του υδροθεραπεία
υδροθεραπευτήρια	=	υδροθεραπευτήριο
υδροθεραπευτήριο	noun	κτηριακές εγκαταστάσεις κατάλληλες για υδροθεραπεία
υδροθεραπευτήριου	=	υδροθεραπευτήριο
υδροθεραπευτηρίου	=	υδροθεραπευτήριο
υδροθεραπευτηρίων	=	υδροθεραπευτήριο
υδροθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθεραπευτικό
υδροθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του υδροθεραπευτικός
υδροθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθεραπευτική
υδροθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροθεραπευτικός
υδροθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του υδροθεραπευτική
υδροθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροθεραπευτικός
υδροθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του υδροθεραπευτικός
υδροθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροθεραπευτικός
υδροθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροθεραπευτικός
υδροθεραπευτικός	adj	σχετικός με την υδροθεραπεία
υδροθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροθεραπευτικός
υδροθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθερμικό
υδροθερμικέ	adj	κλητική ενικού του υδροθερμικός
υδροθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροθερμική
υδροθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροθερμικός
υδροθερμικής	adj	γενική ενικού του υδροθερμική
υδροθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροθερμικός
υδροθερμικού	adj	γενική ενικού του υδροθερμικός
υδροθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροθερμικός
υδροθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροθερμικός
υδροθερμικός	adj	σχετικός με τα θερμά λουτρά των ιαματικών πηγών
υδροθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροθερμικός
υδροθηκών	=	υδροθήκη
υδροθωράκων	=	υδροθώρακας
υδροθώρακα	=	υδροθώρακας
υδροθώρακας	noun	συλλογή υγρού στην κοιλότητα του υπεζωκότα
υδροθώρακες	=	υδροθώρακας
υδροκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκέφαλο
υδροκέφαλε	adj	κλητική ενικού του υδροκέφαλος
υδροκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκέφαλη
υδροκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροκέφαλος
υδροκέφαλης	adj	γενική ενικού του υδροκέφαλη
υδροκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του υδροκέφαλος
υδροκέφαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκέφαλος
υδροκέφαλος	adj	που χαρακτηρίζεται από τουμπάνιασμα της κεφαλής λόγω συσσώρευσης υγρού σε αυτήν
υδροκέφαλου	adj	γενική ενικού του υδροκέφαλος
υδροκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροκέφαλος
υδροκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού του υδροκέφαλος
υδροκήλες	=	υδροκήλη
υδροκήλη	noun	συλλογή υγρού μεταξύ του τοιχωματικού και του σπλαγχνικού πετάλου του ιδίως ελυτροειδούς χιτώνα του όρχεως
υδροκήλης	=	υδροκήλη
υδροκίνητα	=	υδροκίνητος
υδροκίνητε	=	υδροκίνητος
υδροκίνητες	=	υδροκίνητος
υδροκίνητη	=	υδροκίνητος
υδροκίνητης	=	υδροκίνητος
υδροκίνητο	=	υδροκίνητος
υδροκίνητοι	=	υδροκίνητος
υδροκίνητος	adj	που λειτουργεί με και κινείται από το νερό, που αντλεί ενέργεια από το νερό για την κίνησή του
υδροκίνητου	=	υδροκίνητος
υδροκίνητους	=	υδροκίνητος
υδροκίνητων	=	υδροκίνητος
υδροκαθαρισμέ	noun	κλητική ενικού του υδροκαθαρισμός
υδροκαθαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκαθαρισμός
υδροκαθαρισμού	noun	γενική ενικού του υδροκαθαρισμός
υδροκαθαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροκαθαρισμός
υδροκαθαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του υδροκαθαρισμός
υδροκαθαρισμός	noun	καθαρισμός του νερού
υδροκαθαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του υδροκαθαρισμός
υδροκεφαλία	noun	παθολογική κατάσταση, συχνότερη στα παιδιά, κατά την οποία συσσωρεύεται μεγάλη ποσότητα υγρού μέσα στον εγκέφαλο λόγω ανατομικής ή λειτουργικής ανωμαλίας με αποτέλεσμα την αύξηση της ενδοκρανιακής πίεσης και την πρόκληση πονοκεφάλων, προβλημάτων στην όραση και βλαβών στον εγκέφαλο
υδροκεφαλίας	noun	γενική ενικού του υδροκεφαλία
υδροκεφαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκεφαλία
υδροκεφαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκεφαλικό
υδροκεφαλικέ	adj	κλητική ενικού του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκεφαλική
υδροκεφαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλικής	adj	γενική ενικού του υδροκεφαλική
υδροκεφαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλικού	adj	γενική ενικού του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλικός	noun	ασθενής που πάσχει από υδροκεφαλία	adj	σχετικός με την υδροκεφαλία
υδροκεφαλικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροκεφαλικός
υδροκεφαλισμέ	noun	κλητική ενικού του υδροκεφαλισμός
υδροκεφαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκεφαλισμός
υδροκεφαλισμού	noun	γενική ενικού του υδροκεφαλισμός
υδροκεφαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροκεφαλισμός
υδροκεφαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του υδροκεφαλισμός
υδροκεφαλισμός	noun	η διόγκωση του διοικητικού κέντρου εις βάρος της περιφέρειας και ο συγκεντρωτισμός που αυτό συνεπάγεται
υδροκεφαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του υδροκεφαλισμός
υδροκεφαλιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροκεφαλία
υδροκηλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκηλικό
υδροκηλικέ	adj	κλητική ενικού του υδροκηλικός
υδροκηλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκηλική
υδροκηλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροκηλικός
υδροκηλικής	adj	γενική ενικού του υδροκηλική
υδροκηλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκηλικός
υδροκηλικού	adj	γενική ενικού του υδροκηλικός
υδροκηλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροκηλικός
υδροκηλικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροκηλικός
υδροκηλικός	adj	σχετικός με την υδροκήλη
υδροκηλικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροκηλικός
υδροκινητήρα	=	υδροκινητήρας
υδροκινητήρας	noun	κινητήρας (μηχανή που μετατρέπει άλλες μορφές ενέργειας σε κινητική) που λειτουργεί με τη ροή του νερού
υδροκινητήρες	=	υδροκινητήρας
υδροκινητήρων	=	υδροκινητήρας
υδροκλιματολογία	noun	ο επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τον τρόπο που επιδρούν στον οργανισμό τα μεταλλικά νερά ή οι θερμές πηγές σε συνδυασμό με τις κλιματολογικές συνθήκες και μελετά μεθόδους για την αξιοποίησή τους στην υδροθεραπεία
υδροκλιματολογίας	=	υδροκλιματολογία
υδροκλιματολογίες	=	υδροκλιματολογία
υδροκλιματολογιών	=	υδροκλιματολογία
υδροκονία	noun|rare	αιώρημα με υψηλή συγκέντρωση στερεών σωματιδίων σε υγρό, όπου το υγρό λειτουργεί ως μέσο μεταφοράς των σωματιδίων
υδροκορτιζονών	=	υδροκορτιζόνη
υδροκορτιζόνες	=	υδροκορτιζόνη
υδροκορτιζόνη	noun	το όνομα της ορμόνης [κορτιζόλης, όταν αυτή χορηγείται ως φάρμακο
υδροκορτιζόνης	=	υδροκορτιζόνη
υδροκρίτες	=	υδροκρίτης
υδροκρίτη	=	υδροκρίτης
υδροκρίτης	noun	νοητή γραμμή που ενώνει τα υψηλότερα σημεία της μορφολογίας του εδάφους και χωρίζει τις ροές των υδάτων προς διαφορετικές λεκάνες απορροής
υδροκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκριτικό
υδροκριτικέ	adj	κλητική ενικού του υδροκριτικός
υδροκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκριτική
υδροκριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροκριτικός
υδροκριτικής	adj	γενική ενικού του υδροκριτική
υδροκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκριτικός
υδροκριτικού	adj	γενική ενικού του υδροκριτικός
υδροκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροκριτικός
υδροκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροκριτικός
υδροκριτικός	adj	που αναφέρεται στον υδροκρίτη
υδροκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροκριτικός
υδροκριτών	=	υδροκρίτης
υδροκυάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκυάνιο
υδροκυάνιο	noun	χημική ένωση από το υδρογόνο και και το κυάνιο (χημικό τύπο HCN), άχρωμο δηλητηριώδες υγρό με οσμή πικραμύγδαλου
υδροκυάνιου	=	υδροκυάνιο
υδροκυανίου	noun	γενική ενικού του υδροκυάνιο
υδροκυανίων	noun	γενική πληθυντικού του υδροκυάνιο
υδροκυανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκυανικό
υδροκυανικέ	adj	κλητική ενικού του υδροκυανικός
υδροκυανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροκυανική
υδροκυανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροκυανικός
υδροκυανικής	adj	γενική ενικού του υδροκυανική
υδροκυανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροκυανικός
υδροκυανικού	adj	γενική ενικού του υδροκυανικός
υδροκυανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροκυανικός
υδροκυανικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροκυανικός
υδροκυανικός	adj	σχετικός με το υδροκυάνιο
υδροκυανικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροκυανικός
υδροκυστωμάτων	=	υδροκύστωμα
υδροκυστώματα	=	υδροκύστωμα
υδροκυστώματος	=	υδροκύστωμα
υδροκύστωμα	noun	κύστη που περιέχει υγρό
υδρολέβητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρολέβητας
υδρολήπτες	=	υδρολήπτης
υδρολήπτη	=	υδρολήπτης
υδρολήπτης	noun|formal	κάποιος που λαμβάνει ύδωρ (από δίκτυο ύδρευσης, υδραγωγείο, πηγή κ.λπ.)
υδρολήπτρια	=	υδρολήπτης
υδρολίπανση	noun|rare	το πότισμα (άρδευση) σε συνδυασμό με λίπανση
υδρολίσθηση	noun	η ολίσθηση ενός οχήματος σε νερό
υδρολίσθησης	noun	γενική ενικού του υδρολίσθηση
υδροληπτών	=	υδρολήπτης
υδροληψία	noun	η λήψη νερού (π.χ. για άρδευση ή από πυροσβεστικά αεροσκάφη)
υδροληψίας	noun	γενική ενικού του υδροληψία
υδροληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροληψία
υδροληψιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροληψία
υδρολισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρολίσθηση
υδρολισθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υδρολίσθηση
υδρολισθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υδρολίσθηση
υδρολισθητήρα	=	υδρολισθητήρας
υδρολισθητήρας	noun	πλωτήρας ή πτερύγιο κάτω από το κύτος σκάφους, που μειώνει την τριβή με το νερό, αυξάνοντας την ταχύτητα και την ευστάθεια
υδρολισθητήρες	=	υδρολισθητήρας
υδρολισθητήρων	=	υδρολισθητήρας
υδρολογία	noun	ο κλάδος της επιστήμης που μελετά τις φυσικές και χημικές ιδιότητες του νερού της γης καθώς και την κυκλοφορία του (την εξάτμιση, τις βροχές και τα χιόνια, τη ροή των ποταμιών και την έκβασή τους σε αποθήκες νερού στις οποίες γίνεται ξανά εξάτμιση)
υδρολογίας	noun	γενική ενικού του υδρολογία
υδρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρολογία
υδρολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρολογικό
υδρολογικέ	adj	κλητική ενικού του υδρολογικός
υδρολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρολογική
υδρολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρολογικός
υδρολογικής	adj	γενική ενικού του υδρολογική
υδρολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρολογικός
υδρολογικού	adj	γενική ενικού του υδρολογικός
υδρολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρολογικός
υδρολογικό	adj	αιτιατική ενικού του υδρολογικός
υδρολογικός	adj	που έχει σχέση με την υδρολογία
υδρολογικών	adj	γενική πληθυντικού του υδρολογικός
υδρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υδρολογία
υδρολυσία	noun	άλλη μορφή του υδρόλυση
υδρολυσίας	=	υδρολυσία
υδρολυσίες	=	υδρολυσία
υδρολυσιών	=	υδρολυσία
υδρολόγε	=	υδρολόγος
υδρολόγο	=	υδρολόγος
υδρολόγοι	=	υδρολόγος
υδρολόγος	noun	αυτός που ασχολείται με την υδρολογία
υδρολόγου	=	υδρολόγος
υδρολόγους	=	υδρολόγος
υδρολόγων	=	υδρολόγος
υδρολύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόλυση
υδρολύσεων	noun	γενική πληθυντικού του υδρόλυση
υδρολύσεως	noun|formal	γενική ενικού του υδρόλυση
υδρολύω	verb	επιχειρώ διάσπαση (αποδόμηση) μιας χημικής ουσίας με την επίδραση νερού.
υδρομάλαξη	noun	μάλαξη που γίνεται με τη χρήση ύδατος
υδρομάλαξης	=	υδρομάλαξη
υδρομάστευση	noun	τεχνικό έργο συγκέντρωσης του νερού μιας πηγής (ή περισσοτέρων)
υδρομάστευσης	=	υδρομάστευση
υδρομέδουσα	noun	θαλάσσιο ζώο (στάδιο του κύκλου ζωής ορισμένων υδρόζωων) της συνομοταξίας των Κνιδόζωων, το οποίο χαρακτηρίζεται από μαλακό, ζελατινώδες σώμα σε σχήμα καμπάνας και πλοκάμια με κνιδοκύτταρα για άμυνα και σύλληψη τροφής
υδρομέδουσας	=	υδρομέδουσα
υδρομέδουσες	=	υδρομέδουσα
υδρομέτρηση	noun	μέτρηση της παροχής και στάθμης της ροής του νερού σε έναν αγωγό
υδρομέτρησης	=	υδρομέτρηση
υδρομέτρου	noun	γενική ενικού του υδρόμετρο
υδρομέτρων	noun	γενική πληθυντικού του υδρόμετρο
υδρομαγνησίτες	=	υδρομαγνησίτης
υδρομαγνησίτη	=	υδρομαγνησίτης
υδρομαγνησίτης	noun	ένυδρο ορυκτό ανθρακικού μαγνησίου (Mg₅(CO₃)₄(OH)₂.4H₂O) που σχηματίζεται συνήθως σε περιοχές με αλκαλικές συνθήκες, συχνά ως προϊόν αποσάθρωσης μαγνησιούχων πετρωμάτων και χρησιμοποιείται ως επιβραδυντικό φωτιάς
υδρομαγνησιτών	=	υδρομαγνησίτης
υδρομαλάξεις	=	υδρομάλαξη
υδρομαλάξεων	=	υδρομάλαξη
υδρομαντεία	noun	η πρόβλεψη του μέλλοντος με τη χρήση νερού, συνήθως ερμηνεύοντας τη συμπεριφορά του ή τα χαρακτηριστικά του
υδρομαντείας	=	υδρομαντεία
υδρομαντείες	=	υδρομαντεία
υδρομαντειών	=	υδρομαντεία
υδρομασάζ	noun	μασάζ (πχ. σε μπανιέρα) που γίνεται με τη χρήση νερού υπό πίεση
υδρομαστεύσεις	=	υδρομάστευση
υδρομαστεύσεων	=	υδρομάστευση
υδρομεδουσών	=	υδρομέδουσα
υδρομελιού	=	υδρόμελι
υδρομετέωρα	=	υδρομετέωρο
υδρομετέωρο	noun	σωματίδια από νερό, πάγο κ.λπ., που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα
υδρομετέωρου	=	υδρομετέωρο
υδρομετέωρων	=	υδρομετέωρο
υδρομεταλλουργία	noun	επεξεργασία μεταλλεύματος με τη χρήση υδατικού διαλύματος
υδρομεταλλουργίας	=	υδρομεταλλουργία
υδρομεταλλουργίες	=	υδρομεταλλουργία
υδρομεταλλουργιών	=	υδρομεταλλουργία
υδρομετεωρολογία	noun	κλάδος της μετεωρολογίας που μελετά την επενέργεια των υδάτινων συστημάτων (ωκεανοί, λίμνες κ.λπ.) στα μετεωρολογικά φαινόμενα
υδρομετεωρολογίας	noun	γενική ενικού του υδρομετεωρολογία
υδρομετεωρολογίες	=	υδρομετεωρολογία
υδρομετεωρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υδρομετεωρολογία
υδρομετρήσεις	=	υδρομέτρηση
υδρομετρήσεων	=	υδρομέτρηση
υδρομετρία	noun	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση και την παρακολούθηση των χαρακτηριστικών του νερού, όπως η ροή, η στάθμη και η ποιότητά του, συνήθως σε ποτάμια, λίμνες ή άλλους υδάτινους πόρους
υδρομετρίας	=	υδρομετρία
υδρομετρίες	=	υδρομετρία
υδρομετρητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρομετρητής
υδρομετρητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υδρομετρητής
υδρομετρητής	noun	διάταξη που μετρά την παροχή νερού
υδρομετρητών	noun	γενική πληθυντικού του υδρομετρητής
υδρομετριών	=	υδρομετρία
υδρομηχανική	noun	η μηχανική των ρευστών, επιστήμη που ασχολείται με τη ροή των ρευστών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρομηχανικός
υδρομηχανικής	=	υδρομηχανική
υδρομύλου	=	υδρόμυλος
υδρομύλους	=	υδρόμυλος
υδρομύλων	=	υδρόμυλος
υδρονέφωση	noun	σύστημα ποτίσματος με ψεκασμό με συγκεκριμένη ποσότητα νερού
υδρονέφωσης	=	υδρονέφωση
υδρονεφώσεις	=	υδρονέφωση
υδρονεφώσεων	=	υδρονέφωση
υδρονομέα	=	υδρονομέας
υδρονομέας	noun	υπάλληλος (εταιρείας ύδρευσης) που ρυθμίζει τη διανομή του νερού
υδρονομές	=	υδρονομή
υδρονομέων	=	υδρονομέας
υδρονομέως	=	υδρονομέας
υδρονομή	noun	η διανομή του νερού στα σπίτια μέσω του δικτύου ύδρευσης
υδρονομής	=	υδρονομή
υδρονομία	noun	η διευθέτηση των χειμάρρων κι άλλων ρεόντων υδάτων, ώστε να προληφθούν οι πλημμύρες
υδρονομίας	=	υδρονομία
υδρονομίες	=	υδρονομία
υδρονομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρονομείο
υδρονομείο	noun|dated	κτήριο όπου βρίσκεται η έδρα της υδρονομικής υπηρεσίας
υδρονομείου	noun	γενική ενικού του υδρονομείο
υδρονομείς	=	υδρονομέας
υδρονομείων	noun	γενική πληθυντικού του υδρονομείο
υδρονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρονομικό
υδρονομικέ	adj	κλητική ενικού του υδρονομικός
υδρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρονομική
υδρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρονομικός
υδρονομικής	adj	γενική ενικού του υδρονομική
υδρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρονομικός
υδρονομικού	adj	γενική ενικού του υδρονομικός
υδρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρονομικός
υδρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του υδρονομικός
υδρονομικός	adj	σχετικός με την υδρονομή, τη διανομή του νερού
υδρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του υδρονομικός
υδρονομιών	=	υδρονομία
υδρονομών	=	υδρονομή
υδροξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροξείδιο
υδροξείδιο	noun	ένωση που περιέχει το αρνητικά φορτισμένο ιόν υδροξυλίου (χημικός τύπος OH⁻), συνήθως είτε με αλκαλιμέταλλο ή με αλκαλική γαία
υδροξείδιου	noun	γενική ενικού του υδροξείδιο
υδροξειδίου	noun	γενική ενικού του υδροξείδιο
υδροξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του υδροξείδιο
υδροξυλίου	noun	γενική ενικού του υδροξύλιο
υδροξυλίων	noun	γενική πληθυντικού του υδροξύλιο
υδροξυλομάδα	noun	χημική ομάδα με ένα άτομο οξυγόνου και ένα υδρογόνου (–OH), που προσδίδει σε ενώσεις χαρακτηριστικές ιδιότητες όπως η υδροφιλία και η δυνατότητα σχηματισμού δεσμών υδρογόνου
υδροξυλομάδας	=	υδροξυλομάδα
υδροξυλομάδες	=	υδροξυλομάδα
υδροξυλομάδων	=	υδροξυλομάδα
υδροξύλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροξύλιο
υδροξύλιο	noun	η μονοσθενής ρίζα οξυγόνου-υδρογόνου, (χημικός τύπος ΟΗ) που βρίσκεται στο νερό· αντιμετωπίζεται και σε διαλύματα ως ανιόν OH⁻
υδροξύλιου	=	υδροξύλιο
υδροπέπονα	=	υδροπέπων
υδροπέπονες	=	υδροπέπων
υδροπέπονος	=	υδροπέπων
υδροπέπων	noun|dated	το καρπούζι
υδροπεπόνων	=	υδροπέπων
υδροπλάνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπλάνο
υδροπλάνο	noun	αεροπλάνο που «απογειώνεται» (π.χ. αποθαλασσώνεται) και «προσγειώνεται» στο νερό
υδροπλάνου	noun	γενική ενικού του υδροπλάνο
υδροπλάνων	noun	γενική πληθυντικού του υδροπλάνο
υδροπληξία	noun	ανακοπή καρδιάς λόγω απότομης έκθεσης του ανθρώπινου σώματος σε παγωμένο νερό
υδροπληξίας	=	υδροπληξία
υδροπληξίες	=	υδροπληξία
υδροπληξιών	=	υδροπληξία
υδροπνευματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπνευματικό
υδροπνευματικέ	adj	κλητική ενικού του υδροπνευματικός
υδροπνευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπνευματική
υδροπνευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροπνευματικός
υδροπνευματικής	adj	γενική ενικού του υδροπνευματική
υδροπνευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροπνευματικός
υδροπνευματικού	adj	γενική ενικού του υδροπνευματικός
υδροπνευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροπνευματικός
υδροπνευματικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροπνευματικός
υδροπνευματικός	adj	που λειτουργεί χάρη στο νερό και ένα πεπιεσμένο αέριο
υδροπνευματικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροπνευματικός
υδροπονία	noun	η καλλιέργεια φυτών όχι στο έδαφος αλλά με τις ρίζες τους βυθισμένες σε νερό που περιέχει κατάλληλα θρεπτικά στοιχεία
υδροπονίας	noun	γενική ενικού του υδροπονία
υδροπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπονία
υδροπονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπονικό
υδροπονικέ	adj	κλητική ενικού του υδροπονικός
υδροπονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπονική
υδροπονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροπονικός
υδροπονικής	adj	γενική ενικού του υδροπονική
υδροπονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροπονικός
υδροπονικού	adj	γενική ενικού του υδροπονικός
υδροπονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροπονικός
υδροπονικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροπονικός
υδροπονικός	adj	που έχει σχέση με την υδροπονία ή αναφέρεται σ' αυτήν
υδροπονικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροπονικός
υδροπονιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροπονία
υδροποσία	noun|formal	η πόση ύδατος
υδροποσίας	=	υδροποσία
υδροποσίες	=	υδροποσία
υδροποσιών	=	υδροποσία
υδροπτέρου	=	υδρόπτερο
υδροπτέρυγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροπτέρυγο
υδροπτέρυγο	noun	είδος ταχύπλοου επιβατηγού θαλάσσιου σκάφους
υδροπτέρυγου	noun	γενική ενικού του υδροπτέρυγο
υδροπτέρυγων	noun	γενική πληθυντικού του υδροπτέρυγο
υδροπτέρων	=	υδρόπτερο
υδροπτερυγίου	=	υδροπτερύγιο
υδροπτερυγίων	=	υδροπτερύγιο
υδροπτερύγια	=	υδροπτερύγιο
υδροπτερύγιο	noun	μόνιμη ναυπηγική μεταλλική κατασκευή, συνήθως διπλή, που φέρουν στα ύφαλα ορισμένα ταχύπλοα σκάφη χαρακτηριζόμενα εξ αυτού υδροπτέρυγα
υδροπτερύγιου	=	υδροπτερύγιο
υδροπτερύγου	=	υδροπτέρυγο
υδροπτερύγων	=	υδροπτέρυγο
υδρορηγμάτωση	noun	άλλη μορφή του υδρορωγμάτωση
υδρορηγμάτωσης	=	υδρορηγμάτωση
υδρορηγματώσεις	=	υδρορηγμάτωση
υδρορηγματώσεων	=	υδρορηγμάτωση
υδρορροές	=	υδρορροή
υδρορροή	noun	η υδρορρόη στην δημοτική
υδρορροής	=	υδρορροή
υδρορροών	=	υδρορροή
υδρορρόη	noun|dated	πλαστικά ή μεταλλικά λούκια που τοποθετούνται στην άκρη των κεραμοσκεπών για να συλλέγουν το νερό της βροχής και να το κατευθύνουν σε στέρνα, πηγάδι κτλ.
υδρορωγμάτωση	noun	η υδραυλική ρωγμάτωση
υδρορωγμάτωσης	=	υδρορωγμάτωση
υδρορωγματώσεις	=	υδρορωγμάτωση
υδρορωγματώσεων	=	υδρορωγμάτωση
υδροσίφωνα	=	υδροσίφωνας
υδροσίφωνας	noun	στροβιλιζόμενη δίνη αέρα που εμφανίζεται στη θάλασσα και σε λίμνες, «κρέμεται» κάτω από καταιγιδοφόρα νέφη και μπορεί να προκαλέσει υλικές ζημιές στο πέρασμά της και πιθανόν απώλειες ανθρώπινων ζωών
υδροσίφωνες	=	υδροσίφωνας
υδροσιφώνων	=	υδροσίφωνας
υδροσκοπία	noun	ο εντοπισμός αποθεμάτων υδάτων που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της γης
υδροσκοπίας	noun	γενική ενικού του υδροσκοπία
υδροσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροσκοπία
υδροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υδροσκοπικός	adv	με υδροσκοπικό τρόπο
υδροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του υδροσκοπικός
υδροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροσκοπική
υδροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροσκοπικός
υδροσκοπικής	adj	γενική ενικού του υδροσκοπική
υδροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροσκοπικός
υδροσκοπικού	adj	γενική ενικού του υδροσκοπικός
υδροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροσκοπικός
υδροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροσκοπικός
υδροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με την υδροσκοπία ή τον υδροσκόπο ή αναφέρεται σ’ αυτά
υδροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροσκοπικός
υδροσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροσκοπία
υδροσκόπε	noun	κλητική ενικού του υδροσκόπος
υδροσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του υδροσκόπος
υδροσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροσκόπος
υδροσκόπος	noun	που ασχολείται με την υδροσκοπία, με την εντόπιση αποθεμάτων νερών που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της γης
υδροσκόπου	noun	γενική ενικού του υδροσκόπος
υδροσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροσκόπος
υδροσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του υδροσκόπος
υδροσπορά	noun	μέθοδος σποράς με εκτόξευση υγρού που περιέχει μείγμα σπόρων, λίπασμα, άχυρο και άλλα συστατικά απαραίτητα για τη βλάστηση σε μία περιοχή
υδροσποράς	=	υδροσπορά
υδροσπορές	=	υδροσπορά
υδροσπορών	=	υδροσπορά
υδροστάθμες	=	υδροστάθμη
υδροστάθμη	noun	η στάθμη του νερού σε έναν συγκεκριμένο χώρο
υδροστάθμης	=	υδροστάθμη
υδροστάσια	=	υδροστάσιο
υδροστάσιο	noun|formal	φυσική ή τεχνητή δεξαμενή νερού
υδροστάσιου	=	υδροστάσιο
υδροστάτες	=	υδροστάτης
υδροστάτη	=	υδροστάτης
υδροστάτης	noun	σύστημα ή μηχανισμός που λειτουργεί με βάση την υδροστατική πίεση, δηλαδή την πίεση που ασκείται από ένα υγρό σε ηρεμία, και χρησιμοποιείται για τη μέτρηση, τον έλεγχο ή τη ρύθμιση της στάθμης υγρών
υδροσταγονίδια	=	υδροσταγονίδιο
υδροσταγονίδιο	noun	μικρή υδροσταγόνα
υδροσταγονίδιου	=	υδροσταγονίδιο
υδροσταγονίδιων	=	υδροσταγονίδιο
υδροσταγονιδίου	=	υδροσταγονίδιο
υδροσταγονιδίων	=	υδροσταγονίδιο
υδροσταγόνα	noun	σταγόνα υγρασίας
υδροσταγόνας	=	υδροσταγόνα
υδροσταγόνες	=	υδροσταγόνα
υδροσταγόνων	=	υδροσταγόνα
υδροσταθμών	=	υδροστάθμη
υδροστασίου	=	υδροστάσιο
υδροστασίων	=	υδροστάσιο
υδροστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροστατικό	adv	από υδροστατική άποψη
υδροστατικέ	adj	κλητική ενικού του υδροστατικός
υδροστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροστατική
υδροστατική	noun	κλάδος της μηχανικής των υγρών που μελετά τις ιδιότητες των υγρών που δεν βρίσκονται σε κίνηση καθώς και τους φυσικούς νόμους που περιγράφουν αυτές τις ιδιότητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροστατικός
υδροστατικής	adj	γενική ενικού του υδροστατική
υδροστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροστατικός
υδροστατικού	adj	γενική ενικού του υδροστατικός
υδροστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροστατικός
υδροστατικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροστατικός
υδροστατικός	adj	που αναφέρεται στην υδροστατική ή που συσχετίζεται με αυτή
υδροστατικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροστατικός
υδροστατών	=	υδροστάτης
υδροστεγές	=	υδροστεγής
υδροστεγή	=	υδροστεγής
υδροστεγής	adj	που δεν διαπερνιέται από νερό
υδροστεγείς	=	υδροστεγής
υδροστεγούς	=	υδροστεγής
υδροστεγών	=	υδροστεγής
υδροστροβίλου	noun	γενική ενικού του υδροστρόβιλος
υδροστροβίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροστρόβιλος
υδροστροβίλων	noun	γενική πληθυντικού του υδροστρόβιλος
υδροστρόβιλε	noun	κλητική ενικού του υδροστρόβιλος
υδροστρόβιλο	noun	αιτιατική ενικού του υδροστρόβιλος
υδροστρόβιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροστρόβιλος
υδροστρόβιλος	noun	ειδική μηχανή που κινείται με τη ενέργεια που λαμβάνει από την κίνηση του νερού και με τη σειρά της κινεί κάτι άλλο
υδροστρόβιλου	noun	γενική ενικού του υδροστρόβιλος
υδροστρόβιλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροστρόβιλος
υδροστρόβιλων	noun	γενική πληθυντικού του υδροστρόβιλος
υδροσυλλογές	=	υδροσυλλογή
υδροσυλλογή	noun	η συλλογή νερού
υδροσυλλογής	=	υδροσυλλογή
υδροσυλλογών	=	υδροσυλλογή
υδροσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του υδρόσφαιρα
υδροσωλήνα	=	υδροσωλήνας
υδροσωλήνας	noun	σωλήνας απ’ τον οποίο περνάει νερό
υδροσωλήνες	=	υδροσωλήνας
υδροσωλήνων	=	υδροσωλήνας
υδροταμιευτήρα	=	υδροταμιευτήρας
υδροταμιευτήρας	noun	ταμιευτήρας νερού
υδροταμιευτήρες	=	υδροταμιευτήρας
υδροταμιευτήρων	=	υδροταμιευτήρας
υδροτεχνία	noun	άλλη μορφή του υδροτεχνική
υδροτεχνίας	=	υδροτεχνία
υδροτεχνίες	=	υδροτεχνία
υδροτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροτεχνικό
υδροτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του υδροτεχνικός
υδροτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροτεχνική
υδροτεχνική	noun	κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τη διαχείριση και αξιοποίηση των υδάτινων πόρων μέσω έργων, όπως φράγματα, αρδευτικά δίκτυα, αποξήρανση ελών και διευθέτηση ποταμών, με στόχο την κάλυψη αναγκών όπως άρδευση, ενέργεια και προστασία από πλημμύρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροτεχνικός
υδροτεχνικής	adj	γενική ενικού του υδροτεχνική
υδροτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροτεχνικός
υδροτεχνικού	adj	γενική ενικού του υδροτεχνικός
υδροτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροτεχνικός
υδροτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροτεχνικός
υδροτεχνικός	adj	σχετικός με την υδροτεχνική
υδροτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροτεχνικός
υδροτεχνιών	=	υδροτεχνία
υδροτουρμπίνα	noun	τουρμπίνα που χρησιμοποιείται για να παράγει υδροηλεκτρική ενέργεια
υδροτουρμπίνας	=	υδροτουρμπίνα
υδροτουρμπίνες	=	υδροτουρμπίνα
υδροτουρμπίνων	=	υδροτουρμπίνα
υδροτριβές	=	υδροτριβή
υδροτριβή	noun	η νεροτριβή
υδροτριβής	=	υδροτριβή
υδροτριβεία	=	υδροτριβείο
υδροτριβείο	noun	μέρος με ειδικές κατασκευές (μαντάνια, ντριστέλες κ.ά.), όπου με βιολογικό συνήθως τρόπο και με τη δύναμη του νερού πλένονται κλινοσκεπάσματα, πατάκια, κ.ά.
υδροτριβείου	=	υδροτριβείο
υδροτριβείων	=	υδροτριβείο
υδροτριβών	=	υδροτριβή
υδροτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροτροπικό
υδροτροπικέ	adj	κλητική ενικού του υδροτροπικός
υδροτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροτροπική
υδροτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροτροπικός
υδροτροπικής	adj	γενική ενικού του υδροτροπική
υδροτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροτροπικός
υδροτροπικού	adj	γενική ενικού του υδροτροπικός
υδροτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροτροπικός
υδροτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροτροπικός
υδροτροπικός	adj	σχετικός με τον υδροτροπισμό
υδροτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροτροπικός
υδροτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του υδροτροπισμός
υδροτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροτροπισμός
υδροτροπισμού	noun	γενική ενικού του υδροτροπισμός
υδροτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροτροπισμός
υδροτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του υδροτροπισμός
υδροτροπισμός	noun	η κατεύθυνση της ανάπτυξης ενός φυτικού οργάνου, κυρίως των ριζών, ως αντίδραση στην παρουσία ή τη συγκέντρωση νερού στο περιβάλλον του
υδροτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του υδροτροπισμός
υδροτροχέ	=	υδροτροχός
υδροτροχοί	=	υδροτροχός
υδροτροχού	=	υδροτροχός
υδροτροχούς	=	υδροτροχός
υδροτροχό	=	υδροτροχός
υδροτροχός	noun	τροχός νερόμυλου ή γεννήτριας που περιστρέφεται χάρη στην πίεση του νερού
υδροτροχών	=	υδροτροχός
υδροτόπου	=	υδρότοπος
υδροτόπους	=	υδρότοπος
υδροτόπων	=	υδρότοπος
υδροφθορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφθορικό
υδροφθορικέ	adj	κλητική ενικού του υδροφθορικός
υδροφθορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφθορική
υδροφθορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροφθορικός
υδροφθορικής	adj	γενική ενικού του υδροφθορική
υδροφθορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροφθορικός
υδροφθορικού	adj	γενική ενικού του υδροφθορικός
υδροφθορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροφθορικός
υδροφθορικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροφθορικός
υδροφθορικός	adj	που σχετίζεται με ή περιέχει υδροφθορικό οξύ, δηλαδή ένα ισχυρό ανόργανο οξύ που αποτελείται από υδρογόνο και φθόριο (HF), γνωστό για την έντονη διαβρωτική του δράση
υδροφθορικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροφθορικός
υδροφιλία	noun	η ιδιότητα ορισμένων υλικών να απορροφούν το νερό
υδροφιλίας	noun	γενική ενικού του υδροφιλία
υδροφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφιλία
υδροφιλικά	=	υδροφιλικός
υδροφιλικέ	=	υδροφιλικός
υδροφιλικές	=	υδροφιλικός
υδροφιλική	=	υδροφιλικός
υδροφιλικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υδροφιλική) του υδροφιλικός
υδροφιλικοί	=	υδροφιλικός
υδροφιλικού	=	υδροφιλικός
υδροφιλικούς	=	υδροφιλικός
υδροφιλικό	=	υδροφιλικός
υδροφιλικός	adj	άλλη μορφή του υδρόφιλος
υδροφιλικών	=	υδροφιλικός
υδροφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροφιλία
υδροφοβία	noun	η ιδιότητα ορισμένων υλικών να μην απορροφούν το νερό
υδροφοβίας	noun	γενική ενικού του υδροφοβία
υδροφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφοβία
υδροφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφοβικό
υδροφοβικέ	adj	κλητική ενικού του υδροφοβικός
υδροφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφοβική
υδροφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροφοβικός
υδροφοβικής	adj	γενική ενικού του υδροφοβική
υδροφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροφοβικός
υδροφοβικού	adj	γενική ενικού του υδροφοβικός
υδροφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροφοβικός
υδροφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροφοβικός
υδροφοβικός	adj	που έχει σχέση με την υδροφοβία ή αναφέρεται σ' αυτήν
υδροφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροφοβικός
υδροφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του υδροφοβία
υδροφορία	noun	η ικανότητα παροχής ύδατος
υδροφορίας	noun	γενική ενικού του υδροφορία
υδροφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφορία
υδροφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφορικό
υδροφορικέ	adj	κλητική ενικού του υδροφορικός
υδροφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροφορική
υδροφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροφορικός
υδροφορικής	adj	γενική ενικού του υδροφορική
υδροφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροφορικός
υδροφορικού	adj	γενική ενικού του υδροφορικός
υδροφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροφορικός
υδροφορικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροφορικός
υδροφορικός	adj	που έχει σχέση με την υδροφορία ή την υδροφόρα, ή αναφέρονται σ’ αυτά
υδροφορικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροφορικός
υδροφοριών	noun	γενική πληθυντικού του υδροφορία
υδροφράκτες	=	υδροφράκτης
υδροφράκτη	=	υδροφράκτης
υδροφράκτης	noun	άλλη μορφή του υδατοφράκτης
υδροφράχτες	=	υδροφράχτης
υδροφράχτη	=	υδροφράχτης
υδροφράχτης	noun	άλλη μορφή του υδατοφράκτης
υδροφρακτών	=	υδροφράκτης
υδροφραχτών	=	υδροφράχτης
υδροφόιλ	noun	το υδρόπτερο
υδροφόρα	noun	όχημα που μεταφέρει νερό
υδροφόρας	=	υδροφόρος
υδροφόρε	=	υδροφόρος
υδροφόρες	=	υδροφόρος
υδροφόρο	noun	πλοίο με ειδικές δεξαμενές για μεταφορά νερού
υδροφόροι	=	υδροφόρος
υδροφόρος	adj	που μεταφέρει νερό
υδροφόρου	=	υδροφόρος
υδροφόρους	=	υδροφόρος
υδροφόρων	=	υδροφόρος
υδροφώνου	=	υδρόφωνο
υδροφώνων	=	υδρόφωνο
υδροχαρές	=	υδροχαρής
υδροχαρή	=	υδροχαρής
υδροχαρής	adj	που χρειάζεται πολύ νερό, για να αναπτυχθεί
υδροχαρείς	=	υδροχαρής
υδροχαρούς	=	υδροχαρής
υδροχαρών	=	υδροχαρής
υδροχλωρίδια	=	υδροχλωρίδιο
υδροχλωρίδιο	noun	χημική ένωση που προκύπτει από την αντίδραση ενός οργανικού μορίου (συνήθως βάσης) με το υδροχλωρικό οξύ, σχηματίζοντας ένα άλας που συχνά χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική για τη βελτίωση της διαλυτότητας και της απορρόφησης φαρμάκων
υδροχλωρίδιου	=	υδροχλωρίδιο
υδροχλωρίδιων	=	υδροχλωρίδιο
υδροχλωρίου	noun	γενική ενικού του υδροχλώριο
υδροχλωρίων	noun	γενική πληθυντικού του υδροχλώριο
υδροχλωριδίου	=	υδροχλωρίδιο
υδροχλωριδίων	=	υδροχλωρίδιο
υδροχλωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροχλωρικό
υδροχλωρικέ	adj	κλητική ενικού του υδροχλωρικός
υδροχλωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροχλωρική
υδροχλωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροχλωρικός
υδροχλωρικής	adj	γενική ενικού του υδροχλωρική
υδροχλωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροχλωρικός
υδροχλωρικού	adj	γενική ενικού του υδροχλωρικός
υδροχλωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροχλωρικός
υδροχλωρικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροχλωρικός
υδροχλωρικός	adj	σχετικός με το υδροχλώριο
υδροχλωρικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροχλωρικός
υδροχλώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροχλώριο
υδροχλώριο	noun	χημική ένωση το μόριο της οποίας αποτελείται από ένα άτομο χλωρίου και ένα άτομο υδρογόνου
υδροχλώριου	=	υδροχλώριο
υδροχοών	=	υδροχόη
υδροχρωμάτιζα	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτιζαν	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτιζε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτιζες	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτισα	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτισαν	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτισε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτισες	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υδροχρωματίζω
υδροχρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υδρόχρωμα
υδροχρωματίζαμε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζαν	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζανε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζατε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζει	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζεις	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζεσαι	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίζεστε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίζεται	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίζετε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζονται	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίζονταν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίζοντας	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζου	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίζουμε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζουν	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζουνε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίζω	verb	χρωματίζω με υδροχρώματα
υδροχρωματίσαμε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίσαν	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίσανε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίσατε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίσει	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίσματα	=	υδροχρωμάτισμα
υδροχρωματίσματος	=	υδροχρωμάτισμα
υδροχρωματίσου	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίστε	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίστηκα	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματίστηκαν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίστηκε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματίστηκες	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόμασταν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόμαστε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόμουν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόμουνα	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόντουσαν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόσασταν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόσαστε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόσουν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόσουνα	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζόταν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιζότανε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματισμάτων	=	υδροχρωμάτισμα
υδροχρωματισμέ	noun	κλητική ενικού του υδροχρωματισμός
υδροχρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροχρωματισμένο
υδροχρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροχρωματισμένη
υδροχρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμένης	verb	γενική ενικού του υδροχρωματισμένη
υδροχρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμένος	=	υδροχρωματίζω
υδροχρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδροχρωματισμένος
υδροχρωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροχρωματισμός
υδροχρωματισμού	noun	γενική ενικού του υδροχρωματισμός
υδροχρωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδροχρωματισμός
υδροχρωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του υδροχρωματισμός
υδροχρωματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υδροχρωματίζω
υδροχρωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του υδροχρωματισμός
υδροχρωματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροχρωματιστής
υδροχρωματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υδροχρωματιστής
υδροχρωματιστήκαμε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιστήκαν	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιστήκανε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιστήκατε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιστής	noun	τεχνίτης, βαφέας ειδικός στους υδροχρωματισμούς
υδροχρωματιστεί	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιστείτε	=	υδροχρωματίζομαι
υδροχρωματιστών	noun	γενική πληθυντικού του υδροχρωματιστής
υδροχρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόχρωμα
υδροχρώματος	noun	γενική ενικού του υδρόχρωμα
υδροχόες	=	υδροχόη
υδροχόη	noun|archaic	δοχείο / κανάτα νερού
υδροχόης	=	υδροχόη
υδροψυκτών	=	υδροψύκτης
υδροψύκτες	=	υδροψύκτης
υδροψύκτη	=	υδροψύκτης
υδροψύκτης	noun	η συσκευή που παρέχει κρύο νερό.
υδροψύξεις	=	υδρόψυξη
υδροψύξεων	=	υδρόψυξη
υδροϊωδίου	=	υδροϊώδιο
υδροϊωδίων	=	υδροϊώδιο
υδροϊωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροϊωδικό
υδροϊωδικέ	adj	κλητική ενικού του υδροϊωδικός
υδροϊωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδροϊωδική
υδροϊωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδροϊωδικός
υδροϊωδικής	adj	γενική ενικού του υδροϊωδική
υδροϊωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδροϊωδικός
υδροϊωδικού	adj	γενική ενικού του υδροϊωδικός
υδροϊωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδροϊωδικός
υδροϊωδικό	adj	αιτιατική ενικού του υδροϊωδικός
υδροϊωδικός	adj	σχετικός με το υδροϊώδιο
υδροϊωδικών	adj	γενική πληθυντικού του υδροϊωδικός
υδροϊώδια	=	υδροϊώδιο
υδροϊώδιο	noun	ανόργανη διατομική χημική ένωση, που περιέχει υδρογόνο και ιώδιο, με χημικό τύπο HI
υδροϊώδιου	=	υδροϊώδιο
υδρωμάτων	=	ύδρωμα
υδρωνυμία	noun	η μελέτη των υδρωνυμίων καθώς και της προέλευσης και καθιέρωσής τους
υδρωνυμίας	noun	γενική ενικού του υδρωνυμία
υδρωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρωνυμία
υδρωνυμίου	=	υδρωνύμιο
υδρωνυμίων	=	υδρωνύμιο
υδρωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του υδρωνυμία
υδρωνύμια	=	υδρωνύμιο
υδρωνύμιο	noun	η επίσημη ονομασία ενός υδάτινου σώματος (ποτάμι, λίμνη κ.λπ.)
υδρωνύμιου	=	υδρωνύμιο
υδρωνύμιων	=	υδρωνύμιο
υδρωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρωπικό
υδρωπικέ	adj	κλητική ενικού του υδρωπικός
υδρωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρωπική
υδρωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρωπικός
υδρωπικής	adj	γενική ενικού του υδρωπική
υδρωπικία	noun	παθολογική κατακράτηση ορώδους υγρού σε ιστούς ή κοιλότητες του σώματος, που προκαλεί οίδημα ή διόγκωση
υδρωπικίας	noun	γενική ενικού του υδρωπικία
υδρωπικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρωπικία
υδρωπικιών	noun	γενική πληθυντικού του υδρωπικία
υδρωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρωπικός
υδρωπικού	adj	γενική ενικού του υδρωπικός
υδρωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρωπικός
υδρωπικό	adj	αιτιατική ενικού του υδρωπικός
υδρωπικός	adj	που έχει σχέση με την υδρωπικία ή αναφέρεται σ’ αυτήν
υδρωπικών	adj	γενική πληθυντικού του υδρωπικός
υδρωπισμέ	noun	κλητική ενικού του υδρωπισμός
υδρωπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρωπισμός
υδρωπισμού	noun	γενική ενικού του υδρωπισμός
υδρωπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υδρωπισμός
υδρωπισμό	noun	αιτιατική ενικού του υδρωπισμός
υδρωπισμός	noun	ασθένεια που οφείλεται στην υδρωπικία
υδρωπισμών	noun	γενική πληθυντικού του υδρωπισμός
υδρόβια	=	υδρόβιος
υδρόβιας	=	υδρόβιος
υδρόβιε	=	υδρόβιος
υδρόβιες	=	υδρόβιος
υδρόβιο	=	υδρόβιος
υδρόβιοι	=	υδρόβιος
υδρόβιος	adj	που ζει στο νερό
υδρόβιου	=	υδρόβιος
υδρόβιους	=	υδρόβιος
υδρόβιων	=	υδρόβιος
υδρόγεια	=	υδρόγειος
υδρόγειας	=	υδρόγειος
υδρόγειε	=	υδρόγειος
υδρόγειες	=	υδρόγειος
υδρόγειο	=	υδρόγειος
υδρόγειοι	=	υδρόγειος
υδρόγειος	noun	η Γη	adj	με γη και με νερό
υδρόγειου	=	υδρόγειος
υδρόγειους	=	υδρόγειος
υδρόγειων	=	υδρόγειος
υδρόζωου	noun	γενική ενικού του υδρόζωο
υδρόζωων	noun	γενική πληθυντικού του υδρόζωο
υδρόθεια	=	υδρόθειο
υδρόθειο	noun	χημική ένωση που δημιουργείται από τα στοιχεία θείο και υδρογόνο (χημικό τύπο H₂S), άχρωμο και πολύ τοξικό αέριο με δυσάρεστη οσμή που θυμίζει τα κλούβια αυγά
υδρόθειου	=	υδρόθειο
υδρόθειων	=	υδρόθειο
υδρόλυση	noun	αντίδραση μιας χημικής ένωσης κατά την οποία μόρια νερού προστίθενται και προκαλούν τη διάσπαση μορίων της ένωσης
υδρόλυσης	noun	γενική ενικού του υδρόλυση
υδρόμελα	=	υδρόμελο
υδρόμελι	noun	γλυκό ποτό που παρσκευάζεται από νερό και μέλι
υδρόμελο	noun	αλκοολούχο ποτό, είδος λευκού κρασιού
υδρόμελου	=	υδρόμελο
υδρόμελων	=	υδρόμελο
υδρόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόμετρο
υδρόμετρο	noun	συσκευή που μετρά την κατανάλωση νερού (για κατοικίες, εμπορικά κέντρα, αγροτικά κτήματα κλπ.)
υδρόμετρου	=	υδρόμετρο
υδρόμυλε	=	υδρόμυλος
υδρόμυλο	=	υδρόμυλος
υδρόμυλοι	=	υδρόμυλος
υδρόμυλος	noun|formal	ο νερόμυλος
υδρόμυλου	=	υδρόμυλος
υδρόμυλους	=	υδρόμυλος
υδρόμυλων	=	υδρόμυλος
υδρόπτερα	=	υδρόπτερο
υδρόπτερο	noun	επιβατικό πλοίο με δύο πτερύγια που το ανυψώνουν ώστε να έχει λιγότερη επαφή με τα νερά κι έτσι να αναπτύσσει μεγαλύτερη ταχύτητα από άλλα σκάφη παρόμοιου μεγέθους
υδρόπτερου	=	υδρόπτερο
υδρόπτερων	=	υδρόπτερο
υδρόρνις	noun	η νερόκοτα
υδρόσφαιρα	noun	το σύνολο των υδάτων (ωκεανών, ποταμιών κλπ.) που καλύπτουν πάνω από τα 2/3 της επιφάνειας της Γης, συμπεριλαμβανομένων και των υπογείων υδάτων και των υδρατμών της ατμόσφαιρας
υδρόσφαιρας	noun	γενική ενικού του υδρόσφαιρα
υδρόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόσφαιρα
υδρότοπε	=	υδρότοπος
υδρότοπο	=	υδρότοπος
υδρότοποι	=	υδρότοπος
υδρότοπος	noun	περιοχή που έχει υδάτινες επιφάνειες, συνήθως με εναλλαγές νησίδων και νερού
υδρότοπου	=	υδρότοπος
υδρότοπους	=	υδρότοπος
υδρότοπων	=	υδρότοπος
υδρόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόφιλο
υδρόφιλε	adj	κλητική ενικού του υδρόφιλος
υδρόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόφιλη
υδρόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υδρόφιλος
υδρόφιλης	adj	γενική ενικού του υδρόφιλη
υδρόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του υδρόφιλος
υδρόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υδρόφιλος
υδρόφιλος	adj	που «αγαπάει» ή έχει την τάση να απορροφά το νερό
υδρόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υδρόφιλος
υδρόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υδρόφιλος
υδρόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υδρόφιλος
υδρόφοβα	=	υδρόφοβος
υδρόφοβε	=	υδρόφοβος
υδρόφοβες	=	υδρόφοβος
υδρόφοβη	=	υδρόφοβος
υδρόφοβης	=	υδρόφοβος
υδρόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του υδρόφοβος
υδρόφοβοι	=	υδρόφοβος
υδρόφοβος	adj	που πάσχει από υδροφοβία
υδρόφοβου	=	υδρόφοβος
υδρόφοβους	=	υδρόφοβος
υδρόφοβων	=	υδρόφοβος
υδρόφυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υδρόφυτο
υδρόφυτο	noun	φυτό που μπορεί να αναπτυχθεί στο νερό ή σε εδάφη με έντονη υγρασία
υδρόφυτου	=	υδρόφυτο
υδρόφυτων	=	υδρόφυτο
υδρόφωνα	=	υδρόφωνο
υδρόφωνο	noun	ηλεκτροακουστικός μορφοτροπέας ο οποίος χρησιμοποιείται για τη λήψη ηχητικών κυμάτων (πίεσης) μέσα στο νερό
υδρόφωνου	=	υδρόφωνο
υδρόφωνων	=	υδρόφωνο
υδρόχαρα	=	υδρόχαρος
υδρόχαρε	=	υδρόχαρος
υδρόχαρες	=	υδρόχαρος
υδρόχαρη	=	υδρόχαρος
υδρόχαρης	=	υδρόχαρος
υδρόχαρο	=	υδρόχαρος
υδρόχαροι	=	υδρόχαρος
υδρόχαρος	adj	άλλη μορφή του υδροχαρής
υδρόχαρου	=	υδρόχαρος
υδρόχαρους	=	υδρόχαρος
υδρόχαρων	=	υδρόχαρος
υδρόχρωμα	noun	πλαστικό χρώμα ειδικής σύνθεσης (με διάλυμα ασβέστη) για βαφή εσωτερικών επιφανειών
υδρόψυκτα	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτε	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτες	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτη	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτης	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτο	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτοι	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτος	adj	που ψύχεται με νερό
υδρόψυκτου	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτους	=	υδρόψυκτος
υδρόψυκτων	=	υδρόψυκτος
υδρόψυξη	noun	η ελάττωση της θερμοκρασίας μιας συσκευής ή μηχανής με τη χρήση (κυκλοφορία) νερού ή άλλου, ειδικού, ψυκτικού υγρού
υδρόψυξης	=	υδρόψυξη
υδρώματα	=	ύδρωμα
υδρώματος	=	ύδρωμα
υδρώπων	=	ύδρωπας
υδτροστατικής	adj	γενική ενικού του υδτροστατική
υεκ	abbrev	υπηρεσία που ρυθμίζει και βοηθά αεροσκάφη σε πραγματικό χρόνο ώστε να διασφαλιστεί η ασφαλής κίνησή τους
υελωδών	=	υελώδης
υελώδεις	=	υελώδης
υελώδες	=	υελώδης
υελώδη	=	υελώδης
υελώδης	adj	άλλη μορφή του υαλώδης
υελώδους	=	υελώδης
υεμένια	=	υεμένιος
υεμένιε	=	υεμένιος
υεμένιο	=	υεμένιος
υεμένιοι	=	υεμένιος
υεμένιος	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από την Υεμένη
υεμένιου	=	υεμένιος
υεμένιους	=	υεμένιος
υεμένιων	=	υεμένιος
υεν	abbrev	ο ελληνικός φορέας διοίκησης της εμπορικής ναυτιλίας
υενεδ	abbrev	πρώην ελληνικός κρατικός τηλεοπτικός σταθμός
υετέ	noun	κλητική ενικού του υετός
υετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υετός
υετού	noun	γενική ενικού του υετός
υετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υετός
υετό	noun	αιτιατική ενικού του υετός
υετός	noun	κάθε μορφή νερού που πέφτει στο έδαφος από την ατμόσφαιρα (βροχή, χιόνι, χαλάζι)
υετών	noun	γενική πληθυντικού του υετός
υθυνα	abbrev	προγενέστερο αρκτικόλεξο του ΥΕΝ, ο ελληνικός φορέας διοίκησης της εμπορικής ναυτιλίας γενικά
υθυναλ	abbrev	ελληνικό υπουργείο που ιδρύθηκε το 2010
υιέ	noun	κλητική ενικού του υιός
υιικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιικό
υιικέ	adj	κλητική ενικού του υιικός
υιικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιική
υιική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υιικός
υιικής	adj	γενική ενικού του υιική
υιικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υιικός
υιικού	adj	γενική ενικού του υιικός
υιικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υιικός
υιικό	adj	αιτιατική ενικού του υιικός
υιικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στον υιό (γιο)
υιικών	adj	γενική πληθυντικού του υιικός
υιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υιός
υιοθέτει	=	υιοθετώ
υιοθέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθέτηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υιοθετώ
υιοθέτησης	noun	γενική ενικού του υιοθέτηση
υιοθεσία	noun	η νομική διαδικασία κατά την οποία αποκτά κάποιος με δικαστική απόφαση τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του γονέα για ένα παιδί του οποίου δεν είναι φυσικός γονέας
υιοθεσίας	noun	γενική ενικού του υιοθεσία
υιοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιοθεσία
υιοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του υιοθεσία
υιοθετήθηκα	=	υιοθετώ
υιοθετήθηκαν	=	υιοθετώ
υιοθετήθηκε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου παθητικής φωνής του υιοθετώ
υιοθετήθηκες	=	υιοθετώ
υιοθετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσαν	=	υιοθετώ
υιοθετήσανε	=	υιοθετώ
υιοθετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιοθέτηση
υιοθετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υιοθέτηση
υιοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υιοθέτηση
υιοθετήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιοθετήσιμο
υιοθετήσιμε	adj	κλητική ενικού του υιοθετήσιμος
υιοθετήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιοθετήσιμη
υιοθετήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υιοθετήσιμος
υιοθετήσιμης	adj	γενική ενικού του υιοθετήσιμη
υιοθετήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του υιοθετήσιμος
υιοθετήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υιοθετήσιμος
υιοθετήσιμος	adj	που μπορεί να υιοθετηθεί
υιοθετήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υιοθετήσιμος
υιοθετήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υιοθετήσιμος
υιοθετήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υιοθετήσιμος
υιοθετήσου	=	υιοθετώ
υιοθετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσουνε	=	υιοθετώ
υιοθετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υιοθετώ
υιοθετεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υιοθετώ
υιοθετείς	=	υιοθετώ
υιοθετείσαι	=	υιοθετώ
υιοθετείστε	=	υιοθετώ
υιοθετείται	=	υιοθετώ
υιοθετείτε	=	υιοθετώ
υιοθετείτο	=	υιοθετώ
υιοθετηθήκαμε	=	υιοθετώ
υιοθετηθήκαν	=	υιοθετώ
υιοθετηθήκανε	=	υιοθετώ
υιοθετηθήκατε	=	υιοθετώ
υιοθετηθεί	=	υιοθετώ
υιοθετηθείς	=	υιοθετώ
υιοθετηθείτε	=	υιοθετώ
υιοθετηθούμε	=	υιοθετώ
υιοθετηθούν	=	υιοθετώ
υιοθετηθούνε	=	υιοθετώ
υιοθετηθώ	=	υιοθετώ
υιοθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιοθετημένο
υιοθετημένε	verb	κλητική ενικού του υιοθετημένος
υιοθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιοθετημένη
υιοθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υιοθετημένος
υιοθετημένης	verb	γενική ενικού του υιοθετημένη
υιοθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του υιοθετημένος
υιοθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υιοθετημένος
υιοθετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υιοθετώ
υιοθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υιοθετημένος
υιοθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υιοθετημένος
υιοθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υιοθετημένος
υιοθετούμαι	=	υιοθετώ
υιοθετούμασταν	=	υιοθετώ
υιοθετούμαστε	=	υιοθετώ
υιοθετούμε	=	υιοθετώ
υιοθετούμενος	=	υιοθετώ
υιοθετούμουν	=	υιοθετώ
υιοθετούμουνα	=	υιοθετώ
υιοθετούν	=	υιοθετώ
υιοθετούνε	=	υιοθετώ
υιοθετούνται	=	υιοθετώ
υιοθετούνταν	=	υιοθετώ
υιοθετούντο	=	υιοθετώ
υιοθετούσα	=	υιοθετώ
υιοθετούσαμε	=	υιοθετώ
υιοθετούσαν	=	υιοθετώ
υιοθετούσανε	=	υιοθετώ
υιοθετούσατε	=	υιοθετώ
υιοθετούσε	=	υιοθετώ
υιοθετούσες	=	υιοθετώ
υιοθετούσουν	=	υιοθετώ
υιοθετούσουνα	=	υιοθετώ
υιοθετώ	verb	αναγνωρίζω ένα παιδί ως δικό μου με υιοθεσία
υιοθετώντας	=	υιοθετώ
υιού	noun	γενική ενικού του υιός
υιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υιός
υιό	noun	αιτιατική ενικού του υιός
υιός	noun|archaic	γιος
υιών	noun	γενική πληθυντικού του υιός
υλίστρια	noun	θηλυκό του υλιστής
υλίστριας	=	υλίστρια
υλίστριες	=	υλίστρια
υλακές	=	υλακή
υλακή	noun|formal	το γάβγισμα, το ουρλιαχτό
υλακής	=	υλακή
υλακτώ	verb|formal	γαβγίζω
υλακωδών	=	υλακώδης
υλακώδεις	=	υλακώδης
υλακώδες	=	υλακώδης
υλακώδη	=	υλακώδης
υλακώδης	adj	που μοιάζει με υλακή, με γάβγισμα
υλακώδους	=	υλακώδης
υλακών	noun	γενική πληθυντικού του υλακή
υλατζή	=	υλατζής
υλατζήδες	=	υλατζής
υλατζήδων	=	υλατζής
υλατζής	noun|informal	δημοσιογράφος που επιμελείται την ύλη που παραδίδουν για δημοσίευση άλλοι δημοσιογράφοι, τη διάταξή τους στην έκδοση, τη θέση φωτογραφιών και γενικά την εικόνα της δημοσίευσης.
υλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλικό
υλικέ	adj	κλητική ενικού του υλικός
υλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλική
υλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλικός
υλικής	adj	γενική ενικού του υλική
υλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλικός
υλικοκατασκευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλικοκατασκευαστικός
υλικοκατασκευαστικός	adj|rare	που έχει σχέση με τα υλικά και τον τρόπο κατασκευής ή αναφέρεται σʼ αυτά
υλικολογισμικά	=	υλικολογισμικό
υλικολογισμικού	=	υλικολογισμικό
υλικολογισμικό	noun	firmware: λογισμικό το οποίο είναι γραμμένο σε γλώσσα μηχανής και είναι φτιαγμένο αποκλειστικά και μόνο για ένα μοντέλο συσκευής
υλικολογισμικών	=	υλικολογισμικό
υλικοποιώ	verb	μετατρέπω σε ύλη
υλικοτήτων	=	υλικότητα
υλικοτεχνικά	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικέ	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικές	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνική	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικής	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικοί	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικού	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικούς	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικό	=	υλικοτεχνικός
υλικοτεχνικός	adj	που σχετίζεται με τα αναγκαία υλικά και τεχνικά μέσα για την επίτευξη ενός έργου ή την λειτουργία μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού
υλικοτεχνικών	=	υλικοτεχνικός
υλικού	adj	γενική ενικού του υλικός
υλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υλικός
υλικό	noun	η ύλη, οι ουσίες με χαρακτηριστικές ιδιότητες που έχει κάτι	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υλικός
υλικός	adj	που είναι φτιαγμένος από ύλη
υλικότατα	=	υλικός
υλικότατε	=	υλικός
υλικότατες	=	υλικός
υλικότατη	=	υλικός
υλικότατης	=	υλικός
υλικότατο	=	υλικός
υλικότατοι	=	υλικός
υλικότατος	=	υλικός
υλικότατου	=	υλικός
υλικότατους	=	υλικός
υλικότατων	=	υλικός
υλικότερα	=	υλικός
υλικότερε	=	υλικός
υλικότερες	=	υλικός
υλικότερη	=	υλικός
υλικότερης	=	υλικός
υλικότερο	=	υλικός
υλικότεροι	=	υλικός
υλικότερος	=	υλικός
υλικότερου	=	υλικός
υλικότερους	=	υλικός
υλικότερων	=	υλικός
υλικότητα	noun	η ιδιότητα του υλικού
υλικότητας	=	υλικότητα
υλικότητες	=	υλικότητα
υλικών	adj	γενική πληθυντικού του υλικός
υλισμέ	noun	κλητική ενικού του υλισμός
υλισμικά	=	υλισμικό
υλισμικού	=	υλισμικό
υλισμικό	noun	το υλικό μέρος του εξοπλισμού ενός συστήματος υπολογιστή
υλισμικών	=	υλισμικό
υλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλισμός
υλισμού	noun	γενική ενικού του υλισμός
υλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υλισμός
υλισμό	noun	αιτιατική ενικού του υλισμός
υλισμός	noun	φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο υποστηρίζει πως το σύμπαν αποτελείται κυρίως από ύλη και από ενέργεια την οποία επίσης θεωρεί ως αμιγή μορφή ύλης
υλισμών	noun	γενική πληθυντικού του υλισμός
υλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλιστής
υλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υλιστής
υλιστής	noun	οπαδός του υλισμού
υλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υλιστικός	adv	με υλιστικό τρόπο
υλιστικέ	adj	κλητική ενικού του υλιστικός
υλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλιστική
υλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλιστικός
υλιστικής	adj	γενική ενικού του υλιστική
υλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλιστικός
υλιστικού	adj	γενική ενικού του υλιστικός
υλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υλιστικός
υλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υλιστικός
υλιστικός	adj	σχετικός με τον υλισμό
υλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υλιστικός
υλιστριών	=	υλίστρια
υλιστών	noun	γενική πληθυντικού του υλιστής
υλοδοξία	noun|dated	υλισμός
υλοδοξίας	=	υλοδοξία
υλοδοξίες	=	υλοδοξία
υλοδοξιών	=	υλοδοξία
υλοενέργεια	noun	η ύλη και η ενέργεια ως σύνολο, ως ενιαία υπόσταση
υλοενέργειας	noun	γενική ενικού του υλοενέργεια
υλοενέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοενέργεια
υλοενεργειών	noun	γενική πληθυντικού του υλοενέργεια
υλοζωία	noun|rare	άλλη μορφή του υλοζωισμός
υλοζωίας	=	υλοζωία
υλοζωίστρια	noun	θηλυκό του υλοζωιστής
υλοζωίστριας	=	υλοζωίστρια
υλοζωίστριες	=	υλοζωίστρια
υλοζωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοζωικό
υλοζωικέ	adj	κλητική ενικού του υλοζωικός
υλοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοζωική
υλοζωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλοζωικός
υλοζωικής	adj	γενική ενικού του υλοζωική
υλοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοζωικός
υλοζωικού	adj	γενική ενικού του υλοζωικός
υλοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υλοζωικός
υλοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του υλοζωικός
υλοζωικός	adj	σχετικός με τον υλοζωισμό
υλοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του υλοζωικός
υλοζωισμέ	noun	κλητική ενικού του υλοζωισμός
υλοζωισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοζωισμός
υλοζωισμού	noun	γενική ενικού του υλοζωισμός
υλοζωισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υλοζωισμός
υλοζωισμό	noun	αιτιατική ενικού του υλοζωισμός
υλοζωισμός	noun	φιλοσοφική θεωρία, σύμφωνα με την οποία κάθε υλικό αντικείμενο έχει ζωή
υλοζωισμών	noun	γενική πληθυντικού του υλοζωισμός
υλοζωιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοζωιστής
υλοζωιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υλοζωιστής
υλοζωιστής	noun	αυτός που είναι οπαδός της φιλοσοφικής θεωρίας του υλοζωισμού
υλοζωιστριών	=	υλοζωίστρια
υλοζωιστών	noun	γενική πληθυντικού του υλοζωιστής
υλομορφισμέ	=	υλομορφισμός
υλομορφισμοί	=	υλομορφισμός
υλομορφισμού	=	υλομορφισμός
υλομορφισμούς	=	υλομορφισμός
υλομορφισμό	=	υλομορφισμός
υλομορφισμός	noun	όρος του 19ου αιώνα που περιγράφει τη φιλοσοφική θεώρηση από τον Αριστοτέλη ότι κάθε φυσικό σώμα αποτελείται από ύλη και μορφή
υλομορφισμών	=	υλομορφισμός
υλοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υλοποιώ, η διαδικασία κατά την οποία ένα σχέδιο ή μια ιδέα μετατρέπεται σε πράξη ή σε υλική πραγματικότητα, "παίρνει σάρκα και οστά", καθώς και το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας
υλοποίησης	noun	γενική ενικού του υλοποίηση
υλοποιήθηκα	=	υλοποιούμαι
υλοποιήθηκαν	=	υλοποιούμαι
υλοποιήθηκε	=	υλοποιούμαι
υλοποιήθηκες	=	υλοποιούμαι
υλοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοποίηση
υλοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υλοποίηση
υλοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υλοποίηση
υλοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοποιήσιμο
υλοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του υλοποιήσιμος
υλοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοποιήσιμη
υλοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλοποιήσιμος
υλοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του υλοποιήσιμη
υλοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του υλοποιήσιμος
υλοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοποιήσιμος
υλοποιήσιμος	adj	που ξμπορεί να υλοποιηθεί, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά, να πραγματοποιηθεί, εφικτός στόχος
υλοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υλοποιήσιμος
υλοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υλοποιήσιμος
υλοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υλοποιήσιμος
υλοποιήσου	=	υλοποιούμαι
υλοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοποιώ
υλοποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υλοποιώ
υλοποιείσαι	=	υλοποιούμαι
υλοποιείστε	=	υλοποιούμαι
υλοποιείται	=	υλοποιούμαι
υλοποιηθήκαμε	=	υλοποιούμαι
υλοποιηθήκαν	=	υλοποιούμαι
υλοποιηθήκανε	=	υλοποιούμαι
υλοποιηθήκατε	=	υλοποιούμαι
υλοποιηθεί	=	υλοποιούμαι
υλοποιηθείτε	=	υλοποιούμαι
υλοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοποιημένο
υλοποιημένε	verb	κλητική ενικού του υλοποιημένος
υλοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοποιημένη
υλοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλοποιημένος
υλοποιημένης	verb	γενική ενικού του υλοποιημένη
υλοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του υλοποιημένος
υλοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοποιημένος
υλοποιημένος	=	υλοποιούμαι
υλοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υλοποιημένος
υλοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υλοποιημένος
υλοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υλοποιημένος
υλοποιούμαι	verb	γίνομαι πραγματικός, παίρνω "σάρκα και οστά", με πραγματοποιούν
υλοποιούμασταν	=	υλοποιούμαι
υλοποιούμαστε	=	υλοποιούμαι
υλοποιούμενος	=	υλοποιούμαι
υλοποιούμουν	=	υλοποιούμαι
υλοποιούνται	=	υλοποιούμαι
υλοποιούνταν	=	υλοποιούμαι
υλοποιούσασταν	=	υλοποιούμαι
υλοποιούσαστε	=	υλοποιούμαι
υλοποιούσουν	=	υλοποιούμαι
υλοποιώ	verb	εκτελώ ένα σχέδιο, λαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα ώστε να γίνει πραγματικότητα
υλοτομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοτόμηση
υλοτομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήσεων	=	υλοτόμηση
υλοτομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτομία	noun	το κόψιμο δέντρων από το δάσος για την ξυλεία τους
υλοτομίας	noun	γενική ενικού του υλοτομία
υλοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοτομία
υλοτομημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοτομημένο
υλοτομημένε	verb	κλητική ενικού του υλοτομημένος
υλοτομημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοτομημένη
υλοτομημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλοτομημένος
υλοτομημένης	verb	γενική ενικού του υλοτομημένη
υλοτομημένο	verb	αιτιατική ενικού του υλοτομημένος
υλοτομημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοτομημένος
υλοτομημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υλοτομημένος
υλοτομημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υλοτομημένος
υλοτομημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υλοτομημένος
υλοτομητέα	=	υλοτομητέος
υλοτομητέας	=	υλοτομητέος
υλοτομητέε	=	υλοτομητέος
υλοτομητέες	=	υλοτομητέος
υλοτομητέο	=	υλοτομητέος
υλοτομητέοι	=	υλοτομητέος
υλοτομητέος	adj|formal	που πρέπει να υλοτομηθεί
υλοτομητέου	=	υλοτομητέος
υλοτομητέους	=	υλοτομητέος
υλοτομητέων	=	υλοτομητέος
υλοτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοτομικό
υλοτομικέ	adj	κλητική ενικού του υλοτομικός
υλοτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υλοτομική
υλοτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υλοτομικός
υλοτομικής	adj	γενική ενικού του υλοτομική
υλοτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοτομικός
υλοτομικού	adj	γενική ενικού του υλοτομικός
υλοτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υλοτομικός
υλοτομικό	adj	αιτιατική ενικού του υλοτομικός
υλοτομικός	adj	σχετικός με την υλοτομία
υλοτομικών	adj	γενική πληθυντικού του υλοτομικός
υλοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του υλοτομία
υλοτομώ	verb	κόβω δέντρα από το δάσος για την ξυλεία τους
υλοτόμε	noun	κλητική ενικού του υλοτόμος
υλοτόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υλοτομώ
υλοτόμηση	noun	η ενέργεια του υλοτομώ, η υλοτομία
υλοτόμησης	=	υλοτόμηση
υλοτόμο	noun	αιτιατική ενικού του υλοτόμος
υλοτόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υλοτόμος
υλοτόμος	noun	αυτός που ασχολείται με την υλοτομία
υλοτόμου	noun	γενική ενικού του υλοτόμος
υλοτόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υλοτόμος
υλοτόμων	noun	γενική πληθυντικού του υλοτόμος
υλών	=	ύλη
υμένα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υμένας
υμέναιε	noun	κλητική ενικού του υμέναιος
υμέναιο	noun	αιτιατική ενικού του υμέναιος
υμέναιοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμέναιος
υμέναιος	noun	το αρχαιοελληνικό τραγούδι του γάμου
υμέναιου	=	υμέναιος
υμέναιους	=	υμέναιος
υμέναιων	=	υμέναιος
υμένας	noun	πολύ λεπτός ιστός που περιβάλλει ένα όργανο
υμένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμένας
υμένων	noun	γενική πληθυντικού του υμένας
υμεδαπός	adj|rare	ο δικός σας, ο συντοπίτης σας
υμενίδια	=	υμενίδιο
υμενίδιο	noun	δομή κυματιστής μορφής που σχηματίζεται από την ένωση βλεφάρων ορισμένων βλεφαριδωτών και τριχοζώων.
υμενίδιου	=	υμενίδιο
υμενίδιων	=	υμενίδιο
υμεναίου	=	υμέναιος
υμεναίους	=	υμέναιος
υμεναίων	=	υμέναιος
υμενιδίου	=	υμενίδιο
υμενιδίων	=	υμενίδιο
υμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμενικό
υμενικέ	adj	κλητική ενικού του υμενικός
υμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμενική
υμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμενικός
υμενικής	adj	γενική ενικού του υμενική
υμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμενικός
υμενικού	adj	γενική ενικού του υμενικός
υμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υμενικός
υμενικό	adj	αιτιατική ενικού του υμενικός
υμενικός	adj	σχετικός με τον υμένα
υμενικών	adj	γενική πληθυντικού του υμενικός
υμενοειδές	=	υμενοειδής
υμενοειδή	=	υμενοειδής
υμενοειδής	adj	που είναι όμοιος με υμένα (σε μορφή, υφή κ.λπ.)
υμενοειδείς	=	υμενοειδής
υμενοειδούς	=	υμενοειδής
υμενοειδών	=	υμενοειδής
υμενομυκήτων	=	υμενομύκητας
υμενομύκητα	=	υμενομύκητας
υμενομύκητας	noun	κατηγορία βασιδιομυκήτων με ειδικό ιστό, το υμένιο
υμενομύκητες	=	υμενομύκητας
υμενοπλαστικές	=	υμενοπλαστική
υμενοπλαστική	noun	η συρραφή / αποκατάσταση με χειρουργική επέμβαση του παρθενικού υμένα που έχει καταστραφεί
υμενοπλαστικής	=	υμενοπλαστική
υμενοπλαστικών	=	υμενοπλαστική
υμενορραφή	noun|rare	η υμενοπλαστική
υμενωδών	=	υμενώδης
υμενώδεις	=	υμενώδης
υμενώδες	=	υμενώδης
υμενώδη	=	υμενώδης
υμενώδης	adj	που έχει μορφή υμένα
υμενώδους	=	υμενώδης
υμενών	=	υμένας
υμηττέ	noun	κλητική ενικού του Υμηττός
υμηττοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Υμηττός
υμηττού	noun	γενική ενικού του Υμηττός
υμηττούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του Υμηττός
υμηττό	noun	αιτιατική ενικού του Υμηττός
υμηττών	noun	γενική πληθυντικού του Υμηττός
υμνήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσαν	=	υμνώ
υμνήσανε	=	υμνώ
υμνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύμνηση
υμνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσεων	=	ύμνηση
υμνήσου	=	υμνώ
υμνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσουνε	=	υμνώ
υμνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνώ
υμνήτρια	noun	θηλυκό του υμνητής
υμνήτριας	=	υμνήτρια
υμνήτριες	=	υμνήτρια
υμνεί	=	υμνώ
υμνείς	=	υμνώ
υμνείσαι	=	υμνώ
υμνείστε	=	υμνώ
υμνείται	=	υμνώ
υμνείτε	=	υμνώ
υμνείτο	=	υμνώ
υμνηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθήκαν	=	υμνώ
υμνηθήκανε	=	υμνώ
υμνηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνηθούνε	=	υμνώ
υμνηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνούμαι
υμνημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνημένο
υμνημένε	verb	κλητική ενικού του υμνημένος
υμνημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνημένη
υμνημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμνημένος
υμνημένης	verb	γενική ενικού του υμνημένη
υμνημένο	verb	αιτιατική ενικού του υμνημένος
υμνημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνημένος
υμνημένος	=	υμνώ
υμνημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υμνημένος
υμνημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υμνημένος
υμνημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υμνημένος
υμνητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνητής
υμνητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υμνητής
υμνητής	noun	που εξυμνεί, που εγκωμιάζει κάτι
υμνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υμνητικός	adv	με υμνητικό τρόπο
υμνητικέ	adj	κλητική ενικού του υμνητικός
υμνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνητική
υμνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμνητικός
υμνητικής	adj	γενική ενικού του υμνητική
υμνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνητικός
υμνητικού	adj	γενική ενικού του υμνητικός
υμνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υμνητικός
υμνητικό	adj	αιτιατική ενικού του υμνητικός
υμνητικός	adj	που υμνεί, που εξυμνεί, που έχει σχέση με ύμνους ή αναφέρεται σ’ αυτούς
υμνητικών	adj	γενική πληθυντικού του υμνητικός
υμνητριών	=	υμνήτρια
υμνητών	noun	γενική πληθυντικού του υμνητής
υμνογράφε	noun	κλητική ενικού του υμνογράφος
υμνογράφο	noun	αιτιατική ενικού του υμνογράφος
υμνογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνογράφος
υμνογράφος	noun	θρησκευτικός ποιητής ή μουσικός που συνθέτει ύμνους
υμνογράφου	noun	γενική ενικού του υμνογράφος
υμνογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υμνογράφος
υμνογράφων	noun	γενική πληθυντικού του υμνογράφος
υμνογραφία	noun	η σύνθεση θρησκευτικών ύμνων
υμνογραφίας	noun	γενική ενικού του υμνογραφία
υμνογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφία
υμνογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφημένο
υμνογραφημένε	verb	κλητική ενικού του υμνογραφημένος
υμνογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφημένη
υμνογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμνογραφημένος
υμνογραφημένης	verb	γενική ενικού του υμνογραφημένη
υμνογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του υμνογραφημένος
υμνογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφημένος
υμνογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υμνογραφημένος
υμνογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υμνογραφημένος
υμνογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υμνογραφημένος
υμνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφικό
υμνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του υμνογραφικός
υμνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφική
υμνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμνογραφικός
υμνογραφικής	adj	γενική ενικού του υμνογραφική
υμνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνογραφικός
υμνογραφικού	adj	γενική ενικού του υμνογραφικός
υμνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υμνογραφικός
υμνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του υμνογραφικός
υμνογραφικός	adj	σχετικός με την υμνογραφία και τους υμνογράφους
υμνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του υμνογραφικός
υμνογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του υμνογραφία
υμνογραφώ	verb	γράφω ύμνους
υμνογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υμνογραφώ
υμνολογήθηκα	=	υμνολογούμαι
υμνολογήθηκαν	=	υμνολογούμαι
υμνολογήθηκε	=	υμνολογούμαι
υμνολογήθηκες	=	υμνολογούμαι
υμνολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολόγημα
υμνολογήματος	noun	γενική ενικού του υμνολόγημα
υμνολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήσαν	=	υμνολογώ
υμνολογήσανε	=	υμνολογώ
υμνολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολόγηση
υμνολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υμνολόγηση
υμνολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υμνολόγηση
υμνολογήσου	=	υμνολογούμαι
υμνολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολογία	noun	η μελέτη των ύμνων της εκκλησίας
υμνολογίας	noun	γενική ενικού του υμνολογία
υμνολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολογία
υμνολογίου	noun	γενική ενικού του υμνολόγιο
υμνολογίων	noun	γενική πληθυντικού του υμνολόγιο
υμνολογεί	=	υμνολογώ
υμνολογείς	=	υμνολογώ
υμνολογείσαι	=	υμνολογούμαι
υμνολογείστε	=	υμνολογούμαι
υμνολογείται	=	υμνολογούμαι
υμνολογείτε	=	υμνολογώ
υμνολογηθήκαμε	=	υμνολογούμαι
υμνολογηθήκαν	=	υμνολογούμαι
υμνολογηθήκανε	=	υμνολογούμαι
υμνολογηθήκατε	=	υμνολογούμαι
υμνολογηθεί	=	υμνολογούμαι
υμνολογηθείτε	=	υμνολογούμαι
υμνολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υμνολόγημα
υμνολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολογημένο
υμνολογημένε	verb	κλητική ενικού του υμνολογημένος
υμνολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολογημένη
υμνολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμνολογημένος
υμνολογημένης	verb	γενική ενικού του υμνολογημένη
υμνολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του υμνολογημένος
υμνολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνολογημένος
υμνολογημένος	verb	που έχει υμνολογηθεί
υμνολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υμνολογημένος
υμνολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υμνολογημένος
υμνολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υμνολογημένος
υμνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολογικό	adv	με υμνολογικό τρόπο, υμνολογώντας
υμνολογικέ	adj	κλητική ενικού του υμνολογικός
υμνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολογική
υμνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υμνολογικός
υμνολογικής	adj	γενική ενικού του υμνολογική
υμνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνολογικός
υμνολογικού	adj	γενική ενικού του υμνολογικός
υμνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υμνολογικός
υμνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του υμνολογικός
υμνολογικός	adj	σχετικός με την υμνολογία ή τον υμνολόγο
υμνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του υμνολογικός
υμνολογικώς	adv	με υμνολογικό τρόπο, υμνολογώντας
υμνολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υμνολογία
υμνολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υμνολογώ
υμνολογούμασταν	=	υμνολογούμαι
υμνολογούμαστε	=	υμνολογούμαι
υμνολογούμε	=	υμνολογώ
υμνολογούμουν	=	υμνολογούμαι
υμνολογούν	=	υμνολογώ
υμνολογούνε	=	υμνολογώ
υμνολογούνται	=	υμνολογούμαι
υμνολογούνταν	=	υμνολογούμαι
υμνολογούσα	=	υμνολογώ
υμνολογούσαμε	=	υμνολογώ
υμνολογούσαν	=	υμνολογώ
υμνολογούσανε	=	υμνολογώ
υμνολογούσασταν	=	υμνολογούμαι
υμνολογούσαστε	=	υμνολογούμαι
υμνολογούσατε	=	υμνολογώ
υμνολογούσε	=	υμνολογώ
υμνολογούσες	=	υμνολογώ
υμνολογούσουν	=	υμνολογούμαι
υμνολογώ	verb	άδω ύμνους
υμνολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υμνολογώ
υμνολόγε	=	υμνολόγος
υμνολόγει	=	υμνολογώ
υμνολόγημα	noun	το αποτέλεσμα του υμνολογώ
υμνολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνολογώ
υμνολόγηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υμνολογώ
υμνολόγησης	noun	γενική ενικού του υμνολόγηση
υμνολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνολόγιο
υμνολόγιο	noun	βιβλίο με θρησκευτικούς ύμνος
υμνολόγιου	=	υμνολόγιο
υμνολόγιων	=	υμνολόγιο
υμνολόγο	=	υμνολόγος
υμνολόγοι	=	υμνολόγος
υμνολόγος	noun	που υμνολογεί
υμνολόγου	=	υμνολόγος
υμνολόγους	=	υμνολόγος
υμνολόγων	=	υμνολόγος
υμνούμαι	verb	με υμνούν, απαγγέλλουν ύμνους προς τιμή μου
υμνούμασταν	=	υμνώ
υμνούμαστε	=	υμνώ
υμνούμε	=	υμνώ
υμνούμενος	=	υμνούμαι
υμνούμουν	=	υμνώ
υμνούμουνα	=	υμνώ
υμνούν	=	υμνώ
υμνούνε	=	υμνώ
υμνούνται	=	υμνώ
υμνούνταν	=	υμνώ
υμνούντο	=	υμνώ
υμνούσα	=	υμνώ
υμνούσαμε	=	υμνώ
υμνούσαν	=	υμνώ
υμνούσανε	=	υμνώ
υμνούσασταν	=	υμνώ
υμνούσαστε	=	υμνώ
υμνούσατε	=	υμνώ
υμνούσε	=	υμνώ
υμνούσες	=	υμνώ
υμνούσουν	=	υμνώ
υμνούσουνα	=	υμνώ
υμνωδέ	noun	κλητική ενικού του υμνωδός
υμνωδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσαν	=	υμνωδώ
υμνωδήσανε	=	υμνωδώ
υμνωδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνωδία	noun	υμνητικό άσμα σε θρησκευτική ακολουθία ή τελετή
υμνωδίας	noun	γενική ενικού του υμνωδία
υμνωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υμνωδία
υμνωδεί	=	υμνωδώ
υμνωδείς	=	υμνωδώ
υμνωδείτε	=	υμνωδώ
υμνωδιών	noun	γενική πληθυντικού του υμνωδία
υμνωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υμνωδός
υμνωδού	noun	γενική ενικού του υμνωδός
υμνωδούμε	=	υμνωδώ
υμνωδούν	=	υμνωδώ
υμνωδούνε	=	υμνωδώ
υμνωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υμνωδός
υμνωδούσα	=	υμνωδώ
υμνωδούσαμε	=	υμνωδώ
υμνωδούσαν	=	υμνωδώ
υμνωδούσανε	=	υμνωδώ
υμνωδούσατε	=	υμνωδώ
υμνωδούσε	=	υμνωδώ
υμνωδούσες	=	υμνωδώ
υμνωδό	noun	αιτιατική ενικού του υμνωδός
υμνωδός	noun	που γράφει, συνθέτει ή ψάλλει ύμνους
υμνωδώ	verb|formal	ψάλλω ύμνους
υμνωδών	noun	γενική πληθυντικού του υμνωδός
υμνωδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υμνωδώ
υμνώ	verb	ψάλλω ύμνο (στην εκκλησία)
υμνώδει	=	υμνωδώ
υμνώδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνώδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνώδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνώδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνωδώ
υμνώντας	=	υμνώ
υνί	noun	το σιδερένιο άκρο του αρότρου
υνιά	=	υνί
υνιού	=	υνί
υνιών	=	υνί
υοειδές	noun	μικρό, πεταλοειδές οστό που βρίσκεται στη βάση της γλώσσας και λειτουργεί ως στήριγμα για τους μυς του λάρυγγα, της γλώσσας και του φάρυγγα
υοειδή	=	υοειδής
υοειδής	adj	που έχει το σχήμα του γράμματος Υ
υοειδείς	=	υοειδής
υοειδούς	=	υοειδής
υοειδών	=	υοειδής
υπάγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπάγω (σημασία: κατατάσσω)
υπάγω	verb	θέτω κάτι κάτω από μια γενικότερη κατηγορία, κατατάσσω σε κατηγορία όπως ιεραρχική βαθμίδα, ταξινομική, διοικητική
υπάκουα	adv	δείχνοντας υπακοή
υπάκουγα	=	υπακούω
υπάκουγαν	=	υπακούω
υπάκουγε	=	υπακούω
υπάκουγες	=	υπακούω
υπάκουε	adj	κλητική ενικού του υπάκουος
υπάκουες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπάκουη
υπάκουη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπάκουος
υπάκουης	adj	γενική ενικού του υπάκουη
υπάκουο	adj	αιτιατική ενικού του υπάκουος
υπάκουοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπάκουος
υπάκουος	noun	που υπακούει στις υποδείξεις, τις διαταγές ή τους κανόνες κάποιου άλλου
υπάκουου	adj	γενική ενικού του υπάκουος
υπάκουους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπάκουος
υπάκουσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπάκουσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπάκουσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπάκουσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπάκουων	adj	γενική πληθυντικού του υπάκουος
υπάλληλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπάλληλο
υπάλληλε	noun	κλητική ενικού του υπάλληλος
υπάλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπάλληλη
υπάλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπάλληλος
υπάλληλης	adj	γενική ενικού του υπάλληλη
υπάλληλο	noun	αιτιατική ενικού του υπάλληλος
υπάλληλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπάλληλος
υπάλληλος	noun	αυτός/αυτή που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πληρώνεται με μισθό	adj	που διαφέρουν ως προς το πλάτος· η μία είναι ευρύτερη ενώ η άλλη στενότερη, υπάγεται στην πρώτη
υπάλληλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπάλληλος
υπάλληλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπάλληλος
υπάλληλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπάλληλος
υπάνδρευα	=	υπανδρεύω
υπάνδρευαν	=	υπανδρεύω
υπάνδρευε	=	υπανδρεύω
υπάνδρευες	=	υπανδρεύω
υπάνδρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπάνδρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπάνδρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπάνδρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπάνθρωπε	noun	κλητική ενικού του υπάνθρωπος
υπάνθρωπο	noun	αιτιατική ενικού του υπάνθρωπος
υπάνθρωποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπάνθρωπος
υπάνθρωπος	noun	ο διανοητικά, φυσιολογικά-σωματικά ή γενετικά κατώτερος από άνθρωπος
υπάνθρωπου	=	υπάνθρωπος
υπάντα	=	υπαντώ
υπάνταγε	=	υπαντώ
υπάντησα	=	υπαντώ
υπάντησαν	=	υπαντώ
υπάντησε	=	υπαντώ
υπάντησες	=	υπαντώ
υπάντηση	noun|archaic	συνάντηση
υπάντησης	noun	γενική ενικού του υπάντηση
υπάρξαμε	=	υπάρχω
υπάρξαν	=	υπάρχω
υπάρξανε	=	υπάρχω
υπάρξατε	=	υπάρχω
υπάρξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπάρξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπαρξη
υπάρξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπάρξεων	noun	γενική πληθυντικού του ύπαρξη
υπάρξεως	noun|formal	γενική ενικού του ύπαρξη
υπάρξομε	=	υπάρχω
υπάρξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπάρξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπάρξουνε	=	υπάρχω
υπάρξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπάρξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπάρχαμε	=	υπάρχω
υπάρχαν	=	υπάρχω
υπάρχανε	=	υπάρχω
υπάρχατε	=	υπάρχω
υπάρχει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω
υπάρχεις	=	υπάρχω
υπάρχετε	=	υπάρχω
υπάρχομε	=	υπάρχω
υπάρχον	=	υπάρχων
υπάρχοντα	noun	τα περιουσιακά στοιχεία κάποιου
υπάρχοντας	=	υπάρχω
υπάρχοντες	=	υπάρχων
υπάρχοντος	=	υπάρχων
υπάρχου	noun	γενική ενικού του ύπαρχος
υπάρχουμε	=	υπάρχω
υπάρχουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω
υπάρχουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω
υπάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ύπαρχος
υπάρχουσα	=	υπάρχων
υπάρχουσας	noun	γενική ενικού του υπάρχουσα
υπάρχουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπάρχουσα
υπάρχω	verb	έχω υπόσταση, συνιστώ μια οντότητα
υπάρχων	verb	που υπάρχει κατά τη συγκεκριμένη στιγμή	noun	γενική πληθυντικού του ύπαρχος
υπάτευα	=	υπατεύω
υπάτευαν	=	υπατεύω
υπάτευε	=	υπατεύω
υπάτευες	=	υπατεύω
υπάτευσα	=	υπατεύω
υπάτευσαν	=	υπατεύω
υπάτευσε	=	υπατεύω
υπάτευσες	=	υπατεύω
υπάτου	=	ύπατος
υπάτους	=	ύπατος
υπάτων	=	ύπατος
υπέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υπέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υπέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υπέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υπέβαλλα	=	υποβάλλω
υπέβλεπα	=	υποβλέπω
υπέβλεπαν	=	υποβλέπω
υπέβλεπε	=	υποβλέπω
υπέβλεπες	=	υποβλέπω
υπέγγυο	=	υπέγγυος
υπέγγυος	adj	που τον παρέχουν ως εγγύηση
υπέγραφα	=	υπογράφω
υπέγραφαν	=	υπογράφω
υπέγραφε	=	υπογράφω
υπέγραφες	=	υπογράφω
υπέγραψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπέγραψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπέγραψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπέγραψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπέδαφος	noun	το μέρος εκείνο του στερεού γήινου φλοιού που βρίσκεται κάτω από το έδαφος
υπέδειξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υπέδειξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υπέδειξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υπέδειξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υπέθαλπα	=	υποθάλπω
υπέθαλπαν	=	υποθάλπω
υπέθαλπε	=	υποθάλπω
υπέθαλπες	=	υποθάλπω
υπέθαλψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υπέθαλψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υπέθαλψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υπέθαλψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υπέθεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υπέθεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υπέθεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υπέθεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υπέθετα	=	υποθέτω
υπέθεταν	=	υποθέτω
υπέθετε	=	υποθέτω
υπέθετες	=	υποθέτω
υπέκλεπτα	=	υποκλέπτω
υπέκλεπταν	=	υποκλέπτω
υπέκλεπτε	=	υποκλέπτω
υπέκλεπτες	=	υποκλέπτω
υπέκλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υπέκλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υπέκλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υπέκλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υπέκρυπτα	=	υποκρύπτω
υπέκρυπταν	=	υποκρύπτω
υπέκρυπτε	=	υποκρύπτω
υπέκρυπτες	=	υποκρύπτω
υπέκρυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υπέκρυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υπέκρυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υπέκρυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υπέκυπτα	=	υποκύπτω
υπέκυπταν	=	υποκύπτω
υπέκυπτε	=	υποκύπτω
υπέκυπτες	=	υποκύπτω
υπέκυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υπέκυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υπέκυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υπέκυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υπέλαβα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπέλαβαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπέλαβε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπέλαβες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπέμεινα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπέμειναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπέμεινε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπέμεινες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπέμνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπέμνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπέμνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπέμνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπένδυση	noun	η επένδυση που βρίσκεται εσωτερικά σε ρούχο
υπένδυσης	=	υπένδυση
υπέπεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υπέπεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υπέπεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υπέπεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υπέπιπτα	=	υποπίπτω
υπέπιπταν	=	υποπίπτω
υπέπιπτε	=	υποπίπτω
υπέπιπτες	=	υποπίπτω
υπέρ	prep	πιο πολύ, πιο πάνω
υπέρβαλε	=	υπερβάλλω
υπέρβαλλε	=	υπερβάλλω
υπέρβαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρβαρο
υπέρβαρε	adj	κλητική ενικού του υπέρβαρος
υπέρβαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρβαρη
υπέρβαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρβαρος
υπέρβαρης	adj	γενική ενικού του υπέρβαρη
υπέρβαρο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρβαρος	noun	το βάρος που ξεπερνά ένα καθορισμένο όριο
υπέρβαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρβαρος
υπέρβαρος	adj	που ξεπερνά το κανονικό βάρος, με υπερβολικό βάρος
υπέρβαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρβαρος
υπέρβαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρβαρος
υπέρβαρυς	adj	άλλη μορφή του υπέρβαρος
υπέρβαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέρβαρος
υπέρβαση	noun	η διάβαση πάνω από κάτι
υπέρβασης	=	υπέρβαση
υπέργεια	adv	πάνω από την γη/το έδαφος, με υπέργειο τρόπο
υπέργειας	=	υπέργειος
υπέργειε	=	υπέργειος
υπέργειες	=	υπέργειος
υπέργειο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υπέργειος
υπέργειοι	=	υπέργειος
υπέργειος	adj	που βρίσκεται πάνω από το έδαφος
υπέργειου	=	υπέργειος
υπέργειους	=	υπέργειος
υπέργειων	=	υπέργειος
υπέργηρα	=	υπέργηρος
υπέργηρε	=	υπέργηρος
υπέργηρες	=	υπέργηρος
υπέργηρη	=	υπέργηρος
υπέργηρης	=	υπέργηρος
υπέργηρο	=	υπέργηρος
υπέργηροι	=	υπέργηρος
υπέργηρος	adj	πάρα πολύ γέρος, αυτός που έχει φτάσει με πολύ μεγάλη γεροντική ηλικία
υπέργηρου	=	υπέργηρος
υπέργηρους	=	υπέργηρος
υπέργηρων	=	υπέργηρος
υπέρεισμα	noun	υποστήριγμα, υποστύλωμα
υπέρηχε	noun	κλητική ενικού του υπέρηχος
υπέρηχο	noun	αιτιατική ενικού του υπέρηχος
υπέρηχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρηχος
υπέρηχος	noun	ταλάντωση που έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τον ήχο αλλά πολύ μεγαλύτερη συχνότητα, έτσι ώστε να μη γίνεται αντιληπτή από το ανθρώπινο αυτί
υπέρηχου	=	υπέρηχος
υπέρηχους	=	υπέρηχος
υπέρηχων	=	υπέρηχος
υπέρθερμα	=	υπέρθερμος
υπέρθερμε	=	υπέρθερμος
υπέρθερμες	=	υπέρθερμος
υπέρθερμη	=	υπέρθερμος
υπέρθερμης	=	υπέρθερμος
υπέρθερμο	=	υπέρθερμος
υπέρθερμοι	=	υπέρθερμος
υπέρθερμος	adj|figurative	πάρα πολύ θερμός
υπέρθερμου	=	υπέρθερμος
υπέρθερμους	=	υπέρθερμος
υπέρθερμων	=	υπέρθερμος
υπέρθεση	noun	η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες κβαντικές θέσεις αθροίζονται, για να δώσουν μια άλλη έγκυρη κβαντική κατάσταση
υπέρθεσης	=	υπέρθεση
υπέρθημα	noun	παράθημα (ή πρόσφυμα), το οποίο, παρότι περιέχει και ένα προθηματικό και ένα επιθηματικό στοιχείο, λειτουργεί ως (ασυνεχής) ενιαία μορφολογική μονάδα
υπέρθυρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρθυρο
υπέρθυρε	adj	κλητική ενικού του υπέρθυρος
υπέρθυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρθυρη
υπέρθυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρθυρος
υπέρθυρης	adj	γενική ενικού του υπέρθυρη
υπέρθυρο	noun	η δομική αλλά και διακοσμητική κατασκευή από διάφορα υλικά (μάρμαρο, ξύλο) που βρίσκεται πάνω από θύρα ή παράθυρο
υπέρθυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρθυρος
υπέρθυρος	adj	που βρίσκεται πάνω από τη θύρα
υπέρθυρου	noun	γενική ενικού του υπέρθυρο
υπέρθυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρθυρος
υπέρθυρων	noun	γενική πληθυντικού του υπέρθυρο
υπέρικα	=	υπέρικο
υπέρικο	noun	άλλη μορφή του υπερικό
υπέρικου	=	υπέρικο
υπέρικων	=	υπέρικο
υπέρκαλος	adj|rare	πάρα πολύ ωραίος
υπέρκειμαι	verb|formal	βρίσκομαι από πάνω
υπέρλαμπρα	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρε	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρες	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρη	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρης	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρο	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπροι	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρος	adj	εξαιρετικά λαμπρός
υπέρλαμπρου	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρους	=	υπέρλαμπρος
υπέρλαμπρων	=	υπέρλαμπρος
υπέρλεπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρλεπτο
υπέρλεπτε	adj	κλητική ενικού του υπέρλεπτος
υπέρλεπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρλεπτη
υπέρλεπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρλεπτος
υπέρλεπτης	adj	γενική ενικού του υπέρλεπτη
υπέρλεπτο	adj	αιτιατική ενικού του υπέρλεπτος
υπέρλεπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρλεπτος
υπέρλεπτος	adj	υπερβολικά λεπτός
υπέρλεπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρλεπτος
υπέρλεπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρλεπτος
υπέρλεπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέρλεπτος
υπέρλογα	=	υπέρλογος
υπέρλογε	=	υπέρλογος
υπέρλογες	=	υπέρλογος
υπέρλογη	=	υπέρλογος
υπέρλογης	=	υπέρλογος
υπέρλογο	=	υπέρλογος
υπέρλογοι	=	υπέρλογος
υπέρλογος	adj	που υπερβαίνει τα όρια της λογικής
υπέρλογου	=	υπέρλογος
υπέρλογους	=	υπέρλογος
υπέρλογων	=	υπέρλογος
υπέρμαχα	=	υπέρμαχος
υπέρμαχε	=	υπέρμαχος
υπέρμαχες	=	υπέρμαχος
υπέρμαχη	=	υπέρμαχος
υπέρμαχης	=	υπέρμαχος
υπέρμαχο	=	υπέρμαχος
υπέρμαχοι	=	υπέρμαχος
υπέρμαχος	noun	που υποστηρίζει με θέρμη μια ιδέα	adj	που πολεμά υπερασπιζόμενος κάτι/κάποιον
υπέρμαχου	=	υπέρμαχος
υπέρμαχους	=	υπέρμαχος
υπέρμαχων	=	υπέρμαχος
υπέρμετρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπέρμετρος	adv	σε υπέρμετρο βαθμό
υπέρμετρε	adj	κλητική ενικού του υπέρμετρος
υπέρμετρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του υπέρμετρος
υπέρμετρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρμετρος
υπέρμετρης	adj	γενική ενικού του υπέρμετρη
υπέρμετρο	adj	αιτιατική ενικού του υπέρμετρος
υπέρμετροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρμετρος
υπέρμετρος	adj	που υπερβαίνει το μέτρο, ο υπερβολικός
υπέρμετρου	adj	γενική ενικού του υπέρμετρος
υπέρμετρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρμετρος
υπέρμετρων	adj	γενική πληθυντικού του υπέρμετρος
υπέρογκα	adv	σε πολύ μεγάλο βαθμό, υπερβολικά
υπέρογκε	=	υπέρογκος
υπέρογκες	=	υπέρογκος
υπέρογκη	=	υπέρογκος
υπέρογκης	=	υπέρογκος
υπέρογκο	=	υπέρογκος
υπέρογκοι	=	υπέρογκος
υπέρογκος	adj	υπερβολικός, πολύ μεγάλος, τεράστιος
υπέρογκου	=	υπέρογκος
υπέρογκους	=	υπέρογκος
υπέρογκων	=	υπέρογκος
υπέρου	noun	γενική ενικού του ύπερος
υπέρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ύπερος
υπέροχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπέροχος	adv	με υπέροχο τρόπο ή σε υπέροχο βαθμό
υπέροχε	adj	κλητική ενικού του υπέροχος
υπέροχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέροχη
υπέροχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέροχος
υπέροχης	adj	γενική ενικού του υπέροχη
υπέροχο	adj	αιτιατική ενικού του υπέροχος
υπέροχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέροχος
υπέροχος	adj	που υπερέχει σε κάτι, που έχει κάτι θετικό ή κάνει κάτι καλά σε μεγάλο βαθμό
υπέροχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέροχος
υπέροχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέροχος
υπέροχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέροχος
υπέρπνοια	noun	η αυξημένη και βαθιά αναπνοή που ενισχύει την πρόσληψη οξυγόνου, συχνά ως φυσιολογική αντίδραση σε έντονη δραστηριότητα ή ως παθολογικό σύμπτωμα σε καταστάσεις όπως η οξέωση ή η αναιμία
υπέρπνοιας	=	υπέρπνοια
υπέρπνοιες	=	υπέρπνοια
υπέρπτηση	noun	πτήση αεροσκάφους, συνήθως μαχητικού, η οποία παραβιάζει τον εναέριο χώρο μιας χώρας
υπέρπτησης	=	υπέρπτηση
υπέρπυκνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρπυκνο
υπέρπυκνε	adj	κλητική ενικού του υπέρπυκνος
υπέρπυκνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρπυκνη
υπέρπυκνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρπυκνος
υπέρπυκνης	adj	γενική ενικού του υπέρπυκνη
υπέρπυκνο	adj	ουδέτερο στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού αριθμού
υπέρπυκνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρπυκνος
υπέρπυκνος	adj	για πολύ πυκνό πεδίο ή μείγμα
υπέρπυκνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρπυκνος
υπέρπυκνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρπυκνος
υπέρπυκνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέρπυκνος
υπέρπυρα	=	υπέρπυρο
υπέρπυρο	noun	βυζαντινό νόμισμα από χρυσό του 13ου αιώνα το οποίο προηγουμένως ονομαζόταν σόλιδος
υπέρπυρου	=	υπέρπυρο
υπέρσοφα	=	υπέρσοφος
υπέρσοφε	=	υπέρσοφος
υπέρσοφες	=	υπέρσοφος
υπέρσοφη	=	υπέρσοφος
υπέρσοφης	=	υπέρσοφος
υπέρσοφο	=	υπέρσοφος
υπέρσοφοι	=	υπέρσοφος
υπέρσοφος	adj	πάνσοφος
υπέρσοφου	=	υπέρσοφος
υπέρσοφους	=	υπέρσοφος
υπέρσοφων	=	υπέρσοφος
υπέρταση	noun	η μεγαλύτερη από το κανονικό αρτηριακή πίεση
υπέρτασης	=	υπέρταση
υπέρτατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπέρτατος	adv|formal	σε υπέρτατο βαθμό
υπέρτατε	adj	κλητική ενικού του υπέρτατος
υπέρτατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρτατη
υπέρτατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρτατος
υπέρτατης	adj	γενική ενικού του υπέρτατη
υπέρτατο	adj	αιτιατική ενικού του υπέρτατος
υπέρτατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρτατος
υπέρτατος	adj|formal	που βρίσκεται πάνω απ’ όλους σε διάφορους τομείς (αξία, σημασία, μέγεθος κ.λπ.)
υπέρτατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρτατος
υπέρτατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρτατος
υπέρτατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέρτατος
υπέρτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρτερο
υπέρτερε	adj	κλητική ενικού του υπέρτερος
υπέρτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρτερη
υπέρτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρτερος
υπέρτερης	adj	γενική ενικού του υπέρτερη
υπέρτερο	adj	αιτιατική ενικού του υπέρτερος
υπέρτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρτερος
υπέρτερος	adj|formal	ανώτερος
υπέρτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρτερος
υπέρτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρτερος
υπέρτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέρτερος
υπέρτιτλε	=	υπέρτιτλος
υπέρτιτλο	=	υπέρτιτλος
υπέρτιτλοι	=	υπέρτιτλος
υπέρτιτλος	noun	τίτλος στο πάνω μέρος εντύπου
υπέρτιτλου	=	υπέρτιτλος
υπέρτιτλους	=	υπέρτιτλος
υπέρτιτλων	=	υπέρτιτλος
υπέρτονα	=	υπέρτονος
υπέρτονε	=	υπέρτονος
υπέρτονες	=	υπέρτονος
υπέρτονη	=	υπέρτονος
υπέρτονης	=	υπέρτονος
υπέρτονο	=	υπέρτονος
υπέρτονοι	=	υπέρτονος
υπέρτονος	adj	που χαρακτηρίζει διάλυμα με υψηλότερη ωσμωτική πίεση σε σχέση με ένα άλλο
υπέρτονου	=	υπέρτονος
υπέρτονους	=	υπέρτονος
υπέρτονων	=	υπέρτονος
υπέρτυπε	=	υπέρτυπος
υπέρτυπο	=	υπέρτυπος
υπέρτυποι	=	υπέρτυπος
υπέρτυπος	noun	τύπος δεδομένων στον οποίο βασίζονται επιμέρους υπότυποι με τα δικά του χαρακτηριστικά και λειτουργίες
υπέρτυπου	=	υπέρτυπος
υπέρτυπους	=	υπέρτυπος
υπέρτυπων	=	υπέρτυπος
υπέρυθρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρυθρο
υπέρυθρε	adj	κλητική ενικού του υπέρυθρος
υπέρυθρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρυθρη
υπέρυθρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπέρυθρος
υπέρυθρης	adj	γενική ενικού του υπέρυθρη
υπέρυθρο	adj	αιτιατική ενικού του υπέρυθρος
υπέρυθροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπέρυθρος
υπέρυθρος	adj	που μοιάζει κάπως με τον ερυθρό
υπέρυθρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπέρυθρος
υπέρυθρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπέρυθρος
υπέρυθρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπέρυθρος
υπέρφορτα	=	υπέρφορτος
υπέρφορτε	=	υπέρφορτος
υπέρφορτες	=	υπέρφορτος
υπέρφορτη	=	υπέρφορτος
υπέρφορτης	=	υπέρφορτος
υπέρφορτο	=	υπέρφορτος
υπέρφορτοι	=	υπέρφορτος
υπέρφορτος	adj|formal	που είναι υπέρ το δέον φορτωμένος
υπέρφορτου	=	υπέρφορτος
υπέρφορτους	=	υπέρφορτος
υπέρφορτων	=	υπέρφορτος
υπέρων	noun	γενική πληθυντικού του ύπερος
υπέσκαπτα	=	υποσκάπτω
υπέσκαπταν	=	υποσκάπτω
υπέσκαπτε	=	υποσκάπτω
υπέσκαπτες	=	υποσκάπτω
υπέσκαψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υπέσκαψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υπέσκαψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υπέσκαψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υπέστειλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υπέστειλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υπέστειλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υπέστειλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υπέστελλα	=	υποστέλλω
υπέστελλαν	=	υποστέλλω
υπέστελλε	=	υποστέλλω
υπέστελλες	=	υποστέλλω
υπέστη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του υφίσταμαι
υπέστην	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του υφίσταμαι
υπέστρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υπέστρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υπέστρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υπέστρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υπέταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υπέταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υπέταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υπέταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υπέτασσα	=	υποτάσσω
υπέτασσαν	=	υποτάσσω
υπέτασσε	=	υποτάσσω
υπέτασσες	=	υποτάσσω
υπέφερα	=	υποφέρω
υπέφεραν	=	υποφέρω
υπέφερε	=	υποφέρω
υπέφερες	=	υποφέρω
υπέχει	=	υπέχω
υπέχεις	=	υπέχω
υπέχετε	=	υπέχω
υπέχοντας	=	υπέχω
υπέχουμε	=	υπέχω
υπέχουν	=	υπέχω
υπέχουνε	=	υπέχω
υπέχω	verb|formal	έχω, λαμβάνω μια θέση, μια ιδιότητα έναντι κάποιου
υπήγα	=	υπάγω
υπήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπήκοε	noun	κλητική ενικού του υπήκοος
υπήκοο	noun	αιτιατική ενικού του υπήκοος
υπήκοοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπήκοος
υπήκοος	noun	πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα / ιθαγένεια ενός κράτους· ο πολίτης ενός κράτους
υπήκοου	=	υπήκοος
υπήκοους	=	υπήκοος
υπήνεμα	adv	απάνεμα
υπήνεμε	adj	κλητική ενικού του υπήνεμος
υπήνεμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπήνεμη
υπήνεμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπήνεμος
υπήνεμης	adj	γενική ενικού του υπήνεμη
υπήνεμο	adj	αιτιατική ενικού του υπήνεμος
υπήνεμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπήνεμος
υπήνεμος	adj|formal	απάνεμος
υπήνεμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπήνεμος
υπήνεμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπήνεμος
υπήνεμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπήνεμος
υπήρξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπήρξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπήρξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπήρξανε	=	υπάρχω
υπήρξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπήρξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπήρξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάρχω
υπήρχα	=	υπάρχω
υπήρχαμε	=	υπάρχω
υπήρχαν	=	υπάρχω
υπήρχανε	=	υπάρχω
υπήρχατε	=	υπάρχω
υπήρχε	=	υπάρχω
υπήρχες	=	υπάρχω
υπίατρε	noun	κλητική ενικού του υπίατρος
υπίατρο	noun	αιτιατική ενικού του υπίατρος
υπίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπίατρος
υπίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του υπολοχαγού
υπίατρου	noun	γενική ενικού του υπίατρος
υπίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπίατρος
υπίατρων	noun	γενική πληθυντικού του υπίατρος
υπίλαρχε	noun	κλητική ενικού του υπίλαρχος
υπίλαρχο	noun	αιτιατική ενικού του υπίλαρχος
υπίλαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπίλαρχος
υπίλαρχος	noun|dated	αξιωματικός του ιππικού
υπίλαρχου	noun	γενική ενικού του υπίλαρχος
υπίλαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπίλαρχος
υπίλαρχων	noun	γενική πληθυντικού του υπίλαρχος
υπα	abbrev	Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, η υπηρεσία που έχει σκοπό την οργάνωση, ανάπτυξη και έλεγχο του συστήματος αερομεταφορών της πολιτικής αεροπορίας στην Ελλάδα
υπαίθρια	adv	σε υπαίθριο χώρο
υπαίθριας	=	υπαίθριος
υπαίθριε	=	υπαίθριος
υπαίθριες	=	υπαίθριος
υπαίθριο	=	υπαίθριος
υπαίθριοι	=	υπαίθριος
υπαίθριος	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει σε ανοιχτό (μη στεγασμένο) χώρο, στο ύπαιθρο
υπαίθριου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του υπαίθριος
υπαίθριους	=	υπαίθριος
υπαίθριων	=	υπαίθριος
υπαίθρου	noun	γενική ενικού του ύπαιθρος
υπαίτια	=	υπαίτιος
υπαίτιας	=	υπαίτιος
υπαίτιε	=	υπαίτιος
υπαίτιες	=	υπαίτιος
υπαίτιο	=	υπαίτιος
υπαίτιοι	=	υπαίτιος
υπαίτιος	adj	αυτός που ευθύνεται για κάτι, χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια.
υπαίτιου	=	υπαίτιος
υπαίτιους	=	υπαίτιος
υπαίτιων	=	υπαίτιος
υπαατ	abbrev	ονομασία του υπουργείου που έχει τις αρμοδιότητες που αφορούν στην αγροτική ανάπτυξη και τα τρόφιμα· μέχρι τις 10/3/2004 ονομαζόταν Υπουργείο Γεωργίας
υπαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπάγω
υπαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγμένο
υπαγμένε	verb	κλητική ενικού του υπαγμένος
υπαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγμένη
υπαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαγμένος
υπαγμένης	verb	γενική ενικού του υπαγμένη
υπαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπαγμένος
υπαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαγμένος
υπαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπαγμένος
υπαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπαγμένος
υπαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπαγμένος
υπαγορέψαμε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψατε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψει	=	υπαγορεύω
υπαγορέψεις	=	υπαγορεύω
υπαγορέψετε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψομε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψου	=	υπαγορεύω
υπαγορέψουμε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψουν	=	υπαγορεύω
υπαγορέψουνε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψτε	=	υπαγορεύω
υπαγορέψω	=	υπαγορεύω
υπαγορευθήκαμε	=	υπαγορεύω
υπαγορευθήκαν	=	υπαγορεύω
υπαγορευθήκανε	=	υπαγορεύω
υπαγορευθήκατε	=	υπαγορεύω
υπαγορευθεί	=	υπαγορεύω
υπαγορευθείς	=	υπαγορεύω
υπαγορευθείτε	=	υπαγορεύω
υπαγορευθούμε	=	υπαγορεύω
υπαγορευθούν	=	υπαγορεύω
υπαγορευθούνε	=	υπαγορεύω
υπαγορευθώ	=	υπαγορεύω
υπαγορευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγορευμένο
υπαγορευμένε	verb	κλητική ενικού του υπαγορευμένος
υπαγορευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγορευμένη
υπαγορευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαγορευμένος
υπαγορευμένης	verb	γενική ενικού του υπαγορευμένη
υπαγορευμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπαγορευμένος
υπαγορευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαγορευμένος
υπαγορευμένος	verb	που έχει υπαγορευθεί
υπαγορευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπαγορευμένος
υπαγορευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπαγορευμένος
υπαγορευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπαγορευμένος
υπαγορευτήκαμε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευτήκαν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευτήκανε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευτήκατε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευτεί	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευτείς	=	υπαγορεύω
υπαγορευτείτε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγορευτικό
υπαγορευτικέ	adj	κλητική ενικού του υπαγορευτικός
υπαγορευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγορευτική
υπαγορευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαγορευτικός
υπαγορευτικής	adj	γενική ενικού του υπαγορευτική
υπαγορευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαγορευτικός
υπαγορευτικού	adj	γενική ενικού του υπαγορευτικός
υπαγορευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαγορευτικός
υπαγορευτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπαγορευτικός
υπαγορευτικός	adj	που έχει σχέση με την υπαγόρευση ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπαγορευτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπαγορευτικός
υπαγορευτούμε	=	υπαγορεύω
υπαγορευτούν	=	υπαγορεύω
υπαγορευτούνε	=	υπαγορεύω
υπαγορευτώ	=	υπαγορεύω
υπαγορευόμασταν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόμαστε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόμουν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόμουνα	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόντουσαν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόσασταν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόσαστε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόσουν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόσουνα	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευόταν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορευότανε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύαμε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύαν	=	υπαγορεύω
υπαγορεύανε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύατε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύει	=	υπαγορεύω
υπαγορεύεις	=	υπαγορεύω
υπαγορεύεσαι	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύεστε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύεται	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύετε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύθηκα	=	υπαγορεύω
υπαγορεύθηκαν	=	υπαγορεύω
υπαγορεύθηκε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύθηκες	=	υπαγορεύω
υπαγορεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύομε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύονται	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύονταν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύοντας	=	υπαγορεύω
υπαγορεύου	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύουμε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύουν	=	υπαγορεύω
υπαγορεύουνε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσαν	=	υπαγορεύω
υπαγορεύσανε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγόρευση
υπαγορεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπαγόρευση
υπαγορεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπαγόρευση
υπαγορεύσομε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύσου	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσουνε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγορεύτε	=	υπαγορεύω
υπαγορεύτηκα	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύτηκαν	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύτηκε	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύτηκες	=	υπαγορεύομαι
υπαγορεύω	verb	εκφωνώ ένα κείμενο με αργό ρυθμό ώστε να μπορέσει κάποιος να το γράψει
υπαγωγές	=	υπαγωγή
υπαγωγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπάγω: η ένταξη κάποιου πράγματος σε μια σειρά (ιεραρχικά δομημένη) ή η κατάταξή του σε ευρύτερο πλαίσιο ή σύνολο
υπαγωγής	=	υπαγωγή
υπαγωγών	=	υπαγωγή
υπαγόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγόμενο
υπαγόμενε	verb	κλητική ενικού του υπαγόμενος
υπαγόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαγόμενη
υπαγόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαγόμενος
υπαγόμενης	verb	γενική ενικού του υπαγόμενη
υπαγόμενο	verb	αιτιατική ενικού του υπαγόμενος
υπαγόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαγόμενος
υπαγόμενος	verb	εκείνος που υπάγεται σε μια κατηγορία, που εμπίπτει σε μία ορισμένη δικαιοδοσία, που ελέγχεται και ρυθμίζεται από συγκεκριμένους κανονισμούς αφορούντες την κατηγορία αυτή
υπαγόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπαγόμενος
υπαγόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπαγόμενος
υπαγόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπαγόμενος
υπαγόρευα	=	υπαγορεύω
υπαγόρευαν	=	υπαγορεύω
υπαγόρευε	=	υπαγορεύω
υπαγόρευες	=	υπαγορεύω
υπαγόρευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγόρευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγόρευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγόρευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαγορεύω
υπαγόρευση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υπαγορεύω
υπαγόρευσης	noun	γενική ενικού του υπαγόρευση
υπαγόρεψα	=	υπαγορεύω
υπαγόρεψαν	=	υπαγορεύω
υπαγόρεψε	=	υπαγορεύω
υπαγόρεψες	=	υπαγορεύω
υπαινίσσομαι	verb	κάνω έναν υπαινιγμό, αναφέρομαι έμμεσα σε ένα θέμα και χωρίς να το λέω καθαρά, ωστόσο υπονοώ κάτι
υπαινίχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινίχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινίχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινίχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιγμέ	noun	κλητική ενικού του υπαινιγμός
υπαινιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαινιγμένο
υπαινιγμένε	verb	κλητική ενικού του υπαινιγμένος
υπαινιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαινιγμένη
υπαινιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαινιγμένος
υπαινιγμένης	verb	γενική ενικού του υπαινιγμένη
υπαινιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπαινιγμένος
υπαινιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαινιγμένος
υπαινιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπαινιγμένος
υπαινιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπαινιγμένος
υπαινιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπαινιγμένος
υπαινιγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαινιγμός
υπαινιγμού	noun	γενική ενικού του υπαινιγμός
υπαινιγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπαινιγμός
υπαινιγμό	noun	αιτιατική ενικού του υπαινιγμός
υπαινιγμός	noun	λόγος που αναφέρεται έμμεσα σε ένα θέμα και χωρίς να το λέει καθαρά, ωστόσο υπονοεί κάτι
υπαινιγμών	noun	γενική πληθυντικού του υπαινιγμός
υπαινικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαινικτικό	adv	με υπαινικτικό τρόπο
υπαινικτικέ	adj	κλητική ενικού του υπαινικτικός
υπαινικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαινικτική
υπαινικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαινικτικός
υπαινικτικής	adj	γενική ενικού του υπαινικτική
υπαινικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαινικτικός
υπαινικτικού	adj	γενική ενικού του υπαινικτικός
υπαινικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαινικτικός
υπαινικτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπαινικτικός
υπαινικτικός	adj	που κάνει υπαινιγμό
υπαινικτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπαινικτικός
υπαινισσόμουν	=	υπαινίσσομαι
υπαινιχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαινιχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαινίσσομαι
υπαισθησία	noun	μειωμένη ευαισθησία σε απτικά ερεθίσματα
υπαισθησίας	noun	γενική ενικού του υπαισθησία
υπαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαισθησία
υπαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του υπαισθησία
υπαιτιοτήτων	=	υπαιτιότητα
υπαιτιότητα	noun	η ευθύνη κάποιου για κακή εξέλιξη ή κακό αποτέλεσμα (που έχει να κάνει, δηλαδή, με δόλο ή αμέλεια)
υπαιτιότητας	noun	γενική ενικού του υπαιτιότητα
υπαιτιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαιτιότητα
υπακοές	=	υπακοή
υπακοή	noun	το να υπακούει κάποιος στους ανωτέρους του ή στους νόμους, να εκτελεί τις εντολές τους, να συμμορφώνεται προς τα κελεύσματά τους
υπακοής	=	υπακοή
υπακούγαμε	=	υπακούω
υπακούγαν	=	υπακούω
υπακούγανε	=	υπακούω
υπακούγατε	=	υπακούω
υπακούγοντας	=	υπακούω
υπακούει	=	υπακούω
υπακούεις	=	υπακούω
υπακούετε	=	υπακούω
υπακούμε	=	υπακούω
υπακούν	=	υπακούω
υπακούνε	=	υπακούω
υπακούομε	=	υπακούω
υπακούοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπακούω
υπακούουμε	=	υπακούω
υπακούουν	=	υπακούω
υπακούς	=	υπακούω
υπακούσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσαν	=	υπακούω
υπακούσανε	=	υπακούω
υπακούσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσουνε	=	υπακούω
υπακούστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπακούω
υπακούτε	=	υπακούω
υπακούω	verb	ακολουθώ τις εντολές, πειθαρχώ στις διαταγές που δέχομαι
υπακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπακτικό
υπακτικέ	adj	κλητική ενικού του υπακτικός
υπακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπακτική
υπακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπακτικός
υπακτικής	adj	γενική ενικού του υπακτική
υπακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπακτικός
υπακτικού	adj	γενική ενικού του υπακτικός
υπακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπακτικός
υπακτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπακτικός	noun	τροφή ή φάρμακο που βοηθάει στην ομαλή λειτουργία και κένωση του εντέρου
υπακτικός	adj	που βοηθάει στην ομαλή λειτουργία και κένωση του εντέρου
υπακτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπακτικός
υπαλλήλου	=	υπάλληλος
υπαλλήλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπάλληλος
υπαλλήλων	=	υπάλληλος
υπαλλαγές	=	υπαλλαγή
υπαλλαγή	noun	σχήμα λόγου κατά το οποίο ένα επίθετο συμφωνεί στην πτώση με κάποιο άλλο ουσιαστικό από αυτό που νοηματικά θα έπρεπε να προσδιορίζει
υπαλλαγής	=	υπαλλαγή
υπαλλαγών	=	υπαλλαγή
υπαλληλάκο	noun	αιτιατική ενικού του υπαλληλάκος
υπαλληλάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαλληλάκος
υπαλληλάκος	noun	υποκοριστικό του υπάλληλος
υπαλληλάκου	noun	γενική ενικού του υπαλληλάκος
υπαλληλάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπαλληλάκος
υπαλληλάκων	noun	γενική πληθυντικού του υπαλληλάκος
υπαλληλία	noun	η υπαγωγή
υπαλληλίας	noun	γενική ενικού του υπαλληλία
υπαλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαλληλία
υπαλληλίκι	noun	το να είναι κανείς υπάλληλος, συνήθως μικρής ή μεσαίας βαθμίδας και κατά συνέπεια να μην είναι ανεξάρτητος στη δουλειά του, να μην παίρνει πρωτοβουλίες και να μην έχει μεγάλες οικονομικές απολαβές
υπαλληλίκια	=	υπαλληλίκι
υπαλληλίσκε	=	υπαλληλίσκος
υπαλληλίσκο	=	υπαλληλίσκος
υπαλληλίσκοι	=	υπαλληλίσκος
υπαλληλίσκος	noun	απαξιωτικός χαρακτηρισμός για υπάλληλο
υπαλληλίσκου	=	υπαλληλίσκος
υπαλληλίσκους	=	υπαλληλίσκος
υπαλληλίσκων	=	υπαλληλίσκος
υπαλληλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαλληλικό
υπαλληλικέ	adj	κλητική ενικού του υπαλληλικός
υπαλληλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαλληλική
υπαλληλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαλληλικός
υπαλληλικής	adj	γενική ενικού του υπαλληλική
υπαλληλικιού	=	υπαλληλίκι
υπαλληλικιών	=	υπαλληλίκι
υπαλληλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαλληλικός
υπαλληλικού	adj	γενική ενικού του υπαλληλικός
υπαλληλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαλληλικός
υπαλληλικό	adj	αιτιατική ενικού του υπαλληλικός
υπαλληλικός	adj	σχετικός με τους υπαλλήλους
υπαλληλικών	adj	γενική πληθυντικού του υπαλληλικός
υπαλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του υπαλληλία
υπαλληλοποίηση	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπαλληλοποιώ
υπαλληλοποιώ	verb|rare	μετατρέπω κάποιον σε δημόσιο υπάλληλο ή επιβάλλω / εμπνέω ανάλογη νοοτροπία, δημοσιοϋπαλληλική
υπαμείβω	verb|rare	αμείβω με μικρότερη από την κανονική αμοιβή
υπαμειβόμενα	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενε	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενες	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενη	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενης	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενο	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενοι	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενος	verb	που υπαμείβεται
υπαμειβόμενου	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενους	=	υπαμειβόμενος
υπαμειβόμενων	=	υπαμειβόμενος
υπαμοιβές	=	υπαμοιβή
υπαμοιβή	noun	αμοιβή κατώτερη από την κανονική ή πρέπουσα
υπαμοιβής	=	υπαμοιβή
υπαμοιβών	=	υπαμοιβή
υπανάπτυκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπανάπτυκτο
υπανάπτυκτε	adj	κλητική ενικού του υπανάπτυκτος
υπανάπτυκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπανάπτυκτη
υπανάπτυκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπανάπτυκτος
υπανάπτυκτης	adj	γενική ενικού του υπανάπτυκτη
υπανάπτυκτο	adj	αιτιατική ενικού του υπανάπτυκτος
υπανάπτυκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπανάπτυκτος
υπανάπτυκτος	adj	που έχει ελλιπή ανάπτυξη κι εξέλιξη
υπανάπτυκτου	adj	γενική ενικού του υπανάπτυκτος
υπανάπτυκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπανάπτυκτος
υπανάπτυκτων	adj	γενική πληθυντικού του υπανάπτυκτος
υπανάπτυξη	noun	ελλιπής ανάπτυξη, καθυστέρηση στην πρόοδο
υπανάπτυξης	noun	γενική ενικού του υπανάπτυξη
υπαναπτύξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπανάπτυξη
υπαναπτύξεων	noun	γενική πληθυντικού του υπανάπτυξη
υπαναπτύξεως	noun|formal	γενική ενικού του υπανάπτυξη
υπαναχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαναχώρηση
υπαναχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπαναχώρηση
υπαναχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπαναχώρηση
υπαναχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχωρώ	verb	υποχωρώ, αποσύρομαι διακριτικά
υπαναχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπαναχωρώ
υπαναχώρηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπαναχωρώ
υπαναχώρησης	noun	γενική ενικού του υπαναχώρηση
υπανδρεία	noun|formal	γάμος, παντρειά
υπανδρείας	=	υπανδρεία
υπανδρείες	=	υπανδρεία
υπανδρειών	=	υπανδρεία
υπανδρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπανδρεμένο
υπανδρεμένε	verb	κλητική ενικού του υπανδρεμένος
υπανδρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπανδρεμένη
υπανδρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπανδρεμένος
υπανδρεμένης	verb	γενική ενικού του υπανδρεμένη
υπανδρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπανδρεμένος
υπανδρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπανδρεμένος
υπανδρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπανδρεμένος
υπανδρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπανδρεμένος
υπανδρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπανδρεμένος
υπανδρεύαμε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύαν	=	υπανδρεύω
υπανδρεύανε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύατε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύει	=	υπανδρεύω
υπανδρεύεις	=	υπανδρεύω
υπανδρεύετε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύοντας	=	υπανδρεύω
υπανδρεύουμε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύουν	=	υπανδρεύω
υπανδρεύουνε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσαν	=	υπανδρεύω
υπανδρεύσανε	=	υπανδρεύω
υπανδρεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπανδρεύω
υπανδρεύω	verb|dated	άλλη μορφή του παντρεύω
υπανθρώπου	=	υπάνθρωπος
υπανθρώπους	=	υπάνθρωπος
υπανθρώπων	=	υπάνθρωπος
υπαντά	=	υπαντώ
υπαντάει	=	υπαντώ
υπαντάμε	=	υπαντώ
υπαντάν	=	υπαντώ
υπαντάνε	=	υπαντώ
υπαντάς	=	υπαντώ
υπαντάτε	=	υπαντώ
υπαντάω	=	υπαντώ
υπαντήσαμε	=	υπαντώ
υπαντήσαν	=	υπαντώ
υπαντήσανε	=	υπαντώ
υπαντήσατε	=	υπαντώ
υπαντήσει	=	υπαντώ
υπαντήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπάντηση
υπαντήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπάντηση
υπαντήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπάντηση
υπαντήστε	=	υπαντώ
υπαντημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαντημένο
υπαντημένε	verb	κλητική ενικού του υπαντημένος
υπαντημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαντημένη
υπαντημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαντημένος
υπαντημένης	verb	γενική ενικού του υπαντημένη
υπαντημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπαντημένος
υπαντημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαντημένος
υπαντημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπαντημένος
υπαντημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπαντημένος
υπαντημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπαντημένος
υπαντούμε	=	υπαντώ
υπαντούν	=	υπαντώ
υπαντούνε	=	υπαντώ
υπαντούσα	=	υπαντώ
υπαντούσαμε	=	υπαντώ
υπαντούσαν	=	υπαντώ
υπαντούσανε	=	υπαντώ
υπαντούσατε	=	υπαντώ
υπαντούσε	=	υπαντώ
υπαντούσες	=	υπαντώ
υπαντώ	verb|archaic	συναντώ
υπαντώντας	=	υπαντώ
υπαξιωματικέ	noun	κλητική ενικού του υπαξιωματικός
υπαξιωματικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαξιωματικός
υπαξιωματικού	noun	γενική ενικού του υπαξιωματικός
υπαξιωματικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπαξιωματικός
υπαξιωματικό	noun	αιτιατική ενικού του υπαξιωματικός
υπαξιωματικός	noun	οπλίτης με βαθμό ανώτερο του απλού στρατιώτη, ναύτη ή σμηνίτη.
υπαξιωματικών	noun	γενική πληθυντικού του υπαξιωματικός
υπαρκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπαρκτός
υπαρκτέ	adj	κλητική ενικού του υπαρκτός
υπαρκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρκτή
υπαρκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαρκτός
υπαρκτής	adj	γενική ενικού του υπαρκτή
υπαρκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρκτικό
υπαρκτικέ	adj	κλητική ενικού του υπαρκτικός
υπαρκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρκτική
υπαρκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαρκτικός
υπαρκτικής	adj	γενική ενικού του υπαρκτική
υπαρκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαρκτικός
υπαρκτικού	adj	γενική ενικού του υπαρκτικός
υπαρκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαρκτικός
υπαρκτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπαρκτικός
υπαρκτικός	adj	σχετικός με την ύπαρξη
υπαρκτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπαρκτικός
υπαρκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαρκτός
υπαρκτού	adj	γενική ενικού του υπαρκτός
υπαρκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαρκτός
υπαρκτό	adj	αιτιατική ενικού του υπαρκτός
υπαρκτός	adj	που υπάρχει ή που μπορεί να υπάρξει
υπαρκτών	adj	γενική πληθυντικού του υπαρκτός
υπαρξίστρια	noun	θηλυκό του υπαρξιστής
υπαρξίστριας	=	υπαρξίστρια
υπαρξίστριες	=	υπαρξίστρια
υπαρξιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιακό	adv	όσον αφορά την ύπαρξη, από υπαρξιακής πλευράς
υπαρξιακέ	adj	κλητική ενικού του υπαρξιακός
υπαρξιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιακή
υπαρξιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαρξιακός
υπαρξιακής	adj	γενική ενικού του υπαρξιακή
υπαρξιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιακός
υπαρξιακού	adj	γενική ενικού του υπαρξιακός
υπαρξιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαρξιακός
υπαρξιακό	adj	αιτιατική ενικού του υπαρξιακός
υπαρξιακός	adj	που έχει σχέση με την ύπαρξη (από οντολογικής πλευράς), αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή
υπαρξιακών	adj	γενική πληθυντικού του υπαρξιακός
υπαρξισμέ	noun	κλητική ενικού του υπαρξισμός
υπαρξισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαρξισμός
υπαρξισμού	noun	γενική ενικού του υπαρξισμός
υπαρξισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπαρξισμός
υπαρξισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπαρξισμός
υπαρξισμός	noun	φιλοσοφικό ρεύμα του 19ου και του 20ού αι. που επικεντρώνεται στον άνθρωπο και την ύπαρξή του, που προηγείται όλων των άλλων, και στην ικανότητα του ανθρώπου να κάνει ελεύθερες επιλογές, η πεποίθηση ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δίνει το νόημα στη ζωή του
υπαρξισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπαρξισμός
υπαρξιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιστής
υπαρξιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπαρξιστής
υπαρξιστής	noun	ο φιλόσοφος που εντάσσεται στο ρεύμα του υπαρξισμού
υπαρξιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιστικό	adv	όσον αφορά την ύπαρξη, τον υπαρξισμό ή τον υπαρξιστή
υπαρξιστικέ	adj	κλητική ενικού του υπαρξιστικός
υπαρξιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιστική
υπαρξιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπαρξιστικός
υπαρξιστικής	adj	γενική ενικού του υπαρξιστική
υπαρξιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαρξιστικός
υπαρξιστικού	adj	γενική ενικού του υπαρξιστικός
υπαρξιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπαρξιστικός
υπαρξιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπαρξιστικός
υπαρξιστικός	adj	που έχει σχέση με τον υπαρξισμό ή τον υπαρξιστή, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ανήκει σ’ αυτόν
υπαρξιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπαρξιστικός
υπαρξιστριών	=	υπαρξίστρια
υπαρξιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπαρξιστής
υπαρχηγέ	noun	κλητική ενικού του υπαρχηγός
υπαρχηγία	noun	το να είναι κάποιος υπαρχηγός, η ιδιότητα του υπαρχηγού καθώς και (κατ’ επέκταση) το χρονικό διάστημα που κάποιος είναι υπαρχηγός
υπαρχηγίας	noun	γενική ενικού του υπαρχηγία
υπαρχηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρχηγία
υπαρχηγιών	noun	γενική πληθυντικού του υπαρχηγία
υπαρχηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαρχηγός
υπαρχηγού	noun	γενική ενικού του υπαρχηγός
υπαρχηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπαρχηγός
υπαρχηγό	noun	αιτιατική ενικού του υπαρχηγός
υπαρχηγός	noun	που ιεραρχικά βρίσκεται αμέσως πιο κάτω από τον αρχηγό
υπαρχηγών	noun	γενική πληθυντικού του υπαρχηγός
υπαρχιπυροσβέστες	=	υπαρχιπυροσβέστης
υπαρχιπυροσβέστη	=	υπαρχιπυροσβέστης
υπαρχιπυροσβέστης	noun	υπαξιωματικός της πυροσβεστικής υπηρεσίας, με βαθμό αντίστοιχο του επιλοχία στο στρατό
υπαρχιπυροσβέστρια	noun	γυναίκα με το βαθμό του υπαρχιπυροσβέστη
υπαρχιπυροσβέστριας	=	υπαρχιπυροσβέστρια
υπαρχιπυροσβέστριες	=	υπαρχιπυροσβέστρια
υπαρχιπυροσβεστριών	=	υπαρχιπυροσβέστρια
υπαρχιπυροσβεστών	=	υπαρχιπυροσβέστης
υπαρχιφυλάκων	=	υπαρχιφύλακας
υπαρχιφύλακα	=	υπαρχιφύλακας
υπαρχιφύλακας	noun	βαθμός υπαξιωματικού στην αστυνομία, ανώτερος από αστυφύλακα, κατώτερος από αρχιφύλακα
υπαρχιφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπαρχιφύλακας
υπαρχουσών	noun	γενική πληθυντικού του υπάρχουσα
υπαρχούσης	=	υπάρχων
υπαρχόντων	=	υπάρχων
υπασπίστρια	noun	θηλυκό του υπασπιστής
υπασπίστριας	=	υπασπίστρια
υπασπίστριες	=	υπασπίστρια
υπασπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπασπιστής
υπασπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπασπιστής
υπασπιστήριο	noun|rare	το γραφείο ενός υπασπιστή
υπασπιστής	noun	αξιωματικός στην άμεση υπηρεσία ανώτατου στρατιωτικού ή πολιτικού αξιωματούχου
υπασπιστριών	=	υπασπίστρια
υπασπιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπασπιστής
υπαστυνόμε	=	υπαστυνόμος
υπαστυνόμο	=	υπαστυνόμος
υπαστυνόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπαστυνόμος
υπαστυνόμος	noun	ιεραρχικός βαθμός (κατώτερου) αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, κατώτερος του αστυνόμου, ανώτερος του ανθυπαστυνόμου
υπαστυνόμου	noun	γενική ενικού του υπαστυνόμος
υπαστυνόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπαστυνόμος
υπαστυνόμων	noun	γενική πληθυντικού του υπαστυνόμος
υπασφάλιση	noun	η ασφαλιστική κατάσταση κατά την οποία το ασφαλισμένο ποσό είναι μικρότερο από την πραγματική ή εκτιμώμενη αξία του αντικειμένου
υπασφάλισης	=	υπασφάλιση
υπασφαλίσεις	=	υπασφάλιση
υπασφαλίσεων	=	υπασφάλιση
υπατεία	noun	το να είναι κάποιος ύπατος, να έχει το αξίωμα του υπάτου καθώς και η χρονική περίοδος της θητείας του
υπατείας	noun	γενική ενικού του υπατεία
υπατείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπατεία
υπατειών	noun	γενική πληθυντικού του υπατεία
υπατεύαμε	=	υπατεύω
υπατεύαν	=	υπατεύω
υπατεύανε	=	υπατεύω
υπατεύατε	=	υπατεύω
υπατεύει	=	υπατεύω
υπατεύεις	=	υπατεύω
υπατεύετε	=	υπατεύω
υπατεύοντας	=	υπατεύω
υπατεύουμε	=	υπατεύω
υπατεύουν	=	υπατεύω
υπατεύουνε	=	υπατεύω
υπατεύσαμε	=	υπατεύω
υπατεύσαν	=	υπατεύω
υπατεύσανε	=	υπατεύω
υπατεύσατε	=	υπατεύω
υπατεύσει	=	υπατεύω
υπατεύστε	=	υπατεύω
υπατεύω	verb	είμαι ύπατος, ασκώ το υπατικό αξίωμα
υπατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπατικό
υπατικέ	adj	κλητική ενικού του υπατικός
υπατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπατική
υπατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπατικός
υπατικής	adj	γενική ενικού του υπατική
υπατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπατικός
υπατικού	adj	γενική ενικού του υπατικός
υπατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπατικός
υπατικό	adj	αιτιατική ενικού του υπατικός
υπατικός	adj	σχετικός με τον ύπατο
υπατικών	adj	γενική πληθυντικού του υπατικός
υπγος	=	υποστράτηγος
υπε	abbrev	χωρική υποδιαίρεση των υγειονομικών μονάδων της Ελλάδας
υπείκω	verb|archaic	υποχωρώ
υπείχα	=	υπέχω
υπείχαμε	=	υπέχω
υπείχαν	=	υπέχω
υπείχανε	=	υπέχω
υπείχατε	=	υπέχω
υπείχε	=	υπέχω
υπείχες	=	υπέχω
υπεγγυήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεγγύηση
υπεγγυήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπεγγύηση
υπεγγυήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπεγγύηση
υπεγγυοτήτων	=	υπεγγυότητα
υπεγγυότητα	noun	η ιδιότητα που φέρει κάποιο πράγμα (σπάνια είναι πρόσωπο), όταν εκχωρείται επιπρόσθετα ως εγγύηση για την εκπλήρωση υποχρεώσεων
υπεγγυότητας	=	υπεγγυότητα
υπεγγυότητες	=	υπεγγυότητα
υπεγγύηση	noun	εγγύηση που αφορά άλλη εγγύηση, παρέχοντας περισσότερη ασφάλεια στον δανειστή
υπεγγύησης	noun	γενική ενικού του υπεγγύηση
υπεγγύως	adv	με υπέγγυο τρόπο
υπεγράφη	=	υπογράφω
υπεγράφησαν	=	υπογράφω
υπεδάφη	=	υπέδαφος
υπεδάφια	=	υπεδάφιος
υπεδάφιας	=	υπεδάφιος
υπεδάφιε	=	υπεδάφιος
υπεδάφιες	=	υπεδάφιος
υπεδάφιια	=	υπεδάφιος
υπεδάφιιο	=	υπεδάφιος
υπεδάφιο	=	υπεδάφιος
υπεδάφιοι	=	υπεδάφιος
υπεδάφιος	adj	που έχει σχέση με το υπέδαφος, αναφέρεται σ’ αυτό ή βρίσκεται σ’ αυτό
υπεδάφιου	=	υπεδάφιος
υπεδάφιους	=	υπεδάφιος
υπεδάφιων	=	υπεδάφιος
υπεδάφους	=	υπέδαφος
υπεδαφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεδαφικό
υπεδαφικέ	adj	κλητική ενικού του υπεδαφικός
υπεδαφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεδαφική
υπεδαφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεδαφικός
υπεδαφικής	adj	γενική ενικού του υπεδαφική
υπεδαφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεδαφικός
υπεδαφικού	adj	γενική ενικού του υπεδαφικός
υπεδαφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεδαφικός
υπεδαφικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεδαφικός
υπεδαφικός	adj	που έχει σχέση με το υπέδαφος, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
υπεδαφικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεδαφικός
υπεδαφοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια φυτών που φύονται κάτω από το έδαφος, στο υπέδαφος, όπως η πατάτα και τα τεύτλα
υπεδαφοκαλλιέργειας	=	υπεδαφοκαλλιέργεια
υπεδαφοκαλλιέργειες	=	υπεδαφοκαλλιέργεια
υπεδαφοκαλλιεργειών	=	υπεδαφοκαλλιέργεια
υπεδαφών	=	υπέδαφος
υπεζωκότα	=	υπεζωκότας
υπεζωκότας	noun	άλλη μορφή του υπεζωκώς προσαρμοσμένη στη δημοτική
υπεζωκότες	=	υπεζωκότας
υπεζωκότων	=	υπεζωκότας
υπεζωκώς	noun|archaic	υμένας στο θώρακα που περιβάλλει τους πνεύμονες
υπεισέλθει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισέλθεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισέλθετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισέλθουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισέλθουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισέλθω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισέρχομαι	verb	διεισδύω, εισχωρώ, εισδύω κάπου κρυφά με επιτήδειο τρόπο και όχι φανερό
υπεισήλθα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισήλθαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισήλθαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισήλθατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισήλθε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεισήλθες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεισέρχομαι
υπεκα	abbrev	Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής
υπεκκαίω	verb|archaic	υποκινώ, εξάπτω, διεγείρω
υπεκλάπη	=	υποκλέπτω
υπεκλάπην	=	υποκλέπτομαι
υπεκλάπησαν	=	υποκλέπτω
υπεκμίθσωσα	=	υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωνα	=	υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωναν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωνε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωνες	=	υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπεκμισθώνω
υπεκμίσθωσης	noun	γενική ενικού του υπεκμίσθωση
υπεκμισθωθήκαμε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωθήκαν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωθήκανε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωθήκατε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωθεί	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωθείτε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεκμισθωμένο
υπεκμισθωμένε	verb	κλητική ενικού του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεκμισθωμένη
υπεκμισθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωμένης	verb	γενική ενικού του υπεκμισθωμένη
υπεκμισθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωμένος	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεκμισθωμένος
υπεκμισθωνόμασταν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόμαστε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόμουν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόμουνα	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόντουσαν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόσασταν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόσαστε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόσουν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόσουνα	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνόταν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωνότανε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθωτές	=	υπεκμισθωτής
υπεκμισθωτή	=	υπεκμισθωτής
υπεκμισθωτής	noun	αυτός που υπεκμισθώνει, που εκμισθώνει σε τρίτο πρόσωπο
υπεκμισθωτών	=	υπεκμισθωτής
υπεκμισθώθηκα	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώθηκαν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώθηκε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώθηκες	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώναμε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώναν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνανε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνατε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνει	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνεις	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνεσαι	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνεστε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνεται	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνετε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνονται	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνονταν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνοντας	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνουμε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνουν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνουνε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώνω	verb	εκμισθώνω σε κάποιον άλλον κάτι που έχω ως ενοικιαστής
υπεκμισθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσαν	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσανε	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεκμίσθωση
υπεκμισθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπεκμίσθωση
υπεκμισθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπεκμίσθωση
υπεκμισθώσου	=	υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκμισθώνω
υπεκμισθώτρια	=	υπεκμισθωτής
υπεκφεύγω	verb	αποφεύγω κάτι/κάποιον με δεξιότητα - αποφεύγω με επιτήδειο τρόπο μια δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση
υπεκφυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεκφυγή
υπεκφυγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπεκφεύγω, το να αποφεύγεις να τοποθετηθείς σε ένα ζήτημα ή να απαντήσεις ξεκάθαρα σε μια ερώτηση
υπεκφυγής	=	υπεκφυγή
υπεκφυγών	=	υπεκφυγή
υπεκφύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεκφύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπενάντια	=	υπενάντιος
υπενάντιας	=	υπενάντιος
υπενάντιε	=	υπενάντιος
υπενάντιες	=	υπενάντιος
υπενάντιο	=	υπενάντιος
υπενάντιοι	=	υπενάντιος
υπενάντιος	adj|archaic	ενάντιος, αντίθετος
υπενάντιου	=	υπενάντιος
υπενάντιους	=	υπενάντιος
υπενάντιων	=	υπενάντιος
υπεναντία	=	υπεναντίος
υπεναντίας	=	υπεναντίος
υπεναντίε	=	υπεναντίος
υπεναντίες	=	υπεναντίος
υπεναντίο	=	υπεναντίος
υπεναντίοι	=	υπεναντίος
υπεναντίος	adj|archaic	ενάντιος, αντίθετος
υπεναντίου	=	υπεναντίος
υπεναντίους	=	υπεναντίος
υπεναντίων	=	υπεναντίος
υπενδθήκαμε	=	υπενδύομαι
υπενδθήκαν	=	υπενδύομαι
υπενδθήκανε	=	υπενδύομαι
υπενδθήκατε	=	υπενδύομαι
υπενδθεί	=	υπενδύομαι
υπενδθείτε	=	υπενδύομαι
υπενδθηκα	=	υπενδύομαι
υπενδθηκαν	=	υπενδύομαι
υπενδθηκε	=	υπενδύομαι
υπενδθηκες	=	υπενδύομαι
υπενδμένος	=	υπενδύομαι
υπενδσου	=	υπενδύομαι
υπενδυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενδυμένο
υπενδυμένε	verb	κλητική ενικού του υπενδυμένος
υπενδυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενδυμένη
υπενδυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπενδυμένος
υπενδυμένης	verb	γενική ενικού του υπενδυμένη
υπενδυμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπενδυμένος
υπενδυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπενδυμένος
υπενδυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπενδυμένος
υπενδυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπενδυμένος
υπενδυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπενδυμένος
υπενδυτών	=	υπενδύτης
υπενδυόμασταν	=	υπενδύομαι
υπενδυόμαστε	=	υπενδύομαι
υπενδυόμουν	=	υπενδύομαι
υπενδυόμουνα	=	υπενδύομαι
υπενδυόντουσαν	=	υπενδύομαι
υπενδυόσασταν	=	υπενδύομαι
υπενδυόσαστε	=	υπενδύομαι
υπενδυόσουν	=	υπενδύομαι
υπενδυόσουνα	=	υπενδύομαι
υπενδυόταν	=	υπενδύομαι
υπενδυότανε	=	υπενδύομαι
υπενδύεσαι	=	υπενδύομαι
υπενδύεστε	=	υπενδύομαι
υπενδύεται	=	υπενδύομαι
υπενδύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπενδύω
υπενδύονται	=	υπενδύομαι
υπενδύονταν	=	υπενδύομαι
υπενδύου	=	υπενδύομαι
υπενδύσεις	=	υπένδυση
υπενδύσεων	=	υπένδυση
υπενδύτες	=	υπενδύτης
υπενδύτη	=	υπενδύτης
υπενδύτης	noun	αυτό που καλύπτει τα σποριάγγεια κάποιων φυτών για να τα προφυλάξει
υπενδύω	verb|dated	φοδράρω
υπενθυμίζαμε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζαν	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζανε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζατε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζει	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζεις	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζετε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζομε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζοντας	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζουμε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζουν	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζουνε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίζω	verb	θυμίζω κάτι σε κάποιον
υπενθυμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσαν	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίσανε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενθύμιση
υπενθυμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσεων	=	υπενθύμιση
υπενθυμίσεως	=	υπενθύμιση
υπενθυμίσομε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσουνε	=	υπενθυμίζω
υπενθυμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθυμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενθυμισμένο
υπενθυμισμένε	verb	κλητική ενικού του υπενθυμισμένος
υπενθυμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενθυμισμένη
υπενθυμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπενθυμισμένος
υπενθυμισμένης	verb	γενική ενικού του υπενθυμισμένη
υπενθυμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπενθυμισμένος
υπενθυμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπενθυμισμένος
υπενθυμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπενθυμισμένος
υπενθυμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπενθυμισμένος
υπενθυμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπενθυμισμένος
υπενθύμιζα	=	υπενθυμίζω
υπενθύμιζαν	=	υπενθυμίζω
υπενθύμιζε	=	υπενθυμίζω
υπενθύμιζες	=	υπενθυμίζω
υπενθύμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθύμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθύμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθύμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενθυμίζω
υπενθύμιση	noun	η πράξη του να θυμίζω κάτι σε κάποιον
υπενθύμισης	=	υπενθύμιση
υπενοικίαζα	=	υπενοικιάζω
υπενοικίαζαν	=	υπενοικιάζω
υπενοικίαζε	=	υπενοικιάζω
υπενοικίαζες	=	υπενοικιάζω
υπενοικίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπενοικιάζω
υπενοικίασης	noun	γενική ενικού του υπενοικίαση
υπενοικιάζαμε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζαν	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζανε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζατε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζει	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζεις	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζετε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζοντας	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζουμε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζουν	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζουνε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάζω	verb	νοικιάζω δωμάτιο, διαμέρισμα κ.λπ. σε κάποιον το οποίο το έχω νοικιάσει εγώ από άλλον, συνήθως για μικρό χρονικό διάστημα
υπενοικιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάσαν	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάσανε	=	υπενοικιάζω
υπενοικιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενοικίαση
υπενοικιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπενοικίαση
υπενοικιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπενοικίαση
υπενοικιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιάστρια	noun	θηλυκό του υπενοικιαστής
υπενοικιάστριας	=	υπενοικιάστρια
υπενοικιάστριες	=	υπενοικιάστρια
υπενοικιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπενοικιάζω
υπενοικιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενοικιασμένο
υπενοικιασμένε	verb	κλητική ενικού του υπενοικιασμένος
υπενοικιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπενοικιασμένη
υπενοικιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπενοικιασμένος
υπενοικιασμένης	verb	γενική ενικού του υπενοικιασμένη
υπενοικιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπενοικιασμένος
υπενοικιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπενοικιασμένος
υπενοικιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υπενοικιάζω
υπενοικιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπενοικιασμένος
υπενοικιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπενοικιασμένος
υπενοικιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπενοικιασμένος
υπενοικιαστές	=	υπενοικιαστής
υπενοικιαστή	=	υπενοικιαστής
υπενοικιαστής	noun	αυτός που υπενοικιάζει
υπενοικιαστριών	=	υπενοικιάστρια
υπενοικιαστών	=	υπενοικιαστής
υπενωμοτάρχες	=	υπενωμοτάρχης
υπενωμοτάρχη	=	υπενωμοτάρχης
υπενωμοτάρχης	noun|dated	υπαξιωματικός της χωροφυλακής (κάτω απ’ τον ενωμοτάρχη και πάνω από τον χωροφύλακα
υπενωμοταρχών	=	υπενωμοτάρχης
υπεξ	abbrev	το υπουργείο εξωτερικών
υπεξάγω	verb|archaic	εξάγω κρυφά
υπεξάρθρημα	noun	κάκωση κατά την οποία έχουμε μερική παρεκτόπιση μεταξύ των αρθρικών επιφανειών, οι οποίες διατηρούν μεν επαφή αλλά όχι πλήρη και ομαλήhttp://www.care.gr/post/660/eksarthrima
υπεξέφυγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεξέφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεξέφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεξέφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεκφεύγω
υπεξήγαγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξήγαγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξήγαγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξήγαγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαίρεση	noun	το να ιδιοποιείται κανείς παράνομα κάτι που του έχουν αναθέσει να το προσέχει ή να το φυλάγει
υπεξαίρεσης	noun	γενική ενικού του υπεξαίρεση
υπεξαγάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγάγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξάγω
υπεξαγωγές	=	υπεξαγωγή
υπεξαγωγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπεξάγω: η παράνομη αφαίρεση πράγματος
υπεξαγωγής	=	υπεξαγωγή
υπεξαγωγών	=	υπεξαγωγή
υπεξαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεξαίρεση
υπεξαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπεξαίρεση
υπεξαιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπεξαίρεση
υπεξαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαιρέτες	=	υπεξαιρέτης
υπεξαιρέτη	=	υπεξαιρέτης
υπεξαιρέτης	noun	αυτός που υπεξαιρεί
υπεξαιρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεξαιρεμένο
υπεξαιρεμένε	verb	κλητική ενικού του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεξαιρεμένη
υπεξαιρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρεμένης	verb	γενική ενικού του υπεξαιρεμένη
υπεξαιρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρεμένος	verb	αντικείμενο που έχει κλαπεί, αφαιρεθεί, παρακρατηθεί παράνομα, με απάτη
υπεξαιρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεξαιρεμένος
υπεξαιρετών	=	υπεξαιρέτης
υπεξαιρώ	verb	κλέβω χρήματα που διαχειρίζομαι
υπεξαιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπεξαιρώ
υπεξαρθρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεξάρθρημα
υπεξαρθρήματος	noun	γενική ενικού του υπεξάρθρημα
υπεξαρθρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπεξάρθρημα
υπεξουσιοτήτων	=	υπεξουσιότητα
υπεξουσιότητα	noun|formal	η ιδιότητα του υπεξούσιου, το να βρίσκεται κάποιος κάτω από την εξουσία άλλου
υπεξουσιότητας	=	υπεξουσιότητα
υπεξουσιότητες	=	υπεξουσιότητα
υπεξούσια	=	υπεξούσιος
υπεξούσιας	=	υπεξούσιος
υπεξούσιε	=	υπεξούσιος
υπεξούσιες	=	υπεξούσιος
υπεξούσιο	=	υπεξούσιος
υπεξούσιοι	=	υπεξούσιος
υπεξούσιος	adj	o μη ανεξάρτητος, που βρίσκεται υπό την εξουσία άλλου
υπεξούσιου	=	υπεξούσιος
υπεξούσιους	=	υπεξούσιος
υπεξούσιων	=	υπεξούσιος
υπεράγαθα	=	υπεράγαθος
υπεράγαθε	=	υπεράγαθος
υπεράγαθες	=	υπεράγαθος
υπεράγαθη	=	υπεράγαθος
υπεράγαθης	=	υπεράγαθος
υπεράγαθο	=	υπεράγαθος
υπεράγαθοι	=	υπεράγαθος
υπεράγαθος	adj|formal	ο πανάγαθος
υπεράγαθου	=	υπεράγαθος
υπεράγαθους	=	υπεράγαθος
υπεράγαθων	=	υπεράγαθος
υπεράγαν	adv|archaic	υπερβολικά, υπέρμετρα
υπεράλγεβρα	noun	άλγεβρα που χρησιμοποιείται στην υπερσυμμετρία
υπεράλγεβρας	=	υπεράλγεβρα
υπεράλγεβρες	=	υπεράλγεβρα
υπεράνθρωπα	adv	ξεπερνώντας τα φυσιολογικά όρια ενός ανθρώπου
υπεράνθρωπε	adj	κλητική ενικού του υπεράνθρωπος
υπεράνθρωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεράνθρωπη
υπεράνθρωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεράνθρωπος
υπεράνθρωπης	adj	γενική ενικού του υπεράνθρωπη
υπεράνθρωπο	adj	αιτιατική ενικού του υπεράνθρωπος
υπεράνθρωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεράνθρωπος
υπεράνθρωπος	noun	ανώτερος άνθρωπος (κατά τη νιτσεϊκή φιλοσοφία ή τη ναζιστική θεώρηση των πραγμάτων)	adj	που ξεπερνά τις δυνατότητες των ανθρώπων
υπεράνθρωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεράνθρωπος
υπεράνθρωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεράνθρωπος
υπεράνθρωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεράνθρωπος
υπεράντληση	noun	η υπερβολική άντληση πόρων από μία πηγή
υπεράντλησης	=	υπεράντληση
υπεράνω	adv|formal	πάνω από, πιο πάνω
υπεράξια	=	υπεράξιος
υπεράξιε	=	υπεράξιος
υπεράξιες	=	υπεράξιος
υπεράξιη	=	υπεράξιος
υπεράξιης	=	υπεράξιος
υπεράξιο	=	υπεράξιος
υπεράξιοι	=	υπεράξιος
υπεράξιος	adj	εξαιρετικά άξιος
υπεράξιου	=	υπεράξιος
υπεράξιους	=	υπεράξιος
υπεράξιων	=	υπεράξιος
υπεράριθμα	=	υπεράριθμος
υπεράριθμε	=	υπεράριθμος
υπεράριθμες	=	υπεράριθμος
υπεράριθμη	=	υπεράριθμος
υπεράριθμης	=	υπεράριθμος
υπεράριθμο	=	υπεράριθμος
υπεράριθμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεράριθμος
υπεράριθμος	adj	που ξεπερνά τον επιτρεπόμενο αριθμό
υπεράριθμου	=	υπεράριθμος
υπεράριθμους	=	υπεράριθμος
υπεράριθμων	=	υπεράριθμος
υπεράσπιζα	=	υπερασπίζω
υπεράσπιζαν	=	υπερασπίζω
υπεράσπιζε	=	υπερασπίζω
υπεράσπιζες	=	υπερασπίζω
υπεράσπισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπεράσπισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπεράσπισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπεράσπισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπεράσπιση	noun	η προστασία και η υποστήριξη έναντι κάποιου κινδύνου ή απειλής
υπεράσπισης	noun	γενική ενικού του υπεράσπιση
υπεράφθονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεράφθονο
υπεράφθονε	adj	κλητική ενικού του υπεράφθονος
υπεράφθονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεράφθονη
υπεράφθονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεράφθονος
υπεράφθονης	adj	γενική ενικού του υπεράφθονη
υπεράφθονο	adj	αιτιατική ενικού του υπεράφθονος
υπεράφθονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεράφθονος
υπεράφθονος	adj	εξαιρετικά άφθονος, που ξεπερνά τις ανάγκες
υπεράφθονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεράφθονος
υπεράφθονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεράφθονος
υπεράφθονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεράφθονος
υπερέβαινα	=	υπερβαίνω
υπερέβαιναν	=	υπερβαίνω
υπερέβαινε	=	υπερβαίνω
υπερέβαινες	=	υπερβαίνω
υπερέβαλα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερέβαλαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερέβαλε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερέβαλες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερέβαλλα	=	υπερβάλλω
υπερέβαλλαν	=	υπερβάλλω
υπερέβαλλε	=	υπερβάλλω
υπερέβαλλες	=	υπερβάλλω
υπερέβη	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερέβηκαν	=	υπερβαίνω
υπερέβημεν	=	υπερβαίνω
υπερέβην	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερέβης	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερέβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερέβητε	=	υπερβαίνω
υπερέκθεση	noun	έκθεση σε κάτι (επίδραση από κάτι) σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο απ' ότι χρειάζεται ή αρμόζει
υπερέκθεσης	noun	γενική ενικού του υπερέκθεση
υπερέκκρινα	=	υπερεκκρίνω
υπερέκκριση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερεκκρίνω
υπερέκκρισης	noun	γενική ενικού του υπερέκκριση
υπερέκπτωση	noun	η υπερβολική έκπτωση
υπερέκπτωσης	noun	γενική ενικού του υπερέκπτωση
υπερέκταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερεκτείνω
υπερέκτασης	=	υπερέκταση
υπερέλικα	noun	υπερελικοειδής δομή νουκλεϊκών οξέων ή πρωτεϊνών, όπου η χωρική οργάνωση ξεπερνά την κλασική ελικοειδή διαμόρφωση, επηρεάζοντας τη σταθερότητα και τη λειτουργικότητά της
υπερέλικας	=	υπερέλικα
υπερέλικες	=	υπερέλικα
υπερένδοξα	=	υπερένδοξος
υπερένδοξε	=	υπερένδοξος
υπερένδοξες	=	υπερένδοξος
υπερένδοξη	=	υπερένδοξος
υπερένδοξης	=	υπερένδοξος
υπερένδοξο	=	υπερένδοξος
υπερένδοξοι	=	υπερένδοξος
υπερένδοξος	adj|archaic	εξαιρετικά ένδοξος
υπερένδοξου	=	υπερένδοξος
υπερένδοξους	=	υπερένδοξος
υπερένδοξων	=	υπερένδοξος
υπερένταση	noun	ψυχοσωματική κατάσταση πολύ μεγάλης έντασης που οφείλεται σε υπερδιέγερση του νευρικού συστήματος
υπερέντασης	=	υπερένταση
υπερέσοδα	noun	τα υπερβολικά έσοδα (συνήθως σε μικρό χρονικό διάστημα)
υπερέχον	=	υπερέχων
υπερέχοντα	=	υπερέχων
υπερέχοντες	=	υπερέχων
υπερέχοντος	=	υπερέχων
υπερέχουσα	=	υπερέχων
υπερέχουσας	=	υπερέχων
υπερέχουσες	=	υπερέχων
υπερέχω	verb	εμφανίζομαι ανώτερος
υπερέχων	verb|formal	που υπερέχει
υπερήλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερήλικο
υπερήλικας	noun	αρκετά ηλικιωμένο άτομο, συνήθως πάνω ή γύρω από τον προσδόκιμο μέσο όρο ζωής
υπερήλικε	adj	κλητική ενικού του υπερήλικος
υπερήλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερήλικη
υπερήλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερήλικος
υπερήλικης	adj	γενική ενικού του υπερήλικη
υπερήλικο	adj	αιτιατική ενικού του υπερήλικος
υπερήλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερήλικος
υπερήλικος	adj	που έχει φτάσει με πολύ μεγάλη ηλικία.
υπερήλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερήλικος
υπερήλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερήλικος
υπερήλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερήλικος
υπερήμερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερήμερο
υπερήμερε	adj	κλητική ενικού του υπερήμερος
υπερήμερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερήμερη
υπερήμερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερήμερος
υπερήμερης	adj	γενική ενικού του υπερήμερη
υπερήμερο	adj	αιτιατική ενικού του υπερήμερος
υπερήμεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερήμερος
υπερήμερος	adj	που δεν εκπληρώνει ή δεν αποδέχεται μια υποχρέωση εγκαίρως ή μέσα στα χρονικά περιθώρια που έχουν συμφωνηθεί
υπερήμερου	adj	γενική ενικού του υπερήμερος
υπερήμερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερήμερος
υπερήμερων	adj	γενική πληθυντικού του υπερήμερος
υπερήρα	=	υπεραίρω
υπερήρωα	=	υπερήρωας
υπερήρωας	noun	{(νεολογισμός) ήρωας, συνήθως σε κόμικς, με υπερφυσικές δυνάμεις
υπερήρωες	=	υπερήρωας
υπερήφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερήφανο	adv	με υπερήφανο, περήφανο τρόπο, με υπερηφάνεια
υπερήφανε	adj	κλητική ενικού του υπερήφανος
υπερήφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερήφανη
υπερήφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του περήφανος
υπερήφανης	adj	γενική ενικού του υπερήφανη
υπερήφανο	adj	αιτιατική ενικού του υπερήφανος
υπερήφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερήφανος
υπερήφανος	adj	που έχει υπερηφάνεια, που δεν θέλει να τον μειώνουν, να τον υποτιμούν, να τον θίγουν, να του κάνουν παρατηρήσεις
υπερήφανου	adj	γενική ενικού του υπερήφανος
υπερήφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερήφανος
υπερήφανων	adj	γενική πληθυντικού του υπερήφανος
υπερήχου	noun	γενική ενικού του υπέρηχος
υπερήχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπέρηχος
υπερήχων	noun	γενική πληθυντικού του υπέρηχος
υπερίδρωση	noun	άλλη μορφή του υπεριδρωσία
υπερίδρωσης	=	υπερίδρωση
υπερίπταμαι	verb|formal	πετώ πάνω από ένα χώρο
υπερίσχυα	=	υπερισχύω
υπερίσχυαν	=	υπερισχύω
υπερίσχυε	=	υπερισχύω
υπερίσχυες	=	υπερισχύω
υπερίσχυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερίσχυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερίσχυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερίσχυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερίσχυση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερισχύω
υπερίσχυσης	=	υπερίσχυση
υπερίτες	=	υπερίτης
υπερίτη	=	υπερίτης
υπερίτης	noun	χημική ένωση που χρησιμοποιήθηκε ως χημικό όπλο κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (γνωστός και ως αέριο μουστάρδας)
υπεραίρομαι	=	υπεραίρω
υπεραίρω	verb	συχνότερα στη μεταφορική σημασία περηφανεύομαι: δείτε την παθητική φωνή υπεραίρομαι
υπεραγία	noun	ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου υπεραγία: που χαρακτηρίζεται από υπέρτατη αγιότητα (αποδίδεται στη Θεοτόκο)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεράγιος
υπεραγίας	=	υπεραγία
υπεραγίες	=	υπεραγία
υπεραγαπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραγαπημένο
υπεραγαπημένε	verb	κλητική ενικού του υπεραγαπημένος
υπεραγαπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραγαπημένη
υπεραγαπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραγαπημένος
υπεραγαπημένης	verb	γενική ενικού του υπεραγαπημένη
υπεραγαπημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπεραγαπημένος
υπεραγαπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραγαπημένος
υπεραγαπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεραγαπημένος
υπεραγαπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπεραγαπημένος
υπεραγαπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεραγαπημένος
υπεραγαπώ	verb	αγαπώ υπερβολικά
υπεραγαπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπεραγαπάω / υπεραγαπώ
υπεραγιών	=	υπεραγία
υπεραγορά	noun|formal	άλλη μορφή του σουπερμάρκετ
υπεραγοράς	=	υπεραγορά
υπεραγορές	=	υπεραγορά
υπεραγορών	=	υπεραγορά
υπεραγωγιμοτήτων	=	υπεραγωγιμότητα
υπεραγωγιμότητα	noun	ιδιότητα της ύλης να διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα χωρίς ηλεκτρική αντίσταση
υπεραγωγιμότητας	noun	γενική ενικού του υπεραγωγιμότητα
υπεραγωγιμότητες	=	υπεραγωγιμότητα
υπεραερισμέ	=	υπεραερισμός
υπεραερισμοί	=	υπεραερισμός
υπεραερισμού	=	υπεραερισμός
υπεραερισμούς	=	υπεραερισμός
υπεραερισμό	=	υπεραερισμός
υπεραερισμός	noun	η αφύσικα έντονη ή γρήγορη αναπνοή που προκαλεί υπερβολική αποβολή διοξειδίου του άνθρακα από τον οργανισμό, διαταράσσοντας την οξεοβασική ισορροπία και οδηγώντας σε συμπτώματα όπως ζάλη, μυϊκές κράμπες ή αίσθημα λιποθυμίας
υπεραερισμών	=	υπεραερισμός
υπεραθλητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραθλητής
υπεραθλητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπεραθλητής
υπεραθλητής	noun	αθλητής που έχει εξαιρετικά μεγάλες επιδόσεις
υπεραθλητών	noun	γενική πληθυντικού του υπεραθλητής
υπεραιμία	noun	περίσσεια αίματος σε κάποιο μέρος του σώματος
υπεραιμίας	noun	γενική ενικού του υπεραιμία
υπεραιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραιμία
υπεραιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραιμικό
υπεραιμικέ	adj	κλητική ενικού του υπεραιμικός
υπεραιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραιμική
υπεραιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραιμικός
υπεραιμικής	adj	γενική ενικού του υπεραιμική
υπεραιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραιμικός
υπεραιμικού	adj	γενική ενικού του υπεραιμικός
υπεραιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεραιμικός
υπεραιμικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραιμικός
υπεραιμικός	adj	που έχει σχέση με την υπεραιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπεραιμικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεραιμικός
υπεραιμιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεραιμία
υπεραιμοσφαιρία	noun	η παρουσία υπερβολικά μεγάλου αριθμού ερυθρών αιμοσφαιρίων στο αίμα, συνήθως λόγω παθολογικών ή φυσιολογικών αιτιών
υπεραιμοσφαιρίας	=	υπεραιμοσφαιρία
υπεραιμοσφαιρίες	=	υπεραιμοσφαιρία
υπεραιμοσφαιριών	=	υπεραιμοσφαιρία
υπεραισθησία	noun	η χαμηλού ορίου (εύκολη) απόκριση στα ερεθίσματα
υπεραισθησίας	noun	γενική ενικού του υπεραισθησία
υπεραισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραισθησία
υπεραισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεραισθησία
υπεραισθητά	=	υπεραισθητός
υπεραισθητέ	=	υπεραισθητός
υπεραισθητές	=	υπεραισθητός
υπεραισθητή	=	υπεραισθητός
υπεραισθητής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπεραισθητή) του υπεραισθητός
υπεραισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραισθητικό
υπεραισθητικέ	adj	κλητική ενικού του υπεραισθητικός
υπεραισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραισθητική
υπεραισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραισθητικός
υπεραισθητικής	adj	γενική ενικού του υπεραισθητική
υπεραισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραισθητικός
υπεραισθητικού	adj	γενική ενικού του υπεραισθητικός
υπεραισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεραισθητικός
υπεραισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραισθητικός
υπεραισθητικός	adj	σχετικός με την υπεραισθησία
υπεραισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεραισθητικός
υπεραισθητοί	=	υπεραισθητός
υπεραισθητού	=	υπεραισθητό
υπεραισθητούς	=	υπεραισθητός
υπεραισθητό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραισθητός	noun|formal	το μεταφυσικό
υπεραισθητός	adj|formal	που είναι πέρα από τη δυνατότητα αντίληψης των αισθήσεων, που βρίσκεται στη σφαίρα του μη κατανοητού από τις αισθήσεις
υπεραισθητών	=	υπεραισθητός
υπεραισιοδοξία	noun	η σε υπερβολικό βαθμό αισιοδοξία
υπεραισιοδοξίας	=	υπεραισιοδοξία
υπεραισιοδοξίες	=	υπεραισιοδοξία
υπεραισιοδοξιών	=	υπεραισιοδοξία
υπεραισιόδοξα	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξε	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξες	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξη	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξης	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξο	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξοι	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξος	adj	αυτός που διακατέχεται από αισιοδοξία σε υπερβολικό βαθμό
υπεραισιόδοξου	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξους	=	υπεραισιόδοξος
υπεραισιόδοξων	=	υπεραισιόδοξος
υπεραιωνόβια	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιας	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιε	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιες	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιο	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιοι	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιος	adj	που έχει ζωή πάνω από εκατό χρόνια (έναν αιώνα)
υπεραιωνόβιου	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιους	=	υπεραιωνόβιος
υπεραιωνόβιων	=	υπεραιωνόβιος
υπερακοντίζαμε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζαν	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζανε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζατε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζει	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζεις	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζετε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζοντας	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζουμε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζουν	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζουνε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίζω	verb	υπερβαίνω, ξεπερνώ, υπερτερώ
υπερακοντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίσαν	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίσανε	=	υπερακοντίζω
υπερακοντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερακόντιση
υπερακοντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίσεων	=	υπερακόντιση
υπερακοντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακοντισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερακοντισμένο
υπερακοντισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερακοντισμένος
υπερακοντισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερακοντισμένη
υπερακοντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερακοντισμένος
υπερακοντισμένης	verb	γενική ενικού του υπερακοντισμένη
υπερακοντισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερακοντισμένος
υπερακοντισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερακοντισμένος
υπερακοντισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερακοντισμένος
υπερακοντισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερακοντισμένος
υπερακοντισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερακοντισμένος
υπερακουσία	noun	υπερευαισθησία σε ήχους που για τους περισσότερους ανθρώπους θεωρούνται φυσιολογικοί
υπερακουσίας	noun	γενική ενικού του υπερακουσία
υπερακουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερακουσία
υπερακουσιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερακουσία
υπερακραία	=	υπερακραίος
υπερακραίας	=	υπερακραίος
υπερακραίε	=	υπερακραίος
υπερακραίες	=	υπερακραίος
υπερακραίο	=	υπερακραίος
υπερακραίοι	=	υπερακραίος
υπερακραίος	adj	υπερφανατικός
υπερακραίου	=	υπερακραίος
υπερακραίους	=	υπερακραίος
υπερακραίων	=	υπερακραίος
υπερακόντιζα	=	υπερακοντίζω
υπερακόντιζαν	=	υπερακοντίζω
υπερακόντιζε	=	υπερακοντίζω
υπερακόντιζες	=	υπερακοντίζω
υπερακόντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακόντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακόντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακόντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερακοντίζω
υπερακόντιση	noun	το ξεπέρασμα της επιθυμητής τιμής ενός μεγέθους
υπερακόντισης	=	υπερακόντιση
υπεραλίευση	noun	η υπερβολική εκμετάλλευση του φυσικού θαλάσσιου πλούτου μέσω της αλιείας σε σημείο που μειώνονται σημαντικά ή και εξαφανίζονται από τους βιοτόπους υδρόβιοι οργανισμοί
υπεραλίευσης	=	υπεραλίευση
υπεραλγεβρών	=	υπεράλγεβρα
υπεραλιεία	noun	η υπερβολική αλιεία
υπεραλιείας	noun	γενική ενικού του υπεραλιεία
υπεραλιείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραλιεία
υπεραλιειών	noun	γενική πληθυντικού του υπεραλιεία
υπεραλιεύσεις	=	υπεραλίευση
υπεραλιεύσεων	=	υπεραλίευση
υπεραλμυρά	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρέ	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρές	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρή	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρής	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυροί	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρού	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρούς	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρό	=	υπεραλμυρός
υπεραλμυρός	adj	υπερβολικά αλμυρός
υπεραλμυρών	=	υπεραλμυρός
υπεραμυνθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθήκαν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνθήκανε	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμυνόμασταν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόμαστε	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόμενος	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόμουν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόμουνα	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόντουσαν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόσασταν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόσαστε	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόσουν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόσουνα	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνόταν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμυνότανε	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνεσαι	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνεστε	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνεται	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμύνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμύνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμύνθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπεραμύνομαι	verb|formal	+ γενική: αμύνομαι υπερασπιζόμενος ένα υπέρτατο αγαθό
υπεραμύνονται	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνονταν	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνου	=	υπεραμύνομαι
υπεραμύνσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπεραμύνομαι
υπερανάληψη	noun	η ανάληψη από κάποιον καταθέτη χρηματικού ποσού μεγαλύτερου από τις καταθέσεις του, εφόσον του παρέχεται η δυνατότητα αυτή από την τράπεζά του
υπερανάληψης	=	υπερανάληψη
υπερανάλυση	noun	υπερβολική ανάλυση
υπερανάλυσης	noun	γενική ενικού του υπερανάλυση
υπερανακτώ	verb	όταν κάποιος παίρνει περισσότερα από όσα έπρεπε να ανακτήσει
υπεραναλήψεις	=	υπερανάληψη
υπεραναλήψεων	=	υπερανάληψη
υπεραναλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραναλυτικό
υπεραναλυτικέ	adj	κλητική ενικού του υπεραναλυτικός
υπεραναλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραναλυτική
υπεραναλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραναλυτικός
υπεραναλυτικής	adj	γενική ενικού του υπεραναλυτική
υπεραναλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραναλυτικός
υπεραναλυτικού	adj	γενική ενικού του υπεραναλυτικός
υπεραναλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεραναλυτικός
υπεραναλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραναλυτικός
υπεραναλυτικός	adj	πολύ αναλυτικός
υπεραναλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεραναλυτικός
υπεραναλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερανάλυση
υπεραναλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερανάλυση
υπεραναλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερανάλυση
υπεραναμονές	=	υπεραναμονή
υπεραναμονή	noun|formal	η πολύ μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη αναμονή
υπεραναμονής	=	υπεραναμονή
υπεραναμονών	=	υπεραναμονή
υπεραναπλήρωση	noun	ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας κατά τον οποίο ένα άτομο προσπαθεί υπερβολικά να αντισταθμίσει μια αντιληπτή αδυναμία ή έλλειψη, συχνά με τρόπο που υπερβαίνει την αρχική ανεπάρκεια
υπεραναπλήρωσης	=	υπεραναπλήρωση
υπεραναπληρώσεις	=	υπεραναπλήρωση
υπεραναπληρώσεων	=	υπεραναπλήρωση
υπεραντίδραση	noun	η υπερβολική αντίδραση προς κάτι
υπεραντίδρασης	=	υπεραντίδραση
υπεραντιδράσεις	=	υπεραντίδραση
υπεραντιδράσεων	=	υπεραντίδραση
υπεραντικείμενα	=	υπεραντικείμενο
υπεραντικείμενο	noun	οντότητα τόσο εκτεταμένη στον χώρο και τον χρόνο, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή από μια ανθρώπινη συνείδηση, παρά μόνο σε μερικές όψεις της
υπεραντικείμενου	=	υπεραντικείμενο
υπεραντικειμένου	=	υπεραντικείμενο
υπεραντικειμένων	=	υπεραντικείμενο
υπεραντιστάθμιση	noun	αποτέλεσμα του υπεραντισταθμίζω
υπεραντιστάθμισης	=	υπεραντιστάθμιση
υπεραντισταθμίζω	verb	αντισταθμίζω σε υπερβολικό βαθμό
υπεραντισταθμίσεις	=	υπεραντιστάθμιση
υπεραντισταθμίσεων	=	υπεραντιστάθμιση
υπεραντλήσεις	=	υπεράντληση
υπεραντλήσεων	=	υπεράντληση
υπεραξία	noun	η πρόσθετη αξία που αποκτά ένα αγαθό κατά τη στιγμή της πώλησής του σε σχέση με αυτήν που είχε παλαιότερα, ή ως αποτέλεσμα της διαφοράς του κόστους του, κατά την παραγωγική διαδικασία, με την τιμή διάθεσής του
υπεραξίας	noun	γενική ενικού του υπεραξία
υπεραξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραξία
υπεραξιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεραξία
υπεραπασχολήσεις	=	υπεραπασχόληση
υπεραπασχολήσεων	=	υπεραπασχόληση
υπεραπασχόληση	noun	η απασχόληση εργαζομένων πέρα από το απαραίτητο ή το κανονικό όριο, είτε λόγω υπεράριθμου προσωπικού είτε λόγω αυξημένης ζήτησης εργασίας
υπεραπασχόλησης	=	υπεραπασχόληση
υπεραπλουστευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραπλουστευμένο
υπεραπλουστευμένε	verb	κλητική ενικού του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραπλουστευμένη
υπεραπλουστευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευμένης	verb	γενική ενικού του υπεραπλουστευμένη
υπεραπλουστευμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεραπλουστευμένος
υπεραπλουστευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπεραπλουστευτικός	adv	με υπεραπλουστευτικό τρόπο
υπεραπλουστευτικέ	adj	κλητική ενικού του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραπλουστευτική
υπεραπλουστευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστευτικής	adj	γενική ενικού του υπεραπλουστευτική
υπεραπλουστευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστευτικού	adj	γενική ενικού του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστευτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστευτικός	adj	ο υπερβολικά απλουστευτικός
υπεραπλουστευτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεραπλουστευτικός
υπεραπλουστεύαμε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύαν	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύανε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύατε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύει	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύεις	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύετε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύοντας	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύουμε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύουν	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύουνε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύσαμε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύσαν	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύσανε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύσατε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύσει	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραπλούστευση
υπεραπλουστεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπεραπλούστευση
υπεραπλουστεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπεραπλούστευση
υπεραπλουστεύστε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλουστεύω	verb	απλουστεύω υπερβολικά
υπεραπλούστευα	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευαν	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευες	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευσα	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευσαν	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευσε	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευσες	=	υπεραπλουστεύω
υπεραπλούστευση	noun	απλοποίηση σε υπερβολικό βαθμό
υπεραπλούστευσης	noun	γενική ενικού του υπεραπλούστευση
υπεραποδίδω	verb	αποδίδω σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, αποφέρω σημαντικά κέρδη
υπεραπορροφήσεις	=	υπεραπορρόφηση
υπεραπορροφήσεων	=	υπεραπορρόφηση
υπεραπορρόφηση	noun	κβαντικό φαινόμενο κατά το οποίο ένα σύστημα (π.χ. σύνολο ατόμων ή qubits) απορροφά ενέργεια συλλογικά με ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από τον κλασικό, χάρη στη συνεργατική του συμπεριφορά και τις ιδιότητες της κβαντικής σύζευξης
υπεραπορρόφησης	=	υπεραπορρόφηση
υπεραποσβέσεις	=	υπεραπόσβεση
υπεραποσβέσεων	=	υπεραπόσβεση
υπεραποστάσεις	=	υπεραπόσταση
υπεραποστάσεων	=	υπεραπόσταση
υπεραπόσβεση	noun	αναφέρεται στην ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση που επιτρέπει σε επιχειρήσεις να αποσβέσουν ένα πάγιο περιουσιακό στοιχείο με ρυθμό υψηλότερο από τον κανονικό, ώστε να ενθαρρυνθούν επενδύσεις, π.χ. σε πράσινη οικονομία και ενέργεια
υπεραπόσβεσης	=	υπεραπόσβεση
υπεραπόσταση	noun	πολύ μεγάλη απόσταση
υπεραπόστασης	=	υπεραπόσταση
υπεραρκετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπεραρκετός	adv	σε υπεραρκετό βαθμό
υπεραρκετέ	adj	κλητική ενικού του υπεραρκετός
υπεραρκετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραρκετή
υπεραρκετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραρκετός
υπεραρκετής	adj	γενική ενικού του υπεραρκετή
υπεραρκετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραρκετός
υπεραρκετού	adj	γενική ενικού του υπεραρκετός
υπεραρκετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεραρκετός
υπεραρκετό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραρκετός
υπεραρκετός	adj	που μας αρκεί σε μεγάλο βαθμό, που είναι πολύς
υπεραρκετών	adj	γενική πληθυντικού του υπεραρκετός
υπερασβεστιαιμία	noun	υπερβολική αύξηση του ασβεστίου στο αίμα
υπερασβεστιαιμίας	=	υπερασβεστιαιμία
υπερασβεστιαιμίες	=	υπερασβεστιαιμία
υπερασβεστιαιμιών	=	υπερασβεστιαιμία
υπερασπίζαμε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζαν	=	υπερασπίζω
υπερασπίζανε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζατε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζει	=	υπερασπίζω
υπερασπίζεις	=	υπερασπίζω
υπερασπίζεσαι	=	υπερασπίζομαι
υπερασπίζεστε	=	υπερασπίζομαι
υπερασπίζεται	=	υπερασπίζομαι
υπερασπίζετε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζομαι	verb	υποστηρίζω ή προστατεύω κάποιον που κινδυνεύει
υπερασπίζομε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζονται	=	υπερασπίζομαι
υπερασπίζονταν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπίζοντας	=	υπερασπίζω
υπερασπίζου	=	υπερασπίζομαι
υπερασπίζουμε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζουν	=	υπερασπίζω
υπερασπίζουνε	=	υπερασπίζω
υπερασπίζω	verb|formal	άλλη μορφή του υπερασπίζομαι
υπερασπίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίσαν	=	υπερασπίζω
υπερασπίσανε	=	υπερασπίζω
υπερασπίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεράσπιση
υπερασπίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπεράσπιση
υπερασπίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπεράσπιση
υπερασπίσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπίσιμο
υπερασπίσιμε	adj	κλητική ενικού του υπερασπίσιμος
υπερασπίσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπίσιμη
υπερασπίσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερασπίσιμος
υπερασπίσιμης	adj	γενική ενικού του υπερασπίσιμη
υπερασπίσιμο	adj	αιτιατική ενικού του υπερασπίσιμος
υπερασπίσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερασπίσιμος
υπερασπίσιμος	adj	που είναι δυνατόν ή αξίζει να τον υπερασπιστούν
υπερασπίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερασπίσιμος
υπερασπίσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερασπίσιμος
υπερασπίσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερασπίσιμος
υπερασπίσομε	=	υπερασπίζω
υπερασπίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίσουνε	=	υπερασπίζω
υπερασπίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπίστρια	noun	θηλυκό του υπερασπιστής
υπερασπίστριας	noun	γενική ενικού του υπερασπίστρια
υπερασπίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπίστρια
υπερασπίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζω
υπερασπιζόμασταν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόμαστε	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόμουν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόμουνα	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόντουσαν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόσασταν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόσαστε	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόσουν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόσουνα	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζόταν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιζότανε	=	υπερασπίζομαι
υπερασπισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπισμένο
υπερασπισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερασπισμένος
υπερασπισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπισμένη
υπερασπισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερασπισμένος
υπερασπισμένης	verb	γενική ενικού του υπερασπισμένη
υπερασπισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερασπισμένος
υπερασπισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερασπισμένος
υπερασπισμένος	=	υπερασπίζομαι
υπερασπισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερασπισμένος
υπερασπισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερασπισμένος
υπερασπισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερασπισμένος
υπερασπιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπιστής
υπερασπιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπερασπιστής
υπερασπιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστήκαν	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιστήκανε	=	υπερασπίζομαι
υπερασπιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστής	noun	αυτός που υπερασπίζεται κάτι ή κάποιον
υπερασπιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπιστικό
υπερασπιστικέ	adj	κλητική ενικού του υπερασπιστικός
υπερασπιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερασπιστική
υπερασπιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερασπιστικός
υπερασπιστικής	adj	γενική ενικού του υπερασπιστική
υπερασπιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερασπιστικός
υπερασπιστικού	adj	γενική ενικού του υπερασπιστικός
υπερασπιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερασπιστικός
υπερασπιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερασπιστικός
υπερασπιστικός	adj	που έχει σχέση με την υπεράσπιση ή αναφέρεται σ' αυτή
υπερασπιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερασπιστικός
υπερασπιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστούνε	=	υπερασπίζω
υπερασπιστριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερασπίστρια
υπερασπιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερασπίζομαι
υπερασπιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπερασπιστής
υπεραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραστικό
υπεραστικέ	adj	κλητική ενικού του υπεραστικός
υπεραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραστική
υπεραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραστικός
υπεραστικής	adj	γενική ενικού του υπεραστική
υπεραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραστικός
υπεραστικού	adj	γενική ενικού του υπεραστικός
υπεραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεραστικός
υπεραστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεραστικός
υπεραστικός	adj	που βρίσκεται, γίνεται ή εκτείνεται έξω από τα όρια μιας πόλης, σε άλλες περιοχές
υπεραστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεραστικός
υπερασφάλιση	noun	η ασφαλιστική κατάσταση κατά την οποία το ασφαλισμένο ποσό είναι μεγαλύτερο από την πραγματική ή εκτιμώμενη αξία του αντικειμένου
υπερασφάλισης	=	υπερασφάλιση
υπερασφαλίσεις	=	υπερασφάλιση
υπερασφαλίσεων	=	υπερασφάλιση
υπερατλαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερατλαντικό	adv	επίρρημα του υπερατλαντικός
υπερατλαντικέ	adj	κλητική ενικού του υπερατλαντικός
υπερατλαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερατλαντική
υπερατλαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερατλαντικός
υπερατλαντικής	adj	γενική ενικού του υπερατλαντική
υπερατλαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερατλαντικός
υπερατλαντικού	adj	γενική ενικού του υπερατλαντικός
υπερατλαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερατλαντικός
υπερατλαντικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερατλαντικός
υπερατλαντικός	adj	που διασχίζει τον Ατλαντικό Ωκεανό
υπερατλαντικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερατλαντικός
υπερατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερατομικό
υπερατομικέ	adj	κλητική ενικού του υπερατομικός
υπερατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερατομική
υπερατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερατομικός
υπερατομικής	adj	γενική ενικού του υπερατομική
υπερατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερατομικός
υπερατομικού	adj	γενική ενικού του υπερατομικός
υπερατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερατομικός
υπερατομικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερατομικός
υπερατομικός	adj	που ξεπερνά το συμφέρον ενός μόνο ατόμου
υπερατομικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερατομικός
υπεραυξάνω	verb	αυξάνω μια ποσότητα υπερβολικά
υπεραυξήσεις	=	υπεραύξηση
υπεραυξήσεων	=	υπεραύξηση
υπεραυξημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραυξημένο
υπεραυξημένε	verb	κλητική ενικού του υπεραυξημένος
υπεραυξημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραυξημένη
υπεραυξημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεραυξημένος
υπεραυξημένης	verb	γενική ενικού του υπεραυξημένη
υπεραυξημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπεραυξημένος
υπεραυξημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεραυξημένος
υπεραυξημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεραυξημένος
υπεραυξημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπεραυξημένος
υπεραυξημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεραυξημένος
υπεραυτοκίνητα	=	υπεραυτοκίνητο
υπεραυτοκίνητο	noun	αυτοκίνητο με υπερβολικά καλές επιδόσεις σε κάποιον ή κάποιους τομείς
υπεραυτοκίνητου	=	υπεραυτοκίνητο
υπεραυτοκίνητων	=	υπεραυτοκίνητο
υπεραυτοκινήτου	=	υπεραυτοκίνητο
υπεραυτοκινήτων	=	υπεραυτοκίνητο
υπεραυτόματα	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματε	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματες	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματη	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματης	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματο	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματοι	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματος	adj	σχεδόν αποκλειστικά λειτουργεί με αυτοματισμούς και οι διαδικασίες έχουν προκαθοριστεί/προγραμματιστεί σε συγκεκριμένες ρουτίνες
υπεραυτόματου	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματους	=	υπεραυτόματος
υπεραυτόματων	=	υπεραυτόματος
υπεραφθονία	noun	αφθονία που ξεπερνά τις ανάγκες
υπεραφθονίας	noun	γενική ενικού του υπεραφθονία
υπεραφθονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεραφθονία
υπεραφθονιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεραφθονία
υπεραύξηση	noun	η υπερβολική αύξηση
υπεραύξησης	=	υπεραύξηση
υπερβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλαν	=	υπερβάλλω
υπερβάλανε	=	υπερβάλλω
υπερβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλλαμε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλαν	=	υπερβάλλω
υπερβάλλανε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλατε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλει	=	υπερβάλλω
υπερβάλλεις	=	υπερβάλλω
υπερβάλλετε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλομε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλον	=	υπερβάλλων
υπερβάλλοντα	=	υπερβάλλων
υπερβάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλλοντες	=	υπερβάλλων
υπερβάλλοντος	=	υπερβάλλων
υπερβάλλουμε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλουν	=	υπερβάλλω
υπερβάλλουνε	=	υπερβάλλω
υπερβάλλουσα	=	υπερβάλλων
υπερβάλλουσας	=	υπερβάλλων
υπερβάλλουσες	=	υπερβάλλων
υπερβάλλω	verb	φέρομαι με τρόπο υπερβολικό, μεγαλοποιώ
υπερβάλλων	verb	που υπερβάλλει, που ξεπερνά το μέτρο, υπερβολικός
υπερβάλομε	=	υπερβάλλω
υπερβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάλουνε	=	υπερβάλλω
υπερβάλτε	=	υπερβάλλω
υπερβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβάλλω
υπερβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρβαση
υπερβάσεων	=	υπέρβαση
υπερβέβαια	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιε	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιες	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιη	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιης	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιο	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιοι	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιος	adj	ο περισσότερο και από βέβαιος, ο πολύ σίγουρος
υπερβέβαιου	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιους	=	υπερβέβαιος
υπερβέβαιων	=	υπερβέβαιος
υπερβήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβαίναμε	=	υπερβαίνω
υπερβαίναν	=	υπερβαίνω
υπερβαίνανε	=	υπερβαίνω
υπερβαίνατε	=	υπερβαίνω
υπερβαίνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υπερβαίνω
υπερβαίνεις	=	υπερβαίνω
υπερβαίνετε	=	υπερβαίνω
υπερβαίνομε	=	υπερβαίνω
υπερβαίνοντας	=	υπερβαίνω
υπερβαίνουμε	=	υπερβαίνω
υπερβαίνουν	=	υπερβαίνω
υπερβαίνουνε	=	υπερβαίνω
υπερβαίνω	verb	πετυχαίνω το κάτι παραπάνω, ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερβάλλω
υπερβακτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβακτήριο
υπερβακτήριο	noun	βακτήριο που έχει αποκτήσει ανθεκτικότητα σε πολλά ή και στα περισσότερα αντιβιοτικά, με αποτέλεσμα οι λοιμώξεις που προκαλεί να είναι δύσκολες ή και αδύνατες να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά
υπερβακτήριου	=	υπερβακτήριο
υπερβακτήριων	=	υπερβακτήριο
υπερβακτηρίου	=	υπερβακτήριο
υπερβακτηρίων	=	υπερβακτήριο
υπερβαλλουσών	=	υπερβάλλων
υπερβαλλούσης	=	υπερβάλλων
υπερβαλλόντων	=	υπερβάλλων
υπερβαλλόντως	adv|archaic	με υπερβάλλοντα τρόπο, υπερβάλλοντας
υπερβαρέα	=	υπερβαρύς
υπερβαρέος	=	υπερβαρύς
υπερβαρέων	=	υπερβαρύς
υπερβαρεία	=	υπερβαρύς
υπερβαρείας	=	υπερβαρύς
υπερβαρείες	=	υπερβαρύς
υπερβαρείς	=	υπερβαρύς
υπερβαρειών	=	υπερβαρύς
υπερβαριά	=	υπερβαρύς
υπερβαριάς	=	υπερβαρύς
υπερβαριές	=	υπερβαρύς
υπερβαριοί	=	υπερβαρύς
υπερβαριού	=	υπερβαρύς
υπερβαριούς	=	υπερβαρύς
υπερβαριών	=	υπερβαρύς
υπερβαροτήτων	=	υπερβαρότητα
υπερβαρυτήτων	=	υπερβαρύτητα
υπερβαρότητα	noun	η ιδιότητα του υπέρβαρου, το βάρος σώματος που είναι τόσο υπερβολικό, που είναι επικίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου
υπερβαρότητας	=	υπερβαρότητα
υπερβαρότητες	=	υπερβαρότητα
υπερβαρύ	=	υπερβαρύς
υπερβαρύς	adj	άλλη μορφή του υπέρβαρος
υπερβαρύτητα	noun	θεωρία πεδίου η οποία συνδυάζει την υπερσυμμετρία με τη γενική θεωρία της σχετικότητας
υπερβαρύτητας	=	υπερβαρύτητα
υπερβαρύτητες	=	υπερβαρύτητα
υπερβασία	noun|formal	η ανομία, η αυθαιρεσία
υπερβασίας	=	υπερβασία
υπερβασίες	=	υπερβασία
υπερβασιών	=	υπερβασία
υπερβατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπερβατός	adv	με υπερβατό τρόπο
υπερβατέ	adj	κλητική ενικού του υπερβατός
υπερβατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβατή
υπερβατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβατός
υπερβατής	adj	γενική ενικού του υπερβατή
υπερβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπερβατικός	adv	με υπερβατικό τρόπο
υπερβατικέ	adj	κλητική ενικού του υπερβατικός
υπερβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβατική
υπερβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβατικός
υπερβατικής	adj	γενική ενικού του υπερβατική
υπερβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερβατικός
υπερβατικοτήτων	=	υπερβατικότητα
υπερβατικού	adj	γενική ενικού του υπερβατικός
υπερβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερβατικός
υπερβατικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερβατικός
υπερβατικός	adj	σχετικός με τον υπεραισθητό ή μεταφυσικό κόσμο, με τον κόσμο που δεν γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις
υπερβατικότητα	noun	η ιδιότητα του υπερβατικού
υπερβατικότητας	=	υπερβατικότητα
υπερβατικότητες	=	υπερβατικότητα
υπερβατικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερβατικός
υπερβατισμέ	=	υπερβατισμός
υπερβατισμοί	=	υπερβατισμός
υπερβατισμού	=	υπερβατισμός
υπερβατισμούς	=	υπερβατισμός
υπερβατισμό	=	υπερβατισμός
υπερβατισμός	noun	η υπέρβαση του εμπειρισμού και των μαθηματικών αποδείξεων, η θεώρηση ότι η τα όρια της ανθρώπινης γνώσης είναι γνωστά και μη μεταβλητά
υπερβατισμών	=	υπερβατισμός
υπερβατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερβατός
υπερβατού	adj	γενική ενικού του υπερβατός
υπερβατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερβατός
υπερβατό	adj	αιτιατική ενικού του υπερβατός
υπερβατός	adj	που είναι δυνατόν να τον υπερβούν
υπερβατών	adj	γενική πληθυντικού του υπερβατός
υπερβεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβεβλημένο
υπερβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του υπερβεβλημένος
υπερβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβεβλημένη
υπερβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβεβλημένος
υπερβεβλημένης	verb	γενική ενικού του υπερβεβλημένη
υπερβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερβεβλημένος
υπερβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερβεβλημένος
υπερβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερβεβλημένος
υπερβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερβεβλημένος
υπερβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερβεβλημένος
υπερβιβλία	=	υπερβιβλίο
υπερβιβλίο	noun	βιβλίο σε μορφή υπερμέσου
υπερβιβλίου	=	υπερβιβλίο
υπερβιβλίων	=	υπερβιβλίο
υπερβιταμίνωση	noun	ύπαρξη μιας βιταμίνης ή περισσότερων βιταμινών σε υπερβολική ποσότητα στον ανθρώπινο οργανισμό λόγω υπερκατανάλωσής τους
υπερβιταμίνωσης	=	υπερβιταμίνωση
υπερβιταμινούχα	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχας	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχε	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχες	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχο	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχοι	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχος	adj	υπερβολικά βιταμινούχος, που περιέχει υπερβολική ποσότητα βιταμινών
υπερβιταμινούχου	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχους	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινούχων	=	υπερβιταμινούχος
υπερβιταμινώσεις	=	υπερβιταμίνωση
υπερβιταμινώσεων	=	υπερβιταμίνωση
υπερβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβολή
υπερβολή	noun	η ενέργεια του υπερβάλλω· η υπέρβαση του μέτρου
υπερβολής	noun	γενική ενικού του υπερβολή
υπερβολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβολικό	adv	περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε
υπερβολικέ	adj	κλητική ενικού του υπερβολικός
υπερβολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβολική
υπερβολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερβολικός
υπερβολικής	adj	γενική ενικού του υπερβολική
υπερβολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερβολικός
υπερβολικού	adj	γενική ενικού του υπερβολικός
υπερβολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερβολικός
υπερβολικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερβολικός
υπερβολικός	adj	που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια ως προς την ποσότητα ή την ένταση
υπερβολικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερβολικός
υπερβολών	noun	γενική πληθυντικού του υπερβολή
υπερβοσκήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβόσκηση
υπερβοσκήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερβόσκηση
υπερβοσκήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερβόσκηση
υπερβούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπερβούνε	=	υπερβαίνω
υπερβόλα	noun	ο υπερβολικός άνθρωπος
υπερβόλας	=	υπερβόλα
υπερβόλες	=	υπερβόλα
υπερβόρεια	=	υπερβόρειος
υπερβόρειας	=	υπερβόρειος
υπερβόρειε	=	υπερβόρειος
υπερβόρειες	=	υπερβόρειος
υπερβόρειο	=	υπερβόρειος
υπερβόρειοι	=	υπερβόρειος
υπερβόρειος	adj	που αφορά λαό που ζούσε στην ὑπερβορίδα, στον απώτατο βορρά, όπου δεν έφτανε το κρύο και η δυστυχία και όπου λατρεύονταν ιδιαίτερα ο Απόλλωνας
υπερβόρειου	=	υπερβόρειος
υπερβόρειους	=	υπερβόρειος
υπερβόρειων	=	υπερβόρειος
υπερβόσκηση	noun	η εντατική και καθ' υπερβολή βόσκηση μιας περιοχής, με αρνητικές γι' αυτή συνέπειες
υπερβόσκησης	noun	γενική ενικού του υπερβόσκηση
υπερβώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερβαίνω
υπεργαλακτία	noun	η υπερβολική παραγωγή γάλακτος από τους μαστούς, συνήθως λόγω ορμονικών διαταραχών ή αυξημένης διέγερσης του μαστικού αδένα
υπεργαλακτίας	=	υπεργαλακτία
υπεργαλακτίες	=	υπεργαλακτία
υπεργαλακτιών	=	υπεργαλακτία
υπεργείως	adv	πάνω από την γη/το έδαφος, με υπέργειο τρόπο
υπεργεγραμμένα	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένε	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένες	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένη	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένης	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένο	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένοι	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένος	adj	που έχει γραφεί πάνω από κάτι άλλο
υπεργεγραμμένου	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένους	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεγραμμένων	=	υπεργεγραμμένος
υπεργεωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεργεωγραφικό
υπεργεωγραφικέ	adj	κλητική ενικού του υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεργεωγραφική
υπεργεωγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικής	adj	γενική ενικού του υπεργεωγραφική
υπεργεωγραφικο	=	υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικού	adj	γενική ενικού του υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεργεωγραφικός
υπεργεωγραφικός	adj	που ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια
υπεργεωγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεργεωγραφικός
υπεργεωμετρικές	=	υπεργεωμετρική
υπεργεωμετρική	adj	υπεργεωμετρική κατανομή: διακριτή κατανομή πιθανότητας που περιγράφει την πιθανότητα επιτυχίας σε τυχαία δειγματοληψία χωρίς αντικατάσταση από πεπερασμένο πληθυσμό με δύο κατηγορίες αντικειμένων
υπεργεωμετρικής	=	υπεργεωμετρική
υπεργεωμετρικών	=	υπεργεωμετρική
υπεργλυκαιμία	noun	η αυξημένη γλυκαιμία, η περιεκτικότητα γλυκόζης πάνω από τα φυσιολογικά όρια στο αίμα
υπεργλυκαιμίας	noun	γενική ενικού του υπεργλυκαιμία
υπεργλυκαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεργλυκαιμία
υπεργλυκαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεργλυκαιμικό
υπεργλυκαιμικέ	adj	κλητική ενικού του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεργλυκαιμική
υπεργλυκαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμικής	adj	γενική ενικού του υπεργλυκαιμική
υπεργλυκαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμικού	adj	γενική ενικού του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμικός	noun	αυτός που έχει υπεργλυκαιμία, που πάσχει απ’ αυτή	adj	που έχει σχέση με την υπεργλυκαιμία, αναφέρεται σ' αυτήν ή την προκαλεί
υπεργλυκαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεργλυκαιμικός
υπεργλυκαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεργλυκαιμία
υπεργλυχαιμία	=	υπεργλυκαιμία
υπεργολάβε	noun	κλητική ενικού του υπεργολάβος
υπεργολάβο	noun	αιτιατική ενικού του υπεργολάβος
υπεργολάβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεργολάβος
υπεργολάβος	noun	εργολάβος που αναλαμβάνει να εκτελέσει τμήμα ενός μεγαλύτερου έργου που έχει ανατεθεί σαν σύνολο σε άλλον εργολάβο
υπεργολάβου	noun	γενική ενικού του υπεργολάβος
υπεργολάβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπεργολάβος
υπεργολάβων	noun	γενική πληθυντικού του υπεργολάβος
υπεργολαβία	noun	η εργολαβία ενός υπεργολάβου
υπεργολαβίας	noun	γενική ενικού του υπεργολαβία
υπεργολαβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεργολαβία
υπεργολαβικά	adj	με υπεργολαβία
υπεργολαβικέ	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικές	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβική	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικής	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικοί	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικού	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικούς	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικό	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικός	adj	που έχει σχέση με υπεργολάβο ή υπεργολαβία ή αναφέρεται σ’ αυτά
υπεργολαβικών	=	υπεργολαβικός
υπεργολαβικώς	adj	με υπεργολαβία
υπεργολαβιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεργολαβία
υπεργράφω	verb	υπογράφω υπέρ κάποιου άλλου ή σαν πληρεξούσιος άλλου
υπεργρίπες	=	υπεργρίπη
υπεργρίπη	noun	μη επίσημος ιατρικός όρος που περιγράφει μια έξαρση εποχικής γρίπης κατά την οποία η κυκλοφορία του ιού (συνήθως γρίπης Α H₃N₂ ή υποκλάδου του) είναι πολύ αυξημένη, προκαλεί σχετικά πιο έντονα ή παρατεταμένα συμπτώματα και ασκεί μεγάλη πίεση στα συστήματα υγείας
υπεργρίπης	=	υπεργρίπη
υπεργριπών	=	υπεργρίπη
υπερδέσμευση	noun	η δέσμευση πιστώσεων πάνω από το όριο που έχει τεθεί
υπερδέσμευσης	=	υπερδέσμευση
υπερδανεισμέ	noun	κλητική ενικού του υπερδανεισμός
υπερδανεισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερδανεισμός
υπερδανεισμού	noun	γενική ενικού του υπερδανεισμός
υπερδανεισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερδανεισμός
υπερδανεισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερδανεισμός
υπερδανεισμός	noun	ο υπερβολικός δανεισμός
υπερδανεισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερδανεισμός
υπερδεξαμενόπλοια	=	υπερδεξαμενόπλοιο
υπερδεξαμενόπλοιο	noun	μεγάλο σε μέγεθος δεξαμενόπλοιο
υπερδεξαμενόπλοιου	=	υπερδεξαμενόπλοιο
υπερδεξαμενόπλοιων	=	υπερδεξαμενόπλοιο
υπερδεξιά	adj	θηλυκό του υπερδεξιός
υπερδεξιάς	=	υπερδεξιός
υπερδεξιέ	adj	κλητική ενικού του υπερδεξιός
υπερδεξιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδεξιά
υπερδεξιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερδεξιός
υπερδεξιού	adj	γενική ενικού του υπερδεξιός
υπερδεξιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερδεξιός
υπερδεξιό	adj	αιτιατική ενικού του υπερδεξιός
υπερδεξιός	adj	ο ακροδεξιός
υπερδεξιών	adj	γενική πληθυντικού του υπερδεξιός
υπερδεσμέ	=	υπερδεσμός
υπερδεσμεύσεις	=	υπερδέσμευση
υπερδεσμεύσεων	=	υπερδέσμευση
υπερδεσμοί	=	υπερδεσμός
υπερδεσμού	=	υπερδεσμός
υπερδεσμούς	=	υπερδεσμός
υπερδεσμό	=	υπερδεσμός
υπερδεσμός	noun	άλλη μορφή του υπερσύνδεσμος
υπερδεσμών	=	υπερδεσμός
υπερδιάγνωση	noun	η τυχαία διάγνωση μιας νόσου σε ένα άτομο που δεν έχει κλινικά συμπτώματα ή εμφανή προβλήματα υγείας μετά από προληπτικό έλεγχο
υπερδιάγνωσης	=	υπερδιάγνωση
υπερδιάσημα	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημε	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημες	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημη	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημης	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημο	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημοι	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημος	adj	γνωστός σε πολλούς ανθρώπους
υπερδιάσημου	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημους	=	υπερδιάσημος
υπερδιάσημων	=	υπερδιάσημος
υπερδιάστημα	noun	χώρος περισσότερων των τριών διαστάσεων, όπου η γεωμετρία και η κίνηση μπορούν να υπακούουν σε διαφορετικούς φυσικούς ή μαθηματικούς νόμους από αυτούς του τρισδιάστατου χώρου
υπερδιέγερση	noun	η ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έντονη διέγερση, νευρικότητα, ανησυχία και κινητικότητα
υπερδιέγερσης	noun	γενική ενικού του υπερδιέγερση
υπερδιήθηση	noun	διήθηση μέσα από ημιπερατή μεμβράνη που επιτρέπει τη διέλευση μόνο σε πολύ μικρά μόρια
υπερδιήθησης	=	υπερδιήθηση
υπερδιαγνώσεις	=	υπερδιάγνωση
υπερδιαγνώσεων	=	υπερδιάγνωση
υπερδιαδρομές	=	υπερδιαδρομή
υπερδιαδρομή	noun	υπερβολικά μεγάλη διαδρομή
υπερδιαδρομής	=	υπερδιαδρομή
υπερδιαδρομών	=	υπερδιαδρομή
υπερδιασπορέα	=	υπερδιασπορέας
υπερδιασπορέας	noun	άτομο που μεταδίδει έναν μολυσματικό παράγοντα σε πολύ περισσότερα άτομα από τον μέσο όρο, επιταχύνοντας έτσι τη διασπορά μιας νόσου σε έναν πληθυσμό
υπερδιασπορέων	=	υπερδιασπορέας
υπερδιασπορείς	=	υπερδιασπορέας
υπερδιαστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδιάστημα
υπερδιαστήματος	noun	γενική ενικού του υπερδιάστημα
υπερδιαστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπερδιάστημα
υπερδιατιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδιατιμημένο
υπερδιατιμημένε	verb	κλητική ενικού του υπερδιατιμημένος
υπερδιατιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδιατιμημένη
υπερδιατιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερδιατιμημένος
υπερδιατιμημένης	verb	γενική ενικού του υπερδιατιμημένη
υπερδιατιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερδιατιμημένος
υπερδιατιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερδιατιμημένος
υπερδιατιμημένος	verb	που έχει υποστεί υπερδιατίμηση
υπερδιατιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερδιατιμημένος
υπερδιατιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερδιατιμημένος
υπερδιατιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερδιατιμημένος
υπερδιεγέρσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδιέγερση
υπερδιεγέρσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερδιέγερση
υπερδιεγέρσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερδιέγερση
υπερδιεγερσιμοτήτων	=	υπερδιεγερσιμότητα
υπερδιεγερσιμότητα	noun	η διεγερσιμότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό
υπερδιεγερσιμότητας	noun	γενική ενικού του υπερδιεγερσιμότητα
υπερδιεγερσιμότητες	=	υπερδιεγερσιμότητα
υπερδιηθήσεις	=	υπερδιήθηση
υπερδιηθήσεων	=	υπερδιήθηση
υπερδιορθώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδιόρθωση
υπερδιορθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερδιόρθωση
υπερδιορθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερδιόρθωση
υπερδιπλάσια	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιας	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιε	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιες	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιο	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιοι	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιος	adj	που ξεπερνά το διπλάσιο
υπερδιπλάσιου	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιους	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλάσιων	=	υπερδιπλάσιος
υπερδιπλασίαζα	=	υπερδιπλασιάζω
υπερδιπλασίασα	=	υπερδιπλασιάζω
υπερδιπλασιάζομαι	=	υπερδιπλασιάζω
υπερδιπλασιάζω	verb	αυξάνω κάτι σε ποσότητα μεγαλύτερη από το διπλάσιο
υπερδιπλασιάσω	=	υπερδιπλασιάζω
υπερδιπλασιασμέ	=	υπερδιπλασιασμός
υπερδιπλασιασμένος	=	υπερδιπλασιάζω
υπερδιπλασιασμοί	=	υπερδιπλασιασμός
υπερδιπλασιασμού	=	υπερδιπλασιασμός
υπερδιπλασιασμούς	=	υπερδιπλασιασμός
υπερδιπλασιασμό	=	υπερδιπλασιασμός
υπερδιπλασιασμός	noun	το αποτέλεσμα του υπερδιπλασιάζω
υπερδιπλασιασμών	=	υπερδιπλασιασμός
υπερδισύλλαβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδισύλλαβο
υπερδισύλλαβε	adj	κλητική ενικού του υπερδισύλλαβος
υπερδισύλλαβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδισύλλαβη
υπερδισύλλαβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερδισύλλαβος
υπερδισύλλαβης	adj	γενική ενικού του υπερδισύλλαβη
υπερδισύλλαβο	adj	αιτιατική ενικού του υπερδισύλλαβος
υπερδισύλλαβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερδισύλλαβος
υπερδισύλλαβος	adj	που έχει περισσότερες από δύο συλλαβές
υπερδισύλλαβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερδισύλλαβος
υπερδισύλλαβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερδισύλλαβος
υπερδισύλλαβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερδισύλλαβος
υπερδιόρθωση	noun	η διόρθωση σωστών (γραμματικά, συντακτικά κ.λπ.) τύπων και η χρήση λανθασμένων, που όμως ο ομιλητής / γραφέας για διάφορους λόγους (ιδεολογικούς, ιδεοληπτικούς κ.ά.) πιστεύει ότι είναι σωστοί
υπερδιόρθωσης	noun	γενική ενικού του υπερδιόρθωση
υπερδομές	=	υπερδομή
υπερδομή	noun	εποικοδόμημα
υπερδομής	=	υπερδομή
υπερδομήσεις	=	υπερδόμηση
υπερδομήσεων	=	υπερδόμηση
υπερδομών	=	υπερδομή
υπερδοσολογία	noun	η υπέρβαση συνιστώμενης δόσης (σχεδόν πάντα για φάρμακο)
υπερδοσολογίας	noun	γενική ενικού του υπερδοσολογία
υπερδοσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερδοσολογία
υπερδοσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερδοσολογία
υπερδραστήρια	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριας	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριε	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριες	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριο	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριοι	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριος	adj	υπερβολικά δραστήριος
υπερδραστήριου	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριους	=	υπερδραστήριος
υπερδραστήριων	=	υπερδραστήριος
υπερδραστηριοτήτων	=	υπερδραστηριότητα
υπερδραστηριότητα	noun	η υπερβολική δραστηριότητα
υπερδραστηριότητας	=	υπερδραστηριότητα
υπερδραστηριότητες	=	υπερδραστηριότητα
υπερδυνάμεις	=	υπερδύναμη
υπερδυνάμεων	=	υπερδύναμη
υπερδόμηση	noun	η υπερβολική δόμηση
υπερδόμησης	=	υπερδόμηση
υπερδύναμη	noun	το κράτος με εξαιρετικά μεγάλη πολεμική ή οικονομική ισχύ
υπερδύναμης	=	υπερδύναμη
υπερείσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρεισμα
υπερείσματος	noun	γενική ενικού του υπέρεισμα
υπερεγώ	noun	δομή του ασυνειδήτου που αντιπροσωπεύει τις ηθικές κοινωνικές αξίες τις οποίες ενστερνίζεται το άτομο μεγαλώνοντας και οι οποίες δρουν ανασταλτικά στις παρορμήσεις του ενστίκτου
υπερεθνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεθνικό
υπερεθνικέ	adj	κλητική ενικού του υπερεθνικός
υπερεθνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεθνική
υπερεθνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεθνικός
υπερεθνικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεθνικός
υπερεθνικιστές	=	υπερεθνικιστής
υπερεθνικιστή	=	υπερεθνικιστής
υπερεθνικιστής	noun	οπαδός της υπερεθνικότητας
υπερεθνικιστών	=	υπερεθνικιστής
υπερεθνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερεθνικός
υπερεθνικοτήτων	=	υπερεθνικότητα
υπερεθνικού	adj	γενική ενικού του υπερεθνικός
υπερεθνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερεθνικός
υπερεθνικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερεθνικός
υπερεθνικός	adj	που υπερβαίνει τα όρια ενός έθνους κράτους
υπερεθνικότητα	noun	η τοποθέτηση πάνω από τους θεσμούς ενός κράτους
υπερεθνικότητας	=	υπερεθνικότητα
υπερεθνικότητες	=	υπερεθνικότητα
υπερεθνικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερεθνικός
υπερεισαγγελέα	=	υπερεισαγγελέας
υπερεισαγγελέας	noun	εισαγγελέας με αυξημένες αρμοδιότητες
υπερεισαγγελέων	=	υπερεισαγγελέας
υπερεισαγγελέως	=	υπερεισαγγελέας
υπερεισαγγελείς	=	υπερεισαγγελέας
υπερεισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπέρεισμα
υπερεκατονταετές	=	υπερεκατονταετής
υπερεκατονταετή	=	υπερεκατονταετής
υπερεκατονταετής	adj	που διαρκεί πάνω από εκατό έτη
υπερεκατονταετείς	=	υπερεκατονταετής
υπερεκατονταετούς	=	υπερεκατονταετής
υπερεκατονταετών	=	υπερεκατονταετής
υπερεκθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερέκθεση
υπερεκθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερέκθεση
υπερεκθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερέκθεση
υπερεκκρίθηκα	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίθηκαν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίθηκε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίθηκες	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνεσαι	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνεστε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνεται	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνομαι	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνονται	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνονταν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρίνω	verb	εκκρίνω μία ουσία σε υπερβολική ποσότητα
υπερεκκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερέκκριση
υπερεκκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερέκκριση
υπερεκκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερέκκριση
υπερεκκρίσου	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριθήκαμε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριθήκαν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριθήκανε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριθήκατε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριθεί	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριθείτε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκριμένος	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόμασταν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόμαστε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόμουν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόμουνα	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόντουσαν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόσασταν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόσαστε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόσουν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόσουνα	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινόταν	=	υπερεκκρίνω
υπερεκκρινότανε	=	υπερεκκρίνω
υπερεκλεκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκλεκτικό
υπερεκλεκτικέ	adj	κλητική ενικού του υπερεκλεκτικός
υπερεκλεκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκλεκτική
υπερεκλεκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεκλεκτικός
υπερεκλεκτικής	adj	γενική ενικού του υπερεκλεκτική
υπερεκλεκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερεκλεκτικός
υπερεκλεκτικού	adj	γενική ενικού του υπερεκλεκτικός
υπερεκλεκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερεκλεκτικός
υπερεκλεκτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερεκλεκτικός
υπερεκλεκτικός	adj|formal	που αναφέρεται σε μια διαδικασία ή επιλογή που γίνεται με εξαιρετικά αυστηρά κριτήρια ή με πολύ υψηλό βαθμό ακρίβειας και εξειδίκευσης
υπερεκλεκτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερεκλεκτικός
υπερεκμετάλλευση	noun|formal	η υπερβολική εκμετάλλευση
υπερεκμετάλλευσης	=	υπερεκμετάλλευση
υπερεκμεταλλεύσεις	=	υπερεκμετάλλευση
υπερεκμεταλλεύσεων	=	υπερεκμετάλλευση
υπερεκπληρώνω	verb|formal	εκπληρώνω κάτι σε βαθμό μεγαλύτερο από τον αναμενόμενο ή απαιτούμενο, υπερβαίνοντας το αρχικό όριο ή στόχο
υπερεκπροσωπήσεις	=	υπερεκπροσώπηση
υπερεκπροσωπήσεων	=	υπερεκπροσώπηση
υπερεκπροσώπηση	noun	η πάνω από τον μέσο όρο ή απ’ το κανονικό / συνηθισμένο εκπροσώπηση
υπερεκπροσώπησης	=	υπερεκπροσώπηση
υπερεκπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερέκπτωση
υπερεκπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερέκπτωση
υπερεκπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερέκπτωση
υπερεκτάσεις	=	υπερέκταση
υπερεκτάσεων	=	υπερέκταση
υπερεκτίμα	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτίμαγε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτίμηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπερεκτιμώ
υπερεκτίμησης	noun	γενική ενικού του υπερεκτίμηση
υπερεκτείνω	verb	εκτείνω πολύ, υπέρ το δέον
υπερεκτεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτεταμένο
υπερεκτεταμένε	verb	κλητική ενικού του υπερεκτεταμένος
υπερεκτεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτεταμένη
υπερεκτεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεκτεταμένος
υπερεκτεταμένης	verb	γενική ενικού του υπερεκτεταμένη
υπερεκτεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερεκτεταμένος
υπερεκτεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτεταμένος
υπερεκτεταμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερεκτείνω
υπερεκτεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερεκτεταμένος
υπερεκτεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερεκτεταμένος
υπερεκτεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερεκτεταμένος
υπερεκτιμά	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάει	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάμε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάν	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάνε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάς	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάτε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμάω	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσαν	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσανε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτίμηση
υπερεκτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερεκτίμηση
υπερεκτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερεκτίμηση
υπερεκτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκτιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτιμημένο
υπερεκτιμημένε	verb	κλητική ενικού του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτιμημένη
υπερεκτιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμημένης	verb	γενική ενικού του υπερεκτιμημένη
υπερεκτιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υπερεκτιμώ
υπερεκτιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερεκτιμημένος
υπερεκτιμούμε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούν	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούνε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσα	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσαμε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσαν	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσανε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσατε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσε	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμούσες	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμώ	verb	αποδίδω σε κάποιον ή κάτι μεγαλύτερη αξία από αυτήν που πραγματικά έχει
υπερεκτιμώμαι	=	υπερεκτιμώ
υπερεκτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερεκτιμώ
υπερεκχείλιζα	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλιζαν	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλιζε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλιζες	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλιση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερεκχειλίζω
υπερεκχείλισης	=	υπερεκχείλιση
υπερεκχειλίζαμε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζαν	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζανε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζατε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζει	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζεις	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζετε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζοντας	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζουμε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζουν	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζουνε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίζω	verb|formal	εκχειλίζω σε μεγάλο βαθμό, υπέρμετρα
υπερεκχειλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσαν	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσανε	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκχείλιση
υπερεκχειλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσεων	=	υπερεκχείλιση
υπερεκχειλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκχειλισμένο
υπερεκχειλισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερεκχειλισμένος
υπερεκχειλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεκχειλισμένη
υπερεκχειλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεκχειλισμένος
υπερεκχειλισμένης	verb	γενική ενικού του υπερεκχειλισμένη
υπερεκχειλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερεκχειλισμένος
υπερεκχειλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερεκχειλισμένος
υπερεκχειλισμένος	=	υπερεκχειλίζω
υπερεκχειλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερεκχειλισμένος
υπερεκχειλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερεκχειλισμένος
υπερεκχειλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερεκχειλισμένος
υπερελίκων	=	υπερέλικα
υπερελαφρύς	adj|formal	εξαιρετικά ελαφρύς
υπερελικοειδές	=	υπερελικοειδής
υπερελικοειδή	=	υπερελικοειδής
υπερελικοειδής	adj	που σχετίζεται με τη δομή βιολογικών μακρομορίων, όπως το DNA, που παρουσιάζει πρόσθετες ελικώσεις πέρα από τη βασική ελικοειδή μορφή, επηρεάζοντας τη συμπύκνωση και τη λειτουργία τους
υπερελικοειδείς	=	υπερελικοειδής
υπερελικοειδούς	=	υπερελικοειδής
υπερελικοειδών	=	υπερελικοειδής
υπερενθουσιασμέ	=	υπερενθουσιασμός
υπερενθουσιασμοί	=	υπερενθουσιασμός
υπερενθουσιασμού	=	υπερενθουσιασμός
υπερενθουσιασμούς	=	υπερενθουσιασμός
υπερενθουσιασμό	=	υπερενθουσιασμός
υπερενθουσιασμός	noun	υπερβολικός ενθουσιασμός
υπερενθουσιασμών	=	υπερενθουσιασμός
υπερενισχυμένα	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένε	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένες	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένη	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένης	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένο	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένοι	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένος	adj	ο υπερβολικά ενισχυμένος
υπερενισχυμένου	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένους	=	υπερενισχυμένος
υπερενισχυμένων	=	υπερενισχυμένος
υπερεντάσεις	=	υπερένταση
υπερεντάσεων	=	υπερένταση
υπερεντείνω	verb	εντείνω σε μεγάλο βαθμό
υπερεντεταμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεντεταμένο
υπερεντεταμένε	verb	κλητική ενικού του υπερεντεταμένος
υπερεντεταμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεντεταμένη
υπερεντεταμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερεντεταμένος
υπερεντεταμένης	verb	γενική ενικού του υπερεντεταμένη
υπερεντεταμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερεντεταμένος
υπερεντεταμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερεντεταμένος
υπερεντεταμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερεντεταμένος
υπερεντεταμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερεντεταμένος
υπερεντεταμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερεντεταμένος
υπερεξειδίκευση	noun	η υπερβολική εξειδίκευση
υπερεξειδίκευσης	=	υπερεξειδίκευση
υπερεξειδικεύσεις	=	υπερεξειδίκευση
υπερεξειδικεύσεων	=	υπερεξειδίκευση
υπερεξεχείλισα	=	υπερεκχειλίζω
υπερεξοπλισμένα	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένε	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένες	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένη	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένης	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένο	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένοι	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένος	verb	υπερβολικά εξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένου	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένους	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξοπλισμένων	=	υπερεξοπλισμένος
υπερεξουσία	noun	εξουσία που έχει ενισχυθεί και με επιπλέον αρμοδιότητες ή δικαιοδοσίες, πέρα από τις συνήθεις
υπερεξουσίας	=	υπερεξουσία
υπερεξουσίες	=	υπερεξουσία
υπερεξουσιών	=	υπερεξουσία
υπερεπάρκει	=	υπερεπαρκώ
υπερεπάρκεια	noun	η ύπαρξη ενός αγαθού σε ποσότητα μεγαλύτερη από αυτήν που είναι επαρκής για να καλύψει τις ανάγκες μας
υπερεπάρκειας	noun	γενική ενικού του υπερεπάρκεια
υπερεπάρκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεπάρκεια
υπερεπάρκησα	=	υπερεπαρκώ
υπερεπάρκησαν	=	υπερεπαρκώ
υπερεπάρκησε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπάρκησες	=	υπερεπαρκώ
υπερεπένδυση	noun	η τοποθέτηση υπερβολικών κεφαλαίων σε επενδύσεις, είτε σε μακροοικονομικό επίπεδο, περιορίζοντας την κατανάλωση, είτε σε επιχειρηματικό επίπεδο, οδηγώντας σε ταμειακές δυσχέρειες λόγω υπερβολικής δέσμευσης σε πάγια στοιχεία
υπερεπένδυσης	=	υπερεπένδυση
υπερεπίπεδα	=	υπερεπίπεδο
υπερεπίπεδο	noun	μια γενίκευση του επιπέδου σε περισσότερες διαστάσεις, δηλαδή ένας χώρος μιας διάστασης λιγότερης από τον περιβάλλοντα χώρο, που τον χωρίζει σε δύο ημιχώρους
υπερεπίπεδου	=	υπερεπίπεδο
υπερεπαρκές	=	υπερεπαρκής
υπερεπαρκή	=	υπερεπαρκής
υπερεπαρκής	adj	που επαρκεί σε μεγάλο βαθμό, που είναι πολύς
υπερεπαρκήσαμε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκήσαν	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκήσανε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκήσατε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκήσει	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκήστε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκεί	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκείς	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκείτε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκειών	=	υπερεπάρκεια
υπερεπαρκούμε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούν	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούνε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούς	=	υπερεπαρκής
υπερεπαρκούσα	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούσαμε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούσαν	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούσανε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούσατε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούσε	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκούσες	=	υπερεπαρκώ
υπερεπαρκώ	verb	επαρκώ σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνωση φθάνω αλλά και περισσεύω
υπερεπαρκών	=	υπερεπαρκής
υπερεπαρκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερεπαρκώ
υπερεπείγει	verb	κατεπείγει
υπερεπενδύσεις	=	υπερεπένδυση
υπερεπενδύσεων	=	υπερεπένδυση
υπερεπεξεργασία	noun	η υπερβολική επεξεργασία ενός αντικειμένου ή διαδικασίας, συχνά με αρνητικές συνέπειες
υπερεπεξεργασίας	=	υπερεπεξεργασία
υπερεπεξεργασίες	=	υπερεπεξεργασία
υπερεπεξεργασιών	=	υπερεπεξεργασία
υπερεπεξεργασμένα	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένε	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένες	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένη	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένης	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένο	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένοι	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένος	noun	που έχει υποστεί υπερεπεξεργασία
υπερεπεξεργασμένου	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένους	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπεξεργασμένων	=	υπερεπεξεργασμένος
υπερεπιπέδου	=	υπερεπίπεδο
υπερεπιπέδων	=	υπερεπίπεδο
υπερεργασία	noun	η απασχόληση πέντε ωρών επιπλέον την εβδομάδα (για σαραντάωρη εβδομαδιαία εργασία) και οκτώ ωρών επιπλέον την εβδομάδα (για εξαήμερη απασχόληση)
υπερεργασίας	noun	γενική ενικού του υπερεργασία
υπερεργασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερεργασία
υπερεργασιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερεργασία
υπερερμηνεία	noun	η αυθαίρετη εξαγωγή συμπερασμάτων (ερμηνεία) από ελάχιστες πληροφορίες που δεν δίνουν αρκετά στοιχεία για αυτά
υπερερμηνείας	=	υπερερμηνεία
υπερερμηνείες	=	υπερερμηνεία
υπερερμηνειών	=	υπερερμηνεία
υπερεσόδων	=	υπερέσοδα
υπερευαίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερευαίσθητο
υπερευαίσθητε	adj	κλητική ενικού του υπερευαίσθητος
υπερευαίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερευαίσθητη
υπερευαίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερευαίσθητος
υπερευαίσθητης	adj	γενική ενικού του υπερευαίσθητη
υπερευαίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του υπερευαίσθητος
υπερευαίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερευαίσθητος
υπερευαίσθητος	adj	που είναι υπερβολικά ευαίσθητος
υπερευαίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερευαίσθητος
υπερευαίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερευαίσθητος
υπερευαίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερευαίσθητος
υπερευαισθησία	noun	εξαιρετικά μεγάλη, συνήθως παθολογικά, ευαισθησία
υπερευαισθησίας	noun	γενική ενικού του υπερευαισθησία
υπερευαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερευαισθησία
υπερευαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερευαισθησία
υπερευφυΐα	noun	υποθετικός ευφυής πράκτορας του οποίου η νοημοσύνη είναι κατά πολύ ανώτερη από την ανθρώπινη
υπερευφυΐας	=	υπερευφυΐα
υπερευφυΐες	=	υπερευφυΐα
υπερευχαρίστει	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαρίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαρίστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαρίστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαρίστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσαν	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσανε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερευχαριστεί	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστείς	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστείτε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερευχαριστημένο
υπερευχαριστημένε	verb	κλητική ενικού του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερευχαριστημένη
υπερευχαριστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστημένης	verb	γενική ενικού του υπερευχαριστημένη
υπερευχαριστημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερευχαριστημένος
υπερευχαριστούμε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούν	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούνε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσα	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσαμε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσαν	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσανε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσατε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσε	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστούσες	=	υπερευχαριστώ
υπερευχαριστώ	verb	ευχαριστώ πάρα πολύ
υπερευχαριστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερευχαριστώ
υπερεφαρμογές	=	υπερεφαρμογή
υπερεφαρμογή	noun	κορυφαία εφαρμογή
υπερεφαρμογής	=	υπερεφαρμογή
υπερεφαρμογών	=	υπερεφαρμογή
υπερεχουσών	=	υπερέχων
υπερεχούσης	=	υπερέχων
υπερεχόντων	=	υπερέχων
υπερζήτηση	noun	η υπερβολική ζήτηση
υπερζήτησης	=	υπερζήτηση
υπερζητήσεις	=	υπερζήτηση
υπερζητήσεων	=	υπερζήτηση
υπερηλίκων	=	υπερήλικας
υπερημερία	noun	το να περνάει κάποια προθεσμία χωρίς να έχουν εκπληρωθεί υποχρεώσεις
υπερημερίας	noun	γενική ενικού του υπερημερία
υπερημερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερημερία
υπερημεριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερημερία
υπερηρωίδα	noun	θηλυκό του υπερήρωας
υπερηρωίδας	=	υπερηρωίδα
υπερηρωίδες	=	υπερηρωίδα
υπερηρωίδων	=	υπερηρωίδα
υπερηρώων	=	υπερήρωας
υπερηφάνεια	noun	το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του
υπερηφάνειας	noun	γενική ενικού του υπερηφάνεια
υπερηφάνειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηφάνεια
υπερηφανειών	noun	γενική πληθυντικού του υπερηφάνεια
υπερηφανευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηφανευμένο
υπερηφανευμένε	verb	κλητική ενικού του υπερηφανευμένος
υπερηφανευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηφανευμένη
υπερηφανευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερηφανευμένος
υπερηφανευμένης	verb	γενική ενικού του υπερηφανευμένη
υπερηφανευμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερηφανευμένος
υπερηφανευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερηφανευμένος
υπερηφανευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερηφανευμένος
υπερηφανευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερηφανευμένος
υπερηφανευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερηφανευμένος
υπερηφανευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανεύομαι	verb	εκδηλώνω την περηφάνια μου για κάποιο προσόν ή επίτευγμά μου
υπερηφανεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηφανεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερηφανεύομαι
υπερηχητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηχητικό
υπερηχητικέ	adj	κλητική ενικού του υπερηχητικός
υπερηχητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηχητική
υπερηχητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερηχητικός
υπερηχητικής	adj	γενική ενικού του υπερηχητική
υπερηχητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερηχητικός
υπερηχητικού	adj	γενική ενικού του υπερηχητικός
υπερηχητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερηχητικός
υπερηχητικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερηχητικός
υπερηχητικός	adj	που αναπτύσσει ταχύτητα μεγαλύτερη από την ταχύτητα του ήχου στον αέρα
υπερηχητικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερηχητικός
υπερηχογράφε	noun	κλητική ενικού του υπερηχογράφος
υπερηχογράφημα	noun	η ιατρική εξέταση για την απεικόνιση των εσωτερικών οργάνων με τη χρήση υπερήχων
υπερηχογράφο	noun	αιτιατική ενικού του υπερηχογράφος
υπερηχογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερηχογράφος
υπερηχογράφος	noun	μηχάνημα με το οποίο γίνονται υπερηχογραφίες
υπερηχογράφου	noun	γενική ενικού του υπερηχογράφος
υπερηχογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερηχογράφος
υπερηχογράφων	noun	γενική πληθυντικού του υπερηχογράφος
υπερηχογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηχογράφημα
υπερηχογραφήματος	noun	γενική ενικού του υπερηχογράφημα
υπερηχογραφία	noun	η χρήση υπερήχων, ώστε να παραχθούν διαγνωστικές απεικονίσεις των εσωτερικών οργάνων του σώματος ή ενός εμβρύου
υπερηχογραφίας	noun	γενική ενικού του υπερηχογραφία
υπερηχογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηχογραφία
υπερηχογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπερηχογράφημα
υπερηχογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηχογραφικό
υπερηχογραφικέ	adj	κλητική ενικού του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερηχογραφική
υπερηχογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφικής	adj	γενική ενικού του υπερηχογραφική
υπερηχογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφικού	adj	γενική ενικού του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφικός	adj	που έχει σχέση με υπερηχογραφία ή υπερηχογράφο ή αναφέρεται σ' αυτά
υπερηχογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερηχογραφικός
υπερηχογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερηχογραφία
υπερηχοθεραπεία	noun	θεραπεία με χρήση υπερήχων
υπερηχοθεραπείας	noun	γενική ενικού του υπερηχοθεραπεία
υπερηχοθεραπείες	=	υπερηχοθεραπεία
υπερηχοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του υπερηχοθεραπεία
υπερηχοκαρδιογραφία	noun	απεικονιστική μέθοδος που χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα υψηλής συχνότητας (υπερήχους) για τη μελέτη της δομής και της λειτουργίας της καρδιάς σε πραγματικό χρόνο
υπερηχοκαρδιογραφίας	=	υπερηχοκαρδιογραφία
υπερηχοκαρδιογραφίες	=	υπερηχοκαρδιογραφία
υπερηχοκαρδιογραφιών	=	υπερηχοκαρδιογραφία
υπερηχοϊκά	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκέ	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκές	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκή	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκής	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκοί	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκού	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκούς	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκό	=	υπερηχοϊκός
υπερηχοϊκός	adj	που παράγει περισσότερη ηχώ από το περιβάλλον του, που αντανακλά πιο έντονα τα ηχητικά κύματα
υπερηχοϊκών	=	υπερηχοϊκός
υπερθέαμα	noun	εντυπωσιακό θέαμα (στον κινηματογράφο, στο θέατρο κ.λπ.), πλούσια παραγωγή με χορευτικά, μουσική κ.ά.
υπερθέρμαινα	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμαιναν	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμαινε	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμαινες	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμανα	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμαναν	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμανε	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμανες	=	υπερθερμαίνω
υπερθέρμανση	noun	η υπερβολική θέρμανση, όταν κάτι (συνήθως μηχανή) θερμαίνεται σε βαθμό υψηλότερο από τις προδιαγραφές των κατασκευαστών του
υπερθέρμανσης	=	υπερθέρμανση
υπερθέσεις	=	υπέρθεση
υπερθέσεων	=	υπέρθεση
υπερθήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπέρθημα
υπερθήματος	noun	γενική ενικού του υπέρθημα
υπερθεάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθέαμα
υπερθεάματος	noun	γενική ενικού του υπερθέαμα
υπερθεαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπερθέαμα
υπερθεμάτιζα	=	υπερθεματίζω
υπερθεμάτιζαν	=	υπερθεματίζω
υπερθεμάτιζε	=	υπερθεματίζω
υπερθεμάτιζες	=	υπερθεματίζω
υπερθεμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεμάτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερθεματίζω
υπερθεμάτισης	=	υπερθεμάτιση
υπερθεματίζαμε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζαν	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζανε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζατε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζει	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζεις	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζετε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζοντας	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζουμε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζουν	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζουνε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίζω	verb	κάνω την πιο υψηλή προσφορά σε πλειστηριασμό
υπερθεματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίσαν	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίσανε	=	υπερθεματίζω
υπερθεματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθεμάτιση
υπερθεματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίσεων	=	υπερθεμάτιση
υπερθεματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματίστρια	noun	θηλυκό του υπερθεματιστής
υπερθεματίστριας	=	υπερθεματίστρια
υπερθεματίστριες	=	υπερθεματίστρια
υπερθεματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερθεματίζω
υπερθεματισμέ	=	υπερθεματισμός
υπερθεματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθεματισμένο
υπερθεματισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθεματισμένη
υπερθεματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμένης	verb	γενική ενικού του υπερθεματισμένη
υπερθεματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερθεματισμένος
υπερθεματισμοί	=	υπερθεματισμός
υπερθεματισμού	=	υπερθεματισμός
υπερθεματισμούς	=	υπερθεματισμός
υπερθεματισμό	=	υπερθεματισμός
υπερθεματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερθεματίζω
υπερθεματισμών	=	υπερθεματισμός
υπερθεματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθεματιστής
υπερθεματιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπερθεματιστής
υπερθεματιστής	noun	ο πλειοδότης, αυτός ο οποίος δίνει την πιο υψηλή προσφορά κατά τη διαδικασία ενός δημόσιου πλειστηριασμού
υπερθεματιστριών	=	υπερθεματίστρια
υπερθεματιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπερθεματιστής
υπερθερμάναμε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμάναν	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμάνανε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμάνατε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμάνει	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμάνετε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμάνσεις	=	υπερθέρμανση
υπερθερμάνσεων	=	υπερθέρμανση
υπερθερμία	noun	θερμοκρασία σώματος αυξημένη πάνω από το φυσιολογικό εύρος· ασυνήθιστα υψηλός πυρετός
υπερθερμίας	noun	γενική ενικού του υπερθερμία
υπερθερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθερμία
υπερθερμαίναμε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίναν	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνανε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνατε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνει	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνεις	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνετε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνοντας	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνουμε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνουν	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνουνε	=	υπερθερμαίνω
υπερθερμαίνω	verb	θερμαίνω κάτι σε υψηλούς βαθμούς, σε θερμοκρασία υψηλότερη από όσο πρέπει
υπερθερμικά	=	υπερθερμικός
υπερθερμικέ	=	υπερθερμικός
υπερθερμικές	=	υπερθερμικός
υπερθερμική	=	υπερθερμικός
υπερθερμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπερθερμική) του υπερθερμικός
υπερθερμικοί	=	υπερθερμικός
υπερθερμικού	=	υπερθερμικός
υπερθερμικούς	=	υπερθερμικός
υπερθερμικό	=	υπερθερμικός
υπερθερμικός	adj	που έχει σχέση με την εφαρμογή υψηλών θερμοκρασιών για θεραπευτικούς σκοπούς ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπερθερμικών	=	υπερθερμικός
υπερθερμιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερθερμία
υπερθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπερθετικός	adv	σε υπερθετικό, σε υπερβολικό βαθμό
υπερθετικέ	adj	κλητική ενικού του υπερθετικός
υπερθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερθετική
υπερθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερθετικός
υπερθετικής	adj	γενική ενικού του υπερθετική
υπερθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερθετικός
υπερθετικού	adj	γενική ενικού του υπερθετικός
υπερθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερθετικός
υπερθετικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερθετικός
υπερθετικός	adj	βαθμός παραθετικών επιθέτου ή επιρρήματος που φανερώνει ότι η λέξη κατέχει την ιδιότητα που δηλώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό
υπερθετικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερθετικός
υπερθημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπέρθημα
υπερθρεψία	noun	κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός λαμβάνει θρεπτικά συστατικά σε ποσότητα που υπερβαίνει τις πραγματικές του ανάγκες, με συνέπεια μεταβολικές επιβαρύνσεις και συσσώρευση σωματικής μάζας που διαταράσσουν τη φυσιολογική λειτουργία του
υπερθρεψίας	=	υπερθρεψία
υπερθρεψίες	=	υπερθρεψία
υπερθρεψιών	=	υπερθρεψία
υπερθυμία	noun	η αύξηση του νευροψυχικού τόνου, που συνοδεύεται από αίσθημα σωματικής και ψυχικής ευεξίας και προκαλεί αυξημένη κινητική δραστηριότητα, παρουσιάζεται δε σε συνηθισμένες περιπτώσεις μανιοκατάθλιψης
υπερθυμίας	=	υπερθυμία
υπερθυμίες	=	υπερθυμία
υπερθυμιών	=	υπερθυμία
υπερθυρεοειδισμέ	noun	κλητική ενικού του υπερθυρεοειδισμός
υπερθυρεοειδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερθυρεοειδισμός
υπερθυρεοειδισμού	noun	γενική ενικού του υπερθυρεοειδισμός
υπερθυρεοειδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερθυρεοειδισμός
υπερθυρεοειδισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερθυρεοειδισμός
υπερθυρεοειδισμός	noun	η υπερβολική έκκριση ορμονών από τον θυρεοειδή αδένα
υπερθυρεοειδισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερθυρεοειδισμός
υπεριδεολογικά	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικέ	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικές	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογική	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικής	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικοί	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικού	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικούς	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικό	=	υπεριδεολογικός
υπεριδεολογικός	adj	περισσότερο από ιδεολογικός, που ξεπερνά την ιδεολογία
υπεριδεολογικών	=	υπεριδεολογικός
υπεριδρωσία	noun	υπερβολική έκκριση ιδρώτα
υπεριδρωσίας	=	υπεριδρωσία
υπεριδρωσίες	=	υπεριδρωσία
υπεριδρωσιών	=	υπεριδρωσία
υπεριδρώσεις	=	υπερίδρωση
υπεριδρώσεων	=	υπερίδρωση
υπερικά	=	υπερικό
υπερικέλαια	=	υπερικέλαιο
υπερικέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από το φυτό υπέρικο γνωστό από την ελληνική αρχαιότητα
υπερικέλαιου	=	υπερικέλαιο
υπερικέλαιων	=	υπερικέλαιο
υπερικελαίου	=	υπερικέλαιο
υπερικελαίων	=	υπερικέλαιο
υπερικού	=	υπερικό
υπερικό	noun	αρωματικό φυτό του γένους Hypericum, με χαρακτηριστικά κίτρινα άνθη, γνωστό από την αρχαιότητα για τις φαρμακευτικές και κατευναστικές του ιδιότητες
υπερικών	=	υπερικό
υπεριστορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεριστορικό
υπεριστορικέ	adj	κλητική ενικού του υπεριστορικός
υπεριστορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεριστορική
υπεριστορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεριστορικός
υπεριστορικής	adj	γενική ενικού του υπεριστορική
υπεριστορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεριστορικός
υπεριστορικού	adj	γενική ενικού του υπεριστορικός
υπεριστορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεριστορικός
υπεριστορικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεριστορικός
υπεριστορικός	adj	άλλη μορφή του διιστορικός
υπεριστορικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεριστορικός
υπερισχύαμε	=	υπερισχύω
υπερισχύαν	=	υπερισχύω
υπερισχύανε	=	υπερισχύω
υπερισχύατε	=	υπερισχύω
υπερισχύει	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύεις	=	υπερισχύω
υπερισχύετε	=	υπερισχύω
υπερισχύομε	=	υπερισχύω
υπερισχύοντας	=	υπερισχύω
υπερισχύουμε	=	υπερισχύω
υπερισχύουν	=	υπερισχύω
υπερισχύουνε	=	υπερισχύω
υπερισχύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσαν	=	υπερισχύω
υπερισχύσανε	=	υπερισχύω
υπερισχύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερίσχυση
υπερισχύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσεων	=	υπερίσχυση
υπερισχύσομε	=	υπερισχύω
υπερισχύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσουνε	=	υπερισχύω
υπερισχύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερισχύω
υπερισχύω	verb	αναδεικνύομαι σε ανώτερη θέση από κάποιον / κάτι άλλο
υπεριτών	=	υπερίτης
υπεριωδών	=	υπεριώδης
υπεριώδεις	=	υπεριώδης
υπεριώδες	=	υπεριώδης
υπεριώδη	=	υπεριώδης
υπεριώδης	adj	για ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες με μήκος κύματος πέρα από το ιώδες
υπεριώδους	=	υπεριώδης
υπερκάλυπτα	=	υπερκαλύπτω
υπερκάλυπταν	=	υπερκαλύπτω
υπερκάλυπτε	=	υπερκαλύπτω
υπερκάλυπτες	=	υπερκαλύπτω
υπερκάλυψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκάλυψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκάλυψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκάλυψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκάλυψη	noun	η κάλυψη πέρα από τις ανάγκες
υπερκάλυψης	=	υπερκάλυψη
υπερκέραζα	=	υπερκεράζω
υπερκέραζαν	=	υπερκεράζω
υπερκέραζε	=	υπερκεράζω
υπερκέραζες	=	υπερκεράζω
υπερκέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκέραση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερκεράζω
υπερκέρασης	noun	γενική ενικού του υπερκέραση
υπερκέρδη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκέρδος
υπερκέρδος	noun	το υπερβολικό κέρδος (συνήθως σε μικρό χρονικό διάστημα)
υπερκέρδους	=	υπερκέρδος
υπερκαινοφανές	=	υπερκαινοφανής
υπερκαινοφανή	=	υπερκαινοφανής
υπερκαινοφανής	adj	που είναι σουπερνόβα
υπερκαινοφανείς	=	υπερκαινοφανής
υπερκαινοφανούς	=	υπερκαινοφανής
υπερκαινοφανών	=	υπερκαινοφανής
υπερκαλλιέργεια	noun	υπερβολική, εξαντλητική καλλιέργεια
υπερκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του υπερκαλλιέργεια
υπερκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκαλλιέργεια
υπερκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του υπερκαλλιέργεια
υπερκαλυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκαλυμμένο
υπερκαλυμμένε	verb	κλητική ενικού του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκαλυμμένη
υπερκαλυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυμμένης	verb	γενική ενικού του υπερκαλυμμένη
υπερκαλυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυμμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερκαλυμμένος
υπερκαλυπτόμασταν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόμαστε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόμουν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόμουνα	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόντουσαν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόσασταν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόσαστε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόσουν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόσουνα	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτόταν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυπτότανε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθήκαν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυφθήκανε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλυφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλυφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλύπταμε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπταν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτανε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτατε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτει	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτεις	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτεσαι	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτεστε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτεται	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτετε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτονται	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτονταν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτοντας	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτουμε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτουν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτουνε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύπτω	verb	καλύπτω πλήρως, περισσότερο απ' ό,τι είναι απαραίτητο, έχοντας και περίσσευμα
υπερκαλύφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλύφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλύφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλύφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτομαι
υπερκαλύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψαν	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύψανε	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκάλυψη
υπερκαλύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψεων	=	υπερκάλυψη
υπερκαλύψου	=	υπερκαλύπτω
υπερκαλύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκαλύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκαλύπτω
υπερκανονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκανονικό
υπερκανονικέ	adj	κλητική ενικού του υπερκανονικός
υπερκανονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκανονική
υπερκανονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερκανονικός
υπερκανονικής	adj	γενική ενικού του υπερκανονική
υπερκανονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκανονικός
υπερκανονικού	adj	γενική ενικού του υπερκανονικός
υπερκανονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερκανονικός
υπερκανονικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερκανονικός
υπερκανονικός	adj|rare	που υπερβαίνει τα συνήθη όρια του κανονικού, εμφανίζοντας εξαιρετική κανονικότητα ή τυπικότητα σε υπερβολικό βαθμό
υπερκανονικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερκανονικός
υπερκαπνία	noun	η παθολογική κατάσταση που συνίσταται στην υπερβολική συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα σε τιμές μεγαλύτερες από 45 mmHg
υπερκαπνίας	=	υπερκαπνία
υπερκαπνίες	=	υπερκαπνία
υπερκαπνιών	=	υπερκαπνία
υπερκατάγραφε	=	υπερκαταγράφω
υπερκατάγραψε	=	υπερκαταγράφω
υπερκατάστημα	noun	μεγάλο κατάστημα, συνήθως υποκατάστημα αλυσίδας
υπερκατέγραφα	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραφαν	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραφε	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραφες	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραψα	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραψαν	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραψε	=	υπερκαταγράφω
υπερκατέγραψες	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφαμε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφαν	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφανε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφατε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφει	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφεις	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφετε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφοντας	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφουμε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφουν	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφουνε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράφω	verb	καταγράφω περισσότερα απ’ όσα στην πραγματικότητα υπάρχουν
υπερκαταγράψαμε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράψαν	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράψανε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράψατε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράψει	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγράψτε	=	υπερκαταγράφω
υπερκαταγραφές	=	υπερκαταγραφή
υπερκαταγραφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερκαταγράφω
υπερκαταγραφής	=	υπερκαταγραφή
υπερκαταγραφών	=	υπερκαταγραφή
υπερκατανάλωση	noun	η μεγάλη, υπερβολική κατανάλωση, η κατανάλωση που ξεπερνά ένα ορισμένο όριο
υπερκατανάλωσης	noun	γενική ενικού του υπερκατανάλωση
υπερκαταναλωτισμέ	noun	κλητική ενικού του υπερκαταναλωτισμός
υπερκαταναλωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκαταναλωτισμός
υπερκαταναλωτισμού	noun	γενική ενικού του υπερκαταναλωτισμός
υπερκαταναλωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερκαταναλωτισμός
υπερκαταναλωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερκαταναλωτισμός
υπερκαταναλωτισμός	noun	τάση για υπερκατανάλωση (ως κοινωνικό φαινόμενο)
υπερκαταναλωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερκαταναλωτισμός
υπερκαταναλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκατανάλωση
υπερκαταναλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερκατανάλωση
υπερκαταναλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερκατανάλωση
υπερκατασκευές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκατασκευή
υπερκατασκευή	noun	οποιαδήποτε μόνιμη κατασκευή υπερκείμενη άλλης
υπερκατασκευής	noun	υπερκατασκευή, στη γενική του ενικού
υπερκατασκευών	noun	υπερκατασκευή, στη γενική του πληθυντικού
υπερκαταστήματα	=	υπερκατάστημα
υπερκαταστήματος	=	υπερκατάστημα
υπερκαταστημάτων	=	υπερκατάστημα
υπερκείμενα	=	υπερκείμενο
υπερκείμενε	=	υπερκείμενος
υπερκείμενες	=	υπερκείμενος
υπερκείμενη	noun	γενικότερη (έννοια), ευρύτερη
υπερκείμενης	=	υπερκείμενος
υπερκείμενο	noun	hypertext: δυναμικό κείμενο, συλλογή ηλεκτρονικών εγγράφων που περιλαμβάνουν υπερσυνδέσμους (hyperlinks) μέσω των οποίων γίνεται η μετάβαση από το ένα έγγραφο στο άλλο
υπερκείμενοι	=	υπερκείμενος
υπερκείμενος	adj|formal	που υπέρκειται
υπερκείμενου	=	υπερκείμενο
υπερκείμενους	=	υπερκείμενος
υπερκείμενων	=	υπερκείμενος
υπερκειμένου	=	υπερκείμενο
υπερκειμένων	=	υπερκείμενο
υπερκειμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπερκειμενικός	adv	που γίνεται με τρόπο υπερκειμενικό, δυναμικό, με υπερσυνδέσμους
υπερκειμενικέ	adj	κλητική ενικού του υπερκειμενικός
υπερκειμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκειμενική
υπερκειμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερκειμενικός
υπερκειμενικής	adj	γενική ενικού του υπερκειμενική
υπερκειμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκειμενικός
υπερκειμενικού	adj	γενική ενικού του υπερκειμενικός
υπερκειμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερκειμενικός
υπερκειμενικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερκειμενικός
υπερκειμενικός	adj	που έχει σχέση με υπερκείμενο (hypertext) ή υπερκείμενα, που αφορά υπερκείμενο ή υπερκείμενα ή τον τρόπο με τον οποίο αυτά διασυνδέονται
υπερκειμενικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερκειμενικός
υπερκεράζαμε	=	υπερκεράζω
υπερκεράζαν	=	υπερκεράζω
υπερκεράζανε	=	υπερκεράζω
υπερκεράζατε	=	υπερκεράζω
υπερκεράζει	=	υπερκεράζω
υπερκεράζεις	=	υπερκεράζω
υπερκεράζεσαι	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράζεστε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράζεται	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράζετε	=	υπερκεράζω
υπερκεράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερκεράζω
υπερκεράζονται	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράζονταν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράζοντας	=	υπερκεράζω
υπερκεράζου	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράζουμε	=	υπερκεράζω
υπερκεράζουν	=	υπερκεράζω
υπερκεράζουνε	=	υπερκεράζω
υπερκεράζω	verb|formal	ξεπερνώ μια ενοχλητική κατάσταση, βγαίνω δυνατός από μια αναμέτρηση
υπερκεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράσαν	=	υπερκεράζω
υπερκεράσανε	=	υπερκεράζω
υπερκεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκέραση
υπερκεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερκέραση
υπερκεράσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερκέραση
υπερκεράσου	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράστηκα	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράστηκαν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράστηκε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράστηκες	=	υπερκεράζομαι
υπερκεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερκερώ
υπερκεράτωση	noun	πάχυνση της κεράτινης στοιβάδας του δέρματος λόγω υπερβολικής παραγωγής κερατίνης
υπερκεράτωσης	=	υπερκεράτωση
υπερκεραζόμασταν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόμαστε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόμουν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόμουνα	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόντουσαν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόσασταν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόσαστε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόσουν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόσουνα	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζόταν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραζότανε	=	υπερκεράζομαι
υπερκερασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκερασμένο
υπερκερασμένε	verb	κλητική ενικού του υπερκερασμένος
υπερκερασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκερασμένη
υπερκερασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερκερασμένος
υπερκερασμένης	verb	γενική ενικού του υπερκερασμένη
υπερκερασμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερκερασμένος
υπερκερασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκερασμένος
υπερκερασμένος	=	υπερκεράζομαι
υπερκερασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερκερασμένος
υπερκερασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερκερασμένος
υπερκερασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερκερασμένος
υπερκεραστήκαμε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραστήκαν	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραστήκανε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραστήκατε	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραστεί	=	υπερκεράζομαι
υπερκεραστείτε	=	υπερκεράζομαι
υπερκερατώσεις	=	υπερκεράτωση
υπερκερατώσεων	=	υπερκεράτωση
υπερκερδών	=	υπερκέρδος
υπερκερώ	verb	υπερβαίνω, ξεπερνώ, παρακάμπτω τα άκρα, δηλαδή τα κέρατα (από το κέρας) μιας εχθρικής συντεταγμένης παράταξης ούτως ώστε να περικυκλώσω το εχθρικό στράτευμα ή να υπερφαλλαγίσω τον εχθρό
υπερκερώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερκερώ
υπερκινητικά	=	υπερκινητικός
υπερκινητικέ	=	υπερκινητικός
υπερκινητικές	=	υπερκινητικός
υπερκινητική	=	υπερκινητικός
υπερκινητικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπερκινητική) του υπερκινητικός
υπερκινητικοί	=	υπερκινητικός
υπερκινητικοτήτων	=	υπερκινητικότητα
υπερκινητικού	=	υπερκινητικός
υπερκινητικούς	=	υπερκινητικός
υπερκινητικό	=	υπερκινητικός
υπερκινητικός	adj	ασθενής που δεν μπορεί να καταστείλει την τάση του για κίνηση
υπερκινητικότητα	noun	διαταραχή ενός ατόμου η οποία χαρακτηρίζεται από διάσπαση της προσοχής, παρορμητικότητα και υπερδραστηριότητα
υπερκινητικότητας	noun	γενική ενικού του υπερκινητικότητα
υπερκινητικότητες	=	υπερκινητικότητα
υπερκινητικών	=	υπερκινητικός
υπερκλάσεις	=	υπερκλάση
υπερκλάσεων	=	υπερκλάση
υπερκλάση	noun	κλάση από την οποία δημιουργούνται άλλες κλάσεις (οι υποκλάσεις), οι οποίες κληρονομούν τις ιδιότητες (τα μέλη δεδομένων) και τις μεθόδους της
υπερκλάσης	=	υπερκλάση
υπερκλειδί	noun	κάθε σύνολο γνωρισμάτων/στηλών (attributes/columns) μιάς σχέσης/πίνακα ενός σχεσιακού μοντέλου/σχεσιακής βάσης δεδομένων, που ταυτοποιεί μονοσήμαντα κάθε πλειάδα/γραμμή (tuple/row).
υπερκλειδιά	=	υπερκλειδί
υπερκλειδιού	=	υπερκλειδί
υπερκλειδιών	=	υπερκλειδί
υπερκοινωνικοτήτων	=	υπερκοινωνικότητα
υπερκοινωνικότητα	noun	η άκριτη, υπερβολική κοινωνικότητα· η εγκαρδιότητα με εντελώς αγνώστους
υπερκοινωνικότητας	=	υπερκοινωνικότητα
υπερκοινωνικότητες	=	υπερκοινωνικότητα
υπερκομματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκομματικό
υπερκομματικέ	adj	κλητική ενικού του υπερκομματικός
υπερκομματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκομματική
υπερκομματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερκομματικός
υπερκομματικής	adj	γενική ενικού του υπερκομματική
υπερκομματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκομματικός
υπερκομματικού	adj	γενική ενικού του υπερκομματικός
υπερκομματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερκομματικός
υπερκομματικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερκομματικός
υπερκομματικός	adj	που ξεπερνά τα συμφέροντα ενός μόνο πολιτικού κόμματος
υπερκομματικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερκομματικός
υπερκονδυλίου	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδυλίους	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδυλίων	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλια	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιας	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιε	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιες	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιο	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιοι	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιος	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει πάνω από έναν κόνδυλο, συνήθως αναφερόμενος σε κατάγματα ή ανατομικές δομές των οστών
υπερκονδύλιου	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιους	=	υπερκονδύλιος
υπερκονδύλιων	=	υπερκονδύλιος
υπερκοπιάζω	verb|rare	κοπιάζω υπερβολικά ή παθαίνω υπερκόπωση
υπερκοπωμένος	adj|rare	που έχει υπερκοπιάσει
υπερκοπώσεις	=	υπερκόπωση
υπερκοπώσεων	=	υπερκόπωση
υπερκορεσμέ	noun	κλητική ενικού του υπερκορεσμός
υπερκορεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκορεσμένο
υπερκορεσμένε	verb	κλητική ενικού του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερκορεσμένη
υπερκορεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμένης	verb	γενική ενικού του υπερκορεσμένη
υπερκορεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμένος	verb	που έχει κορεστεί σε υπερβολικό βαθμό, γεμάτος πέρα από τα όρια
υπερκορεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερκορεσμένος
υπερκορεσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερκορεσμός
υπερκορεσμού	noun	γενική ενικού του υπερκορεσμός
υπερκορεσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερκορεσμός
υπερκορεσμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερκορεσμός
υπερκορεσμός	noun	υπερβολικός κορεσμός
υπερκορεσμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερκορεσμός
υπερκοστολογήσεις	=	υπερκοστολόγηση
υπερκοστολογήσεων	=	υπερκοστολόγηση
υπερκοστολόγηση	noun	το αποτέλεσμα υπερβολικής κοστολόγησης
υπερκοστολόγησης	=	υπερκοστολόγηση
υπερκράτη	=	υπερκράτος
υπερκράτος	noun	πολιτική ή διοικητική οντότητα που υπερβαίνει τα εθνικά κράτη, είτε ως ένωση πολλών κρατών με κεντρική εξουσία είτε ως ένας υπερβολικά ισχυρός κρατικός μηχανισμός
υπερκράτους	=	υπερκράτος
υπερκρατών	=	υπερκράτος
υπερκυβέρνηση	noun	ομάδα ατόμων που λειτουργεί ως ανώτατο επίπεδο διακυβέρνησης
υπερκυβέρνησης	=	υπερκυβέρνηση
υπερκυβερνήσεις	=	υπερκυβέρνηση
υπερκυβερνήσεων	=	υπερκυβέρνηση
υπερκόπωση	noun	η υπερβολική κούραση και οι συνέπειές της καθώς και η συνακόλουθη εξασθένιση ενός οργανισμού
υπερκόπωσης	=	υπερκόπωση
υπερκόσμια	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιας	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιε	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιες	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιο	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιοι	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιος	adj|formal	που βρίσκεται ή φαίνεται ότι βρίσκεται πέρα από τον αισθητό και εμπειρικό κόσμο, αναφερόμενος σε μια υπερβατική ή πνευματική διάσταση
υπερκόσμιου	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιους	=	υπερκόσμιος
υπερκόσμιων	=	υπερκόσμιος
υπερλίπωση	noun	η υπερβολική αύξηση, τοπική ή γενική του λιπώδους ιστού του σώματος.
υπερλίπωσης	=	υπερλίπωση
υπερλειτουργήσαμε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργήσαν	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργήσανε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργήσατε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργήσει	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργήστε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργία	noun	λειτουργία ενός οργάνου, συστήματος ή μηχανισμού με ένταση ανώτερη από τη φυσιολογική ή επιθυμητή, συχνά με δυσμενείς συνέπειες
υπερλειτουργίας	=	υπερλειτουργία
υπερλειτουργίες	=	υπερλειτουργία
υπερλειτουργεί	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργείς	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργείτε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργικά	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικέ	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικές	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργική	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικής	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικοί	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικού	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικούς	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικό	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργικός	adj	που έχει σχέση με υπερλειτουργία ή αναφέρεται σʼ αυτή
υπερλειτουργικών	=	υπερλειτουργικός
υπερλειτουργιών	=	υπερλειτουργία
υπερλειτουργούμε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούν	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούνε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσα	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσαμε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσαν	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσανε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσατε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργούσες	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτουργώ	verb	βρίσκομαι σε υπερλειτουργία
υπερλειτουργώντας	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτούργει	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτούργησα	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτούργησαν	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτούργησε	=	υπερλειτουργώ
υπερλειτούργησες	=	υπερλειτουργώ
υπερλιπιδαιμία	noun	υπερβολική αύξηση του αριθμού των λιπιδίων στο αίμα
υπερλιπιδαιμίας	=	υπερλιπιδαιμία
υπερλιπιδαιμίες	=	υπερλιπιδαιμία
υπερλιπιδαιμιών	=	υπερλιπιδαιμία
υπερλιπώσεις	=	υπερλίπωση
υπερλιπώσεων	=	υπερλίπωση
υπερμάχου	=	υπέρμαχος
υπερμάχους	=	υπέρμαχος
υπερμάχων	=	υπέρμαχος
υπερμέγεθες	=	υπερμεγέθης
υπερμέσα	noun	hypermedia: το υπερκείμενο που περιέχει εικόνες, ήχο, γραφικά, βίντεο, κλπ.
υπερμέσων	=	υπερμέσα
υπερμέτρωπα	=	υπερμέτρωπας
υπερμέτρωπας	noun	αυτός που έχει υπερμετρωπία
υπερμέτρωπες	=	υπερμέτρωπας
υπερμέτρωψ	noun|formal	άλλη μορφή του υπερμέτρωπας
υπερμαραθωνοδρόμε	=	υπερμαραθωνοδρόμος
υπερμαραθωνοδρόμο	=	υπερμαραθωνοδρόμος
υπερμαραθωνοδρόμοι	=	υπερμαραθωνοδρόμος
υπερμαραθωνοδρόμος	noun	που τρέχει αποστάσεις πολύ μεγαλύτερες από τον μαραθώνιο (υπεραποστάσεις) ή τρέχει πολλές φορές τον μαραθώνιο δρόμο σε μικρό χρονικό διάστημα
υπερμαραθωνοδρόμου	=	υπερμαραθωνοδρόμος
υπερμαραθωνοδρόμους	=	υπερμαραθωνοδρόμος
υπερμαραθωνοδρόμων	=	υπερμαραθωνοδρόμος
υπερμαχώ	verb|formal	γίνομαι υπέρμαχος
υπερμαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερμαχώ
υπερμεγέθεις	=	υπερμεγέθης
υπερμεγέθη	=	υπερμεγέθης
υπερμεγέθης	adj	που έχει υπερβολικές διαστάσεις
υπερμεγέθους	=	υπερμεγέθης
υπερμεγέθων	=	υπερμεγέθης
υπερμελάγχρωση	noun	μη μολυσματική, μη μεταδοτική δερματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από εμφάνιση καφέ κηλίδων σε κάποια σημεία του ανθρώπινου σώματος και οφείλεται κυρίως στην υπερβολική έκθεση στον ήλιο και δευτερευόντως σε άλλα αίτια όπως ακμή, έκζεμα, θεραπεία με laser, χρόνιο άγχος, ατμοσφαιρική ρύπανση, κ.α.
υπερμελάγχρωσης	=	υπερμελάγχρωση
υπερμελαγχρώσεις	=	υπερμελάγχρωση
υπερμελαγχρώσεων	=	υπερμελάγχρωση
υπερμετάδοση	noun	((επιδημιολογία) η ταχύτατη μετάδοση (ασθένειας / πληροφορίας κ.λπ.
υπερμετάδοσης	=	υπερμετάδοση
υπερμετάφραση	noun	η μεταφραστική πρακτική όπου διατηρούνται στοιχεία του πρωτοτύπου που θα έπρεπε να παραλειφθούν, καθώς υπονοούνται στη γλώσσα–στόχο, οδηγώντας σε περιττή λεπτομέρεια
υπερμετάφρασης	=	υπερμετάφραση
υπερμεταδοτικά	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικέ	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικές	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτική	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπερμεταδοτική) του υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικοί	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικού	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικούς	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικό	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτικός	adj	που έχει σχέση με την υπερμετάδοση ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπερμεταδοτικών	=	υπερμεταδοτικός
υπερμεταδοτών	=	υπερμεταδότης
υπερμεταδόσεις	=	υπερμετάδοση
υπερμεταδόσεων	=	υπερμετάδοση
υπερμεταδότες	=	υπερμεταδότης
υπερμεταδότη	=	υπερμεταδότης
υπερμεταδότης	noun	μολυσματικός οργανισμός προσβεβλημένος από μία νόσο που [[μολύνω|μολύνει] ασυνήθιστα πολλούς άλλους
υπερμεταφράσεις	=	υπερμετάφραση
υπερμεταφράσεων	=	υπερμετάφραση
υπερμετρωπία	noun	ανωμαλία της όρασης εξαιτίας της οποίας ο πάσχων δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά τα κοντινά αντικείμενα, επειδή το είδωλο σχηματίζεται πίσω από τον αμφιβληστροειδή και όχι επάνω σ' αυτόν
υπερμετρωπίας	noun	γενική ενικού του υπερμετρωπία
υπερμετρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερμετρωπία
υπερμετρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερμετρωπία
υπερμετρώπων	=	υπερμέτρωπας
υπερμικροβίου	=	υπερμικρόβιο
υπερμικροβίων	=	υπερμικρόβιο
υπερμικρόβια	=	υπερμικρόβιο
υπερμικρόβιο	noun	μικρόβιο που είναι πιο ανθεκτικό σε αντιβιωτικά απ’ ό,τι άλλα μικρόβια
υπερμικρόβιου	=	υπερμικρόβιο
υπερμνήμον	=	υπερμνήμων
υπερμνήμονα	=	υπερμνήμονας
υπερμνήμονας	noun	άλλη μορφή του υπερμνήμων
υπερμνήμονες	=	υπερμνήμονας
υπερμνήμονος	=	υπερμνήμονας
υπερμνήμων	noun	που θυμάται πάρα πολλά, που συγκρατεί στη μνήμη του περισσότερα από κάποιον συνηθισμένο άνθρωπο
υπερμνημόνων	=	υπερμνήμονας
υπερμνησία	noun	η κατάσταση του υπερμνήμονα, το να θυμάται κάποιος πάρα πολλά, να συγκρατεί στη μνήμη του περισσότερα από κάποιον συνηθισμένο άνθρωπο
υπερμνησίας	noun	γενική ενικού του υπερμνησία
υπερμνησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερμνησία
υπερμνησιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερμνησία
υπερμολύνσεις	=	υπερμόλυνση
υπερμολύνσεων	=	υπερμόλυνση
υπερμοντέρνα	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνας	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνε	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνες	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνο	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνοι	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνος	adj	υπερσύγχρονος
υπερμοντέρνου	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνους	=	υπερμοντέρνος
υπερμοντέρνων	=	υπερμοντέρνος
υπερμοχλεύσεις	=	υπερμόχλευση
υπερμοχλεύσεων	=	υπερμόχλευση
υπερμόλυνση	noun	η υπερβολική μόλυνση
υπερμόλυνσης	=	υπερμόλυνση
υπερμόχλευση	noun	η κατάσταση κατά την οποία ένας οργανισμός ή άτομο έχει υπερβολικό δανεισμό σε σχέση με τα ίδια κεφάλαιά του, προκειμένου να αυξηθεί η ικανότητα να επενδύσει και να έχει υψηλότερες αποδόσεις, αυξάνοντας όμως παράλληλα τον κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής
υπερμόχλευσης	=	υπερμόχλευση
υπερνίκα	=	υπερνικώ
υπερνίκαγε	=	υπερνικώ
υπερνίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνίκηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερνικώ
υπερνίκησης	=	υπερνίκηση
υπερνατριαιμία	noun	αφύσικα υψηλή συγκέντρωση νατρίου στο πλάσμα του αίματος
υπερνατριαιμίας	=	υπερνατριαιμία
υπερνατριαιμίες	=	υπερνατριαιμία
υπερνατριαιμιών	=	υπερνατριαιμία
υπερνικά	=	υπερνικώ
υπερνικάει	=	υπερνικώ
υπερνικάμε	=	υπερνικώ
υπερνικάν	=	υπερνικώ
υπερνικάνε	=	υπερνικώ
υπερνικάς	=	υπερνικώ
υπερνικάσαι	=	υπερνικώμαι
υπερνικάσθε	=	υπερνικώμαι
υπερνικάστε	=	υπερνικώμαι
υπερνικάται	=	υπερνικώμαι
υπερνικάτε	=	υπερνικώ
υπερνικάω	=	υπερνικώ
υπερνικήθηκα	=	υπερνικώμαι
υπερνικήθηκαν	=	υπερνικώμαι
υπερνικήθηκε	=	υπερνικώμαι
υπερνικήθηκες	=	υπερνικώμαι
υπερνικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήσαν	=	υπερνικώ
υπερνικήσανε	=	υπερνικώ
υπερνικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερνίκηση
υπερνικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήσεων	=	υπερνίκηση
υπερνικήσου	=	υπερνικώμαι
υπερνικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικηθήκαμε	=	υπερνικώμαι
υπερνικηθήκαν	=	υπερνικώμαι
υπερνικηθήκανε	=	υπερνικώμαι
υπερνικηθήκατε	=	υπερνικώμαι
υπερνικηθεί	=	υπερνικώμαι
υπερνικηθείτε	=	υπερνικώμαι
υπερνικημένα	=	υπερνικημένος
υπερνικημένε	=	υπερνικημένος
υπερνικημένες	=	υπερνικημένος
υπερνικημένη	=	υπερνικημένος
υπερνικημένης	=	υπερνικημένος
υπερνικημένο	=	υπερνικημένος
υπερνικημένοι	=	υπερνικημένος
υπερνικημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερνικώ
υπερνικημένου	=	υπερνικημένος
υπερνικημένους	=	υπερνικημένος
υπερνικημένων	=	υπερνικημένος
υπερνικιέμαι	=	υπερνικώ
υπερνικούμε	=	υπερνικώ
υπερνικούν	=	υπερνικώ
υπερνικούνε	=	υπερνικώ
υπερνικούσα	=	υπερνικώ
υπερνικούσαμε	=	υπερνικώ
υπερνικούσαν	=	υπερνικώ
υπερνικούσανε	=	υπερνικώ
υπερνικούσατε	=	υπερνικώ
υπερνικούσε	=	υπερνικώ
υπερνικούσες	=	υπερνικώ
υπερνικόμασταν	=	υπερνικώμαι
υπερνικόμαστε	=	υπερνικώμαι
υπερνικόμουν	=	υπερνικώμαι
υπερνικόνταν	=	υπερνικώμαι
υπερνικόντουσαν	=	υπερνικώμαι
υπερνικόσασταν	=	υπερνικώμαι
υπερνικόσουν	=	υπερνικώμαι
υπερνικόταν	=	υπερνικώμαι
υπερνικώ	verb	τα καταφέρνω στα δύσκολα, ξεπερνώ αντιξοότητα
υπερνικώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερνικώ
υπερνικώμεθα	=	υπερνικώμαι
υπερνικώνται	=	υπερνικώμαι
υπερνικώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερνικώ
υπερογδοντάχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερογδοντάχρονο
υπερογδοντάχρονε	adj	κλητική ενικού του υπερογδοντάχρονος
υπερογδοντάχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερογδοντάχρονη
υπερογδοντάχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερογδοντάχρονος
υπερογδοντάχρονης	adj	γενική ενικού του υπερογδοντάχρονη
υπερογδοντάχρονο	adj	αιτιατική ενικού του υπερογδοντάχρονος
υπερογδοντάχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερογδοντάχρονος
υπερογδοντάχρονος	adj	που είναι πάνω από ογδόντα ετών
υπερογδοντάχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερογδοντάχρονος
υπερογδοντάχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερογδοντάχρονος
υπερογδοντάχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερογδοντάχρονος
υπερογδονταετές	=	υπερογδονταετής
υπερογδονταετή	=	υπερογδονταετής
υπερογδονταετής	adj	που είναι πάνω από ογδόντα ετών
υπερογδονταετείς	=	υπερογδονταετής
υπερογδονταετη	=	υπερογδονταετής
υπερογδονταετο	=	υπερογδονταετής
υπερογδονταετούς	=	υπερογδονταετής
υπερογδονταετών	=	υπερογδονταετής
υπεροκτάεδρα	=	υπεροκτάεδρο
υπεροκτάεδρο	noun	η γενίκευση του οκταέδρου σε n διαστάσεις, ένα κανονικό πολυτοπικό σχήμα με 2n κορυφές που βρίσκονται συμμετρικά ως προς την αρχή των αξόνων
υπεροκτάεδρου	=	υπεροκτάεδρο
υπεροκτάεδρων	=	υπεροκτάεδρο
υπεροκταέδρου	=	υπεροκτάεδρο
υπεροκταέδρων	=	υπεροκτάεδρο
υπερομοταξία	noun	ταξινομική βαθμίδα ανώτερη της ομοταξίας
υπερομοταξίας	noun	γενική ενικού του υπερομοταξία
υπερομοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερομοταξία
υπερομοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερομοταξία
υπεροξείδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεροξείδιο
υπεροξείδιο	noun	χημική ένωση που περιέχει στο μόριό της δύο άτομα οξυγόνου συνδεδεμένα μεταξύ τους με έναν απλό ομοιοπολικό δεσμό, μπορούν να είναι είτε ανόργανες είτε οργανικές και εμφανίζουν ισχυρές οξειδωτικές ιδιότητες
υπεροξείδιου	=	υπεροξείδιο
υπεροξειδίου	noun	γενική ενικού του υπεροξείδιο
υπεροξειδίων	noun	γενική πληθυντικού του υπεροξείδιο
υπεροπλία	noun	η υπεροχή σε όπλα ως προς τον αντίπαλο
υπεροπλίας	noun	γενική ενικού του υπεροπλία
υπεροπλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεροπλία
υπεροπλιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεροπλία
υπεροπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπεροπτικός	adv	με υπεροπτικό τρόπο, με υπεροψία
υπεροπτικέ	adj	κλητική ενικού του υπεροπτικός
υπεροπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεροπτική
υπεροπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεροπτικός
υπεροπτικής	adj	γενική ενικού του υπεροπτική
υπεροπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεροπτικός
υπεροπτικού	adj	γενική ενικού του υπεροπτικός
υπεροπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεροπτικός
υπεροπτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπεροπτικός
υπεροπτικός	adj	που χαρακτηρίζεται από υπεροψία, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και περιφρόνηση για τους άλλους
υπεροπτικότατα	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατε	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατες	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατη	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατης	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατο	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατοι	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατος	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατου	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατους	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότατων	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερα	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερε	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερες	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερη	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερης	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερο	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότεροι	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερος	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερου	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερους	=	υπεροπτικός
υπεροπτικότερων	=	υπεροπτικός
υπεροπτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπεροπτικός
υπεροπτισσών	noun	γενική πληθυντικού του υπερόπτισσα
υπεροπτών	=	υπερόπτης
υπερορία	noun	εξαναγκασμός ατόμου σε απομάκρυνση πέρα από τα όρια του κράτους που διαμένει
υπερορίας	noun	γενική ενικού του υπερορία
υπερορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερορία
υπερορθόδοξα	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξε	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξες	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξη	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξης	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξο	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξοι	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξος	adj	που εφαρμόζει απαρέγκλιτα όσα η σωστή (κατά τη γνώμη του) πίστη του ορίζει, φτάνοντας σε ακρότητες
υπερορθόδοξου	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξους	=	υπερορθόδοξος
υπερορθόδοξων	=	υπερορθόδοξος
υπεροριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερορία
υπεροσμία	noun	η οξυμένη και αυξημένη αίσθηση οσμής
υπεροσμίας	noun	γενική ενικού του υπεροσμία
υπεροσμίες	=	υπεροσμία
υπεροσμιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεροσμία
υπερουράνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερουράνιος
υπερουράνιας	adj	γενική ενικού του υπερουράνια
υπερουράνιε	adj	κλητική ενικού του υπερουράνιος
υπερουράνιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερουράνιη
υπερουράνιο	adj	αιτιατική ενικού του υπερουράνιος
υπερουράνιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερουράνιος
υπερουράνιος	adj	που έχει ατομικό αριθμό πάνω από 92
υπερουράνιου	adj	γενική ενικού του υπερουράνιος
υπερουράνιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερουράνιος
υπερουράνιων	adj	γενική πληθυντικού του υπερουράνιος
υπερουσιοτήτων	=	υπερουσιότητα
υπερουσιότητα	noun|formal	η ιδιότητα ή η κατάσταση του υπερούσιου
υπερουσιότητας	=	υπερουσιότητα
υπερουσιότητες	=	υπερουσιότητα
υπεροχές	=	υπεροχή
υπεροχή	noun	το να υπερέχει κάποιος, να είναι καλύτερος από κάποιους άλλους
υπεροχής	=	υπεροχή
υπεροχών	=	υπεροχή
υπεροψία	noun	το να έχει κανείς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και η συνακόλουθη περιφρόνηση για τους άλλους
υπεροψίας	noun	γενική ενικού του υπεροψία
υπεροψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεροψία
υπεροψιών	noun	γενική πληθυντικού του υπεροψία
υπερούσια	=	υπερούσιος
υπερούσιας	=	υπερούσιος
υπερούσιε	=	υπερούσιος
υπερούσιες	=	υπερούσιος
υπερούσιο	=	υπερούσιος
υπερούσιοι	=	υπερούσιος
υπερούσιος	adj|formal	που είναι πάνω και πέρα από την ουσία, την ύλη, που δεν γίνεται κατανοητός με τις αισθήσεις
υπερούσιου	=	υπερούσιος
υπερούσιους	=	υπερούσιος
υπερούσιων	=	υπερούσιος
υπερπέραν	noun	ο κόσμος που θεωρείται ότι υπάρχει μετά το τέλος της ζωής
υπερπήδα	=	υπερπηδώ
υπερπήδαγε	=	υπερπηδώ
υπερπήδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπήδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπήδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπήδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπήδηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερπηδώ
υπερπήδησης	=	υπερπήδηση
υπερπανσέληνε	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσέληνο	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσέληνοι	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσέληνος	noun	η πανσέληνος όταν η σελήνη βρίσκεται στο περίγειό της, οπότε και φαίνεται πιο μεγάλη και πιο λαμπρή
υπερπανσέληνου	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσέληνους	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσέληνων	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσελήνου	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσελήνους	=	υπερπανσέληνος
υπερπανσελήνων	=	υπερπανσέληνος
υπερπαραγωγές	=	υπερπαραγωγή
υπερπαραγωγή	noun	η παραγωγή μεγαλύτερης ποσότητας προϊόντων από αυτήν που μπορεί να απορροφήσει η αγορά
υπερπαραγωγής	=	υπερπαραγωγή
υπερπαραγωγών	=	υπερπαραγωγή
υπερπαραθυρεοειδισμέ	=	υπερπαραθυρεοειδισμός
υπερπαραθυρεοειδισμοί	=	υπερπαραθυρεοειδισμός
υπερπαραθυρεοειδισμού	=	υπερπαραθυρεοειδισμός
υπερπαραθυρεοειδισμούς	=	υπερπαραθυρεοειδισμός
υπερπαραθυρεοειδισμό	=	υπερπαραθυρεοειδισμός
υπερπαραθυρεοειδισμός	noun	υπερβολική έκκριση παραθορμόνης στο αίμα, η οποία οδηγεί σε υπερασβεστιαιμία
υπερπαραθυρεοειδισμών	=	υπερπαραθυρεοειδισμός
υπερπαστερίωση	noun	διαδικασία έντονης θέρμανσης ενός υγρού τροφίμου (γάλα, φρουτοχυμοί) σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 100 βαθμών Κελσίου, και εν συνεχεία ψύξης και αεροστεγούς συσκευασίας, προκειμένου να εξαφανιστούν τελείως βλαβεροί μικροοργανισμοί
υπερπαστερίωσης	noun	γενική ενικού του υπερπαστερίωση
υπερπαστεριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπαστερίωση
υπερπαστεριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερπαστερίωση
υπερπαστεριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερπαστερίωση
υπερπατριωτισμέ	=	υπερπατριωτισμός
υπερπατριωτισμοί	=	υπερπατριωτισμός
υπερπατριωτισμού	=	υπερπατριωτισμός
υπερπατριωτισμούς	=	υπερπατριωτισμός
υπερπατριωτισμό	=	υπερπατριωτισμός
υπερπατριωτισμός	noun	ο πατριωτισμός που φτάνει στην υπερβολή
υπερπατριωτισμών	=	υπερπατριωτισμός
υπερπατριωτών	=	υπερπατριώτης
υπερπατριώτες	=	υπερπατριώτης
υπερπατριώτη	=	υπερπατριώτης
υπερπατριώτης	noun	οπαδός του υπερπατριωτισμού
υπερπεριφέρεια	noun	διοικητική ενότητα που περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες περιφέρειες
υπερπεριφέρειας	=	υπερπεριφέρεια
υπερπεριφέρειες	=	υπερπεριφέρεια
υπερπεριφερειών	=	υπερπεριφέρεια
υπερπηδά	=	υπερπηδώ
υπερπηδάει	=	υπερπηδώ
υπερπηδάμε	=	υπερπηδώ
υπερπηδάν	=	υπερπηδώ
υπερπηδάνε	=	υπερπηδώ
υπερπηδάς	=	υπερπηδώ
υπερπηδάσαι	=	υπερπηδώ
υπερπηδάσθε	=	υπερπηδώ
υπερπηδάστε	=	υπερπηδώ
υπερπηδάται	=	υπερπηδώ
υπερπηδάτε	=	υπερπηδώ
υπερπηδάω	verb	άλλη μορφή του υπερπηδώ
υπερπηδήθηκα	=	υπερπηδώ
υπερπηδήθηκαν	=	υπερπηδώ
υπερπηδήθηκε	=	υπερπηδώ
υπερπηδήθηκες	=	υπερπηδώ
υπερπηδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήσαν	=	υπερπηδώ
υπερπηδήσανε	=	υπερπηδώ
υπερπηδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπήδηση
υπερπηδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήσεων	=	υπερπήδηση
υπερπηδήσου	=	υπερπηδώ
υπερπηδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδηθήκαμε	=	υπερπηδώ
υπερπηδηθήκαν	=	υπερπηδώ
υπερπηδηθήκανε	=	υπερπηδώ
υπερπηδηθήκατε	=	υπερπηδώ
υπερπηδηθεί	=	υπερπηδώ
υπερπηδηθείτε	=	υπερπηδώ
υπερπηδημένα	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένε	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένες	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένη	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένης	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένο	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένοι	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένος	adj	που είναι δυνατόν να υπερπηδηθεί
υπερπηδημένου	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένους	=	υπερπηδημένος
υπερπηδημένων	=	υπερπηδημένος
υπερπηδητές	=	υπερπηδητής
υπερπηδητή	=	υπερπηδητής
υπερπηδητής	noun	αυτός που υπερπηδά
υπερπηδητών	=	υπερπηδητής
υπερπηδιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδιέσαι	=	υπερπηδώ
υπερπηδιέστε	=	υπερπηδώ
υπερπηδιέται	=	υπερπηδώ
υπερπηδιούνται	=	υπερπηδώ
υπερπηδιούνταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόμασταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόμαστε	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόμουν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόμουνα	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόνταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόντανε	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόντουσαν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόσασταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόσαστε	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόσουν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόσουνα	=	υπερπηδώ
υπερπηδιόταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδιότανε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούμε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούν	=	υπερπηδώ
υπερπηδούνε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσα	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσαμε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσαν	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσανε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσατε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσε	=	υπερπηδώ
υπερπηδούσες	=	υπερπηδώ
υπερπηδόμασταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδόμαστε	=	υπερπηδώ
υπερπηδόμουν	=	υπερπηδώ
υπερπηδόνταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδόντουσαν	=	υπερπηδώ
υπερπηδόσασταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδόσουν	=	υπερπηδώ
υπερπηδόταν	=	υπερπηδώ
υπερπηδώ	verb	πηδώ πάνω από κάτι
υπερπηδώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερπηδώ
υπερπηδώμεθα	=	υπερπηδώ
υπερπηδώνται	=	υπερπηδώ
υπερπηδώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερπηδώ
υπερπλήρεις	=	υπερπλήρης
υπερπλήρες	=	υπερπλήρης
υπερπλήρη	=	υπερπλήρης
υπερπλήρης	adj	τελείως γεμάτος
υπερπλήρους	=	υπερπλήρης
υπερπλήρων	=	υπερπλήρης
υπερπλήρωνα	=	υπερπληρώνω
υπερπλήρωναν	=	υπερπληρώνω
υπερπλήρωνε	=	υπερπληρώνω
υπερπλήρωνες	=	υπερπληρώνω
υπερπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπλήρωση	noun	η υπερβολική πλήρωση
υπερπλήρωσης	=	υπερπλήρωση
υπερπλασία	noun	παθολογική αύξηση του αριθμού των κυττάρων ενός ιστός, των μυϊκών ινών
υπερπλασίας	noun	γενική ενικού του υπερπλασία
υπερπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπλασία
υπερπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερπλασία
υπερπλαστικά	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικέ	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικές	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστική	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικής	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικοί	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικού	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικούς	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικό	=	υπερπλαστικός
υπερπλαστικός	adj	χαρακτηρισμός ιστού ή οργάνου που παρουσιάζει υπερβολική κυτταρική ανάπτυξη λόγω υπερπλασίας
υπερπλαστικών	=	υπερπλαστικός
υπερπληθυσμέ	noun	κλητική ενικού του υπερπληθυσμός
υπερπληθυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερπληθυσμός
υπερπληθυσμού	noun	γενική ενικού του υπερπληθυσμός
υπερπληθυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερπληθυσμός
υπερπληθυσμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερπληθυσμός
υπερπληθυσμός	noun	υπερβολική αύξηση του πληθυσμού μιας χώρας ή μιας περιοχής
υπερπληθυσμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερπληθυσμός
υπερπληθωρισμέ	=	υπερπληθωρισμός
υπερπληθωρισμοί	=	υπερπληθωρισμός
υπερπληθωρισμού	=	υπερπληθωρισμός
υπερπληθωρισμούς	=	υπερπληθωρισμός
υπερπληθωρισμό	=	υπερπληθωρισμός
υπερπληθωρισμός	noun	είναι η υπερβολική επέκταση του πληθωρισμού, η τρομακτική αύξηση του επιπέδου τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες
υπερπληθωρισμών	=	υπερπληθωρισμός
υπερπληροφορήσεις	=	υπερπληροφόρηση
υπερπληροφορήσεων	=	υπερπληροφόρηση
υπερπληροφόρηση	noun	η υπερβολική πληροφόρηση, το φαινόμενο της παροχής υπερβολικού αριθμού πληροφοριών σε βαθμό που ο αποδέκτης να μην μπορεί να τις αξιολογήσει, να τις απορροφήσει ή να τις επεξεργαστεί
υπερπληροφόρησης	=	υπερπληροφόρηση
υπερπληρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπληρωμένο
υπερπληρωμένε	verb	κλητική ενικού του υπερπληρωμένος
υπερπληρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπληρωμένη
υπερπληρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερπληρωμένος
υπερπληρωμένης	verb	γενική ενικού του υπερπληρωμένη
υπερπληρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερπληρωμένος
υπερπληρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερπληρωμένος
υπερπληρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερπληρωμένος
υπερπληρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερπληρωμένος
υπερπληρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερπληρωμένος
υπερπληρωτές	=	υπερπληρωτής
υπερπληρωτή	=	υπερπληρωτής
υπερπληρωτής	noun	υπερσυμπιεστής
υπερπληρωτών	=	υπερπληρωτής
υπερπληρώ	verb|figurative	άλλη μορφή του υπερπληρώνω
υπερπληρώναμε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώναν	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνανε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνατε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνει	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνεις	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνετε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνοντας	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνουμε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνουν	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνουνε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώνω	verb	πληρώνω / γεμίζω σε μεγάλο βαθμό
υπερπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώσαν	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώσανε	=	υπερπληρώνω
υπερπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπλήρωση
υπερπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώσεων	=	υπερπλήρωση
υπερπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερπληρώνω
υπερπνοιών	=	υπέρπνοια
υπερπολυτέλεια	noun	εξαιρετικά μεγάλη πολυτέλεια
υπερπολυτέλειας	noun	γενική ενικού του υπερπολυτέλεια
υπερπολυτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπολυτέλεια
υπερπολυτελές	=	υπερπολυτελής
υπερπολυτελή	=	υπερπολυτελής
υπερπολυτελής	adj	εξαιρετικά πολυτελής
υπερπολυτελείς	=	υπερπολυτελής
υπερπολυτελειών	noun	γενική πληθυντικού του υπερπολυτέλεια
υπερπολυτελούς	=	υπερπολυτελής
υπερπολυτελών	=	υπερπολυτελής
υπερπολυτελώς	adv	με εξαιρετικά μεγάλη πολυτέλεια
υπερπολώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπόλωση
υπερπολώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερπόλωση
υπερπολώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερπόλωση
υπερπροβολές	=	υπερπροβολή
υπερπροβολή	noun	η υπερδιαφήμιση, η υπερβολική έκθεση
υπερπροβολής	=	υπερπροβολή
υπερπροβολών	=	υπερπροβολή
υπερπρολακτιναιμία	noun	ύπαρξη αυξημένων επιπέδων προλακτίνης στο αίμα
υπερπρολακτιναιμίας	=	υπερπρολακτιναιμία
υπερπρολακτιναιμίες	=	υπερπρολακτιναιμία
υπερπρολακτιναιμιών	=	υπερπρολακτιναιμία
υπερπροσλήψεις	=	υπερπρόσληψη
υπερπροσλήψεων	=	υπερπρόσληψη
υπερπροσοντούχα	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχας	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχε	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχες	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχο	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχοι	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχος	adj	που είναι υπερβολικά προσοντούχος
υπερπροσοντούχου	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχους	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσοντούχων	=	υπερπροσοντούχος
υπερπροσπάθεια	noun	πολύ έντονη προσπάθεια, τόσο ώστε να εξαντλεί τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις αυτού που την καταβάλλει
υπερπροσπάθειας	noun	γενική ενικού του υπερπροσπάθεια
υπερπροσπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπροσπάθεια
υπερπροσπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του υπερπροσπάθεια
υπερπροστασία	noun	η υπερβολική φροντίδα και προστασία των γονιών προς τα παιδιά τους με τρόπο που να περιορίζονται η αυτενέργεια και η πρωτοβουλία των παιδιών και να αποκτούν σχέση εξάρτησης με τους γονείς τους
υπερπροστασίας	noun	γενική ενικού του υπερπροστασία
υπερπροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστασία
υπερπροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερπροστασία
υπερπροστατευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστατευμένο
υπερπροστατευμένε	verb	κλητική ενικού του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστατευμένη
υπερπροστατευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευμένης	verb	γενική ενικού του υπερπροστατευμένη
υπερπροστατευμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευμένος	verb	που κάποιοι τον προστατεύουν υπέρμετρα, συνήθως για άτομα με υπερπροστατευτικούς γονείς αλλά και γενικά για όσους έχουν περιβάλλον που τους προστατεύει περισσότερο από όσο συνηθίζεται
υπερπροστατευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερπροστατευμένος
υπερπροστατευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστατευτικό	adv	με τρόπο υπερπροστατευτικό, με υπερβολική προστασία, με υπερπροστασία
υπερπροστατευτικέ	adj	κλητική ενικού του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστατευτική
υπερπροστατευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτικής	adj	γενική ενικού του υπερπροστατευτική
υπερπροστατευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτικοτήτων	=	υπερπροστατευτικότητα
υπερπροστατευτικού	adj	γενική ενικού του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτικός	adj	που αποσκοπεί σε υπερβολική προστασία
υπερπροστατευτικότητα	noun	η καθ’ υπερβολήν προστατευτικότητα
υπερπροστατευτικότητας	=	υπερπροστατευτικότητα
υπερπροστατευτικότητες	=	υπερπροστατευτικότητα
υπερπροστατευτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερπροστατευτικός
υπερπροστατευτισμέ	=	υπερπροστατευτισμός
υπερπροστατευτισμοί	=	υπερπροστατευτισμός
υπερπροστατευτισμού	=	υπερπροστατευτισμός
υπερπροστατευτισμούς	=	υπερπροστατευτισμός
υπερπροστατευτισμό	=	υπερπροστατευτισμός
υπερπροστατευτισμός	noun	υπερβολικός προστατευτισμός
υπερπροστατευτισμών	=	υπερπροστατευτισμός
υπερπροστατεύω	verb	προστατεύω κάποιον υπερβολικά
υπερπροσφορά	noun	διάθεση ποσότητας αγαθού, προϊόντος ή υπηρεσίας στην αγορά που υπερβαίνει τη ζήτηση
υπερπροσφοράς	=	υπερπροσφορά
υπερπροσφορές	=	υπερπροσφορά
υπερπροσφορών	=	υπερπροσφορά
υπερπροϊόν	noun	κατά τη μαρξιστική οικονομική θεωρία, το πλεόνασμα του προϊόντος που παράγουν οι παραγωγοί, που είναι πέρα από εκείνο που αντιστοιχεί στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, το οποίο είναι διαθέσιμο για ανταλλαγή ως εμπόρευμα, που στις ταξικές κοινωνίες καρπώνονται (ιδιοποιούνται) εκείνοι για λογαριασμό των οποίων δουλεύουν (οι γαιοκτήμονες, οι κεφαλαιούχοι κ.λπ.)
υπερπροϊόντα	=	υπερπροϊόν
υπερπροϊόντος	=	υπερπροϊόν
υπερπροϊόντων	=	υπερπροϊόν
υπερπρωταθλήτρια	noun	πρωταθλήτρια με εξαιρετικές ή μοναδικές επιδόσεις
υπερπρωταθλήτριας	=	υπερπρωταθλήτρια
υπερπρωταθλήτριες	=	υπερπρωταθλήτρια
υπερπρωταθλητές	=	υπερπρωταθλητής
υπερπρωταθλητή	=	υπερπρωταθλητής
υπερπρωταθλητής	noun	πρωταθλητής με εξαιρετικές ή μοναδικές επιδόσεις
υπερπρωταθλητριών	=	υπερπρωταθλήτρια
υπερπρωταθλητών	=	υπερπρωταθλητής
υπερπρόσληψη	noun	η υπερβολική πρόσληψη, για παράδειγμα ουσιών
υπερπρόσληψης	=	υπερπρόσληψη
υπερπτήσεις	=	υπέρπτηση
υπερπτήσεων	=	υπέρπτηση
υπερπτήση	noun	πτήση αεροσκάφους, συνήθως μαχητικού, η οποία παραβιάζει τον εναέριο χώρο μιας χώρας
υπερπτήσης	=	υπερπτήση
υπερπυρεξία	noun	παθολογική κατάσταση της ομοιόστασης όπου η θερμοκρασία του σώματος ισορροπεί πολύ υψηλότερα του κανονικού (πάνω από 40 °C)
υπερπυρεξίας	noun	γενική ενικού του υπερπυρεξία
υπερπυρεξίες	=	υπερπυρεξία
υπερπυρεξιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερπυρεξία
υπερπόλωση	noun	αύξηση της διαφοράς δυναμικού μεταξύ δύο σημείων ή σε σχέση με την θέση ισορροπίας (συνήθως αφορά στιγμιαία μεταβολή)
υπερπόλωσης	noun	γενική ενικού του υπερπόλωση
υπερπόντια	=	υπερπόντιος
υπερπόντιας	=	υπερπόντιος
υπερπόντιε	=	υπερπόντιος
υπερπόντιες	=	υπερπόντιος
υπερπόντιο	=	υπερπόντιος
υπερπόντιοι	=	υπερπόντιος
υπερπόντιος	adj	που βρίσκεται, αναφέρεται ή γίνεται πέρα απ' τη θάλασσα, π.χ. πέρα από τον Ατλαντικό για τις ευρωπαϊκές χώρες
υπερπόντιου	=	υπερπόντιος
υπερπόντιους	=	υπερπόντιος
υπερπόντιων	=	υπερπόντιος
υπερπύρου	=	υπέρπυρο
υπερπύρων	=	υπέρπυρο
υπερρεαλίστρια	noun	υπερρεαλιστής
υπερρεαλίστριας	noun	γενική ενικού του υπερρεαλίστρια
υπερρεαλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερρεαλίστρια
υπερρεαλισμέ	noun	κλητική ενικού του υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμού	noun	γενική ενικού του υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερρεαλισμός
υπερρεαλισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα που βασίστηκε στη θεωρία της ψυχανάλυσης και ειδικά στην αξιοποίηση πληροφοριών από το ασυνείδητο
υπερρεαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερρεαλισμός
υπερρεαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερρεαλιστής
υπερρεαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπερρεαλιστής
υπερρεαλιστής	noun	οπαδός του υπερρεαλισμού
υπερρεαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερρεαλιστικό	adv	σύμφωνα με τον υπερρεαλισμό
υπερρεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερρεαλιστική
υπερρεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστικής	adj	γενική ενικού του υπερρεαλιστική
υπερρεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστικού	adj	γενική ενικού του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστικός	adj	σχετικός με τον υπερρεαλισμό
υπερρεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερρεαλιστικός
υπερρεαλιστριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερρεαλίστρια
υπερρεαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπερρεαλιστής
υπερρευστά	=	υπερρευστό
υπερρευστού	=	υπερρευστό
υπερρευστό	noun	κβαντική φάση της ύλης στην οποία ένα υγρό ρέει χωρίς ιξώδες και απώλειες ενέργειας, εμφανίζοντας φαινόμενα όπως η αναρρίχηση στα τοιχώματα του δοχείου του
υπερρευστών	=	υπερρευστό
υπερσίτιζα	=	υπερσιτίζω
υπερσίτιζαν	=	υπερσιτίζω
υπερσίτιζε	=	υπερσιτίζω
υπερσίτιζες	=	υπερσιτίζω
υπερσίτισα	=	υπερσιτίζω
υπερσίτισαν	=	υπερσιτίζω
υπερσίτισε	=	υπερσιτίζω
υπερσίτισες	=	υπερσιτίζω
υπερσίτιση	noun	άλλη μορφή του υπερσιτισμός
υπερσίτισης	=	υπερσίτιση
υπερσαχάρια	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριας	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριε	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριες	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριο	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριοι	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριος	adj	που βρίσκεται βορείως της Σαχάρας ή σχετίζεται με αυτούς τους τόπους
υπερσαχάριου	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριους	=	υπερσαχάριος
υπερσαχάριων	=	υπερσαχάριος
υπερσεξουαλικοποίηση	noun|formal	η υπέρμετρη σεξουαλικοποίηση
υπερσεξουαλικοποίησης	=	υπερσεξουαλικοποίηση
υπερσεξουαλικοποιήσεις	=	υπερσεξουαλικοποίηση
υπερσεξουαλικοποιήσεων	=	υπερσεξουαλικοποίηση
υπερσιβηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσιβηρικό
υπερσιβηρικέ	adj	κλητική ενικού του υπερσιβηρικός
υπερσιβηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσιβηρική
υπερσιβηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσιβηρικός
υπερσιβηρικής	adj	γενική ενικού του υπερσιβηρική
υπερσιβηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσιβηρικός
υπερσιβηρικού	adj	γενική ενικού του υπερσιβηρικός
υπερσιβηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερσιβηρικός
υπερσιβηρικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερσιβηρικός
υπερσιβηρικός	adj	που διασχίζει τη Σιβηρία
υπερσιβηρικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερσιβηρικός
υπερσιτίζαμε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζαν	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζανε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζατε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζει	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζεις	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζεσαι	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίζεστε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίζεται	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίζετε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερσιτίζω
υπερσιτίζονται	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίζονταν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίζοντας	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζου	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίζουμε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζουν	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζουνε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίζω	verb	δίνω υπερβολική ποσότητα τροφής σε κάποιον
υπερσιτίσαμε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίσαν	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίσανε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίσατε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίσει	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίσεις	=	υπερσίτιση
υπερσιτίσεων	=	υπερσίτιση
υπερσιτίσου	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίστε	=	υπερσιτίζω
υπερσιτίστηκα	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίστηκαν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίστηκε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτίστηκες	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόμασταν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόμαστε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόμουν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόμουνα	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόντουσαν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόσασταν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόσαστε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόσουν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόσουνα	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζόταν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιζότανε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτισμέ	noun	κλητική ενικού του υπερσιτισμός
υπερσιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσιτισμένο
υπερσιτισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσιτισμένη
υπερσιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμένης	verb	γενική ενικού του υπερσιτισμένη
υπερσιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμένος	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερσιτισμένος
υπερσιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσιτισμός
υπερσιτισμού	noun	γενική ενικού του υπερσιτισμός
υπερσιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερσιτισμός
υπερσιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερσιτισμός
υπερσιτισμός	noun	η υπερκάλυψη της ανάγκης για τροφή, η παροχή υπερβολικής ποσότητας τροφής για ένα χρονικό διάστημα
υπερσιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερσιτισμός
υπερσιτιστήκαμε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιστήκαν	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιστήκανε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιστήκατε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιστεί	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιστείτε	=	υπερσιτίζομαι
υπερσιτιστικά	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικέ	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικές	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστική	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπερσιτιστική) του υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικοί	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικού	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικούς	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικό	=	υπερσιτιστικός
υπερσιτιστικός	adj	που έχει σχέση με την υπερσίτιση ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπερσιτιστικών	=	υπερσιτιστικός
υπερσκέλιζα	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλιζαν	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλιζε	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλιζες	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλισα	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλισαν	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλισε	=	υπερσκελίζω
υπερσκέλισες	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζαμε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζαν	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζανε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζατε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζει	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζεις	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζετε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζοντας	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζουμε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζουν	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζουνε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίζω	verb|formal	ξεπερνάω, υπερβαίνω
υπερσκελίσαμε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίσαν	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίσανε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίσατε	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίσει	=	υπερσκελίζω
υπερσκελίστε	=	υπερσκελίζω
υπερσοσιαλισμέ	=	υπερσοσιαλισμός
υπερσοσιαλισμοί	=	υπερσοσιαλισμός
υπερσοσιαλισμού	=	υπερσοσιαλισμός
υπερσοσιαλισμούς	=	υπερσοσιαλισμός
υπερσοσιαλισμό	=	υπερσοσιαλισμός
υπερσοσιαλισμός	noun	η ακραία ή υπερβολική εφαρμογή σοσιαλιστικών αρχών, συνήθως με υπερβολικό κρατικό έλεγχο και περιορισμό της ατομικής πρωτοβουλίας
υπερσοσιαλισμών	=	υπερσοσιαλισμός
υπερστήριξη	noun	ενίσχυση ή στήριξη πέρα από το αναγκαίο επίπεδο, συχνά με σκοπό την πρόσθετη ασφάλεια ή σταθερότητα
υπερστήριξης	=	υπερστήριξη
υπερστερεά	=	υπερστερεό
υπερστερεού	=	υπερστερεό
υπερστερεό	noun	μαθηματική οντότητα που γενικεύει την έννοια του στερεού σε διαστάσεις πέραν των τριών
υπερστερεών	=	υπερστερεό
υπερστηρίξεις	=	υπερστήριξη
υπερστηρίξεων	=	υπερστήριξη
υπερστροφές	=	υπερστροφή
υπερστροφή	noun	η τάση ενός αυτοκινήτου να στρίβει περισσότερο απ’ όσο του υποδεικνύουμε με την κίνηση του τιμονιού
υπερστροφής	=	υπερστροφή
υπερστροφών	=	υπερστροφή
υπερσυγκέντρωση	noun	πάρα πολύ μεγάλη συγκέντρωση
υπερσυγκέντρωσης	=	υπερσυγκέντρωση
υπερσυγκεντρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυγκεντρωτικό
υπερσυγκεντρωτικέ	adj	κλητική ενικού του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυγκεντρωτική
υπερσυγκεντρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρωτικής	adj	γενική ενικού του υπερσυγκεντρωτική
υπερσυγκεντρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρωτικού	adj	γενική ενικού του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρωτικός	adj	που σχετίζεται με τον υπερσυγκεντρωτισμό
υπερσυγκεντρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερσυγκεντρωτικός
υπερσυγκεντρώσεις	=	υπερσυγκέντρωση
υπερσυγκεντρώσεων	=	υπερσυγκέντρωση
υπερσυμβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμβατικό
υπερσυμβατικέ	adj	κλητική ενικού του υπερσυμβατικός
υπερσυμβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμβατική
υπερσυμβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσυμβατικός
υπερσυμβατικής	adj	γενική ενικού του υπερσυμβατική
υπερσυμβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμβατικός
υπερσυμβατικού	adj	γενική ενικού του υπερσυμβατικός
υπερσυμβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυμβατικός
υπερσυμβατικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερσυμβατικός
υπερσυμβατικός	adj	υπερβολικά συμβατικός
υπερσυμβατικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερσυμβατικός
υπερσυμμετρία	noun	θεωρία υποστηρίζει ότι τα φερμιόνια δύναται να μετατραπούν σε μποζόνια και το αντίστροφο
υπερσυμμετρίας	noun	γενική ενικού του υπερσυμμετρία
υπερσυμμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμμετρία
υπερσυμμετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμμετρικό
υπερσυμμετρικέ	adj	κλητική ενικού του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμμετρική
υπερσυμμετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετρικής	adj	γενική ενικού του υπερσυμμετρική
υπερσυμμετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετρικού	adj	γενική ενικού του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετρικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετρικός	adj	ο σχετικός με υπερσυμμετρία
υπερσυμμετρικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερσυμμετρικός
υπερσυμμετριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερσυμμετρία
υπερσυμπίεση	noun	η χρήση υπερσυμπιεστή και η αύξηση της ισχύος ενός κινητήρα
υπερσυμπίεσης	=	υπερσυμπίεση
υπερσυμπαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμπαντικό
υπερσυμπαντικέ	adj	κλητική ενικού του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμπαντική
υπερσυμπαντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπαντικής	adj	γενική ενικού του υπερσυμπαντική
υπερσυμπαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπαντικού	adj	γενική ενικού του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπαντικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπαντικός	adj	που ανήκει σε διαφορετικά σύμπαν από το δικό μας
υπερσυμπαντικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερσυμπαντικός
υπερσυμπιέσεις	=	υπερσυμπίεση
υπερσυμπιέσεων	=	υπερσυμπίεση
υπερσυμπιεστές	=	υπερσυμπιεστής
υπερσυμπιεστή	=	υπερσυμπιεστής
υπερσυμπιεστής	noun	εξάρτημα μηχανής που συμπιέζει τον αέρα πριν την ανάφλεξη
υπερσυμπιεστών	=	υπερσυμπιεστής
υπερσυνέπεια	noun	η ιδιότητα ενός τυπικού λογικού συστήματος, στο οποίο δεν μπορεί να αποδειχθεί καμία πρόταση μαζί με την άρνησή της, ακόμα κι αν το σύστημα είναι ασυνεπές
υπερσυνέπειας	=	υπερσυνέπεια
υπερσυνέπειες	=	υπερσυνέπεια
υπερσυνδέσμου	=	υπερσύνδεσμος
υπερσυνδέσμους	=	υπερσύνδεσμος
υπερσυνδέσμων	=	υπερσύνδεσμος
υπερσυνεπειών	=	υπερσυνέπεια
υπερσυντέλικε	noun	κλητική ενικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντέλικο	noun	αιτιατική ενικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντέλικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντέλικος	noun	χρόνος των ρημάτων με τον οποίο δείχνεται ότι η πράξη έγινε στο παρελθόν και πριν από κάτι άλλο
υπερσυντέλικου	noun	γενική ενικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντέλικους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντέλικων	noun	γενική πληθυντικού του υπερσυντέλικος
υπερσυνταγογράφηση	noun	υπερβολική συνταγογράφηση
υπερσυνταγογράφησης	noun	γενική ενικού του υπερσυνταγογράφηση
υπερσυνταγογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυνταγογράφηση
υπερσυνταγογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερσυνταγογράφηση
υπερσυνταγογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερσυνταγογράφηση
υπερσυντελίκου	noun	γενική ενικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντελίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντελίκων	noun	γενική πληθυντικού του υπερσυντέλικος
υπερσυντηρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυντηρητικό
υπερσυντηρητικέ	adj	κλητική ενικού του υπερσυντηρητικός
υπερσυντηρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερσυντηρητική
υπερσυντηρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερσυντηρητικός
υπερσυντηρητικής	adj	γενική ενικού του υπερσυντηρητική
υπερσυντηρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερσυντηρητικός
υπερσυντηρητικού	adj	γενική ενικού του υπερσυντηρητικός
υπερσυντηρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερσυντηρητικός
υπερσυντηρητικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερσυντηρητικός
υπερσυντηρητικός	adj	ο πάρα πολύ, ο υπερβολικά, ο ακραία συντηρητικός
υπερσυντηρητικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερσυντηρητικός
υπερσυντρόφου	=	υπερσύντροφος
υπερσυντρόφους	=	υπερσύντροφος
υπερσυντρόφων	=	υπερσύντροφος
υπερσύγχρονα	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονε	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονες	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονη	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονης	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονο	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονοι	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονος	adj	που διαθέτει τις πιο σύγχρονες τεχνολογίες
υπερσύγχρονου	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονους	=	υπερσύγχρονος
υπερσύγχρονων	=	υπερσύγχρονος
υπερσύνδεση	noun	το να μετατρέπω λέξη, εικόνα ή άλλη εφαρμογή σε υπερσύνδεσμο
υπερσύνδεσμε	=	υπερσύνδεσμος
υπερσύνδεσμο	=	υπερσύνδεσμος
υπερσύνδεσμοι	=	υπερσύνδεσμος
υπερσύνδεσμος	noun	hyperlink: ενεργός δυναμικός σύνδεσμος (υπογραμμισμένο κείμενο, εικόνα, κλπ.) σε ένα υπερκείμενο, που μ' ένα κλικ, οδηγεί στον αντίστοιχο κόμβο (πχ. σελίδα)
υπερσύνδεσμου	=	υπερσύνδεσμος
υπερσύνδεσμους	=	υπερσύνδεσμος
υπερσύνδεσμων	=	υπερσύνδεσμος
υπερσύντροφε	=	υπερσύντροφος
υπερσύντροφο	=	υπερσύντροφος
υπερσύντροφοι	=	υπερσύντροφος
υπερσύντροφος	noun	το βαρύ αντίγραφο ενός σωματιδίου, καθώς σύμφωνα με την αρχή της υπερσυμμετρίας κάθε σωματίδιο πρέπει να έχει ένα αντίστοιχο υπερσυμμετρικό σωματίδιο το οποίο λέγεται υπερσύντροφος.
υπερσύντροφου	=	υπερσύντροφος
υπερτάξεις	=	υπερτάξη
υπερτάξεων	=	υπερτάξη
υπερτάξη	noun	ταξινομική βαθμίδα υποδιαίρεση της ταξινόμησης των ζώων, πτηνών, εντόμων, κ.λπ., ψηλότερα από την τάξη
υπερτάξης	=	υπερτάξη
υπερτάσεις	=	υπέρταση
υπερτάσεων	=	υπέρταση
υπερτάσεως	=	υπέρταση
υπερτέλεια	=	υπερτέλειος
υπερτέλειας	=	υπερτέλειος
υπερτέλειε	=	υπερτέλειος
υπερτέλειες	=	υπερτέλειος
υπερτέλειο	=	υπερτέλειος
υπερτέλειοι	=	υπερτέλειος
υπερτέλειος	adj	ο εξαιρετικά τέλειος
υπερτέλειου	=	υπερτέλειος
υπερτέλειους	=	υπερτέλειος
υπερτέλειων	=	υπερτέλειος
υπερτέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτέρηση	noun	η ενέργεια του υπερτερώ
υπερτέρησης	=	υπερτέρηση
υπερτίθεμαι	verb	τοποθετούμαι πάνω από κάτι άλλο, επικάθομαι ή επικαλύπτω
υπερτίθεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υπερτίθεμαι
υπερτίμημα	noun	το ποσό που προκύπτει από την αύξηση της τιμής ενός αντικειμένου
υπερτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτίμηση	noun	η αξιολόγηση ενός αντικειμένου σε μεγαλύτερη τιμή από την πραγματική
υπερτίμησης	noun	γενική ενικού του υπερτίμηση
υπερτίτλου	=	υπέρτιτλος
υπερτίτλους	=	υπέρτιτλος
υπερτίτλων	=	υπέρτιτλος
υπερτασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτασικό
υπερτασικέ	adj	κλητική ενικού του υπερτασικός
υπερτασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτασική
υπερτασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερτασικός
υπερτασικής	adj	γενική ενικού του υπερτασική
υπερτασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτασικός
υπερτασικού	adj	γενική ενικού του υπερτασικός
υπερτασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερτασικός
υπερτασικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερτασικός
υπερτασικός	adj	σχετικός με την υπέρταση ή που προκαλεί την υπέρταση	noun	που πάσχει από υπέρταση
υπερτασικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερτασικός
υπερταστική	=	υπερτασικός
υπερτελεία	=	υπερτέλειος
υπερτερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήσαν	=	υπερτερώ
υπερτερήσανε	=	υπερτερώ
υπερτερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτέρηση
υπερτερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήσεων	=	υπερτέρηση
υπερτερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτερώ
υπερτερεί	=	υπερτερώ
υπερτερείς	=	υπερτερώ
υπερτερείτε	=	υπερτερώ
υπερτερούμε	=	υπερτερώ
υπερτερούν	=	υπερτερώ
υπερτερούνε	=	υπερτερώ
υπερτερούσα	=	υπερτερώ
υπερτερούσαμε	=	υπερτερώ
υπερτερούσαν	=	υπερτερώ
υπερτερούσανε	=	υπερτερώ
υπερτερούσατε	=	υπερτερώ
υπερτερούσε	=	υπερτερώ
υπερτερούσες	=	υπερτερώ
υπερτερώ	verb	βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση
υπερτερώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερτερώ
υπερτιμάω	=	υπερτιμώ
υπερτιμήματα	=	υπερτίμημα
υπερτιμήματος	=	υπερτίμημα
υπερτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτίμηση
υπερτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερτίμηση
υπερτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερτίμηση
υπερτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμώ
υπερτιμημάτων	=	υπερτίμημα
υπερτιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμημένο
υπερτιμημένε	verb	κλητική ενικού του υπερτιμημένος
υπερτιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμημένη
υπερτιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερτιμημένος
υπερτιμημένης	verb	γενική ενικού του υπερτιμημένη
υπερτιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερτιμημένος
υπερτιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμημένος
υπερτιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερτιμημένος
υπερτιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερτιμημένος
υπερτιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερτιμημένος
υπερτιμολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμολόγηση
υπερτιμολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήσεων	=	υπερτιμολόγηση
υπερτιμολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμολογημένο
υπερτιμολογημένε	verb	κλητική ενικού του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμολογημένη
υπερτιμολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογημένης	verb	γενική ενικού του υπερτιμολογημένη
υπερτιμολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερτιμολογημένος
υπερτιμολογώ	verb	κάνω υπερτιμολόγηση, εκδίδω (ή αποδέχομαι) τιμολόγιο με ποσό μεγαλύτερο από την πραγματική του αξία του αγαθού ή της παροχής υπηρεσίας
υπερτιμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερτιμολογώ
υπερτιμολόγηση	noun	τιμολόγηση με ποσό μεγαλύτερο από την πραγματική του αξία του αγαθού ή της παροχής υπηρεσίας
υπερτιμολόγησης	=	υπερτιμολόγηση
υπερτιμώ	verb	αξιολογώ κάτι σε μεγαλύτερη τιμή από αυτήν που έχει πραγματικά
υπερτιμώμαι	=	υπερτιμώ
υπερτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερτιμώ
υπερτονία	noun	παθολογική κατάσταση αυξημένου μυϊκού τόνου, που προκαλεί δυσκαμψία και αντίσταση στην παθητική κίνηση
υπερτονίας	noun	γενική ενικού του υπερτονία
υπερτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτονία
υπερτονίζαμε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζαν	=	υπερτονίζω
υπερτονίζανε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζατε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπερτονίζω
υπερτονίζεις	=	υπερτονίζω
υπερτονίζεσαι	=	υπερτονίζω
υπερτονίζεστε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζεται	=	υπερτονίζω
υπερτονίζετε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερτονίζω
υπερτονίζονται	=	υπερτονίζω
υπερτονίζονταν	=	υπερτονίζω
υπερτονίζοντας	=	υπερτονίζω
υπερτονίζουμε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζουν	=	υπερτονίζω
υπερτονίζουνε	=	υπερτονίζω
υπερτονίζω	verb	τονίζω κάτι έντονα ή ιδιαίτερα, του δίνω μεγάλη έμφαση
υπερτονίσαμε	=	υπερτονίζω
υπερτονίσαν	=	υπερτονίζω
υπερτονίσανε	=	υπερτονίζω
υπερτονίσατε	=	υπερτονίζω
υπερτονίσει	=	υπερτονίζω
υπερτονίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτόνιση
υπερτονίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερτόνιση
υπερτονίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερτόνιση
υπερτονίσου	=	υπερτονίζω
υπερτονίστε	=	υπερτονίζω
υπερτονίστηκα	=	υπερτονίζω
υπερτονίστηκαν	=	υπερτονίζω
υπερτονίστηκε	=	υπερτονίζω
υπερτονίστηκες	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόμασταν	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόμαστε	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόμουν	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόμουνα	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόντουσαν	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόσασταν	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόσαστε	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόσουν	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόσουνα	=	υπερτονίζω
υπερτονιζόταν	=	υπερτονίζω
υπερτονιζότανε	=	υπερτονίζω
υπερτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτονικό
υπερτονικέ	adj	κλητική ενικού του υπερτονικός
υπερτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτονική
υπερτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερτονικός
υπερτονικής	adj	γενική ενικού του υπερτονική
υπερτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτονικός
υπερτονικού	adj	γενική ενικού του υπερτονικός
υπερτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερτονικός
υπερτονικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερτονικός
υπερτονικός	adj	ο δεύτερος φθόγγος μιας κλίμακας, αυτός που βρίσκεται πάνω από τον τονικό
υπερτονικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερτονικός
υπερτονισμέ	noun	κλητική ενικού του υπερτονισμός
υπερτονισμένος	=	υπερτονίζω
υπερτονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτονισμός
υπερτονισμού	noun	γενική ενικού του υπερτονισμός
υπερτονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερτονισμός
υπερτονισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπερτονισμός
υπερτονισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερτονίζω, ο υπερβολικός τονισμός
υπερτονισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπερτονισμός
υπερτονιστήκαμε	=	υπερτονίζω
υπερτονιστήκαν	=	υπερτονίζω
υπερτονιστήκανε	=	υπερτονίζω
υπερτονιστήκατε	=	υπερτονίζω
υπερτονιστεί	=	υπερτονίζω
υπερτονιστείτε	=	υπερτονίζω
υπερτονιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερτονία
υπερτοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτοπικό
υπερτοπικέ	adj	κλητική ενικού του υπερτοπικός
υπερτοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτοπική
υπερτοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερτοπικός
υπερτοπικής	adj	γενική ενικού του υπερτοπική
υπερτοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτοπικός
υπερτοπικού	adj	γενική ενικού του υπερτοπικός
υπερτοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερτοπικός
υπερτοπικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερτοπικός
υπερτοπικός	adj	που ξεπερνά τα όρια ενός συγκεκριμένου τόπου
υπερτοπικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερτοπικός
υπερτουρισμέ	=	υπερτουρισμός
υπερτουρισμοί	=	υπερτουρισμός
υπερτουρισμού	=	υπερτουρισμός
υπερτουρισμούς	=	υπερτουρισμός
υπερτουρισμό	=	υπερτουρισμός
υπερτουρισμός	noun	το πολύ μεγάλο πλήθος τουριστών που επισκέπτονται μια περιοχή, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση προβλημάτων στους κατοίκους των τουριστικών περιοχών ή προστριβών με αυτούς, που αντιλαμβάνονται τους πολλούς τουρίστες ως παράγοντα αναστάτωσης της καθημερινότητάς τους
υπερτουρισμών	=	υπερτουρισμός
υπερτρίχωση	noun	υπερβολική τριχοφυΐα
υπερτρίχωσης	=	υπερτρίχωση
υπερτραφής	adj	υπέρβαρος, χοντρός, κυριολεκτικά: αυτός που έχει τραφεί υπερβολικά
υπερτρισχίλιοι	adj|archaic	πάνω από τρεις χιλιάδες
υπερτριχώσεις	=	υπερτρίχωση
υπερτριχώσεων	=	υπερτρίχωση
υπερτροφές	=	υπερτροφή
υπερτροφή	noun	σπάνια ή κοινά φυτικά τρόφιμα και αφεψήματα με αυξημένη θρεπτική αξία
υπερτροφής	=	υπερτροφή
υπερτροφία	noun	η ανάπτυξη ενός σωματικού οργάνου σε μεγαλύτερο απ’ τον κανονικό βαθμό
υπερτροφίας	noun	γενική ενικού του υπερτροφία
υπερτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτροφία
υπερτροφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτροφικό	adv	σε υπερτροφικό βαθμό
υπερτροφικέ	adj	κλητική ενικού του υπερτροφικός
υπερτροφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερτροφική
υπερτροφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερτροφικός
υπερτροφικής	adj	γενική ενικού του υπερτροφική
υπερτροφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερτροφικός
υπερτροφικού	adj	γενική ενικού του υπερτροφικός
υπερτροφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερτροφικός
υπερτροφικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερτροφικός
υπερτροφικός	adj	που παρουσιάζει υπερτροφία
υπερτροφικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερτροφικός
υπερτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερτροφία
υπερτροφοδοτών	=	υπερτροφοδότης
υπερτροφοδότες	=	υπερτροφοδότης
υπερτροφοδότη	=	υπερτροφοδότης
υπερτροφοδότης	noun	συμπιεστής καυσίμου που αυξάνει την αποδόση/τους ίππους
υπερτροφών	=	υπερτροφή
υπερτυχερά	=	υπερτυχερός
υπερτυχερέ	=	υπερτυχερός
υπερτυχερές	=	υπερτυχερός
υπερτυχερή	=	υπερτυχερός
υπερτυχερής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπερτυχερή) του υπερτυχερός
υπερτυχεροί	=	υπερτυχερός
υπερτυχερού	=	υπερτυχερός
υπερτυχερούς	=	υπερτυχερός
υπερτυχερό	=	υπερτυχερός
υπερτυχερός	adj	που είναι πάρα πολύ τυχερός
υπερτυχερών	=	υπερτυχερός
υπερτόνιζα	=	υπερτονίζω
υπερτόνιζαν	=	υπερτονίζω
υπερτόνιζε	=	υπερτονίζω
υπερτόνιζες	=	υπερτονίζω
υπερτόνισα	=	υπερτονίζω
υπερτόνισαν	=	υπερτονίζω
υπερτόνισε	=	υπερτονίζω
υπερτόνισες	=	υπερτονίζω
υπερτόνισης	noun	γενική ενικού του υπερτόνιση
υπερτύπε	=	υπερτύπος
υπερτύπο	=	υπερτύπος
υπερτύποι	=	υπερτύπος
υπερτύπος	noun	άλλη μορφή του υπέρτυπος ως υπερ-τύπος
υπερτύπου	=	υπερτύπος
υπερτύπους	=	υπερτύπος
υπερτύπων	=	υπερτύπος
υπερυδροφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυδροφοβικό
υπερυδροφοβικέ	adj	κλητική ενικού του υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυδροφοβική
υπερυδροφοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικής	adj	γενική ενικού του υπερυδροφοβική
υπερυδροφοβικη	=	υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικο	=	υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικού	adj	γενική ενικού του υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερυδροφοβικός
υπερυδροφοβικός	adj	που είναι υδροφοβικός σε υπερβολικό βαθμό
υπερυδροφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερυδροφοβικός
υπερυδρόφοβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυδρόφοβο
υπερυδρόφοβε	adj	κλητική ενικού του υπερυδρόφοβος
υπερυδρόφοβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυδρόφοβη
υπερυδρόφοβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερυδρόφοβος
υπερυδρόφοβης	adj	γενική ενικού του υπερυδρόφοβη
υπερυδρόφοβο	adj	αιτιατική ενικού του υπερυδρόφοβος
υπερυδρόφοβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερυδρόφοβος
υπερυδρόφοβος	adj	που είναι υδρόφοβος σε υπερβολικό βαθμό
υπερυδρόφοβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερυδρόφοβος
υπερυδρόφοβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερυδρόφοβος
υπερυδρόφοβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερυδρόφοβος
υπερυπνία	noun	διαταραχή ύπνου κατά την οποία υπάρχει σταθερά υπερβολική υπνηλία ή επεισόδια ύπνου κατά τη διάρκεια της ημέρας
υπερυπνίας	noun	γενική ενικού του υπερυπνία
υπερυπνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυπνία
υπερυπνιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερυπνία
υπερυπολογιστές	=	υπερυπολογιστής
υπερυπολογιστή	=	υπερυπολογιστής
υπερυπολογιστής	noun	ιδιαίτερα γρήγορος υπολογιστής που διαφέρει σημαντικά από τους καθημερινούς προσωπικούς υπολογιστές όσον αφορά στον αριθμό των υπολογισμών κινητής υποδιαστολής που μπορεί να εκτελέσει ανά δευτερόλεπτο
υπερυπολογιστών	=	υπερυπολογιστής
υπερυπουργέ	noun	κλητική ενικού του υπερυπουργός
υπερυπουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυπουργείο
υπερυπουργείο	noun	υπουργείο με ενισχυμένες αρμοδιότητες σε πολλούς τομείς
υπερυπουργείου	=	υπερυπουργείο
υπερυπουργείων	=	υπερυπουργείο
υπερυπουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερυπουργός
υπερυπουργού	noun	γενική ενικού του υπερυπουργός
υπερυπουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπερυπουργός
υπερυπουργό	noun	αιτιατική ενικού του υπερυπουργός
υπερυπουργός	noun	υπουργός με ενισχυμένες αρμοδιότητες σε πολλούς τομείς
υπερυπουργών	noun	γενική πληθυντικού του υπερυπουργός
υπερυποχρέωνα	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωναν	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωνε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωνες	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωσα	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωσαν	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωσε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρέωσες	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώναμε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώναν	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνανε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνατε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνει	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνεις	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνετε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνοντας	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνουμε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνουν	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνουνε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώνω	verb	υποχρεώνω κάποιον σε υπερβολικό βαθμό
υπερυποχρεώσαμε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώσαν	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώσανε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώσατε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώσει	=	υπερυποχρεώνω
υπερυποχρεώστε	=	υπερυποχρεώνω
υπερυψηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυψηλό
υπερυψηλέ	adj	κλητική ενικού του υπερυψηλός
υπερυψηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυψηλή
υπερυψηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερυψηλός
υπερυψηλής	adj	γενική ενικού του υπερυψηλή
υπερυψηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερυψηλός
υπερυψηλού	adj	γενική ενικού του υπερυψηλός
υπερυψηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερυψηλός
υπερυψηλό	adj	αιτιατική ενικού του υπερυψηλός
υπερυψηλός	adj|figurative	πάρα πολύ υψηλός, συνώνυμο του υψηλότατος (για όρους τεχνολογίας, επιστημονικούς)
υπερυψηλών	adj	γενική πληθυντικού του υπερυψηλός
υπερυψωθήκαμε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωθήκαν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωθήκανε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωθήκατε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωθεί	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωθείς	=	υπερυψώνω
υπερυψωθείτε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωθούμε	=	υπερυψώνω
υπερυψωθούν	=	υπερυψώνω
υπερυψωθούνε	=	υπερυψώνω
υπερυψωθώ	=	υπερυψώνω
υπερυψωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυψωμένο
υπερυψωμένε	verb	κλητική ενικού του υπερυψωμένος
υπερυψωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερυψωμένη
υπερυψωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερυψωμένος
υπερυψωμένης	verb	γενική ενικού του υπερυψωμένη
υπερυψωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερυψωμένος
υπερυψωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερυψωμένος
υπερυψωμένος	verb	που έχει υπερυψωθεί, που έχει υψωθεί πολύ υψηλά ή που είναι απλώς πιο υψηλά από ένα ορισμένο επίπεδο αναφοράς, π.χ. από το δάπεδο
υπερυψωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερυψωμένος
υπερυψωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερυψωμένος
υπερυψωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερυψωμένος
υπερυψωνόμασταν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόμαστε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόμουν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόμουνα	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόντουσαν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόσασταν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόσαστε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόσουν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόσουνα	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνόταν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψωνότανε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώθηκα	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώθηκαν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώθηκε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώθηκες	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώναμε	=	υπερυψώνω
υπερυψώναν	=	υπερυψώνω
υπερυψώνανε	=	υπερυψώνω
υπερυψώνατε	=	υπερυψώνω
υπερυψώνει	=	υπερυψώνω
υπερυψώνεις	=	υπερυψώνω
υπερυψώνεσαι	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώνεστε	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώνεται	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώνετε	=	υπερυψώνω
υπερυψώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώνομε	=	υπερυψώνω
υπερυψώνονται	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώνονταν	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώνοντας	=	υπερυψώνω
υπερυψώνου	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώνουμε	=	υπερυψώνω
υπερυψώνουν	=	υπερυψώνω
υπερυψώνουνε	=	υπερυψώνω
υπερυψώνω	verb	υψώνω πολύ, πάνω από το συνηθισμένο ή κανονικό
υπερυψώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσαν	=	υπερυψώνω
υπερυψώσανε	=	υπερυψώνω
υπερυψώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερύψωση
υπερυψώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσεων	=	υπερύψωση
υπερυψώσομε	=	υπερυψώνω
υπερυψώσου	=	υπερυψώνομαι
υπερυψώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσουνε	=	υπερυψώνω
υπερυψώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερυψώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερφάγα	=	υπερφάγος
υπερφάγε	=	υπερφάγος
υπερφάγο	=	υπερφάγος
υπερφάγοι	=	υπερφάγος
υπερφάγος	noun	που χαρακτηρίζεται, ως προς τη διατροφική συμπεριφορά, από υπερφαγία
υπερφάγου	=	υπερφάγος
υπερφάγους	=	υπερφάγος
υπερφάγων	=	υπερφάγος
υπερφίαλα	adv	που δείχνει αλαζονεία, που ταιριάζει στον αλαζόνα
υπερφίαλε	adj	κλητική ενικού του υπερφίαλος
υπερφίαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφίαλη
υπερφίαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφίαλος
υπερφίαλης	adj	γενική ενικού του υπερφίαλη
υπερφίαλο	adj	αιτιατική ενικού του υπερφίαλος
υπερφίαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφίαλος
υπερφίαλος	adj	αυτός που εκχειλίζει πάνω από τη φιάλη, σε χρήση μονο μεταφορικά
υπερφίαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερφίαλος
υπερφίαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερφίαλος
υπερφίαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερφίαλος
υπερφαγία	noun	διατροφική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπερβολική κατανάλωση φαγητού
υπερφαγίας	noun	γενική ενικού του υπερφαγία
υπερφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφαγία
υπερφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του υπερφαγία
υπερφαλάγγιζα	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγιζαν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγιζε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγιζες	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερφαλαγγίζω
υπερφαλάγγισης	noun	γενική ενικού του υπερφαλάγγιση
υπερφαλαγγίζαμε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζαν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζανε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζατε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζει	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζεις	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζεσαι	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζεστε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζεται	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζετε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζονται	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζονταν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζοντας	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζου	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζουμε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζουν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζουνε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίζω	verb	κυκλώνω τα αντίπαλα στρατεύματα αναπτύσσοντας τα δικά μου πέρα από τις άκρες των στρατευμάτων των αντιπάλων
υπερφαλαγγίζων	adj|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσαν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσανε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφαλάγγιση
υπερφαλαγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερφαλάγγιση
υπερφαλαγγίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερφαλάγγιση
υπερφαλαγγίσου	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίστηκα	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίστηκαν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίστηκε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίστηκες	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόμασταν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόμαστε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόμουν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόμουνα	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόντουσαν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόσασταν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόσαστε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόσουν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόσουνα	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζόταν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιζότανε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφαλαγγισμένο
υπερφαλαγγισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφαλαγγισμένη
υπερφαλαγγισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγισμένης	verb	γενική ενικού του υπερφαλαγγισμένη
υπερφαλαγγισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγισμένος	verb	που έχει υπερφαλαγγιστεί
υπερφαλαγγισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερφαλαγγισμένος
υπερφαλαγγιστήκαμε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιστήκαν	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιστήκανε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιστήκατε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιστεί	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφαλαγγιστείτε	=	υπερφαλαγγίζω
υπερφεγγάρι	noun	η πανσέληνος τη στιγμή που η σελήνη βρίσκεται στο περίγειο της τροχιάς της
υπερφεγγάρια	=	υπερφεγγάρι
υπερφεγγαριού	=	υπερφεγγάρι
υπερφεγγαριών	=	υπερφεγγάρι
υπερφιλελευθερισμέ	=	υπερφιλελευθερισμός
υπερφιλελευθερισμοί	=	υπερφιλελευθερισμός
υπερφιλελευθερισμού	=	υπερφιλελευθερισμός
υπερφιλελευθερισμούς	=	υπερφιλελευθερισμός
υπερφιλελευθερισμό	=	υπερφιλελευθερισμός
υπερφιλελευθερισμός	noun	η ακραία μορφή του φιλελευθερισμού, που προωθεί την απόλυτη ελευθερία της αγοράς και την ελάχιστη κρατική παρέμβαση, συχνά εις βάρος της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ρύθμισης της οικονομίας
υπερφιλελευθερισμών	=	υπερφιλελευθερισμός
υπερφλεγμονωδών	=	υπερφλεγμονώδης
υπερφλεγμονώδεις	=	υπερφλεγμονώδης
υπερφλεγμονώδες	=	υπερφλεγμονώδης
υπερφλεγμονώδη	=	υπερφλεγμονώδης
υπερφλεγμονώδης	adj	που σχετίζεται με την υπερφλεγμονή, που χαρακτηρίζεται από υπερβολικά έντονη φλεγμονώδη απόκριση του οργανισμού
υπερφλεγμονώδους	=	υπερφλεγμονώδης
υπερφορολογήσαμε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογήσαν	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογήσανε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογήσατε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογήσει	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογήσεις	=	υπερφορολόγηση
υπερφορολογήσεων	=	υπερφορολόγηση
υπερφορολογήστε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογεί	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογείς	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογείτε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογημένα	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένε	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένες	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένη	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένης	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένο	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένοι	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερφορολογώ
υπερφορολογημένου	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένους	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογημένων	=	υπερφορολογημένος
υπερφορολογούμαι	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούμε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούν	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούνε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσα	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσαμε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσαν	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσανε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσατε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογούσες	=	υπερφορολογώ
υπερφορολογώ	verb	φορολογώ σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι θεωρείται δίκαιο ή σωστό
υπερφορολογώντας	=	υπερφορολογώ
υπερφορολόγει	=	υπερφορολογώ
υπερφορολόγησα	=	υπερφορολογώ
υπερφορολόγησαν	=	υπερφορολογώ
υπερφορολόγησε	=	υπερφορολογώ
υπερφορολόγησες	=	υπερφορολογώ
υπερφορολόγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερφορολογώ
υπερφορολόγησης	=	υπερφορολόγηση
υπερφορτίζαμε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζαν	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζανε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζατε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζει	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζεις	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζετε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζοντας	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζουμε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζουν	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζουνε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίζω	verb	φορτίζω μια συσκευή παραπάνω απ’ όσο πρέπει
υπερφορτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίσαν	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίσανε	=	υπερφορτίζω
υπερφορτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφόρτιση
υπερφορτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερφόρτιση
υπερφορτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερφόρτιση
υπερφορτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφορτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφορτισμένο
υπερφορτισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερφορτισμένος
υπερφορτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφορτισμένη
υπερφορτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφορτισμένος
υπερφορτισμένης	verb	γενική ενικού του υπερφορτισμένη
υπερφορτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερφορτισμένος
υπερφορτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφορτισμένος
υπερφορτισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υπερφορτίζω
υπερφορτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερφορτισμένος
υπερφορτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερφορτισμένος
υπερφορτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερφορτισμένος
υπερφορτωθήκαμε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθήκαν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθήκανε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθήκατε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθεί	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθείς	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθείτε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθούμε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθούν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθούνε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωθώ	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφορτωμένο
υπερφορτωμένε	verb	κλητική ενικού του υπερφορτωμένος
υπερφορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφορτωμένη
υπερφορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφορτωμένος
υπερφορτωμένης	verb	γενική ενικού του υπερφορτωμένη
υπερφορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερφορτωμένος
υπερφορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφορτωμένος
υπερφορτωμένος	verb	που έχει υπερφορτωθεί
υπερφορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερφορτωμένος
υπερφορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερφορτωμένος
υπερφορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερφορτωμένος
υπερφορτωνόμασταν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόμαστε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόμουν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόμουνα	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόντουσαν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόσασταν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόσαστε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόσουν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόσουνα	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνόταν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτωνότανε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώθηκα	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώθηκαν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώθηκε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώθηκες	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώναμε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώναν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνανε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνατε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνει	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνεις	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνεσαι	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνεστε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνεται	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνετε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνομαι	verb	φορτώνομαι πάρα πολύ
υπερφορτώνομε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνονται	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνονταν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνοντας	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνουμε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνουν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνουνε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώνω	verb	φορτώνω υπερβολικά
υπερφορτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσαν	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώσανε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφόρτωση
υπερφορτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσεων	=	υπερφόρτωση
υπερφορτώσομε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώσου	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσουνε	=	υπερφορτώνω
υπερφορτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφορτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφουσκωθήκαμε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωθήκαν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωθήκανε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωθήκατε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωθεί	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωθείτε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφουσκωμένο
υπερφουσκωμένε	verb	κλητική ενικού του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφουσκωμένη
υπερφουσκωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωμένης	verb	γενική ενικού του υπερφουσκωμένη
υπερφουσκωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωμένος	verb	που τον έχουν φουσκώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό
υπερφουσκωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερφουσκωμένος
υπερφουσκωνόμασταν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόμαστε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόμουν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόμουνα	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόντουσαν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόσασταν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόσαστε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόσουν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόσουνα	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνόταν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκωνότανε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώθηκα	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώθηκαν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώθηκε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώθηκες	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώναμε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώναν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνανε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνατε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνει	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνεις	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνεσαι	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνεστε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνεται	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνετε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνομαι	verb	φουσκώνομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό.
υπερφουσκώνονται	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνονταν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνοντας	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνου	=	υπερφουσκώνομαι
υπερφουσκώνουμε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνουν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνουνε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώνω	verb	φουσκώνω, διογκώνω σε πολύ μεγάλο βαθμό
υπερφουσκώσαμε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώσαν	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώσανε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώσατε	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώσει	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώσου	=	υπερφουσκώνω
υπερφουσκώστε	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωνα	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωναν	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωνε	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωνες	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωσα	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωσαν	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωσε	=	υπερφουσκώνω
υπερφούσκωσες	=	υπερφουσκώνω
υπερφυές	=	υπερφυής
υπερφυή	=	υπερφυής
υπερφυής	adj	που υπερβαίνει τη φύση και τους νόμους της, που δεν ερμηνεύεται λογικά
υπερφυείς	=	υπερφυής
υπερφυούς	=	υπερφυής
υπερφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπερφυσικός	adv	με υπερφυσικό τρόπο
υπερφυσικέ	adj	κλητική ενικού του υπερφυσικός
υπερφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφυσική
υπερφυσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφυσικός
υπερφυσικής	adj	γενική ενικού του υπερφυσική
υπερφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφυσικός
υπερφυσικού	adj	γενική ενικού του υπερφυσικός
υπερφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερφυσικός
υπερφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερφυσικός	noun	ο υπερφυσικός κόσμος, οι υπερφυσικές δυνάμεις
υπερφυσικός	adj	που ξεπερνά τους νόμους της φύσης, που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός χάρη σ' αυτούς ή να ερμηνευθεί βάσει αυτών
υπερφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερφυσικός
υπερφυών	=	υπερφυής
υπερφωσφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφωσφορικό
υπερφωσφορικέ	adj	κλητική ενικού του υπερφωσφορικός
υπερφωσφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερφωσφορική
υπερφωσφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερφωσφορικός
υπερφωσφορικής	adj	γενική ενικού του υπερφωσφορική
υπερφωσφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφωσφορικός
υπερφωσφορικού	adj	γενική ενικού του υπερφωσφορικός
υπερφωσφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερφωσφορικός
υπερφωσφορικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερφωσφορικός
υπερφωσφορικός	adj	που χαρακτηρίζει μια χημική ένωση που περιέχει αυξημένη συγκέντρωση φωσφόρου, συνήθως σε μορφή φωσφορικών αλάτων, και χρησιμοποιείται κυρίως σε λιπάσματα
υπερφωσφορικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερφωσφορικός
υπερφωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερφωτισμός
υπερφωτονίου	=	υπερφωτόνιο
υπερφωτονίων	=	υπερφωτόνιο
υπερφωτόνια	=	υπερφωτόνιο
υπερφωτόνιο	noun	το ταχυόνιο, ανύπαρκτο-ανυπόστατο σωματίδιο
υπερφωτόνιου	=	υπερφωτόνιο
υπερφωτόνιων	=	υπερφωτόνιο
υπερφόρτιζα	=	υπερφορτίζω
υπερφόρτιζαν	=	υπερφορτίζω
υπερφόρτιζε	=	υπερφορτίζω
υπερφόρτιζες	=	υπερφορτίζω
υπερφόρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφόρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφόρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφόρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτίζω
υπερφόρτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερφορτίζω
υπερφόρτισης	noun	γενική ενικού του υπερφόρτιση
υπερφόρτωνα	=	υπερφορτώνω
υπερφόρτωναν	=	υπερφορτώνω
υπερφόρτωνε	=	υπερφορτώνω
υπερφόρτωνες	=	υπερφορτώνω
υπερφόρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφόρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφόρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφόρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφορτώνω
υπερφόρτωση	noun	υπερβολική φόρτωση
υπερφόρτωσης	=	υπερφόρτωση
υπερχείλιζα	=	υπερχειλίζω
υπερχείλιζαν	=	υπερχειλίζω
υπερχείλιζε	=	υπερχειλίζω
υπερχείλιζες	=	υπερχειλίζω
υπερχείλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχείλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχείλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχείλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχείλιση	noun	το ξεχείλισμα
υπερχείλισης	noun	γενική ενικού του υπερχείλιση
υπερχειλίζαμε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζαν	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζανε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζατε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζει	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζεις	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζετε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζομε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζοντας	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζουμε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζουν	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζουνε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίζω	verb	ξεχειλίζω
υπερχειλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσαν	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίσανε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχείλιση
υπερχειλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερχείλιση
υπερχειλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερχείλιση
υπερχειλίσομε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσουνε	=	υπερχειλίζω
υπερχειλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχειλίζω
υπερχειλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχειλισμένο
υπερχειλισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερχειλισμένος
υπερχειλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχειλισμένη
υπερχειλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερχειλισμένος
υπερχειλισμένης	verb	γενική ενικού του υπερχειλισμένη
υπερχειλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερχειλισμένος
υπερχειλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερχειλισμένος
υπερχειλισμένος	=	υπερχειλίζω
υπερχειλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερχειλισμένος
υπερχειλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερχειλισμένος
υπερχειλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερχειλισμένος
υπερχειλιστές	=	υπερχειλιστής
υπερχειλιστή	=	υπερχειλιστής
υπερχειλιστής	noun	υδραυλική κατασκευή που ρυθμίζει την ασφαλή απορροή του πλεονάζοντος νερού από φράγματα ή άλλες υδατοδεξαμενές, αποτρέποντας την ανεξέλεγκτη υπερχείλιση και τη δομική καταστροφή
υπερχειλιστών	=	υπερχειλιστής
υπερχλωρυδρία	noun	παθολογική κατάσταση κατά την οποία το γαστρικό υγρό περιέχει υπερβολική ποσότητα υδροχλωρικού οξέος, προκαλώντας συμπτώματα όπως καούρα, όξινες αναγωγές και ερεθισμό του στομάχου
υπερχλωρυδρίας	noun	γενική ενικού του υπερχλωρυδρία
υπερχλωρυδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχλωρυδρία
υπερχλωρυδριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερχλωρυδρία
υπερχοληστερολαιμία	noun	η παρουσία ψηλού επιπέδου χοληστερόλης στο αίμα
υπερχοληστερολαιμίας	=	υπερχοληστερολαιμία
υπερχοληστερολαιμίες	=	υπερχοληστερολαιμία
υπερχοληστερολαιμιών	=	υπερχοληστερολαιμία
υπερχορδές	=	υπερχορδή
υπερχορδή	noun	υποθετικό θεμελιώδες μονοδιάστατο δομικό στοιχείο, που πάλλεται σε πολλές διαστάσεις
υπερχορδής	=	υπερχορδή
υπερχορδών	=	υπερχορδή
υπερχρέωνα	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωναν	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωνε	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωνες	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωσα	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωσαν	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωσε	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωσες	=	υπερχρεώνω
υπερχρέωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερχρεώνω
υπερχρέωσης	=	υπερχρέωση
υπερχρεωθήκαμε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωθήκαν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωθήκανε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωθήκατε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωθεί	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωθείτε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχρεωμένο
υπερχρεωμένε	verb	κλητική ενικού του υπερχρεωμένος
υπερχρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχρεωμένη
υπερχρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερχρεωμένος
υπερχρεωμένης	verb	γενική ενικού του υπερχρεωμένη
υπερχρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερχρεωμένος
υπερχρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερχρεωμένος
υπερχρεωμένος	verb	έχω υπερβολικά μεγάλα χρέη, τα οποία δεν μπορώ να εξυπηρετήσω
υπερχρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερχρεωμένος
υπερχρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερχρεωμένος
υπερχρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερχρεωμένος
υπερχρεωνόμασταν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόμαστε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόμουν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόμουνα	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόντουσαν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόσασταν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόσαστε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόσουν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόσουνα	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνόταν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεωνότανε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώθηκα	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώθηκαν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώθηκε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώθηκες	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώναμε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώναν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνανε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνατε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνει	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνεις	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνεσαι	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνεστε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνεται	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνετε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπερχρεώνω
υπερχρεώνονται	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνονταν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνοντας	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνουμε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνουν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνουνε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώνω	verb	χρεώνω υπερβολικά
υπερχρεώσαμε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώσαν	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώσανε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώσατε	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώσει	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώσεις	=	υπερχρέωση
υπερχρεώσεων	=	υπερχρέωση
υπερχρεώσου	=	υπερχρεώνω
υπερχρεώστε	=	υπερχρεώνω
υπερχρονίζαμε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζαν	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζανε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζατε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζει	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζεις	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζετε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζοντας	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζουμε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζουν	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζουνε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίζω	verb	διενεργώ υπερχρονισμό
υπερχρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσαν	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίσανε	=	υπερχρονίζω
υπερχρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρονικά	=	υπερχρονικός
υπερχρονικέ	=	υπερχρονικός
υπερχρονικές	=	υπερχρονικός
υπερχρονική	=	υπερχρονικός
υπερχρονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπερχρονική) του υπερχρονικός
υπερχρονικοί	=	υπερχρονικός
υπερχρονικού	=	υπερχρονικός
υπερχρονικούς	=	υπερχρονικός
υπερχρονικό	=	υπερχρονικός
υπερχρονικός	adj	που υπερβαίνει τα χρονικά όρια, που ξεπερνά το χρόνο
υπερχρονικών	=	υπερχρονικός
υπερχρονισμέ	=	υπερχρονισμός
υπερχρονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχρονισμένο
υπερχρονισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερχρονισμένη
υπερχρονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμένης	verb	γενική ενικού του υπερχρονισμένη
υπερχρονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερχρονισμένος
υπερχρονισμοί	=	υπερχρονισμός
υπερχρονισμού	=	υπερχρονισμός
υπερχρονισμούς	=	υπερχρονισμός
υπερχρονισμό	=	υπερχρονισμός
υπερχρονισμός	noun	χρησιμοποίηση ενός επεξεργαστή (CPU) σε ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν που συνιστά ο κατασκευαστής
υπερχρονισμών	=	υπερχρονισμός
υπερχρωμία	noun	αύξηση του χρώματος σε έναν ιστό (κυρίως στο δέρμα) λόγω εμφάνισης μεγάλης ποσότητας χρωστικής ουσίας
υπερχρωμίας	=	υπερχρωμία
υπερχρωμίες	=	υπερχρωμία
υπερχρωμιών	=	υπερχρωμία
υπερχρόνιζα	=	υπερχρονίζω
υπερχρόνιζαν	=	υπερχρονίζω
υπερχρόνιζε	=	υπερχρονίζω
υπερχρόνιζες	=	υπερχρονίζω
υπερχρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερχρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερχρονίζω
υπερψήφιζα	=	υπερψηφίζω
υπερψήφιζαν	=	υπερψηφίζω
υπερψήφιζε	=	υπερψηφίζω
υπερψήφιζες	=	υπερψηφίζω
υπερψήφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψήφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψήφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψήφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψήφιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψήφισης	noun	γενική ενικού του υπερψήφιση
υπερψηφίζαμε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζαν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζανε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζατε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζει	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζεις	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζεσαι	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζεστε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζεται	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζετε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζομαι	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζονται	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζονταν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζοντας	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζουμε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζουν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζουνε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίζω	verb	δίνω θετική ψήφο ψηφίζοντας υπέρ μιας πρότασης
υπερψηφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίσαν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίσανε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερψήφιση
υπερψηφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπερψήφιση
υπερψηφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπερψήφιση
υπερψηφίσου	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφίστηκα	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίστηκαν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίστηκε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίστηκες	=	υπερψηφίζω
υπερψηφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερψηφίζω
υπερψηφιζόμασταν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόμαστε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόμουν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόμουνα	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόντουσαν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόσασταν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόσαστε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόσουν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόσουνα	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζόταν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιζότανε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερψηφισμένο
υπερψηφισμένε	verb	κλητική ενικού του υπερψηφισμένος
υπερψηφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερψηφισμένη
υπερψηφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερψηφισμένος
υπερψηφισμένης	verb	γενική ενικού του υπερψηφισμένη
υπερψηφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερψηφισμένος
υπερψηφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερψηφισμένος
υπερψηφισμένος	=	υπερψηφίζω
υπερψηφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερψηφισμένος
υπερψηφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερψηφισμένος
υπερψηφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερψηφισμένος
υπερψηφιστήκαμε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιστήκαν	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιστήκανε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιστήκατε	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιστεί	=	υπερψηφίζω
υπερψηφιστείτε	=	υπερψηφίζω
υπερψυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερψυγμένο
υπερψυγμένε	verb	κλητική ενικού του υπερψυγμένος
υπερψυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερψυγμένη
υπερψυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερψυγμένος
υπερψυγμένης	verb	γενική ενικού του υπερψυγμένη
υπερψυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερψυγμένος
υπερψυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερψυγμένος
υπερψυγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερψύχω
υπερψυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερψυγμένος
υπερψυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερψυγμένος
υπερψυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερψυγμένος
υπερψύχω	verb	ψύχω σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία ή για μεγάλο χρονικό διάστημα
υπερωικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωικό
υπερωικέ	adj	κλητική ενικού του υπερωικός
υπερωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωική
υπερωική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερωικός
υπερωικής	adj	γενική ενικού του υπερωική
υπερωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερωικός
υπερωικού	adj	γενική ενικού του υπερωικός
υπερωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερωικός
υπερωικό	adj	αιτιατική ενικού του υπερωικός
υπερωικός	adj	που προφέρεται με το πίσω μέρος της γλώσσας σε επαφή με ή πολύ κοντά στη μαλακή υπερώα
υπερωικών	adj	γενική πληθυντικού του υπερωικός
υπερωκεάνειο	=	υπερωκεάνιο
υπερωκεάνια	=	υπερωκεάνιο
υπερωκεάνιας	=	υπερωκεάνιος
υπερωκεάνιε	=	υπερωκεάνιος
υπερωκεάνιες	=	υπερωκεάνιος
υπερωκεάνιο	noun	πολύ μεγάλο σύγχρονο επιβατηγό πλοίο με δυνατότητες αυτονομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, μεγάλο αποθηκευτικό χώρο, κατασκευασμένο για να διασχίζει ωκεανούς
υπερωκεάνιοι	=	υπερωκεάνιος
υπερωκεάνιος	adj	σχετικός με τη διάσχιση των ωκεανών
υπερωκεάνιου	=	υπερωκεάνιο
υπερωκεάνιους	=	υπερωκεάνιος
υπερωκεάνιων	=	υπερωκεάνιο
υπερωκεανίου	=	υπερωκεάνιο
υπερωκεανίων	=	υπερωκεάνιο
υπερωρία	noun	η εργασία μετά από το κανονικό ωράριο
υπερωρίας	noun	γενική ενικού του υπερωρία
υπερωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωρία
υπερωρίμαζα	=	υπερωριμάζω
υπερωρίμαζαν	=	υπερωριμάζω
υπερωρίμαζε	=	υπερωριμάζω
υπερωρίμαζες	=	υπερωριμάζω
υπερωρίμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερωριμάζω
υπερωρίμανσης	=	υπερωρίμανση
υπερωρίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωρίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωρίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωρίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωρίμαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερωριμάζω
υπερωρίμασης	=	υπερωρίμαση
υπερωριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπερωριακός	adv	κάνοντας υπερωρίες
υπερωριακέ	adj	κλητική ενικού του υπερωριακός
υπερωριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωριακή
υπερωριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερωριακός
υπερωριακής	adj	γενική ενικού του υπερωριακή
υπερωριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερωριακός
υπερωριακού	adj	γενική ενικού του υπερωριακός
υπερωριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπερωριακός
υπερωριακό	adj	αιτιατική ενικού του υπερωριακός
υπερωριακός	adj	που έχει σχέση με την υπερωρία ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπερωριακών	adj	γενική πληθυντικού του υπερωριακός
υπερωριακώς	adv|formal	άλλη μορφή του υπερωριακά
υπερωριμάζαμε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζαν	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζανε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζατε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζει	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζεις	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζετε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζοντας	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζουμε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζουν	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζουνε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάζω	verb	παραωριμάζω
υπερωριμάνσεις	=	υπερωρίμανση
υπερωριμάνσεων	=	υπερωρίμανση
υπερωριμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμάσαν	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάσανε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωρίμαση
υπερωριμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμάσεων	=	υπερωρίμαση
υπερωριμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμάστε	=	υπερωριμάζω
υπερωριμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπερωριμάζω
υπερωριμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωριμασμένο
υπερωριμασμένε	verb	κλητική ενικού του υπερωριμασμένος
υπερωριμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερωριμασμένη
υπερωριμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπερωριμασμένος
υπερωριμασμένης	verb	γενική ενικού του υπερωριμασμένη
υπερωριμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπερωριμασμένος
υπερωριμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπερωριμασμένος
υπερωριμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπερωριμασμένος
υπερωριμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπερωριμασμένος
υπερωριμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπερωριμασμένος
υπερωριών	noun	γενική πληθυντικού του υπερωρία
υπερωών	=	υπερώο
υπερόγκως	adv|formal	υπέρογκα
υπερόπλα	=	υπερόπλο
υπερόπλο	noun	πολύ ισχυρό όπλο
υπερόπλου	=	υπερόπλο
υπερόπλων	=	υπερόπλο
υπερόπτες	=	υπερόπτης
υπερόπτη	=	υπερόπτης
υπερόπτης	noun	το άτομο που πιστεύει ότι είναι ανώτερος από όλους και περιφρονεί τους γύρω του
υπερόπτισσας	noun	γενική ενικού του υπερόπτισσα
υπερόπτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερόπτισσα
υπερύψωνα	=	υπερυψώνω
υπερύψωναν	=	υπερυψώνω
υπερύψωνε	=	υπερυψώνω
υπερύψωνες	=	υπερυψώνω
υπερύψωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερύψωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερύψωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερύψωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερυψώνω
υπερύψωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπερυψώνω
υπερύψωσης	=	υπερύψωση
υπερώα	=	υπερώο
υπερώας	=	υπερώο
υπερώες	=	υπερώο
υπερώια	=	υπερώιος
υπερώιας	=	υπερώιος
υπερώιε	=	υπερώιος
υπερώιες	=	υπερώιος
υπερώιο	=	υπερώιος
υπερώιοι	=	υπερώιος
υπερώιος	adj	που έχει σχέση με τα υπερώα, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά
υπερώιου	=	υπερώιος
υπερώιους	=	υπερώιος
υπερώιων	=	υπερώιος
υπερώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερώνυμο
υπερώνυμε	=	υπερώνυμος
υπερώνυμες	=	υπερώνυμος
υπερώνυμη	=	υπερώνυμος
υπερώνυμης	=	υπερώνυμος
υπερώνυμο	noun	ευρύτερος όρος, δηλαδή μία έννοια περισσότερο γενική από μία άλλη
υπερώνυμοι	=	υπερώνυμος
υπερώνυμος	adj	που έχει ευρύτερη σημασία, που κατατάσσεται ιεραρχικά σε ανώτερη σημασιολογικά βαθμίδα
υπερώνυμου	noun	γενική ενικού του υπερώνυμο
υπερώνυμους	=	υπερώνυμος
υπερώνυμων	noun	γενική πληθυντικού του υπερώνυμο
υπερώο	noun|formal	εξώστης
υπερώου	noun	γενική ενικού του υπερώο
υπερώριμα	=	υπερώριμος
υπερώριμε	=	υπερώριμος
υπερώριμες	=	υπερώριμος
υπερώριμη	=	υπερώριμος
υπερώριμης	=	υπερώριμος
υπερώριμο	=	υπερώριμος
υπερώριμοι	=	υπερώριμος
υπερώριμος	adj	ιδιαίτερα ώριμος
υπερώριμου	=	υπερώριμος
υπερώριμους	=	υπερώριμος
υπερώριμων	=	υπερώριμος
υπερώων	noun	γενική πληθυντικού του υπερώο
υπες	abbrev	το υπουργείο εσωτερικών
υπεσχημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεσχημένο
υπεσχημένε	verb	κλητική ενικού του υπεσχημένος
υπεσχημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεσχημένη
υπεσχημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεσχημένος
υπεσχημένης	verb	γενική ενικού του υπεσχημένη
υπεσχημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπεσχημένος
υπεσχημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεσχημένος
υπεσχημένος	verb|formal	που τον έχουν υποσχεθεί σε κάποιον, τον έχουν τάξει
υπεσχημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεσχημένος
υπεσχημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπεσχημένος
υπεσχημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεσχημένος
υπευθυνοτήτων	=	υπευθυνότητα
υπευθυνότητα	noun	το να είναι κάποιος υπεύθυνος, η ιδιότητα του ανθρώπου που διακατέχεται από το αίσθημα της ευθύνης και η στάση που επιβάλλει αυτό
υπευθυνότητας	noun	γενική ενικού του υπευθυνότητα
υπευθυνότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπευθυνότητα
υπευθύνων	noun	γενική πληθυντικού του υπεύθυνος	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του υπεύθυνος
υπευθύνως	adv|formal	υπεύθυνα, κυρίως στην έκφραση
υπεύθυνα	adv	με υπευθυνότητα, με αίσθημα ευθύνης
υπεύθυνε	adj	κλητική ενικού του υπεύθυνος
υπεύθυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπεύθυνη
υπεύθυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπεύθυνος
υπεύθυνης	adj	γενική ενικού του υπεύθυνη
υπεύθυνο	adj	αιτιατική ενικού του υπεύθυνος
υπεύθυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπεύθυνος
υπεύθυνος	adj	που ευθύνεται για κάτι, που προκάλεσε κάτι και καλείται να υποστεί τις συνέπειες
υπεύθυνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπεύθυνος
υπεύθυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπεύθυνος
υπεύθυνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπεύθυνος
υπηγμένος	=	υπάγω
υπηκοοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του υπηκοότητα
υπηκοότητα	noun	η ιδιότητα του πολίτη ενός κράτους και τα δικαιώματα που αυτή συνεπάγεται
υπηκοότητας	noun	γενική ενικού του υπηκοότητα
υπηκοότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηκοότητα
υπηκόου	noun	γενική ενικού του υπήκοος
υπηκόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπήκοος
υπηκόων	noun	γενική πληθυντικού του υπήκοος
υπηνέμως	adv|formal	απάνεμα
υπηρέτει	=	υπηρετώ
υπηρέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρέτης
υπηρέτη	=	υπηρέτης
υπηρέτης	noun	αυτός που υπηρετεί κάποιον, που εργάζεται στην υπηρεσία του κάνοντας διάφορες εργασίες ή δουλειές που του ανατίθενται
υπηρέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρέτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπηρετώ
υπηρέτησης	=	υπηρέτηση
υπηρέτρια	noun	γυναίκα που εργάζεται (και πολλές φορές μένει) σε ένα σπίτι φροντίζοντας την καθαριότητα, το μαγείρεμα και όλες τις άλλες οικιακές εργασίες
υπηρέτριας	noun	γενική ενικού του υπηρέτρια
υπηρέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρέτρια
υπηρεσία	noun	η προσφορά έργου για έναν σκοπό
υπηρεσίας	noun	γενική ενικού του υπηρεσία
υπηρεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρεσία
υπηρεσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρεσιακό	adv	με υπηρεσιακό τρόπο
υπηρεσιακέ	adj	κλητική ενικού του υπηρεσιακός
υπηρεσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρεσιακή
υπηρεσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπηρεσιακός
υπηρεσιακής	adj	γενική ενικού του υπηρεσιακή
υπηρεσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπηρεσιακός
υπηρεσιακού	adj	γενική ενικού του υπηρεσιακός
υπηρεσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπηρεσιακός
υπηρεσιακό	adj	αιτιατική ενικού του υπηρεσιακός
υπηρεσιακός	adj	που έχει σχέση με κάποια υπηρεσία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή σχετίζεται μ’ αυτή
υπηρεσιακών	adj	γενική πληθυντικού του υπηρεσιακός
υπηρεσιακώς	adv	με υπηρεσιακό τρόπο
υπηρεσιών	noun	γενική πληθυντικού του υπηρεσία
υπηρετήθηκα	=	υπηρετώ
υπηρετήθηκαν	=	υπηρετώ
υπηρετήθηκε	=	υπηρετώ
υπηρετήθηκες	=	υπηρετώ
υπηρετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήσαν	=	υπηρετώ
υπηρετήσανε	=	υπηρετώ
υπηρετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρέτηση
υπηρετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήσεων	=	υπηρέτηση
υπηρετήσου	=	υπηρετώ
υπηρετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
υπηρετεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υπηρετώ
υπηρετείς	=	υπηρετώ
υπηρετείσαι	=	υπηρετώ
υπηρετείστε	=	υπηρετώ
υπηρετείται	=	υπηρετώ
υπηρετείτε	=	υπηρετώ
υπηρετηθήκαμε	=	υπηρετώ
υπηρετηθήκαν	=	υπηρετώ
υπηρετηθήκανε	=	υπηρετώ
υπηρετηθήκατε	=	υπηρετώ
υπηρετηθεί	=	υπηρετώ
υπηρετηθείτε	=	υπηρετώ
υπηρετηθώ	=	υπηρετώ
υπηρετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρετημένο
υπηρετημένε	verb	κλητική ενικού του υπηρετημένος
υπηρετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρετημένη
υπηρετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπηρετημένος
υπηρετημένης	verb	γενική ενικού του υπηρετημένη
υπηρετημένο	verb	αιτιατική ενικού του υπηρετημένος
υπηρετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπηρετημένος
υπηρετημένος	=	υπηρετώ
υπηρετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπηρετημένος
υπηρετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπηρετημένος
υπηρετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπηρετημένος
υπηρετικά	adv	με υπηρετικό τρόπο ή συμπεριφορά
υπηρετικέ	=	υπηρετικός
υπηρετικές	=	υπηρετικός
υπηρετική	=	υπηρετικός
υπηρετικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπηρετική) του υπηρετικός
υπηρετικοί	=	υπηρετικός
υπηρετικού	=	υπηρετικός
υπηρετικούς	=	υπηρετικός
υπηρετικό	=	υπηρετικός
υπηρετικός	adj	που έχει σχέση με τον υπηρέτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
υπηρετικών	=	υπηρετικός
υπηρετικώς	adv|formal	υπηρετικά
υπηρετούμαι	=	υπηρετώ
υπηρετούμασταν	=	υπηρετώ
υπηρετούμαστε	=	υπηρετώ
υπηρετούμε	=	υπηρετώ
υπηρετούμουν	=	υπηρετώ
υπηρετούν	=	υπηρετώ
υπηρετούνε	=	υπηρετώ
υπηρετούνται	=	υπηρετώ
υπηρετούνταν	=	υπηρετώ
υπηρετούσα	=	υπηρετώ
υπηρετούσαμε	=	υπηρετώ
υπηρετούσαν	=	υπηρετώ
υπηρετούσανε	=	υπηρετώ
υπηρετούσασταν	=	υπηρετώ
υπηρετούσαστε	=	υπηρετώ
υπηρετούσατε	=	υπηρετώ
υπηρετούσε	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του υπηρετώ
υπηρετούσες	=	υπηρετώ
υπηρετούσουν	=	υπηρετώ
υπηρετριάκι	noun	υποκοριστικό του υπηρέτρια
υπηρετριάκια	=	υπηρετριάκι
υπηρετριούλα	noun	υποκοριστικό του υπηρέτρια
υπηρετριούλας	=	υπηρετριούλα
υπηρετριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπηρετριούλα
υπηρετριών	noun	γενική πληθυντικού του υπηρέτρια
υπηρετώ	verb	προσφέρω υπηρεσίες σε κάποιον ως υπηρέτης
υπηρετών	=	υπηρέτης
υπηρετώντας	=	υπηρετώ
υπιάτρου	noun	γενική ενικού του υπίατρος
υπιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπίατρος
υπιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του υπίατρος
υπιλάρχου	noun	γενική ενικού του υπίλαρχος
υπιλάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπίλαρχος
υπιλάρχων	noun	γενική πληθυντικού του υπίλαρχος
υπλγος	abbrev	υπολοχαγός
υπλγός	abbrev	υπολοχαγός
υπνάκο	noun	αιτιατική ενικού του υπνάκος
υπνάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνάκος
υπνάκος	noun	σύντομος ύπνος
υπνάκου	noun	γενική ενικού του υπνάκος
υπνάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπνάκος
υπνάκων	noun	γενική πληθυντικού του υπνάκος
υπναγωγικά	=	υπναγωγικός
υπναγωγικέ	=	υπναγωγικός
υπναγωγικές	=	υπναγωγικός
υπναγωγική	=	υπναγωγικός
υπναγωγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπναγωγική) του υπναγωγικός
υπναγωγικοί	=	υπναγωγικός
υπναγωγικού	=	υπναγωγικός
υπναγωγικούς	=	υπναγωγικός
υπναγωγικό	=	υπναγωγικός
υπναγωγικός	adj	κατά τη διάρκεια του ύπνου
υπναγωγικών	=	υπναγωγικός
υπναλέα	=	υπναλέος
υπναλέας	=	υπναλέος
υπναλέε	=	υπναλέος
υπναλέες	=	υπναλέος
υπναλέο	=	υπναλέος
υπναλέοι	=	υπναλέος
υπναλέος	adj	που πάντα θέλει να κοιμηθεί, που νυστάζει συνεχώς
υπναλέου	=	υπναλέος
υπναλέους	=	υπναλέος
υπναλέων	=	υπναλέος
υπναρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπναράς
υπναράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπναράς
υπναράδικα	=	υπναράς
υπναράδικο	=	υπναράς
υπναράδικου	=	υπναράς
υπναράδικων	=	υπναράς
υπναράδων	noun	γενική πληθυντικού του υπναράς
υπναράς	noun	αυτός που είναι υπναράς	adj	που του αρέσει πάρα πολύ ο ύπνος και κοιμάται πολλή ώρα
υπναρού	noun	θηλυκό του υπναράς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπναράς
υπναρούδες	=	υπναράς
υπναρούδων	=	υπναράς
υπναρούς	=	υπναράς
υπνηλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπνηλή) του υπνηλός
υπνηλία	noun	κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, τάση που έχει κάποιος να κοιμηθεί
υπνηλίας	noun	γενική ενικού του υπνηλία
υπνηλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνηλία
υπνηλιών	noun	γενική πληθυντικού του υπνηλία
υπνηλός	adj|formal	που πάσχει από υπνηλία
υπνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνικό
υπνικέ	adj	κλητική ενικού του υπνικός
υπνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνική
υπνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνικός
υπνικής	adj	γενική ενικού του υπνική
υπνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνικός
υπνικού	adj	γενική ενικού του υπνικός
υπνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπνικός
υπνικό	adj	αιτιατική ενικού του υπνικός
υπνικός	adj	που έχει σχέση με τον ύπνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
υπνικών	adj	γενική πληθυντικού του υπνικός
υπνοβάτες	=	υπνοβάτης
υπνοβάτη	noun	ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπνοβάτης
υπνοβάτης	noun	αυτός που, ενώ κοιμάται, σηκώνεται και βαδίζει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται
υπνοβάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβάτι	=	υπνοβάτης
υπνοβάτιδα	noun	άλλη μορφή του υπνοβάτισσα
υπνοβάτιδας	=	υπνοβάτης
υπνοβάτιδες	=	υπνοβάτης
υπνοβάτιδος	=	υπνοβάτης
υπνοβάτιδων	=	υπνοβάτης
υπνοβάτις	=	υπνοβάτης
υπνοβάτισσα	noun	θηλυκό του υπνοβάτης
υπνοβάτισσας	noun	γενική ενικού του υπνοβάτισσα
υπνοβάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοβάτισσα
υπνοβασία	noun	η κατάσταση και η συμπεριφορά του υπνοβάτη
υπνοβασίας	noun	γενική ενικού του υπνοβασία
υπνοβασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοβασία
υπνοβασιών	noun	γενική πληθυντικού του υπνοβασία
υπνοβατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβατίδων	=	υπνοβάτης
υπνοβατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοβατικό
υπνοβατικέ	adj	κλητική ενικού του υπνοβατικός
υπνοβατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοβατική
υπνοβατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνοβατικός
υπνοβατικής	adj	γενική ενικού του υπνοβατική
υπνοβατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνοβατικός
υπνοβατικού	adj	γενική ενικού του υπνοβατικός
υπνοβατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπνοβατικός
υπνοβατικό	adj	αιτιατική ενικού του υπνοβατικός
υπνοβατικός	adj	σχετικός με τον υπνοβάτη ή την υπνοβασία
υπνοβατικών	adj	γενική πληθυντικού του υπνοβατικός
υπνοβατισσών	noun	γενική πληθυντικού του υπνοβάτισσα
υπνοβατούσα	=	υπνοβατώ
υπνοβατώ	verb	περπατάω ενώ βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου
υπνοβατών	=	υπνοβάτης
υπνοβατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπνοβατώ
υπνοβότανα	=	υπνοβότανο
υπνοβότανο	noun	βότανο με υπνωτικές ιδιότητες
υπνοβότανου	=	υπνοβότανο
υπνοβότανων	=	υπνοβότανο
υπνογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνόγραμμα
υπνογράμματος	noun	γενική ενικού του υπνόγραμμα
υπνογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπνόγραμμα
υπνοδωμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοδωμάτιο
υπνοδωμάτιο	noun	κρεβατοκάμαρα
υπνοδωμάτιου	=	υπνοδωμάτιο
υπνοδωματίου	noun	γενική ενικού του υπνοδωμάτιο
υπνοδωματίων	noun	γενική πληθυντικού του υπνοδωμάτιο
υπνοθεραπεία	noun	ψυχοθεραπευτική μέθοδος με την οποία ο θεραπευτής χρησιμοποιεί συγκεκριμένες τεχνικές χαλάρωσης για να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να αλλάξει συναισθήματα, αντιλήψεις, σκέψεις και συμπεριφορά βελτιώνοντας έτσι εκτός από την ψυχική και την σωματική του υγεία
υπνοθεραπείας	noun	γενική ενικού του υπνοθεραπεία
υπνοθεραπείες	=	υπνοθεραπεία
υπνοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του υπνοθεραπεία
υπνοθεραπευτές	=	υπνοθεραπευτής
υπνοθεραπευτή	=	υπνοθεραπευτής
υπνοθεραπευτής	noun	το εξειδικευμένο άτομο το οποίο χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές χαλάρωσης προκαλεί ύπνωση στον ασθενή με σκοπό να τον βοηθήσει στην επίλυση διαφόρων προβλημάτων της ψυχικής και σωματικής υγείας του
υπνοθεραπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του υπνοθεραπεύτρια
υπνοθεραπευτών	=	υπνοθεραπευτής
υπνοθεραπεύτρια	noun	υπνοθεραπευτής
υπνοθεραπεύτριας	noun	γενική ενικού του υπνοθεραπεύτρια
υπνοθεραπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοθεραπεύτρια
υπνολαλιά	noun	παραμιλητό κατά τη διάρκεια του ύπνου
υπνολαλιάς	=	υπνολαλιά
υπνολαλιές	=	υπνολαλιά
υπνολαλιών	=	υπνολαλιά
υπνολογία	noun	ο εγκεφαλολογικός, νευροεπιστημονικός κλάδος της μελέτης του ύπνου
υπνολογίας	=	υπνολογία
υπνολογίες	=	υπνολογία
υπνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνολογικό
υπνολογικέ	adj	κλητική ενικού του υπνολογικός
υπνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνολογική
υπνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνολογικός
υπνολογικής	adj	γενική ενικού του υπνολογική
υπνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνολογικός
υπνολογικού	adj	γενική ενικού του υπνολογικός
υπνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπνολογικός
υπνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του υπνολογικός
υπνολογικός	adj	που σχετίζεται με τον ύπνο και την υπνολογία
υπνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του υπνολογικός
υπνολογιών	=	υπνολογία
υπνολόγε	=	υπνολόγος
υπνολόγο	=	υπνολόγος
υπνολόγοι	=	υπνολόγος
υπνολόγος	noun	γιατρός με ειδίκευση στις διαταραχές του ύπνου
υπνολόγου	=	υπνολόγος
υπνολόγους	=	υπνολόγος
υπνολόγων	=	υπνολόγος
υπνοπομπικά	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικέ	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικές	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπική	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπνοπομπική) του υπνοπομπικός
υπνοπομπικοί	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικού	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικούς	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικό	=	υπνοπομπικός
υπνοπομπικός	adj	που αναφέρεται στην κατάσταση της συνείδησης κατά το στάδιο της αφύπνισης
υπνοπομπικών	=	υπνοπομπικός
υπνοφαντασία	noun	άλλη μορφή του υπνοφαντασιά
υπνοφαντασίας	=	υπνοφαντασία
υπνοφαντασίες	=	υπνοφαντασία
υπνοφαντασιά	noun|literary	όνειρο ή όραμα κατά τη διάρκεια του ύπνου
υπνοφαντασιάς	noun	γενική ενικού του υπνοφαντασιά
υπνοφαντασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνοφαντασιά
υπνοφαντασιών	=	υπνοφαντασιά
υπνοφοβία	noun	ο υπερβολικός και ανεξέλεγκτος φόβος για τον ύπνο
υπνοφοβίας	=	υπνοφοβία
υπνοφοβίες	=	υπνοφοβία
υπνοφοβιών	=	υπνοφοβία
υπνοφόρο	=	υπνοφόρος
υπνοφόρος	adj	που φέρνει ύπνο
υπνχος	=	υποναύαρχος
υπνωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωμένο
υπνωμένε	verb	κλητική ενικού του υπνωμένος
υπνωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωμένη
υπνωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνωμένος
υπνωμένης	verb	γενική ενικού του υπνωμένη
υπνωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπνωμένος
υπνωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνωμένος
υπνωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπνωμένος
υπνωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπνωμένος
υπνωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπνωμένος
υπνωτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτήριο
υπνωτήριο	noun	ο κλειστός χώρος, συνήθως σε ίδρυμα, όπου μπορούν άτομα χωρίς οικονομικά μέσα και χωρίς στέγη να κοιμούνται τα βράδια
υπνωτήριου	=	υπνωτήριο
υπνωτίζαμε	=	υπνωτίζω
υπνωτίζαν	=	υπνωτίζω
υπνωτίζανε	=	υπνωτίζω
υπνωτίζατε	=	υπνωτίζω
υπνωτίζει	=	υπνωτίζω
υπνωτίζεις	=	υπνωτίζω
υπνωτίζεσαι	=	υπνωτίζομαι
υπνωτίζεστε	=	υπνωτίζομαι
υπνωτίζεται	=	υπνωτίζομαι
υπνωτίζετε	=	υπνωτίζω
υπνωτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίζονται	=	υπνωτίζομαι
υπνωτίζονταν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτίζοντας	=	υπνωτίζω
υπνωτίζου	=	υπνωτίζομαι
υπνωτίζουμε	=	υπνωτίζω
υπνωτίζουν	=	υπνωτίζω
υπνωτίζουνε	=	υπνωτίζω
υπνωτίζω	verb	αποκοιμίζω κάποιον με υπνωτισμό
υπνωτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίσαν	=	υπνωτίζω
υπνωτίσανε	=	υπνωτίζω
υπνωτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνώτιση
υπνωτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίσεων	=	υπνώτιση
υπνωτίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτίστρια	noun	θηλυκό του υπνωτιστής
υπνωτίστριας	noun	γενική ενικού του υπνωτίστρια
υπνωτίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτίστρια
υπνωτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνωτηρίου	noun	γενική ενικού του υπνωτήριο
υπνωτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του υπνωτήριο
υπνωτηριου	=	υπνωτήριο
υπνωτηριων	=	υπνωτήριο
υπνωτιζόμασταν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόμαστε	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόμουν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόμουνα	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόντουσαν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόσασταν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόσαστε	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόσουν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόσουνα	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζόταν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιζότανε	=	υπνωτίζομαι
υπνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτικό, ουδέτερο του υπνωτικός
υπνωτικέ	adj	κλητική ενικού του υπνωτικός
υπνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτική
υπνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνωτικός
υπνωτικής	adj	γενική ενικού του υπνωτική
υπνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνωτικός
υπνωτικού	adj	γενική ενικού του υπνωτικός
υπνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπνωτικός
υπνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπνωτικός
υπνωτικός	adj	που επιφέρει ύπνωση
υπνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπνωτικός
υπνωτισμέ	noun	κλητική ενικού του υπνωτισμός
υπνωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπνωτισμένος	adv	με τον τρόπο ή τη διάθεση ενός υπνωτισμένου
υπνωτισμένε	verb	κλητική ενικού του υπνωτισμένος
υπνωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτισμένη
υπνωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνωτισμένος
υπνωτισμένης	verb	γενική ενικού του υπνωτισμένη
υπνωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπνωτισμένος
υπνωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνωτισμένος
υπνωτισμένος	=	υπνωτίζομαι
υπνωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπνωτισμένος
υπνωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπνωτισμένος
υπνωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπνωτισμένος
υπνωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνωτισμός
υπνωτισμού	noun	γενική ενικού του υπνωτισμός
υπνωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπνωτισμός
υπνωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπνωτισμός
υπνωτισμός	noun	μέθοδος που υπνωτίζει τον ασθενή με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών από το υποσυνείδητο
υπνωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπνωτισμός
υπνωτιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτιστής
υπνωτιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπνωτιστής
υπνωτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστήκαν	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιστήκανε	=	υπνωτίζομαι
υπνωτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστής	noun	κάποιος που (μπορεί και) υπνωτίζει
υπνωτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτιστικό
υπνωτιστικέ	adj	κλητική ενικού του υπνωτιστικός
υπνωτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπνωτιστική
υπνωτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπνωτιστικός
υπνωτιστικής	adj	γενική ενικού του υπνωτιστική
υπνωτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπνωτιστικός
υπνωτιστικού	adj	γενική ενικού του υπνωτιστικός
υπνωτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπνωτιστικός
υπνωτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπνωτιστικός
υπνωτιστικός	adj	που έχει σχέση με τον υπνωτισμό ή που υπνωτίζει
υπνωτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπνωτιστικός
υπνωτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστριών	noun	γενική πληθυντικού του υπνωτίστρια
υπνωτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζομαι
υπνωτιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπνωτιστής
υπνόγραμμα	noun	γραφική απεικόνιση αποτελεσμάτων της πολυυπνογραφίας
υπνόσακε	=	υπνόσακος
υπνόσακο	=	υπνόσακος
υπνόσακοι	=	υπνόσακος
υπνόσακος	noun	μακρόστενος σάκος από ύφασμα και βαμβάκι ή παρόμοιο υλικό που χρησιμοποιείται σαν πάπλωμα
υπνόσακου	=	υπνόσακος
υπνόσακους	=	υπνόσακος
υπνόσακων	=	υπνόσακος
υπνώναμε	=	υπνώνω
υπνώναν	=	υπνώνω
υπνώνανε	=	υπνώνω
υπνώνατε	=	υπνώνω
υπνώνει	=	υπνώνω
υπνώνεις	=	υπνώνω
υπνώνετε	=	υπνώνω
υπνώνοντας	=	υπνώνω
υπνώνουμε	=	υπνώνω
υπνώνουν	=	υπνώνω
υπνώνουνε	=	υπνώνω
υπνώνω	verb	αποκοιμίζω χρησιμοποιώντας χημικά μέσα
υπνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώσαν	=	υπνώνω
υπνώσανε	=	υπνώνω
υπνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπνωση
υπνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ύπνωση
υπνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ύπνωση
υπνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
υπνώτιζα	=	υπνωτίζω
υπνώτιζαν	=	υπνωτίζω
υπνώτιζε	=	υπνωτίζω
υπνώτιζες	=	υπνωτίζω
υπνώτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνώτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνώτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνώτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνωτίζω
υπνώτιση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπνωτίζω
υπνώτισης	=	υπνώτιση
υπνώττω	verb	κοιμάμαι (όχι πολύ βαθιά)
υποέκθεση	noun	έκθεση σε κάτι (επίδραση από κάτι) σε μικρό βαθμό, λιγότερο απ' ότι χρειάζεται ή αρμόζει
υποέκθεσης	noun	γενική ενικού του υποέκθεση
υποέργα	=	υποέργο
υποέργο	noun	τμήμα έργου
υποέργου	=	υποέργο
υποέργων	=	υποέργο
υποήχου	noun	γενική ενικού του υπόηχος
υποήχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπόηχος
υποήχων	noun	γενική πληθυντικού του υπόηχος
υποαερισμέ	=	υποαερισμός
υποαερισμοί	=	υποαερισμός
υποαερισμού	=	υποαερισμός
υποαερισμούς	=	υποαερισμός
υποαερισμό	=	υποαερισμός
υποαερισμός	noun	η ανεπαρκής ή βραδεία αναπνοή που οδηγεί σε μειωμένη αποβολή διοξειδίου του άνθρακα από τον οργανισμό, προκαλώντας υπερκαπνία και διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας, με πιθανά συμπτώματα όπως υπνηλία, σύγχυση ή δύσπνοια
υποαερισμών	=	υποαερισμός
υποαλλεργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαλλεργικό
υποαλλεργικέ	adj	κλητική ενικού του υποαλλεργικός
υποαλλεργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαλλεργική
υποαλλεργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποαλλεργικός
υποαλλεργικής	adj	γενική ενικού του υποαλλεργική
υποαλλεργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποαλλεργικός
υποαλλεργικού	adj	γενική ενικού του υποαλλεργικός
υποαλλεργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποαλλεργικός
υποαλλεργικό	adj	αιτιατική ενικού του υποαλλεργικός
υποαλλεργικός	adj	για προϊόν που έχει κατασκευαστεί ή παρασκευαστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό
υποαλλεργικών	adj	γενική πληθυντικού του υποαλλεργικός
υποανάπτυκτα	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτε	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτες	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτη	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτης	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτο	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτοι	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτος	adj	άλλη μορφή του υπανάπτυκτος
υποανάπτυκτου	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτους	=	υποανάπτυκτος
υποανάπτυκτων	=	υποανάπτυκτος
υποαπασχολήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχολήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχολήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχολήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχολήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχόληση
υποαπασχολήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποαπασχόληση
υποαπασχολήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποαπασχόληση
υποαπασχολήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχοληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποαπασχολούμαι
υποαπασχολημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχολημένο
υποαπασχολημένε	verb	κλητική ενικού του υποαπασχολημένος
υποαπασχολημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχολημένη
υποαπασχολημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποαπασχολημένος
υποαπασχολημένης	verb	γενική ενικού του υποαπασχολημένη
υποαπασχολημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποαπασχολημένος
υποαπασχολημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχολημένος
υποαπασχολημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποαπασχολημένος
υποαπασχολημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποαπασχολημένος
υποαπασχολημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποαπασχολημένος
υποαπασχολούμαι	verb	εργάζομαι με περιορισμένη απασχόληση
υποαπασχολούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχολούμενο
υποαπασχολούμενε	verb	κλητική ενικού του υποαπασχολούμενος
υποαπασχολούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχολούμενη
υποαπασχολούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποαπασχολούμενος
υποαπασχολούμενης	verb	γενική ενικού του υποαπασχολούμενη
υποαπασχολούμενο	verb	αιτιατική ενικού του υποαπασχολούμενος
υποαπασχολούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποαπασχολούμενος
υποαπασχολούμενος	verb	που υποαπασχολείται, που εργάζεται αποσπασματικά, ασταθώς, διακεκομμένα, με μεγάλα διαστήματα ανεργίας
υποαπασχολούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποαπασχολούμενος
υποαπασχολούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποαπασχολούμενος
υποαπασχολούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποαπασχολούμενος
υποαπασχόληση	noun	περιορισμένη απασχόληση ατόμου με λίγες ώρες εργασίας
υποαπασχόλησης	noun	γενική ενικού του υποαπασχόληση
υποαποδίδω	verb	αποδίδω πολύ λιγότερο από το αναμενόμενο
υποατομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποατομικό
υποατομικέ	adj	κλητική ενικού του υποατομικός
υποατομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποατομική
υποατομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποατομικός
υποατομικής	adj	γενική ενικού του υποατομική
υποατομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποατομικός
υποατομικού	adj	γενική ενικού του υποατομικός
υποατομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποατομικός
υποατομικό	adj	αιτιατική ενικού του υποατομικός
υποατομικός	adj	που αφορά θεμελιώδη σωματίδια
υποατομικών	adj	γενική πληθυντικού του υποατομικός
υποβάθμιζα	=	υποβαθμίζω
υποβάθμιζαν	=	υποβαθμίζω
υποβάθμιζε	=	υποβαθμίζω
υποβάθμιζες	=	υποβαθμίζω
υποβάθμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβάθμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβάθμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβάθμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβάθμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποβαθμίζω
υποβάθμισης	noun	γενική ενικού του υποβάθμιση
υποβάθρου	=	υπόβαθρο
υποβάθρων	=	υπόβαθρο
υποβάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υποβάλλομαι
υποβάλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποβάλλω
υποβάλλω	verb	καταθέτω ένα έγγραφο σε ανώτερη αρχή
υποβάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλω
υποβάσεις	=	υπόβαση
υποβάσεων	=	υπόβαση
υποβάσταζα	=	υποβαστάζω
υποβάσταζαν	=	υποβαστάζω
υποβάσταζε	=	υποβαστάζω
υποβάσταζες	=	υποβαστάζω
υποβάσταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβάσταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβάσταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβάσταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβάσταξη	noun	η ενέργεια του υποβαστάζω
υποβάσταξης	=	υποβάσταξη
υποβέλτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβέλτιστο
υποβέλτιστε	adj	κλητική ενικού του υποβέλτιστος
υποβέλτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβέλτιστη
υποβέλτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβέλτιστος
υποβέλτιστης	adj	γενική ενικού του υποβέλτιστη
υποβέλτιστο	adj	αιτιατική ενικού του υποβέλτιστος
υποβέλτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβέλτιστος
υποβέλτιστος	adj	κατώτερος του ιδεατού, μη άψογος
υποβέλτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποβέλτιστος
υποβέλτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποβέλτιστος
υποβέλτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποβέλτιστος
υποβίβαζα	=	υποβιβάζω
υποβίβαζαν	=	υποβιβάζω
υποβίβαζε	=	υποβιβάζω
υποβίβαζες	=	υποβιβάζω
υποβίβασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβίβασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβίβασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβίβασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβίβαση	noun	άλλη μορφή του υποβιβασμός
υποβίβασης	noun	γενική ενικού του υποβίβαση
υποβαθμίζαμε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζαν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζανε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζατε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζει	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζεις	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζεσαι	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζεστε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υποβαθμίζομαι
υποβαθμίζετε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίζομε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζονται	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζονταν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζοντας	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζου	=	υποβαθμίζομαι
υποβαθμίζουμε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζουν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζουνε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίζω	verb	κατατάσσω σε κατώτερη κατηγορία
υποβαθμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίσαν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίσανε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβάθμιση
υποβαθμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποβάθμιση
υποβαθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποβάθμιση
υποβαθμίσομε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίσου	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίσουνε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμίστηκα	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίστηκαν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίστηκε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίστηκες	=	υποβαθμίζω
υποβαθμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαθμίζω
υποβαθμιζόμασταν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόμαστε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόμενος	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόμουν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόμουνα	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόντουσαν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόσασταν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόσαστε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόσουν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόσουνα	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζόταν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιζότανε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβαθμισμένο
υποβαθμισμένε	verb	κλητική ενικού του υποβαθμισμένος
υποβαθμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβαθμισμένη
υποβαθμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβαθμισμένος
υποβαθμισμένης	verb	γενική ενικού του υποβαθμισμένη
υποβαθμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποβαθμισμένος
υποβαθμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβαθμισμένος
υποβαθμισμένος	verb	που έχει υποβαθμιστεί
υποβαθμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποβαθμισμένος
υποβαθμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποβαθμισμένος
υποβαθμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποβαθμισμένος
υποβαθμιστήκαμε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστήκαν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστήκανε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστήκατε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστεί	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστείς	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστείτε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβαθμιστικό
υποβαθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβαθμιστική
υποβαθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστικής	adj	γενική ενικού του υποβαθμιστική
υποβαθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστικού	adj	γενική ενικού του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστικός	adj	που συμβάλλει στην υποβάθμιση
υποβαθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υποβαθμιστικός
υποβαθμιστούμε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστούν	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστούνε	=	υποβαθμίζω
υποβαθμιστώ	=	υποβαθμίζω
υποβαστάζαμε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζαν	=	υποβαστάζω
υποβαστάζανε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζατε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζει	=	υποβαστάζω
υποβαστάζεις	=	υποβαστάζω
υποβαστάζεσαι	=	υποβαστάζω
υποβαστάζεστε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζεται	=	υποβαστάζω
υποβαστάζετε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάζονται	=	υποβαστάζω
υποβαστάζονταν	=	υποβαστάζω
υποβαστάζοντας	=	υποβαστάζω
υποβαστάζου	=	υποβαστάζομαι
υποβαστάζουμε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζουν	=	υποβαστάζω
υποβαστάζουνε	=	υποβαστάζω
υποβαστάζω	verb	στηρίζω κάτι, τοποθετώ στήριγμα
υποβαστάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξαν	=	υποβαστάζω
υποβαστάξανε	=	υποβαστάζω
υποβαστάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβάσταξη
υποβαστάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξεων	=	υποβάσταξη
υποβαστάξου	=	υποβαστάζω
υποβαστάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβαστάζω
υποβαστάχτηκα	=	υποβαστάζω
υποβαστάχτηκαν	=	υποβαστάζω
υποβαστάχτηκε	=	υποβαστάζω
υποβαστάχτηκες	=	υποβαστάζω
υποβασταγμένος	=	υποβαστάζω
υποβασταζόμασταν	=	υποβαστάζω
υποβασταζόμαστε	=	υποβαστάζω
υποβασταζόμενα	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενε	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενες	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενη	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενης	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενο	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενοι	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υποβαστάζω
υποβασταζόμενου	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενους	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμενων	=	υποβασταζόμενος
υποβασταζόμουν	=	υποβαστάζω
υποβασταζόμουνα	=	υποβαστάζω
υποβασταζόντουσαν	=	υποβαστάζω
υποβασταζόσασταν	=	υποβαστάζω
υποβασταζόσαστε	=	υποβαστάζω
υποβασταζόσουν	=	υποβαστάζω
υποβασταζόσουνα	=	υποβαστάζω
υποβασταζόταν	=	υποβαστάζω
υποβασταζότανε	=	υποβαστάζω
υποβασταχτήκαμε	=	υποβαστάζω
υποβασταχτήκαν	=	υποβαστάζω
υποβασταχτήκανε	=	υποβαστάζω
υποβασταχτήκατε	=	υποβαστάζω
υποβασταχτεί	=	υποβαστάζω
υποβασταχτείτε	=	υποβαστάζω
υποβεβλημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβεβλημένο
υποβεβλημένε	verb	κλητική ενικού του υποβεβλημένος
υποβεβλημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβεβλημένη
υποβεβλημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβεβλημένος
υποβεβλημένης	verb	γενική ενικού του υποβεβλημένη
υποβεβλημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποβεβλημένος
υποβεβλημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβεβλημένος
υποβεβλημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποβεβλημένος
υποβεβλημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποβεβλημένος
υποβεβλημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποβεβλημένος
υποβιβάζαμε	=	υποβιβάζω
υποβιβάζαν	=	υποβιβάζω
υποβιβάζανε	=	υποβιβάζω
υποβιβάζατε	=	υποβιβάζω
υποβιβάζει	=	υποβιβάζω
υποβιβάζεις	=	υποβιβάζω
υποβιβάζετε	=	υποβιβάζω
υποβιβάζομαι	=	υποβιβάζω
υποβιβάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάζουμε	=	υποβιβάζω
υποβιβάζουν	=	υποβιβάζω
υποβιβάζουνε	=	υποβιβάζω
υποβιβάζω	verb	κατεβάζω κάτι σε χαμηλότερο ποιοτικά επίπεδο
υποβιβάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάσαν	=	υποβιβάζω
υποβιβάσανε	=	υποβιβάζω
υποβιβάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβίβαση
υποβιβάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποβίβαση
υποβιβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποβίβαση
υποβιβάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβιβάζω
υποβιβασμέ	noun	κλητική ενικού του υποβιβασμός
υποβιβασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβιβασμένο
υποβιβασμένε	verb	κλητική ενικού του υποβιβασμένος
υποβιβασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβιβασμένη
υποβιβασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβιβασμένος
υποβιβασμένης	verb	γενική ενικού του υποβιβασμένη
υποβιβασμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποβιβασμένος
υποβιβασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβιβασμένος
υποβιβασμένος	=	υποβιβάζω
υποβιβασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποβιβασμένος
υποβιβασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποβιβασμένος
υποβιβασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποβιβασμένος
υποβιβασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβιβασμός
υποβιβασμού	noun	γενική ενικού του υποβιβασμός
υποβιβασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποβιβασμός
υποβιβασμό	noun	αιτιατική ενικού του υποβιβασμός
υποβιβασμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποβιβάζω
υποβιβασμών	noun	γενική πληθυντικού του υποβιβασμός
υποβιταμίνωση	noun	παθολογική κατάσταση λόγω ανεπαρκούς πρόσληψης ή απορρόφησης βιταμινών
υποβιταμίνωσης	=	υποβιταμίνωση
υποβιταμινώσεις	=	υποβιταμίνωση
υποβιταμινώσεων	=	υποβιταμίνωση
υποβλέπαμε	=	υποβλέπω
υποβλέπαν	=	υποβλέπω
υποβλέπανε	=	υποβλέπω
υποβλέπατε	=	υποβλέπω
υποβλέπει	=	υποβλέπω
υποβλέπεις	=	υποβλέπω
υποβλέπετε	=	υποβλέπω
υποβλέπομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποβλέπω
υποβλέπομε	=	υποβλέπω
υποβλέποντας	=	υποβλέπω
υποβλέπουμε	=	υποβλέπω
υποβλέπουν	=	υποβλέπω
υποβλέπουνε	=	υποβλέπω
υποβλέπω	verb|formal	προσπαθώ φθονώντας και βλάπτοντας (ύπουλα) κάποιον να ιδιοποιηθώ (αθέμιτα) κάτι δικό του
υποβλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβλεπόμενα	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενε	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενες	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενη	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενης	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενο	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενοι	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενος	verb|formal	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υποβλέπω
υποβλεπόμενου	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενους	=	υποβλεπόμενος
υποβλεπόμενων	=	υποβλεπόμενος
υποβληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβάλλομαι
υποβλητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποβλητικός	adv	με υποβλητικό τρόπο
υποβλητικέ	adj	κλητική ενικού του υποβλητικός
υποβλητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβλητική
υποβλητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβλητικός
υποβλητικής	adj	γενική ενικού του υποβλητική
υποβλητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβλητικός
υποβλητικοτήτων	=	υποβλητικότητα
υποβλητικού	adj	γενική ενικού του υποβλητικός
υποβλητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποβλητικός
υποβλητικό	adj	αιτιατική ενικού του υποβλητικός
υποβλητικός	adj	που υποβάλλει, καθηλώνει, που δημιουργεί αίσθημα κατάνυξης, που προκαλεί μεγάλη εντύπωση
υποβλητικότητα	noun	η ιδιότητα του υποβλητικού, η ικανότητα ενός έργου τέχνης να υποβάλλει
υποβλητικότητας	noun	γενική ενικού του υποβλητικότητα
υποβλητικότητες	=	υποβλητικότητα
υποβλητικών	adj	γενική πληθυντικού του υποβλητικός
υποβοήθα	=	υποβοηθώ
υποβοήθαγε	=	υποβοηθώ
υποβοήθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοήθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοήθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοήθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοήθηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποβοηθώ
υποβοήθησης	=	υποβοήθηση
υποβοηθά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υποβοηθώ
υποβοηθάει	=	υποβοηθώ
υποβοηθάμε	=	υποβοηθώ
υποβοηθάν	=	υποβοηθώ
υποβοηθάνε	=	υποβοηθώ
υποβοηθάς	=	υποβοηθώ
υποβοηθάτε	=	υποβοηθώ
υποβοηθάω	=	υποβοηθώ
υποβοηθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήσαν	=	υποβοηθώ
υποβοηθήσανε	=	υποβοηθώ
υποβοηθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβοήθηση
υποβοηθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήσεων	=	υποβοήθηση
υποβοηθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθημένο
υποβοηθημένε	verb	κλητική ενικού του υποβοηθημένος
υποβοηθημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθημένη
υποβοηθημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβοηθημένος
υποβοηθημένης	verb	γενική ενικού του υποβοηθημένη
υποβοηθημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποβοηθημένος
υποβοηθημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθημένος
υποβοηθημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποβοηθημένος
υποβοηθημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποβοηθημένος
υποβοηθημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποβοηθημένος
υποβοηθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποβοηθητικός	adv	με υποβοηθητικό τρόπο
υποβοηθητικέ	adj	κλητική ενικού του υποβοηθητικός
υποβοηθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθητική
υποβοηθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβοηθητικός
υποβοηθητικής	adj	γενική ενικού του υποβοηθητική
υποβοηθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθητικός
υποβοηθητικού	adj	γενική ενικού του υποβοηθητικός
υποβοηθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποβοηθητικός
υποβοηθητικό	adj	αιτιατική ενικού του υποβοηθητικός
υποβοηθητικός	adj	που υποβοηθεί
υποβοηθητικών	adj	γενική πληθυντικού του υποβοηθητικός
υποβοηθούμε	=	υποβοηθώ
υποβοηθούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθούμενο
υποβοηθούμενε	verb	κλητική ενικού του υποβοηθούμενος
υποβοηθούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθούμενη
υποβοηθούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβοηθούμενος
υποβοηθούμενης	verb	γενική ενικού του υποβοηθούμενη
υποβοηθούμενο	verb	αιτιατική ενικού του υποβοηθούμενος
υποβοηθούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβοηθούμενος
υποβοηθούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υποβοηθώ
υποβοηθούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποβοηθούμενος
υποβοηθούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποβοηθούμενος
υποβοηθούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποβοηθούμενος
υποβοηθούν	=	υποβοηθώ
υποβοηθούνε	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσα	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσαμε	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσαν	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσανε	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσατε	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσε	=	υποβοηθώ
υποβοηθούσες	=	υποβοηθώ
υποβοηθώ	verb	βοηθάω επικουρικά, διευκολύνω
υποβοηθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποβοηθώ
υποβολέα	=	υποβολέας
υποβολέας	noun	ο άνθρωπος που βρίσκεται κρυμμένος στην σκηνή του θεάτρου και θυμίζει στους ηθοποιούς τα λόγια τους
υποβολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβολή
υποβολέων	=	υποβολέας
υποβολέως	=	υποβολέας
υποβολή	noun	θέτω κάτι στην κρίση άλλου
υποβολής	=	υποβολή
υποβολεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβολείο
υποβολείο	noun	το μέρος του θεατρικής σκηνής στο οποίο βρίσκεται ο υποβολέας
υποβολείου	noun	γενική ενικού του υποβολείο
υποβολείς	=	υποβολέας
υποβολείων	noun	γενική πληθυντικού του υποβολείο
υποβολιμαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποβολιμαίος	adv|formal	με υποβολιμαίο τρόπο
υποβολιμαίας	adj	γενική ενικού του υποβολιμαία
υποβολιμαίε	adj	υποβολιμαίος, στην κλητική του ενικού
υποβολιμαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβολιμαία
υποβολιμαίο	adj	υποβολιμαίος, στην αιτιατική του ενικού
υποβολιμαίοι	adj	υποβολιμαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
υποβολιμαίος	adj|formal	που υποκινήθηκε ή υποβλήθηκε από άλλον με δόλιο σκοπό
υποβολιμαίου	adj	γενική ενικού του υποβολιμαίος
υποβολιμαίους	adj	υποβολιμαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
υποβολιμαίων	=	υποβολιμαίος
υποβολιμαα	=	υποβολιμαία
υποβολιμαας	=	υποβολιμαία
υποβολιμαε	=	υποβολιμαία
υποβολιμαες	=	υποβολιμαία
υποβολιμαο	=	υποβολιμαία
υποβολιμαοι	=	υποβολιμαία
υποβολιμαος	=	υποβολιμαία
υποβολιμαου	=	υποβολιμαία
υποβολιμαους	=	υποβολιμαία
υποβολιμαων	=	υποβολιμαία
υποβολών	=	υποβολή
υποβοσκουσών	=	υποβόσκων
υποβοσκούσης	=	υποβόσκων
υποβοσκόντων	=	υποβόσκων
υποβραχιονίου	=	υποβραχιόνιο
υποβραχιονίων	=	υποβραχιόνιο
υποβραχιόνια	=	υποβραχιόνιο
υποβραχιόνιο	noun	θήκη αντικειμένων ανάμεσα στο κάθισμα του οδηγού και του συνοδηγού του αυτοκινήτου
υποβραχιόνιου	=	υποβραχιόνιο
υποβρυχίου	noun	γενική ενικού του υποβρύχιο
υποβρυχίων	noun	γενική πληθυντικού του υποβρύχιο
υποβρυχίως	adv|formal	υποβρύχια
υποβρυχιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβρυχιακό
υποβρυχιακέ	adj	κλητική ενικού του υποβρυχιακός
υποβρυχιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποβρυχιακή
υποβρυχιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποβρυχιακός
υποβρυχιακής	adj	γενική ενικού του υποβρυχιακή
υποβρυχιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποβρυχιακός
υποβρυχιακού	adj	γενική ενικού του υποβρυχιακός
υποβρυχιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποβρυχιακός
υποβρυχιακό	adj	αιτιατική ενικού του υποβρυχιακός
υποβρυχιακός	adj	που έχει σχέση με υποβρύχιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
υποβρυχιακών	adj	γενική πληθυντικού του υποβρυχιακός
υποβρύχια	adv	κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας
υποβρύχιας	=	υποβρύχιος
υποβρύχιε	=	υποβρύχιος
υποβρύχιες	=	υποβρύχιος
υποβρύχιη	=	υποβρύχιος
υποβρύχιης	=	υποβρύχιος
υποβρύχιο	noun	μέσο υποθαλάσσιας μεταφοράς, πολεμικό σκάφος	adj	αιτιατική ενικού του υποβρύχιος
υποβρύχιοι	=	υποβρύχιος
υποβρύχιος	adj	που γίνεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας
υποβρύχιου	=	υποβρύχιο
υποβρύχιους	=	υποβρύχιος
υποβρύχιων	=	υποβρύχιος
υποβόσκον	=	υποβόσκων
υποβόσκοντα	=	υποβόσκων
υποβόσκοντες	=	υποβόσκων
υποβόσκοντος	=	υποβόσκων
υποβόσκουσα	=	υποβόσκων
υποβόσκουσας	=	υποβόσκων
υποβόσκουσες	=	υποβόσκων
υποβόσκω	verb	υπάρχω χωρίς να γίνεται φανερή η παρουσία μου, υφέρπω, βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση
υποβόσκων	verb|formal	που υποβόσκει
υπογάστρια	=	υπογάστριο
υπογάστριο	noun	η περιοχή κάτω από την κοιλιά
υπογάστριου	=	υπογάστριο
υπογένεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογένειο
υπογένειο	noun|formal	μούσι, γενάκι στην άκρη του πιγουνιού
υπογένειου	=	υπογένειο
υπογαλακτία	noun	η μειωμένη παραγωγή μητρικού γάλακτος σε θηλάζουσα γυναίκα, σε βαθμό που δεν επαρκεί για τη διατροφή του βρέφους
υπογαλακτίας	=	υπογαλακτία
υπογαλακτίες	=	υπογαλακτία
υπογαλακτιών	=	υπογαλακτία
υπογαστρίου	=	υπογάστριο
υπογαστρίων	=	υπογάστριο
υπογαστρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογαστρικό
υπογαστρικέ	adj	κλητική ενικού του υπογαστρικός
υπογαστρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογαστρική
υπογαστρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογαστρικός
υπογαστρικής	adj	γενική ενικού του υπογαστρική
υπογαστρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογαστρικός
υπογαστρικού	adj	γενική ενικού του υπογαστρικός
υπογαστρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπογαστρικός
υπογαστρικό	adj	αιτιατική ενικού του υπογαστρικός
υπογαστρικός	adj	σχετικός με το υπογάστριο
υπογαστρικών	adj	γενική πληθυντικού του υπογαστρικός
υπογείου	noun	γενική ενικού του υπόγειο
υπογείους	=	υπόγειος
υπογείων	noun	γενική πληθυντικού του υπόγειο
υπογείωνα	=	υπογειώνω
υπογείωναν	=	υπογειώνω
υπογείωνε	=	υπογειώνω
υπογείωνες	=	υπογειώνω
υπογείως	adv	κάτω από την επιφάνεια της γης
υπογείωσα	=	υπογειώνω
υπογείωσαν	=	υπογειώνω
υπογείωσε	=	υπογειώνω
υπογείωσες	=	υπογειώνω
υπογείωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπογειώνω
υπογείωσης	noun	γενική ενικού του υπογείωση
υπογεγραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογεγραμμένο
υπογεγραμμένε	verb	κλητική ενικού του υπογεγραμμένος
υπογεγραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογεγραμμένη
υπογεγραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογεγραμμένος	noun	διακριτικό της γραφής της ελληνικής γλώσσας σε σχήμα μικρού γιώτα ⟨ι⟩, που παλιά σημειωνόταν κάτω από τα μακρά φωνήεντα η και ω, καθώς και το δίχρονο α, αντικαθιστώντας παλαιότερη ύπαρξη του γράμματος γιώτα
υπογεγραμμένης	verb	γενική ενικού του υπογεγραμμένη
υπογεγραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπογεγραμμένος
υπογεγραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογεγραμμένος
υπογεγραμμένος	verb	που έχει υπογραφεί, που φέρει υπογραφή
υπογεγραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπογεγραμμένος
υπογεγραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπογεγραμμένος
υπογεγραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπογεγραμμένος
υπογειοποίησα	=	υπογειοποιώ
υπογειοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπογειοποιώ, η μετατροπή ενός υπέργειου χώρου σε υπόγειο
υπογειοποίησης	=	υπογειοποίηση
υπογειοποιήθηκα	=	υπογειοποιώ
υπογειοποιήσεις	=	υπογειοποίηση
υπογειοποιήσεων	=	υπογειοποίηση
υπογειοποιημένος	=	υπογειοποιώ
υπογειοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπογειοποιώ
υπογειοποιώ	verb	μετατρέπω έναν υπέργειο χώρο σε υπόγειο
υπογειωθήκαμε	=	υπογειώνομαι
υπογειωθήκαν	=	υπογειώνομαι
υπογειωθήκανε	=	υπογειώνομαι
υπογειωθήκατε	=	υπογειώνομαι
υπογειωθεί	=	υπογειώνομαι
υπογειωθείτε	=	υπογειώνομαι
υπογειωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογειωμένο
υπογειωμένε	verb	κλητική ενικού του υπογειωμένος
υπογειωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογειωμένη
υπογειωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογειωμένος
υπογειωμένης	verb	γενική ενικού του υπογειωμένη
υπογειωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπογειωμένος
υπογειωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογειωμένος
υπογειωμένος	verb	που έχει υπογειωθεί
υπογειωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπογειωμένος
υπογειωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπογειωμένος
υπογειωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπογειωμένος
υπογειωνόμασταν	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόμαστε	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόμουν	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόμουνα	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόντουσαν	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόσασταν	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόσαστε	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόσουν	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόσουνα	=	υπογειώνομαι
υπογειωνόταν	=	υπογειώνομαι
υπογειωνότανε	=	υπογειώνομαι
υπογειώθηκα	=	υπογειώνομαι
υπογειώθηκαν	=	υπογειώνομαι
υπογειώθηκε	=	υπογειώνομαι
υπογειώθηκες	=	υπογειώνομαι
υπογειώναμε	=	υπογειώνω
υπογειώναν	=	υπογειώνω
υπογειώνανε	=	υπογειώνω
υπογειώνατε	=	υπογειώνω
υπογειώνει	=	υπογειώνω
υπογειώνεις	=	υπογειώνω
υπογειώνεσαι	=	υπογειώνομαι
υπογειώνεστε	=	υπογειώνομαι
υπογειώνεται	=	υπογειώνομαι
υπογειώνετε	=	υπογειώνω
υπογειώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπογειώνω
υπογειώνονται	=	υπογειώνομαι
υπογειώνονταν	=	υπογειώνομαι
υπογειώνοντας	=	υπογειώνω
υπογειώνου	=	υπογειώνομαι
υπογειώνουμε	=	υπογειώνω
υπογειώνουν	=	υπογειώνω
υπογειώνουνε	=	υπογειώνω
υπογειώνω	verb	κάνω κάτι υπόγειο, να βρίσκεται ή να περνά κάτω από το έδαφος
υπογειώσαμε	=	υπογειώνω
υπογειώσαν	=	υπογειώνω
υπογειώσανε	=	υπογειώνω
υπογειώσατε	=	υπογειώνω
υπογειώσει	=	υπογειώνω
υπογειώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογείωση
υπογειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπογείωση
υπογειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπογείωση
υπογειώσου	=	υπογειώνομαι
υπογειώστε	=	υπογειώνω
υπογενείου	noun	γενική ενικού του υπογένειο
υπογενείων	noun	γενική πληθυντικού του υπογένειο
υπογεννητικοτήτων	=	υπογεννητικότητα
υπογεννητικότητα	noun	ο μειωμένος αριθμός γεννήσεων σε μία χώρα, ιδιαίτερα όταν αυτός ο αριθμός είναι μικρότερος ή όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό των θανάτων
υπογεννητικότητας	noun	γενική ενικού του υπογεννητικότητα
υπογεννητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογεννητικότητα
υπογλυκαιμία	noun	η μείωση της ποσότητας του σακχάρου στο αίμα κάτω από κάποια όρια
υπογλυκαιμίας	noun	γενική ενικού του υπογλυκαιμία
υπογλυκαιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογλυκαιμία
υπογλυκαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογλυκαιμικό
υπογλυκαιμικέ	adj	κλητική ενικού του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογλυκαιμική
υπογλυκαιμική	noun	η ασθενής που πάσχει από υπογλυκαιμία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμικής	adj	γενική ενικού του υπογλυκαιμική
υπογλυκαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμικού	adj	γενική ενικού του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμικός	adj	που έχει σχέση με την υπογλυκαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή
υπογλυκαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του υπογλυκαιμικός
υπογλυκαιμιών	noun	γενική πληθυντικού του υπογλυκαιμία
υπογλυχαιμία	noun|archaic	άλλη μορφή του υπογλυκαιμία
υπογλυχαιμίας	=	υπογλυχαιμία
υπογλωσσίτιδα	noun	φλεγμονώδης διαταραχή του ιστού κάτω από τη γλώσσα, που προκαλεί πόνο, οίδημα και δυσχέρεια στην κίνηση της γλώσσας
υπογλωσσίτιδας	=	υπογλωσσίτιδα
υπογλωσσίτιδες	=	υπογλωσσίτιδα
υπογλωσσίτιδων	=	υπογλωσσίτιδα
υπογλώσσια	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιας	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιε	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιες	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιο	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιοι	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιος	adj	που μπαίνει κάτω απ' τη γλώσσα
υπογλώσσιου	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιους	=	υπογλώσσιος
υπογλώσσιων	=	υπογλώσσιος
υπογνάθια	=	υπογνάθιος
υπογνάθιας	=	υπογνάθιος
υπογνάθιε	=	υπογνάθιος
υπογνάθιες	=	υπογνάθιος
υπογνάθιο	=	υπογνάθιος
υπογνάθιοι	=	υπογνάθιος
υπογνάθιος	adj	που βρίσκεται κάτω από τη γνάθο
υπογνάθιου	=	υπογνάθιος
υπογνάθιους	=	υπογνάθιος
υπογνάθιων	=	υπογνάθιος
υπογοναδισμέ	=	υπογοναδισμός
υπογοναδισμοί	=	υπογοναδισμός
υπογοναδισμού	=	υπογοναδισμός
υπογοναδισμούς	=	υπογοναδισμός
υπογοναδισμό	=	υπογοναδισμός
υπογοναδισμός	noun	δυσλειτουργία των γεννητικών αδένων με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της σωματικής αύξησης και της σεξουαλικής ωρίμανσης
υπογοναδισμών	=	υπογοναδισμός
υπογονιμοτήτων	=	υπογονιμότητα
υπογονιμοτητών	noun	γενική πληθυντικού του υπογονιμότητα
υπογονιμότητα	noun	η ιδιότητα ή η κατάσταση του υπογόνιμου
υπογονιμότητας	noun	γενική ενικού του υπογονιμότητα
υπογονιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογονιμότητα
υπογούφερ	noun	μεγάφωνο που αναπαράγει πολύ χαμηλές ακουστικές συχνοτήτες
υπογράμμιζα	=	υπογραμμίζω
υπογράμμιζαν	=	υπογραμμίζω
υπογράμμιζε	=	υπογραμμίζω
υπογράμμιζες	=	υπογραμμίζω
υπογράμμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογράμμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογράμμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογράμμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογράμμιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπογραμμίζω
υπογράμμισης	=	υπογράμμιση
υπογράφαμε	=	υπογράφω
υπογράφαν	=	υπογράφω
υπογράφανε	=	υπογράφω
υπογράφατε	=	υπογράφω
υπογράφει	=	υπογράφω
υπογράφεις	=	υπογράφω
υπογράφεσαι	=	υπογράφω
υπογράφεστε	=	υπογράφω
υπογράφεται	=	υπογράφω
υπογράφετε	=	υπογράφω
υπογράφηκα	=	υπογράφω
υπογράφηκαν	=	υπογράφω
υπογράφηκε	=	υπογράφω
υπογράφηκες	=	υπογράφω
υπογράφομαι	=	υπογράφω
υπογράφομε	=	υπογράφω
υπογράφον	=	υπογράφων
υπογράφοντα	=	υπογράφων
υπογράφονται	=	υπογράφω
υπογράφονταν	=	υπογράφω
υπογράφοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπογράφω
υπογράφοντες	=	υπογράφων
υπογράφοντος	=	υπογράφων
υπογράφουμε	=	υπογράφω
υπογράφουν	=	υπογράφω
υπογράφουνε	=	υπογράφω
υπογράφουσα	=	υπογράφων
υπογράφουσας	=	υπογράφων
υπογράφουσες	=	υπογράφων
υπογράφτε	=	υπογράφω
υπογράφτηκα	=	υπογράφω
υπογράφτηκαν	=	υπογράφω
υπογράφτηκε	=	υπογράφω
υπογράφτηκες	=	υπογράφω
υπογράφω	verb	γράφω ιδιοχείρως το όνομά μου κάτω από ένα έγγραφο ώστε να το καταστήσω έγκυρο και να δηλώσω ότι αναγνωρίζω την αλήθεια, την εγκυρότητα των αναγραφομένων ή την εκ μέρους μου γνώση και συμφωνία με αυτά· βάζω την υπογραφή μου
υπογράφων	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπογράφω
υπογράψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψαν	=	υπογράφω
υπογράψανε	=	υπογράφω
υπογράψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του υπογράφω
υπογράψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψομε	=	υπογράφω
υπογράψου	=	υπογράφω
υπογράψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψουνε	=	υπογράφω
υπογράψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογράψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπογραμμέ	noun	κλητική ενικού του υπογραμμός
υπογραμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμένο
υπογραμμένε	verb	κλητική ενικού του υπογραμμένος
υπογραμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμένη
υπογραμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογραμμένος
υπογραμμένης	verb	γενική ενικού του υπογραμμένη
υπογραμμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπογραμμένος
υπογραμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμένος
υπογραμμένος	verb	υπογεγραμμένος
υπογραμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπογραμμένος
υπογραμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπογραμμένος
υπογραμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπογραμμένος
υπογραμμές	=	υπογραμμή
υπογραμμή	noun	ο χαρακτήρας "_" (στα αγγλικά "underscore")
υπογραμμής	=	υπογραμμή
υπογραμμίζαμε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζαν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζανε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζατε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζει	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζεις	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζεσαι	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζεστε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζεται	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζετε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζομαι	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζομε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζονται	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζονταν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζοντας	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζουμε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζουν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζουνε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίζω	verb	σημαδεύω κάποιο κείμενο βάζοντας μια γραμμή από κάτω
υπογραμμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίσαν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίσανε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογράμμιση
υπογραμμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίσεων	=	υπογράμμιση
υπογραμμίσομε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίσου	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίσουνε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμμίστηκα	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίστηκαν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίστηκε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίστηκες	=	υπογραμμίζω
υπογραμμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπογραμμίζω
υπογραμματέα	=	υπογραμματέας
υπογραμματέας	noun	κατώτερος βαθμός ενός δικαστικού υπαλλήλου
υπογραμματέων	=	υπογραμματέας
υπογραμματέως	=	υπογραμματέας
υπογραμματείς	=	υπογραμματέας
υπογραμμιζόμασταν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόμαστε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόμουν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόμουνα	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόντουσαν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόσασταν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόσαστε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόσουν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόσουνα	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζόταν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιζότανε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμισμένο
υπογραμμισμένε	verb	κλητική ενικού του υπογραμμισμένος
υπογραμμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμισμένη
υπογραμμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογραμμισμένος
υπογραμμισμένης	verb	γενική ενικού του υπογραμμισμένη
υπογραμμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπογραμμισμένος
υπογραμμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμισμένος
υπογραμμισμένος	=	υπογραμμίζω
υπογραμμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπογραμμισμένος
υπογραμμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπογραμμισμένος
υπογραμμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπογραμμισμένος
υπογραμμιστήκαμε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστήκαν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστήκανε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστήκατε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστεί	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστείς	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστείτε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστούμε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστούν	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστούνε	=	υπογραμμίζω
υπογραμμιστώ	=	υπογραμμίζω
υπογραμμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογραμμός
υπογραμμού	noun	γενική ενικού του υπογραμμός
υπογραμμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπογραμμός
υπογραμμό	noun	αιτιατική ενικού του υπογραμμός
υπογραμμός	noun|formal	δείγμα γραφής, υπόδειγμα
υπογραμμών	noun	γενική πληθυντικού του υπογραμμός
υπογραφές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραφή
υπογραφή	noun	η ιδιόχειρη αναγραφή του ονόματός μου, συνήθως με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο που είναι δύσκολο να αντιγραφεί
υπογραφήκαμε	=	υπογράφω
υπογραφήκαν	=	υπογράφω
υπογραφήκανε	=	υπογράφω
υπογραφήκατε	=	υπογράφω
υπογραφής	=	υπογραφή
υπογραφεί	=	υπογράφω
υπογραφείς	=	υπογράφω
υπογραφείτε	=	υπογράφω
υπογραφουσών	=	υπογράφων
υπογραφούμε	=	υπογράφω
υπογραφούν	=	υπογράφω
υπογραφούνε	=	υπογράφω
υπογραφούσης	=	υπογράφων
υπογραφτήκαμε	=	υπογράφω
υπογραφτήκαν	=	υπογράφω
υπογραφτήκανε	=	υπογράφω
υπογραφτήκατε	=	υπογράφω
υπογραφτεί	=	υπογράφω
υπογραφτείς	=	υπογράφω
υπογραφτείτε	=	υπογράφω
υπογραφτούμε	=	υπογράφω
υπογραφτούν	=	υπογράφω
υπογραφτούνε	=	υπογράφω
υπογραφτώ	=	υπογράφω
υπογραφόμασταν	=	υπογράφω
υπογραφόμαστε	=	υπογράφω
υπογραφόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραφόμενο
υπογραφόμενε	verb	κλητική ενικού του υπογραφόμενος
υπογραφόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογραφόμενη
υπογραφόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογραφόμενος
υπογραφόμενης	verb	γενική ενικού του υπογραφόμενη
υπογραφόμενο	verb	αιτιατική ενικού του υπογραφόμενος
υπογραφόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογραφόμενος
υπογραφόμενος	=	υπογράφω
υπογραφόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπογραφόμενος
υπογραφόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπογραφόμενος
υπογραφόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπογραφόμενος
υπογραφόμουν	=	υπογράφω
υπογραφόμουνα	=	υπογράφω
υπογραφόντουσαν	=	υπογράφω
υπογραφόντων	=	υπογράφων
υπογραφόσασταν	=	υπογράφω
υπογραφόσαστε	=	υπογράφω
υπογραφόσουν	=	υπογράφω
υπογραφόσουνα	=	υπογράφω
υπογραφόταν	=	υπογράφω
υπογραφότανε	=	υπογράφω
υπογραφώ	=	υπογράφω
υπογραφών	=	υπογραφή
υπογόνιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογόνιμο
υπογόνιμε	adj	κλητική ενικού του υπογόνιμος
υπογόνιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπογόνιμη
υπογόνιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπογόνιμος
υπογόνιμης	adj	γενική ενικού του υπογόνιμη
υπογόνιμο	adj	αιτιατική ενικού του υπογόνιμος
υπογόνιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπογόνιμος
υπογόνιμος	adj	που δυσκολεύεται να τεκνοποιήσει, ενώ έχει (συστηματικές) σεξουαλικές επαφές
υπογόνιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπογόνιμος
υπογόνιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπογόνιμος
υπογόνιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπογόνιμος
υπογών	=	υπόγα
υποδέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδένομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποδένω
υποδένω	verb|archaic	φορώ παπούτσια
υποδέξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδέρματα	=	υπόδερμα
υποδέρματος	=	υπόδερμα
υποδέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υποδέχεσαι	=	υποδέχομαι
υποδέχεσθε	=	υποδέχομαι
υποδέχεστε	=	υποδέχομαι
υποδέχεται	=	υποδέχομαι
υποδέχθηκα	=	υποδέχομαι
υποδέχθηκαν	=	υποδέχομαι
υποδέχθηκε	=	υποδέχομαι
υποδέχθηκες	=	υποδέχομαι
υποδέχομαι	verb	χαιρετώ και καλωσορίζω κάποιον που μόλις ήρθε στο χώρο μου
υποδέχονται	=	υποδέχομαι
υποδέχονταν	=	υποδέχομαι
υποδέχου	=	υποδέχομαι
υποδέχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδέχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδέχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδέχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδήλωνα	=	υποδηλώνω
υποδήλωναν	=	υποδηλώνω
υποδήλωνε	=	υποδηλώνω
υποδήλωνες	=	υποδηλώνω
υποδήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδήλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποδηλώνω
υποδήλωσης	noun	γενική ενικού του υποδήλωση
υποδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδημα
υποδήματος	noun	γενική ενικού του υπόδημα
υποδήσεις	=	υπόδηση
υποδήσεων	=	υπόδηση
υποδίκτυο	noun	subnetwork ή subnet
υποδαπέδια	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιας	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιε	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιες	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιο	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιοι	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιος	adj	που βρίσκεται κάτω από το δάπεδο
υποδαπέδιου	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιους	=	υποδαπέδιος
υποδαπέδιων	=	υποδαπέδιος
υποδαυλίζαμε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζαν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζανε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζατε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζει	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζεις	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζεσαι	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζεστε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζεται	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζετε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζομαι	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζομε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζονται	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζονταν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίζουμε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζουν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζουνε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίζω	verb	πυροδοτώ έντεχνα πάθη και αναστάτωση, συχνά χωρίς να φαίνομαι, προβοκάρω, υποκινώ, επιδεινώνω μια κατάσταση προσθέτοντας ένταση, ξεσηκώνω
υποδαυλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίσαν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίσανε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδαύλιση
υποδαυλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδαύλιση
υποδαυλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδαύλιση
υποδαυλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδαύλισμα
υποδαυλίσματος	noun	γενική ενικού του υποδαύλισμα
υποδαυλίσομε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίσου	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίσουνε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλίστηκα	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίστηκαν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίστηκε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίστηκες	=	υποδαυλίζω
υποδαυλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλιζόμασταν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόμαστε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδαυλιζόμενο
υποδαυλιζόμενε	verb	κλητική ενικού του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδαυλιζόμενη
υποδαυλιζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμενης	verb	γενική ενικού του υποδαυλιζόμενη
υποδαυλιζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαυλιζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδαυλιζόμενος
υποδαυλιζόμουν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόμουνα	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόντουσαν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόσασταν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόσαστε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόσουν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόσουνα	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζόταν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιζότανε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υποδαύλισμα
υποδαυλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδαυλισμένο
υποδαυλισμένε	verb	κλητική ενικού του υποδαυλισμένος
υποδαυλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδαυλισμένη
υποδαυλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδαυλισμένος
υποδαυλισμένης	verb	γενική ενικού του υποδαυλισμένη
υποδαυλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποδαυλισμένος
υποδαυλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδαυλισμένος
υποδαυλισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υποδαυλίζω
υποδαυλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδαυλισμένος
υποδαυλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδαυλισμένος
υποδαυλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδαυλισμένος
υποδαυλιστές	=	υποδαυλιστής
υποδαυλιστή	=	υποδαυλιστής
υποδαυλιστήκαμε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστήκαν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστήκανε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστήκατε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστής	noun	αυτός που υποδαυλίζει
υποδαυλιστεί	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστείς	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστείτε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστούμε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστούν	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστούνε	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστώ	=	υποδαυλίζω
υποδαυλιστών	=	υποδαυλιστής
υποδαύλιζα	=	υποδαυλίζω
υποδαύλιζαν	=	υποδαυλίζω
υποδαύλιζε	=	υποδαυλίζω
υποδαύλιζες	=	υποδαυλίζω
υποδαύλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαύλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαύλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαύλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδαυλίζω
υποδαύλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποδαυλίζω, η προσθήκη έντασης, η πυροδότηση συχνά με ύπουλο τρόπο, εκ του αφανούς, αλλά και φανερά, η προσπάθεια να οδηγηθεί κάποιος ή κάποιοι σε αναστάτωση, ξεσηκωμό, η εμπρηστική υποκίνηση, το να ρίχνει κάποιος λάδι στη φωτιά
υποδαύλισης	noun	γενική ενικού του υποδαύλιση
υποδαύλισμα	noun	άλλη μορφή του υποδαύλιση
υποδεέστερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποδεέστερος	adv	σε υποδεέστερο σημείο ή κατάσταση
υποδεέστερε	=	υποδεέστερος
υποδεέστερες	=	υποδεέστερος
υποδεέστερη	=	υποδεέστερος
υποδεέστερης	=	υποδεέστερος
υποδεέστερο	=	υποδεέστερος
υποδεέστεροι	=	υποδεέστερος
υποδεέστερος	adj	κατώτερος από άλλον σε ποιότητα, ικανότητες κλπ
υποδεέστερου	=	υποδεέστερος
υποδεέστερους	=	υποδεέστερος
υποδεέστερων	=	υποδεέστερος
υποδείγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδειγμα
υποδείγματος	noun	γενική ενικού του υπόδειγμα
υποδείξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδειξη
υποδείξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόδειξη
υποδείξεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόδειξη
υποδείξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υποδείχνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του υποδεικνύω
υποδεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδένομαι
υποδειγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπόδειγμα
υποδειγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδειγμένο
υποδειγμένε	verb	κλητική ενικού του υποδειγμένος
υποδειγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδειγμένη
υποδειγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδειγμένος
υποδειγμένης	verb	γενική ενικού του υποδειγμένη
υποδειγμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποδειγμένος
υποδειγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδειγμένος
υποδειγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποδείχνω και υποδεικνύω
υποδειγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδειγμένος
υποδειγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδειγμένος
υποδειγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδειγμένος
υποδειγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποδειγματικός	adv	με υποδειγματικό τρόπο
υποδειγματικέ	adj	κλητική ενικού του υποδειγματικός
υποδειγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδειγματική
υποδειγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδειγματικός
υποδειγματικής	adj	γενική ενικού του υποδειγματική
υποδειγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδειγματικός
υποδειγματικού	adj	γενική ενικού του υποδειγματικός
υποδειγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποδειγματικός
υποδειγματικό	adj	αιτιατική ενικού του υποδειγματικός
υποδειγματικός	adj	που χρησιμεύει σαν υπόδειγμα
υποδειγματικών	adj	γενική πληθυντικού του υποδειγματικός
υποδεικνύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποδεικνύω
υποδεικνύω	verb	δείχνω
υποδεκάμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδεκάμετρο
υποδεκάμετρο	noun	μικρός χάρακας, συνήθως 20 εκ. με υποδιαιρέσεις σε εκατοστόμετρα και χιλιοστόμετρα
υποδεκάμετρου	noun	γενική ενικού του υποδεκάμετρο
υποδεκάμετρων	noun	γενική πληθυντικού του υποδεκάμετρο
υποδεκανέα	=	υποδεκανέας
υποδεκανέας	noun	τιμητική διάκριση που απονέμεται σε στρατιώτες του στρατού ξηράς που ξεχώρισαν για την απόδοση και το ήθος τους.
υποδεκανέων	=	υποδεκανέας
υποδεκανέως	=	υποδεκανέας
υποδεκανείς	=	υποδεκανέας
υποδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδεμένο
υποδεμένε	verb	κλητική ενικού του υποδεμένος
υποδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδεμένη
υποδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδεμένος
υποδεμένης	verb	γενική ενικού του υποδεμένη
υποδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποδεμένος
υποδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδεμένος
υποδεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποδένω
υποδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδεμένος
υποδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδεμένος
υποδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδεμένος
υποδερμάτων	=	υπόδερμα
υποδερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδερμικό
υποδερμικέ	adj	κλητική ενικού του υποδερμικός
υποδερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδερμική
υποδερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδερμικός
υποδερμικής	adj	γενική ενικού του υποδερμική
υποδερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδερμικός
υποδερμικού	adj	γενική ενικού του υποδερμικός
υποδερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποδερμικός
υποδερμικό	adj	αιτιατική ενικού του υποδερμικός
υποδερμικός	adj	που βρίσκεται ή γίνεται κάτω από το δέρμα
υποδερμικών	adj	γενική πληθυντικού του υποδερμικός
υποδετήριον	noun	ξύλινο, πλαστικό ή μεταλλικό εργαλείο σε σχήμα γλώσσας, που διευκολύνει το να φοράει / εφαρμόζει κάποιος το παπούτσι στο πόδι του
υποδεχθήκαμε	=	υποδέχομαι
υποδεχθήκαν	=	υποδέχομαι
υποδεχθήκανε	=	υποδέχομαι
υποδεχθήκατε	=	υποδέχομαι
υποδεχθεί	=	υποδέχομαι
υποδεχθείς	=	υποδέχομαι
υποδεχθείτε	=	υποδέχομαι
υποδεχθούμε	=	υποδέχομαι
υποδεχθούν	=	υποδέχομαι
υποδεχθούνε	=	υποδέχομαι
υποδεχθώ	=	υποδέχομαι
υποδεχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτήκαν	=	υποδέχομαι
υποδεχτήκανε	=	υποδέχομαι
υποδεχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχτούνε	=	υποδέχομαι
υποδεχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδέχομαι
υποδεχόμασταν	=	υποδέχομαι
υποδεχόμαστε	=	υποδέχομαι
υποδεχόμενος	=	υποδέχομαι
υποδεχόμουν	=	υποδέχομαι
υποδεχόμουνα	=	υποδέχομαι
υποδεχόντουσαν	=	υποδέχομαι
υποδεχόσασταν	=	υποδέχομαι
υποδεχόσαστε	=	υποδέχομαι
υποδεχόσουν	=	υποδέχομαι
υποδεχόσουνα	=	υποδέχομαι
υποδεχόταν	=	υποδέχομαι
υποδεχότανε	=	υποδέχομαι
υποδηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδηλωμένο
υποδηλωμένε	verb	κλητική ενικού του υποδηλωμένος
υποδηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδηλωμένη
υποδηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδηλωμένος
υποδηλωμένης	verb	γενική ενικού του υποδηλωμένη
υποδηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποδηλωμένος
υποδηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδηλωμένος
υποδηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδηλωμένος
υποδηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδηλωμένος
υποδηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδηλωμένος
υποδηλώναμε	=	υποδηλώνω
υποδηλώναν	=	υποδηλώνω
υποδηλώνανε	=	υποδηλώνω
υποδηλώνατε	=	υποδηλώνω
υποδηλώνει	=	υποδηλώνω
υποδηλώνεις	=	υποδηλώνω
υποδηλώνετε	=	υποδηλώνω
υποδηλώνομαι	=	υποδηλώνω
υποδηλώνοντας	=	υποδηλώνω
υποδηλώνουμε	=	υποδηλώνω
υποδηλώνουν	=	υποδηλώνω
υποδηλώνουνε	=	υποδηλώνω
υποδηλώνω	verb	δηλώνω έμμεσα ή συγκαλυμμένα
υποδηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώσαν	=	υποδηλώνω
υποδηλώσανε	=	υποδηλώνω
υποδηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδήλωση
υποδηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδήλωση
υποδηλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδήλωση
υποδηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδηλώνω
υποδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπόδημα
υποδηματοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής υποδημάτων (παπουτσιών)
υποδηματοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του υποδηματοβιομηχανία
υποδηματοβιομηχανίες	=	υποδηματοβιομηχανία
υποδηματοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του υποδηματοβιομηχανία
υποδηματοκαθαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδηματοκαθαριστής
υποδηματοκαθαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποδηματοκαθαριστής
υποδηματοκαθαριστής	noun|dated	παλιό επάγγελμα , ο λούστρος
υποδηματοκαθαριστών	noun	γενική πληθυντικού του υποδηματοκαθαριστής
υποδηματοποιέ	noun	κλητική ενικού του υποδηματοποιός
υποδηματοποιία	noun	η βιομηχανία υποδημάτων
υποδηματοποιίας	noun	γενική ενικού του υποδηματοποιία
υποδηματοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδηματοποιία
υποδηματοποιεία	=	υποδηματοποιείο
υποδηματοποιείο	noun	επίσημη ονομασία για εργαστήριο που επιδιορθώνει ή φτιάχνει παπούτσια
υποδηματοποιείου	=	υποδηματοποιείο
υποδηματοποιείων	=	υποδηματοποιείο
υποδηματοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδηματοποιός
υποδηματοποιού	noun	γενική ενικού του υποδηματοποιός
υποδηματοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποδηματοποιός
υποδηματοποιό	noun	αιτιατική ενικού του υποδηματοποιός
υποδηματοποιός	noun	ο κατασκευαστής υποδημάτων, ο παπουτσής, ο τσαγκάρης
υποδηματοποιών	noun	γενική πληθυντικού του υποδηματοποιός
υποδηματοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδηματοπωλείο
υποδηματοπωλείο	noun	κατάστημα στο οποίο πωλούνται υποδήματα, παπούτσια
υποδηματοπωλείου	noun	γενική ενικού του υποδηματοπωλείο
υποδηματοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του υποδηματοπωλείο
υποδηματοπωλών	=	υποδηματοπώλης
υποδηματοπώλες	=	υποδηματοπώλης
υποδηματοπώλη	=	υποδηματοπώλης
υποδηματοπώλης	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει παπούτσια
υποδηματοπώλισσα	=	υποδηματοπώλης
υποδιάγνωση	noun	η αδυναμία ή η αποτυχία αναγνώρισης και διάγνωσης μιας νόσου σε σημαντικό ποσοστό των ατόμων που πάσχουν από αυτήν, με αποτέλεσμα η πραγματική συχνότητά της να εκτιμάται χαμηλότερη από την πραγματική
υποδιάγνωσης	noun	γενική ενικού του υποδιάγνωση
υποδιαίρει	=	υποδιαιρώ
υποδιαίρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαίρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαίρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαίρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαίρεση	noun	η διαίρεση ενός στοιχείου σε μικρότερα σε συνδυασμό με την κατηγοριοποίησή τους
υποδιαίρεσης	=	υποδιαίρεση
υποδιαγνώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιάγνωση
υποδιαγνώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδιάγνωση
υποδιαγνώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδιάγνωση
υποδιαιρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέσαν	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρέσανε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιαίρεση
υποδιαιρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέσεων	=	υποδιαίρεση
υποδιαιρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαιρεί	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρείς	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρείτε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιαιρεμένο
υποδιαιρεμένε	verb	κλητική ενικού του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιαιρεμένη
υποδιαιρεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένης	verb	γενική ενικού του υποδιαιρεμένη
υποδιαιρεμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδιαιρεμένος
υποδιαιρούμε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούν	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούνε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσα	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσαμε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσαν	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσανε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσατε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσε	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρούσες	=	υποδιαιρώ
υποδιαιρώ	verb	διαιρώ σε μικρότερα μέρη
υποδιαιρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποδιαιρώ
υποδιαστολές	=	υποδιαστολή
υποδιαστολή	noun	σημάδι (⸒ Unicode U+2E12) που χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει τις δεκαδικές μονάδες από τις ακέραιες
υποδιαστολής	=	υποδιαστολή
υποδιαστολών	=	υποδιαστολή
υποδιατιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιατιμημένο
υποδιατιμημένε	verb	κλητική ενικού του υποδιατιμημένος
υποδιατιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιατιμημένη
υποδιατιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδιατιμημένος
υποδιατιμημένης	verb	γενική ενικού του υποδιατιμημένη
υποδιατιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποδιατιμημένος
υποδιατιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδιατιμημένος
υποδιατιμημένος	verb|rare	που έχει υποστεί υποδιατίμηση, δηλαδή σκόπιμη πώληση προϊόντων σε τιμή χαμηλότερη από την τρέχουσα αγορά (συχνά για ανταγωνιστικούς λόγους)
υποδιατιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποδιατιμημένος
υποδιατιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποδιατιμημένος
υποδιατιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποδιατιμημένος
υποδιδάσκαλε	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδάσκαλο	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδάσκαλοι	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδάσκαλος	noun|dated	δάσκαλος κατώτερου βαθμού σε σχολείο με μικρό αριθμό μαθητών, ο γραμματοδιδάσκαλος
υποδιδάσκαλου	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδάσκαλους	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδασκάλου	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδασκάλους	=	υποδιδάσκαλος
υποδιδασκάλων	=	υποδιδάσκαλος
υποδιευθυντές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιευθυντής
υποδιευθυντή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποδιευθυντής
υποδιευθυντής	noun	αυτός που ιεραρχικά είναι αμέσως κατώτερος από τον διευθυντή
υποδιευθυντριών	noun	γενική πληθυντικού του υποδιευθύντρια
υποδιευθυντών	noun	γενική πληθυντικού του υποδιευθυντής
υποδιευθύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιεύθυνση
υποδιευθύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδιεύθυνση
υποδιευθύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδιεύθυνση
υποδιευθύντρια	noun	θηλυκό του υποδιευθυντής
υποδιευθύντριας	noun	γενική ενικού του υποδιευθύντρια
υποδιευθύντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιευθύντρια
υποδιεύθυνση	noun	η διοικητική βαθμίδα που βρίσκεται αμέσως πιο κάτω από τη διεύθυνση
υποδιεύθυνσης	noun	γενική ενικού του υποδιεύθυνση
υποδικία	noun	η κατάσταση κατά την οποία κάποιο πρόσωπο, εναντίον του οποίου εκκρεμεί κατηγορία, καθίσταται υπόδικος καθώς και το χρονικό διάστημα που κάποιος βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση
υποδικίας	noun	γενική ενικού του υποδικία
υποδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδικία
υποδικιών	noun	γενική πληθυντικού του υποδικία
υποδικτυώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδικτύωση
υποδικτυώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδικτύωση
υποδικτυώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδικτύωση
υποδικτύωσης	noun	γενική ενικού του υποδικτύωση
υποδιοίκηση	noun	η διοικητική βαθμίδα κατώτερη από τη διοίκηση, η αντίστοιχη υπηρεσία και το προσωπικό της, καθώς και το αξίωμα, το έργο ή η θητεία του υποδιοικητή
υποδιοίκησης	=	υποδιοίκηση
υποδιοικήσεις	=	υποδιοίκηση
υποδιοικήσεων	=	υποδιοίκηση
υποδιοικήτρια	noun	θηλυκό του υποδιοικητής
υποδιοικήτριας	noun	γενική ενικού του υποδιοικήτρια
υποδιοικήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδιοικήτρια
υποδιοικητές	=	υποδιοικητής
υποδιοικητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποδιοικητής
υποδιοικητής	noun	ο κατά ένα βαθμό κατώτερος από το διοικητή, στην ιεραρχία
υποδιοικητριών	noun	γενική πληθυντικού του υποδιοικήτρια
υποδιοικητών	=	υποδιοικητής
υποδιπλασίαζα	=	υποδιπλασιάζω
υποδιπλασίασα	=	υποδιπλασιάζω
υποδιπλασιάζομαι	=	υποδιπλασιάζω
υποδιπλασιάζω	verb	μειώνω κάτι στη μισή ποσότητα
υποδιπλασιάσω	=	υποδιπλασιάζω
υποδιπλασιασμένος	=	υποδιπλασιάζω
υποδομές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδομή
υποδομή	noun	οτιδήποτε αποτελεί τη βάση για την εκτέλεση μιας εργασίας, για τη δημιουργία ενός έργου
υποδομής	noun	γενική ενικού του υποδομή
υποδομικός	adj|formal	που έχει σχέση με υποδομές ή αναφέρεται σʼ αυτές
υποδομών	noun	γενική πληθυντικού του υποδομή
υποδοντία	noun	η έλλειψη ενός έως έξι δοντιών
υποδοντίας	=	υποδοντία
υποδοντίες	=	υποδοντία
υποδοντιών	=	υποδοντία
υποδορίως	adv|formal	υποδόρια
υποδουλοσύνη	noun|poetic	άλλη μορφή του υποδούλωση
υποδουλωθήκαμε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωθήκαν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωθήκανε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωθήκατε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωθεί	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωθείς	=	υποδουλώνω
υποδουλωθείτε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωθούμε	=	υποδουλώνω
υποδουλωθούν	=	υποδουλώνω
υποδουλωθούνε	=	υποδουλώνω
υποδουλωθώ	=	υποδουλώνω
υποδουλωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδουλωμένο
υποδουλωμένε	adj	κλητική ενικού του υποδουλωμένος
υποδουλωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδουλωμένη
υποδουλωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδουλωμένος
υποδουλωμένης	adj	γενική ενικού του υποδουλωμένη
υποδουλωμένο	adj	αιτιατική ενικού του υποδουλωμένος
υποδουλωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδουλωμένος
υποδουλωμένος	verb	που έχει υποδουλωθεί, που βρίσκεται τώρα ή σε κάποια άλλη χρονικη στιγμή σε κατάσταση δουλείας
υποδουλωμένου	verb	γενική ενικού του υποδουλωμένος
υποδουλωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποδουλωμένος
υποδουλωμένων	adj	γενική πληθυντικού του υποδουλωμένος
υποδουλωνόμασταν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόμαστε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόμουν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόμουνα	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόντουσαν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόσασταν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόσαστε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόσουν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόσουνα	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνόταν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωνότανε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλωτής	noun|rare	αυτός που υποδουλώνει
υποδουλωτικά	adv	με υποδουλωτικό τρόπο, υποδουλώνοντας
υποδουλωτικέ	adj	κλητική ενικού του υποδουλωτικός
υποδουλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδουλωτική
υποδουλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδουλωτικός
υποδουλωτικής	adj	γενική ενικού του υποδουλωτική
υποδουλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποδουλωτικός
υποδουλωτικού	adj	γενική ενικού του υποδουλωτικός
υποδουλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποδουλωτικός
υποδουλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποδουλωτικός
υποδουλωτικός	adj	που υποδουλώνει, που συντελεί στη υποδούλωση
υποδουλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποδουλωτικός
υποδουλώθηκα	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώθηκαν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώθηκε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώθηκες	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώναμε	=	υποδουλώνω
υποδουλώναν	=	υποδουλώνω
υποδουλώνανε	=	υποδουλώνω
υποδουλώνατε	=	υποδουλώνω
υποδουλώνει	=	υποδουλώνω
υποδουλώνεις	=	υποδουλώνω
υποδουλώνεσαι	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώνεστε	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώνεται	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώνετε	=	υποδουλώνω
υποδουλώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώνομε	=	υποδουλώνω
υποδουλώνονται	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώνονταν	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώνου	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώνουμε	=	υποδουλώνω
υποδουλώνουν	=	υποδουλώνω
υποδουλώνουνε	=	υποδουλώνω
υποδουλώνω	verb	κάνω κάποιον δούλο ή του αφαιρώ την ανεξαρτησία και την ελευθερία (νικώντας σε πόλεμο ή με άλλο τρόπο)
υποδουλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσαν	=	υποδουλώνω
υποδουλώσανε	=	υποδουλώνω
υποδουλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδούλωση
υποδουλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδούλωση
υποδουλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδούλωση
υποδουλώσομε	=	υποδουλώνω
υποδουλώσου	=	υποδουλώνομαι
υποδουλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσουνε	=	υποδουλώνω
υποδουλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδουλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδοχέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποδοχέας
υποδοχέας	noun	ειδικά κατασκευασμένο μέρος συσκευής για να υποδέχεται πρόσθετο εξάρτημα
υποδοχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδοχή
υποδοχέων	=	υποδοχέας
υποδοχέως	=	υποδοχέας
υποδοχή	noun	η φιλοξενία κάποιου προσώπου που έρχεται, με την απόδοση ή όχι των τιμών που επιβάλλουν τα έθιμα ή οι τύποι
υποδοχής	=	υποδοχή
υποδοχείς	=	υποδοχέας
υποδοχών	=	υποδοχή
υποδούλωνα	=	υποδουλώνω
υποδούλωναν	=	υποδουλώνω
υποδούλωνε	=	υποδουλώνω
υποδούλωνες	=	υποδουλώνω
υποδούλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδούλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδούλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδούλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδουλώνω
υποδούλωση	noun	η στέρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ενός λαού ή ενός ατόμου, που έχει περιέλθει στην άμεση εξουσία και δικαιοδοσία κάποιου άλλου
υποδούλωσης	noun	γενική ενικού του υποδούλωση
υποδυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθήκαν	=	υποδύομαι
υποδυθήκανε	=	υποδύομαι
υποδυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυθούνε	=	υποδύομαι
υποδυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδυόμασταν	=	υποδύομαι
υποδυόμαστε	=	υποδύομαι
υποδυόμενος	=	υποδύομαι
υποδυόμουν	=	υποδύομαι
υποδυόμουνα	=	υποδύομαι
υποδυόντουσαν	=	υποδύομαι
υποδυόσασταν	=	υποδύομαι
υποδυόσαστε	=	υποδύομαι
υποδυόσουν	=	υποδύομαι
υποδυόσουνα	=	υποδύομαι
υποδυόταν	=	υποδύομαι
υποδυότανε	=	υποδύομαι
υποδόρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποδόριος	adv	κάτω από την επιδερμίδα, στην επιφάνεια του δέρματος
υποδόριας	=	υποδόριος
υποδόριε	=	υποδόριος
υποδόριες	=	υποδόριος
υποδόριο	=	υποδόριος
υποδόριοι	=	υποδόριος
υποδόριος	adj	που βρίσκεται κάτω από το δέρμα
υποδόριου	=	υποδόριος
υποδόριους	=	υποδόριος
υποδόριων	=	υποδόριος
υποδόσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποδόση
υποδόσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποδόση
υποδόσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποδόση
υποδόση	noun	τμήμα κάποιας δόσης
υποδόσης	noun	γενική ενικού του υποδόση
υποδύεσαι	=	υποδύομαι
υποδύεστε	=	υποδύομαι
υποδύεται	=	υποδύομαι
υποδύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποδύομαι	verb	παίζω έναν ρόλο σε θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, παριστάνω ένα πρόσωπο
υποδύονται	=	υποδύομαι
υποδύονταν	=	υποδύομαι
υποδύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδύομαι
υποείδη	=	υποείδος
υποείδος	noun	είδος που υπάγεται σε είδος
υποείδους	=	υποείδος
υποειδίκευση	noun	η επιμέρους / περαιτέρω ειδίκευση
υποειδίκευσης	=	υποειδίκευση
υποειδικεύσεις	=	υποειδίκευση
υποειδικεύσεων	=	υποειδίκευση
υποειδικοτήτων	=	υποειδικότητα
υποειδικότητα	noun	επιμέρους ειδικότητα
υποειδικότητας	=	υποειδικότητα
υποειδικότητες	=	υποειδικότητα
υποειδών	=	υποείδος
υποεκθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποέκθεση
υποεκθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποέκθεση
υποεκθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποέκθεση
υποεκμετάλλευση	noun	αποτέλεσμα του υποεκμεταλλεύομαι
υποεκμετάλλευσης	=	υποεκμετάλλευση
υποεκμεταλλεύσεις	=	υποεκμετάλλευση
υποεκμεταλλεύσεων	=	υποεκμετάλλευση
υποεκπροσωπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποεκπροσώπηση
υποεκπροσωπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποεκπροσώπηση
υποεκπροσωπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποεκπροσώπηση
υποεκπροσώπηση	noun	η περιορισμένη ή μικρότερη απ’ το κανονικό εκπροσώπηση
υποεκπροσώπησης	noun	γενική ενικού του υποεκπροσώπηση
υποεκτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτίμηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υποεκτιμώ
υποεκτίμησης	noun	γενική ενικού του υποεκτίμηση
υποεκτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποεκτίμηση
υποεκτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποεκτίμηση
υποεκτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποεκτίμηση
υποεκτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποεκτιμώ
υποεκτιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποεκτιμημένο
υποεκτιμημένε	verb	κλητική ενικού του υποεκτιμημένος
υποεκτιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποεκτιμημένη
υποεκτιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποεκτιμημένος
υποεκτιμημένης	verb	γενική ενικού του υποεκτιμημένη
υποεκτιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποεκτιμημένος
υποεκτιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποεκτιμημένος
υποεκτιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποεκτιμημένος
υποεκτιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποεκτιμημένος
υποεκτιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποεκτιμημένος
υποεκτιμώ	verb	εκτιμώ κάποιον λιγότερο απ’ όσο πρέπει
υποεκτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποεκτιμώ
υποενοτήτων	=	υποενότητα
υποενότητα	noun	η επιμέρους ενότητα ή τμήμα (με κοινά χαρακτηριστικά και θεματικό κέντρο) ενός κειμένου
υποενότητας	=	υποενότητα
υποενότητες	=	υποενότητα
υποεπένδυση	noun	η ανεπαρκής κατανομή κεφαλαίων σε επενδύσεις, με αποτέλεσμα χαμηλότερη ανάπτυξη, μειωμένη παραγωγικότητα ή χαμένες ευκαιρίες κέρδους
υποεπένδυσης	=	υποεπένδυση
υποεπανδρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποεπανδρωμένο
υποεπανδρωμένε	verb	κλητική ενικού του υποεπανδρωμένος
υποεπανδρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποεπανδρωμένη
υποεπανδρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποεπανδρωμένος
υποεπανδρωμένης	verb	γενική ενικού του υποεπανδρωμένη
υποεπανδρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποεπανδρωμένος
υποεπανδρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποεπανδρωμένος
υποεπανδρωμένος	verb	που δεν έχει στελεχωθεί με ικανοποιητικό αριθμό ή με καταρτισμένο προσωπικό
υποεπανδρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποεπανδρωμένος
υποεπανδρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποεπανδρωμένος
υποεπανδρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποεπανδρωμένος
υποεπενδύσεις	=	υποεπένδυση
υποεπενδύσεων	=	υποεπένδυση
υποεπιτροπές	=	υποεπιτροπή
υποεπιτροπή	noun	μικρή επιτροπή, μέρος μιας μεγαλύτερης
υποεπιτροπής	=	υποεπιτροπή
υποεπιτροπών	=	υποεπιτροπή
υποεργολάβε	=	υποεργολάβος
υποεργολάβο	=	υποεργολάβος
υποεργολάβοι	=	υποεργολάβος
υποεργολάβος	noun	άλλη μορφή του υπεργολάβος
υποεργολάβου	=	υποεργολάβος
υποεργολάβους	=	υποεργολάβος
υποεργολάβων	=	υποεργολάβος
υποευτηκτοειδές	=	υποευτηκτοειδής
υποευτηκτοειδή	=	υποευτηκτοειδής
υποευτηκτοειδής	adj	χαρακτηρισμός κράματος στο οποίο η συγκέντρωση ενός συστατικού είναι μικρότερη από εκείνη της ευτηκτοειδούς σύστασης, οδηγώντας σε διαφορετική μικροδομή κατά τη στερεοποίηση
υποευτηκτοειδείς	=	υποευτηκτοειδής
υποευτηκτοειδούς	=	υποευτηκτοειδής
υποευτηκτοειδών	=	υποευτηκτοειδής
υποζυγίου	noun	γενική ενικού του υποζύγιο
υποζυγίων	noun	γενική πληθυντικού του υποζύγιο
υποζωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπόζωμα
υποζύγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποζύγιο
υποζύγιο	noun|formal	ζώο που χρησιμοποιείται για την έλξη τροχοφόρων, να μεταφέρει φορτία και για άλλες εργασίες που απαιτούν μεγάλη σωματική δύναμη
υποζύγιου	=	υποζύγιο
υποζώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόζωμα
υποζώματος	noun	γενική ενικού του υπόζωμα
υποηχητικά	=	υποηχητικός
υποηχητικέ	=	υποηχητικός
υποηχητικές	=	υποηχητικός
υποηχητική	=	υποηχητικός
υποηχητικής	=	υποηχητικός
υποηχητικοί	=	υποηχητικός
υποηχητικού	=	υποηχητικός
υποηχητικούς	=	υποηχητικός
υποηχητικό	=	υποηχητικός
υποηχητικός	adj	που κινείται ή λειτουργεί με ταχύτητα μικρότερη του ήχου
υποηχητικών	=	υποηχητικός
υποηχοϊκά	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκέ	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκές	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκή	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υποηχοϊκή) του υποηχοϊκός
υποηχοϊκοί	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκού	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκούς	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκό	=	υποηχοϊκός
υποηχοϊκός	adj	που παράγει λιγότερη ηχώ, λιγότερη αντανάκλαση
υποηχοϊκών	=	υποηχοϊκός
υποθάλαμε	noun	κλητική ενικού του υποθάλαμος
υποθάλαμο	noun	αιτιατική ενικού του υποθάλαμος
υποθάλαμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθάλαμος
υποθάλαμος	noun	μέρος του εγκεφάλου που σχετίζεται με την έκλυση ορμονών και πρωτόγονα ένστικτα όπως η πείνα, η δίψα, ο ύπνος, η κούραση και η ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος
υποθάλαμου	=	υποθάλαμος
υποθάλαμους	=	υποθάλαμος
υποθάλαμων	=	υποθάλαμος
υποθάλπαμε	=	υποθάλπω
υποθάλπαν	=	υποθάλπω
υποθάλπανε	=	υποθάλπω
υποθάλπατε	=	υποθάλπω
υποθάλπει	=	υποθάλπω
υποθάλπεις	=	υποθάλπω
υποθάλπεσαι	=	υποθάλπω
υποθάλπεσθε	=	υποθάλπω
υποθάλπεστε	=	υποθάλπω
υποθάλπεται	=	υποθάλπω
υποθάλπετε	=	υποθάλπω
υποθάλπομαι	=	υποθάλπω
υποθάλπομε	=	υποθάλπω
υποθάλπονται	=	υποθάλπω
υποθάλπονταν	=	υποθάλπω
υποθάλποντας	=	υποθάλπω
υποθάλπουμε	=	υποθάλπω
υποθάλπω	verb	κρύβω και προστατεύω κάποιον ή κάτι, το οποίο είναι ή θεωρείται κακό, συνήθως παρά τις επιταγές των νόμων
υποθάλψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψαν	=	υποθάλπω
υποθάλψανε	=	υποθάλπω
υποθάλψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόθαλψη
υποθάλψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψεων	=	υπόθαλψη
υποθάλψομε	=	υποθάλπω
υποθάλψου	=	υποθάλπω
υποθάλψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθάλψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υποθέμα	noun|rare	κάποιο ειδικότερο / επί μέρους θέμα
υποθέματα	=	υπόθεμα
υποθέματος	=	υπόθεμα
υποθέρμαινα	=	υποθερμαίνω
υποθέρμαιναν	=	υποθερμαίνω
υποθέρμαινε	=	υποθερμαίνω
υποθέρμαινες	=	υποθερμαίνω
υποθέρμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθέρμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθέρμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθέρμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθέρμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποθερμαίνω
υποθέρμανσης	=	υποθέρμανση
υποθέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέσαν	=	υποθέτω
υποθέσανε	=	υποθέτω
υποθέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόθεση
υποθέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόθεση
υποθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόθεση
υποθέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υποθέταμε	=	υποθέτω
υποθέταν	=	υποθέτω
υποθέτανε	=	υποθέτω
υποθέτατε	=	υποθέτω
υποθέτει	=	υποθέτω
υποθέτεις	=	υποθέτω
υποθέτετε	=	υποθέτω
υποθέτοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποθέτω
υποθέτουμε	=	υποθέτω
υποθέτουν	=	υποθέτω
υποθέτουνε	=	υποθέτω
υποθέτω	verb	εξετάζω κάτι ως ενδεχόμενο ή πιθανά αληθινό χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία ότι αληθεύει ή ότι σίγουρα θα επαληθευτεί μελλοντικά
υποθήκες	=	υποθήκη
υποθήκευα	=	υποθηκεύω
υποθήκευαν	=	υποθηκεύω
υποθήκευε	=	υποθηκεύω
υποθήκευες	=	υποθηκεύω
υποθήκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθήκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθήκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθήκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθήκευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποθηκεύω
υποθήκευσης	noun	γενική ενικού του υποθήκευση
υποθήκη	noun	δέσμευση ακίνητης περιουσίας ως εγγύηση για την εξόφληση χρέους
υποθήκης	=	υποθήκη
υποθαλάμια	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιας	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιε	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιες	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιο	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιοι	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιος	adj	που έχει σχέση με τον υποθάλαμο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
υποθαλάμιου	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιους	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμιων	=	υποθαλάμιος
υποθαλάμου	noun	γενική ενικού του υποθάλαμος
υποθαλάμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποθάλαμος
υποθαλάμων	noun	γενική πληθυντικού του υποθάλαμος
υποθαλάσσια	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιας	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιε	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιες	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιο	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιοι	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιος	adj	σχετικός με περιοχή που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας
υποθαλάσσιου	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιους	=	υποθαλάσσιος
υποθαλάσσιων	=	υποθαλάσσιος
υποθαλαμίου	=	υποθαλάμιος
υποθαλαμίους	=	υποθαλάμιος
υποθαλαμίων	=	υποθαλάμιος
υποθαλαμικά	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικέ	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικές	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμική	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικής	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικα	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικο	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικοί	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικος	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικού	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικούς	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικό	=	υποθαλαμικός
υποθαλαμικός	adj	που έχει σχέση με τον υποθάλαμο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
υποθαλαμικών	=	υποθαλαμικός
υποθαλπόμασταν	=	υποθάλπω
υποθαλπόμαστε	=	υποθάλπω
υποθαλπόμουν	=	υποθάλπω
υποθαλπόσασταν	=	υποθάλπω
υποθαλπόσουν	=	υποθάλπω
υποθαλπόταν	=	υποθάλπω
υποθεμάτων	=	υπόθεμα
υποθεμέλιος	noun	που βρίσκεται κάτω απ' τα θεμέλια
υποθεματοφυλάκων	=	υποθεματοφύλακας
υποθεματοφύλακα	=	υποθεματοφύλακας
υποθεματοφύλακας	noun	άνθρωπος ή εταιρεία που αναλαμβάνει με εντολή θεματοφύλακα ρόλο φύλαξης περιουσιακών στοιχείων που έχουν αρχικά ανατεθεί για φύλαξη σε αυτόν (το θεματοφύλακα)
υποθεματοφύλακες	=	υποθεματοφύλακας
υποθερμάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάναν	=	υποθερμαίνω
υποθερμάνανε	=	υποθερμαίνω
υποθερμάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμάνσεις	=	υποθέρμανση
υποθερμάνσεων	=	υποθέρμανση
υποθερμάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθερμαίνω
υποθερμία	noun	η πτώση της θερμοκρασίας του ανθρώπινου σώματος κάτω από τα φυσιολογικά όρια.
υποθερμίας	noun	γενική ενικού του υποθερμία
υποθερμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθερμία
υποθερμαίναμε	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίναν	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνανε	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνατε	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνει	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνεις	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνετε	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνοντας	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνουμε	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνουν	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνουνε	=	υποθερμαίνω
υποθερμαίνω	verb|formal	καθιστώ κάποιον ή κάτι υπόθερμο(ς)
υποθερμασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθερμασμένο
υποθερμασμένε	verb	κλητική ενικού του υποθερμασμένος
υποθερμασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθερμασμένη
υποθερμασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποθερμασμένος
υποθερμασμένης	verb	γενική ενικού του υποθερμασμένη
υποθερμασμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποθερμασμένος
υποθερμασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθερμασμένος
υποθερμασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποθερμασμένος
υποθερμασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποθερμασμένος
υποθερμασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποθερμασμένος
υποθερμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθερμικό
υποθερμικέ	adj	κλητική ενικού του υποθερμικός
υποθερμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθερμική
υποθερμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποθερμικός
υποθερμικής	adj	γενική ενικού του υποθερμική
υποθερμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθερμικός
υποθερμικού	adj	γενική ενικού του υποθερμικός
υποθερμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποθερμικός
υποθερμικό	adj	αιτιατική ενικού του υποθερμικός
υποθερμικός	adj	χαρακτηριστικός της υποθερμίας
υποθερμικών	adj	γενική πληθυντικού του υποθερμικός
υποθερμιών	noun	γενική πληθυντικού του υποθερμία
υποθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθετικό	adv	για κάτι που ίσως ισχύει• για κάτι που προέκυψε ως νοερό συμπέρασμα το οποίο όμως δεν βασίζεται σε σαφή δεδομένα
υποθετικέ	adj	κλητική ενικού του υποθετικός
υποθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθετική
υποθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποθετικός
υποθετικής	adj	γενική ενικού του υποθετική
υποθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθετικός
υποθετικοπαραγωγικά	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικέ	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικές	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγική	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υποθετικοπαραγωγική) του υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικοί	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικού	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικούς	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικό	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικοπαραγωγικός	adj	που σχετίζεται με την υποθετικοπαραγωγική μέθοδο
υποθετικοπαραγωγικών	=	υποθετικοπαραγωγικός
υποθετικού	adj	γενική ενικού του υποθετικός
υποθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποθετικός
υποθετικό	adj	αιτιατική ενικού του υποθετικός
υποθετικός	adj	που διατυπώνεται σαν υπόθεση
υποθετικών	adj	γενική πληθυντικού του υποθετικός
υποθηκευθήκαμε	=	υποθηκεύω
υποθηκευθήκαν	=	υποθηκεύω
υποθηκευθήκανε	=	υποθηκεύω
υποθηκευθήκατε	=	υποθηκεύω
υποθηκευθεί	=	υποθηκεύω
υποθηκευθείς	=	υποθηκεύω
υποθηκευθείτε	=	υποθηκεύω
υποθηκευθούμε	=	υποθηκεύω
υποθηκευθούν	=	υποθηκεύω
υποθηκευθούνε	=	υποθηκεύω
υποθηκευθώ	=	υποθηκεύω
υποθηκευμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκευμένο
υποθηκευμένε	adj	κλητική ενικού του υποθηκευμένος
υποθηκευμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκευμένη
υποθηκευμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποθηκευμένος
υποθηκευμένης	adj	γενική ενικού του υποθηκευμένη
υποθηκευμένο	adj	αιτιατική ενικού του υποθηκευμένος
υποθηκευμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθηκευμένος
υποθηκευμένος	verb	που έχει υποθηκευτεί, έχει μπει αμανάτι (μόνον για άψυχα ή αφηρημένες έννοιες, όχι για έμψυχα)
υποθηκευμένου	verb	γενική ενικού του υποθηκευμένος
υποθηκευμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποθηκευμένος
υποθηκευμένων	adj	γενική πληθυντικού του υποθηκευμένος
υποθηκευτήκαμε	=	υποθηκεύω
υποθηκευτήκαν	=	υποθηκεύω
υποθηκευτήκανε	=	υποθηκεύω
υποθηκευτήκατε	=	υποθηκεύω
υποθηκευτεί	=	υποθηκεύω
υποθηκευτείς	=	υποθηκεύω
υποθηκευτείτε	=	υποθηκεύω
υποθηκευτούμε	=	υποθηκεύω
υποθηκευτούν	=	υποθηκεύω
υποθηκευτούνε	=	υποθηκεύω
υποθηκευτώ	=	υποθηκεύω
υποθηκευόμασταν	=	υποθηκεύω
υποθηκευόμαστε	=	υποθηκεύω
υποθηκευόμενος	=	υποθηκεύω
υποθηκευόμουν	=	υποθηκεύω
υποθηκευόμουνα	=	υποθηκεύω
υποθηκευόντουσαν	=	υποθηκεύω
υποθηκευόσασταν	=	υποθηκεύω
υποθηκευόσαστε	=	υποθηκεύω
υποθηκευόσουν	=	υποθηκεύω
υποθηκευόσουνα	=	υποθηκεύω
υποθηκευόταν	=	υποθηκεύω
υποθηκευότανε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύαμε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύαν	=	υποθηκεύω
υποθηκεύανε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύατε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύει	=	υποθηκεύω
υποθηκεύεις	=	υποθηκεύω
υποθηκεύεσαι	=	υποθηκεύω
υποθηκεύεστε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύεται	=	υποθηκεύω
υποθηκεύετε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύθηκα	=	υποθηκεύω
υποθηκεύθηκαν	=	υποθηκεύω
υποθηκεύθηκε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύθηκες	=	υποθηκεύω
υποθηκεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύομε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύονται	=	υποθηκεύω
υποθηκεύονταν	=	υποθηκεύω
υποθηκεύοντας	=	υποθηκεύω
υποθηκεύουμε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύουν	=	υποθηκεύω
υποθηκεύουνε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσαν	=	υποθηκεύω
υποθηκεύσανε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθήκευση
υποθηκεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποθήκευση
υποθηκεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποθήκευση
υποθηκεύσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκεύσιμο
υποθηκεύσιμε	adj	κλητική ενικού του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκεύσιμη
υποθηκεύσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσιμης	adj	γενική ενικού του υποθηκεύσιμη
υποθηκεύσιμο	adj	αιτιατική ενικού του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να υποθηκευτεί
υποθηκεύσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποθηκεύσιμος
υποθηκεύσομε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύσου	=	υποθηκεύω
υποθηκεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσουνε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποθηκεύω
υποθηκεύτηκα	=	υποθηκεύω
υποθηκεύτηκαν	=	υποθηκεύω
υποθηκεύτηκε	=	υποθηκεύω
υποθηκεύτηκες	=	υποθηκεύω
υποθηκεύω	verb	βάζω υποθήκη (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
υποθηκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκικό
υποθηκικέ	adj	κλητική ενικού του υποθηκικός
υποθηκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκική
υποθηκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποθηκικός
υποθηκικής	adj	γενική ενικού του υποθηκική
υποθηκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθηκικός
υποθηκικού	adj	γενική ενικού του υποθηκικός
υποθηκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποθηκικός
υποθηκικό	adj	αιτιατική ενικού του υποθηκικός
υποθηκικός	adj	που έχει σχέση με υποθήκη ή αναφέρεται σ’ αυτή
υποθηκικών	adj	γενική πληθυντικού του υποθηκικός
υποθηκοδάνεια	=	υποθηκοδάνειο
υποθηκοδάνειο	noun|dated	συμβολαιογραφική πράξη που αφορά την υποθήκευση κυρίως οικοπέδων με τη μορφή δανείου
υποθηκοδάνειου	=	υποθηκοδάνειο
υποθηκοδανείου	=	υποθηκοδάνειο
υποθηκοδανείων	=	υποθηκοδάνειο
υποθηκοφυλάκων	=	υποθηκοφύλακας
υποθηκοφυλακεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποθηκοφυλακείο
υποθηκοφυλακείο	noun	δημόσια υπηρεσία όπου φυλάσσονται τα βιβλία στα οποία έχουν καταχωρισθεί οι υποθήκες κι άλλες συναφείς νομικές πράξεις
υποθηκοφυλακείου	noun	γενική ενικού του υποθηκοφυλακείο
υποθηκοφυλακείων	noun	γενική πληθυντικού του υποθηκοφυλακείο
υποθηκοφύλακα	=	υποθηκοφύλακας
υποθηκοφύλακας	noun	υπάλληλος που προΐσταται στο υποθηκοφυλακείο, που είναι υπεύθυνος για την φύλαξη και αρχειοθέτηση των βιβλίων που έχουν καταχωριστεί οι υποθήκες, οι αγοραπωλησίες και οι υπόλοιπες συμβολαιογραφικές πράξεις που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία
υποθηκοφύλακες	=	υποθηκοφύλακας
υποθηκών	=	υποθήκη
υποθρεψία	noun	ελλιπής θρέψη του οργανισμού
υποθρεψίας	=	υποθρεψία
υποθρεψίες	=	υποθρεψία
υποθρεψιών	=	υποθρεψία
υποθυρεοειδισμέ	noun	κλητική ενικού του υποθυρεοειδισμός
υποθυρεοειδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποθυρεοειδισμός
υποθυρεοειδισμού	noun	γενική ενικού του υποθυρεοειδισμός
υποθυρεοειδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποθυρεοειδισμός
υποθυρεοειδισμό	noun	αιτιατική ενικού του υποθυρεοειδισμός
υποθυρεοειδισμός	noun	κατάσταση στην οποία ο θυρεοειδής αδένας δεν παράγει αρκετή θυρεοειδική ορμόνη
υποθυρεοειδισμών	noun	γενική πληθυντικού του υποθυρεοειδισμός
υποκάμισα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκάμισο
υποκάμισο	noun	άλλη μορφή του πουκάμισο
υποκάμισου	noun	γενική ενικού του υποκάμισο
υποκάμισων	noun	γενική πληθυντικού του υποκάμισο
υποκάπνιζα	=	υποκαπνίζω
υποκάπνιζαν	=	υποκαπνίζω
υποκάπνιζε	=	υποκαπνίζω
υποκάπνιζες	=	υποκαπνίζω
υποκάπνισα	=	υποκαπνίζω
υποκάπνισαν	=	υποκαπνίζω
υποκάπνισε	=	υποκαπνίζω
υποκάπνισες	=	υποκαπνίζω
υποκάτω	adv|formal	κάτω από
υποκέντρου	=	υπόκεντρο
υποκέντρων	=	υπόκεντρο
υποκίνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκίνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκίνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκίνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκίνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκινώ
υποκίνησης	noun	γενική ενικού του υποκίνηση
υποκίτρινα	=	υποκίτρινος
υποκίτρινε	=	υποκίτρινος
υποκίτρινες	=	υποκίτρινος
υποκίτρινη	=	υποκίτρινος
υποκίτρινης	=	υποκίτρινος
υποκίτρινο	=	υποκίτρινος
υποκίτρινοι	=	υποκίτρινος
υποκίτρινος	adj	αυτός που έχει σε μικρό βαθμό το χρώμα του κίτρινου
υποκίτρινου	=	υποκίτρινος
υποκίτρινους	=	υποκίτρινος
υποκίτρινων	=	υποκίτρινος
υποκαθίσταμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαθιστούσα	=	υποκαθιστώ
υποκαθιστώ	verb	τοποθετώ κάποιον ή κάτι στη θέση του άλλου
υποκαλιαιμία	noun	χαμηλό επίπεδο καλίου στο αίμα
υποκαλιαιμίας	=	υποκαλιαιμία
υποκαλιαιμίες	=	υποκαλιαιμία
υποκαλιαιμιών	=	υποκαλιαιμία
υποκαλλιέργεια	noun	η εφαρμογή ευεργετικών μικροοργανισμών στο έδαφος ή στη ριζόσφαιρα, με σκοπό την προστασία των φυτών από παθογόνους παράγοντες και τη βελτίωση της ανάπτυξης μέσω της δημιουργίας προστατευτικού μικροβιακού φράγματος
υποκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του υποκαλλιέργεια
υποκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκαλλιέργεια
υποκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του υποκαλλιέργεια
υποκαμίσου	noun	γενική ενικού του υποκάμισο
υποκαμίσων	noun	γενική πληθυντικού του υποκάμισο
υποκαπνία	noun	η παθολογική κατάσταση που συνίσταται στην πολύ χαμηλή συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα
υποκαπνίας	=	υποκαπνία
υποκαπνίες	=	υποκαπνία
υποκαπνίζαμε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζαν	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζανε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζατε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζει	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζεις	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζεσαι	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίζεστε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίζεται	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίζετε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποκαπνίζω
υποκαπνίζονται	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίζονταν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίζοντας	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζου	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίζουμε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζουν	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζουνε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίζω	verb	χρησιμοποιώ καπνό ή ατμό από καιόμενες φαρμακευτικές ουσίες είτε για θεραπευτικούς σκοπούς, μέσω της έκθεσης μέρους του σώματος, είτε για την απολύμανση χώρων
υποκαπνίσαμε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίσαν	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίσανε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίσατε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίσει	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίσου	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίστε	=	υποκαπνίζω
υποκαπνίστηκα	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίστηκαν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίστηκε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνίστηκες	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόμασταν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόμαστε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόμουν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόμουνα	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόντουσαν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόσασταν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόσαστε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόσουν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόσουνα	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζόταν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιζότανε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνισμέ	=	υποκαπνισμός
υποκαπνισμένος	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνισμοί	=	υποκαπνισμός
υποκαπνισμού	=	υποκαπνισμός
υποκαπνισμούς	=	υποκαπνισμός
υποκαπνισμό	=	υποκαπνισμός
υποκαπνισμός	noun	η χρήση καπνού ή ατμού από καιόμενες φαρμακευτικές ουσίες είτε για θεραπευτικούς σκοπούς, μέσω της έκθεσης μέρους του σώματος, είτε για την απολύμανση χώρων
υποκαπνισμών	=	υποκαπνισμός
υποκαπνιστήκαμε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιστήκαν	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιστήκανε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιστήκατε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιστεί	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιστείτε	=	υποκαπνίζομαι
υποκαπνιών	=	υποκαπνία
υποκατάγραφε	=	υποκαταγράφω
υποκατάγραψε	=	υποκαταγράφω
υποκατάσταση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκαθιστώ
υποκατάστασης	=	υποκατάσταση
υποκατάστατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκατάστατο
υποκατάστατε	=	υποκατάστατος
υποκατάστατες	=	υποκατάστατος
υποκατάστατη	=	υποκατάστατος
υποκατάστατης	=	υποκατάστατος
υποκατάστατο	noun	οτιδήποτε μπορεί να υποκαταστήσει ή να αναπληρώσει κάτι άλλο
υποκατάστατοι	=	υποκατάστατος
υποκατάστατος	adj	που υποκαθιστά κάποιον ή κάτι
υποκατάστατου	noun	γενική ενικού του υποκατάστατο
υποκατάστατους	=	υποκατάστατος
υποκατάστατων	noun	γενική πληθυντικού του υποκατάστατο
υποκατάστημα	noun	δευτερεύον κατάστημα που εξαρτάται από το κύριο ή το κεντρικό κατάστημα
υποκατάστησε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκατέγραφα	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραφαν	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραφε	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραφες	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραψα	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραψαν	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραψε	=	υποκαταγράφω
υποκατέγραψες	=	υποκαταγράφω
υποκατέστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκατέστησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκατέστησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκατέστησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταγράφαμε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφαν	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφανε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφατε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφει	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφεις	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφετε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποκαταγράφω
υποκαταγράφοντας	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφουμε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφουν	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφουνε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράφω	verb	καταγράφω λιγότερα απ’ όσα στην πραγματικότητα υπάρχουν
υποκαταγράψαμε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράψαν	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράψανε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράψατε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράψει	=	υποκαταγράφω
υποκαταγράψτε	=	υποκαταγράφω
υποκαταγραφές	=	υποκαταγραφή
υποκαταγραφή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκαταγράφω
υποκαταγραφής	=	υποκαταγραφή
υποκαταγραφών	=	υποκαταγραφή
υποκατανάλωση	noun	κατάσταση κατά την οποία η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες υπολείπεται των δυνατοτήτων ή των προβλεπόμενων επιπέδων, οδηγώντας συχνά σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας
υποκατανάλωσης	=	υποκατανάλωση
υποκαταναλώσεις	=	υποκατανάλωση
υποκαταναλώσεων	=	υποκατανάλωση
υποκατασκευαστές	=	υποκατασκευαστής
υποκατασκευαστή	=	υποκατασκευαστής
υποκατασκευαστής	noun	η επιχείρηση που αναλαμβάνει, βάσει σύμβασης, μέρος της κατασκευής ή παραγωγής προϊόντος για λογαριασμό άλλης (κύριας) κατασκευάστριας εταιρείας
υποκατασκευαστών	=	υποκατασκευαστής
υποκαταστάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκαταστάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκαταστάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκαταστάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκαταστάσεις	=	υποκατάσταση
υποκαταστάσεων	=	υποκατάσταση
υποκαταστάσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκαταστάσιμο
υποκαταστάσιμε	adj	κλητική ενικού του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκαταστάσιμη
υποκαταστάσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάσιμης	adj	γενική ενικού του υποκαταστάσιμη
υποκαταστάσιμο	adj	αιτιατική ενικού του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάσιμος	noun	που μπορεί να υποκατασταθεί
υποκαταστάσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκαταστάσιμος
υποκαταστάτες	=	υποκαταστάτης
υποκαταστάτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποκαταστάτης
υποκαταστάτης	noun	μόριο ή άλλου είδους στοιχείο που αντικαθιστά κάποιο άλλο σε σύμπλοκη χημική ένωση
υποκαταστάτρια	noun	δημοτική ελληνική: θηλυκό του υποκαταστάτης
υποκαταστάτριας	noun	γενική ενικού του υποκαταστάτρια
υποκαταστάτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκαταστάτρια
υποκαταστήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκατάστημα
υποκαταστήματος	noun	γενική ενικού του υποκατάστημα
υποκαταστήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκαταστήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκατασταθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκατασταθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκαθίσταμαι
υποκαταστασιμοτήτων	=	υποκαταστασιμότητα
υποκαταστασιμότητα	noun	η ιδιότητα του υποκαταστάσιμου
υποκαταστασιμότητας	=	υποκαταστασιμότητα
υποκαταστασιμότητες	=	υποκαταστασιμότητα
υποκαταστατριών	noun	γενική πληθυντικού του υποκαταστάτρια
υποκαταστατών	=	υποκαταστάτης
υποκαταστημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υποκατάστημα
υποκατεστημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκατεστημένο
υποκατεστημένε	verb	κλητική ενικού του υποκατεστημένος
υποκατεστημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκατεστημένη
υποκατεστημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκατεστημένος
υποκατεστημένης	verb	γενική ενικού του υποκατεστημένη
υποκατεστημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποκατεστημένος
υποκατεστημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκατεστημένος
υποκατεστημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποκαθιστώ
υποκατεστημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκατεστημένος
υποκατεστημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκατεστημένος
υποκατεστημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκατεστημένος
υποκατηγορία	noun	κατηγορία που αποτελεί μέλος μιας ευρύτερης κατηγορίας
υποκατηγορίας	noun	γενική ενικού του υποκατηγορία
υποκατηγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκατηγορία
υποκατηγοριών	noun	γενική πληθυντικού του υποκατηγορία
υποκαύστου	=	υπόκαυστο
υποκαύστων	=	υπόκαυστο
υποκείμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκείμενο
υποκείμενε	adj	κλητική ενικού του υποκείμενος
υποκείμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκείμενη
υποκείμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκείμενος
υποκείμενης	adj	γενική ενικού του υποκείμενη
υποκείμενο	noun	ζώο ή άνθρωπος που υποβάλλεται σε επιστημονικό πείραμα
υποκείμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκείμενος
υποκείμενος	verb	που υπόκειται σε κάτι, που βρίσκεται σε θέση τέτοια ώστε να επηρεαστεί από κάτι
υποκείμενου	verb	γενική ενικού του υποκείμενος
υποκείμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκείμενος
υποκείμενων	adj	γενική πληθυντικού του υποκείμενος
υποκειμένου	noun	γενική ενικού του υποκείμενο
υποκειμένων	noun	γενική πληθυντικού του υποκείμενο
υποκειμενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποκειμενικός	adv	από υποκειμενική άποψη, προσωπικά, ατομικά, σύμφωνα με την ατομική κρίση
υποκειμενικέ	adj	κλητική ενικού του υποκειμενικός
υποκειμενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκειμενική
υποκειμενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκειμενικός
υποκειμενικής	adj	γενική ενικού του υποκειμενική
υποκειμενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκειμενικός
υποκειμενικοτήτων	=	υποκειμενικότητα
υποκειμενικού	adj	γενική ενικού του υποκειμενικός
υποκειμενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκειμενικός
υποκειμενικό	adj	αιτιατική ενικού του υποκειμενικός
υποκειμενικός	adj	που καθορίζεται από την αντίληψη ή τη γνώμη ενός ανθρώπου (ενός υποκειμένου) που αισθάνεται ή σκέφτεται, κρίνει κλπ
υποκειμενικότατα	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατε	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατες	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατη	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατης	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατο	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατοι	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατος	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατου	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατους	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότατων	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερα	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερε	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερες	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερη	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερης	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερο	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότεροι	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερος	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερου	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερους	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότερων	=	υποκειμενικός
υποκειμενικότητα	noun	η αντίληψη για κάτι ή κάποιον, με βάση προσωπικά πιστεύω και προσωπικές γνώμες
υποκειμενικότητας	noun	γενική ενικού του υποκειμενικότητα
υποκειμενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκειμενικότητα
υποκειμενικών	adj	γενική πληθυντικού του υποκειμενικός
υποκειμενισμέ	noun	κλητική ενικού του υποκειμενισμός
υποκειμενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκειμενισμός
υποκειμενισμού	noun	γενική ενικού του υποκειμενισμός
υποκειμενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποκειμενισμός
υποκειμενισμό	noun	αιτιατική ενικού του υποκειμενισμός
υποκειμενισμός	noun	θεωρία που αρνείται της ύπαρξης αντικειμενικής πραγματικότητας
υποκειμενισμών	noun	γενική πληθυντικού του υποκειμενισμός
υποκειμενοποιήθηκα	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιήθηκαν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιήθηκε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιήθηκες	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιήσου	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιείσαι	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιείστε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιείται	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιηθήκαμε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιηθήκαν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιηθήκανε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιηθήκατε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιηθεί	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιηθείτε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιημένος	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούμαι	verb	γίνομαι υποκειμενικός, ενώ ήμουν αντικειμενικός
υποκειμενοποιούμασταν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούμαστε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούμουν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούνται	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούνταν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούσασταν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούσαστε	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκειμενοποιούσουν	=	υποκειμενοποιούμαι
υποκελευστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκελευστής
υποκελευστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποκελευστής
υποκελευστής	noun	υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού
υποκελευστών	noun	γενική πληθυντικού του υποκελευστής
υποκεφαλαιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκεφαλαιοποιημένο
υποκεφαλαιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκεφαλαιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκεφαλαιοποιημένη
υποκεφαλαιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκεφαλαιοποιημένης	verb	γενική ενικού του υποκεφαλαιοποιημένη
υποκεφαλαιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκεφαλαιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκεφαλαιοποιημένος	verb	που αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που δεν διαθέτει αρκετά κεφάλαια (ίδια κεφάλαια ή δανειακά), για να υποστηρίξει τις δραστηριότητές του ή να καλύψει τις υποχρεώσεις του
υποκεφαλαιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκεφαλαιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκεφαλαιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκεφαλαιοποιημένος
υποκινήθηκα	=	υποκινώ
υποκινήθηκαν	=	υποκινώ
υποκινήθηκε	=	υποκινώ
υποκινήθηκες	=	υποκινώ
υποκινήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήσαν	=	υποκινώ
υποκινήσανε	=	υποκινώ
υποκινήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκινώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκίνηση
υποκινήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποκίνηση
υποκινήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποκίνηση
υποκινήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινήσιμο
υποκινήσιμε	adj	κλητική ενικού του υποκινήσιμος
υποκινήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινήσιμη
υποκινήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκινήσιμος
υποκινήσιμης	adj	γενική ενικού του υποκινήσιμη
υποκινήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του υποκινήσιμος
υποκινήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκινήσιμος
υποκινήσιμος	adj	που μπορεί ή αξίζει να υποκινηθεί
υποκινήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκινήσιμος
υποκινήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκινήσιμος
υποκινήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκινήσιμος
υποκινήσου	=	υποκινώ
υποκινήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκινώ
υποκινήτρια	noun	θηλυκό του υποκινητής
υποκινήτριας	noun	γενική ενικού του υποκινήτρια
υποκινήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινήτρια
υποκινεί	=	υποκινώ
υποκινείς	=	υποκινώ
υποκινείσαι	=	υποκινώ
υποκινείστε	=	υποκινώ
υποκινείται	=	υποκινώ
υποκινείτε	=	υποκινώ
υποκινηθήκαμε	=	υποκινώ
υποκινηθήκαν	=	υποκινώ
υποκινηθήκανε	=	υποκινώ
υποκινηθήκατε	=	υποκινώ
υποκινηθεί	=	υποκινώ
υποκινηθείτε	=	υποκινώ
υποκινημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινημένο
υποκινημένε	verb	κλητική ενικού του υποκινημένος
υποκινημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινημένη
υποκινημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκινημένος
υποκινημένης	verb	γενική ενικού του υποκινημένη
υποκινημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποκινημένος
υποκινημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκινημένος
υποκινημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υποκινώ
υποκινημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκινημένος
υποκινημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκινημένος
υποκινημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκινημένος
υποκινησία	noun	η μειωμένη κινητική λειτουργία ή δραστηριότητα ενός σώματος που οφείλεται σε διάφορα, συνήθως παθολογικά) αίτια
υποκινησίας	=	υποκινησία
υποκινησίες	=	υποκινησία
υποκινησιών	=	υποκινησία
υποκινητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινητής
υποκινητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποκινητής
υποκινητής	noun	αυτός που υποκινεί
υποκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινητικό
υποκινητικέ	adj	κλητική ενικού του υποκινητικός
υποκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινητική
υποκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκινητικός
υποκινητικής	adj	γενική ενικού του υποκινητική
υποκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκινητικός
υποκινητικού	adj	γενική ενικού του υποκινητικός
υποκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκινητικός
υποκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του υποκινητικός
υποκινητικός	adj	που έχει σχέση με υποκίνηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
υποκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του υποκινητικός
υποκινητριών	noun	γενική πληθυντικού του υποκινήτρια
υποκινητών	noun	γενική πληθυντικού του υποκινητής
υποκινούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποκινώ
υποκινούμασταν	=	υποκινώ
υποκινούμαστε	=	υποκινώ
υποκινούμε	=	υποκινώ
υποκινούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινούμενο
υποκινούμενε	verb	κλητική ενικού του υποκινούμενος
υποκινούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκινούμενη
υποκινούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκινούμενος
υποκινούμενης	verb	γενική ενικού του υποκινούμενη
υποκινούμενο	verb	αιτιατική ενικού του υποκινούμενος
υποκινούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκινούμενος
υποκινούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υποκινώ
υποκινούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκινούμενος
υποκινούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκινούμενος
υποκινούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκινούμενος
υποκινούμουν	=	υποκινώ
υποκινούν	=	υποκινώ
υποκινούνε	=	υποκινώ
υποκινούνται	=	υποκινώ
υποκινούνταν	=	υποκινώ
υποκινούσα	=	υποκινώ
υποκινούσαμε	=	υποκινώ
υποκινούσαν	=	υποκινώ
υποκινούσανε	=	υποκινώ
υποκινούσασταν	=	υποκινώ
υποκινούσαστε	=	υποκινώ
υποκινούσατε	=	υποκινώ
υποκινούσε	=	υποκινώ
υποκινούσες	=	υποκινώ
υποκινούσουν	=	υποκινώ
υποκινώ	verb	προκαλώ (ή προσπαθώ να προκαλέσω) κάτι κινούμενος παρασκηνιακά και αφανώς
υποκινώντας	=	υποκινώ
υποκλάδε	=	υποκλάδος
υποκλάδο	=	υποκλάδος
υποκλάδοι	=	υποκλάδος
υποκλάδος	noun	το υποσύνολο ενός κλάδου
υποκλάδου	=	υποκλάδος
υποκλάδους	=	υποκλάδος
υποκλάδων	=	υποκλάδος
υποκλάπηκα	=	υποκλέπτομαι
υποκλάπηκαν	=	υποκλέπτομαι
υποκλάπηκε	=	υποκλέπτομαι
υποκλάπηκες	=	υποκλέπτομαι
υποκλάσεις	=	υποκλάση
υποκλάσεων	=	υποκλάση
υποκλάση	noun	η κλάση που δημιουργείται από άλλη κλάση (την υπερκλάση της) και κληρονομεί τις ιδιότητες (τα μέλη δεδομένων) και τις μεθόδους της
υποκλάσης	=	υποκλάση
υποκλέπταμε	=	υποκλέπτω
υποκλέπταν	=	υποκλέπτω
υποκλέπτανε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτατε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτει	=	υποκλέπτω
υποκλέπτεις	=	υποκλέπτω
υποκλέπτεσαι	=	υποκλέπτομαι
υποκλέπτεσθε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτεστε	=	υποκλέπτομαι
υποκλέπτεται	=	υποκλέπτομαι
υποκλέπτετε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέπτομε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτονται	=	υποκλέπτομαι
υποκλέπτονταν	=	υποκλέπτομαι
υποκλέπτοντας	=	υποκλέπτω
υποκλέπτου	=	υποκλέπτομαι
υποκλέπτουμε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτουν	=	υποκλέπτω
υποκλέπτουνε	=	υποκλέπτω
υποκλέπτω	verb	κλέβω, υφαρπάζω ή αποσπώ κάτι από κάποιον με δόλιο τρόπο
υποκλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψαν	=	υποκλέπτω
υποκλέψανε	=	υποκλέπτω
υποκλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψομε	=	υποκλέπτω
υποκλέψου	=	υποκλέπτομαι
υποκλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψουνε	=	υποκλέπτω
υποκλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υποκλίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλίνομαι	verb	σκύβω λίγο λυγίζοντας κάπως τα γόνατα, για να χαιρετήσω επίσημα, να ευχαριστήσω ή ν’ αναγνωρίσω την αξία κάποιου
υποκλίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόκλιση
υποκλίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόκλιση
υποκλίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόκλιση
υποκλίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλαπήκαμε	=	υποκλέπτομαι
υποκλαπήκαν	=	υποκλέπτομαι
υποκλαπήκανε	=	υποκλέπτομαι
υποκλαπήκατε	=	υποκλέπτομαι
υποκλαπεί	=	υποκλέπτομαι
υποκλαπείς	=	υποκλέπτω
υποκλαπείτε	=	υποκλέπτομαι
υποκλαπούμε	=	υποκλέπτω
υποκλαπούν	=	υποκλέπτω
υποκλαπούνε	=	υποκλέπτω
υποκλαπώ	=	υποκλέπτω
υποκλείδια	=	υποκλείδιος
υποκλείδιας	=	υποκλείδιος
υποκλείδιε	=	υποκλείδιος
υποκλείδιες	=	υποκλείδιος
υποκλείδιο	=	υποκλείδιος
υποκλείδιοι	=	υποκλείδιος
υποκλείδιος	adj	που αφορά κάτι (αγγεία (υποκλείδια αρτηρία και φλέβα), νεύρα ή μύες) το οποίο βρίσκεται κάτω από την κλείδα, συχνά σχετιζόμενο με ιατρικές πράξεις
υποκλείδιου	=	υποκλείδιος
υποκλείδιους	=	υποκλείδιος
υποκλείδιων	=	υποκλείδιος
υποκλεμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκλεμμένο
υποκλεμμένε	verb	κλητική ενικού του υποκλεμμένος
υποκλεμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκλεμμένη
υποκλεμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκλεμμένος
υποκλεμμένης	verb	γενική ενικού του υποκλεμμένη
υποκλεμμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποκλεμμένος
υποκλεμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκλεμμένος
υποκλεμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκλεμμένος
υποκλεμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκλεμμένος
υποκλεμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκλεμμένος
υποκλεπτόμασταν	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόμαστε	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόμουν	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόμουνα	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόντουσαν	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόσασταν	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόσαστε	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόσουν	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόσουνα	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτόταν	=	υποκλέπτομαι
υποκλεπτότανε	=	υποκλέπτομαι
υποκλιθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλιθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκλίνομαι
υποκλινές	=	υποκλινής
υποκλινή	=	υποκλινής
υποκλινής	adj|formal	που υποκλίνεται
υποκλινείς	=	υποκλινής
υποκλινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκλινικό
υποκλινικέ	adj	κλητική ενικού του υποκλινικός
υποκλινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκλινική
υποκλινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκλινικός
υποκλινικής	adj	γενική ενικού του υποκλινική
υποκλινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκλινικός
υποκλινικού	adj	γενική ενικού του υποκλινικός
υποκλινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκλινικός
υποκλινικό	adj	αιτιατική ενικού του υποκλινικός
υποκλινικός	adj	που χαρακτηρίζει παθολογική κατάσταση ή νόσημα ή σε πρώιμο στάδιο, χωρίς εμφανή κλινικά συμπτώματα
υποκλινικών	adj	γενική πληθυντικού του υποκλινικός
υποκλινούς	=	υποκλινής
υποκλινών	=	υποκλινής
υποκλινώς	adv|formal	κάνοντας υπόκλιση, με υπόκλιση
υποκλοπές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκλοπή
υποκλοπή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκλέπτω
υποκλοπής	=	υποκλοπή
υποκλοπών	=	υποκλοπή
υποκλυσμέ	noun	κλητική ενικού του υποκλυσμός
υποκλυσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκλυσμός
υποκλυσμού	noun	γενική ενικού του υποκλυσμός
υποκλυσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποκλυσμός
υποκλυσμό	noun	αιτιατική ενικού του υποκλυσμός
υποκλυσμός	noun	διαδικασία κατά την οποία γίνεται εισαγωγή υγρού στο ορθό με καθετήρα, με σκοπό να αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου· κλύσμα
υποκλυσμών	noun	γενική πληθυντικού του υποκλυσμός
υποκομισσών	noun	γενική πληθυντικού του υποκόμισσα
υποκορίζω	verb|rare	χρησιμοποιώ υποκοριστικά, καλώ κάποιον με το υποκοριστικό του
υποκορισμέ	noun	κλητική ενικού του υποκορισμός
υποκορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκορισμός
υποκορισμού	noun	γενική ενικού του υποκορισμός
υποκορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποκορισμός
υποκορισμό	noun	αιτιατική ενικού του υποκορισμός
υποκορισμός	noun	λειτουργία της γλώσσας, λεξικολογική και μορφολογική, που εκφράζει σμίκρυνση, τρυφερότητα ή ακόμα και καταφρόνηση
υποκορισμών	noun	γενική πληθυντικού του υποκορισμός
υποκοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκοριστικό
υποκοριστικέ	adj	κλητική ενικού του υποκοριστικός
υποκοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκοριστική
υποκοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκοριστικός
υποκοριστικής	adj	γενική ενικού του υποκοριστική
υποκοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκοριστικός
υποκοριστικού	adj	γενική ενικού του υποκοριστικός
υποκοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκοριστικός
υποκοριστικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υποκοριστικός	noun	παράγωγο ουσιαστικό που δηλώνει ό,τι και το πρωτότυπο αλλά σε μικρό μέγεθος, ποσότητα, ηλικία κ.λπ.· συχνά χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτικό ή για να δηλώσει συμπάθεια, συμπόνια ή ειρωνεία ή για να προσδώσει έναν τόνο οικειότητας
υποκοριστικός	adj	σχετικός με τον υποκορισμό
υποκοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του υποκοριστικός
υποκοσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκοσμικό
υποκοσμικέ	adj	κλητική ενικού του υποκοσμικός
υποκοσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκοσμική
υποκοσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκοσμικός
υποκοσμικής	adj	γενική ενικού του υποκοσμική
υποκοσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκοσμικός
υποκοσμικού	adj	γενική ενικού του υποκοσμικός
υποκοσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκοσμικός
υποκοσμικό	adj	αιτιατική ενικού του υποκοσμικός
υποκοσμικών	adj	γενική πληθυντικού του υποκοσμικός
υποκουλτούρα	noun	υποκατηγορία μιας γενικότερης κουλτούρας
υποκουλτούρας	=	υποκουλτούρα
υποκουλτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκουλτούρα
υποκουλτούρων	=	υποκουλτούρα
υποκρίθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρίθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρίθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρίθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρίνεσαι	=	υποκρίνομαι
υποκρίνεστε	=	υποκρίνομαι
υποκρίνεται	=	υποκρίνομαι
υποκρίνομαι	verb	παίζω ένα ρόλο σε καλλιτεχνική παράσταση
υποκρίνονται	=	υποκρίνομαι
υποκρίνονταν	=	υποκρίνομαι
υποκρίνου	=	υποκρίνομαι
υποκρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόκριση
υποκρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόκριση
υποκρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόκριση
υποκρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρίτρια	noun	αυτή που συμπεριφέρεται με υποκρισία, που δείχνει στους άλλους ψεύτικα συναισθήματα
υποκρίτριας	noun	γενική ενικού του υποκρίτρια
υποκρίτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρίτρια
υποκριθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθήκαν	=	υποκρίνομαι
υποκριθήκανε	=	υποκρίνομαι
υποκριθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκριθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρινόμασταν	=	υποκρίνομαι
υποκρινόμαστε	=	υποκρίνομαι
υποκρινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρινόμενο
υποκρινόμενε	verb	κλητική ενικού του υποκρινόμενος
υποκρινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρινόμενη
υποκρινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκρινόμενος
υποκρινόμενης	verb	γενική ενικού του υποκρινόμενη
υποκρινόμενο	verb	αιτιατική ενικού του υποκρινόμενος
υποκρινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκρινόμενος
υποκρινόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υποκρίνομαι
υποκρινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκρινόμενος
υποκρινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκρινόμενος
υποκρινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκρινόμενος
υποκρινόμουν	=	υποκρίνομαι
υποκρινόμουνα	=	υποκρίνομαι
υποκρινόντουσαν	=	υποκρίνομαι
υποκρινόσασταν	=	υποκρίνομαι
υποκρινόσαστε	=	υποκρίνομαι
υποκρινόσουν	=	υποκρίνομαι
υποκρινόσουνα	=	υποκρίνομαι
υποκρινόταν	=	υποκρίνομαι
υποκρινότανε	=	υποκρίνομαι
υποκρισία	noun	η ιδιότητα και η συμπεριφορά του υποκριτή, το να προσποιείται κάποιος και να αποκρύπτει τον πραγματικό (κακό) του εαυτό
υποκρισίας	noun	γενική ενικού του υποκρισία
υποκρισίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρισία
υποκρισιών	noun	γενική πληθυντικού του υποκρισία
υποκριτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκριτής
υποκριτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποκριτής
υποκριτής	noun	αυτός που συμπεριφέρεται με υποκρισία, που προβάλλει στους άλλους ψεύτικα αισθήματα, που συμπεριφέρεται αποκρύπτοντας στις πραγματικές σκέψεις και διαθέσεις του
υποκριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκριτικό	adv	με υποκριτικό τρόπο, με υποκρισία
υποκριτικέ	adj	κλητική ενικού του υποκριτικός
υποκριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκριτική
υποκριτική	noun	η τέχνη του ηθοποιού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκριτικός
υποκριτικής	adj	γενική ενικού του υποκριτική
υποκριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκριτικός
υποκριτικού	adj	γενική ενικού του υποκριτικός
υποκριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποκριτικός
υποκριτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποκριτικός
υποκριτικός	adj	που έχει σχέση με την υποκρισία, αναφέρεται σ’ αυτήν ή υποκρίνεται
υποκριτικότητα	noun|formal	η ιδιότητα του υποκριτικού, το να είναι κάποιος υποκριτικός
υποκριτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποκριτικός
υποκριτρίών	=	υποκρίτρια
υποκριτριών	noun	γενική πληθυντικού του υποκρίτρια
υποκριτών	noun	γενική πληθυντικού του υποκριτής
υποκρουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρουσμένο
υποκρουσμένε	verb	κλητική ενικού του υποκρουσμένος
υποκρουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρουσμένη
υποκρουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκρουσμένος
υποκρουσμένης	verb	γενική ενικού του υποκρουσμένη
υποκρουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποκρουσμένος
υποκρουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκρουσμένος
υποκρουσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου υποκρούω
υποκρουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκρουσμένος
υποκρουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκρουσμένος
υποκρουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκρουσμένος
υποκρούσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόκρουση
υποκρούσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόκρουση
υποκρούσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόκρουση
υποκρούω	verb	ακομπανιάρω
υποκρυμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρυμμένο
υποκρυμμένε	verb	κλητική ενικού του υποκρυμμένος
υποκρυμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκρυμμένη
υποκρυμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποκρυμμένος
υποκρυμμένης	verb	γενική ενικού του υποκρυμμένη
υποκρυμμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποκρυμμένος
υποκρυμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκρυμμένος
υποκρυμμένος	=	υποκρύπτομαι
υποκρυμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποκρυμμένος
υποκρυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκρυμμένος
υποκρυμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποκρυμμένος
υποκρυπτόμασταν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόμαστε	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόμουν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόμουνα	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόντουσαν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόσασταν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόσαστε	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόσουν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόσουνα	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτόταν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυπτότανε	=	υποκρύπτομαι
υποκρυφτήκαμε	=	υποκρύπτομαι
υποκρυφτήκαν	=	υποκρύπτομαι
υποκρυφτήκανε	=	υποκρύπτομαι
υποκρυφτήκατε	=	υποκρύπτομαι
υποκρυφτεί	=	υποκρύπτομαι
υποκρυφτείτε	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπταμε	=	υποκρύπτω
υποκρύπταν	=	υποκρύπτω
υποκρύπτανε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτατε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτει	=	υποκρύπτω
υποκρύπτεις	=	υποκρύπτω
υποκρύπτεσαι	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπτεσθε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτεστε	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπτεται	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπτετε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύπτομε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτονται	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπτονταν	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπτοντας	=	υποκρύπτω
υποκρύπτου	=	υποκρύπτομαι
υποκρύπτουμε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτουν	=	υποκρύπτω
υποκρύπτουνε	=	υποκρύπτω
υποκρύπτω	verb	δεν φανερώνω κάτι σκόπιμα, το κρατώ κρυφό, το αποσιωπώ
υποκρύφτηκα	=	υποκρύπτομαι
υποκρύφτηκαν	=	υποκρύπτομαι
υποκρύφτηκε	=	υποκρύπτομαι
υποκρύφτηκες	=	υποκρύπτομαι
υποκρύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψαν	=	υποκρύπτω
υποκρύψανε	=	υποκρύπτω
υποκρύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψεων	=	υπόκρυψη
υποκρύψομε	=	υποκρύπτω
υποκρύψου	=	υποκρύπτομαι
υποκρύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκρύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκρύπτω
υποκτηνίατρε	noun	κλητική ενικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνίατρο	noun	αιτιατική ενικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνίατρος	noun	στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του υπίατρου
υποκτηνίατρου	noun	γενική ενικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνίατρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνίατρων	noun	γενική πληθυντικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνιάτρου	noun	γενική ενικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνιάτρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποκτηνίατρος
υποκτηνιάτρων	noun	γενική πληθυντικού του υποκτηνίατρος
υποκυμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποκυμμένος
υποκόμης	noun	ο αμέσως κατώτερος από τον κόμη ως προς τον τίτλο ευγενείας που φέρει
υποκόμησσα	=	υποκόμης
υποκόμις	=	υποκόμης
υποκόμισσα	noun	θηλυκό του υποκόμης
υποκόμισσας	noun	γενική ενικού του υποκόμισσα
υποκόμισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποκόμισσα
υποκόπανε	=	υποκόπανος
υποκόπανο	=	υποκόπανος
υποκόπανοι	=	υποκόπανος
υποκόπανος	noun|dated	το πίσω μέρος του κοντακίου ενός όπλου (π.χ. ντουφεκιού) ή και (κατ’ επέκταση) όλο το κοντάκιο
υποκόπανου	=	υποκόπανος
υποκόπανους	=	υποκόπανος
υποκόπανων	=	υποκόπανος
υποκόσμου	noun	γενική ενικού του υπόκοσμος
υποκόσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπόκοσμος
υποκόσμων	noun	γενική πληθυντικού του υπόκοσμος
υποκύανα	=	υποκύανος
υποκύανε	=	υποκύανος
υποκύανες	=	υποκύανος
υποκύανη	=	υποκύανος
υποκύανης	=	υποκύανος
υποκύανο	=	υποκύανος
υποκύανοι	=	υποκύανος
υποκύανος	adj	γαλαζωπός
υποκύανου	=	υποκύανος
υποκύανους	=	υποκύανος
υποκύανων	=	υποκύανος
υποκύπταμε	=	υποκύπτω
υποκύπταν	=	υποκύπτω
υποκύπτανε	=	υποκύπτω
υποκύπτατε	=	υποκύπτω
υποκύπτει	=	υποκύπτω
υποκύπτεις	=	υποκύπτω
υποκύπτετε	=	υποκύπτω
υποκύπτομε	=	υποκύπτω
υποκύπτοντας	=	υποκύπτω
υποκύπτουμε	=	υποκύπτω
υποκύπτουν	=	υποκύπτω
υποκύπτουνε	=	υποκύπτω
υποκύπτω	verb	υποχωρώ σε (κάποιον/κάτι), ενδίδω
υποκύψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψαν	=	υποκύπτω
υποκύψανε	=	υποκύπτω
υποκύψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψομε	=	υποκύπτω
υποκύψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψουνε	=	υποκύπτω
υποκύψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκύψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υποκώφως	adv|formal	υπόκωφα
υπολάβαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάβω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολαμβάνω
υπολάνθανα	=	υπολανθάνω
υπολάνθαναν	=	υπολανθάνω
υπολάνθανε	=	υπολανθάνω
υπολάνθανες	=	υπολανθάνω
υπολήνια	=	υπολήνιο
υπολήνιο	noun|formal	κατασκευή ή δοχείο που τοποθετούνταν στο στόμιο του πατητηριού και στο οποίο έρεε το κρασί
υπολήνιου	=	υπολήνιο
υπολήνιων	=	υπολήνιο
υπολήπτεσαι	=	υπολήπτομαι
υπολήπτεσθε	=	υπολήπτομαι
υπολήπτεστε	=	υπολήπτομαι
υπολήπτεται	=	υπολήπτομαι
υπολήπτομαι	verb|formal	εκτιμώ στο έπακρο, σέβομαι, του έχω πολύ καλή γνώμη διότι αναγνωρίζω την πνευματική ή ηθική αξία και ικανότητά του
υπολήπτονται	=	υπολήπτομαι
υπολήπτονταν	=	υπολήπτομαι
υπολήφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υπολήφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υπολήφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υπολήφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υπολήψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόληψη
υπολήψεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόληψη
υπολήψεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόληψη
υπολαΐδα	noun	είδος ωδικού πτηνού
υπολαΐδας	=	υπολαΐδα
υπολαΐδες	=	υπολαΐδα
υπολαΐδων	=	υπολαΐδα
υπολαμβάνω	verb|archaic	εκλαμβάνω, νομίζω, θεωρώ
υπολανθάναμε	=	υπολανθάνω
υπολανθάναν	=	υπολανθάνω
υπολανθάνανε	=	υπολανθάνω
υπολανθάνατε	=	υπολανθάνω
υπολανθάνει	=	υπολανθάνω
υπολανθάνεις	=	υπολανθάνω
υπολανθάνετε	=	υπολανθάνω
υπολανθάνοντας	=	υπολανθάνω
υπολανθάνουμε	=	υπολανθάνω
υπολανθάνουν	=	υπολανθάνω
υπολανθάνουνε	=	υπολανθάνω
υπολανθάνω	verb	υπάρχω χωρίς να γίνομαι φανερός, έκδηλος
υπολείμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόλειμμα
υπολείμματος	noun	γενική ενικού του υπόλειμμα
υπολείπεσαι	=	υπολείπομαι
υπολείπεστε	=	υπολείπομαι
υπολείπεται	=	υπολείπομαι
υπολείπομαι	verb	μένω ως υπόλοιπο
υπολείπονται	=	υπολείπομαι
υπολείπονταν	=	υπολείπομαι
υπολείφθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολείφθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολείφθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολείφθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπόλειμμα
υπολειμματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολειμματικό
υπολειμματικέ	adj	κλητική ενικού του υπολειμματικός
υπολειμματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολειμματική
υπολειμματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπολειμματικός
υπολειμματικής	adj	γενική ενικού του υπολειμματική
υπολειμματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπολειμματικός
υπολειμματικού	adj	γενική ενικού του υπολειμματικός
υπολειμματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπολειμματικός
υπολειμματικό	adj	αιτιατική ενικού του υπολειμματικός
υπολειμματικός	adj	σχετικός με ένα υπόλειμμα
υπολειμματικών	adj	γενική πληθυντικού του υπολειμματικός
υπολειπόμασταν	=	υπολείπομαι
υπολειπόμαστε	=	υπολείπομαι
υπολειπόμενα	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενε	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενες	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενη	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενης	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενο	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενοι	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υπολείπομαι
υπολειπόμενου	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενους	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμενων	=	υπολειπόμενος
υπολειπόμουν	=	υπολείπομαι
υπολειπόμουνα	=	υπολείπομαι
υπολειπόντουσαν	=	υπολείπομαι
υπολειπόσασταν	=	υπολείπομαι
υπολειπόσαστε	=	υπολείπομαι
υπολειπόσουν	=	υπολείπομαι
υπολειπόσουνα	=	υπολείπομαι
υπολειπόταν	=	υπολείπομαι
υπολειπότανε	=	υπολείπομαι
υπολειτουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσαν	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργήσανε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργία	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υπολειτουργώ
υπολειτουργίας	noun	γενική ενικού του υπολειτουργία
υπολειτουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολειτουργία
υπολειτουργεί	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργείς	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργείτε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργιών	noun	γενική πληθυντικού του υπολειτουργία
υπολειτουργούμε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούν	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούνε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσα	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσαμε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσαν	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσανε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσατε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσε	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργούσες	=	υπολειτουργώ
υπολειτουργώ	verb	λειτουργώ λιγότερο απ’ το κανονικό, δουλεύω λιγότερο από το συνηθισμένο ή το προβλεπόμενο
υπολειτουργών	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτούργει	=	υπολειτουργώ
υπολειτούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειτούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολειτουργώ
υπολειφθέν	=	υπολειφθείς
υπολειφθέντα	=	υπολειφθείς
υπολειφθέντες	=	υπολειφθείς
υπολειφθέντος	=	υπολειφθείς
υπολειφθέντων	=	υπολειφθείς
υπολειφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθήκαν	=	υπολείπομαι
υπολειφθήκανε	=	υπολείπομαι
υπολειφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθείσα	=	υπολειφθείς
υπολειφθείσας	=	υπολειφθείς
υπολειφθείσες	=	υπολειφθείς
υπολειφθείσης	=	υπολειφθείς
υπολειφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθεισών	=	υπολειφθείς
υπολειφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολειφθούνε	=	υπολείπομαι
υπολειφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολείπομαι
υπολευκα	=	υπόλευκος
υπολευκε	=	υπόλευκος
υπολευκες	=	υπόλευκος
υπολευκη	=	υπόλευκος
υπολευκης	=	υπόλευκος
υπολευκο	=	υπόλευκος
υπολευκοι	=	υπόλευκος
υπολευκος	=	υπόλευκος
υπολευκου	=	υπόλευκος
υπολευκους	=	υπόλευκος
υπολευκων	=	υπόλευκος
υποληνίου	=	υπολήνιο
υποληνίων	=	υπολήνιο
υποληπτόμασταν	=	υπολήπτομαι
υποληπτόμαστε	=	υπολήπτομαι
υποληπτόμεθα	=	υπολήπτομαι
υποληπτόμενος	=	υπολήπτομαι
υποληπτόμουν	=	υπολήπτομαι
υποληπτόμουνα	=	υπολήπτομαι
υποληπτόντουσαν	=	υπολήπτομαι
υποληπτόσασταν	=	υπολήπτομαι
υποληπτόσαστε	=	υπολήπτομαι
υποληπτόσουν	=	υπολήπτομαι
υποληπτόσουνα	=	υπολήπτομαι
υποληπτόταν	=	υπολήπτομαι
υποληπτότανε	=	υπολήπτομαι
υποληφθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υποληφθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολήπτομαι
υπολιμενάρχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολιμενάρχης
υπολιμεναρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολιμεναρχείο
υπολοίπου	=	υπόλοιπο
υπολοίπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του υπόλοιπος
υπολογίζαμε	=	υπολογίζω
υπολογίζαν	=	υπολογίζω
υπολογίζανε	=	υπολογίζω
υπολογίζατε	=	υπολογίζω
υπολογίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υπολογίζω
υπολογίζεις	=	υπολογίζω
υπολογίζεσαι	=	υπολογίζω
υπολογίζεστε	=	υπολογίζω
υπολογίζεται	=	υπολογίζω
υπολογίζετε	=	υπολογίζω
υπολογίζομαι	verb	λογαριάζομαι, με λογαριάζουν, με υπολογίζουν, με αποτιμούν
υπολογίζομε	=	υπολογίζω
υπολογίζονται	=	υπολογίζω
υπολογίζονταν	=	υπολογίζω
υπολογίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπολογίζω
υπολογίζουμε	=	υπολογίζω
υπολογίζουν	=	υπολογίζω
υπολογίζουνε	=	υπολογίζω
υπολογίζω	verb	κάνω αριθμητικές πράξεις για να βρω το αποτέλεσμα
υπολογίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσαν	=	υπολογίζω
υπολογίσανε	=	υπολογίζω
υπολογίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσιμα	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμε	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμες	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμη	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμης	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμο	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμοι	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμος	adj	που είναι δυνατόν να υπολογιστεί
υπολογίσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του υπολογίσιμος
υπολογίσιμους	=	υπολογίσιμος
υπολογίσιμων	=	υπολογίσιμος
υπολογίσομε	=	υπολογίζω
υπολογίσου	=	υπολογίζω
υπολογίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίσουνε	=	υπολογίζω
υπολογίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογίστηκα	=	υπολογίζω
υπολογίστηκαν	=	υπολογίζω
υπολογίστηκε	=	υπολογίζω
υπολογίστηκες	=	υπολογίζω
υπολογίστρια	noun	υπολογιστής
υπολογίστριας	noun	γενική ενικού του υπολογίστρια
υπολογίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογίστρια
υπολογίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολογιζόμασταν	=	υπολογίζω
υπολογιζόμαστε	=	υπολογίζω
υπολογιζόμενος	=	υπολογίζω
υπολογιζόμουν	=	υπολογίζω
υπολογιζόμουνα	=	υπολογίζω
υπολογιζόντουσαν	=	υπολογίζω
υπολογιζόσασταν	=	υπολογίζω
υπολογιζόσαστε	=	υπολογίζω
υπολογιζόσουν	=	υπολογίζω
υπολογιζόσουνα	=	υπολογίζω
υπολογιζόταν	=	υπολογίζω
υπολογιζότανε	=	υπολογίζω
υπολογισιμοτήτων	=	υπολογισιμότητα
υπολογισιμότητα	noun	η ιδιότητα του υπολογίσιμου, η επίτευξη υπολογισμού
υπολογισιμότητας	=	υπολογισιμότητα
υπολογισιμότητες	=	υπολογισιμότητα
υπολογισμέ	noun	κλητική ενικού του υπολογισμός
υπολογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογισμένο
υπολογισμένε	verb	κλητική ενικού του υπολογισμένος
υπολογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογισμένη
υπολογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπολογισμένος
υπολογισμένης	verb	γενική ενικού του υπολογισμένη
υπολογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπολογισμένος
υπολογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπολογισμένος
υπολογισμένος	=	υπολογίζω
υπολογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπολογισμένος
υπολογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπολογισμένος
υπολογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπολογισμένος
υπολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπολογισμός
υπολογισμού	noun	γενική ενικού του υπολογισμός
υπολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπολογισμός
υπολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπολογισμός
υπολογισμός	noun	οποιοδήποτε είδος επεξεργασίας πληροφοριών
υπολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπολογισμός
υπολογιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογιστής
υπολογιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπολογιστής
υπολογιστήκαμε	=	υπολογίζω
υπολογιστήκαν	=	υπολογίζω
υπολογιστήκανε	=	υπολογίζω
υπολογιστήκατε	=	υπολογίζω
υπολογιστής	noun	αυτός που δεν ενεργεί γνήσια και αυθόρμητα αλλά πάντοτε υπολογίζοντας αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον
υπολογιστεί	=	υπολογίζω
υπολογιστείς	=	υπολογίζω
υπολογιστείτε	=	υπολογίζω
υπολογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογιστικό	adv	με υπολογιστικό τρόπο
υπολογιστικέ	adj	κλητική ενικού του υπολογιστικός
υπολογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπολογιστική
υπολογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπολογιστικός
υπολογιστικής	adj	γενική ενικού του υπολογιστική
υπολογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπολογιστικός
υπολογιστικού	adj	γενική ενικού του υπολογιστικός
υπολογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπολογιστικός
υπολογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπολογιστικός
υπολογιστικός	adj	σχετικός με έναν υπολογισμό ή έναν υπολογιστή
υπολογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπολογιστικός
υπολογιστούμε	=	υπολογίζω
υπολογιστούν	=	υπολογίζω
υπολογιστούνε	=	υπολογίζω
υπολογιστριών	noun	γενική πληθυντικού του υπολογίστρια
υπολογιστώ	=	υπολογίζω
υπολογιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπολογιστής
υπολοχαγέ	noun	κλητική ενικού του υπολοχαγός
υπολοχαγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπολοχαγός
υπολοχαγού	noun	γενική ενικού του υπολοχαγός
υπολοχαγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπολοχαγός
υπολοχαγό	noun	αιτιατική ενικού του υπολοχαγός
υπολοχαγός	noun	Κατώτερος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ανθυπολοχαγού και κατώτερο του λοχαγού.
υπολοχαγών	noun	γενική πληθυντικού του υπολοχαγός
υπολόγιζα	=	υπολογίζω
υπολόγιζαν	=	υπολογίζω
υπολόγιζε	=	υπολογίζω
υπολόγιζες	=	υπολογίζω
υπολόγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολόγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολόγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπολόγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπολογίζω
υπομάζια	=	υπομάζιος
υπομάζιας	=	υπομάζιος
υπομάζιε	=	υπομάζιος
υπομάζιες	=	υπομάζιος
υπομάζιο	adj	αιτιατική ενικού του καλός	noun|rare	που βρίσκεται κάτω από τον μαστό
υπομάζιοι	=	υπομάζιος
υπομάζιος	adj|archaic	που βρίσκεται κάτω από τον μαστό ή τοποθετείται εκεί
υπομάζιου	=	υπομάζιος
υπομάζιους	=	υπομάζιος
υπομάζιων	=	υπομάζιος
υπομένοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υπομένω
υπομένω	verb	αντιμετωπίζω καρτερικά κάτι δυσάρεστο ή μια δυσκολία
υπομήτρα	noun	πίνακας που προκύπτει από έναν μεγαλύτερο πίνακα αφαιρώντας συγκεκριμένες γραμμές και/ή στήλες, διατηρώντας τη σχετική διάταξη των υπολοίπων στοιχείων
υπομήτρας	=	υπομήτρα
υπομήτρες	=	υπομήτρα
υπομίσθωνα	=	υπομισθώνω
υπομίσθωναν	=	υπομισθώνω
υπομίσθωνε	=	υπομισθώνω
υπομίσθωνες	=	υπομισθώνω
υπομίσθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομίσθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομίσθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομίσθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομίσθωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπομισθώνω
υπομίσθωσης	=	υπομίσθωση
υπομανία	noun	κατάσταση ψυχικής νόσου κατά την οποία το άτομο βρίσκεται να βιώνει ένα εσωτερικό αίσθημα χαράς, ευδαιμονίας και ευφορίας, ενώ η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από υπερδραστηριότητα, πολυπραγμοσύνη, διάσπαση της προσοχής και ιδεοφυγή
υπομανίας	=	υπομανία
υπομανίες	=	υπομανία
υπομανιακά	=	υπομανιακός
υπομανιακέ	=	υπομανιακός
υπομανιακές	=	υπομανιακός
υπομανιακή	=	υπομανιακός
υπομανιακής	=	υπομανιακός
υπομανιακοί	=	υπομανιακός
υπομανιακού	=	υπομανιακός
υπομανιακούς	=	υπομανιακός
υπομανιακό	=	υπομανιακός
υπομανιακός	adj	που έχει σχέση με την υπομανία ή αναφέρεται σʼ αυτή
υπομανιακών	=	υπομανιακός
υπομανιών	=	υπομανία
υπομείναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομείνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπομειδίαμα	noun|formal	ελαφρό χαμόγελο
υπομειδίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομειδίαμα
υπομειδιάματος	noun	γενική ενικού του υπομειδίαμα
υπομειδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομειδιώ
υπομειδιαμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπομειδίαμα
υπομειδιώ	verb|formal	χαμογελώ μ' ένα ελαφρό χαμόγελο
υπομετάφραση	noun	η μεταφραστική πρακτική όπου παραλείπονται στοιχεία απαραίτητα για την πλήρη κατανόηση του νοήματος στη γλώσσα–στόχο, οδηγώντας σε έλλειψη πληροφορίας
υπομετάφρασης	=	υπομετάφραση
υπομεταφράσεις	=	υπομετάφραση
υπομεταφράσεων	=	υπομετάφραση
υπομητρών	=	υπομήτρα
υπομητρώο	noun|rare	επιμέρους μητρώο που εντάσσεται σε άλλο ευρύτερο
υπομηχανικέ	noun	κλητική ενικού του υπομηχανικός
υπομηχανικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομηχανικός
υπομηχανικού	noun	γενική ενικού του υπομηχανικός
υπομηχανικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπομηχανικός
υπομηχανικό	noun	αιτιατική ενικού του υπομηχανικός
υπομηχανικός	noun	πτυχιούχος ανώτερης σχολής
υπομηχανικών	noun	γενική πληθυντικού του υπομηχανικός
υπομικροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομικροσκοπικό
υπομικροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του υπομικροσκοπικός
υπομικροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομικροσκοπική
υπομικροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομικροσκοπικός
υπομικροσκοπικής	adj	γενική ενικού του υπομικροσκοπική
υπομικροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομικροσκοπικός
υπομικροσκοπικού	adj	γενική ενικού του υπομικροσκοπικός
υπομικροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπομικροσκοπικός
υπομικροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του υπομικροσκοπικός
υπομικροσκοπικός	adj	μικρότερος από 1 μικρόν• 1 micron = 10-6 m (μη ορατό με το μάτι)
υπομικροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του υπομικροσκοπικός
υπομιμνήσκω	verb|formal	επαναφέρω στη μνήμη, υπενθυμίζω
υπομισθωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομισθωμένο
υπομισθωμένε	verb	κλητική ενικού του υπομισθωμένος
υπομισθωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομισθωμένη
υπομισθωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομισθωμένος
υπομισθωμένης	verb	γενική ενικού του υπομισθωμένη
υπομισθωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπομισθωμένος
υπομισθωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομισθωμένος
υπομισθωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπομισθωμένος
υπομισθωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπομισθωμένος
υπομισθωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπομισθωμένος
υπομισθωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομισθωτής
υπομισθωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπομισθωτής
υπομισθωτής	noun	αυτός που υπομισθώνει
υπομισθωτριών	noun	γενική πληθυντικού του υπομισθώτρια
υπομισθωτών	noun	γενική πληθυντικού του υπομισθωτής
υπομισθώναμε	=	υπομισθώνω
υπομισθώναν	=	υπομισθώνω
υπομισθώνανε	=	υπομισθώνω
υπομισθώνατε	=	υπομισθώνω
υπομισθώνει	=	υπομισθώνω
υπομισθώνεις	=	υπομισθώνω
υπομισθώνετε	=	υπομισθώνω
υπομισθώνομαι	=	υπομισθώνω
υπομισθώνοντας	=	υπομισθώνω
υπομισθώνουμε	=	υπομισθώνω
υπομισθώνουν	=	υπομισθώνω
υπομισθώνουνε	=	υπομισθώνω
υπομισθώνω	verb	υπενοικιάζω
υπομισθώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώσαν	=	υπομισθώνω
υπομισθώσανε	=	υπομισθώνω
υπομισθώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομίσθωση
υπομισθώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώσεων	=	υπομίσθωση
υπομισθώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομισθώνω
υπομισθώτρια	noun	θηλυκό του υπομισθωτής
υπομισθώτριας	noun	γενική ενικού του υπομισθώτρια
υπομισθώτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομισθώτρια
υπομνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόμνημα
υπομνήματος	noun	γενική ενικού του υπόμνημα
υπομνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόμνηση
υπομνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόμνηση
υπομνήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόμνηση
υπομνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπομνημάτιζα	=	υπομνηματίζω
υπομνημάτιζαν	=	υπομνηματίζω
υπομνημάτιζε	=	υπομνηματίζω
υπομνημάτιζες	=	υπομνηματίζω
υπομνημάτιζομαα	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομααν	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομαε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομαες	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομσα	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομσαν	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομσε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτιζομσες	=	υπομνηματίζομαι
υπομνημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνημάτιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπομνηματίζω
υπομνημάτισης	=	υπομνημάτιση
υπομνημάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπομνηματίζω
υπομνημάτισμη	=	υπομνημάτισμα
υπομνημάτισμης	=	υπομνημάτισμα
υπομνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπόμνημα
υπομνημαστιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομνημαστιστής
υπομνημαστιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπομνημαστιστής
υπομνημαστιστών	noun	γενική πληθυντικού του υπομνημαστιστής
υπομνηματίζαμε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζαν	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζανε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζατε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζει	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζεις	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζετε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζομααμε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομααν	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαανε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαατε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαει	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαεις	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαετε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίζομαοντας	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαουμε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαουν	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαουνε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομαω	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομσαμε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομσαν	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομσανε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομσατε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομσει	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζομστε	=	υπομνηματίζομαι
υπομνηματίζοντας	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζουμε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζουν	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζουνε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίζω	verb	συντάσσω υπόμνημα με το οποίο σχολιάζω κριτικά, ερμηνευτικά ή αποσαφηνιστικά κάποιο κείμενο και με το οποίο υπόμνημα συνοδεύω το κείμενο
υπομνηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίσαν	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίσανε	=	υπομνηματίζω
υπομνηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίσεων	=	υπομνημάτιση
υπομνηματίσμεις	=	υπομνημάτισμα
υπομνηματίσμεων	=	υπομνημάτισμα
υπομνηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματίστρια	noun	θηλυκό του υπομνηματιστής
υπομνηματίστριας	=	υπομνηματίστρια
υπομνηματίστριες	=	υπομνηματίστρια
υπομνηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομνηματίζω
υπομνηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματικό	adv	με υπόμνημα
υπομνηματικέ	adj	κλητική ενικού του υπομνηματικός
υπομνηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματική
υπομνηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομνηματικός
υπομνηματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπομνηματική) του υπομνηματικός
υπομνηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματικός
υπομνηματικού	adj	γενική ενικού του υπομνηματικός
υπομνηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπομνηματικός
υπομνηματικό	adj	αιτιατική ενικού του υπομνηματικός
υπομνηματικός	adj	σχετικός με υπόμνημα
υπομνηματικών	adj	γενική πληθυντικού του υπομνηματικός
υπομνηματικώς	adv|archaic	με υπόμνημα
υπομνηματισμέ	noun	κλητική ενικού του υπομνηματισμός
υπομνηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματισμένο
υπομνηματισμένε	verb	κλητική ενικού του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματισμένη
υπομνηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμένης	verb	γενική ενικού του υπομνηματισμένη
υπομνηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμένος	verb	που έχει υπομνηματιστεί
υπομνηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπομνηματισμένος
υπομνηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομνηματισμός
υπομνηματισμού	noun	γενική ενικού του υπομνηματισμός
υπομνηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπομνηματισμός
υπομνηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του υπομνηματισμός
υπομνηματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπομνηματίζω
υπομνηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του υπομνηματισμός
υπομνηματιστές	=	υπομνηματιστής
υπομνηματιστή	=	υπομνηματιστής
υπομνηματιστής	noun	αυτός που υπομνηματίζει
υπομνηματιστικά	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικέ	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικές	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστική	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπομνηματιστική) του υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικο	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικοί	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικού	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικούς	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικό	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστικός	adj	που έχει σχέση με υπομνηματιστή ή υπομνηματίστρια ή αναφέρεται σε αυτούς
υπομνηματιστικών	=	υπομνηματιστικός
υπομνηματιστριών	=	υπομνηματίστρια
υπομνηματιστών	=	υπομνηματιστής
υπομνηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπομνηστικός	adv	με υπομνηστικό τρόπο
υπομνηστικέ	adj	κλητική ενικού του υπομνηστικός
υπομνηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομνηστική
υπομνηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομνηστικός
υπομνηστικής	adj	γενική ενικού του υπομνηστική
υπομνηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομνηστικός
υπομνηστικού	adj	γενική ενικού του υπομνηστικός
υπομνηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπομνηστικός
υπομνηστικό	adj	αιτιατική ενικού του υπομνηστικός
υπομνηστικός	adj	αυτός που υπενθυμίζει κάτι
υπομνηστικών	adj	γενική πληθυντικού του υπομνηστικός
υπομοίραρχε	noun	κλητική ενικού του υπομοίραρχος
υπομοίραρχο	noun	αιτιατική ενικού του υπομοίραρχος
υπομοίραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομοίραρχος
υπομοίραρχος	noun	Κατώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Χωροφυλακής.
υπομοίραρχου	noun	γενική ενικού του υπομοίραρχος
υπομοίραρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπομοίραρχος
υπομοίραρχων	noun	γενική πληθυντικού του υπομοίραρχος
υπομοιράρχου	noun	γενική ενικού του υπομοίραρχος
υπομοιράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπομοίραρχος
υπομοιράρχων	noun	γενική πληθυντικού του υπομοίραρχος
υπομονάδα	noun	ολοκληρωμένη και ανεξάρτητη μονάδα υπολογιστικού προγράμματος που λειτουργεί σε συνδυασμό με άλλες μονάδες
υπομονάδας	=	υπομονάδα
υπομονάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομονάδα
υπομονάδων	=	υπομονάδα
υπομονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομονή
υπομονέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομονή	noun	η ικανότητα του να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αποτέλεσμα ή μία εξέλιξη πριν ενεργήσει
υπομονής	noun	γενική ενικού του υπομονή
υπομονετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομονετικό	adv	με υπομονή
υπομονετικέ	adj	κλητική ενικού του υπομονετικός
υπομονετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομονετική
υπομονετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομονετικός
υπομονετικής	adj	γενική ενικού του υπομονετική
υπομονετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομονετικός
υπομονετικοτήτων	=	υπομονετικότητα
υπομονετικού	adj	γενική ενικού του υπομονετικός
υπομονετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπομονετικός
υπομονετικό	adj	αιτιατική ενικού του υπομονετικός
υπομονετικός	adj	που έχει υπομονή
υπομονετικότητα	noun	το να είναι κάποιος υπομονετικός, η ιδιότητα του υπομονετικού
υπομονετικότητας	=	υπομονετικότητα
υπομονετικότητες	=	υπομονετικότητα
υπομονετικών	adj	γενική πληθυντικού του υπομονετικός
υπομονεύω	verb	ενεργώ με τέτοιο ύπουλο και μεθοδικό τρόπο, ώστε να βλάψω κάποιον στο άμεσο μέλλον
υπομονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομονητικό	adv	υπομονετικά
υπομονητικέ	adj	κλητική ενικού του υπομονητικός
υπομονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομονητική
υπομονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομονητικός
υπομονητικής	adj	γενική ενικού του υπομονητική
υπομονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομονητικός
υπομονητικού	adj	γενική ενικού του υπομονητικός
υπομονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπομονητικός
υπομονητικό	adj	αιτιατική ενικού του υπομονητικός
υπομονητικός	adj	άλλη μορφή του υπομονετικός
υπομονητικών	adj	γενική πληθυντικού του υπομονητικός
υπομονών	=	υπομονή
υπομοχλίου	noun	γενική ενικού του υπομόχλιο
υπομοχλίων	noun	γενική πληθυντικού του υπομόχλιο
υπομοχλευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομοχλευμένο
υπομοχλευμένε	verb	κλητική ενικού του υπομοχλευμένος
υπομοχλευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομοχλευμένη
υπομοχλευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπομοχλευμένος
υπομοχλευμένης	verb	γενική ενικού του υπομοχλευμένη
υπομοχλευμένο	verb	αιτιατική ενικού του υπομοχλευμένος
υπομοχλευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπομοχλευμένος
υπομοχλευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπομοχλευμένος
υπομοχλευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υπομοχλευμένος
υπομοχλευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπομοχλευμένος
υπομοχλεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομόχλευση
υπομοχλεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύσεων	=	υπομόχλευση
υπομοχλεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομοχλεύω	verb|formal	χρησιμοποιώ μοχλό, για να (μετα)κινήσω κάτι
υπομόνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομόνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομόνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομόνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομονεύω
υπομόχλευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομόχλευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομόχλευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομόχλευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπομοχλεύω
υπομόχλευση	noun	μετακίνηση αντικειμένου με τη βοήθεια μοχλού
υπομόχλευσης	=	υπομόχλευση
υπομόχλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπομόχλιο
υπομόχλιο	noun	το σημείο (ή ο άξονας) στήριξης ενός μοχλού
υπομόχλιου	=	υπομόχλιο
υποναυάρχου	noun	γενική ενικού του υποναύαρχος
υποναυάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποναύαρχος
υποναυάρχων	noun	γενική πληθυντικού του υποναύαρχος
υποναύαρχε	noun	κλητική ενικού του υποναύαρχος
υποναύαρχο	noun	αιτιατική ενικού του υποναύαρχος
υποναύαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποναύαρχος
υποναύαρχος	noun	ανώτερος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού, ανώτερος από τον αρχιπλοίαρχο και κατώτερος από τον αντιναύαρχο
υποναύαρχου	noun	γενική ενικού του υποναύαρχος
υποναύαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποναύαρχος
υποναύαρχων	noun	γενική πληθυντικού του υποναύαρχος
υπονοήθηκα	=	υπονοώ
υπονοήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονοιών	noun	γενική πληθυντικού του υπόνοια
υπονομευμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονομευμένο
υπονομευμένε	adj	κλητική ενικού του υπονομευμένος
υπονομευμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονομευμένη
υπονομευμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπονομευμένος
υπονομευμένης	adj	γενική ενικού του υπονομευμένη
υπονομευμένο	adj	αιτιατική ενικού του υπονομευμένος
υπονομευμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπονομευμένος
υπονομευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπονομεύω
υπονομευμένου	verb	γενική ενικού του υπονομευμένος
υπονομευμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπονομευμένος
υπονομευμένων	adj	γενική πληθυντικού του υπονομευμένος
υπονομευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονομευτής
υπονομευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υπονομευτής
υπονομευτήκαμε	=	υπονομεύω
υπονομευτήκαν	=	υπονομεύω
υπονομευτήκανε	=	υπονομεύω
υπονομευτήκατε	=	υπονομεύω
υπονομευτής	noun	αυτός που υπονομεύει, που με δόλιο τρόπο προσπαθεί να προκαλέσει ζημιά
υπονομευτεί	=	υπονομεύω
υπονομευτείτε	=	υπονομεύω
υπονομευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονομευτικό	adv	με σκοπό την υπονόμευση μιας προσπάθειας ή ενός καθεστώτος
υπονομευτικέ	adj	κλητική ενικού του υπονομευτικός
υπονομευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονομευτική
υπονομευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπονομευτικός
υπονομευτικής	adj	γενική ενικού του υπονομευτική
υπονομευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπονομευτικός
υπονομευτικού	adj	γενική ενικού του υπονομευτικός
υπονομευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπονομευτικός
υπονομευτικό	adj	αιτιατική ενικού του υπονομευτικός
υπονομευτικός	adj	για ενέργεια ή πρόσωπο που υπονομεύει
υπονομευτικών	adj	γενική πληθυντικού του υπονομευτικός
υπονομευτριών	noun	γενική πληθυντικού του υπονομεύτρια
υπονομευτών	noun	γενική πληθυντικού του υπονομευτής
υπονομευόμασταν	=	υπονομεύω
υπονομευόμαστε	=	υπονομεύω
υπονομευόμουν	=	υπονομεύω
υπονομευόμουνα	=	υπονομεύω
υπονομευόντουσαν	=	υπονομεύω
υπονομευόσασταν	=	υπονομεύω
υπονομευόσαστε	=	υπονομεύω
υπονομευόσουν	=	υπονομεύω
υπονομευόσουνα	=	υπονομεύω
υπονομευόταν	=	υπονομεύω
υπονομευότανε	=	υπονομεύω
υπονομεύαμε	=	υπονομεύω
υπονομεύαν	=	υπονομεύω
υπονομεύανε	=	υπονομεύω
υπονομεύατε	=	υπονομεύω
υπονομεύει	=	υπονομεύω
υπονομεύεις	=	υπονομεύω
υπονομεύεσαι	=	υπονομεύω
υπονομεύεστε	=	υπονομεύω
υπονομεύεται	=	υπονομεύω
υπονομεύετε	=	υπονομεύω
υπονομεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύονται	=	υπονομεύω
υπονομεύονταν	=	υπονομεύω
υπονομεύοντας	=	υπονομεύω
υπονομεύουμε	=	υπονομεύω
υπονομεύουν	=	υπονομεύω
υπονομεύουνε	=	υπονομεύω
υπονομεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύσαν	=	υπονομεύω
υπονομεύσανε	=	υπονομεύω
υπονομεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονόμευση
υπονομεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπονόμευση
υπονομεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπονόμευση
υπονομεύσου	=	υπονομεύω
υπονομεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονομεύτηκα	=	υπονομεύω
υπονομεύτηκαν	=	υπονομεύω
υπονομεύτηκε	=	υπονομεύω
υπονομεύτηκες	=	υπονομεύω
υπονομεύτρια	noun	θηλυκό του υπονομευτής
υπονομεύτριας	noun	γενική ενικού του υπονομεύτρια
υπονομεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονομεύτρια
υπονομεύω	verb	με ύπουλο, επίμονο και μεθοδικό τρόπο προσπαθώ να βλάψω κάποιον ή να τον μειώσω ηθικά ή υλικά
υπονοούμαι	=	υπονοώ
υπονοούμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπονοούμενο
υπονοούμενε	=	υπονοούμενος
υπονοούμενες	=	υπονοούμενος
υπονοούμενη	=	υπονοούμενος
υπονοούμενης	=	υπονοούμενος
υπονοούμενο	noun	αυτό που δεν λέγεται ανοιχτά και ξεκάθαρα, αλλά υπονοείται, όπως π.χ. μια έμμεση κατηγορία
υπονοούμενοι	=	υπονοούμενος
υπονοούμενος	verb	που υπονοείται, που λέγεται με έμμεσο ή ασαφή τρόπο
υπονοούμενου	noun	γενική ενικού του υπονοούμενο
υπονοούμενους	=	υπονοούμενος
υπονοούμενων	noun	γενική πληθυντικού του υπονοούμενο
υπονοώ	verb	εννοώ κάτι κρυφά, δηλαδή πλάγια, δεν το λέω ευθέως
υπονυστάζω	verb|dated	με παίρνει ο ύπνος σιγά-σιγά
υπονόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονοώ
υπονόμευα	=	υπονομεύω
υπονόμευαν	=	υπονομεύω
υπονόμευε	=	υπονομεύω
υπονόμευες	=	υπονομεύω
υπονόμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονόμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονόμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονόμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπονομεύω
υπονόμευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπονομεύω
υπονόμευσης	noun	γενική ενικού του υπονόμευση
υπονόμου	noun	γενική ενικού του υπόνομος
υπονόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπόνομος
υπονόμων	noun	γενική πληθυντικού του υπόνομος
υποξία	noun	πτώση του κορεσμού σε οξυγόνο του αρτηριακού αίματος
υποξίας	=	υποξία
υποξίες	=	υποξία
υποξαιμία	noun	η χαμηλή συγκέντρωση οξυγόνου στο αίμα ενός ατόμου με αποτέλεσμα να μη φθάνει αρκετό οξυγόνο στα όργανα και τους ιστούς του σώματος και έτσι να δημιουργούνται διάφορες ασθένειες
υποξαιμίας	=	υποξαιμία
υποξαιμίες	=	υποξαιμία
υποξαιμιών	=	υποξαιμία
υποξείδια	=	υποξείδιο
υποξείδιο	noun	το πρωτοξείδιο
υποξείδιου	=	υποξείδιο
υποξείδιων	=	υποξείδιο
υποξειδίου	=	υποξείδιο
υποξειδίων	=	υποξείδιο
υποξιών	=	υποξία
υποξυγοναιμία	noun	πτώση του κορεσμού σε οξυγόνο του αρτηριακού αίματος
υποξυγοναιμίας	=	υποξυγοναιμία
υποξυγοναιμίες	=	υποξυγοναιμία
υποξυγοναιμιών	=	υποξυγοναιμία
υποοικογένεια	noun	ταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την οικογένεια και ανώτερη του γένους
υποοικογένειας	noun	γενική ενικού του υποοικογένεια
υποοικογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποοικογένεια
υποοικογενειών	noun	γενική πληθυντικού του υποοικογένεια
υποομάδα	noun	ομάδα που αποτελεί μέρος μιας άλλης ομάδας, μεγαλύτερης
υποομάδας	=	υποομάδα
υποομάδες	=	υποομάδα
υποομάδων	=	υποομάδα
υποουλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποουλικό
υποουλικέ	adj	κλητική ενικού του υποουλικός
υποουλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποουλική
υποουλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποουλικός
υποουλικής	adj	γενική ενικού του υποουλική
υποουλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποουλικός
υποουλικού	adj	γενική ενικού του υποουλικός
υποουλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποουλικός
υποουλικό	adj	αιτιατική ενικού του υποουλικός
υποουλικός	adj	που βρίσκεται ή αφορά την περιοχή κάτω από τα ούλα
υποουλικών	adj	γενική πληθυντικού του υποουλικός
υποπέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσαν	=	υποπίπτω
υποπέσανε	=	υποπίπτω
υποπέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υποπίεση	noun	για υγρά ή αέρια
υποπίεσης	noun	γενική ενικού του υποπίεση
υποπίπταμε	=	υποπίπτω
υποπίπταν	=	υποπίπτω
υποπίπτανε	=	υποπίπτω
υποπίπτατε	=	υποπίπτω
υποπίπτει	=	υποπίπτω
υποπίπτεις	=	υποπίπτω
υποπίπτετε	=	υποπίπτω
υποπίπτοντας	=	υποπίπτω
υποπίπτουμε	=	υποπίπτω
υποπίπτουν	=	υποπίπτω
υποπίπτουνε	=	υποπίπτω
υποπίπτω	verb|formal	διαπράττω κάτι, πέφτω σε κάτι
υποπαράγραφε	=	υποπαράγραφος
υποπαράγραφο	=	υποπαράγραφος
υποπαράγραφοι	=	υποπαράγραφος
υποπαράγραφος	noun	δευτερεύουσα διαίρεση μιας παραγράφου η οποία συνήθως επισημαίνεται με γράμματα ή αριθμούς
υποπαραγράφου	=	υποπαράγραφος
υποπαραγράφους	=	υποπαράγραφος
υποπαραγράφων	=	υποπαράγραφος
υποπαραλλαγές	=	υποπαραλλαγή
υποπαραλλαγή	noun	η παραλλαγή μιας παραλλαγής, μορφή που παρουσιάζει μικρές αλλά διακριτές διαφορές από την κύρια παραλλαγή
υποπαραλλαγής	=	υποπαραλλαγή
υποπαραλλαγών	=	υποπαραλλαγή
υποπαραχωρήσεις	=	υποπαραχώρηση
υποπαραχωρήσεων	=	υποπαραχώρηση
υποπαραχωρησιούχε	=	υποπαραχωρησιούχος
υποπαραχωρησιούχο	=	υποπαραχωρησιούχος
υποπαραχωρησιούχοι	=	υποπαραχωρησιούχος
υποπαραχωρησιούχος	noun	το πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται δικαίωμα εκμετάλλευσης ή χρήσης μέσω υποπαραχώρησης
υποπαραχωρησιούχου	=	υποπαραχωρησιούχος
υποπαραχωρησιούχους	=	υποπαραχωρησιούχος
υποπαραχωρησιούχων	=	υποπαραχωρησιούχος
υποπαραχώρηση	noun	η μεταβίβαση δικαιώματος εκμετάλλευσης ή χρήσης μέρους ή συνόλου παραχωρηθέντος αντικειμένου από τον αρχικό παραχωρησιούχο σε τρίτο πρόσωπο, υπό τους όρους της αρχικής παραχώρησης
υποπαραχώρησης	=	υποπαραχώρηση
υποπερίοδε	=	υποπερίοδος
υποπερίοδο	=	υποπερίοδος
υποπερίοδοι	=	υποπερίοδος
υποπερίοδος	noun	υποδιαίρεση περιόδου που αποτελεί μικρότερη χρονική ενότητα στο πλαίσιο ευρύτερης χρονικής ή γεωλογικής διαίρεσης
υποπεριόδου	=	υποπερίοδος
υποπεριόδους	=	υποπερίοδος
υποπεριόδων	=	υποπερίοδος
υποπιέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποπίεση
υποπιέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποπίεση
υποπιέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποπίεση
υποπλανήτες	=	υποπλανήτης
υποπλανήτη	=	υποπλανήτης
υποπλανήτης	noun|dated	κάθε πλανητικό σώμα με μικρό μέγεθος, είτε αστεροειδής, είτε δορυφόρος
υποπλανητών	=	υποπλανήτης
υποπλασία	noun	Κατάσταση κατά την οποία ένα μέρος του ανθρώπινου σώματος (συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών οργάνων) δεν είναι άρτια ολοκληρωμένο βάσει της κατά φύση ανάπτυξης.
υποπλασίας	noun	γενική ενικού του υποπλασία
υποπλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποπλασία
υποπλασιών	noun	γενική πληθυντικού του υποπλασία
υποπληθυσμέ	=	υποπληθυσμός
υποπληθυσμοί	=	υποπληθυσμός
υποπληθυσμού	=	υποπληθυσμός
υποπληθυσμούς	=	υποπληθυσμός
υποπληθυσμό	=	υποπληθυσμός
υποπληθυσμός	noun	υποσύνολο ενός ευρύτερου πληθυσμού
υποπληθυσμών	=	υποπληθυσμός
υποπληκτρολογίου	=	υποπληκτρολόγιο
υποπληκτρολογίων	=	υποπληκτρολόγιο
υποπληκτρολόγια	=	υποπληκτρολόγιο
υποπληκτρολόγιο	noun	ομάδα πλήκτρων σε κανονικό πληκτρολόγιο (πχ. το αριθμητικό πληκτρολόγιο, numpad) ή ανεξάρτητο μικρό πληκτρολόγιο για ειδική χρήση (πχ. βιντεοπαιγνίδια)
υποπληκτρολόγιου	=	υποπληκτρολόγιο
υποπληκτρολόγιων	=	υποπληκτρολόγιο
υποπλοίαρχε	noun	κλητική ενικού του υποπλοίαρχος
υποπλοίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του υποπλοίαρχος
υποπλοίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποπλοίαρχος
υποπλοίαρχος	noun	στρατιωτικός βαθμός στο πολεμικό ναυτικό και το λιμενικό, κατώτερος από τον πλωτάρχη και ανώτερος από τον ανθυποπλοίαρχο
υποπλοίαρχου	noun	γενική ενικού του υποπλοίαρχος
υποπλοίαρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποπλοίαρχος
υποπλοίαρχων	noun	γενική πληθυντικού του υποπλοίαρχος
υποπλοιάρχου	noun	γενική ενικού του υποπλοίαρχος
υποπλοιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποπλοίαρχος
υποπλοιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του υποπλοίαρχος
υποπλοκές	=	υποπλοκή
υποπλοκή	noun	η επιμέρους πλοκή σ’ ένα λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο
υποπλοκής	=	υποπλοκή
υποπλοκών	=	υποπλοκή
υποπνοιών	=	υπόπνοια
υποπολιτισμέ	=	υποπολιτισμός
υποπολιτισμοί	=	υποπολιτισμός
υποπολιτισμού	=	υποπολιτισμός
υποπολιτισμούς	=	υποπολιτισμός
υποπολιτισμό	=	υποπολιτισμός
υποπολιτισμός	noun	η υποκουλτούρα
υποπολιτισμών	=	υποπολιτισμός
υποπολλαπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποπολλαπλάσιος	adv	σε υποπολλαπλάσιο βαθμό
υποπολλαπλάσιας	=	υποπολλαπλάσιος
υποπολλαπλάσιε	=	υποπολλαπλάσιος
υποπολλαπλάσιες	=	υποπολλαπλάσιος
υποπολλαπλάσιο	noun	το πηλίκο της διαίρεσης ενός αριθμού με κάποιον από τους διαιρέτες του
υποπολλαπλάσιοι	=	υποπολλαπλάσιος
υποπολλαπλάσιος	adj	το πηλίκο της διαίρεσης ενός αριθμού με κάποιον από τους διαιρέτες του
υποπολλαπλάσιου	=	υποπολλαπλάσιο
υποπολλαπλάσιους	=	υποπολλαπλάσιος
υποπολλαπλάσιων	=	υποπολλαπλάσιος
υποπολλαπλασίου	=	υποπολλαπλάσιο
υποπολλαπλασίων	=	υποπολλαπλάσιο
υποπολυβόλα	=	υποπολυβόλο
υποπολυβόλο	noun	είδος πολυβόλου όπλου μικρού μεγέθους, το οποίο χρησιμοποιεί βλήματα πιστολιού
υποπολυβόλου	=	υποπολυβόλο
υποπολυβόλων	=	υποπολυβόλο
υποπράκτορα	=	υποπράκτορας
υποπράκτορας	noun	κάποιος που εργάζεται σε υποπρακτορείο
υποπράκτορες	=	υποπράκτορας
υποπράσινα	=	υποπράσινος
υποπράσινε	=	υποπράσινος
υποπράσινες	=	υποπράσινος
υποπράσινη	=	υποπράσινος
υποπράσινης	=	υποπράσινος
υποπράσινο	=	υποπράσινος
υποπράσινοι	=	υποπράσινος
υποπράσινος	adj	που δεν είναι τελείως πράσινος, ο πρασινωπός
υποπράσινου	=	υποπράσινος
υποπράσινους	=	υποπράσινος
υποπράσινων	=	υποπράσινος
υποπρακτορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποπρακτορείο
υποπρακτορείο	noun	παράρτημα πρακτορείου που λειτουργεί ως δευτερεύουσα μονάδα για την παροχή υπηρεσιών ή τη διεκπεραίωση εργασιών σε συγκεκριμένη περιοχή
υποπρακτορείου	noun	γενική ενικού του υποπρακτορείο
υποπρακτορείων	noun	γενική πληθυντικού του υποπρακτορείο
υποπρακτόρων	=	υποπράκτορας
υποπρογράμματα	=	υποπρόγραμμα
υποπρογράμματος	=	υποπρόγραμμα
υποπρογραμμάτων	=	υποπρόγραμμα
υποπρολεταριάτα	=	υποπρολεταριάτο
υποπρολεταριάτο	noun	το λούμπεν προλεταριάτο
υποπρολεταριάτου	=	υποπρολεταριάτο
υποπρολεταριάτων	=	υποπρολεταριάτο
υποπρολεταριακά	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακέ	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακές	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακή	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακής	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακοί	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακού	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακούς	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακό	=	υποπρολεταριακός
υποπρολεταριακός	adj	που έχει σχέση με το υποπρολεταριάτο ή αναφέρεται σ’ αυτό
υποπρολεταριακών	=	υποπρολεταριακός
υποπροξένου	noun	γενική ενικού του υποπρόξενος
υποπροξένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποπρόξενος
υποπροξένων	noun	γενική πληθυντικού του υποπρόξενος
υποπροξενεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποπροξενείο
υποπροξενείο	noun	κατώτερης βαθμίδας προξενείο που υπάγεται σε άλλο προξενείο
υποπροξενείου	noun	γενική ενικού του υποπροξενείο
υποπροξενείων	noun	γενική πληθυντικού του υποπροξενείο
υποπροσθετικοτήτων	=	υποπροσθετικότητα
υποπροσθετικότητα	noun	η ιδιότητα του υποπροσθετικού
υποπροσθετικότητας	=	υποπροσθετικότητα
υποπροσθετικότητες	=	υποπροσθετικότητα
υποπροτάσεις	=	υποπρόταση
υποπροτάσεων	=	υποπρόταση
υποπροϊόν	noun	προϊόν που παράγεται σαν παράγωγο κάποιου άλλου, λόγω της κατασκευής ενός άλλου, π.χ. ο ορός γάλακτος
υποπροϊόντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποπροϊόν
υποπροϊόντος	=	υποπροϊόν
υποπροϊόντων	=	υποπροϊόν
υποπρόγραμμα	noun	αυτοτελές τμήμα ενός προγράμματος, πρόγραμμα που υπάγεται σε άλλο μεγαλύτερο ή εκτενέστερο
υποπρόξενε	noun	κλητική ενικού του υποπρόξενος
υποπρόξενο	noun	αιτιατική ενικού του υποπρόξενος
υποπρόξενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποπρόξενος
υποπρόξενος	noun	διπλωματικός υπάλληλος που υπηρετεί σε προξενείο και μπορεί να αναπληρώνει τον πρόξενο
υποπρόξενου	noun	γενική ενικού του υποπρόξενος
υποπρόξενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποπρόξενος
υποπρόξενων	noun	γενική πληθυντικού του υποπρόξενος
υποπρόταση	noun	τμήμα μιας σύνθετης εντολής (γλώσσας προγραμματισμού), όπως τα else και elseif στην εντολή if ... then ... else ... elseif
υποπρότασης	=	υποπρόταση
υποπτέραρχε	noun	κλητική ενικού του υποπτέραρχος
υποπτέραρχο	noun	αιτιατική ενικού του υποπτέραρχος
υποπτέραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποπτέραρχος
υποπτέραρχος	noun	ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, κατώτερος του αντιπτεράρχου και ανώτερος του ταξιάρχου και, που αντιστοιχεί με τον υποστράτηγο του Στρατού Ξηράς
υποπτέραρχου	noun	γενική ενικού του υποπτέραρχος
υποπτέραρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποπτέραρχος
υποπτέραρχων	noun	γενική πληθυντικού του υποπτέραρχος
υποπτεράρχου	noun	γενική ενικού του υποπτέραρχος
υποπτεράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποπτέραρχος
υποπτεράρχων	noun	γενική πληθυντικού του υποπτέραρχος
υποπτευθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθήκαν	=	υποπτεύομαι
υποπτευθήκανε	=	υποπτεύομαι
υποπτευθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευθούνε	=	υποπτεύομαι
υποπτευθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτευτήκαμε	=	υποπτεύομαι
υποπτευτήκαν	=	υποπτεύομαι
υποπτευτήκανε	=	υποπτεύομαι
υποπτευτήκατε	=	υποπτεύομαι
υποπτευτεί	=	υποπτεύομαι
υποπτευτείς	=	υποπτεύομαι
υποπτευτείτε	=	υποπτεύομαι
υποπτευτούμε	=	υποπτεύομαι
υποπτευτούν	=	υποπτεύομαι
υποπτευτούνε	=	υποπτεύομαι
υποπτευτώ	=	υποπτεύομαι
υποπτευόμασταν	=	υποπτεύομαι
υποπτευόμαστε	=	υποπτεύομαι
υποπτευόμουν	=	υποπτεύομαι
υποπτευόμουνα	=	υποπτεύομαι
υποπτευόντουσαν	=	υποπτεύομαι
υποπτευόσασταν	=	υποπτεύομαι
υποπτευόσαστε	=	υποπτεύομαι
υποπτευόσουν	=	υποπτεύομαι
υποπτευόσουνα	=	υποπτεύομαι
υποπτευόταν	=	υποπτεύομαι
υποπτευότανε	=	υποπτεύομαι
υποπτεύεσαι	=	υποπτεύομαι
υποπτεύεστε	=	υποπτεύομαι
υποπτεύεται	=	υποπτεύομαι
υποπτεύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτεύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτεύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτεύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτεύομαι	verb	έχω υποψίες για κάποιον, θεωρώ κάποιον ύποπτο
υποπτεύονται	=	υποπτεύομαι
υποπτεύονταν	=	υποπτεύομαι
υποπτεύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποπτεύομαι
υποπτεύτηκα	=	υποπτεύομαι
υποπτεύτηκαν	=	υποπτεύομαι
υποπτεύτηκε	=	υποπτεύομαι
υποπτεύτηκες	=	υποπτεύομαι
υποπυραγέ	=	υποπυραγός
υποπυραγοί	=	υποπυραγός
υποπυραγού	=	υποπυραγός
υποπυραγούς	=	υποπυραγός
υποπυραγό	=	υποπυραγός
υποπυραγός	noun	κατώτερος αξιωματικός της πυροσβεστικής υπηρεσίας, με βαθμό που αντιστοιχεί στου υπολοχαγού στο στρατό
υποπυραγών	=	υποπυραγός
υποπυρομαχικά	=	υποπυρομαχικό
υποπυρομαχικού	=	υποπυρομαχικό
υποπυρομαχικό	noun	μέρος, εξάρτημα πυρομαχικού
υποπυρομαχικών	=	υποπυρομαχικό
υποπόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποπόδιο
υποπόδιο	noun	αντικείμενο γραφείου (λεωφορείου, τρένου...), για την ανάπαυση των ποδιών
υποπόδιου	noun	γενική ενικού του υποπόδιο
υποπόδιων	noun	γενική πληθυντικού του υποπόδιο
υπορουτίνα	noun	υποπρόγραμμα
υπορουτίνας	=	υπορουτίνα
υπορουτίνες	=	υπορουτίνα
υπορράμματα	=	υπόρραμμα
υπορράμματος	=	υπόρραμμα
υπορράπτω	verb|formal	φοδράρω
υπορραμμάτων	=	υπόρραμμα
υποσέλιδα	=	υποσέλιδος
υποσέλιδε	=	υποσέλιδος
υποσέλιδες	=	υποσέλιδος
υποσέλιδη	=	υποσέλιδος
υποσέλιδης	=	υποσέλιδος
υποσέλιδο	=	υποσέλιδος
υποσέλιδοι	=	υποσέλιδος
υποσέλιδος	adj	που βρίσκεται στο κάτω κάτω μέρος της σελίδας
υποσέλιδου	=	υποσέλιδος
υποσέλιδους	=	υποσέλιδος
υποσέλιδων	=	υποσέλιδος
υποσέντονα	=	υποσέντονο
υποσέντονο	noun	το κατωσέντονο
υποσέντονου	=	υποσέντονο
υποσέντονων	=	υποσέντονο
υποσήμαινα	=	υποσημαίνω
υποσήμαιναν	=	υποσημαίνω
υποσήμαινε	=	υποσημαίνω
υποσήμαινες	=	υποσημαίνω
υποσήμανα	=	υποσημαίνω
υποσήμαναν	=	υποσημαίνω
υποσήμανε	=	υποσημαίνω
υποσήμανες	=	υποσημαίνω
υποσήμανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποσημαίνω
υποσήμανσης	noun	γενική ενικού του υποσήμανση
υποσίτιζα	=	υποσιτίζω
υποσίτιζαν	=	υποσιτίζω
υποσίτιζε	=	υποσιτίζω
υποσίτιζες	=	υποσιτίζω
υποσίτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσίτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσίτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσίτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσίτιση	noun	σίτιση με λιγότερη τροφή από όση είναι αναγκαία
υποσίτισης	=	υποσίτιση
υποσαχάρια	=	υποσαχάριος
υποσαχάριας	=	υποσαχάριος
υποσαχάριε	=	υποσαχάριος
υποσαχάριες	=	υποσαχάριος
υποσαχάριο	=	υποσαχάριος
υποσαχάριοι	=	υποσαχάριος
υποσαχάριος	adj	που βρίσκεται νοτίως της Σαχάρας ή σχετίζεται με αυτούς τους τόπους
υποσαχάριου	=	υποσαχάριος
υποσαχάριους	=	υποσαχάριος
υποσαχάριων	=	υποσαχάριος
υποσελίδια	=	υποσελίδιος
υποσελίδιας	=	υποσελίδιος
υποσελίδιε	=	υποσελίδιος
υποσελίδιες	=	υποσελίδιος
υποσελίδιο	=	υποσελίδιος
υποσελίδιοι	=	υποσελίδιος
υποσελίδιος	adj	που βρίσκεται στο κάτω μέρος της σελίδας
υποσελίδιου	=	υποσελίδιος
υποσελίδιους	=	υποσελίδιος
υποσελίδιων	=	υποσελίδιος
υποσημάναμε	=	υποσημαίνω
υποσημάναν	=	υποσημαίνω
υποσημάνανε	=	υποσημαίνω
υποσημάνατε	=	υποσημαίνω
υποσημάνει	=	υποσημαίνω
υποσημάνετε	=	υποσημαίνω
υποσημάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσήμανση
υποσημάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποσήμανση
υποσημάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποσήμανση
υποσημαίναμε	=	υποσημαίνω
υποσημαίναν	=	υποσημαίνω
υποσημαίνανε	=	υποσημαίνω
υποσημαίνατε	=	υποσημαίνω
υποσημαίνει	=	υποσημαίνω
υποσημαίνεις	=	υποσημαίνω
υποσημαίνετε	=	υποσημαίνω
υποσημαίνοντας	=	υποσημαίνω
υποσημαίνουμε	=	υποσημαίνω
υποσημαίνουν	=	υποσημαίνω
υποσημαίνουνε	=	υποσημαίνω
υποσημαίνω	verb|formal	υποδηλώνω
υποσημείωνα	=	υποσημειώνω
υποσημείωναν	=	υποσημειώνω
υποσημείωνε	=	υποσημειώνω
υποσημείωνες	=	υποσημειώνω
υποσημείωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημείωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημείωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημείωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημείωση	noun	το συμπληρωματικό σύντομο κείμενο στο κάτω μέρος σελίδας που συμπληρώνει ή επεξηγεί το κυρίως κείμενο
υποσημείωσης	noun	γενική ενικού του υποσημείωση
υποσημειώναμε	=	υποσημειώνω
υποσημειώναν	=	υποσημειώνω
υποσημειώνανε	=	υποσημειώνω
υποσημειώνατε	=	υποσημειώνω
υποσημειώνει	=	υποσημειώνω
υποσημειώνεις	=	υποσημειώνω
υποσημειώνετε	=	υποσημειώνω
υποσημειώνομαι	=	υποσημειώνω
υποσημειώνοντας	=	υποσημειώνω
υποσημειώνουμε	=	υποσημειώνω
υποσημειώνουν	=	υποσημειώνω
υποσημειώνουνε	=	υποσημειώνω
υποσημειώνω	verb	γράφω ή κρατάω μια υποσημείωση
υποσημειώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώσαν	=	υποσημειώνω
υποσημειώσανε	=	υποσημειώνω
υποσημειώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσημείωση
υποσημειώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποσημείωση
υποσημειώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποσημείωση
υποσημειώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσημειώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσημειώνω
υποσιτίζαμε	=	υποσιτίζω
υποσιτίζαν	=	υποσιτίζω
υποσιτίζανε	=	υποσιτίζω
υποσιτίζατε	=	υποσιτίζω
υποσιτίζει	=	υποσιτίζω
υποσιτίζεις	=	υποσιτίζω
υποσιτίζεσαι	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίζεστε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίζεται	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίζετε	=	υποσιτίζω
υποσιτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίζονται	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίζονταν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίζοντας	=	υποσιτίζω
υποσιτίζου	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίζουμε	=	υποσιτίζω
υποσιτίζουν	=	υποσιτίζω
υποσιτίζουνε	=	υποσιτίζω
υποσιτίζω	verb|formal	χορηγώ σε κάποιον λιγότερη από την απαιτούμενη τροφή για τη σωστή διατροφή του
υποσιτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίσαν	=	υποσιτίζω
υποσιτίσανε	=	υποσιτίζω
υποσιτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσίτιση
υποσιτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίσεων	=	υποσίτιση
υποσιτίσου	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτίστηκα	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίστηκαν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίστηκε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίστηκες	=	υποσιτίζομαι
υποσιτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
υποσιτιζόμασταν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόμαστε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόμουν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόμουνα	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόντουσαν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόσασταν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόσαστε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόσουν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόσουνα	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζόταν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιζότανε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτισμέ	noun	κλητική ενικού του υποσιτισμός
υποσιτισμένή	=	υποσιτισμένος
υποσιτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσιτισμένο
υποσιτισμένε	verb	κλητική ενικού του υποσιτισμένος
υποσιτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσιτισμένη
υποσιτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποσιτισμένος
υποσιτισμένης	verb	γενική ενικού του υποσιτισμένη
υποσιτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποσιτισμένος
υποσιτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσιτισμένος
υποσιτισμένος	verb	που έχει υποσιτιστεί, που έχει στερηθεί την τροφή σε ικανοποιητική ποσότητα και ποιότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα
υποσιτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποσιτισμένος
υποσιτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποσιτισμένος
υποσιτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποσιτισμένος
υποσιτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσιτισμός
υποσιτισμού	noun	γενική ενικού του υποσιτισμός
υποσιτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποσιτισμός
υποσιτισμό	noun	αιτιατική ενικού του υποσιτισμός
υποσιτισμός	noun	η λήψη ελλιπούς, ελάχιστης τροφής, με αποτέλεσμα να μην τρέφεται καλά ο οργανισμός και να μην αναπτύσσεται ομαλά το σώμα
υποσιτισμών	noun	γενική πληθυντικού του υποσιτισμός
υποσιτιστήκαμε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιστήκαν	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιστήκανε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιστήκατε	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιστεί	=	υποσιτίζομαι
υποσιτιστείτε	=	υποσιτίζομαι
υποσκάβω	verb	άλλη μορφή του υποσκάπτω
υποσκάπταμε	=	υποσκάπτω
υποσκάπταν	=	υποσκάπτω
υποσκάπτανε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτατε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτει	=	υποσκάπτω
υποσκάπτεις	=	υποσκάπτω
υποσκάπτεσαι	=	υποσκάπτομαι
υποσκάπτεσθε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτεστε	=	υποσκάπτομαι
υποσκάπτεται	=	υποσκάπτομαι
υποσκάπτετε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάπτομε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτονται	=	υποσκάπτομαι
υποσκάπτονταν	=	υποσκάπτομαι
υποσκάπτοντας	=	υποσκάπτω
υποσκάπτου	=	υποσκάπτομαι
υποσκάπτουμε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτουν	=	υποσκάπτω
υποσκάπτουνε	=	υποσκάπτω
υποσκάπτω	verb|formal	υπονομεύω, κλονίζω, δυναμιτίζω, ναρκοθετώ
υποσκάφηκα	=	υποσκάπτω
υποσκάφηκαν	=	υποσκάπτω
υποσκάφηκε	=	υποσκάπτω
υποσκάφηκες	=	υποσκάπτω
υποσκάφθηκα	=	υποσκάπτω
υποσκάφθηκαν	=	υποσκάπτω
υποσκάφθηκε	=	υποσκάπτω
υποσκάφθηκες	=	υποσκάπτω
υποσκάφτηκα	=	υποσκάπτομαι
υποσκάφτηκαν	=	υποσκάπτομαι
υποσκάφτηκε	=	υποσκάπτομαι
υποσκάφτηκες	=	υποσκάπτομαι
υποσκάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψαν	=	υποσκάπτω
υποσκάψανε	=	υποσκάπτω
υποσκάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόσκαψη
υποσκάψεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόσκαψη
υποσκάψομε	=	υποσκάπτω
υποσκάψου	=	υποσκάπτομαι
υποσκάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψουνε	=	υποσκάπτω
υποσκάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκάπτω
υποσκέλιζα	=	υποσκελίζω
υποσκέλιζαν	=	υποσκελίζω
υποσκέλιζε	=	υποσκελίζω
υποσκέλιζες	=	υποσκελίζω
υποσκέλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκέλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκέλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκέλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκέλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποσκελίζω
υποσκέλισης	=	υποσκέλιση
υποσκίαζα	=	υποσκιάζω
υποσκίαζαν	=	υποσκιάζω
υποσκίαζε	=	υποσκιάζω
υποσκίαζες	=	υποσκιάζω
υποσκίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκίαση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποσκιάζω
υποσκίασης	=	υποσκίαση
υποσκίασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποσκιάζω
υποσκαμμένος	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόμασταν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόμαστε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόμουν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόμουνα	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόντουσαν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόσασταν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόσαστε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόσουν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόσουνα	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτόταν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαπτότανε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφές	=	υποσκαφή
υποσκαφή	noun|formal	το σκάψιμο κάτω από κάποια επιφάνεια καθώς και το σκαμμένο μέρος που δημιουργείται μ’ αυτή
υποσκαφήκαμε	=	υποσκάπτω
υποσκαφήκαν	=	υποσκάπτω
υποσκαφήκανε	=	υποσκάπτω
υποσκαφήκατε	=	υποσκάπτω
υποσκαφής	=	υποσκαφή
υποσκαφεί	=	υποσκάπτω
υποσκαφείς	=	υποσκάπτω
υποσκαφείτε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθήκαμε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθήκαν	=	υποσκάπτω
υποσκαφθήκανε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθήκατε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθεί	=	υποσκάπτω
υποσκαφθείς	=	υποσκάπτω
υποσκαφθείτε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθούμε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθούν	=	υποσκάπτω
υποσκαφθούνε	=	υποσκάπτω
υποσκαφθώ	=	υποσκάπτω
υποσκαφούμε	=	υποσκάπτω
υποσκαφούν	=	υποσκάπτω
υποσκαφούνε	=	υποσκάπτω
υποσκαφτήκαμε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφτήκαν	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφτήκανε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφτήκατε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφτεί	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφτείτε	=	υποσκάπτομαι
υποσκαφώ	=	υποσκάπτω
υποσκαφών	=	υποσκαφή
υποσκελίζαμε	=	υποσκελίζω
υποσκελίζαν	=	υποσκελίζω
υποσκελίζανε	=	υποσκελίζω
υποσκελίζατε	=	υποσκελίζω
υποσκελίζει	=	υποσκελίζω
υποσκελίζεις	=	υποσκελίζω
υποσκελίζετε	=	υποσκελίζω
υποσκελίζομαι	=	υποσκελίζω
υποσκελίζοντας	=	υποσκελίζω
υποσκελίζουμε	=	υποσκελίζω
υποσκελίζουν	=	υποσκελίζω
υποσκελίζουνε	=	υποσκελίζω
υποσκελίζω	verb	παίρνω τη θέση κάποιου με αθέμιτα μέσα
υποσκελίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίσαν	=	υποσκελίζω
υποσκελίσανε	=	υποσκελίζω
υποσκελίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσκέλιση
υποσκελίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίσεων	=	υποσκέλιση
υποσκελίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελισμέ	noun	κλητική ενικού του υποσκελισμός
υποσκελισμένα	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένε	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένες	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένη	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένης	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένο	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένοι	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποσκελίζω
υποσκελισμένου	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένους	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμένων	=	υποσκελισμένος
υποσκελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσκελισμός
υποσκελισμού	noun	γενική ενικού του υποσκελισμός
υποσκελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποσκελισμός
υποσκελισμό	noun	αιτιατική ενικού του υποσκελισμός
υποσκελισμός	noun	η ενέργεια του υποσκελίζω, το παραμέρισμα, ο παραγκωνισμός
υποσκελισμών	noun	γενική πληθυντικού του υποσκελισμός
υποσκιάζαμε	=	υποσκιάζω
υποσκιάζαν	=	υποσκιάζω
υποσκιάζανε	=	υποσκιάζω
υποσκιάζατε	=	υποσκιάζω
υποσκιάζει	=	υποσκιάζω
υποσκιάζεις	=	υποσκιάζω
υποσκιάζετε	=	υποσκιάζω
υποσκιάζοντας	=	υποσκιάζω
υποσκιάζουμε	=	υποσκιάζω
υποσκιάζουν	=	υποσκιάζω
υποσκιάζουνε	=	υποσκιάζω
υποσκιάζω	verb|figurative	ρίχνω σκιά πάνω σε κάτι, το σκοτεινιάζω ελαφρά, του μειώνω τη λάμψη ή την ένταση
υποσκιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάσαν	=	υποσκιάζω
υποσκιάσανε	=	υποσκιάζω
υποσκιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσκίαση
υποσκιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάσεων	=	υποσκίαση
υποσκιάσματα	=	υποσκίασμα
υποσκιάσματος	=	υποσκίασμα
υποσκιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποσκιάζω
υποσκιασμάτων	=	υποσκίασμα
υποσμία	noun	η μειωμένη ικανότητα όσφρησης
υποσμίας	noun	γενική ενικού του υποσμία
υποσμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσμία
υποσμηνία	=	υποσμηνίας
υποσμηνίας	noun	κατώτερος υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, κατώτερος του σμηνία και αντίστοιχος του δεκανέα στον στρατό ξηράς
υποσμηνίες	=	υποσμηνίας
υποσμηναγέ	noun	κλητική ενικού του υποσμηναγός
υποσμηναγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσμηναγός
υποσμηναγού	noun	γενική ενικού του υποσμηναγός
υποσμηναγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποσμηναγός
υποσμηναγό	noun	αιτιατική ενικού του υποσμηναγός
υποσμηναγός	noun	βαθμός αξιωματικού της πολεμικής αεροπορίας, ο αμέσως κατώτερος από αυτόν του σμηναγού
υποσμηναγών	noun	γενική πληθυντικού του υποσμηναγός
υποσμηνιών	=	υποσμηνίας
υποσμιών	noun	γενική πληθυντικού του υποσμία
υποσπαδία	=	υποσπαδίας
υποσπαδίας	noun	ανώμαλη διαμόρφωση του πέους κατά την οποία το άνοιγμα της ουρήθρας βρίσκεται στη κάτω πλευρά του πέους
υποσπαδίαση	noun	ανώμαλη διαμόρφωση του πέους κατά την οποία το άνοιγμα της ουρήθρας βρίσκεται στη κάτω πλευρά του πέους
υποσπαδίασης	=	υποσπαδίαση
υποσπαδίες	=	υποσπαδίας
υποσπαδιάσεις	=	υποσπαδίαση
υποσπαδιάσεων	=	υποσπαδίαση
υποσπαδιών	=	υποσπαδίας
υποστάθμη	noun	(στην αρχαία σημασία κατακάθι, ίζημα, όπως σε λάδι ή σε κρασί
υποστάθμης	=	υποστάθμη
υποστάσεις	=	υπόσταση
υποστάσεων	=	υπόσταση
υποστάτες	=	υποστάτης
υποστάτη	=	υποστάτης
υποστάτης	noun|archaic	υποστήριγμα
υποστέγασμα	noun|archaic	άλλη μορφή του υπόστεγο
υποστέλλαμε	=	υποστέλλω
υποστέλλαν	=	υποστέλλω
υποστέλλανε	=	υποστέλλω
υποστέλλατε	=	υποστέλλω
υποστέλλει	=	υποστέλλω
υποστέλλεις	=	υποστέλλω
υποστέλλετε	=	υποστέλλω
υποστέλλοντας	=	υποστέλλω
υποστέλλουμε	=	υποστέλλω
υποστέλλουν	=	υποστέλλω
υποστέλλουνε	=	υποστέλλω
υποστέλλω	verb|formal	κατεβάζω
υποστήριγμα	noun	αυτό που στηρίζει κάτι από κάτω
υποστήριζα	=	υποστηρίζω
υποστήριζαν	=	υποστηρίζω
υποστήριζε	=	υποστηρίζω
υποστήριζες	=	υποστηρίζω
υποστήριξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστήριξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστήριξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστήριξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστήριξη	noun	η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ρήματος υποστηρίζω
υποστήριξης	noun	γενική ενικού του υποστήριξη
υποσταθμέ	noun	κλητική ενικού του υποσταθμός
υποσταθμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσταθμός
υποσταθμού	noun	γενική ενικού του υποσταθμός
υποσταθμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποσταθμός
υποσταθμό	noun	αιτιατική ενικού του υποσταθμός
υποσταθμός	noun	εξαρτώμενο παράρτημα ενός πιο σημαντικού σταθμού
υποσταθμών	noun	γενική πληθυντικού του υποσταθμός
υποστασιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποστασιακός	adv	με υποστασιακό τρόπο, όσον αφορά την υπόσταση
υποστασιακέ	adj	κλητική ενικού του υποστασιακός
υποστασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστασιακή
υποστασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποστασιακός
υποστασιακής	adj	γενική ενικού του υποστασιακή
υποστασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστασιακός
υποστασιακού	adj	γενική ενικού του υποστασιακός
υποστασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποστασιακός
υποστασιακό	adj	αιτιατική ενικού του υποστασιακός
υποστασιακός	adj	που έχει σχέση με την υπόσταση ή αναφέρεται σʼ αυτή
υποστασιακών	adj	γενική πληθυντικού του υποστασιακός
υποστασιοποίηση	noun	η ενσάρκωση μιας ιδέας ή κάτι άυλου σε μια μορφή ή υπόσταση υλική, χειροπιαστή, αισθητή (δηλαδή αντιληπτή από τις αισθήσεις)
υποστασιοποίησης	=	υποστασιοποίηση
υποστασιοποιήσεις	=	υποστασιοποίηση
υποστασιοποιήσεων	=	υποστασιοποίηση
υποστασιοποιώ	verb	δίνω σάρκα και οστά σε κάτι άυλο
υποστατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστατό
υποστατέ	adj	κλητική ενικού του υποστατός
υποστατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστατή
υποστατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποστατός
υποστατής	adj	γενική ενικού του υποστατή
υποστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστατικό
υποστατικέ	adj	κλητική ενικού του υποστατικός
υποστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστατική
υποστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποστατικός
υποστατικής	adj	γενική ενικού του υποστατική
υποστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστατικός
υποστατικού	adj	γενική ενικού του υποστατικός
υποστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποστατικός
υποστατικό	noun	το αγρόκτημα μαζί με το σπίτι του ιδιοκτήτη και τις άλλες εγκαταστάσεις	adj	αιτιατική ενικού του υποστατικός
υποστατικός	adj	σχετικός με την υπόσταση
υποστατικών	adj	γενική πληθυντικού του υποστατικός
υποστατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστατός
υποστατού	adj	γενική ενικού του υποστατός
υποστατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποστατός
υποστατό	adj	αιτιατική ενικού του υποστατός
υποστατός	adj	που έχει υπόσταση, που υπάρχει (& νομικός όρος)
υποστατών	adj	γενική πληθυντικού του υποστατός
υποστεί	=	υφίσταμαι
υποστείλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλαν	=	υποστέλλω
υποστείλανε	=	υποστέλλω
υποστείλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστείλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστέλλω
υποστελέχωση	noun	η ελλιπής στελέχωση
υποστελέχωσης	noun	γενική ενικού του υποστελέχωση
υποστελεχώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστελέχωση
υποστελεχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποστελέχωση
υποστελεχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποστελέχωση
υποστηρίγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστήριγμα
υποστηρίγματος	noun	γενική ενικού του υποστήριγμα
υποστηρίζαμε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζαν	=	υποστηρίζω
υποστηρίζανε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζατε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του υποστηρίζω
υποστηρίζεις	=	υποστηρίζω
υποστηρίζεσαι	=	υποστηρίζω
υποστηρίζεστε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζεται	=	υποστηρίζω
υποστηρίζετε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίζομε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζονται	=	υποστηρίζω
υποστηρίζονταν	=	υποστηρίζω
υποστηρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίζου	=	υποστηρίζω
υποστηρίζουμε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζουν	=	υποστηρίζω
υποστηρίζουνε	=	υποστηρίζω
υποστηρίζω	verb	υποστυλώνω
υποστηρίκτρια	noun	θηλυκό του υποστηρικτής
υποστηρίκτριας	noun	γενική ενικού του υποστηρίκτρια
υποστηρίκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστηρίκτρια
υποστηρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίξαν	=	υποστηρίζω
υποστηρίξανε	=	υποστηρίζω
υποστηρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστήριξη
υποστηρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίξεων	noun	γενική πληθυντικού του υποστήριξη
υποστηρίξεως	noun|formal	γενική ενικού του υποστήριξη
υποστηρίξομε	=	υποστηρίζω
υποστηρίξου	=	υποστηρίζω
υποστηρίξουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου αορίστου του υποστηρίζω
υποστηρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίξουνε	=	υποστηρίζω
υποστηρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστηρίζω
υποστηρίχθηκα	=	υποστηρίζω
υποστηρίχθηκαν	=	υποστηρίζω
υποστηρίχθηκε	=	υποστηρίζω
υποστηρίχθηκες	=	υποστηρίζω
υποστηρίχτηκα	=	υποστηρίζω
υποστηρίχτηκαν	=	υποστηρίζω
υποστηρίχτηκε	=	υποστηρίζω
υποστηρίχτηκες	=	υποστηρίζω
υποστηρίχτρια	noun	θηλυκό του υποστηριχτής
υποστηρίχτριας	noun	γενική ενικού του υποστηρίχτρια
υποστηρίχτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστηρίχτρια
υποστηριγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υποστήριγμα
υποστηριγμένος	=	υποστηρίζω
υποστηριζόμασταν	=	υποστηρίζω
υποστηριζόμαστε	=	υποστηρίζω
υποστηριζόμενος	=	υποστηρίζω
υποστηριζόμουν	=	υποστηρίζω
υποστηριζόμουνα	=	υποστηρίζω
υποστηριζόντουσαν	=	υποστηρίζω
υποστηριζόσασταν	=	υποστηρίζω
υποστηριζόσαστε	=	υποστηρίζω
υποστηριζόσουν	=	υποστηρίζω
υποστηριζόσουνα	=	υποστηρίζω
υποστηριζόταν	=	υποστηρίζω
υποστηριζότανε	=	υποστηρίζω
υποστηρικτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστηρικτής
υποστηρικτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποστηρικτής
υποστηρικτής	noun	ο άνθρωπος ο οποίος (υπο)στηρίζει μία κοινωνική ομάδα ή έναν συναθρωπό του ή μια ιδέα με οποιοδήποτε μέσο
υποστηρικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποστηρικτικός	adv	με υποστηρικτικό τρόπο, υποστηρίζοντας
υποστηρικτικέ	adj	κλητική ενικού του υποστηρικτικός
υποστηρικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστηρικτική
υποστηρικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποστηρικτικός
υποστηρικτικής	adj	γενική ενικού του υποστηρικτική
υποστηρικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστηρικτικός
υποστηρικτικού	adj	γενική ενικού του υποστηρικτικός
υποστηρικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποστηρικτικός
υποστηρικτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποστηρικτικός
υποστηρικτικός	adj	που υποστηρίζει
υποστηρικτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποστηρικτικός
υποστηρικτριών	noun	γενική πληθυντικού του υποστηρίκτρια
υποστηρικτών	noun	γενική πληθυντικού του υποστηρικτής
υποστηριξμένος	=	υποστηρίζω
υποστηριχθήκαμε	=	υποστηρίζω
υποστηριχθήκαν	=	υποστηρίζω
υποστηριχθήκανε	=	υποστηρίζω
υποστηριχθήκατε	=	υποστηρίζω
υποστηριχθεί	=	υποστηρίζω
υποστηριχθείς	=	υποστηρίζω
υποστηριχθείτε	=	υποστηρίζω
υποστηριχθούμε	=	υποστηρίζω
υποστηριχθούν	=	υποστηρίζω
υποστηριχθούνε	=	υποστηρίζω
υποστηριχθώ	=	υποστηρίζω
υποστηριχτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστηριχτής
υποστηριχτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υποστηριχτής
υποστηριχτήκαμε	=	υποστηρίζω
υποστηριχτήκαν	=	υποστηρίζω
υποστηριχτήκανε	=	υποστηρίζω
υποστηριχτήκατε	=	υποστηρίζω
υποστηριχτής	noun|vulgar	άλλη μορφή του υποστηρικτής
υποστηριχτεί	=	υποστηρίζω
υποστηριχτείτε	=	υποστηρίζω
υποστηριχτριών	noun	γενική πληθυντικού του υποστηρίχτρια
υποστηριχτών	noun	γενική πληθυντικού του υποστηριχτής
υποστιγμές	=	υποστιγμή
υποστιγμή	noun	το κόμμα
υποστιγμής	=	υποστιγμή
υποστιγμών	=	υποστιγμή
υποστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστολή
υποστολή	noun|archaic	η μείωση, η ελάττωση
υποστολής	=	υποστολή
υποστολών	=	υποστολή
υποστούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού υποτακτικής ενεστώτα του υφίσταμαι
υποστράτηγε	noun	κλητική ενικού του υποστράτηγος
υποστράτηγο	noun	αιτιατική ενικού του υποστράτηγος
υποστράτηγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστράτηγος
υποστράτηγος	noun	ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του ταξίαρχου και κατώτερο του αντιστράτηγου
υποστράτηγου	noun	γενική ενικού του υποστράτηγος
υποστράτηγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποστράτηγος
υποστράτηγων	noun	γενική πληθυντικού του υποστράτηγος
υποστρέφω	verb|formal	στρέφω προς τα πίσω ή επιστρέφω στην προηγούμενη κατεύθυνση, πισωγυρίζω
υποστρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστρέφω
υποστρατήγου	noun	γενική ενικού του υποστράτηγος
υποστρατήγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποστράτηγος
υποστρατήγων	noun	γενική πληθυντικού του υποστράτηγος
υποστρατηγικά	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικέ	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικές	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγική	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υποστρατηγική) του υποστρατηγικός
υποστρατηγικοί	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικού	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικούς	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικό	=	υποστρατηγικός
υποστρατηγικός	adj	στρατιωτικός όρος που αφορά εξοπλισμό στρατηγικού πυρηνικού πολέμου, αλλά χαμηλότερου επιπέδου (όπως π.χ. μικρότερης εμβέλειας)
υποστρατηγικών	=	υποστρατηγικός
υποστροφές	=	υποστροφή
υποστροφή	noun	η τάση ενός αυτοκινήτου να στρίβει λιγότερο απ’ όσο του υποδεικνύουμε με την κίνηση του τιμονιού
υποστροφής	=	υποστροφή
υποστροφών	=	υποστροφή
υποστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπόστρωμα
υποστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόστρωμα
υποστρώματος	noun	γενική ενικού του υπόστρωμα
υποστυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του υποστύλωμα
υποστυλωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστυλωματικό
υποστυλωματικέ	adj	κλητική ενικού του υποστυλωματικός
υποστυλωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστυλωματική
υποστυλωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποστυλωματικός
υποστυλωματικής	adj	γενική ενικού του υποστυλωματική
υποστυλωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστυλωματικός
υποστυλωματικού	adj	γενική ενικού του υποστυλωματικός
υποστυλωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποστυλωματικός
υποστυλωματικό	adj	αιτιατική ενικού του υποστυλωματικός
υποστυλωματικός	adj	που έχει σχέση με υποστύλωμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
υποστυλωματικών	adj	γενική πληθυντικού του υποστυλωματικός
υποστυλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποστυλωτικός	adv	με υποστυλώσεις ή με υποστυλώματα
υποστυλωτικέ	adj	κλητική ενικού του υποστυλωτικός
υποστυλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστυλωτική
υποστυλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποστυλωτικός
υποστυλωτικής	adj	γενική ενικού του υποστυλωτική
υποστυλωτικη	=	υποστυλωτικός
υποστυλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποστυλωτικός
υποστυλωτικού	adj	γενική ενικού του υποστυλωτικός
υποστυλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποστυλωτικός
υποστυλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποστυλωτικός
υποστυλωτικός	adj	που έχει σχέση με την υποστύλωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
υποστυλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποστυλωτικός
υποστυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστύλωμα
υποστυλώματος	noun	γενική ενικού του υποστύλωμα
υποστυλώναμε	=	υποστυλώνω
υποστυλώναν	=	υποστυλώνω
υποστυλώνανε	=	υποστυλώνω
υποστυλώνατε	=	υποστυλώνω
υποστυλώνει	=	υποστυλώνω
υποστυλώνεις	=	υποστυλώνω
υποστυλώνετε	=	υποστυλώνω
υποστυλώνοντας	=	υποστυλώνω
υποστυλώνουμε	=	υποστυλώνω
υποστυλώνουν	=	υποστυλώνω
υποστυλώνουνε	=	υποστυλώνω
υποστυλώνω	verb	στηρίζω κάτι (πρόχειρα, προσωρινά ή μόνιμα) με υποστυλώματα
υποστυλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώσαν	=	υποστυλώνω
υποστυλώσανε	=	υποστυλώνω
υποστυλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποστύλωση
υποστυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποστύλωση
υποστυλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποστύλωση
υποστυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστύλωμα	noun	το κύριο κατακόρυφο δομικό στοιχείο μιας κατασκευής που φέρει τα κατακόρυφα φορτία
υποστύλωνα	=	υποστυλώνω
υποστύλωναν	=	υποστυλώνω
υποστύλωνε	=	υποστυλώνω
υποστύλωνες	=	υποστυλώνω
υποστύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστύλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποστυλώνω
υποστύλωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού υποστυλώνω
υποστύλωσης	noun	γενική ενικού του υποστύλωση
υποστώ	=	υφίσταμαι
υποσυνείδητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποσυνείδητος	adv	με υποσυνείδητο τρόπο
υποσυνείδητε	adj	κλητική ενικού του υποσυνείδητος
υποσυνείδητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσυνείδητη
υποσυνείδητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποσυνείδητος
υποσυνείδητης	adj	γενική ενικού του υποσυνείδητη
υποσυνείδητο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υποσυνείδητος	noun	αντιλήψεις, επιθυμίες και ψυχικές καταστάσεις που υπάρχουν σε λανθάνουσα κατάσταση σε κάποιον, που δεν τις αντιλαμβάνεται συνειδητά
υποσυνείδητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσυνείδητος
υποσυνείδητος	adj	που συμβαίνει στο υποσυνείδητο ή προέρχεται απ’ αυτό
υποσυνείδητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποσυνείδητος
υποσυνείδητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποσυνείδητος
υποσυνείδητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποσυνείδητος
υποσυνειδήτου	=	υποσυνείδητο
υποσυνειδήτων	=	υποσυνείδητο
υποσυνειδήτως	adv|formal	υποσυνείδητα
υποσυνομοταξία	noun	ταξινομικός βαθμός στη βιολογική ταξινομία, που βρίσκεται κάτω από τη συνομοταξία (φύλο) και πάνω από την ομοταξία (κλάση), και χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει μεγάλες ομάδες οργανισμών που ανήκουν στην ίδια συνομοταξία, αλλά παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές που δικαιολογούν έναν επιπλέον διαχωρισμό σε μικρότερες κατηγορίες
υποσυνομοταξίας	=	υποσυνομοταξία
υποσυνομοταξίες	=	υποσυνομοταξία
υποσυνομοταξιών	=	υποσυνομοταξία
υποσυνόλου	noun	γενική ενικού του υποσύνολο
υποσυνόλων	noun	γενική πληθυντικού του υποσύνολο
υποσυστήματα	=	υποσύστημα
υποσυστήματος	=	υποσύστημα
υποσυστημάτων	=	υποσύστημα
υποσχέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχέθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσχεση
υποσχέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόσχεση
υποσχέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόσχεση
υποσχέσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθήκαν	=	υπόσχομαι
υποσχεθήκανε	=	υπόσχομαι
υποσχεθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεθούνε	=	υπόσχομαι
υποσχεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπόσχομαι
υποσχεμένος	=	υπόσχομαι
υποσχεσιολογία	noun	συνεχής παροχή υποσχέσεων, συχνά χωρίς αντίκρισμα ή πράξεις
υποσχεσιολογίας	=	υποσχεσιολογία
υποσχεσιολογίες	=	υποσχεσιολογία
υποσχεσιολογιών	=	υποσχεσιολογία
υποσχετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσχετικό
υποσχετικέ	adj	κλητική ενικού του υποσχετικός
υποσχετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσχετική
υποσχετική	noun	χρεόγραφο που βεβαιώνει ότι όσα χρωστιούνται θα πληρωθούν με κάποιο νόμισμα, όταν αυτό καταστεί δυνατόν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποσχετικός
υποσχετικής	adj	γενική ενικού του υποσχετική
υποσχετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσχετικός
υποσχετικού	adj	γενική ενικού του υποσχετικός
υποσχετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποσχετικός
υποσχετικό	adj	αιτιατική ενικού του υποσχετικός	noun	έγγραφο με το οποίο δίνεται συγκεκριμένη υπόσχεση
υποσχετικός	adj	σχετικός με κάποια υπόσχεση
υποσχετικών	adj	γενική πληθυντικού του υποσχετικός
υποσχόμασταν	=	υπόσχομαι
υποσχόμαστε	=	υπόσχομαι
υποσχόμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσχόμενο
υποσχόμενε	adj	κλητική ενικού του υποσχόμενος
υποσχόμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσχόμενη
υποσχόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποσχόμενος
υποσχόμενης	adj	γενική ενικού του υποσχόμενη
υποσχόμενο	adj	αιτιατική ενικού του υποσχόμενος
υποσχόμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποσχόμενος
υποσχόμενος	verb	που υπόσχεται
υποσχόμενου	verb	γενική ενικού του υποσχόμενος
υποσχόμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποσχόμενος
υποσχόμενων	adj	γενική πληθυντικού του υποσχόμενος
υποσχόμουν	=	υπόσχομαι
υποσχόμουνα	=	υπόσχομαι
υποσχόντουσαν	=	υπόσχομαι
υποσχόσασταν	=	υπόσχομαι
υποσχόσαστε	=	υπόσχομαι
υποσχόσουν	=	υπόσχομαι
υποσχόσουνα	=	υπόσχομαι
υποσχόταν	=	υπόσχομαι
υποσχότανε	=	υπόσχομαι
υποσύνολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποσύνολο
υποσύνολο	noun	σύνολο που αποτελείται από στοιχεία ενός ορισμένου συνόλου
υποσύνολου	=	υποσύνολο
υποσύστημα	noun	η υποδιαίρεση ενός συστήματος, επιμέρους σύστημα το οποίο μαζί με άλλα υποσυστήματα, αποτελούν ένα ευρύτερο σύστημα
υποτάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξαν	=	υποτάσσω
υποτάξανε	=	υποτάσσω
υποτάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόταξη
υποτάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξεων	noun	γενική πληθυντικού του υπόταξη
υποτάξεως	noun|formal	γενική ενικού του υπόταξη
υποτάξη	noun	υποδιαίρεση ταξινομικής βαθμίδας, κατώτερη από την τάξη και ανώτερη από την οικογένεια
υποτάξης	=	υποτάξη
υποτάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποτάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υποτάσεις	=	υπόταση
υποτάσεων	=	υπόταση
υποτάσσαμε	=	υποτάσσω
υποτάσσαν	=	υποτάσσω
υποτάσσανε	=	υποτάσσω
υποτάσσατε	=	υποτάσσω
υποτάσσει	=	υποτάσσω
υποτάσσεις	=	υποτάσσω
υποτάσσεσαι	=	υποτάσσω
υποτάσσεστε	=	υποτάσσω
υποτάσσεται	=	υποτάσσω
υποτάσσετε	=	υποτάσσω
υποτάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποτάσσω
υποτάσσονται	=	υποτάσσω
υποτάσσονταν	=	υποτάσσω
υποτάσσοντας	=	υποτάσσω
υποτάσσουμε	=	υποτάσσω
υποτάσσουν	=	υποτάσσω
υποτάσσουνε	=	υποτάσσω
υποτάσσω	verb	εξαναγκάζω κάποιον να εξαρτιέται από τις διαταγές μου
υποτάχθηκα	=	υποτάσσω
υποτάχθηκαν	=	υποτάσσω
υποτάχθηκε	=	υποτάσσω
υποτάχθηκες	=	υποτάσσω
υποτάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποτάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποτάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποτάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποτέθηκα	=	υποθέτω
υποτέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτέλεια	noun	το να είναι κάποιος υπό την εξουσία άλλου (για χώρα που δεν έχει πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα κτλ.)
υποτέλειας	noun	γενική ενικού του υποτέλεια
υποτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτέλεια
υποτίθεμαι	=	υποθέτω
υποτίθεται	verb	για κάτι που θεωρείται πιθανό, αληθινό ή δεδομένο, χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα
υποτίμει	=	υποτιμώ
υποτίμημα	noun	το ποσό μείωσης της αξίας ενός αγαθού σε σχέση με προηγούμενη εκτίμηση ή τιμή
υποτίμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτίμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτίμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτίμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτίμηση	noun	ο (επίσημος) καθορισμός μικρότερης αξίας για κάποιο νόμισμα, η μείωση της αξίας του
υποτίμησης	noun	γενική ενικού του υποτίμηση
υποτίτλιζα	=	υποτιτλίζω
υποτίτλιζαν	=	υποτιτλίζω
υποτίτλιζε	=	υποτιτλίζω
υποτίτλιζες	=	υποτιτλίζω
υποτίτλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτίτλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτίτλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτίτλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτίτλου	noun	γενική ενικού του υπότιτλος
υποτίτλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπότιτλος
υποτίτλων	noun	γενική πληθυντικού του υπότιτλος
υποταγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποταγή
υποταγή	noun	το αποτέλεσμα της ενέργειας του υποτάσσω
υποταγής	=	υποταγή
υποταγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποταγμένο	adv	με υποτακτικό τρόπο, μοιρολατρικά, χωρίς διάθεση για αντίσταση
υποταγμένε	adj	κλητική ενικού του υποταγμένος
υποταγμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποταγμένη
υποταγμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποταγμένος
υποταγμένης	adj	γενική ενικού του υποταγμένη
υποταγμένο	adj	αιτιατική ενικού του υποταγμένος
υποταγμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποταγμένος
υποταγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποτάσσω
υποταγμένου	verb	γενική ενικού του υποταγμένος
υποταγμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποταγμένος
υποταγμένων	adj	γενική πληθυντικού του υποταγμένος
υποταγματάρχες	=	υποταγματάρχης
υποταγματάρχη	=	υποταγματάρχης
υποταγματάρχης	noun|dated	ιστορικός βαθμός αξιωματικού του ελληνικού στρατού ξηράς ανώτερος αυτού του επιλοχαγού και κατώτερος εκείνου του ταγματάρχη.
υποταγματαρχών	=	υποταγματάρχης
υποταγών	=	υποταγή
υποτακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτακτικό
υποτακτικέ	adj	κλητική ενικού του υποτακτικός
υποτακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτακτική
υποτακτική	noun	ρηματική έγκλιση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτακτικός
υποτακτικής	noun	γενική ενικού του υποτακτική
υποτακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτακτικός
υποτακτικοτήτων	=	υποτακτικότητα
υποτακτικού	adj	γενική ενικού του υποτακτικός
υποτακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποτακτικός
υποτακτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποτακτικός
υποτακτικός	adj	που έχει υποταχτεί	noun	στην μοναχική γλώσσα, ο ακόλουθος, το πνευματικοπαίδι ενός σε μεγαλύτερη ηλικία και εμπειρία μοναχού
υποτακτικότητα	noun	η ιδιότητα του υποτακτικού, το να είναι κάποιος υποτακτικός και να έχει τέτοια νοοτροπία
υποτακτικότητας	=	υποτακτικότητα
υποτακτικότητες	=	υποτακτικότητα
υποτακτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποτακτικός
υποταμείο	noun|rare	ταμείο, μικρής πόλης, κατώτερης βαθμίδας και συνήθως δημοσίου χαρακτήρα
υποτασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτασικό
υποτασικέ	adj	κλητική ενικού του υποτασικός
υποτασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτασική
υποτασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτασικός
υποτασικής	adj	γενική ενικού του υποτασική
υποτασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτασικός
υποτασικού	adj	γενική ενικού του υποτασικός
υποτασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποτασικός
υποτασικό	adj	αιτιατική ενικού του υποτασικός
υποτασικός	adj	σχετικός με την υπόταση
υποτασικών	adj	γενική πληθυντικού του υποτασικός
υποτασσόμασταν	=	υποτάσσω
υποτασσόμαστε	=	υποτάσσω
υποτασσόμενος	=	υποτάσσω
υποτασσόμουν	=	υποτάσσω
υποτασσόμουνα	=	υποτάσσω
υποτασσόντουσαν	=	υποτάσσω
υποτασσόσασταν	=	υποτάσσω
υποτασσόσαστε	=	υποτάσσω
υποτασσόσουν	=	υποτάσσω
υποτασσόσουνα	=	υποτάσσω
υποτασσόταν	=	υποτάσσω
υποτασσότανε	=	υποτάσσω
υποταχθήκαμε	=	υποτάσσω
υποταχθήκαν	=	υποτάσσω
υποταχθήκανε	=	υποτάσσω
υποταχθήκατε	=	υποτάσσω
υποταχθεί	=	υποτάσσω
υποταχθείτε	=	υποτάσσω
υποταχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποταχτικό
υποταχτικέ	adj	κλητική ενικού του υποταχτικός
υποταχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποταχτική
υποταχτική	noun	άλλη μορφή του υποτακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποταχτικός
υποταχτικής	adj	γενική ενικού του υποταχτική
υποταχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποταχτικός
υποταχτικού	adj	γενική ενικού του υποταχτικός
υποταχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποταχτικός
υποταχτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποταχτικός
υποταχτικός	adj	άλλη μορφή του υποτακτικός
υποταχτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποταχτικός
υποταχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποταχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσομαι
υποτείνουσα	noun	η μεγαλύτερη πλευρά ενός ορθογωνίου τριγώνου, αυτή που βρίσκεται απέναντι από την ορθή γωνία του
υποτείνουσας	noun	γενική ενικού του υποτείνουσα
υποτείνουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτείνουσα
υποτεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτεθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτεθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτεθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτεθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτίθεται
υποτεινουσών	noun	γενική πληθυντικού του υποτείνουσα
υποτεινούσης	=	υποτείνουσα
υποτελές	=	υποτελής
υποτελή	=	υποτελής
υποτελής	adj	που δεν είναι πλήρως ανεξάρτητος αλλά υπόκειται στην εξουσία άλλου ισχυρότερου ηγεμόνα, έχοντας την υποχρέωση καταβολής φόρου ή/και στρατιωτικών υπηρεσιών	noun	ο άρχοντας που είναι εξαρτημένος από μια ισχυρότερη από αυτόν εξουσία
υποτελείς	=	υποτελής
υποτελειών	noun	γενική πληθυντικού του υποτέλεια
υποτελούς	=	υποτελής
υποτελωνεία	=	υποτελωνείο
υποτελωνείο	noun	τελωνείο της δεύτερης (Β΄) τάξης, που βρισκόταν συνήθως σε μικρό λιμένα, εξαρτώμενο από τελωνείο Α΄ τάξης
υποτελωνείου	=	υποτελωνείο
υποτελωνείων	=	υποτελωνείο
υποτελωνών	=	υποτελώνης
υποτελών	=	υποτελής
υποτελώνες	=	υποτελώνης
υποτελώνη	=	υποτελώνης
υποτελώνης	noun	υποδιευθυντής ενός τελωνείου
υποτιθέμενα	=	υποτιθέμενος
υποτιθέμενε	adj	κλητική ενικού του υποτιθέμενος
υποτιθέμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτιθέμενη
υποτιθέμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτιθέμενος
υποτιθέμενης	adj	γενική ενικού του υποτιθέμενη
υποτιθέμενο	adj	αιτιατική ενικού του υποτιθέμενος
υποτιθέμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτιθέμενος
υποτιθέμενος	verb	που υποτίθεται ότι…, που μπορεί να τον υποθέσει κάποιος
υποτιθέμενου	verb	γενική ενικού του υποτιθέμενος
υποτιθέμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποτιθέμενος
υποτιθέμενων	adj	γενική πληθυντικού του υποτιθέμενος
υποτιμάσαι	=	υποτιμώμαι
υποτιμάσθε	=	υποτιμώμαι
υποτιμάστε	=	υποτιμώμαι
υποτιμάται	=	υποτιμώμαι
υποτιμήθηκα	=	υποτιμώμαι
υποτιμήθηκαν	=	υποτιμώμαι
υποτιμήθηκε	=	υποτιμώμαι
υποτιμήθηκες	=	υποτιμώμαι
υποτιμήματα	=	υποτίμημα
υποτιμήματος	=	υποτίμημα
υποτιμήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήσαν	=	υποτιμώ
υποτιμήσανε	=	υποτιμώ
υποτιμήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτίμηση
υποτιμήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποτίμηση
υποτιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποτίμηση
υποτιμήσου	=	υποτιμώμαι
υποτιμήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιμώ
υποτιμεί	=	υποτιμώ
υποτιμείς	=	υποτιμώ
υποτιμείτε	=	υποτιμώ
υποτιμηθήκαμε	=	υποτιμώμαι
υποτιμηθήκαν	=	υποτιμώμαι
υποτιμηθήκανε	=	υποτιμώμαι
υποτιμηθήκατε	=	υποτιμώμαι
υποτιμηθεί	=	υποτιμώμαι
υποτιμηθείτε	=	υποτιμώμαι
υποτιμημάτων	=	υποτίμημα
υποτιμημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτιμημένο
υποτιμημένε	verb	κλητική ενικού του υποτιμημένος
υποτιμημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτιμημένη
υποτιμημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτιμημένος
υποτιμημένης	verb	γενική ενικού του υποτιμημένη
υποτιμημένο	verb	αιτιατική ενικού του υποτιμημένος
υποτιμημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτιμημένος
υποτιμημένος	verb	που έχει υποτιμηθεί, που τον έχουν υποτιμήσει
υποτιμημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποτιμημένος
υποτιμημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποτιμημένος
υποτιμημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποτιμημένος
υποτιμητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτιμητικό
υποτιμητικέ	adj	κλητική ενικού του υποτιμητικός
υποτιμητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτιμητική
υποτιμητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτιμητικός
υποτιμητικής	adj	γενική ενικού του υποτιμητική
υποτιμητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτιμητικός
υποτιμητικού	adj	γενική ενικού του υποτιμητικός
υποτιμητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποτιμητικός
υποτιμητικό	adj	αιτιατική ενικού του υποτιμητικός
υποτιμητικός	adj	που υποτιμά, που εκφράζεται με υποτίμηση ή περιφρόνηση για κάποιον ή κάτι
υποτιμητικών	adj	γενική πληθυντικού του υποτιμητικός
υποτιμολογήσεις	=	υποτιμολόγηση
υποτιμολογήσεων	=	υποτιμολόγηση
υποτιμολόγηση	noun	τιμολόγηση με ποσό μικρότερο από την πραγματική αξία του αγαθού ή της παροχής υπηρεσίας
υποτιμολόγησης	=	υποτιμολόγηση
υποτιμούμε	=	υποτιμώ
υποτιμούν	=	υποτιμώ
υποτιμούνε	=	υποτιμώ
υποτιμούσα	=	υποτιμώ
υποτιμούσαμε	=	υποτιμώ
υποτιμούσαν	=	υποτιμώ
υποτιμούσανε	=	υποτιμώ
υποτιμούσατε	=	υποτιμώ
υποτιμούσε	=	υποτιμώ
υποτιμούσες	=	υποτιμώ
υποτιμόμασταν	=	υποτιμώμαι
υποτιμόμαστε	=	υποτιμώμαι
υποτιμόμουν	=	υποτιμώμαι
υποτιμόνταν	=	υποτιμώμαι
υποτιμόντουσαν	=	υποτιμώμαι
υποτιμόσασταν	=	υποτιμώμαι
υποτιμόσουν	=	υποτιμώμαι
υποτιμόταν	=	υποτιμώμαι
υποτιμώ	verb	αποδίδω σε κάποιον ή κάτι αξία μικρότερη από αυτήν που πραγματικά έχει
υποτιμώμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποτιμώ
υποτιμώμεθα	=	υποτιμώμαι
υποτιμώνται	=	υποτιμώμαι
υποτιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποτιμάω / υποτιμώ
υποτιτλίζαμε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζαν	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζανε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζατε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζει	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζεις	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζετε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζοντας	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζουμε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζουν	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζουνε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίζω	verb	βάζω υπότιτλους κάπου (π.χ. σε βιβλίο, ταινία, σειρά)
υποτιτλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσαν	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίσανε	=	υποτιτλίζω
υποτιτλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτιτλίζω
υποτιτλισμέ	noun	κλητική ενικού του υποτιτλισμός
υποτιτλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτιτλισμός
υποτιτλισμού	noun	γενική ενικού του υποτιτλισμός
υποτιτλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποτιτλισμός
υποτιτλισμό	noun	αιτιατική ενικού του υποτιτλισμός
υποτιτλισμός	noun	η πράξη με την οποία μπαίνουν υπότιτλοι σε ένα κινηματογραφικό έργο ή τηλεοπτική σειρά
υποτιτλισμών	noun	γενική πληθυντικού του υποτιτλισμός
υποτομές	=	υποτομή
υποτομή	noun|formal	χαμηλή τομή στη βάση ενός αντικειμένου ή οργάνου, που ενίοτε αποσκοπεί στην πλήρη αποκοπή του από κάτω
υποτομής	=	υποτομή
υποτομών	=	υποτομή
υποτονία	noun	παθολογικά μειωμένη τάση ή πίεση σε ιστούς ή όργανα, συνήθως αναφερόμενη στον μυϊκό τόνο ή την αρτηριακή πίεση
υποτονίας	noun	γενική ενικού του υποτονία
υποτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτονία
υποτονίζαμε	=	υποτονίζω
υποτονίζαν	=	υποτονίζω
υποτονίζανε	=	υποτονίζω
υποτονίζατε	=	υποτονίζω
υποτονίζει	=	υποτονίζω
υποτονίζεις	=	υποτονίζω
υποτονίζετε	=	υποτονίζω
υποτονίζοντας	=	υποτονίζω
υποτονίζουμε	=	υποτονίζω
υποτονίζουν	=	υποτονίζω
υποτονίζουνε	=	υποτονίζω
υποτονίζω	verb	δίνω λιγότερη έμφαση σε κάτι σε αντιδιαστολή με άλλα στοιχεία
υποτονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσαν	=	υποτονίζω
υποτονίσανε	=	υποτονίζω
υποτονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτονθορύζω	verb	μουρμουρίζω, τραγουδώ χαμηλόφωνα
υποτονθορύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθορύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθόρυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθόρυσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθόρυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονθόρυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονθορύζω
υποτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποτονικός	adv	με υποτονικό τρόπο, με υποτονικότητα
υποτονικέ	adj	κλητική ενικού του υποτονικός
υποτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτονική
υποτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτονικός
υποτονικής	adj	γενική ενικού του υποτονική
υποτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτονικός
υποτονικοτήτων	=	υποτονικότητα
υποτονικού	adj	γενική ενικού του υποτονικός
υποτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποτονικός
υποτονικό	adj	αιτιατική ενικού του υποτονικός
υποτονικός	adj	που δεν έχει ένταση ή ενδιαφέρον
υποτονικότητα	noun	αδιαφορία, βαρεμάρα, μη παθολογική υποτονία λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος
υποτονικότητας	=	υποτονικότητα
υποτονικότητες	=	υποτονικότητα
υποτονικών	adj	γενική πληθυντικού του υποτονικός
υποτονιών	noun	γενική πληθυντικού του υποτονία
υποτρέμω	verb	τρέμω κάπως
υποτρίζω	verb|formal	τρίζω ελαφρώς
υποτραχήλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτραχήλιο
υποτραχήλιο	noun	το αρχιτεκτονικό στοιχείο που αποτελεί το λείο τμήμα ενός κίονα, τοποθετημένο ανάμεσα στον κορμό και στο κιονόκρανο
υποτραχήλιου	=	υποτραχήλιο
υποτραχηλίου	noun	γενική ενικού του υποτραχήλιο
υποτραχηλίων	noun	γενική πληθυντικού του υποτραχήλιο
υποτριγμός	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποτρίζω
υποτριπλάσια	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιας	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιε	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιες	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιο	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιοι	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιος	adj	τρεις φορές μικρότερος
υποτριπλάσιου	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιους	=	υποτριπλάσιος
υποτριπλάσιων	=	υποτριπλάσιος
υποτροπές	=	υποτροπή
υποτροπή	noun	η επανεμφάνιση συμπτωμάτων ασθένειας μετά από μια περίοδο βελτίωσης, π.χ
υποτροπής	=	υποτροπή
υποτροπίαζα	=	υποτροπιάζω
υποτροπίαζαν	=	υποτροπιάζω
υποτροπίαζε	=	υποτροπιάζω
υποτροπίαζες	=	υποτροπιάζω
υποτροπίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπίαση	noun	η ενέργεια του υποτροπιάζω, η υποτροπή
υποτροπίασης	=	υποτροπίαση
υποτροπιάζαμε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζαν	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζανε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζατε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζει	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζεις	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζετε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζον	=	υποτροπιάζων
υποτροπιάζοντας	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζουμε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζουν	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζουνε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάζουσα	=	υποτροπιάζων
υποτροπιάζω	verb	επαναλαμβάνομαι, επανέρχομαι.
υποτροπιάζων	adj	που εμφανίζεται ξανά
υποτροπιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάσαν	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάσανε	=	υποτροπιάζω
υποτροπιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτροπίαση
υποτροπιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάσεων	=	υποτροπίαση
υποτροπιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποτροπιάζω
υποτροπιασμέ	noun	κλητική ενικού του υποτροπιασμός
υποτροπιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτροπιασμός
υποτροπιασμού	noun	γενική ενικού του υποτροπιασμός
υποτροπιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποτροπιασμός
υποτροπιασμό	noun	αιτιατική ενικού του υποτροπιασμός
υποτροπιασμός	noun	η υποτροπίαση
υποτροπιασμών	noun	γενική πληθυντικού του υποτροπιασμός
υποτροπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτροπικό
υποτροπικέ	adj	κλητική ενικού του υποτροπικός
υποτροπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτροπική
υποτροπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποτροπικός
υποτροπικής	adj	γενική ενικού του υποτροπική
υποτροπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποτροπικός
υποτροπικού	adj	γενική ενικού του υποτροπικός
υποτροπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποτροπικός
υποτροπικό	adj	αιτιατική ενικού του υποτροπικός
υποτροπικός	adj	που υποτροπιάζει, που έχει σχέση με την υποτροπή ή αναφέρεται σ’ αυτή
υποτροπικών	adj	γενική πληθυντικού του υποτροπικός
υποτροπών	=	υποτροπή
υποτροφία	noun	η οικονομική ενίσχυση που δίνεται ως δωρεά σε φοιτητή, για τα δίδακτρα ή/και για τη διαβίωση κατά τη διάρκεια των σπουδών, από μη συγγενικό άτομο ή ίδρυμα
υποτροφίας	noun	γενική ενικού του υποτροφία
υποτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτροφία
υποτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του υποτροφία
υποτρόπου	=	υπότροπος
υποτρόπους	=	υπότροπος
υποτρόπων	=	υπότροπος
υποτρόφου	noun	γενική ενικού του υπότροφος
υποτρόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπότροφος
υποτρόφων	noun	γενική πληθυντικού του υπότροφος
υποτυπωδών	=	υποτυπώδης
υποτυπωδώς	adv|formal	με υποτυπώδη τρόπο
υποτυπώδεις	=	υποτυπώδης
υποτυπώδες	=	υποτυπώδης
υποτυπώδη	=	υποτυπώδης
υποτυπώδης	adj	που έχει αναπτυχθεί με ατελή τρόπο
υποτυπώδους	=	υποτυπώδης
υποτυπώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποτύπωση
υποτυπώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποτύπωση
υποτυπώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποτύπωση
υποτόνιζα	=	υποτονίζω
υποτόνιζαν	=	υποτονίζω
υποτόνιζε	=	υποτονίζω
υποτόνιζες	=	υποτονίζω
υποτόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποτονίζω
υποτύπωση	noun	η αποτύπωση με λόγο κάποιων πραγμάτων ή καταστάσεων
υποτύπωσης	noun	γενική ενικού του υποτύπωση
υπουλοτήτων	=	υπουλότητα
υπουλότης	noun|archaic	άλλη μορφή του υπουλότητα
υπουλότητα	noun	η ιδιότητα του ύπουλου, δολιότητα
υπουλότητας	=	υπουλότητα
υπουλότητες	=	υπουλότητα
υπουρίδα	noun|formal	ο ιμάντας του σαμαριού ή της σέλας που διέρχεται κάτω από την ουρά του ζώου / υποζυγίου
υπουρίδας	=	υπουρίδα
υπουρίδες	=	υπουρίδα
υπουρίδων	=	υπουρίδα
υπουρίς	noun|archaic	άλλη μορφή του υπουρίδα
υπουργάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπουργάρα
υπουργέ	noun	κλητική ενικού του υπουργός
υπουργήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπούργημα
υπουργήματος	noun	γενική ενικού του υπούργημα
υπουργήσιμα	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμε	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμες	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμη	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμης	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμο	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμοι	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμος	adj|formal	πρόσωπο που θεωρείται κατάλληλο ή πιθανό να αναλάβει υπουργικό αξίωμα
υπουργήσιμου	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμους	=	υπουργήσιμος
υπουργήσιμων	=	υπουργήσιμος
υπουργία	noun	το να είναι κάποιος υπουργός καθώς και η χρονική περίοδος άσκησης του αξιώματος αυτού
υπουργίας	noun	γενική ενικού του υπουργία
υπουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπουργία
υπουργίνα	noun	γυναίκα υπουργός
υπουργίνας	=	υπουργίνα
υπουργίνες	=	υπουργίνα
υπουργίνων	=	υπουργίνα
υπουργίσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπουργίσκος
υπουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπουργείο
υπουργείο	noun	η δημόσια υπηρεσία που καλύπτει έναν τομέα του κυβερνητικού έργου και έχει επικεφαλής έναν υπουργό
υπουργείου	noun	γενική ενικού του υπουργείο
υπουργείων	noun	γενική πληθυντικού του υπουργείο
υπουργεύαμε	=	υπουργεύω
υπουργεύαν	=	υπουργεύω
υπουργεύανε	=	υπουργεύω
υπουργεύατε	=	υπουργεύω
υπουργεύει	=	υπουργεύω
υπουργεύεις	=	υπουργεύω
υπουργεύετε	=	υπουργεύω
υπουργεύοντας	=	υπουργεύω
υπουργεύουμε	=	υπουργεύω
υπουργεύουν	=	υπουργεύω
υπουργεύουνε	=	υπουργεύω
υπουργεύσαμε	=	υπουργεύω
υπουργεύσαν	=	υπουργεύω
υπουργεύσανε	=	υπουργεύω
υπουργεύσατε	=	υπουργεύω
υπουργεύσει	=	υπουργεύω
υπουργεύστε	=	υπουργεύω
υπουργεύω	verb	είμαι υπουργός, ασκώ τα καθήκοντά μου ως υπουργός
υπουργημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υπούργημα
υπουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπουργικό
υπουργικέ	adj	κλητική ενικού του υπουργικός
υπουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπουργική
υπουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπουργικός
υπουργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υπουργική) του υπουργικός
υπουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπουργικός
υπουργικού	adj	γενική ενικού του υπουργικός
υπουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπουργικός
υπουργικό	adj	αιτιατική ενικού του υπουργικός
υπουργικός	adj	που αναφέρεται σε ή προέρχεται από υπουργό ή αποτελείται από υπουργούς
υπουργικότητα	noun|rare	η ιδιότητα του υπουργού
υπουργικών	adj	γενική πληθυντικού του υπουργικός
υπουργιών	noun	γενική πληθυντικού του υπουργία
υπουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπουργός
υπουργοποίηση	noun	η ενέργεια του υπουργοποιώ, η ανάθεση υπουργικής θέσης
υπουργοποίησης	=	υπουργοποίηση
υπουργοποιήσεις	=	υπουργοποίηση
υπουργοποιήσεων	=	υπουργοποίηση
υπουργού	noun	γενική ενικού του υπουργός
υπουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπουργός
υπουργό	noun	αιτιατική ενικού του υπουργός
υπουργός	noun	το μέλος της κυβέρνησης που έχει την ευθύνη ενός υπουργείου
υπουργών	noun	γενική πληθυντικού του υπουργός
υποφάρυγγα	=	υποφάρυγγας
υποφάρυγγας	noun	το κάτω τμήμα του φάρυγγα, που βρίσκεται πίσω και κάτω από το επίπεδο του στόματος, πάνω από τον λάρυγγα (εμπρός) και τον οισοφάγο (πίσω)
υποφάρυγγες	=	υποφάρυγγας
υποφέραμε	=	υποφέρω
υποφέραν	=	υποφέρω
υποφέρανε	=	υποφέρω
υποφέρατε	=	υποφέρω
υποφέρει	=	υποφέρω
υποφέρεις	=	υποφέρω
υποφέρεσαι	=	υποφέρω
υποφέρεστε	=	υποφέρω
υποφέρεται	=	υποφέρω
υποφέρετε	=	υποφέρω
υποφέρθηκα	=	υποφέρω
υποφέρθηκαν	=	υποφέρω
υποφέρθηκε	=	υποφέρω
υποφέρθηκες	=	υποφέρω
υποφέρομαι	=	υποφέρω
υποφέρομε	=	υποφέρω
υποφέρον	=	υποφέρων
υποφέροντα	=	υποφέρων
υποφέρονται	=	υποφέρω
υποφέρονταν	=	υποφέρω
υποφέροντας	=	υποφέρω
υποφέροντες	=	υποφέρων
υποφέροντος	=	υποφέρων
υποφέρουμε	=	υποφέρω
υποφέρουν	=	υποφέρω
υποφέρουνε	=	υποφέρω
υποφέρουσα	=	υποφέρων
υποφέρουσας	=	υποφέρων
υποφέρουσες	=	υποφέρων
υποφέρτε	=	υποφέρω
υποφέρω	verb	αντέχω πόνο, βάσανο ή άλλη αρνητική εμπειρία
υποφέρων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υποφέρω: που υποφέρει από κάτι
υποφαινόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποφαινόμενο
υποφαινόμενε	verb	κλητική ενικού του υποφαινόμενος
υποφαινόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποφαινόμενη
υποφαινόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποφαινόμενος
υποφαινόμενης	verb	γενική ενικού του υποφαινόμενη
υποφαινόμενο	=	υποφαινόμενος
υποφαινόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποφαινόμενος
υποφαινόμενος	verb|formal	ονομασία που χρησιμοποιεί κάποιος που γράφει ή μιλάει για να αναφερθεί ευγενικά ή ειρωνικά στον εαυτό του
υποφαινόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποφαινόμενος
υποφαινόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποφαινόμενος
υποφαινόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποφαινόμενος
υποφαρμακοποιέ	=	υποφαρμακοποιός
υποφαρμακοποιοί	=	υποφαρμακοποιός
υποφαρμακοποιού	=	υποφαρμακοποιός
υποφαρμακοποιούς	=	υποφαρμακοποιός
υποφαρμακοποιό	=	υποφαρμακοποιός
υποφαρμακοποιός	noun	στρατιωτικός βαθμός υγειονομικού αξιωματικού με ειδίκευση στη φαρμακευτική και αντιστοιχία με τον υπίατρο
υποφαρμακοποιών	=	υποφαρμακοποιός
υποφαρύγγων	=	υποφάρυγγας
υποφερθήκαμε	=	υποφέρω
υποφερθήκαν	=	υποφέρω
υποφερθήκανε	=	υποφέρω
υποφερθήκατε	=	υποφέρω
υποφερθεί	=	υποφέρω
υποφερθείς	=	υποφέρω
υποφερθείτε	=	υποφέρω
υποφερθούμε	=	υποφέρω
υποφερθούν	=	υποφέρω
υποφερθούνε	=	υποφέρω
υποφερθώ	=	υποφέρω
υποφερμένος	=	υποφέρω
υποφερουσών	=	υποφέρων
υποφερούσης	=	υποφέρων
υποφερτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποφερτό	adv	ανεκτά
υποφερτέ	adj	κλητική ενικού του υποφερτός
υποφερτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποφερτή
υποφερτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποφερτός
υποφερτής	adj	γενική ενικού του υποφερτή
υποφερτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποφερτός
υποφερτού	adj	γενική ενικού του υποφερτός
υποφερτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποφερτός
υποφερτό	adj	αιτιατική ενικού του υποφερτός
υποφερτός	adj	που μπορεί κανείς να τον ανεχτεί
υποφερτών	adj	γενική πληθυντικού του υποφερτός
υποφερόμασταν	=	υποφέρω
υποφερόμαστε	=	υποφέρω
υποφερόμενος	=	υποφέρω
υποφερόμουν	=	υποφέρω
υποφερόμουνα	=	υποφέρω
υποφερόντουσαν	=	υποφέρω
υποφερόντων	=	υποφέρων
υποφερόσασταν	=	υποφέρω
υποφερόσαστε	=	υποφέρω
υποφερόσουν	=	υποφέρω
υποφερόσουνα	=	υποφέρω
υποφερόταν	=	υποφέρω
υποφερότανε	=	υποφέρω
υποφορά	noun	σχήμα λόγου κατά το οποίο κάποιος θέτει μια ερώτηση (υποφορά), κι αφού αναφερθούν κάποιες απαντήσεις και απορριφθούν (ανθυποφορά), δίνεται η πραγματική τελική απάντηση
υποφοράς	noun	γενική ενικού του υποφορά
υποφορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποφορά
υποφορτώσεις	=	υποφόρτωση
υποφορτώσεων	=	υποφόρτωση
υποφορών	=	υποφορά
υποφράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόφραγμα
υποφράγματος	=	υπόφραγμα
υποφραγμάτων	=	υπόφραγμα
υποφρουράρχου	=	υποφρούραρχος
υποφρουράρχους	=	υποφρούραρχος
υποφρουράρχων	=	υποφρούραρχος
υποφρούραρχε	=	υποφρούραρχος
υποφρούραρχο	=	υποφρούραρχος
υποφρούραρχοι	=	υποφρούραρχος
υποφρούραρχος	noun	αξιωματικός που αναπληρώνει τον φρούραρχο
υποφρούραρχου	=	υποφρούραρχος
υποφρούραρχους	=	υποφρούραρχος
υποφρούραρχων	=	υποφρούραρχος
υποφυλών	=	υποφύλο
υποφυσιακά	=	υποφυσιακός
υποφυσιακέ	=	υποφυσιακός
υποφυσιακές	=	υποφυσιακός
υποφυσιακή	=	υποφυσιακός
υποφυσιακής	=	υποφυσιακός
υποφυσιακοί	=	υποφυσιακός
υποφυσιακού	=	υποφυσιακός
υποφυσιακούς	=	υποφυσιακός
υποφυσιακό	=	υποφυσιακός
υποφυσιακός	adj	που έχει σχέση με την υπόφυση ή αναφέρεται σʼ αυτή
υποφυσιακών	=	υποφυσιακός
υποφόρτωση	noun	η λειτουργία μιας συσκευής (π.χ. πλυντήριο) με ανεπαρκές φορτίο, που μπορεί να προκαλέσει μηχανική ανισορροπία ή μείωση της απόδοσης
υποφόρτωσης	=	υποφόρτωση
υποφύλα	=	υποφύλο
υποφύλας	=	υποφύλο
υποφύλες	=	υποφύλο
υποφύλο	noun	ταξινομικός βαθμός στη βιολογική ταξινομία, που βρίσκεται κάτω από τη συνομοταξία (φύλο) και πάνω από την ομοταξία (κλάση), και χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει μεγάλες ομάδες οργανισμών που ανήκουν στην ίδια συνομοταξία, αλλά παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές που δικαιολογούν έναν επιπλέον διαχωρισμό σε μικρότερες κατηγορίες
υποφύσεις	=	υπόφυση
υποφύσεων	=	υπόφυση
υποφώσκω	verb	αχνοφέγγω (για το πρώτο φως της αυγής)
υποχείρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχείριο
υποχείριας	=	υποχείριος
υποχείριε	=	υποχείριος
υποχείριες	=	υποχείριος
υποχείριο	noun	ο άνθρωπος που εκτελεί τυφλά τις εντολές και οδηγίες κάποιου άλλου, που είναι άβουλο όργανο κάποιου άλλου
υποχείριοι	=	υποχείριος
υποχείριος	adj	όταν αναγκάζεις κάποιον να κάνει κάτι για σένα, αυτός είναι υποχείριος
υποχείριου	noun	γενική ενικού του υποχείριο
υποχείριους	=	υποχείριος
υποχείριων	noun	γενική πληθυντικού του υποχείριο
υποχθόνια	=	υποχθόνιος
υποχθόνιας	=	υποχθόνιος
υποχθόνιε	=	υποχθόνιος
υποχθόνιες	=	υποχθόνιος
υποχθόνιο	=	υποχθόνιος
υποχθόνιοι	=	υποχθόνιος
υποχθόνιος	adj	αυτός που βρίσκεται κάτω από τη γή, υπόγειος
υποχθόνιου	=	υποχθόνιος
υποχθόνιους	=	υποχθόνιος
υποχθόνιων	=	υποχθόνιος
υποχλωριωδών	=	υποχλωριώδης
υποχλωριώδεις	=	υποχλωριώδης
υποχλωριώδες	=	υποχλωριώδης
υποχλωριώδη	=	υποχλωριώδης
υποχλωριώδης	adj	που αναφέρεται σε χημικές ενώσεις που περιέχουν χλώριο με αριθμό οξείδωσης +1, ενώ ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο το υποχλωριώδες οξύ όσο και τα άλατά του.
υποχλωριώδους	=	υποχλωριώδης
υποχονδρία	noun	η νεύρωση κατά την οποία κάποιος νιώθει συνεχώς ότι είναι άρρωστος
υποχονδρίαζα	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίαζαν	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίαζε	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίαζες	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίας	noun	γενική ενικού του υποχονδρία
υποχονδρίασα	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίασαν	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίασε	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίασες	=	υποχονδριάζω
υποχονδρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχονδρία
υποχονδριάζαμε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζαν	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζανε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζατε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζει	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζεις	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζετε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζοντας	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζουμε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζουν	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζουνε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάζω	verb	είμαι ή γίνομαι υποχόνδριος
υποχονδριάσαμε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάσαν	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάσανε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάσατε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάσει	=	υποχονδριάζω
υποχονδριάστε	=	υποχονδριάζω
υποχονδριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποχονδριακός	adv	με υποχονδριακό τρόπο
υποχονδριακέ	adj	κλητική ενικού του υποχονδριακός
υποχονδριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχονδριακή
υποχονδριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποχονδριακός
υποχονδριακής	adj	γενική ενικού του υποχονδριακή
υποχονδριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποχονδριακός
υποχονδριακού	adj	γενική ενικού του υποχονδριακός
υποχονδριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποχονδριακός
υποχονδριακό	adj	αιτιατική ενικού του υποχονδριακός
υποχονδριακός	noun	ο υποχόνδριος	adj	σχετικός με την υποχονδρία ή τον υποχόνδριο
υποχονδριακών	adj	γενική πληθυντικού του υποχονδριακός
υποχονδριών	noun	γενική πληθυντικού του υποχονδρία
υποχοντρία	noun	άλλη μορφή του υποχονδρία
υποχοντρίαζα	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίαζαν	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίαζε	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίαζες	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίας	=	υποχοντρία
υποχοντρίασα	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίασαν	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίασε	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίασες	=	υποχοντριάζω
υποχοντρίες	=	υποχοντρία
υποχοντριάζαμε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζαν	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζανε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζατε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζει	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζεις	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζετε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζοντας	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζουμε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζουν	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζουνε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάζω	verb	είμαι ή γίνομαι υποχόντριος
υποχοντριάσαμε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάσαν	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάσανε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάσατε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάσει	=	υποχοντριάζω
υποχοντριάστε	=	υποχοντριάζω
υποχοντριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποχοντριακός	adv	με υποχοντριακό τρόπο
υποχοντριακέ	adj	κλητική ενικού του υποχοντριακός
υποχοντριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχοντριακή
υποχοντριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποχοντριακός
υποχοντριακής	adj	γενική ενικού του υποχοντριακή
υποχοντριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποχοντριακός
υποχοντριακού	adj	γενική ενικού του υποχοντριακός
υποχοντριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποχοντριακός
υποχοντριακό	adj	αιτιατική ενικού του υποχοντριακός
υποχοντριακός	adj	άλλη μορφή του υποχονδριακός
υποχοντριακών	adj	γενική πληθυντικού του υποχοντριακός
υποχοντριών	=	υποχοντρία
υποχρέωμα	noun|dated	το αποτέλεσμα του υποχρεώνω
υποχρέωνα	=	υποχρεώνω
υποχρέωναν	=	υποχρεώνω
υποχρέωνε	=	υποχρεώνω
υποχρέωνες	=	υποχρεώνω
υποχρέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρέωση	noun	ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
υποχρέωσης	noun	γενική ενικού του υποχρέωση
υποχρεοί	verb	γ' ενικό ενεστώτα του ρήματος υποχρεώ, άλλη μορφή του υποχρεώνει
υποχρεούμαι	verb|formal	είμαι υποχρεωμένος (να κάνω κάτι)
υποχρεούμασταν	=	υποχρεούμαι
υποχρεούμαστε	=	υποχρεούμαι
υποχρεούμεθα	=	υποχρεούμαι
υποχρεούμενος	=	υποχρεούμαι
υποχρεούμην	=	υποχρεούμαι
υποχρεούμουν	=	υποχρεούμαι
υποχρεούνται	=	υποχρεούμαι
υποχρεούνταν	=	υποχρεούμαι
υποχρεούντο	=	υποχρεούμαι
υποχρεούσαι	=	υποχρεούμαι
υποχρεούσασταν	=	υποχρεούμαι
υποχρεούσαστε	=	υποχρεούμαι
υποχρεούσθε	=	υποχρεούμαι
υποχρεούσο	=	υποχρεούμαι
υποχρεούσουν	=	υποχρεούμαι
υποχρεούστε	=	υποχρεούμαι
υποχρεούται	=	υποχρεούμαι
υποχρεούτο	=	υποχρεούμαι
υποχρεωθήκαμε	=	υποχρεώνω
υποχρεωθήκαν	=	υποχρεώνω
υποχρεωθήκανε	=	υποχρεώνω
υποχρεωθήκατε	=	υποχρεώνω
υποχρεωθεί	=	υποχρεώνω
υποχρεωθείς	=	υποχρεώνω
υποχρεωθείτε	=	υποχρεώνω
υποχρεωθούμε	=	υποχρεώνω
υποχρεωθούν	=	υποχρεώνω
υποχρεωθούνε	=	υποχρεώνω
υποχρεωθώ	=	υποχρεώνω
υποχρεωμάτων	=	υποχρέωμα
υποχρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρεωμένο
υποχρεωμένε	verb	κλητική ενικού του υποχρεωμένος
υποχρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρεωμένη
υποχρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποχρεωμένος
υποχρεωμένης	verb	γενική ενικού του υποχρεωμένη
υποχρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του υποχρεωμένος
υποχρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποχρεωμένος
υποχρεωμένος	verb	δεσμευμένος με νομικό δεσμό
υποχρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υποχρεωμένος
υποχρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υποχρεωμένος
υποχρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υποχρεωμένος
υποχρεωνόμασταν	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόμαστε	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόμουν	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόμουνα	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόντουσαν	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόσασταν	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόσαστε	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόσουν	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόσουνα	=	υποχρεώνω
υποχρεωνόταν	=	υποχρεώνω
υποχρεωνότανε	=	υποχρεώνω
υποχρεωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρεωτικό	adv	κατά τρόπο υποχρεωτικό
υποχρεωτικέ	adj	κλητική ενικού του υποχρεωτικός
υποχρεωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρεωτική
υποχρεωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποχρεωτικός
υποχρεωτικής	adj	γενική ενικού του υποχρεωτική
υποχρεωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποχρεωτικός
υποχρεωτικοτήτων	=	υποχρεωτικότητα
υποχρεωτικού	adj	γενική ενικού του υποχρεωτικός
υποχρεωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποχρεωτικός
υποχρεωτικό	adj	αιτιατική ενικού του υποχρεωτικός
υποχρεωτικός	adj	που επιβάλλεται από υποχρέωση ή από ανάγκη
υποχρεωτικότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι υποχρεωτικό(ς), η ιδιότητα του υποχρεωτικού
υποχρεωτικότητας	=	υποχρεωτικότητα
υποχρεωτικότητες	=	υποχρεωτικότητα
υποχρεωτικών	adj	γενική πληθυντικού του υποχρεωτικός
υποχρεωτικώς	adv|formal	υποχρεωτικά
υποχρεώθηκα	=	υποχρεώνω
υποχρεώθηκαν	=	υποχρεώνω
υποχρεώθηκε	=	υποχρεώνω
υποχρεώθηκες	=	υποχρεώνω
υποχρεώματα	=	υποχρέωμα
υποχρεώματος	=	υποχρέωμα
υποχρεώναμε	=	υποχρεώνω
υποχρεώναν	=	υποχρεώνω
υποχρεώνανε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνατε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνει	verb	γ' ενικό ενεστώτα του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώνεις	=	υποχρεώνω
υποχρεώνεσαι	=	υποχρεώνω
υποχρεώνεστε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνεται	=	υποχρεώνω
υποχρεώνετε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώνομε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνονται	=	υποχρεώνω
υποχρεώνονταν	=	υποχρεώνω
υποχρεώνοντας	=	υποχρεώνω
υποχρεώνουμε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνουν	=	υποχρεώνω
υποχρεώνουνε	=	υποχρεώνω
υποχρεώνω	verb	εξαναγκάζω, επιβάλλω
υποχρεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσαν	=	υποχρεώνω
υποχρεώσανε	=	υποχρεώνω
υποχρεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρέωση
υποχρεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποχρέωση
υποχρεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποχρέωση
υποχρεώσομε	=	υποχρεώνω
υποχρεώσου	=	υποχρεώνω
υποχρεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσουνε	=	υποχρεώνω
υποχρεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχρεώνω
υποχρηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχρηματοδότηση
υποχρηματοδοτήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποχρηματοδότηση
υποχρηματοδοτήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποχρηματοδότηση
υποχρηματοδότηση	noun	η ελλιπής χρηματοδότηση
υποχρηματοδότησης	noun	γενική ενικού του υποχρηματοδότηση
υποχρωμία	noun	η μείωση του χρώματος σε κύτταρα ή ιστούς, συνήθως λόγω έλλειψης αιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια
υποχρωμίας	=	υποχρωμία
υποχρωμίες	=	υποχρωμία
υποχρωμιών	=	υποχρωμία
υποχωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσαν	=	υποχωρώ
υποχωρήσανε	=	υποχωρώ
υποχωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχώρηση
υποχωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υποχώρηση
υποχωρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υποχώρηση
υποχωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσουνε	=	υποχωρώ
υποχωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχωρεί	=	υποχωρώ
υποχωρείς	=	υποχωρώ
υποχωρείτε	=	υποχωρώ
υποχωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποχωρητικός	adv	με υποχωρητικό τρόπο, με υποχωρητικότητα
υποχωρητικέ	adj	κλητική ενικού του υποχωρητικός
υποχωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποχωρητική
υποχωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποχωρητικός
υποχωρητικής	adj	γενική ενικού του υποχωρητική
υποχωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποχωρητικός
υποχωρητικοτήτων	=	υποχωρητικότητα
υποχωρητικού	adj	γενική ενικού του υποχωρητικός
υποχωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υποχωρητικός
υποχωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του υποχωρητικός
υποχωρητικός	adj	σχετικός με την υποχώρηση
υποχωρητικότητα	noun	το να είναι κάποιος υποχωρητικός
υποχωρητικότητας	=	υποχωρητικότητα
υποχωρητικότητες	=	υποχωρητικότητα
υποχωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του υποχωρητικός
υποχωρούμε	=	υποχωρώ
υποχωρούν	=	υποχωρώ
υποχωρούνε	=	υποχωρώ
υποχωρούσα	=	υποχωρώ
υποχωρούσαμε	=	υποχωρώ
υποχωρούσαν	=	υποχωρώ
υποχωρούσανε	=	υποχωρώ
υποχωρούσατε	=	υποχωρώ
υποχωρούσε	=	υποχωρώ
υποχωρούσες	=	υποχωρώ
υποχωρώ	verb	βαδίζω προς τα πίσω μην μπορώντας να αντέξω την εχθρική επίθεση
υποχωρώντας	=	υποχωρώ
υποχόνδρια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποχόνδριος	adv	με υποχόνδριο τρόπο
υποχόνδριας	=	υποχόνδριος
υποχόνδριε	=	υποχόνδριος
υποχόνδριες	=	υποχόνδριος
υποχόνδριο	=	υποχόνδριος
υποχόνδριοι	=	υποχόνδριος
υποχόνδριος	adj	που μεγαλοποιεί ασήμαντες σωματικές διαταραχές, που νιώθει συμπτώματα ασθένειας ή ασθενειών, ενώ είναι απόλυτα υγιής· κατά φαντασίαν ασθενής
υποχόνδριου	=	υποχόνδριος
υποχόνδριους	=	υποχόνδριος
υποχόνδριων	=	υποχόνδριος
υποχόντρια	=	υποχόντριος
υποχόντριας	=	υποχόντριος
υποχόντριε	=	υποχόντριος
υποχόντριες	=	υποχόντριος
υποχόντριο	=	υποχόντριος
υποχόντριοι	=	υποχόντριος
υποχόντριος	adj	άλλη μορφή του υποχόνδριος
υποχόντριου	=	υποχόντριος
υποχόντριους	=	υποχόντριος
υποχόντριων	=	υποχόντριος
υποχώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποχωρώ
υποχώρηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υποχωρώ
υποχώρησης	noun	γενική ενικού του υποχώρηση
υποψήφια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποψήφιος
υποψήφιας	=	υποψήφιος
υποψήφιε	=	υποψήφιος
υποψήφιες	=	υποψήφιος
υποψήφιο	=	υποψήφιος
υποψήφιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υποψήφιος
υποψήφιος	adj	που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας
υποψήφιου	=	υποψήφιος
υποψήφιους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποψήφιος
υποψήφιων	=	υποψήφιος
υποψία	noun	η υπόνοια, η γνώμη ότι κάποιος είναι πιθανόν ένοχος για κάτι ή ότι κάτι άσχημο συμβαίνει, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις, όχι όμως σε αποδείξεις
υποψίαζα	=	υποψιάζομαι
υποψίαζαν	=	υποψιάζομαι
υποψίαζε	=	υποψιάζομαι
υποψίαζες	=	υποψιάζομαι
υποψίας	noun	γενική ενικού του υποψία
υποψίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποψία
υποψηφίου	noun	γενική ενικού του υποψήφιος
υποψηφίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υποψήφιος
υποψηφίων	noun	γενική πληθυντικού του υποψήφιος
υποψηφιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του υποψηφιότητα
υποψηφιότητα	noun	το να είναι κάποιος υποψήφιος για κάποια θέση, αξίωμα κ.λπ.
υποψηφιότητας	noun	γενική ενικού του υποψηφιότητα
υποψηφιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υποψηφιότητα
υποψιάζαμε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζαν	=	υποψιάζομαι
υποψιάζανε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζατε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζει	=	υποψιάζομαι
υποψιάζεις	=	υποψιάζομαι
υποψιάζεσαι	=	υποψιάζομαι
υποψιάζεστε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζεται	=	υποψιάζομαι
υποψιάζετε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζομαι	verb	έχω μια υποψία, θεωρώ ότι κάτι είναι πιθανό
υποψιάζονται	=	υποψιάζομαι
υποψιάζονταν	=	υποψιάζομαι
υποψιάζοντας	=	υποψιάζομαι
υποψιάζουμε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζουν	=	υποψιάζομαι
υποψιάζουνε	=	υποψιάζομαι
υποψιάζω	verb	δημιουργώ σε κάποιον μια υποψία
υποψιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσαν	=	υποψιάζομαι
υποψιάσανε	=	υποψιάζομαι
υποψιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάσουνε	=	υποψιάζομαι
υποψιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζω
υποψιαζόμασταν	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόμαστε	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόμουν	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόμουνα	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόντουσαν	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόσασταν	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόσαστε	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόσουν	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόσουνα	=	υποψιάζομαι
υποψιαζόταν	=	υποψιάζομαι
υποψιαζότανε	=	υποψιάζομαι
υποψιασμένος	=	υποψιάζομαι
υποψιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστήκαν	=	υποψιάζομαι
υποψιαστήκανε	=	υποψιάζομαι
υποψιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιαστούνε	=	υποψιάζομαι
υποψιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υποψιάζομαι
υποψιών	noun	γενική πληθυντικού του υποψία
υποϊστοσελίδα	noun	ιστοσελίδα κάτω από κυρίως σελίδα
υποϊστοσελίδας	=	υποϊστοσελίδα
υποϊστοσελίδες	=	υποϊστοσελίδα
υποϊστοσελίδων	=	υποϊστοσελίδα
υπούργευα	=	υπουργεύω
υπούργευαν	=	υπουργεύω
υπούργευε	=	υπουργεύω
υπούργευες	=	υπουργεύω
υπούργευσα	=	υπουργεύω
υπούργευσαν	=	υπουργεύω
υπούργευσε	=	υπουργεύω
υπούργευσες	=	υπουργεύω
υπούργημα	noun	ανώτερο δημόσιο αξίωμα
υππο	abbrev	υπουργείο της Ελλάδας, με αρμοδιότητες σε ζητήματα πολιτισμού
υπποα	abbrev	υπουργείο της Ελλάδας με αρμοδιότητες σε ζητήματα πολιτισμού και αθλητισμού
υπσγος	=	υποσμηναγός
υπτίαζα	=	υπτιάζω
υπτίαζαν	=	υπτιάζω
υπτίαζε	=	υπτιάζω
υπτίαζες	=	υπτιάζω
υπτίασα	=	υπτιάζω
υπτίασαν	=	υπτιάζω
υπτίασε	=	υπτιάζω
υπτίασες	=	υπτιάζω
υπτίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπτιάζω
υπτίασης	=	υπτίαση
υπτίασις	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπτιάζω
υπτίου	=	ύπτιο
υπτίων	=	ύπτιο
υπτίως	adv|formal	ύπτια, ανάσκελα
υπτγος	abbrev	υποστράτηγος
υπτιάζαμε	=	υπτιάζω
υπτιάζαν	=	υπτιάζω
υπτιάζανε	=	υπτιάζω
υπτιάζατε	=	υπτιάζω
υπτιάζει	=	υπτιάζω
υπτιάζεις	=	υπτιάζω
υπτιάζετε	=	υπτιάζω
υπτιάζοντας	=	υπτιάζω
υπτιάζουμε	=	υπτιάζω
υπτιάζουν	=	υπτιάζω
υπτιάζουνε	=	υπτιάζω
υπτιάζω	verb	τοποθετώ κάποιον σε ύπτια στάση
υπτιάσαμε	=	υπτιάζω
υπτιάσαν	=	υπτιάζω
υπτιάσανε	=	υπτιάζω
υπτιάσατε	=	υπτιάζω
υπτιάσει	=	υπτιάζω
υπτιάσεις	=	υπτίαση
υπτιάσεων	=	υπτίαση
υπτιάστε	=	υπτιάζω
υπτιασμέ	=	υπτιασμός
υπτιασμένα	=	υπτιασμένος
υπτιασμένε	=	υπτιασμένος
υπτιασμένες	=	υπτιασμένος
υπτιασμένη	=	υπτιασμένος
υπτιασμένης	=	υπτιασμένος
υπτιασμένο	=	υπτιασμένος
υπτιασμένοι	=	υπτιασμένος
υπτιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπτιάζω
υπτιασμένου	=	υπτιασμένος
υπτιασμένους	=	υπτιασμένος
υπτιασμένων	=	υπτιασμένος
υπτιασμοί	=	υπτιασμός
υπτιασμού	=	υπτιασμός
υπτιασμούς	=	υπτιασμός
υπτιασμό	=	υπτιασμός
υπτιασμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υπτιάζω
υπτιασμών	=	υπτιασμός
υπτχος	=	υποπτέραρχος
υπχος	=	υποπλοίαρχος
υπωνυμία	noun	η σημασιολογική σχέση δύο λεξημάτων που το ένα είναι συστατικό του άλλου
υπωνυμίας	noun	γενική ενικού του υπωνυμία
υπωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπωνυμία
υπωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του υπωνυμία
υπωνύμου	noun	γενική ενικού του υπώνυμο
υπωνύμων	noun	γενική πληθυντικού του υπώνυμο
υπωρειών	noun	γενική πληθυντικού του υπώρεια
υπωρόφια	=	υπωρόφιος
υπωρόφιας	=	υπωρόφιος
υπωρόφιε	=	υπωρόφιος
υπωρόφιες	=	υπωρόφιος
υπωρόφιο	=	υπωρόφιος
υπωρόφιοι	=	υπωρόφιος
υπωρόφιος	adj	(σπάνιο, λόγιο που βρίσκεται κάτω από την οροφή
υπωρόφιου	=	υπωρόφιος
υπωρόφιους	=	υπωρόφιος
υπωρόφιων	=	υπωρόφιος
υπό	prep|formal	κάτω από
υπόβαθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόβαθρο
υπόβαθρο	noun	οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από ένα σώμα ή ένα κατασκεύασμα και χρησιμοποιείται ως βάση στήριξής του
υπόβαθρου	=	υπόβαθρο
υπόβαλα	=	υποβάλλω
υπόβαση	noun	στρώμα φυσικής ή τεχνητής κατασκευής το οποίο βρίσκεται κάτω από δάπεδο, οδόστρωμα ή σιδηροδρομική γραμμή
υπόβασης	=	υπόβαση
υπόβλεπε	=	υποβλέπω
υπόγα	noun	το υπόγειο, ως αποθηκευτικός χώρος
υπόγας	=	υπόγα
υπόγεια	adv	κάτω από την επιφάνεια της γης
υπόγειας	=	υπόγειος
υπόγειε	=	υπόγειος
υπόγειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του υπόγειος
υπόγειο	adj	αιτιατική ενικού του υπόγειος	noun	o όροφος κτίσματος ο οποίος βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους
υπόγειοι	=	υπόγειος
υπόγειος	adj	που βρίσκεται ή συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια της γης	noun	ο υπόγειος σιδηρόδρομος
υπόγειου	=	υπόγειο
υπόγειους	=	υπόγειος
υπόγειων	=	υπόγειος
υπόγες	=	υπόγα
υπόγλυκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόγλυκο
υπόγλυκε	adj	κλητική ενικού του υπόγλυκος
υπόγλυκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόγλυκη
υπόγλυκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόγλυκος
υπόγλυκης	adj	γενική ενικού του υπόγλυκη
υπόγλυκο	adj	αιτιατική ενικού του υπόγλυκος
υπόγλυκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόγλυκος
υπόγλυκος	adj|formal	που είναι σχετικά γλυκός, κάπως γλυκύς
υπόγλυκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόγλυκος
υπόγλυκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόγλυκος
υπόγλυκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόγλυκος
υπόγναθα	=	υπόγναθος
υπόγναθας	=	υπόγναθος
υπόγναθε	=	υπόγναθος
υπόγναθες	=	υπόγναθος
υπόγναθο	=	υπόγναθος
υπόγναθοι	=	υπόγναθος
υπόγναθος	adj	που ο άξονας της κεφαλής είναι κάθετος προς τον άξονα του σώματος και τα στοματικά εξαρτήματα κατευθύνονται προς τα κάτω
υπόγναθου	=	υπόγναθος
υπόγναθους	=	υπόγναθος
υπόγναθων	=	υπόγναθος
υπόγραφε	=	υπογράφω
υπόγραψα	=	υπογράφω
υπόγραψαν	=	υπογράφω
υπόγραψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπογράφω
υπόγραψες	=	υπογράφω
υπόγρυπα	=	υπόγρυπος
υπόγρυπε	=	υπόγρυπος
υπόγρυπες	=	υπόγρυπος
υπόγρυπη	=	υπόγρυπος
υπόγρυπης	=	υπόγρυπος
υπόγρυπο	=	υπόγρυπος
υπόγρυποι	=	υπόγρυπος
υπόγρυπος	adj|archaic	που έχει κάπως γαμψή μύτη
υπόγρυπου	=	υπόγρυπος
υπόγρυπους	=	υπόγρυπος
υπόγρυπων	=	υπόγρυπος
υπόδειγμα	noun	αυτό που υποδεικνύεται ή προβάλλεται ως πρότυπο προς αντιγραφή ή μίμηση, καθώς συγκεντρώνει πολλά θετικά χαρακτηριστικά
υπόδειξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδεικνύω
υπόδειξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποδεικνύω
υπόδειξης	noun	γενική ενικού του υπόδειξη
υπόδερμα	noun	το δερματικό στρώμα που βρίσκεται βαθύτερα, αποτελούμενο κυρίως από λιπώδη κύτταρα, το οποίο παρέχει μόνωση, αποθήκευση ενέργειας και προστασία των εσωτερικών οργάνων
υπόδεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υπόδεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υπόδεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υπόδεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδένω
υπόδεσις	noun	άλλη μορφή του υπόδηση
υπόδημα	noun|formal	παπούτσι
υπόδηση	noun	ό,τι σχετίζεται με υποδήματα ή αναφέρεται σ' αυτά
υπόδησης	=	υπόδηση
υπόδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδικο
υπόδικας	noun|slang	ο υποδιοικητής
υπόδικε	adj	κλητική ενικού του υπόδικος
υπόδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδικη
υπόδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόδικος
υπόδικης	adj	γενική ενικού του υπόδικη
υπόδικο	adj	αιτιατική ενικού του υπόδικος
υπόδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόδικος
υπόδικος	adj	που πρόκειται να δικαστεί, που υπάρχουν εναντίον του κατηγορίες οι οποίες δεν έχουν ακόμα εκδικαστεί
υπόδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόδικος
υπόδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόδικος
υπόδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόδικος
υπόδουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδουλο
υπόδουλε	adj	κλητική ενικού του υπόδουλος
υπόδουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόδουλη
υπόδουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόδουλος
υπόδουλης	adj	γενική ενικού του υπόδουλη
υπόδουλο	adj	αιτιατική ενικού του υπόδουλος
υπόδουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόδουλος
υπόδουλος	adj	που έχει υποδουλωθεί
υπόδουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόδουλος
υπόδουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόδουλος
υπόδουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόδουλος
υπόζωμα	noun	η εντομή στο σώμα των εντόμων που χωρίζει τον θώρακα από την κοιλία
υπόηχε	noun	κλητική ενικού του υπόηχος
υπόηχο	noun	αιτιατική ενικού του υπόηχος
υπόηχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόηχος
υπόηχος	noun	κάθε ήχος του οποίου η συχνότητα είναι χαμηλότερη από το κατώτατο όριο συχνοτήτων που μπορούν να γίνουν αντιληπτές από την ανθρώπινη ακοή
υπόηχου	noun	γενική ενικού του υπόηχος
υπόηχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπόηχος
υπόηχων	noun	γενική πληθυντικού του υπόηχος
υπόθαλπε	=	υποθάλπω
υπόθαλψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποθάλπω
υπόθαλψη	noun	η πράξη του υποθάλπω
υπόθαλψης	=	υπόθαλψη
υπόθεμα	noun	οτιδήποτε τοποθετείται ως βάση ή υποστήριγμα κάτω από κάτι άλλο
υπόθερμα	=	υπόθερμος
υπόθερμε	=	υπόθερμος
υπόθερμες	=	υπόθερμος
υπόθερμη	=	υπόθερμος
υπόθερμης	=	υπόθερμος
υπόθερμο	=	υπόθερμος
υπόθερμοι	=	υπόθερμος
υπόθερμος	adj|formal	που είναι κάπως θερμός
υπόθερμου	=	υπόθερμος
υπόθερμους	=	υπόθερμος
υπόθερμων	=	υπόθερμος
υπόθεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποθέτω
υπόθεση	noun	ένα θέμα που μας απασχολεί
υπόθεσης	noun	γενική ενικού του υπόθεση
υπόθεσις	noun	μονοτονική γραφή του ὑπόθεσις
υπόθετα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόθετο
υπόθετο	noun	μικρό κυλινδρικό (ή άλλου σχήματος) στερεό σκεύασμα με φαρμακευτική ουσία που τοποθετείται στον πρωκτό (ή στον γυναικείο κόλπο) και, αφού διαλυθεί, απελευθερώνει την φαρμακευτική ουσία στον οργανισμό
υπόθετου	noun	γενική ενικού του υπόθετο
υπόθετων	noun	γενική πληθυντικού του υπόθετο
υπόκαυστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόκαυστο
υπόκαυστε	adj	κλητική ενικού του υπόκαυστος
υπόκαυστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόκαυστη
υπόκαυστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόκαυστος
υπόκαυστης	adj	γενική ενικού του υπόκαυστη
υπόκαυστο	noun	υπόγεια αίθουσα, στην οποία άναβαν φωτιά, προκειμένου να θερμανθεί νερό, που μεταφερόταν με αγωγούς σε λουτρά ή δωμάτια των επάνω ορόφων
υπόκαυστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόκαυστος
υπόκαυστος	adj	που θερμαίνεται ή καίει (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) από κάτω, στο βάθος
υπόκαυστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόκαυστος
υπόκαυστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόκαυστος
υπόκαυστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόκαυστος
υπόκειμαι	verb	βρίσκομαι κάτω από κάτι
υπόκεντρα	=	υπόκεντρο
υπόκεντρο	noun	το σημείο κάτω από τη γήινη επιφάνεια, κατακόρυφα κάτω από το επίκεντρο, όπου βρίσκεται το κέντρο της ακτίνας δράσης ενός σεισμού
υπόκεντρου	=	υπόκεντρο
υπόκεντρων	=	υπόκεντρο
υπόκλεπτε	=	υποκλέπτω
υπόκλεψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκλέπτω
υπόκλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκλίνομαι
υπόκλισης	noun	γενική ενικού του υπόκλιση
υπόκοσμε	noun	κλητική ενικού του υπόκοσμος
υπόκοσμο	noun	αιτιατική ενικού του υπόκοσμος
υπόκοσμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόκοσμος
υπόκοσμος	noun	ο κόσμος που λειτουργεί με παραβατική ή παράνομη συμπεριφορά, συνήθως ζώντας στο περιθώριο της κοινωνίας
υπόκοσμου	noun	γενική ενικού του υπόκοσμος
υπόκοσμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπόκοσμος
υπόκοσμων	noun	γενική πληθυντικού του υπόκοσμος
υπόκριση	noun	το να είναι κάποιος υποκριτής / ηθοποιός
υπόκρισης	noun	γενική ενικού του υπόκριση
υπόκρουση	noun	η μουσική που ακούγεται συνοδευτικά σε κάτι άλλο (απαγγελία, τελετή κ.λπ.)
υπόκρουσης	noun	γενική ενικού του υπόκρουση
υπόκρυπτε	=	υποκρύπτω
υπόκρυψε	=	υποκρύπτω
υπόκρυψη	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκρύπτω
υπόκρυψης	=	υπόκρυψη
υπόκρυψις	noun|formal	άλλη μορφή του υπόκρυψη, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υποκρύπτω
υπόκυπτε	=	υποκύπτω
υπόκυψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποκύπτω
υπόκωφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπόκωφος	adv	με υπόκωφο τρόπο
υπόκωφε	adj	κλητική ενικού του υπόκωφος
υπόκωφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόκωφη
υπόκωφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόκωφος
υπόκωφης	adj	γενική ενικού του υπόκωφη
υπόκωφο	adj	αιτιατική ενικού του υπόκωφος
υπόκωφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόκωφος
υπόκωφος	adj	που ακούγεται σαν να προέρχεται από μεγάλο βάθος, βαθύς, πνιχτός
υπόκωφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόκωφος
υπόκωφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόκωφος
υπόκωφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόκωφος
υπόλειμμα	noun	κάτι λίγο που απομένει απ' ό,τι έχουμε χρησιμοποιήσει
υπόλευκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υπόλευκος	adv|rare	με υπόλευκο χρώμα
υπόλευκε	=	υπόλευκος
υπόλευκες	=	υπόλευκος
υπόλευκη	=	υπόλευκος
υπόλευκης	=	υπόλευκος
υπόλευκο	=	υπόλευκος
υπόλευκοι	=	υπόλευκος
υπόλευκος	adj|formal	που είναι σχεδόν λευκός
υπόλευκου	=	υπόλευκος
υπόλευκους	=	υπόλευκος
υπόλευκων	=	υπόλευκος
υπόληψη	noun	η καλή εικόνα που έχουν οι άλλοι για κάποιον, η καλή φήμη
υπόληψης	noun	γενική ενικού του υπόληψη
υπόλογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόλογο
υπόλογε	adj	κλητική ενικού του υπόλογος
υπόλογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόλογη
υπόλογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόλογος
υπόλογης	adj	γενική ενικού του υπόλογη
υπόλογο	adj	αιτιατική ενικού του υπόλογος
υπόλογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόλογος
υπόλογος	adj	αυτός που οφείλει να λογοδοτήσει για μια πράξη ή ενέργειά του
υπόλογου	adj	γενική ενικού του υπόλογος
υπόλογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόλογος
υπόλογων	adj	γενική πληθυντικού του υπόλογος
υπόλοιπα	=	υπόλοιπος
υπόλοιπε	=	υπόλοιπος
υπόλοιπες	=	υπόλοιπος
υπόλοιπη	=	υπόλοιπος
υπόλοιπης	=	υπόλοιπος
υπόλοιπο	noun	ό,τι έχει απομείνει από κάποιο σύνολο
υπόλοιποι	=	υπόλοιπος
υπόλοιπος	adj	που έχει απομείνει, αφού χρησιμοποιήθηκε ή λήθφηκε υπόψη ένα τμήμα του
υπόλοιπου	=	υπόλοιπος
υπόλοιπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόλοιπος
υπόλοιπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του υπόλοιπος
υπόμεινα	=	υπομένω
υπόμεινε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομένω
υπόμνημα	noun	η γραπτή αναφορά που αποσκοπεί στη γνωστοποίηση γεγονότων ή καταστάσεων σε ένα πρόσωπο μιας οικονομικής μονάδας, μιας εταιρείας ή μιας αρχής κ.λπ.
υπόμνησε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπομιμνήσκω
υπόμνησεις	=	υπόμνηση
υπόμνηση	noun	η υπενθύμιση
υπόμνησης	noun	γενική ενικού του υπόμνηση
υπόνοια	noun	η ιδέα, η άποψη ή η σκέψη που δεν αποδεικνύεται ακριβώς, απλώς στηρίζεται σε ενδείξεις
υπόνοιας	noun	γενική ενικού του υπόνοια
υπόνοιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόνοια
υπόνομε	noun	κλητική ενικού του υπόνομος
υπόνομο	noun	αιτιατική ενικού του υπόνομος
υπόνομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόνομος
υπόνομος	noun	αγωγός ομβρίων ή αστικών λυμάτων, συνήθως υπόγειος
υπόνομου	=	υπόνομος
υπόνομους	=	υπόνομος
υπόξανθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόξανθο
υπόξανθε	adj	κλητική ενικού του υπόξανθος
υπόξανθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόξανθη
υπόξανθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόξανθος
υπόξανθης	adj	γενική ενικού του υπόξανθη
υπόξανθο	adj	αιτιατική ενικού του υπόξανθος
υπόξανθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόξανθος
υπόξανθος	adj	που έχει χρώμα ξανθό ή σε παραπλήσιες αποχρώσεις
υπόξανθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόξανθος
υπόξανθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόξανθος
υπόξανθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόξανθος
υπόξινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόξινο
υπόξινε	adj	κλητική ενικού του υπόξινος
υπόξινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόξινη
υπόξινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόξινος
υπόξινης	adj	γενική ενικού του υπόξινη
υπόξινο	adj	αιτιατική ενικού του υπόξινος
υπόξινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόξινος
υπόξινος	adj|formal	που είναι κάπως ξινός
υπόξινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόξινος
υπόξινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόξινος
υπόξινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόξινος
υπόπεσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
υπόπικρα	=	υπόπικρος
υπόπικρε	=	υπόπικρος
υπόπικρες	=	υπόπικρος
υπόπικρη	=	υπόπικρος
υπόπικρης	=	υπόπικρος
υπόπικρο	=	υπόπικρος
υπόπικροι	=	υπόπικρος
υπόπικρος	adj|formal	κάπως πικρός
υπόπικρου	=	υπόπικρος
υπόπικρους	=	υπόπικρος
υπόπικρων	=	υπόπικρος
υπόπιπτε	=	υποπίπτω
υπόπνοια	noun	η παθολογική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται μείωση του βάθους και/ή της συχνότητας της αναπνοής, οδηγώντας σε ανεπαρκή οξυγόνωση του οργανισμού, συχνά κατά τη διάρκεια του ύπνου
υπόπνοιας	=	υπόπνοια
υπόπνοιες	=	υπόπνοια
υπόπτου	=	ύποπτος
υπόπτους	=	ύποπτος
υπόπτων	=	ύποπτος
υπόπυκνα	=	υπόπυκνος
υπόπυκνε	=	υπόπυκνος
υπόπυκνες	=	υπόπυκνος
υπόπυκνη	=	υπόπυκνος
υπόπυκνης	=	υπόπυκνος
υπόπυκνο	=	υπόπυκνος
υπόπυκνοι	=	υπόπυκνος
υπόπυκνος	adj	αραιός σε σχέση με κάτι άλλο ή μέσο όρο
υπόπυκνου	=	υπόπυκνος
υπόπυκνους	=	υπόπυκνος
υπόπυκνων	=	υπόπυκνος
υπόρραμμα	noun	η φόδρα
υπόρρητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόρρητο
υπόρρητε	adj	κλητική ενικού του υπόρρητος
υπόρρητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόρρητη
υπόρρητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόρρητος
υπόρρητης	adj	γενική ενικού του υπόρρητη
υπόρρητο	adj	αιτιατική ενικού του υπόρρητος
υπόρρητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόρρητος
υπόρρητος	adj	που δεν λέγεται ευθέως, αλλά αφήνεται να εννοηθεί έμμεσα
υπόρρητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόρρητος
υπόρρητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόρρητος
υπόρρητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόρρητος
υπόσαθρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσαθρο
υπόσαθρε	adj	κλητική ενικού του υπόσαθρος
υπόσαθρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσαθρη
υπόσαθρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόσαθρος
υπόσαθρης	adj	γενική ενικού του υπόσαθρη
υπόσαθρο	adj	αιτιατική ενικού του υπόσαθρος
υπόσαθροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόσαθρος
υπόσαθρος	adj|formal	κάπως σαθρός
υπόσαθρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόσαθρος
υπόσαθρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόσαθρος
υπόσαθρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόσαθρος
υπόσκαπτε	=	υποσκάπτω
υπόσκαφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσκαφο
υπόσκαφε	adj	κλητική ενικού του υπόσκαφος
υπόσκαφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσκαφη
υπόσκαφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόσκαφος
υπόσκαφης	adj	γενική ενικού του υπόσκαφη
υπόσκαφο	adj	αιτιατική ενικού του υπόσκαφος
υπόσκαφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόσκαφος
υπόσκαφος	adj	που έχει χτιστεί σε ειδικά διαμορφωμένη και σκαμμένη κοιλότητα στο έδαφος
υπόσκαφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόσκαφος
υπόσκαφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόσκαφος
υπόσκαφων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόσκαφος
υπόσκαψε	=	υποσκάπτω
υπόσκαψη	noun|formal	άλλη μορφή του υποσκαφή
υπόσκαψης	noun	γενική ενικού του υπόσκαψη
υπόσπονδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσπονδο
υπόσπονδε	adj	κλητική ενικού του υπόσπονδος
υπόσπονδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόσπονδη
υπόσπονδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόσπονδος
υπόσπονδης	adj	γενική ενικού του υπόσπονδη
υπόσπονδο	adj	αιτιατική ενικού του υπόσπονδος
υπόσπονδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόσπονδος
υπόσπονδος	adj|archaic	που προστατεύεται από συμφωνίες ή συνθήκες
υπόσπονδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόσπονδος
υπόσπονδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόσπονδος
υπόσπονδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόσπονδος
υπόσταση	noun	ύπαρξη, τρόπος ύπαρξης
υπόστασης	=	υπόσταση
υπόστεγα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόστεγο
υπόστεγο	noun	χώρος που έχει κάποια μορφή σκεπής και είναι ανοικτός τουλάχιστον από δύο πλευρές
υπόστεγου	noun	γενική ενικού του υπόστεγο
υπόστεγων	noun	γενική πληθυντικού του υπόστεγο
υπόστειλε	=	υποστέλλω
υπόστελλε	=	υποστέλλω
υπόστηκα	=	υφίσταμαι
υπόστικτα	=	υπόστικτος
υπόστικτε	=	υπόστικτος
υπόστικτες	=	υπόστικτος
υπόστικτη	=	υπόστικτος
υπόστικτης	=	υπόστικτος
υπόστικτο	=	υπόστικτος
υπόστικτοι	=	υπόστικτος
υπόστικτος	adj	που έχει από κάτω μικρά στίγματα, μικρές τελίτσες
υπόστικτου	=	υπόστικτος
υπόστικτους	=	υπόστικτος
υπόστικτων	=	υπόστικτος
υπόστροφα	=	υπόστροφος
υπόστροφε	=	υπόστροφος
υπόστροφες	=	υπόστροφος
υπόστροφη	=	υπόστροφος
υπόστροφης	=	υπόστροφος
υπόστροφο	=	υπόστροφος
υπόστροφοι	=	υπόστροφος
υπόστροφος	adj|formal	που επανεμφανίζεται, που επαναλαμβάνεται
υπόστροφου	=	υπόστροφος
υπόστροφους	=	υπόστροφος
υπόστροφων	=	υπόστροφος
υπόστρωμα	noun	οτιδήποτε βρίσκεται κάτω από μία επιφάνεια ως βάση
υπόστυλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόστυλο
υπόστυλε	adj	κλητική ενικού του υπόστυλος
υπόστυλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόστυλη
υπόστυλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υπόστυλος
υπόστυλης	adj	γενική ενικού του υπόστυλη
υπόστυλο	adj	αιτιατική ενικού του υπόστυλος
υπόστυλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπόστυλος
υπόστυλος	adj	που είναι στηριγμένος σε υποστυλώματα
υπόστυλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υπόστυλος
υπόστυλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υπόστυλος
υπόστυλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υπόστυλος
υπόσχεσαι	=	υπόσχομαι
υπόσχεση	noun	η διαβεβαίωση που δίνει κάποιος (οικειοθελώς ή όχι) ότι θα πραγματοποιήσει κάτι
υπόσχεσης	noun	γενική ενικού του υπόσχεση
υπόσχεστε	=	υπόσχομαι
υπόσχεται	=	υπόσχομαι
υπόσχομαι	verb	διαβεβαιώνω, δίνω τον λόγο μου ότι θα πραγματοποιήσω κάτι
υπόσχονται	=	υπόσχομαι
υπόσχονταν	=	υπόσχομαι
υπόταξα	=	υποτάσσω
υπόταξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποτάσσω
υπόταξη	noun	όπου μια δευτερεύουσα πρόταση συνδέεται και εξαρτάται από μία κύρια ώστε να προσδιοριστεί
υπόταξης	noun	γενική ενικού του υπόταξη
υπόταση	noun	αρτηριακή πίεση που είναι μικρότερη από τη φυσιολογική
υπότασης	=	υπόταση
υπότασσε	=	υποτάσσω
υπότιτλε	noun	κλητική ενικού του υπότιτλος
υπότιτλο	noun	αιτιατική ενικού του υπότιτλος
υπότιτλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπότιτλος
υπότιτλος	noun	δευτερεύων τίτλος που επεξηγεἰ ή επεκτείνει τον κύριο τίτλο ενός κειμένου
υπότιτλου	noun	γενική ενικού του υπότιτλος
υπότιτλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υπότιτλος
υπότιτλων	noun	γενική πληθυντικού του υπότιτλος
υπότονος	adj	που έχει μικρότερη οσμωτική πίεση από κάτι άλλο
υπότροπα	=	υπότροπος
υπότροπε	=	υπότροπος
υπότροπες	=	υπότροπος
υπότροπη	=	υπότροπος
υπότροπης	=	υπότροπος
υπότροπο	=	υπότροπος
υπότροποι	=	υπότροπος
υπότροπος	adj	που παρουσιάζει υποτροπή, που διαπράττει ξανά παράνομη πράξη
υπότροπου	=	υπότροπος
υπότροπους	=	υπότροπος
υπότροπων	=	υπότροπος
υπότροφα	=	υπότροφος
υπότροφε	noun	κλητική ενικού του υπότροφος
υπότροφες	=	υπότροφος
υπότροφη	=	υπότροφος
υπότροφης	=	υπότροφος
υπότροφο	noun	αιτιατική ενικού του υπότροφος
υπότροφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υπότροφος
υπότροφος	noun	σπουδαστής που έχει κερδίσει υποτροφία
υπότροφου	=	υπότροφος
υπότροφους	=	υπότροφος
υπότροφων	=	υπότροφος
υπόφαια	=	υπόφαιος
υπόφαιας	=	υπόφαιος
υπόφαιε	=	υπόφαιος
υπόφαιες	=	υπόφαιος
υπόφαιη	=	υπόφαιος
υπόφαιης	=	υπόφαιος
υπόφαιο	=	υπόφαιος
υπόφαιοι	=	υπόφαιος
υπόφαιον	=	υπόφαιος
υπόφαιος	adj	ελαφρώς φαιός, ελαφρώς γκρίζος
υπόφαιου	=	υπόφαιος
υπόφαιους	=	υπόφαιος
υπόφαιων	=	υπόφαιος
υπόφερα	=	υποφέρω
υπόφεραν	=	υποφέρω
υπόφερε	=	υποφέρω
υπόφερες	=	υποφέρω
υπόφραγμα	noun	ο χώρος κάτω από το κυρίως κατάστρωμα πλοίου, μεταξύ των διαφόρων καταστρωμάτων, που χρησιμοποιείται συνήθως για αποθήκευση ή μηχανολογικές εγκαταστάσεις
υπόφυση	noun	ενδοκρινής αδένας στη βάση του εγκεφάλου που ρυθμίζει τη λειτουργία άλλων αδένων και συστημάτων μέσω της έκκρισης ορμονών
υπόφυσης	=	υπόφυση
υπόχρεα	=	υπόχρεος
υπόχρεε	=	υπόχρεος
υπόχρεες	=	υπόχρεος
υπόχρεη	=	υπόχρεος
υπόχρεης	=	υπόχρεος
υπόχρεο	=	υπόχρεος
υπόχρεοι	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπόχρεος
υπόχρεος	adj	που έχει υποχρέωση για κάτι
υπόχρεου	=	υπόχρεος
υπόχρεους	=	υπόχρεος
υπόχρεων	=	υπόχρεος
υπόχρυσα	=	υπόχρυσος
υπόχρυσε	=	υπόχρυσος
υπόχρυσες	=	υπόχρυσος
υπόχρυση	=	υπόχρυσος
υπόχρυσης	=	υπόχρυσος
υπόχρυσο	=	υπόχρυσος
υπόχρυσοι	=	υπόχρυσος
υπόχρυσος	adj	που χρυσίζει
υπόχρυσου	=	υπόχρυσος
υπόχρυσους	=	υπόχρυσος
υπόχρυσων	=	υπόχρυσος
υπόψη	adv	στο μυαλό μου
υπόψιν	adv	να θυμάσαι, να θυμάστε
υπόψυχρος	adj|formal	που είναι κάπως ψυχρός
υπώνυμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπώνυμο
υπώνυμο	noun	λέξη που εντάσσεται σημασιολογικά σε μια ευρύτερη έννοια
υπώνυμου	noun	γενική ενικού του υπώνυμο
υπώρεια	noun	οι πρόποδες λόφου ή βουνού
υπώρειας	noun	γενική ενικού του υπώρεια
υπώρειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπώρεια
υσμα	abbrev	υπηρεσία με αρμοδιότητες τη συντήρηση, αναστήλωση και τεκμηρίωση των μνημείων της Ακρόπολης στην Αθήνα
υσσώπου	=	ύσσωπος
υσσώπους	=	ύσσωπος
υσσώπων	=	ύσσωπος
υστέρα	noun	το όργανο του θηλυκού, ανθρώπων και ζώων, στο οποίο κυοφορείται τό έμβρυο
υστέρας	=	υστέρα
υστέρες	=	υστέρα
υστέρημα	noun	έλλειψη, έλλειμμα
υστέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστέρηση	noun	το φαινόμενο (σε μαγνητικά, ελαστικά και θερμοδυναμικά συστήματα) κατά το οποίο η κατάσταση ενός συστήματος εξαρτάται όχι μόνο από τις παρούσες συνθήκες αλλά και από την προηγούμενη κατάστασή του και όπου η απόκριση μιας μεταβλητής καθυστερεί σε σχέση με την αιτία που την προκαλεί
υστέρησης	noun	γενική ενικού του υστέρηση
υστέρω	noun	υστερική γυναίκα
υστέρων	=	ύστερων
υστέρως	=	υστέρω
υστγος	abbrev	υποστράτηγος
υστερήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστέρημα
υστερήματος	noun	γενική ενικού του υστέρημα
υστερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσαν	=	υστερώ
υστερήσανε	=	υστερώ
υστερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υστερώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστέρηση
υστερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του υστέρηση
υστερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του υστέρηση
υστερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσουνε	=	υστερώ
υστερήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υστερώ
υστερίας	noun	γενική ενικού του υστερία
υστερίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερία
υστεραία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστεραίος
υστεραίας	adj	γενική ενικού του υστεραία
υστεραίε	adj	υστεραίος, στην κλητική του ενικού
υστεραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεραία
υστεραίο	adj	υστεραίος, στην αιτιατική του ενικού
υστεραίοι	adj	υστεραίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
υστεραίος	adj|formal	ο κατοπινός, ο επόμενος
υστεραίου	adj	γενική ενικού του υστεραίος
υστεραίους	adj	υστεραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
υστεραίων	=	υστεραίος
υστεραλγία	noun	πόνος της μήτρας μετά τη γέννηση του εμβρύου, νευραλγία μήτρας
υστεραλγίας	noun	γενική ενικού του υστεραλγία
υστεραλγίες	=	υστεραλγία
υστεραλγιών	noun	γενική πληθυντικού του υστεραλγία
υστερεί	=	υστερώ
υστερείς	=	υστερώ
υστερείτε	=	υστερώ
υστερεκτομές	=	υστερεκτομή
υστερεκτομή	noun	χειρουργική επέμβαση για (ολική ή μερική) αφαίρεση μήτρας
υστερεκτομής	=	υστερεκτομή
υστερεκτομών	=	υστερεκτομή
υστερημάτων	noun	γενική πληθυντικού του υστέρημα
υστερημένος	=	υστερώ
υστερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερικό	adv	σπασμωδικά, με ανεξέλεγκτη και υπερβολική συμπεριφορά
υστερικέ	adj	κλητική ενικού του υστερικός
υστερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερική
υστερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστερικός
υστερικής	adj	γενική ενικού του υστερική
υστερικιά	adj	υστερική
υστερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερικός
υστερικού	adj	γενική ενικού του υστερικός
υστερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστερικός
υστερικό	adj	αιτιατική ενικού του υστερικός
υστερικός	adj	που πάσχει από υστερία	noun	που είναι υστερικός
υστερικών	adj	γενική πληθυντικού του υστερικός
υστερινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υστερινός	adv	σε υστερινό χρόνο
υστερινέ	adj	κλητική ενικού του υστερινός
υστερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερινή
υστερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστερινός
υστερινής	adj	γενική ενικού του υστερινή
υστερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερινός
υστερινού	adj	γενική ενικού του υστερινός
υστερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστερινός
υστερινό	adj	αιτιατική ενικού του υστερινός
υστερινός	adj	άλλη μορφή του στερνός
υστερινών	adj	γενική πληθυντικού του υστερινός
υστερισμός	noun|dated	η υστερία
υστεριών	noun	γενική πληθυντικού του υστερία
υστερνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υστερνός	adv	σε υστερνό χρόνο, στα τελευταία
υστερνέ	adj	κλητική ενικού του υστερνός
υστερνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερνή
υστερνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστερνός
υστερνής	adj	γενική ενικού του υστερνή
υστερνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερνός
υστερνού	adj	γενική ενικού του υστερνός
υστερνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστερνός
υστερνό	adj	αιτιατική ενικού του υστερνός
υστερνός	adj|vulgar	άλλη μορφή του υστερινός, στερνός
υστερνών	adj	γενική πληθυντικού του υστερνός
υστεροβουλία	noun	η συγκάλυψη των ιδιοτελών στόχων με την προβολή μιας έντονα φιλικής διάθεσης προς τους άλλους
υστεροβουλίας	noun	γενική ενικού του υστεροβουλία
υστεροβουλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροβουλία
υστεροβουλιών	noun	γενική πληθυντικού του υστεροβουλία
υστεροβούλως	adv|formal	υστερόβουλα
υστεροβυζαντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινέ	adj	κλητική ενικού του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροβυζαντινή
υστεροβυζαντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινής	adj	γενική ενικού του υστεροβυζαντινή
υστεροβυζαντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινού	adj	γενική ενικού του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινό	adj	αιτιατική ενικού του υστεροβυζαντινός
υστεροβυζαντινός	adj	Ο αναφερόμενος στην ύστερη περίοδο του Βυζαντίου: περίπου από το 1204 μ.χ. (άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους) έως το 1453 μ.χ. (άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, αρχή της τουρκοκρατίας).
υστεροβυζαντινών	adj	γενική πληθυντικού του υστεροβυζαντινός
υστερογενές	=	υστερογενής
υστερογενή	=	υστερογενής
υστερογενής	adj	που συμβαίνει σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο ή περίοδο
υστερογενείς	=	υστερογενής
υστερογενούς	=	υστερογενής
υστερογενών	=	υστερογενής
υστερογενώς	adv	μεταγενέστερα, ύστερα από κάποιο χρονικό σημείο
υστερογράφου	=	υστερόγραφο
υστερογράφων	=	υστερόγραφο
υστεροελλαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροελλαδικό
υστεροελλαδικέ	adj	κλητική ενικού του υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροελλαδική
υστεροελλαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικής	adj	γενική ενικού του υστεροελλαδική
υστεροελλαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικού	adj	γενική ενικού του υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικό	adj	αιτιατική ενικού του υστεροελλαδικός
υστεροελλαδικός	adj	σχετικός με την τελευταία εποχή του χαλκού στην Ελλάδα
υστεροελλαδικών	adj	γενική πληθυντικού του υστεροελλαδικός
υστεροκορινθιακά	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακέ	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακές	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακή	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακής	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακοί	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακού	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακούς	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακό	=	υστεροκορινθιακός
υστεροκορινθιακός	adj	που έχει σχέση με την ύστερη περίοδο της κορινθιακής τέχνης ή με την ύστερη περίοδο της (αρχαίας) κορινθιακής ιστορίας, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
υστεροκορινθιακών	=	υστεροκορινθιακός
υστερολατινικά	noun	γλώσσα που εξελίχθηκε από την κλασική λατινική και ομιλούταν στη δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά την ύστερη αρχαιότητα
υστερολατινικών	=	υστερολατινικά
υστερολογία	noun	αυτά που λέγονται μετά το πέρας της συζήτησης
υστερολογίας	noun	γενική ενικού του υστερολογία
υστερολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερολογία
υστερολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υστερολογία
υστερολογώ	verb|formal	εκφέρω λόγο στο τέλος μιας ομιλίας ή συζήτησης, συχνά για να ενισχύσω ή να συμπληρώσω προηγούμενα λεγόμενα
υστερολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υστερολογώ
υστερομεσαιωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερομεσαιωνικό
υστερομεσαιωνικέ	adj	κλητική ενικού του υστερομεσαιωνικός
υστερομεσαιωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερομεσαιωνική
υστερομεσαιωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστερομεσαιωνικός
υστερομεσαιωνικής	adj	γενική ενικού του υστερομεσαιωνική
υστερομεσαιωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερομεσαιωνικός
υστερομεσαιωνικού	adj	γενική ενικού του υστερομεσαιωνικός
υστερομεσαιωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστερομεσαιωνικός
υστερομεσαιωνικό	adj	αιτιατική ενικού του υστερομεσαιωνικός
υστερομεσαιωνικός	adj	που αφορά την ιστορική περίοδο του Ύστερου Μεσαίωνα
υστερομεσαιωνικών	adj	γενική πληθυντικού του υστερομεσαιωνικός
υστεροπτωσία	noun	η πρόπτωση της μήτρας, δηλαδή η παθολογική κάθοδος ή έξοδος της μήτρας από τη φυσιολογική της θέση προς τον κόλπο ή έξω από αυτόν, λόγω εξασθένησης των πυελικών μυών και των συνδέσμων που τη συγκρατούν
υστεροπτωσίας	=	υστεροπτωσία
υστεροπτωσίες	=	υστεροπτωσία
υστεροπτωσιών	=	υστεροπτωσία
υστεροπτώσεις	=	υστερόπτωση
υστεροπτώσεων	=	υστερόπτωση
υστεροσκοπήσεις	=	υστεροσκόπηση
υστεροσκοπήσεων	=	υστεροσκόπηση
υστεροσκοπίου	=	υστεροσκόπιο
υστεροσκοπίων	=	υστεροσκόπιο
υστεροσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροσκοπικό
υστεροσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του υστεροσκοπικός
υστεροσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροσκοπική
υστεροσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστεροσκοπικός
υστεροσκοπικής	adj	γενική ενικού του υστεροσκοπική
υστεροσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστεροσκοπικός
υστεροσκοπικού	adj	γενική ενικού του υστεροσκοπικός
υστεροσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστεροσκοπικός
υστεροσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του υστεροσκοπικός
υστεροσκοπικός	adj	που έχει σχέση με την υστεροσκόπηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
υστεροσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του υστεροσκοπικός
υστεροσκόπηση	noun	ιατρική διαγνωστική ή επεμβατική μέθοδος εξέτασης της μήτρας με τη χρήση υστεροσκοπίου, συνήθως μέσω του κόλπου και του τραχήλου
υστεροσκόπησης	=	υστεροσκόπηση
υστεροσκόπια	=	υστεροσκόπιο
υστεροσκόπιο	noun	ιατρικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την εξέταση της μήτρας κατά τη διάρκεια της υστεροσκόπησης, συνήθως με την ενσωμάτωση κάμερας, για να παρακολουθούνται οι εσωτερικές δομές
υστεροσκόπιου	=	υστεροσκόπιο
υστεροσκόπιων	=	υστεροσκόπιο
υστεροτοκία	noun	η διαδικασία κατά την οποία αποβάλλεται φυσικά ή αφαιρείται τεχνητά το ύστερο, ο πλακούντας και οι εμβρυϊκοί υμένες από τη μήτρα μετά τον τοκετό
υστεροτοκίας	=	υστεροτοκία
υστεροτοκίες	=	υστεροτοκία
υστεροτοκιών	=	υστεροτοκία
υστεροτόκου	=	υστερότοκος
υστεροτόκους	=	υστερότοκος
υστεροτόκων	=	υστερότοκος
υστεροφημία	noun	η καλή φήμη που αποκτά κάποιος μετά το θάνατό του
υστεροφημίας	noun	γενική ενικού του υστεροφημία
υστεροφημίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστεροφημία
υστεροφημιών	noun	γενική πληθυντικού του υστεροφημία
υστερούμε	=	υστερώ
υστερούν	=	υστερώ
υστερούνε	=	υστερώ
υστερούσα	=	υστερώ
υστερούσαμε	=	υστερώ
υστερούσαν	=	υστερώ
υστερούσανε	=	υστερώ
υστερούσατε	=	υστερώ
υστερούσε	=	υστερώ
υστερούσες	=	υστερώ
υστερόβουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υστερόβουλος	adv	με υστεροβουλία
υστερόβουλε	adj	κλητική ενικού του υστερόβουλος
υστερόβουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερόβουλη
υστερόβουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστερόβουλος
υστερόβουλης	adj	γενική ενικού του υστερόβουλη
υστερόβουλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του υστερόβουλος
υστερόβουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερόβουλος
υστερόβουλος	adj	που ενεργεί με υστεροβουλία, που κάνει κάτι χωρίς να φανερώνει ότι έχει απώτερο σκοπό να ικανοποιήσει ιδιοτελή συμφέροντα και επιδιώξεις
υστερόβουλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υστερόβουλος
υστερόβουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστερόβουλος
υστερόβουλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υστερόβουλος
υστερόγραφα	=	υστερόγραφο
υστερόγραφο	noun	κείμενο το οποίο περιλαμβάνεται στο τέλος επιστολής (κατά κύριο λόγο έντυπης), γιατί ο συγγραφέας της ξέχασε να συμπεριλάβει στο κυρίως κείμενο ή γιατί αναφέρεται σε κάτι που δεν ήταν το κύριο θέμα και δεν ήθελε να το συμπεριλάβει στο κείμενο ή γιατί ήθελε να το ξεχωρίσει για λόγους εντυπωσιασμού
υστερόγραφου	=	υστερόγραφο
υστερόγραφων	=	υστερόγραφο
υστερόπονε	=	υστερόπονος
υστερόπονο	=	υστερόπονος
υστερόπονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερόπονος
υστερόπονος	noun	πόνος που εμφανίζεται μετά τη γέννα, κατά τη διάρκεια της λοχείας
υστερόπονου	=	υστερόπονος
υστερόπονους	=	υστερόπονος
υστερόπονων	=	υστερόπονος
υστερόπτωση	noun	άλλη μορφή του υστεροπτωσία
υστερόπτωσης	=	υστερόπτωση
υστερότερα	adv|vulgar	αργότερα, πιο μετά, παραΰστερα
υστερότοκα	=	υστερότοκος
υστερότοκε	=	υστερότοκος
υστερότοκες	=	υστερότοκος
υστερότοκη	=	υστερότοκος
υστερότοκης	=	υστερότοκος
υστερότοκο	=	υστερότοκος
υστερότοκοι	=	υστερότοκος
υστερότοκος	noun	στερνοπαίδι	adj	που γεννήθηκε τελευταίος
υστερότοκου	=	υστερότοκος
υστερότοκους	=	υστερότοκος
υστερότοκων	=	υστερότοκος
υστερόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερόχρονο
υστερόχρονε	adj	κλητική ενικού του υστερόχρονος
υστερόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υστερόχρονη
υστερόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υστερόχρονος
υστερόχρονης	adj	γενική ενικού του υστερόχρονη
υστερόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του υστερόχρονος
υστερόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υστερόχρονος
υστερόχρονος	adj	που εμφανίζεται ή γίνεται ύστερα από κάτι άλλο, σε μεταγενέστερο χρόνο
υστερόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υστερόχρονος
υστερόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υστερόχρονος
υστερόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υστερόχρονος
υστερώ	verb	είμαι κατώτερος σε σύγκριση με (+ γενική / έναντι + γενική / από + αιτιατική)
υστερών	=	υστέρα
υστερώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υστερώ
υτρίου	=	ύτριο
υτρίων	=	ύτριο
υττέρβιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 70 και χημικό σύμβολο το Yb
υττερβίου	=	υττέρβιο
υττρίου	=	ύττριο
υυ	abbrev	ανεξάρτητη υπηρεσία του ΓΕΝ.
υφ	abbrev	ανεξάρτητη υπηρεσία του ΓΕΝ που έχει την επιμέλεια των φάρων και φανών της χώρας
υφάδι	noun	το νήμα που υφαίνεται στον υφαντικό ιστό, εγκάρσια προς το στημόνι
υφάδια	=	υφάδι
υφάκι	noun	το ύφος
υφάκια	=	υφάκι
υφάλμυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφάλμυρο
υφάλμυρε	adj	κλητική ενικού του υφάλμυρος
υφάλμυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφάλμυρη
υφάλμυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφάλμυρος
υφάλμυρης	adj	γενική ενικού του υφάλμυρη
υφάλμυρο	adj	αιτιατική ενικού του υφάλμυρος
υφάλμυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφάλμυρος
υφάλμυρος	adj	λίγο αλμυρός
υφάλμυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υφάλμυρος
υφάλμυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφάλμυρος
υφάλμυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υφάλμυρος
υφάλου	=	ύφαλος
υφάλους	=	ύφαλος
υφάλων	noun	γενική πληθυντικού του ύφαλος
υφάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάναν	=	υφαίνω
υφάνανε	=	υφαίνω
υφάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάνθηκα	=	υφαίνω
υφάνθηκαν	=	υφαίνω
υφάνθηκε	=	υφαίνω
υφάνθηκες	=	υφαίνω
υφάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύφανση
υφάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ύφανση
υφάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ύφανση
υφάνσου	=	υφαίνω
υφάντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάντρα	noun|vulgar	άλλη μορφή του υφάντρια, θηλυκό του υφαντής
υφάντρας	noun	γενική ενικού του υφάντρα
υφάντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφάντρα
υφάντρια	noun	θηλυκό του υφαντής
υφάντριας	noun	γενική ενικού του υφάντρια
υφάντριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφάντρια
υφάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
υφάρπαζα	=	υφαρπάζω
υφάρπαζαν	=	υφαρπάζω
υφάρπαζε	=	υφαρπάζω
υφάρπαζες	=	υφαρπάζω
υφάρπαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφάρπαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφάρπαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφάρπαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύφασμα
υφάσματος	noun	γενική ενικού του ύφασμα
υφέν	noun	σημάδι (‿) που τίθεται για να δηλώσουμε την συνεκφώνηση δύο γειτονικών φωνηέντων ή διφθόγγων
υφέρπον	=	υφέρπων
υφέρποντα	=	υφέρπων
υφέρποντες	=	υφέρπων
υφέρποντος	=	υφέρπων
υφέρπουσα	=	υφέρπων
υφέρπουσας	=	υφέρπων
υφέρπουσες	=	υφέρπων
υφέρπω	verb|formal	εξαπλώνομαι, αναπτύσσομαι ή διαδίδομαι χωρίς να γίνομαι άμεσα ή αμέσως αντιληπτός και με ύπουλο τρόπο
υφέρπων	verb|formal	που υφέρπει
υφές	=	υφή
υφέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύφεση
υφέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ύφεση
υφέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ύφεση
υφέσιμα	=	υφέσιμος
υφέσιμε	=	υφέσιμος
υφέσιμες	=	υφέσιμος
υφέσιμη	=	υφέσιμος
υφέσιμης	=	υφέσιμος
υφέσιμο	=	υφέσιμος
υφέσιμοι	=	υφέσιμος
υφέσιμος	adj|formal	που επιδέχεται ύφεση
υφέσιμου	=	υφέσιμος
υφέσιμους	=	υφέσιμος
υφέσιμων	=	υφέσιμος
υφή	noun	ο τρόπος που διασταυρώνονται οι ίνες του υφάσματος μεταξύ τους
υφήλιε	=	υφήλιος
υφήλιο	=	υφήλιος
υφήλιοι	=	υφήλιος
υφήλιος	noun	όλη η γη, η οικουμένη, ο κόσμος
υφήρπασα	=	υφαρπάζω
υφής	=	υφή
υφίσταμαι	verb	υπάρχω
υφα	abbrev	συντομογραφία του υγροποιημένο φυσικό αέριο
υφαίναμε	=	υφαίνω
υφαίναν	=	υφαίνω
υφαίνανε	=	υφαίνω
υφαίνατε	=	υφαίνω
υφαίνει	=	υφαίνω
υφαίνεις	=	υφαίνω
υφαίνεσαι	=	υφαίνω
υφαίνεστε	=	υφαίνω
υφαίνεται	=	υφαίνω
υφαίνετε	=	υφαίνω
υφαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος υφαίνω
υφαίνονται	=	υφαίνω
υφαίνονταν	=	υφαίνω
υφαίνοντας	=	υφαίνω
υφαίνουμε	=	υφαίνω
υφαίνουν	=	υφαίνω
υφαίνουνε	=	υφαίνω
υφαίνω	verb	διαπλέκω νήματα σε αργαλειό (ή άλλο σχετικό μηχάνημα) και έτσι φτιάχνω ένα ύφασμα
υφαίρεση	noun	ο υπολογισμός του ποσού που αφαιρείται από το χρέος, όταν αυτό προεξοφλείται (διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική υφαίρεση)
υφαίρεσης	noun	γενική ενικού του υφαίρεση
υφαδιού	=	υφάδι
υφαδιών	=	υφάδι
υφαινόμασταν	=	υφαίνω
υφαινόμαστε	=	υφαίνω
υφαινόμουν	=	υφαίνω
υφαινόμουνα	=	υφαίνω
υφαινόντουσαν	=	υφαίνω
υφαινόσασταν	=	υφαίνω
υφαινόσαστε	=	υφαίνω
υφαινόσουν	=	υφαίνω
υφαινόσουνα	=	υφαίνω
υφαινόταν	=	υφαίνω
υφαινότανε	=	υφαίνω
υφαιρέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαίρεση
υφαιρέσεων	noun	γενική πληθυντικού του υφαίρεση
υφαιρέσεως	noun|formal	γενική ενικού του υφαίρεση
υφαλμυροτήτων	=	υφαλμυρότητα
υφαλμυρότητα	noun	που έχει κάπως αλμυρή γεύση
υφαλμυρότητας	=	υφαλμυρότητα
υφαλμυρότητες	=	υφαλμυρότητα
υφαλμυρώσεις	=	υφαλμύρωση
υφαλμυρώσεων	=	υφαλμύρωση
υφαλμύρωση	noun	η αύξηση της ποσότητας αλατιού στα γλυκά νερά, λόγω της εισαγωγής θαλασσινού νερού
υφαλμύρωσης	=	υφαλμύρωση
υφαλοδείκτες	=	υφαλοδείκτης
υφαλοδείκτη	=	υφαλοδείκτης
υφαλοδείκτης	noun	σημαδούρα ή σημαντήρας που υποδεικνύει τη θέση υφάλου
υφαλοδείχτες	=	υφαλοδείχτης
υφαλοδείχτη	=	υφαλοδείχτης
υφαλοδείχτης	noun	άλλη μορφή του υφαλοδείκτης
υφαλοδεικτών	=	υφαλοδείκτης
υφαλοδειχτών	=	υφαλοδείχτης
υφαλοκρηπίδα	noun	το τμήμα του παράκτιου βυθού της θάλασσας το οποίο αποτελεί την ομαλή προέκταση της ακτής κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ως το σημείο στο οποίο αυτή διακόπτεται απότομα (εκεί όπου ο βυθός αποκτά απότομη κλίση 30-45 μοίρες)
υφαλοκρηπίδας	=	υφαλοκρηπίδα
υφαλοκρηπίδες	=	υφαλοκρηπίδα
υφαλοκρηπίδων	=	υφαλοκρηπίδα
υφαλοχρωμάτων	=	υφαλόχρωμα
υφαλοχρωματισμέ	=	υφαλοχρωματισμός
υφαλοχρωματισμοί	=	υφαλοχρωματισμός
υφαλοχρωματισμού	=	υφαλοχρωματισμός
υφαλοχρωματισμούς	=	υφαλοχρωματισμός
υφαλοχρωματισμό	=	υφαλοχρωματισμός
υφαλοχρωματισμός	noun	η εφαρμογή υφαλοχρώματος στα ύφαλα σκάφους
υφαλοχρωματισμών	=	υφαλοχρωματισμός
υφαλοχρωματιστές	=	υφαλοχρωματιστής
υφαλοχρωματιστή	=	υφαλοχρωματιστής
υφαλοχρωματιστής	noun	τεχνίτης ειδικευμένος στο βάψιμο των υφάλων των πλοίων
υφαλοχρωματιστών	=	υφαλοχρωματιστής
υφαλοχρώματα	=	υφαλόχρωμα
υφαλοχρώματος	=	υφαλόχρωμα
υφαλόχρωμα	noun	χρώμα για υφαλοχρωματισμό
υφανθήκαμε	=	υφαίνω
υφανθήκαν	=	υφαίνω
υφανθήκανε	=	υφαίνω
υφανθήκατε	=	υφαίνω
υφανθεί	=	υφαίνω
υφανθείτε	=	υφαίνω
υφαντά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υφαντός	adv	με υφαντό τρόπο, με ύφανση
υφαντέ	adj	κλητική ενικού του υφαντός
υφαντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντή
υφαντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφαντός
υφαντήρια	=	υφαντήριο
υφαντήριο	noun	επιχείρηση (εργαστήριο ή εργοστάσιο) που κατασκευάζει υφάσματα
υφαντήριου	=	υφαντήριο
υφαντήριων	=	υφαντήριο
υφαντής	noun	αυτός που υφαίνει, που ξέρει την τέχνη της υφαντικής	adj	γενική ενικού του υφαντή
υφαντηρίου	=	υφαντήριο
υφαντηρίων	=	υφαντήριο
υφαντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντικό
υφαντικέ	adj	κλητική ενικού του υφαντικός
υφαντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντική
υφαντική	noun	η τέχνη του υφαντή, της ύφανσης	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφαντικός
υφαντικής	adj	γενική ενικού του υφαντική
υφαντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφαντικός
υφαντικού	adj	γενική ενικού του υφαντικός
υφαντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφαντικός
υφαντικό	adj	αιτιατική ενικού του υφαντικός
υφαντικός	adj	σχετικός με την ύφανση
υφαντικών	adj	γενική πληθυντικού του υφαντικός
υφαντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφαντός
υφαντοποικιλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντοποικιλτικό
υφαντοποικιλτικέ	adj	κλητική ενικού του υφαντοποικιλτικός
υφαντοποικιλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντοποικιλτική
υφαντοποικιλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφαντοποικιλτικός
υφαντοποικιλτικής	adj	γενική ενικού του υφαντοποικιλτική
υφαντοποικιλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφαντοποικιλτικός
υφαντοποικιλτικού	adj	γενική ενικού του υφαντοποικιλτικός
υφαντοποικιλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφαντοποικιλτικός
υφαντοποικιλτικό	adj	αιτιατική ενικού του υφαντοποικιλτικός
υφαντοποικιλτικός	adj|formal	που είναι υφασμένος και πάνω του έχει ποικίλματα
υφαντοποικιλτικών	adj	γενική πληθυντικού του υφαντοποικιλτικός
υφαντουργέ	noun	κλητική ενικού του υφαντουργός
υφαντουργία	noun	η βιομηχανία της παραγωγής υφασμάτων
υφαντουργίας	noun	γενική ενικού του υφαντουργία
υφαντουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντουργία
υφαντουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντουργείο
υφαντουργείο	noun	το υφαντήριο
υφαντουργείου	noun	γενική ενικού του υφαντουργείο
υφαντουργείων	noun	γενική πληθυντικού του υφαντουργείο
υφαντουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντουργικό
υφαντουργικέ	adj	κλητική ενικού του υφαντουργικός
υφαντουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαντουργική
υφαντουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφαντουργικός
υφαντουργικής	adj	γενική ενικού του υφαντουργική
υφαντουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφαντουργικός
υφαντουργικού	adj	γενική ενικού του υφαντουργικός
υφαντουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφαντουργικός
υφαντουργικό	adj	αιτιατική ενικού του υφαντουργικός
υφαντουργικός	adj	σχετικός με την υφαντουργία
υφαντουργικών	adj	γενική πληθυντικού του υφαντουργικός
υφαντουργιών	noun	γενική πληθυντικού του υφαντουργία
υφαντουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφαντουργός
υφαντουργού	noun	γενική ενικού του υφαντουργός
υφαντουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υφαντουργός
υφαντουργό	noun	αιτιατική ενικού του υφαντουργός
υφαντουργός	noun	ο παραγωγός υφασμάτων
υφαντουργών	noun	γενική πληθυντικού του υφαντουργός
υφαντού	adj	γενική ενικού του υφαντός
υφαντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφαντός
υφαντριών	noun	γενική πληθυντικού του υφάντρια
υφαντρών	noun	γενική πληθυντικού του υφάντρα
υφαντό	adj	αιτιατική ενικού του υφαντός
υφαντός	adj	που έχει φτιαχτεί σε αργαλειό
υφαντών	adj	γενική πληθυντικού του υφαντός
υφαρπάζαμε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζαν	=	υφαρπάζω
υφαρπάζανε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζατε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζει	=	υφαρπάζω
υφαρπάζεις	=	υφαρπάζω
υφαρπάζεσαι	=	υφαρπάζω
υφαρπάζεστε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζεται	=	υφαρπάζω
υφαρπάζετε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζομαι	=	υφαρπάζω
υφαρπάζονται	=	υφαρπάζω
υφαρπάζονταν	=	υφαρπάζω
υφαρπάζοντας	=	υφαρπάζω
υφαρπάζου	=	υφαρπάζω
υφαρπάζουμε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζουν	=	υφαρπάζω
υφαρπάζουνε	=	υφαρπάζω
υφαρπάζω	verb	οικειοποιούμαι κάτι που δεν είναι δικό μου με επιτήδειο τρόπο
υφαρπάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξαν	=	υφαρπάζω
υφαρπάξανε	=	υφαρπάζω
υφαρπάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υφαρπάζω
υφαρπάσου	=	υφαρπάζω
υφαρπάχθηκα	=	υφαρπάζω
υφαρπάχτηκα	=	υφαρπάζω
υφαρπάχτηκαν	=	υφαρπάζω
υφαρπάχτηκε	=	υφαρπάζω
υφαρπάχτηκες	=	υφαρπάζω
υφαρπαγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφαρπαγή
υφαρπαγή	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υφαρπάζω
υφαρπαγής	=	υφαρπαγή
υφαρπαγμένος	=	υφαρπάζω
υφαρπαγών	=	υφαρπαγή
υφαρπαζόμασταν	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόμαστε	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόμουν	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόμουνα	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόντουσαν	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόσασταν	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόσαστε	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόσουν	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόσουνα	=	υφαρπάζω
υφαρπαζόταν	=	υφαρπάζω
υφαρπαζότανε	=	υφαρπάζω
υφαρπαχτήκαμε	=	υφαρπάζω
υφαρπαχτήκαν	=	υφαρπάζω
υφαρπαχτήκανε	=	υφαρπάζω
υφαρπαχτήκατε	=	υφαρπάζω
υφαρπαχτεί	=	υφαρπάζω
υφαρπαχτείτε	=	υφαρπάζω
υφασμάτινα	=	υφασμάτινος
υφασμάτινε	=	υφασμάτινος
υφασμάτινες	=	υφασμάτινος
υφασμάτινη	=	υφασμάτινος
υφασμάτινης	=	υφασμάτινος
υφασμάτινο	=	υφασμάτινος
υφασμάτινοι	=	υφασμάτινος
υφασμάτινος	adj	που αποτελείται από ύφασμα
υφασμάτινου	=	υφασμάτινος
υφασμάτινους	=	υφασμάτινος
υφασμάτινων	=	υφασμάτινος
υφασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ύφασμα
υφασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφασμένο
υφασμένε	verb	κλητική ενικού του υφασμένος
υφασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφασμένη
υφασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφασμένος
υφασμένης	verb	γενική ενικού του υφασμένη
υφασμένο	verb	αιτιατική ενικού του υφασμένος
υφασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφασμένος
υφασμένος	=	υφαίνω
υφασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υφασμένος
υφασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του υφασμένος
υφασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υφασμένος
υφασματέμπορε	noun	κλητική ενικού του υφασματέμπορος
υφασματέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του υφασματέμπορος
υφασματέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφασματέμπορος
υφασματέμπορος	noun	ο έμπορος υφασμάτων
υφασματέμπορου	noun	γενική ενικού του υφασματέμπορος
υφασματέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υφασματέμπορος
υφασματέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του υφασματέμπορος
υφασματένια	=	υφασματένιος
υφασματένιας	=	υφασματένιος
υφασματένιε	=	υφασματένιος
υφασματένιες	=	υφασματένιος
υφασματένιο	=	υφασματένιος
υφασματένιοι	=	υφασματένιος
υφασματένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από ύφασμα
υφασματένιου	=	υφασματένιος
υφασματένιους	=	υφασματένιος
υφασματένιων	=	υφασματένιος
υφασματεμπόρου	noun	γενική ενικού του υφασματέμπορος
υφασματεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υφασματέμπορος
υφασματεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του υφασματέμπορος
υφασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφασματικό
υφασματικέ	adj	κλητική ενικού του υφασματικός
υφασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφασματική
υφασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφασματικός
υφασματικής	adj	γενική ενικού του υφασματική
υφασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφασματικός
υφασματικού	adj	γενική ενικού του υφασματικός
υφασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφασματικός
υφασματικό	adj	αιτιατική ενικού του υφασματικός
υφασματικός	adj	που αφορά ή σχετίζεται με ύφασμα
υφασματικών	adj	γενική πληθυντικού του υφασματικός
υφασματοπωλεία	=	υφασματοπωλείο
υφασματοπωλείο	noun	το κατάστημα όπου πωλούνται υφάσματα
υφασματοπωλείου	=	υφασματοπωλείο
υφασματοπωλείων	=	υφασματοπωλείο
υφασματοσκοπίου	=	υφασματοσκόπιο
υφασματοσκοπίων	=	υφασματοσκόπιο
υφασματοσκόπια	=	υφασματοσκόπιο
υφασματοσκόπιο	noun	παραβάν παλαιάς φωτογραφικής μηχανής ή σε σκοτεινότερο μέρος δωματίου χημικής εμφάνισης φιλμ
υφασματοσκόπιου	=	υφασματοσκόπιο
υφασματοσκόπιων	=	υφασματοσκόπιο
υφασματοτυπία	noun	τεχνική εκτύπωσης σε ύφασμα
υφασματοτυπίας	noun	γενική ενικού του υφασματοτυπία
υφασματοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφασματοτυπία
υφασματοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του υφασματοτυπία
υφερπουσών	=	υφέρπων
υφερπούσης	=	υφέρπων
υφερπόντων	=	υφέρπων
υφεσιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφεσιακό
υφεσιακέ	adj	κλητική ενικού του υφεσιακός
υφεσιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφεσιακή
υφεσιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφεσιακός
υφεσιακής	adj	γενική ενικού του υφεσιακή
υφεσιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφεσιακός
υφεσιακού	adj	γενική ενικού του υφεσιακός
υφεσιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφεσιακός
υφεσιακό	adj	αιτιατική ενικού του υφεσιακός
υφεσιακός	adj|formal	που έχει σχέση με την ύφεση, αναφέρεται σ’ αυτή, συμβάλλει σ’ αυτή ή τη δημιουργεί
υφεσιακών	adj	γενική πληθυντικού του υφεσιακός
υφηγήτρια	noun	υφηγητής
υφηγήτριας	noun	γενική ενικού του υφηγήτρια
υφηγήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφηγήτρια
υφηγεσία	noun	τίτλος πανεπιστημιακού επιπέδου που αποκτιέται αφού εγκριθεί η διατριβή του από επιτροπή πανεπιστημιακών
υφηγεσίας	noun	γενική ενικού του υφηγεσία
υφηγεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφηγεσία
υφηγεσιών	noun	γενική πληθυντικού του υφηγεσία
υφηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφηγητής
υφηγητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του υφηγητής
υφηγητής	noun|dated	παλαιότερος βαθμός μέλους Δ.Ε.Π. υπό τον καθηγητή και τον αναπληρωτή καθηγητή, που αντικαταστάθηκε από τον όρο επίκουρος καθηγητής
υφηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφηγητικό
υφηγητικέ	adj	κλητική ενικού του υφηγητικός
υφηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφηγητική
υφηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υφηγητικός
υφηγητικής	adj	γενική ενικού του υφηγητική
υφηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφηγητικός
υφηγητικού	adj	γενική ενικού του υφηγητικός
υφηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υφηγητικός
υφηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του υφηγητικός
υφηγητικός	adj	σχετικός με την υφηγεσία ή με υφηγητή
υφηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του υφηγητικός
υφηγητριών	noun	γενική πληθυντικού του υφηγήτρια
υφηγητών	noun	γενική πληθυντικού του υφηγητής
υφηλίου	=	υφήλιος
υφηλίους	=	υφήλιος
υφηλίων	=	υφήλιος
υφιστάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφιστάμενο
υφιστάμενε	noun	κλητική ενικού του υφιστάμενος
υφιστάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφιστάμενη
υφιστάμενη	=	υφιστάμενος
υφιστάμενης	verb	γενική ενικού του υφιστάμενη
υφιστάμενο	noun	αιτιατική ενικού του υφιστάμενος
υφιστάμενοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφιστάμενος
υφιστάμενος	verb|formal	που υφίσταται, που υπάρχει αυτή τη στιγμή	noun	ο κατώτερος υπάλληλος, αυτός που παίρνει εντολές και ελέγχεται από τον προϊστάμενό του
υφιστάμενου	noun	γενική ενικού του υφιστάμενος
υφιστάμενους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υφιστάμενος
υφιστάμενων	noun	γενική πληθυντικού του υφιστάμενος
υφιστάμην	=	υφίσταμαι
υφισταμένη	noun	θηλυκό του υφιστάμενος
υφισταμένης	=	υφισταμένη
υφισταμένου	noun	γενική ενικού του υφιστάμενος
υφισταμένους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υφιστάμενος
υφισταμένων	noun	γενική πληθυντικού του υφιστάμενος
υφογλωσσικά	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικέ	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικές	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσική	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικής	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικοί	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικού	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικούς	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικό	=	υφογλωσσικός
υφογλωσσικός	adj	που αφορά το ύφος της γλώσσας, συνήθως ενός φιλολογικού ή λογοτεχνικού έργου
υφογλωσσικών	=	υφογλωσσικός
υφολογία	noun	η μελέτη του ύφους των λέξεων, των εκφράσεων, των ενεργειών
υφολογίας	noun	γενική ενικού του υφολογία
υφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφολογία
υφολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υφολογικός	adv	από υφολογικής άποψης
υφολογικέ	=	υφολογικός
υφολογικές	=	υφολογικός
υφολογική	=	υφολογικός
υφολογικής	=	υφολογικός
υφολογικοί	=	υφολογικός
υφολογικού	=	υφολογικός
υφολογικούς	=	υφολογικός
υφολογικό	=	υφολογικός
υφολογικός	adj	που έχει σχέση με το ύφος ή αναφέρεται σ’ αυτό
υφολογικών	=	υφολογικός
υφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του υφολογία
υφομοταξία	noun	ταξινομική βαθμίδα κατώτερη της ομοταξίας
υφομοταξίας	noun	γενική ενικού του υφομοταξία
υφομοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφομοταξία
υφομοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του υφομοταξία
υφυπουργέ	noun	κλητική ενικού του υφυπουργός
υφυπουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υφυπουργείο
υφυπουργείο	noun	τμήμα ενός υπουργείου που καλύπτει και διαχειρίζεται ένα συγκεκριμένο τομέα με διακριτές αρμοδιότητες
υφυπουργείου	noun	γενική ενικού του υφυπουργείο
υφυπουργείων	noun	γενική πληθυντικού του υφυπουργείο
υφυπουργικά	=	υφυπουργικός
υφυπουργικέ	=	υφυπουργικός
υφυπουργικές	=	υφυπουργικός
υφυπουργική	=	υφυπουργικός
υφυπουργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υφυπουργική) του υφυπουργικός
υφυπουργικοί	=	υφυπουργικός
υφυπουργικού	=	υφυπουργικός
υφυπουργικούς	=	υφυπουργικός
υφυπουργικό	=	υφυπουργικός
υφυπουργικός	adj	σχετικός με υφυπουργό / υφυπουργία
υφυπουργικών	=	υφυπουργικός
υφυπουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υφυπουργός
υφυπουργού	noun	γενική ενικού του υφυπουργός
υφυπουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υφυπουργός
υφυπουργό	noun	αιτιατική ενικού του υφυπουργός
υφυπουργός	noun	το μέλος της κυβέρνησης που υπηρετεί υπό έναν υπουργό και έχει την ευθύνη ενός υφυπουργείου
υφυπουργών	noun	γενική πληθυντικού του υφυπουργός
υφών	=	ύφος
υχιά	noun	τοπικό ναξιώτικο μέτρο για πολύ μικρή ποσότητα, που αριθμείται πάντα μία ("μιά υχιά")
υχιάς	=	υχιά
υχιές	=	υχιά
υχιών	=	υχιά
υψίκορμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίκορμο
υψίκορμε	adj	κλητική ενικού του υψίκορμος
υψίκορμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίκορμη
υψίκορμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψίκορμος
υψίκορμης	adj	γενική ενικού του υψίκορμη
υψίκορμο	adj	αιτιατική ενικού του υψίκορμος
υψίκορμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψίκορμος
υψίκορμος	adj|formal	υψηλόκορμος, υψηλόσωμος
υψίκορμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψίκορμος
υψίκορμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψίκορμος
υψίκορμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψίκορμος
υψίπεδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίπεδο
υψίπεδο	noun	μεγάλη πεδιάδα που βρίσκεται ψηλά σε σχέση με την επιφάνεια της θάλασσας
υψίπεδου	=	υψίπεδο
υψίρρυθμα	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμε	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμες	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμη	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμης	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμο	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμοι	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμος	noun	υψηλής ταχύτητας ή υψηλού ρυθμού μετάδοσης
υψίρρυθμου	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμους	=	υψίρρυθμος
υψίρρυθμων	=	υψίρρυθμος
υψίστη	=	ύψιστος
υψίστης	=	ύψιστος
υψίστου	=	ύψιστος
υψίστους	=	ύψιστος
υψίστρωμα	noun	είδος σύννεφου γκρίζου χρώματος το οποίο αποτελείται από σταγονίδια νερού και παγοκρυστάλλους
υψίστων	=	ύψιστος
υψίσυχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίσυχνο
υψίσυχνε	adj	κλητική ενικού του υψίσυχνος
υψίσυχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίσυχνη
υψίσυχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψίσυχνος
υψίσυχνης	adj	γενική ενικού του υψίσυχνη
υψίσυχνο	adj	αιτιατική ενικού του υψίσυχνος
υψίσυχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψίσυχνος
υψίσυχνος	adj	που λειτουργεί σε υψηλές συχνότητες ή παράγει υψηλές συχνότητες
υψίσυχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψίσυχνος
υψίσυχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψίσυχνος
υψίσυχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψίσυχνος
υψίφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίφωνο
υψίφωνε	noun	κλητική ενικού του υψίφωνος
υψίφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψίφωνη
υψίφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψίφωνος
υψίφωνης	adj	γενική ενικού του υψίφωνη
υψίφωνο	noun	αιτιατική ενικού του υψίφωνος
υψίφωνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψίφωνος
υψίφωνος	adj	→ λείπει η κλίση	noun	συνώνυμο του σοπράνο
υψίφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψίφωνος
υψίφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψίφωνος
υψίφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψίφωνος
υψηγορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηγορικό
υψηγορικέ	adj	κλητική ενικού του υψηγορικός
υψηγορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηγορική
υψηγορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηγορικός
υψηγορικής	adj	γενική ενικού του υψηγορική
υψηγορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηγορικός
υψηγορικού	adj	γενική ενικού του υψηγορικός
υψηγορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηγορικός
υψηγορικό	adj	αιτιατική ενικού του υψηγορικός
υψηγορικός	adj	αυτός που έχει τα χαρακτηριστικά του ὑψηγόρου, ο αλαζονικός
υψηγορικών	adj	γενική πληθυντικού του υψηγορικός
υψηλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψηλός	adv|formal	άλλη μορφή του ψηλά
υψηλέ	adj	κλητική ενικού του υψηλός
υψηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλή
υψηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλός
υψηλής	adj	γενική ενικού του υψηλή
υψηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηλός
υψηλοτάτες	=	υψηλοτάτη
υψηλοτάτη	noun	για πριγκίπισσα
υψηλοτάτης	=	υψηλοτάτη
υψηλοτάτου	=	υψηλότατος
υψηλοτάτους	=	υψηλότατος
υψηλοτάτων	=	υψηλότατος
υψηλοτήτων	=	υψηλότητα
υψηλοφρονώ	verb	διακατέχομαι από υψηλοφροσύνη, είμαι υψηλόφρων
υψηλοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υψηλοφρονώ
υψηλοφροσυνών	=	υψηλοφροσύνη
υψηλοφροσύνες	=	υψηλοφροσύνη
υψηλοφροσύνη	noun	η γενναιοφροσύνη, το να είναι κανείς μεγαλόψυχος και να έχει ηθικό ανάστημα και ιπποτική στάση
υψηλοφροσύνης	=	υψηλοφροσύνη
υψηλοφρόνων	=	υψηλόφρων
υψηλοφώνως	adv|formal	υψηλόφωνα
υψηλού	adj	γενική ενικού του υψηλός
υψηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηλός
υψηλό	adj	αιτιατική ενικού του υψηλός
υψηλόβαθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόβαθμο
υψηλόβαθμε	adj	κλητική ενικού του υψηλόβαθμος
υψηλόβαθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόβαθμη
υψηλόβαθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλόβαθμος
υψηλόβαθμης	adj	γενική ενικού του υψηλόβαθμη
υψηλόβαθμο	adj	αιτιατική ενικού του υψηλόβαθμος
υψηλόβαθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηλόβαθμος
υψηλόβαθμος	adj	που κατέχει μια ανώτερη θέση ή βαθμό σε μια ιεραρχία
υψηλόβαθμου	adj	γενική ενικού του υψηλόβαθμος
υψηλόβαθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηλόβαθμος
υψηλόβαθμων	adj	γενική πληθυντικού του υψηλόβαθμος
υψηλόκορμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόκορμο
υψηλόκορμε	adj	κλητική ενικού του υψηλόκορμος
υψηλόκορμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόκορμη
υψηλόκορμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλόκορμος
υψηλόκορμης	adj	γενική ενικού του υψηλόκορμη
υψηλόκορμο	adj	αιτιατική ενικού του υψηλόκορμος
υψηλόκορμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηλόκορμος
υψηλόκορμος	adj|formal	υψίκορμος, υψηλόσωμος
υψηλόκορμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψηλόκορμος
υψηλόκορμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηλόκορμος
υψηλόκορμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψηλόκορμος
υψηλόμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόμισθο
υψηλόμισθε	adj	κλητική ενικού του υψηλόμισθος
υψηλόμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόμισθη
υψηλόμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλόμισθος
υψηλόμισθης	adj	γενική ενικού του υψηλόμισθη
υψηλόμισθο	adj	αιτιατική ενικού του υψηλόμισθος
υψηλόμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηλόμισθος
υψηλόμισθος	adj	που λαμβάνει υψηλό μισθό, που μισθοδοτείται αδρά
υψηλόμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψηλόμισθος
υψηλόμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηλόμισθος
υψηλόμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψηλόμισθος
υψηλός	adj	που έχει μεγάλο ύψος
υψηλόσυχνα	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνε	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνες	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνη	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνης	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνο	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνοι	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνος	adj	άλλη μορφή του υψίσυχνος
υψηλόσυχνου	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνους	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσυχνων	=	υψηλόσυχνος
υψηλόσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόσωμο
υψηλόσωμε	adj	κλητική ενικού του υψηλόσωμος
υψηλόσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλόσωμη
υψηλόσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλόσωμος
υψηλόσωμης	adj	γενική ενικού του υψηλόσωμη
υψηλόσωμο	adj	αιτιατική ενικού του υψηλόσωμος
υψηλόσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηλόσωμος
υψηλόσωμος	adj|formal	που έχει υψηλό σώμα, μακρύ κορμό
υψηλόσωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψηλόσωμος
υψηλόσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηλόσωμος
υψηλόσωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψηλόσωμος
υψηλότατα	=	υψηλότατος
υψηλότατε	=	υψηλότατος
υψηλότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του υψηλότατος
υψηλότατη	=	υψηλότατος
υψηλότατης	=	υψηλότατος
υψηλότατο	=	υψηλότατος
υψηλότατοι	=	υψηλότατος
υψηλότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του υψηλός, ο πιο υψηλός από όλους
υψηλότατου	=	υψηλότατος
υψηλότατους	=	υψηλότατος
υψηλότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του υψηλότατος
υψηλότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλότερο
υψηλότερε	adj	κλητική ενικού του υψηλότερος
υψηλότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψηλότερη
υψηλότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψηλότερος
υψηλότερης	adj	γενική ενικού του υψηλότερη
υψηλότερο	adj	αιτιατική ενικού του υψηλότερος
υψηλότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψηλότερος
υψηλότερος	adj	που είναι πιο υψηλός
υψηλότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του υψηλότερος
υψηλότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψηλότερος
υψηλότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του υψηλότερος
υψηλότης	noun|formal	υψηλότητα
υψηλότητα	noun	για την προσφώνηση δείτε Υψηλότητα, Υψηλότης
υψηλότητας	noun	γενική ενικού του Υψηλότητα
υψηλότητες	=	υψηλότητα
υψηλότητος	=	υψηλότητα
υψηλόφρον	=	υψηλόφρων
υψηλόφρονα	=	υψηλόφρων
υψηλόφρονας	adj|formal	μορφή του υψηλόφρων με νεότερες καταλήξεις
υψηλόφρονες	=	υψηλόφρων
υψηλόφρονον	=	υψηλόφρονας
υψηλόφρονος	=	υψηλόφρων
υψηλόφρονων	=	υψηλόφρονας
υψηλόφρων	adj|formal	που επιδεικνύει μεγαλοψυχία και ευγένεια στις σκέψεις, επιδιώξεις και πράξεις του
υψηλόφωνα	adv	με υψηλόφωνο τρόπο
υψηλόφωνε	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνες	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνη	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνης	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνο	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνοι	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνος	adj|formal	που έχει δυνατή φωνή
υψηλόφωνου	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνους	=	υψηλόφωνος
υψηλόφωνων	=	υψηλόφωνος
υψηλών	adj	γενική πληθυντικού του υψηλός
υψημοριακά	=	υψημοριακός
υψημοριακέ	=	υψημοριακός
υψημοριακές	=	υψημοριακός
υψημοριακή	=	υψημοριακός
υψημοριακής	=	υψημοριακός
υψημοριακοί	=	υψημοριακός
υψημοριακού	=	υψημοριακός
υψημοριακούς	=	υψημοριακός
υψημοριακό	=	υψημοριακός
υψημοριακός	adj	άλλη γραφή του υψιμοριακός
υψημοριακών	=	υψημοριακός
υψικάμινε	=	υψικάμινος
υψικάμινο	noun	αιτιατική ενικού του υψικάμινος
υψικάμινοι	=	υψικάμινος
υψικάμινος	noun	ειδική κάμινος μεγάλου ύψους, που αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες, εντός της οποίας γίνεται η τήξη του σιδήρου και παρασκευάζεται ο χυτοσίδηρος
υψικαμίνου	=	υψικάμινος
υψικαμίνους	=	υψικάμινος
υψικαμίνων	=	υψικάμινος
υψιμοριακά	=	υψιμοριακός
υψιμοριακέ	=	υψιμοριακός
υψιμοριακές	=	υψιμοριακός
υψιμοριακή	=	υψιμοριακός
υψιμοριακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (υψιμοριακή) του υψιμοριακός
υψιμοριακοί	=	υψιμοριακός
υψιμοριακού	=	υψιμοριακός
υψιμοριακούς	=	υψιμοριακός
υψιμοριακό	=	υψιμοριακός
υψιμοριακός	adj	που αποτελείται από μόρια υψηλής πυκνότητας
υψιμοριακών	=	υψιμοριακός
υψιπέδου	noun	γενική ενικού του υψίπεδο
υψιπέδων	noun	γενική πληθυντικού του υψίπεδο
υψιπέτες	=	υψιπέτης
υψιπέτη	=	υψιπέτης
υψιπέτης	noun|formal	που έχει μεγάλες ιδέες
υψιπέτιδα	=	υψιπέτης
υψιπέτις	=	υψιπέτης
υψιπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψιπερατό
υψιπερατέ	adj	κλητική ενικού του υψιπερατός
υψιπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψιπερατή
υψιπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψιπερατός
υψιπερατής	adj	γενική ενικού του υψιπερατή
υψιπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψιπερατός
υψιπερατού	adj	γενική ενικού του υψιπερατός
υψιπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψιπερατός
υψιπερατό	adj	αιτιατική ενικού του υψιπερατός
υψιπερατός	adj	(ηλεκτρολογία) (Για φίλτρο) το οποίο επιτρέπει τη διέλευση μόνο συχνοτήτων μεγαλύτερων μίας δοσμένης συχνότητας αποκοπής.
υψιπερατών	adj	γενική πληθυντικού του υψιπερατός
υψιπετές	=	υψιπετής
υψιπετή	=	υψιπετής
υψιπετής	adj|archaic	μεγαλόπνοος, υψηλών νοημάτων
υψιπετείς	=	υψιπετής
υψιπετούς	=	υψιπετής
υψιπετών	=	υψιπετής
υψιστρωμάτων	=	υψίστρωμα
υψιστρώματα	=	υψίστρωμα
υψιστρώματος	=	υψίστρωμα
υψισωρείτες	=	υψισωρείτης
υψισωρείτη	=	υψισωρείτης
υψισωρείτης	noun	είδος σφαιρικών νεφών μικρού μεγέθους τα οποία αποτελούνται από αρκετά μικρότερα νέφη υπόλευκου χρώματος
υψισωρειτών	=	υψισωρείτης
υψιτενές	=	υψιτενής
υψιτενή	=	υψιτενής
υψιτενής	adj|archaic	ψηλός
υψιτενείς	=	υψιτενής
υψιτενούς	=	υψιτενής
υψιτενών	=	υψιτενής
υψιτενώς	adv|archaic	με υψιτενή τρόπο
υψιφώνου	noun	γενική ενικού του υψίφωνος
υψιφώνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του υψίφωνος
υψιφώνων	noun	γενική πληθυντικού του υψίφωνος
υψομέτρες	=	υψομέτρης
υψομέτρη	=	υψομέτρης
υψομέτρης	noun	όργανο που πραγματοποιεί υψομέτρηση
υψομέτρηση	noun	η μέτρηση του ύψους (ενός ανθρώπου, ζώου, αντικειμένου κ.λπ.)
υψομέτρησης	=	υψομέτρηση
υψομέτρου	=	υψόμετρο
υψομέτρων	=	υψόμετρο
υψομετρήσεις	=	υψομέτρηση
υψομετρήσεων	=	υψομέτρηση
υψομετρία	noun	μέθοδος υπολογισμού / προσδιορισμού του υψομέτρου ενός σημείου σε σχέση με την επιφάνεια της θάλασσας (ή άλλο σημείο αναφοράς)και ο σχετικός επιστημονικός κλάδος
υψομετρίας	noun	γενική ενικού του υψομετρία
υψομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψομετρία
υψομετρητές	=	υψομετρητής
υψομετρητή	=	υψομετρητής
υψομετρητής	noun	όργανο που πραγματοποιεί υψομέτρηση
υψομετρητών	=	υψομετρητής
υψομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υψομετρικός	adv	απο υψομετρική άποψη
υψομετρικέ	adj	κλητική ενικού του υψομετρικός
υψομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψομετρική
υψομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψομετρικός
υψομετρικής	adj	γενική ενικού του υψομετρική
υψομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψομετρικός
υψομετρικού	adj	γενική ενικού του υψομετρικός
υψομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψομετρικός
υψομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του υψομετρικός
υψομετρικός	adj	σχετικός με την υψομετρία
υψομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του υψομετρικός
υψομετρικώς	adv|formal	υψομετρικά
υψομετριών	noun	γενική πληθυντικού του υψομετρία
υψομετρών	=	υψομέτρης
υψοφοβία	noun	φόβος που αισθάνεται κάποιος που έχει ανέβει σε μεγάλο ύψος ή υψηλό σημείο (ψηλά βράχια, ουρανοξύστες, υψηλές γέφυρες), ο οποίος βιώνεται με έντονο άγχος ή πανικό
υψοφοβίας	=	υψοφοβία
υψοφοβίες	=	υψοφοβία
υψοφοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψοφοβικό
υψοφοβικέ	adj	κλητική ενικού του υψοφοβικός
υψοφοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψοφοβική
υψοφοβική	noun	θηλυκό του υψοφοβικός	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψοφοβικός
υψοφοβικής	adj	γενική ενικού του υψοφοβική
υψοφοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψοφοβικός
υψοφοβικού	adj	γενική ενικού του υψοφοβικός
υψοφοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψοφοβικός
υψοφοβικό	adj	αιτιατική ενικού του υψοφοβικός
υψοφοβικός	noun	κάποιος που έχει φοβία για τα ύψη, που πάσχει από υψοφοβία	adj	που έχει φοβία για τα ύψη, που πάσχει από υψοφοβία
υψοφοβικών	adj	γενική πληθυντικού του υψοφοβικός
υψοφοβιών	=	υψοφοβία
υψούν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υψών
υψωθήκαμε	=	υψώνω
υψωθήκαν	=	υψώνω
υψωθήκανε	=	υψώνω
υψωθήκατε	=	υψώνω
υψωθεί	=	υψώνω
υψωθείς	=	υψώνω
υψωθείτε	=	υψώνω
υψωθούμε	=	υψώνω
υψωθούν	=	υψώνω
υψωθούνε	=	υψώνω
υψωθώ	=	υψώνω
υψωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ύψωμα
υψωμέ	noun	κλητική ενικού του υψωμός
υψωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψωμένο
υψωμένε	adj	κλητική ενικού του υψωμένος
υψωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υψωμένη
υψωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υψωμένος
υψωμένης	adj	γενική ενικού του υψωμένη
υψωμένο	adj	αιτιατική ενικού του υψωμένος
υψωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψωμένος
υψωμένος	verb	που έχει υψωθεί
υψωμένου	verb	γενική ενικού του υψωμένος
υψωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του υψωμένος
υψωμένων	adj	γενική πληθυντικού του υψωμένος
υψωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του υψωμός
υψωμού	noun	γενική ενικού του υψωμός
υψωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του υψωμός
υψωμό	noun	αιτιατική ενικού του υψωμός
υψωμός	noun|rare	άλλη μορφή του ύψωση
υψωμών	noun	γενική πληθυντικού του υψωμός
υψωνόμασταν	=	υψώνω
υψωνόμαστε	=	υψώνω
υψωνόμουν	=	υψώνω
υψωνόμουνα	=	υψώνω
υψωνόντουσαν	=	υψώνω
υψωνόσασταν	=	υψώνω
υψωνόσαστε	=	υψώνω
υψωνόσουν	=	υψώνω
υψωνόσουνα	=	υψώνω
υψωνόταν	=	υψώνω
υψωνότανε	=	υψώνω
υψόμετρα	=	υψόμετρο
υψόμετρο	noun	αριθμός που δείχνει την απόσταση που έχει κάποιο σημείο από την νοητή επιφάνεια της θάλασσας, αν τραβήξουμε απ’ αυτή μια κατακόρυφη ευθεία μέχρι το σημείο
υψόμετρου	=	υψόμετρο
υψόμετρων	=	υψόμετρο
υψώθηκα	=	υψώνω
υψώθηκαν	=	υψώνω
υψώθηκε	=	υψώνω
υψώθηκες	=	υψώνω
υψώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύψωμα
υψώματος	noun	γενική ενικού του ύψωμα
υψών	=	ύψος
υψώναμε	=	υψώνω
υψώναν	=	υψώνω
υψώνανε	=	υψώνω
υψώνατε	=	υψώνω
υψώνει	=	υψώνω
υψώνεις	=	υψώνω
υψώνεσαι	=	υψώνω
υψώνεστε	=	υψώνω
υψώνεται	=	υψώνω
υψώνετε	=	υψώνω
υψώνομαι	verb	με υψώνουν.
υψώνομε	=	υψώνω
υψώνονται	=	υψώνω
υψώνονταν	=	υψώνω
υψώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος υψώνω
υψώνουμε	=	υψώνω
υψώνουν	=	υψώνω
υψώνουνε	=	υψώνω
υψώνω	verb	μετακινώ κάτι προς τα πάνω
υψώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσαν	=	υψώνω
υψώσανε	=	υψώνω
υψώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύψωση
υψώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ύψωση
υψώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ύψωση
υψώσομε	=	υψώνω
υψώσου	=	υψώνω
υψώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσουνε	=	υψώνω
υψώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υψώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
υἱός	=	γιος
φάβα	noun	φαγητό το οποίο στην Ελλάδα παρασκευάζεται συνήθως από το φυτό λαθούρι αλλά και από μερικά ακόμη βρασμένα και αλεσμένα όσπρια, είτε ξερά μπιζέλια είτε κουκιά
φάβας	noun	γενική ενικού του φάβα
φάβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάβα
φάγαινα	noun|dated	αδηφαγία
φάγαινας	=	φάγαινα
φάγαινες	=	φάγαινα
φάγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
φάγαν	=	τρώγω
φάγανε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
φάγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώω
φάγναλα	=	φάγναλο
φάγναλο	noun	Phagnalum graecum (Φάγναλο το ελληνικό), το ασπροθύμαρο
φάγναλου	=	φάγναλο
φάγναλων	=	φάγναλο
φάγουσα	noun|vulgar	η φαγέδαινα
φάγουσας	noun	γενική ενικού του φάγουσα
φάγουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάγουσα
φάγωμα	noun	κατανάλωση τροφίμου
φάδι	noun	υφάδι, το κατά πλάτος νήμα του υφάσματος
φάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάδι
φάδο	noun	άλλη μορφή του φάντο
φάε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρώω
φάει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρώω
φάκα	noun	η ποντικοπαγίδα
φάκας	noun	γενική ενικού του φάκα
φάκελα	=	φάκελος
φάκελε	noun	κλητική ενικού του φάκελος
φάκελλε	=	φάκελλος
φάκελλο	=	φάκελλος
φάκελλοι	=	φάκελλος
φάκελλος	noun	παρωχημένη γραφή του φάκελος
φάκελο	=	φάκελος
φάκελοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φάκελος
φάκελος	noun	θήκη από χαρτί για την αποστολή επιστολών
φάκελου	=	φάκελος
φάκελους	=	φάκελος
φάκελων	=	φάκελος
φάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάκα
φάκνα	noun	γενικά οι ξερές ζωοτροφές
φάλ'να	=	φάλαινα
φάλαγγα	noun	παράταξη σώματος οπλιτών του στρατού ή παραστρατιωτικός σχηματισμός
φάλαγγας	noun	βασανιστήριο που εφαρμοζόταν στην Ελλάδα από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και τον 20ο αιώνα, στο οποίο οι βασανιστές ακινητοποιούσαν τα πόδια του κρατούμενου και τον χτυπούσαν με ξύλα στα πέλματα
φάλαγγες	=	φάλαγγας
φάλαινα	noun	μεγαλόσωμο θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των κητωδών και ζει στις ανοιχτές θάλασσες
φάλαινας	noun	γενική ενικού του φάλαινα
φάλαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάλαινα
φάλαρα	noun	στολίδια της ιπποσκευής, τα χάμουρα
φάλι	noun	ομφαλός
φάλινα	=	φάλαινα
φάλκονα	=	φάλκονας
φάλκονας	noun	ο πετρίτης, είδος γερακιού
φάλκονες	=	φάλκονας
φάλλαινα	noun	ετυμολογική γραφή του φάλαινα
φάλλαινας	=	φάλλαινα
φάλλαινες	=	φάλλαινα
φάλτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάλτσο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάλτσο, ουδέτερο του φάλτσος
φάλτσας	=	φάλτσος
φάλτσε	=	φάλτσος
φάλτσες	=	φάλτσος
φάλτσο	noun	η παραγωγή λανθασμένου τόνου από τραγουδιστή ή μουσικό
φάλτσοι	=	φάλτσος
φάλτσος	adj	που όταν τραγουδάει ή παίζει μουσική κάνει φάλτσα, παράγει λανθασμένους μουσικούς τόνους
φάλτσου	noun	γενική ενικού του φάλτσο
φάλτσους	=	φάλτσος
φάλτσων	noun	γενική πληθυντικού του φάλτσο
φάμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώω
φάμπρικα	noun|dated	το εργοστάσιο
φάμπρικας	noun	γενική ενικού του φάμπρικα
φάμπρικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάμπρικα
φάνε	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώω
φάνηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φάνηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φάνηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φάνηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φάνου	=	φαίνομαι
φάνταγμα	noun	η έπαρση, η επιδεικτικότητα
φάνταζα	=	φαντάζω
φάνταζαν	=	φαντάζω
φάνταζε	=	φαντάζω
φάνταζες	=	φαντάζω
φάνταξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φάνταξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φάνταξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φάνταξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φάνταξη	noun|literary	άλλη μορφή του φαντασμός, φαντασίωση
φάνταξης	=	φάνταξη
φάντασμα	noun	το πνεύμα ενός νεκρού που εμφανίζεται στους ζωντανούς
φάντη	=	φάντης
φάντηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάντης
φάντηδων	=	φάντης
φάντης	noun	χαρτί της τράπουλας με τη φιγούρα ενός νεαρού πρίγκιπα
φάντο	noun	παραδοσιακό μουσικό είδος της Πορτογαλίας
φάουλ	noun	αντικανονική ενέργεια σε αντίπαλο παίκτη
φάουσα	noun	άλλη μορφή του φάγουσα
φάπα	noun	το χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη του χεριού
φάπας	noun	γενική ενικού του φάπα
φάπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάπα
φάρα	noun	γενικά η οικογένεια, το γένος από το οποίο κατάγεται κάποιος
φάρας	noun	γενική ενικού του φάρα
φάρδαινα	=	φαρδαίνω
φάρδαιναν	=	φαρδαίνω
φάρδαινε	=	φαρδαίνω
φάρδαινες	=	φαρδαίνω
φάρδεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φαρδαίνω, το να γίνεται κάτι πιο φαρδύ
φάρδη	=	φάρδος
φάρδος	noun	συνώνυμο του πλάτος, η πιο μικρή διάσταση μιας επιφάνειας (η άλλη είναι το μήκος)
φάρδους	=	φάρδος
φάρδυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φάρδυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φάρδυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φάρδυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φάρε	noun	κλητική ενικού του φάρος
φάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρα
φάρια	=	φάριο
φάριο	noun|formal	το κόκκινο κάλυμμα της κεφαλής (φέσι με μακριά μαύρη φούντα) που φορούν οι εύζωνοι
φάριου	=	φάριο
φάριων	=	φάριο
φάρμα	noun	αγρόκτημα
φάρμακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρμακο
φάρμακο	noun	παρασκεύασμα που χορηγείται για να θεραπευθεί κάποιο νόσημα
φάρμακου	noun	γενική ενικού του φάρμακο
φάρμακων	=	φάρμακο
φάρμαρα	=	φαρμάρω
φάρμαραν	=	φαρμάρω
φάρμαρε	=	φαρμάρω
φάρμαρες	=	φαρμάρω
φάρμας	noun	γενική ενικού του φάρμα
φάρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρμα
φάρο	noun	αιτιατική ενικού του φάρος
φάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φάρος
φάρος	noun	κτίσμα ή εγκατάσταση σε ακρωτήριο, λιμάνι και άλλα σημεία που εκπέμπει τη νύχτα φωτεινά σήματα για να καθοδηγεί τα διερχόμενα πλοία
φάρου	noun	γενική ενικού του φάρος
φάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φάρος
φάρσα	noun	είδος ελαφριού κωμικού θεατρικού έργου όπου το αστείο στηρίζεται συνήθως στην γελοιοποίηση ατόμων προς διασκέδαση των υπολοίπων
φάρσας	noun	γενική ενικού του φάρσα
φάρσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρσα
φάρσωμα	noun	το χώρισμα, η τοποθέτηση κάπως πρόχειρης, ξύλινης μεσοτοιχίας
φάρυγγα	=	φάρυγγας
φάρυγγας	noun	η κοιλότητα που ενώνει τις κοιλότητες της μύτης με αυτήν του στόματος και τον οισοφάγο
φάρυγγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρυγγας
φάρων	noun	γενική πληθυντικού του φάρος
φάσα	noun	κοινό όνομα του μεγαλύτερου είδους περιστεριού. αποδημητικού για την Ελλάδα, που φέρει επίσημο όνομα "περιστερά η λευκόχην" (Columba palumbus)
φάσας	noun	γενική ενικού του φάσα
φάσγανα	=	φάσγανο
φάσγανο	noun	ομηρική λέξη που σημαίνει ξίφος
φάσγανου	=	φάσγανο
φάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάση
φάσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάσα
φάσεων	noun	γενική πληθυντικού του φάση
φάσεως	noun|formal	γενική ενικού του φάση
φάση	noun	στάδιο ή περίοδος εξέλιξης φαινομένου ή γεγονότος σε διαδοχική σειρά
φάσης	noun	γενική ενικού του φάση
φάσιζα	=	φασίζω
φάσιζαν	=	φασίζω
φάσιζε	=	φασίζω
φάσιζες	=	φασίζω
φάσισα	=	φασίζω
φάσισαν	=	φασίζω
φάσισε	=	φασίζω
φάσισες	=	φασίζω
φάσκελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάσκελο
φάσκελο	noun	μούντζα, υβριστική χειρονομία στην Ελλάδα, βυζαντινής ή και παλαιότερης απαρχής, που συνίσταται στην επίδειξη της ανοιχτής παλάμης προς όποιον ή ό,τι υβρίζεται
φάσκελου	noun	γενική ενικού του φάσκελο
φάσκελων	noun	γενική πληθυντικού του φάσκελο
φάσκιωμα	noun	το σπαργάνωμα του βρέφους με φασκιές, το τύλιγμά του με ειδικη λωρίδα υφάσματος
φάσκιωνα	=	φασκιώνω
φάσκιωναν	=	φασκιώνω
φάσκιωνε	=	φασκιώνω
φάσκιωνες	=	φασκιώνω
φάσκιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φάσκιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φάσκιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φάσκιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φάσκω	verb|formal	λέω, υποστηρίζω, δηλώνω
φάσμα	noun	το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγματικά απειλητικό που όμως δεν έχει υλική υπόσταση
φάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάσμα
φάσματος	noun	γενική ενικού του φάσμα
φάσορα	=	φάσορας
φάσορας	noun	Μιγαδικός αριθμός του οποίου τo πλάτος και η γωνία αντιστοιχεί στο πλάτος και τη φάση ενός ημιτονικού σήματος
φάσορες	=	φάσορας
φάτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου (φάω) ενεργητικού αορίστου (έφαγα) του τρώω
φάτνες	=	φάτνη
φάτνη	noun|formal	το παχνί, η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων
φάτνης	=	φάτνη
φάτνωμα	noun	τα κενά που σχηματίζονται καθώς διασταυρώνονται τα δοκάρια στην οροφή ενός κτηρίου καθώς και οι διακοσμητικές πλάκες με ζωγραφιές ή ανάγλυφα, που καλύπτουν τα κενά αυτά
φάτνωση	noun	διακόσμηση οροφής και τοίχων με γύψινα ή άλλα φατνώματα
φάτνωσης	=	φάτνωση
φάτνωσις	noun	η φάτνωση
φάτουα	noun	ο φετφάς
φάτσα	noun|informal	το πρόσωπο	adv	ακριβώς απέναντι
φάτσας	noun	γενική ενικού του φάτσα
φάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάτσα
φάω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώω
φέγγαμε	=	φέγγω
φέγγαν	=	φέγγω
φέγγανε	=	φέγγω
φέγγατε	=	φέγγω
φέγγε	=	φέγγω
φέγγει	=	φέγγω
φέγγεις	=	φέγγω
φέγγετε	=	φέγγω
φέγγιζα	=	φεγγίζω
φέγγιζαν	=	φεγγίζω
φέγγιζε	=	φεγγίζω
φέγγιζες	=	φεγγίζω
φέγγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φέγγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φέγγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φέγγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φέγγομε	=	φέγγω
φέγγοντας	=	φέγγω
φέγγος	noun|literary	το φως του φεγγαριού και των αστεριών
φέγγουμε	=	φέγγω
φέγγουν	=	φέγγω
φέγγουνε	=	φέγγω
φέγγους	=	φέγγος
φέγγρισμα	noun	όταν κάτι είναι ημιδιαφανές, η κατάσταση του ημιδιαφανούς
φέγγω	verb	ακτινοβολώ, εκπέμπω μια λάμψη
φέισμπουκ	noun	διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης όπου οι χρήστες δημιουργούν προφίλ, ανταλλάσσουν μηνύματα, δημοσιεύουν περιεχόμενο και συνδέονται με άλλους
φέλησα	=	φελώ
φέλιαζα	=	φελιάζω
φέλιαζαν	=	φελιάζω
φέλιαζε	=	φελιάζω
φέλιαζες	=	φελιάζω
φέλιασα	=	φελιάζω
φέλιασαν	=	φελιάζω
φέλιασε	=	φελιάζω
φέλιασες	=	φελιάζω
φέλιασμα	noun|dated	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φελιάζω
φέλλινα	=	φέλλινος
φέλλινε	=	φέλλινος
φέλλινες	=	φέλλινος
φέλλινη	=	φέλλινος
φέλλινης	=	φέλλινος
φέλλινο	=	φέλλινος
φέλλινοι	=	φέλλινος
φέλλινος	adj	από φελλό
φέλλινου	=	φέλλινος
φέλλινους	=	φέλλινος
φέλλινων	=	φέλλινος
φέλπα	noun	απομίμηση βελούδου, πιο φτηνό και μικρότερης αντοχής, μαλακό με βελούδινη υφή, που παράγεται συνήθως από ίνες μαλλιού, ρεγιόν και βαμβακερά νήματα, για φούτερ, παλτό, αθλητικά ενδύματα κ.α.
φέλπας	noun	γενική ενικού του φέλπα
φέλπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φέλπα
φέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξαν	=	φέγγω
φέξανε	=	φέγγω
φέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξεων	noun	γενική πληθυντικού του φέξη
φέξη	noun	φέξιμο
φέξης	noun	γενική ενικού του φέξη
φέξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φέγγω
φέξομε	=	φέγγω
φέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξουνε	=	φέγγω
φέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέγγω
φέουδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φέουδο
φέουδο	noun	τμήμα γης που παραχωρούσε την εποχή της φεουδαρχίας ο κυρίαρχος ηγεμόνας σε έναν υποτελή του σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης και των στρατιωτικών υπηρεσιών του
φέουδου	noun	γενική ενικού του φέουδο
φέουδων	noun	γενική πληθυντικού του φέουδο
φέραμε	=	φέρνω
φέραν	=	φέρνω
φέρανε	=	φέρνω
φέρατε	=	φέρνω
φέρε	=	φέρνω
φέρει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του φέρω
φέρεις	=	φέρω
φέρελπι	=	φέρελπις
φέρελπις	adj|formal	που φέρει ελπίδα, δημιουργεί ελπίδα
φέρεσαι	=	φέρω
φέρεστε	=	φέρω
φέρεται	=	φέρω
φέρετε	=	φέρω
φέρετρα	=	φέρετρο
φέρετρο	noun	ξύλινη συνήθως κάσα (κιβώτιο) μέσα στην οποία τοποθετείται ο νεκρός, για να ταφεί
φέρετρου	=	φέρετρο
φέρετρων	=	φέρετρο
φέρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φέρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φέρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φέρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φέριγκ	noun	άλλη γραφή του φέρινγκ
φέριμποτ	noun	αγγλόφωνος τρόπος προφοράς του οχηματαγωγού πλωτού σκάφους
φέρινγκ	noun	το αλεξήνεμο
φέρμα	verb	προστακτική του ρήματος φερμάρω
φέρμελες	=	φέρμελη
φέρμελη	noun	γιλέκο με χρυσό διάκοσμο, συνοδευτικό της φουστανέλας
φέρμελης	=	φέρμελη
φέρμελων	=	φέρμελη
φέρμιο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 100 και χημικό σύμβολο Fm
φέρναμε	=	φέρνω
φέρναν	=	φέρνω
φέρνανε	=	φέρνω
φέρνατε	=	φέρνω
φέρνε	=	φέρνω
φέρνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω
φέρνεις	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω
φέρνεσαι	=	φέρνομαι
φέρνεστε	=	φέρνομαι
φέρνεται	=	φέρνομαι
φέρνετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω
φέρνομαι	verb	συμπεριφέρομαι, φέρομαι προς άλλους με έναν ορισμένο τρόπο
φέρνομε	=	φέρνω
φέρνονται	=	φέρνομαι
φέρνονταν	=	φέρνομαι
φέρνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φέρνω
φέρνου	=	φέρνομαι
φέρνουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω
φέρνουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω
φέρνουνε	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φέρνω
φέρνω	verb	μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον
φέρομαι	verb	παθητικές σημασίες του φέρω
φέρομε	=	φέρω
φέρον	=	φέρων
φέροντα	=	φέρων
φέρονται	=	φέρω
φέρονταν	=	φέρω
φέροντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φέρω
φέροντες	=	φέρων
φέροντος	=	φέρων
φέρουμε	=	φέρω
φέρουν	=	φέρω
φέρουνε	=	φέρω
φέρουσα	=	φέρων
φέρουσας	=	φέρων
φέρουσες	=	φέρων
φέρσιμο	noun|vulgar	συμπεριφορά
φέρσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φέρτε	=	φέρνω
φέρω	verb	λόγια μορφή του φέρνω στον Ενεστώτα· τα δύο ρήματα μοιράζονται το ίδιο αοριστικό θέμα φερ (θα φέρω, έφερα, έχω φέρει κ.λπ.)
φέρων	verb	που έχει κάτι πάνω του ή το μεταφέρει
φέσι	noun	είδος κόκκινου καπέλου, άλλοτε επίσημου στην οθωμανική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο, τη Τυνησία και το Μαρόκο (λευκό)
φέσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φέσι
φέστα	noun	παλιότερος τρόπος προφοράς της λεξης φιέστα, για τη γιορτή, το πανηγύρι
φέστας	=	φέστα
φέστες	=	φέστα
φέσωνα	=	φεσώνω
φέσωναν	=	φεσώνω
φέσωνε	=	φεσώνω
φέσωνες	=	φεσώνω
φέσωσα	=	φεσώνω
φέσωσαν	=	φεσώνω
φέσωσε	=	φεσώνω
φέσωσες	=	φεσώνω
φέτα	noun	λεπτό κομμάτι σε όλο το πλάτος από κάτι, συνήθως φαγώσιμο
φέτας	noun	γενική ενικού του φέτα
φέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φέτα
φέτος	adv	το τρέχον έτος, στη χρονιά που διανύουμε
φέττα	noun	η φέτα
φέττας	=	φέττα
φέττες	=	φέττα
φέχτε	=	φέγγω
φήμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φήμη
φήμη	noun	διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
φήμης	=	φήμη
φήνταρα	=	φηντάρω
φήνταραν	=	φηντάρω
φήνταρε	=	φηντάρω
φήνταρες	=	φηντάρω
φίδι	noun	στενόμακρο ερπετό χωρίς πόδια, ωοτόκο (σπανιότερα ωοζωοτόκο)
φίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίδι
φίκε	noun	κλητική ενικού του φίκος
φίκο	noun	αιτιατική ενικού του φίκος
φίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίκος
φίκος	noun	γένος φυτών (θάμνοι ή δέντρα) της οικογένειας των μορεϊδών, που χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ή ως καλλωπιστικά
φίκου	noun	γενική ενικού του φίκος
φίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φίκος
φίκων	noun	γενική πληθυντικού του φίκος
φίλα	verb	β’ ενικό προστακτική ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος φιλώ	adv|formal	φιλικά, ευνοϊκά
φίλαγα	=	φιλώ
φίλαγαν	=	φιλώ
φίλαγε	=	φιλώ
φίλαγες	=	φιλώ
φίλαθλα	=	φίλαθλος
φίλαθλε	=	φίλαθλος
φίλαθλες	=	φίλαθλος
φίλαθλη	=	φίλαθλος
φίλαθλης	=	φίλαθλος
φίλαθλο	=	φίλαθλος
φίλαθλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίλαθλος
φίλαθλος	noun	οπαδός μιας αθλητικής ομάδας	adj	που αγαπά τα αθλήματα
φίλαθλου	=	φίλαθλος
φίλαθλους	=	φίλαθλος
φίλαθλων	=	φίλαθλος
φίλαρχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλαρχο
φίλαρχε	adj	κλητική ενικού του φίλαρχος
φίλαρχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλαρχη
φίλαρχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φίλαρχος
φίλαρχης	adj	γενική ενικού του φίλαρχη
φίλαρχο	adj	αιτιατική ενικού του φίλαρχος
φίλαρχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίλαρχος
φίλαρχος	adj	που έχει μεγάλη επιθυμία για την άσκηση εξουσίας, για την απόκτηση αξιωμάτων
φίλαρχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φίλαρχος
φίλαρχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φίλαρχος
φίλαρχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φίλαρχος
φίλαυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλαυτο
φίλαυτε	adj	κλητική ενικού του φίλαυτος
φίλαυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλαυτη
φίλαυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φίλαυτος
φίλαυτης	adj	γενική ενικού του φίλαυτη
φίλαυτο	adj	αιτιατική ενικού του φίλαυτος
φίλαυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίλαυτος
φίλαυτος	adj|formal	που αγαπά πολύ τον εαυτό του
φίλαυτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φίλαυτος
φίλαυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φίλαυτος
φίλαυτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φίλαυτος
φίλε	noun	κλητική ενικού του φίλος
φίλεμα	noun	η προσφορά φαγητού ή γλυκού σε γνωστούς, το κέρασμα, το τρατάρισμα
φίλεργα	=	φίλεργος
φίλεργε	=	φίλεργος
φίλεργες	=	φίλεργος
φίλεργη	=	φίλεργος
φίλεργης	=	φίλεργος
φίλεργο	=	φίλεργος
φίλεργοι	=	φίλεργος
φίλεργος	adj	αυτός που αγαπά να εργάζεται, ο φιλόπονος, ο εργατικός
φίλεργου	=	φίλεργος
φίλεργους	=	φίλεργος
φίλεργων	=	φίλεργος
φίλερις	adj	που αγαπάει τις έριδες
φίλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλη
φίλευα	=	φιλεύω
φίλευαν	=	φιλεύω
φίλευε	=	φιλεύω
φίλευες	=	φιλεύω
φίλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φίλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φίλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φίλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φίλη	noun	θηλυκό του φίλος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους (φίλη) του φίλος
φίλημα	noun	το φιλί
φίλης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φίλη) του φίλος
φίλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φίλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φίλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φίλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φίλια	=	φίλιος
φίλιας	=	φίλιος
φίλιε	=	φίλιος
φίλιες	=	φίλιος
φίλιο	=	φίλιος
φίλιοι	=	φίλιος
φίλιος	adj	ο φίλα προσκείμενος, ο φιλικός, όχι εχθρικός
φίλιου	=	φίλιος
φίλιους	=	φίλιος
φίλιππε	=	φίλιππος
φίλιππο	=	φίλιππος
φίλιπποι	=	φίλιππος
φίλιππος	adj	που αγαπά τα άλογα
φίλιππου	=	φίλιππος
φίλιππους	=	φίλιππος
φίλιωμα	noun	η επαναπροσέγγιση μετά από καβγά, η αποκατάσταση της σχέσης με έναν φίλο, αγαπημένο κ.λπ.
φίλιων	=	φίλιος
φίλιωνα	=	φιλιώνω
φίλιωναν	=	φιλιώνω
φίλιωνε	=	φιλιώνω
φίλιωνες	=	φιλιώνω
φίλιωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φίλιωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φίλιωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φίλιωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φίλντισι	noun	ελεφαντόδοντο, ελεφαντοστό
φίλντισια	=	φίλντισι
φίλο	noun	αιτιατική ενικού του φίλος
φίλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίλος
φίλος	noun	πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει συγγένεια ή ερωτικό ενδιαφέρον	adj	που συνδέεται με κάποιον με δεσμούς φιλίας, συμπάθειας, εκτίμησης κ.λπ.
φίλου	noun	γενική ενικού του φίλος
φίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φίλος
φίλτατη	=	φίλτατος
φίλτατος	adj|dated	πάρα πολύ αγαπητός, πολυαγαπημένος, ο ιδιαίτερα προσφιλής
φίλτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλτρο
φίλτρανση	noun	το φιλτράρισμα
φίλτρανσης	noun	γενική ενικού του φίλτρανση
φίλτραρα	=	φιλτράρω
φίλτρο	noun	ισχυρό συναίσθημα προστασίας και μεγάλη τρυφερότητα, κυρίως της μητέρας προς το παιδί
φίλτρου	noun	γενική ενικού του φίλτρο
φίλτρων	noun	γενική πληθυντικού του φίλτρο
φίλυδρα	=	φίλυδρος
φίλυδρε	=	φίλυδρος
φίλυδρες	=	φίλυδρος
φίλυδρη	=	φίλυδρος
φίλυδρης	=	φίλυδρος
φίλυδρο	=	φίλυδρος
φίλυδροι	=	φίλυδρος
φίλυδρος	adj	υδρόφιλος, που αγαπά ή απορροφά το νερό (π.χ. το βαμβάκι από υλικά, η ιτιά και το πλατάνι από δέντρα κ.λπ.)
φίλυδρου	=	φίλυδρος
φίλυδρους	=	φίλυδρος
φίλυδρων	=	φίλυδρος
φίλυπνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλυπνο
φίλυπνε	adj	κλητική ενικού του φίλυπνος
φίλυπνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλυπνη
φίλυπνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φίλυπνος
φίλυπνης	adj	γενική ενικού του φίλυπνη
φίλυπνο	adj	αιτιατική ενικού του φίλυπνος
φίλυπνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φίλυπνος
φίλυπνος	adj|archaic	που αγαπά τον ύπνο, που του αρέσει να κοιμάται
φίλυπνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φίλυπνος
φίλυπνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φίλυπνος
φίλυπνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φίλυπνος
φίλων	noun	γενική πληθυντικού του φίλος
φίμωμα	noun	το να κλείνει κάποιος το στόμα άλλου για να τον σωπάσει είτε κυριολεκτικά είτε για να ελέγξει τα όσα θα πει, δηλαδή για να τον λογοκρίνει
φίμωνα	=	φιμώνω
φίμωναν	=	φιμώνω
φίμωνε	=	φιμώνω
φίμωνες	=	φιμώνω
φίμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φίμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φίμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φίμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φίμωση	noun	η ενέργεια του φιμώνω
φίμωσης	noun	γενική ενικού του φίμωση
φίμωτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίμωτρο
φίμωτρο	noun	δεσμά ή πλέγμα, που κρατούν κλειστό το στόμα του ζώου, ώστε να μη μπορεί ούτε να δαγκώσει, αλλά ούτε και να φάει (π.χ. φόλα)
φίμωτρου	noun	γενική ενικού του φίμωτρο
φίμωτρων	noun	γενική πληθυντικού του φίμωτρο
φίνα	adv	τέλεια, πολύ καλά, θαυμάσια
φίνο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του φίνος
φίνος	adj	ο ραφινάτος, άψογος σε όλα και κυρίως στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά, αβρόςμε κυρίαρχο στοιχείο την ευγένεια και τους λεπτούς τρόπους
φίντα	noun	μικρό μπάλωμα που έκαναν παλιά στις σόλες
φίρμα	noun	ονομασία εμπορικής ή βιομηχανικής εταιρείας, ιδιαίτερα αυτή που είναι ευρύτερα γνωστή
φίρμας	noun	γενική ενικού του φίρμα
φίρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίρμα
φίσα	noun	καρτελάκι ή μικρού σχετικά μεγέθους δελτίο καταγραφής στοιχείων, ταξινόμησης ή αρχειοθέτησης, από χαρτί ή χαρτόνι
φίσας	=	φίσα
φίσες	=	φίσα
φίσκα	adv	που είναι υπερβολικά γεμάτος, με υψηλή πληρότητα, χωρίς άλλο διαθέσιμο χώρο
φίστουλα	noun	η χειρουργική σύνδεση αρτηρίας με φλέβα για την ενίσχυση της ροής του αίματος και τη διευκόλυνση της αγγειακής πρόσβασης
φίστουλας	=	φίστουλα
φίστουλες	=	φίστουλα
φίτζι	noun	που μιλιέται στα Φίτζι
φα	noun	η τέταρτη νότα στην κλίμακα του ντο
φαΐ	noun	το φαγητό
φαίδρας	noun	γενική ενικού του Φαίδρα
φαίδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Φαίδρα
φαίνεσαι	=	φαίνομαι
φαίνεσθαι	noun	αυτό που φαίνεται, που βλέπεται
φαίνεστε	=	φαίνομαι
φαίνεται	verb	δίνεται η εντύπωση, θεωρείται
φαίνομαι	verb	είμαι ορατός, εμφανής
φαίνονται	=	φαίνομαι
φαίνονταν	=	φαίνομαι
φαίνου	=	φαίνομαι
φαίνω	verb	φωτίζω
φαβέλα	noun	παραγκούπολη, ιδίως στη Βραζιλία
φαβέλας	noun	γενική ενικού του φαβέλα
φαβέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαβέλα
φαβέλων	=	φαβέλα
φαβέλών	=	φαβέλα
φαβέτα	=	χαβέτα
φαβέττα	=	χαβέτα
φαβελών	noun	γενική πληθυντικού του φαβέλα
φαβιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαβιανό
φαβιανέ	adj	κλητική ενικού του φαβιανός
φαβιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαβιανή
φαβιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαβιανός
φαβιανής	adj	γενική ενικού του φαβιανή
φαβιανισμέ	=	φαβιανισμός
φαβιανισμοί	=	φαβιανισμός
φαβιανισμού	=	φαβιανισμός
φαβιανισμούς	=	φαβιανισμός
φαβιανισμό	=	φαβιανισμός
φαβιανισμός	noun	σοσιαλιστική τάση που ξεκίνησε το 1883 από το Λονδίνο, όπου ιδρύθηκε τότε η Φαβιανή Εταιρεία, που ήταν υπέρ του να επιδιώξει την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού με σχετικά ήπια μέσα και όχι με κατά μέτωπο επίθεση ή επανάσταση. (Μιμήθηκαν στο πολιτικό πεδίο τη στρατιωτική τακτική Ρωμαίου στρατιωτικού στη μάχη με τον Αννίβα)
φαβιανισμών	=	φαβιανισμός
φαβιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαβιανός
φαβιανού	adj	γενική ενικού του φαβιανός
φαβιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαβιανός
φαβιανό	adj	αιτιατική ενικού του φαβιανός
φαβιανός	adj	συντηρητικός σοσιαλιστής, οπαδός του φαβιανισμού, βρετανικού κινήματος του 19ου αιώνα με σοσιαλιστικές τάσεις που πήρε το όνομά του από Ρωμαίο στρατιωτικό ο οποίος δεν υποστήριζε την κατά μέτωπο επίθεση, αλλά την τακτική της φθοράς του αντιπάλου
φαβιανών	adj	γενική πληθυντικού του φαβιανός
φαβισμέ	=	φαβισμός
φαβισμοί	=	φαβισμός
φαβισμού	=	φαβισμός
φαβισμούς	=	φαβισμός
φαβισμό	=	φαβισμός
φαβισμός	noun	ασθένεια που εκδηλώνεται μετά από κατανάλωση φάβας, κυρίως όταν είναι από κουκιά
φαβισμών	=	φαβισμός
φαβορί	noun	το άλογο που θεωρείται ότι έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσει σε ένα ιπποδρομικό αγώνα
φαβορίτα	noun	η τριχοφυΐα ή το γένι που αφήνει ο άνδρας αξύριστη στο μάγουλο, στην περιοχή που ξεκινά από την άκρη των μαλλιών δίπλα στο αφτί και συνεχίζει προς το σαγόνι
φαβορίτας	noun	γενική ενικού του φαβορίτα
φαβορίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαβορίτα
φαβορίτος	noun|dated	ο ευνοούμενος
φαβοριτισμέ	noun	κλητική ενικού του φαβοριτισμός
φαβοριτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαβοριτισμός
φαβοριτισμού	noun	γενική ενικού του φαβοριτισμός
φαβοριτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαβοριτισμός
φαβοριτισμό	noun	αιτιατική ενικού του φαβοριτισμός
φαβοριτισμός	noun	η ευνοιοκρατία, η χαριστική μεταχείριση, η εύνοια σε επαγγελματικούς χώρους και κυρίως στο δημόσιο τομέα
φαβοριτισμών	noun	γενική πληθυντικού του φαβοριτισμός
φαβοριτών	=	φαβορίτα
φαγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φαγάς
φαγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγάς
φαγάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγάδικο
φαγάδικε	adj	κλητική ενικού του φαγάδικος
φαγάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγάδικη
φαγάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγάδικος
φαγάδικης	adj	γενική ενικού του φαγάδικη
φαγάδικο	adj	αιτιατική ενικού του φαγάδικος	noun	οποιουδήποτε τύπου μαγαζί σερβίρει φαγητά
φαγάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγάδικος
φαγάδικος	adj	που τρώει πολύ, ο αχόρταγος
φαγάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαγάδικος
φαγάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαγάδικος
φαγάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαγάδικος
φαγάδων	noun	γενική πληθυντικού του φαγάς
φαγάκι	noun	μία ποσότητα φαγητού
φαγάκια	=	φαγάκι
φαγάνα	noun	ο εκσκαφέας γενικά, αλλά κυρίως η βυθοκόρος, για την εκσκαφή σε λίμνες, ποταμούς και ακτές
φαγάνας	noun	γενική ενικού του φαγάνα
φαγάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγάνα
φαγάς	noun	που συνηθίζει να τρώει πολύ, που του αρέσει το φαγητό
φαγέδαινα	noun|dated	σαρκοφάγο έλκος ή πληγή με στοιχεία κακοήθειας, η οποία οφειλόταν πιθανόν σε καρκίνο, έρπητα, σύφιλη ή γάγγραινα και η οποία επεκτεινόταν διαβρώνοντας τους γύρω ιστούς
φαγέδαινας	noun	γενική ενικού του φαγέδαινα
φαγέδαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγέδαινα
φαγέσωρας	noun	η ακμή, τα μπιμπίκια
φαγί	=	φαΐ
φαγαινών	=	φάγαινα
φαγανά	=	φαγανός
φαγανέ	=	φαγανός
φαγανές	=	φαγανός
φαγανή	=	φαγανός
φαγανής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φαγανή) του φαγανός
φαγανοί	=	φαγανός
φαγανού	=	φαγανός
φαγανούς	=	φαγανός
φαγανό	=	φαγανός
φαγανός	adj	που τρώει με όρεξη και πολύ
φαγανών	=	φαγανός
φαγγρί	noun	ψάρι (Pagrus pagrus) της οικογένειας Sparidae
φαγγριά	=	φαγγρί
φαγγριού	=	φαγγρί
φαγγριών	=	φαγγρί
φαγεδαινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγεδαινικό
φαγεδαινικέ	adj	κλητική ενικού του φαγεδαινικός
φαγεδαινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγεδαινική
φαγεδαινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγεδαινικός
φαγεδαινικής	adj	γενική ενικού του φαγεδαινική
φαγεδαινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγεδαινικός
φαγεδαινικού	adj	γενική ενικού του φαγεδαινικός
φαγεδαινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαγεδαινικός
φαγεδαινικό	adj	αιτιατική ενικού του φαγεδαινικός
φαγεδαινικός	adj	σχετικός με τη φαγέδαινα ή ασθένεια με έλκη, πληγές που προσομοιάζει στη συμπτωματολογία με της φαγέδαινας
φαγεδαινικών	adj	γενική πληθυντικού του φαγεδαινικός
φαγεδαινισμέ	noun	κλητική ενικού του φαγεδαινισμός
φαγεδαινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγεδαινισμός
φαγεδαινισμού	noun	γενική ενικού του φαγεδαινισμός
φαγεδαινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαγεδαινισμός
φαγεδαινισμό	noun	αιτιατική ενικού του φαγεδαινισμός
φαγεδαινισμός	noun	η επέκταση, επιδείνωση του έλκους
φαγεδαινισμών	noun	γενική πληθυντικού του φαγεδαινισμός
φαγεδαινών	noun	γενική πληθυντικού του φαγέδαινα
φαγεντιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγεντιανό
φαγεντιανέ	adj	κλητική ενικού του φαγεντιανός
φαγεντιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγεντιανή
φαγεντιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγεντιανός
φαγεντιανής	adj	γενική ενικού του φαγεντιανή
φαγεντιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγεντιανός
φαγεντιανού	adj	γενική ενικού του φαγεντιανός
φαγεντιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαγεντιανός
φαγεντιανό	adj	αιτιατική ενικού του φαγεντιανός
φαγεντιανός	adj	ο σχετικός με τη φαγιάντσα, με το σκεύος, κυρίως το αγγείο, που ήταν κατασκευασμένο από πορώδη πηλό και είχε επικάλυψη σμάλτου και προέρχονταν κυρίως από την ιταλική πόλη Φαέντσα (παλιότερα Φαβεντία).
φαγεντιανών	adj	γενική πληθυντικού του φαγεντιανός
φαγεσωρογόνα	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνας	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνε	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνες	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνο	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνοι	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνος	adj	που φράζει τους πόρους του δέρματος
φαγεσωρογόνου	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνους	=	φαγεσωρογόνος
φαγεσωρογόνων	=	φαγεσωρογόνος
φαγητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγητό
φαγητοπόλεμε	noun	κλητική ενικού του φαγητοπόλεμος
φαγητοπόλεμο	noun	αιτιατική ενικού του φαγητοπόλεμος
φαγητοπόλεμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγητοπόλεμος
φαγητοπόλεμος	noun	χαοτικό ξέσπασμα μεταξύ ανθρώπων, οι οποίοι ρίχνουν φαγητό ο ένας στον άλλον
φαγητοπόλεμου	noun	γενική ενικού του φαγητοπόλεμος
φαγητοπόλεμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαγητοπόλεμος
φαγητοπόλεμων	noun	γενική πληθυντικού του φαγητοπόλεμος
φαγητού	noun	γενική ενικού του φαγητό
φαγητό	noun	η τροφή, το φαΐ
φαγητών	noun	γενική πληθυντικού του φαγητό
φαγιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγί
φαγιάνς	noun	φαγιάντσα
φαγιάντσα	noun	είδος πηλού, εξαιρετικής ποιότητας, συνήθως λευκός
φαγιάντσας	noun	γενική ενικού του φαγιάντσα
φαγιάντσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγιάντσα
φαγιουμικά	noun	διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην Αίγυπτο, στην περιοχή του Φαγιούμ, δυτικά από την κοιλάδα του Νείλου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φαγιουμικός
φαγιουμική	noun	κοπτική διάλεκτος την οποία μιλούσαν στην περιοχή του Φαγιούμ, στα δυτικά της κοιλάδας του Νείλου
φαγιού	=	φαΐ
φαγιών	=	φαΐ
φαγκριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγκρί
φαγκότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγκότο
φαγκότο	noun	ξύλινο πνευστό όργανο με διπλωμένο σωλήνα, διπλό γλωσσίδι και βαθύ τόνο
φαγκότου	noun	γενική ενικού του φαγκότο
φαγκότων	noun	γενική πληθυντικού του φαγκότο
φαγοκυττάρου	=	φαγοκύτταρο
φαγοκυττάρων	=	φαγοκύτταρο
φαγοκυττάρωση	noun	η διαδικασία κατά την οποία τα φαγοκύτταρα επιτίθενται και καταστρέφουν τους μικροοργανισμούς που εισβάλλουν σε έναν οργανισμό
φαγοκυττάρωσης	=	φαγοκυττάρωση
φαγοκυττάρωσις	noun	η φαγοκυττάρωση, φαγοκύτωση
φαγοκυτταρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγοκυτταρικό
φαγοκυτταρικέ	adj	κλητική ενικού του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγοκυτταρική
φαγοκυτταρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρικής	adj	γενική ενικού του φαγοκυτταρική
φαγοκυτταρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρικού	adj	γενική ενικού του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρικό	adj	αιτιατική ενικού του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρικός	adj	σχετικός με τη φαγοκυττάρωση
φαγοκυτταρικών	adj	γενική πληθυντικού του φαγοκυτταρικός
φαγοκυτταρώσεις	=	φαγοκυττάρωση
φαγοκυτταρώσεων	=	φαγοκυττάρωση
φαγοκυττώσεις	=	φαγοκύττωση
φαγοκυττώσεων	=	φαγοκύττωση
φαγοκυτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγοκύτωση
φαγοκυτώσεων	=	φαγοκύτωση
φαγοκύτταρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγοκύτταρο
φαγοκύτταρο	noun	το λευκοκύτταρο που έχει ως βασική λειτουργία να αφομοιώνει μικρόβια και να τα καταστρέφει τρόπον τινά τρώγοντάς τα
φαγοκύτταρου	=	φαγοκύτταρο
φαγοκύτταρων	=	φαγοκύτταρο
φαγοκύττωση	noun	η φαγοκυττάρωση
φαγοκύττωσης	=	φαγοκύττωση
φαγοκύτωση	noun	Η διαδικασία της φαγοκυττάρωσης, που αρχικά αποδόθηκε ως φαγοκύτωση από τον όρο του Νομεπλίστα Μέτσνικοφ phagocytes για τα φαγοκύτταρα
φαγοκύτωσης	=	φαγοκύτωση
φαγοποτιού	=	φαγοπότι
φαγοποτιών	=	φαγοπότι
φαγοπότι	noun	η ταυτόχρονη κατανάλωση φαγητού και οινοπνευματώδους (συνήθως) ποτού
φαγοπότια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγοπότι
φαγουρίζαμε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζαν	=	φαγουρίζω
φαγουρίζανε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζατε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζει	=	φαγουρίζω
φαγουρίζεις	=	φαγουρίζω
φαγουρίζεσαι	=	φαγουρίζω
φαγουρίζεστε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζεται	=	φαγουρίζω
φαγουρίζετε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζομαι	=	φαγουρίζω
φαγουρίζομε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζονται	=	φαγουρίζω
φαγουρίζονταν	=	φαγουρίζω
φαγουρίζοντας	=	φαγουρίζω
φαγουρίζουμε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζουν	=	φαγουρίζω
φαγουρίζουνε	=	φαγουρίζω
φαγουρίζω	verb	νιώθω φαγούρα (δόκιμο μόνο στο τρίτο πρόσωπο)
φαγουρίσαμε	=	φαγουρίζω
φαγουρίσαν	=	φαγουρίζω
φαγουρίσανε	=	φαγουρίζω
φαγουρίσατε	=	φαγουρίζω
φαγουρίσει	=	φαγουρίζω
φαγουρίσεις	=	φαγουρίζω
φαγουρίσετε	=	φαγουρίζω
φαγουρίσομε	=	φαγουρίζω
φαγουρίσου	=	φαγουρίζω
φαγουρίσουμε	=	φαγουρίζω
φαγουρίσουν	=	φαγουρίζω
φαγουρίσουνε	=	φαγουρίζω
φαγουρίστε	=	φαγουρίζω
φαγουρίστηκα	=	φαγουρίζω
φαγουρίστηκαν	=	φαγουρίζω
φαγουρίστηκε	=	φαγουρίζω
φαγουρίστηκες	=	φαγουρίζω
φαγουρίσω	=	φαγουρίζω
φαγουριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγουριασμένο
φαγουριασμένε	verb	κλητική ενικού του φαγουριασμένος
φαγουριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγουριασμένη
φαγουριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγουριασμένος
φαγουριασμένης	verb	γενική ενικού του φαγουριασμένη
φαγουριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του φαγουριασμένος
φαγουριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγουριασμένος
φαγουριασμένος	verb	που θέλει συνέχεια να ξύνεται
φαγουριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαγουριασμένος
φαγουριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φαγουριασμένος
φαγουριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαγουριασμένος
φαγουριζόμασταν	=	φαγουρίζω
φαγουριζόμαστε	=	φαγουρίζω
φαγουριζόμουν	=	φαγουρίζω
φαγουριζόμουνα	=	φαγουρίζω
φαγουριζόντουσαν	=	φαγουρίζω
φαγουριζόσασταν	=	φαγουρίζω
φαγουριζόσαστε	=	φαγουρίζω
φαγουριζόσουν	=	φαγουρίζω
φαγουριζόσουνα	=	φαγουρίζω
φαγουριζόταν	=	φαγουρίζω
φαγουριζότανε	=	φαγουρίζω
φαγουρισμένος	=	φαγουρίζω
φαγουριστήκαμε	=	φαγουρίζω
φαγουριστήκαν	=	φαγουρίζω
φαγουριστήκανε	=	φαγουρίζω
φαγουριστήκατε	=	φαγουρίζω
φαγουριστεί	=	φαγουρίζω
φαγουριστείς	=	φαγουρίζω
φαγουριστείτε	=	φαγουρίζω
φαγουριστούμε	=	φαγουρίζω
φαγουριστούν	=	φαγουρίζω
φαγουριστούνε	=	φαγουρίζω
φαγουριστώ	=	φαγουρίζω
φαγουσών	noun	γενική πληθυντικού του φάγουσα
φαγού	=	φαγάς
φαγούδες	=	φαγάς
φαγούδικα	=	φαγούδικος
φαγούδικε	=	φαγούδικος
φαγούδικες	=	φαγούδικος
φαγούδικη	=	φαγούδικος
φαγούδικης	=	φαγούδικος
φαγούδικο	=	φαγούδικος
φαγούδικοι	=	φαγούδικος
φαγούδικος	adj	άλλη μορφή του φαγάδικος
φαγούδικου	=	φαγούδικος
φαγούδικους	=	φαγούδικος
φαγούδικων	=	φαγούδικος
φαγούδων	=	φαγάς
φαγούρα	noun	ο κνησμός, όταν μας "τρώει" το δέρμα μας, ο ερεθισμός του δέρματος που δημιουργεί την ανάγκη σε κάποιον να ξυθεί
φαγούρας	noun	γενική ενικού του φαγούρα
φαγούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγούρα
φαγούριζα	=	φαγουρίζω
φαγούριζαν	=	φαγουρίζω
φαγούριζε	=	φαγουρίζω
φαγούριζες	=	φαγουρίζω
φαγούρισα	=	φαγουρίζω
φαγούρισαν	=	φαγουρίζω
φαγούρισε	=	φαγουρίζω
φαγούρισες	=	φαγουρίζω
φαγούς	=	φαγάς
φαγωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθήκαν	=	τρώω
φαγωθήκανε	=	τρώω
φαγωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωθούνε	=	τρώγω
φαγωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγωμάρα	noun	η συνεχής ή συχνή αντιπαλότητα και αντιπαράθεση μεταξύ ατόμων που συνδέονται με φιλική, επαγγελματική ή συγγενική σχέση
φαγωμάρας	noun	γενική ενικού του φαγωμάρα
φαγωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγωμάρα
φαγωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάγωμα
φαγωμέ	noun	κλητική ενικού του φαγωμός
φαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγωμένο
φαγωμένε	verb	κλητική ενικού του φαγωμένος
φαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγωμένη
φαγωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγωμένος
φαγωμένης	verb	γενική ενικού του φαγωμένη
φαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φαγωμένος
φαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγωμένος
φαγωμένος	verb	που έχει ήδη φάει
φαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαγωμένος
φαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φαγωμένος
φαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαγωμένος
φαγωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγωμός
φαγωμού	noun	γενική ενικού του φαγωμός
φαγωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαγωμός
φαγωμό	noun	αιτιατική ενικού του φαγωμός
φαγωμός	noun	η φαγωμάρα, οι συνεχείς διαμάχες
φαγωμών	noun	γενική πληθυντικού του φαγωμός
φαγωνόμουν	=	φαγώνομαι
φαγόπυρα	=	φαγόπυρο
φαγόπυρο	noun	είδος αγγειόσπερμου φυτού της οικογένειας πολυγονίδες και της τάξης πολυγονώδη
φαγόπυρου	=	φαγόπυρο
φαγόπυρων	=	φαγόπυρο
φαγώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τρώγομαι
φαγώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάγωμα
φαγώματος	noun	γενική ενικού του φάγωμα
φαγώνομαι	verb	φθείρομαι
φαγώσιμα	noun	τα τρόφιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγώσιμο
φαγώσιμε	adj	κλητική ενικού του φαγώσιμος
φαγώσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαγώσιμη
φαγώσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαγώσιμος
φαγώσιμης	adj	γενική ενικού του φαγώσιμη
φαγώσιμο	noun	οι τροφές, τα τρόφιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φαγώσιμος
φαγώσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαγώσιμος
φαγώσιμος	adj	που είναι κατάλληλος για βρώση, που τρώγεται, που μπορεί να φαγωθεί, ο εδώδιμος
φαγώσιμου	noun	γενική ενικού του φαγώσιμο
φαγώσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαγώσιμος
φαγώσιμων	noun	γενική πληθυντικού του φαγώσιμο
φαγώσου	=	τρώω
φαδιού	=	φάδι
φαδιών	=	φάδι
φαε	abbrev	φορολογική υπηρεσία υπεύθυνη για τη φορολόγηση ανώνυμων εταιρειών
φαεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαεινό
φαεινέ	adj	κλητική ενικού του φαεινός
φαεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαεινή
φαεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαεινός
φαεινής	adj	γενική ενικού του φαεινή
φαεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαεινός
φαεινοτήτων	=	φαεινότητα
φαεινού	adj	γενική ενικού του φαεινός
φαεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαεινός
φαεινό	adj	αιτιατική ενικού του φαεινός
φαεινός	adj|figurative	φωτεινός
φαεινότης	noun	λόγια λέξη για τη φωτεινότητα, τη λαμπρότητα
φαεινότητα	noun	η ιδιότητα του φαεινού, η καθαρότητα, η διαύγεια, το να είναι κάτι λαμπερό, φωτεινό
φαεινότητας	=	φαεινότητα
φαεινότητες	=	φαεινότητα
φαεινών	adj	γενική πληθυντικού του φαεινός
φαερόπ	adv|dated	με φόρα, με δύναμη, αλλεπάλληλα, ολοταχώς· ενθαρρυντικό για εκκίνηση πράξης, ενέργειας
φαιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαιός
φαιάς	=	φαιός
φαιέ	adj	κλητική ενικού του φαιός
φαιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του φαιός
φαιή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαιός
φαιής	adj	γενική ενικού του φαιή
φαιδρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιδρό	adv	κατά τρόπο φαιδρό
φαιδρέ	adj	κλητική ενικού του φαιδρός
φαιδρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιδρή
φαιδρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαιδρός
φαιδρής	adj	γενική ενικού του φαιδρή
φαιδροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαιδρός
φαιδρολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιδρολόγημα
φαιδρολογήματος	=	φαιδρολόγημα
φαιδρολογία	noun	άλλη μορφή του φαιδρολόγημα
φαιδρολογίας	=	φαιδρολογία
φαιδρολογίες	=	φαιδρολογία
φαιδρολογημάτων	=	φαιδρολόγημα
φαιδρολογιών	=	φαιδρολογία
φαιδρολογώ	verb	λέω φαιδρότητες, αστειότητες
φαιδρολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φαιδρολογώ
φαιδρολόγε	=	φαιδρολόγος
φαιδρολόγημα	noun	λόγος που προκαλεί χαρά και ευχαρίστηση
φαιδρολόγο	=	φαιδρολόγος
φαιδρολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαιδρολόγος
φαιδρολόγος	adj	που φαιδρολογεί
φαιδρολόγου	=	φαιδρολόγος
φαιδρολόγους	=	φαιδρολόγος
φαιδρολόγων	=	φαιδρολόγος
φαιδροτήτων	noun	γενική πληθυντικού του φαιδρότητα
φαιδρού	adj	γενική ενικού του φαιδρός
φαιδρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαιδρός
φαιδρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιδρυντικό
φαιδρυντικέ	adj	κλητική ενικού του φαιδρυντικός
φαιδρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιδρυντική
φαιδρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαιδρυντικός
φαιδρυντικής	adj	γενική ενικού του φαιδρυντική
φαιδρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαιδρυντικός
φαιδρυντικού	adj	γενική ενικού του φαιδρυντικός
φαιδρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαιδρυντικός
φαιδρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του φαιδρυντικός
φαιδρυντικός	adj	που προκαλεί φαιδρότητα, ιλαρότητα, ευθυμία
φαιδρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του φαιδρυντικός
φαιδρό	adj	αιτιατική ενικού του φαιδρός
φαιδρός	adj	που στερείται σοβαρότητας, που δεν μπορεί κανείς να τον πάρει στα σοβαρά, γελοίος, αστείος
φαιδρότητα	noun	η ελαφρότητα, η χαρά, η ευθυμία
φαιδρότητας	noun	γενική ενικού του φαιδρότητα
φαιδρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιδρότητα
φαιδρύνω	verb	δίνω πιο χαρούμενο και ανάλαφρο χαρακτήρα σε κάτι που χαρακτηρίζεται από υπερβολική σοβαρότητα ή κατήφεια
φαιδρών	adj	γενική πληθυντικού του φαιδρός
φαιλονίου	noun	γενική ενικού του φαιλόνιο
φαιλονίων	noun	γενική πληθυντικού του φαιλόνιο
φαιλόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιλόνιο
φαιλόνιο	noun	ειδικό, αμάνικο άμφιο των πρεσβυτέρων
φαιλόνιου	=	φαιλόνιο
φαινογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινόγραμμα
φαινογράμματος	noun	γενική ενικού του φαινόγραμμα
φαινογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φαινόγραμμα
φαινοθειαζίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινοθειαζίνη
φαινοθειαζίνη	noun	σκεύασμα με αντιισταμινική, ηρεμιστική, αντιψυχωσική και αντιχολινεργική δράση
φαινοθειαζίνης	=	φαινοθειαζίνη
φαινοθειαζινών	=	φαινοθειαζίνη
φαινολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινολικό
φαινολικέ	adj	κλητική ενικού του φαινολικός
φαινολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινολική
φαινολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαινολικός
φαινολικής	adj	γενική ενικού του φαινολική
φαινολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαινολικός
φαινολικού	adj	γενική ενικού του φαινολικός
φαινολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαινολικός
φαινολικό	adj	αιτιατική ενικού του φαινολικός
φαινολικός	adj	που απαρτίζεται από φαινόλη ή που αναφέρεται σε αυτή
φαινολικών	adj	γενική πληθυντικού του φαινολικός
φαινολών	=	φαινόλη
φαινομένου	noun	γενική ενικού του φαινόμενο
φαινομένων	noun	γενική πληθυντικού του φαινόμενο
φαινομενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενικό	adv	κατά τα φαινόμενα, έτσι όπως φαίνεται, κρίνοντας από τα φαινόμενα, επιφανειακά, επιδερμικά, ίσως αναληθώς, μπορεί εσφαλμένα (για κάτι που αμφισβητείται έμμεσα η πιστότητά του)
φαινομενικέ	adj	κλητική ενικού του φαινομενικός
φαινομενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενική
φαινομενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαινομενικός
φαινομενικής	adj	γενική ενικού του φαινομενική
φαινομενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαινομενικός
φαινομενικοτήτων	=	φαινομενικότητα
φαινομενικού	adj	γενική ενικού του φαινομενικός
φαινομενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαινομενικός
φαινομενικό	adj	αιτιατική ενικού του φαινομενικός
φαινομενικός	adj	που φαίνεται ότι είναι κάτι, χωρίς να είναι πραγματικά
φαινομενικότητα	noun	η ιδιότητα του φαινομενικού, του απατηλού, όταν κάτι μοιάζει να είναι πραγματικό ενώ δεν είναι, φαίνεται αληθινό
φαινομενικότητας	noun	γενική ενικού του φαινομενικότητα
φαινομενικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενικότητα
φαινομενικών	adj	γενική πληθυντικού του φαινομενικός
φαινομενισμέ	noun	κλητική ενικού του φαινομενισμός
φαινομενισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαινομενισμός
φαινομενισμού	noun	γενική ενικού του φαινομενισμός
φαινομενισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαινομενισμός
φαινομενισμό	noun	αιτιατική ενικού του φαινομενισμός
φαινομενισμός	noun	η φαινομενοκρατία, η αντίληψη ότι ο νους μπορεί να συλλάβει μόνον αυτό που φαίνεται, το φαινόμενο και όχι την πραγματική υπόσταση
φαινομενισμών	noun	γενική πληθυντικού του φαινομενισμός
φαινομενογραφία	noun	ερευνητική προσέγγιση (που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον Σουηδό εκπαιδευτικό ερευνητή Ference Marton και τους συνεργάτες του) και εστιάζει όχι στην περιγραφή του φαινομένου αλλά στο πώς διαφορετικοί άνθρωποι κατανοούν, βιώνουν ή αντιλαμβάνονται ένα συγκεκριμένο φαινόμενο.
φαινομενογραφίας	=	φαινομενογραφία
φαινομενογραφίες	=	φαινομενογραφία
φαινομενογραφιών	=	φαινομενογραφία
φαινομενοκρατία	noun	το φιλοσοφικό δόγμα με κύριο εκπρόσωπο τον Καντ ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει όχι την ουσία των πραγμάτων, αλλά μόνον το φαινόμενο που αυτά προκαλουν στις αισθήσεις του και γενικά στην αντίληψή του
φαινομενοκρατίας	noun	γενική ενικού του φαινομενοκρατία
φαινομενοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενοκρατία
φαινομενοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του φαινομενοκρατία
φαινομενολογία	noun	η μελέτη της αιτιολογίας των φαινομένων που επικεντρώνεται στις υποκειμενικές ερμηνείες για τον κόσμο παρά στην εξέταση κάποιας εξωτερικής αντικειμενικής πραγματικότητας
φαινομενολογίας	noun	γενική ενικού του φαινομενολογία
φαινομενολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενολογία
φαινομενολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενολογικό	adv	με τρόπο που εξετάζει το θέμα από την άποψη της φαινομενολογίας
φαινομενολογικέ	adj	κλητική ενικού του φαινομενολογικός
φαινομενολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενολογική
φαινομενολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαινομενολογικός
φαινομενολογικής	adj	γενική ενικού του φαινομενολογική
φαινομενολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαινομενολογικός
φαινομενολογικού	adj	γενική ενικού του φαινομενολογικός
φαινομενολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαινομενολογικός
φαινομενολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φαινομενολογικός
φαινομενολογικός	adj	σχετικός με τη φαινομενολογία
φαινομενολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φαινομενολογικός
φαινομενολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φαινομενολογία
φαινομηρίδα	noun	χαρακτηρισμός για τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες που φορούσαν ανοιχτό στα πλάγια ένδυμα, ώστε να φαίνονται οι μηροί τους
φαινομηρίδας	=	φαινομηρίδα
φαινομηρίδες	=	φαινομηρίδα
φαινομηρίδων	=	φαινομηρίδα
φαινοτυπικά	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικέ	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικές	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπική	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικής	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικοί	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικού	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικούς	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικό	=	φαινοτυπικός
φαινοτυπικός	adj	που έχει σχέση με το φαινότυπο ή αναφέρεται σʼ αυτόν
φαινοτυπικών	=	φαινοτυπικός
φαινοτύπου	noun	γενική ενικού του φαινότυπος
φαινοτύπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαινότυπος
φαινοτύπων	noun	γενική πληθυντικού του φαινότυπος
φαιντανυλών	=	φαιντανύλη
φαιντανύλες	=	φαιντανύλη
φαιντανύλη	noun	συνθετικό οπιοειδές που χρησιμοποιείται ως αναλγητικό και ως ναρκωτικό
φαιντανύλης	=	φαιντανύλη
φαινυλαιθανάλη	noun	αρωματική οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο, με μοριακό τύπο C₈H₈O
φαινυλαλανίνες	=	φαινυλαλανίνη
φαινυλαλανίνη	noun	απαραίτητο αμινοξύ με φαινυλική ομάδα.
φαινυλαλανίνης	=	φαινυλαλανίνη
φαινυλαλανινών	=	φαινυλαλανίνη
φαινυλαμίνη	=	ανιλίνη
φαινυλκετονουρία	noun	σπάνια κληρονομική ασθένεια η οποία προκαλεί τη συσσώρευση φαινυλαλανίνης, κάτι που παρεμποδίζει τη φυσιολογική ανάπτυξη και λειτουργία των κυττάρων του εγκεφάλου, με συνέπεια τη διανοητική καθυστέρηση
φαινυλκετονουρίας	=	φαινυλκετονουρία
φαινυλκετονουρίες	=	φαινυλκετονουρία
φαινυλκετονουριών	=	φαινυλκετονουρία
φαινόγραμμα	noun	μορφολογικό κλαδόγραμμα
φαινόλες	=	φαινόλη
φαινόλη	noun	Η λεξη φαινόλη, όταν χρησιμοποιείται μεμονωμένα, σημαίνει το υδροξυβενζόλιο ή καρβολικό οξύ (παλαιότερες ονομασίες) και είναι μια από τις πιο απλές και βασικές φαινόλες.
φαινόλης	=	φαινόλη
φαινόμασταν	=	φαίνομαι
φαινόμαστε	=	φαίνομαι
φαινόμενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινόμενο
φαινόμενο	noun	κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές του εκδηλώσεις
φαινόμενος	=	φαίνομαι
φαινόμενου	=	φαινόμενο
φαινόμουν	=	φαίνομαι
φαινόμουνα	=	φαίνομαι
φαινόντουσαν	=	φαίνομαι
φαινόσασταν	=	φαίνομαι
φαινόσαστε	=	φαίνομαι
φαινόσουν	=	φαίνομαι
φαινόσουνα	=	φαίνομαι
φαινόταν	=	φαίνομαι
φαινότανε	=	φαίνομαι
φαινότυπε	noun	κλητική ενικού του φαινότυπος
φαινότυπο	noun	αιτιατική ενικού του φαινότυπος
φαινότυποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαινότυπος
φαινότυπος	noun	το σύνολο των εμφανών εξωτερικών χαρακτηριστικών τού ατόμου που καθορίζονται ή από τα γονίδια ή από το περιβάλλον ή από την αλληλεπίδρασή τους
φαινότυπου	noun	γενική ενικού του φαινότυπος
φαινότυπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαινότυπος
φαινότυπων	noun	γενική πληθυντικού του φαινότυπος
φαιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαιός
φαιοκίτρινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιοκίτρινο
φαιοκίτρινε	adj	κλητική ενικού του φαιοκίτρινος
φαιοκίτρινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιοκίτρινη
φαιοκίτρινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαιοκίτρινος
φαιοκίτρινης	adj	γενική ενικού του φαιοκίτρινη
φαιοκίτρινο	adj	αιτιατική ενικού του φαιοκίτρινος
φαιοκίτρινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαιοκίτρινος
φαιοκίτρινος	adj	που έχει χρώμα με αποχρώσεις ανάμεσα στο φαιό και το κίτρινο
φαιοκίτρινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαιοκίτρινος
φαιοκίτρινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαιοκίτρινος
φαιοκίτρινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαιοκίτρινος
φαιοχίτων	adj	αυτός που φορά γκρίζο ή σκούρο χιτώνα, ο παπάς κ.α.
φαιοχρωμοκυττωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φαιοχρωμοκύττωμα
φαιοχρωμοκυττώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαιοχρωμοκύττωμα
φαιοχρωμοκυττώματος	noun	γενική ενικού του φαιοχρωμοκύττωμα
φαιοχρωμοκύττωμα	noun	ενδοκρινικός όγκος του συμπαθητικού νευρικού συστήματος που εντοπίζεται στη μυελώδη μοίρα των επινεφριδίων
φαιού	adj	γενική ενικού του φαιός
φαιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαιός
φαιό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του φαιός
φαιός	adj|formal	σταχτής, που έχει το χρώμα της στάχτης, σκουρόχρωμος, γκρίζος
φαιών	adj	γενική πληθυντικού του φαιός
φακέ	noun	κλητική ενικού του φακός
φακέλλου	=	φάκελλος
φακέλλους	=	φάκελλος
φακέλλων	=	φάκελλος
φακέλου	=	φάκελος
φακέλους	=	φάκελος
φακέλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φακελώνω· ιδιαίτερα η καταγραφή των κινήσεων ενός ατόμου που βρίσκεται υπό παρακολούθηση από τις αρχές ή ιδιωτικές εταιρείες με εμπορικά και διαφημιστικά κίνητρα
φακέλων	=	φάκελος
φακέλωνα	=	φακελώνω
φακέλωναν	=	φακελώνω
φακέλωνε	=	φακελώνω
φακέλωνες	=	φακελώνω
φακέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακή
φακή	noun	αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό της οικογένειας των Κυαμοειδών και στην τάξη των Κυαμωδών
φακής	=	φακή
φακίδα	noun	η κηλίδα του δέρματος που συνήθως έχει το σχήμα της φακής, μικρή ελιά
φακίδας	=	φακίδα
φακίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακίδα
φακίδων	=	φακίδα
φακίρη	=	φακίρης
φακίρηδες	=	φακίρης
φακίρηδων	=	φακίρης
φακίρης	noun	μουσουλμάνος ασκητής του σουφισμού, ο οποίος έχει απαρνηθεί την κατοχή υλικής περιουσίας και ζει από ελεημοσύνες
φακίρισσα	noun	γυναίκα με θαυμαστές ικανότητες, γυναίκα θαυματοποιός
φακίρισσας	noun	γενική ενικού του φακίρισσα
φακίρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακίρισσα
φακελάκι	noun	υποκοριστικό του φάκελος
φακελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακελάκι
φακελίσκε	=	φακελίσκος
φακελίσκο	=	φακελίσκος
φακελίσκοι	=	φακελίσκος
φακελίσκος	noun	ο μικρός φάκελος
φακελίσκου	=	φακελίσκος
φακελίσκους	=	φακελίσκος
φακελίσκων	=	φακελίσκος
φακελακιού	=	φακελάκι
φακελακιών	=	φακελάκι
φακελοκρατία	noun|rare	η —θεωρούμενη ως επικρατούσα— συνήθεια της δωροδόκησης (με φακελάκι) ιατρών του δημόσιου συστήματος υγείας για την κατά προτεραιότητα αποτελεσματική εξυπηρέτηση
φακελοποιέ	=	φακελοποιός
φακελοποιία	noun	η κατασκευή φακέλων
φακελοποιίας	=	φακελοποιία
φακελοποιίες	=	φακελοποιία
φακελοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακελοποιείο
φακελοποιείο	noun	το εργοστάσιο που κατασκευάζει φακέλους
φακελοποιείου	noun	γενική ενικού του φακελοποιείο
φακελοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του φακελοποιείο
φακελοποιιών	=	φακελοποιία
φακελοποιοί	=	φακελοποιός
φακελοποιού	=	φακελοποιός
φακελοποιούς	=	φακελοποιός
φακελοποιό	=	φακελοποιός
φακελοποιός	noun	ο κατασκευαστής φακέλων
φακελοποιών	=	φακελοποιός
φακελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φακέλωμα
φακελωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακελωμένο
φακελωμένε	verb	κλητική ενικού του φακελωμένος
φακελωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακελωμένη
φακελωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φακελωμένος
φακελωμένης	verb	γενική ενικού του φακελωμένη
φακελωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φακελωμένος
φακελωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φακελωμένος
φακελωμένος	verb	που έχει φακελωθεί
φακελωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φακελωμένος
φακελωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φακελωμένος
φακελωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φακελωμένος
φακελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακέλωμα
φακελώματος	noun	γενική ενικού του φακέλωμα
φακελώναμε	=	φακελώνω
φακελώναν	=	φακελώνω
φακελώνανε	=	φακελώνω
φακελώνατε	=	φακελώνω
φακελώνει	=	φακελώνω
φακελώνεις	=	φακελώνω
φακελώνετε	=	φακελώνω
φακελώνομαι	=	φακελώνω
φακελώνοντας	=	φακελώνω
φακελώνουμε	=	φακελώνω
φακελώνουν	=	φακελώνω
φακελώνουνε	=	φακελώνω
φακελώνω	verb	βάζω ένα έγγραφο, π.χ επιστολή, μέσα σε φάκελο
φακελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσαν	=	φακελώνω
φακελώσανε	=	φακελώνω
φακελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φακελώνω
φακιδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φακιδιάρης
φακιδιάρας	adj	γενική ενικού του φακιδιάρα
φακιδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακιδιάρα
φακιδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φακιδιάρης
φακιδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακιδιάρης
φακιδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του φακιδιάρης
φακιδιάρης	adj	εκείνος που έχει πολλές φακίδες
φακιδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακιδιάρικο
φακιδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του φακιδιάρης
φακιδιάρικου	adj	γενική ενικού του φακιδιάρικο
φακιδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του φακιδιάρικο
φακιολίζω	verb	βάζω το φακιόλι
φακιολιού	=	φακιόλι
φακιολιών	=	φακιόλι
φακιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακιρικό
φακιρικέ	adj	κλητική ενικού του φακιρικός
φακιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακιρική
φακιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φακιρικός
φακιρικής	adj	γενική ενικού του φακιρική
φακιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φακιρικός
φακιρικού	adj	γενική ενικού του φακιρικός
φακιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φακιρικός
φακιρικό	adj	αιτιατική ενικού του φακιρικός
φακιρικός	adj	σχετικός με τον φακίρη
φακιρικών	adj	γενική πληθυντικού του φακιρικός
φακιρισσών	noun	γενική πληθυντικού του φακίρισσα
φακιόλι	noun	γυναικείος κεφαλόδεσμος, κεφαλομάντιλο
φακιόλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακιόλι
φακλάνα	noun|dated	πόρνη προχωρημένης ηλικίας
φακλάνας	=	φακλάνα
φακλάνες	=	φακλάνα
φακοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φακός
φακοειδές	=	φακοειδής
φακοειδή	=	φακοειδής
φακοειδής	adj	που μοιάζει με φακό, που έχει το σχήμα φακού, οβάλ, ελλειπτικό ή ελλειψοειδές σχήμα
φακοειδείς	=	φακοειδής
φακοειδούς	=	φακοειδής
φακοειδών	=	φακοειδής
φακομέτρου	=	φακόμετρο
φακομέτρων	=	φακόμετρο
φακοσαλάτα	noun	(νεολογισμός): σαλάτα με βασικό υλικό τις φακές
φακοσαλάτας	noun	γενική ενικού του φακοσαλάτα
φακοσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακοσαλάτα
φακοσαλατών	noun	γενική πληθυντικού του φακοσαλάτα
φακοσκλήρωση	noun|dated	σκλήρυνση του φακού του ματιού
φακοσκλήρωσης	=	φακοσκλήρωση
φακοσκληρώσεις	=	φακοσκλήρωση
φακοσκληρώσεων	=	φακοσκλήρωση
φακοσκοπίου	=	φακοσκόπιο
φακοσκοπίων	=	φακοσκόπιο
φακοσκόπια	=	φακοσκόπιο
φακοσκόπιο	noun	παλιότερη ονομασία οργάνου για την εξέταση του οφθαλμού, με γνωστότερο φακοσκόπιο τη σχισμοειδή λυχνία του Gullstrand, που εξέταζε τον φακό σε επαρκές για την εποχή (1910) βάθος.
φακοσκόπιου	=	φακοσκόπιο
φακοσκόπιων	=	φακοσκόπιο
φακού	noun	γενική ενικού του φακός
φακούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φακός
φακό	noun	αιτιατική ενικού του φακός
φακόμετρα	=	φακόμετρο
φακόμετρο	noun	όργανο των οπτικών για τη μέτρηση των φακών
φακόμετρου	=	φακόμετρο
φακόμετρων	=	φακόμετρο
φακός	noun	φορητή συσκευή που παράγει φως
φακόσουπα	noun|rare	φακές σούπα, σούπα με κυρίαρχο στοιχείο παρασκευής βραστές φακές
φακόσουπας	noun	γενική ενικού του φακόσουπα
φακόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φακόσουπα
φακών	noun	γενική πληθυντικού του φακός
φαλάγγι	noun	αραχνίδιο της τάξης Opiliones (Φαλάγγια) με πολύ λεπτά πόδια, που συγχέεται συχνά με τις αράχνες.
φαλάγγων	=	φάλαγγας
φαλάκρα	noun	η κατάσταση κατά την οποία τα μαλλιά του τριχωτού της κεφαλής πέφτουν χωρίς να αναπληρώνονται (ανδρογενής αλωπεκία)
φαλάκρας	noun	χαρακτηρισμός για εκείνον που έχει φαλάκρα, που είναι φαλακρός
φαλάκρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλάκρας
φαλάκρωμα	noun	η διαδικασία του φαλακρώνω
φαλάκρωνα	=	φαλακρώνω
φαλάκρωση	noun	άλλη μορφή του φαλάκρωμα
φαλάκρωσης	=	φαλάκρωση
φαλάφελ	noun	φαγητό της Μέσης Ανατολής σε μορφή κεφτέδων από ρεβίθι· σερβίρονται σκέτοι ή τυλιγμένοι σε πίτα
φαλέτα	=	φαλέτο
φαλέτο	noun	είδος πτηνού παρόμοιο με τον σπίνο
φαλέτου	=	φαλέτο
φαλέτων	=	φαλέτο
φαλίριζα	=	φαλιρίζω
φαλίριζαν	=	φαλιρίζω
φαλίριζε	=	φαλιρίζω
φαλίριζες	=	φαλιρίζω
φαλίρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλίρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλίρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλίρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλίρισμα	noun	η χρεωκοπία, η πτώχευση, το φαλιμέντο
φαλίρω	=	φαλιρίζω
φαλαγγάρχα	=	φαλαγγάρχης
φαλαγγάρχες	=	φαλαγγάρχης
φαλαγγάρχη	=	φαλαγγάρχης
φαλαγγάρχης	noun	ο επικεφαλής, αρχηγός της φάλαγγας
φαλαγγάρχου	=	φαλαγγάρχης
φαλαγγίτες	=	φαλαγγίτης
φαλαγγίτη	=	φαλαγγίτης
φαλαγγίτης	noun	στρατιώτης μιας φάλαγγας
φαλαγγίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγίτικο
φαλαγγίτικε	adj	κλητική ενικού του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγίτικη
φαλαγγίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτικης	adj	γενική ενικού του φαλαγγίτικη
φαλαγγίτικο	adj	αιτιατική ενικού του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτικος	adj	φαλαγγιτικός
φαλαγγίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαλαγγίτικος
φαλαγγίτισσα	noun	φαλαγγίτης
φαλαγγίτισσας	noun	γενική ενικού του φαλαγγίτισσα
φαλαγγίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγίτισσα
φαλαγγαρχών	=	φαλαγγάρχης
φαλαγγηδόν	adv	η παράταξη ή μετακίνηση κατά φάλαγγες είτε κυριολεκτικά (παλαιότερα στο στρατό) είτε με τη μεταφορική έννοια (όχι ιδιαίτερα εύχρηστο επίρρημα στη νεοελληνική)
φαλαγγιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγιτικό
φαλαγγιτικέ	adj	κλητική ενικού του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγιτική
φαλαγγιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτικής	adj	γενική ενικού του φαλαγγιτική
φαλαγγιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτικού	adj	γενική ενικού του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτικό	adj	αιτιατική ενικού του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτικός	adj	σχετικός ή χαρακτηριστικός του φαλαγγίτη ή της φαλαγγίτισσας
φαλαγγιτικών	adj	γενική πληθυντικού του φαλαγγιτικός
φαλαγγιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του φαλαγγίτισσα
φαλαγγιτών	=	φαλαγγίτης
φαλαγγών	=	φάλαγγα
φαλαινάκι	noun	μικρή φάλαινα
φαλαινάκια	=	φαλαινάκι
φαλαιναλιευτικά	=	φαλαιναλιευτικό
φαλαιναλιευτικού	=	φαλαιναλιευτικό
φαλαιναλιευτικό	noun	φαλαινοθηρικό πλοίο
φαλαιναλιευτικών	=	φαλαιναλιευτικό
φαλαινοδέλφινα	=	φαλαινοδέλφινο
φαλαινοδέλφινο	noun|vulgar	ο ζιφιός
φαλαινοδέλφινου	=	φαλαινοδέλφινο
φαλαινοδέλφινων	=	φαλαινοδέλφινο
φαλαινοειδές	=	φαλαινοειδής
φαλαινοειδή	=	φαλαινοειδής
φαλαινοειδής	adj	που η μορφή του μοιάζει με αυτή της φάλαινας
φαλαινοειδείς	=	φαλαινοειδής
φαλαινοειδούς	=	φαλαινοειδής
φαλαινοειδών	=	φαλαινοειδής
φαλαινοθήρα	=	φαλαινοθήρας
φαλαινοθήρας	noun	ο κυνηγός φαλαινών
φαλαινοθήρες	=	φαλαινοθήρας
φαλαινοθήρων	=	φαλαινοθήρας
φαλαινοθηρία	noun	το κυνήγι φαλαινών
φαλαινοθηρίας	noun	γενική ενικού του φαλαινοθηρία
φαλαινοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαινοθηρία
φαλαινοθηρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαινοθηρικό
φαλαινοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του φαλαινοθηρικός
φαλαινοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλαινοθηρική
φαλαινοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλαινοθηρικός
φαλαινοθηρικής	adj	γενική ενικού του φαλαινοθηρική
φαλαινοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλαινοθηρικός
φαλαινοθηρικού	noun	γενική ενικού του φαλαινοθηρικό
φαλαινοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλαινοθηρικός
φαλαινοθηρικό	noun	αλιευτικό σκάφος με ειδικό εξοπλισμό για το κυνήγι φαλαινών
φαλαινοθηρικός	adj	ο σχετικός με την αλιεία φαλαινών, με το κυνήγι, την θήρα της φάλαινας, με τη φαλαινοθηρία
φαλαινοθηρικών	noun	γενική πληθυντικού του φαλαινοθηρικό
φαλαινοθηριών	noun	γενική πληθυντικού του φαλαινοθηρία
φαλαινοθηρών	=	φαλαινοθήρας
φαλαινοκαρχαρία	=	φαλαινοκαρχαρίας
φαλαινοκαρχαρίας	noun	σχετικά σπάνιο είδος καρχαρία, που είναι ιδιαίτερα ογκώδης και τρέφεται κυρίως με πλαγκτόν
φαλαινοκαρχαρίες	=	φαλαινοκαρχαρίας
φαλαινοκαρχαριών	=	φαλαινοκαρχαρίας
φαλαινών	noun	γενική πληθυντικού του φάλαινα
φαλακρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (φαλακρό) του φαλακρός
φαλακρέ	adj	κλητική ενικού του φαλακρός
φαλακρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (φαλακρή) του φαλακρός
φαλακρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλακρός
φαλακρής	adj	γενική ενικού του φαλακρή
φαλακροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλακρός
φαλακροκοράκων	=	φαλακροκόρακας
φαλακροκόρακα	=	φαλακροκόρακας
φαλακροκόρακας	noun	το θαλασσοπούλι κορμοράνος, αντιστοιχεί κατά την επίσημη ταξινόμηση στον μαύρο φαλακροκόρακα (Phalacrocorax carbo)
φαλακροκόρακες	=	φαλακροκόρακας
φαλακροτήτων	=	φαλακρότητα
φαλακρού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαλακρός
φαλακρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλακρός
φαλακρωμάτων	=	φαλάκρωμα
φαλακρό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του φαλακρός
φαλακρός	adj	που δεν έχει μαλλιά στο τριχωτό της κεφαλής, που έχει φαλάκρα
φαλακρότητα	noun	η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας φαλακρός
φαλακρότητας	=	φαλακρότητα
φαλακρότητες	=	φαλακρότητα
φαλακρώματα	=	φαλάκρωμα
φαλακρώματος	=	φαλάκρωμα
φαλακρών	noun	γενική πληθυντικού του φαλάκρα	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του φαλακρός
φαλακρώνω	verb	γίνομαι φαλακρός, κάνω φαλάκρα
φαλακρώσεις	=	φαλάκρωση
φαλακρώσεων	=	φαλάκρωση
φαλανστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλανστήριο
φαλανστήριο	noun	ονομασία σοσιαλιστικής αποικίας που σχεδίαζε ο Σαρλ Φουριέ.
φαλανστήριου	=	φαλανστήριο
φαλανστηρίου	=	φαλανστήριο
φαλανστηρίων	=	φαλανστήριο
φαλαρίδα	noun	υδρόβιο πουλί (Fulica atra) με μαύρο πτέρωμα
φαλαρίδας	=	φαλαρίδα
φαλαρίδες	=	φαλαρίδα
φαλαρίδων	=	φαλαρίδα
φαλαροπόδων	=	φαλαρόποδας
φαλαρόποδα	=	φαλαρόποδας
φαλαρόποδας	noun	μικρό αποδημητικό πουλί που ανήκει στο γένος Φαλαρόπους
φαλαρόποδες	=	φαλαρόποδας
φαλαρόποδος	=	φαλαρόποδας
φαλαρόποδων	=	φαλαρόποδας
φαλαρόπους	=	φαλαρόποδας
φαληρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαληρικό
φαληρικέ	adj	κλητική ενικού του φαληρικός
φαληρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαληρική
φαληρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαληρικός
φαληρικής	adj	γενική ενικού του φαληρική
φαληρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαληρικός
φαληρικού	adj	γενική ενικού του φαληρικός
φαληρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαληρικός
φαληρικό	adj	αιτιατική ενικού του φαληρικός
φαληρικός	adj	σχετικός με το Φάληρο
φαληρικών	adj	γενική πληθυντικού του φαληρικός
φαληριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαληριώτικο
φαληριώτικε	adj	κλητική ενικού του φαληριώτικος
φαληριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαληριώτικη
φαληριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαληριώτικος
φαληριώτικης	adj	γενική ενικού του φαληριώτικη
φαληριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του φαληριώτικος
φαληριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαληριώτικος
φαληριώτικος	adj	σχετικός με το Φάληρο και τους κατοίκους του, τους Φαληριώτες
φαληριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαληριώτικος
φαληριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαληριώτικος
φαληριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαληριώτικος
φαλιμέντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλιμέντο
φαλιμέντο	noun|vulgar	η χρεωκοπία, η πτώχευση
φαλιμέντου	noun	γενική ενικού του φαλιμέντο
φαλιμέντων	noun	γενική πληθυντικού του φαλιμέντο
φαλιρίζαμε	=	φαλιρίζω
φαλιρίζαν	=	φαλιρίζω
φαλιρίζανε	=	φαλιρίζω
φαλιρίζατε	=	φαλιρίζω
φαλιρίζει	=	φαλιρίζω
φαλιρίζεις	=	φαλιρίζω
φαλιρίζετε	=	φαλιρίζω
φαλιρίζοντας	=	φαλιρίζω
φαλιρίζουμε	=	φαλιρίζω
φαλιρίζουν	=	φαλιρίζω
φαλιρίζουνε	=	φαλιρίζω
φαλιρίζω	verb	πτωχεύω, κηρύσσω πτώχευση, καταστρέφομαι οικονομικά
φαλιρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσαν	=	φαλιρίζω
φαλιρίσανε	=	φαλιρίζω
φαλιρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλίρισμα
φαλιρίσματος	noun	γενική ενικού του φαλίρισμα
φαλιρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλιρίζω
φαλιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φαλίρισμα
φαλιρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλιρισμένο
φαλιρισμένε	verb	κλητική ενικού του φαλιρισμένος
φαλιρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλιρισμένη
φαλιρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλιρισμένος
φαλιρισμένης	verb	γενική ενικού του φαλιρισμένη
φαλιρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φαλιρισμένος
φαλιρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλιρισμένος
φαλιρισμένος	verb	που έχει φαλιρίσει, που έχει καταστραφεί οικονομικά, που έχει κηρύξει πτώχευση
φαλιρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαλιρισμένος
φαλιρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φαλιρισμένος
φαλιρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαλιρισμένος
φαλκίδευα	=	φαλκιδεύω
φαλκίδευαν	=	φαλκιδεύω
φαλκίδευε	=	φαλκιδεύω
φαλκίδευες	=	φαλκιδεύω
φαλκίδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκίδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκίδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκίδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκίδευση	noun	η μεθοδική υπονόμευση (αποδυνάμωση, περιορισμός) κεκτημένων και νόμιμων δικαιωμάτων
φαλκίδευσης	=	φαλκίδευση
φαλκίδευσις	noun	η φαλκίδευση
φαλκίδεψα	=	φαλκιδεύω
φαλκίδεψαν	=	φαλκιδεύω
φαλκίδεψε	=	φαλκιδεύω
φαλκίδεψες	=	φαλκιδεύω
φαλκιδέψαμε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδέψαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδέψανε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδέψατε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδέψει	=	φαλκιδεύω
φαλκιδέψτε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευθήκαμε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευθήκαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευθήκανε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευθήκατε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευθεί	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευθείτε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευμένος	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευτήκαμε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευτήκαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευτήκανε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευτήκατε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευτεί	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευτείτε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόμασταν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόμαστε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόμουν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόμουνα	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόντουσαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόσασταν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόσαστε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόσουν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόσουνα	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευόταν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδευότανε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύαμε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύανε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύατε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύει	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύεις	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύεσαι	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύεστε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύεται	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύετε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύθηκα	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύθηκαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύθηκε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύθηκες	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύομαι	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύονται	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύονταν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύοντας	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύουμε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύουν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύουνε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύσαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύσανε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλκίδευση
φαλκιδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύσεων	=	φαλκίδευση
φαλκιδεύσου	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαλκιδεύω
φαλκιδεύτηκα	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύτηκαν	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύτηκε	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύτηκες	=	φαλκιδεύω
φαλκιδεύω	verb	υποσκάπτω, υπονομεύω, περιορίζω νόμιμα δικαιώματα
φαλκόνων	=	φάλκονας
φαλλέ	noun	κλητική ενικού του φαλλός
φαλλί	noun|vulgar	ο φαλλός
φαλλίρω	verb	{παλαιότερη απόδοση της ιταλικής αντίστοιχης λέξης για το χρεοκοπώ και πτωχεύω στα ελληνικά.
φαλλαινών	=	φάλλαινα
φαλλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλικό
φαλλικέ	adj	κλητική ενικού του φαλλικός
φαλλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλική
φαλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλλικός
φαλλικής	adj	γενική ενικού του φαλλική
φαλλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλλικός
φαλλικού	adj	γενική ενικού του φαλλικός
φαλλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλλικός
φαλλικό	adj	αιτιατική ενικού του φαλλικός
φαλλικός	adj	που έχει σχέση με τον φαλλό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
φαλλικών	adj	γενική πληθυντικού του φαλλικός
φαλλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλλός
φαλλοκράτες	=	φαλλοκράτης
φαλλοκράτη	=	φαλλοκράτης
φαλλοκράτης	noun	άντρας που θεωρεί το αντρικό φύλο ανώτερο από το γυναικείο και φέρεται αναλόγως
φαλλοκρατία	noun	οι φαλλοκρατικές αντιλήψεις, ιδιαίτερα όταν επικρατούν σε ένα συγκεκριμένο χώρο
φαλλοκρατίας	noun	γενική ενικού του φαλλοκρατία
φαλλοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλοκρατία
φαλλοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλοκρατικό	adv	με φαλλοκρατικό τρόπο
φαλλοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλοκρατική
φαλλοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατικής	adj	γενική ενικού του φαλλοκρατική
φαλλοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατικού	adj	γενική ενικού του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατικός	adj	που αναφέρεται στους φαλλοκράτες και τις αντιλήψεις τους
φαλλοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του φαλλοκρατικός
φαλλοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του φαλλοκρατία
φαλλοκρατών	=	φαλλοκράτης
φαλλού	noun	γενική ενικού του φαλλός
φαλλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαλλός
φαλλό	noun	αιτιατική ενικού του φαλλός
φαλλός	noun	το ανδρικό γεννητικό μόριο ή όργανο, το πέος
φαλλόσχημα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλόσχημο
φαλλόσχημε	adj	κλητική ενικού του φαλλόσχημος
φαλλόσχημες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλλόσχημη
φαλλόσχημη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλλόσχημος
φαλλόσχημης	adj	γενική ενικού του φαλλόσχημη
φαλλόσχημο	adj	αιτιατική ενικού του φαλλόσχημος
φαλλόσχημοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλλόσχημος
φαλλόσχημος	adj	που έχει σχήμα φαλλού
φαλλόσχημου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαλλόσχημος
φαλλόσχημους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλλόσχημος
φαλλόσχημων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαλλόσχημος
φαλλών	noun	γενική πληθυντικού του φαλλός
φαλλῖτις	noun	φλεγμονή του φαλλού
φαλτσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φαλτσάρω
φαλτσάρω	verb	κάνω φάλτσο, παράγω λανθασμένους τόνους ως τραγουδιστής ή μουσικός
φαλτσέτα	noun	κοπίδι με κοφτερή αιχμή, κοφτερό μαχαίρι
φαλτσέτας	noun	γενική ενικού του φαλτσέτα
φαλτσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλτσέτα
φαλτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλτσάρισμα
φαλτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του φαλτσάρισμα
φαλτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φαλτσάρισμα
φαλτσαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλτσαριστό	adv	με φαλτσαριστό τρόπο, με φάλτσο
φαλτσαριστέ	adj	κλητική ενικού του φαλτσαριστός
φαλτσαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλτσαριστή
φαλτσαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαλτσαριστός
φαλτσαριστής	adj	γενική ενικού του φαλτσαριστή
φαλτσαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαλτσαριστός
φαλτσαριστού	adj	γενική ενικού του φαλτσαριστός
φαλτσαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαλτσαριστός
φαλτσαριστό	adj	αιτιατική ενικού του φαλτσαριστός
φαλτσαριστός	adj	που διαγράφει μια κάπως καμπύλη τροχιά, επειδή χτυπήθηκε με φάλτσο ή άλλη λόγοι τον ανάγκασαν να εκτραπεί της ευθείας πορείας
φαλτσαριστών	adj	γενική πληθυντικού του φαλτσαριστός
φαλτσετών	noun	γενική πληθυντικού του φαλτσέτα
φαλτσογωνιά	noun	ξυλουργικό εργαλείο για την κοπή ξύλων υπό γωνία 45 μοιρών
φαλτσογωνιάς	noun	γενική ενικού του φαλτσογωνιά
φαλτσογωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαλτσογωνιά
φαλτσογωνιών	=	φαλτσογωνιά
φαμέγιος	noun	^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) υπηρέτης
φαμίλια	noun|vulgar	η οικογένεια
φαμίλιας	noun	γενική ενικού του φαμίλια
φαμίλιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαμίλια
φαμελίτες	=	φαμελίτης
φαμελίτη	=	φαμελίτης
φαμελίτης	noun	ο οικογενειάρχης, ο φαμελιάρης
φαμελίτισσα	noun	φαμελίτης
φαμελίτισσας	noun	γενική ενικού του φαμελίτισσα
φαμελίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαμελίτισσα
φαμελιά	noun|vulgar	η οικογένεια
φαμελιάρη	=	φαμελιάρης
φαμελιάρηδες	=	φαμελιάρης
φαμελιάρηδων	=	φαμελιάρης
φαμελιάρης	noun	που έχει φαμελιά, οικογενειάρχης
φαμελιάς	noun	γενική ενικού του φαμελιά
φαμελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαμελιά
φαμελιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του φαμελίτισσα
φαμελιτών	=	φαμελίτης
φαμελιών	=	φαμελιά
φαμιλιά	noun	η οικογένεια
φαμιλιάς	=	φαμιλιά
φαμιλιές	=	φαμιλιά
φαμιλιών	=	φαμιλιά
φαμοτιδίνες	=	φαμοτιδίνη
φαμοτιδίνη	noun	φάρμακο επί παθήσεων του πεπτικού συστήματος
φαμοτιδίνης	noun	γενική ενικού του φαμοτιδίνη
φαμοτιδινών	=	φαμοτιδίνη
φαμπρικάντες	=	φαμπρικάντης
φαμπρικάντη	=	φαμπρικάντης
φαμπρικάντης	noun	παραγωγός
φαμπρικάρω	verb	κατασκευάζω βιομηχανικά προϊόντα ή προϊόντα εργοστασίου
φαμπρικαντών	=	φαμπρικάντης
φαμφαρόνε	=	φαμφαρόνος
φαμφαρόνο	=	φαμφαρόνος
φαμφαρόνοι	=	φαμφαρόνος
φαμφαρόνος	noun	φανφαρόνος
φαμφαρόνου	=	φαμφαρόνος
φαμφαρόνους	=	φαμφαρόνος
φαμφαρόνων	=	φαμφαρόνος
φαμόζα	=	φαμόζος
φαμόζας	=	φαμόζος
φαμόζε	=	φαμόζος
φαμόζες	=	φαμόζος
φαμόζο	=	φαμόζος
φαμόζοι	=	φαμόζος
φαμόζος	adj	φημισμένος
φαμόζου	=	φαμόζος
φαμόζους	=	φαμόζος
φαμόζων	=	φαμόζος
φαν	noun	οπαδός, υποστηρικτής
φανάρι	noun	ο μικρός φανός ή το φως
φανάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανάρι
φανάτιζα	=	φανατίζω
φανάτιζαν	=	φανατίζω
φανάτιζε	=	φανατίζω
φανάτιζες	=	φανατίζω
φανάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανέ	noun	κλητική ενικού του φανός
φανέλα	noun	είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι
φανέλας	noun	γενική ενικού του φανέλα
φανέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανέλα
φανέλλα	noun	παρωχημένη γραφή του φανέλα
φανέλλας	noun	γενική ενικού του φανέλλα
φανέλλες	=	φανέλλα
φανέρωμα	noun	η εκδήλωση, η αποκάλυψη, το να έρχεται στο φως ένα κρυφό συναίσθημα, κινητρο ή ένα αντικείμενο χαμένο, κρυμμένο
φανέρωνα	=	φανερώνω
φανέρωναν	=	φανερώνω
φανέρωνε	=	φανερώνω
φανέρωνες	=	φανερώνω
φανέρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανέρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανέρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανέρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανέρωση	noun	το φανέρωμα
φανέρωσης	noun	γενική ενικού του φανέρωση
φανέστρα	noun	παράθυρο
φανέστρας	=	φανέστρα
φανέστρες	=	φανέστρα
φανήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανήκαν	=	φαίνομαι
φανήκανε	=	φαίνομαι
φανήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανίζομαι	verb|literary	άλλη μορφή του εμφανίζομαι
φανίτσας	noun	γενική ενικού του Φανίτσα
φανανάπτες	=	φανανάπτης
φανανάπτη	=	φανανάπτης
φανανάπτης	noun	εκείνος που άναβε τα φανάρια στους φανοστάτες των δρόμων, πριν από την ηλεκτροδότηση
φαναναπτών	=	φανανάπτης
φαναρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φαναράς
φαναράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναράς
φαναράδων	noun	γενική πληθυντικού του φαναράς
φαναράκι	noun	μικρό φανάρι, ο μικρός φανός
φαναράκια	=	φαναράκι
φαναράς	noun|dated	ο κατασκευαστής φαναριών
φαναρίου	=	φανάρι
φαναριού	noun	γενική ενικού του φανάρι
φαναριτζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναριτζίδικο
φαναριτζίδικο	noun|vulgar	το κατάστημα ή εργαστήριο του φαναρτζή
φαναριτζίδικου	noun	γενική ενικού του φαναριτζίδικο
φαναριτζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του φαναριτζίδικο
φαναριωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναριωτικό
φαναριωτικέ	adj	κλητική ενικού του φαναριωτικός
φαναριωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναριωτική
φαναριωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαναριωτικός
φαναριωτικής	adj	γενική ενικού του φαναριωτική
φαναριωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαναριωτικός
φαναριωτικού	adj	γενική ενικού του φαναριωτικός
φαναριωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαναριωτικός
φαναριωτικό	adj	αιτιατική ενικού του φαναριωτικός
φαναριωτικών	adj	γενική πληθυντικού του φαναριωτικός
φαναριωτισμέ	=	φαναριωτισμός
φαναριωτισμοί	=	φαναριωτισμός
φαναριωτισμού	=	φαναριωτισμός
φαναριωτισμούς	=	φαναριωτισμός
φαναριωτισμό	=	φαναριωτισμός
φαναριωτισμός	noun	το λογοτεχνικό κίνημα των Φαναριωτών
φαναριωτισμών	=	φαναριωτισμός
φαναριών	noun	γενική πληθυντικού του φανάρι
φαναριώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναριώτικο
φαναριώτικε	adj	κλητική ενικού του φαναριώτικος
φαναριώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναριώτικη
φαναριώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαναριώτικος
φαναριώτικης	adj	γενική ενικού του φαναριώτικη
φαναριώτικο	adj	αιτιατική ενικού του φαναριώτικος
φαναριώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαναριώτικος
φαναριώτικος	adj	που αναφέρεται στους Φαναριώτες και το Φανάρι
φαναριώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαναριώτικος
φαναριώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαναριώτικος
φαναριώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαναριώτικος
φαναρτζή	=	φαναρτζής
φαναρτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναρτζής
φαναρτζήδων	=	φαναρτζής
φαναρτζής	noun	ο τεχνικός που επιδιόρθωνε αρχικά τις βλάβες στα φανάρια των αυτοκινήτων και γρήγορα όμως απέκτησε ως αντικείμενο όλες τις παραμορφώσεις στο αμάξωμα, εκτός από μηχανικά και ηλεκτρικά μέρη
φαναρτζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαναρτζίδικο
φαναρτζίδικο	noun	το συνεργείο του φαναρτζή.
φαναρτζίδικου	noun	γενική ενικού του φαναρτζίδικο
φαναρτζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του φαναρτζίδικο
φαναρτζοδουλειά	noun	η εκτέλεση εργασιών στο αμάξωμα και κυρίως στις λαμαρίνες ή στα φανάρια ενός αυτοκινήτου
φαναρτζοδουλειάς	=	φαναρτζοδουλειά
φαναρτζοδουλειές	=	φαναρτζοδουλειά
φαναρτζοδουλειών	=	φαναρτζοδουλειά
φανατίζαμε	=	φανατίζω
φανατίζαν	=	φανατίζω
φανατίζανε	=	φανατίζω
φανατίζατε	=	φανατίζω
φανατίζει	=	φανατίζω
φανατίζεις	=	φανατίζω
φανατίζετε	=	φανατίζω
φανατίζομαι	verb	καταλαμβάνομαι από φανατισμό για κάτι
φανατίζοντας	=	φανατίζω
φανατίζουμε	=	φανατίζω
φανατίζουν	=	φανατίζω
φανατίζουνε	=	φανατίζω
φανατίζω	verb	ωθώ κάποιον στο φανατισμό, τον εξωθώ να ενεργήσει παθιασμένα, εκτός λογικής
φανατίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανατίλα
φανατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσαν	=	φανατίζω
φανατίσανε	=	φανατίζω
φανατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανατίζω
φανατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανατικό	adv	με φανατισμό, με πάθος, με μεγάλη ένταση, χωρίς να δέχεται άλλη άποψη
φανατικέ	adj	κλητική ενικού του φανατικός
φανατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανατική
φανατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανατικός
φανατικής	adj	γενική ενικού του φανατική
φανατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανατικός
φανατικού	adj	γενική ενικού του φανατικός
φανατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανατικός
φανατικό	adj	αιτιατική ενικού του φανατικός
φανατικός	adj	που διακατέχεται από φανατισμό· που προσηλώνεται σε κάτι με πάθος
φανατικών	adj	γενική πληθυντικού του φανατικός
φανατισμέ	noun	κλητική ενικού του φανατισμός
φανατισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανατισμένο
φανατισμένε	verb	κλητική ενικού του φανατισμένος
φανατισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανατισμένη
φανατισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανατισμένος
φανατισμένης	verb	γενική ενικού του φανατισμένη
φανατισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φανατισμένος
φανατισμένοι	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανατισμένος
φανατισμένος	verb	που φανατίζεται ή έχει φανατιστεί
φανατισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φανατισμένος
φανατισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φανατισμένος
φανατισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φανατισμένος
φανατισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανατισμός
φανατισμού	noun	γενική ενικού του φανατισμός
φανατισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φανατισμός
φανατισμό	noun	αιτιατική ενικού του φανατισμός
φανατισμός	noun	η προσήλωση σε κάτι (ιδέα, θρησκεία, ομάδα, πολιτική, πρόσωπο) με υπέρμετρο ζήλο και μίσος προς ό,τι αντίθετο
φανατισμών	noun	γενική πληθυντικού του φανατισμός
φανεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φανελάς
φανελάδες	=	φανελάς
φανελάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανελάδικο
φανελάδικο	noun|vulgar	συνώνυμο του φανελοποιείο
φανελάδικου	noun	γενική ενικού του φανελάδικο
φανελάδικων	noun	γενική πληθυντικού του φανελάδικο
φανελάδων	=	φανελάς
φανελάκι	noun	υποκοριστικό του φανέλα στη σημασία εσώρουχο για τον κορμό χωρίς μανίκια) λεπτή φανέλα
φανελάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανελάκι
φανελάς	noun	συνώνυμο του φανελοποιός
φανελένια	=	φανελένιος
φανελένιας	=	φανελένιος
φανελένιε	=	φανελένιος
φανελένιες	=	φανελένιος
φανελένιο	=	φανελένιος
φανελένιοι	=	φανελένιος
φανελένιος	adj	φτιαγμένος από φανέλα
φανελένιου	=	φανελένιος
φανελένιους	=	φανελένιος
φανελένιων	=	φανελένιος
φανελλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φανελλάς
φανελλάδες	=	φανελλάς
φανελλάδικα	=	φανελλάδικο
φανελλάδικο	noun	παρωχημένη γραφή του φανελάδικο
φανελλάδικου	=	φανελλάδικο
φανελλάδικων	=	φανελλάδικο
φανελλάδων	=	φανελλάς
φανελλάς	noun	παρωχημένη γραφή του φανελάς
φανελλένια	=	φανελλένιος
φανελλένιας	=	φανελλένιος
φανελλένιε	=	φανελλένιος
φανελλένιες	=	φανελλένιος
φανελλένιο	=	φανελλένιος
φανελλένιοι	=	φανελλένιος
φανελλένιος	adj	παρωχημένη γραφή του φανελένιος
φανελλένιου	=	φανελλένιος
φανελλένιους	=	φανελλένιος
φανελλένιων	=	φανελλένιος
φανελλοποιέ	=	φανελλοποιός
φανελλοποιία	noun	μη απλοποιημένη γραφή του φανελοποιία
φανελλοποιίας	=	φανελλοποιία
φανελλοποιίες	=	φανελλοποιία
φανελλοποιιών	=	φανελλοποιία
φανελλοποιοί	=	φανελλοποιός
φανελλοποιού	=	φανελλοποιός
φανελλοποιούς	=	φανελλοποιός
φανελλοποιό	=	φανελλοποιός
φανελλοποιός	noun	παρωχημένη γραφή του φανελοποιός
φανελλοποιών	=	φανελλοποιός
φανελλών	=	φανέλλα
φανελοποιέ	=	φανελοποιός
φανελοποιία	noun	ο παραγωγικός κλάδος (βιομηχανικός ή βιοτεχνικός) που ασχολείται με την παραγωγή φανελών, που έχει ως αντικείμενο την κατασκευής φανελών
φανελοποιίας	=	φανελοποιία
φανελοποιίες	=	φανελοποιία
φανελοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανελοποιείο
φανελοποιείο	noun	η βιοτεχνία ή το εργοστάσιο που κατασκευάζει φανέλες, το φανελάδικο
φανελοποιείου	noun	γενική ενικού του φανελοποιείο
φανελοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του φανελοποιείο
φανελοποιιών	=	φανελοποιία
φανελοποιοί	=	φανελοποιός
φανελοποιού	=	φανελοποιός
φανελοποιούς	=	φανελοποιός
φανελοποιό	=	φανελοποιός
φανελοποιός	noun	εκείνος που ασχολείται με την κατασκευή ή παραγωγή φανέλας
φανελοποιών	=	φανελοποιός
φανελών	noun	γενική πληθυντικού του φανέλα
φανερά	adv	όπως όλοι μπορούν να δουν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερό
φανερέ	adj	κλητική ενικού του φανερός
φανερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερή
φανερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανερός
φανερής	adj	γενική ενικού του φανερή
φανεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανερός
φανερού	adj	γενική ενικού του φανερός
φανερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανερός
φανερωθήκαμε	=	φανερώνομαι
φανερωθήκαν	=	φανερώνομαι
φανερωθήκανε	=	φανερώνομαι
φανερωθήκατε	=	φανερώνομαι
φανερωθεί	=	φανερώνομαι
φανερωθείς	=	φανερώνω
φανερωθείτε	=	φανερώνομαι
φανερωθούμε	=	φανερώνω
φανερωθούν	=	φανερώνω
φανερωθούνε	=	φανερώνω
φανερωθώ	=	φανερώνομαι
φανερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φανέρωμα
φανερωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερωμένο
φανερωμένε	verb	κλητική ενικού του φανερωμένος
φανερωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερωμένη
φανερωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανερωμένος
φανερωμένης	verb	γενική ενικού του φανερωμένη
φανερωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φανερωμένος
φανερωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανερωμένος
φανερωμένος	verb	που έχει φανερωθεί, έχει γίνει φανερός
φανερωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φανερωμένος
φανερωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φανερωμένος
φανερωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φανερωμένος
φανερωνόμασταν	=	φανερώνομαι
φανερωνόμαστε	=	φανερώνομαι
φανερωνόμουν	=	φανερώνομαι
φανερωνόμουνα	=	φανερώνομαι
φανερωνόντουσαν	=	φανερώνομαι
φανερωνόσασταν	=	φανερώνομαι
φανερωνόσαστε	=	φανερώνομαι
φανερωνόσουν	=	φανερώνομαι
φανερωνόσουνα	=	φανερώνομαι
φανερωνόταν	=	φανερώνομαι
φανερωνότανε	=	φανερώνομαι
φανερωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερωτής
φανερωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φανερωτής
φανερωτής	noun	εκείνος που βοηθά να βρεθεί κάτι χαμένο ή μια λύση
φανερωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερωτικό
φανερωτικέ	adj	κλητική ενικού του φανερωτικός
φανερωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανερωτική
φανερωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανερωτικός
φανερωτικής	adj	γενική ενικού του φανερωτική
φανερωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανερωτικός
φανερωτικού	adj	γενική ενικού του φανερωτικός
φανερωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανερωτικός
φανερωτικό	adj	αιτιατική ενικού του φανερωτικός
φανερωτικός	adj	που προκαλεί τη φανέρωση
φανερωτικών	adj	γενική πληθυντικού του φανερωτικός
φανερωτών	noun	γενική πληθυντικού του φανερωτής
φανερό	adj	αιτιατική ενικού του φανερός
φανερόγαμα	noun	φυτά που αναπαράγονται μέσω σπόρων, ανήκουν στην κατηγορία των αγγειόσπερμων (σπερματόφυτα) και περιλαμβάνουν τόσο τα κωνοφόρα όσο και τα ανθοφόρα φυτά, ενώ το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι ότι έχουν εμφανή όργανα αναπαραγωγής, όπως άνθη ή κώνους
φανερόγαμε	=	φανερόγαμος
φανερόγαμες	=	φανερόγαμος
φανερόγαμη	=	φανερόγαμος
φανερόγαμης	=	φανερόγαμος
φανερόγαμο	=	φανερόγαμος
φανερόγαμοι	=	φανερόγαμος
φανερόγαμος	adj	το είδος που έχει φανερά τα πολλαπλασιαστικά του όργανα (όρος που χρησιμοποιείται για φυτά)
φανερόγαμου	=	φανερόγαμος
φανερόγαμους	=	φανερόγαμος
φανερόγαμων	=	φανερόγαμος
φανερός	adj	που μπορεί κανείς να τον δει, ορατός
φανερώθηκα	=	φανερώνομαι
φανερώθηκαν	=	φανερώνομαι
φανερώθηκε	=	φανερώνομαι
φανερώθηκες	=	φανερώνομαι
φανερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανέρωμα
φανερώματος	noun	γενική ενικού του φανέρωμα
φανερών	adj	γενική πληθυντικού του φανερός
φανερώναμε	=	φανερώνω
φανερώναν	=	φανερώνω
φανερώνανε	=	φανερώνω
φανερώνατε	=	φανερώνω
φανερώνει	=	φανερώνω
φανερώνεις	=	φανερώνω
φανερώνεσαι	=	φανερώνομαι
φανερώνεστε	=	φανερώνομαι
φανερώνεται	=	φανερώνομαι
φανερώνετε	=	φανερώνω
φανερώνομαι	verb	γίνομαι ορατός ενώ ήμουν κρυμμένος, γίνομαι φανερός, αποκαλύπτομαι
φανερώνομε	=	φανερώνω
φανερώνονται	=	φανερώνομαι
φανερώνονταν	=	φανερώνομαι
φανερώνοντας	=	φανερώνω
φανερώνου	=	φανερώνομαι
φανερώνουμε	=	φανερώνω
φανερώνουν	=	φανερώνω
φανερώνουνε	=	φανερώνω
φανερώνω	verb	κάνω κάτι φανερό, αποκαλύπτω, δείχνω
φανερώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσαν	=	φανερώνω
φανερώσανε	=	φανερώνω
φανερώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανερώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανέρωση
φανερώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φανέρωση
φανερώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φανέρωση
φανερώσομε	=	φανερώνω
φανερώσου	=	φανερώνομαι
φανερώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσουνε	=	φανερώνω
φανερώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανερώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φανερώνω
φανικά	=	φανικός
φανικέ	=	φανικός
φανικές	=	φανικός
φανική	=	φανικός
φανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φανική) του φανικός
φανικοί	=	φανικός
φανικού	=	φανικός
φανικούς	=	φανικός
φανικό	=	φανικός
φανικός	adj	συνήθως ως φανικό οξύ
φανικών	=	φανικός
φανκ	noun	μουσική που συνδύαζε αφροαμερικανικούς ρυθμούς του μπλουζ, της σόουλ και της εκκλησιαστικής μουσικής των μαύρων, αλλά με λίγο πιο έντονο ρυθμό και με δυνατό το 2ο και 4ο χτύπο στα κρουστά σε ρυθμο τεσσάρων τετάρτων, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο αρχικά τον Τζαίημς Μπράουν του 1960
φανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανός
φανοκόρε	=	φανοκόρος
φανοκόρο	=	φανοκόρος
φανοκόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανοκόρος
φανοκόρος	noun	ο υπάλληλος του δήμου που φρόντιζε να ανάβουν οι δημοτικοί φανοστάτες των δρόμων που δούλευαν με φωταέριο
φανοκόρου	=	φανοκόρος
φανοκόρους	=	φανοκόρος
φανοκόρων	=	φανοκόρος
φανοποιέ	noun	κλητική ενικού του φανοποιός
φανοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανοποιείο
φανοποιείο	noun|formal	συνώνυμο του φαναρτζίδικο
φανοποιείου	noun	γενική ενικού του φανοποιείο
φανοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του φανοποιείο
φανοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανοποιός
φανοποιού	noun	γενική ενικού του φανοποιός
φανοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φανοποιός
φανοποιό	noun	αιτιατική ενικού του φανοποιός
φανοποιός	noun|formal	συνώνυμο του φαναρτζής
φανοποιών	noun	γενική πληθυντικού του φανοποιός
φανοστάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανοστάτης
φανοστάτη	=	φανοστάτης
φανοστάτης	noun	η κολόνα στην οποία στηρίζεται ένα φως, μια λάμπα για φωτισμό κυρίως δημόσιων χώρων
φανοστατών	=	φανοστάτης
φανουροπιτών	=	φανουρόπιτα
φανουρόπιτα	noun	γλυκιά πίτα που παρασκευάζεται για την ημέρα της εορτής του Αγίου Φανουρίου, για να βοηθήσει ο άγιος να φανερωθεί κάτι, κυρίως γαμπρός για τις ανύπαντρες κοπέλες
φανουρόπιτας	=	φανουρόπιτα
φανουρόπιτες	=	φανουρόπιτα
φανού	noun	γενική ενικού του φανός
φανούλας	noun	γενική ενικού του Φανούλα
φανούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανούνε	=	φαίνομαι
φανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φανός
φαντά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντό
φαντάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάνταγμα
φαντάγματος	=	φάνταγμα
φαντάζαμε	=	φαντάζω
φαντάζαν	=	φαντάζω
φαντάζανε	=	φαντάζω
φαντάζατε	=	φαντάζω
φαντάζει	=	φαντάζω
φαντάζεις	=	φαντάζω
φαντάζεσαι	=	φαντάζω
φαντάζεστε	=	φαντάζω
φαντάζεται	=	φαντάζω
φαντάζετε	=	φαντάζω
φαντάζομαι	verb	πλάθω ή δημιουργώ με την φαντασία μου
φαντάζομε	=	φαντάζω
φαντάζονται	=	φαντάζω
φαντάζονταν	=	φαντάζω
φαντάζοντας	=	φαντάζω
φαντάζουμε	=	φαντάζω
φαντάζουν	=	φαντάζω
φαντάζουνε	=	φαντάζω
φαντάζω	verb	εντυπωσιάζω με την εμφάνισή μου
φαντάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξαν	=	φαντάζω
φαντάξανε	=	φαντάζω
φαντάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάνταξη
φαντάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξεων	=	φάνταξη
φαντάξομε	=	φαντάζω
φαντάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξουνε	=	φαντάζω
φαντάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζω
φαντάρε	noun	κλητική ενικού του φαντάρος
φαντάρο	noun	αιτιατική ενικού του φαντάρος
φαντάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαντάρος
φαντάρος	noun	όποιος υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ως κληρωτός με τον βαθμό του στρατιώτη ή του έφεδρου υπαξιωματικού.
φαντάρου	noun	γενική ενικού του φαντάρος
φαντάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαντάρος
φαντάρων	noun	γενική πληθυντικού του φαντάρος
φαντάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάντασμα
φαντάσματος	noun	γενική ενικού του φάντασμα
φαντάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φαντάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φαντάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φαντάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φαντάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φαντέ	adj	κλητική ενικού του φαντός
φαντές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντή
φαντή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντός
φαντής	adj	γενική ενικού του φαντή
φανταγμάτων	=	φάνταγμα
φανταγμέ	=	φανταγμός
φανταγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανταγμός
φανταγμού	=	φανταγμός
φανταγμούς	=	φανταγμός
φανταγμό	=	φανταγμός
φανταγμός	noun|literary	άλλη μορφή του φαντασμός, γέννημα της φαντασίας, όνειρο
φανταγμών	=	φανταγμός
φανταζόμασταν	=	φαντάζω
φανταζόμαστε	=	φαντάζω
φανταζόμουν	=	φαντάζω
φανταζόμουνα	=	φαντάζω
φανταζόντουσαν	=	φαντάζω
φανταζόσασταν	=	φαντάζω
φανταζόσαστε	=	φαντάζω
φανταζόσουν	=	φαντάζω
φανταζόσουνα	=	φαντάζω
φανταζόταν	=	φαντάζω
φανταζότανε	=	φαντάζω
φανταιζί	adj	ο χτυπητός, ο εντυπωσιακός, ο φανταχτερός, αυτός που δεν είναι διακριτικός (για ρούχο, κόσμημα συνήθως ή για χρώματα)
φανταξιά	noun|literary	άλλη μορφή του φάνταξη
φανταξιάς	=	φανταξιά
φανταξιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταξιά
φανταξιών	=	φανταξιά
φανταράκι	noun	ο φαντάρος
φανταράκια	=	φανταράκι
φανταρία	noun	το σύνολο από φαντάρους
φανταρίας	=	φανταρία
φανταρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταρία
φανταρίστικα	noun	η στολή των φαντάρων / στρατιωτών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φανταρίστικος
φανταρίστικε	adj	κλητική ενικού του φανταρίστικος
φανταρίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταρίστικη
φανταρίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανταρίστικος
φανταρίστικης	adj	γενική ενικού του φανταρίστικη
φανταρίστικο	adj	αιτιατική ενικού του φανταρίστικος
φανταρίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανταρίστικος
φανταρίστικος	adj	που έχει σχέση με φαντάρο / στρατιώτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
φανταρίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φανταρίστικος
φανταρίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανταρίστικος
φανταρίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φανταρίστικος
φανταρίων	=	φανταρία
φανταρακιού	=	φανταράκι
φανταρακιών	=	φανταράκι
φανταρικά	=	φανταρικός
φανταρικέ	=	φανταρικός
φανταρικές	=	φανταρικός
φανταρική	=	φανταρικός
φανταρικής	=	φανταρικός
φανταρικοί	=	φανταρικός
φανταρικού	=	φανταρικός
φανταρικούς	=	φανταρικός
φανταρικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του φανταρικός	noun	η στρατιωτική θητεία
φανταρικός	adj	που αναφέρεται σε φαντάρο
φανταρικών	=	φανταρικός
φαντασία	noun	η ψυχική ικανότητα της αναπαράστασης γεγονότων ή πραγμάτων
φαντασίας	noun	γενική ενικού του φαντασία
φαντασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασία
φαντασίωση	noun	αυτό που φαντάζεται κάποιος, που το φαντασιώνεται, που πλάθει ζωντανά με τη φαντασία του μέσα στο μυαλό του
φαντασίωσης	noun	γενική ενικού του φαντασίωση
φαντασιακά	adj	βλ. φαντασιακός, φαντασιακό	adv	μέσω της φαντασίας
φαντασιακέ	adj	κλητική ενικού του φαντασιακός
φαντασιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασιακή
φαντασιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντασιακός
φαντασιακής	adj	γενική ενικού του φαντασιακή
φαντασιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαντασιακός
φαντασιακού	adj	γενική ενικού του φαντασιακός
φαντασιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαντασιακός
φαντασιακό	noun	πλαίσιο αξιών, εύρος αρχών κι ιδεολογιών φανταστικά πλασμένων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φαντασιακός
φαντασιακός	adj	που δημιουργείται στη φαντασία
φαντασιακών	adj	γενική πληθυντικού του φαντασιακός
φαντασιοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασιοκόπημα
φαντασιοκοπήματος	noun	γενική ενικού του φαντασιοκόπημα
φαντασιοκοπία	noun	για διήγηση ή ιδέα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, αλλά αποτελεί επινόηση μιας αχαλίνωτης φαντασίας
φαντασιοκοπίας	noun	γενική ενικού του φαντασιοκοπία
φαντασιοκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασιοκοπία
φαντασιοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φαντασιοκόπημα
φαντασιοκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του φαντασιοκοπία
φαντασιοκοπώ	verb	ζω στον κόσμο της φαντασίας μου, φαντάζομαι απραγματοποίητα σχέδια ή πάντως πράγματα και καταστάσεις που δεν είναι αληθινές
φαντασιοκόπα	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπας	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπε	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπες	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπημα	noun	δημιούργημα της φαντασίας, φανταστικό πλάσμα, προϊόν αχαλίνωτης φαντασίας
φαντασιοκόπο	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπος	noun	που είναι φαντασιοκόπος	adj	που φαντάζεται απραγματοποίητες καταστάσεις, τρέφεται από μάταιες ελπίδες, που ζει με χίμαιρες
φαντασιοκόπου	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπους	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοκόπων	=	φαντασιοκόπος
φαντασιοπληξία	noun	η έντονη φαντασίωση που φτάνει να συγχέεται με την πραγματικότητα, που μπορεί να αφορά υπερβολικό, μη υλοποιήσιμο όνειρο για το μέλλον ή μια κατάσταση του παρόντος, μια εκτός πραγματικότητας εκτίμηση για οτιδήποτε (π.χ. για την εικόνα του εαυτού)
φαντασιοπληξίας	noun	γενική ενικού του φαντασιοπληξία
φαντασιοπληξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασιοπληξία
φαντασιοπληξιών	noun	γενική πληθυντικού του φαντασιοπληξία
φαντασιωδών	=	φαντασιώδης
φαντασιόκοπα	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπε	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπες	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπη	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπης	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπο	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοποι	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπος	adj	άλλη μορφή του φαντασιοκόπος
φαντασιόκοπου	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπους	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόκοπων	=	φαντασιόκοπος
φαντασιόπληκτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασιόπληκτο
φαντασιόπληκτε	adj	κλητική ενικού του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληκτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασιόπληκτη
φαντασιόπληκτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληκτης	adj	γενική ενικού του φαντασιόπληκτη
φαντασιόπληκτο	adj	αιτιατική ενικού του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληκτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληκτος	adj	που διαρκώς ή συχνά φαντάζεται διάφορα πράγματα, τα οποία στη συνέχεια όμως θεωρεί πραγματικά, που είναι θύμα της φαντασίας του, πλήττεται από αυτήν
φαντασιόπληκτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληκτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληκτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληχτα	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτε	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτες	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτη	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτης	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτο	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτοι	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτος	adj	φαντασιόπληκτος
φαντασιόπληχτου	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτους	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιόπληχτων	=	φαντασιόπληχτος
φαντασιώδεις	=	φαντασιώδης
φαντασιώδες	=	φαντασιώδης
φαντασιώδη	=	φαντασιώδης
φαντασιώδης	adj	΅ο ευφάνταστος, εκείνος που έχει ζωηρή φαντασία
φαντασιώδους	=	φαντασιώδης
φαντασιών	noun	γενική πληθυντικού του φαντασία
φαντασιώνομαι	verb	φαντάζομαι με έναυσμα και κίνητρο την επιθυμία
φαντασιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασίωση
φαντασιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φαντασίωση
φαντασιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φαντασίωση
φαντασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάντασμα
φαντασμέ	=	φαντασμός
φαντασμένα	=	φαντασμένος
φαντασμένε	=	φαντασμένος
φαντασμένες	=	φαντασμένος
φαντασμένη	=	φαντασμένος
φαντασμένης	=	φαντασμένος
φαντασμένο	=	φαντασμένος
φαντασμένοι	=	φαντασμένος
φαντασμένος	verb	που έχει αδικαιολόγητα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους
φαντασμένου	=	φαντασμένος
φαντασμένους	=	φαντασμένος
φαντασμένων	=	φαντασμένος
φαντασμαγορία	noun	εντυπωσιακό θέαμα
φαντασμαγορίας	noun	γενική ενικού του φαντασμαγορία
φαντασμαγορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασμαγορία
φαντασμαγορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους (φαντασμαγορικό) του φαντασμαγορικός	adv	με φαντασμαγορικό τρόπο
φαντασμαγορικέ	adj	κλητική ενικού του φαντασμαγορικός
φαντασμαγορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντασμαγορική
φαντασμαγορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντασμαγορικός
φαντασμαγορικής	adj	γενική ενικού του φαντασμαγορική
φαντασμαγορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαντασμαγορικός
φαντασμαγορικού	adj	γενική ενικού του φαντασμαγορικός
φαντασμαγορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαντασμαγορικός
φαντασμαγορικό	adj	αιτιατική ενικού του φαντασμαγορικός
φαντασμαγορικός	adj	σχετικός με τη φαντασμαγορία
φαντασμαγορικών	adj	γενική πληθυντικού του φαντασμαγορικός
φαντασμαγοριών	noun	γενική πληθυντικού του φαντασμαγορία
φαντασματάκι	noun	μικρό φάντασμα
φαντασματάκια	=	φαντασματάκι
φαντασμοί	=	φαντασμός
φαντασμού	=	φαντασμός
φαντασμούς	=	φαντασμός
φαντασμό	=	φαντασμός
φαντασμός	noun|literary	γέννημα της φαντασίας, όνειρο
φαντασμών	=	φαντασμός
φανταστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστήκαν	=	φαντάζω
φανταστήκανε	=	φαντάζω
φανταστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστικά	adv	φαντασιακά, για κάτι που πλάθει η φαντασία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταστικό
φανταστικέ	adj	κλητική ενικού του φανταστικός
φανταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταστική
φανταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανταστικός
φανταστικής	adj	γενική ενικού του φανταστική
φανταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανταστικός
φανταστικού	adj	γενική ενικού του φανταστικός
φανταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανταστικός
φανταστικό	adj	αιτιατική ενικού του φανταστικός
φανταστικός	adj	πλάσμα της φαντασίας, μη πραγματικός
φανταστικών	adj	γενική πληθυντικού του φανταστικός
φανταστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταστούνε	=	φαντάζω
φανταστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαντάζομαι
φανταχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταχτό	adv	κραυγαλέα, φανταχτερά, εντυπωσιακά
φανταχτέ	adj	κλητική ενικού του φανταχτός
φανταχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταχτή
φανταχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανταχτός
φανταχτής	adj	γενική ενικού του φανταχτή
φανταχτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταχτερό	adv	με φανταχτερό τρόπο
φανταχτερέ	adj	κλητική ενικού του φανταχτερός
φανταχτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανταχτερή
φανταχτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανταχτερός
φανταχτερής	adj	γενική ενικού του φανταχτερή
φανταχτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανταχτερός
φανταχτερού	adj	γενική ενικού του φανταχτερός
φανταχτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανταχτερός
φανταχτερό	adj	αιτιατική ενικού του φανταχτερός
φανταχτερός	adj	αυτός που προκαλεί ζωηρή εντύπωση
φανταχτερών	adj	γενική πληθυντικού του φανταχτερός
φανταχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανταχτός
φανταχτού	adj	γενική ενικού του φανταχτός
φανταχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανταχτός
φανταχτό	adj	αιτιατική ενικού του φανταχτός
φανταχτός	adj	ο χτυπητός, ο φανταχτερός, ο εντυπωσιακός όχι απαραίτητα ο καλαίσθητος
φανταχτών	adj	γενική πληθυντικού του φανταχτός
φαντεζί	adj	φανταχτερός, χτυπητός, έντονος, εντυπωσιακός	adv	με φαντεζί τρόπο
φαντεζίστα	=	φαντεζίστας
φαντεζίστας	noun	ηθοποιός που υποκρίνεται με φαντασία και άνεση
φαντεζίστες	=	φαντεζίστας
φαντεζιστών	=	φαντεζίστας
φαντοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαντός
φαντομά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φαντομάς
φαντομάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαντομάς
φαντομάδων	noun	γενική πληθυντικού του φαντομάς
φαντομάς	noun	ασύλληπτος κλέφτης που εξαφανίζεται σα φάντασμα ή κάποιος που εξαφανίζεται κατά τον ίδιο τρόπο για άλλους λόγους
φαντού	adj	γενική ενικού του φαντός
φαντούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαντός
φαντό	adj	αιτιατική ενικού του φαντός
φαντών	adj	γενική πληθυντικού του φαντός
φανφάρα	noun	σύντομο μουσικό κομμάτι που είναι γραμμένο για να εκετελεστεί από χάλκινα πνευστά όργανα (τρομπέτες κ.ά.) και προορίζεται να ακουστεί σε κάποια γιορτή ή πανηγύρι
φανφάρας	noun	γενική ενικού του φανφάρα
φανφάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανφάρα
φανφαρονίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανφαρονίστικο
φανφαρονίστικε	adj	κλητική ενικού του φανφαρονίστικος
φανφαρονίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φανφαρονίστικη
φανφαρονίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φανφαρονίστικος
φανφαρονίστικης	adj	γενική ενικού του φανφαρονίστικη
φανφαρονίστικο	adj	αιτιατική ενικού του φανφαρονίστικος
φανφαρονίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανφαρονίστικος
φανφαρονίστικος	adj	που σχετίζεται με το φανφαρονισμό, που ταιριάζει στο φανφαρόνο
φανφαρονίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φανφαρονίστικος
φανφαρονίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φανφαρονίστικος
φανφαρονίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φανφαρονίστικος
φανφαρονισμέ	noun	κλητική ενικού του φανφαρονισμός
φανφαρονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανφαρονισμός
φανφαρονισμού	noun	γενική ενικού του φανφαρονισμός
φανφαρονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φανφαρονισμός
φανφαρονισμό	noun	αιτιατική ενικού του φανφαρονισμός
φανφαρονισμός	noun	ο επουσιωδης κομπασμός, τα μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρυσμα ουσίας τα οποία εκφέρονται για λόγους εντυπωσιασμού, ο πομπώδης προφορικός λόγος
φανφαρονισμών	noun	γενική πληθυντικού του φανφαρονισμός
φανφαρονών	=	φανφαρόνα
φανφαρόνα	noun	το θηλυκό του φανφαρόνος
φανφαρόνας	=	φανφαρόνα
φανφαρόνε	noun	κλητική ενικού του φανφαρόνος
φανφαρόνες	=	φανφαρόνα
φανφαρόνο	noun	αιτιατική ενικού του φανφαρόνος
φανφαρόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φανφαρόνος
φανφαρόνος	noun	αυτός που είναι φλύαρος και κομπαστής
φανφαρόνου	noun	γενική ενικού του φανφαρόνος
φανφαρόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φανφαρόνος
φανφαρόνων	noun	γενική πληθυντικού του φανφαρόνος
φανφαρών	noun	γενική πληθυντικού του φανφάρα
φανό	noun	αιτιατική ενικού του φανός
φανός	noun	φανάρι, φως, ιδιαίτερα σχετικά με πλοίο
φανώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαίνομαι
φανών	noun	γενική πληθυντικού του φανός
φαξ	noun	τηλεομοιοτυπία / τηλεομοιότυπο / τηλεφωτοτυπία
φαπ	abbrev	φόρος που επιβάλλεται στη μεγάλη ακίνητη περιουσία
φαπών	=	φάπα
φαράγγι	noun	βαθύ ρήγμα σε βουνά, βαθιά χαράδρα με απότομες πλαγιές
φαράγγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαράγγι
φαράκλα	noun	βλέπε λέξη φαλάκρα
φαράκλας	=	φαράκλα
φαράκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαράκλα
φαράσι	noun	εργαλείο συλλογής σκουπιδιών
φαράσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαράσι
φαρέτρα	noun	θήκη για τα βέλη
φαρέτρας	noun	γενική ενικού του φαρέτρα
φαρέτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρέτρα
φαρί	noun|literary	το πολεμικό άλογο ή το άλογο ιππασίας, το άτι
φαρίνα	noun	το πολύ λεπτό και συνήθως λευκό σιτάλευρο
φαρίνας	noun	γενική ενικού του φαρίνα
φαρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρίνα
φαρίου	=	φάριο
φαρίων	=	φάριο
φαραγγιού	=	φαράγγι
φαραγγιών	=	φαράγγι
φαραγγωδών	=	φαραγγώδης
φαραγγώδεις	=	φαραγγώδης
φαραγγώδες	=	φαραγγώδης
φαραγγώδη	=	φαραγγώδης
φαραγγώδης	adj	για περιοχή με φαράγγια
φαραγγώδους	=	φαραγγώδης
φαρακλά	=	φαρακλός
φαρακλέ	=	φαρακλός
φαρακλές	=	φαρακλός
φαρακλή	=	φαρακλός
φαρακλής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φαρακλή) του φαρακλός
φαρακλοί	=	φαρακλός
φαρακλού	=	φαρακλός
φαρακλούς	=	φαρακλός
φαρακλό	=	φαρακλός
φαρακλός	adj	άλλη μορφή του φαλακρός
φαρακλών	=	φαρακλός
φαρασάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρασάκι
φαρασιού	=	φαράσι
φαρασιών	=	φαράσι
φαραωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαραωνικό
φαραωνικέ	adj	κλητική ενικού του φαραωνικός
φαραωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαραωνική
φαραωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαραωνικός
φαραωνικής	adj	γενική ενικού του φαραωνική
φαραωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαραωνικός
φαραωνικού	adj	γενική ενικού του φαραωνικός
φαραωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαραωνικός
φαραωνικό	adj	αιτιατική ενικού του φαραωνικός
φαραωνικός	adj	που αναφέρεται ή προσιδιάζει στον Φαραώ ή την αρχαία Αίγυπτο
φαραωνικών	adj	γενική πληθυντικού του φαραωνικός
φαρδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρδεμα
φαρδέματος	noun	γενική ενικού του φάρδεμα
φαρδαίναμε	=	φαρδαίνω
φαρδαίναν	=	φαρδαίνω
φαρδαίνανε	=	φαρδαίνω
φαρδαίνατε	=	φαρδαίνω
φαρδαίνει	=	φαρδαίνω
φαρδαίνεις	=	φαρδαίνω
φαρδαίνετε	=	φαρδαίνω
φαρδαίνομε	=	φαρδαίνω
φαρδαίνοντας	=	φαρδαίνω
φαρδαίνουμε	=	φαρδαίνω
φαρδαίνουν	=	φαρδαίνω
φαρδαίνουνε	=	φαρδαίνω
φαρδαίνω	verb	καθιστώ κάτι πιο φαρδύ, το κάνω πιο πλατύ, φαρδύνω
φαρδείς	=	φαρδύς
φαρδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάρδεμα
φαρδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρδύς
φαρδιάς	=	φαρδύς
φαρδιές	=	φαρδύς
φαρδιοί	=	φαρδύς
φαρδιού	=	φαρδύς
φαρδιούς	=	φαρδύς
φαρδιών	=	φαρδύς
φαρδομάνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδομάνικο
φαρδομάνικε	adj	κλητική ενικού του φαρδομάνικος
φαρδομάνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδομάνικη
φαρδομάνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρδομάνικος
φαρδομάνικης	adj	γενική ενικού του φαρδομάνικη
φαρδομάνικο	noun	το φαρδύ μανίκι
φαρδομάνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρδομάνικος
φαρδομάνικος	adj	που έχει φαρδύ μανίκι
φαρδομάνικου	adj	γενική ενικού του φαρδομάνικος
φαρδομάνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρδομάνικος
φαρδομάνικων	adj	γενική πληθυντικού του φαρδομάνικος
φαρδομούνα	noun	σεξιστικός όρος για γυναίκα που έχει πολλές ερωτικές επαφές
φαρδομούνας	=	φαρδομούνα
φαρδομούνες	=	φαρδομούνα
φαρδουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδουλό
φαρδουλέ	adj	κλητική ενικού του φαρδουλός
φαρδουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδουλή
φαρδουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρδουλός
φαρδουλής	adj	γενική ενικού του φαρδουλή
φαρδουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρδουλός
φαρδουλού	adj	γενική ενικού του φαρδουλός
φαρδουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρδουλός
φαρδουλό	adj	αιτιατική ενικού του φαρδουλός
φαρδουλός	adj	που είναι κάπως φαρδύς, πλατύς
φαρδουλών	adj	γενική πληθυντικού του φαρδουλός
φαρδύ	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του φαρδύς
φαρδύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύναν	=	φαρδαίνω
φαρδύνανε	=	φαρδαίνω
φαρδύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνομε	=	φαρδαίνω
φαρδύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνουνε	=	φαρδαίνω
φαρδύντε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαρδαίνω
φαρδύνω	verb	φαρδαίνω
φαρδύπλωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδύπλωρο
φαρδύπλωρο	noun	πλοίο που παρουσιάζει (ναυπηγικά) φαρδιά και εξογκωμένη πλώρη, δυσανάλογη του μήκους του.
φαρδύπλωρου	noun	γενική ενικού του φαρδύπλωρο
φαρδύπλωρων	noun	γενική πληθυντικού του φαρδύπλωρο
φαρδύς	adj	που έχει μεγάλο φάρδος / πλάτος, που δεν είναι στενός
φαρδύτατα	=	φαρδύς
φαρδύτατε	=	φαρδύς
φαρδύτατες	=	φαρδύς
φαρδύτατη	=	φαρδύς
φαρδύτατης	=	φαρδύς
φαρδύτατο	=	φαρδύς
φαρδύτατοι	=	φαρδύς
φαρδύτατος	=	φαρδύς
φαρδύτατου	=	φαρδύς
φαρδύτατους	=	φαρδύς
φαρδύτατων	=	φαρδύς
φαρδύτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδύτερο
φαρδύτερε	adj	κλητική ενικού του φαρδύτερος
φαρδύτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρδύτερη
φαρδύτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρδύτερος
φαρδύτερης	adj	γενική ενικού του φαρδύτερη
φαρδύτερο	adj	αιτιατική ενικού του φαρδύτερος
φαρδύτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρδύτερος
φαρδύτερος	adj	που είναι πιο φαρδύς
φαρδύτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαρδύτερος
φαρδύτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρδύτερος
φαρδύτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαρδύτερος
φαρδών	=	φάρδος
φαρετρών	noun	γενική πληθυντικού του φαρέτρα
φαριά	=	φαρί
φαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρικό
φαρικέ	adj	κλητική ενικού του φαρικός
φαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρική
φαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρικός
φαρικής	adj	γενική ενικού του φαρική
φαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρικός
φαρικού	adj	γενική ενικού του φαρικός
φαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρικός
φαρικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρικός
φαρικός	adj	που έχει σχέση με φάρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
φαρικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρικός
φαρινών	noun	γενική πληθυντικού του φαρίνα
φαριού	=	φαρί
φαρισαία	=	φαρισαίος
φαρισαίε	noun	κλητική ενικού του φαρισαίος
φαρισαίο	noun	αιτιατική ενικού του φαρισαίος
φαρισαίοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρισαίος
φαρισαίος	noun	το μέλος μιας ιουδαϊκής πολιτικής και κοινωνικής κίνησης και σχολής σκέψης την εποχή του Ιησού Χριστού
φαρισαίου	noun	γενική ενικού του φαρισαίος
φαρισαίους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαρισαίος
φαρισαίων	noun	γενική πληθυντικού του φαρισαίος
φαρισαϊκά	adv	με φαρισαϊκό τρόπο, υποκριτικά
φαρισαϊκέ	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκές	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκή	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φαρισαϊκή) του φαρισαϊκός
φαρισαϊκοί	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκού	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκούς	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκό	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊκός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στους φαρισαίους
φαρισαϊκών	=	φαρισαϊκός
φαρισαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του φαρισαϊσμός
φαρισαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρισαϊσμός
φαρισαϊσμού	noun	γενική ενικού του φαρισαϊσμός
φαρισαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαρισαϊσμός
φαρισαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του φαρισαϊσμός
φαρισαϊσμός	noun	υποκρισία, η συμπεριφορά του φαρισαίου, εκείνη που τυπικά υπηρετεί ένα σκοπό, αλλά στην πραγματικότητα τον φθείρει
φαρισαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του φαρισαϊσμός
φαριών	=	φαρί
φαρμάκι	noun	το δηλητήριο
φαρμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμάκι
φαρμάκου	=	φάρμακο
φαρμάκωμα	noun	η δηλητηρίαση κάποιου με τοξική ουσία, δηλητήριο
φαρμάκων	=	φάρμακο
φαρμάκωνα	=	φαρμακώνω
φαρμάκωναν	=	φαρμακώνω
φαρμάκωνε	=	φαρμακώνω
φαρμάκωνες	=	φαρμακώνω
φαρμάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμάραμε	=	φαρμάρω
φαρμάραν	=	φαρμάρω
φαρμάρανε	=	φαρμάρω
φαρμάρατε	=	φαρμάρω
φαρμάρει	=	φαρμάρω
φαρμάρεις	=	φαρμάρω
φαρμάρετε	=	φαρμάρω
φαρμάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φαρμάρω
φαρμάροντας	=	φαρμάρω
φαρμάρουμε	=	φαρμάρω
φαρμάρουν	=	φαρμάρω
φαρμάρουνε	=	φαρμάρω
φαρμάρω	verb|informal	παίζω επιγραμμικό παιχνίδι έχοντας δημιουργήσει τρόπον τινά μία "φάρμα" και μέσω αυτής αποκτώ αυτόματα ή απλώς ευκολότερα χρυσό, εμπειρία, αντικείμενα κ.ά.
φαρμακάντερα	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερε	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερες	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερη	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερης	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερο	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντεροι	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερος	adj	φαρμακόγλωσσος, πικρόγλωσσος
φαρμακάντερου	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερους	=	φαρμακάντερος
φαρμακάντερων	=	φαρμακάντερος
φαρμακέμπορε	noun	κλητική ενικού του φαρμακέμπορος
φαρμακέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του φαρμακέμπορος
φαρμακέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακέμπορος
φαρμακέμπορος	noun	ο έμπορος φαρμάκων
φαρμακέμπορου	noun	γενική ενικού του φαρμακέμπορος
φαρμακέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακέμπορος
φαρμακέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακέμπορος
φαρμακίλα	noun	η έντονη μυρωδιά από φάρμακα
φαρμακίλας	noun	γενική ενικού του φαρμακίλα
φαρμακίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακίλα
φαρμακαποθήκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακαποθήκη
φαρμακαποθήκη	noun	κατάστημα χονδρικής που προμηθεύει με φάρμακα τα φαρμακεία
φαρμακαποθήκης	=	φαρμακαποθήκη
φαρμακαποθηκάριε	=	φαρμακαποθηκάριος
φαρμακαποθηκάριο	=	φαρμακαποθηκάριος
φαρμακαποθηκάριοι	=	φαρμακαποθηκάριος
φαρμακαποθηκάριος	noun	άτομο που είναι ιδιοκτήτης μιας φαρμακαποθήκης
φαρμακαποθηκάριου	=	φαρμακαποθηκάριος
φαρμακαποθηκάριους	=	φαρμακαποθηκάριος
φαρμακαποθηκάριων	=	φαρμακαποθηκάριος
φαρμακαποθηκών	=	φαρμακαποθήκη
φαρμακεία	noun	η εγκληματική ενέργεια της χορήγησης δηλητηρίου σε κάποιον με σκοπό το θάνατό του
φαρμακείας	noun	γενική ενικού του φαρμακεία
φαρμακείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακεία
φαρμακείο	noun	κατάστημα που διευθύνεται από φαρμακοποιό και διαθέτει φάρμακα ή σε κάποιες περιπτώσεις τα παρασκευάζει κιόλας
φαρμακείον	=	φαρμακείο
φαρμακείου	noun	γενική ενικού του φαρμακείο
φαρμακείων	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακείο
φαρμακειών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακεία
φαρμακεμπορία	noun	η εμπορία φαρμάκων
φαρμακεμπορίας	noun	γενική ενικού του φαρμακεμπορία
φαρμακεμπορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακεμπορία
φαρμακεμπορίου	noun	γενική ενικού του φαρμακεμπόριο
φαρμακεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακεμπόριο
φαρμακεμποριών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακεμπορία
φαρμακεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακεμπόριο
φαρμακεμπόριο	noun	το εμπόριο φαρμάκων
φαρμακεμπόριου	=	φαρμακεμπόριο
φαρμακεμπόρου	noun	γενική ενικού του φαρμακέμπορος
φαρμακεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακέμπορος
φαρμακεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακέμπορος
φαρμακερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακερό	adv|figurative	χύνοντας φαρμάκι, με κακία
φαρμακερέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακερός
φαρμακερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακερή
φαρμακερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακερός
φαρμακερής	adj	γενική ενικού του φαρμακερή
φαρμακεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακερός
φαρμακερού	adj	γενική ενικού του φαρμακερός
φαρμακερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακερός
φαρμακερό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακερός
φαρμακερός	adj	δηλητηριώδης
φαρμακερών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακερός
φαρμακευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακευτής
φαρμακευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φαρμακευτής
φαρμακευτής	noun	ο άντρας που χρησιμοποιούσε δηλητήριο, ο μάγος στο μεσαίωνα
φαρμακευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακευτικό
φαρμακευτικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακευτικός
φαρμακευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακευτική
φαρμακευτική	noun	επιστήμη με αντικείμενο μελέτης τη σύνθεση, τη χρήση και τις ιδιότητες των φαρμάκων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακευτικός
φαρμακευτικής	adj	γενική ενικού του φαρμακευτική
φαρμακευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακευτικός
φαρμακευτικού	adj	γενική ενικού του φαρμακευτικός
φαρμακευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακευτικός
φαρμακευτικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακευτικός
φαρμακευτικός	adj	σχετικός με φάρμακα
φαρμακευτικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακευτικός
φαρμακευτριών	=	φαρμακεύτρια
φαρμακευτών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακευτής
φαρμακεύτρια	noun	αυτή που δηλητηρίασε κάποιον
φαρμακεύτριας	=	φαρμακεύτρια
φαρμακεύτριες	=	φαρμακεύτρια
φαρμακεύω	verb	φαρμακώνω, χορηγώ σε κάποιον δηλητηριώδες σκεύασμα, φαρμάκι ή μαγικό φίλτρο
φαρμακιού	=	φαρμάκι
φαρμακιών	=	φαρμάκι
φαρμακοβιομήχανε	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομήχανο	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομήχανοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομήχανος	noun	ο ιδιοκτήτης μιας φαρμακοβιομηχανίας
φαρμακοβιομήχανου	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομήχανους	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομήχανων	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομηχάνου	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομηχάνους	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομηχάνων	=	φαρμακοβιομήχανος
φαρμακοβιομηχανία	noun	ο κλάδος της βιομηχανίας που ασχολείται με την παρασκευή φαρμάκων και συχνά με την έρευνα για νέα σκευάσματα
φαρμακοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του φαρμακοβιομηχανία
φαρμακοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανία
φαρμακοβιομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανικό
φαρμακοβιομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανική
φαρμακοβιομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανικής	adj	γενική ενικού του φαρμακοβιομηχανική
φαρμακοβιομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανικού	adj	γενική ενικού του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανικός	adj	σχετικός με τη φαρμακοβιομηχανία
φαρμακοβιομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανικός
φαρμακοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακοβιομηχανία
φαρμακογλωσσών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακόγλωσσα
φαρμακογνωσία	noun	η επιστημονική μελέτη φυσικών ουσιών, κυρίως φυτών, αλλά και ορυκτών, ώστε να απομονωθούν φυσικά δραστικά συστατικά και να μελετηθούν ως φάρμακα
φαρμακογνωσίας	noun	γενική ενικού του φαρμακογνωσία
φαρμακογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακογνωσία
φαρμακογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακογνωσία
φαρμακογνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακογνωστικό
φαρμακογνωστικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακογνωστικός
φαρμακογνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακογνωστική
φαρμακογνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακογνωστικός
φαρμακογνωστικής	adj	γενική ενικού του φαρμακογνωστική
φαρμακογνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακογνωστικός
φαρμακογνωστικού	adj	γενική ενικού του φαρμακογνωστικός
φαρμακογνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακογνωστικός
φαρμακογνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακογνωστικός
φαρμακογνωστικός	adj	σχετικός με την επιστήμη της φαρμακογνωσίας, τη μελέτη κυρίως φυσικών πηγών για την εύρεση φαρμάκων
φαρμακογνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακογνωστικός
φαρμακοδιέγερση	noun	το ντόπινγκ
φαρμακοδιέγερσης	=	φαρμακοδιέγερση
φαρμακοδιεγέρσεις	=	φαρμακοδιέγερση
φαρμακοδιεγέρσεων	=	φαρμακοδιέγερση
φαρμακοδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοδυναμικό	adv	Ο κλινικός, πρακτικός τρόπος μελέτης και έρευνας ενός σκευάσματος σε ζωντανούς οργανισμούς
φαρμακοδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοδυναμική
φαρμακοδυναμική	noun	η μελέτη της επίδρασης και των επιθυμητών ή ανεπιθύμητων ενεργειών ενός σκευάσματος σε ζωντανούς οργανισμούς, υγιείς (σε φυσιολογική λειτουργία) ή ασθενείς (σε παθολογική διαδικασία)*	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοδυναμικής	adj	γενική ενικού του φαρμακοδυναμική
φαρμακοδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοδυναμικού	adj	γενική ενικού του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοδυναμικός	adj	σχετικός με την ενέργεια των φαρμάκων πάνω σε ζωντανούς οργανισμούς
φαρμακοδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακοδυναμικός
φαρμακοεπαγρυπνήσεις	=	φαρμακοεπαγρύπνηση
φαρμακοεπαγρυπνήσεων	=	φαρμακοεπαγρύπνηση
φαρμακοεπαγρύπνηση	noun	η επιτήρηση φαρμάκων ή εμβολίων για τις πιθανές παρενέργειες τους
φαρμακοεπαγρύπνησης	=	φαρμακοεπαγρύπνηση
φαρμακοεπιδεσμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοεπιδεσμικό
φαρμακοεπιδεσμικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοεπιδεσμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοεπιδεσμική
φαρμακοεπιδεσμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοεπιδεσμικής	adj	γενική ενικού του φαρμακοεπιδεσμική
φαρμακοεπιδεσμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοεπιδεσμικού	adj	γενική ενικού του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοεπιδεσμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοεπιδεσμικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοεπιδεσμικός	adj|rare	που έχει σχέση με φάρμακα και επιδέσμους ή αναφέρεται σ’ αυτά
φαρμακοεπιδεσμικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακοεπιδεσμικός
φαρμακοθεραπεία	noun	η θεραπεία με φάρμακα
φαρμακοθεραπείας	noun	γενική ενικού του φαρμακοθεραπεία
φαρμακοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοθεραπεία
φαρμακοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακοθεραπεία
φαρμακοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φαρμακοκινητικός	adv	από φαρμακοκινητική άποψη
φαρμακοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακοκινητικός
φαρμακοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοκινητική
φαρμακοκινητική	noun	η επιστημονική μελέτη των τρόπων με τους οποίους ένα φάρμακο απορροφάται από τον οργανισμό, κυκλοφορεί - κατανέμεται σε αυτόν, μεταβολίζεται (ηπατικός μεταβολισμός) και τελικά αποβάλλεται από αυτόν (νεφρική απέκκριση).	adj	θηλυκό του φαρμακοκινητικός
φαρμακοκινητικής	adj	γενική ενικού του φαρμακοκινητική
φαρμακοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοκινητικός
φαρμακοκινητικού	adj	γενική ενικού του φαρμακοκινητικός
φαρμακοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακοκινητικός
φαρμακοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακοκινητικός
φαρμακοκινητικός	adj	σχετικός με την επιστήμη της φαρμακοκινητικής, που σχετίζεται με τον τρόπο που ουσιαστικά κινείται ένα φάρμακο στον οργανισμό, με τον τρόπο που μεταβολίζεται, που κατανέμεται στους ιστούς και που τελικά αποβάλλεται
φαρμακοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακοκινητικός
φαρμακοληψία	noun	η λήψη φαρμακευτικού σκευάσματος με οποιοδήποτε τρόπο ( κατάποση, ενδοφλέβια, με υπόθετο, διαδερμικά, με εισπνοή)
φαρμακοληψίας	noun	γενική ενικού του φαρμακοληψία
φαρμακοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοληψία
φαρμακοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακοληψία
φαρμακολογία	noun	συνώνυμο του φαρμακευτική, η επιστήμη που ασχολείται με την αναζήτηση και εύρεση φαρμάκων
φαρμακολογίας	noun	γενική ενικού του φαρμακολογία
φαρμακολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακολογία
φαρμακολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακολογικό
φαρμακολογικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακολογικός
φαρμακολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακολογική
φαρμακολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακολογικός
φαρμακολογικής	adj	γενική ενικού του φαρμακολογική
φαρμακολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακολογικός
φαρμακολογικού	adj	γενική ενικού του φαρμακολογικός
φαρμακολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακολογικός
φαρμακολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακολογικός
φαρμακολογικός	adj	σχετικός με την επιστήμη της φαρμακολογίας, ή γενικά με τα φάρμακα
φαρμακολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακολογικός
φαρμακολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακολογία
φαρμακολυτριών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακολύτρια
φαρμακολύτρια	noun	αυτή που λύνει τα μάγια
φαρμακολύτριας	noun	γενική ενικού του φαρμακολύτρια
φαρμακολύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακολύτρια
φαρμακομανές	=	φαρμακομανής
φαρμακομανή	=	φαρμακομανής
φαρμακομανής	adj	που θέλει μετά μανίας να παίρνει πολλά φάρμακα, ακόμα και αν δεν τα χρειάζεται
φαρμακομανία	noun	η καθ' έξιν υπερβολική λήψη φαρμάκων
φαρμακομανίας	=	φαρμακομανία
φαρμακομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακομανία
φαρμακομανείς	=	φαρμακομανής
φαρμακομανιών	=	φαρμακομανία
φαρμακομανούς	=	φαρμακομανής
φαρμακομανών	=	φαρμακομανής
φαρμακομούνα	noun|vulgar	η γυναίκα της οποίας πέθαναν οι προηγούμενοι δύο ή τρεις άντρες
φαρμακομούνας	=	φαρμακομούνα
φαρμακομούνες	=	φαρμακομούνα
φαρμακομούνων	=	φαρμακομούνα
φαρμακομύτα	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτας	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτες	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτη	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτηδες	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτηδων	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτης	adj	κακεντρεχής, που φθονεί, που έχει τόσο φαρμάκι μέσα του, ώστε αυτό στάζει ακόμα κι από τη μύτη του
φαρμακομύτικα	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτικο	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτικου	=	φαρμακομύτης
φαρμακομύτικων	=	φαρμακομύτης
φαρμακοποιέ	noun	κλητική ενικού του φαρμακοποιός
φαρμακοποιία	noun	H Φαρμακοποιία περιέχει προδιαγραφές που αφορούν κυρίως τον έλεγχο, αλλά και την παραγωγή φαρμακευτικών α΄ υλών και σκευασμάτων.
φαρμακοποιίας	noun	γενική ενικού του φαρμακοποιία
φαρμακοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοποιία
φαρμακοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακοποιία
φαρμακοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοποιός
φαρμακοποιού	noun	γενική ενικού του φαρμακοποιός
φαρμακοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακοποιός
φαρμακοποιό	noun	αιτιατική ενικού του φαρμακοποιός
φαρμακοποιός	noun	επιστήμονας που ασχολείται με την παρασκευή, τη χρήση και τη διάθεση των φαρμάκων (εκτέλεση ιατρικών συνταγών)
φαρμακοποιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρμακοποιός
φαρμακοποσία	noun	Η κατανάλωση, κατάποση, λήψη δηλητηρίου
φαρμακοποσίας	=	φαρμακοποσία
φαρμακοποσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοποσία
φαρμακοποσιών	=	φαρμακοποσία
φαρμακοπωλών	=	φαρμακοπώλης
φαρμακοπώλες	=	φαρμακοπώλης
φαρμακοπώλη	=	φαρμακοπώλης
φαρμακοπώλης	noun	εκείνος που πουλά φάρμακα
φαρμακοτέχνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοτέχνης
φαρμακοτέχνη	=	φαρμακοτέχνης
φαρμακοτέχνης	noun|dated	το άτομο που γνωρίζει τη φαρμακοτεχνία, τις τεχνικές μεθόδους για την παρασκευή φαρμάκων
φαρμακοτεχνία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με το τεχνικό σκέλος της παρασκευής φαρμάκων
φαρμακοτεχνίας	=	φαρμακοτεχνία
φαρμακοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοτεχνία
φαρμακοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοτεχνικό
φαρμακοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοτεχνική
φαρμακοτεχνική	noun	συνώνυμο της φαρμακοτεχνίας, δηλαδή της επιστήμης που ασχολείται με τον τεχνικό τομέα στην παρασκευή των φαρμάκων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικής	adj	γενική ενικού του φαρμακοτεχνική
φαρμακοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικού	adj	γενική ενικού του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνικός	adj	σχετικός με τη φαρμακοτεχνία, ο τεχνικός των φαρμάκων
φαρμακοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρμακοτεχνικός
φαρμακοτεχνιών	=	φαρμακοτεχνία
φαρμακοτεχνών	=	φαρμακοτέχνης
φαρμακοτρίφτες	=	φαρμακοτρίφτης
φαρμακοτρίφτη	=	φαρμακοτρίφτης
φαρμακοτρίφτης	noun|dated	ο φαρμακοποιός
φαρμακοτριβεία	=	φαρμακοτριβείο
φαρμακοτριβείο	noun|dated	ο χώρος του φαρμακείου όπου ο φαρμακοποιός ή ο βοηθός του παρασκευάζουν ιδιοσκευάσματα
φαρμακοτριβείου	=	φαρμακοτριβείο
φαρμακοτριβείων	=	φαρμακοτριβείο
φαρμακοτριβεῖον	noun	ο χώρος όπου έτριβαν τις πρώτες ύλες για την παρασκευή φαρμάκων ή δηλητηρίων (π.χ. για την εξόντωση παρασίτων), αλλά και χρωμάτων
φαρμακοτριφτών	=	φαρμακοτρίφτης
φαρμακοφοβία	noun	η φοβία για τα φαρμακευτικά σκευάσματα
φαρμακοφοβίας	=	φαρμακοφοβία
φαρμακοφοβίες	=	φαρμακοφοβία
φαρμακοφοβιών	=	φαρμακοφοβία
φαρμακοφορεία	=	φαρμακοφορείο
φαρμακοφορείο	noun|dated	στρατιωτικό φορείο πάνω στο οποίο μεταφέρονταν φάρμακα στο πεδίο και στη διάρκεια της μάχης
φαρμακοφορείου	=	φαρμακοφορείο
φαρμακοφορείων	=	φαρμακοφορείο
φαρμακοφυσιολογία	noun|dated	κλάδος της φαρμακευτικής, που μελετούσε την επίδραση των φαρμάκων στα φυτά
φαρμακοφυσιολογίας	=	φαρμακοφυσιολογία
φαρμακοφυσιολογίες	=	φαρμακοφυσιολογία
φαρμακοφυσιολογιών	=	φαρμακοφυσιολογία
φαρμακοχημεία	noun	η χημεία των φαρμάκων, η φαρμακευτική χημεία
φαρμακοχημείας	=	φαρμακοχημεία
φαρμακοχημείες	=	φαρμακοχημεία
φαρμακοχημειών	=	φαρμακοχημεία
φαρμακωδών	=	φαρμακώδης
φαρμακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθήκαν	=	φαρμακώνω
φαρμακωθήκανε	=	φαρμακώνω
φαρμακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωθούνε	=	φαρμακώνω
φαρμακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φαρμάκωμα
φαρμακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακωμένο
φαρμακωμένε	verb	κλητική ενικού του φαρμακωμένος
φαρμακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακωμένη
φαρμακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακωμένος
φαρμακωμένης	verb	γενική ενικού του φαρμακωμένη
φαρμακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φαρμακωμένος
φαρμακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακωμένος
φαρμακωμένος	verb	ο σκοτωμένος από φαρμάκι (δηλητήριο)
φαρμακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαρμακωμένος
φαρμακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακωμένος
φαρμακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαρμακωμένος
φαρμακωνόμασταν	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόμαστε	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόμουν	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόμουνα	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόντουσαν	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόσασταν	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόσαστε	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόσουν	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόσουνα	=	φαρμακώνω
φαρμακωνόταν	=	φαρμακώνω
φαρμακωνότανε	=	φαρμακώνω
φαρμακόγλωσσα	noun	το άτομο που κακολογεί, πληγώνει τους άλλους με όσα λέει, δεν έχει να πει καλή κουβέντα για κανέναν, δυσφημεί με προθυμία
φαρμακόγλωσσας	noun	γενική ενικού του φαρμακόγλωσσα
φαρμακόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακόγλωσσα
φαρμακόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσης	adj	γενική ενικού του φαρμακόγλωσση
φαρμακόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσος	adj	που στάζει η γλώσσα του φαρμάκι, που κακολογεί, που προσβάλλει
φαρμακόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρμακόγλωσσος
φαρμακόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαρμακόγλωσσος
φαρμακώδεις	=	φαρμακώδης
φαρμακώδες	=	φαρμακώδης
φαρμακώδη	=	φαρμακώδης
φαρμακώδης	adj	φαρμακερός
φαρμακώδους	=	φαρμακώδης
φαρμακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμάκωμα
φαρμακώματος	noun	γενική ενικού του φαρμάκωμα
φαρμακώναμε	=	φαρμακώνω
φαρμακώναν	=	φαρμακώνω
φαρμακώνανε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνατε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνει	=	φαρμακώνω
φαρμακώνεις	=	φαρμακώνω
φαρμακώνεσαι	=	φαρμακώνω
φαρμακώνεστε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνεται	=	φαρμακώνω
φαρμακώνετε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνομαι	verb	παίρνω φαρμάκι (δηλητήριο), δηλητηριάζομαι
φαρμακώνομε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνονται	=	φαρμακώνω
φαρμακώνονταν	=	φαρμακώνω
φαρμακώνοντας	=	φαρμακώνω
φαρμακώνουμε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνουν	=	φαρμακώνω
φαρμακώνουνε	=	φαρμακώνω
φαρμακώνω	verb	δηλητηριάζω κάποιον με τοξική ουσία, με φαρμάκι, του δίνω δηλητήριο
φαρμακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσαν	=	φαρμακώνω
φαρμακώσανε	=	φαρμακώνω
φαρμακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσομε	=	φαρμακώνω
φαρμακώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνομαι
φαρμακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσουνε	=	φαρμακώνω
φαρμακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαρμακώνω
φαρμαρίσματα	=	φαρμάρισμα
φαρμαρίσματος	=	φαρμάρισμα
φαρμαρισμάτων	=	φαρμάρισμα
φαρμασονία	noun	ο ελευθεροτεκτονισμός
φαρμασονίας	=	φαρμασονία
φαρμασονίες	=	φαρμασονία
φαρμασονιών	=	φαρμασονία
φαρμπαλά	=	φαρμπαλάς
φαρμπαλάδες	=	φαρμπαλάς
φαρμπαλάδων	=	φαρμπαλάς
φαρμπαλάς	noun	άλλη μορφή του φραμπαλάς
φαροδείκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαροδείκτης
φαροδείκτη	=	φαροδείκτης
φαροδείκτης	noun	πλωτικό βιβλίο που αναφέρει κατά περιοχή τους φάρους των ακτών
φαροδείχτης	=	φαροδείκτης
φαροδεικτών	=	φαροδείκτης
φαροφυλάκων	=	φαροφύλακας
φαροφύλακα	=	φαροφύλακας
φαροφύλακας	noun	φύλακας ενός φάρου
φαροφύλακες	=	φαροφύλακας
φαροφύλακος	=	φαροφύλακας
φαρσέρ	noun	το πρόσωπο που κάνει φάρσα, παραπλανά άτομα ή αρχές
φαρσί	noun	η περσική γλώσσα, τα περσικά	adv	με ευχέρεια, πολύ καλά
φαρσαλιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρσαλιώτικο
φαρσαλιώτικε	adj	κλητική ενικού του φαρσαλιώτικος
φαρσαλιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρσαλιώτικη
φαρσαλιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρσαλιώτικος
φαρσαλιώτικης	adj	γενική ενικού του φαρσαλιώτικη
φαρσαλιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του φαρσαλιώτικος
φαρσαλιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρσαλιώτικος
φαρσαλιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Φάρσαλα ή τους κατοίκους τους
φαρσαλιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαρσαλιώτικος
φαρσαλιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρσαλιώτικος
φαρσαλιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαρσαλιώτικος
φαρσοκωμωδία	noun	είδος κωμικού θεατρικού έργου, που χαρακτηρίζεται από ελαφρότητα και συνήθως χοντρά αστεία, με αποκλειστικό σκοπό τη διασκέδαση του κοινού και την πρόκληση γέλιου
φαρσοκωμωδίας	noun	γενική ενικού του φαρσοκωμωδία
φαρσοκωμωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρσοκωμωδία
φαρσοκωμωδιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρσοκωμωδία
φαρσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάρσωμα
φαρσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάρσωμα
φαρσώματος	noun	γενική ενικού του φάρσωμα
φαρσών	noun	γενική πληθυντικού του φάρσα
φαρυγγίτιδα	noun	φλεγμονή του φάρυγγα
φαρυγγίτιδας	=	φαρυγγίτιδα
φαρυγγίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγίτιδα
φαρυγγίτιδων	=	φαρυγγίτιδα
φαρυγγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγικό
φαρυγγικέ	adj	κλητική ενικού του φαρυγγικός
φαρυγγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγική
φαρυγγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαρυγγικός
φαρυγγικής	adj	γενική ενικού του φαρυγγική
φαρυγγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγικός
φαρυγγικού	adj	γενική ενικού του φαρυγγικός
φαρυγγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαρυγγικός
φαρυγγικό	adj	αιτιατική ενικού του φαρυγγικός
φαρυγγικός	adj	σχετικός με τον φάρυγγα
φαρυγγικών	adj	γενική πληθυντικού του φαρυγγικός
φαρυγγισμέ	=	φαρυγγισμός
φαρυγγισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγισμός
φαρυγγισμού	=	φαρυγγισμός
φαρυγγισμούς	=	φαρυγγισμός
φαρυγγισμό	=	φαρυγγισμός
φαρυγγισμός	noun	οι μυϊκοί σπασμοί του φάρυγγα
φαρυγγισμών	=	φαρυγγισμός
φαρυγγολαρυγγίτιδα	noun	φλεγμονή, ερεθισμός και του φάρυγγα και του λάρυγγα
φαρυγγολαρυγγίτιδας	=	φαρυγγολαρυγγίτιδα
φαρυγγολαρυγγίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγολαρυγγίτιδα
φαρυγγολαρυγγίτιδων	=	φαρυγγολαρυγγίτιδα
φαρυγγορραγία	noun	αιμορραγία του φάρυγγα
φαρυγγορραγίας	noun	γενική ενικού του φαρυγγορραγία
φαρυγγορραγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγορραγία
φαρυγγορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρυγγορραγία
φαρυγγοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγοσκόπηση
φαρυγγοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγοσκόπιο
φαρυγγοσκόπιο	noun	όργανο για την εξέταση του φάρυγγα, ιατρικό εργαλείο
φαρυγγοσκόπιου	noun	γενική ενικού του φαρυγγοσκόπιο
φαρυγγοσκόπιων	noun	γενική πληθυντικού του φαρυγγοσκόπιο
φαρυγγοτομία	noun	τομή για διάνοιξη του φάρυγγα
φαρυγγοτομίας	noun	γενική ενικού του φαρυγγοτομία
φαρυγγοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγοτομία
φαρυγγοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρυγγοτομία
φαρυγγωδυνία	noun	πόνος στο φάρυγγα
φαρυγγωδυνίας	noun	γενική ενικού του φαρυγγωδυνία
φαρυγγωδυνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρυγγωδυνία
φαρυγγωδυνιών	noun	γενική πληθυντικού του φαρυγγωδυνία
φαρφάλες	noun	μακαρόνια σε σχήμα που θυμίζει πεταλούδα ή παπιγιόν
φαρφάλης	=	φαρφάλω
φαρφάλω	noun	γριά
φαρφάλων	=	φαρφάλω
φαρφάλως	=	φαρφάλω
φαρφουρένια	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιας	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιε	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιες	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιο	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιοι	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιος	adj	φτιαγμένος από φαρφουρί, πορσελάνινος
φαρφουρένιου	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιους	=	φαρφουρένιος
φαρφουρένιων	=	φαρφουρένιος
φαρφουρί	noun	λεπτή πορσελάνη
φαρφουριά	=	φαρφουρί
φαρφουριού	=	φαρφουρί
φαρφουριών	=	φαρφουρί
φαρόπλοια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρόπλοιο
φαρόπλοιο	noun	βοηθητικό πλοίο που αγκυροβολεί σε συγκεκριμένα σημεία ειδικού ενδιαφέροντος για τους ναυτιλλομένους και λειτουργεί με τα φώτα του σας φάρος
φαρόπλοιου	noun	γενική ενικού του φαρόπλοιο
φαρόπλοιων	noun	γενική πληθυντικού του φαρόπλοιο
φαρύγγων	=	φάρυγγας
φας	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρώω
φασάτα	=	φασάτος
φασάτε	=	φασάτος
φασάτες	=	φασάτος
φασάτη	=	φασάτος
φασάτης	=	φασάτος
φασάτο	=	φασάτος
φασάτοι	=	φασάτος
φασάτος	adj	που έχουν φάσες
φασάτου	=	φασάτος
φασάτους	=	φασάτος
φασάτων	=	φασάτος
φασίζαμε	=	φασίζω
φασίζαν	=	φασίζω
φασίζανε	=	φασίζω
φασίζατε	=	φασίζω
φασίζει	=	φασίζω
φασίζεις	=	φασίζω
φασίζετε	=	φασίζω
φασίζον	=	φασίζων
φασίζοντα	=	φασίζων
φασίζοντας	=	φασίζω
φασίζοντες	=	φασίζων
φασίζοντος	=	φασίζων
φασίζουμε	=	φασίζω
φασίζουν	=	φασίζω
φασίζουνε	=	φασίζω
φασίζουσα	=	φασίζων
φασίζουσας	=	φασίζων
φασίζουσες	=	φασίζων
φασίζω	verb	είμαι φασίστας ή φέρομαι σαν φασίστας
φασίζων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φασίζω: που έχει φασιστικό χαρακτήρα
φασίνα	noun	ύφασμα (αλειμμένο με κατράμι) που τυλίγεται γύρω από σκοινί για να μη φθείρεται αυτό από την τριβή
φασίνας	noun	γενική ενικού του φασίνα
φασίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασίνα
φασίσαμε	=	φασίζω
φασίσαν	=	φασίζω
φασίσανε	=	φασίζω
φασίσατε	=	φασίζω
φασίσει	=	φασίζω
φασίστα	=	φασίστας
φασίστας	noun	οπαδός του φασισμού, που επικροτεί και ασπάζεται τις φασιστικές ιδέες και απόψεις
φασίστε	=	φασίζω
φασίστες	noun	φασίστας, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού
φασίστρια	noun	θηλυκό του φασίστας
φασίστριας	noun	γενική ενικού του φασίστρια
φασίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασίστρια
φασαία	=	φασαίος
φασαίε	=	φασαίος
φασαίο	=	φασαίος
φασαίοι	=	φασαίος
φασαίος	noun|slang	αυτός που κοινωνικά και πολιτισμικά κινείται και δρα αποκλειστικά εντός μιας «φάσης», δηλαδή εντός ενός συνόλου ανθρώπων που έχουν παρόμοιες συμπεριφορές οι οποίες θεωρούνται εναλλακτικές
φασαίου	=	φασαίος
φασαίους	=	φασαίος
φασαίων	noun	γενική πληθυντικού του φασαίος
φασαμέν	noun	ματογυάλια με μικρή χειρολαβή
φασαρία	noun	η αναταραχή, η αναστάτωση
φασαρίας	noun	που κάνει φασαρία
φασαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαρία
φασαριτζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαριτζής
φασαριόζα	=	φασαριόζος
φασαριόζας	=	φασαριόζος
φασαριόζε	=	φασαριόζος
φασαριόζες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαριόζα
φασαριόζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαριόζικο
φασαριόζικε	adj	κλητική ενικού του φασαριόζικος
φασαριόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαριόζικη
φασαριόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασαριόζικος
φασαριόζικης	adj	γενική ενικού του φασαριόζικη
φασαριόζικο	adj	αιτιατική ενικού του φασαριόζικος
φασαριόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασαριόζικος
φασαριόζικος	adj	ο σχετικός με τον φασαριόζο ή με τη φασαρία
φασαριόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φασαριόζικος
φασαριόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φασαριόζικος
φασαριόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φασαριόζικος
φασαριόζο	=	φασαριόζος
φασαριόζοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασαριόζος
φασαριόζος	adj	που προκαλεί φασαρία
φασαριόζου	=	φασαριόζος
φασαριόζους	=	φασαριόζος
φασαριόζων	=	φασαριόζος
φασαριών	noun	γενική πληθυντικού του φασαρία
φασαρτζή	=	φασαρτζής
φασαρτζήδες	=	φασαρτζής
φασαρτζήδων	=	φασαρτζής
φασαρτζής	noun	για άνθρωπο που προκαλεί ταραχές και αψιμαχίες
φασγάνου	=	φάσγανο
φασγάνων	=	φάσγανο
φασιανέ	noun	κλητική ενικού του φασιανός
φασιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασιανός
φασιανού	noun	γενική ενικού του φασιανός
φασιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φασιανός
φασιανό	noun	αιτιατική ενικού του φασιανός
φασιανός	noun	πουλί της οικογένειας Phasianidae με πολύχρωμο φτέρωμα που το κυνηγούν για το νόστιμο κρέας του
φασιανών	noun	γενική πληθυντικού του φασιανός
φασιζουσών	=	φασίζων
φασιζούσης	=	φασίζων
φασιζόντων	=	φασίζων
φασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασικό
φασικέ	adj	κλητική ενικού του φασικός
φασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασική
φασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασικός
φασικής	adj	γενική ενικού του φασική
φασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασικός
φασικού	adj	γενική ενικού του φασικός
φασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φασικός
φασικό	adj	αιτιατική ενικού του φασικός
φασικός	adj	που έχει σχέση με φάση ή αναφέρεται σʼ αυτή (που δηλώνει ιδιότητα ή μέγεθος το οποίο εξαρτάται από τη θέση ενός κύματος στον κύκλο της ταλάντωσής του· χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαφορές, σχέσεις ή μεταβολές που προκύπτουν από τη φάση)
φασικών	adj	γενική πληθυντικού του φασικός
φασισμέ	noun	κλητική ενικού του φασισμός
φασισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασισμός
φασισμού	noun	γενική ενικού του φασισμός
φασισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φασισμός
φασισμό	noun	αιτιατική ενικού του φασισμός
φασισμός	noun	ακροδεξιά, αυταρχική, εθνικιστική πολιτική ιδεολογία και μαζικό κίνημα, με παραστρατιωτικά και μιλιταριστικά χαρακτηριστικά, που θέτει το έθνος, το οποίο ορίζει στη βάση μεταφυσικών ή υπεριστορικών δεδομένων, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και δρα για τη δημιουργία μιας κρατικής εθνικής κοινότητας, καταργώντας τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό
φασισμών	noun	γενική πληθυντικού του φασισμός
φασιστάκι	noun	υποκοριστικό του φασίστας
φασιστάκια	=	φασιστάκι
φασιστές	noun	φασιστής, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού
φασιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φασιστής
φασιστής	noun|rare	άλλη μορφή του φασίστας
φασισταρά	=	φασισταράς
φασισταράδες	=	φασισταράς
φασισταράδων	=	φασισταράς
φασισταράς	noun	μεγεθυντικό του φασίστας
φασισταριά	=	φασισταριό
φασισταριού	=	φασισταριό
φασισταριό	noun	ένα σύνολο φασιστών
φασισταριών	=	φασισταριό
φασιστικά	adv	με φασιστικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασιστικό
φασιστικέ	adj	κλητική ενικού του φασιστικός
φασιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασιστική
φασιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασιστικός
φασιστικής	adj	γενική ενικού του φασιστική
φασιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασιστικός
φασιστικού	adj	γενική ενικού του φασιστικός
φασιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φασιστικός
φασιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φασιστικός
φασιστικός	adj	σχετικός με τον φασισμό
φασιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φασιστικός
φασιστοειδές	noun	ο φασιστής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φασιστοειδής
φασιστοειδή	=	φασιστοειδής
φασιστοειδής	adj	που παραπέμπει σε κάτι φασιστικό
φασιστοειδείς	=	φασιστοειδής
φασιστοειδούς	=	φασιστοειδής
φασιστοειδών	=	φασιστοειδής
φασιστοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασιστοκρατία
φασιστριών	noun	γενική πληθυντικού του φασίστρια
φασιστόμουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασιστόμουτρο
φασιστόμουτρο	noun	χαρακτηρισμός για κάποιον φασίστα ή κάποιον που φέρεται φασιστικά
φασιστόμουτρου	noun	γενική ενικού του φασιστόμουτρο
φασιστόμουτρων	noun	γενική πληθυντικού του φασιστόμουτρο
φασιστών	noun	γενική πληθυντικού του φασίστας
φασκέλωμα	noun	η ενέργεια του φασκελώνω, το να κάνει κάποιος τη χειρονομία της ανοιχτής παλάμης
φασκέλωνα	=	φασκελώνω
φασκέλωναν	=	φασκελώνω
φασκέλωνε	=	φασκελώνω
φασκέλωνες	=	φασκελώνω
φασκέλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκέλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκέλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκέλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελιά	noun	η μούντζα
φασκελιάς	=	φασκελιά
φασκελιές	=	φασκελιά
φασκελιών	=	φασκελιά
φασκελοκουκούλωστα	intj	για άσχημη κατάσταση που δεν βελτιώνεται
φασκελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φασκέλωμα
φασκελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασκέλωμα
φασκελώματος	noun	γενική ενικού του φασκέλωμα
φασκελώναμε	=	φασκελώνω
φασκελώναν	=	φασκελώνω
φασκελώνανε	=	φασκελώνω
φασκελώνατε	=	φασκελώνω
φασκελώνει	=	φασκελώνω
φασκελώνεις	=	φασκελώνω
φασκελώνετε	=	φασκελώνω
φασκελώνομαι	verb	ρίχνω στον εαυτό μου μούτζα, μου δίνω ένα φάσκελο, ασκώ κάπως ακραία αυτοκριτική για ένα λαθος μου χρησιμοποιώντας την αντίστοιχη λαϊκή υβριστική χειρονομία
φασκελώνοντας	=	φασκελώνω
φασκελώνουμε	=	φασκελώνω
φασκελώνουν	=	φασκελώνω
φασκελώνουνε	=	φασκελώνω
φασκελώνω	verb	τεντώνω το χέρι μου προς κάποιον και του δείχνω την παλάμη μου ανοιχτή θέλοντας έτσι να τον προσβάλω ή να δείξω το θυμό μου ή άλλο αρνητικό συναίσθημα
φασκελώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσαν	=	φασκελώνω
φασκελώσανε	=	φασκελώνω
φασκελώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκελώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκελώνω
φασκιά	noun	κομμάτι από ύφασμα σαν φαρδύς επίδεσμος με το οποίο άλλοτε τύλιγαν τα νεογέννητα, τα σπαργάνωναν, τα φάσκιωναν
φασκιάς	noun	γενική ενικού του φασκιά
φασκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασκιά
φασκιωθήκαμε	=	φασκιώνω
φασκιωθήκαν	=	φασκιώνω
φασκιωθήκανε	=	φασκιώνω
φασκιωθήκατε	=	φασκιώνω
φασκιωθεί	=	φασκιώνω
φασκιωθείς	=	φασκιώνω
φασκιωθείτε	=	φασκιώνω
φασκιωθούμε	=	φασκιώνω
φασκιωθούν	=	φασκιώνω
φασκιωθούνε	=	φασκιώνω
φασκιωθώ	=	φασκιώνω
φασκιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάσκιωμα
φασκιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασκιωμένο
φασκιωμένε	verb	κλητική ενικού του φασκιωμένος
φασκιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασκιωμένη
φασκιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασκιωμένος
φασκιωμένης	verb	γενική ενικού του φασκιωμένη
φασκιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φασκιωμένος
φασκιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασκιωμένος
φασκιωμένος	verb	που έχει φασκιωθεί
φασκιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φασκιωμένος
φασκιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φασκιωμένος
φασκιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φασκιωμένος
φασκιωνόμασταν	=	φασκιώνω
φασκιωνόμαστε	=	φασκιώνω
φασκιωνόμουν	=	φασκιώνω
φασκιωνόμουνα	=	φασκιώνω
φασκιωνόντουσαν	=	φασκιώνω
φασκιωνόσασταν	=	φασκιώνω
φασκιωνόσαστε	=	φασκιώνω
φασκιωνόσουν	=	φασκιώνω
φασκιωνόσουνα	=	φασκιώνω
φασκιωνόταν	=	φασκιώνω
φασκιωνότανε	=	φασκιώνω
φασκιώθηκα	=	φασκιώνω
φασκιώθηκαν	=	φασκιώνω
φασκιώθηκε	=	φασκιώνω
φασκιώθηκες	=	φασκιώνω
φασκιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάσκιωμα
φασκιώματος	noun	γενική ενικού του φάσκιωμα
φασκιών	=	φασκιά
φασκιώναμε	=	φασκιώνω
φασκιώναν	=	φασκιώνω
φασκιώνανε	=	φασκιώνω
φασκιώνατε	=	φασκιώνω
φασκιώνει	=	φασκιώνω
φασκιώνεις	=	φασκιώνω
φασκιώνεσαι	=	φασκιώνω
φασκιώνεστε	=	φασκιώνω
φασκιώνεται	=	φασκιώνω
φασκιώνετε	=	φασκιώνω
φασκιώνομαι	=	φασκιώνω
φασκιώνομε	=	φασκιώνω
φασκιώνονται	=	φασκιώνω
φασκιώνονταν	=	φασκιώνω
φασκιώνοντας	=	φασκιώνω
φασκιώνου	=	φασκιώνω
φασκιώνουμε	=	φασκιώνω
φασκιώνουν	=	φασκιώνω
φασκιώνουνε	=	φασκιώνω
φασκιώνω	verb	τυλίγω ένα βρέφος με φασκιές, το σπαργανώνω
φασκιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσαν	=	φασκιώνω
φασκιώσανε	=	φασκιώνω
φασκιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσομε	=	φασκιώνω
φασκιώσου	=	φασκιώνω
φασκιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσουνε	=	φασκιώνω
φασκιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φασκιώνω
φασκομηλιά	noun	φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες, από τα φύλλα του οποίου παράγεται το αφέψημα φασκόμηλο
φασκομηλιάς	noun	γενική ενικού του φασκομηλιά
φασκομηλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασκομηλιά
φασκομηλιών	=	φασκομηλιά
φασκομηλόλαδα	=	φασκομηλόλαδο
φασκομηλόλαδο	noun	αιθέριο έλαιο το οποίο παράγεται από απόσταξη φύλλων φασκόμηλου
φασκομηλόλαδου	=	φασκομηλόλαδο
φασκομηλόλαδων	=	φασκομηλόλαδο
φασκωλόμυ	=	φασκωλόμυς
φασκωλόμυος	=	φασκωλόμυς
φασκωλόμυς	noun	φυτοφάγο μαρσιποφόρο θηλαστικό που ζει σε λαγούμια.
φασκόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασκόμηλο
φασκόμηλο	noun	αφέψημα από ξερά φύλλα φασκομηλιάς
φασκόμηλου	noun	γενική ενικού του φασκόμηλο
φασκόμηλων	noun	γενική πληθυντικού του φασκόμηλο
φασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάσμα
φασματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματικό
φασματικέ	adj	κλητική ενικού του φασματικός
φασματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματική
φασματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασματικός
φασματικής	adj	γενική ενικού του φασματική
φασματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασματικός
φασματικού	adj	γενική ενικού του φασματικός
φασματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φασματικός
φασματικό	adj	αιτιατική ενικού του φασματικός
φασματικός	adj	σχετικός με το φάσμα
φασματικών	adj	γενική πληθυντικού του φασματικός
φασματογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματόγραμμα
φασματογράμματος	noun	γενική ενικού του φασματόγραμμα
φασματογράφε	noun	κλητική ενικού του φασματογράφος
φασματογράφημα	noun	η προβολή ενός φάσματος μέσω φωτογραφίας ή άλλου μέσου
φασματογράφο	noun	αιτιατική ενικού του φασματογράφος
φασματογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασματογράφος
φασματογράφος	noun	μηχανή που χρησιμοποιείται για να αποτυπώσει το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα
φασματογράφου	noun	γενική ενικού του φασματογράφος
φασματογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φασματογράφος
φασματογράφων	noun	γενική πληθυντικού του φασματογράφος
φασματογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φασματόγραμμα
φασματογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματογράφημα
φασματογραφήματος	noun	γενική ενικού του φασματογράφημα
φασματογραφία	noun	τομέας της επιστήμης που ασχολείται με τα φάσματα
φασματογραφίας	=	φασματογραφία
φασματογραφίες	=	φασματογραφία
φασματογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φασματογράφημα
φασματογραφιών	=	φασματογραφία
φασματοηλιογράφε	=	φασματοηλιογράφος
φασματοηλιογράφο	=	φασματοηλιογράφος
φασματοηλιογράφοι	=	φασματοηλιογράφος
φασματοηλιογράφος	noun	φασματογράφος που μπορεί να φωτογραφίζει τα ηλιακά φάσματα
φασματοηλιογράφου	=	φασματοηλιογράφος
φασματοηλιογράφους	=	φασματοηλιογράφος
φασματοηλιογράφων	=	φασματοηλιογράφος
φασματοηλιοσκοπίου	=	φασματοηλιοσκόπιο
φασματοηλιοσκοπίων	=	φασματοηλιοσκόπιο
φασματοηλιοσκόπια	=	φασματοηλιοσκόπιο
φασματοηλιοσκόπιο	noun	όργανο που ανιχνεύει και βλέπει τα φάσματα της ηλιακής επιφάνειας
φασματοηλιοσκόπιου	=	φασματοηλιοσκόπιο
φασματοηλιοσκόπιων	=	φασματοηλιοσκόπιο
φασματομέτρου	=	φασματόμετρο
φασματομέτρων	=	φασματόμετρο
φασματομετρία	noun	το σύνολο των τεχνικών που συμβάλλουν στη μελέτη των φασμάτων
φασματομετρίας	=	φασματομετρία
φασματομετρίες	=	φασματομετρία
φασματομετριών	=	φασματομετρία
φασματοσκοπία	noun	Η μελέτη του φάσματος
φασματοσκοπίας	noun	γενική ενικού του φασματοσκοπία
φασματοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματοσκοπία
φασματοσκοπίου	=	φασματοσκόπιο
φασματοσκοπίων	=	φασματοσκόπιο
φασματοσκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματοσκοπικό
φασματοσκοπικέ	adj	κλητική ενικού του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματοσκοπική
φασματοσκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπικής	adj	γενική ενικού του φασματοσκοπική
φασματοσκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπικού	adj	γενική ενικού του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπικός	adj	σχετικός με τη φασματοσκοπία
φασματοσκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του φασματοσκοπικός
φασματοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του φασματοσκοπία
φασματοσκόπια	=	φασματοσκόπιο
φασματοσκόπιο	noun	όργανο μελέτης του φάσματος
φασματοσκόπιου	=	φασματοσκόπιο
φασματοσκόπιων	=	φασματοσκόπιο
φασματοφωτομέτρου	=	φασματοφωτόμετρο
φασματοφωτομέτρων	=	φασματοφωτόμετρο
φασματοφωτομετρία	noun	η τεχνική ανάλυσης που μετρά την απορρόφηση ή τη μετάδοση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από μια ουσία σε διαφορετικά μήκη κύματος, χρησιμοποιώντας φασματοφωτόμετρο για τον προσδιορισμό της σύστασης ή της συγκέντρωσής της.
φασματοφωτομετρίας	=	φασματοφωτομετρία
φασματοφωτομετρίες	=	φασματοφωτομετρία
φασματοφωτομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματοφωτομετρικό
φασματοφωτομετρικέ	adj	κλητική ενικού του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασματοφωτομετρική
φασματοφωτομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετρικής	adj	γενική ενικού του φασματοφωτομετρική
φασματοφωτομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετρικού	adj	γενική ενικού του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετρικός	adj	που έχει σχέση με τη φασματοφωτομετρία ή το φασματοφωτόμετρο ή αναφέρεται σʼ αυτά
φασματοφωτομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του φασματοφωτομετρικός
φασματοφωτομετριών	=	φασματοφωτομετρία
φασματοφωτόμετρα	=	φασματοφωτόμετρο
φασματοφωτόμετρο	noun	όργανο μέτρησης της ενέργειας που εμφανίζεται σε ένα φάσμα
φασματοφωτόμετρου	=	φασματοφωτόμετρο
φασματοφωτόμετρων	=	φασματοφωτόμετρο
φασματόγραμμα	noun|dated	άλλη μορφή του φασματογράφημα
φασματόμετρα	=	φασματόμετρο
φασματόμετρο	noun	όργανο μέτρησης που βασίζεται στη διακριτικότητα ενός φάσματος
φασματόμετρου	=	φασματόμετρο
φασματόμετρων	=	φασματόμετρο
φασολάδα	noun	σούπα από φασόλια, αναφερόμενο ως «εθνικό φαγητό των Ελλήνων»
φασολάδας	=	φασολάδα
φασολάδες	=	φασολάδα
φασολάδων	=	φασολάδα
φασολάκι	noun	ο πράσινος καρπός της φασολιάς που μαγειρεύται
φασολάκια	noun	λαδερό φαγητό με χλωρά φασόλια
φασολιά	noun	το φυτό φασίολος, που παράγει τον καρπό του φασολιού
φασολιάς	noun	γενική ενικού του φασολιά
φασολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασολιά
φασολιού	=	φασόλι
φασολιών	noun	γενική πληθυντικού του φασολιά
φασολοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια φασολιού
φασολοκαλλιέργειας	=	φασολοκαλλιέργεια
φασολοκαλλιέργειες	=	φασολοκαλλιέργεια
φασολοκαλλιεργειών	=	φασολοκαλλιέργεια
φασολοπαραγωγέ	=	φασολοπαραγωγός
φασολοπαραγωγοί	=	φασολοπαραγωγός
φασολοπαραγωγού	=	φασολοπαραγωγός
φασολοπαραγωγούς	=	φασολοπαραγωγός
φασολοπαραγωγό	=	φασολοπαραγωγός
φασολοπαραγωγός	noun	άτομο το οποίο καλλιεργεί φασόλια
φασολοπαραγωγών	=	φασολοπαραγωγός
φασονατζή	=	φασονατζής
φασονατζήδες	=	φασονατζής
φασονατζήδων	=	φασονατζής
φασονατζής	noun	που παράγει κατά παραγγελία φασόν, δηλαδή που παράγει προϊόντα με επωνυμία άλλων
φασονατζού	=	φασονατζής
φασουλάδα	noun|vulgar	άλλη μορφή του φασολάδα
φασουλάδας	=	φασουλάδα
φασουλάδες	=	φασουλάδα
φασουλάδων	=	φασουλάδα
φασουλάκι	noun|vulgar	άλλη μορφή του φασολάκι
φασουλάκια	=	φασουλάκι
φασουλής	noun	αυτός που προκαλεί το γέλιο και είναι πονηρός και τολμηρός
φασουλιά	noun	η φασολιά
φασουλιάς	=	φασουλιά
φασουλιές	=	φασουλιά
φασουλιού	=	φασούλι
φασουλιών	=	φασουλιά
φασουλοσαλάτα	noun	σαλάτα η οποία περιέχει φασόλια
φασουλοσαλάτας	=	φασουλοσαλάτα
φασουλοσαλάτες	=	φασουλοσαλάτα
φασουλοσαλατών	=	φασουλοσαλάτα
φασουλοταβά	=	φασουλοταβάς
φασουλοταβάδες	=	φασουλοταβάς
φασουλοταβάδων	=	φασουλοταβάς
φασουλοταβάς	noun	νηστίσιμο φαγητό με βάση φασόλια, τυπικό της κουζίνας των νοτίων Βαλκανίων (Μακεδονίας / Σερβίας / Βουλγαρίας) που μαγειρεύεται σε ταβά με συνήθη συστατικά φασόλια, κρεμμύδια, λάδι, κόκκινες ξερές πιπεριές, μαύρο και κόκκινο πιπέρι και αλάτι
φασουλόσουπα	noun	η φασολάδα, σούπα με φασόλια
φασουλόσουπας	=	φασουλόσουπα
φασουλόσουπες	=	φασουλόσουπα
φασούλι	noun|vulgar	το φασόλι
φασούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φασούλι
φαστ-φουντ	noun	άλλη γραφή του φαστφούντ
φαστίδια	=	φαστίδιο
φαστίδιο	noun	ενόχληση, δυσφορία, λιποθυμία μπελάς
φαστίδιου	=	φαστίδιο
φαστίδιων	=	φαστίδιο
φαστφουντάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαστφουντάδικο
φαστφουντάδικο	noun	κατάστημα γρήγορης εστίασης
φαστφουντάδικου	noun	γενική ενικού του φαστφουντάδικο
φαστφουντάδικων	noun	γενική πληθυντικού του φαστφουντάδικο
φαστφούντ	noun	είδος τυποποιημένων φαγητών για γρήγορη εξυπηρέτηση
φασωθήκαμε	=	φασώνομαι
φασωθήκαν	=	φασώνομαι
φασωθήκανε	=	φασώνομαι
φασωθήκατε	=	φασώνομαι
φασωθεί	=	φασώνομαι
φασωθείς	=	φασώνομαι
φασωθείτε	=	φασώνομαι
φασωθούμε	=	φασώνομαι
φασωθούν	=	φασώνομαι
φασωθούνε	=	φασώνομαι
φασωθώ	=	φασώνομαι
φασωμένος	=	φασώνομαι
φασωνόμασταν	=	φασώνομαι
φασωνόμαστε	=	φασώνομαι
φασωνόμουν	=	φασώνομαι
φασωνόμουνα	=	φασώνομαι
φασωνόντουσαν	=	φασώνομαι
φασωνόσασταν	=	φασώνομαι
φασωνόσαστε	=	φασώνομαι
φασωνόσουν	=	φασώνομαι
φασωνόσουνα	=	φασώνομαι
φασωνόταν	=	φασώνομαι
φασωνότανε	=	φασώνομαι
φασόλι	noun	ο καρπός της φασολιάς (όσπριο), του γένους: Φασίολος
φασόλια	noun	το φαγητό με χλωρά φασόλια· φασολάκια
φασόν	noun	η κατασκευή κάποιων προϊόντων βάσει κάποιου προτύπου
φασόρων	=	φάσορας
φασώθηκα	=	φασώνομαι
φασώθηκαν	=	φασώνομαι
φασώθηκε	=	φασώνομαι
φασώθηκες	=	φασώνομαι
φασών	noun	γενική πληθυντικού του φάσα
φασώνεσαι	=	φασώνομαι
φασώνεστε	=	φασώνομαι
φασώνεται	=	φασώνομαι
φασώνομαι	verb	φιλάω, αγκαλιάζω και χουφτώνω
φασώνονται	=	φασώνομαι
φασώνονταν	=	φασώνομαι
φαταλίστρια	noun	θηλυκό του φαταλιστής
φαταλίστριας	=	φαταλίστρια
φαταλίστριες	=	φαταλίστρια
φαταλισμέ	noun	κλητική ενικού του φαταλισμός
φαταλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαταλισμός
φαταλισμού	noun	γενική ενικού του φαταλισμός
φαταλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φαταλισμός
φαταλισμό	noun	αιτιατική ενικού του φαταλισμός
φαταλισμός	noun	στάση, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να τροποποιήσει τη φορά των γεγονότων, επειδή αυτά προκαθορίζονται από τη μοίρα
φαταλισμών	noun	γενική πληθυντικού του φαταλισμός
φαταλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαταλιστής
φαταλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φαταλιστής
φαταλιστής	noun	ο μοιρολάτρης
φαταλιστικά	=	φαταλιστικός
φαταλιστικέ	=	φαταλιστικός
φαταλιστικές	=	φαταλιστικός
φαταλιστική	=	φαταλιστικός
φαταλιστικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φαταλιστική) του φαταλιστικός
φαταλιστικοί	=	φαταλιστικός
φαταλιστικού	=	φαταλιστικός
φαταλιστικούς	=	φαταλιστικός
φαταλιστικό	=	φαταλιστικός
φαταλιστικός	adj	μοιρολατρικός
φαταλιστικών	=	φαταλιστικός
φαταλιστριών	=	φαταλίστρια
φαταλιστών	noun	γενική πληθυντικού του φαταλιστής
φαταούλα	=	φαταούλας
φαταούλας	noun	ο παμφάγος, λαίμαργος
φαταούλες	=	φαταούλας
φατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατικό	adv	με φατικό τρόπο
φατικέ	adj	κλητική ενικού του φατικός
φατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατική
φατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φατικός
φατικής	adj	γενική ενικού του φατική
φατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φατικός
φατικού	adj	γενική ενικού του φατικός
φατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φατικός
φατικό	adj	αιτιατική ενικού του φατικός
φατικός	adj	επικοινωνία που στοχεύει στη δημιουργία επαφής και δεν περιέχει κάποια ουσιαστική πληροφορία
φατικών	adj	γενική πληθυντικού του φατικός
φατνία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατνίο
φατνίο	noun	η υποδοχή που δημιουργείται στις σιαγόνες για τα δόντια
φατνίον	noun	άλλη μορφή του φάτνιον, το φατνίο στα δόντια
φατνίου	noun	γενική ενικού του φατνίο
φατνίων	noun	γενική πληθυντικού του φατνίο
φατνιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατνιακό
φατνιακέ	adj	κλητική ενικού του φατνιακός
φατνιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατνιακή
φατνιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φατνιακός
φατνιακής	adj	γενική ενικού του φατνιακή
φατνιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φατνιακός
φατνιακού	adj	γενική ενικού του φατνιακός
φατνιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φατνιακός
φατνιακό	adj	αιτιατική ενικού του φατνιακός
φατνιακός	adj	σχετικός με τα φατνία
φατνιακών	adj	γενική πληθυντικού του φατνιακός
φατνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φάτνωμα
φατνωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατνωτό	adv	διακοσμημένος με φατνώματα
φατνωτέ	adj	κλητική ενικού του φατνωτός
φατνωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατνωτή
φατνωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φατνωτός
φατνωτής	adj	γενική ενικού του φατνωτή
φατνωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φατνωτός
φατνωτού	adj	γενική ενικού του φατνωτός
φατνωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φατνωτός
φατνωτό	adj	αιτιατική ενικού του φατνωτός
φατνωτός	adj	που έχει φατνώματα ή είναι διακοσμημένος μ’ αυτά
φατνωτών	adj	γενική πληθυντικού του φατνωτός
φατνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φάτνωμα
φατνώματος	noun	γενική ενικού του φάτνωμα
φατνών	=	φάτνη
φατνώσεις	=	φάτνωση
φατνώσεων	=	φάτνωση
φατούρα	noun	τρόπος ανάθεσης υπεργολαβίας, όπου ο υπεργολάβος πληρώνεται μόνο για την εργασία, ενώ τα υλικά παραγγέλνονται και πληρώνονται απευθείας από τον εργοδότη
φατούρας	=	φατούρα
φατούρες	=	φατούρα
φατρία	noun	ομάδα ενταγμένη τυπικά σε ένα σύνολο με συγκεκριμένους στόχους, η οποία όμως επιδιώκει τους δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς
φατρίαζα	=	φατριάζω
φατρίαζαν	=	φατριάζω
φατρίαζε	=	φατριάζω
φατρίαζες	=	φατριάζω
φατρίας	noun	γενική ενικού του φατρία
φατρίασα	=	φατριάζω
φατρίασαν	=	φατριάζω
φατρίασε	=	φατριάζω
φατρίασες	=	φατριάζω
φατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατρία
φατριάζαμε	=	φατριάζω
φατριάζαν	=	φατριάζω
φατριάζανε	=	φατριάζω
φατριάζατε	=	φατριάζω
φατριάζει	=	φατριάζω
φατριάζεις	=	φατριάζω
φατριάζετε	=	φατριάζω
φατριάζοντας	=	φατριάζω
φατριάζουμε	=	φατριάζω
φατριάζουν	=	φατριάζω
φατριάζουνε	=	φατριάζω
φατριάζω	verb	σχηματίζω φατρίες, αδελφότητες, και επιδιώκω την υλοποίηση των ιδιοτελών συμφερόντων τους
φατριάσαμε	=	φατριάζω
φατριάσαν	=	φατριάζω
φατριάσανε	=	φατριάζω
φατριάσατε	=	φατριάζω
φατριάσει	=	φατριάζω
φατριάστε	=	φατριάζω
φατριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατριακό	adv	που λειτουργεί με βάση τις φατρίες, διαχωριστικά, όχι ενωτικά κατά μία έννοια ξαθ όχι αξιοκρατικά
φατριακέ	adj	κλητική ενικού του φατριακός
φατριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατριακή
φατριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φατριακός
φατριακής	adj	γενική ενικού του φατριακή
φατριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φατριακός
φατριακού	adj	γενική ενικού του φατριακός
φατριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φατριακός
φατριακό	adj	αιτιατική ενικού του φατριακός
φατριακός	adj	που έχει σχέση με φατρία, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν
φατριακών	adj	γενική πληθυντικού του φατριακός
φατριασμέ	noun	κλητική ενικού του φατριασμός
φατριασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φατριασμός
φατριασμού	noun	γενική ενικού του φατριασμός
φατριασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φατριασμός
φατριασμό	noun	αιτιατική ενικού του φατριασμός
φατριασμός	noun	η σύσταση φατρίας, ομάδας με δράση υπέρ των συμφερόντων της
φατριασμών	noun	γενική πληθυντικού του φατριασμός
φατριαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατριαστής
φατριαστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φατριαστής
φατριαστής	noun	αυτός που είναι ενταγμένος σε φατρίες ή ανακατεύεται μ’ αυτές
φατριαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατριαστικό	adv	με φατριαστικό τρόπο
φατριαστικέ	adj	κλητική ενικού του φατριαστικός
φατριαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατριαστική
φατριαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φατριαστικός
φατριαστικής	adj	γενική ενικού του φατριαστική
φατριαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φατριαστικός
φατριαστικού	adj	γενική ενικού του φατριαστικός
φατριαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φατριαστικός
φατριαστικό	adj	αιτιατική ενικού του φατριαστικός
φατριαστικός	adj	σχετικός με φατριαστή, με ομαδικές ενέργειες αντίθετες προς τα συμφέροντα της ευρυτερης ομάδας (κόμματος, συνδικάτου κ.λπ.) στην οποία τυπικά η ομάδα αυτή ανήκει
φατριαστικών	adj	γενική πληθυντικού του φατριαστικός
φατριαστών	noun	γενική πληθυντικού του φατριαστἠς
φατριών	noun	γενική πληθυντικού του φατρία
φατσικά	adv|vulgar	επίρρημα στον προφορικό λόγο: εμφανισιακά, από την εμφάνιση, από το πρόσωπο
φατσοβιβλία	=	φατσοβιβλίο
φατσοβιβλίο	noun	το Facebook
φατσοβιβλίου	=	φατσοβιβλίο
φατσοβιβλίων	=	φατσοβιβλίο
φατσούλα	noun	υποκοριστικό του: φάτσα
φατσούλας	=	φατσούλα
φατσούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατσούλα
φατσούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φατσούλι
φατσών	noun	γενική πληθυντικού του φάτσα
φαυλεπίφαυλα	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλε	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλες	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλη	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλης	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλο	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλοι	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλος	adj	δυο φορές φαύλος, ο απολύτως φαύλος, ο απολύτως αχρείος
φαυλεπίφαυλου	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλους	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλεπίφαυλων	=	φαυλεπίφαυλος
φαυλοκολάκων	=	φαυλοκόλακας
φαυλοκράτες	=	φαυλοκράτης
φαυλοκράτη	=	φαυλοκράτης
φαυλοκράτης	noun	πολιτικός που μετέρχεται ανέντιμα ή φαύλα, ανήθικα μέσα στην άσκηση της εξουσίας
φαυλοκρατία	noun	η επικράτηση των φαύλων στη δημόσια ζωή ή σε ένα μεγάλο οργανισμό
φαυλοκρατίας	noun	γενική ενικού του φαυλοκρατία
φαυλοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαυλοκρατία
φαυλοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαυλοκρατικό
φαυλοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαυλοκρατική
φαυλοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατικής	adj	γενική ενικού του φαυλοκρατική
φαυλοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατικού	adj	γενική ενικού του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατικός	adj	σχετικός με τη φαυλοκρατία
φαυλοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του φαυλοκρατικός
φαυλοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του φαυλοκρατία
φαυλοκρατών	=	φαυλοκράτης
φαυλοκόλακα	=	φαυλοκόλακας
φαυλοκόλακας	noun	εκείνος που κολακεύει τους φαύλους, ο χαμερπής
φαυλοκόλακες	=	φαυλοκόλακας
φαυλοτήτων	=	φαυλότητα
φαυλόβια	=	φαυλόβιος
φαυλόβιε	=	φαυλόβιος
φαυλόβιο	=	φαυλόβιος
φαυλόβιοι	=	φαυλόβιος
φαυλόβιος	adj	που ζει στην φαυλότητα
φαυλόβιου	=	φαυλόβιος
φαυλόβιους	=	φαυλόβιος
φαυλόβιων	=	φαυλόβιος
φαυλότητα	noun	η αχρειότητα, η ιδιότητα του φαύλου, η ανηθικότητα, η ανεντιμότητα, η ατιμία στη συμπεριφορά
φαυλότητας	noun	γενική ενικού του φαυλότητα
φαυλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαυλότητα
φαφατίαζα	=	φαφατιάζω
φαφατίαζαν	=	φαφατιάζω
φαφατίαζε	=	φαφατιάζω
φαφατίαζες	=	φαφατιάζω
φαφατίασα	=	φαφατιάζω
φαφατίασαν	=	φαφατιάζω
φαφατίασε	=	φαφατιάζω
φαφατίασες	=	φαφατιάζω
φαφατιάζαμε	=	φαφατιάζω
φαφατιάζαν	=	φαφατιάζω
φαφατιάζανε	=	φαφατιάζω
φαφατιάζατε	=	φαφατιάζω
φαφατιάζει	=	φαφατιάζω
φαφατιάζεις	=	φαφατιάζω
φαφατιάζετε	=	φαφατιάζω
φαφατιάζοντας	=	φαφατιάζω
φαφατιάζουμε	=	φαφατιάζω
φαφατιάζουν	=	φαφατιάζω
φαφατιάζουνε	=	φαφατιάζω
φαφατιάζω	verb	μουσκεύω και μουλιάζω
φαφατιάσαμε	=	φαφατιάζω
φαφατιάσαν	=	φαφατιάζω
φαφατιάσανε	=	φαφατιάζω
φαφατιάσατε	=	φαφατιάζω
φαφατιάσει	=	φαφατιάζω
φαφατιάστε	=	φαφατιάζω
φαφλάτιζα	=	φαφλατίζω
φαφλάτιζαν	=	φαφλατίζω
φαφλάτιζε	=	φαφλατίζω
φαφλάτιζες	=	φαφλατίζω
φαφλάτισα	=	φαφλατίζω
φαφλάτισαν	=	φαφλατίζω
φαφλάτισε	=	φαφλατίζω
φαφλάτισες	=	φαφλατίζω
φαφλατά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φαφλατάς
φαφλατάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαφλατάς
φαφλατάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαφλατάδικο
φαφλατάδικε	adj	κλητική ενικού του φαφλατάδικος
φαφλατάδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαφλατάδικη
φαφλατάδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαφλατάδικος
φαφλατάδικης	adj	γενική ενικού του φαφλατάδικη
φαφλατάδικο	adj	αιτιατική ενικού του φαφλατάδικος
φαφλατάδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαφλατάδικος
φαφλατάδικος	adj	ο σχετικός με τον φαφλατά, φλύαρος και επιπόλαιος, ο αεριτζίδικος
φαφλατάδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαφλατάδικος
φαφλατάδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαφλατάδικος
φαφλατάδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαφλατάδικος
φαφλατάδων	noun	γενική πληθυντικού του φαφλατάς
φαφλατάρισα	=	φαφλατάρω
φαφλατάρισμα	noun	η ενέργεια του φαφλατάρω, η φλυαρία
φαφλατάρω	verb	φλυαρώ, πολυλογώ
φαφλατάς	noun	που μιλάει πολύ (και κουράζει τους άλλους), ο πολυλογάς, ο παρλαπίπας, ο παπαρδέλας, ο στωμύλος
φαφλατίζαμε	=	φαφλατίζω
φαφλατίζαν	=	φαφλατίζω
φαφλατίζανε	=	φαφλατίζω
φαφλατίζατε	=	φαφλατίζω
φαφλατίζει	=	φαφλατίζω
φαφλατίζεις	=	φαφλατίζω
φαφλατίζετε	=	φαφλατίζω
φαφλατίζοντας	=	φαφλατίζω
φαφλατίζουμε	=	φαφλατίζω
φαφλατίζουν	=	φαφλατίζω
φαφλατίζουνε	=	φαφλατίζω
φαφλατίζω	verb	άλλη μορφή του φαφλατάρω
φαφλατίσαμε	=	φαφλατίζω
φαφλατίσαν	=	φαφλατίζω
φαφλατίσανε	=	φαφλατίζω
φαφλατίσατε	=	φαφλατίζω
φαφλατίσει	=	φαφλατίζω
φαφλατίστε	=	φαφλατίζω
φαφλαταρίσματα	=	φαφλατάρισμα
φαφλαταρίσματος	=	φαφλατάρισμα
φαφλαταρισμάτων	=	φαφλατάρισμα
φαφλατιά	noun	η φλυαρία, πολυλογία, οι αερολογίες, ο κομπασμός με πολυλογίες άνευ ουσίας και χωρίς αντιστοίχισης με έργα
φαφλατιάς	=	φαφλατιά
φαφλατιές	=	φαφλατιά
φαφλατιών	=	φαφλατιά
φαφλατού	noun	θηλυκό του φαφλατά, η γυναίκα που μιλάει πολύ και κομπάζει, η πολυλογού
φαφλατούδες	=	φαφλατού
φαφλατούδων	=	φαφλατού
φαφλατούς	=	φαφλατού
φαφουτιάζαμε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζαν	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζανε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζατε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζει	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζεις	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζετε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζοντας	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζουμε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζουν	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζουνε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάζω	verb	γίνομαι φαφούτης
φαφουτιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσαν	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάσανε	=	φαφουτιάζω
φαφουτιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφουτιαίνω	verb	άλλη μορφή του φαφουτιάζω
φαφουτισσών	noun	γενική πληθυντικού του φαφούτισσα
φαφουτών	noun	γενική πληθυντικού του φαφούτα
φαφούτα	noun	θηλυκό του φαφούτης
φαφούτας	noun	γενική ενικού του φαφούτα
φαφούτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαφούτα
φαφούτη	=	φαφούτης
φαφούτηδες	=	φαφούτης
φαφούτηδων	=	φαφούτης
φαφούτης	noun	αυτός που έχει χάσει τα δόντια του
φαφούτιαζα	=	φαφουτιάζω
φαφούτιαζαν	=	φαφουτιάζω
φαφούτιαζε	=	φαφουτιάζω
φαφούτιαζες	=	φαφουτιάζω
φαφούτιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφούτιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφούτιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφούτιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φαφουτιάζω
φαφούτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φαφούτικος	adv	με τον τρόπο του φαφούτη
φαφούτικε	adj	κλητική ενικού του φαφούτικος
φαφούτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαφούτικη
φαφούτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαφούτικος
φαφούτικης	adj	γενική ενικού του φαφούτικη
φαφούτικο	adj	αιτιατική ενικού του φαφούτικος
φαφούτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φαφούτικος
φαφούτικος	adj	που έχει σχέση με τον φαφούτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
φαφούτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φαφούτικος
φαφούτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φαφούτικος
φαφούτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φαφούτικος
φαφούτισσα	noun	άλλη μορφή του φαφούτα
φαφούτισσας	noun	γενική ενικού του φαφούτισσα
φαφούτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαφούτισσα
φαύλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαύλο	adv	με τρόπο φαύλο, ανέντιμο
φαύλας	=	φαύλος
φαύλε	=	φαύλος
φαύλες	=	φαύλος
φαύλη	=	φαύλος
φαύλης	=	φαύλος
φαύλο	=	φαύλος
φαύλοι	=	φαύλος
φαύλος	adj|formal	που δεν έχει ήθος και αξιοπρέπεια, ο ανήθικος, ο αχρείος
φαύλου	=	φαύλος
φαύλους	=	φαύλος
φαύλων	=	φαύλος
φαύνος	adj	ο σάτυρος
φδθ	abbrev	Φόρος Δημοσίων Θεαμάτων: φόρος που επιβάλλεται για την παρουσίαση δημοσίων θεαμάτων (παραστάσεις, συναυλίες κ.λπ. που εκτελούνται δημόσια)
φείδομαι	verb|formal	τσιγκουνεύομαι, διστάζω να δώσω, κάνω οικονομία, δείχνω συγκράτηση
φείσθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φείσθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φείσθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φείσθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεαπθ	abbrev	Φοιτητική Ένωση Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
φεβρουαριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεβρουαριάτικο
φεβρουαριάτικε	adj	κλητική ενικού του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεβρουαριάτικη
φεβρουαριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριάτικης	adj	γενική ενικού του φεβρουαριάτικη
φεβρουαριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριάτικος	adj	φεβρουαριανός
φεβρουαριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεβρουαριάτικος
φεβρουαριανά	noun	στάση που σημειώθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου του 1863 και που έγινε αιτία να μετονομαστεί η πλατεία Όθωνος σε πλατεία Ομονοίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεβρουαριανό
φεβρουαριανέ	adj	κλητική ενικού του φεβρουαριανός
φεβρουαριανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεβρουαριανή
φεβρουαριανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεβρουαριανός
φεβρουαριανής	adj	γενική ενικού του φεβρουαριανή
φεβρουαριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεβρουαριανός
φεβρουαριανού	adj	γενική ενικού του φεβρουαριανός
φεβρουαριανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεβρουαριανός
φεβρουαριανό	adj	αιτιατική ενικού του φεβρουαριανός
φεβρουαριανός	adj	που γίνεται κατά τον Φεβρουάριο
φεβρουαριανών	adj	γενική πληθυντικού του φεβρουαριανός
φεγγάρι	noun	το ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη
φεγγάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγάρι
φεγγάριασμα	noun	η κατάσταση του φεγγαριάζομαι, η επιληψία
φεγγίζαμε	=	φεγγίζω
φεγγίζαν	=	φεγγίζω
φεγγίζανε	=	φεγγίζω
φεγγίζατε	=	φεγγίζω
φεγγίζει	=	φεγγίζω
φεγγίζεις	=	φεγγίζω
φεγγίζετε	=	φεγγίζω
φεγγίζοντας	=	φεγγίζω
φεγγίζουμε	=	φεγγίζω
φεγγίζουν	=	φεγγίζω
φεγγίζουνε	=	φεγγίζω
φεγγίζω	verb	γίνομαι ημιδιαφανής, κάτι γίνεται σχεδόν διαφανές
φεγγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσαν	=	φεγγίζω
φεγγίσανε	=	φεγγίζω
φεγγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγίζω
φεγγίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγίτης
φεγγίτη	=	φεγγίτης
φεγγίτης	noun	μικρό παράθυρο χώρου (μπορεί να βρίσκεται ψηλά ή να χρησιμεύει παράλληλα για εξαερισμό)
φεγγαράδα	noun	το φως του φεγγαριού, όταν είναι αρκετά δυνατό
φεγγαράδας	=	φεγγαράδα
φεγγαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαράδα
φεγγαράδων	=	φεγγαράδα
φεγγαράκι	noun	μικρό φεγγάρι
φεγγαράκια	=	φεγγαράκι
φεγγαρένια	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιας	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιε	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιες	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιο	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιοι	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιος	adj	που αναφέρεται στο φεγγάρι ή που σχετίζεται με αυτό
φεγγαρένιου	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιους	=	φεγγαρένιος
φεγγαρένιων	=	φεγγαρένιος
φεγγαρίσια	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιας	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιε	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιες	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιο	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιοι	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιος	adj	συνώνυμο του φεγγαρένιος
φεγγαρίσιου	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιους	=	φεγγαρίσιος
φεγγαρίσιων	=	φεγγαρίσιος
φεγγαριάζεσαι	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάζεστε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάζεται	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάζομαι	verb	παθαίνω επιληψία, σεληνιάζομαι
φεγγαριάζονται	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάζονταν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάζου	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάσματα	=	φεγγάριασμα
φεγγαριάσματος	=	φεγγάριασμα
φεγγαριάσου	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάστηκα	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάστηκαν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάστηκε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάστηκες	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριάτικα	noun	οι λόξες, οι ιδιοτροπίες ενός ατόμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαριάτικο
φεγγαριάτικε	adj	κλητική ενικού του φεγγαριάτικος
φεγγαριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαριάτικη
φεγγαριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαριάτικος
φεγγαριάτικης	adj	γενική ενικού του φεγγαριάτικη
φεγγαριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του φεγγαριάτικος
φεγγαριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαριάτικος
φεγγαριάτικος	adj	που έχει σχέση με το φεγγάρι
φεγγαριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαριάτικος
φεγγαριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαριάτικος
φεγγαριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαριάτικος
φεγγαριαζόμασταν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόμαστε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόμουν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόμουνα	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόντουσαν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόσασταν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόσαστε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόσουν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόσουνα	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζόταν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαζότανε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριασμάτων	=	φεγγάριασμα
φεγγαριασμένος	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαστήκαμε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαστήκαν	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαστήκανε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαστήκατε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαστεί	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριαστείτε	=	φεγγαριάζομαι
φεγγαριού	noun	γενική ενικού του φεγγάρι
φεγγαριών	=	φεγγάρι
φεγγαροβραδιά	noun	η φεγγαρόφωτη βραδιά
φεγγαροβραδιάς	=	φεγγαροβραδιά
φεγγαροβραδιές	=	φεγγαροβραδιά
φεγγαροβραδιών	=	φεγγαροβραδιά
φεγγαρολουσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρολουσμένο
φεγγαρολουσμένε	verb	κλητική ενικού του φεγγαρολουσμένος
φεγγαρολουσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρολουσμένη
φεγγαρολουσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαρολουσμένος
φεγγαρολουσμένης	verb	γενική ενικού του φεγγαρολουσμένη
φεγγαρολουσμένο	verb	αιτιατική ενικού του φεγγαρολουσμένος
φεγγαρολουσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρολουσμένος
φεγγαρολουσμένος	verb	ο φεγγαρόλουστος
φεγγαρολουσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαρολουσμένος
φεγγαρολουσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαρολουσμένος
φεγγαρολουσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαρολουσμένος
φεγγαροντυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροντυμένο
φεγγαροντυμένε	verb	κλητική ενικού του φεγγαροντυμένος
φεγγαροντυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροντυμένη
φεγγαροντυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαροντυμένος
φεγγαροντυμένης	verb	γενική ενικού του φεγγαροντυμένη
φεγγαροντυμένο	verb	αιτιατική ενικού του φεγγαροντυμένος
φεγγαροντυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροντυμένος
φεγγαροντυμένος	verb	ο φεγγαρόλουστος
φεγγαροντυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαροντυμένος
φεγγαροντυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαροντυμένος
φεγγαροντυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαροντυμένος
φεγγαροπρόσωπα	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπε	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπες	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπη	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπης	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπο	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωποι	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπος	adj	που το πρόσωπό του είναι στρογγυλό σαν του φεγγαριού
φεγγαροπρόσωπου	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπους	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροπρόσωπων	=	φεγγαροπρόσωπος
φεγγαροστολισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροστολισμένο
φεγγαροστολισμένε	verb	κλητική ενικού του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροστολισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροστολισμένη
φεγγαροστολισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροστολισμένης	verb	γενική ενικού του φεγγαροστολισμένη
φεγγαροστολισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροστολισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροστολισμένος	verb	ο φεγγαρόλουστος
φεγγαροστολισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροστολισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροστολισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαροστολισμένος
φεγγαροφώτιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροφώτιστο
φεγγαροφώτιστε	adj	κλητική ενικού του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροφώτιστη
φεγγαροφώτιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτιστης	adj	γενική ενικού του φεγγαροφώτιστη
φεγγαροφώτιστο	adj	αιτιατική ενικού του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτιστος	adj	που φωτίζεται μόνον από το φως του φεγγαριού
φεγγαροφώτιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαροφώτιστος
φεγγαροφώτων	=	φεγγαρόφως
φεγγαροχτυπημένα	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένε	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένες	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένη	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένης	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένο	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένοι	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένος	adj	} που έχασε τα λογικά του, από το φως της πανσελήνου που τον χτύπησε· (κατ’ επέκταση) ανόητος, κυκλοθυμικός, τρελός, επιληπτικός
φεγγαροχτυπημένου	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένους	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαροχτυπημένων	=	φεγγαροχτυπημένος
φεγγαρόλουστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρόλουστο
φεγγαρόλουστε	adj	κλητική ενικού του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόλουστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρόλουστη
φεγγαρόλουστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόλουστης	adj	γενική ενικού του φεγγαρόλουστη
φεγγαρόλουστο	adj	αιτιατική ενικού του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόλουστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόλουστος	adj	που τον λούζει το φως του φεγγαριού
φεγγαρόλουστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόλουστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόλουστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαρόλουστος
φεγγαρόπετρα	noun	ημιδιαφανής ημιπολύτιμος λίθος που απαντά σε διάφορα χρώματα
φεγγαρόπετρας	=	φεγγαρόπετρα
φεγγαρόπετρες	=	φεγγαρόπετρα
φεγγαρόπετρων	=	φεγγαρόπετρα
φεγγαρόφως	noun	άλλη μορφή του φεγγαρόφωτο
φεγγαρόφωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρόφωτο
φεγγαρόφωτε	adj	κλητική ενικού του φεγγαρόφωτος
φεγγαρόφωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρόφωτη
φεγγαρόφωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγαρόφωτος
φεγγαρόφωτης	adj	γενική ενικού του φεγγαρόφωτη
φεγγαρόφωτο	noun	συνώνυμο του σεληνόφως, το φως του φεγγαριού
φεγγαρόφωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγαρόφωτος
φεγγαρόφωτος	adj	που φωτίζεται από το φως του φεγγαριού, ο φεγγαροφώτιστος
φεγγαρόφωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φεγγαρόφωτος
φεγγαρόφωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεγγαρόφωτος
φεγγαρόφωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φεγγαρόφωτος
φεγγερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγερό
φεγγερέ	adj	κλητική ενικού του φεγγερός
φεγγερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγερή
φεγγερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγερός
φεγγερής	adj	γενική ενικού του φεγγερή
φεγγεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγερός
φεγγερού	adj	γενική ενικού του φεγγερός
φεγγερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεγγερός
φεγγερό	adj	αιτιατική ενικού του φεγγερός
φεγγερός	adj|poetic	που φέγγει
φεγγερών	adj	γενική πληθυντικού του φεγγερός
φεγγιτών	=	φεγγίτης
φεγγοβολάω	verb	μορφή του φεγγοβολώ
φεγγοβολές	=	φεγγοβολή
φεγγοβολή	noun	το φεγγοβόλημα
φεγγοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγοβόλημα
φεγγοβολήματος	noun	γενική ενικού του φεγγοβόλημα
φεγγοβολής	=	φεγγοβολή
φεγγοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φεγγοβόλημα
φεγγοβολημένος	=	φεγγοβολώ
φεγγοβολιά	noun|figurative	δυνατή λάμψη, έντονο φως
φεγγοβολιάς	noun	γενική ενικού του φεγγοβολιά
φεγγοβολιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγοβολιά
φεγγοβολιών	=	φεγγοβολιά
φεγγοβολούσα	=	φεγγοβολώ
φεγγοβολώ	verb	φέγγω έντονα, ακτινοβολώ, λάμπω
φεγγοβολών	=	φεγγοβολή
φεγγοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φεγγοβολάω / φεγγοβολώ
φεγγοβόλα	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλας	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλε	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλες	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλημα	noun	η αχνή λάμψη, των αστεριών, της φωτιάς που ανάβει κάποιος στην εξοχή
φεγγοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεγγοβολώ
φεγγοβόλο	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλοι	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλος	adj	που φεγγοβολάει, απλώνει γύρω του φέγγος
φεγγοβόλου	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλους	=	φεγγοβόλος
φεγγοβόλων	=	φεγγοβόλος
φεγγρίζω	verb	είμαι ημιδιαφανής
φεγγρίσματα	=	φέγγρισμα
φεγγρίσματος	=	φέγγρισμα
φεγγρισμάτων	=	φέγγρισμα
φεγγριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγριστό
φεγγριστέ	adj	κλητική ενικού του φεγγριστός
φεγγριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεγγριστή
φεγγριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεγγριστός
φεγγριστής	adj	γενική ενικού του φεγγριστή
φεγγριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεγγριστός
φεγγριστού	adj	γενική ενικού του φεγγριστός
φεγγριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεγγριστός
φεγγριστό	adj	αιτιατική ενικού του φεγγριστός
φεγγριστός	adj	που είναι ημιδιαφανής, που φεγγρίζει
φεγγριστών	adj	γενική πληθυντικού του φεγγριστός
φειδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φειδιακό
φειδιακέ	adj	κλητική ενικού του φειδιακός
φειδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φειδιακή
φειδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φειδιακός
φειδιακής	adj	γενική ενικού του φειδιακή
φειδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φειδιακός
φειδιακού	adj	γενική ενικού του φειδιακός
φειδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φειδιακός
φειδιακό	adj	αιτιατική ενικού του φειδιακός
φειδιακός	adj	που σχετίζεται με τον αρχαίο Έλληνα γλύπτη Φειδία ή που δημιουργήθηκε από αυτόν
φειδιακών	adj	γενική πληθυντικού του φειδιακός
φειδούς	=	φειδώ
φειδωλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φειδωλό	adv	με φειδώ
φειδωλέ	adj	κλητική ενικού του φειδωλός
φειδωλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φειδωλή
φειδωλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φειδωλός
φειδωλής	adj	γενική ενικού του φειδωλή
φειδωλία	noun|obsolete	φιλαργυρία, τσιγκουνιά
φειδωλεύομαι	verb	τσιγκουνεύομαι
φειδωλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φειδωλός
φειδωλού	adj	γενική ενικού του φειδωλός
φειδωλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φειδωλός
φειδωλό	adj	αιτιατική ενικού του φειδωλός
φειδωλός	adj	που παρέχει κάτι σε μικρές ποσότητες, με φειδώ, με μέτρο και περίσκεψη.
φειδωλών	adj	γενική πληθυντικού του φειδωλός
φειδώ	noun|formal	η λελογισμένη χρήση αγαθών, η οικονομία, το μέτρο όσον αφορά στην κατανάλωση
φειδώς	=	φειδώ
φεισθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φεισθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φείδομαι
φελάφελ	noun	άλλη μορφή του φαλάφελ
φελάχε	noun	κλητική ενικού του φελάχος
φελάχο	noun	αιτιατική ενικού του φελάχος
φελάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φελάχος
φελάχος	noun	αγρότης κυρίως της Αιγύπτου αλλά και της Μέσης Ανατολής
φελάχου	noun	γενική ενικού του φελάχος
φελάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φελάχος
φελάχων	noun	γενική πληθυντικού του φελάχος
φελέκι	noun	τύχη, χρησιμοποιείται μόνο στη υβριστική έκφραση γαμώ το φελέκι μου (γαμώ την τύχη μου) και σε άλλες παρόμοιες
φελήσω	=	φελώ
φελί	noun	φέτα (μανταρινιού, ψωμιού) κομμάτι, τμήμα από κάτι άλλο συνήθως ορθογώνιο ή ρομβοειδές
φελαχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελαχικό
φελαχικέ	adj	κλητική ενικού του φελαχικός
φελαχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελαχική
φελαχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φελαχικός
φελαχικής	adj	γενική ενικού του φελαχική
φελαχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φελαχικός
φελαχικού	adj	γενική ενικού του φελαχικός
φελαχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φελαχικός
φελαχικό	adj	αιτιατική ενικού του φελαχικός
φελαχικός	adj	ο σχετικός με φελάχο ή φελάχα
φελαχικών	adj	γενική πληθυντικού του φελαχικός
φελημένος	=	φελώ
φελιά	=	φελί
φελιάζαμε	=	φελιάζω
φελιάζαν	=	φελιάζω
φελιάζανε	=	φελιάζω
φελιάζατε	=	φελιάζω
φελιάζει	=	φελιάζω
φελιάζεις	=	φελιάζω
φελιάζεσαι	=	φελιάζω
φελιάζεστε	=	φελιάζω
φελιάζεται	=	φελιάζω
φελιάζετε	=	φελιάζω
φελιάζομαι	=	φελιάζω
φελιάζονται	=	φελιάζω
φελιάζονταν	=	φελιάζω
φελιάζοντας	=	φελιάζω
φελιάζουμε	=	φελιάζω
φελιάζουν	=	φελιάζω
φελιάζουνε	=	φελιάζω
φελιάζω	verb|dated	ράβω μπάλωμα σε ένδυμα
φελιάσαμε	=	φελιάζω
φελιάσαν	=	φελιάζω
φελιάσανε	=	φελιάζω
φελιάσατε	=	φελιάζω
φελιάσει	=	φελιάζω
φελιάσματα	=	φέλιασμα
φελιάσματος	=	φέλιασμα
φελιάσου	=	φελιάζω
φελιάστε	=	φελιάζω
φελιάστηκα	=	φελιάζω
φελιάστηκαν	=	φελιάζω
φελιάστηκε	=	φελιάζω
φελιάστηκες	=	φελιάζω
φελιαζόμασταν	=	φελιάζω
φελιαζόμαστε	=	φελιάζω
φελιαζόμουν	=	φελιάζω
φελιαζόμουνα	=	φελιάζω
φελιαζόντουσαν	=	φελιάζω
φελιαζόσασταν	=	φελιάζω
φελιαζόσαστε	=	φελιάζω
φελιαζόσουν	=	φελιάζω
φελιαζόσουνα	=	φελιάζω
φελιαζόταν	=	φελιάζω
φελιαζότανε	=	φελιάζω
φελιασμάτων	=	φέλιασμα
φελιασμένος	=	φελιάζω
φελιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελιαστό	adv|dated	με φελιαστό τρόπο
φελιαστέ	adj	κλητική ενικού του φελιαστός
φελιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελιαστή
φελιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φελιαστός
φελιαστήκαμε	=	φελιάζω
φελιαστήκαν	=	φελιάζω
φελιαστήκανε	=	φελιάζω
φελιαστήκατε	=	φελιάζω
φελιαστής	adj	γενική ενικού του φελιαστή
φελιαστεί	=	φελιάζω
φελιαστείτε	=	φελιάζω
φελιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φελιαστός
φελιαστού	adj	γενική ενικού του φελιαστός
φελιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φελιαστός
φελιαστό	adj	αιτιατική ενικού του φελιαστός
φελιαστός	adj|dated	που έχει γίνει με φέλιασμα
φελιαστών	adj	γενική πληθυντικού του φελιαστός
φελιζόλ	noun	ελαφρύ άσπρο υλικό φτιαγμένο από πλαστικούς κόκκους· χρησιμοποιείται για τη θερμομόνωση κτηρίων και για την προστασία εύθραυστων αντικειμένων κατά την μεταφορά τους, η διογκωμένη πολυστερίνη
φελιού	=	φελί
φελιών	=	φελί
φελλάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελλάτο
φελλάτε	adj	κλητική ενικού του φελλάτος
φελλάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελλάτη
φελλάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φελλάτος
φελλάτης	adj	γενική ενικού του φελλάτη
φελλάτο	adj	αιτιατική ενικού του φελλάτος
φελλάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φελλάτος
φελλάτος	adj	αυτός που φέρει φελλούς
φελλάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φελλάτος
φελλάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φελλάτος
φελλάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φελλάτος
φελλέ	noun	κλητική ενικού του φελλός
φελλίνες	=	φελλίνη
φελλίνη	noun	κηρώδης, εξωκυτταρική ουσία του φυτού, που το προστατεύει από την αφυδάτωση και που σήμερα τείνει να ονομάζεται σουμπερίνη (από τη λατινική ονομασία του φυτού που μας δίνει το φελλό, το είδος Quercus suber που λέγεται στα ελληνικά Δρυς η φελλοφόρος)
φελλίνης	=	φελλίνη
φελλινών	=	φελλίνη
φελλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φελλός
φελλομάνα	noun	μεγάλο κομμάτι φελλού που χρησιμοποιούσαν στις τράτες
φελλομάνας	=	φελλομάνα
φελλομάνες	=	φελλομάνα
φελλοτάπητα	=	φελλοτάπητας
φελλοτάπητας	noun	ρινίσματα φελλού αναμεμιγμένα με κολλώδεις ουσίες που απλώνεται πάνω σε χοντρό ύφασμα ή άλλο υλικό για να σχηματιστεί μονωτικό στρώμα (στους τοίχους, στο δάπεδο, ή για στρωματίδιο για γυμναστική και για εκδρομές)
φελλοτάπητες	=	φελλοτάπητας
φελλοταπήτων	=	φελλοτάπητας
φελλού	noun	γενική ενικού του φελλός
φελλούς	noun	γενική πληθυντικού του φελλός
φελλωδών	=	φελλώδης
φελλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελλωτό
φελλωτέ	adj	κλητική ενικού του φελλωτός
φελλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελλωτή
φελλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φελλωτός
φελλωτής	adj	γενική ενικού του φελλωτή
φελλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φελλωτός
φελλωτού	adj	γενική ενικού του φελλωτός
φελλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φελλωτός
φελλωτό	adj	αιτιατική ενικού του φελλωτός
φελλωτός	adj	ο κατασκευασμένος από φελλό
φελλωτών	adj	γενική πληθυντικού του φελλωτός
φελλό	noun	αιτιατική ενικού του φελλός
φελλόδρυς	noun	η ονομασία που έδωσε ο Θεόφραστος στην δρυ την ισπανική, δέντρο συγγενές με την δρυ την φελλοφόρο
φελλός	noun	αδιάβροχο υλικό με σπογγώδη μορφή, το οποίο λαμβάνεται από το φλοιό δέντρων, κυρίως, της φελλόδρυος
φελλώδεις	=	φελλώδης
φελλώδες	=	φελλώδης
φελλώδη	=	φελλώδης
φελλώδης	adj	από το υλικό του φελλού ή που προσομοιάζει με φελλό
φελλώδους	=	φελλώδης
φελλών	noun	γενική πληθυντικού του φελλός
φελονιού	=	φελόνι
φελονιών	=	φελόνι
φελούκα	noun	τύπος μικρού πλοιαρίου στη περιοχή της Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που κινιόταν με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα.
φελούκας	noun	γενική ενικού του φελούκα
φελούκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φελούκα
φελούμαι	=	φελώ
φελούσα	=	φελώ
φελπένια	=	φελπένιος
φελπένιας	=	φελπένιος
φελπένιε	=	φελπένιος
φελπένιες	=	φελπένιος
φελπένιο	=	φελπένιος
φελπένιοι	=	φελπένιος
φελπένιος	adj	από φέλπα
φελπένιου	=	φελπένιος
φελπένιους	=	φελπένιος
φελπένιων	=	φελπένιος
φελπεδένια	=	φελπεδένιος
φελπεδένιας	=	φελπεδένιος
φελπεδένιε	=	φελπεδένιος
φελπεδένιες	=	φελπεδένιος
φελπεδένιο	=	φελπεδένιος
φελπεδένιοι	=	φελπεδένιος
φελπεδένιος	adj	από φέλπα, ο φελπένιος
φελπεδένιου	=	φελπεδένιος
φελπεδένιους	=	φελπεδένιος
φελπεδένιων	=	φελπεδένιος
φελπών	=	φέλπα
φελόνι	noun	άλλη γραφή της λέξης φαιλόνιο
φελόνια	=	φελόνι
φελώ	verb	χρησιμεύω, προσφέρω έργο, ωφέλεια
φελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φελάω / φελώ, άλλη μορφή του ωφελώντας
φεμινίστρια	noun	η γυναίκα που πιστεύει στο φεμινισμό και μάχεται για τα δικαιώματα του γυναικείου φύλου
φεμινίστριας	noun	γενική ενικού του φεμινίστρια
φεμινίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεμινίστρια
φεμιναζί	noun	ακραία ή μαχητική φεμινίστρια η οποία χαρακτηρίζεται από μια συνεχόμενη δίψα για δύναμη και από την πεποίθηση ότι οι άντρες δεν είναι απαραίτητοι
φεμιναζισμέ	=	φεμιναζισμός
φεμιναζισμοί	=	φεμιναζισμός
φεμιναζισμού	=	φεμιναζισμός
φεμιναζισμούς	=	φεμιναζισμός
φεμιναζισμό	=	φεμιναζισμός
φεμιναζισμός	noun	προσβλητική λέξη που χρησιμοποιείται για να επικρίνει το φεμινιστικό κίνημα ή τα μέλη του για επιθετικό, αγωνιστικό, ριζοσπαστικό φεμινισμό
φεμιναζισμών	=	φεμιναζισμός
φεμινισμέ	noun	κλητική ενικού του φεμινισμός
φεμινισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεμινισμός
φεμινισμού	noun	γενική ενικού του φεμινισμός
φεμινισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φεμινισμός
φεμινισμό	noun	αιτιατική ενικού του φεμινισμός
φεμινισμός	noun	κοινωνική και πολιτική αντίληψη και κίνημα που στοχεύει στην ισότητα μεταξύ άνδρα και γυναίκας και τη διεύρυνση του γυναικείου ρόλου στην κοινωνία
φεμινισμών	noun	γενική πληθυντικού του φεμινισμός
φεμινιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεμινιστής
φεμινιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φεμινιστής
φεμινιστής	noun	αυτός που είναι οπαδός του φεμινισμού
φεμινιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεμινιστικό	adv	από φεμινιστική σκοπιά
φεμινιστικέ	adj	κλητική ενικού του φεμινιστικός
φεμινιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεμινιστική
φεμινιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεμινιστικός
φεμινιστικής	adj	γενική ενικού του φεμινιστική
φεμινιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεμινιστικός
φεμινιστικού	adj	γενική ενικού του φεμινιστικός
φεμινιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεμινιστικός
φεμινιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φεμινιστικός
φεμινιστικός	adj	ο σχετικός με τον φεμινισμό
φεμινιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φεμινιστικός
φεμινιστριών	noun	γενική πληθυντικού του φεμινίστρια
φεμινιστών	noun	γενική πληθυντικού του φεμινιστής
φεμτομέτρου	=	φεμτόμετρο
φεμτομέτρων	=	φεμτόμετρο
φεμτόμετρα	=	φεμτόμετρο
φεμτόμετρο	noun	10⁻¹⁵ του μέτρου.
φεμτόμετρου	=	φεμτόμετρο
φεν	noun	καταβάτης άνεμος που φέρει θερμό ρεύμα αέρα
φενάκες	=	φενάκη
φενάκη	noun	το ψέμα που λέγεται για εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η εσκεμμένη απάτη
φενάκης	=	φενάκη
φενάκιζα	=	φενακίζω
φενάκιζαν	=	φενακίζω
φενάκιζε	=	φενακίζω
φενάκιζες	=	φενακίζω
φενάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενάκιση	noun	η ενέργεια του φενακίζω
φενάκισης	=	φενάκιση
φενακίζαμε	=	φενακίζω
φενακίζαν	=	φενακίζω
φενακίζανε	=	φενακίζω
φενακίζατε	=	φενακίζω
φενακίζει	=	φενακίζω
φενακίζεις	=	φενακίζω
φενακίζετε	=	φενακίζω
φενακίζοντας	=	φενακίζω
φενακίζουμε	=	φενακίζω
φενακίζουν	=	φενακίζω
φενακίζουνε	=	φενακίζω
φενακίζω	verb	εξαπατώ
φενακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίσαν	=	φενακίζω
φενακίσανε	=	φενακίζω
φενακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φενακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φενάκιση
φενακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίσεων	=	φενάκιση
φενακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φενακίζω
φενακισμέ	noun	κλητική ενικού του φενακισμός
φενακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φενακισμός
φενακισμού	noun	γενική ενικού του φενακισμός
φενακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φενακισμός
φενακισμό	noun	αιτιατική ενικού του φενακισμός
φενακισμός	noun	εξαπάτηση
φενακισμών	noun	γενική πληθυντικού του φενακισμός
φενακιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φενακιστής
φενακιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φενακιστής
φενακιστής	noun|archaic	απατεώνας
φενακιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φενακιστικό
φενακιστικέ	adj	κλητική ενικού του φενακιστικός
φενακιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φενακιστική
φενακιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φενακιστικός
φενακιστικής	adj	γενική ενικού του φενακιστική
φενακιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φενακιστικός
φενακιστικού	adj	γενική ενικού του φενακιστικός
φενακιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φενακιστικός
φενακιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φενακιστικός
φενακιστικός	adj	σχετικός με φενακισμό
φενακιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φενακιστικός
φενακιστών	noun	γενική πληθυντικού του φενακιστής
φενακών	=	φενάκη
φεντεραλίστρια	=	φεντεραλιστής
φεντεραλισμέ	noun	κλητική ενικού του φεντεραλισμός
φεντεραλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεντεραλισμός
φεντεραλισμού	noun	γενική ενικού του φεντεραλισμός
φεντεραλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φεντεραλισμός
φεντεραλισμό	noun	αιτιατική ενικού του φεντεραλισμός
φεντεραλισμός	noun	η πολιτική θεωρία που υποστηρίζει την ομοσπονδιοποίηση της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και συνοχής μιας χώρας
φεντεραλισμών	noun	γενική πληθυντικού του φεντεραλισμός
φεντεραλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεντεραλιστής
φεντεραλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φεντεραλιστής
φεντεραλιστής	noun	ο υποστηρικτής του φεντεραλισμού
φεντεραλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεντεραλιστικό
φεντεραλιστικέ	adj	κλητική ενικού του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεντεραλιστική
φεντεραλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικής	adj	γενική ενικού του φεντεραλιστική
φεντεραλιστικη	=	φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικο	=	φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικού	adj	γενική ενικού του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστικός	adj	που σχετίζεται με τον φεντεραλισμό
φεντεραλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φεντεραλιστικός
φεντεραλιστών	=	φεντεραλιστής
φεντόρα	noun	καπέλο με γείσο γύρω γύρω και ελαφρώς πιο πλατύ μπροστά, από τσόχα ή βελούδο συνήθως στολισμένο περιμετρικά με κορδέλα από διαφορετικό ύφασμα
φεντόρας	=	φεντόρα
φεντόρες	=	φεντόρα
φεντόρων	=	φεντόρα
φεξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φέξιμο
φεξίματος	noun	γενική ενικού του φέξιμο
φεξιμάτων	=	φέξιμο
φεουδάρχες	=	φεουδάρχης
φεουδάρχη	=	φεουδάρχης
φεουδάρχης	noun	ο κύριος ενός φέουδου στο φεουδαρχικό σύστημα
φεουδαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεουδαλικό
φεουδαλικέ	adj	κλητική ενικού του φεουδαλικός
φεουδαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεουδαλική
φεουδαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεουδαλικός
φεουδαλικής	adj	γενική ενικού του φεουδαλική
φεουδαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεουδαλικός
φεουδαλικού	adj	γενική ενικού του φεουδαλικός
φεουδαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεουδαλικός
φεουδαλικό	adj	αιτιατική ενικού του φεουδαλικός
φεουδαλικός	adj	φεουδαρχικός
φεουδαλικών	adj	γενική πληθυντικού του φεουδαλικός
φεουδαλισμέ	noun	κλητική ενικού του φεουδαλισμός
φεουδαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεουδαλισμός
φεουδαλισμού	noun	γενική ενικού του φεουδαλισμός
φεουδαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φεουδαλισμός
φεουδαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του φεουδαλισμός
φεουδαλισμός	noun	πολιτικοκοινωνικό σύστημα του μεσαίωνα κατά το οποίο η χώρα ήταν χωρισμένη σε φέουδα· κατά το σύστημα αυτό, μια χώρα χωριζόταν σε πολλές μικρές ηγεμονίες, οι οποίες όμως αναγνώριζαν τον κεντρικό ηγεμόνα της χώρας ως ανώτατο άρχοντα
φεουδαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του φεουδαλισμός
φεουδαρχία	noun	το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που επικράτησε στη Δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα· ο όρος χαρακτηρίζει το πλέγμα σχέσεων μεταξύ των διάφορων βαθμίδων της στρατιωτικής αριστοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο ο ισχυρότερος στην τάξη ευγενής παραχωρούσε ένα τμήμα γης (το φέουδο) σε κάποιον υποτελή του σε αντάλλαγμα των στρατιωτικών υπηρεσιών του· ο όρος αναφέρεται επίσης στην πολυδιάσπαση της εξουσίας που προέκυψε κατ' αυτόν τον τρόπο
φεουδαρχίας	noun	γενική ενικού του φεουδαρχία
φεουδαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεουδαρχία
φεουδαρχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεουδαρχικό
φεουδαρχικέ	adj	κλητική ενικού του φεουδαρχικός
φεουδαρχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φεουδαρχική
φεουδαρχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φεουδαρχικός
φεουδαρχικής	adj	γενική ενικού του φεουδαρχική
φεουδαρχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεουδαρχικός
φεουδαρχικού	adj	γενική ενικού του φεουδαρχικός
φεουδαρχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φεουδαρχικός
φεουδαρχικό	adj	αιτιατική ενικού του φεουδαρχικός
φεουδαρχικός	adj	ο σχετικός με τη φεουδαρχία και τους φεουδάρχες
φεουδαρχικών	adj	γενική πληθυντικού του φεουδαρχικός
φεουδαρχισμέ	noun	κλητική ενικού του φεουδαρχισμός
φεουδαρχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φεουδαρχισμός
φεουδαρχισμού	noun	γενική ενικού του φεουδαρχισμός
φεουδαρχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φεουδαρχισμός
φεουδαρχισμό	noun	αιτιατική ενικού του φεουδαρχισμός
φεουδαρχισμός	noun	η φεουδαρχία
φεουδαρχισμών	noun	γενική πληθυντικού του φεουδαρχισμός
φεουδαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του φεουδαρχία
φεουδαρχών	=	φεουδάρχης
φεουδοποίει	=	φεουδοποιώ
φεουδοποίησα	=	φεουδοποιώ
φεουδοποίησαν	=	φεουδοποιώ
φεουδοποίησε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποίησες	=	φεουδοποιώ
φεουδοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φεουδοποιώ
φεουδοποίησης	=	φεουδοποίηση
φεουδοποιήσαμε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιήσαν	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιήσανε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιήσατε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιήσει	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιήσεις	=	φεουδοποίηση
φεουδοποιήσεων	=	φεουδοποίηση
φεουδοποιήστε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιεί	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιείς	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιείτε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούμαι	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούμε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούν	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούνε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσα	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσαμε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσαν	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσανε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσατε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσε	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιούσες	=	φεουδοποιώ
φεουδοποιώ	verb	μετατρέπω σε φέουδο ή επιβάλλω το φεουδαρχικό σύστημα
φεουδοποιώντας	=	φεουδοποιώ
φερέγγυα	=	φερέγγυος
φερέγγυας	=	φερέγγυος
φερέγγυε	=	φερέγγυος
φερέγγυες	=	φερέγγυος
φερέγγυο	=	φερέγγυος
φερέγγυοι	=	φερέγγυος
φερέγγυος	adj	αξιόπιστος, αξιόχρεος
φερέγγυου	=	φερέγγυος
φερέγγυους	=	φερέγγυος
φερέγγυων	=	φερέγγυος
φερέοικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερέοικο
φερέοικε	adj	κλητική ενικού του φερέοικος
φερέοικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερέοικη
φερέοικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φερέοικος
φερέοικης	adj	γενική ενικού του φερέοικη
φερέοικο	adj	αιτιατική ενικού του φερέοικος
φερέοικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φερέοικος
φερέοικος	adj	που έχει κέλυφος ή καβούκι, όπως για το σαλιγκάρι
φερέοικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φερέοικος
φερέοικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φερέοικος
φερέοικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φερέοικος
φερέτρου	=	φέρετρο
φερέτρων	=	φέρετρο
φερέφωνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερέφωνο
φερέφωνο	noun	μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτόν που μεταφέρει ή εκφράζει απόψεις άλλων και δεν έχει αυτονομία σκέψης ή/και έκφρασης
φερέφωνον	noun	το φερέφωνο
φερέφωνου	noun	γενική ενικού του φερέφωνο
φερέφωνων	noun	γενική πληθυντικού του φερέφωνο
φεργάδα	noun	άλλη μορφή του φρεγάδα
φεργάδας	=	φεργάδα
φεργάδες	=	φεργάδα
φεργάδων	=	φεργάδα
φεργαδονιού	=	φεργαδόνι
φεργαδονιών	=	φεργαδόνι
φεργαδόνι	noun|literary	άλλη μορφή του φρεγαδόνι
φεργαδόνια	=	φεργαδόνι
φερεγγυοτήτων	=	φερεγγυότητα
φερεγγυότης	noun	φερεγγυότητα
φερεγγυότητα	noun	η αξιοπιστία σε οικονομικές κυρίως συναλλαγές
φερεγγυότητας	noun	γενική ενικού του φερεγγυότητα
φερεγγυότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερεγγυότητα
φερεντίνι	noun	είδος πουλιού
φερεντίνια	=	φερεντίνι
φερεντινιού	=	φερεντίνι
φερεντινιών	=	φερεντίνι
φερετζέ	=	φερετζές
φερετζέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερετζές
φερετζέδων	=	φερετζές
φερετζές	noun	το ύφασμα που καλύπτει το πρόσωπο των γυναικών που έχουν ασπαστεί τον ισλαμισμό, η καλύπτρα προσώπου που αφήνει ορατά μόνον τα μάτια και το μέτωπο
φερετραγωγός	noun|formal	αυτός που κουβαλάει το φέρετρο κατά τη διαδικασία της κηδείας - λεξιπλασία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
φερετροποιέ	noun	κλητική ενικού του φερετροποιός
φερετροποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερετροποιείο
φερετροποιείο	noun	εργοστάσιο ή βιοτεχνία κατασκευής φερέτρων
φερετροποιείου	noun	γενική ενικού του φερετροποιείο
φερετροποιείων	noun	γενική πληθυντικού του φερετροποιείο
φερετροποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φερετροποιός
φερετροποιού	noun	γενική ενικού του φερετροποιός
φερετροποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φερετροποιός
φερετροποιό	noun	αιτιατική ενικού του φερετροποιός
φερετροποιός	noun	ο κατασκευαστής φερέτρων
φερετροποιών	noun	γενική πληθυντικού του φερετροποιός
φερεφώνου	=	φερέφωνο
φερεφώνων	=	φερέφωνο
φερθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φερθήκαν	=	φέρνομαι
φερθήκανε	=	φέρνομαι
φερθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι / φέρομαι
φερθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φέρνομαι
φερθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι
φερθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι
φερθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι
φερθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι
φερθούνε	=	φέρω
φερθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέρνομαι
φεριμπότ	noun	το οχηματαγωγό πλοίο, το πλοίο που μεταφέρει επιβάτες και αυτοκίνητα
φερμάνι	noun	άλλη μορφή του φιρμάνι
φερμάνια	=	φερμάνι
φερμάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φερμάρω
φερμάρω	verb	αυτό που κάνει το κυνηγετικό σκυλί όταν μυρίζεται θήραμα και καθώς το εντοπίζει, στηλώνεται
φερμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερμένο
φερμένε	verb	κλητική ενικού του φερμένος
φερμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερμένη
φερμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φερμένος
φερμένης	verb	γενική ενικού του φερμένη
φερμένο	verb	αιτιατική ενικού του φερμένος
φερμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φερμένος
φερμένος	verb	που τον έχουν φέρει από κάπου
φερμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φερμένος
φερμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φερμένος
φερμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φερμένος
φερμίου	=	φέρμιο
φερμανιού	=	φερμάνι
φερμανιών	=	φερμάνι
φερμαρίσματα	=	φερμάρισμα
φερμαρίσματος	=	φερμάρισμα
φερμαρισμάτων	=	φερμάρισμα
φερμιονίου	=	φερμιόνιο
φερμιονίων	=	φερμιόνιο
φερμιόνια	=	φερμιόνιο
φερμιόνιο	noun	σωματίδιο (θεμελιώδες ή σύνθετο) με ημιακέραια ιδιοστροφορμή (spin) που υπακούει στην στατιστική Fermi–Dirac, μόνο ένα φερμιόνιο διατηρεί συγκεκριμένη κβαντική βαθμίδα (Pauli exclusion principle) (περισσότερα από ένα φερμιόνια δεν δύναται να καταλάβουν την ίδια κβαντοβαθμίδα σε αντίθεση με τα μποζόνια)
φερμιόνιου	=	φερμιόνιο
φερμουάρ	noun	μηχανισμός που κλείνει/κουμπώνει τσάντες, βαλίτσες, ρούχα κλπ.
φερμουίτ	noun	καθένα από τα τακάκια των δισκόφρενων
φερνές	=	φερνή
φερνή	noun|dated	η προίκα
φερνής	=	φερνή
φερνόμασταν	=	φέρνομαι
φερνόμαστε	=	φέρνομαι
φερνόμουν	=	φέρνομαι
φερνόμουνα	=	φέρνομαι
φερνόντουσαν	=	φέρνομαι
φερνόσασταν	=	φέρνομαι
φερνόσαστε	=	φέρνομαι
φερνόσουν	=	φέρνομαι
φερνόσουνα	=	φέρνομαι
φερνόταν	=	φέρνομαι
φερνότανε	=	φέρνομαι
φερνών	=	φερνή
φερομονών	=	φερομόνη
φερομόνες	=	φερομόνη
φερομόνη	noun	χημική ουσία που απελευθερώνεται από ζώα ή φυτά, προκειμένου να επικοινωνήσουν με άλλα όμοιά τους στο περιβάλλον τους
φερομόνης	=	φερομόνη
φερουσών	=	φέρων
φεροϊκά	noun	νησιωτική σκανδιναβική γλώσσα που μιλιέται στις νήσους Φερόε.
φεροϊκών	=	φεροϊκά
φερούσης	=	φέρων
φερσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φέρσιμο
φερσίματος	noun	γενική ενικού του φέρσιμο
φερσιμάτων	=	φέρσιμο
φερτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερτό
φερτάκηδες	=	φερτάκιας
φερτάκηδων	=	φερτάκιας
φερτάκια	=	φερτάκιας
φερτάκιας	noun	ο καταδότης στις αστυνομικές αρχές
φερτέ	adj	κλητική ενικού του φερτός
φερτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερτή
φερτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φερτός
φερτής	adj	γενική ενικού του φερτή
φερτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φερτός
φερτού	adj	γενική ενικού του φερτός
φερτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φερτός
φερτό	adj	αιτιατική ενικού του φερτός
φερτός	adj	ο φερμένος από αλλού, που έχει μεταφερθεί, παρασυθεί εδώ
φερτών	adj	γενική πληθυντικού του φερτός
φερωνυμία	noun	η ίδια ονομασία με κάποιο γεγονός, πρόσωπο ή πράγμα
φερωνυμίας	noun	γενική ενικού του φερωνυμία
φερωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερωνυμία
φερωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του φερωνυμία
φερόμασταν	=	φέρω
φερόμαστε	=	φέρω
φερόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερόμενο
φερόμενε	verb	κλητική ενικού του φερόμενος
φερόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερόμενη
φερόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φερόμενος
φερόμενης	verb	γενική ενικού του φερόμενη
φερόμενο	verb	αιτιατική ενικού του φερόμενος
φερόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φερόμενος
φερόμενος	verb	που φέρεται να, που θεωρείται ότι έχει κάνει κάτι ή έχει πάθει κάτι στη βάση κάποιων στοιχείων ή ενδείξεων, χωρίς να υπάρχουν όμως ακλόνητες αποδείξεις γι'αυτό.
φερόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φερόμενος
φερόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φερόμενος
φερόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φερόμενος
φερόμουν	=	φέρω
φερόμουνα	=	φέρω
φερόντουσαν	=	φέρω
φερόντων	=	φέρων
φερόσασταν	=	φέρω
φερόσαστε	=	φέρω
φερόσουν	=	φέρω
φερόσουνα	=	φέρω
φερόταν	=	φέρω
φερότανε	=	φέρω
φερώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερώνυμο
φερώνυμε	adj	κλητική ενικού του φερώνυμος
φερώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερώνυμη
φερώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φερώνυμος
φερώνυμης	adj	γενική ενικού του φερώνυμη
φερώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του φερώνυμος
φερώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φερώνυμος
φερώνυμος	adj|formal	αυτός που φέρει το αντίστοιχο όνομα, δηλαδή έχει πάρει το όνομά του από κάτι άλλο, το οποίο αναφέρεται λίγο πριν ή μετά
φερώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φερώνυμος
φερώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φερώνυμος
φερώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φερώνυμος
φεσάκι	noun	υποκοριστικό του φέσι
φεσάκια	=	φεσάκι
φεσατζή	=	φεσατζής
φεσατζήδες	=	φεσατζής
φεσατζήδων	=	φεσατζής
φεσατζής	noun	αυτός που δημιουργεί ανεξόφλητα χρέη, κοινώς φέσια
φεσατζού	=	φεσατζής
φεσιού	=	φέσι
φεσιών	=	φέσι
φεστίνι	noun	καβγάς μεταξύ συγγενών
φεστίνια	=	φεστίνι
φεστιβάλ	noun	σειρά από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις πανηγυρικού ή διαγωνιστικού χαρακτήρα που οργανώνονται κάθε χρόνο στους ίδιους χώρους και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα
φεστινιού	=	φεστίνι
φεστινιών	=	φεστίνι
φεστονιού	=	φεστόνι
φεστονιών	=	φεστόνι
φεστόνι	noun	είδος κεντητού με στρογγυλές ή μυτερές απολήξεις
φεστόνια	=	φεστόνι
φεστών	=	φέστα
φεσώναμε	=	φεσώνω
φεσώναν	=	φεσώνω
φεσώνανε	=	φεσώνω
φεσώνατε	=	φεσώνω
φεσώνει	=	φεσώνω
φεσώνεις	=	φεσώνω
φεσώνετε	=	φεσώνω
φεσώνομαι	verb	δεν μου εξοφλούν δάνειο, αρνούνται να μου δώσουν όσα μου οφείλουν
φεσώνοντας	=	φεσώνω
φεσώνουμε	=	φεσώνω
φεσώνουν	=	φεσώνω
φεσώνουνε	=	φεσώνω
φεσώνω	verb	παραχρεώνω πελάτη μου συνήθως αδικαιολόγητα
φεσώσαμε	=	φεσώνω
φεσώσαν	=	φεσώνω
φεσώσανε	=	φεσώνω
φεσώσατε	=	φεσώνω
φεσώσει	=	φεσώνω
φεσώστε	=	φεσώνω
φετάκι	noun	υποκοριστικό του φέτα
φετάκια	=	φετάκι
φετάρα	noun	μεγεθυντικό του φέτα
φετάρας	=	φετάρα
φετάρες	=	φετάρα
φετίτσα	noun	υποκοριστικό του φέτα
φετίτσας	=	φετίτσα
φετίτσες	=	φετίτσα
φετίχ	noun	αντικείμενο ή πλάσμα (συνήθως ζώο) που λατρεύεται από διάφορους πολιτισμούς για τις υπερφυσικές του ιδιότητες
φετβά	=	φετβάς
φετβάδες	=	φετβάς
φετβάδων	=	φετβάς
φετβάς	noun	άλλη προφορά του φετφάς
φετινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετινό
φετινέ	adj	κλητική ενικού του φετινός
φετινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετινή
φετινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φετινός
φετινής	adj	γενική ενικού του φετινή
φετινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φετινός
φετινού	adj	γενική ενικού του φετινός
φετινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φετινός
φετινό	adj	αιτιατική ενικού του φετινός
φετινός	adj	που συμβαίνει φέτος, που αναφέρεται στην τωρινή χρονιά
φετινών	adj	γενική πληθυντικού του φετινός
φετιχίστρια	noun	θηλυκό του φετιχιστής
φετιχίστριας	noun	γενική ενικού του φετιχίστρια
φετιχίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχίστρια
φετιχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχικό
φετιχικέ	adj	κλητική ενικού του φετιχικός
φετιχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχική
φετιχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φετιχικός
φετιχικής	adj	γενική ενικού του φετιχική
φετιχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φετιχικός
φετιχικού	adj	γενική ενικού του φετιχικός
φετιχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φετιχικός
φετιχικό	adj	αιτιατική ενικού του φετιχικός
φετιχικός	adj	που έχει σχέση με το φετίχ ή αναφέρεται σ’ αυτό
φετιχικών	adj	γενική πληθυντικού του φετιχικός
φετιχισμέ	noun	κλητική ενικού του φετιχισμός
φετιχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φετιχισμός
φετιχισμού	noun	γενική ενικού του φετιχισμός
φετιχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φετιχισμός
φετιχισμό	noun	αιτιατική ενικού του φετιχισμός
φετιχισμός	noun	η θρησκευτική λατρεία ή εκδήλωση που σχετίζεται με τα φετίχ
φετιχισμών	noun	γενική πληθυντικού του φετιχισμός
φετιχιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχιστής
φετιχιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φετιχιστής
φετιχιστής	noun	αυτός που θεωρεί ότι το φετίχ είναι μαγικό κι έχει υπερφυσικές δυνάμεις
φετιχιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φετιχιστικός	adv	με φετιχιστικό τρόπο
φετιχιστικέ	adj	κλητική ενικού του φετιχιστικός
φετιχιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχιστική
φετιχιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φετιχιστικός
φετιχιστικής	adj	γενική ενικού του φετιχιστική
φετιχιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φετιχιστικός
φετιχιστικού	adj	γενική ενικού του φετιχιστικός
φετιχιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φετιχιστικός
φετιχιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φετιχιστικός
φετιχιστικός	adj	που έχει σχέση με τον φετιχισμό ή τον φετιχιστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
φετιχιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φετιχιστικός
φετιχιστριών	noun	γενική πληθυντικού του φετιχίστρια
φετιχιστών	noun	γενική πληθυντικού του φετιχιστής
φετιχολάτρες	=	φετιχολάτρης
φετιχολάτρη	=	φετιχολάτρης
φετιχολάτρης	noun|dated	ο φετιχιστής
φετιχολάτρις	noun|dated	η φετιχίστρια
φετιχολάτρισσα	=	φετιχολάτρης
φετιχολάτρισσας	noun	γενική ενικού του φετιχολάτρισσα
φετιχολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχολάτρισσα
φετιχολατρία	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά τού φετιχολάτρη
φετιχολατρίας	=	φετιχολατρία
φετιχολατρίες	=	φετιχολατρία
φετιχολατρεία	noun|dated	ο φετιχισμός
φετιχολατρείας	noun	γενική ενικού του φετιχολατρεία
φετιχολατρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετιχολατρεία
φετιχολατρειών	noun	γενική πληθυντικού του φετιχολατρεία
φετιχολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του φετιχολάτρισσα
φετιχολατριών	=	φετιχολατρία
φετιχολατρών	=	φετιχολάτρης
φετούλα	noun	υποκοριστικό του φέτα
φετούλας	=	φετούλα
φετούλες	=	φετούλα
φεττών	=	φέττα
φετφά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φετφάς
φετφάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φετφάς
φετφάδων	noun	γενική πληθυντικού του φετφάς
φετφάς	noun	η γνωμοδότηση του μουφτή (θρησκευτικού δικαστή των μουσουλμάνων) ή και μη θεολόγων ισλαμιστών δικηγόρων όταν ο πολιτικός δικαστής, ο καδής, αδυνατεί να καταλήξει σε απόφαση επί ενός ζητήματος
φετών	noun	γενική πληθυντικού του φέτα
φευ	intj|formal	αλίμονο, δυστυχώς
φευγάλα	noun	η βιαστική, εσπευσμένη φυγή, συνήθως όχι μεμονωμένων ατόμων
φευγάλας	noun	γενική ενικού του φευγάλα
φευγάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φευγάλα
φευγάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φευγάτο
φευγάτε	adj	κλητική ενικού του φευγάτος
φευγάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φευγάτη
φευγάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φευγάτος
φευγάτης	adj	γενική ενικού του φευγάτη
φευγάτιζα	=	φευγατίζω
φευγάτιζαν	=	φευγατίζω
φευγάτιζε	=	φευγατίζω
φευγάτιζες	=	φευγατίζω
φευγάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγάτισμα	noun	η φυγάδευση καταδιωκομένων, η απόδραση συνήθως με συνεργό
φευγάτο	adj	αιτιατική ενικού του φευγάτος
φευγάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φευγάτος
φευγάτος	adj	που έχει χαθεί, εξαφανιστεί
φευγάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φευγάτος
φευγάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φευγάτος
φευγάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φευγάτος
φευγαλέα	adv	για μια στιγμή, όχι καθαρά
φευγαλέας	=	φευγαλέος
φευγαλέε	=	φευγαλέος
φευγαλέες	=	φευγαλέος
φευγαλέο	=	φευγαλέος
φευγαλέοι	=	φευγαλέος
φευγαλέος	adj	που έρχεται για λίγο και χάνεται πολύ γρήγορα
φευγαλέου	=	φευγαλέος
φευγαλέους	=	φευγαλέος
φευγαλέων	=	φευγαλέος
φευγατίζαμε	=	φευγατίζω
φευγατίζαν	=	φευγατίζω
φευγατίζανε	=	φευγατίζω
φευγατίζατε	=	φευγατίζω
φευγατίζει	=	φευγατίζω
φευγατίζεις	=	φευγατίζω
φευγατίζετε	=	φευγατίζω
φευγατίζοντας	=	φευγατίζω
φευγατίζουμε	=	φευγατίζω
φευγατίζουν	=	φευγατίζω
φευγατίζουνε	=	φευγατίζω
φευγατίζω	verb	βοηθώ κάποιον να δραπετεύσει
φευγατίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσαν	=	φευγατίζω
φευγατίσανε	=	φευγατίζω
φευγατίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσματα	=	φευγάτισμα
φευγατίσματος	=	φευγάτισμα
φευγατίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φευγατίζω
φευγατιά	=	φευγατιό
φευγατιού	=	φευγατιό
φευγατισμάτων	=	φευγάτισμα
φευγατιό	noun	η αναχώρηση, η φυγή, το φευγιό
φευγατιών	=	φευγατιό
φευγιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φευγιό
φευγιού	noun	γενική ενικού του φευγιό
φευγιό	noun	η ενέργεια του φεύγω· η αναχώρηση
φευγιών	noun	γενική πληθυντικού του φευγιό
φευκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φευκτό	adv	με φευκτό τρόπο, με δυνατότητα αποφυγής
φευκτέ	adj	κλητική ενικού του φευκτός
φευκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φευκτή
φευκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φευκτός
φευκτής	adj	γενική ενικού του φευκτή
φευκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φευκτός
φευκτού	adj	γενική ενικού του φευκτός
φευκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φευκτός
φευκτό	adj	αιτιατική ενικού του φευκτός
φευκτός	adj|formal	που μπορεί να αποφευχθεί
φευκτών	adj	γενική πληθυντικού του φευκτός
φεύγα	=	φεύγω
φεύγαμε	=	φεύγω
φεύγαν	=	φεύγω
φεύγανε	=	φεύγω
φεύγατε	=	φεύγω
φεύγε	=	φεύγω
φεύγει	=	φεύγω
φεύγεις	=	φεύγω
φεύγετε	=	φεύγω
φεύγομε	=	φεύγω
φεύγοντας	=	φεύγω
φεύγουμε	=	φεύγω
φεύγουν	=	φεύγω
φεύγουνε	=	φεύγω
φεύγω	verb	κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ
φηγέ	=	φηγός
φηγοί	=	φηγός
φηγού	=	φηγός
φηγούς	=	φηγός
φηγό	=	φηγός
φηγός	noun|formal	η οξιά
φηγών	=	φηγός
φηκαρώνω	verb	άλλη μορφή του θηκαρώνω
φηλί	noun	με τη σημασία: το θηλυκό μέρος εξαρτήματος
φημίζεσαι	=	φημίζομαι
φημίζεστε	=	φημίζομαι
φημίζεται	=	φημίζομαι
φημίζομαι	verb	είμαι γνωστός για κάτι, είμαι καλός σε κάτι
φημίζονται	=	φημίζομαι
φημίζονταν	=	φημίζομαι
φημιζόμασταν	=	φημίζομαι
φημιζόμαστε	=	φημίζομαι
φημιζόμουν	=	φημίζομαι
φημιζόμουνα	=	φημίζομαι
φημιζόντουσαν	=	φημίζομαι
φημιζόσασταν	=	φημίζομαι
φημιζόσαστε	=	φημίζομαι
φημιζόσουν	=	φημίζομαι
φημιζόσουνα	=	φημίζομαι
φημιζόταν	=	φημίζομαι
φημιζότανε	=	φημίζομαι
φημισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φημισμένο
φημισμένε	verb	κλητική ενικού του φημισμένος
φημισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φημισμένη
φημισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φημισμένος
φημισμένης	verb	γενική ενικού του φημισμένη
φημισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φημισμένος
φημισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φημισμένος
φημισμένος	verb	γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο
φημισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φημισμένος
φημισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φημισμένος
φημισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φημισμένος
φημολογήθηκα	=	φημολογώ
φημολογήθηκαν	=	φημολογώ
φημολογήθηκε	=	φημολογώ
φημολογήθηκες	=	φημολογώ
φημολογήσαμε	=	φημολογώ
φημολογήσαν	=	φημολογώ
φημολογήσανε	=	φημολογώ
φημολογήσατε	=	φημολογώ
φημολογήσει	=	φημολογώ
φημολογήσου	=	φημολογώ
φημολογήστε	=	φημολογώ
φημολογία	noun	σύνολο από ανεπιβεβαίωτες ή και παντελώς αστήρικτες φήμες, διαδόσεις, σχετικά με ένα θέμα
φημολογίας	=	φημολογία
φημολογίες	=	φημολογία
φημολογεί	=	φημολογώ
φημολογείς	=	φημολογώ
φημολογείσαι	=	φημολογώ
φημολογείστε	=	φημολογώ
φημολογείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του φημολογώ
φημολογείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φημολογώ
φημολογηθήκαμε	=	φημολογώ
φημολογηθήκαν	=	φημολογώ
φημολογηθήκανε	=	φημολογώ
φημολογηθήκατε	=	φημολογώ
φημολογηθεί	=	φημολογώ
φημολογηθείτε	=	φημολογώ
φημολογημένος	=	φημολογώ
φημολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φημολογικό
φημολογικέ	adj	κλητική ενικού του φημολογικός
φημολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φημολογική
φημολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φημολογικός
φημολογικής	adj	γενική ενικού του φημολογική
φημολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φημολογικός
φημολογικού	adj	γενική ενικού του φημολογικός
φημολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φημολογικός
φημολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φημολογικός
φημολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φημολογικός
φημολογιών	=	φημολογία
φημολογούμαι	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του φημολογώ
φημολογούμασταν	=	φημολογώ
φημολογούμαστε	=	φημολογώ
φημολογούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φημολογώ
φημολογούμενος	=	φημολογώ
φημολογούμουν	=	φημολογώ
φημολογούν	=	φημολογώ
φημολογούνε	=	φημολογώ
φημολογούνται	=	φημολογώ
φημολογούνταν	=	φημολογώ
φημολογούσα	=	φημολογώ
φημολογούσαμε	=	φημολογώ
φημολογούσαν	=	φημολογώ
φημολογούσανε	=	φημολογώ
φημολογούσασταν	=	φημολογώ
φημολογούσαστε	=	φημολογώ
φημολογούσατε	=	φημολογώ
φημολογούσε	=	φημολογώ
φημολογούσες	=	φημολογώ
φημολογούσουν	=	φημολογώ
φημολογώ	verb|formal	διαδίδονται φήμες για κάποιον ή κάτι
φημολογώντας	=	φημολογώ
φημολόγησα	=	φημολογώ
φημολόγησαν	=	φημολογώ
φημολόγησε	=	φημολογώ
φημολόγησες	=	φημολογώ
φημών	=	φήμη
φηντάραμε	=	φηντάρω
φηντάραν	=	φηντάρω
φηντάρανε	=	φηντάρω
φηντάρατε	=	φηντάρω
φηντάρει	=	φηντάρω
φηντάρεις	=	φηντάρω
φηντάρετε	=	φηντάρω
φηντάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φηντάρω
φηντάροντας	=	φηντάρω
φηντάρουμε	=	φηντάρω
φηντάρουν	=	φηντάρω
φηντάρουνε	=	φηντάρω
φηντάρω	verb	πεθαίνω σε διαδικτυακό παιχνίδι με τον χαρακτήρα μου, με αποτέλεσμα να δοθούν πόντοι στην άλλη ομάδα και να αυξηθεί η πιθανότητα να χάσει η δική μου
φηνταρίσματα	=	φηντάρισμα
φηνταρίσματος	=	φηντάρισμα
φηνταρισμάτων	=	φηντάρισμα
φθάναμε	=	φθάνω
φθάναν	=	φθάνω
φθάνανε	=	φθάνω
φθάνατε	=	φθάνω
φθάνε	=	φθάνω
φθάνει	=	φθάνω
φθάνεις	=	φθάνω
φθάνετε	=	φθάνω
φθάνομε	=	φθάνω
φθάνοντας	=	φθάνω
φθάνουμε	=	φθάνω
φθάνουν	=	φθάνω
φθάνουνε	=	φθάνω
φθάνω	verb|formal	άλλη μορφή του φτάνω
φθάρηκα	=	φθείρω
φθάρθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθάρθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθάρθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθάρθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσαν	=	φθάνω
φθάσανε	=	φθάνω
φθάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσιμο	noun	το αποτέλεσμα τού φθάνω
φθάσομε	=	φθάνω
φθάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθάσουνε	=	φθάνω
φθάστε	=	φθάνω
φθάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθάνω
φθέγγομαι	verb|archaic	προφέρω φθόγγους ομιλίας
φθήναινα	=	φθηναίνω
φθήναιναν	=	φθηναίνω
φθήναινε	=	φθηναίνω
φθήναινες	=	φθηναίνω
φθήνια	noun	άλλη μορφή του φτήνια
φθήνιας	noun	γενική ενικού του φθήνια
φθήνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθήνια
φθήνυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθήνυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθήνυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθήνυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθίνουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθίνων και του φθίνοντας
φθίνουσας	noun	γενική ενικού του φθίνουσα
φθίνουσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθίνουσα
φθίνω	verb	μειώνομαι, ελαττώνομαι
φθίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθίση
φθίσεων	noun	γενική πληθυντικού του φθίση
φθίσεως	noun|formal	γενική ενικού του φθίση
φθίση	noun|dated	η φυματίωση
φθίσης	noun	γενική ενικού του φθίση
φθαλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαλικό
φθαλικέ	adj	κλητική ενικού του φθαλικός
φθαλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαλική
φθαλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθαλικός
φθαλικής	adj	γενική ενικού του φθαλική
φθαλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθαλικός
φθαλικού	adj	γενική ενικού του φθαλικός
φθαλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθαλικός
φθαλικό	adj	αιτιατική ενικού του φθαλικός
φθαλικός	adj	που σχετίζεται με το φθαλικό οξύ
φθαλικών	adj	γενική πληθυντικού του φθαλικός
φθαλοκυανίνες	=	φθαλοκυανίνη
φθαλοκυανίνη	noun	οργανική μακροκυκλική ένωση με έντονο χρώμα, που χρησιμοποιείται ως χρωστική, καταλύτης και αλλού, λόγω της σταθερότητας και της ημιαγώγιμης συμπεριφοράς της
φθαλοκυανίνης	=	φθαλοκυανίνη
φθαλοκυανινών	=	φθαλοκυανίνη
φθαρήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαρμένο
φθαρμένε	verb	κλητική ενικού του φθαρμένος
φθαρμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαρμένη
φθαρμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθαρμένος
φθαρμένης	verb	γενική ενικού του φθαρμένη
φθαρμένο	verb	αιτιατική ενικού του φθαρμένος
φθαρμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθαρμένος
φθαρμένος	verb	που έχει φθαρεί
φθαρμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φθαρμένος
φθαρμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φθαρμένος
φθαρμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φθαρμένος
φθαρούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθαρτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαρτό
φθαρτέ	adj	κλητική ενικού του φθαρτός
φθαρτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαρτή
φθαρτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθαρτός
φθαρτής	adj	γενική ενικού του φθαρτή
φθαρτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαρτικό
φθαρτικέ	adj	κλητική ενικού του φθαρτικός
φθαρτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθαρτική
φθαρτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθαρτικός
φθαρτικής	adj	γενική ενικού του φθαρτική
φθαρτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθαρτικός
φθαρτικού	adj	γενική ενικού του φθαρτικός
φθαρτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθαρτικός
φθαρτικό	adj	αιτιατική ενικού του φθαρτικός
φθαρτικός	adj	που φθείρει
φθαρτικών	adj	γενική πληθυντικού του φθαρτικός
φθαρτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθαρτός
φθαρτού	adj	γενική ενικού του φθαρτός
φθαρτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθαρτός
φθαρτό	adj	αιτιατική ενικού του φθαρτός
φθαρτός	adj	αυτός που δύναται να φθαρεί, ο υποκείμενος σε φθορά
φθαρτών	adj	γενική πληθυντικού του φθαρτός
φθαρώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθείρομαι
φθασίματα	=	φθάσιμο
φθασίματος	=	φθάσιμο
φθασιμάτων	=	φθάσιμο
φθασμένος	=	φθάνω
φθείρα	noun	η ψείρα
φθείρας	noun	γενική ενικού του φθείρα
φθείρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθείρα
φθείρομαι	verb	υφίσταμαι φθορά, καταστρέφομαι, βλάπτομαι, υλικά, ψυχολογικά, ηθικά, αναλώνομαι
φθείρω	verb	καταστρέφω σταδιακά, βλάπτω
φθειαρμίζω	verb	ματιάζω
φθειρίαση	noun	είδος δερματοπάθειας που προκαλείται από τις ψείρες
φθειρίασης	noun	γενική ενικού του φθειρίαση
φθειριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθειρίαση
φθειριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του φθειρίαση
φθειριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του φθειρίαση
φθειρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθειρικό
φθειρικέ	adj	κλητική ενικού του φθειρικός
φθειρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθειρική
φθειρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθειρικός
φθειρικής	adj	γενική ενικού του φθειρική
φθειρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθειρικός
φθειρικού	adj	γενική ενικού του φθειρικός
φθειρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθειρικός
φθειρικό	adj	αιτιατική ενικού του φθειρικός
φθειρικός	adj	που έχει σχέση με τις φθείρες ή αναφέρεται σ’ αυτές
φθειρικών	adj	γενική πληθυντικού του φθειρικός
φθειροκτόνα	=	φθειροκτόνος
φθειροκτόνε	=	φθειροκτόνος
φθειροκτόνο	noun	φάρμακο το οποίο σκοτώνει ψείρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φθειροκτόνος
φθειροκτόνοι	=	φθειροκτόνος
φθειροκτόνος	adj	που σκοτώνει τις ψείρες
φθειροκτόνου	=	φθειροκτόνος
φθειροκτόνους	=	φθειροκτόνος
φθειροκτόνων	=	φθειροκτόνος
φθειρών	noun	γενική πληθυντικού του φθείρα
φθηνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθηνό	adv	άλλη μορφή του φτηνά, με φτηνό τρόπο, όχι δαπανηρά, χωρίς να μας στοιχίσει κάτι πάρα πολύ, είτε κυριολεκτικά σε χρήμα, είτε μεταφορικά
φθηνέ	adj	κλητική ενικού του φθηνός
φθηνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθηνή
φθηνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθηνός
φθηνής	adj	γενική ενικού του φθηνή
φθηναίναμε	=	φθηναίνω
φθηναίναν	=	φθηναίνω
φθηναίνανε	=	φθηναίνω
φθηναίνατε	=	φθηναίνω
φθηναίνει	=	φθηναίνω
φθηναίνεις	=	φθηναίνω
φθηναίνετε	=	φθηναίνω
φθηναίνοντας	=	φθηναίνω
φθηναίνουμε	=	φθηναίνω
φθηναίνουν	=	φθηναίνω
φθηναίνουνε	=	φθηναίνω
φθηναίνω	verb	άλλη μορφή του φτηναίνω
φθηνιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθηνιάρικο
φθηνιάρικε	adj	κλητική ενικού του φθηνιάρικος
φθηνιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθηνιάρικη
φθηνιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθηνιάρικος
φθηνιάρικης	adj	γενική ενικού του φθηνιάρικη
φθηνιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του φθηνιάρικος
φθηνιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθηνιάρικος
φθηνιάρικος	adj	άλλη μορφή του φτηνιάρικος
φθηνιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φθηνιάρικος
φθηνιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθηνιάρικος
φθηνιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φθηνιάρικος
φθηνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθηνός
φθηνού	adj	γενική ενικού του φθηνός
φθηνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθηνός
φθηνούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φθηνούτσικος	adv	άλλη μορφή του φτηνούτσικα
φθηνούτσικε	adj	κλητική ενικού του φθηνούτσικος
φθηνούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθηνούτσικη
φθηνούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθηνούτσικος
φθηνούτσικης	adj	γενική ενικού του φθηνούτσικη
φθηνούτσικια	=	φθηνούτσικος
φθηνούτσικιας	=	φθηνούτσικος
φθηνούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του φθηνούτσικος
φθηνούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθηνούτσικος
φθηνούτσικος	adj	άλλη μορφή του φτηνούτσικος
φθηνούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φθηνούτσικος
φθηνούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθηνούτσικος
φθηνούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φθηνούτσικος
φθηνό	adj	αιτιατική ενικού του φθηνός
φθηνός	adj	άλλη μορφή του φτηνός
φθηνότερα	=	φθηνός
φθηνότερε	=	φθηνός
φθηνότερες	=	φθηνός
φθηνότερη	=	φθηνός
φθηνότερης	=	φθηνός
φθηνότερο	=	φθηνός
φθηνότεροι	=	φθηνός
φθηνότερος	=	φθηνός
φθηνότερου	=	φθηνός
φθηνότερους	=	φθηνός
φθηνότερων	=	φθηνός
φθηνύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύναν	=	φθηναίνω
φθηνύνανε	=	φθηναίνω
φθηνύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθηναίνω
φθηνών	adj	γενική πληθυντικού του φθηνός
φθινοπωριάζει	verb	έρχεται φθινόπωρο
φθινοπωριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθινοπώριασμα
φθινοπωριάσματος	noun	γενική ενικού του φθινοπώριασμα
φθινοπωριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθινοπωριάτικο, ουδέτερο του φθινοπωριάτικος	adv	κατά την περίοδο του φθινοπώρου
φθινοπωριάτικε	adj	κλητική ενικού του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθινοπωριάτικη
φθινοπωριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριάτικης	adj	γενική ενικού του φθινοπωριάτικη
φθινοπωριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριάτικος	adj|rare	ή (οικείο) φθινοπωρινός
φθινοπωριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φθινοπωριάτικος
φθινοπωριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φθινοπώριασμα
φθινοπωρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθινοπωρινό	adv	κατά την φθινοπωρινή εποχή
φθινοπωρινέ	adj	κλητική ενικού του φθινοπωρινός
φθινοπωρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθινοπωρινή
φθινοπωρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθινοπωρινός
φθινοπωρινής	adj	γενική ενικού του φθινοπωρινή
φθινοπωρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθινοπωρινός
φθινοπωρινού	adj	γενική ενικού του φθινοπωρινός
φθινοπωρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθινοπωρινός
φθινοπωρινό	adj	αιτιατική ενικού του φθινοπωρινός
φθινοπωρινός	adj	που συμβαίνει κατά το φθινόπωρο ή σχετικό με αυτό
φθινοπωρινών	adj	γενική πληθυντικού του φθινοπωρινός
φθινοπώριασμα	noun	ο ερχομός του φθινοπώρου
φθινοπώρου	=	φθινόπωρο
φθινοπώρων	=	φθινόπωρο
φθινουσών	noun	γενική πληθυντικού του φθίνουσα
φθινόπωρα	=	φθινόπωρο
φθινόπωρο	noun	μία από τις εποχές του έτους
φθινόπωρου	=	φθινόπωρο
φθινόπωρων	=	φθινόπωρο
φθισιατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθισιατρείο
φθισιατρείο	noun	όρος του περασμένου αιώνα για τα ιατρεία και τις κλινικές που ειδικεύονταν στην αντιμετώπιση της φυματίωσης
φθισιατρείου	noun	γενική ενικού του φθισιατρείο
φθισιατρείων	noun	γενική πληθυντικού του φθισιατρείο
φθισικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθισικό
φθισικέ	adj	κλητική ενικού του φθισικός
φθισικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθισική
φθισική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθισικός
φθισικής	adj	γενική ενικού του φθισική
φθισικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθισικός
φθισικού	adj	γενική ενικού του φθισικός
φθισικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθισικός
φθισικό	adj	αιτιατική ενικού του φθισικός
φθισικός	adj	φυματικός, εκείνος που πάσχει από φυματίωση ή φθίση -όπως λεγόταν παλιότερα η νόσος
φθισικών	adj	γενική πληθυντικού του φθισικός
φθισιώ	verb|archaic	πάσχω από φθίση / φυματίωση
φθισιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φθισιώ
φθιωτιδών	noun	γενική πληθυντικού του Φθιώτιδα
φθιώτιδας	noun	γενική ενικού του Φθιώτιδα
φθιώτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Φθιώτιδα
φθογγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγικό
φθογγικέ	adj	κλητική ενικού του φθογγικός
φθογγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγική
φθογγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθογγικός
φθογγικής	adj	γενική ενικού του φθογγική
φθογγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθογγικός
φθογγικού	adj	γενική ενικού του φθογγικός
φθογγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθογγικός
φθογγικό	adj	αιτιατική ενικού του φθογγικός
φθογγικός	adj	σχετικός με φθόγγους
φθογγικών	adj	γενική πληθυντικού του φθογγικός
φθογγογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγόγραμμα
φθογγογράμματος	noun	γενική ενικού του φθογγόγραμμα
φθογγογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φθογγόγραμμα
φθογγογραμμμάτων	=	φθογγόγραμμα
φθογγογραφία	noun	είδος γραφής που χρησιμοποιεί φθογγογράμματα
φθογγογραφίας	noun	γενική ενικού του φθογγογραφία
φθογγογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγογραφία
φθογγογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φθογγογραφικός	adv	με φθογγογραφικό τρόπο
φθογγογραφικέ	adj	κλητική ενικού του φθογγογραφικός
φθογγογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγογραφική
φθογγογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθογγογραφικός
φθογγογραφικής	adj	γενική ενικού του φθογγογραφική
φθογγογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθογγογραφικός
φθογγογραφικού	adj	γενική ενικού του φθογγογραφικός
φθογγογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθογγογραφικός
φθογγογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φθογγογραφικός
φθογγογραφικός	adj	σχετικός με τη φθογγογραφία
φθογγογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φθογγογραφικός
φθογγογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φθογγογραφία
φθογγολογία	noun|dated	γλωσσολογικός όρος που αναφερόταν στη μελέτη της άρθρωσης και των μεταβολών των φθόγγων, πριν αντικατασταθεί από τη φωνητική και τη φωνολογία
φθογγολογίας	noun	γενική ενικού του φθογγολογία
φθογγολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγολογία
φθογγολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγολογικό
φθογγολογικέ	adj	κλητική ενικού του φθογγολογικός
φθογγολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθογγολογική
φθογγολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθογγολογικός
φθογγολογικής	adj	γενική ενικού του φθογγολογική
φθογγολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθογγολογικός
φθογγολογικού	adj	γενική ενικού του φθογγολογικός
φθογγολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθογγολογικός
φθογγολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φθογγολογικός	noun|dated	γραμματικός κλάδος που αναφερόταν στη μελέτη της άρθρωσης και των μεταβολών των φθόγγων
φθογγολογικός	adj	σχετικός με τη φθογγολογία
φθογγολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φθογγολογικός
φθογγολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φθογγολογία
φθογγοσήμου	=	φθογγόσημο
φθογγοσήμων	=	φθογγόσημο
φθογγόγραμμα	noun	σύμβολο ή σημάδι στο οποίο αποδίδεται ένας ή περισσότερους φθόγγους
φθογγόσημα	=	φθογγόσημο
φθογγόσημο	noun	σύμβολο που τοποθετείται σε πεντάγραμμο και αντιπροσωπεύει έναν μουσικό ήχο ορισμένης διάρκειας και συχνότητας
φθογγόσημον	noun	το φθογγόσημο
φθογγόσημου	=	φθογγόσημο
φθογγόσημων	=	φθογγόσημο
φθονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθονεί	=	φθονώ
φθονείς	=	φθονώ
φθονείτε	=	φθονώ
φθονερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθονερό	adv	με τρόπο φθονερό, με φθόνο (για βλέμμα, ενέργεια)
φθονερέ	adj	κλητική ενικού του φθονερός
φθονερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθονερή
φθονερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθονερός
φθονερής	adj	γενική ενικού του φθονερή
φθονεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθονερός
φθονερού	adj	γενική ενικού του φθονερός
φθονερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθονερός
φθονερό	adj	αιτιατική ενικού του φθονερός
φθονερός	adj	που διακατέχεται από φθόνο, που συμπεριφέρεται και ενεργεί με βάση το φθόνο
φθονερών	adj	γενική πληθυντικού του φθονερός
φθονητά	=	φθονητός
φθονητέ	=	φθονητός
φθονητές	=	φθονητός
φθονητή	=	φθονητός
φθονητής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φθονητή) του φθονητός
φθονητοί	=	φθονητός
φθονητού	=	φθονητός
φθονητούς	=	φθονητός
φθονητό	=	φθονητός
φθονητός	adj|dated	που προκαλεί τον φθόνο
φθονητών	=	φθονητός
φθονούμε	=	φθονώ
φθονούν	=	φθονώ
φθονούσα	=	φθονώ
φθονούσαμε	=	φθονώ
φθονούσαν	=	φθονώ
φθονούσατε	=	φθονώ
φθονούσε	=	φθονώ
φθονούσες	=	φθονώ
φθονώ	verb	ζηλεύω
φθονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φθονώ
φθορά	noun	η σταδιακή υλική ζημιά
φθοράς	noun	γενική ενικού του φθορά
φθορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθορά
φθορίαση	noun	η δηλητηρίαση από φθόριο
φθορίασης	=	φθορίαση
φθορίζαμε	=	φθορίζω
φθορίζαν	=	φθορίζω
φθορίζανε	=	φθορίζω
φθορίζατε	=	φθορίζω
φθορίζει	=	φθορίζω
φθορίζεις	=	φθορίζω
φθορίζετε	=	φθορίζω
φθορίζον	=	φθορίζων
φθορίζοντα	=	φθορίζων
φθορίζοντας	=	φθορίζω
φθορίζοντες	=	φθορίζων
φθορίζοντος	=	φθορίζων
φθορίζουμε	=	φθορίζω
φθορίζουν	=	φθορίζω
φθορίζουνε	=	φθορίζω
φθορίζουσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθορίζων
φθορίζουσας	=	φθορίζων
φθορίζουσες	=	φθορίζων
φθορίζω	verb	ακτινοβολώ μετατρέποντας την ακτινοβολία που δέχομαι σε αντίστοιχη μεγαλύτερου μήκους κύματος
φθορίζων	verb|formal	που φθορίζει
φθορίου	noun	γενική ενικού του φθόριο
φθορίσαμε	=	φθορίζω
φθορίσαν	=	φθορίζω
φθορίσανε	=	φθορίζω
φθορίσατε	=	φθορίζω
φθορίσει	=	φθορίζω
φθορίστε	=	φθορίζω
φθορίτες	=	φθορίτης
φθορίτη	=	φθορίτης
φθορίτης	noun	φθοριούχο ορυκτό του ασβεστίου, ανήκει στην ομάδα των αλογονούχων ορυκτών και αποτελεί την κύρια φυσική πηγή φθορίου, απαντώμενο σε ποικίλα γεωλογικά περιβάλλοντα με χαρακτηριστική υαλώδη λάμψη και συχνά έντονα χρώματα
φθορίων	=	φθόριο
φθορίωση	noun	η εισαγωγή ενώσεων φθορίου στο πόσιμο νερό για τη μείωση ή εξάλειψη της οδοντικής φθοράς
φθορίωσης	noun	γενική ενικού του φθορίωση
φθοριάσεις	=	φθορίαση
φθοριάσεων	=	φθορίαση
φθοριζουσών	=	φθορίζων
φθοριζούσης	=	φθορίζων
φθοριζόντων	=	φθορίζων
φθοριούχα	=	φθοριούχος
φθοριούχας	=	φθοριούχος
φθοριούχε	=	φθοριούχος
φθοριούχες	=	φθοριούχος
φθοριούχο	=	φθοριούχος
φθοριούχοι	=	φθοριούχος
φθοριούχος	adj	χημική ένωση ή μίγμα που περιέχει φθόριο
φθοριούχου	=	φθοριούχος
φθοριούχους	=	φθοριούχος
φθοριούχων	=	φθοριούχος
φθορισμέ	noun	κλητική ενικού του φθορισμός
φθορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθορισμός
φθορισμού	noun	γενική ενικού του φθορισμός
φθορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φθορισμός
φθορισμό	noun	αιτιατική ενικού του φθορισμός
φθορισμός	noun	το αποτέλεσμα του φθορίζω, η ακτινοβολία που εκπέμπουν κάποια σώματα υπό ειδικές συνθήκες φωτισμού ή ακτινοβόλησης των ίδιων
φθορισμών	noun	γενική πληθυντικού του φθορισμός
φθοριτών	=	φθορίτης
φθοριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθοριωμένο
φθοριωμένε	verb	κλητική ενικού του φθοριωμένος
φθοριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθοριωμένη
φθοριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φθοριωμένος
φθοριωμένης	verb	γενική ενικού του φθοριωμένη
φθοριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φθοριωμένος
φθοριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθοριωμένος
φθοριωμένος	verb	που έχει υποστεί φθορίωση
φθοριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φθοριωμένος
φθοριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φθοριωμένος
φθοριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φθοριωμένος
φθοριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθορίωση
φθοριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φθορίωση
φθοριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φθορίωση
φθοροποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθοροποιό
φθοροποιάς	=	φθοροποιός
φθοροποιέ	adj	κλητική ενικού του φθοροποιός
φθοροποιές	=	φθοροποιός
φθοροποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθοροποιός
φθοροποιού	adj	γενική ενικού του φθοροποιός
φθοροποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φθοροποιός
φθοροποιό	adj	αιτιατική ενικού του φθοροποιός
φθοροποιός	adj	που φθείρει το σώμα ή την ψυχή
φθοροποιών	adj	γενική πληθυντικού του φθοροποιός
φθοροχλωράνθρακα	=	φθοροχλωράνθρακας
φθοροχλωράνθρακας	noun	χημική ένωση με τύπο CCl₃F που χρησιμοποιείται σε ψυγεία και κλιματιστικά, γνωστή και ως CFC
φθοροχλωράνθρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φθοροχλωράνθρακας
φθοροχλωρανθράκων	=	φθοροχλωράνθρακας
φθορών	=	φθορά
φθόγγε	noun	κλητική ενικού του φθόγγος
φθόγγο	noun	αιτιατική ενικού του φθόγγος
φθόγγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθόγγος
φθόγγος	noun	ο ήχος της έναρθρης φωνής του ανθρώπου
φθόγγου	noun	γενική ενικού του φθόγγος
φθόγγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φθόγγος
φθόγγων	noun	γενική πληθυντικού του φθόγγος
φθόνε	noun	κλητική ενικού του φθόνος
φθόνει	=	φθονώ
φθόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φθονώ
φθόνο	noun	αιτιατική ενικού του φθόνος
φθόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φθόνος
φθόνος	noun	η δυσαρέσκεια και η λύπη για τα αγαθά ή την ευτυχία των άλλων
φθόνου	noun	γενική ενικού του φθόνος
φθόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φθόνος
φθόνων	noun	γενική πληθυντικού του φθόνος
φθόρια	=	φθόριο
φθόριζα	=	φθορίζω
φθόριζαν	=	φθορίζω
φθόριζε	=	φθορίζω
φθόριζες	=	φθορίζω
φθόριο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 9 και χημικό σύμβολο το F
φθόριον	noun	το φθόριο
φθόριου	=	φθόριο
φθόρισα	=	φθορίζω
φθόρισαν	=	φθορίζω
φθόρισε	=	φθορίζω
φθόρισες	=	φθορίζω
φι	noun	το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (φ, κεφαλαίο: Φ)
φιάκα	noun	υπέρμετρη φροντίδα για την εξωτερική εμφάνιση, επιδειξιομανία
φιάκας	noun	αυτός που δίνει υπερβολική σημασία στην εξωτερική εμφάνισή του, ο ωραιοπαθής
φιάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιάλη
φιάλη	noun	γυάλινο ή πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με κλειστό λαιμό για υγρά, μπουκάλι, μποτίλια
φιάλης	=	φιάλη
φιάμολα	noun	ο επισείων
φιάμολας	=	φιάμολα
φιάμολες	=	φιάμολα
φιάπα	noun	ενισχυμένη πλατφόρμα στη σόλα παπουτσιού, ψηλός πάτος
φιάπας	=	φιάπα
φιάπες	=	φιάπα
φιάσκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιάσκο
φιάσκο	noun	πλήρης αποτυχία
φιάσκου	noun	γενική ενικού του φιάσκο
φιάσκων	noun	γενική πληθυντικού του φιάσκο
φιέστα	noun	πανηγυρικός εορτασμός με συμμετοχή πολύ κόσμου και διάφορες εκδηλώσεις
φιέστας	noun	γενική ενικού του φιέστα
φιέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιέστα
φιαλίδια	=	φιαλίδιο
φιαλίδιο	noun	φιάλη μικρού μεγέθους, μικρής χωρητικότητας
φιαλίδιου	=	φιαλίδιο
φιαλίδιων	=	φιαλίδιο
φιαλιδίου	=	φιαλίδιο
φιαλιδίων	=	φιαλίδιο
φιαλοδόχε	=	φιαλοδόχος
φιαλοδόχη	noun|formal	η φιαλοθήκη
φιαλοδόχο	=	φιαλοδόχος
φιαλοδόχοι	=	φιαλοδόχος
φιαλοδόχος	noun	άλλη μορφή του φιαλοδόχη
φιαλοδόχου	=	φιαλοδόχος
φιαλοδόχους	=	φιαλοδόχος
φιαλοδόχων	=	φιαλοδόχος
φιαλοειδές	=	φιαλοειδής
φιαλοειδή	=	φιαλοειδής
φιαλοειδής	adj	που έχει σχήμα φιάλης
φιαλοειδείς	=	φιαλοειδής
φιαλοειδούς	=	φιαλοειδής
φιαλοειδών	=	φιαλοειδής
φιαλοθήκες	=	φιαλοθήκη
φιαλοθήκη	noun|formal	θήκη, κουτί, με υποδοχές για φιάλες, (παλαιότερα και καναβέτα)
φιαλοθήκης	=	φιαλοθήκη
φιαλοθηκών	=	φιαλοθήκη
φιαλοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιαλοποιείο
φιαλοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής φιαλών
φιαλοποιείου	noun	γενική ενικού του φιαλοποιείο
φιαλοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του φιαλοποιείο
φιαλωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιαλωτό
φιαλωτέ	adj	κλητική ενικού του φιαλωτός
φιαλωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιαλωτή
φιαλωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιαλωτός
φιαλωτής	adj	γενική ενικού του φιαλωτή
φιαλωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιαλωτός
φιαλωτού	adj	γενική ενικού του φιαλωτός
φιαλωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιαλωτός
φιαλωτό	adj	αιτιατική ενικού του φιαλωτός
φιαλωτός	adj	που έχει σχήμα φιάλης
φιαλωτών	adj	γενική πληθυντικού του φιαλωτός
φιαλών	=	φιάλη
φιανκέτο	noun	(σκάκι) τρόπος παιξίματος στο άνοιγμα όπου ο αξιωματικός τοποθετείται στη δεύτερη γραμμή και προς την άκρη της σκακιέρας (θέσεις β2,η2 για τον Λευκό και β7,η7 για τον Μαύρο)
φιγουράρω	verb	φαίνομαι σε περίοπτη θέση εγώ ή το όνομά μου, προβάλλομαι
φιγουράτα	=	φιγουράτος
φιγουράτε	=	φιγουράτος
φιγουράτες	=	φιγουράτος
φιγουράτη	=	φιγουράτος
φιγουράτης	=	φιγουράτος
φιγουράτο	=	φιγουράτος
φιγουράτοι	=	φιγουράτος
φιγουράτος	adj	ο κομψός, που εντυπωσιάζει με την εμφάνισή του με διακριτικό τρόπο και όχι ακραίο σαν τον φιγουρατζή
φιγουράτου	=	φιγουράτος
φιγουράτους	=	φιγουράτος
φιγουράτων	=	φιγουράτος
φιγουρίνι	noun	το σχέδιο, πατρόν για να ραφτεί ένα ρούχο
φιγουρίνια	=	φιγουρίνι
φιγουρατζή	=	φιγουρατζής
φιγουρατζήδες	=	φιγουρατζής
φιγουρατζήδων	=	φιγουρατζής
φιγουρατζής	noun	που του αρέσει να εντυπωσιάζει, με εξωτερικά μέσα, κυρίως εμφάνιση
φιγουρατζίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιγουρατζίδικο
φιγουρατζίδικε	adj	κλητική ενικού του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιγουρατζίδικη
φιγουρατζίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζίδικης	adj	γενική ενικού του φιγουρατζίδικη
φιγουρατζίδικο	adj	αιτιατική ενικού του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζίδικος	adj	αυτός που του αρέσει η φιγούρα ή αυτό που έχει ως κύριο στόχο ή χαρακτηριστικό τη φιγούρα και ως δευτερεύοντα τη λειτουργικότητα
φιγουρατζίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιγουρατζίδικος
φιγουρατζού	noun	η γυναίκα που της αρέσει να κάνει φιγουρα, να επιδεικνύεται
φιγουρατζούδες	=	φιγουρατζού
φιγουρατζούδων	=	φιγουρατζού
φιγουρατζούς	=	φιγουρατζού
φιγουρινιού	=	φιγουρίνι
φιγουρινιών	=	φιγουρίνι
φιγουρών	=	φιγούρα
φιγούρα	noun	σχεδίασμα ανθρώπινης μορφής , συχνά νοούμενης ολόσωμης και όχι το πορτραίτο
φιγούρας	=	φιγούρα
φιγούρες	=	φιγούρα
φιδάκι	noun	μικρό φίδι
φιδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιδάκι
φιδάρα	noun	το μεγάλο φίδι
φιδάρας	=	φιδάρα
φιδάρες	=	φιδάρα
φιδέ	=	φιδές
φιδέδες	=	φιδές
φιδέδων	=	φιδές
φιδένια	=	φιδένιος
φιδένιας	=	φιδένιος
φιδένιε	=	φιδένιος
φιδένιες	=	φιδένιος
φιδένιο	=	φιδένιος
φιδένιοι	=	φιδένιος
φιδένιος	adj	που έχει χαρακτηριστικά του φιδιού ή μοιάζει με αυτό
φιδένιου	=	φιδένιος
φιδένιους	=	φιδένιος
φιδένιων	=	φιδένιος
φιδές	noun	πολύ λεπτό ζυμαρικό, σαν νήματα, που συνήθως χρησιμοποιείται για παρασκευή σούπας
φιδίσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιδίσιος
φιδίσιας	=	φιδίσιος
φιδίσιε	=	φιδίσιος
φιδίσιες	=	φιδίσιος
φιδίσιο	=	φιδίσιος
φιδίσιοι	=	φιδίσιος
φιδίσιος	adj	που προέρχεται από φίδι, σχετίζεται μ' αυτό
φιδίσιου	=	φιδίσιος
φιδίσιους	=	φιδίσιος
φιδίσιων	=	φιδίσιος
φιδαετέ	=	φιδαετός
φιδαετοί	=	φιδαετός
φιδαετού	=	φιδαετός
φιδαετούς	=	φιδαετός
φιδαετό	=	φιδαετός
φιδαετός	noun	είδος αετού
φιδαετών	=	φιδαετός
φιδιού	noun	γενική ενικού του φίδι
φιδιών	=	φίδι
φιδοβότανα	=	φιδοβότανο
φιδοβότανο	noun	το φυτό φιδόχορτο
φιδοβότανου	=	φιδοβότανο
φιδοβότανων	=	φιδοβότανο
φιδογλωσσών	=	φιδόγλωσσα
φιδομάλλα	=	φιδομάλλης
φιδομάλλας	=	φιδομάλλης
φιδομάλλες	=	φιδομάλλης
φιδομάλλη	=	φιδομάλλης
φιδομάλληδες	=	φιδομάλλης
φιδομάλληδων	=	φιδομάλλης
φιδομάλλης	adj	που έχει φίδια για μαλλιά
φιδομάλλικα	=	φιδομάλλης
φιδομάλλικο	=	φιδομάλλης
φιδομάλλικου	=	φιδομάλλης
φιδομάλλικων	=	φιδομάλλης
φιδομάλλού	=	φιδομάλλης
φιδομάλλούσα	=	φιδομάλλης
φιδομαλλού	=	φιδομάλλης
φιδομαλλούδες	=	φιδομάλλης
φιδομαλλούς	=	φιδομάλλης
φιδομαλλούσα	=	φιδομάλλης
φιδομαλλούσας	=	φιδομάλλης
φιδομαλλούσες	=	φιδομάλλης
φιδοπουκάμισα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιδοπουκάμισο
φιδοπουκάμισο	noun	το δέρμα το οποίο το αποβάλλει ένα φίδι σε τακτικά διαστήματα
φιδοπουκάμισου	noun	γενική ενικού του φιδοπουκάμισο
φιδοπουκάμισων	noun	γενική πληθυντικού του φιδοπουκάμισο
φιδοσέρνομαι	verb	έρπω σαν το φίδι, με πολλούς ελιγμούς
φιδοτόμαρα	=	φιδοτόμαρο
φιδοτόμαρο	noun	το φιδοπουκάμισο
φιδοτόμαρου	=	φιδοτόμαρο
φιδοτόμαρων	=	φιδοτόμαρο
φιδοφαγωμένα	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένε	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένες	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένη	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένης	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένο	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένοι	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένος	verb	που έχει δαγκωθεί από φίδι
φιδοφαγωμένου	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένους	=	φιδοφαγωμένος
φιδοφαγωμένων	=	φιδοφαγωμένος
φιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιδωτό	adv	με φιδωτό τρόπο
φιδωτέ	adj	κλητική ενικού του φιδωτός
φιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιδωτή
φιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιδωτός
φιδωτής	adj	γενική ενικού του φιδωτή
φιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιδωτός
φιδωτού	adj	γενική ενικού του φιδωτός
φιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιδωτός
φιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του φιδωτός
φιδωτός	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του φιδιού, ελικοειδές
φιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του φιδωτός
φιδόγλωσσα	noun	η γλώσσα ανθρώπων που στάζει δηλητήριο
φιδόγλωσσας	=	φιδόγλωσσα
φιδόγλωσσες	=	φιδόγλωσσα
φιδότρυπα	noun	η φωλιά του φιδιού
φιδότρυπας	=	φιδότρυπα
φιδότρυπες	=	φιδότρυπα
φιδότρυπων	=	φιδότρυπα
φιδόχορτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιδόχορτο
φιδόχορτο	noun	κοινή ονομασία διαφόρων φυτών της οικογένειας των αροϊδών (Arum: Arum italicum, Arum maculatum, Dracunculus vulgaris κ.ά.)
φιδόχορτου	noun	γενική ενικού του φιδόχορτο
φιδόχορτων	noun	γενική πληθυντικού του φιδόχορτο
φιεστών	=	φιέστα
φιζίκ	noun|rare	όψη, παρουσιαστικό
φιλά	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φιλώ
φιλάγαμε	=	φιλώ
φιλάγανε	=	φιλώ
φιλάγατε	=	φιλώ
φιλάδελφε	=	φιλάδελφος
φιλάδελφο	=	φιλάδελφος
φιλάδελφοι	=	φιλάδελφος
φιλάδελφος	noun	καλλωπιστικός θάμνος φυλλοβόλος που ανήκει στο γένος Φιλάδελφος
φιλάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φιλάω
φιλάκι	noun	χαϊδευτικό για το φιλί
φιλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάκι
φιλάληθες	=	φιλαλήθης
φιλάλληλα	=	φιλάλληλος
φιλάλληλε	=	φιλάλληλος
φιλάλληλες	=	φιλάλληλος
φιλάλληλη	=	φιλάλληλος
φιλάλληλης	=	φιλάλληλος
φιλάλληλο	=	φιλάλληλος
φιλάλληλοι	=	φιλάλληλος
φιλάλληλος	adj|formal	που αγαπά και ενδιαφέρεται ειλικρινά για τον άλλο, για τον πλησίον
φιλάλληλου	=	φιλάλληλος
φιλάλληλους	=	φιλάλληλος
φιλάλληλων	=	φιλάλληλος
φιλάμε	=	φιλώ
φιλάν	=	φιλώ
φιλάνε	=	φιλώ
φιλάνθρωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλάνθρωπος	adv	με φιλάνθρωπο τρόπο, με φιλανθρωπία
φιλάνθρωπε	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπες	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπη	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπης	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπο	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωποι	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπος	adj	αυτός που προσπαθεί να βοηθήσει τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη
φιλάνθρωπου	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπους	=	φιλάνθρωπος
φιλάνθρωπων	=	φιλάνθρωπος
φιλάρα	noun|informal	φιλί, μεγάλο φιλί
φιλάρας	noun|informal	φίλος
φιλάργυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάργυρο
φιλάργυρε	adj	κλητική ενικού του φιλάργυρος
φιλάργυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάργυρη
φιλάργυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλάργυρος
φιλάργυρης	adj	γενική ενικού του φιλάργυρη
φιλάργυρο	adj	αιτιατική ενικού του φιλάργυρος
φιλάργυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλάργυρος
φιλάργυρος	adj	που αγαπά υπερβολικά το χρήμα
φιλάργυρου	adj	γενική ενικού του φιλάργυρος
φιλάργυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλάργυρος
φιλάργυρων	adj	γενική πληθυντικού του φιλάργυρος
φιλάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάρας
φιλάρεσκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάρεσκο	adv	με φιλάρεσκο τρόπο
φιλάρεσκε	adj	κλητική ενικού του φιλάρεσκος
φιλάρεσκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάρεσκη
φιλάρεσκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλάρεσκος
φιλάρεσκης	adj	γενική ενικού του φιλάρεσκη
φιλάρεσκο	adj	αιτιατική ενικού του φιλάρεσκος
φιλάρεσκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλάρεσκος
φιλάρεσκος	adj	που θέλει να αρέσει στους άλλους (με το ντύσιμο, τη συμπεριφορά, τα λόγια κ.λπ.)
φιλάρεσκου	adj	γενική ενικού του φιλάρεσκος
φιλάρεσκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλάρεσκος
φιλάρεσκων	adj	γενική πληθυντικού του φιλάρεσκος
φιλάρχαιος	adj|formal	που του αρέσουν τα αρχαία, που αγαπά την αρχαιότητα
φιλάρων	noun	γενική πληθυντικού του φιλάρας
φιλάς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φιλώ
φιλάσθενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάσθενο
φιλάσθενε	adj	κλητική ενικού του φιλάσθενος
φιλάσθενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλάσθενη
φιλάσθενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλάσθενος
φιλάσθενης	adj	γενική ενικού του φιλάσθενη
φιλάσθενο	adj	αιτιατική ενικού του φιλάσθενος
φιλάσθενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλάσθενος
φιλάσθενος	adj	που αρρωσταίνει εύκολα
φιλάσθενου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλάσθενος
φιλάσθενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλάσθενος
φιλάσθενων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλάσθενος
φιλάτε	=	φιλώ
φιλάω	verb	άλλη μορφή του φιλώ (ασυναίρετος τύπος)
φιλέ	noun	το δίχτυ που χρησιμοποιείται σαν διαχωριστικό σε διάφορα αθλήματα, όπως στο τένις και στο βόλεϊ	adj	άλλη μορφή του εφιλέ
φιλέδες	=	φιλές
φιλέδων	=	φιλές
φιλέκδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλέκδικο
φιλέκδικε	adj	κλητική ενικού του φιλέκδικος
φιλέκδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλέκδικη
φιλέκδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλέκδικος
φιλέκδικης	adj	γενική ενικού του φιλέκδικη
φιλέκδικο	adj	αιτιατική ενικού του φιλέκδικος
φιλέκδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλέκδικος
φιλέκδικος	adj|formal	που επιδιώκει την εκδίκηση, εκδικητικός
φιλέκδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλέκδικος
φιλέκδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλέκδικος
φιλέκδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλέκδικος
φιλέλληνα	=	φιλέλληνας
φιλέλληνας	noun	ξένος υπήκοος που συμπαθεί, αγαπάει, θαυμάζει ή στηρίζει τους Έλληνες, την Ελλάδα ή γενικότερα τον ελληνισμό
φιλέλληνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλέλληνας
φιλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλεμα
φιλέματος	noun	γενική ενικού του φίλεμα
φιλέορτα	=	φιλέορτος
φιλέορτε	=	φιλέορτος
φιλέορτες	=	φιλέορτος
φιλέορτη	=	φιλέορτος
φιλέορτης	=	φιλέορτος
φιλέορτο	=	φιλέορτος
φιλέορτοι	=	φιλέορτος
φιλέορτος	adj	που αγαπά τις γιορτές
φιλέορτου	=	φιλέορτος
φιλέορτους	=	φιλέορτος
φιλέορτων	=	φιλέορτος
φιλέραστα	=	φιλέραστος
φιλέραστε	=	φιλέραστος
φιλέραστες	=	φιλέραστος
φιλέραστη	=	φιλέραστος
φιλέραστης	=	φιλέραστος
φιλέραστο	=	φιλέραστος
φιλέραστοι	=	φιλέραστος
φιλέραστος	adj|archaic	που τον αγαπούν οι εραστές ή τους αγαπά
φιλέραστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του φιλέραστος
φιλέραστους	=	φιλέραστος
φιλέραστων	=	φιλέραστος
φιλέρημα	=	φιλέρημος
φιλέρημε	=	φιλέρημος
φιλέρημες	=	φιλέρημος
φιλέρημη	=	φιλέρημος
φιλέρημης	=	φιλέρημος
φιλέρημο	=	φιλέρημος
φιλέρημοι	=	φιλέρημος
φιλέρημος	adj	που αγαπά την ερημιά, τη μοναξιά
φιλέρημου	=	φιλέρημος
φιλέρημους	=	φιλέρημος
φιλέρημων	=	φιλέρημος
φιλέρι	noun	ποικιλία αμπελιού, σταφυλιού
φιλέρια	=	φιλέρι
φιλές	noun	δικτυωτός κεφαλόδεσμος για τις ανάγκες της κομμωτικής
φιλέτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλέτο
φιλέτο	noun	τρυφερό και άλιπο κρέας από το εσωτερικό της σπονδυλικής στήλης του μοσχαριού και χοιρινού
φιλέτου	noun	γενική ενικού του φιλέτο
φιλέτων	noun	γενική πληθυντικού του φιλέτο
φιλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψαν	=	φιλεύω
φιλέψανε	=	φιλεύω
φιλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψου	=	φιλεύω
φιλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλεύω
φιλήδονα	adv	με φιλήδονο τρόπο, με φιληδονία
φιλήδονε	=	φιλήδονος
φιλήδονες	=	φιλήδονος
φιλήδονη	=	φιλήδονος
φιλήδονης	=	φιλήδονος
φιλήδονο	=	φιλήδονος
φιλήδονοι	=	φιλήδονος
φιλήδονος	adj	που του αρέσουν οι απολαύσεις, κυρίως οι ερωτικές
φιλήδονου	=	φιλήδονος
φιλήδονους	=	φιλήδονος
φιλήδονων	=	φιλήδονος
φιλήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιλήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιλήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιλήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιλήκοα	=	φιλήκοος
φιλήκοε	=	φιλήκοος
φιλήκοες	=	φιλήκοος
φιλήκοη	=	φιλήκοος
φιλήκοης	=	φιλήκοος
φιλήκοο	=	φιλήκοος
φιλήκοοι	=	φιλήκοος
φιλήκοος	adj	ο καλός ακροατής, αυτός που του αρέσει να ακούει τους άλλους, τον καημό τους ή όσα έχουν γενικά να πουν
φιλήκοου	=	φιλήκοος
φιλήκοους	=	φιλήκοος
φιλήκοων	=	φιλήκοος
φιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλημα
φιλήματος	noun	γενική ενικού του φίλημα
φιλήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσαν	=	φιλώ
φιλήσανε	=	φιλώ
φιλήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου του φιλάω / φιλώ
φιλήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσομε	=	φιλάω
φιλήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιλήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσουνε	=	φιλάω
φιλήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλήσυχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλήσυχο
φιλήσυχε	adj	κλητική ενικού του φιλήσυχος
φιλήσυχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλήσυχη
φιλήσυχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλήσυχος
φιλήσυχης	adj	γενική ενικού του φιλήσυχη
φιλήσυχο	adj	αιτιατική ενικού του φιλήσυχος
φιλήσυχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλήσυχος
φιλήσυχος	adj	που αγαπά την ησυχία και όχι την φασαρία / την αναστάτωση
φιλήσυχου	adj	γενική ενικού του φιλήσυχος
φιλήσυχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλήσυχος
φιλήσυχων	adj	γενική πληθυντικού του φιλήσυχος
φιλήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλώ
φιλί	noun	η επαφή των χειλιών στα χείλη, στο χέρι, στο μάγουλο ή άλλο μέρος του σώματος κάποιου (προσώπου ή πράγματος) ως ένδειξη χαιρετισμού, ευχής, συμπάθειας, ερωτικής έλξης κ.λπ.
φιλία	noun	ο πνευματικός και συναισθηματικός δεσμός που ενώνει μεταξύ τους δύο ή περισσότερα άτομα και βασίζεται στην αμοιβαία αγάπη, εμπιστοσύνη και εκτίμηση
φιλίας	noun	γενική ενικού του φιλία
φιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλία
φιλίππου	=	φίλιππος
φιλίππους	=	φίλιππος
φιλίππων	=	φίλιππος
φιλίστωρ	adj	ο φιλομαθής, εκείνος που αγαπάει τη γνώση και τη μάθηση
φιλίτσας	noun	γενική ενικού του Φιλίτσα
φιλαδέλφειας	noun	γενική ενικού του Φιλαδέλφεια
φιλαδέλφειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Φιλαδέλφεια
φιλαδέλφου	=	φιλάδελφος
φιλαδέλφους	=	φιλάδελφος
φιλαδέλφων	=	φιλάδελφος
φιλαδελφειών	noun	γενική πληθυντικού του Φιλαδέλφεια
φιλακαδημαϊκά	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκέ	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκές	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκή	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκής	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκοί	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκού	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκούς	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκό	=	φιλακαδημαϊκός
φιλακαδημαϊκός	adj|formal	που συμπλέει με τους καθιερωμένους κανόνες, τη δεοντολογία ή τις πρακτικές του ακαδημαϊκού χώρου ή που είναι υπέρ των ακαδημαϊκών θεσμών ή των μελών τους
φιλακαδημαϊκών	=	φιλακαδημαϊκός
φιλαλήθεια	noun	η αγάπη προς την αλήθεια
φιλαλήθειας	noun	γενική ενικού του φιλαλήθεια
φιλαλήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαλήθεια
φιλαλήθεις	=	φιλαλήθης
φιλαλήθες	=	φιλαλήθης
φιλαλήθη	=	φιλαλήθης
φιλαλήθης	adj|formal	που αγαπά την αλήθεια
φιλαλήθους	=	φιλαλήθης
φιλαλήθων	=	φιλαλήθης
φιλαληθειών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαλήθεια
φιλαληθών	=	φιλαλήθης
φιλαλληλία	noun|formal	η αγάπη και το ειλικρινές ενδιαφέρον προς τον άλλο, προς τον πλησίον
φιλαλληλίας	noun	γενική ενικού του φιλαλληλία
φιλαλληλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαλληλία
φιλαλληλιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαλληλία
φιλαναγνωσία	noun	η αγάπη για την ανάγνωση και την αναγνωστική διαδικασία
φιλαναγνωσίας	noun	γενική ενικού του φιλαναγνωσία
φιλαναγνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαναγνωσία
φιλαναγνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαναγνωσία
φιλαναγνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαναγνώστρια
φιλαναγνωστών	=	φιλαναγνώστης
φιλαναγνώστες	=	φιλαναγνώστης
φιλαναγνώστη	=	φιλαναγνώστης
φιλαναγνώστης	noun	αυτός που αγαπά την ανάγνωση, τα βιβλία
φιλαναγνώστρια	noun	θηλυκό του φιλαναγνώστης
φιλαναγνώστριας	noun	γενική ενικού του φιλαναγνώστρια
φιλαναγνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαναγνώστρια
φιλανδέζα	noun	θηλυκό του Φιλανδός, η Φιλανδή
φιλανδέζας	=	φιλανδέζα
φιλανδέζες	=	φιλανδέζα
φιλανδέζικε	adj	κλητική ενικού του φιλανδέζικος
φιλανδέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλανδέζικη
φιλανδέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλανδέζικος
φιλανδέζικης	adj	γενική ενικού του φιλανδέζικη
φιλανδέζικο	adj	αιτιατική ενικού του φιλανδέζικος
φιλανδέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλανδέζικος
φιλανδέζικος	adj|rare	φιλανδικός
φιλανδέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλανδέζικος
φιλανδέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλανδέζικος
φιλανδέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλανδέζικος
φιλανδέζων	=	φιλανδέζα
φιλανδή	=	φινλανδέζα
φιλανδικά	noun	τα φινλανδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλανδικό
φιλανδικέ	adj	κλητική ενικού του φιλανδικός
φιλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλανδική
φιλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλανδικός
φιλανδικής	adj	γενική ενικού του φιλανδική
φιλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλανδικός
φιλανδικού	adj	γενική ενικού του φιλανδικός
φιλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλανδικός
φιλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλανδικός
φιλανδικός	adj	φινλανδικός
φιλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλανδικός
φιλανθρωπία	noun	η υποστήριξη των ατόμων ή των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που χρειάζονται βοήθεια
φιλανθρωπίας	noun	γενική ενικού του φιλανθρωπία
φιλανθρωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλανθρωπία
φιλανθρωπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλανθρωπικό
φιλανθρωπικέ	adj	κλητική ενικού του φιλανθρωπικός
φιλανθρωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλανθρωπική
φιλανθρωπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλανθρωπικός
φιλανθρωπικής	adj	γενική ενικού του φιλανθρωπική
φιλανθρωπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλανθρωπικός
φιλανθρωπικού	adj	γενική ενικού του φιλανθρωπικός
φιλανθρωπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλανθρωπικός
φιλανθρωπικό	adj	φιλανθρωπικός, στην αιτιατική του ενικού
φιλανθρωπικός	adj	σχετικός με τη φιλανθρωπία
φιλανθρωπικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλανθρωπικός
φιλανθρωπιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλανθρωπία
φιλανθρώπου	=	φιλάνθρωπος
φιλανθρώπους	=	φιλάνθρωπος
φιλανθρώπων	=	φιλάνθρωπος
φιλαποδημία	noun	η αγάπη για την αποδημία, τα ταξίδια
φιλαποδημίας	=	φιλαποδημία
φιλαποδημίες	=	φιλαποδημία
φιλαποδημιών	=	φιλαποδημία
φιλαπόδημα	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημε	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημες	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημη	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημης	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημο	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημοι	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημος	adj	που αγαπά την αποδημία, τα ταξίδια
φιλαπόδημου	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημους	=	φιλαπόδημος
φιλαπόδημων	=	φιλαπόδημος
φιλαράκι	noun	υποκοριστικό του φίλος
φιλαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαράκι
φιλαράκο	noun	αιτιατική ενικού του φιλαράκος
φιλαράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλαράκος
φιλαράκος	noun	ο φίλος, συχνά όμως με έννοια κρυφής αποδοκιμασίας
φιλαράκου	noun	γενική ενικού του φιλαράκος
φιλαράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλαράκος
φιλαράκων	noun	γενική πληθυντικού του φιλαράκος
φιλαρέσκεια	noun	η ιδιότητα του φιλάρεσκου, το να επιθυμεί κάποιος να αρέσει και γι'αυτό να φροντίζει πολύ την εξωτερική του εμφάνιση
φιλαρέσκειας	noun	γενική ενικού του φιλαρέσκεια
φιλαρέσκειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαρέσκεια
φιλαρίαση	noun	άλλη μορφή του νηματίαση
φιλαρίασης	=	φιλαρίαση
φιλαργυρία	noun	Υπερβολική αγάπη για το χρήμα
φιλαργυρίας	noun	γενική ενικού του φιλαργυρία
φιλαργυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαργυρία
φιλαργυριών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαργυρία
φιλαρεσκειών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαρέσκεια
φιλαριάσεις	=	φιλαρίαση
φιλαριάσεων	=	φιλαρίαση
φιλαρμονικές	=	φιλαρμονική
φιλαρμονική	noun	ορχήστρα ή μπάντα από πνευστά και κρουστά όργανα
φιλαρμονικής	=	φιλαρμονική
φιλαρμονικών	=	φιλαρμονική
φιλαρχία	noun	η έλξη που ασκεί η εξουσία, ο πόθος για την ισχύ, την κυριαρχία
φιλαρχίας	noun	γενική ενικού του φιλαρχία
φιλαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαρχία
φιλαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαρχία
φιλαυτία	noun	η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας, που συνεπάγεται την αδιαφορία για τις ανάγκες των άλλων
φιλαυτίας	noun	γενική ενικού του φιλαυτία
φιλαυτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλαυτία
φιλαυτιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλαυτία
φιλεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φιλώ, κατά την αρχαία ελληνική φιλεῖ
φιλείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φιλώ, κατά την αρχαία ελληνική φιλεῖς
φιλεδάκι	noun|rare	υποκοριστικό του φιλέ
φιλειρηνίστρια	noun	το θηλυκό του φιλειρηνιστή, η γυναίκα που πιστεύει βαθιά στις δυνατότητες της ειρηνικής συνεννόησης των λαών και η ακτιβίστρια προς την αυτή κατεύθυνση
φιλειρηνίστριας	noun	γενική ενικού του φιλειρηνίστρια
φιλειρηνίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνίστρια
φιλειρηνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνικό	adv	με φιλειρηνικό τρόπο, χωρίς πόλεμο
φιλειρηνικέ	adj	κλητική ενικού του φιλειρηνικός
φιλειρηνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνική
φιλειρηνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλειρηνικός
φιλειρηνικής	adj	γενική ενικού του φιλειρηνική
φιλειρηνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνικός
φιλειρηνικοτήτων	=	φιλειρηνικότητα
φιλειρηνικού	adj	γενική ενικού του φιλειρηνικός
φιλειρηνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλειρηνικός
φιλειρηνικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλειρηνικός
φιλειρηνικός	adj	που χαρακτηρίζεται από αγάπη για την ειρήνη στη δημόσια ζωή αλλά και στην ιδιωτική, στην καθημερινή ρουτίνα, ο μη ανταγωνιστικός
φιλειρηνικότητα	noun	η αγάπη για την ειρήνη, η προσκόλληση στην ειρήνη, η απέχθεια για τη βία ή τον πόλεμο, ή -στην καθημερινότητα- η αποστροφή προς τις ανταγωνιστικές εντάσεις
φιλειρηνικότητας	=	φιλειρηνικότητα
φιλειρηνικότητες	=	φιλειρηνικότητα
φιλειρηνικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλειρηνικός
φιλειρηνισμέ	noun	κλητική ενικού του φιλειρηνισμός
φιλειρηνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνισμός
φιλειρηνισμού	noun	γενική ενικού του φιλειρηνισμός
φιλειρηνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλειρηνισμός
φιλειρηνισμό	noun	αιτιατική ενικού του φιλειρηνισμός
φιλειρηνισμός	noun	αντιπολεμικό κίνημα
φιλειρηνισμών	noun	γενική πληθυντικού του φιλειρηνισμός
φιλειρηνιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνιστής
φιλειρηνιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φιλειρηνιστής
φιλειρηνιστής	noun	που αγαπάει την ειρήνη
φιλειρηνιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνιστικό
φιλειρηνιστικέ	adj	κλητική ενικού του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνιστική
φιλειρηνιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστικής	adj	γενική ενικού του φιλειρηνιστική
φιλειρηνιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστικού	adj	γενική ενικού του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστικός	adj	σχετικός με τoν φιλειρηνιστή
φιλειρηνιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλειρηνιστικός
φιλειρηνιστριών	noun	γενική πληθυντικού του φιλειρηνίστρια
φιλειρηνιστών	noun	γενική πληθυντικού του φιλειρηνιστής
φιλεκπαιδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλεκπαιδευτικό
φιλεκπαιδευτικέ	adj	κλητική ενικού του φιλεκπαιδευτικός
φιλεκπαιδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλεκπαιδευτική
φιλεκπαιδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλεκπαιδευτικός
φιλεκπαιδευτικής	adj	γενική ενικού του φιλεκπαιδευτική
φιλεκπαιδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλεκπαιδευτικός
φιλεκπαιδευτικού	adj	γενική ενικού του φιλεκπαιδευτικός
φιλεκπαιδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλεκπαιδευτικός
φιλεκπαιδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλεκπαιδευτικός
φιλεκπαιδευτικός	adj	που γίνεται ή ιδρύεται από αγάπη για την εκπαίδευση
φιλεκπαιδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλεκπαιδευτικός
φιλελέ	=	φιλελές
φιλελέδες	=	φιλελές
φιλελέδων	=	φιλελές
φιλελές	noun|slang	αυτός που ασπάζεται στην πολιτική τον φιλελευθερισμό / νεοφιλελευθερισμό
φιλελευθέρου	=	φιλελεύθερος
φιλελευθέρους	=	φιλελεύθερος
φιλελευθέρων	=	φιλελεύθερος
φιλελευθερία	noun	η αγάπη για την ελευθερία
φιλελευθερίας	=	φιλελευθερία
φιλελευθερίες	=	φιλελευθερία
φιλελευθερισμέ	noun	κλητική ενικού του φιλελευθερισμός
φιλελευθερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλελευθερισμός
φιλελευθερισμού	noun	γενική ενικού του φιλελευθερισμός
φιλελευθερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλελευθερισμός
φιλελευθερισμό	noun	αιτιατική ενικού του φιλελευθερισμός
φιλελευθερισμός	noun	ηθική και φιλοσοφική θεωρία που αναζητεί για τον καθένα την ελευθερία γνώμης κι έκφρασης σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, ιδεολογικό αλλά και ατομικό επίπεδο
φιλελευθερισμών	noun	γενική πληθυντικού του φιλελευθερισμός
φιλελευθεριών	=	φιλελευθερία
φιλελεύθερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλελεύθερο
φιλελεύθερε	adj	κλητική ενικού του φιλελεύθερος
φιλελεύθερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλελεύθερη
φιλελεύθερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλελεύθερος
φιλελεύθερης	adj	γενική ενικού του φιλελεύθερη
φιλελεύθερο	adj	αιτιατική ενικού του φιλελεύθερος
φιλελεύθεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλελεύθερος
φιλελεύθερος	adj	που αγαπάει την ελευθερία	noun	οπαδός του πολιτικού φιλελευθερισμού
φιλελεύθερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλελεύθερος
φιλελεύθερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλελεύθερος
φιλελεύθερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλελεύθερος
φιλελλήνων	=	φιλέλληνας
φιλελληνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλελληνικός	adv	με φιλελληνικό τρόπο
φιλελληνικέ	adj	κλητική ενικού του φιλελληνικός
φιλελληνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλελληνική
φιλελληνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλελληνικός
φιλελληνικής	adj	γενική ενικού του φιλελληνική
φιλελληνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλελληνικός
φιλελληνικού	adj	γενική ενικού του φιλελληνικός
φιλελληνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλελληνικός
φιλελληνικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλελληνικός
φιλελληνικός	adj	σχετικός με τον φιλελληνισμό ή τους φιλέλληνες
φιλελληνικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλελληνικός
φιλελληνισμέ	noun	κλητική ενικού του φιλελληνισμός
φιλελληνισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλελληνισμός
φιλελληνισμού	noun	γενική ενικού του φιλελληνισμός
φιλελληνισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλελληνισμός
φιλελληνισμό	noun	αιτιατική ενικού του φιλελληνισμός
φιλελληνισμός	noun	η συμπάθεια, αγάπη ή στήριξη προς τους Έλληνες ή την Ελλάδα
φιλελληνισμών	noun	γενική πληθυντικού του φιλελληνισμός
φιλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φίλεμα
φιλεμένα	=	φιλεμένος
φιλεμένε	=	φιλεμένος
φιλεμένες	=	φιλεμένος
φιλεμένη	=	φιλεμένος
φιλεμένης	=	φιλεμένος
φιλεμένο	=	φιλεμένος
φιλεμένοι	=	φιλεμένος
φιλεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φιλεύω: κερασμένος μέσα σε σπίτι
φιλεμένου	=	φιλεμένος
φιλεμένους	=	φιλεμένος
φιλεμένων	=	φιλεμένος
φιλενάδα	noun	η φίλη (κυρίως γυναίκας)
φιλενάδας	=	φιλενάδα
φιλενάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλενάδα
φιλενάδων	=	φιλενάδα
φιλεναδίτσα	noun	μειωτικό για τη νεαρή ερωμένη
φιλεναδίτσας	=	φιλεναδίτσα
φιλεναδίτσες	=	φιλεναδίτσα
φιλεναδούλα	noun	συνήθως μειωτικό, για τη νεαρή ερωμένη, φιλεναδίτσα
φιλεναδούλας	=	φιλεναδούλα
φιλεναδούλες	=	φιλεναδούλα
φιλεπιστήμων	adj|rare	που επιδεικνύει ευμενή διάθεση προς την επιστήμη και τους επιστήμονες
φιλεραστία	noun|archaic	η ιδιότητα του φιλέραστου
φιλεραστίας	=	φιλεραστία
φιλεραστίες	=	φιλεραστία
φιλεραστιών	=	φιλεραστία
φιλεργία	noun	η φιλοπονία, η εργατικότητα, η αγάπη για την εργασία
φιλεργίας	=	φιλεργία
φιλεργίες	=	φιλεργία
φιλεργατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλεργατικός	adv	με φιλεργατικό τρόπο
φιλεργατικέ	adj	κλητική ενικού του φιλεργατικός
φιλεργατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλεργατική
φιλεργατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλεργατικός
φιλεργατικής	adj	γενική ενικού του φιλεργατική
φιλεργατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλεργατικός
φιλεργατικού	adj	γενική ενικού του φιλεργατικός
φιλεργατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλεργατικός
φιλεργατικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλεργατικός
φιλεργατικός	adj	που είναι ευνοϊκός προς τους εργάτες αλλά και ευρύτερα, φιλικός προς εργαζόμενους με σχετικά χαμηλό εισόδημα, οι οποίοι δεν είναι εργάτες βιομηχανικοί, αλλά απασχολούνται ως υπάλληλοι σε επιχείρηση άλλου χωρίς πάντως να είναι ανώτερα στελέχη
φιλεργατικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλεργατικός
φιλεργατισμέ	=	φιλεργατισμός
φιλεργατισμοί	=	φιλεργατισμός
φιλεργατισμού	=	φιλεργατισμός
φιλεργατισμούς	=	φιλεργατισμός
φιλεργατισμό	=	φιλεργατισμός
φιλεργατισμός	noun	η ιδιότητα του φιλεργατικού ή φιλεργατική διάθεση
φιλεργατισμών	=	φιλεργατισμός
φιλεργιών	=	φιλεργία
φιλεριού	=	φιλέρι
φιλεριών	=	φιλέρι
φιλετάκι	noun	το μικρό φιλέτο
φιλετάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλετάκι
φιλευσπλαγχνία	noun	φιλευσπλαχνία
φιλευσπλαγχνίας	noun	γενική ενικού του φιλευσπλαγχνία
φιλευσπλαγχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλευσπλαγχνία
φιλευσπλαγχνιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλευσπλαγχνία
φιλευσπλαχνία	noun	η ιδιότητα του φιλεύσπλαχνου, το να είναι κάποιος φιλεύσπλαχνος
φιλευσπλαχνίας	noun	γενική ενικού του φιλευσπλαχνία
φιλευσπλαχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλευσπλαχνία
φιλευσπλαχνιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλευσπλαχνία
φιλευτήκαμε	=	φιλεύω
φιλευτήκαν	=	φιλεύω
φιλευτήκανε	=	φιλεύω
φιλευτήκατε	=	φιλεύω
φιλευτεί	=	φιλεύω
φιλευτείτε	=	φιλεύω
φιλευόμασταν	=	φιλεύω
φιλευόμαστε	=	φιλεύω
φιλευόμουν	=	φιλεύω
φιλευόμουνα	=	φιλεύω
φιλευόντουσαν	=	φιλεύω
φιλευόσασταν	=	φιλεύω
φιλευόσαστε	=	φιλεύω
φιλευόσουν	=	φιλεύω
φιλευόσουνα	=	φιλεύω
φιλευόταν	=	φιλεύω
φιλευότανε	=	φιλεύω
φιλεύαμε	=	φιλεύω
φιλεύαν	=	φιλεύω
φιλεύανε	=	φιλεύω
φιλεύατε	=	φιλεύω
φιλεύει	=	φιλεύω
φιλεύεις	=	φιλεύω
φιλεύεσαι	=	φιλεύω
φιλεύεστε	=	φιλεύω
φιλεύεται	=	φιλεύω
φιλεύετε	=	φιλεύω
φιλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φιλεύω
φιλεύονται	=	φιλεύω
φιλεύονταν	=	φιλεύω
φιλεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλεύω
φιλεύουμε	=	φιλεύω
φιλεύουν	=	φιλεύω
φιλεύουνε	=	φιλεύω
φιλεύσπλαγχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλεύσπλαγχνος	adv	άλλη μορφή του φιλεύσπλαχνα
φιλεύσπλαγχνε	adj	κλητική ενικού του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαγχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλεύσπλαγχνη
φιλεύσπλαγχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαγχνης	adj	γενική ενικού του φιλεύσπλαγχνη
φιλεύσπλαγχνο	adj	αιτιατική ενικού του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαγχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαγχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαγχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαγχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλεύσπλαγχνος
φιλεύσπλαχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλεύσπλαχνος	adv	με φιλευσπλαχνία
φιλεύσπλαχνε	adj	κλητική ενικού του φιλεύσπλαχνος
φιλεύσπλαχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλεύσπλαχνη
φιλεύσπλαχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλεύσπλαχνος
φιλεύσπλαχνης	adj	γενική ενικού του φιλεύσπλαχνη
φιλεύσπλαχνο	adj	αιτιατική ενικού του φιλεύσπλαχνος
φιλεύσπλαχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλεύσπλαχνος
φιλεύσπλαχνος	adj	που θέλει να φέρεται με ευσπλαχνία, με ευαισθησία και οίκτο προς τους άλλους, που τους λυπάται και τους ελεεί
φιλεύσπλαχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλεύσπλαχνος
φιλεύσπλαχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλεύσπλαχνος
φιλεύσπλαχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλεύσπλαχνος
φιλεύτηκα	=	φιλεύω
φιλεύτηκαν	=	φιλεύω
φιλεύτηκε	=	φιλεύω
φιλεύτηκες	=	φιλεύω
φιλεύω	verb	κερνάω φαγητό που έχω ετοιμάσει συνήθως στο σπίτι μου, χωρίς πολυτέλειες και κατά κανόνα όχι σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες
φιληδονία	noun	η αγάπη για τις ηδονές
φιληδονίας	noun	γενική ενικού του φιληδονία
φιληδονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιληδονία
φιληδονιών	noun	γενική πληθυντικού του φιληδονία
φιληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθήκαν	=	φιλάω
φιληθήκανε	=	φιλάω
φιληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληθούνε	=	φιλάω
φιληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιέμαι
φιληκοΐα	noun	το να είναι κάποιος φιλήκοος, η ιδιότητα του φιλήκοου
φιληκοΐας	=	φιληκοΐα
φιληκοΐες	=	φιληκοΐα
φιληκοϊών	=	φιληκοΐα
φιληκόου	=	φιλήκοος
φιληκόους	=	φιλήκοος
φιληκόων	=	φιλήκοος
φιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φίλημα
φιλημένος	=	φιλάω
φιλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλί
φιλιέμαι	verb	με φιλούν
φιλιέρα	noun	συνώνυμο του βιδολόγος
φιλιέρας	noun	γενική ενικού του φιλιέρα
φιλιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλιέρα
φιλιέσαι	=	φιλάω
φιλιέστε	=	φιλάω
φιλιέται	=	φιλάω
φιλιατρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλιατρό
φιλιατρού	noun	γενική ενικού του φιλιατρό
φιλιατρό	noun	χείλος ή στόμιο πηγαδιού
φιλιατρών	noun	γενική πληθυντικού του φιλιατρό
φιλιγκράν	noun	περίτεχνο τεχνούργημα από χρυσό ή ασημένιο σύρμα από το οποίο σχηματίζονται τα σχέδια
φιλικά	adv	με φιλικό τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλικό
φιλικέ	adj	κλητική ενικού του φιλικός
φιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλική
φιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλικός
φιλικής	adj	γενική ενικού του φιλική
φιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλικός
φιλικοτήτων	=	φιλικότητα
φιλικού	adj	γενική ενικού του φιλικός
φιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλικός
φιλικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλικός
φιλικός	adj	που δείχνει θετική διάθεση, φιλικότητα
φιλικότατα	adv	εξαιρετικά φιλικά
φιλικότατε	=	φιλικός
φιλικότατες	=	φιλικός
φιλικότατη	=	φιλικός
φιλικότατης	=	φιλικός
φιλικότατο	=	φιλικός
φιλικότατοι	=	φιλικός
φιλικότατος	=	φιλικός
φιλικότατου	=	φιλικός
φιλικότατους	=	φιλικός
φιλικότατων	=	φιλικός
φιλικότερα	=	φιλικός
φιλικότερε	=	φιλικός
φιλικότερες	=	φιλικός
φιλικότερη	=	φιλικός
φιλικότερης	=	φιλικός
φιλικότερο	=	φιλικός
φιλικότεροι	=	φιλικός
φιλικότερος	=	φιλικός
φιλικότερου	=	φιλικός
φιλικότερους	=	φιλικός
φιλικότερων	=	φιλικός
φιλικότητα	noun	το να είναι κάποιος φιλικός, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του φιλικού
φιλικότητας	=	φιλικότητα
φιλικότητες	=	φιλικότητα
φιλικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλικός
φιλιού	=	φιλί
φιλιούνται	=	φιλάω
φιλιούνταν	=	φιλάω
φιλιπινέζε	=	φιλιπινέζος
φιλιπινέζο	=	φιλιπινέζος
φιλιπινέζοι	=	φιλιπινέζος
φιλιπινέζος	noun	ο κάτοικος τον Φιλιππίνων, ο Φιλιπίνος
φιλιπινέζου	=	φιλιπινέζος
φιλιπινέζους	=	φιλιπινέζος
φιλιπινέζων	=	φιλιπινέζος
φιλιππικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλιππικό
φιλιππικέ	adj	κλητική ενικού του φιλιππικός
φιλιππικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλιππική
φιλιππική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλιππικός
φιλιππικής	adj	γενική ενικού του φιλιππική
φιλιππικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλιππικός
φιλιππικού	adj	γενική ενικού του φιλιππικός
φιλιππικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλιππικός
φιλιππικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλιππικός
φιλιππικός	adj	σφοδρή λεκτική επίθεση και εκτόξευση κατηγοριών
φιλιππικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλιππικός
φιλιππινέζικα	noun	η επίσημη γλώσσα των Φιλιππίνων (μαζί με τα αγγλικά).
φιλιππινέζικων	=	φιλιππινέζικα
φιλιστοκών	=	φιλιστόκα
φιλιστρίνι	noun|rare	άλλη μορφή του φινιστρίνι
φιλιστόκα	noun	έγγραφο μεγάλου μεγέθους
φιλιστόκας	=	φιλιστόκα
φιλιστόκες	=	φιλιστόκα
φιλιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φίλιωμα
φιλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλιωμένο
φιλιωμένε	verb	κλητική ενικού του φιλιωμένος
φιλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλιωμένη
φιλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλιωμένος
φιλιωμένης	verb	γενική ενικού του φιλιωμένη
φιλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φιλιωμένος
φιλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλιωμένος
φιλιωμένος	verb|vulgar	που έχει φιλιώσει με κάποιον
φιλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλιωμένος
φιλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φιλιωμένος
φιλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλιωμένος
φιλιόκβε	noun	και εκ του Υιού (για να δηλώσει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο από το Θεό – Πατέρα αλλά και από τον Υιό)
φιλιόμασταν	=	φιλάω
φιλιόμαστε	=	φιλάω
φιλιόμουν	=	φιλάω
φιλιόμουνα	=	φιλάω
φιλιόνται	=	φιλάω
φιλιόνταν	=	φιλάω
φιλιόντανε	=	φιλάω
φιλιόντουσαν	=	φιλάω
φιλιόσασταν	=	φιλάω
φιλιόσαστε	=	φιλάω
φιλιόσουν	=	φιλάω
φιλιόσουνα	=	φιλάω
φιλιόταν	=	φιλάω
φιλιότανε	=	φιλάω
φιλιότσο	noun	βαφτιστικός, αναδεξιμιός
φιλιότσος	noun	βαφτιστικός, αναδεξιμιός
φιλιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλιωμα
φιλιώματος	noun	γενική ενικού του φίλιωμα
φιλιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλία
φιλιώναμε	=	φιλιώνω
φιλιώναν	=	φιλιώνω
φιλιώνανε	=	φιλιώνω
φιλιώνατε	=	φιλιώνω
φιλιώνει	=	φιλιώνω
φιλιώνεις	=	φιλιώνω
φιλιώνετε	=	φιλιώνω
φιλιώνοντας	=	φιλιώνω
φιλιώνουμε	=	φιλιώνω
φιλιώνουν	=	φιλιώνω
φιλιώνουνε	=	φιλιώνω
φιλιώνω	verb	γίνομαι ξανά φίλος με κάποιον, συμφιλιώνομαι
φιλιώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσαν	=	φιλιώνω
φιλιώσανε	=	φιλιώνω
φιλιώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλιώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλιώνω
φιλλανδικά	=	φιλλανδικός
φιλλανδικέ	adj	κλητική ενικού του φιλλανδικός
φιλλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλλανδική
φιλλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλλανδικός
φιλλανδικής	adj	γενική ενικού του φιλλανδική
φιλλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλλανδικός
φιλλανδικού	adj	γενική ενικού του φιλλανδικός
φιλλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλλανδικός
φιλλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλλανδικός
φιλλανδικός	adj	παρωχημένη γραφή του φινλανδικός
φιλλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλλανδικός
φιλλυκιού	=	φιλλύκι
φιλλυκιών	=	φιλλύκι
φιλλυρέα	noun	θάμνος που ανήκει στην οικογένεια των ελαιοειδών
φιλλυρέας	=	φιλλυρέα
φιλλυρέες	=	φιλλυρέα
φιλλυρέων	=	φιλλυρέα
φιλλύκι	noun	θάμνος αειθαλής με μικρά κίτρινα λουλούδια
φιλλύκια	=	φιλλύκι
φιλμ	noun	λεπτό και εύκαμπτο πλαστικό ειδικά επεξεργασμένο για να αποτυπώνει εικόνες για φωτογράφηση ή κινηματογράφηση
φιλμάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλμάρω
φιλμάρω	verb	καταγράφω σε φιλμ ή σε άλλο μέσο καταγραφής οπτικοακουστικού υλικού
φιλμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλμάρισμα
φιλμαρίσματος	noun	γενική ενικού του φιλμάρισμα
φιλμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιλμάρισμα
φιλμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλμικό
φιλμικέ	adj	κλητική ενικού του φιλμικός
φιλμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλμική
φιλμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλμικός
φιλμικής	adj	γενική ενικού του φιλμική
φιλμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλμικός
φιλμικού	adj	γενική ενικού του φιλμικός
φιλμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλμικός
φιλμικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλμικός
φιλμικός	adj	που έχει σχέση με το φιλμ, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
φιλμικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλμικός
φιλμογραφία	noun	λίστα με κινηματογραφικές ταινίες κάποιου ηθοποιού ή σκηνοθέτη, ή με ταινίες σχετικές με κάποιο θέμα
φιλμογραφίας	noun	γενική ενικού του φιλμογραφία
φιλμογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλμογραφία
φιλμογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλμογραφία
φιλμς	=	φιλμ
φιλναθρωπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλναθρωπική
φιλναθρωπικής	adj	γενική ενικού του φιλναθρωπική
φιλντισένια	=	φιλντισένιος
φιλντισένιας	=	φιλντισένιος
φιλντισένιε	=	φιλντισένιος
φιλντισένιες	=	φιλντισένιος
φιλντισένιια	=	φιλντισένιος
φιλντισένιιο	=	φιλντισένιος
φιλντισένιο	=	φιλντισένιος
φιλντισένιοι	=	φιλντισένιος
φιλντισένιος	adj	που είναι φτιαγμένος από φίλντισι
φιλντισένιου	=	φιλντισένιος
φιλντισένιους	=	φιλντισένιος
φιλντισένιων	=	φιλντισένιος
φιλντισιού	=	φίλντισι
φιλντισιών	=	φίλντισι
φιλοαγροτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλοαγροτικός	adv	με φιλοαγροτικό τρόπο
φιλοαγροτικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοαγροτικός
φιλοαγροτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοαγροτική
φιλοαγροτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοαγροτικός
φιλοαγροτικής	adj	γενική ενικού του φιλοαγροτική
φιλοαγροτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοαγροτικός
φιλοαγροτικού	adj	γενική ενικού του φιλοαγροτικός
φιλοαγροτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοαγροτικός
φιλοαγροτικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοαγροτικός
φιλοαγροτικός	adj	που ακολουθεί πολιτική υπέρ των (συμφερόντων των) αγροτών
φιλοαγροτικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοαγροτικός
φιλοαμερικανικά	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικέ	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικές	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανική	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φιλοαμερικανική) του φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικοί	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικού	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικούς	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικό	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανικός	adj	που τάσσεται υπέρ της Αμερικής γενικότερα ή των ΗΠΑ ειδικότερα
φιλοαμερικανικών	=	φιλοαμερικανικός
φιλοαμερικανισμέ	=	φιλοαμερικανισμός
φιλοαμερικανισμοί	=	φιλοαμερικανισμός
φιλοαμερικανισμού	=	φιλοαμερικανισμός
φιλοαμερικανισμούς	=	φιλοαμερικανισμός
φιλοαμερικανισμό	=	φιλοαμερικανισμός
φιλοαμερικανισμός	noun	η υποστήριξη των αμερικανικών συμφερόντων και πολιτικής
φιλοαμερικανισμών	=	φιλοαμερικανισμός
φιλοαμερικανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοαμερικανός
φιλοβαλκανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοβαλκανικό
φιλοβαλκανικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοβαλκανικός
φιλοβαλκανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοβαλκανική
φιλοβαλκανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοβαλκανικός
φιλοβαλκανικής	adj	γενική ενικού του φιλοβαλκανική
φιλοβαλκανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοβαλκανικός
φιλοβαλκανικού	adj	γενική ενικού του φιλοβαλκανικός
φιλοβαλκανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοβαλκανικός
φιλοβαλκανικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοβαλκανικός
φιλοβαλκανικός	adj	που είναι φίλος ή φιλικά διακείμενος σε βαλκανικές χώρες ή τα συμφέροντά τους
φιλοβαλκανικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοβαλκανικός
φιλοβασιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοβασιλικό
φιλοβασιλικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοβασιλική
φιλοβασιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλικής	adj	γενική ενικού του φιλοβασιλική
φιλοβασιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλικού	adj	γενική ενικού του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλικός	adj	ο οπαδός του πολιτεύματος της βασιλείας, βασιλόφρονας, βασιλικός
φιλοβασιλικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοβασιλικός
φιλοβασιλισμέ	=	φιλοβασιλισμός
φιλοβασιλισμοί	=	φιλοβασιλισμός
φιλοβασιλισμού	=	φιλοβασιλισμός
φιλοβασιλισμούς	=	φιλοβασιλισμός
φιλοβασιλισμό	=	φιλοβασιλισμός
φιλοβασιλισμός	noun	η συμπάθεια προς τον βασιλικό θεσμό και η προσήλωση σʼ αυτόν
φιλοβασιλισμών	=	φιλοβασιλισμός
φιλογένεια	noun	η αγάπη για το γένος, ο πατριωτισμός
φιλογένειας	=	φιλογένεια
φιλογένειες	=	φιλογένεια
φιλογενειών	=	φιλογένεια
φιλογυνία	noun|formal	η (μεγάλη) αγάπη για τις γυναίκες
φιλογυνίας	=	φιλογυνία
φιλογυνίες	=	φιλογυνία
φιλογυνιών	=	φιλογυνία
φιλογύνη	=	φιλογύνης
φιλογύνηδες	=	φιλογύνης
φιλογύνηδων	=	φιλογύνης
φιλογύνης	noun	ο γυναικάς, αυτός που του αρέσουν οι γυναίκες
φιλοδίκαια	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιας	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιε	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιες	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιη	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιης	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιο	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιοι	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιος	adj	ο φίλος του δικαίου, εκείνος που έχει ανεπτυγμένο το αίσθημα περί δικαίου, ο δίκαιος άνθρωπος, εκείνος που μισεί την αδικία
φιλοδίκαιου	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιους	=	φιλοδίκαιος
φιλοδίκαιων	=	φιλοδίκαιος
φιλοδασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδασικό
φιλοδασικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοδασικός
φιλοδασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδασική
φιλοδασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοδασικός
φιλοδασικής	adj	γενική ενικού του φιλοδασική
φιλοδασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοδασικός
φιλοδασικού	adj	γενική ενικού του φιλοδασικός
φιλοδασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοδασικός
φιλοδασικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοδασικός
φιλοδασικός	adj	αυτός που αγαπά και προστατεύει τα δάση, ο αναφερόμενος στην προστασία των δασών.
φιλοδασικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοδασικός
φιλοδοξήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσαν	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξήσανε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσουνε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδοξία	noun	η επιθυμία για απόκτηση δόξας
φιλοδοξίας	noun	γενική ενικού του φιλοδοξία
φιλοδοξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδοξία
φιλοδοξεί	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξείς	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξείτε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοδοξία
φιλοδοξούμε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούν	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούνε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσα	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσαμε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσαν	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσανε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσατε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσε	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξούσες	=	φιλοδοξώ
φιλοδοξώ	verb	διακατέχομαι από φιλοδοξία, επιθυμώ πολύ να πετύχω κάτι
φιλοδοξώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδυτικό
φιλοδυτικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοδυτικός
φιλοδυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδυτική
φιλοδυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοδυτικός
φιλοδυτικής	adj	γενική ενικού του φιλοδυτική
φιλοδυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοδυτικός
φιλοδυτικού	adj	γενική ενικού του φιλοδυτικός
φιλοδυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοδυτικός
φιλοδυτικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοδυτικός
φιλοδυτικός	adj	που πρόσκειται, συμφωνεί με την εξωτερική πολιτική η οποία είναι φιλικά διακείμενη προς τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη (άλλοτε σε αντιδιαστολή προς τις επιρροές της Ρωσίας ή της ΕΕΣΔ και των ανατολικών ευρωπαϊκών κρατών του συμφώνου της Βαρσοβίας) αλλά συχνά σε αντιδιαστολή και προς τα κράτη των Βαλκανίων ή και της Μέσης Ανατολής (με το τσιτάτο του 1960 και του 1970 "ανήκομεν εις την Δύσιν")
φιλοδυτικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοδυτικός
φιλοδωρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοδώρημα
φιλοδωρήματος	noun	γενική ενικού του φιλοδώρημα
φιλοδωρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδωρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιλοδώρημα
φιλοδωρώ	verb	δίνω φιλοδώρημα
φιλοδόξησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδόξησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδόξησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδόξησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδοξώ
φιλοδώρημα	noun	μικρό χρηματικό δώρο σε κάποιον που φέρνει έναν λογαριασμό, ένα πακέτο, που κάνει μια δουλειά
φιλοδώρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδώρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδώρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοδώρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοδωρώ
φιλοεργοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοεργοδοτικό
φιλοεργοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοεργοδοτική
φιλοεργοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικής	adj	γενική ενικού του φιλοεργοδοτική
φιλοεργοδοτικη	=	φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικο	=	φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικού	adj	γενική ενικού του φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοεργοδοτικός
φιλοεργοδοτικός	adj	που υποστηρίζει ή ευνοεί τα συμφέροντα των εργοδοτών, συχνά σε βάρος των εργαζομένων
φιλοεργοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοεργοδοτικός
φιλοευρωπαία	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαίε	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαίο	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαίοι	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαίος	noun	ο ευρωπαϊστής, η ευρωπαΐστρια, αυτός που επιθυμεί ισχυρή την Ευρωπαϊκή Ένωση
φιλοευρωπαίου	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαίους	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαίων	=	φιλοευρωπαίος
φιλοευρωπαϊσμέ	=	φιλοευρωπαϊσμός
φιλοευρωπαϊσμοί	=	φιλοευρωπαϊσμός
φιλοευρωπαϊσμού	=	φιλοευρωπαϊσμός
φιλοευρωπαϊσμούς	=	φιλοευρωπαϊσμός
φιλοευρωπαϊσμό	=	φιλοευρωπαϊσμός
φιλοευρωπαϊσμός	noun	πολιτική θέση υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ένταξης
φιλοευρωπαϊσμών	=	φιλοευρωπαϊσμός
φιλοευρωπαϊστές	=	φιλοευρωπαϊστής
φιλοευρωπαϊστή	=	φιλοευρωπαϊστής
φιλοευρωπαϊστής	noun	υποστηρικτής του φιλοευρωπαϊσμού
φιλοευρωπαϊστών	=	φιλοευρωπαϊστής
φιλοζωία	noun	η αγάπη για τη ζωή
φιλοζωίας	noun	γενική ενικού του φιλοζωία
φιλοζωίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοζωία
φιλοζωικά	adv	με φιλοζωικό τρόπο
φιλοζωικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοζωικός
φιλοζωικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοζωική
φιλοζωική	noun	εταιρεία ή οργάνωση προστασίας των ζώων
φιλοζωικής	adj	γενική ενικού του φιλοζωική
φιλοζωικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοζωικός
φιλοζωικού	adj	γενική ενικού του φιλοζωικός
φιλοζωικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοζωικός
φιλοζωικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοζωικός
φιλοζωικός	adj	που έχει σχέση με τον φιλόζωο ή τη φιλοζωία ή αναφέρεται σ’ αυτά
φιλοζωικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοζωικός
φιλοζωιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοζωία
φιλοθεΐα	noun	η αγάπη προς τον Θεό
φιλοθεΐας	=	φιλοθεΐα
φιλοθεΐες	=	φιλοθεΐα
φιλοθεάμον	=	φιλοθεάμων
φιλοθεάμονα	=	φιλοθεάμων
φιλοθεάμονας	=	φιλοθεάμων
φιλοθεάμονες	=	φιλοθεάμων
φιλοθεάμονος	=	φιλοθεάμων
φιλοθεάμων	adj	που αγαπά τα θεάματα
φιλοθεαμόνων	=	φιλοθεάμων
φιλοθεϊών	=	φιλοθεΐα
φιλοκέρδεια	noun|formal	η ιδιότητα του φιλοκερδούς
φιλοκέρδειας	noun	γενική ενικού του φιλοκέρδεια
φιλοκέρδειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοκέρδεια
φιλοκαλία	noun	η αγάπη του ωραίου
φιλοκαλίας	noun	γενική ενικού του φιλοκαλία
φιλοκαλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοκαλία
φιλοκαλιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοκαλία
φιλοκαλώ	verb	αγαπώ το ωραίο
φιλοκαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλοκαλώ
φιλοκατήγορα	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορε	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορες	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορη	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορης	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορο	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγοροι	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορος	adj|formal	που αγαπά να κατηγορεί, να ψέγει τους άλλους, ο εύκολος στις κατηγόριες που σπάνια επαινεί
φιλοκατήγορου	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορους	=	φιλοκατήγορος
φιλοκατήγορων	=	φιλοκατήγορος
φιλοκερδές	=	φιλοκερδής
φιλοκερδή	=	φιλοκερδής
φιλοκερδής	adj|formal	που αγαπά το κέρδος περισσότερο από το αποδεκτό, ο άπληστος, ο κερδοσκόπος
φιλοκερδείς	=	φιλοκερδής
φιλοκερδειών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοκέρδεια
φιλοκερδούς	=	φιλοκερδής
φιλοκερδών	=	φιλοκερδής
φιλοκερδώς	adv|formal	με φιλοκερδή τρόπο, με φιλοκέρδεια
φιλοκτημοσυνών	=	φιλοκτημοσύνη
φιλοκτημοσύνες	=	φιλοκτημοσύνη
φιλοκτημοσύνη	noun	η υπερβολική επιθυμία για απόκτηση κτημάτων, περιουσίας
φιλοκτημοσύνης	=	φιλοκτημοσύνη
φιλοκυβερνητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοκυβερνητικό
φιλοκυβερνητικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοκυβερνητικός
φιλοκυβερνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοκυβερνητική
φιλοκυβερνητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοκυβερνητικός
φιλοκυβερνητικής	adj	γενική ενικού του φιλοκυβερνητική
φιλοκυβερνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοκυβερνητικός
φιλοκυβερνητικού	adj	γενική ενικού του φιλοκυβερνητικός
φιλοκυβερνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοκυβερνητικός
φιλοκυβερνητικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοκυβερνητικός
φιλοκυβερνητικός	adj	που είναι υπέρ της κυβέρνησης
φιλοκυβερνητικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοκυβερνητικός
φιλολακωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολακωνικό
φιλολακωνικέ	adj	κλητική ενικού του φιλολακωνικός
φιλολακωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολακωνική
φιλολακωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλολακωνικός
φιλολακωνικής	adj	γενική ενικού του φιλολακωνική
φιλολακωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλολακωνικός
φιλολακωνικού	adj	γενική ενικού του φιλολακωνικός
φιλολακωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλολακωνικός
φιλολακωνικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλολακωνικός
φιλολακωνικός	adj	χαρακτηρισμός πολιτικής ή ενέργειας που ήταν φιλική προς τους Λάκωνες και τα πολιτικά χαρακτηριστικά της Σπάρτης (ιδίως σε αναφορές για την αντιπαράθεση με την Αθήνα και τον Πελοποννησιακό Πόλεμο)
φιλολακωνικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλολακωνικός
φιλολαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολαϊκό
φιλολαϊκέ	adj	κλητική ενικού του φιλολαϊκός
φιλολαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολαϊκή
φιλολαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλολαϊκός
φιλολαϊκής	adj	γενική ενικού του φιλολαϊκή
φιλολαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλολαϊκός
φιλολαϊκού	adj	γενική ενικού του φιλολαϊκός
φιλολαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλολαϊκός
φιλολαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του φιλολαϊκός
φιλολαϊκός	adj	φιλικός προς το λαϊκό αίσθημα, ευνοϊκός για την πλατιά μάζα του λαού
φιλολαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του φιλολαϊκός
φιλολογία	noun	η επιστήμη που μελετά σε πανεπιστημιακό επίπεδο τη λογοτεχνία, τη γλώσσα, τα γραπτά μνημεία παλαιότερων εποχών αλλά και τα σημαντικά από τα σύγχρονα, αυτά που έχουν ξεχωρίσει
φιλολογίας	noun	γενική ενικού του φιλολογία
φιλολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολογία
φιλολογίνα	noun	η φιλόλογος
φιλολογίνας	=	φιλολογίνα
φιλολογίνες	=	φιλολογίνα
φιλολογίνων	=	φιλολογίνα
φιλολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολογικό	adv	από φιλολογική άποψη, με φιλολογικό πνεύμα από τη σκοπιά τού λόγου
φιλολογικέ	adj	κλητική ενικού του φιλολογικός
φιλολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλολογική
φιλολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλολογικός
φιλολογικής	adj	γενική ενικού του φιλολογική
φιλολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλολογικός
φιλολογικού	adj	γενική ενικού του φιλολογικός
φιλολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλολογικός
φιλολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλολογικός
φιλολογικός	adj	ο σχετικός με τη φιλολογία
φιλολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλολογικός
φιλολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλολογία
φιλολογώ	verb	ασχολούμαι με τη φιλολογία ερασιτεχνικά, την αγαπώ
φιλολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλολογώ
φιλολόγου	noun	γενική ενικού του φιλόλογος
φιλολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλόλογος
φιλολόγων	noun	γενική πληθυντικού του φιλόλογος
φιλομάθεια	noun	η αγάπη της μάθησης
φιλομάθειας	noun	γενική ενικού του φιλομάθεια
φιλομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλομάθεια
φιλομαθές	=	φιλομαθής
φιλομαθή	=	φιλομαθής
φιλομαθής	adj	που αγαπά τη μάθηση, που θέλει να αποκτά γνώσεις
φιλομαθείς	=	φιλομαθής
φιλομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του φιλομάθεια
φιλομαθούς	=	φιλομαθής
φιλομαθών	=	φιλομαθής
φιλομνημονιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλομνημονιακό
φιλομνημονιακέ	adj	κλητική ενικού του φιλομνημονιακός
φιλομνημονιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλομνημονιακή
φιλομνημονιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλομνημονιακός
φιλομνημονιακής	adj	γενική ενικού του φιλομνημονιακή
φιλομνημονιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλομνημονιακός
φιλομνημονιακού	adj	γενική ενικού του φιλομνημονιακός
φιλομνημονιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλομνημονιακός
φιλομνημονιακό	adj	αιτιατική ενικού του φιλομνημονιακός
φιλομνημονιακός	adj	που είναι υπέρμαχος του μνημονίου ή της κατάστασης που αυτό συνεπάγεται
φιλομνημονιακών	adj	γενική πληθυντικού του φιλομνημονιακός
φιλομοναρχικά	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικέ	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικές	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχική	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικής	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικη	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικο	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικοί	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικού	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικούς	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικό	=	φιλομοναρχικός
φιλομοναρχικός	adj	που είναι θετικός / υποστηρικτικός στο σύστημα της μοναρχίας, φιλοβασιλικός
φιλομοναρχικών	=	φιλομοναρχικός
φιλομουσία	noun	η αγάπη προς τις καλές τέχνες
φιλομουσίας	=	φιλομουσία
φιλομουσίες	=	φιλομουσία
φιλομουσιών	=	φιλομουσία
φιλομοφυλοφιλικά	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικέ	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικές	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλική	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικής	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικοί	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικού	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικούς	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικό	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλομοφυλοφιλικός	adj	που διάκειται φιλικά προς την ομοφυλοφιλία και τους ομοφυλόφιλους
φιλομοφυλοφιλικών	=	φιλομοφυλοφιλικός
φιλονίκει	=	φιλονικώ
φιλονίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλοναζιστικά	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικέ	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικές	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστική	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικής	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικοί	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικού	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικούς	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικό	=	φιλοναζιστικός
φιλοναζιστικός	adj	που εκδηλώνει συμπάθεια, υποστήριξη ή συγκατάθεση προς τις αρχές, τις ιδέες ή τις πρακτικές του ναζισμού
φιλοναζιστικών	=	φιλοναζιστικός
φιλονατοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλονατοϊκό
φιλονατοϊκέ	adj	κλητική ενικού του φιλονατοϊκός
φιλονατοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλονατοϊκή
φιλονατοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλονατοϊκός
φιλονατοϊκής	adj	γενική ενικού του φιλονατοϊκή
φιλονατοϊκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλονατοϊκός
φιλονατοϊκού	adj	γενική ενικού του φιλονατοϊκός
φιλονατοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλονατοϊκός
φιλονατοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του φιλονατοϊκός
φιλονατοϊκός	adj	που είναι φιλικά διακείμενος στο ΝΑΤΟ
φιλονατοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του φιλονατοϊκός
φιλονεϊσμέ	=	φιλονεϊσμός
φιλονεϊσμοί	=	φιλονεϊσμός
φιλονεϊσμού	=	φιλονεϊσμός
φιλονεϊσμούς	=	φιλονεϊσμός
φιλονεϊσμό	=	φιλονεϊσμός
φιλονεϊσμός	noun	η αγάπη για τη νέα γενιά, τους νέους
φιλονεϊσμών	=	φιλονεϊσμός
φιλονεϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλονεϊστής
φιλονεϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φιλονεϊστής
φιλονεϊστής	noun	αυτός που αγαπά την νέα γενιά
φιλονεϊστών	=	φιλονεϊστής
φιλονικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσαν	=	φιλονικώ
φιλονικήσανε	=	φιλονικώ
φιλονικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλονικώ
φιλονικία	noun	η διαμάχη μεταξύ ατόμων, η έντονη διαφωνία, ο διαπληκτισμός, ο καβγάς
φιλονικίας	noun	γενική ενικού του φιλονικία
φιλονικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλονικία
φιλονικεί	=	φιλονικώ
φιλονικείς	=	φιλονικώ
φιλονικείτε	=	φιλονικώ
φιλονικιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλονικία
φιλονικούμε	=	φιλονικώ
φιλονικούν	=	φιλονικώ
φιλονικούνε	=	φιλονικώ
φιλονικούσα	=	φιλονικώ
φιλονικούσαμε	=	φιλονικώ
φιλονικούσαν	=	φιλονικώ
φιλονικούσανε	=	φιλονικώ
φιλονικούσατε	=	φιλονικώ
φιλονικούσε	=	φιλονικώ
φιλονικούσες	=	φιλονικώ
φιλονικώ	verb	τσακώνομαι, μαλώνω με κάποιον
φιλονικώντας	=	φιλονικώ
φιλονικῶ	verb	πολυτονική γραφή του φιλονικώ
φιλονιού	=	φιλόνι
φιλονιών	=	φιλόνι
φιλονομία	noun	η αγάπη προς το νόμιμο, ο σεβασμός προς τη νομοθεσία, η νομιμοφροσύνη
φιλονομίας	=	φιλονομία
φιλονομίες	=	φιλονομία
φιλονομιών	=	φιλονομία
φιλοξένησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξένησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξένησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξένησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσαν	=	φιλοξενώ
φιλοξενήσανε	=	φιλοξενώ
φιλοξενήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσου	=	φιλοξενώ
φιλοξενήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσουνε	=	φιλοξενώ
φιλοξενήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενώ
φιλοξενία	noun	η φιλική και πρόθυμη υποδοχή ξένων
φιλοξενίας	noun	γενική ενικού του φιλοξενία
φιλοξενίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοξενία
φιλοξενεί	=	φιλοξενώ
φιλοξενείς	=	φιλοξενώ
φιλοξενείσαι	=	φιλοξενώ
φιλοξενείστε	=	φιλοξενώ
φιλοξενείται	=	φιλοξενώ
φιλοξενείτε	=	φιλοξενώ
φιλοξενείτο	=	φιλοξενώ
φιλοξενηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθήκαν	=	φιλοξενώ
φιλοξενηθήκανε	=	φιλοξενώ
φιλοξενηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενηθούνε	=	φιλοξενώ
φιλοξενηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοξενούμαι
φιλοξενημένος	=	φιλοξενώ
φιλοξενιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοξενία
φιλοξενουμένη	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενουμένου	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενουμένους	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενουμένων	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμαι	verb	μου προσφέρουν δωρεάν κατοικία
φιλοξενούμασταν	=	φιλοξενώ
φιλοξενούμαστε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούμε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούμενα	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενε	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενες	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενη	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενης	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενο	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενοι	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενος	noun	ο επισκέπτης, αυτός που τον υποδέχεται κάποιος στο σπίτι του ή στην περιοχή του
φιλοξενούμενου	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενους	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμενων	=	φιλοξενούμενος
φιλοξενούμουν	=	φιλοξενώ
φιλοξενούμουνα	=	φιλοξενώ
φιλοξενούν	=	φιλοξενώ
φιλοξενούνε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούνται	=	φιλοξενώ
φιλοξενούνταν	=	φιλοξενώ
φιλοξενούντο	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσα	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσαμε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσαν	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσανε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσατε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσε	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσες	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσουν	=	φιλοξενώ
φιλοξενούσουνα	=	φιλοξενώ
φιλοξενώ	verb	υποδέχομαι κάποιον στο σπίτι μου ή στην περιοχή μου
φιλοξενώντας	=	φιλοξενώ
φιλοπάππου	noun	γενική ενικού του Φιλόπαππος
φιλοπατρία	noun	η αγάπη προς την πατρίδα, ο πατριωτισμός
φιλοπατρίας	noun	γενική ενικού του φιλοπατρία
φιλοπατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπατρία
φιλοπατριών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοπατρία
φιλοπερίεργα	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργε	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργες	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργη	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργης	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργο	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργοι	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργος	adj	υπερβολικά περίεργος
φιλοπερίεργου	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργους	=	φιλοπερίεργος
φιλοπερίεργων	=	φιλοπερίεργος
φιλοπεριέργεια	noun	η υπερβολική περιέργεια
φιλοπεριέργειας	=	φιλοπεριέργεια
φιλοπεριέργειες	=	φιλοπεριέργεια
φιλοπεριβαλλοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπεριβαλλοντικό
φιλοπεριβαλλοντικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριβαλλοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπεριβαλλοντική
φιλοπεριβαλλοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριβαλλοντικής	adj	γενική ενικού του φιλοπεριβαλλοντική
φιλοπεριβαλλοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριβαλλοντικού	adj	γενική ενικού του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριβαλλοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριβαλλοντικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριβαλλοντικός	adj	που είναι φιλικός προς το περιβάλλον
φιλοπεριβαλλοντικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοπεριβαλλοντικός
φιλοπεριεργειών	=	φιλοπεριέργεια
φιλοπονία	noun	η ιδιότητα του φιλόπονου, εκείνου που εργάζεται με προθυμία σκληρά, η εργατικότητα
φιλοπονίας	noun	γενική ενικού του φιλοπονία
φιλοπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπονία
φιλοπονιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοπονία
φιλοποσία	noun|formal	η αγάπη για την κατανάλωση αλκοόλ
φιλοποσίας	=	φιλοποσία
φιλοποσίες	=	φιλοποσία
φιλοποσιών	=	φιλοποσία
φιλοποτίδων	=	φιλοπότης
φιλοποτών	=	φιλοπότης
φιλοπράγμον	=	φιλοπράγμων
φιλοπράγμονα	=	φιλοπράγμων
φιλοπράγμονας	=	φιλοπράγμων
φιλοπράγμονες	=	φιλοπράγμων
φιλοπράγμονος	=	φιλοπράγμων
φιλοπράγμων	adj	ο δραστήριος, που δεν έχει ησυχία, που θέλει διαρκώς να κάνει κάτι (συνήθως αλλά όχι και πάντα, χρήσιμο)
φιλοπραγμοσυνών	=	φιλοπραγμοσύνη
φιλοπραγμοσύνες	=	φιλοπραγμοσύνη
φιλοπραγμοσύνη	noun	η ενασχόληση με πολλά από μεράκι, από θετική διάθεση προς διάφορα αντικείμενα, από αγάπη η άνάγκη για δραστηριότητα
φιλοπραγμοσύνης	=	φιλοπραγμοσύνη
φιλοπραγμόνων	=	φιλοπράγμων
φιλοπροσωπία	noun	η μεροληψία, η εύνοια προς κάποιο πρόσωπο
φιλοπρωτία	noun	η επιθυμία που έχει κάποιος να είναι πρώτος και η σχετική επιδίωξη
φιλοπρωτίας	noun	γενική ενικού του φιλοπρωτία
φιλοπρωτίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπρωτία
φιλοπρωτιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοπρωτία
φιλοπρόοδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπρόοδο
φιλοπρόοδε	adj	κλητική ενικού του φιλοπρόοδος
φιλοπρόοδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοπρόοδη
φιλοπρόοδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοπρόοδος
φιλοπρόοδης	adj	γενική ενικού του φιλοπρόοδη
φιλοπρόοδο	adj	αιτιατική ενικού του φιλοπρόοδος
φιλοπρόοδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοπρόοδος
φιλοπρόοδος	adj	που του αρέσει η πρόοδος και συμβάλλει σ’ αυτή
φιλοπρόοδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλοπρόοδος
φιλοπρόοδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοπρόοδος
φιλοπρόοδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλοπρόοδος
φιλοπρόσωπα	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπε	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπες	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπη	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπης	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπο	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωποι	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπος	adj	που κατέχεται από φιλοπροσωπία, ο ευνοϊκός
φιλοπρόσωπου	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπους	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπρόσωπων	=	φιλοπρόσωπος
φιλοπόλεμα	adv	όχι ειρηνικά ή κατευναστικά αλλά με φιλοπολεμικές τάσεις
φιλοπόλεμε	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμες	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμη	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμης	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμο	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμοι	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμος	adj	εκείνος που εγκρινει, επιδιώκει και συχνά απολαμβάνει τον πόλεμο
φιλοπόλεμου	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμους	=	φιλοπόλεμος
φιλοπόλεμων	=	φιλοπόλεμος
φιλοπότες	=	φιλοπότης
φιλοπότη	=	φιλοπότης
φιλοπότης	noun	αυτός που αγαπάει την κατανάλωση αλκοόλ
φιλοπότι	=	φιλοπότης
φιλοπότιδα	=	φιλοπότης
φιλοπότιδας	=	φιλοπότης
φιλοπότιδες	=	φιλοπότης
φιλοπότιδος	=	φιλοπότης
φιλοπότιδων	=	φιλοπότης
φιλοπότις	=	φιλοπότης
φιλορθόδοξα	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξε	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξες	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξη	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξης	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξο	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξοι	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξος	adj	που είναι φίλος ή υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και των Ορθοδόξων και φέρεται αναλόγως
φιλορθόδοξου	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξους	=	φιλορθόδοξος
φιλορθόδοξων	=	φιλορθόδοξος
φιλορώσοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλορώσος
φιλοσοβιετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοβιετικό	adv	με φιλοσοβιετικό τρόπο ή αντιλήψεις
φιλοσοβιετικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοσοβιετικός
φιλοσοβιετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοβιετική
φιλοσοβιετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοσοβιετικός
φιλοσοβιετικής	adj	γενική ενικού του φιλοσοβιετική
φιλοσοβιετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοβιετικός
φιλοσοβιετικού	adj	γενική ενικού του φιλοσοβιετικός
φιλοσοβιετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοσοβιετικός
φιλοσοβιετικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοσοβιετικός
φιλοσοβιετικός	adj	παλιότερα, εκείνος που είχε αριστερές αντιλήψεις και που ειδικότερα συμπαθούσε το ΚΚΕ ή είχε την πεποίθηση ότι η Ελλάδα θα βρει στήριξη στο σοβιετικό συνασπισμό και όχι στο ΝΑΤΟ
φιλοσοβιετικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοσοβιετικός
φιλοσοφήματα	=	φιλοσόφημα
φιλοσοφήματος	=	φιλοσόφημα
φιλοσοφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσαν	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφήσανε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοσόφηση
φιλοσοφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσεων	=	φιλοσόφηση
φιλοσοφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσουνε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσοφήσω	verb	α΄ πρόσωπο ενικού συνοπτικός εξαρτημένου τύπου ενεργητικής φωνής του φιλοσοφώ
φιλοσοφία	noun	η μελέτη που διερευνά τα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον κόσμο, τον άνθρωπο, τη γνώση, το αγαθό και το ωραίο
φιλοσοφίας	=	φιλοσοφία
φιλοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοφία
φιλοσοφεί	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφείς	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφείτε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφημάτων	=	φιλοσόφημα
φιλοσοφημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φιλοσοφημένος	adv	με φιλοσοφημένο τρόπο
φιλοσοφημένε	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένες	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένη	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένης	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένο	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένοι	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένος	verb	που έχει φιλοσοφήσει, έχει σκεφτεί κι έχει ολοκληρωμένες και συγκροτημένες απόψεις για πρόσωπα και πράγματα και (αντι)δρα αναλόγως
φιλοσοφημένου	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένους	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφημένων	=	φιλοσοφημένος
φιλοσοφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοφικό	adv	με διάθεση για φιλοσοφία, με τάση να εξετάζει κάποιος τα ζητήματα πιο αφηρημένο και πιο συνολικά, πιο αποστασιοποιημένα
φιλοσοφικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοσοφικός
φιλοσοφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοφική
φιλοσοφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοσοφικός
φιλοσοφικής	adj	γενική ενικού του φιλοσοφική
φιλοσοφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοσοφικός
φιλοσοφικοτήτων	=	φιλοσοφικότητα
φιλοσοφικού	adj	γενική ενικού του φιλοσοφικός
φιλοσοφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοσοφικός
φιλοσοφικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοσοφικός
φιλοσοφικός	adj	ο σχετικός με τη φιλοσοφία
φιλοσοφικότης	noun	η φιλοσοφικότητα
φιλοσοφικότητα	noun	η τάση να φιλοσοφεί κάποιος συχνά, να έχει τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής ή να αντιμετωπίζει τη ζωή φιλοσοφικά
φιλοσοφικότητας	=	φιλοσοφικότητα
φιλοσοφικότητες	=	φιλοσοφικότητα
φιλοσοφικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοσοφικός
φιλοσοφιών	=	φιλοσοφία
φιλοσοφούμε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούν	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούνε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσα	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσαμε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσαν	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσανε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσατε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσε	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφούσες	=	φιλοσοφώ
φιλοσοφώ	verb	ασχολούμαι με τη φιλοσοφία
φιλοσοφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοστοργία	noun	η επίδειξη στοργής και τρυφερότητας , η στοργικότητα
φιλοστοργίας	noun	γενική ενικού του φιλοστοργία
φιλοστοργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοστοργία
φιλοστοργιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοστοργία
φιλοσόφημα	noun	μια ιδέα που είναι καρπός, προϊόν φιλοσόφησης, απαύγασμα φιλοσοφικής σκέψης
φιλοσόφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσόφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσόφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσόφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοσοφώ
φιλοσόφηση	noun	η ενέργεια του φιλοσοφώ
φιλοσόφησης	=	φιλοσόφηση
φιλοσόφου	=	φιλόσοφος
φιλοσόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλόσοφος
φιλοσόφων	=	φιλόσοφος
φιλοτέλεια	noun	το ενδιαφέρον και η ενασχόληση με συλλογές γραμματόσημα
φιλοτέλειας	=	φιλοτέλεια
φιλοτέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτέλεια
φιλοτέχνημα	noun	το αποτέλεσμα μιας εργασίας η οποία έγινε με αγάπη προς την τέχνη
φιλοτέχνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτέχνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτέχνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτέχνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτέχνηση	noun	η ενέργεια του φιλοτεχνώ, η δημιουργία ενός εικαστικού έργου τέχνης
φιλοτέχνησης	=	φιλοτέχνηση
φιλοτίμηση	noun	η διέγερση του φιλότιμου, η παρότρυνση κάποιου να δείξει φιλότιμο, να φερθεί φιλότιμα
φιλοτίμησης	=	φιλοτίμηση
φιλοτίμησις	noun	η φιλοτίμηση
φιλοτεκνία	noun	η μεγάλη επιθυμία για απόκτηση παιδιών
φιλοτεκνίας	=	φιλοτεκνία
φιλοτεκνίες	=	φιλοτεκνία
φιλοτεκνιών	=	φιλοτεκνία
φιλοτελής	adj	που ασχολείται με το φιλοτελισμό
φιλοτελίστρια	noun	φιλοτελιστής
φιλοτελίστριας	=	φιλοτελίστρια
φιλοτελίστριες	=	φιλοτελίστρια
φιλοτελειών	=	φιλοτέλεια
φιλοτελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτελικό
φιλοτελικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοτελικός
φιλοτελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτελική
φιλοτελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοτελικός
φιλοτελικής	adj	γενική ενικού του φιλοτελική
φιλοτελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοτελικός
φιλοτελικού	adj	γενική ενικού του φιλοτελικός
φιλοτελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοτελικός
φιλοτελικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοτελικός
φιλοτελικός	adj	ο σχετικός με τον φιλοτελισμό, με την συλλογή ή επίδειξη γραμματοσήμων
φιλοτελικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοτελικός
φιλοτελισμέ	noun	κλητική ενικού του φιλοτελισμός
φιλοτελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοτελισμός
φιλοτελισμού	noun	γενική ενικού του φιλοτελισμός
φιλοτελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλοτελισμός
φιλοτελισμό	noun	αιτιατική ενικού του φιλοτελισμός
φιλοτελισμός	noun	το συστηματικό ενδιαφέρον και η ενασχόληση με τη συλλογή γραμματοσήμων
φιλοτελισμών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοτελισμός
φιλοτελιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτελιστής
φιλοτελιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φιλοτελιστής
φιλοτελιστής	noun	που του αρέσει να συλλέγει γραμματόσημα
φιλοτελιστριών	=	φιλοτελίστρια
φιλοτελιστών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοτελιστής
φιλοτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτέχνημα
φιλοτεχνήματος	noun	γενική ενικού του φιλοτέχνημα
φιλοτεχνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτέχνηση
φιλοτεχνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήσεων	=	φιλοτέχνηση
φιλοτεχνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτεχνία	noun	η αγάπη για τις καλές τέχνες (π.χ. ζωγραφική)
φιλοτεχνίας	=	φιλοτεχνία
φιλοτεχνίες	=	φιλοτεχνία
φιλοτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιλοτέχνημα
φιλοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτεχνικό
φιλοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτεχνική
φιλοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικής	adj	γενική ενικού του φιλοτεχνική
φιλοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικού	adj	γενική ενικού του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνικός	adj	ο σχετικός με τη φιλοτεχνία
φιλοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοτεχνικός
φιλοτεχνιών	=	φιλοτεχνία
φιλοτεχνώ	verb	δημιουργώ κάτι επιστρατεύοντας τις όποιες αλλά και πιθανόν τις πολλές ικανότητές μου στην τέχνη
φιλοτεχνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλοτεχνώ
φιλοτιμήθηκα	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμήθηκαν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμήθηκε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμήθηκες	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμήσεις	=	φιλοτίμηση
φιλοτιμήσεων	=	φιλοτίμηση
φιλοτιμήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοτιμούμαι
φιλοτιμία	noun	η έντονη ανάγκη για κοινωνική υπόληψη, η εσωτερική συναίσθηση της αξιοπρέπειας και της τιμής και η έμπρακτη εξωτερίκευσή της με συγκεκριμένες συμπεριφορές, η προσπάθεια κάποιου να είναι παραπάνω από επαρκής στα καθήκοντά του (θρησκευτικά, επαγγελματικά, οικογενειακά, πατριωτικά κ.λπ.) ή και να διακρίνεται για τις προσπάθειές του αυτές
φιλοτιμίας	noun	γενική ενικού του φιλοτιμία
φιλοτιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτιμία
φιλοτιμείσαι	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμείστε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμείται	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμηθήκαμε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμηθήκαν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμηθήκανε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμηθήκατε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμηθεί	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμηθείτε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοτιμία
φιλοτιμούμαι	verb	δείχνω φιλότιμο, αλλά κατά κανόνα έρχομαι στο φιλότιμο, είτε από ντροπή κατόπιν σκέψης είτε με τον εξαναγκασμό άλλου, συχνά υπό την πίεση των συνθηκών
φιλοτιμούμασταν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούμαστε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούμενος	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούμουν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούνται	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούνταν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούσασταν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούσαστε	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμούσουν	=	φιλοτιμούμαι
φιλοτιμώ	verb	σχετικά αδόκιμο στην ενεργητική φωνή, με θεωρητική σημασία άγω κάποιον στη φιλοτιμία, τον φέρνω στο φιλότιμο, διεγείρω το φιλότιμό του
φιλοτομαρισμέ	noun	κλητική ενικού του φιλοτομαρισμός
φιλοτομαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοτομαρισμός
φιλοτομαρισμού	noun	γενική ενικού του φιλοτομαρισμός
φιλοτομαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλοτομαρισμός
φιλοτομαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του φιλοτομαρισμός
φιλοτομαρισμός	noun	η ιδιότητα του φιλοτομαριστή, του ατόμου που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το εγώ του, τα προσωπικά του συμφέροντα, η συμπεριφορά που καταδεικνύει έλλειψη έγνοιας για τις ανάγκες των άλλων
φιλοτομαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοτομαρισμός
φιλοτομαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτομαριστής
φιλοτομαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φιλοτομαριστής
φιλοτομαριστής	noun	που νοιάζεται μόνον για τα προσωπικά του συμφέροντα, την δική του ζωή αποκλειστικά, που βάζει πάνω από όλα τον εαυτο του ή το τομάρι του
φιλοτομαριστών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοτομαριστής
φιλοτουρκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτουρκικό
φιλοτουρκικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοτουρκικός
φιλοτουρκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοτουρκική
φιλοτουρκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοτουρκικός
φιλοτουρκικής	adj	γενική ενικού του φιλοτουρκική
φιλοτουρκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοτουρκικός
φιλοτουρκικού	adj	γενική ενικού του φιλοτουρκικός
φιλοτουρκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοτουρκικός
φιλοτουρκικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοτουρκικός
φιλοτουρκικός	adj	που υποστηρίζει τα συμφέροντα της Τουρκίας, συνάδει με αυτά
φιλοτουρκικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοτουρκικός
φιλοφοβία	noun	η αποφυγή του έρωτα, ο φόβος που νιώθει κάποιος στην ιδέα να ερωτευτεί
φιλοφοβίας	noun	γενική ενικού του φιλοφοβία
φιλοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφοβία
φιλοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοφοβία
φιλοφρονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρόνημα
φιλοφρονήματος	noun	γενική ενικού του φιλοφρόνημα
φιλοφρονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρόνηση
φιλοφρονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φιλοφρόνηση
φιλοφρονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φιλοφρόνηση
φιλοφρονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιλοφρόνημα
φιλοφρονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρονημένο
φιλοφρονημένε	verb	κλητική ενικού του φιλοφρονημένος
φιλοφρονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρονημένη
φιλοφρονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοφρονημένος
φιλοφρονημένης	verb	γενική ενικού του φιλοφρονημένη
φιλοφρονημένο	verb	αιτιατική ενικού του φιλοφρονημένος
φιλοφρονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρονημένος
φιλοφρονημένος	verb	που φιλοφρονείται
φιλοφρονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλοφρονημένος
φιλοφρονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φιλοφρονημένος
φιλοφρονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλοφρονημένος
φιλοφρονητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρονητικό	adv	για κάτι που γίνεται σε ένδειξη φιλοφρόνησης, με τρόπο φιλοφρονητικό, κολακευτικό
φιλοφρονητικέ	adj	κλητική ενικού του φιλοφρονητικός
φιλοφρονητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρονητική
φιλοφρονητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοφρονητικός
φιλοφρονητικής	adj	γενική ενικού του φιλοφρονητική
φιλοφρονητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοφρονητικός
φιλοφρονητικοτήτων	=	φιλοφρονητικότητα
φιλοφρονητικού	adj	γενική ενικού του φιλοφρονητικός
φιλοφρονητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοφρονητικός
φιλοφρονητικό	adj	αιτιατική ενικού του φιλοφρονητικός
φιλοφρονητικός	adj	ο σχετικός με το φιλοφρόνημα ή φιλοφρόνηση, εκείνος που δείχνει εκτίμηση, που κολακεύει κάποιον προς τον οποίο απευθύνεται ως λόγος ή κίνηση, ενέργεια
φιλοφρονητικότητα	noun	η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του φιλοφρονητικού
φιλοφρονητικότητας	=	φιλοφρονητικότητα
φιλοφρονητικότητες	=	φιλοφρονητικότητα
φιλοφρονητικών	adj	γενική πληθυντικού του φιλοφρονητικός
φιλοφρονώ	verb	κάνω μια φιλοφρόνηση, λέω κάτι ευγενικό και κολακευτικό σε κάποιον για το άτομό του
φιλοφρονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφροσυνών	=	φιλοφροσύνη
φιλοφροσύνες	=	φιλοφροσύνη
φιλοφροσύνη	noun	η φιλική συμπεριφορά, η ευμενής διάθεση προς τους άλλους, η ευγένεια, η περιποιητικότητα
φιλοφροσύνης	=	φιλοφροσύνη
φιλοφρόνημα	noun	το αποτέλεσμα του φιλοφρονώ
φιλοφρόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιλοφρονώ
φιλοφρόνηση	noun	η ευγενική συμπεριφορά
φιλοφρόνησης	noun	γενική ενικού του φιλοφρόνηση
φιλοφρόνων	=	φιλόφρων
φιλοφρόνως	adv|formal	με φιλόφρονα τρόπο
φιλοχρήματα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοχρήματο
φιλοχρήματε	adj	κλητική ενικού του φιλοχρήματος
φιλοχρήματες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοχρήματη
φιλοχρήματη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλοχρήματος
φιλοχρήματης	adj	γενική ενικού του φιλοχρήματη
φιλοχρήματο	adj	αιτιατική ενικού του φιλοχρήματος
φιλοχρήματοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοχρήματος
φιλοχρήματος	adj	που αγαπά/θεοποιεί το χρήμα
φιλοχρήματου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλοχρήματος
φιλοχρήματους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλοχρήματος
φιλοχρήματων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλοχρήματος
φιλοχρηματία	noun	η αγάπη για το χρήμα που μπορεί να παραμερίσει άλλες αξίες, η φιλαργυρία
φιλοχρηματίας	noun	γενική ενικού του φιλοχρηματία
φιλοχρηματίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλοχρηματία
φιλοχρηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλοχρηματισμός
φιλοχρηματιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλοχρηματία
φιλοψυχία	noun	που αγαπάει τη ζωή του, το τομάρι του, σε βαθμό να μη βοηθά κανέναν ακόμα κι όταν μπορεί, όταν δεν του στοιχίζει ιδιαίτερα
φιλοψυχίας	=	φιλοψυχία
φιλοψυχίες	=	φιλοψυχία
φιλοψυχιών	=	φιλοψυχία
φιλοϊέ	=	φιλοϊός
φιλοϊοί	=	φιλοϊός
φιλοϊού	=	φιλοϊός
φιλοϊούς	=	φιλοϊός
φιλοϊό	=	φιλοϊός
φιλοϊός	noun	ιογενές παθογόνο με μορφολογία νηματοειδή, που προκαλεί σοβαρές αιμορραγικές λοιμώξεις σε ανθρώπους και πρωτεύοντα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ιό έμπολα
φιλοϊών	=	φιλοϊός
φιλούμε	=	φιλώ
φιλούμπα	noun|slang	φιλί, μεγάλο φιλί
φιλούμπας	=	φιλούμπα
φιλούμπες	=	φιλούμπα
φιλούν	=	φιλώ
φιλούνε	=	φιλώ
φιλούσα	=	φιλώ
φιλούσαμε	=	φιλώ
φιλούσαν	=	φιλώ
φιλούσανε	=	φιλώ
φιλούσατε	=	φιλώ
φιλούσε	=	φιλώ
φιλούσες	=	φιλώ
φιλτράνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίλτρανση
φιλτράνσεων	noun	γενική πληθυντικού του φίλτρανση
φιλτράνσεως	noun|formal	γενική ενικού του φίλτρανση
φιλτράρησα	=	φιλτράρω
φιλτράρισμα	noun	το αποτέλεσμα του φιλτράρω για υλικές ουσίες αλλά και συναισθήματα, σκέψεις, γνώσεις
φιλτράρω	verb	περνώ από φίλτρο υλικό για να το καθαρίσω από στερεά υπολείμματα άλλων ουσιών
φιλτραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλτράρισμα
φιλτραρίσματος	noun	γενική ενικού του φιλτράρισμα
φιλτραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιλτράρισμα
φιλτραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλτραρισμένο
φιλτραρισμένε	verb	κλητική ενικού του φιλτραρισμένος
φιλτραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλτραρισμένη
φιλτραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλτραρισμένος
φιλτραρισμένης	verb	γενική ενικού του φιλτραρισμένη
φιλτραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φιλτραρισμένος
φιλτραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλτραρισμένος
φιλτραρισμένος	verb	που έχει περαστεί από φίλτρο
φιλτραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλτραρισμένος
φιλτραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φιλτραρισμένος
φιλτραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλτραρισμένος
φιλυποψία	noun	η καχυποψία, η τάση να υποψιάζεται κάποιος τους πάντες και τα πάντα, να πιστεύει ότι πίσω από κάθε ενέργεια κρύβεται πάντα ένα αδήλωτο, κρυφό κίνητρο ή ένας απώτερος στόχος με τον οποίο εκείνος ίσως διαφωνεί
φιλυποψίας	noun	γενική ενικού του φιλυποψία
φιλυποψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλυποψία
φιλυποψιών	noun	γενική πληθυντικού του φιλυποψία
φιλυρών	noun	γενική πληθυντικού του φιλύρα
φιλωτίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Φιλωτίτης
φιλωτίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλωτίτικο
φιλωτίτικε	adj	κλητική ενικού του φιλωτίτικος
φιλωτίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλωτίτικη
φιλωτίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλωτίτικος
φιλωτίτικης	adj	γενική ενικού του φιλωτίτικη
φιλωτίτικο	adj	αιτιατική ενικού του φιλωτίτικος
φιλωτίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλωτίτικος
φιλωτίτικος	adj	ο σχετικός με το χωριό Φιλώτι
φιλωτίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλωτίτικος
φιλωτίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλωτίτικος
φιλωτίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλωτίτικος
φιλωτίτισσα	noun	η Ναξιώτισσα που κατοικεί στο Φιλώτι ή κατάγεται από το χωριό αυτό
φιλωτίτισσας	=	φιλωτίτισσα
φιλωτίτισσες	=	φιλωτίτισσα
φιλωτιτισσών	=	φιλωτίτισσα
φιλόβιβλος	adj|formal	άλλη μορφή του βιβλιόφιλος
φιλόδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόδικο
φιλόδικε	adj	κλητική ενικού του φιλόδικος
φιλόδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόδικη
φιλόδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόδικος
φιλόδικης	adj	γενική ενικού του φιλόδικη
φιλόδικο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόδικος
φιλόδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόδικος
φιλόδικος	adj	εκείνος που αρέσκεται να καταφεύγει συχνά στη δικαιοσύνη για οποιοδήποτε ζήτημα, που έχει μανία με τις δίκες
φιλόδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόδικος
φιλόδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόδικος
φιλόδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόδικος
φιλόδοξα	adv	με φιλόδοξο τρόπο
φιλόδοξε	adj	κλητική ενικού του φιλόδοξος
φιλόδοξες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόδοξη
φιλόδοξη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόδοξος
φιλόδοξης	adj	γενική ενικού του φιλόδοξη
φιλόδοξο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόδοξος
φιλόδοξοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόδοξος
φιλόδοξος	adj	που θέλει να αποκτήσει δόξα ή μια σημαντική θέση στην κοινωνία
φιλόδοξου	adj	γενική ενικού του φιλόδοξος
φιλόδοξους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόδοξος
φιλόδοξων	adj	γενική πληθυντικού του φιλόδοξος
φιλόζωα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόζωο
φιλόζωε	adj	κλητική ενικού του φιλόζωος
φιλόζωες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόζωη
φιλόζωη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόζωος
φιλόζωης	adj	γενική ενικού του φιλόζωη
φιλόζωο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόζωος
φιλόζωοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόζωος
φιλόζωος	adj	που αγαπά τα ζώα
φιλόζωου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόζωος
φιλόζωους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόζωος
φιλόζωων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόζωος
φιλόθεα	=	φιλόθεος
φιλόθεε	=	φιλόθεος
φιλόθεες	=	φιλόθεος
φιλόθεη	=	φιλόθεος
φιλόθεης	=	φιλόθεος
φιλόθεο	=	φιλόθεος
φιλόθεοι	=	φιλόθεος
φιλόθεος	adj	εκείνος που αγαπά τον Θεό, ο θεοσεβής
φιλόθεου	=	φιλόθεος
φιλόθεους	=	φιλόθεος
φιλόθεων	=	φιλόθεος
φιλόθρησκα	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκε	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκες	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκη	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκης	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκο	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκοι	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκος	adj	εκείνος που σέβεται τη θρησκεία, ο ευσεβής, ο θρησκευόμενος
φιλόθρησκου	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκους	=	φιλόθρησκος
φιλόθρησκων	=	φιλόθρησκος
φιλόκαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόκαλο
φιλόκαλε	adj	κλητική ενικού του φιλόκαλος
φιλόκαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόκαλη
φιλόκαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόκαλος
φιλόκαλης	adj	γενική ενικού του φιλόκαλη
φιλόκαλο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόκαλος
φιλόκαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόκαλος
φιλόκαλος	adj	που αγαπά το ωραίο, το όμορφο, το καλό.
φιλόκαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόκαλος
φιλόκαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόκαλος
φιλόκαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόκαλος
φιλόκερδος	adj|rare	άλλη μορφή του φιλοκερδής
φιλόλογε	noun	κλητική ενικού του φιλόλογος
φιλόλογο	noun	αιτιατική ενικού του φιλόλογος
φιλόλογοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόλογος
φιλόλογος	noun	εκείνος που ασχολείται με τη μελέτη, την ερμηνεία και την κριτική έκδοση κειμένων φιλολογίας
φιλόλογου	noun	γενική ενικού του φιλόλογος
φιλόλογους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλόλογος
φιλόλογων	noun	γενική πληθυντικού του φιλόλογος
φιλόμουσα	=	φιλόμουσος
φιλόμουσε	=	φιλόμουσος
φιλόμουσες	=	φιλόμουσος
φιλόμουση	=	φιλόμουσος
φιλόμουσης	=	φιλόμουσος
φιλόμουσο	=	φιλόμουσος
φιλόμουσοι	=	φιλόμουσος
φιλόμουσος	adj	σήμερα σημαίνει εκείνον που αγαπά τη μουσική, αλλά παλιότερα σήμαινε εκείνον που αγαπούσε γενικά τις Μούσες, δηλαδή όλες τις καλές τέχνες
φιλόμουσου	=	φιλόμουσος
φιλόμουσους	=	φιλόμουσος
φιλόμουσων	=	φιλόμουσος
φιλόνι	noun	φλέβα κοιτάσματος ενός μετάλλου
φιλόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόνι
φιλόνικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόνικο
φιλόνικε	adj	κλητική ενικού του φιλόνικος
φιλόνικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόνικη
φιλόνικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόνικος
φιλόνικης	adj	γενική ενικού του φιλόνικη
φιλόνικο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόνικος
φιλόνικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόνικος
φιλόνικος	adj	που του αρέσει να νικά πάντα και παντού, να πρωτεύει, να φιλονικεί, να ερίζει, ο φίλερις, ο εριστικός, ο πεισματάρης και ισχυρογνώμων
φιλόνικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόνικος
φιλόνικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόνικος
φιλόνικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόνικος
φιλόνομα	=	φιλόνομος
φιλόνομε	=	φιλόνομος
φιλόνομες	=	φιλόνομος
φιλόνομη	=	φιλόνομος
φιλόνομης	=	φιλόνομος
φιλόνομο	=	φιλόνομος
φιλόνομοι	=	φιλόνομος
φιλόνομος	adj	που σέβεται τους νόμους
φιλόνομου	=	φιλόνομος
φιλόνομους	=	φιλόνομος
φιλόνομων	=	φιλόνομος
φιλόξενα	adv	με εγκάρδια, περιποιητική και φιλική συμπεριφορά
φιλόξενε	adj	κλητική ενικού του φιλόξενος
φιλόξενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόξενη
φιλόξενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόξενος
φιλόξενης	adj	γενική ενικού του φιλόξενη
φιλόξενο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόξενος
φιλόξενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόξενος
φιλόξενος	adj	που υποδέχεται πρόθυμα
φιλόξενου	adj	γενική ενικού του φιλόξενος
φιλόξενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόξενος
φιλόξενων	adj	γενική πληθυντικού του φιλόξενος
φιλόπατρις	adj	εκείνος που αγαπά την πατρίδα του, που διακατέχεται από πατριωτισμό
φιλόπονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόπονο
φιλόπονε	adj	κλητική ενικού του φιλόπονος
φιλόπονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόπονη
φιλόπονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόπονος
φιλόπονης	adj	γενική ενικού του φιλόπονη
φιλόπονο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόπονος
φιλόπονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόπονος
φιλόπονος	adj	φίλος του κόπου, του μόχθου, της προσπάθειας, της εργασίας, ο εργατικός
φιλόπονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόπονος
φιλόπονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόπονος
φιλόπονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόπονος
φιλόπρωτα	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτε	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτες	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτη	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτης	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτο	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτοι	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτος	adj	που λατρεύει να είναι πρώτος σε κάτι
φιλόπρωτου	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτους	=	φιλόπρωτος
φιλόπρωτων	=	φιλόπρωτος
φιλόπτωχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόπτωχο
φιλόπτωχε	adj	κλητική ενικού του φιλόπτωχος
φιλόπτωχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόπτωχη
φιλόπτωχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόπτωχος
φιλόπτωχης	adj	γενική ενικού του φιλόπτωχη
φιλόπτωχο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόπτωχος
φιλόπτωχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόπτωχος
φιλόπτωχος	adj	ο φιλάνθρωπος, που βοηθά / φροντίζει τους φτωχούς
φιλόπτωχου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόπτωχος
φιλόπτωχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόπτωχος
φιλόπτωχων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόπτωχος
φιλόσοφε	noun	κλητική ενικού του φιλόσοφος
φιλόσοφο	noun	αιτιατική ενικού του φιλόσοφος
φιλόσοφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόσοφος
φιλόσοφος	noun	που φιλοσοφεί συχνά, που αναλύει τα πάντα με φιλοσοφικές αρχές, αγαπά τη γνώση και την εις βάθος εξέταση της φύσης των πραγμάτων
φιλόσοφου	noun	γενική ενικού του φιλόσοφος
φιλόσοφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιλόσοφος
φιλόσοφων	noun	γενική πληθυντικού του φιλόσοφος
φιλόστοργα	adv	τρυφερά, με στοργή
φιλόστοργε	adj	κλητική ενικού του φιλόστοργος
φιλόστοργες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόστοργη
φιλόστοργη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόστοργος
φιλόστοργης	adj	γενική ενικού του φιλόστοργη
φιλόστοργο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόστοργος
φιλόστοργοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόστοργος
φιλόστοργος	adj	που του αρέσει να δείχνει στοργή, τρυφερότητα, που είναι στοργικός
φιλόστοργου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόστοργος
φιλόστοργους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόστοργος
φιλόστοργων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόστοργος
φιλότεκνα	=	φιλότεκνος
φιλότεκνε	=	φιλότεκνος
φιλότεκνες	=	φιλότεκνος
φιλότεκνη	=	φιλότεκνος
φιλότεκνης	=	φιλότεκνος
φιλότεκνο	=	φιλότεκνος
φιλότεκνοι	=	φιλότεκνος
φιλότεκνος	adj	εκείνος που επιδιώκει ή πάντως επιθυμεί να αποκτήσει παιδιά
φιλότεκνου	=	φιλότεκνος
φιλότεκνους	=	φιλότεκνος
φιλότεκνων	=	φιλότεκνος
φιλότεχνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλότεχνο
φιλότεχνε	adj	κλητική ενικού του φιλότεχνος
φιλότεχνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλότεχνη
φιλότεχνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλότεχνος
φιλότεχνης	adj	γενική ενικού του φιλότεχνη
φιλότεχνο	adj	αιτιατική ενικού του φιλότεχνος
φιλότεχνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλότεχνος
φιλότεχνος	noun	αυτός που αγαπάει την τέχνη	adj	που αγαπάει την τέχνη
φιλότεχνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλότεχνος
φιλότεχνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλότεχνος
φιλότεχνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλότεχνος
φιλότης	noun|formal	αγάπη, φιλία, θετική, στοργική προσέγγιση
φιλότιμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλότιμο
φιλότιμε	adj	κλητική ενικού του φιλότιμος
φιλότιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλότιμη
φιλότιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλότιμος
φιλότιμης	adj	γενική ενικού του φιλότιμη
φιλότιμο	noun	ευσυνειδησία και υψηλό αίσθημα καθήκοντος και αξιοπρέπειας, ευαισθησία στην εικόνα που δίνεται προς την κοινωνία
φιλότιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλότιμος
φιλότιμος	adj	που έχει το συναίσθημα της τιμής και της αξιοπρέπειας κι επιθυμεί να τον εκτιμούν οι άλλοι
φιλότιμου	noun	γενική ενικού του φιλότιμο
φιλότιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλότιμος
φιλότιμων	noun	γενική πληθυντικού του φιλότιμο
φιλότουρκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλότουρκος
φιλόφρον	=	φιλόφρων
φιλόφρονα	=	φιλόφρων
φιλόφρονας	adj	μορφή του φιλόφρων με νεότερες καταλήξεις στο αρσενικό
φιλόφρονες	=	φιλόφρων
φιλόφρονον	=	φιλόφρονας
φιλόφρονος	=	φιλόφρων
φιλόφρονων	=	φιλόφρονας
φιλόφρων	adj	ο ευγενικός, ο περιποιητικός, που συμπεριφέρεται με φιλοφροσύνη
φιλόχριστα	=	φιλόχριστος
φιλόχριστε	=	φιλόχριστος
φιλόχριστες	=	φιλόχριστος
φιλόχριστη	=	φιλόχριστος
φιλόχριστης	=	φιλόχριστος
φιλόχριστο	=	φιλόχριστος
φιλόχριστοι	=	φιλόχριστος
φιλόχριστος	adj	που αγαπά τον Ιησού Χριστό
φιλόχριστου	=	φιλόχριστος
φιλόχριστους	=	φιλόχριστος
φιλόχριστων	=	φιλόχριστος
φιλόψογα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόψογο
φιλόψογε	adj	κλητική ενικού του φιλόψογος
φιλόψογες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλόψογη
φιλόψογη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλόψογος
φιλόψογης	adj	γενική ενικού του φιλόψογη
φιλόψογο	adj	αιτιατική ενικού του φιλόψογος
φιλόψογοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλόψογος
φιλόψογος	adj	που συνηθίζει να κατηγορεί εύκολα τους άλλους
φιλόψογου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλόψογος
φιλόψογους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλόψογος
φιλόψογων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλόψογος
φιλόψυχα	=	φιλόψυχος
φιλόψυχε	=	φιλόψυχος
φιλόψυχες	=	φιλόψυχος
φιλόψυχη	=	φιλόψυχος
φιλόψυχης	=	φιλόψυχος
φιλόψυχο	=	φιλόψυχος
φιλόψυχοι	=	φιλόψυχος
φιλόψυχος	adj|formal	που αγαπά τις ψυχές των άλλων, φιλάνθρωπος
φιλόψυχου	=	φιλόψυχος
φιλόψυχους	=	φιλόψυχος
φιλόψυχων	=	φιλόψυχος
φιλύποπτα	adv	με φιλύποπτο τρόπο, όλο υποψίες
φιλύποπτε	adj	κλητική ενικού του φιλύποπτος
φιλύποπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλύποπτη
φιλύποπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιλύποπτος
φιλύποπτης	adj	γενική ενικού του φιλύποπτη
φιλύποπτο	adj	αιτιατική ενικού του φιλύποπτος
φιλύποπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιλύποπτος
φιλύποπτος	adj	που υποψιάζεται τους πάντες και τα πάντα, που αναζητεί πάντα κάποιο απώτερο στόχο ή κρυφό κίνητρο στις ενέργειες ή στις δηλώσεις των άλλων ανθρώπων
φιλύποπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιλύποπτος
φιλύποπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιλύποπτος
φιλύποπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιλύποπτος
φιλύρα	noun|formal	γένος φυτών με γνωστότερο στην Ελλάδα τη φλαμουριά, την τιλιά
φιλύρας	noun	γενική ενικού του φιλύρα
φιλύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιλύρα
φιλώ	verb	ακουμπώ τα χείλη μου με τρυφερότητα σε κάποιον, δίνω ένα φιλί, ασπάζομαι
φιλώντας	=	φιλώ
φιμέ	adj	που είναι πιο σκούρος, πιο γκρίζος και προστατεύει -κάπως- από το φως του ήλιου ή εμποδίζει κάποιον να δει καθαρά πίσω απ’ αυτό
φιμωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φίμωμα
φιμώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνομαι
φιμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίμωμα
φιμώματος	noun	γενική ενικού του φίμωμα
φιμώναμε	=	φιμώνω
φιμώναν	=	φιμώνω
φιμώνανε	=	φιμώνω
φιμώνατε	=	φιμώνω
φιμώνει	=	φιμώνω
φιμώνεις	=	φιμώνω
φιμώνετε	=	φιμώνω
φιμώνομαι	verb	με φιμώνουν, μου κλείνουν το στόμα στη διάρκεια ληστείας ή άλλης εγκληματικής ενέργειας
φιμώνοντας	=	φιμώνω
φιμώνουμε	=	φιμώνω
φιμώνουν	=	φιμώνω
φιμώνουνε	=	φιμώνω
φιμώνω	verb	κλείνω το στόμα ζώου με φίμωτρο, ώστε να μη μπορεί να δαγκώσει
φιμώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώσαν	=	φιμώνω
φιμώσανε	=	φιμώνω
φιμώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φίμωση
φιμώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φίμωση
φιμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φίμωση
φιμώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φιμώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φιμώνω
φινάλε	noun	ο συνήθως εντυπωσιακός επίλογος ενός θεατρικού ή μουσικού έργου, όπως και μιας παράστασης ή εκδήλωσης
φινέτσα	noun	η λεπτότητα στους τρόπους, στη συμπεριφορά, στη σκέψη κάποιου
φινέτσας	noun	γενική ενικού του φινέτσα
φινέτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινέτσα
φινίριζα	=	φινίρω
φινίρισα	=	φινίρω
φινίρισμα	noun	η τελική επεξεργασία στην κατασκευή ενός αντικειμένου ή το αποτέλεσμά της, η ενέργεια του φινίρω
φινίρω	verb|vulgar	κάνω τις τελευταίες επεξεργασίες σε κάτι
φιναλίστ	noun	για κάποιον που καταφέρνει να φτάσει έως το τέλος ενός διαγωνισμού, που δεν έχει αποκλειστεί από τα αρχικά στάδια
φιναλίστας	noun|rare	άλλη μορφή του φιναλίστ
φινεστρίνι	noun	άλλη προφορά του φινιστρίνι κατά τα ιταλικά
φινεστρίνια	=	φινεστρίνι
φινεστρινιού	=	φινεστρίνι
φινεστρινιών	=	φινεστρίνι
φινετσάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινετσάτο
φινετσάτε	adj	κλητική ενικού του φινετσάτος
φινετσάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινετσάτη
φινετσάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φινετσάτος
φινετσάτης	adj	γενική ενικού του φινετσάτη
φινετσάτο	adj	αιτιατική ενικού του φινετσάτος
φινετσάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φινετσάτος
φινετσάτος	adj	ο κομψός, για άνθρωπο που έχει κομψό ντύσιμο αλλά και λεπτούς τρόπους, χαριτωμένος αλλά όχι λεπτεπίλεπτος, που διαχειρίζεται αποτελεσματικά αλλά επιδέξια και με λεπτότητα τις καταστάσεις
φινετσάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φινετσάτος
φινετσάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φινετσάτος
φινετσάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φινετσάτος
φινιρίζομαι	=	φινίρω
φινιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινίρισμα
φινιρίσματος	noun	γενική ενικού του φινίρισμα
φινιρίστηκα	=	φινίρω
φινιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φινίρισμα
φινιρισμένος	=	φινίρω
φινιριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινιριστικό
φινιριστικέ	adj	κλητική ενικού του φινιριστικός
φινιριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινιριστική
φινιριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φινιριστικός
φινιριστικής	adj	γενική ενικού του φινιριστική
φινιριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φινιριστικός
φινιριστικού	adj	γενική ενικού του φινιριστικός
φινιριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φινιριστικός
φινιριστικό	adj	αιτιατική ενικού του φινιριστικός
φινιριστικός	adj	που έχει σχέση με φινίρισμα ή αναφέρεται σʼ αυτό
φινιριστικών	adj	γενική πληθυντικού του φινιριστικός
φινιστρίνι	noun	κυκλικό παράθυρο πλοίου
φινιστρίνια	=	φινιστρίνι
φινιστρινιού	=	φινιστρίνι
φινιστρινιών	=	φινιστρίνι
φινλανδέζα	noun	θηλυκό του Φινλανδός, η Φινλανδή
φινλανδέζας	=	φινλανδέζα
φινλανδέζε	=	φινλανδέζος
φινλανδέζες	=	φινλανδέζα
φινλανδέζο	=	φινλανδέζος
φινλανδέζοι	=	φινλανδέζος
φινλανδέζος	noun	άλλη μορφή του Φινλανδός
φινλανδέζου	=	φινλανδέζος
φινλανδέζους	=	φινλανδέζος
φινλανδέζων	=	φινλανδέζος
φινλανδή	=	φινλανδέζα
φινλανδικά	noun	η φιλανδική ή φινλανδική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στη Φινλανδία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φινλανδικός
φινλανδικέ	adj	κλητική ενικού του φινλανδικός
φινλανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φινλανδική
φινλανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φινλανδικός
φινλανδικής	adj	γενική ενικού του φινλανδική
φινλανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φινλανδικός
φινλανδικού	adj	γενική ενικού του φινλανδικός
φινλανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φινλανδικός
φινλανδικό	adj	αιτιατική ενικού του φινλανδικός
φινλανδικός	adj	που αναφέρεται στη Φινλανδία, ή σχετίζεται με αυτήν
φινλανδικών	adj	γενική πληθυντικού του φινλανδικός
φινλανδοποίηση	noun	ο περιορισμός των αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής σε ένα μικρό κράτος από μια δυνατή γειτονική χώρα (όπως η Φινλανδία ήταν περιορισμένη από την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου)
φινλανδοποίησης	=	φινλανδοποίηση
φινλανδοποιήσεις	=	φινλανδοποίηση
φινλανδοποιήσεων	=	φινλανδοποίηση
φιννικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιννικό
φιννικέ	adj	κλητική ενικού του φιννικός
φιννικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιννική
φιννική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιννικός
φιννικής	adj	γενική ενικού του φιννική
φιννικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιννικός
φιννικού	adj	γενική ενικού του φιννικός
φιννικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φιννικός
φιννικό	adj	αιτιατική ενικού του φιννικός
φιννικός	adj	φινλανδικός
φιννικών	adj	γενική πληθυντικού του φιννικός
φιντάνι	noun	ο νεαρός βλαστός
φιντάνια	=	φιντάνι
φιντανάκι	noun	ο μικρός βλαστός, το πολύ νέο φυτό
φιντανάκια	=	φιντανάκι
φιντανιού	=	φιντάνι
φιντανιών	=	φιντάνι
φιντεϊσμέ	noun	κλητική ενικού του φιντεϊσμός
φιντεϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιντεϊσμός
φιντεϊσμού	noun	γενική ενικού του φιντεϊσμός
φιντεϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιντεϊσμός
φιντεϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του φιντεϊσμός
φιντεϊσμός	noun	η πιστοκρατία
φιντεϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του φιντεϊσμός
φινόκια	=	φινόκιο
φινόκιο	noun	επτανησιακή ονομασία του φυτού μάραθο
φινόκιου	=	φινόκιο
φινόκιων	=	φινόκιο
φιξ	adj	μια κατασκευή η οποία έχει φτιαχτεί έτσι ώστε να μη αποσυναρμολογείται
φιξάκι	noun	δόση ναρκωτικού, συνήθως ηρωίνης ή πάντως κατά κανόνα ενέσιμου
φιξάκια	=	φιξάκι
φιξάραμε	=	φιξάρω
φιξάραν	=	φιξάρω
φιξάρανε	=	φιξάρω
φιξάρατε	=	φιξάρω
φιξάρει	=	φιξάρω
φιξάρεις	=	φιξάρω
φιξάρεσαι	=	φιξάρω
φιξάρεστε	=	φιξάρω
φιξάρεται	=	φιξάρω
φιξάρετε	=	φιξάρω
φιξάριζα	=	φιξάρω
φιξάριζαν	=	φιξάρω
φιξάριζε	=	φιξάρω
φιξάριζες	=	φιξάρω
φιξάρισα	=	φιξάρω
φιξάρισαν	=	φιξάρω
φιξάρισε	=	φιξάρω
φιξάρισες	=	φιξάρω
φιξάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φιξάρω, η σταθεροποίηση
φιξάρομαι	=	φιξάρω
φιξάρομε	=	φιξάρω
φιξάρονται	=	φιξάρω
φιξάρονταν	=	φιξάρω
φιξάροντας	=	φιξάρω
φιξάρουμε	=	φιξάρω
φιξάρουν	=	φιξάρω
φιξάρουνε	=	φιξάρω
φιξάρω	verb	οριστικοποιώ, καθορίζω με βεβαιότητα (ημερομηνία, ραντεβού)
φιξαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιξάρισμα
φιξαρίσματος	noun	γενική ενικού του φιξάρισμα
φιξαρίσου	=	φιξάρω
φιξαρίστηκα	=	φιξάρω
φιξαρίστηκαν	=	φιξάρω
φιξαρίστηκε	=	φιξάρω
φιξαρίστηκες	=	φιξάρω
φιξαριζόμασταν	=	φιξάρω
φιξαριζόμαστε	=	φιξάρω
φιξαριζόμουν	=	φιξάρω
φιξαριζόμουνα	=	φιξάρω
φιξαριζόντουσαν	=	φιξάρω
φιξαριζόσασταν	=	φιξάρω
φιξαριζόσαστε	=	φιξάρω
φιξαριζόσουν	=	φιξάρω
φιξαριζόσουνα	=	φιξάρω
φιξαριζόταν	=	φιξάρω
φιξαριζότανε	=	φιξάρω
φιξαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιξάρισμα
φιξαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιξαρισμένο
φιξαρισμένε	verb	κλητική ενικού του φιξαρισμένος
φιξαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιξαρισμένη
φιξαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιξαρισμένος
φιξαρισμένης	verb	γενική ενικού του φιξαρισμένη
φιξαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φιξαρισμένος
φιξαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιξαρισμένος
φιξαρισμένος	verb	σταθερός, που έχει καθοριστεί και δεν μεταβάλλεται
φιξαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιξαρισμένος
φιξαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φιξαρισμένος
φιξαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιξαρισμένος
φιξαριστήκαμε	=	φιξάρω
φιξαριστήκαν	=	φιξάρω
φιξαριστήκανε	=	φιξάρω
φιξαριστήκατε	=	φιξάρω
φιξαριστεί	=	φιξάρω
φιξαριστείς	=	φιξάρω
φιξαριστείτε	=	φιξάρω
φιξαριστούμε	=	φιξάρω
φιξαριστούν	=	φιξάρω
φιξαριστούνε	=	φιξάρω
φιξαριστώ	=	φιξάρω
φιξατέρ	noun	εργαλείο ψεκασμού που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή υγρών βερνικιών ή σταθεροποιητικών ουσιών, χωρίς τη χρήση αεροζόλ, συνήθως σε έργα τέχνης, σχέδια ή καλλυντικά προϊόντα
φιογκάκι	noun	μικρός φιόγκος
φιογκάκια	=	φιογκάκι
φιορίνι	noun	χρυσό νόμισμα (fiorino d' oro) που κυκλοφόρησε το 1252 η Φλωρεντία και αντιστοιχεί (το 2011) σε αξία χρυσού σε περίπου 150 ευρώ
φιορίνια	=	φιορίνι
φιορίνιον	=	φιορίνι
φιορινιού	=	φιορίνι
φιορινιών	=	φιορίνι
φιοριτούρα	noun	υπερβολικά εξεζητημένη συμπεριφορά και έκφραση
φιοριτούρας	noun	γενική ενικού του φιοριτούρα
φιοριτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιοριτούρα
φιούμπα	noun	αγκράφα, πόρπη
φιρίκι	noun	μικρό μήλο ειδικής ποικιλίας (malus domestica, pijrus malus, malus communis)
φιρίκια	=	φιρίκι
φιρικιά	noun	ποικιλία μηλιάς που καλλιεργείται κυρίως στο Πήλιο και παράγει το μικρό και υπόξινο μήλο φιρίκι (είναι από το 2010 ΠΟΠ)
φιρικιάς	=	φιρικιά
φιρικιές	=	φιρικιά
φιρικιού	=	φιρίκι
φιρικιών	=	φιρικιά
φιρμάνι	noun	λέξη που μπήκε στην ελληνική επί τουρκοκρατίας και σήμαινε το διάταγμα του σουλτάνου
φιρμάνια	=	φιρμάνι
φιρμανιού	=	φιρμάνι
φιρμανιών	=	φιρμάνι
φιρμών	noun	γενική πληθυντικού του φίρμα
φιρφιρένια	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιας	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιε	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιες	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιο	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιοι	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιος	adj|dated	φτιαγμένος από πορσελάνη
φιρφιρένιου	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιους	=	φιρφιρένιος
φιρφιρένιων	=	φιρφιρένιος
φις	noun	ρευματολήπτης, αρσενικός παραλήπτης ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος προσαρμόζεται σε πρίζα ηλεκτροδότησης-ηλεκτροδοσίας
φισέκι	noun	το φυσίγγιο
φισέκια	=	φισέκι
φισεκιού	=	φισέκι
φισεκιών	=	φισέκι
φισεκλίκι	noun	θήκη για φισέκια που φοριέται, συνήθως σταυρωτά, πάνω στο θώρακα
φισεκλίκια	=	φισεκλίκι
φισεκλικιού	=	φισεκλίκι
φισεκλικιών	=	φισεκλίκι
φιστίκι	noun	ο καρπός της φιστικιάς
φιστίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστίκι
φιστίκωμα	noun	η ενέργεια και συνέπεια του φιστικώνω
φιστίκωνα	=	φιστικώνω
φιστίκωναν	=	φιστικώνω
φιστίκωνε	=	φιστικώνω
φιστίκωνες	=	φιστικώνω
φιστίκωσα	=	φιστικώνω
φιστίκωσαν	=	φιστικώνω
φιστίκωσε	=	φιστικώνω
φιστίκωσες	=	φιστικώνω
φιστικά	=	φιστικάς
φιστικάδες	=	φιστικάς
φιστικάδων	=	φιστικάς
φιστικάς	noun	αυτός που πουλάει φιστίκια
φιστική	=	φιστικής
φιστικής	adj	που έχει το πράσινο χρώμα του φιστικιού, το φιστικί
φιστικί	noun	το πράσινο χρώμα της ψίχας του ώριμου κελυφωτού φιστικιού	adj	άκλιτος τύπος του πορτοκαλής για όλα τα γένη
φιστικιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιστικής	noun	το καρποφόρο δέντρο το οποίο παράγει το φιστίκι (δέντρο που η καλλιέργειά του στην Ελλάδα εισήχθη μάλλον από την Περσία)
φιστικιάς	noun	γενική ενικού του φιστικιά
φιστικιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστικιά
φιστικιοί	=	φιστικής
φιστικιού	=	φιστίκι
φιστικιούς	=	φιστικής
φιστικιών	=	φιστίκι
φιστικοβουτύρου	=	φιστικοβούτυρο
φιστικοβουτύρων	=	φιστικοβούτυρο
φιστικοβούτυρα	=	φιστικοβούτυρο
φιστικοβούτυρο	noun	πολτός ψημένων και τριμμένων φιστικιών που μοιάζει με βούτυρο
φιστικοβούτυρου	=	φιστικοβούτυρο
φιστικοβούτυρων	=	φιστικοβούτυρο
φιστικοπωλών	=	φιστικοπώλης
φιστικοπώλες	=	φιστικοπώλης
φιστικοπώλη	=	φιστικοπώλης
φιστικοπώλης	noun	ο έμπορος φιστικιών, που πουλάει φιστίκια
φιστικωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φιστίκωμα
φιστικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστικωμένο
φιστικωμένε	verb	κλητική ενικού του φιστικωμένος
φιστικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστικωμένη
φιστικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φιστικωμένος
φιστικωμένης	verb	γενική ενικού του φιστικωμένη
φιστικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φιστικωμένος
φιστικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιστικωμένος
φιστικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φιστικωμένος
φιστικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φιστικωμένος
φιστικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φιστικωμένος
φιστικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστίκωμα
φιστικώματος	noun	γενική ενικού του φιστίκωμα
φιστικώναμε	=	φιστικώνω
φιστικώναν	=	φιστικώνω
φιστικώνανε	=	φιστικώνω
φιστικώνατε	=	φιστικώνω
φιστικώνει	=	φιστικώνω
φιστικώνεις	=	φιστικώνω
φιστικώνετε	=	φιστικώνω
φιστικώνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φιστικώνω
φιστικώνουμε	=	φιστικώνω
φιστικώνουν	=	φιστικώνω
φιστικώνουνε	=	φιστικώνω
φιστικώνω	verb	ταΐζω, ή προσφέρω φιστίκια
φιστικώσαμε	=	φιστικώνω
φιστικώσαν	=	φιστικώνω
φιστικώσανε	=	φιστικώνω
φιστικώσατε	=	φιστικώνω
φιστικώσει	=	φιστικώνω
φιστικώστε	=	φιστικώνω
φιστουλών	=	φίστουλα
φισφιρίζω	verb	σφυρίζω, φιφιρίζω
φισών	=	φίσα
φιτίλι	noun	εύφλεκτο νήμα από διάφορα υλικά, για να ανάβει κερί, καντήλι ή εκρηκτικός μηχανισμός
φιτίλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιτίλι
φιτίνη	=	φυτίνη
φιτζιανέ	=	φιτζιανός
φιτζιανή	=	φιτζιανός
φιτζιανοί	=	φιτζιανός
φιτζιανού	=	φιτζιανός
φιτζιανούς	=	φιτζιανός
φιτζιανό	=	φιτζιανός
φιτζιανός	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από το Φίτζι
φιτζιανών	=	φιτζιανός
φιτιλάτο	noun	παλαιού τύπου όπλο	adj	βλ. ο φιτιλάτος ⁽ᵉˡ⁾
φιτιλήθρα	noun	το φιτίλι της λάμπας (πετρελαίου)
φιτιλιά	noun	το άναμμα του φιτιλιού
φιτιλιάς	=	φιτιλιά
φιτιλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιτιλιά
φιτιλιού	=	φιτίλι
φιτιλιών	=	φιτίλι
φιφα	abbrev	η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία
φιόγκε	noun	κλητική ενικού του φιόγκος
φιόγκο	noun	αιτιατική ενικού του φιόγκος
φιόγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φιόγκος
φιόγκος	noun	τρόπος δεσίματος κορδέλλας, σπάγκου, κορδονιού κ.λπ. με διπλή θηλιά κι εύκολο λύσιμο, σε σχήμα πεταλούδας
φιόγκου	noun	γενική ενικού του φιόγκος
φιόγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φιόγκος
φιόγκων	noun	γενική πληθυντικού του φιόγκος
φιόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιόρο
φιόρδ	noun	βαθύς και στενός κόλπος που έχει δημιουργηθεί από την διάβρωση των ακτών από παγετώνες
φιόρε	noun	άνθος, λουλούδι
φιόρντ	noun	άλλη προφορά της λέξης φιόρδ για τους παράκτιους σχηματισμούς κυρίως βορείων κρατών
φιόρο	noun	το άνθος (και μεταφορικά), λουλούδι
φιόρου	noun	γενική ενικού του φιόρο
φιόρων	noun	γενική πληθυντικού του φιόρο
φκειάχνω	=	φτιάχνω
φκιάνω	verb|vulgar	φτιάχνω
φκιάξαμε	=	φκιάχνω
φκιάξαν	=	φκιάχνω
φκιάξανε	=	φκιάχνω
φκιάξατε	=	φκιάχνω
φκιάξε	=	φκιάχνω
φκιάξει	=	φκιάχνω
φκιάξου	=	φκιάχνω
φκιάξτε	=	φκιάχνω
φκιάχναμε	=	φκιάχνω
φκιάχναν	=	φκιάχνω
φκιάχνανε	=	φκιάχνω
φκιάχνατε	=	φκιάχνω
φκιάχνε	=	φκιάχνω
φκιάχνει	=	φκιάχνω
φκιάχνεις	=	φκιάχνω
φκιάχνεσαι	=	φκιάχνω
φκιάχνεστε	=	φκιάχνω
φκιάχνεται	=	φκιάχνω
φκιάχνετε	=	φκιάχνω
φκιάχνομαι	=	φκιάχνω
φκιάχνονται	=	φκιάχνω
φκιάχνονταν	=	φκιάχνω
φκιάχνοντας	=	φκιάχνω
φκιάχνου	=	φκιάχνω
φκιάχνουμε	=	φκιάχνω
φκιάχνουν	=	φκιάχνω
φκιάχνουνε	=	φκιάχνω
φκιάχνω	verb	φτιάχνω
φκιάχτηκα	=	φκιάχνω
φκιάχτηκαν	=	φκιάχνω
φκιάχτηκε	=	φκιάχνω
φκιάχτηκες	=	φκιάχνω
φκιαγμένος	=	φκιάχνω
φκιασίδι	noun	άλλη γραφή του φτιασίδι
φκιασίδια	=	φκιασίδι
φκιασίδωμα	noun	άλλη μορφή του φτιασίδωμα
φκιασίδωνα	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωναν	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωνε	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωνες	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωσα	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωσαν	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωσε	=	φκιασιδώνω
φκιασίδωσες	=	φκιασιδώνω
φκιασιδιού	=	φκιασίδι
φκιασιδιών	=	φκιασίδι
φκιασιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φκιασίδωμα
φκιασιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φκιασιδωμένο
φκιασιδωμένε	verb	κλητική ενικού του φκιασιδωμένος
φκιασιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φκιασιδωμένη
φκιασιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φκιασιδωμένος
φκιασιδωμένης	verb	γενική ενικού του φκιασιδωμένη
φκιασιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φκιασιδωμένος
φκιασιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φκιασιδωμένος
φκιασιδωμένος	verb	άλλη μορφή του φτιασιδωμένος
φκιασιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φκιασιδωμένος
φκιασιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φκιασιδωμένος
φκιασιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φκιασιδωμένος
φκιασιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φκιασίδωμα
φκιασιδώματος	noun	γενική ενικού του φκιασίδωμα
φκιασιδώναμε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώναν	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνανε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνατε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνει	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνεις	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνετε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνομαι	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνοντας	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνουμε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνουν	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνουνε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώνω	verb	άλλη μορφή του φτιασιδώνω
φκιασιδώσαμε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώσαν	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώσανε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώσατε	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώσει	=	φκιασιδώνω
φκιασιδώστε	=	φκιασιδώνω
φκιαχνόμασταν	=	φκιάχνω
φκιαχνόμαστε	=	φκιάχνω
φκιαχνόμουν	=	φκιάχνω
φκιαχνόμουνα	=	φκιάχνω
φκιαχνόντουσαν	=	φκιάχνω
φκιαχνόσασταν	=	φκιάχνω
φκιαχνόσαστε	=	φκιάχνω
φκιαχνόσουν	=	φκιάχνω
φκιαχνόσουνα	=	φκιάχνω
φκιαχνόταν	=	φκιάχνω
φκιαχνότανε	=	φκιάχνω
φκιαχτήκαμε	=	φκιάχνω
φκιαχτήκαν	=	φκιάχνω
φκιαχτήκανε	=	φκιάχνω
φκιαχτήκατε	=	φκιάχνω
φκιαχτεί	=	φκιάχνω
φκιαχτείτε	=	φκιάχνω
φκιόρον	noun	το λουλούδι
φκπ	abbrev	Φόρος Καθαράς Προσόδου
φκυάρι	noun|vulgar	άλλη μορφή του φτυάρι
φκυάρια	=	φκυάρι
φκυαριού	=	φκυάρι
φκυαριών	=	φκυάρι
φκυασίδι	noun|dated	άλλη μορφή του φτιασίδι
φκυασίδια	=	φκυασίδι
φκυασιδιού	=	φκυασίδι
φκυασιδιών	=	φκυασίδι
φλάμπουρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλάμπουρο
φλάμπουρο	noun	πολεμική σημαία, που καταλήγει σε γλώσσα ή γλώσσες
φλάμπουρου	noun	γενική ενικού του φλάμπουρο
φλάμπουρων	noun	γενική πληθυντικού του φλάμπουρο
φλάντζα	noun	οποιοδήποτε υλικό (πχ. φελλός, χαλκός, περμανίτης, λάστιχο) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανάμεσα σε δύο επιφάνειες ώστε να εξασφαλίζει την στεγανότητα και να αποτρέπει τη διαρροή.
φλάντζας	noun	γενική ενικού του φλάντζα
φλάντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλάντζα
φλάουτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλάουτο
φλάουτο	noun	που αποτελείται από ένα σωλήνα με τρύπες και κλειδιά κατά μήκος του και με στενό επιστόμιο στα πλάγια του πάνω άκρου του.
φλάουτου	noun	γενική ενικού του φλάουτο
φλάουτων	noun	γενική πληθυντικού του φλάουτο
φλάρε	noun	κλητική ενικού του φλάρος
φλάρο	noun	αιτιατική ενικού του φλάρος
φλάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλάρος
φλάρος	noun	αδερφός, καθολικός ιερέας ή καλόγερος
φλάρου	noun	γενική ενικού του φλάρος
φλάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φλάρος
φλάρων	noun	γενική πληθυντικού του φλάρος
φλάσκα	noun	αδειασμένη ξερή κολοκύθα που χρησιμοποιείται σαν δοχείο για κρασί ή νερό
φλάσκας	noun	γενική ενικού του φλάσκα
φλάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλάσκα
φλέβα	noun	αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά
φλέβας	noun	γενική ενικού του φλέβα
φλέβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλέβα
φλέγαμε	=	φλέγω
φλέγαν	=	φλέγω
φλέγανε	=	φλέγω
φλέγατε	=	φλέγω
φλέγε	=	φλέγω
φλέγει	=	φλέγω
φλέγεις	=	φλέγω
φλέγεται	=	φλέγομαι
φλέγετε	=	φλέγω
φλέγμα	noun	απάθεια, εξαιρετική ψυχραιμία
φλέγμαινα	=	φλεγμαίνω
φλέγμαιναν	=	φλεγμαίνω
φλέγμαινε	=	φλεγμαίνω
φλέγμαινες	=	φλεγμαίνω
φλέγμανα	=	φλεγμαίνω
φλέγμαναν	=	φλεγμαίνω
φλέγμανε	=	φλεγμαίνω
φλέγμανες	=	φλεγμαίνω
φλέγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλέγμα
φλέγματος	noun	γενική ενικού του φλέγμα
φλέγομαι	verb	καίγομαι
φλέγοντας	=	φλέγω
φλέγουμε	=	φλέγω
φλέγουν	=	φλέγω
φλέγουνε	=	φλέγω
φλέγω	verb|figurative	καίω, πυρπολώ, προκαλώ έντονα συναισθήματα
φλέγων	=	φλέγω
φλέμα	noun	παχύρρευστη βλεννώδης ουσία που μοιάζει με τη μύξα και αποβάλλεται από το στόμα ως πτύελο· προέρχεται είτε από τους πνεύμονες είτε από τη ρινική κοιλότητα
φλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλέμα
φλέματος	noun	γενική ενικού του φλέμα
φλέξαμε	=	φλέγω
φλέξαν	=	φλέγω
φλέξανε	=	φλέγω
φλέξαρα	=	φλεξάρω
φλέξαραν	=	φλεξάρω
φλέξαρε	=	φλεξάρω
φλέξαρες	=	φλεξάρω
φλέξατε	=	φλέγω
φλέξε	=	φλέγω
φλέξει	=	φλέγω
φλέξτε	=	φλέγω
φλέρταρα	=	φλερτάρω
φλέρταραν	=	φλερτάρω
φλέρταρε	=	φλερτάρω
φλέρταρες	=	φλερτάρω
φλέσι	noun|literary	είδος τριγωνικού πανιού ιστιοφόρου σκάφους
φλέσια	=	φλέσι
φλίπαρα	=	φλιπάρω
φλίπαραν	=	φλιπάρω
φλίπαρε	=	φλιπάρω
φλίπαρες	=	φλιπάρω
φλίπερ	noun	ηλεκτρομηχανικό παιχνίδι στο οποίο ο παίκτης, χειριζόμενος κάποιους μοχλούς, προσπαθεί να κατευθύνει μια μπαλίτσα ανάμεσα από κάποια εμπόδια και προς ορισμένους στόχους
φλίσι	noun	κοινή (τον περασμένο αιώνα) ονομασία του ιστίου λαίφος
φλίτσι	noun	το φλέσι
φλίτσια	=	φλίτσι
φλαβονοειδές	noun	φυσική φυτική ένωση με φαινολική δομή, που συμβάλλει στην άμυνα των φυτών και δρα στον άνθρωπο κυρίως ως αντιοξειδωτικός παράγοντας
φλαβονοειδή	noun	φυσικές φυτικές ενώσεις με φαινολική δομή, που συμβάλλουν στην άμυνα των φυτών και δρουν στον άνθρωπο κυρίως ως αντιοξειδωτικοί παράγοντες
φλαβονοειδής	adj	που έχει σχέση με φλαβονοειδή ή αναφέρεται σʼ αυτά
φλαβονοειδείς	=	φλαβονοειδής
φλαβονοειδούς	=	φλαβονοειδές
φλαβονοειδών	=	φλαβονοειδή
φλαμένκο	noun	μουσική και χορός της Ανδαλουσίας
φλαμίνγκα	=	φλαμίνγκο
φλαμίνγκο	noun	πτηνό που ανήκει στα φοινικόπτερα, έχει ψηλά πόδια, λεπτό λαιμό και ροδαλό πτέρωμα —ταξινομείται ως Phoenicopterus roseus
φλαμίνγκου	=	φλαμίνγκο
φλαμίνγκων	=	φλαμίνγκο
φλαμανδικά	noun	η διάλεκτος της ολλανδικής γλώσσας που μιλιέται στο Βέλγιο από τους Φλαμανδούς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλαμανδικό
φλαμανδικέ	adj	κλητική ενικού του φλαμανδικός
φλαμανδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλαμανδική
φλαμανδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλαμανδικός
φλαμανδικής	adj	γενική ενικού του φλαμανδική
φλαμανδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλαμανδικός
φλαμανδικού	adj	γενική ενικού του φλαμανδικός
φλαμανδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλαμανδικός
φλαμανδικό	adj	αιτιατική ενικού του φλαμανδικός
φλαμανδικός	adj	που αναφέρεται στους Φλαμανδούς και τη Φλάνδρα του Βελγίου
φλαμανδικών	adj	γενική πληθυντικού του φλαμανδικός
φλαμουριά	noun	του είδους Φιλύρα η γναφαλώδης ή αργυρόφυλλος / Tilia tomentosa ή alba ή argentea που παράγει το άνθος φλαμούρι από τα οποίο παράγεται το αφέψημα τίλιο
φλαμουριάς	noun	γενική ενικού του φλαμουριά
φλαμουριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλαμουριά
φλαμουριού	=	φλαμούρι
φλαμουριών	=	φλαμούρι
φλαμούρι	noun	τίλιο, το άνθος της φλαμουριάς
φλαμούρια	=	φλαμούρι
φλαμπέ	adj	πυρπολημένο, φλογισμένο: γαστρονομικός όρος για φαγητά που προκειμένου να γίνουν νοστιμότερα ή απλώς πιο εντυπωσιακά, όταν σερβίρονται η επιφάνειά τους καταβρέχεται με αλκοόλ και στη συνέχεια πυρπολείται, ώστε αυτή να καλυφθεί για μερικά δευτερόλεπτα από φλόγες.
φλαμπουριάρη	=	φλαμπουριάρης
φλαμπουριάρηδες	=	φλαμπουριάρης
φλαμπουριάρηδων	=	φλαμπουριάρης
φλαμπουριάρης	noun	ο φλαμμουλάριος, σημαιοφόρος φλάμπουρου
φλανέλα	noun	άλλη μορφή του φανέλα
φλανέλας	=	φλανέλα
φλανέλες	=	φλανέλα
φλανελών	=	φλανέλα
φλαντζών	noun	γενική πληθυντικού του φλάντζα
φλαουτίστα	noun	θηλυκό του φλαουτίστας
φλαουτίστας	noun	αυτός που παίζει φλάουτο
φλαουτίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλαουτίστα
φλαουτίστρια	noun	άλλη μορφή του φλαουτίστα
φλαουτίστριας	=	φλαουτίστρια
φλαουτίστριες	=	φλαουτίστρια
φλαουτιστριών	=	φλαουτίστρια
φλαουτιστών	noun	γενική πληθυντικού του φλαουτίστα
φλαπ	noun	κινητή επιφάνεια στο πίσω μέρος του φτερού αεροσκάφους, που ρυθμίζει την άντωση και την αντίσταση κατά την απογείωση και την προσγείωση
φλας	noun	μηχανισμός φωτογραφικής μηχανής για τον άπλετο φωτισμό σκοτεινών χώρων ή κατά τις νυχτερινές λήψεις ώστε να βελτιωθεί το αποτέλεσμα
φλασάκι	noun	υποκοριστικό του φλας
φλασάκια	=	φλασάκι
φλασιά	noun	στιγμιαία έμπνευση, στιγμιαία αναλαμπή
φλασιάς	=	φλασιά
φλασιές	=	φλασιά
φλασιών	=	φλασιά
φλασκάκι	noun	υποκοριστικό του φλασκί
φλασκάκια	=	φλασκάκι
φλασκί	noun	δοχείο για υγρά (νερό, κρασί, κ.ά.) φτιαγμένο από πηλό, ξύλο, αποξηραμένη νεροκολοκύθα ή γιδοτόμαρο, και σχετικά μικρό για εύκολη μεταφορά
φλασκιά	noun	νεροκολοκυθιά (φυτό)
φλασκιάς	=	φλασκιά
φλασκιές	=	φλασκιά
φλασκιού	=	φλασκί
φλασκιών	=	φλασκί
φλασκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλασκωτό
φλασκωτέ	adj	κλητική ενικού του φλασκωτός
φλασκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλασκωτή
φλασκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλασκωτός
φλασκωτής	adj	γενική ενικού του φλασκωτή
φλασκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλασκωτός
φλασκωτού	adj	γενική ενικού του φλασκωτός
φλασκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλασκωτός
φλασκωτό	adj	αιτιατική ενικού του φλασκωτός
φλασκωτός	adj	που έχει το σχήμα μιας φλάσκας, ενός φλασκιού
φλασκωτών	adj	γενική πληθυντικού του φλασκωτός
φλασκών	noun	γενική πληθυντικού του φλάσκα
φλεβίδια	=	φλεβίδιο
φλεβίδιο	noun	μια μικρή φλέβα
φλεβίδιου	=	φλεβίδιο
φλεβίδιων	=	φλεβίδιο
φλεβίζω	verb	κάνω κακοκαιρία
φλεβίτιδα	noun	φλεγμονή μιας φλέβας
φλεβίτιδας	=	φλεβίτιδα
φλεβίτιδες	=	φλεβίτιδα
φλεβίτιδων	=	φλεβίτιδα
φλεβαριάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φλεβαριάτικος	adv	τον Φλεβάρη, την περίοδο του Φεβρουαρίου
φλεβαριάτικε	adj	κλητική ενικού του φλεβαριάτικος
φλεβαριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβαριάτικη
φλεβαριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλεβαριάτικος
φλεβαριάτικης	adj	γενική ενικού του φλεβαριάτικη
φλεβαριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του φλεβαριάτικος
φλεβαριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλεβαριάτικος
φλεβαριάτικος	adj	φεβρουαριανός
φλεβαριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φλεβαριάτικος
φλεβαριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλεβαριάτικος
φλεβαριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φλεβαριάτικος
φλεβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβικό
φλεβικέ	adj	κλητική ενικού του φλεβικός
φλεβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβική
φλεβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλεβικός
φλεβικής	adj	γενική ενικού του φλεβική
φλεβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλεβικός
φλεβικού	adj	γενική ενικού του φλεβικός
φλεβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλεβικός
φλεβικό	adj	αιτιατική ενικού του φλεβικός
φλεβικός	adj	σχετικός με τις φλέβες
φλεβικών	adj	γενική πληθυντικού του φλεβικός
φλεβοκαθετήρα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φλεβοκαθετήρας
φλεβοκαθετήρας	noun	καθετήρας που τοποθετείται σε φλέβα για τη χορήγηση σε ασθενή φαρμακευτικών ουσιών
φλεβοκαθετήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβοκαθετήρας
φλεβοκαθετήρων	noun	γενική πληθυντικού του φλεβοκαθετήρας
φλεβοκομβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβοκομβικό
φλεβοκομβικέ	adj	κλητική ενικού του φλεβοκομβικός
φλεβοκομβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβοκομβική
φλεβοκομβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλεβοκομβικός
φλεβοκομβικής	adj	γενική ενικού του φλεβοκομβική
φλεβοκομβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλεβοκομβικός
φλεβοκομβικού	adj	γενική ενικού του φλεβοκομβικός
φλεβοκομβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλεβοκομβικός
φλεβοκομβικό	adj	αιτιατική ενικού του φλεβοκομβικός
φλεβοκομβικός	adj	αυτός που αναφέρεται στον φλεβόκομβο
φλεβοκομβικών	adj	γενική πληθυντικού του φλεβοκομβικός
φλεβοκόμβου	=	φλεβόκομβος
φλεβοκόμβους	=	φλεβόκομβος
φλεβοκόμβων	=	φλεβόκομβος
φλεβορραγία	noun	αιμορραγία από φλέβα
φλεβορραγίας	noun	γενική ενικού του φλεβορραγία
φλεβορραγίες	=	φλεβορραγία
φλεβορραγιών	noun	γενική πληθυντικού του φλεβορραγία
φλεβοστάσεις	=	φλεβόσταση
φλεβοστάσεων	=	φλεβόσταση
φλεβοτομία	noun	τομή φλέβας για διάφορους ιατρικούς λόγους (π.χ. για αφαίμαξη στην αρχαιότητα)
φλεβοτομίας	noun	γενική ενικού του φλεβοτομία
φλεβοτομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβοτομία
φλεβοτομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβοτομικό
φλεβοτομικέ	adj	κλητική ενικού του φλεβοτομικός
φλεβοτομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεβοτομική
φλεβοτομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλεβοτομικός
φλεβοτομικής	adj	γενική ενικού του φλεβοτομική
φλεβοτομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλεβοτομικός
φλεβοτομικού	adj	γενική ενικού του φλεβοτομικός
φλεβοτομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλεβοτομικός
φλεβοτομικό	adj	αιτιατική ενικού του φλεβοτομικός
φλεβοτομικός	adj	σχετικός με τη φλεβοτομία
φλεβοτομικών	adj	γενική πληθυντικού του φλεβοτομικός
φλεβοτομιών	noun	γενική πληθυντικού του φλεβοτομία
φλεβοτομώ	verb	διάνοιξη, τομή φλέβας για διάφορους ιατρικούς λόγους (στην αρχαιότητα για θεραπευτική αφαίμαξη)
φλεβοτόμε	=	φλεβοτόμος
φλεβοτόμο	=	φλεβοτόμος
φλεβοτόμοι	=	φλεβοτόμος
φλεβοτόμος	noun	είδος νυστεριού για τη φλεβοτομία
φλεβοτόμου	noun	γενική ενικού του φλεβοτόμος
φλεβοτόμους	=	φλεβοτόμος
φλεβοτόμων	=	φλεβοτόμος
φλεβωδών	=	φλεβώδης
φλεβόκομβε	=	φλεβόκομβος
φλεβόκομβο	=	φλεβόκομβος
φλεβόκομβοι	=	φλεβόκομβος
φλεβόκομβος	noun	μικρή λωρίδα μυϊκού ιστού (εξειδικευμένων μυϊκών κυττάρων) στον δεξιό κόλπο της καρδιάς, που λειτουργεί ως φυσικός βηματοδότης, ρυθμίζοντας τον καρδιακό ρυθμό μέσω ηλεκτρικών σημάτων
φλεβόκομβου	=	φλεβόκομβος
φλεβόσταση	noun	η επιβράδυνση ή η παύση της ροής του αίματος στις φλέβες, συνήθως λόγω μηχανικής πίεσης ή δυσλειτουργίας της φλεβικής κυκλοφορίας
φλεβόστασης	=	φλεβόσταση
φλεβώδεις	=	φλεβώδης
φλεβώδες	=	φλεβώδης
φλεβώδη	=	φλεβώδης
φλεβώδης	adj	γεμάτος με φλέβες ή με μεγάλες φλέβες
φλεβώδους	=	φλεβώδης
φλεβών	noun	γενική πληθυντικού του φλέβα
φλεγμάναμε	=	φλεγμαίνω
φλεγμάναν	=	φλεγμαίνω
φλεγμάνανε	=	φλεγμαίνω
φλεγμάνατε	=	φλεγμαίνω
φλεγμάνει	=	φλεγμαίνω
φλεγμάνετε	=	φλεγμαίνω
φλεγμάνθηκα	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμάνθηκαν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμάνθηκε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμάνθηκες	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμάνσου	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλέγμα
φλεγμαίναμε	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίναν	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνανε	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνατε	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνει	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνεις	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνεσαι	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαίνεστε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαίνεται	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαίνετε	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φλεγμαίνω
φλεγμαίνον	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνοντα	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνονται	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαίνονταν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαίνοντας	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνοντες	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνοντος	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνου	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαίνουμε	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνουν	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνουνε	=	φλεγμαίνω
φλεγμαίνουσα	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνουσας	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνουσες	=	φλεγμαίνων
φλεγμαίνω	verb	για ιστό που παρουσιάζει φλεγμονή, που αντιδρά σε μόλυνση από παθογόνους μικροοργανισμούς με τοπικό οίδημα, πόνο, κοκκίνισμα και, πιθανόν, πυρετό
φλεγμαίνων	verb	που φλεγμαίνει, παρουσιάζει οίδημα ή φλεγμονή και που συνεπώς πονάει και προκαλεί δυσφορία
φλεγμαινουσών	=	φλεγμαίνων
φλεγμαινούσης	=	φλεγμαίνων
φλεγμαινόμασταν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόμαστε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόμουν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόμουνα	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόντουσαν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόντων	=	φλεγμαίνων
φλεγμαινόσασταν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόσαστε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόσουν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόσουνα	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινόταν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμαινότανε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμανθήκαμε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμανθήκαν	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμανθήκανε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμανθήκατε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμανθεί	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμανθείτε	=	φλεγμαίνομαι
φλεγμασμένος	=	φλεγμαίνομαι
φλεγματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεγματικό	adv	κατά τρόπο φλεγματικό
φλεγματικέ	adj	κλητική ενικού του φλεγματικός
φλεγματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεγματική
φλεγματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλεγματικός
φλεγματικής	adj	γενική ενικού του φλεγματική
φλεγματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλεγματικός
φλεγματικού	adj	γενική ενικού του φλεγματικός
φλεγματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλεγματικός
φλεγματικό	adj	αιτιατική ενικού του φλεγματικός
φλεγματικός	adj	ψύχραιμος, απαθής, που δεν αντιδρά συγκινησιακά.
φλεγματικών	adj	γενική πληθυντικού του φλεγματικός
φλεγματωδών	=	φλεγματώδης
φλεγματώδεις	=	φλεγματώδης
φλεγματώδες	=	φλεγματώδης
φλεγματώδη	=	φλεγματώδης
φλεγματώδης	adj	που μοιάζει με φλέγμα ή σχετίζεται με την παρουσία φλέγματος στο αναπνευστικό σύστημα
φλεγματώδους	=	φλεγματώδης
φλεγμονές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεγμονή
φλεγμονή	noun	η τοπική αντίδραση του οργανισμού στη μόλυνση από παθογόνους μικροοργανισμούς, η οποία εκδηλώνεται με τοπικό οίδημα, πόνο, κοκκίνισμα και, πιθανόν, πυρετό
φλεγμονής	=	φλεγμονή
φλεγμονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεγμονικό
φλεγμονικέ	adj	κλητική ενικού του φλεγμονικός
φλεγμονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλεγμονική
φλεγμονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλεγμονικός
φλεγμονικής	adj	γενική ενικού του φλεγμονική
φλεγμονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλεγμονικός
φλεγμονικού	adj	γενική ενικού του φλεγμονικός
φλεγμονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλεγμονικός
φλεγμονικό	adj	αιτιατική ενικού του φλεγμονικός
φλεγμονικός	adj	σχετικός με φλεγμονή
φλεγμονικών	adj	γενική πληθυντικού του φλεγμονικός
φλεγμονωδών	=	φλεγμονώδης
φλεγμονώδεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του φλεγμονώδης
φλεγμονώδες	=	φλεγμονώδης
φλεγμονώδη	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του φλεγμονώδης
φλεγμονώδης	adj	που παρουσιάζει φλεγμονή, φλόγωση, ερεθισμό, που υποδηλώνει ίσως παρουσία μικροβίου
φλεγμονώδους	=	φλεγμονώδης
φλεγμονών	=	φλεγμονή
φλεγόμενα	=	φλεγόμενος
φλεγόμενε	=	φλεγόμενος
φλεγόμενες	=	φλεγόμενος
φλεγόμενη	=	φλεγόμενος
φλεγόμενης	=	φλεγόμενος
φλεγόμενο	=	φλεγόμενος
φλεγόμενοι	=	φλεγόμενος
φλεγόμενος	verb|figurative	μετοχή παθητικού ενεστώτα (φλέγομαι) του ρήματος φλέγω που έχει τυλιχτεί στις φλόγες
φλεγόμενου	=	φλεγόμενος
φλεγόμενους	=	φλεγόμενος
φλεγόμενων	=	φλεγόμενος
φλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλέμα
φλεμαντζιόνα	noun	πρήξιμο του σώματος, φλεγμονή
φλεμαντζιόνας	=	φλεμαντζιόνα
φλεμαντζιόνες	=	φλεμαντζιόνα
φλεμαντζιόνων	=	φλεμαντζιόνα
φλεξάραμε	=	φλεξάρω
φλεξάραν	=	φλεξάρω
φλεξάρανε	=	φλεξάρω
φλεξάρατε	=	φλεξάρω
φλεξάρει	=	φλεξάρω
φλεξάρεις	=	φλεξάρω
φλεξάρετε	=	φλεξάρω
φλεξάρισα	=	φλεξάρω
φλεξάρισαν	=	φλεξάρω
φλεξάρισε	=	φλεξάρω
φλεξάρισες	=	φλεξάρω
φλεξάροντας	=	φλεξάρω
φλεξάρουμε	=	φλεξάρω
φλεξάρουν	=	φλεξάρω
φλεξάρουνε	=	φλεξάρω
φλεξάρτε	=	φλεξάρω
φλεξάρω	verb	επιδεικνύω
φλεξαρισμένος	=	φλεξάρω
φλεξογραφία	noun	μέθοδος ανάγλυφης εκτύπωσης με ελαστικές εκτυπωτικές πλάκες και ταχυστέγνωτα μελάνια, κατάλληλη για μη απορροφητικά υλικά
φλεξογραφίας	=	φλεξογραφία
φλεξογραφίες	=	φλεξογραφία
φλεξογραφιών	=	φλεξογραφία
φλερέ	noun	ευλύγιστο ξίφος για το αντίστοιχο αγώνισμα της ξιφασκίας
φλεροβίου	=	φλερόβιο
φλερτ	noun	η ερωτική προσέγγιση, το φλερτάρισμα, η ερωτοτροπία, το κόρτε
φλερτάκι	noun	περαστική ερωτική σχέση χωρίς συνέχεια
φλερτάκια	=	φλερτάκι
φλερτάραμε	=	φλερτάρω
φλερτάραν	=	φλερτάρω
φλερτάρανε	=	φλερτάρω
φλερτάρατε	=	φλερτάρω
φλερτάρει	=	φλερτάρω
φλερτάρεις	=	φλερτάρω
φλερτάρετε	=	φλερτάρω
φλερτάριζα	=	φλερτάρω
φλερτάριζαν	=	φλερτάρω
φλερτάριζε	=	φλερτάρω
φλερτάριζες	=	φλερτάρω
φλερτάρισα	=	φλερτάρω
φλερτάρισαν	=	φλερτάρω
φλερτάρισε	=	φλερτάρω
φλερτάρισες	=	φλερτάρω
φλερτάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλερτάρω
φλερτάρομε	=	φλερτάρω
φλερτάροντας	=	φλερτάρω
φλερτάρουμε	=	φλερτάρω
φλερτάρουν	=	φλερτάρω
φλερτάρουνε	=	φλερτάρω
φλερτάρω	verb	προσεγγίζω και δείχνω τις ερωτικές διαθέσεις σε ένα άτομο, προσπαθώ να τον/την κατακτήσω ερωτικά
φλερταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλερτάρισμα
φλερταρίσματος	noun	γενική ενικού του φλερτάρισμα
φλερταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλερτάρισμα
φλερόβιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 114 και χημικό σύμβολο το Fl
φλεσιού	=	φλέσι
φλεσιών	=	φλέσι
φλετουράω	verb|literary	πετάω, φτερουγάω, φτεροκοπώ, φτερουγίζω
φληνάφει	=	φληναφώ
φληνάφημα	noun	φλυαρία, μωρολογία, σαχλαμάρα, ανούσιος λόγος
φληνάφησα	=	φληναφώ
φληνάφησαν	=	φληναφώ
φληνάφησε	=	φληναφώ
φληνάφησες	=	φληναφώ
φληναφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φληνάφημα
φληναφήματος	noun	γενική ενικού του φληνάφημα
φληναφήσαμε	=	φληναφώ
φληναφήσαν	=	φληναφώ
φληναφήσανε	=	φληναφώ
φληναφήσατε	=	φληναφώ
φληναφήσει	=	φληναφώ
φληναφήστε	=	φληναφώ
φληναφεί	=	φληναφώ
φληναφείς	=	φληναφώ
φληναφείτε	=	φληναφώ
φληναφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φληνάφημα
φληναφούμε	=	φληναφώ
φληναφούν	=	φληναφώ
φληναφούνε	=	φληναφώ
φληναφούσα	=	φληναφώ
φληναφούσαμε	=	φληναφώ
φληναφούσαν	=	φληναφώ
φληναφούσανε	=	φληναφώ
φληναφούσατε	=	φληναφώ
φληναφούσε	=	φληναφώ
φληναφούσες	=	φληναφώ
φληναφώ	verb|formal	μιλώ πολύ χωρίς να λέω κάτι ουσιαστικό
φληναφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φληναφώ
φλησκούνι	noun	άλλη γραφή του φλισκούνι
φλησκούνια	=	φλησκούνι
φλιά	noun	το κατώφλι της πόρτας, το παραστατό
φλιντζάνι	noun	άλλη μορφή του φλιτζάνι
φλιντζάνια	=	φλιντζάνι
φλιντζανάκι	noun	υποκοριστικό του φλιντζάνι, άλλη μορφή του φλιτζανάκι
φλιντζανάκια	=	φλιντζανάκι
φλιντζανιού	=	φλιντζάνι
φλιντζανιών	=	φλιντζάνι
φλιπάραμε	=	φλιπάρω
φλιπάραν	=	φλιπάρω
φλιπάρανε	=	φλιπάρω
φλιπάρατε	=	φλιπάρω
φλιπάρει	=	φλιπάρω
φλιπάρεις	=	φλιπάρω
φλιπάρετε	=	φλιπάρω
φλιπάριζα	=	φλιπάρω
φλιπάριζαν	=	φλιπάρω
φλιπάριζε	=	φλιπάρω
φλιπάριζες	=	φλιπάρω
φλιπάρισα	=	φλιπάρω
φλιπάρισαν	=	φλιπάρω
φλιπάρισε	=	φλιπάρω
φλιπάρισες	=	φλιπάρω
φλιπάρομε	=	φλιπάρω
φλιπάροντας	=	φλιπάρω
φλιπάρουμε	=	φλιπάρω
φλιπάρουν	=	φλιπάρω
φλιπάρουνε	=	φλιπάρω
φλιπάρτε	=	φλιπάρω
φλιπάρω	verb	ξετρελαίνομαι, τρελαίνομαι
φλιπαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλιπαρισμένο
φλιπαρισμένε	verb	κλητική ενικού του φλιπαρισμένος
φλιπαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλιπαρισμένη
φλιπαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλιπαρισμένος
φλιπαρισμένης	verb	γενική ενικού του φλιπαρισμένη
φλιπαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φλιπαρισμένος
φλιπαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλιπαρισμένος
φλιπαρισμένος	verb	τρελαμένος, σαλταρισμένος
φλιπαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φλιπαρισμένος
φλιπαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φλιπαρισμένος
φλιπαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φλιπαρισμένος
φλιπεράκι	noun	συνώνυμο του φλίπερ
φλιπεράκια	=	φλιπεράκι
φλις	noun	είδος μαλακού συνθετικού υφάσματος
φλισκούνι	noun	αρωματικό και τονωτικό βότανο (μίνθη η χνοώδης - mentha pubescens ή μίνθη η υδροχαρής - mentha aquatica)
φλισκούνια	=	φλισκούνι
φλιτ	noun|dated	είδος εντομοκτόνου μέσα σε ειδική συσκευή με τρόμπα για τον ψεκασμό του
φλιτάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλιτάρω, ο ψεκασμός με φλιτ ή γενικότερα με εντομοκτόνο
φλιταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλιτάρισμα
φλιταρίσματος	noun	γενική ενικού του φλιτάρισμα
φλιταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλιτάρισμα
φλιτζάνα	noun	μεγεθυντικό του φλιτζάνι, το μεγάλο φλιτζάνι
φλιτζάνας	=	φλιτζάνα
φλιτζάνες	=	φλιτζάνα
φλιτζάνι	noun	μικρή κούπα με λαβή -για να πίνει κάποιος τσάι, χαμομήλι, φλαμούρι, καφέ (για τον ελληνικό καφέ συχνά φλιτζανάκι)
φλιτζάνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλιτζάνι
φλιτζανάκι	noun	υποκοριστικό του φλιτζάνι
φλιτζανάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλιτζανάκι
φλιτζανιού	=	φλιτζάνι
φλιτζανιών	=	φλιτζάνι
φλιτσιού	=	φλίτσι
φλιτσιών	=	φλίτσι
φλιῶρα	=	φλιῶρος
φλιῶρο	=	φλιῶρος
φλιῶρος	adj	λευκός
φλοίδα	noun	το περίβλημα των καρπών αλλά και γενικά διαφόρων τμημάτων των φυτών (π.χ. του κορμού)
φλοίδας	noun	γενική ενικού του φλοίδα
φλοίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοίδα
φλοίσβε	noun	κλητική ενικού του φλοίσβος
φλοίσβιζα	=	φλοισβίζω
φλοίσβιζαν	=	φλοισβίζω
φλοίσβιζε	=	φλοισβίζω
φλοίσβιζες	=	φλοισβίζω
φλοίσβισμα	noun	ο φλοίσβος
φλοίσβο	noun	αιτιατική ενικού του φλοίσβος
φλοίσβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλοίσβος
φλοίσβος	noun	ο ελαφρός ήχος από μικρά κύματα που χτυπούν στην ακτή
φλοίσβου	noun	γενική ενικού του φλοίσβος
φλοίσβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φλοίσβος
φλοίσβων	noun	γενική πληθυντικού του φλοίσβος
φλοίωμα	noun	είναι επιφορτισμένο με την μεταφορά των προϊόντων της φωτοσύνθεσης από τα φύλλα προς το βλαστό και την ρίζα.
φλογάτα	=	φλογάτος
φλογάτε	=	φλογάτος
φλογάτες	=	φλογάτος
φλογάτη	=	φλογάτος
φλογάτης	=	φλογάτος
φλογάτο	=	φλογάτος
φλογάτοι	=	φλογάτος
φλογάτος	adj	συνώνυμο του φλόγινος
φλογάτου	=	φλογάτος
φλογάτους	=	φλογάτος
φλογάτων	=	φλογάτος
φλογέρα	noun	παραδοσιακό πνευστό μουσικό όργανο, κυλινδρικό, με ανοιχτά τα δύο άκρα του, και τρύπες.
φλογέρας	noun	γενική ενικού του φλογέρα
φλογέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογέρα
φλογίζαμε	=	φλογίζω
φλογίζαν	=	φλογίζω
φλογίζανε	=	φλογίζω
φλογίζατε	=	φλογίζω
φλογίζει	=	φλογίζω
φλογίζεις	=	φλογίζω
φλογίζετε	=	φλογίζω
φλογίζοντας	=	φλογίζω
φλογίζουμε	=	φλογίζω
φλογίζουν	=	φλογίζω
φλογίζουνε	=	φλογίζω
φλογίζω	verb	καίω, τυλίγω κάτι στις φλόγες
φλογίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίσαν	=	φλογίζω
φλογίσανε	=	φλογίζω
φλογίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόγισμα
φλογίσματος	noun	γενική ενικού του φλόγισμα
φλογίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίστρου	=	φλόγιστρο
φλογίστρων	=	φλόγιστρο
φλογίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλογίτσα	noun	υποκοριστικό του φλόγα
φλογίτσας	noun	γενική ενικού του φλογίτσα
φλογίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογίτσα
φλογερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογερό	adv	με φλογερό τρόπο, με πάθος
φλογερέ	adj	κλητική ενικού του φλογερός
φλογερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογερή
φλογερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλογερός
φλογερής	adj	γενική ενικού του φλογερή
φλογεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλογερός
φλογεροτήτων	=	φλογερότητα
φλογερού	adj	γενική ενικού του φλογερός
φλογερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλογερός
φλογερό	adj	αιτιατική ενικού του φλογερός
φλογερός	adj	που χαρακτηρίζεται από πάθος κι ένταση, ισχυρός, διακαής
φλογερότητα	noun	η κατάσταση του φλογερού
φλογερότητας	=	φλογερότητα
φλογερότητες	=	φλογερότητα
φλογερών	adj	γενική πληθυντικού του φλογερός
φλογερῶς	adv	φλογερά, διακαώς, με ένταση, ισχύ, με τρόπο φλογερό
φλογισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλόγισμα
φλογισμέ	=	φλογισμός
φλογισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογισμένο
φλογισμένε	verb	κλητική ενικού του φλογισμένος
φλογισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογισμένη
φλογισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλογισμένος
φλογισμένης	verb	γενική ενικού του φλογισμένη
φλογισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φλογισμένος
φλογισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλογισμένος
φλογισμένος	verb	φλογερός, καυτός, μέσα στις φλόγες
φλογισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φλογισμένος
φλογισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φλογισμένος
φλογισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φλογισμένος
φλογισμοί	=	φλογισμός
φλογισμού	=	φλογισμός
φλογισμούς	=	φλογισμός
φλογισμό	=	φλογισμός
φλογισμός	noun	το φλόγισμα
φλογισμών	=	φλογισμός
φλογιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογιστικό
φλογιστικέ	adj	κλητική ενικού του φλογιστικός
φλογιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογιστική
φλογιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλογιστικός
φλογιστικής	adj	γενική ενικού του φλογιστική
φλογιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλογιστικός
φλογιστικού	adj	γενική ενικού του φλογιστικός
φλογιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλογιστικός
φλογιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φλογιστικός
φλογιστικός	adj	που προκαλεί φλόγωση
φλογιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φλογιστικός
φλογιστόν	noun	υποθετική ουσία η οποία σύμφωνα με την φλογιστική θεωρία (που καταρρίφθηκε με την ανακάλυψη του οξυγόνου) ερμήνευε την καύση
φλογοβολώ	verb|formal	εκπέμπω φλόγες
φλογοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φλογοβολώ
φλογοβόλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογοβόλο
φλογοβόλας	=	φλογοβόλος
φλογοβόλε	=	φλογοβόλος
φλογοβόλες	=	φλογοβόλος
φλογοβόλο	noun	πολεμική συσκευή που εκτοξεύει αναμένο υγρό
φλογοβόλοι	=	φλογοβόλος
φλογοβόλον	noun	το φλογοβόλο
φλογοβόλος	adj	που βγάζει φλόγες
φλογοβόλου	noun	γενική ενικού του φλογοβόλο
φλογοβόλους	=	φλογοβόλος
φλογοβόλων	noun	γενική πληθυντικού του φλογοβόλο
φλογοκάμινε	=	φλογοκάμινος
φλογοκάμινο	=	φλογοκάμινος
φλογοκάμινοι	=	φλογοκάμινος
φλογοκάμινος	noun	κάμινος που οι παρακείμενες φλόγες την θερμαίνουν
φλογοκαμένα	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένε	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένες	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένη	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένης	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένο	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένοι	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένος	verb	που έχει καεί από φλόγες
φλογοκαμένου	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένους	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμένων	=	φλογοκαμένος
φλογοκαμίνου	=	φλογοκάμινος
φλογοκαμίνους	=	φλογοκάμινος
φλογοκαμίνων	=	φλογοκάμινος
φλογοκρυπτών	=	φλογοκρύπτης
φλογοκρύπτες	=	φλογοκρύπτης
φλογοκρύπτη	=	φλογοκρύπτης
φλογοκρύπτης	noun	εξάρτημα που τοποθετείται στην κάννη του όπλου και αποκρύπτει τη λάμψη της εκπυρσοκρότησης
φλογοσωλήνα	=	φλογοσωλήνας
φλογοσωλήνας	noun	οι σωλήνες που χρησιμοποιούνται ως αγωγοί θερμών αερίων της καύσης (σε καυστήρες, φλόγιστρα κ.λπ.)
φλογοσωλήνες	=	φλογοσωλήνας
φλογοσωλήνων	=	φλογοσωλήνας
φλογοχειριστές	=	φλογοχειριστής
φλογοχειριστή	=	φλογοχειριστής
φλογοχειριστής	noun	ο τεχνικός που χρησιμοποιεί φλόγα για την κατεργασία, κοπή ή συγκόλληση μετάλλων σε βιομηχανικές ή κατασκευαστικές εργασίες
φλογοχειριστών	=	φλογοχειριστής
φλογωδών	=	φλογώδης
φλογωμάτων	=	φλόγωμα
φλογωπή	=	φλογωπός
φλογωπό	=	φλογωπός
φλογωπός	adj	που έχει όψη φλόγας
φλογωτά	=	φλογωτός
φλογωτέ	=	φλογωτός
φλογωτές	=	φλογωτός
φλογωτή	=	φλογωτός
φλογωτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φλογωτή) του φλογωτός
φλογωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογωτικό
φλογωτικέ	adj	κλητική ενικού του φλογωτικός
φλογωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλογωτική
φλογωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλογωτικός
φλογωτικής	adj	γενική ενικού του φλογωτική
φλογωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλογωτικός
φλογωτικού	adj	γενική ενικού του φλογωτικός
φλογωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλογωτικός
φλογωτικό	adj	αιτιατική ενικού του φλογωτικός
φλογωτικός	adj	που μπορεί να επιφέρει φλόγωση, να προκαλέσει αίσθημα καύσου, που πυρώνει, ο πυρωτικός
φλογωτικών	adj	γενική πληθυντικού του φλογωτικός
φλογωτοί	=	φλογωτός
φλογωτού	=	φλογωτός
φλογωτούς	=	φλογωτός
φλογωτό	=	φλογωτός
φλογωτός	adj	που έχει σχέδια με φλόγες
φλογωτών	=	φλογωτός
φλογόλευκα	=	φλογόλευκος
φλογόλευκε	=	φλογόλευκος
φλογόλευκες	=	φλογόλευκος
φλογόλευκη	=	φλογόλευκος
φλογόλευκης	=	φλογόλευκος
φλογόλευκο	=	φλογόλευκος
φλογόλευκοι	=	φλογόλευκος
φλογόλευκος	adj	που έχει το χρώμα της φλόγας κοντά στην πηγή της, στην αρχή της, το πυρακτωμένο που είναι σχεδόν λευκό
φλογόλευκου	=	φλογόλευκος
φλογόλευκους	=	φλογόλευκος
φλογόλευκων	=	φλογόλευκος
φλογώδεις	=	φλογώδης
φλογώδες	=	φλογώδης
φλογώδη	=	φλογώδης
φλογώδης	adj	που μοιάζει με φλόγα
φλογώδους	=	φλογώδης
φλογώματα	=	φλόγωμα
φλογώματος	=	φλόγωμα
φλογών	noun	γενική πληθυντικού του φλόγα
φλογώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόγωση
φλογώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φλόγωση
φλογώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φλόγωση
φλοιέ	noun	κλητική ενικού του φλοιός
φλοιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοιακό
φλοιακέ	adj	κλητική ενικού του φλοιακός
φλοιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοιακή
φλοιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλοιακός
φλοιακής	adj	γενική ενικού του φλοιακή
φλοιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλοιακός
φλοιακού	adj	γενική ενικού του φλοιακός
φλοιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλοιακός
φλοιακό	adj	αιτιατική ενικού του φλοιακός
φλοιακός	adj	που έχει σχέση με τον φλοιό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή βρίσκεται σ’ αυτόν
φλοιακών	adj	γενική πληθυντικού του φλοιακός
φλοιδών	noun	γενική πληθυντικού του φλοίδα
φλοιικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοιικό
φλοιικέ	adj	κλητική ενικού του φλοιικός
φλοιικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοιική
φλοιική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλοιικός
φλοιικής	adj	γενική ενικού του φλοιική
φλοιικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλοιικός
φλοιικού	adj	γενική ενικού του φλοιικός
φλοιικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλοιικός
φλοιικό	adj	αιτιατική ενικού του φλοιικός
φλοιικός	adj	που αφορά το φλοιό
φλοιικών	adj	γενική πληθυντικού του φλοιικός
φλοιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλοιός
φλοιού	noun	γενική ενικού του φλοιός
φλοιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φλοιός
φλοισβίζαμε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζαν	=	φλοισβίζω
φλοισβίζανε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζατε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζει	=	φλοισβίζω
φλοισβίζεις	=	φλοισβίζω
φλοισβίζετε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζοντας	=	φλοισβίζω
φλοισβίζουμε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζουν	=	φλοισβίζω
φλοισβίζουνε	=	φλοισβίζω
φλοισβίζω	verb|literary	κάνω φλοίσβο
φλοισβίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοίσβισμα
φλοισβίσματος	noun	γενική ενικού του φλοίσβισμα
φλοισβισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλοίσβισμα
φλοιωδών	=	φλοιώδης
φλοιωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλοίωμα
φλοιό	noun	αιτιατική ενικού του φλοιός
φλοιός	noun	το εξωτερικό περίβλημα του κορμού των δέντρων
φλοιώδεις	=	φλοιώδης
φλοιώδες	=	φλοιώδης
φλοιώδη	=	φλοιώδης
φλοιώδης	adj	που μοιάζει με φλοιό
φλοιώδους	=	φλοιώδης
φλοιώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοίωμα
φλοιώματος	noun	γενική ενικού του φλοίωμα
φλοιών	noun	γενική πληθυντικού του φλοιός
φλοκάτα	noun	είδος μάλλινης κουβέρτας ή χαλιού, η βελέντζα
φλοκάτας	noun	γενική ενικού του φλοκάτα
φλοκάτε	=	φλοκάτος
φλοκάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοκάτα
φλοκάτη	noun	χαλί ή σκέπασμα με πολλές τούφες ή φούντες μαλλιού που στερεώνονται με κόμπους σε μια βάση και δημιουργούν έτσι ένα πυκνό και παχύ στρώμα
φλοκάτης	=	φλοκάτος
φλοκάτο	=	φλοκάτος
φλοκάτοι	=	φλοκάτος
φλοκάτος	adj	άλλη μορφή του φλοκωτός
φλοκάτου	=	φλοκάτος
φλοκάτους	=	φλοκάτος
φλοκάτων	=	φλοκάτος
φλοκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοκάρισμα
φλοκατών	noun	γενική πληθυντικού του φλοκάτα
φλοκιάζαμε	=	φλοκιάζω
φλοκιάζαν	=	φλοκιάζω
φλοκιάζανε	=	φλοκιάζω
φλοκιάζατε	=	φλοκιάζω
φλοκιάζει	=	φλοκιάζω
φλοκιάζεις	=	φλοκιάζω
φλοκιάζετε	=	φλοκιάζω
φλοκιάζοντας	=	φλοκιάζω
φλοκιάζουμε	=	φλοκιάζω
φλοκιάζουν	=	φλοκιάζω
φλοκιάζουνε	=	φλοκιάζω
φλοκιάζω	verb|vulgar	φτιάχνω φλόκια
φλοκιάσαμε	=	φλοκιάζω
φλοκιάσαν	=	φλοκιάζω
φλοκιάσανε	=	φλοκιάζω
φλοκιάσατε	=	φλοκιάζω
φλοκιάσει	=	φλοκιάζω
φλοκιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόκιασμα
φλοκιάσματος	noun	γενική ενικού του φλόκιασμα
φλοκιάστε	=	φλοκιάζω
φλοκιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φλόκιασμα
φλοκιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοκιαστό
φλοκιαστέ	adj	κλητική ενικού του φλοκιαστός
φλοκιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοκιαστή
φλοκιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλοκιαστός
φλοκιαστής	adj	γενική ενικού του φλοκιαστή
φλοκιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλοκιαστός
φλοκιαστού	adj	γενική ενικού του φλοκιαστός
φλοκιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλοκιαστός
φλοκιαστό	adj	αιτιατική ενικού του φλοκιαστός
φλοκιαστός	adj	συνώνυμο του φλοκωτός
φλοκιαστών	adj	γενική πληθυντικού του φλοκιαστός
φλοκιού	=	φλόκι
φλοκιών	=	φλόκι
φλοκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοκωτό
φλοκωτέ	adj	κλητική ενικού του φλοκωτός
φλοκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλοκωτή
φλοκωτή	noun	άλλη μορφή του φλοκάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλοκωτός
φλοκωτής	adj	γενική ενικού του φλοκωτή
φλοκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλοκωτός
φλοκωτού	adj	γενική ενικού του φλοκωτός
φλοκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλοκωτός
φλοκωτό	adj	αιτιατική ενικού του φλοκωτός
φλοκωτός	adj	που έχει φλόκια
φλοκωτών	adj	γενική πληθυντικού του φλοκωτός
φλοκών	noun	γενική πληθυντικού του φλόκα
φλομιάζω	verb	άλλη εκφορά του φλομώνω
φλομιάσματα	=	φλόμιασμα
φλομιάσματος	=	φλόμιασμα
φλομιασμάτων	=	φλόμιασμα
φλομωμάτων	=	φλόμωμα
φλομώματα	=	φλόμωμα
φλομώματος	=	φλόμωμα
φλομώνω	verb	γεμίζω με καπνό ή με μια άσχημη μυρωδιά έναν χώρο
φλομώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλομώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλοράλ	adj	που απεικονίζει μοτίβα με λουλούδια
φλορίνι	=	φιορίνι
φλοτέρ	noun	ειδική κατασκευή που διακόπτει την παροχή και ροή νερού σε καζανάκι, ντεπόζιτο ή δεξαμενή, προκειμένου να μην έχουμε υπερχείλιση
φλοτεράκι	noun	υποκοριστικό του φλοτέρ στη σημασία μηχανικός διακόπτης
φλοτεράκια	=	φλοτεράκι
φλου	adj	ασαφής, απροσδιόριστος, αβέβαιος, θολός
φλουδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλουδερό
φλουδερέ	adj	κλητική ενικού του φλουδερός
φλουδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλουδερή
φλουδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλουδερός
φλουδερής	adj	γενική ενικού του φλουδερή
φλουδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλουδερός
φλουδερού	adj	γενική ενικού του φλουδερός
φλουδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλουδερός
φλουδερό	adj	αιτιατική ενικού του φλουδερός
φλουδερός	adj	που έχει χοντρή ή σκληρή φλούδα
φλουδερών	adj	γενική πληθυντικού του φλουδερός
φλουδιού	=	φλούδι
φλουδιών	=	φλούδι
φλουδών	noun	γενική πληθυντικού του φλούδα
φλουοροαγγειογραφία	noun	διαγνωστική απεικονιστική εξέταση για τη χαρτογράφηση των βλαβών που υπάρχουν στο πίσω μέρος (βυθό) του οφθαλμού
φλουοροαγγειογραφίας	=	φλουοροαγγειογραφία
φλουοροαγγειογραφίες	=	φλουοροαγγειογραφία
φλουοροαγγειογραφιών	=	φλουοροαγγειογραφία
φλουρί	noun	χρυσό νόμισμα
φλουριά	=	φλουρί
φλουριού	=	φλουρί
φλουριών	=	φλουρί
φλούδα	noun	το εξωτερικό προστατευτικό περίβλημα ενός καρπού, φρούτου ή λαχανικού
φλούδας	noun	γενική ενικού του φλούδα
φλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλούδα
φλούδι	noun	άλλη μορφή του φλούδα
φλούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλούδι
φλούφλη	=	φλούφλης
φλούφληδες	=	φλούφλης
φλούφληδων	=	φλούφλης
φλούφλης	noun	ανόητο άτομο, το οποίο λέει πολλά αλλά χωρίς νόημα
φλυάρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυάρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυάρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυάρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φλυαρώ
φλυαρία	noun	το να λέει κανείς πολλά και συνήθως περιττά ή ανούσια πράγματα
φλυαρίας	noun	γενική ενικού του φλυαρία
φλυαρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλυαρία
φλυαριών	noun	γενική πληθυντικού του φλυαρία
φλυαρώ	verb	μιλώ άσκοπα για πολλά και διάφορα θέματα, πολυλογώ, αερολογώ
φλυκταίνωση	noun	η δημιουργία ή εμφάνιση φλυκταινών, φουσκαλών
φλυκταίνωσης	=	φλυκταίνωση
φλυκταινωδών	=	φλυκταινώδης
φλυκταινώδεις	=	φλυκταινώδης
φλυκταινώδες	=	φλυκταινώδης
φλυκταινώδη	=	φλυκταινώδης
φλυκταινώδης	adj	που μοιάζει με φλύκταινα, με φουσκάλα
φλυκταινώδους	=	φλυκταινώδης
φλυκταινών	noun	γενική πληθυντικού του φλύκταινα
φλυκταινώσεις	=	φλυκταίνωση
φλυκταινώσεων	=	φλυκταίνωση
φλυσχών	=	φλύσχης
φλυτζάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλυτζάνα
φλυτζάνι	noun	παλαιότερη, συνηθισμένη γραφή του «φλιτζάνι»
φλυτζάνια	noun	άλλη γραφή του φλιτζάνια, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλυτζάνι
φλυτζανάκια	noun	άλλη γραφή του φλιτζανάκια, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλυτζανάκι
φλυτζανιού	=	φλυτζάνι
φλυτζανιών	=	φλυτζάνι
φλωράς	=	φλώρος
φλωράτζα	noun	ο φλώρος
φλωρί	noun	φλώρος
φλωρίνι	=	φιορίνι
φλωρεντινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλωρεντινό
φλωρεντινέ	adj	κλητική ενικού του φλωρεντινός
φλωρεντινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλωρεντινή
φλωρεντινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλωρεντινός
φλωρεντινής	adj	γενική ενικού του φλωρεντινή
φλωρεντινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλωρεντινός
φλωρεντινού	adj	γενική ενικού του φλωρεντινός
φλωρεντινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλωρεντινός
φλωρεντινό	adj	αιτιατική ενικού του φλωρεντινός
φλωρεντινός	adj	που κατάγεται από τη Φλωρεντία
φλωρεντινών	adj	γενική πληθυντικού του φλωρεντινός
φλωριά	=	φλωρί
φλωρινιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλωρινιώτικο
φλωρινιώτικε	adj	κλητική ενικού του φλωρινιώτικος
φλωρινιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλωρινιώτικη
φλωρινιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φλωρινιώτικος
φλωρινιώτικης	adj	γενική ενικού του φλωρινιώτικη
φλωρινιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του φλωρινιώτικος
φλωρινιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλωρινιώτικος
φλωρινιώτικος	adj	ο σχετικός με την Φλώρινα
φλωρινιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φλωρινιώτικος
φλωρινιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φλωρινιώτικος
φλωρινιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φλωρινιώτικος
φλωρινών	noun	γενική πληθυντικού του Φλώρινα
φλωριού	=	φλωρί
φλωριών	=	φλωρί
φλωροκαπνισμένα	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένε	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένες	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένη	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένης	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένο	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένοι	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένος	verb	που έχει ασπρίσει, που έχει αλλάξει το χρώμα του, καπνισμένο από τον καιρό
φλωροκαπνισμένου	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένους	=	φλωροκαπνισμένος
φλωροκαπνισμένων	=	φλωροκαπνισμένος
φλόγα	noun	το ανώτερο τμήμα της φωτιάς, είναι αεριώδες και φωτεινό φαινόμενο, αποτέλεσμα της καύσης, αποκτά διάφορα σχήματα και μεγέθη, συχνά βοηθούντος του ανέμου
φλόγας	noun	γενική ενικού του φλόγα
φλόγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόγα
φλόγιζα	=	φλογίζω
φλόγιζαν	=	φλογίζω
φλόγιζε	=	φλογίζω
φλόγιζες	=	φλογίζω
φλόγινα	=	φλόγινος
φλόγινε	=	φλόγινος
φλόγινες	=	φλόγινος
φλόγινη	=	φλόγινος
φλόγινης	=	φλόγινος
φλόγινο	=	φλόγινος
φλόγινοι	=	φλόγινος
φλόγινος	adj	που αποτελείται από φλόγες
φλόγινου	=	φλόγινος
φλόγινους	=	φλόγινος
φλόγινων	=	φλόγινος
φλόγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλόγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλόγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλόγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλογίζω
φλόγισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φλογίζω
φλόγιστρα	=	φλόγιστρο
φλόγιστρο	noun	συσκευή που παράγει φλόγες για ζαχαροπλαστική, ηλεκτροσυγκολλητική και λοιπές χρήσεις
φλόγιστρου	=	φλόγιστρο
φλόγιστρων	=	φλόγιστρο
φλόγωμα	noun	συνώνυμο του φλόγωση
φλόγωση	noun	φλεγμονή
φλόγωσης	noun	γενική ενικού του φλόγωση
φλόκα	noun|vulgar	φούντα
φλόκας	noun	γενική ενικού του φλόκα
φλόκε	noun	κλητική ενικού του φλόκος
φλόκες	=	φλόκα
φλόκι	noun	ο χαρακτηριστικός σχηματισμός από νήματα στη φλοκάτη
φλόκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλόκι
φλόκιαζα	=	φλοκιάζω
φλόκιαζαν	=	φλοκιάζω
φλόκιαζε	=	φλοκιάζω
φλόκιαζες	=	φλοκιάζω
φλόκιασα	=	φλοκιάζω
φλόκιασαν	=	φλοκιάζω
φλόκιασε	=	φλοκιάζω
φλόκιασες	=	φλοκιάζω
φλόκιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φλοκιάζω
φλόκκε	=	φλόκκος
φλόκκο	=	φλόκκος
φλόκκοι	=	φλόκκος
φλόκκος	noun|dated	η φούντα του φεσιού
φλόκκου	=	φλόκκος
φλόκκους	=	φλόκκος
φλόκκων	=	φλόκκος
φλόκο	noun	αιτιατική ενικού του φλόκος
φλόκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλόκος
φλόκος	noun	μικρό τριγωνικό πανί της πλώρης ιστιοφόρου
φλόκου	noun	γενική ενικού του φλόκος
φλόκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φλόκος
φλόκων	noun	γενική πληθυντικού του φλόκος
φλόμε	noun	κλητική ενικού του φλόμος
φλόμιασμα	noun	το φλόμωμα
φλόμο	noun	αιτιατική ενικού του φλόμος
φλόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλόμος
φλόμος	noun	φυτό (Euphorbia characias) με ναρκωτικές ιδιότητες καθώς και η ναρκωτική ουσία που βγαίνει απ’ αυτό
φλόμου	noun	γενική ενικού του φλόμος
φλόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φλόμος
φλόμωμα	noun	το αποτέλεσμα του φλομώνω, το να προκαλεί κάποιος ζαλάδα, ανία με ψέματα ή ανοησίες
φλόμων	noun	γενική πληθυντικού του φλόμος
φλόμωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλόμωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλόμωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλόμωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φλομώνω
φλόρι	noun	το πάτωμα
φλύαρα	adv	με φλυαρία, με πολλά λόγια
φλύαρε	=	φλύαρος
φλύαρες	=	φλύαρος
φλύαρη	=	φλύαρος
φλύαρης	=	φλύαρος
φλύαρο	=	φλύαρος
φλύαροι	=	φλύαρος
φλύαρος	adj	αυτός που αρέσκεται να μιλά διαρκώς, λέγοντας πολλά και ανούσια λόγια, που χρησιμοποιεί περιττά λόγια, που δεν μπορεί ή δε θέλει (εκείνη τη στιγμή ή γενικά) να διατυπώσει μια συνθετική ιδέα της σκέψης του
φλύαρου	=	φλύαρος
φλύαρους	=	φλύαρος
φλύαρων	=	φλύαρος
φλύκταινα	noun	φουσκάλα, μεγάλη φυσαλίδα στο δέρμα που περιέχει πυώδες, αντί για ορώδες, υγρό.
φλύκταινας	noun	γενική ενικού του φλύκταινα
φλύκταινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φλύκταινα
φλύσχες	=	φλύσχης
φλύσχη	=	φλύσχης
φλύσχης	noun	λιθολογικός σχηματισμός που αποτελείται από στρωματικές εναλλαγές αργίλων, ψαμμιτών, μαργών, ασβεστολίθων και κροκαλοπαγών
φλώρε	noun	κλητική ενικού του φλώρος
φλώρι	noun	άλλη γραφή και προφορά της λέξης φλώρος , το πτηνό φλώρος
φλώρια	=	φλώρι
φλώρινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Φλώρινα
φλώρο	noun	αιτιατική ενικού του φλώρος
φλώροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φλώρος
φλώρος	noun	μικρό ωδικό πτηνό που επίσημα ανήκει στο είδος Chloris Chloris (από άλλους ταξινομείται ως Carduelis chloris και από τους Αμερικανούς αναφέρεται ως european greenfinch ενώ από τον Κάρολο Λινναίο είχε ταξινομηθεί ως Oriolus galbula)
φλώρου	noun	γενική ενικού του φλώρος
φλώρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φλώρος
φλώρων	noun	γενική πληθυντικού του φλώρος
φμς	abbrev	Φυσικομαθηματική Σχολή
φοίνικα	=	φοίνικας
φοίνικας	noun	αειθαλές τροπικό δέντρο της οικογένειας Palmae ή Arecaceae, το οποίο έχει ψηλό και κυλινδρικό, σχεδόν ίσιο και χωρίς κλαδιά, κορμό που καταλήγει σε θύσανο
φοίνικες	=	φοίνικας
φοίνιξ	noun	λέξη της καθαρεύουσας, που σημαίνει το δέντρο της φοινικιάς, τον φοίνικα, το φοινικόδεντρο
φοίτα	=	φοιτώ
φοίτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοίτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοίτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοίτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοίτηση	noun	η παρακολούθηση μαθημάτων σε διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ιδιωτικής και δημόσιας, αν και συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για την παρακολούθηση μαθημάτων σε εκπαιδευτικούς οργανισμούς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
φοίτησης	=	φοίτηση
φοβάμαι	verb	νιώθω φόβο, συναίσθημα που προκαλείται από σοβαρό κίνδυνο, απειλή κλπ.
φοβάσαι	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του φοβάμαι
φοβάστε	=	φοβάμαι
φοβάται	=	φοβάμαι
φοβέρα	noun	απειλή που εκτοξεύεται για να αποκτήσει ή να μη χάσει κάποιος τον έλεγχο
φοβέρας	noun	γενική ενικού του φοβέρα
φοβέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβέρα
φοβέριζα	=	φοβερίζω
φοβέριζαν	=	φοβερίζω
φοβέριζε	=	φοβερίζω
φοβέριζες	=	φοβερίζω
φοβέρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβέρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβέρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβέρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβέρισμα	noun	η πράξη ή ενέργεια της φοβέρας, το αποτέλεσμά της, όταν εκτοξεύονται εκφοβιστικές φράσεις ή γίνονται απειλητικές χειρονομίες, η απειλή κάποιου για να πετύχεις τη συμμόρφωσή του
φοβήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβία	noun	έντονος φόβος για συγκεκριμένες καταστάσεις, ζώα κ.λπ. που προκαλεί άγχος και μόνο στη σκέψη του αντικείμενου του φόβου, χωρίς όμως απαραίτητα να φτάνει στα όρια του παθολογικού ζητήματος
φοβίας	noun	γενική ενικού του φοβία
φοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβία
φοβίζαμε	=	φοβίζω
φοβίζαν	=	φοβίζω
φοβίζανε	=	φοβίζω
φοβίζατε	=	φοβίζω
φοβίζει	=	φοβίζω
φοβίζεις	=	φοβίζω
φοβίζετε	=	φοβίζω
φοβίζομε	=	φοβίζω
φοβίζοντας	=	φοβίζω
φοβίζουμε	=	φοβίζω
φοβίζουν	=	φοβίζω
φοβίζουνε	=	φοβίζω
φοβίζω	verb	προκαλώ σε κάποιον φόβο, τον κάνω να φοβάται, εμπνέω μια φοβία
φοβίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσαν	=	φοβίζω
φοβίσανε	=	φοβίζω
φοβίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσομε	=	φοβίζω
φοβίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσουνε	=	φοβίζω
φοβίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φοβείστε	=	φοβάμαι
φοβερά	adv	εξαιρετικά, τόσο καλά που σχεδόν προκαλεί έκπληξη, καταπληκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβερό
φοβερέ	adj	κλητική ενικού του φοβερός
φοβερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβερή
φοβερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβερός
φοβερής	adj	γενική ενικού του φοβερή
φοβερίζαμε	=	φοβερίζω
φοβερίζαν	=	φοβερίζω
φοβερίζανε	=	φοβερίζω
φοβερίζατε	=	φοβερίζω
φοβερίζει	=	φοβερίζω
φοβερίζεις	=	φοβερίζω
φοβερίζετε	=	φοβερίζω
φοβερίζομαι	=	φοβερίζω
φοβερίζοντας	=	φοβερίζω
φοβερίζουμε	=	φοβερίζω
φοβερίζουν	=	φοβερίζω
φοβερίζουνε	=	φοβερίζω
φοβερίζω	verb	εν γνώσει μου, συνειδητά, προκαλώ σε κάποιον τρόμο, ή φόβο, τον τρομάζω με κάτι συγκεκριμένο, τον απειλώ, τον φοβίζω για να τον ελέγξω
φοβερίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσαν	=	φοβερίζω
φοβερίσανε	=	φοβερίζω
φοβερίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβέρισμα
φοβερίσματος	noun	γενική ενικού του φοβέρισμα
φοβερίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβερίζω
φοβερισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φοβέρισμα
φοβερισμένα	=	φοβερισμένος
φοβερισμένε	=	φοβερισμένος
φοβερισμένες	=	φοβερισμένος
φοβερισμένη	=	φοβερισμένος
φοβερισμένης	=	φοβερισμένος
φοβερισμένο	=	φοβερισμένος
φοβερισμένοι	=	φοβερισμένος
φοβερισμένος	verb	που έχει φοβεριστεί
φοβερισμένου	=	φοβερισμένος
φοβερισμένους	=	φοβερισμένος
φοβερισμένων	=	φοβερισμένος
φοβεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοβερός
φοβερού	adj	γενική ενικού του φοβερός
φοβερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοβερός
φοβερό	adj	αιτιατική ενικού του φοβερός
φοβερός	adj	που προκαλεί τρόμο ή φόβο, ο τρομακτικός
φοβερότατα	=	φοβερός
φοβερότατε	=	φοβερός
φοβερότατες	=	φοβερός
φοβερότατη	=	φοβερός
φοβερότατης	=	φοβερός
φοβερότατο	=	φοβερός
φοβερότατοι	=	φοβερός
φοβερότατος	=	φοβερός
φοβερότατου	=	φοβερός
φοβερότατους	=	φοβερός
φοβερότατων	=	φοβερός
φοβερότερα	=	φοβερός
φοβερότερε	=	φοβερός
φοβερότερες	=	φοβερός
φοβερότερη	=	φοβερός
φοβερότερης	=	φοβερός
φοβερότερο	=	φοβερός
φοβερότεροι	=	φοβερός
φοβερότερος	=	φοβερός
φοβερότερου	=	φοβερός
φοβερότερους	=	φοβερός
φοβερότερων	=	φοβερός
φοβερών	adj	γενική πληθυντικού του φοβερός
φοβηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθήκαν	=	φοβάμαι
φοβηθήκανε	=	φοβάμαι
φοβηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβηθούνε	=	φοβάμαι
φοβηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
φοβημένος	=	φοβάμαι
φοβητσιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβητσιάρης
φοβητσιάρας	adj	γενική ενικού του φοβητσιάρα
φοβητσιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβητσιάρα
φοβητσιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φοβητσιάρης
φοβητσιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβητσιάρης
φοβητσιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του φοβητσιάρης
φοβητσιάρης	adj	αυτός που φοβάται με το παραμικρό
φοβητσιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβητσιάρικο
φοβητσιάρικε	adj	κλητική ενικού του φοβητσιάρικος
φοβητσιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβητσιάρικη
φοβητσιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβητσιάρικος
φοβητσιάρικης	adj	γενική ενικού του φοβητσιάρικη
φοβητσιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του φοβητσιάρης
φοβητσιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοβητσιάρικος
φοβητσιάρικος	adj	ο σχετικός με τον φοβητσιάρη
φοβητσιάρικου	adj	γενική ενικού του φοβητσιάρικο
φοβητσιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοβητσιάρικος
φοβητσιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του φοβητσιάρικο
φοβιέστε	=	φοβάμαι
φοβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβικό
φοβικέ	adj	κλητική ενικού του φοβικός
φοβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβική
φοβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβικός
φοβικής	adj	γενική ενικού του φοβική
φοβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοβικός
φοβικού	adj	γενική ενικού του φοβικός
φοβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοβικός
φοβικό	adj	αιτιατική ενικού του φοβικός
φοβικός	adj	που αναφέρεται σε μια φοβία, ενδεικτικά
φοβικών	adj	γενική πληθυντικού του φοβικός
φοβισμέ	noun	κλητική ενικού του φοβισμός
φοβισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φοβισμένος	adv	με φοβισμένο τρόπο, με φόβο
φοβισμένε	verb	κλητική ενικού του φοβισμένος
φοβισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοβισμένη
φοβισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοβισμένος
φοβισμένης	verb	γενική ενικού του φοβισμένη
φοβισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φοβισμένος
φοβισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοβισμένος
φοβισμένος	verb	που έχει φοβηθεί
φοβισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φοβισμένος
φοβισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φοβισμένος
φοβισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φοβισμένος
φοβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοβισμός
φοβισμού	noun	γενική ενικού του φοβισμός
φοβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φοβισμός
φοβισμό	noun	αιτιατική ενικού του φοβισμός
φοβισμός	noun	ρεύμα της τέχνης στα τέλη του 19ου αιώνα με έντονα χρώματα και περιγράμματασε αντίθεση με τα απαλά ή ρεαλιστικά χρώματα του ιμπρεσιονισμού
φοβισμών	noun	γενική πληθυντικού του φοβισμός
φοβιών	noun	γενική πληθυντικού του φοβία
φοβοφοβία	noun	φόβος της φοβίας
φοβοφοβίας	=	φοβοφοβία
φοβοφοβίες	=	φοβοφοβία
φοβοφοβιών	=	φοβοφοβία
φοβούμαι	=	φοβάμαι
φοβούμαστε	=	φοβάμαι
φοβούμενος	=	φοβάμαι
φοβούνται	=	φοβάμαι
φοβούνταν	=	φοβάμαι
φοβόμασταν	=	φοβάμαι
φοβόμαστε	=	φοβάμαι
φοβόμουν	=	φοβάμαι
φοβόμουνα	=	φοβάμαι
φοβόνται	=	φοβάμαι
φοβόνταν	=	φοβάμαι
φοβόντανε	=	φοβάμαι
φοβόσασταν	=	φοβάμαι
φοβόσαστε	=	φοβάμαι
φοβόσουν	=	φοβάμαι
φοβόσουνα	=	φοβάμαι
φοβόταν	=	φοβάμαι
φοβότανε	=	φοβάμαι
φοδράριζα	=	φοδραρίζω
φοδράριζαν	=	φοδραρίζω
φοδράριζε	=	φοδραρίζω
φοδράριζες	=	φοδραρίζω
φοδράρισα	=	φοδραρίζω
φοδράρισαν	=	φοδραρίζω
φοδράρισε	=	φοδραρίζω
φοδράρισες	=	φοδραρίζω
φοδράρισμα	noun	το αποτέλεσμα αλλά και η διαδικασία, η ενέργεια του φοδράρω, το να ράβεις φόδρα σε ένα ρούχο, να καλύπτεις το εσωτερικό του
φοδράρομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φοδράρω
φοδράρω	verb	βάζω φόδρα σε ένα ρούχο
φοδραρίζαμε	=	φοδραρίζω
φοδραρίζαν	=	φοδραρίζω
φοδραρίζανε	=	φοδραρίζω
φοδραρίζατε	=	φοδραρίζω
φοδραρίζει	=	φοδραρίζω
φοδραρίζεις	=	φοδραρίζω
φοδραρίζεσαι	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίζεστε	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίζεται	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίζετε	=	φοδραρίζω
φοδραρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φοδραρίζω
φοδραρίζονται	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίζονταν	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίζοντας	=	φοδραρίζω
φοδραρίζου	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίζουμε	=	φοδραρίζω
φοδραρίζουν	=	φοδραρίζω
φοδραρίζουνε	=	φοδραρίζω
φοδραρίζω	verb	άλλη μορφή του φοδράρω
φοδραρίσαμε	=	φοδραρίζω
φοδραρίσαν	=	φοδραρίζω
φοδραρίσανε	=	φοδραρίζω
φοδραρίσατε	=	φοδραρίζω
φοδραρίσει	=	φοδραρίζω
φοδραρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοδράρισμα
φοδραρίσματος	noun	γενική ενικού του φοδράρισμα
φοδραρίσου	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίστε	=	φοδραρίζω
φοδραρίστηκα	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίστηκαν	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίστηκε	=	φοδραρίζομαι
φοδραρίστηκες	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόμασταν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόμαστε	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόμουν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόμουνα	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόντουσαν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόσασταν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόσαστε	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόσουν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόσουνα	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζόταν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριζότανε	=	φοδραρίζομαι
φοδραρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φοδράρισμα
φοδραρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοδραρισμένο
φοδραρισμένε	verb	κλητική ενικού του φοδραρισμένος
φοδραρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοδραρισμένη
φοδραρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοδραρισμένος
φοδραρισμένης	verb	γενική ενικού του φοδραρισμένη
φοδραρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φοδραρισμένος
φοδραρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοδραρισμένος
φοδραρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φοδράρω / φοδραρίζω
φοδραρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φοδραρισμένος
φοδραρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φοδραρισμένος
φοδραρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φοδραρισμένος
φοδραριστήκαμε	=	φοδραρίζομαι
φοδραριστήκαν	=	φοδραρίζομαι
φοδραριστήκανε	=	φοδραρίζομαι
φοδραριστήκατε	=	φοδραρίζομαι
φοδραριστεί	=	φοδραρίζομαι
φοδραριστείτε	=	φοδραρίζομαι
φοδρών	noun	γενική πληθυντικού του φόδρα
φοιβόληπτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιβόληπτο
φοιβόληπτε	adj	κλητική ενικού του φοιβόληπτος
φοιβόληπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιβόληπτη
φοιβόληπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοιβόληπτος
φοιβόληπτης	adj	γενική ενικού του φοιβόληπτη
φοιβόληπτο	adj	αιτιατική ενικού του φοιβόληπτος
φοιβόληπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοιβόληπτος
φοιβόληπτος	adj	που έχει καταληφθεί από τον θεό Απόλλωνα, που έχει την επωνυμία Φοίβος, που έχει εκστασιαστεί
φοιβόληπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φοιβόληπτος
φοιβόληπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοιβόληπτος
φοιβόληπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φοιβόληπτος
φοινίκι	noun	γλυκό φτιαγμένο από αλεύρι, λάδι και μέλι, παρόμοιο με μελομακάρονο
φοινίκια	=	φοινίκι
φοινίκων	=	φοίνικας
φοινικέλαια	=	φοινικέλαιο
φοινικέλαιο	noun	είδος φυτικού λαδιού και, συγκεκριμένα, του λαδιού που εξάγεται με επεξεργασία του καρπού ορισμένων φοινικόδεντρων -εκείνων που ανήκουν στο είδος Elais guineensis και Elaeis oleifera
φοινικέλαιου	=	φοινικέλαιο
φοινικίδα	noun	πορφυρό ύφασμα
φοινικίδας	=	φοινικίδα
φοινικίδες	=	φοινικίδα
φοινικίδων	=	φοινικίδα
φοινικελαίου	=	φοινικέλαιο
φοινικελαίων	=	φοινικέλαιο
φοινικιά	noun	το δέντρο φοίνικας
φοινικιάς	noun	γενική ενικού του φοινικιά
φοινικιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοινικιά
φοινικικά	noun	η φοινικική γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοινικικό
φοινικικέ	adj	κλητική ενικού του φοινικικός
φοινικικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοινικική
φοινικική	noun|formal	συνώνυμο του φοινικικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοινικικός
φοινικικής	adj	γενική ενικού του φοινικική
φοινικικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοινικικός
φοινικικού	adj	γενική ενικού του φοινικικός
φοινικικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοινικικός
φοινικικό	adj	αιτιατική ενικού του φοινικικός
φοινικικός	adj	ο σχετικός με την αρχαία χώρα της Φοινίκης ή τον αρχαίο λαό των Φοινίκων
φοινικικών	noun	γενική του φοινικικά	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του φοινικικός
φοινικιού	=	φοινίκι
φοινικιών	=	φοινικιά
φοινικοδάση	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοινικόδασος
φοινικοδάσους	=	φοινικόδασος
φοινικοδασών	=	φοινικόδασος
φοινικοειδές	=	φοινικοειδής
φοινικοειδή	=	φοινικοειδής
φοινικοειδής	adj	σαν φοίνικας, που μοιάζει με φοίνικα
φοινικοειδείς	=	φοινικοειδής
φοινικοειδούς	=	φοινικοειδής
φοινικοειδών	=	φοινικοειδής
φοινικοπερίστερα	=	φοινικοπερίστερο
φοινικοπερίστερο	noun	κοινή ονομασία για το αποδημητικό πουλί του είδους Streptopelia senegalensis που εμφανίζεται στην Αφρική, τη Μικρά Ασία και την Αραβική και Ινδική Χερσόνησο.
φοινικοπερίστερου	=	φοινικοπερίστερο
φοινικοπερίστερων	=	φοινικοπερίστερο
φοινικοτρυγόνου	=	φοινικοτρύγονο
φοινικοτρυγόνων	=	φοινικοτρύγονο
φοινικοτρύγονα	=	φοινικοτρύγονο
φοινικοτρύγονο	noun	συνώνυμο του φοινικοπερίστερο
φοινικοτρύγονου	=	φοινικοτρύγονο
φοινικοτρύγονων	=	φοινικοτρύγονο
φοινικόδασος	noun	πυκνή βλάστηση φοινίκων, δάσος από φοίνικες
φοινικόδενδρον	noun	το φοινικόδεντρο
φοινικόδεντρα	=	φοινικόδεντρο
φοινικόδεντρο	noun	το δέντρο φοίνικας, η φοινικιά
φοινικόδεντρου	=	φοινικόδεντρο
φοινικόδεντρων	=	φοινικόδεντρο
φοινικόπτερα	noun	γένος πτηνών με έξη είδη που λέγονται όλα φλαμίνγκο.
φοινικώνα	=	φοινικώνας
φοινικώνας	noun	δάσος, άλσος με φοίνικες, περιοχή με πολλά φοινικόδεντρα
φοινικώνες	=	φοινικώνας
φοινικώνων	=	φοινικώνας
φοιτά	=	φοιτώ
φοιτάς	=	φοιτώ
φοιτάτε	=	φοιτώ
φοιτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήσαν	=	φοιτώ
φοιτήσανε	=	φοιτώ
φοιτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοιτώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοίτηση
φοιτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήσεων	=	φοίτηση
φοιτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοιτώ
φοιτήτρια	noun	κοπέλα ή γυναίκα που σπουδάζει σε ανώτατη σχολή
φοιτήτριας	noun	γενική ενικού του φοιτήτρια
φοιτήτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτήτρια
φοιτητάκο	=	φοιτητάκος
φοιτητάκοι	=	φοιτητάκος
φοιτητάκος	noun	υποκοριστικό του φοιτητή, τρυφερά για το νεαρό φοιτητή ή τον φτωχό φοιτητή
φοιτητάκου	=	φοιτητάκος
φοιτητάκους	=	φοιτητάκος
φοιτητάκων	=	φοιτητάκος
φοιτητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητής
φοιτητή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φοιτητής
φοιτητής	noun	αυτός που σπουδάζει, φοιτά στο πανεπιστήμιο
φοιτηταριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτηταριό
φοιτηταριού	noun	γενική ενικού του φοιτηταριό
φοιτηταριό	noun	ένα σύνολο φοιτητών
φοιτηταριών	noun	γενική πληθυντικού του φοιτηταριό
φοιτητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητικό
φοιτητικέ	adj	κλητική ενικού του φοιτητικός
φοιτητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητική
φοιτητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοιτητικός
φοιτητικής	adj	γενική ενικού του φοιτητική
φοιτητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοιτητικός
φοιτητικού	adj	γενική ενικού του φοιτητικός
φοιτητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοιτητικός
φοιτητικό	adj	αιτιατική ενικού του φοιτητικός
φοιτητικός	adj	σχετικός με φοιτητές
φοιτητικών	adj	γενική πληθυντικού του φοιτητικός
φοιτητοπαρέες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητοπαρέα
φοιτητοπατέρα	=	φοιτητοπατέρας
φοιτητοπατέρας	noun	καθηγητής που προσπαθεί με κάθε τρόπο να φέρεται καλά στους φοιτητές, ώστε να είναι αρεστός και να έχει την εύνοιά τους
φοιτητοπατέρες	=	φοιτητοπατέρας
φοιτητοπατέρων	=	φοιτητοπατέρας
φοιτητριούλα	noun	υποκοριστικό του φοιτήτρια
φοιτητριούλας	noun	γενική ενικού του φοιτητριούλα
φοιτητριούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοιτητριούλα
φοιτητριών	noun	γενική πληθυντικού του φοιτήτρια
φοιτητόθεν	adv|formal	από την εποχή που κάποιος (κάποια) ήταν φοιτητής (φοιτήτρια), από τα φοιτητικά χρόνια της ζωής ενός προσώπου
φοιτητόκοσμε	=	φοιτητόκοσμος
φοιτητόκοσμο	=	φοιτητόκοσμος
φοιτητόκοσμοι	=	φοιτητόκοσμος
φοιτητόκοσμος	noun	οι φοιτητές ως σύνολο
φοιτητόκοσμου	=	φοιτητόκοσμος
φοιτητόκοσμους	=	φοιτητόκοσμος
φοιτητόκοσμων	=	φοιτητόκοσμος
φοιτητών	noun	γενική πληθυντικού του φοιτητής
φοιτούμε	=	φοιτώ
φοιτούν	=	φοιτώ
φοιτούσα	=	φοιτώ
φοιτούσαμε	=	φοιτώ
φοιτούσαν	=	φοιτώ
φοιτούσατε	=	φοιτώ
φοιτούσε	=	φοιτώ
φοιτούσες	=	φοιτώ
φοιτώ	verb	παρακολουθώ μαθήματα σε μια σχολή, συνήθως (αλλά όχι απαραίτητα) πανεπιστημιακή
φοιτώντας	=	φοιτώ
φοκάτσα	noun	άλλη μορφή του φοκάτσια
φοκάτσας	=	φοκάτσα
φοκάτσες	=	φοκάτσα
φοκάτσια	noun	πατητό αφράτο ψωμί της ιταλικής κουζίνας, που παρασκευάζεται από αλεύρι, νερό, αλάτι, μαγιά και πιθανώς μυρωδικά όπως πέστο βασιλικού
φοκάτσιας	=	φοκάτσια
φοκάτσιες	=	φοκάτσια
φολίδα	noun	το καθένα από τα πολλά μικρά, επίπεδα και σκληρά κομμάτια κερατίνης που καλύπτουν το δέρμα των ψαριών και των ερπετών
φολίδας	=	φολίδα
φολίδες	=	φολίδα
φολίδων	=	φολίδα
φολεγανδρίτες	=	φολεγανδρίτης
φολεγανδρίτη	=	φολεγανδρίτης
φολεγανδρίτης	noun	ο κάτοικος, ή αυτός που κατάγεται από τη Φολέγανδρο.
φολεγανδρίτισσα	=	φολεγανδρίτης
φολεγανδριτών	=	φολεγανδρίτης
φολιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φολιδωτό
φολιδωτέ	adj	κλητική ενικού του φολιδωτός
φολιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φολιδωτή
φολιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φολιδωτός
φολιδωτής	adj	γενική ενικού του φολιδωτή
φολιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φολιδωτός
φολιδωτού	adj	γενική ενικού του φολιδωτός
φολιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φολιδωτός
φολιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του φολιδωτός
φολιδωτός	adj	που καλύπτεται από φολίδες ή λέπια, όπως το δέρμα ερπετών ή ψαριών
φολιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του φολιδωτός
φολκλορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φολκλορικό
φολκλορικέ	adj	κλητική ενικού του φολκλορικός
φολκλορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φολκλορική
φολκλορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φολκλορικός
φολκλορικής	adj	γενική ενικού του φολκλορική
φολκλορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φολκλορικός
φολκλορικού	adj	γενική ενικού του φολκλορικός
φολκλορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φολκλορικός
φολκλορικό	adj	αιτιατική ενικού του φολκλορικός
φολκλορικός	adj	σχετικός με το φολκλόρ
φολκλορικών	adj	γενική πληθυντικού του φολκλορικός
φολκλορισμέ	=	φολκλορισμός
φολκλορισμοί	=	φολκλορισμός
φολκλορισμού	=	φολκλορισμός
φολκλορισμούς	=	φολκλορισμός
φολκλορισμό	=	φολκλορισμός
φολκλορισμός	noun	επικράτηση του παραδοσιακού λαϊκού στοιχείου στην τέχνη ή αναβίωση στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού σε διάφορες εκδηλώσεις μιας κοινωνίας
φολκλορισμών	=	φολκλορισμός
φολκλόρ	noun	η παραδοσιακή λαϊκή τέχνη
φονέα	=	φονέας
φονέας	noun|formal	ο φονιάς
φονέων	=	φονέας
φονέως	=	φονέας
φονείς	=	φονέας
φονευθήκαμε	=	φονεύω
φονευθήκαν	=	φονεύω
φονευθήκανε	=	φονεύω
φονευθήκατε	=	φονεύω
φονευθεί	=	φονεύω
φονευθείς	=	φονεύω
φονευθείτε	=	φονεύω
φονευθούμε	=	φονεύω
φονευθούν	=	φονεύω
φονευθούνε	=	φονεύω
φονευθώ	=	φονεύω
φονευμένος	=	φονεύω
φονευτήκαμε	=	φονεύω
φονευτήκαν	=	φονεύω
φονευτήκανε	=	φονεύω
φονευτήκατε	=	φονεύω
φονευτεί	=	φονεύω
φονευτείς	=	φονεύω
φονευτείτε	=	φονεύω
φονευτούμε	=	φονεύω
φονευτούν	=	φονεύω
φονευτούνε	=	φονεύω
φονευτώ	=	φονεύω
φονευόμασταν	=	φονεύω
φονευόμαστε	=	φονεύω
φονευόμενος	=	φονεύω
φονευόμουν	=	φονεύω
φονευόμουνα	=	φονεύω
φονευόντουσαν	=	φονεύω
φονευόσασταν	=	φονεύω
φονευόσαστε	=	φονεύω
φονευόσουν	=	φονεύω
φονευόσουνα	=	φονεύω
φονευόταν	=	φονεύω
φονευότανε	=	φονεύω
φονεύαμε	=	φονεύω
φονεύαν	=	φονεύω
φονεύανε	=	φονεύω
φονεύατε	=	φονεύω
φονεύει	=	φονεύω
φονεύεις	=	φονεύω
φονεύεσαι	=	φονεύω
φονεύεστε	=	φονεύω
φονεύεται	=	φονεύω
φονεύετε	=	φονεύω
φονεύθηκα	=	φονεύω
φονεύθηκαν	=	φονεύω
φονεύθηκε	=	φονεύω
φονεύθηκες	=	φονεύω
φονεύομαι	verb	α' ενικό οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος φονεύω
φονεύομε	=	φονεύω
φονεύονται	=	φονεύω
φονεύονταν	=	φονεύω
φονεύοντας	=	φονεύω
φονεύουμε	=	φονεύω
φονεύουν	=	φονεύω
φονεύουνε	=	φονεύω
φονεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσαν	=	φονεύω
φονεύσανε	=	φονεύω
φονεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσομε	=	φονεύω
φονεύσου	=	φονεύω
φονεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσουνε	=	φονεύω
φονεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φονεύτηκα	=	φονεύω
φονεύτηκαν	=	φονεύω
φονεύτηκε	=	φονεύω
φονεύτηκες	=	φονεύω
φονεύω	verb|formal	σκοτώνω άνθρωπο, θανατώνω
φονιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φονιάς
φονιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φονιάς
φονιάδων	noun	γενική πληθυντικού του φονιάς
φονιάς	noun	αυτός που αφαιρεί εκούσια τη ζωή κάποιου
φονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φονικό
φονικέ	adj	κλητική ενικού του φονικός
φονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φονική
φονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φονικός
φονικής	adj	γενική ενικού του φονική
φονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φονικός
φονικού	adj	γενική ενικού του φονικός
φονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φονικός
φονικό	adj	αιτιατική ενικού του φονικός	noun	ο φόνος, συνήθως για "διπλό φονικό", αλλά και μόνον για ένα
φονικός	adj	που οδηγεί ή μπορεί να οδηγήσει σε φόνο
φονικότατα	=	φονικός
φονικότατε	=	φονικός
φονικότατες	=	φονικός
φονικότατη	=	φονικός
φονικότατης	=	φονικός
φονικότατο	=	φονικός
φονικότατοι	=	φονικός
φονικότατος	=	φονικός
φονικότατου	=	φονικός
φονικότατους	=	φονικός
φονικότατων	=	φονικός
φονικότερα	=	φονικός
φονικότερε	=	φονικός
φονικότερες	=	φονικός
φονικότερη	=	φονικός
φονικότερης	=	φονικός
φονικότερο	=	φονικός
φονικότεροι	=	φονικός
φονικότερος	=	φονικός
φονικότερου	=	φονικός
φονικότερους	=	φονικός
φονικότερων	=	φονικός
φονικών	adj	γενική πληθυντικού του φονικός
φονισσών	noun	γενική πληθυντικού του φόνισσα
φονξιοναλισμέ	noun	κλητική ενικού του φονξιοναλισμός
φονξιοναλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φονξιοναλισμός
φονξιοναλισμού	noun	γενική ενικού του φονξιοναλισμός
φονξιοναλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φονξιοναλισμός
φονξιοναλισμό	noun	αιτιατική ενικού του φονξιοναλισμός
φονξιοναλισμός	noun	πολιτική πεποίθηση σύμφωνα με την οποία αξιακή-ιεραρχική προτεραιότητα έχει το εφικτό γενικό καλό παρά η εμμονή σε ανέφικτο φαντασιακό δόγμα ή προσωπικά αρεστή ιδεολογία
φονξιοναλισμών	noun	γενική πληθυντικού του φονξιοναλισμός
φοντάν	noun	είδος μικρού γλυκίσματος με ειδική επεξεργασία ζάχαρης και νερού
φοντί	noun	γενική ονομασία για μαγειρικό παρασκεύασμα που περιλαμβάνει κυρίως λειωμένα με θερμότητα υλικά (όπως τυρί, σοκολάτα)
φονταμενταλίστρια	=	φονταμενταλιστής
φονταμενταλίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φονταμενταλίστρια
φονταμενταλισμέ	noun	κλητική ενικού του φονταμενταλισμός
φονταμενταλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φονταμενταλισμός
φονταμενταλισμού	noun	γενική ενικού του φονταμενταλισμός
φονταμενταλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φονταμενταλισμός
φονταμενταλισμό	noun	αιτιατική ενικού του φονταμενταλισμός
φονταμενταλισμός	noun	η ακραία συντηρητική εκδοχή μιας θρησκείας που προβάλλεται ως επιστροφή στις ρίζες της και αυστηρή τήρηση των αρχών της
φονταμενταλισμών	noun	γενική πληθυντικού του φονταμενταλισμός
φονταμενταλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φονταμενταλιστής
φονταμενταλιστή	=	φονταμενταλιστής
φονταμενταλιστής	noun	(θρησκεία): ο οπαδός του φονταμενταλισμού
φονταμενταλιστών	=	φονταμενταλιστής
φοντανάκι	noun	μικρό φοντάν
φοντανάκια	=	φοντανάκι
φοντράριζα	=	φοντραρίζω
φοντράριζαν	=	φοντραρίζω
φοντράριζε	=	φοντραρίζω
φοντράριζες	=	φοντραρίζω
φοντράρισα	=	φοντραρίζω
φοντράρισαν	=	φοντραρίζω
φοντράρισε	=	φοντραρίζω
φοντράρισες	=	φοντραρίζω
φοντράρισμα	noun	προφορά της λεξης φοδράρισμα
φοντράρω	verb	σπάνια μορφή του φοδράρω
φοντραρίζαμε	=	φοντραρίζω
φοντραρίζαν	=	φοντραρίζω
φοντραρίζανε	=	φοντραρίζω
φοντραρίζατε	=	φοντραρίζω
φοντραρίζει	=	φοντραρίζω
φοντραρίζεις	=	φοντραρίζω
φοντραρίζετε	=	φοντραρίζω
φοντραρίζοντας	=	φοντραρίζω
φοντραρίζουμε	=	φοντραρίζω
φοντραρίζουν	=	φοντραρίζω
φοντραρίζουνε	=	φοντραρίζω
φοντραρίζω	verb	μορφή του φοδράρω
φοντραρίσαμε	=	φοντραρίζω
φοντραρίσαν	=	φοντραρίζω
φοντραρίσανε	=	φοντραρίζω
φοντραρίσατε	=	φοντραρίζω
φοντραρίσει	=	φοντραρίζω
φοντραρίσματα	=	φοντράρισμα
φοντραρίσματος	=	φοντράρισμα
φοντραρίστε	=	φοντραρίζω
φοντραρισμάτων	=	φοντράρισμα
φοντύ	=	φοντί
φορ-πικ	noun	ο πρωραίος χώρος του αμπαριού πλοίου, που βρίσκεται στη γωνία της πλώρης και χρησιμοποιείται συνήθως ως δεξαμενή ζυγοστάθμισης ή αποθηκευτικός χώρος
φορά	noun	η ξεχωριστή περίπτωση, περίσταση ή περίοδος	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φορώ
φοράγαμε	=	φοράω
φοράγανε	=	φοράω
φοράγατε	=	φοράω
φοράδα	noun	θηλυκό άλογο
φοράδας	=	φοράδα
φοράδες	=	φοράδα
φοράδων	=	φοράδα
φοράει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φοράω
φοράμε	=	φοράω
φοράν	=	φοράω
φοράνε	=	φοράω
φοράς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φοράω	noun	γενική ενικού του φορά
φοράτε	=	φοράω
φοράω	verb	είμαι ντυμένος με
φορέα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φορέας
φορέας	noun	που έχει, μεταφέρει ή μεταδίδει
φορέθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοριέμαι
φορέθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοριέμαι
φορέθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοριέμαι
φορέθηκες	=	φοράω
φορέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρεμα
φορέματος	noun	γενική ενικού του φόρεμα
φορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορά
φορέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσαν	=	φοράω
φορέσανε	=	φοράω
φορέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσου	=	φοράω
φορέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσουνε	=	φοράω
φορέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορώ
φορέων	noun	γενική πληθυντικού του φορέας
φορέως	=	φορέας
φορατζή	=	φορατζής
φορατζήδες	=	φορατζής
φορατζήδων	=	φορατζής
φορατζής	noun	ο φοροεισπράκτορας στις αρχές του περασμένου αιώνα
φορβές	=	φορβή
φορβή	noun|formal	τροφή για τα ζώα, όπως το γρασίδι και ο σανός
φορβής	=	φορβή
φορβειά	noun|formal	καπίστρι
φορβών	=	φορβή
φορδακλάς	noun	βάτραχος
φορεί	=	φοράω
φορεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορείο
φορείο	noun	ειδικό φορητό κρεβάτι για τη μεταφορά ασθενών
φορείου	noun	γενική ενικού του φορείο
φορείς	=	φορέας
φορείσθε	=	φοράω
φορείτε	=	φοράω
φορείτο	=	φοράω
φορείων	noun	γενική πληθυντικού του φορείο
φορεθήκαμε	=	φοράω
φορεθήκαν	=	φοράω
φορεθήκανε	=	φοράω
φορεθήκατε	=	φοράω
φορεθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φοριέμαι
φορεθείς	=	φοράω
φορεθείτε	=	φοράω
φορεθούμε	=	φοράω
φορεθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοριέμαι
φορεθούνε	=	φοράω
φορεθώ	=	φοράω
φορειοφόρα	=	φορειοφόρος
φορειοφόρας	=	φορειοφόρος
φορειοφόρε	=	φορειοφόρος
φορειοφόρες	=	φορειοφόρος
φορειοφόρο	=	φορειοφόρος
φορειοφόροι	=	φορειοφόρος
φορειοφόρος	adj	που μεταφέρει φορεία
φορειοφόρου	=	φορειοφόρος
φορειοφόρους	=	φορειοφόρος
φορειοφόρων	=	φορειοφόρος
φορεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φόρεμα
φορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορεμένο
φορεμένε	verb	κλητική ενικού του φορεμένος
φορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορεμένη
φορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορεμένος
φορεμένης	verb	γενική ενικού του φορεμένη
φορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του φορεμένος
φορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορεμένος
φορεμένος	verb	που έχει ξαναφορεθεί, δεν είναι "του κουτιού", δεν είναι αχρησιμοποίητος, που έχει ξαναχρησιμοποιηθεί ως ρούχο, είναι μεταχειρισμένος, πιθανώς φθαρμένος και πάντως δεν αποτελεί ως ένδυμα την πρώτη επιλογή κάποιου για να το φορέσει
φορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φορεμένος
φορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φορεμένος
φορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φορεμένος
φορεματάκι	noun	υποκοριστικό του φόρεμα
φορεματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορεματάκι
φορεσιά	noun|vulgar	ειδική στολή, ενδύματα για ειδικές περιστάσεις
φορεσιάς	noun	γενική ενικού του φορεσιά
φορεσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορεσιά
φορεσιών	=	φορεσιά
φορετά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορετό
φορετέ	adj	κλητική ενικού του φορετός
φορετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορετή
φορετή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορετός
φορετής	adj	γενική ενικού του φορετή
φορετοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορετός
φορετού	adj	γενική ενικού του φορετός
φορετούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορετός
φορετό	=	φορετός
φορετός	adj	που μπορεί ή αξίζει να φορεθεί
φορετών	adj	γενική πληθυντικού του φορετός
φορητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φορητός
φορητέ	adj	κλητική ενικού του φορητός
φορητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορητή
φορητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορητός
φορητής	adj	γενική ενικού του φορητή
φορητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορητός
φορητοτήτων	=	φορητότητα
φορητού	adj	γενική ενικού του φορητός
φορητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορητός
φορητό	adj	αιτιατική ενικού του φορητός
φορητός	adj	που μπορεί να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί σε πολλά σημεία (κυρίως συσκευές μικρού βάρους και μεγέθους, που δεν έχουν μια σταθερή βάση εγκατάστασης ή μη συνδεδεμένες ενσύρματα σε ένα δίκτυο)
φορητότητα	noun	η ιδιότητα του φορητού
φορητότητας	=	φορητότητα
φορητότητες	=	φορητότητα
φορητών	adj	γενική πληθυντικού του φορητός
φοριέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φοράω / φορώ
φοριέσαι	=	φοράω
φοριέστε	=	φοράω
φοριέται	verb	γ' ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα παθητικής φωνής του ρήματος φοράω / φορώ: είναι της μόδας, συνηθίζεται, χρησιμοποιείται συχνά
φοριαμέ	noun	κλητική ενικού του φοριαμός
φοριαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοριαμός
φοριαμού	noun	γενική ενικού του φοριαμός
φοριαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φοριαμός
φοριαμό	noun	αιτιατική ενικού του φοριαμός
φοριαμός	noun	γενική ονομασία για ντουλάπια στενά και ψηλά, που κλείνουν και έχουν ράφια ή συρτάρια
φοριαμών	noun	γενική πληθυντικού του φοριαμός
φοριούνται	=	φοράω
φοριούνταν	=	φοράω
φοριόμασταν	=	φοράω
φοριόμαστε	=	φοράω
φοριόμουν	=	φοράω
φοριόμουνα	=	φοράω
φοριόνταν	=	φοράω
φοριόντανε	=	φοράω
φοριόντουσαν	=	φοράω
φοριόσασταν	=	φοράω
φοριόσαστε	=	φοράω
φοριόσουν	=	φοράω
φοριόσουνα	=	φοράω
φοριόταν	=	φοράω
φοριότανε	=	φοράω
φορμά	noun	το μέγεθος, οι τυπικές διαστάσεις ενός αντικειμένου
φορμάικα	noun	συνθετικό υλικό σε μορφή φύλλου, λεπτό και ανθεκτικό, που χρησιμοποιείται ως επένδυση σε έπιπλα
φορμάικας	noun	γενική ενικού του φορμάικα
φορμάικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμάικα
φορμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμάκι
φορμάρισμα	noun	το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του φορμάρω, το να δίνει κάποιος φόρμα ή την επιθυμητή μορφή
φορμάρω	verb	δίνω την επιθυμητή φόρμα ή μορφή είτε με καλούπι (π.χ. στα γλυκά) είτε με χτένα (στα μαλλιά), είτε με ειδικη επεξεργασία (π.χ. στο καπέλο)
φορμάτ	noun	το φορμάρισμα, η διαμόρφωση του σκληρού δίσκου πριν την εγκατάσταση λειτουργικού συστήματος, διαδικασία που κατ' ανάγκην περιλαμβάνει τη διαγραφή όλων των δεδομένων που περιείχε πριν
φορμίγγων	=	φόρμιγγα
φορμαέλλα	noun	είδος ελληνικού σκληρού τυριού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης
φορμαέλλας	=	φορμαέλλα
φορμαέλλες	=	φορμαέλλα
φορμαελλών	=	φορμαέλλα
φορμαλίστρια	noun	φορμαλιστής
φορμαλίστριας	=	φορμαλίστρια
φορμαλίστριες	=	φορμαλίστρια
φορμαλδεΰδες	=	φορμαλδεΰδη
φορμαλδεΰδη	noun	μεθανάλη
φορμαλδεΰδης	=	φορμαλδεΰδη
φορμαλδεϋδών	=	φορμαλδεΰδη
φορμαλισμέ	noun	κλητική ενικού του φορμαλισμός
φορμαλισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορμαλισμός
φορμαλισμού	noun	γενική ενικού του φορμαλισμός
φορμαλισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φορμαλισμός
φορμαλισμό	noun	αιτιατική ενικού του φορμαλισμός
φορμαλισμός	noun	η υπερεκτίμηση της αξίας του τύπου σε βάρος της ουσίας
φορμαλισμών	noun	γενική πληθυντικού του φορμαλισμός
φορμαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμαλιστής
φορμαλιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φορμαλιστής
φορμαλιστής	noun	αυτός που συνειδητά ή ενστικτωδώς τάσσεται υπέρ του φορμαλισμού, υπέρ κυρίως των τύπων και της μορφής παρά της ουσίας σε διάφορους τομείς -τέχνης, θρησκείας κ.λπ.
φορμαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμαλιστικό	adv	με φορμαλιστικό τρόπο, με προσκόλληση στη μορφή, στο σχήμα, στον τύπο
φορμαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του φορμαλιστικός
φορμαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμαλιστική
φορμαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορμαλιστικός
φορμαλιστικής	adj	γενική ενικού του φορμαλιστική
φορμαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορμαλιστικός
φορμαλιστικού	adj	γενική ενικού του φορμαλιστικός
φορμαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορμαλιστικός
φορμαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φορμαλιστικός
φορμαλιστικός	adj	σχετικός με τον φορμαλισμό
φορμαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φορμαλιστικός
φορμαλιστριών	=	φορμαλίστρια
φορμαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του φορμαλιστής
φορμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμάρισμα
φορμαρίσματος	noun	γενική ενικού του φορμάρισμα
φορμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φορμάρισμα
φορμαρισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φορμαρισμένος	adv	με φορμαρισμένο τρόπο
φορμαρισμένε	verb	κλητική ενικού του φορμαρισμένος
φορμαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορμαρισμένη
φορμαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορμαρισμένος
φορμαρισμένης	verb	γενική ενικού του φορμαρισμένη
φορμαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φορμαρισμένος
φορμαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορμαρισμένος
φορμαρισμένος	verb	αυτός που έχει φορμαριστεί, που έχει πάρει τη φόρμα που επιδίωκε ο ίδιος ή κάποιος άλλος
φορμαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φορμαρισμένος
φορμαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φορμαρισμένος
φορμαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φορμαρισμένος
φορμολών	=	φορμόλη
φορμουλών	=	φόρμουλα
φορμούλα	noun	μικρή φόρμα
φορμόλες	=	φορμόλη
φορμόλη	noun	αντισηπτικός και συντηρητικός παράγοντας που συνίσταται στο διάλυμα φορμαλδεΰδης σε νερό, εμπορική ονομασία του συνήθως υδατικού διαλύματος φορμαλδεΰδης
φορμόλης	noun	γενική ενικού του φορμόλη
φορμών	noun	γενική πληθυντικού του φόρμα
φοροέκπτωση	noun	η έκπτωση που γίνεται στην πληρωμή φόρου
φοροέκπτωσης	noun	γενική ενικού του φοροέκπτωση
φοροέλεγχε	=	φοροέλεγχος
φοροέλεγχο	=	φοροέλεγχος
φοροέλεγχοι	=	φοροέλεγχος
φοροέλεγχος	noun	έλεγχος της εφορίας
φοροέλεγχου	=	φοροέλεγχος
φοροέλεγχους	=	φοροέλεγχος
φοροέλεγχων	=	φοροέλεγχος
φοροέσοδα	=	φοροέσοδο
φοροέσοδο	noun	έσοδο του κράτους που προκύπτει από φορολόγηση των πολιτών
φοροέσοδου	=	φοροέσοδο
φοροαπαλλαγές	=	φοροαπαλλαγή
φοροαπαλλαγή	noun	η απαλλαγή πολιτών από την καταβολή φόρου για διάφορες περιπτώσεις που διευκρινίζονται από τη νομοθεσία
φοροαπαλλαγής	=	φοροαπαλλαγή
φοροαπαλλαγών	=	φοροαπαλλαγή
φοροαποφυγές	=	φοροαποφυγή
φοροαποφυγή	noun	η αποφυγή της πληρωμής φόρων
φοροαποφυγής	=	φοροαποφυγή
φοροαποφυγών	=	φοροαποφυγή
φοροδαγκάνα	noun|rare	η μαζική επιβολή φόρων
φοροδιέφυγα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιέφυγαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιέφυγε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιέφυγες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφεύγω	verb	αποφεύγω την πληρωμή φόρων και διαφεύγω από την επιβολή κυρώσεων, μένω ατιμώρητος παρότι δεν καταβάλλω τους νόμιμους φόρους
φοροδιαφυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροδιαφυγή
φοροδιαφυγή	noun	η απόκρυψη τυπικών οικονομικών στοιχείων που έχει σαν αποτέλεσμα την μη πληρωμή ή τη μειωμένη πληρωμή φόρων
φοροδιαφυγής	=	φοροδιαφυγή
φοροδιαφυγών	=	φοροδιαφυγή
φοροδιαφύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδιαφύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φοροδιαφεύγω
φοροδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροδοτικό
φοροδοτικέ	adj	κλητική ενικού του φοροδοτικός
φοροδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροδοτική
φοροδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοροδοτικός
φοροδοτικής	adj	γενική ενικού του φοροδοτική
φοροδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοροδοτικός
φοροδοτικού	adj	γενική ενικού του φοροδοτικός
φοροδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοροδοτικός
φοροδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του φοροδοτικός
φοροδοτικός	adj	σχετικός με την πληρωμή ενός φόρου
φοροδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του φοροδοτικός
φοροεισαγγελέα	=	φοροεισαγγελέας
φοροεισαγγελέας	noun	εισαγγελέας με αρμοδιότητα σε φορολογικά ζητήματα
φοροεισαγγελέων	=	φοροεισαγγελέας
φοροεισαγγελέως	=	φοροεισαγγελέας
φοροεισαγγελείς	=	φοροεισαγγελέας
φοροεισπράκτορα	=	φοροεισπράκτορας
φοροεισπράκτορας	noun	που εισπράττει, συλλέγει τους φόρους για λογαριασμό του κράτους
φοροεισπράκτορες	=	φοροεισπράκτορας
φοροεισπράκτορος	=	φοροεισπράκτορας
φοροεισπρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροεισπρακτικό
φοροεισπρακτικέ	adj	κλητική ενικού του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροεισπρακτική
φοροεισπρακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτικής	adj	γενική ενικού του φοροεισπρακτική
φοροεισπρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτικού	adj	γενική ενικού του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτικός	adj	που σχετίζεται με την είσπραξη φόρων ή αναφέρεται σ' αυτή
φοροεισπρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του φοροεισπρακτικός
φοροεισπρακτόρων	=	φοροεισπράκτορας
φοροεκκρεμοτήτων	=	φοροεκκρεμότητα
φοροεκκρεμότητα	noun	φορολογική εκκρεμότητα
φοροεκκρεμότητας	=	φοροεκκρεμότητα
φοροεκκρεμότητες	=	φοροεκκρεμότητα
φοροεκπτωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροεκπτωτικό
φοροεκπτωτικέ	adj	κλητική ενικού του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροεκπτωτική
φοροεκπτωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτωτικής	adj	γενική ενικού του φοροεκπτωτική
φοροεκπτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτωτικού	adj	γενική ενικού του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτωτικός	adj	που έχει σχέση με την φοροέκπτωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
φοροεκπτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του φοροεκπτωτικός
φοροεκπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροέκπτωση
φοροεκπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φοροέκπτωση
φοροεκπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φοροέκπτωση
φοροελάφρυνση	noun	η ελάφρυνση των φορολογικών βαρών
φοροελάφρυνσης	noun	γενική ενικού του φοροελάφρυνση
φοροελέγχου	=	φοροέλεγχος
φοροελέγχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φοροέλεγχος
φοροελέγχων	=	φοροέλεγχος
φοροελαφρυντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροελαφρυντικό
φοροελαφρυντικέ	adj	κλητική ενικού του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρυντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροελαφρυντική
φοροελαφρυντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρυντικής	adj	γενική ενικού του φοροελαφρυντική
φοροελαφρυντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρυντικού	adj	γενική ενικού του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρυντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρυντικό	adj	αιτιατική ενικού του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρυντικός	adj	που έχει σχέση με την φοροελάφρυνση ή αναφέρεται σ’ αυτή
φοροελαφρυντικών	adj	γενική πληθυντικού του φοροελαφρυντικός
φοροελαφρύνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροελάφρυνση
φοροελαφρύνσεων	noun	γενική πληθυντικού του φοροελάφρυνση
φοροελαφρύνσεως	noun|formal	γενική ενικού του φοροελάφρυνση
φοροελεγκτές	=	φοροελεγκτής
φοροελεγκτή	=	φοροελεγκτής
φοροελεγκτής	noun	ελεγκτής της εφορίας που διενεργεί φοροελέγχους
φοροελεγκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροελεγκτικό
φοροελεγκτικέ	adj	κλητική ενικού του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροελεγκτική
φοροελεγκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτικής	adj	γενική ενικού του φοροελεγκτική
φοροελεγκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτικού	adj	γενική ενικού του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτικό	adj	αιτιατική ενικού του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτικός	adj	που σχετίζεται με τον έλεγχο των φορολογουμένων και των φορολογικών υποθέσεων ή αναφέρεται σ' αυτόν
φοροελεγκτικών	adj	γενική πληθυντικού του φοροελεγκτικός
φοροελεγκτών	=	φοροελεγκτής
φοροεπιδρομές	=	φοροεπιδρομή
φοροεπιδρομή	noun	η γενικευμένη με χαρακτήρα επιδρομής φορολόγηση αγαθών, είτε με προσαύξηση της υφισταμένης φορολογίας τους, είτε με επιβολή νέας
φοροεπιδρομής	=	φοροεπιδρομή
φοροεπιδρομών	=	φοροεπιδρομή
φοροεσόδου	=	φοροέσοδο
φοροεσόδων	=	φοροέσοδο
φοροκάρτα	noun	κάρτα που χρησιμοποιείται για φορολογικούς λόγους, όπως η συγκέντρωση αποδείξεων
φοροκάρτας	=	φοροκάρτα
φοροκάρτες	=	φοροκάρτα
φοροκαρτών	=	φοροκάρτα
φοροκαταιγίδα	noun|figurative	λήψη και επιβολή πολλών φορολογικών μέτρων
φοροκαταιγίδας	=	φοροκαταιγίδα
φοροκαταιγίδες	=	φοροκαταιγίδα
φοροκαταιγίδων	=	φοροκαταιγίδα
φοροκλέπτες	=	φοροκλέπτης
φοροκλέπτη	=	φοροκλέπτης
φοροκλέπτης	noun	που κλέβει από το κράτος μη αποδίδοντας σε αυτό, τον φόρο που έχει ήδη εισπράξει για λογαριασμό του, όπως π.χ. τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (δηλαδή μη αποδίδοντας τον ΦΠΑ που εισέπραξε από την πώληση αγαθών)
φοροκλεπτών	=	φοροκλέπτης
φοροκλοπές	=	φοροκλοπή
φοροκλοπή	noun	η κλοπή φόρου από το κράτος η οποία διαπράττεται είτε άμεσα (π.χ. με τη μη απόδοση του ΦΠΑ ή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας που έχει κάποιος ήδη εισπράξει) είτε έμμεσα, αποκρύπτοντας τα εισοδήματά του
φοροκλοπής	=	φοροκλοπή
φοροκλοπών	=	φοροκλοπή
φοροκυνηγητά	=	φοροκυνηγητό
φοροκυνηγητού	=	φοροκυνηγητό
φοροκυνηγητό	noun|figurative	εντατικοί έλεγχοι για την πάταξη της φοροδιαφυγής
φοροκυνηγητών	=	φοροκυνηγητό
φορολαίλαπα	noun	απανωτή φορολογία σε κάθε δραστηριότητα ή προϊόν που δημιουργεί ασφυξία
φορολαίλαπας	=	φορολαίλαπα
φορολαίλαπες	=	φορολαίλαπα
φορολαιλάπων	=	φορολαίλαπα
φορολογήθηκα	=	φορολογούμαι
φορολογήθηκαν	=	φορολογούμαι
φορολογήθηκε	=	φορολογούμαι
φορολογήθηκες	=	φορολογούμαι
φορολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσαν	=	φορολογώ
φορολογήσανε	=	φορολογώ
φορολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορολογώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορολόγηση
φορολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσεων	=	φορολόγηση
φορολογήσιμα	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμε	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμες	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορολογήσιμος
φορολογήσιμης	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμο	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμοι	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμος	adj	που δύναται να φορολογηθεί
φορολογήσιμου	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμους	=	φορολογήσιμος
φορολογήσιμων	=	φορολογήσιμος
φορολογήσου	=	φορολογούμαι
φορολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσουνε	=	φορολογώ
φορολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολογία	noun	η είσπραξη χρημάτων για κρατικούς σκοπούς (πχ. δαπάνες) μέσω υποχρεωτικών εισφορών από εργαζόμενους, εταιρίες κλπ.
φορολογίας	noun	γενική ενικού του φορολογία
φορολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορολογία
φορολογεί	=	φορολογώ
φορολογείς	=	φορολογώ
φορολογείσαι	=	φορολογούμαι
φορολογείστε	=	φορολογούμαι
φορολογείται	=	φορολογούμαι
φορολογείτε	=	φορολογώ
φορολογείτο	=	φορολογώ
φορολογηθήκαμε	=	φορολογούμαι
φορολογηθήκαν	=	φορολογούμαι
φορολογηθήκανε	=	φορολογούμαι
φορολογηθήκατε	=	φορολογούμαι
φορολογηθεί	=	φορολογούμαι
φορολογηθείς	=	φορολογώ
φορολογηθείτε	=	φορολογούμαι
φορολογηθούμε	=	φορολογώ
φορολογηθούν	=	φορολογώ
φορολογηθούνε	=	φορολογώ
φορολογηθώ	=	φορολογώ
φορολογημένος	=	φορολογούμαι
φορολογητέέα	=	φορολογητέος
φορολογητέέο	=	φορολογητέος
φορολογητέα	=	φορολογητέος
φορολογητέας	=	φορολογητέος
φορολογητέε	=	φορολογητέος
φορολογητέες	=	φορολογητέος
φορολογητέο	=	φορολογητέος
φορολογητέοι	=	φορολογητέος
φορολογητέος	adj	που πρέπει να φορολογηθεί, που υπόκειται σε φορολογία
φορολογητέου	=	φορολογητέος
φορολογητέους	=	φορολογητέος
φορολογητέων	=	φορολογητέος
φορολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορολογικό	adv	η εξέταση ενός ζητήματος από φορολογική σκοπιά
φορολογικέ	adj	κλητική ενικού του φορολογικός
φορολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορολογική
φορολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορολογικός
φορολογικής	adj	γενική ενικού του φορολογική
φορολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορολογικός
φορολογικού	adj	γενική ενικού του φορολογικός
φορολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορολογικός
φορολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φορολογικός
φορολογικός	adj	που έχει σχέση με ή αναφέρεται στην φορολογία
φορολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φορολογικός
φορολογικῶς	adv	φορολογικά
φορολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φορολογία
φορολογούμαι	verb	υπόκειμαι σε φορολόγηση, σε καταβολή φόρων, καλούμαι να εισφέρω ένα μέρος των εισοδημάτων μου στο κράτος
φορολογούμασταν	=	φορολογούμαι
φορολογούμαστε	=	φορολογούμαι
φορολογούμε	=	φορολογώ
φορολογούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορολογούμενο
φορολογούμενε	verb	κλητική ενικού του φορολογούμενος
φορολογούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορολογούμενη
φορολογούμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορολογούμενος
φορολογούμενης	verb	γενική ενικού του φορολογούμενη
φορολογούμενο	verb	αιτιατική ενικού του φορολογούμενος
φορολογούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορολογούμενος
φορολογούμενος	verb	αυτός που φορολογείται, που υπόκειται σε φορολόγηση, που υποχρεούται να καταβάλλει φόρους (πολύ συχνά χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό αρσενικού γένους)
φορολογούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φορολογούμενος
φορολογούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φορολογούμενος
φορολογούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φορολογούμενος
φορολογούμουν	=	φορολογούμαι
φορολογούμουνα	=	φορολογώ
φορολογούν	=	φορολογώ
φορολογούνε	=	φορολογώ
φορολογούνται	=	φορολογούμαι
φορολογούνταν	=	φορολογούμαι
φορολογούντο	=	φορολογώ
φορολογούσα	=	φορολογώ
φορολογούσαμε	=	φορολογώ
φορολογούσαν	=	φορολογώ
φορολογούσανε	=	φορολογώ
φορολογούσασταν	=	φορολογούμαι
φορολογούσαστε	=	φορολογούμαι
φορολογούσατε	=	φορολογώ
φορολογούσε	=	φορολογώ
φορολογούσες	=	φορολογώ
φορολογούσουν	=	φορολογούμαι
φορολογούσουνα	=	φορολογώ
φορολογώ	verb	επιβάλλω φόρο σε κάποιον
φορολογώντας	=	φορολογώ
φορολοταρία	noun	λοταρία στην οποία οι φορολογούμενοι συμμετέχουν με τις αποδείξεις αγορών τους κερδίζοντας διάφορα χρηματικά ποσά
φορολοταρίας	=	φορολοταρία
φορολοταρίες	=	φορολοταρία
φορολοταριών	=	φορολοταρία
φορολόγει	=	φορολογώ
φορολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορολογώ
φορολόγηση	noun	η ενέργεια του φορολογώ, η επιβολή φόρου
φορολόγησης	=	φορολόγηση
φορομεταρρυθμίσεις	=	φορομεταρρύθμιση
φορομεταρρυθμίσεων	=	φορομεταρρύθμιση
φορομεταρρύθμιση	noun	φορολογική μεταρρύθμιση
φορομεταρρύθμισης	=	φορομεταρρύθμιση
φορομπήχτες	=	φορομπήχτης
φορομπήχτη	=	φορομπήχτης
φορομπήχτης	noun	που επιβάλλει σκληρή φορολόγηση, που η φορολογία του είναι τραυματική σαν να μπήγει κάποιος το σπαθί ή το μαχαίρι στις σάρκες των φορολογουμένων
φορομπηχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορομπηχτικό
φορομπηχτικέ	adj	κλητική ενικού του φορομπηχτικός
φορομπηχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορομπηχτική
φορομπηχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορομπηχτικός
φορομπηχτικής	adj	γενική ενικού του φορομπηχτική
φορομπηχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορομπηχτικός
φορομπηχτικού	adj	γενική ενικού του φορομπηχτικός
φορομπηχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορομπηχτικός
φορομπηχτικό	adj	αιτιατική ενικού του φορομπηχτικός
φορομπηχτικός	adj	σχετικός με την επιβολή βαριών φόρων
φορομπηχτικών	adj	γενική πληθυντικού του φορομπηχτικός
φορομπηχτών	=	φορομπήχτης
φορονομοσχέδια	=	φορονομοσχέδιο
φορονομοσχέδιο	noun	νομοσχέδιο που αφορά φορολογικά ζητήματα
φορονομοσχέδιου	=	φορονομοσχέδιο
φορονομοσχεδίου	=	φορονομοσχέδιο
φορονομοσχεδίων	=	φορονομοσχέδιο
φοροοφειλέτες	=	φοροοφειλέτης
φοροοφειλέτη	=	φοροοφειλέτης
φοροοφειλέτης	noun	που οφείλει φόρο
φοροοφειλέτρια	noun	θηλυκό του φοροοφειλέτης
φοροοφειλέτριας	noun	γενική ενικού του φοροοφειλέτρια
φοροοφειλέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροοφειλέτρια
φοροοφειλετριών	noun	γενική πληθυντικού του φοροοφειλέτρια
φοροοφειλετών	=	φοροοφειλέτης
φοροπαγίδα	noun|figurative	φορολογική ρύθμιση που ενέχει κίνδυνο επιβάρυνσης των πολιτών
φοροπαγίδας	=	φοροπαγίδα
φοροπαγίδες	=	φοροπαγίδα
φοροπαγίδων	=	φοροπαγίδα
φοροπαράβαση	noun	παράβαση που αφορά τη φορολογία
φοροπαράβασης	=	φοροπαράβαση
φοροπαραβάσεις	=	φοροπαράβαση
φοροπαραβάσεων	=	φοροπαράβαση
φοροπροσόδου	=	φοροπρόσοδος
φοροπροσόδους	=	φοροπρόσοδος
φοροπροσόδων	=	φοροπρόσοδος
φοροπρόσοδε	=	φοροπρόσοδος
φοροπρόσοδο	=	φοροπρόσοδος
φοροπρόσοδοι	=	φοροπρόσοδος
φοροπρόσοδος	noun|formal	φόρος επί της παραγωγής
φοροσήμου	=	φορόσημο
φοροσήμων	=	φορόσημο
φοροσαφάρι	noun|figurative	εντατικοί έλεγχοι για την πάταξη της φοροδιαφυγής
φοροσυνάχτες	=	φοροσυνάχτης
φοροσυνάχτη	=	φοροσυνάχτης
φοροσυνάχτης	noun	ο φοροεισπράκτορας
φοροσυναχτών	=	φοροσυνάχτης
φοροτέχνες	=	φοροτέχνης
φοροτέχνη	=	φοροτέχνης
φοροτέχνης	noun	άλλη μορφή του φοροτεχνικός
φοροτελής	adj|formal	που πρέπει να πληρώσει φόρους
φοροτεχνικά	noun	τεχνικά ζητήματα που σχετίζονται με τους φοροτεχνικούς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φοροτεχνικός
φοροτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του φοροτεχνικός
φοροτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροτεχνική
φοροτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φοροτεχνικός
φοροτεχνικής	adj	γενική ενικού του φοροτεχνική
φοροτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φοροτεχνικός
φοροτεχνικού	adj	γενική ενικού του φοροτεχνικός
φοροτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φοροτεχνικός
φοροτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του φοροτεχνικός
φοροτεχνικός	noun	που έχει ειδικευτεί σε φορολογικές υποθέσεις	adj	που έχει σχέση με τις φορολογικές υποθέσεις ή αναφέρεται σʼ αυτές
φοροτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του φοροτεχνικός
φοροτεχνών	=	φοροτέχνης
φορουσιού	=	φορούσι
φορουσιών	=	φορούσι
φοροφαγάς	noun|rare	που επιβάλλει υπερβολική φορολογία χωρίς ουσιαστική ανταπόδοση
φοροφειλέτες	=	φοροφειλέτης
φοροφειλέτη	=	φοροφειλέτης
φοροφειλέτης	noun	που οφείλει φόρο
φοροφειλέτρια	noun	θηλυκό του φοροφειλέτης
φοροφειλέτριας	noun	γενική ενικού του φοροφειλέτρια
φοροφειλέτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φοροφειλέτρια
φοροφειλετριών	noun	γενική πληθυντικού του φοροφειλέτρια
φοροφειλετών	=	φοροφειλέτης
φοροφυγά	=	φοροφυγάς
φοροφυγάδα	=	φοροφυγάδας
φοροφυγάδας	noun	άλλη μορφή του φοροφυγάς
φοροφυγάδες	=	φοροφυγάδας
φοροφυγάδων	=	φοροφυγάδας
φοροφυγάς	noun	αυτός που με αθέμιτα μέσα αποκρύπτει από τις δημόσιες αρχές το πραγματικό του εισόδημα για να μην πληρώσει τον οφειλόμενο φόρο που αντιστοιχεί σε αυτό
φορούμε	=	φοράω
φορούμενος	=	φοράω
φορούν	=	φοράω
φορούνε	=	φοράω
φορούνεν	=	φοράω
φορούνενε	=	φοράω
φορούντο	=	φοράω
φορούσα	=	φοράω
φορούσαμε	=	φοράω
φορούσαν	=	φοράω
φορούσανε	=	φοράω
φορούσατε	=	φοράω
φορούσε	=	φοράω
φορούσες	=	φοράω
φορούσι	noun	άλλη μορφή του φουρούσι
φορούσια	=	φορούσι
φορσέ	adj	εξαναγκασμένος, υποχρεωτικός (όταν δεν μπορεί ο παίκτης να κάνει άλλη νόμιμη κίνηση)
φορτάμαξα	noun	τύπος σιδηροδρομικού οχήματος (βαγονιού) που χρησιμοποιείται για την μεταφορά εμπορευμάτων
φορτάμαξας	=	φορτάμαξα
φορτάμαξες	=	φορτάμαξα
φορτέτσα	noun	το οχυρό, φρούριο
φορτέτσας	=	φορτέτσα
φορτέτσες	=	φορτέτσα
φορτία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτίο
φορτίζαμε	=	φορτίζω
φορτίζαν	=	φορτίζω
φορτίζανε	=	φορτίζω
φορτίζατε	=	φορτίζω
φορτίζει	=	φορτίζω
φορτίζεις	=	φορτίζω
φορτίζεσαι	=	φορτίζω
φορτίζεστε	=	φορτίζω
φορτίζεται	=	φορτίζω
φορτίζετε	=	φορτίζω
φορτίζομαι	verb	εφοδιάζομαι με ηλεκτρικό φορτίο
φορτίζονται	=	φορτίζω
φορτίζονταν	=	φορτίζω
φορτίζοντας	=	φορτίζω
φορτίζουμε	=	φορτίζω
φορτίζουν	=	φορτίζω
φορτίζουνε	=	φορτίζω
φορτίζω	verb	εφοδιάζω μια μπαταρία, ένα συσσωρευτή κ.λπ. με ηλεκτρικό φορτίο
φορτίο	noun	το σύνολο των αντικειμένων που μεταφέρει ένας άνθρωπος, ένα ζώο ή ένα φορτηγό μεταφορικό μέσο
φορτίου	noun	γενική ενικού του φορτίο
φορτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίσαν	=	φορτίζω
φορτίσανε	=	φορτίζω
φορτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρτιση
φορτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίσεων	noun	γενική πληθυντικού του φόρτιση
φορτίσεως	noun|formal	γενική ενικού του φόρτιση
φορτίσθηκα	=	φορτίζω
φορτίσιμο	noun	ένα κομμάτι μουσικού έργου που έχει μεγαλύτερη ένταση, δύναμη από τα υπόλοιπα μέρη και σημειώνεται με δύο καλλιγραφικά f (όπου f το σύμβολο του forte)
φορτίσου	=	φορτίζω
φορτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φορτίων	noun	γενική πληθυντικού του φορτίο
φορταμαξών	=	φορτάμαξα
φορτεπιάνο	noun	η πρώτη μορφή πιάνου που εμφανίστηκε κατά τις αρχές του 18ου αιώνα
φορτηγά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτηγό
φορτηγάκι	noun	υποκοριστικό του φορτηγό
φορτηγάκια	=	φορτηγάκι
φορτηγέ	adj	κλητική ενικού του φορτηγός
φορτηγές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτηγή
φορτηγή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτηγός
φορτηγής	adj	γενική ενικού του φορτηγή
φορτηγίδα	noun	η μαούνα
φορτηγίδας	noun	γενική ενικού του φορτηγίδα
φορτηγίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτηγίδα
φορτηγίδων	noun	γενική πληθυντικού του φορτηγίδα
φορτηγατζή	=	φορτηγατζής
φορτηγατζήδες	=	φορτηγατζής
φορτηγατζήδων	=	φορτηγατζής
φορτηγατζής	noun	ιδιοκτήτης, κάτοχος φορτηγού
φορτηγατζού	=	φορτηγατζής
φορτηγιδοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτηγιδοφόρο
φορτηγιδοφόρο	noun	εμπορικό πλοίο τύπου αυτοκινούμενης πλωτής δεξαμενής που μεταφέρει φορτηγίδες με εμπορεύματα.
φορτηγιδοφόρου	noun	γενική ενικού του φορτηγιδοφόρο
φορτηγιδοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του φορτηγιδοφόρο
φορτηγοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτηγός
φορτηγοναυτιλία	noun|rare	ναυτιλία φορτηγών πλοίων
φορτηγοναυτιλίας	noun	γενική ενικού του φορτηγοναυτιλία
φορτηγοναυτιλιών	noun	γενική πληθυντικού του φορτηγοναυτιλία
φορτηγού	adj	γενική ενικού του φορτηγός
φορτηγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορτηγός
φορτηγό	noun	μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων	adj	αιτιατική ενικού του φορτηγός
φορτηγός	adj	που μεταφέρει φορτία
φορτηγών	adj	γενική πληθυντικού του φορτηγός
φορτιζόμασταν	=	φορτίζω
φορτιζόμαστε	=	φορτίζω
φορτιζόμουν	=	φορτίζω
φορτιζόμουνα	=	φορτίζω
φορτιζόντουσαν	=	φορτίζω
φορτιζόσασταν	=	φορτίζω
φορτιζόσαστε	=	φορτίζω
φορτιζόσουν	=	φορτίζω
φορτιζόσουνα	=	φορτίζω
φορτιζόταν	=	φορτίζω
φορτιζότανε	=	φορτίζω
φορτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτικό	adv	πιεστικά, με ενοχλητική επιμονή
φορτικέ	adj	κλητική ενικού του φορτικός
φορτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτική
φορτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτικός
φορτικής	adj	γενική ενικού του φορτική
φορτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτικός
φορτικοτήτων	=	φορτικότητα
φορτικού	adj	γενική ενικού του φορτικός
φορτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορτικός
φορτικό	adj	αιτιατική ενικού του φορτικός
φορτικός	adj	επιβαρυντικός
φορτικότητα	noun	η ιδιότητα του φορτικού, το να επιμένεις και να ζητάς κάτι με πίεση, έντονα, επίμονα, αδιάκριτα
φορτικότητας	noun	γενική ενικού του φορτικότητα
φορτικότητες	=	φορτικότητα
φορτικών	adj	γενική πληθυντικού του φορτικός
φορτιού	=	φόρτι
φορτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτισμένο
φορτισμένε	verb	κλητική ενικού του φορτισμένος
φορτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτισμένη
φορτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτισμένος
φορτισμένης	verb	γενική ενικού του φορτισμένη
φορτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φορτισμένος
φορτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτισμένος
φορτισμένος	verb	συσκευή που είναι πλήρης ηλεκτρικού φορτίου, είναι γεμάτη (ηλεκτρισμό), έχει φορτισθεί επαρκώς
φορτισμένου	verb	γενική ενικού του φορτισμένος
φορτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φορτισμένος
φορτισμένων	verb	γενική πληθυντικού του φορτισμένος
φορτιστές	=	φορτιστής
φορτιστή	=	φορτιστής
φορτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστήκαν	=	φορτίζω
φορτιστήκανε	=	φορτίζω
φορτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστής	noun	η συσκευή για την φόρτιση μπαταριών, που τους εφοπλίζει με ηλεκτρικό φορτίο
φορτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτίζομαι
φορτιστών	=	φορτιστής
φορτιών	=	φόρτι
φορτοεκφορτωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτοεκφορτωτής
φορτοεκφορτωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φορτοεκφορτωτής
φορτοεκφορτωτής	noun	ο εργάτης που φορτώνει και ξεφορτώνει εμπορεύματα
φορτοεκφορτωτών	noun	γενική πληθυντικού του φορτοεκφορτωτής
φορτοεκφορτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτοεκφόρτωση
φορτοεκφορτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φορτοεκφόρτωση
φορτοεκφορτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φορτοεκφόρτωση
φορτοεκφορτώτρια	=	φορτοεκφορτωτής
φορτοεκφόρτωση	noun	η διαδικασία της φόρτωσης και εκφόρτωσης
φορτοεκφόρτωσης	noun	γενική ενικού του φορτοεκφόρτωση
φορτοεκφόρτωσις	noun	φορτοεκφόρτωση
φορτοθυρίδα	noun	μπουκαπόρτα, άνοιγμα για φορτοεκφορτώσεις στα πλευρά του πλοίου
φορτοθυρίδας	=	φορτοθυρίδα
φορτοθυρίδες	=	φορτοθυρίδα
φορτοθυρίδων	=	φορτοθυρίδα
φορτοθυρίς	noun	φορτοθυρίδα
φορτσάδε	=	φορτσάδος
φορτσάδο	=	φορτσάδος
φορτσάδοι	=	φορτσάδος
φορτσάδος	noun	άλλη μορφή του φορτσάτος
φορτσάδου	=	φορτσάδος
φορτσάδους	=	φορτσάδος
φορτσάδων	=	φορτσάδος
φορτσάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φορτσάρω
φορτσάρω	verb	βάζω δύναμη, πιέζω
φορτσάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτσάτο
φορτσάτε	adj	κλητική ενικού του φορτσάτος
φορτσάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτσάτη
φορτσάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτσάτος
φορτσάτης	adj	γενική ενικού του φορτσάτη
φορτσάτο	adj	αιτιατική ενικού του φορτσάτος
φορτσάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτσάτος
φορτσάτος	adj	που κινείται με ή διαθέτει φόρτσα, δύναμη ή ορμή
φορτσάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φορτσάτος
φορτσάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορτσάτος
φορτσάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φορτσάτος
φορτσέρι	noun	μπαούλο
φορτσαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτσάρισμα
φορτσαρίσματος	noun	γενική ενικού του φορτσάρισμα
φορτσαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φορτσάρισμα
φορτσαρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτσαρισμένο
φορτσαρισμένε	verb	κλητική ενικού του φορτσαρισμένος
φορτσαρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτσαρισμένη
φορτσαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτσαρισμένος
φορτσαρισμένης	verb	γενική ενικού του φορτσαρισμένη
φορτσαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φορτσαρισμένος
φορτσαρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτσαρισμένος
φορτσαρισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φορτσάρω
φορτσαρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φορτσαρισμένος
φορτσαρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φορτσαρισμένος
φορτσαρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φορτσαρισμένος
φορτσαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φορτσαριστός	adv	με φορτσαριστό τρόπο
φορτσαριστέ	adj	κλητική ενικού του φορτσαριστός
φορτσαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτσαριστή
φορτσαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτσαριστός
φορτσαριστής	adj	γενική ενικού του φορτσαριστή
φορτσαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτσαριστός
φορτσαριστού	adj	γενική ενικού του φορτσαριστός
φορτσαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορτσαριστός
φορτσαριστό	adj	αιτιατική ενικού του φορτσαριστός
φορτσαριστός	adj	που διαθέτει φόρτσα, δύναμη ή ορμή
φορτσαριστών	adj	γενική πληθυντικού του φορτσαριστός
φορτωθήκαμε	=	φορτώνω
φορτωθήκαν	=	φορτώνω
φορτωθήκανε	=	φορτώνω
φορτωθήκατε	=	φορτώνω
φορτωθεί	=	φορτώνω
φορτωθείς	=	φορτώνω
φορτωθείτε	=	φορτώνω
φορτωθούμε	=	φορτώνω
φορτωθούν	=	φορτώνω
φορτωθούνε	=	φορτώνω
φορτωθώ	=	φορτώνομαι
φορτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φόρτωμα
φορτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτωμένο
φορτωμένε	verb	κλητική ενικού του φορτωμένος
φορτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτωμένη
φορτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτωμένος
φορτωμένης	verb	γενική ενικού του φορτωμένη
φορτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φορτωμένος
φορτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτωμένος
φορτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φορτώνω
φορτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φορτωμένος
φορτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φορτωμένος
φορτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φορτωμένος
φορτωνόμασταν	=	φορτώνω
φορτωνόμαστε	=	φορτώνω
φορτωνόμουν	=	φορτώνομαι
φορτωνόμουνα	=	φορτώνω
φορτωνόντουσαν	=	φορτώνω
φορτωνόσασταν	=	φορτώνω
φορτωνόσαστε	=	φορτώνω
φορτωνόσουν	=	φορτώνω
φορτωνόσουνα	=	φορτώνω
φορτωνόταν	=	φορτώνω
φορτωνότανε	=	φορτώνω
φορτωτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτωτής
φορτωτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φορτωτής
φορτωτήρ	noun	ο φορτωτήρας (η φορτωτήρα)
φορτωτήρα	noun	άλλη μορφή του φορτωτήρας (αρσενικό)
φορτωτήρας	noun	μηχανική διάταξη - μέσο, φορτοεκφόρτωσης μεμονωμένων ή συσκευασμένων εμπορευμάτων που φέρονται συνηθέστερα στα πλοία
φορτωτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτωτήρα
φορτωτήρων	noun	φορτωτήρας, στη γενική του πληθυντικού
φορτωτής	noun	εργάτης που φορτώνει
φορτωτηρών	noun	γενική πληθυντικού του φορτωτήρα
φορτωτικά	noun	χρηματικό ποσό το οποίο καταβάλεται για τη φόρτωση εμπορευμάτων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτωτικό
φορτωτικέ	adj	κλητική ενικού του φορτωτικός
φορτωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φορτωτική
φορτωτική	noun	έγγραφο που συνοδεύει υποχρεωτικά ένα φορτίο που μεταφέρεται με δημόσιο μέσο κι εκδίδεται από τον μεταφορέα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φορτωτικός
φορτωτικής	adj	γενική ενικού του φορτωτική
φορτωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φορτωτικός
φορτωτικού	adj	γενική ενικού του φορτωτικός
φορτωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φορτωτικός
φορτωτικό	adj	αιτιατική ενικού του φορτωτικός
φορτωτικός	adj	σχετικός με τη φόρτωση
φορτωτικών	adj	γενική πληθυντικού του φορτωτικός
φορτωτών	noun	γενική πληθυντικού του φορτωτής
φορτώθηκα	=	φορτώνω
φορτώθηκαν	=	φορτώνω
φορτώθηκε	=	φορτώνω
φορτώθηκες	=	φορτώνω
φορτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρτωμα
φορτώματος	noun	γενική ενικού του φόρτωμα
φορτώναμε	=	φορτώνω
φορτώναν	=	φορτώνω
φορτώνανε	=	φορτώνω
φορτώνατε	=	φορτώνω
φορτώνει	=	φορτώνω
φορτώνεις	=	φορτώνω
φορτώνεσαι	=	φορτώνω
φορτώνεστε	=	φορτώνω
φορτώνεται	=	φορτώνω
φορτώνετε	=	φορτώνω
φορτώνομαι	verb	σηκώνω βάρος
φορτώνομε	=	φορτώνω
φορτώνονται	=	φορτώνω
φορτώνονταν	=	φορτώνω
φορτώνοντας	=	φορτώνω
φορτώνουμε	=	φορτώνω
φορτώνουν	=	φορτώνω
φορτώνουνε	=	φορτώνω
φορτώνω	verb	τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο
φορτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσαν	=	φορτώνω
φορτώσανε	=	φορτώνω
φορτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρτωση
φορτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φόρτωση
φορτώσομε	=	φορτώνω
φορτώσου	=	φορτώνω
φορτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσουνε	=	φορτώνω
φορτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φορόσημα	=	φορόσημο
φορόσημο	noun	ένσημο που πιστοποιεί την καταβολή συγκεκριμένου φόρου, συνήθως σε τόκους ή χρηματοοικονομικές συναλλαγές
φορόσημον	noun	το φορόσημο
φορόσημου	=	φορόσημο
φορόσημων	=	φορόσημο
φορώ	verb	άλλη μορφή του φοράω
φορών	noun	γενική πληθυντικού του φόρα
φορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φοράω / φορώ
φος	abbrev	Φυσιολατρικός Ορειβατικός Σύνδεσμος
φοσσών	=	φόσσα
φοσών	=	φόσα
φουαγέ	noun	άλλη γραφή του φουαγιέ
φουαγιέ	noun	ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων (π.χ. μια έκθεση ή ένα σεμινάριο), ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων, ώστε να είναι δυνατό να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό και μέχρι την απαγόρευση του καπνίσματος, να καπνίσουν κ.λπ.
φουβού	=	φουφού
φουγάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουγάρο
φουγάρο	noun	ο καπνοδόχος πλοίου ή εργοστασίου, η καμινάδα
φουγάρου	noun	γενική ενικού του φουγάρο
φουγάρων	noun	γενική πληθυντικού του φουγάρο
φουγκών	=	φούγκα
φουγού	=	φουφού
φουζάρια	=	φουζάριο
φουζάριο	noun	είδος μύκητα εδάφους
φουζάριου	=	φουζάριο
φουζαρίου	=	φουζάριο
φουζαρίων	=	φουζάριο
φουκαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουκαράς
φουκαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουκαράς
φουκαράδων	noun	γενική πληθυντικού του φουκαράς
φουκαράκο	noun	αιτιατική ενικού του φουκαράκος
φουκαράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουκαράκος
φουκαράκος	noun	νεαρός φουκαράς
φουκαράκου	noun	γενική ενικού του φουκαράκος
φουκαράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φουκαράκος
φουκαράκων	noun	γενική πληθυντικού του φουκαράκος
φουκαράς	noun	κακομοίρης, άτυχος, φτωχός, που δεν μπορεί να κάνει κάτι για να βελτιώσει τη θέση του
φουκαρατζίκε	noun	κλητική ενικού του φουκαρατζίκος
φουκαρατζίκο	noun	αιτιατική ενικού του φουκαρατζίκος
φουκαρατζίκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουκαρατζίκος
φουκαρατζίκος	noun	φουκαράς
φουκαρατζίκου	noun	γενική ενικού του φουκαρατζίκος
φουκαρατζίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φουκαρατζίκος
φουκαρατζίκων	noun	γενική πληθυντικού του φουκαρατζίκος
φουκαριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουκαριάρης
φουκαριάρας	adj	γενική ενικού του φουκαριάρα
φουκαριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουκαριάρα
φουκαριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουκαριάρης
φουκαριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουκαριάρης
φουκαριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του φουκαριάρης
φουκαριάρης	adj	ο φουκαράς, ο ταλαίπωρος άνθρωπος
φουκαριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουκαριάρικο
φουκαριάρικε	adj	κλητική ενικού του φουκαριάρικος
φουκαριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουκαριάρικη
φουκαριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουκαριάρικος
φουκαριάρικης	adj	γενική ενικού του φουκαριάρικη
φουκαριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουκαριάρης
φουκαριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουκαριάρικος
φουκαριάρικος	adj	που αναφέρεται σε φουκαρά
φουκαριάρικου	adj	γενική ενικού του φουκαριάρικο
φουκαριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουκαριάρικος
φουκαριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του φουκαριάρικο
φουκαρού	noun	θηλυκό του φουκαράς
φουκαρούδες	=	φουκαρού
φουκαρούδων	=	φουκαρού
φουκαρούς	=	φουκαρού
φουλ	adj	γεμάτος, κορεσμένος	noun	συνδυασμός φύλλων με μεγάλη αξία, τριών όμοιων και δύο όμοιων χαρτιών
φουλάρι	noun	μακρόστενο ή τετράγωνο κομμάτι ύφασμα, όχι πολύ πυκνό, που φοριέται στο λαιμό
φουλάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουλάρι
φουλάριζα	=	φουλάρω
φουλάρισα	=	φουλάρω
φουλάρω	verb	γεμίζω κάτι τελείως
φουλαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουλάρισμα
φουλαριού	=	φουλάρι
φουλαρισμένος	=	φουλάρω
φουλαριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φουλαριστός	adv|rare	με φουλαριστό τρόπο
φουλαριστέ	adj	κλητική ενικού του φουλαριστός
φουλαριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουλαριστή
φουλαριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουλαριστός
φουλαριστής	adj	γενική ενικού του φουλαριστή
φουλαριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουλαριστός
φουλαριστού	adj	γενική ενικού του φουλαριστός
φουλαριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουλαριστός
φουλαριστό	adj	αιτιατική ενικού του φουλαριστός
φουλαριστός	adj	με μεγάλη ταχύτητα, με ορμή, πολύ φουριόζος, κάποιος που έρχεται τρέχοντας
φουλαριστών	adj	γενική πληθυντικού του φουλαριστός
φουλαριών	=	φουλάρι
φουλιού	=	φούλι
φουλιών	=	φούλι
φουμάραμε	=	φουμάρω
φουμάραν	=	φουμάρω
φουμάρανε	=	φουμάρω
φουμάρατε	=	φουμάρω
φουμάρει	=	φουμάρω
φουμάρεις	=	φουμάρω
φουμάρετε	=	φουμάρω
φουμάριζα	=	φουμάρω
φουμάριζαν	=	φουμάρω
φουμάριζε	=	φουμάρω
φουμάριζες	=	φουμάρω
φουμάρισα	=	φουμάρω
φουμάρισαν	=	φουμάρω
φουμάρισε	=	φουμάρω
φουμάρισες	=	φουμάρω
φουμάρισμα	noun|vulgar	η διαδικασία του φουμάρω
φουμάρομε	=	φουμάρω
φουμάροντας	=	φουμάρω
φουμάρουμε	=	φουμάρω
φουμάρουν	=	φουμάρω
φουμάρουνε	=	φουμάρω
φουμάρω	verb	καπνίζω (τσιγάρο κ.λπ.)
φουμέρνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του φουμάρω
φουμίζω	verb	διαφημίζω, επαινώ
φουμαδόρε	noun	κλητική ενικού του φουμαδόρος
φουμαδόρισσα	=	φουμαδόρος
φουμαδόρισσας	noun	γενική ενικού του φουμαδόρισσα
φουμαδόρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουμαδόρισσα
φουμαδόρο	noun	αιτιατική ενικού του φουμαδόρος
φουμαδόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουμαδόρος
φουμαδόρος	noun|slang	αυτός που φουμάρει πολύ
φουμαδόρου	noun	γενική ενικού του φουμαδόρος
φουμαδόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φουμαδόρος
φουμαδόρων	noun	γενική πληθυντικού του φουμαδόρος
φουμαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουμάρισμα
φουμαρίσματος	noun	γενική ενικού του φουμάρισμα
φουμαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φουμάρισμα
φουμισμένα	=	φουμισμένος
φουμισμένε	=	φουμισμένος
φουμισμένες	=	φουμισμένος
φουμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουμισμένος
φουμισμένης	=	φουμισμένος
φουμισμένο	=	φουμισμένος
φουμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουμισμένος
φουμισμένος	verb	άλλη μορφή του φημισμένος
φουμισμένου	=	φουμισμένος
φουμισμένους	=	φουμισμένος
φουμισμένων	=	φουμισμένος
φουνξιοναλισμός	noun|rare	άλλη μορφή του φονξιοναλισμός
φουντάνα	noun	η βρύση
φουντάνας	=	φουντάνα
φουντάνες	=	φουντάνα
φουντάρισμα	noun	το αποτέλεσμα του φουντάρω, η ενέργεια του φουντάρω, η πράξη του να ριχτεί κάτι στη θάλασσα για να βουλιάξει ή να ρίξει κάποιος τον εαυτό του για να αυτοκτονήσει
φουντάρω	verb	(μεταβατικό): βυθίζω, ποντίζω κάτι, το ρίχνω στη θάλασσα να βουλιάξει
φουντίου	=	φούντιο
φουντίτσα	noun	μικρή φούντα
φουντίτσας	=	φουντίτσα
φουντίτσες	=	φουντίτσα
φουντίων	=	φούντιο
φουνταρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουντάρισμα
φουνταρίσματος	noun	γενική ενικού του φουντάρισμα
φουνταρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φουντάρισμα
φουνταριστή	=	φουνταριστός
φουνταριστής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φουνταριστή) του φουνταριστός
φουνταριστό	=	φουνταριστός
φουνταριστός	adj	που έχει φουντάρει, που έχει καταβυθιστεί απότομα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))	noun	θέση παίκτη στο πόλο, κεντρικός επιθετικός
φουντιού	=	φούντι
φουντιών	=	φούντι
φουντουκέλαια	=	φουντουκέλαιο
φουντουκέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από φουντούκια
φουντουκέλαιου	=	φουντουκέλαιο
φουντουκέλαιων	=	φουντουκέλαιο
φουντουκελαίου	=	φουντουκέλαιο
φουντουκελαίων	=	φουντουκέλαιο
φουντουκιά	noun	φυλλοβόλο δένδρο ή θάμνος (λατινική ονομασία Corylus)· καρποί του τα φουντούκια
φουντουκιάς	noun	γενική ενικού του φουντουκιά
φουντουκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουντουκιά
φουντουκιού	=	φουντούκι
φουντουκιών	=	φουντούκι
φουντουκοβουτύρου	=	φουντουκοβούτυρο
φουντουκοβουτύρων	=	φουντουκοβούτυρο
φουντουκοβούτυρα	=	φουντουκοβούτυρο
φουντουκοβούτυρο	noun	πολτός ο οποίος παράγεται από την άλεση καβουρδισμένων φουντουκιών, με κρεμώδη ή ελαφρώς κοκκώδη υφή
φουντουκοβούτυρου	=	φουντουκοβούτυρο
φουντουκοβούτυρων	=	φουντουκοβούτυρο
φουντούκι	noun	ο εδώδιμος ξηρός καρπός από το δέντρο της φουντουκιάς
φουντούκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουντούκι
φουντωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φούντωμα
φουντωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουντωμένο
φουντωμένε	verb	κλητική ενικού του φουντωμένος
φουντωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουντωμένη
φουντωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουντωμένος
φουντωμένης	verb	γενική ενικού του φουντωμένη
φουντωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φουντωμένος
φουντωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουντωμένος
φουντωμένος	verb	που έχει φουντώσει.
φουντωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φουντωμένος
φουντωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φουντωμένος
φουντωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φουντωμένος
φουντωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φουντωτός	adv|rare	με φουντωτό τρόπο
φουντωτέ	adj	κλητική ενικού του φουντωτός
φουντωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουντωτή
φουντωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουντωτός
φουντωτής	adj	γενική ενικού του φουντωτή
φουντωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουντωτός
φουντωτού	adj	γενική ενικού του φουντωτός
φουντωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουντωτός
φουντωτό	adj	αιτιατική ενικού του φουντωτός
φουντωτός	adj	που μοιάζει με φούντα, που έχει το σχήμα της
φουντωτών	adj	γενική πληθυντικού του φουντωτός
φουντώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούντωμα
φουντώματος	noun	γενική ενικού του φούντωμα
φουντών	=	φούντα
φουντώναμε	=	φουντώνω
φουντώναν	=	φουντώνω
φουντώνανε	=	φουντώνω
φουντώνατε	=	φουντώνω
φουντώνει	=	φουντώνω
φουντώνεις	=	φουντώνω
φουντώνετε	=	φουντώνω
φουντώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φουντώνω
φουντώνοντας	=	φουντώνω
φουντώνουμε	=	φουντώνω
φουντώνουν	=	φουντώνω
φουντώνουνε	=	φουντώνω
φουντώνω	verb	έχω πυκνό φύλλωμα
φουντώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώσαν	=	φουντώνω
φουντώσανε	=	φουντώνω
φουντώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουντώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούντωση
φουντώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φούντωση
φουντώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουντώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φουξιών	=	φούξια
φουράνια	=	φουράνιο
φουράνιο	noun	ετεροκυκλική οργανική ένωση που έχει ενοχοποιηθεί για καρκινογένεση σε ζώα και πιθανόν σε ανθρώπους και η οποία ανευρίσκεται κυρίως σε όσα προϊόντα έχουν σφραγιστεί αεροστεγώς
φουράνιου	=	φουράνιο
φουράνιων	=	φουράνιο
φουρανίου	=	φουράνιο
φουρανίων	=	φουράνιο
φουριόζα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουριόζος
φουριόζας	=	φουριόζος
φουριόζε	=	φουριόζος
φουριόζες	=	φουριόζος
φουριόζικα	adv	με φουριόζικο τρόπο, μεφούρια, βιαστικά, με μεγάλη σπουδή, πιθανά και με κάποια προχειρότητα
φουριόζικε	adj	κλητική ενικού του φουριόζικος
φουριόζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουριόζικη
φουριόζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουριόζικος
φουριόζικης	adj	γενική ενικού του φουριόζικη
φουριόζικο	adj	αιτιατική ενικού του φουριόζικος
φουριόζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουριόζικος
φουριόζικος	adj	που δείχνει ή γίνεται με μεγάλη βιασύνη, σπουδή
φουριόζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φουριόζικος
φουριόζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουριόζικος
φουριόζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φουριόζικος
φουριόζο	adv	εκνευρισμένα, με ένταση
φουριόζοι	=	φουριόζος
φουριόζος	adj	που ενεργεί βιαστικά και γρήγορα
φουριόζου	=	φουριόζος
φουριόζους	=	φουριόζος
φουριόζων	=	φουριόζος
φουρκάδα	noun	το δικράνι
φουρκάδας	=	φουρκάδα
φουρκάδες	=	φουρκάδα
φουρκάδων	=	φουρκάδα
φουρκέτα	noun	ελαστικό και λεπτό μέταλλο τσιμπιδάκι μήκους 5-6 εκατοστών σε σχήμα V που σταθεροποιεί τη γυναικεία κόμμωση
φουρκέτας	noun	γενική ενικού του φουρκέτα
φουρκέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρκέτα
φουρκίζαμε	=	φουρκίζω
φουρκίζαν	=	φουρκίζω
φουρκίζανε	=	φουρκίζω
φουρκίζατε	=	φουρκίζω
φουρκίζει	=	φουρκίζω
φουρκίζεις	=	φουρκίζω
φουρκίζεσαι	=	φουρκίζω
φουρκίζεστε	=	φουρκίζω
φουρκίζεται	=	φουρκίζω
φουρκίζετε	=	φουρκίζω
φουρκίζομαι	=	φουρκίζω
φουρκίζονται	=	φουρκίζω
φουρκίζονταν	=	φουρκίζω
φουρκίζοντας	=	φουρκίζω
φουρκίζουμε	=	φουρκίζω
φουρκίζουν	=	φουρκίζω
φουρκίζουνε	=	φουρκίζω
φουρκίζω	verb	εκνευρίζω κάποιον, του ανεβάζω το αίμα στο κεφάλι, τον τσατίζω, τον συγχύζω
φουρκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίσαν	=	φουρκίζω
φουρκίσανε	=	φουρκίζω
φουρκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούρκισμα
φουρκίσματος	noun	γενική ενικού του φούρκισμα
φουρκίσου	=	φουρκίζω
φουρκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκίστηκα	=	φουρκίζω
φουρκίστηκαν	=	φουρκίζω
φουρκίστηκε	=	φουρκίζω
φουρκίστηκες	=	φουρκίζω
φουρκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φουρκετών	noun	γενική πληθυντικού του φουρκέτα
φουρκιζόμασταν	=	φουρκίζω
φουρκιζόμαστε	=	φουρκίζω
φουρκιζόμουν	=	φουρκίζω
φουρκιζόμουνα	=	φουρκίζω
φουρκιζόντουσαν	=	φουρκίζω
φουρκιζόσασταν	=	φουρκίζω
φουρκιζόσαστε	=	φουρκίζω
φουρκιζόσουν	=	φουρκίζω
φουρκιζόσουνα	=	φουρκίζω
φουρκιζόταν	=	φουρκίζω
φουρκιζότανε	=	φουρκίζω
φουρκισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φούρκισμα
φουρκισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρκισμένο
φουρκισμένε	verb	κλητική ενικού του φουρκισμένος
φουρκισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρκισμένη
φουρκισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουρκισμένος
φουρκισμένης	verb	γενική ενικού του φουρκισμένη
φουρκισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φουρκισμένος
φουρκισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουρκισμένος
φουρκισμένος	verb	ξαναμμένος, εκνευρισμένος, θυμωμένος, τσατισμένος
φουρκισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φουρκισμένος
φουρκισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φουρκισμένος
φουρκισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φουρκισμένος
φουρκιστήκαμε	=	φουρκίζω
φουρκιστήκαν	=	φουρκίζω
φουρκιστήκανε	=	φουρκίζω
φουρκιστήκατε	=	φουρκίζω
φουρκιστεί	=	φουρκίζω
φουρκιστείτε	=	φουρκίζω
φουρνάκι	noun	υποκοριστικό του φούρνος
φουρνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνάκι
φουρνάρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουρνάρης
φουρνάρηδες	noun	φούρναρης, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού
φουρνάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του φούρναρης
φουρνάρης	noun	άλλη μορφή του φούρναρης
φουρνάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνάρικο
φουρνάρικο	noun	απλή λέξη για το φούρνο που παράγει ψωμί για λιανική πώληση, το αρτοποιείο, ακόμα πιο απλά, το ψωμάδικο
φουρνάρικου	noun	γενική ενικού του φουρνάρικο
φουρνάρικων	noun	γενική πληθυντικού του φουρνάρικο
φουρνάρισσα	noun	αυτή που έχει αρτοποιείο
φουρνάρισσας	noun	γενική ενικού του φουρνάρισσα
φουρνάρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνάρισσα
φουρνέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνέλο
φουρνέλο	noun	η δυναμίτιδα ή άλλη εκρηκτική ύλη, που χρησιμοποιείται για τη διάνοιξη ανοιγμάτων σε βραχώδη μέρη
φουρνέλου	noun	γενική ενικού του φουρνέλο
φουρνέλων	noun	γενική πληθυντικού του φουρνέλο
φουρνίζαμε	=	φουρνίζω
φουρνίζαν	=	φουρνίζω
φουρνίζανε	=	φουρνίζω
φουρνίζατε	=	φουρνίζω
φουρνίζει	=	φουρνίζω
φουρνίζεις	=	φουρνίζω
φουρνίζετε	=	φουρνίζω
φουρνίζομαι	=	φουρνίζω
φουρνίζοντας	=	φουρνίζω
φουρνίζουμε	=	φουρνίζω
φουρνίζουν	=	φουρνίζω
φουρνίζουνε	=	φουρνίζω
φουρνίζω	verb	βάζω κάτι για ψήσιμο στο φούρνο
φουρνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσαν	=	φουρνίζω
φουρνίσανε	=	φουρνίζω
φουρνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούρνισμα
φουρνίσματος	noun	γενική ενικού του φούρνισμα
φουρνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φουρναραίοι	=	φούρναρης
φουρναραίους	=	φούρναρης
φουρναραίων	=	φούρναρης
φουρναριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρναριό
φουρναριού	noun	γενική ενικού του φουρναριό
φουρναρισσών	noun	γενική πληθυντικού του φουρνάρισσα
φουρναριό	noun	αποθήκη σιτηρών
φουρναριών	noun	γενική πληθυντικού του φουρναριό
φουρναρόξυλα	=	φουρναρόξυλο
φουρναρόξυλο	noun	άλλη μορφή του φουρνόξυλο
φουρναρόξυλου	=	φουρναρόξυλο
φουρναρόξυλων	=	φουρναρόξυλο
φουρναρόφτυαρα	=	φουρναρόφτυαρο
φουρναρόφτυαρο	noun	το φουρνόξυλο
φουρναρόφτυαρου	=	φουρναρόφτυαρο
φουρναρόφτυαρων	=	φουρναρόφτυαρο
φουρνιά	noun	η ποσότητα που ψήνεται στο φούρνο σε κάθε ψήσιμο
φουρνιάς	noun	γενική ενικού του φουρνιά
φουρνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνιά
φουρνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φούρνισμα
φουρνιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνιστό
φουρνιστέ	adj	κλητική ενικού του φουρνιστός
φουρνιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνιστή
φουρνιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουρνιστός
φουρνιστής	adj	γενική ενικού του φουρνιστή
φουρνιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουρνιστός
φουρνιστού	adj	γενική ενικού του φουρνιστός
φουρνιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουρνιστός
φουρνιστό	adj	αιτιατική ενικού του φουρνιστός
φουρνιστός	adj	κάτι που μαγειρεύτηκε ή θα μαγειρευτεί στο φούρνο, ψήθηκε, φουρνίστηκε
φουρνιστών	adj	γενική πληθυντικού του φουρνιστός
φουρνιών	=	φουρνιά
φουρνιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνιώτικο
φουρνιώτικε	adj	κλητική ενικού του φουρνιώτικος
φουρνιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνιώτικη
φουρνιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουρνιώτικος
φουρνιώτικης	adj	γενική ενικού του φουρνιώτικη
φουρνιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του φουρνιώτικος
φουρνιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουρνιώτικος
φουρνιώτικος	adj	ο σχετικός με τους Φούρνους Ικαρίας και τους κατοίκους των
φουρνιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φουρνιώτικος
φουρνιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουρνιώτικος
φουρνιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φουρνιώτικος
φουρνόξυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρνόξυλο
φουρνόξυλο	noun	ειδικό πεπλατυσμένο και λεπτό ξύλο με μακριά λαβή, με το οποίο ο φούρναρης / αρτοποιός φουρνίζει και ξεφουρνίζει τα ψωμιά ή τα φαγητά
φουρνόξυλου	noun	γενική ενικού του φουρνόξυλο
φουρνόξυλων	noun	γενική πληθυντικού του φουρνόξυλο
φουρνόσπιτα	=	φουρνόσπιτο
φουρνόσπιτο	noun	βοηθητικό κτίσμα σε αυλή σπιτιού στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει κτιστός φούρνος
φουρνόσπιτου	=	φουρνόσπιτο
φουρνόσπιτων	=	φουρνόσπιτο
φουρνόφτυαρα	=	φουρνόφτυαρο
φουρνόφτυαρο	noun	ειδικό ξύλινο φτυάρι με μακριά λαβή, με το οποίο ο φούρναρης φουρνίζει και ξεφουρνίζει τα ψωμιά
φουρνόφτυαρου	=	φουρνόφτυαρο
φουρνόφτυαρων	=	φουρνόφτυαρο
φουρουσιού	=	φουρούσι
φουρουσιών	=	φουρούσι
φουρούσι	noun	οριζόντια προεξοχή σε τοίχωμα κτιρίου, συνήθως από ξύλο, πέτρα ή μάρμαρο, το οποίο χρησιμεύει ως στήριγμα σε εξώστη ή μπαλκόνι ή για αισθητικούς λόγους
φουρούσια	=	φουρούσι
φουρτουνιάζαμε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζαν	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζανε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζατε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζει	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζεις	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζετε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζοντας	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζουμε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζουν	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζουνε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάζω	verb	συνήθως στο τρίτο πρόσωπο, για τη θάλασσα, όταν γίνεται τρικυμιώδης
φουρτουνιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσαν	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσανε	=	φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτουνιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρτουνιασμένο
φουρτουνιασμένε	verb	κλητική ενικού του φουρτουνιασμένος
φουρτουνιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρτουνιασμένη
φουρτουνιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουρτουνιασμένος
φουρτουνιασμένης	verb	γενική ενικού του φουρτουνιασμένη
φουρτουνιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του φουρτουνιασμένος
φουρτουνιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουρτουνιασμένος
φουρτουνιασμένος	verb	τρικυμισμένη θάλασσα
φουρτουνιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φουρτουνιασμένος
φουρτουνιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φουρτουνιασμένος
φουρτουνιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φουρτουνιασμένος
φουρτουνών	noun	γενική πληθυντικού του φουρτούνα
φουρτούνα	noun	η τρικυμία, δηλαδή θαλασσοταραχή με ανέμους έντασης πάνω από 7-8 μποφόρ
φουρτούνας	noun	γενική ενικού του φουρτούνα
φουρτούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουρτούνα
φουρτούνιαζα	=	φουρτουνιάζω
φουρτούνιαζαν	=	φουρτουνιάζω
φουρτούνιαζε	=	φουρτουνιάζω
φουρτούνιαζες	=	φουρτουνιάζω
φουρτούνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτούνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτούνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρτούνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρτουνιάζω
φουρφουρίζω	verb|literary	κάνω ελαφρό ήχο, βόμβο
φουρφουρίσματα	=	φουρφούρισμα
φουρφουρίσματος	=	φουρφούρισμα
φουρφουριού	=	φουρφούρι
φουρφουρισμάτων	=	φουρφούρισμα
φουρφουριών	=	φουρφούρι
φουρφούρι	noun	παιδικό παιχνίδι που μοιάζει με ανεμόμυλο που περιστρέφονται τα φτερά του, κατασκευασμένο από χρωματιστό χαρτί ή άλλο κατάλληλο υλικό
φουρφούρια	=	φουρφούρι
φουρφούρισμα	noun	σιγανό θρόισμα υφάσματος
φουρό	noun	φουσκωτό μεσοφόρι για νυφικά και τουαλέτες που άλλοτε συνήθιζαν και στην καθημερινότητά τους οι γυναίκες όταν το απαιτούσε η μόδα, ώστε να αποκτά όγκο η φούστα ή το κάτω μέρος του φορέματος και να δείχνει συνάμα λεπτότερη η μέση
φουρόγατα	noun	θηλυκό του φουρόγατος
φουρόγατε	=	φουρόγατος
φουρόγατο	=	φουρόγατος
φουρόγατοι	=	φουρόγατος
φουρόγατος	noun	ένα υποείδος της αγριόγατας που ζει στην Κρήτη
φουρόγατου	=	φουρόγατος
φουρόγατους	=	φουρόγατος
φουρόγατων	=	φουρόγατος
φουσάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσάτο
φουσάτο	noun	ασκέρι, μονάδα στρατού
φουσάτου	noun	γενική ενικού του φουσάτο
φουσάτων	noun	γενική πληθυντικού του φουσάτο
φουσκάλα	noun	κύστη στο δέρμα, γεμάτη πυώδες υγρό
φουσκάλας	noun	γενική ενικού του φουσκάλα
φουσκάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκάλα
φουσκάλιαζα	=	φουσκαλιάζω
φουσκάλιαζαν	=	φουσκαλιάζω
φουσκάλιαζε	=	φουσκαλιάζω
φουσκάλιαζες	=	φουσκαλιάζω
φουσκάλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκάλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκάλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκάλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκάλιασμα	noun	το αποτέλεσμα του φουσκαλιάζω
φουσκί	noun	κοπριά για λίπανση
φουσκίζω	verb	ρίχνω λίπασμα στη γη
φουσκίσματα	=	φούσκισμα
φουσκίσματος	=	φούσκισμα
φουσκίτσα	noun	μικρή φουσκάλα
φουσκίτσας	=	φουσκίτσα
φουσκίτσες	=	φουσκίτσα
φουσκαλίδα	noun	μικρή κύστη ή φουσκάλα
φουσκαλίδας	=	φουσκαλίδα
φουσκαλίδες	=	φουσκαλίδα
φουσκαλίδων	=	φουσκαλίδα
φουσκαλιάζαμε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζαν	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζανε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζατε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζει	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζεις	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζετε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζοντας	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζουμε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζουν	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζουνε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάζω	verb	γεμίζω φουσκάλες, φλύκταινες
φουσκαλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσαν	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσανε	=	φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκάλιασμα
φουσκαλιάσματος	noun	γενική ενικού του φουσκάλιασμα
φουσκαλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκαλιάζω
φουσκαλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φουσκάλιασμα
φουσκαλών	noun	γενική πληθυντικού του φουσκάλα
φουσκισμάτων	=	φούσκισμα
φουσκοδεντριά	noun	η περίοδος αμέσως πριν από την άνοιξη, όταν τα δέντρα ετοιμάζονται να βγάλουν άνθη
φουσκοδεντριάς	noun	γενική ενικού του φουσκοδεντριά
φουσκοδεντριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκοδεντριά
φουσκοδεντριών	=	φουσκοδεντριά
φουσκοθαλασσιά	noun	η ελαφρά ταραγμένη κατάσταση της θάλασσας, με ήπιο αλλά υπολογίσιμο κυματισμό, όταν συνήθως ο άνεμος δεν εντείνει το πρόβλημα
φουσκοθαλασσιάς	noun	γενική ενικού του φουσκοθαλασσιά
φουσκοθαλασσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκοθαλασσιά
φουσκοθαλασσιών	=	φουσκοθαλασσιά
φουσκομάγουλα	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλε	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλες	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλη	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλης	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλο	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλοι	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλος	adj	που τα μάγουλά του είναι φουσκωμένα
φουσκομάγουλου	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλους	=	φουσκομάγουλος
φουσκομάγουλων	=	φουσκομάγουλος
φουσκονεριά	noun	πλημμυρίδα, όταν ανεβαίνει η στάθμη της θάλασσας
φουσκονεριάς	noun	γενική ενικού του φουσκονεριά
φουσκονεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκονεριά
φουσκονεριών	=	φουσκονεριά
φουσκωμάρα	noun	αίσθηση φουσκώματος στο στομάχι ή την κοιλιά
φουσκωμάρας	noun	γενική ενικού του φουσκωμάρα
φουσκωμάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκωμάρα
φουσκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φούσκωμα
φουσκωμέ	noun	κλητική ενικού του φουσκωμός
φουσκωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκωμένο
φουσκωμένε	adj	κλητική ενικού του φουσκωμένος
φουσκωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκωμένη
φουσκωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουσκωμένος
φουσκωμένης	adj	γενική ενικού του φουσκωμένη
φουσκωμένο	adj	αιτιατική ενικού του φουσκωμένος
φουσκωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουσκωμένος
φουσκωμένος	verb	που τον έχουν φουσκώσει
φουσκωμένου	verb	γενική ενικού του φουσκωμένος
φουσκωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουσκωμένος
φουσκωμένων	adj	γενική πληθυντικού του φουσκωμένος
φουσκωμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουσκωμός
φουσκωμού	noun	γενική ενικού του φουσκωμός
φουσκωμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φουσκωμός
φουσκωμό	noun	αιτιατική ενικού του φουσκωμός
φουσκωμός	noun|rare	το φούσκωμα
φουσκωμών	noun	γενική πληθυντικού του φουσκωμός
φουσκωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκωτό	adv	με φούσκωμα
φουσκωτέ	adj	κλητική ενικού του φουσκωτός
φουσκωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουσκωτή
φουσκωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουσκωτός
φουσκωτής	adj	γενική ενικού του φουσκωτή
φουσκωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουσκωτός
φουσκωτού	adj	γενική ενικού του φουσκωτός
φουσκωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουσκωτός
φουσκωτό	adj	αιτιατική ενικού του φουσκωτός	noun	φουσκωτό σκάφος
φουσκωτός	adj	που τον έχουν φουσκώσει	noun	σωματώδης και καλογυμνασμένος άντρας, συνήθως κάποιος που έχει κάνει body building
φουσκωτών	adj	γενική πληθυντικού του φουσκωτός
φουσκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούσκωμα
φουσκώματος	noun	γενική ενικού του φούσκωμα
φουσκών	noun	γενική πληθυντικού του φούσκα
φουσκώναμε	=	φουσκώνω
φουσκώναν	=	φουσκώνω
φουσκώνανε	=	φουσκώνω
φουσκώνατε	=	φουσκώνω
φουσκώνει	=	φουσκώνω
φουσκώνεις	=	φουσκώνω
φουσκώνετε	=	φουσκώνω
φουσκώνομαι	verb	με φουσκώνουν και αυξάνω σε όγκο
φουσκώνοντας	=	φουσκώνω
φουσκώνουμε	=	φουσκώνω
φουσκώνουν	=	φουσκώνω
φουσκώνουνε	=	φουσκώνω
φουσκώνω	verb	διοχετεύω αέρα στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε αυτό να πάρει το λειτουργικό του σχήμα
φουσκώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώσαν	=	φουσκώνω
φουσκώσανε	=	φουσκώνω
φουσκώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούσκωση
φουσκώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώσεων	=	φούσκωση
φουσκώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουσκώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φουστάνι	noun	το φόρεμα
φουστάνια	=	φουστάνι
φουστίτσα	noun	μικρή φούστα
φουστίτσας	=	φουστίτσα
φουστίτσες	=	φουστίτσα
φουστανάκι	noun	το φόρεμα ενός μικρού κοριτσιού
φουστανάκια	=	φουστανάκι
φουστανέλα	noun	πολύπτυχη φούστα που φορούν σήμερα οι τσολιάδες και που τη φορούσαν πολλοί Έλληνες και Αρβανίτες (όπως και άλλοι στα Βαλκάνια) επί τουρκοκρατίας, με πιο μακρύ μήκος στα Ιωάννινα και στις περιοχές των Αρβανιτών.
φουστανέλας	noun	γενική ενικού του φουστανέλα
φουστανέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουστανέλα
φουστανέλλα	noun	ανδρική φούστα επί τουρκοκρατίας, συνήθως λευκή, κοντή και με πολλές πτυχώσεις
φουστανέλλας	=	φουστανέλλα
φουστανέλλες	=	φουστανέλλα
φουστανελά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουστανελάς
φουστανελάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουστανελάς
φουστανελάδων	noun	γενική πληθυντικού του φουστανελάς
φουστανελάς	noun	που φοράει φουστανέλα (παλιότερα φουστανέλλα)
φουστανελλών	=	φουστανέλλα
φουστανελοφόρε	noun	κλητική ενικού του φουστανελοφόρος
φουστανελοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του φουστανελοφόρος
φουστανελοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουστανελοφόρος
φουστανελοφόρος	noun	αυτός που φοράει φουστανέλα, ο φουστανελάς
φουστανελοφόρου	noun	γενική ενικού του φουστανελοφόρος
φουστανελοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φουστανελοφόρος
φουστανελοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του φουστανελοφόρος
φουστανελών	noun	γενική πληθυντικού του φουστανέλα
φουστανιού	=	φουστάνι
φουστανιών	=	φουστάνι
φουστών	=	φούστα
φουτμπολίστα	=	φουτμπολίστας
φουτμπολίστας	noun	ο ποδοσφαιριστής
φουτμπολίστες	=	φουτμπολίστας
φουτμπολιστών	=	φουτμπολίστας
φουτμπόλ	noun|dated	το ποδόσφαιρο
φουτουρίστρια	noun	φουτουριστής
φουτουρίστριας	=	φουτουρίστρια
φουτουρίστριες	=	φουτουρίστρια
φουτουρισμέ	noun	κλητική ενικού του φουτουρισμός
φουτουρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουτουρισμός
φουτουρισμού	noun	γενική ενικού του φουτουρισμός
φουτουρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φουτουρισμός
φουτουρισμό	noun	αιτιατική ενικού του φουτουρισμός
φουτουρισμός	noun	καλλιτεχνικό ρεύμα που ξεκίνησε το 1909 από την Ιταλία (από ιδεολόγο του φασισμού χωρίς αυτό να καθορίσει πάντως το σύνολο του κινήματος) και που αποτύπωσε στην τέχνη τη μεγάλη αλλαγή των καιρών, δηλαδή τη λατρεία της τεχνικής, της μηχανικής, της ταχύτητας, το δυναμισμό, αλλά και την ωραιοποίηση της βίας και του πολέμου
φουτουρισμών	noun	γενική πληθυντικού του φουτουρισμός
φουτουριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουτουριστής
φουτουριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουτουριστής
φουτουριστής	noun	ο καλλιτέχνης (ζωγράφος, λογοτέχνης, γλύπτης, σκηνοθέτης κ.λπ.) που εμπνεύσθηκε από το ρεύμα του φουτουρισμού στις αρχές και μέχρι περίπου τα μέσα του περασμένου αιώνα
φουτουριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουτουριστικό	adv	με τρόπο αφηρημένο, σαν τα δυναμικά, κυβιστικά σχέδια των φουτουριστών
φουτουριστικέ	adj	κλητική ενικού του φουτουριστικός
φουτουριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουτουριστική
φουτουριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουτουριστικός
φουτουριστικής	adj	γενική ενικού του φουτουριστική
φουτουριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουτουριστικός
φουτουριστικού	adj	γενική ενικού του φουτουριστικός
φουτουριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φουτουριστικός
φουτουριστικό	adj	αιτιατική ενικού του φουτουριστικός
φουτουριστικός	adj	σχετικός με τον φουτουρισμό
φουτουριστικών	adj	γενική πληθυντικού του φουτουριστικός
φουτουριστριών	=	φουτουρίστρια
φουτουριστών	noun	γενική πληθυντικού του φουτουριστής
φουτσιτζή	=	φουτσιτζής
φουτσιτζήδες	=	φουτσιτζής
φουτσιτζήδων	=	φουτσιτζής
φουτσιτζής	noun|dated	ο βαρελάς
φουφουλών	noun	γενική πληθυντικού του φουφούλα
φουφού	noun	πύραυνος, μαγκάλι, φορητή μεταλλική ή πήλινη κυλινδρική συνήθως κατασκευή με τρία ή τέσσερα στηρίγματα, μέσα στην οποία βάζουν κάρβουνα για μαγείρεμα
φουφούδες	=	φουφού
φουφούδων	=	φουφού
φουφούλα	noun	το φουσκωτό κάτω και πίσω τμήμα βράκας νησιώτη
φουφούλας	noun	γενική ενικού του φουφούλα
φουφούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουφούλα
φουφούς	=	φουφού
φουχτίτσα	noun	υποκοριστικό του φούχτα
φουχτίτσας	noun	γενική ενικού του φουχτίτσα
φουχτίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουχτίτσα
φουχτιά	noun	ό,τι χωράει σε μια φούχτα
φουχτιάζαμε	=	φουχτιάζω
φουχτιάζαν	=	φουχτιάζω
φουχτιάζανε	=	φουχτιάζω
φουχτιάζατε	=	φουχτιάζω
φουχτιάζει	=	φουχτιάζω
φουχτιάζεις	=	φουχτιάζω
φουχτιάζετε	=	φουχτιάζω
φουχτιάζοντας	=	φουχτιάζω
φουχτιάζουμε	=	φουχτιάζω
φουχτιάζουν	=	φουχτιάζω
φουχτιάζουνε	=	φουχτιάζω
φουχτιάζω	verb|vulgar	άλλη μορφή του χουφτιάζω
φουχτιάς	=	φουχτιά
φουχτιάσαμε	=	φουχτιάζω
φουχτιάσαν	=	φουχτιάζω
φουχτιάσανε	=	φουχτιάζω
φουχτιάσατε	=	φουχτιάζω
φουχτιάσει	=	φουχτιάζω
φουχτιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούχτιασμα
φουχτιάσματος	noun	γενική ενικού του φούχτιασμα
φουχτιάστε	=	φουχτιάζω
φουχτιές	=	φουχτιά
φουχτιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φούχτιασμα
φουχτιών	=	φουχτιά
φουχτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φούχτωμα
φουχτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουχτωμένο
φουχτωμένε	verb	κλητική ενικού του φουχτωμένος
φουχτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φουχτωμένη
φουχτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φουχτωμένος
φουχτωμένης	verb	γενική ενικού του φουχτωμένη
φουχτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φουχτωμένος
φουχτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φουχτωμένος
φουχτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φουχτώνω
φουχτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φουχτωμένος
φουχτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φουχτωμένος
φουχτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φουχτωμένος
φουχτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούχτωμα
φουχτώματος	noun	γενική ενικού του φούχτωμα
φουχτών	noun	γενική πληθυντικού του φούχτα
φουχτώναμε	=	φουχτώνω
φουχτώναν	=	φουχτώνω
φουχτώνανε	=	φουχτώνω
φουχτώνατε	=	φουχτώνω
φουχτώνει	=	φουχτώνω
φουχτώνεις	=	φουχτώνω
φουχτώνετε	=	φουχτώνω
φουχτώνοντας	=	φουχτώνω
φουχτώνουμε	=	φουχτώνω
φουχτώνουν	=	φουχτώνω
φουχτώνουνε	=	φουχτώνω
φουχτώνω	verb|vulgar	άλλη μορφή του χουφτώνω
φουχτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσαν	=	φουχτώνω
φουχτώσανε	=	φουχτώνω
φουχτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φουχτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φούγκα	noun	πολυφωνικό είδος σύνθεσης, συνήθως οργανικής μουσικής, όπου η κάθε φωνή εκθέτει μια μελωδία που λέγεται θέμα, το αντίθεμά της, αναπτύσσει και άλλα επεισόδια ανταπαντώντας η μια στην άλλη με τρόπο αντιστικτικό και ταιριαστό
φούγκας	noun	γενική ενικού του φούγκα
φούγκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούγκα
φούλαρα	=	φουλάρω
φούλας	noun	γενική ενικού του Φούλα
φούλι	noun	είδος γιασεμιού που φύεται στα Επτάνησα
φούλια	noun	τα αιγυπτιακά κουκιά (το λι το λέμε χωριάτικα όπως οι Γάλλοι το gl)
φούμα	=	φούμο
φούμαρα	noun	καπνός, αέρας κοπανιστός, αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες
φούμαραν	=	φουμάρω
φούμαρε	=	φουμάρω
φούμαρες	=	φουμάρω
φούμαρο	noun	αερολογία, λόγος με πράγματα υπερβολικά, με καυχησιολογίες ή χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο
φούμαρου	noun	γενική ενικού του φούμαρο
φούμαρων	noun	γενική πληθυντικού του φούμαρο
φούμας	noun	γενική ενικού του φούμα
φούμε	=	φούμος
φούμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούμα
φούμο	noun	άλλη μορφή του φούμος
φούμοι	=	φούμος
φούμος	noun|vulgar	καπνιά
φούμου	noun	γενική ενικού του φούμο
φούμους	=	φούμος
φούμων	noun	γενική πληθυντικού του φούμο
φούντα	noun	σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων με το ένα άκρο ενωμένο και το άλλο ελεύθερο
φούντας	noun	γενική ενικού του φούντα
φούντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούντα
φούντι	noun	κάθε σανίδα στον πάτο ενός βαρελιού
φούντια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούντι
φούντιο	noun	φούντι
φούντιον	noun	λόγιος τύπος για το φούντι
φούντιου	=	φούντιο
φούντο	noun	ο θαλάσσιος πυθμένας	intj	ρίξε την άγκυρα
φούντος	noun	πυθμένας, βυθός
φούντωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φουντώνω
φούντωνα	=	φουντώνω
φούντωναν	=	φουντώνω
φούντωνε	=	φουντώνω
φούντωνες	=	φουντώνω
φούντωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φούντωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φούντωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φούντωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουντώνω
φούντωση	noun	το φούντωμα, η έξαψη
φούντωσης	noun	γενική ενικού του φούντωση
φούξια	noun	του λουλουδιού Fuchsia, έντονο χρώμα μεταξύ μοβ και ροζ	adj	που έχει χρώμα φούξια
φούξιας	noun	γενική ενικού του φούξια
φούξιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούξια
φούρια	noun	η σπουδή, η βιασύνη
φούριας	noun	γενική ενικού του φούρια
φούριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούρια
φούρκα	noun	οργή που σιγοκαίει, εκνευρισμός που σιγοβράζει
φούρκας	noun	γενική ενικού του φούρκα
φούρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούρκα
φούρκιζα	=	φουρκίζω
φούρκιζαν	=	φουρκίζω
φούρκιζε	=	φουρκίζω
φούρκιζες	=	φουρκίζω
φούρκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φούρκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φούρκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φούρκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρκίζω
φούρκισμα	noun	βάζω φούρκα στα δέντρα
φούρναρη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φούρναρης
φούρναρηδων	=	φούρναρης
φούρναρης	noun|informal	επαγγελματίας που παρασκευάζει και πωλεί ψωμί· ιδιοκτήτης ενός φούρνου (κατάστημα)
φούρνε	noun	κλητική ενικού του φούρνος
φούρνιζα	=	φουρνίζω
φούρνιζαν	=	φουρνίζω
φούρνιζε	=	φουρνίζω
φούρνιζες	=	φουρνίζω
φούρνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φούρνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φούρνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φούρνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουρνίζω
φούρνισμα	noun	το ψήσιμο στο φούρνο
φούρνο	noun	αιτιατική ενικού του φούρνος
φούρνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φούρνος
φούρνος	noun	η κατασκευή ή συσκευή που περιλαμβάνει ένα χώρο, μέσα στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες για το ψήσιμο κεραμικών ή ψωμιού, φαγητού κ.λπ
φούρνου	noun	γενική ενικού του φούρνος
φούρνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φούρνος
φούρνων	noun	γενική πληθυντικού του φούρνος
φούσκα	noun	ποσότητα αέρα που περικλείεται από ένα πολύ λεπτό μεμβρανώδες υλικό, κύστη, μπαλόνι, φουσκάλα
φούσκας	noun	γενική ενικού του φούσκα
φούσκε	noun	κλητική ενικού του φούσκος
φούσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούσκα
φούσκισμα	noun	η λίπανση της γης με φουσκί, η ρίψη λιπάσματος
φούσκο	noun	αιτιατική ενικού του φούσκος
φούσκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φούσκος
φούσκος	noun	ισχυρό χαστούκι, ράπισμα στο πρόσωπο
φούσκου	noun	γενική ενικού του φούσκος
φούσκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φούσκος
φούσκωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φουσκώνω
φούσκων	noun	γενική πληθυντικού του φούσκος
φούσκωνα	=	φουσκώνω
φούσκωναν	=	φουσκώνω
φούσκωνε	=	φουσκώνω
φούσκωνες	=	φουσκώνω
φούσκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φούσκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φούσκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φούσκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουσκώνω
φούσκωση	noun	δυσφορία από το γαστρεντερικό σύστημα, είτε από το στομάχι είτε από το έντερο
φούσκωσης	=	φούσκωση
φούστα	noun	ένδυμα που καλύπτει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση και δεν έχει μπατζάκια
φούστας	=	φούστα
φούστες	=	φούστα
φούτερ	noun	κολεγιακή μπλούζα, μπλούζα φαρδιά με μακριά μανίκια, από σχετικά ζεστό ύφασμα (δηλαδή όχι μακό) για αθλητικές δραστηριότητες ή πρόχειρο ντύσιμο
φούχτα	noun	η χούφτα
φούχτας	noun	γενική ενικού του φούχτα
φούχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φούχτα
φούχτιαζα	=	φουχτιάζω
φούχτιαζαν	=	φουχτιάζω
φούχτιαζε	=	φουχτιάζω
φούχτιαζες	=	φουχτιάζω
φούχτιασα	=	φουχτιάζω
φούχτιασαν	=	φουχτιάζω
φούχτιασε	=	φουχτιάζω
φούχτιασες	=	φουχτιάζω
φούχτιασμα	noun	άλλη μορφή του χούφτιασμα
φούχτωμα	noun|vulgar	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φουχτώνω
φούχτωνα	=	φουχτώνω
φούχτωναν	=	φουχτώνω
φούχτωνε	=	φουχτώνω
φούχτωνες	=	φουχτώνω
φούχτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φούχτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φούχτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φούχτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φουχτώνω
φπα	abbrev	έμμεσος φόρος που επιβαρύνει όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες
φπυαν	abbrev	δημόσιος ή ιδιωτικός νομικός φορέας παροχής υπηρεσίας αεροναυτιλίας, ο οποίος διαχειρίζεται την εναέρια κυκλοφορία για λογαριασμό εταιρείας, περιοχής ή χώρας.
φράγκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράγκο
φράγκεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φράγκεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φράγκεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φράγκεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φράγκικα	noun	νεκρή γλώσσα που μιλιόταν από τους Φράγκους στη δυτική Γερμανία περίπου από τον 4ο έως το 8ο αιώνα.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φράγκικος
φράγκικε	adj	κλητική ενικού του φράγκικος
φράγκικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράγκικη
φράγκικη	noun	άλλη μορφή του φράγκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φράγκικος
φράγκικης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φράγκικη) του φράγκικος
φράγκικο	adj	αιτιατική ενικού του φράγκικος
φράγκικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φράγκικος
φράγκικος	adj	που είναι σχετικός με τους Φράγκους
φράγκικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φράγκικος
φράγκικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φράγκικος
φράγκικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φράγκικος
φράγκιο	noun	ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλκάλια, με ατομικό αριθμό 87 και χημικό σύμβολο το Fr
φράγκο	noun	το νόμισμα της Ελβετίας
φράγκου	noun	γενική ενικού του φράγκο
φράγκων	noun	γενική πληθυντικού του φράγκο
φράγμα	noun	κατασκευή που εμποδίζει την ελεύθερη ροή ενός ποταμού και δημιουργεί μια τεχνητή λίμνη, υδατοφράκτης
φράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράγμα
φράγματος	noun	γενική ενικού του φράγμα
φράζαμε	=	φράζω
φράζαν	=	φράζω
φράζανε	=	φράζω
φράζατε	=	φράζω
φράζε	=	φράζω
φράζει	=	φράζω
φράζεις	=	φράζω
φράζεσαι	=	φράζω
φράζεστε	=	φράζω
φράζεται	=	φράζω
φράζετε	=	φράζω
φράζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φράζω
φράζομε	=	φράζω
φράζονται	=	φράζω
φράζονταν	=	φράζω
φράζοντας	=	φράζω
φράζου	=	φράζω
φράζουμε	=	φράζω
φράζουν	=	φράζω
φράζουνε	=	φράζω
φράζω	verb	εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο)
φράκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράκο
φράκαρα	=	φρακάρω
φράκο	noun	επίσημο ανδρικό ένδυμα, μαύρο συνήθως παλτό ή σακάκι, κοντό από μπροστά και με μακρύ ύφασμα από πίσω το οποίο είναι σχισμένο στα δύο από το στρίφωμα έως τη μέση -το φορούν αρχισερβιτόροι, οι φορείς στις κηδείες, οι μαέστροι
φράκου	noun	γενική ενικού του φράκο
φράκταλ	noun	γεωμετρικό σχήμα που επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης
φράκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράκτης
φράκτη	=	φράκτης
φράκτης	noun	ένα φυσικό ή τεχνητό φράξιμο, εμπόδιο, συχνά από ξύλο, που περιβάλλει συνήθως μια ιδιοκτησία και υψώνεται περίπου μέχρι το στήθος ενός ανθρώπου ή και παραπάνω -στις υψηλότερες κατασκευές πάντως συνηθίζονται λεξεις όπως περίφραξη, τοίχος και αν είναι από πέτρα ή μπετόν μάντρα κ.λπ.)
φράκων	noun	γενική πληθυντικού του φράκο
φράνζα	noun|literary	άλλη μορφή του φράντζα
φράντζα	noun	κοντό ή μακρύ τσουλούφι μαλλιών, τούφα, που πέφτει στο μέτωπο
φράντζας	noun	γενική ενικού του φράντζα
φράντζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράντζα
φράξα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράξο
φράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξαν	=	φράζω
φράξανε	=	φράζω
φράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φράζω
φράξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξια	noun	συγκροτημένη ομάδα μελών ενός πολιτικού κόμματος που έχουν κοινή ιδεολογική ταυτότητα και επιδιώξεις και συνεδριάζουν μυστικά για να αποφασίσουν ποια στάση θα κρατήσουν στα επίσημα κομματικά όργανα
φράξιας	noun	γενική ενικού του φράξια
φράξιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράξια
φράξιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φράζω
φράξινα	=	φράξινος
φράξινε	=	φράξινος
φράξινες	=	φράξινος
φράξινη	=	φράξινος
φράξινης	=	φράξινος
φράξινο	=	φράξινος
φράξινοι	=	φράξινος
φράξινος	adj	που είναι φτιαγμένος από ξύλο φράξου
φράξινου	=	φράξινος
φράξινους	=	φράξινος
φράξινων	=	φράξινος
φράξο	noun	φυλλοβόλο δέντρο από το γένος Fraxinus, με σύνθετα φύλλα και μικρά λευκά άνθη, η μελία ή μελιά από την οποία παραδοσιακά κατασκευάζονταν πολλά όπλα στην αρχαία Ελλάδα και που είναι επίσης γνωστή για την παραγωγή του μάννα
φράξοι	=	φράξος
φράξομε	=	φράζω
φράξος	noun	άλλη μορφή του φράξο
φράξου	noun	γενική ενικού του φράξο
φράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξουνε	=	φράζω
φράξους	=	φράξος
φράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φράζω
φράξων	noun	γενική πληθυντικού του φράξο
φράουλα	noun	έρπον ή αναρριχώμενο ποώδες φυτό του γένους Fragaria, με πριονωτά φύλλα, μικρά άσπρα άνθη και εδώδιμους καρπούς
φράουλας	noun	γενική ενικού του φράουλα
φράουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράουλα
φράπα	noun	αειθαλές φυτό (λατινικό όνομα Citrus maxima) που ανήκει στα εσπεριδοειδή, με καρπούς που έχουν σχήμα σφαιρικό ή όπως του αχλαδιού, χρώμα ανοιχτό πράσινο έως κίτρινο και πικρόξινη γεύση
φράπας	noun	γενική ενικού του φράπα
φράπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράπα
φράσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράση
φράσεων	noun	γενική πληθυντικού του φράση
φράσεως	noun|formal	γενική ενικού του φράση
φράση	noun	ελλειπτική ή μονολεκτική πρόταση
φράσης	noun	γενική ενικού του φράση
φράσσαμε	=	φράσσω
φράσσαν	=	φράσσω
φράσσανε	=	φράσσω
φράσσατε	=	φράσσω
φράσσε	=	φράσσω
φράσσει	=	φράσσω
φράσσεις	=	φράσσω
φράσσετε	=	φράσσω
φράσσομαι	=	φράζομαι
φράσσοντας	=	φράσσω
φράσσουμε	=	φράσσω
φράσσουν	=	φράσσω
φράσσουνε	=	φράσσω
φράσσω	verb|formal	άλλη μορφή του φράζω
φράτζα	noun	άλλη μορφή του φράντζα
φράτζας	=	φράτζα
φράτζες	=	φράτζα
φράχτε	=	φράζω
φράχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράχτης
φράχτη	=	φράχτης
φράχτηκα	=	φράζω
φράχτηκαν	=	φράζω
φράχτηκε	=	φράζω
φράχτηκες	=	φράζω
φράχτης	noun	κατασκευή που περιβάλλει έναν ανοικτό χώρο
φρέαρ	noun	το πηγάδι, η λακκούβα, το φρεάτιο
φρέατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρέαρ
φρέατος	noun	γενική ενικού του φρέαρ
φρέζα	noun	εργαλειομηχανή με περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται στα μηχανουργεία για την κατεργασία μετάλλου ή ξύλου
φρέζας	noun	γενική ενικού του φρέζα
φρέζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρέζα
φρένα	noun	οι φρένες
φρέναρα	=	φρενάρω
φρέναραν	=	φρενάρω
φρέναρε	=	φρενάρω
φρέναρες	=	φρενάρω
φρένεες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρένες
φρένες	noun|formal	τα λογικά
φρένιαζα	=	φρενιάζω
φρένιαζαν	=	φρενιάζω
φρένιαζε	=	φρενιάζω
φρένιαζες	=	φρενιάζω
φρένιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρένιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρένιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρένιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρένιασμα	noun	η ενέργεια του φρενιάζω
φρένο	noun	μηχανισμός που ελαττώνει την ταχύτητα ενός αντικειμένου
φρένου	noun	γενική ενικού του φρένο
φρέντο	noun	είδος κρύου καφέ (εσπρέσο ή καπουτσίνου)
φρένων	noun	γενική πληθυντικού του φρένο
φρέον	noun	οι φθοροχλωράνθρακες, ομάδα οργανικών χημικών ενώσεων
φρέρη	=	φρέρης
φρέρηδες	=	φρέρης
φρέρηδων	=	φρέρης
φρέρης	noun	καθολικός ιερέας που εκτελεί χρέη δασκάλου
φρέσκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρέσκο
φρέσκαρα	=	φρεσκάρω
φρέσκαραν	=	φρεσκάρω
φρέσκαρε	=	φρεσκάρω
φρέσκαρες	=	φρεσκάρω
φρέσκε	=	φρέσκος
φρέσκες	=	φρέσκος
φρέσκη	=	φρέσκος
φρέσκης	=	φρέσκος
φρέσκια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρέσκος
φρέσκιας	=	φρέσκος
φρέσκιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρέσκια
φρέσκο	noun	η νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φρέσκος
φρέσκοι	=	φρέσκος
φρέσκος	adj	που δεν έχει υποστεί έντονη επεξεργασία και δεν έχει διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε συνθήκες συντήρησης, εννοείται χωρίς να έχει αλλοιωθεί η σύστασή του ή η υγιεινή του κατάσταση
φρέσκου	noun	γενική ενικού του φρέσκο
φρέσκους	=	φρέσκος
φρέσκων	noun	γενική πληθυντικού του φρέσκο
φρίζα	noun	διακοσμητικό διάζωμα σε έπιπλο ή τοίχο, η ζωφόρος
φρίζας	noun	γενική ενικού του φρίζα
φρίζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρίζα
φρίκαρα	=	φρικάρω
φρίκαραν	=	φρικάρω
φρίκαρε	=	φρικάρω
φρίκαρες	=	φρικάρω
φρίκες	=	φρίκη
φρίκη	noun	έντονο συναίσθημα φόβου και αποστροφής
φρίκης	=	φρίκη
φρίμαζα	=	φριμάζω
φρίμαζαν	=	φριμάζω
φρίμαζε	=	φριμάζω
φρίμαζες	=	φριμάζω
φρίμαξα	=	φριμάζω
φρίμαξαν	=	φριμάζω
φρίμαξε	=	φριμάζω
φρίμαξες	=	φριμάζω
φρίμασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φριμάζω
φρίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξαν	=	φρίττω
φρίξανε	=	φρίττω
φρίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρίττω
φρίσμπι	noun	ομαδικό παιχνίδι που παίζεται με τη χρήση ενός πλαστικού δίσκου, του frisbee
φρίσσω	verb	νιώθω φρίκη· χρησιμοποιείται κυρίως στον αόριστο έφριξα
φρίτταμε	=	φρίττω
φρίτταν	=	φρίττω
φρίττανε	=	φρίττω
φρίττατε	=	φρίττω
φρίττε	=	φρίττω
φρίττει	=	φρίττω
φρίττεις	=	φρίττω
φρίττετε	=	φρίττω
φρίττοντας	=	φρίττω
φρίττουμε	=	φρίττω
φρίττουν	=	φρίττω
φρίττουνε	=	φρίττω
φρίττω	verb	νιώθω φρίκη και αποτροπιασμό, ανατριχιάζω, αναστατώνομαι έντονα, σοκάρομαι
φραγές	=	φραγή
φραγή	noun	φυσικό φράγμα από θάμνους
φραγής	=	φραγή
φραγγέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγγέλιο
φραγγέλιο	noun|dated	μαστίγιο με ιμάντες (στις άκρες των οποίων συνήθως είναι δεμένα βαριά ή αιχμηρά αντικείμενα)
φραγγέλιου	=	φραγγέλιο
φραγγέλλωσις	noun	η φραγγέλωση
φραγγέλωμα	noun	χτύπημα με φραγγέλιο, μαστίγωμα
φραγγέλωση	noun	χτύπημα μέ φραγγέλιο, μαστίγωμα
φραγγέλωσης	=	φραγγέλωση
φραγγελίου	noun	γενική ενικού του φραγγέλιο
φραγγελίων	noun	γενική πληθυντικού του φραγγέλιο
φραγγελωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φραγγέλωμα
φραγγελώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγγέλωμα
φραγγελώματος	noun	γενική ενικού του φραγγέλωμα
φραγγελώνω	verb	χτυπώ με φραγγέλιο, μαστιγώνω.
φραγγελώσεις	=	φραγγέλωση
φραγγελώσεων	=	φραγγέλωση
φραγκάκι	noun	υποκοριστικό του φράγκο
φραγκάκια	=	φραγκάκι
φραγκάτα	=	φραγκάτος
φραγκάτε	=	φραγκάτος
φραγκάτες	=	φραγκάτος
φραγκάτη	=	φραγκάτος
φραγκάτης	=	φραγκάτος
φραγκάτο	=	φραγκάτος
φραγκάτοι	=	φραγκάτος
φραγκάτος	adj	λεφτάς
φραγκάτου	=	φραγκάτος
φραγκάτους	=	φραγκάτος
φραγκάτων	=	φραγκάτος
φραγκέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φραγκεύω
φραγκίου	=	φράγκιο
φραγκεύω	verb	παλιότερη έκφραση για εκείνους που αρνούνταν την ορθόδοξη πίστη και επέλεγαν τον καθολικισμό
φραγκικά	noun	άλλη μορφή του φράγκικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φραγκικός
φραγκικέ	=	φραγκικός
φραγκικές	=	φραγκικός
φραγκική	=	φραγκικός
φραγκικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φραγκική) του φραγκικός
φραγκικοί	=	φραγκικός
φραγκικού	=	φραγκικός
φραγκικούς	=	φραγκικός
φραγκικό	=	φραγκικός
φραγκικός	adj	λόγια εκδοχή του φράγκικος
φραγκικών	=	φραγκικός
φραγκοδίφραγκα	noun|dated	κέρματα αξίας μίας ή/και δύο δραχμών	adv|slang	επεξηγηματικά, αναλυτικά
φραγκοδίφραγκου	noun	γενική ενικού του φραγκοδίφραγκο
φραγκοδίφραγκων	noun	γενική πληθυντικού του φραγκοδίφραγκο
φραγκοκάστελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοκάστελο
φραγκοκάστελο	noun	φράγκικο κάστρο
φραγκοκάστελου	noun	γενική ενικού του φραγκοκάστελο
φραγκοκάστελων	noun	γενική πληθυντικού του φραγκοκάστελο
φραγκοκκλησιά	noun	φράγκικη εκκλησία, εκκλησία καθολικών ή προτεσταντών
φραγκοκκλησιάς	=	φραγκοκκλησιά
φραγκοκκλησιές	=	φραγκοκκλησιά
φραγκοκκλησιών	=	φραγκοκκλησιά
φραγκοκλησιά	noun	Ναός του καθολικού δόγματος, χτισμένος στην Ελλάδα επί Φραγκοκρατίας - Λατινοκρατίας
φραγκοκλησιάς	=	φραγκοκλησιά
φραγκοκλησιές	=	φραγκοκλησιά
φραγκοκλησιών	=	φραγκοκλησιά
φραγκοκλησών	=	φραγκόκλησα
φραγκοκρατία	noun	ιστορική περίοδος της κυριαρχίας των Φράγκων
φραγκοκρατίας	noun	γενική ενικού του φραγκοκρατία
φραγκοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοκρατία
φραγκοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του φραγκοκρατία
φραγκοκρατούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοκρατούμενο
φραγκοκρατούμενε	verb	κλητική ενικού του φραγκοκρατούμενος
φραγκοκρατούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοκρατούμενη
φραγκοκρατούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φραγκοκρατούμενος
φραγκοκρατούμενης	verb	γενική ενικού του φραγκοκρατούμενη
φραγκοκρατούμενο	verb	αιτιατική ενικού του φραγκοκρατούμενος
φραγκοκρατούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραγκοκρατούμενος
φραγκοκρατούμενος	verb	που φραγκοκρατείται, που ελέγχεται από φράγκους
φραγκοκρατούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φραγκοκρατούμενος
φραγκοκρατούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φραγκοκρατούμενος
φραγκοκρατούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φραγκοκρατούμενος
φραγκολεβαντίνα	noun	γυναίκα ευρωπαϊκής καταγωγής που ζει σε κάποια χώρα της Εγγύς Ανατολής
φραγκολεβαντίνας	=	φραγκολεβαντίνα
φραγκολεβαντίνε	noun	κλητική ενικού του φραγκολεβαντίνος
φραγκολεβαντίνες	=	φραγκολεβαντίνα
φραγκολεβαντίνη	=	φραγκολεβαντίνος
φραγκολεβαντίνικα	noun	παλαιότερος χαρακτηρισμός της ομιλίας στην οποία γίνονταν χρήση ελληνοποιημένων ξένων λέξεων
φραγκολεβαντίνικων	=	φραγκολεβαντίνικα
φραγκολεβαντίνο	noun	αιτιατική ενικού του φραγκολεβαντίνος
φραγκολεβαντίνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραγκολεβαντίνος
φραγκολεβαντίνος	noun	άντρας ευρωπαϊκής καταγωγής, ιδιαίτερα ιταλο-γαλλικής, του οποίου η οικογένεια έχει εγκατασταθεί από παλιά σε χώρα της Εγγύς Ανατολής
φραγκολεβαντίνου	noun	γενική ενικού του φραγκολεβαντίνος
φραγκολεβαντίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φραγκολεβαντίνος
φραγκολεβαντίνων	noun	γενική πληθυντικού του φραγκολεβαντίνος
φραγκοπαναγιά	noun	ανήθικη γυναίκα που παριστάνει τη σεμνή
φραγκοπαναγιάς	noun	γενική ενικού του φραγκοπαναγιά
φραγκοπαναγιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοπαναγιά
φραγκοπαναγιών	=	φραγκοπαναγιά
φραγκοπαπάδες	=	φραγκόπαπας
φραγκοπαπάδων	=	φραγκόπαπας
φραγκοπαπαδιά	noun	μοναχή του καθολικού δόγματος
φραγκοπαπαδιάς	noun	γενική ενικού του φραγκοπαπαδιά
φραγκοπαπαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοπαπαδιά
φραγκοπαπαδιών	=	φραγκοπαπαδιά
φραγκοράπτες	=	φραγκοράπτης
φραγκοράπτη	=	φραγκοράπτης
φραγκοράπτηδες	=	φραγκοράπτης
φραγκοράπτηδων	=	φραγκοράπτης
φραγκοράπτης	noun	άλλη γραφή του φραγκοράφτης
φραγκοράφτες	=	φραγκοράφτης
φραγκοράφτη	=	φραγκοράφτης
φραγκοράφτηδες	=	φραγκοράφτης
φραγκοράφτηδων	=	φραγκοράφτης
φραγκοράφτης	noun|dated	αυτός που ράβει (ανδρικά κυρίως) ρούχα σε δυτικοευρωπαϊκό στιλ
φραγκοράφτρα	noun|dated	γυναίκα που ράβει φράγκικα (δυτικότροπα) ρούχα κατ' επάγγελμα
φραγκοράφτρας	=	φραγκοράφτρα
φραγκοράφτρες	=	φραγκοράφτρα
φραγκοραπτάδες	=	φραγκοράπτης
φραγκοραπτάδων	=	φραγκοράπτης
φραγκοραπτών	=	φραγκοράπτης
φραγκοραφτάδες	=	φραγκοράφτης
φραγκοραφτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοραφτάδικο
φραγκοραφτάδικο	noun	παλιότερα, μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, το ραφείο όπου ο ράφτης γνώριζε καλά να ράβει κυρίως φραγκικα ρούχα, όπως έλεγαν τότε τα δυτικά κοστούμια σε αντιδιαστολή προς τη φουστανέλα ή άλλες ενδυμασίες που θεωρούνταν καθαρά ελληνικές και όχι ξενόφερτες
φραγκοραφτάδικου	noun	γενική ενικού του φραγκοραφτάδικο
φραγκοραφτάδικων	noun	γενική πληθυντικού του φραγκοραφτάδικο
φραγκοραφτάδων	=	φραγκοράφτης
φραγκοραφτών	=	φραγκοράφτης
φραγκορράφτες	=	φραγκορράφτης
φραγκορράφτη	=	φραγκορράφτης
φραγκορράφτηδες	=	φραγκορράφτης
φραγκορράφτηδων	=	φραγκορράφτης
φραγκορράφτης	noun|dated	άλλη γραφή του φραγκοράφτης
φραγκορραφτάδες	=	φραγκορράφτης
φραγκορραφτάδων	=	φραγκορράφτης
φραγκορραφτών	=	φραγκορράφτης
φραγκοστάφυλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοστάφυλο
φραγκοστάφυλο	noun	ο καρπός του φυτού φραγκοσταφυλιά του γένους Ribus
φραγκοστάφυλου	noun	γενική ενικού του φραγκοστάφυλο
φραγκοστάφυλων	noun	γενική πληθυντικού του φραγκοστάφυλο
φραγκοσταφυλιά	noun	φυλλοβόλος θάμνος που βγάζει τα φραγκοστάφυλα
φραγκοσταφυλιάς	noun	γενική ενικού του φραγκοσταφυλιά
φραγκοσταφυλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοσταφυλιά
φραγκοσταφυλιών	=	φραγκοσταφυλιά
φραγκοσυκιά	noun	το δέντρο που παράγει φραγκόσυκα, και που ονομάστηκε έτσι επειδή η καλλιέργειά του εισήχθη στην Ελλάδα από ξένους τόπους μετά το 1600 μ.Χ.
φραγκοσυκιάς	noun	γενική ενικού του φραγκοσυκιά
φραγκοσυκιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκοσυκιά
φραγκοσυκιών	=	φραγκοσυκιά
φραγκοσυριανέ	=	φραγκοσυριανός
φραγκοσυριανές	=	φραγκοσυριανή
φραγκοσυριανή	noun	η κάτοικος της Σύρου, καθολικού δόγματος ή φράγκικης (ιταλο-γαλλικής) καταγωγής
φραγκοσυριανής	=	φραγκοσυριανή
φραγκοσυριανοί	=	φραγκοσυριανός
φραγκοσυριανού	=	φραγκοσυριανός
φραγκοσυριανούς	=	φραγκοσυριανός
φραγκοσυριανό	=	φραγκοσυριανός
φραγκοσυριανός	noun	ο κάτοικος της Σύρου, καθολικού δόγματος ή φράγκικης (ιταλο-γαλλικής) καταγωγής
φραγκοσυριανών	=	φραγκοσυριανός
φραγκοφονιά	=	φραγκοφονιάς
φραγκοφονιάδες	=	φραγκοφονιάς
φραγκοφονιάδων	=	φραγκοφονιάς
φραγκοφονιάς	noun|informal	τσιγκούνης
φραγκοχιώτικα	noun	τα γραπτά ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες, γκρίκλις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φραγκοχιώτικος
φραγκόκλησα	noun	φραγκοκλησιά, φραγκική εκκλησία, ρωμαιοκαθολικός ναός
φραγκόκλησας	=	φραγκόκλησα
φραγκόκλησες	=	φραγκόκλησα
φραγκόκοτα	noun	κοινή ονομασία για το πτηνό Numida meleagris της τάξης Ορνιθόμορφα και το μοναδικό είδος του γένους Νουμίδα (Numida) με μήκος γύρω στο μισό μέτρο και βάρος γύρω στο ενάμισι κιλό.
φραγκόκοτας	noun	γενική ενικού του φραγκόκοτα
φραγκόκοτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκόκοτα
φραγκόπαπα	=	φραγκόπαπας
φραγκόπαπας	noun	ο καθολικός ιερέας
φραγκόσυκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκόσυκο
φραγκόσυκο	noun	ο καρπός της φραγκοσυκιάς
φραγκόσυκου	noun	γενική ενικού του φραγκόσυκο
φραγκόσυκων	noun	γενική πληθυντικού του φραγκόσυκο
φραγκόφτυαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγκόφτυαρο
φραγκόφτυαρο	noun	εργαλείο σοβαντίσματος που αποτελείται από ξύλινη ή πλαστική πλάκα πάνω στην οποία τοποθετείται σοβάς και κρατιέται από τη λαβή που φέρει από τη κάτω επιφάνεια
φραγκόφτυαρου	=	φραγκόφτυαρο
φραγκόφτυαρων	=	φραγκόφτυαρο
φραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φράγμα
φραγμέ	noun	κλητική ενικού του φραγμός
φραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγμένο
φραγμένε	verb	κλητική ενικού του φραγμένος
φραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγμένη
φραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φραγμένος
φραγμένης	verb	γενική ενικού του φραγμένη
φραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του φραγμένος
φραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραγμένος
φραγμένος	verb	που έχει φραχτεί
φραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φραγμένος
φραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φραγμένος
φραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φραγμένος
φραγματοθέτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραγματοθέτις
φραγματοθέτις	noun	εξειδικευμένος τύπος πολεμικού πλοίου υποστήριξης με κατάλληλη διαρρύθμιση για μεταφορά και πόντιση θαλάσσιων φραγμάτων και συντήρησης ναύδετων αγκυροβολίων.
φραγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραγμός
φραγμού	noun	γενική ενικού του φραγμός
φραγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φραγμός
φραγμό	noun	αιτιατική ενικού του φραγμός
φραγμός	noun	εμπόδιο, αναστολή, πρόσκομμα, το φράγμα αλλά σε ποιο αφηρημένες έννοιες, όπως στη σκέψη, στα συναισθήματα κ.λπ.
φραγμών	noun	γενική πληθυντικού του φραγμός
φραγών	=	φραγή
φραζόμασταν	=	φράζω
φραζόμαστε	=	φράζω
φραζόμουν	=	φράζω
φραζόμουνα	=	φράζω
φραζόντουσαν	=	φράζω
φραζόσασταν	=	φράζω
φραζόσαστε	=	φράζω
φραζόσουν	=	φράζω
φραζόσουνα	=	φράζω
φραζόταν	=	φράζω
φραζότανε	=	φράζω
φρακ	noun	άλλη μορφή του φράκο
φρακάριζα	=	φρακάρω
φρακάρισα	=	φρακάρω
φρακάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρακάρω
φρακάρομαι	=	φρακάρω
φρακάρω	verb	ακινητοποιούμαι και συμπιέζομαι ταυτόχρονα, στριμώχνομαι, σφηνώνω
φρακαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρακάρισμα
φρακαρίσματος	noun	γενική ενικού του φρακάρισμα
φρακαρίστηκα	=	φρακάρω
φρακαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρακάρισμα
φρακαρισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρακαρισμένο
φρακαρισμένε	adj	κλητική ενικού του φρακαρισμένος
φρακαρισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρακαρισμένη
φρακαρισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρακαρισμένος
φρακαρισμένης	adj	γενική ενικού του φρακαρισμένη
φρακαρισμένο	adj	αιτιατική ενικού του φρακαρισμένος
φρακαρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρακαρισμένος
φρακαρισμένος	verb	που έχει φρακάρει, που είναι ακινητοποιημένος, στριμωγμένος, σφηνωμένος
φρακαρισμένου	verb	γενική ενικού του φρακαρισμένος
φρακαρισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρακαρισμένος
φρακαρισμένων	adj	γενική πληθυντικού του φρακαρισμένος
φρακοφορεμένα	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένε	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένες	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένη	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένης	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένο	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένοι	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένος	noun	που φοράει φράκο
φρακοφορεμένου	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένους	=	φρακοφορεμένος
φρακοφορεμένων	=	φρακοφορεμένος
φρακτά	=	φρακτό
φρακτέ	=	φρακτό
φρακτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρακτή
φρακτή	noun	το χώρισμα στα κύτη των πλοίων
φρακτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φρακτή) του φρακτός
φρακτοί	=	φρακτό
φρακτού	=	φρακτό
φρακτούς	=	φρακτό
φρακτό	noun	περιφραγμένο οικόπεδο συνήθως κοντά στο σπίτι
φρακτός	=	φρακτό
φρακτών	=	φράκτης
φραμασονία	noun	η μασονία
φραμασονίας	=	φραμασονία
φραμασονίες	=	φραμασονία
φραμασονιών	=	φραμασονία
φραμασόνε	noun	κλητική ενικού του φραμασόνος
φραμασόνο	noun	αιτιατική ενικού του φραμασόνος
φραμασόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραμασόνος
φραμασόνος	noun	ο Ελευθεροτέκτονας, ο μασόνος.
φραμασόνου	noun	γενική ενικού του φραμασόνος
φραμασόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φραμασόνος
φραμασόνων	noun	γενική πληθυντικού του φραμασόνος
φραμπαλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φραμπαλάς
φραμπαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραμπαλάς
φραμπαλάδων	noun	γενική πληθυντικού του φραμπαλάς
φραμπαλάς	noun	πρόσθετο πτυχωτό διακοσμητικό κομμάτι υφάσματος σε ρούχο
φραμπουάζ	noun	το σμέουρο (το κόκκινο βατόμουρο), ο καρπός και το φυτό σμεουριά, παλιότερα Βάτος ἡ ἰδαία
φραντζολάκι	noun	η μικρή φραντζόλα, το μικρό επίμηκες ψωμάκι
φραντζολάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραντζολάκι
φραντζολίτσα	noun	μικρή φραντζόλα, όχι απαραιτήτως φραντζολάκι
φραντζολίτσας	=	φραντζολίτσα
φραντζολίτσες	=	φραντζολίτσα
φραντζολών	noun	γενική πληθυντικού του φραντζόλα
φραντζούλα	noun	υποκοριστικό του φράντζα
φραντζούλας	=	φραντζούλα
φραντζούλες	=	φραντζούλα
φραντζόλα	noun	ψωμί σε μακρόστενο σχήμα, σε αντίθεση με το καρβέλι
φραντζόλας	noun	γενική ενικού του φραντζόλα
φραντζόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραντζόλα
φραντζών	noun	γενική πληθυντικού του φράντζα
φραντσάιζ	noun	η δικαιόχρηση, η δικαιοπαροχή
φραντσάιζινγκ	noun	η δικαιόχρηση, η δικαιοπαροχή
φραντσέζα	noun	Γαλλίδα, θηλυκό του Φραντσέζος
φραντσέζας	=	φραντσέζα
φραντσέζε	=	φραντσέζος
φραντσέζες	=	φραντσέζα
φραντσέζικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραντσέζικο
φραντσέζικε	adj	κλητική ενικού του φραντσέζικος
φραντσέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραντσέζικη
φραντσέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φραντσέζικος
φραντσέζικης	adj	γενική ενικού του φραντσέζικη
φραντσέζικο	adj	αιτιατική ενικού του φραντσέζικος
φραντσέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραντσέζικος
φραντσέζικος	adj	παρωχημένο επίθετο που σήμαινε οτιδήποτε γαλλικό
φραντσέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φραντσέζικος
φραντσέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φραντσέζικος
φραντσέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φραντσέζικος
φραντσέζο	=	φραντσέζος
φραντσέζοι	=	φραντσέζος
φραντσέζος	noun|dated	ο Γάλλος
φραντσέζου	=	φραντσέζος
φραντσέζους	=	φραντσέζος
φραντσέζων	=	φραντσέζος
φραξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φράξιμο
φραξίματος	noun	γενική ενικού του φράξιμο
φραξιμάτων	=	φράξιμο
φραξιονίστρια	=	φραξιονιστής
φραξιονισμέ	noun	κλητική ενικού του φραξιονισμός
φραξιονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραξιονισμός
φραξιονισμού	noun	γενική ενικού του φραξιονισμός
φραξιονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φραξιονισμός
φραξιονισμό	noun	αιτιατική ενικού του φραξιονισμός
φραξιονισμός	noun	η δράση μιας ομάδας που έχει συγκροτήσει φράξια μέσα σε κόμμα ή οργάνωση, η πρακτική της δημιουργίας φράξιας
φραξιονισμών	noun	γενική πληθυντικού του φραξιονισμός
φραξιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραξιονιστής
φραξιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φραξιονιστής
φραξιονιστής	noun	αυτός που δημιουργεί φράξιες, τις υποστηρίζει, είναι μέλος φράξιας
φραξιονιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (φραξιονιστικό) του φραξιονιστικός	adv	με φραξιονιστικό τρόπο
φραξιονιστικέ	adj	κλητική ενικού του φραξιονιστικός
φραξιονιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραξιονιστική
φραξιονιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φραξιονιστικός
φραξιονιστικής	adj	γενική ενικού του φραξιονιστική
φραξιονιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραξιονιστικός
φραξιονιστικού	adj	γενική ενικού του φραξιονιστικός
φραξιονιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φραξιονιστικός
φραξιονιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φραξιονιστικός
φραξιονιστικός	adj	σχετικός με τη φράξια και το φραξιονισμό
φραξιονιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φραξιονιστικός
φραξιονιστών	noun	γενική πληθυντικού του φραξιονιστής
φραξιών	noun	γενική πληθυντικού του φράξια
φραουλή	=	φραουλής
φραουλής	adj	που έχει το φραουλί χρώμα της φράουλας
φραουλί	noun	το χρώμα της φράουλας	adj	άκλιτος τύπος του φραουλής για όλα τα γένη
φραουλίτσα	noun	υποκοριστικό του: φράουλα
φραουλίτσας	=	φραουλίτσα
φραουλίτσες	=	φραουλίτσα
φραουλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φραουλής	noun	το φυτό φυτό φράουλα
φραουλιάς	noun	γενική ενικού του φραουλιά
φραουλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραουλιά
φραουλιοί	=	φραουλής
φραουλιού	=	φραουλής
φραουλιούς	=	φραουλής
φραουλιών	=	φραουλιά
φραουλοχυμέ	=	φραουλοχυμός
φραουλοχυμοί	=	φραουλοχυμός
φραουλοχυμού	=	φραουλοχυμός
φραουλοχυμούς	=	φραουλοχυμός
φραουλοχυμό	=	φραουλοχυμός
φραουλοχυμός	noun	χυμός από φράουλες
φραουλοχυμών	=	φραουλοχυμός
φραουλών	noun	γενική πληθυντικού του φράουλα
φραπέ	noun	είδος στιγμιαίου καφέ που παρασκευάζεται με χτύπημα με νερό
φραπέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπές
φραπέδων	=	φραπές
φραπές	noun|vulgar	ο καφές φραπέ
φραπεδάκι	noun	υποκοριστικό του φραπές
φραπεδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπεδάκι
φραπεδιά	noun	ο καφές φραπέ
φραπεδιάς	=	φραπεδιά
φραπεδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπεδιά
φραπεδιών	=	φραπεδιά
φραπεδοτσεγκεβάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπεδοτσεγκεβάρας
φραπεδούμπα	noun|slang	ο απολαυστικός φραπές
φραπεδούμπας	noun	γενική ενικού του φραπεδούμπα
φραπεδούμπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπεδούμπα
φραπελιά	noun	παρασκεύασμα από φύλλα ελιάς (που τοποθετούνται σε μίξερ και τελικά μοιάζουν με τον καφέ φραπέ) το οποίο προωθήθηκε το 2007 στην Ελλάδα ως θεραπευτικό σκεύασμα εναντίον του καρκίνου, ενώ το υπουργείο Υγείας είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να υποστηρίζουν αποδεδειγμένα θεραπευτικά αποτελέσματα
φραπελιάς	noun	γενική ενικού του φραπελιά
φραπελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπελιά
φραπελιών	=	φραπελιά
φραπουτσίνο	noun	κρύο ρόφημα με καφέ εσπρέσο αναμεμειγμένο με γάλα, τριμμένα παγάκια και σιρόπι
φραπόγαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραπόγαλο
φραπόγαλο	noun	φραπές (κρύος στιγμιαίος καφές) με γάλα
φραπόγαλου	noun	γενική ενικού του φραπόγαλο
φραπόγαλων	noun	γενική πληθυντικού του φραπόγαλο
φραπών	=	φράπα
φρασεολογία	noun	οι λέξεις, οι φράσεις που επιλέγει κάποιος για να εκφραστεί
φρασεολογίας	noun	γενική ενικού του φρασεολογία
φρασεολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρασεολογία
φρασεολογίου	=	φρασεολόγιο
φρασεολογίων	=	φρασεολόγιο
φρασεολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρασεολογικό
φρασεολογικέ	adj	κλητική ενικού του φρασεολογικός
φρασεολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρασεολογική
φρασεολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρασεολογικός
φρασεολογικής	adj	γενική ενικού του φρασεολογική
φρασεολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρασεολογικός
φρασεολογικού	adj	γενική ενικού του φρασεολογικός
φρασεολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρασεολογικός
φρασεολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φρασεολογικός
φρασεολογικός	adj	σχετικός με τη φρασεολογία
φρασεολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φρασεολογικός
φρασεολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φρασεολογία
φρασεολόγια	=	φρασεολόγιο
φρασεολόγιο	noun	κατάλογος φράσεων
φρασεολόγιον	noun	το φρασεολόγιο
φρασεολόγιου	=	φρασεολόγιο
φρασεολόγιων	=	φρασεολόγιο
φραστικά	adv	με τρόπο σχετικό με φράσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραστικό
φραστικέ	adj	κλητική ενικού του φραστικός
φραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φραστική
φραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φραστικός
φραστικής	adj	γενική ενικού του φραστική
φραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φραστικός
φραστικού	adj	γενική ενικού του φραστικός
φραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φραστικός
φραστικό	adj	αιτιατική ενικού του φραστικός
φραστικός	adj	αυτός που γίνεται μέσω του λόγου· λεκτικός, προφορικός ή εκφραστικός
φραστικών	adj	γενική πληθυντικού του φραστικός
φραστικώς	adv|formal	φραστικά
φρατζολών	=	φρατζόλα
φρατζόλα	noun	άλλη μορφή του φραντζόλα
φρατζόλας	=	φρατζόλα
φρατζόλες	=	φρατζόλα
φρατζών	=	φράτζα
φραχτήκαμε	=	φράζω
φραχτήκαν	=	φράζω
φραχτήκανε	=	φράζω
φραχτήκατε	=	φράζω
φραχτεί	=	φράζω
φραχτείς	=	φράζω
φραχτείτε	=	φράζω
φραχτούμε	=	φράζω
φραχτούν	=	φράζω
φραχτούνε	=	φράζω
φραχτώ	=	φράζω
φραχτών	=	φράχτης
φρεάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεάτιο
φρεάτιο	noun	το όρυγμα, το άνοιγμα στη γη, το λαγούμι, το ειδικό άνοιγμα για πρόσβαση εργαζομένων σε υπόγειους αγωγούς ή για τη διοχέτευση υγρών στους αγωγούς αυτούς
φρεάτιου	=	φρεάτιο
φρεάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρέαρ
φρεατίου	noun	γενική ενικού του φρεάτιο
φρεατίς	noun	ειδική θυρίδα υδροφόρων πλοίων από την οποία επιθεωρείται προτού γεμίσει με νερό
φρεατίων	noun	γενική πληθυντικού του φρεάτιο
φρεατοτυμπάνου	=	φρεατοτύμπανο
φρεατοτυμπάνων	=	φρεατοτύμπανο
φρεατοτύμπανα	=	φρεατοτύμπανο
φρεατοτύμπανο	noun	το μαγκάνι, μάγκανο, βαρούλκο, η ειδική κατασκευή για να ανυψώνονται στην επιφάνεια τα προϊόντα ορύξεως (νερό, μετάλλευμα κ.α.)
φρεατοτύμπανου	=	φρεατοτύμπανο
φρεατοτύμπανων	=	φρεατοτύμπανο
φρεαττυδιωτών	=	φρεαττυδιώτης
φρεαττυδιώτες	=	φρεαττυδιώτης
φρεαττυδιώτη	=	φρεαττυδιώτης
φρεαττυδιώτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τη Φρεαττύδα
φρεαττυδιώτικα	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικε	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικες	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικη	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικης	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικο	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικοι	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικος	adj	ο σχετικός με τη Φρεαττύδα ή τους κατοίκους της
φρεαττυδιώτικου	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικους	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτικων	=	φρεαττυδιώτικος
φρεαττυδιώτισσα	=	φρεαττυδιώτης
φρεατωρύχε	=	φρεατωρύχος
φρεατωρύχο	=	φρεατωρύχος
φρεατωρύχοι	=	φρεατωρύχος
φρεατωρύχος	noun	ο πηγαδάς
φρεατωρύχου	=	φρεατωρύχος
φρεατωρύχους	=	φρεατωρύχος
φρεατωρύχων	=	φρεατωρύχος
φρεγάδα	noun	άλλη μορφή του φρεγάτα
φρεγάδας	noun	γενική ενικού του φρεγάδα
φρεγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεγάδα
φρεγάδια	=	φρεγάδιο
φρεγάδιο	noun	μικρή φρεγάδα που είχε 32 πολυβόλα
φρεγάδιου	=	φρεγάδιο
φρεγάτα	noun	το τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο
φρεγάτας	noun	γενική ενικού του φρεγάτα
φρεγάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεγάτα
φρεγαδίου	=	φρεγάδιο
φρεγαδίων	=	φρεγάδιο
φρεγαδονιού	=	φρεγαδόνι
φρεγαδονιών	=	φρεγαδόνι
φρεγαδόνι	noun|literary	μικρή φρεγάτα
φρεγαδόνια	=	φρεγαδόνι
φρεγαδών	noun	γενική πληθυντικού του φρεγάδα
φρεγατοκορβέτα	noun	πολεμικό πλοίο με χαρακτηριστικά ενδιάμεσα μεταξύ φρεγάτας και κορβέτας, συνδυάζοντας ευελιξία, ταχύτητα και προηγμένα οπλικά συστήματα για αποστολές επιτήρησης, ανθυποβρυχιακού πολέμου και συνοδείας
φρεγατοκορβέτας	=	φρεγατοκορβέτα
φρεγατοκορβέτες	=	φρεγατοκορβέτα
φρεγατοκορβετών	=	φρεγατοκορβέτα
φρεγατών	noun	γενική πληθυντικού του φρεγάτα
φρεζάρισμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρεζάρω
φρεζάρω	verb	κατεργάζομαι υλικό με φρέζα
φρεζάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεζάτο
φρεζάτε	adj	κλητική ενικού του φρεζάτος
φρεζάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεζάτη
φρεζάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεζάτος
φρεζάτης	adj	γενική ενικού του φρεζάτη
φρεζάτο	adj	αιτιατική ενικού του φρεζάτος
φρεζάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεζάτος
φρεζάτος	adj	που έχει δουλευτεί με φρέζα
φρεζάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεζάτος
φρεζάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρεζάτος
φρεζάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεζάτος
φρεζαδόρε	=	φρεζαδόρος
φρεζαδόρο	=	φρεζαδόρος
φρεζαδόροι	=	φρεζαδόρος
φρεζαδόρος	noun	εργάτης που χειρίζεται φρέζα
φρεζαδόρου	=	φρεζαδόρος
φρεζαδόρους	=	φρεζαδόρος
φρεζαδόρων	=	φρεζαδόρος
φρεζαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεζάρισμα
φρεζαρίσματος	noun	γενική ενικού του φρεζάρισμα
φρεζαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρεζάρισμα
φρεζών	noun	γενική πληθυντικού του φρέζα
φρεκοτηγανισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοτηγανισμένος
φρεμενέλα	noun	μεντεσές σε παραθυρόφυλλο
φρενάρα	=	φρενάρω
φρενάραμε	=	φρενάρω
φρενάραν	=	φρενάρω
φρενάρανε	=	φρενάρω
φρενάρατε	=	φρενάρω
φρενάρε	=	φρενάρω
φρενάρει	=	φρενάρω
φρενάρεις	=	φρενάρω
φρενάρες	=	φρενάρω
φρενάρετε	=	φρενάρω
φρενάριζα	=	φρενάρω
φρενάριζαν	=	φρενάρω
φρενάριζε	=	φρενάρω
φρενάριζες	=	φρενάρω
φρενάρισα	=	φρενάρω
φρενάρισαν	=	φρενάρω
φρενάρισε	=	φρενάρω
φρενάρισες	=	φρενάρω
φρενάρισμα	noun	η ενέργεια με την οποία κάποιος φρενάρει
φρενάρομε	=	φρενάρω
φρενάροντας	=	φρενάρω
φρενάρουμε	=	φρενάρω
φρενάρουν	=	φρενάρω
φρενάρουνε	=	φρενάρω
φρενάρω	verb	πατάω το φρένο ενός οχήματος, για να μειώσω ταχύτητα ή να σταματήσω
φρενήρεις	=	φρενήρης
φρενήρες	=	φρενήρης
φρενήρη	=	φρενήρης
φρενήρης	adj	έξαλλος, φρενιασμένος, οργισμένος, εκτός εαυτού
φρενήρους	=	φρενήρης
φρενήρων	=	φρενήρης
φρενίτιδα	noun	ενας μεγάλος ενθουσιασμός, τα έντονα συναισθήματα
φρενίτιδας	=	φρενίτιδα
φρενίτιδες	=	φρενίτιδα
φρενίτιδων	=	φρενίτιδα
φρεναδόρε	=	φρεναδόρος
φρεναδόρο	=	φρεναδόρος
φρεναδόροι	=	φρεναδόρος
φρεναδόρος	noun	άτομο που δουλεύει στον σιδηρόδρομο
φρεναδόρου	=	φρεναδόρος
φρεναδόρους	=	φρεναδόρος
φρεναδόρων	=	φρεναδόρος
φρεναπάτες	=	φρεναπάτη
φρεναπάτη	noun|formal	κάτι που εξαπατά το μυαλό ή τις αισθήσεις
φρεναπάτης	=	φρεναπάτη
φρεναπατών	=	φρεναπάτη
φρεναρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενάρισμα
φρεναρίσματος	noun	γενική ενικού του φρενάρισμα
φρεναρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρενάρισμα
φρενεών	noun	γενική πληθυντικού του φρένες
φρενιάζαμε	=	φρενιάζω
φρενιάζαν	=	φρενιάζω
φρενιάζανε	=	φρενιάζω
φρενιάζατε	=	φρενιάζω
φρενιάζει	=	φρενιάζω
φρενιάζεις	=	φρενιάζω
φρενιάζετε	=	φρενιάζω
φρενιάζοντας	=	φρενιάζω
φρενιάζουμε	=	φρενιάζω
φρενιάζουν	=	φρενιάζω
φρενιάζουνε	=	φρενιάζω
φρενιάζω	verb	γίνομαι έξαλλος, εκτός εαυτού, νιώθω φρενίτιδα, οργή
φρενιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσαν	=	φρενιάζω
φρενιάσανε	=	φρενιάζω
φρενιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρένιασμα
φρενιάσματος	noun	γενική ενικού του φρένιασμα
φρενιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρενιάζω
φρενιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρένιασμα
φρενιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φρενιασμένος	adv	με φρενιασμένο τρόπο
φρενιασμένε	verb	κλητική ενικού του φρενιασμένος
φρενιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενιασμένη
φρενιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρενιασμένος
φρενιασμένης	verb	γενική ενικού του φρενιασμένη
φρενιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρενιασμένος
φρενιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρενιασμένος
φρενιασμένος	verb	που έχει φρενιάσει
φρενιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρενιασμένος
φρενιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρενιασμένος
φρενιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρενιασμένος
φρενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενικό
φρενικέ	adj	κλητική ενικού του φρενικός
φρενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενική
φρενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρενικός
φρενικής	adj	γενική ενικού του φρενική
φρενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρενικός
φρενικού	adj	γενική ενικού του φρενικός
φρενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρενικός
φρενικό	adj	αιτιατική ενικού του φρενικός
φρενικός	adj	σχετικός με τις φρένες
φρενικών	adj	γενική πληθυντικού του φρενικός
φρενιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενιτικό
φρενιτικέ	adj	κλητική ενικού του φρενιτικός
φρενιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενιτική
φρενιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρενιτικός
φρενιτικής	adj	γενική ενικού του φρενιτική
φρενιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρενιτικός
φρενιτικού	adj	γενική ενικού του φρενιτικός
φρενιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρενιτικός
φρενιτικό	adj	αιτιατική ενικού του φρενιτικός
φρενιτικός	adj	σχετικός με τη φρενίτιδα
φρενιτικών	adj	γενική πληθυντικού του φρενιτικός
φρενιτιωδών	=	φρενιτιώδης
φρενιτιώδεις	=	φρενιτιώδης
φρενιτιώδες	=	φρενιτιώδης
φρενιτιώδη	=	φρενιτιώδης
φρενιτιώδης	adj	συνώνυμο του φρενήρης
φρενιτιώδους	=	φρενιτιώδης
φρενοβλάβεια	noun	διανοητική δυσλειτουργία, ψυχιατρικό νόσημα, σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη, απώλεια της λογικής -λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται πλέον και προτιμούνται πιο διακριτικοί όροι
φρενοβλάβειας	noun	γενική ενικού του φρενοβλάβεια
φρενοβλάβειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενοβλάβεια
φρενοβλαβές	=	φρενοβλαβής
φρενοβλαβή	=	φρενοβλαβής
φρενοβλαβής	adj	που έχει ψυχικό νόσημα, πάσχει από ψυχιατρική νόσο, ο ψυχασθενής -χαρακτηρισμός που αποφεύγεται πλέον από λεπτότητα
φρενοβλαβείς	=	φρενοβλαβής
φρενοβλαβειών	noun	γενική πληθυντικού του φρενοβλάβεια
φρενοβλαβούς	=	φρενοβλαβής
φρενοβλαβών	=	φρενοβλαβής
φρενοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενοκομείο
φρενοκομείο	noun	ψυχιατρείο, τρελοκομείο (ανεπίσημο), νοσοκομείο ψυχικών νοσημάτων
φρενοκομείου	noun	γενική ενικού του φρενοκομείο
φρενοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του φρενοκομείο
φρενοκομεῖον	noun	φρενοκομείο
φρενολογία	noun	κατά τον 20ο αιώνα ήταν συνώνυμο της ψυχιατρικής, της επιστήμης που μελετά τα διανοητικά νοσήματα.
φρενολογίας	=	φρενολογία
φρενολογίες	=	φρενολογία
φρενολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενολογικό
φρενολογικέ	adj	κλητική ενικού του φρενολογικός
φρενολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενολογική
φρενολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρενολογικός
φρενολογικής	adj	γενική ενικού του φρενολογική
φρενολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρενολογικός
φρενολογικού	adj	γενική ενικού του φρενολογικός
φρενολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρενολογικός
φρενολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φρενολογικός
φρενολογικός	adj	σχετικός με τη φρενολογία
φρενολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φρενολογικός
φρενολογιών	=	φρενολογία
φρενολόγε	=	φρενολόγος
φρενολόγο	=	φρενολόγος
φρενολόγοι	=	φρενολόγος
φρενολόγος	noun	ο ψυχίατρος, γιατρό που ειδικεύεται στη φρενολογία
φρενολόγου	=	φρενολόγος
φρενολόγους	=	φρενολόγος
φρενολόγων	=	φρενολόγος
φρενοπάθεια	noun	το ψυχιατρικό νόσημα -λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται μετά το τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα
φρενοπάθειας	noun	γενική ενικού του φρενοπάθεια
φρενοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενοπάθεια
φρενοπαθές	=	φρενοπαθής
φρενοπαθή	=	φρενοπαθής
φρενοπαθής	adj	που πάσχει από διαταραχή της διανοητικής λειτουργίας
φρενοπαθείς	=	φρενοπαθής
φρενοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του φρενοπάθεια
φρενοπαθολογία	noun	η ψυχιατρική στις αρχές του περασμένου αιώνα -λέξη που δεν χρησιμοποιείται πια και σήμαινε τη διερεύνηση των ψυχικών νοσημάτων
φρενοπαθολογίας	=	φρενοπαθολογία
φρενοπαθολογίες	=	φρενοπαθολογία
φρενοπαθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενοπαθολογικό
φρενοπαθολογικέ	adj	κλητική ενικού του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρενοπαθολογική
φρενοπαθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικής	adj	γενική ενικού του φρενοπαθολογική
φρενοπαθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικού	adj	γενική ενικού του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικός	adj	σχετικός με τη φρενοπαθολογία -λέξη που δεν χρησιμοποιείται από το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα
φρενοπαθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φρενοπαθολογικός
φρενοπαθολογικῶς	adv	φρενοπαθολογικά, από φρενοπαθολογική άποψη
φρενοπαθολογιών	=	φρενοπαθολογία
φρενοπαθούς	=	φρενοπαθής
φρενοπαθών	=	φρενοπαθής
φρεντοτσίνο	noun	είδος στιγμιαίου καφέ που παρασκευάζεται σε μίξερ ανακατεύοντας καφέ, γάλα και προσθέτοντας παγάκια και σιρόπι
φρενών	=	φρένες
φρεσκάδα	noun	η αίσθηση του φρέσκου, η ζωτικότητα, η νεανικότητα, η σφριγηλότητα, η δροσερότητα
φρεσκάδας	=	φρεσκάδα
φρεσκάδες	=	φρεσκάδα
φρεσκάδων	=	φρεσκάδα
φρεσκάραμε	=	φρεσκάρω
φρεσκάραν	=	φρεσκάρω
φρεσκάρανε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρατε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρει	verb	γ' ενικό οριστικής (ή υποτακτικής) ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος φρεσκάρω
φρεσκάρεις	=	φρεσκάρω
φρεσκάρεσαι	=	φρεσκάρω
φρεσκάρεστε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρεται	=	φρεσκάρω
φρεσκάρετε	=	φρεσκάρω
φρεσκάριζα	=	φρεσκάρω
φρεσκάριζαν	=	φρεσκάρω
φρεσκάριζε	=	φρεσκάρω
φρεσκάριζες	=	φρεσκάρω
φρεσκάρισα	=	φρεσκάρω
φρεσκάρισαν	=	φρεσκάρω
φρεσκάρισε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρισες	=	φρεσκάρω
φρεσκάρισμα	noun	η ενέργεια του φρεσκάρω
φρεσκάρομαι	=	φρεσκάρω
φρεσκάρομε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρονται	=	φρεσκάρω
φρεσκάρονταν	=	φρεσκάρω
φρεσκάροντας	=	φρεσκάρω
φρεσκάρουμε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρουν	=	φρεσκάρω
φρεσκάρουνε	=	φρεσκάρω
φρεσκάρω	verb	κάνω κάτι να μοιάζει φρέσκο, το ανανεώνω ή το αναζωογονώ ώστε να αποκτήσει όντως τα χαρακτηριστικά του φρέσκου και δροσερού
φρεσκαδούρα	noun	όταν κάτι ή κάποιος είναι φρέσκος, καθαρός, περιποιημένος, ανανεωμένος
φρεσκαδούρας	=	φρεσκαδούρα
φρεσκαδούρες	=	φρεσκαδούρα
φρεσκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκάρισμα
φρεσκαρίσματος	noun	γενική ενικού του φρεσκάρισμα
φρεσκαρίσου	=	φρεσκάρω
φρεσκαρίστηκα	=	φρεσκάρω
φρεσκαρίστηκαν	=	φρεσκάρω
φρεσκαρίστηκε	=	φρεσκάρω
φρεσκαρίστηκες	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόμασταν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόμαστε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόμουν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόμουνα	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόντουσαν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόσασταν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόσαστε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόσουν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόσουνα	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζόταν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριζότανε	=	φρεσκάρω
φρεσκαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρεσκάρισμα
φρεσκαρισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκαρισμένο
φρεσκαρισμένε	adj	κλητική ενικού του φρεσκαρισμένος
φρεσκαρισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκαρισμένη
φρεσκαρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκαρισμένος
φρεσκαρισμένης	adj	γενική ενικού του φρεσκαρισμένη
φρεσκαρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκαρισμένος
φρεσκαρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκαρισμένος
φρεσκαρισμένος	verb	που νιώθει φρέσκος και είναι, που φρεσκαρίστηκε με ξεκούραση, μπάνιο ή άλλα μέσα
φρεσκαρισμένου	verb	γενική ενικού του φρεσκαρισμένος
φρεσκαρισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκαρισμένος
φρεσκαρισμένων	adj	γενική πληθυντικού του φρεσκαρισμένος
φρεσκαριστήκαμε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστήκαν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστήκανε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστήκατε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστεί	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστείς	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστείτε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστούμε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστούν	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστούνε	=	φρεσκάρω
φρεσκαριστώ	=	φρεσκάρω
φρεσκοαλεσμένα	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένε	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένες	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένη	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένης	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένο	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένοι	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένος	adj	πρόσφατα αλεσμένος
φρεσκοαλεσμένου	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένους	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοαλεσμένων	=	φρεσκοαλεσμένος
φρεσκοβαμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοβαμμένο
φρεσκοβαμμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβαμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοβαμμένη
φρεσκοβαμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβαμμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκοβαμμένη
φρεσκοβαμμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβαμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβαμμένος	verb	που τον έβαψαν πρόσφατα, είναι ίσως ακόμα νωπός και μπορεί κάποιος να λερωθεί από μπογιά αν ακουμπήσει
φρεσκοβαμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβαμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβαμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοβαμμένος
φρεσκοβρασμένα	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένε	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένες	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένη	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένης	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένο	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένοι	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένος	adj	πρόσφατα βρασμένος
φρεσκοβρασμένου	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένους	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκοβρασμένων	=	φρεσκοβρασμένος
φρεσκογυαλισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκογυαλισμένο
φρεσκογυαλισμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκογυαλισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκογυαλισμένη
φρεσκογυαλισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκογυαλισμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκογυαλισμένη
φρεσκογυαλισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκογυαλισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκογυαλισμένος	verb	που τον γυάλισαν πρόσφατα, που τον έκαναν σαν καινούργιος, να λαμποκοπάει
φρεσκογυαλισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκογυαλισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκογυαλισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκογυαλισμένος
φρεσκοθέριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοθέριστο
φρεσκοθέριστε	adj	κλητική ενικού του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθέριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοθέριστη
φρεσκοθέριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθέριστης	adj	γενική ενικού του φρεσκοθέριστη
φρεσκοθέριστο	adj	αιτιατική ενικού του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθέριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθέριστος	adj	που πρόσφατα έχει θεριστεί
φρεσκοθέριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθέριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθέριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοθέριστος
φρεσκοθερισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοθερισμένο
φρεσκοθερισμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοθερισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοθερισμένη
φρεσκοθερισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοθερισμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκοθερισμένη
φρεσκοθερισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοθερισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοθερισμένος	verb	που πρόσφατα έχει θεριστεί
φρεσκοθερισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοθερισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοθερισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοθερισμένος
φρεσκοκατεψυγμένα	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένε	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένες	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένη	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένης	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένο	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένοι	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένος	adj	που έχει καταψυχθεί όταν είναι ακόμα φρέσκος
φρεσκοκατεψυγμένου	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένους	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκατεψυγμένων	=	φρεσκοκατεψυγμένος
φρεσκοκομμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοκομμένο
φρεσκοκομμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκομμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοκομμένη
φρεσκοκομμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκομμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκοκομμένη
φρεσκοκομμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκομμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκομμένος	verb	που κόπηκε πολύ πρόσφατα, που είναι ακόμα φρέσκος,νωπός
φρεσκοκομμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκομμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκομμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοκομμένος
φρεσκοκουρεμένα	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένε	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένες	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένη	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένης	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένο	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένοι	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένος	adj	πρόσφατα κουρεμένος
φρεσκοκουρεμένου	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένους	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκοκουρεμένων	=	φρεσκοκουρεμένος
φρεσκολουσμένα	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένε	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένες	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένη	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένης	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένο	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένοι	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένος	adj	πρόσφατα λουσμένος
φρεσκολουσμένου	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένους	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκολουσμένων	=	φρεσκολουσμένος
φρεσκομαγειρεμένα	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένε	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένες	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένη	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένης	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένο	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένοι	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένος	adj	πρόσφατα μαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένου	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένους	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκομαγειρεμένων	=	φρεσκομαγειρεμένος
φρεσκοξυρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοξυρισμένο
φρεσκοξυρισμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοξυρισμένη
φρεσκοξυρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκοξυρισμένη
φρεσκοξυρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμένος	verb	που έχει ξυριστεί πρόσφατα
φρεσκοξυρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοπασαλειμμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοπασαλειμμένο
φρεσκοπασαλειμμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπασαλειμμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοπασαλειμμένη
φρεσκοπασαλειμμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπασαλειμμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκοπασαλειμμένη
φρεσκοπασαλειμμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπασαλειμμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπασαλειμμένος	verb	που έχει πασαλειφτεί πρόσφατα
φρεσκοπασαλειμμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπασαλειμμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπασαλειμμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοπασαλειμμένος
φρεσκοπλυμένα	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένε	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένες	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένη	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένης	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένο	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένοι	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένος	verb	που μόλις πλύθηκε (για ρούχο ή πράγμα)
φρεσκοπλυμένου	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένους	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοπλυμένων	=	φρεσκοπλυμένος
φρεσκοσιδερωμένα	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένε	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένες	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένη	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένης	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένο	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένοι	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένος	adj	πρόσφατα σιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένου	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένους	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοσιδερωμένων	=	φρεσκοσιδερωμένος
φρεσκοστυμμένα	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένε	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένες	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένη	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένης	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένο	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένοι	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένος	adj	πρόσφατα στυμμένος
φρεσκοστυμμένου	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένους	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοστυμμένων	=	φρεσκοστυμμένος
φρεσκοτηγανισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοτηγανισμένη
φρεσκοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοφτιαγμένο
φρεσκοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοφτιαγμένη
φρεσκοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του φρεσκοφτιαγμένη
φρεσκοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοφτιαγμένος	verb	που φτιάχτηκε πρόσφατα
φρεσκοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρεσκοφτιαγμένος
φρεσκοχωρισμένα	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένε	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένες	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένη	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένης	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένο	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένοι	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένος	adj	πρόσφατα χωρισμένος
φρεσκοχωρισμένου	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένους	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοχωρισμένων	=	φρεσκοχωρισμένος
φρεσκοψημένα	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένε	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρεσκοψημένη
φρεσκοψημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένης	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένο	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένοι	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένος	verb	που έχει μόλις ψηθεί, που μόλις έχει βγει από τον φούρνο
φρεσκοψημένου	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένους	=	φρεσκοψημένος
φρεσκοψημένων	=	φρεσκοψημένος
φρεσκότατα	=	φρέσκος
φρεσκότατε	=	φρέσκος
φρεσκότατες	=	φρέσκος
φρεσκότατη	=	φρέσκος
φρεσκότατης	=	φρέσκος
φρεσκότατο	=	φρέσκος
φρεσκότατοι	=	φρέσκος
φρεσκότατος	=	φρέσκος
φρεσκότατου	=	φρέσκος
φρεσκότατους	=	φρέσκος
φρεσκότατων	=	φρέσκος
φρεσκότερα	=	φρέσκος
φρεσκότερε	=	φρέσκος
φρεσκότερες	=	φρέσκος
φρεσκότερη	=	φρέσκος
φρεσκότερης	=	φρέσκος
φρεσκότερο	=	φρέσκος
φρεσκότεροι	=	φρέσκος
φρεσκότερος	=	φρέσκος
φρεσκότερου	=	φρέσκος
φρεσκότερους	=	φρέσκος
φρεσκότερων	=	φρέσκος
φριζάρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φριζάρω
φριζάρω	verb	κατσαρώνω
φριζαρίσματα	=	φριζάρισμα
φριζαρίσματος	=	φριζάρισμα
φριζαρισμάτων	=	φριζάρισμα
φριζαρισμένα	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένε	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένες	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένη	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένης	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένο	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένοι	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένος	noun	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φριζάρω
φριζαρισμένου	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένους	=	φριζαρισμένος
φριζαρισμένων	=	φριζαρισμένος
φριζικά	noun	γλώσσες της γερμανικής οικογένειας
φριζικών	=	φριζικά
φριζών	noun	γενική πληθυντικού του φρίζα
φρικάραμε	=	φρικάρω
φρικάραν	=	φρικάρω
φρικάρανε	=	φρικάρω
φρικάρατε	=	φρικάρω
φρικάρει	=	φρικάρω
φρικάρεις	=	φρικάρω
φρικάρετε	=	φρικάρω
φρικάριζα	=	φρικάρω
φρικάρισα	=	φρικάρω
φρικάροντας	=	φρικάρω
φρικάρουμε	=	φρικάρω
φρικάρουν	=	φρικάρω
φρικάρουνε	=	φρικάρω
φρικάρω	verb|slang	εκπλήσσομαι, φρίττω, αγανακτώ, δυσανασχετώ, δυσφορώ
φρικίασα	=	φρικιάζω
φρικίαση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρικιάζω
φρικίασης	=	φρικίαση
φρικίασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρικιάζω
φρικαλέα	=	φρικαλέος
φρικαλέας	=	φρικαλέος
φρικαλέε	=	φρικαλέος
φρικαλέες	=	φρικαλέος
φρικαλέο	=	φρικαλέος
φρικαλέοι	=	φρικαλέος
φρικαλέος	adj	που προκαλεί φρίκη, αποτρόπαιος, αποτροπιαστικός, τρομακτικός
φρικαλέου	=	φρικαλέος
φρικαλέους	=	φρικαλέος
φρικαλέων	=	φρικαλέος
φρικαλεοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του φρικαλεότητα
φρικαλεότης	noun	φρικαλεότητα
φρικαλεότητα	noun	η φρίκη που προκαλεί αηδία
φρικαλεότητας	noun	γενική ενικού του φρικαλεότητα
φρικαλεότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικαλεότητα
φρικαρισμένος	=	φρικάρω
φρικασέ	noun	γενική ονομασία για βραστό φαγητό που περιέχει κάποιο είδος κρέατος και σπανάκι ή μαρούλι ή κάποιο άλλο πράσινο συνήθως χορταρικό
φρικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικαστικό
φρικαστικέ	adj	κλητική ενικού του φρικαστικός
φρικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικαστική
φρικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρικαστικός
φρικαστικής	adj	γενική ενικού του φρικαστική
φρικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρικαστικός
φρικαστικού	adj	γενική ενικού του φρικαστικός
φρικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρικαστικός
φρικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του φρικαστικός
φρικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του φρικαστικός
φρικιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικιό
φρικιάζω	verb	ανατριχιάζω
φρικιάρα	=	φρικιάρης
φρικιάρη	=	φρικιάρης
φρικιάρηδες	=	φρικιάρης
φρικιάρηδων	=	φρικιάρης
φρικιάρης	noun	που προκαλεί φρίκη
φρικιάσεις	=	φρικίαση
φρικιάσεων	=	φρικίαση
φρικιάσματα	=	φρικίασμα
φρικιάσματος	=	φρικίασμα
φρικιασμάτων	=	φρικίασμα
φρικιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικιαστικό
φρικιαστικέ	adj	κλητική ενικού του φρικιαστικός
φρικιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικιαστική
φρικιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρικιαστικός
φρικιαστικής	adj	γενική ενικού του φρικιαστική
φρικιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρικιαστικός
φρικιαστικού	adj	γενική ενικού του φρικιαστικός
φρικιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρικιαστικός
φρικιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του φρικιαστικός
φρικιαστικός	adj	που σε κάνει να φρικιάς, που προκαλεί ρίγος φρίκης, αποτροπιασμό ή τρόμο
φρικιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του φρικιαστικός
φρικιού	noun	γενική ενικού του φρικιό
φρικιό	noun	νεαρό (συνήθως) άτομο που, προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τους γύρω του, ντύνεται, χτενίζεται ή συμπεριφέρεται διαφορετικά και αντισυμβατικά
φρικιώ	verb	νιώθω φρίκη, αποστροφή και τρόμο στην θέαση ενός αντικειμένου ή στη σκέψη μιας απεχθούς ιδέας
φρικιών	noun	γενική πληθυντικού του φρικιό
φρικτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικτό	adv	κατά φρικτό τρόπο, πολύ άσχημα
φρικτέ	adj	κλητική ενικού του φρικτός
φρικτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικτή
φρικτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρικτός
φρικτής	adj	γενική ενικού του φρικτή
φρικτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρικτός
φρικτού	adj	γενική ενικού του φρικτός
φρικτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρικτός
φρικτό	adj	αιτιατική ενικού του φρικτός
φρικτός	adj	αποτρόπαιος, φρικιαστικός, που προκαλεί φρίκη
φρικτών	adj	γενική πληθυντικού του φρικτός
φρικωδία	noun|formal	φρίκη, φρικαλεότητα
φρικωδίας	noun	γενική ενικού του φρικωδία
φρικωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρικωδία
φρικωδιών	noun	γενική πληθυντικού του φρικωδία
φρικωδών	=	φρικώδης
φρικωδώς	adv	κατά φρικώδη τρόπο, προκαλώντας φρίκη
φρικώδεις	=	φρικώδης
φρικώδες	=	φρικώδης
φρικώδη	=	φρικώδης
φρικώδης	adj|formal	φρικτός
φρικώδους	=	φρικώδης
φρικών	=	φρίκη
φριμάζαμε	=	φριμάζω
φριμάζαν	=	φριμάζω
φριμάζανε	=	φριμάζω
φριμάζατε	=	φριμάζω
φριμάζει	=	φριμάζω
φριμάζεις	=	φριμάζω
φριμάζετε	=	φριμάζω
φριμάζοντας	=	φριμάζω
φριμάζουμε	=	φριμάζω
φριμάζουν	=	φριμάζω
φριμάζουνε	=	φριμάζω
φριμάζω	verb	άλλη μορφή του φρουμάζω
φριμάξαμε	=	φριμάζω
φριμάξαν	=	φριμάζω
φριμάξανε	=	φριμάζω
φριμάξατε	=	φριμάζω
φριμάξει	=	φριμάζω
φριμάξτε	=	φριμάζω
φριμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρίμασμα
φριμάσματος	noun	γενική ενικού του φρίμασμα
φριμαγμέ	noun	κλητική ενικού του φριμαγμός
φριμαγμένα	=	φριμαγμένος
φριμαγμένε	=	φριμαγμένος
φριμαγμένες	=	φριμαγμένος
φριμαγμένη	=	φριμαγμένος
φριμαγμένης	=	φριμαγμένος
φριμαγμένο	=	φριμαγμένος
φριμαγμένοι	=	φριμαγμένος
φριμαγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φριμάζω
φριμαγμένου	=	φριμαγμένος
φριμαγμένους	=	φριμαγμένος
φριμαγμένων	=	φριμαγμένος
φριμαγμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φριμαγμός
φριμαγμού	noun	γενική ενικού του φριμαγμός
φριμαγμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φριμαγμός
φριμαγμό	noun	αιτιατική ενικού του φριμαγμός
φριμαγμός	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φριμάζω
φριμαγμών	noun	γενική πληθυντικού του φριμαγμός
φριμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρίμασμα
φριξονέρι	noun	νερό που έχει καθαγιαστεί (με την εμβάπτιση σ’ αυτό ιερών λειψάνων ή άλλους τρόπους και πιστεύεται ότι έχει θεραπευτικές και ιαματικές ιδιότητες)
φριξονέρια	=	φριξονέρι
φριξονεριού	=	φριξονέρι
φριξονεριών	=	φριξονέρι
φριουλανικά	noun	Ραιτορομανική διάλεκτος που τη μιλούν στην επαρχία Friuli στην βορειοανατολική Ιταλία.
φριουλανικών	=	φριουλανικά
φριτέζα	noun	ειδικό ηλεκτρικό μαγειρικό σκεύος για τηγάνισμα, φριτούρα
φριτέζας	=	φριτέζα
φριτέζες	=	φριτέζα
φριτούρα	noun	τηγάνισμα σε καυτό λάδι, ή λίπος
φριτούρας	=	φριτούρα
φριτούρες	=	φριτούρα
φριχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φριχτό	adv	κατά φριχτό τρόμο, πολύ άσχημα
φριχτέ	adj	κλητική ενικού του φριχτός
φριχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φριχτή
φριχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φριχτός
φριχτής	adj	γενική ενικού του φριχτή
φριχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φριχτός
φριχτού	adj	γενική ενικού του φριχτός
φριχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φριχτός
φριχτό	adj	αιτιατική ενικού του φριχτός
φριχτός	adj	άλλη μορφή του φρικτός
φριχτών	adj	γενική πληθυντικού του φριχτός
φροκάλι	noun	άλλη μορφή του φρόκαλο
φροκάλισμα	noun	η ενέργεια του φροκαλίζω, το σκούπισμα
φροκαλίδι	noun	υποκοριστικό του φρόκαλο, σαρίδι, αποσάρωμα, σκουπιδάκι
φροκαλίδια	=	φροκαλίδι
φροκαλίζω	verb	σκουπίζω
φροκαλίσματα	=	φροκάλισμα
φροκαλίσματος	=	φροκάλισμα
φροκαλιά	noun	σάρωθρο, σκούπα
φροκαλιάς	=	φροκαλιά
φροκαλιές	=	φροκαλιά
φροκαλιδιού	=	φροκαλίδι
φροκαλιδιών	=	φροκαλίδι
φροκαλισμάτων	=	φροκάλισμα
φροκαλιών	=	φροκαλιά
φροκαλώ	=	φροκαλίζω
φρονήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρόνημα
φρονήματος	noun	γενική ενικού του φρόνημα
φρονίμεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονίμεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονίμεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονίμεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονημάτιζα	=	φρονηματίζω
φρονημάτιζαν	=	φρονηματίζω
φρονημάτιζε	=	φρονηματίζω
φρονημάτιζες	=	φρονηματίζω
φρονημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρόνημα
φρονηματίζαμε	=	φρονηματίζω
φρονηματίζαν	=	φρονηματίζω
φρονηματίζανε	=	φρονηματίζω
φρονηματίζατε	=	φρονηματίζω
φρονηματίζει	=	φρονηματίζω
φρονηματίζεις	=	φρονηματίζω
φρονηματίζεσαι	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίζεστε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίζεται	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίζετε	=	φρονηματίζω
φρονηματίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίζονται	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίζονταν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίζοντας	=	φρονηματίζω
φρονηματίζου	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίζουμε	=	φρονηματίζω
φρονηματίζουν	=	φρονηματίζω
φρονηματίζουνε	=	φρονηματίζω
φρονηματίζω	verb	συμβουλεύω, λογικεύω και συνετίζω κάποιον
φρονηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίσαν	=	φρονηματίζω
φρονηματίσανε	=	φρονηματίζω
φρονηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίσου	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματίστηκα	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίστηκαν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίστηκε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίστηκες	=	φρονηματίζομαι
φρονηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματιζόμασταν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόμαστε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόμουν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόμουνα	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόντουσαν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόσασταν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόσαστε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόσουν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόσουνα	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζόταν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιζότανε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματισμέ	noun	κλητική ενικού του φρονηματισμός
φρονηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρονηματισμένο
φρονηματισμένε	verb	κλητική ενικού του φρονηματισμένος
φρονηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρονηματισμένη
φρονηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρονηματισμένος
φρονηματισμένης	verb	γενική ενικού του φρονηματισμένη
φρονηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρονηματισμένος
φρονηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρονηματισμένος
φρονηματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φρονηματίζω
φρονηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρονηματισμένος
φρονηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρονηματισμένος
φρονηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρονηματισμένος
φρονηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρονηματισμός
φρονηματισμού	noun	γενική ενικού του φρονηματισμός
φρονηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φρονηματισμός
φρονηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του φρονηματισμός
φρονηματισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρονηματίζω
φρονηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του φρονηματισμός
φρονηματιστήκαμε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιστήκαν	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιστήκανε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιστήκατε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιστεί	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιστείτε	=	φρονηματίζομαι
φρονηματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φρονηματιστικός	adv	με φρονηματιστικό τρόπο
φρονηματιστικέ	adj	κλητική ενικού του φρονηματιστικός
φρονηματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρονηματιστική
φρονηματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρονηματιστικός
φρονηματιστικής	adj	γενική ενικού του φρονηματιστική
φρονηματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρονηματιστικός
φρονηματιστικού	adj	γενική ενικού του φρονηματιστικός
φρονηματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρονηματιστικός
φρονηματιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φρονηματιστικός
φρονηματιστικός	adj	που έχει σχέση με τον φρονηματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
φρονηματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φρονηματιστικός
φρονηματιστικώς	adv|formal	με φρονηματιστικό τρόπο
φρονιμάδα	noun	η ιδιότητα του φρόνιμου, η σύνεση
φρονιμάδας	noun	γενική ενικού του φρονιμάδα
φρονιμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρονιμάδα
φρονιμέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρονιμεύω
φρονιμίτες	=	φρονιμίτης
φρονιμίτη	=	φρονιμίτης
φρονιμίτης	noun	ένας από τους τέσσερεις και τελευταίους γομφίους που ανατέλλουν στο ανθρώπιμο στόμα, συνήθως μετά την ενηλικίωση
φρονιμεύω	verb	γίνομαι πιο φρόνιμος
φρονιμιτών	=	φρονιμίτης
φρονιμοτήτων	=	φρονιμότητα
φρονιμότατα	=	φρόνιμος
φρονιμότατε	=	φρόνιμος
φρονιμότατες	=	φρόνιμος
φρονιμότατη	=	φρόνιμος
φρονιμότατης	=	φρόνιμος
φρονιμότατο	=	φρόνιμος
φρονιμότατοι	=	φρόνιμος
φρονιμότατος	=	φρόνιμος
φρονιμότατου	=	φρόνιμος
φρονιμότατους	=	φρόνιμος
φρονιμότατων	=	φρόνιμος
φρονιμότερα	=	φρόνιμος
φρονιμότερε	=	φρόνιμος
φρονιμότερες	=	φρόνιμος
φρονιμότερη	=	φρόνιμος
φρονιμότερης	=	φρόνιμος
φρονιμότερο	=	φρόνιμος
φρονιμότεροι	=	φρόνιμος
φρονιμότερος	=	φρόνιμος
φρονιμότερου	=	φρόνιμος
φρονιμότερους	=	φρόνιμος
φρονιμότερων	=	φρόνιμος
φρονιμότητα	noun|formal	συνώνυμο του φρόνηση, σύνεση, φρονιμάδα
φρονιμότητας	=	φρονιμότητα
φρονιμότητες	=	φρονιμότητα
φρονούσα	=	φρονώ
φροντίδα	noun	η έγνοια και το ενδιαφέρον καθώς και η έμπρακτη εκδήλωσή τους προς κάποιον ή κάτι
φροντίδας	=	φροντίδα
φροντίδες	=	φροντίδα
φροντίδων	=	φροντίδα
φροντίζαμε	=	φροντίζω
φροντίζαν	=	φροντίζω
φροντίζανε	=	φροντίζω
φροντίζατε	=	φροντίζω
φροντίζει	=	φροντίζω
φροντίζεις	=	φροντίζω
φροντίζετε	=	φροντίζω
φροντίζομε	=	φροντίζω
φροντίζοντας	=	φροντίζω
φροντίζουμε	=	φροντίζω
φροντίζουν	=	φροντίζω
φροντίζουνε	=	φροντίζω
φροντίζω	verb	μεριμνώ, τακτοποιώ, ρυθμίζω
φροντίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσαν	=	φροντίζω
φροντίσανε	=	φροντίζω
φροντίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσομε	=	φροντίζω
φροντίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίσουνε	=	φροντίζω
φροντίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντίστρια	noun	θηλυκό του φροντιστής
φροντίστριας	=	φροντίστρια
φροντίστριες	=	φροντίστρια
φροντίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φροντισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροντισμένο
φροντισμένε	adj	κλητική ενικού του φροντισμένος
φροντισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροντισμένη
φροντισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φροντισμένος
φροντισμένης	adj	γενική ενικού του φροντισμένη
φροντισμένο	adj	αιτιατική ενικού του φροντισμένος
φροντισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φροντισμένος
φροντισμένος	verb	περιποιημένος
φροντισμένου	verb	γενική ενικού του φροντισμένος
φροντισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φροντισμένος
φροντισμένων	adj	γενική πληθυντικού του φροντισμένος
φροντιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροντιστής
φροντιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φροντιστής
φροντιστήρια	=	φροντιστήριο
φροντιστήριο	noun	ο χώρος και η επιχείρηση στον οποίο γίνονται ειδικά ενισχυτικά μαθήματα σε ομάδες μαθητών ή σπουδαστών
φροντιστήριου	=	φροντιστήριο
φροντιστήριων	=	φροντιστήριο
φροντιστής	noun	εκείνος που είναι αρμόδιος για τη φροντίδα συγκεκριμένων τομέων
φροντιστηρίου	=	φροντιστήριο
φροντιστηρίων	=	φροντιστήριο
φροντιστηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροντιστηριακό	adv	με φροντιστηριακό τρόπο
φροντιστηριακέ	adj	κλητική ενικού του φροντιστηριακός
φροντιστηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροντιστηριακή
φροντιστηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φροντιστηριακός
φροντιστηριακής	adj	γενική ενικού του φροντιστηριακή
φροντιστηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φροντιστηριακός
φροντιστηριακού	adj	γενική ενικού του φροντιστηριακός
φροντιστηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φροντιστηριακός
φροντιστηριακό	adj	αιτιατική ενικού του φροντιστηριακός
φροντιστηριακός	adj	που έχει σχέση με φροντιστήριο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
φροντιστηριακών	adj	γενική πληθυντικού του φροντιστηριακός
φροντιστριών	=	φροντίστρια
φροντιστών	noun	γενική πληθυντικού του φροντιστής
φρονώ	verb	έχω τη γνώμη, πιστεύω
φρουκαλιά	noun	σκούπα, άλλη μορφή του φροκαλιά
φρουκτόζη	noun	οργανική ένωση (C₆H₁₂O₆, μονοσακχαρίτης), που ανήκει στους υδρογονάνθρακες και απαντά ως φυσικό σάκχαρο στα φρούτα, στο μέλι κ.α.
φρουκτόζης	=	φρουκτόζη
φρουμάζαμε	=	φρουμάζω
φρουμάζαν	=	φρουμάζω
φρουμάζανε	=	φρουμάζω
φρουμάζατε	=	φρουμάζω
φρουμάζει	=	φρουμάζω
φρουμάζεις	=	φρουμάζω
φρουμάζετε	=	φρουμάζω
φρουμάζοντας	=	φρουμάζω
φρουμάζουμε	=	φρουμάζω
φρουμάζουν	=	φρουμάζω
φρουμάζουνε	=	φρουμάζω
φρουμάζω	verb	φυσώ δυνατά αέρα από τα ρουθούνια από ανυπομονησία ή οργασμό
φρουμάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξαν	=	φρουμάζω
φρουμάξανε	=	φρουμάζω
φρουμάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρουμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούμασμα
φρουμάσματος	noun	γενική ενικού του φρούμασμα
φρουμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρούμασμα
φρουμασμένα	=	φρουμασμένος
φρουμασμένε	=	φρουμασμένος
φρουμασμένες	=	φρουμασμένος
φρουμασμένη	=	φρουμασμένος
φρουμασμένης	=	φρουμασμένος
φρουμασμένο	=	φρουμασμένος
φρουμασμένοι	=	φρουμασμένος
φρουμασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φρουμάζω
φρουμασμένου	=	φρουμασμένος
φρουμασμένους	=	φρουμασμένος
φρουμασμένων	=	φρουμασμένος
φρουρά	noun	στρατιωτική μονάδα ή απόσπασμα στρατιωτών ή αστυνομικών που φρουρεί ένα κτήριο ή μια τοποθεσία ή ένα δημόσιο πρόσωπο
φρουράρχου	noun	γενική ενικού του φρούραρχος
φρουράρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φρούραρχος
φρουράρχων	noun	γενική πληθυντικού του φρούραρχος
φρουράς	noun	γενική ενικού του φρουρά
φρουρέ	noun	κλητική ενικού του φρουρός
φρουρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουρά
φρουρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούρηση
φρουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φρούρηση
φρουρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φρούρηση
φρουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρουρίου	noun	γενική ενικού του φρούριο
φρουρίων	noun	γενική πληθυντικού του φρούριο
φρουραρχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουραρχείο
φρουραρχείο	noun	στρατιωτική ομάδα αρμόδια για τον έλεγχο ή τη διακίνηση στρατεύματος μιας περιφέρειας
φρουραρχείου	noun	γενική ενικού του φρουραρχείο
φρουραρχείων	noun	γενική πληθυντικού του φρουραρχείο
φρουραρχεῖον	noun	φρουραρχείο
φρουρεί	=	φρουρώ
φρουρείς	=	φρουρώ
φρουρείτε	=	φρουρώ
φρουρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρουρούμαι
φρουρημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουρημένο
φρουρημένε	verb	κλητική ενικού του φρουρημένος
φρουρημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουρημένη
φρουρημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρουρημένος
φρουρημένης	verb	γενική ενικού του φρουρημένη
φρουρημένο	verb	αιτιατική ενικού του φρουρημένος
φρουρημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουρημένος
φρουρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φρουρώ
φρουρημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρουρημένος
φρουρημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρουρημένος
φρουρημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρουρημένος
φρουριακά	adj	ουδέτερου γένους (φρουριακό) του φρουριακός
φρουριακέ	adj	κλητική ενικού του φρουριακός
φρουριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουριακή
φρουριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρουριακός
φρουριακής	adj	γενική ενικού του φρουριακή
φρουριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουριακός
φρουριακού	adj	γενική ενικού του φρουριακός
φρουριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρουριακός
φρουριακό	adj	αιτιατική ενικού του φρουριακός
φρουριακός	adj	ο σχετικός με το φρούριο
φρουριακών	adj	γενική πληθυντικού του φρουριακός
φρουροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουρός
φρουρού	noun	γενική ενικού του φρουρός
φρουρούμαι	verb	με φρουρούν, με φυλάσσουν φρουροί από πιθανές επιθέσεις
φρουρούμε	=	φρουρώ
φρουρούμενα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουρούμενο
φρουρούμενε	adj	κλητική ενικού του φρουρούμενος
φρουρούμενες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουρούμενη
φρουρούμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρουρούμενος
φρουρούμενης	adj	γενική ενικού του φρουρούμενη
φρουρούμενο	adj	αιτιατική ενικού του φρουρούμενος
φρουρούμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουρούμενος
φρουρούμενος	verb	εκείνος που φρουρείται, φυλάσσεται για να μην αποδράσει
φρουρούμενου	verb	γενική ενικού του φρουρούμενος
φρουρούμενους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρουρούμενος
φρουρούμενων	adj	γενική πληθυντικού του φρουρούμενος
φρουρούν	=	φρουρώ
φρουρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φρουρός
φρουρούσα	=	φρουρώ
φρουρούσαμε	=	φρουρώ
φρουρούσαν	=	φρουρώ
φρουρούσατε	=	φρουρώ
φρουρούσε	=	φρουρώ
φρουρούσες	=	φρουρώ
φρουρό	noun	αιτιατική ενικού του φρουρός
φρουρός	noun	πρόσωπο που φρουρεί, φυλάει και προστατεύει κάποιον ή κάτι
φρουρώ	verb	φυλάσσω ως φρουρός μια τοποθεσία ή ένα πρόσωπο από πιθανές επιθέσεις
φρουρών	noun	γενική πληθυντικού του φρουρός
φρουρώντας	=	φρουρώ
φρουσιού	=	φρούσι
φρουσιών	=	φρούσι
φρουτάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουτάδικο
φρουτάκι	noun	το μικρό φρούτο
φρουτάκια	noun	κουλοχέρης (διότι το φυσικό μηχάνημα έχει έναν μοχλό), ηλεκτρονικό και διαδικτυακό τυχερό παιχνίδι
φρουτάλια	noun	παραδοσιακή αφράτη ομελέτα της Άνδρου και της Τήνου (με πατάτες και άλλα υλικά, είτε χορταρικά, είτε τοπικό λουκάνικο, παρόμοια / αντίστοιχης μορφής με την ιταλική φριτάτα ή την ισπανική tortilla española ή tortilla de patata)
φρουτένια	=	φρουτένιος
φρουτένιας	=	φρουτένιος
φρουτένιε	=	φρουτένιος
φρουτένιες	=	φρουτένιος
φρουτένιο	=	φρουτένιος
φρουτένιοι	=	φρουτένιος
φρουτένιος	adj	που στο άρωμα, μυρωδιά, γεύση κ.λπ. θυμίζει φρούτο ή περιέχει φρούτα
φρουτένιου	=	φρουτένιος
φρουτένιους	=	φρουτένιος
φρουτένιων	=	φρουτένιος
φρουταγορά	noun	χώρος αγοράς στον οποίο πωλούνται φρούτα
φρουταγοράς	=	φρουταγορά
φρουταγορές	=	φρουταγορά
φρουταγορών	=	φρουταγορά
φρουταποθήκη	noun	η αποθήκη φρούτων
φρουταρία	noun	μανάβικο
φρουταρίας	=	φρουταρία
φρουταρίες	=	φρουταρία
φρουταριών	=	φρουταρία
φρουτεμπορίου	=	φρουτεμπόριο
φρουτεμπορίων	=	φρουτεμπόριο
φρουτεμπόρια	=	φρουτεμπόριο
φρουτεμπόριο	noun	γενικά το εμπόριο φρούτων και λαχανικών
φρουτεμπόριου	=	φρουτεμπόριο
φρουτερία	noun	κατάστημα πώλησης φρούτων (οπωροπωλείο) (δες και φρουταρία, λέξη που χρησιμοποιείται στην Κύπρο)
φρουτερίας	=	φρουτερία
φρουτερίες	=	φρουτερία
φρουτεριών	=	φρουτερία
φρουτιέρα	noun	βαθύ ή ρηχό αλλά σχετικά μεγάλης διαμέτρου σκεύος στο οποίο φυλάσσονται φρούτα και το οποίο άλλοτε τοποθετείτο στο κέντρο του τραπεζιού, στην τραπεζαρία
φρουτιέρας	noun	γενική ενικού του φρουτιέρα
φρουτιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουτιέρα
φρουτοθήκες	=	φρουτοθήκη
φρουτοθήκη	noun	ραφιέρα για αποθήκευση φρούτων
φρουτοθήκης	=	φρουτοθήκη
φρουτοθεραπεία	noun	θεραπευτική διατροφή με φρούτα, δίαιτα με φρούτα, φρουτοφαγία για λόγους υγείας ή για αποτοξίνωση του οργανισμού από τα λιπαρά και τις πρωτεΐνες
φρουτοθεραπείας	noun	γενική ενικού του φρουτοθεραπεία
φρουτοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουτοθεραπεία
φρουτοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του φρουτοθεραπεία
φρουτοθηκών	=	φρουτοθήκη
φρουτοκαλλιέργεια	noun	η καλλιέργεια φρούτων
φρουτοκαλλιέργειας	=	φρουτοκαλλιέργεια
φρουτοκαλλιέργειες	=	φρουτοκαλλιέργεια
φρουτοκαλλιεργειών	=	φρουτοκαλλιέργεια
φρουτομυγών	=	φρουτόμυγα
φρουτοπαραγωγά	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπαραγωγέ	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπαραγωγοί	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπαραγωγού	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπαραγωγούς	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπαραγωγό	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπαραγωγός	noun	παραγωγός φρούτων	adj	που παράγει φρούτα
φρουτοπαραγωγών	=	φρουτοπαραγωγός
φρουτοπολτέ	=	φρουτοπολτός
φρουτοπολτοί	=	φρουτοπολτός
φρουτοπολτού	=	φρουτοπολτός
φρουτοπολτούς	=	φρουτοπολτός
φρουτοπολτό	=	φρουτοπολτός
φρουτοπολτός	noun	φρουτοποτό από ολόκληρα φρούτα, άρα πιο παχύρρευστο από τόν φρουτοχυμό, συχνά παιδική τροφή
φρουτοπολτών	=	φρουτοπολτός
φρουτοποτά	=	φρουτοποτό
φρουτοποτού	=	φρουτοποτό
φρουτοποτό	noun	ποτό από χυμό φρούτων
φρουτοποτών	=	φρουτοποτό
φρουτοσαλάτα	noun	σαλάτα που αντί για λαχανικά και κηπευτικά περιέχει ποικιλία φρούτων
φρουτοσαλάτας	=	φρουτοσαλάτα
φρουτοσαλάτες	=	φρουτοσαλάτα
φρουτοσαλατών	=	φρουτοσαλάτα
φρουτοφαγία	noun	η διατροφή και η πρόσληψη όλων των θερμίδων αποκλειστικά από μία ομάδα τροφίμων και, συγκεκριμένα, από εκείνην των φρούτων -για λόγους υγείας ή για αδυνάτισμα ή και για τα δύο
φρουτοφαγίας	noun	γενική ενικού του φρουτοφαγία
φρουτοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρουτοφαγία
φρουτοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του φρουτοφαγία
φρουτοχυμέ	=	φρουτοχυμός
φρουτοχυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρουτοχυμός
φρουτοχυμού	=	φρουτοχυμός
φρουτοχυμούς	=	φρουτοχυμός
φρουτοχυμό	=	φρουτοχυμός
φρουτοχυμός	noun	ο χυμός από ποικιλία φρούτων
φρουτοχυμών	=	φρουτοχυμός
φρουτωδών	=	φρουτώδης
φρουτόδεντρα	=	φρουτόδεντρο
φρουτόδεντρο	noun	το δέντρο που έχει φρούτα στα κλαδιά του
φρουτόδεντρου	=	φρουτόδεντρο
φρουτόδεντρων	=	φρουτόδεντρο
φρουτόμυγα	noun	η δροσόφιλα
φρουτόμυγας	=	φρουτόμυγα
φρουτόμυγες	=	φρουτόμυγα
φρουτόψωμα	=	φρουτόψωμο
φρουτόψωμο	noun	κέικ ή ψωμάκι με ξηρά φρούτα
φρουτόψωμου	=	φρουτόψωμο
φρουτόψωμων	=	φρουτόψωμο
φρουτώδεις	=	φρουτώδης
φρουτώδες	=	φρουτώδης
φρουτώδη	=	φρουτώδης
φρουτώδης	adj	που στη γεύση, υφή ή σύσταση μοιάζει με φρούτο
φρουτώδους	=	φρουτώδης
φροχείλι	=	αφρόχειλο
φροϋδίστρια	noun	θηλυκό του φροϋδιστής
φροϋδίστριας	=	φροϋδίστρια
φροϋδίστριες	=	φροϋδίστρια
φροϋδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροϋδικό
φροϋδικέ	adj	κλητική ενικού του φροϋδικός
φροϋδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροϋδική
φροϋδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φροϋδικός
φροϋδικής	adj	γενική ενικού του φροϋδική
φροϋδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φροϋδικός
φροϋδικού	adj	γενική ενικού του φροϋδικός
φροϋδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φροϋδικός
φροϋδικό	adj	αιτιατική ενικού του φροϋδικός
φροϋδικός	adj	που έχει να κάνει με την ψυχαναλυτική θεωρία του αυστριακού Ζίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud)
φροϋδικών	adj	γενική πληθυντικού του φροϋδικός
φροϋδισμέ	=	φροϋδισμός
φροϋδισμοί	=	φροϋδισμός
φροϋδισμού	=	φροϋδισμός
φροϋδισμούς	=	φροϋδισμός
φροϋδισμό	=	φροϋδισμός
φροϋδισμός	noun	η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόυντ
φροϋδισμών	=	φροϋδισμός
φροϋδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φροϋδιστής
φροϋδιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φροϋδιστής
φροϋδιστής	noun	οπαδός της θεωρίας του Sigmund Freud
φροϋδιστριών	=	φροϋδίστρια
φροϋδιστών	noun	γενική πληθυντικού του φροϋδιστής
φρούδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούδο
φρούδας	=	φρούδος
φρούδε	adj	κλητική ενικού του φρούδος
φρούδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούδη
φρούδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρούδος
φρούδης	adj	γενική ενικού του φρούδη
φρούδο	adj	αιτιατική ενικού του φρούδος
φρούδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρούδος
φρούδος	adj	χαμένος, μάταιος, ανώφελος
φρούδου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρούδος
φρούδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρούδος
φρούδων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρούδος
φρούμαζα	=	φρουμάζω
φρούμαζαν	=	φρουμάζω
φρούμαζε	=	φρουμάζω
φρούμαζες	=	φρουμάζω
φρούμαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρούμαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρούμαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρούμαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουμάζω
φρούμασμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρουμάζω
φρούραρχε	noun	κλητική ενικού του φρούραρχος
φρούραρχο	noun	αιτιατική ενικού του φρούραρχος
φρούραρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρούραρχος
φρούραρχος	noun	ο αξιωματικός που είναι αρχηγός της φρουράς μιας πόλης (ή παλαιότερα ενός κάστρου)
φρούραρχου	noun	γενική ενικού του φρούραρχος
φρούραρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φρούραρχος
φρούραρχων	noun	γενική πληθυντικού του φρούραρχος
φρούρει	=	φρουρώ
φρούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρουρώ
φρούρηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος φρουρώ, η προφύλαξη προσώπων ή πολύτιμων αντικειμένων και χώρων από πιθανές απειλές, η επαγρύπνηση και προστασία από στρατιώτη, ειδικό φρουρό ή αστυνομικό (και όχι η προστασία από συσκευή όπως π.χ. από συναγερμό ή η φύλαξη από απλό φύλακα)
φρούρησης	noun	γενική ενικού του φρούρηση
φρούρησις	noun	λέξη της καθαρεύουσας για τη φρούρηση
φρούρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούριο
φρούριο	noun	οχυρωμένο κτήριο για τη στρατιωτική άμυνα μιας περιοχής
φρούριου	=	φρούριο
φρούριων	=	φρούριο
φρούσι	noun	άλλη μορφή του φορούσι
φρούσια	=	φρούσι
φρούτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρούτο
φρούτο	noun	ο βρώσιμος καρπός οπωροφόρου φυτού
φρούτου	noun	γενική ενικού του φρούτο
φρούτων	noun	γενική πληθυντικού του φρούτο
φροῦδες	adj	πολυτονική γραφή του φρούδες, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του φρούδος
φρυάζω	verb|vulgar	γίνομαι έξαλλος
φρυγάνιζα	=	φρυγανίζω
φρυγάνιζαν	=	φρυγανίζω
φρυγάνιζε	=	φρυγανίζω
φρυγάνιζες	=	φρυγανίζω
φρυγάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρυγανίζω
φρυγάνου	=	φρύγανο
φρυγάνων	=	φρύγανο
φρυγαδέλι	noun	ψητό φαγητό, μεζές από τη Δυτική Ελλάδα, βασισμένο κυρίως σε κομμάτια συκωτιού
φρυγαδέλια	=	φρυγαδέλι
φρυγαδελιού	=	φρυγαδέλι
φρυγαδελιών	=	φρυγαδέλι
φρυγανίζαμε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζαν	=	φρυγανίζω
φρυγανίζανε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζατε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζει	=	φρυγανίζω
φρυγανίζεις	=	φρυγανίζω
φρυγανίζεσαι	=	φρυγανίζω
φρυγανίζεστε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζεται	=	φρυγανίζω
φρυγανίζετε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζομαι	=	φρυγανίζω
φρυγανίζονται	=	φρυγανίζω
φρυγανίζονταν	=	φρυγανίζω
φρυγανίζοντας	=	φρυγανίζω
φρυγανίζουμε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζουν	=	φρυγανίζω
φρυγανίζουνε	=	φρυγανίζω
φρυγανίζω	verb	ξεροψήνω
φρυγανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσαν	=	φρυγανίζω
φρυγανίσανε	=	φρυγανίζω
φρυγανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγάνισμα
φρυγανίσματος	noun	γενική ενικού του φρυγάνισμα
φρυγανίσου	=	φρυγανίζω
φρυγανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίσουνε	=	φρυγανίζω
φρυγανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανίστηκα	=	φρυγανίζω
φρυγανίστηκαν	=	φρυγανίζω
φρυγανίστηκε	=	φρυγανίζω
φρυγανίστηκες	=	φρυγανίζω
φρυγανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρυγανίζω
φρυγανιά	noun	λεπτή ψημένη (φρυγανισμένη) και τραγανή φέτα ψωμιού
φρυγανιάς	noun	γενική ενικού του φρυγανιά
φρυγανιέρα	noun	ηλεκτρική οικιακή συσκευή για το ψήσιμο και το φρυγάνισμα φετών ψωμιού
φρυγανιέρας	noun	γενική ενικού του φρυγανιέρα
φρυγανιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγανιέρα
φρυγανιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγανιά
φρυγανιζόμασταν	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόμαστε	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόμουν	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόμουνα	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόντουσαν	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόσασταν	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόσαστε	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόσουν	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόσουνα	=	φρυγανίζω
φρυγανιζόταν	=	φρυγανίζω
φρυγανιζότανε	=	φρυγανίζω
φρυγανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φρυγάνισμα
φρυγανισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγανισμένο
φρυγανισμένε	verb	κλητική ενικού του φρυγανισμένος
φρυγανισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγανισμένη
φρυγανισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρυγανισμένος
φρυγανισμένης	verb	γενική ενικού του φρυγανισμένη
φρυγανισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φρυγανισμένος
φρυγανισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρυγανισμένος
φρυγανισμένος	verb	που έχει φρυγανιστεί
φρυγανισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρυγανισμένος
φρυγανισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φρυγανισμένος
φρυγανισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρυγανισμένος
φρυγανιστήκαμε	=	φρυγανίζω
φρυγανιστήκαν	=	φρυγανίζω
φρυγανιστήκανε	=	φρυγανίζω
φρυγανιστήκατε	=	φρυγανίζω
φρυγανιστεί	=	φρυγανίζω
φρυγανιστείς	=	φρυγανίζω
φρυγανιστείτε	=	φρυγανίζω
φρυγανιστούμε	=	φρυγανίζω
φρυγανιστούν	=	φρυγανίζω
φρυγανιστούνε	=	φρυγανίζω
φρυγανιστώ	=	φρυγανίζω
φρυγανιών	noun	γενική πληθυντικού του φρυγανιά
φρυγανωδών	=	φρυγανώδης
φρυγανώδεις	=	φρυγανώδης
φρυγανώδες	=	φρυγανώδης
φρυγανώδη	=	φρυγανώδης
φρυγανώδης	adj	που μοιάζει με φρύγανο
φρυγανώδους	=	φρυγανώδης
φρυγικά	noun	η γλώσσα των αρχαίων Φρυγών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγικό
φρυγικέ	adj	κλητική ενικού του φρυγικός
φρυγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυγική
φρυγική	noun	η γλώσσα των αρχαίων Φρυγών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρυγικός
φρυγικής	adj	γενική ενικού του φρυγική
φρυγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρυγικός
φρυγικού	adj	γενική ενικού του φρυγικός
φρυγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρυγικός
φρυγικό	adj	αιτιατική ενικού του φρυγικός
φρυγικός	adj	σχετικός με τη Φρυγία
φρυγικών	adj	γενική πληθυντικού του φρυγικός
φρυγμέ	=	φρυγμός
φρυγμένα	=	φρυγμένος
φρυγμένε	=	φρυγμένος
φρυγμένες	=	φρυγμένος
φρυγμένη	=	φρυγμένος
φρυγμένης	=	φρυγμένος
φρυγμένο	=	φρυγμένος
φρυγμένοι	=	φρυγμένος
φρυγμένος	verb|figurative	ξεροψημένος, ξερός, κατάξερος, ξεραμένος
φρυγμένου	=	φρυγμένος
φρυγμένους	=	φρυγμένος
φρυγμένων	=	φρυγμένος
φρυγμοί	=	φρυγμός
φρυγμού	=	φρυγμός
φρυγμούς	=	φρυγμός
φρυγμό	=	φρυγμός
φρυγμός	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρύγω
φρυγμών	=	φρυγμός
φρυδά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φρυδάς
φρυδάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυδάς
φρυδάδων	noun	γενική πληθυντικού του φρυδάς
φρυδάς	noun	που έχει μεγάλα φρύδια
φρυδάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυδάτο
φρυδάτε	adj	κλητική ενικού του φρυδάτος
φρυδάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυδάτη
φρυδάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρυδάτος
φρυδάτης	adj	γενική ενικού του φρυδάτη
φρυδάτο	adj	αιτιατική ενικού του φρυδάτος
φρυδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρυδάτος
φρυδάτος	adj	φρυδάς
φρυδάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φρυδάτος
φρυδάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρυδάτος
φρυδάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φρυδάτος
φρυδιού	=	φρύδι
φρυδιών	=	φρύδι
φρυδού	noun	θηλυκό του φρυδάς
φρυδούδες	=	φρυδού
φρυδούδων	=	φρυδού
φρυδούς	=	φρυδού
φρυκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυκτό	adv	με φρυκτό τρόπο
φρυκτέ	adj	κλητική ενικού του φρυκτός
φρυκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυκτή
φρυκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρυκτός
φρυκτής	adj	γενική ενικού του φρυκτή
φρυκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρυκτός
φρυκτού	adj	γενική ενικού του φρυκτός
φρυκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρυκτός
φρυκτωρία	noun	η επικοινωνία μέσω σημάτων με φωτιές από αναμμένους πυρσούς μέσα στη νύχτα
φρυκτωρίας	noun	γενική ενικού του φρυκτωρία
φρυκτωρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρυκτωρία
φρυκτωριών	noun	γενική πληθυντικού του φρυκτωρία
φρυκτό	adj	αιτιατική ενικού του φρυκτός
φρυκτός	adj	που έχει φρυγεί ή μπορεί να φρυγεί
φρυκτών	adj	γενική πληθυντικού του φρυκτός
φρυμένα	=	φρυμένος
φρυμένε	=	φρυμένος
φρυμένες	=	φρυμένος
φρυμένη	=	φρυμένος
φρυμένης	=	φρυμένος
φρυμένο	=	φρυμένος
φρυμένοι	=	φρυμένος
φρυμένος	verb|figurative	ξεροψημένος, καβουρντισμένος, ξεραμένος, κατάξερος
φρυμένου	=	φρυμένος
φρυμένους	=	φρυμένος
φρυμένων	=	φρυμένος
φρυσάλου	=	φρύσαλο
φρυσάλων	=	φρύσαλο
φρόκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρόκαλο
φρόκαλο	noun|dated	σκουπίδι, ό,τι παρασύρει η σάρωση της σκούπας
φρόκαλου	noun	άλλη μορφή του φρόκαλο· το σκουπίδι και, μεταφορικά, ο αχρείος, τιποτένιος άνθρωπος
φρόκαλων	noun	γενική πληθυντικού του φρόκαλο
φρόνημα	noun	πεποιθήσεις, πολιτική ιδεολογία συνήθως (μεταπολεμικά), αλλά και κάθε άποψη, τοποθέτηση, βιοθεωρία, κοσμοθεωρία
φρόνηση	noun	τρόπος σκέψης που χαρακτηρίζεται από λογική, σύνεση, ωριμότητα
φρόνιμα	adv	με τρόπο φρόνιμο
φρόνιμε	adj	κλητική ενικού του φρόνιμος
φρόνιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρόνιμη
φρόνιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φρόνιμος
φρόνιμης	adj	γενική ενικού του φρόνιμη
φρόνιμο	adj	αιτιατική ενικού του φρόνιμος
φρόνιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρόνιμος
φρόνιμος	adj	που έχει λογική σκέψη, που ενεργεί με σύνεση
φρόνιμου	adj	γενική ενικού του φρόνιμος
φρόνιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φρόνιμος
φρόνιμων	adj	γενική πληθυντικού του φρόνιμος
φρόντιζα	=	φροντίζω
φρόντιζαν	=	φροντίζω
φρόντιζε	=	φροντίζω
φρόντιζες	=	φροντίζω
φρόντισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φρόντισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φρόντισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φρόντισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φροντίζω
φρόχειλα	=	φρόχειλο
φρόχειλο	noun|literary	το στόμιο του πηγαδιού
φρόχειλου	=	φρόχειλο
φρόχειλων	=	φρόχειλο
φρύαξα	=	φρυάζω
φρύγανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φρύγανο
φρύγανο	noun	κατηγορία αυτοφυών θάμνων με αγκαθωτά φύλλα που, όταν ξεραθούν, παραδοσιακά χρησιμοποιούνται είτε για προσάναμμα είτε ως φράκτες στην ύπαιθρο για την φύλαξη αιγοπροβάτων
φρύγανου	=	φρύγανο
φρύγανων	=	φρύγανο
φρύγας	noun	που ανήκει στο λαό των Φρυγών, που κατάγεται από τη Φρυγία
φρύγω	verb	ξεροψήνω, καβουρδίζω, ξεραίνω στη φωτιά
φρύδι	noun	καθένας από τους δύο τοξωτούς τριχωτούς σχηματισμούς, που βρίσκονται πάνω από τις κόγχες των ματιών
φρύδια	=	φρύδι
φρύνε	noun	κλητική ενικού του φρύνος
φρύνο	noun	αιτιατική ενικού του φρύνος
φρύνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φρύνος
φρύνος	noun	είδος βατράχου που ανήκει στην τάξη Άνουρων (Anura) και στην οικογένειας των Φρυνιδών
φρύνου	noun	γενική ενικού του φρύνος
φρύνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φρύνος
φρύνων	noun	γενική πληθυντικού του φρύνος
φρύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξεων	=	φρύξη
φρύξη	noun|archaic	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φρύγω
φρύξης	=	φρύξη
φρύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φρύγω
φρύσαλα	=	φρύσαλο
φρύσαλο	noun	μικρό σκουπιδάκι, ξηρό φύλλο
φρύσαλου	=	φρύσαλο
φτάναμε	=	φτάνω
φτάναν	=	φτάνω
φτάνανε	=	φτάνω
φτάνατε	=	φτάνω
φτάνε	=	φτάνω
φτάνει	intj	αρκετά, ως εδώ
φτάνεις	=	φτάνω
φτάνεσαι	=	φτάνω
φτάνεστε	=	φτάνω
φτάνεται	=	φτάνω
φτάνετε	=	φτάνω
φτάνομαι	=	φτάνω
φτάνομε	=	φτάνω
φτάνονται	=	φτάνω
φτάνονταν	=	φτάνω
φτάνοντας	=	φτάνω
φτάνουμε	=	φτάνω
φτάνουν	=	φτάνω
φτάνουνε	=	φτάνω
φτάνω	verb	αφικνούμαι, ολοκληρώνω το ταξίδι μου προς ένα προορισμό
φτάρμισμα	noun	η ενέργεια του φταρμίζω, το μάτιασμα
φτάρνισμα	noun	το αποτέλεσμα του φταρνίζομαι, αντανακλαστική λειτουργία του ανώτερου αναπνευστιού συστήματος που κατόπιν ερεθίσματος προκαλεί μυικό σπασμό για έξοδο αέρος ή ουσιών από το όλο σύστημα
φτάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσαν	=	φτάνω
φτάσανε	=	φτάνω
φτάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσιμο	noun	άλλη γραφή του φθάσιμο
φτάσομε	=	φτάνω
φτάσου	=	φτάνω
φτάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάσουνε	=	φτάνω
φτάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτάστηκα	=	φτάνω
φτάστηκαν	=	φτάνω
φτάστηκε	=	φτάνω
φτάστηκες	=	φτάνω
φτάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτάνω
φτέρες	=	φτέρη
φτέρη	noun	καλλωπιστικό και διακοσμητικό φυτό με χαρακτηριστικά σύνθετα φύλλα, της κλάσης των Πτεριδικών.
φτέρης	=	φτέρη
φτέριασμα	noun	η φάση κατά την οποία ο νεοσσός αποκτά το πρώτο του πτέρωμα, φτεριάζει, ο σχηματισμός του πρώτου πτερώματος
φτέρνα	noun	το πίσω μέρος του πέλματος και το αντίστοιχο οστό του ποδιού
φτέρνας	noun	γενική ενικού του φτέρνα
φτέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτέρνα
φτέρνισμα	noun	άλλη μορφή του φτάρνισμα
φτέρωμα	noun	ορνιθολoγία το σύνολο των φτερών σε σώμα πτηνού
φτέρωνα	=	φτερώνω
φτέρωναν	=	φτερώνω
φτέρωνε	=	φτερώνω
φτέρωνες	=	φτερώνω
φτέρωσα	=	φτερώνω
φτέρωσαν	=	φτερώνω
φτέρωσε	=	φτερώνω
φτέρωσες	=	φτερώνω
φτήναινα	=	φτηναίνω
φτήναιναν	=	φτηναίνω
φτήναινε	=	φτηναίνω
φτήναινες	=	φτηναίνω
φτήνια	noun	χαμηλή τιμή σε πολλά αγαθά και υπηρεσίες, χαμηλό κόστος ζωής σε μια συγκεκριμένη περίοδο ή χαμηλές τιμές για περιορισμένη ομάδα αγαθών
φτήνιας	noun	γενική ενικού του φτήνια
φτήνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτήνια
φτήνυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτήνυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτήνυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτήνυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φταίγαμε	=	φταίω
φταίγαν	=	φταίω
φταίγανε	=	φταίω
φταίγατε	=	φταίω
φταίγοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φταίω
φταίει	=	φταίω
φταίμε	=	φταίω
φταίνε	=	φταίω
φταίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξαν	=	φταίω
φταίξανε	=	φταίω
φταίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξιμο	noun	η υπαιτιότητα για κάποιο σφάλμα
φταίξομε	=	φταίω
φταίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξουνε	=	φταίω
φταίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταίω
φταίτε	=	φταίω
φταίχτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φταίχτης
φταίχτη	=	φταίχτης
φταίχτης	noun	αυτός που είναι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα
φταίχτρα	=	φταίχτης
φταίω	verb	είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό
φταιν	=	φταίω
φταιξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φταίξιμο
φταιξίματος	=	φταίξιμο
φταιξιμάτων	=	φταίξιμο
φταις	=	φταίω
φταιχτών	=	φταίχτης
φτανόμασταν	=	φτάνω
φτανόμαστε	=	φτάνω
φτανόμουν	=	φτάνω
φτανόμουνα	=	φτάνω
φτανόντουσαν	=	φτάνω
φτανόσασταν	=	φτάνω
φτανόσαστε	=	φτάνω
φτανόσουν	=	φτάνω
φτανόσουνα	=	φτάνω
φτανόταν	=	φτάνω
φτανότανε	=	φτάνω
φταρμέ	=	φταρμός
φταρμίζω	verb	ρίχνω φθονερό βλέμμα, ματιάζω, βασκάνω
φταρμίσματα	=	φτάρμισμα
φταρμίσματος	=	φτάρμισμα
φταρμισμάτων	=	φτάρμισμα
φταρμοί	=	φταρμός
φταρμού	=	φταρμός
φταρμούς	=	φταρμός
φταρμό	=	φταρμός
φταρμός	noun	το μάτιασμα, η βασκανία
φταρμών	=	φταρμός
φταρνίζεσαι	=	φταρνίζομαι
φταρνίζεστε	=	φταρνίζομαι
φταρνίζεται	=	φταρνίζομαι
φταρνίζομαι	verb	παρουσιάζω απότομη, βίαιη και ηχηρή εκβολή αέρα, από αντανακλαστική αντίδραση του ανώτερου αναπνευστικού σε κάποιο ερέθισμα
φταρνίζονται	=	φταρνίζομαι
φταρνίζονταν	=	φταρνίζομαι
φταρνίζου	=	φταρνίζομαι
φταρνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτάρνισμα
φταρνίσματος	noun	γενική ενικού του φτάρνισμα
φταρνίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιζόμασταν	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόμαστε	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόμουν	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόμουνα	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόντουσαν	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόσασταν	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόσαστε	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόσουν	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόσουνα	=	φταρνίζομαι
φταρνιζόταν	=	φταρνίζομαι
φταρνιζότανε	=	φταρνίζομαι
φταρνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτάρνισμα
φταρνισμένος	=	φταρνίζομαι
φταρνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστήκαν	=	φταρνίζομαι
φταρνιστήκανε	=	φταρνίζομαι
φταρνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φταρνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φταρνίζομαι
φτασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτάσιμο
φτασίματος	noun	γενική ενικού του φτάσιμο
φτασιμάτων	=	φτάσιμο
φτασμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτασμένο
φτασμένε	adj	κλητική ενικού του φτασμένος
φτασμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτασμένη
φτασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτασμένος
φτασμένης	adj	γενική ενικού του φτασμένη
φτασμένο	adj	αιτιατική ενικού του φτασμένος
φτασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτασμένος
φτασμένος	verb	καταξιωμένος και πεπειραμένος στη σταδιοδρομία
φτασμένου	verb	γενική ενικού του φτασμένος
φτασμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτασμένος
φτασμένων	adj	γενική πληθυντικού του φτασμένος
φταστήκαμε	=	φτάνω
φταστήκαν	=	φτάνω
φταστήκανε	=	φτάνω
φταστήκατε	=	φτάνω
φταστεί	=	φτάνω
φταστείς	=	φτάνω
φταστείτε	=	φτάνω
φταστούμε	=	φτάνω
φταστούν	=	φτάνω
φταστούνε	=	φτάνω
φταστώ	=	φτάνω
φτείρα	noun	η ψείρα
φτειάνω	=	φτιάχνω
φτειάξαμε	=	φτειάχνω
φτειάξαν	=	φτειάχνω
φτειάξανε	=	φτειάχνω
φτειάξατε	=	φτειάχνω
φτειάξε	=	φτειάχνω
φτειάξει	=	φτειάχνω
φτειάξου	=	φτειάχνω
φτειάξτε	=	φτειάχνω
φτειάχναμε	=	φτειάχνω
φτειάχναν	=	φτειάχνω
φτειάχνανε	=	φτειάχνω
φτειάχνατε	=	φτειάχνω
φτειάχνε	=	φτειάχνω
φτειάχνει	=	φτειάχνω
φτειάχνεις	=	φτειάχνω
φτειάχνεσαι	=	φτειάχνω
φτειάχνεστε	=	φτειάχνω
φτειάχνεται	=	φτειάχνω
φτειάχνετε	=	φτειάχνω
φτειάχνομαι	=	φτειάχνω
φτειάχνονται	=	φτειάχνω
φτειάχνονταν	=	φτειάχνω
φτειάχνοντας	=	φτειάχνω
φτειάχνου	=	φτειάχνω
φτειάχνουμε	=	φτειάχνω
φτειάχνουν	=	φτειάχνω
φτειάχνουνε	=	φτειάχνω
φτειάχνω	verb	ετυμολογική γραφή του φτιάχνω
φτειάχτηκα	=	φτειάχνω
φτειάχτηκαν	=	φτειάχνω
φτειάχτηκε	=	φτειάχνω
φτειάχτηκες	=	φτειάχνω
φτειαγμένος	=	φτειάχνω
φτειασίδι	noun	παρωχημένη γραφή του φτιασίδι
φτειασίδια	=	φτειασίδι
φτειασιδιού	=	φτειασίδι
φτειασιδιών	=	φτειασίδι
φτειαχνόμασταν	=	φτειάχνω
φτειαχνόμαστε	=	φτειάχνω
φτειαχνόμουν	=	φτειάχνω
φτειαχνόμουνα	=	φτειάχνω
φτειαχνόντουσαν	=	φτειάχνω
φτειαχνόσασταν	=	φτειάχνω
φτειαχνόσαστε	=	φτειάχνω
φτειαχνόσουν	=	φτειάχνω
φτειαχνόσουνα	=	φτειάχνω
φτειαχνόταν	=	φτειάχνω
φτειαχνότανε	=	φτειάχνω
φτειαχτήκαμε	=	φτειάχνω
φτειαχτήκαν	=	φτειάχνω
φτειαχτήκανε	=	φτειάχνω
φτειαχτήκατε	=	φτειάχνω
φτειαχτεί	=	φτειάχνω
φτειαχτείτε	=	φτειάχνω
φτελιά	noun	φυλλοβόλο δέντρο του γένους Ulmus με πυκνό φύλλωμα και πλατιά οδοντωτά φύλλα
φτελιάδι	noun|dated	το δέντρο φτελιά
φτελιάδια	=	φτελιάδι
φτελιάς	noun	γενική ενικού του φτελιά
φτελιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτελιά
φτελιών	=	φτελιά
φτενά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (φτενό) του φτενός	adv|rare	με φτενό τρόπο
φτενέ	adj	κλητική ενικού του φτενός
φτενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτενή
φτενή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτενός
φτενής	adj	γενική ενικού του φτενή
φτενοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτενός
φτενού	adj	γενική ενικού του φτενός
φτενούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτενός
φτενό	adj	αιτιατική ενικού του φτενός
φτενός	adj|vulgar	λεπτός, δίχως πάχος, λιγνός, ισχνός
φτενόφλουδα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτενόφλουδο
φτενόφλουδε	adj	κλητική ενικού του φτενόφλουδος
φτενόφλουδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτενόφλουδη
φτενόφλουδη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτενόφλουδος
φτενόφλουδης	adj	γενική ενικού του φτενόφλουδη
φτενόφλουδο	adj	αιτιατική ενικού του φτενόφλουδος
φτενόφλουδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτενόφλουδος
φτενόφλουδος	adj	ο λεπτόφλουδος καρπός, ο ψιλόφλουδος
φτενόφλουδου	adj	γενική ενικού του φτενόφλουδος
φτενόφλουδους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτενόφλουδος
φτενόφλουδων	adj	γενική πληθυντικού του φτενόφλουδος
φτενών	adj	γενική πληθυντικού του φτενός
φτερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερό
φτεριάζω	verb	o νεοσσός, το μικρό πουλάκι, που βγάζει το πρώτο του πτέρωμα
φτεριάσματα	=	φτέριασμα
φτεριάσματος	=	φτέριασμα
φτεριασμάτων	=	φτέριασμα
φτερνίζομαι	verb	άλλη μορφή του φταρνίζομαι
φτερνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτέρνισμα
φτερνίσματος	noun	γενική ενικού του φτέρνισμα
φτερνίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιά	noun|literary	χτύπημα σε ζώο (άλογο, μουλάρι κ.πλ.) με τη φτέρνα η με πτερνιστήρα
φτερνιάς	=	φτερνιά
φτερνιές	=	φτερνιά
φτερνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτέρνισμα
φτερνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστήρι	noun	το σπιρούνι
φτερνιστήρια	=	φτερνιστήρι
φτερνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστηριού	=	φτερνιστήρι
φτερνιστηριών	=	φτερνιστήρι
φτερνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερνίζομαι
φτερνιών	=	φτερνιά
φτερνοκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερνοκόπημα
φτερνοκοπήματος	noun	γενική ενικού του φτερνοκόπημα
φτερνοκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτερνοκόπημα
φτερνοκοπώ	verb	χτυπώ, κλωτσώ με τη φτέρνα
φτερνοκόπημα	noun	το να χτυπάει κάποιος κάτι με τη φτέρνα του
φτερνών	noun	γενική πληθυντικού του φτέρνα
φτεροκοπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτεροκόπημα
φτεροκοπήματος	noun	γενική ενικού του φτεροκόπημα
φτεροκοπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτεροκόπημα
φτεροκοπώ	verb	"κόβω" τον αέρα με τα φτερά, κινώ τα φτερά γρήγορα (για τα πουλιά)
φτεροκόπημα	noun	η γοργή κίνηση των φτερών του πουλιού, το χτύπημα του αέρα με τα φτερά
φτεροπόδαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτεροπόδαρο
φτεροπόδαρε	adj	κλητική ενικού του φτεροπόδαρος
φτεροπόδαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτεροπόδαρη
φτεροπόδαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτεροπόδαρος
φτεροπόδαρης	adj	γενική ενικού του φτεροπόδαρη
φτεροπόδαρο	adj	αιτιατική ενικού του φτεροπόδαρος
φτεροπόδαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτεροπόδαρος
φτεροπόδαρος	adj	ο γοργός στα πόδια, ο ταχύς
φτεροπόδαρου	adj	γενική ενικού του φτεροπόδαρος
φτεροπόδαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτεροπόδαρος
φτεροπόδαρων	adj	γενική πληθυντικού του φτεροπόδαρος
φτεροσουσούρισμα	noun|literary	ελαφρός ήχος φτεροκοπήματος
φτερουγάω	=	φτερουγίζω
φτερουγίζαμε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζαν	=	φτερουγίζω
φτερουγίζανε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζατε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζει	=	φτερουγίζω
φτερουγίζεις	=	φτερουγίζω
φτερουγίζετε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζομε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζοντας	=	φτερουγίζω
φτερουγίζουμε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζουν	=	φτερουγίζω
φτερουγίζουνε	=	φτερουγίζω
φτερουγίζω	verb	πετώ, κουνώ τα φτερά μου
φτερουγίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσαν	=	φτερουγίζω
φτερουγίσανε	=	φτερουγίζω
φτερουγίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερούγισμα
φτερουγίσματος	noun	γενική ενικού του φτερούγισμα
φτερουγίσομε	=	φτερουγίζω
φτερουγίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσουνε	=	φτερουγίζω
φτερουγίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερουγισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτερούγισμα
φτερουγώ	verb	φτερουγίζω
φτερού	noun	ομοφυλόφιλος
φτερούγα	noun	όργανο των πουλερικών, των πουλιών και των εντόμων που τους επιτρέπει να πετούν
φτερούγας	=	φτερούγα
φτερούγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερούγα
φτερούγιζα	=	φτερουγίζω
φτερούγιζαν	=	φτερουγίζω
φτερούγιζε	=	φτερουγίζω
φτερούγιζες	=	φτερουγίζω
φτερούγισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερούγισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερούγισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερούγισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτερουγίζω
φτερούγισμα	noun	πέταγμα
φτερούγων	=	φτερούγα
φτερωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτέρωμα
φτερωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φτερωτός
φτερωτέ	adj	κλητική ενικού του φτερωτός
φτερωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτερωτή
φτερωτή	noun	τμήμα ή εξάρτημα διαφόρων μηχανών με αρκετά φτερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτερωτός
φτερωτής	adj	γενική ενικού του φτερωτή
φτερωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτερωτός
φτερωτού	adj	γενική ενικού του φτερωτός
φτερωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτερωτός
φτερωτό	adj	αιτιατική ενικού του φτερωτός
φτερωτός	adj	που έχει φτερά
φτερωτών	adj	γενική πληθυντικού του φτερωτός
φτερό	noun	το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
φτερώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτέρωμα
φτερώματος	noun	γενική ενικού του φτέρωμα
φτερών	noun	γενική πληθυντικού του φτερό
φτερώναμε	=	φτερώνω
φτερώναν	=	φτερώνω
φτερώνανε	=	φτερώνω
φτερώνατε	=	φτερώνω
φτερώνει	=	φτερώνω
φτερώνεις	=	φτερώνω
φτερώνετε	=	φτερώνω
φτερώνοντας	=	φτερώνω
φτερώνουμε	=	φτερώνω
φτερώνουν	=	φτερώνω
φτερώνουνε	=	φτερώνω
φτερώνω	verb	ανοίγω τα φτερά μου και πετώ.
φτερώσαμε	=	φτερώνω
φτερώσαν	=	φτερώνω
φτερώσανε	=	φτερώνω
φτερώσατε	=	φτερώνω
φτερώσει	=	φτερώνω
φτερώστε	=	φτερώνω
φτηνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φτηνός	adv	με χαμηλό κόστος
φτηνέ	adj	κλητική ενικού του φτηνός
φτηνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνή
φτηνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτηνός
φτηνής	adj	γενική ενικού του φτηνή
φτηναίναμε	=	φτηναίνω
φτηναίναν	=	φτηναίνω
φτηναίνανε	=	φτηναίνω
φτηναίνατε	=	φτηναίνω
φτηναίνει	=	φτηναίνω
φτηναίνεις	=	φτηναίνω
φτηναίνετε	=	φτηναίνω
φτηναίνοντας	=	φτηναίνω
φτηναίνουμε	=	φτηναίνω
φτηναίνουν	=	φτηναίνω
φτηναίνουνε	=	φτηναίνω
φτηναίνω	verb	γίνομαι πιο φτηνός
φτηνιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνιάρικο
φτηνιάρικε	adj	κλητική ενικού του φτηνιάρικος
φτηνιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνιάρικη
φτηνιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτηνιάρικος
φτηνιάρικης	adj	γενική ενικού του φτηνιάρικη
φτηνιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του φτηνιάρικος
φτηνιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτηνιάρικος
φτηνιάρικος	adj	που έχει χαμηλή ποιότητα ως αποτέλεσμα του χαμηλού του κόστους
φτηνιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φτηνιάρικος
φτηνιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτηνιάρικος
φτηνιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φτηνιάρικος
φτηνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτηνός
φτηνοδουλειά	noun	εργασία που δεν κοστίζει πολύ
φτηνοδουλειάς	noun	γενική ενικού του φτηνοδουλειά
φτηνοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνοδουλειά
φτηνοδουλειών	=	φτηνοδουλειά
φτηνομάγαζα	=	φτηνομάγαζο
φτηνομάγαζο	noun	κατάστημα που πουλά όλα τα είδη του φτηνά, συχνά όμως αυτά εννοούνται ως ευτελούς ποιότητας
φτηνομάγαζου	=	φτηνομάγαζο
φτηνομάγαζων	=	φτηνομάγαζο
φτηνοπουτάνα	noun	πόρνη που εργάζεται σε φτηνό οίκο ανοχής, της οποίας η πελατεία είναι τα κατώτερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα
φτηνοπουτάνας	=	φτηνοπουτάνα
φτηνοπουτάνες	=	φτηνοπουτάνα
φτηνοπράμα	noun	άλλη μορφή του φτηνόπραμα
φτηνοπράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνόπραμα
φτηνοπράματος	noun	γενική ενικού του φτηνόπραμα
φτηνοπραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτηνόπραμα
φτηνού	adj	γενική ενικού του φτηνός
φτηνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτηνός
φτηνούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνούτσικο	adv	με τρόπο που να μη στοιχίζει πολλά
φτηνούτσικε	adj	κλητική ενικού του φτηνούτσικος
φτηνούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτηνούτσικη
φτηνούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτηνούτσικος
φτηνούτσικης	adj	γενική ενικού του φτηνούτσικη
φτηνούτσικια	=	φτηνούτσικος
φτηνούτσικιας	=	φτηνούτσικος
φτηνούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του φτηνούτσικος
φτηνούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτηνούτσικος
φτηνούτσικος	adj	κάπως φτηνός, που θα τον θέλαμε πιο φθηνό αλλά πάλι καλά που δεν ήταν και ακριβός
φτηνούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φτηνούτσικος
φτηνούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτηνούτσικος
φτηνούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φτηνούτσικος
φτηνό	adj	αιτιατική ενικού του φτηνός
φτηνόπραμα	noun	πράγμα ή αντικείμενο που δεν είναι καλής ποιότητας
φτηνός	adj	που έχει χαμηλή τιμή, αξία, χαμηλό κόστος αγοράς, σε σχέση με άλλα ίδια αντικείμενα ή γενικά σε σχέση με το κόστος ζωής
φτηνότερα	=	φτηνός
φτηνότερε	=	φτηνός
φτηνότερες	=	φτηνός
φτηνότερη	=	φτηνός
φτηνότερης	=	φτηνός
φτηνότερο	=	φτηνός
φτηνότεροι	=	φτηνός
φτηνότερος	=	φτηνός
φτηνότερου	=	φτηνός
φτηνότερους	=	φτηνός
φτηνότερων	=	φτηνός
φτηνύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύναν	=	φτηναίνω
φτηνύνανε	=	φτηναίνω
φτηνύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτηναίνω
φτηνών	adj	γενική πληθυντικού του φτηνός
φτιάνω	verb	άλλη εκφορά του φτιάχνω
φτιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξαν	=	φτιάχνω
φτιάξανε	=	φτιάχνω
φτιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιάξη
φτιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξεων	=	φτιάξη
φτιάξη	noun|vulgar	ο σωματότυπος κάποιου
φτιάξης	=	φτιάξη
φτιάξιμο	noun	η επιδιόρθωση, η επισκευή
φτιάξομε	=	φτιάχνω
φτιάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξουνε	=	φτιάχνω
φτιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνω
φτιάσεις	=	φτιάση
φτιάσεων	=	φτιάση
φτιάση	noun|vulgar	άλλη μορφή του φτιάξη
φτιάσης	=	φτιάση
φτιάσιμο	=	φτιάξιμο
φτιάχναμε	=	φτιάχνω
φτιάχναν	=	φτιάχνω
φτιάχνανε	=	φτιάχνω
φτιάχνατε	=	φτιάχνω
φτιάχνε	=	φτιάχνω
φτιάχνει	=	φτιάχνω
φτιάχνεις	=	φτιάχνω
φτιάχνεσαι	=	φτιάχνω
φτιάχνεστε	=	φτιάχνω
φτιάχνεται	=	φτιάχνω
φτιάχνετε	=	φτιάχνω
φτιάχνομαι	verb	κατασκευάζομαι, γίνομαι με ορισμένα υλικά
φτιάχνομε	=	φτιάχνω
φτιάχνονται	=	φτιάχνω
φτιάχνονταν	=	φτιάχνω
φτιάχνοντας	=	φτιάχνω
φτιάχνου	=	φτιάχνω
φτιάχνουμε	=	φτιάχνω
φτιάχνουν	=	φτιάχνω
φτιάχνουνε	=	φτιάχνω
φτιάχνω	verb	κάνω, δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι
φτιάχτε	=	φτιάχνω
φτιάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιαγμένο
φτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του φτιαγμένος
φτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιαγμένη
φτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτιαγμένος
φτιαγμένης	verb	γενική ενικού του φτιαγμένη
φτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του φτιαγμένος
φτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτιαγμένος
φτιαγμένος	verb	που έχει προετοιμαστεί, που έχει γίνει
φτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φτιαγμένος
φτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φτιαγμένος
φτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φτιαγμένος
φτιαξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιάξιμο
φτιαξίματος	noun	γενική ενικού του φτιάξιμο
φτιαξιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του φτιάξη
φτιαξιάς	=	φτιαξιά
φτιαξιές	=	φτιαξιά
φτιαξιμάτων	=	φτιάξιμο
φτιαξιών	=	φτιαξιά
φτιασίδι	noun	καλλυντικό, ψιμύθιο για το πρόσωπο, με υπαινιγμό υπερβολής, φτηνού ή κακού αποτελέσματος
φτιασίδια	=	φτιασίδι
φτιασίδωμα	noun	το αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος φτιασιδώνω
φτιασίδωνα	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωναν	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωνε	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωνες	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωσα	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωσαν	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωσε	=	φτιασιδώνω
φτιασίδωσες	=	φτιασιδώνω
φτιασίματα	=	φτιάξιμο
φτιασίματος	=	φτιάξιμο
φτιασιά	noun|vulgar	άλλη μορφή του φτιάξη
φτιασιάς	=	φτιασιά
φτιασιές	=	φτιασιά
φτιασιδιού	=	φτιασίδι
φτιασιδιών	=	φτιασίδι
φτιασιδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθήκαν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωθήκανε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτιασίδωμα
φτιασιδωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιασιδωμένο
φτιασιδωμένε	verb	κλητική ενικού του φτιασιδωμένος
φτιασιδωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιασιδωμένη
φτιασιδωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτιασιδωμένος
φτιασιδωμένης	verb	γενική ενικού του φτιασιδωμένη
φτιασιδωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φτιασιδωμένος
φτιασιδωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτιασιδωμένος
φτιασιδωμένος	verb	που έχει φτιασιδωθεί
φτιασιδωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φτιασιδωμένος
φτιασιδωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φτιασιδωμένος
φτιασιδωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φτιασιδωμένος
φτιασιδωνόμασταν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόμαστε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόμουν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόμουνα	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόντουσαν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόσασταν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόσαστε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόσουν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόσουνα	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνόταν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδωνότανε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιασίδωμα
φτιασιδώματος	noun	γενική ενικού του φτιασίδωμα
φτιασιδώναμε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώναν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνανε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνατε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνει	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνεις	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνεσαι	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνεστε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνεται	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνετε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνομαι	verb	μακιγιάρομαι
φτιασιδώνονται	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνονταν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνοντας	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνου	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνουμε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνουν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνουνε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώνω	verb	προσπαθώ να κάνω κάτι πιο όμορφο χρησιμοποιώντας φτιασίδια
φτιασιδώσαμε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώσαν	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώσανε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώσατε	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώσει	=	φτιασιδώνω
φτιασιδώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτιασιδώνομαι
φτιασιδώστε	=	φτιασιδώνω
φτιασιμάτων	=	φτιάξιμο
φτιασιών	=	φτιασιά
φτιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φτιαστός	adv|vulgar	με φτιαστό τρόπο
φτιαστέ	adj	κλητική ενικού του φτιαστός
φτιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιαστή
φτιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτιαστός
φτιαστής	adj	γενική ενικού του φτιαστή
φτιαστικά	noun|dated	η αμοιβή που δίνεται, για να φτιαχτεί ή επιδιορθωθεί κάτι
φτιαστικών	=	φτιαστικά
φτιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτιαστός
φτιαστού	adj	γενική ενικού του φτιαστός
φτιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτιαστός
φτιαστό	adj	αιτιατική ενικού του φτιαστός
φτιαστός	adj	τεχνητός
φτιαστών	adj	γενική πληθυντικού του φτιαστός
φτιαχνόμασταν	=	φτιάχνω
φτιαχνόμαστε	=	φτιάχνω
φτιαχνόμουν	=	φτιάχνω
φτιαχνόμουνα	=	φτιάχνω
φτιαχνόντουσαν	=	φτιάχνω
φτιαχνόσασταν	=	φτιάχνω
φτιαχνόσαστε	=	φτιάχνω
φτιαχνόσουν	=	φτιάχνω
φτιαχνόσουνα	=	φτιάχνω
φτιαχνόταν	=	φτιάχνω
φτιαχνότανε	=	φτιάχνω
φτιαχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φτιαχτός	adv	με φτιαχτό τρόπο
φτιαχτέ	adj	κλητική ενικού του φτιαχτός
φτιαχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτιαχτή
φτιαχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτιαχτός
φτιαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτήκαν	=	φτιάχνω
φτιαχτήκανε	=	φτιάχνω
φτιαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτής	adj	γενική ενικού του φτιαχτή
φτιαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτικά	noun|dated	η αμοιβή που δίνεται, για να φτιαχτεί ή επιδιορθωθεί κάτι
φτιαχτικών	=	φτιαχτικά
φτιαχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτιαχτός
φτιαχτού	adj	γενική ενικού του φτιαχτός
φτιαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτούνε	=	φτιάχνω
φτιαχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτιαχτός
φτιαχτό	adj	αιτιατική ενικού του φτιαχτός
φτιαχτός	adj	ο μη φυσικός, ο τεχνητός
φτιαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτιάχνομαι
φτιαχτών	adj	γενική πληθυντικού του φτιαχτός
φτινόπωρο	=	φθινόπωρο
φτου	intj	ο ήχος του φτυσίματος.
φτουράω	verb	επαρκώ, είμαι αρκετός
φτουρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτουρώ	verb	άλλη μορφή του φτουράω
φτουρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φτουράω
φτούρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτούρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτούρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτούρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτουρώ
φτυάρι	noun	με μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για τη μεταφορά χώματος, χαλικιών, λάσπης κ.λπ. ή για σκάψιμο σε μαλακό έδαφος
φτυάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτυάρι
φτυάριζα	=	φτυαρίζω
φτυάριζαν	=	φτυαρίζω
φτυάριζε	=	φτυαρίζω
φτυάριζες	=	φτυαρίζω
φτυάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυάρισμα	noun	η ενέργεια του φτυαρίζω
φτυαράκι	noun	μικρό φτυάρι
φτυαράκια	=	φτυαράκι
φτυαρίζαμε	=	φτυαρίζω
φτυαρίζαν	=	φτυαρίζω
φτυαρίζανε	=	φτυαρίζω
φτυαρίζατε	=	φτυαρίζω
φτυαρίζει	=	φτυαρίζω
φτυαρίζεις	=	φτυαρίζω
φτυαρίζετε	=	φτυαρίζω
φτυαρίζοντας	=	φτυαρίζω
φτυαρίζουμε	=	φτυαρίζω
φτυαρίζουν	=	φτυαρίζω
φτυαρίζουνε	=	φτυαρίζω
φτυαρίζω	verb	χρησιμοποιώ το φτυάρι για να αναμίξω υλικά ή να τα μεταφέρω ή σκαλίζω το χώμα
φτυαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσαν	=	φτυαρίζω
φτυαρίσανε	=	φτυαρίζω
φτυαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτυάρισμα
φτυαρίσματος	noun	γενική ενικού του φτυάρισμα
φτυαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτυαρίζω
φτυαριά	noun	χτύπημα με φτυάρι
φτυαριάς	noun	γενική ενικού του φτυαριά
φτυαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτυαριά
φτυαριού	=	φτυάρι
φτυαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτυάρισμα
φτυαριών	=	φτυάρι
φτυμάτων	=	φτύμα
φτυνόμασταν	=	φτύνω
φτυνόμαστε	=	φτύνω
φτυνόμουν	=	φτύνω
φτυνόμουνα	=	φτύνω
φτυνόντουσαν	=	φτύνω
φτυνόσασταν	=	φτύνω
φτυνόσαστε	=	φτύνω
φτυνόσουν	=	φτύνω
φτυνόσουνα	=	φτύνω
φτυνόταν	=	φτύνω
φτυνότανε	=	φτύνω
φτυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτύσιμο
φτυσίματος	noun	γενική ενικού του φτύσιμο
φτυσιά	noun	το φτύσιμο
φτυσιάς	noun	γενική ενικού του φτυσιά
φτυσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτυσιά
φτυσιμάτων	=	φτύσιμο
φτυσιών	=	φτυσιά
φτυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτύσμα
φτυσμένα	=	φτυσμένος
φτυσμένε	=	φτυσμένος
φτυσμένες	=	φτυσμένος
φτυσμένη	=	φτυσμένος
φτυσμένης	=	φτυσμένος
φτυσμένο	=	φτυσμένος
φτυσμένοι	=	φτυσμένος
φτυσμένος	verb	που τον έχουν φτύσει
φτυσμένου	=	φτυσμένος
φτυσμένους	=	φτυσμένος
φτυσμένων	=	φτυσμένος
φτυστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτυστό	adv	με φτυστό τρόπο
φτυστέ	adj	κλητική ενικού του φτυστός
φτυστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτυστή
φτυστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτυστός
φτυστήκαμε	=	φτύνω
φτυστήκαν	=	φτύνω
φτυστήκανε	=	φτύνω
φτυστήκατε	=	φτύνω
φτυστής	adj	γενική ενικού του φτυστή
φτυστεί	=	φτύνω
φτυστείς	=	φτύνω
φτυστείτε	=	φτύνω
φτυστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτυστός
φτυστού	adj	γενική ενικού του φτυστός
φτυστούμε	=	φτύνω
φτυστούν	=	φτύνω
φτυστούνε	=	φτύνω
φτυστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτυστός
φτυστό	adj	αιτιατική ενικού του φτυστός
φτυστός	adj	όμοιος, ολόιδιος
φτυστώ	=	φτύνω
φτυστών	adj	γενική πληθυντικού του φτυστός
φτω	verb	προφορικός, δημώδης τύπος του πτύω, συνώνυμο του φτύνω
φτωχά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φτωχός	adv	φτωχικά, λιτά, απέριττα, στερημένα
φτωχάνθι	noun|literary	λουλούδι ταπεινό, που δεν είναι γνωστό για την ομορφιά του
φτωχάνθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχάνθι
φτωχάνθρωπε	=	φτωχάνθρωπος
φτωχάνθρωπο	=	φτωχάνθρωπος
φτωχάνθρωποι	=	φτωχάνθρωπος
φτωχάνθρωπος	noun	ο φτωχός άνθρωπος
φτωχέ	adj	κλητική ενικού του φτωχός
φτωχέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτώχεμα
φτωχέματος	noun	γενική ενικού του φτώχεμα
φτωχές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχή
φτωχή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχός
φτωχής	adj	γενική ενικού του φτωχή
φτωχαίναμε	=	φτωχαίνω
φτωχαίναν	=	φτωχαίνω
φτωχαίνανε	=	φτωχαίνω
φτωχαίνατε	=	φτωχαίνω
φτωχαίνει	=	φτωχαίνω
φτωχαίνεις	=	φτωχαίνω
φτωχαίνετε	=	φτωχαίνω
φτωχαίνοντας	=	φτωχαίνω
φτωχαίνουμε	=	φτωχαίνω
φτωχαίνουν	=	φτωχαίνω
φτωχαίνουνε	=	φτωχαίνω
φτωχαίνω	verb	ενώ δεν ήμουν φτωχός, γίνομαι, χάνω περιουσία
φτωχαδάκι	noun	φτωχός (για να εκφράσουμε συμπάθεια ή λύπηση)
φτωχαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχαδάκι
φτωχανθρώπου	=	φτωχάνθρωπος
φτωχανθρώπους	=	φτωχάνθρωπος
φτωχανθρώπων	=	φτωχάνθρωπος
φτωχεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φτώχεμα
φτωχιά	=	φτωχός
φτωχιάς	=	φτωχός
φτωχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φτωχικός	adv	με φτωχικό τρόπο, χωρίς πλούτη και πολυτέλεια
φτωχικέ	adj	κλητική ενικού του φτωχικός
φτωχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχική
φτωχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχικός
φτωχικής	adj	γενική ενικού του φτωχική
φτωχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχικός
φτωχικού	adj	γενική ενικού του φτωχικός
φτωχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτωχικός
φτωχικό	noun	φτωχικό σπίτι, ταπεινή κατοικία	adj	αιτιατική ενικού του φτωχικός
φτωχικόή	=	φτωχικός
φτωχικός	adj	που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σε φτωχό
φτωχικών	adj	γενική πληθυντικού του φτωχικός
φτωχιών	=	φτώχια
φτωχοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχός
φτωχογειτονιά	noun	η γειτονιά όπου μένουν κυρίως φτωχοί
φτωχογειτονιάς	noun	γενική ενικού του φτωχογειτονιά
φτωχογειτονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχογειτονιά
φτωχογειτονιών	=	φτωχογειτονιά
φτωχοδιάβολε	=	φτωχοδιάβολος
φτωχοδιάβολο	=	φτωχοδιάβολος
φτωχοδιάβολοι	=	φτωχοδιάβολος
φτωχοδιάβολος	noun|figurative	φουκαράς, κακομοίρης, κατακαημένος
φτωχοδιάβολου	=	φτωχοδιάβολος
φτωχοδιάβολους	=	φτωχοδιάβολος
φτωχοδιαβόλων	=	φτωχοδιάβολος
φτωχοκαλυβάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοκαλυβάκι
φτωχοκαλύβες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοκαλύβα
φτωχοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοκομείο
φτωχοκομείο	noun	άλλη μορφή του πτωχοκομείο
φτωχοκομείου	noun	γενική ενικού του φτωχοκομείο
φτωχοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχοκομείο
φτωχοκόριτσα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοκόριτσο
φτωχοκόριτσο	noun	το κορίτσι που δεν έχει τα μέσα να συντηρηθεί
φτωχοκόριτσου	noun	γενική ενικού του φτωχοκόριτσο
φτωχοκόριτσων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχοκόριτσο
φτωχολογιά	noun	οι φτωχοί άνθρωποι σαν σύνολο
φτωχολογιάς	noun	γενική ενικού του φτωχολογιά
φτωχολογιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχολογιά
φτωχολογιού	=	φτωχολόι
φτωχολογιών	=	φτωχολογιά
φτωχολόγια	=	φτωχολόι
φτωχολόι	noun	μάζα φτωχών ανθρώπων
φτωχομάγαζα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχομάγαζο
φτωχομάγαζο	noun	το κατάστημα που έχει φτηνά πράγματα για να μπορούν να ψωνίσουν και οι φτωχοί
φτωχομάγαζου	noun	γενική ενικού του φτωχομάγαζο
φτωχομάγαζων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχομάγαζο
φτωχομάνα	noun	η χώρα ή η περιοχή που ο λαός της είναι φτωχός, που γεννά φτωχούς ανθρώπους
φτωχομάνας	noun	γενική ενικού του φτωχομάνα
φτωχομάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχομάνα
φτωχομαχαλά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φτωχομαχαλάς
φτωχομαχαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχομαχαλάς
φτωχομαχαλάδων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχομαχαλάς
φτωχομαχαλάς	noun	η συνοικία που έχει πολλούς φτωχούς
φτωχομεσαία	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίας	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίε	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίες	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίο	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίοι	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίος	adj	άτομο που ανήκει στην κατώτερη μεσαία τάξη, διαθέτοντας περιορισμένους οικονομικούς πόρους αλλά χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας
φτωχομεσαίου	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίους	=	φτωχομεσαίος
φτωχομεσαίων	=	φτωχομεσαίος
φτωχομπινέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχομπινές
φτωχομπινεδιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχομπινεδιάρα
φτωχομπινεδιάρη	=	φτωχομπινεδιάρης
φτωχομπινεδιάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχομπινεδιάρης
φτωχομπινεδιάρηδων	=	φτωχομπινεδιάρης
φτωχομπινεδιάρης	noun	φτωχός μπινές
φτωχοπερήφανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοπερήφανο
φτωχοπερήφανε	adj	κλητική ενικού του φτωχοπερήφανος
φτωχοπερήφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοπερήφανη
φτωχοπερήφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχοπερήφανος
φτωχοπερήφανης	adj	γενική ενικού του φτωχοπερήφανη
φτωχοπερήφανο	adj	αιτιατική ενικού του φτωχοπερήφανος
φτωχοπερήφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχοπερήφανος
φτωχοπερήφανος	adj	ψωροπερήφανος, ο ανάρμοστα περήφανος αφού κοινωνικά η υπερηφάνεια προϋποθέτει συνήθως δυνατότητες κυρίως οικονομικές
φτωχοπερήφανου	adj	γενική ενικού του φτωχοπερήφανος
φτωχοπερήφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτωχοπερήφανος
φτωχοπερήφανων	adj	γενική πληθυντικού του φτωχοπερήφανος
φτωχοπλυσταριά	=	φτωχοπλυσταριό
φτωχοπλυσταριού	=	φτωχοπλυσταριό
φτωχοπλυσταριό	noun	χώρος στον οποίο πλενόντουσαν τα παλιά χρόνια οι άποροι
φτωχοπλυσταριών	=	φτωχοπλυσταριό
φτωχοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποίηση	noun	η μεταβολή της οικονομικής κατάστασης προς το χειρότερο, η διαδικασία κατά την οποία κάποιος γίνεται φτωχός
φτωχοποίησης	noun	γενική ενικού του φτωχοποίηση
φτωχοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοποίηση
φτωχοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχοποίηση
φτωχοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φτωχοποίηση
φτωχοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχοποιώ
φτωχοποιώ	verb	οδηγώ κάποιον στην φτώχεια, τον καθιστώ φτωχό
φτωχοπρόδρομε	=	φτωχοπρόδρομος
φτωχοπρόδρομο	=	φτωχοπρόδρομος
φτωχοπρόδρομοι	=	φτωχοπρόδρομος
φτωχοπρόδρομος	noun	άλλη μορφή του πτωχοπρόδρομος
φτωχοπρόδρομου	=	φτωχοπρόδρομος
φτωχοπρόδρομους	=	φτωχοπρόδρομος
φτωχοπρόδρομων	=	φτωχοπρόδρομος
φτωχοφαγία	noun|rare	η κατανάλωση ιδιαίτερα μικρής ποσότητας φαγητού
φτωχοφαγίας	noun	γενική ενικού του φτωχοφαγία
φτωχοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του φτωχοφαγία
φτωχοφαμελίτες	=	φτωχοφαμελίτης
φτωχοφαμελίτη	=	φτωχοφαμελίτης
φτωχοφαμελίτης	noun	ο πατέρας που έχει μια φτωχοφαμελιά
φτωχοφαμελίτισσα	noun	μητέρα που έχει μια φτωχοφαμελιά, θηλυκό του φτωχοφαμελίτης
φτωχοφαμελίτισσας	noun	γενική ενικού του φτωχοφαμελίτισσα
φτωχοφαμελίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοφαμελίτισσα
φτωχοφαμελιά	noun	η οικογένεια που βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, που είναι φτωχή
φτωχοφαμελιάς	=	φτωχοφαμελιά
φτωχοφαμελιές	=	φτωχοφαμελιά
φτωχοφαμελιτισσών	noun	γενική πληθυντικού του φτωχοφαμελίτισσα
φτωχοφαμελιών	=	φτωχοφαμελιά
φτωχοχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχοχώρι
φτωχού	adj	γενική ενικού του φτωχός
φτωχούλα	=	φτωχούλης
φτωχούλας	=	φτωχούλης
φτωχούλες	=	φτωχούλης
φτωχούλη	=	φτωχούλης
φτωχούληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχούλης
φτωχούληδων	=	φτωχούλης
φτωχούλης	adj	σχετικά φτωχός
φτωχούλικα	=	φτωχούλης
φτωχούλικο	=	φτωχούλης
φτωχούλικου	=	φτωχούλης
φτωχούλικων	=	φτωχούλης
φτωχούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτωχός
φτωχούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχούτσικο
φτωχούτσικε	adj	κλητική ενικού του φτωχούτσικος
φτωχούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχούτσικη
φτωχούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχούτσικος
φτωχούτσικης	adj	γενική ενικού του φτωχούτσικη
φτωχούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του φτωχούτσικος
φτωχούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχούτσικος
φτωχούτσικος	adj	υποκοριστικό του φτωχός
φτωχούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φτωχούτσικος
φτωχούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτωχούτσικος
φτωχούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φτωχούτσικος
φτωχό	adj	αιτιατική ενικού του φτωχός
φτωχόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχόπαιδο
φτωχόπαιδο	noun	το παιδί της φτώχειας, με φτωχούς γονείς, από πτωχή οικογένεια
φτωχόπαιδου	noun	γενική ενικού του φτωχόπαιδο
φτωχόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχόπαιδο
φτωχός	adj	που βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, που δε διαθέτει χρήματα ούτε για τα απαραίτητα	noun	αυτός που είναι φτωχός
φτωχόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχόσπιτο
φτωχόσπιτο	noun	το φτωχικό σπίτι, το σπίτι του φτωχού, το φτωχικό
φτωχόσπιτου	noun	γενική ενικού του φτωχόσπιτο
φτωχόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του φτωχόσπιτο
φτωχότατα	=	φτωχός
φτωχότατε	=	φτωχός
φτωχότατες	=	φτωχός
φτωχότατη	=	φτωχός
φτωχότατης	=	φτωχός
φτωχότατο	=	φτωχός
φτωχότατοι	=	φτωχός
φτωχότατος	=	φτωχός
φτωχότατου	=	φτωχός
φτωχότατους	=	φτωχός
φτωχότατων	=	φτωχός
φτωχότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχότερο
φτωχότερε	adj	κλητική ενικού του φτωχότερος
φτωχότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτωχότερη
φτωχότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φτωχότερος
φτωχότερης	adj	γενική ενικού του φτωχότερη
φτωχότερο	adj	αιτιατική ενικού του φτωχότερος
φτωχότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φτωχότερος
φτωχότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του φτωχός: πιο φτωχός
φτωχότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φτωχότερος
φτωχότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φτωχότερος
φτωχότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φτωχότερος
φτωχύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύναν	=	φτωχαίνω
φτωχύνανε	=	φτωχαίνω
φτωχύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχύνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτωχών	adj	γενική πληθυντικού του φτωχός
φτύμα	noun	το σάλιο
φτύματα	=	φτύμα
φτύματος	=	φτύμα
φτύναμε	=	φτύνω
φτύναν	=	φτύνω
φτύνανε	=	φτύνω
φτύνατε	=	φτύνω
φτύνε	=	φτύνω
φτύνει	=	φτύνω
φτύνεις	=	φτύνω
φτύνεσαι	=	φτύνω
φτύνεστε	=	φτύνω
φτύνεται	=	φτύνω
φτύνετε	=	φτύνω
φτύνομαι	verb	παθητική φωνή του φτύνω
φτύνομε	=	φτύνω
φτύνονται	=	φτύνω
φτύνονταν	=	φτύνω
φτύνοντας	=	φτύνω
φτύνουμε	=	φτύνω
φτύνουν	=	φτύνω
φτύνουνε	=	φτύνω
φτύνω	verb	εκτοξεύω σάλιο από το στόμα μου
φτύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσαν	=	φτύνω
φτύσανε	=	φτύνω
φτύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσιμο	noun	η ενέργεια με την οποία φτύνω· το αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής
φτύσμα	noun	αυτό που κάποιος φτύνει, που το βγάζει, το εκβάλλει με ορμή από το στόμα του, η πτυόμενη ουσία, το πτυόμενο, το πτύελο, τα σάλια αλλά και τα αποχρεμπτόμενα φλέγματα, τα εκκρίματα που παράγονται στο αναπνευστικό σύστημα.
φτύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτύσμα
φτύσματος	noun	γενική ενικού του φτύσμα
φτύσομε	=	φτύνω
φτύσου	=	φτύνω
φτύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύσουνε	=	φτύνω
φτύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτύστηκα	=	φτύνω
φτύστηκαν	=	φτύνω
φτύστηκε	=	φτύνω
φτύστηκες	=	φτύνω
φτύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
φτώχαινα	=	φτωχαίνω
φτώχαιναν	=	φτωχαίνω
φτώχαινε	=	φτωχαίνω
φτώχαινες	=	φτωχαίνω
φτώχεια	=	φτώχια
φτώχειας	noun	γενική ενικού του φτώχεια
φτώχειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φτώχεια
φτώχεμα	noun	το να γίνεται κάτι πιο φτωχό
φτώχια	noun	η έλλειψη πλούτου, χρημάτων και υλικών αγαθών
φτώχιας	=	φτώχια
φτώχιες	=	φτώχια
φτώχυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτώχυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτώχυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φτώχυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φτωχαίνω
φυγά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φυγάς
φυγάδα	=	φυγάδας
φυγάδας	noun	άλλη μορφή του φυγάς
φυγάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγάς
φυγάδευα	=	φυγαδεύω
φυγάδευαν	=	φυγαδεύω
φυγάδευε	=	φυγαδεύω
φυγάδευες	=	φυγαδεύω
φυγάδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδευση	noun	η παροχή βοήθειας σε άνθρωπο να αποδράσει, σε άνθρωπο
φυγάδευσης	noun	γενική ενικού του φυγάδευση
φυγάδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγάδος	=	φυγάς
φυγάδων	noun	γενική πληθυντικού του φυγάς
φυγάς	noun	που έχει δραπετεύσει ή διαφεύγει τη σύλληψη
φυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγή
φυγή	noun	το φευγιό, η εσπευσμένη ή μαζική αναχώρηση και απομάκρυνση από κάπου εν όψει καταδίωξης (κυριολεκτικής ή με μεταφορική έννοια)
φυγής	=	φυγή
φυγαδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψομε	=	φυγαδεύω
φυγαδέψου	=	φυγαδεύω
φυγαδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψουνε	=	φυγαδεύω
φυγαδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδευα	=	φυγαδεύω
φυγαδευαν	=	φυγαδεύω
φυγαδευε	=	φυγαδεύω
φυγαδευες	=	φυγαδεύω
φυγαδευθήκαμε	=	φυγαδεύω
φυγαδευθήκαν	=	φυγαδεύω
φυγαδευθήκανε	=	φυγαδεύω
φυγαδευθήκατε	=	φυγαδεύω
φυγαδευθεί	=	φυγαδεύω
φυγαδευθείς	=	φυγαδεύω
φυγαδευθείτε	=	φυγαδεύω
φυγαδευθούμε	=	φυγαδεύω
φυγαδευθούν	=	φυγαδεύω
φυγαδευθούνε	=	φυγαδεύω
φυγαδευθώ	=	φυγαδεύω
φυγαδευμένος	=	φυγαδεύω
φυγαδευτήκαμε	=	φυγαδεύω
φυγαδευτήκαν	=	φυγαδεύω
φυγαδευτήκανε	=	φυγαδεύω
φυγαδευτήκατε	=	φυγαδεύω
φυγαδευτεί	=	φυγαδεύω
φυγαδευτείς	=	φυγαδεύω
φυγαδευτείτε	=	φυγαδεύω
φυγαδευτούμε	=	φυγαδεύω
φυγαδευτούν	=	φυγαδεύω
φυγαδευτούνε	=	φυγαδεύω
φυγαδευτώ	=	φυγαδεύω
φυγαδευόμασταν	=	φυγαδεύω
φυγαδευόμαστε	=	φυγαδεύω
φυγαδευόμουν	=	φυγαδεύω
φυγαδευόμουνα	=	φυγαδεύω
φυγαδευόντουσαν	=	φυγαδεύω
φυγαδευόσασταν	=	φυγαδεύω
φυγαδευόσαστε	=	φυγαδεύω
φυγαδευόσουν	=	φυγαδεύω
φυγαδευόσουνα	=	φυγαδεύω
φυγαδευόταν	=	φυγαδεύω
φυγαδευότανε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύαμε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύαν	=	φυγαδεύω
φυγαδεύανε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύατε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύει	=	φυγαδεύω
φυγαδεύεις	=	φυγαδεύω
φυγαδεύεσαι	=	φυγαδεύω
φυγαδεύεστε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύεται	=	φυγαδεύω
φυγαδεύετε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύθηκα	=	φυγαδεύω
φυγαδεύθηκαν	=	φυγαδεύω
φυγαδεύθηκε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύθηκες	=	φυγαδεύω
φυγαδεύομαι	=	φυγαδεύω
φυγαδεύομε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύονται	=	φυγαδεύω
φυγαδεύονταν	=	φυγαδεύω
φυγαδεύοντας	=	φυγαδεύω
φυγαδεύουμε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύουν	=	φυγαδεύω
φυγαδεύουνε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσαν	=	φυγαδεύω
φυγαδεύσανε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγάδευση
φυγαδεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσεων	noun	γενική πληθυντικού του φυγάδευση
φυγαδεύσεως	noun|formal	γενική ενικού του φυγάδευση
φυγαδεύσομε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύσου	=	φυγαδεύω
φυγαδεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσουνε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγαδεύω
φυγαδεύτηκα	=	φυγαδεύω
φυγαδεύτηκαν	=	φυγαδεύω
φυγαδεύτηκε	=	φυγαδεύω
φυγαδεύτηκες	=	φυγαδεύω
φυγαδεύω	verb	βοηθώ κάποιον να ξεφύγει, μεταφέροντάς τον κάπου αλλού γι’ ασφάλεια
φυγοδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδίκου	noun	γενική ενικού του φυγόδικος
φυγοδίκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυγόδικος
φυγοδίκων	noun	γενική πληθυντικού του φυγόδικος
φυγοδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοδικώ
φυγοδικία	noun	η εσκεμμένη απουσία ενός κατηγορουμένου από το δικαστήριο την ημέρα της διεξαγωγής της δίκης του και το αδίκημα που διαπράττει με αυτή του την απουσία
φυγοδικίας	noun	γενική ενικού του φυγοδικία
φυγοδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγοδικία
φυγοδικιών	noun	γενική πληθυντικού του φυγοδικία
φυγοδικώ	verb	αποφεύγω να παραστώ σε δίκη για αδίκημα για το οποίο κατηγορούμαι, διαπράττω το αδίκημα της φυγοδικίας, είμαι φυγόδικος
φυγοκέντρηση	noun	άλλη γραφή του φυγοκέντριση
φυγοκέντρησης	=	φυγοκέντρηση
φυγοκέντριση	noun	η διαδικασία διαχωρισμού των ουσιών που συνθέτουν ένα εναιώρημα υποβαλλόμενο σε φυγοκεντρικές δυνάμεις
φυγοκέντρισης	noun	γενική ενικού του φυγοκέντριση
φυγοκέντρου	=	φυγόκεντρος
φυγοκέντρους	=	φυγόκεντρος
φυγοκέντρων	=	φυγόκεντρος
φυγοκέντρωση	noun	άλλη μορφή του φυγοκέντριση
φυγοκέντρωσης	=	φυγοκέντρωση
φυγοκεντρήσεις	=	φυγοκέντρηση
φυγοκεντρήσεων	=	φυγοκέντρηση
φυγοκεντρίζω	verb	Φυγοκέντρισε τα δείγματα κι άστα να «ξεκουραστούν».
φυγοκεντρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγοκέντριση
φυγοκεντρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του φυγοκέντριση
φυγοκεντρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του φυγοκέντριση
φυγοκεντρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγοκεντρικό	adv	για κάτι που κινήθκε με βάση τη φυγόκεντρο
φυγοκεντρικέ	adj	κλητική ενικού του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγοκεντρική
φυγοκεντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρικής	adj	γενική ενικού του φυγοκεντρική
φυγοκεντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρικού	adj	γενική ενικού του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρικό	adj	αιτιατική ενικού του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρικός	adj	που απομακρύνεται από το κέντρο, σχετικός με τη φυγόκεντρο δύναμη
φυγοκεντρικών	adj	γενική πληθυντικού του φυγοκεντρικός
φυγοκεντρώσεις	=	φυγοκέντρωση
φυγοκεντρώσεων	=	φυγοκέντρωση
φυγομάχησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομάχησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομάχησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομάχησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσαν	=	φυγομαχώ
φυγομαχήσανε	=	φυγομαχώ
φυγομαχήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσουνε	=	φυγομαχώ
φυγομαχήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγομαχώ
φυγομαχία	noun	η ενέργεια του φυγομαχώ, το να αποφεύγει κάποιος μία μάχη που θεωρείται ότι θα έπρεπε να δώσει
φυγομαχίας	noun	γενική ενικού του φυγομαχία
φυγομαχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγομαχία
φυγομαχεί	=	φυγομαχώ
φυγομαχείς	=	φυγομαχώ
φυγομαχείτε	=	φυγομαχώ
φυγομαχιών	noun	γενική πληθυντικού του φυγομαχία
φυγομαχούμε	=	φυγομαχώ
φυγομαχούν	=	φυγομαχώ
φυγομαχούνε	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσα	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσαμε	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσαν	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσανε	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσατε	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσε	=	φυγομαχώ
φυγομαχούσες	=	φυγομαχώ
φυγομαχώ	verb	λιποτακτώ, φοβάμαι να δώσω μάχη σε πόλεμο ή βίαιη σύγκρουση
φυγομαχώντας	=	φυγομαχώ
φυγοποίνου	noun	γενική ενικού του φυγόποινος
φυγοποίνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυγόποινος
φυγοποίνων	noun	γενική πληθυντικού του φυγόποινος
φυγοπολέμου	=	φυγοπόλεμος
φυγοπολέμους	=	φυγοπόλεμος
φυγοπολέμων	=	φυγοπόλεμος
φυγοπονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσαν	=	φυγοπονώ
φυγοπονήσανε	=	φυγοπονώ
φυγοπονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονήσουνε	=	φυγοπονώ
φυγοπονήστε	=	φυγοπονώ
φυγοπονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπονία	noun	η αποφυγή του κόπου, της εργασίας
φυγοπονίας	noun	γενική ενικού του φυγοπονία
φυγοπονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγοπονία
φυγοπονεί	=	φυγοπονώ
φυγοπονείς	=	φυγοπονώ
φυγοπονείτε	=	φυγοπονώ
φυγοπονιών	noun	γενική πληθυντικού του φυγοπονία
φυγοπονούμε	=	φυγοπονώ
φυγοπονούν	=	φυγοπονώ
φυγοπονούνε	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσα	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσαμε	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσαν	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσανε	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσατε	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσε	=	φυγοπονώ
φυγοπονούσες	=	φυγοπονώ
φυγοπονώ	verb|formal	αποφεύγω υποχρεώσεις και ενέργειες που απαιτούν σωματικό ή πνευματικό κόπο, παρόλο που οφείλω να τις διεκπεραιώσω
φυγοπονώντας	=	φυγοπονώ
φυγοπόλεμε	=	φυγοπόλεμος
φυγοπόλεμο	=	φυγοπόλεμος
φυγοπόλεμοι	=	φυγοπόλεμος
φυγοπόλεμος	adj	που αποφεύγει να πολεμήσει, όπως π.χ. οι στρατιώτες που υπηρετούν σε γραφεία
φυγοπόλεμου	=	φυγοπόλεμος
φυγοπόλεμους	=	φυγοπόλεμος
φυγοπόνει	=	φυγοπονώ
φυγοπόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοπόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυγοπονώ
φυγοστράτου	noun	γενική ενικού του φυγόστρατος
φυγοστράτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυγόστρατος
φυγοστράτων	noun	γενική πληθυντικού του φυγόστρατος
φυγοστρατία	noun	η αποφυγή των στρατιωτικών υποχρεώσεων, η επιθυμία του φυγοστράτου
φυγοστρατίας	=	φυγοστρατία
φυγοστρατίες	=	φυγοστρατία
φυγοστρατιών	=	φυγοστρατία
φυγόδικε	noun	κλητική ενικού του φυγόδικος
φυγόδικες	=	φυγόδικη
φυγόδικη	noun	θηλυκό του φυγόδικος
φυγόδικης	=	φυγόδικη
φυγόδικο	noun	αιτιατική ενικού του φυγόδικος
φυγόδικοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόδικος
φυγόδικος	noun	που δεν παρουσιάζεται για να δικαστεί
φυγόδικου	noun	γενική ενικού του φυγόδικος
φυγόδικους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυγόδικος
φυγόδικων	noun	γενική πληθυντικού του φυγόδικος
φυγόκεντρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόκεντρο
φυγόκεντρε	adj	κλητική ενικού του φυγόκεντρος
φυγόκεντρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόκεντρη
φυγόκεντρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυγόκεντρος
φυγόκεντρης	adj	γενική ενικού του φυγόκεντρη
φυγόκεντρο	adj	αιτιατική ενικού του φυγόκεντρος
φυγόκεντροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόκεντρος
φυγόκεντρος	adj	που έχει την τάση να απομακρύνεται από το κέντρο
φυγόκεντρου	adj	γενική ενικού του φυγόκεντρος
φυγόκεντρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυγόκεντρος
φυγόκεντρων	adj	γενική πληθυντικού του φυγόκεντρος
φυγόκοσμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόκοσμο
φυγόκοσμε	adj	κλητική ενικού του φυγόκοσμος
φυγόκοσμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόκοσμη
φυγόκοσμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυγόκοσμος
φυγόκοσμης	adj	γενική ενικού του φυγόκοσμη
φυγόκοσμο	adj	αιτιατική ενικού του φυγόκοσμος
φυγόκοσμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόκοσμος
φυγόκοσμος	noun	φυγόκοσμος	adj	που αποφεύγει τον κόσμο
φυγόκοσμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυγόκοσμος
φυγόκοσμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυγόκοσμος
φυγόκοσμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φυγόκοσμος
φυγόμαχα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόμαχο
φυγόμαχε	adj	κλητική ενικού του φυγόμαχος
φυγόμαχες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόμαχη
φυγόμαχη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυγόμαχος
φυγόμαχης	adj	γενική ενικού του φυγόμαχη
φυγόμαχο	adj	αιτιατική ενικού του φυγόμαχος
φυγόμαχοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόμαχος
φυγόμαχος	adj	εκείνος που συστηματικά αποφεύγει να μάχεται για ιδέες ή άτομα που θεωρείται ότι όφειλε να υποστηρίζει
φυγόμαχου	adj	γενική ενικού του φυγόμαχος
φυγόμαχους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυγόμαχος
φυγόμαχων	adj	γενική πληθυντικού του φυγόμαχος
φυγόποινε	noun	κλητική ενικού του φυγόποινος
φυγόποινο	noun	αιτιατική ενικού του φυγόποινος
φυγόποινοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόποινος
φυγόποινος	adj	εκείνος που έχει καταδικαστεί για ένα αδίκημα αλλά αποφεύγει να παρουσιαστεί στις αρχές επειδή επιδιώκει να μην εκτελεστεί η ποινή που του έχει επιβληθεί (φυλάκισης, καταβολή χρηματικού πρόστιμου κ.ά.)
φυγόποινου	noun	γενική ενικού του φυγόποινος
φυγόποινους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυγόποινος
φυγόποινων	noun	γενική πληθυντικού του φυγόποινος
φυγόπονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόπονο
φυγόπονε	adj	κλητική ενικού του φυγόπονος
φυγόπονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυγόπονη
φυγόπονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυγόπονος
φυγόπονης	adj	γενική ενικού του φυγόπονη
φυγόπονο	adj	αιτιατική ενικού του φυγόπονος
φυγόπονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόπονος
φυγόπονος	adj	που αποφεύγει τη σκληρή δουλειά, τη μεγάλη προσπάθεια, την απαιτητική δραστηριότητα, ο τεμπέλης, ο οκνός
φυγόπονου	adj	γενική ενικού του φυγόπονος
φυγόπονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυγόπονος
φυγόπονων	adj	γενική πληθυντικού του φυγόπονος
φυγόστρατε	noun	κλητική ενικού του φυγόστρατος
φυγόστρατο	noun	αιτιατική ενικού του φυγόστρατος
φυγόστρατοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυγόστρατος
φυγόστρατος	noun	αυτός που αποφεύγει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του
φυγόστρατου	noun	γενική ενικού του φυγόστρατος
φυγόστρατους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυγόστρατος
φυγόστρατων	noun	γενική πληθυντικού του φυγόστρατος
φυγών	=	φυγή
φυκιού	=	φύκι
φυκιών	=	φύκι
φυκοβιλίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυκοβιλίνη
φυκόστρωτα	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτε	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτες	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτη	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτης	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτο	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτοι	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτος	adj	στρωμένος με φύκια
φυκόστρωτου	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτους	=	φυκόστρωτος
φυκόστρωτων	=	φυκόστρωτος
φυκών	=	φύκος
φυλά	=	φυλάω
φυλάγαμε	=	φυλάω
φυλάγανε	=	φυλάω
φυλάγατε	=	φυλάω
φυλάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλαγμα
φυλάγματος	noun	γενική ενικού του φύλαγμα
φυλάγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φυλάγω
φυλάγω	verb|literary	άλλη μορφή του φυλάω με πολλούς κοινούς ρηματικούς τύπους
φυλάει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του φυλάω
φυλάκα	noun|vulgar	φυλακή
φυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλάκιο
φυλάκιζα	=	φυλακίζω
φυλάκιζαν	=	φυλακίζω
φυλάκιζε	=	φυλακίζω
φυλάκιζες	=	φυλακίζω
φυλάκιο	noun	οίκημα προορισμένο για τη στέγαση ενός μικρού αριθμού στρατιωτών, οι οποίοι έχουν την αποστολή της φύλαξης της περιοχής
φυλάκιου	=	φυλάκιο
φυλάκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλάκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλάκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλάκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλάκιση	noun	ο εγκλεισμός σε φυλακή με ή χωρίς δίκη
φυλάκισης	noun	γενική ενικού του φυλάκιση
φυλάκισις	noun	η φυλάκιση
φυλάκτρων	=	φύλακτρα
φυλάκων	noun	γενική πληθυντικού του φύλακας
φυλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλάμε	=	φυλάω
φυλάν	=	φυλάω
φυλάνε	=	φυλάω
φυλάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάω / φυλάσσω
φυλάξαν	=	φυλάσσω
φυλάξανε	=	φυλάσσω
φυλάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάω / φυλάσσω
φυλάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλάω
φυλάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλαξη
φυλάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάω
φυλάξεων	noun	γενική πληθυντικού του φύλαξη
φυλάξεως	noun|formal	γενική ενικού του φύλαξη
φυλάξομε	=	φυλάσσω
φυλάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάω
φυλάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάω
φυλάξουνε	=	φυλάσσω
φυλάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυλάω
φυλάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάω
φυλάρχου	=	φύλαρχος
φυλάρχους	=	φύλαρχος
φυλάρχων	=	φύλαρχος
φυλάς	=	φυλάω
φυλάσσαμε	=	φυλάσσω
φυλάσσαν	=	φυλάσσω
φυλάσσανε	=	φυλάσσω
φυλάσσατε	=	φυλάσσω
φυλάσσει	=	φυλάσσω
φυλάσσεις	=	φυλάσσω
φυλάσσεσαι	=	φυλάσσω
φυλάσσεστε	=	φυλάσσω
φυλάσσεται	=	φυλάσσω
φυλάσσετε	=	φυλάσσω
φυλάσσομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φυλάσσω
φυλάσσομε	=	φυλάσσω
φυλάσσονται	=	φυλάσσω
φυλάσσονταν	=	φυλάσσω
φυλάσσοντας	=	φυλάσσω
φυλάσσουμε	=	φυλάσσω
φυλάσσουν	=	φυλάσσω
φυλάσσουνε	=	φυλάσσω
φυλάσσω	verb|formal	άλλη μορφή του φυλάω / φυλώ, φυλάγω
φυλάτε	=	φυλάω
φυλάττω	=	φυλάω
φυλάχθηκα	=	φυλάσσω
φυλάχθηκαν	=	φυλάσσω
φυλάχθηκε	=	φυλάσσω
φυλάχθηκες	=	φυλάσσω
φυλάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλάω	verb	φυλάσσω, φρουρώ, προστατεύω κάποιον ή κάτι από ενδεχόμενη επίθεση
φυλές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλή
φυλέτες	=	φυλέτης
φυλέτη	=	φυλέτης
φυλέτης	noun	που ανήκει στην ίδια φυλή, ομόφυλος
φυλή	noun	πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά
φυλής	=	φυλή
φυλαγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύλαγμα
φυλαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλαγμένο
φυλαγμένε	verb	κλητική ενικού του φυλαγμένος
φυλαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλαγμένη
φυλαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλαγμένος
φυλαγμένης	verb	γενική ενικού του φυλαγμένη
φυλαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του φυλαγμένος
φυλαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλαγμένος
φυλαγμένος	verb	που αποθηκεύεται
φυλαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυλαγμένος
φυλαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φυλαγμένος
φυλαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φυλαγμένος
φυλακές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακή
φυλακή	noun	χώρος κράτησης καταδίκων
φυλακής	=	φυλακή
φυλακίζαμε	=	φυλακίζω
φυλακίζαν	=	φυλακίζω
φυλακίζανε	=	φυλακίζω
φυλακίζατε	=	φυλακίζω
φυλακίζει	=	φυλακίζω
φυλακίζεις	=	φυλακίζω
φυλακίζεσαι	=	φυλακίζω
φυλακίζεστε	=	φυλακίζω
φυλακίζεται	=	φυλακίζω
φυλακίζετε	=	φυλακίζω
φυλακίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φυλακίζω
φυλακίζομε	=	φυλακίζω
φυλακίζονται	=	φυλακίζω
φυλακίζονταν	=	φυλακίζω
φυλακίζοντας	=	φυλακίζω
φυλακίζουμε	=	φυλακίζω
φυλακίζουν	=	φυλακίζω
φυλακίζουνε	=	φυλακίζω
φυλακίζω	verb	κλείνω κάποιον στη φυλακή
φυλακίου	noun	γενική ενικού του φυλάκιο
φυλακίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίσαν	=	φυλακίζω
φυλακίσανε	=	φυλακίζω
φυλακίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλάκιση
φυλακίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίσεων	noun	γενική πληθυντικού του φυλάκιση
φυλακίσεως	noun|formal	γενική ενικού του φυλάκιση
φυλακίσομε	=	φυλακίζω
φυλακίσου	=	φυλακίζω
φυλακίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίσουνε	=	φυλακίζω
φυλακίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζω
φυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του φυλάκιο
φυλακεία	=	φυλακείο
φυλακείο	noun|archaic	άλλη μορφή του φυλάκιο
φυλακείου	=	φυλακείο
φυλακείων	=	φυλακείο
φυλακιζόμασταν	=	φυλακίζω
φυλακιζόμαστε	=	φυλακίζω
φυλακιζόμουν	=	φυλακίζω
φυλακιζόμουνα	=	φυλακίζω
φυλακιζόντουσαν	=	φυλακίζω
φυλακιζόσασταν	=	φυλακίζω
φυλακιζόσαστε	=	φυλακίζω
φυλακιζόσουν	=	φυλακίζω
φυλακιζόσουνα	=	φυλακίζω
φυλακιζόταν	=	φυλακίζω
φυλακιζότανε	=	φυλακίζω
φυλακισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακισμένο
φυλακισμένε	adj	κλητική ενικού του φυλακισμένος
φυλακισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακισμένη
φυλακισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλακισμένος
φυλακισμένης	adj	γενική ενικού του φυλακισμένη
φυλακισμένο	adj	αιτιατική ενικού του φυλακισμένος
φυλακισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλακισμένος
φυλακισμένος	verb	που βρίσκεται στη φυλακή ή σε χώρο που περιορίζει την ελευθερία του
φυλακισμένου	verb	γενική ενικού του φυλακισμένος
φυλακισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλακισμένος
φυλακισμένων	adj	γενική πληθυντικού του φυλακισμένος
φυλακιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστήκαν	=	φυλακίζω
φυλακιστήκανε	=	φυλακίζω
φυλακιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακιστούνε	=	φυλακίζω
φυλακιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακίζομαι
φυλακτά	=	φυλακτό
φυλακτήρα	=	φυλακτήρας
φυλακτήρας	noun	μέρος της λαβής ξίφους ή σπαθιού, που προφυλάσσει το χέρι του ξιφομάχου
φυλακτήρες	=	φυλακτήρας
φυλακτήρων	=	φυλακτήρας
φυλακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακτικό
φυλακτικέ	adj	κλητική ενικού του φυλακτικός
φυλακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλακτική
φυλακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλακτικός
φυλακτικής	adj	γενική ενικού του φυλακτική
φυλακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλακτικός
φυλακτικού	adj	γενική ενικού του φυλακτικός
φυλακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλακτικός
φυλακτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυλακτικός
φυλακτικός	adj	που φυλάσσει, που προφυλάσσει
φυλακτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυλακτικός
φυλακτού	=	φυλακτό
φυλακτό	noun	άλλη γραφή του φυλαχτό
φυλακτών	=	φυλακτό
φυλακών	=	φυλακή
φυλακώνω	verb|vulgar	το φυλακίζω
φυλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλακώνω
φυλασσόμασταν	=	φυλάσσω
φυλασσόμαστε	=	φυλάσσω
φυλασσόμενα	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενε	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενες	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλασσόμενος
φυλασσόμενης	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενο	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενοι	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος φυλάσσω
φυλασσόμενου	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενους	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμενων	=	φυλασσόμενος
φυλασσόμουν	=	φυλάσσω
φυλασσόμουνα	=	φυλάσσω
φυλασσόντουσαν	=	φυλάσσω
φυλασσόσασταν	=	φυλάσσω
φυλασσόσαστε	=	φυλάσσω
φυλασσόσουν	=	φυλάσσω
φυλασσόσουνα	=	φυλάσσω
φυλασσόταν	=	φυλάσσω
φυλασσότανε	=	φυλάσσω
φυλαχθήκαμε	=	φυλάσσω
φυλαχθήκαν	=	φυλάσσω
φυλαχθήκανε	=	φυλάσσω
φυλαχθήκατε	=	φυλάσσω
φυλαχθεί	=	φυλάσσω
φυλαχθείς	=	φυλάσσω
φυλαχθείτε	=	φυλάσσω
φυλαχθούμε	=	φυλάσσω
φυλαχθούν	=	φυλάσσω
φυλαχθούνε	=	φυλάσσω
φυλαχθώ	=	φυλάσσω
φυλαχτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλαχτό
φυλαχτάρι	noun	το φυλαχτό
φυλαχτάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλαχτάρι
φυλαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλαχτήκαν	=	φυλάσσω
φυλαχτήκανε	=	φυλάσσω
φυλαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι / φυλάγομαι
φυλαχταριού	=	φυλαχτάρι
φυλαχταριών	=	φυλαχτάρι
φυλαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι
φυλαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι
φυλαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι
φυλαχτού	noun	γενική ενικού του φυλαχτό
φυλαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι
φυλαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι
φυλαχτούνε	=	φυλάσσω
φυλαχτό	noun	αντικείμενο που οι άνθρωποι φέρουν ή διατηρούν σε κάποιο χώρο, πιστεύοντας ότι αυτό τους προστατεύει και τους προφυλάσσει από κινδύνους
φυλαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλάσσομαι
φυλαχτών	noun	γενική πληθυντικού του φυλαχτό
φυλετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φυλετικός	adv	με φυλετικό τρόπο
φυλετικέ	adj	κλητική ενικού του φυλετικός
φυλετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλετική
φυλετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλετικός
φυλετικής	adj	γενική ενικού του φυλετική
φυλετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλετικός
φυλετικοτήτων	=	φυλετικότητα
φυλετικού	adj	γενική ενικού του φυλετικός
φυλετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλετικός
φυλετικό	adj	αιτιατική ενικού του φυλετικός
φυλετικός	adj	σχετικός με τη φυλή
φυλετικότης	noun	η φυλετικότητα
φυλετικότητα	noun	οι εμφανείς και εσωτερικοί ή αφανείς χαρακτήρες ενός ατόμου, οι οποίοι καθορίζονται από το φύλο του είδους του, από το αν είναι δηλαδή αρσενικό ή θηλυκό
φυλετικότητας	=	φυλετικότητα
φυλετικότητες	=	φυλετικότητα
φυλετικών	adj	γενική πληθυντικού του φυλετικός
φυλετισμέ	noun	κλητική ενικού του φυλετισμός
φυλετισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλετισμός
φυλετισμού	noun	γενική ενικού του φυλετισμός
φυλετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυλετισμός
φυλετισμό	noun	αιτιατική ενικού του φυλετισμός
φυλετισμός	noun	θεωρία σύμφωνα με την οποία οι ανθρώπινες φυλές κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με τα γενετικά τους χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανισοτήτων, όπως το απαρτχάιντ
φυλετισμών	noun	γενική πληθυντικού του φυλετισμός
φυλετών	=	φυλέτης
φυλλάδα	noun	εικονογραφημένα έντυπα παλαιότερης εποχής, με εκλαϊκευμένη θεματολογία (συνήθως λογοτεχνικά ή ιστορικά)
φυλλάδας	=	φυλλάδα
φυλλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλάδα
φυλλάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλάδιο
φυλλάδιο	noun	ολιγοσέλιδο έντυπο
φυλλάδιου	=	φυλλάδιο
φυλλάδων	=	φυλλάδα
φυλλάρια	=	φυλλάριο
φυλλάριο	noun	το φυλλαράκι, το μικρό φύλλο
φυλλάριου	=	φυλλάριο
φυλλίζω	verb|dated	αναφέρεται στο φαινόμενο κατά το οποίο ένα ιστίο πάλλεται ή παύει να κολπώνεται λόγω αλλαγής της διεύθυνσης του ανέμου
φυλλίτες	=	φυλλίτης
φυλλίτη	=	φυλλίτης
φυλλίτης	noun	είδος πετρώματος το οποίο σχηματίζεται από την ανασύσταση ιζηματογενών πετρωμάτων, το οποίο είναι γνωστό για τη σχιστότητά του
φυλλαδίου	=	φυλλάδιο
φυλλαδίων	=	φυλλάδιο
φυλλαράκι	noun	υποκοριστικό του φύλλο
φυλλαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλαράκι
φυλλαρίου	=	φυλλάριο
φυλλαρίων	=	φυλλάριο
φυλλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλλικός
φυλλικός	adj|rare	που έχει σχέση με το φύλλο ή αναφέρεται σʼ αυτό
φυλλιτών	=	φυλλίτης
φυλλοβολές	=	φυλλοβολή
φυλλοβολή	noun	η πτώση ή ρίψη των φύλλων των φυτών
φυλλοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοβόλημα
φυλλοβολήματος	noun	γενική ενικού του φυλλοβόλημα
φυλλοβολής	=	φυλλοβολή
φυλλοβολία	noun	ρίχνω τα φύλλα μου (για δέντρα), φυλλοβόλημα, φυλλοβολή
φυλλοβολίας	noun	γενική ενικού του φυλλοβολία
φυλλοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοβολία
φυλλοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φυλλοβόλημα
φυλλοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του φυλλοβολία
φυλλοβολώ	verb	ρίχνω τα φύλλα μου λόγω εποχής, καιρικών ή άλλων συνθηκών
φυλλοβολών	=	φυλλοβολή
φυλλοβόλα	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλας	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλε	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλες	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλημα	noun	η πτώση των φύλλων ενός δέντρου (ή φυτού ή ανθοδέσμης) λόγω εποχής ή ισχυρών ανέμων ή άλλων αιτίων φθοράς
φυλλοβόλο	adj	αιτιατική ενικού του φυλλοβόλος
φυλλοβόλοι	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλος	adj	που αναφέρεται στα δέντρα που ρίχνουν τα φύλλα τους το χειμώνα
φυλλοβόλου	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλους	=	φυλλοβόλος
φυλλοβόλων	=	φυλλοβόλος
φυλλοειδές	=	φυλλοειδής
φυλλοειδή	=	φυλλοειδής
φυλλοειδής	adj	που έχει το σχήμα, τη μορφή του φύλλου, όμοιος με φύλλο
φυλλοειδείς	=	φυλλοειδής
φυλλοειδούς	=	φυλλοειδής
φυλλοειδών	=	φυλλοειδής
φυλλοκάρδι	noun	η καρδιά, με την έννοια του κέντρου των συναισθημάτων, ο εσωτερικός ψυχικός κόσμος
φυλλοκάρδια	noun	τα φύλλα της καρδιάς (παρομοίωση των παλμών και των βαλβίδων της καρδιάς πιθανόν ή με τα φύλλα στις πόρτες και τα παράθυρα που ανοιγοκλείνουν ή με το θρόισμα των φύλλων που μοιάζει μερικές φορές με φτερούγισμα)
φυλλοκοπτών	=	φυλλοκόπτης
φυλλοκόπτες	=	φυλλοκόπτης
φυλλοκόπτη	=	φυλλοκόπτης
φυλλοκόπτης	noun	είδος μυρμηγκιού που κόβει φύλλα
φυλλομέτρα	=	φυλλομετρώ
φυλλομέτραγε	=	φυλλομετρώ
φυλλομέτρημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φυλλομετρώ, το να ξεφυλλίζει κάποιος ένα βιβλίο ή έντυπο χωρίς ουσιαστικά να το διαβάζει
φυλλομέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομέτρηση	noun	η ενέργεια του φυλλομετρώ, το γύρισμα των σελίδων ενός βιβλίου, περιοδικού ή εφημερίδας χωρίς να είναι απαραίτητη η ανάγνωση και μελέτη του κειμένου.
φυλλομέτρησης	=	φυλλομέτρηση
φυλλομαδώ	verb	μαδάω τα πέταλα ή φύλλα ενός φυτού, αφήνω μόνο το κλαρί του ή το μίσχο του
φυλλομετράγανε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετράν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετράω	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήθηκα	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήθηκαν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήθηκε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήθηκες	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήματα	=	φυλλομέτρημα
φυλλομετρήματος	=	φυλλομέτρημα
φυλλομετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσαν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήσανε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλομέτρηση
φυλλομετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσεων	=	φυλλομέτρηση
φυλλομετρήσου	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσουνε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλομετρώ
φυλλομετρείστε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθήκαμε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθήκαν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθήκανε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθήκατε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθεί	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθείς	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθείτε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθούμε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθούν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθούνε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρηθώ	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρημάτων	=	φυλλομέτρημα
φυλλομετρημένος	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρητές	=	φυλλομετρητής
φυλλομετρητή	=	φυλλομετρητής
φυλλομετρητής	noun	browser, web browser: το πρόγραμμα περιήγησης στο διαδίκτυο
φυλλομετρητών	=	φυλλομετρητής
φυλλομετριέμαι	=	φυλλομετρώ
φυλλομετριούνταν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετριόντουσαν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρούμαι	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρούμασταν	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρούμε	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρούμενος	=	φυλλομετρώ
φυλλομετρώ	verb	ψευδοδιαβάζω, διαβάζω αφηρημένα ή επί τροχάδην ένα βιβλίο ή κάποιο έντυπο, το ξεφυλλίζω σαν να μετράω απλώς τα φύλλα του αντί να το μελετώ
φυλλομετρώντας	=	φυλλομετρώ
φυλλοξέρα	noun	άλλη μορφή του φυλλοξήρα
φυλλοξέρας	=	φυλλοξέρα
φυλλοξέρες	=	φυλλοξέρα
φυλλοξήρα	noun	μικρές αφίδες, έντομα με διεθνή ονομασία "phylloxéra vastatrix" και "daktulosphaira vitifoliae" της οικογένειας των φυλλοξηριδών και του γένους των δακτυλόσφαιρων, με περίπου 30 είδη, τα περισσότερα από τα οποία προκαλούν στα φυτά την ομώνυμη ασθένεια
φυλλοξήρας	noun	γενική ενικού του φυλλοξήρα
φυλλοξήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοξήρα
φυλλοξερών	=	φυλλοξέρα
φυλλοξηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοξηρικό
φυλλοξηρικέ	adj	κλητική ενικού του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοξηρική
φυλλοξηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρικής	adj	γενική ενικού του φυλλοξηρική
φυλλοξηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρικού	adj	γενική ενικού του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρικό	adj	αιτιατική ενικού του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρικός	adj	που έχει σχέση με την φυλλοξήρα ή αναφέρεται σ’ αυτή
φυλλοξηρικών	adj	γενική πληθυντικού του φυλλοξηρικός
φυλλοξηρών	noun	γενική πληθυντικού του φυλλοξήρα
φυλλοπυριτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοπυριτικό
φυλλοπυριτικέ	adj	κλητική ενικού του φυλλοπυριτικός
φυλλοπυριτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοπυριτική
φυλλοπυριτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλλοπυριτικός
φυλλοπυριτικής	adj	γενική ενικού του φυλλοπυριτική
φυλλοπυριτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλλοπυριτικός
φυλλοπυριτικού	adj	γενική ενικού του φυλλοπυριτικός
φυλλοπυριτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλλοπυριτικός
φυλλοπυριτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυλλοπυριτικός
φυλλοπυριτικός	adj	χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 2,5
φυλλοπυριτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυλλοπυριτικός
φυλλορροήματα	=	φυλλορρόημα
φυλλορροήματος	=	φυλλορρόημα
φυλλορροήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορροημάτων	=	φυλλορρόημα
φυλλορροιών	noun	γενική πληθυντικού του φυλλόρροια
φυλλορροώ	verb	πέφτουν τα φύλλα μου
φυλλορρόημα	noun	η μεγάλη, έντονη πτώση των φύλλων, το φυλλοβόλημα, η φυλλόρροια, η φυλλοβολία
φυλλορρόησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορρόησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορρόησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλορρόησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλλορροώ
φυλλοσκεπές	=	φυλλοσκεπής
φυλλοσκεπή	=	φυλλοσκεπής
φυλλοσκεπής	adj	σκεπασμένος με φύλλα ή με φύλλωμα
φυλλοσκεπείς	=	φυλλοσκεπής
φυλλοσκεπούς	=	φυλλοσκεπής
φυλλοσκεπών	=	φυλλοσκεπής
φυλλοστρωμένα	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένε	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένες	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένη	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένης	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένο	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένοι	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένος	verb	που έχει στρωθεί με φύλλα
φυλλοστρωμένου	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένους	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοστρωμένων	=	φυλλοστρωμένος
φυλλοταξία	noun	η διάταξη των φύλλων στον βλαστό ενός φυτού, η οποία είναι σταθερή και ορισμένη για κάθε είδος
φυλλοταξίας	noun	γενική ενικού του φυλλοταξία
φυλλοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλοταξία
φυλλοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του φυλλοταξία
φυλλουριά	noun	το φύλλωμα
φυλλουριάς	=	φυλλουριά
φυλλουριές	=	φυλλουριά
φυλλουριών	=	φυλλουριά
φυλλοφάγα	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγας	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγε	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγες	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγο	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγοι	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγος	adj	που τρέφεται με φύλλα
φυλλοφάγου	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγους	=	φυλλοφάγος
φυλλοφάγων	=	φυλλοφάγος
φυλλοφορώ	verb	έχω πάνω μου φύλλα
φυλλοφόρα	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρας	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρε	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρες	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρο	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόροι	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρος	adj	που έχει φύλλα
φυλλοφόρου	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρους	=	φυλλοφόρος
φυλλοφόρων	=	φυλλοφόρος
φυλλωδών	=	φυλλώδης
φυλλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύλλωμα
φυλλωσιά	noun	το φύλλωμα ενός δέντρου ή μεγάλου θάμνου
φυλλωσιάς	noun	γενική ενικού του φυλλωσιά
φυλλωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλωσιά
φυλλωσιών	=	φυλλωσιά
φυλλόμορφα	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφε	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφες	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφη	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφης	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφο	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφοι	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφος	adj	που έχει τη μορφή φύλλων (φυτού)
φυλλόμορφου	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφους	=	φυλλόμορφος
φυλλόμορφων	=	φυλλόμορφος
φυλλόρροια	noun	η έντονη, η εκτεταμένη πτώση των φύλλων, το φυλλοβόλημα, το φυλλορρόημα, η φυλλοβολία
φυλλόρροιας	noun	γενική ενικού του φυλλόρροια
φυλλόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλλόρροια
φυλλόστρωτα	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτε	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτες	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτη	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτης	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτο	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτοι	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτος	verb	που έχει στρωθεί με φύλλα
φυλλόστρωτου	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτους	=	φυλλόστρωτος
φυλλόστρωτων	=	φυλλόστρωτος
φυλλώδεις	=	φυλλώδης
φυλλώδες	=	φυλλώδης
φυλλώδη	=	φυλλώδης
φυλλώδης	adj	όμοιος με φύλλο
φυλλώδους	=	φυλλώδης
φυλλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλλωμα
φυλλώματος	noun	γενική ενικού του φύλλωμα
φυλογένεια	noun	η δημιουργία (γένεση και ύπαρξη) φύλων (αρσενικού και θηλυκού)
φυλογένειας	noun	γενική ενικού του φυλογένεια
φυλογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλογένεια
φυλογένεση	noun	η εξελικτική ιστορία και η διαδικασία προέλευσης, διαφοροποίησης και συγγενικών σχέσεων των οργανισμών, από το επίπεδο των ειδών έως ανώτερες ταξινομικές βαθμίδες, με βάση την αρχή της κοινής καταγωγής
φυλογένεσης	=	φυλογένεση
φυλογένεσις	noun	η φυλογένεση
φυλογενέσεις	=	φυλογένεση
φυλογενέσεων	=	φυλογένεση
φυλογενειών	noun	γενική πληθυντικού του φυλογένεια
φυλογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλογενετικό
φυλογενετικέ	adj	κλητική ενικού του φυλογενετικός
φυλογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλογενετική
φυλογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλογενετικός
φυλογενετικής	adj	γενική ενικού του φυλογενετική
φυλογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλογενετικός
φυλογενετικού	adj	γενική ενικού του φυλογενετικός
φυλογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλογενετικός
φυλογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του φυλογενετικός
φυλογενετικός	adj	σχετικός με τη φυλογένεια
φυλογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του φυλογενετικός
φυλογλωσσολογία	noun	ο κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τη γλώσσα διαφόρων φύλων
φυλογλωσσολογίας	=	φυλογλωσσολογία
φυλογλωσσολογίες	=	φυλογλωσσολογία
φυλογλωσσολογιών	=	φυλογλωσσολογία
φυλογονία	noun	η φυλογένεια
φυλογονίας	noun	γενική ενικού του φυλογονία
φυλογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλογονία
φυλογονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλογονικό
φυλογονικέ	adj	κλητική ενικού του φυλογονικός
φυλογονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλογονική
φυλογονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυλογονικός
φυλογονικής	adj	γενική ενικού του φυλογονική
φυλογονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυλογονικός
φυλογονικού	adj	γενική ενικού του φυλογονικός
φυλογονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυλογονικός
φυλογονικό	adj	αιτιατική ενικού του φυλογονικός
φυλογονικός	adj	σχετικός με τη φυλογονία
φυλογονικών	adj	γενική πληθυντικού του φυλογονικός
φυλογονιών	noun	γενική πληθυντικού του φυλογονία
φυλομετάβαση	noun	η μετάβαση ενός ανθρώπου ενός φύλου (π.χ. γυναίκα) στο αντίθετο φύλο (π.χ. άντρας), ή η διαδικασία με την οποία ένα άτομο προσαρμόζει την κοινωνική, σωματική ή νομική του ταυτότητα, ώστε να συνάδει με το βιωμένο φύλο του
φυλομετάβασης	noun	γενική ενικού του φυλομετάβαση
φυλομεταβάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυλομετάβαση
φυλομεταβάσεων	noun	γενική πληθυντικού του φυλομετάβαση
φυλομεταβάσεως	noun|formal	γενική ενικού του φυλομετάβαση
φυλομεταβατικά	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικέ	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικές	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατική	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικής	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικοί	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικού	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικούς	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικό	=	φυλομεταβατικός
φυλομεταβατικός	adj	που έχει σχέση με φυλομετάβαση ή αναφέρεται σʼ αυτή
φυλομεταβατικών	=	φυλομεταβατικός
φυλούμε	=	φυλάω
φυλούν	=	φυλάω
φυλούνε	=	φυλάω
φυλούσα	=	φυλάω
φυλούσαμε	=	φυλάω
φυλούσαν	=	φυλάω
φυλούσανε	=	φυλάω
φυλούσατε	=	φυλάω
φυλούσε	=	φυλάω
φυλούσες	=	φυλάω
φυλώ	=	φυλάω
φυλών	noun	γενική πληθυντικού του φυλή
φυλώντας	=	φυλάω
φυμάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυμάτιο
φυμάτιο	noun	υποκοριστικό του φύματος, το μικρό φύμα
φυμάτιου	=	φυμάτιο
φυμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύμα
φυμέ	adj	άλλη γραφή του φιμέ
φυματίνες	=	φυματίνη
φυματίνη	noun	εκχύλισμα καλλιέργειας βακτηριδίων φυματίωσης
φυματίνης	=	φυματίνη
φυματίου	noun	γενική ενικού του φυμάτιο
φυματίων	noun	γενική πληθυντικού του φυμάτιο
φυματίωση	noun	η μεταδοτική ασθένεια που προσβάλλει τους πνεύμονες και άλλα όργανα
φυματίωσης	noun	γενική ενικού του φυματίωση
φυματίωσις	noun	η φυματίωση
φυματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυματικό
φυματικέ	adj	κλητική ενικού του φυματικός
φυματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυματική
φυματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυματικός
φυματικής	adj	γενική ενικού του φυματική
φυματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυματικός
φυματικού	adj	γενική ενικού του φυματικός
φυματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυματικός
φυματικό	adj	αιτιατική ενικού του φυματικός
φυματικός	adj	σχετικός με τη φυματίωση
φυματικών	adj	γενική πληθυντικού του φυματικός
φυματινών	=	φυματίνη
φυματιολογία	noun	τομέας της πνευμονολογίας με αντικείμενο την έρευνα για την αντιμετώπιση της φυματίωσης
φυματιολογίας	=	φυματιολογία
φυματιολογίες	=	φυματιολογία
φυματιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυματιολογικό
φυματιολογικέ	adj	κλητική ενικού του φυματιολογικός
φυματιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυματιολογική
φυματιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυματιολογικός
φυματιολογικής	adj	γενική ενικού του φυματιολογική
φυματιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυματιολογικός
φυματιολογικού	adj	γενική ενικού του φυματιολογικός
φυματιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυματιολογικός
φυματιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φυματιολογικός
φυματιολογικός	adj	σχετικός με τη φυματιολογία
φυματιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φυματιολογικός
φυματιολογιών	=	φυματιολογία
φυματιολόγε	noun	κλητική ενικού του φυματιολόγος
φυματιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του φυματιολόγος
φυματιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυματιολόγος
φυματιολόγος	noun	ο γιατρός που είναι ειδικός στη νόσο της φυματίωσης
φυματιολόγου	noun	γενική ενικού του φυματιολόγος
φυματιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυματιολόγος
φυματιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του φυματιολόγος
φυματιωδών	=	φυματιώδης
φυματιώδεις	=	φυματιώδης
φυματιώδες	=	φυματιώδης
φυματιώδη	=	φυματιώδης
φυματιώδης	adj	σχετικός με το φυμάτιο, παρόμοιος με το φυμάτιο, που έχει μορφή φυματίου
φυματιώδους	=	φυματιώδης
φυματιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυματίωση
φυματιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φυματίωση
φυματιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φυματίωση
φυντάνι	noun	άλλη γραφή του φιντάνι
φυντάνια	=	φυντάνι
φυντανιού	=	φυντάνι
φυντανιών	=	φυντάνι
φυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυρό
φυράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύραμα
φυράματος	noun	γενική ενικού του φύραμα
φυράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φυρέ	adj	κλητική ενικού του φυρός
φυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυρή
φυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυρός
φυρής	adj	γενική ενικού του φυρή
φυραίνω	verb	έχω αρχίσει και παρουσιάζω προβλήματα στη μνήμη και γενικά στις πνευματικές ικανότητες λόγω ηλικίας
φυραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύραμα
φυραματοποιεία	=	φυραματοποιείο
φυραματοποιείο	noun	εργαστήριο / εργοστάσιο παραγωγής φυραμάτων
φυραματοποιείου	=	φυραματοποιείο
φυραματοποιείων	=	φυραματοποιείο
φυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυρός
φυρονεριά	noun	η άμπωτη, η πτώση της στάθμης του νερού, το τράβηγμα των νερών
φυρονεριάς	noun	γενική ενικού του φυρονεριά
φυρονεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυρονεριά
φυρονεριών	=	φυρονεριά
φυρού	adj	γενική ενικού του φυρός
φυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυρός
φυρό	adj	αιτιατική ενικού του φυρός
φυρόμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυρόμυαλο
φυρόμυαλε	adj	κλητική ενικού του φυρόμυαλος
φυρόμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυρόμυαλη
φυρόμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυρόμυαλος
φυρόμυαλης	adj	γενική ενικού του φυρόμυαλη
φυρόμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του φυρόμυαλος
φυρόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυρόμυαλος
φυρόμυαλος	adj	που οι πνευματικές του ικανότητες είτε έχουν αμβλυνθεί λόγω γήρατος είτε εξαρχής ήταν μειωμένες, εκείνος που "χάνει", ο λειψός, ο τρόπον τινά βλάκας
φυρόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυρόμυαλος
φυρόμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυρόμυαλος
φυρόμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φυρόμυαλος
φυρός	adj	λειψός, ζαρωμένος, συρρικνωμένος, που έχασε βάρος ή όγκο κατά την επεξεργασία (π.χ. όπως το αλεύρι μειώνεται σε όγκο κατά το ζύμωμα)
φυρώ	verb	ξηραίνω
φυρών	adj	γενική πληθυντικού του φυρός
φυσά	=	φυσάω
φυσάγαμε	=	φυσάω
φυσάγανε	=	φυσάω
φυσάγατε	=	φυσάω
φυσάει	=	φυσάω
φυσάμε	=	φυσάω
φυσάν	=	φυσάω
φυσάνε	=	φυσάω
φυσάς	=	φυσάω
φυσάτε	=	φυσάω
φυσάω	verb	εκπνέω με δύναμη πάνω σε κάτι
φυσέκι	noun	άλλη γραφή του φισέκι
φυσέκια	=	φυσέκι
φυσήθηκα	=	φυσάω
φυσήθηκαν	=	φυσάω
φυσήθηκε	=	φυσάω
φυσήθηκες	=	φυσάω
φυσήματα	=	φύσημα
φυσήματος	=	φύσημα
φυσήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξαν	=	φυσάω
φυσήξανε	=	φυσάω
φυσήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξου	=	φυσάω
φυσήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξουνε	=	φυσάω
φυσήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φυσήσαμε	=	φυσάω
φυσήσαν	=	φυσάω
φυσήσανε	=	φυσάω
φυσήσατε	=	φυσάω
φυσήσει	=	φυσάω
φυσήσεις	=	φυσάω
φυσήσετε	=	φυσάω
φυσήσου	=	φυσάω
φυσήσουμε	=	φυσάω
φυσήσουν	=	φυσάω
φυσήσουνε	=	φυσάω
φυσήστε	=	φυσάω
φυσήσω	=	φυσάω
φυσήχτε	=	φυσάω
φυσήχτηκα	=	φυσάω
φυσήχτηκαν	=	φυσάω
φυσήχτηκε	=	φυσάω
φυσήχτηκες	=	φυσάω
φυσίατρε	=	φυσίατρος
φυσίατρο	=	φυσίατρος
φυσίατροι	=	φυσίατρος
φυσίατρος	noun	γιατρός με ειδικότητα στην αποκατάσταση κινητικών προβλημάτων ο οποίος μπορεί να δώσει κατευθυντήριες γραμμές στο φυσιοθεραπευτή
φυσίατρου	=	φυσίατρος
φυσίατρους	=	φυσίατρος
φυσίατρων	=	φυσίατρος
φυσίγγι	noun	γαλλικά : cartouche ⁽ᶠʳ⁾
φυσίγγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσίγγιο
φυσίγγιο	noun	το σύνολο βλήματος και κάλυκα που περιέχει την εκρηκτική γόμωση
φυσίγγιον	noun	το φυσίγγιο
φυσίγγιου	=	φυσίγγιο
φυσίγγων	=	φύσιγγα
φυσαλίδα	noun	φούσκα, φουσκάλα, μπουρμπουλήθρα ή μικρή σφαίρα από αέρα ή άλλο υλικό (π.χ. στο δέρμα μπορεί να περιέχει πύον)
φυσαλίδας	=	φυσαλίδα
φυσαλίδες	=	φυσαλίδα
φυσαλίδων	=	φυσαλίδα
φυσαλλίδα	=	φυσαλίδα
φυσαρμόνικα	noun	μικρό πνευστό μουσικό όργανο
φυσαρμόνικας	noun	γενική ενικού του φυσαρμόνικα
φυσαρμόνικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσαρμόνικα
φυσαρούφα	=	φυσαρούφας
φυσαρούφας	noun|vulgar	ο μανιώδης καπνιστής αργιλέ
φυσαρούφες	=	φυσαρούφας
φυσαρούφων	=	φυσαρούφας
φυσεκιού	=	φυσέκι
φυσεκιών	=	φυσέκι
φυσεκλίκι	noun	άλλη γραφή του φισεκλίκι (το ύψιλον, από το φυσίγγιο αντί του φισέκι)
φυσεκλίκια	=	φυσεκλίκι
φυσεκλικιού	=	φυσεκλίκι
φυσεκλικιών	=	φυσεκλίκι
φυσερά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσερό
φυσερού	noun	γενική ενικού του φυσερό
φυσερό	noun	φυσούνα, φυσητήρας, φύσα, απλή φορητή συσκευή με ασκό με την οποία παράγεται και φυσιέται αέρας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση συνήθως για τεχνικές εργασίες π.χ. παλιότερα στα σιδηρουργεία και στα υαλουργεία
φυσερών	noun	γενική πληθυντικού του φυσερό
φυσηγμένος	=	φυσάω
φυσηθήκαμε	=	φυσάω
φυσηθήκαν	=	φυσάω
φυσηθήκανε	=	φυσάω
φυσηθήκατε	=	φυσάω
φυσηθεί	=	φυσάω
φυσηθείς	=	φυσάω
φυσηθείτε	=	φυσάω
φυσηθούμε	=	φυσάω
φυσηθούν	=	φυσάω
φυσηθούνε	=	φυσάω
φυσηθώ	=	φυσάω
φυσημάτων	=	φύσημα
φυσημένος	=	φυσάω
φυσηξιά	noun	ένα φύσημα
φυσηξιάς	=	φυσηξιά
φυσηξιές	=	φυσηξιά
φυσηξιών	=	φυσηξιά
φυσητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φυσητός	adv|rare	με φυσητό τρόπο
φυσητέ	adj	κλητική ενικού του φυσητός
φυσητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσητή
φυσητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσητός
φυσητήρα	=	φυσητήρας
φυσητήρας	noun	μηχάνημα το οποίο φυσάει αέρα
φυσητήρες	=	φυσητήρας
φυσητήρων	=	φυσητήρας
φυσητής	adj	γενική ενικού του φυσητή, θηλυκό του φυσητός
φυσητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσητικό
φυσητικέ	adj	κλητική ενικού του φυσητικός
φυσητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσητική
φυσητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσητικός
φυσητικής	adj	γενική ενικού του φυσητική
φυσητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσητικός
φυσητικού	adj	γενική ενικού του φυσητικός
φυσητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσητικός
φυσητικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσητικός
φυσητικός	adj	σχετικός με το φύσημα, πνευστός
φυσητικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσητικός
φυσητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσητός
φυσητού	adj	γενική ενικού του φυσητός
φυσητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσητός
φυσητό	adj	αιτιατική ενικού του φυσητός
φυσητός	adj	που για να δημιουργηθεί ή να κατασκευαστεί απαιτείται φύσημα αέρα, π.χ. με ένα φυσερό ή με το στόμα
φυσητών	adj	γενική πληθυντικού του φυσητός
φυσηχτήκαμε	=	φυσάω
φυσηχτήκαν	=	φυσάω
φυσηχτήκανε	=	φυσάω
φυσηχτήκατε	=	φυσάω
φυσηχτεί	=	φυσάω
φυσηχτείς	=	φυσάω
φυσηχτείτε	=	φυσάω
φυσηχτούμε	=	φυσάω
φυσηχτούν	=	φυσάω
φυσηχτούνε	=	φυσάω
φυσηχτώ	=	φυσάω
φυσιάτρου	=	φυσίατρος
φυσιάτρους	=	φυσίατρος
φυσιάτρων	=	φυσίατρος
φυσιέμαι	=	φυσάω
φυσιέσαι	=	φυσάω
φυσιέστε	=	φυσάω
φυσιέται	=	φυσάω
φυσιατρικές	=	φυσιατρική
φυσιατρική	noun	ιατρική ειδικότητα που έχει ως αντικείμενο κυρίως την κινητική αποκατάσταση ασθενών που παρουσιάζουν μυοσκελετικές και νευρομυικές διαταραχές εξαιτίας καρδιακών, αναπανευστικών και άλλων παθήσεων.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιατρικός
φυσιατρικής	=	φυσιατρική
φυσιατρικών	=	φυσιατρική
φυσιγγίου	noun	γενική ενικού του φυσίγγιο
φυσιγγίων	noun	γενική πληθυντικού του φυσίγγιο
φυσιγγιοθήκες	=	φυσιγγιοθήκη
φυσιγγιοθήκη	noun	θήκη στην οποία φυλάσσονται φυσίγγια, είτε από κυνηγούς, είτε από στρατιωτικούς, για την εύκολη μεταφορά τους
φυσιγγιοθήκης	=	φυσιγγιοθήκη
φυσιγγιοθηκών	=	φυσιγγιοθήκη
φυσιγγιού	=	φυσίγγι
φυσιγγιών	=	φυσίγγι
φυσικά	adv	βεβαίως, ασφαλώς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικό
φυσικέ	adj	κλητική ενικού του φυσικός
φυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσική
φυσική	noun	η επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα και τους νόμους που τα διέπουν	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσικός
φυσικής	adj	γενική ενικού του φυσική
φυσικαλισμέ	=	φυσικαλισμός
φυσικαλισμοί	=	φυσικαλισμός
φυσικαλισμού	=	φυσικαλισμός
φυσικαλισμούς	=	φυσικαλισμός
φυσικαλισμό	=	φυσικαλισμός
φυσικαλισμός	noun	η οντολογική / μεταφυσική θέση ότι "τα πάντα είναι φυσικά", ότι δεν υπάρχει "τίποτα πέρα και πάνω από" το φυσικό, ή ότι όλα επέρχονται του φυσικού, δηλαδή ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει φυσική υπόσταση
φυσικαλισμών	=	φυσικαλισμός
φυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσικός
φυσικοθεραπεία	noun	η θεραπεία χρησιμοποιούμενων των φυσικών μέσων
φυσικοθεραπείας	=	φυσικοθεραπεία
φυσικοθεραπείες	=	φυσικοθεραπεία
φυσικοθεραπειών	=	φυσικοθεραπεία
φυσικοθεραπευτές	=	φυσικοθεραπευτής
φυσικοθεραπευτή	=	φυσικοθεραπευτής
φυσικοθεραπευτής	noun	φυσιοθεραπευτής
φυσικοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικοθεραπευτικό
φυσικοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικοθεραπευτική
φυσικοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του φυσικοθεραπευτική
φυσικοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτικός	adj	σχετικός με τη φυσικοθεραπεία
φυσικοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσικοθεραπευτικός
φυσικοθεραπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του φυσικοθεραπεύτρια
φυσικοθεραπευτών	=	φυσικοθεραπευτής
φυσικοθεραπεύτρια	noun	φυσικοθεραπευτής
φυσικοθεραπεύτριας	noun	γενική ενικού του φυσικοθεραπεύτρια
φυσικοθεραπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικοθεραπεύτρια
φυσικομαθηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικομαθηματικό
φυσικομαθηματικέ	adj	κλητική ενικού του φυσικομαθηματικός
φυσικομαθηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικομαθηματική
φυσικομαθηματική	noun	φυσικομαθηματική επιστήμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσικομαθηματικός
φυσικομαθηματικής	adj	γενική ενικού του φυσικομαθηματική
φυσικομαθηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσικομαθηματικός
φυσικομαθηματικού	adj	γενική ενικού του φυσικομαθηματικός
φυσικομαθηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσικομαθηματικός
φυσικομαθηματικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσικομαθηματικός
φυσικομαθηματικός	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στη φυσική και τα μαθηματικά	adj	σχετικός με τη φυσική και τα μαθηματικά, με την φυσικομαθηματική
φυσικομαθηματικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσικομαθηματικός
φυσικοπυρηνικέ	=	φυσικοπυρηνικός
φυσικοπυρηνικοί	=	φυσικοπυρηνικός
φυσικοπυρηνικού	=	φυσικοπυρηνικός
φυσικοπυρηνικούς	=	φυσικοπυρηνικός
φυσικοπυρηνικό	=	φυσικοπυρηνικός
φυσικοπυρηνικός	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στον τομέα της πυρηνικής φυσικής.
φυσικοπυρηνικών	=	φυσικοπυρηνικός
φυσικοτήτων	=	φυσικότητα
φυσικοχημεία	noun	μάθημα του τμήματος Χημείας της Σχολής Θετικών Επιστημών, το οποίο εξετάζει την σχέση φυσικών και χημικών φαινομένων και το οποίο δεν ταυτίζεται με τα μαθήματα "Φυσικής Χημείας" ή "Χημικής Φυσικής"
φυσικοχημείας	noun	γενική ενικού του φυσικοχημεία
φυσικοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικοχημεία
φυσικοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του φυσικοχημεία
φυσικοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικοχημικό
φυσικοχημικέ	adj	κλητική ενικού του φυσικοχημικός
φυσικοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικοχημική
φυσικοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσικοχημικός
φυσικοχημικής	adj	γενική ενικού του φυσικοχημική
φυσικοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσικοχημικός
φυσικοχημικού	adj	γενική ενικού του φυσικοχημικός
φυσικοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσικοχημικός
φυσικοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσικοχημικός
φυσικοχημικός	adj	σχετικός με τη φυσικοχημεία
φυσικοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσικοχημικός
φυσικού	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυσικός	noun	η καθηγήτρια του μαθήματος της φυσικής στο σχολείο
φυσικούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικού
φυσικούδων	=	φυσικού
φυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσικός
φυσικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσικός	noun	χαρακτηριστικό της προσωπικότητας με το οποίο κάποιος έχει γεννηθεί (π.χ. ταλέντο) ή συνήθεια
φυσικός	adj	σχετικός με τη φύση	noun	επιστήμονας του οποίου το αντικείμενο είναι η φυσική
φυσικότατα	=	φυσικός
φυσικότατε	=	φυσικός
φυσικότατες	=	φυσικός
φυσικότατη	=	φυσικός
φυσικότατης	=	φυσικός
φυσικότατο	=	φυσικός
φυσικότατοι	=	φυσικός
φυσικότατος	=	φυσικός
φυσικότατου	=	φυσικός
φυσικότατους	=	φυσικός
φυσικότατων	=	φυσικός
φυσικότερα	=	φυσικός
φυσικότερε	=	φυσικός
φυσικότερες	=	φυσικός
φυσικότερη	=	φυσικός
φυσικότερης	=	φυσικός
φυσικότερο	=	φυσικός
φυσικότεροι	=	φυσικός
φυσικότερος	=	φυσικός
φυσικότερου	=	φυσικός
φυσικότερους	=	φυσικός
φυσικότερων	=	φυσικός
φυσικότης	noun	η φυσικότητα
φυσικότητα	noun	ιδιότητα του φυσικού
φυσικότητας	noun	γενική ενικού του φυσικότητα
φυσικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσικότητα
φυσικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσικός
φυσιογνωμία	noun	τα χαρακτηριστικά του προσώπου
φυσιογνωμίας	noun	γενική ενικού του φυσιογνωμία
φυσιογνωμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωμία
φυσιογνωμίστρια	noun	η γυναίκα φυσιογνωμιστής
φυσιογνωμίστριας	=	φυσιογνωμίστρια
φυσιογνωμίστριες	=	φυσιογνωμίστρια
φυσιογνωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωμικό	adv|rare	σε σχέση με τη φυσιογνωμία
φυσιογνωμικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωμική
φυσιογνωμική	noun	μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα κάποιου από τη μελέτη των αναλογιών του προσώπου και άλλων εξωτερικών / εμφανισιακών χαρακτηριστικών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικής	adj	γενική ενικού του φυσιογνωμική
φυσιογνωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικού	adj	γενική ενικού του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικός	adj	σχετικός με τη φυσιογνωμία
φυσιογνωμικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιογνωμικός
φυσιογνωμικώς	adv|formal	φυσιογνωμικά
φυσιογνωμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωμιστής
φυσιογνωμιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φυσιογνωμιστής
φυσιογνωμιστής	noun	αυτός που ασχολείται επιστημονικά με τη φυσιογνωμική, o ερευνητής των φυσιογνωμιών και των χαρακτηριστικών τους
φυσιογνωμιστριών	=	φυσιογνωμίστρια
φυσιογνωμιστών	=	φυσιογνωμιστής
φυσιογνωμιών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιογνωμία
φυσιογνωσία	noun|dated	το σύνολο των φυσικών επιστημών που ασχολούνταν με τη φύση, τη φυσική, τη χημεία και τη βιολογία
φυσιογνωσίας	noun	γενική ενικού του φυσιογνωσία
φυσιογνωσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωσία
φυσιογνωσιών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιογνωσία
φυσιογνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωστικό
φυσιογνωστικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωστική
φυσιογνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστικής	adj	γενική ενικού του φυσιογνωστική
φυσιογνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστικού	adj	γενική ενικού του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστικός	adj	σχετικός με τη φυσιογνωσία
φυσιογνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιογνωστικός
φυσιογνωστριών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιογνώστρια
φυσιογνωστών	=	φυσιογνώστης
φυσιογνώστες	=	φυσιογνώστης
φυσιογνώστη	=	φυσιογνώστης
φυσιογνώστης	noun	ο ασχολούμενος και ειδικός στη φυσιογνωσία, που γνωρίζει πολλά κυρίως για τη βοτανική
φυσιογνώστρια	noun	φυσιογνώστης
φυσιογνώστριας	noun	γενική ενικού του φυσιογνώστρια
φυσιογνώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνώστρια
φυσιογράφε	=	φυσιογράφος
φυσιογράφο	=	φυσιογράφος
φυσιογράφοι	=	φυσιογράφος
φυσιογράφος	noun	ο γεωγράφος που ασχολείται με τη φυσική γεωγραφία ή τη φυσιογραφία
φυσιογράφου	=	φυσιογράφος
φυσιογράφους	=	φυσιογράφος
φυσιογράφων	=	φυσιογράφος
φυσιογραφία	noun	κλάδος της γεωγραφίας ο οποίος εστιάζεται στα φυσικά χαρακτηριστικά ενός τόπου (όρη, πεδιάδες, ύδατα, πανίδα, χλωρίδα, κλίμα κ.λπ.)
φυσιογραφίας	noun	γενική ενικού του φυσιογραφία
φυσιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογραφία
φυσιογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογραφικό
φυσιογραφικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιογραφικός
φυσιογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογραφική
φυσιογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιογραφικός
φυσιογραφικής	adj	γενική ενικού του φυσιογραφική
φυσιογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιογραφικός
φυσιογραφικού	adj	γενική ενικού του φυσιογραφικός
φυσιογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιογραφικός
φυσιογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιογραφικός
φυσιογραφικός	adj	σχετικός με τη φυσιογραφία, με τη φυσική γεωγραφία
φυσιογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιογραφικός
φυσιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιογραφία
φυσιοδίφα	=	φυσιοδίφης
φυσιοδίφες	=	φυσιοδίφης
φυσιοδίφη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φυσιοδίφης
φυσιοδίφης	noun	που ερευνά λεπτομερειακά τη φύση, κυρίως τα ζώα, τα φυτά και τα ορυκτά
φυσιοδίφου	=	φυσιοδίφης
φυσιοδιφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοδιφικό
φυσιοδιφικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοδιφική
φυσιοδιφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφικής	adj	γενική ενικού του φυσιοδιφική
φυσιοδιφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφικού	adj	γενική ενικού του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφικός	adj	που έχει σχέση με τον φυσιοδίφη ή είναι σχετικός με τη συστηματική, λεπτομερή έρευνα της φύσης
φυσιοδιφικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιοδιφικός
φυσιοδιφών	=	φυσιοδίφης
φυσιοθεραπεία	noun	θεραπευτική μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί φυσικά μέσα όπως κίνηση, φως, νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, ήχος)
φυσιοθεραπείας	noun	γενική ενικού του φυσιοθεραπεία
φυσιοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοθεραπεία
φυσιοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιοθεραπεία
φυσιοθεραπευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτής
φυσιοθεραπευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φυσιοθεραπευτής
φυσιοθεραπευτής	noun	ο ειδικός στη φυσιοθεραπεία, άτομο με δίπλωμα που με τη σύμφωνη γνώμη ενός γιατρού, κάνει ειδικό μασάζ ή άλλες παρεμβάσεις σε ασθενείς με μυοσκελετικά ή νευρολογικά προβλήματα
φυσιοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτικό	adv	με φυσιοθεραπευτικές μεθόδους, με φυσιοθεραπείες
φυσιοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτική
φυσιοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του φυσιοθεραπευτική
φυσιοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικός	=	φυσικοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτικός
φυσιοθεραπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιοθεραπεύτρια
φυσιοθεραπευτών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιοθεραπευτής
φυσιοθεραπεύτρια	noun	φυσιοθεραπευτής
φυσιοθεραπεύτριας	noun	γενική ενικού του φυσιοθεραπεύτρια
φυσιοθεραπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοθεραπεύτρια
φυσιοκράτες	=	φυσιοκράτης
φυσιοκράτη	=	φυσιοκράτης
φυσιοκράτης	noun	οπαδός της φυσιοκρατίας
φυσιοκρατία	noun	θεωρία του 18ου αιώνα πως η μόνη πραγματικά παραγωγική δραστηριότητα είναι η γεωργία
φυσιοκρατίας	noun	γενική ενικού του φυσιοκρατία
φυσιοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοκρατία
φυσιοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοκρατικό
φυσιοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοκρατική
φυσιοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατικής	adj	γενική ενικού του φυσιοκρατική
φυσιοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατικού	adj	γενική ενικού του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατικός	adj	σχετικός με τη φυσιοκρατία
φυσιοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιοκρατικός
φυσιοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιοκρατία
φυσιοκρατών	=	φυσιοκράτης
φυσιολάτρες	=	φυσιολάτρης
φυσιολάτρη	=	φυσιολάτρης
φυσιολάτρης	noun	λάτρης της φύσης
φυσιολάτρι	=	φυσιολάτρις
φυσιολάτριδα	=	φυσιολάτρις
φυσιολάτριδας	=	φυσιολάτρις
φυσιολάτριδες	=	φυσιολάτρις
φυσιολάτριδος	=	φυσιολάτρις
φυσιολάτριδων	=	φυσιολάτρις
φυσιολάτρις	noun|formal	η φυσιολάτρισσα
φυσιολάτρισσα	noun	θηλυκό του φυσιολάτρης
φυσιολάτρισσας	noun	γενική ενικού του φυσιολάτρισσα
φυσιολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολάτρισσα
φυσιολατρία	noun	η αγάπη προς τη φύση
φυσιολατρίας	noun	γενική ενικού του φυσιολατρία
φυσιολατρίδων	=	φυσιολάτρις
φυσιολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολατρία
φυσιολατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολατρικό
φυσιολατρικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιολατρικός
φυσιολατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολατρική
φυσιολατρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιολατρικός
φυσιολατρικής	adj	γενική ενικού του φυσιολατρική
φυσιολατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιολατρικός
φυσιολατρικού	adj	γενική ενικού του φυσιολατρικός
φυσιολατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιολατρικός
φυσιολατρικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιολατρικός
φυσιολατρικός	adj	που έχει σχέση με τη φυσιολατρία ή τον φυσιολάτρη ή αναφέρεται σ’ αυτά
φυσιολατρικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιολατρικός
φυσιολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιολάτρισσα
φυσιολατριών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιολατρία
φυσιολατρών	=	φυσιολάτρης
φυσιολογία	noun	ο κλάδος της βιολογίας που μελετά τις λειτουργίες των ζωντανών οργανισμών (φυτικών και ζωικών), ιστών, κυττάρων, οργάνων καθώς και τα σχετικά φυσικά και χημικά φαινόμενα (όπως η ανάπτυξη, η αναπαραγωγή)
φυσιολογίας	noun	γενική ενικού του φυσιολογία
φυσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολογία
φυσιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολογικό	adv	κατά τρόπο φυσιολογικό, σύμφωνα με τη φύση, με φυσικότητα
φυσιολογικέ	adj	κλητική ενικού του φυσιολογικός
φυσιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιολογική
φυσιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυσιολογικός
φυσιολογικής	adj	γενική ενικού του φυσιολογική
φυσιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιολογικός
φυσιολογικοτήτων	=	φυσιολογικότητα
φυσιολογικού	adj	γενική ενικού του φυσιολογικός
φυσιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυσιολογικός
φυσιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φυσιολογικός
φυσιολογικός	adj	που ακολουθεί αυτό που συμβαίνει συνήθως στη φύση
φυσιολογικότατα	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατε	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατες	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατη	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατης	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατο	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατοι	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατος	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατου	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατους	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότατων	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερα	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερε	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερες	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερη	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερης	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερο	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότεροι	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερος	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερου	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερους	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότερων	=	φυσιολογικός
φυσιολογικότητα	noun	η ιδιότητα του φυσιολογικού, το να είναι κάποιος ή κάτι φυσιολογικό(ς)
φυσιολογικότητας	=	φυσιολογικότητα
φυσιολογικότητες	=	φυσιολογικότητα
φυσιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φυσιολογικός
φυσιολογικώς	adv|dated	φυσιολογικά
φυσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιολογία
φυσιολόγε	noun	κλητική ενικού του φυσιολόγος
φυσιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του φυσιολόγος
φυσιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυσιολόγος
φυσιολόγος	noun	επιστήμονας που έχει πάρει την ειδικότητα της φυσιολογίας
φυσιολόγου	noun	γενική ενικού του φυσιολόγος
φυσιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φυσιολόγος
φυσιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του φυσιολόγος
φυσιομετρία	noun	η μελέτη και η ποσοτική ανάλυση των φυσικών χαρακτηριστικών ενός οργανισμού ή περιβάλλοντος, συχνά με τη χρήση μετρήσεων και επιστημονικών μεθόδων για την κατανόηση της δομής, της λειτουργίας ή της προσαρμογής τους
φυσιομετρίας	=	φυσιομετρία
φυσιομετρίες	=	φυσιομετρία
φυσιομετριών	=	φυσιομετρία
φυσιοπαθολογία	noun	η παθοφυσιολογία, η λειτουργία του οργανισμού όταν προσβάλλεται από κάποια νόσο, η παθολογική φυσιολογία
φυσιοπαθολογίας	noun	γενική ενικού του φυσιοπαθολογία
φυσιοπαθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιοπαθολογία
φυσιοπαθολογικά	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικέ	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικές	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογική	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φυσιοπαθολογική) του φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικοί	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικού	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικούς	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικό	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογικός	adj	σχετικός με την φυσιοπαθολογία
φυσιοπαθολογικών	=	φυσιοπαθολογικός
φυσιοπαθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φυσιοπαθολογία
φυσιούνται	=	φυσάω
φυσιούνταν	=	φυσάω
φυσιόμασταν	=	φυσάω
φυσιόμαστε	=	φυσάω
φυσιόμουν	=	φυσάω
φυσιόμουνα	=	φυσάω
φυσιόνταν	=	φυσάω
φυσιόντανε	=	φυσάω
φυσιόντουσαν	=	φυσάω
φυσιόσασταν	=	φυσάω
φυσιόσαστε	=	φυσάω
φυσιόσουν	=	φυσάω
φυσιόσουνα	=	φυσάω
φυσιόταν	=	φυσάω
φυσιότανε	=	φυσάω
φυσομάνημα	noun	έντονο και συνεχές φύσημα
φυσομανήματα	=	φυσομάνημα
φυσομανήματος	=	φυσομάνημα
φυσομανημάτων	=	φυσομάνημα
φυσομανητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσομανητό
φυσομανητού	noun	γενική ενικού του φυσομανητό
φυσομανητό	noun	άλλη μορφή του φυσομάνημα
φυσομανητών	noun	γενική πληθυντικού του φυσομανητό
φυσομανώ	verb	φυσώ δυνατά, φυσώ με μανία
φυσούμε	=	φυσάω
φυσούν	=	φυσάω
φυσούνα	noun	φυσερό, φυσητήρας, φύσα
φυσούνας	noun	γενική ενικού του φυσούνα
φυσούνε	=	φυσάω
φυσούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσούνα
φυσούσα	=	φυσάω
φυσούσαμε	=	φυσάω
φυσούσαν	=	φυσάω
φυσούσανε	=	φυσάω
φυσούσατε	=	φυσάω
φυσούσε	=	φυσάω
φυσούσες	=	φυσάω
φυστίκι	noun	άλλη μορφή του φιστίκι
φυστίκια	=	φυστίκι
φυστικιά	=	φιστικιά
φυστικιού	=	φυστίκι
φυστικιών	=	φυστίκι
φυστικοβούτυρο	=	φιστικοβούτυρο
φυσώ	verb	μορφή του φυσάω
φυσώντας	=	φυσάω
φυτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτό
φυτάνες	=	φυτάνη
φυτάνη	noun	το φυτώριο
φυτάνης	=	φυτάνη
φυτέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύτεμα
φυτέματος	noun	γενική ενικού του φύτεμα
φυτέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψαν	=	φυτεύω
φυτέψανε	=	φυτεύω
φυτέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψομε	=	φυτεύω
φυτέψου	=	φυτεύω
φυτέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψουνε	=	φυτεύω
φυτέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φυτίλι	=	φιτίλι
φυτίνες	=	φυτίνη
φυτίνη	noun	ουσία που βρίσκεται στο σπέρμα πολλών δημητριακών
φυτίνης	=	φυτίνη
φυτανών	=	φυτάνη
φυτεία	noun	μεγάλη έκταση γης όπου συνήθως καλλιεργούνται φυτά ενός μόνον είδους
φυτείας	noun	γενική ενικού του φυτεία
φυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτεία
φυτειών	noun	γενική πληθυντικού του φυτεία
φυτεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύτεμα
φυτεμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτεμένο
φυτεμένε	adj	κλητική ενικού του φυτεμένος
φυτεμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτεμένη
φυτεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτεμένος
φυτεμένης	adj	γενική ενικού του φυτεμένη
φυτεμένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φυτεμένος
φυτεμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτεμένος
φυτεμένος	verb	που έχει φυτευτεί, καλλιεργηθεί
φυτεμένου	verb	γενική ενικού του φυτεμένος
φυτεμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτεμένος
φυτεμένων	adj	γενική πληθυντικού του φυτεμένος
φυτευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύτευμα
φυτευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτευμένο
φυτευμένε	verb	κλητική ενικού του φυτευμένος
φυτευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτευμένη
φυτευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτευμένος
φυτευμένης	verb	γενική ενικού του φυτευμένη
φυτευμένο	verb	αιτιατική ενικού του φυτευμένος
φυτευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτευμένος
φυτευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φυτεύω
φυτευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυτευμένος
φυτευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φυτευμένος
φυτευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φυτευμένος
φυτευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτευτό
φυτευτέ	adj	κλητική ενικού του φυτευτός
φυτευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτευτή
φυτευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτευτός
φυτευτήκαμε	=	φυτεύω
φυτευτήκαν	=	φυτεύω
φυτευτήκανε	=	φυτεύω
φυτευτήκατε	=	φυτεύω
φυτευτήρι	noun	εργαλείο με οξεία άκρη που ανοίγει τρύπες στο έδαφος για να φυτευτούν τα φυτά
φυτευτήρια	=	φυτευτήρι
φυτευτής	noun	εκείνος που φυτεύει	adj	γενική ενικού του φυτευτή
φυτευτεί	=	φυτεύω
φυτευτείς	=	φυτεύω
φυτευτείτε	=	φυτεύω
φυτευτηριού	=	φυτευτήρι
φυτευτηριών	=	φυτευτήρι
φυτευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτευτικό
φυτευτικέ	adj	κλητική ενικού του φυτευτικός
φυτευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτευτική
φυτευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτευτικός
φυτευτικής	adj	γενική ενικού του φυτευτική
φυτευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτευτικός
φυτευτικού	adj	γενική ενικού του φυτευτικός
φυτευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτευτικός
φυτευτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτευτικός
φυτευτικός	adj	σχετικός με τη φύτευση ή με το φύτεμα
φυτευτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτευτικός
φυτευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτευτός
φυτευτού	adj	γενική ενικού του φυτευτός
φυτευτούμε	=	φυτεύω
φυτευτούν	=	φυτεύω
φυτευτούνε	=	φυτεύω
φυτευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτευτός
φυτευτό	adj	αιτιατική ενικού του φυτευτός
φυτευτός	adj	φυτό που έχει φυτευτεί, σε αντιδιαστολή προς τα αυτοφυές
φυτευτώ	=	φυτεύω
φυτευτών	adj	γενική πληθυντικού του φυτευτός
φυτευόμασταν	=	φυτεύω
φυτευόμαστε	=	φυτεύω
φυτευόμουν	=	φυτεύω
φυτευόμουνα	=	φυτεύω
φυτευόντουσαν	=	φυτεύω
φυτευόσασταν	=	φυτεύω
φυτευόσαστε	=	φυτεύω
φυτευόσουν	=	φυτεύω
φυτευόσουνα	=	φυτεύω
φυτευόταν	=	φυτεύω
φυτευότανε	=	φυτεύω
φυτεύαμε	=	φυτεύω
φυτεύαν	=	φυτεύω
φυτεύανε	=	φυτεύω
φυτεύατε	=	φυτεύω
φυτεύει	=	φυτεύω
φυτεύεις	=	φυτεύω
φυτεύεσαι	=	φυτεύω
φυτεύεστε	=	φυτεύω
φυτεύεται	=	φυτεύω
φυτεύετε	=	φυτεύω
φυτεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύτευμα
φυτεύματος	noun	γενική ενικού του φύτευμα
φυτεύομαι	=	φυτεύω
φυτεύομε	=	φυτεύω
φυτεύονται	=	φυτεύω
φυτεύονταν	=	φυτεύω
φυτεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φυτεύω
φυτεύουμε	=	φυτεύω
φυτεύουν	=	φυτεύω
φυτεύουνε	=	φυτεύω
φυτεύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύτευση
φυτεύσεων	=	φύτευση
φυτεύτε	=	φυτεύω
φυτεύτηκα	=	φυτεύω
φυτεύτηκαν	=	φυτεύω
φυτεύτηκε	=	φυτεύω
φυτεύτηκες	=	φυτεύω
φυτεύω	verb	βάζω στη γη ή στο χώμα σπόρο ή τμήμα φυτού για να βλαστήσει (συνήθως για το σπόρο χρησιμοποιείται το ρήμα σπέρνω και όχι το φυτεύω)
φυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (φυτικό) του φυτικός
φυτικάς	=	φυτικός
φυτικέ	adj	κλητική ενικού του φυτικός
φυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτική
φυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτικός
φυτικήν	=	φυτικός
φυτικής	adj	γενική ενικού του φυτική
φυτικαί	=	φυτικός
φυτικαῖς	=	φυτικός
φυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτικός
φυτικού	adj	γενική ενικού του φυτικός
φυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτικός
φυτικοῦ	=	φυτικός
φυτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτικός
φυτικόν	=	φυτικός
φυτικός	adj	σχετικός με τα φυτά, που προέρχεται από το φυτικό βασίλειο
φυτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτικός
φυτικῆς	=	φυτικός
φυτικῶν	=	φυτικός
φυτινών	=	φυτίνη
φυτοβένθος	noun	μια από τις δύο υποδιαιρέσεις του βένθους και συγκεκριμένα εκείνη στην οποία ανήκουν οι φυτικοί υδρόβιοι οργανισμοί (Η δεύτερη υποδιαίρεση είναι το ζωοβένθος)
φυτοβιβλιογραφία	noun	η βιβλιογραφία που αναφέρεται σε φυτά ή τα αφορά
φυτοβιβλιογραφίας	noun	γενική ενικού του φυτοβιβλιογραφία
φυτοβιβλιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοβιβλιογραφία
φυτοβιβλιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτοβιβλιογραφία
φυτοβιολογία	noun	η επιστήμη που εστιάζεται στη βιολογία των φυτικών οργανισμών, η βοτανική
φυτοβιολογίας	noun	γενική ενικού του φυτοβιολογία
φυτοβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοβιολογία
φυτοβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτοβιολογία
φυτογές	=	φυτογή
φυτογή	noun	χώμα από αποσυνθεμένες φυτικές ουσίες
φυτογής	=	φυτογή
φυτογεωγραφία	noun	κλάδος της βοτανικής που ερευνά πώς και γιατί τα φυτά κατανέμονται στον χώρο και τον χρόνο, συσχετίζοντας την εξάπλωσή τους με περιβαλλοντικούς και εξελικτικούς παράγοντες
φυτογεωγραφίας	noun	γενική ενικού του φυτογεωγραφία
φυτογεωγραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτογεωγραφία
φυτογεωγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτογεωγραφικό
φυτογεωγραφικέ	adj	κλητική ενικού του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτογεωγραφική
φυτογεωγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφικής	adj	γενική ενικού του φυτογεωγραφική
φυτογεωγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφικού	adj	γενική ενικού του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφικός	adj	σχετικός με τη φυτογεωγραφία, τη μελέτη της κατανομής των φυτών κατά περιοχές
φυτογεωγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτογεωγραφικός
φυτογεωγραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτογεωγραφία
φυτογραφία	noun	η φυτική περιγραφή, η λεπτομερής περιγραφή των υπέργειων και υπόγειων τμημάτων του φυτού, όπως επίσης η αναπαράστασή τους με σχεδιαγράμματα και η απεικόνισή τους με με φωτογραφίες
φυτογραφίας	noun	γενική ενικού του φυτογραφία
φυτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτογραφία
φυτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτογραφικό
φυτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του φυτογραφικός
φυτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτογραφική
φυτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτογραφικός
φυτογραφικής	adj	γενική ενικού του φυτογραφική
φυτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτογραφικός
φυτογραφικού	adj	γενική ενικού του φυτογραφικός
φυτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτογραφικός
φυτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτογραφικός
φυτογραφικός	adj	σχετικός με τη φυτογραφία
φυτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτογραφικός
φυτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτογραφία
φυτογών	=	φυτογή
φυτοζωία	noun	η κατάσταση στην οποία έχει περιπέσει εκείνος που φυτοζωεί
φυτοζωίας	=	φυτοζωία
φυτοζωίες	=	φυτοζωία
φυτοζωιών	=	φυτοζωία
φυτοζωώ	verb	δεν είμαι ενεργός-δραστήριος· δεν κινούμαι αρκετά στην ζωή, την κοινωνία, την αγορά, την εργασία κτλ.
φυτοθεραπεία	noun	θεραπεία με χρήση φυτικών παραγώγων / σκευασμάτων
φυτοθεραπείας	noun	γενική ενικού του φυτοθεραπεία
φυτοθεραπείες	=	φυτοθεραπεία
φυτοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του φυτοθεραπεία
φυτοκοινωνία	noun	ένας αριθμός φυτών που απαρτίζουν έναν καθορισμένο βιότοπο
φυτοκοινωνίας	=	φυτοκοινωνία
φυτοκοινωνίες	=	φυτοκοινωνία
φυτοκοινωνιολογικά	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικέ	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικές	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογική	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικής	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικοί	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικού	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικούς	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικό	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιολογικός	adj	σχετικός με την φυτοκοινωνιολογία
φυτοκοινωνιολογικών	=	φυτοκοινωνιολογικός
φυτοκοινωνιών	=	φυτοκοινωνία
φυτοκομία	noun	η επιστημονική καλλιέργεια των φυτών
φυτοκομίας	noun	γενική ενικού του φυτοκομία
φυτοκομίες	=	φυτοκομία
φυτοκομεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοκομείο
φυτοκομείο	noun	τόπος επιστημονικής καλλιέργειας φυτών
φυτοκομείου	noun	γενική ενικού του φυτοκομείο
φυτοκομείων	noun	γενική πληθυντικού του φυτοκομείο
φυτοκομιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτοκομία
φυτοκόμε	=	φυτοκόμος
φυτοκόμο	=	φυτοκόμος
φυτοκόμοι	=	φυτοκόμος
φυτοκόμος	noun	ο επιστήμονας που ασχολείται με την φυτοκομία
φυτοκόμου	=	φυτοκόμος
φυτοκόμους	=	φυτοκόμος
φυτοκόμων	=	φυτοκόμος
φυτολίθου	=	φυτόλιθος
φυτολίθους	=	φυτόλιθος
φυτολίθων	=	φυτόλιθος
φυτολογία	noun	ο κλάδος της βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών
φυτολογίας	noun	γενική ενικού του φυτολογία
φυτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτολογία
φυτολογίου	noun	γενική ενικού του φυτολόγιο
φυτολογίων	noun	γενική πληθυντικού του φυτολόγιο
φυτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτολογικό
φυτολογικέ	adj	κλητική ενικού του φυτολογικός
φυτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτολογική
φυτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτολογικός
φυτολογικής	adj	γενική ενικού του φυτολογική
φυτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτολογικός
φυτολογικού	adj	γενική ενικού του φυτολογικός
φυτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτολογικός
φυτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτολογικός
φυτολογικός	adj	σχετικός με τη φυτολογία
φυτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτολογικός
φυτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτολογία
φυτολόγε	=	φυτολόγος
φυτολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτολόγιο
φυτολόγιο	noun	κατάλογος φυτών
φυτολόγιον	noun	φυτολόγιο
φυτολόγιου	=	φυτολόγιο
φυτολόγιων	=	φυτολόγιο
φυτολόγο	=	φυτολόγος
φυτολόγοι	=	φυτολόγος
φυτολόγος	noun	ο βοτανολόγος
φυτολόγου	=	φυτολόγος
φυτολόγους	=	φυτολόγος
φυτολόγων	=	φυτολόγος
φυτοοιστρογόνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοοιστρογόνο
φυτοοιστρογόνο	noun	χημική ένωση φυτικής προέλευσης που μιμείται —σε μικρότερη ένταση— τη δράση των ανθρώπινων οιστρογόνων, επηρεάζοντας έτσι ορμονικές λειτουργίες και μεταβολικές διεργασίες
φυτοοιστρογόνου	=	φυτοοιστρογόνο
φυτοοιστρογόνων	=	φυτοοιστρογόνο
φυτοορμονών	=	φυτοορμόνη
φυτοορμόνες	=	φυτοορμόνη
φυτοορμόνη	noun	ουσία φυτικής ή συνθετικής προέλευσης η οποία συμβάλει στην ανάπτυξη των φυτών
φυτοορμόνης	=	φυτοορμόνη
φυτοπίλημα	noun	πίλημα από φυτικά υπολείμματα
φυτοπαθογόνα	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνας	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνε	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνες	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνο	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνοι	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνος	adj	που συμβάλλει στην πρόκληση ασθενειών στα φυτά
φυτοπαθογόνου	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνους	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθογόνων	=	φυτοπαθογόνος
φυτοπαθολογία	noun	η επιστήμη που μελετά την παθολογία των φυτών
φυτοπαθολογίας	noun	γενική ενικού του φυτοπαθολογία
φυτοπαθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοπαθολογία
φυτοπαθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοπαθολογικό
φυτοπαθολογικέ	adj	κλητική ενικού του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοπαθολογική
φυτοπαθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογικής	adj	γενική ενικού του φυτοπαθολογική
φυτοπαθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογικού	adj	γενική ενικού του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογικός	adj	σχετικός με τη φυτοπαθολογία
φυτοπαθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτοπαθολογικός
φυτοπαθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτοπαθολογία
φυτοπαθολόγε	=	φυτοπαθολόγος
φυτοπαθολόγο	=	φυτοπαθολόγος
φυτοπαθολόγοι	=	φυτοπαθολόγος
φυτοπαθολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στην φυτοπαθολογία
φυτοπαθολόγου	=	φυτοπαθολόγος
φυτοπαθολόγους	=	φυτοπαθολόγος
φυτοπαθολόγων	=	φυτοπαθολόγος
φυτοπαράσιτα	=	φυτοπαράσιτο
φυτοπαράσιτο	noun	ο ζωικός οργανισμός που είναι παράσιτο και η ζωή του εξαρτάται μόνο από τα φυτά
φυτοπαράσιτον	noun	το φυτοπαράσιτο
φυτοπαράσιτου	=	φυτοπαράσιτο
φυτοπαράσιτων	=	φυτοπαράσιτο
φυτοπιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοπίλημα
φυτοπιλήματος	noun	γενική ενικού του φυτοπίλημα
φυτοπιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φυτοπίλημα
φυτοπλαγκτού	=	φυτοπλαγκτόν
φυτοπλαγκτόν	noun	πλαγκτόν στο οποίο περιλαμβάνονται μικροσκοπικοί οργανισμοί φυτικής προέλευσης
φυτοτεχνία	noun	κλάδος της γεωπονίας που ασχολείται με τη μελέτη, την καλλιέργεια και τη βελτίωση των φυτών, κυρίως για γεωργικούς, διακοσμητικούς ή οικολογικούς σκοπούς, και ο οποίος περιλαμβάνει πρακτικές και επιστημονικές μεθόδους για την παραγωγή υγιών φυτών και την αύξηση της απόδοσης των καλλιεργειών
φυτοτεχνίας	=	φυτοτεχνία
φυτοτεχνίες	=	φυτοτεχνία
φυτοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοτεχνικό
φυτοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοτεχνική
φυτοτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνικής	adj	γενική ενικού του φυτοτεχνική
φυτοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνικού	adj	γενική ενικού του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με τη φυτοτεχνία ή αναφέρεται σʼ αυτή
φυτοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτοτεχνικός
φυτοτεχνιών	=	φυτοτεχνία
φυτοτοξίνες	=	φυτοτοξίνη
φυτοτοξίνη	noun	ουσία φυτικής ή μικροβιακής προέλευσης με τοξική δράση στα φυτά, επηρεάζοντας την ανάπτυξη ή τη φυσιολογία τους
φυτοτοξίνης	=	φυτοτοξίνη
φυτοτοξινών	=	φυτοτοξίνη
φυτοφάγα	=	φυτοφάγος
φυτοφάγας	=	φυτοφάγος
φυτοφάγε	=	φυτοφάγος
φυτοφάγες	=	φυτοφάγος
φυτοφάγη	=	φυτοφάγος
φυτοφάγης	=	φυτοφάγος
φυτοφάγο	=	φυτοφάγος
φυτοφάγοι	=	φυτοφάγος
φυτοφάγος	adj	που τρέφεται (αποκλειστικά) με φυτά ή ουσίες φυτικής προέλευσης
φυτοφάγου	=	φυτοφάγος
φυτοφάγους	=	φυτοφάγος
φυτοφάγων	=	φυτοφάγος
φυτοφάρμακα	=	φυτοφάρμακο
φυτοφάρμακο	noun	ουσία που χρησιμοποιείται για την καταπολέμηση ασθενειών των φυτικών οργανισμών προληπτικά ή μετά την προσβολή τους από αυτές
φυτοφάρμακον	noun	φυτοφάρμακο
φυτοφάρμακου	=	φυτοφάρμακο
φυτοφάρμακων	=	φυτοφάρμακο
φυτοφαγία	noun	η διατροφή ζώου που δεν είναι σαρκοφάγο
φυτοφαγίας	noun	γενική ενικού του φυτοφαγία
φυτοφαγίες	=	φυτοφαγία
φυτοφαγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοφαγικό
φυτοφαγικέ	adj	κλητική ενικού του φυτοφαγικός
φυτοφαγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτοφαγική
φυτοφαγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτοφαγικός
φυτοφαγικής	adj	γενική ενικού του φυτοφαγική
φυτοφαγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτοφαγικός
φυτοφαγικού	adj	γενική ενικού του φυτοφαγικός
φυτοφαγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτοφαγικός
φυτοφαγικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτοφαγικός
φυτοφαγικός	adj	σχετικός με τη φυτοφαγία
φυτοφαγικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτοφαγικός
φυτοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του φυτοφαγία
φυτοφαρμάκου	=	φυτοφάρμακο
φυτοφαρμάκων	=	φυτοφάρμακο
φυτοφράχτες	=	φυτοφράχτης
φυτοφράχτη	=	φυτοφράχτης
φυτοφράχτης	noun	φράχτης από φυτά
φυτοφραχτών	=	φυτοφράχτης
φυτοχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φυτόχωμα
φυτοχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτόχωμα
φυτοχώματος	noun	γενική ενικού του φυτόχωμα
φυτοψειρών	noun	γενική πληθυντικού του φυτόψειρα
φυτοϊολογία	noun	κλάδος της φυτοπαθολογίας αλλά και της μοριακής βιολογίας που ερευνά τους ιούς που προσβάλλουν φυτά, τόσο για την καταπολέμησή τους στο φυτικό βασίλειο, όσο και για την αξιοποίηση αυτών των γνώσεων στην καταπολέμηση ιών που προσβάλλουν ανθρώπους και ζώα
φυτοϊολογίας	=	φυτοϊολογία
φυτοϊολογίες	=	φυτοϊολογία
φυτοϊολογιών	=	φυτοϊολογία
φυτοϋγεία	noun	η υγεία του φυτού
φυτοϋγείας	=	φυτοϋγεία
φυτοϋγείες	=	φυτοϋγεία
φυτού	noun	γενική ενικού του φυτό
φυτρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φύτρωμα
φυτρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτρωμένο
φυτρωμένε	verb	κλητική ενικού του φυτρωμένος
φυτρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτρωμένη
φυτρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτρωμένος
φυτρωμένης	verb	γενική ενικού του φυτρωμένη
φυτρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φυτρωμένος
φυτρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτρωμένος
φυτρωμένος	verb	που έχει φυτευτεί και έχει φυτρώσει
φυτρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυτρωμένος
φυτρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φυτρωμένος
φυτρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φυτρωμένος
φυτρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτρωτικό
φυτρωτικέ	adj	κλητική ενικού του φυτρωτικός
φυτρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτρωτική
φυτρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φυτρωτικός
φυτρωτικής	adj	γενική ενικού του φυτρωτική
φυτρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φυτρωτικός
φυτρωτικού	adj	γενική ενικού του φυτρωτικός
φυτρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φυτρωτικός
φυτρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του φυτρωτικός
φυτρωτικός	adj	που έχει σχέση με το φύτρωμα / φύτρωση ή αναφέρεται σʼ αυτά
φυτρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του φυτρωτικός
φυτρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύτρωμα
φυτρώματος	noun	γενική ενικού του φύτρωμα
φυτρών	noun	γενική πληθυντικού του φύτρα
φυτρώναμε	=	φυτρώνω
φυτρώναν	=	φυτρώνω
φυτρώνανε	=	φυτρώνω
φυτρώνατε	=	φυτρώνω
φυτρώνει	=	φυτρώνω
φυτρώνεις	=	φυτρώνω
φυτρώνετε	=	φυτρώνω
φυτρώνομε	=	φυτρώνω
φυτρώνοντας	=	φυτρώνω
φυτρώνουμε	=	φυτρώνω
φυτρώνουν	=	φυτρώνω
φυτρώνουνε	=	φυτρώνω
φυτρώνω	verb	βγάζω ρίζες και αρχίζω να αναπτύσσομαι και να μεγαλώνω ως οργανισμός
φυτρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσαν	=	φυτρώνω
φυτρώσανε	=	φυτρώνω
φυτρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώση	verb	το "φυτρώσει" της νεοελληνικής, μεταγραφή της παλιότερης γραφής "φυτρώσῃ" (έτσι γραφόταν το γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα ή υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω στην καθαρεύουσα και πρωτύτερα)
φυτρώσομε	=	φυτρώνω
φυτρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσουνε	=	φυτρώνω
φυτρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φυτωνυμίου	=	φυτωνύμιο
φυτωνυμίων	=	φυτωνύμιο
φυτωνυμικά	=	φυτωνυμικό
φυτωνυμικού	=	φυτωνυμικό
φυτωνυμικό	noun	άλλη μορφή του φυτωνύμιο
φυτωνυμικών	=	φυτωνυμικό
φυτωνύμια	=	φυτωνύμιο
φυτωνύμιο	noun	ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από κάποιο φυτό
φυτωνύμιου	=	φυτωνύμιο
φυτωνύμιων	=	φυτωνύμιο
φυτωρίου	=	φυτώριο
φυτωρίων	=	φυτώριο
φυτό	noun	ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε χημική μέσω της φωτοσύνθεσης
φυτόλιθε	=	φυτόλιθος
φυτόλιθο	=	φυτόλιθος
φυτόλιθοι	=	φυτόλιθος
φυτόλιθος	noun	μικροσκοπικό φυτικό κατάλοιπο, που αποτελείται από διοξείδιο του πυριτίου η οξαλικό ασβέστιο (calcium oxalates) και αναπτύχθηκε στο κυτταρικό σύστημα των φυτών
φυτόλιθου	=	φυτόλιθος
φυτόλιθους	=	φυτόλιθος
φυτόλιθων	=	φυτόλιθος
φυτόφθορα	noun	γένος ωομυκήτων που περιλαμβάνει παθογόνους μικροοργανισμούς υπεύθυνους για σοβαρές φυτικές ασθένειες, όπως η όψιμη προσβολή της πατάτας και η μεταχρωματική σηψιρριζία των δέντρων
φυτόφθορων	=	φυτόφθορα
φυτόχωμα	noun	η φυτογή
φυτόψειρα	noun	ψείρα των φυτών
φυτόψειρας	noun	γενική ενικού του φυτόψειρα
φυτόψειρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυτόψειρα
φυτών	noun	γενική πληθυντικού του φυτό
φυτώρια	=	φυτώριο
φυτώριο	noun	τμήμα γης στο οποίο φυτεύονται και αναπτύσσονται φυτά μέχρι να μπορούν να μεταφυτευτούν
φυτώριου	=	φυτώριο
φυτώριων	=	φυτώριο
φυόμαστε	=	φύομαι
φυόμουν	=	φύομαι
φυόσουν	=	φύομαι
φχαρίστησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φχαριστώ
φχαριστήθηκα	=	φχαριστώ
φχαριστημένος	=	φχαριστώ
φχαριστιέμαι	verb	άλλη μορφή του ευχαριστιέμαι
φχαριστώ	verb	άλλη μορφή του ευχαριστώ
φωβισμέ	noun	κλητική ενικού του φωβισμός
φωβισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωβισμός
φωβισμού	noun	γενική ενικού του φωβισμός
φωβισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωβισμός
φωβισμό	noun	αιτιατική ενικού του φωβισμός
φωβισμός	noun	μη απλοποιημένη γραφή του φοβισμός
φωβισμών	noun	γενική πληθυντικού του φωβισμός
φωκαιών	noun	γενική πληθυντικού του Φώκαια
φωκαϊκά	=	φωκαϊκός
φωκαϊκέ	=	φωκαϊκός
φωκαϊκές	=	φωκαϊκός
φωκαϊκή	=	φωκαϊκός
φωκαϊκής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωκαϊκή) του φωκαϊκός
φωκαϊκο	=	φωκαϊκός
φωκαϊκοί	=	φωκαϊκός
φωκαϊκού	=	φωκαϊκός
φωκαϊκούς	=	φωκαϊκός
φωκαϊκό	=	φωκαϊκός
φωκαϊκός	adj	ο σχετικός με τη Φώκαια
φωκαϊκών	=	φωκαϊκός
φωκιών	noun	γενική πληθυντικού του φώκια
φωλίτες	=	φωλίτης
φωλίτη	=	φωλίτης
φωλίτης	noun|dated	αυγό που βάζει κανείς στη φωλιά της κότας, για να γεννήσει και άλλα αυγά στο ίδιο μέρος
φωλίτσα	noun	η μικρή φωλιά πτηνών
φωλίτσας	=	φωλίτσα
φωλίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωλίτσα
φωλεέ	=	φωλεός
φωλεοί	=	φωλεός
φωλεού	=	φωλεός
φωλεούς	=	φωλεός
φωλεό	=	φωλεός
φωλεός	noun	η φωλιά, το λημέρι. το σπήλαιο όπου φωλιάζει ένα ζώο
φωλεύω	verb	φωλιάζω για να νιώθω προστευμένος, αλλά έχω και το νου μου
φωλεών	=	φωλεός
φωλιά	noun	ο χώρος που κατοικούν ή και γεννούν τα ζώα
φωλιάζαμε	=	φωλιάζω
φωλιάζαν	=	φωλιάζω
φωλιάζανε	=	φωλιάζω
φωλιάζατε	=	φωλιάζω
φωλιάζει	=	φωλιάζω
φωλιάζεις	=	φωλιάζω
φωλιάζετε	=	φωλιάζω
φωλιάζοντας	=	φωλιάζω
φωλιάζουμε	=	φωλιάζω
φωλιάζουν	=	φωλιάζω
φωλιάζουνε	=	φωλιάζω
φωλιάζω	verb	κατασκευάζω φωλιά και μπαίνω μέσα
φωλιάς	noun	γενική ενικού του φωλιά
φωλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσαν	=	φωλιάζω
φωλιάσανε	=	φωλιάζω
φωλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσματα	=	φώλιασμα
φωλιάσματος	=	φώλιασμα
φωλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωλιά
φωλιασμάτων	=	φώλιασμα
φωλιού	=	φώλι
φωλιτών	=	φωλίτης
φωλιών	=	φωλιά
φωνάγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φώναγμα
φωνάγματος	noun	γενική ενικού του φώναγμα
φωνάζαμε	=	φωνάζω
φωνάζαν	=	φωνάζω
φωνάζανε	=	φωνάζω
φωνάζατε	=	φωνάζω
φωνάζει	=	φωνάζω
φωνάζεις	=	φωνάζω
φωνάζετε	=	φωνάζω
φωνάζομε	=	φωνάζω
φωνάζοντας	=	φωνάζω
φωνάζουμε	=	φωνάζω
φωνάζουν	=	φωνάζω
φωνάζουνε	=	φωνάζω
φωνάζω	verb	μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά
φωνάκλα	noun	δυνατή φωνή
φωνάκλας	=	φωνάκλα
φωνάκλες	=	φωνάκλα
φωνάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξαν	=	φωνάζω
φωνάξανε	=	φωνάζω
φωνάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξομε	=	φωνάζω
φωνάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξουνε	=	φωνάζω
φωνάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φωνάρα	noun	η δυνατή, βροντερή φωνή
φωνάρας	=	φωνάρα
φωνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνάρα
φωνάρων	=	φωνάρα
φωνάσκει	=	φωνασκώ
φωνάσκησα	=	φωνασκώ
φωνάσκησαν	=	φωνασκώ
φωνάσκησε	=	φωνασκώ
φωνάσκησες	=	φωνασκώ
φωνάχτε	=	φωνάζω
φωνές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνή
φωνή	noun	ο ήχος που παράγεται από τον αέρα που ξενικά από τους πνεύμονες, όταν πάλλει τις φωνητικές χορδές του λάρυγγα και μορφοποιείται από τα όργανα της στοματικής και ρινικής κοιλότητας (ανθρώπων και ζώων)
φωνήεν	noun	ο φθόγγος που αρθρώνεται ανεμπόδιστα με την εκπνοή ανάλογα με το σχήμα που παίρνει η στοματική κοιλότητα και με τα χείλη ανοιχτά, χωρίς χρήση του ουρανίσκου, της γλώσσας ή των δοντιών και ο οποίος μπορεί από μόνος του να αποτελέσει στην ελληνική (και στις περισσότερες άλλες γλώσσες) συλλαβή
φωνήεντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνήεν
φωνήεντος	noun	γενική ενικού του φωνήεν
φωνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φώνημα
φωνήματος	noun	γενική ενικού του φώνημα
φωνής	noun	γενική ενικού του φωνή
φωνίτσα	noun	υποκοριστικό του φωνή
φωνίτσας	noun	γενική ενικού του φωνίτσα
φωνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνίτσα
φωναγγειογράφημα	noun|dated	το διάγραμμα (γραφική παράσταση) που λαμβάνεται κατά τη φωναγγειογραφία
φωναγγειογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωναγγειογράφημα
φωναγγειογραφήματος	noun	γενική ενικού του φωναγγειογράφημα
φωναγγειογραφία	noun|dated	μέθοδος καταγραφής των ήχων του αίματος, κυρίως για τη διερεύνιση των αρτηριακών στενώσεων
φωναγγειογραφίας	noun	γενική ενικού του φωναγγειογραφία
φωναγγειογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωναγγειογραφία
φωναγγειογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φωναγγειογράφημα
φωναγγειογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φωναγγειογραφία
φωναγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φώναγμα
φωναγωγέ	noun	κλητική ενικού του φωναγωγός
φωναγωγοί	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωναγωγός
φωναγωγού	noun	γενική ενικού του φωναγωγός
φωναγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωναγωγός
φωναγωγό	noun	αιτιατική ενικού του φωναγωγός
φωναγωγός	noun	παλαιότερη σωληνωτή εσωτερική εγκατάσταση επικοινωνίας των πλοίων.
φωναγωγών	noun	γενική πληθυντικού του φωναγωγός
φωνακλά	=	φωνακλάς
φωνακλάδες	=	φωνακλάς
φωνακλάδικα	=	φωνακλάδικο
φωνακλάδικε	=	φωνακλάδικος
φωνακλάδικες	=	φωνακλάδικος
φωνακλάδικη	=	φωνακλάδικος
φωνακλάδικης	=	φωνακλάδικος
φωνακλάδικο	noun	σύνολο ατόμων το οποίο φωνάζει πολύ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φωνακλάδικος
φωνακλάδικοι	=	φωνακλάδικος
φωνακλάδικος	adj	που φωνάζει συνήθως πολύ δυνατά
φωνακλάδικου	=	φωνακλάδικο
φωνακλάδικους	=	φωνακλάδικος
φωνακλάδικων	=	φωνακλάδικο
φωνακλάδων	=	φωνακλάς
φωνακλάς	adj	που φωνάζει πολύ, που βάζει εύκολα τις φωνές, που καβγαδίζει υψώνοντας τη φωνή συχνά
φωνακλού	noun	θηλυκό του φωνακλάς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνακλάς
φωνακλούδες	=	φωνακλού
φωνακλούδικα	=	φωνακλάς
φωνακλούδικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φωνακλάς
φωνακλούδικου	=	φωνακλάς
φωνακλούδικων	=	φωνακλάς
φωνακλούδων	=	φωνακλού
φωνακλούς	=	φωνακλού
φωναρά	=	φωναράς
φωναράδες	=	φωναράς
φωναράδικο	=	φωναράς
φωναράδων	=	φωναράς
φωναράς	noun|dated	ο φωνακλάς
φωναρού	=	φωναράς
φωνασθένεια	noun	γενική ονομασία διαταραχής της φωνής που εκδηλώνεται με εξασθένιση της έντασης
φωνασθένειας	noun	γενική ενικού του φωνασθένεια
φωνασθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνασθένεια
φωνασθενειών	noun	γενική πληθυντικού του φωνασθένεια
φωνασκέ	noun	κλητική ενικού του φωνασκός
φωνασκήσαμε	=	φωνασκώ
φωνασκήσαν	=	φωνασκώ
φωνασκήσανε	=	φωνασκώ
φωνασκήσατε	=	φωνασκώ
φωνασκήσει	=	φωνασκώ
φωνασκήστε	=	φωνασκώ
φωνασκία	noun	ο ενοχλητικός θόρυβος από πολλές φωνές, η ταυτόχρονη ομιλία πολλών ατόμων σε υψηλή ένταση
φωνασκίας	noun	γενική ενικού του φωνασκία
φωνασκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνασκία
φωνασκεί	=	φωνασκώ
φωνασκείς	=	φωνασκώ
φωνασκείτε	=	φωνασκώ
φωνασκιών	noun	γενική πληθυντικού του φωνασκία
φωνασκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνασκός
φωνασκού	noun	γενική ενικού του φωνασκός
φωνασκούμε	=	φωνασκώ
φωνασκούν	=	φωνασκώ
φωνασκούνε	=	φωνασκώ
φωνασκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωνασκός
φωνασκούσα	=	φωνασκώ
φωνασκούσαμε	=	φωνασκώ
φωνασκούσαν	=	φωνασκώ
φωνασκούσανε	=	φωνασκώ
φωνασκούσατε	=	φωνασκώ
φωνασκούσε	=	φωνασκώ
φωνασκούσες	=	φωνασκώ
φωνασκό	noun	αιτιατική ενικού του φωνασκός
φωνασκός	noun|formal	που φωνασκεί
φωνασκώ	verb	φωνάζω πολύ, γίνομαι ακατάληπτος και ενοχλητικός είτε επειδή μιλώ θυμωμένα είτε επειδή φωνάζω για διάφορους λόγους (από χαρά, ένταση κ.λπ.)
φωνασκών	noun	γενική πληθυντικού του φωνασκός	adj	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φωνασκώ
φωνασκώντας	=	φωνασκώ
φωναχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωναχτό	adv	με φωνή, μιλώντας με τρόπο που να ακουγεται κάποιος στο χώρο
φωναχτέ	adj	κλητική ενικού του φωναχτός
φωναχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωναχτή
φωναχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωναχτός
φωναχτής	adj	γενική ενικού του φωναχτή
φωναχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωναχτός
φωναχτού	adj	γενική ενικού του φωναχτός
φωναχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωναχτός
φωναχτό	adj	αιτιατική ενικού του φωναχτός
φωναχτός	adj	που εκφράζεται ηχηρά, με συνήθως (αλλά όχι απαραίτητα) δυνατή φωνή
φωναχτών	adj	γενική πληθυντικού του φωναχτός
φωνενδοσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνενδοσκόπηση
φωνενδοσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωνενδοσκόπηση
φωνενδοσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωνενδοσκόπηση
φωνενδοσκοπία	noun	η ιατρική εξέταση που γίνεται με φωνενδοσκόπιο
φωνενδοσκοπίας	noun	γενική ενικού του φωνενδοσκοπία
φωνενδοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνενδοσκοπία
φωνενδοσκοπίου	=	φωνενδοσκόπιο
φωνενδοσκοπίων	=	φωνενδοσκόπιο
φωνενδοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του φωνενδοσκοπία
φωνενδοσκόπηση	noun	ιατρική εξέταση που επιχειρείται με φωνενδοσκόπιο
φωνενδοσκόπησης	noun	γενική ενικού του φωνενδοσκόπηση
φωνενδοσκόπια	=	φωνενδοσκόπιο
φωνενδοσκόπιο	noun	ειδικό όργανο ενδοσκόπιο με το οποίο επιχειρείται εξέταση των φωνητικών οργάνων
φωνενδοσκόπιου	=	φωνενδοσκόπιο
φωνηέντων	noun	γενική πληθυντικού του φωνήεν
φωνηεντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνηεντικό
φωνηεντικέ	adj	κλητική ενικού του φωνηεντικός
φωνηεντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνηεντική
φωνηεντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνηεντικός
φωνηεντικής	adj	γενική ενικού του φωνηεντική
φωνηεντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνηεντικός
φωνηεντικού	adj	γενική ενικού του φωνηεντικός
φωνηεντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνηεντικός
φωνηεντικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνηεντικός
φωνηεντικός	adj	που αναφέρεται στα φωνήεντα
φωνηεντικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνηεντικός
φωνηεντισμέ	=	φωνηεντισμός
φωνηεντισμοί	=	φωνηεντισμός
φωνηεντισμού	=	φωνηεντισμός
φωνηεντισμούς	=	φωνηεντισμός
φωνηεντισμό	=	φωνηεντισμός
φωνηεντισμός	noun	η παρουσία ενός συγκεκριμένου φωνήεντος στο θέμα λέξεως
φωνηεντισμών	=	φωνηεντισμός
φωνηεντόληκτα	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτε	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτες	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτη	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτης	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτο	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτοι	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτος	adj	που λήγει σε φωνήεν, όρος για λέξεις που το θέμα τους λήγει σε φωνήεν, σε αντιδιαστολή προς τις αφωνόληκτες
φωνηεντόληκτου	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτους	=	φωνηεντόληκτος
φωνηεντόληκτων	=	φωνηεντόληκτος
φωνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φώνημα
φωνηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνηματικό
φωνηματικέ	adj	κλητική ενικού του φωνηματικός
φωνηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνηματική
φωνηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνηματικός
φωνηματικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωνηματική) του φωνηματικός
φωνηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνηματικός
φωνηματικού	adj	γενική ενικού του φωνηματικός
φωνηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνηματικός
φωνηματικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνηματικός
φωνηματικός	adj	ο σχετικός με το φώνημα, τη μικρότερη μονάδα ήχου
φωνηματικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνηματικός
φωνημικά	=	φωνημικός
φωνημικέ	=	φωνημικός
φωνημικές	=	φωνημικός
φωνημική	=	φωνημικός
φωνημικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωνημική) του φωνημικός
φωνημικοί	=	φωνημικός
φωνημικού	=	φωνημικός
φωνημικούς	=	φωνημικός
φωνημικό	=	φωνημικός
φωνημικός	adj	που έχει σχέση με το φώνημα ή αναφέρεται σ’ αυτό
φωνημικών	=	φωνημικός
φωνητικά	noun	το μέρος ενός τραγουδιού όπου ακούγεται φωνή τραγουδιστή ή χορωδίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (φωνητικό) του φωνητικός
φωνητικέ	adj	κλητική ενικού του φωνητικός
φωνητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνητική
φωνητική	noun	κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με την περιγραφή των ήχων της ανθρώπινης ομιλίας· μελετά την παραγωγή και την αντίληψή τους, καθώς και τις ακουστικές ιδιότητές τους, σε αντίθεση με τη φωνολογία που μελετά τη λειτουργία τους μέσα σε συγκεκριμένη γλώσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνητικός
φωνητικής	adj	γενική ενικού του φωνητική
φωνητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνητικός
φωνητικού	adj	γενική ενικού του φωνητικός
φωνητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνητικός
φωνητικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνητικός
φωνητικός	adj	σχετικός με τη φωνή
φωνητικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνητικός
φωνιατρική	noun	κλάδος της ιατρικής που εξετάζει και μελετά την θεραπεία διαταραχών της φωνής και του λόγου
φωνιατρικής	=	φωνιατρική
φωνογράμματα	=	φωνόγραμμα
φωνογράμματος	=	φωνόγραμμα
φωνογράφε	=	φωνογράφος
φωνογράφημα	noun	το αποτέλεσμα του φωνογραφώ
φωνογράφηση	noun	η αποτύπωση φωνής, ή ήχου (γενικότερα), σε οποιοδήποτε μέσο από το οποίο μπορεί ν΄ αναπαραχθεί
φωνογράφησης	noun	γενική ενικού του φωνογράφηση
φωνογράφο	=	φωνογράφος
φωνογράφοι	=	φωνογράφος
φωνογράφος	noun	η πρώτη συσκευή καταγραφής ήχου με χάραξη σε υλικό μέσο το οποίο επέτρεπε την αναπαραγωγή του
φωνογράφου	noun	γενική ενικού του φωνόγραφος
φωνογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωνόγραφος
φωνογράφων	noun	γενική πληθυντικού του φωνόγραφος
φωνογραμμάτων	=	φωνόγραμμα
φωνογραφήματα	=	φωνογράφημα
φωνογραφήματος	=	φωνογράφημα
φωνογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνογράφηση
φωνογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωνογράφηση
φωνογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωνογράφηση
φωνογραφία	noun	η απεικόνιση φθόγγων με σύμβολα
φωνογραφίας	=	φωνογραφία
φωνογραφίες	=	φωνογραφία
φωνογραφημάτων	=	φωνογράφημα
φωνογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνογραφικό
φωνογραφικέ	adj	κλητική ενικού του φωνογραφικός
φωνογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνογραφική
φωνογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνογραφικός
φωνογραφικής	adj	γενική ενικού του φωνογραφική
φωνογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνογραφικός
φωνογραφικού	adj	γενική ενικού του φωνογραφικός
φωνογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνογραφικός
φωνογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνογραφικός
φωνογραφικός	adj	σχετικός με τον φωνόγραφο και τη φωνογραφία
φωνογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνογραφικός
φωνογραφιών	=	φωνογραφία
φωνογραφώ	verb	καταγράφω κάτι με τη συσκευή του φωνογράφου
φωνοκαρδιογράφε	=	φωνοκαρδιογράφος
φωνοκαρδιογράφημα	noun	η γραφική απεικόνιση των ήχων της καρδιάς και του καρδιακού μουρμουρητού
φωνοκαρδιογράφο	=	φωνοκαρδιογράφος
φωνοκαρδιογράφοι	=	φωνοκαρδιογράφος
φωνοκαρδιογράφος	noun	συσκευή με την οποία καταγράφονται οι ήχοι της καρδιάς
φωνοκαρδιογράφου	=	φωνοκαρδιογράφος
φωνοκαρδιογράφους	=	φωνοκαρδιογράφος
φωνοκαρδιογράφων	=	φωνοκαρδιογράφος
φωνοκαρδιογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοκαρδιογράφημα
φωνοκαρδιογραφήματος	noun	γενική ενικού του φωνοκαρδιογράφημα
φωνοκαρδιογραφία	noun	η εγγραφή των ήχων της λειτουργίας της καρδιάς με μορφή γραφικής παράστασης
φωνοκαρδιογραφίας	noun	γενική ενικού του φωνοκαρδιογραφία
φωνοκαρδιογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοκαρδιογραφία
φωνοκαρδιογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φωνοκαρδιογράφημα
φωνοκαρδιογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φωνοκαρδιογραφία
φωνοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοκινητικό
φωνοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του φωνοκινητικός
φωνοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοκινητική
φωνοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνοκινητικός
φωνοκινητικής	adj	γενική ενικού του φωνοκινητική
φωνοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνοκινητικός
φωνοκινητικού	adj	γενική ενικού του φωνοκινητικός
φωνοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνοκινητικός
φωνοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνοκινητικός
φωνοκινητικός	adj	αυτός/ή/ό που αναφέρεται σε κίνηση φωνητικών οργάνων
φωνοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνοκινητικός
φωνοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοληπτικό
φωνοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του φωνοληπτικός
φωνοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοληπτική
φωνοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνοληπτικός
φωνοληπτικής	adj	γενική ενικού του φωνοληπτική
φωνοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνοληπτικός
φωνοληπτικού	adj	γενική ενικού του φωνοληπτικός
φωνοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνοληπτικός
φωνοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνοληπτικός
φωνοληπτικός	adj	σχετικός με τη φωνοληψία
φωνοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνοληπτικός
φωνοληψία	noun	η διεργασία σύλληψης και αποτύπωσης ήχου, που άλλοτε γινόταν μηχανικά, ενώ σήμερα επιχειρείται με ηλεκτροακουστικά μέσα
φωνοληψίας	noun	γενική ενικού του φωνοληψία
φωνοληψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοληψία
φωνοληψιών	noun	γενική πληθυντικού του φωνοληψία
φωνολογία	noun	ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με τους φθόγγους ερευνώντας τη λειτουργία τους ως σύστημα μονάδων, που ονομάζονται φωνήματα και με την παρουσία ή την απουσία τους που διαφοροποιεί τη σημασία των λέξεων, σε αντίθεση με τη φωνητική, που εξετάζει όλους τους πιθανούς φθόγγους κάθε ανθρώπινης γλώσσας
φωνολογίας	=	φωνολογία
φωνολογίες	=	φωνολογία
φωνολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φωνολογικός	adv	από φωνολογικής απόψεως
φωνολογικέ	adj	κλητική ενικού του φωνολογικός
φωνολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνολογική
φωνολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνολογικός
φωνολογικής	adj	γενική ενικού του φωνολογική
φωνολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνολογικός
φωνολογικού	adj	γενική ενικού του φωνολογικός
φωνολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνολογικός
φωνολογικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνολογικός
φωνολογικός	adj	σχετικός με τη φωνολογία
φωνολογικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνολογικός
φωνολογιών	=	φωνολογία
φωνολόγε	=	φωνολόγος
φωνολόγο	=	φωνολόγος
φωνολόγοι	=	φωνολόγος
φωνολόγος	noun	επιστήμονας φωνολογίας, που μελετά τους φθόγγους και την λειτουργία τους
φωνολόγου	=	φωνολόγος
φωνολόγους	=	φωνολόγος
φωνολόγων	=	φωνολόγος
φωνομέτρου	=	φωνόμετρο
φωνομέτρων	=	φωνόμετρο
φωνομίμηση	noun	μίμηση φωνής
φωνομίμησης	noun	γενική ενικού του φωνομίμηση
φωνομετρία	noun	η επιστήμη που ασχολείται με τη μέτρηση και ανάλυση των ηχητικών φαινομένων, όπως η ένταση, η συχνότητα και το φάσμα των ήχων, με εφαρμογές στην ακουστική, τη φωνητική και την ιατρική
φωνομετρίας	noun	γενική ενικού του φωνομετρία
φωνομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνομετρία
φωνομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φωνομετρικός	adv	από φωνομετρικής απόψεως
φωνομετρικέ	adj	κλητική ενικού του φωνομετρικός
φωνομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνομετρική
φωνομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωνομετρικός
φωνομετρικής	adj	γενική ενικού του φωνομετρική
φωνομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνομετρικός
φωνομετρικού	adj	γενική ενικού του φωνομετρικός
φωνομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωνομετρικός
φωνομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του φωνομετρικός
φωνομετρικός	adj	σχετικός με τη φωνομετρία
φωνομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του φωνομετρικός
φωνομετριών	noun	γενική πληθυντικού του φωνομετρία
φωνομιλητικές	=	φωνομιλητική
φωνομιλητική	noun	η φωνητική προφορά των γραμμάτων αντί της ονομασίας τους, π.χ. βου αντί βήτα, λου αντί λάμδα κ.λπ.
φωνομιλητικής	=	φωνομιλητική
φωνομιλητικών	=	φωνομιλητική
φωνομιμήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνομίμηση
φωνομιμήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωνομίμηση
φωνομιμήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωνομίμηση
φωνομιμητικές	=	φωνομιμητική
φωνομιμητική	noun	διδακτική μέθοδος εκμάθησης των φθόγγων, η οποία βασίζεται στην απομίμηση ήχων και στη σύνδεσή τους με κινήσεις ή οπτικά ερεθίσματα για τη διευκόλυνση της προφοράς και της αναγνώρισης των ήχων της γλώσσας
φωνομιμητικής	=	φωνομιμητική
φωνομιμητικών	=	φωνομιμητική
φωνομοντάζ	noun	το μοντάζ των ηχογραφημένων φωνών
φωνονίου	=	φωνόνιο
φωνονίων	=	φωνόνιο
φωνοπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης της φωνής
φωνοπάθειας	noun	γενική ενικού του φωνοπάθεια
φωνοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοπάθεια
φωνοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του φωνοπάθεια
φωνοσκοπίου	=	φωνοσκόπιο
φωνοσκοπίων	=	φωνοσκόπιο
φωνοσκόπια	=	φωνοσκόπιο
φωνοσκόπιο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για την οπτική ανάλυση των ηχητικών κυμάτων ή των φωνητικών οργάνων, επιτρέποντας τη μελέτη του τρόπου παραγωγής της φωνής και της λειτουργίας του φωνητικού μηχανισμού
φωνοσκόπιον	noun	το φωνοσκόπιο
φωνοσκόπιου	=	φωνοσκόπιο
φωνοσκόπιων	=	φωνοσκόπιο
φωνοσπασμία	noun	νευρομυϊκή διαταραχή που προκαλεί ακούσιους σπασμούς ή δυσκαμψία στους μυς της ομιλίας, επηρεάζοντας την εκφορά του λόγου
φωνοσπασμίας	=	φωνοσπασμία
φωνοσπασμίες	=	φωνοσπασμία
φωνοσπασμιών	=	φωνοσπασμία
φωνοταινία	noun	κινηματογραφική ταινία με ήχο
φωνοταινίας	=	φωνοταινία
φωνοταινίες	=	φωνοταινία
φωνοταινιών	=	φωνοταινία
φωνοφοβία	noun	παθολογικός φόβος να μιλάει κάποιος μεγαλόφωνα
φωνοφοβίας	noun	γενική ενικού του φωνοφοβία
φωνοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνοφοβία
φωνοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του φωνοφοβία
φωνούλα	noun	υποκοριστικό του φωνή
φωνούλας	=	φωνούλα
φωνούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνούλα
φωνούμενα	=	φωνούμενος
φωνούμενε	=	φωνούμενος
φωνούμενες	=	φωνούμενος
φωνούμενη	=	φωνούμενος
φωνούμενης	=	φωνούμενος
φωνούμενο	=	φωνούμενος
φωνούμενοι	=	φωνούμενος
φωνούμενος	adj|formal	η ομιλία, η έναρθρη, η γλώσσα του ανθρώπου που εκφωνείται, κατ' αντιδιαστολή προς τον ενδιάθετο λόγο που πλάθεται στη νόηση και την ψυχή
φωνούμενου	=	φωνούμενος
φωνούμενους	=	φωνούμενος
φωνούμενων	=	φωνούμενος
φωνωδία	noun	η τέχνη να τραγουδά κάποιος χωρίς προφορά λέξεων
φωνωδίας	noun	γενική ενικού του φωνωδία
φωνωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωνωδία
φωνωδιών	noun	γενική πληθυντικού του φωνωδία
φωνόγραμμα	noun	γραφική απεικόνιση ενός ήχου ή ενός συνόλου ήχων
φωνόγραφε	noun	κλητική ενικού του φωνόγραφος
φωνόγραφο	noun	αιτιατική ενικού του φωνόγραφος
φωνόγραφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωνόγραφος
φωνόγραφος	noun	κοινή, καθημερινή ονομασία του: φωνογράφος
φωνόγραφου	noun	γενική ενικού του φωνόγραφος
φωνόγραφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωνόγραφος
φωνόγραφων	noun	γενική πληθυντικού του φωνόγραφος
φωνόλιθε	=	φωνόλιθος
φωνόλιθο	=	φωνόλιθος
φωνόλιθοι	=	φωνόλιθος
φωνόλιθος	noun	γενική ονομασία εκρηξιγενών πετρωμάτων κυρίως πλούσιων σε νεφελίνη και καλιούχο νάτριο, οι πλάκες των οποίων παράγουν δυνατό κρότο όταν χτυπηθούν με μεταλλικά εργαλεία.
φωνόλιθου	=	φωνόλιθος
φωνόλιθους	=	φωνόλιθος
φωνόλιθων	=	φωνόλιθος
φωνόμετρα	=	φωνόμετρο
φωνόμετρο	noun	όργανο που μετρά την οξύτητα της φωνής, διά του οποία πραγματοποιείται η φωνομετρία
φωνόμετρον	noun	το φωνόμετρο
φωνόμετρου	=	φωνόμετρο
φωνόμετρων	=	φωνόμετρο
φωνόμιμε	=	φωνόμιμος
φωνόμιμο	=	φωνόμιμος
φωνόμιμοι	=	φωνόμιμος
φωνόμιμος	adj	μίμος φωνής άλλων ή διαφόρων ήχων (π.χ. πολυβόλου, τρένου, κ.λπ.)
φωνόμιμου	=	φωνόμιμος
φωνόμιμους	=	φωνόμιμος
φωνόμιμων	=	φωνόμιμος
φωνόνια	=	φωνόνιο
φωνόνιο	noun	ιδεατό σωματίδιο, αποτέλεσμα ταλαντώσεων στα στερεά σώματα
φωνόνιου	=	φωνόνιο
φωνόχορτα	=	φωνόχορτο
φωνόχορτο	noun	η αγριμόνια
φωνόχορτου	=	φωνόχορτο
φωνόχορτων	=	φωνόχορτο
φωνών	noun	γενική πληθυντικού του φωνή
φωράσεις	=	φώραση
φωράσεων	=	φώραση
φωραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωρώμαι
φωραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωρώμαι
φωραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωρώμαι
φωραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωρώμαι
φωραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωρώμαι
φωραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωρώμαι
φωρατές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωρατής
φωρατή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φωρατής
φωρατής	noun	συσκευή που ανιχνεύει και αποδιαμορφώνει ηλεκτρομαγνητικά κύματα
φωρατών	noun	γενική πληθυντικού του φωρατής
φωριαμέ	noun	κλητική ενικού του φωριαμός
φωριαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωριαμός
φωριαμού	noun	γενική ενικού του φωριαμός
φωριαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωριαμός
φωριαμό	noun	αιτιατική ενικού του φωριαμός
φωριαμός	noun|formal	κιβώτιο ή ντουλάπι, συνήθως μεταλλικό, για φακέλους, βιβλία
φωριαμών	noun	γενική πληθυντικού του φωριαμός
φωρώμαι	verb|obsolete	συλλαμβάνομαι επ' αυτοφώρω
φως	noun	ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό
φωστήρα	=	φωστήρας
φωστήρας	noun	έξυπνος, ευφυής, τετραπέρατος, πολυμαθής, σοφός
φωστήρες	=	φωστήρας
φωστήρων	=	φωστήρας
φωστηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωστηρικό
φωστηρικέ	adj	κλητική ενικού του φωστηρικός
φωστηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωστηρική
φωστηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωστηρικός
φωστηρικής	adj	γενική ενικού του φωστηρική
φωστηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωστηρικός
φωστηρικού	adj	γενική ενικού του φωστηρικός
φωστηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωστηρικός
φωστηρικό	adj	αιτιατική ενικού του φωστηρικός
φωστηρικός	adj	ο σχετικός με φωστήρες (αστέρες)
φωστηρικών	adj	γενική πληθυντικού του φωστηρικός
φωσφάτωνα	=	φωσφατώνω
φωσφάτωναν	=	φωσφατώνω
φωσφάτωνε	=	φωσφατώνω
φωσφάτωνες	=	φωσφατώνω
φωσφάτωσα	=	φωσφατώνω
φωσφάτωσαν	=	φωσφατώνω
φωσφάτωσε	=	φωσφατώνω
φωσφάτωσες	=	φωσφατώνω
φωσφάτωση	noun	χημική κατεργασία κατά την οποία σχηματίζεται, μέσω ελεγχόμενης αντίδρασης, ένα λεπτό στρώμα αδιάλυτων φωσφορικών ενώσεων πάνω σε μεταλλική επιφάνεια, με σκοπό κυρίως την αντιδιαβρωτική προστασία και τη βελτίωση της πρόσφυσης μεταγενέστερων επιστρώσεων
φωσφάτωσης	noun	γενική ενικού του φωσφάτωση
φωσφίδια	=	φωσφίδιο
φωσφίδιο	noun	ανόργανη χημική ένωση φωσφόρου με μέταλλο ή ηλεκτροθετικό στοιχείο, συνήθως με χαρακτηριστικά ιοντικής ή ημιαγώγιμης συμπεριφοράς
φωσφίδιου	=	φωσφίδιο
φωσφίδιων	=	φωσφίδιο
φωσφίνες	=	φωσφίνη
φωσφίνη	noun	υδρίδιο του φωσφόρου, τοξικό αέριο με χημικό τύπος PH₃
φωσφίνης	=	φωσφίνη
φωσφατάσες	=	φωσφατάση
φωσφατάση	noun	ένζυμο που καταλύει την απομάκρυνση ή τη μεταφορά φωσφορικών ομάδων από οργανικά μόρια, ρυθμίζοντας κρίσιμες μεταβολικές και κυτταρικές διεργασίες μέσω αντιδράσεων αποφωσφορυλίωσης
φωσφατάσης	=	φωσφατάση
φωσφατίνες	=	φωσφατίνη
φωσφατίνη	noun	φαγητό για μωρά το οποίο περιέχει άμυλο, ζάχαρη, και φωσφορικό αλάτι
φωσφατίνης	=	φωσφατίνη
φωσφατασών	=	φωσφατάση
φωσφατινών	=	φωσφατίνη
φωσφατωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφατωμένο
φωσφατωμένε	verb	κλητική ενικού του φωσφατωμένος
φωσφατωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφατωμένη
φωσφατωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωσφατωμένος
φωσφατωμένης	verb	γενική ενικού του φωσφατωμένη
φωσφατωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φωσφατωμένος
φωσφατωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφατωμένος
φωσφατωμένος	verb	που έχει υποστεί φωσφάτωση
φωσφατωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωσφατωμένος
φωσφατωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φωσφατωμένος
φωσφατωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωσφατωμένος
φωσφατώναμε	=	φωσφατώνω
φωσφατώναν	=	φωσφατώνω
φωσφατώνανε	=	φωσφατώνω
φωσφατώνατε	=	φωσφατώνω
φωσφατώνει	=	φωσφατώνω
φωσφατώνεις	=	φωσφατώνω
φωσφατώνετε	=	φωσφατώνω
φωσφατώνομαι	=	φωσφατώνω
φωσφατώνοντας	=	φωσφατώνω
φωσφατώνουμε	=	φωσφατώνω
φωσφατώνουν	=	φωσφατώνω
φωσφατώνουνε	=	φωσφατώνω
φωσφατώνω	verb	διενεργώ φωσφάτωση
φωσφατώσαμε	=	φωσφατώνω
φωσφατώσαν	=	φωσφατώνω
φωσφατώσανε	=	φωσφατώνω
φωσφατώσατε	=	φωσφατώνω
φωσφατώσει	=	φωσφατώνω
φωσφατώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφάτωση
φωσφατώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωσφάτωση
φωσφατώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωσφάτωση
φωσφατώστε	=	φωσφατώνω
φωσφατώσω	=	φωσφατώνω
φωσφιδίου	=	φωσφίδιο
φωσφιδίων	=	φωσφίδιο
φωσφινών	=	φωσφίνη
φωσφογύψε	=	φωσφογύψος
φωσφογύψο	=	φωσφογύψος
φωσφογύψοι	=	φωσφογύψος
φωσφογύψος	noun	παραπροϊόν της χημικής επεξεργασίας των φωσφορικών ορυκτών για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, αποτελούμενο κυρίως από γύψο και προσμείξεις άλλων ενώσεων
φωσφογύψου	=	φωσφογύψος
φωσφογύψους	=	φωσφογύψος
φωσφογύψων	=	φωσφογύψος
φωσφολιπίδια	=	φωσφολιπίδιο
φωσφολιπίδιο	noun	λιπίδιο που αποτελείται από υδρόφιλη φωσφορική κεφαλή και υδρόφοβες λιπαρές ουρές, βασικό συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών
φωσφολιπίδιου	=	φωσφολιπίδιο
φωσφολιπίδιων	=	φωσφολιπίδιο
φωσφολιπιδίου	=	φωσφολιπίδιο
φωσφολιπιδίων	=	φωσφολιπίδιο
φωσφορίζαμε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζαν	=	φωσφορίζω
φωσφορίζανε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζατε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζει	=	φωσφορίζω
φωσφορίζεις	=	φωσφορίζω
φωσφορίζετε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζομε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζον	=	φωσφορίζων
φωσφορίζοντας	=	φωσφορίζω
φωσφορίζουμε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζουν	=	φωσφορίζω
φωσφορίζουνε	=	φωσφορίζω
φωσφορίζουσα	=	φωσφορίζων
φωσφορίζω	verb	φέγγω στο σκοτάδι, δημιουργείται φωσφορισμός
φωσφορίζων	adj	που φωσφορίζει
φωσφορίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσαν	=	φωσφορίζω
φωσφορίσανε	=	φωσφορίζω
φωσφορίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσματα	=	φωσφόρισμα
φωσφορίσματος	=	φωσφόρισμα
φωσφορίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφορίτες	=	φωσφορίτης
φωσφορίτη	=	φωσφορίτης
φωσφορίτης	noun	ιζηματογενές πέτρωμα πλούσιο σε φωσφορικά άλατα, που χρησιμοποιείται κυρίως ως πρώτη ύλη για λιπάσματα και βιομηχανικά χημικά
φωσφορίωση	noun	η με χημική αντίδραση αντικατάσταση, ή προσθήκη ατόμων φωσφόρου στο μόριο μιας χημικής ένωσης
φωσφορίωσης	noun	γενική ενικού του φωσφορίωση
φωσφοριζέ	adj	που φωσφορίζει
φωσφορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορικό
φωσφορικέ	adj	κλητική ενικού του φωσφορικός
φωσφορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορική
φωσφορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωσφορικός
φωσφορικής	adj	γενική ενικού του φωσφορική
φωσφορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφορικός
φωσφορικού	adj	γενική ενικού του φωσφορικός
φωσφορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωσφορικός
φωσφορικό	adj	αιτιατική ενικού του φωσφορικός
φωσφορικός	adj	σχετικός με το φωσφόρο και τις ενώσεις του
φωσφορικών	adj	γενική πληθυντικού του φωσφορικός
φωσφορισμάτων	=	φωσφόρισμα
φωσφορισμέ	noun	κλητική ενικού του φωσφορισμός
φωσφορισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφορισμός
φωσφορισμού	noun	γενική ενικού του φωσφορισμός
φωσφορισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωσφορισμός
φωσφορισμό	noun	αιτιατική ενικού του φωσφορισμός
φωσφορισμός	noun	η ιδιότητα που έχουν κάποια σώματα ή οργανισμοί να φωσφορίζουν, να φέγγουν στο σκοτάδι
φωσφορισμών	noun	γενική πληθυντικού του φωσφορισμός
φωσφοριτών	=	φωσφορίτης
φωσφοριώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορίωση
φωσφοριώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωσφορίωση
φωσφοριώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωσφορίωση
φωσφορομολυβδαινικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορομολυβδαινικό
φωσφορομολυβδαινικέ	adj	κλητική ενικού του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφορομολυβδαινικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορομολυβδαινική
φωσφορομολυβδαινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφορομολυβδαινικής	adj	γενική ενικού του φωσφορομολυβδαινική
φωσφορομολυβδαινικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφορομολυβδαινικού	adj	γενική ενικού του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφορομολυβδαινικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφορομολυβδαινικό	adj	αιτιατική ενικού του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφορομολυβδαινικός	adj	ο σχετικός με φωσφορομολυβδαίνιο (συνδυασμό φωσφορικού οξέος και μολυβδαινικού ανυδρίτη)
φωσφορομολυβδαινικών	adj	γενική πληθυντικού του φωσφορομολυβδαινικός
φωσφοροσκοπίου	=	φωσφοροσκόπιο
φωσφοροσκοπίων	=	φωσφοροσκόπιο
φωσφοροσκόπια	=	φωσφοροσκόπιο
φωσφοροσκόπιο	noun	οπτικό όργανο - συσκευή μέτρησης της έντασης φωσφορισμού ουσίας, ή σώματος
φωσφοροσκόπιου	=	φωσφοροσκόπιο
φωσφορούχα	=	φωσφορούχος
φωσφορούχας	=	φωσφορούχος
φωσφορούχε	=	φωσφορούχος
φωσφορούχες	=	φωσφορούχος
φωσφορούχο	=	φωσφορούχος
φωσφορούχοι	=	φωσφορούχος
φωσφορούχος	adj	ουσία που περιέχει φωσφόρο
φωσφορούχου	=	φωσφορούχος
φωσφορούχους	=	φωσφορούχος
φωσφορούχων	=	φωσφορούχος
φωσφορυλίου	=	φωσφορύλιο
φωσφορυλίων	=	φωσφορύλιο
φωσφορυλίωνα	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωναν	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωνε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωνες	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωσα	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωσαν	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωσε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωσες	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλίωση	noun	η με χημική αντίδραση προσθήκη μιας φωσφορυλομάδας στο μόριο μιας χημικής ένωσης
φωσφορυλίωσης	noun	γενική ενικού του φωσφορυλίωση
φωσφορυλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλικό
φωσφορυλικέ	adj	κλητική ενικού του φωσφορυλικός
φωσφορυλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλική
φωσφορυλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωσφορυλικός
φωσφορυλικής	adj	γενική ενικού του φωσφορυλική
φωσφορυλικη	=	φωσφορυλικός
φωσφορυλικο	=	φωσφορυλικός
φωσφορυλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλικός
φωσφορυλικού	adj	γενική ενικού του φωσφορυλικός
φωσφορυλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωσφορυλικός
φωσφορυλικό	adj	αιτιατική ενικού του φωσφορυλικός
φωσφορυλικός	adj	ο σχετικός με φωσφορύλιο ή φωσφορυλίωση
φωσφορυλικών	adj	γενική πληθυντικού του φωσφορυλικός
φωσφορυλιούχα	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχας	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχε	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχες	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχο	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχοι	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχος	adj	χημική ένωση που φέρει στο μόριό της μία φωσφορυλομάδα
φωσφορυλιούχου	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχους	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιούχων	=	φωσφορυλιούχος
φωσφορυλιωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλιωμένο
φωσφορυλιωμένε	verb	κλητική ενικού του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλιωμένη
φωσφορυλιωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιωμένης	verb	γενική ενικού του φωσφορυλιωμένη
φωσφορυλιωμένο	verb	αιτιατική ενικού του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιωμένος	verb	που έχει υποστεί φωσφορυλίωση, που στο μόριό του φέρει πρόσθετα μία φωσφορυλομάδα μετά από σχετική χημική αντίδραση
φωσφορυλιωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωσφορυλιωμένος
φωσφορυλιώναμε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώναν	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνανε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνατε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνει	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνεις	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνετε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνομαι	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνοντας	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνουμε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνουν	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνουνε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώνω	verb	διενεργώ φωσφορυλίωση
φωσφορυλιώσαμε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώσαν	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώσανε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώσατε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώσει	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωσφορυλίωση
φωσφορυλιώσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωσφορυλίωση
φωσφορυλιώσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωσφορυλίωση
φωσφορυλιώστε	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορυλιώσω	=	φωσφορυλιώνω
φωσφορύλια	=	φωσφορύλιο
φωσφορύλιο	noun	τρισθενής ρίζα που προκύπτει από το μόριο φωσφορικού οξέος μετά την απομάκρυνση των τριών ομάδων υδροξυλίου του
φωσφορύλιου	=	φωσφορύλιο
φωσφόρε	noun	κλητική ενικού του φωσφόρος
φωσφόριζα	=	φωσφορίζω
φωσφόριζαν	=	φωσφορίζω
φωσφόριζε	=	φωσφορίζω
φωσφόριζες	=	φωσφορίζω
φωσφόρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφόρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφόρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφόρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωσφορίζω
φωσφόρισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φωσφορίζω
φωσφόρο	noun	αιτιατική ενικού του φωσφόρος
φωσφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωσφόρος
φωσφόρος	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 15 και χημικό σύμβολο το P, που έχει την ιδιότητα να φέγγει στο σκοτάδι
φωσφόρου	noun	γενική ενικού του φώσφορος
φωσφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωσφόρος
φωσφόρων	noun	γενική πληθυντικού του φωσφόρος
φωσωνίδα	noun|rare	τετράγωνο ιστίο πάνω από τον φώσωνα (παπαφίγκος) και από τη δολωνίδα (κοντραμετζάνα)
φωσώνων	=	φώσωνας
φωτάκι	noun	το μικρό φως με την υλική έννοια και όχι της ακτινοβολίας, το λαμπάκι (π.χ. του χριστουγεννιάτικου δέντρου)
φωτάκια	=	φωτάκι
φωτάω	verb	φωτίζω
φωτίζαμε	=	φωτίζω
φωτίζαν	=	φωτίζω
φωτίζανε	=	φωτίζω
φωτίζατε	=	φωτίζω
φωτίζει	=	φωτίζω
φωτίζεις	=	φωτίζω
φωτίζεσαι	=	φωτίζω
φωτίζεστε	=	φωτίζω
φωτίζεται	=	φωτίζω
φωτίζετε	=	φωτίζω
φωτίζομαι	verb	δέχομαι φως, με φωτίζουν
φωτίζομε	=	φωτίζω
φωτίζονται	=	φωτίζω
φωτίζονταν	=	φωτίζω
φωτίζοντας	=	φωτίζω
φωτίζουμε	=	φωτίζω
φωτίζουν	=	φωτίζω
φωτίζουνε	=	φωτίζω
φωτίζω	verb	ρίχνω φως σε κάτι ώστε να γίνει ορατό
φωτίκια	noun	τα βαφτιστικά ρούχα ενός μωρού (επειδή με τη βάφτιση δέχεται το θείο φως)
φωτίνα	=	φωτίνο
φωτίνο	noun	ο υποθετικός ανύπαρκτος υπερσυμμετρικός σύντροφος του φωτονίου, ανύπαρκτο σωματίδιο που είχε προταθεί από θεωρητικούς της υπερσυμμετρίας
φωτίνου	=	φωτίνο
φωτίνων	=	φωτίνο
φωτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίσαν	=	φωτίζω
φωτίσανε	=	φωτίζω
φωτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φώτιση
φωτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φώτισμα
φωτίσματος	noun	γενική ενικού του φώτισμα
φωτίσομε	=	φωτίζω
φωτίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίσουνε	=	φωτίζω
φωτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φωτίτσα	noun	μικρή φωτιά
φωτίτσας	=	φωτίτσα
φωτίτσες	=	φωτίτσα
φωταέρια	=	φωταέριο
φωταέριο	noun	αέριο καύσιμο, μείγμα υδρογόνου, μεθανίου και άλλων υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για φωτισμό και θέρμανση
φωταέριου	=	φωταέριο
φωταέριων	=	φωταέριο
φωταγωγέ	noun	κλητική ενικού του φωταγωγός
φωταγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταγώγηση
φωταγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήσεων	=	φωταγώγηση
φωταγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγωγία	noun	η φωταγώγηση, ο άπλετος φωτισμός
φωταγωγίας	noun	γενική ενικού του φωταγωγία
φωταγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγία
φωταγωγημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγημένο
φωταγωγημένε	adj	κλητική ενικού του φωταγωγημένος
φωταγωγημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγημένη
φωταγωγημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωταγωγημένος
φωταγωγημένης	adj	γενική ενικού του φωταγωγημένη
φωταγωγημένο	adj	αιτιατική ενικού του φωταγωγημένος
φωταγωγημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγημένος
φωταγωγημένος	verb	που τον έχουν φωταγωγήσει, τον έχουν φωτίσει άπλετα
φωταγωγημένου	verb	γενική ενικού του φωταγωγημένος
φωταγωγημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωταγωγημένος
φωταγωγημένων	adj	γενική πληθυντικού του φωταγωγημένος
φωταγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγικό
φωταγωγικέ	adj	κλητική ενικού του φωταγωγικός
φωταγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγική
φωταγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωταγωγικός
φωταγωγικής	adj	γενική ενικού του φωταγωγική
φωταγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγικός
φωταγωγικού	adj	γενική ενικού του φωταγωγικός
φωταγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωταγωγικός
φωταγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του φωταγωγικός
φωταγωγικός	adj	σχετικός με τη φωταγώγηση
φωταγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του φωταγωγικός
φωταγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του φωταγωγία
φωταγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωταγωγός
φωταγωγού	noun	γενική ενικού του φωταγωγός
φωταγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωταγωγός
φωταγωγό	noun	αιτιατική ενικού του φωταγωγός
φωταγωγός	noun	ο σχετικά μικρός σε διαστάσεις, εσωτερικός κενός χώρος πολυκατοικίας που θεωρητικά χρησιμεύει για να παρέχει φωτισμό σε εσωτερικούς χώρους διαμερισμάτων
φωταγωγώ	verb	φωτίζω με πολλά φώτα, ρίχνω άπλετο φως σε έναν χώρο
φωταγωγών	noun	γενική πληθυντικού του φωταγωγός
φωταγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φωταγωγώ
φωταγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωταγωγώ
φωταγώγηση	noun	διάχυτος, έντονος φωτισμός συνήθως μεγάλων χώρων (δρόμων, αιθουσών, σταδίων, πόλεων)
φωταγώγησης	=	φωταγώγηση
φωταγώγησις	noun	φωταγώγηση
φωταερίου	=	φωταέριο
φωταερίων	=	φωταέριο
φωταυγειών	noun	γενική πληθυντικού του φωταύγεια
φωταψία	noun	φωταγώγηση, φωτοχυσία
φωταψίας	noun	γενική ενικού του φωταψία
φωταψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταψία
φωταψιών	noun	γενική πληθυντικού του φωταψία
φωταύγεια	noun	εκπομπή φωτός από ένα σώμα χωρίς αυτό να έχει θερμανθεί
φωταύγειας	noun	γενική ενικού του φωταύγεια
φωταύγειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωταύγεια
φωτεινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτεινό
φωτεινέ	adj	κλητική ενικού του φωτεινός
φωτεινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτεινή
φωτεινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτεινός
φωτεινής	adj	γενική ενικού του φωτεινή
φωτεινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτεινός
φωτεινοτήτων	=	φωτεινότητα
φωτεινού	adj	γενική ενικού του φωτεινός
φωτεινούλας	noun	γενική ενικού του Φωτεινούλα
φωτεινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτεινός
φωτεινό	adj	αιτιατική ενικού του φωτεινός
φωτεινός	adj	που εκπέμπει φως, που φωτίζει, που λάμπει
φωτεινότατα	=	φωτεινός
φωτεινότατε	=	φωτεινός
φωτεινότατες	=	φωτεινός
φωτεινότατη	=	φωτεινός
φωτεινότατης	=	φωτεινός
φωτεινότατο	=	φωτεινός
φωτεινότατοι	=	φωτεινός
φωτεινότατος	=	φωτεινός
φωτεινότατου	=	φωτεινός
φωτεινότατους	=	φωτεινός
φωτεινότατων	=	φωτεινός
φωτεινότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτεινότερο	adv	συγκριτικός βαθμός του φωτεινά
φωτεινότερε	adj	κλητική ενικού του φωτεινότερος
φωτεινότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτεινότερη
φωτεινότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτεινότερος
φωτεινότερης	adj	γενική ενικού του φωτεινότερη
φωτεινότερο	adj	αιτιατική ενικού του φωτεινότερος
φωτεινότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτεινότερος
φωτεινότερος	adj	που είναι πιο φωτεινός
φωτεινότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωτεινότερος
φωτεινότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτεινότερος
φωτεινότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωτεινότερος
φωτεινότης	noun	φωτεινότητα
φωτεινότητα	noun	η λαμπρότητα, το μέγεθος που δείχνει πόσο λαμπερό είναι κάτι, πόσο φως και πόσο έντονα το ακτινοβολεί, πόσο φωτεινό είναι
φωτεινότητας	noun	γενική ενικού του φωτεινότητα
φωτεινότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτεινότητα
φωτεινών	adj	γενική πληθυντικού του φωτεινός
φωτερά	noun	τα μάτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτερό
φωτερέ	adj	κλητική ενικού του φωτερός
φωτερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτερή
φωτερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτερός
φωτερής	adj	γενική ενικού του φωτερή
φωτεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτερός
φωτερού	adj	γενική ενικού του φωτερός
φωτερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτερός
φωτερό	adj	αιτιατική ενικού του φωτερός	noun	ο φεγγίτης ενός σπιτιού, από εκεί που μπαίνει φως σε ένα χώρο που συνήθως δεν φωτίζεται από εξωτερικό παράθυρο
φωτερός	adj	ο φωτεινός
φωτερών	adj	γενική πληθυντικού του φωτερός
φωτιά	noun	η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
φωτιάς	noun	γενική ενικού του φωτιά
φωτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιά
φωτιζόμασταν	=	φωτίζω
φωτιζόμαστε	=	φωτίζω
φωτιζόμουν	=	φωτίζομαι
φωτιζόμουνα	=	φωτίζω
φωτιζόντουσαν	=	φωτίζω
φωτιζόσασταν	=	φωτίζω
φωτιζόσαστε	=	φωτίζω
φωτιζόσουν	=	φωτίζω
φωτιζόσουνα	=	φωτίζω
φωτιζόταν	=	φωτίζω
φωτιζότανε	=	φωτίζω
φωτιοκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιοκαμένο
φωτιοκαμένε	verb	κλητική ενικού του φωτιοκαμένος
φωτιοκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιοκαμένη
φωτιοκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτιοκαμένος
φωτιοκαμένης	verb	γενική ενικού του φωτιοκαμένη
φωτιοκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του φωτιοκαμένος
φωτιοκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτιοκαμένος
φωτιοκαμένος	verb	αυτός που έχει καεί από φωτιά
φωτιοκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωτιοκαμένος
φωτιοκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φωτιοκαμένος
φωτιοκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωτιοκαμένος
φωτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του φώτισμα
φωτισμέ	noun	κλητική ενικού του φωτισμός
φωτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτισμένο
φωτισμένε	verb	κλητική ενικού του φωτισμένος
φωτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτισμένη
φωτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτισμένος
φωτισμένης	verb	γενική ενικού του φωτισμένη
φωτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του φωτισμένος
φωτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτισμένος
φωτισμένος	verb	που έχει φωτιστεί, γεμάτος φως
φωτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωτισμένος
φωτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φωτισμένος
φωτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωτισμένος
φωτισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτισμός
φωτισμού	noun	γενική ενικού του φωτισμός
φωτισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωτισμός
φωτισμό	noun	αιτιατική ενικού του φωτισμός
φωτισμός	noun	η διάχυση φωτός σε ένα χώρο, η παροχή φωτός
φωτισμών	noun	γενική πληθυντικού του φωτισμός
φωτιστές	=	φωτιστής
φωτιστή	=	φωτιστής
φωτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστήκαν	=	φωτίζω
φωτιστήκανε	=	φωτίζω
φωτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστής	noun	άτομο υπεύθυνο για τη συνολική οργάνωση του φωτισμού
φωτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιστικό
φωτιστικέ	adj	κλητική ενικού του φωτιστικός
φωτιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτιστική
φωτιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτιστικός
φωτιστικής	adj	γενική ενικού του φωτιστική
φωτιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτιστικός
φωτιστικού	adj	γενική ενικού του φωτιστικός
φωτιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτιστικός
φωτιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτιστικός	noun	συσκευή φωτισμού, για την παραγωγή φωτός σε σκοτεινό μέρος
φωτιστικός	adj	που φωτίζει
φωτιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτιστικός
φωτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστούνε	=	φωτίζω
φωτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτίζομαι
φωτιστών	=	φωτιστής
φωτιών	=	φωτιά
φωτοακουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοακουστικό
φωτοακουστικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοακουστικός
φωτοακουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοακουστική
φωτοακουστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοακουστικός	noun	μελέτη της μετατροπής του φωτός σε ακουστικό κύμα, της δημιουργίας ήχου από την απορρόφηση του φωτός από ένα σώμα, από υλικό μέσο
φωτοακουστικής	adj	γενική ενικού του φωτοακουστική
φωτοακουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοακουστικός
φωτοακουστικού	adj	γενική ενικού του φωτοακουστικός
φωτοακουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοακουστικός
φωτοακουστικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοακουστικός
φωτοακουστικός	adj	που σχετίζεται με την φωτοακουστική
φωτοακουστικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοακουστικός
φωτοαλλεργικά	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικέ	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικές	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργική	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικής	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικοί	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικού	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικούς	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικό	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαλλεργικός	adj	σχετικός με την φωτοαλλεργία
φωτοαλλεργικών	=	φωτοαλλεργικός
φωτοαντίγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοαντίγραφο
φωτοαντίγραφο	noun	αντίγραφο που εκτυπώνεται με τη χρήση έντονης ακτινοβολίας σε ειδικό μηχάνημα
φωτοαντίγραφον	noun	το φωτοαντίγραφο
φωτοαντίγραφου	noun	γενική ενικού του φωτοαντίγραφο
φωτοαντίγραφων	noun	γενική πληθυντικού του φωτοαντίγραφο
φωτοαντιγράφου	=	φωτοαντίγραφο
φωτοαντιγράφων	=	φωτοαντίγραφο
φωτοαντιγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοαντιγραφικό
φωτοαντιγραφικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοαντιγραφικός
φωτοαντιγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοαντιγραφική
φωτοαντιγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοαντιγραφικός
φωτοαντιγραφικής	adj	γενική ενικού του φωτοαντιγραφική
φωτοαντιγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοαντιγραφικός
φωτοαντιγραφικού	adj	γενική ενικού του φωτοαντιγραφικός
φωτοαντιγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοαντιγραφικός
φωτοαντιγραφικό	noun	ουσιαστικοποιημένο επίθετο, από τη φράση «φωτοαντιγραφικό μηχάνημα»
φωτοαντιγραφικός	adj	ο σχετικός με την παραγωγή φωτοαντιγράφων
φωτοαντιγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοαντιγραφικός
φωτοβιολογία	noun	κλάδος της βιολογίας που μελετά την επίδραση του φωτός πάνω στα ζωντανά όντα, κυρίως στα φυτά
φωτοβιολογίας	=	φωτοβιολογία
φωτοβιολογίες	=	φωτοβιολογία
φωτοβιολογικά	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικέ	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικές	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογική	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικής	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικοί	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικού	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικούς	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικό	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογικός	adj	ο σχετικός με τη φωτοβιολογία
φωτοβιολογικών	=	φωτοβιολογικός
φωτοβιολογιών	=	φωτοβιολογία
φωτοβολές	=	φωτοβολή
φωτοβολή	noun	η λάμψη, η ακτινοβολία
φωτοβολήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοβόλημα
φωτοβολήματος	noun	γενική ενικού του φωτοβόλημα
φωτοβολής	=	φωτοβολή
φωτοβολήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβολία	noun	συνώνυμο του φωτοβολή
φωτοβολίας	noun	γενική ενικού του φωτοβολία
φωτοβολίδα	noun	το ειδικό βλήμα, είδος πυροτεχνίας, το οποίο με καύση παράγει έντονο και διαρκές φως και χρησιμοποιείται στην έρευνα και διάσωση, αλλά και σε γιορτές και αθλητικές εκδηλώσεις
φωτοβολίδας	=	φωτοβολίδα
φωτοβολίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοβολίδα
φωτοβολίδων	=	φωτοβολίδα
φωτοβολίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοβολία
φωτοβολίς	noun	η φωτοβολίδα
φωτοβολημάτων	noun	γενική πληθυντικού του φωτοβόλημα
φωτοβολημένος	=	φωτοβολώ
φωτοβολιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοβολία
φωτοβολταικό	=	φωτοβολταϊκό
φωτοβολταϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοβολταϊκό
φωτοβολταϊκέ	adj	κλητική ενικού του φωτοβολταϊκός
φωτοβολταϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοβολταϊκή
φωτοβολταϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοβολταϊκός
φωτοβολταϊκής	adj	γενική ενικού του φωτοβολταϊκή
φωτοβολταϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοβολταϊκός
φωτοβολταϊκού	adj	γενική ενικού του φωτοβολταϊκός
φωτοβολταϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοβολταϊκός
φωτοβολταϊκό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του φωτοβολταϊκός	noun	το σύστημα ή το πάνελ που συμβάλλει στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας σε ηλεκτρική τάση
φωτοβολταϊκός	adj	που συμβάλλει στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας σε ηλεκτρική τάση
φωτοβολταϊκών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοβολταϊκός
φωτοβολώ	verb	παράγω λάμψη, λάμπω
φωτοβολών	=	φωτοβολή
φωτοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβόλημα	noun	συνώνυμο του φωτοβολή
φωτοβόλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβόλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβόλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβόλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτοβολώ
φωτοβόλος	adj	που ρίχνει άπλετο φως, φωτίζει, εκπέμπει φως, ακτινοβολεί
φωτογένεια	noun	η ιδιότητα κάποιου να βγαίνει όμορφος στις φωτογραφίες, ίσως και πιο όμορφος από την πραγματικότητα
φωτογένειας	noun	γενική ενικού του φωτογένεια
φωτογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογένεια
φωτογήρανση	noun	η πρώιμη γήρανση που προκαλείται από την πολύωρη έκθεση στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου
φωτογήρανσης	=	φωτογήρανση
φωτογενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φωτογενής
φωτογενή	adj	αιτιατική ενικού του φωτογενής
φωτογενής	adj	που έχει φωτογένεια
φωτογενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογενής
φωτογενειών	noun	γενική πληθυντικού του φωτογένεια
φωτογενούς	adj	γενική ενικού του φωτογενής
φωτογενών	adj	γενική πληθυντικού του φωτογενής
φωτογεωλογία	noun	κλάδος της γεωλογίας που χρησιμοποιεί την ανάλυση φωτογραφικών δεδομένων, ιδιαίτερα αεροφωτογραφιών και δορυφορικών εικόνων, για την αναγνώριση γεωλογικών δομών, τον χαρακτηρισμό των πετρωμάτων και τη μελέτη γεωμορφολογικών φαινομένων μιας περιοχής
φωτογεωλογίας	=	φωτογεωλογία
φωτογεωλογίες	=	φωτογεωλογία
φωτογεωλογιών	=	φωτογεωλογία
φωτογηράνσεις	=	φωτογήρανση
φωτογηράνσεων	=	φωτογήρανση
φωτογονία	noun	η γένεση, δημιουργία, παραγωγή φωτός
φωτογονίας	noun	γενική ενικού του φωτογονία
φωτογονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογονία
φωτογονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογονικό
φωτογονικέ	adj	κλητική ενικού του φωτογονικός
φωτογονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογονική
φωτογονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτογονικός
φωτογονικής	adj	γενική ενικού του φωτογονική
φωτογονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτογονικός
φωτογονικού	adj	γενική ενικού του φωτογονικός
φωτογονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτογονικός
φωτογονικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτογονικός
φωτογονικός	adj	σχετικός με τη φωτογονία
φωτογονικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτογονικός
φωτογονιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτογονία
φωτογράφε	noun	κλητική ενικού του φωτογράφος
φωτογράφει	=	φωτογραφώ
φωτογράφημα	noun	φωτόγραμμα, φωτογραφική εικόνα που παράγεται, με την άμεση τοποθέτηση αντικειμένων στην επιφάνεια ενός φωτοευαίσθητου υλικού, όπως το φωτογραφικό χαρτί και κατόπιν την έκθεσή του στο φως (χωρίς φωτογραφική μηχανή)
φωτογράφησα	=	φωτογραφώ
φωτογράφησαν	=	φωτογραφώ
φωτογράφησε	=	φωτογραφώ
φωτογράφησες	=	φωτογραφώ
φωτογράφηση	noun	άλλη γραφή του φωτογράφιση
φωτογράφησης	noun	γενική ενικού του φωτογράφηση
φωτογράφησις	noun	φωτογράφηση
φωτογράφιζα	=	φωτογραφίζω
φωτογράφιζαν	=	φωτογραφίζω
φωτογράφιζε	=	φωτογραφίζω
φωτογράφιζες	=	φωτογραφίζω
φωτογράφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογράφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογράφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογράφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογράφιση	noun	η ενέργεια του φωτογραφίζω (κυριολεκτικά και μεταφορικά)
φωτογράφισης	noun	γενική ενικού του φωτογράφιση
φωτογράφο	noun	αιτιατική ενικού του φωτογράφος
φωτογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτογράφος
φωτογράφος	noun	ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη λήψη φωτογραφιών
φωτογράφου	noun	γενική ενικού του φωτογράφος
φωτογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωτογράφος
φωτογράφων	noun	γενική πληθυντικού του φωτογράφος
φωτογραμμετρία	noun	μέθοδος υπολογισμού των διαστάσεων διαφόρων χώρων ή αντικειμένων με τη χρήση ειδικών φωτογραφιών, κυρίως αεροφωτογραφικών και η δημιουργία σχετικών χαρτών
φωτογραμμετρίας	noun	γενική ενικού του φωτογραμμετρία
φωτογραμμετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραμμετρία
φωτογραμμετριών	noun	γενική πληθυντικού του φωτογραμμετρία
φωτογραμμομετρία	noun	άλλη μορφή του φωτογραμμετρία
φωτογραμμομετρίας	noun	γενική ενικού του φωτογραμμομετρία
φωτογραμμομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραμμομετρία
φωτογραμμομετριών	noun	γενική πληθυντικού του φωτογραμμομετρία
φωτογραφήθηκα	=	φωτογραφώ
φωτογραφήθηκαν	=	φωτογραφώ
φωτογραφήθηκε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήθηκες	=	φωτογραφώ
φωτογραφήματα	=	φωτογράφημα
φωτογραφήματος	=	φωτογράφημα
φωτογραφήσαμε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσαν	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσανε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσατε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσει	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογράφηση
φωτογραφήσετε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωτογράφηση
φωτογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωτογράφηση
φωτογραφήσου	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσουμε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσουν	=	φωτογραφώ
φωτογραφήσουνε	=	φωτογραφώ
φωτογραφήστε	=	φωτογραφώ
φωτογραφία	noun	το υλικό αποτέλεσμα του φωτογραφίζω
φωτογραφίας	noun	γενική ενικού του φωτογραφία
φωτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφία
φωτογραφίζαμε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζαν	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζανε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζατε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζει	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζεις	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζεσαι	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίζεστε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίζεται	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίζετε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίζομε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζονται	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίζονταν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίζου	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίζουμε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζουν	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζουνε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίζω	verb	αποτυπώνω εικόνες σε φωτοευαίσθητη επιφάνεια με τη χρήση φωτογραφικής μηχανής
φωτογραφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίσαν	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίσανε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογράφιση
φωτογραφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωτογράφιση
φωτογραφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωτογράφιση
φωτογραφίσομε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίσου	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίσουνε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφίστηκα	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίστηκαν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίστηκε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίστηκες	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φωτογραφίζω
φωτογραφεί	=	φωτογραφώ
φωτογραφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφείο
φωτογραφείο	noun	το εργαστήριο του φωτογράφου, όπου συχνά παίρνει φωτογραφίες, αλλά και όπου τις τυπώνει
φωτογραφείου	noun	γενική ενικού του φωτογραφείο
φωτογραφείς	=	φωτογραφώ
φωτογραφείσαι	=	φωτογραφώ
φωτογραφείστε	=	φωτογραφώ
φωτογραφείται	=	φωτογραφώ
φωτογραφείτε	=	φωτογραφώ
φωτογραφείων	noun	γενική πληθυντικού του φωτογραφείο
φωτογραφεῖον	noun	φωτογραφείο
φωτογραφηθήκαμε	=	φωτογραφώ
φωτογραφηθήκαν	=	φωτογραφώ
φωτογραφηθήκανε	=	φωτογραφώ
φωτογραφηθήκατε	=	φωτογραφώ
φωτογραφηθεί	=	φωτογραφώ
φωτογραφηθείς	=	φωτογραφίζω
φωτογραφηθείτε	=	φωτογραφώ
φωτογραφηθούμε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφηθούν	=	φωτογραφίζω
φωτογραφηθούνε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφηθώ	=	φωτογραφίζω
φωτογραφημάτων	=	φωτογράφημα
φωτογραφημένος	=	φωτογραφώ
φωτογραφιζόμασταν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόμαστε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόμενος	=	φωτογραφίζω
φωτογραφιζόμουν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόμουνα	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόντουσαν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόσασταν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόσαστε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόσουν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόσουνα	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζόταν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιζότανε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφικό
φωτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του φωτογραφικός
φωτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφική
φωτογραφική	noun	η τέχνη αλλά και η τεχνική της φωτογραφίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτογραφικός
φωτογραφικής	adj	γενική ενικού του φωτογραφική
φωτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφικός
φωτογραφικού	adj	γενική ενικού του φωτογραφικός
φωτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτογραφικός
φωτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτογραφικός
φωτογραφικός	adj	σχετικός με τη φωτογραφία
φωτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτογραφικός
φωτογραφισμένος	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστήκαμε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστήκαν	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστήκανε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστήκατε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστεί	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστείς	=	φωτογραφίζω
φωτογραφιστείτε	=	φωτογραφίζομαι
φωτογραφιστούμε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφιστούν	=	φωτογραφίζω
φωτογραφιστούνε	=	φωτογραφίζω
φωτογραφιστώ	=	φωτογραφίζω
φωτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτογραφία
φωτογραφομετρία	noun|rare	άλλη μορφή του φωτογραμμετρία
φωτογραφομετρίας	noun	γενική ενικού του φωτογραφομετρία
φωτογραφομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτογραφομετρία
φωτογραφομετριών	noun	γενική πληθυντικού του φωτογραφομετρία
φωτογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος φωτογραφώ
φωτογραφούμασταν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούμαστε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούμε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούμενος	=	φωτογραφώ
φωτογραφούμουν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούμουνα	=	φωτογραφώ
φωτογραφούν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούναν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούνε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούνται	=	φωτογραφώ
φωτογραφούνταν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσα	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσαμε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσαν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσανε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσασταν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσαστε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσατε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσε	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσες	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσουν	=	φωτογραφώ
φωτογραφούσουνα	=	φωτογραφώ
φωτογραφώ	verb	άλλη μορφή του φωτογραφίζω
φωτογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος φωτογραφώ
φωτογόνα	=	φωτογόνος
φωτογόνας	=	φωτογόνος
φωτογόνε	=	φωτογόνος
φωτογόνες	=	φωτογόνος
φωτογόνο	=	φωτογόνος
φωτογόνοι	=	φωτογόνος
φωτογόνος	adj	που παράγει φως
φωτογόνου	=	φωτογόνος
φωτογόνους	=	φωτογόνος
φωτογόνων	=	φωτογόνος
φωτοδάμασμα	noun	Από την σειρά «Άβαταρ: Ο Τελευταίος Ανεμοδαμαστής» (2005), για να περιγραφεί η τεχνική των ατόμων που διαφεντεύουν το στοιχείο της φωτιάς και τα οποία κατάγονται από το Έθνος της Φωτιάς.
φωτοδίκτυα	=	φωτοδίκτυο
φωτοδίκτυο	noun	ευρυζωνικό δίκτυο μέσω φωτοδιόδων LED
φωτοδίκτυου	=	φωτοδίκτυο
φωτοδίοδε	=	φωτοδίοδος
φωτοδίοδο	=	φωτοδίοδος
φωτοδίοδοι	=	φωτοδίοδος
φωτοδίοδος	noun	δίοδος που συμβάλλει στην δημιουργία διαφοράς δυναμικού στα δύο της άκρα, με αποτέλεσμα την εκπομπή φωτός
φωτοδαμάσματα	=	φωτοδάμασμα
φωτοδαμάσματος	=	φωτοδάμασμα
φωτοδαμασμάτων	=	φωτοδάμασμα
φωτοδημοσιογραφία	noun	κλάδος της δημοσιογραφίας που αξιοποιεί τη φωτογραφική εικόνα για την καταγραφή, τεκμηρίωση και παρουσίαση γεγονότων της επικαιρότητας, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού
φωτοδημοσιογραφίας	=	φωτοδημοσιογραφία
φωτοδημοσιογραφίες	=	φωτοδημοσιογραφία
φωτοδημοσιογραφιών	=	φωτοδημοσιογραφία
φωτοδιαπερατά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοδιαπερατό
φωτοδιαπερατέ	adj	κλητική ενικού του φωτοδιαπερατός
φωτοδιαπερατές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοδιαπερατή
φωτοδιαπερατή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοδιαπερατός
φωτοδιαπερατής	adj	γενική ενικού του φωτοδιαπερατή
φωτοδιαπερατοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοδιαπερατός
φωτοδιαπερατού	adj	γενική ενικού του φωτοδιαπερατός
φωτοδιαπερατούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοδιαπερατός
φωτοδιαπερατό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοδιαπερατός
φωτοδιαπερατός	adj	για υλικό που το διαπερνά το φως
φωτοδιαπερατών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοδιαπερατός
φωτοδικτύου	=	φωτοδίκτυο
φωτοδικτύων	=	φωτοδίκτυο
φωτοδιόδου	=	φωτοδίοδος
φωτοδιόδους	=	φωτοδίοδος
φωτοδιόδων	=	φωτοδίοδος
φωτοδοτών	=	φωτοδότης
φωτοδότες	=	φωτοδότης
φωτοδότη	=	φωτοδότης
φωτοδότης	noun	που δίνει φως
φωτοδότρα	=	φωτοδότης
φωτοδότρας	noun	γενική ενικού του φωτοδότρα
φωτοδότρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοδότρα
φωτοδότρια	=	φωτοδότης
φωτοειδησεογραφία	noun	η κάλυψη της ειδησεογραφίας με οπτικό υλικό, εικόνες, και, συγκεκριμένα, με φωτογραφίες, η παρουσίαση επίκαιρων γεγονότων με φωτογραφικά στιγμιότυπα ή ντοκουμέντα
φωτοειδησεογραφίας	=	φωτοειδησεογραφία
φωτοειδησεογραφίες	=	φωτοειδησεογραφία
φωτοειδησεογραφικά	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικέ	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικές	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφική	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωτοειδησεογραφική) του φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικοί	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικού	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικούς	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικό	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφικός	adj	ο σχετικός με τη φωτοειδησεογραφία
φωτοειδησεογραφικών	=	φωτοειδησεογραφικός
φωτοειδησεογραφιών	=	φωτοειδησεογραφία
φωτοεξάχνωση	noun	θεραπεία της υπερπλασίας του προστάτη με χρήση λέιζερ
φωτοεξάχνωσης	=	φωτοεξάχνωση
φωτοεξαχνώσεις	=	φωτοεξάχνωση
φωτοεξαχνώσεων	=	φωτοεξάχνωση
φωτοευαίσθητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοευαίσθητο
φωτοευαίσθητε	adj	κλητική ενικού του φωτοευαίσθητος
φωτοευαίσθητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοευαίσθητη
φωτοευαίσθητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοευαίσθητος
φωτοευαίσθητης	adj	γενική ενικού του φωτοευαίσθητη
φωτοευαίσθητο	adj	αιτιατική ενικού του φωτοευαίσθητος
φωτοευαίσθητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοευαίσθητος
φωτοευαίσθητος	adj	που είναι ευαίσθητος στο φως, που αλλοιώνεται ή χαλάει με την έκθεσή του στο φως
φωτοευαίσθητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωτοευαίσθητος
φωτοευαίσθητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοευαίσθητος
φωτοευαίσθητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωτοευαίσθητος
φωτοευαισθησία	noun	η ευαισθησία που έχει κάποιος ή κάτι στο φως
φωτοευαισθησίας	=	φωτοευαισθησία
φωτοευαισθησίες	=	φωτοευαισθησία
φωτοευαισθησιών	=	φωτοευαισθησία
φωτοευαισθητοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοευαισθητοποιημένο
φωτοευαισθητοποιημένε	verb	κλητική ενικού του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευαισθητοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοευαισθητοποιημένη
φωτοευαισθητοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευαισθητοποιημένης	verb	γενική ενικού του φωτοευαισθητοποιημένη
φωτοευαισθητοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευαισθητοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευαισθητοποιημένος	verb	που έχει καταστεί ευαίσθητος στο φως λόγω χημικών ή βιολογικών παραγόντων, με αποτέλεσμα να αντιδρά σε αυτό είτε με φυσιολογικές μεταβολές είτε με παθολογικές εκδηλώσεις
φωτοευαισθητοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευαισθητοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευαισθητοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωτοευαισθητοποιημένος
φωτοευπαθές	=	φωτοευπαθής
φωτοευπαθή	=	φωτοευπαθής
φωτοευπαθής	adj	φωτοευαίσθητος
φωτοευπαθείς	=	φωτοευπαθής
φωτοευπαθούς	=	φωτοευπαθής
φωτοευπαθών	=	φωτοευπαθής
φωτοηλεκτρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοηλεκτρικό
φωτοηλεκτρικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοηλεκτρική
φωτοηλεκτρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρικής	adj	γενική ενικού του φωτοηλεκτρική
φωτοηλεκτρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρικού	adj	γενική ενικού του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρικός	adj	σχετικός με την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος χάρη στο φως
φωτοηλεκτρικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοηλεκτρικός
φωτοηλεκτρισμέ	noun	κλητική ενικού του φωτοηλεκτρισμός
φωτοηλεκτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοηλεκτρισμός
φωτοηλεκτρισμού	noun	γενική ενικού του φωτοηλεκτρισμός
φωτοηλεκτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωτοηλεκτρισμός
φωτοηλεκτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του φωτοηλεκτρισμός
φωτοηλεκτρισμός	noun	το σύνολο των φαινομένων κατά τα οποία η αλληλεπίδραση φωτεινής ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας με ένα υλικό προκαλεί την εκπομπή ή τη μετακίνηση ηλεκτρικών φορτίων, μετατρέποντας την ενέργεια του φωτός σε ηλεκτρική
φωτοηλεκτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοηλεκτρισμός
φωτοηλεκτρονικά	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικέ	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικές	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονική	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωτοηλεκτρονική) του φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικοί	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικού	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικούς	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικό	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτρονικός	adj	που αφορά ηλεκτρονική συσκευή ή διαδικασία που επηρεάζεται από το φως
φωτοηλεκτρονικών	=	φωτοηλεκτρονικός
φωτοηλεκτροχημεία	noun	επιστημονικός κλάδος ο οποίος συνδυάζει τη φωτοχημεία και την ηλεκτροχημεία και μελετά την αλληλεπίδραση του φωτός με τα ηλεκτροχημικά συστήματα
φωτοηλεκτροχημείας	=	φωτοηλεκτροχημεία
φωτοηλεκτροχημείες	=	φωτοηλεκτροχημεία
φωτοηλεκτροχημειών	=	φωτοηλεκτροχημεία
φωτοηλεκτροχημικά	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικέ	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικές	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημική	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωτοηλεκτροχημική) του φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικοί	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικού	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικούς	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικό	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοηλεκτροχημικός	adj	ο σχετικός με τη φωτοηλεκτροχημεία
φωτοηλεκτροχημικών	=	φωτοηλεκτροχημικός
φωτοθάλαμε	=	φωτοθάλαμος
φωτοθάλαμο	=	φωτοθάλαμος
φωτοθάλαμοι	=	φωτοθάλαμος
φωτοθάλαμος	noun	θάλαμος εμφάνισης, θάλαμος χημικής εμφάνισης αναλογικής φωτογραφίας
φωτοθάλαμου	=	φωτοθάλαμος
φωτοθαλάμου	=	φωτοθάλαμος
φωτοθαλάμους	=	φωτοθάλαμος
φωτοθαλάμων	=	φωτοθάλαμος
φωτοθεραπεία	noun	η θεραπευτική χρήση του φωτός για δερματικές ασθένειες
φωτοθεραπείας	noun	γενική ενικού του φωτοθεραπεία
φωτοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοθεραπεία
φωτοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοθεραπεία
φωτοθερμοθεραπεία	noun|rare	θεραπεία με συνδυασμό φωτεινής και θερμικής ακτινοβολίας
φωτοθερμοθεραπείας	noun	γενική ενικού του φωτοθερμοθεραπεία
φωτοθερμοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοθερμοθεραπεία
φωτοκαρκινογένεση	noun	καρκινογένεση που προκαλείται από τις ακτίνες του ηλιακού φωτός
φωτοκαρκινογένεσης	=	φωτοκαρκινογένεση
φωτοκαρκινογενέσεις	=	φωτοκαρκινογένεση
φωτοκαρκινογενέσεων	=	φωτοκαρκινογένεση
φωτοκατάλυση	noun	η επιτάχυνση ή η ενεργοποίηση μιας χημικής αντίδρασης μέσω της απορρόφησης φωτός, όπου τα φωτόνια δρουν ως καταλύτης ή ενεργοποιούν έναν καταλυτικό παράγοντα
φωτοκατάλυσης	noun	γενική ενικού του φωτοκατάλυση
φωτοκαταλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοκαταλυτικό
φωτοκαταλυτικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοκαταλυτική
φωτοκαταλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτικής	adj	γενική ενικού του φωτοκαταλυτική
φωτοκαταλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτικού	adj	γενική ενικού του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτικός	adj	που έχει σχέση με την φωτοκατάλυση ή αναφέρεται σ' αυτή
φωτοκαταλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοκαταλυτικός
φωτοκαταλυτών	=	φωτοκαταλύτης
φωτοκαταλύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοκατάλυση
φωτοκαταλύσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωτοκατάλυση
φωτοκαταλύσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωτοκατάλυση
φωτοκαταλύτες	=	φωτοκαταλύτης
φωτοκαταλύτη	=	φωτοκαταλύτης
φωτοκαταλύτης	noun	ουσία που, όταν απορροφά φως, ενεργοποιεί ή επιταχύνει μια χημική αντίδραση χωρίς να καταναλώνεται η ίδια
φωτοκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοκόπια
φωτοκυττάρου	=	φωτοκύτταρο
φωτοκυττάρων	=	φωτοκύτταρο
φωτοκόπια	noun	η φωτοτυπία
φωτοκόπιας	noun	γενική ενικού του φωτοκόπια
φωτοκόπιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοκόπια
φωτοκύτταρα	=	φωτοκύτταρο
φωτοκύτταρο	noun	μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία με την επίδραση του φωτός και ο οποίος παράγει ηλεκτρικό ρεύμα
φωτοκύτταρον	noun	φωτοκύτταρο
φωτοκύτταρου	=	φωτοκύτταρο
φωτοκύτταρων	=	φωτοκύτταρο
φωτολιθογράφε	=	φωτολιθογράφος
φωτολιθογράφο	=	φωτολιθογράφος
φωτολιθογράφοι	=	φωτολιθογράφος
φωτολιθογράφος	noun	άτομο το οποίο πραγματοποιεί φωτολιθογραφίες
φωτολιθογράφου	=	φωτολιθογράφος
φωτολιθογράφους	=	φωτολιθογράφος
φωτολιθογράφων	=	φωτολιθογράφος
φωτολιθογραφία	noun	λιθογραφική διαδικασία κατά την οποία οι πλάκες εκτύπωση]ς κατασκευάζονται με φωτογραφική διαδικασία
φωτολιθογραφίας	=	φωτολιθογραφία
φωτολιθογραφίες	=	φωτολιθογραφία
φωτολιθογραφικά	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικέ	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικές	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφική	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωτολιθογραφική) του φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικοί	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικού	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικούς	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικό	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφικός	adj	ο σχετικός με τη φωτολιθογραφία
φωτολιθογραφικών	=	φωτολιθογραφικός
φωτολιθογραφιών	=	φωτολιθογραφία
φωτολύσεις	=	φωτόλυση
φωτολύσεων	=	φωτόλυση
φωτομέτρου	=	φωτόμετρο
φωτομέτρων	=	φωτόμετρο
φωτομαρτυρία	noun	μαρτυρία που παρουσιάζεται μέσω φωτογραφίας
φωτομαρτυρίας	=	φωτομαρτυρία
φωτομαρτυρίες	=	φωτομαρτυρία
φωτομαρτυριών	=	φωτομαρτυρία
φωτομετέωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτομετέωρο
φωτομετέωρο	noun	οπτικό φαινόμενο ψηλά στον ουρανό ή σε σχετικά υψηλά στρώματα της ατμόσφαιρας, όπως το ουράνιο τόξο
φωτομετέωρον	noun	φωτομετέωρο
φωτομετέωρου	=	φωτομετέωρο
φωτομετέωρων	=	φωτομετέωρο
φωτομετεώρου	noun	γενική ενικού του φωτομετέωρο
φωτομετεώρων	noun	γενική πληθυντικού του φωτομετέωρο
φωτομετρία	noun	επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση του μεγέθους της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του ορατού φωτός
φωτομετρίας	noun	γενική ενικού του φωτομετρία
φωτομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτομετρία
φωτομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φωτομετρικός	adv	από φωτομετρικής απόψεως
φωτομετρικέ	adj	κλητική ενικού του φωτομετρικός
φωτομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτομετρική
φωτομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτομετρικός
φωτομετρικής	adj	γενική ενικού του φωτομετρική
φωτομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτομετρικός
φωτομετρικού	adj	γενική ενικού του φωτομετρικός
φωτομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτομετρικός
φωτομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτομετρικός
φωτομετρικός	adj	σχετικός με τη φωτομετρία
φωτομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτομετρικός
φωτομετριών	noun	γενική πληθυντικού του φωτομετρία
φωτομηχανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτομηχανικό
φωτομηχανικέ	adj	κλητική ενικού του φωτομηχανικός
φωτομηχανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτομηχανική
φωτομηχανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτομηχανικός
φωτομηχανικής	adj	γενική ενικού του φωτομηχανική
φωτομηχανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτομηχανικός
φωτομηχανικού	adj	γενική ενικού του φωτομηχανικός
φωτομηχανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτομηχανικός
φωτομηχανικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτομηχανικός
φωτομηχανικός	adj	σχετικός με την αναπαραγωγή εικόνων χάρη στη φωτογραφία
φωτομηχανικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτομηχανικός
φωτομικρογραφία	noun	η φωτογραφία που λαμβάνεται με τη χρήση μικροσκοπίου
φωτομικρογραφίας	=	φωτομικρογραφία
φωτομικρογραφίες	=	φωτομικρογραφία
φωτομικρογραφιών	=	φωτομικρογραφία
φωτομοντάζ	noun	δημιουργία φωτογραφίας με συρραφή φωτογραφιών ή τμημάτων τους για αισθητικούς ή διαφημιστικούς λόγους, φωτογραφικό μοντάζ
φωτομοντέλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτομοντέλο
φωτομοντέλο	noun	μοντέλο που ποζάρει για φωτογραφίες, που θα χρησιμοποιηθούν στη διαφήμιση ρούχων ή άλλων προϊόντων
φωτομοντέλου	noun	γενική ενικού του φωτομοντέλο
φωτομοντέλων	noun	γενική πληθυντικού του φωτομοντέλο
φωτομόλυνση	noun|rare	η φωτορύπανση
φωτονίου	=	φωτόνιο
φωτονίων	=	φωτόνιο
φωτονεφέλες	=	φωτονεφέλη
φωτονεφέλη	noun|rare	το νεφέλωμα
φωτονεφέλης	=	φωτονεφέλη
φωτονεφελών	=	φωτονεφέλη
φωτονική	noun	κλάδος ο οποίος ασχολείται με την έρευνα, την ανίχνευση και δημιουργία φωτονίων
φωτονικής	=	φωτονική
φωτοοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοοπτικό
φωτοοπτικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοοπτικός
φωτοοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοοπτική
φωτοοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοοπτικός
φωτοοπτικής	adj	γενική ενικού του φωτοοπτική
φωτοοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοοπτικός
φωτοοπτικού	adj	γενική ενικού του φωτοοπτικός
φωτοοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοοπτικός
φωτοοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοοπτικός
φωτοοπτικός	adj	που έχει σχέση με φαινόμενα, μηχανισμούς ή συσκευές που αφορούν τόσο τη φωτεινή ακτινοβολία όσο και την οπτική αντίληψη
φωτοοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοοπτικός
φωτοπαγίδα	noun	παγίδα με τη χρήση φωτός για την έλξη και παγίδευση εντόμων
φωτοπαγίδας	=	φωτοπαγίδα
φωτοπαγίδες	=	φωτοπαγίδα
φωτοπαγίδων	=	φωτοπαγίδα
φωτοπαγίς	noun	φωτοπαγίδα
φωτοπεριοδισμέ	=	φωτοπεριοδισμός
φωτοπεριοδισμοί	=	φωτοπεριοδισμός
φωτοπεριοδισμού	=	φωτοπεριοδισμός
φωτοπεριοδισμούς	=	φωτοπεριοδισμός
φωτοπεριοδισμό	=	φωτοπεριοδισμός
φωτοπεριοδισμός	noun	η προσαρμοστική απόκριση των οργανισμών στη διάρκεια και την εναλλαγή των φωτεινών και σκοτεινών περιόδων, επηρεάζοντας διαδικασίες όπως η ανάπτυξη, η αναπαραγωγή και η αδράνεια
φωτοπεριοδισμών	=	φωτοπεριοδισμός
φωτοπηξία	noun	επεμβατική τεχνική για την πήξη τμημάτων ιστού κυριώς για θεραπεία ασθενειών του ματιού
φωτοπηξίας	=	φωτοπηξία
φωτοπηξίες	=	φωτοπηξία
φωτοπηξιών	=	φωτοπηξία
φωτοπλανήτης	noun|literary	πλανήτης φωτός, από φως
φωτοπολλαπλασιαστές	=	φωτοπολλαπλασιαστής
φωτοπολλαπλασιαστή	=	φωτοπολλαπλασιαστής
φωτοπολλαπλασιαστής	noun	ανιχνευτής ηλεκτρονμαγνητικής ακτινοβολίας
φωτοπολλαπλασιαστών	=	φωτοπολλαπλασιαστής
φωτοπροστασία	noun	η προστασία του ανθρώπινου σώματος από το φως
φωτοπροστασίας	=	φωτοπροστασία
φωτοπροστασίες	=	φωτοπροστασία
φωτοπροστασιών	=	φωτοπροστασία
φωτορεαλισμέ	=	φωτορεαλισμός
φωτορεαλισμοί	=	φωτορεαλισμός
φωτορεαλισμού	=	φωτορεαλισμός
φωτορεαλισμούς	=	φωτορεαλισμός
φωτορεαλισμό	=	φωτορεαλισμός
φωτορεαλισμός	noun	αναπαράσταση αντικειμένων, κτιρίων ή χώρων με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή με έμφαση σε λεπτομέρειες που αφορούν τα υλικά, τα χρώματα ή τον φωτισμό
φωτορεαλισμών	=	φωτορεαλισμός
φωτορεαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτορεαλιστικό
φωτορεαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του φωτορεαλιστικός
φωτορεαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτορεαλιστική
φωτορεαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτορεαλιστικός
φωτορεαλιστικής	adj	γενική ενικού του φωτορεαλιστική
φωτορεαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του φωτορεαλιστικός
φωτορεαλιστικού	adj	γενική ενικού του φωτορεαλιστικός
φωτορεαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτορεαλιστικός
φωτορεαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτορεαλιστικός
φωτορεαλιστικός	adj	ο αναφερόμενος στον φωτορεαλισμό
φωτορεαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτορεαλιστικός
φωτορεπορτάζ	noun	η δραστηριότητα του φωτορεπόρτερ, δηλαδή του επαγγελματία φωτογράφου που ειδικεύεται στην φωτοειδησεογραφία ή στην κάλυψη επίκαιρων γεγονότων με ειδησεογραφικό ενδιαφέρον
φωτορεπόρτερ	noun	ο φωτογράφος που καλύπτει την ειδησεογραφία φωτογραφικά είτε ως μισθωτός σε ένα έντυπο είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας που πουλά τα στιγμιότυπα που απαθανατίζει σε όποιο έντυπο ενδιαφέρεται.
φωτορομάντζα	=	φωτορομάντζο
φωτορομάντζο	noun	λαϊκή ερωτική περιπέτεια, νουβέλα, ρομάντζο που εξιστορείται με φωτογραφίες και λεζάντες σε ανάλογα έντυπα -είδος που άνθισε περίπου μέχρι το 1970
φωτορομάντζου	=	φωτορομάντζο
φωτορομάντζων	=	φωτορομάντζο
φωτορρυπάνσεις	=	φωτορρύπανση
φωτορρυπάνσεων	=	φωτορρύπανση
φωτορρύπανση	noun	άλλη γραφή του φωτορύπανση
φωτορρύπανσης	=	φωτορρύπανση
φωτορυθμικά	noun	για εγκατάσταση που η ένταση του φωτισμού και το χρώμα του διαφοροποιούνται καθώς αλλάζει ο ρυθμός της μουσικής
φωτορυθμικέ	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμικές	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμική	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωτορυθμική) του φωτορυθμικός
φωτορυθμικοί	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμικού	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμικούς	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμικό	=	φωτορυθμικός
φωτορυθμικός	adj	που η ένταση του φωτισμού και το χρώμα του διαφοροποιούνται καθώς αλλάζει ο ρυθμός της μουσικής
φωτορυθμικών	=	φωτορυθμικός
φωτορυπάνσεις	=	φωτορύπανση
φωτορυπάνσεων	=	φωτορύπανση
φωτορύπανση	noun	διατάραξη του φυσικού σκοταδιού κατά τις νυχτερινές ώρες λόγω της τεχνητής φωταγώγησης των κατοικημένων περιοχών και κυρίως των πόλεων
φωτορύπανσης	=	φωτορύπανση
φωτοσήμανση	noun	η τοποθέτηση φωτεινής σήμανσης με τοποθέτηση ειδικών σηματοδοτών
φωτοσήμανσης	=	φωτοσήμανση
φωτοσήματα	=	φωτόσημα
φωτοσήματος	=	φωτόσημα
φωτοσβέστες	=	φωτοσβέστης
φωτοσβέστη	=	φωτοσβέστης
φωτοσβέστης	noun|formal	αυτός που εμποδίζει την πρόοδο και την εξέλιξη
φωτοσβεστών	=	φωτοσβέστης
φωτοσημάνσεις	=	φωτοσήμανση
φωτοσημάνσεων	=	φωτοσήμανση
φωτοσημάτων	=	φωτόσημα
φωτοσημαντήρα	=	φωτοσημαντήρας
φωτοσημαντήρας	noun	πλωτή συσκευή ναυσιπλοΐας που φέρει φωτεινό σήμα για την καθοδήγηση των πλοίων, ορατή τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα
φωτοσημαντήρες	=	φωτοσημαντήρας
φωτοσημαντήρων	=	φωτοσημαντήρας
φωτοσκίαζα	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίαζαν	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίαζε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίαζες	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίασα	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίασαν	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίασε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίασες	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκίαση	noun	η χρήση διαβαθμισμένων χρωμάτων —ή τόνων του γκρίζου στα ασπρόμαυρα σχέδια— για την ανάδειξη φωτεινών και σκιερών περιοχών (στη ζωγραφική, στη δημιουργία χαρτών κ.α.)
φωτοσκίασης	noun	γενική ενικού του φωτοσκίαση
φωτοσκίασις	noun	η φωτοσκίαση
φωτοσκιάζαμε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζαν	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζανε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζατε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζει	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζεις	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζετε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζοντας	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζουμε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζουν	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζουνε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάζω	verb	κάνω φωτοσκιάσεις
φωτοσκιάσαμε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάσαν	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάσανε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάσατε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάσει	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοσκίαση
φωτοσκιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωτοσκίαση
φωτοσκιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωτοσκίαση
φωτοσκιάστε	=	φωτοσκιάζω
φωτοσκοπίου	=	φωτοσκόπιο
φωτοσκοπίων	=	φωτοσκόπιο
φωτοσκόπια	=	φωτοσκόπιο
φωτοσκόπιο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για την εξέταση ημιδιαφανών ή διαφανών υλικών με τη βοήθεια φωτός και που συνήθως χρησιμοποιείται στην ιατρική για την ανάλυση δειγμάτων, στη φωτογραφία για τον έλεγχο φιλμ και στη γραφιστική για την εξέταση διαφανειών
φωτοσκόπιου	=	φωτοσκόπιο
φωτοσκόπιων	=	φωτοσκόπιο
φωτοσοπιά	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζαμε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζανε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζατε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζει	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζεις	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζεσαι	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζεστε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζεται	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζετε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζομαι	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζονται	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζονταν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζοντας	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζουμε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζουν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζουνε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάζω	verb	επεξεργάζομαι εικόνα ή φωτογραφία στο Φωτοσόπ, δημιουργώ φωτοσοπιά
φωτοσοπιάς	=	φωτοσοπιά
φωτοσοπιάσαμε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάσαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάσανε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάσατε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάσει	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάσου	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάστε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάστηκα	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάστηκαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάστηκε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιάστηκες	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιές	=	φωτοσοπιά
φωτοσοπιαζόμασταν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόμαστε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόμουν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόμουνα	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόντουσαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόσασταν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόσαστε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόσουν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόσουνα	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζόταν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαζότανε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιασμένα	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένε	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένες	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένη	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένης	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένο	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένοι	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιασμένου	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένους	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιασμένων	=	φωτοσοπιασμένος
φωτοσοπιαστήκαμε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαστήκαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαστήκανε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαστήκατε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαστεί	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιαστείτε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσοπιών	=	φωτοσοπιά
φωτοστέφανα	=	φωτοστέφανο
φωτοστέφανο	noun	ο χαρακτηριστικός κύκλος, χρυσού ή άλλου χρώματος, που περιβάλλει το κεφάλι του Ιησού Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων στις εικόνες
φωτοστέφανος	=	φωτοστέφανο
φωτοστέφανου	=	φωτοστέφανο
φωτοστέφανων	=	φωτοστέφανο
φωτοστοιχειοθεσία	noun	διαδικασία με την οποία το φιλμ που προορίζεται για εκτύπωση όφσετ, παράγεται με τη φωτογράφιση μεμονωμένων στοιχείων από έτοιμες φωτογραφημένες γραμματοσειρές
φωτοστοιχειοθεσίας	noun	γενική ενικού του φωτοστοιχειοθεσία
φωτοστοιχειοθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοστοιχειοθεσία
φωτοστοιχειοθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοστοιχειοθεσία
φωτοσυνέθεσα	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέσαμε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέσαν	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέσανε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέσατε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέσει	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοσύνθεση
φωτοσυνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του φωτοσύνθεση
φωτοσυνθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του φωτοσύνθεση
φωτοσυνθέστε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέταμε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέταν	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτανε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτατε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτει	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτεις	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτετε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτοντας	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτουμε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτουν	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτουνε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσυνθέτω	verb	προχωρώ στη διαδικασία της φωτοσύνθεσης
φωτοσυνθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοσυνθετικό
φωτοσυνθετικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοσυνθετικός
φωτοσυνθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοσυνθετική
φωτοσυνθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοσυνθετικός
φωτοσυνθετικής	adj	γενική ενικού του φωτοσυνθετική
φωτοσυνθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοσυνθετικός
φωτοσυνθετικού	adj	γενική ενικού του φωτοσυνθετικός
φωτοσυνθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοσυνθετικός
φωτοσυνθετικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοσυνθετικός
φωτοσυνθετικός	adj	που έχει σχέση με τη φωτοσύνθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή
φωτοσυνθετικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοσυνθετικός
φωτοσυρμές	=	φωτοσυρμή
φωτοσυρμή	noun	ένα έντονα λαμπερό ρεύμα φωτός
φωτοσυρμής	=	φωτοσυρμή
φωτοσυρμών	=	φωτοσυρμή
φωτοσφαίρα	noun	άλλη μορφή του φωτόσφαιρα
φωτοσφαίρας	=	φωτοσφαίρα
φωτοσφαίρες	=	φωτοσφαίρα
φωτοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του φωτόσφαιρα
φωτοσόπιαζα	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιαζαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιαζε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιαζες	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιασα	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιασαν	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιασε	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσόπιασες	=	φωτοσοπιάζω
φωτοσύνθεσα	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθεσαν	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθεσε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθεσες	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθεση	noun	βιοχημικές αντιδράσεις χάρη στις οποίες τα πράσινα φυτά μετατρέπουν την ενέργεια του φωτός σε χημική ενέργεια υπό τη μορφή σακχάρων (μόρια που αποθηκεύουν την ενέργεια).
φωτοσύνθεσης	noun	γενική ενικού του φωτοσύνθεση
φωτοσύνθεσις	noun	φωτοσύνθεση
φωτοσύνθετα	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθεταν	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθετε	=	φωτοσυνθέτω
φωτοσύνθετες	=	φωτοσυνθέτω
φωτοταινία	noun	ταινία με μικρολαμπτήρες (led ή άλλης τεχνολογίας) που προσαρμόζεται σε μια επιφάνεια και χρησιμοποιείται για φωτιστικούς ή διακοσμητικούς λόγους
φωτοταινίας	=	φωτοταινία
φωτοταινίες	=	φωτοταινία
φωτοταινιών	=	φωτοταινία
φωτοταξία	noun	η προδιάθεση ενός οργανισμού να προσανατολίζεται με τη βοήθεια του φωτός
φωτοταξίας	noun	γενική ενικού του φωτοταξία
φωτοταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοταξία
φωτοταξιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοταξία
φωτοτεχνία	noun	η επιστήμη για το φωτισμό χώρων
φωτοτεχνίας	=	φωτοτεχνία
φωτοτεχνίες	=	φωτοτεχνία
φωτοτεχνιών	=	φωτοτεχνία
φωτοτηλεγραφία	noun	τεχνολογία μετάδοσης εικόνων μέσω τηλεγραφικών ή ραδιοφωνικών δικτύων, χρησιμοποιώντας φωτογραφικές μεθόδους για την ακριβή αναπαραγωγή τους
φωτοτηλεγραφίας	=	φωτοτηλεγραφία
φωτοτηλεγραφίες	=	φωτοτηλεγραφία
φωτοτηλεγραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοτηλεγραφικό
φωτοτηλεγραφικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοτηλεγραφική
φωτοτηλεγραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφικής	adj	γενική ενικού του φωτοτηλεγραφική
φωτοτηλεγραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφικού	adj	γενική ενικού του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφικός	adj	σχετικός με τη φωτοτηλεγραφία
φωτοτηλεγραφικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοτηλεγραφικός
φωτοτηλεγραφιών	=	φωτοτηλεγραφία
φωτοτροπισμέ	noun	κλητική ενικού του φωτοτροπισμός
φωτοτροπισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοτροπισμός
φωτοτροπισμού	noun	γενική ενικού του φωτοτροπισμός
φωτοτροπισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του φωτοτροπισμός
φωτοτροπισμό	noun	αιτιατική ενικού του φωτοτροπισμός
φωτοτροπισμός	noun	η ικανότητα των φυτών να στρέφονται προς κάποια φωτεινή πηγή
φωτοτροπισμών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοτροπισμός
φωτοτσιγκογράφε	=	φωτοτσιγκογράφος
φωτοτσιγκογράφο	=	φωτοτσιγκογράφος
φωτοτσιγκογράφοι	=	φωτοτσιγκογράφος
φωτοτσιγκογράφος	noun	κάποιος που ειδικεύεται στην φωτοτσιγκογραφία
φωτοτσιγκογράφου	=	φωτοτσιγκογράφος
φωτοτσιγκογράφους	=	φωτοτσιγκογράφος
φωτοτσιγκογράφων	=	φωτοτσιγκογράφος
φωτοτσιγκογραφία	noun|dated	φωτογραφική και τυπογραφική μέθοδος του 19^(ου) αιώνα που χρησιμοποιούσε ψευδάργυρο για την αναπαραγωγή εικόνων και χειρογράφων με ακρίβεια, κυρίως για χαρτογραφικούς και αρχαιολογικούς σκοπούς
φωτοτσιγκογραφίας	=	φωτοτσιγκογραφία
φωτοτσιγκογραφίες	=	φωτοτσιγκογραφία
φωτοτσιγκογραφιών	=	φωτοτσιγκογραφία
φωτοτυπία	noun	η διαδικασία αναπαραγωγής αντιγράφων με μηχανήματα που χρησιμοποιούν την έκθεση στο φως ειδικού φωτοευαίσθητου υλικού ενώ παρεμβάλλεται το πρωτότυπο
φωτοτυπίας	noun	γενική ενικού του φωτοτυπία
φωτοτυπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοτυπία
φωτοτυπεία	=	φωτοτυπείο
φωτοτυπείο	noun	κατάστημα που εκτυπώνει φωτοτυπίες εγγράφων, σελίδες και σχέδια από ψηφιακά αρχεία, στέλνει φαξ κ.λπ. (ενδεχομένως πουλά και γραφική ύλη, χαρτικά και συναφή εμπορεύματα)
φωτοτυπείου	=	φωτοτυπείο
φωτοτυπείων	=	φωτοτυπείο
φωτοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φωτοτυπικός	adv	με φωτοτυπικό τρόπο
φωτοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοτυπικός
φωτοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοτυπική
φωτοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοτυπικός
φωτοτυπικής	adj	γενική ενικού του φωτοτυπική
φωτοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοτυπικός
φωτοτυπικού	adj	γενική ενικού του φωτοτυπικός
φωτοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοτυπικός
φωτοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοτυπικός
φωτοτυπικός	adj	σχετικός με τη φωτοτυπία
φωτοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοτυπικός
φωτοτυπιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοτυπία
φωτοτυπώ	verb	αντιγράφω κάνοντας ένα φωτοαντίγραφο
φωτοφάνεια	noun|archaic	η παρουσία ή εμφάνιση φωτός
φωτοφάνειας	=	φωτοφάνεια
φωτοφάνειες	=	φωτοφάνεια
φωτοφίνις	noun	μέθοδος φωτογραφικής καταγραφής της ακριβούς σειράς τερματισμού των αθλητών σε αγώνες δρόμου
φωτοφανές	=	φωτοφανής
φωτοφανή	=	φωτοφανής
φωτοφανής	adj|archaic	λαμπρότατος
φωτοφανείς	=	φωτοφανής
φωτοφανειών	=	φωτοφάνεια
φωτοφανούς	=	φωτοφανής
φωτοφανών	=	φωτοφανής
φωτοφοβία	noun	η ευαισθησία για το φως
φωτοφοβίας	noun	γενική ενικού του φωτοφοβία
φωτοφοβίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοφοβία
φωτοφοβικά	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικέ	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικές	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβική	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (φωτοφοβική) του φωτοφοβικός
φωτοφοβικοί	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικού	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικούς	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικό	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβικός	noun	άτομο που δεν αντέχει το φως για ψυχολογικούς λόγους	adj	ο φωτόφοβος, απομακρυνόμενος από την κατεύθυνση του φωτός
φωτοφοβικών	=	φωτοφοβικός
φωτοφοβιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοφοβία
φωτοφράκτες	=	φωτοφράκτης
φωτοφράκτη	=	φωτοφράκτης
φωτοφράκτης	noun	τμήμα φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής / κάμερας, το οποίο είναι συνήθως κλειστό και ανοίγει για ελεγχόμενη χρονική περίοδο, προκειμένου να εισέλθει φως στον ψηφιακό αισθητήρα ή το φιλμ κατά τη λήψη μιας φωτογραφίας
φωτοφράχτες	=	φωτοφράχτης
φωτοφράχτη	=	φωτοφράχτης
φωτοφράχτης	noun	άλλη μορφή του φωτοφράκτης
φωτοφρακτών	=	φωτοφράκτης
φωτοφραχτών	=	φωτοφράχτης
φωτοφωταυγειών	=	φωτοφωταύγεια
φωτοφωταύγεια	noun	φωταύγεια που προκαλείται από την έκθεση ενός σώματος σε φωτεινή ακτινοβολία
φωτοφωταύγειας	=	φωτοφωταύγεια
φωτοφωταύγειες	=	φωτοφωταύγεια
φωτοφόρα	=	φωτοφόρος
φωτοφόρας	=	φωτοφόρος
φωτοφόρε	=	φωτοφόρος
φωτοφόρες	=	φωτοφόρος
φωτοφόρο	=	φωτοφόρος
φωτοφόροι	=	φωτοφόρος
φωτοφόρος	adj	που εκπέμπει φως
φωτοφόρου	=	φωτοφόρος
φωτοφόρους	=	φωτοφόρος
φωτοφόρων	=	φωτοφόρος
φωτοχαλκοτυπία	noun	μέθοδος αναπαραγωγής εικόνων ή σχεδίων με τη χρήση φωτογραφίας και χαλκογραφίας, κατά την οποία η εικόνα μεταφέρεται αρχικά σε φωτογραφικό φιλμ και στη συνέχεια χαράσσεται πάνω σε χάλκινη πλάκα για εκτύπωση
φωτοχαλκοτυπίας	=	φωτοχαλκοτυπία
φωτοχαλκοτυπίες	=	φωτοχαλκοτυπία
φωτοχαλκοτυπιών	=	φωτοχαλκοτυπία
φωτοχαρακτικές	=	φωτοχαρακτική
φωτοχαρακτική	noun	η χάραξη υλικών (μέταλλα, γυαλί κ.ά.) με τη χρήση φωτοευαίσθητων τεχνικών, διαδικασία κατά την οποία μια φωτογραφική εικόνα μεταφέρεται σε επιφάνεια και στη συνέχεια χαράσσεται
φωτοχαρακτικής	=	φωτοχαρακτική
φωτοχαρακτικών	=	φωτοχαρακτική
φωτοχημεία	noun	κλάδος της χημείας με αντικείμενο τις χημικές αντιδράσεις σε διάφορα μόρια όταν αυτά εκτίθενται στην επίδραση του φωτός -π.χ. η φωτοσύνθεση στα φυτά, αλλά και διάφοροι φωτοχημικοί ρύποι.
φωτοχημείας	noun	γενική ενικού του φωτοχημεία
φωτοχημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοχημεία
φωτοχημειοθεραπεία	noun	(νεολογισμός, ιατρική θεραπεία στην οποία χορηγείται φαρμακευτική ουσία σε κύτταρα που ονομάζονται φωτοευαισθητοποιητές
φωτοχημειοθεραπείας	=	φωτοχημειοθεραπεία
φωτοχημειοθεραπείες	=	φωτοχημειοθεραπεία
φωτοχημειοθεραπειών	=	φωτοχημειοθεραπεία
φωτοχημειών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοχημεία
φωτοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φωτοχημικός	adv	με φωτοχημικό τρόπο
φωτοχημικέ	adj	κλητική ενικού του φωτοχημικός
φωτοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοχημική
φωτοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φωτοχημικός
φωτοχημικής	adj	γενική ενικού του φωτοχημική
φωτοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φωτοχημικός
φωτοχημικού	adj	γενική ενικού του φωτοχημικός
φωτοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του φωτοχημικός
φωτοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του φωτοχημικός
φωτοχημικός	adj	σχετικός με τη φωτοχημεία
φωτοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του φωτοχημικός
φωτοχρωμία	noun|dated	έγχρωμη εικόνα που παράγεται από ασπρόμαυρα φωτογραφικά αρνητικά μέσω της άμεσης φωτογραφικής μεταφοράς ενός αρνητικού σε λιθογραφικές πλάκες εκτύπωσης
φωτοχρωμίας	=	φωτοχρωμία
φωτοχρωμίες	=	φωτοχρωμία
φωτοχρωμιών	=	φωτοχρωμία
φωτοχυσία	noun	η φωταγώγηση ενός χώρου, η φωταψία
φωτοχυσίας	noun	γενική ενικού του φωτοχυσία
φωτοχυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτοχυσία
φωτοχυσιών	noun	γενική πληθυντικού του φωτοχυσία
φωτοψία	noun	οπτικό φαινόμενο που εμφανίζεται ως παροδικές λάμψεις ή φωτεινές αναλαμπές στο οπτικό πεδίο, συνήθως λόγω ερεθισμού του αμφιβληστροειδούς ή του οπτικού νεύρου
φωτοψίας	=	φωτοψία
φωτοψίες	=	φωτοψία
φωτοψίνες	=	φωτοψίνη
φωτοψίνη	noun	μια από τις δυο χρωστικές ουσίες που υπάρχουν στο μάτι και συμβάλλουν στη λειτουργία της όρασης (η δεύτερη χρωστική ονομάζεται ροδοψίνη)
φωτοψίνης	=	φωτοψίνη
φωτοψινών	=	φωτοψίνη
φωτοψιών	=	φωτοψία
φωτούλας	noun	γενική ενικού του Φωτούλα
φωτόλουστα	=	φωτόλουστος
φωτόλουστε	=	φωτόλουστος
φωτόλουστες	=	φωτόλουστος
φωτόλουστη	=	φωτόλουστος
φωτόλουστης	=	φωτόλουστος
φωτόλουστο	=	φωτόλουστος
φωτόλουστοι	=	φωτόλουστος
φωτόλουστος	adj	που περιβάλλεται από άπλετο φως, που «λούζεται» στο φως
φωτόλουστου	=	φωτόλουστος
φωτόλουστους	=	φωτόλουστος
φωτόλουστων	=	φωτόλουστος
φωτόλουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτόλουτρο
φωτόλουτρο	noun	έκθεση σε ηλιακό ή ηλεκτρικό φως για θεραπευτικούς σκοπούς
φωτόλουτρον	noun	φωτόλουτρο
φωτόλουτρου	noun	γενική ενικού του φωτόλουτρο
φωτόλουτρων	noun	γενική πληθυντικού του φωτόλουτρο
φωτόλυση	noun	η διάσπαση μιας χημικής ένωσης με τη συνδρομή του φωτός
φωτόλυσης	=	φωτόλυση
φωτόλυσις	noun	η φωτόλυση
φωτόμετρα	=	φωτόμετρο
φωτόμετρο	noun	συσκευή, είτε αυτόνομη είτε ενσωματωμένη σε φωτογραφική μηχανή, η οποία μετρά την ένταση του φωτός
φωτόμετρον	noun	φωτόμετρο
φωτόμετρου	=	φωτόμετρο
φωτόμετρων	=	φωτόμετρο
φωτόνια	=	φωτόνιο
φωτόνιο	noun	σωματίδιο φωτός, κβάντο φωτός, χωρίς μάζα ή φορτίο, φορέας της ηλεκτρομαγνητικής αλληλεπίδρασης, ο οποίος απεικονίζεται διεθνώς με το σύμβολο γ (το ελληνικό πεζό γράμμα γάμα) ή hν -είναι επίσης μποζόνιο
φωτόνιον	noun	φωτόνιο
φωτόνιου	=	φωτόνιο
φωτόνιων	=	φωτόνιο
φωτός	=	φως
φωτόσημα	noun	άλλη μορφή του φωτόσημο
φωτόσημο	noun	φωτεινό σήμα διαφόρων χρωμάτων που ρυθμίζει την κυκλοφορία τρένων κ.λπ.
φωτόσημου	=	φωτόσημο
φωτόσημων	=	φωτόσημο
φωτόσπαθα	=	φωτόσπαθο
φωτόσπαθο	noun	όπλο που χρησιμοποιείται από τους Τζεντάι στις ταινίες Star Wars
φωτόσπαθου	=	φωτόσπαθο
φωτόσπαθων	=	φωτόσπαθο
φωτόσπαρτα	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτε	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτες	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτη	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτης	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτο	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτοι	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτος	adj	άλλη μορφή του φωτοσπαρμένος που είναι γεμάτος φώτα
φωτόσπαρτου	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτους	=	φωτόσπαρτος
φωτόσπαρτων	=	φωτόσπαρτος
φωτόσφαιρα	noun	η ορατή επιφάνεια του ηλίου αμέσως κάτω από την ατμόσφαιρά του και στην οποία παρατηρούνται οι ηλιακές κηλίδες
φωτόσφαιρας	noun	γενική ενικού του φωτόσφαιρα
φωτόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φωτόσφαιρα
φωτότυπος	noun	καθένας από τους τύπους δέρματος των ανθρώπων, με βάση τους οποίους γίνεται ταξινόμηση των ατόμων σύμφωνα με τον τρόπο αντίδρασης του δέρματός τους στον ήλιο
φωτόφοβα	=	φωτόφοβος
φωτόφοβε	=	φωτόφοβος
φωτόφοβες	=	φωτόφοβος
φωτόφοβη	=	φωτόφοβος
φωτόφοβης	=	φωτόφοβος
φωτόφοβο	=	φωτόφοβος
φωτόφοβοι	=	φωτόφοβος
φωτόφοβος	adj	οργανισμός που απομακρύνεται από το φως
φωτόφοβου	=	φωτόφοβος
φωτόφοβους	=	φωτόφοβος
φωτόφοβων	=	φωτόφοβος
φωτόφωνα	=	φωτόφωνο
φωτόφωνο	noun|dated	συσκευή του εργαστηρίου του Γκράχαμ Μπελ (περίπου του 1880), που επέτρεπε στην ομιλία να μεταφέρεται από δέσμη φωτός
φωτόφωνον	noun	το φωτόφωνο
φωτόφωνου	=	φωτόφωνο
φωτόφωνων	=	φωτόφωνο
φόβε	noun	κλητική ενικού του φόβος
φόβητρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόβητρο
φόβητρο	noun	μέσο εκφοβισμού, οτιδήποτε προκαλεί φόβο, πρόσωπο, αντικείμενο, αφηρημένη έννοια κ.λπ.
φόβητρου	noun	γενική ενικού του φόβητρο
φόβητρων	noun	γενική πληθυντικού του φόβητρο
φόβιζα	=	φοβίζω
φόβιζαν	=	φοβίζω
φόβιζε	=	φοβίζω
φόβιζες	=	φοβίζω
φόβισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φόβισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φόβισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φόβισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβίζω
φόβο	noun	αιτιατική ενικού του φόβος
φόβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόβος
φόβος	noun	το δυσάρεστο συναίσθημα που προκαλεί η συνειδητοποίηση ή η φαντασίωση ενός επικείμενου κινδύνου
φόβου	noun	γενική ενικού του φόβος
φόβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φόβος
φόβων	noun	γενική πληθυντικού του φόβος
φόδρα	noun	εσωτερική επένδυση ρούχων (σε παλτό, σακάκι, φούστα κ.λπ.) από λεπτό και συνήθως γυαλιστερό ύφασμα
φόδρας	noun	γενική ενικού του φόδρα
φόδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόδρα
φόκο	noun	η φωτιά, συνήθως σε εκφράσεις όπως βάζω φόκο
φόλα	noun	δηλητηριασμένο κομμάτι τροφής που αποσκοπεί στην εξόντωση (αδέσποτου συνήθως) ζώου (συχνά με φρικτούς πόνους)
φόλας	noun	γενική ενικού του φόλα
φόλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόλα
φόνε	noun	κλητική ενικού του φόνος
φόνευα	=	φονεύω
φόνευαν	=	φονεύω
φόνευε	=	φονεύω
φόνευες	=	φονεύω
φόνευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φόνευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φόνευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φόνευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φονεύω
φόνισσα	noun	η γυναίκα που διαπράττει φόνο
φόνισσας	noun	γενική ενικού του φόνισσα
φόνισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόνισσα
φόνο	noun	αιτιατική ενικού του φόνος
φόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόνος
φόνος	noun	η αφαίρεση ζωής με δόλο και προμελέτη ή εν βρασμώ ψυχής
φόνου	noun	γενική ενικού του φόνος
φόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φόνος
φόντα	noun	τα προσόντα, οι προϋποθέσεις
φόντο	noun	αυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτογραφία, τη ζωγραφική κ.ά.)
φόντου	noun	γενική ενικού του φόντο
φόντρα	noun|dated	άλλη μορφή του φόδρα
φόντων	noun	γενική πληθυντικού του φόντο
φόνων	noun	γενική πληθυντικού του φόνος
φόουλι	noun	παραγωγή ή καταγραφή ήχων που προστίθενται ως ηχητικά εφέ σε κινηματογραφική ταινία
φόρα	noun	η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα
φόραγα	=	φοράω
φόραγαν	=	φοράω
φόραγε	=	φοράω
φόραγες	=	φοράω
φόρας	noun	γενική ενικού του φόρα
φόρε	noun	κλητική ενικού του φόρος
φόρεμα	noun	φουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφορα μήκη, για διάφορες περιστάσεις
φόρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρα
φόρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ
φόρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ
φόρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ
φόρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορώ
φόρμα	noun	καλούπι που δίνει μορφή σε άλλα αντικείμενα όταν αυτά είναι από από εύπλαστο υλικό ή γίνονται εύπλαστα κάτω από ειδικές συνθήκες
φόρμας	noun	γενική ενικού του φόρμα
φόρμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρμα
φόρμιγγα	noun	αρχαίο έγχορδο μουσικό όργανο
φόρμιγγας	=	φόρμιγγα
φόρμιγγες	=	φόρμιγγα
φόρμουλα	noun	η συνταγή, η σύσταση, ο τρόπος συγκερασμού/συνδυασμού υλικών για το επιθυμητό αποτέλεσμα, διατύπωση
φόρμουλας	=	φόρμουλα
φόρμουλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φόρμουλα
φόρο	noun	αιτιατική ενικού του φόρος
φόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόρος
φόρος	noun	άμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης ή οι επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς φορολογίας
φόρου	noun	γενική ενικού του φόρος
φόρουμ	noun	δημόσια ανοιχτή συγκέντρωση και συνομιλία για ένα ή περισσότερα θέματα
φόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φόρος
φόρτε	noun	δυνατό, μέρος ενός μουσικού έργου που παίζεται δυνατά	adv	δυνατά (ιδίως, στη μουσική εκτέλεση
φόρτι	noun	το πίσω μέρος του παπουτσιού ή το υλικό που μπαίνει σε αυτήν τη θέση.
φόρτια	=	φόρτι
φόρτιζα	=	φορτίζω
φόρτιζαν	=	φορτίζω
φόρτιζε	=	φορτίζω
φόρτιζες	=	φορτίζω
φόρτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φόρτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φόρτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φόρτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτίζω
φόρτιση	noun	η ενέργεια του φορτίζω, η παροχή ηλεκτρικού φορτίου σε μπαταρία
φόρτισης	noun	γενική ενικού του φόρτιση
φόρτισις	noun	η φόρτιση
φόρτο	noun	αιτιατική ενικού του φόρτος
φόρτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φόρτος
φόρτος	noun	βάρος, κόπος
φόρτου	noun	γενική ενικού του φόρτος
φόρτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του φόρτος
φόρτσα	noun	δύναμη	intj	δυνατά!, δύναμη!
φόρτωμα	noun	η φόρτωση, το να φορτώνεις ένα φορτίο προς μεταφορά
φόρτων	noun	γενική πληθυντικού του φόρτος
φόρτωνα	=	φορτώνω
φόρτωναν	=	φορτώνω
φόρτωνε	=	φορτώνω
φόρτωνες	=	φορτώνω
φόρτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φόρτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φόρτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φόρτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φορτώνω
φόρτωση	noun	το αποτέλεσμα του φορτώνω, η φόρτωση εμπορευμάτων
φόρτωσης	noun	γενική ενικού του φόρτωση
φόρων	noun	γενική πληθυντικού του φόρος
φόσα	noun	διεθνής ονομασία σαρκοφάγου ζώου του είδους Cryptoprocta ferox
φόσας	=	φόσα
φόσες	=	φόσα
φόσσα	noun	τρύπα, λάκκος, χαντάκι, βόθρος
φόσσας	=	φόσσα
φόσσες	=	φόσσα
φύγαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγαν	=	φεύγω
φύγανε	=	φεύγω
φύγατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγομε	=	φεύγω
φύγουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύγουνε	=	φεύγω
φύγτε	=	φεύγω
φύγω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φεύγω
φύεσαι	=	φύομαι
φύεσθε	=	φύομαι
φύεστε	=	φύομαι
φύεται	=	φύομαι
φύκη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύκος
φύκι	noun	φυτά της θάλασσας, σε ποικιλία σχημάτων, χρωμάτων και μεγεθών.
φύκια	=	φύκι
φύκος	noun|formal	άλλη μορφή του φύκι
φύκους	=	φύκος
φύλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλο
φύλαγα	=	φυλάω
φύλαγαν	=	φυλάω
φύλαγε	verb	β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του φυλάω
φύλαγες	=	φυλάω
φύλαγμα	noun	η φύλαξη, η προφύλαξη, η προστασία
φύλακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φύλακας
φύλακας	noun	αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του κ.λπ.
φύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλαξ
φύλακος	=	φύλακας
φύλακτρα	noun	αμοιβή για τη φύλαξη αντικειμένων συνήθως σε ειδικές αποθήκες αλλά και υπό ποικίλες περιστάσεις
φύλαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάω / φυλάσσω
φύλαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάω / φυλάσσω
φύλαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάω / φυλάσσω
φύλαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυλάω / φυλάσσω
φύλαξη	noun	η φρούρηση κτιρίου ή ατόμων για την προστασία τους, αλλά και ατόμων επικινδυνων για να μη δραπετεύσουν
φύλαξης	noun	γενική ενικού του φύλαξη
φύλαρχε	noun	κλητική ενικού του φύλαρχος
φύλαρχο	noun	αιτιατική ενικού του φύλαρχος
φύλαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φύλαρχος
φύλαρχος	noun	ο αρχηγός μιας φυλής
φύλαρχου	=	φύλαρχος
φύλαρχους	=	φύλαρχος
φύλαρχων	=	φύλαρχος
φύλασσα	=	φυλάσσω
φύλασσαν	=	φυλάσσω
φύλασσε	=	φυλάσσω
φύλασσες	=	φυλάσσω
φύλλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύλλο
φύλλο	noun	διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση
φύλλου	noun	γενική ενικού του φύλλο
φύλλωμα	noun	το σύνολο των φύλλων ενός φυτού, ειδικά ενός δέντρου
φύλλων	noun	γενική πληθυντικού του φύλλο
φύλο	noun	το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
φύλον	=	φύλο
φύλου	noun	γενική ενικού του φύλο
φύλων	noun	γενική πληθυντικού του φύλο
φύμα	noun	το φυτρωμένο
φύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύμα
φύματος	noun	γενική ενικού του φύμα
φύομαι	verb	φυτρώνω
φύονται	=	φύομαι
φύονταν	=	φύομαι
φύρα	noun	η ελάττωση του όγκου ή του βάρους ή γενικά της ποσότητας ενός υλικού από φυσικά και άλλα αίτια (π.χ. από εξάτμιση, τριβή, τεχνική επεξεργασία, μεταφορές κ.λπ.)
φύραμα	noun	ζωοτροφή
φύρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φύραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φύρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φύρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυραίνω
φύρας	noun	γενική ενικού του φύρα
φύρδην	adv	ανακατεμένα, ανάκατα, σε αταξία (απαντά πλέον μόνο στην επιρρηματική έκφραση φύρδην μίγδην)
φύρερ	noun	προσωνυμία του Αδόλφου Χίτλερ (συχνά γράφεται και Φύρερ)
φύρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύρα
φύσα	=	φυσάω
φύσαγα	=	φυσάω
φύσαγαν	=	φυσάω
φύσαγε	=	φυσάω
φύσαγες	=	φυσάω
φύσει	adv|formal	από τη φύση, φυσιολογικά, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης
φύσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύση
φύσεων	noun	γενική πληθυντικού του φύση
φύσεως	noun|formal	γενική ενικού του φύση
φύση	noun	ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου.
φύσημα	noun	μετακίνηση αέριας μάζας
φύσηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φύσηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φύσηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φύσηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυσώ
φύσης	noun	γενική ενικού του φύση
φύσησα	=	φυσάω
φύσησαν	=	φυσάω
φύσησε	=	φυσάω
φύσησες	=	φυσάω
φύσιγγα	noun	αμπούλα
φύσιγγας	=	φύσιγγα
φύσιγγες	=	φύσιγγα
φύτεμα	noun	η φύτευση, το φύτευμα, η τοποθέτηση τμημάτων φυτών στο χώμα για να βλαστήσουν ή και σπόρων (αν και για τους τελευταίους, το ρήμα εκλογής είναι το σπέρνω)
φύτευα	=	φυτεύω
φύτευαν	=	φυτεύω
φύτευε	=	φυτεύω
φύτευες	=	φυτεύω
φύτευμα	noun	παρωχημένη λέξη για το φυτό και το φύτεμα, για κάτι που φυτεύεται -σήμερα απαντάται κυρίως σε σύνθετες λέξεις
φύτευση	noun	το φύτεμα, η τοποθέτηση σπόρων ή τμημάτων φυτού στο χώμα για να αναπτυχθεί νέο φυτό
φύτευσης	=	φύτευση
φύτεψα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος φυτεύω
φύτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φύτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φύτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτεύω
φύτουλα	=	φύτουλας
φύτουλας	noun	που δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα πέρα από τις σπουδές του
φύτουλες	=	φύτουλας
φύτουλων	=	φύτουλας
φύτρα	noun	το φύτρο, το φυτό σε πρώτο στάδιο ανάπτυξης
φύτρας	noun	γενική ενικού του φύτρα
φύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φύτρα
φύτρο	noun	καινούριο τμήμα βλαστού φυτών ή δέντρων
φύτρου	noun	γενική ενικού του φύτρο
φύτρωμα	noun	η ενέργεια του φυτρώνω, η έξοδος του φυτού στην επιφάνεια του εδάφους
φύτρων	noun	γενική πληθυντικού του φύτρο
φύτρωνα	=	φυτρώνω
φύτρωναν	=	φυτρώνω
φύτρωνε	=	φυτρώνω
φύτρωνες	=	φυτρώνω
φύτρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φύτρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φύτρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φύτρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φυτρώνω
φώκαιας	noun	γενική ενικού του Φώκαια
φώκαιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Φώκαια
φώκια	noun	μεγαλόσωμο αμφίβιο θηλαστικό ζώο, με άκρα σαν πτερύγια, από την οικογένεια Phocidae· μένει κοντά στη θάλασσα ή στον ωκεανό και τρώει κυρίως ψάρια
φώκιας	noun	γενική ενικού του φώκια
φώκιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φώκια
φώλε	=	φώλος
φώλι	noun	συνώνυμο του αποφώλι
φώλια	=	φώλι
φώλιαζα	=	φωλιάζω
φώλιαζαν	=	φωλιάζω
φώλιαζε	=	φωλιάζω
φώλιαζες	=	φωλιάζω
φώλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φώλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φώλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φώλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωλιάζω
φώλιασμα	noun	η καταφυγή σε μια φωλιά ή σε ένα καταφύγιο για να προστατευτεί κάποιος από κάτι
φώλο	=	φώλος
φώλοι	=	φώλος
φώλος	noun	άλλη μορφή του φώλι
φώλου	=	φώλος
φώλους	=	φώλος
φώλων	=	φώλος
φώναγμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φωνάζω
φώναζα	=	φωνάζω
φώναζαν	=	φωνάζω
φώναζε	=	φωνάζω
φώναζες	=	φωνάζω
φώναξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φώναξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φώναξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φώναξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωνάζω
φώνημα	noun	στοιχειώδης οντότητα του προφορικού λόγου που παρέχει διακριτική / διαφοροποιητική λειτουργία στο φωνητικό επίπεδο και στο γλωσσικό νόημα
φώραση	noun	ανίχνευση ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (οπτική, ηχητική φώραση)
φώρασης	=	φώραση
φώσφορε	noun	κλητική ενικού του φώσφορος
φώσφορο	=	φωσφόρος
φώσφοροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του φώσφορος
φώσφορος	=	φωσφόρος
φώσφορου	noun	γενική ενικού του φώσφορος
φώσωνα	=	φώσωνας
φώσωνας	noun	ο παπαφίγκος
φώσωνες	=	φώσωνας
φώτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φως
φώτιζα	=	φωτίζω
φώτιζαν	=	φωτίζω
φώτιζε	=	φωτίζω
φώτιζες	=	φωτίζω
φώτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φώτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φώτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φώτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος φωτίζω
φώτιση	noun	η μεταφυσική διαύγεια ή επαφή με το θείο
φώτισης	=	φώτιση
φώτισμα	noun	φωτισμός, παροχή φωτός
φώτων	=	φως
χάβαμε	=	χάβω
χάβαν	=	χάβω
χάβανε	=	χάβω
χάβαρα	noun	τα θαλασσινά γενικώς
χάβαρο	noun|figurative	βλάκας
χάβαρου	noun	το χάβαρο
χάβαρων	noun	γενική πληθυντικού του χάβαρο
χάβατε	=	χάβω
χάβε	=	χάβος
χάβει	=	χάβω
χάβεις	=	χάβω
χάβεσαι	=	χάβω
χάβεστε	=	χάβω
χάβεται	=	χάβω
χάβετε	=	χάβω
χάβο	=	χάβος
χάβοι	=	χάβος
χάβομαι	=	χάβω
χάβονται	=	χάβω
χάβονταν	=	χάβω
χάβοντας	=	χάβω
χάβος	noun|archaic	περιστόμιο, καπίστρι
χάβου	=	χάβος
χάβουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χάβω
χάβουν	=	χάβω
χάβουνε	=	χάβω
χάβους	=	χάβος
χάβρα	noun	η εβραϊκή συναγωγή
χάβρας	noun	γενική ενικού του χάβρα
χάβρε	=	χάβρος
χάβρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάβρα
χάβρο	=	χάβρος
χάβροι	=	χάβρος
χάβρος	noun	σιδηρουργός
χάβρου	=	χάβρος
χάβρους	=	χάβρος
χάβρων	=	χάβρος
χάβω	verb	καταπίνω κάτι αμάσητο, λαίμαργα, πεινασμένα
χάβων	=	χάβος
χάδεμα	noun	χάιδεμα
χάδι	noun	απαλή κίνηση του χεριού πάνω στο σώμα άλλου προσώπου, σε ένδειξη αγάπης ή τρυφερότητας
χάδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάδι
χάζεμα	noun	η σχόλη, η τεμπελιά, η χαλάρωση, το να κοιτάς διάφορα χωρίς ουσιαστικά να τα περιεργάζεσαι για κάτι παραγωγικό, όπως για να τα αγοράσεις
χάζευα	=	χαζεύω
χάζευαν	=	χαζεύω
χάζευε	=	χαζεύω
χάζευες	=	χαζεύω
χάζεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χάζεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χάζεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χάζεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χάζι	noun	το να χαζεύει, να περνά κανείς την ώρα του κοιτάζοντας κάτι άνευ σημασίας
χάζια	=	χάζι
χάη	=	χάος
χάθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χάθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χάθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χάθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χάιδεμα	noun	η ενέργεια του χαϊδεύω
χάιδευα	=	χαϊδεύω
χάιδευαν	=	χαϊδεύω
χάιδευε	=	χαϊδεύω
χάιδευες	=	χαϊδεύω
χάιδεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χάιδεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χάιδεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χάιδεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χάκα	noun	κινεζική διάλεκτος
χάκαρα	=	χακάρω
χάκαραν	=	χακάρω
χάκαρε	=	χακάρω
χάκαρες	=	χακάρω
χάκερ	noun|informal	ο χρήστης που εκμεταλλευόμενος κενό ασφάλειας, αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα
χάκι	noun|dated	δικαίωση, ικανοποίηση
χάκια	=	χάκι
χάκινγκ	noun	η δικτυοπειρατεία
χάλα	=	χαλάω
χάλαβρο	noun	βράχος ή σωρός από πέτρες που κατρατρακυλούν από ψηλά
χάλαγα	=	χαλάω
χάλαγαν	=	χαλάω
χάλαγε	=	χαλάω
χάλαγες	=	χαλάω
χάλαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χάλαρο ※
χάλαρο	noun	χάλασμα, ερείπιο
χάλαρου	=	χάλαρο
χάλαρων	=	χάλαρο
χάλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ
χάλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ
χάλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ
χάλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ
χάλαση	noun	μείωση του τόνου οργάνου ή ιστού
χάλασης	noun	γενική ενικού του χάλαση
χάλασμα	noun	η φθορά, το αποτέλεσμα του χαλώ
χάλι	noun	πολύ κακή, πολύ άθλια ή εξαθλιωμένη κατάσταση
χάλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάλι	adv|informal	σε πολύ άθλια κατάσταση
χάλιας	noun	ο άθλιος, ο απαίσιος
χάλκευμα	noun	προϊόν από χαλκό, συνήθως μικρό σκεύος
χάλκευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χάλκευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χάλκευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χάλκευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χάλκευση	noun	η κατασκευή πλαστών στοιχείων και η επινόηση ψευδών κατηγοριών προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα κάποιου ή να χρησιμοποιηθούν εναντίον κάποιου άλλου
χάλκευσης	=	χάλκευση
χάλκινα	noun	τα χάλκινα πνευστά μουσικά όργανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χάλκινος
χάλκινε	=	χάλκινος
χάλκινες	=	χάλκινος
χάλκινη	=	χάλκινος
χάλκινης	=	χάλκινος
χάλκινο	=	χάλκινος
χάλκινοι	=	χάλκινος
χάλκινος	adj	φτιαγμένος από χαλκό
χάλκινου	=	χάλκινος
χάλκινους	=	χάλκινος
χάλκινων	=	χάλκινος
χάλκωμα	noun|vulgar	εργαλείο ή σκεύος από χαλκό
χάλνα	=	χαλνώ
χάλναγα	=	χαλνώ
χάλναγαν	=	χαλνώ
χάλναγε	=	χαλνώ
χάλναγες	=	χαλνώ
χάλοουιν	noun	η γιορτή και οι σχετικές εκδηλώσεις την παραμονή του εορτασμού των Αγίων Πάντων (31 Οκτωβρίου), όπως συνηθίζεται σε ορισμένες αγγλοσαξονικές ή άλλες χώρες
χάλυβα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χάλυβας
χάλυβας	noun	κράμα σιδήρου με δεύτερο κύριο συστατικό τον άνθρακα και άλλα μέταλλα
χάλυβες	=	χάλυβας
χάμου	adv	χάμω, στο έδαφος
χάμουρα	noun|vulgar	η σαγή, τα ηνία
χάμουρων	=	χάμουρα
χάμπεργκερ	=	χάμπουργκερ
χάμπουργκερ	noun	σάντουιτς με στρογγυλό ψωμάκι και μπιφτέκι από κρέας (συνήθως μοσχαρίσιο κρέας μα όχι πάντα)
χάμστερ	noun	μικρό τρωκτικό της υποοικογένειας Cricetinae
χάμω	adv	κάτω, πάνω στο έδαφος
χάναμε	=	χάνω
χάναν	=	χάνω
χάνανε	=	χάνω
χάνατε	=	χάνω
χάνδρα	=	χάντρα
χάνε	=	χάνος
χάνει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χάνω
χάνεις	=	χάνω
χάνες	=	χάνης
χάνεσαι	=	χάνω
χάνεστε	=	χάνω
χάνεται	=	χάνω
χάνετε	=	χάνω
χάνη	=	χάνης
χάνης	noun	άλλη μορφή του χαν
χάνι	noun	χώρος για την υποδοχή και τη διανυκτέρευση ταξιδιωτών και των ζώων τους
χάνια	=	χάνι
χάννε	noun	κλητική ενικού του χάννος
χάννο	noun	αιτιατική ενικού του χάννος
χάννοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χάννος
χάννος	noun	άλλη μορφή του χάνος
χάννου	noun	γενική ενικού του χάννος
χάννους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χάννος
χάννων	noun	γενική πληθυντικού του χάννος
χάνο	noun	αιτιατική ενικού του χάνος
χάνοι	=	χάνος
χάνομαι	verb	κάποιος με χάνει
χάνομε	=	χάνω
χάνονται	=	χάνω
χάνονταν	=	χάνω
χάνοντας	=	χάνω
χάνος	noun	ψάρι το οποίο ανήκει στην οικογένεια των περκοειδών και, ειδικότερα, των σερρενιδών
χάνου	=	χάνω
χάνουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χάνω
χάνουν	=	χάνω
χάνουνε	=	χάνω
χάνους	=	χάνος
χάντικαπ	noun	είδος στοιχήματος στο οποίο συνυπολογίζεται και το θεωρητικό μειονέκτημα ή προβάδισμα που έχει αυτός από τους αγωνιζόμενους που θεωρείται αουτσάιντερ ή φαβορί αντιστοίχως
χάντμπολ	noun	άθλημα που παίζεται σε γήπεδο από δύο ομάδας με μικρή μπάλα που χτυπιέται με το χέρι· όπως στο ποδόσφαιρο, μια ομάδα σκοράρει με το να στείλει ένας παίκτης τη μπάλα στο τέρμα της αντίπαλης ομάδας
χάντρα	noun	μικρό αντικείμενο, περίπου σφαιρικού σχήματος, με μια διαμπερή τρύπα στη μέση για να μπορεί να περάσει από εκεί κάποια κλωστή, αλυσίδα, καρφίτσα κλπ., κάποιες φορές διακοσμητικό
χάντρας	noun	γενική ενικού του χάντρα
χάντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάντρα
χάνω	verb	παύω να έχω κάτι
χάνων	=	χάνος
χάος	noun	το άπειρο διάστημα
χάουζ	noun	είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής
χάους	=	χάος
χάουσα	noun	αφρικανική γλώσσα που ομιλείται στη Νιγηρία και τον Νίγηρα
χάπατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάπατο
χάπατο	noun	ανόητος, χαζός, κορόιδο
χάπατου	noun	γενική ενικού του χάπατο
χάπατων	noun	γενική πληθυντικού του χάπατο
χάπενινγκ	noun	θεατρικό δρώμενο με στοιχεία αυτοσχεδιασμού
χάπι	noun	φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χορηγείται από το στόμα, σε συμπυκνωμένη και στερεά μορφή και σε μικρό μέγεθος ώστε να είναι εύκολο στην κατάποση
χάπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάπι
χάραγμα	noun	η ενέργεια του χαράζω
χάραζα	=	χαράζω
χάραζαν	=	χαράζω
χάραζε	=	χαράζω
χάραζες	=	χαράζω
χάρακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χάρακας
χάρακας	noun	εργαλείο για τη χάραξη ευθειών και τη μέτρηση ευθυγράμμων τμημάτων
χάρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρακας
χάραμα	noun	το χρονικό διάστημα από τη στιγμή που αρχίζει να φωτίζει και μέχρι πριν εμφανιστεί αρκετά ο ήλιος
χάραξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζω / χαράσσω
χάραξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζω / χαράσσω
χάραξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζω / χαράσσω
χάραξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζω / χαράσσω
χάραξη	noun	το χάραγμα σαν ενέργεια, η ενέργεια του χαράζω, η εντομή, το τράβηγμα μιας γραμμής με τη βοήθεια το χάρακα σε χαρτί ή το χάραγμα σε μια οποιαδήποτε επιφάνεια
χάραξης	noun	γενική ενικού του χάραξη
χάρασσα	=	χαράζω
χάρβαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρβαλο
χάρβαλο	noun	ερείπιο, σαράβαλο
χάρβαλου	noun	γενική ενικού του χάρβαλο
χάρβαλων	noun	γενική πληθυντικού του χάρβαλο
χάρε	noun	κλητική ενικού του χάρος
χάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρη
χάρη	noun	η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου
χάρηκα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του χαίρομαι	intj	χαίρω πολύ!
χάρηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χάρηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χάρηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χάρης	=	χάρη
χάρι	=	χάρις
χάριζα	=	χαρίζω
χάριζαν	=	χαρίζω
χάριζε	=	χαρίζω
χάριζες	=	χαρίζω
χάριν	noun	αιτιατική ενικού του χάρις	prep	για χάρη· χρησιμοποιείται σε εκφράσεις που δηλώνουν το σκοπό
χάρις	noun|formal	η χάρη	adv|formal	με τη βοήθεια ή με την παρέμβαση κάποιου
χάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χάρισμα	noun	κάτι που χαρίζεται
χάριτες	=	χάρις
χάριτος	=	χάρη
χάρμα	noun	κάτι το πολύ ωραίο, το εξαιρετικό (που μας ευχαριστεί, καθώς το κοιτάζουμε)	adv	πολύ ωραία
χάρο	noun	αιτιατική ενικού του χάρος
χάροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χάρος
χάροντας	noun	ο χάρος, προσωποποίηση του χάρου
χάρος	noun	η προσωποποίηση του θανάτου
χάρου	noun	γενική ενικού του χάρος
χάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χάρος
χάρτα	noun	ο χάρτης
χάρτας	noun	γενική ενικού του χάρτα
χάρτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρτα
χάρτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χάρτης
χάρτης	noun	γεωγραφική απεικόνιση της γης, ή ευρύτερου τόπου, πάνω σε χαρτί
χάρτινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρτινο
χάρτινε	adj	κλητική ενικού του χάρτινος
χάρτινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρτινη
χάρτινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χάρτινος
χάρτινης	adj	γενική ενικού του χάρτινη
χάρτινο	adj	αιτιατική ενικού του χάρτινος
χάρτινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χάρτινος
χάρτινος	adj	από χαρτί
χάρτινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χάρτινος
χάρτινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χάρτινος
χάρτινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χάρτινος
χάρτου	=	χάρτης
χάρτωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαρτώνω
χάρτωνα	=	χαρτώνω
χάρτωναν	=	χαρτώνω
χάρτωνε	=	χαρτώνω
χάρτωνες	=	χαρτώνω
χάρτωσα	=	χαρτώνω
χάρτωσαν	=	χαρτώνω
χάρτωσε	=	χαρτώνω
χάρτωσες	=	χαρτώνω
χάρων	noun	γενική πληθυντικού του χάρος
χάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσαν	=	χάνω
χάσανε	=	χάνω
χάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χάνω
χάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσες	=	χάση
χάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσεων	noun	γενική πληθυντικού του χάση
χάση	noun	η περίοδος μετά την πανσέληνο, όταν αρχίζει να μειώνεται (μέχρις εξαφανίσεως) η φωτεινή επιφάνεια της σελήνης
χάσης	noun	γενική ενικού του χάση
χάσι	noun|dated	περιοχή της οποίας τους πόρους / προσόδους καρ­πώνονταν ο σουλτάνος ή υψηλόβαθμοί Οθωμανοί αξιωματούχοι (ή και άλλοι)
χάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσι
χάσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσικο
χάσικε	adj	κλητική ενικού του χάσικος
χάσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσικη
χάσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χάσικος
χάσικης	adj	γενική ενικού του χάσικη
χάσικο	adj	αιτιατική ενικού του χάσικος
χάσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χάσικος
χάσικος	adj	καλής ποιότητας, εκλεκτός, καθαρός, άσπρος
χάσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χάσικος
χάσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χάσικος
χάσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χάσικος
χάσιμο	noun	η απώλεια αντικειμένου, κιλών (σπανίως για πρόσωπα)
χάσιο	noun	ραδιενεργό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 108 και χημικό σύμβολο το Hs
χάσιου	=	χάσιο
χάσκα	noun	έθιμο της Κυριακής της Τυρινής κατά το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, που στέκονται σε κύκλο και με τα χέρια πίσω τους, προσπαθεί να πιάσει με το στόμα ένα αβγό, που είναι δεμένο σ' ένα σπάγκο	adv	με ανοιχτό το στόμα, που χάσκει
χάσκας	noun	ο χάνος
χάσκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσκα
χάσκι	noun	ράτσα σκύλου που κατάγεται από τη Σιβηρία και αντέχει σε ιδιαίτερα ψυχρά κλίματα
χάσκω	verb	έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη ή απορία ή αφηρημάδα
χάσμα	noun	το ρήγμα, το άνοιγμα στη (γήινη ή οποιαδήποτε άλλη) επιφάνεια (συνήθως με μεγάλο πλάτος και βάθος)
χάσμαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσμαλο
χάσμαλο	noun	ξηροί καρποί, γλυκάκια κ.ά. που χρησιμοποιούνται ως σνακ
χάσμαλου	noun	γενική ενικού του χάσμαλο
χάσμαλων	noun	γενική ενικού του χάσμαλο
χάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσμα
χάσματος	noun	γενική ενικού του χάσμα
χάσμημα	noun|formal	χασμουρητό
χάσομε	=	χάνω
χάσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσουνε	=	χάνω
χάσταγκ	noun	θεματική επικεφαλίδα σε κοινωνικά δίκτυα (π.χ. twitter), που σημαίνεται με το σύμβολο και χρησιμοποιείται για την κατηγοριοποίηση και την ευκολότερη αναζήτηση και παρακολούθηση συζητήσεων και δημοσιεύσεων
χάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνω
χάφταμε	=	χάφτω
χάφταν	=	χάφτω
χάφτανε	=	χάφτω
χάφτατε	=	χάφτω
χάφτε	=	χάφτω
χάφτει	=	χάφτω
χάφτεις	=	χάφτω
χάφτεσαι	=	χάφτω
χάφτεστε	=	χάφτω
χάφτεται	=	χάφτω
χάφτετε	=	χάφτω
χάφτηκα	=	χάφτω
χάφτηκαν	=	χάφτω
χάφτηκε	=	χάφτω
χάφτηκες	=	χάφτω
χάφτομαι	=	χάφτω
χάφτονται	=	χάφτω
χάφτονταν	=	χάφτω
χάφτοντας	=	χάφτω
χάφτουμε	=	χάφτω
χάφτουν	=	χάφτω
χάφτουνε	=	χάφτω
χάφτω	verb	άλλη μορφή του χάβω
χάχα	=	χάχας
χάχανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάχανο
χάχανο	noun	ζωηρό γέλιο
χάχανου	noun	γενική ενικού του χάχανο
χάχανων	noun	γενική πληθυντικού του χάχανο
χάχας	noun	που γελάει συχνά χωρίς λόγο
χάχες	=	χάχας
χάψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
χάψαν	=	χάφτω
χάψανε	=	χάφτω
χάψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
χάψε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάβω / χάφτω
χάψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χάβω
χάψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάβω
χάψες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάψη
χάψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάβω
χάψη	noun|vulgar	η φυλακή
χάψης	=	χάψη
χάψιμο	noun	η γρήγορη και λαίμαργη κατάποση
χάψιμου	=	χάψιμο
χάψου	=	χάφτω
χάψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάβω
χάψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάβω
χάψουνε	=	χάφτω
χάψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χάβω
χάψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάβω
χέδρωπα	=	χέδρωπας
χέδρωπας	noun	το πολύσπορο φυτικό θηκάρι (συνήθως των ψυχανθών), λοβός
χέδρωπες	=	χέδρωπας
χέζαμε	=	χέζω
χέζαν	=	χέζω
χέζανε	=	χέζω
χέζατε	=	χέζω
χέζε	=	χέζω
χέζει	=	χέζω
χέζεις	=	χέζω
χέζεσαι	=	χέζω
χέζεστε	=	χέζω
χέζεται	=	χέζω
χέζετε	=	χέζω
χέζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χέζω
χέζομε	=	χέζω
χέζονται	=	χέζω
χέζονταν	=	χέζω
χέζοντας	=	χέζω
χέζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χέζω
χέζουν	=	χέζω
χέζουνε	=	χέζω
χέζω	verb|vulgar	αφοδεύω
χέλι	noun	ψάρι με μακρύ κυλνδρικό σώμα, σαν του φιδιού, και με γλοιώδες δέρμα (της τάξης των Εγχελυόμορφων (Anguilliformes)
χέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέλι
χένα	noun	το φυτό και η χρωστική ουσία που βγαίνει από αυτό και που λεγόταν στην Ελλάδα κύπρος (ταξινομημένο τώρα ως Lawsonia inermis) και που πωλείται σε μορφή σκόνης για βαφή κυρίως των μαλλιών
χένας	noun	γενική ενικού του χένα
χένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χένα
χέννα	=	χένα
χέρα	noun	το χέρι
χέρας	=	χέρα
χέρες	=	χέρα
χέρι	noun	το καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων
χέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέρι
χέριαζα	=	χεριάζω
χέριαζαν	=	χεριάζω
χέριαζε	=	χεριάζω
χέριαζες	=	χεριάζω
χέριασα	=	χεριάζω
χέριασαν	=	χεριάζω
χέριασε	=	χεριάζω
χέριασες	=	χεριάζω
χέρσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χέρσος
χέρσας	=	χέρσος
χέρσε	=	χέρσος
χέρσες	=	χέρσος
χέρσο	=	χέρσος
χέρσοι	=	χέρσος
χέρσος	adj	που δεν έχει καλλιεργηθεί ή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί
χέρσου	=	χέρσος
χέρσους	=	χέρσος
χέρσωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χερσώνω
χέρσων	=	χέρσος
χέρσωνα	=	χερσώνω
χέρσωναν	=	χερσώνω
χέρσωνε	=	χερσώνω
χέρσωνες	=	χερσώνω
χέρσωσα	=	χερσώνω
χέρσωσαν	=	χερσώνω
χέρσωσε	=	χερσώνω
χέρσωσες	=	χερσώνω
χέρσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χερσώνω
χέρσωσης	=	χέρσωση
χέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσαν	=	χέζω
χέσανε	=	χέζω
χέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χέζω
χέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσιμο	noun	η ενέργεια του χέζω, η αφόδευση
χέσομε	=	χέζω
χέσου	=	χέζω
χέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέσουνε	=	χέζω
χέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέστης
χέστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χέστης
χέστηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέστης
χέστηδων	noun	γενική πληθυντικού του χέστης
χέστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι, παθητική φωνή του ρήματος χέζω	intj	δε με νοιάζει καθόλου
χέστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χέστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χέστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χέστης	noun	αυτός που πάει συχνά για αφόδευση
χέστρα	noun	η λεκάνη της τουαλέτας που χρησιμοποιείται για την αφόδευση
χέστρας	noun	γενική ενικού του χέστρα
χέστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέστρα
χέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
χέω	verb	δύσχρηστη μορφή του χύνω, διασκορπίζω (β΄ συνθετικό ρημάτων π.χ. διαχέω, εκχέω, συγχέω και ρίζα πολλών ουσιαστικών αλλά σπάνια μη σύνθετο)
χήμωση	noun	η διόγκωση του επιπεφυκότα (δηλαδή του λεπτού ιστού που καλύπτει το λευκό μέρος του ματιού και την εσωτερική πλευρά των βλεφάρων) η οποία οφείλεται συνήθως σε φλεγμονή ή αλλεργική αντίδραση, με αποτέλεσμα ο επιπεφυκότας να φαίνεται πρησμένος και να προεξέχει από την επιφάνεια του ματιού
χήμωσης	=	χήμωση
χήνα	noun	νηκτικό πτηνό, με λευκό ή γκρίζο χρώμα, μοιάζει με την πάπια, έχει μακρύ λαιμό
χήνας	noun	γενική ενικού του χήνα
χήνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χήνα
χήνος	noun|rare	η αρσενική χήνα
χήρα	noun	γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί
χήρας	noun	γενική ενικού του χήρα
χήρε	=	χήρος
χήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χήρα
χήρευα	=	χηρεύω
χήρευαν	=	χηρεύω
χήρευε	=	χηρεύω
χήρευες	=	χηρεύω
χήρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χήρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χήρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χήρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χήρο	=	χήρος
χήροι	=	χήρος
χήρος	noun	ο άντρας του οποίου η σύζυγος έχει πεθάνει
χήρου	=	χήρος
χήρους	=	χήρος
χήρων	=	χήρος
χήτη	noun	άλλη μορφή του χαίτη
χίαζα	=	χιάζω
χίαζαν	=	χιάζω
χίαζε	=	χιάζω
χίαζες	=	χιάζω
χίασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χίασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χίασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χίασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χίασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χιάζω
χίλια	num	εκατό φορές το δέκα, 1.000
χίλιαζα	=	χιλιάζω
χίλιαζαν	=	χιλιάζω
χίλιαζε	=	χιλιάζω
χίλιαζες	=	χιλιάζω
χίλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χίλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χίλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χίλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χίλιοι	num	που είναι αριθμητικά δέκα φορές το εκατό
χίμα	=	χιμάω
χίμαγε	=	χιμάω
χίμαιρα	noun	το απραγματοποίητο όνειρο, το φανταστικό, το αδύνατο να πραγματοποιηθεί
χίμαιρας	noun	γενική ενικού του χίμαιρα
χίμαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χίμαιρα
χίμηξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χίμηξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χίμηξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χίμηξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χίμιζα	=	χιμίζω
χίμιζαν	=	χιμίζω
χίμιζε	=	χιμίζω
χίμιζες	=	χιμίζω
χίμιξα	=	χιμίζω
χίμιξαν	=	χιμίζω
χίμιξε	=	χιμίζω
χίμιξες	=	χιμίζω
χίντι	noun	μία από τις επίσημες γλώσσες της Ινδίας.
χίπη	=	χίπης
χίπηδες	=	χίπης
χίπηδων	=	χίπης
χίπης	noun	άτομο με ιδιόρρυθμο ή παραμελημένο ντύσιμο (που συμμετέχει σε κοινωνικό κίνημα) που αμφισβητεί τις καθιερωμένες κοινωνικές αξίες και νόρμες και φέρεται αντισυμβατικά
χίπικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χίπικος	adv	με χίπικο τρόπο
χίπικε	adj	κλητική ενικού του χίπικος
χίπικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χίπικη
χίπικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χίπικος
χίπικης	adj	γενική ενικού του χίπικη
χίπικο	adj	αιτιατική ενικού του χίπικος
χίπικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χίπικος
χίπικος	adj	που σχετίζεται με το ρεύμα των χίπις
χίπικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χίπικος
χίπικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χίπικος
χίπικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χίπικος
χίπις	noun	οι χίπηδες ως σύνολο ή γενικά ως κίνημα της περιθωριακής κουλτούρας
χίπισσα	noun	θηλυκό του χίπης
χίπισσας	noun	γενική ενικού του χίπισσα
χίπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χίπισσα
χίππης	=	χίπης
χίππισσα	=	χίπισσα
χίπστερ	noun	άτομο που ντύνεται βάσει του αντίστοιχου στυλ
χίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Χίτης
χίτη	=	χίτης
χίτης	noun	άλλη γραφή του Χίτης
χίτικα	=	χίτικος
χίτικε	=	χίτικος
χίτικες	=	χίτικος
χίτικη	=	χίτικος
χίτικης	=	χίτικος
χίτικο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χίτικος
χίτικοι	=	χίτικος
χίτικος	adj	που ανήκει στην εθνικιστική, αντικομμουνιστική και φιλοβασιλική «Οργάνωση Χ» (1943-1950) του Γεώργιου Γρίβα ή σχετίζεται με αυτήν
χίτικου	=	χίτικος
χίτικους	=	χίτικος
χίτικων	=	χίτικος
χα	intj	ηχομιμητική λέξη που μιμείται το γέλιο (συνήθως επαναλαμβανόμενη)
χαΐνη	=	χαΐνης
χαΐνηδες	=	χαΐνης
χαΐνηδων	=	χαΐνης
χαΐνης	noun	αντάρτης, επαναστάτης, φυγόδικος
χαΐρι	noun	η προκοπή
χαΐρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαΐρι
χαέρι	noun	πρόοδος
χαέρια	=	χαέρι
χαίνω	verb	χάσκω, είμαι ανοιχτός
χαίραμε	=	χαίρω
χαίραν	=	χαίρω
χαίρανε	=	χαίρω
χαίρατε	=	χαίρω
χαίρε	intj	επίσημος χαιρετισμός, προσφώνηση
χαίρει	=	χαίρω
χαίρεις	=	χαίρω
χαίρεσαι	=	χαίρομαι
χαίρεστε	=	χαίρομαι
χαίρεται	=	χαίρομαι
χαίρετε	=	χαίρε
χαίρομαι	verb	νιώθω χαρά, ευτυχία, ενθουσιασμό
χαίρομε	=	χαίρω
χαίρονται	=	χαίρομαι
χαίρονταν	=	χαίρομαι
χαίροντας	=	χαίρω
χαίρουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαίρω
χαίρουν	=	χαίρω
χαίρουνε	=	χαίρω
χαίρω	verb|formal	νιώθω χαρά
χαίτες	=	χαίτη
χαίτη	noun	οι μακρύτερες απ' ό,τι στο υπόλοιπο σώμα τρίχες που φύονται στον αυχένα διάφορων ζώων
χαίτης	noun	γενική ενικού του χαίτη
χαα	abbrev	χρηματιστήριο με έδρα την Αθήνα
χαβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαβάς
χαβάγια	noun	μουσικό όργανο τών λαών τής Πολυνησίας, κιθάρα που ο μουσικός την κρατά οριζόντια με την πλάτη της στα γόνατά του και φημίζεται για τον μακρόσυρτο, γλυκά μελαγχολικό γεμάτο μουσικές διακυμάνσεις ήχο της
χαβάγιας	noun	γενική ενικού του χαβάγια
χαβάγιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβάγια
χαβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβάς
χαβάδων	noun	γενική πληθυντικού του χαβάς
χαβάνι	noun	ορειχάλκινο γουδί για το κοπάνισμα ξηρών καρπών, των καβουρδισμένων κόκκων του καφέ κ.λπ. (και από πέτρα ή μάρμαρο ειδικά για τον καφέ παλιότερα)
χαβάνια	=	χαβάνι
χαβάς	noun	ο σκοπός ενός τραγουδιού, η μελωδία
χαβέτα	noun	άλλη ονομασία για τον λάθυρο από τον οποίο παράγεται η φάβα αλλά και κτηνοτροφές
χαβέτας	noun	γενική ενικού του χαβέτα
χαβέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβέτα
χαβέττα	=	χαβέτα
χαβέττας	=	χαβέτα
χαβέττες	=	χαβέτα
χαβαγιών	=	χαβάγια
χαβαδάκι	noun	υποκοριστικό του χαβάς
χαβαδάκια	=	χαβαδάκι
χαβαλέ	noun	γενική ενικού του χαβαλές	adv	για πλάκα, χωρίς προσπάθεια ή σοβαρότητα
χαβαλέδες	=	χαβαλές
χαβαλέδων	=	χαβαλές
χαβαλές	noun	η απόπειρα διασκέδασης της ανίας και της πλήξης
χαβαλεδιάζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαβαλεδιάζω
χαβαλεδιάζω	verb	κάνω χαβαλέ
χαβαλεδιάρα	=	χαβαλεδιάρης
χαβαλεδιάρη	=	χαβαλεδιάρης
χαβαλεδιάρηδες	=	χαβαλεδιάρης
χαβαλεδιάρηδων	=	χαβαλεδιάρης
χαβαλεδιάρης	noun	άνθρωπος που του αρέσει να κάνει χαβαλέ
χαβαλετζή	=	χαβαλετζής
χαβαλετζήδες	=	χαβαλετζής
χαβαλετζήδων	=	χαβαλετζής
χαβαλετζής	noun	άτομο που του αρέσουν οι χαβαλέδες και, γενικότερα, κάνει χαβαλέ
χαβαλετζού	noun	θηλυκό του χαβαλετζής
χαβαλετζούδες	=	χαβαλετζού
χαβαλετζούδων	=	χαβαλετζού
χαβαλετζούς	=	χαβαλετζού
χαβανέζικα	noun	που μιλιέται στη Χαβάη
χαβανέζικε	adj	κλητική ενικού του χαβανέζικος
χαβανέζικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβανέζικη
χαβανέζικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαβανέζικος
χαβανέζικης	adj	γενική ενικού του χαβανέζικη
χαβανέζικο	adj	αιτιατική ενικού του χαβανέζικος
χαβανέζικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαβανέζικος
χαβανέζικος	adj	που προέρχεται από ή ανήκει στη ή χαρακτηρίζει τη Χαβάη και τους Χαβανέζους
χαβανέζικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαβανέζικος
χαβανέζικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαβανέζικος
χαβανέζικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαβανέζικος
χαβανιού	=	χαβάνι
χαβανιών	=	χαβάνι
χαβανόχερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβανόχερο
χαβανόχερο	noun	αντικείμενο ακριβώς σαν το γουδοχέρι, αλλά για να χτυπά πιο σκληρές τροφές σε μεταλλικό και όχι ξύλινο γουδί, συνήθως από μπρούντζο
χαβανόχερου	noun	γενική ενικού του χαβανόχερο
χαβανόχερων	noun	γενική πληθυντικού του χαβανόχερο
χαβαρόνι	noun	είδος κόρακα, (Corvus frugilegus), που λέγεται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και κόραξ ο σπερμολόγος, ο τρυπανοκόραξ, ο καρπολόγος, σιταροκόκορας, σιταροκουρούνα
χαβαρόνια	=	χαβαρόνι
χαβασίτες	=	χαβασίτης
χαβασίτη	=	χαβασίτης
χαβασίτης	noun	τεκτοπυριτικό ορυκτό που ανήκει στην κατηγορία των ζεολίθων
χαβασιτών	=	χαβασίτης
χαβεττών	=	χαβέτα
χαβετών	noun	γενική πληθυντικού του χαβέτα
χαβιά	noun|vulgar	ενστόμισμα, χαλινάρι
χαβιάρι	noun	ακριβό έδεσμα από αβγά οξυρρύγχου
χαβιάρια	=	χαβιάρι
χαβιάς	=	χαβιά
χαβιές	=	χαβιά
χαβιαριού	=	χαβιάρι
χαβιαριών	=	χαβιάρι
χαβιαροαριστερά	noun	υποτιμητικός όρος για το τμήμα της πολιτικής αριστεράς - ή της αυτοπροσδιοριζόμενης ως αριστεράς - που θεωρείται αποκομμένη από την καθημερινότητα του μέσου πολίτη, και ζει πολυτελώς ως ελίτ.
χαβιαροαριστεράς	=	χαβιαροαριστερά
χαβιαροσαλάτα	noun	για να μη στοιχίζει πολύ το χαβιάρι ως συνοδευτικό, αναμιγνύεται με ψωμί σε αναλογία περίπου 3 προς 2
χαβιαροσαλάτας	=	χαβιαροσαλάτα
χαβιαροσαλάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβιαροσαλάτα
χαβιαροχανίτες	=	χαβιαροχανίτης
χαβιαροχανίτη	=	χαβιαροχανίτης
χαβιαροχανίτης	noun	εξαιρετικά συμφεροντολόγος ή φιλοκερδής αργυραμοιβός
χαβιαροχανιτών	=	χαβιαροχανίτης
χαβικίνες	=	χαβικίνη
χαβικίνη	noun	αλκαλοειδές που ανευρίσκεται κυρίως στο μαύρο πιπέρι
χαβικίνης	=	χαβικίνη
χαβικινών	=	χαβικίνη
χαβικολών	=	χαβικόλη
χαβικόλες	=	χαβικόλη
χαβικόλη	noun	αρωματική οργανική χημική ένωση, που περιέχει άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο, με μοριακό τύπο C₉H₁₀O
χαβικόλης	=	χαβικόλη
χαβιών	=	χαβιά
χαβούζα	noun	δεξαμενή που μαζεύει βρομόνερα, βρομερός τόπος
χαβούζας	noun	γενική ενικού του χαβούζα
χαβούζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαβούζα
χαβούζων	=	χαβούζα
χαβρών	=	χάβρα
χαβόμασταν	=	χάβω
χαβόμαστε	=	χάβω
χαβόμουν	=	χάβω
χαβόμουνα	=	χάβω
χαβόντουσαν	=	χάβω
χαβόσασταν	=	χάβω
χαβόσαστε	=	χάβω
χαβόσουν	=	χάβω
χαβόσουνα	=	χάβω
χαβόταν	=	χάβω
χαβότανε	=	χάβω
χαγάνε	=	χαγάνος
χαγάνο	=	χαγάνος
χαγάνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαγάνος
χαγάνος	noun	χαν
χαγάνου	noun	γενική ενικού του χαγάνος
χαγάνους	=	χαγάνος
χαγάνων	noun	γενική πληθυντικού του χαγάνος
χαγανάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαγανάτο
χαγανάτο	noun	περιοχή στην οποία είχε εξουσία ο χαγάνος
χαγανάτου	noun	γενική ενικού του χαγανάτο
χαγανάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαγανάτο
χαγιάτι	noun|vulgar	σκεπαστός εξώστης που αποτελεί προέκταση εσωτερικού χώρου
χαγιάτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαγιάτι
χαγιατιού	noun	γενική ενικού του χαγιάτι
χαγιατιών	noun	γενική πληθυντικού του χαγιάτι
χαδάκι	noun	υποκοριστικό του χάδι
χαδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδάκι
χαδέματα	=	χάδεμα
χαδέματος	=	χάδεμα
χαδα	abbrev	χωματερή που διατηρείται από τοπικές αρχές χωρίς ελέγχους ή ρυθμίσεις
χαδεμάτων	=	χάδεμα
χαδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδεμένο
χαδεμένε	verb	κλητική ενικού του χαδεμένος
χαδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδεμένη
χαδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαδεμένος
χαδεμένης	verb	γενική ενικού του χαδεμένη
χαδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαδεμένος
χαδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαδεμένος
χαδεμένος	verb	χαϊδεμένος
χαδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαδεμένος
χαδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαδεμένος
χαδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαδεμένος
χαδεύω	verb	χαϊδεύω
χαδιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαδιάρης
χαδιάρας	adj	γενική ενικού του χαδιάρα
χαδιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδιάρα
χαδιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαδιάρης
χαδιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδιάρης
χαδιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του χαδιάρης
χαδιάρης	adj	που του αρέσουν τα χάδια
χαδιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδιάρικο
χαδιάρικε	adj	κλητική ενικού του χαδιάρικος
χαδιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαδιάρικη
χαδιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαδιάρικος
χαδιάρικης	adj	γενική ενικού του χαδιάρικη
χαδιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαδιάρης
χαδιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαδιάρικος
χαδιάρικος	adj	που ταιριάζει στον χαδιάρη
χαδιάρικου	adj	γενική ενικού του χαδιάρικο
χαδιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαδιάρικος
χαδιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του χαδιάρικο
χαδιού	noun	γενική ενικού του χάδι
χαδιών	=	χάδι
χαδούσα	noun	η χαδιάρα γυναίκα, αυτή που της αρέσουν τα χάδια και οι τρυφερότητες
χαζά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζό	adv	με χαζό τρόπο
χαζέ	adj	κλητική ενικού του χαζός
χαζέματα	=	χάζεμα
χαζέματος	=	χάζεμα
χαζές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζή
χαζέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψαν	=	χαζεύω
χαζέψανε	=	χαζεύω
χαζέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψομε	=	χαζεύω
χαζέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψουνε	=	χαζεύω
χαζέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζεύω
χαζή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαζός
χαζής	adj	γενική ενικού του χαζή
χαζίρεμα	noun	η ετοιμασία, η προετοιμασία
χαζίρι	noun|dated	έτοιμος
χαζίρια	=	χαζίρι
χαζαμάρα	noun	άλλη μορφή του χαζομάρα
χαζαμάρας	=	χαζαμάρα
χαζαμάρες	=	χαζαμάρα
χαζεμάτων	=	χάζεμα
χαζενές	noun	θησαυροφυλάκιο, άλλη γραφή και προφορά του χαζινέ
χαζεύαμε	=	χαζεύω
χαζεύαν	=	χαζεύω
χαζεύανε	=	χαζεύω
χαζεύατε	=	χαζεύω
χαζεύει	=	χαζεύω
χαζεύεις	=	χαζεύω
χαζεύετε	=	χαζεύω
χαζεύομε	=	χαζεύω
χαζεύοντας	=	χαζεύω
χαζεύουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαζεύω
χαζεύουν	=	χαζεύω
χαζεύουνε	=	χαζεύω
χαζεύτε	=	χαζεύω
χαζεύω	verb	γίνομαι χαζός
χαζινές	noun	το θησαυροφυλάκιο, το ταμείο (συνήθως του κράτους ή φορέα)
χαζιρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζίρεμα
χαζιρέματος	noun	γενική ενικού του χαζίρεμα
χαζιρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαζίρεμα
χαζιρεύω	verb	ετοιμάζω
χαζνές	noun	θησαυροφυλάκιο, άλλη γραφή του χαζινές
χαζνατάρη	=	χαζνατάρης
χαζνατάρηδες	=	χαζνατάρης
χαζνατάρηδων	=	χαζνατάρης
χαζνατάρης	noun|dated	ο θησαυροφύλακας
χαζοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαζός
χαζοβιόλα	=	χαζοβιόλης
χαζοβιόλη	=	χαζοβιόλης
χαζοβιόληδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζοβιόλης
χαζοβιόληδων	=	χαζοβιόλης
χαζοβιόλης	noun	απλοϊκός, επιπόλαιος, ανόητος, που κάνει χαζομάρες χωρίς κακία
χαζογέλα	=	χαζογελάω
χαζογέλαγα	=	χαζογελάω
χαζογέλαγαν	=	χαζογελάω
χαζογέλαγε	=	χαζογελάω
χαζογέλαγες	=	χαζογελάω
χαζογέλασα	=	χαζογελάω
χαζογέλασαν	=	χαζογελάω
χαζογέλασε	=	χαζογελάω
χαζογέλασες	=	χαζογελάω
χαζογελά	=	χαζογελάω
χαζογελάγαμε	=	χαζογελάω
χαζογελάγανε	=	χαζογελάω
χαζογελάγατε	=	χαζογελάω
χαζογελάει	=	χαζογελάω
χαζογελάμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαζογελάω / χαζογελώ
χαζογελάν	=	χαζογελάω
χαζογελάνε	=	χαζογελάω
χαζογελάς	=	χαζογελάω
χαζογελάσαμε	=	χαζογελάω
χαζογελάσαν	=	χαζογελάω
χαζογελάσανε	=	χαζογελάω
χαζογελάσατε	=	χαζογελάω
χαζογελάσει	=	χαζογελάω
χαζογελάστε	=	χαζογελάω
χαζογελάτε	=	χαζογελάω
χαζογελάω	verb	γελάω χωρίς λόγο, σαν χαζός
χαζογελούμε	=	χαζογελάω
χαζογελούν	=	χαζογελάω
χαζογελούνε	=	χαζογελάω
χαζογελούσα	=	χαζογελάω
χαζογελούσαμε	=	χαζογελάω
χαζογελούσαν	=	χαζογελάω
χαζογελούσανε	=	χαζογελάω
χαζογελούσατε	=	χαζογελάω
χαζογελούσε	=	χαζογελάω
χαζογελούσες	=	χαζογελάω
χαζογελώ	verb	λιγότερο συνηθισμένος τύπος του χαζογελάω
χαζογελώντας	=	χαζογελάω
χαζογκόμενα	noun	μία ανόητη νέα γυναίκα
χαζογκόμενας	=	χαζογκόμενα
χαζογκόμενε	=	χαζογκόμενος
χαζογκόμενες	=	χαζογκόμενα
χαζογκόμενο	=	χαζογκόμενος
χαζογκόμενοι	=	χαζογκόμενος
χαζογκόμενος	noun	ένας ανόητος νέος άνδρας
χαζογκόμενου	=	χαζογκόμενος
χαζογκόμενους	=	χαζογκόμενος
χαζογκόμενων	=	χαζογκόμενος
χαζοκουβέντα	noun	η άνευ ουσίας συζήτηση, οι αερολογίες για να περνάει η ώρα σε συζητήσεις
χαζοκουβέντας	noun	γενική ενικού του χαζοκουβέντα
χαζοκουβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζοκουβέντα
χαζοκουτιού	=	χαζοκούτι
χαζοκουτιών	=	χαζοκούτι
χαζοκούτι	noun	η τηλεόραση
χαζοκούτια	=	χαζοκούτι
χαζολημεριάζεσαι	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάζεστε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάζεται	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάζομαι	verb|figurative	περνάω τον καιρό μου άσκοπα
χαζολημεριάζονται	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάζονταν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάζου	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάσου	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάστηκα	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάστηκαν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάστηκε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριάστηκες	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόμασταν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόμαστε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόμουν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόμουνα	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόντουσαν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόσασταν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόσαστε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόσουν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόσουνα	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζόταν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαζότανε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριασμένος	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαστήκαμε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαστήκαν	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαστήκανε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαστήκατε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαστεί	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολημεριαστείτε	=	χαζολημεριάζομαι
χαζολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζολόγημα
χαζολογήματος	noun	γενική ενικού του χαζολόγημα
χαζολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαζολόγημα
χαζολογώ	verb	περνώ την ώρα μου μην κάνοντας τίποτα σοβαρό ή παραγωγικό, απλώς χαζεύοντας άσκοπα εδώ κι εκεί
χαζολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαζολογάω / χαζολογώ
χαζολόγημα	noun	το χάζεμα, το σκότωμα της ώρας με άσκοπες ενέργειες και συζητήσεις
χαζολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαζολογώ
χαζομάρα	noun	η ιδιότητα του χαζού, η έλλειψη εξυπνάδας
χαζομάρας	noun	γενική ενικού του χαζομάρα
χαζομάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζομάρα
χαζομαμά	noun	οικείος χαρακτηρισμός μητέρας που συμπεριφέρεται με παιδιάστικο ενθουσιασμό για το παιδί της και η συμπεριφορά της χαρακτηρίζεται από υπερβολή
χαζομαμάδες	=	χαζομαμά
χαζομαμάδων	=	χαζομαμά
χαζομαμάς	=	χαζομαμά
χαζομούνα	noun	Γυναίκα όμορφη & ελκυστική, αλλά χαζή
χαζομούνας	noun	γενική ενικού του χαζομούνα
χαζομούνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαζομούνα
χαζομπαμπά	=	χαζομπαμπάς
χαζομπαμπάδες	=	χαζομπαμπάς
χαζομπαμπάδων	=	χαζομπαμπάς
χαζομπαμπάς	noun	οικείος χαρακτηρισμός προσώπου που συμπεριφέρεται με παιδιάστικο ενθουσιασμό για το παιδί του, συνήθως όταν γίνεται για πρώτη φορά μπαμπάς
χαζοπουλιού	=	χαζοπούλι
χαζοπουλιών	=	χαζοπούλι
χαζοπούλι	noun	αφελής, ανόητος, επιπόλαιος, ελαφρόμυαλος
χαζοπούλια	=	χαζοπούλι
χαζοχαρούμενα	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενε	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενες	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενη	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενης	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενο	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενος	verb	που είναι πάντα χαρωπός, επειδή εξαιτίας της χαζομάρας του δεν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα κάποιων καταστάσεων
χαζοχαρούμενου	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενους	=	χαζοχαρούμενος
χαζοχαρούμενων	=	χαζοχαρούμενος
χαζού	adj	γενική ενικού του χαζός
χαζούλα	=	χαζούλης
χαζούλη	=	χαζούλης
χαζούληδες	=	χαζούλης
χαζούληδων	=	χαζούλης
χαζούλης	adj	λίγο χαζός
χαζούλιακα	=	χαζούλιακας
χαζούλιακας	noun	κάποιος που είναι πολύ χαζός
χαζούλιακες	=	χαζούλιακας
χαζούλιακων	=	χαζούλιακας
χαζούλικο	=	χαζούλης
χαζούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαζός
χαζό	adj	αιτιατική ενικού του χαζός
χαζόβλακα	=	χαζόβλακας
χαζόβλακας	noun	αυτός είναι χαζός και βλάκας ταυρόχρονα
χαζόβλακες	=	χαζόβλακας
χαζόβλακων	=	χαζόβλακας
χαζόπαιδα	=	χαζόπαιδο
χαζόπαιδο	noun	χαρακτηρισμός ανθρώπου ανόητου κατά κανόνα νεότερου από εμάς
χαζόπαιδου	=	χαζόπαιδο
χαζόπαιδων	=	χαζόπαιδο
χαζός	adj	που του λείπει η εξυπνάδα (λέγεται και ως τρυφερή προσφώνηση)
χαζών	adj	γενική πληθυντικού του χαζός
χαθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθήκαν	=	χάνω
χαθήκανε	=	χάνω
χαθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαθούνε	=	χάνω
χαθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χάνομαι
χαιράμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαιράμενο
χαιράμενε	verb	κλητική ενικού του χαιράμενος
χαιράμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαιράμενη
χαιράμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαιράμενος
χαιράμενης	verb	γενική ενικού του χαιράμενη
χαιράμενο	verb	αιτιατική ενικού του χαιράμενος
χαιράμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαιράμενος
χαιράμενος	verb|vulgar	το χαιρόμενος σε παλιότερους χαιρετισμούς
χαιράμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαιράμενος
χαιράμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαιράμενος
χαιράμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαιράμενος
χαιρέκακα	adv	με χαιρεκακία
χαιρέκακε	adj	κλητική ενικού του χαιρέκακος
χαιρέκακες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαιρέκακη
χαιρέκακη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαιρέκακος
χαιρέκακης	adj	γενική ενικού του χαιρέκακη
χαιρέκακο	adj	αιτιατική ενικού του χαιρέκακος
χαιρέκακοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαιρέκακος
χαιρέκακος	adj	που επιχαίρει με το πάθημα κάποιου που αντιπαθεί, που νιώθει ή δείχνει χαιρεκακία
χαιρέκακου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαιρέκακος
χαιρέκακους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαιρέκακος
χαιρέκακων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαιρέκακος
χαιρέτα	=	χαιρετώ
χαιρέταγε	=	χαιρετώ
χαιρέτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρέτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρέτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρέτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρέτιζα	=	χαιρετίζω
χαιρέτιζαν	=	χαιρετίζω
χαιρέτιζε	=	χαιρετίζω
χαιρέτιζες	=	χαιρετίζω
χαιρέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρέτισμα	noun	η ενέργεια του χαιρετίζω, ο χαιρετισμός
χαιρεκάκως	adv	χαιρέκακα
χαιρεκακία	noun	το να επιχαίρει κάποιος με το πάθημα ενός άλλου
χαιρεκακίας	noun	γενική ενικού του χαιρεκακία
χαιρεκακίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαιρεκακία
χαιρεκακιών	noun	γενική πληθυντικού του χαιρεκακία
χαιρεκακώ	verb	το (ελληνιστική κοινή) χαιρεκακέω-χαιρεκακῶ στο μονοτονικό
χαιρεκακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαιρεκακώ
χαιρετά	=	χαιρετώ
χαιρετάει	=	χαιρετώ
χαιρετάμε	=	χαιρετώ
χαιρετάν	=	χαιρετώ
χαιρετάνε	=	χαιρετώ
χαιρετάς	=	χαιρετώ
χαιρετάτε	=	χαιρετώ
χαιρετάω	=	χαιρετώ
χαιρετήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσαν	=	χαιρετώ
χαιρετήσανε	=	χαιρετώ
χαιρετήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετώ
χαιρετίζαμε	=	χαιρετίζω
χαιρετίζαν	=	χαιρετίζω
χαιρετίζανε	=	χαιρετίζω
χαιρετίζατε	=	χαιρετίζω
χαιρετίζει	=	χαιρετίζω
χαιρετίζεις	=	χαιρετίζω
χαιρετίζετε	=	χαιρετίζω
χαιρετίζοντας	=	χαιρετίζω
χαιρετίζουμε	=	χαιρετίζω
χαιρετίζουν	=	χαιρετίζω
χαιρετίζουνε	=	χαιρετίζω
χαιρετίζω	verb	δηλώνω ότι χαίρομαι για κάτι, ότι το επικροτώ, το επιδοκιμάζω, χαίρομαι για αυτό, το επιβραβεύω, ότι του απευθύνω χαίρε επίσημα
χαιρετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίσαν	=	χαιρετίζω
χαιρετίσανε	=	χαιρετίζω
χαιρετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίσματα	noun	η ενέργεια με την οποία χαιρετώ κάποιον που βρίσκεται μακριά μέσω τρίτου
χαιρετίσματος	noun	γενική ενικού του χαιρέτισμα
χαιρετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζω
χαιρετιέμαι	=	χαιρετώ
χαιρετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαιρέτισμα
χαιρετισμέ	noun	κλητική ενικού του χαιρετισμός
χαιρετισμοί	noun	οι λειτουργίες της Παρασκευής των εβδομάδων που προηγούνται του Χριστιανικού Πάσχα, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, οι οποίες είναι αφιερωμένες στην Παναγία και στις οποίες ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύμνος.
χαιρετισμού	noun	γενική ενικού του χαιρετισμός
χαιρετισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαιρετισμός
χαιρετισμό	noun	αιτιατική ενικού του χαιρετισμός
χαιρετισμός	noun	ως ευχή που δείχνει καλή διάθεση προς τον χαιρετούμενο
χαιρετισμών	noun	γενική πληθυντικού του χαιρετισμός
χαιρετιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστήρια	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριας	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριε	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριες	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριο	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριοι	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριος	adj	που είναι σχετικός με επίσημο χαίρε, χαιρετισμό, που ουσιαστικά επιβραβεύει, δείχνει την εκτίμησή του
χαιρετιστήριου	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριους	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστήριων	=	χαιρετιστήριος
χαιρετιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαιρετίζομαι
χαιρετούμε	=	χαιρετώ
χαιρετούν	=	χαιρετώ
χαιρετούνε	=	χαιρετώ
χαιρετούρα	noun	για χαιρετισμούς που είναι είτε υπερβολικοί σε αριθμό είτε υποκριτικοί
χαιρετούρας	noun	γενική ενικού του χαιρετούρα
χαιρετούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαιρετούρα
χαιρετούσα	=	χαιρετώ
χαιρετούσαμε	=	χαιρετώ
χαιρετούσαν	=	χαιρετώ
χαιρετούσανε	=	χαιρετώ
χαιρετούσατε	=	χαιρετώ
χαιρετούσε	=	χαιρετώ
χαιρετούσες	=	χαιρετώ
χαιρετώ	verb	χαιρετίζω, απευθύνω χαιρετισμό
χαιρετώντας	=	χαιρετώ
χαιρόμασταν	=	χαίρομαι
χαιρόμαστε	=	χαίρομαι
χαιρόμουν	=	χαίρομαι
χαιρόμουνα	=	χαίρομαι
χαιρόντουσαν	=	χαίρομαι
χαιρόσασταν	=	χαίρομαι
χαιρόσαστε	=	χαίρομαι
χαιρόσουν	=	χαίρομαι
χαιρόσουνα	=	χαίρομαι
χαιρόταν	=	χαίρομαι
χαιρότανε	=	χαίρομαι
χαιτών	=	χαίτη
χακάραμε	=	χακάρω
χακάραν	=	χακάρω
χακάρανε	=	χακάρω
χακάρατε	=	χακάρω
χακάρει	=	χακάρω
χακάρεις	=	χακάρω
χακάρετε	=	χακάρω
χακάρισμα	noun|informal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χακάρω
χακάροντας	=	χακάρω
χακάρουμε	=	χακάρω
χακάρουν	=	χακάρω
χακάρουνε	=	χακάρω
χακάρω	verb|informal	βρίσκω ένα κενό ασφαλείας σε μια ιστοσελίδα ή πρόγραμμα και αποκτώ πρόσβαση σ' αυτό και δυνατότητα παρέμβασης
χακί	noun	ανάμεσα στο σταχτοκίτρινο και το σταχτοπράσινο, που έχουν οι περισσότερες στρατιωτικές στολές	adj	που έχει το χρώμα χακί
χακαρίσματα	=	χακάρισμα
χακαρίσματος	=	χακάρισμα
χακαρισμάτων	=	χακάρισμα
χακεριά	noun|slang	η δικτυοπειρατεία
χακεριάς	=	χακεριά
χακεριές	=	χακεριά
χακεριών	=	χακεριά
χακιού	=	χάκι
χακιών	=	χάκι
χαλά	=	χαλάω
χαλάγαμε	=	χαλάω
χαλάγανε	=	χαλάω
χαλάγατε	=	χαλάω
χαλάει	=	χαλάω
χαλάζι	noun	μορφή υετού από σφαιρικά συνήθως κομμάτια πάγου διαφόρων μεγεθών
χαλάζια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλάζιο
χαλάζιο	noun	μικρή κύστη που δημιουργείται στο άκρο των βλεφάρων
χαλάζιου	noun	γενική ενικού του χαλάζιο
χαλάζιων	noun	γενική πληθυντικού του χαλάζιο
χαλάκι	noun	το μικρό χαλί
χαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλάκι
χαλάλι	adv	για κάτι που το θυσιάζω, το προσφέρω, το ξοδεύω με ευχαρίστηση, αν και είναι πολύτιμο ή κοστίζει πολλά
χαλάλιζα	=	χαλαλίζω
χαλάλιζαν	=	χαλαλίζω
χαλάλιζε	=	χαλαλίζω
χαλάλιζες	=	χαλαλίζω
χαλάλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλάλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλάλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλάμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλάω / χαλώ
χαλάν	=	χαλάω
χαλάνε	=	χαλάω
χαλάουα	noun	μέθοδος αποτρίχωσης
χαλάουας	noun	γενική ενικού του χαλάουα
χαλάουες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλάουα
χαλάρωμα	noun	το αποτέλεσμα του χαλαρώνω, η χαλάρωση, σωματική (με χαλάρωση των μυών) και ψυχική (με αποφυγή του στρες)
χαλάρωνα	=	χαλαρώνω
χαλάρωναν	=	χαλαρώνω
χαλάρωνε	=	χαλαρώνω
χαλάρωνες	=	χαλαρώνω
χαλάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλάρωση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαλαρώνω
χαλάρωσης	noun	γενική ενικού του χαλάρωση
χαλάρωσις	noun	η χαλάρωση
χαλάς	=	χαλάω
χαλάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ
χαλάσαν	=	χαλάω
χαλάσανε	=	χαλάω
χαλάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλάω / χαλώ / χαλνώ
χαλάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάσεων	noun	γενική πληθυντικού του χάλαση
χαλάσεως	noun|formal	γενική ενικού του χάλαση
χαλάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάλασμα
χαλάσματος	noun	γενική ενικού του χάλασμα
χαλάσομε	=	χαλάω
χαλάσου	=	χαλάω
χαλάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάσουνε	=	χαλάω
χαλάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλάστρα	noun	κάνω χαλάστρα σε κάποιον: καταστρέφω, ματαιώνω τα σχέδια κάποιου
χαλάστρας	noun	γενική ενικού του χαλάστρα
χαλάστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλάστρα
χαλάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλάω
χαλάτε	=	χαλάω
χαλάω	verb	καταστρέφω, προκαλώ βλάβη μία συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμό ώστε να μη λειτουργεί πια
χαλέ	=	χαλές
χαλέδες	=	χαλές
χαλέδων	=	χαλές
χαλέπα	noun	η αναβαθμίδα κατωφερούς καλλιεργήσιμου εδάφους (στη κρητική διάλεκτο)
χαλέπας	noun	γενική ενικού του χαλέπα
χαλέπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλέπα
χαλέπια	=	χαλέπιος
χαλέπιας	=	χαλέπιος
χαλέπιε	=	χαλέπιος
χαλέπιες	=	χαλέπιος
χαλέπιο	=	χαλέπιος
χαλέπιοι	=	χαλέπιος
χαλέπιος	adj	που αναφέρεται, ανήκει στο Χαλέπι της Συρίας, ή αναφέρεται σ' αυτό
χαλέπιου	=	χαλέπιος
χαλέπιους	=	χαλέπιος
χαλέπιων	=	χαλέπιος
χαλές	noun|dated	αποχωρητήριο
χαλί	noun	κάλυμμα για το πάτωμα από βαρύ, συνήθως διακοσμημένο, ύφασμα
χαλίκι	noun	ένα μικρό κομμάτι βράχου, συνήθως από λατομείο, που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για πρόχειρη επίστρωση επιφανειών (δρόμων, διαδρόμων, αυλών)
χαλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλίκι
χαλίκωμα	noun	στρώνω χαλίκι σε μια επιφάνεια είτε για διακοσμητικούς είτε λειτουργικούς σκοπούς
χαλίκωση	noun	το χαλίκωμα μιας επιφάνειας, η κάλυψή της με χαλίκια
χαλίκωσης	=	χαλίκωση
χαλίκωσις	noun	η χαλίκωση με κατάληξη -σις
χαλίνωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλιναρώνω
χαλίπωμα	noun|dated	σούρουπο, λυκόφως
χαλίφες	=	χαλίφης
χαλίφη	=	χαλίφης
χαλίφηδες	=	χαλίφης
χαλίφηδων	=	χαλίφης
χαλίφης	noun	μουσουλμάνος ηγεμόνας , απόγονος του Μωάμεθ
χαλαζία	=	χαλαζίας
χαλαζίας	noun	ορυκτό διοξείδιο του πυριτίου, πολύ κοινό στη φύση
χαλαζίες	=	χαλαζίας
χαλαζίου	=	χαλάζιο
χαλαζίων	=	χαλάζιο
χαλαζασφάλεια	noun	ασφαλιστική κάλυψη ενός αγρότη από τις ζημίες που προκαλεί η χαλαζόπτωση (η οποία όμως εξακολουθεί να αναφέρεται ως «ασφαλιστική κάλυψη για το χαλάζι» ή όταν αυτή δεν παρέχεται, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «αποζημίωση για χαλαζόπτωση»).
χαλαζασφάλειας	=	χαλαζασφάλεια
χαλαζασφάλειες	=	χαλαζασφάλεια
χαλαζασφαλειών	=	χαλαζασφάλεια
χαλαζιού	=	χαλάζι
χαλαζιών	=	χαλάζι
χαλαζοβρόχι	noun	το καιρικό φαινόμενο κατά το οποίο παρατηρείται βροχόπτωση και χαλαζόπτωση συγχρόνως
χαλαζοβρόχια	=	χαλαζοβρόχι
χαλαζοκόκκου	=	χαλαζόκοκκος
χαλαζοκόκκους	=	χαλαζόκοκκος
χαλαζοκόκκων	=	χαλαζόκοκκος
χαλαζοπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαζόπτωση
χαλαζοπτώσεων	=	χαλαζόπτωση
χαλαζόκοκκε	=	χαλαζόκοκκος
χαλαζόκοκκο	=	χαλαζόκοκκος
χαλαζόκοκκοι	=	χαλαζόκοκκος
χαλαζόκοκκος	noun	καθένας από τους κόκκους του χαλαζιού
χαλαζόπληκτα	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτε	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτες	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτη	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτης	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτο	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτοι	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτος	adj	που πλήγηκε από χαλάζι (άνθρωπος (παραγωγός) ή περιοχή ή καλλιέργεια)
χαλαζόπληκτου	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτους	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληκτων	=	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληχτα	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτε	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτες	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτη	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτης	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτο	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτοι	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτος	adj	χαλαζόπληκτος
χαλαζόπληχτου	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτους	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπληχτων	=	χαλαζόπληχτος
χαλαζόπτωση	noun	το μετεωρολογικό φαινόμενο της πτώσης χαλαζιού
χαλαζόπτωσης	=	χαλαζόπτωση
χαλαλίζαμε	=	χαλαλίζω
χαλαλίζαν	=	χαλαλίζω
χαλαλίζανε	=	χαλαλίζω
χαλαλίζατε	=	χαλαλίζω
χαλαλίζει	=	χαλαλίζω
χαλαλίζεις	=	χαλαλίζω
χαλαλίζετε	=	χαλαλίζω
χαλαλίζοντας	=	χαλαλίζω
χαλαλίζουμε	=	χαλαλίζω
χαλαλίζουν	=	χαλαλίζω
χαλαλίζουνε	=	χαλαλίζω
χαλαλίζω	verb	θυσιάζω, διαθέτω, δίνω, προσφέρω ή ξοδεύω κάτι χωρίς να βαρυγκομώ, με ευχαρίστηση
χαλαλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίσαν	=	χαλαλίζω
χαλαλίσανε	=	χαλαλίζω
χαλαλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζομαι
χαλαλίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζομαι
χαλαλίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζομαι
χαλαλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζω
χαλαλιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλαλίζομαι
χαλαλιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαλίζομαι
χαλανδριώτικα	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικε	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικες	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικη	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικης	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικο	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικοι	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικος	adj	ο σχετικός με το Χαλάνδρι ή τους κατοίκους του
χαλανδριώτικου	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικους	=	χαλανδριώτικος
χαλανδριώτικων	=	χαλανδριώτικος
χαλαρά	adv	όχι σφιχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρό, ουδέτερο του χαλαρός
χαλαρέ	adj	κλητική ενικού του χαλαρός
χαλαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρή
χαλαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλαρός
χαλαρής	adj	γενική ενικού του χαλαρή
χαλαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλαρός
χαλαροτήτων	=	χαλαρότητα
χαλαρού	adj	γενική ενικού του χαλαρός
χαλαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλαρός
χαλαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαλάρωμα
χαλαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρωμένο
χαλαρωμένε	verb	κλητική ενικού του χαλαρωμένος
χαλαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρωμένη
χαλαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλαρωμένος
χαλαρωμένης	verb	γενική ενικού του χαλαρωμένη
χαλαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαλαρωμένος
χαλαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλαρωμένος
χαλαρωμένος	verb	που έχει χαλαρώσει μόνος του, έχει ηρεμήσει, ή που τον έχουν χαλαρώσει
χαλαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλαρωμένος
χαλαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαλαρωμένος
χαλαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλαρωμένος
χαλαρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρωτικό	adv	κατά τρόπο χαλαρωτικό
χαλαρωτικέ	adj	κλητική ενικού του χαλαρωτικός
χαλαρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρωτική
χαλαρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλαρωτικός
χαλαρωτικής	adj	γενική ενικού του χαλαρωτική
χαλαρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλαρωτικός
χαλαρωτικού	adj	γενική ενικού του χαλαρωτικός
χαλαρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλαρωτικός
χαλαρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαλαρωτικός
χαλαρωτικός	adj	που χαλαρώνει έναν άνθρωπο, τον ηρεμεί και τον ξεκουράζει
χαλαρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαλαρωτικός
χαλαρό	adj	αιτιατική ενικού του χαλαρός
χαλαρός	adj	που δεν είναι πολύ τεντωμένος ή σφιχτός
χαλαρότατα	=	χαλαρός
χαλαρότατε	=	χαλαρός
χαλαρότατες	=	χαλαρός
χαλαρότατη	=	χαλαρός
χαλαρότατης	=	χαλαρός
χαλαρότατο	=	χαλαρός
χαλαρότατοι	=	χαλαρός
χαλαρότατος	=	χαλαρός
χαλαρότατου	=	χαλαρός
χαλαρότατους	=	χαλαρός
χαλαρότατων	=	χαλαρός
χαλαρότερα	=	χαλαρός
χαλαρότερε	=	χαλαρός
χαλαρότερες	=	χαλαρός
χαλαρότερη	=	χαλαρός
χαλαρότερης	=	χαλαρός
χαλαρότερο	=	χαλαρός
χαλαρότεροι	=	χαλαρός
χαλαρότερος	=	χαλαρός
χαλαρότερου	=	χαλαρός
χαλαρότερους	=	χαλαρός
χαλαρότερων	=	χαλαρός
χαλαρότητα	noun	η ιδιότητα του χαλαρού
χαλαρότητας	noun	γενική ενικού του χαλαρότητα
χαλαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαρότητα
χαλαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλάρωμα
χαλαρώματος	noun	γενική ενικού του χαλάρωμα
χαλαρών	adj	γενική πληθυντικού του χαλαρός
χαλαρώναμε	=	χαλαρώνω
χαλαρώναν	=	χαλαρώνω
χαλαρώνανε	=	χαλαρώνω
χαλαρώνατε	=	χαλαρώνω
χαλαρώνει	=	χαλαρώνω
χαλαρώνεις	=	χαλαρώνω
χαλαρώνετε	=	χαλαρώνω
χαλαρώνομε	=	χαλαρώνω
χαλαρώνοντας	=	χαλαρώνω
χαλαρώνουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώνουν	=	χαλαρώνω
χαλαρώνουνε	=	χαλαρώνω
χαλαρώνω	verb	κάνω κάτι χαλαρό (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
χαλαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσαν	=	χαλαρώνω
χαλαρώσανε	=	χαλαρώνω
χαλαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χαλάρωση
χαλαρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χαλάρωση
χαλαρώσομε	=	χαλαρώνω
χαλαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσουνε	=	χαλαρώνω
χαλαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλαρώνω
χαλασιά	noun|vulgar	χαλασμός, χάλασμα, καταστροφή
χαλασιάς	noun	γενική ενικού του χαλασιά
χαλασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλασιά
χαλασιών	=	χαλασιά
χαλασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάλασμα
χαλασμέ	noun	κλητική ενικού του χαλασμός
χαλασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλασμένο
χαλασμένε	verb	κλητική ενικού του χαλασμένος
χαλασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλασμένη
χαλασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλασμένος
χαλασμένης	verb	γενική ενικού του χαλασμένη
χαλασμένο	verb	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χαλασμένος
χαλασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλασμένος
χαλασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαλώ
χαλασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλασμένος
χαλασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαλασμένος
χαλασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλασμένος
χαλασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλασμός
χαλασμού	noun	γενική ενικού του χαλασμός
χαλασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαλασμός
χαλασμό	noun	αιτιατική ενικού του χαλασμός
χαλασμός	noun	η μεγάλη αναστάτωση, φασαρία (που καμιά φορά περιλαμβάνει και καταστροφές)
χαλασμών	noun	γενική πληθυντικού του χαλασμός
χαλαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλαστής
χαλαστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαλαστής
χαλαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστήκαν	=	χαλάω
χαλαστήκανε	=	χαλάω
χαλαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστής	noun	αυτός που χαλάει, ο καταστροφέας
χαλαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστούνε	=	χαλάω
χαλαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιέμαι
χαλαστών	noun	γενική πληθυντικού του χαλαστής
χαλβά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαλβάς
χαλβάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλβάς
χαλβάδιαζα	=	χαλβαδιάζω
χαλβάδιαζαν	=	χαλβαδιάζω
χαλβάδιαζε	=	χαλβαδιάζω
χαλβάδιαζες	=	χαλβαδιάζω
χαλβάδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβάδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβάδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβάδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβάδιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαλβαδιάζω
χαλβάδων	noun	γενική πληθυντικού του χαλβάς
χαλβάς	noun	είδος γλυκίσματος με βασικό υλικό το ταχίνι
χαλβαδιάζαμε	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζαν	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζανε	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζατε	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζει	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζεις	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζετε	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζοντας	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζουν	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζουνε	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάζω	verb	κοιτάζω, παρατηρώ κάτι που το θέλω πολύ
χαλβαδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσαν	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσανε	=	χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλβάδιασμα
χαλβαδιάσματος	noun	γενική ενικού του χαλβάδιασμα
χαλβαδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλβαδιάζω
χαλβαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαλβάδιασμα
χαλβαδοπιτατζή	=	χαλβαδοπιτατζής
χαλβαδοπιτατζήδες	=	χαλβαδοπιτατζής
χαλβαδοπιτατζήδων	=	χαλβαδοπιτατζής
χαλβαδοπιτατζής	noun	συνηθέστερα ο πλανόδιος που πουλάει χαλβαδόπιτες, λουκούμια, μαντολάτα και παστέλια
χαλβαδοπιτών	=	χαλβαδόπιτα
χαλβαδοποιέ	=	χαλβαδοποιός
χαλβαδοποιία	noun	η επιχείρηση (με τις εγκαταστάσεις της) που φτιάχνει χαλβά
χαλβαδοποιίας	noun	γενική ενικού του χαλβαδοποιία
χαλβαδοποιίες	=	χαλβαδοποιία
χαλβαδοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλβαδοποιείο
χαλβαδοποιείο	noun	το εργαστήριο που φτιάχνει χαλβά
χαλβαδοποιείου	noun	γενική ενικού του χαλβαδοποιείο
χαλβαδοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του χαλβαδοποιείο
χαλβαδοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλβαδοποιία
χαλβαδοποιοί	=	χαλβαδοποιός
χαλβαδοποιού	=	χαλβαδοποιός
χαλβαδοποιούς	=	χαλβαδοποιός
χαλβαδοποιό	=	χαλβαδοποιός
χαλβαδοποιός	noun	ο επαγγελματίας που φτιάχνει χαλβά
χαλβαδοποιών	=	χαλβαδοποιός
χαλβαδόπιτα	noun	είδος γλυκίσματος με βασικό υλικό τον χαλβά
χαλβαδόπιτας	noun	γενική ενικού του χαλβαδόπιτα
χαλβαδόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλβαδόπιτα
χαλβαδόριζα	noun|vulgar	κοινή ονομασία για το φυτό (ή τη ρίζα του) Saponaria officinalis (Σαπωνάρια η φαρμακευτική ή απλά σαπωνάρια, γνωστό και ως σαπουνόχορτο)
χαλβαδόριζας	=	χαλβαδόριζα
χαλβαδόριζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλβαδόριζα
χαλβατζή	=	χαλβατζής
χαλβατζήδες	=	χαλβατζής
χαλβατζήδων	=	χαλβατζής
χαλβατζής	noun	άτομο που κατασκευάζει ή πουλάει χαλβά
χαλβατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλβατζίδικο
χαλβατζίδικο	noun	εργαστήριο που παρασκευάζει χαλβά, χαλβαδοποιείο
χαλβατζίδικου	noun	γενική ενικού του χαλβατζίδικο
χαλβατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του χαλβατζίδικο
χαλδαϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλδαϊκό
χαλδαϊκέ	adj	κλητική ενικού του χαλδαϊκός
χαλδαϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλδαϊκή
χαλδαϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλδαϊκός
χαλδαϊκής	adj	γενική ενικού του χαλδαϊκή
χαλδαϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλδαϊκός
χαλδαϊκού	adj	γενική ενικού του χαλδαϊκός
χαλδαϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλδαϊκός
χαλδαϊκό	adj	αιτιατική ενικού του χαλδαϊκός
χαλδαϊκός	adj	ο σχετικός με τους Χαλδαίους (πολιτισμός, γραφή, ιστορία κ.λπ.)
χαλδαϊκών	adj	γενική πληθυντικού του χαλδαϊκός
χαλεπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλεπό
χαλεπάκι	noun	μικρή αναβαθμίδα (στην κρητική διάλεκτο)
χαλεπάκια	=	χαλεπάκι
χαλεπέ	adj	κλητική ενικού του χαλεπός
χαλεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλεπή
χαλεπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλεπός
χαλεπής	adj	γενική ενικού του χαλεπή
χαλεπίου	=	χαλέπιος
χαλεπίους	=	χαλέπιος
χαλεπίων	=	χαλέπιος
χαλεπακιού	=	χαλεπάκι
χαλεπακιών	=	χαλεπάκι
χαλεπιανά	=	χαλεπιανό
χαλεπιανού	=	χαλεπιανό
χαλεπιανό	noun	άλλη μορφή του φυστίκι Αιγίνης (ή κελυφωτού φυστικιού)
χαλεπιανών	=	χαλεπιανό
χαλεπλής	noun	ο καταγόμενος από το Χαλέπι της Συρίας, λέξη που ήταν σε χρήση την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
χαλεποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλεπός
χαλεπού	adj	γενική ενικού του χαλεπός
χαλεπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλεπός
χαλεπό	adj	αιτιατική ενικού του χαλεπός
χαλεπός	adj	δύσκολος, επίπονος
χαλεπών	adj	γενική πληθυντικού του χαλεπός
χαλεύω	verb	ψάχνω, γυρεύω, αναζητώ, ζητώ
χαλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλί
χαλιέμαι	verb	παθαίνω ζημιά ή βλάβη
χαλιέσαι	=	χαλάω
χαλιέστε	=	χαλάω
χαλιέται	=	χαλάω
χαλικάκι	noun	μικρό χαλίκι
χαλικάκια	=	χαλικάκι
χαλικερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικερό
χαλικερέ	adj	κλητική ενικού του χαλικερός
χαλικερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικερή
χαλικερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλικερός
χαλικερής	adj	γενική ενικού του χαλικερή
χαλικεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλικερός
χαλικερού	adj	γενική ενικού του χαλικερός
χαλικερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλικερός
χαλικερό	adj	αιτιατική ενικού του χαλικερός
χαλικερός	adj	γεμάτος χαλίκια, χαλικώδης
χαλικερών	adj	γενική πληθυντικού του χαλικερός
χαλικιού	=	χαλίκι
χαλικιών	=	χαλίκι
χαλικοδόμε	=	χαλικοδόμος
χαλικοδόμο	=	χαλικοδόμος
χαλικοδόμοι	=	χαλικοδόμος
χαλικοδόμος	noun	είδος μέλισσας, με μαύρο χρώμα, με πιο γνωστή του είδους των χαλικοδόμων, την χαλικοδόμο των τοίχων (chalicodomus muraria), που δομεί τη φωλιά της συχνά από λάσπη
χαλικοδόμου	=	χαλικοδόμος
χαλικοδόμους	=	χαλικοδόμος
χαλικοδόμων	=	χαλικοδόμος
χαλικοθηρία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικοθηρίο
χαλικοθηρίο	noun	περιττοδάκτυλο οπληφόρο θηλαστικό που έζησε περίπου 30 εκατομμύρια χρόνια πριν, έμοιαζε με άλογο και είχε οξεία αιχμηρή φάλαγγα σε κάθε δάχτυλο με την οποία έσκαβε για να βρει βολβούς
χαλικοθηρίου	noun	γενική ενικού του χαλικοθηρίο
χαλικοθηρίων	noun	γενική πληθυντικού του χαλικοθηρίο
χαλικοκυλιστές	=	χαλικοκυλιστής
χαλικοκυλιστή	=	χαλικοκυλιστής
χαλικοκυλιστής	noun	είδος πουλιού
χαλικοκυλιστών	=	χαλικοκυλιστής
χαλικοστρωθήκαμε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωθήκαν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωθήκανε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωθήκατε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωθεί	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωθείτε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαλικόστρωμα
χαλικοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικοστρωμένο
χαλικοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικοστρωμένη
χαλικοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωμένης	verb	γενική ενικού του χαλικοστρωμένη
χαλικοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωμένος	verb	που έχει στρωθεί με χαλίκι
χαλικοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλικοστρωμένος
χαλικοστρωνόμασταν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόμαστε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόμουν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόμουνα	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόντουσαν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόσασταν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόσαστε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόσουν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόσουνα	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνόταν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρωνότανε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώθηκα	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώθηκαν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώθηκε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώθηκες	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικόστρωμα
χαλικοστρώματος	noun	γενική ενικού του χαλικόστρωμα
χαλικοστρώναμε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώναν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνανε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνατε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνει	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνεις	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνεσαι	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνεστε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνεται	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνετε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνομαι	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνονται	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνονταν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνοντας	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνου	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνουμε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνουν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνουνε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώνω	verb	επιστρώνω μια επιφάνεια, κυρίως ένα δρόμο με χαλίκι
χαλικοστρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσαν	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσανε	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χαλικόστρωση
χαλικοστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χαλικόστρωση
χαλικοστρώσου	=	χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοστρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικοχωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαλικόχωμα
χαλικοχώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικόχωμα
χαλικοχώματος	noun	γενική ενικού του χαλικόχωμα
χαλικωδών	=	χαλικώδης
χαλικωμάτων	=	χαλίκωμα
χαλικωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικωτό	adv	με στρώσεις χαλικιών
χαλικωτέ	adj	κλητική ενικού του χαλικωτός
χαλικωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικωτή
χαλικωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλικωτός
χαλικωτής	adj	γενική ενικού του χαλικωτή
χαλικωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλικωτός
χαλικωτού	adj	γενική ενικού του χαλικωτός
χαλικωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλικωτός
χαλικωτό	adj	αιτιατική ενικού του χαλικωτός
χαλικωτός	adj	που η επίστρωσή του είναι από χαλίκι, τον έχουν καλύψει με χαλίκι
χαλικωτών	adj	γενική πληθυντικού του χαλικωτός
χαλικόστρωμα	noun	στρώμα ή στρώση από χαλίκι σε δρόμο ή αυλή ή παραλία
χαλικόστρωνα	=	χαλικοστρώνω
χαλικόστρωναν	=	χαλικοστρώνω
χαλικόστρωνε	=	χαλικοστρώνω
χαλικόστρωνες	=	χαλικοστρώνω
χαλικόστρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικόστρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικόστρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικόστρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλικοστρώνω
χαλικόστρωση	noun	το χαλικόστρωμα, η επίστρωση δρόμου ή άλλης επιφανείας με χαλίκι
χαλικόστρωσης	noun	γενική ενικού του χαλικόστρωση
χαλικόστρωσις	noun	η χαλικόστρωση με κατάληξη -σις
χαλικόστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικόστρωτο
χαλικόστρωτε	adj	κλητική ενικού του χαλικόστρωτος
χαλικόστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλικόστρωτη
χαλικόστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλικόστρωτος
χαλικόστρωτης	adj	γενική ενικού του χαλικόστρωτη
χαλικόστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του χαλικόστρωτος
χαλικόστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλικόστρωτος
χαλικόστρωτος	adj	που έχει στρωθεί με χαλίκι
χαλικόστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλικόστρωτος
χαλικόστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλικόστρωτος
χαλικόστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλικόστρωτος
χαλικόχωμα	noun	μίγμα χώματος και χαλικιών
χαλικώδεις	=	χαλικώδης
χαλικώδες	=	χαλικώδης
χαλικώδη	=	χαλικώδης
χαλικώδης	adj	που είναι γεμάτος χαλίκια
χαλικώδους	=	χαλικώδης
χαλικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλίκωμα
χαλικώματος	=	χαλίκωμα
χαλικώνω	verb	στρώνω μια επιφάνεια με χαλίκι
χαλικώσεις	=	χαλίκωση
χαλικώσεων	=	χαλίκωση
χαλινάρι	noun	τα εξαρτήματα που τοποθετούνται στο κεφάλι και το στόμα του αλόγου ή του γαϊδουριού προκειμένου να βοηθούν τον αναβάτη με λουριά να κατευθύνει το ζώο
χαλινάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλινάρι
χαλινάρωμα	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλιναρώνω
χαλινέ	noun	κλητική ενικού του χαλινός
χαλιναγωγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήσεις	=	χαλιναγώγηση
χαλιναγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήσεων	=	χαλιναγώγηση
χαλιναγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγούμαι
χαλιναγωγημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλιναγωγημένο
χαλιναγωγημένε	adj	κλητική ενικού του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλιναγωγημένη
χαλιναγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγημένης	adj	γενική ενικού του χαλιναγωγημένη
χαλιναγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγημένος	verb	που τελεί υπό έλεγχο, έχει αναστολές επιβεβλημένες από εξωγενείς παράγοντες ή από δική του αυτοσυγκράτηση
χαλιναγωγημένου	verb	γενική ενικού του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγημένων	adj	γενική πληθυντικού του χαλιναγωγημένος
χαλιναγωγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγούμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγωγούσα	=	χαλιναγωγώ
χαλιναγωγώ	verb|figurative	τραβάω το «χαλινάρι»· συγκρατώ κάτι, δεν το αφήνω να κινηθεί έξω από ορισμένα όρια, περιορίζω
χαλιναγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλιναγωγώ
χαλιναγώγηση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλιναγωγώ
χαλιναγώγησης	=	χαλιναγώγηση
χαλιναγώγησις	noun	η χαλιναγώγηση
χαλιναριού	noun	γενική ενικού του χαλινάρι
χαλιναριών	=	χαλινάρι
χαλιναρώνω	verb|rare	περνώ χαλινάρι σε ζώο
χαλινοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλινός
χαλινού	noun	γενική ενικού του χαλινός
χαλινούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαλινός
χαλινωτές	=	χαλινωτής
χαλινωτή	=	χαλινωτής
χαλινωτήρα	=	χαλινωτήρας
χαλινωτήρας	noun	το εξάρτημα χαλιναριού που μπαίνει στο στόμα ενός υποζυγίου
χαλινωτήρες	=	χαλινωτήρας
χαλινωτήρων	=	χαλινωτήρας
χαλινωτής	noun	κάποιος που χαλινώνει
χαλινωτών	=	χαλινωτής
χαλινό	noun	αιτιατική ενικού του χαλινός
χαλινός	noun	η στομίδα που τοποθετείται στο στόμα ενός αλόγου και μαζί με τα ηνία χρησιμοποιείται από τον αναβάτη για να οδηγήσει το ζώο
χαλινών	noun	γενική πληθυντικού του χαλινός
χαλινώνω	verb	βάζω χαλινό, χαλινάρι σε άλογο ή άλλο υποζύγιο
χαλιού	noun	γενική ενικού του χαλί
χαλιούνται	=	χαλάω
χαλιούνταν	=	χαλάω
χαλιπωμάτων	=	χαλίπωμα
χαλιπώματα	=	χαλίπωμα
χαλιπώματος	=	χαλίπωμα
χαλιπώνει	verb|dated	σουρουπώνει, νυχτώνει
χαλιφάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλιφάτο
χαλιφάτου	noun	γενική ενικού του χαλιφάτο
χαλιφάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαλιφάτο
χαλιφών	=	χαλίφης
χαλιόμασταν	=	χαλάω
χαλιόμαστε	=	χαλάω
χαλιόμουν	=	χαλάω
χαλιόμουνα	=	χαλάω
χαλιόνται	=	χαλάω
χαλιόνταν	=	χαλάω
χαλιόντανε	=	χαλάω
χαλιόντουσαν	=	χαλάω
χαλιόσασταν	=	χαλάω
χαλιόσαστε	=	χαλάω
χαλιόσουν	=	χαλάω
χαλιόσουνα	=	χαλάω
χαλιόταν	=	χαλάω
χαλιότανε	=	χαλάω
χαλιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλί
χαλκά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαλκάς
χαλκάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκάς
χαλκάδων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκάς
χαλκάρματε	=	χαλκάρματος
χαλκάρματο	=	χαλκάρματος
χαλκάρματοι	=	χαλκάρματος
χαλκάρματος	noun	εκείνος με το άρμα από χαλκό, το λαμπερό άρμα
χαλκάρματου	=	χαλκάρματος
χαλκάρματους	=	χαλκάρματος
χαλκάρματων	=	χαλκάρματος
χαλκάς	noun	ο κρίκος
χαλκέ	noun	κλητική ενικού του χαλκός
χαλκέντερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκέντερο
χαλκέντερε	adj	κλητική ενικού του χαλκέντερος
χαλκέντερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκέντερη
χαλκέντερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκέντερος
χαλκέντερης	adj	γενική ενικού του χαλκέντερη
χαλκέντερο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκέντερος
χαλκέντεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκέντερος
χαλκέντερος	adj	εξαιρετικά εργατικός, ακαταπόνητος, ακούραστος
χαλκέντερου	adj	γενική ενικού του χαλκέντερος
χαλκέντερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκέντερος
χαλκέντερων	adj	γενική πληθυντικού του χαλκέντερος
χαλκέντονα	=	χαλκότονα
χαλκή	=	χαλκός
χαλκίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Χαλκίδα
χαλκαδάκι	noun	ο μικρός χαλκάς, ο κρίκος
χαλκαδάκια	=	χαλκαδάκι
χαλκεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκείο
χαλκείο	noun	χαλκουργείο
χαλκείου	noun	γενική ενικού του χαλκείο
χαλκείων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκείο
χαλκευμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάλκευμα
χαλκευμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκευμένο
χαλκευμένε	verb	κλητική ενικού του χαλκευμένος
χαλκευμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκευμένη
χαλκευμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκευμένος
χαλκευμένης	verb	γενική ενικού του χαλκευμένη
χαλκευμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαλκευμένος
χαλκευμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκευμένος
χαλκευμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαλκεύω
χαλκευμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκευμένος
χαλκευμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαλκευμένος
χαλκευμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκευμένος
χαλκευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκευτής
χαλκευτή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαλκευτής
χαλκευτήρια	=	χαλκευτήριο
χαλκευτήριο	noun	το χαλκουργείο, το εργαστήριο του χαλκουργού
χαλκευτήριου	=	χαλκευτήριο
χαλκευτής	noun	ο χαλκουργός
χαλκευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλκεύομαι
χαλκευτηρίου	=	χαλκευτήριο
χαλκευτηρίων	=	χαλκευτήριο
χαλκευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκευτικό
χαλκευτικέ	adj	κλητική ενικού του χαλκευτικός
χαλκευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκευτική
χαλκευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκευτικός
χαλκευτικής	adj	γενική ενικού του χαλκευτική
χαλκευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκευτικός
χαλκευτικού	adj	γενική ενικού του χαλκευτικός
χαλκευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκευτικός
χαλκευτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαλκευτικός
χαλκευτικός	adj	σχετικός με τη χάλκευση
χαλκευτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαλκευτικός
χαλκευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύομαι
χαλκευτών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκευτής
χαλκεύματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάλκευμα
χαλκεύματος	noun	γενική ενικού του χάλκευμα
χαλκεύουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσεων	=	χάλκευση
χαλκεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλκεύω
χαλκεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύομαι
χαλκεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύομαι
χαλκεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλκεύομαι
χαλκεύω	verb	κατασκευάζω κάτι χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το χαλκό
χαλκηδονιακά	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακέ	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακές	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακή	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χαλκηδονιακή) του χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακοί	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακού	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακούς	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακό	=	χαλκηδονιακός
χαλκηδονιακός	adj	ο σχετικός με τη Χαλκηδόνα ή τους κατοίκους της
χαλκηδονιακών	=	χαλκηδονιακός
χαλκιά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαλκιάς
χαλκιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκιάς
χαλκιάδων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκιάς
χαλκιάς	noun|vulgar	ο χαλκουργός
χαλκιδαία	=	χαλκιδαίος
χαλκιδαίε	=	χαλκιδαίος
χαλκιδαίικα	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικε	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικες	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικη	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικης	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικο	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικοι	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικος	adj	ο σχετικός με τη Χαλκίδα ή τους κατοίκους της
χαλκιδαίικου	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικους	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίικων	=	χαλκιδαίικος
χαλκιδαίο	=	χαλκιδαίος
χαλκιδαίοι	=	χαλκιδαίος
χαλκιδαίος	noun	ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τη Χαλκίδα
χαλκιδαίου	=	χαλκιδαίος
χαλκιδαίους	=	χαλκιδαίος
χαλκιδαίων	=	χαλκιδαίος
χαλκιδικά	=	χαλκιδικός
χαλκιδικέ	=	χαλκιδικός
χαλκιδικές	=	χαλκιδικός
χαλκιδική	=	χαλκιδικός
χαλκιδικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χαλκιδική) του χαλκιδικός
χαλκιδικοί	=	χαλκιδικός
χαλκιδικού	=	χαλκιδικός
χαλκιδικούς	=	χαλκιδικός
χαλκιδικό	=	χαλκιδικός
χαλκιδικός	adj	άλλη μορφή του χαλκιδαίικος
χαλκιδικών	=	χαλκιδικός
χαλκιδιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκιδιώτικο
χαλκιδιώτικε	adj	κλητική ενικού του χαλκιδιώτικος
χαλκιδιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκιδιώτικη
χαλκιδιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκιδιώτικος
χαλκιδιώτικης	adj	γενική ενικού του χαλκιδιώτικη
χαλκιδιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκιδιώτικος
χαλκιδιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκιδιώτικος
χαλκιδιώτικος	adj	ο σχετικός με την Χαλκίδα ή τους κατοίκους της
χαλκιδιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκιδιώτικος
χαλκιδιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκιδιώτικος
χαλκιδιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκιδιώτικος
χαλκιδών	noun	γενική πληθυντικού του Χαλκίδα
χαλκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκός
χαλκογράφε	noun	κλητική ενικού του χαλκογράφος
χαλκογράφει	=	χαλκογραφώ
χαλκογράφημα	noun	η διαδικασία του χαλκογραφώ
χαλκογράφησα	=	χαλκογραφώ
χαλκογράφησαν	=	χαλκογραφώ
χαλκογράφησε	=	χαλκογραφώ
χαλκογράφησες	=	χαλκογραφώ
χαλκογράφο	noun	αιτιατική ενικού του χαλκογράφος
χαλκογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκογράφος
χαλκογράφος	noun	που χαλκογραφεί, που δημιουργεί χαλκογραφίες
χαλκογράφου	noun	γενική ενικού του χαλκογράφος
χαλκογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαλκογράφος
χαλκογράφων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκογράφος
χαλκογραφήματα	=	χαλκογράφημα
χαλκογραφήματος	=	χαλκογράφημα
χαλκογραφήσαμε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφήσαν	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφήσανε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφήσατε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφήσει	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφήστε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφία	noun	μέθοδος με την οποία χαράσσεται μια αναπαράσταση ή ζωγραφιά σε λεπτή λεία πλάκα χαλκού, και στη συνέχεια εκτυπώνονται ή αναπαράγονται εικόνες
χαλκογραφίας	noun	γενική ενικού του χαλκογραφία
χαλκογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκογραφία
χαλκογραφεί	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφείς	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφείτε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφημάτων	=	χαλκογράφημα
χαλκογραφημένα	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένε	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένες	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένη	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένης	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένο	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένοι	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένος	verb	που έχει χαλκογαφηθεί
χαλκογραφημένου	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένους	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφημένων	=	χαλκογραφημένος
χαλκογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκογραφικό
χαλκογραφικέ	adj	κλητική ενικού του χαλκογραφικός
χαλκογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκογραφική
χαλκογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκογραφικός
χαλκογραφικής	adj	γενική ενικού του χαλκογραφική
χαλκογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκογραφικός
χαλκογραφικού	adj	γενική ενικού του χαλκογραφικός
χαλκογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκογραφικός
χαλκογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του χαλκογραφικός
χαλκογραφικός	adj	σχετικός με τη χαλκογραφία
χαλκογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του χαλκογραφικός
χαλκογραφικώς	adv|formal	άλλη μορφή του χαλκογραφικά
χαλκογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκογραφία
χαλκογραφούμαι	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλκογραφώ
χαλκογραφούν	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούνε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσα	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσαμε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσαν	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσανε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσατε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσε	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφούσες	=	χαλκογραφώ
χαλκογραφώ	verb	δημιουργώ χαλκογραφία, χαράσσω εικόνα σε χάλκινη πλάκα για δημιουργία χαλκογραφίας
χαλκογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαλκογραφώ
χαλκοειδές	=	χαλκοειδής
χαλκοειδή	=	χαλκοειδής
χαλκοειδής	noun	γένος κολεόπτερων εντόμων που έχουν το χρώμα και τη λάμψη του χαλκού	adj	που μοιάζει με χαλκό στο χρώμα ή σε άλλα χαρακτηριστικά, σαν τον χαλκό, χαλκώδες
χαλκοειδείς	=	χαλκοειδής
χαλκοειδούς	=	χαλκοειδής
χαλκοειδών	=	χαλκοειδής
χαλκοκρατία	noun	η εποχή του χαλκού
χαλκοκρατίας	noun	γενική ενικού του χαλκοκρατία
χαλκοκρατίες	=	χαλκοκρατία
χαλκοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκοκρατία
χαλκομανία	noun	διάφανη μεμβράνη με εικόνα, που μπορεί να κολληθεί σε λεία επιφάνεια, συνήθως μόνο με νερό
χαλκομανίας	noun	γενική ενικού του χαλκομανία
χαλκομανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκομανία
χαλκομανιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκομανία
χαλκονικέλια	=	χαλκονικέλιο
χαλκονικέλιο	noun	κράμα το οποίο περιέχει χαλκό και νικέλιο
χαλκονικέλιου	=	χαλκονικέλιο
χαλκονικελίου	=	χαλκονικέλιο
χαλκονικελίων	=	χαλκονικέλιο
χαλκονομίσματα	=	χαλκονόμισμα
χαλκονομίσματος	=	χαλκονόμισμα
χαλκονομισμάτων	=	χαλκονόμισμα
χαλκονόμισμα	noun	χάλκινο νόμισμα
χαλκοπλάστες	=	χαλκοπλάστης
χαλκοπλάστη	=	χαλκοπλάστης
χαλκοπλάστης	noun	καλλιτέχνης που δημιουργεί έργα χαλκοπλαστικής
χαλκοπλάστρια	noun	θηλυκό του χαλκοπλάστης
χαλκοπλάστριας	=	χαλκοπλάστρια
χαλκοπλάστριες	=	χαλκοπλάστρια
χαλκοπλαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπλαστικό
χαλκοπλαστικέ	adj	κλητική ενικού του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπλαστική
χαλκοπλαστική	noun	η τέχνη του γλύπτη που χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τον χαλκό	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστικής	adj	γενική ενικού του χαλκοπλαστική
χαλκοπλαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστικού	adj	γενική ενικού του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστικό	adj	αιτιατική ενικού του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστικός	adj	που έχει σχέση με την χαλκοπλαστική ή τον χαλκοπλάστη ή αναφέρεται σ’ αυτά
χαλκοπλαστικών	adj	γενική πληθυντικού του χαλκοπλαστικός
χαλκοπλαστριών	=	χαλκοπλάστρια
χαλκοπλαστών	=	χαλκοπλάστης
χαλκοπράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπράσινο
χαλκοπράσινε	adj	κλητική ενικού του χαλκοπράσινος
χαλκοπράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπράσινη
χαλκοπράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκοπράσινος
χαλκοπράσινης	adj	γενική ενικού του χαλκοπράσινη
χαλκοπράσινο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκοπράσινος
χαλκοπράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπράσινος
χαλκοπράσινος	adj	που έχει χρώμα σε απόχρωση το πράσινου, προσομοιάζουσα στου χαλκού
χαλκοπράσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκοπράσινος
χαλκοπράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκοπράσινος
χαλκοπράσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκοπράσινος
χαλκοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπωλείο
χαλκοπωλείο	noun	κατάστημα που ειδικεύεται σην πώληση χάλκινων προϊόντων
χαλκοπωλείου	noun	γενική ενικού του χαλκοπωλείο
χαλκοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκοπωλείο
χαλκοπωλεῖον	noun	το χαλκοπωλείο
χαλκοπωλών	=	χαλκοπώλης
χαλκοπόδαρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπόδαρο
χαλκοπόδαρε	adj	κλητική ενικού του χαλκοπόδαρος
χαλκοπόδαρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπόδαρη
χαλκοπόδαρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκοπόδαρος
χαλκοπόδαρης	adj	γενική ενικού του χαλκοπόδαρη
χαλκοπόδαρο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκοπόδαρος
χαλκοπόδαροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκοπόδαρος
χαλκοπόδαρος	adj	με πόδια σαν από χαλκό, ανθεκτικά, γερά, για μακρινά ταξίδια, για καταδίωξη
χαλκοπόδαρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκοπόδαρος
χαλκοπόδαρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκοπόδαρος
χαλκοπόδαρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκοπόδαρος
χαλκοπώλες	=	χαλκοπώλης
χαλκοπώλη	=	χαλκοπώλης
χαλκοπώλης	noun	αυτός που πουλάει χάλκινα προϊόντα / αντικείμενα
χαλκοστρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοστρωμένο
χαλκοστρωμένε	verb	κλητική ενικού του χαλκοστρωμένος
χαλκοστρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοστρωμένη
χαλκοστρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκοστρωμένος
χαλκοστρωμένης	verb	γενική ενικού του χαλκοστρωμένη
χαλκοστρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαλκοστρωμένος
χαλκοστρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκοστρωμένος
χαλκοστρωμένος	verb	δρόμος σε περιοχή πλούσια σε κοιτάσματα χαλκού (μία από τις αποδόσεις του χαλκόπους σε αρχαία κείμενα)
χαλκοστρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκοστρωμένος
χαλκοστρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαλκοστρωμένος
χαλκοστρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκοστρωμένος
χαλκοτυμπάνου	=	χαλκοτύμπανο
χαλκοτυμπάνων	=	χαλκοτύμπανο
χαλκοτυπία	noun	η χαλκογραφία
χαλκοτυπίας	=	χαλκοτυπία
χαλκοτυπίες	=	χαλκοτυπία
χαλκοτυπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοτυπικό
χαλκοτυπικέ	adj	κλητική ενικού του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκοτυπική
χαλκοτυπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπικής	adj	γενική ενικού του χαλκοτυπική
χαλκοτυπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπικού	adj	γενική ενικού του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπικό	adj	αιτιατική ενικού του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπικός	adj	σχετικός με τη χαλκοτυπία
χαλκοτυπικών	adj	γενική πληθυντικού του χαλκοτυπικός
χαλκοτυπιών	=	χαλκοτυπία
χαλκοτύμπανα	=	χαλκοτύμπανο
χαλκοτύμπανο	noun	τύμπανο με δίσκο από χαλκό ή ορείχαλκο
χαλκοτύμπανου	=	χαλκοτύμπανο
χαλκοτύμπανων	=	χαλκοτύμπανο
χαλκοτύπος	noun	χαλκιάς, χαλκουργός
χαλκουργέ	noun	κλητική ενικού του χαλκουργός
χαλκουργία	noun	η τέχνη κατεργασίας του χαλκού
χαλκουργίας	noun	γενική ενικού του χαλκουργία
χαλκουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκουργία
χαλκουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκουργείο
χαλκουργείο	noun	το εργαστήριο ενός χαλκουργού
χαλκουργείου	noun	γενική ενικού του χαλκουργείο
χαλκουργείων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκουργείο
χαλκουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκουργικό
χαλκουργικέ	adj	κλητική ενικού του χαλκουργικός
χαλκουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκουργική
χαλκουργική	noun	η τέχνη του βίου για την επεξεργασία του χαλκού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκουργικός
χαλκουργικής	adj	γενική ενικού του χαλκουργική
χαλκουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκουργικός
χαλκουργικού	adj	γενική ενικού του χαλκουργικός
χαλκουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκουργικός
χαλκουργικό	adj	αιτιατική ενικού του χαλκουργικός
χαλκουργικός	adj	που αναφέρεται στον χαλκουργό
χαλκουργικών	adj	γενική πληθυντικού του χαλκουργικός
χαλκουργιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκουργία
χαλκουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκουργός
χαλκουργού	noun	γενική ενικού του χαλκουργός
χαλκουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαλκουργός
χαλκουργό	noun	αιτιατική ενικού του χαλκουργός
χαλκουργός	noun	ο τεχνίτης που χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη τον χαλκό, για να κατασκευάσει αντικείμενα όπως όπλα, σκεύη κ.λπ.
χαλκουργών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκουργός
χαλκοφόρα	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρας	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρε	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρες	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρο	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόροι	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρος	adj	συνήθως για εδάφη που έχουν κοιτάσματα χαλκού
χαλκοφόρου	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρους	=	χαλκοφόρος
χαλκοφόρων	=	χαλκοφόρος
χαλκοχυτική	noun|rare	η χαλκουργία
χαλκού	noun	γενική ενικού του χαλκός
χαλκούς	=	χαλκός
χαλκούχα	=	χαλκούχος
χαλκούχας	=	χαλκούχος
χαλκούχε	=	χαλκούχος
χαλκούχες	=	χαλκούχος
χαλκούχο	=	χαλκούχος
χαλκούχοι	=	χαλκούχος
χαλκούχος	adj	που περιέχει χαλκό (για χημικές ενώσεις και για ορυκτά)
χαλκούχου	=	χαλκούχος
χαλκούχους	=	χαλκούχος
χαλκούχων	=	χαλκούχος
χαλκωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάλκωμα
χαλκωματά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαλκωματάς
χαλκωματάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκωματάς
χαλκωματάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκωματάδικο
χαλκωματάδικο	noun	το εργαστήριο και μαγαζί του χαλκωματά
χαλκωματάδικου	noun	γενική ενικού του χαλκωματάδικο
χαλκωματάδικων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκωματάδικο
χαλκωματάδων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκωματάς
χαλκωματάς	noun	αυτός που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει χάλκινα σκεύη
χαλκωματένια	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιε	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιες	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιη	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιης	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιο	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιοι	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιος	adj	κατασκευασμένος από χαλκό
χαλκωματένιου	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιους	=	χαλκωματένιος
χαλκωματένιων	=	χαλκωματένιος
χαλκωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκωρυχείο
χαλκωρυχείο	noun	ορυχείο χαλκού
χαλκωρυχείου	noun	γενική ενικού του χαλκωρυχείο
χαλκωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του χαλκωρυχείο
χαλκωρύχε	=	χαλκωρύχος
χαλκωρύχο	=	χαλκωρύχος
χαλκωρύχοι	=	χαλκωρύχος
χαλκωρύχος	noun	που εργάζεται σε χαλκωρυχείο
χαλκωρύχου	=	χαλκωρύχος
χαλκωρύχους	=	χαλκωρύχος
χαλκωρύχων	=	χαλκωρύχος
χαλκό	noun	αιτιατική ενικού του χαλκός
χαλκόδετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκόδετο
χαλκόδετε	adj	κλητική ενικού του χαλκόδετος
χαλκόδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκόδετη
χαλκόδετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκόδετος
χαλκόδετης	adj	γενική ενικού του χαλκόδετη
χαλκόδετο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκόδετος
χαλκόδετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκόδετος
χαλκόδετος	adj	ο συνδεδεμένος με χάλκινα ελάσματα, ο στερεωμένος με χαλκό (π.χ. χειροτεχνήματα)
χαλκόδετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκόδετος
χαλκόδετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκόδετος
χαλκόδετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκόδετος
χαλκόκοτα	noun	ένα μεταναστευτικό πουλί της οικογένειας των Θρησκειορνιθιδών (Threskiornithidae) που έχει εντυπωσιακό σκουρόχρωμο φτέρωμα με χάλκινες, βυσσινί και πράσινο-μοβ αποχρώσεις (Plegadis falcinellus)
χαλκόκοτας	=	χαλκόκοτα
χαλκόκοτες	=	χαλκόκοτα
χαλκόκοτων	=	χαλκόκοτα
χαλκόξανθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκόξανθο
χαλκόξανθε	adj	κλητική ενικού του χαλκόξανθος
χαλκόξανθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκόξανθη
χαλκόξανθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκόξανθος
χαλκόξανθης	adj	γενική ενικού του χαλκόξανθη
χαλκόξανθο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκόξανθος
χαλκόξανθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκόξανθος
χαλκόξανθος	adj	που έχει το κίτρινο χρώμα του χαλκού
χαλκόξανθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκόξανθος
χαλκόξανθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκόξανθος
χαλκόξανθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκόξανθος
χαλκόπλαστα	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστε	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστες	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστη	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστης	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστο	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστοι	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστος	adj	πλασμένος / δημιουργημένος από χαλκό
χαλκόπλαστου	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστους	=	χαλκόπλαστος
χαλκόπλαστων	=	χαλκόπλαστος
χαλκός	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 29 και χημικό σύμβολο το Cu, που χρησιμοποιείται για τη κατασκευή κραμάτων και ηλεκτρικών κυκλωμάτων	adj|literary	χάλκινος
χαλκόστρωτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκόστρωτο
χαλκόστρωτε	adj	κλητική ενικού του χαλκόστρωτος
χαλκόστρωτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλκόστρωτη
χαλκόστρωτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαλκόστρωτος
χαλκόστρωτης	adj	γενική ενικού του χαλκόστρωτη
χαλκόστρωτο	adj	αιτιατική ενικού του χαλκόστρωτος
χαλκόστρωτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαλκόστρωτος
χαλκόστρωτος	adj	χαλκοστρωμένος
χαλκόστρωτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαλκόστρωτος
χαλκόστρωτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαλκόστρωτος
χαλκόστρωτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαλκόστρωτος
χαλκότονα	noun	μεταλλικά (από χαλκό) ελατήρια που προσέθεσαν στις χορδές των βλητικών μηχανών τους οι αρχαίοι Έλληνες ώστε να είναι πιο σταθερές οι βολές τους (του καταπέλτη, της βαλλίστρας, του σκορπιού)
χαλκότονων	=	χαλκότονα
χαλκόχρωμα	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμε	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμες	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμη	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμης	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμο	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμοι	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμος	adj	που έχει το χρώμα του χαλκού
χαλκόχρωμου	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμους	=	χαλκόχρωμος
χαλκόχρωμων	=	χαλκόχρωμος
χαλκώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαλκώδης
χαλκώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάλκωμα
χαλκώματος	noun	γενική ενικού του χάλκωμα
χαλκών	noun	γενική πληθυντικού του χαλκός
χαλλούμι	noun	άλλη γραφή του χαλούμι
χαλνά	=	χαλνώ
χαλνάγαμε	=	χαλνώ
χαλνάγανε	=	χαλνώ
χαλνάγατε	=	χαλνώ
χαλνάει	=	χαλνώ
χαλνάμε	=	χαλνώ
χαλνάν	=	χαλνώ
χαλνάνε	=	χαλνώ
χαλνάς	=	χαλνώ
χαλνάτε	=	χαλνώ
χαλνάω	=	χαλνώ
χαλνούμε	=	χαλνώ
χαλνούν	=	χαλνώ
χαλνούνε	=	χαλνώ
χαλνούσα	=	χαλνώ
χαλνούσαμε	=	χαλνώ
χαλνούσαν	=	χαλνώ
χαλνούσανε	=	χαλνώ
χαλνούσατε	=	χαλνώ
χαλνούσε	=	χαλνώ
χαλνούσες	=	χαλνώ
χαλνώ	verb	άλλη μορφή του χαλώ
χαλνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαλνάω / χαλνώ
χαλουμιού	=	χαλούμι
χαλουμιών	=	χαλούμι
χαλούμε	verb	άλλη μορφή του χαλάμε, α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαλάω / χαλώ
χαλούμι	noun	παραδοσιακό τυρί της Κύπρου
χαλούμια	=	χαλούμι
χαλούν	=	χαλάω
χαλούνε	=	χαλάω
χαλούσα	=	χαλάω
χαλούσαμε	=	χαλάω
χαλούσαν	=	χαλάω
χαλούσανε	=	χαλάω
χαλούσατε	=	χαλάω
χαλούσε	=	χαλάω
χαλούσες	=	χαλάω
χαλυβένια	=	χαλυβένιος
χαλυβένιας	=	χαλυβένιος
χαλυβένιε	=	χαλυβένιος
χαλυβένιες	=	χαλυβένιος
χαλυβένιο	=	χαλυβένιος
χαλυβένιοι	=	χαλυβένιος
χαλυβένιος	adj	χαλύβδινος, ατσαλένιος
χαλυβένιου	=	χαλυβένιος
χαλυβένιους	=	χαλυβένιος
χαλυβένιων	=	χαλυβένιος
χαλυβδοσωλήνα	=	χαλυβδοσωλήνας
χαλυβδοσωλήνας	noun	σωλήνας από χάλυβα
χαλυβδοσωλήνες	=	χαλυβδοσωλήνας
χαλυβδοσωλήνων	=	χαλυβδοσωλήνας
χαλυβδοταινία	noun	ειδική ταινία από χάλυβα
χαλυβδοταινίας	=	χαλυβδοταινία
χαλυβδοταινίες	=	χαλυβδοταινία
χαλυβδοταινιών	=	χαλυβδοταινία
χαλυβδοφύλλου	=	χαλυβδόφυλλο
χαλυβδοφύλλων	=	χαλυβδόφυλλο
χαλυβδωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθήκαν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθήκανε	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαλύβδωμα
χαλυβδωμένα	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένε	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένες	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένη	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένης	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένο	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένοι	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδωμένου	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένους	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωμένων	=	χαλυβδωμένος
χαλυβδωνόμασταν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόμαστε	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόμουν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόμουνα	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόντουσαν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόσασταν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόσαστε	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόσουν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόσουνα	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνόταν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδωνότανε	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδόφυλλα	=	χαλυβδόφυλλο
χαλυβδόφυλλο	noun	έλασμα από χάλυβα
χαλυβδόφυλλου	=	χαλυβδόφυλλο
χαλυβδόφυλλων	=	χαλυβδόφυλλο
χαλυβδώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνομαι
χαλυβδώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλύβδωμα
χαλυβδώματος	noun	γενική ενικού του χαλύβδωμα
χαλυβδώναμε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώναν	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνανε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνατε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνει	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνεις	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνεσαι	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώνεστε	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώνεται	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώνετε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώνονται	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώνονταν	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώνοντας	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνου	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώνουμε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνουν	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνουνε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώνω	verb	μετατρέπω τον σίδηρο σε χάλυβα ή ισχυροποιώ αντικείμενο με την προσθήκη χάλυβα
χαλυβδώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσαν	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώσανε	=	χαλυβδώνω
χαλυβδώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσεων	=	χαλύβδωση
χαλυβδώσου	=	χαλυβδώνομαι
χαλυβδώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβδώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλυβοβιομηχανία	noun	η βιομηχανία του χάλυβα, η χαλυβουργία
χαλυβοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του χαλυβοβιομηχανία
χαλυβοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλυβοβιομηχανία
χαλυβοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλυβοβιομηχανία
χαλυβοποίει	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποίησα	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποίησαν	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποίησε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποίησες	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλυβοποιώ
χαλυβοποίησης	noun	γενική ενικού του χαλυβοποίηση
χαλυβοποιήθηκα	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιήθηκαν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιήθηκε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιήθηκες	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιήσαμε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιήσαν	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιήσανε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιήσατε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιήσει	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλυβοποίηση
χαλυβοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χαλυβοποίηση
χαλυβοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χαλυβοποίηση
χαλυβοποιήσου	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιήστε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιεί	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιείς	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιείσαι	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιείστε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιείται	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιείτε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιηθήκαμε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιηθήκαν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιηθήκανε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιηθήκατε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιηθεί	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιηθείτε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιημένα	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένε	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένες	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένη	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένης	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένο	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένοι	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαλυβοποιώ
χαλυβοποιημένου	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένους	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιημένων	=	χαλυβοποιημένος
χαλυβοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούμασταν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούμαστε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούμε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούμουν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούν	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούνε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούνται	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούνταν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούσα	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσαμε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσαν	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσανε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσασταν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούσαστε	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιούσατε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσε	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσες	=	χαλυβοποιώ
χαλυβοποιούσουν	=	χαλυβοποιούμαι
χαλυβοποιώ	verb	χαλυβδώνω
χαλυβοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαλυβοποιώ
χαλυβουγιών	=	χαλυβουργία
χαλυβουργία	noun	ο κλάδος της βιομηχανίας που ασχολείται με την επεξεργασία του χάλυβα
χαλυβουργίας	noun	γενική ενικού του χαλυβουργία
χαλυβουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλυβουργία
χαλυβουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαλυβουργείο
χαλυβουργείο	noun	βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας του χάλυβα
χαλυβουργείου	noun	γενική ενικού του χαλυβουργείο
χαλυβουργείων	noun	γενική πληθυντικού του χαλυβουργείο
χαλυβουργικά	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικέ	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικές	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργική	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χαλυβουργική) του χαλυβουργικός
χαλυβουργικοί	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικού	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικούς	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικό	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργικός	adj	σχετικός με την χαλυβουργία
χαλυβουργικών	=	χαλυβουργικός
χαλυβουργιών	noun	γενική πληθυντικού του χαλυβουργία
χαλυβώνομαι	verb|figurative	παθητική φωνή του ρήματος χαλυβώνω, άλλη μορφή του χαλυβδώνομαι
χαλυβώνω	verb|figurative	άλλη μορφή του χαλυβδώνω
χαλυβώσεις	=	χαλύβωση
χαλυβώσεων	=	χαλύβωση
χαλύβδινα	=	χαλύβδινος
χαλύβδινε	=	χαλύβδινος
χαλύβδινες	=	χαλύβδινος
χαλύβδινη	=	χαλύβδινος
χαλύβδινης	=	χαλύβδινος
χαλύβδινο	=	χαλύβδινος
χαλύβδινοι	=	χαλύβδινος
χαλύβδινος	adj	φτιαγμένος από χάλυβα
χαλύβδινου	=	χαλύβδινος
χαλύβδινους	=	χαλύβδινος
χαλύβδινων	=	χαλύβδινος
χαλύβδωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλυβδώνω
χαλύβδωνα	=	χαλυβδώνω
χαλύβδωναν	=	χαλυβδώνω
χαλύβδωνε	=	χαλυβδώνω
χαλύβδωνες	=	χαλυβδώνω
χαλύβδωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλύβδωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλύβδωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλύβδωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαλυβδώνω
χαλύβδωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλυβδώνω
χαλύβδωσης	=	χαλύβδωση
χαλύβων	=	χάλυβας
χαλύβωση	noun|figurative	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαλυβώνω
χαλύβωσης	=	χαλύβωση
χαλώ	verb	άλλη μορφή του χαλάω
χαλώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαλάω / χαλώ
χαλώνω	verb	στρώνω τα χαλιά στο σπίτι για τον χειμώνα
χαμάδα	noun	η ελιά που έπεσε στη γη
χαμάδας	=	χαμάδα
χαμάδες	=	χαμάδα
χαμάδων	=	χαμάδα
χαμάλη	=	χαμάλης
χαμάληδες	=	χαμάλης
χαμάληδων	=	χαμάλης
χαμάλης	noun	ο ανειδίκευτος εργάτης που μεταφέρει βάρη, ο αχθοφόρος, ο φορτοεκφορτωτής
χαμάλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμάλικο
χαμάλικε	adj	κλητική ενικού του χαμάλικος
χαμάλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμάλικη
χαμάλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμάλικος
χαμάλικης	adj	γενική ενικού του χαμάλικη
χαμάλικο	adj	αιτιατική ενικού του χαμάλικος
χαμάλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμάλικος
χαμάλικος	adj	που αναφέρεται ή χαρακτηρίζει το χαμάλη
χαμάλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαμάλικος
χαμάλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμάλικος
χαμάλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαμάλικος
χαμάμ	noun	κτήριο με θερμά λουτρά και (κατ’ επέκταση) το σωματικό πλύσιμο σ’ αυτά
χαμάμι	noun	άλλη μορφή του χαμάμ
χαμάμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμάμι
χαμέ	noun	κλητική ενικού του χαμός	adv	άλλη γραφή του χαμαί
χαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμένο
χαμένε	verb	κλητική ενικού του χαμένος
χαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμένη
χαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμένος
χαμένης	verb	γενική ενικού του χαμένη
χαμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαμένος
χαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμένος
χαμένος	verb	που έχει χάσει, που έχει ηττηθεί
χαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαμένος
χαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαμένος
χαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαμένος
χαμέρπεια	noun	η ιδιότητα του χαμερπούς, η ευτέλεια, η ποταπότητα
χαμέρπειας	noun	γενική ενικού του χαμέρπεια
χαμέρπειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμέρπεια
χαμήλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαμηλώνω
χαμήλωνα	=	χαμηλώνω
χαμήλωναν	=	χαμηλώνω
χαμήλωνε	=	χαμηλώνω
χαμήλωνες	=	χαμηλώνω
χαμήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμίνι	noun	το παιδί που γυρίζει στις γειτονιές αλητεύοντας, το παιδί του δρόμου, το αλάνι
χαμίνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμίνι
χαμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Χαμίτης
χαμίτη	=	χαμίτης
χαμίτης	noun|dated	λαοί της βόρειας Αφρικής με χαρακτηριστικά της λευκής φυλής, όπως περιγράφηκαν το 19ο αιώνα.
χαμαί	adv	κάτω, καταγής
χαμαίδρυα	=	χαμαίδρυο
χαμαίδρυο	noun|literary	άλλη μορφή του χαμοδρυά
χαμαίδρυου	=	χαμαίδρυο
χαμαίμηλον	noun|formal	το χαμομήλι
χαμαίφυτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμαίφυτο
χαμαίφυτο	noun	φυτό που έχει τους αναπαραγωγικούς οφθαλμούς του κοντά στην επιφάνεια του εδάφους, συνήθως κάτω από 25 εκατοστά
χαμαίφυτον	noun	άλλη μορφή του χαμαίφυτο
χαμαίφυτου	noun	γενική ενικού του χαμαίφυτο
χαμαίφυτων	noun	γενική πληθυντικού του χαμαίφυτο
χαμαιδρύου	=	χαμαίδρυο
χαμαιδρύων	=	χαμαίδρυο
χαμαιλέον	=	χαμαιλέων
χαμαιλέοντα	=	χαμαιλέων
χαμαιλέοντας	noun	εντομοφάγο, κυρίως δενδρόβιο ερπετό (σαύρα) με μακριά, ελικοειδή ουρά, εξογκωμένα μάτια που κινούνται ανεξάρτητα, μακριά και εκτινασσόμενη γλώσσα για την σύλληψη της τροφής και την ικανότητα να αλλάζει το χρώμα του δέρματός του ανάλογα με το περιβάλλον
χαμαιλέοντες	=	χαμαιλέων
χαμαιλέοντος	=	χαμαιλέων
χαμαιλέων	noun|formal	άλλη μορφή του χαμαιλέοντας
χαμαιλειέ	=	χαμαιλειός
χαμαιλειοί	=	χαμαιλειός
χαμαιλειού	=	χαμαιλειός
χαμαιλειούς	=	χαμαιλειός
χαμαιλειό	=	χαμαιλειός
χαμαιλειός	noun	θαμνοειδές φυτό με βοτανικές ιδιότητες
χαμαιλειών	=	χαμαιλειός
χαμαιλεόντων	=	χαμαιλέων
χαμαιτυπεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμαιτυπείο
χαμαιτυπείο	noun|formal	πορνείο, οίκος ανοχής, μπουρδέλο
χαμαιτυπείου	noun	γενική ενικού του χαμαιτυπείο
χαμαιτυπείων	noun	γενική πληθυντικού του χαμαιτυπείο
χαμαλίκα	noun	το πανί που ρίχνουν στην πλάτη τους οι αχθοφόροι για να μην τραυματίζονται ή να μην πονούν οι σπόνδυλοι και ο αυχένας τους από τα σκληρά αντικείμενα που μεταφέρουν στη ράχη
χαμαλίκι	noun	η δουλειά του χαμάλη, η βαριά και χαμηλά αμειβόμενη εργασία που θεωρείται υποτιμητική
χαμαλίκια	=	χαμαλίκι
χαμαλιάτικα	noun	η αμοιβή του χαμάλη, του αχθοφόρου
χαμαλιάτικων	=	χαμαλιάτικα
χαμαλικεύω	verb	εργάζομαι πολύ σκληρά
χαμαλικιού	=	χαμαλίκι
χαμαλικιών	=	χαμαλίκι
χαμαλοδουλειά	noun	βαριά, χαμηλά αμειβόμενη εργασία που θεωρείται και υποτιμητική
χαμαλοδουλειάς	noun	γενική ενικού του χαμαλοδουλειά
χαμαλοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμαλοδουλειά
χαμαλοδουλειών	=	χαμαλοδουλειά
χαμαμτζή	=	χαμαμτζής
χαμαμτζήδες	=	χαμαμτζής
χαμαμτζήδων	=	χαμαμτζής
χαμαμτζής	noun	ο ιδιοκτήτης ή ο εργαζόμενος σε χαμάμ
χαμασίτες	=	χαμασίτης
χαμασίτη	=	χαμασίτης
χαμασίτης	noun	μέλος ή οπαδός της Χαμάς
χαμασιτών	=	χαμασίτης
χαμερπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαμερπής
χαμερπή	adj	αιτιατική ενικού του χαμερπής
χαμερπής	adj	ποταπός, τιποτένιος
χαμερπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμερπής
χαμερπειών	noun	γενική πληθυντικού του χαμέρπεια
χαμερπούς	adj	γενική ενικού του χαμερπής
χαμερπών	adj	γενική πληθυντικού του χαμερπής
χαμερπώς	adv	με χαμερπή τρόπο
χαμηλά	noun	ζώνη μικρού υψομέτρου	adv	σε μικρό υψόμετρο
χαμηλέ	adj	κλητική ενικού του χαμηλός
χαμηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλή
χαμηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλός
χαμηλής	adj	γενική ενικού του χαμηλή
χαμηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλός
χαμηλοβλέφαρα	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρε	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρες	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρη	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρης	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρο	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαροι	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρος	adj	που έχει μισόκλειστα τα βλέφαρα
χαμηλοβλέφαρου	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρους	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλέφαρων	=	χαμηλοβλέφαρος
χαμηλοβλεπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαμηλοβλεπής
χαμηλοβλεπή	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλοβλεπής
χαμηλοβλεπής	adj	σεμνός, προσγειωμένος, ταπεινός, αυτός που κρατά τα μάτια του χαμηλά, συνηθισμένη χρήση για γυναίκες με τη μορφή χαμηλοβλεπούσα
χαμηλοβλεπείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοβλεπής
χαμηλοβλεπούς	adj	γενική ενικού του χαμηλοβλεπής
χαμηλοβλεπούσα	noun	για γυναίκα που χαμηλώνει το βλέμμα, κοιτά χαμηλά
χαμηλοβλεπούσας	noun	γενική ενικού του χαμηλοβλεπούσα
χαμηλοβλεπούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοβλεπούσα
χαμηλοβλεπών	adj	γενική πληθυντικού του χαμηλοβλεπής
χαμηλοθωρούσα	noun	άλλη μορφή του χαμηλοθώρα, θηλυκό του χαμηλοθώρης
χαμηλοθωρούσας	=	χαμηλοθωρούσα
χαμηλοθωρούσες	=	χαμηλοθωρούσα
χαμηλοθώρα	noun	θηλυκό του χαμηλοθώρης
χαμηλοθώρας	=	χαμηλοθώρα
χαμηλοθώρες	=	χαμηλοθώρα
χαμηλοθώρη	=	χαμηλοθώρης
χαμηλοθώρηδες	=	χαμηλοθώρης
χαμηλοθώρηδων	=	χαμηλοθώρης
χαμηλοθώρης	noun	που κοιτάει χαμηλά
χαμηλοκώλα	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλας	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλες	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλη	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώληδες	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώληδων	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλης	adj	για άνθρωπο που η αναλογία τού μήκους του κορμού προς τα πόδια είναι μεγαλύτερη απ' το συνηθισμένο δίνοντας την εντύπωση ότι ο πισινός έχει χαμηλή θέση
χαμηλοκώλικα	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλικο	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλικου	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοκώλικων	=	χαμηλοκώλης
χαμηλοστήθη	=	χαμηλοστήθης
χαμηλοστήθηδες	=	χαμηλοστήθης
χαμηλοστήθηδων	=	χαμηλοστήθης
χαμηλοστήθης	noun	για άντρα που το στήθος του είναι παχύ, χαλαρό, πεσμένο χαμηλά
χαμηλοσυνταξιούχε	=	χαμηλοσυνταξιούχος
χαμηλοσυνταξιούχο	=	χαμηλοσυνταξιούχος
χαμηλοσυνταξιούχοι	=	χαμηλοσυνταξιούχος
χαμηλοσυνταξιούχος	noun	ο / η συνταξιούχος που έχει, συγκριτικά, χαμηλή σύνταξη
χαμηλοσυνταξιούχου	=	χαμηλοσυνταξιούχος
χαμηλοσυνταξιούχους	=	χαμηλοσυνταξιούχος
χαμηλοσυνταξιούχων	=	χαμηλοσυνταξιούχος
χαμηλοτάβανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοτάβανο
χαμηλοτάβανε	adj	κλητική ενικού του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάβανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοτάβανη
χαμηλοτάβανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάβανης	adj	γενική ενικού του χαμηλοτάβανη
χαμηλοτάβανο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάβανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάβανος	adj	που έχει χαμηλό ταβάνι, άρα μικρό ύψος
χαμηλοτάβανου	adj	γενική ενικού του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάβανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάβανων	adj	γενική πληθυντικού του χαμηλοτάβανος
χαμηλοτάκουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοτάκουνο
χαμηλοτάκουνε	adj	κλητική ενικού του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοτάκουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοτάκουνη
χαμηλοτάκουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοτάκουνης	adj	γενική ενικού του χαμηλοτάκουνη
χαμηλοτάκουνο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοτάκουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοτάκουνος	adj	που έχει χαμηλά τακούνια
χαμηλοτάκουνου	adj	γενική ενικού του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοτάκουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοτάκουνων	adj	γενική πληθυντικού του χαμηλοτάκουνος
χαμηλοφώνως	adv	χαμηλόφωνα
χαμηλού	adj	γενική ενικού του χαμηλός
χαμηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλός
χαμηλούτσικα	adv	κάπως χαμηλά
χαμηλούτσικε	adj	κλητική ενικού του χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλούτσικη
χαμηλούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικης	adj	γενική ενικού του χαμηλούτσικη
χαμηλούτσικια	=	χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικιας	=	χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικος	adj	κάπως χαμηλός
χαμηλούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλούτσικος
χαμηλούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαμηλούτσικος
χαμηλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαμήλωμα
χαμηλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλωμένο
χαμηλωμένε	verb	κλητική ενικού του χαμηλωμένος
χαμηλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλωμένη
χαμηλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλωμένος
χαμηλωμένης	verb	γενική ενικού του χαμηλωμένη
χαμηλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαμηλωμένος
χαμηλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλωμένος
χαμηλωμένος	verb	που τον έχουν χαμηλώσει, που τον έχουν κατεβάσει
χαμηλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαμηλωμένος
χαμηλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλωμένος
χαμηλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαμηλωμένος
χαμηλό	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλός
χαμηλόβαθμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόβαθμο
χαμηλόβαθμε	adj	κλητική ενικού του χαμηλόβαθμος
χαμηλόβαθμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόβαθμη
χαμηλόβαθμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλόβαθμος
χαμηλόβαθμης	adj	γενική ενικού του χαμηλόβαθμη
χαμηλόβαθμο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλόβαθμος
χαμηλόβαθμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόβαθμος
χαμηλόβαθμος	adj	που έχει χαμηλούς βαθμούς σε αξιολόγηση σχολική
χαμηλόβαθμου	adj	γενική ενικού του χαμηλόβαθμος
χαμηλόβαθμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλόβαθμος
χαμηλόβαθμων	adj	γενική πληθυντικού του χαμηλόβαθμος
χαμηλόκωλα	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλε	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλες	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλη	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλης	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλο	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλοι	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλος	adj	συνώνυμο του χαμηλοκώλης
χαμηλόκωλου	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλους	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόκωλων	=	χαμηλόκωλος
χαμηλόμισθα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόμισθο
χαμηλόμισθε	adj	κλητική ενικού του χαμηλόμισθος
χαμηλόμισθες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόμισθη
χαμηλόμισθη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλόμισθος
χαμηλόμισθης	adj	γενική ενικού του χαμηλόμισθη
χαμηλόμισθο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλόμισθος
χαμηλόμισθοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόμισθος
χαμηλόμισθος	adj	που παίρνει χαμηλό μισθό
χαμηλόμισθου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαμηλόμισθος
χαμηλόμισθους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλόμισθος
χαμηλόμισθων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαμηλόμισθος
χαμηλόρρυθμα	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμε	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμες	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμη	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμης	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμο	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμοι	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμος	adj	που έχει ή που λειτουργεί με χαμηλό ρυθμό
χαμηλόρρυθμου	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμους	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλόρρυθμων	=	χαμηλόρρυθμος
χαμηλός	adj	που έχει μικρό ύψος
χαμηλόσυχνα	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνε	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνες	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνη	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνης	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνο	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνοι	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνος	adj	που λειτουργεί σε χαμηλές συχνότητες ή παράγει χαμηλές συχνότητες
χαμηλόσυχνου	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνους	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλόσυχνων	=	χαμηλόσυχνος
χαμηλότατα	=	χαμηλός
χαμηλότατε	=	χαμηλός
χαμηλότατες	=	χαμηλός
χαμηλότατη	=	χαμηλός
χαμηλότατης	=	χαμηλός
χαμηλότατο	=	χαμηλός
χαμηλότατοι	=	χαμηλός
χαμηλότατος	=	χαμηλός
χαμηλότατου	=	χαμηλός
χαμηλότατους	=	χαμηλός
χαμηλότατων	=	χαμηλός
χαμηλότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλότερο	adv	πιο χαμηλά, σε χαμηλότερο ύψος
χαμηλότερε	adj	κλητική ενικού του χαμηλότερος
χαμηλότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλότερη
χαμηλότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλότερος
χαμηλότερης	adj	γενική ενικού του χαμηλότερη
χαμηλότερο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλότερος
χαμηλότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλότερος
χαμηλότερος	adj	που είναι πιο χαμηλός
χαμηλότερου	adj	γενική ενικού του χαμηλότερος
χαμηλότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλότερος
χαμηλότερων	adj	γενική πληθυντικού του χαμηλότερος
χαμηλόφωνα	adv	με χαμηλή φωνή, σιγά, χωρίς δυνατές φωνές
χαμηλόφωνε	adj	κλητική ενικού του χαμηλόφωνος
χαμηλόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόφωνη
χαμηλόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμηλόφωνος
χαμηλόφωνης	adj	γενική ενικού του χαμηλόφωνη
χαμηλόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του χαμηλόφωνος
χαμηλόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμηλόφωνος
χαμηλόφωνος	adj	που μιλάει με χαμηλή φωνή
χαμηλόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαμηλόφωνος
χαμηλόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμηλόφωνος
χαμηλόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαμηλόφωνος
χαμηλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμήλωμα
χαμηλώματος	noun	γενική ενικού του χαμήλωμα
χαμηλών	adj	γενική πληθυντικού του χαμηλός
χαμηλώναμε	=	χαμηλώνω
χαμηλώναν	=	χαμηλώνω
χαμηλώνανε	=	χαμηλώνω
χαμηλώνατε	=	χαμηλώνω
χαμηλώνει	=	χαμηλώνω
χαμηλώνεις	=	χαμηλώνω
χαμηλώνετε	=	χαμηλώνω
χαμηλώνομε	=	χαμηλώνω
χαμηλώνοντας	=	χαμηλώνω
χαμηλώνουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώνουν	=	χαμηλώνω
χαμηλώνουνε	=	χαμηλώνω
χαμηλώνω	verb	κατεβάζω ελαφρά, ελαττώνω, το επίπεδο από κάτι
χαμηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσαν	=	χαμηλώνω
χαμηλώσανε	=	χαμηλώνω
χαμηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσομε	=	χαμηλώνω
χαμηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσουνε	=	χαμηλώνω
χαμηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμηλώνω
χαμινιού	=	χαμίνι
χαμινιών	=	χαμίνι
χαμιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμιτικό
χαμιτικέ	adj	κλητική ενικού του χαμιτικός
χαμιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμιτική
χαμιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαμιτικός
χαμιτικής	adj	γενική ενικού του χαμιτική
χαμιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμιτικός
χαμιτικού	adj	γενική ενικού του χαμιτικός
χαμιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμιτικός
χαμιτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαμιτικός
χαμιτικός	adj	σχετικός με τους Χαμίτες
χαμιτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαμιτικός
χαμιτών	=	χαμίτης
χαμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμός
χαμοβουνιού	=	χαμοβούνι
χαμοβουνιών	=	χαμοβούνι
χαμοβούνι	noun	χαμηλό βουνό
χαμοβούνια	=	χαμοβούνι
χαμογέλα	=	χαμογελάω
χαμογέλαγα	=	χαμογελάω
χαμογέλαγαν	=	χαμογελάω
χαμογέλαγε	=	χαμογελάω
χαμογέλαγες	=	χαμογελάω
χαμογέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογέλασμα	noun	το χαμόγελο
χαμογέλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμογέλιο
χαμογέλιο	noun	το χαμόγελο
χαμογέλιου	noun	γενική ενικού του χαμογέλιο
χαμογέλιων	noun	γενική πληθυντικού του χαμογέλιο
χαμογελά	=	χαμογελάω
χαμογελάγαμε	=	χαμογελάω
χαμογελάγανε	=	χαμογελάω
χαμογελάγατε	=	χαμογελάω
χαμογελάει	=	χαμογελάω
χαμογελάκι	noun	υποκοριστικό του χαμόγελο
χαμογελάκια	=	χαμογελάκι
χαμογελάμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαμογελάω / χαμογελώ
χαμογελάν	=	χαμογελάω
χαμογελάνε	=	χαμογελάω
χαμογελάς	verb	β' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαμογελάω, χαμογελώ
χαμογελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσαν	=	χαμογελάω
χαμογελάσανε	=	χαμογελάω
χαμογελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμογέλασμα
χαμογελάσματος	noun	γενική ενικού του χαμογέλασμα
χαμογελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσουνε	=	χαμογελάω
χαμογελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμογελώ
χαμογελάτε	=	χαμογελάω
χαμογελάω	verb	έχω μια έκφραση του προσώπου, με τα χείλη τραβηγμένα προς το πλάι, χωρίς να βγάλω φωνή
χαμογελασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαμογέλασμα
χαμογελαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμογελαστό	adv	με καλή διάθεση
χαμογελαστέ	adj	κλητική ενικού του χαμογελαστός
χαμογελαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμογελαστή
χαμογελαστή	=	χαμογελαστός
χαμογελαστής	adj	γενική ενικού του χαμογελαστή
χαμογελαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαμογελαστός
χαμογελαστού	adj	γενική ενικού του χαμογελαστός
χαμογελαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαμογελαστός
χαμογελαστό	adj	αιτιατική ενικού του χαμογελαστός
χαμογελαστός	adj	αυτός που χαμογελά
χαμογελαστών	adj	γενική πληθυντικού του χαμογελαστός
χαμογελούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαμογελάω / χαμογελώ
χαμογελούν	=	χαμογελάω
χαμογελούνε	=	χαμογελάω
χαμογελούσα	=	χαμογελάω
χαμογελούσαμε	=	χαμογελάω
χαμογελούσαν	=	χαμογελάω
χαμογελούσανε	=	χαμογελάω
χαμογελούσατε	=	χαμογελάω
χαμογελούσε	=	χαμογελάω
χαμογελούσες	=	χαμογελάω
χαμογελώ	verb	άλλη μορφή του χαμογελάω
χαμογελώντας	=	χαμογελάω
χαμογιού	=	χαμόι
χαμογιών	=	χαμόι
χαμοδράκι	noun	ποιμενικός δαίμονας
χαμοδράκια	=	χαμοδράκι
χαμοδρυά	noun	το φυτό χαμαίδρυς, το Teucrium chamaedrys
χαμοδρυάς	=	χαμοδρυά
χαμοδρυές	=	χαμοδρυά
χαμοδρυών	=	χαμοδρυά
χαμοζωές	=	χαμοζωή
χαμοζωή	noun	πολύ φτωχική ζωή, γεμάτη στερήσεις
χαμοζωής	=	χαμοζωή
χαμοζωών	=	χαμοζωή
χαμοθεέ	=	χαμοθεός
χαμοθεοί	=	χαμοθεός
χαμοθεού	=	χαμοθεός
χαμοθεούς	=	χαμοθεός
χαμοθεό	=	χαμοθεός
χαμοθεός	noun	ο επίγειος προστάτης ενός ανθρώπου, κάποιος ισχυρός άντρας που προστατεύει ενα άτομο
χαμοθεών	=	χαμοθεός
χαμοκέλα	noun	το φτωχόσπιτο, το χαμόσπιτο, η καλύβα
χαμοκέλας	noun	γενική ενικού του χαμοκέλα
χαμοκέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμοκέλα
χαμοκέρασα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμοκέρασο
χαμοκέρασο	noun	η αγριοφράουλα
χαμοκέρασου	noun	γενική ενικού του χαμοκέρασο
χαμοκέρασων	noun	γενική πληθυντικού του χαμοκέρασο
χαμοκελών	=	χαμοκέλα
χαμοκερασιά	noun	άγρια φράουλα επιστ. ονομ. fragaria vesca
χαμοκερασιάς	noun	γενική ενικού του χαμοκερασιά
χαμοκερασιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμοκερασιά
χαμοκερασιών	=	χαμοκερασιά
χαμοκυλιέμαι	verb	κυλιέμαι χάμω, στο έδαφος
χαμολιά	noun|vulgar	ονομασία του φυτού δαφνοειδής η χαμελαία
χαμολιάς	=	χαμολιά
χαμολιές	=	χαμολιά
χαμολιών	=	χαμολιά
χαμολογιού	=	χαμολόγι
χαμολογιών	=	χαμολόγι
χαμολούλουδα	=	χαμολούλουδο
χαμολούλουδο	noun	λουλούδι με πολύ μικρό κοτσάνι που βγαίνει πολύ κοντά στο χώμα
χαμολούλουδου	=	χαμολούλουδο
χαμολούλουδων	=	χαμολούλουδο
χαμολόγι	noun	χαμολόι
χαμολόγια	=	χαμολόγι
χαμολόι	noun	το δεύτερο σύναγμα ελιών
χαμομήλι	noun	κοινή ονομασία για τα ετήσια ποώδη φυτά του γένους Chamomilla που μοιάζει με μαργαρίτα
χαμομήλια	=	χαμομήλι
χαμομηλέλαια	=	χαμομηλέλαιο
χαμομηλέλαιο	noun	λάδι που παράγεται από χαμομήλι
χαμομηλέλαιου	=	χαμομηλέλαιο
χαμομηλέλαιων	=	χαμομηλέλαιο
χαμομηλελαίου	=	χαμομηλέλαιο
χαμομηλελαίων	=	χαμομηλέλαιο
χαμομηλιά	noun	το φυτό από το οποίο λαμβάνεται το χαμομήλι
χαμομηλιάς	=	χαμομηλιά
χαμομηλιές	=	χαμομηλιά
χαμομηλιού	=	χαμομήλι
χαμομηλιών	=	χαμομήλι
χαμομηλόλαδα	=	χαμομηλόλαδο
χαμομηλόλαδο	noun	καλλυντικό που παρασκευάζεται με ένα μέρος αποξηραμένου χαμομηλιού και ένα μέρος λαδιού σε γιάλινο βάζο, το οποίο θερμαίνεται ήπια επί αρκετές ώρες σε διπλό μπεν μαρί (χωρίς το βάζο να έρχεται σε επαφή με το ζεστό νερό) και που μετά καθαρίζεται με σουρωτήρι και γάζες ώστε το έλαιο να μην έχει υπολείμματα φυτού
χαμομηλόλαδου	=	χαμομηλόλαδο
χαμομηλόλαδων	=	χαμομηλόλαδο
χαμοπέρδικα	noun|dated	το ορτύκι
χαμοπέρδικας	noun	γενική ενικού του χαμοπέρδικα
χαμοπέρδικες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμοπέρδικα
χαμοσέρνω	verb|vulgar	σέρνω χάμω, καταγής
χαμουθράκι	noun	ποιμενικοί δαίμονες, άλλη γραφή του χαμοδράκι
χαμουθράκια	=	χαμουθράκι
χαμουρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμούρεμα
χαμουρέματος	noun	γενική ενικού του χαμούρεμα
χαμουρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαμούρεμα
χαμού	noun	γενική ενικού του χαμός
χαμούλη	=	χαμούλης
χαμούληδες	=	χαμούλης
χαμούληδων	=	χαμούλης
χαμούλης	noun	ο μικρός χαμός
χαμούρα	noun|vulgar	ανήθικη γυναίκα, πόρνη , ή ειδικότερα φτηνή πόρνη που δεν έχει δωμάτιο
χαμούρας	noun	γενική ενικού του χαμούρα
χαμούρεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαμουρεύομαι
χαμούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμούρα
χαμούρη	=	χαμούρης
χαμούρηδες	=	χαμούρης
χαμούρηδων	=	χαμούρης
χαμούρης	noun	μορφή του χαμούρα ειδικά για αρσενικά άτομα
χαμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαμός
χαμπάρι	noun	το νέο, η είδηση, το μαντάτο
χαμπάρια	=	χαμπάρι
χαμπάριαζα	=	χαμπαριάζω
χαμπάριαζαν	=	χαμπαριάζω
χαμπάριαζε	=	χαμπαριάζω
χαμπάριαζες	=	χαμπαριάζω
χαμπάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπάριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπάριασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαμπαριάζω
χαμπάριζα	=	χαμπαρίζω
χαμπάριζαν	=	χαμπαρίζω
χαμπάριζε	=	χαμπαρίζω
χαμπάριζες	=	χαμπαρίζω
χαμπάρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπάρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπάρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπάρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπέρι	noun	άλλη μορφή του χαμπάρι
χαμπέρια	=	χαμπέρι
χαμπαρίζαμε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζαν	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζανε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζατε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζει	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζεις	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζετε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζοντας	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζουμε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζουν	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζουνε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίζω	verb	άλλη μορφή του χαμπαριάζω
χαμπαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσαν	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίσανε	=	χαμπαρίζω
χαμπαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαρίζω
χαμπαριάζαμε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζαν	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζανε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζατε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζει	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζεις	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζετε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζοντας	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζουμε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζουν	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζουνε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάζω	verb	καταλαβαίνω, κατανοώ
χαμπαριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσαν	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάσανε	=	χαμπαριάζω
χαμπαριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμπάριασμα
χαμπαριάσματος	noun	γενική ενικού του χαμπάριασμα
χαμπαριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαμπαριάζω
χαμπαριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαμπάριασμα
χαμπαριού	=	χαμπάρι
χαμπαριών	=	χαμπάρι
χαμπεριού	=	χαμπέρι
χαμπεριών	=	χαμπέρι
χαμπουργκεράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμπουργκεράδικο
χαμπουργκεράδικο	noun	μαγαζί που πουλάει χάμπουργκερ
χαμπουργκεράδικου	noun	γενική ενικού του χαμπουργκεράδικο
χαμπουργκεράδικων	noun	γενική πληθυντικού του χαμπουργκεράδικο
χαμπούμπ	noun	ο ισχυρός άνεμος που μεταφέρει σκόνη (αμμοθύελλα) στην περιοχή του Σουδάν
χαμσίν	noun	ονομασία έντονου, θερμότατου νότιου ανέμου στην Αίγυπτο που πνέει από την έρημο (τον Νότο) προς το Βορρά και μεταφέρει κόκκους άμμου
χαμσίνι	noun	το χαμσίν
χαμσίνια	=	χαμσίνι
χαμσινιού	noun	γενική ενικού του χαμσίνι
χαμσινιών	=	χαμσίνι
χαμστεράκι	noun	μικρό χάμστερ
χαμστεράκια	=	χαμστεράκι
χαμψί	noun	άλλη μορφή του χαψί
χαμψίν	noun	άλλη μορφή του χαμσίν
χαμψίνι	noun	άλλη μορφή του χαμψίν
χαμψίνια	=	χαμψίνι
χαμψιά	=	χαμψί
χαμψινιού	=	χαμψίνι
χαμψινιών	=	χαμψίνι
χαμψιού	=	χαμψί
χαμψιών	=	χαμψί
χαμωτίδα	noun	το πουλί Tetrax tetrax
χαμωτίδας	=	χαμωτίδα
χαμωτίδες	=	χαμωτίδα
χαμωτίδων	=	χαμωτίδα
χαμό	noun	αιτιατική ενικού του χαμός
χαμόγελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμόγελο
χαμόγελο	noun	ελαφριά έκφραση του προσώπου, κυρίως του στόματος και των ματιών, χωρίς φωνή.
χαμόγελου	noun	γενική ενικού του χαμόγελο
χαμόγελων	noun	γενική πληθυντικού του χαμόγελο
χαμόγι	noun	το χαμόσπιτο
χαμόγια	=	χαμόι
χαμόδεντρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμόδεντρο
χαμόδεντρο	noun	ένα δέντρο πολύ χαμηλό, καχεκτικό
χαμόδεντρου	noun	γενική ενικού του χαμόδεντρο
χαμόδεντρων	noun	γενική πληθυντικού του χαμόδεντρο
χαμόδρακα	=	χαμόδρακας
χαμόδρακας	noun	το μεγάλο χαμοδράκι, ποιμενικός δαίμονας
χαμόδρακες	=	χαμόδρακας
χαμόδρακων	=	χαμόδρακας
χαμόι	noun	χαμηλό σε ύψος και πολύ φτωχικό σπίτι
χαμόκλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμόκλαδο
χαμόκλαδο	noun	κλαδί δέντρου σε χαμηλό ύψος
χαμόκλαδου	noun	γενική ενικού του χαμόκλαδο
χαμόκλαδων	noun	γενική πληθυντικού του χαμόκλαδο
χαμόμηλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμόμηλο
χαμόμηλο	noun	άλλη προφορά και γραφή για το χαμομήλι
χαμόμηλοα	=	χαμόμηλο
χαμόμηλοο	=	χαμόμηλο
χαμόμηλοου	=	χαμόμηλο
χαμόμηλου	noun	γενική ενικού του χαμόμηλο
χαμόμηλοων	=	χαμόμηλο
χαμόμηλων	noun	γενική πληθυντικού του χαμόμηλο
χαμόν	noun	ισπανικό αλλαντικό από χοιρομέρι
χαμός	noun	χάσιμο, απώλεια
χαμόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαμόσπιτο
χαμόσπιτο	noun	πολύ φτωχικό σπίτι μικρού ύψους και κακής κατασκευής
χαμόσπιτου	noun	γενική ενικού του χαμόσπιτο
χαμόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του χαμόσπιτο
χαμών	noun	γενική πληθυντικού του χαμός
χαν	noun	τίτλος πολιτικής ή στρατιωτικής εξουσίας που προήλθε αρχικά από την κεντρική Ασία.
χανάτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανάτο
χανάτο	noun	περιοχή στην οποία είχε εξουσία ο χαν
χανάτου	noun	γενική ενικού του χανάτο
χανάτων	noun	γενική πληθυντικού του χανάτο
χαναανίτες	=	χαναανίτης
χαναανίτη	=	χαναανίτης
χαναανίτης	noun	ο κάτοικος της Χαναάν
χαναανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαναανικό
χαναανικέ	adj	κλητική ενικού του χαναανικός
χαναανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαναανική
χαναανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαναανικός
χαναανικής	adj	γενική ενικού του χαναανική
χαναανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαναανικός
χαναανικού	adj	γενική ενικού του χαναανικός
χαναανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαναανικός
χαναανικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χαναανικός
χαναανικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην Χαναάν
χαναανικών	adj	γενική πληθυντικού του χαναανικός
χαναανιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαναανιτικό
χαναανιτικέ	adj	κλητική ενικού του χαναανιτικός
χαναανιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαναανιτική
χαναανιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαναανιτικός
χαναανιτικής	adj	γενική ενικού του χαναανιτική
χαναανιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαναανιτικός
χαναανιτικού	adj	γενική ενικού του χαναανιτικός
χαναανιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαναανιτικός
χαναανιτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαναανιτικός
χαναανιτικός	adj	που έχει σχέση ή αναφέρεται στην Χαναάν
χαναανιτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαναανιτικός
χαναανιτών	=	χαναανίτης
χανακτίσαμε	=	ξαναχτίζω
χανακτίσαν	=	ξαναχτίζω
χανακτίσανε	=	ξαναχτίζω
χανακτίσατε	=	ξαναχτίζω
χανακτίσει	=	ξαναχτίζω
χανθ	abbrev	το τμήμα της οργάνωσης ΧΑΝ της Θεσσαλονίκης
χανιού	=	χάνι
χανιτζή	=	χανιτζής
χανιτζήδες	=	χανιτζής
χανιτζήδων	=	χανιτζής
χανιτζής	noun	ο ιδιοκτήτης ενός χανιού· ο πανδοχέας
χανιών	=	χάνι
χανιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανιώτικο
χανιώτικε	adj	κλητική ενικού του χανιώτικος
χανιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανιώτικη
χανιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χανιώτικος
χανιώτικης	adj	γενική ενικού του χανιώτικη
χανιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του χανιώτικος
χανιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χανιώτικος
χανιώτικος	adj	που σχετίζεται με την πόλη των Χανίων ή με τον κάτοικό της, που προέρχεται από τα Χανιά
χανιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χανιώτικος
χανιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χανιώτικος
χανιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χανιώτικος
χανουμάκι	noun	νεαρή Tουρκάλα
χανουμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανουμάκι
χανουμισσών	noun	γενική πληθυντικού του χανούμισσα
χανούμισσα	noun	η γυναίκα του χαρεμιού
χανούμισσας	noun	γενική ενικού του χανούμισσα
χανούμισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανούμισσα
χανσεατικά	=	χανσεατικός
χανσεατικέ	=	χανσεατικός
χανσεατικές	=	χανσεατικός
χανσεατική	=	χανσεατικός
χανσεατικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χανσεατική) του χανσεατικός
χανσεατικοί	=	χανσεατικός
χανσεατικού	=	χανσεατικός
χανσεατικούς	=	χανσεατικός
χανσεατικό	=	χανσεατικός
χανσεατικός	adj	που σχετίζεται με τη σύμπαραξη πόλεων Χάνσα
χανσεατικών	=	χανσεατικός
χανσενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανσενικό
χανσενικέ	adj	κλητική ενικού του χανσενικός
χανσενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χανσενική
χανσενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χανσενικός
χανσενικής	adj	γενική ενικού του χανσενική
χανσενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χανσενικός
χανσενικού	adj	γενική ενικού του χανσενικός
χανσενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χανσενικός
χανσενικό	adj	αιτιατική ενικού του χανσενικός
χανσενικός	adj	που πάσχει από τη νόσο του Χάνσεν, ο λεπρός (χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό)
χανσενικών	adj	γενική πληθυντικού του χανσενικός
χαντάκι	noun	μακρόστενο σκαφτό ρηχό βαθούλωμα
χαντάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαντάκι
χαντάκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαντακώνω
χαντάκωνα	=	χαντακώνω
χαντάκωναν	=	χαντακώνω
χαντάκωνε	=	χαντακώνω
χαντάκωνες	=	χαντακώνω
χαντάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντίθ	noun	κείμενα που παρουσιάζουν τα λόγια και τις πράξεις του Μωάμεθ
χαντακιού	=	χαντάκι
χαντακιών	=	χαντάκι
χαντακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαντάκωμα
χαντακωμένος	=	χαντακώνω
χαντακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνομαι
χαντακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαντάκωμα
χαντακώματος	noun	γενική ενικού του χαντάκωμα
χαντακώναμε	=	χαντακώνω
χαντακώναν	=	χαντακώνω
χαντακώνανε	=	χαντακώνω
χαντακώνατε	=	χαντακώνω
χαντακώνει	=	χαντακώνω
χαντακώνεις	=	χαντακώνω
χαντακώνετε	=	χαντακώνω
χαντακώνομαι	=	χαντακώνω
χαντακώνοντας	=	χαντακώνω
χαντακώνουμε	=	χαντακώνω
χαντακώνουν	=	χαντακώνω
χαντακώνουνε	=	χαντακώνω
χαντακώνω	verb	προκαλώ την αποτυχία κάποιου με τις κακόβουλες ή απλώς άστοχες ενέργειες ή υποδείξεις μου
χαντακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσαν	=	χαντακώνω
χαντακώσανε	=	χαντακώνω
χαντακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χαντακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαντακώνω
χανταϊέ	=	χανταϊός
χανταϊοί	=	χανταϊός
χανταϊού	=	χανταϊός
χανταϊούς	=	χανταϊός
χανταϊό	=	χανταϊός
χανταϊός	noun	ομάδα ιών που μεταδίδονται κυρίως από τρωκτικά στον άνθρωπο και προκαλούν σοβαρές λοιμώξεις, ιδίως στο αναπνευστικό ή στους νεφρούς, μέσω εισπνοής ή επαφής με μολυσμένα εκκρίματα
χανταϊών	=	χανταϊός
χαντζάρα	noun	μεγάλο κυρτό μαχαίρι
χαντζάρας	noun	πολεμιστής που φέρει χαντζάρα
χαντζάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαντζάρα
χαντζάρι	noun	μεγάλο κυρτό μαχαίρι
χαντζάρια	=	χαντζάρι
χαντζή	=	χαντζής
χαντζήδες	=	χαντζής
χαντζήδων	=	χαντζής
χαντζής	noun	ιδιοκτήτης χανιού (πανδοχείου του 19ου αιώνα)
χαντζαριού	=	χαντζάρι
χαντζαριών	=	χαντζάρι
χαντοκάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαντοκάδικο
χαντοκάδικο	noun	φαστφουντάδικο (εστιατόριο ταχείας εστίασης) που προσφέρει χοτ ντογκ και άλλα σάντουιτς
χαντοκάδικου	noun	γενική ενικού του χαντοκάδικο
χαντοκάδικων	noun	γενική πληθυντικού του χαντοκάδικο
χαντοκάς	noun	μάγειρας ειδικευμένος στα χοτ ντογκ
χαντούμη	=	χαντούμης
χαντούμηδες	=	χαντούμης
χαντούμηδων	=	χαντούμης
χαντούμης	noun	ο ευνούχος
χαντράρω	verb	περνώ χάντρες (πχ. σε σχοινί, νήμα, κλωστή, αλυσίδα κτλ.)
χαντρίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαντρίτσα
χαντρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαντρούλα
χαντρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάντρωμα
χαντρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάντρωμα
χαντρώματος	noun	γενική ενικού του χάντρωμα
χαντρών	noun	γενική πληθυντικού του χάντρα
χαντόκι	noun	χοτ ντογκ
χανόμασταν	=	χάνω
χανόμαστε	=	χάνω
χανόμενος	=	χάνω
χανόμουν	=	χάνω
χανόμουνα	=	χάνω
χανόντουσαν	=	χάνω
χανόσασταν	=	χάνω
χανόσαστε	=	χάνω
χανόσουν	=	χάνω
χανόσουνα	=	χάνω
χανόταν	=	χάνω
χανότανε	=	χάνω
χανών	=	χάνης
χαοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χαοτικός	adv	κατά τρόπο χαοτικό
χαοτικέ	adj	κλητική ενικού του χαοτικός
χαοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαοτική
χαοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαοτικός
χαοτικής	adj	γενική ενικού του χαοτική
χαοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαοτικός
χαοτικού	adj	γενική ενικού του χαοτικός
χαοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαοτικός
χαοτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαοτικός
χαοτικός	adj	που έχει σχέση με το χάος ή αναφέρεται σ’ αυτό
χαοτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαοτικός
χαπάκι	noun	χάπι μικρού μεγέθους
χαπάκια	=	χαπάκι
χαπάκωνα	=	χαπακώνω
χαπάκωναν	=	χαπακώνω
χαπάκωνε	=	χαπακώνω
χαπάκωνες	=	χαπακώνω
χαπάκωσα	=	χαπακώνω
χαπάκωσαν	=	χαπακώνω
χαπάκωσε	=	χαπακώνω
χαπάκωσες	=	χαπακώνω
χαπακωθήκαμε	=	χαπακώνω
χαπακωθήκαν	=	χαπακώνω
χαπακωθήκανε	=	χαπακώνω
χαπακωθήκατε	=	χαπακώνω
χαπακωθεί	=	χαπακώνω
χαπακωθείτε	=	χαπακώνω
χαπακωμένος	=	χαπακώνω
χαπακωνόμασταν	=	χαπακώνω
χαπακωνόμαστε	=	χαπακώνω
χαπακωνόμουν	=	χαπακώνω
χαπακωνόμουνα	=	χαπακώνω
χαπακωνόντουσαν	=	χαπακώνω
χαπακωνόσασταν	=	χαπακώνω
χαπακωνόσαστε	=	χαπακώνω
χαπακωνόσουν	=	χαπακώνω
χαπακωνόσουνα	=	χαπακώνω
χαπακωνόταν	=	χαπακώνω
χαπακωνότανε	=	χαπακώνω
χαπακώθηκα	=	χαπακώνω
χαπακώθηκαν	=	χαπακώνω
χαπακώθηκε	=	χαπακώνω
χαπακώθηκες	=	χαπακώνω
χαπακώναμε	=	χαπακώνω
χαπακώναν	=	χαπακώνω
χαπακώνανε	=	χαπακώνω
χαπακώνατε	=	χαπακώνω
χαπακώνει	=	χαπακώνω
χαπακώνεις	=	χαπακώνω
χαπακώνεσαι	=	χαπακώνω
χαπακώνεστε	=	χαπακώνω
χαπακώνεται	=	χαπακώνω
χαπακώνετε	=	χαπακώνω
χαπακώνομαι	=	χαπακώνω
χαπακώνονται	=	χαπακώνω
χαπακώνονταν	=	χαπακώνω
χαπακώνοντας	=	χαπακώνω
χαπακώνου	=	χαπακώνω
χαπακώνουμε	=	χαπακώνω
χαπακώνουν	=	χαπακώνω
χαπακώνουνε	=	χαπακώνω
χαπακώνω	verb	δίνω σε κάποιον χάπια (λέγεται κυρίως για ψυχοφάρμακα)
χαπακώσαμε	=	χαπακώνω
χαπακώσαν	=	χαπακώνω
χαπακώσανε	=	χαπακώνω
χαπακώσατε	=	χαπακώνω
χαπακώσει	=	χαπακώνω
χαπακώσου	=	χαπακώνω
χαπακώστε	=	χαπακώνω
χαπιάρισμα	noun	η τακτοποίηση και η προσεκτική και συμμετρική κατανομή του χύδην φορτίου στα αμπάρια ενός πλοίου
χαπιάρω	verb	διευθετώ το χύμα φορτίο στο αμπάρι, ισιώνω την επιφάνεια του φορτίου προς αποφυγή μετακίνησης σε μπότζι
χαπιαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαπιάρισμα
χαπιαρίσματος	noun	γενική ενικού του χαπιάρισμα
χαπιαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαπιάρισμα
χαπιού	noun	γενική ενικού του χάπι
χαπιών	noun	γενική πληθυντικού του χάπι
χαρά	noun	συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση
χαράγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάραγμα
χαράγματος	noun	γενική ενικού του χάραγμα
χαράδρα	noun	στενόμακρο άνοιγμα στη γη ανάμεσα σε δύο όρη καθώς (κατ’ επέκταση) η κοίτη χειμάρρου που ενίοτε βρίσκεται σ' αυτή
χαράδρας	noun	γενική ενικού του χαράδρα
χαράδρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαράδρα
χαράζαμε	=	χαράζω
χαράζαν	=	χαράζω
χαράζανε	=	χαράζω
χαράζατε	=	χαράζω
χαράζει	=	χαράζω
χαράζεις	=	χαράζω
χαράζεσαι	=	χαράζομαι
χαράζεστε	=	χαράζομαι
χαράζεται	=	χαράζομαι
χαράζετε	=	χαράζω
χαράζομαι	verb	αφήνω πάνω μου σημάδια χρησιμοποιώντας ένα αιχμηρό αντικείμενο
χαράζομε	=	χαράζω
χαράζονται	=	χαράζομαι
χαράζονταν	=	χαράζομαι
χαράζοντας	=	χαράζω
χαράζου	=	χαράζομαι
χαράζουμε	=	χαράζω
χαράζουν	=	χαράζω
χαράζουνε	=	χαράζω
χαράζω	verb	δημιουργώ μια σχετικά βαθιά τομή (χαρακιά) στην επιφάνεια ενός αντικειμένου με οξύ όργανο
χαράκι	noun	η χαραγματιά
χαράκια	=	χαράκι
χαράκτες	=	χαράκτης
χαράκτη	=	χαράκτης
χαράκτης	noun	αυτός που ασχολείται με την τέχνη της εγχάραξης μιας σκληρής επίπεδης, κυλινδρικής ή άλλου είδους επιφάνειας, με σκοπό τη δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε αυτή την επιφάνεια
χαράκτρια	noun	χαράκτης
χαράκτριας	=	χαράκτρια
χαράκτριες	=	χαράκτρια
χαράκωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω
χαράκων	noun	γενική πληθυντικού του χάρακας
χαράκωνα	=	χαρακώνω
χαράκωναν	=	χαρακώνω
χαράκωνε	=	χαρακώνω
χαράκωνες	=	χαρακώνω
χαράκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαράκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαράκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαράκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαράκωση	noun	χάραξη γραμμών (με χάρακα) σε κάποια επιφάνεια (χαρτιού κ.λπ.)
χαράκωσης	=	χαράκωση
χαράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάραμα
χαράματος	=	χάραμα
χαράμι	adv	που δεν έχει τελικά όφελος ή, γενικότερα, αποτέλεσμα, που γίνεται ανώφελα
χαράμιζα	=	χαραμίζω
χαράμιζαν	=	χαραμίζω
χαράμιζε	=	χαραμίζω
χαράμιζες	=	χαραμίζω
χαράμισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαράμισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαράμισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαράμισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαράξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζω / χαράσσω
χαράξαν	=	χαράζω
χαράξανε	=	χαράζω
χαράξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζω / χαράσσω
χαράξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαράζω
χαράξεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάραξη
χαράξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαράζω
χαράξεων	noun	γενική πληθυντικού του χάραξη
χαράξεως	noun|formal	γενική ενικού του χάραξη
χαράξομε	=	χαράζω
χαράξου	=	χαράζομαι
χαράξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαράζω
χαράξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαράζω
χαράξουνε	=	χαράζω
χαράξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαράζω
χαράξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαράζω
χαράς	noun	γενική ενικού του χαρά
χαράσσομαι	=	χαράζω
χαράσσοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαράσσω
χαράσσω	=	χαράζω
χαράτσι	noun	κεφαλικός φόρος που πλήρωναν οι υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας που δεν ήταν μουσουλμάνοι
χαράτσια	=	χαράτσι
χαράτσωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού χαρατσώνω
χαράτσωνα	=	χαρατσώνω
χαράτσωναν	=	χαρατσώνω
χαράτσωνε	=	χαρατσώνω
χαράτσωνες	=	χαρατσώνω
χαράτσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαράτσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαράτσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαράτσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαράχθηκα	=	χαράζω
χαράχτε	=	χαράζω
χαράχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαράχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαράχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαράχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαρέμι	noun	η ομάδα των γυναικών που θεωρούνται σύζυγοι ενός μουσουλμάνου, ή άντρα σε κοινωνίες που δέχονταν την πολυγαμία
χαρέμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρέμι
χαρές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρά
χαρήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρήκαν	=	χαίρομαι
χαρήκανε	=	χαίρομαι
χαρήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρίζαμε	=	χαρίζω
χαρίζαν	=	χαρίζω
χαρίζανε	=	χαρίζω
χαρίζατε	=	χαρίζω
χαρίζει	=	χαρίζω
χαρίζεις	=	χαρίζω
χαρίζεσαι	=	χαρίζω
χαρίζεστε	=	χαρίζω
χαρίζεται	=	χαρίζω
χαρίζετε	=	χαρίζω
χαρίζομαι	verb	με χαρίζουν
χαρίζομε	=	χαρίζω
χαρίζονται	=	χαρίζω
χαρίζονταν	=	χαρίζω
χαρίζοντας	=	χαρίζω
χαρίζουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαρίζω
χαρίζουν	=	χαρίζω
χαρίζουνε	=	χαρίζω
χαρίζω	verb	προσφέρω ως δώρο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια ή ζώο.
χαρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσαν	=	χαρίζω
χαρίσανε	=	χαρίζω
χαρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάρισμα
χαρίσματος	noun	γενική ενικού του χάρισμα
χαρίσομε	=	χαρίζω
χαρίσου	=	χαρίζω
χαρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίσουνε	=	χαρίζω
χαρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζω
χαρίτων	=	χάρις
χαραγές	=	χαραγή
χαραγή	noun	η ενέργεια του χαράζω
χαραγής	=	χαραγή
χαραγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάραγμα
χαραγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραγμένο
χαραγμένε	verb	κλητική ενικού του χαραγμένος
χαραγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραγμένη
χαραγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαραγμένος
χαραγμένης	verb	γενική ενικού του χαραγμένη
χαραγμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαραγμένος
χαραγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαραγμένος
χαραγμένος	verb	που τον έχουν χαράξει, που επάνω του έχει εντυπωθεί κάτι όχι επιφανειακά αλλά σε κάποιο βάθος
χαραγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαραγμένος
χαραγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαραγμένος
χαραγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαραγμένος
χαραγματιά	noun	το αποτέλεσμα του χαράζω, το σημάδι που δημιουργείται όταν χαράζουμε μια επιφάνεια
χαραγματιάς	noun	γενική ενικού του χαραγματιά
χαραγματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραγματιά
χαραγματιών	=	χαραγματιά
χαραγών	=	χαραγή
χαραδριέ	=	χαραδριός
χαραδριοί	=	χαραδριός
χαραδριού	=	χαραδριός
χαραδριούς	=	χαραδριός
χαραδριό	=	χαραδριός
χαραδριός	noun	πτηνό
χαραδριών	=	χαραδριός
χαραδρών	noun	γενική πληθυντικού του χαράδρα
χαραζόμασταν	=	χαράζομαι
χαραζόμαστε	=	χαράζομαι
χαραζόμουν	=	χαράζομαι
χαραζόμουνα	=	χαράζομαι
χαραζόντουσαν	=	χαράζομαι
χαραζόσασταν	=	χαράζομαι
χαραζόσαστε	=	χαράζομαι
χαραζόσουν	=	χαράζομαι
χαραζόσουνα	=	χαράζομαι
χαραζόταν	=	χαράζομαι
χαραζότανε	=	χαράζομαι
χαρακίρι	noun	τελετουργική αυτοκτονία κοιλιακού εκσπλαχνισμού με ξίφος που εφάρμοζαν παραδοσιακά τα μέλη της ιαπωνικής τάξης των πολεμιστών όταν ατιμάζονταν, καταδικάζονταν σε θάνατο ή διαισθανόταν ότι επίκειται ήττα
χαρακιά	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω καθώς και (κατ’ επέκταση) το σημάδι που μένει από τη σχετική ενέργεια
χαρακιάς	noun	γενική ενικού του χαρακιά
χαρακιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακιά
χαρακιού	=	χαράκι
χαρακιών	=	χαρακιά
χαρακτήρα	noun	γενική ενικού του χαρακτήρας
χαρακτήρας	noun	στον άνθρωπο, το σύνολο των βασικών ιδιοτήτων (πνευματικών και ιδιοσυγκρασιακών) που τον χαρακτηρίζουν και το ξεχωρίζουν από τους άλλους και το οποίο καθορίζεται από τα γονίδια, την ανατροφή, τις περιβαλλοντικές επιρροές και τα βιώματα
χαρακτήρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτήρας
χαρακτήριζα	=	χαρακτηρίζω
χαρακτήριζαν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτήριζε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτήριζες	=	χαρακτηρίζω
χαρακτήρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτήρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτήρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτήρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτήρων	noun	γενική πληθυντικού του χαρακτήρας
χαρακτηρίζαμε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζαν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζανε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζατε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζεις	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζεσαι	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζεστε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χαρακτηρίζομαι
χαρακτηρίζετε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζομε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζονται	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζονταν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζοντας	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζουν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζουνε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίζω	verb	εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία βάσει κάποιων ιδιαίτερων γνωρισμάτων ή ιδιοτήτων του, τον διακρίνω, τον ξεχωρίζω από άλλους ή άλλα
χαρακτηρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσαν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσανε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσομε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσου	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίσουνε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόμασταν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόμαστε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόμουν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόμουνα	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόντουσαν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόσασταν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόσαστε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόσουν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόσουνα	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζόταν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριζότανε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρισμέ	noun	κλητική ενικού του χαρακτηρισμός
χαρακτηρισμένος	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρακτηρισμός
χαρακτηρισμού	noun	γενική ενικού του χαρακτηρισμός
χαρακτηρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρακτηρισμός
χαρακτηρισμό	noun	αιτιατική ενικού του χαρακτηρισμός
χαρακτηρισμός	noun	το αποτέλεσμα και η ενέργεια του χαρακτηρίζω, η απόδοση μιας ιδιότητας
χαρακτηρισμών	noun	γενική πληθυντικού του χαρακτηρισμός
χαρακτηριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστήκαν	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριστήκανε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτηριστικό	adv	κατά τρόπο χαρακτηριστικό
χαρακτηριστικέ	adj	κλητική ενικού του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτηριστική
χαρακτηριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικής	adj	γενική ενικού του χαρακτηριστική
χαρακτηριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικού	adj	γενική ενικού του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικό	noun	αυτό που χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι· ιδιαίτερο ή κύριο γνώρισμα, ιδιότητα ή ποιότητα προσώπου ή πράγματος	adj	αιτιατική ενικού του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικός	adj	που χαρακτηρίζει
χαρακτηριστικότατα	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατε	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατες	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατη	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατης	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατο	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατοι	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατος	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατου	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατους	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότατων	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερα	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερε	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερες	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερη	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερης	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερο	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότεροι	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερος	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερου	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερους	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικότερων	=	χαρακτηριστικός
χαρακτηριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρακτηριστικός
χαρακτηριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηριστούνε	=	χαρακτηρίζω
χαρακτηριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακτηρίζομαι
χαρακτηρολογία	noun	κλάδος της ψυχολογίας που μελετά τα ατομικά γνωρίσματα των ανθρώπινων χαρακτήρων
χαρακτηρολογίας	noun	γενική ενικού του χαρακτηρολογία
χαρακτηρολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτηρολογία
χαρακτηρολογιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρακτηρολογία
χαρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτικό
χαρακτικέ	adj	κλητική ενικού του χαρακτικός
χαρακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακτική
χαρακτική	noun	η τέχνη της εγχάραξης μιας σκληρής επίπεδης, κυλινδρικής ή άλλου είδους επιφάνειας, με σκοπό τη δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε αυτή την επιφάνεια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρακτικός
χαρακτικής	adj	γενική ενικού του χαρακτική
χαρακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρακτικός
χαρακτικού	adj	γενική ενικού του χαρακτικός
χαρακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρακτικός
χαρακτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαρακτικός	noun	έργο της χαρακτικής τέχνης
χαρακτικός	adj	που αναφέρεται στην τέχνη του χαράκτη, στην τέχνη της εγχάραξης μιας σκληρής επίπεδης, κυλινδρικής ή άλλου είδους επιφάνειας, με σκοπό τη δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε αυτήν
χαρακτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρακτικός
χαρακτριών	=	χαράκτρια
χαρακτών	=	χαράκτης
χαρακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθήκαν	=	χαρακώνω
χαρακωθήκανε	=	χαρακώνω
χαρακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωθούνε	=	χαρακώνω
χαρακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαράκωμα
χαρακωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακωμένο
χαρακωμένε	verb	κλητική ενικού του χαρακωμένος
χαρακωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακωμένη
χαρακωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρακωμένος
χαρακωμένης	verb	γενική ενικού του χαρακωμένη
χαρακωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαρακωμένος
χαρακωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρακωμένος
χαρακωμένος	verb	που έχει χαρακωθεί
χαρακωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρακωμένος
χαρακωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαρακωμένος
χαρακωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρακωμένος
χαρακωνόμασταν	=	χαρακώνω
χαρακωνόμαστε	=	χαρακώνω
χαρακωνόμουν	=	χαρακώνομαι
χαρακωνόμουνα	=	χαρακώνω
χαρακωνόντουσαν	=	χαρακώνω
χαρακωνόσασταν	=	χαρακώνω
χαρακωνόσαστε	=	χαρακώνω
χαρακωνόσουν	=	χαρακώνω
χαρακωνόσουνα	=	χαρακώνω
χαρακωνόταν	=	χαρακώνω
χαρακωνότανε	=	χαρακώνω
χαρακωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακωτό
χαρακωτέ	adj	κλητική ενικού του χαρακωτός
χαρακωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρακωτή
χαρακωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρακωτός
χαρακωτής	adj	γενική ενικού του χαρακωτή
χαρακωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρακωτός
χαρακωτού	adj	γενική ενικού του χαρακωτός
χαρακωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρακωτός
χαρακωτό	adj	αιτιατική ενικού του χαρακωτός
χαρακωτός	adj	που έχει χαρακωθεί, του έχουν κάνει χαρακώσεις ή του έχουν τραβήξει γραμμές με χάρακα
χαρακωτών	adj	γενική πληθυντικού του χαρακωτός
χαρακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνομαι
χαρακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαράκωμα
χαρακώματος	noun	γενική ενικού του χαράκωμα
χαρακώναμε	=	χαρακώνω
χαρακώναν	=	χαρακώνω
χαρακώνανε	=	χαρακώνω
χαρακώνατε	=	χαρακώνω
χαρακώνει	=	χαρακώνω
χαρακώνεις	=	χαρακώνω
χαρακώνεσαι	=	χαρακώνω
χαρακώνεστε	=	χαρακώνω
χαρακώνεται	=	χαρακώνω
χαρακώνετε	=	χαρακώνω
χαρακώνομαι	verb	με χαρακώνουν
χαρακώνομε	=	χαρακώνω
χαρακώνονται	=	χαρακώνω
χαρακώνονταν	=	χαρακώνω
χαρακώνοντας	=	χαρακώνω
χαρακώνουμε	=	χαρακώνω
χαρακώνουν	=	χαρακώνω
χαρακώνουνε	=	χαρακώνω
χαρακώνω	verb	γεμίζω με παράλληλες ευθείες γραμμές χρησιμοποιώντας χάρακα
χαρακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσαν	=	χαρακώνω
χαρακώσανε	=	χαρακώνω
χαρακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσεων	=	χαράκωση
χαρακώσομε	=	χαρακώνω
χαρακώσου	=	χαρακώνω
χαρακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσουνε	=	χαρακώνω
χαρακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαρακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρακώνω
χαραμάδα	noun	μακρόστενο άνοιγμα μεταξύ δύο αντικειμένων, τα οποία έπρεπε να εφάπτονται, που έχει προέλθει συνήθως από κακή κατασκευή ή φθορά
χαραμάδας	=	χαραμάδα
χαραμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραμάδα
χαραμάδος	noun|dated	αποσυνάγωγος
χαραμάδων	=	χαραμάδα
χαραμή	=	χαραμής
χαραμήδες	=	χαραμής
χαραμήδων	=	χαραμής
χαραμής	noun|vulgar	ο ληστής, ο κλέφτης
χαραμίζαμε	=	χαραμίζω
χαραμίζαν	=	χαραμίζω
χαραμίζανε	=	χαραμίζω
χαραμίζατε	=	χαραμίζω
χαραμίζει	=	χαραμίζω
χαραμίζεις	=	χαραμίζω
χαραμίζεσαι	=	χαραμίζω
χαραμίζεστε	=	χαραμίζω
χαραμίζεται	=	χαραμίζω
χαραμίζετε	=	χαραμίζω
χαραμίζομαι	=	χαραμίζω
χαραμίζονται	=	χαραμίζω
χαραμίζονταν	=	χαραμίζω
χαραμίζοντας	=	χαραμίζω
χαραμίζουμε	=	χαραμίζω
χαραμίζουν	=	χαραμίζω
χαραμίζουνε	=	χαραμίζω
χαραμίζω	verb	αφήνω χωρίς αξιοποίηση κάτι που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί
χαραμίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσαν	=	χαραμίζω
χαραμίσανε	=	χαραμίζω
χαραμίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαράμισμα
χαραμίσου	=	χαραμίζω
χαραμίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίσουνε	=	χαραμίζω
χαραμίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζω
χαραματιά	noun	μικρό άνοιγμα, σαν να το έχεις χαράξει, μια χαραμάδα
χαραματιάς	noun	γενική ενικού του χαραματιά
χαραματιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραματιά
χαραματιών	=	χαραματιά
χαραμιζόμασταν	=	χαραμίζω
χαραμιζόμαστε	=	χαραμίζω
χαραμιζόμουν	=	χαραμίζω
χαραμιζόμουνα	=	χαραμίζω
χαραμιζόντουσαν	=	χαραμίζω
χαραμιζόσασταν	=	χαραμίζω
χαραμιζόσαστε	=	χαραμίζω
χαραμιζόσουν	=	χαραμίζω
χαραμιζόσουνα	=	χαραμίζω
χαραμιζόταν	=	χαραμίζω
χαραμιζότανε	=	χαραμίζω
χαραμισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραμισμένο
χαραμισμένε	verb	κλητική ενικού του χαραμισμένος
χαραμισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραμισμένη
χαραμισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαραμισμένος
χαραμισμένης	verb	γενική ενικού του χαραμισμένη
χαραμισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαραμισμένος
χαραμισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαραμισμένος
χαραμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χαραμίζω
χαραμισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαραμισμένος
χαραμισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαραμισμένος
χαραμισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαραμισμένος
χαραμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστήκαν	=	χαραμίζω
χαραμιστήκανε	=	χαραμίζω
χαραμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμιστούνε	=	χαραμίζω
χαραμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαραμίζομαι
χαραμοφάγα	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγας	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγε	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγες	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγο	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγοι	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγος	adj	ο χαραμοφάης, που τρώει το ψωμί χαράμι, χωρίς να δουλεύει για αυτό, χωρίς να κάνει τίποτα για να το κερδίσει, που ζει παρασιτικά ενώ μπορεί να προσφέρει
χαραμοφάγου	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγους	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάγων	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάη	=	χαραμοφάης
χαραμοφάηδες	=	χαραμοφάης
χαραμοφάηδων	=	χαραμοφάης
χαραμοφάης	noun	αυτός που ζει χωρίς να δουλεύει
χαραμοφάισσα	noun	θηλυκό του χαραμοφάης
χαραμοφάισσας	noun	γενική ενικού του χαραμοφάισσα
χαραμοφάισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραμοφάισσα
χαραμοφάος	=	χαραμοφάγος
χαραμοφάς	=	χαραμοφάγος
χαρατσιού	=	χαράτσι
χαρατσιών	=	χαράτσι
χαρατσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαράτσωμα
χαρατσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαράτσωμα
χαρατσώματος	noun	γενική ενικού του χαράτσωμα
χαρατσώναμε	=	χαρατσώνω
χαρατσώναν	=	χαρατσώνω
χαρατσώνανε	=	χαρατσώνω
χαρατσώνατε	=	χαρατσώνω
χαρατσώνει	=	χαρατσώνω
χαρατσώνεις	=	χαρατσώνω
χαρατσώνετε	=	χαρατσώνω
χαρατσώνοντας	=	χαρατσώνω
χαρατσώνουμε	=	χαρατσώνω
χαρατσώνουν	=	χαρατσώνω
χαρατσώνουνε	=	χαρατσώνω
χαρατσώνω	verb	επιβάλλω χαράτσι
χαρατσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσαν	=	χαρατσώνω
χαρατσώσανε	=	χαρατσώνω
χαρατσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαρατσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρατσώνω
χαραυγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαραυγή
χαραυγή	noun	χάραμα, ξημέρωμα, αυγή
χαραυγής	=	χαραυγή
χαραυγών	=	χαραυγή
χαραχτά	=	χαραχτός
χαραχτέ	=	χαραχτός
χαραχτές	=	χαραχτός
χαραχτή	=	χαραχτός
χαραχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαραχτήκαν	=	χαράζομαι
χαραχτήκανε	=	χαράζομαι
χαραχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαραχτής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χαραχτή) του χαραχτός
χαραχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαραχτείς	=	χαράζω
χαραχτείτε	=	χαράζομαι
χαραχτοί	=	χαραχτός
χαραχτού	=	χαραχτός
χαραχτούμε	=	χαράζω
χαραχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαράζομαι
χαραχτούνε	=	χαράζω
χαραχτούς	=	χαραχτός
χαραχτό	=	χαραχτός
χαραχτός	adj	που τον έχουν χαράξει
χαραχτώ	=	χαράζω
χαραχτών	=	χαραχτός
χαρδαλούπας	noun	λαίμαργος και φλύαρος
χαρεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρεκέ	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαρεκές
χαρεκέδες	noun	γενική πληθυντικού του χαρεκές
χαρεκέδων	noun	γενική πληθυντικού του χαρεκές
χαρεκές	noun	ορθογραφικό φωνητικό σημείο του αραβικού και του αραβοπερσικού αλφαβήτου που υποδεικνύει τη προφορά του γράμματος, πάνω ή κάτω από το οποίο τοποθετείται
χαρεμιού	=	χαρέμι
χαρεμιών	=	χαρέμι
χαριεντίζεσαι	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίζεστε	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίζεται	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίζομαι	verb|formal	αόρ.: χαριεντίστηκα/χαριεντίσθηκα, μτχ.π.π.: χαριεντιζόμενος
χαριεντίζονται	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίζονταν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίζου	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίσου	=	χαριεντίζομαι
χαριεντίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιζόμασταν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόμαστε	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόμενος	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόμουν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόμουνα	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόντουσαν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόσασταν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόσαστε	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόσουν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόσουνα	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζόταν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιζότανε	=	χαριεντίζομαι
χαριεντισμέ	noun	κλητική ενικού του χαριεντισμός
χαριεντισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαριεντισμός
χαριεντισμού	noun	γενική ενικού του χαριεντισμός
χαριεντισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαριεντισμός
χαριεντισμό	noun	αιτιατική ενικού του χαριεντισμός
χαριεντισμός	noun	η συνήθως χωρίς ουσία χαριτολογία, η συνοδός συμπεριφορά, με χαριτωμένες λέξεις και κινήσεις, συχνά το φλερτ
χαριεντισμών	noun	γενική πληθυντικού του χαριεντισμός
χαριεντιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστήκαν	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιστήκανε	=	χαριεντίζομαι
χαριεντιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριεντιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριεντίζομαι
χαριζόμασταν	=	χαρίζω
χαριζόμαστε	=	χαρίζω
χαριζόμουν	=	χαρίζω
χαριζόμουνα	=	χαρίζω
χαριζόντουσαν	=	χαρίζω
χαριζόσασταν	=	χαρίζω
χαριζόσαστε	=	χαρίζω
χαριζόσουν	=	χαρίζω
χαριζόσουνα	=	χαρίζω
χαριζόταν	=	χαρίζω
χαριζότανε	=	χαρίζω
χαρισάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρισάμενο
χαρισάμενε	verb	κλητική ενικού του χαρισάμενος
χαρισάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρισάμενη
χαρισάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρισάμενος
χαρισάμενης	verb	γενική ενικού του χαρισάμενη
χαρισάμενο	verb	αιτιατική ενικού του χαρισάμενος
χαρισάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρισάμενος
χαρισάμενος	verb	γεμάτος χαρά, ευτυχής (κυρίως στη στερεότυπη φράση «ζωή χαρισάμενη»)
χαρισάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρισάμενος
χαρισάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαρισάμενος
χαρισάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρισάμενος
χαρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάρισμα
χαρισμένα	=	χαρισμένος
χαρισμένε	=	χαρισμένος
χαρισμένες	=	χαρισμένος
χαρισμένη	=	χαρισμένος
χαρισμένης	=	χαρισμένος
χαρισμένο	=	χαρισμένος
χαρισμένοι	=	χαρισμένος
χαρισμένος	verb	που έχει χαριστεί
χαρισμένου	=	χαρισμένος
χαρισμένους	=	χαρισμένος
χαρισμένων	=	χαρισμένος
χαρισματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρισματικό
χαρισματικέ	adj	κλητική ενικού του χαρισματικός
χαρισματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρισματική
χαρισματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρισματικός
χαρισματικής	adj	γενική ενικού του χαρισματική
χαρισματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρισματικός
χαρισματικού	adj	γενική ενικού του χαρισματικός
χαρισματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρισματικός
χαρισματικό	adj	αιτιατική ενικού του χαρισματικός
χαρισματικός	adj	που έχει ένα μεγάλο χάρισμα ή και πολλά, που είναι προικισμένος με ιδιαίτερα ταλέντα
χαρισματικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρισματικός
χαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριστής
χαριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαριστής
χαριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστήκαν	=	χαρίζω
χαριστήκανε	=	χαρίζω
χαριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστής	noun|rare	κάποιος που χαρίζει κάτι
χαριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριστικό	adv	κατά τρόπο χαριστικό, ως χάρη
χαριστικέ	adj	κλητική ενικού του χαριστικός
χαριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριστική
χαριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαριστικός
χαριστικής	adj	γενική ενικού του χαριστική
χαριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαριστικός
χαριστικού	adj	γενική ενικού του χαριστικός
χαριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαριστικός
χαριστικό	adj	αιτιατική ενικού του χαριστικός
χαριστικός	adj	που σου δίνεται χωρίς να το αξίζεις, που σου χαρίζεται
χαριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χαριστικός
χαριστικώς	adv	χαριστικά
χαριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριστούνε	=	χαρίζω
χαριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρίζομαι
χαριτολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριτολόγημα
χαριτολογήματος	noun	γενική ενικού του χαριτολόγημα
χαριτολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολογία	noun	το ευφυολόγημα, η εξυπνάδα, ο λόγος που διανθίζεται με αστεία (όχι ξεκαρδιστικά, αλλά που ίσως σε κάνουν να χαμογελάς)
χαριτολογίας	noun	γενική ενικού του χαριτολογία
χαριτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριτολογία
χαριτολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαριτολόγημα
χαριτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του χαριτολογία
χαριτολογώ	verb	αστειεύομαι, λέω κάτι χάριν παιδιάς, ανάλαφρο, για να περάσει η ώρα
χαριτολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολόγε	=	χαριτολόγος
χαριτολόγημα	noun	λόγος που χαρακτηρίζεται από χαριτωμένο και ελαφρώς αστείο τόνο, που λέγεται με παιγνιώδη διάθεση
χαριτολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαριτολογώ
χαριτολόγο	=	χαριτολόγος
χαριτολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαριτολόγος
χαριτολόγος	adj	που χαριτολογεί, λέει συχνά ευφυολογήματα, αστεία	noun	ουσιαστικοποιημένο που είναι χαριτολόγος
χαριτολόγου	noun	γενική ενικού του χαριτολόγος
χαριτολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαριτολόγος
χαριτολόγων	noun	γενική πληθυντικού του χαριτολόγος
χαριτοπλάστου	=	χαριτόπλαστος
χαριτοπλάστους	=	χαριτόπλαστος
χαριτοπλάστων	=	χαριτόπλαστος
χαριτωμένα	adv	με χαριτωμένο τρόπο
χαριτωμένε	adj	κλητική ενικού του χαριτωμένος
χαριτωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριτωμένη
χαριτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαριτωμένος
χαριτωμένης	adj	γενική ενικού του χαριτωμένη
χαριτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαριτωμένος
χαριτωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαριτωμένος
χαριτωμένος	verb	που έχει χάρη
χαριτωμένου	verb	γενική ενικού του χαριτωμένος
χαριτωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαριτωμένος
χαριτωμένων	adj	γενική πληθυντικού του χαριτωμένος
χαριτωμενιά	noun|vulgar	γαλιφιά, νάζι
χαριτωμενιάς	=	χαριτωμενιά
χαριτωμενιές	=	χαριτωμενιά
χαριτωμενιών	=	χαριτωμενιά
χαριτόβρυτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριτόβρυτο
χαριτόβρυτε	adj	κλητική ενικού του χαριτόβρυτος
χαριτόβρυτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαριτόβρυτη
χαριτόβρυτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαριτόβρυτος
χαριτόβρυτης	adj	γενική ενικού του χαριτόβρυτη
χαριτόβρυτο	adj	αιτιατική ενικού του χαριτόβρυτος
χαριτόβρυτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαριτόβρυτος
χαριτόβρυτος	adj|formal	χαριτωμένος
χαριτόβρυτου	adj	γενική ενικού του χαριτόβρυτος
χαριτόβρυτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαριτόβρυτος
χαριτόβρυτων	adj	γενική πληθυντικού του χαριτόβρυτος
χαριτόμορφα	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφε	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφες	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφη	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφης	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφο	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφοι	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφος	adj|archaic	που η μορφή του είναι χαριτωμένη
χαριτόμορφου	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφους	=	χαριτόμορφος
χαριτόμορφων	=	χαριτόμορφος
χαριτόπλαστα	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστε	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστες	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστη	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστης	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστο	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστοι	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστος	adj|literary	που είναι πλασμένος με χάρη, με χαρίσματα
χαριτόπλαστου	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστους	=	χαριτόπλαστος
χαριτόπλαστων	=	χαριτόπλαστος
χαρκιδιά	=	χαρκιδιό
χαρκιδιού	=	χαρκιδιό
χαρκιδιό	noun	σιδηρουργείο
χαρκιδιών	=	χαρκιδιό
χαρλεά	=	χαρλεάς
χαρλεάδες	=	χαρλεάς
χαρλεάδων	=	χαρλεάς
χαρλεάς	noun|slang	που έχει πάθος με τις Χάρλεϊ, τις αμερικανικές μοτοσικλέτες Harley-Davidson
χαρμάνα	noun|slang	στέρηση που προέρχεται από έλλειψη ναρκωτικών
χαρμάνας	=	χαρμάνα
χαρμάνη	=	χαρμάνης
χαρμάνηδες	=	χαρμάνης
χαρμάνηδων	=	χαρμάνης
χαρμάνης	noun|slang	ο εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες που για καιρό δεν έχει κάνει χρήση τους
χαρμάνι	noun	μίγμα από διάφορες ποικιλίες καπνού
χαρμάνια	=	χαρμάνι
χαρμάνιασμα	noun|slang	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού χαρμανιάζω
χαρμανιάζω	verb|slang	είμαι χαρμάνης
χαρμανιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρμάνιασμα
χαρμανιάσματος	noun	γενική ενικού του χαρμάνιασμα
χαρμανιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαρμάνιασμα
χαρμανιού	=	χαρμάνι
χαρμανιών	=	χαρμάνι
χαρματάν	noun	ξηρός και γεμάτος σκόνη άνεμος που πνέει από τη Σαχάρα πάνω από τις ακτές του Ατλαντικού της Δυτικής Αφρικής τον Δεκέμβριο, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, με θερμό άνεμο σε ορισμένες περιοχές και ψυχρό σε άλλες.
χαρμολυπών	=	χαρμολύπη
χαρμολύπες	=	χαρμολύπη
χαρμολύπη	noun|formal	συνύπαρξη χαράς και λύπης
χαρμολύπης	=	χαρμολύπη
χαρμονές	=	χαρμονή
χαρμονή	noun|formal	το χάρμα, η χαρμοσύνη
χαρμονής	=	χαρμονή
χαρμονών	=	χαρμονή
χαρμοσυνών	=	χαρμοσύνη
χαρμοσύνες	=	χαρμοσύνη
χαρμοσύνη	noun|formal	η ουσιαστική χαρά, η ευχαρίστηση, η ευαρέσκεια
χαρμοσύνης	=	χαρμοσύνη
χαρμπί	noun	ξύλινη ή σιδερένια ράβδος
χαρμπιά	=	χαρμπί
χαρμπιού	=	χαρμπί
χαρμπιών	=	χαρμπί
χαρμόσυνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρμόσυνο
χαρμόσυνε	adj	κλητική ενικού του χαρμόσυνος
χαρμόσυνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρμόσυνη
χαρμόσυνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρμόσυνος
χαρμόσυνης	adj	γενική ενικού του χαρμόσυνη
χαρμόσυνο	adj	αιτιατική ενικού του χαρμόσυνος
χαρμόσυνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρμόσυνος
χαρμόσυνος	adj	που φέρνει χαρά
χαρμόσυνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρμόσυνος
χαρμόσυνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρμόσυνος
χαρμόσυνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρμόσυνος
χαροκαημένος	=	χαροκαμένος
χαροκαμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαροκαμένο
χαροκαμένε	verb	κλητική ενικού του χαροκαμένος
χαροκαμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαροκαμένη
χαροκαμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαροκαμένος
χαροκαμένης	verb	γενική ενικού του χαροκαμένη
χαροκαμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαροκαμένος
χαροκαμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαροκαμένος
χαροκαμένος	verb	που χτυπήθηκε σκληρά, που έχει τρομερό πόνο και καημό, που τον έκαψε ο χάρος παίρνοντας κάποιο αγαπημένο του πλάσμα (συχνά πάνω από ένα ή και όταν είναι μόνον ένα, αλλά παιδί)
χαροκαμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαροκαμένος
χαροκαμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαροκαμένος
χαροκαμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαροκαμένος
χαροκοπώ	verb	το έχω ρίξει στο γλέντι, στο χαροκόπι, γλεντάω με τις ώρες και έντονα, γλεντοκοπώ
χαροκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαροκοπάω / χαροκοπώ
χαροκόπε	noun	κλητική ενικού του χαροκόπος
χαροκόπι	noun|vulgar	έντονη, πολύωρη ή και πολυήμερη, διασκέδαση
χαροκόπο	noun	αιτιατική ενικού του χαροκόπος
χαροκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαροκόπος
χαροκόπος	noun	ο γλεντζές
χαροκόπου	noun	γενική ενικού του χαροκόπος
χαροκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαροκόπος
χαροκόπων	noun	γενική πληθυντικού του χαροκόπος
χαροντισσών	=	χαρόντισσα
χαροπάλεμα	noun	οι τελευταίες ώρες ή στιγμές ενός ανθρώπου, όταν πια η κατάταστασή του δεν είναι απλώς κρίσιμη, αλλά διαφαίνεται ότι παλεύει με το χάρο, το ψυχορράγημα, η επιθανάτια αγωνία
χαροπάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαροπάλεμα
χαροπαλέματος	noun	γενική ενικού του χαροπάλεμα
χαροπαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροπαλεύω
χαροπαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαροπάλεμα
χαροπαλεύω	verb	βρίσκομαι στα τελευταία μου, ψυχορραγώ
χαροποίει	=	χαροποιώ
χαροποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποίηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαροποιώ
χαροποίησης	=	χαροποίηση
χαροποιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαροποιός
χαροποιάς	adj	γενική ενικού του χαροποιά
χαροποιέ	adj	κλητική ενικού του χαροποιός
χαροποιές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαροποιή
χαροποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσαν	=	χαροποιώ
χαροποιήσανε	=	χαροποιώ
χαροποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσεων	=	χαροποίηση
χαροποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσουνε	=	χαροποιώ
χαροποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαροποιώ
χαροποιεί	=	χαροποιώ
χαροποιείς	=	χαροποιώ
χαροποιείτε	=	χαροποιώ
χαροποιοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαροποιός
χαροποιού	adj	γενική ενικού του χαροποιός
χαροποιούμε	=	χαροποιώ
χαροποιούν	=	χαροποιώ
χαροποιούνε	=	χαροποιώ
χαροποιούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαροποιός
χαροποιούσα	=	χαροποιώ
χαροποιούσαμε	=	χαροποιώ
χαροποιούσαν	=	χαροποιώ
χαροποιούσανε	=	χαροποιώ
χαροποιούσατε	=	χαροποιώ
χαροποιούσε	=	χαροποιώ
χαροποιούσες	=	χαροποιώ
χαροποιό	adj	αιτιατική ενικού του χαροποιός
χαροποιός	adj|formal	που προκαλεί χαρά, χαρμόσυνος
χαροποιώ	verb	προξενώ χαρά, κάνω κάποιον χαρούμενο
χαροποιών	adj	γενική πληθυντικού του χαροποιός
χαροποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαροποιώ
χαροπουλιού	=	χαροπούλι
χαροπουλιών	=	χαροπούλι
χαροπούλι	noun	Αιγωλιός ο πένθιμος
χαροπούλια	=	χαροπούλι
χαρουπάλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρουπάλευρο
χαρουπάλευρο	noun	αλεύρι που παράγεται από χαρούπια
χαρουπάλευρου	noun	γενική ενικού του χαρουπάλευρο
χαρουπάλευρων	noun	γενική πληθυντικού του χαρουπάλευρο
χαρουπιά	noun	το δέντρο Ceratonia siliqua, αλλιώς ξυλοκερατιά, ο καρπός του οποίου μοιάζει αρκετά με τον καρπό της φασολιάς
χαρουπιάς	noun	γενική ενικού του χαρουπιά
χαρουπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρουπιά
χαρουπιού	=	χαρούπι
χαρουπιών	=	χαρουπιά
χαρουπόμελα	=	χαρουπόμελο
χαρουπόμελο	noun	γλυκαντική ουσία από χαρούπι
χαρουπόμελου	=	χαρουπόμελο
χαρουπόμελων	=	χαρουπόμελο
χαρουπόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρουπόψωμο
χαρουπόψωμο	noun	ψωμί φτιαγμένο από χαρουπάλευρο
χαρουπόψωμου	noun	γενική ενικού του χαρουπόψωμο
χαρουπόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του χαρουπόψωμο
χαρούδι	noun	ό,τι προξενεί ευχαρίστηση
χαρούδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρούδι
χαρούλας	noun	γενική ενικού του Χαρούλα
χαρούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρούμενα	adv	με χαρούμενο τρόπο, δείχνοντας χαρά
χαρούμενε	verb	κλητική ενικού του χαρούμενος
χαρούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρούμενη
χαρούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρούμενος
χαρούμενης	verb	γενική ενικού του χαρούμενη
χαρούμενο	verb	αιτιατική ενικού του χαρούμενος
χαρούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρούμενος
χαρούμενος	verb	νιώθοντας χαρά, που νιώθει χαρά
χαρούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρούμενος
χαρούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαρούμενος
χαρούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρούμενος
χαρούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρούνε	=	χαίρομαι
χαρούπι	noun	Ο επιμήκης ξυλώδης καρπός της χαρουπιάς, πράσινου χρώματος όταν είναι άγουρος και καστανού όταν ωριμάσει.
χαρούπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρούπι
χαρτάκι	noun	μικρό χαρτί
χαρτάκια	=	χαρτάκι
χαρτέμπορε	noun	κλητική ενικού του χαρτέμπορος
χαρτέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του χαρτέμπορος
χαρτέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτέμπορος
χαρτέμπορος	noun	ο έμπορος που ασχολείται με την πώληση χαρτιού κάθε είδους (εκτυπωτικό, υγείας, εφημερίδας, χαρτοπολτού)
χαρτέμπορου	noun	γενική ενικού του χαρτέμπορος
χαρτέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρτέμπορος
χαρτέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτέμπορος
χαρτένια	=	χαρτένιος
χαρτένιας	=	χαρτένιος
χαρτένιε	=	χαρτένιος
χαρτένιες	=	χαρτένιος
χαρτένιο	=	χαρτένιος
χαρτένιοι	=	χαρτένιος
χαρτένιος	adj	χάρτινος
χαρτένιου	=	χαρτένιος
χαρτένιους	=	χαρτένιος
χαρτένιων	=	χαρτένιος
χαρτί	noun	λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα.
χαρταετέ	noun	κλητική ενικού του χαρταετός
χαρταετοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρταετός
χαρταετού	noun	γενική ενικού του χαρταετός
χαρταετούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρταετός
χαρταετό	noun	αιτιατική ενικού του χαρταετός
χαρταετός	noun	αντικείμενο κατασκευασμένο από ελαφριά υλικά, συνήθως ξύλο, χαρτί και σπάγκο, που συγκρατείται με σκοινί και πετάει με τη βοήθεια του αέρα
χαρταετών	noun	γενική πληθυντικού του χαρταετός
χαρταϊτέ	noun	κλητική ενικού του χαρταϊτός
χαρταϊτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρταϊτός
χαρταϊτού	noun	γενική ενικού του χαρταϊτός
χαρταϊτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρταϊτός
χαρταϊτό	noun	αιτιατική ενικού του χαρταϊτός
χαρταϊτός	noun	άλλη μορφή του χαρταετός
χαρταϊτών	noun	γενική πληθυντικού του χαρταϊτός
χαρτεμπορίου	=	χαρτεμπόριο
χαρτεμπορίων	=	χαρτεμπόριο
χαρτεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτεμπορικό
χαρτεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του χαρτεμπορικός
χαρτεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτεμπορική
χαρτεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτεμπορικός
χαρτεμπορικής	adj	γενική ενικού του χαρτεμπορική
χαρτεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτεμπορικός
χαρτεμπορικού	adj	γενική ενικού του χαρτεμπορικός
χαρτεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρτεμπορικός
χαρτεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του χαρτεμπορικός
χαρτεμπορικός	adj	σχετικός με το χαρτεμπόριο
χαρτεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρτεμπορικός
χαρτεμπόρια	=	χαρτεμπόριο
χαρτεμπόριο	noun	το εμπόριο χαρτιού υγείας, χαρτιού εφημερίδας, βιβλίων, χαρτοπολτού κ.λπ.
χαρτεμπόριου	=	χαρτεμπόριο
χαρτεμπόρου	noun	γενική ενικού του χαρτέμπορος
χαρτεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρτέμπορος
χαρτεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτέμπορος
χαρτεπικολλήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτεπικόλληση
χαρτεπικολλήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτεπικόλληση
χαρτεπικολλήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χαρτεπικόλληση
χαρτεπικόλληση	noun|dated	το κολάζ
χαρτεπικόλλησης	noun	γενική ενικού του χαρτεπικόλληση
χαρτζιλίκι	noun	μικροποσό χρημάτων που δίνουν οι γονείς στα παιδιά τους ή που απαιτείται για τα καθημερινά μικροέξοδα κάποιου
χαρτζιλίκια	=	χαρτζιλίκι
χαρτζιλίκωμα	noun	το να δίνει κάποιος χαρτζιλίκι
χαρτζιλίκωνα	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωναν	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωνε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωνες	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλίκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικάκι	noun	υποκοριστικό του χαρτζιλίκι
χαρτζιλικάκια	=	χαρτζιλικάκι
χαρτζιλικιού	=	χαρτζιλίκι
χαρτζιλικιών	=	χαρτζιλίκι
χαρτζιλικωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτζιλίκωμα
χαρτζιλικωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτζιλικωμένο
χαρτζιλικωμένε	verb	κλητική ενικού του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτζιλικωμένη
χαρτζιλικωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικωμένης	verb	γενική ενικού του χαρτζιλικωμένη
χαρτζιλικωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικωμένος	verb	που του έχει δοθεί ή του δίνεται χαρτζιλίκι
χαρτζιλικωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρτζιλικωμένος
χαρτζιλικώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτζιλίκωμα
χαρτζιλικώματος	noun	γενική ενικού του χαρτζιλίκωμα
χαρτζιλικώναμε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώναν	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνανε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνατε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνει	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνεις	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνετε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνοντας	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνουμε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνουν	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνουνε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώνω	verb	δίνω σε παιδί μου χρηματικό ποσό σε τακτικά διαστήματα για μικροέξοδα, δίνω χαρτζιλίκι
χαρτζιλικώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσαν	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσανε	=	χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτζιλικώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτζιλικώνω
χαρτιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτί
χαρτικά	noun	γενική ονομασία για αντικείμενα χρήσιμα για το γράψιμο, για τη γραφική ύλη
χαρτικών	=	χαρτικά
χαρτιού	noun	γενική ενικού του χαρτί
χαρτισμέ	=	χαρτισμός
χαρτισμοί	=	χαρτισμός
χαρτισμού	=	χαρτισμός
χαρτισμούς	=	χαρτισμός
χαρτισμό	=	χαρτισμός
χαρτισμός	noun	κίνημα για πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, κυρίως μεταξύ 1838 και 1850
χαρτισμών	=	χαρτισμός
χαρτιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτί
χαρτοβάμβακα	=	χαρτοβάμβακας
χαρτοβάμβακας	noun	απορροφητικό υλικό που χρησιμοποιείται στη φροντίδα ατόμων που βρίσκονται σε κατάκλιση ή πάσχουν από ακράτεια
χαρτοβάμβακες	=	χαρτοβάμβακας
χαρτοβαμβάκων	=	χαρτοβάμβακας
χαρτοβασίλεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοβασίλειο
χαρτοβασίλειο	noun	μέρος που υπάρχουν υπερβολικά πολλά χαρτιά ή έγγραφα
χαρτοβασίλειον	noun	χαρτοβασίλειο
χαρτοβασίλειου	noun	γενική ενικού του χαρτοβασίλειο
χαρτοβασίλειων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοβασίλειο
χαρτοβιομήχανε	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομήχανο	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομήχανοι	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομήχανος	noun	το φυσικό πρόσωπο στο οποίο ανήκει μια χαρτοβιομηχανία, το πρόσωπο που κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών σε μια εταιρεία του χώρου
χαρτοβιομήχανου	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομήχανους	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομήχανων	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομηχάνου	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομηχάνους	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομηχάνων	=	χαρτοβιομήχανος
χαρτοβιομηχανία	noun	η βιομηχανία χάρτου, η χαρτοποιία, ο κλάδος της βιομηχανίας που ειδικεύεται στην παραγωγή χαρτιού κυρίως για χρήσεις υγιεινής (π.χ. χαρτιού υγείας, κουζίνας, χαρτομάντιλων κ.λπ.)
χαρτοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του χαρτοβιομηχανία
χαρτοβιομηχανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοβιομηχανία
χαρτοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοβιομηχανία
χαρτογιακά	=	χαρτογιακάς
χαρτογιακάδες	=	χαρτογιακάς
χαρτογιακάδων	=	χαρτογιακάς
χαρτογιακάς	noun	ο γραφειοκράτης
χαρτογιακού	=	χαρτογιακάς
χαρτογράφε	noun	κλητική ενικού του χαρτογράφος
χαρτογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογράφηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαρτογραφώ, η απεικόνιση των γεωγραφικών, διοικητικών κ.λπ. στοιχείων ενός τόπου σε χάρτη
χαρτογράφησης	noun	γενική ενικού του χαρτογράφηση
χαρτογράφησις	noun	η χαρτογράφηση
χαρτογράφο	noun	αιτιατική ενικού του χαρτογράφος
χαρτογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτογράφος
χαρτογράφος	noun	που ειδικεύεται στην χαρτογραφία
χαρτογράφου	noun	γενική ενικού του χαρτογράφος
χαρτογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρτογράφος
χαρτογράφων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτογράφος
χαρτογραφήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφούμαι
χαρτογραφήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφούμαι
χαρτογραφήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφούμαι
χαρτογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτογράφηση
χαρτογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτογράφηση
χαρτογραφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χαρτογράφηση
χαρτογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτογραφία	noun	η επιστήμη με αντικείμενο τη σύνταξη και τη σχεδίαση χαρτών που αναπαριστούν γεωγραφικά δεδομένα, υδρογραφικά ή γεωλογικά ή απλώς τοπογραφικά
χαρτογραφίας	noun	γενική ενικού του χαρτογραφία
χαρτογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφία
χαρτογραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρτογραφούμαι
χαρτογραφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτογραφούμαι
χαρτογραφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφημένο
χαρτογραφημένε	verb	κλητική ενικού του χαρτογραφημένος
χαρτογραφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφημένη
χαρτογραφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτογραφημένος
χαρτογραφημένης	verb	γενική ενικού του χαρτογραφημένη
χαρτογραφημένο	verb	αιτιατική ενικού του χαρτογραφημένος
χαρτογραφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφημένος
χαρτογραφημένος	verb	αυτός που έχει χαρτογραφηθεί (κυριολεκτικά και μεταφορικά
χαρτογραφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρτογραφημένος
χαρτογραφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαρτογραφημένος
χαρτογραφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρτογραφημένος
χαρτογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφικό
χαρτογραφικέ	adj	κλητική ενικού του χαρτογραφικός
χαρτογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφική
χαρτογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτογραφικός
χαρτογραφικής	adj	γενική ενικού του χαρτογραφική
χαρτογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτογραφικός
χαρτογραφικού	adj	γενική ενικού του χαρτογραφικός
χαρτογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρτογραφικός
χαρτογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του χαρτογραφικός
χαρτογραφικός	adj	σχετικός με τη χαρτογραφία
χαρτογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρτογραφικός
χαρτογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτογραφία
χαρτογραφώ	verb	συλλέγω δεδομένα και συντάσσω χάρτη (ναυτικό, υδρογραφικό, μετεωρολογικό, γεωλογικό, τοπογραφικό, ωκεανογραφικό, αστρονομικό, χάρτη αεροπλοΐας, κ.α.)
χαρτογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαρτογραφώ
χαρτοδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόδεμα
χαρτοδέματος	noun	γενική ενικού του χαρτόδεμα
χαρτοδένω	verb	βιβλιοδετώ με χοντρό ειδικά επεξεργασμένο χαρτόνι, χαρτοδετώ, δένω ένα βιβλίο εξωτερικά με χάρτινο εξώφυλλο και οπισθόφυλλο
χαρτοδέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόδεση
χαρτοδέσεων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτόδεση
χαρτοδέσεως	noun|formal	γενική ενικού του χαρτόδεση
χαρτοδέσιμο	noun	άλλη λέξη για τη χαρτοδεσία
χαρτοδέτες	=	χαρτοδέτης
χαρτοδέτη	=	χαρτοδέτης
χαρτοδέτης	noun	εκείνος που ασχολείται επαγγελματικά με τη χαρτοδεσία, που δένει βιβλία, ο βιβλιοδέτης που ασχολείται περισσότερο με το δέσιμο με χαρτί
χαρτοδέτηση	noun	η χαρτοδεσία
χαρτοδέτησης	=	χαρτοδέτηση
χαρτοδέτησις	noun	χαρτοδέτηση
χαρτοδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτόδεμα
χαρτοδεσία	noun	τομέας δραστηριότητας με αντικείμενο το δέσιμο βιβλίων, την παραγωγή χαρτόδετων
χαρτοδεσίας	noun	γενική ενικού του χαρτοδεσία
χαρτοδεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοδεσία
χαρτοδεσίματα	=	χαρτοδέσιμο
χαρτοδεσίματος	=	χαρτοδέσιμο
χαρτοδεσιμάτων	=	χαρτοδέσιμο
χαρτοδεσιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοδεσία
χαρτοδετήθηκα	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετήθηκαν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετήθηκε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετήθηκες	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετήσεις	=	χαρτοδέτηση
χαρτοδετήσεων	=	χαρτοδέτηση
χαρτοδετήσου	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετείσαι	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετείστε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετείται	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετηθήκαμε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετηθήκαν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετηθήκανε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετηθήκατε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετηθεί	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετηθείτε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετημένος	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χαρτοδετώ
χαρτοδετούμασταν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούμαστε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούμουν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούνται	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούνταν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούσασταν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούσαστε	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετούσουν	=	χαρτοδετούμαι
χαρτοδετώ	verb	δένω βιβλίο με ειδικά επεξεργασμένο σκληρό χαρτί στο εξώφυλλο, αλλά και γενικά βιβλιοδετώ
χαρτοδετών	=	χαρτοδέτης
χαρτοδετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαρτοδετώ
χαρτοθέτες	=	χαρτοθέτης
χαρτοθέτη	=	χαρτοθέτης
χαρτοθέτης	noun|dated	ο εργαζόμενος που τοποθετεί τα χαρτιά για το τύπωμα στην κατάλληλη θέση
χαρτοθήκες	=	χαρτοθήκη
χαρτοθήκη	noun	θήκη για τοποθέτηση ρολού (ή ρολών) χαρτιού υγείας ή κουζίνας
χαρτοθήκης	=	χαρτοθήκη
χαρτοθετών	=	χαρτοθέτης
χαρτοθηκών	=	χαρτοθήκη
χαρτοκιβωτίου	=	χαρτοκιβώτιο
χαρτοκιβωτίων	=	χαρτοκιβώτιο
χαρτοκιβώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοκιβώτιο
χαρτοκιβώτιο	noun	κιβώτιο συσκευασίας από χαρτόνι
χαρτοκιβώτιου	=	χαρτοκιβώτιο
χαρτοκιβώτιων	=	χαρτοκιβώτιο
χαρτοκλέβω	verb	κλέβω παίζοντας χαρτιά
χαρτοκλέπτες	=	χαρτοκλέπτης
χαρτοκλέπτη	=	χαρτοκλέπτης
χαρτοκλέπτης	noun|formal	χαρτοκλέφτης
χαρτοκλέφτες	=	χαρτοκλέφτης
χαρτοκλέφτη	=	χαρτοκλέφτης
χαρτοκλέφτης	noun	ο χαρτοπαίκτης που επιδίδεται συστηματικά στην κλοπή των συμπαικτών του, που τους εξαπατά για να κερδίσει
χαρτοκλεπτέω	=	χαρτοκλεπτῶ
χαρτοκλεπτών	=	χαρτοκλέπτης
χαρτοκλεπτῶ	verb	χαρτοκλέβω
χαρτοκλεφτών	=	χαρτοκλέφτης
χαρτοκοπτική	noun	η δημιουργία σχεδίων από κομμάτια χρωματιστό χαρτί
χαρτοκοπτικής	=	χαρτοκοπτική
χαρτοκοπτών	=	χαρτοκόπτης
χαρτοκόπτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοκόπτης
χαρτοκόπτη	=	χαρτοκόπτης
χαρτοκόπτης	noun	αξεσουάρ γραφικής ύλης για να κόβονται (κυρίως παλιότερα) οι σελίδες των καινούργιων βιβλίων, όργανο σαν μαχαιράκι που όμως η κόψη του δεν είναι τόσο κοφτερή ώστε να τραυματίζει
χαρτολόγος	noun|dated	χαρτοκόπος, ο χαρτοπαίκτης
χαρτομάζα	noun	ο χαρτοπολτός
χαρτομάζας	noun	γενική ενικού του χαρτομάζα
χαρτομάζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτομάζα
χαρτομάνι	noun	πλήθος εγγράφων, χαρτούρα, συνήθως για χαρτιά που πιθανόν να μην είναι απαραίτητα, σιγουρα πάντως για χαρτιά, έγγραφα, βιβλία που είναι συγκεντρωμένα σε μεγαλύτερο αριθμό από τον ανεμενόμενο, περισσότερα από το κανονικό
χαρτομάντες	=	χαρτομάντης
χαρτομάντη	=	χαρτομάντης
χαρτομάντηλα	=	χαρτομάντηλο
χαρτομάντηλο	noun	άλλη μορφή του χαρτομάντιλο
χαρτομάντηλου	=	χαρτομάντηλο
χαρτομάντηλων	=	χαρτομάντηλο
χαρτομάντης	noun	εκείνος που υποστηρίζει ότι προλέγει το μέλλον και γενικά ότι μαντεύει με την εξέταση των χαρτιών είτε της κοινής τράπουλας είτε της ειδικής τράπουλας των Ταρό
χαρτομάντιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτομάντιλο
χαρτομάντιλο	noun	χάρτινο μαντίλι μιας χρήσεως
χαρτομάντιλου	noun	γενική ενικού του χαρτομάντιλο
χαρτομάντιλων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτομάντιλο
χαρτομάντισσα	=	χαρτομάντης
χαρτομάντισσας	noun	γενική ενικού του χαρτομάντισσα
χαρτομάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτομάντισσα
χαρτομαζών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτομάζα
χαρτομανές	=	χαρτομανής
χαρτομανή	=	χαρτομανής
χαρτομανής	adj	ο μανιώδης χαρτοπαίκτης
χαρτομανία	noun	η μανία με το παίξιμο των χαρτιών, το πάθος της χαρτοπαιξίας
χαρτομανίας	=	χαρτομανία
χαρτομανίες	=	χαρτομανία
χαρτομανείς	=	χαρτομανής
χαρτομανιών	=	χαρτομανία
χαρτομανούς	=	χαρτομανής
χαρτομαντεία	noun	η μαντική μέσω της τράπουλας είτε της συνηθισμένης για την χαρτοπαιξία είτε εκείνης με τα ειδικά σύμβολα της χαρτομαντείας
χαρτομαντείας	noun	γενική ενικού του χαρτομαντεία
χαρτομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτομαντεία
χαρτομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτομαντεία
χαρτομαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτομάντισσα
χαρτομαντών	=	χαρτομάντης
χαρτομανών	=	χαρτομανής
χαρτονάκι	noun	υποκοριστικό του χαρτόνι
χαρτονάκια	=	χαρτονάκι
χαρτονένια	=	χαρτονένιος
χαρτονένιας	=	χαρτονένιος
χαρτονένιε	=	χαρτονένιος
χαρτονένιες	=	χαρτονένιος
χαρτονένιο	=	χαρτονένιος
χαρτονένιοι	=	χαρτονένιος
χαρτονένιος	adj	φτιαγμένος από χαρτόνι
χαρτονένιου	=	χαρτονένιος
χαρτονένιους	=	χαρτονένιος
χαρτονένιων	=	χαρτονένιος
χαρτονιού	=	χαρτόνι
χαρτονιών	=	χαρτόνι
χαρτονομίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτονόμισμα
χαρτονομίσματος	noun	γενική ενικού του χαρτονόμισμα
χαρτονομισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτονόμισμα
χαρτονόμισμα	noun	χάρτινο νόμισμα που εκδίδεται από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας ή ένωσης χωρών και έχει συγκεκριμένες διαστάσεις, παραστάσεις, κείμενο και χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν την αντιγραφή του
χαρτοπαίγνια	=	χαρτοπαίγνιο
χαρτοπαίγνιο	noun	παιχνίδι με τράπουλα, με χαρτιά
χαρτοπαίγνιον	noun	χαρτοπαίγνιο
χαρτοπαίγνιου	=	χαρτοπαίγνιο
χαρτοπαίγνιων	=	χαρτοπαίγνιο
χαρτοπαίζαμε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζαν	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζανε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζατε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζει	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζεις	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζετε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζοντας	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζουμε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζουν	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζουνε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίζω	verb	επιδίδομαι συστηματικά στην χαρτοπαιξία ή παίζω παραπάνω ώρα από το μέσο όρο
χαρτοπαίκτες	=	χαρτοπαίκτης
χαρτοπαίκτη	=	χαρτοπαίκτης
χαρτοπαίκτης	noun	αυτός που παίζει χαρτιά
χαρτοπαίκτρα	=	χαρτοπαίχτης
χαρτοπαίκτρια	noun	θηλυκό του χαρτοπαίκτης
χαρτοπαίκτριας	=	χαρτοπαίκτρια
χαρτοπαίκτριες	=	χαρτοπαίκτρια
χαρτοπαίξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξαν	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξανε	=	χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτοπαίχτες	=	χαρτοπαίχτης
χαρτοπαίχτη	=	χαρτοπαίχτης
χαρτοπαίχτης	noun	εκείνος που συνηθίζει να παίζει χαρτιά, που έχει το πάθος με την χαρτοπαιξία
χαρτοπαίχτρα	noun	θηλυκό του χαρτοπαίχτης
χαρτοπαίχτρας	=	χαρτοπαίχτρα
χαρτοπαίχτρες	=	χαρτοπαίχτρα
χαρτοπαίχτρια	noun	θηλυκό του χαρτοπαίχτης
χαρτοπαίχτριας	=	χαρτοπαίχτρια
χαρτοπαίχτριες	=	χαρτοπαίχτρια
χαρτοπαιγνίου	=	χαρτοπαίγνιο
χαρτοπαιγνίων	=	χαρτοπαίγνιο
χαρτοπαικτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαικτικό
χαρτοπαικτικέ	adj	κλητική ενικού του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαικτική
χαρτοπαικτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτικής	adj	γενική ενικού του χαρτοπαικτική
χαρτοπαικτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτικού	adj	γενική ενικού του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτικός	adj	αυτός που σχετίζεται με τη χαρτοπαιξία ή με το χαρτοπαίκτη
χαρτοπαικτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαικτριών	=	χαρτοπαίκτρια
χαρτοπαικτών	=	χαρτοπαίκτης
χαρτοπαιξία	noun	το παιχνίδι με τα χαρτιά της τράπουλας
χαρτοπαιξίας	noun	γενική ενικού του χαρτοπαιξία
χαρτοπαιξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαιξία
χαρτοπαιξιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοπαιξία
χαρτοπαιχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαιχτικό
χαρτοπαιχτικέ	adj	κλητική ενικού του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαιχτική
χαρτοπαιχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτικής	adj	γενική ενικού του χαρτοπαιχτική
χαρτοπαιχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτικού	adj	γενική ενικού του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτικός	adj	άλλη μορφή του χαρτοπαικτικός
χαρτοπαιχτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαρτοπαιχτικός
χαρτοπαιχτριών	=	χαρτοπαίχτρια
χαρτοπαιχτρών	=	χαρτοπαίχτρα
χαρτοπαιχτών	=	χαρτοπαίχτης
χαρτοπετσέτα	noun	πετσέτα από χαρτί, συνήθως μιας χρήσεως και διπλωμένη στα τέσσερα
χαρτοπετσέτας	noun	γενική ενικού του χαρτοπετσέτα
χαρτοπετσέτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπετσέτα
χαρτοπετσετοθήκη	noun	εκδική θήκη στην οποία τοποθετούνται οι χαρτοπετσέτες.
χαρτοπετσετούλα	noun	υποκοριστικό του χαρτοπετσέτα
χαρτοπετσετούλας	noun	γενική ενικού του χαρτοπετσετούλα
χαρτοπετσετούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπετσετούλα
χαρτοπετσετών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοπετσέτα
χαρτοποιέ	noun	κλητική ενικού του χαρτοποιός
χαρτοποιία	noun	η βιομηχανία κατασκευής χαρτιού ή χαρτικών
χαρτοποιίας	noun	γενική ενικού του χαρτοποιία
χαρτοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοποιία
χαρτοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοποιία
χαρτοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτοποιός
χαρτοποιού	noun	γενική ενικού του χαρτοποιός
χαρτοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρτοποιός
χαρτοποιό	noun	αιτιατική ενικού του χαρτοποιός
χαρτοποιός	noun	που απασχολείται στη διαδικασία της χαρτοποιίας, είτε ως εργαζόμενος στην παρασκευή χάρτου είτε ως εργοδότης
χαρτοποιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοποιός
χαρτοπολτέ	noun	κλητική ενικού του χαρτοπολτός
χαρτοπολτοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπολτός
χαρτοπολτού	noun	γενική ενικού του χαρτοπολτός
χαρτοπολτούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαρτοπολτός
χαρτοπολτό	noun	αιτιατική ενικού του χαρτοπολτός
χαρτοπολτός	noun	πολτός από διάφορες φυτικές ύλες ο οποίος χρησιμοποιείται για την παρασκευή χαρτιού αλλά και ο πολτός που σχηματίζεται από ήδη χρησιμοποιημένο χαρτί στην ανακύκλωση για νέα επεξεργασία και διάθεση στην αγορά πάλι ως χαρτί
χαρτοπολτών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοπολτός
χαρτοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοπωλείο
χαρτοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλά κυρίως χαρτικά και είδη σχετικά με τη γραφή και την ανάγνωση
χαρτοπωλείου	noun	γενική ενικού του χαρτοπωλείο
χαρτοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοπωλείο
χαρτοπωλεῖον	noun	το χαρτοπωλείο
χαρτοπωλών	=	χαρτοπώλης
χαρτοπόλεμε	=	χαρτοπόλεμος
χαρτοπόλεμο	=	χαρτοπόλεμος
χαρτοπόλεμοι	=	χαρτοπόλεμος
χαρτοπόλεμος	noun	παιχνίδι κυρίως στις Αποκριές, με το πέταμα μικρών χρωματιστών χαρτιών (κονφετί)
χαρτοπόλεμου	=	χαρτοπόλεμος
χαρτοπόλεμους	=	χαρτοπόλεμος
χαρτοπόλεμων	=	χαρτοπόλεμος
χαρτοπόντικα	=	χαρτοπόντικας
χαρτοπόντικας	noun	ο άνθρωπος που ζει χωμένος μέσα στα χαρτιά, μελετώντας και συγγράφοντας
χαρτοπόντικες	=	χαρτοπόντικας
χαρτοπόντικων	=	χαρτοπόντικας
χαρτοπώλες	=	χαρτοπώλης
χαρτοπώλη	=	χαρτοπώλης
χαρτοπώληδες	=	χαρτοπώλης
χαρτοπώληδων	=	χαρτοπώλης
χαρτοπώλης	noun	ο έμπορος χαρτικών
χαρτοπώλισσα	=	χαρτοπώλης
χαρτορίχτρα	noun	η χαρτομάντισσα, εκείνη που υποστηρίζει ότι μαντεύει «διαβάζοντας» τα χαρτιά
χαρτορίχτρας	noun	γενική ενικού του χαρτορίχτρα
χαρτορίχτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτορίχτρα
χαρτοριχτρών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτορίχτρα
χαρτοσήμαινα	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμαιναν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμαινε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμαινες	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμανση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρτοσημαίνω
χαρτοσήμανσης	=	χαρτοσήμανση
χαρτοσήμανσις	noun	χαρτοσήμανση
χαρτοσήμου	=	χαρτόσημο
χαρτοσήμων	=	χαρτόσημο
χαρτοσακουλών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοσακούλα
χαρτοσακούλα	noun	η σακούλα από χαρτί για διάφορες χρήσεις (κυρίως για τη μεταφορά τροφίμων)
χαρτοσακούλας	noun	γενική ενικού του χαρτοσακούλα
χαρτοσακούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοσακούλα
χαρτοσημάναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάναν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνανε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνομαι
χαρτοσημάνθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνομαι
χαρτοσημάνθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνομαι
χαρτοσημάνθηκες	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνσεις	=	χαρτοσήμανση
χαρτοσημάνσεων	=	χαρτοσήμανση
χαρτοσημάνσου	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημάνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίναμε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίναν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνανε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνατε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνει	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνεις	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνεσαι	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνεστε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνεται	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνετε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνομαι	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνονται	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνονταν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνοντας	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνουμε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνουν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνουνε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαίνω	verb	βάζω χαρτόσημο σε έγγραφο
χαρτοσημαινόμασταν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόμαστε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόμουν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόμουνα	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόντουσαν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόσασταν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόσαστε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόσουν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόσουνα	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινόταν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημαινότανε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημανθήκαμε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημανθήκαν	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημανθήκανε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημανθήκατε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημανθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνομαι
χαρτοσημανθείτε	=	χαρτοσημαίνω
χαρτοσημανθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρτοσημαίνομαι
χαρτοσημασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοσημασμένο
χαρτοσημασμένε	verb	κλητική ενικού του χαρτοσημασμένος
χαρτοσημασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοσημασμένη
χαρτοσημασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτοσημασμένος
χαρτοσημασμένης	verb	γενική ενικού του χαρτοσημασμένη
χαρτοσημασμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαρτοσημασμένος
χαρτοσημασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτοσημασμένος
χαρτοσημασμένος	verb	που έχει χαρτοσημανθεί
χαρτοσημασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρτοσημασμένος
χαρτοσημασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαρτοσημασμένος
χαρτοσημασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρτοσημασμένος
χαρτοταινία	noun	οποιαδήποτε χάρτινη ταινία
χαρτοταινίας	noun	γενική ενικού του χαρτοταινία
χαρτοταινίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοταινία
χαρτοταινιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοταινία
χαρτοτεχνία	noun	οποιαδήποτε δημιουργία με χαρτί
χαρτοτεχνίας	noun	γενική ενικού του χαρτοτεχνία
χαρτοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοτεχνία
χαρτοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοτεχνία
χαρτοφυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοφυλάκιο
χαρτοφυλάκιο	noun	το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων όπως μετοχών, ομολογιών, εργαλείων χρηματαγοράς (π.χ. παράγωγα) και τίτλους ιδιοκτησίας που κατέχει κάποιος
χαρτοφυλάκιου	=	χαρτοφυλάκιο
χαρτοφυλάκων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοφύλακας
χαρτοφυλακίου	noun	γενική ενικού του χαρτοφυλάκιο
χαρτοφυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτοφυλάκιο
χαρτοφύλακα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαρτοφύλακας
χαρτοφύλακας	noun	θήκη για την αποθήκευση και μεταφορά εγγράφων
χαρτοφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτοφύλακας
χαρτού	noun	η χαρτορίχτρα, η χαρτομάντισσα
χαρτούδες	=	χαρτού
χαρτούδων	=	χαρτού
χαρτούρα	noun	πλήθος εγγράφων, χαρτομάνι, συνήθως για χαρτιά / έγγραφα / βιβλία σε μεγάλη ποσότητα
χαρτούρας	noun	γενική ενικού του χαρτούρα
χαρτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτούρα
χαρτούς	=	χαρτού
χαρτωθήκαμε	=	χαρτώνω
χαρτωθήκαν	=	χαρτώνω
χαρτωθήκανε	=	χαρτώνω
χαρτωθήκατε	=	χαρτώνω
χαρτωθεί	=	χαρτώνω
χαρτωθείτε	=	χαρτώνω
χαρτωμάτων	=	χάρτωμα
χαρτωμένος	=	χαρτώνω
χαρτωνόμασταν	=	χαρτώνω
χαρτωνόμαστε	=	χαρτώνω
χαρτωνόμουν	=	χαρτώνω
χαρτωνόμουνα	=	χαρτώνω
χαρτωνόντουσαν	=	χαρτώνω
χαρτωνόσασταν	=	χαρτώνω
χαρτωνόσαστε	=	χαρτώνω
χαρτωνόσουν	=	χαρτώνω
χαρτωνόσουνα	=	χαρτώνω
χαρτωνόταν	=	χαρτώνω
χαρτωνότανε	=	χαρτώνω
χαρτωσιά	noun|vulgar	στα παιχνίδια με τραπουλόχαρτα, τα φύλλα μιας συγκεκριμένης μοιρασιάς που κερδίζει ένας παίκτης
χαρτωσιάς	noun	γενική ενικού του χαρτωσιά
χαρτωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτωσιά
χαρτωσιών	=	χαρτωσιά
χαρτόδεμα	noun	δέμα τυλιγμένο με χαρτί
χαρτόδεση	noun	το δέσιμο ενός βιβλίου με σχετικά φτηνό υλικό, με επεξεργασμένο χαρτόνι, σε αντιδιαστολή άλλοτε αλλά και σήμερα εν μέρει προς το δερματόδετο βιβλίο ή εκείνο που είχε ακριβότερη, πολυτελέστερη εμφάνιση καθώς και μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο
χαρτόδεσης	noun	γενική ενικού του χαρτόδεση
χαρτόδετα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόδετο
χαρτόδετε	adj	κλητική ενικού του χαρτόδετος
χαρτόδετες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόδετη
χαρτόδετη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρτόδετος
χαρτόδετης	adj	γενική ενικού του χαρτόδετη
χαρτόδετο	adj	αιτιατική ενικού του χαρτόδετος
χαρτόδετοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρτόδετος
χαρτόδετος	adj	το βιβλίο που έχει δεθεί με ειδικά επεξεργασμένο χαρτόνι, που δεν είναι δερματόδετο
χαρτόδετου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαρτόδετος
χαρτόδετους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρτόδετος
χαρτόδετων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαρτόδετος
χαρτόκουτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόκουτο
χαρτόκουτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόκουτα
χαρτόλιθε	=	χαρτόλιθος
χαρτόλιθο	=	χαρτόλιθος
χαρτόλιθοι	=	χαρτόλιθος
χαρτόλιθος	noun|dated	σκληρό αλλά σχετικά ανθεκτικό υλικό για διάφορες μικροκατασκευές —παλιότερα και για διακόσμηση τοίχων, οροφής— με χαρτί, ανθρακικό ασβέστιο και κόλλα ή με ανθρακικό μαγνήσιο που συμπιέζονταν
χαρτόλιθου	=	χαρτόλιθος
χαρτόλιθους	=	χαρτόλιθος
χαρτόλιθων	=	χαρτόλιθος
χαρτόμουτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρτόμουτρο
χαρτόμουτρο	noun	μανιώδης ή ικανότατος χαρτοπαίκτης
χαρτόμουτρου	noun	γενική ενικού του χαρτόμουτρο
χαρτόμουτρων	noun	γενική πληθυντικού του χαρτόμουτρο
χαρτόνι	noun	σκληρό και παχύ υλικό συσκευασίας με βάση το χαρτί
χαρτόνια	=	χαρτόνι
χαρτόπαιζα	=	χαρτοπαίζω
χαρτόπαιζαν	=	χαρτοπαίζω
χαρτόπαιζε	=	χαρτοπαίζω
χαρτόπαιζες	=	χαρτοπαίζω
χαρτόπαιξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτόπαιξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτόπαιξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτόπαιξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρτοπαίζω
χαρτόσακε	=	χαρτόσακος
χαρτόσακο	=	χαρτόσακος
χαρτόσακοι	=	χαρτόσακος
χαρτόσακος	noun	χάρτινος σάκος, χαρτοσακούλα
χαρτόσακου	=	χαρτόσακος
χαρτόσακους	=	χαρτόσακος
χαρτόσακων	=	χαρτόσακος
χαρτόσημα	=	χαρτόσημο
χαρτόσημο	noun	το φύλλο σφραγισμένου χαρτιού για τη σύσταση επισήμων πράξεων
χαρτόσημον	noun	to χαρτόσημο
χαρτόσημου	=	χαρτόσημο
χαρτόσημων	=	χαρτόσημο
χαρτώα	=	χαρτώος
χαρτώας	=	χαρτώος
χαρτώε	=	χαρτώος
χαρτώες	=	χαρτώος
χαρτώθηκα	=	χαρτώνω
χαρτώθηκαν	=	χαρτώνω
χαρτώθηκε	=	χαρτώνω
χαρτώθηκες	=	χαρτώνω
χαρτώματα	=	χάρτωμα
χαρτώματος	=	χάρτωμα
χαρτών	=	χάρτης
χαρτώναμε	=	χαρτώνω
χαρτώναν	=	χαρτώνω
χαρτώνανε	=	χαρτώνω
χαρτώνατε	=	χαρτώνω
χαρτώνει	=	χαρτώνω
χαρτώνεις	=	χαρτώνω
χαρτώνεσαι	=	χαρτώνω
χαρτώνεστε	=	χαρτώνω
χαρτώνεται	=	χαρτώνω
χαρτώνετε	=	χαρτώνω
χαρτώνομαι	=	χαρτώνω
χαρτώνονται	=	χαρτώνω
χαρτώνονταν	=	χαρτώνω
χαρτώνοντας	=	χαρτώνω
χαρτώνου	=	χαρτώνω
χαρτώνουμε	=	χαρτώνω
χαρτώνουν	=	χαρτώνω
χαρτώνουνε	=	χαρτώνω
χαρτώνω	verb	καλύπτω επιφάνεια με χαρτί
χαρτώο	=	χαρτώος
χαρτώοι	=	χαρτώος
χαρτώος	adj	χάρτινος
χαρτώου	=	χαρτώος
χαρτώους	=	χαρτώος
χαρτώσαμε	=	χαρτώνω
χαρτώσαν	=	χαρτώνω
χαρτώσανε	=	χαρτώνω
χαρτώσατε	=	χαρτώνω
χαρτώσει	=	χαρτώνω
χαρτώσου	=	χαρτώνω
χαρτώστε	=	χαρτώνω
χαρτώων	=	χαρτώος
χαρχάλα	noun	άλλη μορφή του χαρχάλω
χαρχάλας	noun	γενική ενικού του χαρχάλα
χαρχάλεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαρχαλεύω
χαρχάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρχάλα
χαρχάλευα	=	χαρχαλεύω
χαρχάλευαν	=	χαρχαλεύω
χαρχάλευε	=	χαρχαλεύω
χαρχάλευες	=	χαρχαλεύω
χαρχάλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχάλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχάλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχάλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχάλι	noun	λειρί πετεινού
χαρχάλια	=	χαρχάλι
χαρχάλω	noun	ονομασία ξεχαρβαλωμένου ή γενικότερα παλιού μηχανήματος
χαρχάλων	=	χαρχάλω
χαρχάλως	=	χαρχάλω
χαρχαλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρχάλεμα
χαρχαλέματος	noun	γενική ενικού του χαρχάλεμα
χαρχαλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψαν	=	χαρχαλεύω
χαρχαλέψανε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψομε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψουνε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαρχαλεύω
χαρχαλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαρχάλεμα
χαρχαλεύαμε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύαν	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύανε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύατε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύει	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύεις	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύετε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύομε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύοντας	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύουμε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύουν	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύουνε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύτε	=	χαρχαλεύω
χαρχαλεύω	verb	ανακατεύω, ψάχνω, ψαχουλεύω
χαρχαλιού	=	χαρχάλι
χαρχαλιών	=	χαρχάλι
χαρχαλών	noun	γενική πληθυντικού του χαρχάλα
χαρωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρωπό	adv	με χαρά, χαρούμενα
χαρωπέ	adj	κλητική ενικού του χαρωπός
χαρωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαρωπή
χαρωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρωπός
χαρωπής	adj	γενική ενικού του χαρωπή
χαρωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαρωπός
χαρωπού	adj	γενική ενικού του χαρωπός
χαρωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαρωπός
χαρωπό	adj	αιτιατική ενικού του χαρωπός
χαρωπός	adj	εύχαρις, γελαστός, γεμάτος χαρά
χαρωπών	adj	γενική πληθυντικού του χαρωπός
χαρόντισσα	noun|literary	η σύζυγος (ή η μάνα) του χάροντα
χαρόντισσας	=	χαρόντισσα
χαρόντισσες	=	χαρόντισσα
χαρώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαίρομαι
χαρών	noun	γενική πληθυντικού του χαρά
χασάπη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χασάπης
χασάπηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασάπης
χασάπηδων	noun	γενική πληθυντικού του χασάπης
χασάπης	noun	ο κρεοπώλης
χασάπικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασάπικο
χασάπικε	adj	κλητική ενικού του χασάπικος
χασάπικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασάπικη
χασάπικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χασάπικος
χασάπικης	adj	γενική ενικού του χασάπικη
χασάπικο	noun	κρεοπωλείο
χασάπικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χασάπικος
χασάπικος	noun	ελληνικός παραδοσιακός λαϊκός χορός, ο οποίος πριν την Μικρασιατική Καταστροφή ήταν διαδεδομένος στα παράλια τις Μικράς Ασίας.	adj	ο αναφερόμενος στον χασάπη, ή ο σχετικός με αυτόν
χασάπικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χασάπικος
χασάπικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χασάπικος
χασάπικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χασάπικος
χασάπισσα	noun	η κρεοπώλισσα, γυναίκα που διατηρεί χασάπικο (κρεοπωλείο)
χασάπισσας	noun	γενική ενικού του χασάπισσα
χασάπισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασάπισσα
χασέ	=	χασές
χασέδες	=	χασές
χασέδων	=	χασές
χασές	noun	είδος λευκού υφάσματος από βαμβάκι, μέτριας ποιότητας από σχετικά χοντρό νήμα.
χασίκλα	=	χασίκλας
χασίκλας	noun	αυτός που κάνει χρήση χασίς
χασίκλες	=	χασίκλας
χασίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάσιμο
χασίματος	noun	γενική ενικού του χάσιμο
χασίου	=	χάσιο
χασίς	noun	φυτικό ναρκωτικό που παράγεται από το άνθος της ινδικής κάνναβης
χασίσι	noun	κλιτή μορφή του χασίς
χασίσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασίσι
χασίσωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χασισώνω
χασίσωνα	=	χασισώνω
χασίσωναν	=	χασισώνω
χασίσωνε	=	χασισώνω
χασίσωνες	=	χασισώνω
χασίσωσα	=	χασισώνω
χασίσωσαν	=	χασισώνω
χασίσωσε	=	χασισώνω
χασίσωσες	=	χασισώνω
χασίων	=	χάσιο
χασαπάκι	noun	νεαρός χασάπης
χασαπάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασαπάκι
χασαπακιού	=	χασαπάκι
χασαπακιών	=	χασαπάκι
χασαπιά	=	χασαπιό
χασαπιού	=	χασαπιό
χασαπισσών	noun	γενική πληθυντικού του χασάπισσα
χασαπιό	noun|vulgar	χασάπικο, κρεοπωλείο
χασαπιών	=	χασαπιό
χασαπομάχαιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασαπομάχαιρο
χασαπομάχαιρο	noun	μεγάλο μαχαίρι που χρησιμοποιείται κατά τον τεμαχισμό των κρεάτων· (κυριολεκτικά) το μαχαίρι των χασάπηδων
χασαπομάχαιρου	=	χασαπομάχαιρο
χασαπομάχαιρων	=	χασαπομάχαιρο
χασαποσέρβικε	=	χασαποσέρβικος
χασαποσέρβικο	=	χασαποσέρβικος
χασαποσέρβικοι	=	χασαποσέρβικος
χασαποσέρβικος	noun	παραδοσιακός ελληνικός λαϊκός χορός, από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία
χασαποσέρβικου	=	χασαποσέρβικος
χασαποσέρβικους	=	χασαποσέρβικος
χασαποσέρβικων	=	χασαποσέρβικος
χασαποταβέρνα	noun	είδος καταστήματος που περιλαμβάνει χασάπικο και ταβέρνα στον ίδιο χώρο, ή ταβέρνα που ο ιδιοκτήτης της διατηρούσε χασάπικο δίπλα ακριβώς, συνηθισμένο φαινόμενο σε μικρές κοινότητες παλιότερα
χασαποταβέρνας	noun	γενική ενικού του χασαποταβέρνα
χασαποταβέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασαποταβέρνα
χασαποταβερνών	noun	γενική πληθυντικού του χασαποταβέρνα
χασαπόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασαπόπαιδο
χασαπόπαιδο	noun	ο βοηθός του χασάπη, που κάνει συνήθως θελήματα, πηγαίνει παραγγελίες, κουβαλάει κρέατα και συχνά τα κόβει
χασαπόπαιδου	noun	γενική ενικού του χασαπόπαιδο
χασαπόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του χασαπόπαιδο
χασαπόπουλα	=	χασαπόπουλο
χασαπόπουλο	noun	παραγιός σε χασάπικο
χασαπόπουλου	=	χασαπόπουλο
χασαπόπουλων	=	χασαπόπουλο
χασαπόσκυλα	=	χασαπόσκυλο
χασαπόσκυλο	noun	αδέσποτος σκύλος που τριγυρίζει για φαγητό στα κρεοπωλεία
χασαπόσκυλου	=	χασαπόσκυλο
χασαπόσκυλων	=	χασαπόσκυλο
χασαπόχαρτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασαπόχαρτο
χασαπόχαρτο	noun	ειδικό, σκληρό χαρτί (κατά κανόνα και με εσωτερική επένδυση λεπτής μεμβράνης), που χρησιμοποιείται για το τύλιγμα του κρέατος· (κυριολεκτικά) το χαρτί των χασάπηδων, των κρεοπωλών
χασαπόχαρτου	noun	γενική ενικού του χασαπόχαρτο
χασαπόχαρτων	noun	γενική πληθυντικού του χασαπόχαρτο
χασεδένια	=	χασεδένιος
χασεδένιας	=	χασεδένιος
χασεδένιε	=	χασεδένιος
χασεδένιες	=	χασεδένιος
χασεδένιο	=	χασεδένιος
χασεδένιοι	=	χασεδένιος
χασεδένιος	adj	φταιγμένος από χασέ
χασεδένιου	=	χασεδένιος
χασεδένιους	=	χασεδένιος
χασεδένιων	=	χασεδένιος
χασιέντα	noun	μεγάλη αγροτική ή κτηνοτροφική ιδιοκτησία που συναντάται κυρίως στη Λατινική Αμερική και την Ισπανία, συνήθως οργανωμένη ως αυτοσυντηρούμενη οικονομική μονάδα, με έπαυλη και εκτεταμένες εκτάσεις
χασιέντας	=	χασιέντα
χασιέντες	=	χασιέντα
χασικλή	=	χασικλής
χασικλήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασικλής
χασικλήδων	=	χασικλής
χασικλής	noun	ο συστηματικός χασισοπότης, αυτός που κάνει συχνή χρήση έως κατάχρηση χασίς
χασικλίδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασικλίδικο
χασικλίδικε	adj	κλητική ενικού του χασικλίδικος
χασικλίδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασικλίδικη
χασικλίδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χασικλίδικος
χασικλίδικης	adj	γενική ενικού του χασικλίδικη
χασικλίδικο	adj	αιτιατική ενικού του χασικλίδικος
χασικλίδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χασικλίδικος
χασικλίδικος	adj	σχετικός με τις συνήθειες ή τα σύνεργα ενός ατόμου που κάνει συστηματική χρήση χασίς
χασικλίδικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χασικλίδικος
χασικλίδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χασικλίδικος
χασικλίδικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χασικλίδικος
χασικλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασικλίκι
χασικλού	noun	θηλυκό του χασικλής
χασικλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασικλού
χασικλούδων	=	χασικλού
χασικλούς	=	χασικλού
χασικλών	=	χασίκλας
χασιμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάσιμο
χασιού	=	χάσι
χασισάκι	noun	υποκοριστικό του χασίς
χασισάκια	=	χασισάκι
χασισέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισέλαιο
χασισέμπορε	=	χασισέμπορος
χασισέμπορο	=	χασισέμπορος
χασισέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χασισέμπορος
χασισέμπορος	noun	έμπορος χασίς
χασισέμπορου	=	χασισέμπορος
χασισέμπορους	=	χασισέμπορος
χασισέμπορων	=	χασισέμπορος
χασισεμπόρου	=	χασισέμπορος
χασισεμπόρους	=	χασισέμπορος
χασισεμπόρων	=	χασισέμπορος
χασισιού	=	χασίσι
χασισιών	=	χασίσι
χασισοβολώνα	=	χασισοβολώνας
χασισοβολώνας	noun	περιοχή όπου παράγεται πολύ χασίς
χασισοβολώνες	=	χασισοβολώνας
χασισοβολώνων	=	χασισοβολώνας
χασισοκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισοκαλλιέργεια
χασισοκαλλιεργητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισοκαλλιεργητής
χασισομένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισομένη
χασισομένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χασισομένος
χασισοπαραγωγές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισοπαραγωγή
χασισοποσία	noun	το να είναι κάποιος χασισοπότης, η χρήση χασίς και τα αποτελέσματα που αυτή επιφέρει
χασισοποσίας	=	χασισοποσία
χασισοποσίες	=	χασισοποσία
χασισοποσιών	=	χασισοποσία
χασισοποτεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισοποτείο
χασισοποτείο	noun	στέκι για άτομα που κάνουν ομαδικά χρήση χασίς
χασισοποτείου	noun	γενική ενικού του χασισοποτείο
χασισοποτείων	noun	γενική πληθυντικού του χασισοποτείο
χασισοποτών	=	χασισοπότης
χασισοπότες	=	χασισοπότης
χασισοπότη	=	χασισοπότης
χασισοπότης	noun	ο συστηματικός χρήστης χασίς
χασισοφυτεία	noun	έκταση στην οποία καλλιεργείται το φυτό της ινδικής καννάβεως ή χασίς
χασισοφυτείας	noun	γενική ενικού του χασισοφυτεία
χασισοφυτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισοφυτεία
χασισοφυτειών	noun	γενική πληθυντικού του χασισοφυτεία
χασισοχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισοχώρι
χασισωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθήκαν	=	χασισώνομαι
χασισωθήκανε	=	χασισώνομαι
χασισωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χασίσωμα
χασισωμένα	=	χασισωμένος
χασισωμένε	=	χασισωμένος
χασισωμένες	=	χασισωμένος
χασισωμένη	=	χασισωμένος
χασισωμένης	=	χασισωμένος
χασισωμένο	=	χασισωμένος
χασισωμένοι	=	χασισωμένος
χασισωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χασισώνω
χασισωμένου	=	χασισωμένος
χασισωμένους	=	χασισωμένος
χασισωμένων	=	χασισωμένος
χασισωνόμασταν	=	χασισώνομαι
χασισωνόμαστε	=	χασισώνομαι
χασισωνόμουν	=	χασισώνομαι
χασισωνόμουνα	=	χασισώνομαι
χασισωνόντουσαν	=	χασισώνομαι
χασισωνόσασταν	=	χασισώνομαι
χασισωνόσαστε	=	χασισώνομαι
χασισωνόσουν	=	χασισώνομαι
χασισωνόσουνα	=	χασισώνομαι
χασισωνόταν	=	χασισώνομαι
χασισωνότανε	=	χασισώνομαι
χασισόδενδρα	=	χασισόδενδρο
χασισόδενδρο	noun	το δένδρο από το οποίο παράγεται το χασίς
χασισόδενδρου	=	χασισόδενδρο
χασισόδενδρων	=	χασισόδενδρο
χασισόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασισόλαδο
χασισόσποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χασισόσπορος
χασισότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χασισότοπος
χασισώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασισώνομαι
χασισώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασίσωμα
χασισώματος	noun	γενική ενικού του χασίσωμα
χασισώναμε	=	χασισώνω
χασισώναν	=	χασισώνω
χασισώνανε	=	χασισώνω
χασισώνατε	=	χασισώνω
χασισώνει	=	χασισώνω
χασισώνεις	=	χασισώνω
χασισώνεσαι	=	χασισώνομαι
χασισώνεστε	=	χασισώνομαι
χασισώνεται	=	χασισώνομαι
χασισώνετε	=	χασισώνω
χασισώνομαι	verb	μαστουρώνω από τη χρήση χασίς
χασισώνονται	=	χασισώνομαι
χασισώνονταν	=	χασισώνομαι
χασισώνοντας	=	χασισώνω
χασισώνου	=	χασισώνομαι
χασισώνουμε	=	χασισώνω
χασισώνουν	=	χασισώνω
χασισώνουνε	=	χασισώνω
χασισώνω	verb	δίνω σε κάποιον χασίς, προκειμένου να κάνει χρήση
χασισώσαμε	=	χασισώνω
χασισώσαν	=	χασισώνω
χασισώσανε	=	χασισώνω
χασισώσατε	=	χασισώνω
χασισώσει	=	χασισώνω
χασισώσου	=	χασισώνομαι
χασισώστε	=	χασισώνω
χασιών	=	χάσι
χασκάρισμα	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χασκαρίζω
χασκαρίζω	verb	γελάω γελώ, χαχανίζω
χασκαρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασκάρισμα
χασκογέλα	=	χασκογελάω
χασκογέλαγα	=	χασκογελάω
χασκογέλαγαν	=	χασκογελάω
χασκογέλαγε	=	χασκογελάω
χασκογέλαγες	=	χασκογελάω
χασκογέλασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογέλασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογέλασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογέλασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελά	=	χασκογελάω
χασκογελάγαμε	=	χασκογελάω
χασκογελάγανε	=	χασκογελάω
χασκογελάγατε	=	χασκογελάω
χασκογελάει	=	χασκογελάω
χασκογελάμε	=	χασκογελάω
χασκογελάν	=	χασκογελάω
χασκογελάνε	=	χασκογελάω
χασκογελάς	=	χασκογελάω
χασκογελάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσαν	=	χασκογελάω
χασκογελάσανε	=	χασκογελάω
χασκογελάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασκογελώ
χασκογελάτε	=	χασκογελάω
χασκογελάω	verb	γελάω με το στόμα ανοιχτό
χασκογελούμε	=	χασκογελάω
χασκογελούν	=	χασκογελάω
χασκογελούνε	=	χασκογελάω
χασκογελούσα	=	χασκογελάω
χασκογελούσαμε	=	χασκογελάω
χασκογελούσαν	=	χασκογελάω
χασκογελούσανε	=	χασκογελάω
χασκογελούσατε	=	χασκογελάω
χασκογελούσε	=	χασκογελάω
χασκογελούσες	=	χασκογελάω
χασκογελώ	verb	γελώ με το στόμα ανοιχτό, όχι δηλαδή το φυσικό, εγκάρδιο, αυθόρμητο γέλιο, χαχανίζω μάλλον ενοχλητικά
χασκογελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χασκογελάω / χασκογελώ
χασκών	noun	γενική πληθυντικού του χάσκα
χασλαμάς	noun	σιροπιαστό γλυκό της Μακεδονίας και της Θράκης
χασμάδα	noun|dated	χαραμάδα
χασμάδας	=	χασμάδα
χασμάδες	=	χασμάδα
χασμάδων	=	χασμάδα
χασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάσμα
χασμήματα	=	χάσμημα
χασμήματος	=	χάσμημα
χασμημάτων	=	χάσμημα
χασμουρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασμούρημα
χασμουρήματος	noun	γενική ενικού του χασμούρημα
χασμουρήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθήκαν	=	χασμουριέμαι
χασμουρηθήκανε	=	χασμουριέμαι
χασμουρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρηθούνε	=	χασμουριέμαι
χασμουρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασμουριέμαι
χασμουρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χασμούρημα
χασμουρητά	=	χασμουρητό
χασμουρητού	=	χασμουρητό
χασμουρητό	noun	πλατύ άνοιγμα του στόματος με εισπνοή που ακολουθείται από εκπνοή και χαρακτηριστικό ήχο, λόγω κούρασης ή νύστας ή ανίας και το οποίο επαναλαμβάνεται
χασμουρητών	=	χασμουρητό
χασμουριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χασμουριάρης
χασμουριάρας	adj	γενική ενικού του χασμουριάρα
χασμουριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασμουριάρα
χασμουριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χασμουριάρης
χασμουριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασμουριάρης
χασμουριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του χασμουριάρης
χασμουριάρης	adj	που όλο χασμουριέται, ο νωθρός, ο ράθυμος, ο νυσταλέος
χασμουριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασμουριάρικο
χασμουριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χασμουριάρης
χασμουριάρικου	adj	γενική ενικού του χασμουριάρικο
χασμουριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του χασμουριάρικο
χασμουριέμαι	verb	ανοίγω πλατιά το στόμα εισπνέοντας και ακολούθως εκπνέω με χαρακτηριστικό ήχο, λόγω κούρασης ή νύστας
χασμουριέσαι	=	χασμουριέμαι
χασμουριέστε	=	χασμουριέμαι
χασμουριέται	=	χασμουριέμαι
χασμουριούνται	=	χασμουριέμαι
χασμουριούνταν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόμασταν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόμαστε	=	χασμουριέμαι
χασμουριόμουν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόμουνα	=	χασμουριέμαι
χασμουριόνταν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόντανε	=	χασμουριέμαι
χασμουριόντουσαν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόσασταν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόσουν	=	χασμουριέμαι
χασμουριόσουνα	=	χασμουριέμαι
χασμουριόταν	=	χασμουριέμαι
χασμουριότανε	=	χασμουριέμαι
χασμοφύτου	=	χασμόφυτο
χασμοφύτων	=	χασμόφυτο
χασμούρημα	noun	η ενέργεια του ρήματος χασμουριέμαι
χασμωδία	noun	η κακόηχη συνεκφώνηση δύο φωνηέντων ή διφθόγγων, είτε στο εσωτερικό μιας λέξης είτε σε δύο γειτονικές λέξεις. π.χ. το αηδόνι, πενταήμερος
χασμωδίας	noun	γενική ενικού του χασμωδία
χασμωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασμωδία
χασμωδιών	noun	γενική πληθυντικού του χασμωδία
χασμόφυτα	=	χασμόφυτο
χασμόφυτο	noun	φυτό που αναπτύσσεται σε ρωγμές
χασμόφυτου	=	χασμόφυτο
χασμόφυτων	=	χασμόφυτο
χασογκόλη	=	χασογκόλης
χασογκόληδες	=	χασογκόλης
χασογκόληδων	=	χασογκόλης
χασογκόλης	noun|slang	αθλητής (ποδοσφαιριστής κ.λπ.) που συστηματικά αποτυγχάνει να σκοράρει, να πετύχει γκολ
χασοδίκες	=	χασοδίκης
χασοδίκη	=	χασοδίκης
χασοδίκης	noun	ο δικηγόρος που (συνήθως) χάνει μια δίκη
χασοδικών	=	χασοδίκης
χασομέρα	=	χασομερώ
χασομέραγα	=	χασομερώ
χασομέραγαν	=	χασομερώ
χασομέραγε	=	χασομερώ
χασομέραγες	=	χασομερώ
χασομέρη	=	χασομέρης
χασομέρηδες	=	χασομέρης
χασομέρηδων	=	χασομέρης
χασομέρης	noun	αυτός που δεν έχει δουλειά και περνάει τη μέρα του μη κάνοντας τίποτα, ο αργόσχολος
χασομέρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομέρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομέρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομέρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομέρι	noun	η άσκοπη απώλεια χρόνου χωρίς δουλειά
χασομέρια	=	χασομέρι
χασομέρισσα	=	χασομέρης
χασομέρισσας	noun	γενική ενικού του χασομέρισσα
χασομέρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασομέρισσα
χασομερά	=	χασομερώ
χασομεράγαμε	=	χασομερώ
χασομεράγανε	=	χασομερώ
χασομεράγατε	=	χασομερώ
χασομεράει	=	χασομερώ
χασομεράμε	=	χασομερώ
χασομεράν	=	χασομερώ
χασομεράνε	=	χασομερώ
χασομεράς	=	χασομερώ
χασομεράτε	=	χασομερώ
χασομεράω	=	χασομερώ
χασομερήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσαν	=	χασομερώ
χασομερήσανε	=	χασομερώ
χασομερήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσουνε	=	χασομερώ
χασομερήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομερήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χασομερώ
χασομεριού	=	χασομέρι
χασομερισσών	noun	γενική πληθυντικού του χασομέρισσα
χασομεριών	=	χασομέρι
χασομερούμε	=	χασομερώ
χασομερούν	=	χασομερώ
χασομερούνε	=	χασομερώ
χασομερούσα	=	χασομερώ
χασομερούσαμε	=	χασομερώ
χασομερούσαν	=	χασομερώ
χασομερούσανε	=	χασομερώ
χασομερούσατε	=	χασομερώ
χασομερούσε	=	χασομερώ
χασομερούσες	=	χασομερώ
χασομερώ	verb	σπαταλάω άσκοπα τον εργάσιμο χρόνο μου και χωρίς ουσιαστικό ή δημιουργικό αποτέλεσμα
χασομερώντας	=	χασομερώ
χασοτονίσματος	=	χασοτόνισμα
χασοτόνισμα	noun	η άτονη προφορά τονιζόμενης συλλαβής
χασοφεγγαριά	noun|vulgar	η χάση του φεγγαριού
χασοφεγγαριάς	=	χασοφεγγαριά
χασοφεγγαριές	=	χασοφεγγαριά
χασοφεγγαριών	=	χασοφεγγαριά
χασούρα	noun	το να χάνει κάποιος χρήματα, να έχει ζημία σε οικονομικές συναλλαγές ή τυχερό παιχνίδι
χασούρας	noun	γενική ενικού του χασούρα
χασούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χασούρα
χαστουκάκι	noun	υποκοριστικό του χαστούκι
χαστουκάκια	=	χαστουκάκι
χαστουκίζαμε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζαν	=	χαστουκίζω
χαστουκίζανε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζατε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζει	=	χαστουκίζω
χαστουκίζεις	=	χαστουκίζω
χαστουκίζεσαι	=	χαστουκίζω
χαστουκίζεστε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζεται	=	χαστουκίζω
χαστουκίζετε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζομαι	=	χαστουκίζω
χαστουκίζομε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζονται	=	χαστουκίζω
χαστουκίζονταν	=	χαστουκίζω
χαστουκίζοντας	=	χαστουκίζω
χαστουκίζουμε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζουν	=	χαστουκίζω
χαστουκίζουνε	=	χαστουκίζω
χαστουκίζω	verb	χτυπώ με την εσωτερική πλευρά της παλάμης μου κάποιον στο μάγουλο
χαστουκίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσαν	=	χαστουκίζω
χαστουκίσανε	=	χαστουκίζω
χαστουκίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσματα	=	χαστούκισμα
χαστουκίσματος	=	χαστούκισμα
χαστουκίσομε	=	χαστουκίζω
χαστουκίσου	=	χαστουκίζω
χαστουκίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίσουνε	=	χαστουκίζω
χαστουκίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστουκιά	noun	χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη του χεριού
χαστουκιάς	=	χαστουκιά
χαστουκιέρα	noun|slang	αυτοσχέδιο εργαλείο των καραγκιοζοπαικτών για την παραγωγή των ήχων από τις καρπαζιές, τις στράκες και, γενικά, τα ξυλοφορτώματα που ακούγονται στις παραστάσεις τους
χαστουκιέρας	=	χαστουκιέρα
χαστουκιέρες	=	χαστουκιέρα
χαστουκιές	=	χαστουκιά
χαστουκιζόμασταν	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόμαστε	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόμουν	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόμουνα	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόντουσαν	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόσασταν	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόσαστε	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόσουν	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόσουνα	=	χαστουκίζω
χαστουκιζόταν	=	χαστουκίζω
χαστουκιζότανε	=	χαστουκίζω
χαστουκιού	=	χαστούκι
χαστουκισμάτων	=	χαστούκισμα
χαστουκισμένος	=	χαστουκίζω
χαστουκιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστήκαν	=	χαστουκίζω
χαστουκιστήκανε	=	χαστουκίζω
χαστουκιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιστούνε	=	χαστουκίζω
χαστουκιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζομαι
χαστουκιών	=	χαστούκι
χαστούκι	noun	χτύπημα στο μάγουλο με την παλάμη του χεριού
χαστούκια	=	χαστούκι
χαστούκιζα	=	χαστουκίζω
χαστούκιζαν	=	χαστουκίζω
χαστούκιζε	=	χαστουκίζω
χαστούκιζες	=	χαστουκίζω
χαστούκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστούκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστούκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστούκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαστουκίζω
χαστούκισμα	noun	Το να δίνω χαστούκι.
χατίρι	noun	χάρη
χατίρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χατίρι
χατζ	noun	το προσκύνημα στη Μέκκα που οφείλει κάθε μουσουλμάνος να κάνει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του
χατζάρι	=	χαντζάρι
χατζή	=	χατζής
χατζήδαινα	=	χατζής
χατζήδες	=	χατζής
χατζήδων	=	χατζής
χατζής	noun	προσωνύμιο μουσουλμάνων και χριστιανών: αυτός που έχει επισκεφτεί για προσκύνημα τους Αγίους Τόπους
χατζίνα	=	χατζής
χατζηλίκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χατζηλίκι
χατιράκι	noun	υποκοριστικό του χατίρι
χατιράκια	=	χατιράκι
χατιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χατιρικό	adv	κάνοντας το χατίρι σε κάποιον, χαριστικά
χατιρικέ	adj	κλητική ενικού του χατιρικός
χατιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χατιρική
χατιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χατιρικός
χατιρικής	adj	γενική ενικού του χατιρική
χατιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χατιρικός
χατιρικού	adj	γενική ενικού του χατιρικός
χατιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χατιρικός
χατιρικό	adj	αιτιατική ενικού του χατιρικός
χατιρικός	adj	που γίνεται για το χατίρι κάποιου
χατιρικών	adj	γενική πληθυντικού του χατιρικός
χατιρικώς	adv	λόγιο επίρρημα για το χαριστικά, σαν χάρη, χατιρικά, με τρόπο που εκφράζει εύνοια, μεροληψία, για την εκχώρηση αντικειμένου, δικαιωμάτων που κάποιος ή όντως δεν έχει κερδίσει με το σπαθί του ή που οι άλλοι θεωρούν ότι δεν του αξίζει
χατιριού	noun	γενική ενικού του χατίρι
χατιριών	noun	γενική πληθυντικού του χατίρι
χατλάρη	=	χατλάρης
χατλάρηδες	=	χατλάρης
χατλάρηδων	=	χατλάρης
χατλάρης	noun	μοναχός υπεύθυνος για τα ζώα στη μονή (Άγιο Όρος)
χατσαπούρι	noun	γεωργιανό πιάτο, ψωμί στη μέση του οποίου μπαίνει τυρί και άλλα υλικά, παρόμοιο στο παρουσιαστικό με το πεϊνιρλί
χαυλιοδόντων	=	χαυλιόδοντας
χαυλιόδοντα	=	χαυλιόδοντας
χαυλιόδοντας	noun	το ελαφρώς κυρτωμένο προς τα πάνω και προεξέχον δόντι του ελέφαντα ή του αγριόχοιρου (καθένα από τα δύο δόντια που έχει κάθε ζώο)
χαυλιόδοντες	=	χαυλιόδοντας
χαυνοτήτων	=	χαυνότητα
χαυνωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαύνωμα
χαυνωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαυνωτικό
χαυνωτικέ	adj	κλητική ενικού του χαυνωτικός
χαυνωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαυνωτική
χαυνωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαυνωτικός
χαυνωτικής	adj	γενική ενικού του χαυνωτική
χαυνωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαυνωτικός
χαυνωτικού	adj	γενική ενικού του χαυνωτικός
χαυνωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαυνωτικός
χαυνωτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαυνωτικός
χαυνωτικός	adj	που προκαλεί χαύνωση, αποχαύνωση
χαυνωτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαυνωτικός
χαυνότητα	noun	το χαρακτηριστικό του χαύνου, η αποχαύνωση, η κατάσταση απραξίας, παθητικότητας, ανοησίας
χαυνότητας	=	χαυνότητα
χαυνότητες	=	χαυνότητα
χαυνώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαύνωμα
χαυνώματος	noun	γενική ενικού του χαύνωμα
χαυνώναμε	=	χαυνώνω
χαυνώναν	=	χαυνώνω
χαυνώνανε	=	χαυνώνω
χαυνώνατε	=	χαυνώνω
χαυνώνει	=	χαυνώνω
χαυνώνεις	=	χαυνώνω
χαυνώνετε	=	χαυνώνω
χαυνώνοντας	=	χαυνώνω
χαυνώνουμε	=	χαυνώνω
χαυνώνουν	=	χαυνώνω
χαυνώνουνε	=	χαυνώνω
χαυνώνω	verb	προκαλώ την ανοησία στους άλλους, τους κάνω νωθρούς, εύπιστους, χαλαρούς, παθητικούς
χαυνώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώσαν	=	χαυνώνω
χαυνώσανε	=	χαυνώνω
χαυνώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώσεις	=	χαύνωση
χαυνώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώσεων	=	χαύνωση
χαυνώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαυνώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαφιέ	=	χαφιές
χαφιέδες	=	χαφιές
χαφιέδων	=	χαφιές
χαφιές	noun	αστυνομικός ή άτομο συνεργαζόμενο με την αστυνομία που αναλάμβανε να διεισδύσει σε πολιτικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις με στόχο τη συλλογή πληροφοριών και τελικό σκοπό να τις διαλύσει ή να τις διαβρώσει
χαφιεδισμέ	noun	κλητική ενικού του χαφιεδισμός
χαφιεδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαφιεδισμός
χαφιεδισμού	noun	γενική ενικού του χαφιεδισμός
χαφιεδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαφιεδισμός
χαφιεδισμό	noun	αιτιατική ενικού του χαφιεδισμός
χαφιεδισμός	noun	αυτό που κάνει ο χαφιές, η ενέργεια του χαφιεδίζω, η σκόπιμη εκμαίευση μυστικών και πληροφοριών προκειμένου να εκθέσω κάποιον στην εξουσία που τον καταδιώκει
χαφιεδισμών	noun	γενική πληθυντικού του χαφιεδισμός
χαφτήκαμε	=	χάφτω
χαφτήκαν	=	χάφτω
χαφτήκανε	=	χάφτω
χαφτήκατε	=	χάφτω
χαφτεί	=	χάφτω
χαφτείς	=	χάφτω
χαφτείτε	=	χάφτω
χαφτούμε	=	χάφτω
χαφτούν	=	χάφτω
χαφτούνε	=	χάφτω
χαφτόμασταν	=	χάφτω
χαφτόμαστε	=	χάφτω
χαφτόμουν	=	χάφτω
χαφτόμουνα	=	χάφτω
χαφτόντουσαν	=	χάφτω
χαφτόσασταν	=	χάφτω
χαφτόσαστε	=	χάφτω
χαφτόσουν	=	χάφτω
χαφτόσουνα	=	χάφτω
χαφτόταν	=	χάφτω
χαφτότανε	=	χάφτω
χαφτώ	=	χάφτω
χαχάμη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χαχάμης
χαχάμηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαχάμης
χαχάμηδων	noun	γενική πληθυντικού του χαχάμης
χαχάμης	noun|dated	o ραβίνος των ισπανικής καταγωγής Εβραίων
χαχάνιζα	=	χαχανίζω
χαχάνιζαν	=	χαχανίζω
χαχάνιζε	=	χαχανίζω
χαχάνιζες	=	χαχανίζω
χαχάνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχάνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχάνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχάνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχάνισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χαχανίζω
χαχαλιά	noun	χούφτα
χαχαλιάς	=	χαχαλιά
χαχαλιές	=	χαχαλιά
χαχαλιών	=	χαχαλιά
χαχαμίκε	=	χαχαμίκος
χαχαμίκο	=	χαχαμίκος
χαχαμίκοι	=	χαχαμίκος
χαχαμίκος	noun|dated	άλλη μορφή του χαχάμης
χαχαμίκου	=	χαχαμίκος
χαχαμίκους	=	χαχαμίκος
χαχαμίκων	=	χαχαμίκος
χαχανίζαμε	=	χαχανίζω
χαχανίζαν	=	χαχανίζω
χαχανίζανε	=	χαχανίζω
χαχανίζατε	=	χαχανίζω
χαχανίζει	=	χαχανίζω
χαχανίζεις	=	χαχανίζω
χαχανίζετε	=	χαχανίζω
χαχανίζομε	=	χαχανίζω
χαχανίζοντας	=	χαχανίζω
χαχανίζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαχανίζω
χαχανίζουν	=	χαχανίζω
χαχανίζουνε	=	χαχανίζω
χαχανίζω	verb	γελάω έντονα (συνήθως ενοχλητικά για κάποιους)
χαχανίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσαν	=	χαχανίζω
χαχανίσανε	=	χαχανίζω
χαχανίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαχάνισμα
χαχανίσματος	noun	γενική ενικού του χαχάνισμα
χαχανίσομε	=	χαχανίζω
χαχανίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσουνε	=	χαχανίζω
χαχανίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαχανίζω
χαχανητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαχανητό
χαχανητού	noun	γενική ενικού του χαχανητό
χαχανητό	noun	το χαχάνισμα, το ηχηρό γέλιο
χαχανητών	noun	γενική πληθυντικού του χαχανητό
χαχανισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαχάνισμα
χαχόλε	noun	κλητική ενικού του χαχόλος
χαχόλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαχόλικο
χαχόλικε	adj	κλητική ενικού του χαχόλικος
χαχόλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαχόλικη
χαχόλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαχόλικος
χαχόλικης	adj	γενική ενικού του χαχόλικη
χαχόλικο	adj	αιτιατική ενικού του χαχόλικος
χαχόλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαχόλικος
χαχόλικος	adj	πολύ φαρδύς, υπερβολικά άνετος (για ρούχο που δεν είναι στα μέτρα εκείνου που το φοράει)
χαχόλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαχόλικος
χαχόλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαχόλικος
χαχόλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαχόλικος
χαχόλο	noun	αιτιατική ενικού του χαχόλος
χαχόλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαχόλος
χαχόλος	noun	άνθρωπος που είναι μεγαλόσωμος, άχαρος
χαχόλου	noun	γενική ενικού του χαχόλος
χαχόλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χαχόλος
χαχόλων	noun	γενική πληθυντικού του χαχόλος
χαψή	noun	η φυλακή
χαψί	noun	είδος ψαριού, γαύρος
χαψίματα	=	χάψιμο
χαψίματος	=	χάψιμο
χαψιά	noun	η ενέργεια του χάβω
χαψιάς	noun	γενική ενικού του χαψιά
χαψιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαψιά
χαψιμάτων	=	χάψιμο
χαψιού	=	χαψί
χαψιών	=	χαψιά
χαψών	=	χάψη
χαωδών	=	χαώδης
χαϊβάνι	noun	το ζώον
χαϊβάνια	=	χαϊβάνι
χαϊβανιού	=	χαϊβάνι
χαϊβανιών	=	χαϊβάνι
χαϊδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χάιδεμα
χαϊδέματος	noun	γενική ενικού του χάιδεμα
χαϊδέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψαν	=	χαϊδεύω
χαϊδέψανε	=	χαϊδεύω
χαϊδέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψομε	=	χαϊδεύω
χαϊδέψου	=	χαϊδεύω
χαϊδέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψουνε	=	χαϊδεύω
χαϊδέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδαριώτικα	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικε	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικες	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικη	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικης	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικο	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικοι	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικος	adj	ο σχετικός με το Χαϊδάρι ή τους κατοίκους του
χαϊδαριώτικου	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικους	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδαριώτικων	=	χαϊδαριώτικος
χαϊδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χάιδεμα
χαϊδεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαϊδεμένο
χαϊδεμένε	verb	κλητική ενικού του χαϊδεμένος
χαϊδεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαϊδεμένη
χαϊδεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαϊδεμένος
χαϊδεμένης	verb	γενική ενικού του χαϊδεμένη
χαϊδεμένο	verb	αιτιατική ενικού του χαϊδεμένος
χαϊδεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαϊδεμένος
χαϊδεμένος	verb	που τον αγαπούν πολύ και του κάνουν όλα τα χατίρια
χαϊδεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χαϊδεμένος
χαϊδεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χαϊδεμένος
χαϊδεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χαϊδεμένος
χαϊδευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτήκαν	=	χαϊδεύω
χαϊδευτήκανε	=	χαϊδεύω
χαϊδευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαϊδευτικό	adv	χρησιμοποιώντας κάποιο υποκοριστικό ή χαϊδευτικό όνομα
χαϊδευτικέ	adj	κλητική ενικού του χαϊδευτικός
χαϊδευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαϊδευτική
χαϊδευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαϊδευτικός
χαϊδευτικής	adj	γενική ενικού του χαϊδευτική
χαϊδευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χαϊδευτικός
χαϊδευτικού	adj	γενική ενικού του χαϊδευτικός
χαϊδευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χαϊδευτικός
χαϊδευτικό	adj	αιτιατική ενικού του χαϊδευτικός	noun	όνομα (συχνά το υποκοριστικό ονόματος) ή άλλη προσφώνηση που χρησιμοποιείται αντί της κύριας που δείχνει συμπάθεια, τρυφερότητα
χαϊδευτικός	adj	που εκδηλώνει με κάποιο τρόπο τρυφερότητα
χαϊδευτικών	adj	γενική πληθυντικού του χαϊδευτικός
χαϊδευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευτούνε	=	χαϊδεύω
χαϊδευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδευόμασταν	=	χαϊδεύω
χαϊδευόμαστε	=	χαϊδεύω
χαϊδευόμουν	=	χαϊδεύω
χαϊδευόμουνα	=	χαϊδεύω
χαϊδευόντουσαν	=	χαϊδεύω
χαϊδευόσασταν	=	χαϊδεύω
χαϊδευόσαστε	=	χαϊδεύω
χαϊδευόσουν	=	χαϊδεύω
χαϊδευόσουνα	=	χαϊδεύω
χαϊδευόταν	=	χαϊδεύω
χαϊδευότανε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύαμε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύαν	=	χαϊδεύω
χαϊδεύανε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύατε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύει	=	χαϊδεύω
χαϊδεύεις	=	χαϊδεύω
χαϊδεύεσαι	=	χαϊδεύω
χαϊδεύεστε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύεται	=	χαϊδεύω
χαϊδεύετε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χαϊδεύω
χαϊδεύομε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύονται	=	χαϊδεύω
χαϊδεύονταν	=	χαϊδεύω
χαϊδεύοντας	=	χαϊδεύω
χαϊδεύου	=	χαϊδεύω
χαϊδεύουμε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύουν	=	χαϊδεύω
χαϊδεύουνε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύτε	=	χαϊδεύω
χαϊδεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδεύομαι
χαϊδεύω	verb	ψαύω απαλά με τα δάκτυλα
χαϊδιάρης	adj|rare	άλλη μορφή του χαδιάρης
χαϊδιάρικος	adj|rare	άλλη μορφή του χαδιάρικος
χαϊδοκώλη	=	χαϊδοκώλης
χαϊδοκώληδες	=	χαϊδοκώλης
χαϊδοκώληδων	=	χαϊδοκώλης
χαϊδοκώλης	noun|slang	ο ομοφυλόφιλος (άνδρας)
χαϊδολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαϊδολόγημα
χαϊδολογήματος	noun	γενική ενικού του χαϊδολόγημα
χαϊδολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολογηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογιέμαι
χαϊδολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χαϊδολόγημα
χαϊδολογιέμαι	=	χαϊδολογώ
χαϊδολογώ	verb	χαϊδεύω κάποιον με στοργή και αγάπη για αρκετή ώρα, όπως η γιαγιά το εγγόνι
χαϊδολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χαϊδολογάω / χαϊδολογώ
χαϊδολόγημα	noun	η ενέργεια του χαϊδολογώ
χαϊδολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαϊδολογώ
χαϊδούκε	=	χαϊδούκος
χαϊδούκο	=	χαϊδούκος
χαϊδούκοι	=	χαϊδούκος
χαϊδούκος	noun	άλλη μορφή του χαϊντούκος
χαϊδούκου	=	χαϊδούκος
χαϊδούκους	=	χαϊδούκος
χαϊδούκων	=	χαϊδούκος
χαϊδούλη	=	χαϊδούλης
χαϊδούληδες	=	χαϊδούλης
χαϊδούληδων	=	χαϊδούλης
χαϊδούλης	noun	ο χαδιάρης, που του αρέσουν τα χάδια
χαϊκού	noun	ιαπωνικό είδος ποίησης το οποίο θεωρείται ως η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο
χαϊμαλί	noun	φυλαχτό (που συνήθως το κρεμάμε στο λαιμό)
χαϊμαλιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χαϊμαλί
χαϊμαλιού	noun	γενική ενικού του χαϊμαλί
χαϊμαλιών	noun	γενική πληθυντικού του χαϊμαλί
χαϊντάω	verb	ελαύνω
χαϊντούκε	=	χαϊντούκος
χαϊντούκο	=	χαϊντούκος
χαϊντούκοι	=	χαϊντούκος
χαϊντούκος	noun	ορεσίβιος αντάρτης στη Βαλκανική Χερσόνησο
χαϊντούκου	=	χαϊντούκος
χαϊντούκους	=	χαϊντούκος
χαϊντούκων	=	χαϊντούκος
χαϊριού	=	χαΐρι
χαϊριών	=	χαΐρι
χαύνος	adj	χαλαρός, πλαδαρός, άτονος, νωθρός
χαύνωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαυνώνω
χαύνωνα	=	χαυνώνω
χαύνωναν	=	χαυνώνω
χαύνωνε	=	χαυνώνω
χαύνωνες	=	χαυνώνω
χαύνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαύνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαύνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαύνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χαυνώνω
χαύνωση	noun	το αποτέλεσμα του χαυνώνω, η χαυνότητα, η κατάσταση του χαύνου
χαύνωσης	=	χαύνωση
χαώδεις	=	χαώδης
χαώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χαώδης
χαώδη	=	χαώδης
χαώδης	adj	που δεν έχει τάξη, οργάνωση ή σαφήνεια
χαώδους	=	χαώδης
χαών	=	χάος
χείλέων	=	χείλι
χείλη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλος
χείλι	noun	το χείλος του στόματος
χείλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλι
χείλο	=	χείλος
χείλος	noun	καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα
χείλους	noun	γενική ενικού του χείλος
χείλωμα	noun	η απόληξη μιας επιφάνειας ή ενός πράγματος, που μοιάζει με χείλος
χείμαρρε	noun	κλητική ενικού του χείμαρρος
χείμαρρο	noun	αιτιατική ενικού του χείμαρρος
χείμαρροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χείμαρρος
χείμαρρος	noun	ποταμός που ρέει μόνο το χειμώνα ή που πάντως δημιουργείται μετά από βροχή ή από λιώσιμο των χιονιών και του πάγου
χείμαρρου	=	χείμαρρος
χείμαρρους	=	χείμαρρος
χείμαρρων	=	χείμαρρος
χείρ	=	χειρ
χείρα	noun|formal	το χέρι
χείρες	=	χείρα
χείριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείριστο
χείριστε	adj	κλητική ενικού του χείριστος
χείριστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείριστη
χείριστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χείριστος
χείριστης	adj	γενική ενικού του χείριστη
χείριστο	adj	αιτιατική ενικού του χείριστος
χείριστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χείριστος
χείριστος	adj|formal	ο χειρότερος
χείριστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χείριστος
χείριστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χείριστος
χείριστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χείριστος
χεγγελιανισμέ	=	χεγγελιανισμός
χεγγελιανισμοί	=	χεγγελιανισμός
χεγγελιανισμού	=	χεγγελιανισμός
χεγγελιανισμούς	=	χεγγελιανισμός
χεγγελιανισμό	=	χεγγελιανισμός
χεγγελιανισμός	noun	άλλη μορφή του εγελιανισμός
χεγγελιανισμών	=	χεγγελιανισμός
χεδίβη	=	χεδίβης
χεδίβηδες	=	χεδίβης
χεδίβηδων	=	χεδίβης
χεδίβης	noun	τίτλος που αποδιδόταν στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου από τον σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
χεδιβικά	=	χεδιβικός
χεδιβικέ	=	χεδιβικός
χεδιβικές	=	χεδιβικός
χεδιβική	=	χεδιβικός
χεδιβικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χεδιβική) του χεδιβικός
χεδιβικοί	=	χεδιβικός
χεδιβικού	=	χεδιβικός
χεδιβικούς	=	χεδιβικός
χεδιβικό	=	χεδιβικός
χεδιβικός	adj	ο σχετικός με τον χεδίβη
χεδιβικών	=	χεδιβικός
χεδρώπων	=	χέδρωπας
χεζά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χεζάς
χεζάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεζάς
χεζάδων	noun	γενική πληθυντικού του χεζάς
χεζάς	noun	ο φοβιτσιάρης, ο χέστης
χεζού	noun	θηλυκό του χεζάς
χεζούδες	=	χεζού
χεζούδων	=	χεζού
χεζούς	=	χεζού
χεζόμασταν	=	χέζω
χεζόμαστε	=	χέζω
χεζόμουν	=	χέζω
χεζόμουνα	=	χέζω
χεζόντουσαν	=	χέζω
χεζόσασταν	=	χέζω
χεζόσαστε	=	χέζω
χεζόσουν	=	χέζω
χεζόσουνα	=	χέζω
χεζόταν	=	χέζω
χεζότανε	=	χέζω
χειλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλάς
χειλάκι	noun	υποκοριστικό του χείλος
χειλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλάκι
χειλάρα	noun	μεγάλο χείλος, συνήθως στον πληθυντικό (χειλάρες)
χειλάς	noun	με μεγάλα, έντονα χείλη
χειλέων	noun	γενική πληθυντικού του χείλος
χειλαρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειλαράς
χειλαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλαράς
χειλαράδικα	=	χειλαράς
χειλαράδικο	=	χειλαράς
χειλαράδικου	=	χειλαράς
χειλαράδικων	=	χειλαράς
χειλαράδων	noun	γενική πληθυντικού του χειλαράς
χειλαράς	adj	που έχει μεγάλα χείλη
χειλαρού	noun	αυτή που έχει πολύ μεγάλα χείλια
χειλαρούδες	=	χειλαρού
χειλαρούδων	=	χειλαρού
χειλαρούς	=	χειλαρού
χειλεόφωνα	noun	οι φθόγγοι για την εκφορά των οποίων χρησιμοποιούμε τα χείλη
χειλεόφωνε	adj	κλητική ενικού του χειλεόφωνος
χειλεόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλεόφωνη
χειλεόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειλεόφωνος
χειλεόφωνης	adj	γενική ενικού του χειλεόφωνη
χειλεόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του χειλεόφωνος
χειλεόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειλεόφωνος
χειλεόφωνος	adj	άλλη μορφή του χειλόφωνος
χειλεόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειλεόφωνος
χειλεόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειλεόφωνος
χειλεόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειλεόφωνος
χειλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλικό
χειλικέ	adj	κλητική ενικού του χειλικός
χειλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλική
χειλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειλικός
χειλικής	adj	γενική ενικού του χειλική
χειλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειλικός
χειλικού	adj	γενική ενικού του χειλικός
χειλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειλικός
χειλικό	adj	αιτιατική ενικού του χειλικός
χειλικός	adj	σχετικός με τα χείλια
χειλικών	adj	γενική πληθυντικού του χειλικός
χειλιού	=	χείλι
χειλιών	=	χείλι
χειλοδοντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλοδοντικό
χειλοδοντικέ	adj	κλητική ενικού του χειλοδοντικός
χειλοδοντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλοδοντική
χειλοδοντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειλοδοντικός
χειλοδοντικής	adj	γενική ενικού του χειλοδοντική
χειλοδοντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειλοδοντικός
χειλοδοντικού	adj	γενική ενικού του χειλοδοντικός
χειλοδοντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειλοδοντικός
χειλοδοντικό	adj	αιτιατική ενικού του χειλοδοντικός
χειλοδοντικός	adj	που προφέρεται με το κάτω χείλος και τα πάνω δόντια
χειλοδοντικών	adj	γενική πληθυντικού του χειλοδοντικός
χειλοϋπερωικά	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικέ	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικές	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωική	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικής	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικοί	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικού	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικούς	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικό	=	χειλοϋπερωικός
χειλοϋπερωικός	adj	αυτός που αρθρώνεται με την συμμετοχή των χειλέων και της υπερώας
χειλοϋπερωικών	=	χειλοϋπερωικός
χειλού	noun	γυναίκα με έντονα, μεγάλα χείλη
χειλούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλού
χειλούδων	=	χειλού
χειλούς	=	χειλού
χειλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χείλωμα
χειλόποδα	noun	κλάση σαρκοβόρων δηλητηριωδών και συνήθως νυκτόβιων αρθροπόδων, που ανήκουν στην υποσυνομοταξία των μυριαπόδων, ζουν κυρίως σε υγρά περιβάλλοντα και χαρακτηρίζονται από το μακρόστενο, επίπεδο σώμα τους, το οποίο αποτελείται από πολλά τμήματα, το καθένα με ένα ζευγάρι ποδιών
χειλόποδο	noun|rare	ενικό αριθμός τού χειλόποδα
χειλόποδων	=	χειλόποδα
χειλόφωνα	noun	τα χειλικά
χειλόφωνε	adj	κλητική ενικού του χειλόφωνος
χειλόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειλόφωνη
χειλόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειλόφωνος
χειλόφωνης	adj	γενική ενικού του χειλόφωνη
χειλόφωνο	noun	μικρόφωνο που βρίσκεται κοντά στα χείλη, με σύστημα συγκράτησης με το οποίο στηρίζεται στο κεφάλι, μικρόφωνο κεφαλής	adj	αιτιατική ενικού του χειλόφωνος
χειλόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειλόφωνος
χειλόφωνος	adj	που εκφέρεται με τα χείλη (συνηθέστερα για γράμματα όπως τα π, β και φ)
χειλόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειλόφωνος
χειλόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειλόφωνος
χειλόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειλόφωνος
χειλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χείλωμα
χειλώματος	noun	γενική ενικού του χείλωμα
χειμάδι	noun	το χειμαδιό, η πεδινή περιοχή στην οποία καταφεύγουν οι κτηνοτρόφοι μαζί με τα κοπάδια τους το χειμώνα για να μην πεθάνουν από πείνα τα ζωντανά τους
χειμάδια	=	χειμάδι
χειμάζομαι	verb|formal	δοκιμάζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω
χειμάρρου	noun	γενική ενικού του χείμαρρος
χειμάρρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χείμαρρος
χειμάρρων	noun	γενική πληθυντικού του χείμαρρος
χειμάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμέριία	=	χειμέριος
χειμέρια	=	χειμέριος
χειμέριας	=	χειμέριος
χειμέριε	=	χειμέριος
χειμέριες	=	χειμέριος
χειμέριιο	=	χειμέριος
χειμέριο	=	χειμέριος
χειμέριοι	=	χειμέριος
χειμέριος	adj	ο χειμερινός στα αρχαία ελληνικά, σήμερα όμως το επίθετο συνηθίζεται σε λίγες τυποποιημένες εκφράσεις
χειμέριου	=	χειμέριος
χειμέριους	=	χειμέριος
χειμέριων	=	χειμέριος
χειμαδιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμαδιό
χειμαδιού	noun	γενική ενικού του χειμαδιό
χειμαδιό	noun	προστατευόμενος τόπος στα πεδινά για το ξεχειμώνιασμα των κοπαδιών
χειμαδιών	noun	γενική πληθυντικού του χειμαδιό
χειμαζόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμαζόμενο
χειμαζόμενε	verb	κλητική ενικού του χειμαζόμενος
χειμαζόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμαζόμενη
χειμαζόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειμαζόμενος
χειμαζόμενης	verb	γενική ενικού του χειμαζόμενη
χειμαζόμενο	verb	αιτιατική ενικού του χειμαζόμενος
χειμαζόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειμαζόμενος
χειμαζόμενος	verb	ταλαιπωρημένος, εξουθενωμένος από την αντιμετώπιση μεγάλων δυσκολιών
χειμαζόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειμαζόμενος
χειμαζόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χειμαζόμενος
χειμαζόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειμαζόμενος
χειμαρρωδών	=	χειμαρρώδης
χειμαρρώδεις	=	χειμαρρώδης
χειμαρρώδες	=	χειμαρρώδης
χειμαρρώδη	=	χειμαρρώδης
χειμαρρώδης	adj	που η ροή του είναι σαν χειμάρρου
χειμαρρώδους	=	χειμαρρώδης
χειμαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειμάζομαι
χειμερία	noun|dated	ουσιαστικοποιημένο επίθετο με τη λέξη ημέρα να εννοείται.
χειμερίας	=	χειμερία
χειμερίες	=	χειμερία
χειμερινά	noun	τα ρούχα που φοριούνται κυρίως το χειμώνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμερινό
χειμερινέ	adj	κλητική ενικού του χειμερινός
χειμερινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμερινή
χειμερινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειμερινός
χειμερινής	adj	γενική ενικού του χειμερινή
χειμερινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειμερινός
χειμερινού	adj	γενική ενικού του χειμερινός
χειμερινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειμερινός
χειμερινό	adj	αιτιατική ενικού του χειμερινός
χειμερινός	adj	σχετικός με τον χειμώνα και το ψύχος
χειμερινών	adj	γενική πληθυντικού του χειμερινός
χειμεριών	=	χειμερία
χειμωνανθέ	noun	κλητική ενικού του χειμωνανθός
χειμωνανθοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειμωνανθός
χειμωνανθού	noun	γενική ενικού του χειμωνανθός
χειμωνανθούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χειμωνανθός
χειμωνανθό	noun	αιτιατική ενικού του χειμωνανθός
χειμωνανθός	noun	φυτό, με προέλευση την Κίνα, που έχει μικρά κίτρινα φυτά και ανθίζει το χειμώνα (Chimonanthus praecox)
χειμωνανθών	noun	γενική πληθυντικού του χειμωνανθός
χειμωνιά	noun	ο χειμωνιάτικος καιρός με πολλή παγωνιά
χειμωνιάζει	verb	έρχεται ο χειμώνας, αρχίζουν τα κρύα
χειμωνιάς	noun	γενική ενικού του χειμωνιά
χειμωνιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειμωνιάζει
χειμωνιάσματα	=	χειμώνιασμα
χειμωνιάσματος	=	χειμώνιασμα
χειμωνιάτικα	adv	κατά τον χειμώνα
χειμωνιάτικε	adj	κλητική ενικού του χειμωνιάτικος
χειμωνιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμωνιάτικη
χειμωνιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειμωνιάτικος
χειμωνιάτικης	adj	γενική ενικού του χειμωνιάτικη
χειμωνιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του χειμωνιάτικος
χειμωνιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειμωνιάτικος
χειμωνιάτικος	adj	ο σχετικός με το χειμώνα ή με το κρύο
χειμωνιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειμωνιάτικος
χειμωνιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειμωνιάτικος
χειμωνιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειμωνιάτικος
χειμωνιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμωνιά
χειμωνιασμάτων	=	χειμώνιασμα
χειμωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμωνικό
χειμωνικέ	adj	κλητική ενικού του χειμωνικός
χειμωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμωνική
χειμωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειμωνικός
χειμωνικής	adj	γενική ενικού του χειμωνική
χειμωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειμωνικός
χειμωνικού	adj	γενική ενικού του χειμωνικός
χειμωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειμωνικός
χειμωνικό	adj	αιτιατική ενικού του χειμωνικός	noun	το καρπούζι (επειδή βγαίνει και μας δροσίζει μέσα στο κατακαλόκαιρο)
χειμωνικός	adj	χειμωνιάτικος, χειμερινός
χειμωνικών	adj	γενική πληθυντικού του χειμωνικός
χειμωνιών	=	χειμωνιά
χειμωνογλάρονα	=	χειμωνογλάρονο
χειμωνογλάρονο	noun	είδος γλαρονιού
χειμωνογλάρονου	=	χειμωνογλάρονο
χειμωνογλάρονων	=	χειμωνογλάρονο
χειμωνόκιρκε	=	χειμωνόκιρκος
χειμωνόκιρκο	=	χειμωνόκιρκος
χειμωνόκιρκοι	=	χειμωνόκιρκος
χειμωνόκιρκος	noun	είδος πουλιού
χειμωνόκιρκου	=	χειμωνόκιρκος
χειμωνόκιρκους	=	χειμωνόκιρκος
χειμωνόκιρκων	=	χειμωνόκιρκος
χειμώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειμώνας
χειμώνας	noun	η εποχή του έτους, μετά το φθινόπωρο και πριν την άνοιξη, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν χαμηλότερες θερμοκρασίες, η ψυχρότερη εποχή του έτους
χειμώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειμώνας
χειμώνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειμωνιάζει
χειμώνιασμα	noun	η έναρξη του χειμώνα
χειμώνων	noun	γενική πληθυντικού του χειμώνας
χειρ	noun|archaic	το χέρι, σε εκφράσεις όπως
χειρístries	=	χειρίστρια
χειράγρα	noun	αρθρίτιδα στα χέρια
χειράμαξα	noun	είδος άμαξας ή καρότσας που την σπρώχνουν με τα χέρια, για την μεταφορά ανθρώπων, αντικειμένων, υλικών κ.λπ.
χειράμαξας	noun	γενική ενικού του χειράμαξα
χειράμαξες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειράμαξα
χειράφετα	=	χειράφετος
χειράφετε	=	χειράφετος
χειράφετες	=	χειράφετος
χειράφετη	=	χειράφετος
χειράφετης	=	χειράφετος
χειράφετο	=	χειράφετος
χειράφετοι	=	χειράφετος
χειράφετος	adj|formal	που έχει χειραφετηθεί
χειράφετου	=	χειράφετος
χειράφετους	=	χειράφετος
χειράφετων	=	χειράφετος
χειρίδα	noun	μανίκι
χειρίδας	=	χειρίδα
χειρίδες	=	χειρίδα
χειρίδων	=	χειρίδα
χειρίζεσαι	=	χειρίζομαι
χειρίζεστε	=	χειρίζομαι
χειρίζεται	=	χειρίζομαι
χειρίζομαι	verb	δίνω τις απαραίτητες εντολές ή κάνω τους απαραίτητους χειρισμούς ώστε να λειτουργήσει ένα μηχάνημα και να επιτελέσει ένα συγκεκριμένο έργο
χειρίζονται	=	χειρίζομαι
χειρίζονταν	=	χειρίζομαι
χειρίσθηκα	=	χειρίζομαι
χειρίσθηκαν	=	χειρίζομαι
χειρίσθηκε	=	χειρίζομαι
χειρίσθηκες	=	χειρίζομαι
χειρίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειρίστη	=	χείριστος
χειρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειρίστης	=	χείριστος
χειρίστου	=	χείριστος
χειρίστους	=	χείριστος
χειρίστρια	noun	θηλυκό του χειριστής
χειρίστριας	noun	γενική ενικού του χειρίστρια
χειρίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρίστρια
χειρίστων	=	χείριστος
χειραγωγέ	noun	κλητική ενικού του χειραγωγός
χειραγωγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήσαν	=	χειραγωγώ
χειραγωγήσανε	=	χειραγωγώ
χειραγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραγώγηση
χειραγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χειραγώγηση
χειραγωγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χειραγώγηση
χειραγωγήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγήσιμο
χειραγωγήσιμε	adj	κλητική ενικού του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγήσιμη
χειραγωγήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσιμης	adj	γενική ενικού του χειραγωγήσιμη
χειραγωγήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσιμος	adj|formal	που μπορεί να χειραγωγηθεί
χειραγωγήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειραγωγήσιμος
χειραγωγήσου	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγία	noun|formal	άλλη μορφή του χειραγώγηση
χειραγωγίας	noun	γενική ενικού του χειραγωγία
χειραγωγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγία
χειραγωγεί	=	χειραγωγώ
χειραγωγείς	=	χειραγωγώ
χειραγωγείσαι	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγείστε	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγείται	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγείτε	=	χειραγωγώ
χειραγωγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθήκαν	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγηθήκανε	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραγωγούμαι
χειραγωγημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγημένο
χειραγωγημένε	verb	κλητική ενικού του χειραγωγημένος
χειραγωγημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγημένη
χειραγωγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειραγωγημένος
χειραγωγημένης	verb	γενική ενικού του χειραγωγημένη
χειραγωγημένο	verb	αιτιατική ενικού του χειραγωγημένος
χειραγωγημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγημένος
χειραγωγημένος	verb	που έχει χειραγωγηθεί
χειραγωγημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειραγωγημένος
χειραγωγημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χειραγωγημένος
χειραγωγημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειραγωγημένος
χειραγωγικά	=	χειραγωγικός
χειραγωγικέ	=	χειραγωγικός
χειραγωγικές	=	χειραγωγικός
χειραγωγική	=	χειραγωγικός
χειραγωγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χειραγωγική) του χειραγωγικός
χειραγωγικοί	=	χειραγωγικός
χειραγωγικού	=	χειραγωγικός
χειραγωγικούς	=	χειραγωγικός
χειραγωγικό	=	χειραγωγικός
χειραγωγικός	adj	σχετικός με την χειραγωγία, που χειραγωγεί
χειραγωγικών	=	χειραγωγικός
χειραγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του χειραγωγία
χειραγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειραγωγός
χειραγωγού	noun	γενική ενικού του χειραγωγός
χειραγωγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χειραγωγώ
χειραγωγούμασταν	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούμαστε	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούμε	=	χειραγωγώ
χειραγωγούμουν	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούν	=	χειραγωγώ
χειραγωγούνε	=	χειραγωγώ
χειραγωγούνται	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούνταν	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χειραγωγός
χειραγωγούσα	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσαμε	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσαν	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσανε	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσασταν	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούσαστε	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγούσατε	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσε	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσες	=	χειραγωγώ
χειραγωγούσουν	=	χειραγωγούμαι
χειραγωγό	noun	αιτιατική ενικού του χειραγωγός
χειραγωγός	noun|dated	αυτός που καθοδηγεί κάποιον κρατώντας τον από το χέρι, π.χ. έναν τυφλό, ο οδηγός τυφλών
χειραγωγώ	verb|formal	οδηγώ κάποιον πιάνοντάς τον απ’ το χέρι
χειραγωγών	noun	γενική πληθυντικού του χειραγωγός
χειραγωγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χειραγωγώ
χειραγώγει	=	χειραγωγώ
χειραγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραγωγώ
χειραγώγηση	noun	η ενέργεια του χειραγωγώ, η συνειδητή ειδική προσπάθεια κάποιου να επηρεάσει ή να διαχειριστεί έξυπνα ή ύπουλα το συνάνθρωπό του με επιδέξιο τρόπο
χειραγώγησης	noun	γενική ενικού του χειραγώγηση
χειραλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραλικό
χειραλικέ	adj	κλητική ενικού του χειραλικός
χειραλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραλική
χειραλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειραλικός
χειραλικής	adj	γενική ενικού του χειραλική
χειραλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειραλικός
χειραλικοτήτων	=	χειραλικότητα
χειραλικού	adj	γενική ενικού του χειραλικός
χειραλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειραλικός
χειραλικό	adj	αιτιατική ενικού του χειραλικός
χειραλικός	adj	που έχει σχέση με τη χειραλικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή
χειραλικότητα	noun	η ιδιότητα ενός αντικειμένου που δεν μπορεί να ταυτιστεί με το είδωλό του στον καθρέφτη, ακόμα και αν περιστραφεί
χειραλικότητας	=	χειραλικότητα
χειραλικότητες	=	χειραλικότητα
χειραλικών	adj	γενική πληθυντικού του χειραλικός
χειραμάξι	noun	άλλη μορφή του χειράμαξα
χειραμάξια	=	χειραμάξι
χειραμαξίδια	=	χειραμαξίδιο
χειραμαξίδιο	noun	το καροτσάκι
χειραμαξίδιου	=	χειραμαξίδιο
χειραμαξίδιων	=	χειραμαξίδιο
χειραμαξιδίου	=	χειραμαξίδιο
χειραμαξιδίων	=	χειραμαξίδιο
χειραμαξιού	=	χειραμάξι
χειραμαξιών	=	χειραμάξι
χειραμαξών	noun	γενική πληθυντικού του χειράμαξα
χειραντλία	noun	χειροκίνητη αντλία
χειραντλίας	=	χειραντλία
χειραντλίες	=	χειραντλία
χειραντλιών	=	χειραντλία
χειραφέτηση	noun	το να γίνεται κανείς κύριος της τύχης του, ανεξάρτητος· η απελευθέρωση από τα δεσμά μιας εξουσίας
χειραφέτησης	noun	γενική ενικού του χειραφέτηση
χειραφέτησις	noun	η χειραφέτηση
χειραφεσία	noun|formal	άλλη μορφή του χειραφέτηση
χειραφεσίας	noun	γενική ενικού του χειραφεσία
χειραφεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραφεσία
χειραφεσιών	noun	γενική πληθυντικού του χειραφεσία
χειραφετήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραφέτηση
χειραφετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χειραφέτηση
χειραφετήσεως	noun	→ λείπει η κλίση γενική ενικού του χειραφέτηση
χειραφετήσου	=	χειραφετούμαι
χειραφετείσαι	=	χειραφετούμαι
χειραφετείστε	=	χειραφετούμαι
χειραφετείται	=	χειραφετούμαι
χειραφετηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθήκαν	=	χειραφετούμαι
χειραφετηθήκανε	=	χειραφετούμαι
χειραφετηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειραφετούμαι
χειραφετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραφετημένο
χειραφετημένε	verb	κλητική ενικού του χειραφετημένος
χειραφετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραφετημένη
χειραφετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειραφετημένος
χειραφετημένης	verb	γενική ενικού του χειραφετημένη
χειραφετημένο	verb	αιτιατική ενικού του χειραφετημένος
χειραφετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειραφετημένος
χειραφετημένος	verb	που έχει χειραφετηθεί, είναι πλέον ανεξάρτητο ενώ δεν ήταν, που έχει γίνει αυτόνομο και ελεύθερο να ενεργεί κατά βούληση, που έχει ελευθερωθεί από εξαρτήσεις ή κηδεμονία, που έχει πλήρη δικαιώματα
χειραφετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειραφετημένος
χειραφετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χειραφετημένος
χειραφετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειραφετημένος
χειραφετούμαι	verb	γίνομαι ανεξάρτητος
χειραφετούμασταν	=	χειραφετούμαι
χειραφετούμαστε	=	χειραφετούμαι
χειραφετούμουν	=	χειραφετούμαι
χειραφετούνται	=	χειραφετούμαι
χειραφετούνταν	=	χειραφετούμαι
χειραφετούσασταν	=	χειραφετούμαι
χειραφετούσαστε	=	χειραφετούμαι
χειραφετούσουν	=	χειραφετούμαι
χειραφετώ	verb|formal	ενεργώ έτσι, ώστε κάποιος να γίνει ανεξάρτητος, να γίνει κύριος του εαυτού του, να αποδεσμευτεί από την κηδεμονία άλλου ή από κοινωνικούς περιορισμούς της ελευθερίας του ή γενικότερα από οποιαδήποτε μορφή δέσμευσης ή εξάρτησης
χειραψία	noun	ο χαιρετισμός με το δόσιμο των χεριών σε συναντήσεις, το άγγιγμα και πιάσιμο του χεριού του ενός από το χέρι του άλλου, όταν αγγίζουν οι παλάμες και σφίγγονται τα χέρια
χειραψίας	noun	γενική ενικού του χειραψία
χειραψίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειραψία
χειραψιών	noun	γενική πληθυντικού του χειραψία
χειριδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειριδωτό	adv	με μανίκια
χειριδωτέ	adj	κλητική ενικού του χειριδωτός
χειριδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειριδωτή
χειριδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειριδωτός
χειριδωτής	adj	γενική ενικού του χειριδωτή
χειριδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειριδωτός
χειριδωτού	adj	γενική ενικού του χειριδωτός
χειριδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειριδωτός
χειριδωτό	adj	αιτιατική ενικού του χειριδωτός
χειριδωτός	adj	με χειρίδες, μανίκια, συνήθως φαρδιά
χειριδωτών	adj	γενική πληθυντικού του χειριδωτός
χειριζόμασταν	=	χειρίζομαι
χειριζόμαστε	=	χειρίζομαι
χειριζόμενα	=	χειριζόμενος
χειριζόμενε	=	χειριζόμενος
χειριζόμενες	=	χειριζόμενος
χειριζόμενη	=	χειριζόμενος
χειριζόμενης	=	χειριζόμενος
χειριζόμενο	=	χειριζόμενος
χειριζόμενοι	=	χειριζόμενος
χειριζόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος χειρίζομαι
χειριζόμενου	=	χειριζόμενος
χειριζόμενους	=	χειριζόμενος
χειριζόμενων	=	χειριζόμενος
χειριζόμουν	=	χειρίζομαι
χειριζόμουνα	=	χειρίζομαι
χειριζόντουσαν	=	χειρίζομαι
χειριζόσασταν	=	χειρίζομαι
χειριζόσαστε	=	χειρίζομαι
χειριζόσουν	=	χειρίζομαι
χειριζόσουνα	=	χειρίζομαι
χειριζόταν	=	χειρίζομαι
χειριζότανε	=	χειρίζομαι
χειρισθήκαμε	=	χειρίζομαι
χειρισθήκαν	=	χειρίζομαι
χειρισθήκανε	=	χειρίζομαι
χειρισθήκατε	=	χειρίζομαι
χειρισθεί	=	χειρίζομαι
χειρισθείς	=	χειρίζομαι
χειρισθείτε	=	χειρίζομαι
χειρισθούμε	=	χειρίζομαι
χειρισθούν	=	χειρίζομαι
χειρισθούνε	=	χειρίζομαι
χειρισθώ	=	χειρίζομαι
χειρισμέ	noun	κλητική ενικού του χειρισμός
χειρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρισμός
χειρισμού	noun	γενική ενικού του χειρισμός
χειρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χειρισμός
χειρισμό	noun	αιτιατική ενικού του χειρισμός
χειρισμός	noun	η ενέργεια του χειρίζομαι
χειρισμών	noun	γενική πληθυντικού του χειρισμός
χειριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειριστής
χειριστή	=	χειριστής
χειριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστήκαν	=	χειρίζομαι
χειριστήκανε	=	χειρίζομαι
χειριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστήρια	=	χειριστήριο
χειριστήριο	noun	χώρος από τον οποίων γίνεται ο χειρισμός μηχανημάτων
χειριστήριον	noun	το χειριστήριο
χειριστήριου	=	χειριστήριο
χειριστήριων	=	χειριστήριο
χειριστής	noun	εκείνος που χειρίζεται ένα μηχάνημα που συνήθως ο χειρισμός του απαιτεί ειδικές τεχνικές γνώσεις
χειριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστηρίου	=	χειριστήριο
χειριστηρίων	=	χειριστήριο
χειριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειριστικό
χειριστικέ	adj	κλητική ενικού του χειριστικός
χειριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειριστική
χειριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειριστικός
χειριστικής	adj	γενική ενικού του χειριστική
χειριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειριστικός
χειριστικού	adj	γενική ενικού του χειριστικός
χειριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειριστικός
χειριστικό	adj	αιτιατική ενικού του χειριστικός
χειριστικός	adj	σχετικός με τον χειρισμό
χειριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χειριστικός
χειριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστούνε	=	χειρίζομαι
χειριστριών	noun	γενική πληθυντικού του χειρίστρια
χειριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρίζομαι
χειριστών	noun	γενική πληθυντικού του χειριστής
χειροανακυβίστηση	noun	ανάποδη κωλοτούμπα με στήριξη στα χέρια
χειροανακυβίστησης	=	χειροανακυβίστηση
χειροανακυβιστήσεις	=	χειροανακυβίστηση
χειροανακυβιστήσεων	=	χειροανακυβίστηση
χειροβομβίδα	noun	βομβίδα που εκσφενδονίζεται με το χέρι
χειροβομβίδας	noun	γενική ενικού του χειροβομβίδα
χειροβομβίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροβομβίδα
χειροβομβίδων	noun	γενική πληθυντικού του χειροβομβίδα
χειροβομβίς	noun	χειροβομβίδα
χειρογράφου	noun	γενική ενικού του χειρόγραφο
χειρογράφων	=	χειρόγραφο
χειρογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρογραφικό
χειρογραφικέ	adj	κλητική ενικού του χειρογραφικός
χειρογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρογραφική
χειρογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρογραφικός
χειρογραφικής	adj	γενική ενικού του χειρογραφική
χειρογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρογραφικός
χειρογραφικού	adj	γενική ενικού του χειρογραφικός
χειρογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειρογραφικός
χειρογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του χειρογραφικός
χειρογραφικός	adj	σχετικός με τη γραφή με το χέρι
χειρογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του χειρογραφικός
χειροδίκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδίκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδίκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδίκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδιαλογές	=	χειροδιαλογή
χειροδιαλογή	noun	η διαλογή με το χέρι
χειροδιαλογής	=	χειροδιαλογή
χειροδιαλογών	=	χειροδιαλογή
χειροδικήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροδικώ
χειροδικία	noun	χτύπημα με το χέρι
χειροδικίας	noun	γενική ενικού του χειροδικία
χειροδικίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροδικία
χειροδικιών	noun	γενική πληθυντικού του χειροδικία
χειροδικώ	verb	χτυπώ κάποιον με το χέρι
χειροδρέπανα	=	χειροδρέπανο
χειροδρέπανο	noun	είδος δρεπανιού το οποίο χρησιμοποιείται με το ένα χέρι
χειροδρέπανου	=	χειροδρέπανο
χειροδρέπανων	=	χειροδρέπανο
χειροδρεπάνου	=	χειροδρέπανο
χειροδρεπάνων	=	χειροδρέπανο
χειροδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροδύναμο
χειροδύναμε	adj	κλητική ενικού του χειροδύναμος
χειροδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροδύναμη
χειροδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροδύναμος
χειροδύναμης	adj	γενική ενικού του χειροδύναμη
χειροδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του χειροδύναμος
χειροδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροδύναμος
χειροδύναμος	adj	που έχει δύναμη στα χέρια
χειροδύναμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειροδύναμος
χειροδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειροδύναμος
χειροδύναμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειροδύναμος
χειροθέτει	=	χειροθετώ
χειροθέτησα	=	χειροθετώ
χειροθέτησαν	=	χειροθετώ
χειροθέτησε	=	χειροθετώ
χειροθέτησες	=	χειροθετώ
χειροθεσία	noun	η τελετουργία της τοποθέτησης του χεριού κάποιου ιεραρχικά ανώτερου (επισκόπου, ιερέως κ.λπ.) πάνω στο κεφάλι ενός και η ανάδειξή του σε ορισμένο «αξίωμα» (μοναχού, αναγνώστη κ.λπ.)
χειροθεσίας	noun	γενική ενικού του χειροθεσία
χειροθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροθεσία
χειροθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του χειροθεσία
χειροθετήθηκα	=	χειροθετούμαι
χειροθετήθηκαν	=	χειροθετούμαι
χειροθετήθηκε	=	χειροθετούμαι
χειροθετήθηκες	=	χειροθετούμαι
χειροθετήσαμε	=	χειροθετώ
χειροθετήσαν	=	χειροθετώ
χειροθετήσανε	=	χειροθετώ
χειροθετήσατε	=	χειροθετώ
χειροθετήσει	=	χειροθετώ
χειροθετήσου	=	χειροθετούμαι
χειροθετήστε	=	χειροθετώ
χειροθετεί	=	χειροθετώ
χειροθετείς	=	χειροθετώ
χειροθετείσαι	=	χειροθετούμαι
χειροθετείστε	=	χειροθετούμαι
χειροθετείται	=	χειροθετούμαι
χειροθετείτε	=	χειροθετώ
χειροθετηθήκαμε	=	χειροθετούμαι
χειροθετηθήκαν	=	χειροθετούμαι
χειροθετηθήκανε	=	χειροθετούμαι
χειροθετηθήκατε	=	χειροθετούμαι
χειροθετηθεί	=	χειροθετούμαι
χειροθετηθείτε	=	χειροθετούμαι
χειροθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροθετημένο
χειροθετημένε	verb	κλητική ενικού του χειροθετημένος
χειροθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροθετημένη
χειροθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροθετημένος
χειροθετημένης	verb	γενική ενικού του χειροθετημένη
χειροθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του χειροθετημένος
χειροθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροθετημένος
χειροθετημένος	verb	που έχει χειροθετηθεί
χειροθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειροθετημένος
χειροθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χειροθετημένος
χειροθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειροθετημένος
χειροθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χειροθετώ
χειροθετούμασταν	=	χειροθετούμαι
χειροθετούμαστε	=	χειροθετούμαι
χειροθετούμε	=	χειροθετώ
χειροθετούμουν	=	χειροθετούμαι
χειροθετούν	=	χειροθετώ
χειροθετούνε	=	χειροθετώ
χειροθετούνται	=	χειροθετούμαι
χειροθετούνταν	=	χειροθετούμαι
χειροθετούσα	=	χειροθετώ
χειροθετούσαμε	=	χειροθετώ
χειροθετούσαν	=	χειροθετώ
χειροθετούσανε	=	χειροθετώ
χειροθετούσασταν	=	χειροθετούμαι
χειροθετούσαστε	=	χειροθετούμαι
χειροθετούσατε	=	χειροθετώ
χειροθετούσε	=	χειροθετώ
χειροθετούσες	=	χειροθετώ
χειροθετούσουν	=	χειροθετούμαι
χειροθετώ	verb	διενεργώ χειροθεσία
χειροθετώντας	=	χειροθετώ
χειροκίνητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροκίνητο
χειροκίνητε	adj	κλητική ενικού του χειροκίνητος
χειροκίνητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροκίνητη
χειροκίνητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροκίνητος
χειροκίνητης	adj	γενική ενικού του χειροκίνητη
χειροκίνητο	adj	αιτιατική ενικού του χειροκίνητος
χειροκίνητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροκίνητος
χειροκίνητος	adj	που τίθεται σε κίνηση με το χέρι
χειροκίνητου	adj	γενική ενικού του χειροκίνητος
χειροκίνητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειροκίνητος
χειροκίνητων	adj	γενική πληθυντικού του χειροκίνητος
χειροκαλλιέργεια	noun|rare	καλλιέργεια που γίνεται με το χέρι
χειροκαλλιέργειας	noun	γενική ενικού του χειροκαλλιέργεια
χειροκαλλιέργειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροκαλλιέργεια
χειροκαλλιεργειών	noun	γενική πληθυντικού του χειροκαλλιέργεια
χειροκοχλίας	noun	συνώνυμο του χειρόβιδα
χειροκροτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροκρότημα
χειροκροτήματος	noun	γενική ενικού του χειροκρότημα
χειροκροτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσεων	=	χειροκρότηση
χειροκροτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκροτείς	verb	β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χειροκροτώ
χειροκροτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροκροτούμαι
χειροκροτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χειροκρότημα
χειροκροτητές	=	χειροκροτητής
χειροκροτητή	=	χειροκροτητής
χειροκροτητής	noun	αυτός που χειροκροτεί κάποιον υποκριτικά και κραυγαλέα, ώστε να φαίνεται δημόσια ή σε τρίτους ότι εγκρίνει τις απόψεις του
χειροκροτητών	=	χειροκροτητής
χειροκροτώ	verb	χτυπώ τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους και προκαλώ θόρυβο με σκοπό να εκφράσω αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι
χειροκρόταλα	=	χειροκρόταλο
χειροκρόταλο	noun|dated	η καστανιέτα
χειροκρόταλου	=	χειροκρόταλο
χειροκρόταλων	=	χειροκρόταλο
χειροκρότημα	noun	το χτύπημα των παλαμών των χεριών μεταξύ τους και ο θόρυβος που προκαλείται με σκοπό να εκφραστεί αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι
χειροκρότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκρότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκρότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκρότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροκροτώ
χειροκρότηση	noun	το χτύπημα των παλαμών των χεριών μεταξύ τους και ο θόρυβος που προκαλείται με σκοπό να εκφραστεί αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι
χειροκρότησης	=	χειροκρότηση
χειροκρότησις	noun	χειροκρότηση
χειροκυβίστηση	noun	κυβίστηση με τη χρήση των χεριών σε ασκήσεις της ρυθμικής και ενόργανης γυμναστικής
χειροκυβίστησης	=	χειροκυβίστηση
χειροκυβιστήσεις	=	χειροκυβίστηση
χειροκυβιστήσεων	=	χειροκυβίστηση
χειρολαβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρολαβή
χειρολαβή	noun	η λαβή απ' όπου πιανόμαστε
χειρολαβής	=	χειρολαβή
χειρολαβών	=	χειρολαβή
χειρομάλαξη	noun|formal	μάλαξη που πραγματοποιείται με το χέρι
χειρομάλαξης	=	χειρομάλαξη
χειρομάλαξις	noun	η χειρομάλαξη
χειρομάντες	=	χειρομάντης
χειρομάντη	=	χειρομάντης
χειρομάντης	noun	άτομο το οποίο μαντεύει παρατηρώντας τις γραμμές στο χέρι μας.
χειρομάντισσα	noun	χειρομάντης
χειρομάντισσας	noun	γενική ενικού του χειρομάντισσα
χειρομάντισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρομάντισσα
χειρομάχει	=	χειρομαχώ
χειρομάχημα	noun	η ενέργεια του χειρομαχώ
χειρομάχησα	=	χερομαχώ
χειρομάχησαν	=	χειρομαχώ
χειρομάχησε	=	χειρομαχώ
χειρομάχησες	=	χειρομαχώ
χειρομάχος	noun|rare	αυτός που ζει από την εργασία των χεριών
χειρομαλάκτες	=	χειρομαλάκτης
χειρομαλάκτη	=	χειρομαλάκτης
χειρομαλάκτης	noun	αυτός που κάνει χειρομαλάξεις
χειρομαλάκτρια	noun	θηλυκό του χειρομαλάκτης
χειρομαλάκτριας	=	χειρομαλάκτρια
χειρομαλάκτριες	=	χειρομαλάκτρια
χειρομαλάξεις	=	χειρομάλαξη
χειρομαλάξεων	=	χειρομάλαξη
χειρομαλάσσω	verb|formal	κάνω χειρομαλάξεις
χειρομαλακτικά	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικέ	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικές	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτική	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χειρομαλακτική) του χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικοί	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικού	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικούς	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικό	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτικός	adj|formal	που έχει σχέση με χειρομάλαξη ή αναφέρεται σ’ αυτή
χειρομαλακτικών	=	χειρομαλακτικός
χειρομαλακτριών	=	χειρομαλάκτρια
χειρομαλακτών	=	χειρομαλάκτης
χειρομαντεία	noun	προσπάθεια πρόβλεψης του μέλλοντος βασιζόμενη στη μελέτη των γραμμών που υπάρχουν στην παλάμη του χεριού
χειρομαντείας	noun	γενική ενικού του χειρομαντεία
χειρομαντείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρομαντεία
χειρομαντείων	=	χειρομαντεία
χειρομαντειών	noun	γενική πληθυντικού του χειρομαντεία
χειρομαντισσών	noun	γενική πληθυντικού του χειρομάντισσα
χειρομαντών	=	χειρομάντης
χειρομασάζ	noun	η χειρομάλαξη
χειρομαχήματα	=	χειρομάχημα
χειρομαχήματος	=	χειρομάχημα
χειρομαχήσαμε	=	χειρομαχώ
χειρομαχήσαν	=	χειρομαχώ
χειρομαχήσανε	=	χειρομαχώ
χειρομαχήσατε	=	χειρομαχώ
χειρομαχήσει	=	χειρομαχώ
χειρομαχήστε	=	χειρομαχώ
χειρομαχεί	=	χειρομαχώ
χειρομαχείς	=	χειρομαχώ
χειρομαχείτε	=	χειρομαχώ
χειρομαχημάτων	=	χειρομάχημα
χειρομαχούμε	=	χειρομαχώ
χειρομαχούν	=	χειρομαχώ
χειρομαχούνε	=	χειρομαχώ
χειρομαχούσα	=	χερομαχώ
χειρομαχούσαμε	=	χειρομαχώ
χειρομαχούσαν	=	χειρομαχώ
χειρομαχούσανε	=	χειρομαχώ
χειρομαχούσατε	=	χειρομαχώ
χειρομαχούσε	=	χειρομαχώ
χειρομαχούσες	=	χειρομαχώ
χειρομαχώ	verb	δουλεύω σκληρά σε χειρωνακτική εργασία για να πληρωθώ ένα μεροκάματο
χειρομαχώντας	=	χειρομαχώ
χειρομορφία	noun	η ιδιότητα ορισμένων αντικειμένων ή μορίων να μην είναι ταυτόσημα με το κατοπτρικό τους είδωλο, δηλαδή να μην μπορούν να επικαλυφθούν πλήρως με το είδωλό τους στον καθρέφτη
χειρομορφίας	noun	γενική ενικού του χειρομορφία
χειρομορφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρομορφία
χειρομορφιών	noun	γενική πληθυντικού του χειρομορφία
χειρονομήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονομία	noun	εκφραστική κίνηση των χεριών
χειρονομίας	noun	γενική ενικού του χειρονομία
χειρονομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρονομία
χειρονομεί	=	χειρονομώ
χειρονομείς	=	χειρονομώ
χειρονομείτε	=	χειρονομώ
χειρονομιακά	=	χειρονομιακός
χειρονομιακέ	=	χειρονομιακός
χειρονομιακές	=	χειρονομιακός
χειρονομιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρονομιακός
χειρονομιακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του χειρονομιακός
χειρονομιακοί	=	χειρονομιακός
χειρονομιακού	=	χειρονομιακός
χειρονομιακούς	=	χειρονομιακός
χειρονομιακό	=	χειρονομιακός
χειρονομιακός	adj	ο σχετικός με τις χειρονομίες
χειρονομιακών	=	χειρονομιακός
χειρονομιών	noun	γενική πληθυντικού του χειρονομία
χειρονομούμε	=	χειρονομώ
χειρονομούν	=	χειρονομώ
χειρονομούνε	=	χειρονομώ
χειρονομούσα	=	χειρονομώ
χειρονομούσαμε	=	χειρονομώ
χειρονομούσαν	=	χειρονομώ
χειρονομούσανε	=	χειρονομώ
χειρονομούσατε	=	χειρονομώ
χειρονομούσε	=	χειρονομώ
χειρονομούσες	=	χειρονομώ
χειρονομώ	verb	κάνω χειρονομίες, συνοδεύω τα λόγια μου με κινήσεις των χεριών ή εκφράζομαι με τα χέρια χωρίς να μιλώ
χειρονομώντας	=	χειρονομώ
χειρονόμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονόμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονόμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειρονόμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρονομώ
χειροπάλη	noun	το μπρα-ντε-φέρ
χειροπέδα	noun|vulgar	οι χειροπέδες
χειροπέδας	=	χειροπέδα
χειροπέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροπέδη
χειροπέδη	noun	το καθένα από τα δύο κυκλικά μεταλλικά αντικείμενα που συνδέονται μεταξύ τους με αλυσίδα και φοριούνται από την αστυνομία στους καρπούς ενός κρατουμένου
χειροπέδης	=	χειροπέδη
χειροπιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροπιαστό
χειροπιαστέ	adj	κλητική ενικού του χειροπιαστός
χειροπιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροπιαστή
χειροπιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροπιαστός
χειροπιαστής	adj	γενική ενικού του χειροπιαστή
χειροπιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροπιαστός
χειροπιαστού	adj	γενική ενικού του χειροπιαστός
χειροπιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειροπιαστός
χειροπιαστό	adj	αιτιατική ενικού του χειροπιαστός
χειροπιαστός	adj	που κάποιος μπορεί να τον πιάσει με τα χέρια του
χειροπιαστών	adj	γενική πληθυντικού του χειροπιαστός
χειροποίητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροποίητο
χειροποίητε	adj	κλητική ενικού του χειροποίητος
χειροποίητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροποίητη
χειροποίητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροποίητος
χειροποίητης	adj	γενική ενικού του χειροποίητη
χειροποίητο	adj	αιτιατική ενικού του χειροποίητος
χειροποίητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροποίητος
χειροποίητος	adj	δουλεμένος, κατασκευασμένος στο χέρι, όχι από μηχανή
χειροποίητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειροποίητος
χειροποίητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειροποίητος
χειροποίητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειροποίητος
χειροπράκτες	=	χειροπράκτης
χειροπράκτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειροπράκτης
χειροπράκτης	noun	κάποιος που ασκεί τη χειροπρακτική
χειροπράκτι	=	χειροπράκτις
χειροπράκτιδα	=	χειροπράκτις
χειροπράκτιδας	=	χειροπράκτις
χειροπράκτιδες	=	χειροπράκτις
χειροπράκτιδος	=	χειροπράκτις
χειροπράκτιδων	=	χειροπράκτις
χειροπράκτις	noun	θηλυκό του χειροπράκτης
χειροπράκτισσα	noun	θηλυκό του χειροπράκτης
χειροπράκτισσας	=	χειροπράκτισσα
χειροπράκτισσες	=	χειροπράκτισσα
χειροπράκτορ	=	χειροπράκτωρ
χειροπράκτορα	=	χειροπράκτωρ
χειροπράκτορες	=	χειροπράκτωρ
χειροπράκτορος	=	χειροπράκτωρ
χειροπράκτωρ	noun	άλλη μορφή του χειροπράκτης
χειροπρίονα	=	χειροπρίονο
χειροπρίονο	noun	πριόνι που χρησιμοποιείται με το χέρι
χειροπρίονου	=	χειροπρίονο
χειροπρίονων	=	χειροπρίονο
χειροπρακτίδων	=	χειροπράκτις
χειροπρακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χειροπρακτικός	adv	με χειροπρακτικό τρόπο
χειροπρακτικέ	=	χειροπρακτικός
χειροπρακτικές	=	χειροπρακτική
χειροπρακτική	noun	εναλλακτική θεραπευτική πρακτική που επικεντρώνεται στη διάγνωση, θεραπεία και πρόληψη των διαταραχών του μυοσκελετικού συστήματος, ιδιαίτερα της σπονδυλικής στήλης, και περιλαμβάνει χειρωνακτική θεραπεία και χειραγώγηση της σπονδυλικής στήλης και άλλων αρθρώσεων και μαλακών ιστών
χειροπρακτικής	=	χειροπρακτική
χειροπρακτικοί	=	χειροπρακτικός
χειροπρακτικού	=	χειροπρακτικός
χειροπρακτικούς	=	χειροπρακτικός
χειροπρακτικό	=	χειροπρακτικός
χειροπρακτικός	adj	που έχει σχέση με τη χειροπρακτική ή τον χειροπράκτη ή αναφέρεται σ’ αυτά	noun	άλλη μορφή του χειροπράκτης
χειροπρακτικών	=	χειροπρακτική
χειροπρακτισσών	=	χειροπράκτισσα
χειροπρακτόρων	=	χειροπράκτωρ
χειροπρακτών	=	χειροπράκτης
χειροπτέρου	=	χειρόπτερο
χειροπτέρων	=	χειρόπτερο
χειροπόδαρα	adv	λογιότερη μορφή του χεροπόδαρα
χειροστρόφαλε	=	χειροστρόφαλος
χειροστρόφαλο	=	χειροστρόφαλος
χειροστρόφαλοι	=	χειροστρόφαλος
χειροστρόφαλος	noun	στρόφαλος που ρυθμίζεται χειροκίνητα
χειροστρόφαλου	=	χειροστρόφαλος
χειροστρόφαλους	=	χειροστρόφαλος
χειροστρόφαλων	=	χειροστρόφαλος
χειροσφαίριση	noun|formal	το χάντμπολ
χειροσφαίρισης	noun	γενική ενικού του χειροσφαίριση
χειροσφαίρισις	noun	η χειροσφαίριση
χειροσφαιρίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροσφαίριση
χειροσφαιρίσεων	noun	γενική πληθυντικού του χειροσφαίριση
χειροσφαιρίσεως	noun|formal	γενική ενικού του χειροσφαίριση
χειροτέρευα	=	χειροτερεύω
χειροτέρευαν	=	χειροτερεύω
χειροτέρευε	=	χειροτερεύω
χειροτέρευες	=	χειροτερεύω
χειροτέρευσα	=	χειροτερεύω
χειροτέρευσαν	=	χειροτερεύω
χειροτέρευσε	=	χειροτερεύω
χειροτέρευσες	=	χειροτερεύω
χειροτέρευση	noun	η αλλαγή μιας κατάστασης ή ενός πράγματος από μία καλύτερη ή μία κακή κατάσταση σε μία χειρότερη
χειροτέρευσης	=	χειροτέρευση
χειροτέρευσις	noun	χειροτέρευση
χειροτέρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτέρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτέρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτέρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτέρεψη	=	χειροτέρευση
χειροτέχνες	=	χειροτέχνης
χειροτέχνη	=	χειροτέχνης
χειροτέχνημα	noun	το αποτέλσμα, προϊόν της χειροτεχνίας, το αντικείμενο που έχει δημιουργηθεί με τα χέρια και όχι με μηχανή ή εκείνο που παράγεται σε χειροτεχνία (καμιά φορά και με παρεμβολή χρήσης μηχανημάτων)
χειροτέχνης	noun	ο τεχνίτης που κατασκευάζει αντικείμενα με τα χέρια του, που κάνει χειροτεχνίες, χειροτεχνήματα
χειροτέχνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτέχνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτέχνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτέχνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτέχνιδα	noun	θηλυκό του χειροτέχνης
χειροτέχνιδας	=	χειροτέχνιδα
χειροτέχνιδες	=	χειροτέχνιδα
χειροτέχνισσα	noun	θηλυκό του χειροτέχνης
χειροτέχνισσας	=	χειροτέχνισσα
χειροτέχνισσες	=	χειροτέχνισσα
χειροτερέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψαν	=	χειροτερεύω
χειροτερέψανε	=	χειροτερεύω
χειροτερέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψομε	=	χειροτερεύω
χειροτερέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψουνε	=	χειροτερεύω
χειροτερέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτερεύω
χειροτερεύαμε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύαν	=	χειροτερεύω
χειροτερεύανε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύατε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύει	=	χειροτερεύω
χειροτερεύεις	=	χειροτερεύω
χειροτερεύετε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύομε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύοντας	=	χειροτερεύω
χειροτερεύουμε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύουν	=	χειροτερεύω
χειροτερεύουνε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσαμε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσατε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσει	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσεις	=	χειροτέρευση
χειροτερεύσετε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσεων	=	χειροτέρευση
χειροτερεύσομε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσουμε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσουν	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσουνε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύστε	=	χειροτερεύω
χειροτερεύσω	=	χειροτερεύω
χειροτερεύω	verb	κάνω κάτι χειρότερο απ΄ό,τι ήταν
χειροτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτέχνημα
χειροτεχνήματος	noun	γενική ενικού του χειροτέχνημα
χειροτεχνήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτεχνία	noun	η κατασκευή καλλιτεχνικών έργων με τα χέρια ή με πολύ απλά εργαλεία και υλικά
χειροτεχνίας	noun	γενική ενικού του χειροτεχνία
χειροτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτεχνία
χειροτεχνεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτεχνείο
χειροτεχνείο	noun|dated	το εργαστήριο στο οποίο γίνονται χειροτεχνήματα, ο χώρος εργασίας του χειροτέχνη
χειροτεχνείου	noun	γενική ενικού του χειροτεχνείο
χειροτεχνείων	noun	γενική πληθυντικού του χειροτεχνείο
χειροτεχνεῖον	noun	το χειροτεχνείο
χειροτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χειροτέχνημα
χειροτεχνιδών	=	χειροτέχνιδα
χειροτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτεχνικό
χειροτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του χειροτεχνικός
χειροτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτεχνική
χειροτεχνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροτεχνικός
χειροτεχνικής	adj	γενική ενικού του χειροτεχνική
χειροτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροτεχνικός
χειροτεχνικού	adj	γενική ενικού του χειροτεχνικός
χειροτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειροτεχνικός
χειροτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του χειροτεχνικός
χειροτεχνικός	adj	σχετικός με τη χειροτεχνία
χειροτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του χειροτεχνικός
χειροτεχνισσών	=	χειροτέχνισσα
χειροτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του χειροτεχνία
χειροτεχνώ	verb|formal	κάνω χειροτεχνίες
χειροτεχνών	=	χειροτέχνης
χειροτεχνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χειροτεχνώ
χειροτονήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσαν	=	χειροτονώ
χειροτονήσανε	=	χειροτονώ
χειροτονήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χειροτόνηση
χειροτονήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χειροτόνηση
χειροτονήσου	=	χειροτονώ
χειροτονήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτονία	noun	τελετή κατά την οποία κάποιος γίνεται κληρικός (ή λαμβάνει μεγαλύτερο βαθμό ιεροσύνης)
χειροτονίας	noun	γενική ενικού του χειροτονία
χειροτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτονία
χειροτονεί	=	χειροτονώ
χειροτονείς	=	χειροτονώ
χειροτονείσαι	=	χειροτονώ
χειροτονείστε	=	χειροτονώ
χειροτονείται	=	χειροτονώ
χειροτονείτε	=	χειροτονώ
χειροτονηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθήκαν	=	χειροτονώ
χειροτονηθήκανε	=	χειροτονώ
χειροτονηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειροτονούμαι
χειροτονημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτονημένο
χειροτονημένε	verb	κλητική ενικού του χειροτονημένος
χειροτονημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροτονημένη
χειροτονημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειροτονημένος
χειροτονημένης	verb	γενική ενικού του χειροτονημένη
χειροτονημένο	verb	αιτιατική ενικού του χειροτονημένος
χειροτονημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειροτονημένος
χειροτονημένος	verb	που έχει χειροτονηθεί
χειροτονημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειροτονημένος
χειροτονημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χειροτονημένος
χειροτονημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειροτονημένος
χειροτονιέμαι	=	χειροτονώ
χειροτονιέσαι	=	χειροτονώ
χειροτονιέστε	=	χειροτονώ
χειροτονιέται	=	χειροτονώ
χειροτονιούνται	=	χειροτονώ
χειροτονιούνταν	=	χειροτονώ
χειροτονιόμασταν	=	χειροτονώ
χειροτονιόμαστε	=	χειροτονώ
χειροτονιόμουν	=	χειροτονώ
χειροτονιόμουνα	=	χειροτονώ
χειροτονιόνταν	=	χειροτονώ
χειροτονιόντανε	=	χειροτονώ
χειροτονιόντουσαν	=	χειροτονώ
χειροτονιόσασταν	=	χειροτονώ
χειροτονιόσαστε	=	χειροτονώ
χειροτονιόσουν	=	χειροτονώ
χειροτονιόσουνα	=	χειροτονώ
χειροτονιόταν	=	χειροτονώ
χειροτονιότανε	=	χειροτονώ
χειροτονιών	noun	γενική πληθυντικού του χειροτονία
χειροτονούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χειροτονώ
χειροτονούμασταν	=	χειροτονώ
χειροτονούμαστε	=	χειροτονώ
χειροτονούμε	=	χειροτονώ
χειροτονούμουν	=	χειροτονώ
χειροτονούν	=	χειροτονώ
χειροτονούνε	=	χειροτονώ
χειροτονούνται	=	χειροτονώ
χειροτονούνταν	=	χειροτονώ
χειροτονούσα	=	χειροτονώ
χειροτονούσαμε	=	χειροτονώ
χειροτονούσαν	=	χειροτονώ
χειροτονούσανε	=	χειροτονώ
χειροτονούσασταν	=	χειροτονώ
χειροτονούσαστε	=	χειροτονώ
χειροτονούσατε	=	χειροτονώ
χειροτονούσε	=	χειροτονώ
χειροτονούσες	=	χειροτονώ
χειροτονούσουν	=	χειροτονώ
χειροτονώ	verb	τελώ το μυστήριο κατά το οποίο ένας λαϊκός γίνεται διάκονος ή ένας κληρικός ανέρχεται στο βαθμό του πρεσβύτερου ή του επισκόπου
χειροτονώντας	=	χειροτονώ
χειροτόνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτόνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτόνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτόνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειροτονώ
χειροτόνηση	noun	άλλη μορφή του χειροτονία
χειροτόνησης	noun	γενική ενικού του χειροτόνηση
χειροτόνησις	noun	η χειροτόνηση
χειρουργέ	noun	κλητική ενικού του χειρουργός
χειρουργήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χειρούργηση
χειρουργήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χειρούργηση
χειρουργήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργήσιμο
χειρουργήσιμε	adj	κλητική ενικού του χειρουργήσιμος
χειρουργήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργήσιμη
χειρουργήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρουργήσιμος
χειρουργήσιμης	adj	γενική ενικού του χειρουργήσιμη
χειρουργήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του χειρουργήσιμος
χειρουργήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρουργήσιμος
χειρουργήσιμος	adj	που μπορεί να χειρουργηθεί
χειρουργήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χειρουργήσιμος
χειρουργήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειρουργήσιμος
χειρουργήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χειρουργήσιμος
χειρουργήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργείο
χειρουργείο	noun	αίθουσα νοσοκομείου (ή κλινικής) όπου γίνονται οι χειρουργικές επεμβάσεις
χειρουργείου	noun	γενική ενικού του χειρουργείο
χειρουργείων	noun	γενική πληθυντικού του χειρουργείο
χειρουργηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χειρουργούμαι
χειρουργημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργημένο
χειρουργημένε	adj	κλητική ενικού του χειρουργημένος
χειρουργημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργημένη
χειρουργημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρουργημένος
χειρουργημένης	adj	γενική ενικού του χειρουργημένη
χειρουργημένο	adj	αιτιατική ενικού του χειρουργημένος
χειρουργημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρουργημένος
χειρουργημένος	verb	που έχει χειρουργηθεί, που έχει υποστεί εγχείρηση
χειρουργημένου	verb	γενική ενικού του χειρουργημένος
χειρουργημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χειρουργημένος
χειρουργημένων	adj	γενική πληθυντικού του χειρουργημένος
χειρουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργικό	adv	με χειρουργική επέμβαση
χειρουργικέ	adj	κλητική ενικού του χειρουργικός
χειρουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρουργική
χειρουργική	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ειδικεύεται στη θεραπεία του ασθενούς με τη χρήση χειρουργικών μεθόδων-επεμβάσεων στο σώμα του ασθενούς που γίνονται με ειδικά εργαλεία· το σύνολο των σχετικών ειδικοτήτων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρουργικός
χειρουργικής	adj	γενική ενικού του χειρουργική
χειρουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρουργικός, αρσενικό
χειρουργικού	adj	γενική ενικού του χειρουργικός
χειρουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειρουργικός
χειρουργικό	adj	αιτιατική ενικού του χειρουργικός
χειρουργικός	adj	σχετικός με τη χειρουργική ή τους χειρούργους
χειρουργικών	adj	γενική πληθυντικού του χειρουργικός
χειρουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρουργός
χειρουργού	noun	γενική ενικού του χειρουργός
χειρουργούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χειρουργώ
χειρουργούμε	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χειρουργώ
χειρουργούμενα	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενε	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενες	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενη	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενης	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενο	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενοι	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος χειρουργώ
χειρουργούμενου	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενους	=	χειρουργούμενος
χειρουργούμενων	=	χειρουργούμενος
χειρουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χειρουργός
χειρουργό	noun	αιτιατική ενικού του χειρουργός
χειρουργός	noun	γιατρός ο οποίος με τη χρήση ειδικών εργαλείων εκτελεί ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις) απευθείας στους ιστούς του ανθρώπινου σώματος
χειρουργώ	verb	εγχειρίζω κάποιον, τον υποβάλλω σε χειρουργική επέμβαση
χειρουργών	noun	γενική πληθυντικού του χειρουργός
χειρουργώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χειρουργώ
χειροφίλα	=	χειροφιλώ
χειροφίλαγα	=	χειροφιλώ
χειροφίλαγαν	=	χειροφιλώ
χειροφίλαγε	=	χειροφιλώ
χειροφίλαγες	=	χειροφιλώ
χειροφίλημα	noun	το φίλημα του χεριού, κυρίως των γυναικών, σε ένδειξη αβροφροσύνης
χειροφίλησα	=	χειροφιλώ
χειροφίλησαν	=	χειροφιλώ
χειροφίλησε	=	χειροφιλώ
χειροφίλησες	=	χειροφιλώ
χειροφιλά	=	χειροφιλώ
χειροφιλάγαμε	=	χειροφιλώ
χειροφιλάγανε	=	χειροφιλώ
χειροφιλάγατε	=	χειροφιλώ
χειροφιλάει	=	χειροφιλώ
χειροφιλάμε	=	χειροφιλώ
χειροφιλάν	=	χειροφιλώ
χειροφιλάνε	=	χειροφιλώ
χειροφιλάς	=	χειροφιλώ
χειροφιλάτε	=	χειροφιλώ
χειροφιλάω	=	χειροφιλώ
χειροφιλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειροφίλημα
χειροφιλήματος	noun	γενική ενικού του χειροφίλημα
χειροφιλήσαμε	=	χειροφιλώ
χειροφιλήσαν	=	χειροφιλώ
χειροφιλήσανε	=	χειροφιλώ
χειροφιλήσατε	=	χειροφιλώ
χειροφιλήσει	=	χειροφιλώ
χειροφιλήστε	=	χειροφιλώ
χειροφιλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χειροφίλημα
χειροφιλούμε	=	χειροφιλώ
χειροφιλούν	=	χειροφιλώ
χειροφιλούνε	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσα	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσαμε	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσαν	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσανε	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσατε	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσε	=	χειροφιλώ
χειροφιλούσες	=	χειροφιλώ
χειροφιλώ	verb	φιλώ το χέρι κάποιου
χειροφιλώντας	=	χειροφιλώ
χειρούργε	=	χειρούργος
χειρούργησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρούργησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρούργησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρούργησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χειρουργώ
χειρούργηση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού χειρουργώ
χειρούργησης	noun	γενική ενικού του χειρούργηση
χειρούργο	=	χειρούργος
χειρούργοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρούργος
χειρούργος	noun	άλλη μορφή του χειρουργός
χειρούργου	noun	γενική ενικού του χειρούργος
χειρούργους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χειρούργος
χειρούργων	noun	γενική πληθυντικού του χειρούργος
χειρωνάκτων	=	χειρώνακτας
χειρωνακτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρωνακτικό	adv	ως χειρώνακτας
χειρωνακτικέ	adj	κλητική ενικού του χειρωνακτικός
χειρωνακτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρωνακτική
χειρωνακτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρωνακτικός
χειρωνακτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χειρωνακτική) του χειρωνακτικός
χειρωνακτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρωνακτικός
χειρωνακτικού	adj	γενική ενικού του χειρωνακτικός
χειρωνακτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειρωνακτικός
χειρωνακτικό	adj	αιτιατική ενικού του χειρωνακτικός
χειρωνακτικός	adj	που γίνεται κυρίως με τα χέρια
χειρωνακτικών	adj	γενική πληθυντικού του χειρωνακτικός
χειρόβιδα	noun	βίδα που μπορεί να βιδωθεί-ξεβιδωθεί με το χέρι χωρίς την χρήση εργαλείων, επειδή έχει αντιολισθητική κεφαλή
χειρόβιδας	=	χειρόβιδα
χειρόβιδες	=	χειρόβιδα
χειρόβιδων	=	χειρόβιδα
χειρόβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρόβολο
χειρόβολο	noun	άλλη μορφή του χερόβολο
χειρόβολου	noun	γενική ενικού του χειρόβολο
χειρόβολων	noun	γενική πληθυντικού του χειρόβολο
χειρόγραφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρόγραφο
χειρόγραφε	adj	κλητική ενικού του χειρόγραφος
χειρόγραφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρόγραφη
χειρόγραφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρόγραφος
χειρόγραφης	adj	γενική ενικού του χειρόγραφη
χειρόγραφο	noun	κείμενο που έχει γραφτεί με το χέρι	adj	αιτιατική ενικού του χειρόγραφος
χειρόγραφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρόγραφος
χειρόγραφος	adj	γραμμένος με το χέρι
χειρόγραφου	adj	γενική ενικού του χειρόγραφος
χειρόγραφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειρόγραφος
χειρόγραφων	adj	γενική πληθυντικού του χειρόγραφος
χειρόδεσμε	=	χειρόδεσμος
χειρόδεσμο	=	χειρόδεσμος
χειρόδεσμοι	=	χειρόδεσμος
χειρόδεσμος	noun	είδος κόμπου
χειρόδεσμου	=	χειρόδεσμος
χειρόδεσμους	=	χειρόδεσμος
χειρόδεσμων	=	χειρόδεσμος
χειρόκτιο	noun|obsolete	το γάντι
χειρόκτιον	noun	το χειρόκτιο, το γάντι
χειρόμορφα	=	χειρόμορφος
χειρόμορφε	=	χειρόμορφος
χειρόμορφες	=	χειρόμορφος
χειρόμορφη	=	χειρόμορφος
χειρόμορφης	=	χειρόμορφος
χειρόμορφο	=	χειρόμορφος
χειρόμορφοι	=	χειρόμορφος
χειρόμορφος	adj	που χαρακτηρίζεται από χειρομορφία
χειρόμορφου	=	χειρόμορφος
χειρόμορφους	=	χειρόμορφος
χειρόμορφων	=	χειρόμορφος
χειρόμυλε	=	χειρόμυλος
χειρόμυλο	=	χειρόμυλος
χειρόμυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρόμυλος
χειρόμυλος	noun	ο μικρός μύλος άλεσης που χειρίζεται με το χέρι (χειροκίνητος)
χειρόμυλου	=	χειρόμυλος
χειρόμυλους	=	χειρόμυλος
χειρόμυλων	=	χειρόμυλος
χειρόπτερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρόπτερο: που ανήκουν στα Χειρόπτερα
χειρόπτερο	noun	που ανήκει στην τάξη Χειρόπτερα
χειρόπτερου	=	χειρόπτερο
χειρόπτερων	=	χειρόπτερο
χειρός	noun	γενική ενικού του χειρ
χειρότερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρότερο	adv	συγκριτικός βαθμός του κακά, κακώς: πιο κακά
χειρότερε	adj	κλητική ενικού του χειρότερος
χειρότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρότερη
χειρότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χειρότερος
χειρότερης	adj	γενική ενικού του χειρότερη
χειρότερο	adj	αιτιατική ενικού του χειρότερος
χειρότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χειρότερος
χειρότερος	adj	συγκριτικός βαθμός του κακός: περισσότερο κακός, δυσάρεστος, δύσκολος κ.λπ. από κάποιον άλλο
χειρότερου	adj	γενική ενικού του χειρότερος
χειρότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χειρότερος
χειρότερων	adj	γενική πληθυντικού του χειρότερος
χειρότια	noun	πλεκτά κεντημένα μανίκια
χειρόφερτα	=	χειρόφερτος
χειρόφερτε	=	χειρόφερτος
χειρόφερτες	=	χειρόφερτος
χειρόφερτη	=	χειρόφερτος
χειρόφερτης	=	χειρόφερτος
χειρόφερτο	=	χειρόφερτος
χειρόφερτοι	=	χειρόφερτος
χειρόφερτος	adj	βλ. συνώνυμο συσκευή χειρός
χειρόφερτου	=	χειρόφερτος
χειρόφερτους	=	χειρόφερτος
χειρόφερτων	=	χειρόφερτος
χειρόφρενα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χειρόφρενο
χειρόφρενο	noun	χειροκίνητος μηχανισμός που επιτρέπει στον οδηγό να ακινητοποιεί το αυτοκίνητο με ασφάλεια ή να κάνει τούς πίσω τροχούς να χάσουν την πρόσφυση για πλαγιολίσθιση
χειρόφρενου	noun	γενική ενικού του χειρόφρενο
χειρόφρενων	noun	γενική πληθυντικού του χειρόφρενο
χειρών	=	χείρα
χειρώνακτα	=	χειρώνακτας
χειρώνακτας	noun	εκείνος που ασχολείται αποκλειστικά με χειρωνακτικές εργασίες, ως εργάτης, οικοδόμος, αχθοφόρος, που κάνει συνήθως κάποια δουλειά βαριά
χειρώνακτες	=	χειρώνακτας
χελήσια	=	χελήσιος
χελήσιας	=	χελήσιος
χελήσιε	=	χελήσιος
χελήσιες	=	χελήσιος
χελήσιο	=	χελήσιος
χελήσιοι	=	χελήσιος
χελήσιος	adj	που σχετίζεται ή ομοιάζει με το χέλι
χελήσιου	=	χελήσιος
χελήσιους	=	χελήσιος
χελήσιων	=	χελήσιος
χελίσια	=	χελίσιος
χελίσιας	=	χελίσιος
χελίσιε	=	χελίσιος
χελίσιες	=	χελίσιος
χελίσιο	=	χελίσιος
χελίσιοι	=	χελίσιος
χελίσιος	adj	άλλη γραφή του χελήσιος
χελίσιου	=	χελίσιος
χελίσιους	=	χελίσιος
χελίσιων	=	χελίσιος
χελιδονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελιδόνισμα
χελιδονίσματος	noun	γενική ενικού του χελιδόνισμα
χελιδονιού	=	χελιδόνι
χελιδονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χελιδόνισμα
χελιδονιών	=	χελιδόνι
χελιδονοφωλιά	noun	η φωλιά των χελιδονιών
χελιδονοφωλιάς	noun	γενική ενικού του χελιδονοφωλιά
χελιδονοφωλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελιδονοφωλιά
χελιδονοφωλιών	=	χελιδονοφωλιά
χελιδονόχορτα	=	χελιδονόχορτο
χελιδονόχορτο	noun	η δακτυλίτιδα
χελιδονόχορτου	=	χελιδονόχορτο
χελιδονόχορτων	=	χελιδονόχορτο
χελιδονόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελιδονόψαρο
χελιδονόψαρο	noun	ονομασία διάφορων ψαριών που έχουν τη δυνατότητα να πετάνε για μικρό διάστημα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας
χελιδονόψαρου	noun	γενική ενικού του χελιδονόψαρο
χελιδονόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του χελιδονόψαρο
χελιδόνα	noun	το θηλυκό χελιδόνι
χελιδόνας	=	χελιδόνα
χελιδόνες	=	χελιδόνα
χελιδόνι	noun	μικρό εντομοφάγο αποδημητικό πτηνό (Hirundo rustica) με μέλαινα ράχη και λευκή κοιλιά, μακριές μυτερές φτερούγες και διχαλωτή ουρά, του οποίου η έλευση σε κάποιον τόπο προαγγέλλει την άνοιξη
χελιδόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελιδόνι
χελιδόνισμα	noun	ένα από τα λαϊκά παιδικά τραγούδια που τραγουδούσαν τα παιδιά για να καλωσορίσουν την άνοιξη κρατώντας ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού
χελιού	=	χέλι
χελιών	=	χέλι
χελωνάκι	noun	υποκοριστικό του χελώνα
χελωνάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελωνάκι
χελωνίσια	=	χελωνίσιος
χελωνίσιας	=	χελωνίσιος
χελωνίσιε	=	χελωνίσιος
χελωνίσιες	=	χελωνίσιος
χελωνίσιο	=	χελωνίσιος
χελωνίσιοι	=	χελωνίσιος
χελωνίσιος	adj	που έχει σχέση με την χελώνα
χελωνίσιου	=	χελωνίσιος
χελωνίσιους	=	χελωνίσιος
χελωνίσιων	=	χελωνίσιος
χελωνίτσα	noun	υποκοριστικό του χελώνα
χελωνίτσας	noun	γενική ενικού του χελωνίτσα
χελωνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελωνίτσα
χελωνιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χελωνιάρης
χελωνιάρας	adj	γενική ενικού του χελωνιάρα
χελωνιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελωνιάρα
χελωνιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χελωνιάρης
χελωνιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελωνιάρης
χελωνιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του χελωνιάρης
χελωνιάρης	adj	που οι αδένες του λαιμού ενός έχουν εξογκωθεί και πετρώσει
χελωνιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελωνιάρικο
χελωνιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χελωνιάρης
χελωνιάρικου	adj	γενική ενικού του χελωνιάρικο
χελωνιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του χελωνιάρικο
χελωνιού	=	χελώνι
χελωνιών	=	χελώνι
χελωνοβότανα	=	χελωνοβότανο
χελωνοβότανο	noun	είδος βοτάνου (Umbilicus rupestris) με φαρμακευτικές ιδιότητες
χελωνοβότανου	=	χελωνοβότανο
χελωνοβότανων	=	χελωνοβότανο
χελωνοειδές	=	χελωνοειδής
χελωνοειδή	=	χελωνοειδής
χελωνοειδής	adj	όμοιος με χελώνα ως προς το σχήμα ή την αργή κίνηση
χελωνοειδείς	=	χελωνοειδής
χελωνοειδούς	=	χελωνοειδής
χελωνοειδών	=	χελωνοειδής
χελωνοκαυκάλου	=	χελωνοκαύκαλο
χελωνοκαυκάλων	=	χελωνοκαύκαλο
χελωνοκαύκαλα	=	χελωνοκαύκαλο
χελωνοκαύκαλο	noun	το όστρακο της χελώνας
χελωνοκαύκαλου	=	χελωνοκαύκαλο
χελωνόσουπα	noun	σούπα που παρασκευάζεται από ζωμό βρασμένης χελώνας
χελωνόσουπας	=	χελωνόσουπα
χελωνόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελωνόσουπα
χελωνών	=	χελώνα
χελώνα	noun	αμφίβιο τετράποδο φυτοφάγο ερπετό, του οποίου το σώμα, εκτός από το κεφάλι, τα πόδια και την ουρά, καλύπτεται από ένα όστρακο (που έχει συνήθως λέπια).
χελώνας	=	χελώνα
χελώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χελώνα
χελώνι	noun	χελώνια: οι προσβεβλημένοι από χοιράδωση λεμφαδένες του λαιμού
χελώνια	=	χελώνι
χελώνων	=	χελώνα
χεν	abbrev	γυναικεία,εθελοντική, μη κερδοσκοπική, μη κυβερνητική οργάνωση, χωρίς πολιτικές διασυνδέσεις ή θρησκευτικές εξαρτίσεις, με χαρακτήρα κοινωφελή, μη κερδοσκοπικό που εργάζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, χωρίς θρησκευτικές, εθνικές, κοινωνικές ή φυλετικές διακρίσεις.
χενών	noun	γενική πληθυντικού του χένα
χεράκι	noun	μικρό χέρι
χεράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεράκι
χεράκλα	noun	μεγεθυντικό του χέρι
χεράκλας	=	χεράκλα
χεράκλες	=	χεράκλα
χεράτα	=	χεράτος
χεράτε	=	χεράτος
χεράτες	=	χεράτος
χεράτη	=	χεράτος
χεράτης	=	χεράτος
χεράτο	=	χεράτος
χεράτοι	=	χεράτος
χεράτος	adj	που γίνεται με το χέρι
χεράτου	=	χεράτος
χεράτους	=	χεράτος
χεράτων	=	χεράτος
χερέρο	noun	γλώσσα που μιλιέται στη Ναμίμπια
χεραγκαλιά	noun|literary	πιάσιμο ενός ανθρώπου από το μπράτσο
χεραγκαλιάς	=	χεραγκαλιά
χεραγκαλιές	=	χεραγκαλιά
χεραγκαλιών	=	χεραγκαλιά
χερακώνω	verb|vulgar	κάνω ανήθικες χειρονομίες, χουφτώνω κάποιον (συνήθως κάποιαν)
χεριά	noun	μια αρμαθιά,η χεροβολιά, η δράκα, όσα μπορεί να αδράξει και να κρατήσει η παλάμη, το χέρι, η κλεισμένη γροθιά ως μονάδα όγκου
χεριάζαμε	=	χεριάζω
χεριάζαν	=	χεριάζω
χεριάζανε	=	χεριάζω
χεριάζατε	=	χεριάζω
χεριάζει	=	χεριάζω
χεριάζεις	=	χεριάζω
χεριάζετε	=	χεριάζω
χεριάζοντας	=	χεριάζω
χεριάζουμε	=	χεριάζω
χεριάζουν	=	χεριάζω
χεριάζουνε	=	χεριάζω
χεριάζω	verb	χτυπώ κάποιον με τα χέρια μου, καταχεριάζω και καταχεριζω
χεριάς	noun	γενική ενικού του χεριά
χεριάσαμε	=	χεριάζω
χεριάσαν	=	χεριάζω
χεριάσανε	=	χεριάζω
χεριάσατε	=	χεριάζω
χεριάσει	=	χεριάζω
χεριάστε	=	χεριάζω
χεριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεριά
χερικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερικό
χερικού	noun	γενική ενικού του χερικό
χερικό	noun	η καλή ή κακή αρχή μιας εργασίας, ο πρώτος που θα αγοράσει κάτι από ένα μαγαζί, που θα κάνει σεφτέ
χερικών	noun	γενική πληθυντικού του χερικό
χεριού	noun	γενική ενικού του χέρι
χεριών	noun	γενική πληθυντικού του χέρι
χεροβολιά	noun	το να πιάνεις κάτι με το χέρι
χεροβολιάζαμε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζαν	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζανε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζατε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζει	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζεις	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζετε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζοντας	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζουμε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζουν	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζουνε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάζω	verb	κόβω και μαζεύω στάχυα
χεροβολιάς	=	χεροβολιά
χεροβολιάσαμε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάσαν	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάσανε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάσατε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάσει	=	χεροβολιάζω
χεροβολιάστε	=	χεροβολιάζω
χεροβολιές	=	χεροβολιά
χεροβολιών	=	χεροβολιά
χεροβόλιαζα	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιαζαν	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιαζε	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιαζες	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιασα	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιασαν	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιασε	=	χεροβολιάζω
χεροβόλιασες	=	χεροβολιάζω
χεροδύναμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεροδύναμο
χεροδύναμε	adj	κλητική ενικού του χεροδύναμος
χεροδύναμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεροδύναμη
χεροδύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χεροδύναμος
χεροδύναμης	adj	γενική ενικού του χεροδύναμη
χεροδύναμο	adj	αιτιατική ενικού του χεροδύναμος
χεροδύναμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χεροδύναμος
χεροδύναμος	adj	άλλη μορφή του χειροδύναμος
χεροδύναμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χεροδύναμος
χεροδύναμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χεροδύναμος
χεροδύναμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χεροδύναμος
χεροκάμωτα	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτε	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτες	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτη	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτης	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτο	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτοι	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτος	adj	φτιαγμένος από ανθρώπινο χέρι
χεροκάμωτου	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτους	=	χεροκάμωτος
χεροκάμωτων	=	χεροκάμωτος
χερομάχει	=	χερομαχώ
χερομάχημα	noun	άλλη μορφή του χειρομάχημα
χερομάχησα	=	χερομαχώ
χερομάχησαν	=	χερομαχώ
χερομάχησε	=	χερομαχώ
χερομάχησες	=	χερομαχώ
χερομάχος	noun|rare	άλλη μορφή του χειρομάχος, αυτός που ζει από την εργασία των χεριών
χερομαχήματα	=	χερομάχημα
χερομαχήματος	=	χερομάχημα
χερομαχήσαμε	=	χερομαχώ
χερομαχήσαν	=	χερομαχώ
χερομαχήσανε	=	χερομαχώ
χερομαχήσατε	=	χερομαχώ
χερομαχήσει	=	χερομαχώ
χερομαχήστε	=	χερομαχώ
χερομαχεί	=	χερομαχώ
χερομαχείς	=	χερομαχώ
χερομαχείτε	=	χερομαχώ
χερομαχημάτων	=	χερομάχημα
χερομαχούμε	=	χερομαχώ
χερομαχούν	=	χερομαχώ
χερομαχούνε	=	χερομαχώ
χερομαχούσα	=	χερομαχώ
χερομαχούσαμε	=	χερομαχώ
χερομαχούσαν	=	χερομαχώ
χερομαχούσανε	=	χερομαχώ
χερομαχούσατε	=	χερομαχώ
χερομαχούσε	=	χερομαχώ
χερομαχούσες	=	χερομαχώ
χερομαχώ	verb	άλλη μορφή του χειρομαχώ
χερομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χερομαχάω / χερομαχώ
χεροπάλαμα	=	χεροπάλαμο
χεροπάλαμο	noun|dated	η άκρη ενός χεριού με την παλάμη και τα δάχτυλα
χεροπάλαμου	=	χεροπάλαμο
χεροπάλαμων	=	χεροπάλαμο
χεροπόδαρα	adv	και στα χέρια, και στο πόδια
χερουβίμ	noun	χερουβείμ
χερουβείμ	noun	Χερουβείμ
χερουβικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερουβικό
χερουβικέ	adj	κλητική ενικού του χερουβικός
χερουβικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερουβική
χερουβική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χερουβικός
χερουβικής	adj	γενική ενικού του χερουβική
χερουβικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χερουβικός
χερουβικού	adj	γενική ενικού του χερουβικός
χερουβικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χερουβικός
χερουβικό	adj	αιτιατική ενικού του χερουβικός	noun	ύμνος που ψάλλεται πριν από την Μεγάλη Είσοδο (Χερουβικός Ύμνος)
χερουβικός	adj	σχετικός με τα χερουβείμ
χερουβικών	adj	γενική πληθυντικού του χερουβικός
χερουκλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χερούκλωμα
χερουκλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερούκλωμα
χερουκλώματος	noun	γενική ενικού του χερούκλωμα
χερουκλώναμε	=	χερουκλώνω
χερουκλώναν	=	χερουκλώνω
χερουκλώνανε	=	χερουκλώνω
χερουκλώνατε	=	χερουκλώνω
χερουκλώνει	=	χερουκλώνω
χερουκλώνεις	=	χερουκλώνω
χερουκλώνετε	=	χερουκλώνω
χερουκλώνοντας	=	χερουκλώνω
χερουκλώνουμε	=	χερουκλώνω
χερουκλώνουν	=	χερουκλώνω
χερουκλώνουνε	=	χερουκλώνω
χερουκλώνω	verb	αρπάζω με το χέρι, γραπώνω
χερουκλώσαμε	=	χερουκλώνω
χερουκλώσαν	=	χερουκλώνω
χερουκλώσανε	=	χερουκλώνω
χερουκλώσατε	=	χερουκλώνω
χερουκλώσει	=	χερουκλώνω
χερουκλώστε	=	χερουκλώνω
χερουλά	=	χερουλάς
χερουλάδες	=	χερουλάς
χερουλάδων	=	χερουλάς
χερουλάκι	noun	μικρό χερούλι
χερουλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερουλάκι
χερουλάς	noun	συνώνυμο του χερουλάτης
χερουλάτες	=	χερουλάτης
χερουλάτη	=	χερουλάτης
χερουλάτης	noun	η χειρολαβή του ξυλάλετρου (ξύλινο αλέτρι)
χερουλατών	=	χερουλάτης
χερουλιού	noun	γενική ενικού του χερούλι
χερουλιών	noun	γενική πληθυντικού του χερούλι
χερούκλα	noun	μεγάλο χέρι
χερούκλας	=	χερούκλα
χερούκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερούκλα
χερούκλωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χερουκλώνω
χερούκλωνα	=	χερουκλώνω
χερούκλωναν	=	χερουκλώνω
χερούκλωνε	=	χερουκλώνω
χερούκλωνες	=	χερουκλώνω
χερούκλωσα	=	χερουκλώνω
χερούκλωσαν	=	χερουκλώνω
χερούκλωσε	=	χερουκλώνω
χερούκλωσες	=	χερουκλώνω
χερούλι	noun	προεξέχον τμήμα ή εξάρτημα αντικειμένου, απ' όπου κανείς μπορεί να το πιάσει.
χερούλια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερούλι
χερσάδα	noun	κομμάτι γης που δε έχει δέντρα και άλλα φυτά
χερσάδας	=	χερσάδα
χερσάδες	=	χερσάδα
χερσάδων	=	χερσάδα
χερσαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χερσαίος
χερσαίας	adj	γενική ενικού του χερσαία
χερσαίε	adj	χερσαίος, στην κλητική του ενικού
χερσαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερσαία
χερσαίο	adj	χερσαίος, στην αιτιατική του ενικού
χερσαίοι	adj	χερσαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
χερσαίος	adj	που αναφέρεται ή βρίσκεται ή συμβαίνει στην ξηρά
χερσαίου	adj	γενική ενικού του χερσαίος
χερσαίους	adj	χερσαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
χερσαίων	=	χερσαίος
χερσονήσου	noun	γενική ενικού του χερσόνησος
χερσονήσους	=	χερσόνησος
χερσονήσων	=	χερσόνησος
χερσοτόπι	noun	άλλη μορφή του χερσότοπος
χερσοτόπια	=	χερσοτόπι
χερσοτόπου	=	χερσότοπος
χερσοτόπους	=	χερσότοπος
χερσοτόπων	=	χερσότοπος
χερσωθήκαμε	=	χερσώνομαι
χερσωθήκαν	=	χερσώνομαι
χερσωθήκανε	=	χερσώνομαι
χερσωθήκατε	=	χερσώνομαι
χερσωθεί	=	χερσώνομαι
χερσωθείτε	=	χερσώνομαι
χερσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χέρσωμα
χερσωμένα	=	χερσωμένος
χερσωμένε	=	χερσωμένος
χερσωμένες	=	χερσωμένος
χερσωμένη	=	χερσωμένος
χερσωμένης	=	χερσωμένος
χερσωμένο	=	χερσωμένος
χερσωμένοι	=	χερσωμένος
χερσωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χερσώνω
χερσωμένου	=	χερσωμένος
χερσωμένους	=	χερσωμένος
χερσωμένων	=	χερσωμένος
χερσωνόμασταν	=	χερσώνομαι
χερσωνόμαστε	=	χερσώνομαι
χερσωνόμουν	=	χερσώνομαι
χερσωνόμουνα	=	χερσώνομαι
χερσωνόντουσαν	=	χερσώνομαι
χερσωνόσασταν	=	χερσώνομαι
χερσωνόσαστε	=	χερσώνομαι
χερσωνόσουν	=	χερσώνομαι
χερσωνόσουνα	=	χερσώνομαι
χερσωνόταν	=	χερσώνομαι
χερσωνότανε	=	χερσώνομαι
χερσόνησε	=	χερσόνησος
χερσόνησο	=	χερσόνησος
χερσόνησοι	=	χερσόνησος
χερσόνησος	noun	τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές
χερσότοπε	=	χερσότοπος
χερσότοπο	=	χερσότοπος
χερσότοποι	=	χερσότοπος
χερσότοπος	noun	η ξερή γη, η άγονη, που δύσκολα καλλιεργείται
χερσότοπου	=	χερσότοπος
χερσότοπους	=	χερσότοπος
χερσότοπων	=	χερσότοπος
χερσώθηκα	=	χερσώνομαι
χερσώθηκαν	=	χερσώνομαι
χερσώθηκε	=	χερσώνομαι
χερσώθηκες	=	χερσώνομαι
χερσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέρσωμα
χερσώματος	noun	γενική ενικού του χέρσωμα
χερσώναμε	=	χερσώνω
χερσώναν	=	χερσώνω
χερσώνανε	=	χερσώνω
χερσώνατε	=	χερσώνω
χερσώνει	=	χερσώνω
χερσώνεις	=	χερσώνω
χερσώνεσαι	=	χερσώνομαι
χερσώνεστε	=	χερσώνομαι
χερσώνεται	=	χερσώνομαι
χερσώνετε	=	χερσώνω
χερσώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χερσώνω
χερσώνονται	=	χερσώνομαι
χερσώνονταν	=	χερσώνομαι
χερσώνοντας	=	χερσώνω
χερσώνου	=	χερσώνομαι
χερσώνουμε	=	χερσώνω
χερσώνουν	=	χερσώνω
χερσώνουνε	=	χερσώνω
χερσώνω	verb	κάνω κάποια έκταση γης χέρσα
χερσώσαμε	=	χερσώνω
χερσώσαν	=	χερσώνω
χερσώσανε	=	χερσώνω
χερσώσατε	=	χερσώνω
χερσώσει	=	χερσώνω
χερσώσεις	=	χέρσωση
χερσώσεων	=	χέρσωση
χερσώσου	=	χερσώνομαι
χερσώστε	=	χερσώνω
χερτζ	noun	hertz: παράγωγη μονάδα μέτρησης στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI) της συχνότητας ενός περιοδικού φαινομένου, δηλαδή πόσες φορές συμβαίνει αυτό το φαινόμενο μέσα σε ένα δευτερόλεπτο
χερτς	=	χερτζ
χερόβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερόβολο
χερόβολο	noun|vulgar	μια δέσμη από στάχυα (ή από στελέχη άλλων φυτών), όσα μπορούν να κρατηθούν από ένα χέρι
χερόβολου	noun	γενική ενικού του χερόβολο
χερόβολων	noun	γενική πληθυντικού του χερόβολο
χερόμπολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χερόμπολο
χερόμπολο	noun|vulgar	ο χειρόμυλος (στην ηπειρωτική διάλεκτο)
χερόμυλε	=	χερόμυλος
χερόμυλο	=	χερόμυλος
χερόμυλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χερόμυλος
χερόμυλος	noun	ο χειροκίνητος μύλος
χερόμυλου	=	χερόμυλος
χερόμυλους	=	χερόμυλος
χερόμυλων	=	χερόμυλος
χερόψαρα	=	χερόψαρο
χερόψαρο	noun	σπάνιο είδος ψαριού (γένος Brachionichthys) που φαίνεται σαν να έχει χέρια και να περπατάει στο βυθό της θάλασσας
χερόψαρου	=	χερόψαρο
χερόψαρων	=	χερόψαρο
χεσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χέσιμο
χεσίματος	noun	γενική ενικού του χέσιμο
χεσιμάτων	=	χέσιμο
χεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεσμένο
χεσμένε	verb	κλητική ενικού του χεσμένος
χεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεσμένη
χεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χεσμένος
χεσμένης	verb	γενική ενικού του χεσμένη
χεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του χεσμένος
χεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χεσμένος
χεσμένος	verb	που έχει χεστεί, που βρομίστηκε με περιττώματα
χεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χεσμένος
χεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χεσμένος
χεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χεσμένος
χεστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι, παθητική φωνή του ρήματος χέζω	intj	ειρωνικό, για πρώτο πρόσωπο ενικού, παρωχημένος πληθυντικός μεγαλοπρέπειας, ή κυριολκτικά για πρώτο πρόσωπο πληθυντικού) δε με νοιάζει καθόλου
χεστήκαν	=	χέζω
χεστήκανε	=	χέζω
χεστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστούνε	=	χέζω
χεστρών	=	χέστρα
χεστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χέζομαι
χεστών	=	χέστης
χετιτικέ	adj	κλητική ενικού του χετιτικός
χετιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χετιτικός
χεττιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεττιτικό
χεττιτικέ	=	χεττιτικός
χεττιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χεττιτική
χεττιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χεττιτικός
χεττιτικής	adj	γενική ενικού του χεττιτική
χεττιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χεττιτικός
χεττιτικού	adj	γενική ενικού του χεττιτικός
χεττιτικούς	=	χεττιτικός
χεττιτικό	adj	αιτιατική ενικού του χεττιτικός
χεττιτικός	adj	σχετικός με τους Χετταίους
χεττιτικών	adj	γενική πληθυντικού του χεττιτικός
χεῖλο	=	χείλι
χηβάδα	noun	άλλη μορφή του αχηβάδα
χηβάδας	=	χηβάδα
χηβάδες	=	χηβάδα
χηβάδων	=	χηβάδα
χηβάς	noun	άλλη μορφή του ἀχηβάδα & χηβάδα
χηλέ	noun	κλητική ενικού του χηλός
χηλές	=	χηλή
χηλή	noun	άκρη εξωτερικού οργάνου.
χηλής	=	χηλή
χηλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χηλός
χηλοειδές	noun	παθολογική υπερβολική ανάπτυξη ουλώδους ιστού στο δέρμα, που δημιουργείται μετά από τραυματισμό, χειρουργική επέμβαση ή ακόμα και μια μικρή πληγή
χηλοειδή	=	χηλοειδής
χηλοειδής	adj	που έχει σχέση με το χηλοειδές ή αναφέρεται σ’ αυτό
χηλοειδείς	=	χηλοειδής
χηλοειδούς	=	χηλοειδής
χηλοειδών	=	χηλοειδής
χηλού	noun	γενική ενικού του χηλός
χηλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χηλός
χηλό	noun	αιτιατική ενικού του χηλός
χηλόποδα	noun	άλλη μορφή του χειλόποδα
χηλόποδων	=	χηλόποδα
χηλός	noun|archaic	σεντούκι που φυλάγονται διάφορα (ενδύματα)
χηλών	noun	γενική πληθυντικού του χηλός
χημεία	noun	η επιστήμη που μελετά τη σύσταση και τη σύνθεση ουσιών καθώς και τις μεταβολές που αυτές παρουσιάζουν
χημείας	noun	γενική ενικού του χημεία
χημείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημεία
χημείο	noun	εργαστήριο χημείας
χημείου	noun	γενική ενικού του χημείο
χημείων	noun	γενική πληθυντικού του χημείο
χημειοεμβολισμέ	=	χημειοεμβολισμός
χημειοεμβολισμοί	=	χημειοεμβολισμός
χημειοεμβολισμού	=	χημειοεμβολισμός
χημειοεμβολισμούς	=	χημειοεμβολισμός
χημειοεμβολισμό	=	χημειοεμβολισμός
χημειοεμβολισμός	noun	ιατρική διαδικασία κατά την οποία χημειοθεραπευτικά φάρμακα εισάγονται απευθείας στο αίμα ή σε έναν συγκεκριμένο όγκο μέσω ενός καθετήρα ή σωλήνα με σκοπό την άμεση και συνεχόμενη χορήγηση φαρμάκων στον όγκο ή στην πληγείσα περιοχή
χημειοεμβολισμών	=	χημειοεμβολισμός
χημειοθεραπεία	noun	γενική ονομασία για διάφορα είδη θεραπείας με χημικές ουσίες, στην καταπολέμηση ασθενειών και συνηθέστερα τον περιορισμό ή την θεραπεία καρκινικών παθήσεων
χημειοθεραπείας	noun	γενική ενικού του χημειοθεραπεία
χημειοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημειοθεραπεία
χημειοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του χημειοθεραπεία
χημειοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημειοθεραπευτικό
χημειοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του χημειοθεραπευτικός
χημειοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημειοθεραπευτική
χημειοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χημειοθεραπευτικός
χημειοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του χημειοθεραπευτική
χημειοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χημειοθεραπευτικός
χημειοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του χημειοθεραπευτικός
χημειοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χημειοθεραπευτικός
χημειοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του χημειοθεραπευτικός
χημειοθεραπευτικός	adj	σχετικός με τη χημειοθεραπεία
χημειοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του χημειοθεραπευτικός
χημειομετρία	noun	επιστημονικός κλάδος που χρησιμοποιεί μαθηματικές και στατιστικές μεθόδους για την ανάλυση και ερμηνεία δεδομένων που προέρχονται από χημικές μετρήσεις, με στόχο την εξαγωγή χρήσιμων πληροφοριών από πολύπλοκα δεδομένα και τη βελτιστοποίηση χημικών διαδικασιών για την ανάπτυξη νέων υλικών και φαρμάκων
χημειομετρίας	=	χημειομετρία
χημειομετρίες	=	χημειομετρία
χημειομετριών	=	χημειομετρία
χημειοπροφυλάξεις	=	χημειοπροφύλαξη
χημειοπροφυλάξεων	=	χημειοπροφύλαξη
χημειοπροφύλαξη	noun	χορήγηση προληπτικά αντιβιοτικού φαρμάκου, για να μην αναπτυχθεί κάποια ασθένεια ή λοίμωξη
χημειοπροφύλαξης	=	χημειοπροφύλαξη
χημειοσυνθέσεις	=	χημειοσύνθεση
χημειοσυνθέσεων	=	χημειοσύνθεση
χημειοσυνθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημειοσυνθετικό
χημειοσυνθετικέ	adj	κλητική ενικού του χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημειοσυνθετική
χημειοσυνθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικής	adj	γενική ενικού του χημειοσυνθετική
χημειοσυνθετικη	=	χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικο	=	χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικού	adj	γενική ενικού του χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικό	adj	αιτιατική ενικού του χημειοσυνθετικός
χημειοσυνθετικός	adj	(χημεία), (βιοχημεία): αυτός που συντίθεται με χημικές διαδικασίες (χημειοσύνθεση)
χημειοσυνθετικών	adj	γενική πληθυντικού του χημειοσυνθετικός
χημειοσύνθεση	noun	η διαδικασία απόκτησης ενέργειας και σύνθεσης οργανικών ενώσεων από απλές ανόργανες αντιδράσεις, όπως π.χ. η οξείδωση μέσω αναπνοής.
χημειοσύνθεσης	=	χημειοσύνθεση
χημειοτάξεις	=	χημειόταξη
χημειοτάξεων	=	χημειόταξη
χημειοτακτισμέ	=	χημειοτακτισμός
χημειοτακτισμοί	=	χημειοτακτισμός
χημειοτακτισμού	=	χημειοτακτισμός
χημειοτακτισμούς	=	χημειοτακτισμός
χημειοτακτισμό	=	χημειοτακτισμός
χημειοτακτισμός	noun	άλλη μορφή του χημειοταξία
χημειοτακτισμών	=	χημειοτακτισμός
χημειοταξία	noun	η κίνηση ενός κυττάρου ή ενός οργανισμού προς μια χημική ουσία ή η απομάκρυνση απ’ αυτήν, ως διαδικασία που αποτελεί βιολογικό μηχανισμό που επιτρέπει στα κύτταρα να ανιχνεύουν και να κινούνται προς περιοχές με υψηλή συγκέντρωση συγκεκριμένων χημικών σημάτων (όπως θρεπτικά συστατικά ή φλεγμονώδεις παράγοντες) ή να απομακρύνονται από επιβλαβείς ουσίες
χημειοταξίας	=	χημειοταξία
χημειοταξίες	=	χημειοταξία
χημειοταξινομία	noun	η ταξινόμηση που γίνεται με βάση τη χημική δομή ή σύνθεση κυρίως των οργανικών ενώσεων.
χημειοταξινομίας	=	χημειοταξινομία
χημειοταξινομίες	=	χημειοταξινομία
χημειοταξινομιών	=	χημειοταξινομία
χημειοταξιών	=	χημειοταξία
χημειοτροπισμέ	=	χημειοτροπισμός
χημειοτροπισμοί	=	χημειοτροπισμός
χημειοτροπισμού	=	χημειοτροπισμός
χημειοτροπισμούς	=	χημειοτροπισμός
χημειοτροπισμό	=	χημειοτροπισμός
χημειοτροπισμός	noun	διευθυντική αντίδραση οργανισμών σε χημικό ερέθισμα
χημειοτροπισμών	=	χημειοτροπισμός
χημειοφωταυγειών	=	χημειοφωταύγεια
χημειοφωταύγεια	noun	φωταύγεια που προκαλείται από χημικές αντιδράσεις
χημειοφωταύγειας	=	χημειοφωταύγεια
χημειοφωταύγειες	=	χημειοφωταύγεια
χημειοϋποδοχέας	noun	υποδοχέας που διεγείρεται σε επαφή με χημικές ουσίες (μόρια), ή που αντιδρά σε χημικούς διεγέρτες
χημειόταξη	noun	ο αυτόματος προσανατολισμός κυττάρου ή οργανισμού στην παρουσία συγκεκριμένης χημικής ουσίας
χημειόταξης	=	χημειόταξη
χημειών	noun	γενική πληθυντικού του χημεία
χημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικό	adv	ως προς τις ιδιότητες ενός σώματος που εξετάζει η χημεία
χημικέ	adj	κλητική ενικού του χημικός
χημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημική
χημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χημικός
χημικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χημική) του χημικός
χημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χημικός
χημικοθεραπεία	noun	άλλη μορφή του χημειοθεραπεία
χημικοθεραπείας	noun	γενική ενικού του χημικοθεραπεία
χημικοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικοθεραπεία
χημικοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του χημικοθεραπεία
χημικοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικοθεραπευτικό
χημικοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του χημικοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικοθεραπευτική
χημικοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χημικοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του χημικοθεραπευτική
χημικοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χημικοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του χημικοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χημικοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του χημικοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικός	adj	άλλη μορφή του χημειοθεραπευτικός
χημικοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του χημικοθεραπευτικός
χημικοφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικοφυσικό
χημικοφυσικέ	adj	κλητική ενικού του χημικοφυσικός
χημικοφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χημικοφυσική
χημικοφυσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χημικοφυσικός
χημικοφυσικής	adj	γενική ενικού του χημικοφυσική
χημικοφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χημικοφυσικός
χημικοφυσικού	adj	γενική ενικού του χημικοφυσικός
χημικοφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χημικοφυσικός
χημικοφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του χημικοφυσικός
χημικοφυσικός	adj	φυσικοχημικός
χημικοφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του χημικοφυσικός
χημικού	adj	γενική ενικού του χημικός
χημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χημικός
χημικό	adj	αιτιατική ενικού του χημικός
χημικός	noun	επιστήμονας που ασχολείται με τη χημεία	adj	που αναφέρεται στην επιστήμη της χημείας και τα υλικά σώματα από τη σκοπιά που τα εξετάζει η επιστήμη αυτή
χημικών	adj	γενική πληθυντικού του χημικός
χημισμέ	=	χημισμός
χημισμοί	=	χημισμός
χημισμού	=	χημισμός
χημισμούς	=	χημισμός
χημισμό	=	χημισμός
χημισμός	noun	όρος που αναφέρεται στις χημικές ιδιότητες ή τη χημική συμπεριφορά μιας ουσίας ή ενός συστήματος και περιγράφει το σύνολο των χημικών αντιδράσεων και των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα σε μια συγκεκριμένη ουσία ή περιβάλλον, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αντιδράσεις καθορίζουν τις ιδιότητες και τη λειτουργία του συστήματος
χημισμών	=	χημισμός
χημιφωταυγειών	=	χημιφωταύγεια
χημιφωταύγεια	noun	άλλη ονομασία της χημειοφωταύγειας
χημιφωταύγειας	=	χημιφωταύγεια
χημιφωταύγειες	=	χημιφωταύγεια
χημώσεις	=	χήμωση
χημώσεων	=	χήμωση
χηνά	=	χηνάς
χηνάδες	=	χηνάς
χηνάδων	=	χηνάς
χηνάκι	noun	το μικρό της χήνας, το χηνόπουλο.
χηνάκια	=	χηνάκι
χηνάρη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χηνάρης
χηνάρηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηνάρης
χηνάρηδων	noun	γενική πληθυντικού του χηνάρης
χηνάρης	noun	ο χηνοτρόφος
χηνάρι	noun	μικρή χήνα
χηνάρια	=	χηνάρι
χηνάς	noun	ο χηνοτρόφος
χηνίσια	=	χηνίσιος
χηνίσιας	=	χηνίσιος
χηνίσιε	=	χηνίσιος
χηνίσιες	=	χηνίσιος
χηνίσιο	=	χηνίσιος
χηνίσιοι	=	χηνίσιος
χηνίσιος	adj	που έχει σχέση με τη χήνα, ανήκει η αναφέρεται σ’ αυτή
χηνίσιου	=	χηνίσιος
χηνίσιους	=	χηνίσιος
χηνίσιων	=	χηνίσιος
χηνίτσα	noun	υποκοριστικό του χήνα
χηνίτσας	noun	γενική ενικού του χηνίτσα
χηνίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηνίτσα
χηναριού	=	χηνάρι
χηναριών	=	χηνάρι
χηνοβοσκέ	noun	κλητική ενικού του χηνοβοσκός
χηνοβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χηνοβοσκός
χηνοβοσκού	noun	γενική ενικού του χηνοβοσκός
χηνοβοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χηνοβοσκός
χηνοβοσκό	noun	αιτιατική ενικού του χηνοβοσκός
χηνοβοσκός	noun	αυτός που βόσκει χήνες
χηνοβοσκών	noun	γενική πληθυντικού του χηνοβοσκός
χηνοτροφία	noun	η εκτροφή χηνών
χηνοτροφίας	noun	γενική ενικού του χηνοτροφία
χηνοτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηνοτροφία
χηνοτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηνοτροφείο
χηνοτροφείο	noun	ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος όπου ασκείται η χηνοτροφία
χηνοτροφείου	noun	γενική ενικού του χηνοτροφείο
χηνοτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του χηνοτροφείο
χηνοτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του χηνοτροφία
χηνοτρόφε	=	χηνοτρόφος
χηνοτρόφο	=	χηνοτρόφος
χηνοτρόφοι	=	χηνοτρόφος
χηνοτρόφος	noun	που εκτρέφει χήνες
χηνοτρόφου	=	χηνοτρόφος
χηνοτρόφους	=	χηνοτρόφος
χηνοτρόφων	=	χηνοτρόφος
χηνούλα	noun	υποκοριστικό του χήνα
χηνούλας	noun	γενική ενικού του χηνούλα
χηνούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηνούλα
χηνωδών	=	χηνώδης
χηνόπουλα	=	χηνόπουλο
χηνόπουλο	noun	υποκοριστικό του χήνα
χηνόπουλου	=	χηνόπουλο
χηνόπουλων	=	χηνόπουλο
χηνώδεις	=	χηνώδης
χηνώδες	=	χηνώδης
χηνώδη	=	χηνώδης
χηνώδης	adj|dated	που μοιάζει με χήνα
χηνώδους	=	χηνώδης
χηνών	noun	γενική πληθυντικού του χήνα
χηράμενα	=	χηράμενος
χηράμενε	=	χηράμενος
χηράμενες	=	χηράμενος
χηράμενη	=	χηράμενος
χηράμενης	=	χηράμενος
χηράμενο	=	χηράμενος
χηράμενοι	=	χηράμενος
χηράμενος	verb	άλλη μορφή του χηρευάμενος
χηράμενου	=	χηράμενος
χηράμενους	=	χηράμενος
χηράμενων	=	χηράμενος
χηρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψαν	=	χηρεύω
χηρέψανε	=	χηρεύω
χηρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χηρεύω
χηρεία	noun	η κατάσταση του άνδρα ή της γυναίκας που ο/η σύζυγος πέθανε
χηρείας	noun	γενική ενικού του χηρεία
χηρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηρεία
χηρειά	noun|vulgar	η κατάσταση του χήρου ή της χήρας
χηρειάς	noun	γενική ενικού του χηρειά
χηρειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηρειά
χηρειών	=	χηρειά
χηρεμέ	=	χηρεμός
χηρεμοί	=	χηρεμός
χηρεμού	=	χηρεμός
χηρεμούς	=	χηρεμός
χηρεμό	=	χηρεμός
χηρεμός	noun	η κατάσταση όπου είσαι χήρος ή χήρα
χηρεμών	=	χηρεμός
χηρευάμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηρευάμενο
χηρευάμενε	verb	κλητική ενικού του χηρευάμενος
χηρευάμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χηρευάμενη
χηρευάμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χηρευάμενος
χηρευάμενης	verb	γενική ενικού του χηρευάμενη
χηρευάμενο	verb	αιτιατική ενικού του χηρευάμενος
χηρευάμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χηρευάμενος
χηρευάμενος	verb	ο χήρος
χηρευάμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χηρευάμενος
χηρευάμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χηρευάμενος
χηρευάμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χηρευάμενος
χηρευουσών	=	χηρεύων
χηρευούσης	=	χηρεύων
χηρευόντων	=	χηρεύων
χηρεύαμε	=	χηρεύω
χηρεύαν	=	χηρεύω
χηρεύανε	=	χηρεύω
χηρεύατε	=	χηρεύω
χηρεύει	=	χηρεύω
χηρεύεις	=	χηρεύω
χηρεύετε	=	χηρεύω
χηρεύον	=	χηρεύων
χηρεύοντα	=	χηρεύων
χηρεύοντας	=	χηρεύω
χηρεύοντες	=	χηρεύων
χηρεύοντος	=	χηρεύων
χηρεύουμε	=	χηρεύω
χηρεύουν	=	χηρεύω
χηρεύουνε	=	χηρεύω
χηρεύουσα	=	χηρεύων
χηρεύουσας	=	χηρεύων
χηρεύουσες	=	χηρεύων
χηρεύω	verb	μένω χήρος ή χήρα
χηρεύων	adj	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χηρεύω
χηρών	noun	γενική πληθυντικού του χήρα
χθ	abbrev	η θέση ενός σημείου σε χιλιόμετρα από τη θέση από όπου ξεκινά ο άξονάς του
χθαμαλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χθαμαλό	adv|formal	άλλη μορφή του χαμηλά
χθαμαλέ	adj	κλητική ενικού του χθαμαλός
χθαμαλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χθαμαλή
χθαμαλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χθαμαλός
χθαμαλής	adj	γενική ενικού του χθαμαλή
χθαμαλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χθαμαλός
χθαμαλού	adj	γενική ενικού του χθαμαλός
χθαμαλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χθαμαλός
χθαμαλό	adj	αιτιατική ενικού του χθαμαλός
χθαμαλός	adj|formal	ο χαμηλός, ο χαμηλού ύψους
χθαμαλών	adj	γενική πληθυντικού του χθαμαλός
χθες	noun	το χτες, το (πρόσφατο) παρελθόν	adv	άλλη μορφή του χτες
χθεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χθεσινό
χθεσινέ	adj	κλητική ενικού του χθεσινός
χθεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χθεσινή
χθεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χθεσινός
χθεσινής	adj	γενική ενικού του χθεσινή
χθεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χθεσινός
χθεσινοβραδινά	noun	τα γεγονότα που συνέβησαν χθες βράδυ	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινέ	adj	κλητική ενικού του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χθεσινοβραδινή
χθεσινοβραδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινής	adj	γενική ενικού του χθεσινοβραδινή
χθεσινοβραδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινού	adj	γενική ενικού του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινό	adj	αιτιατική ενικού του χθεσινοβραδινός
χθεσινοβραδινός	adj	που αναφέρεται σε κάτι που έγινε χτες βράδυ ή σε χαρακτηριστικό κάποιου ή κάτι όπως ήταν χτες βράδυ
χθεσινοβραδινών	adj	γενική πληθυντικού του χθεσινοβραδινός
χθεσινού	adj	γενική ενικού του χθεσινός
χθεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χθεσινός
χθεσινό	adj	αιτιατική ενικού του χθεσινός
χθεσινός	adj	για γεγονός που έγινε χτες
χθεσινών	adj	γενική πληθυντικού του χθεσινός
χθων	noun	η γη, το χώμα στο μονοτονικό
χθόνια	=	χθόνιος
χθόνιας	=	χθόνιος
χθόνιε	=	χθόνιος
χθόνιες	=	χθόνιος
χθόνιο	=	χθόνιος
χθόνιοι	=	χθόνιος
χθόνιος	adj	αυτός που ανήκει στη γη, που βρίσκεται ή κατοικεί μέσα στη γη ή κάτω από αυτή
χθόνιου	=	χθόνιος
χθόνιους	=	χθόνιος
χθόνιων	=	χθόνιος
χι	noun	το όνομα του εικοστού δεύτερου γράμματος του ελληνικού αλφάβητου (χ, κεφαλαίο: Χ). (δέκατο έκτο στην αρχαία)
χιάζαμε	=	χιάζω
χιάζαν	=	χιάζω
χιάζανε	=	χιάζω
χιάζατε	=	χιάζω
χιάζει	=	χιάζω
χιάζεις	=	χιάζω
χιάζετε	=	χιάζω
χιάζοντας	=	χιάζω
χιάζουμε	=	χιάζω
χιάζουν	=	χιάζω
χιάζουνε	=	χιάζω
χιάζω	verb	δημιουργώ το σχήμα του Χ
χιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσαν	=	χιάζω
χιάσανε	=	χιάζω
χιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσματα	=	χίασμα
χιάσματος	=	χίασμα
χιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιάζω
χιασμάτων	=	χίασμα
χιασμέ	=	χιασμός
χιασμοί	=	χιασμός
χιασμού	=	χιασμός
χιασμούς	=	χιασμός
χιασμό	=	χιασμός
χιασμός	noun	η διαγώνια τοποθέτηση, ο σχηματισμός του Χ, το αποτέλεσμα του χιάζω, η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί το γράμμα Χ ως σύμβολο ή για άλλους λόγους
χιασμών	=	χιασμός
χιαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιαστό	adv|rare	άλλη μορφή του χιαστί
χιαστέ	adj	κλητική ενικού του χιαστός
χιαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιαστή
χιαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιαστός
χιαστής	adj	γενική ενικού του χιαστή
χιαστί	adv	σε σχήμα «χι» (Χ), το σταυρωτό σχήμα
χιαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιαστός
χιαστού	adj	γενική ενικού του χιαστός
χιαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιαστός
χιαστό	noun	χιαστό, στην αιτιατική του ενικού	adj	αιτιατική ενικού του χιαστός
χιαστός	adj	που μοιάζει με χι, που έχει σχήμα Χ / χ
χιαστών	adj	γενική πληθυντικού του χιαστός
χιβάδα	noun	άλλη γραφή του χηβάδα, η αχηβάδα
χιβάδας	=	χιβάδα
χιβάδες	=	χιβάδα
χιβάδων	=	χιβάδα
χιλίαρχε	noun	κλητική ενικού του χιλίαρχος
χιλίαρχο	noun	αιτιατική ενικού του χιλίαρχος
χιλίαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλίαρχος
χιλίαρχος	noun	ο επικεφαλής χιλιαρχίας, σώματος χιλίων ανδρών, διοικητής φρουράς στον (αρχαίο) στρατό
χιλίαρχου	=	χιλίαρχος
χιλίαρχους	=	χιλίαρχος
χιλίαρχων	=	χιλίαρχος
χιλιάγωνα	=	χιλιάγωνο
χιλιάγωνο	noun	πολύγωνο με χίλιες κορυφές και χίλιες πλευρές
χιλιάγωνου	=	χιλιάγωνο
χιλιάδα	noun	χίλιες μονάδες του ίδιου είδους: π.χ. μία χιλιάδα δραχμών, μία χιλιάδα στρατιωτών
χιλιάδας	=	χιλιάδα
χιλιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάδα
χιλιάδων	=	χιλιάδα
χιλιάζαμε	=	χιλιάζω
χιλιάζαν	=	χιλιάζω
χιλιάζανε	=	χιλιάζω
χιλιάζατε	=	χιλιάζω
χιλιάζει	=	χιλιάζω
χιλιάζεις	=	χιλιάζω
χιλιάζετε	=	χιλιάζω
χιλιάζοντας	=	χιλιάζω
χιλιάζουμε	=	χιλιάζω
χιλιάζουν	=	χιλιάζω
χιλιάζουνε	=	χιλιάζω
χιλιάζω	verb	γίνομαι χιλίων ετών, μακροημερεύω
χιλιάκις	adv|dated	χίλιες φορές κυριολεκτικά
χιλιάκριβα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάκριβο
χιλιάκριβε	adj	κλητική ενικού του χιλιάκριβος
χιλιάκριβες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάκριβη
χιλιάκριβη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιάκριβος
χιλιάκριβης	adj	γενική ενικού του χιλιάκριβη
χιλιάκριβο	adj	αιτιατική ενικού του χιλιάκριβος
χιλιάκριβοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιάκριβος
χιλιάκριβος	adj	πολυαγαπημένος, λατρεμένος, πολύτιμος (για ανθρώπους)
χιλιάκριβου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιάκριβος
χιλιάκριβους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιάκριβος
χιλιάκριβων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιάκριβος
χιλιάνικα	=	χιλιάνικος
χιλιάνικε	=	χιλιάνικος
χιλιάνικες	=	χιλιάνικος
χιλιάνικη	=	χιλιάνικος
χιλιάνικης	=	χιλιάνικος
χιλιάνικο	=	χιλιάνικος
χιλιάνικοι	=	χιλιάνικος
χιλιάνικος	adj	άλλη μορφή του χιλιανός
χιλιάνικου	=	χιλιάνικος
χιλιάνικους	=	χιλιάνικος
χιλιάνικων	=	χιλιάνικος
χιλιάνος	=	χιλιανός
χιλιάρα	noun	μοτοσικλέτα χιλίων κυβικών
χιλιάρας	noun	γενική ενικού του χιλιάρα
χιλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρα
χιλιάρικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρικο
χιλιάρικε	adj	κλητική ενικού του χιλιάρικος
χιλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρικη
χιλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιάρικος
χιλιάρικης	adj	γενική ενικού του χιλιάρικη
χιλιάρικο	noun	το χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών
χιλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρικος
χιλιάρικος	adj	που αποτελείται από χίλια στοιχεία / πράγματα
χιλιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιάρικος
χιλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιάρικος
χιλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιάρικος
χιλιάρχου	noun	γενική ενικού του χιλίαρχος
χιλιάρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χιλίαρχος
χιλιάρχων	noun	γενική πληθυντικού του χιλίαρχος
χιλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσαν	=	χιλιάζω
χιλιάσανε	=	χιλιάζω
χιλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιλιάζω
χιλιαγώνου	=	χιλιάγωνο
χιλιαγώνων	=	χιλιάγωνο
χιλιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιανό
χιλιανέ	adj	κλητική ενικού του χιλιανός
χιλιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιανή
χιλιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιανός
χιλιανής	adj	γενική ενικού του χιλιανή
χιλιαναθεματισμένα	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένε	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένες	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένη	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένης	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένο	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένοι	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένος	verb	αναθεματισμένος, σε υπερβολικό βαθμό
χιλιαναθεματισμένου	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένους	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιαναθεματισμένων	=	χιλιαναθεματισμένος
χιλιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιανός
χιλιανού	adj	γενική ενικού του χιλιανός
χιλιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιανός
χιλιανό	adj	αιτιατική ενικού του χιλιανός
χιλιανός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στη Χιλή ή κατάγεται από τη χώρα αυτή
χιλιανών	adj	γενική πληθυντικού του χιλιανός
χιλιαπλάσια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιαπλάσιο	adv	στο πολλαπλάσιο, με το παραπάνω
χιλιαπλάσιας	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιε	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιες	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιο	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιοι	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιος	adj	χίλιες φορές μεγαλύτερος, κυριολεκτικά
χιλιαπλάσιου	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιους	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλάσιων	=	χιλιαπλάσιος
χιλιαπλασίως	adv	χιλιαπλάσια
χιλιαρχία	noun	μονάδα χιλίων στρατιωτών
χιλιαρχίας	noun	γενική ενικού του χιλιαρχία
χιλιαρχίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιαρχία
χιλιαρχιών	noun	γενική πληθυντικού του χιλιαρχία
χιλιασμέ	noun	κλητική ενικού του χιλιασμός
χιλιασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιασμός
χιλιασμού	noun	γενική ενικού του χιλιασμός
χιλιασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χιλιασμός
χιλιασμό	noun	αιτιατική ενικού του χιλιασμός
χιλιασμός	noun	δόγμα μερίδας Χριστιανών που πιστεύουν ότι πριν από τη Δευτέρα Παρουσία θα προηγηθεί μάχη με το Σατανά αλλά και περίοδος χιλίων ετών κατά τα οποία θα βασιλεύει στη γη ο Χριστός
χιλιασμών	noun	γενική πληθυντικού του χιλιασμός
χιλιαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιαστής
χιλιαστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χιλιαστής
χιλιαστής	noun	ο οπαδός του χιλιασμού
χιλιαστών	noun	γενική πληθυντικού του χιλιαστής
χιλιετές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χιλιετής
χιλιετία	noun	χρονική περίοδος χιλιών ετών
χιλιετίας	noun	γενική ενικού του χιλιετία
χιλιετίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιετία
χιλιετηρίδα	noun	η χιλιοστή επέτειος, η συμπλήρωση χιλιετίας, χιλίων ετών (η χιλιετία είναι το διάστημα, όλη η περίοδος των χιλίων ετών)
χιλιετηρίδας	=	χιλιετηρίδα
χιλιετηρίδες	=	χιλιετηρίδα
χιλιετηρίδων	=	χιλιετηρίδα
χιλιετιών	noun	γενική πληθυντικού του χιλιετία
χιλιετούς	adj	γενική ενικού του χιλιετής
χιλιετών	adj	γενική πληθυντικού του χιλιετής
χιλιογράμμου	=	χιλιόγραμμο
χιλιογράμμων	=	χιλιόγραμμο
χιλιογραμμομέτρου	=	χιλιογραμμόμετρο
χιλιογραμμομέτρων	=	χιλιογραμμόμετρο
χιλιογραμμόμετρα	=	χιλιογραμμόμετρο
χιλιογραμμόμετρο	noun	μονάδα μέτρησης ενέργειας, ίση με τη δύναμη που ασκεί ένα σώμα ενός κιλού που επενεργεί σε απόσταση ενός μέτρου
χιλιογραμμόμετρον	noun	χιλιογραμμόμετρο
χιλιογραμμόμετρου	=	χιλιογραμμόμετρο
χιλιογραμμόμετρων	=	χιλιογραμμόμετρο
χιλιοδευτερολέπτου	=	χιλιοδευτερόλεπτο
χιλιοδευτερολέπτων	=	χιλιοδευτερόλεπτο
χιλιοδευτερόλεπτα	=	χιλιοδευτερόλεπτο
χιλιοδευτερόλεπτο	noun	χιλιοστό του δευτερολέπτου
χιλιοδευτερόλεπτου	=	χιλιοδευτερόλεπτο
χιλιοδευτερόλεπτων	=	χιλιοδευτερόλεπτο
χιλιοειπωμένα	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένε	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένες	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένη	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένης	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένο	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένοι	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένος	verb	που έχει ειπωθεί πάρα πολλές φορές
χιλιοειπωμένου	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένους	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοειπωμένων	=	χιλιοειπωμένος
χιλιοθερμίδα	noun	η μεγαθερμίδα
χιλιοθερμίδας	=	χιλιοθερμίδα
χιλιοθερμίδες	=	χιλιοθερμίδα
χιλιοθερμίδων	=	χιλιοθερμίδα
χιλιοκουρσεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοκουρσεμένο
χιλιοκουρσεμένε	verb	κλητική ενικού του χιλιοκουρσεμένος
χιλιοκουρσεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοκουρσεμένη
χιλιοκουρσεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιοκουρσεμένος
χιλιοκουρσεμένης	verb	γενική ενικού του χιλιοκουρσεμένη
χιλιοκουρσεμένο	verb	αιτιατική ενικού του χιλιοκουρσεμένος
χιλιοκουρσεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιοκουρσεμένος
χιλιοκουρσεμένος	verb	που τον έχουν κουρσέψει χίλιες ή πολλές φορές
χιλιοκουρσεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιοκουρσεμένος
χιλιοκουρσεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χιλιοκουρσεμένος
χιλιοκουρσεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιοκουρσεμένος
χιλιομέτρηση	noun	η μέτρηση αποστάσεων σε χιλιόμετρα
χιλιομέτρησης	noun	γενική ενικού του χιλιομέτρηση
χιλιομέτρησις	noun	η χιλιομέτρηση
χιλιομέτρου	=	χιλιόμετρο
χιλιομέτρων	=	χιλιόμετρο
χιλιομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιομέτρηση
χιλιομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χιλιομέτρηση
χιλιομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χιλιομέτρηση
χιλιομετρητές	=	χιλιομετρητής
χιλιομετρητή	=	χιλιομετρητής
χιλιομετρητής	noun	ο χιλιομετροδείκτης
χιλιομετρητών	=	χιλιομετρητής
χιλιομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιομετρικό
χιλιομετρικέ	adj	κλητική ενικού του χιλιομετρικός
χιλιομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιομετρική
χιλιομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιομετρικός
χιλιομετρικής	adj	γενική ενικού του χιλιομετρική
χιλιομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιομετρικός
χιλιομετρικού	adj	γενική ενικού του χιλιομετρικός
χιλιομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιομετρικός
χιλιομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του χιλιομετρικός
χιλιομετρικός	adj	που αναφέρεται σε απόσταση μετρούμενη σε χιλιόμετρα
χιλιομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του χιλιομετρικός
χιλιομετροδείκτες	=	χιλιομετροδείκτης
χιλιομετροδείκτη	=	χιλιομετροδείκτης
χιλιομετροδείκτης	noun	σήμα στις εθνικές οδούς που κανονικά τοποθετείται ανά χιλιόμετρο ή αναγράφει την απόσταση από τη μεγαλύτερη πόλη
χιλιομετροδείχτες	=	χιλιομετροδείχτης
χιλιομετροδείχτη	=	χιλιομετροδείχτης
χιλιομετροδείχτης	noun	άλλη μορφή του χιλιομετροδείκτης
χιλιομετροδεικτών	=	χιλιομετροδείκτης
χιλιομετροδειχτών	=	χιλιομετροδείχτης
χιλιοπαιγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοπαιγμένο
χιλιοπαιγμένε	verb	κλητική ενικού του χιλιοπαιγμένος
χιλιοπαιγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοπαιγμένη
χιλιοπαιγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιοπαιγμένος
χιλιοπαιγμένης	verb	γενική ενικού του χιλιοπαιγμένη
χιλιοπαιγμένο	verb	αιτιατική ενικού του χιλιοπαιγμένος
χιλιοπαιγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιοπαιγμένος
χιλιοπαιγμένος	verb|figurative	που έχει παιχτεί χιλιάδες φορές, πάρα πολλές φορές
χιλιοπαιγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιοπαιγμένος
χιλιοπαιγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χιλιοπαιγμένος
χιλιοπαιγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιοπαιγμένος
χιλιοστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοστό
χιλιοστέ	adj	κλητική ενικού του χιλιοστός
χιλιοστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοστή
χιλιοστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιοστός
χιλιοστής	adj	γενική ενικού του χιλιοστή
χιλιοστημορίου	=	χιλιοστημόριο
χιλιοστημορίων	=	χιλιοστημόριο
χιλιοστημόρια	=	χιλιοστημόριο
χιλιοστημόριο	noun	το ένα χιλιοστό ενός συνόλου
χιλιοστημόριον	noun	χιλιοστημόριο
χιλιοστημόριου	=	χιλιοστημόριο
χιλιοστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιοστός
χιλιοστογράμμου	=	χιλιοστόγραμμο
χιλιοστογράμμων	=	χιλιοστόγραμμο
χιλιοστογραμμάριο	noun|rare	το χιλιοστόγραμμο (mg)
χιλιοστομέτρου	=	χιλιοστόμετρο
χιλιοστομέτρων	=	χιλιοστόμετρο
χιλιοστομετρημένα	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένε	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένες	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένη	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένης	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένο	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένοι	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένος	verb	επιφάνεια ή αντικείμενο που φέρει διαγραμμίσεις ή ενδείξεις με ακρίβεια χιλιοστόμετρου
χιλιοστομετρημένου	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένους	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστομετρημένων	=	χιλιοστομετρημένος
χιλιοστού	adj	γενική ενικού του χιλιοστός
χιλιοστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιοστός
χιλιοστό	noun	το ένα από τα χίλια ίσα μέρη μιας ποσότητας	adj	αιτιατική ενικού του χιλιοστός
χιλιοστόγραμμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοστόγραμμο
χιλιοστόγραμμο	noun	μονάδα μάζας, το χιλιοστό ενός γραμμαρίου (mg)
χιλιοστόγραμμον	noun	το χιλιοστόγραμμο
χιλιοστόγραμμου	noun	γενική ενικού του χιλιοστόγραμμο
χιλιοστόγραμμων	noun	γενική πληθυντικού του χιλιοστόγραμμο
χιλιοστόλιτρα	=	χιλιοστόλιτρο
χιλιοστόλιτρο	noun	μιλιλίτρ, το ένα χιλιοστό του λίτρου
χιλιοστόλιτρου	=	χιλιοστόλιτρο
χιλιοστόλιτρων	=	χιλιοστόλιτρο
χιλιοστόμετρα	=	χιλιοστόμετρο
χιλιοστόμετρο	noun	μονάδα μήκους ίση με ένα χιλιοστό του μέτρου· σύμβολο: mm
χιλιοστόμετρου	=	χιλιοστόμετρο
χιλιοστόμετρων	=	χιλιοστόμετρο
χιλιοστός	num	που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν χίλια (1000)
χιλιοστών	adj	γενική πληθυντικού του χιλιοστός
χιλιοφορεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοφορεμένο
χιλιοφορεμένε	verb	κλητική ενικού του χιλιοφορεμένος
χιλιοφορεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοφορεμένη
χιλιοφορεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιοφορεμένος
χιλιοφορεμένης	verb	γενική ενικού του χιλιοφορεμένη
χιλιοφορεμένο	verb	αιτιατική ενικού του χιλιοφορεμένος
χιλιοφορεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιοφορεμένος
χιλιοφορεμένος	verb	το πολυφερεμένο ρούχο, αυτό που έχει φθαρεί επειδή κάποιος το φόρεσε πάρα πολλές φορές ή που για τον ίδιο λόγο το βαρέθηκε
χιλιοφορεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιοφορεμένος
χιλιοφορεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χιλιοφορεμένος
χιλιοφορεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιοφορεμένος
χιλιοχρονίτες	=	χιλιοχρονίτης
χιλιοχρονίτη	=	χιλιοχρονίτης
χιλιοχρονίτης	noun	που είναι μεγάλης ηλικίας, που είναι χιλίων ετών
χιλιοχρονίτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοχρονίτικο
χιλιοχρονίτικε	adj	κλητική ενικού του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοχρονίτικη
χιλιοχρονίτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτικης	adj	γενική ενικού του χιλιοχρονίτικη
χιλιοχρονίτικο	adj	αιτιατική ενικού του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του χιλιόχρονος
χιλιοχρονίτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιοχρονίτικος
χιλιοχρονίτισσας	noun	γενική ενικού του χιλιοχρονίτισσα
χιλιοχρονίτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοχρονίτισσα
χιλιοχρονιτών	=	χιλιοχρονίτης
χιλιοϋμνολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοϋμνολογημένο
χιλιοϋμνολογημένε	verb	κλητική ενικού του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιοϋμνολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιοϋμνολογημένη
χιλιοϋμνολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιοϋμνολογημένης	verb	γενική ενικού του χιλιοϋμνολογημένη
χιλιοϋμνολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιοϋμνολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιοϋμνολογημένος	verb	που πολλές φορές έχει υμνολογηθεί ή αξίζει να υμνολογηθεί
χιλιοϋμνολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιοϋμνολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιοϋμνολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιοϋμνολογημένος
χιλιόγραμμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόγραμμο
χιλιόγραμμο	noun	μονάδα μέτρησης της μάζας.
χιλιόγραμμον	noun	χιλιόγραμμο
χιλιόγραμμου	noun	γενική ενικού του χιλιόγραμμο
χιλιόγραμμων	noun	γενική πληθυντικού του χιλιόγραμμο
χιλιόδραχμα	=	χιλιόδραχμο
χιλιόδραχμο	noun	χαρτονόμισμα χιλίων δραχμών
χιλιόδραχμου	=	χιλιόδραχμο
χιλιόδραχμων	=	χιλιόδραχμο
χιλιόκυκλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιόκυκλος
χιλιόλιτρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόλιτρο
χιλιόμετρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόμετρο
χιλιόμετρο	noun	μονάδα μήκους που ισούται με χίλια μέτρα.
χιλιόμετρον	noun	το χιλιόμετρο
χιλιόμετρου	=	χιλιόμετρο
χιλιόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόφωνο
χιλιόφωνε	adj	κλητική ενικού του χιλιόφωνος
χιλιόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόφωνη
χιλιόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιόφωνος
χιλιόφωνης	adj	γενική ενικού του χιλιόφωνη
χιλιόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του χιλιόφωνος
χιλιόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιόφωνος
χιλιόφωνος	adj	αυτός που περιλαμβάνει χίλιες φωνές
χιλιόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιόφωνος
χιλιόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιόφωνος
χιλιόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιόφωνος
χιλιόχρονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόχρονο
χιλιόχρονε	adj	κλητική ενικού του χιλιόχρονος
χιλιόχρονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιόχρονη
χιλιόχρονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιλιόχρονος
χιλιόχρονης	adj	γενική ενικού του χιλιόχρονη
χιλιόχρονο	adj	αιτιατική ενικού του χιλιόχρονος
χιλιόχρονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιλιόχρονος
χιλιόχρονος	adj	για κάτι που είχε διάρκεια / ζωή χιλίων ετών
χιλιόχρονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιλιόχρονος
χιλιόχρονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιλιόχρονος
χιλιόχρονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιλιόχρονος
χιμά	=	χιμάω
χιμάει	=	χιμάω
χιμάμε	=	χιμάω
χιμάν	=	χιμάω
χιμάνε	=	χιμάω
χιμάς	=	χιμάω
χιμάτε	=	χιμάω
χιμάω	verb	απλοποιημένη γραφή του χυμάω
χιμέ	=	χιμός
χιμέρι	noun	το κατσίκι, και ιδίως θηλυκή κατσίκα, ιδιωματισμός που απαντάται σε αμιγώς ορεσίβιους κτηνοτρόφους της Ηπείρου.
χιμέρια	=	χιμέρι
χιμήξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξαν	=	χιμάω
χιμήξανε	=	χιμάω
χιμήξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμήξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χιμώ
χιμίζαμε	=	χιμίζω
χιμίζαν	=	χιμίζω
χιμίζανε	=	χιμίζω
χιμίζατε	=	χιμίζω
χιμίζει	=	χιμίζω
χιμίζεις	=	χιμίζω
χιμίζετε	=	χιμίζω
χιμίζοντας	=	χιμίζω
χιμίζουμε	=	χιμίζω
χιμίζουν	=	χιμίζω
χιμίζουνε	=	χιμίζω
χιμίζω	verb	άλλη μορφή του χιμώ
χιμίξαμε	=	χιμίζω
χιμίξαν	=	χιμίζω
χιμίξανε	=	χιμίζω
χιμίξατε	=	χιμίζω
χιμίξει	=	χιμίζω
χιμίξτε	=	χιμίζω
χιμαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χιμαιρικός	adv	με χιμαιρικό τρόπο
χιμαιρικέ	adj	κλητική ενικού του χιμαιρικός
χιμαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιμαιρική
χιμαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιμαιρικός
χιμαιρικής	adj	γενική ενικού του χιμαιρική
χιμαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιμαιρικός
χιμαιρικού	adj	γενική ενικού του χιμαιρικός
χιμαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιμαιρικός
χιμαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του χιμαιρικός
χιμαιρικός	adj	που μοιάζει με χίμαιρα, είναι ουτοπικός, μη ρεαλιστικός, απραγματοποίητος
χιμαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του χιμαιρικός
χιμαιροκυνηγός	noun|rare	κάποιος που επιδιώκει ουτοπικά πράγματα, που κυνηγάει χίμαιρες
χιμαιρών	noun	γενική πληθυντικού του χίμαιρα
χιμαριωτών	=	χιμαριώτης
χιμαριώτες	=	χιμαριώτης
χιμαριώτη	=	χιμαριώτης
χιμαριώτης	noun	ο κάτοικος της Χιμάρας ή ο καταγόμενος απ' αυτή
χιμαριώτισσα	=	χιμαριώτης
χιμεριού	=	χιμέρι
χιμεριών	=	χιμέρι
χιμοί	=	χιμός
χιμού	=	χιμός
χιμούμε	=	χιμάω
χιμούν	=	χιμάω
χιμούνε	=	χιμάω
χιμούς	=	χιμός
χιμούσα	=	χιμάω
χιμούσαμε	=	χιμάω
χιμούσαν	=	χιμάω
χιμούσανε	=	χιμάω
χιμούσατε	=	χιμάω
χιμούσε	=	χιμάω
χιμούσες	=	χιμάω
χιμπαντζή	=	χιμπαντζής
χιμπαντζήδες	=	χιμπαντζής
χιμπαντζήδων	=	χιμπαντζής
χιμπαντζής	noun	άλλη μορφή του χιμπατζής
χιμπατζή	=	χιμπατζής
χιμπατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιμπατζής
χιμπατζήδων	=	χιμπατζής
χιμπατζής	noun	μεγάλος δενδρόβιος πίθηκος που ζει στη δυτική Αφρική
χιμό	=	χιμός
χιμός	noun	το φίμωτρο
χιμώ	verb	σπανιότερη μορφή του χιμάω, απλοποιημένη γραφή του χυμώ
χιμών	=	χιμός
χιμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χιμάω / χιμώ
χινοπωριάτικα	=	χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικε	adj	κλητική ενικού του χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χινοπωριάτικη
χινοπωριάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικης	adj	γενική ενικού του χινοπωριάτικη
χινοπωριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικος	adj|vulgar	άλλη μορφή του φθινοπωριάτικος
χινοπωριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χινοπωριάτικος
χινοπωριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χινοπωριάτικος
χινοπώρου	=	χινόπωρος
χινοπώρους	=	χινόπωρος
χινοπώρων	=	χινόπωρος
χινόπωρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χινόπωρο
χινόπωρε	=	χινόπωρος
χινόπωρο	=	χινόπωρος
χινόπωροι	=	χινόπωρος
χινόπωρος	noun	μορφή του χινόπωρο, στο αρσενικό γένος
χινόπωρου	noun	γενική ενικού του χινόπωρο
χινόπωρους	=	χινόπωρος
χινόπωρων	noun	γενική πληθυντικού του χινόπωρο
χιονάκι	noun	υποκοριστικό από το χιόνι
χιονάκια	=	χιονάκι
χιονάνθρωπε	=	χιονάνθρωπος
χιονάνθρωπο	=	χιονάνθρωπος
χιονάνθρωποι	=	χιονάνθρωπος
χιονάνθρωπος	noun	ομοίωμα ανθρώπου φτιαγμένο από χιόνι
χιονάνθρωπου	=	χιονάνθρωπος
χιονάνθρωπους	=	χιονάνθρωπος
χιονάνθρωπων	=	χιονάνθρωπος
χιονάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονάτο
χιονάτε	adj	κλητική ενικού του χιονάτος
χιονάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονάτη
χιονάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιονάτος
χιονάτης	adj	γενική ενικού του χιονάτη
χιονάτο	adj	αιτιατική ενικού του χιονάτος
χιονάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιονάτος, αρσενικό
χιονάτος	adj	κάτασπρος, άσπρος σαν το χιόνι
χιονάτου	adj	γενική ενικού του χιονάτος
χιονάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιονάτος
χιονάτων	adj	γενική πληθυντικού του χιονάτος
χιονένια	=	χιονένιος
χιονένιας	=	χιονένιος
χιονένιε	=	χιονένιος
χιονένιες	=	χιονένιος
χιονένιο	=	χιονένιος
χιονένιοι	=	χιονένιος
χιονένιος	adj	φτιαγμένος από χιόνι
χιονένιου	=	χιονένιος
χιονένιους	=	χιονένιος
χιονένιων	=	χιονένιος
χιονίζει	verb	πέφτει χιόνι
χιονίζω	verb|rare	ρίχνω χιόνι
χιονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χιονίζει
χιονίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιόνισμα
χιονίσματος	noun	γενική ενικού του χιόνισμα
χιονίστρα	noun	πρήξιμο ή παρόμοιος ερεθισμός στα άκρα, στη μύτη ή στα αυτιά που προκλήθηκε από πολύ χαμηλή θερμοκρασία
χιονίστρας	noun	γενική ενικού του χιονίστρα
χιονίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονίστρα
χιονανθρώπου	=	χιονάνθρωπος
χιονανθρώπους	=	χιονάνθρωπος
χιονανθρώπων	=	χιονάνθρωπος
χιονιά	noun	πολύ παγωμένος καιρός με (πιθανότητα) χιονόπτωση(ς)
χιονιάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονιάς
χιονιάδων	noun	γενική πληθυντικού του χιονιάς
χιονιάς	noun	πολύ παγωμένος καιρός που συνοδεύεται από χιόνι ή που πιθανά θα φέρει χιόνι
χιονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονιά
χιονιού	noun	γενική ενικού του χιόνι
χιονισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χιόνισμα
χιονισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονισμένο
χιονισμένε	verb	κλητική ενικού του χιονισμένος
χιονισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονισμένη
χιονισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιονισμένος
χιονισμένης	verb	γενική ενικού του χιονισμένη
χιονισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χιονισμένος
χιονισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιονισμένος
χιονισμένος	verb	που έχει πέσει επάνω του χιόνι και τον έχει καλύψει λίγο έως αρκετά
χιονισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιονισμένος
χιονισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χιονισμένος
χιονισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιονισμένος
χιονιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονιστής
χιονιστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χιονιστής
χιονιστής	noun	ψυχρές καιρικές συνθήκες που προκαλούν χιόνι, χιονιάς
χιονιστρών	noun	γενική πληθυντικού του χιονίστρα
χιονιστών	=	χιονιστής
χιονιών	=	χιόνι
χιονοβολές	=	χιονοβολή
χιονοβολή	noun|formal	ο χιονοπόλεμος
χιονοβολήματα	=	χιονοβόλημα
χιονοβολήματος	=	χιονοβόλημα
χιονοβολής	=	χιονοβολή
χιονοβολήσαμε	=	χιονοβολώ
χιονοβολήσαν	=	χιονοβολώ
χιονοβολήσανε	=	χιονοβολώ
χιονοβολήσατε	=	χιονοβολώ
χιονοβολήσει	=	χιονοβολώ
χιονοβολήστε	=	χιονοβολώ
χιονοβολία	noun|formal	ο χιονοπόλεμος
χιονοβολίας	=	χιονοβολία
χιονοβολίες	=	χιονοβολία
χιονοβολεί	=	χιονοβολώ
χιονοβολείς	=	χιονοβολώ
χιονοβολείτε	=	χιονοβολώ
χιονοβολημάτων	=	χιονοβόλημα
χιονοβολιών	=	χιονοβολία
χιονοβολούμε	=	χιονοβολώ
χιονοβολούν	=	χιονοβολώ
χιονοβολούνε	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσα	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσαμε	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσαν	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσανε	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσατε	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσε	=	χιονοβολώ
χιονοβολούσες	=	χιονοβολώ
χιονοβολώ	verb	καλύπτω κάτι με χιόνι
χιονοβολών	=	χιονοβολή
χιονοβολώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χιονοβολάω / χιονοβολώ
χιονοβοριού	=	χιονοβόρι
χιονοβοριών	=	χιονοβόρι
χιονοβροχές	=	χιονοβροχή
χιονοβροχή	noun	βροχόπτωση που πέφτει μαζί με χιονόπτωση
χιονοβροχής	=	χιονοβροχή
χιονοβροχών	=	χιονοβροχή
χιονοβόλα	=	χιονοβόλος
χιονοβόλας	=	χιονοβόλος
χιονοβόλε	=	χιονοβόλος
χιονοβόλει	=	χιονοβολώ
χιονοβόλες	=	χιονοβόλος
χιονοβόλημα	noun	ο χιονοπόλεμος
χιονοβόλησα	=	χιονοβολώ
χιονοβόλησαν	=	χιονοβολώ
χιονοβόλησε	=	χιονοβολώ
χιονοβόλησες	=	χιονοβολώ
χιονοβόλο	=	χιονοβόλος
χιονοβόλοι	=	χιονοβόλος
χιονοβόλος	adj	που ρίχνει χιόνι, φέρνει χιόνι, που παρατηρούνται χιονοπτώσεις στην διάρκειά του
χιονοβόλου	=	χιονοβόλος
χιονοβόλους	=	χιονοβόλος
χιονοβόλων	=	χιονοβόλος
χιονοβόρι	noun	κρύος βοριάς που πνέει κατά τη διάρκεια του χιονιά
χιονοβόρια	=	χιονοβόρι
χιονοδρομία	noun	άθλημα στο οποίο ο διαγωνιζόμενος γλιστράει πάνω σε χιονισμένες πλαγιές φορώντας ειδικά πέδιλα
χιονοδρομίας	noun	γενική ενικού του χιονοδρομία
χιονοδρομίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοδρομία
χιονοδρομίου	=	χιονοδρόμιο
χιονοδρομίων	=	χιονοδρόμιο
χιονοδρομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοδρομικό
χιονοδρομικέ	adj	κλητική ενικού του χιονοδρομικός
χιονοδρομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοδρομική
χιονοδρομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιονοδρομικός
χιονοδρομικής	adj	γενική ενικού του χιονοδρομική
χιονοδρομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιονοδρομικός
χιονοδρομικού	adj	γενική ενικού του χιονοδρομικός
χιονοδρομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιονοδρομικός
χιονοδρομικό	noun	κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος όπου γίνεται χειμερινό σκι
χιονοδρομικός	adj	σχετικός με τη χιονοδρομία
χιονοδρομικών	adj	γενική πληθυντικού του χιονοδρομικός
χιονοδρομιών	noun	γενική πληθυντικού του χιονοδρομία
χιονοδρόμε	noun	κλητική ενικού του χιονοδρόμος
χιονοδρόμια	=	χιονοδρόμιο
χιονοδρόμιο	noun	ειδικά διαμορφωμένος χώρος για αγώνες χιονοδρομίας
χιονοδρόμιου	=	χιονοδρόμιο
χιονοδρόμο	noun	αιτιατική ενικού του χιονοδρόμος
χιονοδρόμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιονοδρόμος
χιονοδρόμος	noun	αυτός που διασχίζει γρήγορα μια χιονισμένη επιφάνεια χρησιμοποιώντας ειδικό εξοπλισμό (πέδιλα και μπαστούνι)
χιονοδρόμου	noun	γενική ενικού του χιονοδρόμος
χιονοδρόμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χιονοδρόμος
χιονοδρόμων	noun	γενική πληθυντικού του χιονοδρόμος
χιονοθυελλών	noun	γενική πληθυντικού του χιονοθύελλα
χιονοθύελλα	noun	σφοδρή κακοκαιρία με θυελλώδεις ανέμους και ταυτόχρονη έντονη χιονόπτωση
χιονοθύελλας	noun	γενική ενικού του χιονοθύελλα
χιονοθύελλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοθύελλα
χιονοκάλτσα	noun|rare	η χιονοκουβέρτα
χιονοκάλυψη	noun	η κάλυψη μιας περιοχής με χιόνι
χιονοκάλυψης	noun	γενική ενικού του χιονοκάλυψη
χιονοκαίρου	=	χιονόκαιρος
χιονοκαίρους	=	χιονόκαιρος
χιονοκαίρων	=	χιονόκαιρος
χιονοκαιρία	noun	άλλη μορφή του χιονόκαιρος
χιονοκαιρίας	=	χιονοκαιρία
χιονοκαιρίες	=	χιονοκαιρία
χιονοκαιριών	=	χιονοκαιρία
χιονοκαλύψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοκάλυψη
χιονοκαλύψεων	noun	γενική πληθυντικού του χιονοκάλυψη
χιονοκαλύψεως	noun|formal	γενική ενικού του χιονοκάλυψη
χιονοκαταιγίδα	noun	καταιγίδα, με αστραπές και βροντές, η οποία συνοδεύεται από χιόνι, αντί για βροχή
χιονοκαταιγίδας	=	χιονοκαταιγίδα
χιονοκαταιγίδες	=	χιονοκαταιγίδα
χιονοκαταιγίδων	=	χιονοκαταιγίδα
χιονοκουβέρτα	noun	υφασμάτινο αντιολισθητικό κάλυμμα για τροχούς οχημάτων, που αυξάνει την πρόσφυσή τους στο οδόστρωμα που έχει χιόνι ή πάγο
χιονοκουβέρτας	=	χιονοκουβέρτα
χιονοκουβέρτες	=	χιονοκουβέρτα
χιονοκουβερτών	=	χιονοκουβέρτα
χιονοκρυστάλλου	=	χιονοκρύσταλλος
χιονοκρυστάλλους	=	χιονοκρύσταλλος
χιονοκρυστάλλων	=	χιονοκρύσταλλος
χιονοκρύσταλλε	=	χιονοκρύσταλλος
χιονοκρύσταλλο	=	χιονοκρύσταλλος
χιονοκρύσταλλοι	=	χιονοκρύσταλλος
χιονοκρύσταλλος	noun	ο κρύσταλλος της χιονονιφάδας
χιονοκρύσταλλου	=	χιονοκρύσταλλος
χιονολάστιχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονολάστιχο
χιονολάστιχο	noun	ειδικό αντιολισθητικό λάστιχο που χρησιμοποιείται στα οχήματα τους χειμερινούς μήνες ή, γενικότερα, όταν υπάρχουν χαμηλές θερμοκρασίες
χιονολάστιχου	=	χιονολάστιχο
χιονολάστιχων	=	χιονολάστιχο
χιονολαίλαπα	noun	πυκνή και ξαφνική χιονόπτωση που συνοδεύεται από ισχυρούς ανέμους που παρασύρουν (και) το χιόνι
χιονολαίλαπας	=	χιονολαίλαπα
χιονολαίλαπες	=	χιονολαίλαπα
χιονολαιλάπων	=	χιονολαίλαπα
χιονομέτρου	=	χιονόμετρο
χιονομέτρων	=	χιονόμετρο
χιονομετρία	noun	η μέτρηση της ποσότητας του χιονιού που πέφτει σε συγκεκριμένη περιοχή
χιονομετρίας	=	χιονομετρία
χιονομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χιονομετρικός	adv	με χιονομετρικό τρόπο
χιονομετρικέ	=	χιονομετρικός
χιονομετρικές	=	χιονομετρικός
χιονομετρική	=	χιονομετρικός
χιονομετρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χιονομετρική) του χιονομετρικός
χιονομετρικοί	=	χιονομετρικός
χιονομετρικού	=	χιονομετρικός
χιονομετρικούς	=	χιονομετρικός
χιονομετρικό	=	χιονομετρικός
χιονομετρικός	adj	αυτός που σχετίζεται με τη χιονομετρία ή το χιονόμετρο
χιονομετρικών	=	χιονομετρικός
χιονομετρικώς	adv	με χιονομετρικό τρόπο
χιονομπαλιά	noun	το ρίξιμο μιας χιονόμπαλας
χιονομπαλιάς	=	χιονομπαλιά
χιονομπαλιές	=	χιονομπαλιά
χιονομπαλιών	=	χιονομπαλιά
χιονομπόρα	noun	καταιγίδα συνοδεία χιονιού, χιονοκαταιγίδα
χιονομπόρας	=	χιονομπόρα
χιονομπόρες	=	χιονομπόρα
χιονονιφάδα	noun	νιφάδα χιονιού
χιονονιφάδας	=	χιονονιφάδα
χιονονιφάδες	=	χιονονιφάδα
χιονονιφάδων	=	χιονονιφάδα
χιονονιφάς	noun	η χιονονιφάδα
χιονοπέδιλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοπέδιλο
χιονοπέδιλο	noun	είδος υποδήματος που διευκολύνει αυτόν που το φοράει να περπατάει πάνω στο χιόνι
χιονοπέδιλον	noun	το χιονοπέδιλο
χιονοπέδιλου	noun	γενική ενικού του χιονοπέδιλο
χιονοπέδιλων	noun	γενική πληθυντικού του χιονοπέδιλο
χιονοπεδίλου	=	χιονοπέδιλο
χιονοπεδίλων	=	χιονοπέδιλο
χιονοπτώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονόπτωση
χιονοπτώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χιονόπτωση
χιονοπτώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χιονόπτωση
χιονοπόλεμε	=	χιονοπόλεμος
χιονοπόλεμο	=	χιονοπόλεμος
χιονοπόλεμοι	=	χιονοπόλεμος
χιονοπόλεμος	noun	παιχνίδι στα χιόνια, όπου οι παίκτες σχηματίζουν με τα χέρια τους μπάλες από χιόνι και τις πετάει ο ένας στον άλλο
χιονοπόλεμου	=	χιονοπόλεμος
χιονοπόλεμους	=	χιονοπόλεμος
χιονοπόλεμων	=	χιονοπόλεμος
χιονοσανίδα	noun	ειδική σανίδα που εφαρμόζει στα πόδια ενός αθλητή ή αθλούμενου, ώστε να κινείται με κάποιους τρόπους σε χιονισμένες επιφάνειες
χιονοσανίδας	=	χιονοσανίδα
χιονοσανίδες	=	χιονοσανίδα
χιονοσανίδων	=	χιονοσανίδα
χιονοσκέπαστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοσκέπαστο
χιονοσκέπαστε	adj	κλητική ενικού του χιονοσκέπαστος
χιονοσκέπαστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονοσκέπαστη
χιονοσκέπαστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιονοσκέπαστος
χιονοσκέπαστης	adj	γενική ενικού του χιονοσκέπαστη
χιονοσκέπαστο	adj	αιτιατική ενικού του χιονοσκέπαστος
χιονοσκέπαστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιονοσκέπαστος
χιονοσκέπαστος	adj	σκεπασμένος με χιόνι
χιονοσκέπαστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιονοσκέπαστος
χιονοσκέπαστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιονοσκέπαστος
χιονοσκέπαστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιονοσκέπαστος
χιονοσκεπές	=	χιονοσκεπής
χιονοσκεπή	=	χιονοσκεπής
χιονοσκεπής	adj	σκεπασμένος / καλυμμένος από χιόνι
χιονοσκεπασμένα	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένε	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένες	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένη	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένης	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένο	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένοι	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένος	adj	σκεπασμένος με χιόνι
χιονοσκεπασμένου	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένους	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπασμένων	=	χιονοσκεπασμένος
χιονοσκεπείς	=	χιονοσκεπής
χιονοσκεπούς	=	χιονοσκεπής
χιονοσκεπών	=	χιονοσκεπής
χιονοστεφές	=	χιονοστεφής
χιονοστεφή	=	χιονοστεφής
χιονοστεφής	adj|formal	με στέμμα από χιόνι, σαν να έχουν στεφανωθεί από τα χιόνια
χιονοστεφείς	=	χιονοστεφής
χιονοστεφούς	=	χιονοστεφής
χιονοστεφών	=	χιονοστεφής
χιονοστιβάδα	noun	το φαινόμενο της ολίσθησης μεγάλης μάζας χιονιού από την πλαγιά ενός βουνού και συμπαρασύρει ότι βρεθεί στη διαδρομή
χιονοστιβάδας	=	χιονοστιβάδα
χιονοστιβάδες	=	χιονοστιβάδα
χιονοστιβάδων	=	χιονοστιβάδα
χιονοστιβάς	noun	χιονοστιβάδα
χιονοστρόβιλε	=	χιονοστρόβιλος
χιονοστρόβιλο	=	χιονοστρόβιλος
χιονοστρόβιλοι	=	χιονοστρόβιλος
χιονοστρόβιλος	noun	δυνατός άνεμος που στροβιλίζει το χιόνι
χιονοστρόβιλου	=	χιονοστρόβιλος
χιονοστρόβιλους	=	χιονοστρόβιλος
χιονοστρόβιλων	=	χιονοστρόβιλος
χιονοστρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονόστρωση
χιονοστρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χιονόστρωση
χιονοστρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χιονόστρωση
χιονοσφαιρών	=	χιονόσφαιρα
χιονοφόρα	=	χιονοφόρος
χιονοφόρας	=	χιονοφόρος
χιονοφόρε	=	χιονοφόρος
χιονοφόρες	=	χιονοφόρος
χιονοφόρο	=	χιονοφόρος
χιονοφόροι	=	χιονοφόρος
χιονοφόρος	adj	που έχει χιόνι
χιονοφόρου	=	χιονοφόρος
χιονοφόρους	=	χιονοφόρος
χιονοφόρων	=	χιονοφόρος
χιονοχάλαζα	=	χιονοχάλαζο
χιονοχάλαζο	noun	χαλάζι μικρού μεγέθους, έως 5 χιλιοστά
χιονοχάλαζου	=	χιονοχάλαζο
χιονοχάλαζων	=	χιονοχάλαζο
χιονοψάλτες	=	χιονοψάλτης
χιονοψάλτη	=	χιονοψάλτης
χιονοψάλτης	noun	μικρό στρουθιόμορφο πουλί το οποίο είναι εγγενές στην Ευρασία και τη Βόρεια Αφρική (Prunella collaris)
χιονοψαλτών	=	χιονοψάλτης
χιονούρα	noun	τμήματα χιονιού που παραμένουν, κυρίως σε υψηλό υψόμετρο, σε σκιερά ή δροσερά μέρη για πολλούς μήνες
χιονούρας	=	χιονούρα
χιονούρες	=	χιονούρα
χιονωδών	=	χιονώδης
χιονόβροχα	=	χιονόβροχο
χιονόβροχο	noun	το χιονόνερο
χιονόβροχου	=	χιονόβροχο
χιονόβροχων	=	χιονόβροχο
χιονόκαιρα	=	χιονόκαιρο
χιονόκαιρε	=	χιονόκαιρος
χιονόκαιρο	noun	άλλη μορφή του χιονόκαιρος
χιονόκαιροι	=	χιονόκαιρος
χιονόκαιρος	noun	ο χιονιάς
χιονόκαιρου	=	χιονόκαιρο
χιονόκαιρων	=	χιονόκαιρο
χιονόλευκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονόλευκο
χιονόλευκε	adj	κλητική ενικού του χιονόλευκος
χιονόλευκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονόλευκη
χιονόλευκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιονόλευκος
χιονόλευκης	adj	γενική ενικού του χιονόλευκη
χιονόλευκο	adj	αιτιατική ενικού του χιονόλευκος
χιονόλευκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιονόλευκος
χιονόλευκος	adj	που έχει το λευκό χρώμα του χιονιού, κατάλευκος
χιονόλευκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιονόλευκος
χιονόλευκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιονόλευκος
χιονόλευκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιονόλευκος
χιονόμαλλα	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλε	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλες	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλη	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλης	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλο	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλοι	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλος	adj	αυτός που έχει άσπρα μαλλιά
χιονόμαλλου	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλους	=	χιονόμαλλος
χιονόμαλλων	=	χιονόμαλλος
χιονόμετρα	=	χιονόμετρο
χιονόμετρο	noun	συσκευή που χρησιμοποιείται για τη χιονομετρία
χιονόμετρου	=	χιονόμετρο
χιονόμπαλα	noun	μπάλα από χιόνι, όπως αυτές του χιονοπόλεμου
χιονόμπαλας	=	χιονόμπαλα
χιονόμπαλες	=	χιονόμπαλα
χιονόμπαλων	=	χιονόμπαλα
χιονόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιονόνερο
χιονόνερου	noun	γενική ενικού του χιονόνερο
χιονόνερων	noun	γενική πληθυντικού του χιονόνερο
χιονόπαπια	noun	είδος πάπιας
χιονόπαπιας	=	χιονόπαπια
χιονόπαπιες	=	χιονόπαπια
χιονόπαπιων	=	χιονόπαπια
χιονόπτωση	noun	η πτώση χιονιού από τα σύννεφα
χιονόπτωσης	noun	γενική ενικού του χιονόπτωση
χιονόστρωση	noun	η στρώση ενός στρώματος χιονιού στο έδαφος ή αλλού
χιονόστρωσης	noun	γενική ενικού του χιονόστρωση
χιονόσφαιρα	noun|formal	η χιονόμπαλα
χιονόσφαιρας	=	χιονόσφαιρα
χιονόσφαιρες	=	χιονόσφαιρα
χιονόφερτα	=	χιονόφερτος
χιονόφερτε	=	χιονόφερτος
χιονόφερτες	=	χιονόφερτος
χιονόφερτη	=	χιονόφερτος
χιονόφερτης	=	χιονόφερτος
χιονόφερτο	=	χιονόφερτος
χιονόφερτοι	=	χιονόφερτος
χιονόφερτος	adj	που έρχεται με το χιόνι
χιονόφερτου	=	χιονόφερτος
χιονόφερτους	=	χιονόφερτος
χιονόφερτων	=	χιονόφερτος
χιονώδεις	=	χιονώδης
χιονώδες	=	χιονώδης
χιονώδη	=	χιονώδης
χιονώδης	adj	όμοιος με χιόνι
χιονώδους	=	χιονώδης
χιονώσεις	=	χιόνωση
χιονώσεων	=	χιόνωση
χιουμορίστα	=	χιουμορίστας
χιουμορίστας	noun	το άτομο που διαθέτει πνεύμα, χιούμορ και προκαλεί στους γύρω του καλή διάθεση με έξυπνα αστεία
χιουμορίστες	=	χιουμορίστας
χιουμοριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιουμοριστής
χιουμοριστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χιουμοριστής
χιουμοριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιουμοριστικό	adv	κάνοντας χιούμορ
χιουμοριστικέ	adj	κλητική ενικού του χιουμοριστικός
χιουμοριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιουμοριστική
χιουμοριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιουμοριστικός
χιουμοριστικής	adj	γενική ενικού του χιουμοριστική
χιουμοριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιουμοριστικός
χιουμοριστικού	adj	γενική ενικού του χιουμοριστικός
χιουμοριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιουμοριστικός
χιουμοριστικό	adj	αιτιατική ενικού του χιουμοριστικός
χιουμοριστικός	adj	σχετικός με το χιούμορ
χιουμοριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χιουμοριστικός
χιουμοριστών	noun	γενική πληθυντικού του χιουμορίστας
χιούμορ	noun	εύθυμη αντιμετώπιση μιας κατάστασης μαζί με ειρωνεία και ενδεχομένως σάτιρα
χιπισμός	noun|rare	το πολιτιστικό και κοινωνικό κίνημα των χίπηδων
χιπισσών	=	χίπισσα
χιπχοπά	=	χιπχοπάς
χιπχοπάδες	=	χιπχοπάς
χιπχοπάδων	=	χιπχοπάς
χιπχοπάς	noun	οπαδός, ακροατής ή μουσικός του χιπ χοπ
χιραγκάνα	noun	συλλαβάριο της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για ενδογενείς ιαπωνικές λέξεις και καταλήξεις
χισμέτι	noun|dated	εξυπηρέτηση
χισμέτια	=	χισμέτι
χισμετιού	=	χισμέτι
χισμετιών	=	χισμέτι
χιτ	noun	επιτυχία, σουξέ
χιτάκι	noun	τραγούδι ή μουσική σύνθεση που σημειώνει επιτυχία, που έχει υψηλή ακροαματικότητα ή πωλήσεις (συχνά υπονοείται είτε όχι και τόσο μεγάλη είτε πρόσκαιρη επιτυχία)
χιτάκια	=	χιτάκι
χιτζάμπ	noun	παραδοσιακό κεφαλομάντιλο των μουσουλμάνων γυναικών, με το οποίο καλύπτουν τα μαλλιά και τον λαιμό
χιτλερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χιτλερικός	adv	με χιτλερικός τρόπο
χιτλερικέ	adj	κλητική ενικού του χιτλερικός
χιτλερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιτλερική
χιτλερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιτλερικός
χιτλερικής	adj	γενική ενικού του χιτλερική
χιτλερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιτλερικός
χιτλερικού	adj	γενική ενικού του χιτλερικός
χιτλερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιτλερικός
χιτλερικό	adj	αιτιατική ενικού του χιτλερικός
χιτλερικός	adj	που έχει σχέση με τον Αδόλφο Χίτλερ ή αναφέρεται σ' αυτόν
χιτλερικών	adj	γενική πληθυντικού του χιτλερικός
χιτλερισμέ	noun	κλητική ενικού του χιτλερισμός
χιτλερισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιτλερισμός
χιτλερισμού	noun	γενική ενικού του χιτλερισμός
χιτλερισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χιτλερισμός
χιτλερισμό	noun	αιτιατική ενικού του χιτλερισμός
χιτλερισμός	noun	η πολιτική ιδεολογία και πρακτική του Χίτλερ
χιτλερισμών	noun	γενική πληθυντικού του χιτλερισμός
χιτλεροφασίστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Χιτλεροφασίστας
χιτωνίου	noun	γενική ενικού του χιτώνιο
χιτωνίων	noun	γενική πληθυντικού του χιτώνιο
χιτωνοφόρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιτωνοφόρο
χιτωνοφόρο	noun	το χιτωνόζωο
χιτωνοφόρου	=	χιτωνοφόρο
χιτωνοφόρων	=	χιτωνοφόρο
χιτωνόζωα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιτωνόζωο
χιτωνόζωο	noun	υποσυνομοταξία θαλάσσιων ζώων (ουροχορδωτά / Urochordata), με χαρακτηριστικό περίβλημα, η οποία εντάσσεται στη συνομοταξία των χορδωτών
χιτωνόζωου	=	χιτωνόζωο
χιτωνόζωων	=	χιτωνόζωο
χιτών	=	χίτης
χιτώνα	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χιτώνας
χιτώνας	noun	ανδρικό και γυναικείο ένδυμα κατά την αρχαιότητα από λινό ή μάλλινο ύφασμα που το φορούσαν κατάσαρκα
χιτώνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιτώνας
χιτώνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιτώνιο
χιτώνιο	noun	είδος στρατιωτικού σακακιού
χιτώνιου	=	χιτώνιο
χιτώνων	noun	γενική πληθυντικού του χιτώνας
χιόνι	noun	καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
χιόνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιόνι
χιόνιζε	=	χιονίζει
χιόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιονίζει
χιόνισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χιονίζω
χιόνωση	noun|formal	ποσότητα χιονιού
χιόνωσης	=	χιόνωση
χιώτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιώτικο
χιώτικε	adj	κλητική ενικού του χιώτικος
χιώτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιώτικη
χιώτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χιώτικος
χιώτικης	adj	γενική ενικού του χιώτικη
χιώτικο	adj	αιτιατική ενικού του χιώτικος
χιώτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χιώτικος
χιώτικος	adj	ο σχετικός ή προερχόμενος από τη Χίο
χιώτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χιώτικος
χιώτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χιώτικος
χιώτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χιώτικος
χλέμπα	noun	η μεγάλη φέτα του ψωμιού
χλέμπας	=	χλέμπα
χλέμπες	=	χλέμπα
χλέμπουρα	=	χλέμπουρας
χλέμπουρας	noun|slang	ασήμαντος, ανόητος και νωθρός άντρας
χλέμπουρες	=	χλέμπουρας
χλέμπουρων	=	χλέμπουρας
χλίάναμε	=	χλίανση
χλίάναν	=	χλίανση
χλίάνανε	=	χλίανση
χλίάνατε	=	χλίανση
χλίάνει	=	χλίανση
χλίάνετε	=	χλίανση
χλίαινα	=	χλιαίνω
χλίαιναν	=	χλιαίνω
χλίαινε	=	χλιαίνω
χλίαινες	=	χλιαίνω
χλίανα	=	χλιαίνω
χλίαναν	=	χλιαίνω
χλίανε	=	χλιαίνω
χλίανες	=	χλιαίνω
χλίανσαμε	=	χλίανση
χλίανσαν	=	χλίανση
χλίανσανε	=	χλίανση
χλίανσατε	=	χλίανση
χλίανσει	=	χλίανση
χλίανσεις	=	χλίανση
χλίανσετε	=	χλίανση
χλίανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χλιαίνω
χλίανσης	noun	γενική ενικού του χλίανση
χλίανσοντας	=	χλίανση
χλίανσουμε	=	χλίανση
χλίανσουν	=	χλίανση
χλίανσουνε	=	χλίανση
χλίανσω	=	χλίανση
χλίβομαι	verb	άλλη μορφή του θλίβομαι
χλίδα	noun|informal	η χλιδή
χλίδας	=	χλίδα
χλίδες	=	χλίδα
χλαίνα	noun	άλλη μορφή του χλαίνη
χλαίνας	noun	γενική ενικού του χλαίνα
χλαίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλαίνη
χλαίνη	noun	χοντρό ιμάτιο που το φορούσαν οι αρχαίοι το χειμώνα πάνω από τον χιτώνα
χλαίνης	noun	γενική ενικού του χλαίνη
χλαινών	noun	γενική πληθυντικού του χλαίνα
χλαλοές	=	χλαλοή
χλαλοή	noun|vulgar	οχλοβοή, οχλαγωγία, φασαρία
χλαλοής	=	χλαλοή
χλαλοών	=	χλαλοή
χλαμύδα	noun	κοντός μανδύας που φορούσαν οι έφηβοι ιππείς που περιπολούσαν -η χρήση του αργότερα γενικεύτηκε και στο πεζικό
χλαμύδας	=	χλαμύδα
χλαμύδες	=	χλαμύδα
χλαμύδων	=	χλαμύδα
χλανίδα	noun	μάλλινο πανωφόρι γυναικείο, πιο λεπτό από τη χλαμύδα των ιππέων και των πλούσιων ανδρών της αρχαίας Αθήνας
χλανίδας	=	χλανίδα
χλανίδες	=	χλανίδα
χλανίδων	=	χλανίδα
χλαπάκιαζα	=	χλαπακιάζω
χλαπάκιαζαν	=	χλαπακιάζω
χλαπάκιαζε	=	χλαπακιάζω
χλαπάκιαζες	=	χλαπακιάζω
χλαπάκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπάκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπάκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπάκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπάκιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χλαπακιάζω
χλαπάτσα	noun	η αρρώστια των ζώων διστομίαση
χλαπάτσας	=	χλαπάτσα
χλαπάτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλαπάτσα
χλαπακιάζαμε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζαν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζανε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζατε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζει	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζεις	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζεσαι	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζεστε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζεται	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζετε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζομαι	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζονται	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζονταν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάζουμε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζουν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζουνε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάζω	verb	τρώω μεγάλες ποσότητες φαγητού, συνήθως λαίμαργα και πολύ γρήγορα, παρατρώω μέχρι σκασμού μπουκώνοντας το στόμα μου
χλαπακιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάσαν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάσανε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλαπάκιασμα
χλαπακιάσματος	noun	γενική ενικού του χλαπάκιασμα
χλαπακιάσου	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιάστηκα	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάστηκαν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάστηκε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάστηκες	=	χλαπακιάζω
χλαπακιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλαπακιάζω
χλαπακιαζόμασταν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόμαστε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόμουν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόμουνα	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόντουσαν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόσασταν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόσαστε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόσουν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόσουνα	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζόταν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαζότανε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χλαπάκιασμα
χλαπακιαστήκαμε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαστήκαν	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαστήκανε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαστήκατε	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαστεί	=	χλαπακιάζω
χλαπακιαστείτε	=	χλαπακιάζω
χλαπαταγές	=	χλαπαταγή
χλαπαταγή	noun|vulgar	οχλαγωγία
χλαπαταγής	=	χλαπαταγή
χλαπαταγών	=	χλαπαταγή
χλατσί	noun|slang	εύστοχο καλάθι που δεν αγγίζει την στεφάνη της μπασκέτας ή το ταμπλό παρά μόνο τα δίχτυα που κάνουν χαρακτηριστικό ήχο
χλατσιά	=	χλατσί
χλατσιάς	=	χλατσί
χλατσιές	=	χλατσί
χλατσιού	=	χλατσί
χλατσιών	=	χλατσί
χλεμπάγια	noun	λέξη με κυριότερη χρήση στα Επτάνησα, περιγράφοντας μέρος του απλού λαού, τους ποπολάρους, τον όχλο (σε αντίθεση με τους ευγενείς και άλλες κατηγορίες του λαού, τους αστούς, τους χωρικούς ξεχωρίτες και τους ελεύθερους χωρικούς)
χλεμπάγιας	=	χλεμπάγια
χλεμπάγιες	=	χλεμπάγια
χλεμπονιάζω	verb|rare	κιτρινίζω, γίνομαι χλεμπονιάρης
χλεμπονιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλεμπονιάρης
χλεμπονιάρας	adj	γενική ενικού του χλεμπονιάρα
χλεμπονιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλεμπονιάρα
χλεμπονιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χλεμπονιάρης
χλεμπονιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλεμπονιάρης
χλεμπονιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του χλεμπονιάρης
χλεμπονιάρης	adj|dated	κιτρινιάρης, πελιδνός, χτικιάρης, ωχρός
χλεμπονιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλεμπονιάρικο
χλεμπονιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χλεμπονιάρης
χλεμπονιάρικου	adj	γενική ενικού του χλεμπονιάρικο
χλεμπονιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του χλεμπονιάρικο
χλεμπονιασμένα	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένε	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένες	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένη	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένης	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένο	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένοι	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένος	verb	που είναι κιτρινισμένος, χλεμπονιάρης
χλεμπονιασμένου	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένους	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονιασμένων	=	χλεμπονιασμένος
χλεμπονών	=	χλεμπόνα
χλεμπόνα	noun	υπερώριμο αγγούρι, κολοκύθα ή πεπόνι που έχει αρχίσει να σαπίζει και έχει κιτρινωπό χρώμα
χλεμπόνας	=	χλεμπόνα
χλεμπόνες	=	χλεμπόνα
χλεμπών	=	χλέμπα
χλευάζαμε	=	χλευάζω
χλευάζαν	=	χλευάζω
χλευάζανε	=	χλευάζω
χλευάζατε	=	χλευάζω
χλευάζει	=	χλευάζω
χλευάζεις	=	χλευάζω
χλευάζεσαι	=	χλευάζομαι
χλευάζεστε	=	χλευάζομαι
χλευάζεται	=	χλευάζομαι
χλευάζετε	=	χλευάζω
χλευάζομαι	verb	γίνομαι αντικείμενο κοροϊδίας
χλευάζονται	=	χλευάζομαι
χλευάζονταν	=	χλευάζομαι
χλευάζοντας	=	χλευάζω
χλευάζου	=	χλευάζομαι
χλευάζουμε	=	χλευάζω
χλευάζουν	=	χλευάζω
χλευάζουνε	=	χλευάζω
χλευάζω	verb	κοροϊδεύω, σαρκάζω, περιγελώ
χλευάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάσαν	=	χλευάζω
χλευάσανε	=	χλευάζω
χλευάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλεύασμα
χλευάσματος	noun	γενική ενικού του χλεύασμα
χλευάσου	=	χλευάζομαι
χλευάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευάστρια	noun	θηλυκό του χλευαστής
χλευάστριας	noun	γενική ενικού του χλευάστρια
χλευάστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλευάστρια
χλευάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλευαζόμασταν	=	χλευάζομαι
χλευαζόμαστε	=	χλευάζομαι
χλευαζόμουν	=	χλευάζομαι
χλευαζόμουνα	=	χλευάζομαι
χλευαζόντουσαν	=	χλευάζομαι
χλευαζόσασταν	=	χλευάζομαι
χλευαζόσαστε	=	χλευάζομαι
χλευαζόσουν	=	χλευάζομαι
χλευαζόσουνα	=	χλευάζομαι
χλευαζόταν	=	χλευάζομαι
χλευαζότανε	=	χλευάζομαι
χλευασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χλεύασμα
χλευασμέ	noun	κλητική ενικού του χλευασμός
χλευασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλευασμένο
χλευασμένε	verb	κλητική ενικού του χλευασμένος
χλευασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλευασμένη
χλευασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλευασμένος
χλευασμένης	verb	γενική ενικού του χλευασμένη
χλευασμένο	verb	αιτιατική ενικού του χλευασμένος
χλευασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλευασμένος
χλευασμένος	verb	που τον έχουν χλευάσει
χλευασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χλευασμένος
χλευασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χλευασμένος
χλευασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χλευασμένος
χλευασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλευασμός
χλευασμού	noun	γενική ενικού του χλευασμός
χλευασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χλευασμός
χλευασμό	noun	αιτιατική ενικού του χλευασμός
χλευασμός	noun|formal	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χλευάζω
χλευασμών	noun	γενική πληθυντικού του χλευασμός
χλευαστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλευαστής
χλευαστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χλευαστής
χλευαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστήκαν	=	χλευάζομαι
χλευαστήκανε	=	χλευάζομαι
χλευαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστής	noun	αυτός που χλευάζει
χλευαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλευαστικό	adv	χλευάζοντας
χλευαστικέ	adj	κλητική ενικού του χλευαστικός
χλευαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλευαστική
χλευαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλευαστικός
χλευαστικής	adj	γενική ενικού του χλευαστική
χλευαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλευαστικός
χλευαστικού	adj	γενική ενικού του χλευαστικός
χλευαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλευαστικός
χλευαστικό	adj	αιτιατική ενικού του χλευαστικός
χλευαστικός	adj	που έχει σχέση με τον χλευασμό ή τον χλευαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά
χλευαστικών	adj	γενική πληθυντικού του χλευαστικός
χλευαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστριών	noun	γενική πληθυντικού του χλευάστρια
χλευαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλευάζομαι
χλευαστών	noun	γενική πληθυντικού του χλευαστής
χλευών	=	χλεύη
χλεχλέ	=	χλεχλές
χλεχλέδες	=	χλεχλές
χλεχλέδων	=	χλεχλές
χλεχλές	noun|slang	μαλθακός, νωθρός, βαρετός άντρας που λέει ανοησίες
χλεύαζα	=	χλευάζω
χλεύαζαν	=	χλευάζω
χλεύαζε	=	χλευάζω
χλεύαζες	=	χλευάζω
χλεύασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλεύασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλεύασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλεύασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλευάζω
χλεύασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χλευάζω
χλεύες	=	χλεύη
χλεύη	noun	κοροϊδία, περιφρόνηση, σαρκασμός.
χλεύης	=	χλεύη
χλιάναμε	=	χλιαίνω
χλιάναν	=	χλιαίνω
χλιάνανε	=	χλιαίνω
χλιάνατε	=	χλιαίνω
χλιάνει	=	χλιαίνω
χλιάνετε	=	χλιαίνω
χλιάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλίανση
χλιάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του χλίανση
χλιάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του χλίανση
χλιάραινα	=	χλιαραίνω
χλιάραιναν	=	χλιαραίνω
χλιάραινε	=	χλιαραίνω
χλιάραινες	=	χλιαραίνω
χλιάρανα	=	χλιαραίνω
χλιάραναν	=	χλιαραίνω
χλιάρανε	=	χλιαραίνω
χλιάρανες	=	χλιαραίνω
χλια	=	χλιος
χλιαίναμε	=	χλιαίνω
χλιαίναν	=	χλιαίνω
χλιαίνανε	=	χλιαίνω
χλιαίνατε	=	χλιαίνω
χλιαίνει	=	χλιαίνω
χλιαίνεις	=	χλιαίνω
χλιαίνετε	=	χλιαίνω
χλιαίνοντας	=	χλιαίνω
χλιαίνουμε	=	χλιαίνω
χλιαίνουν	=	χλιαίνω
χλιαίνουνε	=	χλιαίνω
χλιαίνω	verb	κάνω κάτι χλιαρό
χλιανσα	=	χλίανση
χλιανσαν	=	χλίανση
χλιανσε	=	χλίανση
χλιανσες	=	χλίανση
χλιαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χλιαρός	adv	με χλιαρό τρόπο
χλιαράναμε	=	χλιαραίνω
χλιαράναν	=	χλιαραίνω
χλιαράνανε	=	χλιαραίνω
χλιαράνατε	=	χλιαραίνω
χλιαράνει	=	χλιαραίνω
χλιαράνετε	=	χλιαραίνω
χλιαρέ	adj	κλητική ενικού του χλιαρός
χλιαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλιαρή
χλιαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλιαρός
χλιαρής	adj	γενική ενικού του χλιαρή
χλιαραίναμε	=	χλιαραίνω
χλιαραίναν	=	χλιαραίνω
χλιαραίνανε	=	χλιαραίνω
χλιαραίνατε	=	χλιαραίνω
χλιαραίνει	=	χλιαραίνω
χλιαραίνεις	=	χλιαραίνω
χλιαραίνετε	=	χλιαραίνω
χλιαραίνοντας	=	χλιαραίνω
χλιαραίνουμε	=	χλιαραίνω
χλιαραίνουν	=	χλιαραίνω
χλιαραίνουνε	=	χλιαραίνω
χλιαραίνω	verb	άλλη μορφή του χλιαίνω
χλιαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλιαρός
χλιαροτήτων	=	χλιαρότητα
χλιαρού	adj	γενική ενικού του χλιαρός
χλιαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλιαρός
χλιαρό	adj	αιτιατική ενικού του χλιαρός
χλιαρός	adj	μέτρια ζεστός
χλιαρότατα	=	χλιαρός
χλιαρότατε	=	χλιαρός
χλιαρότατες	=	χλιαρός
χλιαρότατη	=	χλιαρός
χλιαρότατης	=	χλιαρός
χλιαρότατο	=	χλιαρός
χλιαρότατοι	=	χλιαρός
χλιαρότατος	=	χλιαρός
χλιαρότατου	=	χλιαρός
χλιαρότατους	=	χλιαρός
χλιαρότατων	=	χλιαρός
χλιαρότερα	=	χλιαρός
χλιαρότερε	=	χλιαρός
χλιαρότερες	=	χλιαρός
χλιαρότερη	=	χλιαρός
χλιαρότερης	=	χλιαρός
χλιαρότερο	=	χλιαρός
χλιαρότεροι	=	χλιαρός
χλιαρότερος	=	χλιαρός
χλιαρότερου	=	χλιαρός
χλιαρότερους	=	χλιαρός
χλιαρότερων	=	χλιαρός
χλιαρότητα	noun	το να είναι κάποιος ή κάτι χλιαρό(ς)
χλιαρότητας	noun	γενική ενικού του χλιαρότητα
χλιαρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλιαρότητα
χλιαρών	adj	γενική πληθυντικού του χλιαρός
χλιας	=	χλιος
χλιδάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλιδάτο
χλιδάτε	adj	κλητική ενικού του χλιδάτος
χλιδάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλιδάτη
χλιδάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλιδάτος
χλιδάτης	adj	γενική ενικού του χλιδάτη
χλιδάτο	adj	αιτιατική ενικού του χλιδάτος
χλιδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλιδάτος
χλιδάτος	adj	πλούσιος
χλιδάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χλιδάτος
χλιδάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλιδάτος
χλιδάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χλιδάτος
χλιδές	=	χλιδή
χλιδή	noun	μεγάλη πολυτέλεια, προκλητική πολυτέλεια
χλιδής	=	χλιδή
χλιδών	=	χλιδή
χλιε	=	χλιος
χλιες	=	χλιος
χλιμίντριζα	=	χλιμιντρίζω
χλιμίντριζαν	=	χλιμιντρίζω
χλιμίντριζε	=	χλιμιντρίζω
χλιμίντριζες	=	χλιμιντρίζω
χλιμίντρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμίντρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμίντρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμίντρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμίντρισμα	noun	η χαρακτηριστική κραυγή του αλόγου
χλιμιντράω	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζαμε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζαν	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζανε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζατε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζει	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζεις	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζετε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζομε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζουμε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζουν	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζουνε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίζω	verb	βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή του αλόγου
χλιμιντρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσαν	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσανε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλιμίντρισμα
χλιμιντρίσματος	noun	γενική ενικού του χλιμίντρισμα
χλιμιντρίσομε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσουνε	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλιμιντρίζω
χλιμιντρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χλιμίντρισμα
χλιμιντρώ	=	χλιμιντρίζω
χλιμιντρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χλιμιντράω / χλιμιντρώ
χλιο	=	χλιος
χλιοι	=	χλιος
χλιος	adj	χλιαρός
χλιου	=	χλιος
χλιους	=	χλιος
χλιων	=	χλιος
χλοΐζω	verb	άλλη μορφή του χλοάζω
χλοΐσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλόισμα
χλοΐσματος	noun	γενική ενικού του χλόισμα
χλοάζω	verb	πρασινίζω, γεμίζω (με υποκειμενο τη γη) φρέσκα βλαστάρια
χλοάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλόασμα
χλοάσματος	noun	γενική ενικού του χλόασμα
χλοασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χλόασμα
χλοερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλοερό
χλοερέ	adj	κλητική ενικού του χλοερός
χλοερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλοερή
χλοερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλοερός
χλοερής	adj	γενική ενικού του χλοερή
χλοεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλοερός
χλοερού	adj	γενική ενικού του χλοερός
χλοερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλοερός
χλοερό	adj	αιτιατική ενικού του χλοερός
χλοερός	adj	που είναι σκεπασμένος με χλόη, ο γεμάτος χλόη
χλοερών	adj	γενική πληθυντικού του χλοερός
χλομά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλομό	adv	με χλομό τρόπο, με χλομάδα
χλομάδα	noun	άλλη μορφή του χλωμάδα
χλομάδας	=	χλομάδα
χλομάδες	=	χλομάδα
χλομάδων	=	χλομάδα
χλομέ	adj	κλητική ενικού του χλομός
χλομές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλομή
χλομή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλομός
χλομής	adj	γενική ενικού του χλομή
χλομιάζαμε	=	χλομιάζω
χλομιάζαν	=	χλομιάζω
χλομιάζανε	=	χλομιάζω
χλομιάζατε	=	χλομιάζω
χλομιάζει	=	χλομιάζω
χλομιάζεις	=	χλομιάζω
χλομιάζετε	=	χλομιάζω
χλομιάζοντας	=	χλομιάζω
χλομιάζουμε	=	χλομιάζω
χλομιάζουν	=	χλομιάζω
χλομιάζουνε	=	χλομιάζω
χλομιάζω	verb	γίνομαι χλομός, πχ από σωματικό πόνο ή ψυχική ταραχή
χλομιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσαν	=	χλομιάζω
χλομιάσανε	=	χλομιάζω
χλομιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσματα	=	χλόμιασμα
χλομιάσματος	=	χλόμιασμα
χλομιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλομιαίνω	verb	άλλη μορφή του χλομιάζω
χλομιασμάτων	=	χλόμιασμα
χλομοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλομός
χλομού	adj	γενική ενικού του χλομός
χλομούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλομός
χλομούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλομούτσικο
χλομούτσικε	adj	κλητική ενικού του χλομούτσικος
χλομούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλομούτσικη
χλομούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλομούτσικος
χλομούτσικης	adj	γενική ενικού του χλομούτσικη
χλομούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του χλομούτσικος
χλομούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλομούτσικος
χλομούτσικος	adj	υποκοριστικό του χλομός
χλομούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χλομούτσικος
χλομούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλομούτσικος
χλομούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χλομούτσικος
χλομό	adj	αιτιατική ενικού του χλομός
χλομός	adj	που έχει χάσει λόγω αδιαθεσίας ή φόβου, ταραχής ή άλλου συναισθήματος το φυσιολογικό χρώμα του, κυρίως στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να φαίνεται ωχρός, πελιδνός, υποκίτρινος
χλομών	adj	γενική πληθυντικού του χλομός
χλοοκοπές	=	χλοοκοπή
χλοοκοπή	noun	το κόψιμο του χορταριού / του γκαζόν
χλοοκοπής	=	χλοοκοπή
χλοοκοπτικά	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικέ	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικές	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτική	noun	ειδικό μηχάνημα για το κόψιμο του γκαζόν
χλοοκοπτικής	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικοί	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικού	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικούς	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικό	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπτικός	adj	που έχει σχέση με τη χλοοκοπή ή αναφέρεται σ’ αυτή
χλοοκοπτικών	=	χλοοκοπτικός
χλοοκοπών	=	χλοοκοπή
χλοοτάπητα	=	χλοοτάπητας
χλοοτάπητας	noun	γρασίδι που σπέρνεται ομοιόμορφα σε μια επιφάνεια, πχ γήπεδο ποδοσφαίρου
χλοοτάπητες	=	χλοοτάπητας
χλοοταπήτων	=	χλοοτάπητας
χλοϊσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χλόισμα
χλοών	=	χλόη
χλωμά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωμό	adv	άλλη γραφή του χλομά
χλωμάδα	noun	η ιδιότητα ή η εμφάνιση του χλωμού
χλωμάδας	=	χλωμάδα
χλωμάδες	=	χλωμάδα
χλωμάδων	=	χλωμάδα
χλωμέ	adj	κλητική ενικού του χλωμός
χλωμές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωμή
χλωμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλωμός
χλωμής	adj	γενική ενικού του χλωμή
χλωμιάζαμε	=	χλωμιάζω
χλωμιάζαν	=	χλωμιάζω
χλωμιάζανε	=	χλωμιάζω
χλωμιάζατε	=	χλωμιάζω
χλωμιάζει	=	χλωμιάζω
χλωμιάζεις	=	χλωμιάζω
χλωμιάζετε	=	χλωμιάζω
χλωμιάζοντας	=	χλωμιάζω
χλωμιάζουμε	=	χλωμιάζω
χλωμιάζουν	=	χλωμιάζω
χλωμιάζουνε	=	χλωμιάζω
χλωμιάζω	verb	άλλη, παλαιότερη αλλά και σημερινή γραφή για το χλομιάζω
χλωμιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσαν	=	χλωμιάζω
χλωμιάσανε	=	χλωμιάζω
χλωμιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλώμιασμα
χλωμιάσματος	noun	γενική ενικού του χλώμιασμα
χλωμιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλωμιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χλώμιασμα
χλωμοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλωμός
χλωμού	adj	γενική ενικού του χλωμός
χλωμούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλωμός
χλωμούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωμούτσικο
χλωμούτσικε	adj	κλητική ενικού του χλωμούτσικος
χλωμούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωμούτσικη
χλωμούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλωμούτσικος
χλωμούτσικης	adj	γενική ενικού του χλωμούτσικη
χλωμούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του χλωμούτσικος
χλωμούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλωμούτσικος
χλωμούτσικος	adj	υποκοριστικό του χλωμός
χλωμούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χλωμούτσικος
χλωμούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλωμούτσικος
χλωμούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χλωμούτσικος
χλωμό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χλωμός
χλωμός	adj	συνηθισμένη γραφή του χλομός
χλωμότατα	=	χλωμός
χλωμότατε	=	χλωμός
χλωμότατες	=	χλωμός
χλωμότατη	=	χλωμός
χλωμότατης	=	χλωμός
χλωμότατο	=	χλωμός
χλωμότατοι	=	χλωμός
χλωμότατος	=	χλωμός
χλωμότατου	=	χλωμός
χλωμότατους	=	χλωμός
χλωμότατων	=	χλωμός
χλωμότερα	=	χλωμός
χλωμότερε	=	χλωμός
χλωμότερες	=	χλωμός
χλωμότερη	=	χλωμός
χλωμότερης	=	χλωμός
χλωμότερο	=	χλωμός
χλωμότεροι	=	χλωμός
χλωμότερος	=	χλωμός
χλωμότερου	=	χλωμός
χλωμότερους	=	χλωμός
χλωμότερων	=	χλωμός
χλωμών	adj	γενική πληθυντικού του χλωμός
χλωρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρό
χλωράδα	noun	η ιδιότητα του χλωρού, το να είναι κάποιος χλωρός
χλωράδας	=	χλωράδα
χλωράδες	=	χλωράδα
χλωράδων	=	χλωράδα
χλωρέ	adj	κλητική ενικού του χλωρός
χλωρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρή
χλωρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλωρός
χλωρής	adj	γενική ενικού του χλωρή
χλωρίδα	noun	το σύνολο φυτών σε μια περιοχή
χλωρίδας	=	χλωρίδα
χλωρίδες	=	χλωρίδα
χλωρίδια	=	χλωρίδιο
χλωρίδιο	noun	οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρεται άτομο χλωρίου, όπως π.χ. χλωριούχο νάτριο
χλωρίδιου	=	χλωρίδιο
χλωρίδων	=	χλωρίδα
χλωρίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρίνη
χλωρίνη	noun	η εμπορική ονομασία διαλύματος υποχλωριώδους νατρίου (NaClO), περιεκτικότητας 3%-6% (ανάλογα με τον κατασκευαστή), το οποίο χρησιμοποιείται στο νοικοκυριό ως λευκαντικό και ως ήπιο απολυμαντικό.
χλωρίνης	noun	γενική ενικού του χλωρίνη
χλωρίου	noun	γενική ενικού του χλώριο
χλωρίτες	noun	ομάδα ορυκτών
χλωρίτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χλωρίτης
χλωρίτης	noun	μέλος της ομάδας των χλωριτών, που είναι φυλλοπυριτικά ορυκτα με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα
χλωρίων	=	χλώριο
χλωρίωνα	=	χλωριώνω
χλωρίωναν	=	χλωριώνω
χλωρίωνε	=	χλωριώνω
χλωρίωνες	=	χλωριώνω
χλωρίωσα	=	χλωριώνω
χλωρίωσαν	=	χλωριώνω
χλωρίωσε	=	χλωριώνω
χλωρίωσες	=	χλωριώνω
χλωρίωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της προσθήκης χλωρίου ή ατόμων χλωρίου
χλωρίωσης	noun	γενική ενικού του χλωρίωση
χλωρίωσις	noun	η χλωρίωση
χλωραμίνης	noun	γενική ενικού του χλωραμίνη
χλωρασιά	noun|literary	η χλωρή τροφή φυτοφάγων ζώων
χλωρασιάς	=	χλωρασιά
χλωρασιές	=	χλωρασιά
χλωρασιών	=	χλωρασιά
χλωρεξιδίνες	=	χλωρεξιδίνη
χλωρεξιδίνη	noun	χημική ουσία που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό
χλωρεξιδίνης	=	χλωρεξιδίνη
χλωρεξιδινών	=	χλωρεξιδίνη
χλωριδίου	=	χλωρίδιο
χλωριδίων	=	χλωρίδιο
χλωριδικά	=	χλωριδικός
χλωριδικέ	=	χλωριδικός
χλωριδικές	=	χλωριδικός
χλωριδική	=	χλωριδικός
χλωριδικής	=	χλωριδικός
χλωριδικοί	=	χλωριδικός
χλωριδικού	=	χλωριδικός
χλωριδικούς	=	χλωριδικός
χλωριδικό	=	χλωριδικός
χλωριδικός	adj	που έχει σχέση με τη χλωρίδα ή αναφέρεται σʼ αυτή
χλωριδικών	=	χλωριδικός
χλωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρικό
χλωρικέ	adj	κλητική ενικού του χλωρικός
χλωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρική
χλωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλωρικός
χλωρικής	adj	γενική ενικού του χλωρική
χλωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλωρικός
χλωρικού	adj	γενική ενικού του χλωρικός
χλωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλωρικός
χλωρικό	adj	αιτιατική ενικού του χλωρικός
χλωρικός	adj	σχετικός με το χλώριο
χλωρικών	adj	γενική πληθυντικού του χλωρικός
χλωρινών	=	χλωρίνη
χλωριούχα	=	χλωριούχος
χλωριούχας	=	χλωριούχος
χλωριούχε	=	χλωριούχος
χλωριούχες	=	χλωριούχος
χλωριούχο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χλωριούχος
χλωριούχοι	=	χλωριούχος
χλωριούχος	adj	που περιέχει χλώριο
χλωριούχου	=	χλωριούχος
χλωριούχους	=	χλωριούχος
χλωριούχων	=	χλωριούχος
χλωριτών	noun	γενική πληθυντικού του χλωρίτης
χλωριωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωριωμένο
χλωριωμένε	verb	κλητική ενικού του χλωριωμένος
χλωριωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωριωμένη
χλωριωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλωριωμένος
χλωριωμένης	verb	γενική ενικού του χλωριωμένη
χλωριωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χλωριωμένος
χλωριωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλωριωμένος
χλωριωμένος	verb	που έχει υποστεί χλωρίωση
χλωριωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χλωριωμένος
χλωριωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χλωριωμένος
χλωριωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χλωριωμένος
χλωριώναμε	=	χλωριώνω
χλωριώναν	=	χλωριώνω
χλωριώνανε	=	χλωριώνω
χλωριώνατε	=	χλωριώνω
χλωριώνει	=	χλωριώνω
χλωριώνεις	=	χλωριώνω
χλωριώνετε	=	χλωριώνω
χλωριώνομαι	=	χλωριώνω
χλωριώνοντας	=	χλωριώνω
χλωριώνουμε	=	χλωριώνω
χλωριώνουν	=	χλωριώνω
χλωριώνουνε	=	χλωριώνω
χλωριώνω	verb	διενεργώ χλωρίωση
χλωριώσαμε	=	χλωριώνω
χλωριώσαν	=	χλωριώνω
χλωριώσανε	=	χλωριώνω
χλωριώσατε	=	χλωριώνω
χλωριώσει	=	χλωριώνω
χλωριώσεις	=	χλωρίωση
χλωριώσεων	=	χλωρίωση
χλωριώστε	=	χλωριώνω
χλωριώσω	=	χλωριώνω
χλωροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλωρός
χλωροθέριζα	=	χλωροθερίζω
χλωροθέριζαν	=	χλωροθερίζω
χλωροθέριζε	=	χλωροθερίζω
χλωροθέριζες	=	χλωροθερίζω
χλωροθέρισα	=	χλωροθερίζω
χλωροθέρισαν	=	χλωροθερίζω
χλωροθέρισε	=	χλωροθερίζω
χλωροθέρισες	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζαμε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζαν	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζανε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζατε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζει	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζεις	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζετε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζομαι	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζοντας	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζουμε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζουν	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζουνε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίζω	verb|figurative	θερίζω κάτι, ενώ είναι ακόμα χλωρό
χλωροθερίσαμε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίσαν	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίσανε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίσατε	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίσει	=	χλωροθερίζω
χλωροθερίστε	=	χλωροθερίζω
χλωροκίνες	=	χλωροκίνη
χλωροκίνη	noun	4-αμινοκινολίνη (χημικός τύπος C₁₈H₂₆ClN₃) που χρησιμοποιείται για την πρόληψη και τη θεραπεία της ελονοσίας
χλωροκίνης	=	χλωροκίνη
χλωροκινών	=	χλωροκίνη
χλωρομεθάνια	=	χλωρομεθάνιο
χλωρομεθάνιο	noun	εύφλεκτο αέριο, χημικού τύπου CH₃Cl που χρησιμοποιείται στη χημική βιομηχανία - παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν σε ψυγεία ως ψυκτικό αέριο
χλωρομεθάνιου	=	χλωρομεθάνιο
χλωρομεθανίου	=	χλωρομεθάνιο
χλωρομεθανίων	=	χλωρομεθάνιο
χλωροπαραφίνες	=	χλωροπαραφίνη
χλωροπαραφίνη	noun	χημική ένωση που ανήκει στην κατηγορία των χλωριωμένων παραφινών, που χρησιμοποιούνται ευρέως ως πλαστικοποιητές σε πλαστικά, επιβραδυντικά φλόγας, και ως πρόσθετα σε λιπαντικά έλαια και καύσιμα, ενώ ενέχουν κινδύνους για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία
χλωροπαραφίνης	=	χλωροπαραφίνη
χλωροπαραφινών	=	χλωροπαραφίνη
χλωροτήτων	=	χλωρότητα
χλωροτετρακυκλίνες	=	χλωροτετρακυκλίνη
χλωροτετρακυκλίνη	noun	η χρυσομυκίνη
χλωροτετρακυκλίνης	=	χλωροτετρακυκλίνη
χλωροτετρακυκλινών	=	χλωροτετρακυκλίνη
χλωροτυριού	=	χλωροτύρι
χλωροτυριών	=	χλωροτύρι
χλωροτύρι	noun	τυρί που μόλις τυροκομήθηκε και δεν έχει αλάτι
χλωροτύρια	=	χλωροτύρι
χλωροφθοράνθρακα	=	χλωροφθοράνθρακας
χλωροφθοράνθρακας	noun	χημική ένωση με τύπο CCl₃F, που χρησιμοποιείται σε ψυγεία και κλιματιστικά, γνωστή και ως CFC
χλωροφθοράνθρακες	=	χλωροφθοράνθρακας
χλωροφθορανθράκων	=	χλωροφθοράνθρακας
χλωροφορμίζαμε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζαν	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζανε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζατε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζει	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζεις	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζεσαι	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίζεστε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίζεται	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίζετε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζονται	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίζονταν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίζοντας	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζου	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίζουμε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζουν	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζουνε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίζω	verb	προκαλώ αναισθησία χρησιμοποιώντας χλωροφόρμιο
χλωροφορμίου	=	χλωροφόρμιο
χλωροφορμίσαμε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίσαν	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίσανε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίσατε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίσει	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίσου	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίστε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφορμίστηκα	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίστηκαν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίστηκε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίστηκες	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμίων	=	χλωροφόρμιο
χλωροφορμιζόμασταν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόμαστε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόμουν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόμουνα	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόντουσαν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόσασταν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόσαστε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόσουν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόσουνα	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζόταν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιζότανε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωροφορμικό
χλωροφορμικέ	adj	κλητική ενικού του χλωροφορμικός
χλωροφορμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωροφορμική
χλωροφορμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χλωροφορμικός
χλωροφορμικής	adj	γενική ενικού του χλωροφορμική
χλωροφορμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χλωροφορμικός
χλωροφορμικού	adj	γενική ενικού του χλωροφορμικός
χλωροφορμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλωροφορμικός
χλωροφορμικό	adj	αιτιατική ενικού του χλωροφορμικός
χλωροφορμικός	adj	σχετικός με το χλωροφόρμιο
χλωροφορμικών	adj	γενική πληθυντικού του χλωροφορμικός
χλωροφορμισμένος	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιστήκαμε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιστήκαν	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιστήκανε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιστήκατε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιστεί	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφορμιστείτε	=	χλωροφορμίζομαι
χλωροφυλληών	=	χλωροφύλλη
χλωροφυλλών	=	χλωροφύλλη
χλωροφόρμια	=	χλωροφόρμιο
χλωροφόρμιζα	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμιζαν	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμιζε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμιζες	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμιο	noun	οργανική χημική ένωση (χημικός τύπος CHCl3).
χλωροφόρμιον	noun	χλωροφόρμιο
χλωροφόρμιου	=	χλωροφόρμιο
χλωροφόρμισα	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμισαν	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμισε	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμισες	=	χλωροφορμίζω
χλωροφόρμιων	=	χλωροφόρμιο
χλωροφύλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωροφύλλη
χλωροφύλλη	noun	κοινή ονομασία για διάφορες χρωστικές ουσίες που προσδίδουν το πράσινο χρώμα σε φυτικούς οργανισμούς
χλωροφύλλης	=	χλωροφύλλη
χλωρού	adj	γενική ενικού του χλωρός
χλωρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χλωρός
χλωρό	adj	αιτιατική ενικού του χλωρός
χλωρός	adj	που μόλις έχει δημιουργηθεί, φτιαχτεί ή παραχθεί και δεν έχει ακόμα ωριμάσει ή δέσει
χλωρότητα	noun	η ιδιότητα του χλωρού
χλωρότητας	noun	γενική ενικού του χλωρότητα
χλωρότητες	=	χλωρότητα
χλωρών	adj	γενική πληθυντικού του χλωρός
χλωρώσεις	=	χλώρωση
χλωρώσεων	=	χλώρωση
χλόασμα	noun	έκταση καλυμμένη με χλωρό χορτάρι
χλόες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλόη
χλόη	noun	το κοντό πράσινο χορτάρι στο έδαφος
χλόης	=	χλόη
χλόισα	=	χλοΐζω
χλόισμα	noun	έκταση καλυμμένη με χλωρό χορτάρι
χλόμιαζα	=	χλομιάζω
χλόμιαζαν	=	χλομιάζω
χλόμιαζε	=	χλομιάζω
χλόμιαζες	=	χλομιάζω
χλόμιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλόμιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλόμιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλόμιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλομιάζω
χλόμιασμα	noun	το χλώμιασμα, η χλωμάδα ή χλομάδα, το αποτέλσμα του χλωμιάζω-χλομιάζω, το να γίνεται άποιος ωχρός εν πάσει περιπτώσει από ασθένεια ή από στενοχώρια ή αμηχανία
χλώμιαζα	=	χλωμιάζω
χλώμιαζαν	=	χλωμιάζω
χλώμιαζε	=	χλωμιάζω
χλώμιαζες	=	χλωμιάζω
χλώμιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλώμιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλώμιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλώμιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χλωμιάζω
χλώμιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χλωμιάζω
χλώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλώριο
χλώριο	noun	αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 17 και χημικό σύμβολο το Cl
χλώριον	noun	χλώριο
χλώριου	=	χλώριο
χλώρωση	noun	ασθένεια, είδος αναιμίας
χλώρωσης	=	χλώρωση
χλώρωσις	noun	χλώρωση
χμ	intj	αβεβαιότητας, αμφιβολίας, απορίας, διαδικασία ή κατάσταση περίσκεψης ή συλλογισμού
χμερ	noun	που μιλιέται στην Καμπότζη, τα καμποτζιανά
χμμ	=	χμ
χνάρι	noun	το αποτύπωμα ποδιού ζώου ή ανθρώπου στο έδαφος, το ίχνος πατημασιάς
χνάρια	=	χνάρι
χναριού	=	χνάρι
χναριών	=	χνάρι
χνοάζαμε	=	χνοάζω
χνοάζαν	=	χνοάζω
χνοάζανε	=	χνοάζω
χνοάζατε	=	χνοάζω
χνοάζει	=	χνοάζω
χνοάζεις	=	χνοάζω
χνοάζετε	=	χνοάζω
χνοάζοντας	=	χνοάζω
χνοάζουμε	=	χνοάζω
χνοάζουν	=	χνοάζω
χνοάζουνε	=	χνοάζω
χνοάζω	verb|archaic	για νέο άνδρα που έχει αρχίσει να εμφανίζει τρίχες
χνοάσαμε	=	χνοάζω
χνοάσαν	=	χνοάζω
χνοάσανε	=	χνοάζω
χνοάσατε	=	χνοάζω
χνοάσει	=	χνοάζω
χνοάστε	=	χνοάζω
χνουδάκι	noun	υποκοριστικό του χνούδι
χνουδάκια	=	χνουδάκι
χνουδάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνουδάτο
χνουδάτε	adj	κλητική ενικού του χνουδάτος
χνουδάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνουδάτη
χνουδάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χνουδάτος
χνουδάτης	adj	γενική ενικού του χνουδάτη
χνουδάτο	adj	αιτιατική ενικού του χνουδάτος
χνουδάτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χνουδάτος
χνουδάτος	adj	άλλη μορφή του χνουδωτός
χνουδάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χνουδάτος
χνουδάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χνουδάτος
χνουδάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χνουδάτος
χνουδένια	=	χνουδένιος
χνουδένιας	=	χνουδένιος
χνουδένιε	=	χνουδένιος
χνουδένιες	=	χνουδένιος
χνουδένιο	=	χνουδένιος
χνουδένιοι	=	χνουδένιος
χνουδένιος	adj	άλλη μορφή του χνουδωτός, χνουδάτος
χνουδένιου	=	χνουδένιος
χνουδένιους	=	χνουδένιος
χνουδένιων	=	χνουδένιος
χνουδερά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνουδερό
χνουδερέ	adj	κλητική ενικού του χνουδερός
χνουδερές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνουδερή
χνουδερή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χνουδερός
χνουδερής	adj	γενική ενικού του χνουδερή
χνουδεροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χνουδερός
χνουδερού	adj	γενική ενικού του χνουδερός
χνουδερούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χνουδερός
χνουδερό	adj	αιτιατική ενικού του χνουδερός
χνουδερός	adj	που έχει πολύ χνούδι
χνουδερών	adj	γενική πληθυντικού του χνουδερός
χνουδιάζαμε	=	χνουδιάζω
χνουδιάζαν	=	χνουδιάζω
χνουδιάζανε	=	χνουδιάζω
χνουδιάζατε	=	χνουδιάζω
χνουδιάζει	=	χνουδιάζω
χνουδιάζεις	=	χνουδιάζω
χνουδιάζετε	=	χνουδιάζω
χνουδιάζοντας	=	χνουδιάζω
χνουδιάζουμε	=	χνουδιάζω
χνουδιάζουν	=	χνουδιάζω
χνουδιάζουνε	=	χνουδιάζω
χνουδιάζω	verb	βγάζω χνούδι
χνουδιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάσαν	=	χνουδιάζω
χνουδιάσανε	=	χνουδιάζω
χνουδιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνούδιασμα
χνουδιάσματος	noun	γενική ενικού του χνούδιασμα
χνουδιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιάστε	=	χνουδιάζω
χνουδιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνουδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χνούδιασμα
χνουδιού	=	χνούδι
χνουδιών	=	χνούδι
χνουδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνουδωτό
χνουδωτέ	adj	κλητική ενικού του χνουδωτός
χνουδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνουδωτή
χνουδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χνουδωτός
χνουδωτής	adj	γενική ενικού του χνουδωτή
χνουδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χνουδωτός
χνουδωτού	adj	γενική ενικού του χνουδωτός
χνουδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χνουδωτός
χνουδωτό	adj	αιτιατική ενικού του χνουδωτός
χνουδωτός	adj	που είναι καλυμμένος με χνούδι, που έχει επιφάνεια σκεπασμένη με χνούδι, εμφάνιση ή υφή όμοια με του χνουδιού
χνουδωτών	adj	γενική πληθυντικού του χνουδωτός
χνούδι	noun	μάλλινη ή βαμβακερή τριχούλα στην επιφάνεια υφάσματος
χνούδια	=	χνούδι
χνούδιαζα	=	χνουδιάζω
χνούδιαζαν	=	χνουδιάζω
χνούδιαζε	=	χνουδιάζω
χνούδιαζες	=	χνουδιάζω
χνούδιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνούδιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνούδιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνούδιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χνουδιάζω
χνούδιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χνουδιάζω
χνόαζα	=	χνοάζω
χνόαζαν	=	χνοάζω
χνόαζε	=	χνοάζω
χνόαζες	=	χνοάζω
χνόασα	=	χνοάζω
χνόασαν	=	χνοάζω
χνόασε	=	χνοάζω
χνόασες	=	χνοάζω
χνότα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνότο
χνότο	noun	ο αέρας που βγαίνει από το στόμα όταν εκπνέουμε, η ανάσα
χνότου	noun	γενική ενικού του χνότο
χνότων	noun	γενική πληθυντικού του χνότο
χνώτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χνώτο
χνώτο	noun	άλλη γραφή του χνότο
χνώτου	noun	γενική ενικού του χνώτο
χνώτων	noun	γενική πληθυντικού του χνώτο
χοάνες	=	χοάνη
χοάνη	noun	κατασκευή σε σχήμα χωνιού
χοάνης	=	χοάνη
χοές	=	χοή
χοή	noun	ειδικό υγρό για τις σπονδές στην αρχαία Ελλάδα, από νερό, κρασί και μέλι (για θυσίες, για κηδείες)
χοής	=	χοή
χοίνικα	=	χοίνικας
χοίνικας	noun	το σιτηρέσιο ενός στρατιώτη ή δούλου, δηλαδή η ημερήσια μερίδα που του αναλογούσε
χοίνικες	=	χοίνικας
χοίρε	noun	κλητική ενικού του χοίρος
χοίρεια	=	χοίρειος
χοίρειας	=	χοίρειος
χοίρειε	=	χοίρειος
χοίρειες	=	χοίρειος
χοίρειο	=	χοίρειος
χοίρειοι	=	χοίρειος
χοίρειος	adj	από χοιρινό, το χοιρινό
χοίρειου	=	χοίρειος
χοίρειους	=	χοίρειος
χοίρειων	=	χοίρειος
χοίρινα	=	χοίρινος
χοίρινε	=	χοίρινος
χοίρινες	=	χοίρινος
χοίρινη	=	χοίρινος
χοίρινης	=	χοίρινος
χοίρινο	=	χοίρινος
χοίρινοι	=	χοίρινος
χοίρινος	adj	από δέρμα χοίρου, από χοίρο
χοίρινου	=	χοίρινος
χοίρινους	=	χοίρινος
χοίρινων	=	χοίρινος
χοίρο	noun	αιτιατική ενικού του χοίρος
χοίροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοίρος
χοίρος	noun	το γουρούνι
χοίρου	noun	γενική ενικού του χοίρος
χοίρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χοίρος
χοίρων	noun	γενική πληθυντικού του χοίρος
χοανοειδές	=	χοανοειδής
χοανοειδή	=	χοανοειδής
χοανοειδής	adj	που έχει σχήμα χοάνης
χοανοειδείς	=	χοανοειδής
χοανοειδούς	=	χοανοειδής
χοανοειδών	=	χοανοειδής
χοανών	=	χοάνη
χοηφόρα	=	χοηφόρος
χοηφόρε	=	χοηφόρος
χοηφόρο	=	χοηφόρος
χοηφόροι	=	χοηφόρος
χοηφόρος	adj	εκείνος που προσέφερε σπονδές σε νεκρούς στην αρχαία Ελλάδα, που έφερε τη χοή για προσφορά
χοηφόρου	=	χοηφόρος
χοηφόρους	=	χοηφόρος
χοηφόρων	=	χοηφόρος
χοθρμαδιά	=	χουρμαδιά
χοθρμαδιάς	=	χουρμαδιά
χοθρμαδιές	=	χουρμαδιά
χοθρμαδιών	=	χουρμαδιά
χοινίκων	=	χοίνικας
χοιράδες	noun	οι προσβεβλημένοι από χοιράδωση λεμφαδένες του λαιμού
χοιράδων	=	χοιράδες
χοιράδωση	noun	φυματιώδης ασθένεια που προσβάλλει τους λεμφαδένες του λαιμού
χοιράδωσης	=	χοιράδωση
χοιρέμπορε	=	χοιρέμπορος
χοιρέμπορο	=	χοιρέμπορος
χοιρέμποροι	=	χοιρέμπορος
χοιρέμπορος	noun	έμπορος χοίρων, γουρουνιών, άτομο το οποίο εμπορεύεται χοίρους
χοιρέμπορου	=	χοιρέμπορος
χοιρέμπορους	=	χοιρέμπορος
χοιρέμπορων	=	χοιρέμπορος
χοιρίδια	=	χοιρίδιο
χοιρίδιο	noun|formal	μικρό γουρουνιού, γουρουνάκι
χοιρίδιου	=	χοιρίδιο
χοιρίδιων	=	χοιρίδιο
χοιρίνες	=	χοιρίνη
χοιρίνη	noun	όστρακο που χρησιμοποιούσαν όταν ψήφιζαν σε δικαστήρια στην αρχαία Ελλάδα
χοιρίνης	=	χοιρίνη
χοιραδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιραδικό
χοιραδικέ	adj	κλητική ενικού του χοιραδικός
χοιραδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιραδική
χοιραδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοιραδικός
χοιραδικής	adj	γενική ενικού του χοιραδική
χοιραδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοιραδικός
χοιραδικού	adj	γενική ενικού του χοιραδικός
χοιραδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοιραδικός
χοιραδικό	adj	αιτιατική ενικού του χοιραδικός
χοιραδικός	adj	που έχει σχέση με τις χοιράδες ή την χοιράδωση ή αναφέρεται σ’ αυτά
χοιραδικών	adj	γενική πληθυντικού του χοιραδικός
χοιραδισμέ	=	χοιραδισμός
χοιραδισμοί	=	χοιραδισμός
χοιραδισμού	=	χοιραδισμός
χοιραδισμούς	=	χοιραδισμός
χοιραδισμό	=	χοιραδισμός
χοιραδισμός	noun	άλλη μορφή του χοιράδωση
χοιραδισμών	=	χοιραδισμός
χοιραδώσεις	=	χοιράδωση
χοιραδώσεων	=	χοιράδωση
χοιρεμπόρου	=	χοιρέμπορος
χοιρεμπόρους	=	χοιρέμπορος
χοιρεμπόρων	=	χοιρέμπορος
χοιριδίου	=	χοιρίδιο
χοιριδίων	=	χοιρίδιο
χοιρινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιρινό
χοιρινέ	adj	κλητική ενικού του χοιρινός
χοιρινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιρινή
χοιρινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοιρινός
χοιρινής	adj	γενική ενικού του χοιρινή
χοιρινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοιρινός
χοιρινού	adj	γενική ενικού του χοιρινός
χοιρινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοιρινός
χοιρινό	adj	αιτιατική ενικού του χοιρινός	noun	χοιρινό κρέας
χοιρινός	adj	που έχει σχέση με χοίρο, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν ή προέρχεται απ’ αυτόν
χοιρινών	adj	γενική πληθυντικού του χοιρινός
χοιροβοσκέ	noun	κλητική ενικού του χοιροβοσκός
χοιροβοσκοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοιροβοσκός
χοιροβοσκού	noun	γενική ενικού του χοιροβοσκός
χοιροβοσκούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χοιροβοσκός
χοιροβοσκό	noun	αιτιατική ενικού του χοιροβοσκός
χοιροβοσκός	noun	ο χοιροτρόφος
χοιροβοσκών	noun	γενική πληθυντικού του χοιροβοσκός
χοιροδέρματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιρόδερμα
χοιροδέρματος	noun	γενική ενικού του χοιρόδερμα
χοιροδερμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χοιρόδερμα
χοιρομέρι	noun	το μέρος του πίσω ποδιού του χοίρου που πασπαλίζεται με χοντρό αλάτι και ρουλάρεται ψηλά με μηχανισμό καρουλιού για να ωριμάσει
χοιρομέρια	=	χοιρομέρι
χοιρομήριον	noun	το χοιρομέρι
χοιρομεριού	=	χοιρομέρι
χοιρομεριών	=	χοιρομέρι
χοιρομητέρα	noun	ένας θηλυκός χοίρος που έχει γεννήσει
χοιρομητέρας	=	χοιρομητέρα
χοιρομητέρες	=	χοιρομητέρα
χοιρομητέρων	=	χοιρομητέρα
χοιροστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιροστάσιο
χοιροστάσιο	noun	εγκατάσταση για την εκτροφή χοίρων / γουρουνιών
χοιροστάσιον	noun	το χοιροστάσιο
χοιροστάσιου	=	χοιροστάσιο
χοιροστασίου	noun	γενική ενικού του χοιροστάσιο
χοιροστασίων	noun	γενική πληθυντικού του χοιροστάσιο
χοιροσφαγεία	=	χοιροσφαγείο
χοιροσφαγείο	noun	ο τόπος όπου σφάζονται οι χοίροι
χοιροσφαγείου	=	χοιροσφαγείο
χοιροσφαγείων	=	χοιροσφαγείο
χοιροτροφία	noun	η εκτροφή γουρουνιών (χοίρων)
χοιροτροφίας	noun	γενική ενικού του χοιροτροφία
χοιροτροφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιροτροφία
χοιροτροφεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοιροτροφείο
χοιροτροφείο	noun	χώρος όπου εκτρέφονται χοίροι
χοιροτροφείου	noun	γενική ενικού του χοιροτροφείο
χοιροτροφείων	noun	γενική πληθυντικού του χοιροτροφείο
χοιροτροφικά	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικέ	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικές	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφική	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικής	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικοί	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικού	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικούς	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικό	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφικός	adj	που σχετίζεται με τη χοιροτροφία
χοιροτροφικών	=	χοιροτροφικός
χοιροτροφιών	noun	γενική πληθυντικού του χοιροτροφία
χοιροτρόφε	=	χοιροτρόφος
χοιροτρόφο	=	χοιροτρόφος
χοιροτρόφοι	=	χοιροτρόφος
χοιροτρόφος	noun	που εκτρέφει χοίρους (γουρούνια)
χοιροτρόφου	=	χοιροτρόφος
χοιροτρόφους	=	χοιροτρόφος
χοιροτρόφων	=	χοιροτρόφος
χοιρόδερμα	noun	δέρμα γουρουνιού που έχει κατεργαστεί
χολ	noun	χώρος ή διάδρομος που βρίσκεται μεταξύ κυρίων δωματίων, ή αμέσως μετά την είσοδο κατοικίας, οικοδομής κ.λπ.
χολέρα	noun	η λοιμώδης, επιδημική, συχνά θανατηφόρα ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από συνεχείς κενώσεις και εμετούς
χολέρας	noun	γενική ενικού του χολέρα
χολέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολέρα
χολέριαζα	=	χολεριάζω
χολέριαζαν	=	χολεριάζω
χολέριαζε	=	χολεριάζω
χολέριαζες	=	χολεριάζω
χολέριασα	=	χολεριάζω
χολέριασαν	=	χολεριάζω
χολέριασε	=	χολεριάζω
χολέριασες	=	χολεριάζω
χολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολή
χολή	noun	η χοληδόχος κύστη
χολής	=	χολή
χολίνες	=	χολίνη
χολίνη	noun	σύνθετη ουσία που συμβάλει στον μεταβολισμό των λιπών, στην καλή λειτουργία του ήπατος, του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, βελτιώνει τη μνήμη και τις γνωστικές λειτουργίες και παίζει ρόλο στη δημιουργία ακετυλοχολίνης
χολίνης	=	χολίνη
χολαγγειίτιδα	noun	οξεία φλεγμονή του συστήματος των χοληφόρων πόρων
χολαγγειίτιδας	=	χολαγγειίτιδα
χολαγγειίτιδες	=	χολαγγειίτιδα
χολαγγειίτιδων	=	χολαγγειίτιδα
χολαγγειογραφία	noun	ακτινογραφία των χοληφόρων αγγείων ύστερα από έγχυση σκιαγραφικού υγρού στο σώμα του ασθενούς
χολαγγειογραφίας	=	χολαγγειογραφία
χολαγγειογραφίες	=	χολαγγειογραφία
χολαγγειογραφιών	=	χολαγγειογραφία
χολαγγειοκαρκίνωμα	noun	μια μορφή καρκίνου των χοληφόρων αγγείων
χολαγγειοκαρκινωμάτων	=	χολαγγειοκαρκίνωμα
χολαγγειοκαρκινώματα	=	χολαγγειοκαρκίνωμα
χολαγγειοκαρκινώματος	=	χολαγγειοκαρκίνωμα
χολαγγειοπαγκρεατογραφία	noun	ακτινογραφία των χοληφόρων πόρων και του παγκρέατος
χολαγγειοπαγκρεατογραφίας	=	χολαγγειοπαγκρεατογραφία
χολαγγειοπαγκρεατογραφίες	=	χολαγγειοπαγκρεατογραφία
χολαγγειοπαγκρεατογραφιών	=	χολαγγειοπαγκρεατογραφία
χολαγωγά	=	χολαγωγός
χολαγωγέ	=	χολαγωγός
χολαγωγοί	=	χολαγωγός
χολαγωγού	=	χολαγωγός
χολαγωγούς	=	χολαγωγός
χολαγωγό	=	χολαγωγός
χολαγωγός	adj	που βοηθά την ροή της χολής στα χοληφόρα αγγεία
χολαγωγών	=	χολαγωγός
χολαιμία	noun	παρουσία συστατικών της χολής στο αίμα σε υπερβολικό επίπεδο
χολαιμίας	=	χολαιμία
χολαιμίες	=	χολαιμία
χολαιμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολαιμικό
χολαιμικέ	adj	κλητική ενικού του χολαιμικός
χολαιμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολαιμική
χολαιμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολαιμικός
χολαιμικής	adj	γενική ενικού του χολαιμική
χολαιμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολαιμικός
χολαιμικού	adj	γενική ενικού του χολαιμικός
χολαιμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χολαιμικός
χολαιμικό	adj	αιτιατική ενικού του χολαιμικός
χολαιμικός	adj	σχετικός με τη χολαιμία
χολαιμικών	adj	γενική πληθυντικού του χολαιμικός
χολαιμιών	=	χολαιμία
χολαργιώτικα	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικε	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικες	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικη	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικης	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικο	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικοι	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικος	adj	ο σχετικός με τον Χολαργό ή τους κατοίκους του
χολαργιώτικου	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικους	=	χολαργιώτικος
χολαργιώτικων	=	χολαργιώτικος
χολεριάζαμε	=	χολεριάζω
χολεριάζαν	=	χολεριάζω
χολεριάζανε	=	χολεριάζω
χολεριάζατε	=	χολεριάζω
χολεριάζει	=	χολεριάζω
χολεριάζεις	=	χολεριάζω
χολεριάζετε	=	χολεριάζω
χολεριάζοντας	=	χολεριάζω
χολεριάζουμε	=	χολεριάζω
χολεριάζουν	=	χολεριάζω
χολεριάζουνε	=	χολεριάζω
χολεριάζω	verb	πάσχω από χολέρα
χολεριάσαμε	=	χολεριάζω
χολεριάσαν	=	χολεριάζω
χολεριάσανε	=	χολεριάζω
χολεριάσατε	=	χολεριάζω
χολεριάσει	=	χολεριάζω
χολεριάστε	=	χολεριάζω
χολεριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολεριασμένο
χολεριασμένε	verb	κλητική ενικού του χολεριασμένος
χολεριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολεριασμένη
χολεριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολεριασμένος
χολεριασμένης	verb	γενική ενικού του χολεριασμένη
χολεριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του χολεριασμένος
χολεριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολεριασμένος
χολεριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χολεριάζω
χολεριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χολεριασμένος
χολεριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χολεριασμένος
χολεριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χολεριασμένος
χολερικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολερικό
χολερικέ	adj	κλητική ενικού του χολερικός
χολερικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολερική
χολερική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολερικός
χολερικής	adj	γενική ενικού του χολερική
χολερικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολερικός
χολερικού	adj	γενική ενικού του χολερικός
χολερικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χολερικός
χολερικό	adj	αιτιατική ενικού του χολερικός
χολερικός	adj	σχετικός με τη χολέρα
χολερικών	adj	γενική πληθυντικού του χολερικός
χολεριώ	verb	έχω χολέρα, πάσχω απ’ αυτήν
χολεριώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χολεριώ
χολερυθρίνη	noun	ουσία που παράγεται από τον καταβολισμό της αιμοσφαιρίνης
χολερυθρίνης	=	χολερυθρίνη
χολερόβλητα	=	χολερόβλητος
χολερόβλητε	=	χολερόβλητος
χολερόβλητες	=	χολερόβλητος
χολερόβλητη	=	χολερόβλητος
χολερόβλητης	=	χολερόβλητος
χολερόβλητο	=	χολερόβλητος
χολερόβλητοι	=	χολερόβλητος
χολερόβλητος	adj	αυτός που έχει προσβληθεί από χολέρα
χολερόβλητου	=	χολερόβλητος
χολερόβλητους	=	χολερόβλητος
χολερόβλητων	=	χολερόβλητος
χολερών	noun	γενική πληθυντικού του χολέρα
χοληδόχα	=	χοληδόχος
χοληδόχε	=	χοληδόχος
χοληδόχο	=	χοληδόχος
χοληδόχοι	=	χοληδόχος
χοληδόχος	adj	που περιέχει ή που δέχεται χολή
χοληδόχου	=	χοληδόχος
χοληδόχους	=	χοληδόχος
χοληδόχων	=	χοληδόχος
χοληστερίνες	=	χοληστερίνη
χοληστερίνη	noun	η ακόρεστη στερόλη που κυκλοφορεί στο αίμα· προσλαμβάνεται κυρίως από τροφές πλούσιες σε ζωικά λίπη και θεωρείται υπεύθυνη για το σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες
χοληστερίνης	=	χοληστερίνη
χοληστεριναιμία	noun	ποσοστό χοληστερίνης στο αίμα
χοληστεριναιμίας	=	χοληστεριναιμία
χοληστεριναιμίες	=	χοληστεριναιμία
χοληστεριναιμιών	=	χοληστεριναιμία
χοληστερινών	=	χοληστερίνη
χοληστερολαιμία	noun	άλλη μορφή του χοληστεριναιμία
χοληστερολαιμίας	=	χοληστερολαιμία
χοληστερολαιμίες	=	χοληστερολαιμία
χοληστερολαιμιών	=	χοληστερολαιμία
χοληστερολών	=	χοληστερόλη
χοληστερόλες	=	χοληστερόλη
χοληστερόλη	noun	ο ιατρικός όρος για τη χοληστερίνη
χοληστερόλης	=	χοληστερόλη
χοληφόρα	=	χοληφόρος
χοληφόρε	=	χοληφόρος
χοληφόρο	=	χοληφόρος
χοληφόροι	=	χοληφόρος
χοληφόρος	adj	που μεταφέρει προς ή από τη χολή
χοληφόρου	=	χοληφόρος
χοληφόρους	=	χοληφόρος
χοληφόρων	=	χοληφόρος
χολιάζαμε	=	χολιάζω
χολιάζαν	=	χολιάζω
χολιάζανε	=	χολιάζω
χολιάζατε	=	χολιάζω
χολιάζει	=	χολιάζω
χολιάζεις	=	χολιάζω
χολιάζετε	=	χολιάζω
χολιάζοντας	=	χολιάζω
χολιάζουμε	=	χολιάζω
χολιάζουν	=	χολιάζω
χολιάζουνε	=	χολιάζω
χολιάζω	verb|vulgar	νευριάζω, θυμώνω
χολιάρα	=	χολιάρης
χολιάρας	=	χολιάρης
χολιάρες	=	χολιάρης
χολιάρη	=	χολιάρης
χολιάρηδες	=	χολιάρης
χολιάρηδων	=	χολιάρης
χολιάρης	adj	που χολιάζει / οργίζεται / θυμώνει / πικραίνεται εύκολα / συχνά
χολιάρικα	=	χολιάρης
χολιάρικο	=	χολιάρης
χολιάρικου	=	χολιάρης
χολιάρικων	=	χολιάρης
χολιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάσαν	=	χολιάζω
χολιάσανε	=	χολιάζω
χολιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόλιασμα
χολιάσματος	noun	γενική ενικού του χόλιασμα
χολιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιάστε	=	χολιάζω
χολιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χολιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χόλιασμα
χολιασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολιασμένο
χολιασμένε	verb	κλητική ενικού του χολιασμένος
χολιασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολιασμένη
χολιασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολιασμένος
χολιασμένης	verb	γενική ενικού του χολιασμένη
χολιασμένο	verb	αιτιατική ενικού του χολιασμένος
χολιασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολιασμένος
χολιασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χολιάζω
χολιασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χολιασμένος
χολιασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χολιασμένος
χολιασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χολιασμένος
χολιαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολιαστικό
χολιαστικέ	adj	κλητική ενικού του χολιαστικός
χολιαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολιαστική
χολιαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολιαστικός
χολιαστικής	adj	γενική ενικού του χολιαστική
χολιαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολιαστικός
χολιαστικού	adj	γενική ενικού του χολιαστικός
χολιαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χολιαστικός
χολιαστικό	adj	αιτιατική ενικού του χολιαστικός
χολιαστικός	adj	που έχει σχέση με χόλιασμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό
χολιαστικών	adj	γενική πληθυντικού του χολιαστικός
χολιγουντιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χολιγουντιανός	adv	με χολιγουντιανό τρόπο
χολιγουντιανέ	adj	κλητική ενικού του χολιγουντιανός
χολιγουντιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολιγουντιανή
χολιγουντιανή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολιγουντιανός
χολιγουντιανής	adj	γενική ενικού του χολιγουντιανή
χολιγουντιανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολιγουντιανός
χολιγουντιανού	adj	γενική ενικού του χολιγουντιανός
χολιγουντιανούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χολιγουντιανός
χολιγουντιανό	adj	αιτιατική ενικού του χολιγουντιανός
χολιγουντιανός	adj	που αναφέρεται σε ταινίες του Χόλιγουντ ή σχετίζεται μ' αυτές
χολιγουντιανών	adj	γενική πληθυντικού του χολιγουντιανός
χολικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολικό
χολικέ	adj	κλητική ενικού του χολικός
χολικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολική
χολική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολικός
χολικής	adj	γενική ενικού του χολική
χολικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολικός
χολικού	adj	γενική ενικού του χολικός
χολικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χολικός
χολικό	adj	αιτιατική ενικού του χολικός
χολικός	adj	σχετικός με τη χολή
χολικών	adj	γενική πληθυντικού του χολικός
χολινεργικά	=	χολινεργικός
χολινεργικέ	=	χολινεργικός
χολινεργικές	=	χολινεργικός
χολινεργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολινεργικός
χολινεργικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χολινεργική) του χολινεργικός
χολινεργικοί	=	χολινεργικός
χολινεργικού	=	χολινεργικός
χολινεργικούς	=	χολινεργικός
χολινεργικό	=	χολινεργικός
χολινεργικός	adj	που έχει τη λειτουργία της ακετυλοχολίνης
χολινεργικών	=	χολινεργικός
χολινών	=	χολίνη
χολοκυστίτιδα	noun	φλεγμονή της χοληδόχου κύστεως
χολοκυστίτιδας	noun	γενική ενικού του χολοκυστίτιδα
χολοκυστίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολοκυστίτιδα
χολοκυστίτιδων	=	χολοκυστίτιδα
χολοκυστεκτομές	=	χολοκυστεκτομή
χολοκυστεκτομή	noun	εκτομή (αφαίρεση) της χοληδόχου κύστεως
χολοκυστεκτομής	=	χολοκυστεκτομή
χολοκυστεκτομών	=	χολοκυστεκτομή
χολοκυστογραφία	noun	ακτινογραφία μιας χοληδόχου κύστης
χολοκυστογραφίας	noun	γενική ενικού του χολοκυστογραφία
χολοκυστογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολοκυστογραφία
χολοκυστογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χολοκυστογραφία
χολολίθου	noun	γενική ενικού του χολόλιθος
χολολίθους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χολόλιθος
χολολίθων	noun	γενική πληθυντικού του χολόλιθος
χολολιθίαση	noun	οι πέτρες στηγ χολή, η παρουσία λίθων στη χολή ή στα χοληφόρα
χολολιθίασης	=	χολολιθίαση
χολολιθίασις	noun	η χολολιθίαση
χολολιθιάσεις	=	χολολιθίαση
χολολιθιάσεων	=	χολολιθίαση
χολολιθικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολολιθικό
χολολιθικέ	adj	κλητική ενικού του χολολιθικός
χολολιθικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολολιθική
χολολιθική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολολιθικός
χολολιθικής	adj	γενική ενικού του χολολιθική
χολολιθικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολολιθικός
χολολιθικού	adj	γενική ενικού του χολολιθικός
χολολιθικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χολολιθικός
χολολιθικό	adj	αιτιατική ενικού του χολολιθικός
χολολιθικός	adj	σχετικός με τον χολόλιθο
χολολιθικών	adj	γενική πληθυντικού του χολολιθικός
χολοσκάζαμε	=	χολοσκάζω
χολοσκάζαν	=	χολοσκάζω
χολοσκάζανε	=	χολοσκάζω
χολοσκάζατε	=	χολοσκάζω
χολοσκάζει	=	χολοσκάζω
χολοσκάζεις	=	χολοσκάζω
χολοσκάζετε	=	χολοσκάζω
χολοσκάζοντας	=	χολοσκάζω
χολοσκάζουμε	=	χολοσκάζω
χολοσκάζουν	=	χολοσκάζω
χολοσκάζουνε	=	χολοσκάζω
χολοσκάζω	verb	έχω στενοχώρια για κάτι, πάνω να σκάσω
χολοσκάνω	verb	στενοχωριέμαι για κάτι, έχω ντέρτι, καημό μεγάλο
χολοσκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσαν	=	χολοσκάζω
χολοσκάσανε	=	χολοσκάζω
χολοσκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολοσκάω	verb	στεναχωριέμαι
χολοσκώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χολοσκάω
χολοστάσεις	=	χολόσταση
χολοστάσεων	=	χολόσταση
χολοστατικά	=	χολοστατικός
χολοστατικέ	=	χολοστατικός
χολοστατικές	=	χολοστατικός
χολοστατική	=	χολοστατικός
χολοστατικής	=	χολοστατικός
χολοστατικοί	=	χολοστατικός
χολοστατικού	=	χολοστατικός
χολοστατικούς	=	χολοστατικός
χολοστατικό	=	χολοστατικός
χολοστατικός	adj	που σχετίζεται με τη χολόσταση
χολοστατικών	=	χολοστατικός
χολοστεάτωμα	noun	ένας καλοήθης μη καρκινικός όγκος που μοιάζει με κύστη και εντοπίζεται στο μέσο ους και στην περιοχή των μαστών
χολοστεατωμάτων	=	χολοστεάτωμα
χολοστεατώματα	=	χολοστεάτωμα
χολοστεατώματος	=	χολοστεάτωμα
χολωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθήκαν	=	χολώνω
χολωθήκανε	=	χολώνω
χολωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολωμένο
χολωμένε	verb	κλητική ενικού του χολωμένος
χολωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χολωμένη
χολωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χολωμένος
χολωμένης	verb	γενική ενικού του χολωμένη
χολωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χολωμένος
χολωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολωμένος
χολωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χολώνω
χολωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χολωμένος
χολωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χολωμένος
χολωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χολωμένος
χολωνόμασταν	=	χολώνω
χολωνόμαστε	=	χολώνω
χολωνόμουν	=	χολώνω
χολωνόμουνα	=	χολώνω
χολωνόντουσαν	=	χολώνω
χολωνόσασταν	=	χολώνω
χολωνόσαστε	=	χολώνω
χολωνόσουν	=	χολώνω
χολωνόσουνα	=	χολώνω
χολωνόταν	=	χολώνω
χολωνότανε	=	χολώνω
χολόλιθε	noun	κλητική ενικού του χολόλιθος
χολόλιθο	noun	αιτιατική ενικού του χολόλιθος
χολόλιθοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χολόλιθος
χολόλιθος	noun	πέτρα στη χοληδόχο κύστη ή σε χοληφόρο πόρο
χολόλιθου	=	χολόλιθος
χολόλιθους	=	χολόλιθος
χολόλιθων	=	χολόλιθος
χολόσκαζα	=	χολοσκάζω
χολόσκαζαν	=	χολοσκάζω
χολόσκαζε	=	χολοσκάζω
χολόσκαζες	=	χολοσκάζω
χολόσκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολόσκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολόσκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολόσκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολοσκάω
χολόσταση	noun	η ελάττωση ή η αναστολή της ροής της χολής και η οποία διακρίνεται σε ενδοηπατική και εξωηπατική χολόσταση
χολόστασης	=	χολόσταση
χολώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνομαι
χολών	=	χολή
χολώναμε	=	χολώνω
χολώναν	=	χολώνω
χολώνανε	=	χολώνω
χολώνατε	=	χολώνω
χολώνει	=	χολώνω
χολώνεις	=	χολώνω
χολώνεσαι	=	χολώνω
χολώνεστε	=	χολώνω
χολώνεται	=	χολώνω
χολώνετε	=	χολώνω
χολώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χολώνω
χολώνονται	=	χολώνω
χολώνονταν	=	χολώνω
χολώνοντας	=	χολώνω
χολώνουμε	=	χολώνω
χολώνουν	=	χολώνω
χολώνουνε	=	χολώνω
χολώνω	verb	κάνω κάποιον να θυμώσει, τον θυμώνω
χολώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσαν	=	χολώνω
χολώσανε	=	χολώνω
χολώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσου	=	χολώνω
χολώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χολώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χονδρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρό	adv	άλλη γραφή του χοντρά
χονδρέ	adj	κλητική ενικού του χονδρός
χονδρέμπορε	=	χονδρέμπορος
χονδρέμπορο	=	χονδρέμπορος
χονδρέμποροι	=	χονδρέμπορος
χονδρέμπορος	noun|formal	άλλη μορφή του χοντρέμπορος
χονδρέμπορου	=	χονδρέμπορος
χονδρέμπορους	=	χονδρέμπορος
χονδρέμπορων	=	χονδρέμπορος
χονδρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρή
χονδρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χονδρός
χονδρής	adj	γενική ενικού του χονδρή
χονδρεκτομία	noun	χειρουργική αφαίρεση χόνδρου
χονδρεκτομίας	noun	γενική ενικού του χονδρεκτομία
χονδρεκτομίες	=	χονδρεκτομία
χονδρεκτομιών	noun	γενική πληθυντικού του χονδρεκτομία
χονδρεμπορίου	=	χονδρεμπόριο
χονδρεμπορίων	=	χονδρεμπόριο
χονδρεμπορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρεμπορικό
χονδρεμπορικέ	adj	κλητική ενικού του χονδρεμπορικός
χονδρεμπορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρεμπορική
χονδρεμπορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χονδρεμπορικός
χονδρεμπορικής	adj	γενική ενικού του χονδρεμπορική
χονδρεμπορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χονδρεμπορικός
χονδρεμπορικού	adj	γενική ενικού του χονδρεμπορικός
χονδρεμπορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χονδρεμπορικός
χονδρεμπορικό	adj	αιτιατική ενικού του χονδρεμπορικός
χονδρεμπορικός	adj	που έχει σχέση με τον χονδρέμπορο ή το χονδρεμπόριο ή αναφέρεται σ' αυτά
χονδρεμπορικών	adj	γενική πληθυντικού του χονδρεμπορικός
χονδρεμπόρια	=	χονδρεμπόριο
χονδρεμπόριο	noun	το εμπόριο μεγάλων ποσοτήτων ενός προϊόντος, το εμπόριο χονδρικής
χονδρεμπόριου	=	χονδρεμπόριο
χονδρεμπόριων	=	χονδρεμπόριο
χονδρεμπόρου	=	χονδρέμπορος
χονδρεμπόρους	=	χονδρέμπορος
χονδρεμπόρων	=	χονδρέμπορος
χονδρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (χονδρικό) του χονδρικός	adv	άλλη μορφή του χοντρικά
χονδρικέ	adj	κλητική ενικού του χονδρικός
χονδρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρική
χονδρική	noun	το χονδρικό εμπόριο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χονδρικός
χονδρικής	adj	γενική ενικού του χονδρική
χονδρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χονδρικός
χονδρικού	adj	γενική ενικού του χονδρικός
χονδρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χονδρικός
χονδρικό	adj	αιτιατική ενικού του χονδρικός
χονδρικός	adj	σχετικός με χόνδρο
χονδρικών	adj	γενική πληθυντικού του χονδρικός
χονδρικώς	adv|formal	χονδρικά
χονδρικῶς	adv	χονδρικά, χονδρικώς
χονδροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χονδρός
χονδροειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χονδροειδής
χονδροειδή	=	χονδροειδής
χονδροειδής	adj	άξεστος, άπρεπος
χονδροειδείς	=	χονδροειδής
χονδροειδούς	=	χονδροειδής
χονδροειδών	=	χονδροειδής
χονδροειδώς	adv	με απρέπεια, άκομψα, χωρίς να τηρούνται καν τα προσχήματα, προσβλητικά, άξεστα, υποτιμητικά, ανάρμοστα, απαξιωτικά, ιταμά, ωμά
χονδροκυττάρου	=	χονδροκύτταρο
χονδροκυττάρων	=	χονδροκύτταρο
χονδροκύτταρα	=	χονδροκύτταρο
χονδροκύτταρο	noun	κύτταρο του χονδρικού ιστού
χονδροκύτταρου	=	χονδροκύτταρο
χονδρομεταμοσχεύσεις	=	χονδρομεταμόσχευση
χονδρομεταμοσχεύσεων	=	χονδρομεταμόσχευση
χονδρομεταμόσχευση	noun	χειρουργική επέμβαση που πραγματοποιείται για την αποκατάσταση ή αντικατάσταση του κατεστραμμένου χόνδρου στις αρθρώσεις
χονδρομεταμόσχευσης	=	χονδρομεταμόσχευση
χονδροπάθεια	noun	γενική ονομασία πάθησης χόνδρων
χονδροπάθειας	noun	γενική ενικού του χονδροπάθεια
χονδροπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδροπάθεια
χονδροπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του χονδροπάθεια
χονδροπεταλωμένος	verb|rare	πεταλωμένος με χοντρά πέταλα ή με πέταλα που έχουν προεξοχές για την αποφυγή ολίσθησης
χονδροποιέ	noun	κλητική ενικού του χονδροποιός
χονδροποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χονδροποιός
χονδροποιού	noun	γενική ενικού του χονδροποιός
χονδροποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χονδροποιός
χονδροποιό	noun	αιτιατική ενικού του χονδροποιός
χονδροποιός	noun|dated	μηχάνημα με το οποίο μετέβαλλαν σε κόκκους (χόνδρους όπως τους έλεγαν) την πυρίτιδα	adj|dated	που συμβάλλει στη διαδικασία της χονδροποίησης
χονδροποιών	noun	γενική πληθυντικού του χονδροποιός
χονδροσυρμάτων	=	χονδρόσυρμα
χονδροσύρματα	=	χονδρόσυρμα
χονδροσύρματος	=	χονδρόσυρμα
χονδρού	adj	γενική ενικού του χονδρός
χονδρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χονδρός
χονδρό	adj	αιτιατική ενικού του χονδρός
χονδρόκοκκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρόκοκκο
χονδρόκοκκε	adj	κλητική ενικού του χονδρόκοκκος
χονδρόκοκκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χονδρόκοκκη
χονδρόκοκκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χονδρόκοκκος
χονδρόκοκκης	adj	γενική ενικού του χονδρόκοκκη
χονδρόκοκκο	adj	αιτιατική ενικού του χονδρόκοκκος
χονδρόκοκκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χονδρόκοκκος
χονδρόκοκκος	adj	που έχει χοντρούς κόκκους
χονδρόκοκκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χονδρόκοκκος
χονδρόκοκκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χονδρόκοκκος
χονδρόκοκκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χονδρόκοκκος
χονδρός	adj|formal	άλλη μορφή του χοντρός
χονδρόσυρμα	noun	χοντρό σύρμα
χονδρότατα	=	χονδρός
χονδρότατε	=	χονδρός
χονδρότατες	=	χονδρός
χονδρότατη	=	χονδρός
χονδρότατης	=	χονδρός
χονδρότατο	=	χονδρός
χονδρότατοι	=	χονδρός
χονδρότατος	=	χονδρός
χονδρότατου	=	χονδρός
χονδρότατους	=	χονδρός
χονδρότατων	=	χονδρός
χονδρότερα	=	χονδρός
χονδρότερε	=	χονδρός
χονδρότερες	=	χονδρός
χονδρότερη	=	χονδρός
χονδρότερης	=	χονδρός
χονδρότερο	=	χονδρός
χονδρότεροι	=	χονδρός
χονδρότερος	=	χονδρός
χονδρότερου	=	χονδρός
χονδρότερους	=	χονδρός
χονδρότερων	=	χονδρός
χονδρών	adj	γενική πληθυντικού του χονδρός
χοντρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρό	adv	χονδροειδώς, με απρέπεια, απότομα
χοντράδα	noun	η απρέπεια, η μη λεπτή συμπεριφορά
χοντράδας	=	χοντράδα
χοντράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντράδα
χοντράδι	noun	κάτι μικρό και λίγο πιο σκληρό απ’ το υλικό τριγύρω του
χοντράδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντράδι
χοντράδων	=	χοντράδα
χοντράνθρωπε	=	χοντράνθρωπος
χοντράνθρωπο	=	χοντράνθρωπος
χοντράνθρωποι	=	χοντράνθρωπος
χοντράνθρωπος	noun	με άξεστη συμπεριφορά, με χοντροκομμένους τρόπους
χοντράνθρωπου	=	χοντράνθρωπος
χοντράνθρωπους	=	χοντράνθρωπος
χοντρέ	adj	κλητική ενικού του χοντρός
χοντρέλα	noun	υποτιμητικός χαρακτηρισμός για κοπέλα ή γυναίκα που είναι ιδιαίτερα παχιά, πολύ χοντρή
χοντρέλας	noun	γενική ενικού του χοντρέλα
χοντρέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρέλα
χοντρέλω	noun	άλλη μορφή του χοντρέλα
χοντρέλων	=	χοντρέλω
χοντρέλως	=	χοντρέλω
χοντρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόντρεμα
χοντρέματος	noun	γενική ενικού του χόντρεμα
χοντρέμπορα	=	χοντρέμπορας
χοντρέμπορας	noun|vulgar	άλλη μορφή του χοντρέμπορος
χοντρέμπορε	noun	κλητική ενικού του χοντρέμπορος
χοντρέμπορες	=	χοντρέμπορας
χοντρέμπορο	noun	αιτιατική ενικού του χοντρέμπορος
χοντρέμποροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρέμπορος
χοντρέμπορος	noun	έμπορος που κάνει χοντρικό εμπόριο
χοντρέμπορου	noun	γενική ενικού του χοντρέμπορος
χοντρέμπορους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χοντρέμπορος
χοντρέμπορων	noun	γενική πληθυντικού του χοντρέμπορος
χοντρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρή
χοντρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρός
χοντρής	adj	γενική ενικού του χοντρή
χοντραίναμε	=	χοντραίνω
χοντραίναν	=	χοντραίνω
χοντραίνανε	=	χοντραίνω
χοντραίνατε	=	χοντραίνω
χοντραίνει	=	χοντραίνω
χοντραίνεις	=	χοντραίνω
χοντραίνετε	=	χοντραίνω
χοντραίνομε	=	χοντραίνω
χοντραίνοντας	=	χοντραίνω
χοντραίνουμε	=	χοντραίνω
χοντραίνουν	=	χοντραίνω
χοντραίνουνε	=	χοντραίνω
χοντραίνω	verb	παχαίνω, γίνομαι πιο χοντρός από ό,τι ήμουν
χοντραδιού	=	χοντράδι
χοντραδιών	=	χοντράδι
χοντραλεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντραλεσμένο
χοντραλεσμένε	verb	κλητική ενικού του χοντραλεσμένος
χοντραλεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντραλεσμένη
χοντραλεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντραλεσμένος
χοντραλεσμένης	verb	γενική ενικού του χοντραλεσμένη
χοντραλεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του χοντραλεσμένος
χοντραλεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντραλεσμένος
χοντραλεσμένος	verb	αλεσμένος σε χοντρούς κόκκους
χοντραλεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντραλεσμένος
χοντραλεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χοντραλεσμένος
χοντραλεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντραλεσμένος
χοντρανθρώπων	=	χοντράνθρωπος
χοντρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χόντρεμα
χοντρεμπορίου	noun	γενική ενικού του χοντρεμπόριο
χοντρεμπορίων	noun	γενική πληθυντικού του χοντρεμπόριο
χοντρεμπόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρεμπόριο
χοντρεμπόριο	noun	γαλλικά : commerce ⁽ᶠʳ⁾ de gros ⁽ᶠʳ⁾
χοντρεμπόριου	=	χοντρεμπόριο
χοντρεμπόριων	=	χοντρεμπόριο
χοντρεμπόρου	noun	γενική ενικού του χοντρέμπορος
χοντρεμπόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χοντρέμπορος
χοντρεμπόρων	noun	γενική πληθυντικού του χοντρέμπορος
χοντρικά	adv	με έναν κατά προσέγγιση υπολογισμό, περίπου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (χοντρικό) του χοντρικός
χοντρικέ	adj	κλητική ενικού του χοντρικός
χοντρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρική
χοντρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρικός
χοντρικής	adj	γενική ενικού του χοντρική
χοντρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρικός
χοντρικού	adj	γενική ενικού του χοντρικός
χοντρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντρικός
χοντρικό	adj	αιτιατική ενικού του χοντρικός
χοντρικός	adj	που αφορά την εξέταση ενός θέματος σε αδρές γραμμές, χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς απαιτήσεις μεγάλης ακρίβειας
χοντρικών	adj	γενική πληθυντικού του χοντρικός
χοντροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρός
χοντροακτιβισμέ	=	χοντροακτιβισμός
χοντροακτιβισμοί	=	χοντροακτιβισμός
χοντροακτιβισμού	=	χοντροακτιβισμός
χοντροακτιβισμούς	=	χοντροακτιβισμός
χοντροακτιβισμό	=	χοντροακτιβισμός
χοντροακτιβισμός	noun	κίνημα που περιγράφει το σύνολο των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών πρακτικών που στοχεύουν στην εξάλειψη της χοντροφοβίας και στην υπεράσπιση του δικαιώματος των ανθρώπων με μεγαλύτερο σωματικό βάρος να ζουν χωρίς διακρίσεις, ντροπή ή αποκλεισμούς
χοντροακτιβισμών	=	χοντροακτιβισμός
χοντροαλεσμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροαλεσμένο
χοντροαλεσμένε	verb	κλητική ενικού του χοντροαλεσμένος
χοντροαλεσμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροαλεσμένη
χοντροαλεσμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντροαλεσμένος
χοντροαλεσμένης	verb	γενική ενικού του χοντροαλεσμένη
χοντροαλεσμένο	verb	αιτιατική ενικού του χοντροαλεσμένος
χοντροαλεσμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντροαλεσμένος
χοντροαλεσμένος	verb	αλεσμένος σε χοντρούς κόκκους
χοντροαλεσμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντροαλεσμένος
χοντροαλεσμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χοντροαλεσμένος
χοντροαλεσμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντροαλεσμένος
χοντρογούρουνα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρογούρουνο
χοντρογούρουνο	noun	το μεγαλόσωμο γουρούνι, το σιτευτό γουρούνι	adj	για άτομο ιδιαίτερα παχύσαρκο
χοντρογούρουνου	noun	γενική ενικού του χοντρογούρουνο
χοντρογούρουνων	noun	γενική πληθυντικού του χοντρογούρουνο
χοντρογυναίκα	noun	γυναίκα με άξεστους τρόπους
χοντρογυναίκας	=	χοντρογυναίκα
χοντρογυναίκες	=	χοντρογυναίκα
χοντρογυναικών	=	χοντρογυναίκα
χοντροδεμένα	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένε	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένες	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένη	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένης	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένο	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένοι	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένος	adj	που έχει χοντρή ή ογκώδη κατασκευή ή δομή («δέσιμο»)
χοντροδεμένου	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένους	=	χοντροδεμένος
χοντροδεμένων	=	χοντροδεμένος
χοντροδουλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροδούλεμα
χοντροδουλέματος	noun	γενική ενικού του χοντροδούλεμα
χοντροδουλειά	noun	πρόχειρη δουλειά, φτιαγμένη χωρίς επιμέλεια
χοντροδουλειάς	noun	γενική ενικού του χοντροδουλειά
χοντροδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροδουλειά
χοντροδουλειών	=	χοντροδουλειά
χοντροδουλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χοντροδούλεμα
χοντροδουλεμένα	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένε	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένες	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένη	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένης	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένο	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένοι	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένος	verb	δουλεμένος πρόχειρα, βιαστικά, χωρίς επιμέλεια
χοντροδουλεμένου	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένους	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεμένων	=	χοντροδουλεμένος
χοντροδουλεύω	verb	δουλεύω πρόχειρα, βιαστικά, χωρίς επιμέλεια
χοντροδούλεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χοντροδουλεύω
χοντροκέφαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκέφαλο
χοντροκέφαλε	adj	κλητική ενικού του χοντροκέφαλος
χοντροκέφαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκέφαλη
χοντροκέφαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντροκέφαλος
χοντροκέφαλης	adj	γενική ενικού του χοντροκέφαλη
χοντροκέφαλο	adj	αιτιατική ενικού του χοντροκέφαλος
χοντροκέφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντροκέφαλος
χοντροκέφαλος	adj	που έχει χοντρό κεφάλι
χοντροκέφαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντροκέφαλος
χοντροκέφαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντροκέφαλος
χοντροκέφαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντροκέφαλος
χοντροκαμωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκαμωμένο
χοντροκαμωμένε	verb	κλητική ενικού του χοντροκαμωμένος
χοντροκαμωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκαμωμένη
χοντροκαμωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντροκαμωμένος
χοντροκαμωμένης	verb	γενική ενικού του χοντροκαμωμένη
χοντροκαμωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χοντροκαμωμένος
χοντροκαμωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντροκαμωμένος
χοντροκαμωμένος	verb	που έχει φτιαχτεί πρόχειρα, κακοφτιαγμένος
χοντροκαμωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντροκαμωμένος
χοντροκαμωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χοντροκαμωμένος
χοντροκαμωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντροκαμωμένος
χοντροκαύκαλα	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλε	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλες	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλη	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλης	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλο	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλοι	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλος	adj	που έχει χοντρό, μεγάλο κεφάλι
χοντροκαύκαλου	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλους	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκαύκαλων	=	χοντροκαύκαλος
χοντροκεφαλιά	noun	το να είναι κάποιος χοντροκέφαλος, η ιδιότητα του χοντροκέφαλου
χοντροκεφαλιάς	noun	γενική ενικού του χοντροκεφαλιά
χοντροκεφαλιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκεφαλιά
χοντροκεφαλιών	=	χοντροκεφαλιά
χοντροκομμένα	adv	με χοντροκομμένο τρόπο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκομμένο
χοντροκομμένε	=	χοντροκομμένος
χοντροκομμένες	=	χοντροκομμένος
χοντροκομμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντροκομμένος
χοντροκομμένης	=	χοντροκομμένος
χοντροκομμένο	adj	ουδέτερο του χοντροκομμένος
χοντροκομμένοι	=	χοντροκομμένος
χοντροκομμένος	verb	που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια
χοντροκομμένου	=	χοντροκομμένος
χοντροκομμένους	=	χοντροκομμένος
χοντροκομμένων	=	χοντροκομμένος
χοντροκοπιά	noun	οι άξεστοι τρόποι και συμπεριφορά κάποιου
χοντροκοπιάς	noun	γενική ενικού του χοντροκοπιά
χοντροκοπιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροκοπιά
χοντροκοπιών	=	χοντροκοπιά
χοντροκόκαλα	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλε	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλες	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλη	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλης	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλο	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλοι	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλος	adj	που έχει χοντρά κόκαλα
χοντροκόκαλου	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλους	=	χοντροκόκαλος
χοντροκόκαλων	=	χοντροκόκαλος
χοντροκώλα	noun	αυτή που έχει μεγάλα οπίσθια
χοντροκώλας	=	χοντροκώλα
χοντροκώλες	=	χοντροκώλα
χοντροκώλη	=	χοντροκώλης
χοντροκώληδες	=	χοντροκώλης
χοντροκώληδων	=	χοντροκώλης
χοντροκώλης	noun	που έχει χοντρά οπίσθια
χοντροκώλων	=	χοντροκώλα
χοντρομαλάκα	=	χοντρομαλάκας
χοντρομαλάκας	noun	πολύ μαλάκας
χοντρομαλάκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρομαλάκας
χοντρομαλάκων	=	χοντρομαλάκας
χοντρομπαλά	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλάδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρομπαλάς
χοντρομπαλάδικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρομπαλάδικο
χοντρομπαλάδικο	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλάδικου	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλάδικων	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλάδων	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλάς	adj	ο πολύ χοντρός
χοντρομπαλού	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλούδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρομπαλού
χοντρομπαλούδικα	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλούδικο	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλούδικου	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλούδικων	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλούδων	=	χοντρομπαλάς
χοντρομπαλούς	=	χοντρομπαλάς
χοντροπατάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροπατάτα
χοντροπόδαρα	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρε	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρες	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρη	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρης	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρο	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαροι	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρος	adj	που έχει χοντρά πόδια
χοντροπόδαρου	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρους	=	χοντροπόδαρος
χοντροπόδαρων	=	χοντροπόδαρος
χοντρουλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρουλό
χοντρουλέ	adj	κλητική ενικού του χοντρουλός
χοντρουλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρουλή
χοντρουλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρουλός
χοντρουλής	adj	γενική ενικού του χοντρουλή
χοντρουλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρουλός, αρσενικό
χοντρουλού	adj	γενική ενικού του χοντρουλός
χοντρουλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντρουλός
χοντρουλό	adj	αιτιατική ενικού του χοντρουλός
χοντρουλός	adj	που είναι κάπως χοντρός
χοντρουλών	adj	γενική πληθυντικού του χοντρουλός
χοντροφοβία	noun	οι προκαταλήψεις, οι διακρίσεις και τα αρνητικά σχόλια κατά των παχύσαρκων ατόμων
χοντροφοβίας	=	χοντροφοβία
χοντροφοβίες	=	χοντροφοβία
χοντροφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροφτιαγμένο
χοντροφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του χοντροφτιαγμένος
χοντροφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντροφτιαγμένη
χοντροφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντροφτιαγμένος
χοντροφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του χοντροφτιαγμένη
χοντροφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του χοντροφτιαγμένος
χοντροφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντροφτιαγμένος
χοντροφτιαγμένος	verb	που τον έφτιαξαν χωρίς λεπτομέρειες, δίχως προσοχή και λεπτότητα, χωρίς λεπτοδουλειά, με ελάχιστη επιδεξιότητα
χοντροφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντροφτιαγμένος
χοντροφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χοντροφτιαγμένος
χοντροφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντροφτιαγμένος
χοντρού	adj	γενική ενικού του χοντρός
χοντρούλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρούλης
χοντρούλας	=	χοντρούλης
χοντρούλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρούλα
χοντρούλη	=	χοντρούλης
χοντρούληδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρούλης
χοντρούληδων	=	χοντρούλης
χοντρούλης	adj	σχετικά χοντρός
χοντρούλικα	=	χοντρούλης
χοντρούλικο	=	χοντρούλης
χοντρούλικου	=	χοντρούλης
χοντρούλικων	=	χοντρούλης
χοντρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντρός
χοντρούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρούτσικο
χοντρούτσικε	adj	κλητική ενικού του χοντρούτσικος
χοντρούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρούτσικη
χοντρούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρούτσικος
χοντρούτσικης	adj	γενική ενικού του χοντρούτσικη
χοντρούτσικια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρούτσικος
χοντρούτσικιας	=	χοντρούτσικος
χοντρούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του χοντρούτσικος
χοντρούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρούτσικος
χοντρούτσικος	adj	υποκοριστικό του χοντρός
χοντρούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντρούτσικος
χοντρούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντρούτσικος
χοντρούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντρούτσικος
χοντρό	adj	αιτιατική ενικού του χοντρός
χοντρόκοκκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρόκοκκο
χοντρόκοκκε	adj	κλητική ενικού του χοντρόκοκκος
χοντρόκοκκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρόκοκκη
χοντρόκοκκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρόκοκκος
χοντρόκοκκης	adj	γενική ενικού του χοντρόκοκκη
χοντρόκοκκο	adj	αιτιατική ενικού του χοντρόκοκκος
χοντρόκοκκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρόκοκκος
χοντρόκοκκος	adj	που έχει χοντρούς κόκκους
χοντρόκοκκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντρόκοκκος
χοντρόκοκκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντρόκοκκος
χοντρόκοκκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντρόκοκκος
χοντρόμυαλα	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλε	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλες	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλη	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλης	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλο	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλος	adj	άλλη μορφή του χοντροκέφαλος
χοντρόμυαλου	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλους	=	χοντρόμυαλος
χοντρόμυαλων	=	χοντρόμυαλος
χοντρόπετσα	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσε	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρόπετση
χοντρόπετση	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσης	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσο	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρόπετσος
χοντρόπετσος	adj	που έχει χοντρό δέρμα, πετσί ή φλούδα
χοντρόπετσου	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσους	=	χοντρόπετσος
χοντρόπετσων	=	χοντρόπετσος
χοντρός	adj	που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς
χοντρότατα	=	χοντρός
χοντρότατε	=	χοντρός
χοντρότατες	=	χοντρός
χοντρότατη	=	χοντρός
χοντρότατης	=	χοντρός
χοντρότατο	=	χοντρός
χοντρότατοι	=	χοντρός
χοντρότατος	=	χοντρός
χοντρότατου	=	χοντρός
χοντρότατους	=	χοντρός
χοντρότατων	=	χοντρός
χοντρότερα	=	χοντρός
χοντρότερε	=	χοντρός
χοντρότερες	=	χοντρός
χοντρότερη	=	χοντρός
χοντρότερης	=	χοντρός
χοντρότερο	=	χοντρός
χοντρότεροι	=	χοντρός
χοντρότερος	=	χοντρός
χοντρότερου	=	χοντρός
χοντρότερους	=	χοντρός
χοντρότερων	=	χοντρός
χοντρόφλουδα	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδε	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδες	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδη	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδης	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδο	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδος	adj	που έχει χοντρή, παχειά φλούδα
χοντρόφλουδου	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδους	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφλουδων	=	χοντρόφλουδος
χοντρόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρόφωνο
χοντρόφωνε	adj	κλητική ενικού του χοντρόφωνος
χοντρόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοντρόφωνη
χοντρόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοντρόφωνος
χοντρόφωνης	adj	γενική ενικού του χοντρόφωνη
χοντρόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του χοντρόφωνος
χοντρόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοντρόφωνος
χοντρόφωνος	adj	αυτός που μιλάει με χοντρή (βαριά) φωνή
χοντρόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χοντρόφωνος
χοντρόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοντρόφωνος
χοντρόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χοντρόφωνος
χοντρύναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύναν	=	χοντραίνω
χοντρύνανε	=	χοντραίνω
χοντρύνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύνομε	=	χοντραίνω
χοντρύνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χοντρύνουνε	=	χοντραίνω
χοντρύντε	=	χοντραίνω
χοντρύνω	verb|rare	άλλη μορφή του χοντραίνω
χοντρών	adj	γενική πληθυντικού του χοντρός
χορέ	noun	κλητική ενικού του χορός
χορέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψαν	=	χορεύω
χορέψανε	=	χορεύω
χορέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψομε	=	χορεύω
χορέψου	=	χορεύω
χορέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψουνε	=	χορεύω
χορέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χορήγημα	noun	το αποτέλεσμα του χορηγώ
χορήγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορήγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορήγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορήγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορήγηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χορηγώ
χορήγησης	noun	γενική ενικού του χορήγηση
χορήγι	noun	παρωχημένη γραφή του χωρύγι: ο ασβέστης
χορήγια	=	χορήγι
χορίου	noun	γενική ενικού του χόριο
χορίων	noun	γενική πληθυντικού του χόριο
χορδές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορδή
χορδή	noun	σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή τένοντα ζώου ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
χορδής	=	χορδή
χορδίζαμε	=	χορδίζω
χορδίζαν	=	χορδίζω
χορδίζανε	=	χορδίζω
χορδίζατε	=	χορδίζω
χορδίζει	=	χορδίζω
χορδίζεις	=	χορδίζω
χορδίζετε	=	χορδίζω
χορδίζοντας	=	χορδίζω
χορδίζουμε	=	χορδίζω
χορδίζουν	=	χορδίζω
χορδίζουνε	=	χορδίζω
χορδίζω	verb	άλλη μορφή του κουρδίζω
χορδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίσαν	=	χορδίζω
χορδίσανε	=	χορδίζω
χορδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόρδισμα
χορδίσματος	noun	γενική ενικού του χόρδισμα
χορδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζομαι
χορδίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζομαι
χορδίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζομαι
χορδίστρια	noun	χορδιστής
χορδίστριας	=	χορδίστρια
χορδίστριες	=	χορδίστρια
χορδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χορδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χόρδισμα
χορδιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορδιστής
χορδιστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χορδιστής
χορδιστής	noun	ειδικός στο κούρδισμα μουσικών οργάνων
χορδιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορδίζομαι
χορδιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορδίζομαι
χορδιστριών	=	χορδίστρια
χορδιστών	noun	γενική πληθυντικού του χορδιστής
χορδωτά	noun	μεγάλο και σημαντικό φύλο / συνομοταξία ζώων που περιλαμβάνει όλα τα ζώα που διαθέτουν χορδή, μια ραχιαία ράβδο που υποστηρίζει το σώμα τους, σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξής τους
χορδωτών	=	χορδωτά
χορδόφωνα	=	χορδόφωνο
χορδόφωνο	noun	το έγχορδο μουσικό όργανο
χορδόφωνου	=	χορδόφωνο
χορδόφωνων	=	χορδόφωνο
χορδών	noun	γενική πληθυντικού του χορδή
χορεία	noun	ομάδα καλών, ηθικών, σωστών κ.λπ. ανθρώπων ή άλλων όντων (αγέλλων κ.λπ.)
χορείας	noun	γενική ενικού του χορεία
χορείε	noun	κλητική ενικού του χορείος
χορείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορεία
χορείο	noun	αιτιατική ενικού του χορείος
χορείοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορείος
χορείος	noun	μετρικός πόδας με τρεις βραχύχρονες συλλαβές
χορείου	noun	γενική ενικού του χορείος
χορείους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χορείος
χορείων	noun	γενική πληθυντικού του χορείος
χορειακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χορειακός	adv	σχετικά με τη χορεία
χορειακέ	adj	κλητική ενικού του χορειακός
χορειακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορειακή
χορειακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορειακός
χορειακής	adj	γενική ενικού του χορειακή
χορειακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορειακός
χορειακού	adj	γενική ενικού του χορειακός
χορειακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορειακός
χορειακό	adj	αιτιατική ενικού του χορειακός
χορειακός	adj	που έχει σχέση με τη χορεία ή αναφέρεται σ’ αυτή
χορειακών	adj	γενική πληθυντικού του χορειακός
χορειών	noun	γενική πληθυντικού του χορεία
χορευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χορευτός	adv	με χορευτό τρόπο, χορεύοντας
χορευτέ	adj	κλητική ενικού του χορευτός
χορευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορευτής
χορευτή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χορευτής
χορευτήκαμε	=	χορεύω
χορευτήκαν	=	χορεύω
χορευτήκανε	=	χορεύω
χορευτήκατε	=	χορεύω
χορευτής	noun	το άτομο που κινεί το σώμα του στο ρυθμό της μουσικής
χορευταρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χορευταράς
χορευταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορευταράς
χορευταράδικα	=	χορευταράς
χορευταράδικο	=	χορευταράς
χορευταράδικου	=	χορευταράς
χορευταράδικων	=	χορευταράς
χορευταράδων	noun	γενική πληθυντικού του χορευταράς
χορευταράς	noun	αυτός που είναι καλός χορευτής και του αρέσει με κάθε ευκαιρία να χορεύει	adj	που είναι καλός χορευτής και του αρέσει με κάθε ευκαιρία να χορεύει
χορευταρού	noun	θηλυκό του χορευταράς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορευταράς
χορευταρούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορευταρού
χορευταρούδων	=	χορευταράς
χορευταρούς	=	χορευταράς
χορευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορεύομαι
χορευτείς	=	χορεύω
χορευτείτε	=	χορεύω
χορευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορευτικό	adv	με το χορό, με χορευτικές κινήσεις
χορευτικέ	adj	κλητική ενικού του χορευτικός
χορευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορευτική
χορευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορευτικός
χορευτικής	adj	γενική ενικού του χορευτική
χορευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορευτικός
χορευτικού	adj	γενική ενικού του χορευτικός
χορευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορευτικός
χορευτικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χορευτικός	noun	όμιλος / ομάδα χορευτών
χορευτικός	adj	που έχει σχέση με χορευτές ή χορό ή αναφέρεται σ’ αυτά
χορευτικών	adj	γενική πληθυντικού του χορευτικός
χορευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορευτός
χορευτού	adj	γενική ενικού του χορευτός
χορευτούμε	=	χορεύω
χορευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορεύομαι
χορευτούνε	=	χορεύω
χορευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορευτός
χορευτριών	noun	γενική πληθυντικού του χορεύτρια
χορευτό	adj	αιτιατική ενικού του χορευτός
χορευτός	noun	είδος χορού	adj	που είναι δυνατόν να χορευτεί
χορευτώ	=	χορεύω
χορευτών	noun	γενική πληθυντικού του χορευτής
χορευόμασταν	=	χορεύω
χορευόμαστε	=	χορεύω
χορευόμουν	=	χορεύω
χορευόμουνα	=	χορεύω
χορευόντουσαν	=	χορεύω
χορευόσασταν	=	χορεύω
χορευόσαστε	=	χορεύω
χορευόσουν	=	χορεύω
χορευόσουνα	=	χορεύω
χορευόταν	=	χορεύω
χορευότανε	=	χορεύω
χορεύαμε	=	χορεύω
χορεύαν	=	χορεύω
χορεύανε	=	χορεύω
χορεύατε	=	χορεύω
χορεύει	=	χορεύω
χορεύεις	=	χορεύω
χορεύεσαι	=	χορεύω
χορεύεστε	=	χορεύω
χορεύεται	=	χορεύω
χορεύετε	=	χορεύω
χορεύομαι	=	χορεύω
χορεύομε	=	χορεύω
χορεύονται	=	χορεύω
χορεύονταν	=	χορεύω
χορεύοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χορεύοντας
χορεύουμε	=	χορεύω
χορεύουν	=	χορεύω
χορεύουνε	=	χορεύω
χορεύτε	=	χορεύω
χορεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύομαι
χορεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύομαι
χορεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύομαι
χορεύτηκες	=	χορεύω
χορεύτρια	noun	χορευτής
χορεύτριας	noun	γενική ενικού του χορεύτρια
χορεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορεύτρια
χορεύω	verb	κινούμαι με ρυθμό, με ή χωρίς μουσική
χορηγέ	noun	κλητική ενικού του χορηγός
χορηγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγούμαι
χορηγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγούμαι
χορηγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγούμαι
χορηγήθηκες	=	χορηγώ
χορηγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορήγημα
χορηγήματος	noun	γενική ενικού του χορήγημα
χορηγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσαν	=	χορηγώ
χορηγήσανε	=	χορηγώ
χορηγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορήγηση
χορηγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χορήγηση
χορηγήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χορήγηση
χορηγήσου	=	χορηγώ
χορηγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσουνε	=	χορηγώ
χορηγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορηγώ
χορηγήτρια	noun	θηλυκό του χορηγητής
χορηγήτριας	=	χορηγήτρια
χορηγήτριες	=	χορηγήτρια
χορηγία	noun	τα χρήματα που ξόδευε στην αρχαιότητα κάποιος χορηγός, προκειμένου να παρασταθεί στο θέατρο ένα δραματικό έργο
χορηγίας	noun	γενική ενικού του χορηγία
χορηγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγία
χορηγεί	=	χορηγώ
χορηγείς	=	χορηγώ
χορηγείσαι	=	χορηγώ
χορηγείστε	=	χορηγώ
χορηγείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χορηγούμαι
χορηγείτε	=	χορηγώ
χορηγείτο	=	χορηγώ
χορηγηθέν	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χορηγηθείς
χορηγηθέντα	=	χορηγηθείς
χορηγηθέντας	=	χορηγηθείς
χορηγηθέντες	=	χορηγηθείς
χορηγηθέντος	=	χορηγηθείς
χορηγηθέντων	=	χορηγηθείς
χορηγηθήκαμε	=	χορηγώ
χορηγηθήκαν	=	χορηγώ
χορηγηθήκανε	=	χορηγώ
χορηγηθήκατε	=	χορηγώ
χορηγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορηγούμαι
χορηγηθείς	verb|formal	που έχει χορηγηθεί, έχει παρασχεθεί
χορηγηθείσα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορηγηθείς
χορηγηθείσας	=	χορηγηθείς
χορηγηθείσες	=	χορηγηθείς
χορηγηθείσης	=	χορηγηθείς
χορηγηθείτε	=	χορηγώ
χορηγηθεισών	=	χορηγηθείς
χορηγηθούμε	=	χορηγώ
χορηγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορηγούμαι
χορηγηθούνε	=	χορηγώ
χορηγηθώ	=	χορηγώ
χορηγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χορήγημα
χορηγημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγημένο
χορηγημένε	adj	κλητική ενικού του χορηγημένος
χορηγημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγημένη
χορηγημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορηγημένος
χορηγημένης	adj	γενική ενικού του χορηγημένη
χορηγημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χορηγημένος
χορηγημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορηγημένος
χορηγημένος	verb	που έχει χορηγηθεί, δοθεί, παρασχεθεί
χορηγημένου	verb	γενική ενικού του χορηγημένος
χορηγημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορηγημένος
χορηγημένων	adj	γενική πληθυντικού του χορηγημένος
χορηγητές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγητής
χορηγητή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χορηγητής
χορηγητής	noun	αυτός που χορηγεί / παρέχει κάτι
χορηγητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγητικό
χορηγητικέ	adj	κλητική ενικού του χορηγητικός
χορηγητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγητική
χορηγητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορηγητικός
χορηγητικής	adj	γενική ενικού του χορηγητική
χορηγητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορηγητικός
χορηγητικού	adj	γενική ενικού του χορηγητικός
χορηγητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορηγητικός
χορηγητικό	adj	αιτιατική ενικού του χορηγητικός
χορηγητικός	adj	που σχετίζεται με τη χορήγηση, π.χ. δανείου
χορηγητικών	adj	γενική πληθυντικού του χορηγητικός
χορηγητριών	=	χορηγήτρια
χορηγητών	noun	γενική πληθυντικού του χορηγητής
χορηγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγικό
χορηγικέ	adj	κλητική ενικού του χορηγικός
χορηγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορηγική
χορηγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορηγικός
χορηγικής	adj	γενική ενικού του χορηγική
χορηγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορηγικός
χορηγικού	adj	γενική ενικού του χορηγικός
χορηγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορηγικός
χορηγικό	adj	αιτιατική ενικού του χορηγικός
χορηγικός	adj	που έχει σχέση με τον χορηγό ή τη χορηγία ή αναφέρεται σ’ αυτά
χορηγικών	adj	γενική πληθυντικού του χορηγικός
χορηγιού	=	χορήγι
χορηγιών	noun	γενική πληθυντικού του χορηγία
χορηγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορηγός
χορηγού	noun	γενική ενικού του χορηγός
χορηγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χορηγώ
χορηγούμασταν	=	χορηγώ
χορηγούμαστε	=	χορηγώ
χορηγούμε	=	χορηγώ
χορηγούμενος	=	χορηγώ
χορηγούμουν	=	χορηγώ
χορηγούμουνα	=	χορηγώ
χορηγούν	=	χορηγώ
χορηγούνε	=	χορηγώ
χορηγούνται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του χορηγούμαι
χορηγούνταν	=	χορηγώ
χορηγούντο	=	χορηγώ
χορηγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χορηγός
χορηγούσα	=	χορηγώ
χορηγούσαμε	=	χορηγώ
χορηγούσαν	=	χορηγώ
χορηγούσανε	=	χορηγώ
χορηγούσατε	=	χορηγώ
χορηγούσε	=	χορηγώ
χορηγούσες	=	χορηγώ
χορηγούσουν	=	χορηγώ
χορηγούσουνα	=	χορηγώ
χορηγό	noun	αιτιατική ενικού του χορηγός
χορηγός	noun	στην αρχαία Αθήνα) ο ιδιώτης που αναλάμβανε τα έξοδα μιας παράστασης δράματος
χορηγώ	verb	παρέχω κάτι χρήσιμο, ένα δικαίωμα, εκδίδω και παραδίδω στον άμεσα ενδιαφερόμενο ένα επίσημο έγγραφο (συχνά για κάτι που δίνεται υπό αίρεση ή με μια πινελιά χαριστικής κίνησης, κίνησης καλής προαίρεσης, όχι για κάτι απολύτως κεκτημένο)
χορηγών	noun	γενική πληθυντικού του χορηγός
χορηγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χορηγώ
χορικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορικό
χορικέ	adj	κλητική ενικού του χορικός
χορικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορική
χορική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορικός
χορικής	adj	γενική ενικού του χορική
χορικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορικός
χορικού	adj	γενική ενικού του χορικός
χορικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορικός
χορικό	adj	αιτιατική ενικού του χορικός	noun	το άσμα που έψαλλε ο χορός, κυρίως ανάμεσα σε δύο επεισόδια μιας αρχαίας τραγωδίας
χορικός	adj	σχετικός με το χορό στην αρχαία τραγωδία
χορικών	adj	γενική πληθυντικού του χορικός
χοριοειδές	=	χοριοειδής
χοριοειδή	=	χοριοειδής
χοριοειδής	adj	που θυμίζει το χόριο
χοριοειδείς	=	χοριοειδής
χοριοειδούς	=	χοριοειδής
χοριοειδών	=	χοριοειδής
χοριοκαρκίνωμα	noun	σπάνια και επιθετική μορφή καρκίνου, αποτελεί υποσύνολο της τροφοβλαστικής νόσου κύησης (GTD) και εμφανίζεται κυρίως στην μήτρα και σπανιότερα στους όρχεις
χοριοκαρκινωμάτων	=	χοριοκαρκίνωμα
χοριοκαρκινώματα	=	χοριοκαρκίνωμα
χοριοκαρκινώματος	=	χοριοκαρκίνωμα
χοροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορός
χορογράφε	noun	κλητική ενικού του χορογράφος
χορογράφημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χορογραφώ
χορογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογράφο	noun	αιτιατική ενικού του χορογράφος
χορογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορογράφος
χορογράφος	noun	που κάνει χορογραφίες
χορογράφου	noun	γενική ενικού του χορογράφος
χορογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χορογράφος
χορογράφων	noun	γενική πληθυντικού του χορογράφος
χορογραφήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφούμαι
χορογραφήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφούμαι
χορογραφήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφούμαι
χορογραφήθηκες	=	χορογραφώ
χορογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορογράφημα
χορογραφήματος	noun	γενική ενικού του χορογράφημα
χορογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσαν	=	χορογραφώ
χορογραφήσανε	=	χορογραφώ
χορογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσου	=	χορογραφώ
χορογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφώ
χορογραφία	noun	η τέχνη της χορευτικής σύνθεσης και δημιουργίας
χορογραφίας	noun	γενική ενικού του χορογραφία
χορογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορογραφία
χορογραφεί	=	χορογραφώ
χορογραφείς	=	χορογραφώ
χορογραφείσαι	=	χορογραφώ
χορογραφείστε	=	χορογραφώ
χορογραφείται	=	χορογραφώ
χορογραφείτε	=	χορογραφώ
χορογραφηθήκαμε	=	χορογραφώ
χορογραφηθήκαν	=	χορογραφώ
χορογραφηθήκανε	=	χορογραφώ
χορογραφηθήκατε	=	χορογραφώ
χορογραφηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορογραφούμαι
χορογραφηθείτε	=	χορογραφώ
χορογραφηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορογραφούμαι
χορογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χορογράφημα
χορογραφημένος	=	χορογραφώ
χορογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορογραφικό
χορογραφικέ	adj	κλητική ενικού του χορογραφικός
χορογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορογραφική
χορογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορογραφικός
χορογραφικής	adj	γενική ενικού του χορογραφική
χορογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορογραφικός
χορογραφικού	adj	γενική ενικού του χορογραφικός
χορογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορογραφικός
χορογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του χορογραφικός
χορογραφικός	adj	που έχει σχέση με τον χορογράφο ή τη χορογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
χορογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του χορογραφικός
χορογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χορογραφία
χορογραφούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χορογραφώ
χορογραφούμασταν	=	χορογραφώ
χορογραφούμαστε	=	χορογραφώ
χορογραφούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού ενεργητικού ενεστώτα του χορογραφώ
χορογραφούμουν	=	χορογραφώ
χορογραφούν	=	χορογραφώ
χορογραφούνε	=	χορογραφώ
χορογραφούνται	=	χορογραφώ
χορογραφούνταν	=	χορογραφώ
χορογραφούσα	=	χορογραφώ
χορογραφούσαμε	=	χορογραφώ
χορογραφούσαν	=	χορογραφώ
χορογραφούσανε	=	χορογραφώ
χορογραφούσασταν	=	χορογραφώ
χορογραφούσαστε	=	χορογραφώ
χορογραφούσατε	=	χορογραφώ
χορογραφούσε	=	χορογραφώ
χορογραφούσες	=	χορογραφώ
χορογραφούσουν	=	χορογραφώ
χορογραφώ	verb	δημιουργώ χορογραφία
χορογραφώντας	=	χορογραφώ
χοροδιδάσκαλε	noun	κλητική ενικού του χοροδιδάσκαλος
χοροδιδάσκαλο	noun	αιτιατική ενικού του χοροδιδάσκαλος
χοροδιδάσκαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοροδιδάσκαλος
χοροδιδάσκαλος	noun|dated	δάσκαλος χορού
χοροδιδάσκαλου	=	χοροδιδάσκαλος
χοροδιδάσκαλους	=	χοροδιδάσκαλος
χοροδιδάσκαλων	=	χοροδιδάσκαλος
χοροδιδασκάλου	noun	γενική ενικού του χοροδιδάσκαλος
χοροδιδασκάλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χοροδιδάσκαλος
χοροδιδασκάλων	noun	γενική πληθυντικού του χοροδιδάσκαλος
χοροδιδασκαλία	noun	η διδασκαλία χορών, η δουλειά ενός χοροδιδασκάλου
χοροδιδασκαλίας	=	χοροδιδασκαλία
χοροδιδασκαλίες	=	χοροδιδασκαλία
χοροδιδασκαλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροδιδασκαλείο
χοροδιδασκαλείο	noun	η σχολή ενός χοροδιδασκάλου
χοροδιδασκαλείου	noun	γενική ενικού του χοροδιδασκαλείο
χοροδιδασκαλείων	noun	γενική πληθυντικού του χοροδιδασκαλείο
χοροδιδασκαλιών	=	χοροδιδασκαλία
χοροδράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορόδραμα
χοροδράματος	noun	γενική ενικού του χορόδραμα
χοροδραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χορόδραμα
χοροεσπερίδα	noun	εσπερίδα στην οποία οι καλεσμένοι χορεύουν
χοροεσπερίδας	=	χοροεσπερίδα
χοροεσπερίδες	=	χοροεσπερίδα
χοροεσπερίδων	=	χοροεσπερίδα
χοροεσπερίς	noun	χοροεσπερίδα
χοροθέατρα	=	χοροθέατρο
χοροθέατρο	noun	θεατρικό έργο με κυρίαρχο στοιχείο τον χορό (και τη μουσική)
χοροθέατρου	=	χοροθέατρο
χοροθέατρων	=	χοροθέατρο
χοροθεάτρου	=	χοροθέατρο
χοροθεάτρων	=	χοροθέατρο
χοροθεατρικά	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικέ	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικές	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρική	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικής	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικοί	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικού	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικούς	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικό	=	χοροθεατρικός
χοροθεατρικός	adj	που σχετίζεται με το χοροθέατρο
χοροθεατρικών	=	χοροθεατρικός
χοροπήδα	=	χοροπηδάω
χοροπήδαγα	=	χοροπηδάω
χοροπήδαγαν	=	χοροπηδάω
χοροπήδαγε	=	χοροπηδάω
χοροπήδαγες	=	χοροπηδάω
χοροπήδημα	noun	η ενέργεια του χοροπηδώ
χοροπήδησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπήδησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπήδησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπήδησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδά	=	χοροπηδάω
χοροπηδάγαμε	=	χοροπηδάω
χοροπηδάγανε	=	χοροπηδάω
χοροπηδάγατε	=	χοροπηδάω
χοροπηδάει	=	χοροπηδάω
χοροπηδάμε	=	χοροπηδάω
χοροπηδάν	=	χοροπηδάω
χοροπηδάνε	=	χοροπηδάω
χοροπηδάς	=	χοροπηδάω
χοροπηδάτε	=	χοροπηδάω
χοροπηδάω	verb	κάνω επανειλημμένα πηδήματα επί τόπου, σαν να χορεύω
χοροπηδήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροπήδημα
χοροπηδήματος	noun	γενική ενικού του χοροπήδημα
χοροπηδήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσαν	=	χοροπηδάω
χοροπηδήσανε	=	χοροπηδάω
χοροπηδήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροπηδώ
χοροπηδημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χοροπήδημα
χοροπηδητά	=	χοροπηδητό
χοροπηδητού	=	χοροπηδητό
χοροπηδητό	noun	το χοροπήδημα, το να πηδάει κανείς πάνω-κάτω συνέχεια, πάνω στο κρεβάτι ή στο πάτωμα, είτε παίζοντας είτε χορεύοντας
χοροπηδητών	=	χοροπηδητό
χοροπηδηχτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροπηδηχτό
χοροπηδηχτέ	adj	κλητική ενικού του χοροπηδηχτός
χοροπηδηχτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροπηδηχτή
χοροπηδηχτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοροπηδηχτός
χοροπηδηχτής	adj	γενική ενικού του χοροπηδηχτή
χοροπηδηχτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοροπηδηχτός
χοροπηδηχτού	adj	γενική ενικού του χοροπηδηχτός
χοροπηδηχτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοροπηδηχτός
χοροπηδηχτό	adj	αιτιατική ενικού του χοροπηδηχτός
χοροπηδηχτός	adj	που χοροπηδάει
χοροπηδηχτών	adj	γενική πληθυντικού του χοροπηδηχτός
χοροπηδούμε	=	χοροπηδάω
χοροπηδούν	=	χοροπηδάω
χοροπηδούνε	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσα	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσαμε	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσαν	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσανε	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσατε	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσε	=	χοροπηδάω
χοροπηδούσες	=	χοροπηδάω
χοροπηδώ	verb	άλλη μορφή του χοροπηδάω
χοροπηδώντας	=	χοροπηδάω
χοροστάσι	noun|vulgar	τόπος όπου χορεύουν
χοροστάσια	=	χοροστάσιο
χοροστάσιο	noun|formal	άλλη μορφή του χοροστάσι
χοροστάσιου	=	χοροστάσιο
χοροστάτει	=	χοροστατώ
χοροστάτησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστάτησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστάτησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστάτησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστασία	noun	η παρουσία και οι ενέργειες κάποιου που χοροστατεί
χοροστασίας	noun	γενική ενικού του χοροστασία
χοροστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροστασία
χοροστασίου	=	χοροστάσιο
χοροστασίων	=	χοροστάσιο
χοροστασιών	noun	γενική πληθυντικού του χοροστασία
χοροστατήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσαν	=	χοροστατώ
χοροστατήσανε	=	χοροστατώ
χοροστατήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χοροστατώ
χοροστατεί	=	χοροστατώ
χοροστατείς	=	χοροστατώ
χοροστατείτε	=	χοροστατώ
χοροστατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροστατικό
χοροστατικέ	adj	κλητική ενικού του χοροστατικός
χοροστατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοροστατική
χοροστατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοροστατικός
χοροστατικής	adj	γενική ενικού του χοροστατική
χοροστατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοροστατικός
χοροστατικού	adj	γενική ενικού του χοροστατικός
χοροστατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοροστατικός
χοροστατικό	adj	αιτιατική ενικού του χοροστατικός
χοροστατικός	adj	που έχει σχέση με χοροστασία ή χοροστατούντα ή αναφέρεται σ' αυτά
χοροστατικών	adj	γενική πληθυντικού του χοροστατικός
χοροστατούμε	=	χοροστατώ
χοροστατούν	=	χοροστατώ
χοροστατούνε	=	χοροστατώ
χοροστατούντος	verb	γενική ενικού του χοροστατών (μετοχή ενεστώτα αρσενικού γένους του ρήματος χοροστατώ)
χοροστατούσα	=	χοροστατώ
χοροστατούσαμε	=	χοροστατώ
χοροστατούσαν	=	χοροστατώ
χοροστατούσανε	=	χοροστατώ
χοροστατούσατε	=	χοροστατώ
χοροστατούσε	=	χοροστατώ
χοροστατούσες	=	χοροστατώ
χοροστατώ	verb	προεξάρχω στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας ή άλλης ακολουθίας
χοροστατών	adj	που χοροστατεί
χοροστατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χοροστατώ
χορού	noun	γενική ενικού του χορός
χορούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χορός
χορτάρι	noun	το χόρτο, η μονοετής πόα που τρέφει τα ζώα και αναπτύσσεται κάθε άνοιξη
χορτάρια	=	χορτάρι
χορτάριαζα	=	χορταριάζω
χορτάριαζαν	=	χορταριάζω
χορτάριαζε	=	χορταριάζω
χορτάριαζες	=	χορταριάζω
χορτάριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταριάζω
χορτάριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταριάζω
χορτάριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταριάζω
χορτάριασες	=	χορταριάζω
χορτάριασμα	noun	το αποτέλεσμα του χορταριάζω, το να αρχίσουν να αναπτύσσονται σε ένα κήπο, έκταση ή σε οικήματα αυτοφυή χόρτα επειδή τα έχουν εγκαταλείψει οι ιδιοκτήτες τους
χορτάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσαν	=	χορταίνω
χορτάσανε	=	χορταίνω
χορτάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσεων	noun	γενική πληθυντικού του χόρταση
χορτάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόρτασμα
χορτάσματος	noun	γενική ενικού του χόρτασμα
χορτάσομε	=	χορταίνω
χορτάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσουνε	=	χορταίνω
χορτάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χορτάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (χορτάτο) του χορτάτος
χορτάτε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του χορτάτος
χορτάτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (χορτάτη) του χορτάτος
χορτάτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορτάτος
χορτάτης	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χορτάτη) του χορτάτος
χορτάτο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χορτάτος
χορτάτοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χορτάτος
χορτάτος	adj	ο χορτασμένος από τροφή
χορτάτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χορτάτος
χορτάτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορτάτος
χορτάτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του χορτάτος
χορταίναμε	=	χορταίνω
χορταίναν	=	χορταίνω
χορταίνανε	=	χορταίνω
χορταίνατε	=	χορταίνω
χορταίνει	=	χορταίνω
χορταίνεις	=	χορταίνω
χορταίνετε	=	χορταίνω
χορταίνομε	=	χορταίνω
χορταίνοντας	=	χορταίνω
χορταίνουμε	=	χορταίνω
χορταίνουν	=	χορταίνω
χορταίνουνε	=	χορταίνω
χορταίνω	verb	προσφέρω σε κάποιον αρκετή τροφή ώστε να μη νιώθει πια το αίσθημα της πείνας
χορταποθήκες	=	χορταποθήκη
χορταποθήκη	noun	χώρος αποθήκευσης χόρτων
χορταποθήκης	=	χορταποθήκη
χορταποθηκών	=	χορταποθήκη
χορταράκι	noun	το λεπτό, μη ανεπτυγμένο χόρτο
χορταράκια	=	χορταράκι
χορταρένια	=	χορταρένιος
χορταρένιας	=	χορταρένιος
χορταρένιε	=	χορταρένιος
χορταρένιες	=	χορταρένιος
χορταρένιο	=	χορταρένιος
χορταρένιοι	=	χορταρένιος
χορταρένιος	adj	που είναι φτιαγμένος, κατασκευασμένος από χόρτα, και χορτάρινος
χορταρένιου	=	χορταρένιος
χορταρένιους	=	χορταρένιος
χορταρένιων	=	χορταρένιος
χορταριάζαμε	=	χορταριάζω
χορταριάζαν	=	χορταριάζω
χορταριάζανε	=	χορταριάζω
χορταριάζατε	=	χορταριάζω
χορταριάζει	=	χορταριάζω
χορταριάζεις	=	χορταριάζω
χορταριάζετε	=	χορταριάζω
χορταριάζοντας	=	χορταριάζω
χορταριάζουμε	=	χορταριάζω
χορταριάζουν	=	χορταριάζω
χορταριάζουνε	=	χορταριάζω
χορταριάζω	verb	γεμίζω με χόρτα
χορταριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταριάζω
χορταριάσαν	=	χορταριάζω
χορταριάσανε	=	χορταριάζω
χορταριάσατε	=	χορταριάζω
χορταριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χορταριάζω
χορταριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτάριασμα
χορταριάσματος	noun	γενική ενικού του χορτάριασμα
χορταριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χορταριάζω
χορταριάστε	=	χορταριάζω
χορταριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χορτάριασμα
χορταριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορταριασμένο
χορταριασμένε	verb	κλητική ενικού του χορταριασμένος
χορταριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορταριασμένη
χορταριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορταριασμένος
χορταριασμένης	verb	γενική ενικού του χορταριασμένη
χορταριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του χορταριασμένος
χορταριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορταριασμένος
χορταριασμένος	verb	που έχει γεμίσει χόρτα, παρατημένος ακαλλιέργητος, έρημος (για κήπο, περιβόλι, έκταση γης, αλλά και για οικοδομήματα που χορταριάζουν)
χορταριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χορταριασμένος
χορταριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χορταριασμένος
χορταριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χορταριασμένος
χορταρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορταρικό
χορταρικού	noun	γενική ενικού του χορταρικό
χορταρικό	noun	που μοιάζει με χόρτο, με χορτάρι αλλά δεν είναι, το λαχανικό, το είδος του χόρτου που καταναλώνει ο άνθρωπος
χορταρικών	noun	γενική πληθυντικού του χορταρικό
χορταριού	=	χορτάρι
χορταριών	=	χορτάρι
χορτασιά	noun	ο κορεσμός, το αίσθημα που αισθάνεται κάποιος όταν χορταίνει από κάτι (είτε κυριολεκτικά από τρόφιμο είτε μεταφορικά όταν καλύπτει πλήρως ή και με το παραπάνω κάποια άλλη ανάγκη του)
χορτασιάς	=	χορτασιά
χορτασιές	=	χορτασιά
χορτασιών	=	χορτασιά
χορτασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χόρτασμα
χορτασμέ	noun	κλητική ενικού του χορτασμός
χορτασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτασμένο
χορτασμένε	verb	κλητική ενικού του χορτασμένος
χορτασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτασμένη
χορτασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορτασμένος
χορτασμένης	verb	γενική ενικού του χορτασμένη
χορτασμένο	verb	αιτιατική ενικού του χορτασμένος
χορτασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορτασμένος
χορτασμένος	verb	ο χορτάτος, αυτός που έχει χορτάσει από κάτι (τροφή ή ό,τι άλλο έκρινε πως χρειαζόταν)
χορτασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χορτασμένος
χορτασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χορτασμένος
χορτασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χορτασμένος
χορτασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορτασμός
χορτασμού	noun	γενική ενικού του χορτασμός
χορτασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χορτασμός
χορτασμό	noun	αιτιατική ενικού του χορτασμός
χορτασμός	noun	η χόρταση, ο κορεσμός από τροφή ή από κάλυψη άλλης ανάγκης
χορτασμών	noun	γενική πληθυντικού του χορτασμός
χορταστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορταστικό
χορταστικέ	adj	κλητική ενικού του χορταστικός
χορταστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορταστική
χορταστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορταστικός
χορταστικής	adj	γενική ενικού του χορταστική
χορταστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορταστικός
χορταστικού	adj	γενική ενικού του χορταστικός
χορταστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορταστικός
χορταστικό	adj	αιτιατική ενικού του χορταστικός
χορταστικός	adj	που ικανοποιεί την πείνα κάποιου
χορταστικών	adj	γενική πληθυντικού του χορταστικός
χορτοβόρα	=	χορτοβόρος
χορτοβόρον	=	χορτοβόρος
χορτοβόρος	adj	χορτοφάγος, φυτοφάγος
χορτοθεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτοθεριστικό
χορτοθεριστικέ	adj	κλητική ενικού του χορτοθεριστικός
χορτοθεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτοθεριστική
χορτοθεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορτοθεριστικός
χορτοθεριστικής	adj	γενική ενικού του χορτοθεριστική
χορτοθεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορτοθεριστικός
χορτοθεριστικού	adj	γενική ενικού του χορτοθεριστικός
χορτοθεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορτοθεριστικός
χορτοθεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του χορτοθεριστικός
χορτοθεριστικός	adj	που σχετίζεται με την κοπή (θερισμό) χόρτων ή συμβάλλει σ’ αυτή
χορτοθεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χορτοθεριστικός
χορτοκοπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτοκοπτικό
χορτοκοπτικέ	adj	κλητική ενικού του χορτοκοπτικός
χορτοκοπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτοκοπτική
χορτοκοπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορτοκοπτικός
χορτοκοπτικής	adj	γενική ενικού του χορτοκοπτική
χορτοκοπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορτοκοπτικός
χορτοκοπτικού	adj	γενική ενικού του χορτοκοπτικός
χορτοκοπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορτοκοπτικός
χορτοκοπτικό	adj	αιτιατική ενικού του χορτοκοπτικός	noun	μηχάνημα ή εργαλείο που χρησιμοποιείται με την κοπή ή το κλάδεμα θάμνων και γρασιδιού
χορτοκοπτικός	adj	χλοοκοπτικός, κλαδευτικός, που κόβει το χόρτο για διάφορους λόγους, για εργαλεία και μηχανήματα που χρησιμοπιούνται στην κοπή του χόρτου
χορτοκοπτικών	adj	γενική πληθυντικού του χορτοκοπτικός
χορτολιβαδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτολιβαδικό
χορτολιβαδικέ	adj	κλητική ενικού του χορτολιβαδικός
χορτολιβαδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτολιβαδική
χορτολιβαδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορτολιβαδικός
χορτολιβαδικής	adj	γενική ενικού του χορτολιβαδική
χορτολιβαδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορτολιβαδικός
χορτολιβαδικού	adj	γενική ενικού του χορτολιβαδικός
χορτολιβαδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορτολιβαδικός
χορτολιβαδικό	adj	αιτιατική ενικού του χορτολιβαδικός
χορτολιβαδικός	adj	που έχει σχέση με λιβάδια από χόρτο ή όταν αναφέρεται σ’ αυτά
χορτολιβαδικών	adj	γενική πληθυντικού του χορτολιβαδικός
χορτονομές	=	χορτονομή
χορτονομή	noun	μοιράζω το χόρτο στα ζώα που εκτρέφω
χορτονομής	=	χορτονομή
χορτονομών	=	χορτονομή
χορτοπαγίδα	noun	διάταξη που συγκρατεί φύλλα και χόρτα σε βιομηχανική επεξεργασία (πλύσιμο) τροφίμων
χορτοπαγίδας	=	χορτοπαγίδα
χορτοπαγίδες	=	χορτοπαγίδα
χορτοπαγίδων	=	χορτοπαγίδα
χορτοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του χορτόπιτα
χορτοφάγα	=	χορτοφάγος
χορτοφάγας	=	χορτοφάγος
χορτοφάγε	=	χορτοφάγος
χορτοφάγες	=	χορτοφάγος
χορτοφάγη	=	χορτοφάγος
χορτοφάγης	=	χορτοφάγος
χορτοφάγο	=	χορτοφάγος
χορτοφάγοι	=	χορτοφάγος
χορτοφάγος	adj	φυτοφάγος	noun	που από επιλογή δεν τρώει δεν τρώει οτιδήποτε ζωικό εκτός από μύκητες (μανιτάρια) ή σπανίως μέλι, (ο αυστηρά χορτοφάγος δεν τρώει ζωικά προϊόντα)
χορτοφάγου	=	χορτοφάγος
χορτοφάγους	=	χορτοφάγος
χορτοφάγων	=	χορτοφάγος
χορτοφαγία	noun	η διατροφή αποκλειστικά με τρόφιμα μη ζωικής προέλευσης
χορτοφαγίας	noun	γενική ενικού του χορτοφαγία
χορτοφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτοφαγία
χορτοφαγικά	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικέ	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικές	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγική	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χορτοφαγική) του χορτοφαγικός
χορτοφαγικοί	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικού	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικούς	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικό	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγικός	adj	που σχετίζεται με τη χορτοφαγία ή αναφέρεται σε αυτήν
χορτοφαγικών	=	χορτοφαγικός
χορτοφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του χορτοφαγία
χορτόπιτα	noun	η πίτα με χόρτα, άλλοτε συνώνυμο της σπανακόπιτας
χορτόπιτας	noun	γενική ενικού του χορτόπιτα
χορτόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτόπιτα
χορτόσουπα	noun	σούπα που παρασκευάζεται από διάφορα βρώσιμα χορταρικά
χορτόσουπας	noun	γενική ενικού του χορτόσουπα
χορτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορτόσουπα
χορωδέ	noun	κλητική ενικού του χορωδός
χορωδία	noun	σύνολο τραγουδιστών που τραγουδούν όλοι μαζί
χορωδίας	noun	γενική ενικού του χορωδία
χορωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορωδία
χορωδιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορωδιακό	adv	με χορωδιακό τρόπο
χορωδιακέ	adj	κλητική ενικού του χορωδιακός
χορωδιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χορωδιακή
χορωδιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χορωδιακός
χορωδιακής	adj	γενική ενικού του χορωδιακή
χορωδιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορωδιακός
χορωδιακού	adj	γενική ενικού του χορωδιακός
χορωδιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χορωδιακός
χορωδιακό	adj	αιτιατική ενικού του χορωδιακός	noun	άσμα (π.χ. μιας όπερας) που το τραγουδά η χορωδία
χορωδιακός	adj	που έχει σχέση με μια χορωδία, ανήκει σ’ αυτή, εκτελείται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
χορωδιακών	adj	γενική πληθυντικού του χορωδιακός
χορωδιών	noun	γενική πληθυντικού του χορωδία
χορωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χορωδός
χορωδού	noun	γενική ενικού του χορωδός
χορωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χορωδός
χορωδό	noun	αιτιατική ενικού του χορωδός
χορωδός	noun	που τραγουδά σε μία χορωδία, μέλος χορωδίας
χορωδών	noun	γενική πληθυντικού του χορωδός
χορό	noun	αιτιατική ενικού του χορός
χορόδραμα	noun	σκηνική παράσταση με κυρίαρχο στοιχείο τον χορό συνοδεία μουσικής
χορός	noun	το αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την συνοδεία μουσικής, τραγουδιού
χορών	noun	γενική πληθυντικού του χορός
χοσάφι	noun	κομπόστα
χοσάφια	=	χοσάφι
χοσαφιού	=	χοσάφι
χοσαφιών	=	χοσάφι
χοσμέτι	noun|dated	άλλη μορφή του χουσμέτι
χοσμέτια	=	χοσμέτι
χοσμετιού	=	χοσμέτι
χοσμετιών	=	χοσμέτι
χοτζάδες	=	χότζας
χοτζάδων	=	χότζας
χοτζέτι	noun|dated	έγκυρος τίτλος ιδιοκτησίας ή κυριότητας ενός ακινήτου (συνήθως μετά από απόφαση ιεροδίκη)
χοτζέτια	=	χοτζέτι
χου	noun	χι, το όνομα του γράμματος χ (Χ)	intj	ηχομημητικό που αποδίδει το γέλιο, συνήθως επαναλαμβανόμενο → δείτε χου χου
χουβαρντά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χουβαρντάς
χουβαρντάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουβαρντάς
χουβαρντάδων	noun	γενική πληθυντικού του χουβαρντάς
χουβαρντάς	noun	που δεν τσιγκουνεύεται, όταν πρόκειται να κάνει δώρα, να κεράσει κ.λπ.
χουβαρνταλίκι	noun	η γαλαντομία, η διάθεση χρημάτων για κεράσματα, δώρα, δάνεια προς όποιον χρειάζεται κ.λπ.
χουβαρνταλίκια	=	χουβαρνταλίκι
χουβαρνταλικιού	=	χουβαρνταλίκι
χουβαρνταλικιών	=	χουβαρνταλίκι
χουβαρντού	noun	θηλυκό του χουβαρντάς
χουβαρντούδες	=	χουβαρντού
χουβαρντούδων	=	χουβαρντού
χουβαρντούς	=	χουβαρντού
χουγιάζαμε	=	χουγιάζω
χουγιάζαν	=	χουγιάζω
χουγιάζανε	=	χουγιάζω
χουγιάζατε	=	χουγιάζω
χουγιάζει	=	χουγιάζω
χουγιάζεις	=	χουγιάζω
χουγιάζετε	=	χουγιάζω
χουγιάζοντας	=	χουγιάζω
χουγιάζουμε	=	χουγιάζω
χουγιάζουν	=	χουγιάζω
χουγιάζουνε	=	χουγιάζω
χουγιάζω	verb|vulgar	φωνάζω δυνατά από απόσταση
χουγιάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξαν	=	χουγιάζω
χουγιάξανε	=	χουγιάζω
χουγιάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χουγιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούγιασμα
χουγιάσματος	noun	γενική ενικού του χούγιασμα
χουγιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χούγιασμα
χουγιατό	noun	φασαρία, όταν φωνάζουν δυνατά και δεν καταλαβαίνεις τι λένε
χουγιαχτά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουγιαχτό
χουγιαχτού	noun	γενική ενικού του χουγιαχτό
χουγιαχτό	noun	δυνατές φωνές από απόσταση
χουγιαχτών	noun	γενική πληθυντικού του χουγιαχτό
χουγιού	=	χούι
χουγιών	=	χούι
χουζουρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουζούρεμα
χουζουρέματος	noun	γενική ενικού του χουζούρεμα
χουζουρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψαν	=	χουζουρεύω
χουζουρέψανε	=	χουζουρεύω
χουζουρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζουρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χουζούρεμα
χουζουρεύαμε	=	χουζουρεύω
χουζουρεύαν	=	χουζουρεύω
χουζουρεύανε	=	χουζουρεύω
χουζουρεύατε	=	χουζουρεύω
χουζουρεύει	=	χουζουρεύω
χουζουρεύεις	=	χουζουρεύω
χουζουρεύετε	=	χουζουρεύω
χουζουρεύοντας	=	χουζουρεύω
χουζουρεύουμε	=	χουζουρεύω
χουζουρεύουν	=	χουζουρεύω
χουζουρεύουνε	=	χουζουρεύω
χουζουρεύω	verb	παραμένω αραχτός στο κρεβάτι
χουζουριού	=	χουζούρι
χουζουριών	=	χουζούρι
χουζουρλή	=	χουζουρλής
χουζουρλήδες	=	χουζουρλής
χουζουρλήδων	=	χουζουρλής
χουζουρλής	noun	αυτός που του αρέσει ή έχει τώρα διάθεση για χουζούρεμα
χουζουρλού	noun	θηλυκό του χουζουρλής
χουζουρλούδες	=	χουζουρλού
χουζουρλούδων	=	χουζουρλού
χουζουρλούς	=	χουζουρλού
χουζούρεμα	noun	η ενέργεια του χουζουρεύω, η τεμπέλικης διάθεσης παραμονή στο κρεβάτι μετά το ξύπνημα
χουζούρευα	=	χουζουρεύω
χουζούρευαν	=	χουζουρεύω
χουζούρευε	=	χουζουρεύω
χουζούρευες	=	χουζουρεύω
χουζούρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζούρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζούρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζούρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουζουρεύω
χουζούρη	=	χουζούρης
χουζούρηδες	=	χουζούρης
χουζούρηδων	=	χουζούρης
χουζούρης	noun	αυτός που του αρέσει ή έχει τώρα διάθεση για χουζούρεμα
χουζούρι	noun	το να ξεκουράζεται κάποιος τεμπελιάζοντας και να απολαμβάνει την κατάσταση αυτή
χουζούρια	=	χουζούρι
χουλιάρα	noun	κουτάλα
χουλιάρας	=	χουλιάρα
χουλιάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουλιάρα
χουλιάρι	noun	το κουτάλι της σούπας (και του γλυκού, χουλιαράκι), ενώ το πολύ μεγάλο, χουλιάρα
χουλιάρια	=	χουλιάρι
χουλιαράκι	noun	υποκοριστικό του χουλιάρι, το μικρό κουτάλι, το κουταλάκι του γλυκού
χουλιαράκια	=	χουλιαράκι
χουλιαριά	noun	η κουταλιά (όπως η κουταλιά της σούπας)
χουλιαριάς	=	χουλιαριά
χουλιαριές	=	χουλιαριά
χουλιαριού	=	χουλιάρι
χουλιαριών	=	χουλιάρι
χουλιαρόπαπια	noun	είδος πάπιας
χουλιαρόπαπιας	=	χουλιαρόπαπια
χουλιαρόπαπιες	=	χουλιαρόπαπια
χουλιαρόπαπιων	=	χουλιαρόπαπια
χουλιγκάνε	=	χουλιγκάνος
χουλιγκάνο	=	χουλιγκάνος
χουλιγκάνοι	=	χουλιγκάνος
χουλιγκάνος	noun|vulgar	άλλη μορφή του χούλιγκαν
χουλιγκάνου	=	χουλιγκάνος
χουλιγκάνους	=	χουλιγκάνος
χουλιγκάνων	=	χουλιγκάνος
χουλιγκανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουλιγκανικό
χουλιγκανικέ	adj	κλητική ενικού του χουλιγκανικός
χουλιγκανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουλιγκανική
χουλιγκανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χουλιγκανικός
χουλιγκανικής	adj	γενική ενικού του χουλιγκανική
χουλιγκανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουλιγκανικός
χουλιγκανικού	adj	γενική ενικού του χουλιγκανικός
χουλιγκανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χουλιγκανικός
χουλιγκανικό	adj	αιτιατική ενικού του χουλιγκανικός
χουλιγκανικός	adj	που έχει σχέση με τον χούλιγκαν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
χουλιγκανικών	adj	γενική πληθυντικού του χουλιγκανικός
χουλιγκανισμέ	noun	κλητική ενικού του χουλιγκανισμός
χουλιγκανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουλιγκανισμός
χουλιγκανισμού	noun	γενική ενικού του χουλιγκανισμός
χουλιγκανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χουλιγκανισμός
χουλιγκανισμό	noun	αιτιατική ενικού του χουλιγκανισμός
χουλιγκανισμός	noun	η συμπεριφορά ενός χούλιγκαν
χουλιγκανισμών	noun	γενική πληθυντικού του χουλιγκανισμός
χουμανισμός	noun|dated	άλλη μορφή του ουμανισμός
χουμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουμικό
χουμικέ	adj	κλητική ενικού του χουμικός
χουμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουμική
χουμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χουμικός
χουμικής	adj	γενική ενικού του χουμική
χουμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουμικός
χουμικού	adj	γενική ενικού του χουμικός
χουμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χουμικός
χουμικό	adj	αιτιατική ενικού του χουμικός
χουμικός	adj	που έχει σχέση με τον χούμο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον περιέχει
χουμικών	adj	γενική πληθυντικού του χουμικός
χουνέρι	noun|vulgar	ενέργεια που αποσκοπεί στην εξαπάτηση
χουνέρια	=	χουνέρι
χουνί	noun	το χωνί
χουνεριού	=	χουνέρι
χουνεριών	=	χουνέρι
χουντάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντάρας
χουντίτες	=	χουντίτης
χουντίτη	=	χουντίτης
χουντίτης	noun	ανθρακικό ορυκτό με χημικό τύπο Mg₃Ca(CO₃)₄, παλαιότερα σε χρήση λευκών χρωμάτων και σήμερα σε μείγμα με υδρομαγνησίτη σε επιβραδυντικά φωτιάς
χουντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντικό
χουντικέ	adj	κλητική ενικού του χουντικός
χουντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντική
χουντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χουντικός
χουντικής	adj	γενική ενικού του χουντική
χουντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουντικός
χουντικοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντικοποίηση
χουντικού	adj	γενική ενικού του χουντικός
χουντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χουντικός
χουντικό	adj	αιτιατική ενικού του χουντικός
χουντικός	adj	ο σχετικός με τη χούντα
χουντικών	adj	γενική πληθυντικού του χουντικός
χουντιτών	=	χουντίτης
χουντοβασιλικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντοβασιλικό
χουντοβασιλικέ	adj	κλητική ενικού του χουντοβασιλικός
χουντοβασιλικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντοβασιλική
χουντοβασιλική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χουντοβασιλικός
χουντοβασιλικής	adj	γενική ενικού του χουντοβασιλική
χουντοβασιλικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουντοβασιλικός
χουντοβασιλικού	adj	γενική ενικού του χουντοβασιλικός
χουντοβασιλικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χουντοβασιλικός
χουντοβασιλικό	adj	αιτιατική ενικού του χουντοβασιλικός
χουντοβασιλικός	adj	ακροδεξιός που ήταν θιασώτης της συνεργασίας της δικτατορίας των συνταγματαρχών και του τέως Βασιλιά Κωνσταντίνου
χουντοβασιλικών	adj	γενική πληθυντικού του χουντοβασιλικός
χουντοκάναλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντοκάναλο
χουντοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντοκρατία
χουντοκυβερνήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντοκυβέρνηση
χουντοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουντοποίηση
χουντρί	noun	κεφαλόδεσμος τον οποίο φόραγαν οι γυναίκες κυρίως όταν έκαναν δουλειές
χουνών	=	χούνη
χουρμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χουρμάς
χουρμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουρμάς
χουρμάδων	noun	γενική πληθυντικού του χουρμάς
χουρμάς	noun	ο γλυκός καρπός της χουρμαδιάς, η οποία φέρει το επιστημονικό όνομα «φοίνικας ο δακτυλοφόρος» (Phoenix dactylifera) λόγω του σχήματος των καρπών της
χουρμαδιά	noun	ονομασία για ένα είδος φοινικιάς, τη δακτυλοφόρο (Φοίνιξ ο δακτυλοφόρος, Phoenix dactylifera), η οποία παράγει και τους χουρμάδες
χουρμαδιάς	noun	γενική ενικού του χουρμαδιά
χουρμαδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουρμαδιά
χουρμαδιών	=	χουρμαδιά
χουρχούδα	noun	μαγκούρα, ρόπαλο (στην Κρητική διάλεκτο)
χουρχούδας	=	χουρχούδα
χουρχούδες	=	χουρχούδα
χουρχούδων	=	χουρχούδα
χους	noun	το χώμα
χουσάφι	noun	άλλη γραφή του χοσάφι
χουσμέτι	noun|dated	άλλη μορφή του χισμέτι
χουσμέτια	=	χουσμέτι
χουσμετιού	=	χουσμέτι
χουσμετιών	=	χουσμέτι
χουφτίτσα	noun	υποκοριστικό του χούφτα
χουφτίτσας	noun	γενική ενικού του χουφτίτσα
χουφτίτσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουφτίτσα
χουφτιά	noun	ό,τι χωράει σε μια χούφτα
χουφτιάζαμε	=	χουφτιάζω
χουφτιάζαν	=	χουφτιάζω
χουφτιάζανε	=	χουφτιάζω
χουφτιάζατε	=	χουφτιάζω
χουφτιάζει	=	χουφτιάζω
χουφτιάζεις	=	χουφτιάζω
χουφτιάζετε	=	χουφτιάζω
χουφτιάζοντας	=	χουφτιάζω
χουφτιάζουμε	=	χουφτιάζω
χουφτιάζουν	=	χουφτιάζω
χουφτιάζουνε	=	χουφτιάζω
χουφτιάζω	verb	άλλη μορφή του χουφτώνω
χουφτιάς	=	χουφτιά
χουφτιάσαμε	=	χουφτιάζω
χουφτιάσαν	=	χουφτιάζω
χουφτιάσανε	=	χουφτιάζω
χουφτιάσατε	=	χουφτιάζω
χουφτιάσει	=	χουφτιάζω
χουφτιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούφτιασμα
χουφτιάσματος	noun	γενική ενικού του χούφτιασμα
χουφτιάστε	=	χουφτιάζω
χουφτιές	=	χουφτιά
χουφτιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χούφτιασμα
χουφτιών	=	χουφτιά
χουφτωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χούφτωμα
χουφτωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουφτωμένο
χουφτωμένε	verb	κλητική ενικού του χουφτωμένος
χουφτωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουφτωμένη
χουφτωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χουφτωμένος
χουφτωμένης	verb	γενική ενικού του χουφτωμένη
χουφτωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χουφτωμένος
χουφτωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουφτωμένος
χουφτωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χουφτώνω
χουφτωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χουφτωμένος
χουφτωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χουφτωμένος
χουφτωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χουφτωμένος
χουφτώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούφτωμα
χουφτώματος	noun	γενική ενικού του χούφτωμα
χουφτών	noun	γενική πληθυντικού του χούφτα
χουφτώναμε	=	χουφτώνω
χουφτώναν	=	χουφτώνω
χουφτώνανε	=	χουφτώνω
χουφτώνατε	=	χουφτώνω
χουφτώνει	=	χουφτώνω
χουφτώνεις	=	χουφτώνω
χουφτώνετε	=	χουφτώνω
χουφτώνοντας	=	χουφτώνω
χουφτώνουμε	=	χουφτώνω
χουφτώνουν	=	χουφτώνω
χουφτώνουνε	=	χουφτώνω
χουφτώνω	verb	αγγίζω (σεξουαλικά), ιδίως με ολόκληρη τη χούφτα μου
χουφτώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσαν	=	χουφτώνω
χουφτώσανε	=	χουφτώνω
χουφτώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουφτώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χουχουλέε	=	χουχουλέος
χουχουλέο	=	χουχουλέος
χουχουλέοι	=	χουχουλέος
χουχουλέος	noun	το κοχύλι
χουχουλέου	=	χουχουλέος
χουχουλέους	=	χουχουλέος
χουχουλέων	=	χουχουλέος
χουχουλίζαμε	=	χουχουλίζω
χουχουλίζαν	=	χουχουλίζω
χουχουλίζανε	=	χουχουλίζω
χουχουλίζατε	=	χουχουλίζω
χουχουλίζει	=	χουχουλίζω
χουχουλίζεις	=	χουχουλίζω
χουχουλίζετε	=	χουχουλίζω
χουχουλίζοντας	=	χουχουλίζω
χουχουλίζουμε	=	χουχουλίζω
χουχουλίζουν	=	χουχουλίζω
χουχουλίζουνε	=	χουχουλίζω
χουχουλίζω	verb	άλλη μορφή του χουχουλιάζω
χουχουλίσαμε	=	χουχουλίζω
χουχουλίσαν	=	χουχουλίζω
χουχουλίσανε	=	χουχουλίζω
χουχουλίσατε	=	χουχουλίζω
χουχουλίσει	=	χουχουλίζω
χουχουλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουχούλισμα
χουχουλίσματος	noun	γενική ενικού του χουχούλισμα
χουχουλίστε	=	χουχουλίζω
χουχουλιάζαμε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζαν	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζανε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζατε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζει	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζεις	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζετε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάζουμε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζουν	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζουνε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάζω	verb	φυσάω κάτι με την ανάσα μου (για να το ζεστάνω)
χουχουλιάρα	=	χουχουλιάρης
χουχουλιάρας	=	χουχουλιάρης
χουχουλιάρες	=	χουχουλιάρης
χουχουλιάρη	=	χουχουλιάρης
χουχουλιάρηδες	=	χουχουλιάρης
χουχουλιάρηδων	=	χουχουλιάρης
χουχουλιάρης	adj	που του αρέσει να χουχουλιάζει, η ζεστασιά και η θαλπωρή, που κάθεται στα ζεστά
χουχουλιάρικα	adv	με χουχουλιάρικο τρόπο, χουχουλιάζοντας
χουχουλιάρικε	adj	κλητική ενικού του χουχουλιάρικος
χουχουλιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουχουλιάρικη
χουχουλιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χουχουλιάρικος
χουχουλιάρικης	adj	γενική ενικού του χουχουλιάρικη
χουχουλιάρικο	adj	αιτιατική ενικού του χουχουλιάρικος
χουχουλιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χουχουλιάρικος
χουχουλιάρικος	adj	που σε βοηθά να χουχουλιάζεις
χουχουλιάρικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χουχουλιάρικος
χουχουλιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χουχουλιάρικος
χουχουλιάρικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χουχουλιάρικος
χουχουλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσαν	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάσανε	=	χουχουλιάζω
χουχουλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χουχούλιασμα
χουχουλιάσματος	noun	γενική ενικού του χουχούλιασμα
χουχουλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχουλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χουχούλιασμα
χουχουλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χουχούλισμα
χουχουλόγιωργας	noun	ο χουχουριστής
χουχουριστές	=	χουχουριστής
χουχουριστή	=	χουχουριστής
χουχουριστής	noun	είδος κουκουβάγιας Στριξ η αείσκωψ (αρχαία ελληνική στρίξ, ἀείσκωψ) Strix aluco
χουχουριστών	=	χουχουριστής
χουχούλιαζα	=	χουχουλιάζω
χουχούλιαζαν	=	χουχουλιάζω
χουχούλιαζε	=	χουχουλιάζω
χουχούλιαζες	=	χουχουλιάζω
χουχούλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχούλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχούλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχούλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουχουλιάζω
χουχούλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χουχουλιάζω
χουχούλιζα	=	χουχουλίζω
χουχούλιζαν	=	χουχουλίζω
χουχούλιζε	=	χουχουλίζω
χουχούλιζες	=	χουχουλίζω
χουχούλισα	=	χουχουλίζω
χουχούλισαν	=	χουχουλίζω
χουχούλισε	=	χουχουλίζω
χουχούλισες	=	χουχουλίζω
χουχούλισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χουχουλίζω
χοχλάδι	noun	άλλη μορφή του κοχλίδι
χοχλάδια	=	χοχλάδι
χοχλάζαμε	=	χοχλάζω
χοχλάζαν	=	χοχλάζω
χοχλάζανε	=	χοχλάζω
χοχλάζατε	=	χοχλάζω
χοχλάζει	=	χοχλάζω
χοχλάζεις	=	χοχλάζω
χοχλάζετε	=	χοχλάζω
χοχλάζοντας	=	χοχλάζω
χοχλάζουμε	=	χοχλάζω
χοχλάζουν	=	χοχλάζω
χοχλάζουνε	=	χοχλάζω
χοχλάζω	verb	άλλη μορφή του κοχλάζω
χοχλάκιαζα	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιαζαν	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιαζε	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιαζες	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιασα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος χοχλακιάζω
χοχλάκιασαν	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιασε	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιασες	=	χοχλακιάζω
χοχλάκιασμα	noun	άλλη μορφή του κοχλάκισμα, ο κοχλασμός
χοχλάκιζα	=	χοχλακίζω
χοχλάκιζαν	=	χοχλακίζω
χοχλάκιζε	=	χοχλακίζω
χοχλάκιζες	=	χοχλακίζω
χοχλάκισα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος χοχλακίζω
χοχλάκισαν	=	χοχλακίζω
χοχλάκισε	=	χοχλακίζω
χοχλάκισες	=	χοχλακίζω
χοχλάκισμα	noun	άλλη μορφή του κοχλάκισμα, ο κοχλασμός
χοχλάσαμε	=	χοχλάζω
χοχλάσαν	=	χοχλάζω
χοχλάσανε	=	χοχλάζω
χοχλάσατε	=	χοχλάζω
χοχλάσει	=	χοχλάζω
χοχλάσματα	=	χόχλασμα
χοχλάσματος	=	χόχλασμα
χοχλάστε	=	χοχλάζω
χοχλίδι	noun	άλλη μορφή του κοχλίδι
χοχλίδια	=	χοχλίδι
χοχλαδιού	=	χοχλάδι
χοχλαδιών	=	χοχλάδι
χοχλακίζαμε	=	χοχλακίζω
χοχλακίζαν	=	χοχλακίζω
χοχλακίζανε	=	χοχλακίζω
χοχλακίζατε	=	χοχλακίζω
χοχλακίζει	=	χοχλακίζω
χοχλακίζεις	=	χοχλακίζω
χοχλακίζετε	=	χοχλακίζω
χοχλακίζοντας	=	χοχλακίζω
χοχλακίζουμε	=	χοχλακίζω
χοχλακίζουν	=	χοχλακίζω
χοχλακίζουνε	=	χοχλακίζω
χοχλακίζω	verb	άλλη μορφή του κοχλακίζω, κοχλάζω βράζω, βράζω έντονα
χοχλακίσαμε	=	χοχλακίζω
χοχλακίσαν	=	χοχλακίζω
χοχλακίσανε	=	χοχλακίζω
χοχλακίσατε	=	χοχλακίζω
χοχλακίσει	=	χοχλακίζω
χοχλακίσματα	=	χοχλάκισμα
χοχλακίσματος	=	χοχλάκισμα
χοχλακίστε	=	χοχλακίζω
χοχλακιάζαμε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζαν	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζανε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζατε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζει	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζεις	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζετε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζοντας	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζουμε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζουν	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζουνε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάζω	verb	άλλη μορφή του χοχλακίζω
χοχλακιάσαμε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάσαν	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάσανε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάσατε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάσει	=	χοχλακιάζω
χοχλακιάσματα	=	χοχλάκιασμα
χοχλακιάσματος	=	χοχλάκιασμα
χοχλακιάστε	=	χοχλακιάζω
χοχλακιασμάτων	=	χοχλάκιασμα
χοχλακισμάτων	=	χοχλάκισμα
χοχλακώ	verb	κοχλάζω
χοχλακώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χοχλακώ
χοχλασμάτων	=	χόχλασμα
χοχλιέ	noun	κλητική ενικού του χοχλιός
χοχλιδιού	=	χοχλίδι
χοχλιδιών	=	χοχλίδι
χοχλιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοχλιός
χοχλιού	noun	γενική ενικού του χοχλιός
χοχλιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χοχλιός
χοχλιό	noun	αιτιατική ενικού του χοχλιός
χοχλιών	noun	γενική πληθυντικού του χοχλιός
χοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοϊκό
χοϊκέ	adj	κλητική ενικού του χοϊκός
χοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χοϊκή
χοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοϊκός
χοϊκής	adj	γενική ενικού του χοϊκή
χοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χοϊκός
χοϊκού	adj	γενική ενικού του χοϊκός
χοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χοϊκός
χοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του χοϊκός
χοϊκός	adj	που είναι φτιαγμένος από χώμα
χοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του χοϊκός
χούγι	noun	άλλη μορφή του χούι
χούγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούι
χούγιαζα	=	χουγιάζω
χούγιαζαν	=	χουγιάζω
χούγιαζε	=	χουγιάζω
χούγιαζες	=	χουγιάζω
χούγιαξα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χούγιαξαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χούγιαξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χούγιαξες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουγιάζω
χούγιασμα	noun	δυνατές φωνές από απόσταση
χούι	noun	η συνήθεια, κυρίως η ενοχλητική για τους άλλους
χούια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούι
χούλιγκαν	noun	που δημιουργεί επεισόδια αντιδρώντας βίαια
χούλιγκανς	=	χούλιγκαν
χούμα	noun|vulgar	το χώμα
χούμε	noun	κλητική ενικού του χούμος
χούμο	noun	αιτιατική ενικού του χούμος
χούμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χούμος
χούμος	noun	ειδικό φυτόχωμα που περιλαμβάνει υπολείμματα φυτών, τροφών κ.ά. και χρησιμοποιείται και ως λίπασμα
χούμου	noun	γενική ενικού του χούμος
χούμους	noun	σαλάτα με μορφή πολτού, από ρεβίθια και ταχίνι, πιάτο προέλευσης από την Μέση Ανατολή
χούμων	noun	γενική πληθυντικού του χούμος
χούνες	=	χούνη
χούνη	noun	χοάνη
χούνης	=	χούνη
χούντα	noun	ομάδα στρατιωτικών που κυβερνούν δικτατορικά, αφού ανήλθαν συνήθως με πραξικόπημα στην εξουσία
χούντας	noun	γενική ενικού του χούντα
χούντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούντα
χούντι	noun	αθλητικό φούτερ με κουκούλα
χούρδος	adj	γενναίος, θαρραλέος
χούρχουρες	=	χούρχουρη
χούρχουρη	noun	το ημικύκλιο στο κάτω μέρος του μύλου όπου βγαίνει το νερό
χούρχουρης	=	χούρχουρη
χούρχουρων	=	χούρχουρη
χούφτα	noun	το εσωτερικό της παλάμης
χούφταλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούφταλο
χούφταλο	noun	ο άνθρωπος πολύ μεγάλης ηλικίας και σωματικά καταβεβλημένος
χούφταλου	noun	γενική ενικού του χούφταλο
χούφταλων	noun	γενική πληθυντικού του χούφταλο
χούφτας	noun	γενική ενικού του χούφτα
χούφτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χούφτα
χούφτιαζα	=	χουφτιάζω
χούφτιαζαν	=	χουφτιάζω
χούφτιαζε	=	χουφτιάζω
χούφτιαζες	=	χουφτιάζω
χούφτιασα	=	χουφτιάζω
χούφτιασαν	=	χουφτιάζω
χούφτιασε	=	χουφτιάζω
χούφτιασες	=	χουφτιάζω
χούφτιασμα	noun	άλλη μορφή του χούφτωμα
χούφτωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χουφτώνω
χούφτωνα	=	χουφτώνω
χούφτωναν	=	χουφτώνω
χούφτωνε	=	χουφτώνω
χούφτωνες	=	χουφτώνω
χούφτωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χούφτωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χούφτωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χούφτωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χουφτώνω
χοών	=	χοή
χράμι	noun	ύφασμα, στρωσίδι ή κροσσωτό κλινοσκέπασμα υφασμένο από χοντρό μαλλί
χράμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χράμι
χρέη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρέος
χρένα	=	χρένο
χρένο	noun	καρύκευμα που παράγεται από το φυτό κοχλιαρίς (Armoracia rusticana, συνώνυμο: Cochlearia armoracia, Κοχλιαρίς η αρμορακία)
χρένου	=	χρένο
χρένων	=	χρένο
χρέος	noun	το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή
χρέους	noun	γενική ενικού του χρέος
χρέπι	noun	χρησιμοποιείται για τις γκρεμισμένες ή εγκαταλελειμμένες ή ερειπωμένες εγκαταστάσεις, κατασκευές
χρέωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρεώνω
χρέωνα	=	χρεώνω
χρέωναν	=	χρεώνω
χρέωνε	=	χρεώνω
χρέωνες	=	χρεώνω
χρέωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρέωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρέωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρέωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρέωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρεώνω
χρέωσης	noun	γενική ενικού του χρέωση
χρέωσις	noun	χρέωση
χρήζω	verb|formal	έχω ανάγκη από κάτι (συντάσσεται με γενική)
χρήμα	noun	κάποιο αγαθό που είναι μέσο συναλλαγής και πληρωμής
χρήματα	noun	ένα χρηματικό ποσό
χρήματος	noun	γενική ενικού του χρήμα
χρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρήση
χρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρήση
χρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρήση
χρήση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ
χρήσης	noun	γενική ενικού του χρήση
χρήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρήσιμος	adv	με χρήσιμο τρόπο
χρήσιμε	adj	κλητική ενικού του χρήσιμος
χρήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρήσιμη
χρήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρήσιμος
χρήσιμης	adj	γενική ενικού του χρήσιμη
χρήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του χρήσιμος
χρήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρήσιμος
χρήσιμος	adj	που έχει κάποια πρακτική χρήση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς για κάποιο σκοπό
χρήσιμου	adj	γενική ενικού του χρήσιμος
χρήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρήσιμος
χρήσιμων	adj	γενική πληθυντικού του χρήσιμος
χρήστες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρήστης
χρήστη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χρήστης
χρήστης	noun	που κάνει χρήση, που χρησιμοποιεί κάτι
χρήστρια	noun	θηλυκό του χρήστης
χρήστριας	noun	γενική ενικού του χρήστρια
χρήστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρήστρια
χρίβνα	noun	άλλη γραφή του χρίβνια
χρίβνας	=	χρίβνα
χρίβνες	=	χρίβνα
χρίβνια	noun	της Ουκρανίας
χρίβνιας	=	χρίβνια
χρίβνιες	=	χρίβνια
χρίζαμε	=	χρίζω
χρίζαν	=	χρίζω
χρίζανε	=	χρίζω
χρίζατε	=	χρίζω
χρίζε	=	χρίζω
χρίζει	=	χρίζω
χρίζεις	=	χρίζω
χρίζεσαι	=	χρίζω
χρίζεστε	=	χρίζω
χρίζεται	=	χρίζω
χρίζετε	=	χρίζω
χρίζομαι	=	χρίζω
χρίζονται	=	χρίζω
χρίζονταν	=	χρίζω
χρίζοντας	=	χρίζω
χρίζου	=	χρίζω
χρίζουμε	=	χρίζω
χρίζουν	=	χρίζω
χρίζουνε	=	χρίζω
χρίζω	verb	αλείφω με μύρο ή έλαιο
χρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
χρίσαν	=	χρίζω
χρίσανε	=	χρίζω
χρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
χρίσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
χρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίσεων	=	χρίση
χρίση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίζω
χρίσης	=	χρίση
χρίσμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω
χρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρίσμα
χρίσματος	noun	γενική ενικού του χρίσμα
χρίσου	=	χρίζω
χρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω
χρίω	=	χρίζω
χραίνω	verb	μολύνω (δίνουν τα περισσότερα λεξικά)
χραμάκι	noun	μικρό χράμι
χραμάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χραμάκι
χραμακιού	=	χραμάκι
χραμακιών	=	χραμάκι
χραμιού	=	χράμι
χραμιών	=	χράμι
χρεία	noun|formal	η ανάγκη
χρείας	noun	γενική ενικού του χρεία
χρείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεία
χρειάζεσαι	=	χρειάζομαι
χρειάζεστε	=	χρειάζομαι
χρειάζεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χρειάζομαι
χρειάζομαι	verb	έχω ανάγκη (κάτι ή κάποιον)
χρειάζονται	=	χρειάζομαι
χρειάζονταν	=	χρειάζομαι
χρειάσθηκα	=	χρειάζομαι
χρειάσθηκαν	=	χρειάζομαι
χρειάσθηκες	=	χρειάζομαι
χρειάσου	=	χρειάζομαι
χρειάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαζούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρειαζούμενο
χρειαζούμενε	verb	κλητική ενικού του χρειαζούμενος
χρειαζούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρειαζούμενη
χρειαζούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρειαζούμενος
χρειαζούμενης	verb	γενική ενικού του χρειαζούμενη
χρειαζούμενο	verb	αιτιατική ενικού του χρειαζούμενος
χρειαζούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρειαζούμενος
χρειαζούμενος	verb	αναγκαίος, απαραίτητος
χρειαζούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρειαζούμενος
χρειαζούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρειαζούμενος
χρειαζούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρειαζούμενος
χρειαζόμασταν	=	χρειάζομαι
χρειαζόμαστε	=	χρειάζομαι
χρειαζόμουν	=	χρειάζομαι
χρειαζόμουνα	=	χρειάζομαι
χρειαζόντουσαν	=	χρειάζομαι
χρειαζόσασταν	=	χρειάζομαι
χρειαζόσαστε	=	χρειάζομαι
χρειαζόσουν	=	χρειάζομαι
χρειαζόσουνα	=	χρειάζομαι
χρειαζόταν	=	χρειάζομαι
χρειαζότανε	=	χρειάζομαι
χρειασθήκαμε	=	χρειάζομαι
χρειασθήκαν	=	χρειάζομαι
χρειασθήκανε	=	χρειάζομαι
χρειασθήκατε	=	χρειάζομαι
χρειασθεί	=	χρειάζομαι
χρειασθείς	=	χρειάζομαι
χρειασθείτε	=	χρειάζομαι
χρειασθούμε	=	χρειάζομαι
χρειασθούν	=	χρειάζομαι
χρειασθούνε	=	χρειάζομαι
χρειασθώ	=	χρειάζομαι
χρειαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστήκαν	=	χρειάζομαι
χρειαστήκανε	=	χρειάζομαι
χρειαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειαστούνε	=	χρειάζομαι
χρειαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρειάζομαι
χρειωδών	=	χρειώδης
χρειώδεις	=	χρειώδης
χρειώδες	=	χρειώδης
χρειώδη	=	χρειώδης
χρειώδης	adj	ο απαραίτητος, πιο συνηθισμένο στον ουσιαστικοποιημένο πληθυντικό του ουδετέρου, τα χρειώδη, τα απαραίτητα, τα προς το ζην
χρειώδους	=	χρειώδης
χρειών	noun	γενική πληθυντικού του χρεία
χρεμέτιζα	=	χρεμετίζω
χρεμέτιζαν	=	χρεμετίζω
χρεμέτιζε	=	χρεμετίζω
χρεμέτιζες	=	χρεμετίζω
χρεμέτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμέτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμέτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμέτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμέτισμα	noun|formal	το χλιμίντρισμα
χρεμετίζαμε	=	χρεμετίζω
χρεμετίζαν	=	χρεμετίζω
χρεμετίζανε	=	χρεμετίζω
χρεμετίζατε	=	χρεμετίζω
χρεμετίζει	=	χρεμετίζω
χρεμετίζεις	=	χρεμετίζω
χρεμετίζετε	=	χρεμετίζω
χρεμετίζοντας	=	χρεμετίζω
χρεμετίζουμε	=	χρεμετίζω
χρεμετίζουν	=	χρεμετίζω
χρεμετίζουνε	=	χρεμετίζω
χρεμετίζω	verb	χλιμιντρίζω
χρεμετίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσαν	=	χρεμετίζω
χρεμετίσανε	=	χρεμετίζω
χρεμετίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεμέτισμα
χρεμετίσματος	noun	γενική ενικού του χρεμέτισμα
χρεμετίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεμετίζω
χρεμετισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρεμέτισμα
χρεμετισμέ	=	χρεμετισμός
χρεμετισμοί	=	χρεμετισμός
χρεμετισμού	=	χρεμετισμός
χρεμετισμούς	=	χρεμετισμός
χρεμετισμό	=	χρεμετισμός
χρεμετισμός	noun|formal	άλλη μορφή του χρεμέτισμα, το χλιμίντρισμα
χρεμετισμών	=	χρεμετισμός
χρεογράφου	noun	γενική ενικού του χρεόγραφο
χρεογράφων	noun	γενική πληθυντικού του χρεόγραφο
χρεοκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπία	noun	η αδυναμία κάποιου να πληρώσει τα χρέη του
χρεοκοπίας	=	χρεοκοπία
χρεοκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεοκοπία
χρεοκοπημένα	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένε	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεοκοπημένη
χρεοκοπημένη	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένης	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένο	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκοπημένου	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένους	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπημένων	=	χρεοκοπημένος
χρεοκοπικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεοκοπικό
χρεοκοπικέ	adj	κλητική ενικού του χρεοκοπικός
χρεοκοπικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεοκοπική
χρεοκοπική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρεοκοπικός
χρεοκοπικής	adj	γενική ενικού του χρεοκοπική
χρεοκοπικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεοκοπικός
χρεοκοπικού	adj	γενική ενικού του χρεοκοπικός
χρεοκοπικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρεοκοπικός
χρεοκοπικό	adj	αιτιατική ενικού του χρεοκοπικός
χρεοκοπικός	adj	σχετικός με τη χρεοκοπία
χρεοκοπικών	adj	γενική πληθυντικού του χρεοκοπικός
χρεοκοπιών	=	χρεοκοπία
χρεοκοπούσα	=	χρεοκοπώ
χρεοκοπώ	verb	φτάνω στην χρεοκοπία, κηρύσσω πτώχευση
χρεοκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκόπε	=	χρεοκόπος
χρεοκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
χρεοκόπο	=	χρεοκόπος
χρεοκόποι	=	χρεοκόπος
χρεοκόπος	noun|formal	που έχει κηρύξει χρεοκοπία
χρεοκόπου	=	χρεοκόπος
χρεοκόπους	=	χρεοκόπος
χρεοκόπων	=	χρεοκόπος
χρεολυσία	noun	το χρεολύσιο
χρεολυσίας	noun	γενική ενικού του χρεολυσία
χρεολυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεολυσία
χρεολυσίου	=	χρεολύσιο
χρεολυσίων	=	χρεολύσιο
χρεολυσιών	noun	γενική πληθυντικού του χρεολυσία
χρεολυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεολυτικό
χρεολυτικέ	adj	κλητική ενικού του χρεολυτικός
χρεολυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεολυτική
χρεολυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρεολυτικός
χρεολυτικής	adj	γενική ενικού του χρεολυτική
χρεολυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεολυτικός
χρεολυτικού	adj	γενική ενικού του χρεολυτικός
χρεολυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρεολυτικός
χρεολυτικό	adj	αιτιατική ενικού του χρεολυτικός
χρεολυτικός	adj	που έχει σχέση με το χρεολύσιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
χρεολυτικών	adj	γενική πληθυντικού του χρεολυτικός
χρεολυτικώς	adv	όσον αφορά το χρεολύσιο
χρεολύσια	=	χρεολύσιο
χρεολύσιο	noun	το ποσό καθεμιάς από τις (ισόποσες) δόσεις που καταβάλλονται τακτικά για εξόφληση χρέους
χρεολύσιον	noun	χρεολύσιο
χρεολύσιου	=	χρεολύσιο
χρεολύσιων	=	χρεολύσιο
χρεολύτρου	=	χρεόλυτρο
χρεολύτρων	=	χρεόλυτρο
χρεοπίστωση	noun	άλλη μορφή του πιστοχρέωση
χρεοπίστωσης	noun	γενική ενικού του χρεοπίστωση
χρεοπιστώνω	verb	άλλη μορφή του πιστοχρεώνω
χρεοπιστώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεοπίστωση
χρεοπιστώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρεοπίστωση
χρεοπιστώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρεοπίστωση
χρεοστάσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεοστάσιο
χρεοστάσιον	noun	χρεοστάσιο
χρεοστασίου	noun	γενική ενικού του χρεοστάσιο
χρεοστασίων	noun	γενική πληθυντικού του χρεοστάσιο
χρεωγράφου	=	χρεώγραφο
χρεωγράφων	=	χρεώγραφο
χρεωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθήκαν	=	χρεώνω
χρεωθήκανε	=	χρεώνω
χρεωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωθούνε	=	χρεώνω
χρεωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεωκοπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκοπία	noun	άλλη γραφή του χρεοκοπία
χρεωκοπίας	=	χρεωκοπία
χρεωκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωκοπία
χρεωκοπημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωκοπημένο
χρεωκοπημένε	verb	κλητική ενικού του χρεωκοπημένος
χρεωκοπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωκοπημένη
χρεωκοπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρεωκοπημένος
χρεωκοπημένης	verb	γενική ενικού του χρεωκοπημένη
χρεωκοπημένο	verb	αιτιατική ενικού του χρεωκοπημένος
χρεωκοπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεωκοπημένος
χρεωκοπημένος	verb	που έχει χρεωκοπήσει
χρεωκοπημένου	verb	γενική ενικού του χρεωκοπημένος
χρεωκοπημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρεωκοπημένος
χρεωκοπημένων	verb	γενική πληθυντικού του χρεωκοπημένος
χρεωκοπιών	=	χρεωκοπία
χρεωκοπώ	verb	άλλη γραφή του χρεοκοπώ
χρεωκοπώντας	verb	άλλη γραφή του χρεοκοπώ, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκόπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκόπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκόπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωκόπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεωκοπώ
χρεωλυσία	noun|rare	άλλη γραφή του χρεολυσία: το χρεολύσιο
χρεωλυσίας	noun	γενική ενικού του χρεωλυσία
χρεωλυσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωλυσία
χρεωλυσιών	noun	γενική πληθυντικού του χρεωλυσία
χρεωλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωλυτικό
χρεωλυτικέ	adj	κλητική ενικού του χρεωλυτικός
χρεωλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωλυτική
χρεωλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρεωλυτικός
χρεωλυτικής	adj	γενική ενικού του χρεωλυτική
χρεωλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεωλυτικός
χρεωλυτικού	adj	γενική ενικού του χρεωλυτικός
χρεωλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρεωλυτικός
χρεωλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του χρεωλυτικός
χρεωλυτικός	adj	άλλη γραφή του χρεολυτικός
χρεωλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του χρεωλυτικός
χρεωλυτικώς	adv	άλλη γραφή του χρεολυτικώς
χρεωλύσιο	noun|rare	άλλη γραφή του χρεολύσιο
χρεωλύτρου	=	χρεώλυτρο
χρεωλύτρων	=	χρεώλυτρο
χρεωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρέωμα
χρεωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωμένο
χρεωμένε	verb	κλητική ενικού του χρεωμένος
χρεωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωμένη
χρεωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρεωμένος
χρεωμένης	verb	γενική ενικού του χρεωμένη
χρεωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χρεωμένος
χρεωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεωμένος
χρεωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρεώνω
χρεωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρεωμένος
χρεωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρεωμένος
χρεωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρεωμένος
χρεωνόμασταν	=	χρεώνω
χρεωνόμαστε	=	χρεώνω
χρεωνόμουν	=	χρεώνω
χρεωνόμουνα	=	χρεώνω
χρεωνόντουσαν	=	χρεώνω
χρεωνόσασταν	=	χρεώνω
χρεωνόσαστε	=	χρεώνω
χρεωνόσουν	=	χρεώνω
χρεωνόσουνα	=	χρεώνω
χρεωνόταν	=	χρεώνω
χρεωνότανε	=	χρεώνω
χρεωστάσια	=	χρεωστάσιο
χρεωστάσιο	noun|formal	η αναστολή (μόνιμη ή προσωρινή) της αποπληρωμής των χρεών, διακοπή πληρωμών
χρεωστάσιου	=	χρεωστάσιο
χρεωστασίου	=	χρεωστάσιο
χρεωστασίων	=	χρεωστάσιο
χρεωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωστικό
χρεωστικέ	adj	κλητική ενικού του χρεωστικός
χρεωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεωστική
χρεωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρεωστικός
χρεωστικής	adj	γενική ενικού του χρεωστική
χρεωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρεωστικός
χρεωστικού	adj	γενική ενικού του χρεωστικός
χρεωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρεωστικός
χρεωστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρεωστικός
χρεωστικός	adj	σχετικός με ένα χρέος
χρεωστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρεωστικός
χρεωστριών	noun	γενική πληθυντικού του χρεώστρια
χρεωστώ	verb|dated	χρωστώ
χρεωστών	=	χρεώστης
χρεωστώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρεωστώ
χρεωφειλέτες	=	χρεωφειλέτης
χρεωφειλέτη	=	χρεωφειλέτης
χρεωφειλέτης	noun	που έχει αναλάβει και οφείλει ένα χρέος, κατά κύριο λόγο οικονομικό
χρεωφειλετών	=	χρεωφειλέτης
χρεόγραφα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεόγραφο
χρεόγραφο	noun	έγγραφο που αποδεικνύει την κατοχή μετοχών, ομολογιών ή χρηματιστηριακών τίτλων
χρεόγραφου	=	χρεόγραφο
χρεόγραφων	=	χρεόγραφο
χρεόλυτρα	=	χρεόλυτρο
χρεόλυτρο	noun|dated	το χρεολύσιο
χρεόλυτρου	=	χρεόλυτρο
χρεόλυτρων	=	χρεόλυτρο
χρεώβαρο	noun|rare	τόκος σε χρέος από δανεισμό
χρεώγραφα	=	χρεώγραφο
χρεώγραφο	noun	άλλη γραφή του χρεόγραφο
χρεώγραφου	=	χρεώγραφο
χρεώγραφων	=	χρεώγραφο
χρεώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεώλυτρα	=	χρεώλυτρο
χρεώλυτρο	noun|dated	άλλη γραφή του χρεόλυτρο: το χρεολύσιο
χρεώλυτρου	=	χρεώλυτρο
χρεώλυτρων	=	χρεώλυτρο
χρεώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρέωμα
χρεώματος	noun	γενική ενικού του χρέωμα
χρεών	=	χρέος
χρεώναμε	=	χρεώνω
χρεώναν	=	χρεώνω
χρεώνανε	=	χρεώνω
χρεώνατε	=	χρεώνω
χρεώνει	=	χρεώνω
χρεώνεις	=	χρεώνω
χρεώνεσαι	=	χρεώνω
χρεώνεστε	=	χρεώνω
χρεώνεται	=	χρεώνω
χρεώνετε	=	χρεώνω
χρεώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρεώνω
χρεώνομε	=	χρεώνω
χρεώνονται	=	χρεώνω
χρεώνονταν	=	χρεώνω
χρεώνοντας	=	χρεώνω
χρεώνου	=	χρεώνω
χρεώνουμε	=	χρεώνω
χρεώνουν	=	χρεώνω
χρεώνουνε	=	χρεώνω
χρεώνω	verb	επιβαρύνω κάποιον με χρέος για ποσά που μου οφείλει για την αγορά προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών
χρεώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώσαν	=	χρεώνω
χρεώσανε	=	χρεώνω
χρεώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρέωση
χρεώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρέωση
χρεώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρέωση
χρεώσιμα	=	χρεώσιμος
χρεώσιμε	=	χρεώσιμος
χρεώσιμες	=	χρεώσιμος
χρεώσιμη	=	χρεώσιμος
χρεώσιμης	=	χρεώσιμος
χρεώσιμο	=	χρεώσιμος
χρεώσιμοι	=	χρεώσιμος
χρεώσιμος	adj	που προϋποθέτει οικονομική επιβάρυνση ή υπόκειται σε χρέωση
χρεώσιμου	=	χρεώσιμος
χρεώσιμους	=	χρεώσιμος
χρεώσιμων	=	χρεώσιμος
χρεώσομε	=	χρεώνω
χρεώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνομαι
χρεώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώσουνε	=	χρεώνω
χρεώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρεώστες	=	χρεώστης
χρεώστη	=	χρεώστης
χρεώστης	noun	αυτός που χρωστάει χρήματα ή κάτι παρόμοιο
χρεώστρια	noun	θηλυκό του χρεώστης
χρεώστριας	noun	γενική ενικού του χρεώστρια
χρεώστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρεώστρια
χρεώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεώνω
χρημάτιζα	=	χρηματίζω
χρημάτιζαν	=	χρηματίζω
χρημάτιζε	=	χρηματίζω
χρημάτιζες	=	χρηματίζω
χρημάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρημάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρημάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρημάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρήμα
χρηματίζαμε	=	χρηματίζω
χρηματίζαν	=	χρηματίζω
χρηματίζανε	=	χρηματίζω
χρηματίζατε	=	χρηματίζω
χρηματίζει	=	χρηματίζω
χρηματίζεις	=	χρηματίζω
χρηματίζεσαι	=	χρηματίζω
χρηματίζεστε	=	χρηματίζω
χρηματίζεται	=	χρηματίζω
χρηματίζετε	=	χρηματίζω
χρηματίζομαι	verb	δωροδοκούμαι, εξαγοράζομαι, λαδώνομαι
χρηματίζομε	=	χρηματίζω
χρηματίζονται	=	χρηματίζω
χρηματίζονταν	=	χρηματίζω
χρηματίζοντας	=	χρηματίζω
χρηματίζου	=	χρηματίζω
χρηματίζουμε	=	χρηματίζω
χρηματίζουν	=	χρηματίζω
χρηματίζουνε	=	χρηματίζω
χρηματίζω	verb	υπηρετώ ως οιονεί λειτουργός σε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή σε κάποια σημαντική θέση
χρηματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσαν	=	χρηματίζω
χρηματίσανε	=	χρηματίζω
χρηματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσομε	=	χρηματίζω
χρηματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίσουνε	=	χρηματίζω
χρηματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματίστρια	noun	θηλυκό του χρηματιστής
χρηματίστριας	=	χρηματίστρια
χρηματίστριες	=	χρηματίστρια
χρηματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζω
χρηματαγορά	noun	η αγοραπωλησία χρήματος, που γίνεται συνήθως στο χρηματιστήριο
χρηματαγοράς	noun	γενική ενικού του χρηματαγορά
χρηματαγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματαγορά
χρηματαγορών	=	χρηματαγορά
χρηματαποστολές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματαποστολή
χρηματαποστολή	noun	η αποστολή χρήματος, συνήθως μεγάλου κεφαλαίου
χρηματαποστολής	=	χρηματαποστολή
χρηματαποστολών	=	χρηματαποστολή
χρηματιζόμασταν	=	χρηματίζω
χρηματιζόμαστε	=	χρηματίζω
χρηματιζόμουν	=	χρηματίζω
χρηματιζόμουνα	=	χρηματίζω
χρηματιζόντουσαν	=	χρηματίζω
χρηματιζόσασταν	=	χρηματίζω
χρηματιζόσαστε	=	χρηματίζω
χρηματιζόσουν	=	χρηματίζω
χρηματιζόσουνα	=	χρηματίζω
χρηματιζόταν	=	χρηματίζω
χρηματιζότανε	=	χρηματίζω
χρηματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματικό
χρηματικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματικός
χρηματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματική
χρηματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματικός
χρηματικής	adj	γενική ενικού του χρηματική
χρηματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματικός
χρηματικού	adj	γενική ενικού του χρηματικός
χρηματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματικός
χρηματικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματικός
χρηματικός	adj	σχετικός με το χρήμα
χρηματικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματικός
χρηματισάντων	verb	γενική πληθυντικού του χρηματίσας γένους αρσενικού
χρηματισμέ	noun	κλητική ενικού του χρηματισμός
χρηματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματισμένο
χρηματισμένε	verb	κλητική ενικού του χρηματισμένος
χρηματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματισμένη
χρηματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματισμένος
χρηματισμένης	verb	γενική ενικού του χρηματισμένη
χρηματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χρηματισμένος
χρηματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματισμένος
χρηματισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρηματίζω
χρηματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρηματισμένος
χρηματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρηματισμένος
χρηματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρηματισμένος
χρηματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματισμός
χρηματισμού	noun	γενική ενικού του χρηματισμός
χρηματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρηματισμός
χρηματισμό	noun	αιτιατική ενικού του χρηματισμός
χρηματισμός	noun	η δωροδοκία, η εξαγορά
χρηματισμών	noun	γενική πληθυντικού του χρηματισμός
χρηματιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστής
χρηματιστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χρηματιστής
χρηματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστήκαν	=	χρηματίζω
χρηματιστήκανε	=	χρηματίζω
χρηματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστήριο
χρηματιστήριο	noun	το ίδρυμα στο οποίο πραγματοποιούνται συναλλαγές κινητών αξιών, τροφίμων και αγαθών
χρηματιστήριου	=	χρηματιστήριο
χρηματιστής	noun	που ασχολείται με το χρηματιστήριο
χρηματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστηρίου	noun	γενική ενικού του χρηματιστήριο
χρηματιστηρίων	noun	γενική πληθυντικού του χρηματιστήριο
χρηματιστηριακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρηματιστηριακός	adv	με χρηματιστηριακό τρόπο, μέσω χρηματιστηρίου
χρηματιστηριακέ	adj	κλητική ενικού του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστηριακή
χρηματιστηριακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακής	adj	γενική ενικού του χρηματιστηριακή
χρηματιστηριακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακού	adj	γενική ενικού του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακός	adj	που έχει σχέση με το χρηματιστήριο ή αναφέρεται σ’ αυτό
χρηματιστηριακών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματιστηριακός
χρηματιστηριακώς	adv|formal	με χρηματιστηριακό τρόπο, μέσω χρηματιστηρίου
χρηματιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστικό
χρηματιστικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματιστικός
χρηματιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστική
χρηματιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματιστικός
χρηματιστικής	adj	γενική ενικού του χρηματιστική
χρηματιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματιστικός
χρηματιστικού	adj	γενική ενικού του χρηματιστικός
χρηματιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματιστικός
χρηματιστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματιστικός
χρηματιστικός	adj	σχετικός με τον χρηματιστή
χρηματιστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματιστικός
χρηματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστούνε	=	χρηματίζω
χρηματιστριών	=	χρηματίστρια
χρηματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματίζομαι
χρηματιστών	noun	γενική πληθυντικού του χρηματιστής
χρηματογράφου	=	χρηματόγραφο
χρηματογράφων	=	χρηματόγραφο
χρηματοδέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματόδεμα
χρηματοδέματος	noun	γενική ενικού του χρηματόδεμα
χρηματοδεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρηματόδεμα
χρηματοδοσία	noun	άλλη μορφή του χρηματοδότηση
χρηματοδοσίας	=	χρηματοδοσία
χρηματοδοσίες	=	χρηματοδοσία
χρηματοδοσιών	=	χρηματοδοσία
χρηματοδοτήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσαν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσανε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοδότηση
χρηματοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσεων	=	χρηματοδότηση
χρηματοδοτήσιμα	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμε	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμες	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμη	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμης	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμο	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμοι	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμος	adj	που είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθεί
χρηματοδοτήσιμου	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμους	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσιμων	=	χρηματοδοτήσιμος
χρηματοδοτήσου	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσουνε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χρηματοδοτώ
χρηματοδοτείς	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτείσαι	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτείστε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτείται	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτείτε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτείτο	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθήκαν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτηθήκανε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτηθούνε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτούμαι
χρηματοδοτημένα	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένε	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένες	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένη	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένης	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένο	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένοι	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτημένου	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένους	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτημένων	=	χρηματοδοτημένος
χρηματοδοτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοδοτικό
χρηματοδοτικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοδοτική
χρηματοδοτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτικής	adj	γενική ενικού του χρηματοδοτική
χρηματοδοτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτικού	adj	γενική ενικού του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτικός	adj	που είναι σχετικός με τη χρηματοδότηση
χρηματοδοτικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματοδοτικός
χρηματοδοτούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούμασταν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούμαστε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούμε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούμενα	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενε	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενες	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενη	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενης	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενο	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενοι	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούμενου	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενους	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμενων	=	χρηματοδοτούμενος
χρηματοδοτούμουν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούμουνα	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούνε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούνται	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούνταν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούντο	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσα	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσαμε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσαν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσανε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσασταν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσαστε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσατε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσε	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσες	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσουν	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτούσουνα	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδοτριών	=	χρηματοδότρια
χρηματοδοτώ	verb	παρέχω σε οργάνωση ή άτομο χρήματα για ορισμένο έργο ή σκοπό
χρηματοδοτών	=	χρηματοδότης
χρηματοδοτώντας	=	χρηματοδοτώ
χρηματοδότες	=	χρηματοδότης
χρηματοδότη	=	χρηματοδότης
χρηματοδότης	noun	αυτός που χρηματοδοτεί, που παρέχει χρήματα για ορισμένο έργο
χρηματοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρηματοδοτώ
χρηματοδότηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματοδοτώ
χρηματοδότησης	=	χρηματοδότηση
χρηματοδότρια	noun	θηλυκό του χρηματοδότης
χρηματοδότριας	=	χρηματοδότρια
χρηματοδότριες	=	χρηματοδότρια
χρηματοκαπιταλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοκαπιταλιστικό
χρηματοκαπιταλιστικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκαπιταλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοκαπιταλιστική
χρηματοκαπιταλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκαπιταλιστικής	adj	γενική ενικού του χρηματοκαπιταλιστική
χρηματοκαπιταλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκαπιταλιστικού	adj	γενική ενικού του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκαπιταλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκαπιταλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκαπιταλιστικός	adj|rare	που έχει σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα και το χρήμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
χρηματοκαπιταλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματοκαπιταλιστικός
χρηματοκιβωτίου	noun	γενική ενικού του χρηματοκιβώτιο
χρηματοκιβωτίων	noun	γενική πληθυντικού του χρηματοκιβώτιο
χρηματοκιβώτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοκιβώτιο
χρηματοκιβώτιο	noun	κιβώτιο ή χώρος ασφαλισμένος για την φύλαξη χρημάτων ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων, εγγράφων κλπ
χρηματοκιβώτιον	noun	το χρηματοκιβώτιο
χρηματοκιβώτιου	=	χρηματοκιβώτιο
χρηματοκομιστές	=	χρηματοκομιστής
χρηματοκομιστή	=	χρηματοκομιστής
χρηματοκομιστής	noun	στη νεοελληνική αυτός που μεταφέρει χρήματα για λογαριασμού τρίτου, ως υπαλληλίσκος που διεκπεραιώνει μια άτυπη και ίσως παράνομη χρηματαποστολή
χρηματοκομιστών	=	χρηματοκομιστής
χρηματοκρατία	noun	η απρόσωπη κυριαρχία του χρήματος
χρηματοκρατίας	=	χρηματοκρατία
χρηματοκρατίες	=	χρηματοκρατία
χρηματοκρατιών	=	χρηματοκρατία
χρηματολάτρες	=	χρηματολάτρης
χρηματολάτρη	=	χρηματολάτρης
χρηματολάτρης	noun	που λατρεύει το χρήμα ως θεότητα, ο δούλος του χρήματος
χρηματολαγνεία	noun	η πολύ έντονη επιθυμία, ο πόθος για απόκτηση χρήματος
χρηματολαγνείας	=	χρηματολαγνεία
χρηματολαγνείες	=	χρηματολαγνεία
χρηματολαγνειών	=	χρηματολαγνεία
χρηματολατρών	=	χρηματολάτρης
χρηματολογία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματολογώ
χρηματολογίας	=	χρηματολογία
χρηματολογίες	=	χρηματολογία
χρηματολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματολογικό
χρηματολογικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματολογικός
χρηματολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματολογική
χρηματολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματολογικός
χρηματολογικής	adj	γενική ενικού του χρηματολογική
χρηματολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματολογικός
χρηματολογικού	adj	γενική ενικού του χρηματολογικός
χρηματολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματολογικός
χρηματολογικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματολογικός
χρηματολογικός	adj	σχετικός με τη χρηματολογία
χρηματολογικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματολογικός
χρηματολογιών	=	χρηματολογία
χρηματολογώ	verb	εισπράττω χρήματα με εξαναγκαστικούς τρόπους και (κατ’ επέκταση) πλουτίζω αθέμιτα
χρηματολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρηματολογώ
χρηματομεσίτες	=	χρηματομεσίτης
χρηματομεσίτη	=	χρηματομεσίτης
χρηματομεσίτης	noun	κάποιος που μεσολαβεί σε οικονομικές συναλλαγές (σύναψη δανείων κ.λπ.) μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών
χρηματομεσίτρια	noun	θηλυκό του χρηματομεσίτης
χρηματομεσίτριας	=	χρηματομεσίτρια
χρηματομεσίτριες	=	χρηματομεσίτρια
χρηματομεσιτριών	=	χρηματομεσίτρια
χρηματομεσιτών	=	χρηματομεσίτης
χρηματοοικονομικά	noun	επιστήμη που μελετά τα χρηματοοικονομικά δεδομένα και αφορά σε επιχειρήσεις, οργανισμούς ακόμα και σε μεμονωμένα άτομα.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοοικονομική
χρηματοοικονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικής	adj	γενική ενικού του χρηματοοικονομική
χρηματοοικονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικού	adj	γενική ενικού του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματοοικονομικός
χρηματοοικονομικός	adj	σχετικός με τη διαχείριση του χρήματος στην οικονομία
χρηματοοικονομικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματοοικονομικός
χρηματοπιστωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοπιστωτικό
χρηματοπιστωτικέ	adj	κλητική ενικού του χρηματοπιστωτικός
χρηματοπιστωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηματοπιστωτική
χρηματοπιστωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηματοπιστωτικός
χρηματοπιστωτικής	adj	γενική ενικού του χρηματοπιστωτική
χρηματοπιστωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηματοπιστωτικός
χρηματοπιστωτικού	adj	γενική ενικού του χρηματοπιστωτικός
χρηματοπιστωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηματοπιστωτικός
χρηματοπιστωτικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηματοπιστωτικός
χρηματοπιστωτικός	adj	που αναφέρεται στη μεταφορά χρήματος από επενδυτές και αποταμιευτές προς δανειζομένους, πολύ συχνά με τη μεσολάβηση οργανισμών όπως είναι οι τράπεζες
χρηματοπιστωτικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηματοπιστωτικός
χρηματοροές	=	χρηματοροή
χρηματοροή	noun	η συσχέτιση των εσόδων με τα έξοδα (δαπάνες) και την επίδρασή τους στα μετρητά κατά την διάρκεια μιας χρονικής περιόδου
χρηματοροής	=	χρηματοροή
χρηματοροών	=	χρηματοροή
χρηματοφυλάκια	=	χρηματοφυλάκιο
χρηματοφυλάκιο	noun|archaic	δερμάτινη θήκη για χρήματα, πορτοφόλι
χρηματοφυλάκιου	=	χρηματοφυλάκιο
χρηματοφυλάκιων	=	χρηματοφυλάκιο
χρηματοφυλακίου	=	χρηματοφυλάκιο
χρηματοφυλακίων	=	χρηματοφυλάκιο
χρηματόγραφα	=	χρηματόγραφο
χρηματόγραφο	noun	παλιότερη, παρωχημένη λέξη για το χρεώγραφο
χρηματόγραφον	noun	το χρεόγραφο
χρηματόγραφου	=	χρηματόγραφο
χρηματόδεμα	noun	σφραγισμένο δέμα με χρήματα
χρηματόδεντρα	=	χρηματόδεντρο
χρηματόδεντρο	noun	ειρωνική αναφορά σε ανύπαρκτο δένδρο που έχει χρήματα (λεφτά) για καρπούς
χρηματόδεντρου	=	χρηματόδεντρο
χρηματόδεντρων	=	χρηματόδεντρο
χρησάμενα	=	χρησάμενος
χρησάμενε	=	χρησάμενος
χρησάμενες	=	χρησάμενος
χρησάμενη	=	χρησάμενος
χρησάμενης	=	χρησάμενος
χρησάμενο	=	χρησάμενος
χρησάμενοι	=	χρησάμενος
χρησάμενος	verb	πρόκειται για το άτομο ο οποίος λαμβάνει δανειακά ένα αντικείμενο να το καρπωθεί χωρίς αντάλλαγμα, αλλά υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης.
χρησάμενου	=	χρησάμενος
χρησάμενους	=	χρησάμενος
χρησάμενων	=	χρησάμενος
χρησίμευα	=	χρησιμεύω
χρησίμευαν	=	χρησιμεύω
χρησίμευε	=	χρησιμεύω
χρησίμευες	=	χρησιμεύω
χρησίμευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησίμευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησίμευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησίμευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησίμεψα	=	χρησιμεύω
χρησίμεψαν	=	χρησιμεύω
χρησίμεψε	=	χρησιμεύω
χρησίμεψες	=	χρησιμεύω
χρησιδάνεια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιδάνειο
χρησιδάνειο	noun	πρόκειται ουσιαστικά για μια σύμβαση μεταξύ ενός χρήστη και ενός χρησάμενου, βάσει της οποίας ο πρώτος δανείζει τον δεύτερο δίχως αντάλλαγμα, με την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος θα επιστρέψει το αντικείμενο στον πρώτο μετά το πέρας της σύμβασης
χρησιδάνειον	noun	το χρησιδάνειο
χρησιδάνειου	=	χρησιδάνειο
χρησιδανείου	noun	γενική ενικού του χρησιδάνειο
χρησιδανείων	noun	γενική πληθυντικού του χρησιδάνειο
χρησικτησία	noun	τρόπος με τον οποίο αποκτά κάποιος αποκλειστικά δικαιώματα ελέγχου (κυριότητα) ενός πράγματος, με το να το χρησιμοποιεί για μακρό χρονικό διάστημα σαν να ήταν δικό του, χωρίς την ρητή άδεια ούτε την επέμβαση του νόμιμου ιδιοκτήτη
χρησικτησίας	noun	γενική ενικού του χρησικτησία
χρησικτησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησικτησία
χρησικτησιών	noun	γενική πληθυντικού του χρησικτησία
χρησιμέψαμε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψατε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψει	=	χρησιμεύω
χρησιμέψεις	=	χρησιμεύω
χρησιμέψετε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψομε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψουμε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψουν	=	χρησιμεύω
χρησιμέψουνε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψτε	=	χρησιμεύω
χρησιμέψω	=	χρησιμεύω
χρησιμεύαμε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύαν	=	χρησιμεύω
χρησιμεύανε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύατε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμεύω
χρησιμεύεις	=	χρησιμεύω
χρησιμεύετε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύομε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύοντας	=	χρησιμεύω
χρησιμεύουμε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύουν	=	χρησιμεύω
χρησιμεύουνε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσαν	=	χρησιμεύω
χρησιμεύσανε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσομε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσουνε	=	χρησιμεύω
χρησιμεύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμεύω
χρησιμεύω	verb	είμαι χρήσιμος, έχω κάποια χρησιμότητα
χρησιμοθήρα	=	χρησιμοθήρας
χρησιμοθήρας	noun|formal	αυτός που επιδιώκει μόνο ό,τι θεωρεί χρήσιμο για τον εαυτό του
χρησιμοθήρες	=	χρησιμοθήρας
χρησιμοθήρων	=	χρησιμοθήρας
χρησιμοθηρία	noun	η επιδίωξη μόνο του χρήσιμου ή ωφέλιμου
χρησιμοθηρίας	noun	γενική ενικού του χρησιμοθηρία
χρησιμοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοθηρία
χρησιμοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρησιμοθηρικός	adv	κατά τρόπο χρησιμοθηρικό
χρησιμοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοθηρική
χρησιμοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικής	adj	γενική ενικού του χρησιμοθηρική
χρησιμοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικού	adj	γενική ενικού του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικός	adj	σχετικός με τη χρησιμοθηρία, που επιδιώκει μόνο το χρήσιμο
χρησιμοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του χρησιμοθηρικός
χρησιμοθηρικώς	adv	κατά τρόπο χρησιμοθηρικό
χρησιμοθηριών	noun	γενική πληθυντικού του χρησιμοθηρία
χρησιμοθηρώ	verb	είμαι χρησιμοθήρας
χρησιμοκρατία	noun|dated	η χρησιμοθηρία
χρησιμοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοκρατικό
χρησιμοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του χρησιμοκρατικός
χρησιμοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοκρατική
χρησιμοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρησιμοκρατικός
χρησιμοκρατικής	adj	γενική ενικού του χρησιμοκρατική
χρησιμοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοκρατικός
χρησιμοκρατικού	adj	γενική ενικού του χρησιμοκρατικός
χρησιμοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρησιμοκρατικός
χρησιμοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του χρησιμοκρατικός
χρησιμοκρατικός	adj|dated	χρησιμοθηρικός
χρησιμοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του χρησιμοκρατικός
χρησιμοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ
χρησιμοποίησης	noun	γενική ενικού του χρησιμοποίηση
χρησιμοποίησις	noun	η χρησιμοποίηση
χρησιμοποιήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσαν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσανε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρησιμοποίηση
χρησιμοποιήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρησιμοποίηση
χρησιμοποιήσιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιήσιμο
χρησιμοποιήσιμε	adj	κλητική ενικού του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιήσιμη
χρησιμοποιήσιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμης	adj	γενική ενικού του χρησιμοποιήσιμη
χρησιμοποιήσιμο	adj	αιτιατική ενικού του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμος	adj	που μπορείς να κάνεις χρήση του, δεν έχει χαλάσει, αντέχει ακομα, ή που γενικά μπορεί να αξιοποιηθεί σε κάτι χρήσιμο
χρησιμοποιήσιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρησιμοποιήσιμος
χρησιμοποιήσου	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσουνε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήστε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του χρησιμοποιώ
χρησιμοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοποιεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ
χρησιμοποιείς	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιείσαι	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιείστε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιείτε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ
χρησιμοποιείτο	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθήκαν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιηθήκανε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιηθούνε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησιμοποιούμαι
χρησιμοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιημένο
χρησιμοποιημένε	verb	κλητική ενικού του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιημένη
χρησιμοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιημένης	verb	γενική ενικού του χρησιμοποιημένη
χρησιμοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιημένος	verb	που έχει χρησιμοποιηθεί
χρησιμοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρησιμοποιημένος
χρησιμοποιούμαι	verb	είμαι χρήσιμος σε κάτι
χρησιμοποιούμασταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούμαστε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιούμενο
χρησιμοποιούμενε	verb	κλητική ενικού του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιούμενη
χρησιμοποιούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμενης	verb	γενική ενικού του χρησιμοποιούμενη
χρησιμοποιούμενο	verb	αιτιατική ενικού του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμενος	verb	που χρησιμοποιείται
χρησιμοποιούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρησιμοποιούμενος
χρησιμοποιούμουν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούμουνα	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούνε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούνται	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούνταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούντο	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσα	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσαμε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσαν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσανε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσασταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσαστε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσατε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσες	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσουν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιούσουνα	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόμασταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόμαστε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόμουν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόμουνα	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόνταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόντανε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόντουσαν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόσασταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόσαστε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόσουν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόσουνα	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιόταν	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιότανε	=	χρησιμοποιώ
χρησιμοποιώ	verb	μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι
χρησιμοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρησιμοποιώ
χρησιμοτήτων	=	χρησιμότητα
χρησιμότερα	=	χρήσιμος
χρησιμότερε	=	χρήσιμος
χρησιμότερες	=	χρήσιμος
χρησιμότερη	=	χρήσιμος
χρησιμότερης	=	χρήσιμος
χρησιμότερο	=	χρήσιμος
χρησιμότεροι	=	χρήσιμος
χρησιμότερος	=	χρήσιμος
χρησιμότερου	=	χρήσιμος
χρησιμότερους	=	χρήσιμος
χρησιμότερων	=	χρήσιμος
χρησιμότητα	noun	η ιδιότητα του χρήσιμου
χρησιμότητας	noun	γενική ενικού του χρησιμότητα
χρησιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησιμότητα
χρησμέ	noun	κλητική ενικού του χρησμός
χρησμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρησμός
χρησμοδοσία	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησμοδοτώ
χρησμοδοσίας	noun	γενική ενικού του χρησμοδοσία
χρησμοδοσίες	=	χρησμοδοσία
χρησμοδοσιών	noun	γενική πληθυντικού του χρησμοδοσία
χρησμοδοτήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρησμοδότημα
χρησμοδοτήματος	noun	γενική ενικού του χρησμοδότημα
χρησμοδοτήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσαν	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσανε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδοτεί	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτείς	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτείτε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρησμοδότημα
χρησμοδοτησών	=	χρησμοδότηση
χρησμοδοτούμε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούν	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούνε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσα	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσαμε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσαν	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσανε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσατε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσε	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτούσες	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδοτώ	verb	διατυπώνω και δίνω χρησμούς
χρησμοδοτών	=	χρησμοδότης
χρησμοδοτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδότει	=	χρησμοδοτώ
χρησμοδότες	=	χρησμοδότης
χρησμοδότη	=	χρησμοδότης
χρησμοδότημα	noun	το αποτέλεσμα του χρησμοδοτώ
χρησμοδότης	noun	αυτός που χρησμοδοτεί
χρησμοδότησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδότησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδότησας	=	χρησμοδότηση
χρησμοδότησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδότησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρησμοδοτώ
χρησμοδότηση	noun	η χρησμοδοσία
χρησμολογία	noun	η χρησμοδοσία
χρησμολογίας	noun	γενική ενικού του χρησμολογία
χρησμολογίες	=	χρησμολογία
χρησμολογίου	=	χρησμολόγιο
χρησμολογίων	=	χρησμολόγιο
χρησμολογιών	noun	γενική πληθυντικού του χρησμολογία
χρησμολογώ	verb	χρησμοδοτώ
χρησμολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρησμολογώ
χρησμολόγα	=	χρησμολόγος
χρησμολόγας	=	χρησμολόγος
χρησμολόγε	=	χρησμολόγος
χρησμολόγες	=	χρησμολόγος
χρησμολόγια	=	χρησμολόγιο
χρησμολόγιο	noun	βιβλίο που περιέχει χρησμούς
χρησμολόγιου	=	χρησμολόγιο
χρησμολόγιων	=	χρησμολόγιο
χρησμολόγο	=	χρησμολόγος
χρησμολόγοι	=	χρησμολόγος
χρησμολόγος	adj	ο χρησμοδότης
χρησμολόγου	=	χρησμολόγος
χρησμολόγους	=	χρησμολόγος
χρησμολόγων	=	χρησμολόγος
χρησμού	noun	γενική ενικού του χρησμός
χρησμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρησμός
χρησμό	noun	αιτιατική ενικού του χρησμός
χρησμός	noun	αυτό που αποκρίνεται ή ανακοινώνει το μαντείο, το αποτέλεσμα της μαντείας
χρησμών	noun	γενική πληθυντικού του χρησμός
χρηστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρηστός	adv	με χρηστό τρόπο
χρηστέ	adj	κλητική ενικού του χρηστός
χρηστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηστή
χρηστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηστός
χρηστήρια	=	χρηστήριος
χρηστήριας	=	χρηστήριος
χρηστήριε	=	χρηστήριος
χρηστήριες	=	χρηστήριος
χρηστήριο	noun	αρχαία ελληνική χρηστήριον
χρηστήριοι	=	χρηστήριος
χρηστήριος	adj	ο σχετικός με το χρησμό του μαντείου
χρηστήριου	=	χρηστήριος
χρηστήριους	=	χρηστήριος
χρηστήριων	=	χρηστήριος
χρηστής	adj	γενική ενικού του χρηστή
χρηστηρίου	=	χρηστήριο
χρηστηρίων	=	χρηστήριο
χρηστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηστικό
χρηστικέ	adj	κλητική ενικού του χρηστικός
χρηστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηστική
χρηστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρηστικός
χρηστικής	adj	γενική ενικού του χρηστική
χρηστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηστικός
χρηστικοτήτων	=	χρηστικότητα
χρηστικού	adj	γενική ενικού του χρηστικός
χρηστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηστικός
χρηστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρηστικός
χρηστικός	adj	που είναι κατάλληλος για χρήση
χρηστικότης	noun	η χρηστικότητα
χρηστικότητα	noun	το να είναι κάτι χρηστικό κι εύκολο στη χρήση, η ιδιότητα του χρηστικού
χρηστικότητας	=	χρηστικότητα
χρηστικότητες	=	χρηστικότητα
χρηστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρηστικός
χρηστοήθεια	noun|dated	η ιδιότητα του χρηστοήθους
χρηστοήθειας	noun	γενική ενικού του χρηστοήθεια
χρηστοήθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηστοήθεια
χρηστοήθεις	=	χρηστοήθης
χρηστοήθη	=	χρηστοήθης
χρηστοήθης	adj	που έχει χρηστά ήθη
χρηστοήθους	=	χρηστοήθης
χρηστοήθων	=	χρηστοήθης
χρηστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρηστός
χρηστοηθειών	noun	γενική πληθυντικού του χρηστοήθεια
χρηστοκεντρικά	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικέ	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικές	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρική	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικής	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικοί	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικού	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικούς	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικό	=	χρηστοκεντρικός
χρηστοκεντρικός	adj	που εστιάζει στην εμπειρία ενός χρήστη
χρηστοκεντρικών	=	χρηστοκεντρικός
χρηστομάθεια	noun	συλλογή κειμένων ευχάριστων και με διδακτικό χαρακτήρα, συνήθως με σκοπό την εκμάθηση μιας γλώσσας, όπως συλλογή κειμένων στην αρχαία ελληνική γλώσσα για εκμάθηση της γλώσσας
χρηστομάθειας	noun	γενική ενικού του χρηστομάθεια
χρηστομάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρηστομάθεια
χρηστομαθειών	noun	γενική πληθυντικού του χρηστομάθεια
χρηστοτήτων	=	χρηστότητα
χρηστού	adj	γενική ενικού του χρηστός
χρηστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρηστός
χρηστριών	noun	γενική πληθυντικού του χρήστρια
χρηστωνύμου	=	χρηστώνυμο
χρηστωνύμων	=	χρηστώνυμο
χρηστό	adj	αιτιατική ενικού του χρηστός
χρηστόηθες	=	χρηστοήθης
χρηστός	adj	ηθικός, ενάρετος, έντιμος
χρηστότητα	noun	η ιδιότητα του χρηστού, του ενάρετου
χρηστότητας	noun	γενική ενικού του χρηστότητα
χρηστότητες	=	χρηστότητα
χρηστών	adj	γενική πληθυντικού του χρηστός
χρηστώνυμα	=	χρηστώνυμο
χρηστώνυμο	noun	η ονομασία που χρησιμοποιεί κάποιος χρήστης, για να εισέλθει σε κάποιο υπολογιστικό σύστημα ή κάποιο ιστότοπο
χρηστώνυμου	=	χρηστώνυμο
χρηστώνυμων	=	χρηστώνυμο
χριβνιών	=	χρίβνια
χριβνών	=	χρίβνα
χριζόμασταν	=	χρίζω
χριζόμαστε	=	χρίζω
χριζόμενος	=	χρίζω
χριζόμουν	=	χρίζω
χριζόμουνα	=	χρίζω
χριζόντουσαν	=	χρίζω
χριζόσασταν	=	χρίζω
χριζόσαστε	=	χρίζω
χριζόσουν	=	χρίζω
χριζόσουνα	=	χρίζω
χριζόταν	=	χρίζω
χριζότανε	=	χρίζω
χρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρίσμα
χρισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρισμένο
χρισμένε	verb	κλητική ενικού του χρισμένος
χρισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρισμένη
χρισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρισμένος
χρισμένης	verb	γενική ενικού του χρισμένη
χρισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χρισμένος
χρισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρισμένος
χρισμένος	verb	που του έχει δοθεί το χρίσμα σε κάποια θρησκευτική τελετή ή από την πολιτεία για κάποιο επίσημο καθήκον
χρισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρισμένος
χρισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρισμένος
χρισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρισμένος
χριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χριστός	adv	με χριστό τρόπο
χριστέ	adj	κλητική ενικού του χριστός
χριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστή
χριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χριστός
χριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστήκαν	=	χρίζω
χριστήκανε	=	χρίζω
χριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστής	adj	γενική ενικού του χριστή
χριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστεπώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστεπώνυμο
χριστεπώνυμε	adj	κλητική ενικού του χριστεπώνυμος
χριστεπώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστεπώνυμη
χριστεπώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χριστεπώνυμος
χριστεπώνυμης	adj	γενική ενικού του χριστεπώνυμη
χριστεπώνυμο	adj	αιτιατική ενικού του χριστεπώνυμος
χριστεπώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστεπώνυμος
χριστεπώνυμος	adj	που έχει βαφτιστεί στο όνομα του Χριστού χριστιανικός, χριστιανός
χριστεπώνυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χριστεπώνυμος
χριστεπώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστεπώνυμος
χριστεπώνυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χριστεπώνυμος
χριστιανά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χριστιανός
χριστιανέ	noun	κλητική ενικού του χριστιανός	adj	κλητική ενικού του χριστιανός (αρσενικό)
χριστιανές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανή
χριστιανή	noun	αυτή που πιστεύει στον χριστιανισμό, θηλυκό του χριστιανός
χριστιανής	adj	γενική ενικού του χριστιανή
χριστιανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανικό	adv	σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού
χριστιανικέ	adj	κλητική ενικού του χριστιανικός
χριστιανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανική
χριστιανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χριστιανικός
χριστιανικής	adj	γενική ενικού του χριστιανική
χριστιανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστιανικός
χριστιανικοτήτων	=	χριστιανικότητα
χριστιανικού	adj	γενική ενικού του χριστιανικός
χριστιανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανικός
χριστιανικό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του χριστιανικός
χριστιανικός	adj	που αναφέρεται ή ανήκει ή είναι σύμφωνος με τη διδασκαλία του χριστιανισμού
χριστιανικότητα	noun	η ιδιότητα του χριστιανικού
χριστιανικότητας	=	χριστιανικότητα
χριστιανικότητες	=	χριστιανικότητα
χριστιανικών	adj	γενική πληθυντικού του χριστιανικός
χριστιανισμέ	noun	κλητική ενικού του χριστιανισμός
χριστιανισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστιανισμός
χριστιανισμού	noun	γενική ενικού του χριστιανισμός
χριστιανισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανισμός
χριστιανισμό	noun	αιτιατική ενικού του χριστιανισμός
χριστιανισμός	noun	θρησκευτικό σύστημα πίστης το οποίο αναγνωρίζει ως ιδρυτή και κεντρικό πρόσωπο του συνόλου της διδασκαλίας του τον Ιησού Χριστό, όπως παρουσιάζεται στα βιβλία της Αγίας Γραφής
χριστιανισμών	noun	γενική πληθυντικού του χριστιανισμός
χριστιανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστιανός
χριστιανοδημοκράτες	=	χριστιανοδημοκράτης
χριστιανοδημοκράτη	=	χριστιανοδημοκράτης
χριστιανοδημοκράτης	noun	οπαδός της χριστιανοδημοκρατίας
χριστιανοδημοκρατία	noun	πολιτική ιδεολογία και πρακτική που έχει ως σκοπό την εφαρμογή χριστιανικών αρχών στην οργάνωση του κράτους
χριστιανοδημοκρατίας	noun	γενική ενικού του χριστιανοδημοκρατία
χριστιανοδημοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατία
χριστιανοδημοκρατικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατικό
χριστιανοδημοκρατικέ	adj	κλητική ενικού του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατική
χριστιανοδημοκρατική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατικής	adj	γενική ενικού του χριστιανοδημοκρατική
χριστιανοδημοκρατικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατικού	adj	γενική ενικού του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατικό	adj	αιτιατική ενικού του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατικός	adj	που έχει σχέση με τον χριστιανοδημοκράτη ή τη χριστιανοδημοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτά
χριστιανοδημοκρατικών	adj	γενική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατικός
χριστιανοδημοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του χριστιανοδημοκρατία
χριστιανοδημοκρατών	=	χριστιανοδημοκράτης
χριστιανοελληνισμέ	=	χριστιανοελληνισμός
χριστιανοελληνισμοί	=	χριστιανοελληνισμός
χριστιανοελληνισμού	=	χριστιανοελληνισμός
χριστιανοελληνισμούς	=	χριστιανοελληνισμός
χριστιανοελληνισμό	=	χριστιανοελληνισμός
χριστιανοελληνισμός	noun	πρακτική προώθησης αξιών του χριστιανισμού ταυτόχρονα με ελληνικές πατριωτικές αξίες
χριστιανοελληνισμών	=	χριστιανοελληνισμός
χριστιανομάχε	noun	κλητική ενικού του χριστιανομάχος
χριστιανομάχο	noun	αιτιατική ενικού του χριστιανομάχος
χριστιανομάχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστιανομάχος
χριστιανομάχος	noun	που μάχεται τον χριστιανισμό ή τους χριστιανούς, που είναι πολέμιός τους
χριστιανομάχου	noun	γενική ενικού του χριστιανομάχος
χριστιανομάχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανομάχος
χριστιανομάχων	noun	γενική πληθυντικού του χριστιανομάχος
χριστιανοποίηση	noun	ταυτόσημο με τον εκχριστιανισμός
χριστιανοποίησης	=	χριστιανοποίηση
χριστιανοποιήσεις	=	χριστιανοποίηση
χριστιανοποιήσεων	=	χριστιανοποίηση
χριστιανοσοσιαλίστρια	noun	θηλυκό του χριστιανοσοσιαλιστής
χριστιανοσοσιαλίστριας	=	χριστιανοσοσιαλίστρια
χριστιανοσοσιαλίστριες	=	χριστιανοσοσιαλίστρια
χριστιανοσοσιαλισμέ	=	χριστιανοσοσιαλισμός
χριστιανοσοσιαλισμοί	=	χριστιανοσοσιαλισμός
χριστιανοσοσιαλισμού	noun	γενική ενικού του χριστιανοσοσιαλισμός
χριστιανοσοσιαλισμούς	=	χριστιανοσοσιαλισμός
χριστιανοσοσιαλισμό	=	χριστιανοσοσιαλισμός
χριστιανοσοσιαλισμός	noun	πολιτική και κοινωνική ιδεολογία που συνδυάζει χριστιανικές αξίες με σοσιαλιστικές αρχές, προάγοντας την κοινωνική δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα και υποστηρίζοντας ότι η πίστη στο Χριστό και η αγάπη προς τον πλησίον πρέπει να αντικατοπτρίζονται σε κοινωνικές και οικονομικές δομές
χριστιανοσοσιαλισμών	=	χριστιανοσοσιαλισμός
χριστιανοσοσιαλιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστής
χριστιανοσοσιαλιστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χριστιανοσοσιαλιστής
χριστιανοσοσιαλιστής	noun	ο οπαδός του χριστιανοσοσιαλισμού
χριστιανοσοσιαλιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστικό
χριστιανοσοσιαλιστικέ	adj	κλητική ενικού του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστική
χριστιανοσοσιαλιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστικής	adj	γενική ενικού του χριστιανοσοσιαλιστική
χριστιανοσοσιαλιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστικού	adj	γενική ενικού του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστικό	adj	αιτιατική ενικού του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστικός	adj	που έχει σχέση με τον χριστιανοσοσιαλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
χριστιανοσοσιαλιστικών	adj	γενική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστικός
χριστιανοσοσιαλιστριών	=	χριστιανοσοσιαλίστρια
χριστιανοσοσιαλιστών	noun	γενική πληθυντικού του χριστιανοσοσιαλιστής
χριστιανοσυνών	=	χριστιανοσύνη
χριστιανοσύνες	=	χριστιανοσύνη
χριστιανοσύνη	noun	οι Χριστιανοί όλου του κόσμου
χριστιανοσύνης	=	χριστιανοσύνη
χριστιανού	adj	κλητική ενικού του χριστιανός (αρσενικό)	noun	γενική ενικού του χριστιανός
χριστιανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανός	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστιανός
χριστιανό	adj	αιτιατική ενικού του χριστιανός	noun	αιτιατική ενικού του χριστιανός
χριστιανόμετρα	=	χριστιανόμετρο
χριστιανόμετρο	noun	υποτιθέμενο όργανο το οποίο μετρά τη χριστιανική πίστη
χριστιανόμετρου	=	χριστιανόμετρο
χριστιανόμετρων	=	χριστιανόμετρο
χριστιανόπουλα	=	χριστιανόπουλο
χριστιανόπουλο	noun	υποκοριστικό του χριστιανός
χριστιανόπουλου	=	χριστιανόπουλο
χριστιανόπουλων	=	χριστιανόπουλο
χριστιανός	noun	ο πιστός μιας από τις χριστιανικές εκκλησίες	adj	ο χριστιανικός
χριστιανών	noun	γενική πληθυντικού του χριστιανός
χριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστός
χριστοκτόνα	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνας	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνε	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνες	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνο	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνοι	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνος	adj	που συνετέλεσε στη θανάτωση του Ιησού Χριστού, που συνέβαλε στη θανατική καταδίκη του πάνω στο σταυρό
χριστοκτόνου	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνους	=	χριστοκτόνος
χριστοκτόνων	=	χριστοκτόνος
χριστολογία	noun	κλάδος της δογματικής, ο οποίος μελετά ζητήματα που αφορούν το πρόσωπο και το έργο του Χριστού
χριστολογίας	=	χριστολογία
χριστολογίες	=	χριστολογία
χριστολογικά	=	χριστολογικός
χριστολογικέ	=	χριστολογικός
χριστολογικές	=	χριστολογικός
χριστολογική	=	χριστολογικός
χριστολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χριστολογική) του χριστολογικός
χριστολογικοί	=	χριστολογικός
χριστολογικού	=	χριστολογικός
χριστολογικούς	=	χριστολογικός
χριστολογικό	=	χριστολογικός
χριστολογικός	adj	ο σχετικός με τη χριστολογία
χριστολογικών	=	χριστολογικός
χριστολογιών	=	χριστολογία
χριστοπαναγία	noun	γενικός χαρακτηρισμός για χυδαία βλαστήμια που συνήθως περιλαμβάνει το όνομα του Χριστού και της Παναγίας
χριστοπαναγίας	noun	γενική ενικού του χριστοπαναγία
χριστοπαναγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστοπαναγία
χριστοπαναγιά	noun	άλλη μορφή του χριστοπαναγία
χριστοπαναγιάς	=	χριστοπαναγιά
χριστοπαναγιές	=	χριστοπαναγιά
χριστοπαναγιών	=	χριστοπαναγιά
χριστουγέννων	noun	γενική πληθυντικού του Χριστούγεννα
χριστουγεννιάτικα	adv	κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων ή ανήμερα των Χριστουγέννων	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικε	adj	κλητική ενικού του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστουγεννιάτικη
χριστουγεννιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικης	adj	γενική ενικού του χριστουγεννιάτικη
χριστουγεννιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικος	adj	που έχει σχέση με την εορτή των Χριστουγέννων, αναφέρεται σ’ αυτή, ταιριάζει μ’ αυτή ή γίνεται κατά τη διάρκειά της
χριστουγεννιάτικου	adj	γενική ενικού του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστουγεννιάτικος
χριστουγεννιάτικων	adj	γενική πληθυντικού του χριστουγεννιάτικος
χριστού	adj	γενική ενικού του χριστός
χριστούγεννα	adv	την ημέρα των Χριστουγέννων (ή γενικά την εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου)
χριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι
χριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χριστός
χριστό	adj	αιτιατική ενικού του χριστός
χριστόν	=	χριστός
χριστόξυλα	=	χριστόξυλο
χριστόξυλο	noun	ξύλο που καίγεται στο τζάκι την περίοδο των Χριστουγέννων ή του Δωδεκαημέρου
χριστόξυλου	=	χριστόξυλο
χριστόξυλων	=	χριστόξυλο
χριστόπιτα	noun	το χριστόψωμο
χριστόπιτας	=	χριστόπιτα
χριστόπιτες	=	χριστόπιτα
χριστός	adj	που έχει χρισθεί
χριστόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστόψαρο
χριστόψαρο	noun	(επιστημονική ονομασία Zeus faber) θαλάσσιο ψάρι του γένους Ζευς
χριστόψαρου	noun	γενική ενικού του χριστόψαρο
χριστόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του χριστόψαρο
χριστόψωμα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χριστόψωμο
χριστόψωμο	noun	ειδικά ζυμωμένο και στολισμένο ψωμί που φτιάχνεται τα Χριστούγεννα
χριστόψωμου	noun	γενική ενικού του χριστόψωμο
χριστόψωμων	noun	γενική πληθυντικού του χριστόψωμο
χριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρίζομαι / χρίομαι
χριστών	adj	γενική πληθυντικού του χριστός
χροιά	noun	η απόχρωση (για χρώματα, αντικείμενα)
χροιάς	noun	γενική ενικού του χροιά
χροιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χροιά
χροιών	=	χροιά
χρονάκια	noun	αρκετά ή πολλά χρόνια (έτη)
χρονία	=	χρόνιος
χρονίας	=	χρόνιος
χρονίζαμε	=	χρονίζω
χρονίζαν	=	χρονίζω
χρονίζανε	=	χρονίζω
χρονίζατε	=	χρονίζω
χρονίζει	=	χρονίζω
χρονίζεις	=	χρονίζω
χρονίζετε	=	χρονίζω
χρονίζον	=	χρονίζων
χρονίζοντα	=	χρονίζων
χρονίζοντας	=	χρονίζω
χρονίζοντες	=	χρονίζων
χρονίζοντος	=	χρονίζων
χρονίζουμε	=	χρονίζω
χρονίζουν	=	χρονίζω
χρονίζουνε	=	χρονίζω
χρονίζουσα	=	χρονίζων
χρονίζουσας	=	χρονίζων
χρονίζουσες	=	χρονίζων
χρονίζω	verb	γίνομαι ενός έτους, κλείνω ένα χρόνο ζωής
χρονίζων	verb|formal	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρονίζω
χρονίου	=	χρόνιος
χρονίους	=	χρόνιος
χρονίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσαν	=	χρονίζω
χρονίσανε	=	χρονίζω
χρονίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρονίων	=	χρόνιος
χρονίως	adv|dated	χρόνια
χροναξία	noun	ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται, προκειμένου ένα ερέθισμα να προκαλέσει μια απόκριση σε ένα νευρικό κύτταρο ή μυϊκή ίνα
χροναξίας	=	χροναξία
χροναξίες	=	χροναξία
χροναξιών	=	χροναξία
χρονιά	noun	το έτος
χρονιάζαμε	=	χρονιάζω
χρονιάζαν	=	χρονιάζω
χρονιάζανε	=	χρονιάζω
χρονιάζατε	=	χρονιάζω
χρονιάζει	=	χρονιάζω
χρονιάζεις	=	χρονιάζω
χρονιάζετε	=	χρονιάζω
χρονιάζοντας	=	χρονιάζω
χρονιάζουμε	=	χρονιάζω
χρονιάζουν	=	χρονιάζω
χρονιάζουνε	=	χρονιάζω
χρονιάζω	verb	συνώνυμο του χρονίζω
χρονιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονιάρης
χρονιάρας	adj	γενική ενικού του χρονιάρα
χρονιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιάρα
χρονιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χρονιάρης
χρονιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιάρης
χρονιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του χρονιάρης
χρονιάρης	adj	που συμπληρώνει έναν χρόνο
χρονιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιάρικο
χρονιάρικε	adj	κλητική ενικού του χρονιάρικος
χρονιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιάρικη
χρονιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονιάρικος
χρονιάρικης	adj	γενική ενικού του χρονιάρικη
χρονιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χρονιάρης
χρονιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονιάρικος
χρονιάρικου	adj	γενική ενικού του χρονιάρικο
χρονιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονιάρικος
χρονιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του χρονιάρικο
χρονιάς	noun	γενική ενικού του χρονιά
χρονιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσαν	=	χρονιάζω
χρονιάσανε	=	χρονιάζω
χρονιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσματα	=	χρόνιασμα
χρονιάσματος	=	χρόνιασμα
χρονιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρονιάτικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιάτικο
χρονιάτικε	adj	κλητική ενικού του χρονιάτικος
χρονιάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιάτικη
χρονιάτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονιάτικος
χρονιάτικης	adj	γενική ενικού του χρονιάτικη
χρονιάτικο	adj	αιτιατική ενικού του χρονιάτικος
χρονιάτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονιάτικος
χρονιάτικος	adj	σχετικός με έναν χρόνο
χρονιάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρονιάτικος
χρονιάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονιάτικος
χρονιάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρονιάτικος
χρονιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονιά
χρονιασμάτων	=	χρόνιασμα
χρονιζουσών	=	χρονίζων
χρονιζούσης	=	χρονίζων
χρονιζόντων	=	χρονίζων
χρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονικό
χρονικέ	adj	κλητική ενικού του χρονικός
χρονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονική
χρονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονικός
χρονικής	adj	γενική ενικού του χρονική
χρονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονικός
χρονικογράφε	=	χρονικογράφος
χρονικογράφο	=	χρονικογράφος
χρονικογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονικογράφος
χρονικογράφος	noun	που γράφει χρονικά
χρονικογράφου	noun	γενική ενικού του χρονικογράφος
χρονικογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρονικογράφος
χρονικογράφων	noun	γενική πληθυντικού του χρονικογράφος
χρονικοτήτων	=	χρονικότητα
χρονικού	adj	γενική ενικού του χρονικός
χρονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονικός
χρονικό	adj	αιτιατική ενικού του χρονικός	noun	γραπτή αφήγηση γεγονότων κατά χρονολογική σειρά
χρονικός	adj	που αφορά στο χρόνο
χρονικότητα	noun	η ιδιότητα του χρονικού, που ανήκει ή αφορά τον χρόνο
χρονικότητας	=	χρονικότητα
χρονικότητες	=	χρονικότητα
χρονικών	adj	γενική πληθυντικού του χρονικός
χρονισμέ	=	χρονισμός
χρονισμοί	=	χρονισμός
χρονισμού	=	χρονισμός
χρονισμούς	=	χρονισμός
χρονισμό	=	χρονισμός
χρονισμός	noun	η ρύθμιση ενός μηχανισμού ώστε κάποια λειτουργία του να συμβαίνει σε κατάλληλο χρόνο, σχετικό με άλλη λειτουργία της
χρονισμών	=	χρονισμός
χρονιών	=	χρονιά
χρονοαναμεταδότης	noun|rare	η δυνατότητα αποκλειστικής χρήσης του διαθέσιμου φάσματος ενός αναμεταδότη για ένα έτος
χρονοαποστάσεις	=	χρονοαπόσταση
χρονοαποστάσεων	=	χρονοαπόσταση
χρονοαπόσταση	noun	η σχέση μεταξύ χρόνου και απόστασης ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα ή σημεία
χρονοαπόστασης	=	χρονοαπόσταση
χρονοβιολογία	noun	η μελέτη των βιολογικών ρυθμών
χρονοβιολογίας	=	χρονοβιολογία
χρονοβιολογίες	=	χρονοβιολογία
χρονοβιολογιών	=	χρονοβιολογία
χρονοβόρα	=	χρονοβόρος
χρονοβόρας	=	χρονοβόρος
χρονοβόρε	=	χρονοβόρος
χρονοβόρες	=	χρονοβόρος
χρονοβόρη	=	χρονοβόρος
χρονοβόρης	=	χρονοβόρος
χρονοβόρο	=	χρονοβόρος
χρονοβόροι	=	χρονοβόρος
χρονοβόρος	adj	που απαιτεί πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί
χρονοβόρου	=	χρονοβόρος
χρονοβόρους	=	χρονοβόρος
χρονοβόρων	=	χρονοβόρος
χρονογράμματα	=	χρονόγραμμα
χρονογράμματος	=	χρονόγραμμα
χρονογράφε	noun	κλητική ενικού του χρονογράφος
χρονογράφει	=	χρονογραφώ
χρονογράφημα	noun	δημοσιογραφικό κείμενο με επίκαιρο χαρακτήρα, που σχολιάζει με εύθυμο τρόπο και παιγνιώδη, ειρωνική διάθεση, ποικίλα κοινωνικά, πολιτιστικά ή πολιτικά θέματα
χρονογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογράφο	noun	αιτιατική ενικού του χρονογράφος
χρονογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονογράφος
χρονογράφος	noun	ο συγγραφέας μιας χρονογραφίας
χρονογράφου	noun	γενική ενικού του χρονογράφος
χρονογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρονογράφος
χρονογράφων	noun	γενική πληθυντικού του χρονογράφος
χρονογραμμάτων	=	χρονόγραμμα
χρονογραμμές	=	χρονογραμμή
χρονογραμμή	noun	γραφική αναπαράσταση χρονολογικής ακολουθίας γεγονότων
χρονογραμμής	=	χρονογραμμή
χρονογραμμών	=	χρονογραμμή
χρονογραφές	=	χρονογραφή
χρονογραφή	noun	άλλη μορφή του χρονογραφία
χρονογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονογράφημα
χρονογραφήματος	noun	γενική ενικού του χρονογράφημα
χρονογραφής	=	χρονογραφή
χρονογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσαν	=	χρονογραφώ
χρονογραφήσανε	=	χρονογραφώ
χρονογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονογραφώ
χρονογραφία	noun	αφήγηση σε λαϊκή γλώσσα και με χρονολογική σειρά γεγονότων της παγκόσμιας ιστορίας χωρίς κριτική προσέγγιση και έλεγχο των πηγών
χρονογραφίας	noun	γενική ενικού του χρονογραφία
χρονογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονογραφία
χρονογραφεί	=	χρονογραφώ
χρονογραφείς	=	χρονογραφώ
χρονογραφείτε	=	χρονογραφώ
χρονογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρονογράφημα
χρονογραφικά	adv	με τρόπο που σχετίζεται με χρονογράφο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρονογραφικός
χρονογραφικέ	adj	κλητική ενικού του χρονογραφικός
χρονογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονογραφική
χρονογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονογραφικός
χρονογραφικής	adj	γενική ενικού του χρονογραφική
χρονογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονογραφικός
χρονογραφικού	adj	γενική ενικού του χρονογραφικός
χρονογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονογραφικός
χρονογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του χρονογραφικός
χρονογραφικός	adj	που αναφέρεται στη χρονογραφία
χρονογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του χρονογραφικός
χρονογραφικῶς	adv	χρονογραφικά
χρονογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χρονογραφία
χρονογραφούμε	=	χρονογραφώ
χρονογραφούν	=	χρονογραφώ
χρονογραφούνε	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσα	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσαμε	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσαν	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσανε	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσατε	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσε	=	χρονογραφώ
χρονογραφούσες	=	χρονογραφώ
χρονογραφώ	verb	γράφω χρονογραφία
χρονογραφών	=	χρονογραφή
χρονογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρονογραφώ
χρονοδείκτες	=	χρονοδείκτης
χρονοδείκτη	=	χρονοδείκτης
χρονοδείκτης	noun	οποιοσδήποτε δείκτης (ωροδείκτης, λεπτοδείκτης, δευτερολεπτοδείκτης, ημεροδείκτης [εάν υπάρχει]) αναλογικού ρολογιού
χρονοδεικτών	=	χρονοδείκτης
χρονοδιάγραμμα	noun	κατάλογος ή πίνακας προθεσμιών της κάθε φάσης ενός έργου, ενός σχεδίου, κλπ.
χρονοδιαγράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονοδιάγραμμα
χρονοδιαγράμματος	noun	γενική ενικού του χρονοδιάγραμμα
χρονοδιαγραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρονοδιάγραμμα
χρονοδιακοπτών	=	χρονοδιακόπτης
χρονοδιακόπτες	=	χρονοδιακόπτης
χρονοδιακόπτη	=	χρονοδιακόπτης
χρονοδιακόπτης	noun	ωρολογιακός μηχανισμός που ρυθμίζει τη χρονική διάρκεια λειτουργίας μιας συσκευής
χρονοδιαστολές	=	χρονοδιαστολή
χρονοδιαστολή	noun	χρονική διεύρυνση
χρονοδιαστολής	=	χρονοδιαστολή
χρονοδιαστολών	=	χρονοδιαστολή
χρονοδιατροφές	=	χρονοδιατροφή
χρονοδιατροφή	noun	διατροφική προσέγγιση που επικεντρώνεται στο να ταιριάζει τις διατροφικές επιλογές με τον βιολογικό και κιρκαδικό ρυθμό του ανθρώπου, ιδίως τον κυκλικό ρυθμό του ύπνου—αφύπνισης, και που βασίζεται στην ιδέα ότι η κατανάλωση τροφών σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας μπορεί να επηρεάσει θετικά τον μεταβολισμό και τη γενική υγεία
χρονοδιατροφής	=	χρονοδιατροφή
χρονοδιατροφών	=	χρονοδιατροφή
χρονοδρομολογήσεις	=	χρονοδρομολόγηση
χρονοδρομολογήσεων	=	χρονοδρομολόγηση
χρονοδρομολόγηση	noun	η διαδικασία οργάνωσης, διαχείρισης και εκχώρησης χρονικών διαστημάτων για την εκτέλεση διαφόρων δραστηριοτήτων ή εργασιών με σκοπό την αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων πόρων και την ελαχιστοποίηση των καθυστερήσεων
χρονοδρομολόγησης	=	χρονοδρομολόγηση
χρονοεπίδομα	noun	επίδομα που προστίθεται στο μισθό με βάση τα χρόνια προϋπηρεσίας
χρονοεπιδομάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρονοεπίδομα
χρονοεπιδόματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονοεπίδομα
χρονοεπιδόματος	noun	γενική ενικού του χρονοεπίδομα
χρονοθυρίδα	noun	συμβατικά καθορισμένο χρονικό διάστημα εντός ενός προγράμματος
χρονοθυρίδας	=	χρονοθυρίδα
χρονοθυρίδες	=	χρονοθυρίδα
χρονοθυρίδων	=	χρονοθυρίδα
χρονοκαθυστέρηση	noun	φυσική αδράνεια, συστημική αδράνεια
χρονοκαθυστέρησης	noun	γενική ενικού του χρονοκαθυστέρηση
χρονοκαθυστερήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονοκαθυστέρηση
χρονοκαθυστερήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρονοκαθυστέρηση
χρονοκαθυστερήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρονοκαθυστέρηση
χρονοκρυστάλλου	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρυστάλλους	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρυστάλλων	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρύσταλλε	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρύσταλλο	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρύσταλλοι	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρύσταλλος	noun	κρυσταλλική δομή/κατάσταση της ύλης, όπου τα άτομα περιστρέφονται περιοδικά πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση, σαν να επιδρά πάνω σε αυτά μια παλμική δύναμη, σε αντίθεση με τους κανονικούς κρυστάλλους (λ.χ. αλάτι, χαλαζίας) των οποίων η διάταξη των ατόμων είναι σε ένα τρισδιάστατο σταθερό σύστημα που επαναλαμβάνεται στο χρόνο
χρονοκρύσταλλου	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρύσταλλους	=	χρονοκρύσταλλος
χρονοκρύσταλλων	=	χρονοκρύσταλλος
χρονολογήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογούμαι
χρονολογήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογούμαι
χρονολογήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογούμαι
χρονολογήθηκες	=	χρονολογώ
χρονολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσαν	=	χρονολογώ
χρονολογήσανε	=	χρονολογώ
χρονολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολόγηση
χρονολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρονολόγηση
χρονολογήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρονολόγηση
χρονολογήσου	=	χρονολογώ
χρονολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσουνε	=	χρονολογώ
χρονολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολογία	noun	ο προσδιορισμός ενός γεγονότος στο χρόνο με βάση μια κοινά αποδεκτή σε ένα έθνος αρχή μέτρησης του χρόνου
χρονολογίας	noun	γενική ενικού του χρονολογία
χρονολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολογία
χρονολογίου	=	χρονολόγιο
χρονολογίων	=	χρονολόγιο
χρονολογεί	=	χρονολογώ
χρονολογείς	=	χρονολογώ
χρονολογείσαι	=	χρονολογώ
χρονολογείστε	=	χρονολογώ
χρονολογείται	=	χρονολογώ
χρονολογείτε	=	χρονολογώ
χρονολογείτο	=	χρονολογώ
χρονολογηθήκαμε	=	χρονολογώ
χρονολογηθήκαν	=	χρονολογώ
χρονολογηθήκανε	=	χρονολογώ
χρονολογηθήκατε	=	χρονολογώ
χρονολογηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονολογούμαι
χρονολογηθείς	=	χρονολογώ
χρονολογηθείτε	=	χρονολογώ
χρονολογηθούμε	=	χρονολογώ
χρονολογηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονολογούμαι
χρονολογηθούνε	=	χρονολογώ
χρονολογηθώ	=	χρονολογώ
χρονολογημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολογημένο
χρονολογημένε	verb	κλητική ενικού του χρονολογημένος
χρονολογημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολογημένη
χρονολογημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονολογημένος
χρονολογημένης	verb	γενική ενικού του χρονολογημένη
χρονολογημένο	verb	αιτιατική ενικού του χρονολογημένος
χρονολογημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονολογημένος
χρονολογημένος	verb	που έχει χρονολογηθεί
χρονολογημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρονολογημένος
χρονολογημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρονολογημένος
χρονολογημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρονολογημένος
χρονολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολογικό	adv	ως προς τη χρονολογία
χρονολογικέ	adj	κλητική ενικού του χρονολογικός
χρονολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολογική
χρονολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονολογικός
χρονολογικής	adj	γενική ενικού του χρονολογική
χρονολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονολογικός
χρονολογικού	adj	γενική ενικού του χρονολογικός
χρονολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονολογικός
χρονολογικό	adj	αιτιατική ενικού του χρονολογικός
χρονολογικός	adj	που σχετίζεται με τη χρονολόγηση
χρονολογικών	adj	γενική πληθυντικού του χρονολογικός
χρονολογιών	noun	γενική πληθυντικού του χρονολογία
χρονολογούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρονολογώ
χρονολογούμασταν	=	χρονολογώ
χρονολογούμαστε	=	χρονολογώ
χρονολογούμε	verb	α' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χρονολογώ
χρονολογούμενος	=	χρονολογώ
χρονολογούμουν	=	χρονολογώ
χρονολογούμουνα	=	χρονολογώ
χρονολογούν	=	χρονολογώ
χρονολογούνε	=	χρονολογώ
χρονολογούνται	=	χρονολογώ
χρονολογούνταν	=	χρονολογώ
χρονολογούντο	=	χρονολογώ
χρονολογούσα	=	χρονολογώ
χρονολογούσαμε	=	χρονολογώ
χρονολογούσαν	=	χρονολογώ
χρονολογούσανε	=	χρονολογώ
χρονολογούσασταν	=	χρονολογώ
χρονολογούσαστε	=	χρονολογώ
χρονολογούσατε	=	χρονολογώ
χρονολογούσε	=	χρονολογώ
χρονολογούσες	=	χρονολογώ
χρονολογούσουν	=	χρονολογώ
χρονολογούσουνα	=	χρονολογώ
χρονολογώ	verb	προσδιορίζω τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη ένα γεγονός ή κατασκευάστηκε ένα αντικείμενο
χρονολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρονολογώ
χρονολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονολογώ
χρονολόγηση	noun	η ενέργεια του χρονολογώ, ο προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο κατασκευάστηκε ένα αντικείμενο ή συνέβη ένα γεγονός
χρονολόγησης	noun	γενική ενικού του χρονολόγηση
χρονολόγησις	noun	η χρονολόγηση
χρονολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολόγιο
χρονολόγιο	noun	κατάλογος που καταγράφει τη θέση διαφόρων ουρανίων σωμάτων σε κάποιο χρονικό διάστημα
χρονολόγιου	=	χρονολόγιο
χρονολόγιων	=	χρονολόγιο
χρονομέτρα	=	χρονομετρώ
χρονομέτρες	=	χρονομέτρης
χρονομέτρη	=	χρονομέτρης
χρονομέτρης	noun	κάποιος που χρονομετρά, που μετρά τον χρόνο (σε αθλητικούς αγώνες κ.α.)
χρονομέτρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομέτρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομέτρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομέτρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομέτρηση	noun	η μέτρηση του χρόνου με σχετική ή απόλυτη ακρίβεια σε σπορ ή σε δραστηριότητες που χρειάζεται κάποιος να γνωρίζει σε πόσο χρόνο έγινε κάτι
χρονομέτρησης	noun	γενική ενικού του χρονομέτρηση
χρονομέτρησις	noun	η χρονομέτρηση
χρονομέτρου	=	χρονόμετρο
χρονομέτρων	=	χρονόμετρο
χρονομίσθωση	noun	το λίζινγκ
χρονομίσθωσης	noun	γενική ενικού του χρονομίσθωση
χρονομερισμέ	=	χρονομερισμός
χρονομερισμοί	=	χρονομερισμός
χρονομερισμού	=	χρονομερισμός
χρονομερισμούς	=	χρονομερισμός
χρονομερισμό	=	χρονομερισμός
χρονομερισμός	noun	τεχνική κατανομής του χρόνου επεξεργασίας ενός υπολογιστικού συστήματος σε πολλούς χρήστες ή διαδικασίες ταυτόχρονα, ώστε κάθε διαδικασία να φαίνεται ότι εκτελείται χωρίς καθυστέρηση, αυξάνοντας έτσι την αποδοτικότητα και τη χρηστικότητα των υπολογιστικών συστημάτων
χρονομερισμών	=	χρονομερισμός
χρονομεριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομεριστικό
χρονομεριστικέ	adj	κλητική ενικού του χρονομεριστικός
χρονομεριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομεριστική
χρονομεριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονομεριστικός
χρονομεριστικής	adj	γενική ενικού του χρονομεριστική
χρονομεριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονομεριστικός
χρονομεριστικού	adj	γενική ενικού του χρονομεριστικός
χρονομεριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονομεριστικός
χρονομεριστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρονομεριστικός
χρονομεριστικός	adj	που έχει σχέση με χρονομερισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν
χρονομεριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρονομεριστικός
χρονομετρά	=	χρονομετρώ
χρονομετράει	=	χρονομετρώ
χρονομετράμε	=	χρονομετρώ
χρονομετράν	=	χρονομετρώ
χρονομετράνε	=	χρονομετρώ
χρονομετράς	=	χρονομετρώ
χρονομετράτε	=	χρονομετρώ
χρονομετράω	verb	άλλη μορφή του χρονομετρώ
χρονομετρήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήσαν	=	χρονομετρώ
χρονομετρήσανε	=	χρονομετρώ
χρονομετρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομέτρηση
χρονομετρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρονομέτρηση
χρονομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρονομέτρηση
χρονομετρήσου	=	χρονομετρώ
χρονομετρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρία	noun	η επιστήμη και η γνώση της μέτρησης του χρόνου και η ακριβής χρονομέτρηση με κατάλληλα εξειδικευμένα όργανα
χρονομετρίας	noun	γενική ενικού του χρονομετρία
χρονομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομετρία
χρονομετρεί	=	χρονομετρώ
χρονομετρείς	=	χρονομετρώ
χρονομετρείσαι	=	χρονομετρώ
χρονομετρείστε	=	χρονομετρώ
χρονομετρείται	=	χρονομετρώ
χρονομετρείτε	=	χρονομετρώ
χρονομετρηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθήκαν	=	χρονομετρώ
χρονομετρηθήκανε	=	χρονομετρώ
χρονομετρηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονομετρούμαι
χρονομετρημένα	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένε	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένες	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένη	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένης	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένο	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένοι	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρονομετρώ / χρονομετράω
χρονομετρημένου	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένους	=	χρονομετρημένος
χρονομετρημένων	=	χρονομετρημένος
χρονομετρητές	=	χρονομετρητής
χρονομετρητή	=	χρονομετρητής
χρονομετρητής	noun	μηχανισμός που επιτρέπει σε μία συσκευή να τίθεται σε λειτουργία αυτόνομα, βάσει ενός προεπιλεγμένου χρονοδιαγράμματος
χρονομετρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονομετρικός
χρονομετρητών	=	χρονομετρητής
χρονομετριέμαι	=	χρονομετρώ
χρονομετριέσαι	=	χρονομετρώ
χρονομετριέστε	=	χρονομετρώ
χρονομετριέται	=	χρονομετρώ
χρονομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομετρικό	adv	όσον αφορά τη χρονομετρία ή την χρονομέτρηση
χρονομετρικέ	adj	κλητική ενικού του χρονομετρικός
χρονομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομετρική
χρονομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονομετρικός
χρονομετρικής	adj	γενική ενικού του χρονομετρική
χρονομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονομετρικός
χρονομετρικού	adj	γενική ενικού του χρονομετρικός
χρονομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονομετρικός
χρονομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του χρονομετρικός
χρονομετρικός	adj	που έχει σχέση με την χρονομετρία ή τη χρονομέτρηση ή αναφέρεται σ’ αυτές
χρονομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του χρονομετρικός
χρονομετριούνται	=	χρονομετρώ
χρονομετριούνταν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόμασταν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόμαστε	=	χρονομετρώ
χρονομετριόμουν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόμουνα	=	χρονομετρώ
χρονομετριόνταν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόντανε	=	χρονομετρώ
χρονομετριόντουσαν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόσασταν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόσαστε	=	χρονομετρώ
χρονομετριόσουν	=	χρονομετρώ
χρονομετριόσουνα	=	χρονομετρώ
χρονομετριόταν	=	χρονομετρώ
χρονομετριότανε	=	χρονομετρώ
χρονομετριών	noun	γενική πληθυντικού του χρονομετρία
χρονομετρούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρονομετρώ
χρονομετρούμασταν	=	χρονομετρώ
χρονομετρούμαστε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούμε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούμουν	=	χρονομετρώ
χρονομετρούν	=	χρονομετρώ
χρονομετρούνε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούνται	=	χρονομετρώ
χρονομετρούνταν	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσα	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσαμε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσαν	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσανε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσασταν	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσαστε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσατε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσε	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσες	=	χρονομετρώ
χρονομετρούσουν	=	χρονομετρώ
χρονομετρώ	verb	μετρώ με ακρίβεια, χάρη σε ένα χρονόμετρο, τη διάρκεια ενός γεγονότος
χρονομετρών	=	χρονομέτρης
χρονομετρώντας	=	χρονομετρώ
χρονομηχανές	=	χρονομηχανή
χρονομηχανή	noun	υποθετική μηχανή που επιτρέπει το ταξίδι στο χρόνο, που μπορεί να σε μεταφέρει στο μέλλον και το παρελθόν
χρονομηχανής	=	χρονομηχανή
χρονομηχανών	=	χρονομηχανή
χρονομισθώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονομίσθωση
χρονομισθώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρονομίσθωση
χρονομισθώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρονομίσθωση
χρονοναυλώσεις	=	χρονοναύλωση
χρονοναυλώσεων	=	χρονοναύλωση
χρονοναύλωση	noun	ενοικίαση ενός σκάφους, με το πλήρωμα και τον εξοπλισμό του, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
χρονοναύλωσης	=	χρονοναύλωση
χρονοντούλαπα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονοντούλαπο
χρονοντούλαπο	noun	ο μεταφορικός τόπος όπου μένει ξεχασμένο κάτι επί πάρα πολύ χρόνο
χρονοντούλαπου	noun	γενική ενικού του χρονοντούλαπο
χρονοντούλαπων	noun	γενική πληθυντικού του χρονοντούλαπο
χρονοπαράγωγε	=	χρονοπαράγωγος
χρονοπαράγωγο	=	χρονοπαράγωγος
χρονοπαράγωγοι	=	χρονοπαράγωγος
χρονοπαράγωγος	noun	(φυσική) η χρονική παράγωγος, η παράγωγος του χρόνου
χρονοπαραγώγου	=	χρονοπαράγωγος
χρονοπαραγώγους	=	χρονοπαράγωγος
χρονοπαραγώγων	=	χρονοπαράγωγος
χρονοπιστώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονοπίστωση
χρονοπρογραμματισμέ	=	χρονοπρογραμματισμός
χρονοπρογραμματισμοί	=	χρονοπρογραμματισμός
χρονοπρογραμματισμού	=	χρονοπρογραμματισμός
χρονοπρογραμματισμούς	=	χρονοπρογραμματισμός
χρονοπρογραμματισμό	=	χρονοπρογραμματισμός
χρονοπρογραμματισμός	noun	ο προγραμματισμός εκτέλεσης ενεργειών ή εργασιών με καθορισμό της χρονικής έναρξης και διάρκειας ή λήξης τους
χρονοπρογραμματισμών	=	χρονοπρογραμματισμός
χρονορρυθμίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονορρύθμιση
χρονορρυθμίσεων	noun	γενική πληθυντικού του χρονορρύθμιση
χρονορρυθμίσεως	noun|formal	γενική ενικού του χρονορρύθμιση
χρονορρυθμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονορρυθμιστικό
χρονορρυθμιστικέ	adj	κλητική ενικού του χρονορρυθμιστικός
χρονορρυθμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονορρυθμιστική
χρονορρυθμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρονορρυθμιστικός
χρονορρυθμιστικής	adj	γενική ενικού του χρονορρυθμιστική
χρονορρυθμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρονορρυθμιστικός
χρονορρυθμιστικού	adj	γενική ενικού του χρονορρυθμιστικός
χρονορρυθμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρονορρυθμιστικός
χρονορρυθμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρονορρυθμιστικός
χρονορρυθμιστικός	adj	ο σχετικός με τη χρονορρύθμιση
χρονορρυθμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρονορρυθμιστικός
χρονορρύθμιση	noun	ωρολογιακός μηχανισμός που ρυθμίζει τη χρονική διάρκεια λειτουργίας μιας συσκευής
χρονορρύθμισης	noun	γενική ενικού του χρονορρύθμιση
χρονοσειρά	noun	σύνολο σημείων δεδομένων, καθένα από τα οποία αντιπροσωπεύει την τιμή της ίδιας μεταβλητής σε διαφορετικούς χρόνους, συνήθως σε ομοιόμορφα διαστήματα
χρονοσειράς	=	χρονοσειρά
χρονοσειρές	=	χρονοσειρά
χρονοσειρών	=	χρονοσειρά
χρονοσφραγίδα	noun	σφραγίδα (συνήθως ψηφιακή) που αποτελείται από κωδικοποιημένα δεδομένα και παρέχει μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη του ακριβούς χρόνου για συναλλαγές, έγγραφα και ψηφιακές υπογραφές
χρονοσφραγίδας	=	χρονοσφραγίδα
χρονοσφραγίδες	=	χρονοσφραγίδα
χρονοσφραγίδων	=	χρονοσφραγίδα
χρονοταξία	noun	επιστημονικός όρος που αναφέρεται στην ταξινόμηση ή την οργάνωση γεγονότων, αντικειμένων ή πληροφοριών με βάση τη χρονολογική τους σειρά και αλληλουχία, επιτρέποντας έτσι την κατανόηση της χρονικής διαδοχής τους
χρονοταξίας	=	χρονοταξία
χρονοταξίες	=	χρονοταξία
χρονοταξιών	=	χρονοταξία
χρονοτρίβησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτρίβησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτρίβησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτρίβησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονοτριβή
χρονοτριβή	noun	η σπατάλη του χρόνου, η κωλυσιεργία, η καθυστέρηση
χρονοτριβής	=	χρονοτριβή
χρονοτριβήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσαν	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβήσανε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσουνε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτριβεί	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβείς	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβείτε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούμε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούν	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούνε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσα	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσαμε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσαν	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσανε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσατε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσε	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβούσες	=	χρονοτριβώ
χρονοτριβώ	verb	καθυστερώ να κάνω μια πράξη ή την κάνω συνειδητά-επίτηδες πιο αργά απ' όσο χρειάζεται
χρονοτριβών	=	χρονοτριβή
χρονοτριβώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρονοτριβώ
χρονοτύπου	=	χρονότυπος
χρονοτύπους	=	χρονότυπος
χρονοτύπων	=	χρονότυπος
χρονοχρέωση	noun	η χρέωση ανάλογα με το χρόνο διάρκειας κατά τον οποίον παρέχεται μια υπηρεσία ή που διαρκεί η κατανάλωση κάποιου παρεχόμενου αγαθού
χρονοχρέωσης	=	χρονοχρέωση
χρονοχρεώσεις	=	χρονοχρέωση
χρονοχρεώσεων	=	χρονοχρέωση
χρονόγραμμα	noun	διάγραμμα που απεικονίζει πώς μεταβάλλεται μια μεταβλητή σε συνάρτηση με τον χρόνο
χρονόμετρα	=	χρονόμετρο
χρονόμετρο	noun	ειδική συσκευή που μετράει με ακρίβεια χρονικά διαστήματα και στις πιο λεπτές τους υποδιαιρέσεις (π.χ. κλάσματα δευτερολέπτου)
χρονόμετρου	=	χρονόμετρο
χρονόμετρων	=	χρονόμετρο
χρονότυπε	=	χρονότυπος
χρονότυπο	=	χρονότυπος
χρονότυποι	=	χρονότυπος
χρονότυπος	noun	η φυσική προδιάθεση ενός ατόμου να είναι περισσότερο σε εγρήγορση ή λήθαργο σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, ανάλογα με διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με τους κιρκάδιους ρυθμούς.
χρονών	noun	γενική πληθυντικού του χρόνος
χροομετρούσα	=	χρονομετρώ
χρυσά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσό
χρυσάνθεμα	=	χρυσάνθεμο
χρυσάνθεμο	noun	πολυετές καλλωπιστικό φυτό του γένους Chrysanthemum που κατάγεται από την Κίνα
χρυσάνθεμου	=	χρυσάνθεμο
χρυσάνθεμων	=	χρυσάνθεμο
χρυσάφι	noun	ο χρυσός
χρυσάφια	=	χρυσάφι
χρυσέ	adj	κλητική ενικού του χρυσός
χρυσές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσή
χρυσή	noun|vulgar	ίκτερος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσός
χρυσήλατα	=	χρυσήλατος
χρυσήλατε	=	χρυσήλατος
χρυσήλατες	=	χρυσήλατος
χρυσήλατη	=	χρυσήλατος
χρυσήλατης	=	χρυσήλατος
χρυσήλατο	=	χρυσήλατος
χρυσήλατοι	=	χρυσήλατος
χρυσήλατος	adj|formal	που είναι από σφυρηλατημένο χρυσό
χρυσήλατου	=	χρυσήλατος
χρυσήλατους	=	χρυσήλατος
χρυσήλατων	=	χρυσήλατος
χρυσής	adj	γενική ενικού του χρυσή
χρυσία	=	χρυσίο
χρυσίζαμε	=	χρυσίζω
χρυσίζαν	=	χρυσίζω
χρυσίζανε	=	χρυσίζω
χρυσίζατε	=	χρυσίζω
χρυσίζει	=	χρυσίζω
χρυσίζεις	=	χρυσίζω
χρυσίζετε	=	χρυσίζω
χρυσίζοντας	=	χρυσίζω
χρυσίζουμε	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χρυσίζω
χρυσίζουν	=	χρυσίζω
χρυσίζουνε	=	χρυσίζω
χρυσίζω	verb	έχω χρυσές ανταύγειες, έχω περίπου χρυσαφένιο χρώμα
χρυσίο	noun	νομίσματα από χρυσάφι
χρυσίου	=	χρυσίο
χρυσίσαμε	=	χρυσίζω
χρυσίσαν	=	χρυσίζω
χρυσίσανε	=	χρυσίζω
χρυσίσατε	=	χρυσίζω
χρυσίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρυσίων	=	χρυσίο
χρυσαετέ	=	χρυσαετός
χρυσαετοί	=	χρυσαετός
χρυσαετού	=	χρυσαετός
χρυσαετούς	=	χρυσαετός
χρυσαετό	=	χρυσαετός
χρυσαετός	noun	είδος αετού
χρυσαετών	=	χρυσαετός
χρυσαλλίδα	noun	το δεύτερο στάδιο μεταμόρφωσης εντόμων, νύμφη
χρυσαλλίδας	=	χρυσαλλίδα
χρυσαλλίδες	=	χρυσαλλίδα
χρυσαλλίδων	=	χρυσαλλίδα
χρυσαλοιφές	=	χρυσαλοιφή
χρυσαλοιφή	noun	σκόνη χρυσός ή χαλκός ανεμιγμένος με κολλώδη ουσία για επιχρύσωση -η ανάμιξη με χαλκό λέγεται και μπρουντζίνα
χρυσαλοιφής	=	χρυσαλοιφή
χρυσαλοιφών	=	χρυσαλοιφή
χρυσανθέμου	=	χρυσάνθεμο
χρυσανθέμων	=	χρυσάνθεμο
χρυσαυγές	=	χρυσαυγή
χρυσαυγή	noun	το χάραμα, όταν αρχίζει ο ουρανός να παίρνει λαμπερό κίτρινο, χρυσαφένιο χρώμα
χρυσαυγής	adj	λαμπερός και φωτεινός σαν τον οουρανό
χρυσαυγίτες	=	χρυσαυγίτης
χρυσαυγίτη	=	χρυσαυγίτης
χρυσαυγίτης	noun	πολιτικός οπαδός, υποστηρικτής, ή βουλευτής της Χρυσής Αυγής
χρυσαυγίτισσα	=	χρυσαυγίτης
χρυσαυγείς	=	χρυσαυγής
χρυσαυγιτών	=	χρυσαυγίτης
χρυσαυγούς	=	χρυσαυγής
χρυσαυγών	=	χρυσαυγή
χρυσαφένια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσαφένιος
χρυσαφένιας	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιε	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιες	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιια	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιιο	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιο	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιοι	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιος	adj	που έχει το χρώμα του χρυσαφιού
χρυσαφένιου	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιους	=	χρυσαφένιος
χρυσαφένιων	=	χρυσαφένιος
χρυσαφή	=	χρυσαφής
χρυσαφής	adj	που έχει το χρώμα του χρυσαφιού
χρυσαφί	noun	του χρυσού	adj	άκλιτος τύπος του χρυσαφής για όλα τα γένη
χρυσαφιά	=	χρυσαφής
χρυσαφιάς	=	χρυσαφής
χρυσαφιές	=	χρυσαφής
χρυσαφικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσαφικό
χρυσαφικού	noun	γενική ενικού του χρυσαφικό
χρυσαφικό	noun	χρυσό κόσμημα
χρυσαφικών	noun	γενική πληθυντικού του χρυσαφικό
χρυσαφιοί	=	χρυσαφής
χρυσαφιού	=	χρυσαφής
χρυσαφιούς	=	χρυσαφής
χρυσαφιών	=	χρυσαφής
χρυσελεφάντινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσελεφάντινο
χρυσελεφάντινε	adj	κλητική ενικού του χρυσελεφάντινος
χρυσελεφάντινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσελεφάντινη
χρυσελεφάντινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσελεφάντινος
χρυσελεφάντινης	adj	γενική ενικού του χρυσελεφάντινη
χρυσελεφάντινο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσελεφάντινος
χρυσελεφάντινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσελεφάντινος
χρυσελεφάντινος	adj	κατασκευασμένος από χρυσό και ελεφαντόδοντο
χρυσελεφάντινου	adj	γενική ενικού του χρυσελεφάντινος
χρυσελεφάντινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσελεφάντινος
χρυσελεφάντινων	adj	γενική πληθυντικού του χρυσελεφάντινος
χρυσεπίβαπτα	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσεπίβαπτε	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσεπίβαπτο	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσεπίβαπτοι	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσεπίβαπτος	adj|dated	λόγια λέξη που συνετέθη (ίσως κατά τον 19ο αιώνα, πιθανόν νωρίτερα) για να αποδώσει την λεξη επιχρυσωμένος (με την τεχνική του καπνίσματος) χρησιμοποιώντας συνθετικό από την αρχαία ελληνική γλώσσα
χρυσεπίβαπτου	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσεπίβαπτους	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσεπίβαπτων	=	χρυσεπίβαπτος
χρυσηλασία	noun|formal	η κατεργασία χρυσού με σφυρηλάτηση
χρυσηλασίας	=	χρυσηλασία
χρυσηλασίες	=	χρυσηλασία
χρυσηλασιών	=	χρυσηλασία
χρυσικά	noun	τα χρυσωρυχεία
χρυσικέ	noun	κλητική ενικού του χρυσικός
χρυσικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσικός
χρυσικού	noun	γενική ενικού του χρυσικός
χρυσικούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρυσικός
χρυσικό	noun	αιτιατική ενικού του χρυσικός
χρυσικός	noun|dated	συνώνυμο του χρυσοχόος
χρυσικών	noun	γενική πληθυντικού του χρυσικός
χρυσοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσός
χρυσοΰφαντα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοΰφαντο
χρυσοΰφαντε	adj	κλητική ενικού του χρυσοΰφαντος
χρυσοΰφαντες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοΰφαντη
χρυσοΰφαντη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοΰφαντος
χρυσοΰφαντης	adj	γενική ενικού του χρυσοΰφαντη
χρυσοΰφαντο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοΰφαντος
χρυσοΰφαντοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοΰφαντος
χρυσοΰφαντος	adj	που έχει υφανθεί με χρυσές κλωστές ή έχει στολίδια από χρυσάφι
χρυσοΰφαντου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσοΰφαντος
χρυσοΰφαντους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοΰφαντος
χρυσοΰφαντων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσοΰφαντος
χρυσοβάφω	verb	βάφω κάτι με το χρώμα του χρυσού
χρυσοβήρυλλε	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβήρυλλο	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβήρυλλοι	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβήρυλλος	noun	ορυκτό οξείδιο του αργιλίου και του βηρυλλίου με χρυσές αποχρώσεις
χρυσοβήρυλλου	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβήρυλλους	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβήρυλλων	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβεργών	=	χρυσόβεργα
χρυσοβηρύλλου	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβηρύλλους	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσοβηρύλλων	=	χρυσοβήρυλλος
χρυσογέρακα	=	χρυσογέρακο
χρυσογέρακο	noun	είδος γερακιού
χρυσογέρακου	=	χρυσογέρακο
χρυσογέρακων	=	χρυσογέρακο
χρυσοδάκτυλα	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλε	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλες	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλη	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλης	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλο	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλοι	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλος	adj|formal	που καταφέρνει να αποσπάσει πολύ μεγάλα ποσά ή αντικείμενα πολύ μεγάλης αξίας χωρίς να γίνει αντιληπτός
χρυσοδάκτυλου	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλους	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδάκτυλων	=	χρυσοδάκτυλος
χρυσοδένω	verb	δένω βιβλίο και γεμίζω το κάλυμμα του με κοσμήματα και χρυσά γράμματα
χρυσοδεμένος	=	χρυσοδένω
χρυσοθήρα	=	χρυσοθήρας
χρυσοθήρας	noun	που ψάχνει να βρει μεταλλεία με κοιτάσματα χρυσού ή ακόμη και αποθέσεις χρυσού στις όχθες των ποταμών
χρυσοθήρες	=	χρυσοθήρας
χρυσοθηρία	noun	η συμπεριφορά και οι ενέργειες ενός χρυσοθήρα
χρυσοθηρίας	noun	γενική ενικού του χρυσοθηρία
χρυσοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοθηρία
χρυσοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοθηρικό
χρυσοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του χρυσοθηρικός
χρυσοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοθηρική
χρυσοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοθηρικός
χρυσοθηρικής	adj	γενική ενικού του χρυσοθηρική
χρυσοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοθηρικός
χρυσοθηρικού	adj	γενική ενικού του χρυσοθηρικός
χρυσοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοθηρικός
χρυσοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοθηρικός
χρυσοθηρικός	adj	που έχει σχέση με τον χρυσοθήρα και τη χρυσοθηρία ή αναφέρεται σ’ αυτά
χρυσοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του χρυσοθηρικός
χρυσοθηριών	noun	γενική πληθυντικού του χρυσοθηρία
χρυσοθηρών	=	χρυσοθήρας
χρυσοκάνθαρε	noun	κλητική ενικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκάνθαρο	noun	αιτιατική ενικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκάνθαροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκάνθαρος	noun	η χρυσόμυγα
χρυσοκάνθαρου	noun	γενική ενικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκάνθαρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκάνθαρων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκέντα	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκένταγε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκέντημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρυσοκεντώ
χρυσοκέντησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκέντησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκέντησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκέντησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκέντητα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοκέντητο
χρυσοκέντητε	adj	κλητική ενικού του χρυσοκέντητος
χρυσοκέντητες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοκέντητη
χρυσοκέντητη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοκέντητος
χρυσοκέντητης	adj	γενική ενικού του χρυσοκέντητη
χρυσοκέντητο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοκέντητος
χρυσοκέντητοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοκέντητος
χρυσοκέντητος	adj	κεντημένος με χρυσή κλωστή, που έχει χρυσοκεντηθεί
χρυσοκέντητου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσοκέντητος
χρυσοκέντητους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοκέντητος
χρυσοκέντητων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσοκέντητος
χρυσοκίτρινα	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινε	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινες	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινη	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινης	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινο	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινοι	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινος	adj	που έχει χρώμα κίτρινο προς το χρυσό
χρυσοκίτρινου	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινους	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκίτρινων	=	χρυσοκίτρινος
χρυσοκανθάρου	noun	γενική ενικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκανθάρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκανθάρων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσοκάνθαρος
χρυσοκεντά	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάει	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάμε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάν	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάνε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάς	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάτε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντάω	verb	άλλη μορφή του χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντήθηκες	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντήματα	=	χρυσοκέντημα
χρυσοκεντήματος	=	χρυσοκέντημα
χρυσοκεντήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσαν	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσανε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσου	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντήτρα	noun	θηλυκό του χρυσοκεντητής
χρυσοκεντήτρας	=	χρυσοκεντήτρα
χρυσοκεντήτρες	=	χρυσοκεντήτρα
χρυσοκεντήτρια	noun	θηλυκό του χρυσοκεντητής
χρυσοκεντήτριας	=	χρυσοκεντήτρια
χρυσοκεντήτριες	=	χρυσοκεντήτρια
χρυσοκεντίδι	noun	άλλη μορφή του χρυσοκέντημα
χρυσοκεντίδια	=	χρυσοκεντίδι
χρυσοκεντηθήκαμε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντηθήκαν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντηθήκανε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντηθήκατε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντηθείτε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντημάτων	=	χρυσοκέντημα
χρυσοκεντημένα	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένε	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένες	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένη	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένης	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένο	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένοι	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντημένου	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένους	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντημένων	=	χρυσοκεντημένος
χρυσοκεντητές	noun	χρυσοκεντητής, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού
χρυσοκεντητή	noun	χρυσοκεντητής, στη γενική / αιτιατική / κλητική του ενικού
χρυσοκεντητής	noun	κάποιος που χρυσοκεντά
χρυσοκεντητικά	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικέ	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικές	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητική	noun	η τέχνη του χρυσοκεντήματος, της κέντησης με χρυσή ή χρυσαφένια κλωστή
χρυσοκεντητικής	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικοί	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικού	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικούς	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικό	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητικός	adj	που έχει σχέση με το χρυσοκέντημα ή την χρυσοκεντητική ή αναφέρεται σ’ αυτά
χρυσοκεντητικών	=	χρυσοκεντητικός
χρυσοκεντητριών	=	χρυσοκεντήτρια
χρυσοκεντητών	noun	χρυσοκεντητής, στη γενική του πληθυντικού
χρυσοκεντιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρυσοκεντώ
χρυσοκεντιέσαι	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιέστε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιέται	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιδιού	=	χρυσοκεντίδι
χρυσοκεντιδιών	=	χρυσοκεντίδι
χρυσοκεντιούνται	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιούνταν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόμασταν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόμαστε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόμουν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόμουνα	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόνταν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόντανε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόντουσαν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόσασταν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόσαστε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόσουν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόσουνα	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιόταν	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντιότανε	=	χρυσοκεντιέμαι
χρυσοκεντούμε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούν	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούνε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσα	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσαμε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσαν	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσανε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσατε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσε	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντούσες	=	χρυσοκεντώ
χρυσοκεντώ	verb	κεντώ με χρυσή ή χρυσαφένια κλωστή
χρυσοκεντώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χρυσοκεντάω / χρυσοκεντώ
χρυσοκλωστές	=	χρυσοκλωστή
χρυσοκλωστή	noun	χρυσή ή χρυσαφένια κλωστή
χρυσοκλωστής	=	χρυσοκλωστή
χρυσοκλωστών	=	χρυσοκλωστή
χρυσοκολλά	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάει	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάμε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάν	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάνε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάς	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάτε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλάω	verb	άλλη μορφή του χρυσοκολλώ
χρυσοκολλήθηκα	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλήθηκαν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλήθηκε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλήθηκες	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλήσαμε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλήσαν	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλήσανε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλήσατε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλήσει	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλήσεις	=	χρυσοκόλληση
χρυσοκολλήσεων	=	χρυσοκόλληση
χρυσοκολλήσου	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλήστε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολληθήκαμε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολληθήκαν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολληθήκανε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολληθήκατε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολληθεί	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολληθείτε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλημένα	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένε	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένες	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένη	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένης	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένο	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένοι	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρυσοκολλώ
χρυσοκολλημένου	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένους	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλημένων	=	χρυσοκολλημένος
χρυσοκολλιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρυσοκολλώ
χρυσοκολλιέσαι	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιέστε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιέται	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιούνται	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιούνταν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόμασταν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόμαστε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόμουν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόμουνα	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόνταν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόντανε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόντουσαν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόσασταν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόσαστε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόσουν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόσουνα	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιόταν	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλιότανε	=	χρυσοκολλιέμαι
χρυσοκολλούμε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούν	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούνε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσα	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσαμε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσαν	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσανε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσατε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλούσες	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκολλώ	verb	κολλώ ή δημιουργώ χρησιμοποιώντας χρυσόκολλα
χρυσοκολλώντας	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκονδυλιά	noun	διακοσμητική παρέμβαση σε αγιογραφία, εικόνα, χειρόγραφο κ.λπ. με χρυσό χρώμα ή χρυσόσκονη
χρυσοκονδυλιάς	=	χρυσοκονδυλιά
χρυσοκονδυλιές	=	χρυσοκονδυλιά
χρυσοκονδυλιών	=	χρυσοκονδυλιά
χρυσοκοντυλιά	noun	άλλη μορφή του χρυσοκονδυλιά
χρυσοκοντυλιάς	=	χρυσοκοντυλιά
χρυσοκοντυλιές	=	χρυσοκοντυλιά
χρυσοκοντυλιών	=	χρυσοκοντυλιά
χρυσοκυρά	noun|literary	η καλόκαρδη, αγαθή γυναίκα, ενάρετη και άξια νοικοκυρά
χρυσοκυράδες	=	χρυσοκυρά
χρυσοκυράδων	=	χρυσοκυρά
χρυσοκυράς	=	χρυσοκυρά
χρυσοκόκκινα	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινε	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινες	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινη	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινης	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινο	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινοι	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινος	adj	που έχει χρώμα κόκκινο προς το χρυσό ή με χρυσές ανταύγειες
χρυσοκόκκινου	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινους	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόκκινων	=	χρυσοκόκκινος
χρυσοκόλλα	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκόλλαγε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκόλλησα	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκόλλησαν	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκόλλησε	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκόλλησες	=	χρυσοκολλώ
χρυσοκόλληση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρυσοκολλώ
χρυσοκόλλησης	=	χρυσοκόλληση
χρυσοκόλλητα	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητε	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητες	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητη	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητης	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητο	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητοι	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητος	adj	άλλη μορφή του χρυσοκολλημένος
χρυσοκόλλητου	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητους	=	χρυσοκόλλητος
χρυσοκόλλητων	=	χρυσοκόλλητος
χρυσολίθου	=	χρυσόλιθος
χρυσολίθους	=	χρυσόλιθος
χρυσολίθων	=	χρυσόλιθος
χρυσομάλλα	noun	αυτή που έχει χρυσά μαλλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσομάλλης
χρυσομάλλας	noun	γενική ενικού του χρυσομάλλα
χρυσομάλλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσομάλλα
χρυσομάλλη	=	χρυσομάλλης
χρυσομάλληδες	=	χρυσομάλλης
χρυσομάλληδων	=	χρυσομάλλης
χρυσομάλλης	adj	που έχει χρυσά, χρυσαφένια μαλλιά, μαλλιά που χρυσίζουν
χρυσομάλλικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσομάλλικο
χρυσομάλλικε	adj	κλητική ενικού του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσομάλλικη
χρυσομάλλικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλικης	adj	γενική ενικού του χρυσομάλλικη
χρυσομάλλικο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλικος	adj|figurative	άλλη μορφή του χρυσόμαλλος
χρυσομάλλικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσομάλλικος
χρυσομάλλού	=	χρυσομάλλης
χρυσομάλλούσα	=	χρυσομάλλης
χρυσομαλλού	noun	άλλη μορφή του χρυσομάλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσομάλλης
χρυσομαλλούδες	=	χρυσομάλλης
χρυσομαλλούδων	=	χρυσομαλλού
χρυσομαλλούς	=	χρυσομάλλης
χρυσομαλλούσα	noun	άλλη μορφή του χρυσομάλλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσομάλλης
χρυσομαλλούσας	noun	γενική ενικού του χρυσομαλλούσα
χρυσομαλλούσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσομαλλούσα
χρυσομαλλών	noun	γενική πληθυντικού του χρυσομάλλα
χρυσομηλιά	noun	βερυκοκιά
χρυσομηλιάς	=	χρυσομηλιά
χρυσομηλιές	=	χρυσομηλιά
χρυσομηλιών	=	χρυσομηλιά
χρυσομπάμπουρα	=	χρυσομπάμπουρας
χρυσομπάμπουρας	noun	το χρυσοσκάθαρο
χρυσομπάμπουρες	=	χρυσομπάμπουρας
χρυσομπάμπουρων	=	χρυσομπάμπουρας
χρυσομυγών	noun	γενική πληθυντικού του χρυσόμυγα
χρυσομυκίνες	=	χρυσομυκίνη
χρυσομυκίνη	noun|dated	αντιβιοτικό που ανήκει στην κατηγορία των τετρακυκλινών και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων
χρυσομυκίνης	=	χρυσομυκίνη
χρυσομυκινών	=	χρυσομυκίνη
χρυσονήματα	=	χρυσόνημα
χρυσονήματος	=	χρυσόνημα
χρυσονημάτων	=	χρυσόνημα
χρυσοπλέκομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρυσοπλέκω
χρυσοπλέκω	verb|rare	πλέκω χρησιμοποιώντας και χρυσά ή χρυσού χρώματος νήματα
χρυσοπλήρωνα	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωναν	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωνε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωνες	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπλήρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπλεγμένα	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένε	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένες	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένη	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένης	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένο	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένοι	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρυσοπλέκω
χρυσοπλεγμένου	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένους	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεγμένων	=	χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεμένα	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένε	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένες	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένη	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένης	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένο	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένοι	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένος	verb	άλλη μορφή του χρυσοπλεγμένος
χρυσοπλεμένου	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένους	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπλεμένων	=	χρυσοπλεμένος
χρυσοπληρωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνομαι
χρυσοπληρώναμε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώναν	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνανε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνατε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνει	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνεις	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνετε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνοντας	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνουμε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνουν	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνουνε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώνω	verb	πληρώνω πολύ ακριβά
χρυσοπληρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσαν	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσανε	=	χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπληρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοπληρώνω
χρυσοπλουμίζαμε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζανε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζατε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζει	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζεις	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζεσαι	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζεστε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζεται	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζετε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζονται	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζονταν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζοντας	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζουμε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζουν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζουνε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίζω	verb	διακοσμώ με χρυσά νήματα
χρυσοπλουμίσαμε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίσαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίσανε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίσατε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίσει	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίσου	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίστε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίστηκα	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίστηκαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίστηκε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμίστηκες	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόμασταν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόμαστε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόμουν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόμουνα	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόντουσαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόσασταν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόσαστε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόσουν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόσουνα	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζόταν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιζότανε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμισμένή	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένα	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένε	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένες	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένη	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένης	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένο	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένοι	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμισμένου	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένους	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένων	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμισμένό	=	χρυσοπλουμισμένος
χρυσοπλουμιστήκαμε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιστήκαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιστήκανε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιστήκατε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιστεί	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλουμιστείτε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμιζα	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμιζαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμιζε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμιζες	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμισα	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμισαν	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμισε	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμισες	=	χρυσοπλουμίζω
χρυσοπλούμιστα	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστε	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστες	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστη	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστης	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστο	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστοι	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστος	adj	που διακοσμήθηκε με χρυσά νήματα
χρυσοπλούμιστου	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστους	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοπλούμιστων	=	χρυσοπλούμιστος
χρυσοποίκιλτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοποίκιλτο
χρυσοποίκιλτε	adj	κλητική ενικού του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποίκιλτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοποίκιλτη
χρυσοποίκιλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποίκιλτης	adj	γενική ενικού του χρυσοποίκιλτη
χρυσοποίκιλτο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποίκιλτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποίκιλτος	adj	ο στολισμένος με χρυσάφι, ο χρυσοστόλιστος, ο διακοσμημένος με χρυσό σε διάφορα σημεία
χρυσοποίκιλτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποίκιλτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποίκιλτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσοποίκιλτος
χρυσοποικιλμένα	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένε	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένες	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένη	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένης	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένο	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένοι	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένος	adj	ο χρυσοποίκιλτος
χρυσοποικιλμένου	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένους	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλμένων	=	χρυσοποικιλμένος
χρυσοποικιλτές	noun	χρυσοποικιλτής, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού
χρυσοποικιλτή	noun	χρυσοποικιλτής, στη γενική / αιτιατική / κλητική του ενικού
χρυσοποικιλτής	noun	κάποιος που γνωρίζει να διακοσμεί ενδύματα ή υφάσματα με χρυσοκλωστή / χρυσόνημα
χρυσοποικιλτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοποικιλτικό
χρυσοποικιλτικέ	adj	κλητική ενικού του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοποικιλτική
χρυσοποικιλτική	noun	η τέχνη ενός χρυσοποικιλτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτικής	adj	γενική ενικού του χρυσοποικιλτική
χρυσοποικιλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτικού	adj	γενική ενικού του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτικό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτικός	adj	που έχει σχέση με τη χρυσοποικιλτική ή αναφέρεται σ’ αυτή
χρυσοποικιλτικών	adj	γενική πληθυντικού του χρυσοποικιλτικός
χρυσοποικιλτών	noun	χρυσοποικιλτής, στη γενική του πληθυντικού
χρυσοπράσινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοπράσινο
χρυσοπράσινε	adj	κλητική ενικού του χρυσοπράσινος
χρυσοπράσινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοπράσινη
χρυσοπράσινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοπράσινος
χρυσοπράσινης	adj	γενική ενικού του χρυσοπράσινη
χρυσοπράσινο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοπράσινος
χρυσοπράσινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοπράσινος
χρυσοπράσινος	adj	που έχει χρυσοπράσινο χρώμα, το λαμπερό λαδί
χρυσοπράσινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσοπράσινος
χρυσοπράσινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοπράσινος
χρυσοπράσινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσοπράσινος
χρυσοπόρφυρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοπόρφυρο
χρυσοπόρφυρε	adj	κλητική ενικού του χρυσοπόρφυρος
χρυσοπόρφυρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοπόρφυρη
χρυσοπόρφυρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοπόρφυρος
χρυσοπόρφυρης	adj	γενική ενικού του χρυσοπόρφυρη
χρυσοπόρφυρο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοπόρφυρος
χρυσοπόρφυροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοπόρφυρος
χρυσοπόρφυρος	adj	ο πορφυρός με μια κάποια χρυσή απόχρωση
χρυσοπόρφυρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσοπόρφυρος
χρυσοπόρφυρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοπόρφυρος
χρυσοπόρφυρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσοπόρφυρος
χρυσοράπτες	=	χρυσοράπτης
χρυσοράπτη	=	χρυσοράπτης
χρυσοράπτηδες	=	χρυσοράπτης
χρυσοράπτηδων	=	χρυσοράπτης
χρυσοράπτης	noun	άλλη γραφή του χρυσοράφτης
χρυσοράφτες	=	χρυσοράφτης
χρυσοράφτη	=	χρυσοράφτης
χρυσοράφτηδες	=	χρυσοράφτης
χρυσοράφτηδων	=	χρυσοράφτης
χρυσοράφτης	noun	τεχνίτης / ράφτης ειδικευμένος σε ράψιμο / κέντημα με χρυσές κλωστές ή/και πολύτιμους λίθους
χρυσοραπτάδες	=	χρυσοράπτης
χρυσοραπτάδων	=	χρυσοράπτης
χρυσοραπτών	=	χρυσοράπτης
χρυσοραφτάδες	=	χρυσοράφτης
χρυσοραφτάδων	=	χρυσοράφτης
χρυσοραφτών	=	χρυσοράφτης
χρυσορράπτες	=	χρυσορράπτης
χρυσορράπτη	=	χρυσορράπτης
χρυσορράπτηδες	=	χρυσορράπτης
χρυσορράπτηδων	=	χρυσορράπτης
χρυσορράπτης	noun	άλλη γραφή του χρυσοράφτης
χρυσορραπτάδες	=	χρυσορράπτης
χρυσορραπτάδων	=	χρυσορράπτης
χρυσορραπτών	=	χρυσορράπτης
χρυσοσκάθαρα	=	χρυσοσκάθαρο
χρυσοσκάθαρο	noun	ο χρυσοκάνθαρος
χρυσοσκάθαρου	=	χρυσοσκάθαρο
χρυσοσκάθαρων	=	χρυσοσκάθαρο
χρυσοστεφάνωτα	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτε	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτες	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτη	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτης	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτο	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτοι	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτος	adj	στεφανωμένος με χρυσό
χρυσοστεφάνωτου	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτους	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφάνωτων	=	χρυσοστεφάνωτος
χρυσοστεφές	=	χρυσοστεφής
χρυσοστεφή	=	χρυσοστεφής
χρυσοστεφής	adj|dated	που του έβαλαν χρυσό στέμμα ή που λάμπει σαν χρυσός
χρυσοστεφείς	=	χρυσοστεφής
χρυσοστεφούς	=	χρυσοστεφής
χρυσοστεφών	=	χρυσοστεφής
χρυσοστολίζαμε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζαν	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζανε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζατε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζει	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζεις	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζετε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζοντας	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζουμε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζουν	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζουνε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίζω	verb	στολίζω κάτι με χρυσό
χρυσοστολίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσαν	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσανε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολίστηκα	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστολίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστολισμένος	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστόλιζα	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστόλιζαν	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστόλιζε	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστόλιζες	=	χρυσοστολίζω
χρυσοστόλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστόλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστόλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστόλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσοστολίζω
χρυσοστόλιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοστόλιστο
χρυσοστόλιστε	adj	κλητική ενικού του χρυσοστόλιστος
χρυσοστόλιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοστόλιστη
χρυσοστόλιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοστόλιστος
χρυσοστόλιστης	adj	γενική ενικού του χρυσοστόλιστη
χρυσοστόλιστο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοστόλιστος
χρυσοστόλιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοστόλιστος
χρυσοστόλιστος	adj	ο χρυσοποίκιλτος, ο στολισμένος με χρυσά
χρυσοστόλιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσοστόλιστος
χρυσοστόλιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοστόλιστος
χρυσοστόλιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσοστόλιστος
χρυσουπολίτες	=	χρυσουπολίτης
χρυσουπολίτη	=	χρυσουπολίτης
χρυσουπολίτης	noun	άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από τη Χρυσούπολη
χρυσουπολίτικα	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικε	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικες	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικη	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικης	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικο	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικοι	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικος	adj	ο σχετικός με τη Χρυσούπολη ή τους κατοίκους της
χρυσουπολίτικου	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικους	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτικων	=	χρυσουπολίτικος
χρυσουπολίτισσα	=	χρυσουπολίτης
χρυσουπολιτών	=	χρυσουπολίτης
χρυσοφόρα	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρας	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρε	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρες	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρο	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόροι	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρος	adj	που φοράει χρυσά, είναι ζάπλουτος, είναι ισχυρός
χρυσοφόρου	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρους	=	χρυσοφόρος
χρυσοφόρων	=	χρυσοφόρος
χρυσοχέρα	noun	η πολύ ικανή, η πολύ προκομένη, που ό,τι καταπιάνεται να φτιάξει, το κάνει θαυμάσιο
χρυσοχέρας	noun	γενική ενικού του χρυσοχέρα
χρυσοχέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοχέρα
χρυσοχέρη	=	χρυσοχέρης
χρυσοχέρηδες	=	χρυσοχέρης
χρυσοχέρηδων	=	χρυσοχέρης
χρυσοχέρης	noun	ο πολύ ικανός, που ό,τι πιάνει να φτιάξει με τα χέρια του, το κάνει πολύ καλά, ο προκομμένος
χρυσοχοΐα	noun	η τέχνη της επεξεργασίας του χρυσού
χρυσοχοΐας	=	χρυσοχοΐα
χρυσοχοΐες	=	χρυσοχοΐα
χρυσοχοεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοχοείο
χρυσοχοείο	noun	ο χώρος εργασίας, το εργαστήριο του χρυσοχόου
χρυσοχοείου	noun	γενική ενικού του χρυσοχοείο
χρυσοχοείων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσοχοείο
χρυσοχοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοχοϊκό
χρυσοχοϊκέ	adj	κλητική ενικού του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσοχοϊκή
χρυσοχοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊκής	adj	γενική ενικού του χρυσοχοϊκή
χρυσοχοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊκού	adj	γενική ενικού του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊκός	adj	που έχει σχέση με την χρυσοχοΐα ή τον χρυσοχόο ή αναφέρεται σ’ αυτά
χρυσοχοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του χρυσοχοϊκός
χρυσοχοϊών	=	χρυσοχοΐα
χρυσοχόε	noun	κλητική ενικού του χρυσοχόος
χρυσοχόο	noun	αιτιατική ενικού του χρυσοχόος
χρυσοχόοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσοχόος
χρυσοχόος	noun	τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή αντικειμένων ή κοσμημάτων από χρυσάφι
χρυσοχόου	noun	γενική ενικού του χρυσοχόος
χρυσοχόους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρυσοχόος
χρυσοχόων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσοχόος
χρυσού	adj	γενική ενικού του χρυσός
χρυσούς	=	χρυσός
χρυσοῦς	=	χρυσός
χρυσωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθήκαν	=	χρυσώνω
χρυσωθήκανε	=	χρυσώνω
χρυσωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρύσωμα
χρυσωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωμένο
χρυσωμένε	verb	κλητική ενικού του χρυσωμένος
χρυσωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωμένη
χρυσωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσωμένος
χρυσωμένης	verb	γενική ενικού του χρυσωμένη
χρυσωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χρυσωμένος
χρυσωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσωμένος
χρυσωμένος	verb	που τον έχουν χρυσώσει, τον έχουν κανει χρυσό
χρυσωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσωμένος
χρυσωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρυσωμένος
χρυσωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσωμένος
χρυσωνόμασταν	=	χρυσώνω
χρυσωνόμαστε	=	χρυσώνω
χρυσωνόμουν	=	χρυσώνω
χρυσωνόμουνα	=	χρυσώνω
χρυσωνόντουσαν	=	χρυσώνω
χρυσωνόσασταν	=	χρυσώνω
χρυσωνόσαστε	=	χρυσώνω
χρυσωνόσουν	=	χρυσώνω
χρυσωνόσουνα	=	χρυσώνω
χρυσωνόταν	=	χρυσώνω
χρυσωνότανε	=	χρυσώνω
χρυσωπά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωπό
χρυσωπέ	adj	κλητική ενικού του χρυσωπός
χρυσωπές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωπή
χρυσωπή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσωπός
χρυσωπής	adj	γενική ενικού του χρυσωπή
χρυσωποί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσωπός
χρυσωπού	adj	γενική ενικού του χρυσωπός
χρυσωπούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσωπός
χρυσωπό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσωπός
χρυσωπός	adj	ο χρυσαφής, που λάμπει σαν χρυσός, που μοιάζει αρκετά με χρυσό στο χρώμα, αλλά δεν είναι εντυπωσιακά λαμπερός
χρυσωπών	adj	γενική πληθυντικού του χρυσωπός
χρυσωρυχεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωρυχείο
χρυσωρυχείο	noun	ορυχείο χρυσού
χρυσωρυχείου	noun	γενική ενικού του χρυσωρυχείο
χρυσωρυχείων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσωρυχείο
χρυσωρύχε	noun	κλητική ενικού του χρυσωρύχος
χρυσωρύχο	noun	αιτιατική ενικού του χρυσωρύχος
χρυσωρύχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσωρύχος
χρυσωρύχος	noun	ο εργαζόμενος σε χρυσωρυχείο
χρυσωρύχου	noun	γενική ενικού του χρυσωρύχος
χρυσωρύχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρυσωρύχος
χρυσωρύχων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσωρύχος
χρυσωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωτό
χρυσωτέ	adj	κλητική ενικού του χρυσωτός
χρυσωτές	noun	χρυσωτής, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού
χρυσωτή	noun	χρυσωτής, στη γενική / αιτιατική / κλητική του ενικού
χρυσωτής	noun	τεχνίτης που χρυσώνει, που είναι ειδικός στο χρύσωμα
χρυσωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωτικό
χρυσωτικέ	adj	κλητική ενικού του χρυσωτικός
χρυσωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσωτική
χρυσωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσωτικός
χρυσωτικής	adj	γενική ενικού του χρυσωτική
χρυσωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσωτικός
χρυσωτικού	adj	γενική ενικού του χρυσωτικός
χρυσωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσωτικός
χρυσωτικό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσωτικός
χρυσωτικός	adj	σχετικός με το χρύσωμα
χρυσωτικών	adj	γενική πληθυντικού του χρυσωτικός
χρυσωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσωτός
χρυσωτού	adj	γενική ενικού του χρυσωτός
χρυσωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσωτός
χρυσωτριών	=	χρυσώτρια
χρυσωτό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσωτός
χρυσωτός	adj	που τον έχουν επικαλύψει με χρυσό ή τον έχουν βάψει με σχετικό χρώμα
χρυσωτών	noun	χρυσωτής, στη γενική του πληθυντικού
χρυσό	adj	αιτιατική ενικού του χρυσός
χρυσόβεργα	noun	χρυσή βέργα
χρυσόβεργας	=	χρυσόβεργα
χρυσόβεργες	=	χρυσόβεργα
χρυσόβιβλος	noun	το χρυσό βιβλίο, το ντυμένο με δέρμα και χρυσά γράμματα
χρυσόβουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόβουλο
χρυσόβουλο	noun	διάταγμα που το υπογράφει ο βυζαντινός αυτοκράτορας με χρυσά γράμματα
χρυσόβουλου	noun	γενική ενικού του χρυσόβουλο
χρυσόβουλων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσόβουλο
χρυσόδεσα	=	χρυσοδένω
χρυσόδετα	=	χρυσόδετος
χρυσόδετε	=	χρυσόδετος
χρυσόδετες	=	χρυσόδετος
χρυσόδετη	=	χρυσόδετος
χρυσόδετης	=	χρυσόδετος
χρυσόδετο	=	χρυσόδετος
χρυσόδετοι	=	χρυσόδετος
χρυσόδετος	adj	για βιβλίο με πολυτελές δέσιμο που έχει χρυσά γράμματα ή διακοσμητικά σχέδια
χρυσόδετου	=	χρυσόδετος
χρυσόδετους	=	χρυσόδετος
χρυσόδετων	=	χρυσόδετος
χρυσόζωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόζωνο
χρυσόζωνε	adj	κλητική ενικού του χρυσόζωνος
χρυσόζωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόζωνη
χρυσόζωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσόζωνος
χρυσόζωνης	adj	γενική ενικού του χρυσόζωνη
χρυσόζωνο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσόζωνος
χρυσόζωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσόζωνος
χρυσόζωνος	adj	αυτός που φορά / έχει χρυσή ζώνη
χρυσόζωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσόζωνος
χρυσόζωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσόζωνος
χρυσόζωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσόζωνος
χρυσόκολλα	noun	ένυδρο πυριτικό ορυκτό του χαλκού και του αργιλίου, γνωστό από την αρχαιότητα ως υλικό κατασκευής κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων, με μειωμένη αντοχή, λόγω της χαμηλής του σκληρότητας
χρυσόκολλας	=	χρυσόκολλα
χρυσόκολλες	=	χρυσόκολλα
χρυσόλιθε	=	χρυσόλιθος
χρυσόλιθο	=	χρυσόλιθος
χρυσόλιθοι	=	χρυσόλιθος
χρυσόλιθος	noun	ημιδιάφανο έως διαφανές ορυκτό που ανήκει στην ομάδα των ορυκτών του ολιβίνη (και συγκεκριμένα στην ποικιλία του περίδοτου) και εμφανίζει χρώματα από πράσινο έως κιτρινοπράσινο, λόγω της παρουσίας σιδήρου και μαγνησίου στη σύνθεσή του
χρυσόλιθου	=	χρυσόλιθος
χρυσόλιθους	=	χρυσόλιθος
χρυσόλιθων	=	χρυσόλιθος
χρυσόμαλλα	adj	τα χρυσά ή χρυσαφένια μαλλιά
χρυσόμαλλε	adj	κλητική ενικού του χρυσόμαλλος
χρυσόμαλλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόμαλλη
χρυσόμαλλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσόμαλλος
χρυσόμαλλης	adj	γενική ενικού του χρυσόμαλλη
χρυσόμαλλο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσόμαλλος
χρυσόμαλλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσόμαλλος
χρυσόμαλλος	adj	που το μαλλί του, το τρίχωμά είναι χρυσά
χρυσόμαλλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσόμαλλος
χρυσόμαλλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσόμαλλος
χρυσόμαλλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσόμαλλος
χρυσόμηλα	=	χρυσόμηλο
χρυσόμηλο	noun	βερύκοκο
χρυσόμηλου	=	χρυσόμηλο
χρυσόμηλων	=	χρυσόμηλο
χρυσόμυγα	noun	ο χρυσοκάνθαρος
χρυσόμυγας	noun	γενική ενικού του χρυσόμυγα
χρυσόμυγες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόμυγα
χρυσόνημα	noun	είδος επίχρυσου ή χρυσού νήματος
χρυσόξανθα	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθε	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθες	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθη	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθης	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθο	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθοι	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθος	adj	που το χρώμα του είναι ξανθό με χρυσές αποχρώσεις
χρυσόξανθου	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθους	=	χρυσόξανθος
χρυσόξανθων	=	χρυσόξανθος
χρυσόπλεκτα	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτε	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτες	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτη	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτης	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτο	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτοι	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτος	verb	άλλη μορφή του χρυσοπλεγμένος
χρυσόπλεκτου	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτους	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεκτων	=	χρυσόπλεκτος
χρυσόπλεχτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόπλεχτο
χρυσόπλεχτε	adj	κλητική ενικού του χρυσόπλεχτος
χρυσόπλεχτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόπλεχτη
χρυσόπλεχτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσόπλεχτος
χρυσόπλεχτης	adj	γενική ενικού του χρυσόπλεχτη
χρυσόπλεχτο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσόπλεχτος
χρυσόπλεχτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσόπλεχτος
χρυσόπλεχτος	adj	άλλη μορφή του χρυσοπλεγμένος
χρυσόπλεχτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσόπλεχτος
χρυσόπλεχτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσόπλεχτος
χρυσόπλεχτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσόπλεχτος
χρυσός	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 79 και χημικό σύμβολο το Au	adj	που είναι κατασκευασμένος από χρυσό
χρυσόσκονες	=	χρυσόσκονη
χρυσόσκονη	noun	σκόνη από λαμπερούς κίτρινους κόκκους για ζωγραφική και άλλες χρήσεις
χρυσόσκονης	=	χρυσόσκονη
χρυσόσκονων	=	χρυσόσκονη
χρυσόφτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόφτερο
χρυσόφτερε	adj	κλητική ενικού του χρυσόφτερος
χρυσόφτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόφτερη
χρυσόφτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσόφτερος
χρυσόφτερης	adj	γενική ενικού του χρυσόφτερη
χρυσόφτερο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσόφτερος
χρυσόφτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσόφτερος
χρυσόφτερος	adj	με χρυσά φτερά
χρυσόφτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσόφτερος
χρυσόφτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσόφτερος
χρυσόφτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσόφτερος
χρυσόφωνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόφωνο
χρυσόφωνε	adj	κλητική ενικού του χρυσόφωνος
χρυσόφωνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόφωνη
χρυσόφωνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσόφωνος
χρυσόφωνης	adj	γενική ενικού του χρυσόφωνη
χρυσόφωνο	adj	αιτιατική ενικού του χρυσόφωνος
χρυσόφωνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρυσόφωνος
χρυσόφωνος	adj	αυτός που έχει χρυσή φωνή
χρυσόφωνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρυσόφωνος
χρυσόφωνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρυσόφωνος
χρυσόφωνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρυσόφωνος
χρυσόψαρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρυσόψαρο
χρυσόψαρο	noun	κοινή ονομασία για το είδος Carassius auratus auratus - Καράσσιος ο χρυσόχρους ο χρυσόχρους (Linnaeus, 1758)
χρυσόψαρου	noun	γενική ενικού του χρυσόψαρο
χρυσόψαρων	noun	γενική πληθυντικού του χρυσόψαρο
χρυσώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνομαι
χρυσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρύσωμα
χρυσώματος	noun	γενική ενικού του χρύσωμα
χρυσών	adj	γενική πληθυντικού του χρυσός
χρυσώναμε	=	χρυσώνω
χρυσώναν	=	χρυσώνω
χρυσώνανε	=	χρυσώνω
χρυσώνατε	=	χρυσώνω
χρυσώνει	=	χρυσώνω
χρυσώνεις	=	χρυσώνω
χρυσώνεσαι	=	χρυσώνω
χρυσώνεστε	=	χρυσώνω
χρυσώνεται	=	χρυσώνω
χρυσώνετε	=	χρυσώνω
χρυσώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χρυσώνω
χρυσώνονται	=	χρυσώνω
χρυσώνονταν	=	χρυσώνω
χρυσώνοντας	=	χρυσώνω
χρυσώνουμε	=	χρυσώνω
χρυσώνουν	=	χρυσώνω
χρυσώνουνε	=	χρυσώνω
χρυσώνω	verb	καλύπτω κάτι ή μια επιφάνεια με χρυσό
χρυσώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσαν	=	χρυσώνω
χρυσώσανε	=	χρυσώνω
χρυσώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσεων	=	χρύσωση
χρυσώσου	=	χρυσώνω
χρυσώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρυσώτρια	noun	θηλυκό του χρυσωτής
χρυσώτριας	=	χρυσώτρια
χρυσώτριες	=	χρυσώτρια
χρωμάτιζα	=	χρωματίζω
χρωμάτιζαν	=	χρωματίζω
χρωμάτιζε	=	χρωματίζω
χρωμάτιζες	=	χρωματίζω
χρωμάτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωμάτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωμάτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωμάτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωμάτισμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρωματίζω
χρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρώμα
χρωμάτωση	noun|formal	βάψιμο, βαφή
χρωμάτωσης	=	χρωμάτωση
χρωμάτωσις	noun	η χρωμάτωση
χρωμίου	noun	γενική ενικού του χρώμιο
χρωμίτες	=	χρωμίτης
χρωμίτη	=	χρωμίτης
χρωμίτης	noun	το κυριότερο μετάλλευμα για παραγωγή χρωμίου, ορυκτό οξείδιο του σιδήρου και του χρωμίου
χρωμίων	noun	γενική πληθυντικού του χρώμιο
χρωματίζαμε	=	χρωματίζω
χρωματίζαν	=	χρωματίζω
χρωματίζανε	=	χρωματίζω
χρωματίζατε	=	χρωματίζω
χρωματίζει	=	χρωματίζω
χρωματίζεις	=	χρωματίζω
χρωματίζετε	=	χρωματίζω
χρωματίζομαι	verb	παίρνω χρώμα από βαφή, με ζωγραφίζουν, με βάφουν
χρωματίζονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του χρωματίζομαι
χρωματίζοντας	=	χρωματίζω
χρωματίζουμε	=	χρωματίζω
χρωματίζουν	=	χρωματίζω
χρωματίζουνε	=	χρωματίζω
χρωματίζω	verb	χρησιμοποιώ χρώματα για να προσδώσω αποχρώσεις σε μια ζωγραφιά που δεν θέλω να είναι ασπρόμαυρη (για έπιπλα, χρηστικά αντικείμενα, ακίνητα, αυτοκινητα βάφω, εκτός κι αν είμαι παιδί)
χρωματίνες	=	χρωματίνη
χρωματίνη	noun	βασικό συστατικό του πυρήνα των κυττάρων
χρωματίνης	=	χρωματίνη
χρωματίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίσαν	=	χρωματίζω
χρωματίσανε	=	χρωματίζω
χρωματίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμάτισμα
χρωματίσματος	noun	γενική ενικού του χρωμάτισμα
χρωματίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζω
χρωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματικό	adv	ως προς το χρώμα
χρωματικέ	adj	κλητική ενικού του χρωματικός
χρωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματική
χρωματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωματικός
χρωματικής	adj	γενική ενικού του χρωματική
χρωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωματικός
χρωματικοτήτων	=	χρωματικότητα
χρωματικού	adj	γενική ενικού του χρωματικός
χρωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωματικός
χρωματικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωματικός
χρωματικός	adj	που αναφέρεται ή είναι σχετικός με το χρώμα
χρωματικότητα	noun	η απόχρωση και ο κορεσμός ενός χρώματος όχι όμως η φωτεινότητα
χρωματικότητας	=	χρωματικότητα
χρωματικότητες	=	χρωματικότητα
χρωματικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωματικός
χρωματινών	=	χρωματίνη
χρωματισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρωμάτισμα
χρωματισμέ	noun	κλητική ενικού του χρωματισμός
χρωματισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματισμένο
χρωματισμένε	verb	κλητική ενικού του χρωματισμένος
χρωματισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματισμένη
χρωματισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωματισμένος
χρωματισμένης	verb	γενική ενικού του χρωματισμένη
χρωματισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χρωματισμένος
χρωματισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωματισμένος
χρωματισμένος	verb|figurative	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρωματίζω
χρωματισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρωματισμένος
χρωματισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρωματισμένος
χρωματισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρωματισμένος
χρωματισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωματισμός
χρωματισμού	noun	γενική ενικού του χρωματισμός
χρωματισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρωματισμός
χρωματισμό	noun	αιτιατική ενικού του χρωματισμός
χρωματισμός	noun	η εφαρμογή χρώματος σε μια επιφάνεια
χρωματισμών	noun	γενική πληθυντικού του χρωματισμός
χρωματιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματιστό	adv	με χρώματα
χρωματιστέ	adj	κλητική ενικού του χρωματιστός
χρωματιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματιστή
χρωματιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωματιστός
χρωματιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστής	adj	γενική ενικού του χρωματιστή
χρωματιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωματιστός
χρωματιστού	adj	γενική ενικού του χρωματιστός
χρωματιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωματιστός
χρωματιστό	adj	αιτιατική ενικού του χρωματιστός
χρωματιστός	adj|formal	που έχει χρώμα
χρωματιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρωματίζομαι
χρωματιστών	adj	γενική πληθυντικού του χρωματιστός
χρωματοβιομηχανία	noun	βιομηχανία κατασκευής χρωμάτων
χρωματοβιομηχανίας	noun	γενική ενικού του χρωματοβιομηχανία
χρωματοβιομηχανίες	=	χρωματοβιομηχανία
χρωματοβιομηχανιών	noun	γενική πληθυντικού του χρωματοβιομηχανία
χρωματογράφε	=	χρωματογράφος
χρωματογράφει	=	χρωματογραφώ
χρωματογράφημα	noun	η καταγραφή ή η γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων μιας χρωματογραφίας
χρωματογράφησα	=	χρωματογραφώ
χρωματογράφησαν	=	χρωματογραφώ
χρωματογράφησε	=	χρωματογραφώ
χρωματογράφησες	=	χρωματογραφώ
χρωματογράφηση	noun	άλλη μορφή του χρωματογραφία
χρωματογράφησης	=	χρωματογράφηση
χρωματογράφο	=	χρωματογράφος
χρωματογράφοι	=	χρωματογράφος
χρωματογράφος	noun	μηχάνημα που χρησιμοποιείται στη χρωματογραφία
χρωματογράφου	=	χρωματογράφος
χρωματογράφους	=	χρωματογράφος
χρωματογράφων	=	χρωματογράφος
χρωματογραφήματα	=	χρωματογράφημα
χρωματογραφήματος	=	χρωματογράφημα
χρωματογραφήσαμε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφήσαν	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφήσανε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφήσατε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφήσει	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφήσεις	=	χρωματογράφηση
χρωματογραφήσεων	=	χρωματογράφηση
χρωματογραφήστε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφία	noun	τεχνική που χρησιμοποιείται για τον διαχωρισμό των συστατικών ενός μείγματος και βασίζεται στη διαφορετική ταχύτητα με την οποία τα διάφορα συστατικά κινούνται μέσα από ένα στατικό υλικό, όταν αυτό διαπερνάται από ένα ρευστό ή αέριο
χρωματογραφίας	=	χρωματογραφία
χρωματογραφίες	=	χρωματογραφία
χρωματογραφεί	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφείς	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφείτε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφημάτων	=	χρωματογράφημα
χρωματογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χρωματογραφικός	adv	με χρωματογραφικό τρόπο, με χρωματογραφία
χρωματογραφικός	adj	που έχει σχέση με χρωματογραφία ή χρωματογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά
χρωματογραφιών	=	χρωματογραφία
χρωματογραφούμε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούν	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούνε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσα	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσαμε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσαν	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσανε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσατε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσε	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφούσες	=	χρωματογραφώ
χρωματογραφώ	verb	εφαρμόζω χρωματογραφία
χρωματογραφώντας	=	χρωματογραφώ
χρωματογόνα	=	χρωματογόνος
χρωματογόνας	=	χρωματογόνος
χρωματογόνε	=	χρωματογόνος
χρωματογόνες	=	χρωματογόνος
χρωματογόνο	=	χρωματογόνος
χρωματογόνοι	=	χρωματογόνος
χρωματογόνος	adj	άλλη μορφή του χρωμογόνος
χρωματογόνου	=	χρωματογόνος
χρωματογόνους	=	χρωματογόνος
χρωματογόνων	=	χρωματογόνος
χρωματοδιαλογέα	=	χρωματοδιαλογέας
χρωματοδιαλογέας	noun	μηχάνημα που διαχωρίζει προϊόντα βάσει του χρώματός τους
χρωματοδιαλογέων	=	χρωματοδιαλογέας
χρωματοδιαλογείς	=	χρωματοδιαλογέας
χρωματολογία	noun	η μελέτης των χρωμάτων
χρωματολογίας	=	χρωματολογία
χρωματολογίες	=	χρωματολογία
χρωματολογίου	=	χρωματολόγιο
χρωματολογίων	=	χρωματολόγιο
χρωματολογικά	=	χρωματολογικός
χρωματολογικέ	=	χρωματολογικός
χρωματολογικές	=	χρωματολογικός
χρωματολογική	=	χρωματολογικός
χρωματολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χρωματολογική) του χρωματολογικός
χρωματολογικοί	=	χρωματολογικός
χρωματολογικού	=	χρωματολογικός
χρωματολογικούς	=	χρωματολογικός
χρωματολογικό	=	χρωματολογικός
χρωματολογικός	adj	σχετικός με την χρωματολογία
χρωματολογικών	=	χρωματολογικός
χρωματολογιών	=	χρωματολογία
χρωματολόγια	=	χρωματολόγιο
χρωματολόγιο	noun	κατάλογος χρωμάτων, από τον οποίο μπορεί να διαλέξει κανείς απόχρωση για βάψιμο τοίχων
χρωματολόγιου	=	χρωματολόγιο
χρωματολόγιων	=	χρωματολόγιο
χρωματοποιέ	=	χρωματοποιός
χρωματοποιία	noun	η παρασκευή χρωμάτων
χρωματοποιίας	noun	γενική ενικού του χρωματοποιία
χρωματοποιίες	=	χρωματοποιία
χρωματοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματοποιείο
χρωματοποιείο	noun	εργαστήριο παραγωγής χρωμάτων
χρωματοποιείου	noun	γενική ενικού του χρωματοποιείο
χρωματοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του χρωματοποιείο
χρωματοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του χρωματοποιία
χρωματοποιοί	=	χρωματοποιός
χρωματοποιού	=	χρωματοποιός
χρωματοποιούς	=	χρωματοποιός
χρωματοποιό	=	χρωματοποιός
χρωματοποιός	noun	ο άνθρωπος που παράγει χρώματα
χρωματοποιών	=	χρωματοποιός
χρωματοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματοπωλείο
χρωματοπωλείο	noun	κατάστημα που πουλάει χρώματα
χρωματοπωλείου	noun	γενική ενικού του χρωματοπωλείο
χρωματοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του χρωματοπωλείο
χρωματοπωλεῖον	noun	χρωματοπωλείο
χρωματοπωλισσών	=	χρωματοπώλισσα
χρωματοπωλών	=	χρωματοπώλης
χρωματοπώλες	=	χρωματοπώλης
χρωματοπώλη	=	χρωματοπώλης
χρωματοπώλης	noun	αυτός που πουλάει μπογιές, χρώματα
χρωματοπώλισσα	noun	θηλυκό του χρωματοπώλης
χρωματοπώλισσας	=	χρωματοπώλισσα
χρωματοπώλισσες	=	χρωματοπώλισσα
χρωματοσκοπία	noun	εξέταση των ουρανίων σωμάτων με χρωματοσκόπιο
χρωματοσκοπίας	=	χρωματοσκοπία
χρωματοσκοπίες	=	χρωματοσκοπία
χρωματοσκοπίου	=	χρωματοσκόπιο
χρωματοσκοπίων	=	χρωματοσκόπιο
χρωματοσκοπιών	=	χρωματοσκοπία
χρωματοσκόπια	=	χρωματοσκόπιο
χρωματοσκόπιο	noun	τηλεσκόπιο με το οποίο γίνεται παρατήρηση του χρώματος ή της ακτινοβολίας των ουρανίων σωμάτων
χρωματοσκόπιον	noun	το χρωματοσκόπιο
χρωματοσκόπιου	=	χρωματοσκόπιο
χρωματοσκόπιων	=	χρωματοσκόπιο
χρωματοσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρωματόσωμα
χρωματοσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματόσωμα
χρωματοσώματος	noun	γενική ενικού του χρωματόσωμα
χρωματουργέ	=	χρωματουργός
χρωματουργία	noun|formal	παραγωγή χρωμάτων
χρωματουργίας	noun	γενική ενικού του χρωματουργία
χρωματουργίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματουργία
χρωματουργεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματουργείο
χρωματουργείο	noun|formal	εργοστάσιο κατασκευής χρωμάτων
χρωματουργείου	noun	γενική ενικού του χρωματουργείο
χρωματουργείων	noun	γενική πληθυντικού του χρωματουργείο
χρωματουργιών	noun	γενική πληθυντικού του χρωματουργία
χρωματουργοί	=	χρωματουργός
χρωματουργού	=	χρωματουργός
χρωματουργούς	=	χρωματουργός
χρωματουργό	=	χρωματουργός
χρωματουργός	noun	βαφέας, που ασχολείται με την παραγωγή χρωμάτων
χρωματουργών	=	χρωματουργός
χρωματοφιλία	noun	ιδιότητα των κυττάρων να αποκτούν χρώμα όταν εκτίθενται σε κάποια άλλη ουσία
χρωματοφιλίας	noun	γενική ενικού του χρωματοφιλία
χρωματοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωματοφιλία
χρωματοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του χρωματοφιλία
χρωματοφόρα	noun	κύτταρα που περιέχουν χρωστικές και είναι υπεύθυνα για την παραγωγή και αλλαγή του χρώματος σε ζώντες οργανισμούς, όπως ζώα, φυτά και βακτήρια (σουπιές, χαμαιλέοντες) που αλλάζουν χρώμα για καμουφλάζ ή επικοινωνία
χρωματοφόρας	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόρε	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόρες	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόρο	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόροι	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόρος	adj	που παράγει χρωστικές ουσίες
χρωματοφόρου	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόρους	=	χρωματοφόρος
χρωματοφόρων	=	χρωματοφόρος
χρωματόσωμα	noun	* (βιολογία) σωματίδιο του κυτταρικού πυρήνα, που περιέχει τα γονίδια και αποτελείται από DNA και πρωτεΐνες
χρωματώσεις	=	χρωμάτωση
χρωματώσεων	=	χρωμάτωση
χρωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμικό
χρωμικέ	adj	κλητική ενικού του χρωμικός
χρωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμική
χρωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωμικός
χρωμικής	adj	γενική ενικού του χρωμική
χρωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωμικός
χρωμικού	adj	γενική ενικού του χρωμικός
χρωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωμικός
χρωμικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωμικός
χρωμικός	adj	σχετικός με το χρώμιο
χρωμικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωμικός
χρωμιοχάλυβα	=	χρωμιοχάλυβας
χρωμιοχάλυβας	noun	κράμα, χάλυβας με υψηλή περιεκτικότητα χρωμίου, που κάνει τον χάλυβα ανοξείδωτο
χρωμιοχάλυβες	=	χρωμιοχάλυβας
χρωμιοχαλύβων	=	χρωμιοχάλυβας
χρωμιούχα	=	χρωμιούχος
χρωμιούχας	=	χρωμιούχος
χρωμιούχε	=	χρωμιούχος
χρωμιούχες	=	χρωμιούχος
χρωμιούχο	=	χρωμιούχος
χρωμιούχοι	=	χρωμιούχος
χρωμιούχος	adj	που περιέχει χρώμιο
χρωμιούχου	=	χρωμιούχος
χρωμιούχους	=	χρωμιούχος
χρωμιούχων	=	χρωμιούχος
χρωμιτών	=	χρωμίτης
χρωμογράφε	=	χρωμογράφος
χρωμογράφο	=	χρωμογράφος
χρωμογράφοι	=	χρωμογράφος
χρωμογράφος	noun|dated	όργανο ή συσκευή που χρησιμοποιείται για την καταγραφή και ανάλυση των χρωμάτων ή των χρωματικών αλλαγών σε ένα δείγμα
χρωμογράφου	=	χρωμογράφος
χρωμογράφους	=	χρωμογράφος
χρωμογράφων	=	χρωμογράφος
χρωμογόνα	=	χρωμογόνος
χρωμογόνας	=	χρωμογόνος
χρωμογόνε	=	χρωμογόνος
χρωμογόνες	=	χρωμογόνος
χρωμογόνο	=	χρωμογόνος
χρωμογόνοι	=	χρωμογόνος
χρωμογόνος	adj	που σχετίζεται με την παραγωγή χρώματος, που έχει σχέση με διαδικασίες ή υλικά που δημιουργούν χρώμα μέσω χημικών αντιδράσεων
χρωμογόνου	=	χρωμογόνος
χρωμογόνους	=	χρωμογόνος
χρωμογόνων	=	χρωμογόνος
χρωμοδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμοδυναμικό
χρωμοδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του χρωμοδυναμικός
χρωμοδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμοδυναμική
χρωμοδυναμική	noun	η κβαντική χρωμοδυναμική, θεωρία που μελετάει την ισχυρή πυρηνική δύναμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωμοδυναμικός
χρωμοδυναμικής	adj	γενική ενικού του χρωμοδυναμική
χρωμοδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωμοδυναμικός
χρωμοδυναμικού	adj	γενική ενικού του χρωμοδυναμικός
χρωμοδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωμοδυναμικός
χρωμοδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωμοδυναμικός
χρωμοδυναμικός	adj	για φαινόμενο που αφορά την κβαντική χρωμοδυναμική
χρωμοδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωμοδυναμικός
χρωμολιθογραφία	noun	η τέχνη της έγχρωμης εκτύπωσης εικόνων που έχουν χαραχτεί σε λίθινες πλάκες
χρωμολιθογραφίας	noun	γενική ενικού του χρωμολιθογραφία
χρωμολιθογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμολιθογραφία
χρωμολιθογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμολιθογραφικό	adv	με τη χρήση της χρωμολιθογραφίας
χρωμολιθογραφικέ	adj	κλητική ενικού του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμολιθογραφική
χρωμολιθογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφικής	adj	γενική ενικού του χρωμολιθογραφική
χρωμολιθογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφικού	adj	γενική ενικού του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη χρωμολιθογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή
χρωμολιθογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωμολιθογραφικός
χρωμολιθογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χρωμολιθογραφία
χρωμοπαγίδα	noun	ειδικό χαρτί που προστίθεται στο πλυντήριο ρούχων, απορροφά τα χρώματα που ξεβάφουν σε κάθε πλύση, προστατεύει την ζωντάνια των χρωμάτων, αποτρέπει το γάριασμα και τον αποχρωματισμό των ρούχων
χρωμοπαγίδας	=	χρωμοπαγίδα
χρωμοπαγίδες	=	χρωμοπαγίδα
χρωμοπαγίδων	=	χρωμοπαγίδα
χρωμοσαμπουάν	noun	είδος σαμπουάν που περιέχει χρωστικές ουσίες για προσωρινή βαφή των μαλλιών
χρωμοσφαιρίνες	=	χρωμοσφαιρίνη
χρωμοσφαιρίνη	noun	πεπτίδιο που διαχειρίζεται την απορρόφηση ινσουλίνης
χρωμοσφαιρίνης	=	χρωμοσφαιρίνη
χρωμοσφαιρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμοσφαιρικό
χρωμοσφαιρικέ	adj	κλητική ενικού του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμοσφαιρική
χρωμοσφαιρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρικής	adj	γενική ενικού του χρωμοσφαιρική
χρωμοσφαιρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρικού	adj	γενική ενικού του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρικός	adj	σχετικός με τη χρωμόσφαιρα
χρωμοσφαιρικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωμοσφαιρικός
χρωμοσφαιρινών	=	χρωμοσφαιρίνη
χρωμοσφαιρών	noun	γενική πληθυντικού του χρωμόσφαιρα
χρωμοσωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χρωμόσωμα
χρωμοσωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμοσωμικό
χρωμοσωμικέ	adj	κλητική ενικού του χρωμοσωμικός
χρωμοσωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμοσωμική
χρωμοσωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωμοσωμικός
χρωμοσωμικής	adj	γενική ενικού του χρωμοσωμική
χρωμοσωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωμοσωμικός
χρωμοσωμικού	adj	γενική ενικού του χρωμοσωμικός
χρωμοσωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωμοσωμικός
χρωμοσωμικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωμοσωμικός
χρωμοσωμικός	adj	που έχει σχέση με το χρωμόσωμα, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό
χρωμοσωμικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωμοσωμικός
χρωμοσώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμόσωμα
χρωμοσώματος	noun	γενική ενικού του χρωμόσωμα
χρωμοτυπία	noun|dated	πρώιμη μέθοδος / τεχνική έγχρωμης εκτύπωσης που περιλαμβάνει τη χρήση χρωμάτων για την αναπαραγωγή εικόνων ή σχεδίων και συγκεκριμένα τη χρήση διαφορετικών πλακών ή μπλοκ για κάθε χρώμα, τα οποία στη συνέχεια συνδυάζονταν για να δημιουργήσουν μια πολυχρωματική εικόνα
χρωμοτυπίας	=	χρωμοτυπία
χρωμοτυπίες	=	χρωμοτυπία
χρωμοτυπιών	=	χρωμοτυπία
χρωμοτυπογραφία	noun|dated	εκτύπωση με πάνω από ένα χρώμα (έγχρωμη)
χρωμοτυπογραφίας	=	χρωμοτυπογραφία
χρωμοτυπογραφίες	=	χρωμοτυπογραφία
χρωμοτυπογραφιών	=	χρωμοτυπογραφία
χρωμοφάν	noun	αδιάσταλτη διαφανής επιφάνεια, πάνω στην οποία γίνεται σελιδοποίηση κειμένων και εικόνων που πρόκειται να εκτυπωθούν.
χρωμοφωτογραφία	noun|dated	η έγχρωμη φωτογράφηση
χρωμοφωτογραφίας	=	χρωμοφωτογραφία
χρωμοφωτογραφίες	=	χρωμοφωτογραφία
χρωμοφωτογραφικά	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικέ	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικές	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφική	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικής	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικοί	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικού	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικούς	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικό	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφικός	adj	που έχει σχέση με τη χρωμοφωτογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
χρωμοφωτογραφικών	=	χρωμοφωτογραφικός
χρωμοφωτογραφιών	=	χρωμοφωτογραφία
χρωμοφωτοτυπία	noun	έγχρωμη φωτοτυπία
χρωμοφωτοτυπίας	=	χρωμοφωτοτυπία
χρωμοφωτοτυπίες	=	χρωμοφωτοτυπία
χρωμοφωτοτυπικά	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικέ	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικές	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπική	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικής	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικοί	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικού	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικούς	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικό	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπικός	adj	που έχει σχέση με τη χρωμοφωτοτυπία ή αναφέρεται σ’ αυτή
χρωμοφωτοτυπικών	=	χρωμοφωτοτυπικός
χρωμοφωτοτυπιών	=	χρωμοφωτοτυπία
χρωμοφόρα	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρας	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρε	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρες	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρο	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόροι	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρος	noun	το τμήμα του μορίου μιας ουσίας που είναι ο φορέας του χρώματός της	adj	αυτός που φέρει ένα χρώμα
χρωμοφόρου	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρους	=	χρωμοφόρος
χρωμοφόρων	=	χρωμοφόρος
χρωμόσφαιρα	noun	ζώνη της ατμόσφαιρας του ηλίου ανάμεσα στη φωτόσφαιρα και την κορώνα· έχει κοκκινωπό χρώμα και δύσκολα διακρίνεται με το μάτι εκτός κατά τη διάρκεια μιας ηλιακής έκλειψης
χρωμόσφαιρας	noun	γενική ενικού του χρωμόσφαιρα
χρωμόσφαιρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωμόσφαιρα
χρωμόσωμα	noun	σωματίδιο του κυτταρικού πυρήνα, που περιέχει τα γονίδια και αποτελείται από DNA και πρωτεΐνες
χρως	noun|dated	δέρμα, επιδερμίδα
χρωστά	=	χρωστάω
χρωστάά	=	χρωστάω
χρωστάάει	=	χρωστάω
χρωστάάμε	=	χρωστάω
χρωστάάν	=	χρωστάω
χρωστάάνε	=	χρωστάω
χρωστάάς	=	χρωστάω
χρωστάάτε	=	χρωστάω
χρωστάάω	=	χρωστάω
χρωστάγαμε	=	χρωστάω
χρωστάγανε	=	χρωστάω
χρωστάγατε	=	χρωστάω
χρωστάει	=	χρωστάω
χρωστάμε	=	χρωστάω
χρωστάν	=	χρωστάω
χρωστάνε	=	χρωστάω
χρωστάούμε	=	χρωστάω
χρωστάούν	=	χρωστάω
χρωστάούνε	=	χρωστάω
χρωστάούσα	=	χρωστάω
χρωστάούσαμε	=	χρωστάω
χρωστάούσαν	=	χρωστάω
χρωστάούσανε	=	χρωστάω
χρωστάούσατε	=	χρωστάω
χρωστάούσε	=	χρωστάω
χρωστάούσες	=	χρωστάω
χρωστάς	=	χρωστάω
χρωστάτε	=	χρωστάω
χρωστάω	verb	οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον
χρωστάώ	=	χρωστάω
χρωστάώντας	=	χρωστάω
χρωστήρα	=	χρωστήρας
χρωστήρας	noun	το πινέλο του ζωγράφου
χρωστήρες	=	χρωστήρας
χρωστήρων	=	χρωστήρας
χρωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωστικό
χρωστικέ	adj	κλητική ενικού του χρωστικός
χρωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωστική
χρωστική	noun	αδιάλυτη ουσία στα κύτταρα που δίνει χρώμα στον ιστό από αυτά τα κύτταρα, πχ. στο δέρμα και τα μαλλιά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωστικός
χρωστικής	adj	γενική ενικού του χρωστική
χρωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωστικός
χρωστικού	adj	γενική ενικού του χρωστικός
χρωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χρωστικός
χρωστικό	adj	αιτιατική ενικού του χρωστικός
χρωστικός	adj	που χρωματίζει
χρωστικών	adj	γενική πληθυντικού του χρωστικός
χρωστουμένων	=	χρωστούμενα
χρωστούμε	=	χρωστάω
χρωστούμενα	noun	αυτά που χρωστάει κάποιος
χρωστούμενε	verb	κλητική ενικού του χρωστούμενος
χρωστούμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρωστούμενη
χρωστούμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρωστούμενος
χρωστούμενης	verb	γενική ενικού του χρωστούμενη
χρωστούμενο	verb	αιτιατική ενικού του χρωστούμενος
χρωστούμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρωστούμενος
χρωστούμενος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρωστώ
χρωστούμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χρωστούμενος
χρωστούμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χρωστούμενος
χρωστούμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χρωστούμενος
χρωστούν	=	χρωστάω
χρωστούνε	=	χρωστάω
χρωστούσα	=	χρωστάω
χρωστούσαμε	=	χρωστάω
χρωστούσαν	=	χρωστάω
χρωστούσανε	=	χρωστάω
χρωστούσατε	=	χρωστάω
χρωστούσε	=	χρωστάω
χρωστούσες	=	χρωστάω
χρωστώ	verb	άλλη μορφή του χρωστάω
χρωστώντας	=	χρωστάω
χρόνε	noun	κλητική ενικού του χρόνος
χρόνια	noun	περίοδος δύο ή περιοσσότερων ετών	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (χρόνιο) του χρόνιος
χρόνιαζα	=	χρονιάζω
χρόνιαζαν	=	χρονιάζω
χρόνιαζε	=	χρονιάζω
χρόνιαζες	=	χρονιάζω
χρόνιας	=	χρόνιος
χρόνιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρόνιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρόνιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρόνιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονιάζω
χρόνιασμα	noun	η συμπλήρωση ενός χρόνου
χρόνιε	=	χρόνιος
χρόνιες	=	χρόνιος
χρόνιζα	=	χρονίζω
χρόνιζαν	=	χρονίζω
χρόνιζε	=	χρονίζω
χρόνιζες	=	χρονίζω
χρόνιο	=	χρόνιος
χρόνιοι	=	χρόνιος
χρόνιος	adj	που διαρκεί για χρόνια
χρόνιου	=	χρόνιος
χρόνιους	=	χρόνιος
χρόνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρόνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρόνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρόνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρονίζω
χρόνιων	=	χρόνιος
χρόνο	noun	αιτιατική ενικού του χρόνος
χρόνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χρόνος
χρόνος	noun	εξέλιξη, διαδοχή, ροή των γεγονότων στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον
χρόνου	noun	γενική ενικού του χρόνος
χρόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χρόνος
χρόνων	noun	γενική πληθυντικού του χρόνος
χρύσιζα	=	χρυσίζω
χρύσιζαν	=	χρυσίζω
χρύσιζε	=	χρυσίζω
χρύσιζες	=	χρυσίζω
χρύσισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρύσισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρύσισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσίζω
χρύσισες	=	χρυσίζω
χρύσωμα	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρυσώνω
χρύσωνα	=	χρυσώνω
χρύσωναν	=	χρυσώνω
χρύσωνε	=	χρυσώνω
χρύσωνες	=	χρυσώνω
χρύσωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρύσωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρύσωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρύσωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χρυσώνω
χρύσωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρυσώνω
χρύσωσης	=	χρύσωση
χρώμα	noun	ένα φυσικό χαρακτηριστικό των υλικών σωμάτων που εξαρτάται από το ποια μήκη κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας αντανακλώνται στην επιφάνειά τους
χρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρώμα
χρώματος	noun	γενική ενικού του χρώμα
χρώμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρώμιο
χρώμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 24 και χημικό σύμβολο το Cr
χρώμιον	noun	το χρώμιο
χρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρώση
χρώσεων	=	χρώση
χρώση	noun	βαφή το να βάψει κάποιος κάτι
χρώσης	=	χρώση
χρώστάα	=	χρωστάω
χρώστα	=	χρωστάω
χρώσταγα	=	χρωστάω
χρώσταγαν	=	χρωστάω
χρώσταγε	=	χρωστάω
χρώσταγες	=	χρωστάω
χτένα	noun	αντικείμενο με δόντια, φτιαγμένο από ανθεκτικό υλικό, που χρησιμεύει για το χτένισμα
χτένας	noun	γενική ενικού του χτένα
χτένες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτένα
χτένι	noun|vulgar	χτένα
χτένια	=	χτένι
χτένιζα	=	χτενίζω
χτένιζαν	=	χτενίζω
χτένιζε	=	χτενίζω
χτένιζες	=	χτενίζω
χτένισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτένισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτένισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτένισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτένισμα	noun	η ενέργεια του χτενίζω
χτήμα	noun	άλλη μορφή του κτήμα
χτήματα	=	χτήμα
χτήματος	=	χτήμα
χτήνος	=	κτήνος
χτίζαμε	=	χτίζω
χτίζαν	=	χτίζω
χτίζανε	=	χτίζω
χτίζατε	=	χτίζω
χτίζε	=	χτίζω
χτίζει	=	χτίζω
χτίζεις	=	χτίζω
χτίζεσαι	=	χτίζω
χτίζεστε	=	χτίζω
χτίζεται	=	χτίζω
χτίζετε	=	χτίζω
χτίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χτίζω
χτίζομε	=	χτίζω
χτίζονται	=	χτίζω
χτίζονταν	=	χτίζω
χτίζοντας	=	χτίζω
χτίζουμε	=	χτίζω
χτίζουν	=	χτίζω
χτίζουνε	=	χτίζω
χτίζω	verb	κατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα)
χτίκιαζα	=	χτικιάζω
χτίκιαζαν	=	χτικιάζω
χτίκιαζε	=	χτικιάζω
χτίκιαζες	=	χτικιάζω
χτίκιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτίκιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτίκιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτίκιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτίκιασμα	noun	το αποτέλεσμα τού χτικιάζω
χτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσαν	=	χτίζω
χτίσανε	=	χτίζω
χτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσιμο	noun	η ενέργεια του χτίζω
χτίσμα	noun	το κτίσμα, το οικοδόμημα
χτίσματα	=	χτίσμα
χτίσματος	=	χτίσμα
χτίσομε	=	χτίζω
χτίσου	=	χτίζω
χτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίσουνε	=	χτίζω
χτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χτίστες	=	χτίστης
χτίστη	=	χτίστης
χτίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτίστης	noun	ο εργάτης που δουλεύει στην οικοδομή, ο οικοδόμος, ιδιαίτερα αυτός που έχει ειδικότητα το χτίσιμο τοίχων
χτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζω
χταποδάκι	noun	μικρό χταπόδι
χταποδάκια	=	χταποδάκι
χταποδιού	=	χταπόδι
χταποδιών	=	χταπόδι
χταπόδι	noun	θαλασσινό κεφαλόποδο μαλάκιο, με μεγάλο κεφάλι απ' όπου ξεκινούν οχτώ πλοκάμια
χταπόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χταπόδι
χτενά	=	χτενάς
χτενάδες	=	χτενάς
χτενάδων	=	χτενάς
χτενάς	noun	άλλη μορφή του κτενάς
χτενίζαμε	=	χτενίζω
χτενίζαν	=	χτενίζω
χτενίζανε	=	χτενίζω
χτενίζατε	=	χτενίζω
χτενίζε	=	χτενίζω
χτενίζει	=	χτενίζω
χτενίζεις	=	χτενίζω
χτενίζεσαι	=	χτενίζω
χτενίζεστε	=	χτενίζω
χτενίζεται	=	χτενίζω
χτενίζετε	=	χτενίζω
χτενίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χτενίζω
χτενίζομε	=	χτενίζω
χτενίζονται	=	χτενίζω
χτενίζονταν	=	χτενίζω
χτενίζοντας	=	χτενίζω
χτενίζου	=	χτενίζω
χτενίζουμε	=	χτενίζω
χτενίζουν	=	χτενίζω
χτενίζουνε	=	χτενίζω
χτενίζω	verb	περνάω τα μαλλιά μου με μια χτένα, για να τα ξεμπερδέψω και να τους δώσω τη μορφή που θέλω
χτενίζόμασταν	=	χτενίζω
χτενίζόμαστε	=	χτενίζω
χτενίζόμουν	=	χτενίζω
χτενίζόμουνα	=	χτενίζω
χτενίζόντουσαν	=	χτενίζω
χτενίζόσασταν	=	χτενίζω
χτενίζόσαστε	=	χτενίζω
χτενίζόσουν	=	χτενίζω
χτενίζόσουνα	=	χτενίζω
χτενίζόταν	=	χτενίζω
χτενίζότανε	=	χτενίζω
χτενίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσαν	=	χτενίζω
χτενίσανε	=	χτενίζω
χτενίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσε	=	χτενίζω
χτενίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτένισμα
χτενίσματος	noun	γενική ενικού του χτένισμα
χτενίσομε	=	χτενίζω
χτενίσου	=	χτενίζω
χτενίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίσουνε	=	χτενίζω
χτενίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζω
χτενιζόμασταν	=	χτενίζω
χτενιζόμαστε	=	χτενίζω
χτενιζόμουν	=	χτενίζω
χτενιζόμουνα	=	χτενίζω
χτενιζόντουσαν	=	χτενίζω
χτενιζόσασταν	=	χτενίζω
χτενιζόσαστε	=	χτενίζω
χτενιζόσουν	=	χτενίζω
χτενιζόσουνα	=	χτενίζω
χτενιζόταν	=	χτενίζω
χτενιζότανε	=	χτενίζω
χτενιού	=	χτένι
χτενισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χτένισμα
χτενισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτενισμένο
χτενισμένε	verb	κλητική ενικού του χτενισμένος
χτενισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτενισμένη
χτενισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτενισμένος
χτενισμένης	verb	γενική ενικού του χτενισμένη
χτενισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χτενισμένος
χτενισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτενισμένος
χτενισμένος	verb	που έχει χτενιστεί
χτενισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χτενισμένος
χτενισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χτενισμένος
χτενισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χτενισμένος
χτενιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστήκαν	=	χτενίζω
χτενιστήκανε	=	χτενίζω
χτενιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιστούνε	=	χτενίζω
χτενιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτενίζομαι
χτενιών	=	χτένι
χτενών	noun	γενική πληθυντικού του χτένα
χτες	adv	η μέρα που είναι πριν από αυτή που είμαστε σήμερα	noun	το (πρόσφατο) παρελθόν
χτεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτεσινό
χτεσινέ	adj	κλητική ενικού του χτεσινός
χτεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτεσινή
χτεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτεσινός
χτεσινής	adj	γενική ενικού του χτεσινή
χτεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτεσινός
χτεσινοβραδινά	noun	άλλη μορφή του χθεσινοβραδινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινέ	adj	κλητική ενικού του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτεσινοβραδινή
χτεσινοβραδινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινής	adj	γενική ενικού του χτεσινοβραδινή
χτεσινοβραδινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινού	adj	γενική ενικού του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινό	adj	αιτιατική ενικού του χτεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινός	=	χθεσινοβραδινός
χτεσινοβραδινών	adj	γενική πληθυντικού του χτεσινοβραδινός
χτεσινού	adj	γενική ενικού του χτεσινός
χτεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χτεσινός
χτεσινό	adj	αιτιατική ενικού του χτεσινός
χτεσινός	=	χθεσινός
χτεσινών	adj	γενική πληθυντικού του χτεσινός
χτημάτων	=	χτήμα
χτιζόμασταν	=	χτίζω
χτιζόμαστε	=	χτίζω
χτιζόμουν	=	χτίζω
χτιζόμουνα	=	χτίζω
χτιζόντουσαν	=	χτίζω
χτιζόσασταν	=	χτίζω
χτιζόσαστε	=	χτίζω
χτιζόσουν	=	χτίζω
χτιζόσουνα	=	χτίζω
χτιζόταν	=	χτίζω
χτιζότανε	=	χτίζω
χτικιά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτικιό
χτικιάζαμε	=	χτικιάζω
χτικιάζαν	=	χτικιάζω
χτικιάζανε	=	χτικιάζω
χτικιάζατε	=	χτικιάζω
χτικιάζει	=	χτικιάζω
χτικιάζεις	=	χτικιάζω
χτικιάζετε	=	χτικιάζω
χτικιάζομε	=	χτικιάζω
χτικιάζοντας	=	χτικιάζω
χτικιάζουμε	=	χτικιάζω
χτικιάζουν	=	χτικιάζω
χτικιάζουνε	=	χτικιάζω
χτικιάζω	verb|dated	παθαίνω φυματίωση
χτικιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτικιάρης
χτικιάρας	adj	γενική ενικού του χτικιάρα
χτικιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτικιάρα
χτικιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χτικιάρης
χτικιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτικιάρης
χτικιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του χτικιάρης
χτικιάρης	adj	φυματικός, φθισικός
χτικιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χτικιάρικος	adv	με χτικιάρικο τρόπο
χτικιάρικε	adj	κλητική ενικού του χτικιάρικος
χτικιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτικιάρικη
χτικιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτικιάρικος
χτικιάρικης	adj	γενική ενικού του χτικιάρικη
χτικιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χτικιάρης
χτικιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτικιάρικος
χτικιάρικος	adj	που έχει σχέση με τον χτικιάρη ή το χτικιό ή αναφέρεται σ' αυτά
χτικιάρικου	adj	γενική ενικού του χτικιάρικο
χτικιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χτικιάρικος
χτικιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του χτικιάρικο
χτικιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσαν	=	χτικιάζω
χτικιάσανε	=	χτικιάζω
χτικιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτίκιασμα
χτικιάσματος	noun	γενική ενικού του χτίκιασμα
χτικιάσομε	=	χτικιάζω
χτικιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσουνε	=	χτικιάζω
χτικιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτικιάζω
χτικιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χτίκιασμα
χτικιασμένος	=	χτικιάζω
χτικιού	noun	γενική ενικού του χτικιό
χτικιό	noun	η φυματίωση
χτικιών	noun	γενική πληθυντικού του χτικιό
χτισίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτίσιμο
χτισίματος	noun	γενική ενικού του χτίσιμο
χτισιμάτων	=	χτίσιμο
χτισμάτων	=	χτίσμα
χτισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτισμένο
χτισμένε	verb	κλητική ενικού του χτισμένος
χτισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτισμένη
χτισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτισμένος
χτισμένης	verb	γενική ενικού του χτισμένη
χτισμένο	verb	αιτιατική ενικού του χτισμένος
χτισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτισμένος
χτισμένος	verb	που έχει χτιστεί
χτισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χτισμένος
χτισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χτισμένος
χτισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χτισμένος
χτιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χτιστός	adv	άλλη μορφή του κτιστά
χτιστέ	adj	κλητική ενικού του χτιστός
χτιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτιστή
χτιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτιστός
χτιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστήκαν	=	χτίζω
χτιστήκανε	=	χτίζω
χτιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστής	adj	γενική ενικού του χτιστή
χτιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστικά	noun	η αμοιβή για την εργασία των χτιστών
χτιστικών	=	χτιστικά
χτιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτιστός
χτιστού	adj	γενική ενικού του χτιστός
χτιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστούνε	=	χτίζω
χτιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χτιστός
χτιστό	adj	αιτιατική ενικού του χτιστός
χτιστός	adj	άλλη μορφή του κτιστός
χτιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτίζομαι
χτιστών	adj	γενική πληθυντικού του χτιστός
χτυπά	=	χτυπάω
χτυπάγαμε	=	χτυπάω
χτυπάγανε	=	χτυπάω
χτυπάγατε	=	χτυπάω
χτυπάει	=	χτυπάω
χτυπάμε	=	χτυπάω
χτυπάν	=	χτυπάω
χτυπάνε	=	χτυπάω
χτυπάς	=	χτυπάω
χτυπάτε	=	χτυπάω
χτυπάω	verb	ασκώ κάποια δύναμη σε κάποιον ή κάτι, το(ν) βαρώ, το(ν) πλήττω
χτυπήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτύπημα
χτυπήματος	noun	γενική ενικού του χτύπημα
χτυπήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσαν	=	χτυπάω
χτυπήσανε	=	χτυπάω
χτυπήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσομε	=	χτυπάω
χτυπήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσουνε	=	χτυπάω
χτυπήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτυπηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθήκαν	=	χτυπάω
χτυπηθήκανε	=	χτυπάω
χτυπηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπηθούνε	=	χτυπάω
χτυπηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυπιέμαι
χτυπημάτων	noun	γενική πληθυντικού του χτύπημα
χτυπημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτυπημένο
χτυπημένε	verb	κλητική ενικού του χτυπημένος
χτυπημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτυπημένη
χτυπημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτυπημένος
χτυπημένης	verb	γενική ενικού του χτυπημένη
χτυπημένο	verb	αιτιατική ενικού του χτυπημένος
χτυπημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτυπημένος
χτυπημένος	verb	που τον έχουν χτυπήσει, που έχει χτυπηθεί
χτυπημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χτυπημένος
χτυπημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χτυπημένος
χτυπημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χτυπημένος
χτυπηματάκι	noun	μικρό σκούντημα
χτυπητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χτυπητός	adv|figurative	με χτυπητό τρόπο
χτυπητέ	adj	κλητική ενικού του χτυπητός
χτυπητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτυπητή
χτυπητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χτυπητός
χτυπητήρι	noun	εργαλείο κουζίνας για χτύπημα ή ανακάτεμα υλικών
χτυπητήρια	=	χτυπητήρι
χτυπητής	adj	γενική ενικού του χτυπητή
χτυπητηριού	=	χτυπητήρι
χτυπητηριών	=	χτυπητήρι
χτυπητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτυπητός
χτυπητού	adj	γενική ενικού του χτυπητός
χτυπητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χτυπητός
χτυπητό	adj	αιτιατική ενικού του χτυπητός
χτυπητός	adj	που κατασκευάζεται ή γίνεται με χτύπημα
χτυπητών	adj	γενική πληθυντικού του χτυπητός
χτυπιέμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χτυπάω / χτυπώ
χτυπιέσαι	=	χτυπάω
χτυπιέστε	=	χτυπάω
χτυπιέται	=	χτυπάω
χτυπιούνται	=	χτυπάω
χτυπιούνταν	=	χτυπάω
χτυπιόμασταν	=	χτυπάω
χτυπιόμαστε	=	χτυπάω
χτυπιόμουν	=	χτυπάω
χτυπιόμουνα	=	χτυπάω
χτυπιόνται	=	χτυπάω
χτυπιόνταν	=	χτυπάω
χτυπιόντανε	=	χτυπάω
χτυπιόντουσαν	=	χτυπάω
χτυπιόσασταν	=	χτυπάω
χτυπιόσαστε	=	χτυπάω
χτυπιόσουν	=	χτυπάω
χτυπιόσουνα	=	χτυπάω
χτυπιόταν	=	χτυπάω
χτυπιότανε	=	χτυπάω
χτυποκάρδι	noun	η διαδοχική συστολή και διαστολή της καρδιάς
χτυποκάρδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χτυποκάρδι
χτυποκάρδιζα	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδιζαν	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδιζε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδιζες	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκάρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζαμε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζαν	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζανε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζατε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζει	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζεις	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζετε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζοντας	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζουμε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζουν	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζουνε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίζω	verb	χτυποκαρδώ, νιώθω αγωνία για κάτι, λαχταρώ, είτε από άγχος και αγωνία είτε για ευχάριστο λόγο (πιο συνηθισμένο στο προφορικό λόγο στον αόριστο με χτυποκάρδισες" ή "χτυποκάρδισα")
χτυποκαρδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσαν	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσανε	=	χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυποκαρδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χτυποκαρδίζω
χτυπούμε	=	χτυπάω
χτυπούν	=	χτυπάω
χτυπούνε	=	χτυπάω
χτυπούσα	=	χτυπάω
χτυπούσαμε	=	χτυπάω
χτυπούσαν	=	χτυπάω
χτυπούσανε	=	χτυπάω
χτυπούσατε	=	χτυπάω
χτυπούσε	=	χτυπάω
χτυπούσες	=	χτυπάω
χτυπώ	verb	άλλη μορφή του χτυπάω
χτυπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χτυπάω / χτυπώ
χτύπα	=	χτυπάω
χτύπαγα	=	χτυπάω
χτύπαγαν	=	χτυπάω
χτύπαγε	=	χτυπάω
χτύπαγες	=	χτυπάω
χτύπε	noun	κλητική ενικού του χτύπος
χτύπημα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ
χτύπησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτύπησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτύπησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτύπησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χτυπώ
χτύπο	noun	αιτιατική ενικού του χτύπος
χτύποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χτύπος
χτύπος	noun	επαναλαμβανόμενος ρυθμικός θόρυβος
χτύπου	noun	γενική ενικού του χτύπος
χτύπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χτύπος
χτύπων	noun	γενική πληθυντικού του χτύπος
χυδάιζα	=	χυδαΐζω
χυδάιζαν	=	χυδαΐζω
χυδάιζε	=	χυδαΐζω
χυδάιζες	=	χυδαΐζω
χυδάισα	=	χυδαΐζω
χυδάισαν	=	χυδαΐζω
χυδάισε	=	χυδαΐζω
χυδάισες	=	χυδαΐζω
χυδαΐζαμε	=	χυδαΐζω
χυδαΐζαν	=	χυδαΐζω
χυδαΐζανε	=	χυδαΐζω
χυδαΐζατε	=	χυδαΐζω
χυδαΐζει	=	χυδαΐζω
χυδαΐζεις	=	χυδαΐζω
χυδαΐζετε	=	χυδαΐζω
χυδαΐζοντας	=	χυδαΐζω
χυδαΐζουμε	=	χυδαΐζω
χυδαΐζουν	=	χυδαΐζω
χυδαΐζουνε	=	χυδαΐζω
χυδαΐζω	verb|formal	άλλη μορφή του εκχυδαΐζω
χυδαΐσαμε	=	χυδαΐζω
χυδαΐσαν	=	χυδαΐζω
χυδαΐσανε	=	χυδαΐζω
χυδαΐσατε	=	χυδαΐζω
χυδαΐσει	=	χυδαΐζω
χυδαΐστε	=	χυδαΐζω
χυδαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χυδαίος	adv	με χυδαίο τρόπο, με χυδαιότητα
χυδαίαις	=	χυδαῖος
χυδαίαν	=	χυδαῖος
χυδαίας	adj	γενική ενικού του χυδαία
χυδαίε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του χυδαίος
χυδαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυδαία
χυδαίο	adj	χυδαίος, στην αιτιατική του ενικού
χυδαίοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χυδαίος
χυδαίοις	=	χυδαῖος
χυδαίος	adj	πρόστυχος, μη ευπρεπής, συχνά προσβλητικός
χυδαίου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του χυδαίος
χυδαίους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χυδαίος
χυδαίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του χυδαίος
χυδαίᾳ	=	χυδαῖος
χυδαίῳ	=	χυδαῖος
χυδαιοβάρβαρα	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβάρβαρε	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβάρβαροι	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβάρβαρον	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβάρβαρος	adv	χυδαίος και βάρβαρος
χυδαιοβαρβάροις	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβαρβάρου	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβαρβάρους	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβαρβάρων	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιοβαρβάρῳ	=	χυδαιοβάρβαρος
χυδαιογλώσσοις	=	χυδαιόγλωσσος
χυδαιογλώσσου	=	χυδαιόγλωσσος
χυδαιογλώσσους	=	χυδαιόγλωσσος
χυδαιογλώσσων	=	χυδαιόγλωσσος
χυδαιογλώσσῳ	=	χυδαιόγλωσσος
χυδαιοελληνικά	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικάς	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικέ	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνική	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικήν	adj	αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικαί	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικαῖς	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικοί	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικούς	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικοῖς	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικοῦ	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικόν	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικός	adj	χυδαίος και ελληνικός
χυδαιοελληνικῆς	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικῇ	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικῶν	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιοελληνικῷ	=	χυδαιοελληνικός
χυδαιολογήματα	=	χυδαιολόγημα
χυδαιολογήματος	=	χυδαιολόγημα
χυδαιολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσαν	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογήσανε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολογία	noun	η χρήση χυδαίων, ανήθικων ή προσβλητικών λέξεων, απόψεων κ.λπ.
χυδαιολογίας	noun	γενική ενικού του χυδαιολογία
χυδαιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυδαιολογία
χυδαιολογεί	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογείς	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογείτε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογημάτων	=	χυδαιολόγημα
χυδαιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του χυδαιολογία
χυδαιολογούμε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούν	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούνε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσα	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσαμε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσαν	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσανε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσατε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσε	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογούσες	=	χυδαιολογώ
χυδαιολογώ	verb	λέω χυδαιολογίες
χυδαιολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χυδαιολογώντας
χυδαιολόγε	noun	κλητική ενικού του χυδαιολόγος
χυδαιολόγει	=	χυδαιολογώ
χυδαιολόγημα	noun|formal	το αποτέλεσμα του χυδαιολογώ
χυδαιολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυδαιολογώ
χυδαιολόγο	noun	αιτιατική ενικού του χυδαιολόγος
χυδαιολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυδαιολόγος
χυδαιολόγος	noun|formal	αυτός που χυδαιολογεί· χρησιμοποιεί χυδαίες λέξεις και εκφράσεις ή διατυπώνει χυδαία τις απόψεις του
χυδαιολόγου	noun	γενική ενικού του χυδαιολόγος
χυδαιολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυδαιολόγος
χυδαιολόγων	noun	γενική πληθυντικού του χυδαιολόγος
χυδαιομετάφρασις	noun	η χυδαία μετάφραση
χυδαιοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του χυδαιότητα
χυδαιοτουρκιστί	adv	χυδαία και τουρκιστί, δηλαδή στα τουρκικά
χυδαιοτρόπως	adv	με χυδαίο τρόπο, με χυδαιολογίες, με αισχρά λόγια
χυδαιόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυδαιόγλωσσο
χυδαιόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυδαιόγλωσση
χυδαιόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσης	adj	γενική ενικού του χυδαιόγλωσση
χυδαιόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσον	=	χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσος	adj|rare	που λέει χυδαία πράγματα
χυδαιόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χυδαιόγλωσσος
χυδαιόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χυδαιόγλωσσος
χυδαιότητα	noun	η ιδιότητα του χυδαίου
χυδαιότητας	noun	γενική ενικού του χυδαιότητα
χυδαιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυδαιότητα
χυδαϊσμέ	noun	κλητική ενικού του χυδαϊσμός
χυδαϊσμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυδαϊσμός
χυδαϊσμού	noun	γενική ενικού του χυδαϊσμός
χυδαϊσμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυδαϊσμός
χυδαϊσμό	noun	αιτιατική ενικού του χυδαϊσμός
χυδαϊσμός	noun	η χρήση της δημοτικής (κατά τους οπαδούς της καθαρεύουσας)
χυδαϊσμών	noun	γενική πληθυντικού του χυδαϊσμός
χυδαϊστά	=	χυδαϊστής
χυδαϊστάς	=	χυδαϊστής
χυδαϊστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυδαϊστής
χυδαϊστή	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του χυδαϊστής
χυδαϊστήν	=	χυδαϊστής
χυδαϊστής	noun|dated	που χρησιμοποιεί προκλητικό ή ακραίο λεξιλόγιο της δημοτικής
χυδαϊστί	adv	στην δημοτική, στην γλώσσα του λαού
χυδαϊσταί	=	χυδαϊστής
χυδαϊσταῖς	=	χυδαϊστής
χυδαϊστοῦ	=	χυδαϊστής
χυδαϊστών	noun	γενική πληθυντικού του χυδαϊστής
χυδαϊστῇ	=	χυδαϊστής
χυδαϊστῶν	=	χυδαϊστής
χυδαῖα	=	χυδαῖος
χυδαῖαι	=	χυδαῖος
χυδαῖε	adj	πολυτονική γραφή του χυδαίε
χυδαῖοι	adj	πολυτονική γραφή του χυδαίοι
χυδαῖον	=	χυδαῖος
χυδαῖος	adj	κοινός, δημοτικός, χυδαίος, ακαλλιέργητος
χυθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθήκαν	=	χύνω
χυθήκανε	=	χύνω
χυθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυθούνε	=	χύνω
χυθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χυλέ	noun	κλητική ενικού του χυλός
χυλοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυλός
χυλοθωράκων	=	χυλοθώρακας
χυλοθώρακα	=	χυλοθώρακας
χυλοθώρακας	noun	συλλογή λέμφου στην κοιλότητα του υπεζωκότα
χυλοθώρακες	=	χυλοθώρακας
χυλοπίτα	noun	είδος ζυμαρικού σε σχήμα μικρών τετραγώνων (συνήθως στον πληθυντικό)
χυλοπίτας	=	χυλοπίτα
χυλοπίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυλοπίτα
χυλοπίτων	=	χυλοπίτα
χυλοπιτών	noun	γενική πληθυντικού του χυλόπιτα
χυλοποίει	=	χυλοποιώ
χυλοποίησα	=	χυλοποιώ
χυλοποίησαν	=	χυλοποιώ
χυλοποίησε	=	χυλοποιώ
χυλοποίησες	=	χυλοποιώ
χυλοποίηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χυλοποιώ
χυλοποίησης	=	χυλοποίηση
χυλοποιήθηκα	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιήθηκαν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιήθηκε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιήθηκες	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιήσαμε	=	χυλοποιώ
χυλοποιήσαν	=	χυλοποιώ
χυλοποιήσανε	=	χυλοποιώ
χυλοποιήσατε	=	χυλοποιώ
χυλοποιήσει	=	χυλοποιώ
χυλοποιήσεις	=	χυλοποίηση
χυλοποιήσεων	=	χυλοποίηση
χυλοποιήσου	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιήστε	=	χυλοποιώ
χυλοποιεί	=	χυλοποιώ
χυλοποιείς	=	χυλοποιώ
χυλοποιείσαι	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιείστε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιείται	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιείτε	=	χυλοποιώ
χυλοποιηθήκαμε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιηθήκαν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιηθήκανε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιηθήκατε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιηθεί	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιηθείτε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιημένος	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιητικά	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικέ	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικές	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητική	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικής	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικοί	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικού	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικούς	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικό	=	χυλοποιητικός
χυλοποιητικός	adj	που έχει σχέση με χυλοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
χυλοποιητικών	=	χυλοποιητικός
χυλοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χυλοποιώ
χυλοποιούμασταν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούμαστε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούμε	=	χυλοποιώ
χυλοποιούμουν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούν	=	χυλοποιώ
χυλοποιούνε	=	χυλοποιώ
χυλοποιούνται	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούνταν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούσα	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσαμε	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσαν	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσανε	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσασταν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούσαστε	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιούσατε	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσε	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσες	=	χυλοποιώ
χυλοποιούσουν	=	χυλοποιούμαι
χυλοποιώ	verb	δημιουργώ χυλό ή μεταβάλλω κάτι σε χυλό
χυλοποιώντας	=	χυλοποιώ
χυλού	noun	γενική ενικού του χυλός
χυλούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυλός
χυλωδών	=	χυλώδης
χυλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χύλωμα
χυλωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυλωμένο
χυλωμένε	verb	κλητική ενικού του χυλωμένος
χυλωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυλωμένη
χυλωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χυλωμένος
χυλωμένης	verb	γενική ενικού του χυλωμένη
χυλωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χυλωμένος
χυλωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυλωμένος
χυλωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χυλώνω
χυλωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χυλωμένος
χυλωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χυλωμένος
χυλωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χυλωμένος
χυλό	noun	αιτιατική ενικού του χυλός
χυλόπιτα	noun|figurative	ερωτική απόρριψη (συνήθως στον ενικό)
χυλόπιτας	noun	γενική ενικού του χυλόπιτα
χυλόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυλόπιτα
χυλόπιτων	=	χυλόπιτα
χυλός	noun	παχύρρευστο υγρό παρασκεύασμα με βάση το αλεύρι σιταριού ή καλαμποκιού
χυλώδεις	=	χυλώδης
χυλώδες	=	χυλώδης
χυλώδη	=	χυλώδης
χυλώδης	adj	που φαίνεται σαν χυλός ή έχει τέτοια μορφή
χυλώδους	=	χυλώδης
χυλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χύλωμα
χυλώματος	noun	γενική ενικού του χύλωμα
χυλών	noun	γενική πληθυντικού του χυλός
χυλώναμε	=	χυλώνω
χυλώναν	=	χυλώνω
χυλώνανε	=	χυλώνω
χυλώνατε	=	χυλώνω
χυλώνει	=	χυλώνω
χυλώνεις	=	χυλώνω
χυλώνετε	=	χυλώνω
χυλώνοντας	=	χυλώνω
χυλώνουμε	=	χυλώνω
χυλώνουν	=	χυλώνω
χυλώνουνε	=	χυλώνω
χυλώνω	verb	γίνομαι χυλός
χυλώσαμε	=	χυλώνω
χυλώσαν	=	χυλώνω
χυλώσανε	=	χυλώνω
χυλώσατε	=	χυλώνω
χυλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυλώσεων	=	χύλωση
χυλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χυμά	=	χυμάω
χυμάει	=	χυμάω
χυμάμε	=	χυμάω
χυμάν	=	χυμάω
χυμάνε	=	χυμάω
χυμάς	=	χυμάω
χυμάτε	=	χυμάω
χυμάω	verb	ορμάω, επιτίθεμαι με ορμή
χυμέ	noun	κλητική ενικού του χυμός
χυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυμένο
χυμένε	verb	κλητική ενικού του χυμένος
χυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυμένη
χυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χυμένος
χυμένης	verb	γενική ενικού του χυμένη
χυμένο	verb	αιτιατική ενικού του χυμένος
χυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυμένος
χυμένος	verb	που έχει χυθεί
χυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χυμένος
χυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χυμένος
χυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χυμένος
χυμήξαμε	=	χυμάω
χυμήξαν	=	χυμάω
χυμήξανε	=	χυμάω
χυμήξατε	=	χυμάω
χυμήξει	=	χυμάω
χυμήξτε	=	χυμάω
χυμαδιά	=	χυμαδιό
χυμαδιού	=	χυμαδιό
χυμαδιό	noun	χαρακτηρισμός ατόμου ή κατάστασης που είναι χύμα, χωρίς σύστημα, ή χωρίς προορισμό ή χωρίς τάξη
χυμαδιών	=	χυμαδιό
χυμευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυμευτής
χυμευτή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χυμευτής
χυμευτής	noun|dated	ο αλχημιστής
χυμευτική	noun|dated	η αλχημεία
χυμευτικός	adj|dated	αλχημιστικός
χυμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυμός
χυμογόνος	adj|formal	άλλη μορφή του χυμώδης
χυμοποίηση	noun	η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χυμοποιώ
χυμοποίησης	=	χυμοποίηση
χυμοποιήσεις	=	χυμοποίηση
χυμοποιήσεων	=	χυμοποίηση
χυμοποιώ	verb	μετατρέπω φρούτα σε χυμό
χυμού	noun	γενική ενικού του χυμός
χυμούμε	=	χυμάω
χυμούν	=	χυμάω
χυμούνε	=	χυμάω
χυμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυμός
χυμούσα	=	χυμάω
χυμούσαμε	=	χυμάω
χυμούσαν	=	χυμάω
χυμούσανε	=	χυμάω
χυμούσατε	=	χυμάω
χυμούσε	=	χυμάω
χυμούσες	=	χυμάω
χυμωδών	=	χυμώδης
χυμωδώς	adv|rare	με χυμώδη τρόπο
χυμό	noun	αιτιατική ενικού του χυμός
χυμός	noun	το υγρό που κυκλοφορεί στους φυτικούς ιστούς
χυμώ	verb	σπανιότερη μορφή του χυμάω
χυμώδεις	=	χυμώδης
χυμώδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χυμώδης
χυμώδη	=	χυμώδης
χυμώδης	adj	που έχει πολλούς χυμούς
χυμώδους	=	χυμώδης
χυμών	noun	γενική πληθυντικού του χυμός
χυμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χυμάω / χυμώ
χυνόμασταν	=	χύνω
χυνόμαστε	=	χύνω
χυνόμουν	=	χύνω
χυνόμουνα	=	χύνω
χυνόντουσαν	=	χύνω
χυνόσασταν	=	χύνω
χυνόσαστε	=	χύνω
χυνόσουν	=	χύνω
χυνόσουνα	=	χύνω
χυνόταν	=	χύνω
χυνότανε	=	χύνω
χυσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χύσιμο
χυσίματος	noun	γενική ενικού του χύσιμο
χυσιμάτων	=	χύσιμο
χυσιού	=	χύσι
χυσιών	=	χύσι
χυτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυτό
χυτέ	adj	κλητική ενικού του χυτός
χυτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυτή
χυτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χυτός
χυτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυτήριο
χυτήριο	noun	εγκατάσταση όπου γίνεται η καμίνευση, το λιώσιμο των μετάλλων και το χυσιμό τους σε ειδικά καλούπια
χυτήριου	=	χυτήριο
χυτής	adj	γενική ενικού του χυτή
χυτα	abbrev	ειδικά διαμορφωμένος χώρος για την ταφή απορριμμάτων με τρόπο που να αποφεύγεται μόλυνση της περιοχής
χυτευτές	=	χυτευτής
χυτευτή	=	χυτευτής
χυτευτής	noun	κάποιος που χυτεύει, που συμβάλλει στην χύτευση
χυτευτών	=	χυτευτής
χυτεύσεις	=	χύτευση
χυτεύσεων	=	χύτευση
χυτεύω	verb	πραγματοποιώ χύτευση
χυτηρίου	noun	γενική ενικού του χυτήριο
χυτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του χυτήριο
χυτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυτός
χυτοσίδηρε	noun	κλητική ενικού του χυτοσίδηρος
χυτοσίδηρο	noun	αιτιατική ενικού του χυτοσίδηρος
χυτοσίδηροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυτοσίδηρος
χυτοσίδηρος	noun	το κράμα σιδήρου και άνθρακα με ποσοστό περιεκτικότητας σε άνθρακα από 2.1 έως 4%
χυτοσίδηρου	noun	γενική ενικού του χυτοσίδηρος
χυτοσίδηρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυτοσίδηρος
χυτοσίδηρων	noun	γενική πληθυντικού του χυτοσίδηρος
χυτοσιδήρου	noun	γενική ενικού του χυτοσίδηρος
χυτοσιδήρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυτοσίδηρος
χυτοσιδήρων	noun	γενική πληθυντικού του χυτοσίδηρος
χυτού	adj	γενική ενικού του χυτός
χυτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χυτός
χυτρισμέ	noun	κλητική ενικού του χυτρισμός
χυτρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χυτρισμός
χυτρισμού	noun	γενική ενικού του χυτρισμός
χυτρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χυτρισμός
χυτρισμό	noun	αιτιατική ενικού του χυτρισμός
χυτρισμός	noun	εγκατάλειψη ενός βρέφους μέσα σε κάποια χύτρα
χυτρισμών	noun	γενική πληθυντικού του χυτρισμός
χυτριών	noun	γενική πληθυντικού του χύτρια
χυτρών	noun	γενική πληθυντικού του χύτρα
χυτυ	abbrev	ειδικά διαμορφωμένος χώρος για την ταφή «υπολειμμάτων» (απορριμμάτων που έχουν περάσει από διαλογή ώστε να απομακρυνθούν ανακυκλώσιμα υλικά και άλλη επεξεργασία, καύση ή πυρόλυση), με τρόπο που να αποφεύγεται μόλυνση της περιοχής
χυτό	adj	αιτιατική ενικού του χυτός
χυτός	adj	που παίρνει την μορφή του καλουπιού στο οποίο τοποθετείται
χυτών	adj	γενική πληθυντικού του χυτός
χφ	abbrev	χειρόγραφο (παραπέμπει σε συγκεκριμένο χειρόγραφο)
χφφ	abbrev	πληθυντικός αριθμός του χφ: χειρόγραφα (παραπέμπει σε ονομασίες χειρογράφων)
χωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθήκαν	=	χώνω
χωθήκανε	=	χώνω
χωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χωλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωλό
χωλέ	adj	κλητική ενικού του χωλός
χωλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωλή
χωλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωλός
χωλής	adj	γενική ενικού του χωλή
χωλαίναμε	=	χωλαίνω
χωλαίναν	=	χωλαίνω
χωλαίνανε	=	χωλαίνω
χωλαίνατε	=	χωλαίνω
χωλαίνει	=	χωλαίνω
χωλαίνεις	=	χωλαίνω
χωλαίνετε	=	χωλαίνω
χωλαίνομε	=	χωλαίνω
χωλαίνοντας	=	χωλαίνω
χωλαίνουμε	=	χωλαίνω
χωλαίνουν	=	χωλαίνω
χωλαίνουνε	=	χωλαίνω
χωλαίνω	verb	είμαι χωλός
χωλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωλός
χωλοτήτων	=	χωλότητα
χωλού	adj	γενική ενικού του χωλός
χωλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωλός
χωλό	adj	αιτιατική ενικού του χωλός
χωλός	adj|formal	κουτσός
χωλότητα	noun	η ιδιότητα αυτού που είναι χωλός
χωλότητας	noun	γενική ενικού του χωλότητα
χωλότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωλότητα
χωλών	adj	γενική πληθυντικού του χωλός
χωμάτιζα	=	χωματίζω
χωμάτιζαν	=	χωματίζω
χωμάτιζε	=	χωματίζω
χωμάτιζες	=	χωματίζω
χωμάτινα	=	χωμάτινος
χωμάτινε	=	χωμάτινος
χωμάτινες	=	χωμάτινος
χωμάτινη	=	χωμάτινος
χωμάτινης	=	χωμάτινος
χωμάτινο	=	χωμάτινος
χωμάτινοι	=	χωμάτινος
χωμάτινος	adj	φτιαγμένος από χώμα ή από πηλό ή σχετικός με αυτά
χωμάτινου	=	χωμάτινος
χωμάτινους	=	χωμάτινος
χωμάτινων	=	χωμάτινος
χωμάτισα	=	χωματίζω
χωμάτισαν	=	χωματίζω
χωμάτισε	=	χωματίζω
χωμάτισες	=	χωματίζω
χωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χώμα
χωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωμένο
χωμένε	verb	κλητική ενικού του χωμένος
χωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωμένη
χωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωμένος
χωμένης	verb	γενική ενικού του χωμένη
χωμένο	verb	αιτιατική ενικού του χωμένος
χωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωμένος
χωμένος	verb	που έχει χωθεί
χωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χωμένος
χωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χωμένος
χωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χωμένος
χωματένια	=	χωματένιος
χωματένιας	=	χωματένιος
χωματένιε	=	χωματένιος
χωματένιες	=	χωματένιος
χωματένιο	=	χωματένιος
χωματένιοι	=	χωματένιος
χωματένιος	adj	χωμάτινος
χωματένιου	=	χωματένιος
χωματένιους	=	χωματένιος
χωματένιων	=	χωματένιος
χωματίζαμε	=	χωματίζω
χωματίζαν	=	χωματίζω
χωματίζανε	=	χωματίζω
χωματίζατε	=	χωματίζω
χωματίζει	=	χωματίζω
χωματίζεις	=	χωματίζω
χωματίζετε	=	χωματίζω
χωματίζοντας	=	χωματίζω
χωματίζουμε	=	χωματίζω
χωματίζουν	=	χωματίζω
χωματίζουνε	=	χωματίζω
χωματίζω	verb|formal	μαζεύω χώμα, καλύπτω με χώμα
χωματίλα	noun	η ιδιαίτερη οσμή του βρεγμένου χώματος μετά από βροχή
χωματίλας	noun	γενική ενικού του χωματίλα
χωματίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωματίλα
χωματίσαμε	=	χωματίζω
χωματίσαν	=	χωματίζω
χωματίσανε	=	χωματίζω
χωματίσατε	=	χωματίζω
χωματίσει	=	χωματίζω
χωματίστε	=	χωματίζω
χωματερές	=	χωματερή
χωματερή	noun	τόπος όπου ρίχνονται απορρίμματα και μετά καλύπτονται με χώμα, δέντρα κ.λπ.
χωματερής	=	χωματερή
χωματερών	=	χωματερή
χωματισμός	noun|rare	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χωματίζω
χωματοδεξαμενές	=	χωματοδεξαμενή
χωματοδεξαμενή	noun	ειδική δεξαμενή που περιέχει (και) χώμα
χωματοδεξαμενής	=	χωματοδεξαμενή
χωματοδεξαμενών	=	χωματοδεξαμενή
χωματουργέ	noun	κλητική ενικού του χωματουργός
χωματουργία	noun|formal	κλάδος τεχνικών έργων που ασχολείται με την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών
χωματουργίας	=	χωματουργία
χωματουργίες	=	χωματουργία
χωματουργικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωματουργικό
χωματουργικέ	adj	κλητική ενικού του χωματουργικός
χωματουργικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωματουργική
χωματουργική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωματουργικός
χωματουργικής	adj	γενική ενικού του χωματουργική
χωματουργικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωματουργικός
χωματουργικού	adj	γενική ενικού του χωματουργικός
χωματουργικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωματουργικός
χωματουργικό	adj	αιτιατική ενικού του χωματουργικός
χωματουργικός	adj	που αναφέρεται σε τεχνικά έργα που έχουν σχέση με το χώμα (εκσκαφές, μεταφορές κ.λπ)
χωματουργικών	adj	γενική πληθυντικού του χωματουργικός
χωματουργιών	=	χωματουργία
χωματουργοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωματουργός
χωματουργού	noun	γενική ενικού του χωματουργός
χωματουργούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χωματουργός
χωματουργό	noun	αιτιατική ενικού του χωματουργός
χωματουργός	noun|formal	εργαζόμενος σε χωματουργικά έργα
χωματουργών	noun	γενική πληθυντικού του χωματουργός
χωματόδρομε	=	χωματόδρομος
χωματόδρομο	=	χωματόδρομος
χωματόδρομοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωματόδρομος
χωματόδρομος	noun	δρόμος χωμάτινος, που δεν τον έχουν στρώσει με άσφαλτο, ούτε με άλλο υλικό
χωματόδρομου	=	χωματόδρομος
χωματόδρομους	=	χωματόδρομος
χωματόδρομων	=	χωματόδρομος
χωνάκι	noun	υποκοριστικό για το: χωνί
χωνάκια	=	χωνάκι
χωνέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώνεμα
χωνέματος	noun	γενική ενικού του χώνεμα
χωνέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψαν	=	χωνεύω
χωνέψανε	=	χωνεύω
χωνέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψομε	=	χωνεύω
χωνέψου	=	χωνεύω
χωνέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψουνε	=	χωνεύω
χωνέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χωνί	noun	κωνικό σύνεργο με λεπτό στόμιο στο κάτω μέρος, για μετάγγιση υγρών σε μπουκάλια κ.λπ.
χωνεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χώνεμα
χωνεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωνεμένο
χωνεμένε	verb	κλητική ενικού του χωνεμένος
χωνεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωνεμένη
χωνεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωνεμένος
χωνεμένης	verb	γενική ενικού του χωνεμένη
χωνεμένο	verb	αιτιατική ενικού του χωνεμένος
χωνεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωνεμένος
χωνεμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χωνεύω
χωνεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χωνεμένος
χωνεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χωνεμένος
χωνεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χωνεμένος
χωνευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωνευτό
χωνευτέ	adj	κλητική ενικού του χωνευτός
χωνευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωνευτή
χωνευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωνευτός
χωνευτήκαμε	=	χωνεύω
χωνευτήκαν	=	χωνεύω
χωνευτήκανε	=	χωνεύω
χωνευτήκατε	=	χωνεύω
χωνευτήρα	=	χωνευτήρας
χωνευτήρας	noun	άλλη μορφή του χωνευτήριο
χωνευτήρες	=	χωνευτήρας
χωνευτήρι	noun	άλλη μορφή του χωνευτήριο
χωνευτήρια	=	χωνευτήριο
χωνευτήριο	noun	ειδικό ανθεκτικό δοχείο για την πύρωση και το λιώσιμο / τήξη διαφόρων μετάλλων ή άλλων υλικών
χωνευτήριου	=	χωνευτήριο
χωνευτήρων	=	χωνευτήρας
χωνευτής	adj	γενική ενικού του χωνευτή
χωνευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χωνεύομαι
χωνευτείς	=	χωνεύω
χωνευτείτε	=	χωνεύω
χωνευτηρίου	=	χωνευτήριο
χωνευτηρίων	=	χωνευτήριο
χωνευτηριού	=	χωνευτήρι
χωνευτηριών	=	χωνευτήρι
χωνευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωνευτικό	adv	κατά τρόπο χωνευτικό, έχοντας ως αποτέλεσμα τη χώνευση
χωνευτικέ	adj	κλητική ενικού του χωνευτικός
χωνευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωνευτική
χωνευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωνευτικός
χωνευτικής	adj	γενική ενικού του χωνευτική
χωνευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωνευτικός
χωνευτικού	adj	γενική ενικού του χωνευτικός
χωνευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωνευτικός
χωνευτικό	adj	αιτιατική ενικού του χωνευτικός
χωνευτικός	adj	που μας βοηθάει να χωνέψουμε το φαγητό
χωνευτικότητα	noun|rare	η ιδιότητα του χωνευτικού
χωνευτικών	adj	γενική πληθυντικού του χωνευτικός
χωνευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωνευτός
χωνευτού	adj	γενική ενικού του χωνευτός
χωνευτούμε	=	χωνεύω
χωνευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωνεύομαι
χωνευτούνε	=	χωνεύω
χωνευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωνευτός
χωνευτό	adj	αιτιατική ενικού του χωνευτός
χωνευτός	adj	που έχει ενσωματωθεί σε έπιπλο, τοίχο κ.λπ.
χωνευτώ	=	χωνεύω
χωνευτών	adj	γενική πληθυντικού του χωνευτός
χωνευόμασταν	=	χωνεύω
χωνευόμαστε	=	χωνεύω
χωνευόμουν	=	χωνεύω
χωνευόμουνα	=	χωνεύω
χωνευόντουσαν	=	χωνεύω
χωνευόσασταν	=	χωνεύω
χωνευόσαστε	=	χωνεύω
χωνευόσουν	=	χωνεύω
χωνευόσουνα	=	χωνεύω
χωνευόταν	=	χωνεύω
χωνευότανε	=	χωνεύω
χωνεύαμε	=	χωνεύω
χωνεύαν	=	χωνεύω
χωνεύανε	=	χωνεύω
χωνεύατε	=	χωνεύω
χωνεύει	=	χωνεύω
χωνεύεις	=	χωνεύω
χωνεύεσαι	=	χωνεύω
χωνεύεστε	=	χωνεύω
χωνεύεται	=	χωνεύω
χωνεύετε	=	χωνεύω
χωνεύομαι	=	χωνεύω
χωνεύομε	=	χωνεύω
χωνεύονται	=	χωνεύω
χωνεύονταν	=	χωνεύω
χωνεύοντας	=	χωνεύω
χωνεύουμε	=	χωνεύω
χωνεύουν	=	χωνεύω
χωνεύουνε	=	χωνεύω
χωνεύτε	=	χωνεύω
χωνεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύομαι
χωνεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύομαι
χωνεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύομαι
χωνεύτηκες	=	χωνεύω
χωνεύτρα	noun	η καταβόθρα
χωνεύτρας	=	χωνεύτρα
χωνεύτρες	=	χωνεύτρα
χωνεύω	verb	αναφέρεται στη διαδικασία της πέψης
χωνιά	=	χωνί
χωνιού	=	χωνί
χωνιών	=	χωνί
χωνοειδές	=	χωνοειδής
χωνοειδή	=	χωνοειδής
χωνοειδής	adj	που μοιάζει με χωνί, που έχει παρόμοιο σχήμα
χωνοειδείς	=	χωνοειδής
χωνοειδούς	=	χωνοειδής
χωνοειδών	=	χωνοειδής
χωνόμασταν	=	χώνω
χωνόμαστε	=	χώνω
χωνόμουν	=	χώνω
χωνόμουνα	=	χώνω
χωνόντουσαν	=	χώνω
χωνόσασταν	=	χώνω
χωνόσαστε	=	χώνω
χωνόσουν	=	χώνω
χωνόσουνα	=	χώνω
χωνόταν	=	χώνω
χωνότανε	=	χώνω
χωρά	=	χωράω
χωράγαμε	=	χωράω
χωράγανε	=	χωράω
χωράγατε	=	χωράω
χωράει	=	χωράω
χωράμε	=	χωράω
χωράν	=	χωράω
χωράνε	=	χωράω
χωράς	=	χωράω
χωράτε	=	χωράω
χωράτεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωράτεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωράτεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωράτεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωράφι	noun	αγρός που συνήθως καλλιεργείται
χωράφια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωράφι
χωράω	verb	μπορώ να μπω σε ένα χώρο, υπάρχει χώρος και για εμένα (για έμψυχα και αντικείμενα)
χωρέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωράω / χωρώ
χωρέσαν	=	χωράω
χωρέσανε	=	χωράω
χωρέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωράω / χωρώ
χωρέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χωράω
χωρέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωράω
χωρέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωράω
χωρέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωράω
χωρέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωράω
χωρέσουνε	=	χωράω
χωρέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χωράω
χωρέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωράω
χωρία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρίο
χωρίζαμε	=	χωρίζω
χωρίζαν	=	χωρίζω
χωρίζανε	=	χωρίζω
χωρίζατε	=	χωρίζω
χωρίζει	=	χωρίζω
χωρίζεις	=	χωρίζω
χωρίζεσαι	=	χωρίζω
χωρίζεστε	=	χωρίζω
χωρίζεται	=	χωρίζω
χωρίζετε	=	χωρίζω
χωρίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χωρίζω, διαιρούμαι, αποχωρίζομαι, με κάνουν να απομακρυνθώ από άλλους
χωρίζομε	=	χωρίζω
χωρίζονται	=	χωρίζω
χωρίζονταν	=	χωρίζω
χωρίζοντας	noun	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χωρίζω
χωρίζου	=	χωρίζω
χωρίζουμε	=	χωρίζω
χωρίζουν	=	χωρίζω
χωρίζουνε	=	χωρίζω
χωρίζω	verb	διασπώ κάτι στα μέρη του
χωρίο	noun	μέρος, απόσπασμα γραπτού κειμένου
χωρίον	noun	το χωριό
χωρίου	noun	γενική ενικού του χωρίο
χωρίς	prep	μη έχοντας, μη συμπεριλαμβάνοντας (το εμπρόθετο δηλώνει εξαίρεση ή απουσία)
χωρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσαν	=	χωρίζω
χωρίσανε	=	χωρίζω
χωρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώρισμα
χωρίσματος	noun	γενική ενικού του χώρισμα
χωρίσομε	=	χωρίζω
χωρίσου	=	χωρίζω
χωρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίσουνε	=	χωρίζω
χωρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωρίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωρίστρα	noun	το κενό που αφήνει ανάμεσα σε τούφες μαλλιών το τράβηγμα της τσατσάρας καθώς διαχωρίζουμε με αυτήν το σύνολο των τριχών του κεφαλιού σε δύο μέρη
χωρίστρας	noun	γενική ενικού του χωρίστρα
χωρίστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρίστρα
χωρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χωρίων	noun	γενική πληθυντικού του χωρίο
χωραΐτες	=	χωραΐτης
χωραΐτη	=	χωραΐτης
χωραΐτης	noun	κάτοικος της χώρας του νησιού ή γενικά ο κάτοικος μεγαλύτερης πόλης σε σύγκριση με κάποια άλλη
χωραΐτισσα	noun	η κάτοικος της χώρας σε ένα νησί, η κάτοικος της μεγάλης (ή συγκριτικά μεγάλης) πόλης
χωραΐτισσας	=	χωραΐτισσα
χωραΐτισσες	=	χωραΐτισσα
χωρατά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρατό
χωρατάδες	=	χωρατάς
χωρατάδων	=	χωρατάς
χωρατάς	noun	αστείο
χωρατέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρατεύω
χωρατατζήδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρατατζής
χωρατατζής	noun	που κάνει χωρατά, συνεχώς αστειεύεται
χωρατεύω	verb	λέω χωρατά, κάνω αστεία και φτιάχνω την διάθεση των άλλων, ελαφρύνω μια κατάσταση με ένα αστείο μου
χωρατού	noun	γενική ενικού του χωρατό
χωρατό	noun	το άκακο αστείο ή πλάκα που γίνεται για να γελάσουμε
χωρατών	noun	γενική πληθυντικού του χωρατό
χωραφάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωραφάκι
χωραφιού	=	χωράφι
χωραφιών	=	χωράφι
χωραϊτισσών	=	χωραΐτισσα
χωραϊτών	=	χωραΐτης
χωρεπίσκοπε	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπίσκοπο	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπίσκοποι	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπίσκοπος	noun	τιτουλάριος επίσκοπος, βοηθός επισκόπου
χωρεπίσκοπου	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπίσκοπους	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπίσκοπων	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπισκόπου	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπισκόπους	=	χωρεπίσκοπος
χωρεπισκόπων	=	χωρεπίσκοπος
χωρητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρητικό
χωρητικέ	adj	κλητική ενικού του χωρητικός
χωρητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρητική
χωρητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρητικός
χωρητικής	adj	γενική ενικού του χωρητική
χωρητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρητικός
χωρητικοτήτων	=	χωρητικότητα
χωρητικού	adj	γενική ενικού του χωρητικός
χωρητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωρητικός
χωρητικό	adj	αιτιατική ενικού του χωρητικός
χωρητικός	adj	που μπορεί να χωρέσει κάτι
χωρητικότητα	noun	ο εσωτερικός όγκος των κοίλων σωμάτων
χωρητικότητας	noun	γενική ενικού του χωρητικότητα
χωρητικότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρητικότητα
χωρητικών	adj	γενική πληθυντικού του χωρητικός
χωριά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριό
χωριάτα	=	χωριάτης
χωριάτας	noun	γενική ενικού του χωριάτα
χωριάτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριάτα
χωριάτη	=	χωριάτης
χωριάτης	noun	που κατοικεί σε χωριό
χωριάτικα	adv	με χωριάτικο τρόπο
χωριάτικε	adj	κλητική ενικού του χωριάτικος
χωριάτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριάτικη
χωριάτικη	noun	η χωριάτικη σαλάτα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωριάτικος
χωριάτικης	adj	γενική ενικού του χωριάτικη
χωριάτικο	adj	αιτιατική ενικού του χωριάτικος
χωριάτικοι	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριάτικος
χωριάτικος	adj	που ανήκει ή χαρακτηρίζει το χωριό και τους χωριάτες
χωριάτικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χωριάτικος
χωριάτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωριάτικος
χωριάτικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χωριάτικος
χωριάτισσα	=	χωριάτης
χωριάτισσας	noun	γενική ενικού του χωριάτισσα
χωριάτισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριάτισσα
χωριανά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριανό
χωριανέ	adj	κλητική ενικού του χωριανός
χωριανές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριανή
χωριανή	noun	γυναίκα που μένει ή κατάγεται από το χωριό για το οποίο γίνεται λόγος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωριανός
χωριανής	adj	γενική ενικού του χωριανή
χωριανοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωριανός
χωριανού	adj	γενική ενικού του χωριανός
χωριανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χωριανός
χωριανό	noun	αιτιατική ενικού του χωριανός
χωριανός	noun	ο συγχωριανός, ο συντοπίτης, ο καταγόμενος από το ίδιο χωριό με κάποιον άλλον ή εκείνος που ζει στο ίδιο χωριό
χωριανών	noun	γενική πληθυντικού του χωριανός
χωριατάκι	noun	υποκοριστικό του χωριάτης
χωριατάκια	=	χωριατάκι
χωριατάκο	=	χωριατάκος
χωριατάκοι	=	χωριατάκος
χωριατάκος	noun	υποκοριστικό του χωριάτης
χωριατάκου	=	χωριατάκος
χωριατάκους	=	χωριατάκος
χωριατάκων	=	χωριατάκος
χωριατεύω	verb	φέρομαι σαν χωριάτης, απολίτιστα
χωριατιά	noun	η ιδιότητα του χωριάτη, του άξεστου και χωρίς τρόπους ανθρώπου
χωριατιάς	noun	γενική ενικού του χωριατιά
χωριατιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατιά
χωριατισσών	noun	γενική πληθυντικού του χωριάτισσα
χωριατιών	=	χωριατιά
χωριατομάνι	noun	ομάδα πολλών χωριατών
χωριατομάνια	=	χωριατομάνι
χωριατοπούλα	noun	νεαρή κοπέλα που ζει σε χωριό ή κατάγεται από χωριό
χωριατοπούλας	noun	γενική ενικού του χωριατοπούλα
χωριατοπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατοπούλα
χωριατοσυνών	=	χωριατοσύνη
χωριατοσύνες	=	χωριατοσύνη
χωριατοσύνη	noun	άλλη μορφή του χωριατιά
χωριατοσύνης	=	χωριατοσύνη
χωριατοφάσουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατοφάσουλο
χωριατοφάσουλο	noun	το αμπελοφάσουλο
χωριατοφάσουλου	noun	γενική ενικού του χωριατοφάσουλο
χωριατοφάσουλων	noun	γενική πληθυντικού του χωριατοφάσουλο
χωριατοφέρνω	verb	συμπεριφέρομαι σαν χωριάτης, μιλώ με προφορά επαρχιώτικη, ντύνομαι σαν να ζω σε αγροικία, φέρομαι άξεστα
χωριατόπαιδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατόπαιδο
χωριατόπαιδο	noun	παιδί που ζει ή μεγάλωσε σε χωριό
χωριατόπαιδου	noun	γενική ενικού του χωριατόπαιδο
χωριατόπαιδων	noun	γενική πληθυντικού του χωριατόπαιδο
χωριατόπουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατόπουλο
χωριατόπουλο	noun	παιδί που ζει ή έχει μεγαλώσει σε χωριό
χωριατόπουλου	noun	γενική ενικού του χωριατόπουλο
χωριατόπουλων	noun	γενική πληθυντικού του χωριατόπουλο
χωριατόσπιτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριατόσπιτο
χωριατόσπιτο	noun	η αγροικία, αλλά συνήθως με μειωτική έννοια, για σπίτι πολύ ταπεινό, χωρίς ανέσεις, που δεν καλύπτει τις ανάγκες ενός αστού
χωριατόσπιτου	noun	γενική ενικού του χωριατόσπιτο
χωριατόσπιτων	noun	γενική πληθυντικού του χωριατόσπιτο
χωριατών	=	χωριάτης
χωριζόμασταν	=	χωρίζω
χωριζόμαστε	=	χωρίζω
χωριζόμουν	=	χωρίζω
χωριζόμουνα	=	χωρίζω
χωριζόντουσαν	=	χωρίζω
χωριζόσασταν	=	χωρίζω
χωριζόσαστε	=	χωρίζω
χωριζόσουν	=	χωρίζω
χωριζόσουνα	=	χωρίζω
χωριζόταν	=	χωρίζω
χωριζότανε	=	χωρίζω
χωρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρικό
χωρικέ	adj	κλητική ενικού του χωρικός
χωρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρική
χωρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρικός
χωρικής	adj	γενική ενικού του χωρική
χωρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρικός
χωρικού	adj	γενική ενικού του χωρικός
χωρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωρικός
χωρικό	adj	αιτιατική ενικού του χωρικός	noun	αιτιατική ενικού του χωρικός
χωρικός	adj	που αναφέρεται στο χώρο	noun	ο κάτοικος του χωριού
χωρικών	adj	γενική πληθυντικού του χωρικός
χωριουδάκι	noun	υποκοριστικό του χωριό: μικρό χωριό, μικρός οικισμός
χωριουδάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριουδάκι
χωριού	noun	γενική ενικού του χωριό
χωρισιά	noun|rare	άλλη μορφή του χωρισμός
χωρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του χώρισμα
χωρισμέ	noun	κλητική ενικού του χωρισμός
χωρισμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρισμένο
χωρισμένε	adj	κλητική ενικού του χωρισμένος
χωρισμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρισμένη
χωρισμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρισμένος
χωρισμένης	adj	γενική ενικού του χωρισμένη
χωρισμένο	adj	αιτιατική ενικού του χωρισμένος
χωρισμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρισμένος
χωρισμένος	verb	που έχει χωριστεί
χωρισμένου	verb	γενική ενικού του χωρισμένος
χωρισμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωρισμένος
χωρισμένων	adj	γενική πληθυντικού του χωρισμένος
χωρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρισμός
χωρισμού	noun	γενική ενικού του χωρισμός
χωρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του χωρισμός
χωρισμό	noun	αιτιατική ενικού του χωρισμός
χωρισμός	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χωρίζω
χωρισμών	noun	γενική πληθυντικού του χωρισμός
χωριστά	adv	χωρίς να είναι μαζί (χρονικά ή τοπικά)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριστό
χωριστέ	adj	κλητική ενικού του χωριστός
χωριστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριστή
χωριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωριστός
χωριστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστήκαν	=	χωρίζω
χωριστήκανε	=	χωρίζω
χωριστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστής	adj	γενική ενικού του χωριστή
χωριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριστικό	adv	με τρόπο που χωρίζει
χωριστικέ	adj	κλητική ενικού του χωριστικός
χωριστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωριστική
χωριστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωριστικός
χωριστικής	adj	γενική ενικού του χωριστική
χωριστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωριστικός
χωριστικού	adj	γενική ενικού του χωριστικός
χωριστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωριστικός
χωριστικό	adj	αιτιατική ενικού του χωριστικός
χωριστικός	adj	που χρησιμεύει για να χωρίζει κάτι
χωριστικών	adj	γενική πληθυντικού του χωριστικός
χωριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωριστός
χωριστού	adj	γενική ενικού του χωριστός
χωριστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστούνε	=	χωρίζω
χωριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωριστός
χωριστρών	noun	γενική πληθυντικού του χωρίστρα
χωριστό	adj	αιτιατική ενικού του χωριστός
χωριστός	adj	για να δείξει την απομόνωση ή την αυτονομία ενός χώρου από τους άλλους ή μιας λειτουργίας από τις υπόλοιπες
χωριστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
χωριστών	adj	γενική πληθυντικού του χωριστός
χωριό	noun	οικισμός που αποτελείται από λίγα σπίτια και κατοίκους λιγότερους από αυτούς της πόλης και της κωμόπολης
χωριών	noun	γενική πληθυντικού του χωριό
χωροβάτες	=	χωροβάτης
χωροβάτη	=	χωροβάτης
χωροβάτης	noun	όργανο που χρησιμοποιείται στην τοπογραφία για τη μέτρηση υψομετρικών διαφορών
χωροβατών	=	χωροβάτης
χωρογραφία	noun|dated	η περιγραφή μιας χώρας ή περιοχής, κυρίως όσον αφορά τη μορφολογία του εδάφους
χωρογραφίας	noun	γενική ενικού του χωρογραφία
χωρογραφίες	=	χωρογραφία
χωρογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του χωρογραφία
χωροδεσποτεία	noun	η ιδιοκτησία που ανήκε στο χωροδεσπότη
χωροδεσποτείας	noun	γενική ενικού του χωροδεσποτεία
χωροδεσποτείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροδεσποτεία
χωροδεσποτειών	noun	γενική πληθυντικού του χωροδεσποτεία
χωροδεσποτών	=	χωροδεσπότης
χωροδεσπότες	=	χωροδεσπότης
χωροδεσπότη	=	χωροδεσπότης
χωροδεσπότης	noun	ο ιδιοκτήτης μιας περιοχής ή χώρας, κυρίαρχος δεσπότης ενός φέουδου
χωροεπίσκοπε	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπίσκοπο	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπίσκοποι	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπίσκοπος	noun	άλλη μορφή του χωρεπίσκοπος
χωροεπίσκοπου	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπίσκοπους	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπίσκοπων	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπισκόπου	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπισκόπους	=	χωροεπίσκοπος
χωροεπισκόπων	=	χωροεπίσκοπος
χωροθέτησα	=	χωροθετώ
χωροθέτησαν	=	χωροθετώ
χωροθέτησε	=	χωροθετώ
χωροθέτησες	=	χωροθετώ
χωροθέτηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χωροθετώ
χωροθέτησης	noun	γενική ενικού του χωροθέτηση
χωροθεσία	noun	η θέση και τα όρια κάποιου πράγματος στον χώρο
χωροθεσίας	noun	γενική ενικού του χωροθεσία
χωροθεσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροθεσία
χωροθεσιών	noun	γενική πληθυντικού του χωροθεσία
χωροθετήθηκα	=	χωροθετώ
χωροθετήθηκαν	=	χωροθετώ
χωροθετήθηκε	=	χωροθετώ
χωροθετήθηκες	=	χωροθετώ
χωροθετήσαμε	=	χωροθετώ
χωροθετήσαν	=	χωροθετώ
χωροθετήσανε	=	χωροθετώ
χωροθετήσατε	=	χωροθετώ
χωροθετήσει	=	χωροθετώ
χωροθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροθέτηση
χωροθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του χωροθέτηση
χωροθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του χωροθέτηση
χωροθετήσου	=	χωροθετώ
χωροθετήστε	=	χωροθετώ
χωροθετεί	=	χωροθετώ
χωροθετείς	=	χωροθετώ
χωροθετείσαι	=	χωροθετώ
χωροθετείστε	=	χωροθετώ
χωροθετείται	=	χωροθετώ
χωροθετείτε	=	χωροθετώ
χωροθετηθήκαμε	=	χωροθετώ
χωροθετηθήκαν	=	χωροθετώ
χωροθετηθήκανε	=	χωροθετώ
χωροθετηθήκατε	=	χωροθετώ
χωροθετηθεί	=	χωροθετώ
χωροθετηθείτε	=	χωροθετώ
χωροθετημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροθετημένο
χωροθετημένε	verb	κλητική ενικού του χωροθετημένος
χωροθετημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροθετημένη
χωροθετημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωροθετημένος
χωροθετημένης	verb	γενική ενικού του χωροθετημένη
χωροθετημένο	verb	αιτιατική ενικού του χωροθετημένος
χωροθετημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωροθετημένος
χωροθετημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χωροθετώ
χωροθετημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χωροθετημένος
χωροθετημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του χωροθετημένος
χωροθετημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χωροθετημένος
χωροθετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροθετικό
χωροθετικέ	adj	κλητική ενικού του χωροθετικός
χωροθετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροθετική
χωροθετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωροθετικός
χωροθετικής	adj	γενική ενικού του χωροθετική
χωροθετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωροθετικός
χωροθετικού	adj	γενική ενικού του χωροθετικός
χωροθετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωροθετικός
χωροθετικό	adj	αιτιατική ενικού του χωροθετικός
χωροθετικός	adj	που έχει σχέση με την χωροθεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή
χωροθετικών	adj	γενική πληθυντικού του χωροθετικός
χωροθετούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χωροθετώ
χωροθετούμασταν	=	χωροθετώ
χωροθετούμαστε	=	χωροθετώ
χωροθετούμε	=	χωροθετώ
χωροθετούμενος	=	χωροθετώ
χωροθετούμουν	=	χωροθετώ
χωροθετούν	=	χωροθετώ
χωροθετούνε	=	χωροθετώ
χωροθετούνται	=	χωροθετώ
χωροθετούνταν	=	χωροθετώ
χωροθετούσα	=	χωροθετώ
χωροθετούσαμε	=	χωροθετώ
χωροθετούσαν	=	χωροθετώ
χωροθετούσανε	=	χωροθετώ
χωροθετούσασταν	=	χωροθετώ
χωροθετούσαστε	=	χωροθετώ
χωροθετούσατε	=	χωροθετώ
χωροθετούσε	=	χωροθετώ
χωροθετούσες	=	χωροθετώ
χωροθετούσουν	=	χωροθετώ
χωροθετώ	verb|formal	τοποθετώ κάτι σε κάποιο χώρο (βάσει κάποιου χωροταξικού σχεδιασμού)
χωροθετώντας	=	χωροθετώ
χωροκατακτητικά	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικέ	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικές	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητική	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικής	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικοί	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικού	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικούς	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικό	=	χωροκατακτητικός
χωροκατακτητικός	adj	που αναπτύσσεται παθολογικά στον ανθρώπινο οργανισμό
χωροκατακτητικών	=	χωροκατακτητικός
χωρομέτρηση	noun	η μέτρηση επιφανειών της γης για λόγους πολεοδομικούς, χωροταξικούς ή εμπορικούς
χωρομέτρησης	=	χωρομέτρηση
χωρομετρήσεις	=	χωρομέτρηση
χωρομετρήσεων	=	χωρομέτρηση
χωρομετρία	noun	κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση επιφανειών της γης για λόγους πολεοδομικούς, χωροταξικούς ή εμπορικούς
χωρομετρίας	=	χωρομετρία
χωρομετρίες	=	χωρομετρία
χωρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρομετρικό
χωρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του χωρομετρικός
χωρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρομετρική
χωρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρομετρικός
χωρομετρικής	adj	γενική ενικού του χωρομετρική
χωρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρομετρικός
χωρομετρικού	adj	γενική ενικού του χωρομετρικός
χωρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωρομετρικός
χωρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του χωρομετρικός
χωρομετρικός	adj	σχετικός με τη χωρομετρία
χωρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του χωρομετρικός
χωρομετριών	=	χωρομετρία
χωρομετρώ	verb	μετρώ εμβαδόν, απόσταση, ύψος στο πλαίσιο συνήθως μιας εργασίας τοπογραφικής, πολεοδομικής, χωροταξικής
χωρομετρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χωρομετρώ
χωρονομία	noun	ο σχεδιασμός σε ένα περιβάλλον με σεβασμό στα οικοσυστήματά του όταν κρίνεται αναγκαίο να αναπτυχθεί εκεί μια ανθρώπινη δραστηριότητα
χωρονομίας	=	χωρονομία
χωρονομίες	=	χωρονομία
χωρονομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρονομικό
χωρονομικέ	adj	κλητική ενικού του χωρονομικός
χωρονομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρονομική
χωρονομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρονομικός
χωρονομικής	adj	γενική ενικού του χωρονομική
χωρονομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρονομικός
χωρονομικού	adj	γενική ενικού του χωρονομικός
χωρονομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωρονομικός
χωρονομικό	adj	αιτιατική ενικού του χωρονομικός
χωρονομικός	adj	σχετικός με τη χωρονομία
χωρονομικών	adj	γενική πληθυντικού του χωρονομικός
χωρονομιών	=	χωρονομία
χωρονομκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρονομκό
χωρονομκέ	adj	κλητική ενικού του χωρονομκός
χωρονομκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωρονομκή
χωρονομκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωρονομκός
χωρονομκής	adj	γενική ενικού του χωρονομκή
χωρονομκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρονομκός
χωρονομκού	adj	γενική ενικού του χωρονομκός
χωρονομκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωρονομκός
χωρονομκό	adj	αιτιατική ενικού του χωρονομκός
χωρονομκών	adj	γενική πληθυντικού του χωρονομκός
χωροστάθμει	=	χωροσταθμώ
χωροστάθμες	=	χωροστάθμη
χωροστάθμη	noun	είδος στάθμη που χρησιμοποιείται για τη χωροστάθμηση
χωροστάθμης	=	χωροστάθμη
χωροστάθμησα	=	χωροσταθμώ
χωροστάθμησαν	=	χωροσταθμώ
χωροστάθμησε	=	χωροσταθμώ
χωροστάθμησες	=	χωροσταθμώ
χωροστάθμηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χωροσταθμώ, η μέτρηση και καταγραφή υψομετρικών διαφορών
χωροστάθμησης	=	χωροστάθμηση
χωροσταθμήσαμε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμήσαν	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμήσανε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμήσατε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμήσει	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμήσεις	=	χωροστάθμηση
χωροσταθμήσεων	=	χωροστάθμηση
χωροσταθμήστε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμεί	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμείς	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμείτε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμητές	=	χωροσταθμητής
χωροσταθμητή	=	χωροσταθμητής
χωροσταθμητής	noun	κάποιος που διενεργεί χωροστάθμηση
χωροσταθμητών	=	χωροσταθμητής
χωροσταθμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροσταθμικό
χωροσταθμικέ	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροσταθμική
χωροσταθμική	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμικής	adj	γενική ενικού του χωροσταθμική
χωροσταθμικοί	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμικού	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμικούς	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμικό	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμικός	adj	που έχει σχέση με χωροστάθμηση ή χωροστάθμη ή αναφέρεται σ’ αυτές
χωροσταθμικών	=	χωροσταθμικός
χωροσταθμούμε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούν	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούνε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσα	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσαμε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσαν	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσανε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσατε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσε	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμούσες	=	χωροσταθμώ
χωροσταθμώ	verb	μετρώ τις υψομετρικές διαφορές που έχουν τα διάφορα σημεία ενός χώρου ή μιας έκτασης
χωροσταθμών	=	χωροστάθμη
χωροσταθμώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χωροσταθμώ
χωροστοιχεία	=	χωροστοιχείο
χωροστοιχείο	noun	συνώνυμο του ογκοστοιχείο
χωροστοιχείου	=	χωροστοιχείο
χωροστοιχείων	=	χωροστοιχείο
χωροτάκτες	=	χωροτάκτης
χωροτάκτη	=	χωροτάκτης
χωροτάκτης	noun	που ασχολείται με τη χωροταξία
χωροτακτών	=	χωροτάκτης
χωροταξία	noun	η οποία μελετά τη βελτιστοποίηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο χώρο ώστε να καλύπτονται οι οικονομικές λειτουργίες, συγκοινωνιακές διασυνδέσεις, οι κοινωνικές επαφές ή η επικοινωνία και γενικά προωθεί την παραγωγική και κοινωνική συνοχή
χωροταξίας	noun	γενική ενικού του χωροταξία
χωροταξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροταξία
χωροταξικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροταξικό	adv	από χωροταξική άποψη
χωροταξικέ	adj	κλητική ενικού του χωροταξικός
χωροταξικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροταξική
χωροταξική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωροταξικός
χωροταξικής	adj	γενική ενικού του χωροταξική
χωροταξικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωροταξικός
χωροταξικού	adj	γενική ενικού του χωροταξικός
χωροταξικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωροταξικός
χωροταξικό	adj	αιτιατική ενικού του χωροταξικός
χωροταξικός	adj	σχετικός με τη χωροταξία
χωροταξικών	adj	γενική πληθυντικού του χωροταξικός
χωροταξιών	noun	γενική πληθυντικού του χωροταξία
χωροφυλάκοι	=	χωροφύλακας
χωροφυλάκους	=	χωροφύλακας
χωροφυλάκων	=	χωροφύλακας
χωροφυλακές	=	χωροφυλακή
χωροφυλακή	noun	αστυνομικό σώμα με στρατιωτικό χαρακτήρα για την τήρηση της τάξης, με χώρο αρμοδιότητας και δράσης (ιστορικά) κυρίως την ύπαιθρο χώρα και τις μικρές επαρχιακές πόλεις
χωροφυλακής	=	χωροφυλακή
χωροφυλακίνα	=	χωροφύλακας
χωροφυλακίνας	=	χωροφύλακας
χωροφυλακίνες	=	χωροφύλακας
χωροφυλακίνων	=	χωροφύλακας
χωροφυλακίστικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροφυλακίστικο
χωροφυλακίστικε	adj	κλητική ενικού του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακίστικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροφυλακίστικη
χωροφυλακίστικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακίστικης	adj	γενική ενικού του χωροφυλακίστικη
χωροφυλακίστικο	adj	αιτιατική ενικού του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακίστικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακίστικος	adj	σχετικός με τη συμπεριφορά που παρέπεμπε σε χωροφύλακα όταν η χωροφυλακή υπήρχε και ασκούσε αστυνομικά αλλά και στρατιωτικά καθήκοντα
χωροφυλακίστικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακίστικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακίστικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του χωροφυλακίστικος
χωροφυλακών	=	χωροφυλακή
χωροφύλακα	=	χωροφύλακας
χωροφύλακας	noun	μέλος της χωροφυλακής
χωροφύλακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωροφύλακας
χωροφύλαξ	noun	ο χωροφύλακας (καθαρεύουσα) σε χρήση στα νέα ελληνικά…
χωροχρονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χωροχρονικός	adv	σε χρόνο ή τόπο που αναφέρεται στον χωρόχρονο
χωροχρονικέ	=	χωροχρονικός
χωροχρονικές	=	χωροχρονικός
χωροχρονική	=	χωροχρονικός
χωροχρονικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (χωροχρονική) του χωροχρονικός
χωροχρονικοί	=	χωροχρονικός
χωροχρονικοτητών	=	χωροχρονικότητα
χωροχρονικού	=	χωροχρονικός
χωροχρονικούς	=	χωροχρονικός
χωροχρονικό	=	χωροχρονικός
χωροχρονικός	adj	που αναφέρεται ή σχετίζεται με τον χωρόχρονο
χωροχρονικότητα	noun	η ιδιότητα του χωροχρονικού
χωροχρονικότητας	=	χωροχρονικότητα
χωροχρονικότητες	=	χωροχρονικότητα
χωροχρονικών	=	χωροχρονικός
χωροχρόνε	=	χωροχρόνος
χωροχρόνο	noun	αιτιατική ενικού του χωροχρόνος
χωροχρόνοι	=	χωροχρόνος
χωροχρόνος	noun	χωρόχρονος
χωροχρόνου	noun	γενική ενικού του χωρόχρονος
χωροχρόνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χωρόχρονος
χωροχρόνων	noun	γενική πληθυντικού του χωρόχρονος
χωρούμε	=	χωράω
χωρούν	=	χωράω
χωρούνε	=	χωράω
χωρούσα	=	χωράω
χωρούσαμε	=	χωράω
χωρούσαν	=	χωράω
χωρούσανε	=	χωράω
χωρούσατε	=	χωράω
χωρούσε	=	χωράω
χωρούσες	=	χωράω
χωρυγιού	=	χωρύγι
χωρόχρονε	noun	κλητική ενικού του χωρόχρονος
χωρόχρονο	noun	αιτιατική ενικού του χωρόχρονος
χωρόχρονοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωρόχρονος
χωρόχρονος	noun	η ενιαία δομή τεσσάρων διαστάσεων που σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν αποτελούν ο χώρος και ο χρόνος
χωρόχρονου	noun	γενική ενικού του χωρόχρονος
χωρόχρονους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χωρόχρονος
χωρόχρονων	noun	γενική πληθυντικού του χωρόχρονος
χωρύγι	noun	ο σβησμένος ασβέστης
χωρώ	verb	άλλη μορφή του χωράω
χωρών	noun	γενική πληθυντικού του χώρα
χωρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος χωράω / χωρώ
χωσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώσιμο
χωσίματος	noun	γενική ενικού του χώσιμο
χωσιά	noun	ενέδρα
χωσιάς	noun	γενική ενικού του χωσιά
χωσιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωσιά
χωσιμάτων	=	χώσιμο
χωσιών	=	χωσιά
χωσμένα	=	χωσμένος
χωσμένε	=	χωσμένος
χωσμένες	=	χωσμένος
χωσμένη	=	χωσμένος
χωσμένης	=	χωσμένος
χωσμένο	=	χωσμένος
χωσμένοι	=	χωσμένος
χωσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χώνω
χωσμένου	=	χωσμένος
χωσμένους	=	χωσμένος
χωσμένων	=	χωσμένος
χωστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωστό
χωστέ	adj	κλητική ενικού του χωστός
χωστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χωστή
χωστή	noun|dated	κορμοί δέντρου ή πάσσαλοι στερεωμένοι στην παραλία για το τράβηγμα στη στεριά ενός καϊκιού, ενός πλεούμενου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χωστός
χωστής	adj	γενική ενικού του χωστή
χωστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωστός
χωστού	adj	γενική ενικού του χωστός
χωστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του χωστός
χωστό	adj	αιτιατική ενικού του χωστός
χωστός	adj	που έχει σχηματιστεί με συσσώρευση χώματος
χωστών	adj	γενική πληθυντικού του χωστός
χόακα	=	χόακας
χόακας	noun|slang	κείμενο (ή εικόνα, βίντεο κ.λπ.) ψεύτικο, πλαστό ή χαλκευμένο), που αποσκοπεί στην εξαπάτηση κάποιου
χόακες	=	χόακας
χόακων	=	χόακας
χόβερκραφτ	noun	σκάφος που γλιστρά σε λεία επιφάνεια (συνήθως στη θάλασσα), πάνω σε ένα στρώμα πεπιεσμένου αέρα, και χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επιβατών και οχημάτων
χόβολες	=	χόβολη
χόβολη	noun	η ζεστή στάχτη που χρησιμοποιείται για το ψήσιμο του καφέ, κάστανων κλπ
χόβολης	=	χόβολη
χόβολων	=	χόβολη
χόκεϊ	noun	άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των 11 ή έξι παικτών η καθεμία, που προσπαθούν με μια καμπύλη ράβδο να χτυπήσουν μια μπαλίτσα ή ένα δίσκο και να τα βάλουν στο τέρμα της αντίπαλης ομάδας
χόλε	=	χόλος
χόλιαζα	=	χολιάζω
χόλιαζαν	=	χολιάζω
χόλιαζε	=	χολιάζω
χόλιαζες	=	χολιάζω
χόλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χόλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χόλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χόλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολιάζω
χόλιασμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χολιάζω
χόλο	=	χόλος
χόλοι	=	χόλος
χόλος	noun|archaic	η οργή που αισθάνεται κάποιος κι είναι ανάμεικτη με κακία
χόλου	=	χόλος
χόλους	=	χόλος
χόλων	=	χόλος
χόλωνα	=	χολώνω
χόλωναν	=	χολώνω
χόλωνε	=	χολώνω
χόλωνες	=	χολώνω
χόλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χόλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χόλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χόλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χολώνω
χόμπι	noun	ευχάριστη ερασιτεχνική δραστηριότητα
χόνδρε	noun	κλητική ενικού του χόνδρος
χόνδρινα	=	χόνδρινος
χόνδρινε	=	χόνδρινος
χόνδρινες	=	χόνδρινος
χόνδρινη	=	χόνδρινος
χόνδρινης	=	χόνδρινος
χόνδρινο	=	χόνδρινος
χόνδρινοι	=	χόνδρινος
χόνδρινος	adj	που έχει σχέση με χόνδρο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή αποτελείται από χόνδρο
χόνδρινου	=	χόνδρινος
χόνδρινους	=	χόνδρινος
χόνδρινων	=	χόνδρινος
χόνδρο	noun	αιτιατική ενικού του χόνδρος
χόνδροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χόνδρος
χόνδρος	noun	στερεός αλλά ελαστικός ιστός στις αρθρώσεις πολλών ζώων
χόνδρου	noun	γενική ενικού του χόνδρος
χόνδρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χόνδρος
χόνδρων	noun	γενική πληθυντικού του χόνδρος
χόντραινα	=	χοντραίνω
χόντραιναν	=	χοντραίνω
χόντραινε	=	χοντραίνω
χόντραινες	=	χοντραίνω
χόντρεμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χοντραίνω
χόντρος	noun	πάχος, παχυσαρκία
χόντρυνα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χόντρυναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χόντρυνε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χόντρυνες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χοντραίνω
χόρδιζα	=	χορδίζω
χόρδιζαν	=	χορδίζω
χόρδιζε	=	χορδίζω
χόρδιζες	=	χορδίζω
χόρδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χόρδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χόρδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χόρδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορδίζω
χόρδισμα	noun|formal	το τέντωμα των χορδών ενός έγχορδου οργάνου, ώστε να αποδίδεται η επιθυμητή τονικότητα και αρμονία
χόρευα	=	χορεύω
χόρευαν	=	χορεύω
χόρευε	=	χορεύω
χόρευες	=	χορεύω
χόρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χόρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χόρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χόρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορεύω
χόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χόριο
χόριο	noun	η βασική στιβάδα του δέρματος, κάτω από την επιδερμίδα
χόριου	=	χόριο
χόρτα	noun	γενική ονομασία διαφόρων ειδών φαγώσιμων χορταρικών
χόρταινα	=	χορταίνω
χόρταιναν	=	χορταίνω
χόρταινε	=	χορταίνω
χόρταινες	=	χορταίνω
χόρτασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χόρτασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χόρτασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χόρτασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χορταίνω
χόρταση	noun	ο κορεσμός
χόρτασης	noun	γενική ενικού του χόρταση
χόρτασμα	noun	ο χορτασμός, ο κορεσμός (για φαγητό ή άλλη ανάγκη)
χόρτε	=	χόρτος
χόρτο	noun	βλάστηση άσημη, χωρίς καρπούς, με λεπτό μίσχο και μικρά φυλλαράκια
χόρτοι	=	χόρτος
χόρτος	noun	περιοχή κατάλληλη και για βοσκή
χόρτου	noun	γενική ενικού του χόρτο
χόρτους	=	χόρτος
χόρτων	noun	γενική πληθυντικού του χόρτο
χότζα	=	χότζας
χότζας	noun	μουσουλμάνος ιεροδιδάσκαλος, γνώστης του ισλαμικού νόμου
χόχλαζα	=	χοχλάζω
χόχλαζαν	=	χοχλάζω
χόχλαζε	=	χοχλάζω
χόχλαζες	=	χοχλάζω
χόχλασα	verb	α' ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου του ρήματος χοχλάζω, άλλη μορφή του κόχλασα
χόχλασαν	=	χοχλάζω
χόχλασε	=	χοχλάζω
χόχλασες	=	χοχλάζω
χόχλασμα	noun	άλλη μορφή του κόχλασμα, ο κοχλασμός
χόχλος	noun	Το βράσιμο, η βράση.
χύδην	adv	ασυσκεύαστα, αφιάλωτα, προς πώληση χωρίς συσκευασία ή εμφιάλωση
χύθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χύθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χύθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χύθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χύλωμα	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χυλώνω
χύλωνα	=	χυλώνω
χύλωναν	=	χυλώνω
χύλωνε	=	χυλώνω
χύλωνες	=	χυλώνω
χύλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χύλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χύλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χυλώνω
χύλωσες	=	χυλώνω
χύλωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χυλώνω
χύλωσης	=	χύλωση
χύμα	adv	για τρόφιμα ή ποτά που πωλούνται χωρίς να είναι συσκευασμένα ή εμφιαλωμένα
χύμαγε	=	χυμάω
χύμευση	noun|rare	η ανάμειξη, η σύμμειξη
χύμηξα	=	χυμάω
χύμηξαν	=	χυμάω
χύμηξε	=	χυμάω
χύμηξες	=	χυμάω
χύναμε	=	χύνω
χύναν	=	χύνω
χύνανε	=	χύνω
χύνατε	=	χύνω
χύνε	=	χύνω
χύνει	=	χύνω
χύνεις	=	χύνω
χύνεσαι	=	χύνω
χύνεστε	=	χύνω
χύνεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα του χύνω
χύνετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του χύνω
χύνομαι	verb	διασκορπίζομαι
χύνομε	=	χύνω
χύνονται	=	χύνω
χύνονταν	=	χύνω
χύνοντας	=	χύνω
χύνου	=	χύνω
χύνουμε	verb	πρώτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χύνω
χύνουν	=	χύνω
χύνουνε	=	χύνω
χύνω	verb	προκαλώ την ροή ενός υγρού από το δοχείο στο οποίο βρισκόταν προς τα κάτω
χύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσαν	=	χύνω
χύσανε	=	χύνω
χύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χύνω
χύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσεων	=	χύση
χύση	noun	εκροή, έκχυση, χύσιμο
χύσης	=	χύση
χύσι	noun|vulgar	υγρό που κατά το τέλος της συνουσίας εκκρίνεται από τα γεννητικά όργανα.
χύσια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χύσι
χύσιμο	noun	η ενέργεια του χύνω
χύσομε	=	χύνω
χύσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χύνομαι
χύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσουνε	=	χύνω
χύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
χύτες	=	χύτης
χύτευση	noun|formal	διαδικασία παραγωγής αντικειμένων με έγχυση λιωμένου υλικού σε καλούπι
χύτευσης	=	χύτευση
χύτη	=	χύτης
χύτης	noun	που εργάζεται σε χυτήριο χύνοντας λιωμένο μέταλλο σε καλούπια
χύτρα	noun	μεγάλη κατσαρόλα
χύτρας	noun	γενική ενικού του χύτρα
χύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χύτρα
χύτρια	noun	θηλυκό του χύτης
χύτριας	noun	γενική ενικού του χύτρια
χύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χύτρια
χώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χώλαινα	=	χωλαίνω
χώλαιναν	=	χωλαίνω
χώλαινε	=	χωλαίνω
χώλαινες	=	χωλαίνω
χώμα	noun	το λεπτόκοκκο στερεό υλικό που καλύπτει την επιφάνεια πλανητών
χώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώμα
χώματος	noun	γενική ενικού του χώμα
χώναμε	=	χώνω
χώναν	=	χώνω
χώνανε	=	χώνω
χώνατε	=	χώνω
χώνε	=	χώνω
χώνει	=	χώνω
χώνεις	=	χώνω
χώνεμα	noun	η διαδικασία και τι αποτέλεσμα που δηλώνει το ρήμα χωνεύω, πέψη
χώνεσαι	=	χώνω
χώνεστε	=	χώνω
χώνεται	=	χώνω
χώνετε	=	χώνω
χώνευα	=	χωνεύω
χώνευαν	=	χωνεύω
χώνευε	=	χωνεύω
χώνευες	=	χωνεύω
χώνεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χώνεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χώνεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χώνεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωνεύω
χώνεψη	noun	συνώνυμο του χώνεμα
χώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος χώνω
χώνονται	=	χώνω
χώνονταν	=	χώνω
χώνοντας	=	χώνω
χώνουμε	=	χώνω
χώνουν	=	χώνω
χώνουνε	=	χώνω
χώνω	verb	βάζω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο
χώρα	noun	οι αγροτικές περιοχές μιας πόλης-κράτους, η ύπαιθρος, σε αντίθεση προς το άστυ
χώραγα	=	χωράω
χώραγαν	=	χωράω
χώραγε	=	χωράω
χώραγες	=	χωράω
χώρας	noun	γενική ενικού του χώρα
χώρε	noun	κλητική ενικού του χώρος
χώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χώρα
χώρεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωράω / χωρώ
χώρεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωράω / χωρώ
χώρεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωράω / χωρώ
χώρεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωράω / χωρώ
χώρια	adv	χωριστά
χώριζα	=	χωρίζω
χώριζαν	=	χωρίζω
χώριζε	=	χωρίζω
χώριζες	=	χωρίζω
χώρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χώρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χώρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χώρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζω
χώρισμα	noun	κάτι που χωρίζει, κάτι που υποδιαιρεί ένα πράγμα σε μέρη ή διαχωρίζει ένα πράγμα από ένα άλλο
χώρο	noun	αιτιατική ενικού του χώρος
χώροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χώρος
χώρος	noun	ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
χώρου	noun	γενική ενικού του χώρος
χώρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του χώρος
χώρων	noun	γενική πληθυντικού του χώρος
χώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσαν	=	χώνω
χώσανε	=	χώνω
χώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χώνω
χώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσεων	noun	γενική πληθυντικού του χώση
χώσεως	noun|formal	γενική ενικού του χώση
χώσης	noun	γενική ενικού του χώση
χώσιμο	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χώνω
χώσις	noun|formal	άλλη μορφή του χώση
χώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χώνομαι
χώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
χώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
ψάθα	noun	το συνήθως συνθετικό πολύ λεπτού πάχους στρώμα που χρησιμοποιείται στις παραλίες για να τοποθετούνται αντικείμενα ή να ξαπλώνουν οι κολυμβητές -σπανίως είναι ακόμα και σήμερα από ψάθα ή άλλα αγρωστοειδή φυτά
ψάθας	noun	γενική ενικού του ψάθα
ψάθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάθα
ψάθινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάθινο
ψάθινε	adj	κλητική ενικού του ψάθινος
ψάθινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάθινη
ψάθινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψάθινος
ψάθινης	adj	γενική ενικού του ψάθινη
ψάθινο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ψάθινος
ψάθινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψάθινος
ψάθινος	adj	ο κατασκευασμένος από ψάθα
ψάθινου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψάθινος
ψάθινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψάθινος
ψάθινων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψάθινος
ψάθωμα	noun	η κάλυψη ή το γέμισμα ενός αντικειμένου με ψάθα ή η δημιουργία ιστού με το ίδιο υλικό
ψάθωνα	=	ψαθώνω
ψάθωναν	=	ψαθώνω
ψάθωνε	=	ψαθώνω
ψάθωνες	=	ψαθώνω
ψάθωσα	=	ψαθώνω
ψάθωσαν	=	ψαθώνω
ψάθωσε	=	ψαθώνω
ψάθωσες	=	ψαθώνω
ψάκωμα	noun	δηλητηρίαση
ψάκωνα	=	ψακώνω
ψάκωναν	=	ψακώνω
ψάκωνε	=	ψακώνω
ψάκωνες	=	ψακώνω
ψάκωσα	=	ψακώνω
ψάκωσαν	=	ψακώνω
ψάκωσε	=	ψακώνω
ψάκωσες	=	ψακώνω
ψάλαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλαν	=	ψάλλω
ψάλανε	=	ψάλλω
ψάλατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψάλθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψάλθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψάλθηκες	=	ψάλλω
ψάλια	=	ψάλιο
ψάλιο	noun	τμήμα από το χαλινάρι του αλόγου, μικρή αλυσίδα που στερεώνεται στη στομίδα του χαλινού του αλόγου για να τον ενισχύει
ψάλιου	=	ψάλιο
ψάλιων	=	ψάλιο
ψάλλαμε	=	ψάλλω
ψάλλαν	=	ψάλλω
ψάλλανε	=	ψάλλω
ψάλλατε	=	ψάλλω
ψάλλε	=	ψάλλω
ψάλλει	=	ψάλλω
ψάλλεις	=	ψάλλω
ψάλλεσαι	=	ψάλλω
ψάλλεστε	=	ψάλλω
ψάλλεται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ψάλλομαι
ψάλλετε	=	ψάλλω
ψάλλομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψάλλω
ψάλλομε	=	ψάλλω
ψάλλονται	=	ψάλλω
ψάλλονταν	=	ψάλλω
ψάλλοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψάλλω
ψάλλουμε	=	ψάλλω
ψάλλουν	=	ψάλλω
ψάλλουνε	=	ψάλλω
ψάλλω	verb|formal	ψέλνω, τραγουδώ τροπάρια και ύμνους στην εκκλησία ή αλλού
ψάλομε	=	ψάλλω
ψάλουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλουνε	=	ψάλλω
ψάλσιμο	noun	η ψαλμωδία, το να ψάλλει κάποιος, συνήθως ο ψάλτης
ψάλτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάλτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάλτης
ψάλτη	=	ψάλτης
ψάλτηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάλτης
ψάλτηδων	noun	γενική πληθυντικού του ψάλτης
ψάλτης	noun	εκείνος που ψάλλει, κυρίως στην εκκλησία
ψάλτρα	noun	άλλη μορφή του ψάλτρια
ψάλτρια	noun	θηλυκό του ψάλτης
ψάλτριας	noun	γενική ενικού του ψάλτρια
ψάλτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάλτρια
ψάλω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλω
ψάμμε	=	ψάμμος
ψάμμο	=	ψάμμος
ψάμμοι	=	ψάμμος
ψάμμος	noun	τα αμμώδη άλατα στα ούρα όσων πάσχουν από ψαμμίαση
ψάμμου	=	ψάμμος
ψάμμους	=	ψάμμος
ψάμμων	=	ψάμμος
ψάξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξαν	=	ψάχνω
ψάξανε	=	ψάχνω
ψάξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξιμο	noun	αναζήτηση, έρευνα, αλλά συνήθως για αντικείμενα
ψάξομε	=	ψάχνω
ψάξου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψάξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξουνε	=	ψάχνω
ψάξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
ψάρακα	=	ψάρακας
ψάρακας	noun|slang	ο νεοσύλλεκτος φαντάρος, το στραβάδι
ψάρακες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάρακας
ψάρακλα	=	ψάρακλας
ψάρακλας	noun	απαγής, αρχάριος, άπειρος, νεοσύλλεκτος, καινούριος σε κάτι
ψάρακλες	=	ψάρακλας
ψάρεμα	noun	η δραστηριότητα που έχει σαν τελικό σκοπό το να πιάσει κάποιος ψάρια σε οποιαδήποτε περιοχή ζουν (θάλασσα, λίμνη κλπ), είτε για χόμπι είτε επαγγελματικά
ψάρευα	=	ψαρεύω
ψάρευαν	=	ψαρεύω
ψάρευε	=	ψαρεύω
ψάρευες	=	ψαρεύω
ψάρευμα	noun	το ψάρεμα
ψάρεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψάρεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψάρεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψάρεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψάρι	noun	το υδρόβιο σπονδυλωτό ζώο, που συνήθως αναπνέει με βράγχια, καλύπτεται από λέπια και είναι ωοτόκο
ψάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάρι
ψάρωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψαρώνω
ψάρωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψάρωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψάρωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψάρωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψάχναμε	=	ψάχνω
ψάχναν	=	ψάχνω
ψάχνανε	=	ψάχνω
ψάχνατε	=	ψάχνω
ψάχνε	verb	β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ψάχνω
ψάχνει	=	ψάχνω
ψάχνεις	=	ψάχνω
ψάχνεσαι	=	ψάχνω
ψάχνεστε	=	ψάχνω
ψάχνεται	=	ψάχνω
ψάχνετε	=	ψάχνω
ψάχνομαι	=	ψάχνω
ψάχνομε	=	ψάχνω
ψάχνονται	=	ψάχνω
ψάχνονταν	=	ψάχνω
ψάχνοντας	=	ψάχνω
ψάχνου	=	ψάχνω
ψάχνουμε	=	ψάχνω
ψάχνουν	=	ψάχνω
ψάχνουνε	=	ψάχνω
ψάχνω	verb	προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον
ψάχτε	=	ψάχνω
ψάχτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψάχτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψάχτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψάχτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψέγαμε	=	ψέγω
ψέγαν	=	ψέγω
ψέγανε	=	ψέγω
ψέγατε	=	ψέγω
ψέγε	=	ψέγω
ψέγει	=	ψέγω
ψέγεις	=	ψέγω
ψέγεσαι	=	ψέγω
ψέγεστε	=	ψέγω
ψέγεται	=	ψέγω
ψέγετε	=	ψέγω
ψέγομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψέγω
ψέγομε	=	ψέγω
ψέγονται	=	ψέγω
ψέγονταν	=	ψέγω
ψέγοντας	=	ψέγω
ψέγουμε	=	ψέγω
ψέγουν	=	ψέγω
ψέγουνε	=	ψέγω
ψέγω	verb	επικρίνω, ασκώ αρνητική κριτική, κατακρίνω, μέμφομαι
ψέκα	noun	η πίστη σε ανύπαρκτες συνωμοσίες ή ακραίες απόψεις
ψέκαζα	=	ψεκάζω
ψέκαζαν	=	ψεκάζω
ψέκαζε	=	ψεκάζω
ψέκαζες	=	ψεκάζω
ψέκας	noun	συντετμημένη μορφή του ψεκασμένος
ψέκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψέκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψέκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψέκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψέκασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψεκάζω
ψέκες	=	ψέκας
ψέκτες	=	ψέκτης
ψέκτη	=	ψέκτης
ψέκτης	noun	που επιρρίπτει ψόγο, κατηγορία, σε κάποιον άλλον, ο κατήγορος
ψέκτου	=	ψέκτης
ψέλια	=	ψέλιο
ψέλιο	noun	κόσμημα που φορούσαν κυρίως οι Πέρσες αλλά και οι Αιγύπτιοι, βραχιόλι στο χέρι ή στον αστράγαλο
ψέλιου	=	ψέλιο
ψέλλια	=	ψέλλιο
ψέλλιζα	=	ψελλίζω
ψέλλιζαν	=	ψελλίζω
ψέλλιζε	=	ψελλίζω
ψέλλιζες	=	ψελλίζω
ψέλλιο	noun	άλλη μορφή του ψέλιο
ψέλλιου	=	ψέλλιο
ψέλλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψέλλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψέλλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψέλλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψέλλισμα	noun	λόγος που εκφωνείται χαμηλόφωνα, διστακτικά ή/και με προβληματική άρθρωση από ενήλικα ή οι πρώτες απόπειρες ενός βρέφους να μιλήσει, τα πρώτα του λογάκια
ψέλναμε	=	ψέλνω
ψέλναν	=	ψέλνω
ψέλνανε	=	ψέλνω
ψέλνατε	=	ψέλνω
ψέλνε	=	ψέλνω
ψέλνει	=	ψέλνω
ψέλνεις	=	ψέλνω
ψέλνεσαι	=	ψέλνω
ψέλνεστε	=	ψέλνω
ψέλνεται	=	ψέλνω
ψέλνετε	=	ψέλνω
ψέλνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψέλνω
ψέλνομε	=	ψέλνω
ψέλνονται	=	ψέλνω
ψέλνονταν	=	ψέλνω
ψέλνοντας	=	ψέλνω
ψέλνουμε	=	ψέλνω
ψέλνουν	=	ψέλνω
ψέλνουνε	=	ψέλνω
ψέλνω	verb	ψάλλω ψαλμό στην εκκλησία
ψέμα	noun	κάτι που λέγεται και δεν είναι αλήθεια, η συνειδητή απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας
ψέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψέμα
ψέματος	noun	γενική ενικού του ψέμα
ψέμμα	noun	άλλη γραφή του ψέμα
ψέμματα	=	ψέμμα
ψέμματος	=	ψέμμα
ψένω	verb|vulgar	και (παρωχημένο) το ψήνω
ψέξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξαν	=	ψέγω
ψέξανε	=	ψέγω
ψέξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξομε	=	ψέγω
ψέξου	=	ψέγω
ψέξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξουνε	=	ψέγω
ψέξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψέγω
ψέχτε	=	ψέγω
ψέχτηκα	=	ψέγω
ψέχτηκαν	=	ψέγω
ψέχτηκε	=	ψέγω
ψέχτηκες	=	ψέγω
ψήγμα	noun	ό,τι προέρχεται από τριβή και απόξεση, απόξεσμα, ρίνισμα
ψήγματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψήγμα
ψήγματος	noun	γενική ενικού του ψήγμα
ψήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψήκτρα	noun|formal	η βούρτσα
ψήκτρας	noun	γενική ενικού του ψήκτρα
ψήκτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψήκτρα
ψήλος	noun|vulgar	το ύψος, το μπόι (κατά το πλατύς, πλάτος, φαρδύς, φάρδος)
ψήλωμα	noun	το αποτέλεσμα του ψηλώνω, η διαδικασία, η φάση της ανάπτυξης σε ανθρώπους, φυτά και ζώα, αλλά και η απόκτηση επιπλέον ύψους σε αντικείμενα
ψήλωνα	=	ψηλώνω
ψήλωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψήλωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψήλωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψήλωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψήναμε	=	ψήνω
ψήναν	=	ψήνω
ψήνανε	=	ψήνω
ψήνατε	=	ψήνω
ψήνε	=	ψήνω
ψήνει	=	ψήνω
ψήνεις	=	ψήνω
ψήνεσαι	=	ψήνω
ψήνεστε	=	ψήνω
ψήνεται	=	ψήνω
ψήνετε	=	ψήνω
ψήνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψήνω
ψήνομε	=	ψήνω
ψήνονται	=	ψήνω
ψήνονταν	=	ψήνω
ψήνοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψήνω
ψήνουμε	=	ψήνω
ψήνουν	=	ψήνω
ψήνουνε	=	ψήνω
ψήνω	verb	επεξεργάζομαι κάτι εκθέτοντάς το στη φωτιά
ψήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσαν	=	ψήνω
ψήσανε	=	ψήνω
ψήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσιμο	noun	η ενέργεια του ψήνω
ψήσομε	=	ψήνω
ψήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήσουνε	=	ψήνω
ψήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήστες	=	ψήστης
ψήστη	=	ψήστης
ψήστης	noun	αυτός που ψήνει, που είναι υπεύθυνος για το ψήσιμο σε ψησταριά ή σε σούβλα
ψήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνω
ψήφα	=	ψηφώ
ψήφαγε	=	ψηφώ
ψήφε	=	ψήφος
ψήφησα	=	ψηφώ
ψήφησαν	=	ψηφώ
ψήφησε	=	ψηφώ
ψήφησες	=	ψηφώ
ψήφιζα	=	ψηφίζω
ψήφιζαν	=	ψηφίζω
ψήφιζε	=	ψηφίζω
ψήφιζες	=	ψηφίζω
ψήφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψήφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψήφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψήφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψήφιση	noun	η ενέργεια του ψηφίζω, η διαδικασία και το αποτέλεσμά της
ψήφισης	noun	γενική ενικού του ψήφιση
ψήφισμα	noun	η απόφαση που συνήθως διατυπώνεται σε κείμενο με το οποίο εκφράζεται η άποψη ενός συλλογικού σώματος ή μιας συγκέντρωσης πολιτών για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, η διαμαρτυρία εκείνων που εκδίδουν τη σχετική απόφαση για κάτι ή η διατύπωση ενός αιτήματος
ψήφο	noun	αιτιατική ενικού του ψήφος
ψήφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψήφος
ψήφος	noun	οποιοδήποτε υλικό μέσον με το οποίο επιχειρείται ψηφοφορία, αυτό μπορεί να είναι σφαιρίδιο, ή ειδικό δελτίο από χαρτί που έχει προηγούμενα οριστεί, (ψηφοδέλτιο), ή άλλο υλικό (π.χ. όστρακο), ή ακόμα και η ανάταση του χεριού του ψηφοφόρου.
ψήφου	noun	γενική ενικού του ψήφος
ψήφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψήφος
ψήφων	noun	γενική πληθυντικού του ψήφος
ψήχω	verb|obsolete	βουρτσίζω, ξυστρίζω
ψίδι	noun	το μπροστινό επάνω μέρος στην μύτη ενός παπουτσιού
ψίδια	=	ψίδι
ψίδιαζα	=	ψιδιάζω
ψίδιαζαν	=	ψιδιάζω
ψίδιαζε	=	ψιδιάζω
ψίδιαζες	=	ψιδιάζω
ψίδιασα	=	ψιδιάζω
ψίδιασαν	=	ψιδιάζω
ψίδιασε	=	ψιδιάζω
ψίδιασες	=	ψιδιάζω
ψίδιασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψιδιάζω
ψίθυρε	noun	κλητική ενικού του ψίθυρος
ψίθυρο	noun	αιτιατική ενικού του ψίθυρος
ψίθυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψίθυρος
ψίθυρος	noun	ο μακρόσυρτος και ασαφής ήχος με χαμηλή ένταση, που παράγεται από χαμηλόφωνη ομιλία
ψίθυρου	=	ψίθυρος
ψίθυρους	=	ψίθυρος
ψίθυρων	=	ψίθυρος
ψίκι	noun|dated	η πομπή, η ακολουθία του γάμου
ψίκια	=	ψίκι
ψίλε	=	ψίλος
ψίλο	=	ψίλος
ψίλοι	=	ψίλος
ψίλος	noun|slang	πολύ μικρή ποσότητα κάνναβης (μαριχουάνα, φούντα κ.λπ.)
ψίλου	=	ψίλος
ψίλους	=	ψίλος
ψίλων	=	ψίλος
ψίλωνα	=	ψιλώνω
ψίλωναν	=	ψιλώνω
ψίλωνε	=	ψιλώνω
ψίλωνες	=	ψιλώνω
ψίλωσα	=	ψιλώνω
ψίλωσαν	=	ψιλώνω
ψίλωσε	=	ψιλώνω
ψίλωσες	=	ψιλώνω
ψίλωση	noun	η απογύμνωση κυρίως περιοχής από δέντρα, η αποψίλωση
ψίλωσης	noun	γενική ενικού του ψίλωση
ψίχα	noun	το μαλακό εσωτερικό μέρος του ψωμιού (σε αντίθεση με την κόρα)
ψίχαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψίχαλο
ψίχαλο	noun	άλλη μορφή του ψίχουλο
ψίχαλου	noun	γενική ενικού του ψίχαλο
ψίχαλων	noun	γενική πληθυντικού του ψίχαλο
ψίχας	noun	γενική ενικού του ψίχα
ψίχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψίχα
ψίχουλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψίχουλο
ψίχουλο	noun	πάρα πολύ μικρό κομμάτι που έχει φύγει από τριμμένο ψωμί, μπισκότο ή άλλο παρόμοιο φαγητό
ψίχουλου	noun	γενική ενικού του ψίχουλο
ψίχουλων	noun	γενική πληθυντικού του ψίχουλο
ψαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαγμένο
ψαγμένε	verb	κλητική ενικού του ψαγμένος
ψαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαγμένη
ψαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαγμένος
ψαγμένης	verb	γενική ενικού του ψαγμένη
ψαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψαγμένος
ψαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαγμένος
ψαγμένος	verb	που τον έχουν ψάξει (π.χ. σε σωματική έρευνα σε κρατητήριο)
ψαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψαγμένος
ψαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψαγμένος
ψαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψαγμένος
ψαθά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψαθάς
ψαθάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαθάς
ψαθάδικα	=	ψαθάδικο
ψαθάδικο	noun	το εμπορικό κατάστημα που πουλούσε -κυρίως παλιότερα- ψάθα και γενικά ψάθινα είδη ή τα επιδιόρθωνε (όπως π.χ. τις ψάθινες καρέκλες)
ψαθάδικου	=	ψαθάδικο
ψαθάδικων	=	ψαθάδικο
ψαθάδων	noun	γενική πληθυντικού του ψαθάς
ψαθάκι	noun	το ανδρικό καπέλο από ψάθα
ψαθάκια	=	ψαθάκι
ψαθάς	noun	αυτός που -παλιότερα κυρίως- εμπορευόταν ψάθα ή επεξεργαζόταν την ψάθα για την κατασκευή και επισκευή ψάθινων ειδών, ο ψαθοποιός
ψαθένιος	adj|rare	άλλη μορφή του ψάθινος
ψαθί	noun	ψάθα (φυτό)
ψαθερά	=	ψαθερός
ψαθερέ	=	ψαθερός
ψαθερές	=	ψαθερός
ψαθερή	=	ψαθερός
ψαθερής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ψαθερή) του ψαθερός
ψαθεροί	=	ψαθερός
ψαθερού	=	ψαθερός
ψαθερούς	=	ψαθερός
ψαθερό	=	ψαθερός
ψαθερός	adj|literary	που μοιάζει με ψάθινος, που έχει τα χαρακτηριστικά της ψάθας
ψαθερών	=	ψαθερός
ψαθιά	=	ψαθί
ψαθιού	=	ψαθί
ψαθιών	=	ψαθί
ψαθοποιέ	noun	κλητική ενικού του ψαθοποιός
ψαθοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαθοποιείο
ψαθοποιείο	noun	η βιοτεχνία ή το εργαστήριο όπου κατασκευάζονται ψάθες για διάφορες χρήσεις -παλιότερα ήταν και ο χώρος επιδιόρθωσης των ψάθινων ειδών π.χ. ομπρελών, στρωμάτων, καρεκλών κ.λπ.
ψαθοποιείου	noun	γενική ενικού του ψαθοποιείο
ψαθοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του ψαθοποιείο
ψαθοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαθοποιός
ψαθοποιού	noun	γενική ενικού του ψαθοποιός
ψαθοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψαθοποιός
ψαθοποιό	noun	αιτιατική ενικού του ψαθοποιός
ψαθοποιός	noun|dated	επαγγελματίας που κατασκευάζει ή επισκευάζει ψάθινα είδη
ψαθοποιών	noun	γενική πληθυντικού του ψαθοποιός
ψαθοχωριού	=	ψαθοχώρι
ψαθοχωριών	=	ψαθοχώρι
ψαθοχώρι	noun	χωριό που η κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η επεξεργασία της ψάθας
ψαθοχώρια	=	ψαθοχώρι
ψαθυρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαθυρό	adv	σε ψαθυρή κατάσταση, με ψαθυρότητα
ψαθυρέ	adj	κλητική ενικού του ψαθυρός
ψαθυρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαθυρή
ψαθυρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαθυρός
ψαθυρής	adj	γενική ενικού του ψαθυρή
ψαθυροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαθυρός
ψαθυροτήτων	=	ψαθυρότητα
ψαθυρού	adj	γενική ενικού του ψαθυρός
ψαθυρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαθυρός
ψαθυρό	adj	αιτιατική ενικού του ψαθυρός
ψαθυρός	adj	που εύκολα θρυμματίζεται, κατατρίβεται, εύθρυπτος
ψαθυρότητα	noun	η ιδιότητα των υλικών να σπάνε, να θραύονται, χωρίς να προηγηθεί σημαντική παραμόρφωσή τους.
ψαθυρότητας	=	ψαθυρότητα
ψαθυρότητες	=	ψαθυρότητα
ψαθυρών	adj	γενική πληθυντικού του ψαθυρός
ψαθωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψάθωμα
ψαθωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαθωτό
ψαθωτέ	adj	κλητική ενικού του ψαθωτός
ψαθωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαθωτή
ψαθωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαθωτός
ψαθωτής	adj	γενική ενικού του ψαθωτή
ψαθωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαθωτός
ψαθωτού	adj	γενική ενικού του ψαθωτός
ψαθωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαθωτός
ψαθωτό	adj	αιτιατική ενικού του ψαθωτός
ψαθωτός	adj	αυτός που μοιάζει με ψάθινος χωρίς να είναι (κατά το "ψαθοειδής") αλλά και ο όντως ψάθινος, αυτός που είναι δηλαδή πράγματι από ψάθα ή άχυρο
ψαθωτών	adj	γενική πληθυντικού του ψαθωτός
ψαθώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάθωμα
ψαθώματος	noun	γενική ενικού του ψάθωμα
ψαθών	noun	γενική πληθυντικού του ψάθα
ψαθώναμε	=	ψαθώνω
ψαθώναν	=	ψαθώνω
ψαθώνανε	=	ψαθώνω
ψαθώνατε	=	ψαθώνω
ψαθώνει	=	ψαθώνω
ψαθώνεις	=	ψαθώνω
ψαθώνετε	=	ψαθώνω
ψαθώνοντας	=	ψαθώνω
ψαθώνουμε	=	ψαθώνω
ψαθώνουν	=	ψαθώνω
ψαθώνουνε	=	ψαθώνω
ψαθώνω	verb	γεμίζω κάτι με ψάθα (άλλοτε έβαζαν άχυρα, δηλαδή άπλεχτη ψάθα, και στο στρώμα), σκεπάζω κάτι με το υλικό αυτό, καλύπτω με ψάθα
ψαθώσαμε	=	ψαθώνω
ψαθώσαν	=	ψαθώνω
ψαθώσανε	=	ψαθώνω
ψαθώσατε	=	ψαθώνω
ψαθώσει	=	ψαθώνω
ψαθώστε	=	ψαθώνω
ψακές	=	ψακή
ψακή	noun	κάτι το πικρό
ψακής	=	ψακή
ψακογελάω	verb|literary	γελάω πολύ λίγο, χαμογελώ
ψακογελώ	=	ψακογελάω
ψακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψάκωμα
ψακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάκωμα
ψακώματος	noun	γενική ενικού του ψάκωμα
ψακών	=	ψακή
ψακώναμε	=	ψακώνω
ψακώναν	=	ψακώνω
ψακώνανε	=	ψακώνω
ψακώνατε	=	ψακώνω
ψακώνει	=	ψακώνω
ψακώνεις	=	ψακώνω
ψακώνετε	=	ψακώνω
ψακώνοντας	=	ψακώνω
ψακώνουμε	=	ψακώνω
ψακώνουν	=	ψακώνω
ψακώνουνε	=	ψακώνω
ψακώνω	verb	φαρμακώνω, δηλητηριάζω
ψακώσαμε	=	ψακώνω
ψακώσαν	=	ψακώνω
ψακώσανε	=	ψακώνω
ψακώσατε	=	ψακώνω
ψακώσει	=	ψακώνω
ψακώστε	=	ψακώνω
ψαλίδα	noun	μεγάλο ψαλίδι όπως αυτό του κηπουρού
ψαλίδας	noun	γενική ενικού του ψαλίδα
ψαλίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλίδα
ψαλίδι	noun	εργαλείο χεριού που αποτελείται από δύο λεπίδες και χρησιμεύει για κόψιμο
ψαλίδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλίδι
ψαλίδιζα	=	ψαλιδίζω
ψαλίδιζαν	=	ψαλιδίζω
ψαλίδιζε	=	ψαλιδίζω
ψαλίδιζες	=	ψαλιδίζω
ψαλίδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλίδισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλίδισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλίδισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλίδισμα	noun	το κόψιμο με ψαλίδι
ψαλίδωμα	noun	τραυματίζω κάποιον με ψαλίδι, του μπήγω το ψαλίδι
ψαλίδων	=	ψαλίδα
ψαλεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψαλείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψαλείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψαλθήκαμε	=	ψάλλω
ψαλθήκαν	=	ψάλλω
ψαλθήκανε	=	ψέλνω
ψαλθήκατε	=	ψάλλω
ψαλθεί	=	ψάλλω
ψαλθείς	=	ψέλνω
ψαλθείτε	=	ψέλνω
ψαλθούμε	=	ψέλνω
ψαλθούν	=	ψέλνω
ψαλθούνε	=	ψέλνω
ψαλθώ	=	ψέλνω
ψαλιδάκι	noun	το μικρό ψαλίδι
ψαλιδάκια	=	ψαλιδάκι
ψαλιδίζαμε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζαν	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζανε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζατε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζει	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζεις	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζετε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίζοντας	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζουμε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζουν	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζουνε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίζω	verb	κόβω κάτι με ψαλίδι
ψαλιδίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίσαν	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίσανε	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλίδισμα
ψαλιδίσματος	noun	γενική ενικού του ψαλίδισμα
ψαλιδίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδίστηκα	=	ψαλιδίζω
ψαλιδίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαλιδίζω
ψαλιδιά	noun	μία κίνηση του ψαλιδιού
ψαλιδιάρη	=	ψαλιδιάρης
ψαλιδιάρηδες	=	ψαλιδιάρης
ψαλιδιάρηδων	=	ψαλιδιάρης
ψαλιδιάρης	noun	είδος πουλιού
ψαλιδιάς	noun	γενική ενικού του ψαλιδιά
ψαλιδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδιά
ψαλιδιού	noun	γενική ενικού του ψαλίδι
ψαλιδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψαλίδισμα
ψαλιδισμέ	noun	κλητική ενικού του ψαλιδισμός
ψαλιδισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδισμένο
ψαλιδισμένε	verb	κλητική ενικού του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδισμένη
ψαλιδισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμένης	verb	γενική ενικού του ψαλιδισμένη
ψαλιδισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμένος	verb	που έχει κοπεί με ψαλίδι, είτε από ράφτη με τέχνη και σκόπιμα, είτε κατά λάθος, που φέρει ψαλιδιά
ψαλιδισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψαλιδισμένος
ψαλιδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδισμός
ψαλιδισμού	noun	γενική ενικού του ψαλιδισμός
ψαλιδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψαλιδισμός
ψαλιδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψαλιδισμός
ψαλιδισμός	noun	σχάση κατά πλάτος
ψαλιδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψαλιδισμός
ψαλιδιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδιστό	adv	με το ψαλίδι
ψαλιδιστέ	adj	κλητική ενικού του ψαλιδιστός
ψαλιδιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδιστή
ψαλιδιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλιδιστός
ψαλιδιστής	adj	γενική ενικού του ψαλιδιστή
ψαλιδιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδιστός
ψαλιδιστού	adj	γενική ενικού του ψαλιδιστός
ψαλιδιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλιδιστός
ψαλιδιστό	adj	αιτιατική ενικού του ψαλιδιστός
ψαλιδιστός	adj	ψαλιδισμένος, που τον έχουν κόψει με ψαλίδι
ψαλιδιστών	adj	γενική πληθυντικού του ψαλιδιστός
ψαλιδιών	=	ψαλίδι
ψαλιδοειδές	=	ψαλιδοειδής
ψαλιδοειδή	=	ψαλιδοειδής
ψαλιδοειδής	adj	που έχει το σχήμα ή τις ιδιότητες του ψαλιδιού, κυρίως το πρώτο
ψαλιδοειδείς	=	ψαλιδοειδής
ψαλιδοειδούς	=	ψαλιδοειδής
ψαλιδοειδών	=	ψαλιδοειδής
ψαλιδωμάτων	=	ψαλίδωμα
ψαλιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδωτό	adv	σε σχήμα ψαλιδιού
ψαλιδωτέ	adj	κλητική ενικού του ψαλιδωτός
ψαλιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδωτή
ψαλιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλιδωτός
ψαλιδωτής	adj	γενική ενικού του ψαλιδωτή
ψαλιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδωτός
ψαλιδωτού	adj	γενική ενικού του ψαλιδωτός
ψαλιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλιδωτός
ψαλιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του ψαλιδωτός
ψαλιδωτός	adj	που έχει το σχήμα ανοιγμένου ψαλιδιού, σχήμα ψαλίδας
ψαλιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του ψαλιδωτός
ψαλιδόγλωσσα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδόγλωσσο
ψαλιδόγλωσσε	adj	κλητική ενικού του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγλωσσες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδόγλωσση
ψαλιδόγλωσση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγλωσσης	adj	γενική ενικού του ψαλιδόγλωσση
ψαλιδόγλωσσο	adj	αιτιατική ενικού του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγλωσσοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγλωσσος	adj	φλύαρος
ψαλιδόγλωσσου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγλωσσους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγλωσσων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψαλιδόγλωσσος
ψαλιδόγναθος	noun	είδος κολεοπτέρων
ψαλιδώματα	=	ψαλίδωμα
ψαλιδώματος	=	ψαλίδωμα
ψαλιδώνω	verb	σχηματίζω αψίδα
ψαλλόμασταν	=	ψάλλω
ψαλλόμαστε	=	ψάλλω
ψαλλόμενα	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενε	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενες	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενη	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενης	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενο	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενοι	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενος	verb	μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ψάλλω
ψαλλόμενου	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενους	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμενων	=	ψαλλόμενος
ψαλλόμουν	=	ψάλλω
ψαλλόμουνα	=	ψάλλω
ψαλλόντουσαν	=	ψάλλω
ψαλλόσασταν	=	ψάλλω
ψαλλόσαστε	=	ψάλλω
ψαλλόσουν	=	ψάλλω
ψαλλόσουνα	=	ψάλλω
ψαλλόταν	=	ψάλλω
ψαλλότανε	=	ψάλλω
ψαλμέ	noun	κλητική ενικού του ψαλμός
ψαλμένος	=	ψέλνω
ψαλμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλμικό	adv	σχετικά με ψαλμούς
ψαλμικέ	adj	κλητική ενικού του ψαλμικός
ψαλμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλμική
ψαλμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλμικός
ψαλμικής	adj	γενική ενικού του ψαλμική
ψαλμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλμικός
ψαλμικού	adj	γενική ενικού του ψαλμικός
ψαλμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλμικός
ψαλμικό	adj	αιτιατική ενικού του ψαλμικός
ψαλμικός	adj	που ανήκει ή αναφέρεται στους ψαλμούς
ψαλμικών	adj	γενική πληθυντικού του ψαλμικός
ψαλμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλμός
ψαλμουδιά	noun	Η ψαλμωδία.
ψαλμουδιάς	noun	γενική ενικού του ψαλμουδιά
ψαλμουδιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλμουδιά
ψαλμουδιών	=	ψαλμουδιά
ψαλμού	noun	γενική ενικού του ψαλμός
ψαλμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψαλμός
ψαλμωδέ	noun	κλητική ενικού του ψαλμωδός
ψαλμωδία	noun	ψαλμός, το να ψάλλει κανείς εκκλησιαστικούς ύμνους
ψαλμωδίας	noun	γενική ενικού του ψαλμωδία
ψαλμωδίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλμωδία
ψαλμωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλμωδικό
ψαλμωδικέ	adj	κλητική ενικού του ψαλμωδικός
ψαλμωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλμωδική
ψαλμωδική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλμωδικός
ψαλμωδικής	adj	γενική ενικού του ψαλμωδική
ψαλμωδικη	=	ψαλμωδικός
ψαλμωδικο	=	ψαλμωδικός
ψαλμωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλμωδικός
ψαλμωδικού	adj	γενική ενικού του ψαλμωδικός
ψαλμωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλμωδικός
ψαλμωδικό	adj	αιτιατική ενικού του ψαλμωδικός
ψαλμωδικός	adj	Αυτός που είναι χαρακτηριστικός της ψαλμωδίας.
ψαλμωδικών	adj	γενική πληθυντικού του ψαλμωδικός
ψαλμωδιών	noun	γενική πληθυντικού του ψαλμωδία
ψαλμωδοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλμωδός
ψαλμωδού	noun	γενική ενικού του ψαλμωδός
ψαλμωδούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψαλμωδός
ψαλμωδό	noun	αιτιατική ενικού του ψαλμωδός
ψαλμωδός	noun	Αυτός που ψάλλει εκκλησιαστικούς ύμνους.
ψαλμωδώ	verb	Ψάλλω εκκλησιαστικούς ύμνους.
ψαλμωδών	noun	γενική πληθυντικού του ψαλμωδός
ψαλμό	noun	αιτιατική ενικού του ψαλμός
ψαλμός	noun	η ψαλμωδία αυτή καθαυτή, το ψάλσιμο
ψαλμών	noun	γενική πληθυντικού του ψαλμός
ψαλούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψαλούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψαλούνε	=	ψάλλω
ψαλσίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάλσιμο
ψαλσίματος	noun	γενική ενικού του ψάλσιμο
ψαλσιμάτων	=	ψάλσιμο
ψαλτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλτό	adv	με ψαλτό τρόπο, ψάλλοντας
ψαλτάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάλτης
ψαλτάδων	noun	γενική πληθυντικού του ψάλτης
ψαλτέ	adj	κλητική ενικού του ψαλτός
ψαλτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλτή
ψαλτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλτός
ψαλτήρι	noun	ψαλτήριο, εκκλησιαστικό βιβλίο ψαλμών
ψαλτήρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλτήριο
ψαλτήριο	noun	ψαλτήρι, εκκλησιαστικό βιβλίο ψαλμών
ψαλτήριου	=	ψαλτήριο
ψαλτής	adj	γενική ενικού του ψαλτή
ψαλτηρίου	noun	γενική ενικού του ψαλτήριο
ψαλτηρίων	noun	γενική πληθυντικού του ψαλτήριο
ψαλτηριού	=	ψαλτήρι
ψαλτηριών	=	ψαλτήρι
ψαλτικά	noun	η αμοιβή του ψάλτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλτικό
ψαλτικέ	adj	κλητική ενικού του ψαλτικός
ψαλτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαλτική
ψαλτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαλτικός
ψαλτικής	adj	γενική ενικού του ψαλτική
ψαλτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλτικός
ψαλτικού	adj	γενική ενικού του ψαλτικός
ψαλτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλτικός
ψαλτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψαλτικός
ψαλτικός	adj	σχετικός με το ψάλσιμο
ψαλτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψαλτικός
ψαλτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαλτός
ψαλτολογίου	=	ψαλτολόγιο
ψαλτολογίων	=	ψαλτολόγιο
ψαλτολόγια	=	ψαλτολόγιο
ψαλτολόγιο	noun	βιβλίο με ψαλμούς
ψαλτολόγιου	=	ψαλτολόγιο
ψαλτολόγιων	=	ψαλτολόγιο
ψαλτού	adj	γενική ενικού του ψαλτός
ψαλτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαλτός
ψαλτριών	=	ψάλτρια
ψαλτό	adj	αιτιατική ενικού του ψαλτός
ψαλτός	adj	που ψάλλεται ή μπορεί να ψαλλεί
ψαλτών	adj	γενική πληθυντικού του ψαλτός	noun	γενική πληθυντικού του ψάλτης
ψαλώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάλλομαι
ψαμμίαση	noun	μορφή νεφρολιθίασης, πάθηση κατά την οποία σχηματίζονται στους νεφρούς κρύσταλλοι αλάτων σαν την άμμο
ψαμμίασης	=	ψαμμίαση
ψαμμίτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαμμίτης
ψαμμίτη	=	ψαμμίτης
ψαμμίτης	noun	ιζηματογενές πέτρωμα αποτελούμενο από κόκκους άμμου που έχουν συνενωθεί και συγκολληθεί μεταξύ τους με ορυκτή συνδετική ύλη, ώστε να συγκροτούν ένα σώμα
ψαμμιάσεις	=	ψαμμίαση
ψαμμιάσεων	=	ψαμμίαση
ψαμμιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαμμιακό
ψαμμιακέ	adj	κλητική ενικού του ψαμμιακός
ψαμμιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαμμιακή
ψαμμιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαμμιακός
ψαμμιακής	adj	γενική ενικού του ψαμμιακή
ψαμμιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαμμιακός
ψαμμιακού	adj	γενική ενικού του ψαμμιακός
ψαμμιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαμμιακός
ψαμμιακό	adj	αιτιατική ενικού του ψαμμιακός
ψαμμιακός	adj	ο σχετικός με την ψάμμο
ψαμμιακών	adj	γενική πληθυντικού του ψαμμιακός
ψαμμιτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαμμιτικό
ψαμμιτικέ	adj	κλητική ενικού του ψαμμιτικός
ψαμμιτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαμμιτική
ψαμμιτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαμμιτικός
ψαμμιτικής	adj	γενική ενικού του ψαμμιτική
ψαμμιτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαμμιτικός
ψαμμιτικού	adj	γενική ενικού του ψαμμιτικός
ψαμμιτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαμμιτικός
ψαμμιτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψαμμιτικός
ψαμμιτικός	adj	ο σχετικός με το πέτρωμα του ψαμμίτη
ψαμμιτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψαμμιτικός
ψαμμιτών	=	ψαμμίτης
ψαμμολίθου	=	ψαμμόλιθος
ψαμμολίθους	=	ψαμμόλιθος
ψαμμολίθων	=	ψαμμόλιθος
ψαμμωδών	=	ψαμμώδης
ψαμμόλιθε	=	ψαμμόλιθος
ψαμμόλιθο	=	ψαμμόλιθος
ψαμμόλιθοι	=	ψαμμόλιθος
ψαμμόλιθος	noun	ο ψαμμίτης
ψαμμόλιθου	=	ψαμμόλιθος
ψαμμόλιθους	=	ψαμμόλιθος
ψαμμόλιθων	=	ψαμμόλιθος
ψαμμόφιλα	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλε	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλες	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλη	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλης	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλο	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλοι	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλος	adj	οργανισμοί φυτικοί ή ζωικοί που αναπτύσσονται σε αμμώδη και κυρίως ψαμμιτικά εδάφη
ψαμμόφιλου	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλους	=	ψαμμόφιλος
ψαμμόφιλων	=	ψαμμόφιλος
ψαμμώδεις	=	ψαμμώδης
ψαμμώδες	=	ψαμμώδης
ψαμμώδη	=	ψαμμώδης
ψαμμώδης	adj	ο γεμάτος άμμους, ο φτιαγμένος από άμμο, από ψάμμο, αλλά και εκείνος που μοιάζει να είναι από άμμο χωρίς απαραίτητα να είναι
ψαμμώδους	=	ψαμμώδης
ψαξίματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάξιμο
ψαξίματος	noun	γενική ενικού του ψάξιμο
ψαξιμάτων	=	ψάξιμο
ψαρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρό
ψαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαράς
ψαράδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαράδικο
ψαράδικε	adj	κλητική ενικού του ψαράδικος
ψαράδικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαράδικη
ψαράδικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαράδικος
ψαράδικης	adj	γενική ενικού του ψαράδικη
ψαράδικο	noun	το μαγαζί που πουλάει ψάρια, το ιχθυοπωλείο
ψαράδικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαράδικος
ψαράδικος	adj	που αναφέρεται στους ψαράδες και το ψάρεμα
ψαράδικου	noun	γενική ενικού του ψαράδικο
ψαράδικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαράδικος
ψαράδικων	noun	γενική πληθυντικού του ψαράδικο
ψαράδων	noun	γενική πληθυντικού του ψαράς
ψαράκι	noun	υποκοριστικό του ψάρι
ψαράκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαράκι
ψαράκλα	=	ψάρακλας
ψαράλευρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαραλεύρι
ψαράς	noun	αυτός που έχει ως επάγγελμα το ψάρεμα, καθώς και αυτός που ψαρεύει για την ευχαρίστησή του
ψαρέ	adj	κλητική ενικού του ψαρός
ψαρέλαια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρέλαιο
ψαρέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάρεμα
ψαρέματος	noun	γενική ενικού του ψάρεμα
ψαρέμπορε	=	ψαρέμπορος
ψαρέμπορο	=	ψαρέμπορος
ψαρέμποροι	=	ψαρέμπορος
ψαρέμπορος	noun	αυτός που εμπορεύεται ψάρια
ψαρέμπορου	=	ψαρέμπορος
ψαρέμπορους	=	ψαρέμπορος
ψαρέμπορων	=	ψαρέμπορος
ψαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρή
ψαρέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψαν	=	ψαρεύω
ψαρέψανε	=	ψαρεύω
ψαρέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψομε	=	ψαρεύω
ψαρέψου	=	ψαρεύω
ψαρέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψουνε	=	ψαρεύω
ψαρέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύω
ψαρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαρός
ψαρής	adj	άλλη μορφή του ψαρός
ψαρί	=	ψαρής
ψαρίλα	noun	η (δυσάρεστη) μυρωδιά του ψαριού
ψαρίλας	noun	γενική ενικού του ψαρίλα
ψαρίλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρίλα
ψαρίσια	=	ψαρίσιος
ψαρίσιας	=	ψαρίσιος
ψαρίσιε	=	ψαρίσιος
ψαρίσιες	=	ψαρίσιος
ψαρίσιο	=	ψαρίσιος
ψαρίσιοι	=	ψαρίσιος
ψαρίσιος	adj	που έχει σχέση με τα ψάρια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά
ψαρίσιου	=	ψαρίσιος
ψαρίσιους	=	ψαρίσιος
ψαρίσιων	=	ψαρίσιος
ψαραγκάθι	noun	τεχνική κεντήματος
ψαραγορά	noun	αγορά, κέντρο εμπορίου, στο οποίο διατίθεται μόνον ψάρια
ψαραγοράς	noun	γενική ενικού του ψαραγορά
ψαραγορές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαραγορά
ψαραγορών	=	ψαραγορά
ψαραετέ	=	ψαραετός
ψαραετοί	=	ψαραετός
ψαραετού	=	ψαραετός
ψαραετούς	=	ψαραετός
ψαραετό	=	ψαραετός
ψαραετός	noun	είδος αετού
ψαραετών	=	ψαραετός
ψαρεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψάρεμα
ψαρεμένος	=	ψαρεύω
ψαρεμπόρου	=	ψαρέμπορος
ψαρεμπόρους	=	ψαρέμπορος
ψαρεμπόρων	=	ψαρέμπορος
ψαρευμάτων	=	ψάρευμα
ψαρευμένος	=	ψαρεύω
ψαρευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτήκαν	=	ψαρεύω
ψαρευτήκανε	=	ψαρεύω
ψαρευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτική	noun	άλλη μορφή του ψαρική
ψαρευτικής	=	ψαρευτική
ψαρευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευτούνε	=	ψαρεύω
ψαρευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρευόμασταν	=	ψαρεύω
ψαρευόμαστε	=	ψαρεύω
ψαρευόμουν	=	ψαρεύω
ψαρευόμουνα	=	ψαρεύω
ψαρευόντουσαν	=	ψαρεύω
ψαρευόσασταν	=	ψαρεύω
ψαρευόσαστε	=	ψαρεύω
ψαρευόσουν	=	ψαρεύω
ψαρευόσουνα	=	ψαρεύω
ψαρευόταν	=	ψαρεύω
ψαρευότανε	=	ψαρεύω
ψαρεύαμε	=	ψαρεύω
ψαρεύαν	=	ψαρεύω
ψαρεύανε	=	ψαρεύω
ψαρεύατε	=	ψαρεύω
ψαρεύει	=	ψαρεύω
ψαρεύεις	=	ψαρεύω
ψαρεύεσαι	=	ψαρεύω
ψαρεύεστε	=	ψαρεύω
ψαρεύεται	=	ψαρεύω
ψαρεύετε	=	ψαρεύω
ψαρεύματα	=	ψάρευμα
ψαρεύματος	=	ψάρευμα
ψαρεύομαι	verb	(για ψάρι με ψαρεύουν.
ψαρεύομε	=	ψαρεύω
ψαρεύονται	=	ψαρεύω
ψαρεύονταν	=	ψαρεύω
ψαρεύοντας	=	ψαρεύω
ψαρεύουμε	=	ψαρεύω
ψαρεύουν	=	ψαρεύω
ψαρεύουνε	=	ψαρεύω
ψαρεύτε	=	ψαρεύω
ψαρεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρεύομαι
ψαρεύω	verb	με τη χρήση καλαμιού, διχτυού κλπ., προσπαθώ να πιάσω ψάρια ή άλλα υδρόβια ζώα είτε επαγγελματικά είτε για απόλαυση, αλιεύω
ψαριά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαρής	noun	η ποσότητα των ψαριών που πιάνει κάποιος σε ένα ψάρεμα
ψαριάς	noun	γενική ενικού του ψαριά
ψαριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαριά
ψαρικά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρικό
ψαρικέ	adj	κλητική ενικού του ψαρικός
ψαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρική
ψαρική	noun	η τεχνική του ψαρέματος, η τέχνη του να ψαρεύεις
ψαρικής	adj	γενική ενικού του ψαρική
ψαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαρικός
ψαρικού	noun	γενική ενικού του ψαρικό
ψαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαρικός
ψαρικό	noun	τα ψάρια που τρώμε.
ψαρικός	adj	ο αναφερόμενος στα ψάρια και στο ψάρεμα.
ψαρικών	noun	γενική πληθυντικού του ψαρικό
ψαριοί	=	ψαρής
ψαριού	noun	γενική ενικού του ψάρι
ψαριούς	=	ψαρής
ψαριών	noun	γενική πληθυντικού του ψάρι
ψαροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαρός
ψαρογένη	=	ψαρογένης
ψαρογένηδες	=	ψαρογένης
ψαρογένηδων	=	ψαρογένης
ψαρογένης	noun	ο μεσόκοπος, που έχει αρχίσει να γκριζάρει και το γένι του (αντίστοιχο του ψαρομάλλης)
ψαροκάικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκάικο
ψαροκάικο	noun|vulgar	καΐκι για το ψάρεμα
ψαροκάικου	noun	γενική ενικού του ψαροκάικο
ψαροκάικων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροκάικο
ψαροκάλαθα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκάλαθο
ψαροκάλαθο	noun	καλάθι (συνήθως ρηχό και πλατύ), στο οποίο τοποθετούνται ψάρια
ψαροκάλαθου	noun	γενική ενικού του ψαροκάλαθο
ψαροκάλαθων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροκάλαθο
ψαροκάσελα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκάσελο
ψαροκέφαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκέφαλο
ψαροκέφαλο	noun	το κεφάλι του ψαριού
ψαροκέφαλου	noun	γενική ενικού του ψαροκέφαλο
ψαροκέφαλων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροκέφαλο
ψαροκασέλα	noun	ξύλινο πλατύ και ρηχό κιβώτιο, που δίνει τη δυνατότητα στα νερά από τους πάγους να φεύγουν και χρησιμοποιείται από ψαράδες και ιχθυοπώλες για τη μεταφορά ψαριών
ψαροκασέλας	noun	γενική ενικού του ψαροκασέλα
ψαροκασέλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκασέλα
ψαροκεφαλές	=	ψαροκεφαλή
ψαροκεφαλή	noun	άλλη μορφή του ψαροκέφαλο
ψαροκεφαλής	=	ψαροκεφαλή
ψαροκεφαλών	=	ψαροκεφαλή
ψαροκολλών	noun	γενική πληθυντικού του ψαρόκολλα
ψαροκόκαλα	=	ψαροκόκαλο
ψαροκόκαλο	noun	το κόκαλο του ψαριού
ψαροκόκαλου	=	ψαροκόκαλο
ψαροκόκαλων	=	ψαροκόκαλο
ψαροκόκκαλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκόκκαλο
ψαροκόκκαλο	noun	το κοκαλο του ψαριού
ψαροκόκκαλου	noun	γενική ενικού του ψαροκόκκαλο
ψαροκόκκαλων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροκόκκαλο
ψαροκόφινα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροκόφινο
ψαροκόφινο	noun	κοφίνι στο οποίο τοποθετούνται ή μεταφέρονται ψάρια
ψαροκόφινου	noun	γενική ενικού του ψαροκόφινο
ψαροκόφινων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροκόφινο
ψαρολίμανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρολίμανο
ψαρολίμανο	noun	λιμάνι στο οποίο αράζουν αλιευτικά σκάφη
ψαρολίμανου	noun	γενική ενικού του ψαρολίμανο
ψαρολίμανων	noun	γενική πληθυντικού του ψαρολίμανο
ψαρομάγειρα	=	ψαρομάγειρας
ψαρομάγειρας	noun	μάγειρας ο οποίος ειδικεύεται στο μαγείρεμα ψαριών και θαλασσινών
ψαρομάγειρες	=	ψαρομάγειρας
ψαρομάλλα	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλας	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλες	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλη	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλληδες	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλληδων	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλης	adj	που έχει ψαρά, γκρίζα μαλλιά
ψαρομάλλικα	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλικο	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλικου	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλικων	=	ψαρομάλλης
ψαρομάλλούσα	=	ψαρομάλλης
ψαρομάχαιρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρομάχαιρο
ψαρομάχαιρο	noun	το ειδικό μαχαίρι με τη σχετικά μακριά λαβή και την κάπως κοντή και πεπλατυσμένη αιχμή για την κατάτμηση και κατανάλωση του σερβιρισμένου ψαριού
ψαρομάχαιρου	noun	γενική ενικού του ψαρομάχαιρο
ψαρομάχαιρων	noun	γενική πληθυντικού του ψαρομάχαιρο
ψαρομέλιγγα	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγε	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγες	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγη	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγης	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγο	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγοι	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγος	adj|literary	που έχει γκρίζους κροτάφους
ψαρομέλιγγου	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγους	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομέλιγγων	=	ψαρομέλιγγος
ψαρομαγείρων	=	ψαρομάγειρας
ψαρομαλλούσα	=	ψαρομάλλης
ψαρομαλλούσας	=	ψαρομάλλης
ψαρομαλλούσες	=	ψαρομάλλης
ψαρομανάβη	=	ψαρομανάβης
ψαρομανάβηδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρομανάβης
ψαρομανάβηδων	=	ψαρομανάβης
ψαρομανάβης	noun	ο ιχθυοπώλης
ψαρομανάβικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρομανάβικο
ψαρομανάβικο	noun	το κατάστημα του ψαρομανάβη
ψαρομανάβικου	noun	γενική ενικού του ψαρομανάβικο
ψαρομανάβικων	noun	γενική πληθυντικού του ψαρομανάβικο
ψαρομανάβισσα	=	ψαρομανάβης
ψαρομαναβικές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρομαναβική
ψαρομαχαλάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρομαχαλάς
ψαρομεζέδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρομεζές
ψαρονέφρι	noun	τρυφερό κομμάτι χοιρινού κρέατος από την οσφυϊκή χώρα, κοντά στο νεφρό
ψαρονέφρια	=	ψαρονέφρι
ψαρονεφριού	=	ψαρονέφρι
ψαρονεφριών	=	ψαρονέφρι
ψαρονιού	=	ψαρόνι
ψαρονιών	=	ψαρόνι
ψαροντουφεκά	=	ψαροντουφεκάς
ψαροντουφεκάδες	=	ψαροντουφεκάς
ψαροντουφεκάδων	=	ψαροντουφεκάς
ψαροντουφεκάς	noun	άλλη μορφή του ψαροτουφεκάς
ψαροντούφεκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροντούφεκο
ψαροντούφεκο	noun	όπλο που εκτοξεύει καμάκι για υποβρύχιο ψάρεμα
ψαροντούφεκου	noun	γενική ενικού του ψαροντούφεκο
ψαροντούφεκων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροντούφεκο
ψαροπάζαρα	=	ψαροπάζαρο
ψαροπάζαρο	noun|vulgar	η ψαραγορά
ψαροπάζαρου	=	ψαροπάζαρο
ψαροπάζαρων	=	ψαροπάζαρο
ψαροπανέρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροπανέρι
ψαροπουλιού	=	ψαροπούλι
ψαροπουλιών	=	ψαροπούλι
ψαροπούλα	noun|vulgar	συνώνυμο του ψαρόβαρκα ή ψαροκάικο
ψαροπούλας	noun	γενική ενικού του ψαροπούλα
ψαροπούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροπούλα
ψαροπούλι	noun	πουλί του γένους Αλκυόνη (είδος Alcedo atthis), θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό
ψαροπούλια	=	ψαροπούλι
ψαροταβέρνα	noun	ταβέρνα στην οποία προσφέρονται κυρίως θαλασσινά
ψαροταβέρνας	noun	γενική ενικού του ψαροταβέρνα
ψαροταβέρνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροταβέρνα
ψαροταβερνών	noun	γενική πληθυντικού του ψαροταβέρνα
ψαροτελάρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροτελάρο
ψαροτουφεκά	=	ψαροτουφεκάς
ψαροτουφεκάδες	=	ψαροτουφεκάς
ψαροτουφεκάδων	=	ψαροτουφεκάς
ψαροτουφεκάς	noun	δύτης εξοπλισμένος με ψαροτούφεκο για υποβρύχιο ψάρεμα
ψαροτούφεκα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροτούφεκο
ψαροτούφεκο	noun	άλλη γραφή του ψαροντούφεκο
ψαροτούφεκου	noun	γενική ενικού του ψαροτούφεκο
ψαροτούφεκων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροτούφεκο
ψαροτρατών	noun	γενική πληθυντικού του ψαρότρατα
ψαροτόπι	noun|vulgar	ο ψαρότοπος
ψαροτόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροτόπι
ψαροφάγα	=	ψαροφάγος
ψαροφάγας	=	ψαροφάγος
ψαροφάγε	=	ψαροφάγος
ψαροφάγες	=	ψαροφάγος
ψαροφάγο	=	ψαροφάγος
ψαροφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαροφάγος
ψαροφάγος	noun	είδος πουλιού που τρώει ψάρια	adj	που (του αρέσει να) τρώει ψάρια
ψαροφάγου	noun	γενική ενικού του ψαροφάγος
ψαροφάγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψαροφάγος
ψαροφάγων	noun	γενική πληθυντικού του ψαροφάγος
ψαροφαγία	noun	το να τρώει κανείς πολλά ψάρια
ψαροφαγίας	noun	γενική ενικού του ψαροφαγία
ψαροφαγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροφαγία
ψαροφαγιών	noun	γενική πληθυντικού του ψαροφαγία
ψαροχωριού	=	ψαροχώρι
ψαροχωριών	=	ψαροχώρι
ψαροχώρι	noun	το παραθαλάσσιο χωριό με πληθυσμό που αποτελείται κυρίως από ψαράδες
ψαροχώρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαροχώρι
ψαρού	noun	γυναίκα ψαρά	adj	γενική ενικού του ψαρός
ψαρούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρού
ψαρούδων	=	ψαρού
ψαρούκλα	noun	το μεγάλο ψάρι
ψαρούκλας	=	ψαρούκλα
ψαρούκλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρούκλα
ψαρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαρός
ψαρωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψάρωμα
ψαρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρωμένο
ψαρωμένε	verb	κλητική ενικού του ψαρωμένος
ψαρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρωμένη
ψαρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαρωμένος
ψαρωμένης	verb	γενική ενικού του ψαρωμένη
ψαρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψαρωμένος
ψαρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαρωμένος
ψαρωμένος	verb	που έχει ψαρώσει, που νιώθει αδύναμος και αμήχανος απέναντι στους ανωτέρους του
ψαρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψαρωμένος
ψαρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψαρωμένος
ψαρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψαρωμένος
ψαρωτικά	adv	με ψαρωτικό ύφος
ψαρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ψαρωτικός
ψαρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρωτική
ψαρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαρωτικός
ψαρωτικής	adj	γενική ενικού του ψαρωτική
ψαρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαρωτικός
ψαρωτικού	adj	γενική ενικού του ψαρωτικός
ψαρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαρωτικός
ψαρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψαρωτικός
ψαρωτικός	adj	που ψαρώνει τους άλλους, που τους κάνει να νιώθουν αδύναμοι μπροστά σε άποιον ανώτερο στην ιεραρχία ή γενικά ισχυρότερο
ψαρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψαρωτικός
ψαρό	adj	αιτιατική ενικού του ψαρός
ψαρόβαρκα	noun	η βάρκα του ψαρά
ψαρόβαρκας	noun	γενική ενικού του ψαρόβαρκα
ψαρόβαρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόβαρκα
ψαρόβαρκων	=	ψαρόβαρκα
ψαρόδιχτα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόδιχτο
ψαρόκολλα	noun	είδος κόλλας που γίνεται από κατεργασία οργάνων του ψαριού
ψαρόκολλας	noun	γενική ενικού του ψαρόκολλα
ψαρόκολλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόκολλα
ψαρόκολλων	=	ψαρόκολλα
ψαρόλαδα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόλαδο
ψαρόλαδο	noun|vulgar	το ιχθυέλαιο
ψαρόλαδου	noun	γενική ενικού του ψαρόλαδο
ψαρόλαδων	noun	γενική πληθυντικού του ψαρόλαδο
ψαρόμυαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόμυαλο
ψαρόμυαλε	adj	κλητική ενικού του ψαρόμυαλος
ψαρόμυαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόμυαλη
ψαρόμυαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαρόμυαλος
ψαρόμυαλης	adj	γενική ενικού του ψαρόμυαλη
ψαρόμυαλο	adj	αιτιατική ενικού του ψαρόμυαλος
ψαρόμυαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαρόμυαλος
ψαρόμυαλος	adj	που το μυαλό του είναι τόσο μικρό όσο ενός ψαριού
ψαρόμυαλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψαρόμυαλος
ψαρόμυαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαρόμυαλος
ψαρόμυαλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψαρόμυαλος
ψαρόνι	noun	πουλί με μαύρο ιριδίζον φτέρωμα (Στούρνος ο κοινός, Sturnus vulgaris)
ψαρόνια	=	ψαρόνι
ψαρός	adj	γκρίζος
ψαρόσκαλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόσκαλα
ψαρόσουπα	noun	σούπα που παρασκευάζεται βράζοντας ψάρι με διάφορα λαχανικά και καρυκεύματα
ψαρόσουπας	noun	γενική ενικού του ψαρόσουπα
ψαρόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρόσουπα
ψαρότοπε	=	ψαρότοπος
ψαρότοπο	=	ψαρότοπος
ψαρότοποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαρότοπος
ψαρότοπος	noun	τοποθεσία όπου μπορεί κανείς να βρει σε αφθονία ψάρια για να ψαρέψει με ευκολία
ψαρότοπου	=	ψαρότοπος
ψαρότοπους	=	ψαρότοπος
ψαρότοπων	=	ψαρότοπος
ψαρότρατα	noun	ψαροκάικο για ψάρεμα με τράτα
ψαρότρατας	noun	γενική ενικού του ψαρότρατα
ψαρότρατες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαρότρατα
ψαρώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψάρωμα
ψαρώματος	noun	γενική ενικού του ψάρωμα
ψαρών	adj	γενική πληθυντικού του ψαρός
ψαρώνει	=	ψαρώνω
ψαρώνω	verb|slang	τα χάνω, σαστίζω, νιώθω αμήχανος και φοβισμένος, ιδιαίτερα απέναντι σε κάποιον ανώτερο ιεραρχικά ή γενικά ισχυρότερο
ψαρώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαρώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαρώνω
ψαφαρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαφαρή
ψαφαρής	adj	γενική ενικού του ψαφαρή
ψαχνά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαχνό
ψαχνέ	adj	κλητική ενικού του ψαχνός
ψαχνές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαχνή
ψαχνή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαχνός
ψαχνής	adj	γενική ενικού του ψαχνή
ψαχνιώτικα	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικε	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικες	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικη	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικης	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικο	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικοι	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικος	adj	ο σχετικός με τα Ψαχνά ή τους κατοίκους τους
ψαχνιώτικου	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικους	=	ψαχνιώτικος
ψαχνιώτικων	=	ψαχνιώτικος
ψαχνοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαχνός
ψαχνού	adj	γενική ενικού του ψαχνός
ψαχνούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαχνός
ψαχνό	noun	το κρέας που δεν έχει πάνω του λίπος ή κόκαλο	adj	αιτιατική ενικού του ψαχνός
ψαχνόμασταν	=	ψάχνω
ψαχνόμαστε	=	ψάχνω
ψαχνόμουν	=	ψάχνω
ψαχνόμουνα	=	ψάχνω
ψαχνόντουσαν	=	ψάχνω
ψαχνός	adj	που έχει μόνο (ή κυρίως) σάρκα και (σχεδόν) καθόλου κόκαλα ή λίπος
ψαχνόσασταν	=	ψάχνω
ψαχνόσαστε	=	ψάχνω
ψαχνόσουν	=	ψάχνω
ψαχνόσουνα	=	ψάχνω
ψαχνόταν	=	ψάχνω
ψαχνότανε	=	ψάχνω
ψαχνών	adj	γενική πληθυντικού του ψαχνός
ψαχουλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαχούλεμα
ψαχουλέματος	noun	γενική ενικού του ψαχούλεμα
ψαχουλέψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλέψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψαχούλεμα
ψαχουλευτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψαχουλευτός	adv	ψάχνοντας κάτι με την αφή, χωρίς να μπορώ να δω τι ακριβώς ακουμπώ
ψαχουλευτέ	adj	κλητική ενικού του ψαχουλευτός
ψαχουλευτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψαχουλευτή
ψαχουλευτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψαχουλευτός
ψαχουλευτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτής	adj	γενική ενικού του ψαχουλευτή
ψαχουλευτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψαχουλευτός
ψαχουλευτού	adj	γενική ενικού του ψαχουλευτός
ψαχουλευτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψαχουλευτός
ψαχουλευτό	adj	αιτιατική ενικού του ψαχουλευτός
ψαχουλευτός	adj	που ψαχουλεύεται ή μπορεί να ψαχουλευτεί
ψαχουλευτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλευτών	adj	γενική πληθυντικού του ψαχουλευτός
ψαχουλεύομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχουλεύτηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλεύτηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλεύτηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλεύτηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύομαι
ψαχουλεύω	verb	ψάχνω να βρω κάτι ανασκαλεύοντας κι ανακατεύοντας άλλα πράγματα
ψαχούλεμα	noun	η ενέργεια τού ψαχουλεύω
ψαχούλεψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχούλεψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχούλεψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχούλεψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαχουλεύω
ψαχτήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτήκαν	=	ψάχνω
ψαχτήκανε	=	ψάχνω
ψαχτήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαχτούνε	=	ψάχνω
ψαχτώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψάχνομαι
ψαύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψαύση
ψαύσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψαύση
ψαύση	noun|formal	ψηλάφηση
ψαύσης	noun	γενική ενικού του ψαύση
ψαύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψαύω
ψαύω	verb	αγγίζω ελαφρά ή οριακά
ψε	adv|vulgar	άλλη μορφή του ψες
ψείρα	noun	άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
ψείρας	noun	αυτός που, από χαρακτήρα, ασχολείται εξαντλητικά με τις λεπτομέρειες
ψείρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψείρα
ψείριαζα	=	ψειριάζω
ψείριαζαν	=	ψειριάζω
ψείριαζε	=	ψειριάζω
ψείριαζες	=	ψειριάζω
ψείριασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψείριασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψείριασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψείριασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψείριασμα	noun	το αποτέλεσμα τού ψειριάζω
ψείριζα	=	ψειρίζω
ψείριζαν	=	ψειρίζω
ψείριζε	=	ψειρίζω
ψείριζες	=	ψειρίζω
ψείρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψείρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψείρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψείρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψείρισμα	noun	η ενέργεια τού ψειρίζω, σκοτώνω / αφαιρώ τις ψείρες από το κεφάλι
ψεγάδι	noun	το ελάττωμα, ελαττωματικό σημείο, η ατέλεια
ψεγάδια	=	ψεγάδι
ψεγάδιαζα	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιαζαν	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιαζε	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιαζες	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιασα	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιασαν	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιασε	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιασες	=	ψεγαδιάζω
ψεγάδιασμα	noun	ο εντοπισμός κάποιου ψεγαδιού σε πρόσωπο ή αντικείμενο
ψεγαδιάζαμε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζαν	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζανε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζατε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζει	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζεις	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζετε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζοντας	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζουμε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζουν	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζουνε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάζω	verb|vulgar	εντοπίζω κάποιο ψεγάδι σε πρόσωπο ή αντικείμενο
ψεγαδιάσαμε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάσαν	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάσανε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάσατε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάσει	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεγάδιασμα
ψεγαδιάσματος	noun	γενική ενικού του ψεγάδιασμα
ψεγαδιάστε	=	ψεγαδιάζω
ψεγαδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψεγάδιασμα
ψεγαδιού	=	ψεγάδι
ψεγαδιών	=	ψεγάδι
ψεγόμασταν	=	ψέγω
ψεγόμαστε	=	ψέγω
ψεγόμουν	=	ψέγω
ψεγόμουνα	=	ψέγω
ψεγόντουσαν	=	ψέγω
ψεγόσασταν	=	ψέγω
ψεγόσαστε	=	ψέγω
ψεγόσουν	=	ψέγω
ψεγόσουνα	=	ψέγω
ψεγόταν	=	ψέγω
ψεγότανε	=	ψέγω
ψειρή	noun	γενική ενικού του ψειρής
ψειρήδες	=	ψειρής
ψειρήδων	=	ψειρής
ψειρής	noun	αυτός που έχει ψείρες
ψειρίζαμε	=	ψειρίζω
ψειρίζαν	=	ψειρίζω
ψειρίζανε	=	ψειρίζω
ψειρίζατε	=	ψειρίζω
ψειρίζει	=	ψειρίζω
ψειρίζεις	=	ψειρίζω
ψειρίζεσαι	=	ψειρίζω
ψειρίζεστε	=	ψειρίζω
ψειρίζεται	=	ψειρίζω
ψειρίζετε	=	ψειρίζω
ψειρίζομαι	=	ψειρίζω
ψειρίζονται	=	ψειρίζω
ψειρίζονταν	=	ψειρίζω
ψειρίζοντας	=	ψειρίζω
ψειρίζουμε	=	ψειρίζω
ψειρίζουν	=	ψειρίζω
ψειρίζουνε	=	ψειρίζω
ψειρίζω	verb|vulgar	αφαιρώ τις ψείρες, καθαρίζω κάτι από τις ψείρες
ψειρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίσαν	=	ψειρίζω
ψειρίσανε	=	ψειρίζω
ψειρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψείρισμα
ψειρίσματος	noun	γενική ενικού του ψείρισμα
ψειρίσου	=	ψειρίζω
ψειρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειρίστηκα	=	ψειρίζω
ψειρίστηκαν	=	ψειρίζω
ψειρίστηκε	=	ψειρίζω
ψειρίστηκες	=	ψειρίζω
ψειρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειρίζω
ψειραλοιφές	=	ψειραλοιφή
ψειραλοιφή	noun	ειδική αλοιφή για την καταπολέμηση των ψειρών
ψειραλοιφής	=	ψειραλοιφή
ψειραλοιφών	=	ψειραλοιφή
ψειριάζαμε	=	ψειριάζω
ψειριάζαν	=	ψειριάζω
ψειριάζανε	=	ψειριάζω
ψειριάζατε	=	ψειριάζω
ψειριάζει	=	ψειριάζω
ψειριάζεις	=	ψειριάζω
ψειριάζετε	=	ψειριάζω
ψειριάζοντας	=	ψειριάζω
ψειριάζουμε	=	ψειριάζω
ψειριάζουν	=	ψειριάζω
ψειριάζουνε	=	ψειριάζω
ψειριάζω	verb	γεμίζω ψείρες, έχω ψείρες
ψειριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψειριάρης
ψειριάρας	adj	γενική ενικού του ψειριάρα
ψειριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψειριάρα
ψειριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψειριάρης
ψειριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψειριάρης
ψειριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ψειριάρης
ψειριάρης	adj	που έχει ψείρες
ψειριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψειριάρικο
ψειριάρικε	adj	κλητική ενικού του ψειριάρικος
ψειριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψειριάρικη
ψειριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψειριάρικος
ψειριάρικης	adj	γενική ενικού του ψειριάρικη
ψειριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψειριάρης
ψειριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψειριάρικος
ψειριάρικος	adj	που έχει σχέση με ψειριάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ψειριάρικου	adj	γενική ενικού του ψειριάρικο
ψειριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψειριάρικος
ψειριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ψειριάρικο
ψειριάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσαν	=	ψειριάζω
ψειριάσανε	=	ψειριάζω
ψειριάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψείριασμα
ψειριάσματος	noun	γενική ενικού του ψείριασμα
ψειριάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψειριάζω
ψειριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψείριασμα
ψειριασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψειριασμένο
ψειριασμένε	verb	κλητική ενικού του ψειριασμένος
ψειριασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψειριασμένη
ψειριασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψειριασμένος
ψειριασμένης	verb	γενική ενικού του ψειριασμένη
ψειριασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψειριασμένος
ψειριασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψειριασμένος
ψειριασμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψειριάζω
ψειριασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψειριασμένος
ψειριασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψειριασμένος
ψειριασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψειριασμένος
ψειριζόμασταν	=	ψειρίζω
ψειριζόμαστε	=	ψειρίζω
ψειριζόμουν	=	ψειρίζω
ψειριζόμουνα	=	ψειρίζω
ψειριζόντουσαν	=	ψειρίζω
ψειριζόσασταν	=	ψειρίζω
ψειριζόσαστε	=	ψειρίζω
ψειριζόσουν	=	ψειρίζω
ψειριζόσουνα	=	ψειρίζω
ψειριζόταν	=	ψειρίζω
ψειριζότανε	=	ψειρίζω
ψειρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψείρισμα
ψειρισμένος	=	ψειρίζω
ψειριστήκαμε	=	ψειρίζω
ψειριστήκαν	=	ψειρίζω
ψειριστήκανε	=	ψειρίζω
ψειριστήκατε	=	ψειρίζω
ψειριστεί	=	ψειρίζω
ψειριστείτε	=	ψειρίζω
ψειρού	noun	θηλυκό του ψειρής
ψειρούδες	=	ψειρού
ψειρούδων	=	ψειρού
ψειρούς	=	ψειρού
ψειρών	noun	γενική πληθυντικού του ψείρα
ψεκ	noun	σύντμηση του ψέκας
ψεκάδες	noun	υετός αρκετά ομοιόμορφος, που αποτελείται αποκλειστικά από λεπτά σταγονίδια νερού, διαμέτρου μικρότερης από 0.5mm, που βρίσκονται πολύ κοντά το ένα στο άλλο.
ψεκάδων	=	ψεκάδες
ψεκάζαμε	=	ψεκάζω
ψεκάζαν	=	ψεκάζω
ψεκάζανε	=	ψεκάζω
ψεκάζατε	=	ψεκάζω
ψεκάζει	=	ψεκάζω
ψεκάζεις	=	ψεκάζω
ψεκάζεσαι	=	ψεκάζω
ψεκάζεστε	=	ψεκάζω
ψεκάζεται	=	ψεκάζω
ψεκάζετε	=	ψεκάζω
ψεκάζομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψεκάζω
ψεκάζονται	=	ψεκάζω
ψεκάζονταν	=	ψεκάζω
ψεκάζοντας	=	ψεκάζω
ψεκάζουμε	=	ψεκάζω
ψεκάζουν	=	ψεκάζω
ψεκάζουνε	=	ψεκάζω
ψεκάζω	verb	ρίχνω σε μια επιφάνεια σταγονίδια υγρού εκτοξεύοντάς τα με ειδική συσκευή (ψεκαστήρα ή σπρέι)
ψεκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάσαν	=	ψεκάζω
ψεκάσανε	=	ψεκάζω
ψεκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψέκασμα
ψεκάσματος	noun	γενική ενικού του ψέκασμα
ψεκάσου	=	ψεκάζω
ψεκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζω
ψεκαζόμασταν	=	ψεκάζω
ψεκαζόμαστε	=	ψεκάζω
ψεκαζόμουν	=	ψεκάζω
ψεκαζόμουνα	=	ψεκάζω
ψεκαζόντουσαν	=	ψεκάζω
ψεκαζόσασταν	=	ψεκάζω
ψεκαζόσαστε	=	ψεκάζω
ψεκαζόσουν	=	ψεκάζω
ψεκαζόσουνα	=	ψεκάζω
ψεκαζόταν	=	ψεκάζω
ψεκαζότανε	=	ψεκάζω
ψεκασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψέκασμα
ψεκασμέ	noun	κλητική ενικού του ψεκασμός
ψεκασμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεκασμένο
ψεκασμένε	verb	κλητική ενικού του ψεκασμένος
ψεκασμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεκασμένη
ψεκασμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεκασμένος
ψεκασμένης	verb	γενική ενικού του ψεκασμένη
ψεκασμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψεκασμένος
ψεκασμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψεκασμένος
ψεκασμένος	verb	που το(ν) έχουν ψεκάσει, που έχει γίνει αντικείμενο ψεκασμού
ψεκασμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψεκασμένος
ψεκασμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψεκασμένος
ψεκασμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψεκασμένος
ψεκασμενιά	noun	ανυπόστατες θεωρίες (που διακινούν «ψεκασμένοι»)
ψεκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψεκασμός
ψεκασμού	noun	γενική ενικού του ψεκασμός
ψεκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψεκασμός
ψεκασμό	noun	αιτιατική ενικού του ψεκασμός
ψεκασμός	noun	το να ραντίζει κάποιος ένα υγρό διάλυμα ή αιώρημα από φυτοφάρμακο με ψεκαστήρα, με σκοπό την πρόληψη ή την καταπολέμηση των ασθενειών που πλήττουν τα φυτά
ψεκασμών	noun	γενική πληθυντικού του ψεκασμός
ψεκαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστήκαν	=	ψεκάζω
ψεκαστήκανε	=	ψεκάζω
ψεκαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστήρα	=	ψεκαστήρας
ψεκαστήρας	noun	μηχανισμός για ψέκασμα, ράντισμα, γενικά για ρήψη μικρής ποσότητας υγρού σε αναλογικά μεγάλη διασπορά ή σε σχετικά μεγάλη έκταση
ψεκαστήρες	=	ψεκαστήρας
ψεκαστήρων	=	ψεκαστήρας
ψεκαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψεκάζομαι
ψεκτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεκτό	adv	επικριτικά
ψεκτέ	adj	κλητική ενικού του ψεκτός
ψεκτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεκτή
ψεκτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεκτός
ψεκτής	adj	γενική ενικού του ψεκτή
ψεκτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψεκτός
ψεκτού	adj	γενική ενικού του ψεκτός
ψεκτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψεκτός
ψεκτό	adj	αιτιατική ενικού του ψεκτός
ψεκτός	adj	ο αξιόμεμπτος, που επιδέχεται επίκριση, που μπορεί να κατηγορηθεί
ψεκτών	adj	γενική πληθυντικού του ψεκτός
ψεκών	=	ψέκας
ψελίου	=	ψέλιο
ψελίων	=	ψέλιο
ψελλά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψελλό
ψελλέ	adj	κλητική ενικού του ψελλός
ψελλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψελλή
ψελλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψελλός
ψελλής	adj	γενική ενικού του ψελλή
ψελλίζαμε	=	ψελλίζω
ψελλίζαν	=	ψελλίζω
ψελλίζανε	=	ψελλίζω
ψελλίζατε	=	ψελλίζω
ψελλίζει	=	ψελλίζω
ψελλίζεις	=	ψελλίζω
ψελλίζετε	=	ψελλίζω
ψελλίζοντας	=	ψελλίζω
ψελλίζουμε	=	ψελλίζω
ψελλίζουν	=	ψελλίζω
ψελλίζουνε	=	ψελλίζω
ψελλίζω	verb	λέω τις λέξεις με δυσκολία
ψελλίου	=	ψέλλιο
ψελλίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσαν	=	ψελλίζω
ψελλίσανε	=	ψελλίζω
ψελλίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψέλλισμα
ψελλίσματος	noun	γενική ενικού του ψέλλισμα
ψελλίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψελλίζω
ψελλίων	=	ψέλλιο
ψελλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψέλλισμα
ψελλισμέ	=	ψελλισμός
ψελλισμοί	=	ψελλισμός
ψελλισμού	=	ψελλισμός
ψελλισμούς	=	ψελλισμός
ψελλισμό	=	ψελλισμός
ψελλισμός	noun	το ψέλλισμα
ψελλισμών	=	ψελλισμός
ψελλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψελλός
ψελλοτήτων	=	ψελλότητα
ψελλού	adj	γενική ενικού του ψελλός
ψελλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψελλός
ψελλό	adj	αιτιατική ενικού του ψελλός
ψελλός	adj	που δυσκολεύεται στην άρθρωση των λέξεων, πχ παραλείποντας ή αντικαθιστώντας φθόγγους
ψελλότητα	noun	η ιδιότητα του ψελλού
ψελλότητας	=	ψελλότητα
ψελλότητες	=	ψελλότητα
ψελλών	adj	γενική πληθυντικού του ψελλός
ψελνόμασταν	=	ψέλνω
ψελνόμαστε	=	ψέλνω
ψελνόμουν	=	ψέλνω
ψελνόμουνα	=	ψέλνω
ψελνόντουσαν	=	ψέλνω
ψελνόσασταν	=	ψέλνω
ψελνόσαστε	=	ψέλνω
ψελνόσουν	=	ψέλνω
ψελνόσουνα	=	ψέλνω
ψελνόταν	=	ψέλνω
ψελνότανε	=	ψέλνω
ψεμάτιζα	=	ψεματίζω
ψεμάτιζαν	=	ψεματίζω
ψεμάτιζε	=	ψεματίζω
ψεμάτιζες	=	ψεματίζω
ψεμάτισα	=	ψεματίζω
ψεμάτισαν	=	ψεματίζω
ψεμάτισε	=	ψεματίζω
ψεμάτισες	=	ψεματίζω
ψεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψέμα
ψεματάκι	noun	άδολο, ανώδυνο ή ασήμαντο ψέμα
ψεματάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεματάκι
ψεματάρα	noun	μεγάλο ψέμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεματάρης
ψεματάρας	adj	γενική ενικού του ψεματάρα
ψεματάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεματάρα
ψεματάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψεματάρης
ψεματάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεματάρης
ψεματάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ψεματάρης
ψεματάρης	adj|vulgar	που λέει ψέματα
ψεματάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεματάρικο
ψεματάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψεματάρης
ψεματάρικου	adj	γενική ενικού του ψεματάρικο
ψεματάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ψεματάρικο
ψεματίζαμε	=	ψεματίζω
ψεματίζαν	=	ψεματίζω
ψεματίζανε	=	ψεματίζω
ψεματίζατε	=	ψεματίζω
ψεματίζει	=	ψεματίζω
ψεματίζεις	=	ψεματίζω
ψεματίζετε	=	ψεματίζω
ψεματίζοντας	=	ψεματίζω
ψεματίζουμε	=	ψεματίζω
ψεματίζουν	=	ψεματίζω
ψεματίζουνε	=	ψεματίζω
ψεματίζω	verb|dated	λέω ψέματα, εξαπατώ
ψεματίσαμε	=	ψεματίζω
ψεματίσαν	=	ψεματίζω
ψεματίσανε	=	ψεματίζω
ψεματίσατε	=	ψεματίζω
ψεματίσει	=	ψεματίζω
ψεματίστε	=	ψεματίζω
ψεμμάτων	=	ψέμμα
ψες	adv	χτες
ψεσινά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεσινό
ψεσινέ	adj	κλητική ενικού του ψεσινός
ψεσινές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεσινή
ψεσινή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεσινός
ψεσινής	adj	γενική ενικού του ψεσινή
ψεσινοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψεσινός
ψεσινού	adj	γενική ενικού του ψεσινός
ψεσινούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψεσινός
ψεσινό	adj	αιτιατική ενικού του ψεσινός
ψεσινός	adj|dated	και (λαϊκότροπο) λέξη για το χτεσινός
ψεσινών	adj	γενική πληθυντικού του ψεσινός
ψευδά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδό	adv	με ψευδό τρόπο, αρθρώνοντας λανθασμένα ορισμένα σύμφωνα, π.χ. το "σ" ως "θ"
ψευδάνθρακα	=	ψευδάνθρακας
ψευδάνθρακας	noun	δερματική νόσος με φλεγμονές και εμφάνιση και συνένωση πολλών δοθιηνών.
ψευδάνθρακες	=	ψευδάνθρακας
ψευδάργυρε	noun	κλητική ενικού του ψευδάργυρος
ψευδάργυρο	noun	αιτιατική ενικού του ψευδάργυρος
ψευδάργυροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδάργυρος
ψευδάργυρος	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 30 και χημικό σύμβολο το Zn
ψευδάργυρου	noun	γενική ενικού του ψευδάργυρος
ψευδάργυρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδάργυρος
ψευδάργυρων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδάργυρος
ψευδάρθρωση	noun	η αποτυχία σχηματισμού πώρου στην περιοχή ενός κατάγματος, η απουσία πώρωσης ενός κατάγματος
ψευδάρθρωσης	noun	γενική ενικού του ψευδάρθρωση
ψευδάριθμος	noun|rare	κάθε αριθμός από ένα στατιστικά τυχαίο σύνολο αριθμών/τιμών το οποίο προέρχεται από ένα γνωστό σημείο εκκίνησης και επαναλαμβάνεται συνεχώς, που παράγεται από έναν αλγόριθμο που μπορεί να επαναλάβει την ακολουθία των αριθμών του συνόλου, οπότε και οι αριθμοί αυτοί δεν είναι εντελώς τυχαίοι
ψευδέ	adj	κλητική ενικού του ψευδός
ψευδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψευδής
ψευδέστατα	=	ψευδής
ψευδέστατε	=	ψευδής
ψευδέστατες	=	ψευδής
ψευδέστατη	=	ψευδής
ψευδέστατης	=	ψευδής
ψευδέστατο	=	ψευδής
ψευδέστατοι	=	ψευδής
ψευδέστατος	=	ψευδής
ψευδέστατου	=	ψευδής
ψευδέστατους	=	ψευδής
ψευδέστατων	=	ψευδής
ψευδέστερα	=	ψευδής
ψευδέστερε	=	ψευδής
ψευδέστερες	=	ψευδής
ψευδέστερη	=	ψευδής
ψευδέστερης	=	ψευδής
ψευδέστερο	=	ψευδής
ψευδέστεροι	=	ψευδής
ψευδέστερος	=	ψευδής
ψευδέστερου	=	ψευδής
ψευδέστερους	=	ψευδής
ψευδέστερων	=	ψευδής
ψευδή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδός
ψευδής	adj	που δεν ισχύει, ο μη αληθής, που περικλείει ψεύδος ή ψέμα και που όμως δεν μπορεί να αποδοθεί με το ψεύτικος
ψευδίζαμε	=	ψευδίζω
ψευδίζαν	=	ψευδίζω
ψευδίζανε	=	ψευδίζω
ψευδίζατε	=	ψευδίζω
ψευδίζει	=	ψευδίζω
ψευδίζεις	=	ψευδίζω
ψευδίζετε	=	ψευδίζω
ψευδίζομε	=	ψευδίζω
ψευδίζοντας	=	ψευδίζω
ψευδίζουμε	=	ψευδίζω
ψευδίζουν	=	ψευδίζω
ψευδίζουνε	=	ψευδίζω
ψευδίζω	verb	μιλάω ψευδά, δεν προφέρω τους φθόγγους σωστά, ιδιαίτερα τους συριστικούς
ψευδίσαμε	=	ψευδίζω
ψευδίσαν	=	ψευδίζω
ψευδίσανε	=	ψευδίζω
ψευδίσατε	=	ψευδίζω
ψευδίσει	=	ψευδίζω
ψευδίσεις	=	ψευδίζω
ψευδίσετε	=	ψευδίζω
ψευδίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύδισμα
ψευδίσματος	noun	γενική ενικού του ψεύδισμα
ψευδίσομε	=	ψευδίζω
ψευδίσουμε	=	ψευδίζω
ψευδίσουν	=	ψευδίζω
ψευδίσουνε	=	ψευδίζω
ψευδίστε	=	ψευδίζω
ψευδίσω	=	ψευδίζω
ψευδαίσθηση	noun	η αισθητηριακή αντίληψη ενός πράγματος που δεν υπάρχει
ψευδαίσθησης	=	ψευδαίσθηση
ψευδαδάμαντα	=	ψευδαδάμαντας
ψευδαδάμαντας	noun	απομίμηση διαμαντιού
ψευδαδάμαντες	=	ψευδαδάμαντας
ψευδαδάμας	noun|formal	άλλη μορφή του ψευδαδάμαντας
ψευδαδαμάντων	=	ψευδαδάμαντας
ψευδαισθήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαίσθηση
ψευδαισθήσεων	=	ψευδαίσθηση
ψευδαισθήσεως	=	ψευδαίσθηση
ψευδαισθησία	noun|dated	άλλη μορφή του ψευδαίσθηση
ψευδαισθησίας	noun	γενική ενικού του ψευδαισθησία
ψευδαισθησίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαισθησία
ψευδαισθησιογόνα	adj	είδος εξαρτησιογόνων
ψευδαισθησιογόνας	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνε	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνες	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνο	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνοι	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνος	adj	που προκαλεί ψευδαισθήσεις
ψευδαισθησιογόνου	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνους	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιογόνων	=	ψευδαισθησιογόνος
ψευδαισθησιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδαισθησία
ψευδαισθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαισθητικό	adv	με ψευδαισθητικό τρόπο
ψευδαισθητικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδαισθητικός
ψευδαισθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαισθητική
ψευδαισθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδαισθητικός
ψευδαισθητικής	adj	γενική ενικού του ψευδαισθητική
ψευδαισθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδαισθητικός
ψευδαισθητικού	adj	γενική ενικού του ψευδαισθητικός
ψευδαισθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδαισθητικός
ψευδαισθητικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδαισθητικός
ψευδαισθητικός	adj	σχετικός με την ψευδαίσθηση
ψευδαισθητικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδαισθητικός
ψευδανθράκων	=	ψευδάνθρακας
ψευδανθρακικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδανθρακικό
ψευδανθρακικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδανθρακικός
ψευδανθρακικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδανθρακική
ψευδανθρακική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδανθρακικός
ψευδανθρακικής	adj	γενική ενικού του ψευδανθρακική
ψευδανθρακικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδανθρακικός
ψευδανθρακικού	adj	γενική ενικού του ψευδανθρακικός
ψευδανθρακικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδανθρακικός
ψευδανθρακικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδανθρακικός
ψευδανθρακικός	adj	που έχει σχέση με τον ψευδάνθρακα ή αναφέρεται σ’ αυτόν
ψευδανθρακικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδανθρακικός
ψευδαποστόλου	=	ψευδαπόστολος
ψευδαποστόλους	=	ψευδαπόστολος
ψευδαποστόλων	=	ψευδαπόστολος
ψευδαπόστολε	=	ψευδαπόστολος
ψευδαπόστολο	=	ψευδαπόστολος
ψευδαπόστολοι	=	ψευδαπόστολος
ψευδαπόστολος	noun	ψευδής / ψεύτικος απόστολος ή γενικότερα άτομο που διαδίδει συστηματικά ψέματα
ψευδαπόστολου	=	ψευδαπόστολος
ψευδαπόστολους	=	ψευδαπόστολος
ψευδαπόστολων	=	ψευδαπόστολος
ψευδαργυρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργυρικό
ψευδαργυρικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργυρική
ψευδαργυρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρικής	adj	γενική ενικού του ψευδαργυρική
ψευδαργυρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρικού	adj	γενική ενικού του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρικός	adj	σχετικός με τον ψευδάργυρο
ψευδαργυρικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδαργυρικός
ψευδαργυρογραφία	noun|dated	η τσιγκογραφία
ψευδαργυρογραφίας	=	ψευδαργυρογραφία
ψευδαργυρογραφίες	=	ψευδαργυρογραφία
ψευδαργυρογραφιών	=	ψευδαργυρογραφία
ψευδαργυρούχα	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχας	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχε	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχες	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχο	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχοι	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχος	adj	που περιέχει ψευδάργυρο
ψευδαργυρούχου	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχους	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρούχων	=	ψευδαργυρούχος
ψευδαργυρωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργυρωμένο
ψευδαργυρωμένε	verb	κλητική ενικού του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργυρωμένη
ψευδαργυρωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρωμένης	verb	γενική ενικού του ψευδαργυρωμένη
ψευδαργυρωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευδαργυρωμένος
ψευδαργυρώναμε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώναν	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνανε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνατε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνει	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνεις	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνετε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνοντας	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνουμε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνουν	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνουνε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώνω	verb	κάνω ψευδαργύρωση
ψευδαργυρώσαμε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώσαν	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώσανε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώσατε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώσει	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργυρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδαργύρωση
ψευδαργυρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδαργύρωση
ψευδαργυρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψευδαργύρωση
ψευδαργυρώστε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρου	noun	γενική ενικού του ψευδάργυρος
ψευδαργύρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδάργυρος
ψευδαργύρων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδάργυρος
ψευδαργύρωνα	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωναν	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωνε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωνες	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωσα	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωσαν	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωσε	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωσες	=	ψευδαργυρώνω
ψευδαργύρωση	noun	η επικάλυψη μιας μεταλλικής επιφάνειας με ψευδάργυρο, για να μην οξειδωθεί το μέταλλο
ψευδαργύρωσης	noun	γενική ενικού του ψευδαργύρωση
ψευδαρθρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδάρθρωση
ψευδαρθρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδάρθρωση
ψευδαρθρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψευδάρθρωση
ψευδαττικισμέ	noun	κλητική ενικού του ψευδαττικισμός
ψευδαττικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδαττικισμός
ψευδαττικισμού	noun	γενική ενικού του ψευδαττικισμός
ψευδαττικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδαττικισμός
ψευδαττικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψευδαττικισμός
ψευδαττικισμός	noun	η κακή μίμηση της αρχαίας ελληνικής αττικής διαλέκτου
ψευδαττικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδαττικισμός
ψευδείς	=	ψευδής
ψευδεπίγραφά	=	ψευδεπίγραφα
ψευδεπίγραφα	noun	αρχαία εβραϊκά και χριστιανικά κείμενα που παρουσιάζονται ως έργα άλλων προσώπων, συχνά προφητών ή άλλων προσώπων της Βίβλου, αλλά στην πραγματικότητα έχουν γραφτεί από άλλους συγγραφείς
ψευδεπίγραφε	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφες	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφη	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφης	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφο	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφοι	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφος	adj	που φέρει ψευδώς το όνομα συγγραφέα διαφορετικού από τον πραγματικό δημιουργό του
ψευδεπίγραφου	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφους	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφων	=	ψευδεπίγραφος
ψευδεπίγραφών	=	ψευδεπίγραφα
ψευδεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδεπιστημονικό
ψευδεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδεπιστημονική
ψευδεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του ψευδεπιστημονική
ψευδεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του ψευδεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικός	adj	άλλη γραφή του ψευδοεπιστημονικός
ψευδεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδεπιστημονικός
ψευδισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψεύδισμα
ψευδισμέ	noun	κλητική ενικού του ψευδισμός
ψευδισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδισμός
ψευδισμού	noun	γενική ενικού του ψευδισμός
ψευδισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδισμός
ψευδισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψευδισμός
ψευδισμός	noun	η λανθασμένη εκφορά κάποιων φθόγγων, κυρίως των συριστικών
ψευδισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδισμός
ψευδο-σωματίδιο	=	ψευδοσωματίδιο
ψευδοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδός
ψευδοανευρυσμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοανεύρυσμα
ψευδοανευρύσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοανεύρυσμα
ψευδοανευρύσματος	noun	γενική ενικού του ψευδοανεύρυσμα
ψευδοανεύρυσμα	noun	η συλλογή αίματος μεταξύ των εξωτερικών χιτώνων μιας αρτηρίας, με αποτέλεσμα διόγκωση και διαρροή
ψευδοατονισμέ	noun	κλητική ενικού του ψευδοατονισμός
ψευδοατονισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοατονισμός
ψευδοατονισμού	noun	γενική ενικού του ψευδοατονισμός
ψευδοατονισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοατονισμός
ψευδοατονισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψευδοατονισμός
ψευδοατονισμός	noun	είδος τονικής μουσικής του μοντερνισμού με χαρακτηριστικά τη χρήση πολλών κλιμάκων και με αναφορά ύφους στον ατονισμό
ψευδοατονισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοατονισμός
ψευδοαττικισμέ	noun	κλητική ενικού του ψευδοαττικισμός
ψευδοαττικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοαττικισμός
ψευδοαττικισμού	noun	γενική ενικού του ψευδοαττικισμός
ψευδοαττικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοαττικισμός
ψευδοαττικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψευδοαττικισμός
ψευδοαττικισμός	noun	άλλη μορφή του ψευδαττικισμός
ψευδοαττικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοαττικισμός
ψευδοδάνεια	=	ψευδοδάνειο
ψευδοδάνειο	noun	όρος που δίνει την εντύπωση ότι είναι γλωσσικό δάνειο από άλλη γλώσσα, έχει σχηματιστεί από στοιχεία της γλώσσας αυτής, αλλά δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό της
ψευδοδάνειου	=	ψευδοδάνειο
ψευδοδάνειων	=	ψευδοδάνειο
ψευδοδίλημμα	noun	ένα φαινομενικό δίλημμα που φέρνει το άτομο σε δύσκολη θέση, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ρεαλιστικά μόνον μια επιλογή και κατά συνέπεια το δίλημμα είναι ανυπόστατο
ψευδοδιλήμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοδίλημμα
ψευδοδιλήμματος	noun	γενική ενικού του ψευδοδίλημμα
ψευδοδιλημμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοδίλημμα
ψευδοδιλημματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοδιλημματικό
ψευδοδιλημματικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδιλημματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοδιλημματική
ψευδοδιλημματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδιλημματικής	adj	γενική ενικού του ψευδοδιλημματική
ψευδοδιλημματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδιλημματικού	adj	γενική ενικού του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδιλημματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδιλημματικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδιλημματικός	adj	που προκαλεί ψευδοδιλήμματα
ψευδοδιλημματικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδοδιλημματικός
ψευδοδυσφαγία	noun	κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο αισθάνεται δυσκολία ή φόβο κατάποσης, χωρίς να υπάρχει οργανική ή λειτουργική αιτία που να δικαιολογεί αυτό το αίσθημα
ψευδοδυσφαγίας	=	ψευδοδυσφαγία
ψευδοδυσφαγίες	=	ψευδοδυσφαγία
ψευδοδυσφαγιών	=	ψευδοδυσφαγία
ψευδοεπιστήμες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοεπιστήμη
ψευδοεπιστήμη	noun	μέθοδος κατάταξης σε επιστημονική μορφή διάφορων ερευνών, παρατηρήσεων, θεωριών και συμπερασμάτων που δεν αποδεικνύονται από γεγονότα
ψευδοεπιστήμης	=	ψευδοεπιστήμη
ψευδοεπιστήμονες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοεπιστήμονας
ψευδοεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοεπιστημονικό
ψευδοεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοεπιστημονική
ψευδοεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του ψευδοεπιστημονική
ψευδοεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημονικός	adj	που χαρκτηρίζεται από μια επίφαση επιστημονικότητας, στην πραγματικότητα όμως δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη
ψευδοεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδοεπιστημονικός
ψευδοεπιστημών	=	ψευδοεπιστήμη
ψευδοθεά	noun	συνώνυμο του ψευτοθεά
ψευδοθεάς	=	ψευδοθεά
ψευδοθεέ	=	ψευδοθεός
ψευδοθεές	=	ψευδοθεά
ψευδοθεοί	=	ψευδοθεός
ψευδοθεού	=	ψευδοθεός
ψευδοθεούς	=	ψευδοθεός
ψευδοθεό	=	ψευδοθεός
ψευδοθεός	noun	συνώνυμο του ψευτοθεός
ψευδοθεών	=	ψευδοθεός
ψευδοθορύβου	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθορύβους	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθορύβων	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθόρυβε	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθόρυβο	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθόρυβοι	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθόρυβος	noun	φαινομενικώς τυχαία δεδομένα, τα οποία όταν αναλυθούν αποκαλύπτουν την εξίσωση που τα παράγει
ψευδοθόρυβου	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθόρυβους	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοθόρυβων	=	ψευδοθόρυβος
ψευδοκάναλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοκάναλο
ψευδοκενά	=	ψευδοκενό
ψευδοκενού	=	ψευδοκενό
ψευδοκενό	noun	μη αληθές κενό
ψευδοκενών	=	ψευδοκενό
ψευδοκλασικισμέ	noun	κλητική ενικού του ψευδοκλασικισμός
ψευδοκλασικισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοκλασικισμός
ψευδοκλασικισμού	noun	γενική ενικού του ψευδοκλασικισμός
ψευδοκλασικισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοκλασικισμός
ψευδοκλασικισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψευδοκλασικισμός
ψευδοκλασικισμός	noun	η κακή, ανούσια και επιφανειακή μίμηση του κλασικισμού ή των έργων της κλασικής αρχαιότητας
ψευδοκλασικισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοκλασικισμός
ψευδοκράτη	=	ψευδοκράτος
ψευδοκράτος	noun	απαξιωτικός χαρακτηρισμός για πολιτική οντότητα που αυτοπροσδιορίζεται ως κράτος αλλά δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένη
ψευδοκράτους	=	ψευδοκράτος
ψευδοκρατών	=	ψευδοκράτος
ψευδοκυήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοκύηση
ψευδοκυήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοκύηση
ψευδοκυήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψευδοκύηση
ψευδοκύηση	noun	η εμφάνιση όλων των εξωτερικών σημαδιών και συμπτωμάτων που σχετίζονται με μια εγκυμοσύνη, χωρίς όμως η γυναίκα (ή κάποιο θηλυκό ζώο) να είναι έγκυος
ψευδοκύησης	noun	γενική ενικού του ψευδοκύηση
ψευδοκώδικας	noun	πρακτικός μηχανισμός σκέψης γραμμένος σε φυσική γλώσσα με σκοπό να υλοποιηθεί σε κώδικα προγράμματος
ψευδολέξεις	=	ψευδολέξη
ψευδολέξεων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδολέξη
ψευδολέξεως	noun|formal	γενική ενικού του ψευδολέξη
ψευδολέξη	noun	μία ψεύτικη / επίπλαστη λέξη, που από άποψης ορθογραφίας, φωνολογίας κ.λπ. μοιάζει υπαρκτή / πραγματική
ψευδολέξης	noun	γενική ενικού του ψευδολέξη
ψευδολογέω	=	ψευδολογῶ
ψευδολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδολόγημα
ψευδολογήματος	noun	γενική ενικού του ψευδολόγημα
ψευδολογία	noun	το να ψευδολογεί κανείς
ψευδολογίας	noun	γενική ενικού του ψευδολογία
ψευδολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδολογία
ψευδολογίου	=	ψευδολόγιος
ψευδολογίους	=	ψευδολόγιος
ψευδολογίων	=	ψευδολόγιος
ψευδολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδολόγημα
ψευδολογικά	=	ψευδολογικός
ψευδολογικέ	=	ψευδολογικός
ψευδολογικές	=	ψευδολογικός
ψευδολογική	=	ψευδολογικός
ψευδολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ψευδολογική) του ψευδολογικός
ψευδολογικοί	=	ψευδολογικός
ψευδολογικού	=	ψευδολογικός
ψευδολογικούς	=	ψευδολογικός
ψευδολογικό	=	ψευδολογικός
ψευδολογικός	adj	που έχει σχέση με την ψευδολογία ή αναφέρεται σε αυτήν
ψευδολογικών	=	ψευδολογικός
ψευδολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδολογία
ψευδολογώ	verb	ψεύδομαι, λέω πολλά ψέματα
ψευδολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψευδολογώ
ψευδολογῶ	verb	το μονοτονικό ψευδολογώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982
ψευδολόγα	=	ψευδολόγος
ψευδολόγε	=	ψευδολόγος
ψευδολόγημα	noun	ο ψευδής λόγος, το ψέμα
ψευδολόγιε	=	ψευδολόγιος
ψευδολόγιο	=	ψευδολόγιος
ψευδολόγιοι	=	ψευδολόγιος
ψευδολόγιος	noun	άνθρωπος που παριστάνει το λόγιο χωρίς να είναι	adj	που έχει σχέση με ψευδολόγιους ανθρώπους ή αναφέρεται σ’ αυτούς
ψευδολόγιου	=	ψευδολόγιος
ψευδολόγιους	=	ψευδολόγιος
ψευδολόγιων	=	ψευδολόγιος
ψευδολόγο	=	ψευδολόγος
ψευδολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδολόγος
ψευδολόγος	noun	που ψευδολογεί, ψεύτης	adj	που ψευδολογεί
ψευδολόγου	noun	γενική ενικού του ψευδολόγος
ψευδολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευδολόγος
ψευδολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδολόγος
ψευδομάρτυρα	=	ψευδομάρτυρας
ψευδομάρτυρας	noun	κάποιος που δίνει εν γνώσει του ψευδή κατάθεση σε δικαστήριο
ψευδομάρτυρες	=	ψευδομάρτυρας
ψευδομάρτυρος	=	ψευδομάρτυρας
ψευδομάρτυς	noun|formal	ο ψευδομάρτυρας
ψευδομαρξίστρια	noun	θηλυκό του ψευδομαρξιστής
ψευδομαρξίστριας	noun	γενική ενικού του ψευδομαρξίστρια
ψευδομαρξίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδομαρξίστρια
ψευδομαρξιστές	=	ψευδομαρξιστής
ψευδομαρξιστή	=	ψευδομαρξιστής
ψευδομαρξιστής	noun	αυτός που παριστάνει τον μαρξιστή ενώ στην πραγματικότητα αντιτίθεται στην θεωρία του μαρξισμού
ψευδομαρξιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδομαρξίστρια
ψευδομαρξιστών	=	ψευδομαρξιστής
ψευδομαρτυρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτυρία	noun	η ψευδής μαρτυρική κατάθεση σε δικαστική αρχή
ψευδομαρτυρίας	noun	γενική ενικού του ψευδομαρτυρία
ψευδομαρτυρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδομαρτυρία
ψευδομαρτυρεω	=	ψευδομαρτυρῶ
ψευδομαρτυριών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδομαρτυρία
ψευδομαρτυρώ	verb	καταθέτω ψευδώς σε δικαστήριο
ψευδομαρτυρῶ	verb	το μονοτονικό ψευδομαρτυρώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982
ψευδομαρτύρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτύρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτύρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτύρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδομαρτυρώ
ψευδομαρτύρων	=	ψευδομάρτυρας
ψευδομεταβλητές	=	ψευδομεταβλητή
ψευδομεταβλητή	noun	συστημικός θόρυβος που εσφαλμένα θεωρήθηκε μεταβλητή
ψευδομεταβλητής	=	ψευδομεταβλητή
ψευδομεταβλητών	=	ψευδομεταβλητή
ψευδομνήμες	=	ψευδομνήμη
ψευδομνήμη	noun	πλαστή μνήμη, ασυνείδητη μνημονική μυθοπλασία
ψευδομνήμης	=	ψευδομνήμη
ψευδομνημών	=	ψευδομνήμη
ψευδομονάδα	noun	μικρόβιο του γένους Pseudomonas που προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις
ψευδομονάδας	=	ψευδομονάδα
ψευδομονάδες	=	ψευδομονάδα
ψευδομονάδων	=	ψευδομονάδα
ψευδονομικά	=	ψευδονομικός
ψευδονομικέ	=	ψευδονομικός
ψευδονομικές	=	ψευδονομικός
ψευδονομική	=	ψευδονομικός
ψευδονομικής	=	ψευδονομικός
ψευδονομικοί	=	ψευδονομικός
ψευδονομικού	=	ψευδονομικός
ψευδονομικούς	=	ψευδονομικός
ψευδονομικό	=	ψευδονομικός
ψευδονομικός	adj	που υποτίθεται ότι στηρίζεται στους νόμους, αλλά στην πραγματικότητα στερείται νομικής βάσης και συνιστά παρερμηνεία τους ή αυθαίρετη θεώρησή τους· που φαινομενικά παρουσιάζεται ως νομικά έγκυρος, αλλά είναι ψευδής και αβάσιμος από νομική σκοπιά
ψευδονομικών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ψευδονομικός
ψευδοπάρκο	noun|rare	χώρος ο οποίος παρομοιάζει με πάρκο και φυσικό περιβάλλον
ψευδοπάτωμα	noun	πάτωμα (σχετικά) πρόχειρης κατασκευής, μερικά εκατοστά πάνω από το οποίο τοποθετείται το κανονικό πάτωμα
ψευδοπαράθυρα	=	ψευδοπαράθυρο
ψευδοπαράθυρο	noun	ψεύτικο παράθυρο, απομίμηση παραθύρου
ψευδοπαράθυρου	=	ψευδοπαράθυρο
ψευδοπαράθυρων	=	ψευδοπαράθυρο
ψευδοπαράλληλα	adv	με ψευδοπαράλληλο τρόπο
ψευδοπαράλληλε	adj	κλητική ενικού του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράλληλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπαράλληλη
ψευδοπαράλληλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράλληλης	adj	γενική ενικού του ψευδοπαράλληλη
ψευδοπαράλληλο	adj	αιτιατική ενικού του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράλληλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράλληλος	adj	που δίνει την εντύπωση παράλληλου
ψευδοπαράλληλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράλληλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράλληλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευδοπαράλληλος
ψευδοπαράμετρος	noun	παράμετρος που εισάγεται για να ταιριάξουν τα δεδομένα σε μοντέλο, ενώ δεν έχει αντιστοίχιση σε μέγεθος που αφορά το μοντέλο
ψευδοπαραθύρου	=	ψευδοπαράθυρο
ψευδοπαραθύρων	=	ψευδοπαράθυρο
ψευδοπαραστάδα	noun	αρχιτεκτονικό στοιχείο το οποίο έχει τη μορφή παραστάδας
ψευδοπαραστάδας	=	ψευδοπαραστάδα
ψευδοπαραστάδες	=	ψευδοπαραστάδα
ψευδοπαραστάδων	=	ψευδοπαραστάδα
ψευδοπατριωτικά	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικέ	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικές	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτική	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ψευδοπατριωτική) του ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικοί	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικού	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικούς	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικό	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτικός	adj	που αναφέρεται ή αφορά τον ψευδοπατριωτισμό
ψευδοπατριωτικών	=	ψευδοπατριωτικός
ψευδοπατριωτισμέ	=	ψευδοπατριωτισμός
ψευδοπατριωτισμοί	=	ψευδοπατριωτισμός
ψευδοπατριωτισμού	=	ψευδοπατριωτισμός
ψευδοπατριωτισμούς	=	ψευδοπατριωτισμός
ψευδοπατριωτισμό	=	ψευδοπατριωτισμός
ψευδοπατριωτισμός	noun	επίδειξη πατριωτισμού ενώ στην ουσία κρύβονται κίνητρα διαφορετικά από την πραγματικά φιλοπατρία
ψευδοπατριωτισμών	=	ψευδοπατριωτισμός
ψευδοπατριωτών	=	ψευδοπατριώτης
ψευδοπατριώτες	=	ψευδοπατριώτης
ψευδοπατριώτη	=	ψευδοπατριώτης
ψευδοπατριώτης	noun	αυτός που από δειλία παριστάνει τον πατριώτη, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι
ψευδοπατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοπάτωμα
ψευδοπατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπάτωμα
ψευδοπατώματος	noun	γενική ενικού του ψευδοπάτωμα
ψευδοπλάτανος	noun	είδη πλάτανων
ψευδοπροβλήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπρόβλημα
ψευδοπροβλήματος	noun	γενική ενικού του ψευδοπρόβλημα
ψευδοπροβλημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοπρόβλημα
ψευδοπροσωπία	noun	το να παριστάνει κάποιος έναν άλλον είτε με φυσική, είτε με ψηφιακή παρουσία
ψευδοπροσωπίας	=	ψευδοπροσωπία
ψευδοπροσωπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπροσωπία
ψευδοπροσωπιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοπροσωπία
ψευδοπροφήτες	=	ψευδοπροφήτης
ψευδοπροφήτη	=	ψευδοπροφήτης
ψευδοπροφήτης	noun	αυτός που προλέγει ψευδώς για το μέλλον, που δεν κάνει αληθινές προφητείες, που λέει ψέματα για το μέλλον
ψευδοπροφήτου	=	ψευδοπροφήτης
ψευδοπροφητών	=	ψευδοπροφήτης
ψευδοπρόβλημα	noun	ασήμαντο πρόβλημα που ίσως κάποιος μεγαλοποιεί ή που πάντως δεν είναι σπουδαίο, ένα συνηθισμένο πρόβλημα, μια καθημερινή κατάσταση
ψευδοπρόσωπα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπρόσωπο
ψευδοπρόσωπε	adj	κλητική ενικού του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπρόσωπες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπρόσωπη
ψευδοπρόσωπη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπρόσωπης	adj	γενική ενικού του ψευδοπρόσωπη
ψευδοπρόσωπο	adj	αιτιατική ενικού του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπρόσωποι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπρόσωπος	adj	πρόσωπο που παριστάνει άλλον ή χαρακτηριστικά που δεν έχει ο/η ίδιος/α
ψευδοπρόσωπου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπρόσωπους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπρόσωπων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευδοπρόσωπος
ψευδοπόδια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοπόδιο
ψευδοπόδιο	noun	παροδική και μεταβαλλόμενη προέκταση του κυτταροπλάσματος που επιτρέπει σε μονοκύτταρους οργανισμούς να κινούνται ή να προσλαμβάνουν τροφή
ψευδοπόδιου	=	ψευδοπόδιο
ψευδοπόδιων	=	ψευδοπόδιο
ψευδορήμα	noun	ανύπαρκτη / τεχνητή λέξη που έχει τα εξωτερικά μορφικά χαρακτηριστικά ενός ρήματος, χωρίς όμως συγκεκριμένο σημαινόμενο (χωρίς να βγάζει κάποιο νόημα)
ψευδορήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδορήμα
ψευδορήματος	noun	γενική ενικού του ψευδορήμα
ψευδορημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδορήμα
ψευδορκήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσαν	=	ψευδορκώ
ψευδορκήσανε	=	ψευδορκώ
ψευδορκήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδορκία	noun	η ψευδής μαρτυρία με όρκο, ο ψεύτικος όρκος ατομικά (επιορκία), ιδιωτικά ή σε δικαστήριο
ψευδορκίας	noun	γενική ενικού του ψευδορκία
ψευδορκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδορκία
ψευδορκεί	=	ψευδορκώ
ψευδορκείς	=	ψευδορκώ
ψευδορκείτε	=	ψευδορκώ
ψευδορκιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδορκία
ψευδορκούμε	=	ψευδορκώ
ψευδορκούν	=	ψευδορκώ
ψευδορκούνε	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσα	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσαμε	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσαν	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσανε	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσατε	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσε	=	ψευδορκώ
ψευδορκούσες	=	ψευδορκώ
ψευδορκώ	verb	παίρνω όρκο για ψευδή, αναληθή στοιχεία είτε ιδιωτικά είτε στο δικαστήριο
ψευδορκώντας	=	ψευδορκώ
ψευδοροφές	=	ψευδοροφή
ψευδοροφή	noun	πρόσθετη διακοσμητική ή λειτουργική κατασκευή κάτω από την κανονική οροφή
ψευδοροφής	=	ψευδοροφή
ψευδοροφών	=	ψευδοροφή
ψευδορρήμον	=	ψευδορρήμων
ψευδορρήμονα	=	ψευδορρήμων
ψευδορρήμονες	=	ψευδορρήμων
ψευδορρήμονος	=	ψευδορρήμων
ψευδορρήμων	noun|archaic	ο ψεύτης
ψευδορρημοσυνών	=	ψευδορρημοσύνη
ψευδορρημοσύνες	=	ψευδορρημοσύνη
ψευδορρημοσύνη	noun|formal	η ιδιότητα και η συμπεριφορά του ψευδορρήμονος
ψευδορρημοσύνης	=	ψευδορρημοσύνη
ψευδορρημόνων	=	ψευδορρήμων
ψευδοσεμνότυφα	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφε	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφες	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφη	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφης	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφο	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφοι	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφος	adj	αυτός που παριστάνει τον σεμνότυφο ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι
ψευδοσεμνότυφου	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφους	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσεμνότυφων	=	ψευδοσεμνότυφος
ψευδοσοφία	noun	κενά λόγια που ακούγονται βαρυσήμαντα, συχνά εσφαλμένα και παραπλανητικά
ψευδοσοφίας	noun	γενική ενικού του ψευδοσοφία
ψευδοσοφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοσοφία
ψευδοσοφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοσοφικό
ψευδοσοφικέ	adj	κλητική ενικού του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοσοφική
ψευδοσοφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφικής	adj	γενική ενικού του ψευδοσοφική
ψευδοσοφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφικού	adj	γενική ενικού του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφικός	adj	πχ. ψευδοσοφικό τέχνασμα, όταν επιστρατεύεται η κοινή λογική χωρίς να έχει προηγηθεί αναλυτική σκέψη περί των συστατικών που περιγράφονται σε πρόταση
ψευδοσοφικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδοσοφικός
ψευδοσοφιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοσοφία
ψευδοσυνόδου	=	ψευδοσύνοδος
ψευδοσυνόδους	=	ψευδοσύνοδος
ψευδοσυνόδων	=	ψευδοσύνοδος
ψευδοσυνόλου	=	ψευδοσύνολο
ψευδοσυνόλων	=	ψευδοσύνολο
ψευδοσυσχέτιση	noun	η εσφαλμένη συσχετική θεώρηση των ψευδοσυμμεταβλητών (μεταβλητών που δεν σχετίζονται)
ψευδοσυσχέτισης	noun	γενική ενικού του ψευδοσυσχέτιση
ψευδοσυσχετίσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοσυσχέτιση
ψευδοσυσχετίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψευδοσυσχέτιση
ψευδοσυσχετίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψευδοσυσχέτιση
ψευδοσωματίδια	=	ψευδοσωματίδιο
ψευδοσωματίδιο	noun	ηλεκτρόνιο, που θεωρείται νέο σωματίδιο, το οποίο έχει διαφορετική συμπεριφορά από εκείνα που βρίσκονται ελεύθερα στο χώρο, λόγω επίδρασης δυναμικού
ψευδοσωματίδιου	=	ψευδοσωματίδιο
ψευδοσωματίδιων	=	ψευδοσωματίδιο
ψευδοσωματιδίου	=	ψευδοσωματίδιο
ψευδοσωματιδίων	=	ψευδοσωματίδιο
ψευδοσόφου	=	ψευδόσοφος
ψευδοσόφους	=	ψευδόσοφος
ψευδοσόφων	=	ψευδόσοφος
ψευδοσύνοδε	=	ψευδοσύνοδος
ψευδοσύνοδο	=	ψευδοσύνοδος
ψευδοσύνοδοι	=	ψευδοσύνοδος
ψευδοσύνοδος	noun	άτυπη σύνοδος
ψευδοσύνολα	=	ψευδοσύνολο
ψευδοσύνολο	noun	ιδεατό σύνολο που απλώς βοηθά σε προσεγγιστικό (χαμηλής-μικρής διακριτότητας, χοντρόκοκκο, coarse-grained) υπολογισμό
ψευδοσύνολου	=	ψευδοσύνολο
ψευδοτίτλου	=	ψευδότιτλος
ψευδοτίτλους	=	ψευδότιτλος
ψευδοτίτλων	=	ψευδότιτλος
ψευδοτοίχου	=	ψευδότοιχος
ψευδοτοίχους	=	ψευδότοιχος
ψευδοτοίχων	=	ψευδότοιχος
ψευδοτροπίδων	=	ψευδοτρόπιδα
ψευδοτρόπιδα	noun	κεντρική διαμήκης δοκός (ξύλινη ή μεταλλική) που τοποθετείται εξωτερικά στο κάτω μέρος της τρόπιδας μικρών σκαφών.
ψευδοτρόπιδας	=	ψευδοτρόπιδα
ψευδοτρόπιδες	=	ψευδοτρόπιδα
ψευδοτρόπιδων	=	ψευδοτρόπιδα
ψευδοτυχαία	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίας	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίε	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίες	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίο	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίοι	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίος	adj	που δίνει την εντύπωση ότι είναι τυχαίος, στην πραγματικότητα όμως έχει δημιουργηθεί με προκαθορισμένο τρόπο
ψευδοτυχαίου	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίους	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοτυχαίων	=	ψευδοτυχαίος
ψευδοφάρμακα	=	ψευδοφάρμακο
ψευδοφάρμακο	noun	εικονικό, ανενεργό ή αδρανές φάρμακο ή ουσία που χορηγείται σε ασθενή ή σε εθελοντή, προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου ή εμβολίου
ψευδοφάρμακου	=	ψευδοφάρμακο
ψευδοφάρμακων	=	ψευδοφάρμακο
ψευδοφαρμάκου	=	ψευδοφάρμακο
ψευδοφαρμάκων	=	ψευδοφάρμακο
ψευδοϊέ	=	ψευδοϊός
ψευδοϊοί	=	ψευδοϊός
ψευδοϊού	=	ψευδοϊός
ψευδοϊούς	=	ψευδοϊός
ψευδοϊσόδομα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοϊσόδομο
ψευδοϊσόδομε	adj	κλητική ενικού του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊσόδομες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδοϊσόδομη
ψευδοϊσόδομη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊσόδομης	adj	γενική ενικού του ψευδοϊσόδομη
ψευδοϊσόδομο	adj	αιτιατική ενικού του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊσόδομοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊσόδομος	adj	που μεταξύ ίσων λίθων σε μια τοιχοποιία παρεμβάλλονται κι άλλοι μικρότεροι / χαμηλότεροι
ψευδοϊσόδομου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊσόδομους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊσόδομων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευδοϊσόδομος
ψευδοϊό	=	ψευδοϊός
ψευδοϊός	noun	εργαστηριακά δημιουργημένο σωματίδιο το οποίο μοιάζει με ιό και συνδυάζει γενετικό υλικό από διαφορετικούς ιούς, το οποίο χρησιμοποιείται για τη μελέτη της συμπεριφοράς των ιών και την ασφαλή δοκιμή εμβολίων
ψευδοϊών	=	ψευδοϊός
ψευδού	adj	γενική ενικού του ψευδός
ψευδούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδός
ψευδωνυμία	noun	το να έχει κάποιος ένα ψευδώνυμο
ψευδωνυμίας	noun	γενική ενικού του ψευδωνυμία
ψευδωνυμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδωνυμία
ψευδωνυμιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευδωνυμία
ψευδωνυμοποίηση	noun	η χρήση ψευδώνυμου ή αλφαριθμητικού αναγνωριστικού, ώστε να μην αναγνωρίζεται (ή συνδέεται) κάποιο άτομο από τα διαδικτυακά του ίχνη ή δεδομένα
ψευδωνυμοποίησης	=	ψευδωνυμοποίηση
ψευδωνυμοποιήσεις	=	ψευδωνυμοποίηση
ψευδωνυμοποιήσεων	=	ψευδωνυμοποίηση
ψευδωνύμου	=	ψευδώνυμο
ψευδωνύμων	=	ψευδώνυμο
ψευδωνύμως	adv|formal	λόγια μορφή του ψευδώνυμα με ψευδώνυμο
ψευδό	adj	αιτιατική ενικού του ψευδός
ψευδόθεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδόθεο
ψευδόθεε	adj	κλητική ενικού του ψευδόθεος
ψευδόθεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδόθεη
ψευδόθεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδόθεος
ψευδόθεης	adj	γενική ενικού του ψευδόθεη
ψευδόθεο	adj	αιτιατική ενικού του ψευδόθεος
ψευδόθεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδόθεος
ψευδόθεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευδόθεος
ψευδόθεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδόθεος
ψευδόθεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευδόθεος
ψευδόμασταν	=	ψεύδομαι
ψευδόμαστε	=	ψεύδομαι
ψευδόμενος	=	ψεύδομαι
ψευδόμουν	=	ψεύδομαι
ψευδόμουνα	=	ψεύδομαι
ψευδόντουσαν	=	ψεύδομαι
ψευδόρκησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδόρκησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδόρκησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδόρκησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδορκώ
ψευδός	adj	που αρθρώνει λανθασμένα ορισμένα σύμφωνα, π.χ. το "σ" ως "θ" (σε πολύ βαριές περιπτώσεις δύναται να αλλοιώνει παράλληλα και φωνήεντα - πχ. σπαστικοί, βαριά τραυματισμένοι, συνδρομικοί, γναθοδυσμορφικοί κτλ.)
ψευδόσασταν	=	ψεύδομαι
ψευδόσαστε	=	ψεύδομαι
ψευδόσουν	=	ψεύδομαι
ψευδόσουνα	=	ψεύδομαι
ψευδόσοφε	=	ψευδόσοφος
ψευδόσοφο	=	ψευδόσοφος
ψευδόσοφοι	=	ψευδόσοφος
ψευδόσοφος	noun|formal	ο δοκησίσοφος
ψευδόσοφου	=	ψευδόσοφος
ψευδόσοφους	=	ψευδόσοφος
ψευδόσοφων	=	ψευδόσοφος
ψευδόταν	=	ψεύδομαι
ψευδότανε	=	ψεύδομαι
ψευδότιτλε	=	ψευδότιτλος
ψευδότιτλο	=	ψευδότιτλος
ψευδότιτλοι	=	ψευδότιτλος
ψευδότιτλος	noun	η 3η σελίδα ενός βιβλίου, στην οποία αναγράφεται με μικρότερα στοιχεία μόνο ο τίτλος του βιβλίου, χωρίς στοιχεία για τον συγγραφέα, εκδότη κ.λπ.
ψευδότιτλου	=	ψευδότιτλος
ψευδότιτλους	=	ψευδότιτλος
ψευδότιτλων	=	ψευδότιτλος
ψευδότοιχε	=	ψευδότοιχος
ψευδότοιχο	=	ψευδότοιχος
ψευδότοιχοι	=	ψευδότοιχος
ψευδότοιχος	noun	κάτι που μοιάζει με τοίχο αλλά είναι κατασκευασμένο από διαφορετικά υλικά, απ’ ό,τι έχει ένας συνηθισμένος τοίχος
ψευδότοιχου	=	ψευδότοιχος
ψευδότοιχους	=	ψευδότοιχος
ψευδότοιχων	=	ψευδότοιχος
ψευδόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδόφιλο
ψευδόφιλε	adj	κλητική ενικού του ψευδόφιλος
ψευδόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ψευδόφιλος
ψευδόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδόφιλος
ψευδόφιλης	adj	γενική ενικού του ψευδόφιλη
ψευδόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ψευδόφιλος
ψευδόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδόφιλος
ψευδόφιλος	adj	για λέξεις διαφορετικών γλωσσών που έχουν φωνητικές ή μορφολογικές ομοιότητες ή κοινή καταγωγή αλλά σημασιολογική απόκλιση
ψευδόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευδόφιλος
ψευδόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδόφιλος
ψευδόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευδόφιλος
ψευδών	adj	γενική πληθυντικού του ψευδός
ψευδώνυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδώνυμο, ουδέτερο του ψευδώνυμος	adv	με ψευδώνυμο
ψευδώνυμε	adj	κλητική ενικού του ψευδώνυμος
ψευδώνυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδώνυμη
ψευδώνυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδώνυμος
ψευδώνυμης	adj	γενική ενικού του ψευδώνυμη
ψευδώνυμο	noun	πλαστό όνομα ή ονοματεπώνυμο που επιλέγεται συνήθως από συγγραφείς και καλλιτέχνες, όταν δε θέλουν να χρησιμοποιούν το πραγματικό τους όνομα
ψευδώνυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευδώνυμος
ψευδώνυμος	adj	που υπογράφει με ψευδώνυμο (για άνθρωπο) ή που υπογράφεται με ψευδώνυμο (για κείμενο)
ψευδώνυμου	adj	γενική ενικού του ψευδώνυμος
ψευδώνυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευδώνυμος
ψευδώνυμων	adj	γενική πληθυντικού του ψευδώνυμος
ψευδώς	adv	αντίθετα με την αλήθεια
ψευσθήκαμε	=	ψεύδομαι
ψευσθήκαν	=	ψεύδομαι
ψευσθήκανε	=	ψεύδομαι
ψευσθήκατε	=	ψεύδομαι
ψευσθεί	=	ψεύδομαι
ψευσθείς	=	ψεύδομαι
ψευσθείτε	=	ψεύδομαι
ψευσθούμε	=	ψεύδομαι
ψευσθούν	=	ψεύδομαι
ψευσθούνε	=	ψεύδομαι
ψευσθώ	=	ψεύδομαι
ψευτάκο	noun	αιτιατική ενικού του ψευτάκος
ψευτάκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτάκος
ψευτάκος	noun	σχετικά ήπιος ή και τρυφερός χαρακτηρισμός του ψεύτη
ψευτάκου	noun	γενική ενικού του ψευτάκος
ψευτάκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευτάκος
ψευτάκων	noun	γενική πληθυντικού του ψευτάκος
ψευτίζαμε	=	ψευτίζω
ψευτίζαν	=	ψευτίζω
ψευτίζανε	=	ψευτίζω
ψευτίζατε	=	ψευτίζω
ψευτίζει	=	ψευτίζω
ψευτίζεις	=	ψευτίζω
ψευτίζετε	=	ψευτίζω
ψευτίζοντας	=	ψευτίζω
ψευτίζουμε	=	ψευτίζω
ψευτίζουν	=	ψευτίζω
ψευτίζουνε	=	ψευτίζω
ψευτίζω	verb	φτιάχνω κάτι σαν να είναι ψεύτικο, κατώτερης ποιότητας
ψευτίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσαν	=	ψευτίζω
ψευτίσανε	=	ψευτίζω
ψευτίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύτισμα
ψευτίσματος	noun	γενική ενικού του ψεύτισμα
ψευτίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευτίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψευταρά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψευταράς
ψευταράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευταράς
ψευταράδων	noun	γενική πληθυντικού του ψευταράς
ψευταράκο	noun	αιτιατική ενικού του ψευταράκος
ψευταράκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευταράκος
ψευταράκος	noun	σχετικά ήπιος και τρυφερός χαρακτηρισμός ατόμου που συνηθίζει να λέει ψέματα
ψευταράκου	noun	γενική ενικού του ψευταράκος
ψευταράκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψευταράκος
ψευταράκων	noun	γενική πληθυντικού του ψευταράκος
ψευταράς	noun	μεγάλος ψεύτης, που λέει μεγάλα ψέματα, που ψεύδεται συχνά
ψευταρού	noun	η ψεύτρα
ψευταρούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευταρού
ψευταρούδων	=	ψευταρού
ψευταρούς	=	ψευταρού
ψευτιά	noun	το ψέμα
ψευτιάς	=	ψευτιά
ψευτιές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτιά
ψευτισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψεύτισμα
ψευτισμένος	=	ψευτίζω
ψευτιών	=	ψευτιά
ψευτοέζησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοέζησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοέζησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοέζησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοαπασχολήθηκα	=	ψευτοαπασχολούμαι
ψευτοαπασχολούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψευτοαπασχολώ: ασχολούμαι με κάτι επιφανειακά ή για πολύ λίγο χρονικό διάστημαα
ψευτοαπασχολώ	=	ψευτοαπασχολούμαι
ψευτογιατρέ	=	ψευτογιατρός
ψευτογιατροί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτογιατρός
ψευτογιατρού	=	ψευτογιατρός
ψευτογιατρούς	=	ψευτογιατρός
ψευτογιατρό	=	ψευτογιατρός
ψευτογιατρός	noun	ο κακός γιατρός, αυτός που δεν ξέρει καλά τη δουλειά του, που ίσως δεν ασκεί κανονικά και συχνά το επάγγελμα και δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν γιατρός
ψευτογιατρών	=	ψευτογιατρός
ψευτοδίλημμα	noun	άλλη γραφή του ψευδοδίλημμα
ψευτοδιλήμματα	=	ψευτοδίλημμα
ψευτοδιλήμματος	=	ψευτοδίλημμα
ψευτοδιλημμάτων	=	ψευτοδίλημμα
ψευτοδιλημματικός	=	ψευδοδιλημματικός
ψευτοδουλειά	noun	πρόχειρη εργασία που δεν παρέχει στον εργαζόμενο κανονικό, σταθερό εισόδημα, που δεν έχειπροοπτικές, που την κάνει κάποιος μόνον κατ' ανάγκη μέχρι να βει καλύτερη απασχόληση
ψευτοδουλειάς	noun	γενική ενικού του ψευτοδουλειά
ψευτοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοδουλειά
ψευτοδουλειών	=	ψευτοδουλειά
ψευτοεπιστημονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοεπιστημονικό
ψευτοεπιστημονικέ	adj	κλητική ενικού του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοεπιστημονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοεπιστημονική
ψευτοεπιστημονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοεπιστημονικής	adj	γενική ενικού του ψευτοεπιστημονική
ψευτοεπιστημονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοεπιστημονικού	adj	γενική ενικού του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοεπιστημονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοεπιστημονικό	adj	αιτιατική ενικού του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοεπιστημονικών	adj	γενική πληθυντικού του ψευτοεπιστημονικός
ψευτοζήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοζεί	=	ψευτοζώ
ψευτοζείς	=	ψευτοζώ
ψευτοζείτε	=	ψευτοζώ
ψευτοζησε	=	ψευτοζώ
ψευτοζούμε	=	ψευτοζώ
ψευτοζούν	=	ψευτοζώ
ψευτοζούσα	=	ψευτοζώ
ψευτοζούσαμε	=	ψευτοζώ
ψευτοζούσαν	=	ψευτοζώ
ψευτοζούσατε	=	ψευτοζώ
ψευτοζούσε	=	ψευτοζώ
ψευτοζούσες	=	ψευτοζώ
ψευτοζώ	verb|vulgar	ζω φτωχικά, με πολύ λίγα μέσα ή πόρους
ψευτοζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψευτοζώ
ψευτοθεά	noun	ανύπαρκτη, ψεύτικη θεά
ψευτοθεάς	=	ψευτοθεά
ψευτοθεέ	=	ψευτοθεός
ψευτοθεές	=	ψευτοθεά
ψευτοθεοί	=	ψευτοθεός
ψευτοθεού	=	ψευτοθεός
ψευτοθεούς	=	ψευτοθεός
ψευτοθεό	=	ψευτοθεός
ψευτοθεός	noun	ψεύτικος θεός, που δεν υπάρχει, που δεν είναι αληθινός
ψευτοθεών	=	ψευτοθεά
ψευτοκάγκουρα	=	ψευτοκάγκουρας
ψευτοκάγκουρας	noun	ο ψευτόμαγκας, ο φλώρος, αυτός που παριστάνει τον μάγκα χωρίς να είναι
ψευτοκάγκουρες	=	ψευτοκάγκουρας
ψευτοκάγκουρων	=	ψευτοκάγκουρας
ψευτοκάναλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοκάναλο
ψευτοκαθαρεύουσα	noun	εξεζητημένη και ημιμαθής χρήση της καθαρεύουσας και αρχαιοπρεπών εκφράσεων, για τη δημιουργία εντυπώσεων
ψευτοκακόμοιρα	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρε	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρες	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρη	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρης	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρο	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιροι	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρος	adj	που υποκρίνεται ότι είναι κακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρου	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρους	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκακόμοιρων	=	ψευτοκακόμοιρος
ψευτοκλασικισμέ	=	ψευτοκλασικισμός
ψευτοκλασικισμοί	=	ψευτοκλασικισμός
ψευτοκλασικισμού	=	ψευτοκλασικισμός
ψευτοκλασικισμούς	=	ψευτοκλασικισμός
ψευτοκλασικισμό	=	ψευτοκλασικισμός
ψευτοκλασικισμός	noun	ο ψεύτικος κλασικισμός
ψευτοκλασικισμών	=	ψευτοκλασικισμός
ψευτοκουλτουριάρα	noun	αυτή που "το παίζει" διανοούμενη, που παριστάνει την διανοούμενη
ψευτοκουλτουριάρας	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρες	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρη	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρηδες	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρηδων	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρης	noun	αυτός που "το παίζει" διανοούμενος, που παριστάνει τον διανοούμενο
ψευτοκουλτουριάρικα	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρικο	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρικου	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουριάρικων	=	ψευτοκουλτουριάρης
ψευτοκουλτουρών	noun	γενική πληθυντικού του ψευτοκουλτούρα
ψευτοκουλτούρα	noun	η δήθεν κουλτούρα, η δήθεν διανόηση
ψευτοκουλτούρας	noun	γενική ενικού του ψευτοκουλτούρα
ψευτοκουλτούρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοκουλτούρα
ψευτοκουτσαβάκη	=	ψευτοκουτσαβάκης
ψευτοκουτσαβάκηδες	=	ψευτοκουτσαβάκης
ψευτοκουτσαβάκηδων	=	ψευτοκουτσαβάκης
ψευτοκουτσαβάκης	noun	ψευτοπαλικαράς, ψευτόμαγκας
ψευτολογίου	=	ψευτολόγιος
ψευτολογίους	=	ψευτολόγιος
ψευτολογίων	=	ψευτολόγιος
ψευτολόγιε	=	ψευτολόγιος
ψευτολόγιο	=	ψευτολόγιος
ψευτολόγιοι	=	ψευτολόγιος
ψευτολόγιος	noun	άλλη μορφή του ψευδολόγιος	adj	άλλη μορφή του ψευδολόγιος
ψευτολόγιου	=	ψευτολόγιος
ψευτολόγιους	=	ψευτολόγιος
ψευτολόγιων	=	ψευτολόγιος
ψευτομάγκισσα	=	ψευτόμαγκας
ψευτομάρτυρα	=	ψευτομάρτυρας
ψευτομάρτυρας	noun	που παριστάνει το θύμα, τον μάρτυρα χωρίς να είναι
ψευτομάρτυρες	=	ψευτομάρτυρας
ψευτομάρτυρος	=	ψευτομάρτυρας
ψευτομέντιουμ	noun	υποτιμητική αναφορά σε μέντιουμ
ψευτομαγκιά	noun	το να πουλάς μαγκιά, να παριστάνεις τον μάγκα χωρίς να είσαι, να ενεργείς σαν μάγκας ενώ δεν έχεις τα κότσια
ψευτομαγκιάς	=	ψευτομαγκιά
ψευτομαγκιές	=	ψευτομαγκιά
ψευτομαρξίστρια	noun	άλλη μορφή του ψευδομαρξίστρια
ψευτομαρξίστριας	noun	γενική ενικού του ψευτομαρξίστρια
ψευτομαρξίστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτομαρξίστρια
ψευτομαρξιστές	=	ψευτομαρξιστής
ψευτομαρξιστή	=	ψευτομαρξιστής
ψευτομαρξιστής	noun	άλλη μορφή του ψευδομαρξιστής
ψευτομαρξιστριών	noun	γενική πληθυντικού του ψευτομαρξίστρια
ψευτομαρξιστών	=	ψευτομαρξιστής
ψευτομαρτύρων	=	ψευτομάρτυρας
ψευτονταή	=	ψευτονταής
ψευτονταήδες	=	ψευτονταής
ψευτονταήδων	=	ψευτονταής
ψευτονταής	noun	που παριστάνει τον νταή χωρίς να πείθει, ο θρασύδειλος
ψευτοπάτωμα	noun	άλλη μορφή του ψευδοπάτωμα
ψευτοπέρασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπέρασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπέρασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπέρασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπέρνα	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπέρναγα	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπέρναγε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπαλικαρά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψευτοπαλικαράς
ψευτοπαλικαράδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοπαλικαράς
ψευτοπαλικαράδων	noun	γενική πληθυντικού του ψευτοπαλικαράς
ψευτοπαλικαράς	noun	αυτός που παριστάνει τον παλικαρά, τον νταή, ο θρασύδειλος
ψευτοπαρηγορητικός	adj|rare	που δημιουργεί μια ψευδή παρηγοριά
ψευτοπατωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψευτοπάτωμα
ψευτοπατώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοπάτωμα
ψευτοπατώματος	noun	γενική ενικού του ψευτοπάτωμα
ψευτοπεράσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσαν	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπεράσανε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπεράσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπεράσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψευτοπερνώ
ψευτοπερνά	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάει	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάμε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάν	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάνε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάς	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάτε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνάω	verb|vulgar	ζω, περνάω στα ψέματα (με μεγάλη δυσκολία) με πολύ λίγα χρήματα, μόλις καλύπτοντας τις βασικές μου ανάγκες
ψευτοπερνούμε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούν	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούνε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσα	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσαμε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσαν	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσανε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσατε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσε	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνούσες	=	ψευτοπερνάω
ψευτοπερνώ	verb	άλλη μορφή του ψευτοπερνάω
ψευτοπερνώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψευτοπερνάω / ψευτοπερνώ
ψευτοπλυμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοπλυμένο
ψευτοπλυμένε	verb	κλητική ενικού του ψευτοπλυμένος
ψευτοπλυμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοπλυμένη
ψευτοπλυμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευτοπλυμένος
ψευτοπλυμένης	verb	γενική ενικού του ψευτοπλυμένη
ψευτοπλυμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψευτοπλυμένος
ψευτοπλυμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτοπλυμένος
ψευτοπλυμένος	verb	που δεν πλύθηκε καλά (άνθρωπος, ρούχο, αντικείμενο)
ψευτοπλυμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευτοπλυμένος
ψευτοπλυμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψευτοπλυμένος
ψευτοπλυμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευτοπλυμένος
ψευτοπολιτικοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτοπολιτικός
ψευτοπρόβλημα	=	ψευδοπρόβλημα
ψευτοσεμνότυφα	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφε	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφες	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφη	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφης	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφο	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφοι	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφος	adj	άλλη μορφή του ψευδοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφου	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφους	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοσεμνότυφων	=	ψευτοσεμνότυφος
ψευτοφαγωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφαγωμένο
ψευτοφαγωμένε	verb	κλητική ενικού του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφαγωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφαγωμένη
ψευτοφαγωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφαγωμένης	verb	γενική ενικού του ψευτοφαγωμένη
ψευτοφαγωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφαγωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφαγωμένος	verb	που δεν έφαγε καλά, που δεν είναι νηστικός, αλλά δεν είχε ένα κανονικό πλήρες γεύμα, που θέλει να φάει ή πρέπει να φάει κάτι ακόμα
ψευτοφαγωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφαγωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφαγωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευτοφαγωμένος
ψευτοφιλία	noun	η ψεύτικη, η προσποιητή φιλία
ψευτοφιλίας	noun	γενική ενικού του ψευτοφιλία
ψευτοφιλίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφιλία
ψευτοφιλιών	noun	γενική πληθυντικού του ψευτοφιλία
ψευτοφτιαγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφτιαγμένο
ψευτοφτιαγμένε	verb	κλητική ενικού του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφτιαγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφτιαγμένη
ψευτοφτιαγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφτιαγμένης	verb	γενική ενικού του ψευτοφτιαγμένη
ψευτοφτιαγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφτιαγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφτιαγμένος	verb	που τον κατασκεύασαν με σαθρά, κακά υλικά ή τον έφτιαξαν πρόχειρα, στα γρήγορα
ψευτοφτιαγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφτιαγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφτιαγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψευτοφτιαγμένος
ψευτοφυλλάδα	noun	έντυπο, συνήθως εφημερίδα, που είναι αναξιόπιστο και χαμηλής κυκλοφορίας
ψευτοφυλλάδας	=	ψευτοφυλλάδα
ψευτοφυλλάδες	=	ψευτοφυλλάδα
ψευτοφυλλάδων	=	ψευτοφυλλάδα
ψευτοχαρούμενα	adv	με τρόπο ψευτοχαρούμενο, όχι αληθινά, αυθόρμητα, πηγαία χαρούμενο
ψευτοϊδεαλιστικά	adv	με τρόπο που μοιάζει ιδεαλιστικός αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι
ψευτοϋποκλίσεις	=	ψευτοϋπόκλιση
ψευτοϋποκλίσεων	=	ψευτοϋπόκλιση
ψευτοϋπόκλιση	noun	η ψεύτικη, προσποιητή ή ειρωνική υπόκλιση, η υπόκλιση που γίνεται με μισή καρδιά
ψευτοϋπόκλισης	=	ψευτοϋπόκλιση
ψευτρού	noun	η ψεύτρα
ψευτρούδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτρού
ψευτρούδων	=	ψευτρού
ψευτρούς	=	ψευτρού
ψευτόζει	=	ψευτοζώ
ψευτόζησα	=	ψευτοζώ
ψευτόμαγκα	=	ψευτόμαγκας
ψευτόμαγκας	noun|vulgar	που παριστάνει τον μάγκα χωρίς να πείθει, ο θρασύδειλος
ψευτόμαγκες	=	ψευτόμαγκας
ψευτόμαγκων	=	ψευτόμαγκας
ψευτόσουπα	noun	απλή χορτόσουπα· σούπα που δεν περιέχει κρεατικά, πουλερικά ή ψάρι
ψευτόσουπας	noun	γενική ενικού του ψευτόσουπα
ψευτόσουπες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευτόσουπα
ψευτόσουπων	=	ψευτόσουπα
ψευτών	=	ψεύτης
ψεχτήκαμε	=	ψέγω
ψεχτήκαν	=	ψέγω
ψεχτήκανε	=	ψέγω
ψεχτήκατε	=	ψέγω
ψεχτεί	=	ψέγω
ψεχτείς	=	ψέγω
ψεχτείτε	=	ψέγω
ψεχτούμε	=	ψέγω
ψεχτούν	=	ψέγω
ψεχτούνε	=	ψέγω
ψεχτώ	=	ψέγω
ψεύδεσαι	=	ψεύδομαι
ψεύδεστε	=	ψεύδομαι
ψεύδεται	=	ψεύδομαι
ψεύδη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύδος
ψεύδιζα	=	ψευδίζω
ψεύδιζαν	=	ψευδίζω
ψεύδιζε	=	ψευδίζω
ψεύδιζες	=	ψευδίζω
ψεύδισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευδίζω
ψεύδισαν	=	ψευδίζω
ψεύδισε	=	ψευδίζω
ψεύδισες	=	ψευδίζω
ψεύδισμα	noun	η λανθασμένη εκφορά κάποιων φθόγγων, κυρίως των συριστικών
ψεύδομαι	verb|formal	λέω ψέματα, λέω κάτι σε αντίθεση με την αλήθεια, αποκρύπτω την αλήθεια, παραπλανώ
ψεύδονται	=	ψεύδομαι
ψεύδονταν	=	ψεύδομαι
ψεύδορκα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύδορκο
ψεύδορκε	adj	κλητική ενικού του ψεύδορκος
ψεύδορκες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύδορκη
ψεύδορκη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεύδορκος
ψεύδορκης	adj	γενική ενικού του ψεύδορκη
ψεύδορκο	adj	αιτιατική ενικού του ψεύδορκος
ψεύδορκοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψεύδορκος
ψεύδορκος	adj	που ορκίζεται ψευδή στοιχεία, που δίνει ψεύτικο όρκο ατομικά, σε ιδιωτικές συναντήσεις ή σε δικαστήριο
ψεύδορκου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψεύδορκος
ψεύδορκους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψεύδορκος
ψεύδορκων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψεύδορκος
ψεύδος	noun	πιο λόγια λέξη για το ψέμα, την ψευτιά
ψεύδους	=	ψεύδος
ψεύμα	noun|obsolete	άλλη μορφή του ψέμα
ψεύσθηκα	=	ψεύδομαι
ψεύσθηκαν	=	ψεύδομαι
ψεύσθηκε	=	ψεύδομαι
ψεύσθηκες	=	ψεύδομαι
ψεύσου	=	ψεύδομαι
ψεύστηκα	=	ψεύδομαι
ψεύταρε	=	ψεύταρος
ψεύταρο	=	ψεύταρος
ψεύταροι	=	ψεύταρος
ψεύταρος	noun	ο ψευταράς
ψεύταρου	=	ψεύταρος
ψεύταρους	=	ψεύταρος
ψεύταρων	=	ψεύταρος
ψεύτες	=	ψεύτης
ψεύτη	=	ψεύτης
ψεύτης	noun	αυτός που λέει ψέματα, που ψεύδεται
ψεύτιζα	=	ψευτίζω
ψεύτιζαν	=	ψευτίζω
ψεύτιζε	=	ψευτίζω
ψεύτιζες	=	ψευτίζω
ψεύτικα	adv	με ψεύτικο τρόπο
ψεύτικε	adj	κλητική ενικού του ψεύτικος
ψεύτικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύτικη
ψεύτικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψεύτικος
ψεύτικης	adj	γενική ενικού του ψεύτικη
ψεύτικια	=	ψεύτικος
ψεύτικιας	=	ψεύτικος
ψεύτικο	adj	αιτιατική ενικού του ψεύτικος
ψεύτικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψεύτικος
ψεύτικος	adj	που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
ψεύτικου	adj	γενική ενικού του ψεύτικος
ψεύτικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψεύτικος
ψεύτικων	adj	γενική πληθυντικού του ψεύτικος
ψεύτισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψεύτισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψεύτισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψεύτισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψευτίζω
ψεύτισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψευτίζω
ψεύτρα	noun	αυτή που λέει ψέματα, που ψεύδεται
ψεύτρας	=	ψεύτρα
ψεύτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψεύτρα
ψηγμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψήγμα
ψηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθήκαν	=	ψήνω
ψηθήκανε	=	ψήνω
ψηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηθούνε	=	ψήνω
ψηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψήνομαι
ψηκτρών	noun	γενική πληθυντικού του ψήκτρα
ψηλά	adv	σε μεγάλο ύψος	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ψηλό) του ψηλός
ψηλάφησα	=	ψηλαφώ
ψηλάφηση	noun	η ενέργεια της εξέτασης μέσω της αφής
ψηλάφησης	noun	γενική ενικού του ψηλάφηση
ψηλάφισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω / ψηλαφώ
ψηλάφισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω / ψηλαφώ
ψηλάφισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω / ψηλαφώ
ψηλάφισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω / ψηλαφώ
ψηλάφιση	noun	άλλη γραφή του ψηλάφηση
ψηλάφισης	noun	γενική ενικού του ψηλάφιση
ψηλάφισμα	noun	η ψηλάφηση
ψηλέ	adj	κλητική ενικού του ψηλός
ψηλέα	=	ψηλέας
ψηλέας	noun	ψηλός και λεπτός άνθρωπος
ψηλέες	=	ψηλέας
ψηλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλή
ψηλέων	=	ψηλέας
ψηλή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλός
ψηλής	adj	γενική ενικού του ψηλή
ψηλαρμένιζα	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένιζαν	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένιζε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένιζες	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένισα	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένισαν	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένισε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένισες	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμένισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζαμε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζαν	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζανε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζατε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζει	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζεις	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζετε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζοντας	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζουμε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζουν	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζουνε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίζω	verb	αρμενίζω ψηλά, πετώ ψηλά
ψηλαρμενίσαμε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίσαν	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίσανε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίσατε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίσει	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαρμένισμα
ψηλαρμενίσματος	noun	γενική ενικού του ψηλαρμένισμα
ψηλαρμενίστε	=	ψηλαρμενίζω
ψηλαρμενισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψηλαρμένισμα
ψηλαφάω	=	ψηλαφῶ
ψηλαφήθηκα	=	ψηλαφώ
ψηλαφήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλάφηση
ψηλαφήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψηλάφηση
ψηλαφήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψηλάφηση
ψηλαφίζω	=	ψηλαφώ
ψηλαφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω / ψηλαφώ
ψηλαφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω / ψηλαφώ
ψηλαφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψηλάφιση
ψηλαφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψηλάφιση
ψηλαφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλάφισμα
ψηλαφίσματος	noun	γενική ενικού του ψηλάφισμα
ψηλαφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφίστηκα	=	ψηλαφώ
ψηλαφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλαφίζω
ψηλαφημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφημένο
ψηλαφημένε	verb	κλητική ενικού του ψηλαφημένος
ψηλαφημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφημένη
ψηλαφημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλαφημένος
ψηλαφημένης	verb	γενική ενικού του ψηλαφημένη
ψηλαφημένο	verb	αιτιατική ενικού του ψηλαφημένος
ψηλαφημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφημένος
ψηλαφημένος	verb	που έχει ψηλαφηθεί
ψηλαφημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηλαφημένος
ψηλαφημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψηλαφημένος
ψηλαφημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηλαφημένος
ψηλαφητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφητό	adv	ψάχνοντας κάτι με την αφή, χωρίς να μπορώ να δω τι ακριβώς ακουμπώ
ψηλαφητέ	adj	κλητική ενικού του ψηλαφητός
ψηλαφητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφητή
ψηλαφητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλαφητός
ψηλαφητής	adj	γενική ενικού του ψηλαφητή
ψηλαφητί	adv	ψηλαφητά, ψηλαφιστά
ψηλαφητικά	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικέ	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικές	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλαφητικός
ψηλαφητικής	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικοί	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικού	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικούς	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικό	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητικός	adj	που έχει σχέση με ψηλάφιση / ψηλάφηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
ψηλαφητικών	=	ψηλαφητικός
ψηλαφητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφητός
ψηλαφητού	adj	γενική ενικού του ψηλαφητός
ψηλαφητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλαφητός
ψηλαφητό	adj	αιτιατική ενικού του ψηλαφητός
ψηλαφητός	adj	που μπορούμε να τον ψηλαφίσουμε, να τον αντιληφθούμε ψηλαφώντας
ψηλαφητών	adj	γενική πληθυντικού του ψηλαφητός
ψηλαφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψηλάφισμα
ψηλαφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφισμένο
ψηλαφισμένε	verb	κλητική ενικού του ψηλαφισμένος
ψηλαφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφισμένη
ψηλαφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλαφισμένος
ψηλαφισμένης	verb	γενική ενικού του ψηλαφισμένη
ψηλαφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψηλαφισμένος
ψηλαφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφισμένος
ψηλαφισμένος	verb	που έχει ψηλαφηθεί
ψηλαφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηλαφισμένος
ψηλαφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψηλαφισμένος
ψηλαφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηλαφισμένος
ψηλαφιστά	adv	ψάχνοντας κάτι με την αφή, χωρίς να μπορώ να δω τι ακριβώς ακουμπώ
ψηλαφιστέ	adj	κλητική ενικού του ψηλαφιστός
ψηλαφιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφιστή
ψηλαφιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλαφιστός
ψηλαφιστής	adj	γενική ενικού του ψηλαφιστή
ψηλαφιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλαφιστός
ψηλαφιστού	adj	γενική ενικού του ψηλαφιστός
ψηλαφιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλαφιστός
ψηλαφιστό	adj	αιτιατική ενικού του ψηλαφιστός
ψηλαφιστός	adj	άλλη γραφή του ψηλαφητός
ψηλαφιστών	adj	γενική πληθυντικού του ψηλαφιστός
ψηλαφούμαι	=	ψηλαφώ
ψηλαφώ	verb	αγγίζω κάτι με τις άκρες των δαχτύλων, πολύ απαλά, προκειμένου να διαπιστώσω κάτι
ψηλαφώμαι	=	ψηλαφώ
ψηλαφῶ	verb	το μονοτονικό ψηλαφώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982
ψηλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλός
ψηλοκρεμαστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλοκρεμαστό	adv	με ρίψη σε ψηλό μέρος, σαν να πρόκειται να κρεμαστεί κάπου
ψηλοκρεμαστέ	adj	κλητική ενικού του ψηλοκρεμαστός
ψηλοκρεμαστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλοκρεμαστή
ψηλοκρεμαστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλοκρεμαστός
ψηλοκρεμαστής	adj	γενική ενικού του ψηλοκρεμαστή
ψηλοκρεμαστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλοκρεμαστός
ψηλοκρεμαστού	adj	γενική ενικού του ψηλοκρεμαστός
ψηλοκρεμαστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλοκρεμαστός
ψηλοκρεμαστό	adj	αιτιατική ενικού του ψηλοκρεμαστός
ψηλοκρεμαστός	adj	που ρίχνεται ψηλά σαν να επρόκειτο να κρεμαστεί κάπου
ψηλοκρεμαστών	adj	γενική πληθυντικού του ψηλοκρεμαστός
ψηλολέλεκα	=	ψηλολέλεκας
ψηλολέλεκας	noun	ψηλός και αδύνατος άνδρας
ψηλολέλεκες	=	ψηλολέλεκας
ψηλολέλεκων	=	ψηλολέλεκας
ψηλομύτα	noun	θηλυκό του ψηλομύτης
ψηλομύτας	noun	γενική ενικού του ψηλομύτα
ψηλομύτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλομύτα
ψηλομύτη	=	ψηλομύτης
ψηλομύτηδες	=	ψηλομύτης
ψηλομύτηδων	=	ψηλομύτης
ψηλομύτης	adj	αυτός που περιφρονεί τους άλλους, που τους «κοιτάζει από ψηλά»
ψηλομύτικα	=	ψηλομύτης
ψηλομύτικο	=	ψηλομύτης
ψηλομύτικου	=	ψηλομύτης
ψηλομύτικων	=	ψηλομύτης
ψηλοτάβανα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλοτάβανο
ψηλοτάβανε	adj	κλητική ενικού του ψηλοτάβανος
ψηλοτάβανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλοτάβανη
ψηλοτάβανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλοτάβανος
ψηλοτάβανης	adj	γενική ενικού του ψηλοτάβανη
ψηλοτάβανο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλοτάβανος
ψηλοτάβανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλοτάβανος
ψηλοτάβανος	adj	που έχει ψηλά το ταβάνι
ψηλοτάβανου	adj	γενική ενικού του ψηλοτάβανος
ψηλοτάβανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλοτάβανος
ψηλοτάβανων	adj	γενική πληθυντικού του ψηλοτάβανος
ψηλοτάκουνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλοτάκουνο
ψηλοτάκουνε	adj	κλητική ενικού του ψηλοτάκουνος
ψηλοτάκουνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλοτάκουνη
ψηλοτάκουνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλοτάκουνος
ψηλοτάκουνης	adj	γενική ενικού του ψηλοτάκουνη
ψηλοτάκουνο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλοτάκουνος
ψηλοτάκουνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλοτάκουνος
ψηλοτάκουνος	adj	που έχει ψηλό τακούνι
ψηλοτάκουνου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηλοτάκουνος
ψηλοτάκουνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλοτάκουνος
ψηλοτάκουνων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηλοτάκουνος
ψηλού	adj	γενική ενικού του ψηλός
ψηλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλός
ψηλωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψήλωμα
ψηλωμένος	=	ψηλώνω
ψηλωσιά	noun	το ύψωμα, το ψήλωμα
ψηλωσιάς	=	ψηλωσιά
ψηλωσιές	=	ψηλωσιά
ψηλωσιών	=	ψηλωσιά
ψηλό	adj	αιτιατική ενικού του ψηλός
ψηλόλιγνα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόλιγνο
ψηλόλιγνε	adj	κλητική ενικού του ψηλόλιγνος
ψηλόλιγνες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόλιγνη
ψηλόλιγνη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλόλιγνος
ψηλόλιγνης	adj	γενική ενικού του ψηλόλιγνη
ψηλόλιγνο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλόλιγνος
ψηλόλιγνοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλόλιγνος
ψηλόλιγνος	adj	ψηλός και λιγνός
ψηλόλιγνου	adj	γενική ενικού του ψηλόλιγνος
ψηλόλιγνους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλόλιγνος
ψηλόλιγνων	adj	γενική πληθυντικού του ψηλόλιγνος
ψηλόπλωρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόπλωρο
ψηλόπλωρε	adj	κλητική ενικού του ψηλόπλωρος
ψηλόπλωρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόπλωρη
ψηλόπλωρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλόπλωρος
ψηλόπλωρης	adj	γενική ενικού του ψηλόπλωρη
ψηλόπλωρο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλόπλωρος
ψηλόπλωροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλόπλωρος
ψηλόπλωρος	adj	αυτός που φέρει ψηλή πλώρη
ψηλόπλωρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηλόπλωρος
ψηλόπλωρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλόπλωρος
ψηλόπλωρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηλόπλωρος
ψηλόπρυμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόπρυμο
ψηλόπρυμε	adj	κλητική ενικού του ψηλόπρυμος
ψηλόπρυμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόπρυμη
ψηλόπρυμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλόπρυμος
ψηλόπρυμης	adj	γενική ενικού του ψηλόπρυμη
ψηλόπρυμο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλόπρυμος
ψηλόπρυμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλόπρυμος
ψηλόπρυμος	adj	αυτός που φέρει ψηλή πρύμη
ψηλόπρυμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηλόπρυμος
ψηλόπρυμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλόπρυμος
ψηλόπρυμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηλόπρυμος
ψηλός	adj	που έχει μεγάλο ανάστημα
ψηλόσωμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόσωμο
ψηλόσωμε	adj	κλητική ενικού του ψηλόσωμος
ψηλόσωμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλόσωμη
ψηλόσωμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλόσωμος
ψηλόσωμης	adj	γενική ενικού του ψηλόσωμη
ψηλόσωμο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλόσωμος
ψηλόσωμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλόσωμος
ψηλόσωμος	adj	άλλη μορφή του υψηλόσωμος
ψηλόσωμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηλόσωμος
ψηλόσωμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλόσωμος
ψηλόσωμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηλόσωμος
ψηλότατα	=	ψηλός
ψηλότατε	=	ψηλός
ψηλότατες	=	ψηλός
ψηλότατη	=	ψηλός
ψηλότατης	=	ψηλός
ψηλότατο	=	ψηλός
ψηλότατοι	=	ψηλός
ψηλότατος	=	ψηλός
ψηλότατου	=	ψηλός
ψηλότατους	=	ψηλός
ψηλότατων	=	ψηλός
ψηλότερα	adv	για κάτι που βρίσκεται ή βρισκόταν ή πρόκειται να βρεθεί σε υψηλότερο επίπεδο από κάτι άλλο ή από τον εαυτό του σε άλλη χρονική στιγμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλότερο
ψηλότερε	adj	κλητική ενικού του ψηλότερος
ψηλότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηλότερη
ψηλότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηλότερος
ψηλότερης	adj	γενική ενικού του ψηλότερη
ψηλότερο	adj	αιτιατική ενικού του ψηλότερος
ψηλότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηλότερος
ψηλότερος	adj	που είναι πιο ψηλός
ψηλότερου	adj	γενική ενικού του ψηλότερος
ψηλότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηλότερος
ψηλότερων	adj	γενική πληθυντικού του ψηλότερος
ψηλώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψήλωμα
ψηλώματος	noun	γενική ενικού του ψήλωμα
ψηλών	adj	γενική πληθυντικού του ψηλός
ψηλώνω	verb	γίνομαι πιο ψηλός, αυξάνεται το ύψος μου
ψηλώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψηλώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηλώνω
ψημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψημένο
ψημένε	verb	κλητική ενικού του ψημένος
ψημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψημένη
ψημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψημένος
ψημένης	adj	γενική ενικού του ψημένη
ψημένο	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψημένος
ψημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψημένος
ψημένος	=	ψήνω
ψημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψημένος
ψημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψημένος
ψημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψημένος
ψηνόμασταν	=	ψήνω
ψηνόμαστε	=	ψήνω
ψηνόμουν	=	ψήνω
ψηνόμουνα	=	ψήνω
ψηνόντουσαν	=	ψήνω
ψηνόσασταν	=	ψήνω
ψηνόσαστε	=	ψήνω
ψηνόσουν	=	ψήνω
ψηνόσουνα	=	ψήνω
ψηνόταν	=	ψήνω
ψηνότανε	=	ψήνω
ψησίματα	=	ψήσιμο
ψησίματος	noun	γενική ενικού του ψήσιμο
ψησιμάτων	=	ψήσιμο
ψησταριά	noun	κατασκευή που περιέχει χώρο για κάρβουνα και σχάρα για να ψηθούν κρέατα ή ψάρια
ψησταριάς	noun	γενική ενικού του ψησταριά
ψησταριές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψησταριά
ψησταριών	=	ψησταριά
ψηστιέρα	noun	συσκευή για ψήσιμο στη σχάρα
ψηστιέρας	noun	γενική ενικού του ψηστιέρα
ψηστιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηστιέρα
ψηστικά	noun	η αμοιβή που καταβάλλεται σε φούρναρη για το ψήσιμο φαγητού
ψηστικών	=	ψηστικά
ψηστών	=	ψήστης
ψητά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψητό
ψητέ	adj	κλητική ενικού του ψητός
ψητές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψητή
ψητή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψητός
ψητής	adj	γενική ενικού του ψητή
ψητοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψητός
ψητοπωλεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψητοπωλείο
ψητοπωλείο	noun	κατάστημα όπου ψήνονται και σερβίρονται ή δίνονται σε πακέτο ψητά
ψητοπωλείου	noun	γενική ενικού του ψητοπωλείο
ψητοπωλείων	noun	γενική πληθυντικού του ψητοπωλείο
ψητού	adj	γενική ενικού του ψητός
ψητούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψητός
ψητό	noun	φαγητό, κυρίως κρέας, ψημένο στο φούρνο	adj	αιτιατική ενικού του ψητός
ψητός	adj	που έχει παρασκευαστεί με ψήσιμο στο φούρνο ή στα κάρβουνα
ψητών	adj	γενική πληθυντικού του ψητός
ψηφά	=	ψηφώ
ψηφάει	=	ψηφώ
ψηφάμε	=	ψηφώ
ψηφάν	=	ψηφώ
ψηφάνε	=	ψηφώ
ψηφάς	=	ψηφώ
ψηφάτε	=	ψηφώ
ψηφάω	verb	άλλη μορφή του ψηφώ
ψηφήσαμε	=	ψηφώ
ψηφήσαν	=	ψηφώ
ψηφήσανε	=	ψηφώ
ψηφήσατε	=	ψηφώ
ψηφήσει	=	ψηφώ
ψηφήστε	=	ψηφώ
ψηφί	noun	το ψηφίο
ψηφία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφίο
ψηφίδα	noun	μικρό κομμάτι πέτρας ή άλλου υλικού που συνδυάζεται μαζί με άλλα για να φτιαχτεί μια εικαστική σύνθεση (ψηφιδωτό)
ψηφίδας	=	ψηφίδα
ψηφίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφίδα
ψηφίδωμα	noun	το ψηφιδωτό
ψηφίδων	=	ψηφίδα
ψηφίζαμε	=	ψηφίζω
ψηφίζαν	=	ψηφίζω
ψηφίζανε	=	ψηφίζω
ψηφίζατε	=	ψηφίζω
ψηφίζει	=	ψηφίζω
ψηφίζεις	=	ψηφίζω
ψηφίζεσαι	=	ψηφίζω
ψηφίζεστε	=	ψηφίζω
ψηφίζεται	=	ψηφίζω
ψηφίζετε	=	ψηφίζω
ψηφίζομαι	verb	με ψηφίζουν
ψηφίζομε	=	ψηφίζω
ψηφίζονται	=	ψηφίζω
ψηφίζονταν	=	ψηφίζω
ψηφίζοντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψηφίζω
ψηφίζου	=	ψηφίζομαι
ψηφίζουμε	=	ψηφίζω
ψηφίζουν	=	ψηφίζω
ψηφίζουνε	=	ψηφίζω
ψηφίζω	verb	εκφράζω, μέσω της ψήφου μου, την προτίμησή μου για έναν υποψήφιο ή για μια ιδέα.
ψηφίο	noun	το σύμβολο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα σύμβολα για την αναπαράσταση ενός αριθμού
ψηφίου	noun	γενική ενικού του ψηφίο
ψηφίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσαν	=	ψηφίζω
ψηφίσανε	=	ψηφίζω
ψηφίσαντα	=	ψηφίσαντας
ψηφίσανταν	=	ψηφίσαντας
ψηφίσαντας	verb	μορφή του ψηφίσας με νεότερες καταλήξεις
ψηφίσαντασα	=	ψηφίσαντας
ψηφίσαντες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφίσας, γένους αρσενικού
ψηφίσαντος	=	ψηφίσαντας
ψηφίσας	=	ψηφίσαντας
ψηφίσασα	=	ψηφίσαντας
ψηφίσασας	=	ψηφίσαντας
ψηφίσασες	=	ψηφίσαντας
ψηφίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψήφιση
ψηφίσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψήφιση
ψηφίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψήφισμα
ψηφίσματος	noun	γενική ενικού του ψήφισμα
ψηφίσομε	=	ψηφίζω
ψηφίσου	=	ψηφίζω
ψηφίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίσουνε	=	ψηφίζω
ψηφίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζω
ψηφίων	noun	γενική πληθυντικού του ψηφίο
ψηφαλάκι	noun	σκωπτικός χαρακτηρισμός αναζητούμενης ψήφου κατά ψηφοθηρία
ψηφαλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφαλάκι
ψηφιά	=	ψηφί
ψηφιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιακό	adv	με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας
ψηφιακέ	adj	κλητική ενικού του ψηφιακός
ψηφιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιακή
ψηφιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηφιακός
ψηφιακής	adj	γενική ενικού του ψηφιακή
ψηφιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηφιακός
ψηφιακοποίηση	noun	άλλη μορφή του ψηφιοποίηση
ψηφιακοποίησης	=	ψηφιακοποίηση
ψηφιακοποιήσεις	=	ψηφιακοποίηση
ψηφιακοποιήσεων	=	ψηφιακοποίηση
ψηφιακοτήτων	=	ψηφιακότητα
ψηφιακού	adj	γενική ενικού του ψηφιακός
ψηφιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηφιακός
ψηφιακό	adj	αιτιατική ενικού του ψηφιακός
ψηφιακός	adj	που καταχωρίζει, επεξεργάζεται ή μεταφέρει δεδομένα με αριθμητικά ψηφία ή ειδικά σήματα
ψηφιακότητα	noun	η ιδιότητα του ψηφιακού
ψηφιακότητας	=	ψηφιακότητα
ψηφιακότητες	=	ψηφιακότητα
ψηφιακών	adj	γενική πληθυντικού του ψηφιακός
ψηφιδογράφε	=	ψηφιδογράφος
ψηφιδογράφο	=	ψηφιδογράφος
ψηφιδογράφοι	=	ψηφιδογράφος
ψηφιδογράφος	noun	ο ψηφοθέτης
ψηφιδογράφου	=	ψηφιδογράφος
ψηφιδογράφους	=	ψηφιδογράφος
ψηφιδογράφων	=	ψηφιδογράφος
ψηφιδογραφία	noun	η ψηφοθέτηση
ψηφιδογραφίας	noun	γενική ενικού του ψηφιδογραφία
ψηφιδογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιδογραφία
ψηφιδογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ψηφιδογραφία
ψηφιδοθέτες	=	ψηφιδοθέτης
ψηφιδοθέτη	=	ψηφιδοθέτης
ψηφιδοθέτης	noun	ο ψηφοθέτης
ψηφιδοθέτηση	noun	η ψηφοθέτηση
ψηφιδοθέτησης	noun	γενική ενικού του ψηφιδοθέτηση
ψηφιδοθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιδοθέτηση
ψηφιδοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψηφιδοθέτηση
ψηφιδοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψηφιδοθέτηση
ψηφιδοθετών	=	ψηφιδοθέτης
ψηφιδοφόρα	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρας	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρε	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρες	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρο	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόροι	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρος	adj	αυτός που φέρει ψηφίδες
ψηφιδοφόρου	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρους	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρων	=	ψηφιδοφόρος
ψηφιδωμάτων	=	ψηφίδωμα
ψηφιδωτά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιδωτό
ψηφιδωτέ	adj	κλητική ενικού του ψηφιδωτός
ψηφιδωτές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιδωτή
ψηφιδωτή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηφιδωτός
ψηφιδωτής	adj	γενική ενικού του ψηφιδωτή
ψηφιδωτη	=	ψηφιδωτός
ψηφιδωτο	=	ψηφιδωτός
ψηφιδωτοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηφιδωτός
ψηφιδωτού	adj	γενική ενικού του ψηφιδωτός
ψηφιδωτούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηφιδωτός
ψηφιδωτό	adj	αιτιατική ενικού του ψηφιδωτός	noun	επιφάνεια καλυμμένη διακοσμητικά με ψηφίδες (μικρά επίπεδα κομμάτια από υαλόμαζα ή πετρώματα)
ψηφιδωτός	adj	που συσχετίζεται με ή έχει μορφή όπως το ψηφιδωτό, το μωσαϊκό, που είναι φτιαγμένος από ψηφίδες ή που έχει σχέση με την τέχνη αυτή
ψηφιδωτών	adj	γενική πληθυντικού του ψηφιδωτός
ψηφιδώματα	=	ψηφίδωμα
ψηφιδώματος	=	ψηφίδωμα
ψηφιζόμασταν	=	ψηφίζω
ψηφιζόμαστε	=	ψηφίζω
ψηφιζόμενος	=	ψηφίζομαι
ψηφιζόμουν	=	ψηφίζω
ψηφιζόμουνα	=	ψηφίζω
ψηφιζόντουσαν	=	ψηφίζω
ψηφιζόσασταν	=	ψηφίζω
ψηφιζόσαστε	=	ψηφίζω
ψηφιζόσουν	=	ψηφίζω
ψηφιζόσουνα	=	ψηφίζω
ψηφιζόταν	=	ψηφίζω
ψηφιζότανε	=	ψηφίζω
ψηφιοαναλογικά	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικέ	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικές	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογική	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ψηφιοαναλογική) του ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικοί	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικού	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικούς	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικό	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιοαναλογικός	adj	που σχετίζεται με την αναλογική και την ψηφιακή τεχνολογία
ψηφιοαναλογικών	=	ψηφιοαναλογικός
ψηφιολέξεις	=	ψηφιολέξη
ψηφιολέξεων	=	ψηφιολέξη
ψηφιολέξη	noun	byte: στοιχειώδης μονάδα (μικρότερη ποσότητα) δεδομένων, που μπορεί να αποθηκευθεί και να χρησιμοποιηθεί από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή.
ψηφιολέξης	=	ψηφιολέξη
ψηφιοποίησα	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποίησαν	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποίησε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποίησες	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποίηση	noun	η μετατροπή αναλογικού ήχου, εικόνας ή βίντεο σε μορφή ακολουθίας αριθμών η οποία είναι επεξεργάσιμη από υπολογιστή
ψηφιοποίησης	=	ψηφιοποίηση
ψηφιοποιήθηκα	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιήσαμε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιήσαν	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιήσανε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιήσατε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιήσει	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφιοποίηση
ψηφιοποιήσεων	=	ψηφιοποίηση
ψηφιοποιήστε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιεί	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιείς	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιείτε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιημένα	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένε	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένες	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένη	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένης	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένο	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένοι	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένος	verb	digitised: αυτός που έχει υποστεί ψηφιοποίηση, που έχει ψηφιοποιηθεί
ψηφιοποιημένου	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένους	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιημένων	=	ψηφιοποιημένος
ψηφιοποιητές	=	ψηφιοποιητής
ψηφιοποιητή	=	ψηφιοποιητής
ψηφιοποιητής	noun	μηχανισμός ο οποίος χρησιμοποιείται για την απεικόνιση ενός αναλογικού ήχου,εικόνας ή βίντεο σε μορφή ακολουθίας αριθμών ώστε να είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασίας τους ή η αποθήκευση και αναπαραγωγή τους από υπολογιστή
ψηφιοποιητών	=	ψηφιοποιητής
ψηφιοποιούμαι	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούμε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούν	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούνε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσα	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσαμε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσαν	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσανε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσατε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσε	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιούσες	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοποιώ	verb	δίνω σε κάτι ψηφιακή μορφή, το μετατρέπω σε ψηφιακό
ψηφιοποιώντας	=	ψηφιοποιώ
ψηφιοσκοπίου	=	ψηφιοσκόπιο
ψηφιοσκοπίων	=	ψηφιοσκόπιο
ψηφιοσκόπια	=	ψηφιοσκόπιο
ψηφιοσκόπιο	noun	όργανο που εξετάζει και ψηφιοποιεί κάτι
ψηφιοσκόπιου	=	ψηφιοσκόπιο
ψηφιοσκόπιων	=	ψηφιοσκόπιο
ψηφιού	=	ψηφί
ψηφισάντων	=	ψηφίσαντας
ψηφισάσης	=	ψηφίσαντας
ψηφισασών	=	ψηφίσαντας
ψηφισθέν	=	ψηφισθείς
ψηφισθέντα	=	ψηφισθείς
ψηφισθέντες	=	ψηφισθείς
ψηφισθέντος	=	ψηφισθείς
ψηφισθέντων	=	ψηφισθείς
ψηφισθείς	verb|archaic	μετοχή παθητικού αορίστου (ψηφίστηκα) του ρήματος ψηφίζω
ψηφισθείσα	=	ψηφισθείς
ψηφισθείσας	=	ψηφισθείς
ψηφισθείσες	=	ψηφισθείς
ψηφισθείσης	=	ψηφισθείς
ψηφισθεισών	=	ψηφισθείς
ψηφισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψήφισμα
ψηφισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφισμένο
ψηφισμένε	verb	κλητική ενικού του ψηφισμένος
ψηφισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφισμένη
ψηφισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηφισμένος
ψηφισμένης	verb	γενική ενικού του ψηφισμένη
ψηφισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψηφισμένος
ψηφισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηφισμένος
ψηφισμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψηφίζω
ψηφισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψηφισμένος
ψηφισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψηφισμένος
ψηφισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψηφισμένος
ψηφιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστήκαν	=	ψηφίζω
ψηφιστήκανε	=	ψηφίζω
ψηφιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιστούνε	=	ψηφίζω
ψηφιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφίζομαι
ψηφιών	=	ψηφί
ψηφοδέλτια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοδέλτιο
ψηφοδέλτιο	noun	φύλλο χαρτιού που χρησιμοποιείται σε μια εκλογή και πάνω στο οποίο έχουν προεκτυπωθεί το όνομα και το σύμβολο ενός συνδυασμού και τα ονόματα των υποψηφίων που περιλαμβάνονται σε αυτόν ή το όνομα ενός μεμονωμένου υποψηφίου ή όλα τα ονόματα των υποψηφίων, αν δεν κατεβαίνουν καθόλου συνδυασμοί· ο ψηφοφόρος δηλώνει με ένα σταυρό την προτίμησή του σε συγκεκριμένο υποψήφιο· με το λευκό ψηφοδέλτιο ο ψηφοφόρος δηλώνει ότι δεν προτιμά κανέναν συνδυασμό ή μεμονωμένο υποψήφιο
ψηφοδέλτιου	=	ψηφοδέλτιο
ψηφοδελτίου	noun	γενική ενικού του ψηφοδέλτιο
ψηφοδελτίων	noun	γενική πληθυντικού του ψηφοδέλτιο
ψηφοδόχε	=	ψηφοδόχος
ψηφοδόχο	=	ψηφοδόχος
ψηφοδόχοι	=	ψηφοδόχος
ψηφοδόχος	noun	κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια
ψηφοδόχου	=	ψηφοδόχος
ψηφοδόχους	=	ψηφοδόχος
ψηφοδόχων	=	ψηφοδόχος
ψηφοθέτει	=	ψηφοθετώ
ψηφοθέτες	=	ψηφοθέτης
ψηφοθέτη	=	ψηφοθέτης
ψηφοθέτημα	noun|formal	το ψηφιδωτό
ψηφοθέτης	noun	καλλιτέχνης ή τεχνίτης ειδικευμένος στη δημιουργία ψηφιδωτών
ψηφοθέτησα	=	ψηφοθετώ
ψηφοθέτησαν	=	ψηφοθετώ
ψηφοθέτησε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθέτησες	=	ψηφοθετώ
ψηφοθέτηση	noun	η διαδικασία και η τεχνική της κατασκευής ψηφιδωτού
ψηφοθέτησης	noun	γενική ενικού του ψηφοθέτηση
ψηφοθέτιδα	=	ψηφοθέτης
ψηφοθέτρια	=	ψηφοθέτης
ψηφοθήρα	=	ψηφοθήρας
ψηφοθήρας	noun	αυτός που επιδιώκει να κερδίσει ψήφους με οποιοδήποτε μέσο
ψηφοθήρες	=	ψηφοθήρας
ψηφοθήρησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθήρησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθήρησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθήρησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθήρων	=	ψηφοθήρας
ψηφοθετήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοθέτημα
ψηφοθετήματος	noun	γενική ενικού του ψηφοθέτημα
ψηφοθετήσαμε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετήσαν	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετήσανε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετήσατε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετήσει	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοθέτηση
ψηφοθετήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψηφοθέτηση
ψηφοθετήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψηφοθέτηση
ψηφοθετήστε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετεί	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετείς	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετείτε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψηφοθέτημα
ψηφοθετούμε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούν	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούνε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσα	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσαμε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσαν	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσανε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσατε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσε	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετούσες	=	ψηφοθετώ
ψηφοθετώ	verb	φτιάχνω ψηφιδωτό
ψηφοθετών	=	ψηφοθέτης
ψηφοθετώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψηφοθετώ
ψηφοθηρήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθηρία	noun|formal	η προσπάθεια να κερδίσεις την ψήφο όσο το δυνατόν περισσότερων ψηφοφόρων, με οποιοδήποτε, ακόμα και αθέμιτο, μέσο
ψηφοθηρίας	=	ψηφοθηρία
ψηφοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοθηρία
ψηφοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοθηρικό
ψηφοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του ψηφοθηρικός
ψηφοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοθηρική
ψηφοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψηφοθηρικός
ψηφοθηρικής	adj	γενική ενικού του ψηφοθηρική
ψηφοθηρικοί	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψηφοθηρικός
ψηφοθηρικού	adj	γενική ενικού του ψηφοθηρικός
ψηφοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψηφοθηρικός
ψηφοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του ψηφοθηρικός
ψηφοθηρικός	adj	που αποσκοπεί στην ψηφοθηρία
ψηφοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του ψηφοθηρικός
ψηφοθηριών	=	ψηφοθηρία
ψηφοθηρώ	verb	ασκώ ψηφοθηρία
ψηφοθηρώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψηφοθηρώ
ψηφοθυρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοθυρική
ψηφοθυρικής	adj	γενική ενικού του ψηφοθυρική
ψηφολέκτες	=	ψηφολέκτης
ψηφολέκτη	=	ψηφολέκτης
ψηφολέκτης	noun	αυτός που καταμετρά τις ψήφους μετά το πέρας της διεξαγωγής της ψηφοφορίας
ψηφολέκτρια	noun	θηλυκό του ψηφολέκτης
ψηφολέκτριας	noun	γενική ενικού του ψηφολέκτρια
ψηφολέκτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφολέκτρια
ψηφολεκτριών	noun	γενική πληθυντικού του ψηφολέκτρια
ψηφολεκτών	=	ψηφολέκτης
ψηφολογία	noun	η κατασκευή ψηφιδωτού
ψηφολογίας	noun	γενική ενικού του ψηφολογία
ψηφολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφολογία
ψηφολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψηφολογία
ψηφοφορήσαμε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορήσαν	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορήσανε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορήσατε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορήσει	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορήστε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορία	noun	η εκλογική διαδικασία, η συστημική διενέργεια επιλογής υπό καθεστώς προκαθορισμένων επιλογών που ορίζει κάποιος φορέας, οργάνωση, χώρα, καθεστώς κτλ.
ψηφοφορίας	noun	γενική ενικού του ψηφοφορία
ψηφοφορίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψηφοφορία
ψηφοφορεί	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορείς	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορείτε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφοριών	noun	γενική πληθυντικού του ψηφοφορία
ψηφοφορούμε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούν	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούνε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσα	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσαμε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσαν	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσανε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσατε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορούσες	=	ψηφοφορώ
ψηφοφορώ	verb	εκλέγω ψηφίζοντας
ψηφοφορώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψηφοφορώ
ψηφοφόρε	noun	κλητική ενικού του ψηφοφόρος
ψηφοφόρει	=	ψηφοφορώ
ψηφοφόρησα	=	ψηφοφορώ
ψηφοφόρησαν	=	ψηφοφορώ
ψηφοφόρησε	=	ψηφοφορώ
ψηφοφόρησες	=	ψηφοφορώ
ψηφοφόρο	noun	αιτιατική ενικού του ψηφοφόρος
ψηφοφόροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψηφοφόρος
ψηφοφόρος	noun	ο πολίτης που συμμετέχει σε μια ψηφοφορία
ψηφοφόρου	noun	γενική ενικού του ψηφοφόρος
ψηφοφόρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψηφοφόρος
ψηφοφόρων	noun	γενική πληθυντικού του ψηφοφόρος
ψηφούμε	=	ψηφώ
ψηφούν	=	ψηφώ
ψηφούνε	=	ψηφώ
ψηφούσα	=	ψηφώ
ψηφούσαμε	=	ψηφώ
ψηφούσαν	=	ψηφώ
ψηφούσανε	=	ψηφώ
ψηφούσατε	=	ψηφώ
ψηφούσε	=	ψηφώ
ψηφούσες	=	ψηφώ
ψηφόθετα	=	ψηφόθετος
ψηφόθετε	=	ψηφόθετος
ψηφόθετες	=	ψηφόθετος
ψηφόθετη	=	ψηφόθετος
ψηφόθετης	=	ψηφόθετος
ψηφόθετο	=	ψηφόθετος
ψηφόθετοι	=	ψηφόθετος
ψηφόθετος	adj	που έχει φτιαχτεί με ψηφίδες
ψηφόθετου	=	ψηφόθετος
ψηφόθετους	=	ψηφόθετος
ψηφόθετων	=	ψηφόθετος
ψηφώ	verb	λαμβάνω υπόψη, λογαριάζω, υπολογίζω
ψηφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψηφάω / ψηφώ
ψι	noun	Το εικοστό τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ψ, κεφαλαίο: Ψ). (δέκατο έβδομο στην αρχαία)
ψιάντρα	noun	μεσολογγίτικη χορτόπιτα με κουρκούτι καλαμποκάλευρου (*)
ψιαθοπλόκος	noun	λόγια λέξη (που άλλοτε συνηθιζόταν κάπως περισσότερο) για τον επαγγελματία που ασχολείτο με την πλοκή, το πλέξιμο του άχυρου ή της ψάθας και με την κατασκευή πλεγμάτων από ψάθα και γενικά ψάθινων αντικειμένων.
ψιδιάζαμε	=	ψιδιάζω
ψιδιάζαν	=	ψιδιάζω
ψιδιάζανε	=	ψιδιάζω
ψιδιάζατε	=	ψιδιάζω
ψιδιάζει	=	ψιδιάζω
ψιδιάζεις	=	ψιδιάζω
ψιδιάζετε	=	ψιδιάζω
ψιδιάζοντας	=	ψιδιάζω
ψιδιάζουμε	=	ψιδιάζω
ψιδιάζουν	=	ψιδιάζω
ψιδιάζουνε	=	ψιδιάζω
ψιδιάζω	verb	τοποθετώ καινούργια ψίδια ή αντικαθιστώ τα χαλασμένα ή φθαρμένα με καινούργια
ψιδιάσαμε	=	ψιδιάζω
ψιδιάσαν	=	ψιδιάζω
ψιδιάσανε	=	ψιδιάζω
ψιδιάσατε	=	ψιδιάζω
ψιδιάσει	=	ψιδιάζω
ψιδιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψίδιασμα
ψιδιάσματος	noun	γενική ενικού του ψίδιασμα
ψιδιάστε	=	ψιδιάζω
ψιδιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψίδιασμα
ψιδιού	=	ψίδι
ψιδιών	=	ψίδι
ψιθυρίζαμε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζαν	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζανε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζατε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζει	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζεις	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζεσαι	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζεστε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζεται	verb	λέγεται, διαδίδεται, φημολογείται
ψιθυρίζετε	verb	β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ψιθυρίζω
ψιθυρίζομαι	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζομε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζονται	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζονταν	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζοντας	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζουμε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζουν	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζουνε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίζω	verb	μιλάω με σχεδόν κλειστές τις φωνητικές χορδές, ώστε να ακούγομαι σιγά
ψιθυρίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσαν	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίσανε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιθύρισμα
ψιθυρίσματος	noun	γενική ενικού του ψιθύρισμα
ψιθυρίσομε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίσου	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίσουνε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυρίστηκα	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζεται
ψιθυρίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζεται
ψιθυρίστηκες	=	ψιθυρίζω
ψιθυρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθυριζόμασταν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόμαστε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόμουν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόμουνα	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόντουσαν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόσασταν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόσαστε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόσουν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόσουνα	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζόταν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριζότανε	=	ψιθυρίζω
ψιθυρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψιθύρισμα
ψιθυρισμέ	noun	κλητική ενικού του ψιθυρισμός
ψιθυρισμένος	=	ψιθυρίζω
ψιθυρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιθυρισμός
ψιθυρισμού	noun	γενική ενικού του ψιθυρισμός
ψιθυρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψιθυρισμός
ψιθυρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψιθυρισμός
ψιθυρισμός	noun	λόγος που γίνεται με ψιθύρισμα και σιγανή ομιλία
ψιθυρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψιθυρισμός
ψιθυριστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιθυριστό	adv	με ψιθυριστό τρόπο
ψιθυριστέ	adj	κλητική ενικού του ψιθυριστός
ψιθυριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιθυριστής	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιθυριστή
ψιθυριστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιθυριστός
ψιθυριστήκαμε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστήκαν	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστήκανε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστήκατε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστής	noun	αυτός που ψιθυρίζει κάτι σε κάποιον άλλον	adj	γενική ενικού του ψιθυριστή
ψιθυριστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιθυρίζεται
ψιθυριστείς	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστείτε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιθυριστός
ψιθυριστού	adj	γενική ενικού του ψιθυριστός
ψιθυριστούμε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζεται
ψιθυριστούνε	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψιθυριστός
ψιθυριστό	adj	αιτιατική ενικού του ψιθυριστός
ψιθυριστός	adj	που ακούγεται χαμηλόφωνα σαν ψίθυρος, που ψιθυρίζεται, που
ψιθυριστώ	=	ψιθυρίζω
ψιθυριστών	adj	γενική πληθυντικού του ψιθυριστός
ψιθύριζα	=	ψιθυρίζω
ψιθύριζαν	=	ψιθυρίζω
ψιθύριζε	=	ψιθυρίζω
ψιθύριζες	=	ψιθυρίζω
ψιθύρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθύρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθύρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθύρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιθυρίζω
ψιθύρισμα	noun	η ενέργεια του ψιθυρίζω
ψιθύρου	=	ψίθυρος
ψιθύρους	=	ψίθυρος
ψιθύρων	=	ψίθυρος
ψικιού	=	ψίκι
ψικιών	=	ψίκι
ψιλά	noun	χρηματικό ποσό μικρής αξίας	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλό, ουδέτερο του ψιλός
ψιλάλεσα	=	ψιλαλέθω
ψιλέ	adj	κλητική ενικού του ψιλός
ψιλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλή
ψιλή	noun	το σημείο [ ᾿ ], το ένα από τα δύο πνεύματα που χρησιμοποιούνταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, αυτό που δήλωνε την απουσία δασείας προφοράς για το αρχικό φωνήεν μιας λέξη, όμοιο με το σύμβολο της αποστρόφου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιλός
ψιλής	adj	γενική ενικού του ψιλή
ψιλαλέθομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψιλαλέθω
ψιλαλέθω	verb	αλέθω σε ψιλούς κόκκους
ψιλαλέστηκα	=	ψιλαλέθομαι
ψιλαλεσμένα	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένε	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένες	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένη	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένης	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένο	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένοι	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψιλαλέθω
ψιλαλεσμένου	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένους	=	ψιλαλεσμένος
ψιλαλεσμένων	=	ψιλαλεσμένος
ψιλικά	noun	χρήσιμα στην καθημερινή ζωή μικροαντικείμενα (πχ κλωστές, μολύβια), αλλά και εφημερίδες, τσιγάρα κλπ, που πουλιούνται από μικρά συνοικιακά καταστήματα (τα καταστήματα ψιλικών ή ψιλικατζίδικα)
ψιλικατζή	=	ψιλικατζής
ψιλικατζήδες	=	ψιλικατζής
ψιλικατζήδων	=	ψιλικατζής
ψιλικατζής	noun	ιδιοκτήτης ή υπάλληλος ψιλικατζίδικου
ψιλικατζίδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλικατζίδικο
ψιλικατζίδικο	noun	το κατάστημα που πουλάει ψιλικά (μικρής αξίας μικροπράγματα που είναι απαραίτητα στην καθημερινή ζωή) και συχνά εφημερίδες, τσιγάρα και αναψυκτικά
ψιλικατζίδικου	noun	γενική ενικού του ψιλικατζίδικο
ψιλικατζίδικων	noun	γενική πληθυντικού του ψιλικατζίδικο
ψιλικατζού	noun	θηλυκό του ψιλικατζής: ιδιοκτήτρια ή υπάλληλος ενός ψιλικατζίδικου
ψιλικατζούδες	=	ψιλικατζού
ψιλικατζούδων	=	ψιλικατζού
ψιλικατζούς	=	ψιλικατζού
ψιλικοκό	noun	τα ψιλολοΐδια, διάφορα αντικείμενα ή έννοιες μικρής σημασίας ή μεγέθους
ψιλικών	=	ψιλικά
ψιλοάθεα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοάθεο
ψιλοάθεε	adj	κλητική ενικού του ψιλοάθεος
ψιλοάθεες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοάθεη
ψιλοάθεη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιλοάθεος
ψιλοάθεης	adj	γενική ενικού του ψιλοάθεη
ψιλοάθεο	adj	αιτιατική ενικού του ψιλοάθεος
ψιλοάθεοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλοάθεος
ψιλοάθεου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψιλοάθεος
ψιλοάθεους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψιλοάθεος
ψιλοάθεων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψιλοάθεος
ψιλοάλεσα	=	ψιλοαλέθω
ψιλοέβρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοβρέχει
ψιλοέτρωγα	=	ψιλοτρώω
ψιλοέφαγα	=	ψιλοτρώω
ψιλοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλός
ψιλοαλέθομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψιλοαλέθω
ψιλοαλέθω	verb	αλέθω σε ψιλούς κόκκους
ψιλοαλέστηκα	=	ψιλοαλέθω
ψιλοαλεσμένα	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένε	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένες	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένη	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένης	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένο	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένοι	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψιλοαλέθω
ψιλοαλεσμένου	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένους	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοαλεσμένων	=	ψιλοαλεσμένος
ψιλοβρέξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιλοβρέχει
ψιλοβρέχει	verb	ψιχαλίζει
ψιλοβρόχια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοβρόχι
ψιλογαμιέμαι	verb	έχω σποραδικές ερωτικές επαφές (σύνταξη συνήθως στον πληθυντικό)
ψιλογνέθω	verb	γνέθω το μαλλί σε πολύ λεπτά νήματα
ψιλογυρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλογύρισμα
ψιλοδουλέματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοδούλεμα
ψιλοδουλέματος	noun	γενική ενικού του ψιλοδούλεμα
ψιλοδουλειά	noun	εργασία που προϋποθέτει προσοχή κι επιμονή στις λεπτομέρειες και λεπτούς χειρισμούς
ψιλοδουλειάς	noun	γενική ενικού του ψιλοδουλειά
ψιλοδουλειές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοδουλειά
ψιλοδουλειών	=	ψιλοδουλειά
ψιλοδουλεμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψιλοδούλεμα
ψιλοδουλεμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοδουλεμένο
ψιλοδουλεμένε	verb	κλητική ενικού του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοδουλεμένη
ψιλοδουλεμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεμένης	verb	γενική ενικού του ψιλοδουλεμένη
ψιλοδουλεμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεμένος	verb	που έχει φτιαχτεί, που έχει δουλευτεί με πολλή προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια, περίτεχνος
ψιλοδουλεμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψιλοδουλεμένος
ψιλοδουλεύω	verb	επεξεργάζομαι κάτι δίνοντας πολλή προσοχή στις λεπτομέρειες
ψιλοδούλεμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψιλοδουλεύω
ψιλοκαμωμένα	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένε	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένες	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένη	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένης	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένο	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένοι	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένος	verb	που έχει φτιαχτεί με πολλή προσοχή, ψιλοδουλεμένος, περίτεχνος
ψιλοκαμωμένου	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένους	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαμωμένων	=	ψιλοκαμωμένος
ψιλοκαταλαβαίνω	verb	καταλαβαίνω πολύ λίγο
ψιλοκαταφέρνω	verb	καταφέρνω καλεί σε έναν μικρό βαθμό, δεν είμαι πολύ επιτήδειος σʼ αυτό
ψιλοκοβόμασταν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόμαστε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόμουν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόμουνα	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόντουσαν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόσασταν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόσαστε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόσουν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόσουνα	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβόταν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοβότανε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκομμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοκομμένο
ψιλοκομμένε	adj	κλητική ενικού του ψιλοκομμένος
ψιλοκομμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοκομμένη
ψιλοκομμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιλοκομμένος
ψιλοκομμένης	adj	γενική ενικού του ψιλοκομμένη
ψιλοκομμένο	adj	αιτιατική ενικού του ψιλοκομμένος
ψιλοκομμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλοκομμένος
ψιλοκομμένος	verb	που έχει κοπεί σε πολλά μικρά κομμάτια
ψιλοκομμένου	verb	γενική ενικού του ψιλοκομμένος
ψιλοκομμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψιλοκομμένος
ψιλοκομμένων	adj	γενική πληθυντικού του ψιλοκομμένος
ψιλοκοπήκαμε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπήκαν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπήκανε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπήκατε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπεί	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπείς	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπείτε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπούμε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπούν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπούνε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοπώ	=	ψιλοκόβω
ψιλοκοσκίνιζα	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνιζαν	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνιζε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνιζες	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκίνισμα	noun	κοσκίνισμα με πολύ λεπτό κόσκινο
ψιλοκοσκινίζαμε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζαν	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζανε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζατε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζει	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζεις	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζετε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζοντας	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζουμε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζουν	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζουνε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίζω	verb	περνάω ένα υλικό από ψιλό κόσκινο
ψιλοκοσκινίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσαν	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσανε	=	ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοκοσκίνισμα
ψιλοκοσκινίσματος	noun	γενική ενικού του ψιλοκοσκίνισμα
ψιλοκοσκινίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκοσκινίζω
ψιλοκοσκινισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψιλοκοσκίνισμα
ψιλοκουβέντα	noun	χαλαρή συζήτηση για διάφορα (όχι και τόσο σημαντικά) θέματα
ψιλοκουβέντας	noun	γενική ενικού του ψιλοκουβέντα
ψιλοκουβέντες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλοκουβέντα
ψιλοκουβέντιαζα	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιαζαν	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιαζε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιαζες	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιασα	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιασαν	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιασε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβέντιασες	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζαμε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζαν	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζανε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζατε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζει	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζεις	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζετε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζοντας	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζουμε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζουν	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζουνε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάζω	verb	συζητώ χαλαρά για διάφορα (όχι και τόσο σημαντικά) θέματα
ψιλοκουβεντιάσαμε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάσαν	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάσανε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάσατε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάσει	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκουβεντιάστε	=	ψιλοκουβεντιάζω
ψιλοκρυωμένα	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένε	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένες	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένη	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένης	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένο	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένοι	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένος	verb	λίγο κρυωμένος
ψιλοκρυωμένου	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένους	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκρυωμένων	=	ψιλοκρυωμένος
ψιλοκυβίνες	=	ψιλοκυβίνη
ψιλοκυβίνη	noun	χημική ουσία που βρίσκεται σε ορισμένα μανιτάρια τα οποία όταν καταναλώνονται προκαλούν παραισθήσεις
ψιλοκυβίνης	=	ψιλοκυβίνη
ψιλοκυβινών	=	ψιλοκυβίνη
ψιλοκόβαμε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβαν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβανε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβατε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβει	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβεις	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβεσαι	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβεστε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβεται	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβετε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβομαι	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβομε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβονται	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβονταν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβοντας	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβουμε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβουν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβουνε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόβω	verb	κόβω σε λεπτά ή μικρά κομμάτια
ψιλοκόπηκα	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόπηκαν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόπηκε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόπηκες	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόφτε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόψαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψαν	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόψανε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόψατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψομε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόψου	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόψουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψουνε	=	ψιλοκόβω
ψιλοκόψτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλοκόψω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλολόγημα
ψιλολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολογία	noun	έρευνα για ανούσιες λεπτομέρειες, που ξεφεύγουν από το κύριο θέμα
ψιλολογίας	=	ψιλολογία
ψιλολογίες	=	ψιλολογία
ψιλολογιού	=	ψιλολόι
ψιλολογιών	=	ψιλολογία
ψιλολογώ	verb	ερευνώ για ανούσιες λεπτομέρειες, που δεν παίζουν βασικό ρόλο
ψιλολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψιλολογάω / ψιλολογώ
ψιλολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλολογώ
ψιλολόγια	=	ψιλολόι
ψιλολόι	noun	ψιλοπράγματα, μικροπράγματα
ψιλομαλάκα	=	ψιλομαλάκας
ψιλομαλάκας	noun	λίγο μαλάκας
ψιλομαλάκες	=	ψιλομαλάκας
ψιλομαλάκων	=	ψιλομαλάκας
ψιλομεθυσμένα	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένε	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένες	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένη	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένης	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένο	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένοι	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένος	verb	ελαφρά μεθυσμένος
ψιλομεθυσμένου	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένους	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλομεθυσμένων	=	ψιλομεθυσμένος
ψιλοπράγματα	noun	πράγματα χωρίς μεγάλη αξία
ψιλορωτήματα	=	ψιλορώτημα
ψιλορωτήματος	=	ψιλορώτημα
ψιλορωτημάτων	=	ψιλορώτημα
ψιλορωτώ	verb	ρωτώ για να μάθω λεπτομέρειες
ψιλορωτώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψιλορωτάω / (ψιλορωτώ)
ψιλορώτημα	noun	ρώτημα, ερώτηση για να μάθω λεπτομέρειες
ψιλοσυμπαθώ	verb	συμπαθώ λίγο
ψιλοτρώγομαι	=	ψιλοτρώω
ψιλοτρώω	verb	τρώω λίγο
ψιλοτσίμπα	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσίμπαγε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσίμπησα	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσίμπησαν	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσίμπησε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσίμπησες	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπά	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάει	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάμε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάν	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάνε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάς	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάτε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπάω	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπήσαμε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπήσαν	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπήσανε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπήσατε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπήσει	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπήστε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούμε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούν	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούνε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσα	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσαμε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσαν	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσανε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσατε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσε	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπούσες	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοτσιμπώ	verb	τσιμπολογώ
ψιλοτσιμπώντας	=	ψιλοτσιμπώ
ψιλοφαδιάζω	verb	ύφανση σε αργαλειό με ψιλό φάδι (ή υφάδι)
ψιλού	adj	γενική ενικού του ψιλός
ψιλούμαι	=	ψιλώνω
ψιλούμενη	=	ψιλούμενος
ψιλούμενο	=	ψιλούμενος
ψιλούμενος	verb|archaic	αυτός που ψιλούται, που παίρνει το πνεύμα της ψιλής ή προφέρεται με ψιλή προφορά ανεξαρτήτως του αν είναι γραμμένος ή όχι
ψιλούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψιλός
ψιλωθήκαμε	=	ψιλώνω
ψιλωθήκαν	=	ψιλώνω
ψιλωθήκανε	=	ψιλώνω
ψιλωθήκατε	=	ψιλώνω
ψιλωθεί	=	ψιλώνω
ψιλωθείτε	=	ψιλώνω
ψιλωμένος	=	ψιλώνω
ψιλωνόμασταν	=	ψιλώνω
ψιλωνόμαστε	=	ψιλώνω
ψιλωνόμουν	=	ψιλώνω
ψιλωνόμουνα	=	ψιλώνω
ψιλωνόντουσαν	=	ψιλώνω
ψιλωνόσασταν	=	ψιλώνω
ψιλωνόσαστε	=	ψιλώνω
ψιλωνόσουν	=	ψιλώνω
ψιλωνόσουνα	=	ψιλώνω
ψιλωνόταν	=	ψιλώνω
ψιλωνότανε	=	ψιλώνω
ψιλωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλωτικό	adv	με ψιλωτικό τρόπο
ψιλωτικέ	adj	κλητική ενικού του ψιλωτικός
ψιλωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλωτική
ψιλωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιλωτικός
ψιλωτικής	adj	γενική ενικού του ψιλωτική
ψιλωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλωτικός
ψιλωτικού	adj	γενική ενικού του ψιλωτικός
ψιλωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψιλωτικός
ψιλωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψιλωτικός
ψιλωτικός	adj	ο σχετικός με το γλωσσολογικό φαινόμενο της ψίλωσης
ψιλωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψιλωτικός
ψιλό	adj	αιτιατική ενικού του ψιλός
ψιλόβρεξε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοβρέχει
ψιλόβρεχε	=	ψιλοβρέχει
ψιλόβροχα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιλόβροχο
ψιλόβροχο	noun	ψιλή βροχή, αραιές σταγόνες για μικρό χρονικό διάστημα
ψιλόβροχου	=	ψιλόβροχο
ψιλόβροχων	=	ψιλόβροχο
ψιλόκοβα	=	ψιλοκόβω
ψιλόκοβαν	=	ψιλοκόβω
ψιλόκοβε	=	ψιλοκόβω
ψιλόκοβες	=	ψιλοκόβω
ψιλόκοψα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλόκοψαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλόκοψε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλόκοψες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιλοκόβω
ψιλός	adj	λεπτός
ψιλότατα	=	ψιλός
ψιλότατε	=	ψιλός
ψιλότατες	=	ψιλός
ψιλότατη	=	ψιλός
ψιλότατης	=	ψιλός
ψιλότατο	=	ψιλός
ψιλότατοι	=	ψιλός
ψιλότατος	=	ψιλός
ψιλότατου	=	ψιλός
ψιλότατους	=	ψιλός
ψιλότατων	=	ψιλός
ψιλότερα	=	ψιλός
ψιλότερε	=	ψιλός
ψιλότερες	=	ψιλός
ψιλότερη	=	ψιλός
ψιλότερης	=	ψιλός
ψιλότερο	=	ψιλός
ψιλότεροι	=	ψιλός
ψιλότερος	=	ψιλός
ψιλότερου	=	ψιλός
ψιλότερους	=	ψιλός
ψιλότερων	=	ψιλός
ψιλόφλουδα	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδε	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδες	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδη	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδης	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδο	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδοι	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδος	adj	που έχει ψιλή, λεπτή φλούδα
ψιλόφλουδου	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδους	=	ψιλόφλουδος
ψιλόφλουδων	=	ψιλόφλουδος
ψιλώθηκα	=	ψιλώνω
ψιλώθηκαν	=	ψιλώνω
ψιλώθηκε	=	ψιλώνω
ψιλώθηκες	=	ψιλώνω
ψιλών	adj	γενική πληθυντικού του ψιλός
ψιλώναμε	=	ψιλώνω
ψιλώναν	=	ψιλώνω
ψιλώνανε	=	ψιλώνω
ψιλώνατε	=	ψιλώνω
ψιλώνει	=	ψιλώνω
ψιλώνεις	=	ψιλώνω
ψιλώνεσαι	=	ψιλώνω
ψιλώνεστε	=	ψιλώνω
ψιλώνεται	=	ψιλώνω
ψιλώνετε	=	ψιλώνω
ψιλώνομαι	=	ψιλώνω
ψιλώνονται	=	ψιλώνω
ψιλώνονταν	=	ψιλώνω
ψιλώνοντας	=	ψιλώνω
ψιλώνουμε	=	ψιλώνω
ψιλώνουν	=	ψιλώνω
ψιλώνουνε	=	ψιλώνω
ψιλώνω	verb	βάζω το πνεύμα της ψιλής
ψιλώσαμε	=	ψιλώνω
ψιλώσαν	=	ψιλώνω
ψιλώσανε	=	ψιλώνω
ψιλώσατε	=	ψιλώνω
ψιλώσει	=	ψιλώνω
ψιλώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψίλωση
ψιλώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψίλωση
ψιλώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψίλωση
ψιλώσου	=	ψιλώνω
ψιλώστε	=	ψιλώνω
ψιμάρι	noun	αρνί που γεννήθηκε αργότερα από τα υπόλοιπα
ψιμάρια	=	ψιμάρι
ψιμαριού	=	ψιμάρι
ψιμαριών	=	ψιμάρι
ψιμυθίου	noun	γενική ενικού του ψιμύθιο
ψιμυθίτες	=	ψιμυθίτης
ψιμυθίτη	=	ψιμυθίτης
ψιμυθίτης	noun	λευκός ανθρακικός μόλυβδος.
ψιμυθίων	noun	γενική πληθυντικού του ψιμύθιο
ψιμυθίωση	noun	μακιγιάζ, το φτιασίδωμα
ψιμυθίωσης	=	ψιμυθίωση
ψιμυθιολόγε	=	ψιμυθιολόγος
ψιμυθιολόγο	=	ψιμυθιολόγος
ψιμυθιολόγοι	=	ψιμυθιολόγος
ψιμυθιολόγος	noun|formal	που περιποιείται με καλλυντικά ή μακιγιάζ το πρόσωπο, ο μακιγιέρ
ψιμυθιολόγου	=	ψιμυθιολόγος
ψιμυθιολόγους	=	ψιμυθιολόγος
ψιμυθιολόγων	=	ψιμυθιολόγος
ψιμυθιτών	=	ψιμυθίτης
ψιμυθιώνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψιμυθιώνω: μακιγιάρομαι, φτιασιδώνομαι
ψιμυθιώσεις	=	ψιμυθίωση
ψιμυθιώσεων	=	ψιμυθίωση
ψιμύθια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιμύθιο
ψιμύθιο	noun|formal	καλλυντικό προσώπου
ψιμύθιου	=	ψιμύθιο
ψιτ	intj	χρησιμοποιείται ως κλητικό επιφώνημα, προκειμένου να φωνάξουμε κάποιον
ψιττάκωση	noun	νόσος των πτηνών (ιδίως των παπαγάλων), που μεταδίδεται και στον άνθρωπο με σοβαρές συνέπειες
ψιττάκωσης	noun	γενική ενικού του ψιττάκωση
ψιττακέ	noun	κλητική ενικού του ψιττακός
ψιττακίαση	noun	άλλη μορφή του ψιττάκωση
ψιττακίασης	noun	γενική ενικού του ψιττακίαση
ψιττακίζω	verb	μιμούμαι τον ψιττακό, παπαγαλίζω
ψιττακιάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιττακίαση
ψιττακιάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψιττακίαση
ψιττακιάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψιττακίαση
ψιττακισμέ	noun	κλητική ενικού του ψιττακισμός
ψιττακισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιττακισμός
ψιττακισμού	noun	γενική ενικού του ψιττακισμός
ψιττακισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψιττακισμός
ψιττακισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψιττακισμός
ψιττακισμός	noun	το να επαναλαμβάνει κάποιος μηχανικά όσα ακούει χωρίς να τα κατανοεί
ψιττακισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψιττακισμός
ψιττακοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιττακός
ψιττακού	noun	γενική ενικού του ψιττακός
ψιττακούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψιττακός
ψιττακό	noun	αιτιατική ενικού του ψιττακός
ψιττακός	noun|formal	ο παπαγάλος
ψιττακών	noun	γενική πληθυντικού του ψιττακός
ψιττακώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιττάκωση
ψιττακώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψιττάκωση
ψιττακώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψιττάκωση
ψιφί	noun	το νεκροταφείο
ψιχάλα	noun	σταγόνα βροχής
ψιχάλας	noun	γενική ενικού του ψιχάλα
ψιχάλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχάλα
ψιχάλιζε	=	ψιχαλίζει
ψιχάλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψιχαλίζει
ψιχάλισμα	noun	το ψιλόβροχο
ψιχία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχίο
ψιχίο	noun	το ελάχιστο κομμάτι από την ψίχα του ψωμιού
ψιχίου	noun	γενική ενικού του ψιχίο
ψιχίων	noun	γενική πληθυντικού του ψιχίο
ψιχαλίδα	noun	ψιλή βροχή , ψιχάλα
ψιχαλίδας	=	ψιχαλίδα
ψιχαλίδες	=	ψιχαλίδα
ψιχαλίδων	=	ψιχαλίδα
ψιχαλίζει	verb	ρίχνει ψιχάλες, πέφτουν ψιχάλες, πέφτουν μικρές στάλες βροχής
ψιχαλίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιχαλίζει
ψιχαλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχάλισμα
ψιχαλίσματος	noun	γενική ενικού του ψιχάλισμα
ψιχαλητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχαλητό
ψιχαλητού	noun	γενική ενικού του ψιχαλητό
ψιχαλητό	noun	η πολύ ψιλή και αραιή βροχούλα
ψιχαλητών	noun	γενική πληθυντικού του ψιχαλητό
ψιχαλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψιχάλισμα
ψιχαλιστά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχαλιστό	adv	με ψιχαλιστό τρόπο
ψιχαλιστέ	adj	κλητική ενικού του ψιχαλιστός
ψιχαλιστές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιχαλιστή
ψιχαλιστή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψιχαλιστός
ψιχαλιστής	adj	γενική ενικού του ψιχαλιστή
ψιχαλιστοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιχαλιστός
ψιχαλιστού	adj	γενική ενικού του ψιχαλιστός
ψιχαλιστούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψιχαλιστός
ψιχαλιστό	adj	αιτιατική ενικού του ψιχαλιστός
ψιχαλιστός	adj	που πέφτει σταγόνα σταγόνα, σαν ψιχάλες
ψιχαλιστών	adj	γενική πληθυντικού του ψιχαλιστός
ψιχών	noun	γενική πληθυντικού του ψίχα
ψιψίκα	noun	η γάτα, άλλη μορφή του ψιψίνα
ψιψίκας	=	ψιψίκα
ψιψίκες	=	ψιψίκα
ψιψίνα	noun	η γάτα
ψιψίνας	noun	γενική ενικού του ψιψίνα
ψιψίνε	=	ψιψίνος
ψιψίνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιψίνα
ψιψίνο	=	ψιψίνος
ψιψίνοι	=	ψιψίνος
ψιψίνος	noun	ο γάτος
ψιψίνου	=	ψιψίνος
ψιψίνους	=	ψιψίνος
ψιψίνων	=	ψιψίνος
ψιψίρη	=	ψιψίρης
ψιψίρηδες	=	ψιψίρης
ψιψίρηδων	=	ψιψίρης
ψιψίρης	adj	λεπτολόγος
ψιψίριζα	=	ψιψιρίζω
ψιψίριζαν	=	ψιψιρίζω
ψιψίριζε	=	ψιψιρίζω
ψιψίριζες	=	ψιψιρίζω
ψιψίρισα	=	ψιψιρίζω
ψιψίρισαν	=	ψιψιρίζω
ψιψίρισε	=	ψιψιρίζω
ψιψίρισες	=	ψιψιρίζω
ψιψίρισμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ψιψιρίζω
ψιψινάκι	noun	το γατάκι
ψιψινάκια	=	ψιψινάκι
ψιψιρίζαμε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζαν	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζανε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζατε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζει	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζεις	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζετε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζοντας	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζουμε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζουν	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζουνε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίζω	verb	είμαι σχολαστικός
ψιψιρίσαμε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίσαν	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίσανε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίσατε	=	ψιψιρίζω
ψιψιρίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιρίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιρίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιρίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψιψίρισμα
ψιψιρίσματος	noun	γενική ενικού του ψιψίρισμα
ψιψιρίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιρίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιρίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιρίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψιψιρίζω
ψιψιριάρη	=	ψιψιριάρης
ψιψιριάρηδες	=	ψιψιριάρης
ψιψιριάρηδων	=	ψιψιριάρης
ψιψιριάρης	adj	άλλη μορφή του ψιψίρης
ψιψιρισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψιψίρισμα
ψοφά	verb	γ’ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος ψοφώ
ψοφάγαμε	=	ψοφάω
ψοφάγανε	=	ψοφάω
ψοφάγατε	=	ψοφάω
ψοφάει	=	ψοφώ
ψοφάλογα	=	ψοφάλογο
ψοφάλογο	noun	γέρικο άλογο, χωρίς δύναμη
ψοφάλογου	=	ψοφάλογο
ψοφάλογων	=	ψοφάλογο
ψοφάμε	=	ψοφώ
ψοφάν	=	ψοφώ
ψοφάνε	=	ψοφώ
ψοφάς	=	ψοφώ
ψοφάτε	=	ψοφώ
ψοφάω	verb	άλλη μορφή του ψοφώ
ψοφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφάω / ψοφώ
ψοφήσαν	=	ψοφώ
ψοφήσανε	=	ψοφώ
ψοφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφάω / ψοφώ
ψοφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφήσουνε	=	ψοφάω
ψοφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφάω
ψοφίμι	noun	το πτώμα ζώου, το νεκρό ζώο που έμεινε άταφο
ψοφίμια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψοφίμι
ψοφιάρα	=	ψοφιάρης
ψοφιάρας	=	ψοφιάρης
ψοφιάρες	=	ψοφιάρης
ψοφιάρη	=	ψοφιάρης
ψοφιάρηδες	=	ψοφιάρης
ψοφιάρηδων	=	ψοφιάρης
ψοφιάρης	adj	που είναι ψόφιος, εξαντλημένος
ψοφιάρικα	=	ψοφιάρης
ψοφιάρικο	=	ψοφιάρης
ψοφιάρικου	=	ψοφιάρης
ψοφιάρικων	=	ψοφιάρης
ψοφιμιού	=	ψοφίμι
ψοφιμιών	=	ψοφίμι
ψοφοδεές	=	ψοφοδεής
ψοφοδεή	=	ψοφοδεής
ψοφοδεής	adj	φοβητσιάρης, άτολμος, δειλός
ψοφοδεείς	=	ψοφοδεής
ψοφοδεξιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψοφοδεξιός
ψοφοδεούς	=	ψοφοδεής
ψοφοδεών	=	ψοφοδεής
ψοφολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψοφολόγημα
ψοφολογήματος	noun	γενική ενικού του ψοφολόγημα
ψοφολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσαν	=	ψοφολογώ
ψοφολογήσανε	=	ψοφολογώ
ψοφολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολογεί	=	ψοφολογώ
ψοφολογείς	=	ψοφολογώ
ψοφολογείτε	=	ψοφολογώ
ψοφολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψοφολόγημα
ψοφολογούμε	=	ψοφολογώ
ψοφολογούν	=	ψοφολογώ
ψοφολογούνε	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσα	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσαμε	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσαν	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσανε	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσατε	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσε	=	ψοφολογώ
ψοφολογούσες	=	ψοφολογώ
ψοφολογώ	verb	πεθαίνω, αλλά επειδή το ρήμα παραπέμπει σε θάνατο ζώου και όχι ανθρώπου χρησιμοποιείται επιτιμητικά για κάποιον άλλον και αυτοσαρκαστικά στο πρώτο πρόσωπο
ψοφολογώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψοφολογάω / (ψοφολογώ)
ψοφολόγει	=	ψοφολογώ
ψοφολόγημα	noun	το να ψοφολογά κάποιος
ψοφολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφολογώ
ψοφούμε	=	ψοφώ
ψοφούν	=	ψοφώ
ψοφούνε	=	ψοφώ
ψοφούσα	=	ψοφώ
ψοφούσαμε	=	ψοφώ
ψοφούσαν	=	ψοφώ
ψοφούσανε	=	ψοφώ
ψοφούσατε	=	ψοφώ
ψοφούσε	=	ψοφώ
ψοφούσες	=	ψοφώ
ψοφωδών	=	ψοφώδης
ψοφόκρυα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψοφόκρυο
ψοφόκρυο	noun	υπερβολικό κρύο
ψοφόκρυου	noun	γενική ενικού του ψοφόκρυο
ψοφόκρυων	noun	γενική πληθυντικού του ψοφόκρυο
ψοφώ	verb	πεθαίνω
ψοφώδεις	=	ψοφώδης
ψοφώδες	=	ψοφώδης
ψοφώδη	=	ψοφώδης
ψοφώδης	adj|formal	θορυβώδης
ψοφώδους	=	ψοφώδης
ψοφώντας	=	ψοφώ
ψοών	noun	γενική πληθυντικού του ψόα
ψτ	=	ψιτ
ψυγεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυγείο
ψυγείο	noun	συσκευή για την συντήρηση φαγητού μέσω ψύξης, συνήθως ηλεκτρική
ψυγείου	noun	γενική ενικού του ψυγείο
ψυγείων	noun	γενική πληθυντικού του ψυγείο
ψυγειάκι	noun	μικρό ψυγείο
ψυγειάκια	=	ψυγειάκι
ψυγειοκαταψυκτών	=	ψυγειοκαταψύκτης
ψυγειοκαταψύκτες	=	ψυγειοκαταψύκτης
ψυγειοκαταψύκτη	=	ψυγειοκαταψύκτης
ψυγειοκαταψύκτης	noun	ψυγείο μόνο για κατάψυξη
ψυγμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυγμένο
ψυγμένε	verb	κλητική ενικού του ψυγμένος
ψυγμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυγμένη
ψυγμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυγμένος
ψυγμένης	verb	γενική ενικού του ψυγμένη
ψυγμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψυγμένος
ψυγμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυγμένος
ψυγμένος	verb	που έχει ψυχθεί, τον έχουν ψύξει
ψυγμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυγμένος
ψυγμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψυγμένος
ψυγμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυγμένος
ψυκτήρα	=	ψυκτήρας
ψυκτήρας	noun	συσκευή που τοποθετείται σε πολυσύχναστους χώρους και χρησιμοποιείται για να παρέχει παγωμένο νερό
ψυκτήρες	=	ψυκτήρας
ψυκτήρων	=	ψυκτήρας
ψυκτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυκτικό	adv	αναφορικά με την ψύξη
ψυκτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυκτικός
ψυκτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυκτική
ψυκτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυκτικός
ψυκτικής	adj	γενική ενικού του ψυκτική
ψυκτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυκτικός
ψυκτικού	adj	γενική ενικού του ψυκτικός
ψυκτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυκτικός
ψυκτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυκτικός	noun	υγρό που χρησιμοποιείται για την ψύξη μηχανών
ψυκτικός	noun	ο επαγγελματίας που ειδικεύεται σε συσκευές με ψύξη, όπως τα κλιματιστικά και τα ψυγεία	adj	που σχετίζεται με την ψύξη
ψυκτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυκτικός
ψυκτρών	noun	γενική πληθυντικού του ψύκτρα
ψυκτών	=	ψύκτης
ψυλλίζαμε	=	ψυλλίζω
ψυλλίζαν	=	ψυλλίζω
ψυλλίζανε	=	ψυλλίζω
ψυλλίζατε	=	ψυλλίζω
ψυλλίζει	=	ψυλλίζω
ψυλλίζεις	=	ψυλλίζω
ψυλλίζετε	=	ψυλλίζω
ψυλλίζοντας	=	ψυλλίζω
ψυλλίζουμε	=	ψυλλίζω
ψυλλίζουν	=	ψυλλίζω
ψυλλίζουνε	=	ψυλλίζω
ψυλλίζω	verb	αφαιρώ από κάποιον ή από κάτι τους ψύλλους, τον καθαρίζω, τον απαλλάσσω απ’ αυτούς
ψυλλίου	=	ψύλλιο
ψυλλίσαμε	=	ψυλλίζω
ψυλλίσαν	=	ψυλλίζω
ψυλλίσανε	=	ψυλλίζω
ψυλλίσατε	=	ψυλλίζω
ψυλλίσει	=	ψυλλίζω
ψυλλίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύλλισμα
ψυλλίσματος	noun	γενική ενικού του ψύλλισμα
ψυλλίστε	=	ψυλλίζω
ψυλλίων	=	ψύλλιο
ψυλλιάζαμε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζαν	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζανε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζατε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζει	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζεις	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζετε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζομαι	verb	υποψιάζομαι, έχω υπόνοιες
ψυλλιάζοντας	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζουμε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζουν	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζουνε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάζω	verb	μεταδίδω ψύλλους που έχω σε κάποιον άλλο
ψυλλιάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάσαν	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάσανε	=	ψυλλιάζω
ψυλλιάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύλλιασμα
ψυλλιάσματος	noun	γενική ενικού του ψύλλιασμα
ψυλλιάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιάστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιάστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιάστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιάστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψυλλιαζόμουν	=	ψυλλιάζομαι
ψυλλιασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψύλλιασμα
ψυλλιασμένος	=	ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλιαστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζομαι
ψυλλισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψύλλισμα
ψυττάλεια	noun	νησίδα ανάμεσα στη Σαλαμίνα και τον Πειραιά
ψυττάλειας	=	ψυττάλεια
ψυχάκες	=	ψυχάκιας
ψυχάκηδες	=	ψυχάκιας
ψυχάκηδων	=	ψυχάκιας
ψυχάκι	noun	υποκοριστικό του ψυχή
ψυχάκια	=	ψυχάκι
ψυχάκιας	noun|slang	αυτός που έχει ανώμαλη ψυχική κατάσταση
ψυχάρα	noun	χαρακτηρισμός ανθρώπου με πολλά ψυχικά αποθέματα, που καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες
ψυχάρας	noun	γενική ενικού του ψυχάρα
ψυχάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχάρα
ψυχάρι	noun	νυκτόβια πεταλουδίτσα
ψυχάρια	=	ψυχάρι
ψυχέ	noun	κλητική ενικού του ψυχός
ψυχές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχή
ψυχή	noun	η βασική αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης, της ζωής του ανθρώπου
ψυχής	noun	γενική ενικού του ψυχή
ψυχίατρε	noun	κλητική ενικού του ψυχίατρος
ψυχίατρο	noun	αιτιατική ενικού του ψυχίατρος
ψυχίατροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχίατρος
ψυχίατρος	noun	ιατρός που έχει ειδικευτεί στην ψυχιατρική και θεραπεύει ψυχικά νοσήματα όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, οι ψυχώσεις κ.λπ.
ψυχίατρου	=	ψυχίατρος
ψυχίατρους	=	ψυχίατρος
ψυχίατρων	=	ψυχίατρος
ψυχαγωγέ	adj	κλητική ενικού του ψυχαγωγός
ψυχαγωγήθηηκα	=	ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαγώγημα
ψυχαγωγήματος	noun	γενική ενικού του ψυχαγώγημα
ψυχαγωγήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσαν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσανε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσουνε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγία	noun	η ευχαρίστηση από μία δραστηριότητα που είναι κυρίως πνευματική ή ψυχική
ψυχαγωγίας	noun	γενική ενικού του ψυχαγωγία
ψυχαγωγίες	=	ψυχαγωγία
ψυχαγωγεί	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγείς	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγείσαι	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγείστε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγείται	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγείτε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγείτο	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθήκαν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγηθήκανε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγηθούνε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγούμαι
ψυχαγωγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαγώγημα
ψυχαγωγημένα	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένε	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένες	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένη	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένης	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένο	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένοι	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένος	verb	που έχει ψυχαγωγηθεί
ψυχαγωγημένου	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένους	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγημένων	=	ψυχαγωγημένος
ψυχαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαγωγικό	adv	με ψυχαγωγικό τρόπο ή με σκοπό την ψυχαγωγία
ψυχαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαγωγική
ψυχαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγικής	adj	γενική ενικού του ψυχαγωγική
ψυχαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγικού	adj	γενική ενικού του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγικός	adj	σχετικός με την ψυχαγωγία, που διασκεδάζει, ευχαριστεί, ξεκουράζει, αποφορτίζει την ψυχική ένταση
ψυχαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχαγωγικός
ψυχαγωγιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαγωγία
ψυχαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαγωγός
ψυχαγωγού	adj	γενική ενικού του ψυχαγωγός
ψυχαγωγούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούμασταν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούμαστε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούμε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούμουν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούμουνα	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούνε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούνται	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούνταν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούντο	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαγωγός
ψυχαγωγούσα	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσαμε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσαν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσανε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσασταν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσαστε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσατε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσε	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσες	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσουν	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγούσουνα	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχαγωγός
ψυχαγωγός	noun	αυτός που οδηγεί τις ψυχές στον άλλο κόσμο (ως επίθετο του θεού Ερμή)
ψυχαγωγώ	verb	κάνω κάποιον να νιώθει ψυχική ικανοποίηση κι ευχαρίστηση
ψυχαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαγωγός
ψυχαγωγώντας	=	ψυχαγωγώ
ψυχαγωγῶ	verb	πολυτονική γραφή του ψυχαγωγώ
ψυχαγώγημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψυχαγωγώ
ψυχαγώγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγώγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγώγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχαγώγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαγωγώ
ψυχανάγκαζα	=	ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκαζαν	=	ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκαζε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκαζες	=	ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχανάγκασμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψυχαναγκάζω
ψυχανάλυα	=	ψυχαναλύω
ψυχανάλυαν	=	ψυχαναλύω
ψυχανάλυε	=	ψυχαναλύω
ψυχανάλυες	=	ψυχαναλύω
ψυχανάλυσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχανάλυσαν	=	ψυχαναλύω
ψυχανάλυσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχανάλυσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχανάλυση	noun	η διεργασία με την οποία αναλύονται διάφορα προβλήματα του ψυχισμού, με τη βοήθεια συνήθως ψυχιάτρου ή και ειδικευμένου ψυχολόγου
ψυχανάλυσης	=	ψυχανάλυση
ψυχανέλυα	=	ψυχαναλύω
ψυχανέλυσα	=	ψυχαναλύω
ψυχανέμισμα	noun	προαίσθημα, διαίσθηση
ψυχαναγκάζαμε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζαν	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζανε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζατε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζει	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζεις	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζετε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζοντας	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζουμε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζουν	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζουνε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάζω	verb	επιβάλλω ψυχαναγκασμό
ψυχαναγκάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσαν	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσανε	=	ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχανάγκασμα
ψυχαναγκάσματος	noun	γενική ενικού του ψυχανάγκασμα
ψυχαναγκάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναγκάζω
ψυχαναγκασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχανάγκασμα
ψυχαναγκασμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκασμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκασμού	noun	γενική ενικού του ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκασμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκασμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκασμός	noun	η επιβολή της θέλησης ενός σε κάποιον άλλον με άσκηση ψυχολογικής πίεσης
ψυχαναγκασμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναγκαστικό
ψυχαναγκαστικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναγκαστική
ψυχαναγκαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικής	adj	γενική ενικού του ψυχαναγκαστική
ψυχαναγκαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικού	adj	γενική ενικού του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναγκαστικός	adj	σχετικός με τον ψυχαναγκασμό
ψυχαναγκαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχαναγκαστικός
ψυχαναλήσω	=	ψυχαναλύω
ψυχαναληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναληπτικό
ψυχαναληπτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχαναληπτικός
ψυχαναληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναληπτική
ψυχαναληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχαναληπτικός
ψυχαναληπτικής	adj	γενική ενικού του ψυχαναληπτική
ψυχαναληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναληπτικός
ψυχαναληπτικού	adj	γενική ενικού του ψυχαναληπτικός
ψυχαναληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαναληπτικός
ψυχαναληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχαναληπτικός
ψυχαναληπτικός	adj	που έχει επίδραση στη διανοητική απόδοση, διεγείρει τις εγκεφαλικές λειτουργίες και μειώνει το αίσθημα κόπωσης
ψυχαναληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχαναληπτικός
ψυχαναλυθήκαμε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθήκαν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθήκανε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθήκατε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθεί	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθείς	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθείτε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθούμε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθούν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθούνε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυθώ	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυμένος	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναλυτής
ψυχαναλυτή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχαναλυτής
ψυχαναλυτής	noun	επιστήμονας ψυχίατρος που εφαρμόζει τη μέθοδο της ψυχανάλυσης
ψυχαναλυτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναλυτικό	adv	με ψυχαναλυτικό τρόπο, με ψυχανάλυσης
ψυχαναλυτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναλυτική
ψυχαναλυτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτικής	adj	γενική ενικού του ψυχαναλυτική
ψυχαναλυτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτικού	adj	γενική ενικού του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτικός	adj	ο σχετικός με την ψυχανάλυση και τους ψυχαναλυτές
ψυχαναλυτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχαναλυτικός
ψυχαναλυτριών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαναλύτρια
ψυχαναλυτών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαναλυτής
ψυχαναλυόμασταν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόμαστε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόμενος	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόμουν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόμουνα	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόντουσαν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόσασταν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόσαστε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόσουν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόσουνα	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυόταν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλυότανε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύαμε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύαν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύανε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύατε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύει	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύεις	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύεσαι	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύεστε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύεται	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύετε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύθηκα	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύθηκαν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύθηκε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύθηκες	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύομαι	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύομε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύονται	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύονταν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύοντας	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύουμε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύουν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύουνε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσαν	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύσανε	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχανάλυση
ψυχαναλύσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσεων	=	ψυχανάλυση
ψυχαναλύσομε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύσου	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσουνε	=	ψυχαναλύω
ψυχαναλύστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχαναλύω
ψυχαναλύτρια	noun	θηλυκό του ψυχαναλυτής
ψυχαναλύτριας	noun	γενική ενικού του ψυχαναλύτρια
ψυχαναλύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαναλύτρια
ψυχαναλύω	verb	ασκώ το επάγγελμα του ψυχαναλυτή
ψυχανεμίζομαι	verb	προαισθάνομαι, διαισθάνομαι κάτι
ψυχανεμίσματα	=	ψυχανέμισμα
ψυχανεμίσματος	=	ψυχανέμισμα
ψυχανεμίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμισμάτων	=	ψυχανέμισμα
ψυχανεμιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανεμιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχανεμίζομαι
ψυχανωμαλία	noun	η ιδιότητα του ψυχανώμαλου
ψυχανωμαλίας	=	ψυχανωμαλία
ψυχανωμαλίες	=	ψυχανωμαλία
ψυχανωμαλιών	=	ψυχανωμαλία
ψυχανώμαλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχανώμαλο
ψυχανώμαλε	adj	κλητική ενικού του ψυχανώμαλος
ψυχανώμαλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχανώμαλη
ψυχανώμαλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχανώμαλος
ψυχανώμαλης	adj	γενική ενικού του ψυχανώμαλη
ψυχανώμαλο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχανώμαλος
ψυχανώμαλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχανώμαλος
ψυχανώμαλος	adj	άτομο που παρουσιάζει προβληματική ή διαταραγμένη συμπεριφορά
ψυχανώμαλου	adj	γενική ενικού του ψυχανώμαλος
ψυχανώμαλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχανώμαλος
ψυχανώμαλων	adj	γενική πληθυντικού του ψυχανώμαλος
ψυχαρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαρικό
ψυχαρικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχαρικός
ψυχαρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαρική
ψυχαρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχαρικός
ψυχαρικής	adj	γενική ενικού του ψυχαρική
ψυχαρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαρικός
ψυχαρικού	adj	γενική ενικού του ψυχαρικός
ψυχαρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαρικός
ψυχαρικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχαρικός
ψυχαρικός	adj	που έχει σχέση με τον γλωσσολόγο, ηγέτη του δημοτικισμού, Γιάννη Ψυχάρη και τις απόψεις του για το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα ή αναφέρεται σ’ αυτά
ψυχαρικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχαρικός
ψυχαριού	=	ψυχάρι
ψυχαρισμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχαρισμός
ψυχαρισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχαρισμός
ψυχαρισμού	noun	γενική ενικού του ψυχαρισμός
ψυχαρισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχαρισμός
ψυχαρισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχαρισμός
ψυχαρισμός	noun	η γλωσσική θεωρία για τη χρήση της δημοτικής, όπως την ανέπτυξε ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης
ψυχαρισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαρισμός
ψυχαριστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχαριστής
ψυχαριστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχαριστής
ψυχαριστής	noun	οπαδός των γλωσσικών θεωριών του Ψυχάρη
ψυχαριστών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχαριστής
ψυχαριών	=	ψυχάρι
ψυχασθένεια	noun	ψυχική νευρωτική ασθένεια, κατά την οποία ο ασθενής εμφανίζει συνεχή κατάθλιψη και δεν ανταποκρίνεται φυσιολογικά στα ερεθίσματα που λαμβάνει
ψυχασθένειας	noun	γενική ενικού του ψυχασθένεια
ψυχασθένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχασθένεια
ψυχασθενές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψυχασθενής
ψυχασθενή	adj	αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχασθενής
ψυχασθενής	adj	που πάσχει από σοβαρό ψυχικό νόσημα
ψυχασθενείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ψυχασθενής
ψυχασθενειών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχασθένεια
ψυχασθενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχασθενικό
ψυχασθενικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχασθενικός
ψυχασθενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχασθενική
ψυχασθενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχασθενικός
ψυχασθενικής	adj	γενική ενικού του ψυχασθενική
ψυχασθενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχασθενικός
ψυχασθενικού	adj	γενική ενικού του ψυχασθενικός
ψυχασθενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχασθενικός
ψυχασθενικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχασθενικός
ψυχασθενικός	adj	σχετικός με την ψυχασθένεια
ψυχασθενικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχασθενικός
ψυχασθενούς	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ψυχασθενής
ψυχασθενών	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ψυχασθενής
ψυχεδέλεια	noun	η ονειρώδης κατάσταση που δημιουργείται σε κάποιον από την λήψη παραισθησιογόνων ουσιών, ιδίως LSD
ψυχεδέλειας	noun	γενική ενικού του ψυχεδέλεια
ψυχεδέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχεδέλεια
ψυχεδελειών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχεδέλεια
ψυχεδελικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχεδελικό	adv	με ψυχεδελικό τρόπο
ψυχεδελικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχεδελικός
ψυχεδελικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχεδελική
ψυχεδελική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχεδελικός
ψυχεδελικής	adj	γενική ενικού του ψυχεδελική
ψυχεδελικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχεδελικός
ψυχεδελικού	adj	γενική ενικού του ψυχεδελικός
ψυχεδελικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχεδελικός
ψυχεδελικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχεδελικός
ψυχεδελικός	adj	που σχετίζεται με την ψυχεδέλεια
ψυχεδελικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχεδελικός
ψυχεδελισμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχεδελισμός
ψυχεδελισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχεδελισμός
ψυχεδελισμού	noun	γενική ενικού του ψυχεδελισμός
ψυχεδελισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχεδελισμός
ψυχεδελισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχεδελισμός
ψυχεδελισμός	noun	η ψυχεδέλεια
ψυχεδελισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχεδελισμός
ψυχθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθήκαν	=	ψύχω
ψυχθήκανε	=	ψύχω
ψυχθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχθούνε	=	ψύχω
ψυχθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψυχιάτρου	=	ψυχίατρος
ψυχιάτρους	=	ψυχίατρος
ψυχιάτρων	=	ψυχίατρος
ψυχιατρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχιατρείο
ψυχιατρείο	noun	χώρος όπου αντιμετωπίζονται σοβαρές ψυχικές βλάβες
ψυχιατρείου	noun	γενική ενικού του ψυχιατρείο
ψυχιατρείων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχιατρείο
ψυχιατρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχιατρικό
ψυχιατρικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχιατρικός
ψυχιατρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ψυχιατρικός
ψυχιατρική	noun	ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τις ψυχικές ασθένειες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχιατρικός
ψυχιατρικής	noun	γενική ενικού του ψυχιατρική	adj	γενική ενικού του ψυχιατρική
ψυχιατρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχιατρικός
ψυχιατρικού	adj	γενική ενικού του ψυχιατρικός
ψυχιατρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχιατρικός
ψυχιατρικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχιατρικός
ψυχιατρικός	adj	σχετικός με την ψυχιατρική
ψυχιατρικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχιατρικός
ψυχιατροδικαστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχιατροδικαστικό
ψυχιατροδικαστικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχιατροδικαστικός
ψυχιατροδικαστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχιατροδικαστική
ψυχιατροδικαστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχιατροδικαστικός
ψυχιατροδικαστικής	adj	γενική ενικού του ψυχιατροδικαστική
ψυχιατροδικαστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχιατροδικαστικός
ψυχιατροδικαστικού	adj	γενική ενικού του ψυχιατροδικαστικός
ψυχιατροδικαστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχιατροδικαστικός
ψυχιατροδικαστικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχιατροδικαστικός
ψυχιατροδικαστικός	adj	που σχετίζεται με την ψυχιατρική προσέγγιση δικαστικών υποθέσεων
ψυχιατροδικαστικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχιατροδικαστικός
ψυχικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχικό	adv	στην ψυχή, ως προς την ψυχή
ψυχικάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχικάρης
ψυχικάρας	adj	γενική ενικού του ψυχικάρα
ψυχικάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχικάρα
ψυχικάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχικάρης
ψυχικάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχικάρης
ψυχικάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ψυχικάρης
ψυχικάρης	adj	που κάνει ψυχικό
ψυχικάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχικάρικο
ψυχικάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχικάρης
ψυχικάρικου	adj	γενική ενικού του ψυχικάρικο
ψυχικάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ψυχικάρικο
ψυχικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχικός
ψυχικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχική
ψυχική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχικός
ψυχικής	adj	γενική ενικού του ψυχική
ψυχικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχικός
ψυχικού	adj	γενική ενικού του ψυχικός
ψυχικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχικός
ψυχικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχικός	noun	η καλή πράξη, η ευεργεσία, η παροχή ουσιαστικής βοήθειας προς κάποιον που έχει ανάγκη
ψυχικός	adj	ο σχετικός με την ψυχή
ψυχικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχικός
ψυχισμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχισμός
ψυχισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχισμός
ψυχισμού	noun	γενική ενικού του ψυχισμός
ψυχισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχισμός
ψυχισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχισμός
ψυχισμός	noun	ο ψυχικός κόσμος του ατόμου, η ψυχική λειτουργία του
ψυχισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχισμός
ψυχοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχός
ψυχοακουστική	noun	κλάδος της ακουστικής και της ψυχοφυσικής που μελετάει τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο ακούμε τους ήχους (της ομιλίας και της μουσικής)	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοακουστικός
ψυχοακουστικής	=	ψυχοακουστική
ψυχοαναληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοαναληπτικό
ψυχοαναληπτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοαναληπτικός
ψυχοαναληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοαναληπτική
ψυχοαναληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοαναληπτικός
ψυχοαναληπτικής	adj	γενική ενικού του ψυχοαναληπτική
ψυχοαναληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοαναληπτικός
ψυχοαναληπτικού	adj	γενική ενικού του ψυχοαναληπτικός
ψυχοαναληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοαναληπτικός
ψυχοαναληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοαναληπτικός
ψυχοαναληπτικός	adj	άλλη μορφή του ψυχαναληπτικός
ψυχοαναληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοαναληπτικός
ψυχοβγάλτες	=	ψυχοβγάλτης
ψυχοβγάλτη	=	ψυχοβγάλτης
ψυχοβγάλτης	noun	ονομασία του αρχαγγέλου (Γαβριήλ ή Μιχαήλ) που είναι παρών τη στιγμή που κάποιος ξεψυχά
ψυχοβγάλτρα	noun	θηλυκό του ψυχοβγάλτης
ψυχοβγάλτρας	noun	γενική ενικού του ψυχοβγάλτρα
ψυχοβγάλτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοβγάλτρα
ψυχοβγαλτρών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοβγάλτρα
ψυχοβγαλτών	=	ψυχοβγάλτης
ψυχοβιολογία	noun	η μελέτη του ψυχισμού σε συνάρτηση με βιολογικές παραμέτρους του ίδιου του υπό εξέταση οργανισμού αλλά και με βιολογικές επιδράσεις του περιβάλλοντος, σε συσχέτιση και με την εξελικτική ψυχολογία (π.χ. ορνόνες, νευροφυσιολογία, προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ.)
ψυχοβιολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχοβιολογία
ψυχοβιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοβιολογία
ψυχοβιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοβιολογικό
ψυχοβιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοβιολογική
ψυχοβιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογικής	adj	γενική ενικού του ψυχοβιολογική
ψυχοβιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογικού	adj	γενική ενικού του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογικός	adj	που έχει σχέση με την ψυχοβιολογία ή τον ψυχοβιολογισμό ή αναφέρεται σ' αυτά
ψυχοβιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοβιολογικός
ψυχοβιολογισμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχοβιολογισμός
ψυχοβιολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοβιολογισμός
ψυχοβιολογισμού	noun	γενική ενικού του ψυχοβιολογισμός
ψυχοβιολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοβιολογισμός
ψυχοβιολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχοβιολογισμός
ψυχοβιολογισμός	noun	η ψυχοβιολογία
ψυχοβιολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοβιολογισμός
ψυχοβιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοβιολογία
ψυχοβιολόγε	=	ψυχοβιολόγος
ψυχοβιολόγο	=	ψυχοβιολόγος
ψυχοβιολόγοι	=	ψυχοβιολόγος
ψυχοβιολόγος	noun	ο επιστήμονας που ειδικεύτηκε και ασχολείται με την ψυχοβιολογία
ψυχοβιολόγου	=	ψυχοβιολόγος
ψυχοβιολόγους	=	ψυχοβιολόγος
ψυχοβιολόγων	=	ψυχοβιολόγος
ψυχοβλαβές	=	ψυχοβλαβής
ψυχοβλαβή	=	ψυχοβλαβής
ψυχοβλαβής	adj	που έχει ψυχική βλάβη
ψυχοβλαβείς	=	ψυχοβλαβής
ψυχοβλαβούς	=	ψυχοβλαβής
ψυχοβλαβών	=	ψυχοβλαβής
ψυχοβόρα	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρας	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρε	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρες	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρο	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόροι	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρος	adj	που σου «τρώει» την ψυχή, τη φθείρει
ψυχοβόρου	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρους	=	ψυχοβόρος
ψυχοβόρων	=	ψυχοβόρος
ψυχογένεια	noun	η εξέταση των βαθύτερων ψυχικών αιτίων, που είναι ικανά να εξηγήσουν ή να προκαλέσουν μια ασθένεια ή μια ορισμένη συμπεριφορά του υποκειμένου
ψυχογένειας	noun	γενική ενικού του ψυχογένεια
ψυχογένειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογένεια
ψυχογένεση	noun	η διαμόρφωση και εξέλιξη των διαφόρων ψυχικών λειτουργιών
ψυχογένεσης	noun	γενική ενικού του ψυχογένεση
ψυχογενές	=	ψυχογενής
ψυχογενέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογένεση
ψυχογενέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχογένεση
ψυχογενέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψυχογένεση
ψυχογενή	=	ψυχογενής
ψυχογενής	adj	αυτός που πηγάζει, οφείλεται στον ψυχισμό του ατόμου
ψυχογενείς	=	ψυχογενής
ψυχογενειών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχογένεια
ψυχογενετικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογενετικό
ψυχογενετικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχογενετικός
ψυχογενετικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογενετική
ψυχογενετική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχογενετικός
ψυχογενετικής	adj	γενική ενικού του ψυχογενετική
ψυχογενετικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχογενετικός
ψυχογενετικού	adj	γενική ενικού του ψυχογενετικός
ψυχογενετικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχογενετικός
ψυχογενετικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχογενετικός
ψυχογενετικός	adj	αυτός που σχετίζεται με την ψυχογένεση
ψυχογενετικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχογενετικός
ψυχογενούς	=	ψυχογενής
ψυχογενών	=	ψυχογενής
ψυχογιέ	noun	κλητική ενικού του ψυχογιός
ψυχογιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχογιός
ψυχογιού	noun	γενική ενικού του ψυχογιός
ψυχογιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχογιός
ψυχογιό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχογιός
ψυχογιός	noun	θετός γιος, αγόρι το οποίο έχει υιοθετηθεί επίσημα ή απλώς μεγαλώνει ως προστατευόμενος κάποιου και συχνά βοηθά τον πατριό του (ή εκείνον που τον προστατεύει) στη δουλειά του
ψυχογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχογιός
ψυχογλωσσολογία	noun	η επιστήμη που μελετά τη γλώσσα από ψυχολογική άποψη
ψυχογλωσσολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχογλωσσολογία
ψυχογλωσσολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογλωσσολογία
ψυχογλωσσολογικά	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικέ	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικές	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογική	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ψυχογλωσσολογική) του ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικοί	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικού	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικούς	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικό	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογικός	adj	σχετικός με την ψυχογλωσσολογία
ψυχογλωσσολογικών	=	ψυχογλωσσολογικός
ψυχογλωσσολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχογλωσσολογία
ψυχογράμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχόγραμμα
ψυχογράμματος	noun	γενική ενικού του ψυχόγραμμα
ψυχογράφε	=	ψυχογράφος
ψυχογράφημα	noun	η περιγραφή του ψυχισμού ενός ατόμου ή και μιας ολόκληρης κοινωνίας ή εποχής, η μελέτη των ψυχικών διαθέσεων, η εστίαση στην ψυχολογική σκοπιά φαινομένων, τάσεων κ.λπ.
ψυχογράφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογράφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογράφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογράφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογράφηση	noun	η παρουσίαση του χαρακτήρα και του ψυχισμού ενός προσώπου
ψυχογράφησης	=	ψυχογράφηση
ψυχογράφο	=	ψυχογράφος
ψυχογράφοι	=	ψυχογράφος
ψυχογράφος	noun	λογοτέχνης που ψυχογραφεί
ψυχογράφου	=	ψυχογράφος
ψυχογράφους	=	ψυχογράφος
ψυχογράφων	=	ψυχογράφος
ψυχογραμμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχόγραμμα
ψυχογραφήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογράφημα
ψυχογραφήματος	noun	γενική ενικού του ψυχογράφημα
ψυχογραφήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογράφηση
ψυχογραφήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήσεων	=	ψυχογράφηση
ψυχογραφήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχογραφία	noun	συνώνυμο του ψυχογράφημα
ψυχογραφίας	=	ψυχογραφία
ψυχογραφίες	=	ψυχογραφία
ψυχογραφημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχογράφημα
ψυχογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ψυχογραφικό) του ψυχογραφικός	adv	με τρόπο ψυχογραφικό
ψυχογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχογραφικός
ψυχογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχογραφική
ψυχογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχογραφικός
ψυχογραφικής	adj	γενική ενικού του ψυχογραφική
ψυχογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχογραφικός
ψυχογραφικού	adj	γενική ενικού του ψυχογραφικός
ψυχογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχογραφικός
ψυχογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχογραφικός
ψυχογραφικός	adj	σχετικός με την ψυχογραφία
ψυχογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχογραφικός
ψυχογραφιών	=	ψυχογραφία
ψυχογραφώ	verb	περιγράφω τον ψυχισμό ενός ατόμου, ομάδας ή εποχής
ψυχογραφώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψυχογραφώ
ψυχοδιαγνωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιαγνωστικό
ψυχοδιαγνωστικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιαγνωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιαγνωστική
ψυχοδιαγνωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιαγνωστικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδιαγνωστική
ψυχοδιαγνωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιαγνωστικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιαγνωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιαγνωστικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιαγνωστικός	adj	σχετικός με τη διάγνωση του ψυχισμού
ψυχοδιαγνωστικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδιαγνωστικός
ψυχοδιανοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιανοητικό
ψυχοδιανοητικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιανοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιανοητική
ψυχοδιανοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιανοητικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδιανοητική
ψυχοδιανοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιανοητικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιανοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιανοητικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιανοητικός	adj	σχετικός με τον ψυχισμό και τη διανόηση
ψυχοδιανοητικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδιανοητικός
ψυχοδιεγερτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιεγερτικό
ψυχοδιεγερτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδιεγερτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιεγερτική
ψυχοδιεγερτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδιεγερτικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδιεγερτική
ψυχοδιεγερτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδιεγερτικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδιεγερτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδιεγερτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδιεγερτικός	adj	που προκαλεί διέγερση των εγκεφαλικών λειτουργιών
ψυχοδιεγερτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδιεγερτικός
ψυχοδομές	=	ψυχοδομή
ψυχοδομή	noun	οι κυρίαρχες και διαχρονικές πτυχές της προσωπικότητας των ατόμων, της οργάνωσης της σκέψης τους, που καθορίζει τους τρόπους που συμπεριφέρονται στους όλους και αντιμετωπίζουν ό,τι τους περιβάλλει
ψυχοδομής	=	ψυχοδομή
ψυχοδομικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδομικό
ψυχοδομικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδομικός
ψυχοδομικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδομική
ψυχοδομική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδομικός
ψυχοδομικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδομική
ψυχοδομικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδομικός
ψυχοδομικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδομικός
ψυχοδομικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδομικός
ψυχοδομικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδομικός
ψυχοδομικός	adj	που σχετίζεται με την ψυχοδομή
ψυχοδομικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδομικός
ψυχοδομών	=	ψυχοδομή
ψυχοδράματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχόδραμα
ψυχοδράματος	noun	γενική ενικού του ψυχόδραμα
ψυχοδραμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχόδραμα
ψυχοδραματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψυχοδραματικός	adv	με ψυχοδραματικό τρόπο
ψυχοδραματικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδραματικός
ψυχοδραματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδραματική
ψυχοδραματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδραματικός
ψυχοδραματικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδραματική
ψυχοδραματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδραματικός
ψυχοδραματικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδραματικός
ψυχοδραματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδραματικός
ψυχοδραματικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδραματικός
ψυχοδραματικός	adj	που έχει σχέση με το ψυχόδραμα ή αναφέρεται σ' αυτό
ψυχοδραματικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδραματικός
ψυχοδραστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδραστικό
ψυχοδραστικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδραστικός
ψυχοδραστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδραστική
ψυχοδραστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδραστικός
ψυχοδραστικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδραστική
ψυχοδραστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδραστικός
ψυχοδραστικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδραστικός
ψυχοδραστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδραστικός
ψυχοδραστικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδραστικός
ψυχοδραστικός	adj	που επιδρά στην ψυχή, που αλλάζει την ψυχική διάθεση και τη συμπεριφορά
ψυχοδραστικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδραστικός
ψυχοδυναμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδυναμικό
ψυχοδυναμικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδυναμική
ψυχοδυναμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμικής	adj	γενική ενικού του ψυχοδυναμική
ψυχοδυναμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμικού	adj	γενική ενικού του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμικός	adj	που έχει σχέση με την ψυχοδυναμική ή τον ψυχοδυναμισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά
ψυχοδυναμικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοδυναμικός
ψυχοδυναμισμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχοδυναμισμός
ψυχοδυναμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοδυναμισμός
ψυχοδυναμισμού	noun	γενική ενικού του ψυχοδυναμισμός
ψυχοδυναμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοδυναμισμός
ψυχοδυναμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχοδυναμισμός
ψυχοδυναμισμός	noun	μυστικιστική εσωτερική ψυχική δύναμη, που έχει ως αποτέλεσμα την προαίσθηση, την τηλεπάθεια, την τηλεκινησία κι άλλα παρόμοια ανεξήγητα φαινόμενα
ψυχοδυναμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοδυναμισμός
ψυχοθεραπεία	noun	η βελτίωση της ψυχικής κατάστασης του ατόμου με ειδική διαδικασία, σε αντιδιαστολή συνήθως προς τη φαρμακοθεραπεία, αλλά μερικές φορές και σε συνδυασμό με αυτήν
ψυχοθεραπείας	noun	γενική ενικού του ψυχοθεραπεία
ψυχοθεραπείες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοθεραπεία
ψυχοθεραπειών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοθεραπεία
ψυχοθεραπευτές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτής
ψυχοθεραπευτή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχοθεραπευτής
ψυχοθεραπευτής	noun	γιατρός που έχει ειδικευτεί στην ψυχοθεραπεία
ψυχοθεραπευτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτικό
ψυχοθεραπευτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτική
ψυχοθεραπευτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτικής	adj	γενική ενικού του ψυχοθεραπευτική
ψυχοθεραπευτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτικού	adj	γενική ενικού του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτικός	adj	σχετικός με την ψυχοθεραπεία
ψυχοθεραπευτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτικός
ψυχοθεραπευτριών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοθεραπεύτρια
ψυχοθεραπευτών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοθεραπευτής
ψυχοθεραπεύτρια	noun	θηλυκό του ψυχοθεραπευτής
ψυχοθεραπεύτριας	noun	γενική ενικού του ψυχοθεραπεύτρια
ψυχοθεραπεύτριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοθεραπεύτρια
ψυχοκίνηση	noun	η τηλεκίνηση
ψυχοκίνησης	=	ψυχοκίνηση
ψυχοκινήσεις	=	ψυχοκίνηση
ψυχοκινήσεων	=	ψυχοκίνηση
ψυχοκινητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκινητικό
ψυχοκινητικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοκινητικός
ψυχοκινητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκινητική
ψυχοκινητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοκινητικός
ψυχοκινητικής	adj	γενική ενικού του ψυχοκινητική
ψυχοκινητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκινητικός
ψυχοκινητικού	adj	γενική ενικού του ψυχοκινητικός
ψυχοκινητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοκινητικός
ψυχοκινητικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοκινητικός
ψυχοκινητικός	adj	σχετικός με ψυχικές και κινητικές λειτουργίες
ψυχοκινητικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοκινητικός
ψυχοκοινωνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκοινωνικό
ψυχοκοινωνικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκοινωνική
ψυχοκοινωνική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνικής	adj	γενική ενικού του ψυχοκοινωνική
ψυχοκοινωνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνικού	adj	γενική ενικού του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνικός	adj	που σχετίζεται με ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες
ψυχοκοινωνικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοκοινωνικός
ψυχοκοινωνιολογία	noun	διεπιστημονικό πεδίο που ερευνά θέματα κοινά στην ψυχολογία και στην κοινωνιολογία, συγγενές με την κοινωνική ψυχολογία, που όμως εστιάζεται κυρίως στην ψυχολογία του ατόμου μέσα στην ομάδα στην οποία ανήκει (π.χ. στη σχολική τάξη, σε ένα κόμμα, σε ένα χωριό κ.λπ.)
ψυχοκοινωνιολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχοκοινωνιολογία
ψυχοκοινωνιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκοινωνιολογία
ψυχοκοινωνιολογικά	adv	η εξέταση ενός ζητήματος με τρόπο που λαμβάνει υπόψη του την ψυχοκοινωνιολογική διάσταση, δηλαδή την ψυχολογία του ατόμου μέσα στην ομάδα στην οποία ανήκει
ψυχοκοινωνιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκοινωνιολογική
ψυχοκοινωνιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογικής	adj	γενική ενικού του ψυχοκοινωνιολογική
ψυχοκοινωνιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογικού	adj	γενική ενικού του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογικός	adj	σχετικός με την ψυχοκοινωνιολογία
ψυχοκοινωνιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοκοινωνιολογικός
ψυχοκοινωνιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοκοινωνιολογία
ψυχοκορών	=	ψυχοκόρη
ψυχοκρατία	noun	δοξασία που υποστηρίζει πως ακόμα και τα άψυχα αντικείμενα ή φυσικά φαινόμενα ενέχουν μια υπερφυσική δύναμη, έχουν κατά κάποιο τρόπο ψυχή
ψυχοκρατίας	noun	γενική ενικού του ψυχοκρατία
ψυχοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκρατία
ψυχοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοκρατία
ψυχοκτονία	noun	η καταστροφή της ψυχής, ο αφανισμός της, η φθορά της, ο θάνατός της
ψυχοκτονίας	noun	γενική ενικού του ψυχοκτονία
ψυχοκτονίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοκτονία
ψυχοκτονιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοκτονία
ψυχοκτόνα	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνας	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνε	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνες	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνο	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνοι	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνος	adj	που φθείρει την ψυχή, που την καταστρέφει
ψυχοκτόνου	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνους	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκτόνων	=	ψυχοκτόνος
ψυχοκόρες	=	ψυχοκόρη
ψυχοκόρη	noun	η θετή, υιοθετημένη κόρη
ψυχοκόρης	=	ψυχοκόρη
ψυχοκόρων	=	ψυχοκόρη
ψυχολάτρες	=	ψυχολάτρης
ψυχολάτρη	=	ψυχολάτρης
ψυχολάτρης	noun	που πιστεύει στην ψυχολατρία ή είναι οπαδός της
ψυχολάτρισσα	noun	θηλυκό του ψυχολάτρης
ψυχολάτρισσας	noun	γενική ενικού του ψυχολάτρισσα
ψυχολάτρισσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολάτρισσα
ψυχολατρία	noun|rare	η λατρεία των ψυχών
ψυχολατρίας	noun	γενική ενικού του ψυχολατρία
ψυχολατρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολατρία
ψυχολατρισσών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχολάτρισσα
ψυχολατριών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχολατρία
ψυχολατρών	=	ψυχολάτρης
ψυχοληπτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοληπτικό
ψυχοληπτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοληπτικός
ψυχοληπτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοληπτική
ψυχοληπτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοληπτικός
ψυχοληπτικής	adj	γενική ενικού του ψυχοληπτική
ψυχοληπτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοληπτικός
ψυχοληπτικού	adj	γενική ενικού του ψυχοληπτικός
ψυχοληπτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοληπτικός
ψυχοληπτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοληπτικός
ψυχοληπτικός	adj	που κατευνάζει την εγκεφαλική δραστηριότητα
ψυχοληπτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοληπτικός
ψυχολογήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολόγημα
ψυχολογήματος	noun	γενική ενικού του ψυχολόγημα
ψυχολογήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολογία	noun	επιστήμη που μελετά τη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων
ψυχολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχολογία
ψυχολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογία
ψυχολογημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχολόγημα
ψυχολογημένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογημένο
ψυχολογημένε	adj	κλητική ενικού του ψυχολογημένος
ψυχολογημένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογημένη
ψυχολογημένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχολογημένος
ψυχολογημένης	adj	γενική ενικού του ψυχολογημένη
ψυχολογημένο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχολογημένος
ψυχολογημένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογημένος
ψυχολογημένος	verb	για ανθρώπινο χαρακτήρα ή λογοτεχνικό, κινηματογραφικό κ.λπ. ήρωα του οποίου έχει μελετηθεί ικανοποιητικά η ψυχολογία
ψυχολογημένου	verb	γενική ενικού του ψυχολογημένος
ψυχολογημένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχολογημένος
ψυχολογημένων	adj	γενική πληθυντικού του ψυχολογημένος
ψυχολογικά	adv	με την ψυχολογική έννοια, από ψυχολογική σκοπιά, η ψυχολογική κατάσταση	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογικό
ψυχολογικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχολογικός
ψυχολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογική
ψυχολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχολογικός
ψυχολογικής	adj	γενική ενικού του ψυχολογική
ψυχολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογικός
ψυχολογικού	adj	γενική ενικού του ψυχολογικός
ψυχολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχολογικός
ψυχολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχολογικός
ψυχολογικός	adj	σχετικός με την ψυχολογία
ψυχολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχολογικός
ψυχολογισμέ	noun	κλητική ενικού του ψυχολογισμός
ψυχολογισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχολογισμός
ψυχολογισμού	noun	γενική ενικού του ψυχολογισμός
ψυχολογισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχολογισμός
ψυχολογισμό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχολογισμός
ψυχολογισμός	noun	η φιλοσοφική αντίληψη ότι όλα μπορούν να ερμηνευθούν ή να επιλυθούν μέσω της ψυχολογικής προσέγγισης κι όχι με τη λογική
ψυχολογισμών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχολογισμός
ψυχολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχολογία
ψυχολογούμαι	verb	με ψυχολογεί ένας ειδικός ή κάποιο άλλο άτομο, κάποιος αναλύει τον δικό μου ψυχισμό (σπάνια χρήση, συνήθως χρησιμοποιείται περίφραση του ενεργητικού ρήματος)
ψυχολογώ	verb	εκτιμώ την ψυχική κατάσταση και το χαρακτήρα κάποιου
ψυχολόγε	noun	κλητική ενικού του ψυχολόγος
ψυχολόγημα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψυχολογώ
ψυχολόγησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολόγησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολόγησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολόγησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχολογώ
ψυχολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ψυχολόγος
ψυχολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχολόγος
ψυχολόγος	noun	επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην ψυχολογία
ψυχολόγου	noun	γενική ενικού του ψυχολόγος
ψυχολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχολόγος
ψυχολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχολόγος
ψυχομάνα	noun|vulgar	θετή μητέρα
ψυχομάνας	noun	γενική ενικού του ψυχομάνα
ψυχομάνες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχομάνα
ψυχομάχημα	noun	η αγωνία κάποιου πριν τον θάνατο, πριν να βγει η ψυχή του
ψυχομέτρι	noun|dated	ένα πλήθος ψυχών, ένα σύνολο ανθρώπων
ψυχομαχήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχομάχημα
ψυχομαχήματος	noun	γενική ενικού του ψυχομάχημα
ψυχομαχημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχομάχημα
ψυχομαχητά	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχομαχητό
ψυχομαχητού	noun	γενική ενικού του ψυχομαχητό
ψυχομαχητό	noun	το ψυχομάχημα
ψυχομαχητών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχομαχητό
ψυχομαχούσα	=	ψυχομαχώ
ψυχομαχώ	verb	χαροπαλεύω, αφήνω την τελευταία μου πνοή, δίνω μάχη να σώσω την ψυχή μου (με την έννοια του να ζήσω), ψυχορραγώ, ξεψυχώ, παραδίδω το πνεύμα, πνέω τα λοίσθια
ψυχομαχώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψυχομαχώ
ψυχομετρία	noun	το σύνολο διαφόρων ψυχολογικών τεστς με σκοπό την καλύτερη διάγνωση της πνευματικής ή ψυχικής κατάστασης και συμπεριφοράς ενός ατόμου
ψυχομετρίας	noun	γενική ενικού του ψυχομετρία
ψυχομετρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχομετρία
ψυχομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχομετρικό	adv	όσον αφορά την ψυχομετρία ή τον ψυχομετρικό, σχετικά μ’ αυτά
ψυχομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχομετρικός
ψυχομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχομετρική
ψυχομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχομετρικός
ψυχομετρικής	adj	γενική ενικού του ψυχομετρική
ψυχομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχομετρικός
ψυχομετρικού	adj	γενική ενικού του ψυχομετρικός
ψυχομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχομετρικός
ψυχομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχομετρικός
ψυχομετρικός	adj	σχετικός με την ψυχομετρία
ψυχομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχομετρικός
ψυχομετρικώς	adv|formal	ψυχομετρικά
ψυχομετριών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχομετρία
ψυχονευρωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχονευρωτικό
ψυχονευρωτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχονευρωτική
ψυχονευρωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρωτικής	adj	γενική ενικού του ψυχονευρωτική
ψυχονευρωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρωτικού	adj	γενική ενικού του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρωτικός	adj	σχετικός με την ψυχονεύρωση
ψυχονευρωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχονευρωτικός
ψυχονευρώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχονεύρωση
ψυχονευρώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχονεύρωση
ψυχονευρώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψυχονεύρωση
ψυχονεύρωση	noun	είδος ψυχογενούς νεύρωσης
ψυχονεύρωσης	noun	γενική ενικού του ψυχονεύρωση
ψυχονοητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχονοητικό
ψυχονοητικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχονοητικός
ψυχονοητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχονοητική
ψυχονοητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχονοητικός
ψυχονοητικής	adj	γενική ενικού του ψυχονοητική
ψυχονοητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχονοητικός
ψυχονοητικού	adj	γενική ενικού του ψυχονοητικός
ψυχονοητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχονοητικός
ψυχονοητικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχονοητικός
ψυχονοητικός	adj	σχετικός με τις ψυχικές και νοητικές ικανότητες ενός ατόμου
ψυχονοητικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχονοητικός
ψυχοπάθεια	noun	γενική ονομασία ψυχικών διαταραχών
ψυχοπάθειας	noun	γενική ενικού του ψυχοπάθεια
ψυχοπάθειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπάθεια
ψυχοπαίδα	noun	η ψυχοκόρη
ψυχοπαίδας	noun	γενική ενικού του ψυχοπαίδα
ψυχοπαίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαίδα
ψυχοπαίδι	noun	ο ψυχογιός ή ψυχοκόρη, το παιδί που κάποιος υιοθετεί νομικά ή και άτυπα, δηλαδή χωρίς να έχει λάβει επισήμως την κηδεμονία του
ψυχοπαίδια	=	ψυχοπαίδι
ψυχοπαθές	=	ψυχοπαθής
ψυχοπαθή	=	ψυχοπαθής
ψυχοπαθής	adj	άτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας
ψυχοπαθείς	=	ψυχοπαθής
ψυχοπαθειών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοπάθεια
ψυχοπαθολογία	noun	η μελέτη των παθολογικών συμπεριφορών και η περιγραφή των αιτίων και της λειτουργίας τους
ψυχοπαθολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχοπαθολογία
ψυχοπαθολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαθολογία
ψυχοπαθολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαθολογικό
ψυχοπαθολογικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαθολογική
ψυχοπαθολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογικής	adj	γενική ενικού του ψυχοπαθολογική
ψυχοπαθολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογικού	adj	γενική ενικού του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογικός	adj	σχετικός με την ψυχοπαθολογία
ψυχοπαθολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοπαθολογικός
ψυχοπαθολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοπαθολογία
ψυχοπαθούς	=	ψυχοπαθής
ψυχοπαθών	=	ψυχοπαθής
ψυχοπαιδαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαιδαγωγικό
ψυχοπαιδαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπαιδαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαιδαγωγική
ψυχοπαιδαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπαιδαγωγικής	adj	γενική ενικού του ψυχοπαιδαγωγική
ψυχοπαιδαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπαιδαγωγικού	adj	γενική ενικού του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπαιδαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπαιδαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπαιδαγωγικός	adj	σχετικός με την ψυχοπαιδαγωγική
ψυχοπαιδαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοπαιδαγωγικός
ψυχοπατέρα	=	ψυχοπατέρας
ψυχοπατέρας	noun|vulgar	θετός πατέρας
ψυχοπατέρες	=	ψυχοπατέρας
ψυχοπατέρων	=	ψυχοπατέρας
ψυχοπατεράδες	=	ψυχοπατέρας
ψυχοπατεράδων	=	ψυχοπατέρας
ψυχοπιάνεσαι	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάνεστε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάνεται	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάνομαι	verb|vulgar	συνέρχομαι ψυχικά, ανακτώ τις δυνάμεις μου
ψυχοπιάνονται	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάνονταν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάνου	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάσου	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάστηκα	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάστηκαν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάστηκε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιάστηκες	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόμασταν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόμαστε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόμουν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόμουνα	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόντουσαν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόσασταν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόσαστε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόσουν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόσουνα	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανόταν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιανότανε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιασμένος	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιαστήκαμε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιαστήκαν	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιαστήκανε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιαστήκατε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιαστεί	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπιαστείτε	=	ψυχοπιάνομαι
ψυχοπλάκωμα	noun	ψυχική κατάσταση δυσθυμίας, στενοχώρια και αίσθηση πίεσης, κατάθλιψη
ψυχοπλάκωνα	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωναν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωνε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωνες	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλάκωση	noun	το ψυχοπλάκωμα
ψυχοπλάκωσης	=	ψυχοπλάκωση
ψυχοπλάνα	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνας	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνε	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνες	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνο	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνοι	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνος	adj	που (παρα)πλανά την ψυχή
ψυχοπλάνου	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνους	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλάνων	=	ψυχοπλάνος
ψυχοπλακωθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθήκαν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωθήκανε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωθούνε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοπλάκωμα
ψυχοπλακωμένα	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένε	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένες	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένη	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένης	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένο	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένοι	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωμένου	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένους	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωμένων	=	ψυχοπλακωμένος
ψυχοπλακωνόμασταν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόμαστε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόμουν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόμουνα	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόντουσαν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόσασταν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόσαστε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόσουν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόσουνα	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνόταν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωνότανε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπλακωτικό
ψυχοπλακωτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπλακωτική
ψυχοπλακωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακωτικής	adj	γενική ενικού του ψυχοπλακωτική
ψυχοπλακωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακωτικού	adj	γενική ενικού του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακωτικός	adj	που προκαλεί ψυχοπλάκωμα
ψυχοπλακωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοπλακωτικός
ψυχοπλακώθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακώθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακώθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακώθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπλάκωμα
ψυχοπλακώματος	noun	γενική ενικού του ψυχοπλάκωμα
ψυχοπλακώναμε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώναν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνανε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνατε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνει	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνεις	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνεσαι	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνεστε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνεται	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνετε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνομαι	verb	η αίσθηση ψυχικού βάρους, η έντονη κατάθλιψη, η ιδιαίτερα κακή διάθεση
ψυχοπλακώνομε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνονται	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνονταν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνοντας	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνουμε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνουν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνουνε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώνω	verb	προκαλώ ψυχικό πλάκωμα, στεναχωρώ υπερβολικά
ψυχοπλακώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσαν	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσανε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσεων	=	ψυχοπλάκωση
ψυχοπλακώσομε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνομαι
ψυχοπλακώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσουνε	=	ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπλακώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπλακώνω
ψυχοπνευματικά	adv	από ψυχοπνευματική άποψη
ψυχοπνευματικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοπνευματικός
ψυχοπνευματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπνευματική
ψυχοπνευματική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοπνευματικός
ψυχοπνευματικής	adj	γενική ενικού του ψυχοπνευματική
ψυχοπνευματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπνευματικός
ψυχοπνευματικού	adj	γενική ενικού του ψυχοπνευματικός
ψυχοπνευματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοπνευματικός
ψυχοπνευματικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοπνευματικός
ψυχοπνευματικός	adj	σχετικός με το πνεύμα και την ψυχή
ψυχοπνευματικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοπνευματικός
ψυχοπομπέ	noun	κλητική ενικού του ψυχοπομπός
ψυχοπομποί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπομπός
ψυχοπομπού	noun	γενική ενικού του ψυχοπομπός
ψυχοπομπούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοπομπός
ψυχοπομπό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχοπομπός
ψυχοπομπός	noun	επίθετο που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία Ελλάδα κυρίως για τον Ερμή, ειδικά για το ρόλο του στη συνοδεία των νεκρών στον Άδη.
ψυχοπομπών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοπομπός
ψυχοπονά	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάει	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάμε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάν	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάνε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάς	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάτε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονάω	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονέσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσαν	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονέσανε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονέσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονέσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπονιάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοπονιάρης
ψυχοπονιάρας	adj	γενική ενικού του ψυχοπονιάρα
ψυχοπονιάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπονιάρα
ψυχοπονιάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχοπονιάρης
ψυχοπονιάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπονιάρης
ψυχοπονιάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοπονιάρης
ψυχοπονιάρης	adj	που ψυχοπονεί
ψυχοπονιάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπονιάρικο
ψυχοπονιάρικε	adj	κλητική ενικού του ψυχοπονιάρικος
ψυχοπονιάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπονιάρικη
ψυχοπονιάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοπονιάρικος
ψυχοπονιάρικης	adj	γενική ενικού του ψυχοπονιάρικη
ψυχοπονιάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψυχοπονιάρης
ψυχοπονιάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπονιάρικος
ψυχοπονιάρικος	adj	ο ψυχοπονιάρης, ο ψυχόπονος
ψυχοπονιάρικου	adj	γενική ενικού του ψυχοπονιάρικο
ψυχοπονιάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοπονιάρικος
ψυχοπονιάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοπονιάρικο
ψυχοπονούμε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούν	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούνε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσα	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσαμε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσαν	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσανε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσατε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονούσες	=	ψυχοπονώ
ψυχοπονώ	verb|vulgar	αισθάνομαι συμπόνια
ψυχοπονώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψυχοπονάω / ψυχοπονώ
ψυχοπρωτολάτες	=	ψυχοπρωτολάτης
ψυχοπρωτολάτη	=	ψυχοπρωτολάτης
ψυχοπρωτολάτης	noun|literary	ο πρώτος οδηγός των ψυχών
ψυχοπρωτολατών	=	ψυχοπρωτολάτης
ψυχοπόνα	=	ψυχοπονώ
ψυχοπόναγε	=	ψυχοπονώ
ψυχοπόνεσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπόνεσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπόνεσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπόνεσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχοπονώ
ψυχοπόνια	noun	συμπόνια
ψυχοπόνιας	=	ψυχοπόνια
ψυχοπόνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοπόνια
ψυχορμήτου	noun	γενική ενικού του ψυχόρμητο
ψυχορμήτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχόρμητο
ψυχορράγει	=	ψυχορραγώ
ψυχορράγημα	noun	το ψυχομάχημα
ψυχορράγησα	=	ψυχορραγώ
ψυχορράγησαν	=	ψυχορραγώ
ψυχορράγησε	=	ψυχορραγώ
ψυχορράγησες	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχορράγημα
ψυχορραγήματος	noun	γενική ενικού του ψυχορράγημα
ψυχορραγήσαμε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγήσαν	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγήσανε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγήσατε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγήσει	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγήστε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγεί	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγείς	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγείτε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχορράγημα
ψυχορραγούμε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούν	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούνε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσα	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσαμε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσαν	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσανε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσατε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσε	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγούσες	=	ψυχορραγώ
ψυχορραγώ	verb	ψυχομαχώ
ψυχορραγώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψυχορραγώ
ψυχοσάββατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσάββατο
ψυχοσάββατο	noun	το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, που είναι αφιερωμένα στη μνήμη των ψυχών των τεθνεώτων και κατά τα οποία τελούνται μνημόσυνα και άλλες τελετές
ψυχοσάββατου	noun	γενική ενικού του ψυχοσάββατο
ψυχοσάββατων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοσάββατο
ψυχοστασία	noun	το ζύγισμα της ψυχής πριν ή μετά από το θάνατο κάποιου
ψυχοστασίας	noun	γενική ενικού του ψυχοστασία
ψυχοστασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοστασία
ψυχοστασιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοστασία
ψυχοσυναισθηματικά	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικέ	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικές	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματική	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικής	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικοί	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικού	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικούς	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικό	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυναισθηματικός	adj	που σχετίζεται με τον ψυχισμό και τα συναισθήματα ενός ατόμου
ψυχοσυναισθηματικών	=	ψυχοσυναισθηματικός
ψυχοσυνθέσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσύνθεση
ψυχοσυνθέσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοσύνθεση
ψυχοσυνθέσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψυχοσύνθεση
ψυχοσυστάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσύσταση
ψυχοσυστάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοσύσταση
ψυχοσυστάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψυχοσύσταση
ψυχοσωματικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσωματικό
ψυχοσωματικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοσωματικός
ψυχοσωματικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσωματική
ψυχοσωματική	noun	ιατρική θεωρία που εξετάζει και μελετά την επίδραση του ψυχισμού και γενικότερα των ψυχικών παραγόντων στις οργανικές παθήσεις	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοσωματικός
ψυχοσωματικής	adj	γενική ενικού του ψυχοσωματική
ψυχοσωματικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσωματικός
ψυχοσωματικού	adj	γενική ενικού του ψυχοσωματικός
ψυχοσωματικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοσωματικός
ψυχοσωματικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοσωματικός
ψυχοσωματικός	adj	σχετικός με παθήσεις που προκαλούνται ή επιδεινώνονται από ψυχικούς παράγοντες
ψυχοσωματικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοσωματικός
ψυχοσωστρών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοσώστρα
ψυχοσωστών	=	ψυχοσώστης
ψυχοσωτήρια	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριας	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριε	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριες	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριο	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριοι	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριος	adj	που σώζει την ψυχή
ψυχοσωτήριου	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριους	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσωτήριων	=	ψυχοσωτήριος
ψυχοσύνθεση	noun	η σύνθεση των συναισθηματικών και νοητικών ιδιοτήτων ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής ομάδας
ψυχοσύνθεσης	noun	γενική ενικού του ψυχοσύνθεση
ψυχοσύσταση	noun	η ψυχοσύνθεση
ψυχοσύστασης	noun	γενική ενικού του ψυχοσύσταση
ψυχοσώστες	=	ψυχοσώστης
ψυχοσώστη	=	ψυχοσώστης
ψυχοσώστης	noun	αυτός που σώζει την ψυχή
ψυχοσώστρα	noun	θηλυκό του ψυχοσώστης
ψυχοσώστρας	noun	γενική ενικού του ψυχοσώστρα
ψυχοσώστρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοσώστρα
ψυχοτεχνία	noun	η ψυχοτεχνική
ψυχοτεχνίας	noun	γενική ενικού του ψυχοτεχνία
ψυχοτεχνίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτεχνία
ψυχοτεχνικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτεχνικό	adv	με ψυχοτεχνικό τρόπο ή με τον τρόπο της ψυχοτεχνικής
ψυχοτεχνικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτεχνική
ψυχοτεχνική	noun	μέθοδος (ή μέθοδοι) μελέτης και εκτίμησης μέσω εξειδικευμένων δοκιμασιών των ικανοτήτων ενός ατόμου	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνικής	adj	γενική ενικού του ψυχοτεχνική
ψυχοτεχνικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνικού	adj	γενική ενικού του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνικός	adj	που έχει σχέση με την ψυχοτεχνική ή αναφέρεται σ' αυτή
ψυχοτεχνικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοτεχνικός
ψυχοτεχνιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοτεχνία
ψυχοτονικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτονικό
ψυχοτονικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοτονικός
ψυχοτονικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτονική
ψυχοτονική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοτονικός
ψυχοτονικής	adj	γενική ενικού του ψυχοτονική
ψυχοτονικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοτονικός
ψυχοτονικού	adj	γενική ενικού του ψυχοτονικός
ψυχοτονικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοτονικός
ψυχοτονικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοτονικός
ψυχοτονικός	adj	που διεγείρει την εγκεφαλική δραστηριότητα
ψυχοτονικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοτονικός
ψυχοτρόπα	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπας	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπε	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπες	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπο	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόποι	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπος	adj	που παρεμβαίνει και τροποποιεί την ψυχική διάθεση
ψυχοτρόπου	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπους	=	ψυχοτρόπος
ψυχοτρόπων	=	ψυχοτρόπος
ψυχουδιού	=	ψυχούδι
ψυχουδιών	=	ψυχούδι
ψυχοφάρμακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφάρμακο
ψυχοφάρμακο	noun	η κοινή ονομασία μιας σειράς φαρμακευτικών σκευασμάτων που έχουν παραχθεί για τη βελτίωση ήπιων αλλά και έντονων ψυχικών νοσημάτων (αντικαταθλιπτικών, αγχολυτικών, αντιψυχωσικών κ.α.)
ψυχοφάρμακου	=	ψυχοφάρμακο
ψυχοφαρμάκου	noun	γενική ενικού του ψυχοφάρμακο
ψυχοφαρμάκων	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοφάρμακο
ψυχοφαρμακολογία	noun	κλάδος της φαρμακολογίας που έχει σχέση με τη μελέτη της επίδρασης των φαρμάκων στις ψυχικές διεργασίες
ψυχοφαρμακολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχοφαρμακολογία
ψυχοφαρμακολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφαρμακολογία
ψυχοφαρμακολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοφαρμακολογία
ψυχοφθόρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρας	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρη	=	ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρης	=	ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρος	adj|formal	οτιδήποτε κάμπτει το ηθικό, καταπονεί ψυχικά το άτομο, μειώνει τις ψυχικές αντοχές του
ψυχοφθόρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρους	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφθόρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ψυχοφθόρος
ψυχοφυσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσικό	adv	αναφορικά με την ψυχοφυσική, σε σχέση μ’ αυτή
ψυχοφυσικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσική
ψυχοφυσική	noun	κλάδος της πειραματικής ψυχολογίας σχετικός με τη μελέτη των σχέσεων μεταξύ αισθητηριακής εμπειρίας και περιβαλλοντικών ερεθισμάτων.	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικής	adj	γενική ενικού του ψυχοφυσική
ψυχοφυσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικού	adj	γενική ενικού του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικός	adj	σχετικός με την ψυχοφυσική
ψυχοφυσικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοφυσικός
ψυχοφυσικώς	adv|formal	ψυχοφυσικά
ψυχοφυσιολογία	noun	ειδικότητα της ψυχιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη του ρόλου της φυσιολογίας στις ψυχικές διεργασίες και συμπεριφορές
ψυχοφυσιολογίας	noun	γενική ενικού του ψυχοφυσιολογία
ψυχοφυσιολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογία
ψυχοφυσιολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογικό
ψυχοφυσιολογικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογική
ψυχοφυσιολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικής	adj	γενική ενικού του ψυχοφυσιολογική
ψυχοφυσιολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικού	adj	γενική ενικού του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικός	adj	που έχει σχέση με την ψυχοφυσιολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή
ψυχοφυσιολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογικός
ψυχοφυσιολογικώς	adv|formal	ψυχοφυσιολογικά
ψυχοφυσιολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχοφυσιολογία
ψυχοφυσιολόγε	=	ψυχοφυσιολόγος
ψυχοφυσιολόγο	=	ψυχοφυσιολόγος
ψυχοφυσιολόγοι	=	ψυχοφυσιολόγος
ψυχοφυσιολόγος	noun	επιστήμονας ειδικός στην ψυχοφυσιολογία
ψυχοφυσιολόγου	=	ψυχοφυσιολόγος
ψυχοφυσιολόγους	=	ψυχοφυσιολόγος
ψυχοφυσιολόγων	=	ψυχοφυσιολόγος
ψυχοχάρτι	noun|vulgar	χαρτί στο οποίο έχουν γραφτεί τα ονόματα των τεθνεώτων, προκειμένου να μνημονευθούν από τον ιερέα
ψυχοχάρτια	=	ψυχοχάρτι
ψυχοχαρτιού	=	ψυχοχάρτι
ψυχοχαρτιών	=	ψυχοχάρτι
ψυχοχειρουργικές	=	ψυχοχειρουργική
ψυχοχειρουργική	noun	χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο, ως μέθοδος αποκατάστασης ή θεραπείας διαφόρων ψυχοσωματικών διαταραχών
ψυχοχειρουργικής	=	ψυχοχειρουργική
ψυχοχειρουργικών	=	ψυχοχειρουργική
ψυχοχημικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοχημικό
ψυχοχημικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχοχημικός
ψυχοχημικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχοχημική
ψυχοχημική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχοχημικός
ψυχοχημικής	adj	γενική ενικού του ψυχοχημική
ψυχοχημικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχοχημικός
ψυχοχημικού	adj	γενική ενικού του ψυχοχημικός
ψυχοχημικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχοχημικός
ψυχοχημικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχοχημικός
ψυχοχημικός	adj	που αναφέρεται σε χημικές ουσίες ή σκευάσματα που επιδρούν στην ψυχολογία
ψυχοχημικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχοχημικός
ψυχού	noun	γενική ενικού του ψυχός
ψυχούδι	noun|vulgar	μικρό στρογγυλό ψωμάκι, σαν προσφοράκι, που φτιάχνεται την Κυριακή της Τυρινής ή προσφέρεται σε μνημόσυνα και κηδείες
ψυχούδια	=	ψυχούδι
ψυχούλα	noun	η ψυχή ενός ανθρώπου
ψυχούλας	=	ψυχούλα
ψυχούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχούλα
ψυχούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψυχός
ψυχρά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ψυχρός	adv	με ψυχρό τρόπο, με ψυχρότητα
ψυχράθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχράθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχράθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχράθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχράναμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράναν	=	ψυχραίνω
ψυχράνανε	=	ψυχραίνω
ψυχράνατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράνει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράνεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράνετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράνθηκα	=	ψυχραίνω
ψυχράνθηκαν	=	ψυχραίνω
ψυχράνθηκε	=	ψυχραίνω
ψυχράνθηκες	=	ψυχραίνω
ψυχράνομε	=	ψυχραίνω
ψυχράνουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράνουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχράνουνε	=	ψυχραίνω
ψυχράνσεις	=	ψύχρανση
ψυχράνσεων	=	ψύχρανση
ψυχράνω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψυχρέ	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχρός
ψυχρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρή
ψυχρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρός
ψυχρήλατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρήλατο
ψυχρήλατε	adj	κλητική ενικού του ψυχρήλατος
ψυχρήλατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρήλατη
ψυχρήλατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρήλατος
ψυχρήλατης	adj	γενική ενικού του ψυχρήλατη
ψυχρήλατο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχρήλατος
ψυχρήλατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχρήλατος
ψυχρήλατος	adj	που έχει σφυρηλατηθεί σε ψυχρή κατάσταση ή πάντως σε θερμοκρασία χαμηλότερη από εκείνην στην οποία κανονικά αποκρυσταλλώνεται, που έχει υποστεί ψυχρηλασία
ψυχρήλατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχρήλατος
ψυχρήλατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχρήλατος
ψυχρήλατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχρήλατος
ψυχρής	adj	γενική ενικού του ψυχρή
ψυχραίμως	adv	ψύχραιμα
ψυχραίναμε	=	ψυχραίνω
ψυχραίναν	=	ψυχραίνω
ψυχραίνανε	=	ψυχραίνω
ψυχραίνατε	=	ψυχραίνω
ψυχραίνει	=	ψυχραίνω
ψυχραίνεις	=	ψυχραίνω
ψυχραίνεσαι	=	ψυχραίνομαι
ψυχραίνεστε	=	ψυχραίνομαι
ψυχραίνεται	=	ψυχραίνομαι
ψυχραίνετε	=	ψυχραίνω
ψυχραίνομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψυχραίνω
ψυχραίνομε	=	ψυχραίνω
ψυχραίνονται	=	ψυχραίνομαι
ψυχραίνονταν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραίνοντας	=	ψυχραίνω
ψυχραίνου	=	ψυχραίνομαι
ψυχραίνουμε	=	ψυχραίνω
ψυχραίνουν	=	ψυχραίνω
ψυχραίνουνε	=	ψυχραίνω
ψυχραίνω	verb	μειώνω τη θερμοκρασία, προκαλώ την πτώση της είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά
ψυχραθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθήκαν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραθήκανε	=	ψυχραίνομαι
ψυχραθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραθούνε	=	ψυχραίνω
ψυχραθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνομαι
ψυχραιμία	noun	η διατήρηση του αυτοέλεγχου σε κρίσιμες στιγμές που επιτρέπει την αντιμετώπισή τους με τη λογική και χωρίς ακραία συναισθήματα πανικού ή θυμού
ψυχραιμίας	noun	γενική ενικού του ψυχραιμία
ψυχραιμίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχραιμία
ψυχραιμότατα	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατε	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατες	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατη	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατης	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατο	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατοι	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατος	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατου	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατους	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότατων	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερα	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερε	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερες	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερη	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερης	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερο	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότεροι	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερος	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερου	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερους	=	ψύχραιμος
ψυχραιμότερων	=	ψύχραιμος
ψυχραινόμασταν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόμαστε	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόμουν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόμουνα	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόντουσαν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόσασταν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόσαστε	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόσουν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόσουνα	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινόταν	=	ψυχραίνομαι
ψυχραινότανε	=	ψυχραίνομαι
ψυχραμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχραμένο
ψυχραμένε	verb	κλητική ενικού του ψυχραμένος
ψυχραμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχραμένη
ψυχραμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχραμένος
ψυχραμένης	verb	γενική ενικού του ψυχραμένη
ψυχραμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψυχραμένος
ψυχραμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχραμένος
ψυχραμένος	verb	που έχει ψυχρανθεί
ψυχραμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχραμένος
ψυχραμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψυχραμένος
ψυχραμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχραμένος
ψυχρανθήκαμε	=	ψυχραίνω
ψυχρανθήκαν	=	ψυχραίνω
ψυχρανθήκανε	=	ψυχραίνω
ψυχρανθήκατε	=	ψυχραίνω
ψυχρανθεί	=	ψυχραίνω
ψυχρανθείς	=	ψυχραίνω
ψυχρανθείτε	=	ψυχραίνω
ψυχρανθούμε	=	ψυχραίνω
ψυχρανθούν	=	ψυχραίνω
ψυχρανθούνε	=	ψυχραίνω
ψυχρανθώ	=	ψυχραίνω
ψυχραντικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχραντικό	adv	με ψυχραντικό τρόπο
ψυχραντικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχραντικός
ψυχραντικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχραντική
ψυχραντική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχραντικός
ψυχραντικής	adj	γενική ενικού του ψυχραντική
ψυχραντικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχραντικός
ψυχραντικού	adj	γενική ενικού του ψυχραντικός
ψυχραντικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχραντικός
ψυχραντικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχραντικός
ψυχραντικός	adj	που προκαλεί ψύχρανση
ψυχραντικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχραντικός
ψυχρηλάτει	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλάτησα	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλάτησαν	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλάτησε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλάτησες	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλασία	noun	η επεξεργασία μετάλλου σε θερμοκρασία χαμηλότερη από εκείνην στην οποία αυτό αποκρυσταλλώνεται
ψυχρηλασίας	noun	γενική ενικού του ψυχρηλασία
ψυχρηλασίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρηλασία
ψυχρηλασιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχρηλασία
ψυχρηλατήσαμε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατήσαν	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατήσανε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατήσατε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατήσει	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατήστε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατεί	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατείς	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατείτε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούμε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούν	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούνε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσα	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσαμε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσαν	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσανε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσατε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσε	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατούσες	=	ψυχρηλατώ
ψυχρηλατώ	verb	επεξεργάζομαι ή σφυρηλατώ κάποιο μέταλλο εν ψυχρώ, χωρίς να το έχω από πριν θερμάνει
ψυχρηλατώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψυχρηλατώ
ψυχροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχρός
ψυχρολουσία	noun	το πλύσιμο με κρύο ή παγωμένο νερό, το οποίο εξυπηρετεί κυρίως προληπτικούς σκοπούς ή θεραπευτικές ανάγκες
ψυχρολουσίας	noun	γενική ενικού του ψυχρολουσία
ψυχρολουσίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρολουσία
ψυχρολουσιών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχρολουσία
ψυχρομέτρου	=	ψυχρόμετρο
ψυχρομέτρων	=	ψυχρόμετρο
ψυχρομετρία	noun	η μέτρηση της υγρασίας στον αέρα
ψυχρομετρίας	=	ψυχρομετρία
ψυχρομετρίες	=	ψυχρομετρία
ψυχρομετρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ψυχρομετρικό) του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρομετρική
ψυχρομετρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικής	adj	γενική ενικού του ψυχρομετρική
ψυχρομετρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικού	adj	γενική ενικού του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχρομετρικός
ψυχρομετρικός	adj	σχετικός με την ψυχρομετρία
ψυχρομετρικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχρομετρικός
ψυχρομετριών	=	ψυχρομετρία
ψυχροπολεμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχροπολεμικό
ψυχροπολεμικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχροπολεμικός
ψυχροπολεμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχροπολεμική
ψυχροπολεμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχροπολεμικός
ψυχροπολεμικής	adj	γενική ενικού του ψυχροπολεμική
ψυχροπολεμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχροπολεμικός
ψυχροπολεμικού	adj	γενική ενικού του ψυχροπολεμικός
ψυχροπολεμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχροπολεμικός
ψυχροπολεμικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχροπολεμικός
ψυχροπολεμικός	adj	σχετικός με τον ψυχρό πόλεμο
ψυχροπολεμικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχροπολεμικός
ψυχροτήτων	=	ψυχρότητα
ψυχρού	adj	γενική ενικού του ψυχρός
ψυχρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχρός
ψυχρούτσικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρούτσικο
ψυχρούτσικε	adj	κλητική ενικού του ψυχρούτσικος
ψυχρούτσικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρούτσικη
ψυχρούτσικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρούτσικος
ψυχρούτσικης	adj	γενική ενικού του ψυχρούτσικη
ψυχρούτσικο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχρούτσικος
ψυχρούτσικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχρούτσικος
ψυχρούτσικος	adj	κάπως ψυχρός, ελαφρά δροσερός
ψυχρούτσικου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχρούτσικος
ψυχρούτσικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχρούτσικος
ψυχρούτσικων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχρούτσικος
ψυχρό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχρός
ψυχρόαιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρόαιμο
ψυχρόαιμε	adj	κλητική ενικού του ψυχρόαιμος
ψυχρόαιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρόαιμη
ψυχρόαιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρόαιμος
ψυχρόαιμης	adj	γενική ενικού του ψυχρόαιμη
ψυχρόαιμο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχρόαιμος
ψυχρόαιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχρόαιμος
ψυχρόαιμος	adj	που δεν έχει σταθερή θερμοκρασία σώματος, αλλά ανάλογη με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται
ψυχρόαιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχρόαιμος
ψυχρόαιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχρόαιμος
ψυχρόαιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχρόαιμος
ψυχρόμετρα	=	ψυχρόμετρο
ψυχρόμετρο	noun	όργανο με το οποίο μετριέται η υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα
ψυχρόμετρου	=	ψυχρόμετρο
ψυχρόμετρων	=	ψυχρόμετρο
ψυχρός	adj	κρύος, του οποίου η θερμοκρασία είναι χαμηλή
ψυχρότατα	=	ψυχρός
ψυχρότατε	=	ψυχρός
ψυχρότατες	=	ψυχρός
ψυχρότατη	=	ψυχρός
ψυχρότατης	=	ψυχρός
ψυχρότατο	=	ψυχρός
ψυχρότατοι	=	ψυχρός
ψυχρότατος	=	ψυχρός
ψυχρότατου	=	ψυχρός
ψυχρότατους	=	ψυχρός
ψυχρότατων	=	ψυχρός
ψυχρότερα	=	ψυχρός
ψυχρότερε	=	ψυχρός
ψυχρότερες	=	ψυχρός
ψυχρότερη	=	ψυχρός
ψυχρότερης	=	ψυχρός
ψυχρότερο	=	ψυχρός
ψυχρότεροι	=	ψυχρός
ψυχρότερος	=	ψυχρός
ψυχρότερου	=	ψυχρός
ψυχρότερους	=	ψυχρός
ψυχρότερων	=	ψυχρός
ψυχρότητα	noun	η παγερή συναισθηματικά συμπεριφορά, η μη θερμή συναισθηματική ατμόσφαιρα
ψυχρότητας	noun	γενική ενικού του ψυχρότητα
ψυχρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρότητα
ψυχρόφιλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρόφιλο
ψυχρόφιλε	adj	κλητική ενικού του ψυχρόφιλος
ψυχρόφιλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχρόφιλη
ψυχρόφιλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχρόφιλος
ψυχρόφιλης	adj	γενική ενικού του ψυχρόφιλη
ψυχρόφιλο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχρόφιλος
ψυχρόφιλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχρόφιλος
ψυχρόφιλος	noun	οργανισμός που προτιμά τα ψυχρά κλίματα και που αναπτύσσεται καλύτερα σε ψυχρό περιβάλλον	adj	που προτιμά τα ψυχρά κλίματα και που αναπτύσσεται καλύτερα σε ψυχρό περιβάλλον
ψυχρόφιλου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχρόφιλος
ψυχρόφιλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχρόφιλος
ψυχρόφιλων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχρόφιλος
ψυχρών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχρός
ψυχτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχτικό
ψυχτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχτικός
ψυχτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχτική
ψυχτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχτικός
ψυχτικής	adj	γενική ενικού του ψυχτική
ψυχτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχτικός
ψυχτικού	adj	γενική ενικού του ψυχτικός
ψυχτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχτικός
ψυχτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχτικός
ψυχτικός	adj	ψυκτικός
ψυχτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχτικός
ψυχωμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωμένο
ψυχωμένε	verb	κλητική ενικού του ψυχωμένος
ψυχωμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωμένη
ψυχωμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχωμένος
ψυχωμένης	verb	γενική ενικού του ψυχωμένη
ψυχωμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψυχωμένος
ψυχωμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχωμένος
ψυχωμένος	verb	ο αντρειωμένος, αυτός που παλεύει για το δίκιο του ή και των άλλων, ο γενναίος, που έχει κουράγιο και ψυχικές αντιστάσεις, ο αγωνιστής
ψυχωμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχωμένος
ψυχωμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψυχωμένος
ψυχωμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχωμένος
ψυχωσικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωσικό
ψυχωσικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχωσικός
ψυχωσικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωσική
ψυχωσική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχωσικός
ψυχωσικής	adj	γενική ενικού του ψυχωσική
ψυχωσικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχωσικός
ψυχωσικού	adj	γενική ενικού του ψυχωσικός
ψυχωσικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχωσικός
ψυχωσικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχωσικός
ψυχωσικός	adj	που πάσχει από ψύχωση
ψυχωσικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχωσικός
ψυχωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωτικό
ψυχωτικέ	adj	κλητική ενικού του ψυχωτικός
ψυχωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωτική
ψυχωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχωτικός
ψυχωτικής	adj	γενική ενικού του ψυχωτική
ψυχωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχωτικός
ψυχωτικού	adj	γενική ενικού του ψυχωτικός
ψυχωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχωτικός
ψυχωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ψυχωτικός
ψυχωτικός	adj	που πάσχει από μια ψύχωση	noun	που υποφέρει από ψύχωση, ο ψυχικά ασθενής
ψυχωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχωτικός
ψυχωφέλιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωφέλιμο
ψυχωφέλιμε	adj	κλητική ενικού του ψυχωφέλιμος
ψυχωφέλιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωφέλιμη
ψυχωφέλιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχωφέλιμος
ψυχωφέλιμης	adj	γενική ενικού του ψυχωφέλιμη
ψυχωφέλιμο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχωφέλιμος
ψυχωφέλιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχωφέλιμος
ψυχωφέλιμος	adj	άλλη μορφή του ψυχωφελής
ψυχωφέλιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχωφέλιμος
ψυχωφέλιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχωφέλιμος
ψυχωφέλιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχωφέλιμος
ψυχωφελές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψυχωφελής
ψυχωφελή	adj	αιτιατική ενικού του ψυχωφελής
ψυχωφελής	adj|formal	που συμβάλλει θετικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα
ψυχωφελείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχωφελής
ψυχωφελούς	adj	γενική ενικού του ψυχωφελής
ψυχωφελών	adj	γενική πληθυντικού του ψυχωφελής
ψυχό	noun	αιτιατική ενικού του ψυχός
ψυχόγραμμα	noun	η παράσταση που απεικονίζει με διαγράμματα ή ιστογράμματα τα αποτελέσματα των ψυχολογικών τεστ, στα οποία υποβάλλεται κάποιος
ψυχόδραμα	noun	κλινική μέθοδος ομαδικής ψυχανάλυσης και ψυχοθεραπείας, βασισμένη στο παιχνίδι των ρόλων μέσω του θεατρικού αυτοσχεδιασμού
ψυχόμασταν	=	ψύχω
ψυχόμαστε	=	ψύχω
ψυχόμουν	=	ψύχω
ψυχόμουνα	=	ψύχω
ψυχόντουσαν	=	ψύχω
ψυχόπιτα	noun	πίτα ή είδος ψωμιού που μοιράζεται για να συγχωρεθούν οι ψυχές των τεθνεώτων
ψυχόπιτας	noun	γενική ενικού του ψυχόπιτα
ψυχόπιτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχόπιτα
ψυχόπονα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχόπονο
ψυχόπονε	adj	κλητική ενικού του ψυχόπονος
ψυχόπονες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχόπονη
ψυχόπονη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψυχόπονος
ψυχόπονης	adj	γενική ενικού του ψυχόπονη
ψυχόπονο	adj	αιτιατική ενικού του ψυχόπονος
ψυχόπονοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψυχόπονος
ψυχόπονος	adj	άλλη μορφή του πονόψυχος
ψυχόπονου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψυχόπονος
ψυχόπονους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψυχόπονος
ψυχόπονων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψυχόπονος
ψυχόρμητα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψυχόρμητο
ψυχόρμητο	noun	το ορμέμφυτο
ψυχόρμητου	=	ψυχόρμητο
ψυχός	noun	τελετουργικός εορτασμός προς τιμήν των ψυχών τεθνεώτων προσφιλών προσώπων
ψυχόσασταν	=	ψύχω
ψυχόσαστε	=	ψύχω
ψυχόσουν	=	ψύχω
ψυχόσουνα	=	ψύχω
ψυχόταν	=	ψύχω
ψυχότανε	=	ψύχω
ψυχών	noun	γενική πληθυντικού του ψυχός
ψυχώνω	verb	ενδυναμώνω τις ψυχικές αντοχές, το σθένος άλλου ή άλλων ατόμων, εμψυχώνω, ενθαρρύνω δυναμικά, εμπνέω
ψυχώσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύχωση
ψυχώσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψύχωση
ψυχώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψύχωση
ψυχώσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψυχώσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψωλάκι	=	ψωλή
ψωλάρα	noun|vulgar	μεγάλη ψωλή
ψωλάρας	=	ψωλάρα
ψωλάρες	=	ψωλάρα
ψωλές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωλή	intj	γαμώτο, έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης
ψωλή	noun|vulgar	το ανδρικό γεννητικό μόριο, το πέος
ψωλής	adj	γενική ενικού του ψωλή
ψωλαρά	=	ψωλαράς
ψωλαράδες	=	ψωλαράς
ψωλαράδων	=	ψωλαράς
ψωλαράς	noun|vulgar	που έχει μεγάλο πέος
ψωλαρπάχτρα	noun|vulgar	γυναίκα που επιδίδεται σε ερωτικές πράξεις με πολλούς και παράλληλους ερωτικούς συντρόφους
ψωλαρπάχτρας	noun|rare	ομοφυλόφιλος που επιδίδεται σε ερωτικές πράξεις με πολλούς και παράλληλους ερωτικούς συντρόφους
ψωλαρπάχτρες	=	ψωλαρπάχτρα
ψωλαρπάχτρων	=	ψωλαρπάχτρα
ψωλοχυμάτων	=	ψωλόχυμα
ψωλοχύματα	=	ψωλόχυμα
ψωλοχύματος	=	ψωλόχυμα
ψωλού	noun	υβριστική έκφραση για γυναίκα ή ομοφυλόφιλο άντρα
ψωλούδες	=	ψωλού
ψωλούδων	=	ψωλού
ψωλούς	=	ψωλού
ψωλόχυμα	noun|vulgar	σπέρμα
ψωλών	noun	γενική πληθυντικού του ψωλή
ψωμά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψωμάς
ψωμάδαινα	noun	η ιδιοκτήτρια ψωμάδικου
ψωμάδαινας	=	ψωμάδαινα
ψωμάδαινες	=	ψωμάδαινα
ψωμάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμάς
ψωμάδικα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμάδικο
ψωμάδικο	noun	το αρτοπωλείο (είτε αρτοποιείο είτε πρατήριο άρτου)
ψωμάδικου	noun	γενική ενικού του ψωμάδικο
ψωμάδικων	noun	γενική πληθυντικού του ψωμάδικο
ψωμάδων	noun	γενική πληθυντικού του ψωμάς
ψωμάκι	noun	το μικρό ψωμί
ψωμάκια	noun	πληθυντικός αριθμός του ψωμάκι, όπως τα μικρά ψωμιά, κυρίως για σάντουιτς
ψωμάρα	noun	μεγάλο ψωμί
ψωμάρας	=	ψωμάρα
ψωμάρες	=	ψωμάρα
ψωμάρων	=	ψωμάρα
ψωμάς	noun	ο φούρναρης, ο αρτοποιός ή ο αρτοπώλης
ψωμί	noun	είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται στον φούρνο, ο άρτος
ψωμίζομαι	verb	εξοικονομώ ό,τι είναι απαραίτητο για την επιβίωσή μου
ψωμίζω	verb	ταΐζω κάποιον με ψωμί
ψωμαδαινών	=	ψωμάδαινα
ψωμαρρωστιά	noun	ψευδοασθένεια· ψεύτικη αρρώστια, ασθένεια που υπάρχει μόνο στη φαντασία κάποιου
ψωματάρα	noun|rare	άλλη μορφή του ψεματάρα
ψωμιά	=	ψωμί
ψωμιέρα	noun	η θήκη μέσα στην οποία φυλάσσεται το ψωμί για να μην ξεραθεί
ψωμιέρας	noun	γενική ενικού του ψωμιέρα
ψωμιέρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμιέρα
ψωμιού	noun	γενική ενικού του ψωμί
ψωμιών	=	ψωμί
ψωμοζήτες	=	ψωμοζήτης
ψωμοζήτη	=	ψωμοζήτης
ψωμοζήτης	noun	ο ζητιάνος
ψωμοζήτουλα	=	ψωμοζήτουλας
ψωμοζήτουλας	noun|vulgar	αυτός που ζητιανεύει για τον επιούσιο
ψωμοζήτουλες	=	ψωμοζήτουλας
ψωμοζήτουλων	=	ψωμοζήτουλας
ψωμοζητώ	verb	ζητιανεύω, έχω μεγάλη ανάγκη
ψωμοζητών	=	ψωμοζήτης
ψωμοζητώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψωμοζητάω / (ψωμοζητώ)
ψωμοζώ	verb	ζω σε μεγάλη φτώχια, φυτοζωώ
ψωμοζώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ψωμοζώ
ψωμοθήκες	=	ψωμοθήκη
ψωμοθήκη	noun	συνώνυμο του ψωμιέρα
ψωμοθήκης	=	ψωμοθήκη
ψωμοθηκών	=	ψωμοθήκη
ψωμοκολάκων	=	ψωμοκόλακας
ψωμοκόλακα	=	ψωμοκόλακας
ψωμοκόλακας	noun	αυτός που βγάζει το ψωμί του ή γενικά εξασφαλίζει τη ζωή του κολακεύοντας, το κοινωνικό παράσιτο
ψωμοκόλακες	=	ψωμοκόλακας
ψωμομαντίλα	noun	πετσέτα με την οποία σκεπάζουν τα ζυμωμένα ψωμιά, μέχρι να μπουν για ψήσιμο
ψωμομαντίλας	=	ψωμομαντίλα
ψωμομαντίλες	=	ψωμομαντίλα
ψωμοπάτες	=	ψωμοπάτης
ψωμοπάτη	=	ψωμοπάτης
ψωμοπάτηδες	=	ψωμοπάτης
ψωμοπάτηδων	=	ψωμοπάτης
ψωμοπάτης	noun	παλιότερη ύβρις για τον αχάριστο, εκείνον που με τη μεταφορική έννοια πατούσε το ψωμί που έτρωγε, δηλαδή περιφρονούσε εκείνον που του είχε προσφέρει τα προς το ζην
ψωμοτρώγω	verb	ζω εις βάρος κάποιου, του παίρνω το ψωμί του με τη μεταφορική έννοια
ψωμοτυριού	=	ψωμοτύρι
ψωμοτυριών	=	ψωμοτύρι
ψωμοτύρι	noun	ψωμί και τυρί
ψωμοτύρια	=	ψωμοτύρι
ψωμοφάγα	=	ψωμοφάγος
ψωμοφάγας	=	ψωμοφάγος
ψωμοφάγε	noun	κλητική ενικού του ψωμοφάγος
ψωμοφάγες	=	ψωμοφάγος
ψωμοφάγισσα	noun	ψωμοφαγού
ψωμοφάγισσας	=	ψωμοφάγισσα
ψωμοφάγισσες	=	ψωμοφάγισσα
ψωμοφάγο	=	ψωμοφάγος
ψωμοφάγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωμοφάγος
ψωμοφάγος	adj	αυτός που τρώει πάρα πολύ ψωμί
ψωμοφάγου	=	ψωμοφάγος
ψωμοφάγους	=	ψωμοφάγος
ψωμοφάγων	noun	γενική πληθυντικού του ψωμοφάγος
ψωμοφαγία	noun	το να τρώει κανείς πάρα πολύ ψωμί
ψωμοφαγίας	=	ψωμοφαγία
ψωμοφαγίες	=	ψωμοφαγία
ψωμοφαγισσών	=	ψωμοφάγισσα
ψωμοφαγιών	=	ψωμοφαγία
ψωμοφαγού	noun	αυτή που τρώει πάρα πολύ ψωμί
ψωμοφαγούδες	=	ψωμοφαγού
ψωμοφαγούδων	=	ψωμοφαγού
ψωμοφαγούς	=	ψωμοφαγού
ψωμωμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψώμωμα
ψωμωμένα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμωμένο
ψωμωμένε	adj	κλητική ενικού του ψωμωμένος
ψωμωμένες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμωμένη
ψωμωμένη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωμωμένος
ψωμωμένης	adj	γενική ενικού του ψωμωμένη
ψωμωμένο	adj	αιτιατική ενικού του ψωμωμένος
ψωμωμένοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωμωμένος
ψωμωμένος	verb	ο δυναμωμένος μετά από αρρώστια αλλά συνήθως πια, αυτός που είναι γεροδεμένος και έχει πολλούς μυώνες
ψωμωμένου	verb	γενική ενικού του ψωμωμένος
ψωμωμένους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψωμωμένος
ψωμωμένων	adj	γενική πληθυντικού του ψωμωμένος
ψωμόλυσσα	noun	πολύ μεγάλη πείνα
ψωμόλυσσας	noun	γενική ενικού του ψωμόλυσσα
ψωμόλυσσες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμόλυσσα
ψωμόλυσσων	=	ψωμόλυσσα
ψωμόνερα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωμόνερο
ψωμόνερο	noun	το νερό στο οποίο παλιά έβρεχαν το ψωμί και μετά δεν το έπιναν αλλά το φύλαγαν για το μαγείρεμα ή άλλη χρήση
ψωμόνερου	noun	γενική ενικού του ψωμόνερο
ψωμόνερων	noun	γενική πληθυντικού του ψωμόνερο
ψωμώματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώμωμα
ψωμώματος	noun	γενική ενικού του ψώμωμα
ψωμώνω	verb	μεστώνω, ωριμάζω
ψωνάρα	noun	μεγάλο ψώνιο (στη μεταφορική σημασία)
ψωνάρας	noun	γενική ενικού του ψωνάρα
ψωνάρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωνάρα
ψωνίζαμε	=	ψωνίζω
ψωνίζαν	=	ψωνίζω
ψωνίζανε	=	ψωνίζω
ψωνίζατε	=	ψωνίζω
ψωνίζει	=	ψωνίζω
ψωνίζεις	=	ψωνίζω
ψωνίζεσαι	=	ψωνίζομαι
ψωνίζεστε	=	ψωνίζομαι
ψωνίζεται	=	ψωνίζομαι
ψωνίζετε	=	ψωνίζω
ψωνίζομαι	verb	αγοράζω κάτι για τον εαυτό μου
ψωνίζομε	=	ψωνίζω
ψωνίζονται	=	ψωνίζομαι
ψωνίζονταν	=	ψωνίζομαι
ψωνίζοντας	=	ψωνίζω
ψωνίζου	=	ψωνίζομαι
ψωνίζουμε	=	ψωνίζω
ψωνίζουν	=	ψωνίζω
ψωνίζουνε	=	ψωνίζω
ψωνίζω	verb	αγοράζω, προμηθεύομαι
ψωνίσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσαν	=	ψωνίζω
ψωνίσανε	=	ψωνίζω
ψωνίσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώνισμα
ψωνίσματος	noun	γενική ενικού του ψώνισμα
ψωνίσομε	=	ψωνίζω
ψωνίσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνίσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίσουνε	=	ψωνίζω
ψωνίστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνίστηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνίστηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνίστηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνίστηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνίστικα	=	ψωνίστικος
ψωνίστικε	=	ψωνίστικος
ψωνίστικες	=	ψωνίστικος
ψωνίστικη	=	ψωνίστικος
ψωνίστικης	=	ψωνίστικος
ψωνίστικο	=	ψωνίστικος
ψωνίστικοι	=	ψωνίστικος
ψωνίστικος	adj|slang	που επιδεικνύει υπερβολική αυτοεκτίμηση ή αίσθηση ανωτερότητας, συχνά με τρόπο αυτάρεσκο και επιτηδευμένο
ψωνίστικου	=	ψωνίστικος
ψωνίστικους	=	ψωνίστικος
ψωνίστικων	=	ψωνίστικος
ψωνίσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψωνιζόμασταν	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόμαστε	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόμουν	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόμουνα	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόντουσαν	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόσασταν	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόσαστε	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόσουν	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόσουνα	=	ψωνίζομαι
ψωνιζόταν	=	ψωνίζομαι
ψωνιζότανε	=	ψωνίζομαι
ψωνισμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψώνισμα
ψωνισμένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωνισμένο
ψωνισμένε	verb	κλητική ενικού του ψωνισμένος
ψωνισμένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωνισμένη
ψωνισμένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωνισμένος
ψωνισμένης	verb	γενική ενικού του ψωνισμένη
ψωνισμένο	verb	αιτιατική ενικού του ψωνισμένος
ψωνισμένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωνισμένος
ψωνισμένος	=	ψωνίζομαι
ψωνισμένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψωνισμένος
ψωνισμένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ψωνισμένος
ψωνισμένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψωνισμένος
ψωνιστές	=	ψωνιστής
ψωνιστή	=	ψωνιστής
ψωνιστήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστήκαν	=	ψωνίζομαι
ψωνιστήκανε	=	ψωνίζομαι
ψωνιστήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστήρι	noun	αναζήτηση πελάτη για εφήμερη ερωτική σχέση επί πληρωμή
ψωνιστήρια	=	ψωνιστήρι
ψωνιστής	noun	πελάτης, αγοραστής
ψωνιστεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστηριού	=	ψωνιστήρι
ψωνιστηριών	=	ψωνιστήρι
ψωνιστούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστούνε	=	ψωνίζω
ψωνιστώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψωνίζομαι
ψωνιστών	=	ψωνιστής
ψωράλογα	=	ψωράλογο
ψωράλογο	noun	άλογο αδύναμο και μεγάλης ηλικίας
ψωράλογου	=	ψωράλογο
ψωράλογων	=	ψωράλογο
ψωρίαση	noun	χρόνια υποτροπιάζουσα δερματοπάθεια, δεν θεωρείται μεταδοτική και είναι πιθανόν αυτοάνοση.
ψωρίασης	noun	γενική ενικού του ψωρίαση
ψωρίλα	=	ψωρίλας
ψωρίλας	noun	ο ψωριάρης, αυτός που έχει ψώρα
ψωρίλε	noun	κλητική ενικού του ψωρίλος
ψωρίλες	=	ψωρίλας
ψωρίλο	noun	αιτιατική ενικού του ψωρίλος
ψωρίλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωρίλος
ψωρίλος	noun	ψωριάρης
ψωρίλου	noun	γενική ενικού του ψωρίλος
ψωρίλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψωρίλος
ψωρίλων	noun	γενική πληθυντικού του ψωρίλος
ψωραλέα	=	ψωραλέος
ψωραλέας	=	ψωραλέος
ψωραλέε	=	ψωραλέος
ψωραλέες	=	ψωραλέος
ψωραλέο	=	ψωραλέος
ψωραλέοι	=	ψωραλέος
ψωραλέος	adj	αυτός που έχει ψώρα
ψωραλέου	=	ψωραλέος
ψωραλέους	=	ψωραλέος
ψωραλέων	=	ψωραλέος
ψωραλόγου	=	ψωράλογο
ψωραλόγων	=	ψωράλογο
ψωραρέ	noun	κλητική ενικού του Ψωραροί
ψωραρο	noun	αιτιατική ενικού του Ψωραροί
ψωραρού	noun	γενική ενικού του Ψωραροί
ψωραρούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του Ψωραροί
ψωραρών	noun	γενική πληθυντικού του Ψωραροί
ψωριάζαμε	=	ψωριάζω
ψωριάζαν	=	ψωριάζω
ψωριάζανε	=	ψωριάζω
ψωριάζατε	=	ψωριάζω
ψωριάζει	=	ψωριάζω
ψωριάζεις	=	ψωριάζω
ψωριάζετε	=	ψωριάζω
ψωριάζοντας	=	ψωριάζω
ψωριάζουμε	=	ψωριάζω
ψωριάζουν	=	ψωριάζω
ψωριάζουνε	=	ψωριάζω
ψωριάζω	verb	ασθενώ από ψώρα, εξαθλιώνομαι
ψωριάρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωριάρης
ψωριάρας	adj	γενική ενικού του ψωριάρα
ψωριάρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωριάρα
ψωριάρη	adj	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψωριάρης
ψωριάρηδες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωριάρης
ψωριάρηδων	adj	γενική πληθυντικού του ψωριάρης
ψωριάρης	adj	ο ψωρίλας, αυτός που έχει ψώρα ή ο πολύ φτωχός και βρώμικος ή ο ψωροπερήφανος
ψωριάρικα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωριάρικο
ψωριάρικε	adj	κλητική ενικού του ψωριάρικος
ψωριάρικες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωριάρικη
ψωριάρικη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωριάρικος
ψωριάρικης	adj	γενική ενικού του ψωριάρικη
ψωριάρικο	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ψωριάρης
ψωριάρικοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωριάρικος
ψωριάρικος	adj	ο σχετικός με τον ψωριάρη, αυτός που μοιάζει σαν να έχει ψώρα, ο βρώμικος, το παραμελημένο ζώο που δείχνει καχεκτικό και που το τρίχωμά του δεν είναι σε καλή κατάσταση, χωρίς απαραιτήτως να έχει ψώρα
ψωριάρικου	adj	γενική ενικού του ψωριάρικο
ψωριάρικους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψωριάρικος
ψωριάρικων	adj	γενική πληθυντικού του ψωριάρικο
ψωριάσαμε	=	ψωριάζω
ψωριάσαν	=	ψωριάζω
ψωριάσανε	=	ψωριάζω
ψωριάσατε	=	ψωριάζω
ψωριάσει	=	ψωριάζω
ψωριάσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωρίαση
ψωριάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ψωρίαση
ψωριάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ψωρίαση
ψωριάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώριασμα
ψωριάσματος	noun	γενική ενικού του ψώριασμα
ψωριάστε	=	ψωριάζω
ψωριασικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωριασικό
ψωριασικέ	adj	κλητική ενικού του ψωριασικός
ψωριασικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωριασική
ψωριασική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωριασικός
ψωριασικής	adj	γενική ενικού του ψωριασική
ψωριασικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωριασικός
ψωριασικού	adj	γενική ενικού του ψωριασικός
ψωριασικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψωριασικός
ψωριασικό	adj	αιτιατική ενικού του ψωριασικός
ψωριασικός	adj	ο σχετικός με την πάθηση της ψωρίασης
ψωριασικών	adj	γενική πληθυντικού του ψωριασικός
ψωριασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ψώριασμα
ψωροδραχμές	=	ψωροδραχμή
ψωροδραχμή	noun	δραχμή με μικρή αξία
ψωροδραχμής	=	ψωροδραχμή
ψωροδραχμών	=	ψωροδραχμή
ψωροειδές	=	ψωροειδής
ψωροειδή	=	ψωροειδής
ψωροειδής	adj	που μοιάζει οπτικά με ψώρα
ψωροειδείς	=	ψωροειδής
ψωροειδούς	=	ψωροειδής
ψωροειδών	=	ψωροειδής
ψωροκακόμοιρα	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρε	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρες	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρη	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρης	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρο	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιροι	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρος	adj	που είναι κακόμοιρος και μας προκαλεί αισθήματα λύπης αλλά και αποστροφής λόγω αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς κ.λπ.
ψωροκακόμοιρου	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρους	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκακόμοιρων	=	ψωροκακόμοιρος
ψωροκώσταινα	noun	χαρακτηρισμός για το ελληνικό κράτος, για να τονιστεί η ανοργανωσιά, η οικονομική κακοδαιμονία του κ.λπ.
ψωροκώσταινας	noun	γενική ενικού του ψωροκώσταινα
ψωροκώσταινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωροκώσταινα
ψωροκώσταινων	=	ψωροκώσταινα
ψωροπερήφανα	adv	με ψωροπερήφανο τρόπο, όταν συμπεριφέρεται κάποιος με ψωροπερηφάνια
ψωροπερήφανε	adj	κλητική ενικού του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωροπερήφανη
ψωροπερήφανη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανης	adj	γενική ενικού του ψωροπερήφανη
ψωροπερήφανο	adj	αιτιατική ενικού του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανος	adj	για κάποιον φτωχό που όμως υπερηφανεύεται
ψωροπερήφανου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψωροπερήφανος
ψωροπερήφανων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψωροπερήφανος
ψωροπερηφάνια	noun	η υπεροψία, η αλαζονεία
ψωροπερηφάνιας	noun	γενική ενικού του ψωροπερηφάνια
ψωροπερηφάνιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωροπερηφάνια
ψωροφιλότιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωροφιλότιμο
ψωροφιλότιμε	adj	κλητική ενικού του ψωροφιλότιμος
ψωροφιλότιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωροφιλότιμη
ψωροφιλότιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψωροφιλότιμος
ψωροφιλότιμης	adj	γενική ενικού του ψωροφιλότιμη
ψωροφιλότιμο	adj	αιτιατική ενικού του ψωροφιλότιμος
ψωροφιλότιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψωροφιλότιμος
ψωροφιλότιμος	adj	κάποιος που δείχνει φιλότιμος σε πράγματα που δεν έχουν αξία
ψωροφιλότιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ψωροφιλότιμος
ψωροφιλότιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψωροφιλότιμος
ψωροφιλότιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ψωροφιλότιμος
ψωροφύτης	noun	δερματική ασθένεια του κεφαλιού των παιδιών
ψωρόσκυλα	=	ψωρόσκυλο
ψωρόσκυλο	noun|figurative	άνθρωπος χωρίς επίπεδο, παρακατιανός
ψωρόσκυλου	=	ψωρόσκυλο
ψωρόσκυλων	=	ψωρόσκυλο
ψόας	noun	γενική ενικού του ψόα
ψόγε	noun	κλητική ενικού του ψόγος
ψόγο	noun	αιτιατική ενικού του ψόγος
ψόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψόγος
ψόγος	noun	μομφή, κατάκριση, αποδοκιμασία
ψόγου	noun	γενική ενικού του ψόγος
ψόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψόγος
ψόγων	noun	γενική πληθυντικού του ψόγος
ψόες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψόα
ψόφα	verb	β’ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ψοφώ
ψόφαγα	=	ψοφώ
ψόφαγαν	=	ψοφάω
ψόφαγε	=	ψοφώ
ψόφαγες	=	ψοφάω
ψόφε	noun	κλητική ενικού του ψόφος
ψόφησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφώ
ψόφησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφάω / ψοφώ
ψόφησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφάω / ψοφώ
ψόφησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψοφάω / ψοφώ
ψόφια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψόφιος	adv	χωρίς ζωντάνια, ενεργητικότητα
ψόφιας	=	ψόφιος
ψόφιε	=	ψόφιος
ψόφιες	=	ψόφιος
ψόφιια	=	ψόφιος
ψόφιιο	=	ψόφιος
ψόφιο	=	ψόφιος
ψόφιοι	=	ψόφιος
ψόφιος	adj	νεκρός
ψόφιου	=	ψόφιος
ψόφιους	=	ψόφιος
ψόφιων	=	ψόφιος
ψόφο	noun	αιτιατική ενικού του ψόφος
ψόφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψόφος
ψόφος	noun	ο θάνατος
ψόφου	noun	γενική ενικού του ψόφος
ψόφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψόφος
ψόφων	noun	γενική πληθυντικού του ψόφος
ψύκτες	=	ψύκτης
ψύκτη	=	ψύκτης
ψύκτης	noun	ο ψυκτήρας, η συσκευή που ψύχει (νερό, κρασί, μπύρα κ.α.)
ψύκτρα	noun	συσκευή που φέρει μεταλλική ψυκτική επιφάνεια και συχνά ανεμιστήρα για την ψύξη ηλεκτρονικών εξαρτημάτων
ψύκτρας	noun	γενική ενικού του ψύκτρα
ψύκτρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύκτρα
ψύλλε	noun	κλητική ενικού του ψύλλος
ψύλληθρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύλληθρο
ψύλληθρο	noun	κοινή ονομασία του φυτού Dittrichia viscosa (συνώνυμο Insula viscosa) στην Κεφαλλονιά και τη Μεσσηνία.
ψύλληθρου	=	ψύλληθρο
ψύλληθρων	=	ψύλληθρο
ψύλλια	=	ψύλλιο
ψύλλιαζα	=	ψυλλιάζω
ψύλλιαζαν	=	ψυλλιάζω
ψύλλιαζε	=	ψυλλιάζω
ψύλλιαζες	=	ψυλλιάζω
ψύλλιασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψύλλιασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψύλλιασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψύλλιασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυλλιάζω
ψύλλιασμα	noun	το αποτέλεσμα τού ψυλλιάζω ή τού ψυλλιάζομαι
ψύλλιζα	=	ψυλλίζω
ψύλλιζαν	=	ψυλλίζω
ψύλλιζε	=	ψυλλίζω
ψύλλιζες	=	ψυλλίζω
ψύλλιο	noun	είδος φυτού (Plantago Psyllium)
ψύλλιου	=	ψύλλιο
ψύλλισα	=	ψυλλίζω
ψύλλισαν	=	ψυλλίζω
ψύλλισε	=	ψυλλίζω
ψύλλισες	=	ψυλλίζω
ψύλλισμα	noun	το αποτέλεσμα του ψυλλίζω
ψύλλιων	=	ψύλλιο
ψύλλο	noun	αιτιατική ενικού του ψύλλος
ψύλλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψύλλος
ψύλλος	noun	πάρα πολύ μικρό έντομο που ζει παρασιτικά σε ανθρώπους και ζώα
ψύλλου	noun	γενική ενικού του ψύλλος
ψύλλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ψύλλος
ψύλλων	noun	γενική πληθυντικού του ψύλλος
ψύξαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξαν	=	ψύχω
ψύξανε	=	ψύχω
ψύξατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξε	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύξη
ψύξετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξεων	noun	γενική πληθυντικού του ψύξη
ψύξεως	noun|formal	γενική ενικού του ψύξη
ψύξη	noun	η παραγωγή ψύχους
ψύξης	noun	γενική ενικού του ψύξη
ψύξομε	=	ψύχω
ψύξου	=	ψύχω
ψύξουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξουνε	=	ψύχω
ψύξτε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύξω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ψύχω
ψύχα	noun|dated	άλλη γραφή του ψίχα
ψύχαμε	=	ψύχω
ψύχαν	=	ψύχω
ψύχανε	=	ψύχω
ψύχας	=	ψύχα
ψύχατε	=	ψύχω
ψύχε	=	ψύχω
ψύχει	=	ψύχω
ψύχεις	=	ψύχω
ψύχες	=	ψύχα
ψύχεσαι	=	ψύχω
ψύχεστε	=	ψύχω
ψύχεται	=	ψύχω
ψύχετε	=	ψύχω
ψύχη	=	ψύχος
ψύχθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψύχθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψύχθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψύχθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψύχομαι
ψύχομαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ψύχω
ψύχομε	=	ψύχω
ψύχονται	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ψύχομαι
ψύχονταν	=	ψύχω
ψύχοντας	=	ψύχω
ψύχος	noun	το αίσθημα που προκαλείται από τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες
ψύχουμε	=	ψύχω
ψύχουν	=	ψύχω
ψύχουνε	=	ψύχω
ψύχους	=	ψύχος
ψύχρα	noun	η σχετικά χαμηλή θερμοκρασία της ατμόσφαιρας, το ελαφρύ κρύο
ψύχραιμα	adv	χωρίς να κυριεύεται κανείς από τα αισθήματά του
ψύχραιμε	adj	κλητική ενικού του ψύχραιμος
ψύχραιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύχραιμη
ψύχραιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψύχραιμος
ψύχραιμης	adj	γενική ενικού του ψύχραιμη
ψύχραιμο	adj	αιτιατική ενικού του ψύχραιμος
ψύχραιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψύχραιμος
ψύχραιμος	adj	που αντιμετωπίζει δυσάρεστες καταστάσεις ήρεμα και με καθαρό μυαλό, χωρίς να τον κυριεύουν τα αισθήματά του, ο ατάραχος, ο ενεργητικά ήρεμος
ψύχραιμου	adj	γενική ενικού του ψύχραιμος
ψύχραιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ψύχραιμος
ψύχραιμων	adj	γενική πληθυντικού του ψύχραιμος
ψύχραινα	=	ψυχραίνω
ψύχραιναν	=	ψυχραίνω
ψύχραινε	=	ψυχραίνω
ψύχραινες	=	ψυχραίνω
ψύχρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψύχραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψύχρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψύχρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχραίνω
ψύχρανση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψυχραίνω, η μείωση της θερμοκρασίας κυριολεκτικά ή μεταφορικά (σε αντικείμενα, συναισθήματα, καιρικές συνθήκες κ.λπ.)
ψύχρανσης	=	ψύχρανση
ψύχρας	noun	γενική ενικού του ψύχρα
ψύχρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψύχρα
ψύχω	verb	κατεβάζω πολύ τη θερμοκρασία ενός αντικειμένου
ψύχωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψύχωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψύχωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψύχωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψυχώνω
ψύχωση	noun	νοητική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και παράδοξη συμπεριφορά έως παραλήρημα, ως αποτέλεσμα νόσων (π.χ. σχιζοφρένειας, διπολικής διαταραχής) ή κατάχρησης ουσιών, ισχυρού σοκ κ.α. αιτίων
ψύχωσης	noun	γενική ενικού του ψύχωση
ψώμωμα	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψωμώνω
ψώνι	noun	άλλη μορφή του ψώνιο
ψώνια	noun	τα εμπορεύματα που αγοράζονται κυρίως για κάλυψη αναγκών, όπως τα είδη διατροφής ή ρουχισμού
ψώνιζα	=	ψωνίζω
ψώνιζαν	=	ψωνίζω
ψώνιζε	=	ψωνίζω
ψώνιζες	=	ψωνίζω
ψώνιο	noun	ψώνια: αυτό που αγοράζει κάποιος
ψώνιου	noun	γενική ενικού του ψώνιο
ψώνισα	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ψωνίζω
ψώνισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψώνισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψώνισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψωνίζω
ψώνισμα	noun	η ενέργεια του ψωνίζω
ψώνιων	noun	γενική πληθυντικού του ψώνιο
ψώρα	noun	δερματική ασθένεια που προκαλείται από ακάρεα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο με βασικό σύμπτωμα συνήθως την φαγούρα και τα εξανθήματα, αλλά αποτελεί πλέον κυρίως ασθένεια των ζώων
ψώρας	noun	γενική ενικού του ψώρα
ψώρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώρα
ψώριαζα	=	ψωριάζω
ψώριαζαν	=	ψωριάζω
ψώριαζε	=	ψωριάζω
ψώριαζες	=	ψωριάζω
ψώριασα	=	ψωριάζω
ψώριασαν	=	ψωριάζω
ψώριασε	=	ψωριάζω
ψώριασες	=	ψωριάζω
ψώριασμα	noun	η προσβολή από ψώρα, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτός που έχει προσβληθεί
ω	intj	επιφώνημα θαυμασμού, απόγνωσης και άλλων συναισθημάτων.
ωάρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωάριο
ωάριο	noun	το ώριμο αναπαραγωγικό κύτταρο των γυναικών και των θηλυκών ζώων, που παράγεται στις ωοθήκες
ωάριου	=	ωάριο
ωίδια	=	ωίδιο
ωίδιο	noun	ο μύκητας Uncinula necator που προσβάλλει τα αμπέλια (κυρίως)
ωίδιου	=	ωίδιο
ωίδιων	=	ωίδιο
ωαγωγέ	noun	κλητική ενικού του ωαγωγός
ωαγωγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωαγωγικό
ωαγωγικέ	adj	κλητική ενικού του ωαγωγικός
ωαγωγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωαγωγική
ωαγωγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωαγωγικός
ωαγωγικής	adj	γενική ενικού του ωαγωγική
ωαγωγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωαγωγικός
ωαγωγικού	adj	γενική ενικού του ωαγωγικός
ωαγωγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωαγωγικός
ωαγωγικό	adj	αιτιατική ενικού του ωαγωγικός
ωαγωγικός	adj	σχετικός με τον ωαγωγό
ωαγωγικών	adj	γενική πληθυντικού του ωαγωγικός
ωαγωγοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωαγωγός
ωαγωγού	noun	γενική ενικού του ωαγωγός
ωαγωγούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωαγωγός
ωαγωγό	noun	αιτιατική ενικού του ωαγωγός
ωαγωγός	noun	η γυναικεία σάλπιγγα, δηλαδή ο ένας από τους δύο μικρού μήκους μυώδεις σωλήνες που συνδέουν τη μήτρα με την αριστερή και την δεξιά ωοθήκη αντίστοιχα
ωαγωγών	noun	γενική πληθυντικού του ωαγωγός
ωαρίου	noun	γενική ενικού του ωάριο
ωαρίων	noun	γενική πληθυντικού του ωάριο
ωδές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωδή
ωδή	noun	λυρικό άσμα, τραγούδι
ωδής	=	ωδή
ωδίνα	noun	σπάνιος ενικός του ωδίνες
ωδίνες	noun	οι πόνοι στην αρχή και κατά την διάρκεια του τοκετού
ωδίνω	verb	κοιλοπονάω, έχω τους πόνους της γέννας
ωδίνων	noun	γενική πληθυντικού του ωδίνες
ωδεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωδείο
ωδείο	noun	σχολή όπου διδάσκεται η μουσική
ωδείου	noun	γενική ενικού του ωδείο
ωδείων	noun	γενική πληθυντικού του ωδείο
ωδειακά	=	ωδειακός
ωδειακέ	=	ωδειακός
ωδειακές	=	ωδειακός
ωδειακή	=	ωδειακός
ωδειακής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ωδειακή) του ωδειακός
ωδειακοί	=	ωδειακός
ωδειακού	=	ωδειακός
ωδειακούς	=	ωδειακός
ωδειακό	=	ωδειακός
ωδειακός	adj	που έχει σχέση με ωδείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
ωδειακών	=	ωδειακός
ωδικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωδικό
ωδικέ	adj	κλητική ενικού του ωδικός
ωδικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωδική
ωδική	noun	η τέχνη του τραγουδιού	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωδικός
ωδικής	adj	γενική ενικού του ωδική
ωδικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωδικός
ωδικού	adj	γενική ενικού του ωδικός
ωδικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωδικός
ωδικό	adj	αιτιατική ενικού του ωδικός
ωδικός	adj	σχετικός με την ωδή, με το τραγούδι
ωδικών	adj	γενική πληθυντικού του ωδικός
ωδικώς	adv	τραγουδώντας
ωδινώμαι	verb	στενάζω
ωδών	=	ωδή
ωθήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσαν	=	ωθώ
ωθήσανε	=	ωθώ
ωθήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ώθηση
ωθήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ώθηση
ωθήσου	=	ωθώ
ωθήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσουνε	=	ωθώ
ωθήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ωθεί	=	ωθώ
ωθείς	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωθώ
ωθείσαι	=	ωθώ
ωθείστε	=	ωθώ
ωθείται	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ωθούμαι
ωθείτε	=	ωθώ
ωθείτο	=	ωθώ
ωθηθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθήκαν	=	ωθώ
ωθηθήκανε	=	ωθώ
ωθηθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθηθούνε	=	ωθώ
ωθηθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωθούμαι
ωθημένα	=	ωθημένος
ωθημένε	=	ωθημένος
ωθημένες	=	ωθημένος
ωθημένη	=	ωθημένος
ωθημένης	=	ωθημένος
ωθημένο	=	ωθημένος
ωθημένοι	=	ωθημένος
ωθημένος	verb	μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ωθώ
ωθημένου	=	ωθημένος
ωθημένους	=	ωθημένος
ωθημένων	=	ωθημένος
ωθητές	=	ωθητής
ωθητή	=	ωθητής
ωθητής	noun	αυτός που ωθεί, σπρώχνει
ωθητικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωθητικό
ωθητικέ	adj	κλητική ενικού του ωθητικός
ωθητικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωθητική
ωθητική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωθητικός
ωθητικής	adj	γενική ενικού του ωθητική
ωθητικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωθητικός
ωθητικού	adj	γενική ενικού του ωθητικός
ωθητικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωθητικός
ωθητικό	adj	αιτιατική ενικού του ωθητικός
ωθητικός	adj	σχετικός με μια ώθηση, ωστικός
ωθητικών	adj	γενική πληθυντικού του ωθητικός
ωθητών	=	ωθητής
ωθούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ωθώ
ωθούμασταν	=	ωθώ
ωθούμαστε	=	ωθώ
ωθούμε	=	ωθώ
ωθούμενος	=	ωθώ
ωθούμουν	=	ωθώ
ωθούμουνα	=	ωθώ
ωθούν	=	ωθώ
ωθούνε	=	ωθώ
ωθούνται	=	ωθώ
ωθούνταν	=	ωθώ
ωθούντο	=	ωθώ
ωθούσα	=	ωθώ
ωθούσαμε	=	ωθώ
ωθούσαν	=	ωθώ
ωθούσανε	=	ωθώ
ωθούσασταν	=	ωθώ
ωθούσαστε	=	ωθώ
ωθούσατε	=	ωθώ
ωθούσε	=	ωθώ
ωθούσες	=	ωθώ
ωθούσουν	=	ωθώ
ωθούσουνα	=	ωθώ
ωθώ	verb	σπρώχνω
ωθώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωθώ
ωκεάνειος	=	ωκεάνιος
ωκεάνια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωκεάνιος
ωκεάνιας	=	ωκεάνιος
ωκεάνιε	=	ωκεάνιος
ωκεάνιες	=	ωκεάνιος
ωκεάνιο	adj	αιτιατική ενικού του ωκεάνιος
ωκεάνιοι	=	ωκεάνιος
ωκεάνιος	adj	που σχετίζεται ή αναφέρεται στον ωκεανό
ωκεάνιου	=	ωκεάνιος
ωκεάνιους	=	ωκεάνιος
ωκεάνιων	=	ωκεάνιος
ωκεανέ	noun	κλητική ενικού του ωκεανός
ωκεανίας	noun	γενική ενικού του Ωκεανία
ωκεανίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Ωκεανία
ωκεανιών	noun	γενική πληθυντικού του Ωκεανία
ωκεανοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκεανός
ωκεανογράφε	noun	κλητική ενικού του ωκεανογράφος
ωκεανογράφο	noun	αιτιατική ενικού του ωκεανογράφος
ωκεανογράφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκεανογράφος
ωκεανογράφος	noun	επιστήμονας που μελετά τους ωκεανούς της Γης
ωκεανογράφου	noun	γενική ενικού του ωκεανογράφος
ωκεανογράφους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωκεανογράφος
ωκεανογράφων	noun	γενική πληθυντικού του ωκεανογράφος
ωκεανογραφία	noun	επιστήμη που μελετά τους ωκεανούς της Γης
ωκεανογραφίας	noun	γενική ενικού του ωκεανογραφία
ωκεανογραφίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανογραφία
ωκεανογραφικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανογραφικό
ωκεανογραφικέ	adj	κλητική ενικού του ωκεανογραφικός
ωκεανογραφικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανογραφική
ωκεανογραφική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωκεανογραφικός
ωκεανογραφικής	adj	γενική ενικού του ωκεανογραφική
ωκεανογραφικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκεανογραφικός
ωκεανογραφικού	adj	γενική ενικού του ωκεανογραφικός
ωκεανογραφικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωκεανογραφικός
ωκεανογραφικό	adj	αιτιατική ενικού του ωκεανογραφικός	noun	πλοίο που χρησιμοποιείται σε επιστημονικά ερευνητικά προγράμματα σε ωκεανούς, όπως π.χ. των υδρογραφικών υπηρεσιών ενός κράτους που βρέχεται από ωκεανό ή των πανεπιστημίων που κάνουν έρευνες σε διεθνή χωρικά ύδατα
ωκεανογραφικός	adj	σχετικός με την ωκεανογραφία, που αποσκοπεί στην καταγραφή και τη μελέτη των ωκεανών
ωκεανογραφικών	adj	γενική πληθυντικού του ωκεανογραφικός
ωκεανογραφιών	noun	γενική πληθυντικού του ωκεανογραφία
ωκεανολογία	noun	επιστήμη που ασχολείται τους ωκεανούς και τις τεχνικές που σχετίζονται με τη οικονομική εκμετάλλευσή τους
ωκεανολογίας	noun	γενική ενικού του ωκεανολογία
ωκεανολογίες	=	ωκεανολογία
ωκεανολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανολογικό
ωκεανολογικέ	adj	κλητική ενικού του ωκεανολογικός
ωκεανολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανολογική
ωκεανολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωκεανολογικός
ωκεανολογικής	adj	γενική ενικού του ωκεανολογική
ωκεανολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκεανολογικός
ωκεανολογικού	adj	γενική ενικού του ωκεανολογικός
ωκεανολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωκεανολογικός
ωκεανολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ωκεανολογικός
ωκεανολογικός	adj	σχετικός με την ωκεανολογία
ωκεανολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ωκεανολογικός
ωκεανολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ωκεανολογία
ωκεανολόγε	noun	κλητική ενικού του ωκεανολόγος
ωκεανολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ωκεανολόγος
ωκεανολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκεανολόγος
ωκεανολόγος	noun	επιστήμονας ειδικευμένος στην ωκεανολογία
ωκεανολόγου	noun	γενική ενικού του ωκεανολόγος
ωκεανολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωκεανολόγος
ωκεανολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ωκεανολόγος
ωκεανοπλοΐα	noun	η ναυσιπλοΐα σε ωκεανό ή ανοικτή θάλασσα πολύ μακριά από τις ακτές
ωκεανοπλοΐας	noun	γενική ενικού του ωκεανοπλοΐα
ωκεανοπλοΐες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανοπλοΐα
ωκεανοπλοϊκά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανοπλοϊκό
ωκεανοπλοϊκέ	adj	κλητική ενικού του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊκές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκεανοπλοϊκή
ωκεανοπλοϊκή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊκής	adj	γενική ενικού του ωκεανοπλοϊκή
ωκεανοπλοϊκοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊκού	adj	γενική ενικού του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊκούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊκό	adj	αιτιατική ενικού του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊκός	adj	σχετικός με την ωκεανοπλοΐα
ωκεανοπλοϊκών	adj	γενική πληθυντικού του ωκεανοπλοϊκός
ωκεανοπλοϊών	noun	γενική πληθυντικού του ωκεανοπλοΐα
ωκεανοπόρα	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρας	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρε	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρες	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρο	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόροι	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρος	adj|formal	που ταξιδεύει με το καράβι του σε ωκεανούς
ωκεανοπόρου	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρους	=	ωκεανοπόρος
ωκεανοπόρων	=	ωκεανοπόρος
ωκεανού	noun	γενική ενικού του ωκεανός
ωκεανούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωκεανός
ωκεανό	noun	αιτιατική ενικού του ωκεανός
ωκεανός	noun	μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει ηπείρους μεταξύ τους και καλύπτει μεγάλο μέρος της υδρογείου.
ωκεανών	noun	γενική πληθυντικού του ωκεανός
ωκυποδία	noun	το να είναι κάποιος γοργοπόδαρος
ωκυποδίας	=	ωκυποδία
ωκυποδίες	=	ωκυποδία
ωκυποδιών	=	ωκυποδία
ωκυτοκίνες	=	ωκυτοκίνη
ωκυτοκίνη	noun	άλλη μορφή του οξυτοκίνη
ωκυτοκίνης	=	ωκυτοκίνη
ωκυτοκίου	=	ωκυτόκιος
ωκυτοκίους	=	ωκυτόκιος
ωκυτοκίων	=	ωκυτόκιος
ωκυτοκινών	=	ωκυτοκίνη
ωκυτόκια	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιας	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιε	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιες	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιο	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιοι	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιος	adj	αυτός που υποβοηθεί στον τοκετό
ωκυτόκιου	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιους	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκιων	=	ωκυτόκιος
ωκυτόκος	adj	που γεννά γρήγορα, εύκολα
ωκύπουν	=	ωκύπους
ωκύπους	adj	γοργοπόδαρος
ωκύπτερα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκύπτερο
ωκύπτερε	adj	κλητική ενικού του ωκύπτερος
ωκύπτερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωκύπτερη
ωκύπτερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωκύπτερος
ωκύπτερης	adj	γενική ενικού του ωκύπτερη
ωκύπτερο	adj	αιτιατική ενικού του ωκύπτερος
ωκύπτεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωκύπτερος
ωκύπτερος	adj|formal	που πετά γρήγορα
ωκύπτερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ωκύπτερος
ωκύπτερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωκύπτερος
ωκύπτερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωκύπτερος
ωλέκρανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωλέκρανο
ωλέκρανο	noun	η κεφαλή του οστού της ωλένης, που συμμετέχει στο σχηματισμό της άρθρωσης του αγκώνα
ωλέκρανου	=	ωλέκρανο
ωλένες	=	ωλένη
ωλένη	noun	το ένα από τα δύο οστά του πήχυ του χεριού, που ξεκινά από τον αγκώνα και καταλήγει στον καρπό, στην πλευρά του μικρού δακτύλου
ωλένης	=	ωλένη
ωλένια	=	ωλένιος
ωλένιας	=	ωλένιος
ωλένιε	=	ωλένιος
ωλένιες	=	ωλένιος
ωλένιο	=	ωλένιος
ωλένιοι	=	ωλένιος
ωλένιος	adj	που έχει σχέση με την ωλένη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
ωλένιου	=	ωλένιος
ωλένιους	=	ωλένιος
ωλένιων	=	ωλένιος
ωλεκράνια	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιας	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιε	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιες	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιο	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιοι	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιος	adj	που αναφέρεται στο ωλέκρανο
ωλεκράνιου	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιους	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνιων	=	ωλεκράνιος
ωλεκράνου	noun	γενική ενικού του ωλέκρανο
ωλεκράνων	noun	γενική πληθυντικού του ωλέκρανο
ωλεκρανικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωλεκρανικό
ωλεκρανικέ	adj	κλητική ενικού του ωλεκρανικός
ωλεκρανικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωλεκρανική
ωλεκρανική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωλεκρανικός
ωλεκρανικής	adj	γενική ενικού του ωλεκρανική
ωλεκρανικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωλεκρανικός
ωλεκρανικού	adj	γενική ενικού του ωλεκρανικός
ωλεκρανικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωλεκρανικός
ωλεκρανικό	adj	αιτιατική ενικού του ωλεκρανικός
ωλεκρανικός	adj	ωλεκράνιος
ωλεκρανικών	adj	γενική πληθυντικού του ωλεκρανικός
ωλενικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωλενικό
ωλενικέ	adj	κλητική ενικού του ωλενικός
ωλενικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωλενική
ωλενική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωλενικός
ωλενικής	adj	γενική ενικού του ωλενική
ωλενικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωλενικός
ωλενικού	adj	γενική ενικού του ωλενικός
ωλενικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωλενικός
ωλενικό	adj	αιτιατική ενικού του ωλενικός
ωλενικός	adj	άλλη μορφή του ωλένιος
ωλενικών	adj	γενική πληθυντικού του ωλενικός
ωλενών	=	ωλένη
ωμ	noun	Η μονάδα μέτρησης της αντίστασης του ηλεκτρικού αγωγού.
ωμά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ωμό) του ωμός	adv	με απότομο, ψυχρό ή θηριώδη τρόπο
ωμέ	adj	κλητική ενικού του ωμός
ωμέγα	noun	το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ω, κεφαλαίο: Ω).
ωμές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμή
ωμή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωμός
ωμής	adj	γενική ενικού του ωμή
ωμίτες	=	ωμίτης
ωμίτη	=	ωμίτης
ωμίτης	noun	ύφασμα που έχει ραφτεί στο τμήμα των ρούχων που καλύπτει τους ώμους
ωμαλγία	noun	ο πόνος του ώμου
ωμαλγίας	=	ωμαλγία
ωμαλγίες	=	ωμαλγία
ωμαλγιών	=	ωμαλγία
ωμιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωμιαίος
ωμιαίας	adj	γενική ενικού του ωμιαία
ωμιαίε	adj	ωμιαίος, στην κλητική του ενικού
ωμιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμιαία
ωμιαίο	adj	ωμιαίος, στην αιτιατική του ενικού
ωμιαίοι	adj	ωμιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ωμιαίος	adj	σχετικός με τον ώμο
ωμιαίου	adj	γενική ενικού του ωμιαίος
ωμιαίους	adj	ωμιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ωμιαίων	=	ωμιαίος
ωμικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμικό
ωμικέ	adj	κλητική ενικού του ωμικός
ωμικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμική
ωμική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωμικός
ωμικής	adj	γενική ενικού του ωμική
ωμικα	=	ωμικός
ωμικο	=	ωμικός
ωμικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωμικός
ωμικού	adj	γενική ενικού του ωμικός
ωμικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωμικός
ωμικό	adj	αιτιατική ενικού του ωμικός
ωμικός	adj	σχετικός με τον ώμο
ωμικών	adj	γενική πληθυντικού του ωμικός
ωμιτών	=	ωμίτης
ωμοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωμός
ωμοβόρα	=	ωμοβόρος
ωμοβόρας	=	ωμοβόρος
ωμοβόρε	=	ωμοβόρος
ωμοβόρες	=	ωμοβόρος
ωμοβόρο	=	ωμοβόρος
ωμοβόροι	=	ωμοβόρος
ωμοβόρος	adj|formal	που τρώει ωμά κρέατα
ωμοβόρου	=	ωμοβόρος
ωμοβόρους	=	ωμοβόρος
ωμοβόρων	=	ωμοβόρος
ωμογλήνες	=	ωμογλήνη
ωμογλήνη	noun	αρθρική κοιλότητα στην περιοχή της ωμοπλάτης
ωμογλήνης	=	ωμογλήνη
ωμογληνών	=	ωμογλήνη
ωμοπλάτες	=	ωμοπλάτη
ωμοπλάτη	noun	το καθένα από τα δύο τριγωνικά οστά της πλάτης που συνδέουν τον βραχίονα με την κλείδα
ωμοπλάτης	=	ωμοπλάτη
ωμοπλίνθου	=	ωμόπλινθος
ωμοπλίνθους	=	ωμόπλινθος
ωμοπλίνθων	=	ωμόπλινθος
ωμοπλατιαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωμοπλατιαίος
ωμοπλατιαίας	adj	γενική ενικού του ωμοπλατιαία
ωμοπλατιαίε	adj	ωμοπλατιαίος, στην κλητική του ενικού
ωμοπλατιαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμοπλατιαία
ωμοπλατιαίο	adj	ωμοπλατιαίος, στην αιτιατική του ενικού
ωμοπλατιαίοι	adj	ωμοπλατιαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ωμοπλατιαίος	adj	σχετικός με την ωμοπλάτη
ωμοπλατιαίου	adj	γενική ενικού του ωμοπλατιαίος
ωμοπλατιαίους	adj	ωμοπλατιαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ωμοπλατιαίων	=	ωμοπλατιαίος
ωμοπλατοσκοπία	noun|formal	η εξέταση της ωμοπλάτης (σπάλας) του αρνιού ως τρόπος προμάντευσης του μέλλοντος
ωμοπλατοσκοπίας	noun	γενική ενικού του ωμοπλατοσκοπία
ωμοπλατοσκοπίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμοπλατοσκοπία
ωμοπλατοσκοπιών	noun	γενική πληθυντικού του ωμοπλατοσκοπία
ωμοπλατών	=	ωμοπλάτη
ωμοπλινθοδομές	=	ωμοπλινθοδομή
ωμοπλινθοδομή	noun	η οικοδόμηση με ωμόπλινθους
ωμοπλινθοδομής	=	ωμοπλινθοδομή
ωμοπλινθοδομών	=	ωμοπλινθοδομή
ωμοτήτων	noun	γενική πληθυντικού του ωμότητα
ωμοφάγε	=	ωμοφάγος
ωμοφάγο	=	ωμοφάγος
ωμοφάγοι	=	ωμοφάγος
ωμοφάγος	adj	που τρώει ωμά κρέατα
ωμοφάγου	=	ωμοφάγος
ωμοφάγους	=	ωμοφάγος
ωμοφάγων	=	ωμοφάγος
ωμοφαγία	noun	το να τρώει κάποιος κάτι όπως το παρέχει η φύση, ωμό, άψητο, χωρίς καμμία διεργασία μαγειρέματος
ωμοφαγίας	=	ωμοφαγία
ωμοφαγίες	=	ωμοφαγία
ωμοφαγικά	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικέ	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικές	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγική	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ωμοφαγική) του ωμοφαγικός
ωμοφαγικοί	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικού	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικούς	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικό	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγικός	adj	σχετικός με τη ωμοφαγία
ωμοφαγικών	=	ωμοφαγικός
ωμοφαγιών	=	ωμοφαγία
ωμοφορίου	noun	γενική ενικού του ωμοφόριο
ωμοφορίων	noun	γενική πληθυντικού του ωμοφόριο
ωμοφόρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμοφόριο
ωμοφόριο	noun	εκκλησιαστικό άμφιο· αποτελείται από μια πλατιά λωρίδα υφάσματος που φοριέται πάνω από τους ώμους και είναι διακριτικό των επισκόπων της ορθόδοξης εκκλησίας
ωμοφόριου	=	ωμοφόριο
ωμού	adj	γενική ενικού του ωμός
ωμούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωμός
ωμό	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ωμός
ωμόμετρα	=	ωμόμετρο
ωμόμετρο	noun	συσκευή για τη μέτρηση της ροής του ηλεκτρικού ρεύματος που περνάει μέσα από μία ηλεκτρική αντίσταση
ωμόμετρου	=	ωμόμετρο
ωμόμετρων	=	ωμόμετρο
ωμόπλινθε	=	ωμόπλινθος
ωμόπλινθο	=	ωμόπλινθος
ωμόπλινθοι	=	ωμόπλινθος
ωμόπλινθος	noun	πλίνθος από πηλό που δεν έχει ψηθεί σε καμίνι, αλλά έχει αφεθεί να στεγνώσει στον ήλιο
ωμός	adj	(για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βραστεί
ωμόσαμε	=	ομνύω
ωμόσαν	=	ομνύω
ωμόσανε	=	ομνύω
ωμόσατε	=	ομνύω
ωμόσει	=	ομνύω
ωμόστε	=	ομνύω
ωμότατα	=	ωμός
ωμότατε	=	ωμός
ωμότατες	=	ωμός
ωμότατη	=	ωμός
ωμότατης	=	ωμός
ωμότατο	=	ωμός
ωμότατοι	=	ωμός
ωμότατος	=	ωμός
ωμότατου	=	ωμός
ωμότατους	=	ωμός
ωμότατων	=	ωμός
ωμότερα	=	ωμός
ωμότερε	=	ωμός
ωμότερες	=	ωμός
ωμότερη	=	ωμός
ωμότερης	=	ωμός
ωμότερο	=	ωμός
ωμότεροι	=	ωμός
ωμότερος	=	ωμός
ωμότερου	=	ωμός
ωμότερους	=	ωμός
ωμότερων	=	ωμός
ωμότητα	noun	η ιδιότητα του ωμού, του σκληρού, του απάνθρωπου
ωμότητας	noun	γενική ενικού του ωμότητα
ωμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωμότητα
ωμών	adj	γενική πληθυντικού του ωμός
ων	=	φιλοπράγμων
ωοαποθέτες	=	ωοαποθέτης
ωοαποθέτη	=	ωοαποθέτης
ωοαποθέτης	noun	άλλη μορφή του ωοθέτης
ωοαποθετών	=	ωοαποθέτης
ωογένεση	noun	ο σχηματισμός ενός ωαρίου
ωογένεσης	=	ωογένεση
ωογενέσεις	=	ωογένεση
ωογενέσεων	=	ωογένεση
ωογενέσεως	=	ωογένεση
ωογονία	noun	ωογένεση
ωογονίας	=	ωογονία
ωογονίες	=	ωογονία
ωογονιών	=	ωογονία
ωογόνα	=	ωογόνος
ωογόνας	=	ωογόνος
ωογόνε	=	ωογόνος
ωογόνες	=	ωογόνος
ωογόνο	=	ωογόνος
ωογόνοι	=	ωογόνος
ωογόνος	adj	που γεννά αβγά
ωογόνου	=	ωογόνος
ωογόνους	=	ωογόνος
ωογόνων	=	ωογόνος
ωοειδές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ωοειδής
ωοειδή	adj	αιτιατική ενικού του ωοειδής
ωοειδής	adj	που έχει σχήμα αυγού
ωοειδείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωοειδής
ωοειδούς	adj	γενική ενικού του ωοειδής
ωοειδών	adj	γενική πληθυντικού του ωοειδής
ωοζωοτόκο	=	ωοζωοτόκος
ωοζωοτόκος	adj	που γεννά αβγά τα οποία εκκολάπτονται στο εσωτερικό του μητρικού οργανισμού
ωοθέτες	=	ωοθέτης
ωοθέτη	=	ωοθέτης
ωοθέτης	noun	όργανο εναπόθεσης αβγών από έντομα σε φυτά ή άλλα έντομα
ωοθήκες	=	ωοθήκη
ωοθήκη	noun	το καθένα από τα δύο γεννητικά όργανα της γυναίκας (ή των άλλων θηλυκών θηλαστικών) στο οποίο γίνεται η ωογένεση
ωοθήκης	=	ωοθήκη
ωοθετών	=	ωοθέτης
ωοθηκίτιδα	noun	φλεγμονή της ωοθήκης
ωοθηκίτιδας	noun	γενική ενικού του ωοθηκίτιδα
ωοθηκίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωοθηκίτιδα
ωοθηκεκτομές	=	ωοθηκεκτομή
ωοθηκεκτομή	noun	η χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών
ωοθηκεκτομής	=	ωοθηκεκτομή
ωοθηκεκτομών	=	ωοθηκεκτομή
ωοθηκικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωοθηκικό
ωοθηκικέ	adj	κλητική ενικού του ωοθηκικός
ωοθηκικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωοθηκική
ωοθηκική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωοθηκικός
ωοθηκικής	adj	γενική ενικού του ωοθηκική
ωοθηκικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωοθηκικός
ωοθηκικού	adj	γενική ενικού του ωοθηκικός
ωοθηκικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωοθηκικός
ωοθηκικό	adj	αιτιατική ενικού του ωοθηκικός
ωοθηκικός	adj	σχετικός με την ωοθήκη
ωοθηκικών	adj	γενική πληθυντικού του ωοθηκικός
ωοθηκιτίδων	=	ωοθηκίτιδα
ωοθηκών	=	ωοθήκη
ωοθυλάκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωοθυλάκιο
ωοθυλάκιο	noun	σφαιρικό συσσωμάτωμα κυττάρων που σχηματίζεται στην ωοθήκη και περιέχει το ωάριο
ωοθυλάκιου	=	ωοθυλάκιο
ωοθυλακίου	noun	γενική ενικού του ωοθυλάκιο
ωοθυλακίων	noun	γενική πληθυντικού του ωοθυλάκιο
ωοθυλακικά	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικέ	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικές	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακική	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ωοθυλακική) του ωοθυλακικός
ωοθυλακικοί	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικού	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικούς	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικό	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακικός	adj	που έχει σχέση με ωοθυλάκιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
ωοθυλακικών	=	ωοθυλακικός
ωοθυλακιορρηξία	noun	η ωορρηξία
ωοθυλακιορρηξίας	=	ωοθυλακιορρηξία
ωοθυλακιορρηξίες	=	ωοθυλακιορρηξία
ωοθυλακιορρηξιών	=	ωοθυλακιορρηξία
ωοκύτταρα	=	ωοκύτταρο
ωοκύτταρο	noun	το κύτταρο θηλέων οργανισμών που, όταν ωριμάσει, θα εξελιχθεί σε ωάριο
ωοκύτταρου	=	ωοκύτταρο
ωοκύτταρων	=	ωοκύτταρο
ωολίθου	=	ωόλιθος
ωολίθους	=	ωόλιθος
ωολίθων	=	ωόλιθος
ωολευκωμάτων	=	ωολεύκωμα
ωολευκώματα	=	ωολεύκωμα
ωολευκώματος	=	ωολεύκωμα
ωολεύκωμα	noun	το ασπράδι του αβγού
ωοληψία	noun	η απορρόφηση ωοθυλακικού υγρού από τα ωοθυλάκια από εξειδικευμένο γυναικολόγο, ώστε να εντοπιστούν ωάρια για εξωσωματική γονιμοποίηση
ωοληψίας	=	ωοληψία
ωοληψίες	=	ωοληψία
ωοληψιών	=	ωοληψία
ωομυκήτων	=	ωομύκητας
ωομύκητα	=	ωομύκητας
ωομύκητας	noun	μικροοργανισμός που μοιάζει μορφολογικά με τους μύκητες και περιλαμβάνει πολλά υδρόβια ή φυτοπαθογόνα είδη που προκαλούν σοβαρές ασθένειες σε φυτά και ζώα
ωομύκητες	=	ωομύκητας
ωοπαραγωγές	=	ωοπαραγωγή
ωοπαραγωγή	noun|formal	η αβγοπαραγωγή
ωοπαραγωγής	=	ωοπαραγωγή
ωοπαραγωγών	=	ωοπαραγωγή
ωορρηξία	noun	η ρήξη του ωοθυλακίου και η έξοδος του ωαρίου προς την πλησιέστερη σάλπιγγα, όπου μπορεί να γονιμοποιηθεί από ένα σπερματοζωάριο
ωορρηξίας	noun	γενική ενικού του ωορρηξία
ωορρηξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωορρηξία
ωορρηξιών	noun	γενική πληθυντικού του ωορρηξία
ωοσκοπήσεις	=	ωοσκόπηση
ωοσκοπήσεων	=	ωοσκόπηση
ωοσκοπία	noun	ο ποιοτικός έλεγχος των αβγών
ωοσκοπίας	=	ωοσκοπία
ωοσκοπίες	=	ωοσκοπία
ωοσκοπίου	=	ωοσκόπιο
ωοσκοπίων	=	ωοσκόπιο
ωοσκοπιών	=	ωοσκοπία
ωοσκόπηση	noun|formal	έλεγχος για να διαπιστωθεί αν τα αβγά είναι γόνιμα
ωοσκόπησης	=	ωοσκόπηση
ωοσκόπια	=	ωοσκόπιο
ωοσκόπιο	noun	όργανο εξέτασης της ποιότητας των αβγών με τη βοήθεια τού κατάλληλου φωτισμού
ωοσκόπιου	=	ωοσκόπιο
ωοσφαιρών	=	ωόσφαιρα
ωοτοκία	noun	ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγονται ορισμένα ζώα (ψάρια, πτηνά κι έντομα): το θηλυκό γεννά αυγά, γονιμοποιημένα ή όχι, τα οποία εκκολάπτονται, όταν ο οργανισμός του νέου ζώου έχει ολοκληρωθεί
ωοτοκίας	noun	γενική ενικού του ωοτοκία
ωοτοκίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωοτοκία
ωοτοκιών	noun	γενική πληθυντικού του ωοτοκία
ωοτόκα	=	ωοτόκος
ωοτόκας	=	ωοτόκος
ωοτόκε	=	ωοτόκος
ωοτόκες	=	ωοτόκος
ωοτόκο	=	ωοτόκος
ωοτόκοι	=	ωοτόκος
ωοτόκος	adj	που γεννάει αβγά
ωοτόκου	=	ωοτόκος
ωοτόκους	=	ωοτόκος
ωοτόκων	=	ωοτόκος
ωοφάγα	=	ωοφάγος
ωοφάγε	=	ωοφάγος
ωοφάγο	=	ωοφάγος
ωοφάγοι	=	ωοφάγος
ωοφάγος	adj	που τρώει αβγά, που τρέφεται με αβγά
ωοφάγου	=	ωοφάγος
ωοφάγους	=	ωοφάγος
ωοφάγων	=	ωοφάγος
ωοφόρα	=	ωοφόρος
ωοφόρε	=	ωοφόρος
ωοφόρο	=	ωοφόρος
ωοφόροι	=	ωοφόρος
ωοφόρος	adj	που φέρει αβγά
ωοφόρου	=	ωοφόρος
ωοφόρους	=	ωοφόρος
ωοφόρων	=	ωοφόρος
ωπ	=	οπ
ωράρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωράριο
ωράριο	noun	οι ώρες που εργάζεται κάποιος
ωράριου	=	ωράριο
ωρέ	intj|dated	ρε, μωρέ
ωρίμαζα	=	ωριμάζω
ωρίμαζαν	=	ωριμάζω
ωρίμαζε	=	ωριμάζω
ωρίμαζες	=	ωριμάζω
ωρίμανση	noun	η διαδικασία της τελικής φάσης της ανάπτυξης, η πορεία προς την ολοκλήρωση της ανάπτυξης σε ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς
ωρίμανσης	noun	γενική ενικού του ωρίμανση
ωρίμασα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωρίμασαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωρίμασε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωρίμασες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωρίμαση	noun	άλλη μορφή του ωρίμανση
ωρίμασης	noun	γενική ενικού του ωρίμαση
ωρίμασμα	noun	η διαδικασία της ωρίμασης και το αποτέλεσμά της
ωραία	adv	ευχάριστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωραίος
ωραίας	adj	γενική ενικού του ωραία
ωραίε	adj	ωραίος, στην κλητική του ενικού
ωραίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραία
ωραίο	adj	αιτιατική ενικού του ωραίος	noun	η ιδιότητα του ωραίου, το στοιχείο που προκαλεί ευχαρίστηση, αναγνώριση ή αποδοχή
ωραίοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωραίος
ωραίος	adj	που έχει αρεστά χαρακτηριστικά
ωραίου	adj	γενική ενικού του ωραίος
ωραίους	adj	ωραίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ωραίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του όρος
ωραιολεξία	noun	η επιλογή και παράθεση ωραίων λέξεων ή καλολογικών στοιχείων
ωραιολεξίας	noun	γενική ενικού του ωραιολεξία
ωραιολεξίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιολεξία
ωραιολεξιών	noun	γενική πληθυντικού του ωραιολεξία
ωραιολογία	noun|formal	ωραία λόγια, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, με τα οποία ωραιοποιείται μια δυσάρεστη ή κακή κατάσταση
ωραιολογίας	=	ωραιολογία
ωραιολογίες	=	ωραιολογία
ωραιολογιών	=	ωραιολογία
ωραιολόγε	=	ωραιολόγος
ωραιολόγο	=	ωραιολόγος
ωραιολόγοι	=	ωραιολόγος
ωραιολόγος	noun|formal	που λέει ωραιολογίες
ωραιολόγου	=	ωραιολόγος
ωραιολόγους	=	ωραιολόγος
ωραιολόγων	=	ωραιολόγος
ωραιοπάθεια	noun	το να θαυμάζει κάποιος τον εαυτό του, το να ασχολείται υπερβολικά με την ομορφιά του
ωραιοπάθειας	=	ωραιοπάθεια
ωραιοπάθειες	=	ωραιοπάθεια
ωραιοπαθές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ωραιοπαθής
ωραιοπαθή	adj	αιτιατική ενικού του ωραιοπαθής
ωραιοπαθής	adj	που ασχολείται με πάθος με την ομορφιά του και την επίδειξή της
ωραιοπαθείς	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιοπαθής
ωραιοπαθειών	=	ωραιοπάθεια
ωραιοπαθούς	adj	γενική ενικού του ωραιοπαθής
ωραιοπαθών	adj	γενική πληθυντικού του ωραιοπαθής
ωραιοποίησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποίησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποίησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποίησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποίηση	noun	το να παρουσιάζει κάποιος κάτι (πχ., μια κατάσταση) δείχνοντας μόνο τα προτερήματά του και αποσιωπώντας τα μειονεκτήματά του
ωραιοποίησης	=	ωραιοποίηση
ωραιοποιήθηκα	=	ωραιοποιούμαι
ωραιοποιήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιοποίηση
ωραιοποιήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήσεων	=	ωραιοποίηση
ωραιοποιήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιείς	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιείσαι	verb	β' πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού ενεστώτα (ωραιοποιούμαι) του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιημένα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιοποιημένο
ωραιοποιημένε	verb	κλητική ενικού του ωραιοποιημένος
ωραιοποιημένες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιοποιημένη
ωραιοποιημένη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωραιοποιημένος
ωραιοποιημένης	verb	γενική ενικού του ωραιοποιημένη
ωραιοποιημένο	verb	αιτιατική ενικού του ωραιοποιημένος
ωραιοποιημένοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωραιοποιημένος
ωραιοποιημένος	verb	που τον έχουν ωραιοποιήσει, βελτιώσει επιφανειακά
ωραιοποιημένου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ωραιοποιημένος
ωραιοποιημένους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ωραιοποιημένος
ωραιοποιημένων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωραιοποιημένος
ωραιοποιούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοποιώ	verb	παρουσιάζω κάτι ως ωραιότερο, καλύτερο απ'όσο πραγματικά είναι
ωραιοποιώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωραιοποιώ
ωραιοτάτη	adj	λόγια μορφή του ωραιότατη, ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωραιότατος
ωραιοτάτης	=	ωραιότατος
ωραιοτέχνημα	noun	το καλλιτέχνημα
ωραιοτήτων	=	ωραιότητα
ωραιοτεχνήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιοτέχνημα
ωραιοτεχνήματος	noun	γενική ενικού του ωραιοτέχνημα
ωραιοτεχνημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ωραιοτέχνημα
ωραιόπαθα	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθε	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθες	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθη	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθης	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθο	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθοι	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθος	adj	ωραιοπαθής
ωραιόπαθου	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθους	=	ωραιόπαθος
ωραιόπαθων	=	ωραιόπαθος
ωραιόπλουμα	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμε	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμες	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμη	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμης	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμο	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμοι	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμος	adj	ωριόπλουμος
ωραιόπλουμου	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμους	=	ωραιόπλουμος
ωραιόπλουμων	=	ωραιόπλουμος
ωραιότατα	adv	πολύ ωραία, θαυμάσια
ωραιότατε	adj	κλητική ενικού του ωραιότατος
ωραιότατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιότατη
ωραιότατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωραιότατος
ωραιότατης	adj	γενική ενικού του ωραιότατη
ωραιότατο	adj	αιτιατική ενικού του ωραιότατος
ωραιότατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωραιότατος
ωραιότατος	adj	υπερθετικός βαθμός του ωραίος, πάρα πολύ ωραίος
ωραιότατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ωραιότατος
ωραιότατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωραιότατος
ωραιότατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωραιότατος
ωραιότερα	adv	πιο ευχάριστα
ωραιότερε	adj	κλητική ενικού του ωραιότερος
ωραιότερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιότερη
ωραιότερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωραιότερος
ωραιότερης	adj	γενική ενικού του ωραιότερη
ωραιότερο	adj	αιτιατική ενικού του ωραιότερος
ωραιότεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωραιότερος
ωραιότερος	adj	που είναι πιο ωραίος αισθητικά
ωραιότερου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ωραιότερος
ωραιότερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωραιότερος
ωραιότερων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωραιότερος
ωραιότητα	noun	η ιδιότητα του ωραίου, η ομορφιά για πιο αφηρημένες έννοιες αλλά και για ανθρώπους
ωραιότητας	noun	γενική ενικού του ωραιότητα
ωραιότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωραιότητα
ωραρίου	noun	γενική ενικού του ωράριο
ωραρίων	noun	γενική πληθυντικού του ωράριο
ωρεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρείο
ωρείο	noun|dated	χώρος αποθήκευσης (συνήθως των δημητριακών και των οσπρίων)
ωρείου	noun	γενική ενικού του ωρείο
ωρείων	noun	γενική πληθυντικού του ωρείο
ωρειάριος	noun|rare	ο υπεύθυνος για το ωρείο
ωριά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωριό
ωριέ	adj	κλητική ενικού του ωριός
ωριές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωριά
ωριαία	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωριαίος	adv	με διάρκεια μιας ώρας
ωριαίας	adj	γενική ενικού του ωριαία
ωριαίε	adj	ωριαίος, στην κλητική του ενικού
ωριαίες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωριαία
ωριαίο	adj	ωριαίος, στην αιτιατική του ενικού
ωριαίοι	adj	ωριαίος, στην ονομαστική του πληθυντικού
ωριαίος	adj	που έχει διάρκεια μίας ώρας
ωριαίου	adj	γενική ενικού του ωριαίος
ωριαίους	adj	ωριαίος, στην αιτιατική του πληθυντικού
ωριαίων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ωριαίος
ωριλά	noun	ο ωτορινολαρυγγολόγος
ωριλάδες	=	ωριλάς
ωριλάδων	=	ωριλάς
ωριλάς	noun|vulgar	κλιτή μορφή του ωριλά, ο ωτορινολαρυγγολόγος
ωριμάζαμε	=	ωριμάζω
ωριμάζαν	=	ωριμάζω
ωριμάζανε	=	ωριμάζω
ωριμάζατε	=	ωριμάζω
ωριμάζει	=	ωριμάζω
ωριμάζεις	=	ωριμάζω
ωριμάζετε	=	ωριμάζω
ωριμάζομε	=	ωριμάζω
ωριμάζοντας	=	ωριμάζω
ωριμάζουμε	=	ωριμάζω
ωριμάζουν	=	ωριμάζω
ωριμάζουνε	=	ωριμάζω
ωριμάζω	verb	αποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα)
ωριμάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρίμανση
ωριμάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ωρίμανση
ωριμάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ωρίμανση
ωριμάσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσαν	=	ωριμάζω
ωριμάσανε	=	ωριμάζω
ωριμάσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρίμαση
ωριμάσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσεων	noun	γενική πληθυντικού του ωρίμαση
ωριμάσεως	noun|formal	γενική ενικού του ωρίμαση
ωριμάσματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρίμασμα
ωριμάσματος	noun	γενική ενικού του ωρίμασμα
ωριμάσομε	=	ωριμάζω
ωριμάσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσουνε	=	ωριμάζω
ωριμάστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμάσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
ωριμασμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ωρίμασμα
ωριμασμένος	=	ωριμάζω
ωριμοτήτων	=	ωριμότητα
ωριμότατα	=	ανώριμος
ωριμότατε	=	ανώριμος
ωριμότατες	=	ανώριμος
ωριμότατη	=	ανώριμος
ωριμότατης	=	ανώριμος
ωριμότατο	=	ανώριμος
ωριμότατοι	=	ανώριμος
ωριμότατος	=	ανώριμος
ωριμότατου	=	ανώριμος
ωριμότατους	=	ανώριμος
ωριμότατων	=	ανώριμος
ωριμότητα	noun	η ιδιότητα του ώριμου
ωριμότητας	noun	γενική ενικού του ωριμότητα
ωριμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωριμότητα
ωριοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωριός
ωριοσύνες	=	ωριοσύνη
ωριοσύνη	noun|literary	ομορφιά, ομορφάδα, κάλλος
ωριοσύνης	=	ωριοσύνη
ωριού	adj	γενική ενικού του ωριός
ωριούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωριός
ωρισμένη	=	ωρισμένος
ωρισμένο	=	ωρισμένος
ωρισμένος	verb	μονοτονική γραφή του ὡρισμένος
ωριό	adj	αιτιατική ενικού του ωριός
ωριόπλουμα	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμε	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμες	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμη	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμης	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμο	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμοι	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμος	adj	ωραία στολισμένος
ωριόπλουμου	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμους	=	ωριόπλουμος
ωριόπλουμων	=	ωριόπλουμος
ωριών	adj	γενική πληθυντικού του ωριός
ωρλ	abbrev	ωριλά, ωτορινολαρυγγολόγος
ωροδείκτες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωροδείκτης
ωροδείκτη	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ωροδείκτης
ωροδείκτης	noun	η μικρότερη από τις δύο βελόνες ενός ρολογιού -εκείνη που δείχνει την ώρα
ωροδείχτες	=	ωροδείχτης
ωροδείχτη	=	ωροδείχτης
ωροδείχτης	noun	ωροδείκτης
ωροδεικτών	noun	γενική πληθυντικού του ωροδείκτης
ωροδειχτών	=	ωροδείχτης
ωρολογά	noun	γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ωρολογάς
ωρολογάδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρολογάς
ωρολογάδων	noun	γενική πληθυντικού του ωρολογάς
ωρολογίου	noun	γενική ενικού του ωρολόγιο
ωρολογίων	noun	γενική πληθυντικού του ωρολόγιο
ωρολογιακά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρολογιακό
ωρολογιακέ	adj	κλητική ενικού του ωρολογιακός
ωρολογιακές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρολογιακή
ωρολογιακή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωρολογιακός
ωρολογιακής	adj	γενική ενικού του ωρολογιακή
ωρολογιακοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωρολογιακός
ωρολογιακού	adj	γενική ενικού του ωρολογιακός
ωρολογιακούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωρολογιακός
ωρολογιακό	adj	αιτιατική ενικού του ωρολογιακός
ωρολογιακός	adj	που σχετίζεται με το ρολόι
ωρολογιακών	adj	γενική πληθυντικού του ωρολογιακός
ωρολογοποιέ	noun	κλητική ενικού του ωρολογοποιός
ωρολογοποιία	noun	η τέχνη, η βιομηχανία και το εμπόριο που σχετίζονται με την κατασκευή ρολογιών
ωρολογοποιίας	noun	γενική ενικού του ωρολογοποιία
ωρολογοποιίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρολογοποιία
ωρολογοποιεία	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρολογοποιείο
ωρολογοποιείο	noun	εργαστήριο ή κατάστημα κατασκευής, επισκευής και εμπορίας ρολογιών
ωρολογοποιείου	noun	γενική ενικού του ωρολογοποιείο
ωρολογοποιείων	noun	γενική πληθυντικού του ωρολογοποιείο
ωρολογοποιιών	noun	γενική πληθυντικού του ωρολογοποιία
ωρολογοποιοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωρολογοποιός
ωρολογοποιού	noun	γενική ενικού του ωρολογοποιός
ωρολογοποιούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωρολογοποιός
ωρολογοποιό	noun	αιτιατική ενικού του ωρολογοποιός
ωρολογοποιός	noun	ο κατασκευαστής, επισκευαστής και έμπορος ρολογιών
ωρολογοποιών	noun	γενική πληθυντικού του ωρολογοποιός
ωρολόγια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρολόγιο
ωρολόγιας	=	ωρολόγιος
ωρολόγιε	=	ωρολόγιος
ωρολόγιες	=	ωρολόγιος
ωρολόγιο	noun	πίνακας όπου αναγράφονται οι ώρες εργασίας
ωρολόγιοι	=	ωρολόγιος
ωρολόγιος	adj	ο σχετικός με την κατανομή κάποιων εργασιών μέσα στη διάρκεια της ημέρας και τον προγραμματισμό τους σε συγκεκριμένες ώρες (το επίθετο σχηματίσθηκε επειδή το ὡριαῖος και το ὡρολογιακός είχαν εξαρχής ή πάντως ήδη αποκτήσει άλλη έννοια στην ελληνική)
ωρολόγιου	=	ωρολόγιο
ωρολόγιους	=	ωρολόγιος
ωρολόγιων	=	ωρολόγιο
ωρομέτρηση	noun	η καταγραφή των ωρών εργασίας του προσωπικού μιας εταιρείας
ωρομέτρησης	noun	γενική ενικού του ωρομέτρηση
ωρομίσθια	noun	θηλυκό του ωρομίσθιος
ωρομίσθιας	noun	γενική ενικού του ωρομίσθια
ωρομίσθιε	=	ωρομίσθιος
ωρομίσθιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρομίσθια
ωρομίσθιο	noun	η αμοιβή που δίνεται σε κάποιον που εργάζεται για μία ώρα
ωρομίσθιοι	=	ωρομίσθιος
ωρομίσθιος	noun	αυτός που αμείβεται βάσει των ωρών που εργάζεται	adj	που αμείβεται βάσει των ωρών που εργάζεται
ωρομίσθιου	=	ωρομίσθιος
ωρομίσθιους	=	ωρομίσθιος
ωρομίσθιων	=	ωρομίσθιος
ωρομετρήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρομέτρηση
ωρομετρήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ωρομέτρηση
ωρομετρήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ωρομέτρηση
ωρομετρητές	=	ωρομετρητής
ωρομετρητή	=	ωρομετρητής
ωρομετρητής	noun	συσκευή που πραγματοποιεί ωρομέτρηση
ωρομετρητών	=	ωρομετρητής
ωρομισθίου	=	ωρομίσθιο
ωρομισθίων	=	ωρομίσθιο
ωρομισθιών	noun	γενική πληθυντικού του ωρομίσθια
ωροσήμανση	noun	η καταγραφή των ωρών άφιξης και αναχώρησης από κάποιο μέρος με ειδικό μηχάνημα
ωροσήμανσης	noun	γενική ενικού του ωροσήμανση
ωροσημάνσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωροσήμανση
ωροσημάνσεων	noun	γενική πληθυντικού του ωροσήμανση
ωροσημάνσεως	noun|formal	γενική ενικού του ωροσήμανση
ωροσκοπία	noun	η πρόβλεψη του μέλλοντος με τη μελέτη του ωροσκόπιου ενός ανθρώπου
ωροσκοπίας	=	ωροσκοπία
ωροσκοπίες	=	ωροσκοπία
ωροσκοπίου	noun	γενική ενικού του ωροσκόπιο
ωροσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ωροσκόπιο
ωροσκοπιών	=	ωροσκοπία
ωροσκόπε	noun	κλητική ενικού του ωροσκόπος
ωροσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωροσκόπιο
ωροσκόπιο	noun	διάγραμμα του ουρανού με τη θέση του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών μία ορισμένη στιγμή (λ.χ. της γέννησης κάποιου) το οποίο χρησιμοποιείται για την αστρολογική πρόβλεψη του μέλλοντος και την περιγραφή του χαρακτήρα του ατόμου
ωροσκόπιου	=	ωροσκόπιο
ωροσκόπο	noun	αιτιατική ενικού του ωροσκόπος
ωροσκόποι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωροσκόπος
ωροσκόπος	noun	το ζώδιο και ειδικότερα η μοίρα του ζωδίου που ανατέλλει κατά τη χρονιά της γέννησης ενός ατόμου
ωροσκόπου	noun	γενική ενικού του ωροσκόπος
ωροσκόπους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωροσκόπος
ωροσκόπων	noun	γενική πληθυντικού του ωροσκόπος
ωρούλα	noun	υποκοριστικό του ώρα
ωρούλας	noun	γενική ενικού του ωρούλα
ωρούλες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρούλα
ωρυγές	=	ωρυγή
ωρυγή	noun	δυνατή κραυγή, ουρλιαχτό
ωρυγής	=	ωρυγή
ωρυγών	=	ωρυγή
ωρυόμασταν	=	ωρύομαι
ωρυόμαστε	=	ωρύομαι
ωρυόμενα	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρυόμενο
ωρυόμενε	verb	κλητική ενικού του ωρυόμενος
ωρυόμενες	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωρυόμενη
ωρυόμενη	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωρυόμενος
ωρυόμενης	verb	γενική ενικού του ωρυόμενη
ωρυόμενο	verb	αιτιατική ενικού του ωρυόμενος
ωρυόμενοι	verb	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωρυόμενος
ωρυόμενος	verb	μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος ωρύομαι που ωρύεται, είναι έξαλλος, φωνάζει και κινεί τα χέρια του
ωρυόμενου	verb	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ωρυόμενος
ωρυόμενους	verb	αιτιατική πληθυντικού του ωρυόμενος
ωρυόμενων	verb	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωρυόμενος
ωρυόμουν	=	ωρύομαι
ωρυόμουνα	=	ωρύομαι
ωρυόντουσαν	=	ωρύομαι
ωρυόσασταν	=	ωρύομαι
ωρυόσαστε	=	ωρύομαι
ωρυόσουν	=	ωρύομαι
ωρυόσουνα	=	ωρύομαι
ωρυόταν	=	ωρύομαι
ωρυότανε	=	ωρύομαι
ωρύεσαι	=	ωρύομαι
ωρύεστε	=	ωρύομαι
ωρύεται	=	ωρύομαι
ωρύομαι	verb	βγάζω άγρια και δυνατή φωνή από αγανάκτηση, οργή, θυμό κ.λπ.
ωρύονται	=	ωρύομαι
ωρύονταν	=	ωρύομαι
ωρύου	=	ωρύομαι
ωρών	noun	γενική πληθυντικού του ώρα
ως	particle	με την ιδιότητα του/της	adv	με τον τρόπο που, όπως
ωσάν	adv|formal	σαν
ωσαννά	intj	λατρευτικό επιφώνημα
ωσαύτως	adv	με τον ίδιο τρόπο
ωσεί	adv	σαν, με τον ίδιο τρόπο
ωσμογράφε	=	ωσμογράφος
ωσμογράφο	=	ωσμογράφος
ωσμογράφοι	=	ωσμογράφος
ωσμογράφος	noun	συνώνυμο του ωσμόμετρο
ωσμογράφου	=	ωσμογράφος
ωσμογράφους	=	ωσμογράφος
ωσμογράφων	=	ωσμογράφος
ωσμομέτρηση	noun	η μέτρηση της ωσμωτικής πίεσης
ωσμομέτρησης	=	ωσμομέτρηση
ωσμομέτρου	=	ωσμόμετρο
ωσμομέτρων	=	ωσμόμετρο
ωσμομετρήσεις	=	ωσμομέτρηση
ωσμομετρήσεων	=	ωσμομέτρηση
ωσμομετρία	noun	άλλη μορφή του ωσμομέτρηση
ωσμομετρίας	=	ωσμομετρία
ωσμομετρίες	=	ωσμομετρία
ωσμομετρικά	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικέ	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικές	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρική	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικής	adj	γενική ενικού, θηλυκού γένους (ωσμομετρική) του ωσμομετρικός
ωσμομετρικοί	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικού	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικούς	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικό	=	ωσμομετρικός
ωσμομετρικός	adj	που έχει σχέση με το ωσμόμετρο και την ωσμομέτρηση ή αναφέρεται σ’ αυτά
ωσμομετρικών	=	ωσμομετρικός
ωσμομετριών	=	ωσμομετρία
ωσμοσκοπίου	=	ωσμοσκόπιο
ωσμοσκοπίων	=	ωσμοσκόπιο
ωσμοσκόπια	=	ωσμοσκόπιο
ωσμοσκόπιο	noun	ωσμόμετρο
ωσμοσκόπιου	=	ωσμοσκόπιο
ωσμοσκόπιων	=	ωσμοσκόπιο
ωσμωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωσμωτικό
ωσμωτικέ	adj	κλητική ενικού του ωσμωτικός
ωσμωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωσμωτική
ωσμωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωσμωτικός
ωσμωτικής	adj	γενική ενικού του ωσμωτική
ωσμωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωσμωτικός
ωσμωτικοτήτων	=	ωσμωτικότητα
ωσμωτικού	adj	γενική ενικού του ωσμωτικός
ωσμωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωσμωτικός
ωσμωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ωσμωτικός
ωσμωτικός	adj	σχετικός με την ώσμωση
ωσμωτικότητα	noun	η συγκέντρωση ωσμωλίων ανά όγκο διαλύματος
ωσμωτικότητας	=	ωσμωτικότητα
ωσμωτικότητες	=	ωσμωτικότητα
ωσμωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ωσμωτικός
ωσμόμετρα	=	ωσμόμετρο
ωσμόμετρο	noun	όργανο για την ωσμομέτρηση, τη μέτρηση της ωσμωτικής πίεσης
ωσμόμετρου	=	ωσμόμετρο
ωσμόμετρων	=	ωσμόμετρο
ωσμώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώσμωση
ωσμώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ώσμωση
ωσμώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ώσμωση
ωστενίτες	=	ωστενίτης
ωστενίτη	=	ωστενίτης
ωστενίτης	noun	αλλοτροπική μορφή του σιδήρου που κρυσταλλώνεται στο εδροκεντρωμένο κυβικό σύστημα.
ωστενιτών	=	ωστενίτης
ωστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωστικό
ωστικέ	adj	κλητική ενικού του ωστικός
ωστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωστική
ωστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωστικός
ωστικής	adj	γενική ενικού του ωστική
ωστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωστικός
ωστικού	adj	γενική ενικού του ωστικός
ωστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωστικός
ωστικό	adj	αιτιατική ενικού του ωστικός
ωστικός	adj	που συμβάλλει στην ώθηση, προωθητικός
ωστικών	adj	γενική πληθυντικού του ωστικός
ωστόσο	conj	εισάγει πρόταση στην οποία εκφράζεται αντίθεση, αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις σε κάτι που ειπώθηκε προηγουμένως
ωσότου	conj	εισάγει δευτερεύουσα χρονική πρόταση που δηλώνει το χρόνο κατά τον οποίο παύει να συμβαίνει αυτό που εκφράζει η κύρια πρόταση
ωτία	noun	είδος τηγανητού γλυκίσματος σε σχήμα αφτιού
ωτίτες	=	ωτίτης
ωτίτη	=	ωτίτης
ωτίτης	noun	το μικρό δάχτυλο του χεριού
ωτίτιδα	noun	έντονη ή χρόνια φλεγμονή του αφτιού
ωτίτιδας	noun	γενική ενικού του ωτίτιδα
ωτίτιδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτίτιδα
ωτίτιδων	noun	γενική πληθυντικού του ωτίτιδα
ωτίτις	noun|formal	μονοτονική γραφή του ὠτῖτις, η ωτίτιδα
ωτίων	=	ωτία
ωτακουστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτακουστής
ωτακουστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ωτακουστής
ωτακουστής	noun	αυτός που κρυφακούει
ωτακουστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτακουστικό
ωτακουστικέ	adj	κλητική ενικού του ωτακουστικός
ωτακουστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτακουστική
ωτακουστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωτακουστικός
ωτακουστικής	adj	γενική ενικού του ωτακουστική
ωτακουστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωτακουστικός
ωτακουστικού	adj	γενική ενικού του ωτακουστικός
ωτακουστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωτακουστικός
ωτακουστικό	adj	αιτιατική ενικού του ωτακουστικός
ωτακουστικός	adj	που υποβοηθά την ακοή ενισχύοντας τους ήχους τους οποίους ακούει κάποιος
ωτακουστικών	adj	γενική πληθυντικού του ωτακουστικός
ωτακουστώ	verb|formal	κρυφακούω
ωτακουστών	noun	γενική πληθυντικού του ωτακουστής
ωτακούστρια	=	ωτακουστής
ωταλγία	noun	πόνος του αφτιού
ωταλγίας	noun	γενική ενικού του ωταλγία
ωταλγίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωταλγία
ωταλγικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωταλγικό
ωταλγικέ	adj	κλητική ενικού του ωταλγικός
ωταλγικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωταλγική
ωταλγική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωταλγικός
ωταλγικής	adj	γενική ενικού του ωταλγική
ωταλγικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωταλγικός
ωταλγικού	adj	γενική ενικού του ωταλγικός
ωταλγικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωταλγικός
ωταλγικό	adj	αιτιατική ενικού του ωταλγικός
ωταλγικός	adj	σχετικός με την ωταλγία
ωταλγικών	adj	γενική πληθυντικού του ωταλγικός
ωταλγιών	noun	γενική πληθυντικού του ωταλγία
ωτασπίδα	noun	μικρό βύσμα από εύπλαστο υλικό που βάζει κανείς στα αφτιά του, για να τα προστατέψει από τον θόρυβο ή από την πίεση του νερού
ωτασπίδας	=	ωτασπίδα
ωτασπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτασπίδα
ωτασπίδων	=	ωτασπίδα
ωτιαία	=	ωτιαίος
ωτιαίας	=	ωτιαίος
ωτιαίε	=	ωτιαίος
ωτιαίες	=	ωτιαίος
ωτιαίο	=	ωτιαίος
ωτιαίοι	=	ωτιαίος
ωτιαίος	adj	ο σχετικός με τα ώτα, τα αφτιά
ωτιαίου	=	ωτιαίος
ωτιαίους	=	ωτιαίος
ωτιαίων	=	ωτιαίος
ωτικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτικό
ωτικέ	adj	κλητική ενικού του ωτικός
ωτικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτική
ωτική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωτικός
ωτικής	adj	γενική ενικού του ωτική
ωτικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωτικός
ωτικού	adj	γενική ενικού του ωτικός
ωτικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωτικός
ωτικό	adj	αιτιατική ενικού του ωτικός
ωτικός	adj	ο σχετικός με τα ώτα, τα αφτιά, ακουστικός
ωτικών	adj	γενική πληθυντικού του ωτικός
ωτιτίδων	noun	γενική πληθυντικού του ωτίτιδα
ωτιτών	=	ωτίτης
ωτοασπίδα	noun	άλλη μορφή του ωτασπίδα
ωτοασπίδας	=	ωτοασπίδα
ωτοασπίδες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτοασπίδα
ωτοασπίδων	=	ωτοασπίδα
ωτοβελονισμοών	=	ωτοβελονισμός
ωτοβελονισμόα	=	ωτοβελονισμός
ωτοβελονισμόας	=	ωτοβελονισμός
ωτοβελονισμόες	=	ωτοβελονισμός
ωτοβελονισμός	noun	η ωτοθεραπεία
ωτοβύσματα	noun|rare	είδος ωτασπίδων
ωτογλυφίδα	noun	μπατονέτα
ωτογλυφίδας	=	ωτογλυφίδα
ωτογλυφίδες	=	ωτογλυφίδα
ωτογλυφίδων	=	ωτογλυφίδα
ωτοειδές	=	ωτοειδής
ωτοειδή	=	ωτοειδής
ωτοειδής	adj	που έχει σχήμα αυτιού
ωτοειδείς	=	ωτοειδής
ωτοειδούς	=	ωτοειδής
ωτοειδών	=	ωτοειδής
ωτοθεραπεία	noun	μορφή εναλλακτικής ιατρικής που αντιμετωπίζει παθήσεις ολόκληρου του σώματος με διέγερση της επιφάνειας του αφτιού
ωτοθεραπείας	=	ωτοθεραπεία
ωτοθεραπείες	=	ωτοθεραπεία
ωτοθεραπειών	=	ωτοθεραπεία
ωτοκαθαριστές	=	ωτοκαθαριστής
ωτοκαθαριστή	=	ωτοκαθαριστής
ωτοκαθαριστήρα	=	ωτοκαθαριστήρας
ωτοκαθαριστήρας	noun|formal	η μπατονέτα για τον καθαρισμό των αφτιών
ωτοκαθαριστήρες	=	ωτοκαθαριστήρας
ωτοκαθαριστήρων	=	ωτοκαθαριστήρας
ωτοκαθαριστής	noun|formal	η μπατονέτα για τον καθαρισμό των αφτιών
ωτοκαθαριστών	=	ωτοκαθαριστής
ωτολογία	noun	κλάδος της ιατρικής που μελετά την ανατομία και την παθολογία του αφτιού
ωτολογίας	noun	γενική ενικού του ωτολογία
ωτολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτολογία
ωτολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτολογικό
ωτολογικέ	adj	κλητική ενικού του ωτολογικός
ωτολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτολογική
ωτολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωτολογικός
ωτολογικής	adj	γενική ενικού του ωτολογική
ωτολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωτολογικός
ωτολογικού	adj	γενική ενικού του ωτολογικός
ωτολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωτολογικός
ωτολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ωτολογικός
ωτολογικός	adj	που αναφέρεται στην ωτολογία ως επιστήμη
ωτολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ωτολογικός
ωτολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ωτολογία
ωτολόγε	noun	κλητική ενικού του ωτολόγος
ωτολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ωτολόγος
ωτολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωτολόγος
ωτολόγος	noun	γιατρός εξειδικευμένος στην ωτολογία
ωτολόγου	noun	γενική ενικού του ωτολόγος
ωτολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωτολόγος
ωτολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ωτολόγος
ωτομικροσκοπήσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτομικροσκόπηση
ωτομικροσκοπήσεων	noun	γενική πληθυντικού του ωτομικροσκόπηση
ωτομικροσκοπήσεως	noun|formal	γενική ενικού του ωτομικροσκόπηση
ωτομικροσκόπηση	noun	η εξέταση του εσωτερικού ενός αφτιού με ειδικό μικροσκόπιο
ωτομικροσκόπησης	noun	γενική ενικού του ωτομικροσκόπηση
ωτοπλαστικές	=	ωτοπλαστική
ωτοπλαστική	noun	η πλαστική επέμβαση για αισθητική και λειτουργική αποκατάσταση όσων έχουν πεταχτά αφτιά (αφεστώτα ώτα)
ωτοπλαστικής	=	ωτοπλαστική
ωτοπλαστικών	=	ωτοπλαστική
ωτορινολαρυγγολογία	noun	τομέας της ιατρικής που ασχολείται με την παθολογία του αφτιού, της μύτης και του λάρυγγα
ωτορινολαρυγγολογίας	noun	γενική ενικού του ωτορινολαρυγγολογία
ωτορινολαρυγγολογίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογία
ωτορινολαρυγγολογικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογικό
ωτορινολαρυγγολογικέ	adj	κλητική ενικού του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογική
ωτορινολαρυγγολογική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογικής	adj	γενική ενικού του ωτορινολαρυγγολογική
ωτορινολαρυγγολογικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογικού	adj	γενική ενικού του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογικό	adj	αιτιατική ενικού του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογικός	adj	σχετικός με την ωτορινολαρυγγολογία
ωτορινολαρυγγολογικών	adj	γενική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογικός
ωτορινολαρυγγολογιών	noun	γενική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολογία
ωτορινολαρυγγολόγε	noun	κλητική ενικού του ωτορινολαρυγγολόγος
ωτορινολαρυγγολόγο	noun	αιτιατική ενικού του ωτορινολαρυγγολόγος
ωτορινολαρυγγολόγοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολόγος
ωτορινολαρυγγολόγος	noun	γιατρός ειδικευμένος στην ωτορινολαρυγγολογία
ωτορινολαρυγγολόγου	noun	γενική ενικού του ωτορινολαρυγγολόγος
ωτορινολαρυγγολόγους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολόγος
ωτορινολαρυγγολόγων	noun	γενική πληθυντικού του ωτορινολαρυγγολόγος
ωτορροιών	noun	γενική πληθυντικού του ωτόρροια
ωτοσκλήρυνση	noun	κληρονομική πάθηση του λαβυρίνθου του αφτιού
ωτοσκλήρυνσης	=	ωτοσκλήρυνση
ωτοσκλήρωση	noun	ωτοσκλήρυνση
ωτοσκλήρωσης	=	ωτοσκλήρωση
ωτοσκληρύνσεις	=	ωτοσκλήρυνση
ωτοσκληρύνσεων	=	ωτοσκλήρυνση
ωτοσκληρώσεις	=	ωτοσκλήρωση
ωτοσκληρώσεων	=	ωτοσκλήρωση
ωτοσκοπήσεις	=	ωτοσκόπηση
ωτοσκοπήσεων	=	ωτοσκόπηση
ωτοσκοπία	noun	ωτοσκόπηση
ωτοσκοπίας	=	ωτοσκοπία
ωτοσκοπίες	=	ωτοσκοπία
ωτοσκοπίου	noun	γενική ενικού του ωτοσκόπιο
ωτοσκοπίων	noun	γενική πληθυντικού του ωτοσκόπιο
ωτοσκοπιών	=	ωτοσκοπία
ωτοσκοπώ	verb	εξετάζω το αφτί με ένα ωτοσκόπιο
ωτοσκοπώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωτοσκοπώ
ωτοσκόπηση	noun	η εξέταση του αφτιού με ένα ωτοσκόπιο
ωτοσκόπησης	=	ωτοσκόπηση
ωτοσκόπια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτοσκόπιο
ωτοσκόπιο	noun	όργανο που αποτελείται από μικρό σωλήνα εφοδιασμένο με πηγή φωτός για την εξέταση του αφτιού
ωτοσκόπιου	=	ωτοσκόπιο
ωτοστόπ	noun	οτοστόπ
ωτοτοξικοτήτων	=	ωτοτοξικότητα
ωτοτοξικότητα	noun	διαταραχή της ακοής, που προκαλείται από τις τοξικές παρενέργειες ορισμένων φαρμάκων, όπως οι αμινογλυκοσίδες και η κινίνη
ωτοτοξικότητας	=	ωτοτοξικότητα
ωτοτοξικότητες	=	ωτοτοξικότητα
ωτοφερλίνες	=	ωτοφερλίνη
ωτοφερλίνη	noun	πρωτεΐνη που ρυθμίζει την έκκριση νευροδιαβιβαστών στα κύτταρα του έσω ωτός και είναι απαραίτητη για τη μετατροπή των ηχητικών ερεθισμάτων σε νευρικά σήματα, ενώ η απουσία ή δυσλειτουργία της συνδέεται με συγγενή κώφωση
ωτοφερλίνης	=	ωτοφερλίνη
ωτοφερλινών	=	ωτοφερλίνη
ωτόλιθε	=	ωτόλιθος
ωτόλιθο	=	ωτόλιθος
ωτόλιθοι	=	ωτόλιθος
ωτόλιθος	noun	ιστός, που αποτελείται κυρίως από ανθρακικό ασβέστιο και βρίσκεται στο έσω ους των σπονδυλωτών και αποτελεί μέρος του συστήματος αντίληψης της ισορροπίας / γραμμικής επιτάχυνσης, τόσο οριζόντια όσο και κάθετα
ωτόλιθου	=	ωτόλιθος
ωτόλιθους	=	ωτόλιθος
ωτόλιθων	=	ωτόλιθος
ωτόρροια	noun	εκροή βλέννας ή πύου από το αφτί
ωτόρροιας	noun	γενική ενικού του ωτόρροια
ωτόρροιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωτόρροια
ωτός	=	περίνους
ωφέλει	=	ωφελώ
ωφέλεια	noun	το αποτέλεσμα του ωφελώ
ωφέλειας	noun	γενική ενικού του ωφέλεια
ωφέλειες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφέλεια
ωφέλημα	noun	το όφελος, η ωφέλεια, το κέρδος
ωφέλησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφέλησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφέλησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφέλησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφέλιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ωφέλιμος	adv	χρήσιμα, με τρόπο που ωφελεί
ωφέλιμε	adj	κλητική ενικού του ωφέλιμος
ωφέλιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφέλιμη
ωφέλιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωφέλιμος
ωφέλιμης	adj	γενική ενικού του ωφέλιμη
ωφέλιμο	adj	αιτιατική ενικού του ωφέλιμος
ωφέλιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωφέλιμος
ωφέλιμος	adj	που ωφελεί, που φέρει ωφέλεια
ωφέλιμου	adj	γενική ενικού του ωφέλιμος
ωφέλιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωφέλιμος
ωφέλιμων	adj	γενική πληθυντικού του ωφέλιμος
ωφελήθηκα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφελήθηκαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφελήθηκε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφελήθηκες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφελήματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφέλημα
ωφελήματος	noun	γενική ενικού του ωφέλημα
ωφελήσαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσαν	=	ωφελώ
ωφελήσανε	=	ωφελώ
ωφελήσατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσει	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσεις	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσετε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσου	verb	β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφελήσουμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσουν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσουνε	=	ωφελώ
ωφελήστε	verb	β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελήσω	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελώ
ωφελεί	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ωφελώ
ωφελείς	=	ωφελώ
ωφελείσαι	=	ωφελώ
ωφελείστε	=	ωφελώ
ωφελείται	=	ωφελώ
ωφελείτε	=	ωφελώ
ωφελείτο	=	ωφελώ
ωφελειών	noun	γενική πληθυντικού του ωφέλεια
ωφεληθήκαμε	verb	α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθήκαν	=	ωφελώ
ωφεληθήκανε	=	ωφελώ
ωφεληθήκατε	verb	β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθεί	verb	απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθείς	verb	β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθείτε	verb	β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθούμε	verb	α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθούν	verb	γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφεληθούνε	=	ωφελώ
ωφεληθώ	verb	α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωφελούμαι
ωφελημάτων	noun	γενική πληθυντικού του ωφέλημα
ωφελημένος	=	ωφελώ
ωφελιμίστρια	noun	ωφελιμιστής
ωφελιμίστριας	=	ωφελιμίστρια
ωφελιμίστριες	=	ωφελιμίστρια
ωφελιμισμέ	noun	κλητική ενικού του ωφελιμισμός
ωφελιμισμοί	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμισμός
ωφελιμισμού	noun	γενική ενικού του ωφελιμισμός
ωφελιμισμούς	noun	αιτιατική πληθυντικού του ωφελιμισμός
ωφελιμισμό	noun	αιτιατική ενικού του ωφελιμισμός
ωφελιμισμός	noun	θεωρία που ταυτίζει το όφελος με το ηθικά καλό
ωφελιμισμών	noun	γενική πληθυντικού του ωφελιμισμός
ωφελιμιστές	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμιστής
ωφελιμιστή	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του ωφελιμιστής
ωφελιμιστής	noun	οπαδός του ωφελιμισμού
ωφελιμιστικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμιστικό	adv	με στόχο το προσωπικό συμφέρον
ωφελιμιστικέ	adj	κλητική ενικού του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμιστική
ωφελιμιστική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστικής	adj	γενική ενικού του ωφελιμιστική
ωφελιμιστικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστικού	adj	γενική ενικού του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστικό	adj	αιτιατική ενικού του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστικός	adj	σχετικός με τον ωφελιμισμό
ωφελιμιστικών	adj	γενική πληθυντικού του ωφελιμιστικός
ωφελιμιστριών	=	ωφελιμίστρια
ωφελιμιστών	noun	γενική πληθυντικού του ωφελιμιστής
ωφελιμοθηρία	noun|formal	η χρησιμοθηρία
ωφελιμοθηρίας	noun	γενική ενικού του ωφελιμοθηρία
ωφελιμοθηρίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμοθηρία
ωφελιμοθηρικά	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμοθηρικό
ωφελιμοθηρικέ	adj	κλητική ενικού του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηρικές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμοθηρική
ωφελιμοθηρική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηρικής	adj	γενική ενικού του ωφελιμοθηρική
ωφελιμοθηρικοί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηρικού	adj	γενική ενικού του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηρικούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηρικό	adj	αιτιατική ενικού του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηρικός	adj	που κυνηγάει το ωφέλιμο
ωφελιμοθηρικών	adj	γενική πληθυντικού του ωφελιμοθηρικός
ωφελιμοθηριών	noun	γενική πληθυντικού του ωφελιμοθηρία
ωφελιμοκρατία	noun	ωφελιμισμός, η κυριαρχία του ωφελιμισμού
ωφελιμοκρατίας	noun	γενική ενικού του ωφελιμοκρατία
ωφελιμοκρατίες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμοκρατία
ωφελιμοκρατιών	noun	γενική πληθυντικού του ωφελιμοκρατία
ωφελιμοτήτων	=	ωφελιμότητα
ωφελιμότατα	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατε	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατες	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατη	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατης	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατο	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατοι	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατος	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατου	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατους	=	ωφέλιμος
ωφελιμότατων	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερα	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερε	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερες	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερη	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερης	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερο	=	ωφέλιμος
ωφελιμότεροι	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερος	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερου	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερους	=	ωφέλιμος
ωφελιμότερων	=	ωφέλιμος
ωφελιμότητα	noun	η ιδιότητα του ωφέλιμου, η χρησιμότητα
ωφελιμότητας	noun	γενική ενικού του ωφελιμότητα
ωφελιμότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωφελιμότητα
ωφελούμαι	verb	παθητική φωνή του ρήματος ωφελώ
ωφελούμασταν	=	ωφελώ
ωφελούμαστε	=	ωφελώ
ωφελούμε	=	ωφελώ
ωφελούμενος	=	ωφελώ
ωφελούμουν	=	ωφελώ
ωφελούμουνα	=	ωφελώ
ωφελούν	=	ωφελώ
ωφελούνε	=	ωφελώ
ωφελούνται	=	ωφελώ
ωφελούνταν	=	ωφελώ
ωφελούντο	=	ωφελώ
ωφελούσα	=	ωφελώ
ωφελούσαμε	=	ωφελώ
ωφελούσαν	=	ωφελώ
ωφελούσανε	=	ωφελώ
ωφελούσασταν	=	ωφελώ
ωφελούσαστε	=	ωφελώ
ωφελούσατε	=	ωφελώ
ωφελούσε	=	ωφελώ
ωφελούσες	=	ωφελώ
ωφελούσουν	=	ωφελώ
ωφελούσουνα	=	ωφελώ
ωφελώ	verb	ενεργώ θετικά, προσφέρω κάποια ωφέλεια σε κάποιον ή κάτι, συμβάλλω στην ομαλή πρόοδο ή την εξάλειψη αρνητικών παραγόντων
ωφελώντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωφελώ
ωχ	intj	άλλη γραφή του οχ
ωχαδερφισμέ	=	ωχαδερφισμός
ωχαδερφισμοί	=	ωχαδερφισμός
ωχαδερφισμού	=	ωχαδερφισμός
ωχαδερφισμούς	=	ωχαδερφισμός
ωχαδερφισμό	=	ωχαδερφισμός
ωχαδερφισμός	noun	στάση αδιαφορίας και αποχής από τα κοινωνικά δρώμενα
ωχαδερφισμών	=	ωχαδερφισμός
ωχαδερφιστές	=	ωχαδερφιστής
ωχαδερφιστή	=	ωχαδερφιστής
ωχαδερφιστής	noun	ο άνθρωπος που δεν δίνει σημασία ενώ θα έπρεπε, που λέει «ωχ αδελφέ...»
ωχαδερφιστών	=	ωχαδερφιστής
ωχρά	adj	θηλυκό του ωχρός, δηλαδή η ωχρή, η κιτρινωπή	adv	χωρίς να γίνεται κάτι αντιληπτό, αμυδρά, με ασάφεια
ωχράς	=	ωχρός
ωχρέ	adj	κλητική ενικού του ωχρός
ωχρές	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωχρή
ωχρή	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωχρός
ωχρής	adj	γενική ενικού του ωχρή
ωχρίασα	=	ωχριώ
ωχρίασαν	=	ωχριώ
ωχρίασε	=	ωχριώ
ωχρίασες	=	ωχριώ
ωχραίνω	verb	κάνω κάτι ωχρό, προσθέτω χρώμα ώχρας, το κάνω άτονο
ωχρατοξίνες	=	ωχρατοξίνη
ωχρατοξίνη	noun	μυκοτοξίνη που παράγεται από συγκεκριμένα είδη μυκήτων (π.χ.
ωχρατοξίνης	=	ωχρατοξίνη
ωχρατοξινών	=	ωχρατοξίνη
ωχριά	=	ωχριώ
ωχριάς	=	ωχριώ
ωχριάσαμε	=	ωχριώ
ωχριάσαν	=	ωχριώ
ωχριάσανε	=	ωχριώ
ωχριάσατε	=	ωχριώ
ωχριάσει	=	ωχριώ
ωχριάσεις	=	ωχριώ
ωχριάσετε	=	ωχριώ
ωχριάσουμε	=	ωχριώ
ωχριάσουν	=	ωχριώ
ωχριάσουνε	=	ωχριώ
ωχριάστε	=	ωχριώ
ωχριάσω	=	ωχριώ
ωχριάτε	=	ωχριώ
ωχρινική	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωχρινικός
ωχρινοτροπίνες	=	ωχρινοτροπίνη
ωχρινοτροπίνη	noun	ορμόνη που σχετίζεται με τη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία
ωχρινοτροπίνης	=	ωχρινοτροπίνη
ωχρινοτροπινών	=	ωχρινοτροπίνη
ωχρινοτρόπα	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπας	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπε	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπες	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπο	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόποι	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπος	adj	που έχει σχέση με την ωχρινοτροπίνη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την δημιουργεί
ωχρινοτρόπου	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπους	=	ωχρινοτρόπος
ωχρινοτρόπων	=	ωχρινοτρόπος
ωχριούμε	=	ωχριώ
ωχριούν	=	ωχριώ
ωχριούνε	=	ωχριώ
ωχριούσα	=	ωχριώ
ωχριούσαμε	=	ωχριώ
ωχριούσαν	=	ωχριώ
ωχριούσανε	=	ωχριώ
ωχριούσατε	=	ωχριώ
ωχριούσε	=	ωχριώ
ωχριούσες	=	ωχριώ
ωχριώ	verb	γίνομαι ωχρός
ωχριώντας	=	ωχριώ
ωχροί	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωχρός
ωχροκίτρινα	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινε	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινες	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινη	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινης	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινο	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινοι	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινος	adj	που έχει το χρώμα της ώχρας· υποκίτρινος
ωχροκίτρινου	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινους	=	ωχροκίτρινος
ωχροκίτρινων	=	ωχροκίτρινος
ωχροκόκκινα	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινε	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινες	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινη	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινης	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινο	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινοι	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινος	adj	το χρώμα της κόκκινης ώχρας
ωχροκόκκινου	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινους	=	ωχροκόκκινος
ωχροκόκκινων	=	ωχροκόκκινος
ωχρομέλαινα	=	ωχρομέλας
ωχρομέλαν	=	ωχρομέλας
ωχρομέλας	adj	που είναι κίτρινος / ωχρός και μαύρος
ωχροπρόσωπα	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπε	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπες	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπη	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπης	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπο	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωποι	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπος	adj	που έχει ωχρό πρόσωπο
ωχροπρόσωπου	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπους	=	ωχροπρόσωπος
ωχροπρόσωπων	=	ωχροπρόσωπος
ωχρορόδινα	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινε	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινες	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινη	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινης	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινο	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινοι	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινος	adj	που έχει ωχρό ρόδινο (ανοιχτό κόκκινο) χρώμα
ωχρορόδινου	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινους	=	ωχρορόδινος
ωχρορόδινων	=	ωχρορόδινος
ωχροτήτων	=	ωχρότητα
ωχρού	adj	γενική ενικού του ωχρός
ωχρούς	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωχρός
ωχρό	adj	αιτιατική ενικού του ωχρός
ωχρόλευκα	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκε	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκες	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκη	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκης	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκο	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκοι	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκος	adj	που έχει απόχρωση ανάμεσα στο ωχρό και το λευκό
ωχρόλευκου	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκους	=	ωχρόλευκος
ωχρόλευκων	=	ωχρόλευκος
ωχρός	adj	που έχει το συνήθως κιτρινωπό χρώμα της ώχρας
ωχρότατα	=	ωχρός
ωχρότατε	=	ωχρός
ωχρότατες	=	ωχρός
ωχρότατη	=	ωχρός
ωχρότατης	=	ωχρός
ωχρότατο	=	ωχρός
ωχρότατοι	=	ωχρός
ωχρότατος	=	ωχρός
ωχρότατου	=	ωχρός
ωχρότατους	=	ωχρός
ωχρότατων	=	ωχρός
ωχρότερα	=	ωχρός
ωχρότερε	=	ωχρός
ωχρότερες	=	ωχρός
ωχρότερη	=	ωχρός
ωχρότερης	=	ωχρός
ωχρότερο	=	ωχρός
ωχρότεροι	=	ωχρός
ωχρότερος	=	ωχρός
ωχρότερου	=	ωχρός
ωχρότερους	=	ωχρός
ωχρότερων	=	ωχρός
ωχρότητα	noun	η ιδιότητα του ωχρού
ωχρότητας	noun	γενική ενικού του ωχρότητα
ωχρότητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωχρότητα
ωχρόφαια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωχρόφαιο
ωχρόφαιε	adj	κλητική ενικού του ωχρόφαιος
ωχρόφαιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ωχρόφαιη
ωχρόφαιη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ωχρόφαιος
ωχρόφαιης	adj	γενική ενικού του ωχρόφαιη
ωχρόφαιο	adj	αιτιατική ενικού του ωχρόφαιος
ωχρόφαιοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ωχρόφαιος
ωχρόφαιος	adj	ο φαιοκίτρινος
ωχρόφαιου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ωχρόφαιος
ωχρόφαιους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ωχρόφαιος
ωχρόφαιων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ωχρόφαιος
ωχρών	adj	γενική πληθυντικού του ωχρός	noun	γενική πληθυντικού του ώχρα
ωωδών	=	ωώδης
ωόλιθε	=	ωόλιθος
ωόλιθο	=	ωόλιθος
ωόλιθοι	=	ωόλιθος
ωόλιθος	noun	ασβεστώδες πέτρωμα που αποτελείται από σφαιρικούς κόκκους, κάτι που συγκρίνεται με τα αυγά των ψαριών
ωόλιθου	=	ωόλιθος
ωόλιθους	=	ωόλιθος
ωόλιθων	=	ωόλιθος
ωόν	noun	μονοτονική γραφή του ᾠόν, το αβγό
ωόσφαιρα	noun	παλιότερα ονομαζόταν ωόσφαιρα η πρώτη φάση ωρίμανσης του γονιμοποιημένου ωαρίου
ωόσφαιρας	=	ωόσφαιρα
ωόσφαιρες	=	ωόσφαιρα
ωώδεις	=	ωώδης
ωώδες	=	ωώδης
ωώδη	=	ωώδης
ωώδης	adj	που μοιάζει με αβγό, που έχει σχήμα αβγού
ωώδους	=	ωώδης
ωών	noun	γενική πληθυντικού του ώα
ό	=	νεκρός
όαση	noun	εύφορη περιοχή, με βλάστηση και νερό, μέσα στην έρημο
όασης	noun	γενική ενικού του όαση
όβολα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όβολο
όβολο	noun|vulgar	οβολός, τα λίγα χρήματα
όβολου	noun	γενική ενικού του όβολο
όβολων	noun	γενική πληθυντικού του όβολο
όγδοα	=	όγδοος
όγδοε	=	όγδοος
όγδοες	=	όγδοος
όγδοη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όγδοος
όγδοης	=	όγδοος
όγδοο	noun	κάθε ένα από τα οχτώ ίσα μέρη ενός συνόλου	adj	αιτιατική ενικού του όγδοος
όγδοοι	=	όγδοος
όγδοος	num	το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό 8 (οκτώ)
όγδοου	=	όγδοος
όγδοους	=	όγδοος
όγδοων	=	όγδοος
όγιασα	=	ρογιάζω
όγκε	noun	κλητική ενικού του όγκος
όγκο	noun	αιτιατική ενικού του όγκος
όγκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όγκος
όγκος	noun	ο χώρος που καταλαμβάνει ένα σώμα
όγκου	noun	γενική ενικού του όγκος
όγκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όγκος
όγκωμα	noun	εξόγκωμα, διόγκωση
όγκων	noun	γενική πληθυντικού του όγκος
όγκωνα	=	ογκώνω
όγκωναν	=	ογκώνω
όγκωνε	=	ογκώνω
όγκωνες	=	ογκώνω
όγκωσα	=	ογκώνω
όγκωσαν	=	ογκώνω
όγκωσε	=	ογκώνω
όγκωσες	=	ογκώνω
όδευμα	noun	μια δίοδος μέσα από την οποία οδεύει κάποιος
όδευσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδεύω
όδευσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδεύω
όδευσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδεύω
όδευσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οδεύω
όδευση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οδεύω
όδευσης	=	όδευση
όδευσις	noun	όδευση
όζα	noun	βερνίκι νυχιών
όζαινα	noun	χρόνια ρινίτιδα με δύσοσμο βλεννώδες έκκριμα
όζαινας	noun	γενική ενικού του όζαινα
όζαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όζαινα
όζας	noun	γενική ενικού του όζα
όζε	noun	κλητική ενικού του όζος
όζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όζα
όζο	noun	αιτιατική ενικού του όζος
όζοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όζος
όζον	noun	αέριο με δυσάρεστη οσμή, του οποίου το μόριο αποτελείται από τρία άτομα οξυγόνου (O₃)
όζοντος	=	όζον
όζος	noun|formal	ρόζος
όζου	noun	γενική ενικού του όζος
όζους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όζος
όζω	verb|formal	αναδίδω μια άσχημη οσμή, μυρίζω άσχημα, βρομάω
όζων	noun	γενική πληθυντικού του όζος
όθε	adv	όπου
όθεν	adv	απ' όπου	conj	άρα, επομένως
όι	intj|vulgar	για δήλωση πόνου, δυστυχίας κ.λπ.	particle	όχι
όκια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όκιο
όκιο	noun	το τρύπιο μεταλλικό τμήμα ενός πλοίου μέσα από το οποίο περνάει η άγκυρα ή οι κάβοι που το δένουν στο λιμάνι.
όκιου	noun	γενική ενικού του όκιο
όκιων	noun	γενική πληθυντικού του όκιο
όκνευα	=	οκνεύω
όκνευαν	=	οκνεύω
όκνευε	=	οκνεύω
όκνευες	=	οκνεύω
όκνευσα	=	οκνεύω
όκνευσαν	=	οκνεύω
όκνευσε	=	οκνεύω
όκνευσες	=	οκνεύω
όλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του όλος
όλασπρος	=	ολόασπρος
όλβε	=	όλβος
όλβιος	adj|archaic	ευτυχής, που ζει γαλήνια
όλβο	=	όλβος
όλβοι	=	όλβος
όλβος	noun	ο πλούτος, η ευμάρεια
όλβου	=	όλβος
όλβους	=	όλβος
όλβων	=	όλβος
όλε	adj	κλητική ενικού, αρσενικού γένους του όλος	intj	ζήτω, μπράβο
όλεθρε	noun	κλητική ενικού του όλεθρος
όλεθρο	noun	αιτιατική ενικού του όλεθρος
όλεθροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όλεθρος
όλεθρος	noun	πολύ μεγάλη καταστροφή, τεράστιες απώλειες, μεγάλος χαμός, τρομερή βλάβη, αφανισμός, π.χ.
όλεθρου	=	όλεθρος
όλεθρους	=	όλεθρος
όλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όλη
όλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όλος
όλης	adj	γενική ενικού του όλη
όλισβoι	=	όλισβος
όλισβε	=	όλισβος
όλισβο	=	όλισβος
όλισβοι	=	όλισβος
όλισβος	noun	μονοτονική γραφή του ὄλισβος, αρχαίας ελληνικής λέξης (δερμάτινο ομοίωμα πέους ως ερωτικό βοήθημα)
όλκιμα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όλκιμο
όλκιμε	adj	κλητική ενικού του όλκιμος
όλκιμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όλκιμη
όλκιμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όλκιμος
όλκιμης	adj	γενική ενικού του όλκιμη
όλκιμο	adj	αιτιατική ενικού του όλκιμος
όλκιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όλκιμος
όλκιμος	adj	που μπορεί, μετά από ανάλογη επεξεργασία, να μετατραπεί σε σύρμα ή νήμα
όλκιμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του όλκιμος
όλκιμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του όλκιμος
όλκιμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όλκιμος
όλμε	noun	κλητική ενικού του όλμος
όλμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 67 και χημικό σύμβολο το Ho
όλμο	noun	αιτιατική ενικού του όλμος
όλμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όλμος
όλμος	noun	πυροβόλο μικρού διαμετρήματος που μεταφέρεται εύκολα και χρησιμοποιείται κυρίως από το πεζικό για βολές μεγάλης καμπυλότητας
όλμου	noun	γενική ενικού του όλμος
όλμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όλμος
όλμων	noun	γενική πληθυντικού του όλμος
όλο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του όλος	adv	συνεχώς
όλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όλος
όλον	noun	τα πάντα, το σύνολο, η ολότητα	adj	άλλη μορφή του όλο
όλος	adj	ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του
όλου	adj	γενική ενικού του όλος
όλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του όλος
όλυρα	noun	η ποικιλία σίτου Triticum spelta, o Σίτος σπέλτα
όλυρας	=	όλυρα
όλυρες	=	όλυρα
όλων	adj	γενική πληθυντικού του όλος
όλως	adv|formal	εντελώς, ολωσδιόλου
όμαιμα	=	όμαιμος
όμαιμε	=	όμαιμος
όμαιμες	=	όμαιμος
όμαιμη	=	όμαιμος
όμαιμης	=	όμαιμος
όμαιμο	=	όμαιμος
όμαιμοι	=	όμαιμος
όμαιμος	adj	που έχει το ίδιο αίμα, κοινή καταγωγή με κάποιον άλλον, κοινούς προγόνους
όμαιμου	=	όμαιμος
όμαιμους	=	όμαιμος
όμαιμων	=	όμαιμος
όμασταν	=	σαλπάρω
όμαστε	=	συνθέτω
όμβρε	noun	κλητική ενικού του όμβρος
όμβρια	=	όμβριος
όμβριας	=	όμβριος
όμβριε	=	όμβριος
όμβριες	=	όμβριος
όμβριο	=	όμβριος
όμβριοι	=	όμβριος
όμβριος	adj	που έχει σχέση με τη βροχή ή αναφέρεται σ’ αυτή
όμβριου	=	όμβριος
όμβριους	=	όμβριος
όμβριων	=	όμβριος
όμβρο	noun	αιτιατική ενικού του όμβρος
όμβροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμβρος
όμβρος	noun|formal	η καταρρακτώδης βροχή
όμβρου	noun	γενική ενικού του όμβρος
όμβρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όμβρος
όμβρων	noun	γενική πληθυντικού του όμβρος
όμηρε	noun	κλητική ενικού του όμηρος
όμηρο	noun	αιτιατική ενικού του όμηρος
όμηροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμηρος
όμηρος	noun	αιχμάλωτος που λαμβάνεται ως εγγύηση ότι θα τηρηθούν οι όροι μιας συμφωνίας
όμηρου	=	όμηρος
όμηρους	=	όμηρος
όμικρον	noun	το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ο, κεφαλαίο: Ο)
όμιλε	noun	κλητική ενικού του όμιλος
όμιλο	noun	αιτιατική ενικού του όμιλος
όμιλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμιλος
όμιλος	noun	ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα
όμιλου	=	όμιλος
όμιλους	=	όμιλος
όμμα	noun|obsolete	το μάτι
όμματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όμμα
όμματος	noun	γενική ενικού του όμμα
όμνυα	=	ομνύω
όμνυαν	=	ομνύω
όμνυε	=	ομνύω
όμνυες	=	ομνύω
όμοια	adv	με όμοιο τρόπο
όμοιας	=	όμοιος
όμοιε	=	όμοιος
όμοιες	=	όμοιος
όμοιο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του όμοιος
όμοιοι	=	όμοιος
όμοιος	adj	που έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με κάτι άλλο και λίγες διαφορές
όμοιου	=	όμοιος
όμοιους	=	όμοιος
όμοιων	=	όμοιος
όμορα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όμορο
όμορε	adj	κλητική ενικού του όμορος
όμορες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όμορη
όμορη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όμορος
όμορης	adj	γενική ενικού του όμορη
όμορο	adj	αιτιατική ενικού του όμορος
όμοροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμορος
όμορος	adj	που συνορεύει με
όμορου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του όμορος
όμορους	adj	αιτιατική πληθυντικού του όμορος
όμορφα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (όμορφο) του όμορφος	adv	με όμορφο τρόπο, ευχάριστα, ικανοποιητικά
όμορφε	adj	κλητική ενικού του όμορφος
όμορφες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους (όμορφη) του όμορφος
όμορφη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όμορφος
όμορφης	adj	γενική ενικού του όμορφη, θηλυκό του όμορφος
όμορφο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του όμορφος
όμορφοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όμορφος
όμορφος	adj	που ευχαριστεί τις αισθήσεις μας με το παρουσιαστικό του
όμορφου	adj	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους (όμορφο) του όμορφος
όμορφους	adj	αιτιατική πληθυντικού του όμορφος
όμορφων	adj	γενική πληθυντικού του όμορφος
όμορων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όμορος
όμουν	=	εισακούομαι
όμουνα	=	σαλπάρω
όμποε	noun	υψίφωνο όργανο της οικογένειας των ξύλινων πνευστών, ένα από τα βασικά όργανα της σύγχρονης συμφωνικής ορχήστρας.
όμπυασμα	noun|vulgar	το αποτέλεσμα του ομπυάζω / εμπυάζω / εμπυούμαι
όμπυο	noun|vulgar	πύον
όμπυου	=	όμπυο
όμφαξ	noun|formal	άγουρο σταφύλι
όμως	conj	αντιθετικός (ή εναντιωματικός) σύνδεσμος
όναγρε	noun	κλητική ενικού του όναγρος
όναγρο	noun	αιτιατική ενικού του όναγρος
όναγροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όναγρος
όναγρος	noun	είδος άγριου γαϊδάρου (equus onager)
όναγρου	=	όναγρος
όναγρους	=	όναγρος
όναγρων	=	όναγρος
όναρ	noun|archaic	το όνειρο
όνε	noun	κλητική ενικού του όνος
όνεια	=	όνειος
όνειας	=	όνειος
όνειδος	noun|formal	μομφή, ψόγος, επιτίμηση, επίπληξη
όνειε	=	όνειος
όνειες	=	όνειος
όνειο	=	όνειος
όνειοι	=	όνειος
όνειος	adj	που έχει σχέση με όνο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
όνειου	=	όνειος
όνειους	=	όνειος
όνειρα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όνειρο
όνειρο	noun	διαδοχή παραστάσεων, συναισθημάτων και αισθημάτων που εμφανίζονται στο νου κατά τη διάρκεια του ύπνου	adv	πολύ ωραία, καταπληκτικά, ονειρεμένα
όνειρου	=	όνειρο
όνειων	=	όνειος
όνο	noun	αιτιατική ενικού του όνος
όνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όνος
όνομα	noun	η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος, ή ζώο ή ένας τόπος
όνομαν	noun	το όνομα
όνος	noun|formal	ο γάιδαρος
όνου	noun	γενική ενικού του όνος
όνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όνος
όντα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ον
όντας	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος είμαι	conj|vulgar	όταν, με άκλιτο τύπο, σχεδόν ως επίρρημα
όντες	conj	όταν
όντος	noun	γενική ενικού του ον
όντουσαν	=	σαλπάρω
όντων	noun	γενική πληθυντικού του ον
όντως	adv	πράγματι, πραγματικά
όνυχας	noun	ημιπολύτιμος λίθος που αποτελεί κρυσταλλική μορφή του χαλαζία, είδος αχάτη με ζώνες σκουρόχρωμες και ανοιχτόχρωμες
όνυχες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όνυχας
όνων	noun	γενική πληθυντικού του όνος
όξη	=	όξος
όξινα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όξινο
όξινε	adj	κλητική ενικού του όξινος
όξινες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όξινη
όξινη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του όξινος
όξινης	adj	γενική ενικού του όξινη
όξινο	adj	αιτιατική ενικού του όξινος
όξινοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όξινος
όξινος	adj	που έχει τα χαρακτηριστικά του οξέος
όξινου	adj	γενική ενικού του όξινος
όξινους	adj	αιτιατική πληθυντικού του όξινος
όξινων	adj	γενική πληθυντικού του όξινος
όξος	noun|formal	το ξίδι
όξους	=	όξος
όξυνα	=	οξύνω
όξυναν	=	οξύνω
όξυνε	=	οξύνω
όξυνες	=	οξύνω
όξυνση	noun	το να γίνεται κάτι αιχμηρό
όξυνσης	=	όξυνση
όξω	adv|vulgar	άλλη μορφή του έξω
όπα	intj	επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα
όπαλα	intj	λέγεται από κάποιον που σηκώνει ψηλά ένα μικρό παιδί
όπερ	pron|formal	αυτό το οποίο
όπερα	noun	μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι
όπερας	noun	γενική ενικού του όπερα
όπερες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όπερα
όπια	=	όπιο
όπιο	noun	είδος ναρκωτικού που παράγεται από κάποιο είδος παπαρούνας με κατάλληλη επεξεργασία
όπιου	=	όπιο
όπισθεν	noun	η ταχύτητα του αυτοκινήτου που εξαναγκάζει το όχημα σε κίνηση προς τα πίσω	adv|formal	πίσω ή προς τα πίσω
όπιων	=	όπιο
όπλα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όπλο
όπλιζα	=	οπλίζω
όπλιζαν	=	οπλίζω
όπλιζε	=	οπλίζω
όπλιζες	=	οπλίζω
όπλισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
όπλισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
όπλισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
όπλισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οπλίζω
όπλιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του οπλίζω
όπλισης	=	όπλιση
όπλο	noun	καθετί που χρησιμεύει για την άμυνα ή την επίθεση
όπλου	noun	γενική ενικού του όπλο
όπλων	noun	γενική πληθυντικού του όπλο
όποια	=	όποιος
όποιας	=	όποιος
όποιες	=	όποιος
όποιο	=	όποιος
όποιοι	=	όποιος
όποιον	=	όποιος
όποιος	pron	δηλώνει αόριστα κάθε μεμονωμένο μέλος του συνόλου στο οποίο αναφέρεται ο ομιλητής· εισάγει προτάσεις που έχουν και υποθετική χροιά
όποιου	pron	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του όποιος
όποιους	=	όποιος
όποιων	=	όποιος
όποτε	conj	σε απροσδιόριστα χρονικά σημεία, κάθε φορά που
όπου	adv	εκεί που, στο μέρος που (προσδιορίζει τόπο αόριστα)
όπτηση	noun|formal	το ψήσιμο (των κεραμικών)
όπτησης	=	όπτηση
όπτιμουμ	noun	μια κατάσταση που θεωρείται ως η πιο ευνοϊκή προς την επίτευξη ενός στόχου ή σχετικά με μια άλλη κατάσταση
όπως	conj	ενώ	adv	εισάγει αναφορικές προτάσεις που δείχνουν τον τρόπο
όραμα	noun	οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα
όραση	noun	μία από τις πέντε αισθήσεις· η ικανότητα ενός οργανισμού να προσλαμβάνει με τα μάτια οπτικά ερεθίσματα και να σχηματίζει οπτικές αναπαραστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας.
όρασης	noun	γενική ενικού του όραση
όργανα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όργανο
όργανο	noun	αυτό που χρησιμεύει στην εκτέλεση μιας εργασίας
όργανου	=	όργανο
όργητα	noun|literary	η οργή
όργητας	=	όργητα
όργητες	=	όργητα
όργια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όργιο
όργιζα	=	οργίζω
όργιζαν	=	οργίζω
όργιζε	=	οργίζω
όργιζες	=	οργίζω
όργιο	noun	λατρεία στην οποία οι πιστοί χορεύουν και τραγουδούν ξέφρενα
όργιου	=	όργιο
όργισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζω
όργισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζω
όργισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζω
όργισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργίζω
όργωμα	noun	η κατεργασία του εδάφους με γεωργικά μηχανήματα, (τρακτέρ, άροτρο, δισκάροτρο), με σκοπό την αναμόχλευσή του και το αναποδογύρισμά του
όργωνα	=	οργώνω
όργωναν	=	οργώνω
όργωνε	=	οργώνω
όργωνες	=	οργώνω
όργωσα	verb	α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού αορίστου του ρήματος οργώνω
όργωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνω
όργωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνω
όργωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος οργώνω
όρε	=	όρος
όρεξη	noun	η επιθυμία για φαγητό
όρεξης	noun	γενική ενικού του όρεξη
όρη	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρος
όρθια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του όρθιος	adv	σε όρθια θέση / στάση
όρθιας	=	όρθιος
όρθιε	=	όρθιος
όρθιες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, θηλυκού γένους του όρθιος
όρθιια	=	όρθιος
όρθιιο	=	όρθιος
όρθιο	adj	αιτιατική ενικού του όρθιος
όρθιοι	=	όρθιος
όρθιος	adj	που στέκεται σε κατακόρυφη στάση
όρθιου	=	όρθιος
όρθιους	=	όρθιος
όρθιων	=	όρθιος
όρθρε	noun	κλητική ενικού του όρθρος
όρθριος	adj|formal	πρωινός
όρθρο	noun	αιτιατική ενικού του όρθρος
όρθροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όρθρος
όρθρος	noun	ακολουθία που τελείται στην εκκλησία κάθε πρωί
όρθρου	noun	γενική ενικού του όρθρος
όρθρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όρθρος
όρθρων	noun	γενική πληθυντικού του όρθρος
όρθωνα	=	ορθώνω
όρθωναν	=	ορθώνω
όρθωνε	=	ορθώνω
όρθωνες	=	ορθώνω
όρθωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
όρθωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
όρθωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
όρθωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορθώνω
όρθωση	noun|formal	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορθώνω
όρθωσης	=	όρθωση
όρια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όριο
όριζα	=	ορίζω
όριζαν	=	ορίζω
όριζε	=	ορίζω
όριζες	=	ορίζω
όριο	noun	σύνορο
όριον	=	όριο
όριου	=	όριο
όρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω
όρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω
όρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω
όρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορίζω
όρισμα	noun	βλ. συνώνυμο πραγματική παράμετρος
όρκα	noun	μεγάλο θαλάσσιο αρπακτικό, που συγγενεύει με τα δελφίνια, γνωστή και ως φάλαινα δολοφόνος
όρκας	noun	γενική ενικού του όρκα
όρκε	noun	κλητική ενικού του όρκος
όρκες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρκα
όρκη	=	όρκα
όρκιζα	=	ορκίζω
όρκιζαν	=	ορκίζω
όρκιζε	=	ορκίζω
όρκιζες	=	ορκίζω
όρκισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
όρκισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
όρκισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
όρκισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορκίζω
όρκιση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορκίζω
όρκισης	=	όρκιση
όρκο	noun	αιτιατική ενικού του όρκος
όρκοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όρκος
όρκος	noun	Υπόσχεση που δίδεται συνοδευόμενη συνήθως από επίκληση σε υπερφυσικές δυνάμεις ως εγγύηση της τήρησής της
όρκου	noun	γενική ενικού του όρκος
όρκους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όρκος
όρκων	noun	γενική πληθυντικού του όρκος
όρμα	verb	β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ορμώ
όρμαγε	=	ορμώ
όρμε	noun	κλητική ενικού του όρμος
όρμημα	noun|rare	το αποτέλεσμα του ορμώ
όρμησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμώ
όρμησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμώ
όρμησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμώ
όρμησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ορμώ
όρμιση	noun	η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ορμίζω
όρμισης	=	όρμιση
όρμο	noun	αιτιατική ενικού του όρμος
όρμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όρμος
όρμος	noun	μικρή σχετικά και κλειστή εσοχή της ξηράς που σχηματίζει ένα φυσικό λιμάνι
όρμου	noun	γενική ενικού του όρμος
όρμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όρμος
όρμω	noun	δοτική ενικού του όρμος (λόγιο)
όρμων	noun	γενική πληθυντικού του όρμος
όρνεα	=	όρνεο
όρνεο	noun|formal	γενική ονομασία κάθε αρπακτικού πτηνού
όρνεου	=	όρνεο
όρνεων	=	όρνεο
όρνια	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρνιο
όρνιασμα	noun	πρακτική τεχνητής επικονίασης της συκιάς
όρνιθα	noun	η κότα
όρνιθας	=	όρνιθα
όρνιθες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρνιθα
όρνιο	noun	μεγάλο ημερόβιο αρπακτικό πουλί Gyps fulvus
όρνιου	noun	γενική ενικού του όρνιο
όρνις	noun|obsolete	παρωχημένος ταξινομικός όρος για γένος ή γένη που ανήκουν στην τάξη Ορνιθόμορφα Galliformes, και στους Φασιανίδες (οικογένεια Phasianidae)
όρνιων	noun	γενική πληθυντικού του όρνιο
όρο	noun	αιτιατική ενικού του όρος
όροβε	=	όροβος
όροβο	=	όροβος
όροβοι	=	όροβος
όροβος	noun	το φυτό Vicia ervilia, οι καρποί του οποίου χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή
όροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όρος
όρος	noun	μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση
όρου	noun	γενική ενικού του όρος
όρους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όρος
όροφε	noun	κλητική ενικού του όροφος
όροφο	noun	αιτιατική ενικού του όροφος
όροφοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όροφος
όροφος	noun	χώρος οικοδομής ανάμεσα σε δύο οροφές που αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαμερίσματα που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο (ο όρος δεν εφαρμόζεται στο υπόγειο, το ισόγειο, ή τον ημιώροφο)
όροφου	=	όροφος
όρσε	intj	επιφώνημα κατά την χειρονομία μουτζώματος
όρτσα	adv	άνοιγμα όλων των πανιών, ώστε αυτά να «φουσκώνουν» από τον υφιστάμενο άνεμο	intj	ναυτικό παράγγελμα ένα σκάφος που πλέει (ανεβαίνει) όσο πιο αντίθετα στον άνεμο μπορεί
όρυγμα	noun|formal	σκαμμένο τμήμα του εδάφους (με ικανό βάθος)
όρυζα	noun	το ρύζι
όρυζας	noun	γενική ενικού του όρυζα
όρυζες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρυζα
όρυξα	=	ορύσσω
όρυξη	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορύσσω
όρυξης	=	όρυξη
όρχε	noun	κλητική ενικού του όρχος
όρχεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όρχις
όρχεων	=	όρχις
όρχεως	=	όρχις
όρχηση	noun	λόγια λέξη για την τέχνη κυρίως του αρχαίου χορού (όρος που εσφαλμένα συνδέεται περισσότερο με τη μουσική επειδή η λέξη ορχήστρα χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο στη νεοελληνική σε σύγκριση με την όρχηση που τείνει ως όρος να εκλείψει έξω από την ακαδημαϊκή γλωσσα)
όρχησης	noun	γενική ενικού του όρχηση
όρχι	=	όρχις
όρχις	noun	ο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα
όρχο	noun	αιτιατική ενικού του όρχος
όρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όρχος
όρχος	noun	ο στρατιωτικός σχηματισμός που σε καιρό πολέμου φροντίζει για τον ανεφοδιασμό, τη συντήρηση και την επισκευή διαφόρων υλικών
όρχου	noun	γενική ενικού του όρχος
όρχους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όρχος
όρχων	noun	γενική πληθυντικού του όρχος
όρων	noun	γενική πληθυντικού του όρος
ός	=	αριός
όσα	pron	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του όσος
όσασταν	=	σαλπάρω
όσαστε	=	συνθέτω
όσες	pron	ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του όσος
όση	pron	ονομαστική και αιτιατική ενικού, θηλυκού γένους του όσος
όσης	pron	γενική ενικού, θηλυκού γένους του όσος
όσιία	=	όσιος
όσια	adv	όπως θα το έκανε ένας όσιος, πολύ καλά
όσιας	=	όσιος
όσιε	=	όσιος
όσιες	=	όσιος
όσιια	=	όσιος
όσιιο	=	όσιος
όσιο	=	όσιος
όσιοι	=	όσιος
όσιος	adj	προσωνυμία μοναχού ή μοναχής που τη μνήμη του/της τιμάει η Ορθόδοξη Εκκλησία
όσιου	=	όσιος
όσιους	=	όσιος
όσιων	=	όσιος
όσκαρ	noun	επιχρυσωμένο αγαλματίδιο που δίνεται κάθε χρόνο ως βραβείο από την Ακαδημία Τέχνης και Επιστημών του Κινηματογράφου των ΗΠΑ σε παραγωγούς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς σεναριογράφους και άλλους τεχνικούς συντελεστές ταινιών, οι οποίες κρίνονται πετυχημένες
όσμιο	noun	μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 76 και χημικό σύμβολο το Os
όσο	adv	για δήλωση ποσότητας ή έκτασης, ενίοτε σε ίδιο επίπεδο με μια άλλη	pron	ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του όσος
όσοι	pron	ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όσος
όσον	adv	άλλη μορφή του όσο
όσος	pron	δηλώνει όλο το πλήθος, την ποσότητα, το μέγεθος κλπ του προσδιοριζόμενου ονόματος
όσου	pron	γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του όσος
όσουν	=	σαλπάρω
όσουνα	=	σαλπάρω
όσους	pron	αιτιατική πληθυντικού, αρσενικού γένους του όσος
όσπρια	=	όσπριο
όσπριο	noun	οι αποξηραμένοι σπόροι διαφόρων φυτών (φασόλια, φακές)
όσπριου	=	όσπριο
όστια	noun	ο αγιασμένος άρτος που μοιράζει η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κατά τη μετάληψη
όστιας	noun	γενική ενικού του όστια
όστιες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όστια
όστρακα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όστρακο
όστρακο	noun	το κομμάτι από σπασμένο πήλινο αγγείο ή άλλο υλικό
όστρακου	=	όστρακο
όστρεα	=	όστρεο
όστρεο	noun|formal	το στρείδι
όστρεου	=	όστρεο
όστρεων	=	όστρεο
όστρια	noun	ο νότιος άνεμος, ο νοτιάς
όστριας	noun	γενική ενικού του όστρια
όστριες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όστρια
όσφρηση	noun	αίσθηση χάρη στην οποία ο άνθρωπος και τα ζώα αντιλαμβάνονται τις οσμές
όσφρησης	noun	γενική ενικού του όσφρηση
όσχεα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όσχεο
όσχεο	noun	σάκος που περιβάλλει τους όρχεις
όσχεου	noun	γενική ενικού του όσχεο
όσχεων	=	όσχεο
όσων	pron	γενική πληθυντικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του όσος
όταν	conj	εισάγει δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις
ότανε	conj	χρονικός σύνδεσμος ιδίωμα του όταν
ότι	conj	εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του
ότινος	pron	όποιου
ότου	pron	χρησιμοποιείται μόνο στους συνδεσμικούς τύπους: μέχρις ότου, έως ότου και ως δεύτερο συνθετικό στο σύνδεσμο αφότου
όφειλα	=	οφείλω
όφειλαν	=	οφείλω
όφειλε	=	οφείλω
όφειλες	=	οφείλω
όφελος	noun	το πλεονέκτημα, το κέρδος
όφεος	noun|rare	γενική ενικού του όφις
όφεως	noun	γενική ενικού του όφις
όφης	noun	άλλη γραφή του όφις
όφι	=	όφις
όφις	noun|formal	το φίδι
όφκαιρα	=	όφκαιρος
όφκαιρε	=	όφκαιρος
όφκαιρες	=	όφκαιρος
όφκαιρη	=	όφκαιρος
όφκαιρης	=	όφκαιρος
όφκαιρο	=	όφκαιρος
όφκαιροι	=	όφκαιρος
όφκαιρος	adj	εύκαιρος, διαθέσιμος, άδειος
όφκαιρου	=	όφκαιρος
όφκαιρους	=	όφκαιρος
όφκαιρων	=	όφκαιρος
όφου	intj	άλλη μορφή του όχου
όφσετ	noun	εκτυπωτική διαδικασία κατά την οποία πραγματοποιείται εκτύπωση αρχικά σε φωτοευαίσθητη επιφάνεια με ειδική επίστρωση κι από κει σε χαρτί
όχεντρα	noun|vulgar	η οχιά
όχεντρας	noun	γενική ενικού του όχεντρα
όχεντρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όχεντρα
όχευσα	=	οχεύω
όχημα	noun	μέσο μεταφορών προσώπων ή αντικειμένων
όχθε	=	όχθος
όχθες	=	όχθη
όχθη	noun	μέρος της ξηράς που βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια νερού (ποταμού, λίμνης, θάλασσας κ.λπ.)
όχθης	=	όχθη
όχθο	=	όχθος
όχθοι	=	όχθος
όχθος	noun	ύψωμα γης, μικρός λόφος, γήλοφος (κοντά σε ποτάμια ή ρυάκια)
όχθου	=	όχθος
όχθους	=	όχθος
όχθων	=	όχθος
όχι	adv	για αρνητική απάντηση
όχλε	noun	κλητική ενικού του όχλος
όχληση	noun|formal	άλλη γραφή του ενόχληση
όχλησης	noun	γενική ενικού του όχληση
όχλο	noun	αιτιατική ενικού του όχλος
όχλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όχλος
όχλος	noun	ανοργάνωτο πλήθος, μάζα ανθρώπων, εσμός
όχλου	noun	γενική ενικού του όχλος
όχλους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όχλος
όχλων	noun	γενική πληθυντικού του όχλος
όχου	intj	άλλη μορφή του οχ
όχτε	noun	κλητική ενικού του όχτος
όχτο	noun	αιτιατική ενικού του όχτος
όχτοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όχτος
όχτος	noun	άλλη μορφή του όχθος
όχτου	noun	γενική ενικού του όχτος
όχτους	noun	αιτιατική πληθυντικού του όχτος
όχτρητα	noun|literary	συνώνυμο του έχτρα, η έχθρα
όχτρητας	noun	γενική ενικού του όχτρητα
όχτρητες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όχτρητα
όχτων	noun	γενική πληθυντικού του όχτος
όψεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του όψη
όψεων	noun	γενική πληθυντικού του όψη
όψεως	noun|formal	γενική ενικού του όψη
όψη	noun	αυτό που βλέπουμε, αυτό που φαίνεται
όψης	noun	γενική ενικού του όψη
όψια	adj	από την καλή (όχι από την ανάποδη)
όψιμα	adv	καθυστερημένα, αργά,αργοπορημένα
όψιμε	=	όψιμος
όψιμες	=	όψιμος
όψιμη	=	όψιμος
όψιμης	=	όψιμος
όψιμο	=	όψιμος
όψιμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του όψιμος
όψιμος	adj	που ανθίζει ή παράγεται αργότερα από την συνηθισμένη εποχή του
όψιμου	=	όψιμος
όψιμους	=	όψιμος
όψιμων	=	όψιμος
όψομαι	verb	συνήθως συναντάται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: οψόμεθα και σημαίνει θα δούμε, ίδωμεν.
όϊ	intj	όχι
ύαινα	noun	άγριο σαρκοβόρο ζώο της οικογένειας Hyaenidae, που μοιάζει με το σκύλο, ζει στην Αφρική και την Ασία και τρέφεται με πτώματα
ύαινας	noun	γενική ενικού του ύαινα
ύαινες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύαινα
ύαλε	=	ύαλος
ύαλο	=	ύαλος
ύαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύαλος
ύαλος	noun|formal	γυαλί
ύβε	noun	κλητική ενικού του ύβος
ύβο	noun	αιτιατική ενικού του ύβος
ύβοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύβος
ύβος	noun	η καμπούρα μιας καμήλας
ύβου	noun	γενική ενικού του ύβος
ύβους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ύβος
ύβρεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύβρις
ύβρεων	=	ύβρη
ύβρεως	=	ύβρις
ύβρη	noun	άλλη μορφή του ύβρις
ύβρης	=	ύβρη
ύβρι	=	ύβρις
ύβριζα	=	υβρίζω
ύβριζαν	=	υβρίζω
ύβριζε	=	υβρίζω
ύβριζες	=	υβρίζω
ύβριν	=	ύβρις
ύβρις	noun|formal	βρισιά
ύβρισα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
ύβρισαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
ύβρισε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
ύβρισες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υβρίζω
ύβωμα	noun	ύβος
ύβων	noun	γενική πληθυντικού του ύβος
ύβωσις	noun	καμπούρα, καμπούριασμα
ύγραινα	=	υγραίνω
ύγραιναν	=	υγραίνω
ύγραινε	=	υγραίνω
ύγραινες	=	υγραίνω
ύγρανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
ύγραναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
ύγρανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
ύγρανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υγραίνω
ύγρανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υγραίνω
ύγρανσης	noun	γενική ενικού του ύγρανση
ύδατα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύδωρ
ύδατος	noun	γενική ενικού του ύδωρ
ύδνον	noun|archaic	εδώδιμο μανιτάρι
ύδραρθρα	=	ύδραρθρο
ύδραρθρε	=	ύδραρθρος
ύδραρθρο	noun	άλλη μορφή του ύδραρθρος
ύδραρθροι	=	ύδραρθρος
ύδραρθρον	noun	άλλη μορφή του ύδραρθρος
ύδραρθρος	noun	η συγκέντρωση υγρού σε μία άρθρωση λόγω φλεγμονής, τραύματος ή παθολογικής κατάστασης
ύδραρθρου	=	ύδραρθρος
ύδραρθρους	=	ύδραρθρος
ύδραρθρων	=	ύδραρθρος
ύδρευα	=	υδρεύω
ύδρευαν	=	υδρεύω
ύδρευε	=	υδρεύω
ύδρευες	=	υδρεύω
ύδρευσα	=	υδρεύω
ύδρευσαν	=	υδρεύω
ύδρευσε	=	υδρεύω
ύδρευσες	=	υδρεύω
ύδρευση	noun	δίκτυο μεταφοράς του νερού σε κατοίκους μιας περιοχής
ύδρευσης	noun	γενική ενικού του ύδρευση
ύδρωμα	noun	κυστικός όγκος που είναι γεμάτος με κάποιο υγρό
ύδρωπα	=	ύδρωπας
ύδρωπας	noun|vulgar	υδρωπικία
ύδρωπες	=	ύδρωπας
ύδωρ	noun|archaic	το νερό, υγρό άχρωμο, άοσμο και άγευστο στη φυσική κατάσταση, που αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο (χημικός τύπος: H₂O)
ύελε	=	ύελος
ύελο	=	ύελος
ύελοι	=	ύελος
ύελος	noun|formal	το γυαλί
ύλες	=	ύλη
ύλη	noun	η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα.
ύλην	=	ύλη
ύλης	noun	γενική ενικού του ύλη
ύμνε	noun	κλητική ενικού του ύμνος
ύμνησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνώ
ύμνησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνώ
ύμνησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνώ
ύμνησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υμνώ
ύμνηση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υμνώ
ύμνησης	=	ύμνηση
ύμνο	noun	αιτιατική ενικού του ύμνος
ύμνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύμνος
ύμνος	noun	ωδή, άσμα προς τιμή θεού, αγίου, ήρωα, ηθικής αξίας
ύμνου	noun	γενική ενικού του ύμνος
ύμνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ύμνος
ύμνων	noun	γενική πληθυντικού του ύμνος
ύπαιθρε	=	ύπαιθρος
ύπαιθρο	noun	περιοχή με βλάστηση, μακριά από κατοικημένες περιοχές, ιδίως μακριά από πόλεις, η ύπαιθρος, η εξοχή
ύπαιθρος	noun	οι μη αστικές περιοχές	adj|archaic	μη αστικός, έξω από την πόλη
ύπανδρo	=	ύπανδρος
ύπανδρα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπανδρο
ύπανδρε	adj	κλητική ενικού του ύπανδρος
ύπανδρες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπανδρη
ύπανδρη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύπανδρος
ύπανδρης	adj	γενική ενικού του ύπανδρη
ύπανδρο	adj	αιτιατική ενικού του ύπανδρος
ύπανδροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύπανδρος
ύπανδρος	adj|formal	παντρεμένος
ύπανδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ύπανδρος
ύπανδρους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύπανδρος
ύπανδρων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ύπανδρος
ύπαρξε	=	υπάρχω
ύπαρξη	noun	το γεγονός του υπάρχω
ύπαρξης	noun	γενική ενικού του ύπαρξη
ύπαρχε	noun	κλητική ενικού του ύπαρχος
ύπαρχο	noun	αιτιατική ενικού του ύπαρχος
ύπαρχοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύπαρχος
ύπαρχος	noun	ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία κάτω από τον κυβερνήτη ενός πολεμικού πλοίου ή τον καπετάνιο ενός εμπορικού
ύπαρχου	=	ύπαρχος
ύπαρχους	=	ύπαρχος
ύπατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπατο
ύπατε	adj	κλητική ενικού του ύπατος
ύπατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπατη
ύπατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύπατος
ύπατης	adj	γενική ενικού του ύπατη
ύπατο	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ύπατος
ύπατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύπατος
ύπατος	noun	ο ένας από τους δύο εκλεγμένους άρχοντες που ασκούσαν την εκτελεστική εξουσία και είχαν την ηγεσία του στρατού	adj|formal	πολύ σημαντικός, ανώτατος
ύπατου	adj	γενική ενικού του ύπατος
ύπατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύπατος
ύπατων	adj	γενική πληθυντικού του ύπατος
ύπερε	noun	κλητική ενικού του ύπερος
ύπερθεν	adv	πάνω από, πιο ψηλά από, πιο πάνω (ύπερθεν των υδάτων)
ύπερο	noun	αιτιατική ενικού του ύπερος
ύπεροι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύπερος
ύπερος	noun	το θηλυκό όργανο του άνθους που αποτελείται από ένα ή περισσότερα καρπόφυλλα, τα οποία είτε συμφύονται μεταξύ τους είτε όχι
ύπερου	=	ύπερος
ύπερους	=	ύπερος
ύπερων	=	ύπερος
ύπεχε	=	υπέχω
ύπνε	noun	κλητική ενικού του ύπνος
ύπνο	noun	αιτιατική ενικού του ύπνος
ύπνοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύπνος
ύπνος	noun	η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και το πνεύμα έχει μειωμένη συνείδηση του εαυτού του και μειωμένη επαφή με το περιβάλλον
ύπνου	noun	γενική ενικού του ύπνος
ύπνους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ύπνος
ύπνων	noun	γενική πληθυντικού του ύπνος
ύπνωνα	=	υπνώνω
ύπνωναν	=	υπνώνω
ύπνωνε	=	υπνώνω
ύπνωνες	=	υπνώνω
ύπνωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
ύπνωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
ύπνωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
ύπνωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπνώνω
ύπνωση	noun	πρόκληση ύπνου με κάποια τεχνική
ύπνωσης	noun	γενική ενικού του ύπνωση
ύποπτα	adv	με ύποπτο τρόπο
ύποπτε	adj	κλητική ενικού του ύποπτος
ύποπτες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύποπτη
ύποπτη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύποπτος
ύποπτης	adj	γενική ενικού του ύποπτη
ύποπτο	adj	αιτιατική ενικού του ύποπτος
ύποπτοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύποπτος
ύποπτος	noun	πιθανός ένοχος	adj	που δημιουργεί υποψίες
ύποπτου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ύποπτος
ύποπτους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύποπτος
ύποπτων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ύποπτος
ύπουλα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ύπουλος	adv	με ύπουλο τρόπο
ύπουλε	adj	κλητική ενικού του ύπουλος
ύπουλες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύπουλη
ύπουλη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύπουλος
ύπουλης	adj	γενική ενικού του ύπουλη
ύπουλο	adj	αιτιατική ενικού του ύπουλος
ύπουλοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύπουλος
ύπουλος	adj	αυτός που ενεργεί κρυφά με κακό σκοπό.
ύπουλου	adj	γενική ενικού του ύπουλος
ύπουλους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύπουλος
ύπουλων	adj	γενική πληθυντικού του ύπουλος
ύπτια	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ύπτιος	adv	με ύπτιο τρόπο
ύπτιας	=	ύπτιος
ύπτιε	=	ύπτιος
ύπτιες	=	ύπτιος
ύπτιο	noun	στυλ κολύμβησης στο οποίο οι αθλητές κινούνται συνεχώς ανάσκελα	adj	αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ύπτιος
ύπτιοι	=	ύπτιος
ύπτιος	adj	με την πλάτη προς τα κάτω
ύπτιου	=	ύπτιος
ύπτιους	=	ύπτιος
ύπτιων	=	ύπτιος
ύσκα	noun	άλλη γραφή του ίσκα
ύσκας	=	ύσκα
ύσκες	=	ύσκα
ύσσωπε	=	ύσσωπος
ύσσωπο	=	ύσσωπος
ύσσωποι	=	ύσσωπος
ύσσωπος	noun	αρωματικό φυτό (είδος μέντας) του γένους Hyssopus, με φαρμακευτικές ιδιότητες, που φύεται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου
ύσσωπου	=	ύσσωπος
ύστατα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύστατο
ύστατε	adj	κλητική ενικού του ύστατος
ύστατες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύστατη
ύστατη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύστατος
ύστατης	adj	γενική ενικού του ύστατη
ύστατο	adj	αιτιατική ενικού του ύστατος
ύστατοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύστατος
ύστατος	adj	τελευταίος, οριστικός
ύστατου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ύστατος
ύστατους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύστατος
ύστατων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ύστατος
ύστερα	adv	μετά (από λίγο), έπειτα	noun	τα μετά κυρίως στη φράση
ύστερε	adj	κλητική ενικού του ύστερος
ύστερες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύστερη
ύστερη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύστερος
ύστερης	adj	γενική ενικού του ύστερη
ύστερο	adj	αιτιατική ενικού του ύστερος	noun	ο πλακούντας και οι υμένες που βγαίνουν ύστερα από τον τοκετό, στο τέλος
ύστεροι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύστερος
ύστερον	noun|archaic	άλλη μορφή του ύστερο	adv|archaic	άλλη μορφή του ύστερα
ύστερος	adj|formal	επόμενος, κατοπινός
ύστερου	noun	γενική ενικού του ύστερο
ύστερους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύστερος
ύστερων	noun	γενική πληθυντικού του ύστερο
ύτρια	=	ύτριο
ύτριο	noun	εναλλακτική μορφή του ύττριο
ύτριου	=	ύτριο
ύττριο	noun	χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 39 και χημικό σύμβολο το Y
ύφαινα	=	υφαίνω
ύφαιναν	=	υφαίνω
ύφαινε	=	υφαίνω
ύφαινες	=	υφαίνω
ύφαλα	noun	τα μέρη ενός πλοίου που είναι βυθισμένα στο νερό, που βρίσκονται κάτω από τα ίσαλα
ύφαλε	noun	κλητική ενικού του ύφαλος
ύφαλο	noun	αιτιατική ενικού του ύφαλος
ύφαλοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύφαλος
ύφαλος	noun	έπαρμα του βυθού της θάλασσας, υποθαλάσσιος βράχος σε μικρό βάθος
ύφαλου	=	ύφαλος
ύφαλους	=	ύφαλος
ύφαλων	=	ύφαλος
ύφανα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
ύφαναν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
ύφανε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
ύφανες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
ύφανση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υφαίνω
ύφανσης	noun	γενική ενικού του ύφανση
ύφασμα	noun	το υλικό που έχει κατασκευαστεί από φυσικές ή τεχνητές ίνες πλεγμένες κάθετα μεταξύ τους σε αργαλειό ή παρόμοια μηχανήματα και χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή ενδυμάτων
ύφεση	noun	υποχώρηση της έντασης
ύφεσης	noun	γενική ενικού του ύφεση
ύφη	=	ύφος
ύφος	noun	ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου που δείχνουν την ψυχική διάθεση
ύφους	=	ύφος
ύψη	noun	τα σημεία που βρίσκονται σε μεγάλο ύψος
ύψιλον	noun	Το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (υ, κεφαλαίο: Υ). (Ν.Ελληνικής)
ύψιστ'η	=	ύψιστος
ύψιστα	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύψιστο
ύψιστε	adj	κλητική ενικού του ύψιστος
ύψιστες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ύψιστη
ύψιστη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ύψιστος
ύψιστης	adj	γενική ενικού του ύψιστη
ύψιστο	adj	αιτιατική ενικού του ύψιστος
ύψιστοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ύψιστος
ύψιστος	adj	υπερθετικός βαθμός του υψηλός
ύψιστου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ύψιστος
ύψιστους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ύψιστος
ύψιστων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ύψιστος
ύψος	noun	η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
ύψους	noun	γενική ενικού του ύψος
ύψωμα	noun	φυσική ή τεχνητή έξαρση του εδάφους
ύψωνα	=	υψώνω
ύψωναν	=	υψώνω
ύψωνε	=	υψώνω
ύψωνες	=	υψώνω
ύψωσα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υψώνω
ύψωσαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος υψώνω
ύψωσε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υψώνω
ύψωσες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υψώνω
ύψωση	noun	η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υψώνω
ύψωσης	noun	γενική ενικού του ύψωση
ώ	=	σαλπάρω
ώα	noun	το άγραφο περιθώριο μιας σελίδας ενός χειρογράφου
ώας	noun	γενική ενικού του ώα
ώες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώα
ώθησα	verb	α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ώθησαν	verb	γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ώθησε	verb	γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ώθησες	verb	β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ
ώθηση	noun	το σπρώξιμο, η πράξη του ωθώ
ώθησης	noun	γενική ενικού του ώθηση
ώκιμον	noun	ο βασιλικός
ώμε	noun	κλητική ενικού του ώμος
ώμο	noun	αιτιατική ενικού του ώμος
ώμοι	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ώμος
ώμος	noun	το τμήμα του σώματος από τον αυχένα μέχρι το βραχίονα#: ※ Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ.
ώμοσα	=	ομνύω
ώμοσαν	=	ομνύω
ώμοσε	=	ομνύω
ώμοσες	=	ομνύω
ώμου	noun	γενική ενικού του ώμος
ώμους	noun	αιτιατική πληθυντικού του ώμος
ώμων	noun	γενική πληθυντικού του ώμος
ών	=	αριός
ώνια	noun	τα ψώνια, τα αγαθά που αγοράζουμε (κυρίως στη στρατιωτική γλώσσα)
ώπα	intj	άλλη γραφή του όπα
ώρα	noun	το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά
ώρας	noun	γενική ενικού του ώρα
ώρες	noun	με κεφαλαίο (δείτε Ώρες)
ώριμα	adv	με ωριμότητα
ώριμε	adj	κλητική ενικού του ώριμος
ώριμες	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώριμη
ώριμη	adj	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ώριμος
ώριμης	adj	γενική ενικού του ώριμη
ώριμο	adj	αιτιατική ενικού του ώριμος
ώριμοι	adj	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ώριμος
ώριμος	adj	για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος
ώριμου	adj	γενική ενικού, αρσενικού γένους του ώριμος
ώριμους	adj	αιτιατική πληθυντικού του ώριμος
ώριμων	adj	γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ώριμος
ώριος	adj|literary	ωραίος, ο όμορφος
ώσεις	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώση
ώσεων	noun	γενική πληθυντικού του ώση
ώσεως	noun|formal	γενική ενικού του ώση
ώση	noun	η ενέργεια της ώθησης
ώσης	noun	γενική ενικού του ώση
ώσμωση	noun	το φαινόμενο της διάχυσης περισσοτέρων μορίων διαλύτη (συνήθως νερού), μέσω ημιπερατής μεμβράνης, από το διάλυμα της μικρότερης συγκέντρωσης (υποτονικό διάλυμα) στο διάλυμα της μεγαλύτερης συγκέντρωσης (υπέρτονο διάλυμα)
ώσμωσης	noun	γενική ενικού του ώσμωση
ώσπου	conj	εισάγει δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το τέλος της χρονικής περιόδου μέσα στην οποία συντελέστηκε ή αναμένεται να ολοκληρωθεί η ενέργεια του ρήματος της κύριας
ώστε	conj	με σκοπό να... , έτσι που να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα)
ώτα	noun	πληθυντικός της λέξης ους (το αφτί)
ώτων	=	περίνους
ώφου	intj	άλλη μορφή του όφου: επιφώνημα δυσανασχέτησης, ουφ!
ώχρα	noun	ονομασία χρώματος της ζωγραφικής αλλά και γενικά της βαφής, σε τόνους του κίτρινου, του καφέ και του κόκκινου.
ώχρας	noun	γενική ενικού του ώχρα
ώχρες	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ώχρα
ϗ	=	και
ἀΐδιος	=	αΐδιος
ἀβικίνιον	noun	λεξιπλασία, χωρίς άλλες χρήσεις, στο Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του «Ηλίου» για απόδοση του όρου avicinium, το οποίο όριζε ως αρχαίο πνευστό όργανο και παιχνίδι, με το οποία παράγονταν ήχοι που έμοιαζαν με κελάηδισμα πουλιού
ἀβλεψία	noun	η αβλεψία στην πολυτονική γραφή
ἀγάλματα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ἄγαλμα
ἀγαλματίδιον	noun	αγαλματίδιο, υποκοριστικό του άγαλμα
ἀγκύλη	noun	πολυτονική γραφή του αγκύλη
ἀγνάντιο	noun	πολυτονική γραφή του αγνάντιο
ἀγοραῖον	noun	το αγοραίο αυτοκίνητο που μισθώνεται από έναν πελάτη για να τον μεταφέρει και το τίμημα καθορίζεται με συμφωνία ανάμεσα στον επιβάτη και τον οδηγό
ἀγραμματωσύνη	noun	παλαιά γραφή του αγραμματοσύνη
ἀγρανάπαυσις	noun	η αγρανάπαυση
ἀγριωπόν	=	ἀγριωπός
ἀγριωπός	adj	αγριωπός
ἀγροτεμάχιον	noun	αγροτεμάχιο
ἀγυιά	noun	στενός δρόμος, δρομάκι, σοκάκι
ἀγυιαί	=	ἀγυιά
ἀγυιόπαις	noun	αγυιόπαιδο, το παιδί του σοκακιού (αλητάκι)
ἀγχωτικά	adv	πολυτονική γραφή του αγχωτικά
ἀγχωτική	=	ἀγχωτικός
ἀγχωτικό	=	ἀγχωτικός
ἀγχωτικός	adj	πολυτονική γραφή του αγχωτικός
ἀγωγιάτης	noun	ο αγωγιάτης
ἀδάμας	=	αδάμας
ἀδαμαντωρυχεῖον	noun	αδαμαντωρυχείο
ἀδασμολογήτως	adv	αδασμολόγητα, αδασμολογήτως
ἀδελεάστως	adv	αδελέαστα
ἀδελφικότης	noun	αδελφικότητα
ἀδεξίως	adv	αδέξια
ἀδεξιότης	noun	αδεξιότητα
ἀδεσμεύτως	adv	αδέσμευτα
ἀδιαμοιράστως	adv	αδιαμοίραστα
ἀδιαμφισβητήτως	adv	αδιαμφισβήτητα
ἀδιασείστως	adv	αδιάσειστα
ἀδιαταράκτως	adv	αδιατάρακτα
ἀδιαφημίστως	adv	αδιαφήμιστα
ἀδιαφιλονικήτως	adv	αδιαφιλονίκητα
ἀδιερευνήτως	adv	αδιερεύνητα
ἀδικαιολογήτως	adv	αδικαιολόγητα
ἀδιοικήτως	adv	αδιοίκητα, με αδιοίκητο τρόπο
ἀδιοράτως	adv	αδιόρατα, με αδιόρατο τρόπο
ἀδρανοποίησις	noun	αδρανοποίηση
ἀεραιμοκτονία	noun|rare	θάνατος που επέρχεται από την αναρρόφηση αέρα από τις φλέβες του τραχήλου ή της μασχάλης, έπειτα από τραυματισμό ή χειρουργική επέμβαση
ἀεριωθούμενον	noun	αεριωθούμενο
ἀεροβόλον	noun	(εννοείται: ὅπλον, το αεροβόλο
ἀεροδρόμιον	noun	συνώνυμο του ἀερολιμήν
ἀερολιμήν	noun|formal	ο αερολιμένας
ἀεροπλάνον	noun	αεροπλάνο
ἀερόπλανον	noun	άλλη μορφή του ἀεροπλάνον· αεροπλάνο
ἀερόστατον	noun	αερόστατο
ἀετιδεύς	=	αετιδεύς
ἀθέματη	=	ἀθέματος
ἀθέματον	=	ἀθέματος
ἀθέματος	adj	στην έκφραση «ἄρατ' ἀθέματα»
ἀκαταμέτρητος	adj	το επίθετο ακαταμέτρητος με πολυτονική γραφή
ἀκολουθῶ	verb	πολυτονική γραφή του ακολουθώ
ἀκρίβεια	noun	πολυτονική γραφή του ακρίβεια
ἀκρεμών	=	ακρεμών
ἀκριβῶς	=	ακριβώς
ἀκροῶμαι	verb	πολυτονική γραφή του ακροώμαι
ἀκτινίς	noun	ενικός του ἀκτινίδες
ἀκτινεργία	=	ακτινεργία
ἀλέθω	verb	πολυτονική γραφή του αλέθω
ἀλγεριακη	=	ἀλγεριακός
ἀλγεριακον	=	ἀλγεριακός
ἀλγεριακός	adj	άλλη γραφή του αλγερινός
ἀλεξιβρόχιον	noun	η ομπρέλα
ἀλισβερίσι	noun	αλισβερίσι
ἀλλοφρονέω	=	ἀλλοφρονῶ
ἀλλοφρονῶ	verb	το μονοτονικό αλλοφρονώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982
ἀλλούβιον	noun	το Αλλούβιο, η Αλλούβια Εποχή, , η σύγχρονη γεωλογική εποχή
ἀλφάβητον	noun	το αλφάβητο
ἀμήν	noun	πολυτονική γραφή του αμήν
ἀμαρυλλίς	noun	μορφή του αμαρυλλίδα
ἀμελῶ	verb	πολυτονική γραφή του αμελώ
ἀμερικανόπαις	noun	το αμερικανόπαιδο
ἀμερολήπτως	adv	αμερόληπτα
ἀμπελοκτήμων	noun	ο αμπελοκτήμονας
ἀμφισβητέω	=	ἀμφισβητῶ
ἀμφισβητῶ	verb	το μονοτονικό αμφισβητώ στην πολυτονική γραφή που ίσχυσε από τους ελληνιστικούς χρόνους μέχρι το 1982
ἀνά	=	ανά
ἀνάγνωση	=	ανάγνωση
ἀνάγνωσης	=	ανάγνωσης
ἀνάκαμψη	noun	πολυτονική γραφή του ανάκαμψη
ἀναγνωρίσεις	=	αναγνωρίσεις
ἀναγνωρίσεων	=	αναγνωρίσεων
ἀναγνωρίσεως	=	αναγνωρίσεως
ἀναγνώριση	=	αναγνώριση
ἀναγνώρισης	=	αναγνώρισης
ἀναγνώσεις	=	αναγνώσεις
ἀναγνώσεων	=	αναγνώσεων
ἀναγνώσεως	=	αναγνώσεως
ἀναγνώστρια	=	αναγνώστρια
ἀναδιάταξις	noun	αναδιάταξη
ἀνακηρύττω	=	ανακηρύττω
ἀναλυτικῶς	adv	πολυτονική γραφή του αναλυτικώς
ἀνανταπάντητον	=	ἀνανταπάντητος
ἀνανταπάντητος	adj	που απάντησε σε κάτι και πήρε ανταπάντηση στην οποία δεν μπόρεσε να αντιτάξει κάτι
ἀνανταπόδεικτον	=	ἀνανταπόδεικτος
ἀνανταπόδεικτος	adj	που δεν επιδέχεται ανταπόδειξη ή που δεν ασκήθηκε το δικαίωμα της ανταπόδειξης ώστε να καταρριφθεί η πρώτη απόδειξη
ἀναπνοσκόπιον	noun|rare	συνώνυμο του σπιροσκόπιον
ἀναπτέρωσις	noun	αναπτέρωση
ἀναπτερώνω	verb	πολυτονική γραφή του αναπτερώνω
ἀναπόσπαστα	=	αναπόσπαστα
ἀναπόσπαστος	=	αναπόσπαστος
ἀναρρίπισις	noun	η αναρρίπιση
ἀναρρωτήριον	noun	το αναρρωτήριο
ἀνασταίνω	verb	πολυτονική γραφή του ανασταίνω
ἀναστύλωσις	noun	αναστύλωση
ἀναφτερουγιάζω	verb	πολυτονική γραφή του αναφτερουγιάζω
ἀναφτερώνω	verb	πολυτονική γραφή του αναφτερώνω
ἀνελκυστήρ	noun	ο ανελκυστήρας, το ασανσέρ
ἀνεμιστήρ	noun	ο ανεμιστήρας (μαρτυρείται από το 1876)
ἀνεμολόγιον	noun	το ανεμολόγιο
ἀνεμόπτερον	noun	το ανεμόπτερο
ἀνενημέρωτος	=	ανενημέρωτος
ἀνεξαιρέτως	=	ανεξαιρέτως
ἀνεξακριβώτως	adv	ανεξακρίβωτα
ἀνεξαρτήτως	=	ανεξαρτήτως
ἀνεξαρτητοποίησις	noun	η ανεξαρτητοποίηση
ἀνεξερευνήτως	adv	ανεξερεύνητα
ἀνεξηγήτως	adv	ανεξήγητα
ἀνεξιθρήσκως	adv	ανεξίθρησκα
ἀνεξιτήλως	adv	ανεξίτηλα
ἀνεξοφλήτως	adv	ανεξόφλητα
ἀνεξόδως	adv	ανέξοδα
ἀνεορτάστως	adv	ανεόρταστα
ἀνεπαγγέλτως	adv	ανεπάγγελτα
ἀνεπαναλήπτως	adv	ανεπανάληπτα
ἀνεπανορθώτως	adv	ανεπανόρθωτα
ἀνεπεξεργάστως	adv	ανεπεξέργαστα
ἀνεπιβεβαιώτως	adv	ανεπιβεβαίωτα
ἀνεπιδότως	adv	ανεπίδοτα
ἀνεπικαίρως	adv	ανεπίκαιρα
ἀνεπιτηρήτως	adv	ανεπιτήρητα
ἀνεπιφυλάκτως	adv	ανεπιφύλακτα
ἀνεφίκτως	adv	ανέφικτα, ανεφίκτως
ἀνεφαρμόστως	adv	ανεφάρμοστα
ἀνεφοδιάστως	adv	ανεφοδίαστα
ἀνηθίκως	adv	ανήθικα
ἀνηθικότης	noun	ανηθικότητα
ἀνηλικότης	noun	ανηλικότητα
ἀνθρωποτηρητής	noun	παρατηρητής των ανθρώπων, του πολιτισμού τους
ἀνισορρόπως	adv	ανισόρροπα
ἀνισχύρως	adv	ανίσχυρα
ἀνομοιομόρφως	adv	ανομοιόμορφα
ἀνορθογράφως	adv	ανορθόγραφα
ἀνορθοδόξως	adv	ανορθόδοξα
ἀνοσιολόγος	=	ανοσιολόγος
ἀνοσοποίησις	noun	η ανοσοποίηση
ἀνοχυρώτως	adv	ανοχύρωτα
ἀντέγγραφον	noun	αντέγγραφο
ἀντέγκλησις	noun	η αντέγκληση
ἀντέκθεσις	noun	η αντέκθεση
ἀντένστασις	noun	η αντένσταση
ἀντίβαρον	noun	το αντίβαρο
ἀντίθετα	=	αντίθετα
ἀντίθετε	=	αντίθετε
ἀντίθετες	=	αντίθετες
ἀντίθετη	=	αντίθετη
ἀντίθετης	=	αντίθετης
ἀντίθετο	=	αντίθετο
ἀντίθετοι	=	αντίθετοι
ἀντίθετος	=	αντίθετος
ἀντίθετου	=	αντίθετου
ἀντίθετους	=	αντίθετους
ἀντίθετων	=	αντίθετων
ἀντίσκηνον	noun	το αντίσκηνο
ἀντίστιξις	noun	αντίστιξη
ἀνταγωνιστικότης	noun	η ανταγωνιστικότητα
ἀντανακλαστικῶς	adv	αντανακλαστικά
ἀνταξίως	adv	αντάξια
ἀνταπάντησις	noun	η ανταπάντηση
ἀνταπαίτησις	noun	η ανταπαίτηση
ἀντεισαγγελεύς	=	αντιεισαγγελεύς
ἀντεκδίκησις	noun	η αντεκδίκηση
ἀντεπανάστασις	noun	η αντεπανάσταση
ἀντηρίς	=	αντηρίς
ἀντιβασιλεύς	=	αντιβασιλεύς
ἀντιβρόχιον	noun	το αντιβρόχιο
ἀντικειμενικότης	noun	η αντικειμενικότητα
ἀντικειμενοποίησις	noun	η αντικειμενοποίηση
ἀντικυκλών	noun	ο αντικυκλώνας
ἀντιμετώπισις	noun	αντιμετώπιση
ἀντιξοότης	noun	η αντιξοότητα
ἀντιπαθοῦσα	=	ἀντιπαθών
ἀντιπαθόν	=	ἀντιπαθών
ἀντιπαθών	verb	πολυτονική γραφή του αντιπαθών
ἀντιπολίτευσις	noun	η αντιπολίτευση
ἀντιπροσώπευσις	noun	αντιπροσώπευση
ἀντιρρόπησις	noun	αντιρρόπηση
ἀντιστήριξις	noun	η αντιστήριξη
ἀντιστοίχησις	noun	αντιστοίχιση
ἀντισφαίρισις	noun	η αντισφαίριση
ἀντισχέδιον	noun	το αντισχέδιο
ἀντιτορπιλλικόν	noun	αντιτορπιλλικό
ἀντιφατικότης	noun	αντιφατικότητα
ἀντώνυμον	noun	αντώνυμο
ἀνυπομόνως	adv	ανυπόμονα
ἀνυψωτήρ	noun	ανυψωτήρας
ἀνωριμότης	noun	η ανωριμότητα
ἀνωτερότης	noun	ανωτερότητα
ἀξιοκατακρίτως	adv	αξιοκατάκριτα
ἀξιολόγησις	noun	αξιολόγηση
ἀξιοποίησις	noun	αξιοποίηση
ἀοριστολογικῶς	adv	αοριστολογικά
ἀουστριακός	adj	πολυτονική γραφή του αουστριακός
ἀπέκκρισις	noun	απέκκριση
ἀπήμαντον	=	ἀπήμαντος
ἀπήμαντος	adj	αβλαβής, απείραχτος
ἀπίσχνανσις	noun	απίσχνανση
ἀπαθλίωσις	noun	απαθλίωση
ἀπαιτητικότης	noun	απαιτητικότητα
ἀπανθράκωσις	noun	απανθράκωση
ἀπαράβατον	=	απαράβατος
ἀπαρενθέτως	adv	απαρένθετα
ἀπαρενοχλήτως	adv	απαρενόχλητα
ἀπαρεξηγήτως	adv	απαρεξήγητα
ἀπασβέστωσις	noun	απασβέστωση
ἀπεικόνισις	noun	απεικόνιση
ἀπεξάρθρωσις	noun	η απεξάρθρωση
ἀπεξάρτησις	noun	απεξάρτηση
ἀπευαισθητοποίησις	noun	η απευαισθητοποίηση
ἀπευκταῖον	=	απευκταίο
ἀπιθανότης	noun	απιθανότητα
ἀπλέτως	adv	άπλετα
ἀποβίβασις	noun	αποβίβαση
ἀποβλάκωσις	noun	αποβλάκωση
ἀποβλακωτικῶς	adv	αποβλακωτικά
ἀποβολή	noun	πολυτονική γραφή του αποβολή
ἀποβορβόρωσις	noun	αποβορβόρωση
ἀποβουτύρωσις	noun	αποβουτύρωση
ἀπογείωσις	noun	απογείωση
ἀπογοήτευσις	noun	απογοήτευση
ἀπογοητευτικῶς	adv	απογοητευτικά
ἀποδέσμευσις	noun	αποδέσμευση
ἀποδελτίωσις	noun	αποδελτίωση
ἀποδιάρθρωσις	noun	αποδιάρθρωση
ἀποδιοργάνωσις	noun	αποδιοργάνωση
ἀποδοτικότης	noun	αποδοτικότητα
ἀποδυνάμωσις	noun	αποδυνάμωση
ἀποζημίωσις	noun	αποζημίωση
ἀποθάρρυνσις	noun	αποθάρρυνση
ἀποθήκευσις	noun	αποθήκευση
ἀποθαλάσσωσις	noun	αποθαλάσσωση
ἀποθαρρύνω	verb	αποθαρρύνω και στην κοινή νεοελληνική
ἀποθεματικόν	noun	το αποθεματικό
ἀποθησαύρισις	noun	αποθησαύριση
ἀποθράσυνσις	noun	αποθράσυνση
ἀποκέντρωσις	noun	αποκέντρωση
ἀποκαρδίωσις	noun	αποκαρδίωση
ἀποκλείεται	=	αποκλείεται
ἀποκλιμάκωσις	noun	αποκλιμάκωση
ἀποκρυπτογράφησις	noun	αποκρυπτογράφηση
ἀποκρυστάλλωσις	noun	αποκρυστάλλωση
ἀποκόλλησις	noun	αποκόλληση
ἀπολάκτισις	noun	απολάκτιση
ἀπολέπισις	noun	απολέπιση
ἀπολίπανσις	noun	απολίπανση
ἀπολαύω	=	απολαύω
ἀπολογητική	=	απολογητική
ἀπολυμαντήριον	noun	απολυμαντήριο
ἀπολυτότης	noun	απολυτότητα
ἀπολύμανσις	noun	απολύμανση
ἀπομάκρυνσις	noun	απομάκρυνση
ἀπομονωτήριον	noun	απομονωτήριο
ἀπομυζητήρ	noun	ο απομυζητήρας
ἀπομυθοποίησις	noun	απομυθοποίηση
ἀπομόνωσις	noun	απομόνωση
ἀπομύζησις	noun	απομύζηση
ἀπονάρκωσις	noun	απονάρκωση
ἀπονεύρωσις	noun	απονεύρωση
ἀποξήρανσις	noun	αποξήρανση
ἀποπνευμάτωσις	noun	αποπνευμάτωση
ἀποπωμάτισις	noun	αποπωμάτιση
ἀπορροφητικότης	noun	απορροφητικότητα
ἀπορροφητικῶς	adv	απορροφητικά
ἀπορρόφησις	noun	απορρόφηση
ἀπορρύπανσις	noun	απορρύπανση
ἀπορφάνισις	noun	απορφάνιση
ἀποσάθρωσις	noun	αποσάθρωση
ἀποσαφήνισις	noun	αποσαφήνιση
ἀποσκίρτησις	noun	αποσκίρτηση
ἀποσκλήρυνσις	noun	αποσκλήρυνση
ἀποστακτήρ	noun	αποστακτήρας
ἀποσφράγισις	noun	αποσφράγιση
ἀποσύνθεσις	noun	αποσύνθεση
ἀποτέφρωσις	noun	αποτέφρωση
ἀποτίναξις	noun	αποτίναξη
ἀποταμίευσις	noun	αποταμίευση
ἀποτελεσματικότης	noun	αποτελεσματικότητα
ἀποτελμάτωσις	noun	αποτελμάτωση
ἀποτιτάνωσις	noun	αποτιτάνωση
ἀποτοξίνωσις	noun	αποτοξίνωση
ἀπουσιολόγιον	noun	απουσιολόγιο
ἀποφαλάκρωσις	noun	η αποφαλάκρωση
ἀποφασιστικότης	noun	αποφασιστικότητα
ἀποφλοίωσις	noun	αποφλοίωση
ἀποφοιτήριον	noun	αποφοιτήριο
ἀποφυλάκισις	noun	αποφυλάκιση
ἀποφόρτισις	noun	αποφόρτιση
ἀποχαλίνωσις	noun	αποχαλίνωση
ἀποχαύνωσις	noun	αποχαύνωση
ἀπροίκως	adv	άπροικα
ἀπροβλέπτως	adv	απρόβλεπτα
ἀπροθέσμως	adv	απρόθεσμα
ἀπροθέτως	adv	απρόθετα
ἀπροσέκτως	adv	απρόσεκτα, απρόσεχτα
ἀπροσαρμόστως	adv	απροσάρμοστα
ἀπροσβλήτως	adv	απρόσβλητα
ἀπροσχεδιάστως	adv	απροσχεδίαστα
ἀπροσχηματίστως	adv	απροσχημάτιστα
ἀπροσόδως	adv	απρόσοδα
ἀπροχώρητον	noun	απροχώρητο
ἀπυρέτως	adv	απύρετα
ἀπωανατολικῶς	adv	απωανατολικά
ἀπωθητικῶς	adv	απωθητικά
ἀπόβαρον	noun	απόβαρο
ἀπόνιψις	noun	το πλύσιμο, το νίψιμο προσώπου και χεριών
ἀπόπλυσις	noun	απόπλυση
ἀπόπτυσις	noun	απόπτυση
ἀπόσαξις	noun	η απόσαξη
ἀπόσυρσις	noun	απόσυρση
ἀράζω	verb	πολυτονική γραφή του αράζω
ἀρίθμησις	noun	η αρίθμηση
ἀρίστευσις	noun	αρίστευση
ἀραιόμετρον	noun	αραιόμετρο
ἀραχίς	noun	αραχίδα
ἀραχιδέλαιον	noun	αραχιδέλαιο
ἀργόρυθμη	=	ἀργόρυθμος
ἀργόρυθμον	=	ἀργόρυθμος
ἀργόρυθμος	adj	πολυτονική γραφή του αργόρυθμος
ἀρθρῖτις	=	αρθρίτιδα
ἀριθμητήριον	noun	αριθμητήριο
ἀριθμητικόν	=	αριθμητικό
ἀριθμοί	=	αριθμοί
ἀριστερόχειρ	=	αριστερόχειρ
ἀριστοκράτις	noun	αριστοκράτισσα
ἀριστοκρατικότης	noun	αριστοκρατικότητα
ἀριστοκρατικῶς	adv	αριστοκρατικά
ἀρτηριοσκλήρωσις	noun	αρτηριοσκλήρωση
ἀρχιρράπτης	noun	επικεφαλής ομάδας ραφτών: αρχιράφτης, αρχιράπτης
ἀσημαντότης	noun	ασημαντότητα
ἀσημειώτως	adv	ασημείωτα
ἀσηπτικῶς	adv	ασηπτικά
ἀσθενικότης	noun	ασθενικότητα
ἀστικοποίησις	noun	αστικοποίηση
ἀστυφύλαξ	noun	ο αστυφύλακας
ἀσυλλήπτως	adv	ασύλληπτα
ἀσυμπτώτως	adv	ασύμπτωτα
ἀσυναιρέτως	adv	ασυναίρετα
ἀσυνθηκολογήτως	adv	ασυνθηκολόγητα
ἀσυνοδεύτως	adv	ασυνόδευτα
ἀσυντονίστως	adv	ασυντόνιστα, με ασυντόνιστο τρόπο
ἀσφαλτόστρωσις	noun	ασφαλτόστρωση
ἀσχολιάστως	adv	ασχολίαστα
ἀσωφρονίστως	adv	ασωφρόνιστα
ἀσύφταγη	=	ἀσύφταγος
ἀσύφταγο	=	ἀσύφταγος
ἀσύφταγος	adj	απρόφταστος, που δεν τον προφταίνει κάποιος
ἀταλαντεύτως	adv	αταλάντευτα
ἀτασθάλως	adv	ατάσθαλα
ἀτελεσφορήτως	adv	ατελέσφορα
ἀτελεσφόρως	adv	ατελέσφορα
ἀτελωνίστως	adv	ατελώνιστα
ἀτερματίστως	adv	ατερμάτιστα
ἀτμολέβης	noun	ατμολέβητας
ἀτμοποίησις	noun	ατμοποίηση
ἀτομίκευσις	noun	ατομίκευση
ἀτομικιστικῶς	adv	ατομικιστικά
ἀτομικότης	noun	ατομικότητα
ἀτομιστικῶς	adv	ατομιστικά
ἀτονικότης	noun	ατονικότητα
ἀτρομήτως	adv	ατρόμητα
ἀτροποποιήτως	adv	ατροποποίητα
ἀτόνησις	noun	ατόνηση
ἀφίχθην	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ἀφικνοῦμαι: αφίχθην έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου
ἀφικνοῦμαι	verb	φτάνω, αφικνούμαι, σημασίες όπως στα αρχαία ελληνικά
ἀφιλοσοφήτως	adv	αφιλοσόφητα
ἀφιλοστόργως	adv	αφιλόστοργα
ἀφοδεύω	verb	πολυτονική γραφή του αφοδεύω
ἀφορολογήτως	adv	αφορολόγητα
ἀφυγραντήρ	noun	ο αφυγραντήρας
ἀφυγραντήρων	=	ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρα	noun	αιτιατική ενικού του ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρας	=	ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρες	=	ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρι	noun	δοτική ενικού του ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρος	noun	γενική ενικού του ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρσι	=	ἀφυγραντήρ
ἀφυγραντῆρσιν	=	ἀφυγραντήρ
ἀχινός	noun	το αχινός στην καθαρεύουσα και στο πολυτονικό
ἀχλευάστως	adv	αχλεύαστα
ἀχορτασία	noun	αχορτασιά
ἀχρήστευσις	noun	αχρήστευση
ἀχρεώτως	adv	αχρέωτα
ἀχρησιμοποιήτως	adv	αχρησιμοποίητα
ἀχρώμως	adv	άχρωμα
ἀχόλως	adv	άχολα
ἀψιθύμως	adv	αψίθυμα
ἀψυχολογήτως	adv	αψυχολόγητα
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμέ	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμοί	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμούς	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμοῖς	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμοῦ	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμόν	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός	noun	η ερασμική προφορά για τα αρχαία ελληνικά
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμῶν	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἀϊεϊαουουοϊουϊσμῷ	=	ἀϊεϊαουουοϊουϊσμός
ἁγιοποίησις	noun	η αγιοποίηση
ἁγιοποιημένα	=	αγιοποιημένα
ἁγιοποιημένε	=	αγιοποιημένε
ἁγιοποιημένες	=	αγιοποιημένες
ἁγιοποιημένη	=	αγιοποιημένη
ἁγιοποιημένης	=	αγιοποιημένης
ἁγιοποιημένο	=	αγιοποιημένο
ἁγιοποιημένοι	=	αγιοποιημένοι
ἁγιοποιημένος	=	αγιοποιημένος
ἁγιοποιημένου	=	αγιοποιημένου
ἁγιοποιημένους	=	αγιοποιημένους
ἁγιοποιημένων	=	αγιοποιημένων
ἁδρομίσθως	adv	αδρόμισθα
ἁλιεύς	=	αλιεύς
ἁπλογραφικῶς	adv	απλογραφικά
ἁπλοελληνικῶς	adv	απλοελληνικά
ἁπλοποίησις	noun	απλοποίηση
ἁπλούστευσις	noun	απλούστευση
ἁπτῶς	adv	απτά
ἁρματαγωγόν	noun	αρματαγωγό
ἁρματομαχία	noun	η αρματομαχία· πολεμική σύγκρουση μεταξύ αρμάτων μάχης
ἁρματομαχίας	=	ἁρματομαχία
ἁρματομαχίες	=	ἁρματομαχία
ἁρματομαχιών	=	ἁρματομαχία
ἁρμονικότης	noun	αρμονικότητα
ἁρμόνιον	noun	αρμόνιο
ἁρπακτικότης	noun	αρπακτικότητα
ἄγαλμάτων	noun	γενική πληθυντικού του ἄγαλμα
ἄλλα	=	άλλα
ἄλλες	=	άλλες
ἄλλη	=	άλλη
ἄλλης	=	άλλης
ἄλλο	=	άλλο
ἄλλοι	=	άλλοι
ἄλλος	=	άλλος
ἄλλου	=	άλλου
ἄλλους	=	άλλους
ἄλλων	=	άλλων
ἄλλωστε	=	άλλωστε
ἄν	=	αν
ἄνετος	adj	πολυτονική γραφή του άνετος
ἄνοιγμα	=	άνοιγμα
ἄνωσις	noun	η άνωση
ἄπελπι	=	ἄπελπις
ἄπελπις	adj	χωρίς ελπίδες, απελπισμένος
ἄρακος	=	αρακάς
ἄρρην	=	άρρην
ἄφνω	adv	όπως το αρχαίο ἄφνω· ξαφνικά
ἅγιος	=	άγιος
ἅλυσος	noun	η αλυσίδα
ἐγγράφομαι	=	εγγράφομαι
ἐγκαινίασις	noun	η εγκαινίαση
ἐδανείσθη	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
ἐδανείσθησαν	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού αορίστου του δανείζω
ἐδωδιμοπωλεῖον	noun	το εδωδιμοπωλείο, μπακάλικο
ἐθαύμασα	=	θαύμασα
ἐθνεγερτήριον	noun	η εθνεγερσία
ἐθνομάρτυς	noun	εθνομάρτυρας
ἐθνοσωτήριον	=	ἐθνοσωτήριος
ἐθνοσωτήριος	adj	εθνοσωτήριος
ἐθνόσημον	=	εθνόσημο
ἐκήλει	verb	γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του κηλῶ
ἐκβάθυνσις	noun	εκβάθυνση
ἐκβίασις	noun	εκβίαση
ἐκβιομηχάνισις	noun	εκβιομηχάνιση
ἐκγλύφανον	noun	εκγλύφανο
ἐκγύμνασις	noun	η εκγύμναση
ἐκδάσωσις	noun	η εκδάσωση
ἐκδήλωσις	noun	η εκδήλωση
ἐκδιδόμενος	verb	πολυτονική γραφή του εκδιδόμενος· μετοχή παθητικού ενεστώτα του εκδίδω
ἐκδορεύς	=	εκδορεύς
ἐκθεμελίωσις	noun	η εκθεμελίωση
ἐκθρόνισις	noun	εκθρόνιση
ἐκκίνησις	noun	εκκίνηση
ἐκκεντρικότης	noun	η εκκεντρικότητα
ἐκκοκιστήριον	noun	το εκκοκκιστήριο
ἐκκρεμότης	noun	η εκκρεμότητα
ἐκλέκτωρ	noun	ο εκλέκτορας
ἐκλαΐκευσις	noun	η εκλαΐκευση
ἐκλεκτικότης	noun	η εκλεκτικότητα
ἐκλεξιμότης	noun	η εκλεξιμότητα
ἐκλογιμότης	noun	η εκλογιμότητα
ἐκλογοδικεῖον	noun	το εκλογοδικείο
ἐκμίσθωσις	noun	η εκμίσθωση
ἐκμετάλλευσις	noun	η εκμετάλλευση
ἐκμηδένισις	noun	η εκμηδένιση
ἐκπαίδευσις	noun	η εκπαίδευση
ἐκπαιδευτήριον	noun	το εκπαιδευτήριο
ἐκπαραθύρωσις	noun	η εκπαραθύρωση
ἐκπαρθένευσις	noun	η εκπαρθένευση
ἐκπολιτιστικῶς	adv	εκπολιτιστικά, με εκπολιτιστικό τρόπο
ἐκπροσώπησις	noun	η εκπροσώπηση
ἐκπυρσοκρότησις	noun	η εκπυρσοκρότηση
ἐκπόνησις	noun	η εκπόνηση
ἐκπόρνευσις	noun	η εκπόρνευση
ἐκπώμαστρον	noun	το εκπώμαστρο, ο εκπωμαστήρας, το τιρμπουσόν
ἐκρηκτικότης	noun	η εκρηκτικότητα
ἐκρηκτικῶς	adv	εκρηκτικά, με εκρηκτικό τρόπο
ἐκσκαφεύς	noun	ο εκσκαφέας
ἐκσπερμάτωσις	noun	άλλη μορφή του ἐκσπερμάτισις, η εκσπερμάτωση
ἐκστόμισις	noun	η εκστόμιση
ἐκσφενδόνισις	noun	η εκσφενδόνιση
ἐκτέλεσις	noun	η εκτέλεση
ἐκταμίευσις	noun	η εκταμίευση
ἐκτελώνισις	noun	η εκτελώνιση
ἐκτελῶ	verb	εκτελώ, φέρω εις πέρας
ἐκτράχυνσις	noun	η εκτράχυνση
ἐκτροφεῖον	noun	το εκτροφείο
ἐκτροχίασις	noun	η εκτροχίαση
ἐκτόξευσις	noun	η εκτόξευση
ἐκτύλιξις	noun	η εκτύλιξη
ἐκφράσει	=	ἔκφρασις
ἐκφράσεις	=	ἔκφρασις
ἐκφράσεσι	=	ἔκφρασις
ἐκφράσεσιν	=	ἔκφρασις
ἐκφράσεων	=	ἔκφρασις
ἐκφράσεως	=	ἔκφρασις
ἐκφόρτωσις	noun	η εκφόρτωση
ἐκφύλισις	noun	η εκφύλιση
ἐκχέρσωσις	noun	η εκχέρσωση
ἐκχείλισις	noun	η εκχείλιση
ἐκχωμάτωσις	noun	η εκχωμάτωση
ἐκχύλισις	noun	η εκχύλιση
ἐλάφρυνσις	noun	η ελάφρυνση
ἐλέχθην	=	λέγω
ἐλαιόδενδρον	noun	το ελαιόδεντρο, το δέντρο της ελιάς
ἐλασματοποίησις	noun	η ελασματοποίηση
ἐλαστικότης	noun	η ελαστικότητα
ἐλαττωματικότης	noun	η ελαττωματικότητα
ἐλαχιστοποίησις	noun	η ελαχιστοποίηση
ἐλεεινολόγησις	noun	η ελεεινολόγηση
ἐλεημονικῶς	adv	φιλεύσπλαχνα, πονετικά
ἐλευθεροστόμως	adv	με ελευθεροστομία
ἐλεφαντόδους	noun	το ελεφαντόδοντο
ἐλπίς	=	ελπίς
ἐλόγου	pron	πολυτονική γραφή του ελόγου
ἐμβάθυνσις	noun	η εμβάθυνση
ἐμβάς	=	εμβάς
ἐμβαδομέτρησις	noun	η εμβαδομέτρηση
ἐμβαλλάγιον	noun	το αμπαλάζ, το αμπαλάρισμα
ἐμπέρδεμα	noun	το μπέρδεμα
ἐμπορικότης	noun	η εμπορικότητα
ἐμποροπανήγυρις	noun	η εμποροπανήγυρη
ἐμπόριον	noun	το εμπόριο
ἐμπότισις	noun	η εμπότιση
ἐμφιάλωσις	noun	η εμφιάλωση
ἐν	=	εν
ἐναβρύνομαι	verb	υπερηφανεύομαι
ἐνανθράκωσις	noun	η ενανθράκωση
ἐνδοθήλιον	noun	το ενδοθήλιο
ἐνδοκάρδιον	noun	το ενδοκάρδιο
ἐνδοκάρπιον	noun	το ενδοκάρπιο
ἐνδοκαρδῖτις	noun	η ενδοκαρδίτιδα
ἐνδομήτριον	noun	το ενδομήτριο	adj	ενδομήτριο, ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ενδομήτριος
ἐνδοσκόπησις	noun	η ενδοσκόπηση
ἐνδοσκόπιον	noun	το ενδοσκόπιο
ἐνδοτικότης	noun	η ενδοτικότητα
ἐνεδρεῦον	verb	ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ἐνεδρεύων
ἐνεργητικότης	noun	η ενεργητικότητα
ἐνεργοποίησις	noun	η ενεργοποίηση
ἐνεστώς	=	ενεστώς
ἐνεχυροδανειστήριον	noun	το ενεχυροδανειστήριο
ἐνηλικίωσις	noun	η ενηλικίωση
ἐνηλικότης	noun	η ενηλικότητα
ἐνημερότης	noun	η ενημερότητα
ἐνθάρρυνσις	noun	η ενθάρρυνση
ἐνθήκη	noun	περιουσία
ἐνθρόνισις	noun	η ενθρόνιση
ἐνθυλάκωσις	noun	η ενθυλάκωση
ἐνιαχοῦ	adv	πολυτονική γραφή του ενιαχού
ἐνοικίασις	noun	η ενοικίαση
ἐνοικιαστήριον	noun	το ενοικιαστήριο
ἐνοικιοστάσιον	noun	το ενοικιοστάσιο
ἐνορχήστρωσις	noun	η ενορχήστρωση
ἐνορῖτις	noun	θηλυκό του ἐνορίτης: η ενορίτισσα
ἐνούρησις	noun	η ενούρηση
ἐντευκτήριον	noun	το εντευκτήριο
ἐντομοφθόρον	=	ἐντομοφθόρος
ἐντομοφθόρος	adj	εντομοκτόνος
ἐντούτοις	=	εντούτοις
ἐντρύφησις	noun	η εντρύφηση
ἐντόπισις	noun	η εντόπιση
ἐνυδάτωσις	noun	η ενυδάτωση
ἐξάσκησις	noun	η εξάσκηση
ἐξάχνωσις	noun	η εξάχνωση
ἐξαΰλωσις	noun	η εξαΰλωση
ἐξαγρίωσις	noun	η εξαγρίωση
ἐξαγωγικῶς	adv	με εξαγωγικό τρόπο, με εξαγωγή
ἐξαεριστήρ	noun	ο εξαεριστήρας
ἐξαερωτήρ	noun	ο εξαερωτήρας
ἐξαθλίωσις	noun	η εξαθλίωση
ἐξαιρετικότης	noun	η εξαιρετικότητα
ἐξαναγκαστικῶς	adv	εξαναγκαστικά
ἐξαργύρωσις	noun	η εξαργύρωση
ἐξασθένισις	noun	η εξασθένιση
ἐξασφάλισις	noun	η εξασφάλιση
ἐξατομίκευσις	noun	η εξατομίκευση
ἐξαχρείωσις	noun	η εξαχρείωση
ἐξεπλήρωσα	=	εκπλήρωσα
ἐξευτελίζω	verb	πολυτονική γραφή του εξευτελίζω
ἐξιδανίκευσις	noun	η εξιδανίκευση
ἐξισορρόπησις	noun	η εξισορρόπηση
ἐξιχνίασις	noun	η εξιχνίαση
ἐξοκέλλω	verb	εξοκέλλω, προσαράζω, πέφτω σε ξηρά
ἐξομάλισις	noun	η εξομάλιση
ἐξομάλυνσις	noun	η εξομάλυνση
ἐξομοιωτικῶς	adv	εξομοιωτικά με εξομοιωτικό τρόπο
ἐξομολογητικῶς	adv	εξομολογητικά
ἐξονύχισις	noun	η εξονύχιση
ἐξουδετέρωσις	noun	η εξουδετέρωση
ἐξωκκλήσιον	noun	εξωκλήσι, ξωκλήσι
ἐξωραϊστικῶς	adv	εξωραϊστικά
ἐξωτερίκευσις	noun	η εξωτερίκευση
ἐξόντωσις	noun	η εξόντωση
ἐξόργισις	noun	η εξόργιση
ἐπάνδρωσις	noun	η επάνδρωση
ἐπένδυσις	noun	η επένδυση
ἐπίδρασις	noun	η επίδραση
ἐπίπασις	noun	η επίπαση
ἐπίπλωσις	noun	η επίπλωση
ἐπίρρημα	=	επίρρημα
ἐπίστεψις	noun	η επίστεψη
ἐπίσχεστρον	noun	το φρένο, μηχανισμός που εμποδίζει, που σταματάει κάτι
ἐπίῤῥημα	=	επίρρημα
ἐπαισχύντως	adv	επαίσχυντα
ἐπαλήθευσις	noun	η επαλήθευση
ἐπανάκτησις	noun	η επανάκτηση
ἐπανέκδοσις	noun	η επανέκδοση
ἐπανίδρυσις	noun	η επανίδρυση
ἐπαναστάτις	noun	επαναστάτρια, επαναστάτισσα
ἐπαναστατικότης	noun	η επαναστατικότητα
ἐπαναστατικῶς	adv	επαναστατικά
ἐπανασύνδεσις	noun	η επανασύνδεση
ἐπανεμφάνισις	noun	η επανεμφάνιση
ἐπανεξέτασις	noun	η επανεξέταση
ἐπαργύρωσις	noun	η επαργύρωση
ἐπεισοδιακῶς	adv	επεισοδιακά, εν παρόδω
ἐπενεργοῦν	=	ἐπενεργῶν
ἐπενεργοῦσα	=	ἐπενεργῶν
ἐπενεργῶν	verb	μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπενεργῶ
ἐπετηρίς	noun	η επετηρίδα
ἐπιβάρυνσις	noun	η επιβάρυνση
ἐπιβάτιδα	noun	αιτιατική ενικού του ἐπιβάτις
ἐπιβάτις	noun	η επιβάτρια, θηλυκό του ἐπιβάτης
ἐπιβίβασις	noun	η επιβίβαση
ἐπιβίωσις	noun	η επιβίωση
ἐπιβαρυντικῶς	adv	επιβαρυντικά
ἐπιβεβαιωτικῶς	adv	επιβεβαιωτικά
ἐπιβλητικότης	noun	η επιβλητικότητα
ἐπιβράβευσις	noun	η επιβράβευση
ἐπιβράδυνσις	noun	η επιβράδυνση
ἐπιδίκασις	noun	η επιδίκαση
ἐπιδαψίλευσις	noun	η επιδαψίλευση
ἐπιδείνωσις	noun	η επιδείνωση
ἐπιδεκτικότης	noun	η επιδεκτικότητα
ἐπιδεκτικῶς	adv	με επιδεκτικό τρόπο, με επιδεκτικότητα
ἐπιδιδυμῖτις	noun	η επιδιδυμίτιδα
ἐπιδοκιμαστικῶς	adv	επιδοκιμαστικά
ἐπιδότησις	noun	η επιδότηση
ἐπιθήλιον	noun	το επιθήλιο
ἐπιθετικότης	noun	η επιθετικότητα
ἐπικαιρότης	noun	η επικαιρότητα
ἐπικεφαλῆς	adj	άλλη μορφή του ἐπί κεφαλῆς
ἐπικονίασις	noun	η επικονίαση
ἐπικυριαρχικῶς	adv	επικυριαρχικά
ἐπικόλλησις	noun	η επικόλληση
ἐπιλεκτικότης	noun	η επιλεκτικότητα
ἐπιμετάλλωσις	noun	η επιμετάλλωση
ἐπιμηθεύς	noun	ο απερίσκεπτος, ο απρονόητος
ἐπιμόλυνσις	noun	η επιμόλυνση
ἐπινικέλωσις	noun	η επινικέλωση
ἐπινοητικότης	noun	η επινοητικότητα
ἐπιπεφυκῖτις	noun	η επιπεφυκίτιδα
ἐπιπλέον	adv	άλλη μορφή του ἐπί πλέον
ἐπιπολαιότης	noun	η επιπολαιότητα
ἐπισημοποίησις	noun	η επισημοποίηση
ἐπιτάχυνσις	noun	η επιτάχυνση
ἐπιτηρῶ	verb	πολυτονική γραφή του επιτηρώ
ἐπιτροπικῶς	adv	επιτροπικώς
ἐπιτροποκηδεμών	noun|rare	άτομο το οποίο διαχειρίζεται την περιουσία που έχει κληρονομήσει ανήλικο άτομο μέχρι αυτό να ενηλικιωθεί
ἐπιφυλακτικότης	noun	η επιφυλακτικότητα
ἐπιφυλακτικῶς	adv	επιφυλακτικά
ἐπιφόρτισις	noun	η επιφόρτιση
ἐπιφύλαξις	noun	η επιφύλαξη
ἐπιχάλκωσις	noun	η επιχάλκωση
ἐπιχειρηματικότης	noun	η επιχειρηματικότητα
ἐπιχορήγησις	noun	η επιχορήγηση
ἐπιχρωμίωσις	noun	η επιχρωμίωση
ἐπιχρύσωσις	noun	η επιχρύσωση
ἐπιχωμάτωσις	noun	η επιχωμάτωση
ἐποίκησις	noun	η εποίκηση (& εποίκιση, εποικίζω)
ἐποικιστικῶς	adv	με εποικισμό
ἐπουρανίως	adv	στα επουράνια
ἐπωδός	noun	επωδός
ἐρατεινῶς	adv	θελκτικά, γοητευτικά, εράσμια, με ερατεινό τρόπο
ἐργατικότης	noun	η εργατικότητα
ἐργολαβικῶς	adv	εργολαβικά, με εργολαβία
ἐρεθιστικότης	noun	η ερεθιστικότητα
ἐρεισίνωτον	noun	το ερεισίνωτο
ἐρευνητικότης	noun	η ερευνητικότητα
ἐρημικῶς	adv	ερημικά
ἐρυθροπέλιδνος	adj|rare	που έχει πελιδνό και ερυθρό χρώμα
ἐρωμένη	noun	πολυτονική γραφή του ερωμένη
ἐρωμένος	=	ερωμένος
ἐρωτιδεύς	=	ερωτιδεύς
ἐρώμενος	=	ἐρωμένη
ἐσθής	noun	η εσθήτα
ἐσωτερικότης	noun	η εσωτερικότητα
ἐτάφην	=	θάφτηκα
ἐτρώθη	verb	πολυτονική γραφή του ετρώθη· γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του τιτρώσκω
ἐφελκίς	=	εφελκίς
ἐχθρότης	noun	η εχθρότητα
ἑβδομηκοντούτης	=	εβδομηκοντούτης
ἑβδομηκοντοῦτις	=	εβδομηκοντούτης
ἑκατοντάδραχμον	noun	εκατοντάδραχμο
ἑκατοστημόριον	noun	το εκατοστημόριο
ἑκατοστόμετρον	noun	εκατοστόμετρο
ἑκατόβαθμη	=	ἑκατόβαθμος
ἑκατόβαθμον	=	ἑκατόβαθμος
ἑκατόβαθμος	adj	άλλη γραφή του εκατοντάβαθμος
ἑκατόλιτρον	noun	εκατόλιτρο
ἑκατόν	=	εκατό
ἑκτάριον	noun	το εκτάριο
ἑλκυσμός	noun	o ελκυσμός
ἑλλανία	noun	η Ελλάδα	adj	θηλυκό γένος του Ἑλλάνιος
ἑλληνικά	noun	πολυτονική γραφή του ελληνικά
ἑλληνικοῖς	=	ἑλληνικά
ἑλληνικῶν	=	ἑλληνικά
ἑλμινθίασις	noun	η ελμινθίαση
ἑξαπλασίως	adv	εξαπλάσια
ἑορταστικῶς	adv	εορταστικά
ἑπτάψυχη	=	ἑπτάψυχος
ἑπτάψυχον	=	ἑπτάψυχος
ἑπτάψυχος	adj	επτάψυχος, που πεθαίνει δύσκολα
ἑρμητικότης	noun	η ερμητικότητα
ἑφτάψυχη	=	ἑφτάψυχος
ἑφτάψυχον	=	ἑφτάψυχος
ἑφτάψυχος	adj	εφτάψυχος, που πεθαίνει δύσκολα
ἔκδοχον	noun	το έκδοχο
ἔκθλιψις	noun	έκθλιψη, πίεση για να βγει ο χυμός
ἔκλεισα	=	έκλεισα
ἔκτρωμα	noun	το πρόωρα γεννημένο νεκρό έμβρυο
ἔκφρασι	=	ἔκφρασις
ἔκφρασιν	=	ἔκφρασις
ἔκφρασις	noun	έκφραση
ἔλυνα	verb	πολυτονική γραφή του έλυνα· α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λύνω
ἔλυνε	verb	πολυτονική γραφή του έλυνε· γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λύνω
ἔλυνες	verb	πολυτονική γραφή του έλυνες· β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού παρατατικού του λύνω
ἔναυλος	noun	στάβλος, μαντρί	adj	σε αυλή, προαυλισμένος
ἔνσφαιρον	=	ἔνσφαιρος
ἔνσφαιρος	adj	ένσφαιρος
ἔξοδος	=	έξοδος
ἔσχατη	=	ἔσχατος
ἔσχατον	=	ἔσχατος
ἔσχατος	adj	πολυτονική γραφή του έσχατος
ἔχομεν	verb	α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ἔχω
ἕλλην	=	έλληνας
ἕνωσις	=	ένωση
ἠπίως	=	ήπια
ἠτζογλάνι	noun|dated	κατώτερο εκτελεστικό όργανο κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
ἠτζογλάνια	=	ἠτζογλάνι
ἠτόρων	noun	γενική πληθυντικού του ἦτορ
ἠχηρῶς	adv	ηχηρά
ἡ	=	γωνιακός
ἡλικιωμένος	=	ηλικιωμένος
ἡλιόλουτρον	noun	ηλιόλουτρο, ηλιοθεραπεία
ἡμίκλιντον	=	ἡμίκλιντος
ἡμίκλιντος	adj	μισοξαπλωμένος
ἡμικυκλικῶς	adv	ἡμικυκλικά
ἡμισταυροῦχον	=	ἡμισταυροῦχος
ἡμισταυροῦχος	adj	χαρακτηρισμός για εργαλείο ή εξάρτημα που έχει σχήμα ταυ (Τ)
ἡττῶμαι	verb	ρήμα της καθαρεύουσας, συνηρημένος τύπος του αρχαίου ρήματος ἡττάομαι
ἤμουν	verb	α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του εἶμαι· πολυτονική γραφή του ήμουν
ἤτορα	noun	ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ἦτορ
ἤτορος	noun	γενική ενικού του ἦτορ
ἤτορσι	noun	δοτική πληθυντικού του ἦτορ
ἤτορσιν	noun	δοτική πληθυντικού του ἦτορ
ἥμισυς	=	ήμισυς
ἦτορ	noun|archaic	η καρδιά
ἰάπων	noun	ο Ιάπων, ο Ιάπωνας
ἰάπωνα	noun	αιτιατική ενικού του Ἰάπων
ἰάπωνες	noun	ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Ἰάπων
ἰάπωνος	noun	γενική ενικού του Ἰάπων
ἰαπωνικός	adj	πολυτονική γραφή του ιαπωνικός
ἰαπώνων	noun	γενική πληθυντικού του Ἰάπων
ἰδεοληπτικός	=	ιδεοληπτικός
ἰδιορρύθμως	adv	ιδιόρρυθμα
ἰδιότητα	=	ιδιότητα
ἰλάμιον	noun	το ιλάμι
ἰλυόλουτρον	noun	λασπόλουτρο
ἰνβερτοποίησις	noun	παλαιότερη μορφή του ιμβερτοποίηση
ἰσχυρίζομαι	verb	το ισχυρίζομαι στην καθαρεύουσα και γενικά στο πολυτονικό
ἰσχυρός	adj	το επίθετο ισχυρός στην καθαρεύουσα και στο πολυτονικό
ἰταάτι	noun|dated	υποταγή
ἰταάτια	=	ἰταάτι
ἰταατιού	=	ἰταάτι
ἰταατιών	=	ἰταάτι
ἰχθύων	noun	γενική πληθυντικού του ἰχθύς
ἰχνογραφικῶς	adv	ιχνογραφικά
ἱεραρχῶ	verb	πολυτονική γραφή του ιεραρχώ
ἱεροκρατικῶς	adv	από ιεροκρατική άποψη
ἱππάρχης	noun	άλλη μορφή του ἵππαρχος
ἱπποτικῶς	adv	ιπποτικά
ἱστορία	=	ιστορία
ἴδιος	=	ίδιος
ὀδοντολαβίς	noun	οδοντολαβίδα
ὀδοντῖτις	noun	οδοντίτιδα
ὀδύσσομαι	verb	είμαι οργισμένος με κάποιον, μισώ
ὀζοντόμετρον	noun	οζοντόμετρο
ὀζονόμετρον	noun	οζονόμετρο, άλλη μορφή του ὀζοντόμετρον
ὀλιγαρχικότης	noun	ολιγαρχικότητα
ὀλιγόστευσις	noun	το λιγόστεμα, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ολιγοστεύω
ὀνοματολόγιον	noun	ονοματολόγιο
ὀξέωσις	noun	οξέωση
ὀξείδωσις	noun	οξείδωση
ὀξοποίησις	noun	οξοποίηση
ὀξυγονοκόλλησις	noun	οξυγονοκόλληση
ὀξυγονῶ	verb	οξειδώνω, ενώνομαι με οξυγόνο (για μέταλλα)
ὀξυγόνωσις	noun	οξυγόνωση
ὀξύμετρον	noun	οξύμετρο
ὀπάλιον	noun	οπάλιο
ὀπισθαρίθμησις	noun	οπισθαρίθμηση
ὀπισθογράφησις	noun	οπισθογράφηση
ὀπισθοδρόμησις	noun	οπισθοδρόμηση
ὀπισθοχώρησις	noun	οπισθοχώρηση
ὀπτάνθραξ	noun	ο οπτάνθρακας, το κοκ
ὀργανογένεια	=	ὀργανογένεσις
ὀργανογένεσις	noun	οργανογένεση
ὀρειχάλκωσις	noun	ορειχάλκωση
ὀρεκτικότης	noun	ορεκτικότητα
ὀρεογένεσις	noun	ορεογένεση
ὀρθίως	adv	όρθια
ὀρθογένεσις	noun	ορθογένεση
ὀρθογραφικῶς	adv	ορθογραφικά
ὀρθογωνίως	adv	ορθογώνια
ὀρθοδόξως	adv|formal	άλλη μορφή του ορθόδοξα
ὀρθολογικῶς	adv	ορθολογικά
ὀρθοπεδικῶς	adv	ορθοπεδικά
ὀρθοσκόπησις	noun	ορθοσκόπηση
ὀροαντίδρασις	noun	οροαντίδραση
ὀρογένεσις	noun	ορογένεση
ὀροθέτησις	noun	οροθέτηση
ὀσμηρότης	noun	οσμηρότητα
ὀστεοαρθρῖτις	noun	οστεοαρθρίτιδα
ὀστεοπόρωσις	noun	οστεοπόρωση
ὀστῖτις	noun	οστίτιδα
ὀτζάκι	noun	οικογένεια
ὀφθαλμοσκόπησις	noun	οφθαλμοσκόπηση
ὀχληρότης	noun	οχληρότητα
ὀχλοκρατικῶς	adv	οχλοκρατικά
ὀψοφυλάκιον	noun	μέρος (όπως ερμάριο, ντουλάπι) όπου φυλάσσονται τα ὄψα, τα εδέσματα
ὁ	=	γωνιακός
ὁλκιμότης	noun	η ολκιμότητα
ὁλοκαύτωμα	=	ολοκαύτωμα
ὁλοστρόγγυλος	adj	πολυτονική γραφή του ολοστρόγγυλος
ὁμιλητικῶς	adv	ομιλητικά
ὁμοκέντρως	adv	ομόκεντρα
ὁμοκεντρικότης	noun	ομοκεντρικότητα
ὁμοταξία	=	ομοταξία
ὁπλοδόκη	noun	η οπλοδόκη
ὁριστικότης	noun	οριστικότητα
ὁρμητικότης	noun	ορμητικότητα
ὁροσήμανσις	noun	οροσήμανση
ὄμικρον	=	όμικρον
ὄντας	verb	μετοχή ενεστώτα του ρήματος εἶμαι· πολυτονική γραφή του όντας
ὄξυνσις	noun	όξυνση
ὅρκισις	noun	όρκιση
ὑαλοπωλεῖον	noun	το υαλοπωλείο
ὑαλοστάσιον	noun	το υαλοστάσιο
ὑγειονομία	noun	η υγειονομία
ὑγειονομεῖον	noun	το υγειονομείο
ὑγειονομική	=	ὑγειονομικός
ὑγειονομικόν	=	ὑγειονομικός
ὑγειονομικός	adj	ο υγειονομικός
ὑγειονομοφύλαξ	noun	κατώτερος υπάλληλος σε υγειονομείο
ὑγειονοσταθμάρχης	noun	ο διευθυντής ενός υγειονομικού σταθμού
ὑγειονόμος	noun	ο υγειονόμος
ὑδατάνθραξ	noun	ο υδατάνθρακας
ὑδρολαῖλαψ	noun	βροχή με σφοδρό άνεμο, ο δρόλαπας, το δρολάπι
ὑδροπέπων	noun	το καρπούζι, ο υδροπέπων
ὑελόφρακτος	adj|rare	υαλόφρακτος
ὑνίον	noun	το υνί
ὑπάνδρου	adj	γενική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του ὕπανδρος
ὑπάρχει	verb	πολυτονική γραφή του υπάρχει· γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω
ὑπάρχουσι	verb	γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του υπάρχω
ὑπανδρεία	noun	η υπανδρεία (γάμος, παντρειά)
ὑπεπιθεωρητής	noun|rare	ο δεύτερος σε βαθμίδα ή αναπληρωματικός επιθεωρητής
ὑπεπιμελητής	noun|rare	βαθμός υπηρεσίας, κατώτερος του επιμελητή: ο βοηθός του επιμελητή
ὑποδεξίωσις	noun	η τελετή υποδοχής
ὑποκορισμός	noun	ο υποκορισμός
ὑπομάγειρος	noun	ο βοηθός μάγειρα
ὑποπράσιν'η	=	ὑποπράσινος
ὑποπράσινον	=	ὑποπράσινος
ὑποπράσινος	adj	υποπράσινος
ὑποπυραγός	=	υποπυραγός
ὑποστήριξις	noun	υποστήριξη
ὑποχόνδριος	adj	πολυτονική γραφή του υποχόνδριος
ὑπόθεση	noun	πολυτονική γραφή του υπόθεση
ὑπόχλωμος	adj|rare	ο λίγο χλωμός
ὑστέρων	=	ύστερων
ὑψηλότης	noun	η Υψηλότης, η Υψηλότητα
ὕδνον	=	ύδνον
ὕπανδρος	noun	ύπανδρος, έγγαμος
ὕστερος	=	ύστερων
ὠάριον	noun	άλλη γραφή του αρχαίου τύπου ᾠάριον, το ωάριο
ὠοθήκη	noun	ωοθήκη
ὠοθηκῖτις	noun	ωοθηκίτιδα
ὠοθυλάκιον	noun	το ωοθυλάκιο στην καθαρεύουσα
ὠορρηξία	noun	η ωορρηξία
ὠοσκόπιον	noun	ωοσκόπιο
ὠφελιμότης	noun	η ωφελιμότητα
ὡράριον	noun	το ωράριο
ὡρίμως	adv	ώριμα
ὡραῖα	adj	ωραία, δηλαδή η ονομαστική, αιτιατική και κλητική του επιθέτου ὡραῖος (όμορφος)	adv	ωραία
ὡριαίως	adv	ωριαία
ὡρολογοποιεῖον	noun	ωρολογοποιείο
ὡρολογοποιός	noun	ο ωρολογοποιός, ο ρολογάς
ὡρολόγι	noun	απλούστερη μορφή του ὡρολόγιον: το ρολόγι
ὤσμωσις	noun	η ώσμωση
ῥέκτις	noun	ρέκτις, θηλυκό του ρέκτης
ῥαβδόμαντις	noun	ραβδομάντης, ραβδοσκόπος
ῥαχίτιδος	noun	γενική ενικού του ῥαχῖτις
ῥαχῖτιν	noun	αιτιατική ενικού του ῥαχῖτις
ῥαχῖτις	noun	η ραχίτιδα
ῥοόμετρον	noun	ροόμετρο
ῥυθμός	noun	πολυτονική γραφή του ρυθμός
ῥωποπωλεῖον	noun|dated	κατάστημα που πουλά διάφορα μικροπράγματα, ψιλικατζίδικο
ῥῆμα	=	ρήμα
